Page 1


Στη μαμά και τον μπαμπά... για όλα.


Ζούμε σ' ένα γαλήνιο νησί άγνοιας καταμεσής σε μαύρους ωκεανούς απείρου, και δεν είναι γραφτό μας να ταξιδέψουμε μακριά. Π. Λ όβεκραφτ


Πρόλογος Ζαΐρ 2 Ιουλίου 1932

Η παλιά καλύβα πρόβαλε μονάχη της στην παραλία. Έ ν α χαμηλό σύννεφο ομίχλης αναδύθηκε από την επιφάνεια του νερού τυλίγοντας σαν σάβανο την αμμουδιά και στροβιλίστηκε γύρω από τη μικρή ξύλινη κατασκευή, πριν διαλυθεί ανάμεσα στα δέντρα που ήταν παραταγμένα στη σειρά ακριβώς πίσω της. Ο Κάτερ άκουγε το θόρυβο ακόμα κι από εκεί όπου βρισκόταν, αρκετά μέτρα μακριά. Σφούγγισε το μέτωπο του μ' ένα μουσκεμένο κουρέλι που έβγαλε από την τσέπη του και ύστερα γύρισε κι έγνεψε στον οδηγό του, τον Όμπι. Πλησίασαν την καλύβα αργά, διστακτικά, ξέροντας πολύ καλά τι έκρυβε μέσα της. Ο Όμπι σταμάτησε, πήρε μια βαθιά εισπνοή κι ύστερα κοίταξε επιφυλακτικά το λευκό άντρα. Ο Κάτερ χαμογέλασε, πριν συνειδητοποιήσει, κάπως ξαφνιασμένος, πως ο σύντροφος του έτρεμε. «Ήσουν πολύ γενναίος που κατάφερες να φτάσεις μέχρι εδώ» τον καθησύχασε. «Μην προχωρήσεις άλλο. Θα μπω μέσα μόνος μου». Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο τού άντρα. 9


«Δεν μπορώ να κουνηθώ» μουρμούρισε ο Όμπι με φωνή που δεν έκρυβε την ντροπή του. «Μην ανησυχείς, καταλαβαίνω». Ο Κάτερ γύρισε το κεφάλι και στύλωσε το βλέμμα του στο καλύβι. Το μικρό κτίσμα θα έμοιαζε με φάντασμα ακόμα και χωρίς τη θανατερή ομίχλη που έφερνε το ποτάμι. Τώρα το βουητό, η εξοργιστική κακοφωνία, έπαιζε παιχνίδια με τη φαντασία του. Θα έπαιρνε όρκο ότι η καλύβα διαστελλόταν, ότι μεγάλωνε σε όγκο από τη φασαρία που όλο και δυνάμωνε στο εσωτερικό της. «Αν μπήξεις καμιά κραυγή» είπε ο Όμπι με φωνή γεμάτη τύψεις «ίσως δεν έρθω να σε βοηθήσω, φίλε μου». «Το ξέρω» απάντησε ο Κάτερ. «Δεν πειράζει». Προχώρησε μπροστά, ανοίγοντας δρόμο στην ομίχλη, ώσπου έφτασε στην ξύλινη πόρτα. Ο θόρυβος ήταν τρομερός. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να τον αγνοήσει καθώς σήκωνε το χέρι του να πιάσει το χερούλι. Πάλευε να πάρει την απόφαση να μπει μέσα, αλλά εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να του λείπει η απαραίτητη δύναμη θέλησης. Ο νους του έβαζε εμπόδια στο σώμα του, καθώς τον κυρίευαν μαύρες σκέψεις για το τι τον περίμενε πίσω από εκείνη την πόρτα. Πίεσε με δύναμη το χερούλι. Η πόρτα έμεινε αμετακίνητη. Ο Κάτερ ένιωθε να τον κυριεύει ο ίδιος εκείνος παραλυτικός φόβος που είχε καταλάβει και τον οδηγό του. Η Λαίδη ήταν εκεί μέσα και τον περίμενε. Αυτό το γνώριζε 10


με βεβαιότητα. Έκλεισε τα μάτια και διέταξε το σώμα του να σπρώξει, να παλέψει. Το χέρι του κουνήθηκε κάπως, λες και το οδηγούσε κάποια αόρατη δύναμη, και πίεσε το χερούλι προς τα κάτω. Χρειάστηκε κάποια προσπάθεια, αλλά τελικά η πόρτα υποχώρησε. Η φωνή της λογικής αντηχούσε μέσα στο κεφάλι του, διατάζοντάς τον να σταματήσει, να γυρίσει πίσω. Ήξερε ότι αυτός ο φόβος, που τον πάγωνε και του ανακάτευε το στομάχι, σε συνδυασμό με την έλλειψη ύπνου έδινε τροφή στην ήδη αχαλίνωτη φαντασία του, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει τώρα. Ακόμη κι αν βρισκόταν πιο κοντά στο θάνατο απ' ό,τι κάθε άλλη φορά στη ζωή του, δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Εκείνη τον είχε κιόλας στην αρπάγη της. Ήξερε ότι έπρεπε να είχε γυρίσει στο,χωριό για βοήθεια. Ήξερε πως έπρεπε να κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα του να μην εκτεθεί σε τέτοιο κίνδυνο. Ήξερε πολλά πράγματα. Η χαραμάδα ανάμεσα στην παλιά πόρτα και το σκεβρωμένο της πλαίσιο φάρδυνε. Αμέσως ο εκκωφαντικός θόρυβος που αντήχησε μέσα από τους σκοτεινούς χώρους της καλύβας πάγωσε τον άντρα και διέκοψε κάθε σκέψη του. Στάθηκε ακίνητος, χωρίς να μπορεί να διακρίνει σχεδόν τίποτα στο μισοσκότεινο δωμάτιο, μα γνωρίζοντας πολύ καλά πως εκείνη ήταν εκεί. Ο Όμπι εξακολουθούσε να μην μπορεί να κουνηθεί. Φημιζόταν στον κύκλο των δικών του ανθρώπων για τη δύναμη και το θάρρος του, όλα αυτά όμως πριν μάθει 11


πως to τέρας ήταν αληθινό. Τούτο το πράγμα δεν θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει ποτέ. Από μικρό παιδί, μέχρι τώρα που έγινε άντρας, είχε μεγαλώσει με τους θρύλους της φυλής του, αλλά μέχρι σήμερα δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι οι θρύλοι αυτοί ίσως περιείχαν κάποια αλήθεια. Βλέποντας τον Κάτερ να στέκεται με την παλάμη του ακουμπισμένη στο χερούλι της πόρτας, ήξερε. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στο πρόσωπο του λευκού άντρα. Φαινόταν στα μάτια του, στην ωχρότητα του δέρματος του. Κάτι προσγειώθηκε στο πάνω χείλος τού Όμπι, μα δεν είχε τη δύναμη να το φυσήξει μακριά. Ο λευκός άντρας έτρεμε σύγκορμος τώρα. Είχε ανοίξει την πόρτα και έμπαινε μέσα στην καλύβα. Οι τοίχοι ήταν ζωντανοί. Ο Κάτερ διέκρινε κάτι σκοτεινόχρωμα, αεικίνητα σχήματα να συνωστίζονται στις πλευρές της καλύβας: αλλόκοτα φαντάσματα από χιλιάδες χιλιάδων μικροσκοπικά κλαψιάρικα έντομα εμφανίζονταν γύρω του κατά κύματα. Ο παλιός σκελετός ενός κρεβατιού και ένα ξύλινο κιβώτιο ήταν καλυμμένα εξολοκλήρου με εκείνα τα όντα, που δεν άφηναν ξεσκέπαστο ούτε το παραμικρό κομματάκι ξύλο. Ύστερα την είδε και η καρδιά του κόντεψε να σπάσει. Σ' ένα πρόχειρο ράφι φτιαγμένο από φλοιό δέντρου καθόταν ένα τεράστιο κόκκινο κουνούπι. Στην εμφάνιση δεν διέφερε πολύ από τα εκατομμύρια άλλα που την περιέβαλλαν, μα το μέγεθος της ήταν απίστευτο. Σίγουρα έφτανε ίσαμε την παλάμη ενός παιδιού. Χωρίς να ενοχλείται από το σαματά που 12


έκαναν οι οπαδοί της οΰτε από την άφιξη του εισβολέα, εξακολουθούσε να κάθεται ακίνητη απέναντι του. Ασκώντας τώρα μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στο σώμα του, έβγαλε από την τσάντα που είχε κρεμασμένη στον ώμο του μια απόχη και μια μεγάλη γυάλα. Ύστερα από τόσα χρόνια που είχε περάσει στα πεδία της δράσης ως εξερευνητής της άγριας φύσης, τα εργαλεία του παρέμεναν απλά, πρωτόγονα, μα αποτελεσματικά. Ξεβίδωσε το καπάκι τού βάζου και το έριξε στην τσέπη του. Τα κουνούπια κινούνταν τώρα σε πυκνές μάζες πάνω από τα παπούτσια του, μερικά μάλιστα αποφάσισαν ν' ανέβουν και στα πόδια του. Ανατρίχιασε, και παραλίγο να του γλιστρήσει το βάζο απ' τα χέρια. Σηκώνοντας την απόχη ψηλά πάνω από το κεφάλι του, προχώρησε προς το ράφι, πατώντας πάνω σε αμέτρητα μικροσκοπικά κορμιά, ενώ προσευχόταν να μην προκαλέσει καμιά μαζική αντίδραση. Εκείνη έμοιαζε να τον ανιχνεύει με τα μάτια της, ενώ τα φτερά της ανεβοκατέβαιναν αργά. Τη στιγμή που εκείνος ετοιμαζόταν να κατεβάσει την απόχη, άκουσε το φοβερό ουρλιαχτό. Του φάνηκε σαν να ερχόταν μέσα και έξω από το κεφάλι του ταυτόχρονα. Ο φρικιαστικός ήχος θύμιζε την αγωνιώδη κραυγή ενός παράφρονα. Το σκηνικό μέσα στο καλύβι άλλαξε: οι σκοτεινόχρωμες κηλίδες στους τοίχους διαλύθηκαν, και χιλιάδες μικροσκοπικά σχήματα πέταξαν στον αέρα, σχηματίζοντας ένα πυκνό σύννεφο γύρω του. Η Λαίδη παρέμενε σιωπηλή και αμετακίνητη. 13


Ο Κάτερ συνειδητοποίησε πως η κραυγή που είχε ακούσει θα έπρεπε ν' αποτελούσε ένα προμήνυμα. Ήταν πανομοιότυπη με τον ήχο που ξέφευγε εκείνη τη στιγμή από τα δικά του πνευμόνια. Όταν οι οπαδοί τής Λαίδης είχαν χορτάσει με το αίμα του άντρα, είχε έρθει η δική της σειρά να φάει. Κι όταν πια τελείωσε κι αυτή, δεν είχε απομείνει παρά μια σταγόνα κόκκινο υγρό στο ξεφούσκωτο ανθρώπινο κουφάρι. Από την ακτή, ο Όμπι άκουσε την κραυγή και πάγωσε το αίμα του. Όταν το ουρλιαχτό σταμάτησε, οι αισθήσεις ξαναγύρισαν στο σώμα του, μαζί με ένα αποκαρδιωτικό αίσθημα ενοχής. Στάθηκε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να πιέσει τον εαυτό του να κάνει μεταβολή και να τρέξει. Ύστερα, άκουσε μια φωνή που έμοιαζε να ταξιδεύει μέσα από τον αέρα. Μια γυναικεία φωνή. Έλα, μη φοβάσαι. Δεν θέλω να σον κάνω κακό... Το σαγόνι του έπεσε. Η ανάσα του έγινε ακανόνιστη. Είχε ακούσει πράγματι τα λόγια αυτά, αλλά δεν πίστευε στ' αυτιά του. Να ήταν άραγε αληθινός ο μύθος; Μπορούσε στ' αλήθεια εκείνο το πλάσμα να εισβάλει στο νου ενός ανθρώπου; Όχι, αδύνατον. Όμως δεν το είχε φανταστεί, αυτό ήταν σίγουρο. Εκείνη τον είχε φωνάξει στ' αλήθεια από μακριά. Λοιπόν; Κάτι τον τραβούσε προς την καλύβα. Δεν είχε καμία 14


επιθυμία να την πλησιάσει, αλλά ένιωθε σαν κάτι να τον εξανάγκαζε. Το βλέμμα του στράφηκε από την καλύβα στον ήλιο που έδυε κι ύστερα πάλι πίσω. Έκλεισε τα μάτια, και ο νους του γύρισε στο σπίτι του, στην οικογένειά του. Την ώρα που σκεφτόταν, απελευθερωνόταν ταυτόχρονα από εκείνο που τον κρατούσε δέσμιο, και τα πόδια του άρχισαν να κινούνται όλο και πιο κοντά προς την καλύβα. Σε παρακαλώ, προσευχήθηκε με τα μάτια ακόμα κλειστά. Σε παρακαλώ, άφησε με. Το χέρι του, σαν να μην ήταν πια δικό του, απλώθηκε προς το χερούλι της πόρτας. Μέσα στο άντρο της Λαίδης ένιωθε πιο δροσερά. Περίμενε το αγκάλιασμά της και όλα όσα υποσχόταν. Δυο μίλια μακριά, στο ποτάμι, ο Έρνεστ Φάραντεϊ καθόταν στη σκιά, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από τις φακιδιάρικες ρυτίδες πάνω από τα μάτια του. Στην Αφρική δεν είχε καμία από τις ανέσεις που απολάμβανε στην πατρίδα του, και κάθε μέρα έφερνε και μια καινούρια φρίκη, μια νέα ταλαιπωρία. Μισούσε την αφόρητη ζέστη, που τον έκανε να νιώθει σαν να καίγεται ζωντανός. Την προηγούμενη νύχτα είχε ονειρευτεί ότι ήταν παγιδευμένος στο στόμιο του παλιού βραστήρα της γιαγιάς του, ανήμπορος να ξεφύγει από τον ατμό που τον τύλιγε από παντού. Αν και ήταν νωρίς το πρωί, η θερμοκρασία αποτελούσε μια μόνιμη ενόχληση. Απεχθανόταν αυτό τον τόπο. Ακόμα και στη σκιά ήταν κόλαση. 15


Από την κόλαση λοιπόν έβλεπε τους ιθαγενείς να κουβαλάνε τα εμπορεύματα στην όχθη του ποταμού από ένα καράβι δεμένο εκεί κοντά. Κινούνταν σαν μια πελώρια, κατακερματισμένη οντότητα, ψέλνοντας σιγανά ένα μάντρα καθώς δούλευαν. Από κάπου πίσω από τον Φάραντεϊ ακούστηκε μια φωνή. Ήταν γυναικεία, αν και απ' ό,τι γνώριζε δεν υπήρχαν γυναίκες στην περιοχή. Οι μόνες που είχε δει εδώ και βδομάδες είχαν γυρίσει πίσω στο χωριό, κάμποσα μίλια μακριά. Έστρεψε το κορμί του και κοίταξε μέσα στη σκοτεινιά των δέντρων. Τίποτα. Ξαναπήρε τη θέση του, σκούπισε με τον αντίχειρά του τον ιδρώτα στο πλάι κάθε φρυδιού και συνέχισε να επιβλέπει τη δραστηριότητα στην αμμουδιά. Ήταν σίγουρος πως η ζέστη τον έκανε ν' ακούει ανύπαρκτες φωνές. Ο Μπερκ και ο Πόλαρντ, οι δύο βοηθοί τού Φάραντεϊ από το λονδρέζικο γραφείο του, τσακώνονταν για το ποια ήταν η γρηγορότερη μέθοδος για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αμμουδερή όχθη. Ο Μπερκ, δείχνοντας ενθουσιασμένος, χειρονομούσε έντονα καθώς ακολουθούσε τους υπνωτισμένους εργάτες πάνω κάτω στην άμμο. «Κοίτα εδώ» είπε. «Έχουν σχηματίσει μια ωραία αλυ-

* Λέξη που, στον Ινδουισμό και το Βουδισμό, δηλώνει μια ιερή συλλαβή ή φράση προικισμε'νη με πνευματική δύναμη. Οι μάντρα χρησιμοποιούνται στο διαλογισμό, καθώς και σε διάφορες τελετουργίες. (Σ.τ.Ε.) 16


σίδα κι όλα προχωρούν με τάξη. Δεν βλέπω τι αξία θα είχε το να...» «Κανονικά θα έπρεπε να κουβαλάνε το εμπόρευμα σε ζευγάρια, δυο δυο» διέκοψε ο Πόλαρντ, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι δεν κατάφερνε ποτέ να συμφωνήσει με το συνάδελφο του. «Σε ζευγάρια θα μπορούσαν να μεταφέρουν διπλό...» Έ ν α σκυλί άρχισε να γαβγίζει κάπου έξω από το οπτικό πεδίο του Φάραντεϊ. Ή τ α ν ο Καρούθερς, το γιόρκσαϊρ τεριέ του Μπερκ. Ο Πόλαρντ έκανε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας. «Πότε θα φορέσεις φίμωτρο σ' αυτό το βρομερό τέρας; Ξέρεις τι γνώμη έχω για τους σκύλους!» «Δεν μπορεί να είναι χειρότερη από εκείνη που έχουν αυτοί για σένα» του πέταξε ο Μπερκ. Ο Πόλαρντ δεν μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι του περιφρονητικά. Ο Φάραντεϊ αναστέναξε. Περίμενε πώς και πώς το ηλιοβασίλεμα για να γλιτώσει για λίγο από την τρομερή κάψα. Λιώνοντας με την παλάμη του ένα έντομο στο πρόσωπο του, έβλεπε τους καταπονημένους ιθαγενείς και αναρωτιόταν γιατί δεν τον είχαν εγκαταλείψει εδώ και βδομάδες. Κάτι προσγειώθηκε στο σβέρκο του, χωρίς να το πάρει είδηση. Ένας από τους εργάτες άρχισε να φωνάζει και να κουνάει πέρα δώθε τα μπράτσα του, ενώ ο Καρούθερς βάλθηκε να μασουλάει ένα μέρος της φαρδιάς βράκας που φορούσε ο Φάραντεϊ. 17


Εκείνος βλαστήμησε, σηκώθηκε όρθιος και κατηφόρισε προς το ποτάμι. «Μπερκ! Αν δεν μπορείς να μαζέψεις...» Το κουνούπι που είχε γαντζωθεί στο σβέρκο του διάλεξε εκείνη τη στιγμή για να χώσει μέσα στο δέρμα την προβοσκίδα του. Ο άντρας ένιωσε σαν να είχε τρυπήσει τη σάρκα του μια μακριά παγωμένη βελόνα. Στη συνέχεια, καθώς περνούσαν τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα, ο πόνος κλιμακώθηκε και ο Φάραντεϊ άρχισε να χοροπηδάει πέρα δώθε σε τρομερή υπερδιέγερση. Χτύπησε επανειλημμένα με την παλάμη το σβέρκο του, σε μια απεγνωσμένη και μάταιη προσπάθεια να απομακρύνει εκείνο που τον υπέβαλλε σε αυτό το φριχτό βασανιστήριο. Οι κραυγές του τράβηξαν την προσοχή τού Μπερκ και του Πόλαρντ, που παρακολουθούσαν τη σκηνή με φανερή σύγχυση. «Τι στο καλό κάνει;» Ο Μπερκ έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς το αφεντικό του. «Δεν ξέρω, αλλά τουλάχιστον σήκωσε επιτέλους τον τεμπέλικο πισινό του» μουρμούρισε ο Πόλαρντ ακολουθώντας. Πλησίασαν τον εργοδότη τους, χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν ή τι να πουν. «Τι στο διάολο συμβαίνει, κύριε Φάραντεϊ;» Ο Πόλαρντ σταμάτησε και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο Μπερκ το είχε δει κι αυτός. Γαντζωμένο πίσω στο κεφάλι τού Φάραντεϊ ήταν κάτι που έμοιαζε με κουνούπι, αλλά δεν είχε το σωστό μέγε18


θος. Ή τ α ν τεράστιο. Οι δύο άντρες έκαναν πίσω, έχοντας τα στόματά τους ορθάνοιχτα. Ο Φάραντεϊ έβγαζε τώρα φριχτές κραυγές και έμοιαζε να υποφέρει τρομερά. Οι εργάτες είχαν σταματήσει κάθε δραστηριότητα και κοιτούσαν με ζοφερή έκφραση το λευκό άντρα, σαν να είχαν ξαναδεί και άλλοτε παρόμοιο θέαμα. «Για όνομα του Θεού!» στρίγκλισε ο Φάραντεϊ. «Βγάλτε το από πάνω μου! Βγάλτε το...» Έκανε κύκλους παραπατώντας στα τυφλά κι ύστερα έπεσε ανάσκελα στην άμμο, με τα μάτια γουρλωμένα και με τα χέρια και τα πόδια του να τινάζονται σπασμωδικά. Σε λίγα δευτερόλεπτα ήταν νεκρός. Ο Μπερκ και ο Πόλαρντ κοιτάχτηκαν κι ύστερα στύλωσαν το βλέμμα τους στο νεκρό σώμα χωρίς να πιστεύουν αυτό που έβλεπαν. Το δέρμα τού Φάραντεϊ πρασίνιζε με γρήγορο ρυθμό. Καθώς παρακολουθούσαν γεμάτοι φρίκη, το τερατόμορφο έντομο, σε χρώμα μαρόν τώρα από όλο το αίμα που είχε πιει, βγήκε έρποντας κάτω απ' το κεφάλι τού άντρα, πέταξε πάνω στο μέτωπο του και κούρνιασε εκεί, κατοπτεύοντας τους δύο άντρες. Ατμός αναδυόταν από την πληγή τού Φάραντεϊ. Ενώ οι δυο υπάλληλοι κοιτούσαν, κάποιο υγρό άρχισε να βρέχει την άμμο γύρω από το κεφάλι τού νεκρού. Αποτελούνταν κυρίως από αίμα, αλλά περιείχε και μια άγνωστη ουσία. «Ω, Χριστέ μου!» Ο Πόλαρντ άρχισε να ξερνάει. Το κεφάλι του Φάραντεϊ έμοιαζε να διαλύεται. Τα φτερά ζωντάνεψαν προς στιγμήν μ' ένα βόμβο, με19


τά σταμάτησαν, μετά ξανάρχισαν να βουίζουν. Το πλάσμα πέταξε ψηλά στον αέρα. Ο Μπερκ και ο Πόλαρντ ίσα που άκουσαν το σκυλί να γαβγίζει, καθώς διέσχιζε την αμμουδιά και έτρεχε προς το μέρος τους. Χωρίς προειδοποίηση, το τέρας πέταξε κατευθείαν επάνω τους. Στον πανικό του να ξεφύγει, ο Μπερκ σκόνταψε κι έπεσε. Το κεφάλι του χτύπησε σ' έναν κοφτερό βράχο, ράγισε και άνοιξε. Ο πόνος ήταν τρομερός, αλλά δεν κράτησε πολύ, μιας και ο θάνατος τον βρήκε σύντομα. Ο Πόλαρντ, τρέχοντας από πίσω, σκουντούφλησε πάνω στον Καρούθερς και σωριάστηκε στην άμμο. Την ώρα που έστρεφε το σώμα του, βλάστημώντας και προσπαθώντας να στυλωθεί στα πόδια του, είδε τη μακριά, μυτερή προβοσκίδα τού εντόμου λίγα δευτερόλεπτα πριν βυθιστεί στη σάρκα του. Ο ήχος του ζωύφιου ήταν ανεπαίσθητος, μα οι κραυγές του Πόλαρντ ταξίδεψαν μίλια μακριά. Ο Καρούθερς οσφράνθηκε γύρω από το κεφάλι τού αφεντικού του κλαυθμυρίζοντας. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως ήταν νεκρός. Οι ιθαγενείς είχαν φύγει. Μερικά από τα εμπορεύματα που κουβαλούσαν είχαν εγκαταλειφθεί στα μισά του δρόμου που ανηφόριζε από την όχθη. Κάποια άλλα είχαν παρασυρθεί από το ρεύμα του ποταμού. Όταν ο Πόλαρντ είχε σταματήσει να ουρλιάζει και ο Καρούθερς είχε πάψει να σιγοκλαίει, έπεσε σιωπή. Ακουγόταν μόνο ο ήχος του νερού και ένα σιγανό, διαπεραστικό βούισμα.

20


1. Η πρόταση Λονδίνο Σεπτέμβριος 2005 Με λένε Άσλεϊ Ριβς κι έχω τΰχη βουνό που είμαι ακόμα ζωντανός. Γιατί άλλο να σου διηγούνται μια φρικιαστική ιστορία, κι άλλο να τη ζεις ο ίδιος. Να, όμως, που βρέθηκα κι εγώ μπλεγμένος σε μια τέτοια περιπέτεια μόλις πριν από λίγες μέρες και φοβάμαι πως, αν δεν καταγράψω με κάθε λεπτομέρεια την τρομακτική εμπειρία μου στο νησί Άριες, ίσως στο τέλος πείσω τον εαυτό μου ότι όλα ήταν ψεύτικα, αποκυήματα της αρρωστημένης φαντασίας ενός νεαρού άντρα που είχε φτάσει στα όρια της τρέλας. Το ότι επέζησα από αυτό το μαρτύριο είναι από μόνο του ένα μυστήριο, αφού είδα το χάρο με τα μάτια μου περισσότερες από μία φορές. Αλλά ίσως το πιο ανησυχητικό απ' όλα είναι ο λόγος που με έκανε να ταξιδέψω για πρώτη φορά στο νησί. Είμαι δημοσιογράφος κι έχω τη φυσική προδιάθεση να ψάχνω για ενδιαφέροντα θέματα. Η συγκεκριμένη όμως ιστορία θα έπρεπε να με είχε καταστήσει προσεκτικό από την αρχή, και ήταν πια πολύ αργά 21


όταν κατάλαβα ότι είχα αφήσει τη φιλοδοξία μου να με οδηγήσει σε περισσότερους μπελάδες απ' όσους μπορούσα ν' αντιμετωπίσω. Η ιστορία αυτή έχει να κάνει μ' ένα εξαιρετικά παράξενο πλάσμα. Έ ν α πλάσμα τόσο επικίνδυνο, που, αν είχε δυνατότητα αναπαραγωγής, θα μπορούσε να μας εξαφανίσει όλους από το πρόσωπο της γης. Τα κουνούπια είναι απλώς έντομα. Τίποτε παραπάνω από μικροσκοπικές βιολογικές μηχανές. Παράλληλα όμως είναι και φορείς. Μεταφέρουν ασθένειες όπως την ελονοσία, τον κίτρινο πυρετό, τον ιό του Δυτικού Νείλου, το δάγκειο πυρετό και την εγκεφαλίτιδα. Η μετάδοση μολύνσεων μοιάζει να είναι η πρωταρχική τους λειτουργία. Η ανθρωπότητα αποτελεί ίσως το κοπάδι που τα κουνούπια έχουν κύριο προορισμό να αραιώσουν: η ελονοσία από μόνη της έχει στοιχίσει εκατομμύρια ζωές. Όμως, τα κουνούπια δεν ξέρουν τι κάνουν. Δεν ξέρουν ότι μεταφέρουν τρομερές αρρώστιες. Θα ήταν πραγματικά απίστευτο αν ένα κουνούπι ή οποιοδήποτε έντομο ήταν ικανό να σκέφτεται. Ωστόσο, ένα πράγμα που έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου είναι ότι η Μητέρα Φύση αγαπάει τα παράδοξα. Έχω την εντύπωση ότι πολλοί δημοσιογράφοι θα πρέπει να φτάνουν σ' ένα σημείο στην καριέρα τους που νομίζουν ότι τα έχουν ακούσει όλα. Εγώ έφτασα σ' αυτό το σημείο εξαιρετικά νωρίς, ακούγοντας ιστορίες για γου22


ροΰνια με τρία κεφάλια, μπλε πρόβατα και φυτά που μιλούσαν. Το μόνο πράγμα που με σόκαρε σε όλα αυτά ήταν το θράσος των ανόητων που κρύβονταν πίσω από τις αντίστοιχες ιστορίες. Το περιοδικό όπου εργάζομαι, Ο Χαμένος Κρίκος, άνοιξε πριν από λίγα χρόνια. Ο αρχισυντάκτης μου, ο Ντέρεκ Τζόουνς, έφυγε από μια εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν αρκετά χρόνια και ξεκίνησε μόνος του τον Κρίκο, για να ανταποκριθεί στη γοητεία που ασκούσε στο κοινό καθετί το «ανεξήγητο». Το περιοδικό τα πήγε πολύ καλά, αποκτώντας σιγά σιγά αξιόλογο αναγνωστικό κοινό. Εγώ άρχισα τη συνεργασία μου εκεί πριν από μερικούς μήνες, φρέσκος φρέσκος από το πανεπιστήμιο, με πτυχίο δημοσιογραφίας. Τότε όμως είχαν γίνει κιόλας ορισμένες αλλαγές οτοΧαμένο Κρίκο. Ο Ντέρεκ είχε μόλις πουλήσει το περιοδικό, αλλά είχε αποφασίσει να μείνει ως αρχισυντάκτης. Ο καινούριος ιδιοκτήτης είχε μανία με την αξιοπιστία και ήθελε να προσανατολιστεί ο Κρίκος περισσότερο σε διάφορα σημεία και τέρατα της φύσης παρά σε θέματα που τα θεωρούσε «σαχλαμάρες». Έφυγαν λοιπόν τα πράσινα ανθρωπάκια και τη θέση τους πήραν η χλωρίδα και η πανίδα. Πριν περάσει πολύς καιρός, είχαμε χαρακτηριστεί «επιστημονικό περιοδικό», που η ύλη του ήταν αφιερωμένη στα περίεργα και θαυμαστά τού φυσικού κόσμου. Για μένα ήταν μια συναρπαστική περίοδος και ήθελαν' ασχολούμαι συνέχεια με σοβαρά ρεπορτάζ. 23


Σιγά σιγά όμως άρχισαν να με τρώνε οι αμφιβολίες για το πού είχα μπλέξει. Από καιρό είχα συνειδητοποιήσει ότι ειλικρίνεια και δημοσιογραφία δεν συνταιριάζονται εύκολα, αλλά δεν φανταζόμουν πόσο δύσκολος μπορούσε να γίνει αυτός ο συνδυασμός. Ήμουν αναγκασμένος να αποδεχτώ ότι η διαστρέβλωση των γεγονότων δεν ήταν μόνο συνηθισμένη, αλλά πανταχού παρούσα. Λίγο λίγο, τα χαρακτηριστικά της δουλειάς έχασαν τη γοητεία τους, πράγμα που δεν συνέβη με την Τζίνα Νιούπορτ, τη φωτογράφο-φίρμα του περιοδικού. Ήταν είκοσι δύο χρονών -με περνούσε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο- και μου άρεσε πολύ από την πρώτη στιγμή που την είδα. Αλλά δεν βρήκα ποτέ την ευκαιρία ή το θάρρος να ενεργήσω ανάλογα με τα αισθήματά μου. Έτσι είναι συχνά η ζωή. Την περασμένη Δευτέρα, μια μέρα που τώρα μοιάζει χαμένη στην ομίχλη του παρελθόντος, έφτασε το γράμμα του Ρέτζιναλντ Μάθερ. Ήταν μια υπέροχη μέρα στις αρχές του φθινοπώρου, κι αποφάσισα να πάω στη δουλειά μου κάνοντας τζόκιγκ στην αγαπημένη μου διαδρομή κατά μήκος της διώρυγας. Όταν έφτασα στο γραφείο, έκανα ντους, ντύθηκα και πήγα δίπλα στο -ψιλικατζίδικο να αγοράσω ένα κουτί χυμό πορτοκάλι. Καθισμένος πίσω από τον υπολογιστή μου, άνοιξα την πορτοκαλάδα και άρχισα να ξεδιαλέγω την αλληλογραφία μου από τη στοίβα που μου είχε φέρει ο μικρός του γραφείου. Το γράμμα του Μάθερ βρισκόταν κάτω κάτω και ήταν το μόνο που δεν κατέληξε στον κάλαθο των αχρήστων. 24


Η επιστολή ήταν σύντομη, κάτι που τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Συνήθως οι διάφοροι παλαβοί που μου γράφουν ξοδεύουν ένα σωρό χαρτί προσπαθώντας να με πείσουν ότι έχουν να μου προτείνουν ένα καταπληκτικό θέμα για το περιοδικό. Το γράμμα του Μάθερ αντίθετα ήταν σοβαρό, περιεκτικό και κατά συνέπεια πιο πιστευτό. Αγαπητέ κύριε Ριβς, Έχω στην κατοχή μου ένα δείγμα μιας σπάνιας ποικιλίας της οικογένειας κουνουπιών Aedes aegypti, που είναι γνωστό ως «Κόκκινος Γάγγης» και είναι το μοναδικό στο είδος του. Αν ρωτούσατε κάποιον ειδικό σχετικά μ' αυτό, σίγουρα θα σας έλεγε ότι το είδος έχει εξαφανιστεί. Εσωκλείω ένα χάρτη που θα σας βοηθήσει να βρείτε το δρόμο σας για το νησί Άριες, που βρίσκεται στη μέση της ΛίμνηςΛάνγκορ. Είμαι ο ιδιοκτήτης του μοναδικού σπιτιού στο νησί κι έτσι δεν θα δυσκολευτείτε να με βρείτε. Υπάρχει η δυνατότητα ναύλωσης μιας βάρκας από το λιμάνι Τράιστ. Γνωρίζω πως ο λιμενάρχης είναι πολύ εξυπηρετικός τύπος και σας διαβεβαιώνω ότι οι τιμές που χρεώνει είναι λογικότατες. Θα ήταν θαυμάσιο αν μπορούσατε να έρθετε αμέσως, μολονότι καταλαβαίνω, φυσικά, πως το πρόγραμμα ενός δημοσιογράφου θα πρέπει να είναι αρκετά φορτωμένο. Δυστυχώς δεν έχω τηλέφωνο, αλλά θα σας περιμένω οποιαδήποτε στιγμή, αλλιώς στείλτε μου ένα γράμμα λέγοντας ότι δεν μπορείτε να έρθετε. 25


Ζητώ την εχεμύθειά σας σ' αυτό το θέμα. Ευχαρίστως θα μοιραστώ την ανακάλυψη μου με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά, επειδή είμαι άνθρωπος που έχει ανάγκη να προστατεύει την ιδιωτική του ζωή, πρέπει να κρατήσω ορισμένες λεπτομέρειες για τον εαυτό μου. Θα σας παρακαλούσα λοιπόν, αν είναι δυνατόν, να μην αποκαλύψετε το περιεχόμενο αυτής της επιστολής σε τρίτα πρόσωπα. Έχω την τιμή, κύριε, να παραμείνω πιστός σας υπηρέτης ΡέτζιναλντΣ. Μάθερ Διάβασα προσεκτικά το γράμμα και δεύτερη φορά. Σε αντίθεση με τις περισσότερες από τις επιστολές που λάβαινα, η συγκεκριμένη μου κίνησε το ενδιαφέρον. Είχα τη διαίσθηση ότι αυτό που ισχυριζόταν ο Μάθερ ήταν αληθινό κι ότι ήταν πιθανό να κρύβει πίσω του μια συναρπαστική ιστορία. Το λιγότερο που θα μπορούσε να συνεπάγεται ήταν μια μέρα εκτός γραφείου. Το ξαναδιάβασα κι ύστερα αποφάσισα να μιλήσω με τον Ντέρεκ. Ήμουν έτοιμος να πάω να τον δω, όταν ένα χαρτί τσαλακωμένο σε μπάλα με χτύπησε στο σβέρκο. «Ωχ!» «Γεια σου, Ας». Ήταν η Τζίνα. «Τι τρέχει;» «Α, πήγαινα να πω δυο κουβέντες στον Ντέρεκ για το αν θα πρέπει να ασχοληθούμε με αυτό το θέμα ή όχι». Της έδειξα το γράμμα. 26


«Τίποτε καλό;» Κάθισε στην άκρη του γραφείου μου, προκαλώντας μου ήδη αμηχανία με το ζΰγωμά της, και πήρε το γράμμα. Την ώρα που το διάβαζε, προσπάθησα να μην την κοιτάζω αδιάκριτα στο πρόσωπο. Μερικές φορές είχα την εντύπωση ότι της άρεσα κι εγώ, αλλά δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρο αν της άρεσα αρκετά. «Καλό ακούγεται» είπε δίνοντάς μου πίσω το γράμμα. «Να πας». «Ναι. Υπάρχει περίπτωση όμως να έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη μουρλό». «Αυτό είναι που το κάνει τόσο ενδιαφέρον». Χαμογέλασε ειρωνικά. «Δεν ξέρω. Μερικοί απ' αυτούς τους ανθρώπους είναι επικίνδυνοι». «Μη γίνεσαι παρανοϊκός. Δεν θα πρέπει να χάσεις την ευκαιρία να περάσεις μια ωραία μέρα στην εξοχή». «Το ξέρω, μα...» «Πού ζει, τέλος πάντων, αυτός ο τύπος;» «Είναι, εεε...» Σήκωσα το φάκελο και διάβασα μεγαλόφωνα τη διεύθυνση που ήταν γραμμένη στο πίσω μέρος. «Στην περιοχή των Λιμνών;» Τα μάτια της Τζίνας φωτίστηκαν. «Αχ, έλα! Πώς είναι δυνατόν να μην πας; Αν δεν πας εσύ, θα πάω εγώ». Έγνεψα καταφατικά. Είχε δίκιο. Δεν είχα πάει ποτέ στην περιοχή των Λιμνών, αλλά πάντα ήθελα να την επισκεφτώ. 27


«Υποθέτω ότι θα πρέπει να ενημερωθώ για τα δρομολόγια των τρένων». «Κάν' το» είπε η Τζίνα χτυπώντας με ψιλικά στην πλάτη. Κατέβηκε γλιστρώντας από το γραφείο κι άρχισε ν' απομακρύνεται. «Εντάξει». Κοίταξα προς το γραφείο του Ντέρεκ να δω αν μιλούσε στο τηλέφωνο. «Άκου όμως» φώναξα στη γυρισμένη πλάτη της Τζίνας. «Αν αποδειχτεί τρελάρας, εσυ θα φταις». «Θα μπορούσα ποτέ να σε πλανέψω;» Κάθισε στο γραφείο της κι άρχισε να ξεδιαλέγει φωτογραφίες από μια στοίβα. «Υποθέτω πως όχι» απάντησα και σηκώθηκα όρθιος. Πήγα και χτύπησα την πόρτα του Ντέρεκ. Θα έπρεπε να είχα προβλέψει την αντίδρασή του. Προτιμούσε τα θέματα εκείνα που μπορούσες να τα ερευνήσεις και να τα γράψεις σε μια δυο ώρες. Αυτό το συγκεκριμένο μπορεί και να του έπαιρνε όλη την υπόλοιπη μέρα, ίσως και την επόμενη. 'Οταν μπήκα στο δωμάτιο, κοιτούσε έξω από το παράθυρο και έμοιαζε χαμένος στις σκέψεις του. «Γεια σου, Ντέρεκ». «Τι; Α!» είπε και στράφηκε προς το μέρος μου. «Συγγνώμη, μα...» «Είσαι καλά;» Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. «Ναι, μια χαρά. Στενοχωριέμαι μόνο για ένα φίλο μου. Δουλεύαμε μαζί σ' ένα περιοδικό πριν από χρόνια. Έχει 28


εξαφανιστεί από την περασμένη βδομάδα. Είναι κάπως ανησυχητικό». «Ω, ελπίζω να είναι καλά». «Κι εγώ το ίδιο». Πήγε και κάθισε πίσω από το παραφορτωμένο γραφείο του. «Τέλος πάντων» είπε αφήνοντας το θέμα στην άκρη. «Τι μπορώ να κάνω για σένα;» Του έδειξα το γράμμα. Αφού το διάβασε, μου έκανε μερικές ερωτήσεις σχετικά με το τι είδους άρθρο θα μπορούσα να γράψω γι' αυτό. Ήταν κάτι που το έκανε συχνά, θέλοντας απλώς να σιγουρευτεί ότι είχα αρχίσει κιόλας να το δουλεύω στο μυαλό μου. «Λες όμως ν' αξίζει το ταξίδι;» Είχα ήδη την αίσθηση ότι είχε απαντήσει μόνος του σ' αυτή την ερώτηση. Μολαταύτα, προσπάθησα να τον διαβεβαιώσω για τις δυνατότητες ενός τέτοιου θέματος. «Αυτός ο άντρας» είπε, και τα φρύδια του σχημάτισαν καμάρες εκφράζοντας την αμφιβολία του, «ακούγεται σαν φυσικός επιστήμονας ή κάτι τέτοιο. Μήπως μας έχει ξαναγράψει;» «Απ' ό,τι ξέρω όχι, αλλά δείχνει ισορροπημένος, κι αυτό είναι μια ευπρόσδεκτη αλλαγή. Δεν λέει στο γράμμα του τι επάγγελμα κάνει». «Χμ! Καλά, αν θέλεις ν' ασχοληθείς με το θέμα, φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει πρόβλημα». «Ωραία». Γύρισα να φύγω. Ο Ντέρεκ σηκώθηκε όρθιος και ξαναγύρισε στο παράθυρο. «Όμως» πρόσθεσε «ακόμα κι αν αποδειχτεί κι αυτό παραπλανητικό, φέρε πίσω κάτι, εντάξει;». 29


Τον κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα, απορημένος μ' αυτό που είπε. «Τι θες να πεις με το "Φέρε πίσω κάτι";» «Ξέρεις εσύ - κοίτα να μην πάει τελείως χαμένος ο χρόνος σου. Θα πρέπει να γνωρίζεις πια ότι είναι κακή συνήθεια να γυρίζεις στο γραφείο με άδεια χέρια, Άσλι. Βγάλε τίποτα φωτογραφίες τουλάχιστον. Πλαστογράφησέ τες αν χρειαστεί. Φτάνει να φέρεις κάτι που να μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε». «Δεν σοβαρολογείς;» Δεν ήμουνα σίγουρος αν έκανε πλάκα ή όχι. Ήταν δύσκολο να καταλάβεις τον Ντέρεκ. «Εσύ είσαι εκείνος που πάντα γκρινιάζει για φαρσέρ και για ανθρώπους που σου τρώνε το χρόνο!» «Παραιτούμαι» είπε κουνώντας το κεφάλι του και χαμογελώντας. «Υποτίθεται ότι έχεις φαντασία». «Φαντασία; Και η ακεραιότητα;» Γέλασε. «Να πάει στα κομμάτια η ακεραιότητα. Άντε, χάσου από μπροστά μου». «Θα χαθώ. Α, για στάσου» πρόσθεσα γυρίζοντας πίσω. «Τώρα που είπες για φωτογραφίες, μπορώ να δανειστώ την Τζίνα αν είναι εύκαιρη;» «Όχι, δεν μπορείς. Και μη νομίζεις πως δεν ξέρω τι σκαρώνεις». «Τι εννοείς; Τίποτα δεν σκαρώνω». «Έλα, δεν είμαι τυφλός, για όνομα του Θεού» είπε χαμογελώντας σκανταλιάρικα. «Συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να σου την παραχωρήσω αυτή τη στιγμή. Θα πρέπει να βγάλεις μόνος σου φωτογραφίες». Κρυφογέλασε 30


καθώς έβγαινα από το γραφείο του, και δεν μπορούσα να μην αναρωτηθώ ποιος άλλος γνώριζε ότι ήμουν τσιμπημένος με την Τζίνα. Δεν είχε και πολύ νόημα να χασομερήσω άλλο στο γραφείο, κι έτσι δακτυλογράφησα γρήγορα ένα επείγον άρθρο που έπρεπε να τελειώσω κι ύστερα έκανα μερικά τηλεφωνήματα για να μάθω τις ώρες των τρένων για το ταξίδι. Φεύγοντας από το γραφείο, πέρασα μπροστά από την Τζίνα, που μιλούσε στο τηλέφωνο. Μου ευχήθηκε «καλή τύχη» ανοιγοκλείνοντας βουβά τα χείλη της. Πόσο θα ήθελα να ερχόταν μαζί μου. Αν μη τι άλλο, θα ήταν τουλάχιστον καλή παρέα. Καθώς περίμενα στη στάση του λεωφορείου, αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να είχα ψάξει στο Τντερνετ για πληροφορίες σχετικά με τον Κόκκινο Γάγγη. Αλλά ύστερα σκέφτηκα ότι ο κύριος Μάθερ θα ήταν πιθανότατα η καλύτερη πηγή πληροφοριών, αφού είχε το πλάσμα στην κατοχή του. Μόλις έφτασα στο διαμερισμό μου, έριξα όλα τα σύνεργα της δουλειάς μου (σημειωματάρια, δημοσιογραφικό κασετόφωνο κ.λπ.) σε μια ταξιδιωτική τσάντα, μαζί με το ΜΡ3 player και τη φωτογραφική μηχανή Nikon, και έφυγα από το σπίτι για να προλάβω το μετρό στο σταθμό του Γιούστον. Ο σταθμός είχε μεγάλη κίνηση, όπως συνήθως. Πέρασα ένα ολόκληρο εικοσάλεπτο περιμένοντας σε μια τεράστια ουρά για ν' αγοράσω εισιτήριο. Θα ταξίδευα με 31


το τρένο των 12:45 για το Γουίντεμιρ, όπου θα έπαιρνα την ανταπόκριση για το Τράιστ. Έχοντας λίγα λεπτά στη διάθεση μου, αγόρασα μερικά σάντουιτς, ένα αναψυκτικό από μια καντίνα κι ένα βιβλίο τσέπης από το βιβλιοπωλείο. Όταν το τρένο τελικά έφτασε, με εικοσιπέντε λεπτά καθυστέρηση, ήμουν πολύ εκνευρισμένος και ευχόμουν να μην υπήρχαν άλλες καθυστερήσεις. Βρήκα θέση, και σε λίγο το τρένο διέσχιζε με βρόντο την ύπαιθρο βόρεια του Λονδίνου. Οι περισσότεροι επιβάτες ήταν επαγγελματίες, ενώ υπήρχαν κάποιες οικογένειες που έκαναν ημερήσια εκδρομή, καθώς και μερικοί έφηβοι. Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο που είχα αγοράσει, χωρίς να συνειδητοποιήσω καλά καλά το πέρασμα του τρένου από το Γουάτφορντ, το Μίλτον Κέινς και το Ράγκμπι. Το ταξίδι συνεχίστηκε χωρίς να συμβεί το παραμικρό, μέχρι που, λίγο μετά την αναχώρησή μας από το Νανίτον, μια βλάβη στους φωτεινούς σηματοδότες πρόσθεσε άλλο ένα μισάωρο στην ώρα άφιξής μας. Οι πιθανότητες να μπορέσω να γυρίσω πίσω στο Λονδίνο πριν αναχωρήσει το τελευταίο τρένο από το Γουίντεμιρ όλο και λιγόστευαν. Δεν θα ήταν το τέλος του κόσμου, αλλά ήλπιζα ότι το θέμα θα άξιζε τον κόπο, αλλιώς ο Ντέρεκ δεν θα ήταν και τόσο ευχαριστημένος όταν θα έβλεπε το λογαριασμό με τα έξοδα. Ακούμπησα το βιβλίο στα γόνατά μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο ατενίζοντας τους ατέλειωτους κάμπους, τα ποτάμια και τους δρόμους, που διακόπτονταν κάθε τόσο από μια κωμόπολη ή ένα αγρόκτημα.

32


Κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα βαθιά, νανουρισμένος απαλά από το λικνιστικό ρυθμό του τρένου. Όταν ξύπνησα, μπαίναμε στο Πρέστον. Ανακάθισα, έβγαλα από την τσάντα το ΜΡ3 player και άκουσα μουσική την υπόλοιπη μία ώρα, μέχρι που φτάσαμε στο Γουίντεμιρ λίγο πριν από τις τέσσερις και μισή. Πέρασα την υπόλοιπη ώρα της σύντομης διαδρομής με το τρενάκι της ανταπόκρισης για το Τράιστ φέρνοντας στο νου μου όλα όσα ήξερα περί κουνουπιών, δηλαδή σχεδόν τίποτα. Καθώς το τρένο πλησίαζε το Τράιστ, ο αριθμός των επιβατών στο ετοιμόρροπο βαγόνι αραίωνε, μέχρι που απομείναμε μόνο ένας ηλικιωμένος κύριος και η αφεντιά μου. Μόλις κατέβηκα από το τρένο και πάτησα στην πλατφόρμα, μου έκανε εντύπωση πόσο είχε πέσει η θερμοκρασία σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Έμοιαζε λες και ο χειμώνας είχε χάσει την υπομονή του και είχε φτάσει τρεις μήνες νωρίτερα από το κανονικό. Ψηλά πάνω από το κεφάλι μου απλωνόταν μια πλατιά μάζα από γκρίζα σύννεφα που έμοιαζε ακίνητη. Μπήκα στο εκδοτήριο των εισιτηρίων και ζήτησα οδηγίες για το λιμάνι. Η γυναίκα πίσω από το γκισέ με ρώτησε αν θα ταξίδευα στη λίμνη και της απάντησα πως ναι. Μου έριξε ένα παράξενο βλέμμα. «Αλήθεια;» ρώτησε. «Διάλεξες πολύ άσχημη μέρα, νεαρέ μου. Από στιγμή σε στιγμή περιμένουμε δυνατή μπόρα. Κι έχει αρχίσει κιόλας να σκοτεινιάζει εκεί έξω». Έ33


σκύψε μπροστά στην καρε'κλα της, έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει την είσοδο του σταθμού από την άκρη του γραφείου της. Ακολούθησα το βλέμμα της και κούνησα το κεφάλι μου. «Ναι. Ατυχία. Α, για πείτε μου, πότε φεύγει το τελευταίο τρένο για το Γουίντεμιρ;» «Το τελευταίο τρένο για το Γουίντεμιρ» είπε, ξεφυλλίζοντας ένα μεγάλο ντοσιέ στο γραφείο της «αναχωρεί στις εννέα και επτά λεπτά». Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν λίγο μετά τις πεντέμισι. Ο χρόνος, όπως και ο καιρός, ήταν τώρα εναντίον μου. Έπρεπε να κανονίσω κάποια πράγματα. Ίσως προλάβαινα να συγκεντρώσω πληροφορίες για το άρθρο μου και να γυρίσω πίσω στο σταθμό στο τσακ για να πάρω το τελευταίο τρένο. Αλλά τότε το τελευταίο τρένο από το Γουίντερμιρ για το Γιούστον θα είχε φύγει έτσι κι αλλιώς. Δεν θα γύριζα στο Λονδίνο εκείνο το βράδυ. «Μήπως ξέρετε κανένα σπίτι εδώ κοντά που να προσφέρει ύπνο και πρωινό;» «Μπορείτε να δοκιμάσετε το Ρόκλιν λίγο πιο πέρα σ' αυτό το δρόμο. Είναι καλοί εκεί». «Πώς το είπατε;» «Ρόκλιν Μπλουγουότερ. Ανήκει σε μια παλιά ηθοποιό του θεάτρου - ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεται. Καλή κυρία όμως. Μάλλον θα έχει διαθέσιμα δωμάτια αυτή την εποχή».

34


«Εντάξει. Ευχαριστώ». Στάθηκα για λίγο έξω από το σταθμό. Είχε αρχίσει να κάνει αρκετό κρύο, και ο ουρανός πάνω από το κεφάλι μου μάζευε όλο και περισσότερα μαύρα σύννεφα. Διαισθάνθηκα στον αέρα να πλησιάζει βροχή. Κοιτάζοντας στ' αριστερά μου είδα τη λίμνη, που δέσποζε στο τοπίο προς εκείνη την κατεύθυνση. Ο δρόμος μπροστά μου κατηφόριζε προς τη μια πλευρά της τεράστιας υδάτινης έκτασης, περνώντας ανάμεσα από μαγαζιά και σπίτια. Η γυναίκα στο εκδοτήριο των εισιτηρίων δεν μου είχε πει πώς να πάω στο λιμάνι, αλλά δεν είχε και τόση σημασία. Διέκρινα μια μικρή ξύλινη προβλήτα στους πρόποδες του λόφου και αρκετές βάρκες να πλέουν στο νερό τριγύρω της. Συνάντησα λίγους μόνο ανθρώπους στον κεντρικό δρόμο. Κάπου γάβγισε ένας σκύλος, αλλά εκτός απ' αυτό υπήρχαν ελάχιστες ενδείξεις κάποιας άλλης δραστηριότητας. Τα καταστήματα κατά μήκος του δρόμου ήταν παλιά και κακοσυντηρημένα. Ανέδιναν έναν αέρα απάθειας, μια απουσία αγάπης. Σε μια στραπατσαρισμένη πινακίδα στη μία πλευρά ενός υποδηματοποιείου που ήταν σφραγισμένο με σανίδες διάβασα «ΤΟ ΡΗΜΑΔΙΟ». Η ακρίβεια της περιγραφής μού φάνηκε αστεία. Στα δεξιά μου, όχι μακριά από την κορυφή του λόφου, διέκρινα ένα μεγάλο κτίριο με μια ταμπέλα απέξω, που έγραφε: 35


ΞΕΝΩΝΑΣ ΡΟΚΛΙΝ ΜΠΛΟΥΓΟΥΟΤΕΡ. ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Μπαίνοντας στο κτίριο, πλησίασα τη ρεσεψιόν και μίλησα αυτοπροσώπως με την ιδιοκτήτρια, που ήταν μια μικρόσωμη, αδύνατη ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη κάπως εκκεντρικά και φορώντας στο κεφάλι της κάτι που έμοιαζε με ξανθιά περούκα. «Ω, γεια σου, νεαρέ! Είμαι η Άνι Ρόκλιν, χαίρω πολύ για τη γνωριμία!» Η υπερβολικά φιλική της στάση με ξάφνιασε λιγάκι, όπως και η υπερβολική ποσότητα μέικ απ που είχε αλείψει στο πρόσωπο της. «Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για σένα; Όλα τα δωμάτιά μας είναι πλήρως...» «Αν μπορούσα να έχω ένα δωμάτιο μόνο γι' απόψε, θα ήταν θαυμάσια. Πρόκειται να επισκεφτώ κάποιον στη λίμνη». «Και βέβαια! Είσαι τυχερός, γιατί έχουμε αρκετά δωμάτια ελεύθερα αυτή τη στιγμή. Ε, είπες στη λίμνη;» Το χαμόγελο της πήγε να σβήσει. «Ναι, είμαι δημοσιογράφος» είπα σε μια προσπάθεια να εντυπωσιάσω. «Θα επισκεφτώ κάποιον κύριο Μάθερ. Ζει στο νησί. Τον γνωρίζετε;» «Όχι προσωπικά. Πάντως, κανείς δεν τον ξέρει καλά, χρυσό μου. Δεν έρχεται στην πόλη». Έσκυψε μπροστά συνωμοτικά. «Δεν κάνει παρέα με κόσμο, αν ξέρεις τι εννοώ». «Κατάλαβα. Θέλετε λοιπόν να υπογράψω τώρα αμέ36


σως ή αργότερα; Δεν νομίζω ότι θα κάνω παραπάνω από δύο ώρες». «Κλείνω την πόρτα στις έντεκα και μισή, αλλά αν γυρίσεις αργότερα δεν έχεις παρά να χτυπήσεις - συνήθως μένω ξύπνια μέχρι αργά. Πάντα ήμουν νυχτοπούλι». Χαμογέλασε και το άφθονο κραγιόν γύρω από τα στόμα της φωτίστηκε από το κακόγουστο πορτατίφ που στεκόταν δίπλα στο βιβλίο αφίξεων. «Ωραία. Ευχαριστώ πάρα πολύ». Έκανα μεταβολή για να φύγω. Καθώς έβγαινα από το δωμάτιο, άκουγα την Άνι Ρόκλιν να με ακολουθεί διασχίζοντας το φουαγιέ. «Είσαι από το Λονδίνο, ε; Το ξέρεις ότι κάποτε πάτησα το σανίδι στο Γουέστ Εντ;» «Αλήθεια;» ρώτησα, μη θέλοντας να δείξω αδιαφορία. «Μήπως παίζατε σε κανένα έργο που μπορεί να έχω ακουστά;» «Τρέχα για τη γυναίκα σου». «Α» ψέλλισα μην ξέροντας τι άλλο να πω. «Καλό... Ευχαριστώ πολύ λοιπόν. Πρέπει να φεύγω, ξέρετε». «Ναι, βέβαια. Και κοίτα να είσαι προσεκτικός! Τα νερά αυτά έχουν παγίδες με τέτοιον καιρό». «Θα προσέχω. Και πάλι ευχαριστώ». Κατηφόρισα με ζωηρό βήμα προς το λιμάνι, σκοντάφτοντας σε μια απ' αυτές τις ξεκάρφωτες πέτρες που είναι σπαρμένες στη χωμάτινη πλαγιά πάνω από τη λίμνη. Στο βάθος διέκρινα μια προβλήτα κι ένα είδος γραφείου ή καμπίνας. Πλησίασα και χτύπησα την πόρτα. Ακούστη37


κε ένας δυνατός βήχας κι ύστερα μια πνιχτή βρισιά. Η πόρτα άνοιξε. Αν είχα έρθει σε ακατάλληλη στιγμή ή αν απλώς μισούσε να τον διακόπτουν δεν το γνωρίζω, αλλά σίγουρα ο άντρας δεν ευχαριστήθηκε που με είδε. Ήταν κοντός, υπέρβαρος και κούτσαινε ελαφρά. Τα μακριά γκρίζα μαλλιά του κιτρίνιζαν σε ορισμένα σημεία, μαρτυρώντας ότι ήταν μανιώδης καπνιστής. «Λοιπόν» είπε απότομα, ανοίγοντας το ένατου μάτι περισσότερο απ' ό,τι το άλλο, καθώς ξεφυσούσε μια μακριά τολύπη καπνού στον αέρα. «Τι θέλεις;» «Με συγχωρείτε, είστε ο λιμενοφύλακας;» «Ο λιμενάρχης» απάντησε χωρίς ν' αλλάξει έκφραση. Μεσολάβησε μια αλλόκοτη παύση πριν απαντήσω «Συγγνώμη, λιμενάρχης λοιπόν». «Είμαι και φαίνομαι». «Ωραία. Θα μπορούσα να νοικιάσω μια βάρκα για να περάσω απέναντι στο νησί, αν είναι δυνατόν;» «Το νησί, ε;» Με κοίταξε από πάνω ως κάτω και κρυφογέλασε, σαν κάτι να τον διασκέδαζε. Ύστερα πήγε κουτσαίνοντας απέναντι σ' ένα γραφείο και άνοιξε ένα μεγάλο κατάλογο. Έδειχνε να του παίρνει πολλή ώρα ώσπου να βρει αυτό που ήθελε. Μέσα από ένα βρόμικο παράθυρο, έβλεπα τα σύννεφα της βροχής να συγκεντρώνονται πάνω από τη λίμνη και την πόλη. Έμοιαζαν ότι θα άνοιγαν τους καταρράκτες τους από στιγμή σε στιγμή. Ήταν σαν να με περίμεναν να βρεθώ στη μέση της λίμνης για να εκραγούν. 38


«Όνομα;» Έγλειψε την άκρη από ένα στιλό διαρκείας και ετοιμάστηκε να γράψει. «Το όνομά μου είναι Ριβς. Άσλι Ριβς». «Και τι είναι αυτό που χρειάζεσαι;» Άρχισε να γράψει μ' έναν τρόπο που έμοιαζε άβολος, καμπυλώνοντας την παλάμη του γύρω από το στιλό σαν να ήταν το γαμψό νύχι ζώου. «Κάτι μικρό και απλό για να πάω μέχρι το νησί και να γυρίσω». «Κατάλαβα. Θα χρειαστείς κάτι γρήγορο τότε, αν θέλεις να γλιτώσεις τη βροχή που έρχεται» είπε κοιτάζοντας μέσα από το τζάμι. «Ναι. Η βροχή είναι ένα πρόβλημα». «Ναι, είναι. Περίεργο λοιπόν που διάλεξες αυτό το βράδυ να πας βαρκάδα, ε;» «Ορίστε;» «Το νούμερο έξι» απάντησε, χωρίς να μου δώσει σημασία. Πήρε κάτι από ένα ράφι πάνω από το γραφείο του και βγήκε από την πόρτα, ρουφώντας τη μύτη του καθώς περπατούσε. Τον ακολούθησα. Έξω είχα την εντύπωση ότι ένα γιγάντιο πνευμόνι είχε ρουφήξει το περισσότερο οξυγόνο από τον αέρα. Άκουγα τον ήχο ξύλου να τρίβεται πάνω σε ξύλο καθώς οι βάρκες ανεβοκατέβαιναν πλάι στην αποβάθρα. «Έπρεπε να είχα φέρει μια δεύτερη αλλαξιά ρούχα» μουρμούρισα. «Ε;» Ο γέρος έδειχνε να τα έχει χαμένα. Τράβηξε μια 39


βαθιά τζούρα στο μουσκεμένο τσιγάρο που έμοιαζε να αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό του προσώπου του. «Με συγχωρείτε. Σκεφτόμουν φωναχτά. Κουραφέξαλα». Κούνησε το κεφάλι του και γύρισε να φύγει. Στο τέλος της προβλήτας ο λιμενάρχης κατέβηκε και πάτησε στα βράχια στην άκρη μιας μικρής αμμουδιάς. Μια αξιοθρήνητη βάρκα είχε συρθεί στην παραλία και είχε εγκαταλειφθεί εκεί. Ένα δυνατό μουγκρητό ακούστηκε από ψηλά, και μια βρόμικη μυρωδιά γέμισε τον αέρα. Η βροχή ήταν τώρα αναπόφευκτη. Ο γέρος κοίταξε ψηλά τον ουρανό, στραβομουτσουνιάζοντας. «Δεν βλέπω πολλούς ανθρώπους εδώ γύρω» παρατήρησα. «Όχι. Οι περισσότεροι έχουν αρκετό μυαλό, ώστε να μείνουν μέσα». «Ναι» είπα. «Δεν, ε... δεν τους αδικώ». «Θα εύχεσαι να ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς». Είχε πει αυτά τα λόγια τόσο χαμηλόφωνα, που σχεδόν δεν τα άκουσα. «Συγγνώμη;» «Τίποτα» αποκρίθηκε, βλέποντας την απορημένη μου έκφραση. «Κουραφέξαλα. Να, αυτή εκεί είναι η βάρκα σου». Έδειξε το μοναχικό σκάφος στην άμμο. Το κοίταξα κι ύστερα κοίταξα πάλι εκείνον. Είχε στυλώσει ξανά τα μάτια του στον ουρανό, ατενίζοντάς τον με ένα βλέμ40


μα όλο περιφρόνηση. Καθώς αισθάνθηκα τα πρώτα σταγονίδια νερού να προσγειώνονται στη μύτη και τα μάγουλά μου, αναρωτήθηκα αν ήταν τελικά καλή ιδέα να κάνω αυτό το ταξίδι. «Έχει, λοιπόν, μηχανή;» Ήταν το μόνο που σκέφτηκα να πω, εκτός από: Δ εν περιμένεις στ' αλήθεια να βάλω αυτή την ψαροκασέλα στο νερό, ε; «Αμέ!» απάντησε εκείνος, τυλίγοντας το παλτό του γύρω του. «Είναι αυτό το μεγάλο πράγμα στο πίσω μέρος». Σήκωσε ένα γαλάζιο μουσαμά, ξεσκεπάζοντας μια εξωλέμβια μηχανή. «Α, ωραία» είπα. «Κοστίζει είκοσι λίρες. Μετρητά». «Ω!... Βέβαια» απάντησα, ψαρεύοντας στις τσέπες μου για τα λεφτά. «Και θέλω τη βάρκα πίσω αύριο το πρωί στις εννιά σε ένα κομμάτι». Του έδωσα το χαρτονόμισμα των είκοσι λιρών, που το άρπαξε λαίμαργα. Τότε εκείνος έκανε μεταβολή κι άρχισε να βαδίζει πίσω προς την καμπίνα του, αφήνοντάς με μόνο, με μια στοίβα παλιόξυλα σε σχήμα βάρκας. Είχα σκοπό να του πω ότι δεν είχα ξαναμπεί ποτέ μου σε βενζίνα, αλλά εκείνος μου είχε δώσει να καταλάβω ξεκάθαρα ότι, για την ώρα, δεν είχαμε τίποτε άλλο να πούμε οι δυο μας. Μπαίνοντας στο γραφείο του, έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Αν ήταν να φτάσω στο νησί πριν ανοίξουν οι ουρανοί, θα έπρεπε να ξεκινήσω γρήγορα. 41


Ευτυχώς, το να κουμαντάρω τη βάρκα ήταν ευκολότερο απ' ό,τι περίμενα, και σε λίγο διέσχιζα την επιφάνεια της Λίμνης Λάνγκορ. Είχα απομακρυνθεί αρκετά από την ακτή, όταν ακούστηκε ένα ηχηρό κρακ από ψηλά. Τα σύννεφα άδειαζαν το φορτίο τους και δεν τους έφτανε να το κάνουν αθόρυβα. Απ' ό,τι ήμουν σε θέση να καταλάβω, η βάρκα έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε - που δεν ήταν αρκετά γρήγορα. Η κρύα βροχή έπεφτε με δύναμη στο πρόσωπο και τα χέρια μου, μουδιάζοντάς τα σιγά σιγά. Κοίταξα στ' αριστερά μου και είδα πέρα μακριά αυτό που έμοιαζε να είναι ο προορισμός μου. Κατευθυνόμουν ολοταχώς προς την απέναντι άκρη της λίμνης, ενώ έπρεπε να ακολουθώ μια πορεία σε ορθή γωνία προς την αποβάθρα. Έστριψα το τιμόνι προς τα αριστερά, διορθώνοντας την πορεία μου και έβαλα πλώρη για το μικρό όγκο στεριάς. Αλλος ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε από τα ουράνια, και η μπόρα έγινε κατακλυσμός. Πριν περάσει πολλή ώρα, η βροχή έπεφτε τόσο δυνατή, ώστε δεν είχα πια σχεδόν καθόλου ορατότητα. Το νησί δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα ακαθόριστο σχήμα. Η επιφάνεια της λίμνης είχε ζωντανέψει, νερά πετιόνταν παντού, και κάθε τόσο η βάρκα σηκωνόταν στον αέρα και ξαναχτυπούσε με δύναμη πάνω στην κυματιστή επιφάνεια. Αλλά εκείνη τη στιγμή τα μουσκεμένα μαλλιά και ρούχα ήταν το λιγότερο που με ενδιέφερε. Δεν μου άρεσε η ιδέα της βενζινοκίνητης βάρκας να ξανοίγεται προς το άγνωστο, αφήνοντάς με μόνο μου σ'αυτή την κρύα, βαθιά 42


υδάτινη έκταση. Μου φαινόταν άδικο που το παχύ γκρίζο σύννεφο στεκόταν πάνω από τη λίμνη και πουθενά αλλού. Μολαταύτα, συνέχισα προς το νησί, με τη βροχή να πέφτει σαν σεντόνι και να δυναμώνει κάθε δευτερόλεπτο. Σε λίγο βρέθηκα κοντά στην ακτή, κι έτσι έσβησα τη μηχανή. Δυστυχώς, όταν είδα το μυτερό βράχο ακριβώς στη ρότα της βάρκας, ήταν πολύ αργά. Ταξίδευα πολύ γρήγορα, ακόμα και χωρίς τη μηχανή, και δεν υπήρχε κανένας τρόπος ν' αποφύγω τη σύγκρουση. Άρπαξα την τσάντα μου και πήδησα από το πλάι του σκάφους μέσα στο κρύο σκοτεινό νερό. Ευτυχώς δεν χτύπησα πουθενά βουτώντας μέσα στη λίμνη, αν και υπήρχαν ένα σωρό βράχια τριγύρω μου. Το νερό ήταν πολύ πιο κρύο απ' ό,τι περίμενα, αλλά το καλό ήταν ότι έφτανε μονάχα μέχρι τη μέση μου. Η ταξιδιωτική τσάντα μου βυθίστηκε για μια στιγμή, και τη σήκωσα ψηλά για να μη γεμίσει εντελώς με νερό. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα περισσότερο από το να παρακολουθώ τη βάρκα καθώς έσκαγε πάνω στο βράχο και γινόταν κομμάτια. Δεν φανταζόμουν ότι η ζημιά θα ήταν τόσο μεγάλη. Αυτό μαρτυρούσε ότι η κατάσταση της βάρκας δεν ήταν και τόσο καλή. Έβρισα μεγαλόφωνα και καταράστηκα το λιμενάρχη που μου είχε δώσει ένα τόσο άθλιο κατασκεύασμα. Σηκώνοντας ψηλά την τσάντα μου, περπάτησα στα ρηχά μέχρι τη μικρή αμμουδιά και στάθηκα εκεί στάζοντας, βλαστημώντας και ατενίζοντας τη σκοτεινή επιφάνεια του νερού πίσω μου. Τα κομμάτια που ανήκαν κάποτε στην 43


ξύλινη βάρκα είχαν αρχίσει να ξεβράζονται στην άμμο. Δεν μπορούσα να κάνω και πολλά πράγματα για το ναυάγιο και μ' έπιασε πανικός με τη σκέψη ότι βρισκόμουν απομονωμένος στο νησί. Όμως, ο Μάθερ σίγουρα θα είχε δική του βάρκα, και ευελπιστούσα ότι θα έδειχνε κατανόηση για την κατάσταση μου. Θυμήθηκα ακόμα πως είχα μαζί μου το κινητό μου τηλέφωνο. Πιθανότατα είχε έρθει σε επαφή με το νερό, αλλά ίσως όχι για πολύ. Κρέμασα την τσάντα στον ώμο μου, ελπίζοντας ότι θα στέγνωνε στο σπίτι, και ανηφόρισα την πλαγιά, νιώθοντας κουρασμένος, βρεγμένος και αξιολύπητος. Ήταν σκοτεινά, έβρεχε και ευχόμουν ολόψυχα η προσπάθεια που είχα κάνει να φτάσω στο νησί να μην πήγαινε στράφι. Πριν περάσει πολλή ώρα, διέκρινα ένα φωτάκι να λαμπυρίζει ανάμεσα στα δέντρα στο λόφο πίσω από την αμμουδιά. Εκείνη τη στιγμή άρχισε να χτυπά το κινητό μου. Έβγαλε έναν παράξενο, παραμορφωμένο ήχο και μέχρι να το ψαρέψω από την τσάντα μου είχε σιγήσει και η οθόνη του ήταν κενή. Είτε είχε τελειώσει η μπαταρία είτε το νερό είχε προκαλέσει βλάβη στο κύκλωμα. Ό,τι απ' τα δύο κι αν συνέβαινε, ήμουν τώρα ξεκομμένος από κάθε ίχνος πολιτισμού.

44


2.

Η

μ ύ η σ η

Έσυρα τα βήματα μου στη μικρή ανηφόρα όπου είχε διανοιχτεί ένα πρόχειρο μονοπάτι ανάμεσα στα δέντρα και προχώρησα μπροστά, με τα παπούτσια μου γεμάτα νερό. Ο νους μου πήγε σε όλα αυτά τα κομμάτια ξύλο που ξεβράζονταν στα βράχια. Δεν ήξερα τι θα έλεγα στο λιμενάρχη όταν θα γύριζα στο Τράιστ. Έ ν α μέρος του εαυτού μου ήθελε να τον αποφύγει εντελώς. Θα ήταν μεγάλη ατιμία, αλλά έτσι θα γλίτωνα ένα σωρό λεφτά. Είχε κρατήσει μόνο το όνομά μου και μπορεί να μην έμπαινε στον κόπο να προσπαθήσει να με βρει. Βγαίνοντας από τους θάμνους, βρέθηκα μπροστά σ' ένα σπίτι. Δεν ήταν ακριβώς όπως το περίμενα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα φανταστεί ένα χαριτωμένο παραδοσιακό καλυβάκι πνιγμένο στον κισσό και τα τριαντάφυλλα. Αντί γι' αυτό, είδα ένα χαμηλό μπανγκαλόου από γκρίζα τούβλα, που έμοιαζε να έχει χτιστεί βιαστικά. Η σκεπή ήταν χαμηλότερη στη μία πλευρά, και η πόρτα, μολονότι γερή και άκαμπτη, έμοιαζε να έχει στραβώσει ελαφρά μέσα στην κάσα της. Αν και ξεχώριζε για την εμφάνισή 45


του, το σπίτι αυτό δεν είχε την παραμικρή γοητεία οΰτε κάποιον ιδιαίτερο χαρακτήρα. Αναρωτήθηκα γιατί θα επέλεγε κανείς να ζήσει απομονωμένος σ' ένα σπίτι που έμοιαζε τόσο άβολο, και μάλιστα με κίνδυνο από τη μια στιγμή στην άλλη να ξεκοπεί από τον πολιτισμένο κόσμο με μια αλλαγή του καιρού. Πέρασα στη βεράντα της πρόσοψης, νιώθοντας ευγνωμοσύνη που δεν βρισκόμουν πια στο έλεος της νεροποντής. Η είσοδος της πόρτας χωρούσε ίσα ίσα ένα άτομο. Ο νους μου πήγε στο γράμμα του Μάθερ και αναρωτήθηκα, όρθιος εκεί στο κατώφλι, αν θα συναντούσα άλλον έναν τρελάρα, έναν εκκεντρικό ερημίτη, που λυγισμένος από το βάρος της μοναξιάς είχε απλώσει το χέρι του σε κάποιον - οποιονδήποτε που θα είχε διάθεση να τον ακούσει, έστω και για ένα λεπτό. Για μια στιγμή αισθάνθηκα φόβο, αλλά κρύωνα τόσο πολύ, που ήμουν πρόθυμος να ρισκάρω. Ακόμα κι αν ο τύπος αποδεικνυόταν τρελός για δέσιμο, ευχαρίστως θα καθόμουν ν' ακούσω τις παρλαπίπες του, φτάνει να είχα στεγνά ρούχα και ζεστασιά. Κάτι παράξενο ένιωσα να κυλάει κοντά στη βάση του δεξιού μου αντίχειρα και παρατήρησα ότι θα πρέπει να γδάρθηκε σε κάποιο βράχο καθώς βουτούσα στο νερό. Το δέρμα ήταν κόκκινο και είχε αρχίσει κιόλας να μελανιάζει σε ορισμένα σημεία. Αίμα έσταζε από μια μικρή αμυχή. Καθώς έφερνα την πληγή κοντά στο στόμα μου, ήμουν σίγουρος ότι άκουσα μια κοφτή ανάσα και μια γυναίκα να προφέρει τις λέξεις: Εκείνος είναι εδώ!

46


Στάθηκα ακίνητος λίγα δευτερόλεπτα για ν' αφουγκραστώ, αλλά δεν άκουσα τίποτε άλλο. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να ήταν κάποιο ραδιόφωνο ή τηλεόραση, χτύπησα την πόρτα και περίμενα. Το μόνο που άκουγα τώρα ήταν ο ήχος νερού που έσταζε από την άκρη της εξωτερικής βεράντας, πριν ανοίξει τελικά η πόρτα. Ούτε και ο Μάθερ ήταν ακριβώς όπως τον περίμενα. Όταν έλαβα το γράμμα του, είχα φανταστεί έναν εξευγενισμένο άντρα με πλατιά μόρφωση. Αντί γι' αυτό, με υποδέχτηκε ένας κοντός, στρουμπουλός τύπος με αρχή φαλάκρας, παλιά ρούχα και γυαλιά με χοντρό σκελετό και λίγο στραβά. Καταλάβαινες με μια ματιά ότι είχε ελάχιστη επαφή με τον έξω κόσμο. Μια άλλη εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι δεν υπήρχαν καθρέφτες στο σπίτι του. Η όλη του εμφάνιση μου έδωσε την εντύπωση ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο όχι πολύ έξυπνο. Αλλά η συμπεριφορά του δεν άργησε να διαλύσει αυτή την ψευδαίσθηση. «Ο κύριος Ριβς;» Έ ν α συγκρατημένο χαμόγελο συνόδευε την ερώτησή του. «Ναι. Θα πρέπει να είστε ο κύριος Μάθερς» απάντησα, ενώ σταγόνες νερού εξακολουθούσαν να πέφτουν από τα μαλλιά μου. «Αυτοπροσώπως!» Το πρόσωπο του φωτίστηκε. «Παρακαλώ, περάστε μέσα». Με συνόδεψε στο εσωτερικό του σπιτιού, κλείνοντας γρήγορα την πόρτα για να μην 47


μπει η βροχή. «Αισθάνομαι τόσο ένοχος που σας έφερα εδώ με τέτοιο παλιόκαιρο. Είχατε πολλά προβλήματα περνώντας τη λίμνη;» «Εμ, ναι... φοβάμαι, ε... πως... χτύπησα στα βράχια με τη βάρκα. Έγινε κομμάτια». «Μη μου πείτε! Όχι! Εσείς είστε καλά;» «Ναι, μια χαρά. Έ χ ω μόνο λίγες μελανιές, μα...» «Πωπώ! Τι φοβερό». Υπήρχε ανησυχία στη φωνή του, καθώς και περιέργεια. «Νομίζω ότι χτύπησα στα βράχια λίγο πριν φτάσω στην ακτή». «Τότε είστε τυχερός που ζείτε. Και το νερό θα πρέπει να ήταν παγωμένο». «Ναι, λιγάκι. Αλλά είμαι μια χαρά, αλήθεια» τον διαβεβαίωσα. «Θα έπρεπε να είχα ακούσει το δελτίο καιρού πριν ξεκινήσω». «Α, ναι. Μα ακόμα και τότε, δεν μπορεί κανείς ποτέ να υπολογίσει το απρόβλεπτο της φύσης». «Μμμ». Τον ακολούθησα στο καθιστικό, συνειδητοποιώντας ότι έσταζε νερό από τα μπατζάκια μου. Υπήρχε αναμμένη φωτιά, και, αφού άφησα αυθόρμητα κάτω την τσάντα μου, πήγα και στάθηκα όρθιος μπροστά στο τζάκι, απορροφώντας την τόσο ευπρόσδεκτη ζέστη. Έ δ ω σ α στον Μάθερ το σακάκι μου κι εκείνος το φύλαξε κάπου. Γύρισε λίγο αργότερα με μια μικρή ξύλινη καρέκλα και την τοποθέτησε δίπλα μου. 48


«Παρακαλώ, καθίστε να στεγνώσετε. Το μπάνιο είναι στο βάθος του διαδρόμου αν το χρειαστείτε. Μήπως θέλετε να κάνετε ντους; Στο μεταξύ μπορώ να στεγνώσω τα ρούχα σας αν το επιθυμείτε». Εκτίμησα τη γενναιοδωρία του, αλλά δεν ήθελα να του γίνω βάρος. «Όχι, όχι, όλα είναι εντάξει, αλήθεια. Μόνο το παντελόνι μου. Είμαι σίγουρος ότι δεν θ' αργήσει να στεγνώσει από μόνο του. Δυστυχώς δεν έφερα ένα δεύτερο μαζί μου». «Ω, καταλαβαίνω. Δεν νομίζω ότι ένα δικό μου θα σας έκανε. Είστε σχεδόν τριάντα πόντους ψηλότερος από μένα» είπε ανοίγοντας τα χέρια του με μια απολογητική έκφραση. Χαμογέλασα κάπως νευρικά. Ωστόσο, δεν άργησα να νιώσω τη ζεστασιά να διαπερνά τα ρούχα και το σώμα μου. «Πιστεύω ότι, έτσι όπως πάω, θα στεγνώσω στο πι και φι» είπα. «Ναι, το ελπίζω. Τι θα λέγατε λοιπόν για λίγο τσάι;» Κοίταξε έξω από το παράθυρο την ώρα που μια λάμψη αστραπής φώτισε το ξέφωτο έξω από το σπίτι. «Οτιδήποτε ζεστό θα ήταν ευπρόσδεκτο» απάντησα. «Είμαι ανυπόμονος να μάθω γι' αυτό το κουνούπι που λέτε πως έχετε. Μου δώσατε την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι συναρπαστικό». Ακούγαμε τη βροχή να δυναμώνει, και κάθε τόσο τη συνόδευε ο έντονος κρότος της βροντής. «Α, όλα με τη σειρά τους. Έ χ ω λίγο κέικ ή θα μπορού49


σα να σας φτιάξω μερικά σάντουιτς αν πεινάτε. Θα μείνετε εδώ τη νΰχτα φυσικά, έτσι; Δεν θα μπορούσα με τίποτα να σας στείλω πίσω με τέτοια καταιγίδα». «Ω... ε... δεν θα ήθελα να σας γίνω βάρος. Άλλωστε έχω κλείσει δωμάτιο στο Ρόκλιν Μπλουγουότερ. Αν και τώρα που έχασα τη βάρκα μου, θα σας ήμουν ευγνώμων αν με βοηθούσατε να γυρίσω πίσω στη στεριά». «Α» είπε, δείχνοντας μάλλον απογοητευμένος. «Α, καταλαβαίνω. Αν βέβαια πρέπει να διανυκτερεύσετε εκεί, τότε... Με χαρά μου θα σας πήγαινα πίσω στη στεριά, μόνο που η καταιγίδα φαίνεται να δυναμώνει και...» «Όχι, είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, αλήθεια, και θα μπορούσα να το περάσω στα έξοδα του περιοδικού. Αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, ξέρετε...» «Ναι, βέβαια, μολονότι, όταν σηκωθεί στη λίμνη μια καταιγίδα τόσο ισχυρή όσο πάει να γίνει αυτή, το να τη διασχίσεις με βάρκα είναι δύσκολη δουλειά. Το γνωρίζετε κι εσείς από το πρόσφατο ατύχημά σας». Οι φλόγες από τη φωτιά χόρευαν μέσα στους φακούς των γυαλιών του. «Σίγουρα είστε καλά;» «Είμαι μια χαρά, αλήθεια». Χαμογέλασα προσπαθώντας να τον καθησυχάσω. «Υποθέτω... αν είναι επικίνδυνο να γυρίσουμε..., εννοώ, δεν θα ήθελα να σας βάλω σε...» «Τέλεια! Το κανονίσαμε λοιπόν. Το δωμάτιο των ξένων είναι ήδη έτοιμο για μια τέτοια περίπτωση. Τώρα λοιπόν τι θα λέγατε να σας ετοιμάσω ένα σάντουιτς;» «Αχ, ναι, αυτό θα ήταν ό,τι πρέπει. Ευχαριστώ». 50


Για μια στιγμή έδειχνε σαν να έτρεχε ο νους του αλλοΰ. Ύστερα κάτι έσκασε στη φωτιά προκαλώντας έναν ξαφνικό κρότο, και τον ξύπνησε από τη χαύνωση. «Α ναι, βέβαια, τα σάντουιτς. Χα!» Μ' αυτά τα λόγια, βγήκε πάλι βιαστικά από το δωμάτιο. Βλαστήμησα χαμηλόφωνα, εκνευρισμένος με την κατάσταση στην οποία είχα βρεθεί. Άλλο να περνάω τη νύχτα σε ξενώνα, κι άλλο στο σπίτι ενός αγνώστου, και μάλιστα τόσο ξεκομμένου από τον υπόλοιπο κόσμο. Κοίταξα τριγύρω μου το δωμάτιο. Εκτός από το τρεμάμενο φως που ανέδινε η φωτιά, ο μόνος φωτισμός προερχόταν από μια μικρή λάμπα πετρελαίου που βρισκόταν πάνω σ' έναν μπουφέ στα δεξιά μου. Ωστόσο, παρά το λιγοστό φως, διέκρινα ένα μεγάλο αριθμό από βιβλία στοιβαγμένα μέχρι πάνω σε πολλά ράφια γύρω μου. Όσο για αυτά που στην αρχή έμοιαζαν με ζωγραφιές ή φωτογραφίες στους τοίχους, αν τα εξέταζες με μεγαλύτερη προσοχή, έβλεπες ότι ήταν σιλουέτες. Περιεργάστηκα μία που ήταν κορνιζαρισμένη πάνω από το τζάκι. Ο καλλιτέχνης είχε ταλέντο: το περίγραμμα μιας τεράστιας πεταλούδας με περίτεχνα φτερά και μακριές κεραίες είχε κοπεί αριστοτεχνικά σε μαύρο χαρτί. Ήταν τέλειο και δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι η πραγματική σκιά του πλάσματος θα μπορούσε να είναι πιο εντυπωσιακή. Πρόλαβα να δω ένα δυο ακόμη δείγματα, πριν εμφανιστεί ο Μάθερ μ' ένα δίσκο. Ξαναγύρισα στην καρέκλα μου και ρούφηξα λαίμαρ51


γα το τσάι, ενώ ο Μάθερ μου πρόσφερε ένα πιάτο γεμάτο σάντουιτς με τυρί και ντομάτα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα ακριβούς πίσω μου. «Αυτές τις σιλουέτες» άρχισα να λέω «τις φτιάξατε εσείς;» Γύρισα και είδα το πρόσωπο του να φωτίζεται. «Ναι, εγώ» απάντησε σηκώνοντας το βλέμμα του προς την εικόνα της πεταλούδας πάνω από την κορνίζα του τζακιού. «Σας αρέσουν;» «Μμμ. Είναι πολύ καλές». «Είναι μια τιμή που την κάνω μόνο στα πιο εξαιρετικά δείγματα που έχει να προσφέρει η φύση. Παρουσιάζοντάς τα στη σκιά, σε μαύρο και άσπρο, αφαιρείται κάθε προσποίηση, καθετί φανταχτερό. Τα αγαπάω για το σχήμα τους, βλέπετε, όχι για τα χρώματά τους. Το ίδιο συμβαίνει με την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Δείχνει όλη την αλήθεια, αφαιρεί όλη την υπερβολή, αποκαλύπτοντας την αληθινή, γυμνή εικόνα..., την ομορφιά». Ήπιε μια γουλιά από το τσάι του. «Ένας παλιός μου φίλος έκανε το ίδιο με φωτογραφίες ωραίων γυναικοίν. Ισχυριζόταν ότι ήταν όλες παλιές του ερωμένες». Γέλασε δυνατά. «Αν ήταν έτσι τα πράγματα, τότε θα πρέπει να τις τραβούσε ο' αυτόν κάτι περισσότερο από το παρουσιαστικό του. Όμως, τι να ξέρω εγώ από γυναίκες;» Ξαφνικά θυμήθηκα τη γυναικεία φωνή που είχα ακούσει όταν βρισκόμουν έξω στη βεράντα. «Μένετε μόνος σας εδώ, κύριε Μάθερ;» «Ναι. Γιατί ρωτάτε;» 52


«Ω, τίποτα... Μου φάνηκε ότι άκουσα μια γυναικεία φωνή όταν ήμουν έξω. Μήπως ήταν η τηλεόραση σας;» «Θεέ μου, όχι! Ποτέ δεν είχα μια απ' αυτές τις σατανικές συσκευές». «Α... Ραδιόφωνο τότε;» Ο Μάθερ απλώς κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Θα πρέπει να το φαντάστηκα λοιπόν». «Μην ανησυχείτε, κύριε Ριβς, όλοι ακούμε φωνές κατά καιρούς. Δεν είναι κάτι που θα πρέπει να σας ανησυχεί». «Σωστά». Γύρισα και κοίταξα την εικόνα πάνω από το τζάκι. «Έχετε πολύ σταθερό χέρι» παρατήρησα. «Ναι. Το σταθερό χέρι και η βαθιά συγκέντρωση αποτελούν κατάλοιπα της εποχής που εργαζόμουν ως χειρουργός. Έ χ ω πάρει σύνταξη τώρα, αλλά τέτοιες δεξιότητες δεν τις ξεχνά κανείς ποτέ». «Πού ασκήσατε την ιατρική;» Δάγκωσα το σάντουιτς μου. Ήταν πολύ νόστιμο. «Στο Νοσοκομείο Γκάις τα πρώτα χρόνια. Ύστερα ξαναγύρισα στο Τσάρινγκ Κρος, όπου είχα κάνει τις βασικές μου σπουδές. Συνταξιοδοτήθηκα νωρίς και μετακόμισα εδώ για ν' ακολουθήσω το χόμπι μου». «Την ετυμολογία;» «Α». Ο Μάθερ χαμογέλασε ειρωνικά. «Νομίζω ότι η ετυμολογία είναι περισσότερο δική σας ειδικότητα παρά δική μου». «Μμμ;» Σήκωσα το βλέμμα από το σάντουιτς μου, υψώνοντας τα φρύδια. Ύστερα κατάλαβα το λάθος μου. 53


«Α, βέβαια, εννοούσα εντομολογία, φυσικά. Πάντα τα μπερδεύω αυτά τα δύο». «Δεν πειράζει. Είχα κι εγώ το ίδιο πρόβλημα πριν αρχίσουν να με γοητεύουν τα έντομα. Από τότε κάθε βιβλίο που αγόραζα περιείχε τη λέξη "εντομολογία" στο εξώφυλλο. Προτιμώ ν' αφήσω σε άλλους τη μελέτη της γλώσσας με τις διάφορες περιπλοκές της. Φαντάζομαι ότι θα μοιάζει μ' έναν εντελώς μάταιο αγώνα μερικές φορές, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι κάθε γλώσσα βρίσκεται πάντα σε κατάσταση συνεχούς ροής». «Ναι, είναι απίστευτο πόσο γρήγορα εξελίσσονται». «Α, εξέλιξη» είπε ο Μάθερ κοιτάζοντας τη φωτιά. «Ακόμα ένα από τα θέματα που με ενδιαφέρουν. Τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο τρομερά περίπλοκο. Η θεωρία της εξέλιξης έχει κάνει μερικά τεράστια άλματα, αλλά στην πορεία έχει παραβλέψει τόσο πολλά». «Παραβλέψει;» Έβαλα το τελευταίο κομμάτι σάντουιτς στο στόμα μου. Ο Μάθερ έμοιαζε απορροφημένος από το χορό που έκαναν οι φλόγες. «Να, για παράδειγμα» είπε συνεπαρμένος «δεν αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί, ύστερα από τόσες χιλιετίες, ο ιδρώτας μας, ενώ κάνει τη δουλειά του το ίδιο καλά όπως πάντα, μυρίζει και εξακολουθεί να λεκιάζει τα ρούχα μας;». «Δεν μπόρα) να πω ότι...» «Και το αίμα γιατί είναι κατακόκκινο και όχι διαφανές σαν νερό; Γιατί μας προδίδει τόσο εύκολα με την α54


ψιά μυρωδιά του; Διευκολύνει τόσο πολύ το έργο τού κυνηγού». «Ίσως αυτός είναι ο σκοπός του» είπα. Ίσως είναι ο τρόπος της φύσης να κρατάει ισορροπία. Εννοώ, αν οι κυνηγοί δεν μπορούσαν ν' ανιχνεύσουν τη λεία τους, θα πέθαιναν από την πείνα. Χρειάζεται να έχουν κάποιο πλεονέκτημα». Ο Μάθερ κρυφογέλασε και προτίμησε να μη συνεχίσει, αλλά αυτό που είχε πει με προβλημάτισε. Είχα αρχίσει ν' αναρωτιέμαι πού οδηγούσαν όλα αυτά και ήμουν αποφασισμένος να ξαναγυρίσω την κουβέντα στο σκοπό της επίσκεψής μου, όταν ο Μάθερ σηκώθηκε ξαφνικά όρθιος και πήγε τα πιάτα και τα ποτήρια πίσω στην κουζίνα. Καθώς ο ήχος από το κροτάλμιμα των πιατικών και το πιτσίλισμα του νερού ακουγόταν από το βάθος του διαδρόμου, πλησίασα ένα από τα ράφια με τους χοντρούς τόμους. Μεγάλες στεγνές κηλίδες είχαν σχηματιστεί στο παντελόνι μου. Έμοιαζα σαν να είχα κατουρηθεί από την ανάποδη. Το στέγνωμα προκάλεσε αβάσταχτη φαγούρα σε όλο μου το σώμα. Έξυσα το γόνατο μου, ύστερα εξέτασα μερικούς από τους τίτλους στο ράφι μπροστά μον.Ανθρωποκυνηγοί στη Λεκάνη τον Κονγκό του Μ. Μπάξτερ, Η βασίλισσα της κυψέλης του Χοκ Έλισον. Ένας συγκεκριμένος τίτλος μού τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή: Η ιστορία Της του Ρ.Χ. Όκουμ. Το βιβλίο ήταν τοποθετημένο οριζόντια πάνω από μια σειρά παρόμοιων

55


εκδόσεων. Ο τίτλος κέντρισε την περιέργεια μου, και πήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Το εξώφυλλο απεικόνιζε ένα τεράστιο πεντάγραμμο μ' ένα κουνούπι στο κέντρο του και ασυνήθιστα σύμβολα γύρω γύρω. Από πάνω ήταν γραμμένος ο τίτλος, τυπωμένος με μια αρχαϊκή γραφή, και κάτω απ' αυτόν το όνομα του συγγραφέα με μια εξίσου περίτεχνη γραμματοσειρά. Ξεφυλλίζοντας το παράξενο βιβλίο, παρατήρησα ότι τα ασυνήθιστα αυτά γράμματα δεν κοσμούσαν μόνο το εξώφυλλο. Ολόκληρο το κείμενο ήταν μονταρισμένο και τυπωμένο με ιδιαίτερη φροντίδα, και τα συνοδευτικά χαρακτικά είχαν κι αυτά αναπαραχθεί με μεγάλο βάθος και λεπτομέρεια. Καθώς το βλέμμα μου πήγαινε από τη μια εικονογράφηση στην άλλη, είδα να επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο. Κάθε εικόνα έδειχνε ένα κουνούπι, εξαιρετικά μεγάλο σε μέγεθος, να επιτίθεται σε έναν ή περισσότερους ανθρώπους που ούρλιαζαν. Οι πρώτες εικόνες του βιβλίου έδειχναν Ρωμαίους εκατόνταρχους να τρέχουν για να γλιτώσουν από το τέρας που τους κυνηγούσε. Στις επόμενες σελίδες απεικονίζονταν παλιοί Αγγλοσάξωνες, Ευρωπαίοι του Μεσαίωνα και στη συνέχεια εκπρόσωποι από διάφορες χώρες και πολιτισμούς μέχρι τα πολύ πρόσφατα χρόνια. Το ίδιο τέρας έμοιαζε να προκαλεί ένα σωρό προβλήματα σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Έ ρ ι ξ α μια γρήγορη ματιά σε κάποια σημεία του κειμένου. Ή τ α ν μια συλλογή ιστοριών σχετικά με ένα μυθικό πλάσμα γνωστό ως Χέρι του Διαβόλου - μια τρο-

56


μερή απειλή, αν κρίνει κανείς από τη ζημιά που μπορούσε να προκαλέσει. Προσευχήθηκα το δαιμονικό πλάσμα που έδειχνε το βιβλίο να μην έχει καμία απολύτως σχέση με τον Κόκκινο Γάγγη. Κόντευα να τελειώσω το ξεφύλλισμα του βιβλίου, όταν αντιλήφθηκα μια παρουσία κοντά μου. «Ωραία συλλογή» είπα νευρικά, καθώς στράφηκα και είδα τον Μάθερ να στέκεται πίσω μου στο πλαίσιο της πόρτας. «Ευχαριστώ» απάντησε. «"Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά" όπως λέει ένα ποίημα». Με πλησίασε κι έριξε μια ματιά στο βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου. «Ήμουν μανιώδης συλλέκτης κάποτε. Περνούσα ώρες ολόκληρες ψάχνοντας σε παλαιοβιβλιοπωλεία για βιβλία από δεύτερο χέρι. Κι αισθάνθηκα απερίγραπτη χαρά όταν ανακάλυψα αυτό το συγκεκριμένο». Του έδωσα το βιβλίο κι εκείνος χάιδεψε το εξώφυλλο. «Έχετε ακουστά το θρύλο της Νχαν Ντιέπ;» «Όχι, δεν νομίζω». «Α, είναι μια καταπληκτική ιστορία από το παλιό Βιετνάμ, που περιγράφεται εδώ μέσα». «Ναι; Η γιαγιά μου ήταν Βιετναμέζα». «Αλήθεια;» «Ναι. Γνώρισε τον παππού μου όταν εκείνος πήγε να πολεμήσει εκείτο '66. Ήταν Αμερικανός πιλότος». «Ω! Μπορεί λοιπόν να ξέρει την ιστορία. Είναι αρκετά γνωστή...» 57


«Δυστυχώς πέθανε πριν από λίγα χρόνια». «Ω, λυπάμαι πολύ». Μεσολάβησε μια αμήχανη παύση. «Λοιπόν... Θα μπορούσα να δω τον Κόκκινο Γάγγη; Ανυπομονώ να τον περιεργαστώ. Μακάρι να είχα ερευνήσει περισσότερο το θέμα πριν έρθω. Δεν ξέρω τίποτα σχετικά μ' αυτό, θα πρέπει να ομολογήσω». «Α» είπε ο Μάθερ, χτυπώντας απαλά παλαμάκια. «Φοβάμαι ότι δεν είναι καλή ιδέα να την ενοχλήσουμε αυτή τη στιγμή. Δεν έχει περάσει πολλή ώρα από τότε που την τάισα, και πάντα γίνεται κάπως ευερέθιστη μετά το φαγητό. Καλύτερα ν' ασχοληθούμε μ' αυτό το θέμα αύριο». «Τι ήταν εκείνο σχετικά με το κουνούπι που σας έκανε να μου στείλετε αυτό το γράμμα;» «Α, πολλά πράγματα. Το δείγμα Κόκκινου Γάγγη που έχω είναι το μοναδικό του είδους της». «Αλήθεια;» «Ω, ναι. Και το μέγεθος της κυριολεκτικά θα σας καταπλήξει. Είναι πολύ μεγάλη ακόμη και για να θεωρηθεί λάθος της φύσης. Όχι...» Ο Μάθερ σήκωσε το βλέμμα και πήρε μια έκφραση σχεδόν ευλαβική. «Είναι το κάτι άλλο. Εντελώς. Πολλοί πολιτισμοί έχουν λατρέψει τον Κόκκινο Γάγγη. Μπορείτε να βρείτε τέτοιες περιγραφές στο βιβλίο Η ιστορία. Της». «Α, εντάξει. Εκτός από το θρύλο της... εμ...» «Νχαν Ντιέπ» είπε, προφέροντας τις λέξεις αργά, για να σιγουρευτεί ότι τις είχα αφομοιώσει αυτή τη φορά. «Ναι, εντάξει». 58


«Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο για απόψε αν θέλετε. Εμένα λίγο διάβασμα πάντα με βοηθάει ν' αποκοιμηθώ. Και θα εξάψει τη φαντασία σας σε αναμονή της αυριανής σας συνάντησης μαζί της» είπε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, ευχαρίστως θα του έριχνα μια ματιά. Δεν νομίζω πάντως ότι θα δυσκολευτώ πολύ να με πάρει ο ύπνος απόψε». «Σωστά». Μου έδωσε το βιβλίο. Αποφάσισα ότι δεν θα έβλαπτε να το μελετήσω καλύτερα, έτσι ώστε να περιλάβω κάποια στοιχεία του στο άρθρο μου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο να πω. Η αμηχανία μου θα πρέπει να ήταν φανερή, γιατί ο Μάθερ είπε: «Σας ζητώ ειλικρινά συγγνώμη για οποιαδήποτε αναστάτωση, κύριε Ριβς, και θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να εξασφαλίσω την άνετη διαμονή σας, ώστε να νιώσετε καλοδεχούμενος, που φυσικά... είστε. Και πολύ μάλιστα». «Ω, σας ευχαριστώ. Είμαι... Όλα είναι μια χαρά. Αλήθεια». «Ωραία. Μ' αρέσει να πέφτω στο κρεβάτι νωρίς. Θα σας δω λοιπόν το πρωί. Υπόσχομαι να σας αποζημιώσω για σήμερα το βράδυ με το να σας διηγηθώ αύριο μια ιστορία που θα τη θυμάστε για όλη σας τη ζωή. Δίχως άλλο θα είχατε πολλά πάρε δώσε με διάφορους τσαρλατάνους, κύριε Ριβς. Αλλά θα είστε πολύ ευχαριστημένος το πρωί, όταν θα διαπιστώσετε ότι εγώ είμαι τελείως διαφο59


ρετικός. Η τουαλέτα είναι στη διάθεση σας σε περίπτωση που θέλετε να κάνετε μπάνιο ή ντους. Ελάτε να σας δείξω το δωμάτιο σας, και τότε θα μπορέσετε να απολαύσετε όλες τις ανέσεις του. «Α, ναι. Βέβαια». Τον ακολούθησα, χώνοντας το βιβλίο κάτω από τη μασχάλη μου και σηκώνοντας από το πάτωμα τη μουσκεμένη μου τσάντα καθώς έβγαινα από το δωμάτιο. Η φιλοξενία τού Μάθερ ήταν ευπρόσδεκτη ύστερα από το περιπετειώδες ταξίδι μου στη λίμνη, αλλά εξακολουθούσα να έχω μια αίσθηση ανησυχίας, που δεν μπορούσα να την αποβάλω. Μολαταύτα, δεν ήθελα να τον στενοχωρήσω. Μέχρι τώρα δεν υπήρχε κάποιος χειροπιαστός λόγος που να δικαιολογεί την ανησυχία μου. «Θα ανάψω τη φωτιά εκεί μέσα. Αν η τσάντα σας είναι ακόμα βρεγμένη, θα στεγνώσει γρήγορα κοντά στο τζάκι». «Ευχαριστώ, αυτό είναι θαυμάσιο». Ο Μάθερ με οδήγησε στο λιτό δωμάτιο του μπάνιου. Οι τοίχοι και όλα τα εξαρτήματα μπορεί να είχαν κάποτε το χρώμα της σαμπάνιας, ίσως μάλιστα να ήταν και μπεζ. Δύσκολα μπορούσε να διακρίνει κανείς, μιας και ο χρόνος είχε ξεπλύνει την περισσότερη μπογιά. Ήταν όμως καθαρό, όπως και το υπόλοιπο δωμάτιο. Ο Μάθερ έμοιαζε να είναι ένα ιδιαίτερα τακτικό άτομο. Το υπνοδωμάτιο των ξένων ήταν μικρό, αλλά είχε μια ατμόσφαιρα ζεστασιάς και έμοιαζε σαν να είχε καθαριστεί πρόσφατα. Το κρεβάτι ήταν φρεσκοστρωμένο, τα 60


καλύμματα ανοιχτά στο πλάι για να υποδεχτούν το φιλοξενούμενο. Άφησα την τσάντα μου να πέσει στο πλάι, καθώς ο Μάθερ προσπαθούσε ν' ανάψει τη φωτιά. Σε λίγα λεπτά, η φωτιά είχε φουντώσει για τα καλά. Έριξα πάνω στο κρεβάτι το βιβλίο που μου είχε δώσει και στάθηκα όρθιος πλάι στο μικρό παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, κοιτάζοντας έξω το σκοτάδι. Ο άνεμος και η βροχή εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούν τα δέντρα, αλλά οι βροντές και οι αστραπές είχαν σταματήσει. «Έμενε κανείς εδώ πριν από σας;» ρώτησα, καθώς ο Μάθερ σηκωνόταν όρθιος, στερεώνοντας τα γυαλιά του. «Α» είπε, πλησιάζοντάς με εκεί όπου στεκόμουν κοντά στο παράθυρο. «Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ήταν εκείνος που έχτισε το σπίτι. Έμεινε εδώ αρκετό καιρό, αλλά στο τέλος, όταν γέρασε, πήγε να ζήσει με την κόρη του. Είδα την αγγελία για το σπίτι σε μια εφημερίδα. Φαινόταν τόσο όμορφο μέρος. Πράγματι, ήταν ένα μεγάλο βήμα στο άγνωστο το να έρθω να ζήσω εδώ, αλλά με αποζημίωσε από την πρώτη στιγμή». Χαμογέλασε. «Πόσο καιρό ζείτε εδώ λοιπόν;» «Ω, σχεδόν πέντε χρόνια, νομίζω. Ναι...» Έμοιαζε χαμένος για μια στιγμή, λες και κάποια ανάμνηση τον είχε αιφνιδιάσει. «Συγγνώμη, ε;» Θα πρέπει να φροντίσω τα πιάτα. Ρούφηξε τη μύτη του και έφυγε προς την κατεύθυνση της κουζίνας. Κάθισα στο κρεβάτι και κάρφωσα το βλέμμα στην ταξιδιωτική μου τσάντα, απ' όπου αναδύονταν συννεφάκια 61


ατμοΰ. Λίγο αργότερα ήμουν σίγουρος ότι άκουγα τον Μάθερ να μιλάει. Ζοΰσε τόσο καιρό μόνος του, ώστε φαντάστηκα ότι δεν θα δυσκολεύτηκε καθόλου ν' αποκτήσει τη συνήθεια να μιλάει με τον εαυτό του. Ο οικοδεσπότης μου δεν άργησε να επιστρέψει. Προχώρησε προς το τζάκι, σήκωσε την τσάντα μου και την ψηλάφισε απέξω. «Χμ... Νομίζω ότι θα πρέπει να την αδειάσετε και να ελέγξετε ένα ένα τα πράγματα που έχει μέσα. Το νερό μπορεί να πήγε παντού». Με κοίταξε, έβγαλε τα γυαλιά του και άρχισε να τα τρίβει στο πουλόβερ του. «Φαίνεστε στ' αλήθεια λιγάκι ξεπλυμένος, συγχωρέστε μου το λογοπαίγνιο. Ελπίζω να μην κρυολογήσατε». Αισθανόμουν πράγματι εξαντλημένος. Το μικρό μου ναυάγιο και ο δυσάρεστος καιρός είχαν προκαλέσει σοκ σε όλο μου το σύστημα. Είχα ανάγκη από ξεκούραση. «Να τι θα κάνουμε» είπε ο Μάθερ. «Θα σας αφήσω τώρα να χρησιμοποιήσετε το μπάνιο και να τακτοποιηθείτε. Αν θέλετε, μπορείτε να μου κάνετε παρέα αύριο το πρωί στις οκτώ, να πάρουμε μαζί πρωινό και να ξεκινήσουμε με το θέμα μας». «Καλό ακούγεται» είπα ενθουσιασμένος. «Ανυπομονώ να δω αυτό το κουνούπι σας». «Α...» Ο Μάθερ χαμογέλασε. «Όλα στην ώρα τους. Θα διαβάζω στο δωμάτιο μου αρκετή ώρα ακόμα. Αν με χρειαστείτε, μη διστάσετε να μου χτυπήσετε την πόρτα». Έκανε μεταβολή να φύγει. 62


«Ωραία. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ». Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τον παραλογισμό της όλης κατάστασης. Κοιμόμουν σ' ένα ξένο δωμάτιο ενός ξένου σπιτιού, μ' έναν αρκετά παράξενο άντρα, με σκοπό να συναντήσω κάποιο παράξενο (αν ήταν αληθινό) πλάσμα. Ήταν και το γεγονός ότι παραλίγο να πνιγώ. Είχα ξαφνικά την αλλόκοτη αίσθηση ότι βρισκόμουν μέσα στο όνειρο κάποιου άλλου. Εκείνη τη στιγμή ο ύπνος ήταν μια πολύ καλή ιδέα. Πήρα την απόφαση να χρησιμοποιήσω το μπάνιο κι ύστερα ν' ακουμπήσω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι. Ο κρότος της βροντής ακούστηκε ξανά έξω από το παράθυρο. Η καταιγίδα δεν είχε ξεμπερδέψει ακόμα με το νησί. Κοίταξα το ρολόι μου. Νερό είχε εισχωρήσει κάτω από το γυαλί, μεγεθύνοντας και διαστρεβλώνοντας τα νούμερα. Ήταν λίγα λεπτά μετά τις εννιά. Άρπαξα τη σακούλα με τα βρεγμένα ρούχα που στέγνωνε κοντά στη φωτιά και βγήκα από το δωμάτιο. Άκουγα τη νεροποντή να συνεχίζεται με ένταση καθώς προχωρούσα προς το μπάνιο. Υπήρχε μια έντονη μυρωδιά απολυμαντικού ή χλωρίνης, που δεν την είχα παρατηρήσει πριν. Η κουρτίνα του ντους, που κάλυπτε την περιφέρεια της μπανιέρας κρεμασμένη σε μια ετοιμόρροπη ράβδο ανάρτησης, έμοιαζε σχετικά καινούρια, σχεδόν αχρησιμοποίητη. Πλύθηκα, απολαμβάνοντας την αίσθηση του ζεστού νερού στο πρόσωπο μου. Λίγα λεπτά αργότερα, αφού γύρισα πίσω στην κρεβατοκάμαρα και ξεντύθηκα, άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά 63


την κατάσταση μου. Με μόνη εξαίρεση τη βάρκα του Μάθερ, δεν γνώριζα κανέναν άλλο τρόπο να φύγω από το νησί. Έριξα μια ματιά στην ταξιδιωτική μου τσάντα, που τώρα ήταν τοποθετημένη σε απόσταση ασφαλείας από τη φωτιά. Σηκώνοντάς την, έβγαλα από μέσα το κινητό μου τηλέφωνο και πάτησα το κουμπί για ν' ανοίξει. Τίποτα δεν έγινε. Ανοίγοντας το κάλυμμα της μπαταρίας, βόγκηξα απογοητευμένος, βλέποντας ότι έσταζε από μέσα νερό πάνω στο γόνατο μου. Ακούμπησα το τηλέφωνο στο πάτωμα κοντά στη σχάρα του τζακιού, για να στεγνώνει σιγά σιγά. Προς το παρόν δεν υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσω με κανέναν. Όχι ότι πίστευα πως θα χρειαζόταν να καλέσω βοήθεια σ' αυτό το σημείο. Απλώς ένιωθα κάπως τρωτός χωρίς αυτόν το ζωτικό σύνδεσμο με τον πολιτισμένο κόσμο. Το μαγνητόφωνο, ευτυχώς, ήταν στεγνό, καθώς και η φωτογραφική μηχανή Nikon. Η θήκη της ήταν λίγο βρεγμένη, μα ανοίγοντάς την καταχάρηκα, καθώς διαπίστωσα ότι δεν είχε μπει σχεδόν καθόλου νερό στο εσωτερικό της. Τοποθέτησα τη Nikon στο πάτωμα κοντά στο κρεβάτι και γύρισα να κοιτάξω τις φλόγες που χόρευαν. Σπάνια είχα την ευκαιρία ν' απολαύσω μια ζωντανή φωτιά, αλλά είχα την αίσθηση ότι σύντομα θα με κυρίευε η επιθυμία ν' αποκοιμηθώ. Πριν παραδοθώ ολότελα στην εξάντλησή μου, χώθηκα ανάμεσα στα μαλακά καθαρά σεντόνια και άρχισα να διαβάζω το βιβλίο. 64


Πολύ παλιά, στο μυστηριώδες παρελθόν του παλιού Βιετνάμ -διάβαζα-, ζούσε κάποτε ένας νεαρός, εργατικός γεωργός, που τον έλεγαν Νγκοκ Ταμ. Ήταν ένας τίμιος, γενναιόδωρος άντρας, που είχε παντρευτεί ένα πανέμορφο κορίτσι από κάποιο γειτονικό χωριό. Η Νχαν Ντιέπ ήταν μια λυγερόκορμη κοπέλα, γεμάτη ζωντάνια και καλή διάθεση, αλλά, επειδή ήταν ανήσυχο πνεύμα, δεν άργησε να βαρεθεί και να απογοητευτεί από την αγροτική ζωή και λαχταρούσε μια ζωή γεμάτη πολυτέλειες. Μια μέρα, χωρίς να εμφανίσει κανένα προειδοποιητικό σημάδι, αρρώστησε βαριά και βυθίστηκε σε μια βαθιά, παραλυτική νάρκη. Ο Ταμ τη βρήκε ξαπλωμένη στο δρόμο και την κουβάλησε πίσω στο σπίτι. Αλλά, παρόλο που έκανε ό,τι μπορούσε για να τη συνεφέρει, η Ντιέπ πέθανε στα χέρια τού εμβρόντητου συζύγου της. Ο Ταμ ήταν απαρηγόρητος και έκλαιγε μέρες. Δεν δεχόταν τη βοήθεια των φίλων και της οικογένειάς του και αρνιόταν ν' απομακρυνθεί από το σώμα της γυναίκας του ή ν' αφήσει να το θάψουν. Ο Ταμ δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή χωρίς την αγαπημένη του Ντιέπ. Απελπισμένος, πούλησε όλα του τα υπάρχοντα και αγόρασε μια σχεδία και μια όμορφη κάσα όπου τοποθέτησε το σώμα της γυναίκας του. Οδηγώντας τη σχεδία στο πλησιέστερο ποτάμι, άνοιξε πανιά, με την ενστικτώδη ελπίδα ότι θα έβρισκε κάπου γιατρειά για την πονεμένη του καρδιά. Την εικοστή δεύτερη μέρα του ταξιδιού του, η βοήθεια ήρθε και τον βρήκε. Ξύπνησε από έναν ανήσυχο ύπνο ένα πρωί και διαπί65


στωσε ότι η σχεδία είχε αράξει στους πρόποδες ενός βουνού. Αφήνοντας πίσω τη σχεδία και την κάσα, βρέθηκε σε λίγο να σκαρφαλώνει το βουνό διασχίζοντας ένα ταπέτο από χιλιάδες σπάνια λουλούδια. Σταμάτησε σ' ένα μικρό ξέφωτο κι ύστερα, καθώς συνέχιζε ν' ανεβαίνει την πλαγιά, διέκρινε στο μονοπάτι μπροστά του ένα γέρο, που ακουμπούσε σ' ένα παράξενο ραβδί από μπαμπού. Ο άντρας είχε μακριά άσπρα μαλλιά, που κυμάτιζαν απαλά στο ελαφρύ αεράκι, και ζαρωμένο, ηλιοκαμένο δέρμα. Ο Ταμ ένιωσε λες κι αυτός ο γέρος τον γνώριζε κιόλας. Τότε ξαφνικά ο Ταμ συνειδητοποίησε ότι αυτός ο γέροντας ήταν ο Τιεν Τάι, το τζίνι που ήταν διάσημο για τις θαυματουργές θεραπευτικές του ικανότητες. Ο Ταμ γονάτισε μπροστά του, με τα χέρια του πλεγμένα σφιχτά, και ικέτευσε το τζίνι να κάνει καλά την αγαπημένη του γυναίκα. "Νγκοκ Ταμ, γνωρίζω εσένα και τις αρετές σου" είπε ο ηλικιωμένος άντρας. "Αλλά η επιρροή που ασκεί αυτή η γυναίκα επάνω σου είναι ακόμα πολύ μεγάλη και δεν θα απαλλαγείς εύκολα από αυτή. Θα πρέπει να μάθεις πώς να εξελίσσεσαι στη ζωή και όχι να υποφέρεις από την αγάπη σου γι' αυτήν". "Μα δεν μπορώ να ζήσω κανενός είδους ζωή χωρίς αυτήν. Σε ικετεύω, αν είναι στο χέρι σου, φέρε ξανά την Ντιέπ μου πίσω στη ζωή". Το τζίνι τότε αποκρίθηκε: "Δεν θα αρνηθώ το αίτημά σου, γιατί η αγάπη σου και η λύπη σου είναι αληθινές, αλλά έχω δει σπουδαίους άντρες να εμπιστεύονται την καρδιά 66


τους στα καπρίτσια εγωιστικών, επιπόλαιων γυναικών. Κι έχω δει καταπληκτικά σοφές γυναίκες να παραδίδονται ολοκληρωτικά στο έλεος κακών, άκαρδων αντρών. Από μια άποψη, χαίρομαι που δεν μπορώ να κατανοήσω αυτά τα πράγματα. Αν το μπορούσα, θα ήταν τρομερό". Ο Νγκοκ Ταμ άρχισε αμέσως να την υπερασπίζεται. "Δεν έχεις ιδέα τι υπέροχο πλάσμα είναι η γυναίκα μου. Δεν έχω αγαπήσει τίποτα στη ζωή όσο εκείνη. Θέλω να την έχω δίπλα μου, αλλιώς η ζωή μου δεν έχει κανένα νόημα". Το γέρικο τζίνι αναστέναξε. "Πολύ καλά λοιπόν" είπε υποχωρώντας. "Κάνε ό,τι σου πω: τρύπησε το δάχτυλο σου μ' ένα αγκάθι από έναν απ' αυτούς τους θάμνους εκεί απέναντι και άσε τρεις σταγόνες να πέσουν πάνω στο σώμα της γυναίκας σου. Μόλις το κάνεις αυτό, θα γυρίσει σ' εσένα". Ο Ταμ πετάχτηκε πάνω, έτρεξε σ' ένα μεγάλο θάμνο κι έκοψε ένα μυτερό αγκάθι. Ύστερα ξαναγύρισε τρέχοντας στο μονοπάτι, ευχαριστώντας ολόψυχα το τζίνι. Ο Ταμ κόντεψε να πέσει στο νερό στην απελπισμένη του προσπάθεια ν' ανέβει στη σχεδία. Σκαρφάλωσε πάνω της, σήκωσε το καπάκι της κάσας και τρύπησε τον αριστερό του δείκτη με το αγκάθι. Τρεις σταγόνες από το αίμα έπεσαν πάνω στη γυμνή παλάμη της Ντιέπ. Η Ντιέπ άνοιξε τα μάτια της σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο. Το ζαρωμένο, χλωμό της δέρμα ξαφνικά άνθησε παίρνοντας χρώμα και ζωντάνια. Ανάσανε και ανακάθισε, κοιτάζοντας γύρω της. Ο Ταμ την πήρε στην αγκαλιά του και την έσφιξε πάνω του με πάθος. 67


Το τζίνι είχε ακολουθήσει τον Ταμ και τώρα πλησίαζε το ζ ε υ γ ά ρ ι α ρ γ ά . Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με της Ντιέπ. "Μην ξεχάσεις τις υποχρεώσεις σου, Νχαν Ντιέπ" της είπε το τζίνι. "Να θυμάσαι πόσο αφοσιωμένος είναι ο άντρας σου. Ν' ανταποδίδεις την αγάπη του και να δουλεύεις σκληρά". Ύ σ τ ε ρ α απομακρύνθηκε από το συγκινημένο ζευγάρι, λέγοντας μόνο: "Φύγετε τώρα. Και να είστε και οι δυο σας ευτυχισμένοι".

Η ιστορία ήταν συναρπαστική και ήθελα να συνεχίσω να διαβάζω, όντας περίεργος να μάθω τι σχέση είχαν όλα αυτά με το κουνούπι. Όμως, τα βλέφαρά μου ήταν σαν μολυβένια βαρίδια και δεν είχα πια τη δύναμη να τα κρατήσω ανοιχτά. Ακούμπησα το βιβλίο στο κομοδίνο, προσπαθώντας να θυμηθώ αν η γιαγιά μου μου είχε διηγηθεί ποτέ αυτή την ιστορία όταν ήμουν μικρός. Μερικές από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι αυτές με τη γιαγιά μου να μου διαβάζει αργά το βράδυ. Ο ενθουσιασμός της για τα λαϊκά παραμύθια των προγόνων της, σε συνδυασμό με το ταλέντο της να μιμείται διάφορες φωνές, δεν έπαψαν ποτέ να με γοητεύουν. «Αλλο ένα, Νάνα, άλλο ένα» επέμενα, κι εκείνη σχεδόν πάντα μου διηγιόταν άλλη μια ιστορία, κι ύστερα άλλη μία, μέχρι ν' αποκοιμηθώ, νιώθοντας πλημμυρισμένος από χαρά κι αγάπη. Με τη λάμπα του κομοδίνου σβηστή, το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Καθώς τα μάτια μου προσαρμόστηκαν σιγά σιγά, μπόρεσα να διακρίνω τα διάφορα σχήμα68


τα των επίπλων. Άρχισα να νιώθω κάποια νοσταλγία για το σπίτι μου και λαχταρούσα την άνεση και την οικειότητα του δικού μου δωματίου. Στις σκιές, η μοναδική βιβλιοθήκη που ήταν στημένη απέναντι από το κρεβάτι έμοιαζε μ' ένα μαύρο, γωνιώδη μονόλιθο. Κοιτάζοντας ψηλά το ταβάνι, θυμήθηκα πόσο διαφορετικές μου είχαν φανεί οι διαστάσεις του σπιτιού απέξω. Υπήρχε ένα τριγωνικό χάσμα ανάμεσα στο πάνω μέρος της βιβλιοθήκης και το ταβάνι, πράγμα που σήμαινε ότι το ένα ή το άλλο δεν ήταν εντελώς επίπεδο. Χαζεύοντάς το για μερικά δευτερόλεπτα, άρχισα να νιώθω ζάλη, κι έτσι γύρισα στο αριστερό μου πλευρό κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Καθώς έκλεινα τα μάτια, σκέφτηκα ότι ο Μάθερ φαινόταν να είναι ένα πολύ φιλικό άτομο. Τον περιέβαλλε όμως κι ένα πέπλο μυστηρίου, σαν να κρατούσε κάτι κρυφό. Είχα την αίσθηση ότι η ιστορία του, είτε ήταν αληθινή είτε όχι, σίγουρα άξιζε τον κόπο ν' ασχοληθεί κανείς μαζί της, αν μη τι άλλο για να μάθει περισσότερα σχετικά με τον ίδιο. Οι σκέψεις μου έμειναν επικεντρωμένες στον οικοδεσπότη μου, στο σπίτι και στην υπόσχεση που περιέκλειε το γράμμα του Μάθερ, ώσπου κάποια στιγμή οι σκέψεις μου διαλύθηκαν και με πήρε ο ύπνος. Την επόμενη φορά που άνοιξα τα μάτια μου, ήταν γεμάτα δάκρυα. Δεν βρισκόμουν πια στο κρεβάτι, αλλά στεκόμουν πάνω σε μια σχεδία, που κατέβαινε ένα πλατύ ποτάμι, με μόνο ένα φέρετρο για συντροφιά. Ξαφνικά η σχεδία σταμάτησε στη βάση ενός πανύψηλου βουνού, στρω69


μένου με λουλούδια, από όπου αναδύονταν οι πιο υπέροχες ευωδιές. Σαν να είχε το σώμα μου δική του θέληση, βγήκε στη στεριά και ξαφνικά βρέθηκα να περπατάω κάτω από χρωματιστά δέντρα φορτωμένα καρπούς. Συνέχισα ν' ανηφορίζω, μέχρι που σταμάτησα σ' ένα μικρό ξέφωτο για να πάρω ανάσα. Εκείνη τη στιγμή, διέκρινα το γέρο στο μονοπάτι μπροστά μου να γέρνει πάνω σ' ένα παράξενο ραβδί από μπαμπού. Τα μαλλιά του ήταν μακριά και λευκά και ανέμιζαν ελαφρά στο αεράκι. Το δέρμα του ήταν σκούρο, στεγνό και ζαρωμένο, αλλά τα μεγάλα του μάτια έδειχναν νεανικά και σπινθηροβολούσαν παιχνιδιάρικα. Μια μεγάλη λευκή κάπα από λεπτό, σχεδόν διαφανές ύφασμα τον τύλιγε και σερνόταν πίσω του, ενώ το σώμα του ήταν ντυμένο μ' ένα λαμπερό γαλάζιο μανδύα που άστραφτε στον ήλιο. Μου συστήθηκε ως Τιεν Τάι, το τζίνι με τις θεραπευτικές ιδιότητες, και έδειχνε να γνωρίζει ποιος ήμουν. «Νγκοκ Ταμ, ξέρω για σένα και για τις αρετές σου» είπε ο γέροντας. «Είσαι ένας καλός και στοργικός άντρας». Του είπα ότι το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η αγαπημένη μου. «Η γυναίκα σου ασκεί ακόμα μεγάλη επίδραση επάνω σου, Νγκοκ Ταμ,» συνέχισε «αλλά θα πρέπει να αφήσεις την πληγή του χαμού της να γιάνει. Δέξου ότι τώρα σου έχει αρνηθεί την αγάπη της, κι έτσι θα μπορείς να ζήσεις αληθινά». «Όχι» επέμενα. «Δεν θα την αφήσω έτσι. Δεν μπορώ 70


να συνεχίσω να ζω χωρίς τη μεγάλη μου αγάπη. Καλύτερα τότε να πεθάνω κι εγώ!» «Θα πρέπει ν' αποδεχτείς...» «Όχι!» ούρλιαξα πεισματικά. «Δεν μπορώ!» Οι παλάμες μου ήταν σφιγμένες σε γροθιές. Έ ν α άγριο βασανιστήριο έκανε το σώμα μου να τρέμει, σφίγγοντας τους μυς μου σε κόμπους. Ο γέροντας με κοίταξε διαπεραστικά πολλή ώρα, κι ύστερα πήρε μια απογοητευμένη έκφραση παραίτησης. «Πολύ καλά λοιπόν» είπε υποχωρώντας. «Αν είναι αυτή η επιλογή σου, να τι θα κάνεις: τρύπησε το δάχτυλο σου με ένα αγκάθι από τους θάμνους εκεί απέναντι και άσε τρεις σταγόνες να πέσουν στο σώμα της πεθαμένης σου γυναίκας. Κάνε το αυτό και θα γυρίσει κοντά σου». Κατευθύνθηκα σε μια μεγάλη συστάδα από τριανταφυλλιές. Έκοψα ένα πολύ μυτερό αγκάθι, κι ύστερα κατηφόρισα το μονοπάτι τρέχοντας. Πηδώντας πάνω στη σχεδία, σήκωσα το καπάκι τής κάσας και είδα το αξιοθρήνητο, άπνοο σώμα μιας κάποτε ωραίας γυναίκας. Τσίμπησα τον αριστερό μου δείκτη με το αγκάθι και πίεσα ώστε να χυθούν τρεις σταγόνες αίμα, που έπεσαν πάνω στην ανοιχτή μου παλάμη. Την ώρα που εκείνη άνοιγε τα μάτια της, ξύπνησα.

71


3. Η εξερεύνηση

Έμεινα αρκετή ώρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ξαναφέρνοντας στο νου μου το όνειρο. Ήταν τόσο αληθοφανές, τόσο διαφορετικό απ' όσα είχα δει μέχρι τότε. Κάθε όνειρο είναι αλλόκοτο και μοναδικό με το δικό του τρόπο, αλλά το όνειρο που είχα δει εκείνη τη νύχτα ήταν το κάτι άλλο. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα, και άρχισα να βαριέμαι να βλέπω το φως της μέρας να κατακτά σιγά σιγά το δωμάτιο. Βγήκα από το κρεβάτι, πλΰθηκα στα γρήγορα και ντύθηκα. Διαπιστώνοντας ότι το σπίτι ήταν σιωπηλό και ο Μάθερ βρισκόταν ακόμα στο δωμάτιο του, αποφάσισα να πάρω λίγο φρέσκο αέρα και να καθαρίσω το μυαλό μου από τις έντονες και παράξενες εικόνες που μου είχε αφήσει το όνειρο. Μολονότι ανυπομονούσα να καταγράψω την ιστορία που είχε να μου διηγηθεί ο Μάθερ, εκείνος είχε πει ότι θα παίρναμε το πρωινό μας στις οχτώ, και δεν ήθελα να φανώ αγενής ή αχάριστος ενοχλώντας τον πολύ νωρίς. Το ρολόι μου έδειχνε μόλις εφτά και δέκα. Προσπάθησα να μην κάνω θόρυβο καθώς τραβούσα τον τεράστιο συρτή στο πάνω μέρος της εξώπορτας. Ανοί73


γοντάς την, αντίκρισα ένα παχύ στρώμα ομίχλης, που απλωνόταν κοντά στο έδαφος ακριβώς απέξω, δίνοντας στο μικρό ξέφωτο μια αλλόκοτη, αιθέρια όψη. Περπάτησα αρκετή απόσταση από το σπίτι, μέσα στην ομίχλη. Μου έκανε εντύπωση πόσο πυκνή ήταν. Στροβιλιζόταν και χωριζόταν καθώς άνοιγα δρόμο ανάμεσα στα δέντρα πριν βγω στην ακτή. Η ομίχλη ήταν πιο αραιή πάνω στο νερό, όμως αγκάλιαζε όλη την επιφάνειά του μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ατένισα τη λίμνη και προσπάθησα να διακρίνα) την πόλη και την αποβάθρα, μα η ομίχλη τις έκρυβε. Δεν έβλεπα τίποτε άλλο εκτός από βράχους, δέντρα και νερό. Κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό, με έπιασε ένα είδος ζάλης και ένιωσα σαν υπνωτισμένος από τα σύννεφα που περνούσαν. Με κάποια προσπάθεια, έστρεψα απότομα την προσοχή μου μακριά και αναζήτησα ίχνη της βάρκας που είχα τσακίσει στα βράχια την προηγούμενη μέρα. Δεν υπήρχε τίποτα, ούτε ένα κομματάκι ξύλο που να προβάλλει μέσα από την ομίχλη ή να είναι σπαρμένο στην αμμουδιά. Αναρωτήθηκα πού να ήταν η βάρκα τού Μάθερ. Φαντάστηκα ότι θα ήταν προστατευμένη κάπου, ίσως σ' ένα λεμβοστάσιο, όπου δεν θα κινδύνευε από τις καταιγίδες και δεν θα μπορούσε να την πάρει η θάλασσα. Καθώς είχα ακόμα αρκετή ώρα μέχρι το πρωινό, αποφάσισα να ρίξω άλλη μια ματιά τριγύρω. Επέστρεψα στο σπίτι κι ύστερα το προσπέρασα από τ' αριστερά, όπου βρήκα ένα κακοτράχαλο μονοπάτι που 74


περνούσε μέσα από τα δέντρα. Ένιωθα τον αέρα να ζεσταίνεται και παρατήρησα ότι η ομίχλη γύρω από τους αστραγάλους μου είχε αρχίσει να αραιώνει. Είχα ένα καλό προαίσθημα ότι η μέρα αυτή θα ήταν πιο φωτεινή και πιο ήρεμη από την προηγούμενη. Τι καλά που θα ήταν αν είχα καθυστερήσει μια μέρα το ταξίδι μου από το Λονδίνο! Τσως τότε να είχα να δώσω τη βάρκα πίσω στο λιμενάρχη. Μολονότι το μονοπάτι δεν είχε, σε γενικές γραμμές, πολλά εμπόδια, χρειάστηκε συχνά ν' ανοίγω δρόμο σπρώχνοντας μέσα από κλαδιά και θάμνους για να προχωρήσω μπροστά. Ο αέρας ανέδιδε ένα υπέροχο άρωμα λουλουδιών, και η ησυχία που επικρατούσε σε όλη την περιοχή ήταν καταπραϋντική. Το μονοπάτι συνεχιζόταν με ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στα δέντρα, καταλήγοντας σ' ένα δεύτερο, μικρότερο ξέφωτο. Προς τ' αριστερά υπήρχε ένας σωρός από βράχους και πιο πίσω ανοιγόταν μια πλατιά θέα προς τη λίμνη. Βάδισα προς τα εκεί και παρατήρησα ότι μια ανώμαλη χωμάτινη πλαγιά κατηφόριζε προς μια μικρή αμμουδιά. Σχεδόν κρυμμένο ανάμεσα στα κρεμαστά κλαδιά των δέντρων, διακρινόταν ένα υπόστεγο. Είχε πράσινο χρώμα, μα η μπογιά είχε ξεθωριάσει και ξεφλουδίσει από την πολύχρονη έκθεση στον ήλιο. Πλησίασα, για να το περιεργαστώ από κοντά. Το υπόστεγο είχε κατασκευαστεί, μάλλον βιαστικά απ' ό,τι έδειχνε η όψη του, από κάθετες ξύλινες σανίδες. Η 75


πόρτα ήταν κλειδωμένη με λουκέτο, αλλά από μια λεπτή χαραμάδα ανάμεσα σε δυο σανίδες μπόρεσα να ρίξω μια ματιά στο εσωτερικό του. Δέσμες φωτός περνούσαν μέσα, αποκαλύπτοντας ένα τεράστιο γαλάζιο πλαστικό σεντόνι, που σκέπαζε κάτι που υπέθεσα ότι ήταν βάρκα. Από μια παρόρμηση της στιγμής, προσπάθησα να τραβήξω το λουκέτο για ν' ανοίξει, αλλά εκείνο έμεινε αμετακίνητο. Η κλειδαριά, σε αντίθεση με το υπόστεγο, είχε σχεδιαστεί με τρόπο, ώστε ν' αντέχει τη δριμύτητα των στοιχείων της φύσης. Καθώς γύρισα από το υπόστεγο και άρχισα να σουλατσάρω στη μικρή αμμουδιά, άκουσα ένα θόρυβο, σαν μια πόρτα να χτυπά με δύναμη κάπου μακριά. Ο Μάθερ θα πρέπει να αντιλήφθηκε την απουσία μου και είχε βγει έξω για να με βρει. Κίνησα να γυρίσω στο σπίτι, και στο δρόμο σκεφτόμουν ότι τελικά ίσως δεν ήταν και τόσο άσχημο να κατοικείς στο νησί. Το καλοκαίρι η λίμνη θα πρέπει να ήταν πανέμορφη. Περπατούσα με ζωηρό βήμα απολαμβάνοντας την αίσθηση του πολύ πρωινού ήλιου στο πρόσωπο μου. Όταν έφτασα στο ξέφωτο, το μάτι μου πήρε τον Μάθερ να εξαφανίζεται ανάμεσα στα δέντρα προς την άλλη παραλία. Τον ακολούθησα και τον βρήκα σε κατάσταση αλλοφροσύνης, να βηματίζει πάνω κάτω στην άμμο, ανιχνεύοντας τον ορίζοντα με τα μάτια μισόκλειστα. Στάθηκα για λίγο κοιτάζοντάς τον να κάνει μερικά βήματά μέσα στο νερό, βρέχοντας τα παπούτσια και τις κάλτσες του.

76


«Κύριε Μάθερ» φώναξα, νιώθοντας ότι ήταν ώρα να βάλω τέλος στην ανησυχία του. Στράφηκε προς το μέρος μου και, μολονότι ξαφνιάστηκε από τον ήχο της φωνής μου, η ανακούφισή του ήταν άμεση. Έ ν α χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του και προχώρησε προς το μέρος μου, χωρίς προφανώς να έχει πάρει είδηση το νερό που πιτσίλιζε το παντελόνι του. «Δόξα τω Θεώ» είπε με μάτια ορθάνοιχτα, που έδιναν στο πρόσωπο του μια ακόμα πιο παράξενη έκφραση. «Για μια στιγμή ήμουνα..., νόμιζα πως σας είχα χάσει». «Όχι, όχι. Ξύπνησα νωρίς και δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ κι ύστερα αποφάσισα να κάνω μια βόλτα». Ο Μάθερ κοντοστάθηκε για μια στιγμή, εξετάζοντας το πρόσωπο μου σαν κάτι να έψαχνε. «Λυπάμαι που έχει τόσο λίγα πράγματα να δει κανείς εδώ». Έσκυψε κι έριξε μια ματιά στα πόδια του, παρατηρώντας για πρώτη φορά ότι οι αστράγαλοι του ήταν βρεγμένοι. «Ωχ, ωχ. Κοιτάξτε πώς έγινα». Χοροπήδησε πέρα δώθε με τρόπο σχεδόν κωμικό, μέχρι που ξαναβρέθηκε πίσω στην άμμο. «Λυπάμαι ειλικρινά που σας ανησύχησα» είπα. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Πόσο... πόσο μακριά φτάσατε;» Αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε την όχθη προς τα δέντρα, με τον Μάθερ να τινάζει μάταια τα μουσκεμένα του παντελόνια. «Μόνο μέχρι την αμμουδιά στην άλλη πλευρά του νησιού. Εκείνη με το υπόστεγο». 77


«Α, το λεμβοστάσιο». Η φωνή του είχε μια νευρικότητα που με παραξένεψε. Δεν είχα αποπειραθεί να φύγω από το νησί. Ίσως ανησυχούσε απλώς για την ασφάλεια μου, αλλά μου φάνησε κάπως υπερβολική η αγωνία του για το πού είχα πάει. «Το κρατάω κλειδωμένο» είπε ωμά. «Δεν ανησυχείτε όμως μη σας κλέψουν τη βάρκα, ε; Είχα την εντύπωση πως δεν έχετε πολλούς επισκέπτες». «Όχι, δεν έχω. Μόνο που» χαμογέλασε λίγο αμήχανα «έχω μια περίεργη εμμονή σχετικά με την ασφάλεια. Το ξέρω πως είναι κουτό, έτσι απομονωμένος που ζω, αλλά, να, δεν μπορώ να το ελέγξω. Αν η βάρκα εξαφανιζόταν, τότε θα...» «Μην ανησυχείτε, καταλαβαίνω. Και δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε μήπως την πάρω και φύγω». «Και βέβαια όχι. Δεν εννοούσα αυτό - υποθέτω ότι ανησυχώ πολύ εύκολα». Γέλασε. «Παρακαλώ, μη μου δίνετε σημασία - μη σας απασχολεί άλλο το θέμα». Ο Μάθερ άνοιξε την εξώπορτα και μπήκε ξανά μέσα στο σπίτι. «Γιατί δεν κάθεστε στο σαλόνι μέχρι να ετοιμάσω πρωινό;» είπε καθοίς έβγαινε από το δωμάτιο. «Εντάξει» αποκρίθηκα, ελπίζοντας ότι θα φτάναμε σύντομα στο θέμα μας. «Ευχαριστώ. Ελπίζω να μπορέσουμε ν' αρχίσουμε να μιλάμε για την ιστορία μας σε λίγο. Θα πρέπει στ' αλήθεια να γυρίσω στη δουλειά μου όσο το δυνατόν πιο σύντομα». «Σας καταλαβαίνω απόλυτα» ήρθε η απάντηση από 78


την κουζίνα. «Και πραγματικά σας ζητώ συγγνώμη που σας καθυστέρησα. Αυτός ο αναθεματισμένος ο καιρός! Σας διαβεβαιώνω, όμως, ότι θα είναι μια ιστορία που θ' αξίζει την αναμονή σας. Η Λαίδη θα σας πάρει κυριολεκτικά την ανάσα». Υπέθεσα ότι λέγοντας «η Λαίδη» υπονοούσε το κουνούπι, αλλά μου φάνηκε παράξενη η επιλογή των λέξεων. «Τέλεια» απάντησα, μολονότι ο Μάθερ μπορεί να μη βρισκόταν σε απόσταση ακοής. Ένιωσα λίγο αμήχανα που με άφησε εκεί μόνο μου χωρίς να ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Μην μπορώντας να μείνω ακίνητος, βγήκα από το καθιστικό και διέσχισα το χολ προς την κουζίνα. Η κουζίνα βρισκόταν κι αυτή στην πρόσοψη του σπιτιού και το παράθυρο της έβλεπε στο ξέφωτο. Δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο την περίμενα, αλλά, μιας και ο Μάθερ ζούσε μόνος του, υπέθεσα ότι θα του ήταν υπεραρκετή. Υπήρχε, όπως είχα φανταστεί, μια κουζίνα γκαζιού, αλλά και αρκετές ηλεκτρικές συσκευές - ψυγείο, βραστήρας νερού και τοστιέρα. Ο Μάθερ στεκόταν έχοντάς μου γυρισμένη την πλάτη, απορροφημένος από τις σκέψεις του. «Πού είναι λοιπόν η γεννήτρια;» ρώτησα, ξαφνιάζοντάς τον για δεύτερη φορά εκείνο το πρωί. Έξυσε το μέτωπο του και έγνεψε με το κεφάλι προς το πίσω μέρος του κτιρίου. «Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης την είχε εγκαταστήσει μέσα σ' ένα ηχομονωμένο καλύβι πίσω από το σπίτι. Είναι ένα σχετικά μικρό μοντέλο που λειτουργεί με πετρέλαιο. Ευτυχώς δεν χρειάζεται να πη79


γαίνω μέσα εκεί πολΰ συχνά για ν' αλλάξω καύσιμα. Καταναλώνω πολύ λίγο ηλεκτρικό, αλίμονο μου όμως αν ποτέ χαλάσει». «Ναι, αυτή θα πρέπει να είναι μια τρομακτική σκέψη. Υπάρχουν λοιπόν άλλα κτίσματα στο νησί;» τον ρώτησα καθώς γέμιζε το βραστήρα με νερό. Τον ακούμπησε στην πλαστική βάση του και πάτησε το διακόπτη. 'Υστερα στράφηκε προς το μέρος μου με μια έκφραση που έδειχνε ότι δεν του άρεσε η περιέργειά μου. «Συγγνώμη αν γίνομαι αδιάκριτος» είπα. «Είναι μέρος της δουλειάς μου, δυστυχώς». Ο Μάθερ χαμογέλασε μ' αυτό. «Καθόλου. Θα έπρεπε να το περιμένω». Άνοιξε την ψωμιέρα και έβγαλε από μέσα μια φραντζόλα κομμένη σε φέτες. «Όχι, αυτό είναι το μοναδικό κτίσμα στο νησί». Αναρωτήθηκα πόσο συχνά περνούσε στην απέναντι στεριά για προμήθειες. Θα έπρεπε να κάνει συχνά ταξίδια, αν τρεφόταν κυρίως με ψωμί και φρέσκα προϊόντα κι όχι με κονσέρβες. Είτε αυτό είτε είχε κανονίσει να του φέρνουν στο νησί φρέσκα τρόφιμα. Πήρε τέσσερις λεπτές φέτες ψωμί και τις έβαλε μέσα στην τοστιέρα. «Θα αγαπήσετε τη Λαίδη. Ανυπομονώ πότε θα έρθει η στιγμή να τη δείτε». «Ναι την περιμένω κι εγώ με λαχτάρα». Δεν ήμουν εντελώς σίγουρος αν το εννοούσα αυτό ή όχι. Ακόμα δεν ήξερα αν ο Μάθερ έλεγε την αλήθεια ή αν η ιστορία του για το ότι το κουνούπι αυτό ήταν το μοναδικό στο είδος 80


του αποτελούσε ένα κάρο ψέματα. Απομακρύνθηκε από την τοστιέρα και έβγαλε μερικά πιάτα από το ντουλαπάκι πάνω απ' το νεροχύτη. «Λοιπόν, κύριε Ριβς... πώς τα πάτε με τα κουνούπια;» «Ορίστε;» «Τι γνωρίζετε γι' αυτά;» «Ω, όχι και πολλά πράγματα, ομολογώ. Μόνο το ότι δεν μ' αφήνουν ποτέ στην ησυχία μου στις διακοπές. Τράβηξα ένα τεράστιο από τη γάμπα μου πέρσι στη Τζαμάικα. Το έλιωσα. Δεν μ' αρέσει να σκοτώνω ζωντανά πλάσματα, όμως σίγουρα εκείνο θα ξαναδοκίμαζε να μου επιτεθεί, έτσι δεν είναι;» «Εκείνη» είπε ο Μάθερ. «Ορίστε;» «Εκείνη». Άφησε τη λέξη να αιωρείται στον αέρα, ενώ εγώ στεκόμουν στην πόρτα νιώθοντας ελαφρώς απορημένος. Έριξε δύο φακελάκια του τσαγιού μέσα σε μια ξεθωριασμένη καφετιά τσαγιέρα και είπε: «Εκείνη θα δοκίμαζε ξανά να σας επιτεθεί, όχι εκείνο. Μόνο το θηλυκό κουνούπι δαγκώνει ανθρώπους». «Α, κατάλαβα». Παρατηρούσα τον Μάθερ ενώ έπαιρνε το βραστήρα και έχυνε το βραστό νερό μέσα στην τσαγιέρα. «Ώστε τα αρσενικά δεν ενοχλούν τους ανθρώπους;» «Να σας πω» άρχισε να λέει ο Μάθερ, τοποθετώντας ξανά το βραστήρα στη βάση του. Η έκφρασή του ήταν σοβαρή, αλλά διαισθάνθηκα ότι τον ευχαριστούσε να μου 81


δίνει αυτό το άτυπο μάθημα. «Υπάρχουν περιπτώσεις αρσενικών που τσιμπάνε ανθρώπους, αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια. Μάλλον βρίσκονται... σε σύγχυση». «Σε σύγχυση; Δηλαδή νομίζουν ότι είναι κορίτσια;» Ο Μάθερ μού έριξε ένα αποδοκιμαστικό βλέμμα, δείχνοντας ότι δεν εκτιμούσε καθόλου την προσπάθειά μου να κάνω χιούμορ. «Εμ, όχι ακριβώς. Απλώς έκαναν λάθος, αυτό είναι όλο. Συμβαίνουν τέτοια πράγματα». Ακουγόταν κάπως εκνευρισμένος από την τροπή που είχε πάρει η συζήτηση. «Τα αρσενικά τρέφονται από τη βλάστηση, βλέπετε. Και τα θηλυκά κάνουν το ίδιο, αλλά χρειάζεται να βάλουν στο στομάχι τους και αίμα, γιατί η πρωτεΐνη που περιέχει βοηθάει στην παραγωγή των αυγών». «Κατάλαβα. Ώστε γίνεται περισσότερο για λόγους αναπαραγωγής παρά αυτοσυντήρησης;» «Σωστά. Πίνουν αίμα μόνο και μόνο για να βοηθήσουν την αναπαραγωγή». «Ώστε πάτησα μια κυρία. Τι αγένεια!» «Πραγματικά». Ο Μάθερ τοποθέτησε τα φλιτζάνια και τα πιάτα σ'ένα μεγάλο δίσκο. «Θα σας πείραζε να μου δώσετε ένα χεράκι;» «Ευχαρίστως». Πρόσθεσε μια μεγάλη πιατέλα με τοστ, λίγο βούτυρο και μαρμελάδα και δύο χαρτοπετσέτες. «Θα φέρω μέσα τα υπόλοιπα» είπε. «Σύμφωνοι». Έκανα μεταβολή και βγήκα από την κουζίνα, κουβαλώντας το δίσκο στο σαλόνι, όπου το ακούμπη82


σα σ' ένα τραπεζάκι πλάι σε μια πολυθρόνα. Ο Μάθερ ακολούθησε αμέσως με το τσάι. Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο πεινούσα. Κάθισα λοιπόν σε μια από τις πολυθρόνες και άρχισα να γεμίζω το στομάχι μου. Τα πουλιά κελαηδούσαν ακόμα έξω στα δέντρα καθώς έτρωγα το τοστ μου σταματώντας μόνο για να καταπιώ μερικές γουλιές τσάι. Για άλλη μια φορά είχα ξαφνικά την αίσθηση ότι ίσως να είχα κάνει τζάμπα τόσο ταξίδι. Ανυπομονούσα να τελειώσω τη δουλειά μου στο νησί και να ξεκινήσω το ταξίδι του γυρισμού για το Λονδίνο. Στο κάτω κάτω έπρεπε να επιστρέψω στη δουλειά μου. Μολαταύτα, αποφάσισα να καθυστερήσω λίγο περισσότερο πριν πω κάτι που μπορεί να έμοιαζε αγενές. Ακουμπώντας πίσω στο κάθισμά μου με το τσάι, τον περίμενα να συνεχίσει τη συζήτηση. Είχε το αποστασιοποιημένο ύφος που ήταν τόσο συνηθισμένο στους καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο. Φαντάζομαι ότι θα πίστευε κι αυτός ότι, για να κάνει κάποιος μια ομιλία, θα πρέπει να σκεφτεί όσο το δυνατόν περισσότερο το θέμα του πριν ξεκινήσει, και όχι να μιλήσει απροετοίμαστος. Μόνο όταν είχε τελειώσει το φαγητό του συνέχισε. «Βλέπετε, κύριε Ριβς, το αρσενικό κουνούπι δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους εντομολόγους» είπε, καθαρίζοντας τα δόντια του με τη γλώσσα. «Δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας κηφήνας. Από τη στιγμή που θα γίνει η γονιμοποίηση, έχει φύγει από το προσκήνιο. Μπορεί να κάνει ό,τι θέλει μέχρι τελικά να 83


αφήσει την τελευταία του πνοή. Η θηλύκια είναι αυτή που έχει αληθινή σημασία». «Κατάλαβα». «Αυτή είναι εκείνη που μας τρυπάει - μας παραβιάζει αν θέλετε». Χαμογέλασε πλατιά. «Σωστά. Μιλήστε μου λοιπόν λίγο για την ελονοσία» είπα, προσπαθώντας να έρθω στο θέμα της επίσκεψής μου. «Ελονοσία;» Ή π ι ε μια γουλιά τσάι, κοιτάζοντάς με παράξενα. «Ναι. Πώς τη μεταδίδει ένα κουνούπι; Πώς την κολλάει εξαρχής;» Ο Μάθερ κοίταξε μέσα από το παράθυρο πέρα στον ορίζοντα στ' αριστερά μου. Έκοψε ένα κομμάτι τοστ από τη δεύτερη φέτα του και την έβαλε στο στόμα του. Ήταν ξεκάθαρο ότι απολάμβανε μια σπάνια ίσως ευκαιρία να εκπαιδεύσει κάποιον στο αγαπημένο του θέμα. «Πολλοί άνθρωποι υποθέτουν λανθασμένα» είπε μασουλώντας ακόμα «ότι κατά κάποιον τρόπο το κουνούπι ήταν εκείνο που έφερε στον κόσμο την ελονοσία και συνέχισε να τη μεταδίδει από άνθρωπο σε άνθρωπο, σαν να ήταν μια ιπτάμενη δηλητηριασμένη βελόνα». Έ ν α αεροπλάνο πέταξε πάνω από τα κεφάλια μας, διακόπτοντας προσωρινά τη διήγηση του οικοδεσπότη μου. Ίσως η απομόνωση του νησιού με είχε ήδη επηρεάσει, καθώς ο ήχος του αεροπλάνου μού φάνηκε σαν ένας

84


καθησυχαστικός σύνδεσμος με τον έξω κόσμο. Ο Μάθερ περίμενε μέχρι να σβήσει τελείως ο θόρυβος. «Βλέπετε, το έντομο είναι φορέας ασθενειών. Δεν δημιουργεί την αρρώστια, απλώς τη μεταφέρει. Όταν πιει το αίμα ενός μολυσμένου ανθρώπου, πετάει μακριά και, χωρίς να το καταλαβαίνει, εκκολάπτει το παράσιτο της ελονοσίας μέχρι να πάρει αίμα από ένα άλλο άτομο, εισάγοντας το παράσιτο στην κυκλοφορία του αίματος του, όπου εκείνο πολλαπλασιάζεται και επιτίθεται. Η ελονοσία, βλέπετε, δεν είναι κάτι με το οποίο τα κουνούπια γεννιούνται. Πρέπει να πιουν το αίμα ενός ανθρώπου μολυσμένου απ' αυτήν. Το ίδιο συμβαίνει με τον κίτρινο πυρετό, το δάγκειο και τον ιό του Δυτικού Νείλου. Το κουνούπι είναι εξαιρετικά ικανό στο να μεταδίδει την αρρώστια, ακόμη κι αν δεν καταλαβαίνει καθόλου τι κάνει». «Είμαστε τυχεροί που βρισκόμαστε ακόμα εδώ λοιπόν» είπα. «Χμ». Ο Μάθερ το σκέφτηκε για λίγο. «Ναι, ίσως. Θα πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν ένα συγκεκριμένο είδος ή μια συγκεκριμένη αρρώστια. Αν υπήρχαν, ας πούμε, χιλιάδες φορές περισσότερα κουνούπια στον κόσμο απ' ό,τι υπάρχουν σήμερα, μπορεί να περνούσαν μεγάλο μέρος του χρόνου τους με το να επιτίθενται το ένα στο άλλο για να εξασφαλίσουν ζωτικό χώρο, κι έτσι να μην ασχολούνταν μαζί μας. Αν δεν αλληλοεξοντώνονταν, μπορεί στο τέλος να εξαφάνιζαν τις αρρώστιες των οποίων είναι φο85


ρείς με το να τις μεταδίδουν πολΰ αραιά. Ίσως όσο περισσότερο εξαπλώνεται μια ασθένεια, τόσο μικρότερη δύναμη έχει, και τόσο πιο ανθεκτικοί γινόμαστε σ' αυτήν. «Αλλά» χαμογέλασε «πολύ φοβάμαι ότι όλα αυτά είναι απλώς υποθέσεις. Δεν είμαι ειδικός στις τροπικές ασθένειες, απλώς θεωρητικολογώ. Αν και το καθετί στη (ρύση τελικά εξαντλείται. Τίποτα δεν είναι ανεξάντλητο αν δει κανείς τα πράγματα σε βάθος χρόνου. Αν μια συγκεκριμένη αρρώστια γινόταν πιο διαδεδομένη, υπάρχει μια πιθανότητα η ανθρώπινη φυλή να γινόταν πιο ανθεκτική σ' αυτήν και τα συμπτώματα, με τον καιρό, να ήταν λιγότερο σοβαρά. Αλλά δεν μιλάμε για το κοινό συνάχι. Η ελονοσία είναι σίγουρα εχθρική προς τον άνθρωπο και είναι απίθανο να γίνουμε κάποτε ανθεκτικοί σ' αυτήν». Σταμάτησε και αναλογίστηκε τι είχε πει. «Είναι ωστόσο ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα. Είμαι σίγουρος ότι κάποιος έχει γράψει βιβλίο γι' αυτό». Μολονότι όλα αυτά απείχαν πολύ από το θέμα που με είχε φέρει στο νησί, υπήρχε μια πιθανότητα να μπορούσα να χρησιμοποιήσω κάτι απ' όσα έλεγε ο Μάθερ ως βάση για ένα άρθρο, ενισχυμένο ίσως με πληροφορίες που μπορεί να έβρισκα στο διαδίκτυο. Ο Ντέρεκ μού είχε πει να γυρίσω με κάτι. Τσως μια ιστορία για κουνούπια και για θεωρίες περί κουνουπιών θα ήταν ένα ικανοποιητικό υποκατάστατο. Τσως μάλιστα κάτι ορθολογιστικό, που θα έδινε τροφή για σκέψη, ν' αποτελούσε μια ωραία αλλαγή για το περιοδικό. 86


«Συγγνώμη μια στιγμή» είπε ο Μάθερ, καθώς ακουμπούσε το φλιτζάνι του στο δίσκο και σηκωνόταν όρθιος. «Ένα δευτερόλεπτο θα κάνω. Τελειώσατε;» Έκανε μια χειρονομία προς το τσάι μου. Ήπια τις τελευταίες σταγόνες κι ύστερα του έδωσα το φλιτζάνι. «Ευχαριστώ. Δεν είμαι φανατικός τεϊοπότης, μα αυτό ήταν πολύ καλό». «Παρακαλώ». Σήκωσε το δίσκο και βγήκε από το δωμάτιο. Τον άκουσα να τον ακουμπάει στο νεροχύτη και ύστερα ν' ανοίγει τη βρύση. Λίγα λεπτά αργότερα, ακούστηκαν στο διάδρομο βήματα και ένας θόρυβος που υπέθεσα πως ήταν η πόρτα του μπάνιου που έκλεινε. Όση ώρα έλειπε ο Μάθερ, έριξα άλλη μια ματιά στο σαλόνι. Στο φως της μέρας, έδειχνε μεγαλύτερο. Πλησίασα τους σωρούς των βιβλίων, που ήταν στριμωγμένα όλα μαζί στα ράφια απέναντι από το παράθυρο. Μερικά απ' αυτά ήταν πολύ παλιά. Πολλά ήταν δεμένα μ' ένα χοντρό υλικό και κάποια είχαν αποτυπωμένα επάνω τους ανάγλυφα γράμματα και σχέδια. Μερικοί τόμοι έμοιαζαν μισοδιαλυμένοι, και μεμονωμένες σελίδες προεξείχαν από μέσα τους. Πήρα στα χέρια μου μία απ' αυτές τις εκδόσεις για να την περιεργαστώ καλύτερα, προσέχοντας να μην προξενήσω περισσότερη ζημιά, και συνειδητοποίησα ότι το βιβλίο δεν ήταν καθόλου διαλυμένο. Οι σελίδες που προεξείχαν σε διάφορα σημεία, στην πραγματικότητα προέρχονταν από άλλα βιβλία. Ο Μάθερ έμοιαζε να τις χρησιμοποιεί ως σελιδοδείκτες. Το γιατί ήθελε να κάνει

87


κάτι τέτοιο ήταν ένα μυστήριο, εκτός αν είχε σκίσει τις σελίδες από κάποιο βιβλίο που σκόπευε να πετάξει. Όμως, αν λάβει κανείς υπόψη του τον αριθμό των βιβλίων που είχε στη συλλογή του ο Μάθερ, δύσκολα θα πίστευε ότι ο άνθρωπος αυτός μπορούσε να γίνει τόσο καταστροφικός. Ο τόμος που κρατούσα στα χέρια μου ήταν ένα εγχειρίδιο ανατομίας με τίτλο Σωματικές αναλογίες, γραμμένο από το Σεβασμιότατο Σ.Ν. Ταντίκα. Υπήρχαν μέσα του αμέτρητες σελίδες από ένα άλλο βιβλίο, που θα πρέπει να ήταν κάπως μικρότερο, αν κρίνει κανείς από τη διαφορά στο μέγεθος της σελίδας. Τα φύλλα αυτά είχαν παρεμβληθεί σε τακτικά διαστήματα. Άνοιξα το βιβλίο σε μία από τις σημειωμένες σελίδες και βρήκα ένα σκίτσο που απεικόνιζε ένα ανθρώπινο συκώτι. Τσεκάροντας μερικές από τις υπόλοιπες σελίδες με τους σελιδοδείκτες, βρήκα και άλλα διαγράμματα διαφόρων οργάνων. Ήταν ξεκάθαρο ότι κάποτε ο Μάθερ είχε μελετήσει λεπτομερώς το βιβλίο, πιθανότατα την εποχή που ήταν φοιτητής της ιατρικής. Έδειχνε καλά διατηρημένο, μιας και δεν είχε καθόλου σκόνη επάνω του, αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε με πολλούς από τους υπόλοιπους τίτλους. Επιστρέφοντας από τη βιβλιοθήκη, παρατήρησα άλλη μία από τις κορνιζαρισμένες σιλουέτες του Μάθερ, κρεμασμένη αριστερά από το παράθυρο. Δεν ξέρω γιατί δεν την είχα δει πρωτύτερα, αλλά τώρα, στο φως της ημέρας, ήταν δύσκολο να μου διαφύγει. Κρίνοντας από τη μακριά προβοσκίδα που εκτεινόταν από το κεφάλι, κατάλαβα 88


πως ήταν ένα κουνούπι, αλλά είχε περίπου το μέγεθος μικρού πουλιού. Γραμμένες κάτω από την καλοσχεδιασμένη εικόνα, με καθαρό, κομψό γραφικό χαρακτήρα, ήταν οι λέξεις: Κόκκινος Γάγγης (Πραγματικό μέγεθος) «Μεγάλη δεν είναι;» είπε ο Μάθερ από την πόρτα. Αναπήδησα ξαφνιασμένος. «Ναι, σίγουρα είναι». Δυσκολεύτηκα να αποσπάσω την προσοχή μου από την εικόνα. «Όμως, δεν είναι στ' αλήθεια τόσο μεγάλο, ε;» «Και βέβαια είναι. Κι αν με ακολουθήσετε, θα το αποδείξω». Έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε, διασχίζοντας το διάδρομο. Με κάποιο φόβο, αλλά και με την ελπίδα ότι ίσως έβλεπα επιτέλους κάτι ενδιαφέρον, τον ακολούθησα. Η κρεβατοκάμαρα του Μάθερ ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι περίμενα. Οι τοίχοι ήταν επενδυμένοι με ορθογώνια κομμάτια ξύλο, που εκτείνονταν από το ταβάνι μέχρι το πάτωμα, όλα ωραία γυαλισμένα και βαμμένα. Ακόμα και το δάπεδο ήταν από γυμνό ξύλο και χρωματισμένο έτσι ώστε να ταιριάζει με τους τοίχους. Τοποθετημένες με τάξη γύρω από τα ορθογώνια ξύλινα πάνελ υπήρχαν κι άλλες λεπτεπίλεπτες και περίτεχνες σιλουέτες εντόμων. Πιο συγκεκριμένα, είχε άλλα δύο κουνούπια, άλλη μία πεταλούδα, μια μεγάλη σφήκα, κάτι που έμοιαζε με αλογάκι της Παναγίτσας και κάποιο άλλο πλάσμα που δεν το αναγνώ89


ριζα. Στα δεξιά του μικρού κρεβατιού, κάτω από το μοναδικό παράθυρο του δωματίου, υπήρχε ένα κομψό γραφείο με καπάκι που άνοιγε προς τα πάνω. Σε γενικές γραμμές, το δωμάτιο του Μάθερ ήταν συγυρισμένο, σχεδόν μινιμαλιστικά διακοσμημένο. Προχώρησε μέχρι το δεξί τοίχο και άδραξε ένα μακρύ, λεπτό, οριζόντιο κομμάτι ξύλο, που διαιρούσε το μεγαλύτερο ξύλο στα δύο. Ολόκληρη η δεξιά πλευρά του πάνελ γλίστρησε κατά μήκος, αποκαλύπτοντας ένα μεγάλο διαμέρισμα πίσω από τον τοίχο. Ο χώρος ήταν κατειλημμένος από ένα και μοναδικό γυάλινο κουτί, σαν ενυδρείο. Το καπάκι ήταν μεταλλικό, ίσως μπρούντζινο, και χαραγμένο με περίτεχνα, στριφογυριστά σχέδια, όπως και οι ταινίες που κατέβαιναν από κάθε γωνία-τοποθετημένες, ίσως, για περισσότερη ενίσχυση. Τα γυάλινα πάνελ είχαν κιτρινίσει, κι από εκεί συμπέρανα ότι το ενυδρείο θα πρέπει να είχε χρησιμοποιηθεί αρκετό καιρό. Συνειδητοποίησα τότε ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχα υποθέσει ότι το έντομο ήταν νεκρό. Ωστόσο, έμοιαζε να μην ήταν έτσι τα πράγματα, και το γεγονός ότι ο Μάθερ φύλαγε το πλάσμα στην κρεβατοκάμαράτου με ανησύχησε κάπως. «Μη φοβόσαστε» είπε ο Μάθερ, χτυπώντας ελαφρά το μπροστινό μέρος του γυάλινου κουτιού. «Κοιμάται την ημέρα, γι' αυτό μερικές φορές χρειάζεται λίγη ενθάρρυνση». Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα, αλλά δεν συνέβη τίποτα. Περιεργάστηκα τα φύλλα, τα χορτάρια και τα κλαδά90


κια, που γέμιζαν σχεδόν το ένα τρίτο του ενυδρείου, ελπίζοντας να εντοπίσω κάποια κίνηση. Παραμένοντας ατάραχος από τη μη εμφάνιση του εκθέματος του, ο Μάθερ χτύπησε τα δάχτυλά του ελαφρά στο γυαλί, κι υστέρα έκανε ένα βήμα πίσω, με μια έκφραση ικανοποίησης στο πρόσωπο του. Τότε άκουσα ένα βουητό να έρχεται μέσα από τη γυάλινη φυλακή. Ακόμα πίστευα ότι θα απογοητευόμουν. Ωστόσο, προς μεγάλη μου έκπληξη αλλά και φρίκη, ένα κουνούπι πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι είχε κάθε δικαίωμα να είναι ξεκόλλησε από κάτω απ' το καπάκι όπου κρυβόταν, κι έπειτα, με μια τούμπα στον αέρα, έπεσε χαμηλότερα και αιωρήθηκε μπροστά στα πρόσωπά μας.

91


4. Η παρουσίαση

Έ ν α εντυπωσιακό πράγμα συνέβη τη στιγμή της γνωριμίας μου με τον Κόκκινο Γάγγη. Με έπιασε ένας σύντομος αλλά οξύς πονοκέφαλος, ένα είδος πονοκεφάλου που δεν είχα νιώσει ποτέ στη ζωή μου. Ήταν λες και, για μια στιγμή, μια ανεπαίσθητη κραυγή αντήχησε μέσα στο μυαλό μου προσπαθώντας ν' ακουστεί, αλλά καταφέρνοντας μονάχα να προκαλέσει πόνο. Έτριψα τους κροτάφους μου καθώς υποχωρούσε και συγκέντρωσα την προσοχή μου στο ενυδρείο. Ο Κόκκινος Γάγγης ήταν κάτι το απίστευτο, κι αν δεν τον είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια, θα δυσκολευόμουν πολύ να πιστέψω το γιγάντιο μέγεθος του. Σταμάτησε να μετεωρίζεται στον αέρα και κόλλησε στο τζάμι, ίσως για να μας δει καλύτερα. Το υπερμέγεθες σώμα του εντόμου είχε ένα βαθύ κόκκινο γυαλιστερό χρώμα, που έμοιαζε να σηματοδοτεί κίνδυνο. Στην κοιλιά της υπήρχαν αρκετές φαρδιές, διακεκομμένες μαύρες ρίγες. Ακόμα και η μακριά, βελονοειδής προβοσκίδα της ήταν κόκκινη, κάνοντας με να αναρωτηθώ τι εικόνα θα παρουσίαζε όταν είχε φάει. 93


«Ωραία σπουδή στο κόκκινο, ε;» Με τα μπράτσα διπλωμένα, ο Μάθερ στεκόταν και με κοίταζε, διασκεδάζοντας με την αντίδραση μου. Θα μπορούσα να είχα σοκαριστεί, να είχα τρομάξει, αντί γι' αυτό όμως έμεινα άναυδος θαυμάζοντας τη μοναδική ομορφιά του πλάσματος. «Είναι απίστευτο. Δεν φανταζόμουν ότι υπήρχε τόσο μεγάλο κουνούπι». Θα μπορούσε να τυλιχτεί γύρω από μια μπάλα του τένις και να σταυρώσει τα πόδια της. Το άνοιγμα των φτερών της και μόνο θα πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι εκατοστά. Έστρεψα την προσοχή μου στο καπάκι του ενυδρείου, νιώθοντας μια στιγμιαία αίσθηση πανικού. «Δεν νομίζω ότι θα βαρεθώ ποτέ να την κοιτάζω» είπε ο Μάθερ, φανερά γοητευμένος. Ξαφνικά, ακούστηκε ένα γρατσούνισμα στο παράθυρο. Γύρισα και είδα μια μάλλον βρόμικη και αναμαλλιασμένη γάτα. Η γούνα της ήταν βρεγμένη και μπλεγμένη σε διάφορα σημεία και το μισό δεξί αυτί της έλειπε. Ετοιμαζόμουν να αναφέρω την παρουσία του επισκέπτη στον Μάθερ, όταν εκείνος μίλησε. «Αυτός» είπε δείχνοντας να μην του έχει κάνει την παραμικρή εντύπωση η εμφάνιση του ζώου «είναι ο Κύριος Χόπκινς. Η ψωραλέα συμφορά που με βρήκε». «Δεν είναι δικός σας λοιπόν;» «Όχι βέβαια» απάντησε ο Μάθερ θιγμένος. «Ποτέ δεν θα έκανα παρέα μ' ένα τόσο αντιπαθητικό ζώο». Πλησίασε το παράθυρο. Για μια στιγμή, νόμιζα ότι θα φώναζε 94


ή θα χτυπούσε με δύναμη το τζάμι, όμως εκείνος στεκόταν εκεί ακίνητος, κοιτάζοντας με μίσος το δύστυχο ζωντανό. «Θα πρέπει να ήρθε κρυφά στο νησί, ανεβαίνοντας ως λαθρεπιβάτης στη βάρκα μου». Ο Κύριος Χόπκινς εξακολουθούσε να στέκεται στο περβάζι του παραθύρου, με μια έκφραση απελπισίας, που ταίριαζε απόλυτα με την εξωτερική του εμφάνιση. Έδειχνε το ίδιο εντυπωσιασμένος με τον Μάθερ όσο και ο Μάθερ μ' αυτόν. «Γιατί τον λέτε Κύριο Χόπκινς;» Ο Μάθερ απέστρεψε το βλέμμα του από το πανάθλιο αιλουροειδές και απάντησε: «Επειδή μου θυμίζει έναν γείτονα που είχα πριν από πολλά χρόνια. Απαίσιος τύπος. Έχωνε τη μύτη του παντού. Ή τ α ν κι εκείνος ένας βρομερός αλήτης». Εμένα μού φάνηκε ότι το ζώο διέθετε κάποια γοητεία, αλλά όντας γατόφιλος ίσως ήμουν προκατειλημμένος. Ο Κύριος Χόπκινς ακούμπησε ξανά τις πατούσες του στο τζάμι και έμοιαζε να με κοιτάζει κατάματα. «Αναθεματισμένο ζοόο» ξέσπασε ο οικοδεσπότης μου, ίσως από φόβο μήπως ο γάτος κλέψει την παράσταση. Χτύπησε τρεις φορές στο τζάμι. Ο γάτος απλώς ανοιγόκλεισε τα μάτια του και συνέχισε να με περιεργάζεται. Έκανα ένα μορφασμό, καθώς άλλος ένας οξύς πόνος μού τρύπησε το κεφάλι. Καθώς γύρισα και κοίταξα το κουνούπι, παρατήρησα ότι είχε γείρει το κεφάλι του προς την κατεύθυνση του παραθύρου. Μια παράξενη 95


σκέψη πέρασε από το μυαλό μου, κάτι που τώρα δυσκολεύομαι πολύ να διατυπώσω με λόγια. Καταλάβαινα πως όλη αυτή η αλλόκοτη κατάσταση μπορεί να επηρέαζε την κρίση μου, μα ακόμα κι αυτό δεν εξηγούσε επαρκώς εκείνο που ένιωθα. Ήταν σαν να είχα βρεθεί κατά λάθος στη μέση μιας συζήτησης που δεν μπορούσα να κατανοήσω. Για να ηρεμήσει λίγο το κεφάλι μου, ζήτησα συγγνώμη και γύρισα στο δωμάτιο μου, ψάχνοντας για το μαγνητόφωνο. Είχα αρχίσει να νιώθω κάπως πιο θετικά για το ταξίδι μου. Το έντομο ήταν εντυπωσιακό. Ανυπομονούσα να βγάλω μερικές φωτογραφίες του και το φανταζόμουν ήδη να στολίζει το εξώφυλλο του περιοδικού. Επιστρέφοντας στο δωμάτιο του Μάθερ, κάθισα στο γραφείο του για ν' αρχίσω τη συνέντευξη. «Σας πειράζει;» ρώτησα, δείχνοντας τη μαγνητοφωνική συσκευή. «Ω, όχι, καθόλου» αποκρίθηκε, μένοντας κοντά στο παράθυρο, για να έχει το νου του στο γάτο. «Πού τη βρήκατε λοιπόν;» «Μμμ; Α, έχω διάφορους γνωστούς -συναδέλφους συλλέκτες θα μπορούσε να πει κανείς- σε διάφορες χώρες. Έ ν α ς παλιός μου φίλος στο Ζαΐρ μου έγραψε πριν από μερικά χρόνια, πληροφορώντας με ότι οι εμφανίσεις του Κόκκινου Γάγγη είχαν πυκνώσει. Ιστορίες γι' αυτήν κυκλοφορούσαν επί δεκαετίες κοντά στο σημείο όπου έκανε την έρευνάτου, αλλά, επειδή ήταν απασχολημένος 96


με πολλά άλλα προγράμματα, δεν έβρισκε το χρόνο ν' ασχοληθεί μαζί της. Ήταν επιφυλακτικός σχετικά με την ύπαρξη ενός πλάσματος που είχε αποφύγει τη σύλληψη για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Θα πρέπει να ομολογήσω ότι κι εγώ ο ίδιος για πολλά χρόνια είχα αμφιβολίες. Μολαταύτα, τον πίεσα να μιλήσει τουλάχιστον με ορισμένους ιθαγενείς που ισχυρίζονταν ότι την είχαν δει. Δέχτηκε, και για μερικές βδομάδες, όταν βρήκε ελεύθερο χρόνο, έκανε τις σχετικές έρευνες και πήρε συνεντεύξεις από ορισμένα άτομα. Μου έγραψε λίγο καιρό αργότερα, περιγράφοντας λεπτομερειακά αρκετές μαρτυρίες, που όλες οδηγούσαν στο ίδιο συμπέρασμα. Ο Κόκκινος Γάγγης, ή κάτι που ταίριαζε με την περιγραφή του, ήταν ζωντανός και μια χαρά στην υγεία του». «Αλλά δεν είναι η μοναδική, ε; Θέλω να πω, αν αυτές οι εμφανίσεις είναι αληθινές, σίγουρα προέρχονται από διαφορετικά έντομα;» «Δεν ήμουν σίγουρος στην αρχή, αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι είχα αρχίσει να πιστεύω τη μυθολογία γύρω από τη Λαίδη. Άλλωστε δεν είδε ποτέ κανείς άλλο δείγμα του είδους αυτού από τη στιγμή που περιήλθε στην κατοχή μου». Ο Μάθερ σταμάτησε για λίγο να μιλάει, και στο διάστημα αυτό το μόνο που άκουγα ήταν το γρατσούνισμα του κασετόφωνου. Γύρισε την πλάτη του προς το παράθυρο και ακούμπησε στο περβάζι. «Λαχταρούσα να ταξιδέψω ο ίδιος στην Αφρική, αλλά 97


είχα συνηθίσει πολύ τη ζωή μου εδώ. Πάντα με πιάνει άγχος όταν σκέφτομαι να φύγω. Αντί γι' αυτό, παρακάλεσα το φίλο μου να κάνει το παν για να βρει εκείνος τη Λαίδη. Του είπα ότι θα κάλυπτα όλα τα απαραίτητα έξοδα. Όπως αποδείχτηκε, του είχα μεταδώσει τον ενθουσιασμό μου, και είχε ήδη αρχίσει να κάνει ορισμένες προκαταρκτικές ενέργειες. Μια βδομάδα αργότερα, ένας βοηθός του ανακάλυψε μια μικρή σπηλιά κοντά σ' ένα ποτάμι». Ο Μάθερ έγνεψε προς το μέρος της δεξαμενής. «Εκείνη ήταν μέσα, μαζί με χιλιάδες μικρότερα κουνούπια, πιθανότατα της οικογένειας Aedes aegypti. Δυστυχώς, ο βοηθός και οι οδηγοί του πέθαναν στην προσπάθειά τους να τη συλλάβουν. Ο φίλος μου βρήκε τα πτώματά τους όταν έφτασε στη σπηλιά λίγες μέρες αργότερα. Χάρη στην εμπειρία του στη σύλληψη επικίνδυνων εντόμων, μπόρεσε να την πιάσει χωρίς σχεδόν κανένα πρόβλημα». «Σχεδόν;» ρώτησα. «Να σας πω... Ακούγεται απίστευτο, αλλά ο φίλος μου ισχυρίστηκε ότι η Λαίδη είχε μια ικανότητα να... επικοινωνεί». Ο Μάθερ έξυσε το κεφάλι του. «Ξέρω ότι ακούγεται περίεργο, αλλά πολλά απ' όσα συμβαίνουν στη φύση είναι δυσκολονόητα». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια» απάντησα, περισσότερο για να τον ενθαρρύνω να μιλήσει παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ούτε για μια στιγμή δεν ήμουν διατεθειμένος να πιστέψω ότι ένα έντομο μπορούσα να μιλήσει. 98


«Η Μητέρα Φΰση αγαπά τα παράδοξα, έλεγε ένας παλιός μου φίλος» συνέχισε ο Μάθερ. «Και πόσο δίκιο είχε! Η Λαίδη που βλέπετε εδώ είναι μια ζωντανή απόδειξη αυτού». Απομακρύνθηκε από το παράθυρο και ξαναγύρισε στην εσοχή του τοίχου, τοποθετώντας το χέρι του στο τζάμι και κρύβοντας το έντομο. «Από επιστημονική άποψη, δεν θα πρέπει να υπάρχει - δεν έχει δικαίωμα να υπάρχει. Κι όμως, να την εδώ, σε όλο της το εκτυφλωτικό μεγαλείο. Της έδωσα ένα δικό μου όνομα, ξέρετε. Ένιωσα κάπως παράξενα όταν το έκανα, μιας και δεν θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς ζώο συντροφιάς, όμως είχα νιώσει γι' αυτήν ένα είδος αγάπης. Στην αρχή σκέφτηκα να την ονομάσω Τσις. Λίγο καιρό αργότερα ωστόσο, την είδα σ' ένα πολύ ζωντανό όνειρο. Ονειρεύτηκα ότι μου μιλούσε και μου ζητούσε να τη φωνάζω Νχαν Ντιέπ». «Όπως στο βιβλίο που μου δώσατε;» «Σωστά. Νομίζω πως το όνειρο με επηρέασε πολύ» αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Αλλά ήταν απλώς το μυαλό μου που μου έπαιζε παιχνίδια. Μολαταύτα, μ' αρέσει το όνομα και το θεωρώ κατάλληλο». «Γιατί αυτό;» «Δεν διαβάσατε την ιστορία;» «Όχι όλη. Δυστυχώς, ήμουν πολύ κουρασμένος χτες βράδυ». «Ω, κρίμα. Είναι μια απολαυστική ιστορία». «Νωρίτερα αναφέρατε ένα μύθο...» «Ναι, είναι αλήθεια πως για πολύ καιρό» είπε γυρνώ99


ντας προς το μέρος μου και επιτρέποντας μου να ρίξω άλλη μια ματιά στο κόκκινο τέρας «ο Κόκκινος Γάγγης κατείχε μια θέση στο φυσικό κόσμο ανάλογη με το γιέτι, το θρυλοΰμενο άνθρωπο των Ιμαλαΐων». Κρυφογέλασε ανεπαίσθητα. «Πριν πυκνώσουν οι εμφανίσεις του και πριν τις σχετικές μαρτυρίες στο Ζαΐρ, κυκλοφορούσαν μόνο λίγοι και ασαφείς θρύλοι για συναντήσεις μαζί της. Κανένας τους, ωστόσο, δεν παρείχε κάποιες απτές αποδείξεις, που να ενισχύουν τις μαρτυρίες». «Ένα πράγμα ήθελα να σας ρωτήσω τόση ώρα...» «Χμ;» «Ναι, μου τριβελίζει το μυαλό από τη στιγμή που αναφέρατε το Ζαΐρ». «Α, ναι, λέγεται Δημοκρατία του Κονγκό τώρα. Αλλά μερικοί εξακολουθούν να το αποκαλούν Ζαΐρ. «Ω, ναι. Δεν ήταν αυτό που με προβλημάτιζε. Έχει να κάνε ι με τον ποταμό Γάγγη...» «Ναι;» «Στην Ινδία δεν είναι;» «Σωστά». Ο οικοδεσπότης μου είχε ηρεμήσει σημαντικά από την ώρα που τον είχα βρει να πλατσουρίζει στο νερό νωρίτερα. Ίσως η κουβέντα για το αγαπημένο του θέμα είχε καταφέρει να τον χαλαρώσει. «Γιατί λοιπόν λέγεται Κόκκινος Γάγγης;» «Να σας πω» - ο Μάθερ γύρισε πάλι προς τη δεξαμενή. «Η πρώτη της εμφάνιση, μολονότι ανεπιβεβαίωτη, έγινε κοντά στην πόλη Βαρανάζι στη δεξιά όχθη του Γάγγη, 100


πάνε τώρα τουλάχιστον χίλια οκτακόσια χρόνια. Υπάρχουν ενδείξεις, ωστόσο, ότι προϋπήρχε». «Σίγουρα θα εννοείτε ότι το είδος της προϋπήρχε» ξαναδοκίμασα, προσπαθώντας να καταλάβω ποιον προσπαθούσε να κοροϊδέψει. «Να σας πω... Δεν μ' αρέσει να κολλάω στις λεπτομέρειες. Στο κάτω κάτω, μιλάμε για ένα μύθο. Οι μύθοι υπάρχουν από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου και συνεχώς διογκώνονται για να προκαλέσουν όλο και μεγαλύτερη αίσθηση. Το αν είδαν τούτη τη συγκεκριμένη Λαίδη πριν από χίλια οχτακόσια χρόνια ή κάποιο άλλο άτομο δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχουμε μπροστά μας ένα υπέροχο δείγμα του είδους». Δεν επέμεινα άλλο. «Υπάρχουν λοιπόν και κάποιες άλλες ιστορίες που θα μπορούσατε να μου διηγηθείτε σχετικά μ' αυτήν;» «Φημολογείται ότι έχει εμφανιστεί πολλές φορές σε διάφορα σημεία της υφηλίου. Οι πιο σύγχρονες εμφανίσεις είναι και οι σημαντικότερες. Στα τέλη του 19ου αι. την είδαν σε διάφορες τοποθεσίες κατά μήκος του Γάγγη, από τότε όμως δεν φάνηκε καθόλου μέχρι το 1931, όταν ένας ιεραπόστολος διορισμένος στο Καμπάλο, στην καρδιά του Ζαΐρ, βρήκε ένα αγοράκι εκβρασμένο στις όχθες του ποταμού Λουκούγκα με φριχτές πληγές σε όλο του το σώμα. Ο ιεραπόστολος ισχυρίστηκε ότι στη συνέχεια δέχτηκε ο ίδιος επίθεση από ένα τεράστιο κόκκινο τέρας, αλλά ευτυχώς έμεινε αλώβητος. Ο άνθρωπος αυτός φαί101


νεται πως είχε ειδικές εντομολογικές γνώσεις και, παρά το μέγεθος του πλάσματος, διαβεβαίωσε ότι δεν θα μπορούσε να ήταν τίποτε άλλο παρά κουνούπι. Οι εμφανίσεις συνεχίζονταν, αλλά όχι πολύ τακτικά, μέχρι πρόσφατα». «Εντάξει» είπα. «Όμως, δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν κι άλλα άτομα του Κόκκινου Γάγγη στον κόσμο;» «Τέρατα λάθη της φύσης δεν συμβαίνουν μόνο μία φορά, αυτό είναι αλήθεια. Τέτοια ατυχήματα υπάρχει περίπτωση να επαναληφθούν. Ωστόσο, έχω τη διαίσθηση ότι θα μπορούσε πράγματι ν' αποτελείτο μοναδικό δείγμα του είδους της, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Όσο για τη διάρκεια ζωής της, τι να πω... ποιος ξέρει;» Ο Μάθερ έδειχνε ειλικρινής, πράγμα που με ενόχλησε λιγάκι. Πώς θα μπορούσε να του περάσει από το μυαλό ότι το πλάσμα αυτό ζούσε πάνω στη γη επί αιώνες - όντας μάλιστα ο ίδιος γιατρός και άνθρωπος των φυσικών επιστημών; Φαινόταν τελείως παράλογο. Πήρα την απόφαση να γράψω το άρθρο χωρίς να συμπεριλάβω κανέναν από τους τρελούς ισχυρισμούς του Μάθερ. Το μόνο που θα κατάφερναν θα ήταν να θέσουν σε κίνδυνο την αξιοπιστία του άρθρου. Θα ανέφερα ότι ήταν το μόνο ζωντανό δείγμα του είδους της, αλλά δεν θα έλεγα τίποτα για την υποτιθέμενη μακροζωία του. Στο κάτω κάτω, μια φωτογραφία του πλάσματος ήταν αρκετή για να συναρπάσει τους αναγνώστες του περιοδικού. Δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιήσω μύθους και λαϊκές παραδόσεις για να διανθίσω το άρθρο μου. Ήθελα όμως να είμαι διεξοδι102


κός. Ήθελα να αποσπάσω από τον Μάθερ όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούσα, σε περίπτωση που μου ζητούσαν να γράψω κι ένα δεύτερο άρθρο πάνω στο θέμα. Ο Ντέρεκ ήταν απρόβλεπτος ακόμα και στις καλές του. Αν λοιπόν μου ζητούσε να γράψω μια συνέχεια, εστιάζοντας το ενδιαφέρον μου στο ιστορικό του κουνουπιού και τους θρύλους που είχαν δημιουργηθεί γύρω από το όνομά του, θα μου χρησίμευε πολύ να είχα έτοιμες όλες τις σχετικές πληροφορίες. «Πείτε μου περισσότερα για το θρύλο» τον κατηύθυνα. Χωρίς προειδοποίηση, ο Κύριος Χόπκινς, που εξακολουθούσε να κάθεται έξω από το παράθυρο, έβγαλε ένα μακρόσυρτο συριστικό ήχο. Η προσοχή του τώρα είχε στραφεί με ένταση πάνω στο κουνούπι. Ο γάτος μαζεύτηκε πίσω στο παράθυρο τόσο πολύ, ώστε παραλίγο να πέσει από το περβάζι. Καθώς οριζοντίωνε τα αυτιά με το κεφάλι του και έδειχνε τα δόντια του, είχα την παράξενη εντύπωση ότι γινόταν μια μάχη θελήσεων ανάμεσα στο γάτο και το κουνούπι. Κοίταξα από το παράθυρο ξανά στην εσοχή του τοίχου και είδα τον Κόκκινο Γάγγη να σηκώνεται από το τζάμι και να αιωρείται για άλλη μια φορά πάνω από τα διάφορα σκουπίδια που είχαν μαζευτεί στον πάτο της δεξαμενής. Ο γάτος διατήρησε την επιθετική του στάση. Ετοιμαζόμουν να πω κάτι στον Μάθερ, όταν το ζώο έδωσε έναν πήδο από το περβάζι και χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα. «Εεε.,.γιατο θρύλο που λέγαμε;» 103


«Α ναι, λοιπόν, από που ν' αρχίσω;» Ο Μάθερ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, σταυρώνοντας τα πόδια του και καρφώνοντας το βλέμμα του στο ταβάνι για να συγκεντρωθεί. «Σε μερικές φυλές που ζουν κατά μήκος του ποταμού Κόνγκο, πιστεύεται ότι ο Κόκκινος Γάγγης χαρακτηρίζεται από κάτι περισσότερο από μακροζωία. Φημολογείται πως το συγκεκριμένο έντομο είναι αθάνατο. Τα μέλη μιας φυλής μάλιστα ισχυρίζονται ότι ο Κόκκινος Γάγγης είναι μια προσωποποίηση του Διαβόλου». «Του Διαβόλου; Τι άλλο θ' ακούσω;» «Ναι, ακριβώς. Υπάρχουν, ωστόσο, διάφορες παραλλαγές αυτής της θεωρίας. Μερικοί Ινδοί, που υποστηρίζουν ότι είχαν προσωπική επαφή, λένε πως ο Κόκκινος Γάγγης δεν είναι ο ίδιος ο Διάβολος αλλά μάλλον ένα όργανο του, ένας τρόπος για να μεταδώσει ο Πρίγκιπας του Σκότους τον πόνο σε όλο τον κόσμο. Αυτή η δοξασία της χάρισε τον τίτλο Χέρι του Διαβόλου, κι έτσι ήταν γνωστή μέχρι το 1962, όταν ο Δρ. Τζον Χάρπερ την ονόμασε Κόκκινο Γάγγη. Ο Χάρπερ είχε ζήσει ένα διάστημα στην Ινδία και την Αφρική, με σκοπό να συγκεντρώσει στοιχεία για ένα βιβλίο σχετικά με ανώμαλες συμπεριφορές κουνουπιών». Επιτέλους αισθάνθηκα ότι η ιστορία είχε αρχίσει να μπαίνει στη σφαίρα του ρεαλισμού. «Έχετε κάποιο αντίγραφο αυτού του βιβλίου;» «Φοβάμαι πως όχι» είπε λυπημένος. «Προσπάθησα πολλές φορές να το αποκτήσω. Θα πρέπει να επικοινώνη104


σα με όλα τα ειδικά βιβλιοπωλεία που υπάρχουν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ή τ α ν μεγάλος ο πειρασμός να το αναζητήσω προσωπικά, αλλά...δεν μπορούσα ν' αφήσω για πολύ το νησί. Η Λαίδη από δω απαιτεί τη συνεχή προσοχή και τη φροντίδα μου». «Κρίμα». «Ναι, αλήθεια». «Θα θυμηθώ να ρίξω μια ματιά στο Ίντερνετ όταν γυρίσω, μήπως βρω κάτι σχετικό. Υπάρχουν αρκετές εταιρείες που διακινούν σπάνια βιβλία, και θα μπορούσα να το αναζητήσω εκεί». «Αυτό είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας». Ο Μάθερ κούνησε το κεφάλι του. «Ναι, θα ήταν ένα θαυμάσιο βιβλίο για τη συλλογή μου. Περιέχει μια εκτεταμένη λίστα των ονομάτων που έχουν δοθεί στον Κόκκινο Γάγγη στο πέρασμα των χρόνων». «Αλήθεια; Μήπως γνωρίζετε κάποια απ' αυτά;» «Λίγα. Νύχι του Σατανά, Αλικος Θάνατος, Ξίφος της Κόλασης, Οργή του Κάτω Κόσμου. Κάποια απ' αυτά τα ονόματα χάνουν λίγο στη μετάφραση, αλλά, καταλαβαίνετε, μέσες άκρες». «Μήπως Βαθυκόκκινο Θηλυκό;» προθυμοποιήθηκα χαμογελώντας. «Ή Ερυθρός Χάρος;» Ο οικοδεσπότης απάντησε μ' ένα βλέμμα που έδειχνε ότι δεν το έβρισκε καθόλου διασκεδαστικό. «Φοβάμαι πως όχι». Ο Μάθερ κάθισε λίγη ώρα βυθισμένος στις σκέψεις 105


του. Θα πρέπει να ομολογήσω ότι η ιστορία του Κόκκινου Γάγγη, έτσι όπως ξεδιπλωνόταν σιγά σιγά, με ενδιέφερε πραγματικά. Ό χ ι μόνο μου είχε πει την αλήθεια ο Μάθερ στο γράμμα του, αλλά τώρα είχε παρουσιάσει και συναρπαστικά πρόσθετα στοιχεία, ακόμα κι αν ήταν κάπως παρατραβηγμένα. Η σιωπή συνεχίστηκε, και ήμουν έτοιμος ν' απλώσω το χέρι μου και να πατήσω το κουμπί Pause στο κασετόφωνο, όταν ο Μάθερ ξερόβηξε. «Μια ιστορία αναφέρεται σε μια ομάδα λευκών αποίκων που συνάντησαν τη Λαίδη κάπου κοντά στον ποταμό Οράγγη στη Νότια Αφρική. Για πολλούς μήνες μετά, υπέφεραν από πονοκεφάλους, πυρετούς και εφιάλτες, χωρίς καν να έχουν σωματική επαφή μαζί της». «Πονοκεφάλους;» ρώτησα. «Ναι. Ξαφνικές σουβλιές πίσω από τα μάτια. Πολύ περίεργο». «Αμέσως ο νους μου πήγε στην αίσθηση που είχα λίγα λεπτά νωρίτερα, σαν να μου έδιναν μαχαιριές στο κεφάλι, και ύστερα βλαστήμησατη βλακεία μου. Είχα επηρεαστεί από τη διήγηση του Μάθερ και άφηνα τον εαυτό μου να πιστέψει σε φαντάσματα. «Δεν θα μπορούσε να ήταν μαζική υστερία; Μια σαταν ική συ μπτωση;» «Πιθανόν. Ποιος ξέρει; Τα μέλη της ομάδας συμφώνησαν πως ήταν κατά κάποιο τρόπο ικανή να μπαίνει στο μυαλό τους και να επιβάλλει με τη βία εικόνες μέσα στο 106


κεφάλι τους. Είπαν ότι τους έκανε να νιώθουν ανήσυχοι, παρανοϊκοί, ακόμα και τρομοκρατημένοι». «Πώς μπορεί να τα κάνει όλα αυτά ένα έντομο; Και γιατί να τα έκανε, ακόμα κι αν ήταν ικανό;» «Ίσως για πλάκα - ποιος ξέρει; Ίσως δοκίμαζε τη δύναμή της. Αν ένα έντομο μπορούσε να χειραγωγήσει το νου του ανθρώπου, σκεφτείτε τι δυνατότητες θα είχε». «Ένα κουνούπι με ευφυΐα» είπα χαμογελώντας. «Να μια ανησυχητική σκέψη». «Ναι. Φανταστείτε να μπορούσε ένα έντομο να σκέφτεται σαν άνθρωπος». «Θα προτιμούσα να μην το φανταστώ» αστειεύτηκα. «Όχι» κρυφογέλασε ο Μάθερ. «Αλλά σε κάνει ν' αναρωτιέσαι. Τι είμαστε εμείς για να πούμε τι είναι και τι δεν είναι δυνατόν να γίνει; Στο πέρασμα του χρόνου καταρρίπτονται πολλές θεωρίες». «Σωστά. Ας αφήσουμε για λίγο το μύθο στην άκρη κι ας έρθουμε σε κάτι πιο πεζό: Πώς τρώει;». «Α!» Τα φρύδια του χαμήλωσαν και το βλέμμα του στράφηκε απότομα από μένα στη δεξαμενή. Το ακολούθησα και είδα ότι ο Κόκκινος Γάγγης είχε κρυφτεί ξανά. «"Ερυθρός Χάρος" θα ήταν στ' αλήθεια μια ταιριαστή ονομασία του όσον αφορά το πώς τρέφεται. »Ένας μεγάλος αριθμός θανάτων κοντά στο Γάγγη και σε διάφορες περιοχές της Αφρικής έχουν αποδοθεί στο έργο της κυρίας μας εδώ». Ο Μάθερ έκλεισε τα μάτια του, ίσως για να ανακαλέσει στο νου του τις εικόνες. 107


«Οι μαρτυρίες που υπάρχουν παρουσιάζουν τον Κόκκινο Γάγγη ως ε'ναν από τους πιο εντυπωσιακούς φονιάδες του φυσικού κόσμου». Έκανε άλλη μία παύση. Δεν ήταν η πρώτη φορά εκείνη τη μέρα που ένιωθα άβολα. Προσπαθούσα να κατανοήσω τι από όσα μου έλεγε ο Μάθερ ήταν μύθος και τι πραγματικότητα, αλλά αποδεικνυόταν δύσκολο, καθώς εκείνος έμοιαζε να τα ανακατεύει όλα μαζί. Μήπως προσπαθούσε να μου πει κάτι; Μήπως υπονοούσε ότι η πραγματικότητα ενσωμάτωνε κατά κάποιο τρόπο στοιχεία του μύθου; Ξανακοίταξα το ενυδρείο, νιώθοντας τώρα περισσότερη νευρικότητα σχετικά με τον ένοικο του. «Τρέφεται λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο που τρέφεται κάθε άλλο θηλυκό κουνούπι, μόνο που εξαιτίας του μεγέθους και της δύναμής της είναι ικανή να ρουφάει αίμα με πιο γρήγορους και πιο αποδοτικούς ρυθμούς». «Αυτό πρέπει να είναι αρκετά δυσάρεστο για το άτομο από το οποίο τρέφεται, δεν νομίζετε; Σίγουρα δεν θα περνούσε απαρατήρητη». «Όχι βέβαια». Ο Μάθερ κρυφογέλασε πάλι. «Η αλήθεια είναι πως θα ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη. Βλέπετε, η διαδικασία της θρέψης προκαλεί έναν πόνο πολύ διαφορετικό από τον σχετικά ήπιο ερεθισμό που νιώθει κανείς όταν τον τσιμπήσει ένα συνηθισμένο κουνούπι. Οι πιο μικρόσωμοι συγγενείς της εγχέουν μέσα σου ένα φυσικό αναισθητικό, που σε εμποδίζει να νιώσεις την παρουσία τους. Ο Κόκκινος Γάγγης δεν το κάνει αυ108


τό. Το σάλιο της, σε αντίθεση με τα άλλα κουνούπια, είναι εξαιρετικά διαβρωτικό. Η επίδραση του πάνω στην ανθρώπινη σάρκα είναι απόλυτα καταστροφική και αγ(ονιώδης». «Χριστέ μου!» είπα ταραγμένος από την εικόνα που μου ήρθε στο νου. «Ναι, το σάλιο της είναι τρομερά ισχυρό. Αρχίζει αμέσως να κατατρώει τον ιστό γύρω από το τρύπημα, επιτρέποντας στο αίμα να ρέει πιο ελεύθερα, και κατά συνέπεια επιταχύνοντας τη διαδικασία θρέψης. Ο πόνος είναι τόσο δυνατός, ώστε σε λιγότερο από ένα λεπτό μπορεί να φέρει το ανθρώπινο σώμα σε κατάσταση παράλυσης. Δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε να επιβίωσε κανένας έπειτα από ένα τέτοιο δάγκωμα. Όταν έχει τελειώσει το αιμάτινο γεύμα της, φουσκώνει και συνήθως αναπαύεται πλάι στο θύμα μέχρι να είναι σε θέση να πετάξει μακριά. Το σώμα του θύματος, ανάλογα με το πόσο σάλιο έχει εγχύσει το κουνούπι μέσα του, μπορεί να έχει γίνει αγνώριστο τη στιγμή που θ' ανακαλυφθεί». «Υπάρχουν κάποιες επιστημονικές έρευνες που να τα υποστηρίζουν αυτά; Ή μήπως είναι όλα μέρος του θρύλου;» «Τι να σας πω... Απλώς επαναλαμβάνω ό,τι έχω διαβάσει γι' αυτήν». «Λοιπόν..., κατά τη γνώμη σας, πώς έγινε έτσι; Τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, ώστε να δημιουργηθεί ένα τόσο απίστευτο στην εμφάνιση πλάσμα;» 109


«Ποιος ξέρει; Αν πιστέψουμε τον παλιό θρύλο, γεννήθηκε από τον απόλυτο σαρκικό πόθο. Τον πόθο για αίμα. Και όχι για οποιοδήποτε αίμα, αλλά το αίμα ενός αγαπημένου προσώπου: του Νγκοκ Ταμ». «Αυτός δεν ήταν που τρυπήθηκε με ένα αγκάθι και ύστερα έσταξε αίμα πάνω στο σώμα της γυναίκας του;» «Ναι, ακριβώς». «Τι έγινε λοιπόν μετά;» «Ο Τιεν Τάι, το τζίνι, ήξερε ότι ο Νγκοκ Ταμ θα δυστυχούσε αν έφερνε πίσω τη γυναίκα του από τον κόσμο των νεκρών - και είχε δίκιο». Ο Μάθερ κάθισε σταυροπόδι, αλλάζοντας συνεχώς τη θέση των ποδιών του. Θεώρησα τη νευρικότητάτου σημάδι του φανερού ενθουσιασμού του για το θέμα που συζητούσαμε. «Όταν το ζευγάρι έφυγε από το νησί όπου έμενε το τζίνι, βρέθηκαν ύστερα από λίγο σ' έναν οικισμό και σταμάτησαν για να πάρουν τρόφιμα. Στο μεταξύ όμως» είπε ο Μάθερ υψώνοντας το δάχτυλο του «ενώ ο Ταμ περνούσε τη μέρα του στις πολύβουες αγορές της όχθης αγοράζοντας τρόφιμα, η Νχαν Ντιέπ άρχισε να δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον για το μεγάλο εμπορικό πλοίο που ήταν αγκυροβολημένο εκεί κοντά και τον κομψοντυμένο καπετάνιο του. Ώσπου να γυρίσει ο Ταμ στη λιτή του σχεδία, η Ντιέπ και το εμπορικό καράβι δεν ήταν παρά κάτι ακαθόριστα σχήματα στον ορίζοντα». «Τέτοια πράγματα» είπα χαμογελώντας «συμβαίνουν κάθε μέρα». 110


«Α» αποκρίθηκε ο Μάθερ «δεν τελειώνει εδώ η ιστορία. Κάποια στιγμή, και υστέρα από πολλή αγωνία, ο Ταμ πρόλαβε το πλοίο και, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του πληρώματος, ανέβηκε επάνω απαιτώντας να δε ι τη γυναίκα του...» Ξαφνικά, το κουνούπι άρχισε να βουίζει δυνατά και να πεταρίζει μέσα στη δεξαμενή δείχνοντας αναταραχή. Ο Μάθερ χτύπησε τις παλάμες στα γόνατά του αποφασιστικά και σηκώθηκε όρθιος. «Λοιπόν, κύριε Ριβς, φοβάμαι ότι μπορεί να την κούρασε η προσοχή μας». Βάδισε πίσω στη δεξαμενή. «Ίσως είναι καλύτερα να την αφήσουμε μόνη για λίγο». Έμεινα γεμάτος απορίες για την ιστορία της Νχαν Ντιέπ και ήμουν περίεργος να μάθω πώς σχετιζόταν με το κουνούπι. Υπήρχαν, ωστόσο, πιο σημαντικά ερωτήματα. «Αυτά που είπατε σχετικά με το ότι τρέφετε με ανθρώπους» είπα. «Είναι μια απλή υπόθεση, ε; Θέλω να πω, δεν την έχετε δει ποτέ να το κάνει, έτσι;» «Χα» είπε ο Μάθερ, εξακολουθώντας να μου έχει γυρισμένη την πλάτη του. «Όχι βέβαια. Αν το είχα δει, δύσκολα θα ήμουν ζωντανός ώστε να μιλάω γι' αυτό». Ύστερα έμεινε σιωπηλός για ένα λεπτό, που έμοιαζε να διαρκεί πολύ περισσότετο, ώσπου μ' ένα πλατάγισμα της γλώσσας του, τράβηξε πίσω το πάνελ, σκεπάζοντας πάλι την εσοχή. Το ορθογώνιο κομμάτι ξύλου μπήκε ακριβώς στη θέση του μ' ένα ευδιάκριτο «κλικ». «Όπως σας είπα, τις περισσότερες ώρες κοιμάται. Θα πρέπει να ξέρετε ότι, μολονότι την ill


ταΐζω συχνά, δεν τρώει οΰτε κατά προσέγγιση την ποσότητα φαγητού που θα ήθελε. Αν ζούσε ελεύθερη στο φυσικό της περιβάλλον, θα έπαιρνε τουλάχιστον ένα γεύμα αίματος την ημέρα από ένα μεγάλο θηλαστικό. Εδώ η μόνη πηγή αίματος γι' αυτήν είναι τα πουλιά. Μοιάζει να της φτάνουν όμως. Της δίνω ένα κάθε λίγες μέρες». «Αλλά τρώει και φύλλα κι άλλα τέτοια, έτσι δεν είναι; Πιο πριν αναφέρατε ότι τα θηλυκά τρώνε αίμα μόνο για να βοηθήσουν τη γονιμοποίηση». Ο Μάθερ έμεινε ξανά σιωπηλός για μερικές στιγμές. Κοίταξε μέσα από το παράθυρο τα σκούρα σύννεφα που μαζεύονταν απέξω. «Γιατην πρωτεΐνη. Ναι». Δεν έδειχνε να έχει προσέξει ιδιαίτερα την ερώτηση. Ή αυτό ή σκεφτόταν αν έπρεπε να την απαντήσει ή όχι». «Ώστε δεν υπάρχει λόγος να της δίνετε αίμα, έτσι; Θέλω να πω, αν είναι η μόνη του είδους της που έχει απομείνει και το μοναδικό κουνούπι αυτού του μεγέθους, είναι απίθανο να έχει αυγά για να γονιμοποιήσει». «Σωστά» είπε ο Μάθερ, γυρίζοντας προς το μέρος μου και γνέφοντας καταφατικά με το κεφάλι του. «Δεν υπάρχει λόγος. Αλλά γίνεται πολύ ανήσυχη όταν δεν μπορεί να πιει αίμα κάθε τρεις και λίγο. Φαίνεται ότι το ζητάει ο οργανισμός της...» «Πωπώ! Το τάισμά της θα πρέπει να είναι ριψοκίνδυνη δουλειά. Εμένα πάντως δεν θα μου πολυάρεσε η ιδέα ν' ανοίξω αυτό το ενυδρείο». «Όχι, μα, ας πούμε απλώς ότι η Λαίδη κι εγώ... έχου112


με κάνει μια συμφωνία». Κάτι στη φωνή του Μάθερ υπαινισσόταν ότι δεν ήταν πρόθυμος να αποκαλύψει περισσότερες λεπτομέρειες πάνω στο θέμα. «Πώς το κάνετε λοιπόν;» Παρατηρούσα τον Μάθερ καθώς σκεφτόταν πώς ν' απαντήσει στην ερώτηση. Η αριστερή του παλάμη χτυπούσε ρυθμικά το μηρό του και ατένιζε έξω από το παράθυρο. «Ας πούμε μόνο ότι χρησιμοποιώ λίγη πειθώ και έχω πολλή υπομονή». Κρυφογέλασε μονάχος του. Μολονότι η απάντηση αυτή ήταν σχεδόν το ίδιο αόριστη όσο και η προηγούμενη, αποφάσισα να μην επιμείνω άλλο, διαισθανόμενος ότι πραγματικά ο Μάθερ δεν ήθελε να σταθεί άλλο στο θέμα. «Ας την αφήσουμε να ξεκουραστεί λιγάκι, ε;» «Ναι, φυσικά. Νομίζω πως έχω ό,τι χρειάζομαι. Θα πρέπει να μάθω την υπόλοιπη ιστορία της Νχαν Ντιέπ. Έτσι κι αλλιώς, θα ερευνήσω περισσότερο το θέμα στο γραφείο μου. Τώρα, αν θα μπορούσα να βγάλω μερικές φωτογραφίες της πριν φύγω, θα ήταν θαυμάσιο». «Όχι» απάντησε ο Μάθερ κάπως απότομα. «Λυπάμαι, συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να επιτρέψω τη φωτογράφηση. Βλέπετε, άλλο είναι ένα άρθρο γι' αυτήν. Οι αναγνώστες σας μπορούν να επιλέξουν αν θα πιστέψουν όσα γράφονται ή όχι. Αλλά η δημοσίευση φωτογραφιών θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να ανακαλύψει κάποιος τρελός το νησί και να προσπαθήσει να της βάλει χέρι». «Καταλαβαίνω» είπα, ελπίζοντας να μην ήταν πολύ 113


φανερή η απογοήτευσή μου. Σκεφτόμουν τις φωτογραφίες σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης. Ήταν αποφασιστικής σημασίας, μιας και το άρθρο δεν θα ήταν τόσο πιστευτό χωρίς αυτές. Δεν ήθελα να στενοχωρήσω τον Μάθερ, αλλά ούτε και να γυρίσω στο γραφείο μόνο με λέξεις. «Είστε σίγουρος ότι δεν μπορώ να βγάλω μια δυο; Δεν θα ήθελα να χάσω το θέμα, από την άλλη όμως αμφιβάλλω αν ο αρχισυντάκτης μου θα δεχόταν ένα τέτοιο άρθρο στο περιοδικό χωρίς να συνοδεύεται από κάποιο οπτικό υλικό. Δεν θα είχα πρόβλημα να μην αναφέρω στο άρθρο μου την τοποθεσία του νησιού». «Ευελπιστούσα, κύριε Ριβς, ότι αυτό θα το παραλείπατε έτσι κι αλλιώς». Ο Μάθερ με κάρφωσε μ' ένα μάλλον αυστηρό βλέμμα. «Ω, εντάξει. Δεν είναι πρόβλημα, φυσικά». «Κύριε Ριβς» είπε κοιτάζοντας το πάτωμα. «Αν το άρθρο δεν μπορεί να δημοσιευτεί χωρίς φωτογραφίες, τότε το κατανοώ. Σας παρακαλώ όμως να δεχτείτε ότι δεν μπορώ ν' αλλάξω γνώμη πάνω σ' αυτό το θέμα». «Σας καταλαβαίνω. Αλήθεια». «Θαυμάσια» είπε και το πρόσωπο του έλαμψε. «Τότε ας πάμε στο σαλόνι, για να συζητήσουμε πιο διεξοδικά για το άρθρο σας». Με οδήγησε έξω από το δωμάτιο. Έριξα μια τελευταία ματιά στον τοίχο με τα ξύλινα πάνελ, θρηνώντας για τη χαμένη ευκαιρία να αιχμαλωτίσω πάνω σε φιλμ ένα τόσο εκπληκτικό πλάσμα. Ήταν λίγο μετά τις εννέα και μισή, και ο Μάθερ ετοί114


μαζε άλλη μια τσαγιέρα τσάι. Τον ρώτησα αν υπήρχε δυνατότητα για καφέ, αλλά αυτό έδειξε να τον ενοχλεί, κι έτσι άλλαξα γνώμη. Κρίμα. Θα με βοηθούσε πολύ η τόνωση που θα μου έδινε η καφεΐνη. Αισθανόμουν ακόμα τις συνέπειες από την παραμονή μου στο παγωμένο νερό. Ο Μάθερ κοίταξε τα ξύλα στο τζάκι σαν να σκεφτόταν μήπως έπρεπε ν' ανάψει φωτιά. Έξω, ο ήλιος κρυβόταν πίσω από βαριά σύννεφα. Ή π ι α μερικές γουλιές τσάι και φαντάστηκα πως ήταν δυνατός καφές. Ο οικοδεσπότης μου με κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, σαν να περίμενε να πω κάτι.Έσπασα τη σιωπή. «Το άρθρο...» είπα, χωρίς να έχω σκοπό να τελειώσω τη φράση. «Α, ναι» άρχισε ο Μάθερ. «Σας έλεγα ότι θα προτιμούσα να μη δίνατε αποκαλυπτικές λεπτομέρειες». «Όπως;» «Να, όπως το όνομα του νησιού, της λίμνης και της πόλης. Θα ήθελα να μείνω και ο ίδιος ανώνυμος». Το τσάι προκάλεσε ένα παράξενο γουργουρητό στο στομάχι μου. «Ανώνυμος;» «Σωστά ακούσατε». Χαμογέλασε, μολονότι το χαμόγελο του έμοιαζε κάπως βεβιασμένο. «Όπως σας είπα πριν, δεν θα με πείραζε να τηρήσω μια εχεμύθεια για ορισμένα πράγματα. Σας είμαι ευγνώμων για τις πληροφορίες που μου δώσατε. Είμαι σίγουρος ότι θα γράψω μια καταπληκτική ιστορία. Αν και θα ήταν ωραίο να είχαμε πραγματικά ονόματα, πραγματικούς τόπους». 115


«Ναι, φυσικά. Καταλαβαίνω, κύριε Ριβς, και συμμερίζομαι τα συναισθήματά σας. Ωστόσο, αυτή είναι μια πολύ λεπτή υπόθεση, όπως είμαι σίγουρος πως έχετε αντιληφθεί, και θα πρέπει να πάρω τις προφυλάξεις μου. Αλλιώς εγώ, ως κηδεμόνας της Λαίδης, δεν θα έκανα σωστά τη δουλειά μου». Σηκώθηκε όρθιος, με το φλιτζάνι στο χέρι, και κοίταξε έξω. Κάποιες ακτίνες πέρασαν ξυστά από το πρόσωπο του καθώς ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του μέσα από το σύννεφα. «Δεν είναι καλύτερα έτσι;» Ο Μάθερ στράγγισε το φλιτζάνι του και το ακούμπησε στο δίσκο. Ανακουφίστηκα βλέποντάς τον πάλι χαρούμενο. Για ένα διάστημα, η διάθεση του έμοιαζε κάπως ξινισμένη. Με παραξένευε αυτός ο αλλόκοτος ανθρωπάκος, που ζούσε μόνος και με αυτό τον τρόπο σ' ένα νησί, με μόνη παρέα ένα γιγάντιο κουνούπι. Αποφάσισα να ερευνήσω κι άλλο λίγο το θέμα, προσπαθώντας να μάθω περισσότερα γι' αυτόν. «Είπατε ότι σπουδάσατε στο Νοσοκομείο Τσάρινγκ Κρος;» «Ναι, σωστά» είπε και ξανακάθισε. «Θα πρέπει να ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία». Ίσως, αν έδειχνα κάποιο ενδιαφέρον για τη ζωή του, να ήταν πιο συνεργάσιμος. Το είχα βάλει σκοπό ν' αποκτήσω φωτογραφίες του Κόκκινου Γάγγη, ακόμα κι αν χρειαζόταν να μπω κάποια στιγμή κρυφά στο δωμάτιο του για να τις τραβήξω. Αλλοι άνθρωποι, είμαι σίγουρος, δεν θα επέμεναν, αλλά εγώ ήξερα ότι, αν ήθελα να γίνω επι116


τυχημένος δημοσιογράφος, θα έπρεπε να το ρισκάρω. Υπήρχε η πιθανότητα, αν έμενα στο νησί λίγο ακόμα, να παρουσιαζόταν η κατάλληλη ευκαιρία. «Για να πω την αλήθεια» είπε ο Μάθερ «κάτι που συνέβη όταν ήμουν εκεί με έκανε να έρθω να ζήσω εδώ». Έξυσε το πηγούνι του και ατένισε το κενό. «Παρά τις συνεχείς προσπάθειες να ξεχάσω την εμπειρία, αναγκάστηκα να φύγω από το Λονδίνο και ν' αναζητήσω τη γαλήνια μοναξιά της Λίμνης Λάνγκορ». Κοίταξε το δίσκο, ύστερα το φλιτζάνι μου, υπονοώντας ότι ήθελε να μαζέψει τα πράγματα. Ωστόσο, το τσάι μου ήταν ακόμα ζεστό και, μολονότι δεν το απολάμβανα ιδιαίτερα, δεν βιαζόμουν να το τελειώσω. Ο Μάθερ κάθισε πίσω στην πολυθρόνα του και σήκωσε το βλέμμα του στο ταβάνι για να διηγηθεί τη σκοτεινή ιστορία.

117


5. Η ιρρίκη

Έβγαλα το κασετόφωνο από την τσέπη μου και το ακούμπησα διακριτικά στην αγκαλιά μου, πιέζοντας το κουμπί record. Δεν ζήτησα την άδεια του Μάθερ αυτή τη φορά, μη θέλοντας να τον διακόψω και να ρισκάρω να χάσω κάτι που προμηνυόταν να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Κάποιες μικρές παραβάσεις των κανόνων καλής συμπεριφοράς είναι μερικές φορές απαραίτητες στη δική μου δουλειά. «Όταν ήμουν νέος, μου έλειπε η αυτοπεποίθηση που διαθέτω τώρα» άρχισε ο Μάθερ. «Επέτρεπα στον εαυτό μου να καθοδηγείται από άλλους, και γι' αυτό το λόγο κατέληγα να κάνω πράγματα που δεν ήθελα. Ο Σόουμς ήταν ένας άντρας που θαύμαζα πολύ. Συναντηθήκαμε την πρώτη μου μέρα στην ιατρική σχολή, μέσα σε μια γεμάτη τάξη. Συστήθηκα, προφέροντας το όνομά μου μ' ένα ελαφρό τραύλισμα, όπως συνέβαινε μερικές φορές όταν ένιωθα αμήχανος. Σφίξαμε τα χέρια. »"Σόουμς. Αλεξάντερ Σόουμς" είπε. Εξέπεμπε μια εντυπωσιακή σιγουριά, πράγμα που με έκανε να αισθά119


νομαι άνετα μαζί του. Στη συνεχεία, άρχισε να απαντάει μία μία σε όλες τις ερωτήσεις που έκανε στην τάξη ο καθηγητής, και σε ένα σημείο μάλιστα τσακώθηκε μαζί του, προς μεγάλη διασκέδαση των υπόλοιπων φοιτητών. Ύστερα από εκείνο το περιστατικό, αποφάσισα να μείνω κοντά του, καταλαβαίνοντας ότι μπορούσα να μάθω πολλά απ' αυτόν. Αλλά, όπως ανακάλυψα ύστερα από λίγο, δεν του έλειπαν τα ελαττώματα. Ήταν επιρρεπής σε ξαφνικές και συχνά ανεξήγητες κρίσεις οργής. Ποτέ δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι έσφαλε, όσες αποδείξεις της ενοχής του κι αν υπήρχαν. Πάντα έβρισκε μια δικαιολογία, ακόμα και όχι τόσο πειστική, για να μετατοπίσει την ευθύνη στον άλλον. Αν μάλιστα ήταν να διηγηθεί ο ίδιος τούτη την ιστορία, σίγουρα θα έριχνε το φταίξιμο σε μένα. Όταν σημείωνε επιτυχίες, έπαιρνε αυτός όλη τη δόξα και τους επαίνους, αδιαφορώντας για όλους όσους τυχόν τον είχαν βοηθήσει. Όταν όμως τα πράγματα πήγαιναν στραβά, δεν δίσταζε να κατηγορήσει αμέσως άλλους, ιδιαίτερα εμένα». Ο Μάθερ σταμάτησε για μια στιγμή, ίσως για εφέ, ίσως επειδή οι αναμνήσεις τού ήταν πολύ δυσάρεστες. «Η ιδέα τού ήρθε όταν εκείνος κι εγώ τα πίναμε στο αγαπημένο μας μπαρ κοντά στο νοσοκομείο. Ο Σόουμς είχε μια απίστευτη μανία με την ανατομία, ασυνήθιστη ακόμα και για κάποιον που σπούδαζε για να γίνει χειρουργός. Πίστευε ότι μπορούσαν ν' αποκαλυφθούν μυστικά μέσα από νέες και ανορθόδοξες μορφές ανατομι120


κής μελέτης. Πολλές από τις θεωρίες του ξεκίνησαν από όνειρα που είχε δει στον ΰπνο του, γεγονός ανησυχητικό από μόνο του, αλλά ακόμα πιο ανησυχητικό όταν κάποιες φορές εφάρμοζε στην πράξη τα αλλόκοτα πειράματα που του υπαγόρευε το υποσυνείδητο του. »Του φαινόταν απόλυτα φυσικό να περνάει το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου του ανάμεσα στα πτώματα του νεκροτομείου, πετσοκόβοντας, εξετάζοντας, ψάχνοντας ο Θεός ξέρει τι. Οι υπόλοιποι φοιτητές, και αρκετοί γιατροί, τον απέφευγαν. Τον θεωρούσαν ένα είδος τυμβωρύχου. Στην εμφάνιση ήταν ψηλός, αδύνατος και είχε μακριά, μαύρα, άπλυτα μαλλιά, που κολλούσαν στο μέτωπο του σχηματίζοντας λιπαρές, καθόλου κολακευτικές, τούφες. Με περνούσε πολύ στο μπόι και όταν περπατούσαμε μαζί ο διασκελισμός του συχνά με άφηνε πολύ πίσω, κάνοντάς με να πασχίζω να τον φτάσω. Πώς αγόραζε τα ρούχα του ο Σόουμς δεν το γνωρίζω, αλλά ήταν όλα κακοδιαλεγμένα. Τα πουκάμισά του ήταν πολύ στενά, τα παντελόνια του πολύ κοντά. Έδειχνε να μην τον ενδιαφέρει καθόλου η μόδα. Όπως τόσα άλλα πράγματα, θεωρούσε ότι του αποσπούσε την προσοχή από τη δουλειά του. Μερικές φορές περνούσε νύχτες ολόκληρες κάνοντας πράγματα που οι περισσότεροι φοιτητές προσπαθούσαμε ν' αποφύγουμε, εκτός κι αν ήταν μέρος της φοιτητικής μας εργασίας. Είχαμε ακούσει πολλές ιστορίες για δύστυχες, ανυποψίαστες νοσοκόμες, που σκόνταφταν πάνω στη βρόμικη, ταλαιπωρημένη φιγούρα του Σόουμς, 121


που ήταν σκυμμένη πάνω σ' ένα πτώμα στο νεκροτομείο, κάνοντάς του ένα σωρό φριχτά πράγματα. Ω, δεν έκανε ποτέ τίποτα παράνομο ή διεστραμμένο απ' όσο γνωρίζω, μα ο ενθουσιασμός του ήταν, ας το πούμε, υπερβολικός. Αλλά το σκοτεινό και πολύ θλιβερό περιστατικό που έκανε τον Σόουμς κι εμένα να τραβήξουμε διαφορετικούς δρόμους είχε να κάνει μ' ένα ιδιαίτερα μακάβριο όνειρο που είχε δει σχετικά με κάτι που το αποκαλούσε "αδικαιολόγητη αφαίρεση οργάνων." Λαχανιάζοντας από ενθουσιασμό, μου είπε ότι δεν είχε σημασία το ακριβές όργανο που επρόκειτο να αφαιρεθεί, εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν οι συνέπειες της αφαίρεσης. Θα έπρεπε να είναι ένα όργανο με σημαντική λειτουργία. Έτσι, τα αποτελέσματα της αφαίρεσης θα ήταν σαφώς και αμέσως ορατά. Ακούγοντας την ιδέα του Σόουμς με έπιασε φρίκη, και εξακολουθώ να αισθάνομαι έτσι μέχρι σήμερα. Χρειάστηκε να του ζητήσω να επαναλάβει ό,τι μου είχε πει, για να είμαι σίγουρος ότι δεν είχα καταλάβει λάθος. Μου τα είπε όλα ξανά, αυτή τη φορά αργά και με έμφαση στις λεπτομέρειες. Κάθισα για λίγο σιωπηλός και εμβρόντητος, ώσπου ο Σόουμς ζήτησε να μάθει τι ήταν αυτό που με προβλημάτιζε. Το ότι χρειάστηκε να ρωτήσει με έκανε να γελάσω δυνατά. Πώς ήταν δυνατόν να μη βλέπει ότι αυτό που πρότεινε ξεπερνούσε τα όρια του ανήθικου και έμπαινε στη σφαίρα του απάνθρωπου; Προσπάθησα, χωρίς επιτυχία, 122


να του αλλάξω γνώμη. Στο βλέμμα του εκείνη τη νύχτα έβλεπα να εξελίσσεται μια τρέλα, που την τροφοδοτούσε μια αχόρταγη περιέργεια. Είχα την αίσθηση ότι κάτι μου έκρυβε -ίσως κάτι ακόμα πιο εξωφρενικό απ' ό,τι είχε ήδη αποκαλύψει-, γιατί ήξερε τι θα έκανα αν το μάθαινα. Έ φ ε ρ α επανειλημμένως αντιρρήσεις στο σχέδιο του Σόουμς. Προσπάθησα μάταια να τον διαβεβαιώσω ότι μια τέτοια διαδικασία, εκτός από την ηθική πλευρά της, παρουσίαζε ένα σωρό περιπλοκές. Ως φοιτητής της ιατρικής είχα ευθύνη να διατηρώ τη ζωή όποτε ήταν δυνατόν, να αποφεύγω να προκαλώ πόνο στους ανθρώπους και να μην τους υποβάλλω σε μαρτύρια. Δεν μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου να πάρει μέρος σε τέτοια απεχθή σχέδια. Ο Σόουμς αναστέναξε όταν έμαθε ότι η απάντησή μου ήταν όχι, αλλά κατάλαβε ότι έπρεπε να πάψει να προσπαθεί να με πείσει. Έμοιαζε περισσότερο μελαγχολικός παρά θυμωμένος, και το πήρε απόφαση πως ό,τι έκανε θα το έκανε μόνος του. Την άλλη μέρα, το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν το σχέδιο του Σόουμς. Χωρίς κάποιου είδους επίβλεψη, θα ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι ήθελε, και αυτό με ανησυχούσε. Έπεισα τον εαυτό μου ότι έπρεπε να προσποιηθοό πως συμφωνούσα να τον βοηθήσω, απλώς και μόνο για να βρίσκομαι σε θέση να τον ελέγχω και να τον εμποδίσω να προχωρήσει πέρα από τα επιτρεπόμενα όρια. Εκείνο το βράδυ, τον πλησίασα στο μπαρ, προσποιούμενος ότι είχα αλλάξει γνώμη κι ότι συμμεριζόμουν τις 123


απόψεις του. Αμέσως φάνηκε να φεύγει από πάνω του ένα βάρος και έτρεξε να αγοράσει ποτά. Αυτό που έκανα ήταν επικίνδυνο, και προσευχήθηκα να είχα πάρει τη σωστή απόφαση. Ο Σόουμς έχυσε τις ξεχειλισμένες μπίρες στη βιασύνη του να τις φέρει πίσω στο τραπέζι. Οι μανσέτες στο γκρίζο του πουκάμισο ήταν μούσκεμα όταν ήρθε να καθίσει. "Εξαίρετα" είπε με μια φλόγα στα μάτια του. "Αυτά είναι πολύ καλά νέα. Με φόβιζε η ιδέα να δουλέψω μόνος μου. Δεν ξέρεις πόσο σπουδαίο είναι αυτό για μένα". "Να σου πω" είπα μ' ένα πλαστό χαμόγελο. "Το ήξερα ότι θα προχωρούσες έτσι κι αλλιώς, και θεωρώ ότι όλα θα πάνε πολύ πιο καλά αν είμαι εκείνα δώσω ένα χεράκι". "Σίγουρα θα πάνε!" είπε ο Σόουμς με ενθουσιασμό. "Σίγουρα θα πάνε!" "Αλλά πες μου, πού θα βρεις κάποιον που θα σε αφήσει να τον χειρουργήσεις με τέτοιο τρόπο;" "Αυτό άσ' το σ' εμένα, φίλε μου. Θα εκπλαγείς αν δεις πόσα πρόθυμα άτομα υπάρχουν εκεί έξω, έτοιμα να κάνουν οτιδήποτε χωρίς σχεδόν κανένα αντάλλαγμα". "Σαν ποιοι;" "Ποιοι; Έχεις κοιτάξει στα παγκάκια τελευταία; Στις εισόδους των καταστημάτων;" "Οι άστεγοι;" "Ναι, οι άστεγοι. Αγαπητό μου παιδί, μερικοί απ' αυτούς τους ανθρώπους κάνουν σαν τρελοί να πάρουν μέρος σε τέτοιες προσπάθειες. Είναι οι απεγνωσμένοι, οι 124


αλκοολικοί, οι ναρκομανείς. Λειτουργούν σε διαφορετικό επίπεδο απ' ό,τι εσύ κι εγώ. Σε χαμηλότερο επίπεδο. Οι ανάγκες τους είναι πιο απλές, οι απαιτήσεις τους λιγότερο ακριβές". "Θα προσέχεις όμως; Θέλω να πω, θα τους συμπεριφερθείς με σεβασμό; Τον σεβασμό..." "Που θα απαιτούσε κάθε ανθρώπινο πλάσμα; Φυσικά. Στο κάτω κάτω άνθρωπος είμαι κι εγώ". "Θα πρέπει όμως να καταλάβεις" είπα, προσδίδοντας ένα σοβαρό τόνο στη φωνή μου" ότι είναι ανάγκη να τηρήσουμε άκρα μυστικότητα. Αυτό που πρόκειται να κάνουμε έρχεται σε αντίθεση με τη νόμιμη ιατρική πρακτική. Και θα πρέπει να διασφαλίσεις ότι δεν θα προκαλέσουμε καμία μόνιμη βλάβη στους ασθενείς". "Ναι, ναι" είπε ο Σόουμς. "Αλλά τι είναι εκείνο που δεν προκαλεί μόνιμες βλάβες την σήμερον ημέραν; Μερικές φορές, το να παρακάμψεις τους κανόνες είναι ο μόνος τρόπος για να σημειώσεις πρόοδο. Αλλά μην ανησυχείς, θα φροντίσω να μην το μάθει κανείς". "Πώς ακριβώς;" "Ω, έχω τους τρόπους μου. Πάντα προσέχω να κρατώ τα περίεργα βλέμματα μακριά από τις δουλειές μου". "Σόουμς..." "Χαλάρωσε, ε; Έχε μου εμπιστοσύνη. Αυτό που πάμε να ξεκινήσουμε είναι ένα ταξίδι ανακάλυψης και διαφωτισμού. Το κάνω αυτό στο όνομα της ιατρικής, για το καλό των συνανθρώπων μου". 125


"Είναι αλήθεια αυτό;" "Ω, Μάθερ, για όνομα του Θεού!" Ο Σόουμς έκανε μια μικρή παύση για να σκεφτεί κάτι. "Δεν είμαι τέρας". "Το ξέρω, μα..." "Πίστεψε με, θα το καταλάβαινα αν είχα παρατραβήξει το σχοινί". Ή π ι ε μερικές γουλιές από τη μπίρα του. Νομίζω πως είχα ήδη αρχίσει να ηρεμώ λιγάκι, αλλά οι ισχυρισμοί του Σόουμς εξακολουθούσαν να μη με πείθουν απόλυτα. Η μέχρι τώρα συμπεριφορά του έδειχνε ότι δεν ήξερε τι σήμαινε να "παρατραβάει κανείς το σχοινί" και ούτε που τον ένοιαζε. "Έλα, πιες τη μπίρα σου" με προέτρεψε. "Θα πάω να ξαναγεμίσω τα ποτήρια". Καταλήξαμε να μεθύσουμε για τα καλά εκείνη τη νύχτα. Καθώς προχωρούσε η βραδιά ξαναβρήκα αρκετά το κέφι μου, αλλά είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για την ικανότητά μου να σταματήσω το διαβολικό σχέδιο του Σόουμς. Μακάρι να είχαν εξελιχθεί αλλιώς τα πράγματα. Λίγο πριν κλείσει το μπαρ, φύγαμε και περπατήσαμε μέχρι τη στάση, όπου ο Σόουμς πρόλαβε το λεωφορείο για το σπίτι του. Εγώ ζούσα στον φοιτητικό ξενώνα κοντά στο νοσοκομείο, κάτι που το προτιμούσα εδώ και πολύ καιρό. Πάντα μου ταίριαζε να μένω με άλλους ανθρώπους. Και μόνο το ν' ακούω ανθρώπινες φωνές μέσα από τους τοίχους του δωματίου μου με καθησύχαζε. Από τότε, όπιος θα διαπιστώσατε, οι προτιμήσεις μου έχουν αλλάξει ριζικά. Ο Σόουμς από την άλλη επιζητούσε τη μονα126


ξιά. Το μεγάλο οπίτι που είχε νοικιάσει θα πρέπει να του κόστιζε κάμποσα λεφτά, αλλά είχε χάσει μικρός τους γονείς του και τον είχε μεγαλώσει μια πλούσια θεία. Φανταζόμουν ότι εκείνη θα είχε φροντίσει να έχει ο ανιψιός της κάποιου είδους οικονομική ενίσχυση. Σχεδόν ποτέ δεν μιλούσε γι' αυτήν, αλλά από τις σπάνιες περιπτώσεις που τύχαινε ν' αναφερθεί το όνομάτης σε κάποια συζήτηση είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι ήταν μια αυστηρή, ψυχρή γυναίκα κι ότι ο Σόουμς χαιρόταν που είχε απαλλαγεί απ' αυτήν. Σπάνια καλούσε εμένα ή οποιονδήποτε άλλον στο σπίτι του. Νομίζω πως αποτελούσε ένα σημαντικό καταφύγιο γι' αυτόν. Έμεινα έκπληκτος όταν, την επόμενη μέρα, ο Σόουμς μου είπε ότι ήταν έτοιμος να εφαρμόσει το πείραμά του. Είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του. Ή ξ ε ρ α ότι υπέφερε από αϋπνίες. Τσως να οφειλόταν σ' αυτό, αλλιώς θα πρέπει να ετοιμαζόταν για το πείραμα όλη νύχτα. Ό,τι απ' τα δύο κι αν συνέβαινε, ένιωθα εξαιρετικά άβολα. Του είπα ψέματα πως είχα κανονίσει να πάω κάπου αλλού. Όμως, ύστερα από επίμονη ανάκριση εκ μέρους του, η δικαιολογία μου κατέρρευσε. Ο Σόουμς κατάφερε να καταρρίψει έναν έναν τους λόγους που πρόβαλα για να αποφύγω να κάνω αυτό που μου ζητούσε, ώσπου τελικά υποχώρησα. Έδειχνε τόσο αποφασισμένος, ώστε δεν θα άφηνε τίποτα να του σταθεί εμπόδιο. Η νύχτα έφτασε γρήγορα. Σκέφτηκα να πάω στο μπαρ και να κατεβάσω μερικά ποτά για να πάρω θάρρος, αλλά 127


μια τέτοια ιδέα θα μπορούσε ν' αποδειχτεί ολέθρια. Δυσάρεστα ερωτήματα περνούσαν συνέχεια από το μυαλό μου. Ποιον θα έβρισκε πρόθυμο να υποβληθεί στο πείραμα; Πώς θα εξασφάλιζε ότι ο άνθρωπος αυτός θα επιζούσε από την εγχείριση; Τι κι αν συνέβαινε το χειρότερο και το πειραματόζωο πέθαινε; Θα ήταν ένοχος για φόνο; Για ένα πράγμα ήμουν σίγουρος: αν ήθελα να κρατήσω τον Σόουμς υπό έλεγχο, θα έπρεπε να παραμείνω νηφάλιος, κι έτσι αποφάσισα να μην πάω στο μπαρ. Έφτασα στο σπίτι του στις έντεκα το βράδυ, όπως είχαμε κανονίσει, και χτύπησα την πόρτα. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός θόρυβος μέσα από το σπίτι. Τρέμοντας, πέρασα τα δάχτυλά μου μέσα από τα μαλλιά μου. "Ίσως άρχισε χωρίς εμένα" είπα μεγαλόφωνα. Τραβήχτηκα λίγο πίσω και σήκωσα το βλέμμα μου προς τα παράθυρα του πρώτου ορόφου. Δεν υπήρχαν αναμμένα φώτα στο σπίτι. Μου φάνηκε περίεργο. Γνωρίζοντας πόσο ακριβής και σχολαστικός ήταν ο Σόουμς, έπρεπε κάτι σοβαρό να συνέβαινε για να μην έρθει στο ραντεβού. Περίμενα μερικά λεπτά κι αναρωτήθηκα μήπως δεν πήγαινε καλά το ρολόι μου. Αλλά εκείνη τη στιγμή ο Σόουμς εμφανίστηκε στην αυλόπορτα πίσω μου. Ανέβηκε το μονοπάτι του κήπου, κρατώντας στο ένα του χέρι κάτι μέσα σε μια καφετιά χαρτοσακούλα, ενώ με το άλλο έψαχνε στην τσέπη του για τα κλειδιά. "Συγγνώμη που σε έκανα να περιμένεις, αλλά έπρεπε να βγω έξω για πέντε λεπτά" είπε χαμογελώντας πλατιά 128


και σπρώχνοντας το κλειδί μέσα στην κλειδαριά. "Όλα είναι έτοιμα. Ανυπομονώ να ξεκινήσω". Άνοιξε την πόρτα κι εγώ τον ακολούθησα μέσα στο σπίτι. Το εσωτερικό του σπιτιού έδειχνε ότι ο Σόουμς δεν είχε και τόσο καλές σχέσεις με το νοικοκυριό. Οι τοίχοι του σαλονιού ήταν σκεπασμένοι με μια παλιά μπεζ ταπετσαρία, που ολόκληρα κομμάτια της είχαν ξεκολλήσει σε κάποιες μεριές. Υπήρχε ένας μικρός καναπές και μια πολυθρόνα, που είχαν δει και τα δύο καλύτερες μέρες, ενώ το τζάκι είχε σφραγιστεί και είχε ζωγραφιστεί από πάνω. Δεν υπήρχε τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο ούτε καν ένα πορτατίφ ή οποιοδήποτε διακοσμητικό αντικείμενο. Προφανώς ήταν ένα δωμάτιο όπου περνούσε πολύ λίγη από την ώρα του. Βυθίστηκα αργά στη μαλακή αγκαλιά της πολυθρόνας, από φόβο μη διαλυθεί. Ο Σόουμς επέμενε να μου ψήσει έναν καφέ και πήγε στην κουζίνα για να τον ετοιμάσει. Κοίταξα τους τοίχους που ξεφλούδιζαν. Είχα μια παράξενη αίσθηση στο στομάχι μου. Το στόμα μου ήταν στεγνό, οι παλάμες μου ιδρωμένες. Ήθελα να τελειώνουμε με το έργο που είχαμε αναλάβει. Όσο περισσότερο περίμενα, τόσο οργίαζε η φαντασία μου. Λίγο αργότερα, ο Σόουμς μπήκε στο δωμάτιο με μια μεγάλη κούπα καφέ για μένα και ύστερα έφυγε σιγομουρμουρίζοντας. Η πρώτη γουλιά έκαψε τη γλώσσα μου και βλαστήμησα δυνατά. Όταν το υγρό είχε κρυώσει κάπως, ήπια μια δεύτερη γουλιά, αλλά,· όταν έφτασε στο στομάχι μου, αμέσως αισθάνθηκα άρρωστος. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Σόουμς ξα129


ναγύρισε και απέσπασε την προσοχή μου από την ανακατωσούρα που ένιωθα. Εμφανίστηκε στην πόρτα φορώντας ιατρική ποδιά και κρατώντας μια δεύτερη για μένα. "Έλα μπράβο" είπε, δίνοντάς μου το λευκό ρούχο. "Πιες τον καφέ σου κι ας του δίνουμε". Δεν είχα όρεξη να τελειώσω τον καφέ, αλλά κάτω από το βλέμμα του ένιωσα υποχρεωμένος να το κάνω. Το υγρό γουργούρισε και στροβιλίστηκε μέσα στο στομάχι μου, μη θέλοντας να κατασταλάξει, σαν να ήταν ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης. Ακούμπησα την κούπα στο χαλί και φόρεσα την ποδιά. Ύστερα ο Σόουμς με οδήγησε έξω στο διάδρομο, και ανεβήκαμε τα σκαλιά για τον πρώτο όροφο. Στην άλλη άκρη του πλατύσκαλου άνοιξε την πόρτα ενός μεγάλου υπνοδωματίου και με καλωσόρισε μέσα. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα μπαίνοντας στο δωμάτιο ήταν το άπλετο φως. Ήταν απίστευτα φωτεινά εκεί μέσα. Οι κουρτίνες ήταν κλειστές, και εκτός από το φως στο ταβάνι ο Σόουμς είχε τοποθετήσει τρεις ηλεκτρικές λάμπες γύρω γύρω στο δωμάτιο. Θα πρέπει να είχε βάλει τους πιο ισχυρούς λαμπτήρες που υπήρχαν, καθώς στο δωμάτιο δεν διακρινόταν σχεδόν η παραμικρή σκιά. Μόλις συνήθισα λίγο τη λάμψη, παρατήρησα έναν άντρα ξαπλωμένο αναίσθητο στο τραπέζι. Ήταν ένας αλήτης. Δεν υπήρχε αμφιβολία γι' αυτό. Τα ρούχα του ήταν παλιά, σχισμένα και λεκιασμένα πα130


ντου. Ήταν αξύριστος, με σβέρκο μαύρο από τη βρόμα, μαλλιά μπλεγμένα και κολλημένα. Έριξα μια ματιά στον Σόουμς, που απλώς χαμογέλασε και με χτύπησε ψιλικά στην πλάτη. "Ωραία!" Πήγε απέναντι σ' ένα μικρότερο τραπέζι όπου είχε τακτοποιήσει μια συλλογή από χειρουργικά εργαλεία. "Πάμε;" "Κοιμάται;" "Όχι, αλλά είναι τύφλα στο μεθύσι. Έ χ ε μου εμπιστοσύνη, δεν θα κουνηθεί καθόλου. Μόλις αγόρασα άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι, μήπως χρειαστεί περισσότερη καταστολή. Θα χρησιμοποιούσα αναισθητικό, αλλά δεν μπόρεσα να πάρω από το νοσοκομείο. Φυλάνε αυτό το πράγμα τόσο καλά, λες και είναι χρυσάφι. Δεν πειράζει όμως, πρέπει κανείς να μάθει ν' αυτοσχεδιάζει". Κοίταξα την καφετιά χαρτοσακούλα στο πάτωμα και το μπουκάλι ουίσκι απ' όπου το είχε βγάλει. Το καπάκι ήταν ξεβιδωμένο, και το μπουκάλι έτοιμο για χρήση. "Ωραία, βοήθησέ με να τον γυρίσω ανάσκελα". "Στάσου μια στιγμή" είπα. "Είσαι σίγουρος ότι ξέρεις τι κάνεις;" "Εκατό τοις εκατό. Για όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου, έχε περισσότερη πίστη". "Εξακολουθώ να νομίζω ότι αυτή είναι μια πολύ κακή ιδέα" είπα. Ο Σόουμς με κοίταξε σαν να ήμουν τρελός. "Φίλε μου, 131


τι σου συμβαίνει; Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάσαι". "Δεν φοβάμαι!" Ήταν ψέμα. Ένιωθα όλο μου το σώμα αφύσικα κρύο. "Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα". Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου. "Σου το υπόσχομαι. Όλα θα πάνε καλά". "Εντάξει. Λοιπόν..." Προσπάθησα να δείχνω πιο ήρεμος απ' ό,τι ήμουν στην πραγματικότητα. "Θα αφαιρέσεις το συκώτι, θα καταγράψεις τις επιπτώσεις στο σώμα του και ύστερα θα το επανασυνδέσεις;" "Ναι, ακριβώς". Παρατήρησα κάποια διστακτικότητα στη φωνή του Σόουμς. Κάτι δεν πήγαινε καλά. "Όπως είπα προχθές, είναι μια αδικαιολόγητη αφαίρεση οργάνου. Το συκώτι αποτελεί βασικό όργανο, κι έτσι οι συνέπειες από την αφαίρεση του θα είναι εμφανείς. Θα καταγράψω αυτές τις συνέπειες και αργότερα θα τις αναλύσω. Κράτα γερά τα πόδια του. Μπορείς;" "Και πώς ακριβώς θα επωφεληθεί η επιστήμη απ' αυτό;" Αναστέναξε. "Να, αν μπορέσουμε να διαπιστώσουμε πώς αντιδρά το σώμα όταν χάσει τα βασικά του όργανα, ίσως καταφέρουμε να βρούμε τρόπους ν' αναπληρώσουμε αυτή την απώλεια. Για παράδειγμα, η απουσία του συκωτιού θα έχει ως αποτέλεσμα να ξεκινήσει αμέσως η δηλητηρίαση του αίματος. Αν μπορέσουμε να το περιγράψουμε αυτό με ακρίβεια, τότε ίσως επινοήσουμε 132


εναλλακτικές μεθόδους καθαρισμού του αίματος, ή ακόμα και προληπτικά μέτρα". "Μα αυτές είναι βασικές αρχές της ιατρικής" τον διέκοψα. "Οποιοσδήποτε με στοιχειώδεις γνώσεις ανατομίας θα μπορούσε να φτάσε ι σ' αυτό το συμπέρασμα. Έχω δει ανθρώπους με ανεπάρκεια του ήπατος και ίκτερο. Δεν είναι ευχάριστο, μα όλοι καταλαβαίνουν τι συμβαίνει". "Ναι... μα αυτοί οι άνθρωποι υποβάλλονται σε θεραπεία, και οι γιατροί τούς κάνουν να αισθάνονται όσο το δυνατόν πιο άνετα. Δεν αποτελούν αντικείμενο εξονυχιστικής μελέτης. Σκοπεύω να κάνω αυτό το σημαντικό βήμα, να αναλύσω τη διαδικασία από την αρχή μέχρι το τέλος, όπως δεν έχει κάνει κανείς άλλος ως τώρα". Ο Σόουμς κοίταξε από ψηλά τον άνθρωπο στο τραπέζι. "Έτσι κι αλλιώς, αμφιβάλλω αν το συκώτι αυτού του τύπου θα τον υπηρετούσε για πολύ καιρό ακόμα". "Ναι, αλλά σκοπεύεις στ' αλήθεια να το επανασυνδέσεις, ε; Σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται;" "Α, έλα τώρα" απάντησε ο Σόουμς ήρεμα. "Έχει καταστρέψει σχεδόν τελείως τον εαυτό του με το οινόπνευμα. Θα μπορούσε να φύγει οποιαδήποτε στιγμή - κοίτα τον". "Πραγματικά ελπίζω να μην υπονοείς αυτό που νομίζω". "Ω, μην είσαι τόσο χαζός!" Το έντονο ξέσπασμα του Σόουμς με κατέπληξε. "Κοίτα, αν κάποιος ήταν λίγο πιο 133


υγιής, ίσως να αποκαθιστούσα το όργανο ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλά πού θα έβρισκα ένα πρόθυμο υγιές πειραματόζωο; Κοίτα, του μίλησα πολλή ώρα και του τα εξήγησα όλα. Έχει δώσει την πλήρη συγκατάθεσήτουστο..." "Τι; Στο θάνατο του;" "Χμ... ναι. Δεν μπορούμε έτσι απλά να πετάξουμε αυτή την ευκαιρία". "Όχι! Αποκλείεται, Σόουμς. Αυτό είναι λάθος, είναι πολύ μεγάλο λάθος. Δεν μπορείς να σκοτώσεις τον άνθρωπο στα καλά καθούμενα!" "Α μα τι έχει να περιμένει στη ζωή του; Ας τον αφήσουμε να συνεισφέρει στην ιατρική επιστήμη και να δώσει ένα νόημα στην αξιοθρήνητη ύπαρξή του. Δεν καταλαβαίνω γιατί ξαφνικά θέλεις να το παρουσιάσεις τόσο μακάβριο". "Επειδή είναι! Είναι φόνος!" "Είναι; Είναι φόνος αν έχει δώσει τη συγκατάθεσή του; Είναι φόνος αν οδηγήσει σε μια πολύτιμη ανακάλυψη; Μια ανακάλυψη που θα μπορούσε κάποια στιγμή να σώσει ζωές;" "Αυτά είναι υποθέσεις! Δεν έχεις δικαίωμα να παίζεις με τις ζωές των ανθρώπων, να παριστάνεις το Θεό!" Εκείνη τη στιγμή ο Σόουμς με κοίταξε βαθιά στα μάτια, σαν να ήθελε να μου μεταδώσει με το βλέμμα του κάτι που δεν κατάφερναν τα λόγια. Χαμογέλασε. "Μάθερ, αγαπητέ μου φίλε... είμαστε θεοί". Ένιωσα τα χείλη μου να τρέμουν καθώς ετοιμαζό134


μουν να απαντήσω, αλλά δεν βγήκε άχνα. Δεν είχα να δώσω απάντηση σ' αυτό. Πέρασε μάλιστα αρκετή ώρα πριν μπορέσω να πω κάτι. "Εγώ είχα καταλάβει ότι θα αφαιρούσες το όργανο, θα κατέγραφες τα αποτελέσματα κι ύστερα θα το ξανάβαζες στη θέση του". Ο Σόουμς έσφιξε τα χείλη του, κοίταξε κάτω το πάτωμα και, προς μεγάλη μου έκπληξη, γέλασε. "Καημένε μου Μάθερ. Ο Θεός να σ' έχει καλά. Πιστεύεις στ' αλήθεια ότι είναι δυνατόν να βγάλω το συκώτι και να το βάλω πίσω αφού έχει μείνει αρκετά λεπτά έξω από το σώμα; Η αφέλειά σου με συναρπάζει. Πες μου, πώς ακριβώς νόμιζες ότι θα εξασφάλιζα την υποστήριξη των ζωικών οργάνων στη διάρκεια μιας τέτοιας διαδικασίας; Ήμουν τυχερός που βρήκα έστω κι αυτά" είπε, δείχνοντας τα εργαλεία. "Μπάσταρδε! Δεν θα σ' αφήσω να το κάνεις αυτό". Έφτυσα. "Δεν μπορώ να το επιτρέψω!" "Τι εννοείς δεν μπορείς να το επιτρέψεις;" Είχε θυμώσει για τα καλά. "Ποιος νομίζεις ότι είσαι;" "Δεν θα σ' αφήσω να δολοφονήσεις αυτόν τον άνθρωπο. Τι θα κάνεις αν το μάθει το πανεπιστήμιο, η αστυνομία;" "Άσε να τα βγάλω πέρα εγώ μαζί τους. Εσυ ήρθες εδώ να βοηθήσεις. Αυτή η διαδικασία είναι δική μου ευθύνη. Τώρα δώσε ένα χεράκι να τον μετακινήσω". "Όχι. Δεν θα σε βοηθήσω". "Κατάλαβα". Ο Σόουμς στεκόταν όρθιος και με κοί135


ταζε. Χτύπησε ρυθμικά το πόδι του στο πάτωμα. "Αν δεν με βοηθήσεις τώρα, σου υπόσχομαι ότι θα κάνω το πείραμα έτσι κι αλλιώς, και..." "Όχι, δεν θα το κάνεις". "Ω ναι, θα το κάνω! Δεν μπορείς να με παρακολουθείς κάθε στιγμή της μέρας, Μάθερ. Θα το κάνω. Κι αν κάτι δεν πάει καλά, θα ρίξω το φταίξιμο σε σένα. Πώς θα σου φαινόταν αυτό; Χμ; Και ποιον θα πίστευαν στο πανεπιστήμιο; Εμένα με τους άριστους βαθμούς μου; Ή εσένα με τη μέτρια απόδοση;" "Θα έπαιρνες μεγάλο ρίσκο". "Ίσως. Αλλά είμαι πιο έξυπνος από σένα. Αν αποφασίσω να σε ενοχοποιήσω, θα το κάνω. Το ξέρεις αυτό. Αν θέλεις αυτή η ιστορία να τελειώσει καλά, η μόνη σου ελπίδα είναι να με βοηθήσεις". "Θα ήμουν συνεργός σε φόνο". "Πάψε να το λες αυτό! Δεν είναι φόνος!" Ο Σόουμς μου έριξε ένα άγριο βλέμμα. "Όπως είπα πριν, έχει δώσει τη συγκατάθεσή του". Ρουθούνισε περιφρονητικά και κοίταξε τον ασθενή. "Τώρα χρειάζομαι ένα σταθερό χέρι και απόλυτη ησυχία για να δουλέψω. Αν δεν πρόκειται να μου συμπαρασταθείς, ίσως θα πρέπει να φύγεις". Με μεγάλη προσπάθεια γύρισε μόνος του τον άντρα ανάσκελα κι ύστερα άνοιξε το πουκάμισο του σχίζοντάς το. Μου ήρθε η δυσάρεστη μυρωδιά μπαγιάτικου ιδρώτα. Μένοντας όρθιος, αμίλητος και αναποφάσιστος, παρακολουθούσα καθώς ο Σόουμς, χωρίς να απολαμβάνει ιδιαίτερα τη συγκε136


κριμένη δραστηριότητα, ξύρισε το στήθος του άντρα και προετοίμασε την περιοχή αλείφοντάς την με ιώδιο. Τελειώνοντας, άπλωσε το χέρι του για να πάρει ένα νυστέρι. Τελικά, βγαίνοντας από τη χαύνωση που μου είχε προκαλέσει το σοκ, προχώρησα προς τον Σόουμς και του άρπαξα το χέρι. "Φΰγε από πάνω μου" έφτυσε αηδιασμένος. "Τι πας να κάνεις;" "Άφησέ το κάτω, Σόουμς. Άφησέ το τώρα, αλλιώς θα πάω αμέσως στην αστυνομία". "Θα πας, στ' αλήθεια; Είμαι σίγουρος ότι θα τους ενδιέφερε πολύ ο ρόλος που έπαιξες εσύ στην υπόθεση". Δίστασα για μια στιγμή. Ήταν αρκετή για να απελευθερώσει το χέρι του μ' ένα τίναγμα και να στρέψει ξανά την προσοχή του στον ασθενή. "Άκου την αστυνομία!" κάγχασε. "Δεν πρόκειται να κάνεις τέτοιο πράγμα". "Σοβαρολογώ" τον απείλησα. "Κι εγώ το ίδιο. Είσαι το ίδιο συμμέτοχος σ' αυτό όσο κι εγώ. Δεν θα τολμούσες να ανακατέψεις την αστυνομία". "Ήρθα εδώ για να σε εμποδίσω να κάνεις ένα μεγάλο λάθος. Νόμιζα ότι θα μπορούσα να σου βάλω μυαλό. Αν ήξερα ότι δεν είχες σκοπό να επανασυνδέσεις το όργανο, πιθανότατα θα είχα ήδη φροντίσει να σε συλλάβουν. Αν ο άνθρωπος αυτός πεθάνει, θα είσαι φονιάς. Για όνομα του Θεού, είσαι φίλος μου.. .νομίζεις ότι θέλω να σε δω να πηγαίνεις φυλακή;" 137


Πίστευα ότι θα μπορούσα να λυγίσω τον Σόουμς. Το χέρι που κρατούσε το νυστέρι άρχισε να τρέμει ελαφρά. Στεκόταν όρθιος πάνω από τον ασθενή αρκετή ώρα, μέσα σε μια παράξενη σιωπή, που με έκανε να αναρωτιέμαι αν βρισκόταν σε κάποιου είδους έκσταση. Ύστερα, ήσυχα μα αποφασιστικά, έβαλε το νυστέρι πίσω στο μεταλλικό δίσκο και σκούπισε το μουσκεμένο του μέτωπο με το μανίκι του πουκαμίσου του. "Πολύ καλά" είπε απογοητευμένος. "Άσε με μόνο μου για λίγο, ε; Θα τον συνεφέρω και θα τον βοηθήσω να συνέλθει". Ίσως ακούγεται περίεργο, αλλά σχεδόν λυπήθηκα τον Σόουμς. Στο πρόσωπο του, την ώρα που έβγαινα από το δωμάτιο, ήταν ζωγραφισμένη η ήττα. Ήθελα να πω κάτι, αλλά δεν μπορούσα. Είχε το ύφος ανθρώπου που τον έχουν σαμποτάρει την ώρα που πάει να πετύχει κάτι υπέροχο. Έφυγα χωρίς ν' αρθρώσω λέξη. Δεν είχα τίποτε να πω. Όταν κατέβηκα τις σκάλες, έφτιαξα για τον εαυτό μου ένα φλιτζάνι τσάι. Πήγα με το ρόφημά μου στο σαλόνι και ξάπλωσα στον καναπέ. Ήπια προσεκτικά μια γουλιά κι ύστερα άφησα την κούπα κάτω. Το τσάι είχε ωραία γεύση και με ηρέμησε κάπως ύστερα από τον καβγά. Φαντάστηκα τον Σόουμς στο πάνω δωμάτιο να σιγομουρμουρίζει, ίσως και να με βλαστημάει, προσπαθώντας να κάνει τον ασθενή ν' ανανήψει. Τα βλέφαρά μου έκλεισαν 138


και η ανάσα μου έγινε βαριά και ρυθμική. Νιώθοντας εξαντλημένος, άφησα να με πάρει ο ΰπνος. Ξύπνησα λίγο αργότερα κυριευμένος από έναν ξαφνικό πανικό. Τρομερός θόρυβος ακουγόταν από το πάνω δωμάτιο. Ανάμεσα στις απεγνωσμένες φωνές του Σόουμς, διέκρινα τις πνιχτές κραυγές ενός πλάσματος που βρισκόταν σε μεγάλο πόνο και απελπισία. Δεν μου πήρε πολλή ώρα να μαντέψω τι θα πρέπει να συνέβαινε εκεί πάνω. Πετάχτηκα από τον καναπέ, βγήκα από το δωμάτιο και ανέβηκα τις σκάλες δύο δύο. Πριν φτάσω στο δωμάτιο, άκουσα τον Σόουμς να φωνάζει "Ω... ω... Χριστέ μου!" Το χειρουργείο ήταν άνω κάτω. Ιατρικά εργαλεία ήταν σκορπισμένα στις σανίδες του δαπέδου και το μπουκάλι του ουίσκι είχε σπάσει, καλύπτοντας με μια σκούρα υγρή κηλίδα ένα μεγάλο τμήμα του πατώματος. Ο Σόουμς τινάχτηκε μόλις αντιλήφθηκε την άφιξή μου και γύρισε να με αντικρίσει. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο αίμα και τρόμο. Πλησιάζοντάς τον, είδα την κατακρεουργημένη φιγούρα του αλήτη ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά στο πάτωμα, με τα άκρα του στριμμένα σε αφύσικα σχήματα και με όλο του το σώμα να τινάζεται ανεξέλεγκτα. Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια τη φρίκη της σκηνής που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια μου. Τσως αρκεί να πω ότι ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ένα ανθρώπινο πλάσμα, μα ούτε και ζώο, τόσο ολοκληροκικά κυριευμένο από τον πόνο. 139


"Ω, Θεέ μου" είπε ο Σόουμς εντελώς υποτονικά. Προσπάθησα ν' αποφύγω να κοιτάζω τους φριχτούς σπασμούς του αλήτη, μα αποδείχτηκε αδύνατον. "Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι;" παρακάλεσα. "Σαν τι; Το συκώτι του έχει αφαιρεθεί" απάντησε ο Σόουμς. KL ύστερα, μ' έναν τόνο ψυχρό και χωρίς την παραμικρή συγκίνηση, συμπλήρωσε: "Πεθαίνει". Ένιωσα έναν ξαφνικό θυμό. Ο υποτιθέμενος φίλος μου μού είχε πει ψέματα. Ποτέ δεν σκόπευε να ματαιώσει την εγχείριση. Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνιας στην καρδιά του. Στο βλέμμα του διέκρινα μια φωτιά που έκαιγε για κάτι παραπάνω από την απλή απόκτηση της γνώσης. Ήταν ένα βλέμμα που έκρυβε κάτι λάγνο και αποκρουστικό. Δεν είχα καταφέρει να σταματήσω τον Σόουμς, και για το λόγο αυτό αισθανόμουν εν μέρει υπεύθυνος για την κτηνώδη πράξη του. Το γεγονός ότι είχε κατορθώσει να ολοκληρώσει τον αποτρόπαιο στόχο του ήταν μια απόδειξη της πονηριάς και της επιμονής του. Όπως ήταν επόμενο, ο αλήτης πέθανε. Ο θάνατος του, λυπάμαι που το λέω, δεν ήταν ούτε σύντομος ούτε ανώδυνος. Ικέτεψα τον Σόουμς να βάλει τέλος στο μαρτύριο του, μα εκείνος επέμενε να τον αφήνει να ζει, για να καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια τις επιπτώσεις του αποκρουστικού του πειράματος. Αισθανόμουν ανίκανος να κουνηθώ από τη θέση μου, μέχρι που τελικά ο άντρας άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Σόουμς με ικέτεψε να μείνω. Επέμενε ότι χρεια140


ζόταν τη βοήθεια μου για να ταξινομήσει τα ευρήματα. Νομίζω πως αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν να τον βοηθήσω να ξεφορτωθεί το πτώμα, αλλά δεν επιθυμούσα να έχω καμία άλλη ανάμειξη στο θέμα. Ας τα έβγαζε πέρα μόνος του έτσι που τα είχε κάνει. Εκείνο το βράδυ άρχισε ο εφιάλτης. Όλες τις επόμενες μέρες, έβλεπα το πρόσωπο εκείνου του φουκαρά με ζωγραφισμένη επάνω του μια μόνιμη μάσκα φρίκης και άκουγα τις αγωνιώδεις κραυγές του. Ούτε μια στιγμή δεν έχουν φύγει από τη σκέψη μου από τότε. Ο Σόουμς με απέφευγε ύστερα από εκείνη τη νύχτα, όπως άλλωστε το περίμενα. Τον έβλεπα μόνο στην τάξη, όπου καθόταν ολομόναχος στο βάθος της αίθουσας, προσπαθώντας, όποτε ήταν δυνατόν, να διεκπεραιώσει μόνος του όλες τις πρακτικές εργασίες που του ανέθεταν. Έ ν α μήνα περίπου μετά το περιστατικό, ο Σόουμς εξαφανίστηκε. Κανείς δεν γνώριζε πού είχε πάει και γιατί, αλλά τους μήνες πριν την εξαφάνισή του είχαν κυκλοφορήσει φήμες για ουρλιαχτά και εξαφανίσεις στην περιοχή. Ίσως ο Σόουμς είχε συνεχίσει τα πειράματά του χωρίς τη βοήθειά μου. Τρέμω όταν σκέφτομαι τι μπορεί να είχε κάνει. Όταν άρχισα να εργάζομαι ως χειρουργός, πίστεψα ότι θα μπορούσα να τα ξεχάσω όλα, μα η σταδιοδρομία μου έμοιαζε στιγματισμένη από την αρχή. Κάθε εγχείριση που έκανα ξανάφερνε στο νου μου ξεκάθαρη την ανάμνηση. Κατάφερα, δεν ξέρω πώς, να εργαστώ επί δει 41


καέξι χρόνια, ώσπου οι αναμνήσεις και οι ενοχές με οδήγησαν σε μια κατάσταση κατάθλιψης και απελπισίας». Ο Μάθερ έκανε μια παύση, προφανώς γιατί με τη διήγησή του είχαν αναδυθεί στην επιφάνεια παλιά, ανεπιθύμητα συναισθήματα. Έμεινα σιωπηλός για μερικές στιγμές, προσπαθώντας να επεξεργαστώ στο μυαλό μου όσα είχε αφηγηθεί. Δεν χρειάζεται να πω ότι δεν ακούω κάθε μέρα τέτοιες ιστορίες. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση του Μάθερ. Η ιδέα ήταν αποκρουστική. Ίσως δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο σκανδαλώδης και τρομακτική θα ακουγόταν μια τέτοια ιστορία σ' έναν άγνωστο σαν κι εμένα. Ή π ι ε μια γουλιά από το τσάι του και ατένισε τον ορίζοντα έξω από το παράθυρο. Πού και πού περνούσε κάποιο συννεφάκι, ρίχνοντας γκρίζες σκιές στο πρόσωπο του. «Ευτυχώς, είχα μαζέψει αρκετά χρήματα και μπόρεσα να μετακομίσω εδώ» συνέχισε ο Μάθερ. «Επιτέλους θα μπορούσα ν' ασχοληθώ με το αντικείμενο που με ενδιέφερε περισσότερο απ' όλα - τη Λαίδη». Έριξα μια ματιά στο κασετόφωνο, για να δω αν είχε μείνει αρκετή ταινία. Κόντευε να τελειώσει από τη μία πλευρά, αλλά η διήγηση του Μάθερ έμοιαζε να ολοκληρώνεται. Άθελά μου, ένιωθα άβολα. Γιατί μου τα είχε πει όλα αυτά; Και γιατί ήταν τόσο ειλικρινής σχετικά με το ότι δεν προσπάθησε να σταματήσει τον Σόουμς νωρίτερα; Δεν μου είχε δώσει την εντύπωση ανθρώπου που μπορούσες εύκολα να εκφοβίσεις. Γιατί δεν είχε πάει 142


στην αστυνομία με την πρώτη ευκαιρία; Σίγουρα θα το είχε κάνει αν ένιωθε στ' αλήθεια φρίκη για ό,τι είχε διαπράξει ο φίλος του. Είχα αρχίσει ν' ανησυχώ για το τι είδους άνθρωπος θα μπορούσε να είναι ο Μάθερ. «Αισθάνομαι ότι όλα όσα έχω κάνει μέχρι τώρα δικαιώνονται χάρη σ' αυτήν» είπε. «Βέβαια» αποκρίθηκα, γνέφοντας καταφατικά με το κεφάλι μου. «Όμως η ιστορία που μου διηγηθήκατε είναι πολύ ανατριχιαστική, δεν νομίζετε; Θα πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να ζει κανείς με τέτοιες αναμνήσεις». «Είναι. Γι' αυτό είμαι καλύτερα εδώ. Αυτό το μέρος με κρατά μακριά από τις φρικαλεότητες της κοινωνίας και τις κακές αναμνήσεις. Και η Λαίδη αποτελεί τόσο καλή συντροφιά». Χαμογέλασε. «Δεν ανησυχείτε όμως μήπως δραπετεύσει; Θέλω να πω, θα μπορούσε να επιτεθεί και σε σας, όπως σε οποιονδήποτε άλλον, έτσι δεν είναι;» «Ίσως» απάντησε ο Μάθερ, μ' έναν τόνο σχεδόν αδιάφορο. «Εξαρτάται...» «Από τι;» Περιεργάστηκα τον Μάθερ καθώς σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε ως το παράθυρο του σαλονιού. «Δείχνει να καθαρίζει πάλι ο καιρός». Είχε δίκιο. Τα μαύρα σύννεφα είχαν διαλυθεί και πάνω από τη λίμνη κυριαρχούσε ο λαμπερός ήλιος. Ο Μάθερ πήρε το φλιτζάνι μου και το έβαλε πάνω στο δίσκο μαζί με το δικό του. Έφυγε χωρίς κουβέντα και πήγε στην κουζίνα. Σκέφτηκα τι τον είχα ρωτήσει και γιατί δεν είχε απα143


ντήσει. Ρίχνοντας πάλι μια ματιά έξω, αποφάσισα, αν ο Μάθερ δεν είχε αντίρρηση, να πάω άλλη μια βόλτα πριν με μεταφέρει πίσω στη στεριά. Ύστερα από την ιστορία που μόλις είχα ακούσει, χρειαζόμουν λίγο καθαρό αέρα και χρόνο για να βρεθώ μόνος με τον εαυτό μου. Και αν μου το επέτρεπε, ήθελα να βγάλω μερικές φωτογραφίες του σπιτιού και του γύρω χώρου. Βγαίνοντας από το σαλόνι, κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο μου για να πάρω την ταξιδιωτική μου τσάντα. Στο δρόμο παρατήρησα πως δεν ερχόταν κανένας θόρυβος από την κουζίνα. Ό,τι και να έκανε ο Μάθερ, το έκανε σιωπηλά. Σκέφτηκα να μπω στην κρεβατοκάμαρά του για να βγάλω μερικές φωτογραφίες του Κόκκινου Γάγγη. Θα με έπιανε άραγε στα πράσα; Κι αν ναι, τι θα έκανε; Όχι, θα περίμενα κι ύστερα θα έμπαινα κλεφτά στην κρεβατοκάμαρά του ενόσω εκείνος ήταν απασχολημένος. Ένιωθα ήδη στοιχειωμένος από την ιστορία του και από τον ίδιο. Δεν είχα ιδέα πώς θα αντιδρούσε αν με έβρισκε να παραβαίνω τις επιθυμίες του. Αν όμως κατάφερνα να τον απομακρύνω από το σπίτι, ίσως τότε να είχα την ευκαιρία που ζητούσα.

144


6. Ηανακάλνψη

Ο Μάθερ ήταν βυθισμένος σε σκέψεις όταν τον βρήκα στην κουζίνα. Έπλενε τις πορσελάνες, αλλά το έκανε μ' έναν παράξενα αργό τρόπο. Ήμουν έτοιμος να τον ρωτήσω μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν, βλέποντάς με να στέκομαι στην πόρτα, πετάχτηκε ξαφνιασμένος και παραλίγο να ρίξει κάτω το φλιτζάνι που κρατούσε. «Συγγνώμη» είπα. «Δεν είχα σκοπό να σας αιφνιδιάσω». «Όχι, εγώ φταίω. Για μια στιγμή ταξίδευε αλλού το μυαλό μου...» Έδειχνε αμήχανος, αν και δεν μπορούσα να φανταστώ το γιατί. «Α» είπε, παρατηρώντας ότι είχα κρεμάσει την τσάντα στον ώμο μου «φεύγετε από τώρα;» «Σε λίγο, ναι. Με περιμένει πολλή δουλειά στο γραφείο, ξέρετε. Αλλά δεν θα με πείραζε να ρίξω άλλη μια ματιά στο νησί πριν φύγω». «Εντάξει, να τελειώσω αυτή τη δουλειά και θα σας συνοδέψω». «Ω, όχι, είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, μα θα προτιμούσα να πάω μόνος μου αν δεν έχετε αντίρρηση. Ήθε145


λα να βγάλω μερικές φωτογραφίες του σπιτιού και της λίμνης για το άρθρο - αν βέβαια συμφωνείτε κι εσείς». «Α, τι να πω τώρα, δεν...» «Έχω υπόψη μου, φυσικά, αυτό που είπατε νωρίτερα, ότι δεν θέλετε να έρχεται κόσμος στο νησί, αλλά θα χρησιμοποιήσω μόνο γενικά πλάνα των δέντρων και της λίμνης. Τίποτε αποκαλυπτικό». «Μου δίνετε το λόγο σας;» «Απολύτως». «Λοιπόν... εντάξει τότε. Θα σας αφήσω να το κάνετε. Να θυμάστε όμως ότι δεν θέλω να αναφέρετε καθόλου ονόματα στο άρθρο σας. Είμαι πολύ ευαίσθητος σε τέτοια θέματα». «Ναι, το αντιλαμβάνομαι. Μην ανησυχείτε, θα γυρίσω σε μισή ώρα περίπου. Ύστερα μπορούμε να φύγουμε, αν συμφωνείτε». «Ωραία». «Τέλεια». Χαμογέλασα κι έκανα μεταβολή, ενώ ο Μάθερ έμεινε πλάι στο νεροχύτη σαν να περίμενε να φύγω. «Εντάξει, φεύγω λοιπόν. Θα σας δω σε λίγο». Μόλις κίνησα να φύγω, ο Μάθερ είπε: «Προσοχή, μην προχωρήσετε πολύ στο κατηφορικό μονοπάτι. Γίνεται επικίνδυνο μετά το λεμβοστάσιο. Έχει ένα σωρό αγκαθωτούς θάμνους εκεί. Το έχω κανόνα να μην πλησιάζω ποτέ αυτή την πλευρά του νησιού». «Σύμφωνοι, θα είμαι προσεκτικός». Έ ξ ω ο αέρας ήταν καθαρός και ευχάριστος. Κάποια 146


στιγμή, αντιλήφθηκα κάποια κίνηση και, κοιτάζοντας πίσω στο σπίτι, είδα τις κουρτίνες του σαλονιού να μισανοίγουν ανεπαίσθητα. Κάνοντας μερικά βήματα πίσω, σχεδόν μέχρι τη συστοιχία των δέντρων, έβγαλα τη Νίκον από την τσάντα και έλεγξα τη λειτουργία της. Όλα δούλευαν μια χαρά, κι έτσι τράβηξα μερικές φωτογραφίες του σπιτιού από διάφορες οπτικές γωνίες και ύστερα ξανάβαλα τη φωτογραφική μηχανή στην τσάντα. Αναρωτήθηκα ξανά πώς κατάφερνε ο Μάθερ να επιβιώνει μόνος του. Δεν πρέπει να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι πρόθυμοι να ζήσουν σε τέτοια απομόνωση. Ήταν άραγε η εμπειρία του με τον Σόουμς ο μοναδικός λόγος για μια τόσο μεγάλη απόφαση; Από ψυχολογική άποψη, η κατάστασή του με προβλημάτιζε. Κι εγώ μπορούσα να μείνω μόνος μου πολύ καιρό, αλλά ήταν δύσκολο να φανταστώ πώς θα μπορούσε κανείς να επιβιώσει χωρίς να έχει τακτική επικοινωνία με άλλους ανθρώπους. Θα τρελαινόμουν. Ίσως δεν συνειδητοποιούμε πόσο εξαρτημένοι είμαστε από τους άλλους, μέχρι να απομονωθούμε τελείως απ' αυτούς. Απ' ό,τι είχα δει ωστόσο, ο Μάθερ έμοιαζε να τα καταφέρνει πολύ καλά και μόνος του. Βάδισα προς την αμμουδιά κι ύστερα άλλαξα γνώμη. Η άλλη πλευρά του νησιού παρουσίαζε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, και ήμουν σίγουρος ότι εκεί θα είχα την καλύτερη θέα της λίμνης από οπουδήποτε αλλού στο νησί. Ξεκίνησα ακολουθώντας το μονοπάτι που είχα ανακαλύψει νωρίτερα. Ευτυχώς, πολλά από τα κλαδιά είχαν απομα147


κρυνθεί από το δρόμο κατά την προηγούμενη εξόρμηση μου καθιστώντας τον ασφαλή, κι έτσι προχωρούσα ευκολότερα. Δεν μου πήρε πολύ χρόνο να φτάσω στα βράχια πάνω από τη δεύτερη αμμουδιά. Κρατώντας τη φωτογραφική μηχανή και περνώντας το λουρί της γύρω από το λαιμό μου, κοίταξα μέσα από το σκόπευτρο τη λίμνη που εκτεινόταν στο βάθος. Το πρωινό είχε αρχίσει να εξελίσσεται σε μια πολύ όμορφη μέρα. Υπήρχαν λίγα συννεφάκια, αλλά ήταν απλωμένα σε αραιά διαστήματα στον ουρανό. Η επιφάνεια της λίμνης λαμπύριζε ζωηρά κάτω από τον πρωινό ήλιο. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη η αντίθεση με την προηγούμενη μέρα. Τράβηξα μερικές φωτογραφίες της τεράστιας έκτασης κι ύστερα προχώρησα, αυτή τη φορά αφήνοντας τη φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη γύρω από το λαιμό μου. Το μονοπάτι τελείωνε κοντά στα βράχια. Δίπλα στην αμμουδιά και το λεμβοστάσιο υπήρχε μόνο πυκνή άγρια βλάστηση. Ωστόσο, καθώς έκανα μεταβολή και άρχισα να κατηφορίζω το μονοπάτι, παρατήρησα ένα μικρό κενό ανάμεσα στα δέντρα. Ο Μάθερ με είχε προειδοποιήσει να μην ακολουθήσω αυτή την κατεύθυνση, μπορεί όμως η ανησυχία του να ήταν υπερβολική. Περπάτησα μέχρι το κενό και κοίταξα τριγύρω. Το μόνο που έβλεπα ήταν τσουκνίδες και κλαδιά. Χώνοντας τα χέρια βαθιά στις τσέπες μου, προχοορησα μπροστά με προσοχή. Στην αρχή χρειάστηκε να σπρώξω με κάποια δύναμη, αλλά αφού άνοιξα δρόμο μέσα από κάμποσα κλαδιά δια148


πίστωσα ότι το καινούριο μονοπάτι δεν ήταν πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο. Φιδογύριζε προς την απέναντι άκρη του νησιού, κι έτσι το ακολούθησα με ενθουσιασμό. Υπήρχαν πουλιά στα δέντρα γύρω μου, αλλά δεν μπορούσα να τα δω. Μέχρι τώρα, όλες οι φωτογραφίες που είχα τραβήξει ήταν του σπιτιού και της λίμνης. Ήθελα να αποτυπώσω στο φιλμ κάτι από την ντόπια πανίδα, σε περίπτωση που δεν κατάφερνα τελικά να φωτογραφήσω τον Κόκκινο Γάγγη. Κατηφορίζοντας το μονοπάτι, είδα για μια στιγμή το πίσω μέρος του σπιτιού του Μάθερ. Καθώς κινήθηκα μέσα από τα δέντρα για να βρω μια καλύτερη θέση, δεν άργησα ν' αποζημιωθώ για τον κόπο μου. Στο βάθος του διαδρόμου διέκρινα ένα παράθυρο με κουρτίνα. Από κάτω του υπήρχε μια μικρή ξύλινη καλύβα, λίγο πιο μεγάλη από σκυλόσπιτο, που θα πρέπει να στέγαζε τη γεννήτρια. Μολονότι ο Μάθερ είχε πει ότι δεν κατανάλωνε πολύ ηλεκτρικό ρεύμα, το μηχάνημα θα πρέπει να ήταν πολύ σημαντικό γι' αυτόν. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου αποκλεισμένο στο νησί τη νύχτα, έχοντας μόνο κεριά για να μου φωτίζουν το δρόμο. Δεν ήταν ευχάριστη σκέψη. Η θέα του σπιτιού και της γεννήτριας ήταν αρκετά ανατριχιαστική για να δώσει στο άρθρο τη σωστή ατμόσφαιρα. Καδράρισα μερικές εικόνες μέσα από τα κλαδιά, με τα «κλικ» της μηχανής να ενοχλούν κάποια από τα πουλιά που βρίσκονταν εκεί κοντά. Ικανοποιημένος, 149


ξαναγύρισα στο μονοπάτι και συνέχισα το περπάτημα. Σε λίγο, το τιτίβισμα των πουλιών ακουγόταν από μακριά σαν απόηχος, λες και το τμήμα του νησιού από εδώ και πέρα δεν τα ενδιέφερε καθόλου. Το μονοπάτι φάρδαινε, κατόπιν στένευε και σε κάποιες μεριές σχεδόν εξαφανιζόταν καθώς προχωρούσα κατά μήκος του, σφυρίζοντας κάθε τόσο κάποιο σκοπό ή ακούγοντας απλώς τον ήχο των κλαδιών που σείονταν στον άνεμο. Βάδιζα και αναρωτιόμουν αν θα έβρισκα τίποτα ενδιαφέρον στο τέρμα του μονοπατιού. ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΛΙΜΝΗΣ ΛΑΝΓΚΟΡ ΝΗΣΙ ΑΡΙΕΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ Η ταμπέλα κρεμόταν λίγο στραβά στο φράχτη που συνάντησα μπροστά μου στο μονοπάτι και παράτα ξεθωριασμένα γράμματα κέντρισε την περιέργεια μου. Αμέσως βρέθηκα αντιμέτοοπος με ένα μάλλον ανησυχητικό ερώτημα. Γιατί μου είχε πει ο Μάθερ ότι δεν υπήρχαν άλλα κτίρια; Είχε αναφέρει ότι δεν επισκεπτόταν συχνά αυτή την πλευρά του νησιού, αλλά μου ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι δεν γνοόριζε τίποτα για το κέντρο ερευνών. Στάθηκα για λίγο χαζεύοντας την πινακίδα, ανίκανος προς στιγμήν να προχωρήσω. Ήταν αυτές οι τρεις απλές μα παντοδύναμες λέξεις: ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ. Τράβηξα μια δυο φωτογραφίες και ύστερα περ150


πάτησα μέχρι το φράχτη. Έμοιαζε παράξενο να βρίσκεται ένα ερευνητικό κέντρο στο τέρμα ενός τόσο σπάνια χρησιμοποιουμένου μονοπατιού. Ακόμα κι αν είχε μείνει κλειστό για ένα διάστημα, θα περίμενα να οδηγεί εκεί κάτι περισσότερο από ένα απλό κακοτράχαλο μονοπάτι. Ίσως υπήρχε μια δεύτερη πρόσβαση προς το Κέντρο από μια άλλη αμμουδιά. Έριξα νευρικά μια γρήγορη ματιά στα δέντρα γύρω μου για σημάδια κίνησης, αλλά δεν περίμενα στ' αλήθεια να δω κάποιον να με παρακολουθεί. Σκαρφάλωσα στο φράχτη, πέρασα τα πόδια μου από πάνω του και πήδησα κάτω στο χώμα από την άλλη πλευρά. Το μονοπάτι συνεχιζόταν πίσω από το φράχτη και έστριβε αριστερά. Στρίβοντας κι εγώ τη γωνία, είδα σε μικρή απόσταση μπροστά μου ένα κτίριο φτιαγμένο από τούβλα. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν εγκαταλελειμμένο. Ο χρόνος και οι καιρικές συνθήκες είχαν αφήσει τα σημάδια τους επάνω του, και οι πυκνές φυλλωσιές απ' όλες τις πλευρές προσπαθούσαν σιγά σιγά να το πνίξουν. Σήκωσα τη φωτογραφική μηχανή και έκανα λίγο πίσω για να χωρέσω το κτίριο στο κάδρο μου. Εκείνη τη στιγμή ένα κουνελάκι πήδησε από τους θάμνους λίγα μέτρα μπροστά και κάθισε εκεί, γέρνοντας το κεφάλι του προς το μέρος μου με απορημένο ύφος. Τράβηξα τη φωτογραφία με το ζώο σε πρώτο πλάνο. Το κουνέλι, ξαφνιασμένο από το θόρυβο της μηχανής, έκανε μεταβολή και χάθηκε με έναν πήδο ξανά μέσα στα δέντρα. Χαμήλωσα τη Νίκον και ξανακοί151


ταξατο κτίριο. Δεν απείχε ούτε ένα μίλι από το σπίτι. Πώς μπορούσε ο Μάθερ να μη γνωρίζει την ύπαρξη του; Εξωτερικά δεν υπήρχε καμία ένδειξη για το τι είδους έρευνα γινόταν εκεί. Πλησιάζοντας την ανοιχτή βεράντα ωστόσο, διέκρινα μια μικρή πλάκα στερεωμένη στα τούβλα αριστερά της πόρτας. ΠΑΡΥΔΑΤΙΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΙΜΝΗΣ ΑΑΝΓΚΟΡ Πυκνός, στιλπνός κισσός σκαρφάλωνε στριφογυριστά στις ξύλινες κολόνες που στήριζαν τη σκεπή της βεράντας. Η εξοόπορτα ήταν γυάλινη από τη μέση και πάνω. Το τζάμι είχε γίνει καφετί από την υγρασία και τη βρομιά που είχε συσσωρευτεί με τα χρόνια. Το κάτω μέρος της πόρτας ήταν σκεβρωμένο και σάπιζε. Λίγη άσπρη μπογιά παρέμενε σε κάποια σημεία, αλλά η περισσότερη είχε ξεφλουδίσει από καιρό. Άπλωσα το χέρι μου προς το πόμολο, που γύρισε χωρίς αντίσταση. Σπρώχνοντας την πόρτα και μπαίνοντας μέσα, μου ήρθε αμέσως η μυρωδιά από σάπιο ξύλο, υγρή βλάστηση και κάτι άλλο. Θύμιζε τη φοβερή δυσωδία χαλασμένης τροφής, αλλά στο χειρότερο. Το δωμάτιο όπου είχα μπει ήταν ένας μικρός χώρος υποδοχής, το εσωτερικό του οποίου έμοιαζε να έχει λεηλατηθεί. Εκεί που κάποτε μερικές καρέκλες ήταν στερεωμένες στο δάπεδο, τώρα υπήρχαν μονάχα τρύπες. Στα δε152


ξιά, πάνω στο πάτωμα, ήταν σκορπισμένα πολλά θραύσματα από ένα σπασμένο βάζο, πρασινισμένο τώρα από την ακαθαρσία. Μια σελίδα περιοδικού, σχεδόν ξασπρισμένη από το χρόνο, είχε αποτυπωθεί στο μουσαμά σαν αυτοσχέδιο τατουάζ. Διέσχισα το μικρό χολ και βρέθηκα σ' ένα μεγάλο φωτεινό δωμάτιο, που θα πρέπει κάποτε να ήταν ένα ευρύχωρο εργαστήριο. Η μυρωδιά είχε γίνει πιο έντονη τώρα και μου ήταν δύσκολο να την αγνοήσω. Τα παπούτσια μου τσαλαπάτησαν με τον χαρακτηριστικό τριγμό αμέτρητα κομματάκια σπασμένου γυαλιού. Πράσινο φως από τα φύλλα που κάλυπταν ένα από τα παράθυρα τόνιζε μια σειρά από μεγάλες δεξαμενές τύπου ενυδρείου κατά μήκος του δεξιού τοίχου, μερικές άθικτες, άλλες σε διάφορα στάδια φθοράς. Μπροστά απ' αυτές υπήρχαν ψηλά τραπέζια, σκεπασμένα με σκόνη και μπάζα. Υπέθεσα ότι εδώ εκτελούσε τα πειράματά του το προσωπικό. Καθώς διέσχιζα το κέντρο του δωματίου, είδα ότι ένα σκαμνί, ριγμένο με δύναμη όπως έδειχνε, είχε σπάσει μία από τις δεξαμενές. Ήταν ξεκάθαρα μια πράξη βανδαλισμού, μα ποιος θα έκανε τέτοιο πράγμα; Και να έγινε άραγε πριν έρθει ο Μάθερ στο νησί ή μετά; Στο τέλος της αίθουσας υπήρχαν δύο πόρτες. Η πρώτη, στ' αριστερά, οδηγούσε σ' ένα συνεχόμενο κτίσμα, όπου ανακάλυψα κάτι που έμοιαζε με δωμάτιο προσωπικού, τουαλέτες και μια αρκετά ευρύχωρη ντουλάπα-αποθήκη. Στο δωμάτιο του προσωπικού παρατήρησα στο πά153


τωμα, πεταμένο σε μια γωνία, ένα παλιό επιστημονικό περιοδικό, όχι πολύ διαφορετικό από το Χαμένο Κρίκο. Στάθηκα από πάνω του και του έριξα μια ματιά από ψηλά. Ήταν ανοιχτό σε μια σελίδα που έγραφε για προσβολές από τερμίτες και για σπάνια είδη «σούπερ τερμιτών». Κάποιος ενδιαφερόταν προφανώς για τους συγγραφείς του άρθρου, Πατ Χάρολντ και Σ.Η. Πίτερς, γιατί τα ονόματα ήταν κυκλωμένα με μαρκαδόρο. Αφήνοντας το βρομερό περιοδικό στη θέση του, γύρισα πίσω στο κύριο δωμάτιο και δοκίμασα ν' ανοίξω την άλλη πόρτα. Έστριψα το χερούλι και έσπρωξα προς τα μέσα, αλλά η πόρτα μετακινήθηκε ελάχιστα. Έμοιαζε να έχει σφηνωθεί στην κάσα της. Χρειάστηκε να της διύσω μια γερή κλοτσιά για να σχηματιστεί με τη βία ένα άνοιγμα αρκετά φαρδύ, ώστε να περάσω στριμωχτά μέσα. Με το που βρέθηκα στην κορυφή κάποιων τσιμεντένιων σκαλοπατιών, κοίταξα γύρω γύρω αναζητώντας ένα διακόπτη ηλεκτρικού κι ύστερα συνειδητοποίησα πως η γεννήτρια, όπου και να βρισκόταν, πιθανότατα δεν θα λειτουργούσε. Η μυρωδιά ήταν πολύ χειρότερη τώρα, και ένιωθα ότι μπορούσα σχεδόν να την αγγίξο} καθώς αναδιδόταν απαλά στον αέρα, ξεκινοόντας από κάτω και φτάνοντας ψ>ηλά στις σκάλες. Παρά τους πιθανούς κινδύνους, ο δημοσιογράφος μέσα μου ήταν αποφασισμένος ν' ανακαλύψει τι υπήρχε εκεί κάτω στα σκοτεινά έγκατα. Μην έχοντας φακό μαζί μου, ξαναγύρισα στο κύριο δωμάτιο όπου υπήρχε φυσικό φως και έβγαλα από την 154


τσάντα το φλας της φωτογραφικής μηχανής. Ευτυχώς, όπως και η ίδια η Nikon, δεν είχε επηρεαστεί από το βρέξιμο της προηγούμενης μέρας. Το προσάρμοσα στην υποδοχή του φλας και περίμενα να ζεσταθεί, οπότε πάτησα δοκιμαστικά το κουμπί. Είχαν μείνει μόνο δύο καρέ στο φιλμ, και δεν είχε νόημα να το αφαιρέσω. Ξαναγύρισα στην πόρτα και κατάφερα να κατέβω τις μισές σκάλες πριν χρειαστεί να χρησιμοποιήσω τη φωτογραφική μηχανή. Με το πρώτο φλας, είδα το κάτω μέρος της σκάλας και μπόρεσα να κατέβω στο σκοτάδι, συγκρατώντας το μετείκασμά της στο μυαλό μου. Έφτασα στη βάση της σκάλας και άναψα άλλο ένα φλας. Αυτή τη φορά, το φως αποκάλυψε ένα μικρό υπόγειο με ράφια και κουτιά στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Σ' ένα τραπεζάκι στη γωνία ήμουν σίγουρος ότι είδα μια λάμπα πετρελαίου. Κλείνοντας τα μάτια μου, μελέτησα την εικόνα που είχε αποτυπωθεί στους αμφιβληστροειδείς μου. Αναμφίβολα υπήρχε κάτι σ' αυτή την κατεύθυνση. Βάδισα προς τα εκεί και κατηύθυνα το φλας προς τα κάτω στοχεύοντας το συγκεκριμένο σημείο. Υπήρχε πράγματι μια λάμπα πετρελαίου και δίπλα της ένα μεγάλο κουτί σπίρτα. «Πέτυχα διάνα» μουρμούρισα στον εαυτό μου. Ψηλάφισα το κουτί, άναψα ένα σπίρτο και σήκωσα τη λάμπα, μην ξέροντας πώς να την ανάψω. Το σπίρτο κόντεψε να κάψει τα δάχτυλά μου μέχρι να τα καταφέρω. Ύστερα την κράτησα ψηλά, φωτίζοντας το υπόγειο. Το μόνο 155


πράγμα που μου είχε διαφύγει όταν πρωτοείδα το χοίρο με το φως του φλας ήταν η πόρτα οτη βάση της σκάλας. Χώνοντας τα σπίρτα στην τσέπη μου, περιεργάστηκα τα ράφια και τα κουτιά μήπως υπήρχε κάτι άλλο ενδιαφέρον. Αλλά δεν βρήκα τίποτα, κι έτσι έστρεψα την προσοχή μου στην πόρτα. Δεν υπήρχε πόμολο αυτή τη φορά, κι έτσι απλώς έσπρωξα την πόρτα και διαπίστωσα ότι με λίγη προσπάθεια άνοιγε προς τα μέσα. Κρατώντας ψηλά τη λάμπα, ανακάλυψα ένα δωμάτιο λίγο μεγαλύτερο από το προηγούμενο. Το πάτωμα ήταν μαύρο: Για κάποιο λόγο έμοιαζε να έχει μπογιατιστεί, και μάλιστα αδέξια, καθώς μερικές ανοιχτόχρωμες κηλίδες διακρίνονταν κάτω από τη μπογιά. Τρύπες είχαν διανοιχτεί σε διάφορα σημεία, αν και δεν μπορούσα να φανταστώ για ποιο λόγο. Υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση του δωματίου, μπογιατισμένο κι αυτό, πράγμα που μου φάνηκε εξαιρετικά περίεργο. Φέρνοντας τη λάμπα μπροστά από τους τοίχους διέκρινα δύο μικρά ράφια και μια σιφονιέρα. Μέτρησα τουλάχιστον επτά λάμπες πετρελαίου, τοποθετημένες σε διάφορα σημεία γύρω γύρα) στο δωμάτιο, αναμφίβολα σε μια προσπάθεια να φωτιστεί ολόκληρος ο χώρος για κάποιου είδους εργασία. Παράλληλα με τη διαβολεμένη πλέον δυσωδία σήψης, ερχόταν από κάπου και μια περίεργη μυρωδιά σκουριάς. Κράτησα τη λάμπα έτσι ώστε να σχηματίζει γωνία με το πάτωμα. Σε μερικά σημεία, το φως εισχωρούσε μέχρι ενός σημείου μέσα από την παράξενη 156


μπογιά, αποκαλύπτοντας τις στρώσεις της. Υπήρχε κατά τόπους μια χαρακτηριστική καφετιά απόχρωση. Είχα αρχίσει ν' ανακατεύομαι, και όχι μόνο από την άσχημη μυρωδιά. Αισθανόμουν λες και το υποσυνείδητο μου προσπαθούσε να μου πει κάτι που δεν ήθελα ν' ακούσω. Είχε άλλη μια πόρτα στην απέναντι πλευρά του δωματίου, και αποφάσισα να κατευθυνθώ προς τα εκεί πριν λιποθυμήσω από το μολυσμένο αέρα. Ήταν μια ελαφριά, λεπτή πόρτα, η οποία μετακινήθηκε σχεδόν από μόνη της. Στάθηκα πολύ τυχερός που δεν πέρασα κατευθείαν μέσα της, μιας και το έδαφος κατηφόριζε ξαφνικά μέσα σ' ένα είδος λάκκου. Ο απέναντι τοίχος απείχε κάπου δύο μέτρα, αλλά δεν μπορούσα να υπολογίσω πόσο κάτω ήταν το πάτωμα. Γονατίζοντας στο κατώφλι και κρατώντας τη λάμπα χαμηλά, έτοιμος να ξεράσω τιόρα από τις αναθυμιάσεις που πρόσβαλλαν τα ρουθούνια μου, κατάφερα να διακρίνω διάφορα σχήματα λίγο χαμηλότερα. Κούνησα το φως πέρα δώθε, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι υπήρχε εκεί κάτω. Κάνοντας ένα βήμα πίσω από το χείλος του λάκκου, ξεκρέμασα τη φωτογραφική μηχανή από τον ώμο μου και την ακούμπησα δεξιά στο πάτωμα, έτσι ώστε να μην εμποδίζει τις κινήσεις μου. Έπειτα άναψα μία από τις άλλες λάμπες, κι έτσι είχα τώρα δύο, που τις μετέφερα ξανά στο χείλος του λάκκου. Τοποθετώντας τη μία προσεκτικά στο πάτωμα πίσω και δεξιά μου, ξάπλωσα στο δάπεδο και άρχισα να σείω την άλλη στο σκοτάδι. Κουνούσα τη λά157


μπα πέρα δώθε, αλλά εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τι έβλεπα. Αποφασίζοντας ότι δεν μου έμενε άλλη λύση, έβγαλα τη ζώνη μου, έκανα τη μια άκρη της θηλιά και την πέρασα γύρω από το χερούλι της λάμπας σφίγγοντάς την με την αγκράφα και ύστερα τη χαμήλωσα πάνω από το χείλος του λάκκου. Άφησα τη λάμπα να κατεβαίνει όλο και πιο χαμηλά, μέχρι που, σε μια στιγμή αδεξιότητας, η ζώνη γλίστρησε από τα χέρια μου και η λάμπα έπεσε στον τεράστιο σωρό που υπήρχε στον πάτο του λάκκου. Μισοκλείνοντας τα μάτια για να μπορέσω να διακρίνω καλύτερα, ξεχώρισα ένα γνώριμο αντικείμενο, φωτισμένο τώρα από τη λάμπα, που είχε προσγειωθεί όρθια. Πήρα μια κοφτή ανάσα, ξεχνώντας για μια στιγμή τη δυσωδία γύρω μου. «Ω Θεέ μου!» πρόφερα με μια φωνή που μετά βίας την αναγνώριζα ως δική μου. Παγωμένο στην αρπάγη του θανάτου ήταν ένα χέρι, που προεξείχε από ένα μπερδεμένο σωρό από πτώματα, άλλα ντυμένα, άλλα όχι, όλα σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης. Άρχισα να τρέμω ξαφνικά και να ανασαίνω με δυσκολία. Σηκώθηκα όρθιος κι έμεινα ακίνητος, κοιτάζοντας εμβρόντητος τη φρίκη που απλωνόταν από κάτω μου. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, κάτι στο δωμάτιο πίσω μου έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα. Το σώμα μου τινάχτηκε αντιδρώντας στον ήχο και έχασα την ισορροπία μου, πέφτοντας προς τα εμπρός, μέσα σ' έναν ανοιχτό τάφο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής.

158


7. Η απόγνωση

Βούτηξα με το κεφάλι πάνω στο σωρό των πτωμάτων. Ευτυχώς είχα τα χέρια μου τεντωμένα μπροστά κι έτσι έπεσα κάπως πιο μαλακά, μολονότι ήμουν ζαλισμένος και σαστισμένος. Πέφτοντας, είχα αναποδογυρίσει με το πόδι μου τη λάμπα που ήταν στην είσοδο της πόρτας, με αποτέλεσμα, αφού είχε σβήσει και η άλλη λάμπα μέσα στο λάκκο, να βρίσκομαι στο απόλυτο σκοτάδι. Ένιωσα κάτι μαλακό και υγρό να υποχωρεί από κάτω μου. Στράφηκα αργά και ανακάθισα, μη θέλοντας να καταρρεύσει ο σωρός. Η δυσωδία μού έφερνε ναυτία τώρα και κάθε ανάσα με οδηγούσε πιο κοντά στην τρέλα. Η προσπάθεια να κρατήσω το φαγητό μέσα στο στομάχι μου ήταν σκέτο μαρτύριο. Η ανυπόφορη δυσοσμία είχε εισχωρήσει στα πνευμόνια μου, στο λαιμό μου, στα ιγμόρεια, παντού. Προσπάθησα να αναπνέω πιο αργά, αλλά το μόνο αποτέλεσμα ήταν η έλλειψη οξυγόνου, που χρειάστηκε να την αναπληρώσω καταπίνοντας το βδελυρό αέρα σε τεράστιες χαψιές. Το δεξί μου πόδι άρχισε να γλιστράει ανάμεσα σε δύο πτώματα και αναγκάστηκα να μετακινηθώ για να μη βου159


λιάξω πιο βαθιά. Ο θόρυβος που είχα ακούσει θα μπορούσε να προερχόταν από κάποιον στο πάνω δωμάτιο, μα όλα ήταν ήσυχα τώρα. Δεν υπήρχε καμία αντίδραση στη βαριά, απελπισμένη ανάσα μου. Η λάμπα, που ήταν προηγουμένως ανάμεσα στα πόδια μου, γλίστρησε από τη θέση της και έγειρε λίγο μπροστά. Στο ζόφο που με περιέβαλλε δεν έβλεπα παρά ακαθόριστα σχήματα μαύρα και γκρίζα. Έβγαλα το σπιρτόκουτο από την τσέπη μου και άναψα ξανά τη λάμπα. Έμοιαζε να υπάρχουν τουλάχιστον δύο ντουζίνες πτώματα στο σωρό όπου βρισκόμουν. Η αναπνοή μου ηρέμησε όπως καθόμουν εκεί, χωρίς να μπορώ να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από την πόρτα, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να εμφανιστεί η σιλουέτα του Μάθερ. Γιατί δεν είχε πλησιάσει το λάκκο; Γιατί δεν ερχόταν να με σκοτώσει; Σίγουρα αυτό ήταν που σκόπευε να κάνει τώρα. Μουρμούριζα σιγανά, προσευχόμουν ίσως, ικετεύοντας να με γλιτώσει κάποιος απ' αυτή τη φρικιαστική κατάσταση όπου είχα μπλέξει. Πέρασε ώρα, και είχα αρχίσει ν' αναρωτιέμαι τι στο διάολο έκανε, όταν άκουσα ένα φτέρνισμα κι ύστερα έναν παράξενο θόρυβο σαν λιμάρισμα. Όλες μου οι αισθήσεις εντάθηκαν και περίμενα να συμβεί κάτι τρομερό, όταν φάνηκε επιτέλους μια σκοτεινή φιγούρα στην κορνίζα της πόρτας. Ο Κύριος Χόπκινς περιεργάστηκε από ψηλά το σωρό των πτωμάτων, σαν να έψαχνε να βρει από πού θα μπορούσε να κατέβει πιο γρήγορα. Η όσφρησή του ήταν χί160


λιες φορές πιο ευαίσθητη από τη δική μου, και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήθελε να πλησιάσει περισσότερο όλη αυτή τη σάπια σάρκα. Κάποια στιγμή, έβγαλε ένα μακρόσυρτο νιαούρισμα ικανοποίησης κι ύστερα βάδισε κατά μήκος της ανοιχτής πόρτας, σαν να προσπαθούσε να βρει τον καλύτερο τρόπο να έρθει κοντά μου. Γρήγορα όμως εγκατέλειψε την προσπάθειάτου, οπότε χαμήλωσε ολόκληρο το σώμα του, κι ύστερα τέντωσε τα μπροστινά του πόδια πάνω από το χείλος του λάκκου, έτσι ώστε οι πατούσες του ακουμπούσαν στον τοίχο. Συνέχισε να προχωράει μέχρι που άρχισε να γλιστράει κι ύστερα σφίχτηκε έτοιμος για την πτώση. Προσγειώθηκε μαλακά και χωρίς καμιά φανερή ταλαιπωρία στα δεξιά μου, στη ράχη ενός μεγαλόσωμου πτώματος που ήταν τυλιγμένο σε βρόμικα σεντόνια. «Καλώς τον» είπα, και η φωνή μου βγήκε πιο τραχιά και πιο ξερή απ' ό,τι την περίμενα. Ο Κύριος Χόπκινς ανταπέδωσε το χαιρετισμό μου νιαουρίζοντας ξανά κι ύστερα άρχισε να τρίβεται στα πόδια μου. «Θα μπορούσες να διαλέξεις κάποια καλύτερη στιγμή. Ευτυχώς, πάντως, που είσαι εσύ και όχι εκείνος ο τρελός. Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ;» Ο Κύριος Χόπκινς σταμάτησε να τριγυρνάει και ξάπλωσε δίπλα μου γουργουρίζοντας σιγανά. Κούνησα το κεφάλι μου και, σηκώνοντας το βλέμμα, κοίταξα προς την είσοδο. Θα μπορούσα να φτάσω στην τραβέρσα της πόρτας, αλλά δύσκολα. Ο γάτος έμενε ξαπλωμένος εκεί, γουργουρίζοντας και κοιτάζοντάς με με 161


μισόκλειστα μάτια. Ίσως η όσφρηση του να μη λειτουργούσε καθόλου. Έκανα το σώμα μου κουβάρι, γνωρίζοντας ότι από στιγμή σε στιγμή ο σωρός των πτωμάτων κινδύνευε να καταρρεύσει. Κρατιόντας τη λάμπα ψηλά, συνειδητοποίησα σε όλη της την ε'κταση τη φρίκη γύρω μου. Διέκρινα χέρια και πόδια μπλεγμένα. Υπήρχαν ένα δυο ξεσκέπαστα πρόσωπα, αλλοιωμένα από τη σήψη, με τα δόντια ξεγυμνωμένα, το δέρμα τσιτωμένο. Δεν τολμούσα να κρατήσω το βλέμμα μου για πολλή ώρα στυλωμένο πάνω σε κάποια απ' αυτές τις εικόνες, για να μην αποτυπωθεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Ύστερα ακούστηκε ένας ήχος πνιχτός, σιγανός, σαν αντήχηση, λες κι ερχόταν από κάποια σκοτεινή γωνιά της μνήμης. Ήταν το κινητό μου τηλέφωνο. Πανικοβλήθηκα και συνειδητοποίησα ότι πέφτοντας είχα χάσει την τσάντα μου. Εντείνοντας την προσοχή μου, κατάφερα να προσδιορίσω από πού ερχόταν ο ήχος και, σκύβοντας μπροστά, άρπαξα ένα από τα λουριά της τσάντας και την τράβηξα κοντά μου. Δεν δυσκολεύτηκα όσο περίμενα να βρω τη συσκευή, αν και λίγο έλειψε ν' αδειάσω όλο το περιεχόμενο της τσάντας πάνω στο σωρό όπου καθόμουν πριν καταφέρω να απαντήσω στο τηλέφωνο. «Εμπρός;» «Γεια σου, Ας. Είμαι η Τζίνα. Κοίτα, το ξέρω ότι είναι νωρίς, μα...» «Τζίνα, άκου» είπα έκπληκτος, αλλά ταυτόχρονα ανα162


κουφισμένος που άκουγα τη φωνή της. Έ χ ω πολΰ σοβαρά προβλήματα εδώ. Έ χ ε ι πτώματα, ένα σωρό. Νομίζω...» «Ας; Δεν ακούω...» Ω Θεέ μου, σκέφτηκα. Βρήκε την ώρα να πέσει το σήμα. «Τζίνα!» φώναζα τώρα, χωρίς να ενδιαφέρομαι πια να μην κάνω φασαρία. Αν ο Μάθερ ήταν στο πάνω δωμάτιο, σίγουρα θα είχε κάνει ήδη αισθητή την παρουσία του. «Τζίνα, μ' ακούς;» Η απάντηση ήταν κάτι ακαταλαβίστικες κομμένες λέξεις. «Εμπρός; Αν με ακούς, Τζίνα, κάλεσε την αστυνομία. Πες τους να έρθουν εδώ αμέσως τώρα. Υπάρχει ένας ψυχοπαθής σ' αυτό το νησί!» «...» Το τηλέφωνο ήταν νεκρό. «Τζίνα;» Αλλά δεν ήταν πια στη γραμμή. Κοίταξα περίλυπος την οθόνη. Η ποιότητα του ήχου δεν είχε πια σημασία. Είχε τελειώσει η μπαταρία. Ένιωθα απελπισμένος και χαμένος. Μου είχε δοθεί μια ευκαιρία να καλέσω βοήθεια, και πιθανότατα την είχα αφήσει να πάει χαμένη. Τσως περνούσε πολύς καιρός μέχρι ν' αρχίσουν κάποιοι άνθρωποι ν' ανησυχούν σοβαρά για την απουσία μου. Προσευχήθηκα να είχε ακούσει αρκετά η Τζίνα, ώστε να σημάνει συναγερμό. Το να βγω από εκείνη τη βρομερή τρύπα δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβόμουν. Άφησα τη λάμπα εκεί που 163


ήταν, γνωρίζοντας ότι υπήρχαν κι άλλες επάνω. Στο φως που τρεμόσβηνε, πέρασα την τσάντα στον ώμο μου και άνοιξα δρόμο προσεκτικά πάνω από τις μαλακές μάζες σάρκας και υφάσματος, μέχρι που βρέθηκα ακριβώς κάτω από την είσοδο της πόρτας. Αφού βεβαιώθηκα ότι ο Κύριος Χόπκινς βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας, πάτησα πρώτα με το ένα κι ύστερα με το άλλο μου πόδι πάνω σε κάτι που έμοιαζε με μπράτσο. Εκείνο άρχισε να υποχωρεί, κι έτσι δοκίμασα να σταθώ πάνω στην πλάτη. Αρχισε κι εκείνη να κουνιέται, αλλά σταμάτησε ύστερα από ένα δύο δευτερόλεπτα, κι έτσι αποφάσισα να την εμπιστευτώ. Πήδησα πάνω και τέντωσα ψηλά τα δυο μου χέρια, για να φτάσω την τραβέρσα της πόρτας. Όμως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, τα δάχτυλά μου δεν κατάφεραν να τη γραπώσουν και το παραδαρμένο σώμα μου έπεσε προς τα πίσω, πάνω στην κινούμενη στοίβα. Τα πόδια μου βούλιαξαν στο κενό ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα άκρα, και για μια στιγμή νόμιζα ότι η στοίβα θα με ρουφούσε μέσα της. Βρήκα ένα πιο σταθερό σημείο να πατήσω και δοκίμασα πάλι. Αυτή τη φορά, κατάφερα να αρπαχτώ από την τραβέρσα και, τραβώντας το σώμα μου προς τα πάνω, ανέβασα πρώτα το ένα μου γόνατο κι έπειτα το άλλο στο πάτωμα του δωματίου. Κοιτάζοντας από ψηλά πίσω στο λάκκο, είδα ένα ζευγάρι πράσινες κουκκίδες να γυαλίζουν. Ξάπλωσα στο πάτωμα και τέντωσα το χέρι μου προς τα κάτω όσο περισσότερο μπορούσα. Ο Κύριος Χόπκινς προχώρησε μπροστά, τεντώ164


θηκε μ' ένα ελαφρό τρεμούλιασμα κι ύστερα έδωσε έναν πήδο και γαντζώθηκε στο μανίκι του πουκαμίσου μου. Το πρόσωπο μου συσπάστηκε από τον πόνο, καθώς τα νύχια του τρύπησαν το δέρμα κάτω από το ύφασμα, κι ύστερα τον σήκωσα και τον ακούμπησα στο πάτωμα του υπογείου. Έβγαλε ένα παράξενο γουργουρητό βαθιά μέσα από το λαρύγγι του κι έπειτα έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Πήρα τη φωτογραφική μου μηχανή από το σημείο που την είχα αφήσει, άναψα μια άλλη λάμπα και ακολούθησα τη γάτα έξω από το υπόγειο. Δεν πρόλαβα τον Κύριο Χόπκινς παρά μόνο όταν ξαναβρέθηκα έξω στο φως της μέρας. Τα μάτια μου με έτσουζαν έπειτα από τόση ώρα στο σκοτάδι και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονάει. Μετά το μολυσμένο αέρα εκεί κάτω, το οξυγόνο ήταν για τα πνευμόνια μου σαν ένα υπέροχο κρασί. Βημάτισα πέρα δώθε, εισπνέοντας μ' ευγνωμοσύνη, μέχρι που θυμήθηκα πόσο δύσκολη ήταν η θέση μου. Ανίχνευσα το μονοπάτι μπροστά μου κι ύστερα το κατηφόρισα για λίγο, πριν καθίσω σ' ένα χορταριασμένο κομμάτι γης κοντά στα δέντρα. Από την υπερένταση τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν. Πριν κάνω οτιδήποτε, έπρεπε να ηρεμήσω και να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Απ' ό,τι έδειχναν τα πράγματα, ο Μάθερ ήταν δολοφόνος. Εκτός αν υπήρχε κάποιος άλλος στο νησί. Ό,τι από τα δύο κι αν συνέβαινε, έμοιαζε απίθανο να μην είχε αντιληφθεί ο Μάθερ τα πτώματα. Βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο της αποσύνθεσης, άρα θα πρέπει να είχαν πεταχτεί εδώ 165


ενώ ο ίδιος ζούσε ήδη στο νησί, και θα μπορούσε άνετα να έχει κάποια σχέση μ' αυτά. Είχα μπλέξει άσχημα. Η αναπνοή μου έγινε πιο αργή και σιγά σιγά βρήκε τον κανονικό της ρυθμό. Το οξυγόνο με βοηθούσε να σκέφτομαι κάπως πιο καθαρά τώρα. Το παράξενο ήταν ότι δεν μπορούσα παρά να βλέπω την όλη κατάσταση με το μάτι του δημοσιογράφου. Αυτή η υπόθεση ήταν ένα καταπληκτικό θέμα, σίγουρα κάτι που θα μπορούσε να απασχολήσει το διεθνή τύπο. Η ευκαιρία της ζωής μου, σκέτο λαβράκι! Όμως δυσκολευόμουν να δώσω απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά: Γιατί να σκοτώσει τόσο πολλούς ανθρώπους; Και γιατί να πετάξει τα πτώματα σ' αυτό το λάκκο; Το δωμάτιο πάνω από το λάκκο ήταν κι αυτό ένα μυστήριο, εκτός αν... Ξαφνικά θυμήθηκα το περίεργο χρώμα που είχαν το τραπέζι και το πάτωμα. Να ήταν αίμα; Μήπως ο Μάθερ έκανε πειράματα σε ανθρώπους για να ικανοποιήσει κάποια σκοτεινή, διεστραμμένη περιέργεια; Μου πέρασε από το μυαλό μάλιστα ότι ίσως συνέχιζε τα πειράματα που ξεκίνησε ο παλιός του φίλος ο Σόουμς. Αλλά ήταν όλα όσα μου είχε διηγηθεί αλήθεια; Και ο ίδιος ήταν πραγματικά αθώος σε όλη αυτή τη θλιβερή ιστορία; Τελικά ήταν υπαρκτό πρόσωπο ο Σόουμς; Μήπως ο ίδιος ο Μάθερ προσκαλούσε ανθρώπους στο νησί, για να τους κατακρεουργήσει και να αφαιρέσει τα όργανά τους; Τότε φάνταζε παράλογο να μου διηγηθεί την ιστορία με τον Σόουμς και τον αλήτη. Έμοιαζε, κατά κάποιο τρόπο, σαν να έπαιζε μαζί μου. Τσως αποτελού166


σαν όλα αυτά μια προσπάθεια να με εντυπωσιάσει. Πόσο καιρό θα περίμενε μέχρι να με ναρκώσει ή να με σκοτώσει κι ύστερα να με κουβαλήσει σ' εκείνο το υπόγειο, για να γίνω πειραματόζωο σ' ένα από τα μακάβρια πειράματά του; Έμενε ανοιχτό και το ερώτημα του συνεργού. Το να προσελκύσει όλους αυτούς τους ανθρώπους και να τους σκοτώσει θα αποτελούσε μια τεράστια επιχείρηση, και θα ήταν σχεδόν αδύνατο να τη διεκπεραιώσει αβοήθητος. Υπήρχε κάποιος άλλος στο νησί; Τα θύματα που τώρα σάπιζαν στο υπόγειο θα πρέπει να αναζητήθηκαν από τις οικογένειες και τους φίλους τους. Αυτό με έκανε να ξανασκεφτώ την Τζίνα και την κομμένη τηλεφωνική γραμμή. Να είχε ακούσει τίποτα; Αν όχι, πόσος καιρός θα περνούσε μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά; Η μαμά και ο μπαμπάς είχαν πάει να επισκεφτούν συγγενείς στην Αμερική, και δεν θα έπαιρναν είδηση τίποτα. Η αδελφή μου η Κάρολ ζούσε στην Ουαλία, και σπάνια βρισκόταν σπίτι για ν' απαντήσει στο τηλέφωνο. Δεν θα μάθαινε ότι κάτι μου είχε συμβεί ως την Κυριακή, οπότε θα διαπίστωνε ότι δεν της είχα κάνει το καθιερωμένο βδομαδιάτικο τηλεφώνημά μου. Οι φίλοι μου δεν θ' ανησυχούσαν αν δεν επικοινωνούσα μαζί τους μερικές μέρες. Αν η Τζίνα και οι άλλοι στη δουλειά δεν είχαν υποψιαστεί ότι κάτι έτρεχε, την είχα βάψει. Αρχισε να με απασχολεί το ερώτημα πώς διάλεγε ο Μάθερ τα θύματά του. Μου είχε δώσει την εντύπωση ανθρώπου που ενεργούσε πάντα μεθοδικά. Στο κάτω κάτω 167


είχε μπόλικο χρόνο να σχεδιάσει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Θα πρέπει να τους σαγήνευε όλους με την υπόσχεση να τους δείξει τον Κόκκινο Γάγγη. Κι όταν πια εκείνοι βρίσκονταν αποκομμένοι στο νησί, τουλάχιστον ένα δυο μίλια μακριά από τον πολιτισμό, είχαν ήδη πέσει στανΰχιατου. Αλλά γιατί το κουνούπι; Γιατί ειδικά αυτό το συγκεκριμένο πλάσμα; Σίγουρα θα μπορούσε να έχει προσελκύσει ανθρώπους στο νησί και να τους έχει σκοτώσει χωρίς να έχουν δει καθόλου το κουνούπι. Γιατί είχε μπει στον κόπο να μου δείξει το έντομο και να μου πει τόσο πολλά πράγματα σχετικά με το μύθο που το περιέβαλλε; Έμοιαζε ανόητο. Ο,τιδήποτε και να συνέβαινε στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο. Ίσως είχε κάποια μεγάλα σχέδια που απαιτούσαν την παρουσία του Κόκκινου Γάγγη. Αν ο Μάθερ είχε στ' αλήθεια κάνει τα πειράματά του στο νησί, ίσως το κουνούπι να έπαιρνε κατά κάποιο τρόπο μέρος σ' αυτά. Δεν πολυκαταλάβαινα ποια ήταν η σχέση, αλλά είχα ένα δυνατό προαίσθημα ότι κάποια σχέση υπήρχε. Σκέφτηκα πώς θα μπορούσα να φτάσω στην απέναντι στεριά. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να αυξήσω όσο το δυνατόν περισσότερο την απόσταση ανάμεσα σ' εμένα και τον Μάθερ. Από την άλλη, ήμουν συνεπαρμένος. Η περιέργειά μου δεν με άφηνε να πάψω ν' ασχολούμαι με το θέμα. Ήθελα να το σκάσω, αλλά την ίδια στιγμή διψούσα να αποκαλύψω την αλήθεια. Μέχρι την τελευταία 168


λεπτομέρεια. Αυτό σημαίνει, υποθέτω, το να είναι κανείς δημοσιογράφος. Θα ήταν σαν να έβαζα το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου, αλλά, αν ήταν να ξεσκεπάσω όλη αυτή τη φρίκη, έπρεπε να αναγκάσω τον Μάθερ να τα ξεράσει όλα. Εκείνο που θα χρειαζόμουν πάνω απ' όλα ήταν το κασετόφωνο μου, που, σαν βλάκας, το είχα αφήσει στο σαλόνι. Τα λόγια του Μάθερ, σε συνδυασμό με τον ομαδικό τάφο στο υπόγειο του κέντρου ερευνών, που θα πρέπει οπωσδήποτε να φωτογραφήσω, θα αποτελούσαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να τον καταδικάσουν. Αλλά για μια ακόμη φορά, υπερίσχυσε στο μυαλό μου ο φόβος του κινδύνου. Αποφάσισα να μην προκαλέσω την τύχη μου. Αν κατάφερνα να περάσω απέναντι στο Τράιστ, θα μπορούσα να πάω στην αστυνομία και να τα πω όλα. Το μυστικό του Μάθερ θα έβγαινε στη φόρα, και θα είχα ακόμα πολλές πιθανότητες να πάρω το αποκλειστικό θέμα. Στο κάτω κάτω, ποιος ήταν καταλληλότερος από μένα να το γράψει; Στάθηκα όρθιος και ξεσκονίστηκα από την κορφή μέχρι τα νύχια. Υπήρχαν κηλίδες υγρασίας στο παντελόνι μου από την επαφή μου με τα πτώματα στο λάκκο, που βλέποντάς τες μου ερχόταν να ξεράσω. Σύμφωνα με το ρολόι μου, ήταν λίγο μετά τις δέκα και μισή. Ο Μάθερ μπορεί να είχε ήδη βγει για να με αναζητήσει. Έπρεπε να βιαστώ. Το λεμβοστάσιο δεν βρισκόταν πολύ μακριά. Αν δεν έκανα πολύ θόρυβο, ίσως προλάβαινα να βγω στη λίμνη πριν εκείνος έπαιρνε είδηση τι συνέβαινε. 169


Καθώς έτρεχα στο μονοπάτι, προβληματιζόμουν σχετικά με το χαρακτήρα του Μάθερ. Όταν είχα φτάσει στο νησί, έδειχνε τόσο γοητευτικός και φιλόξενος. Ο τρόπος που μιλούσε και τα θέματα που τον ενδιέφεραν τον έκαναν να μοιάζει με άνθρωπο με τον οποίο εγώ, όπως σίγουρα και πολλοί άλλοι, θα μπορούσα να έχω καλή σχέση. Μα όλη αυτή η μοναξιά θα πρέπει να τον πείραξε κάποια στιγμή στο μυαλό. Ο λάκκος-οστεοφυλάκιο ήταν η απόδειξη. Αλλά γιατί είχε εμφανιστεί τόσο φυσιολογικός, τόσο ισορροπημένος; Μήπως ήταν πιο έξυπνος απ' ό,τι έδειχνε; Το γεγονός ότι μπορούσε να σκέφτεται λογικά τον έκανε ακόμα πιο τρομακτικό. Αν ήταν πραγματικά τρελός, θα τον είχα υποψιαστεί πολύ νωρίτερα. Και με τον Κόκκινο Γάγγη τι συνέβαινε; Ήταν στ' αλήθεια τόσο θανατηφόρος όσο τον είχε παρουσιάσει ο Μάθερ; Είχα δει ένα γιγάντιο κουνούπι, αλλά, απ' όσο θα μπορούσα να γνωρίζω, ίσως να μην ήταν παρά ένα αβλαβές έκτρωμα της φύσης, ή ίσως ένα έξυπνο κόλπο, μια οφθαλμαπάτη. Η παραδοξότητα του σχεδίου εξακολουθούσε να με μπερδεύει. Γιατί να χρησιμοποιήσει ένα τόσο ασυνήθιστο δόλωμα; Έφτασα στην πόρτα του φράχτη και σκαρφάλωσα από την άλλη μεριά. Κοιτούσα συνεχώς μέσα στους θάμνους γύρω μου. Ο Μάθερ μπορεί να είχε παρακολουθήσει τις κινήσεις μου όταν βγήκα από το ξέφωτο και να μάντεψε ποια κατεύθυνση θ' ακολουθούσα. Ύστερα από λίγο, έφτασα στην κορυφή της πλαγιάς που κατηφόριζε προς τη μικρή αμμουδιά και το λέμβοι 70


στάσιο. Χωρίς δισταγμό, την κατέβηκα τρέχοντας μέχρι το μικρό υπόστεγο, σηκώνοντας με τα πόδια μου σύννεφα άμμου καθώς περνούσα. Κυριευμένος από πανικό, τράβηξα την πόρτα της καλύβας, προσπαθώντας να την ανοίξω με τη βία. «Κύριε Ριβς». Πάγωσα. Ήταν αδύνατον να γυρίσω να τον αντικρίσω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κρατώ το βλέμμα μου στυλωμένο στο σκεβρωμένο ξύλο της πόρτας μπροστά μου καθώς εκείνος πλησίαζε. «Τι στο καλό σκαρώνετε; Αν θέλατε τόσο απεγνωσμένα να γυρίσετε σπίτι σας, δεν είχατε παρά να μου το πείτε. Μάλιστα αυτή τη στιγμή ερχόμουν να σας βρω». «Συγγνώμη» είπα, μη βρίσκοντας λόγια για να συνεχίσω. «Δε... δεν ξέρω τι μ' έπιασε». Κατέβασα τα χέρια μου από την ξύλινη πόρτα και κατάφερα να γυρίσω και να τον αντικρίσω, σκάζοντάς του ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Δεν πειράζει. Καταλαβαίνω ότι έχετε νοσταλγήσει το σπίτι σας». Ο Μάθερ κρυφογέλασε κι ύστερα κοίταξε τον ουρανό. «Μοιάζει να χαλάει ο καιρός. Κάνει περισσότερο κρύο και σίγουρα θα έχουμε κι άλλη βροχή σήμερα το απόγευμα. Τι θα λέγατε για ένα ωραίο τσαγάκι πριν ξεκινήσουμε;» «Εμ...ναι...» Ήθελα να του φέρω αντίρρηση, να του πω ότι έπρεπε να φύγω αμέσως, αλλά μου είχε κοπεί η λαλιά. Ήμουν τρομοκρατημένος. 171


Γυρίσαμε πίσω με τα πόδια, ανηφορίζοντας την πλαγιά προς το ξέφωτο. Η προσπάθειά μου να δραπετεύσω είχε ναυαγήσει. Δεν μπορούσα να ξέρω πόσα υποπτευόταν ο Μάθερ, αλλά, για να είμαι σίγουρος, έπρεπε να υποθέσω ότι τα ήξερε όλα. Και μόνο οι αποκρουστικοί υγροί λεκέδες στο παντελόνι μου θα αρκούσαν για να με προδώσουν. Ίσως υπήρχε τρόπος ν' απομακρυνθώ απ' αυτόν, φτάνει να έμενα ζωντανός μέχρι τότε. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή όταν γυρίσαμε πίσω στο σπίτι. Από κάπου ακουγόταν μουσική, αν και δεν θυμόμουν να είχα δει κανενός είδους στερεοφωνική συσκευή. Μπήκα στο σπίτι πρώτος, με τον Μάθερ να ακολουθεί, προσπαθώντας να μη φαίνομαι σαν να περίμενα να μου επιτεθεί από στιγμή σε στιγμή. Κοντοστάθηκα, κι εκείνος με οδήγησε στο καθιστικό, όπου μου είπε να βολευτώ με όλη μου την άνεση. Προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα σ' ένα τραπέζι πλάι στο τζάκι ένα γραμμόφωνο. Δεν είχα δει ποτέ μου τέτοια συσκευή από κοντά ούτε φυσικά είχα ακούσει να παίζει μουσική. Ήταν ένα κομψό μηχάνημα. Το τεράστιο μεγάφωνο σε σχήμα τρομπέτας είχε χρώμα ανοιχτό πράσινο, με μια πιο σκούρα πράσινη γραμμή γύρω γύρω, και έμοιαζε με τεράστιο λουλούδι. Το κουτί όπου ήταν τοποθετημένο ήταν φτιαγμένο από ανοιχτό καφέ λουστραρισμένο ξύλο και είχε στο μπροστινό του μέρος ένα γυάλινο παράθυρο απ' όπου φαινόταν ο εσωτερικός μηχανισμός. Κοίταξα το δίσκο που στριφογύριζε πάνω στην περιστροφική βάση. Επειδή ήταν σε κίνηση, 172


χρειάστηκε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να καταφέρω να διαβάσω τον τίτλο του κλασικού κομματιού: La Main du Diable σε εκτέλεση Pandemonium. Ο τίτλος ήταν στα γαλλικά. Η μουσική ήταν ασυνήθιστη: δεν φαινόταν να υπάρχει καμία φανερή τάξη ή δομή. Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι Pandemonium είχαν ικανότητες, αλλά σε μερικά σημεία ακουγόταν σαν αληθινό πανδαιμόνιο, λες και γινόταν μια αυτοσχέδια μάχη με όπλα τα μουσικά όργανα. Η θήκη του δίσκου ήταν αρκετά φθαρμένη, και στα σημεία της επιφάνειας του δίσκου όπου έπεφτε το φως από το παράθυρο διακρίνονταν πολλά στρώματα δαχτυλικών αποτυπωμάτων. Δίχως άλλο ήταν ένας πολυπαιγμένος δίσκος. Ο Μάθερ ζήτησε συγγνώμη και βγήκε από το δωμάτιο. Σκέφτηκα ότι, αφού άκουγε μουσική, δεν πρέπει να τον ανησυχούσε πολύ η κατάσταση, εκτός αν αυτό έκρυβε ακόμη μια αλλόκοτη πλευρά του χαρακτήρα του. Ίσως όμως δεν κινδύνευα τόσο πολύ όσο φοβόμουν. Βγαίνοντας ξανά αθόρυβα στο χολ, προσπάθησα ν' ακούσω κάτι άλλο πέρα από τον ήχο της μουσικής. Τίποτα. Δεν μπορούσα να καθίσω ήσυχα, κι έτσι διέσχισα το διάδρομο και βρήκα την πόρτα του Μάθερ ανοιχτή. Εκείνη τη στιγμή, ο οικοδεσπότης μου έκλεινε το πάνελ στο μπροστινό μέρος της εσοχής όπου είχε κρύψει τον Κόκκινο Γάγγη. Το έκανε αργά, όχι όπως πριν, και έμοιαζε σαν να μην ήθελε να προκαλέσει θόρυβο. Ξαφνικά, κάτι τον έκανε να γυρίσει, και αναπήδησε όταν με 173


είδε να στέκομαι στην πόρτα. Ακούμπησε το ένα του χέρι στο στήθος του κάπως δραματικά κι ύστερα μισογέλασε. «Θεέ και Κύριε. Με τρομάξατε». «Συγγνώμη. Απλώς...» «Ξεχάστε το».Έριξε μια ματιά πίσω του στον ψεύτικο τοίχο κι ύστερα με πλησίασε. «Λοιπόν, πάμε να ετοιμάσουμε εκείνο το τσάι;» «Για να πω την αλήθεια, είμαι εντάξει, θα...» «Καλά, ας πάμε τότε στο σαλόνι, όπως και να'χει». Μολονότι τον είχα αιφνιδιάσει, ο Μάθερ φαινόταν τώρα σχετικά ήρεμος, σαν να εξελίσσονταν τα πράγματα όπως τα ήθελε. Η αμηχανία μου μεγάλωνε. Ήταν δύσκολο να ερμηνεύσω τη συμπεριφορά του. Όταν γυρίσαμε στο σαλόνι, ο Μάθερ προχώρησε προς το γραμμόφωνο και σήκωσε τη βελόνα από το δίσκο, που είχε σταματήσει να παίζει. «Ενδιαφέρον κομμάτι» παρατήρησα προσπαθώντας να φανώ ήρεμος. «Αριστούργημα κατά την ταπεινή μου γνώμη. Οι Pandemonium συνέθεσαν λίγα μόνο έργα, μα τι έργα! Η επιρροή τους, ο τρόπος που ερεθίζουν το νου είναι ανυπέρβλητος. Εμπνευσμένη δουλειά». Σήκωσε το δίσκο, ισορροπώντας τον προσεκτικά στο δείκτη του ενός χεριού κι ύστερα τον άφησε με δεξιοτεχνία να γλιστρήσει μέσα στη θήκη του. Πήγε απέναντι σ' ένα από τα μικρά ντουλαπάκια δαπέδου κι έσπροοξε το δίσκο μέσα. 174


«Λοιπόν, κύριε Ριβς» έδειξε μια καρέκλα «καθίστε αναπαυτικά». Άφησα κάτω την τσάντα και τη φωτογραφική μηχανή και κάθισα στην πολυθρόνα. Ο Μάθερ θρονιάστηκε στη συνηθισμένη του θέση, σταυρώνοντας τα πόδια του με άνεση. Αν ανυπομονούσε να μου κάνει κακό, το έκρυβε καλά. «Είδατε κάτι ενδιαφέρον στο μακρινό σας περίπατο;» Δεν μου άρεσε που χρησιμοποίησε τη λέξη «μακρινός». Υπονοούσε ότι είχα λείψει περισσότερη ώρα απ' όσο περίμενε. «Όχι πολλά πράγματα. Είδα ένα αρκετά μεγάλο μέρος του νησιού. Την άλλη παραλία, το δάσος, το...» «Ερευνητικό κέντρο;» Ο τρόπος που τέλειωσε τη φράση με ξάφνιασε και μ' έκανε ν' ανησυχήσω. Είχα κιόλας αποφασίσει ότι ήταν άσκοπο να πω ψέματα για εκείνο το μέρος. Αν υπολογίσει κανείς πόση ώρα έλειψα, θα ήταν απίθανο να μην το είχα δει. «Εμ, ναι. Ναι το είδα. Δεν είπατε ότι δεν υπήρχαν άλλα κτίρια στο νησί;». Διακρινόταν ένα τρέμουλο στη φωνή μου. Προσευχήθηκα να μην πρόδινε νευρικότητα. «Για να είμαι ειλικρινής, μου διέφυγε. Δεν πηγαίνω σ' αυτή την πλευρά του νησιού, βλέπετε. Έριξα μια ματιά όταν πρωτοήρθα, αλλά δεν υπάρχει τίποτα το πραγματικά ενδιαφέρον εκεί». «Καταλαβαίνω». Ο Μάθερ παρέμεινε ήρεμος και έδειχνε σχεδόν πειστικός. Αλλά βέβαια θα ήταν συνηθισμένος να μιλάει γι' 175


αυτά τα πράγματα και σίγουρα είχε ετοιμάσει από πριν τις δικαιολογίες του. «Φυσικά, δεν είναι πια σε χρήση» είπε. «Έκλεισε πριν από χρόνια λόγω έλλειψης χρηματοδότησης». «Καταλαβαίνω». Ακροβάτες πηδούσαν μέσα στο στομάχι μου. Παλιοψεύτη, σκέφτηκα. Έχεις πάει κι έχεις παραπάει εκεί. Και ξέρω ακριβώς τι έκανες όταν ήσουν μέσα. Και να είσαι σίγουρος ότι θα φροντίσω να το μάθει και όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Ο Μάθερ με κοίταξε με νόημα. Ήταν λες και στα λίγα δευτερόλεπτα που τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα δικά μου είχε διαβάσει τις σκέψεις μου και είχε καταλάβει το σκοπό μου. «Ώστε λοιπόν... ρίξατε μια ματιά μέσα;» «Όχι». Διάολε. Το είπα υπερβολικά γρήγορα. Ο Μάθερ με κοίταξε με ανασηκωμένο, γεμάτο ερωτηματικά, το ένα του φρύδι. «Όχι δεν πήγα μέσα» είπα ύστερα από μια σύντομη παύση. «Δεν έδειχνε και πολύ ασφαλές. Τριγύρισα μόνο λιγάκι απέξω». «Σωστά». Ο Μάθερ κοίταξε αμέριμνα έξω από το παράθυρο, μ' ένα ελαφρύ χαμόγελο μόνιμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. «Ξέρετε, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αυτό που υπάρχει μέσα σάς φανεί κάπως αξιοπερίεργο». «Αλήθεια;» Προσπάθησα να δείχνω έκπληκτος. «Πώς αυτό;» «Να, φαίνεται πως πριν κλείσει το κέντρο γινόταν εκεί πολλή και ενδιαφέρουσα δουλειά». 176


Ναι, και πολλή περισσότερη δουλειά έγινε μετά το κλείσιμο του! «...καθόλου;» «Πώς είπατε; Ήμουν πολΰ απορροφημένος στις σκέψεις μου, και δεν άκουσα την ερώτηση σας». Ο Μάθερ χαμογέλασε. Η συμπεριφορά μου έμοιαζε να τον διασκεδάζει. «Σας ρώτησα αν σας ενδιαφέρει καθόλου ο υδάτινος κόσμος». «Α, μάλιστα. Ό χ ι ιδιαίτερα. Αν και έχω γράψει μερικά άρθρα σχετικά με ψάρια για το περιοδικό. Τίποτε το σημαντικό όμως». «Κατάλαβα. Ωραία λοιπόν. Νομίζω» είπε καθώς σηκωνόταν όρθιος «πως θα βρίσκατε το κέντρο συναρπαστικό. Γιατί δεν κάνουμε ένα γρήγορο περίπατο μέχρι εκεί τώρα, πριν γυρίσουμε πίσω στη στεριά; Θα μας πάρει μόνο λίγα λεπτά». Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα μ' ένα αχνό χαμόγελο στο πρόσωπο μου, προσπαθώντας να σκεφτώ γρήγορα. Θα μπορούσα να είχα αρνηθεί. Θα μπορούσα να του πω ότι ανυπομονούσα να γυρίσω σπίτι, ότι είχα πολλή δουλειά να κάνω. Αλλά τι θα γινόταν τότε; Θα αποφάσιζε ότι δεν είχε άλλη λύση από το να με δολοφονήσει επιτόπου; «Ναι, εντάξει» απάντησα, σχεδόν χωρίς να σκεφτώ. Έπρεπε να πω κάτι, και δεν νομίζω ότι είχα τελικά το θάρρος να πω όχι. Αν στ' αλήθεια ο Μάθερ έπαιζε μαζί μου, έπρεπε κι εγώ να παίξω μ' αυτόν. Ήταν θέμα επι177


βίωσης για μένα. «Δεν νομίζω να υπάρχει πρόβλημα» είπα σκάζοντας άλλο ένα ψεύτικο χαμόγελο. «Υπέροχα. Δεν θα μας πάρει πολλή ώρα». Αναρωτήθηκα αν στ' αλήθεια διασκέδαζε. Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, ενώ εγώ προσπαθούσα απεγνωσμένα να σκεφτώ τι θα έκανα και τι θα έλεγα. Το σχέδιο του θα πρέπει να ήταν είτε να με σκοτώσει είτε να με βγάλει από τη μέση με άλλον τρόπο, ανάλογα με το πιο τέλος είχε σκοπό να μου δώσει. Αν ήθελα να έχω το πάνω χέρι, θα έπρεπε να χτυπήσω πριν φτάσουμε στο κτίριο. Αλλά τι μπορούσα να κάνω; Να του σπάσω το κεφάλι με κανένα κούτσουρο; Να τον σπρώξω μέσα στη λίμνη; Δεν ήξερα αν ήμουν ικανός για κάτι απ' αυτά τα δύο. Ξαναγύρισε στο δωμάτιο φορώντας ένα μπλε αδιάβροχο μπουφάν. Σηκώθηκα όρθιος. «Περίφημα» είπε ο Μάθερ. «Ξεκινάμε;» Χτύπησε τα χέρια του και προχώρησε προς την εξώπορτα. Σήκωσα από κάτω την τσάντα μου και τη φωτογραφική μηχανή και τον ακολούθησα. «Ω, μια στιγμή». Θυμήθηκα το κασετόφωνο και πήγα και το πήρα από το μπράτσο της πολυθρόνας. Όταν βρέθηκα πάλι κοντά στον Μάθερ, χαμογελούσε περιπαικτικά. «Δεν πρέπει να το ξεχάσουμε αυτό» είπε βγαίνοντας έξω. «Όχι, δεν πρέπει» αποκρίθηκα ακολουθώντας τον. Καθώς διέσχιζα το κατώφλι άκουσα μια παράξενη φωνή. 178


Μη γυρίσεις την πλάτη σου. Μου φάνηκε πως ήταν μια γυναικεία φωνή, μολονότι ακουγόταν αλλοιωμένη, σαν να ερχόταν από ραδιόφωνο με παράσιτα. Κοίταξα τον Μάθερ που στεκόταν δίπλα στο μονοπάτι. Περίμενε υπομονετικά και δεν έδειχνε να έχει ακούσει τη φωνή. Άρχισε να με κοιτάζει αινιγματικά και σίγουρα θ' αναρωτιόταν γιατί καθυστερούσα. Μην του γυρίσεις την πλάτη! Τούτη τη φορά η φωνή ήταν πιο δυνατή και πιο καθαρή απ' ό,τι πριν, και ένιωθα ότι βρισκόταν μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά δεν έμοιαζε με σκέψη. Ήταν λες και κάποιος -ή κάτι- επικοινωνούσε μαζί μου. Ο Μάθερ φαινόταν σαν να ετοιμαζόταν να αντιδράσει κάπως, έχοντας ίσως την υποψία ότι κάτι πήγαινα να σκαρώσω. Τον πρόλαβα. «Συγγνώμη» είπα, πηγαίνοντας απέναντι. «Για μια στιγμή νόμισα πως είχε αρχίσει να βρέχει». Ευτυχώς, ο ουρανός από πάνω μας ήταν τώρα γκρίζος, ενισχύοντας το παραμύθι μου. Ο Μάθερ κοίταξε ψηλά. «Μμμ. Ναι, θα πρέπει να προσέξουμε. Παρ' όλα αυτά, δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο άσχημα όσο χτες». Και μ' αυτά τα λόγια, έκανε μεταβολή και ακολούθησε το μονοπάτι. Κοντοστάθηκα για λίγο, περιμένοντας κάποια άλλη προειδοποίηση, αλλά, όποιος ή ό,τι ήταν εκείνο που μου είχε μιλήσει τώρα σιωπούσε. Ακολούθησα τα βήματα του Μάθερ μέσα από τα δέντρα, ευτυχής τουλάχιστον που αυτός είχε την πλάτη του γυρισμένη σε εμένα, και όχι το αντίστροφο. 179


8. Τρόμος

Ο Μάθερ φαινόταν απόλυτα ικανοποιημένος με το να βαδίζει μπροστά. Ίσως δεν έβλεπε καμία απειλή, μολονότι μου έδινε την ευκαιρία να του επιτεθώ. Δεν είχα το θάρρος να ενεργήσω δραστικά εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτό που έκανε τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα ήταν το γεγονός ότι έμοιαζε τόσο εκνευριστικά σίγουρος για τον εαυτό του. Ήμουν βέβαιος πως ήξερε ότι είχα πάει στο υπόγειο. Γιατί λοιπόν έδειχνε τόσο άφοβος; Γιατί δεν προστατευόταν; Καθώς περνούσαμε από τη δεύτερη αμμουδιά, τον είδα να ρίχνει μια γρήγορα ματιά προς το λεμβοστάσιο. Ίσως να το έκανε επίτηδες, μόνο και μόνο για να με χλευάσει, ίσως και όχι. Ήταν δύσκολο να το διευκρινίσω, αλλά προσπάθησα να μείνω ήρεμος και συγκεντρωμένος. «Ελπίζω να έχετε αρκετό υλικό για το άρθρο σας» παρατήρησε ο Μάθερ καθώς πλησιάζαμε την πόρτα του φράχτη. Θα λυπηθώ πολύ αν αποδειχτεί τελικά ότι χάσατε το χρόνο σας. Η Λαίδη είναι ένα απίστευτο δείγμα εντόμου, αλλά μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είμαι άξιος να την εκπροσωπώ, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ». 181


«Ω, μην ανησυχείτε» απάντησα. «Έχετε κάνει καταπληκτική δουλειά. Δεν βλέπω πώς θα μπορούσε κανείς να μην εντυπωσιαστεί». «Ελπίζω να έχετε δίκιο» είπε, απλώνοντας το χέρι του στη μια πλευρά της πόρτας του φράχτη. Άκουσα τον ήχο μετάλλου να διαμαρτύρεται κι ύστερα μια δυνατή κλαγγή, καθώς ο Μάθερ σήκωσε κάποιο είδος σύρτη και έσπρωξε την πόρτα προς τα εμπρός. Ίσως να έφταιγε το παιδί που έκρυβα μέσα μου, μα την προηγούμενη φορά που είχα πλησιάσει μόνος μου την πόρτα του φράχτη από ένστικτο είχα σκαρφαλώσει απάνω της, χωρίς ούτε καν να μου περάσει από το νου η ιδέα ότι θα μπορούσε να ήταν ξεκλείδωτη. Δεν μπορούσα να μη νιώσω ανόητος. Προσπέρασα τον Μάθερ την ώρα που εκείνος κοντοστάθηκε για να σπρώξει την πόρτα πίσω στη θέση της. Έκανα αμέσως μεταβολή, για να μην του έχω γυρισμένη την πλάτη μου. Ύστερα συνέχισε να βαδίζει στο μονοπάτι κι εγώ τον ακολουθούσα. Σε λίγο στρίψαμε τη γωνία και βρεθήκαμε απέναντι από το κέντρο ερευνών. Είχαμε σχεδόν φτάσει στην εξωτερική βεράντα, όταν πήρε το μάτι μου τον Κύριο Χόπκινς ξαπλωμένο στη στέγη του κτιρίου να γλείφει τη μια του πατούσα και να μας κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια. Ο Μάθερ είχε παρατηρήσει κι εκείνος το ζώο, μα το αντιμετώπισε μ' ένα μορφασμό αποδοκιμασίας. Μου θύμιζε τη γάτα του Τσέσαϊρ από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, μόνο που ο Κύριος Χόπκινς δεν είχε εκείνο το ειρωνικό μειδίαμα. Αν 182


μη τι άλλο, έμοιαζε να αισθάνεται άβολα. Τον συμπόνεσα. Περάσαμε στη βεράντα, με τον Μάθερ να εξακολουθεί να δείχνει το δρόμο, κι ύστερα πήγαμε κατευθείαν στην κύρια αίθουσα. «Έχει ένα μάλλον ασυνήθιστο σχέδιο για ερευνητικό κέντρο». Ο Μάθερ περπάτησε μέχρι τη μέση του δωματίου και στάθηκε εκεί κοιτάζοντας γύρω γύρω. Η προσοχή του στράφηκε στο πάτωμα, σαν κάτι να έψαχνε, και καθώς πλησίασα σήκωσε ξανά το βλέμμα του. «Όταν του έριξα μια ματιά πριν από μερικά χρόνια, περίμενα να βρω αρκετά δωμάτια, όχι μόνο ένα. Μοιάζει με εκθεσιακό κέντρο. Αν και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα έρχονταν εδώ πολλοί επισκέπτες». Ο νους μου πήγε μοιραία στο σωρό των πτωμάτων κάτω από τα πόδια μας. «Όμως, δεν έχει και τόση σημασία πια, τι λέτε;» «Όχι. Φαντάζομαι πως όχι». Δεν μπορούσα να μην καρφώσω τη ματιά μου στην πόρτα του υπογείου. Ήταν ορθάνοιχτη. Αν ο Μάθερ είχε τη συνήθεια να την τραβάει και να την κλείνει πίσω του κάθε φορά που τέλειωνε με μια δουλειά εκεί κάτω, τώρα θα παρατηρούσε τη διαφορά. Προσπάθησα να στυλώσω το βλέμμα μου επάνω του, ανησυχώντας πως, αν έβλεπε προς τα πού στρεφόταν η προσοχή μου, οι υποψίες του θα επιβεβαιώνονταν. Περπάτησα επιδεικτικά μέσα στο δωμάτιο προσποιούμενος ότι περιεργάζομαι τα ενυδρεία και τον επιστημονικό εξοπλισμό και φροντίζοντας να γνωρίζω κάθε στιγμή πού βρισκόταν ο Μάθερ. Περισσότερες από μία φορές, τον έπιασα να κοιτάζει τα μπάζα που σκέπαζαν 183


το πάτωμα. Τι στο διάολο έψαχνε; Είχε χάσει τίποτα; Άκουσα ένα θόρυβο σαν κάτι να ξύνει γυαλί και είδα στ' αριστερά μου τον κύριο Χόπκινς ν' ακουμπά τις πατούσες του σ' ένα παράθυρο. Έδειξε να κατάλαβε πως τον είχα δει και σταμάτησε να γρατζουνάει. Τουλάχιστον κάποιος μου συμπαραστεκόταν. 'Οταν γύρισα ξανά προς τον Μάθερ, τον έπιασα να περιεργάζεται σκεφτικός την πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο. Έστρεψα γρήγορα το βλέμμα μου σε ένα από τα χαλασμένα ενυδρεία, ώστε να μην πάρει είδηση ότι τον είχα δει. Εκείνη τη στιγμή, κάθε αμφιβολία έφυγε από το μυαλό μου. Εκείνος ήξερε τι είχα κάνει. Ήξερε ότι είχα ανακαλύψει το αποτρόπαιο μυστικό του. Το ερώτημα ήταν τι είχε σκοπό να κάνει γι' αυτό; Ή, πιο σημαντικό ίσως, τι σκόπευα να κάνω εγώ γι' αυτό; Η τελευταία ερώτηση ήταν εύκολο ν' απαντηθεί. Δεν υπήρχε τρόπος να φύγω από το νησί χωρίς τη βάρκα του Μάθερ. Ακόμα κι αν το τηλέφωνο μου δεν ήταν νεκρό, θα έπρεπε να απομακρυνθώ από τον Μάθερ για να μπορέσω να το χρησιμοποιήσω. Εκείνος γνώριζε το νησί πολύ καλύτερα απ' ό,τι εγώ. Θα μπορούσε να με ξετρυπώσει μέσα σε λίγα λεπτά. Προσευχήθηκα ξανά να είχε στείλει η Τζίνα βοήθεια. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχε τώρα κατακλύσει όλο μου το είναι. Δεν είχε πια σημασία το άρθρο. Ας το έγραφε κάποιος άλλος δημοσιογράφος ή ας πήγαινε στο διάολο. Ούτε που μ' ένοιαζε. Το μόνο που μ' ενδιέφερε πια ήταν να φύγω από το νησί και να γυρίσω στον πολιτισμό. Για να μπορέσω να 184


βάλω χέρι στη βάρκα του Μάθερ, θα χρειαζόταν να σπάσω την κλειδαριά της πόρτας του λεμβοστασίου, πράγμα καθόλου εύκολο. Για να έχω έστω και την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας, ο Μάθερ έπρεπε να εξουδετερωθεί. Δεν υπήρχε τρόπος να το αποφύγω. Ήταν ανάγκη να τον βγάλω από τη μέση. Το να το βάλω στα πόδια δεν αποτελούσε λΰση, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Έπρεπε να τον αναισθητοποιήσω και, αν ήταν δυνατόν, να τον δέσω κιόλας. Φοβόμουν να το κάνω, μα δεν είχα άλλη επιλογή. Η φωνή του Μάθερ με έβγαλε από τις σκέψεις μου. «Κύριε Ριβς! Ελάτε εδώ, θέλω να σας δείξω κάτι». Ω, Θεέ μου, σκέφτηκα. Ήρθε η ώρα. Τον πλησίασα με τα νεύρα μου τσιτωμένα. Ένιωθα έτοιμος να εκραγώ. Ο Μάθερ δεν έδειχνε να βλέπει τίποτα το περίεργο στη συμπεριφορά μου. Ή, κι αν έβλεπε, προτιμούσε να μη δίνει σημασία. «Αυτές οι σκάλες οδηγούν κάτω στο υπόγειο». «Α, μάλιστα». «Μμμ. Πιστεύω πως όλες οι πραγματικά ενδιαφέρουσες έρευνες γίνονταν εκεί κάτω». «Αλήθεια;» «Ναι. Υποθέτω πως είναι λογικό να κρατάς όλο το καλό πράγμα κρυμμένο». «Ναι». «Να ρίξουμε μια ματιά;» «Τι να πω...» «Δεν θα θέλατε να δείτε τι έκρυβαν εκεί;» «Ε... Πού οδηγεί αυτή η πόρτα απέναντι;» 185


«Ω, αυτή είναι μονάχα η αίθουσα του προσωπικού. Δεν υπάρχει τίποτα το ενδιαφέρον εκεί». «Α, κατάλαβα». «Είστε καλά, κύριε Ριβς;» «Μμμ; Ναι, μια χαρά». «Φαίνεστε λίγο χλωμός». «Όχι, όχι, είμαι μια χαρά». «Ωραία λοιπόν, το υπόγειο μας περιμένει. Θα θέλατε να περάσετε πρώτος;» «Όχι». Θεέ μου, όχι! «Όχι;» «Θέλω να πω, εσείς έχετε έρθει εδώ κι άλλες φορές. Ίσως σκοντάψω πάνω σε κάτι. Είναι πολύ σκοτεινά εκεί κάτω». «Ω, ναι. Είχα ξεχάσει ότι τα φώτα δεν δουλεύουν. Μην ανησυχείτε. Κάπου εδώ κοντά βρίσκεται ο φακός μου. Τον άφησα εδώ την τελευταία φορά». Τον άφησες εδώ την τελευταία φορά; Εσύ είπες ότι είχες χρόνια να έρθεις εδώ! Είτε ο Μάθερ έπαιζε στ' αλήθεια μαζί μου είτε είχε αρχίσει να ξεχνάει, και αποκάλυπτε τα ψέματά του χωρίς ούτε να το καταλαβαίνει. Κοίταξε αφηρημένος γύρω γύρω στο δωμάτιο, ξύνοντας το κεφάλι του άσκοπα. «Θα πρέπει να τον άφησα στην αποθηκούλα». Γιατί δεν είχα ψάξει στην αποθηκούλα νωρίτερα; Ο φακός θα με είχε γλιτώσει από το να χρησιμοποιήσω το φλας της φωτογραφικής μου μηχανής και τις λάμπες για να φωτίσω το χώρο γύρω μου. 186


Ο Μάθερ πέρασε μέσα από την απέναντι πόρτα, και σε λίγο τον άκουσα να μετακινεί διάφορα αντικείμενα, αναζητώντας το φακό. Το ένστικτο μου για επιβίωση ανέλαβε δράση. Έριξα μια γρήγορη ματιά στις πόρτες γΰρω μου, προσπαθώντας να υπολογίσω ποιος θα ήταν ο καλύτερος δρόμος διαφυγής. Μα ο Μάθερ επέστρεψε πιο γρήγορα απ' ό,τι περίμενα, μ' ένα μικροσκοπικό κλεφτοφάναρο στο χέρι του. Ήταν λίγο μεγαλύτερο από ένα στιλό και φανερά ανεπαρκές για απόλυτο σκοτάδι. Με κυρίευσε φόβος. Το να κατέβω εκεί κάτω σ' αυτό το ζοφερό μέρος με τον Μάθερ και με μόνο μια αξιοθρήνητη ακτίνα φωτός για συντροφιά ήταν η πιο τρομακτική κατάσταση που είχα αντιμετωπίσει στη ζωή μου. «Δεν έχει και τόση σημασία» τον διαβεβαίωσα. «Είμαι σίγουρος ότι έχειπολύ ενδιαφέρον, αλλά...» «Ω, ναι, έχει. Μην ανησυχείτε. Μπορεί ο φακός να μη σας γεμίζει το μάτι, αλλά ξέρω το δρόμο μου». Χαμογέλασε πλατιά και μου έκλεισε το μάτι. «Ακολουθήστε με». Μπήκε στο κλιμακοστάσιο και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες, κρατώντας το κλεφτοφάναρο κοντά στο δεξί του αυτί και στρέφοντάς το προς τα κάτω. Κοντοστάθηκα. Το υπόγειο ήταν το τελευταίο μέρος στον κόσμο που ήθελα να πάω. Πολύ αργά μου ήρθε στο νου η σκέψη πως θα μπορούσα να τον είχα σπρώξει σ' αυτές τις πέτρινες σκάλες και ίσως να είχα σφηνώσει την πόρτα για να τον εμποδίσω να βγει έξω. Με την πτώση μπορεί να έσπαγε το σβέρκο του ή τουλάχιστον να έμενε 187


αναίσθητος για ένα διάστημα. Αλλά, όταν τελικά βρέθηκα στο κατώφλι της πόρτας, εκείνος είχε σχεδόν κατέβει κάτω. Τώρα η ευκαιρία είχε χαθεί, και δεν μπορούσα να ξέρω αν θα μου παρουσιαζόταν άλλη. Δεν ήθελα να σκοτώσω τον Μάθερ, αλλά, αν δεν υπήρχε άλλος τρόπος να γλιτώσω, θα αναγκαζόμουν να το κάνω. Κατέβηκα τις σκάλες, προχωρώντας αργά, προσπαθώντας να μην τον χάνω στιγμή από τα μάτια μου. Όταν έφτασα στο τέρμα, εκείνος φώτισε επιδεικτικά με το φακό όλους τους τοίχους του δωματίου, εκθέτοντας την απερίγραπτη σαβούρα που είχα κιόλας δει. «Α, εμ...» Κάτι έμοιαζε να λείπει. Ο Μάθερ κουνούσε το φως πέρα δώθε, αναζητώντας μάταια κάποιο αντικείμενο που δεν ήταν εκεί που έπρεπε να είναι. «Τι συμβαίνει;» Έριξε το φως κατευθείαν επάνω μου, τυφλώνοντάς με και προκαλώντας μου έναν ξαφνικό πανικό. Σ' αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου, δεν μπορούσα να δω τίποτε άλλο παρά το λαμπερό φως το φακού. Θα μπορούσε να είχε διαλέξει εκείνη τη στιγμή για να κάνει οτιδήποτε. «Ω, συγγνώμη». Κατέβασε το φως, ώστε να μη με χτυπάει στα μάτια. «Είμαι σίγουρος ότι υπήρχε μια παλιά λάμπα πετρελαίου και μερικά σπίρτα κάπου εκεί κάτω». Είχα την ακαθόριστη αίσθηση ότι κάτω από τη μάσκα ο Μάθερ διασκέδαζε και απολάμβανε τον έλεγχο που ασκούσε πάνω μου. Αλλά η ακλόνητη αυτοπεποίθησή του δεν έπαυε να με καταπλήσσει. Γιατί δεν μπορούσε να 188


με δει σαν μια, μικρή έστω, απειλή; Αν δεν ήμουν τόσο τρομοκρατημένος, θα είχα νιώσει προσβεβλημένος. «Τι να κάνουμε; Θα τα βολέψω, υποθέτω» είπε δείχνοντας κάπως απογοητευμένος. «Νομίζω πως αυτό το δωμάτιο ήταν κάποτε ένα είδος αποθήκης. Δεν έχουν μείνει και πολλά πράγματα, όπως βλέπετε. Φαντάζομαι ότι τα μέλη του προσωπικού λεηλάτησαν το χώρο πριν φύγουν. Πήραν ό,τι τους γυάλισε. Μέσα εκεί γινόταν όλη η άκρως απόρρητη δουλειά». Έκανε μεταβολή, φωτίζοντας με το φακό το πλαίσιο της πόρτας που οδηγούσε σε αυτό που τώρα υπέθετα ότι ήταν το χειρουργείο του. «Φοβάμαι ότι δεν έχουν μείνει και πολλά πράγματα για να δείτε, αλλά πάντως αρκετά για να πάρετε κάποια καλή ιδέα για το τι συνέβαινε». Προχώρησε μπροστά, σκύβοντας ελαφρά, σαν να περίμενε να είναι η κάσα της πόρτας πιο χαμηλή απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Αφού περπάτησε λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο, σταμάτησε, έστρεψε το φως προς τα κάτω και άρχισε να περιεργάζεται το πάτωμα. Ερχόμουν πίσω του, και στο φως του φακού έβλεπα ότι υπήρχαν αρκετές βαθιές, ευδιάκριτες πατημασιές που οδηγούσαν προς και από την άκρη της πόρτας. Ω, να πάρει σκέφτηκα. Σκατά, σκατά, σκατά! Γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε. «Συνηθίζω να είμαι λίγο πιο προσεκτικός για το πού πατάω όταν βρίσκομαι εδώ κάτω, κύριε Ριβς». Δεν μπορούσα να του ανταποδώσω το χαμόγελο. Έστρεψε το φως προς το χείλος του λάκκου κι ύστερα γρή189


γορα πίσω σε μένα. Εξακολουθούσε να δείχνει ήρεμος, σίγουρος για τον εαυτό του, απόλυτος κύριος της κατάστασης. Στεκόμουν εκεί, παραλυμένος προς στιγμήν από το φόβο. Η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαιμό μου, τα χείλη μου είχαν κλείσει σφιχτά. Ακόμα κι αν είχα σκεφτεί κάτι να κάνω, δεν θα μπορούσα να το πραγματοποιήσω εκείνη τη στιγμή. Ο τρόμος με είχε κατακυριεύσει. Μολονότι το πάτωμα κοντά στην άκρη του λάκκου ήταν σχετικά στεγνό, διακρίναμε και οι δύο ξεκάθαρα σημάδια εισβολής. Εγώ παρατήρησα επίσης κάποιες κόκκινες κηλίδες στις μπότες μου και τα μπατζάκια του παντελονιού μον.Έχω κάνει τα πράγματα τόσο εύκολα για σένα, ε; «Ορίστε;» Είχα προφέρει τις λέξεις εντελώς άθελά μου. Αλλά ήταν σαν να μην έχω πια δική μου θέληση. «Τίποτα». «Κατάλαβα. Θα πρέπει να ήταν μεγάλο σοκ για σας». «Ποιο;» «Πέσατε, έτσι δεν είναι; Πέσατε μέσα στο λάκκο;» Πολλά δευτερόλεπτα πέρασαν μέχρι να μπορέσω ν' απαντήσω. «Ναι». «Μεγάλη απροσεξία». «Ναι. Ξαφνιάστηκα». «Δεν αμφιβάλλω». «Όχι. Δηλαδή, άκουσα κάτι να κουνιέται πίσω μου και έχασα την ισορροπία μου». «Να κουνιέται; Ποιος;» Ξαφνικά έδειξε ανήσυχος. Τι εννοούσε «ποιος;» Ήμασταν μόνο οι δυο μας στο νησί. 190


Μήπως φοβόταν ότι δεν είχα έρθει μόνος μου; Ή μήπως νόμιζε ότι κάποιος άλλος επισκέπτης βρισκόταν στο νησί και τριγυρνούσε χωρίς εκείνος να το γνωρίζει; Ίσως να με είχε ωφελήσει αν του είχα πει ψέματα γι' αυτό το θέμα. Δυστυχώς, δεν είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω. Φαίνεται ότι μου είχε απομείνει αρκετή ενέργεια μόνο για την αλήθεια. «Ο γάτος... ο Κύριος Χόπκινς». «Ω!» Αυτό τον ηρέμησε κάπως. «Αυτό το βρομερό πλάσμα. Κρίμα που δεν μου κάνατε τη χάρη να στρίψετε εκείνο το κοκαλιάρικο λαιμουδάκιτου!» Δεν μπορούσα να φανταστώ γιατί το καημένο το ζώο τού προκαλούσε τόση απέχθεια. Τότε, με μια ξαφνική κίνηση, ο Μάθερ τράβηξε ένα μικρό αλλά απειλητικά αιχμηρό στιλέτο από τη ζώνη του παντελονιού του. Ένιωσα το στομάχι μου να διπλώνεται στα δύο. Περίμενα ότι θα έκανα εμετό, αλλά ευτυχώς γλίτωσα αυτό το μαρτύριο. Κρατούσε την παράξενη, καμπυλωτή λεπίδα ανάμεσά μας, αλλά συνέχισε να μιλάει, σαν να μην υπήρχε καν εκεί. «Πόσες φορές αυτό το απαίσιο ζώο έχει εμποδίσει τη δουλειά μου! Είναι σαν να βρέθηκε σε τούτο το νησί για να κάνει τη ζωή μου δύσκολη». Το βλέμμα του Μάθερ εξακοντιζόταν σε διάφορα σημεία του δωματίου, σαν να αναζητούσε τον γάτο-ταραξία. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες κι ύστερα έδειξε να ηρεμεί. «Α, καλά. Δεν θ' αργήσει να βρει τη δίκαιη τιμωρία του. Θα το φροντίσω εγώ προσωπικά. Λοιπόν» είπε εντοπίζοντας μια λάμπα στο πάτωμα «ας ρίξουμε λίγο 191


φως στην υπόθεση». Τη σήκωσε ψηλά και την τοποθέτησε στο τραπέζι που ήταν λεκιασμένο με αίματα. Βγάζοντας ένα κουτί σπίρτα από μια του τσέπη, βάλθηκε ν' ανάψει την παλιά λάμπα, κρατώντας το φακό ανάμεσα στα δόντια του και σπρώχνοντας το στιλέτο πίσω στη ζώνη του. Ύστερα από μερικές σπασμωδικές κινήσεις, κατάφερε ν' ανάψει ένα σπίρτο και να βάλει φωτιά στο πετρέλαιο. Όταν η φλόγα είχε μεγαλώσει λίγο, σήκωσε τη λάμπα και την κρέμασε από ένα γάντζο στο ταβάνι. «Έτσι είναι καλύτερα». Ήταν ακόμα αρκετά σκοτεινά, αλλά μπορούσα τώρα να διακρίνω ότι το δωμάτιο ήταν μεγαλύτερο απ' ό,τι είχα υπολογίσει την προηγούμενη φορά. Στον τοίχο στα δεξιά της πόρτας πάνω από το λάκκο υπήρχε μία εσοχή που στέγαζε μια σιφονιέρα, που μπορεί να είχε μέσα εργαλεία και εξοπλισμό. Το πάτωμα ήταν λίγο πολύ όπως το περίμενα, μολονότι η θέα των πολλών στρωμάτων πηγμένου αίματος έκανε το στομάχι μου ν' ανακατευτεί ακόμη περισσότερο. «Ωραία λοιπόν» συνέχισε ο Μάθερ. Έσβησε το φακό και τον έβαλε στην τσέπη του. «Υποθέτω ότι θα θέλετε να μάθετε όλα όσα συνέβαιναν εδώ κάτω. Σίγουρα θα έχει εξαφθεί η περιέργειά σας». Τοποθέτησε προσεκτικά το στιλέτο μπροστά του στο τραπέζι. «Να σας πω...» «Χμ;» «Εντάξει, αν θέλετε πραγματικά να μιλήσετε γι' αυτό». «Αν θέλω; Θα φανταζόμουν ότι τώρα πια η περιέργειά σας θα είχε τέτοια πείνα, ώστε θα μπορούσε να και 92


ταβροχθίσει και άλογο! Δεν θέλετε να μάθετε όλη την ιστορία; Ό σ α έχω να σας πω θα μπορούσαν να σας κάνουν πολύ πλούσιο αν δημοσιεύονταν. Έλα, νεαρέ μου, πού είναι τα δημοσιογραφικό σου δαιμόνιο;» Αποφάσισα πως, αν ο Μάθερ ήθελε να καθυστερήσει, εγώ δεν είχα αντίρρηση. Ό σ ο περισσότερο χρόνο μου έδινε, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες είχα να σκεφτώ έναν τρόπο να βγω από τη ζωντανή κόλαση που ζούσα. «Εντάξει» είπα. Ένιωθα πολύ παράξενα - σαν να είχα αποστασιοποιηθεί από τη φρίκη της κατάστασης και να κοιτούσα τους δυο μας από ψηλά, από τη σκοπιά ενός τρίτου. Οι σκιές που διαγράφονταν υπερμεγέθεις και απειλητικές μέσα στο δωμάτιο, σε συνδυασμό με την αφόρητη δυσωδίατου θανάτου από το λάκκο, με έκαναν να αισθάνομαι ακόμη πιο έντονα ότι ζούσα μέσα σ' ένα τρομακτικό παραμύθι, σαν αυτά που τροφοδοτούνται από τον πυρετό, τα ναρκωτικά ή την παράνοια. Ο Μάθερ έσκυψε μπροστά και ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι, δείχνοντας αποφασισμένος και απόλυτα συγκρατημένος. Ζάρωσα από το φόβο μου. Ήταν αδύνατον να μη σκεφτώ ότι, σε λίγα μόνο λεπτά, θα μπορούσα να γίνω κι εγώ άλλο ένα άμορφο σώμα στη μακάβρια στοίβα των λειψάνων που βρίσκονταν από κάτω μας, με τη μια μου παλάμη να προεξέχει ίσως από τα μπλεγμένα χέρια και πόδια, καλώντας σε βοήθεια που ποτέ δεν θα ερχόταν. Ποτέ μου δεν είχα νιώσει μεγαλύτερη φρίκη. 193


«Δεν ήμουν και τόσο ακριβής στην ιστορία που σας διηγήθηκα νωρίτερα» είπε ο Μάθερ. «Το φαντάστηκα» απάντησα ξερά. Αυτό φάνηκε να τον διασκεδάζει. «Μοιάζει να αντιμετ ω π ί ζ ε τ ε την κατάσταση πιο ψύχραιμα απ' ό,τι περίμενα». «Αλήθεια;» «Ναι, μ' έχετε εντυπωσιάσει». Πόσο θα ήθελα να έπαυε ο Μάθερ να χαμογελάει έτσι. «Ευχαριστώ» είπα με προσποιητό σαρκασμό. «Χμ. Πάντως κάποια στοιχεία της ιστορίας είναι αληθινά». Άντε πάλι, σκέφτηκα. «Ο Σόουμς κι εγώ κάναμε εκείνο το πρώτο πείραμα λίγο πολύ όπως το περιέγραψα, με τη μόνη διαφορά ότι η αφεντιά μου δεν είχε προβάλει καμία αντίρρηση, ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκειάτου». «Και ο άστεγος;» «Α, ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Θεέ μου, πόσο υπέφερε αυτός ο άνθρωπος! Στην περιγραφή που σας έκανα παρουσίασα πολύ πιο υποτονικά αυτό το κομμάτι της ιστορίας. Εκείνο που συνέβη στην πραγματικότητα ήταν απείρως τρομερότερο». Δεν ήθελα ν' ακούω τον Μάθερ, μα ούτε τολμούσα να τον συγχίσω, τουλάχιστον όσο είχε άμεση πρόσβαση στο στιλέτο του. «Παραλίγο να αποτύχει το πείραμα. Το οινόπνευμα, ο ακρωτηριασμός και η απόλυτη κατάπληξη οδήγησαν αυτόν το φουκαρά στην αυτοκαταστροφή. Και δεν εννοώ 194


απλώς αυτοκτονία. Εννοώ πραγματικό σφαγιασμό. Άρχισε με το να ξεριζώνει τα...» «Σας παρακαλώ!» Δεν το άντεχα. Αν ήθελε να μιλήσει για τις απεχθείς πράξεις του, σίγουρα μπορούσε να το κάνει χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. «Λυπάμαι, κΰριε Ριβς. Μερικές φορές ξεχνάω πόσο απευαισθητοποιημένος έχω γίνει μπροστά σε όλα αυτά. Είναι απλές αναμνήσεις τώρα. Τίποτα απ' ό,τι έχω δει ή έχω κάνει δεν μου φαίνεται πια ιδιαίτερα μακάβριο. Για μένα είναι μια σειρά από ατυχή γεγονότα, που διακόπτονται κατά διαστήματα από γνήσιες επιστημονικές ανακαλύψεις. Κι αυτό είναι το σημαντικό σε τελευταία ανάλυση. Ο Σόουμς κι εγώ σημειώσαμε αληθινή πρόοδο στις μελέτες μας. Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν θα το έβλεπαν έτσι, Η κοινωνία ξεχνάει πολύ γρήγορα ότι κάποιες από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις της ιστορίας έγιναν με πολλούς πόνους και βάσανα. Ένιωθα τα πεπτικά οξέα ν' ανεβαίνουν στο στομάχι μου. Δεν μπορούσα πια να στέκομαι όρθιος. Έπρεπε να συγκεντρώσω όλες μου τις δυνάμεις στην προσπάθειά μου να τη βγάλω καθαρή. Αν υπήρχε έστω και η ελάχιστη πιθανότητα να «τη βγω» στον Μάθερ, έπρεπε να είμαι εξαιρετικά προσεκτικός και να βρίσκομαι σε εγρήγορση. «Ο Σόουμς ήξερε, όπως κι εγώ, ότι έπρεπε να λερώσουμε τα χέρια μας για να μπορέσουμε να σημειώσουμε αληθινή πρόοδο. Αυτός ήταν πάντα λίγο σιχασιάρης, αλλά συνήθως τον κατάφερνα τελικά να κάνει ό,τι ήταν απαραίτητο». 195


«Ώστε δική σας πρωτοβουλία ήταν τα πειράματα». «Ναι. Εγώ είχα τις ιδέες. Εγώ ήμουν εκείνος που αναγκαζόταν ν' ασκεί την πειθώ, με λόγια ή με έργα. Ήταν σκληρή δουλειά, μη νομίζετε. Ο Σόουμς είχε αρχές, βλέπετε. Αυστηρές αρχές σχετικά με τους κανόνες συμπεριφοράς και με την υποτιθέμενη "δεοντολογία". Χα». Ο Μάθερ γέλασε. «Συνήλθε όμως γρήγορα. Διαθέτω μεγάλη πειθώ όταν χρειάζεται» είπε, χαϊδεύοντας τη λαβή του στιλέτου. «Τι απέγινε λοιπόν;» «Ο Σόουμς...Ο Σόουμς έχασε το δρόμο του. Μερικές από τις πιο ακραίες ιδέες μου απλώς ήταν... αδύνατον να τις δεχτεί». «Ακραίες;» «Ναι. Ίσως μερικοί άνθριοποι θα τις περιέγραφαν με πιο έντονους χαρακτηρισμούς. Υπάρχουν πολΰ λίγα πράγματα στη ζωή που με σοκάρουν, κύριε Ριβς. Θα πρέπει να έχω πολΰ γερό στομάχι. Ή μπορεί για μένα ακόμα και τα πιο δυσάρεστα θεάματα κι οι πιο άσχημοι ήχοι ν' αποτελούν μέρος του γενικού θαύματος της φύσης. Κάτι που αηδιάζει έναν άνθρωπο μπορεί να προκαλεί αγαλλίαση σε κάποιον άλλον. Όλα είναι θέμα γούστου. Και τα δικά μου γούστα είναι ομολογουμένως... μοναδικά». «Α». Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε τον μισούσα όλο και περισσότερο. «Εκείνο που ήθελα, κι εκείνο που ο Σόουμς ποτέ δεν είχε το κουράγιο να κάνει, ήταν να εξερευνήσω το άγνωστο. Να εκτελέσω το είδος των πειραμάτων για τα οποία 196


μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε κάνει απλές νύξεις. Η αδικαιολόγητη αφαίρεση οργάνων ήταν μία μονάχα από τις πολλές ιδέες που μου είχαν έρθει στα όνειρά μου». «Τι άλλο κάνατε;» Ακόμα δεν είχα καταστρώσει κάποιο σχέδιο δράσης, για να βγω από το υπόγειο ζωντανός, αλλά το να αναγκάζω τον Μάθερ να μου μιλάει συνεχώς έμοιαζε καλή ιδέα. «Δείχνετε να μην είστε καθόλου καλά, κύριε Ρίβς. Ίσως δεν θα πρέπει να επιβαρύνω την κατάστασή σας». «Όχι, αλήθεια μ' ενδιαφέρει. Όπως είπατε, όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν ένα καταπληκτικό άρθρο». «Σωστά. Αν και... ίσως αυτή η ιστορία θα πρέπει να μείνει μεταξύ μας...» Με κοίταξε. «Ξέρετε, μπορώ να κρατήσω ένα μυστικό. Δεν θα το έλεγα σε κανέναν αν δεν το θέλατε». «Ω, θα ήθελα πολύ να σας εμπιστευτώ, ειλικρινά. Αλλά έχω και κάποιον άλλον, εκτός από τον εαυτό μου, να σκεφτώ. Η Λαίδη πρέπει να προστατευτεί κι αυτή. Διακινδυνεύω πάρα πολλά, βλέπετε». «Πέστε μου όμως» είπα, προσπαθώντας να κρατήσω την κουβέντα ζωντανή. «Εκτός από την αφαίρεση του συκωτιού, τι άλλο κάνατε;» Ο Μάθερ κρυφογέλασε μ' αυτό. «Ω, ακόμα είμαστε στην αρχή. Μπορείτε να φανταστείτε τι άλλο αφαιρέσαμε;» «Την καρδιά;» «Όχι, όχι. Σε τι θα χρησίμευε αυτό; Βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει». «Τους πνεύμονες;» 197


«Μμμ. Εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά περιορισμένα». Περίμενε να προτείνω κάτι άλλο. Αυτό ήταν σίγουρα το πιο κακόγουστο παιχνίδι με αινίγματα που είχα παίξει στη ζωή μου, αλλά έπρεπε να τον κρατάω ικανοποιημένο όση ώρα προσπαθούσα απεγνωσμένα να σκεφτώ πώς θα του ξεφύγω. «Τα νεφρά;» «Ναι. Το δοκιμάσαμε αυτό δύο φορές, αλλά και τις δύο τα θαλασσώσαμε. Το φταίξιμο ήταν αποκλειστικά του Σόουμς. Μερικές φορές γινόταν πολύ αδέξιος». «Γιατί διαλέξατε αυτόν για βοηθό; Δεν υπήρχαν πιο ικανοί φοιτητές;» «Ω, το δίχως άλλο. Αλλά το να βρεις κάποιους που να είναι πρόθυμοι, όχι μόνο ικανοί - αυτό κι αν είναι πρόκληση. Ευτυχώς στάμπαρα αμέσως τον Σόουμς σαν τον κατάλληλο σύντροφο-συνωμότη από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα. Ο καημένος νόμιζε ότι το ενδιαφέρον μου ήταν απλώς φιλικό. Λυπάμαι στ' αλήθεια που τον εξαπάτησα σ' αυτό το θέμα. Είχε μεγάλη ανάγκη από συντροφιά, κι έτσι, παριστάνοντας το φίλο, κέρδισα την εμπιστοσύνη του και με τον καιρό την υπακοή του». «Υπακοή;» «Ναι. Έπρεπε να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου, να ασκώ τον απόλυτο έλεγχο, αλλιώς η δουλειά δεν θα είχε σαφείς στόχους. Κατάφερα σιγά σιγά να διαμορφώσω τον Σόουμς, να αλλάξω τον τρόπο σκέψης του. Τώρα είναι κάτι περισσότερο από κηφήνας, ένας σκλάβος...» «Θέλετε να πείτε ότι βρίσκεται εδώ;» «Εγώ...» Ο Μάθερ μπερδεύτηκε για μια στιγμή. Ήξε198


ρε ότι είχε πει κάτι που δεν έπρεπε. «Λάθος μου. Έ χ ω μείνει τόσο καιρό μόνος... Μερικές φορές, το να κουβεντιάζω με ανθρώπους που δεν βρίσκονται στην πραγματικότητα εδώ είναι ένας τρόπος να μην καταντήσω κάπως εκκεντρικός. Συχνά συζητάμε με τον Σόουμς. Είναι ανόητο μα απαραίτητο. Και τώρα» είπε αλλάζοντας θέμα «Τι άλλο νομίζετε ότι αφαιρέσαμε;» «Μήπως θα τελειώναμε πιο γρήγορα αν μάντευα ποια όργανα δεν αφαιρέσατε;» Του Μάθερ δεν του άρεσε αυτή η ξερή παρατήρηση. Για μια στιγμή, το χαμόγελο του πήγε να σβήσει. «Ελάτε τώρα, κύριε Ριβς. Δεν είναι σωστό να υιοθετείτε μια τέτοια στάση, ε;» «Όχι, υποθέτω πως όχι» αποκρίθηκα. «Μήπως τον εγκέφαλο;» Μόλις το είπα αυτό, τα μάτια του έλαμψαν και το χαμόγελο του ξαναγύρισε. «Μάλιστα, μάλιστα, μάλιστα. Αυτό ήταν ένα μεγάλο άλμα, κύριε Ριβς. Από το νεφρό στον εγκέφαλο με μια κίνηση. Πέστε μου όμως εσείς. Είναι γεγονός; Αφαιρέσαμε στ' αλήθεια από κάποιον τον εγκέφαλο του;» «Όχι» απάντησα. «Τα αποτελέσματα θα ήταν προβλέψιμα». «Μπράβο! Έχετε απόλυτο δίκιο». Η μυρωδιά της σήψης, που μέχρι τότε δεν μου είχε φανεί τόσο έντονη όσο την προηγούμενη φορά (ίσως γιατί τη σκέπαζε η δυνατότερη μυρωδιά του φόβου), τώρα επέβαλε ξανά την παρουσία της. Το στομάχι μου άρχισε 199


πάλι ν' ανακατεύεται. Είχα απόλυτη ανάγκη να βγω από εκεί μέσα. Αλλά εκείνη τη στιγμή, μου ήρθε στο νου μια ερώτηση που είχε μείνει θαμμένη στο υποσυνείδητο μου από τότε που είχα πέσει στο λάκκο. Γιατί δεν υπάρχουν μύγες γύρω από τα πτώματα; Αυτό με έκανε να διακόψω την οπτική μου επαφή με τον Μάθερ και να στρέψω την προσοχή μου στο λάκκο. Προσπάθησα ν' ακούσω κάποιο βουητό, τον ήχο από ελαφρές, σχεδόν ανεπαίσθητες, κινήσεις φτερών. Τίποτα. Κοίταξα ξανά τον Μάθερ. Είχε παρατηρήσει τη διάσπαση της προσοχής μου. «Συμβαίνει κάτι, κύριε Ριβς;» «Όχι». Κούνησα το κεφάλι μου. Ο Μάθερ τέντωσε το δεξί του χέρι και άρχισε να χαϊδεύει απαλά την καμπυλωτή λάμα του στιλέτου. «Ωραία. Θα μου ήταν πολύ δυσάρεστο αν ήξερα ότι σας προκαλούσα ανία». «Γιατί δεν υπάρχουν μύγες;» Τσως το είπα για να του αποσπάσω την προσοχή, ή μπορεί να γύρευα στ' αλήθεια μια απάντηση. Όπως και να είχε το πράγμα, η ερώτηση πίεζε να βγει προς τα έξω. «Ορίστε;» Σήκωσε το βλέμμα και το χαμόγελο του πήγε να χαθεί. «Μύγες; Δεν έχω δει καθόλου». Αυτό ήταν αλήθεια και νομίζω ότι ο Μάθερ διαισθάνθηκε την ειλικρίνεια στη φωνή μου. «Δεν καταλαβαίνω». Κατέβασε το χέρι του από το στιλέτο και περπάτησε γύρω από το τραπέζι προς το μέρος 200


μου. Τον είδα κάπως ανήσυχο. Είχα καταφέρει να τον αιφνιδιάσω, κι έτσι συνέχισα. «Τα πτώματα» είπα δείχνοντας το λάκκο «βρίσκονται σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης. Θα έπρεπε να υπάρχουν χιλιάδες μύγες γύρω τους. Τι κάνατε; Τα ψεκάσατε με εντομοκτόνο;» Ο Μάθερ έδειχνε μπερδεμένος τώρα. Πλησίασε πιο κοντά στο λάκκο, προσπαθώντας ίσως ν' ακούσει. «Όχι, όχι, δεν έκανα τέτοιο πράγμα. Παράξενο, δεν μου πέρασε ποτέ από το νου μια τέτοια σκέψη». Κι όμως σου πέρασε. Και μάλιστα δείχνει να σ' ενοχλεί. «Υποθέτω πως έχετε δίκιο. Θα έπρεπε να υπάρχουν...» Προχώρησε ακόμα πιο κοντά στο χείλος και έσκυψε προσεκτικά μπροστά, ακουμπώντας το ένα του χέρι στο πλαίσιο της πόρτας για υποστήριξη και τεντώνοντας τ' αυτιά του για ν' ακούσει. Ήξερα ότι ίσως αυτή να ήταν η μόνη ευκαιρία που θα μου παρουσιαζόταν, αλλά τον ήθελα λίγο περισσότερο εκτός ισορροπίας. «Πόσο συχνά βλέπετε έντομα στο νησί - εκτός από τη Λαίδη, όπως τη λέτε;» ρώτησα για να κρατήσω την προσοχή του. «Ειλικρινά, δεν μπορώ να... Αυτό είναι πολύ παράξενο. Δεν θυμάμαι να είδα κανένα τώρα τελευταία». «Ναι. Πολύ παράξενο». Προσπαθούσα να σκεφτώ πώς θα μπορούσα να συνεχίσω να του αποσπώ την προσοχή, μα δεν ήταν εύκολο. Γιατί δεν υπήρχαν, αλήθεια, έντομα; Αν ήξερα την απάντηση, ίσως θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω για να αποσπάσω ακόμη περισσότερο 201


την προσοχή του. Αλλά, όπως αποδείχτηκε, είχα κάνει ήδη αρκετά. «Ω, Θεέ μου!» πρόφερε ο Μάθερ ξαφνικά. «Μα βέβαια!» «Τι;» «Μέγας είσαι, Κΰριε! Ο σαλταμπίκος!» «Σαλταμπίκος;» «Ο σαλταμπίκος ή λιβελλούλα της Υεμένης - αυτός είναι!» «Ποιος;» «Συμφωνά με το μΰθο, η παρουσία του διώχνει όλα τα μικρότερα έντομα. Όμως δεν καταλαβαίνω. Αν είναι εδώ, τότε εκείνη θα πρέπει να τον διαισθάνθηκε». «Εκείνη; Εννοείτε τον Κόκκινο Γάγγη;» «Ναι, τη Λαίδη. Αυτή θα ήξερε - θα πρέπει να ξέρει». «Τον σαλταμπίκο της Υεμένης;» Ο εφιάλτης έμοιαζε να παίρνει μια ακόμα πιο σουρεαλιστική τροπή. «Τι είναι αυτό; Τι το σημαντικό έχει;» «Το Υέμεν είναι το μόνο πλάσμα που είναι ικανό να απειλήσει τη Λαίδη. Εκείνη βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο όταν το Υέμεν είναι εδώ. Θα πρέπει να γυρίσω κοντά της». «ΤοΥέμεν είναι πιο επικίνδυνο απ' αυτήν;» «Ω, και βέβαια είναι. Εκείνη μου έχει μιλήσει πολλές φορές για τον κίνδυνο που διατρέχει απ' αυτόν. Η σκέψη * Σαρκοφάγο έντομο που ανήκει στο γένος των Ανισόπτερων Οδοντόγναθων (κοινώς αεροπλανάκι). (Σ.τ.Ε) 202


του την αναστατώνει υπερβολικά. Φοβάται ότι εκείνος έχει σκοπό να τη σκοτώσει. Είναι μια ενσάρκωση του...» Είχε χλωμιάσει πολύ τώρα. «Τι;» «Δεν πρέπει να τον αφήσουμε να την πλησιάσει!» «Για σταθείτε». Έπρεπε να τον καθυστερήσω. «Μοιάζει να μην υπάρχουν μύγες στο νησί εδώ και χρόνια. Κάτι τέτοιο δεν θα σήμαινε πως ο σαλταμπίκος βρίσκεται εδώ από καιρό;» «Ναι. Θα πρέπει να περίμενε μέχρι να βρει την κατάλληλη ευκαιρία. Θα μπορούσε να χτυπήσει από στιγμή σε στιγμή!» Ο Μάθερ έκανε ξανά μεταβολή. Ήθελε να τελειώνει αμέσως με τις υποθέσεις του και να γυρίσει πίσω στο σπίτι. Έριξε ένα βλέμμα στο στιλέτο πάνω στο τραπέζι. «Ελάτε, κύριε Ριβς. Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε άλλο». Να καθυστερούμε άλλο; Ω, Θεέ μου, αυτό ήταν. Θα πεθάνω! Το διάβασα στο βλέμμα του. Ο Μάθερ ξεκόλλησε το χέρι του από τον τοίχο της εισόδου και άρχισε να κινείται. Μολονότι με είχε κυριεύσει ο τρόμος, το ένστικτο μου ανέλαβε πρωτοβουλία, με αποτέλεσμα να ορμήσω καταπάνω του, σταματώντας στην πόρτα και αφήνοντας την ωστική δύναμη να τον σπρώξει από το πάτωμα κάτω προς τη μάζα της σαπισμένης σάρκας. Η έκφρασή του καθώς έπεφτε ήταν σχεδόν κωμική. Είχε ένα βλέμμα καθαρής έκπληξης, γνήσιου πανικού. Τα χέρια του τινάχτηκαν απεγνωσμένα στον 203


αέρα, αλλά δεν είχαν που να γραπωθούν. Άκουσα τον πνιχτό, υπόκωφο ήχο της πρόσκρουσης, το δυνατό κρακ ενός κόκαλου που έσπαγε, κι έπειτα σιωπή. Ω, Θεέ μου σκέφτηκα καθώς γύρισα και το 'βαλα στα πόδια. Τον έσπασα το σβέρκο!

204


9. Κατασυκοφάντηση

Ακολουθώντας τη συμβουλή του Μάθερ, δεν χασομέρησα άλλο. Περνώντας τρέχοντας μέσα από την πόρτα, διέσχισα το έξω δωμάτιο, ανέβηκα τις πέτρινες σκάλες και προσευχήθηκα να είχε βουλιάξει το σώμα του Μάθερ μέσα στη δυσώδη θανατερή στοίβα που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Όταν έφτασα στην κορυφή της σκάλας, έκλεισα πίσω μου την πόρτα προς το κλιμακοστάσιο, σφηνώνοντάς την δυνατά μέσα στην κάσα της. Έτρεξα απέναντι, άρπαξα ένα σκαμνί από το πάτωμα και το έμπηξα κάτω από το χερούλι της πόρτας, για να σιγουρευτώ ότι ο Μάθερ δεν θα μπορούσε να την ανοίξει. Κι αν ακόμα κατάφερνε να συρθεί έξω από αυτό το λάκκο ζωντανός, ήμουν βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε με τίποτα τώρα πια να περάσει απ' αυτή την πόρτα. Έτρεξα με ορμή κατά μήκος του τεράστιου δωματίου, με τις σόλες των παπουτσιών μου να θρυμματίζουν γυαλιά που είχαν ήδη πατηθεί και είχαν γίνει αμέτρητα κομμάτια, κι ύστερα όρμησα μέσα στο χώρο υποδοχής και πετάχτηκα από την εξώπορτα έξω στο φιλόξενο φως. 205


Ή θ ε λ α να σταθώ και να κρυφτώ ανάμεσα στα δέντρα, αλλά συνέχισα να τρέχω στο μονοπάτι, συνειδητοποιώντας ότι, αν παρ' ελπίδα ο Μάθερ δεν ήταν νεκρός, αυτό που μετρούσε ήταν ο χρόνος. Όταν έφτασα στην πόρτα του φράχτη, θυμήθηκα να την ανοίξω και να τη διαβώ κανονικά. Δεν απείχα πολύ από την παραλία τώρα και αναρωτιόμουν πώς θα κατάφερνα να αφαιρέσω την κλειδαριά από την πόρτα του λεμβοστασίου. Στρίβοντας σε μια γωνία, με το κεφάλι σκυμμένο, ήμουν ξαφνικά σίγουρος ότι κάποιος με παρακολουθούσε. Όταν σήκωσα τα μάτια μου ήταν ήδη πολύ αργά, και έπεσα πάνω σε μια ψηλή σιλουέτα που μου έφραζε το δρόμο. Οι δυο μας κουτρουβαλήσαμε μέσα στα ψηλά χόρτα στην άκρη του μονοπατιού. Ήμουν τυχερός που δεν χτύπησα το κεφάλι μου στον κορμό του διπλανού δέντρου. Ο άγνωστος σηκώθηκε γρήγορα, καθαρίζοντας με τις παλάμες τα ρούχα του. Προσφέροντάς μου το χέρι του, με βοήθησε να σταθώ κι εγώ στα πόδια μου. Ήταν πολύ ψηλότερος από τον Μάθερ και φορούσε ένα παλιό, φθαρμένο πουκάμισο, ασορτί παντελόνια και παπούτσια που είχαν δει πολύ καλύτερες μέρες. Τα μαλλιά του ήταν μακριά και βρόμικα, και τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους, ίσως από την αϋπνία. Η επιδερμίδα του είχε το χρώμα της σήψης, και όλη του η εμφάνιση έδειχνε έναν άνθρωπο που κρατιόταν στη ζωή για κάποιον άγνωστο λόγο, μιας και έμοιαζε σχεδόν σαν να τον είχε διεκδικήσει ήδη ο θάνατος. Σε πολλά σημεία ταίριαζε με την περιγραφή που είχε κάνει προηγουμένως ο Μάθερ για τον Σόουμς. Αλλά, 206


έπειτα απ' όσα είχα δει, δεν βιαζόμουν να κάνω υποθέσεις. «Βοηθήστε με! Σας παρακαλώ, πρέπει να...» ψέλλισα κι ύστερα σταμάτησα, νιώθοντας ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Παρατηρώντας την έκφραση στο πρόσωπο του άντρα, είδα ότι δεν υπήρχε έκπληξη ούτε καμία άλλη αντίδραση παρά μόνο μια βαριεστημένη παραίτηση, σαν να είχε βρεθεί στην ίδια θέση δεκάδες φορές. «Θα πρέπει να είσαι ο Άσλι Ριβς» είπε κοιτάζοντας ανήσυχα πάνω από τον ώμο μου προς το κέντρο ερευνών. «Τίτου έκανες;» «Είσαι ο Σόουμς;» Αναρωτήθηκα μήπως είχα γλιτώσει από ένα τέρας για να πέσω στα νύχια ενός άλλου. «Ναι». «Ω, Θεέ μου!» Στυλώθηκα στα πόδια μου και προσπάθησα να τον προσπεράσω τρέχοντας, αλλά εκείνος άρπαξε το δεξί μου μπράτσο και το κράτησε με απρόσμενη δύναμη. «Περίμενε! Ό,τι και να σου είπε, πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη. Εμείς...» «Κοίτα» είπα, καταφέρνοντας να ελευθερώσω το χέρι μου μ' ένα απότομο τράβηγμα. «Φεύγω απ' αυτό το νησί, και μην επιχειρήσεις να με εμποδίσεις». «Όχι, όχι. Δεν θα σ' εμποδίσω. Είναι...είναι νεκρός ο Μάθερ;» Διέκρινα έναν τόνο ελπίδας στην ερώτηση του. «Δεν ξέρω. Τον έσπρωξα μέσα στο λάκκο. Μπορεί να έσπασε κάτι, αλλά...» «Α» είπε, και το χαμόγελο του έσβησε. «Λοιπόν, σε 207


παρακαλώ, πρέπει να έρθεις μαζί μου αν θέλεις να δραπετεύσεις». Έκανε μεταβολή κι άρχισε ν' απομακρύνεται ανάμεσα στα δέντρα. Στάθηκα στη θέση μου αποσβολωμένος, κοιτάζοντας πάνω κάτω το μονοπάτι και απορώντας τι στο διάολο έπρεπε να κάνω. «Γιατί να σε εμπιστευτώ; Πού ξέρω ότι δεν είσαι το ίδιο διεστραμμένος μ' εκείνον;» «Όχι, όχι, όχι» είπε γυρίζοντας να με κοιτάξει. «Ξέχνα όσα σου είπε για μένα. Είναι...είναι πιο έξυπνος απ' όσο θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Έ λ α τώρα, πριν είναι πολύ... πολύ αργά». Η συμπεριφορά του Σόουμς ήταν παράξενη, αλλά είχα ενστικτωδώς την αίσθηση ότι ήταν πολύ λιγότερο σατανικός από εκείνον που είχα αφήσει πίσω στο κέντρο ερευνών. Έπρεπε, ωστόσο, να βγω από το μονοπάτι, αυτό ήταν σίγουρο. Εκεί ένιωθα πολύ εκτεθειμένος. «Εσύ πήγαινε όπου θέλεις» είπα. «Εγώ τραβάω για την παραλία. Η βάρκα του Μάθερ είναι ο μόνος τρόπος να φύγει κανείς απ' αυτό το νησί». «Όχι, όχι, όχι» είπε ο Σόουμς κουνώντας το κεφάλι του. «Δεν είναι. Δεν μπορεί να φύγει κανείς μ' αυτό τον τρόπο». «Τι;» «Μπορείς να φύγεις από το νησί, αλλά όχι με τη βάρκα που βρίσκεται στο λεμβοστάσιο. Έ ν α από τα αστεία του. Δεν έχει πάτο. Η πραγματική βάρκα είναι κρυμμένη σε μια άλλη παραλία. Ξέρω πώς να φτάσω εκεί, αλλά ο Μάθερ έχει μαζί του το κλειδί της μίζας. Άντε, τώρα. Πρέπει 208


να έρθεις μαζί μου στο τροχόσπιτο μου, δεν μπορούμε να χασομεράμε στο μονοπάτι. Δεν θα σκεφτεί να σε ψάξει εκεί, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Και υπάρχουν πράγματα που θα πρέπει να σου πω». «Μα...» «Έλα, δεν υπάρχει χρόνος για αντιρρήσεις!» «Εντάξει» είπα. Αν και ήξερα ότι θα μπορούσε να ήταν κακή ιδέα, τον ακολούθησα μέσα από τα δέντρα. Ό,τι είχε πει για τον Μάθερ και το λεμβοστάσιο ακουγόταν πέρα για πέρα αληθοφανές. Ανοίξαμε δρόμο σπρώχνοντας μέσα από κλαδιά και φύλλα, μεγαλώνοντας την απόσταση ανάμεσα στους εαυτούς μας και το μονοπάτι. Δεν υπήρχαν κάποια ευδιάκριτα ίχνη ν' ακολουθήσουμε, αλλά ο Σόουμς ήξερε πού πήγαινε. Ύστερα από λίγο, το έδαφος παρουσίασε κλίση προς τα πάνω, με αποτέλεσμα να γλιστρήσω μια δυο φορές, και ο Σόουμς ν' αναγκαστεί να με περιμένει με φανερή ανυπομονησία. Ύστερα από αρκετή ώρα, το έδαφος έγινε επίπεδο και είδα κάτι που έμοιαζε με τροχόσπιτο, μολονότι η μπογιά είχε από καιρό ξεθωριάσει στο εξωτερικό του και είχε αντικατασταθεί από μια τραχιά στρώση σκουριάς. Το θέαμα δεν έμοιαζε πολύ φιλόξενο, αλλά για τον Σόουμς ήταν το σπιτικό του. Ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια προς την πόρτα του τροχόσπιτου, την άνοιξε και με οδήγησε μέσα. Με ακολούθησε και έκλεισε την πόρτα πίσω του, δείχνοντάς μου ένα σκαμνί κοντά σ' ένα παράθυρο με κουρτίνα. Κάθισα, βρίσκοντας το κάθισμα κάπως μονόπαντο. Ο Σόουμς 209


τράβηξε τις κουρτίνες στα άλλα δύο παράθυρα και κάθισε σε μια πιο άνετη, εκ πρώτης όψεως, καρέκλα, δίπλα σ' ένα τραπεζάκι γεμάτο περιοδικά, εφημερίδες και μακρόστενα κομματάκια κάρβουνο. Κάποια στιγμή, διέκρινα ότι η επιφάνεια του τραπεζίου ήταν γραμμένη, σαν να ήταν σχολικό θρανίο. «Σ' αρέσει το σκοτάδι;» Δεν ένιωθα πολύ ευχάριστα που ο Σόουμς είχε κλείσει έξω όλο το φως της μέρας. «Είναι μια συνήθεια, βλέπεις. Ο μόνος τρόπος για να έχω λίγη ιδιωτική ζωή» απάντησε. «Δεν μπορώ ποτέ να ξέρω αν και πότε ο Μάθερ με παρακολουθεί. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχω την ησυχία μου». «Καταλαβαίνω». «Ελπίζω να πέθανε. Θα ήταν πολύ καλύτερο και για τους δυο μας». Με κοίταξε κατάματα και έξυσε νευρικά το πίσω μέρος του δεξιού του χεριού. «Αν είναι ακόμα ζωντανός, θα πάει πρώτα στο λεμβοστάσιο, κι όταν δει πως δεν είσαι εκεί, θα υποθέσει ότι γύρισες στο σπίτι». Τώρα που είχαμε ηρεμήσει κάπως, παρατήρησα πόσο διαφορετικός ήταν ο Σόουμς από τον Μάθερ. Ήταν ευφυής, αλλά δεν έπιανε μπάζα μπροστά στον Μάθερ. Το ένστικτο μου μου έλεγε ότι δεν ήταν ο Σόουμς εκείνος που έπρεπε να μου προκαλεί ανησυχία. Δεν είχε τίποτε από τη μοχθηρία του συναδέλφου του. Άλλωστε ήταν πολύ εξασθενημένος για ν' αποτελέσει οποιουδήποτε είδους απειλή. Εξακολουθούσα να είμαι επιφυλακτικός, αλλά τώρα άκουγα πιο προσεκτικά όσα έλεγε, συνειδητοποιώντας ότι ίσως προσπαθούσε στ' αλήθεια να με βοηθήσει. 210


«Και τι θα κάνει όταν καταλάβει ότι δεν είμαι εκεί;» τον ρώτησα. «Θα ψάξει όλο το νησί! Ω, ναι. Αλλά στην αρχή μπορεί να μην υποψιαστεί ότι σε βοήθησα». «Θα με βοηθήσεις λοιπόν;» τον ρώτησα ανακουφισμένος. «Σε ικετεύω, πρέπει να φύγω από εδώ πέρα. Και οι δυο μας πρέπει να φύγουμε». «Ναι, θα σε βοηθήσω, όμως δεν μ' ενδιαφέρει πια τι θα συμβεί σ' εμένα. Φτάνει να ξεμπερδεύουμε μ' αυτόν...» Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. «Πόσοι άνθρωποι έχουν πεθάνει εδώ;» «Είδες τα πτώματα στο λάκκο;» «Ναι». «Δεν είναι ούτε οι μισοί». «Υπάρχουν κι άλλοι;» «Ο Μάθερ απλώς ζύγιζε τα σώματα και τα πετούσε στη λίμνη. Αυτό μέχρι που τον έπεισα ότι, αργά ή γρήγορα, θα τα έβρισκαν ψαράδες ή τουρίστες». «Πόσα, όμως;» «Δεν θα το πιστέψεις, Άσλι». «Πού ξέρεις το όνομά μου;» «Εγώ είμαι που σε βρήκα». «Με βρήκες;» «Ναι. Στο Χαμένο Κρίκο. Έτσι φέρνουμε τον κόσμο εδώ. Όταν ο Μάθερ χρειαζόταν σώματα για τα πειράματά του, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το κουνούπι για να προσελκύσει ανθρώπους. Πλήρωσε τον Ντέρινγκερ για να...» 211


«Ντέρινγκερ;» «Το λιμενάρχη». «Α, ναι». «Τον πλήρωνε για να του φέρνει περιοδικά και εφημερίδες από το πρακτορείο εφημερίδων της πόλης δυο φορές το μήνα. Εγώ τα ξεφύλλιζα και διάλεγα άτομα που θα μπορούσαν να εκδηλώσουν κάποιο ενδιαφέρον για τον Κόκκινο Γάγγη. Φυσικούς επιστήμονες, φυσιοδίφες, εντομολόγους...δημοσιογράφους». Με κοίταξε στα μάτια κι ύστερα απέστρεψε το βλέμμα του. Τραβώντας προσεκτικά την κουρτίνα στο πλάι, έριξε μια κλεφτή ματιά έξω. «Τους στέλναμε ένα γράμμα για να κινήσουμε το ενδιαφέρον τους και ύστερα περιμέναμε να εμφανιστούν. Μερικοί έρχονταν, άλλοι όχι. Είχαμε πολλούς επισκέπτες» είπε με μια απόμακρη, λυπημένη έκφραση στο βλέμμα του. «Ποτέ δεν πίστεψα ότι θα τη σκαπουλάραμε για τόσο καιρό». «Μα αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να αναζητήθηκαν από τους δικούς τους. Τι κάνετε όταν έρχονται συγγενείς και φίλοι για να τους βρουν;» «Ο Μάθερ λέει ότι τα επιστημονικά περιοδικά σαν το δικό σας δεν γράφονται από ανθρώπους ιδιαίτερα κοινιονικούς. Οι περισσότεροι είναι μοναχικοί τύποι. Και στα γράμματά του, τους τονίζει πάντα να μην αναφέρουν σε κανέναν πού πηγαίνουν. Εκείνοι νομίζουν ότι αυτό συμβαίνει επειδή το θέμα είναι απόρρητο, αλλά στην πραγματικότητα γίνεται για να μην μπορεί να τους εντοπίσει κανείς εδώ». 212


«Παίρνετε όμως μεγάλο ρίσκο». «Ναι, αλλά εδώ είναι που παίζει το ρόλο του ο Ντέρινγκερ. Εκτός από το ότι μας φέρνει τα περιοδικά και όλα τα σχετικά, παράλληλα αποπροσανατολίζει τον κόσμο. Αν κάποιοι αρχίσουν να γίνονται αδιάκριτοι ψάχνοντας να βρουν άκρη, απλώς τους λέει ότι δεν είδε κανέναν. Κι εκείνοι τον πιστεύουν». «Ο Μάθερ λαδώνει τον Ντέρινγκερ και γι' αυτό;» «Ναι. Και τον λαδώνει καλά, νομίζω». «Αλλά με το σταθμό του τρένου τι γίνεται; Αν μερικοί θυμηθούν ότι είδαν κάποιον;» «Το Τράιστ μπορεί να είναι μικρό μέρος, αλλά έχει πολλούς επισκέπτες, ακόμα και τους κρύους μήνες. Μας έρχονται πολλοί τουρίστες και πεζοπόροι. Αμφιβάλλω αν οι εργαζόμενοι στο σταθμό του τρένου θα θυμόνταν συγκεκριμένα πρόσωπα». Πάγωνα όλο και περισσότερο ακούγοντας τις λεπτομέρειες για το σατανικό τους σχέδιο. Ο Μάθερ, απ' ό,τι φαινόταν, τα είχε σκεφτεί όλα, και, κρίνοντας από τον αριθμό των πτωμάτων πάνω ή γύρω από το νησί, συχνά οι απόπειρες διαφυγής δεν θα πρέπει να στέφονταν από επιτυχία. «Κοίτα, είναι ανάγκη να φύγουμε και οι δυο μας απ' αυτό το καταραμένο νησί, πριν ο Μάθερ καταφέρει να βγει από εκείνο το λάκκο». «Πρώτα άκου αυτό: Όταν γυρίσεις πίσω, θα πρέπει να μιλήσεις για όλα αυτά». «Εγώ... εγώ ποτέ δεν...» 213


«Απλώς άκουσε με, σε παρακαλώ, αυτό μόνο σου ζητάω. Είναι σοβαρό. Ο Μάθερ αποτελεί μέρος μόνο του κινδύνου που διατρέχεις». Παρά την κρισιμότητα της κατάστασης, η περιέργειά μου είχε αρχίσει να εξάπτεται. «Ο Μάθερ μου διηγήθηκε μια ιστορία για την εποχή που ήταν φοιτητής της ιατρικής. Ήθελε να πιστέψω ότι εσύ ήσουν εκείνος που είχες κάνει όλα αυτά τα φριχτά πράγματα». «Και βέβαια ήθελε! Όλα είναι μέρος της παγίδας, για να κάνει τον άλλον να τον λυπηθεί». Υπήρχε κάτι στη συμπεριφορά του Σόουμς, στον επιτακτικό τόνο της φωνής του, που με έκανε να τον πιστεύω. «Τι έγινε λοιπόν στην πραγματικότητα;» «Ο Μάθερ ήταν εκείνος που είχε την αρχική ιδέα. Με υποχρέωσε να τον βοηθήσω. Μου είπε ότι θα φρόντιζε να σαμποτάρει κάθε μου προσπάθεια να πάρω το πτυχίο μου αν δεν τον βοηθούσα...» «Σε χρησιμοποίησε». «Μμμ. Θα πρέπει να είχε την ιδέα πολύ καιρό, και ήθελε να με κάνει να τον συμπαθήσω πριν μου μιλήσει αναλυτικά γι'αυτήν...» «Ο άνθρωπος είναι κάθαρμα» είπα κουνώντας το κεφάλι μου. «Όμως είναι... είναι ο πιο έξυπνος άντρας που έχω συναντήσει στη ζωή μου» πρόσθεσε ο Σόουμς με μια βαθιά μελαγχολική έκφραση. «Και ο μόνος αληθινός φίλος...» «Φίλος;» 214


«Ναι. Ήταν ο μόνος που κάθισε ποτέ να με ακούσει, και το θεωρούσα τιμή μου να σχετίζομαι μαζί του». «Αλλά δεν τον σέβεσαι στ' αλήθεια, ε;» «Φυσικά!» Με κοίταξε στα μάτια με σοκαρισμένο ΰφος, λες και είχα πει κάτι εξωφρενικό. «Είναι άρρωστος, μα είναι...μεγαλοφυία!» «Μεγαλοφυία; Πώς μπορείς να λες κάτι τέτοιο; Είναι τέρας!» «Ό,τι έχεικάνει όλα αυτά τα χρόνια... τα πειράματα... είναι αποκρουστικά... φριχτά. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι ένα ανθρώπινο πλάσμα μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα σ' ένα άλλο. Αλλά πώς να μη σταθώ με δέος μπροστά στο μυαλό του; Μπορεί να τα επαναλάβει όλα ξανά και ξανά... και ο νους του εκεί, βράχος. Εγώ όμως ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα τον βοηθούσα στη δουλειά του τόσο καιρό... Δεν είμαι σίγουρος πια ότι ξέρω ποιος είμαι. Το μυαλό μου... έχει αλλάξει». «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έμεινες στο νησί τόσα χρόνια. Θα πρέπει να πάψεις να συμμετέχεις σε όσα γίνονται εδώ». «Δεν τον έχω βοηθήσει εδώ και πολύ καιρό. Έφτασα σ' ένα σημείο που δεν ήθελα πια να το κάνω. Εκείνος με απειλούσε συνέχεια ότι θα έβαζε να μου επιτεθεί αυτό το τέρας, και η απειλή του έπιασε για ένα διάστημα, αλλά σε λίγο ούτε αυτό δεν μπορούσε να με αναγκάσει να τον βοηθήσω να κάνει αυτά τα πράγματα. Κατά κάποιον τρόπο νομίζω ότι χάρηκε που είχε για τον εαυτό του όλα 215


τα σώματα, έτσι για αλλαγή. Τώρα το μόνο που κάνω είναι να του βρίσκω τα ονόματα. Αλλά ακόμα κι αυτό πρέπει να σταματήσει. Θέλω να τον αποτελειώσω κι αυτόν και το έργο του. Δεν θα προσποιηθώ ότι είμαι λιγότερο ένοχος απ' ό,τι εκείνος. Και δεν σε βοηθάω από καλοσύνη. Το κάνω επειδή... η ιστορίατελειο6νει εδώ». «Ξέχνα πως θα ήθελες να τον σταματήσεις. Η επιβίωση έχει μεγαλύτερη σημασία. Όση ώρα βρίσκεται μέσα σ' εκείνο το λάκκο, εμείς μπορούμε να φύγουμε...» «Όχι, όχι, όχι. Δεν είναι τόσο εύκολο. Έχεις δει τον Κόκκινο Γάγγη;» «Ναι». «Χωρίς αυτό το πλάσμα, δεν θα ήμασταν τώρα εδώ. Αν το κουνούπι δεν είχε βρει τον Μάθερ, εκείνος δεν θα είχε έρθει ποτέ εδώ». «Μα, μου είπε ότι βρήκε τον Κόκκινο Γάγγη αφού ήρθε εδώ». «Κι άλλα ψέματα». «Έλεγε ψέματα για όλα;» «Όχι, όχι για όλα. Για εκείνον, τα πάντα είναι μέρος του παιχνιδιού. Το κουνούπι, για παράδειγμα. Βάζω στοίχημα πως ό,τι σου είπε γι' αυτήν είναι αλήθεια. Ούτε θρύλος ούτε μύθος, όσο εξωφρενικό κι αν ακούγεται. Εκείνη βρήκε τον Μάθερ, και όχι το αντίθετο. Τον βρήκε και τον έκανε σκλάβο της». «Τι;» «Πρόσεξέ με: ο Κόκκινος Γάγγης δεν είναι ο παγιδευ216


μένος... Εμείς είμαστε οι παγιδευμένοι». Ο Σόουμς χαμήλωσε το βλέμμα στο πάτωμα. Έμοιαζε βυθισμένος στην απελπισία. «Αλλά σίγουρα δεν είναι παρά ένα απλό έντομο;» «Θα το ήθελα». Σήκωσε το βλέμμα και κούνησε το κεφάλι του. Ξαφνικά ακούσαμε ένα κλαδί να σπάει έξω. Με διαπέρασε μια ανατριχίλα. Να είχε άραγε καταφέρει ο Μάθερ να βγει από το κέντρο ερευνών; Δεν το πίστευα. Ο Σόουμς έσκυψε μπροστά και άνοιξε λίγο τα κουρτινάκια. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά κι ύστερα έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. «Εντάξει» είπε. «Δεν είναι παρά ο Κύριος Χόπκινς. «Λοιπόν...» Προσπάθησα να ανακτήσω την ψυχραιμία μου, μα η καρδιά μου εξακολουθούσε να χτυπά δυο φορές πιο γρήγορα από το κανονικό. «Πώς βρέθηκες μπλεγμένος στα πειράματα του Μάθερ;» «Περνούσα άσχημα στην ιατρική σχολή, και ο Μάθερ με υποστήριζε. Όταν μου ζήτησε να τον βοηθήσω στο έργο του, νόμιζα ότι στ' αλήθεια ήθελε να κάνει κάποιο καλό, να ωφελήσει την ανθρωπότητα. Και ένιωσα προνομιούχος». Ο Σόουμς έγειρε πάλι πίσω. «Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου, κατάλαβα πως ήταν ψυχοπαθής». «Μόνο όταν ανακάλυψα το λάκκο με τα πτώματα συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά μ' αυτόν» είπα. «Το κρύβει τόσο καλά. Τι εννοούσες πριν όταν είπες ότι το κουνούπι δεν είναι απλώς ένα έντομο;» «Συμβαίνουν πράγματα ακατανόητα. Το μόνο που ξέρω είναι ό,τι έχω δει και έχω ακούσει». Ο Σόουμς έτριψε 217


το κούτελο του. «Για κάποιο λόγο, το πλάσμα αυτό διάλεξε σκόπιμα τον Μάθερ. Τον διάλεξε επειδή ήταν ικανός να κάνει εκείνο που έπρεπε να γίνει. Νομίζω ότι γνώριζε κατά κάποιο τρόπο για τα πειράματά του και αποφάσισε ότι θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει. «Να τον χρησιμοποιήσει; Τι εννοείς. Είναι απλώς ένα έντομο!» «Κι όμως δεν είναι. Αυτό που βλέπεις αποτελεί μόνο το κέλυφος, ακριβώς όπως τα σώματά μας είναι κελύφη. Το μέσα είναι το σημαντικό. Ζητάει αίμα, ακριβώς όπως τα άλλα κουνούπια. Ικανοποιεί τη δίψα της με τα θύματα που προμηθεύει ο Μάθερ, αλλά εκείνο που θέλει στην πραγματικότητα είναι κάτι άλλο». Ο Σόουμς έσφιξε τα χέρια του. Έμοιαζε με άνθρωπο κλεισμένο σε κελί φυλακής. Ο Μάθερ θα πρέπει στ' αλήθεια να είχε κάνει άνω κάτω το μυαλό του. «Ένα έντομο δεν έχε ι νοημοσύνη». «Ω, μα αυτό έχει» επέμενε. Χαμογελούσε τώρα, μολονότι δεν υπήρχε στο χαμόγελο του καθόλου χιούμορ, μονάχα φόβος. Αποφάσισα προς το παρόν να μη διαφωνήσω μαζί του σχετικά με το κουνούπι. Στη λίγη ώρα που είχα στη διάθεσή μου, ήθελα να συγκεντρώσω όσο το δυνατόν περισσότερα χειροπιαστά στοιχεία. «Γιατί λοιπόν ήρθατε σ' αυτό το νησί; Μήπως επειδή ήταν μικρότερες οι πιθανότητες να σας ανακαλύψουν;» «Ναι, έτσι νομίζω. Στην πόλη ο Μάθερ ήξερε ότι θα τον έπιαναν αργά ή γρήγορα». 218


«Και πώς ακριβώς βρήκε το κουνούπι; Μου είπε ότι του το έφερε ένας φίλος του από την Αφρική». «Ακόμα δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς έγινε, αλλά μπορώ να σου πω τι θυμάμαι. Θα ωφελούσε να μάθαινες μερικά πράγματα παραπάνω για τον κίνδυνο που διατρέχεις». «Εντάξει. Αλλά, σε παρακαλώ, κάνε γρήγορα. Εμείς...» «Το ξέρω, το ξέρω». Ο Σόουμς προσπάθησε να ηρεμήσει. Στις σκιές του τροχόσπιτου, έμοιαζε με θλιβερό φάντασμα, ανίκανο ν' αποφασίσει από ποια μεριά του θανάτου ανήκε. Ή θ ε λ α απεγνωσμένα να φύγω, αλλά δεν μπορούσα να μη γοητευτώ από την ιστορία που είχε αρχίσει να ξετυλίγεται.

219


10. Εξιλέωση

«Υπήρχε κάτι τρομερό στο βλέμμα του Μάθερ κάποιες φορές. Στην αρχή έλεγα συνέχεια στον εαυτό μου πως ήταν η φαντασία μου, αργότερα όμως συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά μ' αυτόν. Οι φρικαλεότητες που διέπραττε δεν θα μπορούσαν να είναι όλες για το καλό της επιστήμης». Ο Σόουμς σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο. «Τη νύχτα που μπήκε ο Κόκκινος Γάγγης στις ζωές μας δεν θα την ξεχάσω ποτέ» συνέχισε. «Ο Μάθερ είχε μόλις τελειώσει μια εγχείριση σ' έναν άντρα που τον είχε μαζέψει έξω από ένα σταθμό τρένου. Είχε χαράξει μεγάλες τομές στους καρπούς του ανθρώπου αυτού και είχε κόψει όλους τους τένοντες, πριν τους αλλάξει θέσεις και τους ξαναράψει. Ήθελε να νομίζει ο άντρας που εγχειρίστηκε ότι κουνούσε ένα δάχτυλο, όταν στην πραγματικότητα κουνούσε κάποιο άλλο. Ή τ α ν τόσο άσκοπο, μα εγώ... Μπορεί να έφταιγε το ποτό, τα ναρκωτικά. Ήμουν εθισμένος και στα δύο. Ποτέ δεν μάθαινα τι απογίνονταν 221


όσοι επιζούσαν από τα πειράματα. Θα πρέπει να τους σκότωνε αργότερα, αλλιώς εκείνοι θα../Ισως γι' αυτό το έβρισκε τόσο εύκολο να με κοντρολάρει, αφού ήμουν τόσο "φτιαγμένος" τον περισσότερο καιρό. Τέλος πάντων, εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα περιμέναμε το αντικείμενο του πειράματος να ξυπνήσει, όταν ακούστηκε ένας θόρυβος στην πόρτα. Ήταν ένας πολύ ελαφρύς χτύπος...» Ο Σόουμς κρυφογέλασε. «Μερικές φορές, ο Μάθερ κι εγώ σκεφτόμασταν το ίδιο πράγμα, γιατί είπε ακριβώς τα ίδια λόγια που ήρθαν και στο δικό μου μυαλό. "Ότανμέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνει, σάμπως κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά". »Πρόκειται για στίχους από Το Κοράκι του Έντγκαρ Άλαν Πόε, και, ακούγοντας τα λόγια να προφέρονται μεγαλόφωνα, αισθάνθηκα αμηχανία. Πήγα στην πόρτα και την άνοιξα. Ποτέ μου δεν ένιωσα τόσο τρομαγμένος, τόσο παγωμένος, όσο εκείνη τη στιγμή που στεκόμουν στο κατώφλι, αντιμέτωπος για πρώτη φορά με αυτό το τέρας της φύσης. Έμοιαζε να εκπέμπει ένα έντονο κόκκινο φως. Και το βουητό που έβγαζε ακουγόταν σαν απαίσια μουσική. Μετεωρίστηκε μπροστά μου κι ύστερα ανόρθωσε το σώμα του, σαν να ετοιμαζόταν να πετάξει πάνω στο κεφάλι μου. Σκέπασα το πρόσωπο μου με τα χέρια μου, αλλά εκείνο πέρασε ξυστά από το αυτί μου και πέταξε προς τον Μάθερ. Γύρισα, περιμένοντας να δω τον Μάθερ να παλεύει για να το απομακρύνει. Αλλά εκείνο είχε προσγειωθεί 222


στην προτομή της Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ, που ανήκε κάποτε στη μακαρίτισσα τη θεία του Μάθερ. Έμοιαζε να κοιτάζει τον Μάθερ. Να τον περιεργάζεται. Έκλεισα την πόρτα και προχώρησα προς το τραπέζι. Το πόδι του ασθενή άρχισε να κινείται σπασμωδικά, και ήξερα ότι σε λίγο θα ξανάβρισκε τις αισθήσεις του. Ο Μάθερ παρέμενε φυλακισμένος στο επίμονο βλέμμα του κουνουπιού. Χαμογέλασε, νομίζω. Δεν είχα δει ποτέ μου τόσο μεγάλο έντομο. Ο Μάθερ πλησίασε την προτομή και στάθηκε εκεί χαζεύοντας το παράξενο πλάσμα. Απήγγειλε άλλον ένα στίχο του ποιήματος: "Ποιο είναι τάχα τ' όνομα σου μες στην άραχνη νυχτιά!". Τα φτερά του κουνουπιού χτύπησαν πιο γρήγορα. Ύστερα έβγαλε αυτό το παράξενο βουητό, που μου φάνηκε σαν να έκοβε το κεφάλι μου στα δύο. Ο πόνος ήταν τρομερός. Είχα την αίσθηση ότι το πλάσμα προσπαθούσε να μπλοκάρει τις σκέψεις μου, να με εμποδίσει ν' ακούσω κάτι. Πήγα στην απέναντι πλευρά του δωματίου, προσπαθώντας να καθαρίσω το μυαλό μου. Ο Μάθερ έτριβε κι αυτός το κούτελο του, αλλά δεν έδειχνε να πονάει τόσο πολύ όσο εγώ. Το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο. Το ίδιο και τα μάτια του. Το έντομο του έκανε κάτι. Κάτι περίεργο. Πάνω στο τραπέζι, το αριστερό μπράτσο του άντρα τινάχτηκε και από το στόμα του ξέφυγε ένα αγκομαχητό. Ω, Θεέ μου, σκέφτηκα. Ξυπνάει. Έκανα μερικά βήματα ώσπου βρέθηκα κοντά στο κεφάλι του. Τα βλέφαράτου είχαν αρχίσει να τρεμοπαίζουν. Στράφηκα προς τον Μά223


θερ για καθοδήγηση, μα εκείνος παρατηρούσε ακόμα το κουνούπι. "Για όνομα του Θεού" του φώναξα. "Έλα γρήγορα εδώ! Ξαναβρίσκει τις αισθήσεις του". Ο Μάθερ γύρισε χαμογελώντας και μου είπε: "Αλήθεια; Αυτό μας βολεύει". "Μας βολεύει; Τι είναι αυτά που λες; Χρειάζεται κι άλλο αναισθητικό". "Όχι!" Ο Μάθερ με πλησίασε και με άρπαξε από τον καρπό. "Μη σπαταλήσεις άλλο. Δεν θα το χρειαστεί". "Γιατί;" "Θα δεις". Άφησε το μπράτσο μου και ξανακοίταξε το έντομο νεύοντας συναινετικά με το κεφάλι του. "Ορίστε, παρακαλώ" του είπε. "Σερβιρίσου ελεύθερα". Κοίταξα με απορία τον Μάθερ προσπαθώντας να καταλάβω τι τρέλα τον είχε πιάσει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το κουνούπι υψώθηκε στον αέρα και πέταξε κατευθείαν στο λαιμό του ασθενή. "Τι κάνει εκεί; Γιατί...;" Άργησα να μαντέψω τι έμελλε να συμβεί. Το κουνούπι έχωσε την προβοσκίδα του στην καρωτίδα αυτού του δύστυχου ανθρώπου. Έκανα ένα βήμα πίσω σοκαρισμένος. Αν απλώς και μόνο το μέγεθος του πλάσματος δεν ήταν για κάποιους αρκετά τρομακτικό, ο τρόπος που ρουφούσε το αίμα του θύματος σίγουρα ήταν. Το σώμα του φούσκωσε μέχρι που έγινε τουλάχιστον διπλάσιο από το αρχικό του μέγεθος. Τράβηξα τον Μάθερ από το μανίκι του πουκαμίσου του. 224


"Θα πρέπει να βγούμε από εδώ μέσα και να φωνάξουμε κάποιον" είπα. "Κάποιον που να ξέρει πώς ν' αντιμετωπίσει τέτοιου είδους καταστάσεις". Το κουνούπι συνέχισε να πίνει, ώσπου κόντεψε να σκάσει από το πολύ αίμα. Ύστερα έβγαλε την προβοσκίδα του από την ανθρώπινη σάρκα, ανοιγόκλεισε τα φτερά του και κάθισε εκεί ήσυχα. "Τι απίστευτο θέαμα, στ' αλήθεια" είπε ο Μάθερ. "Για τι στο διάβολο πρόκειται;" "Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο, αυτό έχω να πω. Πάρα πολύ ιδιαίτερο". "Ιδιαίτερο; Δεν νομίζεις ότι εμείς...;" Σταμάτησα όταν είδα τι συνέβαινε στο λαιμό του ασθενή. Ο Μάθερ το είχε παρατηρήσει κι αυτός. "Θεέ και Κύριε" είπε κρατώντας την ανάσα του. Το έντομο πέταξε από τον ασθενή και προσγειώθηκε πίσω στην προτομή. Αυτό που πριν από λίγα λεπτά δεν ήταν παρά μια μικρή πληγή από τσίμπημα τώρα είχε γίνει μια τρύπα που έχασκε ανοιχτή. Από μέσα αναδυόταν ατμός, μαζί με μια τρομερή δυσωδία σάπιου κρέατος. Ο ασθενής ήταν τώρα εντελώς ξύπνιος και τίναζε τα μπράτσα του απελπισμένος. Κι ύστερα... ύστερα άρχισε να ουρλιάζει. Το σάλιο του κουνουπιού είχε διαβρώσει το αριστερό μέρος του λαιμού του άντρα. Ήταν τόσο φριχτό. Προσπάθησα να βάλω τέλος στο μαρτύριο του κάνοντάς του μια θανατηφόρα ένεση μορφίνης, αλλά ο Μάθερ με σταμάτησε και με κράτησε πίσω. Αναγκάστηκα να βλέπω αυτόν το δύστυχο άνθρωπο να πεθαίνει. Το μυαλό τού 225


Μάθερ είχε υποστεί κάποιου είδους αλλαγή εκείνη τη νύχτα. Είχε κάνει τρομερά πράγματα μέχρι τότε, αλλά από εκείνη τη νύχτα όλα χειροτέρεψαν. Ήμουν έτοιμος να πω ότι θα πήγαινα στην αστυνομία, αλλά, πριν προλάβω να μιλήσω, το κουνούπι πέταξε ψηλά στον αέρα και προσγειώθηκε στο τραπέζι μπροστά μου. "Ξέρω τι πρόκειται να πεις" ψιθύρισε ο Μάθερ στο αυτί μου. "Το ίδιο κι αυτή". "Για ποιο πράγμα μιλάς;" Πάλεψα για να ξεφύγω από τον Μάθερ, μα η λαβή του ήταν πολύ δυνατή, και απλώς γέλασε. Κάποια στιγμή αποφάσισε να με αφήσει. Απομακρύνθηκα τρεκλίζοντας από το τραπέζι, πατώντας μέσα στη λιμνούλα από αίμα που είχε σχηματιστεί στο πάτωμα. "Φαίνεται πως η Λαίδη από εδώ έψαχνε αρκετό καιρό να βρει έναν τυπο σαν κι εμένα". Χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι του. Το κουνούπι πέταξε και προσγειώθηκε στην παλάμη του. "Τι κάνεις εκεί; Φύγε μακριά απ' αυτό το πράγμα- θα σε σκοτοόσει!" Έ κ α ν α άλλο ένα βήμα πίσω, προς την πόρτα. Ο Μάθερ άρχισε να γελάει. Ή τ α ν ένας απαίσιος ήχος. "Δεν σκοπεύει να μου κάνει κακό, Σόουμς. Η σωτηρία έρχεται με πολλά προσωπεία". "Η σωτηρία; Τι είναι αυτά που λες;" "Δεν είμαι εντελώς σίγουρος ακόμα. Αλλά θα το μάθω με τον καιρό". Κοίταξε το κουνούπι με μια έκφραση που έμοιαζε με λατρεία. "Πιστεύω ότι έχει πολλά να μου διδάξει". Κρυφογέλασε ξανά. "Πρόσεχε τώρα να είσαι 226


καλός και να μην τη στενοχωρήσεις. Δεν θα 'θελες να φύγεις με τον ίδιο τρόπο που έφυγε τούτος ο φουκαράς, ε;" "Θεέ μου, κοίτα αυτό το χάλι, Μάθερ! Αυτό το πράγμα είναι επικίνδυνο! Θα πρέπει να το πούμε σε κάποιον". "Ξέρεις τι λες; Να το πούμε σε κάποιον;" Ήρθε πιο κοντά μου, κοιτώντας με κατάματα. "Τι νομίζεις ότι θα συμβεί αν αποκαλύψεις τις λεπτομέρειες των πειραμάτων μας στην αστυνομία; Χμ; Θα μας κλείσουν και τους δύο μέσα και θα πετάξουν το κλειδί. Το ξέρεις. Αυτό, βέβαια, θα συμβεί αν δεν σε προλάβει αυτή". Η ιδέα ότι θα μπορούσα να αποτελέσω το επόμενο θύμα αυτού του πλάσματος μου ήταν αβάσταχτη. Το κουνούπι φαινόταν ν' ασκεί κάποιον έλεγχο πάνω στον Μάθερ. Δεν έδειχνε κανένα σημάδι εχθρότητας απέναντι του. Αντίθετα, ύστερα από εκείνη τη νύχτα, το ζεύγος έγινε αχώριστο. Συνέχισα να τον βοηθάω στα πειράματά του, ακόμα κι όταν ήταν φως φανάρι πως δεν είχε ούτε ίχνος επιστημονικής περιέργειας γι' αυτά. Ο Μάθερ ένιωθε ικανοποίηση ακρωτηριάζοντας αυτούς τους δύστυχους ανθρώπους, αλλά πάντα είχε έτοιμη τη δικαιολογία όταν αμφισβητούσα τις μεθόδους του. Μου έλεγε ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να μάθουμε περισσότερα σχετικά με το ανθρώπινο σώμα και για τη σχέση σώματος και νου. Λίγο μετά την εφιαλτική αυτή νύχτα, ο Μάθερ ανακοίνωσε ότι θα έφευγε από το Λονδίνο και θα πήγαινε να ζήσει σ' ένα νησί που είχε αγοράσει. Τον ρώτησα πώς είχε καταφέρει να αγοράσει ένα ολόκληρο νησί, και μου είπε κάποια ιστορία για μια κληρονομιά. Δεν με έπεισε 227


παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του. Προσπάθησα ν' απομακρυνθώ απ' αυτόν και τον ικέτεψα να με αφήσει εκεί όπου ήμουν, αλλά δεν άκουγε. Δεν με εμπιστευόταν. Ίσως και να είχε δίκιο σ' αυτό. Ξαφνικά μια μέρα με κάλεσε στο σπίτι του για ένα κατεπείγον θέμα. Όταν έφτασα, τον ρώτησα αν του είχε συμβεί κάτι. Μου απάντησε ότι, αντίθετα, τα νέα ήταν καλά. Ο Κόκκινος Γάγγης ήταν μαζί του και έμοιαζε να έχει τον ίδιο ενθουσιασμό μ' εκείνον. Είπε ότι έπρεπε να πάει στο νησί για μια δυο μέρες, για να κανονίσει να είναι όλα έτοιμα για τη μετακόμιση. Θα πρέπει να έγινα άσπρος σαν το πανί όταν με πληροφόρησε ότι η Λαίδη θα έμενε πίσω για να με προσέχει. Ισχυρίστηκα ότι δεν ήταν ανάγκη, ότι δεν θα δημιουργούσα κανένα πρόβλημα, μα εκείνος δεν μου έδωσε την παραμικρή σημασία. Έφυγε λοιπόν εκείνη τη νύχτα, αφήνοντάς με μαζί με το κουνούπι, που έδειχνε να του προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση η φύλαξή μου. Μπορούσα να κινούμαι μέσα στο σπίτι ελεύθερα, κατά τα άλλα όμως ήμουν φυλακισμένος. Μου φάνηκε παράξενο που ο Μάθερ μπόρεσε ν' αποχωριστεί το έντομο. Μέχρι τότε οι δυο τους ήταν αχώριστοι. Τη δεύτερη νύχτα μετά την αναχώρησή του γύρισε πίσω. Δεν είπε πολλά πράγματα για το πώς ήταν το ταξίδι του, απλώς ότι όλα πήγαν όπως έπρεπε κι ότι θα μπορούσε να μετακομίσει την ερχόμενη εβδομάδα. Δεν μπήκα στον κόπο να επαναλάβω την επιθυμία μου να μείνω πίσω. Δεν θα βοηθούσε σε τίποτα. Ζούμε εδώ πολλά χρόνια τώρα. Νομίζω πως έχω χάσει 228


την αίσθηση του χρόνου. Το σπίτι υπήρχε ήδη όταν φτάσαμε - δεν ξέρω τι απέγινε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης. Το τροχόσπιτο ήταν κι αυτό εδώ, και ο Μάθερ μού είπε να το μετατρέψω σε σπίτι μου. Θα με ενημέρωνε πότε θα χρειαζόταν τη βοήθειά μου. Μου φέρνει φαγητό μια φορά την εβδομάδα. Δεν είναι πολύ, αλλά μου φτάνει για να επιβιώσω. Νιώθω σαν ζώο από πολλές απόψεις. Σαν ένα ζώο κλεισμένο στο κλουβί, ελεύθερο μόνο να υπηρετεί το αφεντικό του. Όμως, τι άλλο μπορώ να κάνω; Μου είναι αδύνατον να γυρίσω στην κοινωνία των κανονικών ανθρώπων τώρα πια. Όχι ύστερα απ' όσα έχω δει κι έχω κάνει. Και ξέρω πως ο Μάθερ θα ελευθέρωνε το κουνούπι για να με κυνηγήσει και να με σκοτώσει. Όχι, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγω». Ο Σόουμς ήταν ένας κουρασμένος άνθρωπος. Κουρασμένος από πάρα πολλά πράγματα. Τράβηξε στην άκρη την κουρτίνα και έριξε ξανά μια ματιά έξω. «Σου φέρνει ακόμα φαγητό; Έστω κι αν δεν τον βοηθάς πια με τα πειράματά του;» «Ναι. Δεν νομίζω ότι μπορεί να με εγκαταλείψει εντελώς. Ούτε πιστεύω ότι θέλει να με σκοτώσει - εκτός κι αν αναγκαστεί. Περάσαμε πολλά μαζί. Ό σ ο αστείο κι αν ακούγεται, νομίζω ότι με βλέπει πραγματικά σαν φίλο. Κι ας μην το συνειδητοποιεί ο ίδιος». «Δεν προσπάθησες ποτέ να δραπετεύσεις;» «Πού θα πήγαινα; Τι θα έκανα; Είμαι δεμένος με τον Μάθερ, μ' αυτό το νησί, με τις φρικαλεότητες που έχω δει. Δεν μπορώ να φύγω. Δεν θα ήξερα πώς να επιβιώσω. Κι ύστερα είναι κι αυτή...» 229


«Αυτή;» Ο Μάθερ έχει ένα βιβλίο. Έχει τίτλο Η Ιστορία Της. Μέσα σ' αυτό υπάρχει ένα...» «Περίμενε. Το διάβασα. Ή τουλάχιστον ένα μέρος του. Ο Μάθερ μου υπέδειξε ένα κεφάλαιο με τίτλο Ο θρύλος της Νχαν...» «Ντιέπ». «Ναι, αυτό είναι». «Διάβασες την ιστορία;» « Έ ν α μέρος της. Ο Μάθερ μου έδωσε και μερικές πρόσθετες πληροφορίες σήμερα το πρωί. Μου είπε μέσες άκρες πως άφησε τον άντρα της για έναν καπετάνιο πραματευτή ή κάτι τέτοιο». «Ναι, χωρίς αυτόν τον έμπορο τα πράγματα μπορεί να ήταν διαφορετικά». «Έχει κάποια σημασία αυτή η ιστορία;» «Τσωςτα εξηγεί όλα». «Μα πρόκειται για έναν ακόμη μύθο, έτσι δεν είναι; Όπως και το ότι ο Κόκκινος Γάγγης μπορεί τάχα... να μπαίνει μέσα στο μυαλό των ανθρώπων». «Νομίζω ότι υπάρχει κάποια αλήθεια σε όλα. Άφησέ με, σε παρακαλώ, να σου διηγηθώ και την υπόλοιπη ιστορία. Ίσως σε βοηθήσει». «Εντάξει...» «Θα είμαι σύντομος, σου το υπόσχομαι. Τώρα, για να σκεφτώ..., το εμπορικό πλοίο που λέγαμε... Α, ναι... Εκεί φέρθηκαν στη Νχαν Ντιέπ σαν να ήταν βασίλισσα. Δεν χρειαζόταν να δουλεύει πια παρά μόνο να διατηρείται όμορφη για τον καινούριο της σύζυγο». 230


Αντίκρισα το βασανισμένο βλέμμα του Σόουμς και είχα την αίσθηση ότι αυτή η συζήτηση γινόταν και για δικό του όφελος, όχι μόνο για δικό μου. Για πολΰ καιρό δεν είχε να μιλήσει με κανέναν, εκτός από τον Μάθερ. Θα πρέπει να ένιωθε μεγάλη ανακούφιση κάνοντας παρέα με κάποιον άλλο. «Ο Νγκοκ Ταμ πέρασε πολλές μέρες αναζητώντας τη γυναίκα του» συνέχισε «που πίστευε ότι είχε πέσει θΰμα απαγωγής. Μια μέρα ξεκινούσε από ένα μεγάλο λιμάνι με τις απαραίτητες προμήθειες για ένα ταξίδι που ετοιμαζόταν να κάνει, όταν την πήρε το μάτι του να λιάζεται στο κατάστρωμα του μεγάλου πλοίου, που εκείνη αποκαλούσε τώρα σπίτι της. Τα τρόφιμα που κρατούσε του έπεσαν από τα χέρια και την κοίταξε έκπληκτος, χωρίς να μπορεί να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο έμπορος βγήκε από την καμπίνα του, φίλησε την Ντιέπ τρυφερά στο μάγουλο και ξάπλωσε πλάι της. Ο Ταμ έγινε έξω φρενών. Οργισμένος, έκανε έφοδο στο πλοίο, χτυπώντας και ρίχνοντας στο νερό δύο τρομοκρατημένους φρουρούς. Απαίτησε να μάθει τι συνέβαινε και άκουσε κατάπληκτος την Ντιέπ να του λέει ότι είχε διαλέξει να πάει με τον έμπορο, που είχε υποσχεθεί να της δώσει ό,τι επιθυμούσε. Ο Ταμ έμεινε σιωπηλός λίγη ώρα κι ύστερα κούνησε το κεφάλι του. Τελικά, το πήρε απόφαση ότι η κυρία δεν ήταν πια δική του. Αλλά πριν φύγει της ζήτησε να του δώσει πίσω τις τρεις σταγόνες αίμα που εκείνος είχε χύσει για να την επαναφέρει στη ζωή. Η Ντιέπ γέλασε και σήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. Πήρε ένα μαχαίρι 231


φρούτων από ένα βαθύ πιάτο που βρισκόταν εκεί κοντά και έκοψε την άκρη του δεξιού της δείκτη...» «Του έδωσε το αίμα του πίσω;» «Πίστευε ότι εκείνος είχε τρελαθεί και ήθελε απλώς να τον ηρεμήσει, με την ελπίδα πως θα την άφηνε στην ησυχία της. Αλλά, μόλις έσταξε το αίμα στην παλάμη τού Ταμ, έγινε μια μεταμόρφωση. Η Ντιέπ σηκώθηκε από τα μαξιλάρια όπου αναπαυόταν και άρχισε να συρρικνώνεται και να μικραίνει ολοένα, καθώς το σώμα της έστριβε και αναδιπλωνόταν. Ο Ταμ και ο έμπορος έκαναν πίσω γεμάτοι φρίκη από αυτό που έβλεπαν. Μέσα σε δευτερόλεπτα η Ντιέπ είχε αποκτήσει το μέγεθος πουλιού. Αλλά, σε αντίθεση με τα πουλιά, εκείνη είχε μια μακριά προβοσκίδα σαν βελόνα, που προεκτεινόταν από το κεφάλι της προς τα κάτω. Μια αιχμηρή προβοσκίδα σχεδιασμένη μόνο για ένα πράγμα». «Αίμα». «Ακριβώς. Αλλά όχι οποιοδήποτε αίμα. Ήθελε το αίμα του Ταμ. Ήταν ο μόνος τρόπος για να ξαναγίνει γυναίκα. Πέταξε καταπάνω του, μα εκείνος την έδιωξε χτυπώντας την. Όταν εκείνη κατάφερε να σηκωθεί ξανά στον αέρα, ο Ταμ είχε φύγει. Αλλά η Ντιέπ δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της για το σπίτι. Αναγκάστηκε να ψάχνει ακατάπαυστα, απεγνωσμένα για τον άντρα της...» Ο Σόουμς έσφιξε τα χείλη, έπλεξε τα χέρια και το βλέμμα του καρφώθηκε στα πόδια του. Ύστερα κρυφογέλασε. «Ό,τι και να πεις, είναι μια υπέροχη ιστορία» είπε. 232


«Ναι. Από την άλλη όμως, τι σχέση έχει με την κατάσταση μας;» «Πιστεύω ότι η ιστορία εξηγεί την ύπαρξη του Κόκκινο Γάγγη». «Τι; Πιστεύεις..., ο Κόκκινος Γάγγης είναι... η Νχαν Ντιέπ;» «Ναι». «Θα αστειεύεσαι. Γιατί;» «Γιατί όχι; Έ χ ω ακούσει πιο παράξενα πράγματα». «Εγώ όχι». «Αν πιστεύεις τις ιστορίες για τον Κόκκινο Γάγγη και βλέπεις την περίεργη επίδραση που ασκεί στον Μάθερ καθώς και τη λαχτάρα της για αίμα, παρά το γεγονός ότι δεν μπορείν' αναπαραχθεί, τότε...» «Ουάου». Γέλασα. «Αυτό είναι μεγάλο άλμα. Συμφωνώ ότι το κουνούπι είναι εκπληκτικό, αλλά πρόκειται για μια ιδιορρυθμία της φύσης, τίποτε παραπάνω. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι έχει κάποια σχέση με το μύθο. Θέλω να πω, έχεις ποτέ παρατηρήσει παράξενα φαινόμενα όταν βρίσκεσαι κοντά της;» «Όχι άμεσα. Αλλά επικοινωνεί με τον Μάθερ, γι' αυτό είμαι σίγουρος». «Ω, είναι όλα στη φαντασία του... Είτε αυτό είτε απλώς παίζει μαζί σου». «Όχι, όχι. Πριν έρθει εκείνη, ο Μάθερ συμπεριφερόταν φυσιολογικά - εντάξει, αν εξαιρέσει κανείς τα πειράματα». «Ωραία» είπα. «Αν κάνω ένα τεράστιο άλμα με τη φα233


ντασία μου και πιστέψω ότι όλα αυτά είναι αληθινά, τότε τι ακριβώς γυρεύει η Νχαν Ντιέπ εδώ; Ποιο είναι το σχέδιο της;» «Πιστεύω ότι αναγκάζει τον Μάθερ να τη βοηθήσει. Εκείνος κι εγώ προσελκύουμε ανθρώπους σε τούτο το νησί, κι αυτή τρέφεται απ' αυτούς, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα βρει...» «Το αίμα του άντρα της; Αυτό είναι παρανοϊκό!» «Ναι, μα ο Μάθερ το πιστεύει. Το ξέρω καλά. Και, είτε πρόκειται για αλήθεια είτε για ψέμα, το γεγονός ότι πιστεύει σ' αυτό είναι αρκετό για να τον κάνει επικίνδυνο». Κοίταξα το τραβηγμένο πρόσωπο του Σόουμς, τα γωνιώδη, χλωμά χαρακτηριστικά του. Ή τ α ν αιχμάλωτος και έδειχνε ακριβώς αυτό. «Εντάξει» είπα. «Δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα να την κοπανήσουμε από δω;» «Σου είπα. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά». «Μα...» «Δεν μπορώ να φύγω». «Γιατί;» «Δεν άκουγες τόση ώρα; Δεν μπορώ να γυρίσαι τώρα στον πολιτισμό. Και επιπλέον... νομίζω πως εκείνη θα το έπαιρνε είδηση αν προσπαθούσα να δραπετεύσω. Ακόμα κι αν κατάφερνα να φύγω από το νησί ζωντανός, θα μπορούσε να με κυνηγήσει και να με βρει. Και θα με έκανε να το μετανιώσω. Εσύ όμως έχεις μια ελπίδα. Δεν έχεις εκτεθεί αρκετά στην επιρροή της...» «Αν τα καταφέρω, θα στείλω βοήθεια μόλις φτάσω 234


στην απέναντι στεριά». Σηκώθηκα όρθιος. «Όταν ήμασταν στο υπόγειο, ο Μάθερ ανέφερε κάτι για μια λιβελλούλα, έναν σαλταμπίκο. Έδειχνε να τον ανησυχεί πολύ. Μήπως αυτό σημαίνει κάτι για σένα;» «Δεν θυμάμαι να μίλησε ποτέ για σαλταμπίκο. Εκτός αν είναι...» Στο μέτωπο του Σόουμς σχηματίστηκαν αυλακιές καθώς γυρόφερνε κάτι στο μυαλό του. «Το βλέπει σαν απειλή» είπα. «Νομίζω ότι το αποκάλεσε Υεμένη ή κάτι τέτοιο». «Το Υέμεν! Ναι! Ώστε το Υέμεν είναι λιβελλούλα... Τώρα όλα αποκτούν νόημα. Οι λιβελλούλες κυνηγάνε τα κουνούπια. Θα πρέπει να ήρθε γι' αυτήν». «Ποιος;» «Θυμάσαι το τζίνι στην ιστορία της Νχαν Ντιέπ;» «Ναι». Όχι πάλι αυτό, σκέφτηκα. «Μια από τις μορφές που έπαιρνε ήταν αυτή της λιβελλούλας ή του σαλταμπίκου ή της δρακόμυγας, όπως αλλιώς λέγεται το συγκεκριμένο έντομο. Και θεωρείται αθάνατος - ίσως λοιπόν να είναι αλήθεια. Ίσως ήρθε γι' αυτήν, για να τη σταματήσει. Αυτό θα εξηγούσε γιατί έχουν φύγει όλες οι μύγες». «Το παρατήρησες κι εσυ αυτό;» «Ναι. Θα πρέπει να βρισκόταν εδώ αρκετό καιρό και να την παρακολουθούσε για να σιγουρευτεί ότι τη βρήκε στ' αλήθεια. Είναι πιθανό να έδιωξε όλα τα άλλα έντομα, για να μην του αποσπούν την προσοχή στις παρατηρήσεις του. Το όνομα "Λιβελλούλα της Υεμένης" θα πρέπει να εί235


ναι σύγχρονο, όπως το "Κόκκινος Γάγγης". Θα πρέπει να την κυνηγούσε πολύ καιρό. Ένας παραπάνω λόγος να φύγεις από εδώ το γρηγορότερο. Δεν θα σου ήταν καθόλου ευχάριστο να βρεθείς μπροστά τους όταν συναντηθούν». Σκέφτηκα ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να είχε παραισθήσεις. Στ' αλήθεια πίστευε όλον αυτό το μύθο όσο και ο Μάθερ. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια να τον πείσω να εγκαταλείψει το νησί μαζί μου. «Άσλι, το τελευταίο πράγμα που μου αξίζει είναι η συμπόνια. Παραιτήθηκα απ' αυτό το δικαίωμα εδώ και χρόνια. Είμαι εξίσου τέρας με τον Μάθερ και τη Λαίδη». «Ώστε σκοπεύεις να πεθάνεις εδώ;» «Η μοίρα μου είναι δεμένη με του Μάθερ. Πάντα ήταν». Το σκέφτηκα αυτό για λίγο. Παρά τα όσα είχε κάνει, ήταν αδύνατον να μη λυπηθώ τον Σόουμς. Είχε προβάλει αντίσταση στον Μάθερ όταν τα πράγματα είχαν ξεφύγει από τα όρια και έπειτα είχε υποχρεωθεί, παρά τη θέλησή του, να συνεχίσει να τον βοηθάει. «Πώς θα φύγω λοιπόν από το νησί αν δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τη βάρκα του Μάθερ;» «Θα σου δείξω» είπε, καθώς σηκωνόταν όρθιος και άνοιγε την πόρτα του τροχόσπιτου. Και οι δυο μας κοιτάξαμε γύρω μας προσεκτικά για οποιοδήποτε ίχνος του Μάθερ, στήνοντας αυτί για κάποιο μαρτυριάρικο θρόισμα στις φυλλωσιές ή για τον ανεπαίσθητο ήχο από σπάσιμο κλαδιών. Όταν σιγουρεύτηκε ότι ήμασταν μόνοι, ο Σόουμς γύρισε και με κοίταξε κάνο236


ντάς μου νόημα ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσουμε. Κόντευε μία η ώρα. Ή θ ε λ α απεγνωσμένα να βρεθώ στο δρόμο για το σπίτι μου, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σ' εμένα και το νησί. «Εμπρός, έλα» είπε ο Σόουμς. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα που με πήγαινε. Το ένστικτο μου μου έλεγε ότι προχωρούσαμε προς την κατεύθυνση του σπιτιού, αλλά, αν ήταν έτσι τα πράγματα, τότε θα έπρεπε να είχαμε συναντήσει το μονοπάτι σε κάποιο σημείο. Ύστερα από πέντε λεπτά περίπου, ο Σόουμς σταμάτησε στην κορυφή ενός μικρού υψώματος και περίμενε να τον πλησιάσω. «Είναι εκεί κάτω. Στους πρόποδες του λόφου». Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε την πλαγιά. «Μα δεν υπάρχει τίποτα εκεί κάτω» είπα. Ο Σόουμς δεν αποκρίθηκε, κι έτσι συνέχισα να τον ακολουθώ, τρέχοντας και σταματώντας κάθε τόσο, για να μη με πάρει ο κατήφορος και κουτρουβαλήσω στην πλαγιά. Όταν έφτασα κάτω, ο Σόουμς στεκόταν αντίκρυ μου, στη μέση ενός μικρού ξέφωτου. Τον πλησίασα με μια απορημένη έκφραση στο πρόσωπο μου. Εκείνος κοίταξε κάτω στο έδαφος κοντά στα πόδια μας. Ακολούθησα το βλέμμα του και στην αρχή δεν διέκρινα τίποτα που να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον ανάμεσα στο χώμα, τα φύλλα και τα κλαδάκια. Κι ύστερα το είδα. Ή τ α ν καλά καμουφλαρισμένο - ένα κοντό κομμάτι από χοντρό παλιό σχοινί, που προεξείχε το πολύ μια ίντσα 237


από το χώμα. Και οι δυο άκρες έμοιαζαν κρυμμένες κάτω από πυκνή στρώση σαπισμένα φύλλα, προφανώς δεμένες σε κάτι. Ο Σόουμς γονάτισε και άρπαξε το σχοινί με τα δυο του χέρια. Σιγά σιγά, ίσιωσε το κορμί του, σπρώχνοντας με τα πόδια και τραβώντας με όλη του τη δύναμη. Καθώς έσκυψα κάτω για να δω, το σχοινί σηκώθηκε φέροντας μαζί του ένα μεγάλο τετράγωνο κομμάτι από το έδαφος. Ήταν μια ξύλινη καταπακτή. Ξαφνικά, ακούστηκε ένας παράξενος, δυνατός θόρυβος, και ο Σόουμς άφησε απότομα το σχοινί από τα χέρια του. Σήκωσα το βλέμμα μου και τον είδα να πέφτει προς τα πίσω σηκώνοντας τα χέρια στο μέτωπο του, απ' όπου χυνόταν τώρα άφθονο αίμα. Γλίστρησε και έπεσε ανάσκελα, χτυπώντας δυνατά το κεφάλι του στο έδαφος. Ύστερα έμεινε εντελώς ακίνητος. Ήξερα τι είχε συμβεί, ακόμα και προτού μπορέσω να το επιβεβαιώσω. Γυρνώντας το κεφάλι μου πολύ αργά, είδα τη γνώριμη σιλουέτα, με απεγνωσμένη έκφραση, να κρατά ψηλά ένα φτυάρι έτοιμος να χτυπήσει για δεύτερη φορά. Το βλέμμα του δεν ήταν βλέμμα οργής ούτε εκδίκησης. Ήταν καθαρά δολοφονικό. Είχα λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο για να προετοιμαστώ πριν η σκληρή, κρύα λεπίδα του φτυαριού του Μάθερ έρθει σε επαφή με το πρόσωπο μου.

238


11. Συναντήσεις

Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο απαίσια ένιωθα όταν ξαναβρήκατις αισθήσεις μου. Ήταν σαν να ξυπνούσα από τρακάρισμα αυτοκινήτου με κατάλοιπα μέθης. Ο Μάθερ με είχε μετακινήσει από το σημείο όπου είχα πέσει, αλλά το πού με είχε φέρει παρέμενε μυστήριο μέχρι να καταφέρω να εστιάσω σωστά το βλέμμα μου. Αν και έμοιαζε διαφορετικό, σίγουρα βρισκόμουν στο ξέφωτο κοντά στο σπίτι. Εκείνη την ώρα ο ήλιος έδυε. Άλλος ένας σουβλερός πόνος διαπέρασε το κεφάλι μου, κάνοντάς με να βογκήξω. Δεν μπορούσα ν' ακούσω πολλά πράγματα εξαιτίας του φοβερού βουητού που αντηχούσε στ' αυτιά μου. Η ανάγκη να κάνω εμετό έγινε επιτακτική, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να σταθώ όρθιος. Ο Μάθερ με είχε δέσει σε ένα δέντρο μ' ένα μακρύ γερό σχοινί. Είχε τοποθετήσει το σώμα μου με τέτοιο τρόπο, ώστε να κοιτάζω προς το ξέφωτο, έχοντας το σπίτι στ' αριστερά μου. Προσπάθησα να στριφογυρίσω γύρω από το δέντρο με την ελπίδα να χαλαρώσω το σχοινί, αλλά ήταν μάταιος κόπος. Ο Μάθερ είχε τραβήξει τα δυο μου χέρια πίσω από τον κορμό του δέντρου και ύστερα τα είχε δέσει. Στη συ239


νέχεια, τύλιξε σχοινί γύρω από τη μέση μου, στερεώνοντας το κι αυτό στο δέντρο. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελε ν' αφήσει τίποτα στην τύχη. Τράβηξα τα δεσμά μου μερικές φορές, ελπίζοντας σιγά σιγά να τα λασκάρω. Πού τέτοια τύχη! Ήμουν υποχρεωμένος να περιμένω μέχρι να καθαρίσει το μυαλό μου και να ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Έμεινα λοιπόν καθισμένος εκεί, με τα μάτια κλειστά, ανήμπορος, παρακαλώντας να αργήσει πολύ να γυρίσει ο Μάθερ. Θα πρέπει να έχασα ξανά τις αισθήσεις μου, γιατί, όταν άνοιξα πάλι τα μάτια μου, η νύχτα είχε σκεπάσει το νησί. Έ ν α γεμάτο φεγγάρι ξεπρόβαλλε πίσω από μαύρα σύννεφα, λούζοντας όλο τον τόπο με ανοιχτό γαλάζιο φως. Κάθε τόσο άκουγα ένα πουλί ή κάποιο άλλο πλάσμα να κινείται στα κλαδιά πάνω από το κεφάλι μου ή να πετιέται μέσα από τα φύλλα του δάσους που είχαν σχηματίσει στρώμα στο έδαφος, κατά τα άλλα όμως ήταν ήσυχα. Ένιωθα αξιολύπητα μονάχος και πιο τρωτός από κάθε άλλη φορά στη ζωή μου. Αρκετή ώρα αργότερα -δεν έχω ιδέα πόση- ένα ζευγάρι λαμπερά πράσινα μάτια εμφανίστηκε δίπλα σ' ένα από τα δέντρα στην απέναντι πλευρά του ξέφωτου. Στην αρχή πανικοβλήθηκα, απορώντας ποιο παράξενο άγριο ζώο έδειχνε ενδιαφέρον για μένα. Έπειτα συνειδητοποίησα πως τα μάτια πρέπει να ανήκαν σε γάτα, και, απ' ό,τι γνώριζα, υπήρχε μόνο μία στην περιοχή. Καθόταν εκεί κοιτώντας με, προσπαθώντας ίσως να ερμηνεύσει την κατάστασή μου. Ύστερα από λίγη ώρα, 240


πλησίασε αλαφροπατώντας. Η εμφάνιση του ήταν πολύ καλύτερη στο σκοτάδι. Έδειχνε μάλιστα να περπατάει με περισσότερη χάρη και αξιοπρέπεια. Ίσως η νύχτα τον βοηθούσε ν' αναδείξει τον καλύτερο του εαυτό. Τρίφτηκε στις πατούσες μου και μετά στρογγυλοκάθίσε στα γόνατά μου. Έμοιαζε με μικροσκοπική Σφίγγα έτσι όπως σήκωνε το βλέμμα του πάνω μου, με το κεφάλι του γερμένο στο πλάι. «Τα πράγματα δεν φαίνονται να πάνε καλά» είπα, και η φωνή μου ακούστηκε ξένη στ' αυτιά μου. Ή τ α ν βραχνή, αδύναμη, λες και φώναζα επί ώρες. «Νιώθω ότι το κεφάλι μου πάει να σπάσει». Ο γάτος φτερνίστηκε, έβγαλε ένα λαρυγγισμό ικανοποίησης κι ύστερα άρχισε να γουργουρίζει. Αν μη τι άλλο, ένας τουλάχιστον από τους δυο μας ένιωθε άνετα. Ξαφνικά, το αριστερό αυτί του Κύριου Χόπκινς τρεμόπαιξε σαν ν' αντέδρασε σε κάποιο ερέθισμα. Ήταν μια σταγόνα βροχής. Σηκώθηκε από πάνω μου, έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε ανάμεσα στα δέντρα, αναζητώντας καλύτερη προστασία. Καθώς η βροχή άρχισε να πέφτει δυνατή, κοίταξα απογοητευμένος τον ουρανό κι αναρωτήθηκα τι λόγο θα μπορούσε να έχει ο Μεγαλοδύναμος να με μισείτόσο πολύ. Κατά περίεργο τρόπο, η βροχή έμοιαζε να καταπραύνει λίγο τον πονοκέφαλο και τον πόνο στους καρπούς των χεριών μου. Έκλεισα τα μάτια, περιμένοντας να λιποθυμήσω πάλι. «Ποιος γνωρίζει;» 241


Ήταν σχεδόν ψίθυρος και δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος από ποια κατεύθυνση είχε έρθει. Άνοιξα τα μάτια μου, άλλα δεν είδα κανέναν. Η βροχή είχε σταματήσει, μα ήταν ακόμη σκοτάδι, και το φεγγάρι είχε προβάλει ξανά πίσω από τα σύννεφα. Σταγόνες νερού έπεφταν από τα μαλλιά και τα φρύδια μου. Ένιωθα τα ρούχα μου μουσκεμένα, και ο πόνος στους δεμένους καρπούς των χεριών μου ήταν χειρότερος από ποτέ. «Ποιος γνωρίζει;» Το πρόσωπο μου συσπάστηκε. Ο Μάθερ είχε επαναλάβει την ερώτηση πιο δυνατά απ' ό,τι πριν και κατευθείαν μέσα στο αριστερό μου αυτί. Αισθάνθηκα ένα σφοδρό πόνο στο κεφάλι μου. Ήρθε μπροστά μου και έφεξε ένα φακό μέσα στα μάτια μου. «Απάντησέ μου. Ποιος γνωρίζει ότι είσαι εδώ;» «Δεν ξέρω...» «Και βέβαια ξέρεις...» «Ε... ο εκδότης μου... μερικοί από τους υπόλοιπους στο γραφείο». «Οικογένεια, φίλοι;» Ήταν εκνευρισμένος. «Ναι, μερικοί» είπα ψέματα. Ήρθε πολύ κοντά μου και πίεσε το σατανικό, καμπυλωτό στιλέτο κάτω από το πηγούνι μου. Ξεροκατάπια κι ύστερα συγκέντρωσα όλη μου την προσοχή στην προσπάθεια να κρατώ ακίνητο το κεφάλι μου. «Στο γράμμα είχες εντολή να μη μιλήσεις σε κανέναν. Τώρα - την αλήθεια!» «Ε... ο εκδότης μου το ξέρει... και η Τζίνα». 242


«Ποια;» «Είναι η φωτογράφος του περιοδικού. Νομίζω πως την ανέφερα». «Το καλό που σου θέλω, μη μου κάνεις πλάκα, κύριε Ριβς». Ο Μάθερ μιλούσε πάλι ψιθυριστά. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι συνέπειες θα είχε για σένα κάτι τέτοιο».Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα έντασης, απομάκρυνε το στιλέτο και το έσπρωξε πίσω στη ζώνη του. «Πού...;» Το λαρύγγι μου είχε στεγνώσει. «Πού είναι ο Σόουμς;» «Ο Σόουμς είναι νεκρός. Πολύ νεκρός». «Τι εννοείς πολύ νεκρός; Τίτου έκανες;» Η πιεστική ανάγκη να κλείσω τα μάτια και να ξανακοιμηθώ είχε γίνει αφόρητη, αλλά ήθελα ν' ακούσω την απάντηση του Μάθερ. «Ξέρεις τι είναι το οπτικό νεύρο;» «Κάτι σχετικό με το μάτι» μουρμούρισα. «Σωστά. Είναι το στέλεχος που συνδέει το μάτι με τον εγκέφαλο». «Και λοιπόν;» «Ο Σόουμς αστειεύτηκε κάποτε ότι θα του άρεσε πολύ να δει πώς μοιάζουν τα εντόσθιά του. Ωραία, τώρα λοιπόν τα είδε! Είναι εκπληκτικό πόσο μακριά μπορεί να τεντωθεί το οπτικό νεύρο». Γέλασε σατανικά. Μου ερχόταν να κάνω εμετό. «Δεν έχεις ιδέα πόσο διεστραμμένος είσαι, ε; Δεν τολμώ να σκεφτώ τι συμπεράσματα θα βγάλει η αστυνομία σχετικά με το περιεχόμενο αυτού του λάκκου». 243


«Όχι και πολλά» απάντησε χαμογελώντας. «Θα το φροντίσω εγώ αυτό. Σε πληροφορώ ότι δεν βρίσκονται όλα τα πτώματα εκεί μέσα». «Το ξέρω. Έριξες μερικά στη λίμνη». «Σωστά». «Ο Σόουμς με πληροφόρησε επίσης ότι το σπίτι το κληρονόμησες. Αλλά εσύ μου είχες πει νωρίτερα ότι το αγόρασες από κάποιον ηλικιωμένο». «Ναι, έτσι είπα, ε;» Ο Μάθερ κρυφογέλασε ξύνοντας το πηγούνι του αφηρημένα και κοιτώντας το νυχτερινό ουρανό. «Πωπώ, φουκαρά μου. Στοιχηματίζω ότι δεν θα ξέρεις τι να πιστέψεις». «Ας πούμε λοιπόν ότι όσα λες από εδώ και πέρα δεν θα τα δέχομαι αβασάνιστα». Δεν είμαι σίγουρος τι με έκανε να συνεχίσω την κουβέντα. Ίσως προσπαθούσα ακόμα να καθυστερήσω το αναπόφευκτο. «Η αλήθεια είναι ότι ναι, πήρα το σπίτι από κάποιον ηλικιωμένο κύριο - τον κύριο Γουέστ. Αλλά δεν το αγόρασα ακριβώς». «Και μήπως κατέληξε κι αυτός στο χειρουργικό τραπέζι;» Έ ρ ι ξ α στον Μάθερ μια απειλητική ματιά, αλλά δεν φάνηκε να ενοχλείται. « Ό χ ι - τ ό τ ε το χειρουργείο δεν είχε στηθεί ακόμα. Επιπλέον, ήθελα να ξεμπερδεύω γρήγορα με το πρόβλημα και να γυρίσω σπίτι. Δεν μου άρεσε η ιδέα να είναι ο Σόουμς μόνος του με τη Λαίδη». Για μια στιγμή, πίστεψα στ' αλήθεια ο ανόητος ότι ο Μάθερ έδειχνε μ' αυτά τα λόγια ότι νοιαζόταν για το μακαρίτη συνεργό του. Όμως η 244


στιγμή αυτή δεν κράτησε πσλΰ. «Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στη δύναμή της, αλλά ο Σόουμς ήξερε να σκαρφίζεται λύσεις όταν βρισκόταν σε ανάγκη. Ανησυχούσα μήπως έβρισκε κάποιον τρόπο να δραπετεύσει - ή, ακόμα χειρότερα, να τη βλάψει». «Βάζω στοίχημα ότι τον προηγούμενο ιδιοκτήτη τον εξαπάτησες κανονικά, ε; Μέχρι που ήταν πολύ αργά». «Για να είμαι ειλικρινής όχι... όχι ακριβώς. Το νησί το γνώριζα ήδη, επειδή είχα επισκεφτεί τη Λίμνη Λάνγκορ στα νιάτα μου. Το σπίτι ακόμα χτιζόταν τότε, και θυμάμαι πως είχα σκεφτεί πόσο ωραίο θα ήταν να ζει κανείς σ' ένα τέτοιο μέρος. Η γαλήνη, η απομόνωση, η έλλειψη αντιπερισπασμών. Το να μπορεί κανείς να επιτελεί το έργο του μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα μιας αδαούς, εχθρικής κοινωνίας αποτελεί ένα όνειρο. Η συχνότητα των πειραμάτων μου γινόταν όλο και μεγαλύτερη - ομολογώ ότι μου είχαν γίνει ακατανίκητη έξη. Όταν μπήκε στη ζωή μου η Λαίδη, αποφάσισα ότι είχε έρθει η οόρα να μετακομίσω από το Λονδίνο σε έναν τόπο όπου όχι μόνο θα μπορούσα να δουλέψω με απόλυτη ησυχία, αλλά και η Λαίδη θα τρεφόταν ικανοποιητικά, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος ν' ανακαλυφθούν τ αποφάγια της. »Θυμάμαι πως ο καιρός ήταν υπέροχος όταν έφτασα στο Τράιστ εκείνη τη μέρα. Είχα επισκεφτεί το νησί μερικές βδομάδες νωρίτερα, για να ανιχνεύσω την περιοχή και να κάνω μια περιήγηση στο χώρο. Αμφιβάλλω αν ο κύριος Γουέστ με είχε παρατηρήσει όσες φορές νοίκιασα βάρκα και έπλευσα γύρω από το νησί, βγάζοντας φωτο245


γραφίες και κατασκοπεύοντας τις κινήσεις του έξω από το σπίτι. Μπορείς να σχηματίσεις μια καλή εικόνα της ψυχοσύνθεσης ενός ατόμου απλώς παρατηρώντας το. Εκείνη η μέρα έμοιαζε κατάλληλη για τη δουλειά που είχα κατά νου. Έκανα μια συμφωνία με το λιμενάρχη, για καλό και για κακό, να κρατήσει τυχόν άλλους επισκέπτες μακριά από τη λίμνη ώσπου να επιστρέψω. Είχα καταλάβει το ποιόν αυτού του ανθρώπου από την πρώτη μέρα. Καμία ηθική. Η μόνη του έννοια ήταν η καλοπέραση. Θα μπορούσα να σου πω πράγματα γι' αυτόν, να τραβάς τα μαλλιά σου. Για να μην τα πολυλογώ, ο κύριος Γουέστ αισθάνθηκε το λιγότερο έκπληξη όταν με είδε. Νομίζω ότι το ν' ακούσει κάποιον στην εξώπορτά του θα πρέπει να ήταν γι' αυτόν όχι μόνο ανησυχητικό αλλά και απροσδόκητο. Εμφανίστηκε ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα με μια έκφραση σύγχυσης στο γερασμένο του πρόσωπο και απαίτησε να μάθει τι γύρευα στο νησί. Στην αρχή ήμουν ευγενικός. Δεν ήθελα εκείνη τη μέρα να αναγκαστώ να κάνω δυσάρεστα πράγματα, και θα ήταν ωραίο να μετακόμιζα στο σπίτι κάτω από καλές συνθήκες. Αλλά αντιμετώπισα μεγάλο πρόβλημα στο να φέρω τον κύριο Γουέστ σε μια θέση, οόστε να μπορώ να διαπραγματευτώ μαζί του γρήγορα και ανώδυνα. Του είπα ότι είχα να του κάνω μια πρόταση, ότι επιθυμούσα να αγοράσω το νησί σε πολύ καλή τιμή και ήθελα να μου κάνει μια ξενάγηση. Ο σκοπός μου ήταν να τον απομακρύνω από το σπίτι και να τον ξεφορτωθώ στο άψε σβήσε. Το να τον θάψω θα ήταν μια κοπια246


στική δουλειά, αλλά μικρό αντίτιμο για να πληρώσω. Δυστυχώς δεν ήταν καθόλου φιλικός. Απαιτούσε συνεχώς να εγκαταλείψω το νησί και προσπαθούσε να μου κλείσει την πόρτα κατάμουτρα... Κάποια στιγμή, νευρίασα για τα καλά και έσπρωξα την πόρτα προς τα μέσα, ρίχνοντάς τον με δύναμη στο πάτωμα του χολ. Είχα και το στιλέτο μαζί μου. Δεν επιτρέπω συχνά να με συνεπαίρνει ο θυμός μου, ξέρεις, αλλά... νομίζω πως ο κύριος Γουέστ έβγαλε στην επιφάνεια το χειρότερο εαυτό μου. Ήταν τρομερά εξοργιστικό το ότι επέλεξε να κάνει τα πράγματα δύσκολα, τη στιγμή που θα μπορούσαν να είναι τόσο απλά». Ο Μάθερ κατέβασε τα μάτια κοιτάζοντας τα πόδια του και ταυτόχρονα τύλιξε τη γλώσσα γύρω από τα δόντια του σκεφτικός. «Έτσι είναι η ζωή, υποθέτω. Όταν τον αποτελείωσα, έσυρα το σώμα του στο δάσος και το άφησα σ' ένα σημείο όπου δεν θα μπορούσε να το βρει κανείς όσο καιρό θα έμενα στο Λονδίνο για να κανονίσω τη μετακόμιση. Τότε ήταν που εντόπισα το κέντρο ερευνών. Τράβηξα το κουφάρι μέσα στο κτίριο και το κατέβασα στο υπόγειο. Στο λάκκο υπήρχε κάποτε μια φορητή σκάλα που έφτανε μέχρι τον κάτοΰ όροφο. Από τον πάτο ξεκινούσε ένας οχετός που οδηγούσε στη λίμνη, και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την απομάκρυνση των αποβλήτων. Κι αυτό ακριβώς έκανα. Τράβηξα τη σκάλα από τον τοίχο και έσπρωξα το πτώμα μέσα στο λάκκο, για να αποσυντεθεί κι ύστερα να διαλυθεί μέσα στον οχετό. Τσως 247


υπάρχει ακόμα κάποιο κομμάτι του εκεί κάτω - στον πάτο». «Αρρωστε μπάσταρδε. Πώς είναι δυνατόν να ευχαριστιέσαι σκοτώνοντας ανθρώπους με τέτοιο τρόπο;» Ήθελα να εξαφανιστεί ο Μάθερ από μπροστά μου. Μου προκαλούσε ανατριχίλα, και δεν έπαψα στιγμή να μετανιώνω που δεν σιγουρεύτηκα πως ήταν νεκρός όταν τον έσπρωξα μέσα στο λάκκο νωρίτερα. «Μου έχει περάσει από το μυαλό εδώ και πολύ καιρό η σκέψη ότι εκείνο που μας τρομάζει περισσότερο δεν είναι ο θάνατος, η αρρώστια ή ο πυρηνικός πόλεμος. Το πιο τρομακτικό δεν είναι ο έξω κόσμος, αλλά ο μέσα». Τα τελευταία του λόγια έμειναν μετέωρα λίγη ώρα. «Είμαστε αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη. Είμαστε όμως και κάτι που δεν βλέπουμε. Τα όργανα, η σάρκα, το... αίμα. Αλλά αδιαφορούμε γι' αυτό, επειδή είναι φριχτό. Εμείς είμαστε φριχτοί. Καταλαβαίνεις; Αν μας γυρίσει κάποιος το μέσα έξω, είμαστε το πιο αποτρόπαιο θέαμα που μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους. Πάντα με γοήτευε αυτό. Αυτός είναι ο λόγος που το κάνω, αν θέλεις να ξέρεις. Θέλω να καταλάβω γιατί είμαστε πραγματικά τόσο απεχθείς από τη στιγμή που θα αφαιρεθεί το δέρμα μας». «Είσαι τρελός για δέσιμο!» «Κι εσύ είσαι πολύ νέος για να καταλάβεις τα μυστήρια της φύσης». Ο Μάθερ έκλεισε το φερμουάρ του μπουφάν του κι έπειτα περπάτησε ως την άκρη του ξέφωτου και χάθηκε 248


ανάμεσα στα δέντρα που κατέβαιναν ως την παραλία. Τα είχα ακόμη χαμένα. Γιατί ένιωθε την ανάγκη να μου δώσει όλες αυτές τις πληροφορίες; Μήπως προσπαθούσε να εξομολογηθεί; Δεν ήταν δυνατόν να υπέφερε από τύψεις. Δεν άκουγα κανένα θόρυβο από την παραλία. Παρά τη σκιά του θανάτου που κρεμόταν από πάνω μου, εξακολουθούσα να αισθάνομαι σα χαμένος και αδύναμος ν' αντιδράσω. Ίσως το χτύπημα στο κεφάλι είχε νεκρώσει τα αντανακλαστικά μου. Καθώς πάλευα ν' αντιμετωπίσω άλλο ένα κύμα ναυτίας, άκουσα μια φωνή να με φωνάζει. Τα μάτια μου έκλεισαν και με τύλιξε ένα φιλόξενο σκοτάδι. Είμαι εδώ. Ήταν μια γυναικεία φωνή πάλι, γλυκιά και δελεαστική. «Πού;» Κοντά. «Τι εννοείς;» Δεν έχει σημασία. Άκου με. Δεν πρέπει να το βάλεις κάτω. Όλα αυτά θα τελειώσουν σύντομα. «Δεν είμαι σίγουρος ότι μ' αρέσει αυτό που λες». Δεν πρόκειται να πάθεις κακό. Εκείνος θα κάνει μόνο ό,τι του επιτρέψω. «Ο Μάθερ;» Ναι. «Ποιος είσαι εσύ;» Είμαι η Νχαν Ντιέπ. «Τι; Θα πρέπει να ονειρεύομαι». Όχι. Ούτε καν κοιμάσαι. 249


Για να το επιβεβαιώσω, άνοιξα τα μάτια μου και είδα ότι βρισκόμουν ακόμα στο υγρό ξέφωτο. Τίποτα δεν έδειχνε πως ονειρευόμουν. «Δεν μπορεί να είσαι το κουνούπι. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν». Κι όμως είναι. Υπάρχω μ' αυτή τη μορφή εδώ και πολλά πολλά χρόνια. Ευτυχώς, αυτό σύντομα θα τελειώσει. «Γιατί;» Επειδή είσαι εσύ εδώ. «Εγώ;» Ναι. Σε περίμενα. Ακολούθησε μια παύση, σαν κάτι να τη συγκρατούσε. Θα σε είχε σκοτώσει στον ύπνο σου την πρώτη νύχτα, αν τον είχα αφήσει. Θα μπορούσε να δώσει τέλος στη ζωή σου αυτή τη στιγμή, αλλά είναι ανήμπορος. Παρότι τον βασανίζει τρομερά, δεν μπορεί να παραβεί τη θέλησή μου. «Μα γιατί περίμενες εμένα;» Είσαι κάτι πολύ σπάνιο, Άσλι Ριβς. «Σπάνιο;» Δεν πίστευα ότι θα σε έβρισκα ποτέ, αλλά να'σαι επιτέλους. Η σωτηρία μου. Ξαφνικά, άκουσα φωνές έξω από το κεφάλι μου αυτή τη φορά, από την κατεύθυνση της παραλίας. Ένιωσα την παρουσία της να απομακρύνεται, και ύστερα από λίγο είχε φύγει.

250


12. Αιχμαλωσία

Η πρώτη φωνή ήταν αναμφίβολα του Μάθερ. «Αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή! Τι στο διάολο σ' ε'χει πιάσει;» «Έπρεπε να έρθω, δεν νομίζεις; Ο κόσμος κάνει ερωτήσεις...» Η δεύτερη φωνή μού φάνηκε γνώριμη, αν και στην αρχή δεν μπόρεσα να την προσδιορίσω. Να'ναι οΣόονμς; σκέφτηκα. Τσως τελικά είχε επιζήσει από την επίθεση του Μάθερ. Ίσως ο Μάθερ μού είχε πει "ψέματα ότι τον σκότωσε. Ακολούθησε μια παύση κι ύστερα η ίδια φωνή, δυνατότερη. «Θα πρέπει να δοθεί ένα τέλος. Δεν μπορείς να το τραβήξεις επ' άπειρον και να περιμένεις ότι δεν θα σε προσέξει κανείς. Εγώ κάνω το κατά δύναμιν, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω για πολύ καιρό ακόμα». Αν ήταν ο Σόουμς, ακουγόταν πιο ήρεμος, πιο σίγουρος για τον εαυτό του απ' ό,τι προηγουμένως. Παρά την άβολη στάση μου και την ταλαιπωρία, έστριψα το λαιμό μου προς τα αριστερά και είδα στο φως του φεγγαριού τον Μάθερ και το νεοφερμένο να βγαί251


νουν στο ξέφωτο. Και οι δύο βάδιζαν προς το σπίτι, αλλά σταμάτησαν στα μισά του δρόμου. Ο δεύτερος άντρας με παρατήρησε. Έμεινε έκπληκτος, αλλά κατάφερε να χαμογελάσει αχνά γυρνώντας προς τον Μάθερ. Τελικά δεν ήταν ο Σόουμς. Ήταν ο Ντέρινγκερ, ο λιμενάρχης. «Τι θα τον κάνεις αυτόν;» «Τι νομίζεις; Θα με βοηθήσει στην έρευνά μου. Κάποια μέρα στο άμεσο μέλλον όσα κάνω θα αποδώσουν. Θα γραφτούν βιβλία για μένα, σημείωσε τα λόγια μου. Θα πρέπει να αισθάνεσαι τιμή που σου ανατέθηκε να παίξεις ένα ρόλο σε όλα αυτά. Πρέπει να μ' ευγνωμονείς, και έχει μεγάλη σημασία να συνεχίσεις να κάνεις τη δουλειά σου, αλλιώς όλα θα πάνε στο βρόντο». Ακούγοντας τις τελευταίες λέξεις, ο άλλος άντρας απλώς κούνησε το κεφάλι του και γέλασε. Ήταν ένας βραχνός, βρόμικος ήχος που δεν μου άρεσε. Ο Μάθερ έδειχνε να αισθάνεται το ίδιο. «Το ότι θα γραφτούν βιβλία, αυτό είναι σίγουρο» είπε ο λιμενάρχης. «Σου έχει στρίψει. Και μη νομίζεις ότι δεν ξέρω τι παιχνίδι παίζεις. Είσαι άρρωστος...» Δεν απόρησα με την έλλειψη σεβασμού που έδειξε ο λιμενάρχης προς τον Μάθερ, αυτό όμως έκανε τον τελευταίο να του εξαπολύσει μια έντονη φραστική επίθεση. «Εσύ βούλωσ' το! Δεν έχεις ιδέα τι έχω κάνει, τι έχω ανακαλύψει. Έ ν α ς αδαής βλάκας σαν κι εσένα δεν θα μπορούσε να συλλάβει τα θαύματα, τις εκπλήξεις που έχει ακόμα να μας φανερώσει το ανθρώπινο σώμα. Δεν μου χρειάζονται χωριάτες σαν κι εσένα να έρχονται εδώ 252


και να γελοιοποιούν το έργο της ζωής μου. Κάνε λοιπόν ό,τι σου λένε, αλλιώς δεν θα πληρωθείς». Ο άλλος κοντοστάθηκε για λίγο κι ύστερα γύρισε και άρπαξε τον Μάθερ από το γιακά. «Καλύτερα εσύ να το βουλώσεις, γιατί θ' αρχίσω να κάνω κάποια δικά μου πειράματα!» Άφησε τον ταραγμένο Μάθερ ελεύθερο, σπρώχνοντάς τον πέρα απότομα. «Όσο για την πληρωμή, θέλω περισσότερα. Χίλιες λίρες για τη βάρκα που αυτός τσάκισε στα βράχια και άλλες δύο χιλιάδες για να κρατήσω το στόμα μου κλειστό». «Τι; Χίλιες λίρες για παλιόξυλα; Άκου, εσύ! Δεν θα πετάξω τα λεφτά μου μόνο και μόνο για να τροφοδοτήσω τη λαιμαργία σου». «Ω, νομίζω πως θα το κάνεις, φίλε μου». «Σοβαρά;» Ο Μάθερ γέλασε, πράγμα που μάλλον δεν άρεσε στον άλλον. «Μα τι χιούμορ που έχεις! Νομίζεις ότι θα σου πετάω λεφτά στα καλά καθούμενα κάθε φορά που τα ζητάς;» «Ναι, το νομίζω. Γιατί, αν δεν το κάνεις, θα πω δυο λογάκια στο φίλο μου τον υπαρχιφύλακα Στρατ, και δεν νομίζω πως θα σου αρέσει αυτό». «Δεν με τρομάζεις, ποταπέ άνθρωπε». «Τι;» «Ξέχνα το. Δεν θα σου τα εξηγώ όλα». «Ωραία λοιπόν, ίσως κάνω τελικά μια επίσκεψη στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Δεν έχεις τίποτα να κρύψεις, ε; Θα γίνει μεγάλο γλέντι όταν έρθουν εδώ». Το βλέμμα του έδειχνε μια εύθυμη μοχθηρία. «Τι λες γι' αυτό;» 253


«Καλή προσπάθεια, αλλά σε ξέρω από την καλή. Θα κάνεις ό,τι σου λέω, αλλιώς δεν θα πάρεις δεκάρα». Η ατμόσφαιρα ήταν έντονα ηλεκτρισμένη. Οι δύο άντρες στέκονταν εκεί, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον από την κορυφή ως τα νύχια. Ύστερα, εκεί που δεν το περίμενα, άκουσα πάλι τη φωνή. Ετοιμάσον. Αυτό δεν θα είναι ευχάριστο. «Ποιο;» Αν κάτι είχε δώσει το έναυσμα για να αρχίσει η δράση, δεν το είδα. Σαν αστραπή, ο Μάθερ άρπαξε το σατανικό στιλέτο και όρμησε στο λιμενάρχη, χώνοντας τη λεπίδα βαθιά μέσα στην κοιλιά του, που την κάλυπτε μόνο ένα λεπτό πουκάμισο. Ο μεγαλόσωμος άντρας στεκόταν απλώς εκεί, κοιτάζοντας στα μάτια τον Μάθερ για μερικά δευτερόλεπτα, πριν χαμηλώσει το βλέμμα στο χέρι, το μαχαίρι και την κόκκινη κηλίδα που απλωνόταν στο πουκάμισο του. Άρχισε να βήχει φριχτά. Ο Μάθερ τράβηξε έξω την καμπυλωτή λάμα, και ο Ντέρινγκερ τρίκλισε προς τα πίσω. Γύρισα το κεφάλι μου στ' αριστερά και ξέρασα μέσα στα χόρτα. Βλέποντας από κοντά τον Μάθερ να σφάζει, συνειδητοποίησα πόσο κοντά βρισκόμουν στο δικό μου τέλος. Εγώ είχα τώρα σειρά, εκτός αν μπορούσα να κάνω κάτι για να σώσοί τον εαυτό μου. Πότε; ικέτεψα. Πότε θα τελειώσει αυτός ο εφιάλτης; Σύντομα, ήρθε η απάντηση. Πολύ σύντομα. Κοίταξα πίσω και είδα τον Μάθερ να ορμά καταπάνω μου. Ω, Θεέ μου, αυτή έχει δίκιο, όλα θα τελειώσουν τώρα. Θα με σκοτώσει. 254


Όμως δεν με σκότωσε. Έκοψε τα σχοινιά που έδεναν τα χέρια και τη μέση μου και τραβώντας με με σήκωσε όρθιο. Έ ν α ς πόνος διαπέρασε τις γάμπες μου και, σε μια στιγμή πανικού, νόμιζα ότι δεν θα μπορούσα να περπατήσω. Αλλά ο Μάθερ με ανάγκασε να βαδίσω γρήγορα μέχρι την εξώπορτα κι ύστερα μέσα στο σπίτι. Διασχίσαμε το σαλόνι και, ακολουθώντας το διάδρομο, φτάσαμε στην κρεβατοκάμαράτου. Αναψε το φως, με έσπρωξε κάτω στο πάτωμα κοντά στο παράθυρο και έδεσε ξανά τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου πριν γυρίσει να φύγει. «Αν δοκιμάσεις να κάνεις καμιά ανοησία, θα το μάθω. Και θα σε κάνω να το μετανιώσεις». Κυμάτισε το στιλέτο μπροστά στα μάτια μου, λες και χρειαζόμουν πιο πειστικά επιχειρήματα. «Πού πας;» «Θα ξαναβγώ έξω για να κάνω τον κύριο Ντέρινγκερ να καταπιεί τα λόγια του - όπως και μερικά άλλα πράγματα». Μια σταγονίτσα ιδρώτας ή νερό της βροχής έπεσε από το μέτωπο του. «Αναρωτήθηκες ποτέ, όπως εγώ, κύριε Ριβς, αν ένα ανθρώπινο πλάσμα είναι ικανό να καταπιεί τα ίδια του τα έντερα;» Με αυτά τα ανατριχιαστικά λόγια, βγήκε από το δωμάτιο, κλείδωσε την πόρτα κι ύστερα διέσχισε με ζωηρό βήμα το διάδρομο κι έφτασε στην πρόσοψη του σπιτιού. Σηκώνοντας το βλέμμα μου, παρατήρησα ότι το ξύλινο πάνελ στη δεξιά πλευρά του τοίχου είχε μετακινηθεί οριζόντια, αποκαλύπτοντας το ενυδρείο. Εκείνη τη στιγμή, το έντομο έμοιαζε να κρύβεται. Ένιωσα πάλι άρρωστος, και δικαιολογημένα. Ο Μά255


θερ ήταν πράγματι ένα τέρας, ένας σατανάς που τον είχε κυριεύσει ένας διεστραμμένος σαδισμός. Προσπαθώντας να λασκάρω το σχοινί γύρω από τους καρπούς μου, συνειδητοποίησα πόσο εξαντλημένος ήμουν. Ακόμα κι αν ήταν χαλαρό, αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να κάνω κάτι. Όπως καθόμουν εκεί ακουμπισμένος στον τοίχο, με τη λάσπη να στεγνώνει αργά στα ρούχα και το σώμα μου, ήταν δύσκολο να μη νιώσω εντελώς απελπισμένος. Κάποια στιγμή, σήκωσα το βλέμμα μου προς το ενυδρείο και παρατήρησα ότι το κουνούπι είχε κάνει την εμφάνισή του. Το κεφάλι μου γύριζε και άρχισα να το αισθάνομαι πολύ βαρύ. Σκέφτηκα τη φωνή που είχα ακούσει, τη φωνή που ισχυριζόταν πως ήταν η Νχαν Ντιέπ. Ό λ α έμοιαζαν τόσο παράλογα, και αισθανόμουν ανόητος που τα πίστευα παρά την τραυματική μου εμπειρία. «Θα λιποθυμήσω» είπα, όχι σε κανέναν συγκεκριμένα. Το κεφάλι μου έγειρε μπροστά. Μούδιασα κι ύστερα παρέλασαν μπροστά μου διάφορες εικόνες, διαλεγμένες στην τύχη. Αισθανόμουν την παρουσία της ξανά. Προσπαθούσε να περάσει με τη βία μέσα στο κεφάλι μου, αλλά κάτι την κρατούσε μακριά. Ένιωθα σαν να με έσπρωχναν σ' έναν τεράστιο ανοιχτό χώρο, μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Τότε εκείνη χαλάρωσε τον έλεγχο της επάνω μου, κι έμεινα έρμαιο της σύγχυσης και του κρύου. Τα δόντια μου χτυπούσαν και πονούσε ο σβέρκος μου από τη σκυφτή στάση του κεφαλιού μου. Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τρομοκρατημένος τον Μάθερ, μού256


σκεμα, να στέκεται στην πόρτα. Ύστερα, βλέποντας ότι κρατούσε ακάματο στιλέτο στο ένατου χέρι, μου κόπηκε η ανάσα. Έσταζε νερό και αίμα στο πάτωμα. Τον κοίταξα στα μάτια, προσπαθώντας να μαντέψω το σκοπό του. Το βλέμμα του μετακινήθηκε από μένα στο γυάλινο ενυδρείο, κι ύστερα πάλι πίσω. Είχα την εντύπωση ότι ήθελε απεγνωσμένα να κάνει κάτι, αλλά δεν ήταν απόλυτα έτοιμος για το επόμενο βήμα. «Δεν μπορούσα να το αποφύγω, μπορούσα;» Κράτησε ψηλά το στιλέτο, σκούπισε τη λάμα μ' ένα μαντήλι κι ύστερα το ακούμπησε στο κρεβάτι. «Είναι εκπληκτικό πόσο γρήγορα μπορούν τα ψέματα να γίνουν τρόπος ζωής» είπε, χαζεύοντας έξω από το παράθυρο. Πόσο θα' θελα να τελειώνει μια και καλή, αντί να παίζει μαζί μου. Φαινόταν όμως σαν κάτι να τον κρατούσε, και το γεγονός ότι δεν μπορούσε να ξεμπερδέψει μαζί μου του δημιουργούσε μεγάλο εκνευρισμό. Έμοιαζε να καταρρέει, να χάνει τη συνοχή των σκέψεών του και τον έλεγχο της κατάστασης. «Υποθέτω ότι ο Σόουμς σού τα διηγήθηκε όλα» είπε ο Μάθερ, προχωρώντας προς το κρεβάτι όπου κάθισε. «Δεν θα έπρεπε να τον είχα εκβιάσει τόσο πολύ. Δεν ήταν δίκαιο εκ μέρους μου. Αλλά τα πειράματα - αυτά μου πήραν το μυαλό. Η συγκίνηση, η περιπέτεια. Μετά την πρώτη φορά μου ήταν αδύνατο να σταματήσω». Η περίπτωσή του ήταν ανίατη. Κι εγώ ο ίδιος ένιωθα χαμένος. Σωματικό και ψυχικό ράκος, ανίκανος να παλέψω ή ν' αντισταθώ. Βρισκόμουν στο έλεος αυτού του ανελέητου. 257


«Δεν μετανιώνω για τίποτα όμως» συνέχισε κοιτάζοντας κάτω τα πόδια του. «Θεωρώ τον εαυτό μου προνομιούχο που έζησα αυτή την εμπειρία. Έ χ ω δει πράγματα που λίγοι άνθρωποι μπορούν να φανταστούν». Ύστερα άφησε να του ξεφύγει το πιο αλλόκοτο και ανησυχητικό γέλιο που έχω ακούσει στη ζωή μου και πλησίασε το ενυδρείο. «Και όλα τα χρωστώ σ' αυτήν». «Αυτήν;» «Ναι. Δική της ιδέα ήταν να έρθουμε εδώ. Εδώ θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε το έργο μας χωρίς να μας ενοχλεί η κοινωνία. Η επιτυχία που ακολούθησε ήταν αναπάντεχη. Το σχέδιο ήταν τόσο απλό. Το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να τη χρησιμοποιούμε ως δόλωμα. Τη χρησιμοποιήσαμε για να προσελκύσουμε απερίσκεπτους βλάκες». «Πολλοί άνθρωποι θα ανησυχήσουν για την εξαφάνιση μου. Όχι μόνο ο εκδότης μου αλλά και οι συνάδελφοι μου. Θα έρθουν να με βρουν. Το ξέρω πως θα έρθουν». «Άλλο συνάδελφοι κι άλλο φίλοι και συγγενείς. Το ενδιαφέρον τους είναι μικρό. Σίγουρα έχουν πιο σημαντικές έγνοιες από τη δική σου ασφάλεια. Ωστόσο, αν κάποιος έφτανε στο σημείο να έρθει εδώ και να σε αναζητήσει, ο καλός μου φίλος ο λιμενάρχης θα μπορούσε να...» «Είναι νεκρός». «Α, ναι». Ο Μάθερ στ' αλήθεια το είχε ξεχάσει. «Είναι, ε; Γιατί το έκανα αυτό;» Έριξε μια ματιά στο στιλέτο πάνω στο κρεβάτι κι ύστερα το βλέμμα του γύρισε πίσω στο ενυδρείο. «Γιατί το έκανα αυτό;» Η φωνή του ήταν πιο δυνατή τώρα. Το κουνούπι άρχισε ξανά να βουίζει 258


μονότονα. Τα φρύδια του Μάθερ ανασηκώθηκαν. «Τώρα θα έρθουν. Κι ύστερα τι; Πρώτα ο Σόουμς, τώρα ο Ντέρινγκερ. Γιατί με άφησες να το κάνω; Θέλεις να τα διαλύσεις όλα - αυτό είναι;» Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο, ξύνοντας το κεφάλι του. Φαινόταν σαν ν' συνειδητοποιούσε πρώτη φορά τις συνέπειες των πράξεών του. «Απορώ που η Λαίδη δεν είναι θυμωμένη μαζί σου γι' αυτό που έκανες». «Τι;» Άθελά μου, βρήκα την έκφραση του Μάθερ κωμική. Έμοιαζε μπερδεμένος και εκνευρισμένος. Παράλληλα, άρχισε να παρουσιάζει ένα νευρικό τικ. «Το να φέρεις όλους αυτούς τους ανθρώπους στο νησί και να τους δολοφονήσεις ήταν μια πολύ ριψοκίνδυνη επιχείρηση. Αλλά τώρα που σκότωσες τον Ντέρινγκερ, την έχεις βάψει για τα καλά. Η εξαφάνιση του θα γίνει αισθητή. Είναι θέμα χρόνου το να έρθουν να τον αναζητήσουν. Και πώς θα βρίσκει εκείνη αίμα για να πίνει όταν εσύ θα είσαι στη φυλακή; Είσαι ο μοναδικός της προμηθευτής». Ο Μάθερ έριξε μια ματιά στο κλουβί. Ο Κόκκινος Γάγγης είχε ησυχάσει τώρα, αλλά είχα την αίσθηση ότι άκουγε και καταλάβαινε όλα όσα λέγονταν. «Αυτή ήθελε να το κάνω. Είμαι σίγουρος πως το ήθελε! Αλλά με ό,τι έγινε τώρα δεν βγάζω νόημα. Γιατί; Γιατί δεν με σταμάτησες;» Αν το κουνούπι τού έδωσε κάποια απάντηση, δεν την άκουσα. «Δεν θα υπάρξει πρόβλημα. 259


Το αίμα της θα το πάρει. Το ξέρει αυτό. Θα τακτοποιήσω το θέμα του Ντέρινγκερ. Όλα θα γίνουν όπως πριν». «Όχι δεν θα γίνουν. Σε λίγο θα μαζευτεί εδώ κόσμος. Έ ν α σωρό άνθρωποι. Κι όταν συμβεί αυτό, όλα θα έχουν τελειώσει». Ο Μάθερ σήκωσε το γυαλιστερό στιλέτο και κάρφωσε το βλέμμα του στη λάμα. «Όχι πριν πραγματοποιήσω ένα τελευταίο πείραμα». Έστρεψε το βλέμμα του αργά προς το μέρος μου. «Έχετε κάποια πρόταση, κύριε Ριβς;» Προσπάθησα να μείνω ήρεμος και ψύχραιμος, μα απαιτούσε τρομακτική προσπάθεια. Θα πρέπει να έτρεμα σύγκορμος. «Όχι. Δεν μου έρχεται αυτή τη στιγμή τίποτε στο μυαλό». «Να προσεύχεσαι να μη σε βρει ποτέ κανείς, κύριε Ριβς, γιατί θα σκοτώσω όλους όσους έρθουν να σ'αναζητήσουν. Μέχρι τον τελευταίο». Όρμησε πάνω μου τυφλός από παραφροσύνη, με μια έκφραση που ήταν η προσωποποίηση ό,τι πιο τρομερού. «Θα σκοτώσω όλους και όλα πάνω ο' αυτό το νησί αν χρειαστεί, αλλά δεν θ' αφήσω να μου την πάρουν!» Έκλεισα τα μάτια μου και ετοιμάστηκα για το αναπόφευκτο. Αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τον Μάθερ να στέκεται από πάνω μου, με το στιλέτο να πάλλεται στα δυο του χέρια ψηλά πάνω από το κεφάλι του. Τα δόντια του ήταν σφιγμένα. Ιδρώτας είχε σχηματιστεί στο μέτωπο από τη μεγάλη προ260


απάθεια που κατέβαλλε. Πάσχιζε με όλες του τις δυνάμεις να με σκοτώσει, μα για μία ακόμη φορά μεσολαβούσε κάτι που τον εμπόδιζε. Μούγκρισε, έριξε ένα άγριο βλέμμα στο έντομο μέσα στο ενυδρείο του κι ύστερα έκανε μεταβολή και όρμησε έξω από το δωμάτιο. Άκουσα το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά. Το στομάχι μου μού θύμισε ότι είχα να φάω από το πρωί, αλλά το να ζητήσω φαγητό από τον Μάθερ θα ήταν μάλλον ματαιοπονία. Ζούσα μια απερίγραπτη φρίκη, μολαταύτα αισθανόμουν τυχερός που ήμουν ζωντανός. Πίεσα τον εαυτό μου να βρίσκεται σε εγρήγορση, να αφουγκράζεται, να είναι έτοιμος για οτιδήποτε θα μπορούσε να διαδραματιστεί. Δεν ήμουν σε θέση να κάνω πολλά πράγματα έτσι δεμένος. Τα πόδια μου δεν ήταν ενωμένα με το σχοινί, μα αυτό δεν είχε και τόση σημασία. Δεν είχα τη δύναμη ούτε να σταθώ όρθιος. Αν το μόνο που μου είχε απομείνει ήταν το μυαλό μου, θα έπρεπε να το κρατάω καλά ακονισμένο. Πέρασαν μερικά λεπτά, και ο αγώνας να διατηρήσω τις αισθήσεις μου γινόταν όλο και πιο δύσκολος, μέχρι που άκουσα τον ήχο τρεχούμενου νερού από το μπάνιο. Ο Μάθερ έκανε ντους. Τον άκουγα να μουρμουρίζει μόνος του. Μια δυο φορές φώναξε ένα άγνωστο σε μένα όνομα. Είχε δολοφονήσει τον Σόουμς και τον Ντέρινγκερ μέσα σε διάστημα μιας ώρας, κι ύστερα είχε αποπειραθεί να σκοτώσει εμένα. Είχε αρχίσει να κλονίζεται. Ο κόσμος του κατέρρεε γύρω του. Κάτι τον είχε οδηγήσει στην απόγνωση. Μπορεί να ήταν ο σαλταμπίκος. Δεν 261


είχε αναφέρει το έντομο από τότε που μου επιτέθηκε στο δάσος, αλλά θα πρέπει να τον απασχολούσε. Η προσοχή μου αποσπάστηκε. Το κουνούπι είχε αρχίσει να πετάει γύρω γύρω μέσα στο ενυδρείο και ήταν φανερό ότι κάτι την είχε αναστατώσει. Ύστερα άκουσα τη φωνή: Η Νχαν Ντιέπ είχε εισβάλει ξανά στις σκέψεις μου. Αλλά αυτή τη φορά η αυτοπεποίθηση και η ηρεμία έλειπαν από τα λόγια της. Πατί; Ακούστηκε σχεδόν φοβισμένη. «Τι γιατί;» Γιατί σκέφτεσαι τους σαλταμπίκους; «Μη σε νοιάζει». Πες μου! «Όχι. Είσαι ένα αποκύημα της φαντασίας μου. Κι έχω βαρεθεί να κουβεντιάζω με τον εαυτό μου». Κοίτα με. «Όχι!» Κοίτα με. Τώρα. «Δεν θέλω». Σήκωσε το κεφάλι σου. «Το σήκωσα». Τώρα στ'αριστερά. Το βλέμμα μου στράφηκε για μία ακόμη φορά προς το ενυδρείο και τον Κόκκινο Γάγγη. Τίναξε τα φτερά του μία, ύστερα δύο φορές κι έπειτα: Τώρα με βλέπεις; Δεν είχε νόημα να το αρνούμαι άλλο. «Εντάξει» είπα, σχεδόν γελώντας. «Σε βλέπω». Τώρα δες με. Δες με αληθινά. 262


Συνέχισα να κοιτάζω το έντομο, κατάπληκτος με την εμφάνιση του. Μολονότι βρισκόταν απέναντι, μέσα στο ενυδρείο, έμοιαζε να γεμίζει όλο το οπτικό μου πεδίο. Γύρω του υπήρχε κάτι που θύμιζε το στατικό ηλεκτρισμό της τηλεόρασης. Μικροσκοπικά χρωματιστά μόρια άφριζαν γύρω από το ενυδρείο, εμποδίζοντας οτιδήποτε άλλο να αποσπάσει την προσοχή μου. Ο Κόκκινος Γάγγης, παρά την απεγνωσμένη μου ελπίδα να είχα φανταστεί τη φωνή του, στ' αλήθεια με κοιτούσε. Ένιωθα επάνω μου το βλέμμα του. Δεν χωρούσε αμφιβολία. Κι ύστερα, σαν να προσπαθούσε μια για πάντα να απομακρύνει την αμφιβολία από το μυαλό μου, η φωνή ξαναγύρισε, αυτή τη φορά δυνατότερη, πιο επίμονη, με προστατικό τόνο. Δεν είμαι αποκύημα της φαντασίας σου, Άσλι Ριβς. Το ξέρεις αυτό. Είμαι η Νχαν Ντιέπ! Ήμουν ανίκανος να μιλήσω ή να σκεφτώ. Το σώμα και ο νους μου βρίσκονταν σε καταστολή, υπό έλεγχο κατά κάποιο τρόπο. Τα λόγια του πλάσματος ήταν εντελώς απίστευτα, κι όμως, παρά την τρέλα εκείνης της στιγμής, διαισθάνθηκα την αλήθεια τους. Κι εκείνη συνέχισε: Τώρα πες μου, γιατί έχεις στο μυαλό σου έναν σαλταμπίκο; «Δεν ξέρω» αποκρίθηκα χαμογελώντας πονηρά σαν άτακτο παιδί. Ένιωθα τη διάθεσή της να αλλάζει και από ενδιαφέρον να μετατρέπεται σε οργή, και τότε ξαφνικά ο ήχος τρεχούμενου νερού από το μπάνιο σταμάτησε. 263


13. Χειραγώγηση

Παρά το μεγάλο αδιέξοδο στο οποίο βρισκόταν, ο Μάθερ άρχισε να σφυρίζει. Ο ήχος ξεκίνησε από το μπάνιο κι υστέρα ερχόταν όλο και πιο κοντά, μέχρι που άκουσα το κλειδί να γυρνάει στην κλειδαριά. Ο Κόκκινος Γάγγης ήταν ήσυχος τώρα και είχε κρυφτεί ξανά. Η πόρτα άνοιξε αργά. Ο Μάθερ γλίστρησε μέσα στο δωμάτιο πολύ προσεκτικά. Καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω του, παρατήρησα ότι είχε χώσει το στιλέτο στη ζώνη του μπουρνουζιού του. Έκανε μεταβολή και στάθηκε εκεί κοιτώντας με, αβέβαιος για το τι να κάνει ή τι να πει. Στο βλέμμα του διέκρινα ανάμεικτα συναισθήματα, που μου ήταν δύσκολο να ερμηνεύσω. Καταλάβαινα όμως το φόβο. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Τώρα με έβλεπε σαν απειλή, σαν ένα απροσχεδίαστο στοιχείο κινδύνου. Είχε σκοπό να με εξοντώσει, αλλά του είχαν χαλάσει τα σχέδια για λόγους που δεν αντιλαμβανόταν πλήρως. Εξακολουθούσε να θέλει να με καταστρέφει - αυτό ήταν φως φανάρι, αλλά νομίζω ότι φοβόταν τι θα συνέβαινε αν ξαναδοκίμαζε. Είχε μπλέξει για τα καλά μαζί μου. Και δεν είχε ιδέα πώς να ξεμπλέξει. «Θέλεις στ' αλήθεια να πεθάνω, έτσι δεν είναι;» Τα 265


λόγια ξέφυγαν από το στόμα μου σαν να είχαν δική τους θέληση. Τα προόριζα μονάχα για σκέψεις. Ο Μάθερ δεν απάντησε. Προχώρησε προς την εσοχή και τράβηξε οριζόντια το πάνελ. Το έκανε αργά, χωρίς ούτε στιγμή να κατεβάσει το βλέμμα του από πάνω μου, ανησυχώντας, όσο απίθανο κι αν ήταν, μήπως έβρισκα κάποιον τρόπο να του επιτεθώ. «Θα προτιμούσες να πέθαινα αυτή τη στιγμή και να σε διευκόλυνα. Θα σου προτείνω κάτι» είπα, νιώθοντας, για πρώτη φορά ίσως, ότι ασκούσα κάποιον έλεγχο. «Γιατί δεν με λύνεις και δεν μου δίνεις το στιλέτο να κάνω τη δουλειά μόνος μου;» Η έκφραση του παρέμεινε αναλλοίωτη. Άρχισα να γελάω σιγανά. Ο Μάθερ δεν εντυπωσιάστηκε. Το χέρι του τρεμόπαιξε πάνω στη λαβή του στιλέτου. «Θα έκανες καλά να προσέχεις στην κατάσταση που βρίσκεσαι, φίλε μου». Άρχισε να απομακρύνεται από το πάνελ. «Θα γυρίσω αμέσως». Έφυγε και επανήλθε λίγα λεπτά αργότερα φορώντας καθαρά ρούχα. Το στιλέτο τώρα ήταν κάπου κρυμμένο, σίγουρα κάπου όπου θα μπορούσε να έχει άμεση πρόσβαση σ' αυτό. «Σήκω» είπε. «Δεν ήμουν βέβαιος ότι είχα ακούσει καλά, μιας και δεν είχα δει τα χείλη του να κουνιούνται. Σε λίγο όμως το επανέλαβε πιο καθαρά: «Εμπρός, σήκω! Στυλώσου στα πόδια σου!». Έκανε ένα δυο βήματα προς το μέρος μου. «Δεν μπορώ». Αυτό ήταν αλήθεια. Το σώμα μου θύμιζε ένα σακί από σάρκα και οστά, ανίκανο ν' ανταποκρι266


θεί. Όλη η ενέργεια μου είχε εξαντληθεί. «Δεν μπορώ καλά καλά να μιλήσω, πώς να κουνηθώ;» Για άλλη μια φορά βγήκε από τη θήκη το στιλέτο και στράφηκε εναντίον μου. «Δεν είναι ώρα για παιχνίδια». «Ώστε δεν έχεις καιρό για παιχνίδια, ε; Πριν είχες μπόλικο χρόνο γι' αυτά! Αυτό δεν είναι που σου αρέσει να κάνεις; Να παίζεις παιχνίδια με τους ανθρώπους;» Ο Μάθερ έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά. «Σήκω πάνω αμέσως!» «Θα χρειαστεί να με βοηθήσεις». Τον έβλεπα να κάνει νευρικές κινήσεις, καθώς εξακολουθούσε να αισθάνεται αμήχανα με την κατάσταση. Δεν ήθελε να με βοηθήσει να σηκωθώ. Νομίζω πως δεν ήθελε ούτε να με αγγίξει. «Πίστεψέ με, δεν έχω τη δύναμη να σου φέρω αντίσταση». «Ωραία, θα με συγχωρήσεις τότε αν δεν σε απαλλάξω λόγω αμφιβολιών». «Αναγκαστικά τότε θα μείνω εδώ, ε;» «Θα πας στο δωμάτιο των ξένων! Πρέπει να μείνω μόνος για ν' αποφασίσω τι θα κάνω». Το σκέφτηκα και συνειδητοποίησα ότι οι συνθήκες θα ήταν μάλλον καλύτερες στο άλλο δωμάτιο. Θα βρισκόμουν μακριά από εκείνον, μακριά από αυτό το τέρας και θα ήμουν σ' ένα μέρος όπου θα μπορούσε να ηρεμήσει το κεφάλι μου. Με λίγη προσπάθεια, χρησιμοποιώντας τον τοίχο και το περβάζι του παραθύρου για να στηριχτώ, κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου. Ακούμπησα στο παράθυρο κάμποση ώρα, συγκεντρώνοντας όση δύναμη που απόμενε για να προχωρήσω. Το 267


κεφάλι μου άρχισε πάλι να δονείται και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Ακόμα δεν είχα ιδέα πόση ζημιά είχε προκαλέσει ο Μάθερ στο κρανίο μου. Το χτύπημα θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν θανατηφόρο. Ο Μάθερ κάγχασε, λες και έπαιζα θέατρο μπροστά του παριστάνοντας τον κακομοίρη. Αυτό με έκανε να κουνήσω το κεφάλι μου. «Λίγο πιο δυνατά να με είχες χτυπήσει, θα με είχες αποτελειώσει εκεί στο δάσος». «Δεν σε χτύπησα και τόσο δυνατά. Δεν είναι τίποτα». «Ω, είναι περισσότερο από τίποτα» έφτυσα. «Πίστεψε με». «Άντε, κουνήσου!» «Κουνιέμαι». Έδωσα μια ώθηση για ν' απομακρυνθώ από το παράθυρο και τρέκλισα προς την πόρτα απέναντι. Ο Μάθερ κρατούσε μια απόσταση ανάμεσά μας, αλλά είχε το νου του μην επιχειρήσω καμιά παράτολμη απόδραση προς την ελευθερία. Αυτή η σκέψη με έκανε να γελάσω πάλι. Πού στο διάολο θα πήγαινα; Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να φύγω από το νησί τώρα, εκτός αν η καταπακτή που μου είχε δείξει ο Σόουμς οδηγούσε σε κάποιου είδους σήραγγα. Αλλά δεν μπορούσα να φτάσω εκεί πριν εξουδετερώσω πρώτα τον Μάθερ, πράγμα που ήταν εξαιρετικά δύσκολο με τα χέρια μου δεμένα. Έσπρωξα τη μισάνοιχτη πόρτα με το δεξί μου ώμο και ήμουν έτοιμος να βγω στο διάδρομο, όταν ο Μάθερ με άρπαξε από το μπράτσο και με σταμάτησε. «Περίμενε». «Τι είναι;» 268


«Σςςς!» Εξακολουθούσε να με κοιτάζει, αλλά η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού. Έδειχνε ν' αφουγκράζεται. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, άκουσα κάτι που κάλυπτε το ατέλειωτο σφυροκόπημα μέσα στο κεφάλι μου. Ήταν ο θόρυβος ενός κινητήρα. Και συνεχώς δυνάμωνε. Ο Μάθερ με τράβηξε πίσω στο δωμάτιο και με έσπρωξε πάνω στο παράθυρο. Είδα τον εαυτό μου στο τζάμι. Έπαθα σοκ: το πρόσωπο που έβλεπα μέσα του ήταν σχεδόν αγνώριστο. Τα μαλλιά, αχτένιστα και μπλεγμένα, κολλούσαν στο κούτελο μου σε τούφες, στερεωμένα εκεί με λάσπη που στέγνωνε. Χώμα, φύλλα και άλλα υπολείμματα του δάσους σκέπαζαν τα ρούχα μου. Θα πρέπει μάλλον να με έσυρε παρά να με κουβάλησε στο ξέφωτο. Φαινόμουν χάλια. Ο Μάθερ πλησίασε το πάνελ, το άνοιξε τραβώντας το στο πλάι και στάθηκε μπροστά στο γυάλινο ενυδρείο, μουρμουρίζοντας κάποια λόγια που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ύστερα έκανε κάτι εντελώς ανήκουστο. Σήκωσε το καπάκι. Τοποθετώντας το βαρύ κομμάτι γυαλί στο πάτωμα, γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε βλέποντας την έκφραση απόλυτου τρόμου στο πρόσωπο μου. «Θα σ' αφήσω στη φροντίδα της Λαίδης, κι εγώ θα πάω να υποδεχτώ τον απρόσμενο επισκέπτη μας. Εννοείται πως, αν προσπαθήσεις να ουρλιάξεις ή να κάνεις κάτι εξίσου ανόητο, εκείνη θ' αναγκαστεί ν' αναλάβει, δράση». «Δεν μπορείς να μ' αφήσεις μόνο μου μ' αυτήν!» Ο πανικός με είχε κυριεύσει ξανά. «Φοβάμαι ότι είμαι αναγκασμένος. Τώρα συγγνώμη 269


για λίγο». Ο Μάθερ έκανε μεταβολή κι έφυγε. Βρόντηξε την πόρτα πίσω του, μα εκείνη δεν έκλεισε καλά. Εγώ στο μεταξύ δεν μπορούσα να κατεβάσω το βλέμμα μου από το ενυδρείο, και, καθώς κοίταζα, το έντομο ανασηκώθηκε αργά έξω από τα τείχη του γυάλινου κουτιού και αιωρήθηκε στον αέρα με κατεύθυνση προς εμένα. Παρακαλώ... κάθισε. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού, όπως μου είπε. Το κουνούπι πέταξε μέχρι το γραφείο και προσγειώθηκε εκεί. Οι φτερούγες της ανεβοκατέβαιναν υπνωτιστικά, όπως τις είχα δει να κάνουν πριν. Το υπόλοιπο σώμα της ήταν ακίνητο και είχε πάρει ένα χρώμα σχεδόν καφετί. Θυμάσαι για ποιο πράγμα μιλούσαμε νωρίτερα; «Κάτι για το τέλος που πλησίαζε. Για το ότι δεν θα τον άφηνες να μου κάνει κακό». Σωστά. Θα σε προστατέψω. «Εκείνος πήγε να με σκοτώσει προηγουμένως». Ναι, και σου το είπα - προσπάθησε και όταν κοιμόσουν χτες τη νύχτα και αφού σου είχε επιτεθεί στο δάσος. Θα μπορούσα να μην του επιτρέψω να σε πειράξει καθόλου, αλλά δεν ήταν δυνατόν να σε αφήσω να ξεφύγεις. Η σκέψη ότι θα μπορούσα τόσο εύκολα να είμαι ήδη νεκρός, ότι ο Μάθερ θα με έσφαζε ευχαρίστως αν δεν τον σταματούσε το κουνούπι, με ταρακούνησε για τα καλά. «Γιατί λοιπόν δεν τον άφησες να με σκοτώσει;» Επειδή σε χρειάζομαι. Έχεις κάτι που έψαχνα. «Με χρειάζεσαι περισσότερο απ' ό,τι τον Μάθερ;» Ο Μάθερ ζει μόνο και μόνο επειδή υπήρξε χρήσιμος. 270


«Με ποιο τρόπο;» Αίμα. «Αλλά γιατί το χρειάζεσαι; Αφού δεν μπορείς ν' αναπαραχθείς, μπορείς;» 'Οχι... Δεν διέκρινα ίχνος λύπης στη φωνή της. Έδειχνε σαν να μη την απασχολούσε καθόλου το θέμα της αναπαραγωγής. «Γιατί λοιπόν το χρειάζεσαι;» Μεσολάβησε μια μικρή παύση κι ύστερα: Έχω μια ακόρεστη δίψα γι' αυτό. «Και ο Μάθερ κατάφερνε να σου προμηθεύει αρκετό;» Μου έχει δώσει μπόλικο. Όταν τον βρήκα, ήξερα αμέσως ότι θα γινόταν ένας πρόθυμος υπηρέτης μου. Εκείνη τη νύχτα στο Λονδίνο, έψαχνα, όπως τόσες νύχτες πριν, για καινούριο αίμα. Στην πόλη δεν μπορούσα να σκοτώνω μό117 /ί1ον' γιατί μερικές φορές υπήρχε φόβος να τα κάνω όλα άνω κάτω. Μου ήταν δύσκολο να ελέγξω τη δίψα μου και δεν ήθελα ν' αφήσω πίσω μου ίχνη που πιθανόν να οδηγούσαν στη σύλληψή μου. Η ιδέα της φυλακής μού είναι αφόρητη. Πρέπει να ζω ελεύθερη ή με ένα σύντροφο που να γνωρίζει τις απαιτήσεις μου και να είναι πρόθυμος να με βοηθήσει. Ο Μάθερ αποδείχτηκε ένας τέτοιος συνεργός. Μύρισα από μεγάλη απόσταση τις πολλές διαστρωματώσεις αίματος από τα πειράματα του. Στην είσοδο του σπιτιού του, η μυρωδιά με τρέλανε. Ρίχτηκα πάνω στην πόρτα του δωματίου μέχρι που με άφησαν να μπω μέσα. Από τη στιγμή που βρέθηκα στο δωμάτιο, ήξερα ότι είχα 271


βρει κάποιον που μπορούσα να εκμεταλλευτώ. Δεν μου πήρε πολύ χρόνο να αποκτήσω τον έλεγχο πάνω στο νου του Μάθερ. Αποδείχτηκε μια βολική μαριονέτα. Χωρίς μεγάλη προσπάθεια, τον έπεισα να αυξήσει τη συχνότητα των πειραμάτων του, ώστε να διατηρεί την προμήθεια αίματος σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ύστερα από κάθε πείραμα, η γοητεία του για το μακάβριο μεγάλωνε. Το σκοτάδι μέσα του κατάτρωγε την ψυχή του, καταστρέφοντας την αίσθηση του για το τι είναι καλό και τι κακό. Ύστερα από λίγο καιρό, πειραματιζόταν κάθε νύχτα - όχι μόνο για να ευχαριστήσει εμένα, αλλά για να ικανοποιήσει και τη δική του λαγνεία να κατακρεουργεί ανθρώπους. «Και ο Σόουμς; Δεν προσπάθησε ποτέ να σας εμποδίσει;» Γρήγορα επέβαλα την εξουσία μου και σ' αυτόν, τρομοκρατώντας τον μάλλον παρά ελέγχοντάς τον. Του έδωσα πολλά δείγματα για το τι θα συνέβαινε αν προκαλούσε ποτέ την οργή μου ή αν επενέβαινε στη δουλειά του Μάθερ.Όταν τελικά μετακομίσαμε εδώ, νόμιζα ότι όλα θα ήταν τέλεια. Ο ενθουσιασμός του Μάθερ για τα πειράματα μεγάλωσε, και το αίμα έρεε άφθονο. «Όλα αυτά πρόκειται να τελειώσουν, όμως». Ναι. Τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει τώρα. Και όλα αυτά χάρη σ' εσένα. «Εμένα;» Ο ερχομός σου εδώ ήταν η αρχή του τέλους. «Για όλους;» Όχι. Όχι για όλους. 272


Φάνηκε σαν να εκπλήσσεται, σαν να είχα ξεστομίσει κάτι εξωφρενικό. Θυμήθηκα τι είχε πει πρωτύτερα για το ότι δεν θα άφηνε τον Μάθερ να με βλάψει. Δεν μπορούσα να φανταστώ γιατί ήταν τόσο αποφασισμένη να με κρατήσει στη ζωή. Είχα υποθέσει ότι δεν θα ήμουν τίποτε περισσότερο από τροφή γι' αυτήν. «Γιατί νοιάζεσαι τόσο πολΰ για μένα;» Ήμουν άνθρωπος κάποτε και πρόδωσα αυτόν που αγαπούσα. Εξαιτίας αυτής της προδοσίας, με καταράστηκαν. «Ο Νγκοκ Ταμ». Ήταν σύγυζόςμου. Δεν... δεν άντεχε να ζήσει χωρίς εμένα. Το αίμα του με γύρισε πίσω από τον τάφο, κι εγώ σε ανταπόδοση τον εγκατέλειψα για έναν πλουσιότερο άντρα και μια ζωή γεμάτη χλιδή. Χρόνια τώρα ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο, αναζητώντας το αίμα του, για να μπορέσω να ξαναγίνω άνθρωπος. Μάντευα τι θα ακολουθούσε, όσο απίθανο κι αν φαινόταν. «Αλλά το αίμα του συζύγου σου θα πρέπει να ήταν μοναδικό. Μόνο το δικό του αίμα θα μπορούσε να σε επαναφέρει στην προηγούμενη μορφή σου». Εκείνος προερχόταν από μια οικογένεια ταξιδευτών. Τα μέλη της θα πρέπει να εξαπλώθηκαν σε όλο τον κόσμο. Είναι πιθανό να υπάρχουν πάρα πολλοί απόγονοι του σήμερα. Ήξερα ότι κάποτε θα συναντούσα έναν απ'αυτούς. Και τώρα να που έγινε. Όταν μύρισα για πρώτη φορά το αίμα σου, ήξερα πως ήταν το δικό του. Τόσο μοναδικό και 273


δυνατό. Ένιωσα έναν απέραντο ενθουσιασμό. Οι προσευχές μου επιτέλους εισακούστηκαν. Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, όταν θα μείνουμε εντελώς μόνοι, θα πιω... και θα γίνω δική σου. Άρχισα να τρέμω, και όχι επειδή έκανε κρύο στο δωμάτιο. Όταν είχα σχεδόν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα, βρήκα αυτό που ποθούσε η καρδιά μου. Στις φλέβες σου ρέει το αίμα της παλιάς μου αγάπης, του Νγκοκ Ταμ. «Όχι, αυτό δεν... » Οι δεσμοί του αίματος σον πάνε πολύ πίσω... «Μα... » Πολλές γενιές πίσω, μα είναι ακόμα ισχνροί.Με το αίμα τον Ταμ θα διαλυθεί η κατάρα, και δεν θα είμαι φυλακισμένη πια μέσα σ' αυτή τη μισητή μορφή, σκλάβα της δίψας για αίμα. Σε παρακαλώ να πιστέψεις ότι δεν έχω καμία επιθυμία να σου κάνω κακό. Το μόνο που χρειάζομαι είναι μερικές σταγόνες αίμα. «Ώστε ο θρύλος είναι αληθινός. Γι' αυτό λοιπόν φοβόσουν τον σαλταμπίκο;» Τον σαλταμπίκο; Τον σκεφτόσουν επειδή είχες διαβάσει ένα από τα βιβλία του Μάθερ. Χα! Τζάμπα ανησυχούσα. «Όχι». Χαμογέλασα. Τον σκεφτόμουν επειδή είναι εδώ στο νησί. Το τζίνι βρίσκεται εδώ. Έχει έρθει για σένα». «Σςςς... Μη λες ψέματα, είναι μάταιο. «Είναι αλήθεια! Το ξέρει και ο Μάθερ. Το τζίνι σε ξετρύπωσε και νομίζω ότι έχει σκοπό να σε εμποδίσει να ξαναγίνεις γυναίκα». 274


Ακόμα κι αν βρίσκεται στ'αλήθεια εδώ, δεν πρόκειται να με σταματήσει. Τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει τώρα. Δεν θα το επιτρέψω! Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, άκουσα φωνές. Με τεράστια προσπάθεια κατάφερα να στυλωθώ ξανά στα πόδια μου. Κοιτώντας από το παράθυρο, τους είδα στο φεγγαρόφωτο να πλησιάζουν τη δεξιά πλευρά του σπιτιού, με κατεύθυνση το μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος. Στην αρχή δεν μπορούσα να διακρίνω με ποιον ήταν ο Μάθερ, αλλά έμοιαζε να οδηγεί κάποιον προς το κέντρο ερευνών. Μόλις και μετά βίας διέκρινα τα λόγια του: «...στρωθεί στη δουλειά τραβώντας φωτογραφίες. Το ξέρω πως είναι αργά, αλλά ήθελε να βγάλει όσο το δυνατόν περισσότερες πριν φύγει αύριο». Ύστερα άκουσα τη φωνή της. Υπέροχη κι όμως τόσο τρομακτική, επειδή ήταν τόσο παράταιρη εδώ σ' αυτό το σκοτεινό θέατρο της φρίκης. «Δεν μου προκαλεί εντύπωση. Τρελαίνεται για τέτοια πράγματα, μολονότι πολλές φορές λέει το αντίθετο». «Α». «Μου τηλεφώνησε νωρίτερα, αλλά κόπηκε η γραμμή. Έδειχνε να είχε κάποιο πρόβλημα - ανησύχησα λίγο...» Κι ύστερα η φωνή της έσβησε. «Τζίνα! Ω, Θεέ μου, όχι! Σε παρακαλώ» ικέτεψα. «Πρέπει να τον σταματήσεις. Πρέπει...» Είναι μάταιο. «Όχι!» Πάλεψα με το σχοινί που έδενε τους καρπούς 275


μου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Μάθερ είχε κάνει πολύ καλή δουλειά. «Μα πρέπει... Θα τη σκοτώσει». Ζούσα την πιο βασανιστική αγωνία. Έπρεπε πάση θυσία να βγω από εκείνο το δωμάτιο και να την προστατέψω. Δεν άντεχα τη σκέψη πως ήταν μόνη μαζί του. «Πρέπει να τον εμποδίσω». Σςς, αγάπη μου. Σε λίγο θα έχει φύγει. Και τότε όεν θα υπάρχει τίποτα που να σου προκαλεί πόνο. Τα βάσανά σου θα διαρκέσουν μόνο όσο εκείνη είναι ζωντανή. «Θα μπορούσες να κάνεις κάτι. Έχεις εξουσία επάνω του». Ναι, έχω. «Τότε άσκησέτην!» Όχι. Η ζωή της δεν με ενδιαφέρει. Απλώς προσφέρει έναν απαραίτητο αντιπερισπασμό. «Τι;» Ενώ εκείνος είναι απασχολημένος μαζί της, εγώ θα πάρω ό,τι μου χρειάζεται από σένα. Νομίζω πως ο Μάθερ έχει γίνει υπερβολικά εξαρτημένος από μένα, αλλά τώρα ήρθε η ώρα να φύγω. Είναι προτιμότερο γι' αυτόν να βρίσκεται κάπου αλλού όταν μεταμορφωθώ. Δεν θέλω να προσπαθήσει να επέμβει. «Όχι. Μην το κάνεις αυτό σε παρακαλώ». Καταλαβαίνω ότι φοβάσαι. Αλλά δεν θα πονέσει. «Σε παρακαλώ!» Είσαι αδύναμος. Πρέπει να ξεκουραστείς τώρα. «Ώστε μπορείς να πιεις το αίμα μου μέχρι την τελευταία του σταγόνα; Δεν το νομίζω». 276


Δ εν θα ήθελα να φανώ τόσο σκληρή. «Εντάξει - κοίτα, μπορείς να πάρεις το αίμα μου, αλλά, σε παρακαλώ, σώσε την Τζίνα πρώτα. Δεν της αξίζει αυτό, δεν αξίζει να βρίσκεται πουθενά κοντά του. Υποσχέσου μου... υποσχέσου μου ότι θα... » Δεν θέλω όλο το αίμα σου, μόνο μια δυο σταγόνες. «Αν ξαναγίνεις γυναίκα, θα εξακολουθείς να χρειάζεσαι προστασία απε'ναντι στο τζίνι. Αν βοηθήσεις την Τζίνα, υπόσχομαι να σε φροντίζω». Κατάλαβα ότι μελετούσε το ζήτημα στο μυαλό της. Έδειχνη αβέβαιη, νευρική. Νομίζω ότι πίστευε πως σοβαρολογούσα σχετικά με το τζίνι, ότι δηλαδή βρισκόταν στο νησί, αλλά δεν γνώριζα αν συμφωνούσε στο ότι εκείνο ήταν ικανό να την εμποδίσει να πάρει αυτό που ήθελε. Θα πρέπει να πάρω το αίμα σου. Περίμενα πάρα πολύ καιρό για να μου το αρνηθείς τώρα. Ούτε η κοπέλα ούτε το τζίνι έχουν την παραμικρή σημασία! Το κουνούπι πλανήθηκε στον αέρα σχεδόν αθόρυβα κι ύστερα κάθισε στην πίσω πλευρά του γραφείου. Στ' αλήθεια δεν είχα ιδέα τι είχε σκοπό να κάνει. Ακριβώς τη στιγμή που νόμιζα ότι η ένταση αποκλιμακωνόταν, άκουσα τον ήχο από κάτι που κουνιόταν έξω. Ο Κόκκινος Γάγγης στράφηκε προς το παράθυρο και ταράχτηκε. Διαισθάνθηκα για προκη φορά ένα μεγάλο φόβο μέσα της. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν πια ένα τέρας, αλλά ένα αδύναμο πλάσμα, που αντιμετοόπιζε την πολύ αληθινή προοπτική του δικού της θανάτου. 277


14. Λύτρωση

Αν υπήρχε κάτι εκεί έξω, δεν εμφανίστηκε. Ύστερα από ένα δυο λεπτά βουβής ανησυχίας, καταφέραμε να στρέψουμε το βλέμμα μας και να βρεθούμε ξανά ο ένας αντίκρυ στον άλλον. Στην αρχή η Νχαν Ντιέπ δεν είπε τίποτα. Ίσως ζύγιζε τα πράγματα, αλλά είχα την ξεκάθαρη αίσθηση ότι υπήρχε και κάτι άλλο. Τα φτερά της άρχισαν να κουνιούνται πιο γρήγορα. Ύστερα, πριν καλά καλά το καταλάβω, πάλλονταν και την ανέβαζαν πάλι στον αέρα. Διέσχισε το δωμάτιο μέχρι το παράθυρο και μετεωρίστηκε ακριβώς κάτω από το κινητό του πλαίσιο, ατενίζοντας έξω τη νύχτα. Δεν μετέδιδε πια τις σκέψεις της κι έδειχνε απρόθυμη να μ' αφήσει ν' ακούσω τι σκεφτόταν. Τότε, έκανε ανεπαίσθητα μια στροφή και, πριν προλάβω ν' αντιδράσω, πέταξε κατευθείαν πάνω στο γυμνό μου λαιμό. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Αν ήταν από φόβο ή από την ισχυρή επίδραση που ασκούσε εκείνη πάνω στο σώμα μου, δεν το γνωρίζω. Είτε έτσι είτε αλλιώς, βρισκόμουν στο έλεόςτης. Η προβοσκίδα της, μακριά, γυαλιστερή και αιχμηρή, θα μπορούσε να διεισδύσει μέσα στην επιδερμίδα μου σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Δεν 279


την έβλεπα εκείνη τη στιγμή, γιατί βρισκόταν κάτω από το πηγούνι μου, αλλά την αισθανόμουν. Έ ν α τραχύ βουητό ερχόταν από τα πόδια της, και ένιωθα κάθε τόσο ένα αεράκι πάνω στο δέρμα μου κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα φτερά της. Ανακουφίστηκα όταν τελικά έσπασε τη σιωπή ανάμεσά μας. Καταλαβαίνω πώς νιώθεις. Λαχταράς αυτή τη γυναίκα, επειδή πιστεύεις ότι μαζί της θα ολοκληρωθείς. Ο μόνος τρόπος για να απαλύνεις τον πόνο της ψυχής σου ή να γεμίσεις το κενό της καρδιάς σου είναι το να ξέρεις ότι η αγάπη που νιώθεις γι'αυτήν είναι αμοιβαία. Αυτή είναι η αλήθεια, έτσι; Δεν μπορούσα να κουνήσω τα χείλη μου για να μιλήσω. Ίσως οφειλόταν στο ότι ήμουν ακόμα παραλυμένος από το σοκ της τόσο στενής επαφής μου με το κουνούπι. Ίσως πάλι να έφταιγε ο τρόπος που εκείνη είχε εκφράσει τα συναισθήματά μου με λίγες απλές προτάσεις. Ό,τι από τα δύο κι αν συνέβαινε, ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νιώσει τόσο τρωτός. Μπορώ, όμως, να σου προσφέρω μια εναλλακτική λύση. Μόλις φύγει, μπορώ να πάρω τη θέση της. Το αίμα σου είναι το αίμα του άντρα μου. Θα ήσουν ένας ιδανικός σύντροφος για μένα. Αν προσφέρεις το αίμα σου με την ελεύθερη βούληση σου, θα σου δοθώ. «Δεν θα την εγκαταλείψω. Σίγουρα πρέπει να υπάρχε ι κάποιος τρόπος...» Ο Μάθερ θα τη σκοτώσει. Πρέπει να το ξέρεις αυτό. Νομίζω πως το γνώριζα βαθιά μέσα μου και προσπα280


θούσα με κάθε τρόπο να το διώξω από τη σκέψη μου. Δεν ήμουν σε θέση να κάνω σχεδόν τίποτα για να τη βοηθήσω. Αλλά ήξερα επίσης ότι υπήρχε μια πιθανότητα όσα μου είχε διηγηθεί ο Μάθερ σχετικά με τις φονικές ικανότητες του κουνουπιοΰ να ήταν ψέματα. Δεν αποκλείεται το έντομο να ήταν αβλαβές, από την άλλη όμως, πώς θα μπορούσε ένα πλάσμα τέτοιου μέγεθους και χρώματος να μην είναι και θανατηφόρο; Δεν άντεχα τη σκέψη ότι ο Μάθερ θα άγγιζε την Τζίνα, αλλά πώς θα μπορούσα να τη βοηθήσω αν το κουνούπι είχε πιει όλο το αίμα μου, λιώνοντας και διαλύοντας τη σάρκα μου; Η μόνη μου ελπίδα ήταν να εξουδετερώσω το κουνούπι για αρκετή ώρα, ώστε να προλάβω να ελευθερωθώ και να δραπετεύσω. Και ήταν ανάγκη να ενεργήσω γρήγορα. Η έκφραση που είχα διακρίνει στο πρόσωπο του Μάθερ πριν εκείνος και η Τζίνα εξαφανιστούν από το οπτικό μου πεδίο μαρτυρούσε βιασύνη και ανυπομονησία. Είναι προτιμότερο να σταματήσεις να με μάχεσαι. Μείνε ακίνητος και άφησε με να πάρω λίγο από το αίμα σον. Δ εν έχεις λόγο να φοβάσαι πια. Δ εν θα σον κάνω κακό... Η φωνή της ήταν απόλυτα θελκτική. Για μια στιγμή, ήμουν πεπεισμένος ότι το καλύτερο που θα μπορούσα να κάνω ήταν απλώς να ξεχάσω τα προβλήματά μου και να παραδοθώ στη σαγήνη της. Θα γινόταν τόσο εύκολα, τόσο αβίαστα. Μπορεί ν' ακούγεται φοβερό, αλλά κατά κάποιο τρόπο είχα αρχίσει ειλικρινά να βρίσκω την παρουσία της παρηγορητική. Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι έλεγχε το νου μου, μα, κι αν ακόμα είχα σκεφτεί κάτι τέ281


τοιο, ίσως να μη με ένοιαζε. Κάθε στιγμή που περνούσε, αισθανόμουν όλο και καλύτερα. Εκείνο τελικά που με έβγαλε ξαφνικά από τη βαθιά αποχαύνωση ήταν η σκέψη της Τζίνας, που έσβησε μεμιάς την επίδραση του εντόμου. Μόλις ξέφυγα από την επιρροή του κουνουπιού, ο πόνος και το μαρτύριο ξαναγύρισαν αμέσως. «Σε παρακαλώ, φρόντισε μόνο να φύγει απ' αυτό το νησί ζωντανή. Ύστερα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις με μένα». Τότε άρχισε να γελάει, και ο ήχος του γέλιου της δεν μου άρεσε καθόλου. Είχε μια ξερή, αρχέγονη χροιά, που θύμιζε τους αιώνες που είχε ζήσει περιπλανώμενη πάνω στη γη. Θα πρέπει να σταματήσεις αυτές τις ανοησίες, γιατί μπορεί ν' αναγκαστώ να σε σκοτώσω, και δεν θέλω να κάνω κάτι τέτοιο. Η φωνή της αντήχησε μέσα στο κεφάλι μου, κατακυριεύοντάς με και καθηλώνοντας τις σκέψεις μου. Ο πόνος άρχισε πάλι να υποχωρεί. Αυτή τη φορά, όταν προσπάθησα να σκεφτώ την Τζίνα, δυσκολεύτηκα να φέρω στο νου μου την εικόνα του προσοοπου της, λες και το κουνούπι εμπόδιζε κάθε μου προσπάθεια, διαστρεβλώνοντας τις αναμνήσεις μου. Άρχισα να πανικοβάλλομαι, καθώς κατέβαλα έντονη προσπάθεια να τη φέρω στο μυαλό μου, αλλά η ενεργητικότητά μου συνεχώς έφθινε. Το έντομο όχι μόνο νάρκωνε τον πόνο και την απόγνωσή μου, αλλά παράλληλα απομυζούσε τη δύναμη και τη θέλησή μου. Μετατρεπόμουν σε φυτό, σ' έναν υποταγμένο 282


αιχμάλωτο μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Συνειδητοποίησα ότι είχα αρχίσει να βογκάω, μολονότι ο ήχος ακουγόταν σαν να προερχόταν από κάποιον άλλον. Εκείνη μου έλεγε κάτι. Ίσως τραγουδούσε -ήταν δύσκολο να διακρίνω-, αλλά ο ήχος της φωνής της είχε έναν τόνο τόσο ηρεμιστικό, τόσο καταπραϋντικό, που δεν ήθελα να σταματήσει... ποτέ. Και μόλις είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι δεν θα είχα ποτέ πια σκοτούρες, άκουσα κάτι να διαβαίνει το στενό πέρασμα ανάμεσα στην πόρτα και την κάσα της. Άνοιξα τα βαριά μου βλέφαρα και είδα το χάσμα να πλαταίνει και μια μικροσκοπική μορφή να εμφανίζεται στο δωμάτιο. Διέσχισε αθόρυβα με τις πατούσες του το πάτωμα κι έφτασε στο κάτω μέρος του κρεβατιού κοντά στα πόδια μου. Κοίταξα προσεκτικά προς τα κάτω και είδα το γάτο να κοιτάζει μια εμένα και μια το κουνούπι που ήταν στο λαιμό μου. Με έκπληξη άκουσα το έντομο να συνεχίζει το μελωδικό του τραγούδι. Δεν πρέπει να είχε αντιληφθεί την είσοδο του Κύριου Χόπκινς. Μολονότι το είχα μυριστεί, εκείνο που ακολούθησε ήταν ένα μεγάλο σοκ. Ο γάτος πήδησε στον αέρα και, ορμώντας καταπάνω μου, έπιασε με τη δεξιά μπροστινή του πατούσα το κουνούπι και γαντζώθηκε σ' ένα από τα φτερά του. Ύστερα οι δυο τους απογειώθηκαν από το στήθος μου και έπεσαν στο πάτωμα. Τα μάγια διαλύθηκαν αμέσως. Με δυσκολία στυλώθηκα στα πόδια μου και πήγα κατευθείαν ν' ανοίξω την πόρτα, περνώντας από μέσα της όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Βρήκα την εξώπορτα 283


κλειστή μα όχι κλειδωμένη. Αρπάζοντας το συρτή ανάμεσα στα δόντια μου, κατάφερα να τον ανοίξω, τρέμοντας συνεχώς μην ακούσω το επίμονο βουητό του κουνουπιοΰ πίσω μου. Σ' ένα δευτερόλεπτο ήμουν έξω στον κρύο νυχτιάτικο αέρα, και με ανανεωμένη δύναμη διέσχισα τρέχοντας το ξέφωτο και πήρα το μονοπάτι, μην τολμώντας να κοιτάξω πίσω μου. Λες και η μοίρα δεν μου είχε δώσει ήδη αρκετά χτυπήματα, το πόδι μου χτύπησε σ' ένα βράχο, ο αστράγαλος μου έστριψε και πετάχτηκα στον αέρα, για να προσγειωθώ μπρούμυτα στο χώμα. Τα μάγουλα μου έκαιγαν και έτσουζαν, αλλά ευτυχώς η μύτη μου δεν είχε σπάσει. Κομμάτια από λάσπη και χαλίκια είχαν καρφωθεί στο κούτελο μου, κατά τα άλλα όμως ήμουν σώος. Γυρίζοντας ανάσκελα, κατάφερα να πάρω μια καθιστή στάση. Αναζήτησα το βράχο στο φως του φεγγαριού και κατάφερα να τον εντοπίσω κάπου ένα μέτρο πίσω μου. Η μια πλευρά του έμοιαζε ιδιαίτερα αιχμηρή, κι έτσι γύρισα προς τα εκεί την πλάτη μου και τον χρησιμοποίησα για να πριονίσω το σχοινί που έδενε τα χέρια μου. Χρειάστηκαν αρκετά λεπτά για να τελειώσω τη δουλειά, αλλά ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να βοηθήσω ουσιαστικά την Τζίνα παρά μόνο αν τα χέρια μου ήταν ελεύθερα. Έ β γ α λ α έναν αναστεναγμό ανακούφισης όταν τελικά κόπηκε το σχοινί και πέταξα μακριά τα δεσμά πριν σταθώ στα πόδια μου. Τα μπράτσα μου πονούσαν πολύ, και, στην προσπάθειά μου να σηκωθοί όρθιος, ένιωσα μια σουβλιά στη δεξιά μου γάμπα. Ο αστράγαλος μου είχε γυρίσει και είχα ένα πολύ κακό προαίσθημα ότι 284


δεν ήταν ένα απλό στραμπούληγμα. Κατάφερα να περπατήσω και ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα μπόρεσα να κάνω ελαφρό τροχάδην, μολονότι αδέξια. Ο πόνος ήταν φριχτός, αλλά δεν υπήρχε χρόνος να προχωρήσω πιο αργά και προσεκτικά. Η ζωή της Τζίνας βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο. Κατάφερα να φτάσω στην πόρτα του φράχτη πιο γρήγορα απ' ό,τι περίμενα. Ψηλάφησα μέσα στις φυλλωσιές που βρίσκονταν από τη μια πλευρά της και εντόπισα με το χέρι μου το συρτή με το ελατήριο. Αμέσως τον τράβηξα στο πλάι και άφησα την πόρτα να αιωρηθεί ορθάνοιχτη. Δεν υπήρχε λόγος να την κλείσω - έπρεπε να κρατήσω ανοιχτό το δρόμο, για να δραπετεύσω αργότερα. Το σκοτεινό κέντρο ερευνών έμοιαζε με φάντασμα τη νύχτα. Αν έδειχνε τόσο αποκρουστικό όταν το είχα ανακαλύψει για πρώτη φορά, δεν θ' αποτολμούσα ποτέ να μπω μέσα. Μου φάνηκε σαν ν' απέπνεε μια απαίσια νοσηρότητα, μια θανατίλα. Γνωρίζοντας τι με περίμενε μέσα, έτρεμα να μπω. Αλλά η σκέψη ν' αφήσω την Τζίνα με τον Μάθερ έστω και για ένα δευτερόλεπτο ακόμα ήταν πολύ χειρότερη. Προχώρησα μπροστά, βλάστημώντας καθώς με ξανάπιασε ο πόνος στο πόδι μου. Πήρα μια τελευταία εισπνοή καθαρού αέρα κι ύστερα μπήκα κουτσαίνοντας στο κτίριο, επιτρέποντας στο εφιαλτικό του σκοτάδι να με καταπιεί ολόκληρο. Η μεγάλη αίθουσα δεν ήταν παρά ένα σύνολο από γκρίζες και μαύρες σκιές. Ο Μάθερ θα μπορούσε να κρύβεται οπουδήποτε. Ο μόνος θόρυβος προερχόταν από το 285


θρυμμάτισμα γυαλιού κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μου, καθώς προχωρούσα χωλαίνοντας προς την απέναντι άκρη. Μου φάνηκε ότι διέκρινα ένα αμυδρό φως γύρω από την πόρτα του υπογείου, αλλά δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος. Προχώρησα με δυσκολία προς τα εκεί, προσπαθώντας ν' αφουγκραστώ τον παραμικρό ήχο. Εκείνος φαίνεται ότι είχε κάνει μια κίνηση για να κλείσει την πόρτα, αλλά, επειδή ήταν τόσο σκεβρωμένη, είχε απλώς σφηνωθεί στην κάσα της. Με κάποια προσπάθεια, και πασχίζοντας όλη την ώρα να μην προκαλέσω τον παραμικρό θόρυβο, έσπρωξα την πόρτα προς τα μέσα. Κοιτώντας κάτω στο κλιμακοστάσιο, είδα ένα φως να τρεμοπαίζει στο βάθος. Οι δυο τους ήταν εκεί κάτω. Αρπάζοντας το κιγκλίδωμα για να στηρίξω ένα μέρος από το βάρος του κορμιού μου, άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες προσεκτικά. Όταν έφτασα στο τέρμα, άκουσα μια κραυγή. Ήταν η Τζίνα. Έδινε την εντύπωση πως ήταν σοκαρισμένη, τρομοκρατημένη και αγανακτισμένη, αλλά τουλάχιστον ήταν ζωντανή. Το κεφάλι μου έμοιαζε να ξεθολώνει λιγάκι. Σύρθηκα στην είσοδο της αίθουσας και περιεργάστηκα αργά αργά το χώρο γύρω μου. Έβλεπα μόνο τον Μάθερ. Μου είχε γυρισμένη την πλάτη και στεκόταν στο χείλος του λάκκου, κρατώντας στο ένα του χέρι το στιλέτο και έχοντας το άλλο κρεμασμένο στο πλάι. Μια λάμπα ήταν τοποθετημένη δίπλα στο δεξί του πόδι, ρίχνοντας φως μέσα στο άνοιγμα. Θα πρέπει να παρατηρούσε την Τζίνα, αν και δεν μπορούσα 286


να διακρίνω για ποιο λόγο εκείνη βρισκόταν μέσα στο λάκκο. Ύστερα είδα μια δυνατή λάμψη και κατάλαβα ότι έβγαζε φωτογραφίες για λογαριασμό του. Ο Μάθερ δεν σκόπευε να μας αφήσει να φύγουμε από το νησί, γιατί λοιπόν έβαζε κάποιον άλλον να του τραβήξει φωτογραφίες, αφού θα μπορούσε να επισκέπτεται το λάκκο όποτε το επιθυμούσε; Ίσως ήθελε να καταγραφεί το έργο του, ώστε να διατηρηθεί για πολύ καιρό μετά την αποσύνθεση των πτωμάτων. Ωστόσο, όπως είχε επισημάνει το κουνούπι, οι ώρες του Μάθερ ήταν μετρημένες. Η εξαφάνιση της Τζίνας και της αφεντιάς μου δεν θα περνούσαν απαρατήρητες. Κάποια στιγμή οι αρχές θα έφταναν στο νησί. Είναι πιθανό ο Μάθερ να ενδιαφερόταν για την υστεροφημία του. Ίσως θεωρούσε τις φωτογραφίες απαραίτητες για την πνευματική του γαλήνη, για να δείξει στον κόσμο τι είχε κάνει, να μη λησμονηθεί. Θα μπορούσε να ήταν κάτι τόσο απλό, ματαιόδοξο και παρανοϊκό. Άκουγα λυγμούς. Ή ξ ε ρ α τι θα έβλεπε και θα μύριζε η Τζίνα μέσα στο λάκκο. Έ π ρ ε π ε να τη βγάλω από εκεί. Ο χρόνος ήταν ένας σημαντικός παράγοντας. Δεν ήξερα πόσο φιλμ είχε η φωτογραφική μηχανή της Τζίνας ούτε πόσα ακόμη φιλμ είχε φέρει μαζί της, αλλά ήμουν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα της τέλειωναν, ίσως μάλιστα πολύ σύντομα. Άλλο ένα φλας έλαμψε, κάνοντας τον Μάθερ να τραβηχτεί πίσω κι ύστερα να τρίψει τα μάτια του για ένα δυο δευτερόλεπτα. Αυτό ήταν κάτι που θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω προς όφελος μου. Τρέ287


μοντας από νευρικότητα, περίμενα το επόμενο φλας. Ήταν αδύνατον να προειδοποιήσω την Τζίνα ή να προχωρήσω περισσότερο μέσα στο δωμάτιο, για να μην κάνω θόρυβο και προδοθώ. Το φως άστραψε και, καθώς ο Μάθερ σήκωσε το χέρι στα μάτια του, όρμησα καταπάνω του. Δεν περίμενα να νιώσω τόσο τρομερό πόνο. Είχα πέσει επάνω του με φόρα, και με την πρόσκρουση ο αστράγαλος μου τραντάχτηκε και κουνήθηκε πέρα δώθε, παθαίνοντας πιθανότατα ακόμη μεγαλύτερη βλάβη. Παρ' όλα αυτά, κατάφερα να χτυπήσω δυνατά τον Μάθερ με τον ώμο μου, κάνοντάς τον να πέσει με το κεφάλι μέσα στο λάκκο. Χτύπησε το κρανίο του στον απέναντι τοίχο, πριν βυθιστεί στη στοίβα των πτωμάτων που βρισκόταν στον πάτο. Ήταν η δεύτερη φορά που τον έστελνα εκεί κάτω, και προσευχήθηκα να είναι η τελευταία. Με μεγάλη μου ανακούφιση παρατήρησα ότι δεν είχε προσγειωθεί πάνω στην Τζίνα. Ήταν ένα ρίσκο που έπρεπε να πάρω. Βρισκόταν ξαπλωμένος στο πλευρό του πάνω από τα πτώματα και βογκούσε. Δεν έβλεπα πουθενά το στιλέτο. Κοίταξα κάτω την Τζίνα και είδα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της να διαγράφονται έντονα στο φως της λάμπας, που είχε μείνει στη θέση της πλάι στην είσοδο. Έριξε μια ματιά σε μένα, ύστερα στο κουλουριασμένο σώμα του Μάθερ κι άρχισε να σκαρφαλώνει πάνω σε δυο τρία πτώματα, μέχρι που βρέθηκε κάτω από την είσοδο της πόρτας. Εγώ τότε κάθισα στο πάτωμα, προσπαθώντας να μη βάλω καθόλου βάρος στον αστράγαλο μου, 288


και τέντωσα τα χέρια μου για να πιάσω τα δικά της. Την τράβηξα προς τα πάνω και μέσα στο δωμάτιο. «Είσαι καλά;» «Ω, Θεέ μου! Ω, Θεέ μου!» Έτρεμε καθώς άπλωνε τα χέρια της να με αγκαλιάσει. «Τι στο διάβολο συμβαίνει εδώ πέρα;» «Έλα, πάμε να φύγουμε από 'δω». Γύρισα να φύγω, αλλά η Τζίνα σταμάτησε για να κοιτάξει κάτω στο λάκκο το κουβαριασμένο σώμα του Μάθερ. «Δεν θα πρέπει...να κάνουμε κάτι μ' αυτόν;» Πέρασε τη φωτογραφική μηχανή γύρω από το λαιμό της. «Τι εννοείς;» «Θέλω να πω, νομίζεις ότι είναι νεκρός;» «Δεν ξέρω, δεν έχουμε καιρό...» «Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε εκεί. Θα έρθει πίσω μας!» «Πρέπει να φύγουμε!» «Εκείνος ο λάκκος...»Έβλεπα τα δάκρυα στα μάτια της. «Ξέρεις τι έχει εκεί κάτω;» «Ναι, ξέρω. Έλα, σε παρακαλώ. Πρέπει να απομακρυνθούμε». Έκανα μεταβολή και πήρα το δρόμο του γυρισμού διασχίζοντας το δωμάτιο. Η Τζίνα τράβηξε το βλέμμα της από το λάκκο και με ακολούθησε. «Τι σου συνέβη; Φαίνεσαι χάλια». «Με χτύπησε μ' ένα φτυάρι». Ανέβηκα πρώτος τις σκάλες όσο πιο γρήγορα μου επέτρεπε ο αστράγαλος μου. Η Τζίνα ήθελε να με υποβαστάζει, επισημαίνοντας ότι μια πτώση ξανά πίσω στο 289


υπόγειο δεν θα βελτίωνε την κατάσταση μας. Αναγκάστηκα να συμφωνήσω, αλλά δεν μπορούσα να μη σκεφτώ ότι έτσι θα έφερνα εμπόδια στη μόνη ίσως ευκαιρία μας να δραπετεύσουμε. Ευτυχώς, περπατούσαμε αρκετά γρήγορα, και διασχίσαμε την κύρια αίθουσα στο πι και φι. Φτάνοντας στην εξωτερική βεράντα, παγώσαμε. Από πίσω μας και από χαμηλά ακούστηκε μια φριχτή, απάνθρωπη κραυγή. Έ ν α θυμωμένο ουρλιαχτό εξαπατημένου ανθρώπου, τόσο δυνατό που έμοιαζε απόκοσμο. Κρίνοντας από αυτό τον απαίσιο, πρωτόγονο βρυχηθμό, φαντάστηκα ότι ευχαρίστως θα μας ανασκολόπιζε, αν του δινόταν η ευκαιρία. Η ανήσυχη έκφραση της Τζίνας τα έλεγε όλα. Ήθελε να σκοτώσουμε τον Μάθερ, και έπιασα τον εαυτό μου να συμφωνεί μαζί της. Θα έδινα τα πάντα για να τον εμποδίσω να βλάψει εμάς ή οποιονδήποτε άλλον ξανά. Αλλά δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθούμε με το θέμα. Κάναμε μεταβολή και βγήκαμε τρέχοντας από την εξωτερική βεράντα κι ύστερα πήραμε το μονοπάτι του δάσους. Επέμενα ότι μπορούσα να περπατήσω χωρίς βοήθεια και παρά τον πόνο κατάφερα να διατηρώ μια καλή ταχύτητα. Όταν γυρίσαμε πίσω στο σπίτι, το βρήκαμε ανησυχητικά σιωπηλό. Δεν έβλεπα κανένα ίχνος από το κουνούπι ή το γάτο. Η Τζίνα με τράβηξε από το μπράτσο, και την ακολούθησα προς την κατεύθυνση της παραλίας και της βάρκας της. Αν ήμασταν τυχεροί μπορεί μόλις και μετά βίας να τα καταφέρναμε. Καθώς φτάναμε στην αρχή του μονοπατιού που οδη290


γοΰσε μέσα από τα δέντρα στην αμμουδιά, άκουσα μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Στάθηκα και άρπαξα τη ζακέτα της Τζίνας, σταματώντας την. Κι οι δυο μας κοιτάξαμε πίσω προς το σπίτι και είδαμε τον μικρό βουερό δαίμονα να πλησιάζει. Άλλο ένα βήμα να κάνεις, και θα τη σκοτώσω!

291


15. Απομάκρυνση

Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Μείναμε κι οι δυο ακίνητοι επιτόπου καθώς το έντομο πλησίαζε. Το να τραπούμε σε φυγή θα ήταν μάταιο. Θα μας ακολουθούσε παντού. Το τέρας σταμάτησε μπροστά μας και μετεωρίστηκε στον αέρα τινάζοντας το κεφάλι του πέρα δώθε. Δεν έδειχνε να είχε πάθει τίποτα από την επίθεση του Κύριου Χόπκινς. «Τι... είναι τούτο;» «Είναι ένα πολύ... επικίνδυνο... έντομο». Τι γυρεύεις μ' αυτήν; Θα έπρεπε να είναι νεκρή! « Ή τ α ν ανάγκη να τη σώσω. Σίγουρα καταλαβαίνεις...» Δεν καταλαβαίνω!Δεν έχει νόημα! Θα πρέπει να τη σκοτώσω εδώ και τώρα! Ίσως όταν δεις το άψυχο σώμα της να διαλύεται μέσα στη γη να καταλάβεις πόσο ασήμαντη είναι. «Άφησέ μας να φύγουμε. Σε παρακαλώ». Πάλευα να διώξω από πάνω μου την εξάντληση που ταλαιπωρούσε το σώμα μου. Η ενεργητικότητά μου μειωνόταν με γρή293


γορους ρυθμούς, όπως και η αντίσταση μου στην πειθώ του κουνουπιού. «Τι κάνεις εκεί;» Η Τζίνα είχε απευθυνθεί σε μένα, μολονότι είχε ακόμα το βλέμμα της καρφωμένο στον Κόκκινο Γάγγη. «Του...του μιλάω». «Τι; Μα αυτό...» «Ναι, είναι δύσκολο να σου εξηγήσω, αλλά έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί μαζί μου». «Πώς;» «Δεν ξέρω. Απλώς μπορεί». «Η φαντασία σου οργιάζει» είπε εκείνη. Ω, μην αρχίζεις κι εσύ τώρα, σκέφτηκα. «Σε παρακαλώ, απλώς πίστεψέ με. Δεν είναι σαν τα άλλα έντομα». «Αυτό το βλέπω. Αλλά δεν νομίζω...» «Σε παρακαλώ. Κάνε μου αυτή τη χάρη. Παίζονται οι ζωές μας». «Μην ξεχνάς αυτόν το χασάπη μέσα στο λάκκο. Μπορεί να κατευθύνεται προς τα εδώ την ώρα που εμείς μιλάμε». «Μ' αυτόν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα. Με τούτο εδώ, όμως, τα πράγματα δυσκολεύουν κάπως». Ώστε ο Μάθερ είναι ζωντανός; «Μόλις και μετά βίας» είπα. Η Τζίνα στράφηκε προς το μέρος μου, κουνώντας το κεφάλι της. Σίγουρα νόμιζε ότι παραληρούσα. «Κοίτα, στ' αλήθεια πρέπει να φύγουμε» είπε. Ό σ ο επικίνδυνο κι αν είναι αυτό το πλάσμα». 294


Δεν θα φύγετε!Αν νοιάζεσαι για τη ζωή αυτής της γυναίκας, θα μείνετε στο νησί. Κοίταξα την Τζίνα κι εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα μου, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου. «Αν μείνουμε, τι θα γίνει μ' αυτήν;» Το έντομο έμεινε σιωπηλό για λίγο, προσπαθώντας να σκεφτεί μια απάντηση. Η Τζίνα μού ψιθύρισε: «Τι κάνεις;» «Προσπαθούμε να έρθουμε σε κάποιου είδους συμφωνία». «Κοίτα, δεν ξέρω τι τρέχει, μα αυτή τη στιγμή ούτε που μ' ενδιαφέρει. Άσλι, πρέπει να φύγουμε από το νησί. Αυτός ο μανιακός θα μπορούσε να γυρίσει από στιγμή σε στιγμή και να μας σκοτώσει!» « Έχε μου εμπιστοσύνη. Όλα τούτα ξεπερνούν τη δική μας λογική. Χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί». «Πόσο επικίνδυνο είναι;» «Αν καταφέρει να χώσει στο δέρμα σου την προβοσκίδα της, μπορεί να εγχύσει μέσα ένα τοξικό σάλιο που θα διαλύσει τη σάρκα γύρω από την πληγή». Η Τζίνα δεν είπε τίποτα, απλώς κοίταξε έκπληκτη και με ανοιχτό στόμα το κουνούπι. Αυτό είναι καλό. Κάνε την να με φοβηθεί. «Λοιπόν» είπα, γυρνώντας προς το κουνούπι. «Τι θα γίνει μ' αυτήν;» Το σκέφτομαι. Μου πέρασε από το μυαλό να ορμήσω στο τέρας. Ίσως υπήρχε κάποια ελπίδα να τη λιώσω μέσα στις χούφτες μου 295


πριν προλάβει ν' αντιδράσει. Δεν μου άρεσε η ιδέα να χυθεί επάνω μου το σάλιο της, αλλά ίσως ήταν ο μόνος τρόπος να την εμποδίσω να επιτεθεί στην Τζίνα. Σίγουρα δεν θα περίμενε να ενεργήσω τόσο αποφασιστικά. Εκείνη τη στιγμή όμως, λες και ήθελε να μου θυμίσει ότι μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου, πέταξε ψηλά στον αέρα πάνω από τα κεφάλια μας, σταματώντας πίσω μας. Μπείτε στο σπίτι! Αμέσως! Έβλεπα ξεκάθαρα ότι κάθε προσπάθεια να την αιφνιδιάσω θα απέβαινε άκαρπη. Θα αντιλαμβανόταν τα σχέδιά μου τη στιγμή που τα συλλάμβανε το μυαλό μου. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να την υπακούσω. «Έλα» είπα στην Τζίνα, με την απόγνωση να διακρίνεται στη φωνή μου. «Πάμε μέσα». «Τι; Αυτό είναι από τα άγραφα!» «Σε παρακαλώ, έχε μου εμπιστοσύνη. Δεν έχουμε άλλη επιλογή». «Άσλι, για όνομα του Θεού, άντε κουνήσου » είπε, έτοιμη να γυρίσει πίσω προς την παραλία. «Θα φύγουμε αυτή τη στιγμή, ακόμα κι αν χρειαστεί να σε σέρνω, που να πάρει!» Το κουνούπι όρμησε στο πρόσωπο της Τζίνας, και λίγο έλειψε να την ακουμπήσει με την προβοσκίδα του. Η Τζίνα ούρλιαξε και έτρεξε στην αγκαλιά μου. Πρόσεχέ την - αλλιώς την επόμενη φορά θα της δώσω κάτι παραπάνω από μια απλή προειδοποίηση. «Καλά, καλά» είπα, τεντώνοντας το χέρι μου προς το κουνούπι. «Τζίνα, σε παρακαλώ, δείξε μου εμπιστοσύνη. 296


Δεν θα την αφήσω να σε πειράξει». Γυρίσαμε στο σπίτι σιωπηλοί, με τον Κόκκινο Γάγγη να μας ακολουθεί κατά πόδας. Ήλπιζα ότι δεν θα έβλεπα ποτέ ξανά το εσωτερικό αυτού του κτιρίου. Έμοιαζε παράξενα διαφορετικό όταν μπήκαμε μέσα. Οι σκιές έδειχναν πιο πυκνές, πιο μυστηριώδεις, το φως λιγότερο δυνατό. Από την έκφραση στο πρόσωπο της Τζίνας φαινόταν ξεκάθαρα ότι συμμεριζόταν την αμηχανία μου. Το κουνούπι με διέταξε να οδηγήσω την Τζίνα στην κρεβατοκάμαρα του Μάθερ, ίσως επειδή εκείνη η ίδια ένιωθε πιο άνετα εκεί. Αυτό ήταν, στο κάτω κάτω, το σπίτι της, το ιερό της καταφύγιο. Κάθισα στο κρεβάτι πλάι στην Τζίνα, ενώ το κουνούπι αιωρήθηκε στον αέρα μπροστά μας. Δεν έβλεπα κανένα ίχνος του Κύριου Χόπκινς. Η μάχη θα πρέπει να έληξε σε κάποιο άλλο μέρος του σπιτιού. Παρατηρούσα για λίγο το κουνούπι, προσπαθώντας να μαντέψω τις προθέσεις της, κι ύστερα ρώτησα. «Τι θα γίνει τώρα;» Η Τζίνα μού έριξε ένα βλέμμα από απέναντι, μολονότι ήξερε ότι απευθυνόμουν στο έντομο. Με συγχωρείς. Αλλά αυτό είναι ανάγκη να γίνει. «Όχι!» Έπρεπε να προσέχω τα λόγια μου. Η Τζίνα ήταν αρκετά αναστατωμένη, και θα ήταν τόσο εύκολο να χειροτερέψουν τα πράγματα. Είναι ο μόνος τρόπος. «Σε παρακαλώ. Αυτό που φαντάζεσαι ότι μπορεί να συμβεί ανάμεσά μας - αποκλείεται να γίνει». Στο σημείο αυτό το έντομο γέλασε, ύστερα μετεωρί297


στηκε πιο κοντά μου. Το πρόσωπο της Τζίνας πήρε μια ε'κφραση απόλυτης δυσπιστίας. Μάντευα λίγο πολΰ τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της. Ίσως, μα έχω το χάρισμα της πειθούς. Με τον καιρό, θα δεις τα πράγματα από τη δική μου σκοπιά και θα με αγαπήσεις. «Κάνεις λάθος. Δεν μπορείς να εξαναγκάσεις κάποιον να σε αγαπήσει». Με υποτιμάς. Όλα όσα έκανε ο Μάθερ από τότε που τον βρήκα έγιναν με τη δική μου καθοδήγηση. Είστε και οι δύο άνθρωποι με δυνατή θέληση, αλλά όπως το δικό του μυαλό λύγισε για να υποταχτεί στη βούλησή μου, έτσι θα γίνει και με το δικό σου. Αν θελήσω να με αγαπήσεις, τότε θα με αγαπήσεις! «Όχι όσο ζω κι αναπνέω». Ακούγοντας αυτή τη δήλωσή μου, απλώς ξαναγέλασε. «Τι συμβαίνει;» Η Τζίνα είχε στήσει αυτί μήπως ακούσει κάτι. Ίσως τελικά δεν με θεωρούσε και τόσο τρελό. «Μια διαφωνία». «Τι;» «Ω, τίποτα». «Τίποτα, εμένα μου λες! Γιατί του μιλάς;» «Με θέλει». «Τι;» «Είναι δύσκολο να σου εξηγήσω». «Τελικά αυτό το πράγμα πρόκειται να μας κάνει κακό ή όχι;» «Όχι, αν καταφέρω να το εμποδίσω». 298


Δ εν μπορείς να τη σώσεις. Πες της την αλήθεια. Σε λίγο θα είναι νεκρή. «Δεν θα την αγγίξεις!» Ξεφούρνισα τη φράση και αμέσως βλαστήμησαγιατη βλακεία μου. «Άσλι» είπε η Τζίνα. «Κοίτα, νομίζω πως από το χτύπημα στο κεφάλι θόλωσε το μυαλό σου. Δεν σκέφτεσαι καθαρά - και δεν μου κάνει εντύπωση, αλλά...» «Όλα είναι υπό έλεγχο. Άσ' το σε μένα». Προσπάθησα να σκαρφιστώ κάποιον τρόπο να ξεμπλέξω. Ο Κόκκινος Γάγγης παρέμενε σιωπηλός. Δεν ήθελα να αποκαλύψω στην Τζίνα την αλήθεια, αλλά ούτε είχα τη δύναμη να επινοήσω κάποιο ψέμα. Ωστόσο, η κατάστασή μας ήταν τόσο σουρεαλιστική, ώστε, ό,τι κι αν της έλεγα, ήταν απίθανο να το πιστέψει. Έπρεπε όμως να πω κάτι. «Λοιπόν». Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Έί» είπε εκείνη παίρνοντας το δεξί μου χέρι μέσα στο δικό της. «Όλα θα πάνε καλά. Το ξέρω ότι πέρασες πολλά». Την κοίταξα στα μάτια. «Ναι» χαμογέλασα. «Αλλά δεν θα σου αρέσει αυτό που θα πω». Κάτι προσγειώθηκε απαλά σ' ένα από τα τζάμια του παραθύρου. Δεν του έδωσα σημασία στην αρχή, ούτε η Τζίνα ούτε το κουνούπι. Υπέθεσα ότι θα ήταν κάποιο φύλλο ή κάτι τέτοιο. «Κοίτα, ξέρω πόσο τρελό ακούγεται αυτό, αλλά δεν θα πρέπει να με αμφισβητείς. Βλέπεις, αυτό το πράγμα θέλει να σε σκοτώσει, επειδή νομίζει ότι είναι προορισμένη να ζήσει μαζί μου». Τα μάτια της Τζίνας άνοιξαν ακόμη πιο διάπλατα. «Α». 299


«Το ξέρω, είναι γελοίο». «Τι να σου πω... Ακούγεται κάπως παρατραβηγμένο». «Υπάρχει μια πιθανότητα, όταν πιει το αίμα μου, να ξαναγίνει γυναίκα». «Γυναίκα; Ω, Θεέ μου! Καταλαβαίνεις τι λες; Ξύπνα! Πρέπει στ' αλήθεια να φύγουμε από εδώ, Άσλι. Δεν έχουμε χρόνο για τέτοια». Έκανε να σηκωθεί, μα την άρπαξα γερά από το μπράτσο, τραβώντας την ξανά πάνω στο κρεβάτι. Το κουνούπι την κοίταξε βουίζοντας αγριωπά. «Κοίτα» της είπα. «Εγώ το πιστεύω. Τουλάχιστον κάποια κομμάτια της ιστορίας... νομίζω». «Εντάξει» είπε, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι δεν πίστευε λέξη. «Τότε γιατί χρειάζεται το αίμα σου;» «Λέει ότι είμαι απόγονος του πεθαμένου άντρα της. Έ χ ω το αίμα του, κι εκείνη χρειάζεται το αίμα του για να σωθεί από την κατάρα». «Κατάλαβα...» «Νομίζει πως, όταν γίνει άνθρωπος, μπορούμε να ζήσουμε μαζί...σαν ζευγάρι». Δεν χρειάστηκε να κοιτάξω την Τζίνα για να καταλάβω την έκφραση του προσώπου της. «Και θέλει να με σκοτώσει επειδή με θεωρεί αντίζηλο;» «Ναι». «Τουλάχιστον χαίρομαι που ξεκαθαρίστηκε αυτό το θέμα. Το πρώτο πράγμα που θα χρειαστεί να κάνουμε όταν γυρίσουμε σπίτι είναι να σε πάμε σ' έναν καλό γιατρό». Στράφηκε προς το παράθυρο. «Αυτό το πράγμα είναι φίλος του κουνουπιού;» 300


«Τι;» Ακολούθησα το βλέμμα της ως το παράθυρο και τότε το είδα για πρώτη φορά. Κολλημένη πάνω στο γυαλί, κοιτάζοντας ίσια μέσα στο δωμάτιο τους τρεις μας, ήταν μια τεράστια λιβελλούλα, ένας σαλταμπίκος. Ήταν λίγο μικρότερος από τον Κόκκινο Γάγγη, αλλά όχι λιγότερο εντυπωσιακός. Μόλις εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποιώντας ότι δεν τραβούσε πια την προσοχή μας, το κουνούπι στράφηκε προς το παράθυρο. Σχεδόν αμέσως σημειώθηκε η εξής αντίδραση από την πλευρά του κουνουπιού. Εκσφενδονίστηκε προς τα πίσω σαν σφαίρα και χτύπησε τον τοίχο κοντά στην πόρτα κι ύστερα έπεσε στο χαλί, όπου έμεινε να σφαδάζει για ένα δυο δευτερόλεπτα, σαν να προσπαθούσε να ανακτήσει τις αισθήσεις του. Έπειτα σηκώθηκε στον αέρα και στάθηκε ξανά μπροστά στο παράθυρο, αυτή τη φορά τοποθετώντας το σώμα της λίγο πιο μακριά από το τζάμι. Όχι...όχι τώρα! Συνέχισε να ουρλιάζει, μα αυτή τη φορά σε μια γλώσσα που δεν την καταλάβαινα. Πεταγόταν από τη μια άκρη του δωματίου στην άλλη, ανίκανη να σταθεί ήσυχη. Ο σαλταμπίκος παρέμεινε ακίνητος. Δεν έδειχνε κανένα σημάδι ζωής, και θα μπορούσε να τον περάσει κανείς για μπιμπελό. Στη συνέχεια, σαν να διάβασε τη σκέψη μου, ξεκόλλησε από το τζάμι, τα φτερά του ζωντάνεψαν μ' ένα βουητό, και απομακρύνθηκε από το σπίτι για να αιωρηθεί λίγα μέτρα μακριά. Η κραυγή του κουνουπιού δυνά301


μωνε όλο και περισσότερο, ώσπου κατέληξε σ' ένα οξύ σφύριγμα. Κοίταξα την Τζίνα, που έτριβε τ' αυτιά της. Έπειτα, ξαφνικά, το παράθυρο έσπασε, και οι δυο μας δεχτήκαμε μια βροχή από χιλιάδες μικροσκοπικά θραύσματα. Με μια ενστικτώδη κίνηση, γυρίσαμε τα πρόσωπά μας από την άλλη για να μην κοπούμε από το γυαλί, ευτυχώς όμως δεν πάθαμε τίποτα. Στεκόμασταν ακίνητοι, καθώς ο Κόκκινος Γάγγης εξακολουθούσε να ουρλιάζει απεγνωσμένα. Είχε βρεθεί μέσα στην έκρηξη του γυαλιού, και ένα κόκκινο υγρό χυνόταν τώρα από τη μια πλευρά της κοιλιάς της. Μέσα από την τρύπα που είχε δημιουργηθεί στο παράθυρο, κοίταξα τον σαλταμπίκο που βρισκόταν απέξω, σίγουρος ότι με παρακολουθούσε. Ύστερα άκουσα μια φωνή, μια φωνή πιο επιτακτική, πιο επίμονη απ' ό,τι του κουνουπιού. Είπε μόνο μια λέξη, μα ήταν αρκετή για να με προτρέψει να δράσω. Φύγετε. Άρπαξα το μανίκι του σακακιού της Τζίνας και την τράβηξα μαζί μου καθώς κατευθυνόμουν προς την πόρτα. Είχαμε σχεδόν καταφέρει να φτάσουμε στο κατώφλι, όταν ο Κόκκινος Γάγγης διέσχισε το δωμάτιο και μετεωρίστηκε μπροστά μας, εξακολουθώντας να στάζει αίμα πάνω στο χαλί. Κατέβαλλε τεράστια προσπάθεια, απ' ό,τι φαινόταν, για να κρατηθεί σ' αυτή τη θέση, αποδεικνύοντας πόσο απελπισμένα ήθελε να μας κρατήσει κάτω από τον έλεγχο της. Πηγαίνετε πίσω! Μακριά από την πόρτα! 302


«Όχι. Τελείωσε. Φεύγουμε». Δεν έχετε να πάτε πουθενά. Δεν περίμενα τόσο καιρό για να με ξεγελάσουν στο τέλος! «Δεν θα σε αφήσει να πάρεις εκείνο που θέλεις. Βρίσκεται στο νησί και σε παρακολουθεί αρκετό καιρό τώρα. Αν θέλει να βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά σήμερα, θα το κάνει». Δ εν θα τον αφήσω! Εγώ... Κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο μου, είδα πως ο σαλταμπίκος είχε μπει στο δωμάτιο. Παρέμενε κοντά στο παράθυρο, ανεβοκατεβαίνοντας ελαφρά, με συγκεντρωμένη την προσοχή του επάνω μας. Ξαφνικά, ο Κόκκινος Γάγγης άρχισε να τσιρίζει ξανά και έπεσε στο χαλί σπαρταρώντας. Φύγετε! Κοίταξα κάτω τον Κόκκινο Γάγγη καθώς απομακρυνόμουν προς την πόρτα. Η Τζίνα σήκωσε το πόδι της την ώρα που εκείνο περνούσε από μπροστά της και έσφιξε τα δόντια της. «Όχι, μην το κάνεις!» «Γιατί όχι; Μπορώ να το σκοτώσω αυτή τη στιγμή!» «Όχι. Δεν είναι δική μας δουλειά. Ο σαλταμπίκος έχει έρθει γι' αυτήν - άσε να το κάνει ο ίδιος». Την τράβηξα από το μπράτσο για να προχωρήσει, και με ακολούθησε έξω από το δωμάτιο. Λίγες στιγμές αργότερα, κατεβαίναμε το διάδρομο. Πίσω μας, άκουγα το κουνούπι να στριγκλίζει από τον πόνο των τραυμάτων τόυ και τα βασανιστήρια στα οποία 303


το υπέβαλλε ο σαλταμπίκος. Θα πρέπει να ήταν θέμα χρόνου να δοθεί το τελειωτικό χτύπημα. Ακολούθησα την Τζίνα έξω στη νύχτα, και διασχίσαμε το ξέφωτο με κατεύθυνση την παραλία και τη βάρκα της. Σηκώνοντας το κεφάλι μου, παρατήρησα πως ο ουρανός ήταν ξάστερος. Ευχήθηκα να μη βρέξει ξανά και να μην έχει φουρτούνα στη λίμνη, ώστε να μπορέσουμε να τη διασχίσουμε χωρίς πρόβλημα. Ο εφιάλτης έπρεπε να τελειώσει σύντομα. Οι φρικαλεότητες που διαδραματίζονταν στο νησί είχαν ήδη αφήσει τα σημάδια τους επάνω μου, και φοβόμουν για την ψυχική μου υγεία. Χτυπούσαμε πάνω στα δέντρα στη λαχτάρα μας να περάσουμε ανάμεσά τους, χωρίς καν να μπούμε στον κόπο ν' ακολουθήσουμε το κακοτράχαλο μονοπάτι. Άκουσα τη φωτιά πριν τη δω: έβγαζε δυνατούς, ξερούς κρότους καθώς το ξύλο λύγιζε και έσπαγε. Έπειτα, όταν είχαμε πια περάσει μέσα από τα δέντρα και βρισκόμασταν στην πλαγιά που κατηφόριζε προς την παραλία, είδαμε την πυρκαγιά να μαίνεται. «Όχιιι!» ούρλιαξε η Τζίνα, γεμίζοντας τη νύχτα με μια κραυγή θυμού και απελπισίας. Η βάρκα της, που απείχε τώρα κάπου πενήντα μέτρα από την ακτή, ήταν τυλιγμένη στις φλόγες. Ακόμα κι αν καταφέρναμε να τη φτάσουμε, θα ήταν ήδη άχρηστη. Μαζί με τη βάρκα βούλιαξαν και οι ελπίδες μου. «Υπάρχει κι άλλη βάρκα στο νησί» είπα, προσπαθώντας να μη δείξω εντελώς ηττημένος. «Είναι του Μάθερ. Δεν ξέρω πού βρίσκεται, αλλά είμαι σίγουρος ότι μπο304


ροΰμε να τη βρούμε». Με είχε πιάσει πανικός. Ή ξ ε ρ α ότι η σήραγγα ίσως αποτελούσε καλύτερη λύση, αλλά, αν ο Μάθερ μας είχε πάρει στο κυνήγι, θα ερχόταν από την κατεύθυνση του δάσους. «Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει στ' αλήθεια! Το ήξερα ότι θα έπρεπε να είχαμε έρθει κατευθείαν εδώ. Κοίτα πού μας οδήγησε αυτή η αναθεματισμένη η μανία σου να μιλάς με τα ζώα!» Είχα μια φριχτή αίσθηση ότι, από στιγμή σε στιγμή, ο τρόμος, σαν τέρας κι αυτός, θα μας κατακυρίευε και τους δύο. «Εντάξει, λυπάμαι. Ας προσπαθήσουμε απλώς να περπατήσουμε γιαλό γιαλό γύρω από το νησί. Θα χρειαστεί να είμαστε προσεκτικοί, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν άλλο τρόπο...» Ξαφνικά, διέκοψε τα λόγια μου ο ήχος ενός γέλιου. «Βρε, βρε, βρε» είπε ο Μάθερ, κάνοντας την εμφάνισή του μέσα από τη δεντροστοιχία πίσω μας όπου κρυβόταν. «Τι στο διάολο σκοπεύετε να κάνετε τώρα, κύριε Ριβς; Φαίνεται ότι μπλέκετε συνεχώς σε μπελάδες». Στεκόταν εκεί κοιτάζοντάς μας με ένα μοχθηρό χαμόγελο. Το πρόσωπο του και τα ρούχα του ήταν βρόμικα από τις ακαθαρσίες και το αίμα όπου σίγουρα θα είχε κυλιστεί πέφτοντας στο λάκκο. Η έκφραση ευθυμίας και παιδικής σκανδαλιάς στο πρόσωπο του με έκανε έξω φρενών. Τον πλησίασα, νιώθοντας τον εκνευρισμό μέσα μου να μετατρέπεται σε οργή. Εκείνη τη στιγμή, δεν μ' ενδιέφερε πια το μαχαίρι που μπορεί να κρατούσε. Είχα σκο305


πό να τον εξολοθρεύσω, κι εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να μ' εμποδίσει. «Αρκετά ανέχτηκα! Μ' ακούς; Φτάνει!» Έσφιξα τα δάχτυλά μου σε γροθιές, έτοιμος να χτυπήσω. Αλλά όπως πάντα, η αυτοπεποίθηση του Μάθερ αποδείχτηκε βάσιμη. Δεν ήξερα πού το έκρυβε, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή σήκωσε ψηλά ένα τεράστιο κυνηγετικό όπλο και το οριζοντίωσε προς το μέρος μου. «Παρακαλώ. Ηρέμησε. Και θα προτιμούσα να κρατάτε και οι δυο σας κάποια απόσταση, αν δεν σας πειράζει». Η Τζίνα κι εγώ κοιταχτήκαμε. Έμοιαζε να μην υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε απ' αυτή τη ζωντανή κόλαση. Ο Μάθερ μας ανάγκασε να βαδίσουμε ανάμεσα στα δέντρα και να γυρίσουμε πίσω στο ξέφωτο κι ύστερα μας διέταξε να σταματήσουμε. Από εκεί που στεκόμασταν, βλέπαμε την αριστερή πλευρά του σπιτιού. Κομματάκια γυαλί λαμποκοπούσαν πάνω στο χώμα, στο φως που ερχόταν από το υπνοδωμάτιο του Μάθερ. «Τι έπαθε το παράθυρο;» Προχώρησε προς τ' αριστερά μας. Χαμογέλασα. «Την ώρα που η ωραία Κόκκινη Κυρία μάς περιποιόταν είχαμε μια απροσδόκητη επίσκεψη». Το πρόσωπο του Μάθερ συσπάστηκε παίρνοντας μια έκφραση αηδίας. Γρύλισε απογοητευμένος. «Σκοροφαγωμένο ποντικοσακί! Θα στρίψω το λαρύγγι αυτού του ποταπού πλάσματος!» «Αν αναφέρεσαι στον Κύριο Χόπκινς, δεν ήταν αυτός που έσπασε το παράθυρο». 306


Ο Μάθερ με κοίταξε με απορία. «Ποιος το έκανε τότε;» «Ποιος είναι ο Κύριος Χόπκινς;» Η Τζίνα κοίταξε πρώτα εμένα κι ύστερα τον Μάθερ. «Είναι ένας γάτος». «Α». «Λοιπόν; Ποιος ήταν;» ο Μάθερ είχε αρχίσει να θυμώνει. «Ο σαλταμπίκος. Αυτός...» «Σαλταμπίκος; Πφ! Λες ψέματα». «Όχι, την αλήθεια λέω. Πήγαινε να δεις και μόνος σου». Πριν φύγουμε, η πολύτιμη Λαίδη σου πάλευε να σώσει τη ζωή της». «Όχι!» «Ναι» αποκρίθηκε η Τζίνα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, κάτι πέταξε έξω από την εξώπορτα. Ήταν μικρότερο απ' ό,τι πριν κι έμοιαζε στραγγισμένο, ξεφούσκωτο θα μπορούσε να πει κανείς. Πέταξε κατευθείαν πάνω στον Μάθερ, βγάζοντας μια στριγκλιά που σου τρυπούσε τ' αυτιά. Ο Μάθερ έμεινε άναυδος. Το πιο όμορφο κομμάτι της συλλογής του ήταν βαριά, ίσως θανάσιμα, τραυματισμένο. Κρατούσε το όπλο σταθερά, στοχεύοντας την Τζίνα κι εμένα, αλλά τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στο έντομο που πλησίαζε. «Ω, Λαίδη μου» είπε. «Τι σου συμβαίνει;» Το τζίνι! Ο Τιέν Τάι! Ήρθε να με βρει. «Όχι». 307


Ναι! Εσύ φταις που άνοιξες το ενυδρείο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να με πλησιάσει. Τώρα θα με βοηθήσεις να τον νικήσω. Το κόκκινο τέρας αιωρήθηκε μπροστά στον Μάθερ, μελετώντας το πρόσωπο του, αναζητώντας ίσως απαντήσεις. «Μα δεν ξέρω αν μπορώ να το σκοτώσω. Εγώ...» Το αίμα σου. Θα πρέπει να το έχω τώρα. Είναι ο μόνος τρόπος. Αναρωτήθηκα τότε γιατί δεν έπαιρνε το δικό μου αίμα. Αλλά, αν πίστευε ότι θα ξαναγινόταν γυναίκα πίνοντας το δικό μου αίμα, ίσως αυτό θα την καθιστούσε τροπή στη λιβελλοΰλα. «Όχι!» Ο Μάθερ έκανε πίσω φανερά ταραγμένος και γύρισε το όπλο του πάνω στο έντομο. Τι νομίζεις ότι κάνεις; Στρέψε αυτό το πράγμα μακριά από μένα, βλάκα! Κάπως διστακτικά, ο Μάθερ υπάκουσε. Δ εν θα σε πονέσω... Θα πάρω μόνο όσο μου χρειάζεται για ν' ανακτήσω τις δυνάμεις μου. «Δε...δεν θέλω». Τι δεν θέλεις;» «Δεν θέλω να σου δώσω το αίμα μου». Τι είναι αυτά που λες; Σου είπα, δεν θα πονέσει. Τώρα δέσε αυτούς τους δύο, κι εμείς πάμε να δούμε τι θα κάνουμε με τη λιβελλούλα. «Γιατί να μην τους σκοτώσω; Δεν έχει νόημα να...» Δ εν θα τους σκοτώσεις! 308


«Και την κοπέλα; Σίγουρα δεν σου χρειάζεται ζωντανή! Πάρε το δικό της αίμα». Αυτόν τον θέλω συνεργάσιμο. Κι εκείνη να μείνει σώα προς το παρόν τουλάχιστον... Η τελευταία παρατήρηση πόνεσε, αλλά δεν ήταν καθόλου απρόσμενη. Ή ξ ε ρ α ότι ο Κόκκινος Γάγγης θα προσπαθούσε να εξοντώσει την Τζίνα σε κάποια φάση. Διατηρούσα όμως την ελπίδα ότι την κρίσιμη στιγμή θα ήμουν έτοιμος να την αντιμετωπίσω. «Τι τρέχει;» Είχα ξεχάσει πως η Τζίνα δεν μπορούσε ν' ακούσει το έντομο να μιλάει. «Θέλει το αίμα του για να γίνει καλά». Η Τζίνα στύλωσε το βλέμμα της στον Μάθερ κι ύστερα στο έντομο. Ο Μάθερ, σε απάντηση, της έριξε μια σατανική ματιά. «Σωστά...» Η Τζίνα δεν αποδεχόταν όλα όσα της έλεγα. Δεν μου έκανε εντύπωση βέβαια. Από την άλλη, έδειχνε να πηγαίνει με τα νερά μου και δεν μου έφερνε αντιρρήσεις. Στο κάτω κάτω, όσο σουρεαλιστική κι αν ήταν η κατάσταση, ο καθένας μπορούσε ν' αντιληφθεί ότι επρόκειτο να γίνει κάτι με σοβαρές επιπτώσεις. «Κοίτα, δεν είναι ο πόνος που με ανησυχεί» είπε ο Μάθερ στο έντομο, με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπο του. «Απλώς...» Ένιωθε να απειλείται από τον Κόκκινο Γάγγη, για πρώτη φορά ίσως. Θα πρέπει να πάρω το αίμα σου. Είναι ο μόνος τρόπος ν' ανακτήσω τις δυνάμεις μου και να πολεμήσω τον Τιεν 309


Τάι. Τώρα, άφησε κάτω το όπλο και Δ ΩΣΕ ΜΟΥ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΟΥ! «Όχι!» Ο Μάθερ εξακολουθούσε να αμύνεται. Το έντομο ήταν έξω φρενών τώρα. Η Τζίνα με άρπαξε από τον αγκώνα και με τράβηξε προς τα πίσω κοντά της, απομακρύνοντάς με από τον Μάθερ. «Άφησε να κανονίσω εγώ τον σαλταμπίκο» είπε ο Μάθερ. «Ύστερα μπορείς να στραγγίσεις αυτούς τους δύο, ώσπου να μην τους μείνει σταγόνα». Όχι! Αν δεν μου δώσεις το αίμα σον, θα το πάρω με το ζόρι. Και τότε να δεις πώς θα πονάει. «Όχι, δεν θα τολμούσες». Ο Μάθερ είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο της κατάστασης και το ήξερε. «Όχι ύστερα απ' όσα έχω κάνει για σένα!» Έκανες ό,τι σον είπα. Τίποτε παραπάνω. «Μα θα πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος...» Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, άκουσα το κουνούπι να βγάζει μια στριγκιά κραυγή. Θα πρέπει ν' ακούστηκε δυνατότερα μέσα στο κεφάλι του Μάθερ, γιατί χαμήλωσε το τουφέκι και έπιασε με το αριστερό του χέρι το κούτελο του. Ήταν ξεκάθαρο ότι πονούσε τρομερά. «Σταμάτα! Σταμάτα! Γιατί μου το κάνεις αυτό;» Έδειχνε έτοιμος να κλάψει. Το κουνούπι δεν έκανε πίσω. Αντίθετα, συνέχισε την έφοδό της, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι δεν είχε σκοπό να δώσει τέλος στο μαρτύριο του Μάθερ, μέχρι εκείνος να ενδώσει στην αιμοδιψή της απαίτηση. Ύστερα, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο Μάθερ κατέβασε το χέρι από το κε310


φάλι του, για να σηκώσει για άλλη μια φορά το όπλο, στοχεύοντας κατευθείαν στο στήθος μου. Άκουσα την ανάσα της Τζίνας να κόβεται. Ιδρώτας μούσκευε το μέτωπο του Μάθερ, τα δόντια του ήταν σφιγμένα και ακουγόταν ένα ανεπαίσθητο κλαψούρισμα, προδίδοντας την τεράστια προσπάθεια που κατέβαλλε για ν' αντισταθεί στη θέληση του εντόμου. «Εσύ!» Ο Μάθερ μιλούσε σε μένα τώρα. «Για όλα φταις εσύ! Θα έπρεπε από καιρό να ήσουν νεκρός». Έβλεπα το δάχτυλο του να ετοιμάζεται να πιέσει τη σκανδάλη. Το σώμα μου είχε παγώσει από το σοκ. Η γλώσσα μου είχε κολλήσει στον ουρανίσκο μου καθώς ετοιμαζόμουν για το αναπόφευκτο χτύπημα. "Οχιιιιιι! Είναι δικός μου! Το κουνούπι πέταξε πάνω στον Μάθερ, βουτώντας κατευθείαν μέσα στα μαλλιά του, αναζητώντας δίχως άλλο το δέρμα του κρανίου του για να χώσει μέσα την προβοσκίδα της. Ο Μάθερ χοροπήδησε πάνω κάτω ουρλιάζοντας και πυροβόλησε στον αέρα, ξεκουφαίνοντάς μας. Άφησε το όπλο να του πέσει από τα χέρια του και άρχισε να χτυπά με τις παλάμες του για να πετύχει το έντομο. «Πρέπει να φύγουμε από εδώ αμέσως». Η Τζίνα χάζευε κατάπληκτη τη σκηνή που διαδραματιζόταν μερικά μέτρα μακριά. «Η σήραγγα» απάντησα. «Την είχα ξεχάσει. Είναι η πιο καλή μας ευκαιρία». «Σήραγγα;» «Πρέπει να υπάρχει ένα τούνελ κάτω από το νησί. Ο 311


Σόουμς μου έδειξε την είσοδο. Νομίζω...νομίζω ότι είναι η μόνη μας ελπίδα». «Ποιος;» «Πιθανότατα βγάζει κάπου στην απέναντι στεριά». «Εντάξει. Πώς θα φτάσουμε εκεί;» «Υπάρχει μια καταπακτή στο δάσος. Νομίζω ότι θυμάμαι πώς πάνε εκεί». Το πρόσωπο της Τζίνας σκυθρώπιασε. Δεν της άρεσε η προοπτική να διασχίσει το σκοτεινό δάσος. Αλλά δεν είχαμε άλλη επιλογή. Ήμασταν έτοιμοι να του δίνουμε, όταν ο Μάθερ κατάφερε τελικά να ξεκολλήσει το έντομο από το κεφάλι του και, βουτώντας το δίκαννο, έτρεξε προς το κτίριο, με το εξαγριωμένο κουνούπι να τον έχει πάρει στο κατόπι. Όρμησε μέσα και έκλεισε αμέσως την πόρτα πίσω του, ασφαλίζοντάς την με το σύρτη. Ο Κόκκινος Γάγγης άλλαξε πορεία, έστριψε τη γωνιά του σπιτιού και πέταξε μέσα περνώντας από το σπασμένο παράθυρο του υπνοδωματίου. «Ωραία» είπα στην Τζίνα, που κρεμιόταν τώρα από το δεξί μου μπράτσο για υποστήριξη. «Έλα, πάμε. Ίσως σκοτώσει ο ένας τον άλλον, ίσως όχι. Αν όχι, τότε ένας από τους δύο θα έρθει να μας κυνηγήσει. Κι όποιος και να' ναι, θα θέλει αίμα. Άντε, μπρος!» Την έπιασα από το χέρι και την οδήγησα στο μονοπάτι. Μολονότι ήταν σκοτάδι και μεγάλο μέρος του δάσους έμοιαζε ίδιο κι απαράλλαχτο, ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι θα έβρισκα το δρόμο μου προς την καταπακτή. Παρά τον 312


πληγωμένο μου αστράγαλο, καταφέραμε να προχωρήσουμε αρκετά. Με την απειλή της δολοφονίας να κρέμεται ακόμη πάνω από τα κεφάλια μας, δεν είναι ν' απορεί κάνε ίς πώς κατάφερνα να περπατάω γρήγορα παρά τον τραυματισμό μου. Σταματήσαμε ακριβώς στο σημείο όπου ξεκινούσε το δάσος. Από κάπου πίσω μας ακούσαμε κι άλλο γυαλί να σπάει. Η Τζίνα έσπρωξε τα κλαδιά μακριά της, αφήνοντας μερικά να πεταχτούν πίσω και να με χτυπήσουν στο πρόσωπο. «Ωχ!» «Αχ, συγγνώμη». Σταμάτησε για να μ' αφήσει να περάσω μπροστά και να της δείξω το δρόμο. Σε λίγο άρχισα ν' ανησυχώ ότι είχαμε χαθεί. «Πού πάμε τώρα;» Η Τζίνα κοίταξε γύρω γύρω, χωρίς να βλέπει τίποτε άλλο παρά άγνωστο δάσος. Ήμουν έτοιμος να παραδεχτώ την ήττα μου, όταν ανάμεσα στα δέντρα στ' αριστερά μας εντόπισα ένα γνώριμο ύψωμα στο έδαφος. «Θα πρέπει να είναι κάπου ίσια μπροστά μας!» Συνεχίσαμε προς τα εμπρός και δυο τρία λεπτά αργότερα βγήκαμε στο μεγαλύτερο ξέφωτο, στη μέση του οποίου βρισκόταν η καταπακτή. Γονάτισα με κάποια δυσκολία και γράπωσα την άκρη του σχοινιού. «Κοίτα» είπε η Τζίνα. Γύρισα και είδα ότι έδειχνε ψηλά στο νυχτερινό ουρανό. Έ ν α σύννεφο μαύρου καπνού ανέβαινε από το νησί, κρύβοντας το χλωμό φεγγάρι ακριβώς από πάνω μας. Το κέντρο ερευνών. 313


«Έξυπνο» είπα. «Σε βάζει να τραβήξεις φωτογραφίες για να εξασφαλίσει την υστεροφημία του κι υστέρα καίει τα πτώματα». «Δεν έχει εκείνος τις φωτογραφίες» είπε η Τζίνα χαϊδεύοντας τη φωτογραφική της μηχανή. «Εγώ τις έχω». Της έσκασα ένα πλατύ χαμόγελο. «Πάντως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα μ' αυτά αν δεν φύγουμε πρώτα από το νησί». Σήκωσα με δύναμη το καπάκι της καταπακτής, ενώ η Τζίνα έσκυψε να με βοηθήσει. Ύστερα το αφήσαμε να πέσει προς τα πίσω πατικώνοντας με το βάρος του τα ξερά φύλλα. Έτρεξα προς τη φορητή σκάλα, που ήταν φτιαγμένη πρόχειρα από χοντρά κλαδιά δέντρων, και κατέβηκα σιγά σιγά, προσέχοντας πάντα τον τραυματισμένο μου αστράγαλο. Το ύψος της σήραγγας πρέπει να ήταν μόλις κάτι παραπάνω από δύο μέτρα. Θα μπορούσα να είχα πηδήσει προς τα κάτω κατευθείαν από το επίπεδο του δάσους αν είχα δύο γερά πόδια. Μολαταύτα, προσγειώθηκα από τη σκάλα πάνω σ' ένα μαλακό, σχεδόν σπογγώδες δάπεδο από λάσπη, το οποίο ακόμα και στο ζοφερό σκοτάδι έβλεπα ότι ήταν διάσπαρτο με ξερά φύλλα, ενώ πού και πού διακρινόταν κάποια λακκούβα. Αναδιδόταν μια δυσάρεστη μυρωδιά πολυκαιρίας και υγρασίας, που μαρτυρούσε ότι η σήραγγα υπήρχε εδώ και αρκετό καιρό. «Τράβα το καπάκι πάνω από το κεφάλι σου» φώναξα στην Τζίνα. «Εντάξει». Την άκουσα να προσπαθεί να το γραπώσει και να το τραβήξει προς τα κάτω. Ύστερα από μερι314


κά δευτερόλεπτα, τα παράτησε. «Δεν μπορώ να το κουνήσω. Κόλλησε». «Καλά, άσ' το - δεν έχουμε καιρό». Λίγες στιγμές αργότερα, η Τζίνα προσγειώθηκε στο δάπεδο πλάι μου μ' ένα πλατσοΰρισμα. Με κοίταξε μέσα από μισόκλειστα μάτια. «Άντε, πάμε». Άρχισα να κατηφορίζω μέσα στη σήραγγα. Ύστερα από μερικά βήματα σταμάτησα. Ή τ α ν πίσσα σκοτάδι και δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα να σκοντάψω πάλι. «Δεν πιστεύω να έφερες φακό μαζί σου;» «Όχι, δεν έφερα» απάντησε η Τζίνα. «Αχ, να πάρει». «Με συγχωρείς». «Δεν φταις εσυ». Ύστερα θυμήθηκα. «Στάσου, η φωτογραφική σου μηχανή...» «Τι;» «Το φλας δουλεύει, ε;» «Φυσικά». «Ωραία, τότε θα χρησιμοποιήσουμε το φλας για να φωτίσουμε το δρόμο μας». «Καλή ιδέα». Σήκωσε ψηλά τη φωτογραφική της μηχανή και πέρασε μπροστά μου. Η Τζίνα άνοιγε δρόμο φωτίζοντας το τούνελ κάθε φορά που ζεσταινόταν το φλας. Κάναμε καλό χρόνο και πριν περάσει πολλή ώρα βρεθήκαμε μέσα σε μια μεγάλη κυκλική αίθουσα. Η Τζίνα είχε τελειώσει όλο της το φιλμ, αλλά το φλας εξακολουθούσε να δουλεύει μια χαρά. Της ζήτησα να το κατευθύνει προς τους τοίχους. Προς μεγάλη 315


μου έκπληξη, με την πρώτη λάμψη είδα κάτι που έμοιαζε με καταπακτή. Το φλας άναψε πάλι και μπορέσαμε να διακρίνουμε και οι δΰο ότι υπήρχε όντως μια καταπακτή στο ταβάνι της αίθουσας κοντά στον απέναντι τοίχο, πάνω από μερικά σκαλοπατάκια που έμοιαζαν σκαλισμένα στο φυσικό βράχο. «Προφανώς οδηγεί στο σπίτι ή κάπου εκεί γΰρω» είπα. «Ας συνεχίσουμε το δρόμο μας». Η Τζίνα έστρεψε τη φωτογραφική μηχανή προς τη σήραγγα που συνεχιζόταν στα δεξιά μας και πάτησε ξανά το φλας. Καθώς ετοιμαζόμασταν να μπούμε στο απέναντι τούνελ, η καταπακτή άνοιξε απότομα και μια δέσμη φωτός διαπέρασε την ανοιχτή αίθουσα. Διέκρινα την κάννη ενός κυνηγετικού όπλου και βόγκηξα. «Σας βλέπω! Μην κουνηθείτε, αλλιώς θα σας σκοτώσω και τους δύο!» Η Τζίνα βλαστήμησε· εγώ απλώς έσκυψα το κεφάλι και αναστέναξα. Αντό δεν θα τελειώσει ποτέ σκέφτηκα. Ποτέ. Κατέβηκε αθόρυβα τις σκάλες, με το όπλο στραμμένο συνεχώς πάνω στο στόχο του. Τα μαλλιά του ήταν λερωμένα και ακατάστατα, το πρόσωπο του έδειχνε χλωμό και εξαντλημένο. Έ ν α κλεφτοφάναρο ήταν χωμένο κάτω από τη μια του μασχάλη, επιτρέποντάς του να κρατάει το όπλο με τα δυο του χέρια. Όπως κι εγώ, έτσι και ο Μάθερ είχε υποστεί μεγάλη ταλαιπωρία στο διάστημα των τελευταίων λίγων ωρών. Έμοιαζε με βαμπίρ, εξαντλημένος και με όψη ωχρή, σαν πεθαμένος, καθώς έπεφτε στο νερό μ' ένα δυνατό πλατσούρισμα. 316


«Ώοτε νομίζατε ότι ξεφύγατε, ε; Δυστυχώς, δεν μπορώ να επιτρέψω να έχει η ιστορία σας καλό τέλος. Το αντίθετο: το τέλος θα είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο και για τους δυο σας». «Πού είναι το κουνούπι σου;» Η Τζίνα κάρφωσε τον Μάθερ με μια καταχθόνια ματιά. «Έχει κάτι άλλο να κάνει αυτή τη στιγμή. Θα ασχοληθώ μαζί της σε λίγο». «Νομίζω ότι αυτή πρόκειται ν' ασχοληθεί μ' εσένα» είπα. «Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τον σαλταμπίκο». «Θα τον περιποιηθώ και τον σαλταμπίκο, μην ανησυχείς. Άλλωστε, αν ήταν ικανός να κάνει κάτι, θα το είχε κάνει κιόλας». «Στη θέση σου δεν θα ήμουν τόσο σίγουρος». «Δεν ξέρεις τίποτα, κύριε Ριβς. Απολύτως τίποτα. Είναι πολύ κρίμα που το χειρουργείο δεν υπάρχει πια. Είχα κάνει συναρπαστικά σχέδια για εσάς». Στράφηκε προς την Τζίνα. «Θα περνούσα ένα πολύ ενδιαφέρον βράδυ και μ' αυτή τη νεαρή κυρία, αν δεν μας είχες διακόψει με τόση αγένεια». Χαμογέλασε. «Δεν πειράζει. Τσως μπορώ να κάνω κάποια πράγματα μ' αυτό» είπε, ανεμίζοντας το τουφέκι «που να μας διασκεδάσουν κάπως. Λοιπόν» συνέχισε, καθώς μαζεύτηκε στην άκρη της σκάλας. «Ανεβείτε πάνω». Δεν το πιστεύαμε. Ακριβώς τη στιγμή που νομίζαμε πως μας είχε δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία να κερδίσουμε την ελευθερία μας, ο Μάθερ μάς χάλασε πάλι τα σχέδια. 317


Η τύχη έμοιαζε να μας έχει εγκαταλείψει τελείως. Ξαναβρεθήκαμε στο σαλόνι εκείνου του μισητού σπιτιού. Ο Μάθερ μάς διέταξε να σταθούμε μπροστά στο τζάκι. Δεν φαινόταν κανένα ίχνος του Κόκκινου Γάγγη, αλλά σκέφτηκα πως, αν η πόρτα και το παράθυρο του σαλονιού ήταν κλειστά, δεν υπήρχε τρόπος να φτάσει εκεί όπου βρισκόμασταν. «Λοιπόν τώρα, ποιος θα πάει πρώτος; Ο δημοσιογράφος ή η φωτογράφος; Υποθέτω ότι η κυρία θα πρέπει να περάσει πρώτη, μολονότι, ως φωτογράφος, θα μπορούσε να εκτιμήσει το καλλιτεχνικό θάμβος του θανάτου σε πρώτο πλάνο. Ε, κύριε Ριβς;» «Άει στο διάολο» είπε η Τζίνα. «Θα ήταν πολύ σύντομο το ταξίδι σου ως εκεί» παρατήρησα. «Όμως, ήσουν πολύ τσαπατσούλης τις τελευταίες ώρες. Σε λίγο το νησί θα είναι γεμάτο αστυνομικούς». «Ε, ναι, το αντιλαμβάνομαι αυτό τώρα. Αλλά δεν θα είναι καθόλου εύκολη δουλειά γι' αυτούς. Μόλις η Λαίδη ηρεμήσει, θα την πείσω να εφαρμόσουμε το αρχικό μας σχέδιο». «Και ποιο είναι αυτό;» «Αν έρθουν, θα τους σκοτώσουμε». «Όλους;» Η Τζίνα έδειχνε δύσπιστη. «Όσο περισσότερους γίνεται, μέχρι να μας κατακλύσουν. Νομίζω όμως ότι θα καταφέρουμε να θερίσουμε κάμποσους πρώτα - εκείνη με το θανατηφόρο της δάγκωμα, κι εγώ με τον καλό μου φίλο εδώ». «Θέλεις να σου πω για ποιο πράγμα δεν χωρά καμιά 318


αμφιβολία;» Τα φρύδια μου ήταν ανασηκωμένα σε μια έκφραση δυσπιστίας που δυσκολευόμουν να τη συγκρατήσω. «Ποιο είναι αυτό;» «Ότι είσαι τρελός για δέσιμο» απάντησε η Τζίνα για λογαριασμό μου. Ο Μάθερ γέλασε. «Α, κατάλαβα. Πάντως το τι συνιστά τρέλα είναι υποκειμενικό». «Όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση» είπα. «Εντάξει, λοιπόν, αρκετά το αναβάλαμε - νομίζω ότι πρέπει να τελειώνουμε». Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένας παράξενος θόρυβος από μια σκοτεινή γωνιά του δωματίου, εκείνη που ήταν πιο κοντά στην πόρτα. Η Τζίνα κι εγώ κοιτάξαμε προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Μάθερ, που είχε το πρόσωπο του γυρισμένο σε μας, ήταν σαφές ότι ήθελε να κοιτάξει κι αυτός, μα δεν τολμούσε να κατεβάσει τα μάτια του από πάνω μας. Μου είχε φανεί σαν το βουητό από ένα μικρό μοτέρ που λειτουργούσε σε πολλές στροφές, πασχίζοντας να γυρίσει κάτι που ήταν πολύ βαρύ για τις δυνάμεις του. Συνεχίστηκε για περίπου δεκαπέντε δευτερόλεπτα κι έπειτα σταμάτησε. Στη συνέχεια ακούσαμε έναν απαλό παλλόμενο ήχο, σαν φτερά να χτυπάνε με μεγάλη ταχύτητα. Ο Μάθερ κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να μην το δείξει, αλλά καταλάβαινα ότι φοβόταν, μπορεί μάλιστα να ήταν και τρομοκρατημένος. Και είχε πολύ σοβαρό λόγο να είναι. Ο θόρυβος θα πρέπει να οφειλόταν σε ένα από τα δύο πλάσματα, και ο Μάθερ είχε κακές σχέσεις και με τα δύο. Έμοιαζε να τρέμει. 319


«Την έχεις άσχημα τώρα». «Τσως» είπε ο Μάθερ. «Αλλά θ' ασχοληθώ μ' αυτό αφού σας πυροβολήσω και σας κάνω κομματάκια». Σήκωσε το τουφέκι στο ύψος του προσώπου του. Έκλεισα τα μάτια μου. Στο διάστημα που θα μπορούσε να είναι τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής μου, άρχισα να προσεύχομαι γρήγορα και εντατικά να μεσολαβήσει κάποιος ή κάτι για να μας σώσει. Και τότε, αντί για εκπυρσοκρότηση όπλου, ακούστηκε ένα παράξενο βουητό. Ανοίγοντας τα μάτια μου, είδα μια μικρή φιγούρα να βγαίνει πετώντας από τις σκιές σαν ένα λεπτό ασημένιο βέλος και να προσγειώνεται στην αρχή της φαλάκρας του Μάθερ πριν εξαφανιστεί πάλι μέσα στις σκιές. Υπήρχε μία πιθανότητα να τραβήξει ο Μάθερ τη σκανδάλη σε μια αντανακλαστική κίνηση, αλλά, ευτυχώς, το μόνο που έκανε ήταν μια επιτόπου στροφή, με αποτέλεσμα να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον επιτιθέμενο. Στόχευσε με το όπλο του σε διάφορα σημεία του δωματίου, αλλά δεν βρήκε αυτό που γύρευε. Ύστερα, εντόπισε με την άκρη του ματιού του κάτι και στράφηκε αστραπιαία προς το παράθυρο. Αυτό που έψαχνε ήταν εκεί. Τώρα που είχε βγει στο φως, μπορούσα να διακρίνω ότι η λιβελλούλα της Υεμένης είχε κατά βάση γκρίζο χρώμα με ασημένιες ανταύγειες που λαμπύριζαν σε ορισμένα σημεία. Τα φτερά της ήταν τεράστια, και το κεφάλι, με τα πελώρια σύνθετα μάτια, έμοιαζε να ακτινοβολεί μια σπιρτάδα, μια ευφυΐα. Ο Μάθερ σαφώς δεν ενδιαφερό320


ταν να περιεργαστεί το πλάσμα, καθώς άδειασε γρήγορα όλο το περιεχόμενο του όπλου πάνω στο παράθυρο. Κατά παράξενο τρόπο, η λιβελλούλα είχε εξαφανιστεί πριν χτυπήσουν τα πρώτα σκάγια το τζάμι. Στο παράθυρο έχασκε τώρα μια μεγάλη τρύπα, αλλά δεν φαινόταν ούτε ίχνος του εντόμου. Ο Μάθερ βλαστήμησε. «Να πάρει! Πού πήγε;» «Δεν ξέρω, αλλά στο σημάδι δεν τα πας καθόλου καλά» κάγχασε η Τζίνα. Έδειχνε σαν να μην την ανησυχούσε καθόλου το τουφέκι. Σε απάντηση ο Μάθερ έστρεψε το όπλο καταπάνω της. «Δεν χάνω πάντα τους στόχους μου, κυρία μου». «Όχι» επέμεινα. «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις!» «Α, βέβαια,» -στόχευσε πάλι εμένα- «για μια στιγμή είχα ξεχάσει τι πήγαινα να κάνω. Εσύ ήσουν πρώτος στη σειρά, έτσι;» Βρέθηκα να κοιτάζω για άλλη μια φορά μέσα στις κάννες του όπλου. «Αυτό είναι ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο» είπε η Τζίνα. «Σου μένει λοιπόν μόνο μια βολή. Θα σε πιάσω πριν το ξαναγεμίσεις». «Ω, δεν το νομίζω. Εξακολουθώ να έχω το στιλέτο μου. Αντίο, κύριε Ριβς. Είναι, στ' αλήθεια, κρίμα να χαθείς έτσι». Ετοιμαζόταν να προσαρμόσει το στόχο του, ίσως για τελευταία φορά, όταν ο Κόκκινος Γάγγης πέταξε μέσα από το σπασμένο τζάμι και γαντζώθηκε στο μέτωπο του Μάθερ, πριν βυθίσει την προβοσκίδα του κατευθείαν μέσα στο βολβό του δεξιού του ματιού. 321


16. Εξολόθρευση

Το όπλο εκπυρσοκρότησε, ανατινάζοντας ένα τεράστιο κομμάτι σοβά από το ταβάνι. Μέσα από το σύννεφο σκόνης που κατέβαινε σιγά σιγά, η Τζίνα κι εγώ παρακολουθούσαμε τις σκηνές μαρτυρίου που ξετυλίγονταν μπροστά μας. Ο Μάθερ τίναζε τα χέρια του πέρα δώθε με αγωνία, την ώρα που το κουνούπι έβγαζε διάφορους άγριους ήχους. Έδειχνε πάρα πολύ θυμωμένο. Κοιτάζαμε σοκαρισμένοι και αηδιασμένοι αλλά τόσο εμβρόντητοι, που μας ήταν αδύνατον να στρέφουμε αλλού το βλέμμα μας. Το δέρμα γύρω από το μάτι του Μάθερ άφρισε και έλιωσε. Όλα όσα είχα ακούσει ήταν αληθινά. Ο Κόκκινος Γάγγης ήταν πραγματικά τόσο θανατηφόρος όσο τον παρουσίαζε ο θρύλος. Σε λίγο, και το υπόλοιπο πρόσωπο του Μάθερ υπέφερε από τις επιπτώσεις του τοξικού σάλιου. Συνέχισε να ουρλιάζει την αγωνιώδη διαμαρτυρία του, και δεν σταμάτησε μέχρι που βράχνιασε. Ατμός αναδυόταν από το κεφάλι του, προσθέτοντας μια τρομερά αποκρουστική δυσωδία σε ένα πραγματικά φρικιαστικό θέαμα. Από τη γυμνή σάρκα που κόχλαζε κάτω από το μάτι άρχισε να στάζει αίμα, το οποίο 323


έπεφτε πάνω στο χαλί και σχημάτιζε μικρούς κόκκινους κύκλους. Το κουνούπι έφυγε από το κούτελο του Μάθερ και γαντζώθηκε στο λαιμό του, κάνοντας πολύ λιγότερη φασαρία τώρα. Τοποθέτησε το σώμα του σε μια άνετη στάση, παρά τη συνεχιζόμενη υστερία του Μάθερ, και άρχισε να στραγγίζει το αίμα απευθείας από την καρωτίδα του. Η ζαρωμένη κοιλιά του άρχισε να τσιτώνεται και να φουσκώνει, καθώς έπινε σε σημείο κορεσμού το ζεστό κόκκινο υγρό. Καθώς διογκωνόταν και επανακτούσε την ενεργητικότητά του, οι πληγές του έμοιαζαν να εξαφανίζονται. Σηκώνοντας το βλέμμα μου στο παράθυρο, παρατήρησα πως ο σαλταμπίκος είχε γυρίσει. Μετεωριζόταν στην τρύπα που είχε ανοίξει η εκπυρσοκρότηση του όπλου. Η Τζίνα τον είχε δει κι αυτή. «Έλα» ψιθύρισε. «Ας τους αφήσουμε να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους». Ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη, που δεν θα μπορούσε να είχε προέλθει από αλλού παρά από το κέντρο ερευνών. Τσως είχε ανατιναχτεί η δεξαμενή τροφοδότησης της γεννήτριας. Η Τζίνα με τράβηξε από το μπράτσο και στη συνέχεια σήκωσε με δύναμη την καταπακτή. Τη βοήθησα να την ανοίξει και να αναποδογυρίσει το καπάκι. Κοιτάζοντας γύρω γύρω, διέκρινα το φακό του Μάθερ πεσμένο στο πλάι. Αφού τον άρπαξα και τον άναψα, δεν μπορούσα ν' αντισταθώ στον πειρασμό να ρίξω μια τελευταία ματιά στον Μάθερ. Το πρόσωπο του είχε γίνει αγνώριστο. Μια βαθιά τρύπα έχασκε εκεί που ήταν άλλοτε το μάτι του, ενώ κάποια τμήματα του κούτελου και του δεξι324


οΰ του μάγουλου είχαν διαλυθεί, παράγοντας μια αηδιαστική κίτρινη ουσία. Ίσως η φαντασία μου να έπαιζε παιχνίδια, αλλά θα έπαιρνα όρκο ότι εκείνη τη στιγμή το άλλο του μάτι γύρισε να με κοιτάξει. Ήμουν έτοιμος να ουρλιάξω, όταν η Τζίνα με γράπωσε από το μανίκι και με τράβηξε κάτω στο σκοτάδι της σήραγγας. Διασχίσαμε την υπόγεια αίθουσα τσαλαβουτώντας στα νερά και φτάσαμε στην απέναντι άκρη της, όπου το τούνελ συνεχιζόταν. Εξακολουθούσα να μην έχω την παραμικρή ιδέα πού οδηγούσε, αλλά δεν είχε και τόση σημασία, φτάνει να μας απομάκρυνε από το νησί. Με το φακό να φωτίζει το δρόμο μας, η πορεία μας συνεχιζόταν ικανοποιητικά. Ένιωθα τα άκρα μου τόσο βαριά, ώστε έπρεπε να καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να μπορούν ν' ανταποκρίνονται σε απλές οδηγίες του εγκεφάλου. «Τουλάχιστον αυτός ο μανιακός δεν θα μας ξαναενοχλήσει» είπε η Τζίνα καθώς περπατούσαμε βιαστικά. «Δεν είναι αυτός που με ανησυχεί». «Να σου πω, αν εκείνο το πλάσμα δεν μπορεί να φάει το ξύλο της καταπακτής και να περάσει μέσα, νομίζω ότι θα είμαστε ασφαλείς». «Μα δεν έκλεισα την καταπακτή». «Ω, Θεέ μου! Μη σε απασχολεί όμως. Θα πρέπει να συγκεντρώσουμε όλη μας την προσοχή στο να φτάσουμε στην άλλη άκρη της σήραγγας». «Αν εκείνη γνωρίζει γι' αυτή την είσοδο και αν είναι ανοιχτή, τότε μπορεί να κατέβει εδώ κάτω». «Δεν έχουμε χρόνο για τέτοιες ανησυχίες. Επιπλέον, 325


βρίσκεται ακόμα στην περιοχή κι αυτός ο σαλταμπίκος, έτσι δεν είναι; Επιτέθηκε στο κουνούπι νωρίτερα, ίσως λοιπόν να φροντίσει να το αποτελειώσει». «Ίσως. Αλλά δεν μπορούμε να στηριζόμαστε σ' αυτό. Ο Κόκκινος Γάγγης έχει αποδειχτεί γερό καρύδι. Δεν μπορώ να πιστέψω τι έκανε πριν από λίγο στον Μάθερ. «Δεν πιστεύω να το λυπάσαι αυτό το τέρας, ε;» «Όχι βέβαια. Έπαθε αυτό που του άξιζε». Τώρα πια μόνο η φαντασία μου μπορούσε να πλάσει την εικόνα των υπολειμμάτων του Μάθερ. Δύσκολα θα ευχόταν κανείς τέτοιου είδους θάνατο σε οποιονδήποτε, αλλά και πάλι κανείς δεν θα μπορούσε να πει ότι δεν του άξιζε. Ο πόνος στον αστράγαλο μου χειροτέρευε. Ήθελα να φωνάξω στην Τζίνα να περπατάει πιο αργά, να μου δώσει μια ευκαιρία να ξεκουραστώ, αλλά δεν είχαμε περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες. Το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να φύγουμε από εκεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα με ή χωρίς πόνο. Η Τζίνα έριξε το βλέμμα της στα δεξιά και στ' αριστερά της σήραγγας, με μια αμυδρή έκφραση ανησυχίας στο πρόσωπο της. «Γιατί τελικά αυτό το πράγμα ενδιαφερόταν τόσο πολύ για σένα; Δεν πιστεύω να σοβαρολογούσες όταν έλεγες ότι ήθελε το αίμα σου για να γίνει... άνθρωπος;» «Ναι. Μολονότι... δεν είμαι τόσο σίγουρος τώρα. Μπορεί εντέλει να έφταιγε το χτύπημα που έφαγα στο κεφάλι μου». «Όμως ήσουν πεπεισμένος ότι μπορούσες να επικοινωνήσεις μαζί του. Του μιλούσε και ο Μάθερ». 326


«Ε., .ναι. Αλλά τώρα επιτέλους φεύγουμε, ποιος νοιάζεται λοιπόν; Σωστά;» «Σωστά». Διατηρήσαμε την ταχύτητά μας για κάπου μισή ώρα, όταν ακούσαμε κάτι πίσω μας. Σταθήκαμε και αλληλοκοιταχτήκαμε, με τα χείλη μας να τρεμουλιάζουν. Η Τζίνα έστρεψε το φακό πίσω στο βάθος του τούνελ. Το βουητό δυνάμωνε σε ένταση, αλλά δεν διακρίναμε τίποτα. Δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε, πόσο μάλλον να τρέξουμε, κι έτσι ήμασταν υποχρεωμένοι να περιμένουμε τις εξελίξεις. Εγώ το είδα πρώτος. Το τρομακτικό του μέγεθος προκαλούσε τέτοια κατάπληξη, που μονάχα η εκτυφλωτική κόκκινη λάμψη του σώματος του μπορούσε να το συναγωνιστεί. Έδειχνε να απορροφά το φως από το φακό και να γίνεται πιο λαμπερό, πιο έντονο. «Ω, Θεέ μου» είπα. Νομίζω ότι καταλαβαίναμε και οι δυο μας πως ήταν μάταιο να τρέξουμε, κι έτσι μείναμε στη θέση μας. Το κουνούπι θα μας έφτανε σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Αντί να τρέξουμε λοιπόν, η Τζίνα κράτησε το φακό ψηλά πίσω από το κεφάλι της έτοιμη να χτυπήσει. Δεν πίστευα ότι αυτό θα βοηθούσε πολύ. Ο ένας ή και οι δυο μας θα πεθαίναμε - το διαισθανόμουν. Το κουνούπι έκοψε ταχύτητα κι ύστερα σταμάτησε για να αιωρηθεί από πάνω μας. Η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Δώσε μου αυτό που θέλω τώρα..., ή θα πάθεις τα ίδια με τον Μάθερ. Η Τζίνα έσφιξε τα δόντια της και κοίταξε το πλάσμα 327


αγριωπά. Έκανα ένα μικρό βηματάκι μπροστά, νιώθοντας ν' αναβλύζει από μέσα μου μια δύναμη. «Εντάξει. Παρ'το». Δυσκολεύτηκα να προφέρω τις λέξεις. Ο τρόμος μέσα μου είχε ήδη τροφοδοτήσει τη φαντασία μου, βομβαρδίζοντας τις σκέψεις μου με κάθε είδους φρικιαστικές εικόνες. Αλλά δεν έβλεπα καμία άλλη λύση. Αν συνέχιζα να αντιστέκομαι, το μόνο που θα κατάφερνα θα ήταν να αναγκάσω τον Κόκκινο Γάγγη να πάρει αυτό που ήθελε με τη βία. Ναι. Αυτό είναι. Θα έχει τελειώσει πριν το καταλάβεις... Πέταξε ξανά μπροστά με προσοχή, έτοιμη ν' απομακρυνθεί με την πρώτη ένδειξη επίθεσης. «Όχι, μην το κάνεις» είπε η Τζίνα, οπισθοχωρώντας ελαφρά. Και τότε γλίστρησε πάνω σε κάτι, αφήνοντας αυτόματα να της πέσει ο φακός από τα χέρια. Σαν αστραπή, ο Κόκκινος Γάγγης είχε ορμήσει πάνω μου. Γαντζώθηκε στο κεφάλι μου και μ' έπιασε υστερία. Εκείνο που μου προκάλεσε τη μεγαλύτερη κατάπληξη ήταν η θερμότητα που εξέπεμπε. Την ένιωθα να καίγεται ολόκληρη. Μολονότι ήξερα ότι είχα κάνει το μόνο πράγμα που μπορούσα, με κυρίεψε η επιθυμία να την πετάξω από πάνω μου. «Όχιιιιι!» ούρλιαξε η Τζίνα κάπου πίσω μου. «Φύγε από πάνω του, που να σε πάρει!» Το κουνούπι σύρθηκε πάνω στο κεφάλι μου και ύστερα, χωρίς δισταγμό, με τρύπησε πίσω στο σβέρκο ρουφώντας με μια φοβερή δύναμη, που μου έφερνε δάκρυα στα μάτια. Αυτή τη φορά ούρλιαξα. 328


Δ εν το πιστεύω ότι επιτέλους γίνεται. Αγαπημένε... Αν εξαιρέσει κανείς τον πόνο από την προβοσκίδα της που τρύπησε το δέρμα μου, καθώς επίσης από το ρούφηγμα, δεν φάνηκε να υπήρχαν άλλες επιπτώσεις. Δεν είχε εγχύσει μέσα μου το σάλιο της, πράγμα που μου προκάλεσε ανακούφιση αλλά και σοκ. Θα πρέπει να σοβαρολογούσε όταν έλεγε ότι ήθελε να με κρατήσει ζωντανό. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, η Τζίνα έσβηνε σιγά σιγά από τη σκέψη μου. Ο πόνος άρχισε να υποχωρεί, το ίδιο και ο πανικός. Ακριβώς τη στιγμή που πήγαινα να βυθιστώ ολοκληρωτικά στην καλοδεχούμενη επιρροή του κουνουπιού, κάτι με ξύπνησε από την αποχαύνωση μου. Η προβοσκίδα τραβήχτηκε έξω βίαια, κάνοντας τη ραχοκοκαλιά μου να συσπαστεί ολόκληρη από τον πόνο. Ύστερα το πλάσμα πέταξε μακριά από το κεφάλι μου. Κοίταξα τριγύρω, νιώθοντας κουρασμένος, σχεδόν παραλυμένος, με την όραση μου ελαφρά θολωμένη, και είδα την Τζίνα να μου φωνάζει με όλη της τη δύναμη. «...με ακούς; Τρέχα!» Με άρπαξε από το χέρι και με τράβηξε πίσω της, χωρίς κανένας από τους δυο μας να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον τραυματισμένο μου αστράγαλο. Δεν ήξερα σε τι κατάσταση βρισκόταν εκείνη τη στιγμή το κουνούπι, αλλά μάντεψα ότι δεν ήταν νεκρό από τον τρόπο που η Τζίνα κοιτούσε συνέχεια πίσω μας βρίζοντας. Δεν μου προκάλεσε μεγάλη έκπληξη όταν, λίγο αργότερα, άκουσα πάλι το βουητό. Οι αισθήσεις μου είχαν αρχίσει ν' αποκτούν διαύγεια και είχα ξανά συνείδηση του πόσο απελπιστική ήταν η κατάστασή μας. Στα329


θήκαμε και τρομοκρατημένοι κάναμε μεταβολή, για να βρεθούμε αντίκρυ στον κυνηγό μας. Το αίμα μου είχε ήδη προκαλέσει μια παράξενη αλλαγή επάνω της. Παρά τους φόβους μας, δεν είχε πάρει διαστάσεις κόρακα. Επιπλέον, δεν είχε αλλάξει μόνο το μέγεθος της. Τα μάτια της δεν ήταν πια σύνθετα όπως θα έπρεπε, αλλά άσπρα, θολωμένα. Μου φάνηκε ότι διέκρινα μια μικροσκοπική μαύρη κουκκίδα σαν τσίμπημα βελόνας σε καθένα από αυτά, αλλά δεν μπορούσα να είμαι απόλυτα σίγουρος. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι είχε αρχίσει να συντελείται μια δραματική μεταμόρφωση. Θα μπορούσε όμως στ' αλήθεια να πάρει τη μορφή γυναίκας; Παρόλο που το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, αρνιόμουν να πιστέψω αυτό που συνέβαινε. Αιωρήθηκε μπροστά μας βουίζοντας, προσπαθώντας ίσως ν' αποφασίσει τι να κάνει. Γνώριζε άλλωστε ότι είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή της. Η προβοσκίδα έδειχνε διπλάσια σε μέγεθος απ' ό,τι νωρίτερα: μια μακριά, χοντρή βελόνα, σατανικά μυτερή, με το αίμα να στάζει ακόμα. Ψηλάφισα το ευαίσθητο δέρμα στο σβέρκο μου όπου είχε ανοίξει την τρύπα. Ήταν γεμάτο αίμα, αλλά δεν φαινόταν να έχει γίνει κάποια άλλη ζημιά. Κοίταξα την Τζίνα απέναντι μου. «Κάνε κάτι, για όνομα του Θεού» είπε. «Σαν τι;» «Όχι εσύ» αποκρίθηκε, γυρίζοντας προς εμένα. «Εκείνο το πράγμα! Θα πλανάται αιωνίως εκεί στον αέρα μέχρι να πεθάνουμε από την πείνα;» 330


Ξαφνικά, τα φτερά του κουνουπιού ανοιγόκλεισαν για ένα δευτερόλεπτο. Αν και βρισκόταν σε έξαψη, πέταξε αθόρυβα προς την Τζίνα, υστέρα ανυψώθηκε στον αέρα και πέρασε από πάνω της, έτσι που οι άκρες των φτερών της έξυσαν την οροφή της σήραγγας. Χωρίς προειδοποίηση, έκανε βουτιά προς το κεφάλι της Τζίνας, σταματώντας λίγο προτού φτάσει στα μαλλιά της, και έπειτα πέταξε πάλι μακριά. Αυτή τη φορά την άκουγα να γελάει. Η Τζίνα έτρεμε. Με κοίταξε, προσπαθώντας να μη δείξει το φόβο της. «Όλα εντάξει» είπα, πασχίζοντας μάταια να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου. Το κουνούπι απλώς συνέχισε να γελάει, χοροπηδώντας πάνω κάτω με χαρά. Έβλεπα τώρα ότι τα μάτια σχημάτιζαν αναμφίβολα κόρες. Το θέαμα ήταν τρομακτικό. Ναι. Το γέλιο είχε σταματήσει. Μπορώ να σας κοιτάζω με ανθρώπινα μάτια τώρα. Είναι τόσο παράξενη αίσθηση... Δεν νιώθω πια ξένη, νιώθω σαν να γυρίζω σπίτι. Δ εν θα πάρει πολύ χρόνο τώρα. Σε λίγο θα είμαι όπως ήμουν κάποτε. «Κι ύστερα τι;» Καθώς μιλούσα, συνειδητοποίησα ότι η Τζίνα είχε γυρίσει το πρόσωπο της προς εμένα. Θα πρέπει να νόμιζε ότι είχα τρελαθεί ή ότι με είχε πιάσει παραλήρημα για να μιλάω ξανά μ' αυτό το πράγμα. Ύστερα θα φύγουμε μακριά από 'δω. Σε κάποιο καινούριο μέρος, όπου κανείς δεν θα μας βρει και όπου θα 331


μπορέσουμε οι δυο μας να περάσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας. «Σου είπα, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί». Είναι θέμα χρόνου να σε πείσω. Όταν με δεις όπως πραγματικά είμαι, θα αλλάξεις γνώμη. Θα με αγαπήσεις όπως αγαπώ εγώ εσένα. Δεν θα αργήσει πολύ αυτή η στιγμή, σου το υπόσχομαι. «Αφοΰ σου λέω! Αυτό δεν θα συμβεί. Εμείς θα φύγουμε απ' αυτό το νησί. Το τι θα κάνεις εσύ δεν με αφορά. Βρες κάποιον άλλον -οποιονδήποτε-, αλλά εμένα άφησέ με ήσυχο. Σου έδωσα κιόλας αυτό που ήθελες. Γιατί δεν μας αφήνεις τώρα να φύγουμε;» Νόμιζα ότι καταλάβαινες πώς ένιωθα - την οδύνη του πόθου; Την αμφιβολία, την αίσθηση του κενού; Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Θα σε κάνω δικό μου, είτε το θέλεις είτε όχι. Κοίταξα την Τζίνα. Από την έκφραση του προσώπου της ήταν φανερό ότι γύρευε να μάθει τι συνέβαινε. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα να της πω. Στράφηκα λοιπόν ξανά προς το κουνούπι. «Ναι, έχεις δίκιο. Αλλά πρέπει να την αφήσεις αυτήν να φύγει». Το βούισματου κουνουπιού δυνάμωσε. Είχα την αίσθηση ότι είχε συγχιστεί τώρα και έχανε την υπομονή της. Λυτή έχει διαφθείρει τη συνείδησή σου. Πρέπει να πεθάνει. Ανοιξε διάπλατα το μυαλό σου σ' εμένα. Υπόκυψε, και θα πάψει ο πόνος. Σου αξίζει κάτι καλύτερο από το 332


να γίνεις σκλάβος της και να την αφήσεις να σε τυραννάει. Θα σε ελέγχει και θα σε κυβερνά για πάντα αν όεν απαλλαγείς απ' αυτήν τώρα. Σε παρακαλώ... άσε με να σε βοηθήσω... «Μην την αγγίξεις, γιατί ορκίζομαι...» Δεν θα την πειράξω αν φύγει τώρα. Πες της να τρέξει και να μην κοιτάξει πίσω. Όταν πάψεις να βρίσκεσαι κάτω από την επιρροή της, τότε θα καταλάβεις. Αν έτσι διασφάλιζα τη ζωή της Τζίνας, ήμουν έτοιμος να κάνω ό,τι ήθελε το κουνούπι. Δεν είχα ούτε το χρόνο ούτε τη δύναμη να προσπαθήσω να σώσω και τον εαυτό μου. Το έντομο είχε ήδη απομυζήσει μεγάλο μέρος των δυνάμεών μου, και τώρα η βούλησή μου είχε αρχίσει κι αυτή να εξασθενεί. «Σύμφωνοι. Αλλά υποσχέσου μου ότι δεν θα την πειράξεις. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, φτάνει να την αφήσεις να φύγει». Και βέβαια σου υπόσχομαι, αγάπη μου. Το μόνο που θέλω είναι να σε κάνω ευτυχισμένο. «Εντάξει». Στράφηκα προς την Τζίνα, που έδειχνε τρομερά ανήσυχη. Τσως είχε μαντέψει τι επρόκειτο να συμβεί. «Άκου, πρέπει να φύγεις - τώρα. Δεν έχεις παρά να ακολουθήσεις τη σήραγγα και να εξαφανιστείς από εδώ». «Πλάκα μου κάνεις; Δεν θα σ' αφήσω μόνο σου μ' αυτό το πράγμα!» «Δεν υπάρχει άλλη λύση. Κοίτα, εγώ θα είμαι μια χαρά. Εκείνη δεν θα με πειράξει. Φύγε και πήγαινε στην 333


αστυνομία. Έ χ ω το προαίσθημα ότι δεν θα είμαι εδώ όταν θα φτάσουν, αλλά τουλάχιστον θα βρουν τον Μάθερ. Ίσως κάποια από τα πτώματα δεν έχουν παραμορφωθεί και καταφέρουν να τα αναγνωρίσουν. «Δεν πρόκειται να σε αφήσω εδώ». «Πρέπει!» «Όχι, δεν πρέπει!» «Άκου». Την άρπαξα από τους ώμους και κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια της, που είχαν ανοίξει διάπλατα από το φόβο. Αν μείνεις εδώ, θα καταλήξουμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον να πεθαίνει. Αυτή είναι η ωμή αλήθεια. Δεν μπορούμε να σκοτώσουμε αυτό το πράγμα. Θα πρέπει να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη που μέχρι τώρα έδειξε έλεος». «Δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου, Άσλι. Δεν μπορώ να το κάνω. Μου είναι αδύνατον να σε εγκαταλείψω». «Σε παρακαλώ. Είναι ανάγκη, είναι ο μόνος τρόπος για να σε προστατέψω». Συνειδητοποίησα τότε ότι αυτή ήταν πιθανότατα η μοναδική ευκαιρία που θα μου παρουσιαζόταν ποτέ. Έπρεπε να της το πω. «Σ' αγαπάω». «Τι;» «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου από την πρώτη μέρα που έπιασες δουλειά και δεν αντέχω τη σκέψη να μη σε δω ποτέ ξανά. Όμως άκου: Σε ικετεύω, φύγε. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για όλα αυτά, απλώς... ήθελα να ξέρεις». «Εγώ...» Η Τζίνα δεν είπε τίποτα για μερικά δευτερόλεπτα, κι ύστερα: «Σε χτύπησε γερά με το φτυάρι, ε;». 334


Χαμογέλασα, παρά την οικτρή μας κατάσταση. «Άντε φΰγε, σε παρακαλώ» είπα. «Πριν εκείνη αλλάξει γνώμη». Της άφησα το χέρι. Με κοίταξε αρκετή ώρα κι έπειτα κεραυνοβόλησε το κουνούπι μ'ένα φοβερό βλέμμα. Περίμενα να ξεστομίσει κάποια απειλή ή κατάρα. Εκείνη όμως, με τα μάτια στυλωμένα ακόμα στην αιωρούμενη απειλή, μίλησε σ' εμένα. «Αυτό που είπες μόλις τώρα είναι το ωραιότερο πράγμα που μου έχει πει ποτέ κανείς». Και μ' αυτά τα λόγια έκανε μεταβολή και το έβαλε στα πόδια. Την παρατηρούσα καθώς απομακρυνόταν- παρακολουθούσα το κωνικό σχήμα από το φως του φακού να μικραίνει όλο και περισσότερο. Ήμουν τώρα μόνος με το τέρας, που είχε αρχίσει να εκπέμπει ένα τρομακτικό κόκκινο φως. Ακούστηκε ένας ήχος βεντούζας -ποπ!-, και είδα ότι το σώμα του κουνουπιού είχε αυξηθεί ξανά σε μέγεθος. Ή τ α ν στ' αλήθεια ένα εκπληκτικό θέαμα. Θα είχα νιώσει δέος αν δεν με είχαν κυριέψει τόσο πολύ το μίσος και ο φόβος. Δεν θ'αργήσουμε πολύ. Ξεκουράσου. Κοιμήσου. Θα σε ξυπνήσω όταν έρθει η ώρα. Ένιωθα τον πειρασμό να με σφυροκοπά αλύπητα. Είχα μεγάλη ανάγκη από ύπνο. Μολαταύτα, μου τριβέλιζε το νου μια αμφιβολία. Ακουγόταν αναστατωμένη, και είχα την αίσθηση ότι ήθελε να κοιμηθώ για κάποιον άλλο λόγο. Αποφάσισα ότι ήταν προτιμότερο να μείνω ξύπνιος. «Για πες μου λοιπόν για τον Μάθερ. Δεν μετάνιωσες που τον σκότωσες;» 335


Γιατί να το μετανιώσω; Δ εν μου χρησίμευε πια. Η δίψα του για φόνο και η ικανότητά του να προσελκύει θύματα ήταν τα μόνα πράγματα που έκαναν την ύπαρξη του ανεκτή. Ο κόσμος θα είναι καλύτερος χωρίς αυτόν. «Σε τάιζε, σε προστάτευε. Αμφιβάλλω αν υπάρχουν πολλοί άλλοι άνθρωποι που θα έκαναν κάτι τέτοιο». Ίσως, μα, σε τελική ανάλυση, όλα όσα έκανε ήταν για το δικό του προσωπικό όφελος. Δεν τον ενδιέφερε παρά μονάχα ο εαυτός του. «Είσαι σίγουρη; Είσαι σίγουρη πως δεν νοιαζόταν για σένα;» Δεν έχει σημασία. Πρέπει να κοιμηθείς. Μεταμορφώνομαι γρήγορα τώρα. Σε λίγο θα έχει έρθει η ώρα. Είναι ανάγκη να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου. «Ειλικρινά, για ποιο λόγο θέλεις να κοιμηθώ;» Τι; «Τι δεν θέλεις να δω;» Η μεταμόρφωση θα είναι αποκρουστική... «Δεν είναι αυτό. Δεν σε νοιάζει αν αυτό μου προκαλέσει απέχθεια. Υπάρχει κάποιος άλλος λόγος». Ακούστηκε άλλο ένα «ποπ» και είδα πως η προβοσκίδα της είχε αρχίσει να συρρικνώνεται. Παράλληλα, μερικά από τα πόδια της κόνταιναν και μαζεύονταν μέσα στο σώμα της, που έμοιαζε να μεγαλώνει συνεχώς. Δεν θα είμαι ισχυρή για πολύ καιρό ακόμα. «Ισχυρή; Εννοείς επικίνδυνη;» Ναι. ΜπλιάχΙ 336


Στριφογύριζε και τιναζόταν στον αέρα καθώς ένα μέρος της κοιλιάς της φούσκωσε σαν μπαλόνι και τσιτώθηκε. Δ εν υπάρχει άλλος χρόνος. Αν δεν κοιμηθείς..., δεν έχω άλλη επιλογή. Δεν θέλω να το δεις αυτό. Πρέπει να καταλάβεις ότι για να εξασφαλίσω την αγάπη σου θα χρειαστεί να εξαλείψω κάθε συναισθηματικό σου δεσμό... Ελπίζω να με συγχωρέσεις με τον καιρό. Κατάφερε να ισιώσει το σώμα της. Έβλεπα τώρα πως τα μάτια της ήταν σχεδόν ανθρώπινα, οι κόρες μεγάλες, μαύρες, με λαμπερούς, πράσινους δακτυλίους γύρω γύρω. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, κατάλαβα ότι έκρυβαν κακό σκοπό. Όρμησε μπροστά, με προσπέρασε και πέταξε μέσα στη σήραγγα, μεγάλη σαν κοράκι τώρα και πιο αδέξια απ' ό,τι πριν. Παρ' όλ' αυτά εξακολουθούσε να κινείται γρήγορα. «Τζίνα!» ούρλιαξα κι άρχισα να τρέχω. «Έρχεται ξοπίσω σου!» Γνώριζα με βεβαιότητα ότι δεν είχα την παραμικρή ελπίδα να προλάβω το τέρας. Ακόμα κι αν κατάφερνα να φτάσω την Τζίνα έγκαιρα, δεν υπήρχε τρόπος να την προστατέψω. Ο Κόκκινος Γάγγης ήταν πάρα πολύ μεγάλος τώρα πια για να τον λιώσει κανείς στην παλάμη του. Θα μας σκότωνε και τους δύο. Αλλά έτρεξα έτσι κι αλλιώς. Η Τζίνα είχε προχωρήσει αρκετά μέσα στο τούνελ, παρά την απροθυμία της να με εγκαταλείψει. Τώρα έτρεχε ακόμη πιο γρήγορα, προσπαθώντας ν' απομακρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από το τερατόμορφο πλάσμα. Αλλά ήταν μάταιο. Από εκεί που βρισκόμουν, αρκετά πιο 337


πίσω, έβλεπα το λαμπερό τέρας να την πλησιάζει ελαττώνοντας με τρομακτική ταχύτητα την απόσταση που τους χώριζε. Το κουνούπι θα την έφτανε σε λίγα δευτερόλεπτα. Όταν κατάφερνα τελικά να βρεθώ κοντά της, θα ήταν ήδη νεκρή. Εκείνη τη στιγμή, καθώς ήμουν έτοιμος να παραδοθώ στην απόγνωση, κάτι πέταξε δίπλα στο δεξί μου αυτί. Δεν ήταν μεγαλύτερο από σπουργίτι, αλλά κινούνταν με φονικές διαθέσεις και με μια ταχύτητα που το έκανε να κόβει τον αέρα σαν μαχαίρι. Στο πέρασμά του ξεστόμισε τρεις λέξεις: Μην το βάζεις κάτω! Δεν το έβαλα κάτω. Αντίθετα, όρμησα μπροστά με δύναμη που δεν ξέρω από πού την είχα αντλήσει και διέσχισα με πάταγο το τούνελ, αδιαφορώντας για τον εφιάλτη που με περίμενε. Μπόρεσα να δω την Κόκκινη Λαίδη να προσγειώνεται στο σβέρκο της Τζίνας, που ξαφνιασμένη από το βάρος του εντόμου σκόνταψε και έπεσε στα γόνατα. Ύστερα, πριν δοθεί η ευκαιρία στο κουνούπι να κάνει οτιδήποτε άλλο, ο σαλταμπίκος τη χτύπησε σαν σφαίρα, διώχνοντάς την από το κεφάλι της Τζίνας μαζί με μια τούφα μαλλιά. Η Τζίνα ούρλιαξε και, μολονότι τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα, μπόρεσε να παρακολουθήσει τη σκηνή που ξετυλιγόταν μπροστά της. Τελικά την έφτασα και την πήρα στην αγκαλιά μου. Οι δυο φιγούρες σφάδαζαν μέσα στο νερό που είχε σταλάξει με το πέρασμα του χρόνου από τη λίμνη που βρισκόταν από πάνω μας. Η Κόκκινη Λαίδη, με το σώμα της τόσο διαστρεβλωμένο 338


και τουμπανιασμένο, ώστε να μην αναγνωρίζεται, πάλευε με τον σαλταμπίκο, που είχε γαντζώσει το μικρότερο σε μέγεθος σώμα του στη ράχη του κουνουπιού, ανοιγοκλείνοντας τα φτερά του σαν τρελός. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να παρακολουθούμε με δέος τη μάχη και να προσευχόμαστε να νικήσει το μικρότερο πλάσμα. Η Τζίνα τύλιξε το μπράτσο της γύρω από τη μέση μου. Παρά την αδρεναλίνη που ξεχυνόταν κατά κύματα μέσα στο σώμα μου, η όρασή μου θόλωσε και όλα γύρω μου άρχισαν να σκοτεινιάζουν. Η Τζίνα το παρατήρησε και με ταρακούνησε για να συνέλθω. «Έϊ, δεν ξεμπλέξαμε ακόμα». Συγκέντρωσα την προσοχή μου στη Λαίδη και τον ορκισμένο εχθρό της. Τούτη ήταν μια κρίσιμη μάχη, από την οποία μόνο ένας θα έβγαινε ζωντανός. Και κρίνοντας από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα, η έκβαση που λαχταρούσαμε κι οι δυο μας δεν έμοιαζε και πολύ πιθανή. Ο σαλταμπίκος είχε ζαλίσει τον πρησμένο του αντίπαλο και τον χτυπούσε αλύπητα με το μικρό μυτερό κέρατο που είχε στο κεφάλι του, προκαλώντας ρήξη και αιμορραγία στο ροζ υπογάστριο του κουνουπιού. Μολαταύτα, δεν φαινόταν αξιόλογος αντίπαλος. Ήμουν πεπεισμένος ότι ήταν μονάχα θέμα χρόνου να υπερισχύσει η Λαίδη καταφέροντας ένα θανατηφόρο πλήγμα στον σαλταμπίκο. «Πρέπει να κάνω κάτι» είπε η Τζίνα. Με τράβηξε στον απέναντι τοίχο. «Εδώ - κράτα αυτό». Μου έδωσε το φακό. «Στρέψε το επάνω τους». 339


«Γιατί - τι πας να κάνεις;» «Είναι η μόνη μας ελπίδα. Κι εσύ δεν βρίσκεσαι σε καλή φυσική κατάσταση». Άρχισε να βαδίζει προς τους δυο θορυβώδεις αντιπάλους. «Όχι, μην πας εκεί. Σε ικετεύω». «Μην ανησυχείς. Έ χ ε μου εμπιστοσύνη». Διέσχισε αποφασιστικά το βρεγμένο δάπεδο και σταμάτησε σε απόσταση μερικών εκατοστών από τα έντομα. Όχι! Ή τ α ν το κουνούπι και φαινόταν πιο θυμωμένο από ποτέ, μόνο που αυτή τη φορά ο θυμός είχε και μια χροιά φόβου. Κράτα τη μακριά! Κράτα τη μακριά! Εκείνη τη στιγμή, τα δύο έντομα χώρισαν πάνω στο βρεγμένο δάπεδο της σήραγγας. Και τα δύο έδειχναν είτε απρόθυμα είτε ανίκανα να σηκωθούν στον αέρα. Ο σαλταμπίκος έμοιαζε να είχε ξοδέψει όλη του την ενέργεια στη μανιασμένη του επίθεση, ενώ η Κόκκινη Λαίδη, που ολοένα μεγάλωνε, σηκώθηκε στα δυο της πιο μακριά και γερά πόδια και άφησε όχι πια ένα βουητό αλλά μια σχεδόν ανθρώπινη κραυγή. Ετοιμαζόταν να επιτεθεί, να καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα. Και τότε, καθώς η Τζίνα στεκόταν εκεί περιμένοντας να της παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, άκουσα την άλλη φωνή. Ήταν ο σαλταμπίκος. Τώρα! Κάν'το τώρα! «Τώρα, Τζίνα!» 340


Σήκωσε το αριστερό της πόδι. Η Λαίδη στράφηκε προς το μέρος της και πάγωσε. Έδειχνε έτοιμη να ουρλιάξει ξανά, αυτή τη φορά από τρόμο, μα δεν της δόθηκε η ευκαιρία. Το παπούτσι κατέβηκε με δύναμη στο κεφάλι της, και ξαφνικά το νερό γύρω από τα πόδια της Τζίνας σκοτείνιασε από το αίμα. Μείναμε στις θέσεις μας αρκετή ώρα, με το μυαλό μας ναρκωμένο. Κάποια στιγμή, κατάφερα να βαδίσω με δυσκολία απέναντι και να σταθώ πλάι στην Τζίνα. Τύλιξα το μπράτσο μου γύρω από τη μέση της. Κοιτάζοντας κάτω, είδα κάμποσους κόκκινους και μαύρους όγκους να επιπλέουν στη λεπτή στρώση νερού. Αίμα είχε λεκιάσει το μπροστινό μέρος του τζιν παντελονιού της Τζίνας και τον τοίχο απέναντι. Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο πολύ ήταν. Κοιτάζοντας το πρόσωπο της, έβλεπα ότι προσπαθούσε ακόμη να συνειδητοποιήσει όσα είχε δει. Έπαιρνε βαθιές ανάσες και παρατηρούσε τα απομεινάρια του Κόκκινου Γάγγη στο δάπεδο. «Τον άκουσες;» Η ερώτηση ξέφυγε από το χείλη μου πριν καλά καλά αποφασίσω να την κάνω. «Ποιον;» «Τον σαλταμπίκο. Τον άκουσες να μιλάει;» «Άκουσα...άκουσα εσένα» είπε γυρνώντας προς το μέρος μου. «Τίποτε άλλο». Μαζί οι δυο μας περιεργαστήκαμε τον γκρίζο σωτήρα μας. Μετακίνησα τη δέσμη φωτός από το φακό, ώστε να μην πέφτει κατευθείαν επάνω του. Είχε μετεωριστεί ψηλότερα από το έδαφος τώρα και φαινόταν πολύ καλύτε341


ρα στην υγεία του απ' ό,τι λίγα λεπτά νωρίτερα. Έκανε μεταβολή και πέταξε αθόρυβα πίσω στη σήραγγα. «Τέλος πάντων» είπα χαμογελοίντας στην Τζίνα. «Δεν νομίζω να έχει σημασία». «Όχι...Έλα να φΰγουμε επιτέλους απ' αυτό το μέρος». «Καλή ιδέα» απάντησα, αλλά τότε η Τζίνα σταμάτησε ξαφνικά και με άρπαξε από το μπράτσο. Το χαμόγελο της έσβησε. «Τι συμβαίνει;» «Δεν ακοΰς;» Σταθήκαμε ακίνητοι κι αφουγκραστήκαμε. Στην αρχή δεν άκουγα παρά μόνο το νερό που έσταξε από την οροφή. Ύστερα άρχισα να διακρίνω τον ήχο από μικρά πλατσουρίσματα που όλο και πλησίαζαν. «Ω, όχι!» είπα. «Τι κάνουμε τώρα;» Αρχίσαμε να οπισθοχωρούμε. Η Τζίνα πήρε το φακό από το χέρι μου και φώτισε το βάθος του τούνελ από εκεί που ερχόταν ο θόρυβος. «Τι είναι αυτό;» «Δεν ξέρω». Κούνησε το κεφάλι της. «Και ούτε θέλω να μάθω». «Σςςς. Κοίτα!» Κοίταξα, αν και στην πραγματικότητα δεν ήθελα. «Τι στο δαίμονα είναι αυτό;» Στο σκοτάδι διέκρινα δύο μικρούς πράσινους κύκλους που πλησίαζαν. Στην αρχή δεν πήγε το μυαλό μου σε κάτι συγκεκριμένο, αλλά έπειτα κατάλαβα. Ξεσπώντας σε γέ342


λια, έπεσα στα γόνατα μου. Άπλωσα τα χέρια μου και δάκρυα ανακούφισης ανάβλυσαν από τα μάτια μου. Καθώς η μικροσκοπική φιγούρα μπήκε στο οπτικό μου πεδίο αργοπερπατώντας και πλατσουρίζοντας, άκουσα την Τζίνα να κρατά την ανάσα της. Εκείνος σταμάτησε μπροστά μου, νιαούρισε και σκαρφάλωσε στα γόνατά μου, ακουμπώντας τα πισινά του πόδια στον αριστερό μου μηρό και τα μπροστινά στο στήθος μου. Έτριψε τη μύτη του πάνω στη δικιά μου κι ύστερα βούρτσισε απαλά με το δεξί του μάγουλο το σαγόνι μου. «Αντιχαιρετώ» είπα. Δεν έχεις ιδέα πόσο χαίρομαι που σε βλέπω. Η Τζίνα γονάτισε δίπλα μου και άρχισε να χαϊδεύει τη ράχη του Κύριου Χόπκινς. Όταν είχαμε τελειώσει τις τρυφερότητες, τον πήρα στην αγκαλιά μου και συνεχίσαμε να περπατάμε μέσα στη σήραγγα. Θα πρέπει να καλύψαμε τουλάχιστον δύο μίλια πριν φτάσουμε στην καταπακτή. Καθώς πλησιάζαμε, διακρίναμε μια σανίδα στερεωμένη στο τοίχωμα της σήραγγας, κάτω από την πόρτα. Ήταν παλιά, κιτρινισμένη και υγρή, αλλά τα γράμματα που υπήρχαν επάνω της ήταν ακόμη ευανάγνωστα. ΤΡΑΪΣΤ Ο Κύριος Χόπκινς άρχισε να γουργουρίζει, και με την αντήχηση μέσα στον κλειστό χώρο ο θόρυβος δυνάμωνε παράξενα. «Όλα αυτά» είπε η Τζίνα καθώς ανέβαινα τη μικρή 343


ανεμόσκαλα για να σπρώξω και ν' ανοίξω την καταπακτή. «Όλα αυτά που αφήσαμε πίσω. Κανείς δεν θα πιστέψει ότι έγιναν, ε; Δεν είμαι σίγουρη αν τα πιστεύω η ίδια». Χωρίς να το σκεφτώ, κατέβηκα πάλι στο δάπεδο της σήραγγας και πήρα το χέρι της στο δικό μου. Προς μεγάλη μου ανακούφιση, χαμογέλασε. «Ειλικρινά, σε νοιάζει;» Έσφιξα περισσότερο το χέρι της. «Τελικά είμαστε κι οι δυο ζωντανοί». «Ναι... Αλλά εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν έπρεπε να φύγω από το γραφείο σήμερα». «Όμως χάρηκα που το έκανες». «Έλα, πάμε να φύγουμε. Πριν εμφανιστεί κάτι άλλο μέσα απ' αυτή τη σήραγγα». Ώρες αργότερα, αφού ο ήλιος είχε ξαναβγεί στον ουρανό, η Τζίνα κι εγώ βρεθήκαμε σ' ένα τρένο χωρίς πολλούς επιβάτες, που μας μετέφερε γρήγορα πίσω στο Λονδίνο. Άνοιξα τα κουρασμένα μου μάτια και περιεργάστηκα το κατά τα άλλα άδειο βαγόνι. Με είχε ξυπνήσει ένας θόρυβος. Νόμιζα πως είχα ακούσει ένα βουητό, που έμοιαζε σαν να προέρχεται από ένα μεγάλο έντομο. Αφουγκράστηκα για λίγο, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πέρα από το θόρυβο του τρένου, που διέσχιζε αστραπιαία την ύπαιθρο. Μόλις δώσαμε τις καταθέσεις μας στην αστυνομία, έγινε το έλα να δεις. Βρισκόμασταν ακόμη στο αστυνομικό τμήμα όταν κατέφτασαν οι ντέτεκτιβ, και, αφού η ιστορία μας επιβεβαιώθηκε και πήραν όλα μας τα στοι344


χεία, μας άφησαν να φύγουμε, τονίζοντας ότι θα μας ζητούσαν να καταθέσουμε ξανά στο άμεσο μέλος. Το μόνο που μας ενδιέφερε ήταν να γυρίσουμε σπίτι και να χωθούμε σ' ένα ζεστό κρεβάτι. Πριν κατευθυνθούμε στο σταθμό ωστόσο, είχαμε ένα τελευταίο καθήκον να διεκπεραιώσουμε. Αφού εξήγησα σε μια σαστισμένη Άννι Ρόκλιν το λόγο που δεν φάνηκα την προηγούμενη νύχτα, τη ρώτησα αν θα μπορούσε να βρει ένα σπιτικό για τον Κύριο Χόπκινς. «Σερ Άντονι!» φώναξε τότε εκείνη, καθώς πετάχτηκε πίσω από το γκισέ για να σηκώσει το ξαφνιασμένο γατί στα χέρια της. «Δεν το πιστεύω, πού στην ευχή τον βρήκατε; Εδώ και πολύ καιρό τον είχα για χαμένο. Ω, καημένο, καημένο μου γατάκι. Έλειψες τόσο πολύ από τη μαμακούλα. Ναι, αλήθεια». Αφήσαμε το ζευγάρι να γιορτάσει την επανασύνδεσή του και φύγαμε από τον ξενώνα. Τώρα, καθισμένος στο κάθισμα του τρένου, κοίταζα το όμορφο κορίτσι που κοιμόταν δίπλα μου, χρησιμοποιώντας το μπράτσο μου για μαξιλάρι. Οι ώμοι της ανεβοκατέβαιναν απαλά καθώς κοιμόταν, και η ευδαιμονία της ήταν μεταδοτική. Ένιωσα τότε μια μεγάλη γαλήνη, όχι μόνο επειδή ο εφιάλτης είχε τελειώσει, αλλά επειδή είχα βρεθεί τόσο κοντά της όσο ποτέ άλλοτε. Δεν μπορούσα να μην αναλογιστώ όσα μου είπε όταν σκαρφαλώναμε έξω από το τούνελ. Είναι αλήθεια ότι λίγοι άνθρωποι, ίσως και κανένας, θα πίστευαν την ιστορία 345


μας. Και είχα το προαίσθημα ότι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο λιγότερο θα την πίστευα κι εγώ ο ίδιος. Ίσως αυτό είναι ένα μέρος του μεγάλου θεραπευτικού έργου που επιτελεί ο χρόνος, ένας τρόπος για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα τρελαθούμε ύστερα από τα ανεξήγητα γεγονότα στα οποία μερικές φορές έχουμε την ανοησία να μπλέκουμε. Καθώς έκλεινα τα μάτια μου και άφηνα τον ύπνο να με υποδεχτεί στις αγκάλες του για άλλη μια φορά, το μόνο πράγμα που απασχολούσε τις αισθήσεις μου, πέρα από το μονότονο βόμβο του τρένου, ήταν μια πολύ ελαφριά, σχεδόν ανεπαίσθητη δόνηση πίσω στο σβέρκο μου.

346


Επίλογος Κοιλάδα Αν Λάο, Βιετνάμ 2005

Τη μια στιγμή ο Καμ έδενε ένα σχοινί γΰρω από το σπασμένο κλαδί μιας μουριάς, και την άλλη κοίταζε το σημείο όπου η γυναίκα του η Λονγκ καθόταν πριν από λίγο πάνω σ' ένα κούτσουρο, ράβοντας το τρυπημένο πουκάμισο της δουλειάς του. Το μόνο που έβλεπε τώρα ήταν ένα σώμα σωριασμένο στο έδαφος. Γύρισε τρέχοντας προς το σημείο όπου ήταν ξαπλωμένη, την πήρε στην αγκαλιά του και φώναξε το όνομά της ξανά και ξανά, με την ελπίδα να την ξυπνήσει από το μυστηριώδη ύπνο της. Οι προσπάθειές του αποδείχτηκαν μάταιες. Έψαξε να δει αν η γυναίκα του ανέπνεε, αν είχε σφυγμό, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Πώς; Πώς ήταν δυνατόν να του πάρουν την αγαπημένη του, τη μόνη ηλιαχτίδα της ζωής του, τόσο ξαφνικά, τόσο απροσδόκητα, τόσο αθόρυβα; Μετέφερε το σώμα της πίσω στην καλύβα και το ξάπλωσε στο κρεβάτι. Βηματίζοντας πάνω κάτω στο δωμάτιο, αναστενάζοντας και συγκρατώντας με τη βία τα δάκρυα που σίγουρα θα τον κατακυρίευαν, προσπάθησε να 347


σκεφτεί κάτι -οτιδήποτε- που θα μπορούσε να αντιστρέψει την κατάσταση. Και τότε θυμήθηκε. Έ ν α ς γέροντας ζοΰσε στους λόφους στ' ανατολικά του μικρού χωριού. Σπάνια κατέβαινε στον κάμπο, και οι υπόλοιποι κάτοικοι σπάνια ανέβαιναν εκεί, αλλά κυκλοφορούσαν επί δεκαετίες διάφορες φήμες σχετικά με τις υπερφυσικές δυνάμεις του. Ο κόσμος έλεγε πως είχε την ηλικία των βουνών και ήταν σοφότερος από κάθε άλλο άνθρωπο που ζούσε πάνω στη γη. Οι γεροντότεροι του χωριού έπαιρναν όρκο πως ήταν τζίνι, ότι μπορούσε να θεραπεύει, ίσως ακόμα και να επαναφέρει στη ζωή. Δεν ήταν δυνατόν να αληθεύουν όλα αυτά, μα ο Καμ έπρεπε να βεβαιωθεί. Τη ζωή χωρίς τη Λογνκ δεν άντεχε ούτε να τη σκέφτεται. Εφτά ολόκληρες ώρες κουβαλούσε το σώμα της γυναίκας του στο επικίνδυνο ανηφορικό, ορεινό μονοπάτι, ώσπου αργότερα την ίδια ημέρα έφτασε στην κορυφή. Έκανε περισσότερο κρύο εκεί πάνω, και το μονοπάτι είχε σχεδόν καλυφθεί από αγκαθωτούς θάμνους. Κοιτάζοντας γύρω γύρω, με τον άνεμο να τον τσούζει στα μάτια, διέκρινε ένα μικρό ξύλινο κτίριο. Έσπρωξε τα αγκάθια για ν' ανοίξει δρόμο, πληγοόνοντας το δέρμα του αναρίθμητες φορές, μέχρι που βρέθηκε επιτέλους έξω από την πόρτα της καλύβας. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, αλλά ο Καμ έβλεπε μόνο σκοτάδι μέσα στο σπίτι. Ετοιμαζόταν ν' ακουμπήσει το σώμα της Λονγκ στο χώμα πριν περάσει μέσα, όταν μια 348


φωνή του φώναξε: «Σταμάτα! Μην πλησιάζεις. Ξέρω γιατί ήρθες εδώ, και δεν μπορώ να σε βοηθήσω». «Δεν...» ψέλλισε ο Καμ, νιώθοντας τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του. «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα;» «Αυτό που ζητάς σημαίνει περισσότερα απ' ό,τι μπορείς να φανταστείς. Οι κίνδυνοι είναι τεράστιοι». «Ώστε μπορείς να κάνεις κάτι;» Ο Καμ πλησίασε περισσότερο την εξώπορτα, προσπαθώντας να δει μέσα, αλλά χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει τις σκοτεινές σκιές. «Μπορώ... αλλά...» «Πρέπει!» Ο Καμ έπεσε στα γόνατά του. «Σε ικετεύω, θα κάνω οτιδήποτε, οτιδήποτε αν μου την ξαναφέρεις πίσω». Άρχισε να κλαίει με λυγμούς, κοιτάζοντας μέσα στην καλύβα με την ελπίδα ότι η ειλικρινής του θλίψη θα έκανε τον γέρο να υποχωρήσει. Μεσολάβησε μια παύση, στη διάρκεια της οποίας οι λυγμοί του Καμ και το ουρλιαχτό του ανέμου ήταν οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν. Ύστερα ρώτησε: «Σε αγαπούσε; Με όλη της την καρδιά;». «Ναι» απάντησε αμέσως ο Καμ, σκουπίζοντας τα μάτια του. «Αγαπιόμασταν περισσότερο απ' όσο βάζει ο νους σου». «Κι εκείνη ήταν ικανοποιημένη από τη ζωή της; Δεν μπήκε ποτέ στον πειρασμό να σε αφήσει για κάποιον άλλον; Κάποιον που θα μπορούσε να της προσφέρει περισσότερα;» «Όχι!» επέμενε ο άντρας σχεδόν θυμωμένος. Η μόνη 349


της επιθυμία ήταν να είναι μαζί μου. Αυτό και τίποτε παραπάνω». «Χμ» ήρθε η απάντηση. «Δεν πάω πουθενά ώσπου να μου τη φέρεις πίσω, γέρο. Αλλιώς θα σκοτωθώ αυτή τη στιγμή». Ο Καμ έμεινε να κοιτάζει το σκοτάδι, ξέροντας ότι η ειλικρίνειά του δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση. «Αν δεν μπορώ να είμαι μαζί της σ' αυτό τον κόσμο, θα πάω να τη βρω στον άλλον». Ακολούθησε άλλη μια παΰση. Για μερικά λεπτά ο Καμ γονάτισε στο χώμα κι αναρωτιόταν τι θα συνέβαινε. Τότε είδε ένα πρόσωπο να εμφανίζεται μέσα από το σκοτάδι της καλύβας. Ήταν πιο γέρικο απ' ό,τι μπορούσε να φανταστεί. Το δέρμα του ήταν στεγνό και φριχτά ζαρωμένο, τα μαλλιά αραιά, οι τρίχες εύθραυστες. Δεν είχε δει ποτέ του ένα τόσο γέρικο και αδύναμο πλάσμα. «Πολύ καλά νεαρέ» αναστέναξε ο υπέργηρος άντρας, με μια αμήχανη κίνηση του σώματος του. «Κουβάλησέ την μέσα. Και φέρε ένα από αυτά τα μεγάλα αγκάθια μαζί σου».

350


Dean Vincent Carter - Το χέρι του Διαβόλου  

Dean Vincent Carter - Το χέρι του Διαβόλου

Dean Vincent Carter - Το χέρι του Διαβόλου  

Dean Vincent Carter - Το χέρι του Διαβόλου

Advertisement