Page 1


ΝΤΈΙΒΙΝΤ ΝΊΚΟΛΣ

Μία Ημέρα Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη Σειρά: ΣYΓXPONH ΞENH ΛOΓOΤΕΧNΙΑ Συγγραφέας και τίτλος πρωτοτύπου: David Nicholls, One Day First published in Great Britain in 2009 by Hodder & Stoughton. Copyright © David Nicholls 2009 Cover Art © 2011 Focus Features LLC. All rights reserved. Παραγωγή: MINΩAΣ A.E.E. 1η έκδοση στην Ελλάδα: Ιούλιος 2011 1η ανατύπωση: Αύγουστος 2011 Mετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη Eπιμέλεια κειμένου: Θοδωρής Τσώλης Σχεδιασμός εξωφύλλου – Σελιδοποίηση: Ιάκωβος Ψαρίδης Copyright© για την παρούσα έκδοση: Εκδόσεις MINΩAΣ Τ.Θ. 504 88, 141 10 N. Hράκλειο, AΘHNA τηλ.: 210 27 11 222 – fax: 210 27 76 818 www.minoas.gr • e-mail: info@minoas.gr ISBN 978-960-481-709-2


Στον Μαξ και στη Ρόμυ, για όταν μεγαλώσετε. Και στη Χάννα, όπως πάντα. «Για τι είναι οι μέρες; Οι μέρες είναι εκεί όπου ζούμε. Έρχονται, μας ξυπνάνε ξανά και πάλι ξανά. Θα χαίρονταν με ένα: Πού αλλού να ζήσουμε εκτός από τις μέρες; Α, αυτή την απορία λύνοντας βρίσκονται και ο παπάς και ο γιατρός με τις μακριές τις ρόμπες τους να τρέχουν στα χωράφια». Φίλιπ Λάρκιν, «Days»

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ 1988-1992 Πριν από τα είκοσι πέντε «Ήταν μια αλησμόνητη μέρα για μένα, γιατί έφερε μεγάλες αλλαγές εντός μου. Όμως, το ίδιο γίνεται με κάθε ζωή. Φαντάσου να διαγραφεί απ’ αυτή μια επιλεγμένη μέρα και σκέψου πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της. Στάσου, εσύ που διαβάζεις, και σκέψου λίγο τη μακριά αλυσίδα από σίδερο ή από χρυσάφι, από αγκάθια ή από άνθη, που δεν θα σε είχε δέσει ποτέ, αν δεν σχηματιζόταν εκείνος ο πρώτος κρίκος, εκείνη την αλησμόνητη μέρα». Τσαρλς Ντίκενς, Μεγάλες Προσδοκίες


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Το μέλλον ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1988

Ρέινκιλλορ Στριτ, Εδιμβούργο «Νομίζω ότι η ουσία είναι να κάνεις κάτι σημαντικό» του είπε. «Ξέρεις, ν’ αλλάξεις πραγματικά κάτι». «Τι δηλαδή, ν’ αλλάξεις τον κόσμο, εννοείς;» «Όχι ολόκληρο τον κόσμο. Το κομματάκι που υπάρχει γύρω σου». Έμειναν αμίλητοι για λίγο, κουλουριασμένοι μαζί στο μονό κρεβάτι, κι ύστερα γέλασαν και οι δυο σιγανά, με φωνές νυσταγμένες πριν το ξημέρωμα. «Δεν το πιστεύω ότι είπα τέτοιο πράγμα» γρύλισε το κορίτσι. «Πολύ μπανάλ, ε;» «Πολύ μπανάλ». «Ήταν για να σε εμπνεύσω! Να δώσω μια ώθηση στην άθλια ψυχή σου, για τη μεγάλη περιπέτεια που ανοίγεται μπροστά σου». Γύρισε και τον κοίταξε. «Όχι πως το χρειάζεσαι. Το μέλλον σου, φαντάζομαι, είναι ήδη όμορφα προγραμματισμένο ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Μπορεί να έχεις μέχρι και σχεδιάγραμμα». «Κάθε άλλο». «Τι θα κάνεις, δηλαδή; Ποιο είναι το μεγάλο σχέδιο;» «Να σου πω. Οι γονείς μου θα πάρουν τα πράγματά μου, θα τα ξεφορτώσουν στο σπίτι τους, εγώ θα μείνω μια δυο μέρες στο διαμέρισμά τους στο Λονδίνο, θα δω μερικούς φίλους. Μετά Γαλλία…» «Πολύ ωραία». «Μετά ίσως πάω στην Κίνα, να δω περί τίνος πρόκειται, μετά μάλλον Ινδία. Λέω να τριγυρίσω λιγάκι εκεί πέρα…» «Ταξίδια» του είπε αναστενάζοντας. «Το αναμενόμενο». «Τι πρόβλημα έχεις με τα ταξίδια;» «Αποφυγή της πραγματικότητας, το πιθανότερο». «Εγώ θεωρώ ότι η πραγματικότητα είναι υπερεκτιμημένη» της είπε με την ελπίδα το σχόλιό του να ακουστεί πολύ σκοτεινό και εμπνευσμένο. Αυτή ρουθούνισε περιφρονητικά. «Καλά είναι τα ταξίδια, για όσους έχουν τα μέσα. Γιατί δεν λες απλά “πηγαίνω δυο χρόνια διακοπές”; Το ίδιο πράγμα είναι». «Γιατί με τα ταξίδια ανοίγει το μυαλό». Ανασηκώθηκε στον αγκώνα του και τη φίλησε. «Ω, εσύ παραείσαι ανοιχτόμυαλος ήδη» του είπε και γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη, προσωρινά. Βολεύτηκαν ξανά και οι δυο στο μαξιλάρι. «Τέλος πάντων, δεν εννοούσα τι θα κάνεις τον άλλο μήνα. Εννοούσα το μέλλον-μέλλον, όταν θα είσαι, ξέρω κι εγώ…» Σώπασε σαν να προσπαθούσε να συλλάβει μια εξωπραγματική ιδέα, κάτι σαν πέμπτη διάσταση. «Σαράντα, ή κάπου τόσο. Τι θα ήθελες να είσαι στα σαράντα σου;» «Σαράντα;» Φάνηκε να ζορίζεται πολύ κι αυτός μέχρι να το συλλάβει. «Δεν ξέρω. Κάνει να πω “πλούσιος”;»


«Πολύ, πολύ ρηχό». «Εντάξει λοιπόν, “διάσημος”». Άρχισε να τρίβει τη μύτη του στο λαιμό της. «Πολύ νοσηρό αυτό, ε;» «Δεν είναι νοσηρό, είναι… συναρπαστικό». «Συναρπαστικό!» επανέλαβε μιμούμενος τη δική της ελαφριά προφορά του Γιόρκσαϊρ, για να την κοροϊδέψει. Η γνωστή ιστορία: σνομπ νεαροί που μιμούνται διάφορες προφορές, λες και έχει κάτι στραβό ή κακό μια προφορά. Ένιωσε, όχι για πρώτη φορά, ένα ενθαρρυντικό ρίγος αντιπάθειας για τον συγκεκριμένο. Σύρθηκε και ξεκόλλησε από πάνω του, μέχρι που η πλάτη της ακούμπησε στον κρύο τοίχο πίσω της. «Ναι, συναρπαστικό. Δεν υποτίθεται ότι πρέπει να είμαστε ενθουσιασμένοι; Με τόσες πιθανότητες μπροστά μας; Όπως είπε και ο αντιπρύτανης, “Οι πόρτες της ευκαιρίας ανοίγονται μπροστά σας διάπλατες…”». «“Δικά σας θα είναι τα ονόματα στις αυριανές εφημερίδες…”». «Όχι και τόσο πιθανό». «Τελικά, τι; Είσαι ενθουσιασμένη;» «Εγώ; Προς Θεού, όχι. Έτσι για πλάκα τα λέω». «Κι εγώ. Χριστέ μου…» Στράφηκε απότομα και έπιασε τα τσιγάρα του από το πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι, σαν για να διώξει τη νευρικότητα. «Σαράντα χρονών. Σαράντα. Για φαντάσου!» Χαμογελώντας με το άγχος του, αποφάσισε να το κάνει χειρότερο. «Λοιπόν, πώς φαντάζεσαι ότι θα είσαι στα σαράντα σου;» Άναψε το τσιγάρο του σκεφτικός. «Το θέμα είναι, Εμ…» «Εμ; Ποια είναι η Εμ;» «Όλοι έτσι σε φωνάζουν. Το έχω ακούσει». «Ναι, οι φίλοι με φωνάζουν Εμ». «Μπορώ να σε λέω κι εγώ Εμ;» «Εντάξει, Ντεξ». «Λοιπόν, το έχω σκεφτεί αρκετά το ζήτημα “μεγαλώνω” και κατέληξα στην απόφαση ότι εμένα θα μου άρεσε να μείνω ακριβώς όπως είμαι τώρα». Ο Ντέξτερ Μέυχιου. Τον κρυφοκοίταξε μέσα από τη φράντζα της όπως καθόταν με την πλάτη του ακουμπισμένη στο κεφαλάρι από μελαμίνη του φτηνού κρεβατιού της. Ακόμα και χωρίς τα γυαλιά της, το έβλεπε καθαρά γιατί αυτός μπορεί να ήθελε να μείνει ακριβώς όπως ήταν. Με τα μάτια του κλειστά, το τσιγάρο τεμπέλικα κολλημένο στο κάτω χείλος του, το φως της αυγής, φιλτραρισμένο από την κόκκινη κουρτίνα, να τονίζει το προφίλ του, είχε βρει το κόλπο να φαίνεται πάντα έτοιμος για φωτογραφία. Η Έμμα Μόρλεϋ θεωρούσε τη λέξη «ελκυστικός» μια χαζή έκφραση του περασμένου αιώνα, αλλά πραγματικά δεν υπήρχε άλλη που να τον περιγράφει, εκτός ίσως από το «όμορφος». Το πρόσωπό του ήταν από εκείνα που αφήνουν να διαγράφεται το σχήμα των οστών κάτω από το δέρμα – θα ήταν ωραίος ακόμα και σαν γυμνό κρανίο. Μύτη λεπτή, με λίγη λιπαρότητα στην άκρη, και δυο σκούροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, έντονοι σαν μελανιές, τα παράσημά του από το πολύ τσιγάρο και τα πολλά ξενύχτια, όπου φρόντιζε να χάνει σκόπιμα στις παρτίδες στριπ πόκερ με απόφοιτες του Μπένταλ. Είχε κάτι από αιλουροειδές: φρύδια λεπτά, το στόμα του σκόπιμα σουφρωμένο, πλούσια χείλη, πιο


σκούρα από το συνηθισμένο, τώρα ξερά, σκασμένα και κόκκινα από το βουλγάρικο κρασί. Πάλι καλά που ήταν φριχτά τα μαλλιά του, κομμένα κοντά στο πλάι και πίσω, με κάτι απαίσιες αφέλειες μπροστά. Το τζελ που πρέπει να έβαζε για να τα στρώνει είχε φύγει από ώρα, και τώρα φούσκωναν ξεχτένιστα πάνω από το μέτωπο, σαν χαζό καπελάκι. Πάντα με τα μάτια κλειστά, φύσηξε τον καπνό από τη μύτη του. Σίγουρα είχε καταλάβει ότι τον κοίταζε, γιατί έβαλε το ένα χέρι του κάτω από τη μασχάλη, φουσκώνοντας τους δικέφαλους και τους θωρακικούς του. Μα, πού τους έβρισκε τέτοιους μυς; Σίγουρα όχι από την άθληση, εκτός αν ήταν αθλητική δραστηριότητα το μπιλιάρδο και οι βουτιές στην πισίνα τη νύχτα χωρίς ρούχα. Μάλλον το είχε πάρει κι αυτό από την οικογένεια, μαζί με τις μετοχές, τα μερίσματα και τις αντίκες. Ελκυστικός, λοιπόν, όμορφος έστω, με το μποξεράκι του με τα λαχούρια κατεβασμένο ως τα κόκαλα της λεκάνης, και να που, με ένα μυστήριο τρόπο, βρισκόταν τώρα εδώ, στο μονό κρεβάτι της, στο νοικιασμένο δωματιάκι της, την τελευταία μέρα της τετραετίας της στο κολέγιο. Ελκυστικός! Ποια νομίζεις ότι είσαι, κοπέλα μου, η Τζέιν Έυρ; Σύνελθε. Λογικέψου. Μην σου μπαίνουν ιδέες. Του τράβηξε το τσιγάρο από το στόμα. «Μπορώ να σε φανταστώ στα σαράντα» είπε με μια μικρή δόση κακίας. «Σαν να σε βλέπω τώρα μπροστά μου». Χαμογέλασε χωρίς να ανοίξει τα μάτια του. «Εμπρός, λέγε». «Εντάξει…» Ανακάθισε στο κρεβάτι με το πάπλωμα σφηνωμένο κάτω από τις μασχάλες της. «Είσαι μέσα σε ένα σπορ αμάξι με την κουκούλα κατεβασμένη, στο Κένσιγκτον, ή στο Τσέλσι ή σε κάποιο τέτοιο μέρος, και το εκπληκτικό με το αυτοκίνητο είναι ότι είναι εντελώς αθόρυβο, γιατί όλα τα αυτοκίνητα θα είναι αθόρυβα το… πότε; Το 2006;» Σούφρωσε τα μάτια του κάνοντας νοερά τον υπολογισμό. «Το 2004». «Το αυτοκίνητο αιωρείται είκοσι πόντους πάνω από το δρόμο, κατεβαίνει την Κινγκς Ρόουντ, το στομαχάκι σου στριμώχνεται κάτω από το δερμάτινο τιμόνι, φοράς δερμάτινα γάντια χωρίς ράχη, έχεις φαλάκρα και διπλοσάγονο. Ένας εύσωμος κύριος μέσα σε ένα μικρό αυτοκίνητο, μαυρισμένος από τον ήλιο σαν παραψημένη γαλοπούλα…» «Δεν αλλάζουμε θέμα, λέω εγώ;» «Δίπλα σου έχεις μια κυρία με γυαλιά ηλίου, που είναι η τρίτη, όχι, η τέταρτη σύζυγος, εντυπωσιακά όμορφη, μοντέλο… όχι, πρώην μοντέλο, ετών είκοσι τριών. Την πρωτοείδες γερμένη πάνω στο καπό ενός καμπριολέ σε μια έκθεση αυτοκινήτων στη Νίκαια, ή κάπου ανάλογα, είναι πανέμορφη αλλά πάνχαζη…» «Πολύ ωραία, μάλιστα. Παιδιά;» «Παιδιά όχι, μόνο τρία διαζύγια. Είναι Παρασκευή, Ιούλιος, πηγαίνετε σε κάποιο εξοχικό σου στην επαρχία, με το πορτμπαγκάζ τιγκαρισμένο με ρακέτες του τένις, σφυράκια του κροκέ και ένα καλαθάκι για πικνίκ γεμάτο ακριβά κρασιά, σταφύλια από τη Νότια Αφρική, σπαράγγια και άμοιρα νεκρά ορτύκια. Ο αέρας σού χαλάει τη χωρίστρα, νιώθεις πάρα πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό σου και η σύζυγος νούμερο τρία, τέσσερα, ξέρω κι εγώ, γυρίζει και σου χαμογελάει με καμιά εκατοστή κάτασπρα ολόισια δόντια, και της χαμογελάς κι εσύ και προσπαθείς να μην σκέφτεσαι ότι δεν έχετε απολύτως τίποτε να πείτε μεταξύ σας». Σώπασε απότομα. Κάνεις σαν τρελή, είπε στον εαυτό της. Προσπάθησε να μην κάνεις σαν τρελή. «Φυσικά, αν αυτό σε παρηγορεί, μάλλον θα έχουμε πεθάνει όλοι από πυρηνικό πόλεμο μέχρι τότε!» του είπε χαρωπά, αλλά και πάλι αυτός την κοίταξε συνοφρυωμένος.


«Αν είναι έτσι, ίσως πρέπει να φύγω. Αφού είμαι τόσο ρηχός και διεφθαρμένος…» «Όχι, πού να τρέχεις τώρα;» του είπε, κάπως πολύ βιαστικά. «Στις τέσσερις τα χαράματα». Ανασηκώθηκε κι αυτός στο κρεβάτι, μέχρι που το πρόσωπό του βρέθηκε μια αναπνοή μακριά από το δικό της. «Δεν ξέρω από πού έχεις σχηματίσει αυτή την ιδέα για μένα. Δεν με ξέρεις καν». «Σας ξέρω καλά όλους εσάς». «Εμάς;» «Σας έχω δει που χαζολογάτε στο Τμήμα Μοντέρνων Γλωσσών, κοκορεύεστε μεταξύ σας, κανονίζετε βραδινά πάρτι με μαύρες γραβάτες…» «Εγώ δεν έχω καν μαύρη γραβάτα. Και σίγουρα δεν κοκορεύομαι…» «Οργώνετε τη Μεσόγειο με γιοτ, κάνετε ανοιχτές διακοπές, και τα λοιπά, και τα λοιπά». «Αν είμαι τόσο άθλιος…» Τώρα το χέρι του ακουμπούσε στο γοφό της. «Που είσαι». «Τότε γιατί κοιμάσαι μαζί μου;» Τώρα το χέρι του χάιδευε το ζεστό μαλακό δέρμα στη μέσα μεριά του μηρού της. «Δεν νομίζω ότι κοιμήθηκα ακόμη μαζί σου, κοιμήθηκα;» «Εξαρτάται». Έσκυψε και τη φίλησε. «Βάλε τους όρους σου». Το χέρι του ανέβηκε ως τη βάση της ραχοκοκαλιάς της και το πόδι του γλίστρησε ανάμεσα στα δικά της. «Αλήθεια…» μουρμούρισε με τα χείλη της κολλημένα στα δικά του. «Τι είναι;» Ένιωσε το πόδι της να τυλίγεται γύρω του τραβώντας τον πιο κοντά. «Πρέπει να πλύνεις τα δόντια σου». «Εμένα δεν με πειράζει αν εσύ δεν τα πλύνεις». «Φοβερό» του είπε γελώντας. «Έχεις μια γεύση από κρασί και σύκα». «Τότε, κανένα πρόβλημα. Την ίδια γεύση έχεις κι εσύ». Διέκοψε το φιλί τους τραβώντας απότομα το κεφάλι της. «Μιλάς σοβαρά;» «Δεν με πειράζει. Μ’ αρέσει το κρασί. Και τα σύκα». «Επιστρέφω σε ένα λεπτό». Έκανε πέρα το πάπλωμα, σκαρφάλωσε πάνω του με τα τέσσερα και πέρασε από την άλλη μεριά. «Πού πας τώρα;» Ακούμπησε το χέρι του στη γυμνή πλάτη της. «Ίσα να φύγει το πουρί» είπε πιάνοντας τα γυαλιά της πάνω από τη στοίβα με τα βιβλία στο κομοδίνο: μεγάλα, μαύρα κοκάλινα, το στάνταρ δωρεάν μοντέλο του Ε.Σ.Υ. «Το πουρί, το πουρί… Συγγνώμη, αγνοώ την ορολογία…» Σηκώθηκε, σκεπάζοντας με το ένα χέρι το στήθος της και κρατώντας του γυρισμένη την πλάτη. «Μην φύγεις» είπε και βγήκε ξυπόλυτη από το δωμάτιο, τραβώντας με το δάχτυλο το πίσω μέρος του σλιπ της και από τις δύο μεριές, για να το επαναφέρει στην κορυφή των μηρών της. «Και μην αρχίσεις να χαϊδεύεσαι όσο θα λείπω». Ξεφύσησε από τη μύτη του και ανασηκώθηκε ψηλότερα στο κρεβάτι, κοιτώντας γύρω το μίζερο νοικιασμένο δωμάτιο, σχεδόν απόλυτα σίγουρος ότι κάπου ανάμεσα στις καλλιτεχνικές καρτ ποστάλ και τις φωτοτυπημένες αφίσες από εναλλακτικές θεατρικές παραστάσεις θα υπήρχε και μια φωτογραφία του Νέλσον Μαντέλα, του ιδανικού άντρα των ονείρων της. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε δει πάρα πολλά τέτοια δωμάτια, διάσπαρτα σε όλη την πόλη


σαν σκηνές εγκλήματος, δωμάτια όπου σε ακτίνα δύο μέτρων θα υπήρχε οπωσδήποτε ένα άλμπουμ της Νίνα Σιμόν, και μόλο που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ δυο φορές το ίδιο δωμάτιο, τα πάντα γύρω τού ήταν οικεία. Τα τελειωμένα κεράκια, τα γλαστράκια με τα μαραζωμένα φυτά, το φτηνό, στραβό κατωσέντονο που μύριζε απορρυπαντικό. Αυτή εδώ είχε και το κοριτσίστικο καλλιτεχνικό πάθος των κολάζ: αναμνηστικές φωτογραφίες με φλας, συγγενών και φίλων από το κολέγιο, στριμωγμένες ανάμεσα στους Σαγκάλ, τους Βερμίερ και τους Καντίνσκυ, τους Τσε Γκεβάρα, τους Γούντυ Άλλεν και τους Σάμιουελ Μπέκετ. Τίποτε εκεί μέσα δεν ήταν ουδέτερο – όλα εξέφραζαν μία θέση ή μία άποψη. Το δωμάτιό της ήταν ένα μανιφέστο και ο Ντέξτερ, με ένα μικρό αναστεναγμό, την κατέταξε στο είδος των κοριτσιών που όταν λένε «αστός» το εννοούν σαν βρισιά. Σύμφωνοι, το «φασίστας» μπορούσε να δημιουργήσει αρνητικούς συνειρμούς, αλλά του άρεσε η λέξη «αστός», με όλα τα ωραία που υπαινισσόταν. Ασφάλεια, ταξίδια, καλό φαγητό, καλούς τρόπους, φιλοδοξίες· για ποιο απ’ αυτά θα έπρεπε να απολογείται; Κοίταξε τον καπνό που ανέβαινε αργά από το στόμα του. Πασπατεύοντας για τασάκι, έπιασε ένα βιβλίο δίπλα στο κρεβάτι: Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, με τις σελίδες τσακισμένες στα «ερωτικά» κομμάτια. Το πρόβλημα μ’ αυτά τα πολύ συνειδητοποιημένα κορίτσια ήταν ότι είναι όλες τους ένα στιλάκι. Άλλο βιβλίο: Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο. Α, το βλάκα, σκέφτηκε ο Ντέξτερ, σίγουρος πως αυτός δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει ποτέ ένα τέτοιο λάθος. Στα είκοσι τρία του, ο Ντέξτερ Μέυχιου δεν είχε πιο καθαρό όραμα για το μέλλον του από την Έμμα Μόρλεϋ. Έλπιζε να πετύχει στη ζωή του, να γίνει κάτι, να κάνει περήφανους τους γονείς του και να κοιμηθεί με πάνω από μία γυναίκα ταυτόχρονα, αλλά πώς συμβιβάζονται αυτά; Ήθελε να εμφανιστεί σε αφιερώματα περιοδικών και έλπιζε σε μια αναδρομική παρουσίαση του έργου του, αν και δεν του ήταν καθόλου ξεκάθαρο τι είδους έργο μπορεί να ήταν αυτό. Ήθελε να ζήσει τη ζωή του στα άκρα, αλλά χωρίς μπερδέματα και επιπλοκές. Ήθελε να ζήσει με έναν τρόπο που, αν τον τραβούσε κάποιος ξαφνικά μια φωτογραφία, να είναι μια τέλεια φωτογραφία. Όλα να φαίνονται ωραία. Και να περνάει καλά. Να περνάει καλά, χωρίς περισσότερες έγνοιες από τις απολύτως αναγκαίες. Δεν ήταν κανένα σπουδαίο σχέδιο και ήδη έκανε λάθη. Το αποψινό, παραδείγματος χάρη, σίγουρα θα είχε μπερδέματα: κλάματα, αμήχανα τηλεφωνήματα, κατηγόριες. Μάλλον έπρεπε να φύγει όσο ήταν ακόμη καιρός. Έριξε μια ματιά στα πεταμένα ρούχα του, προετοιμάζοντας την απόδραση. Από το μπάνιο ακούστηκε ένα αρχαίο καζανάκι να βρυχάται προειδοποιητικά. Άφησε γρήγορα το βιβλίο στη θέση του, κοίταξε κάτω από το κρεβάτι, βρήκε ένα μικρό κίτρινο τενεκεδένιο κουτάκι μουστάρδας Colman, το άνοιξε για να σιγουρευτεί και, ναι, είχε μέσα προφυλακτικά και ένα γκρίζο τσιγαριλίκι, λεπτό σαν ποντικοκούραδο. Η προοπτική για σεξ και ντραγκς, που εκπροσωπούσε το κίτρινο κουτάκι, του αναπτέρωσε το ηθικό. Ίσως άξιζε τελικά να μείνει λίγη ώρα ακόμα. Μέσα στο μπάνιο, η Έμμα Μόρλεϋ σκούπισε τους αφρούς της οδοντόπαστας από τις γωνίες των χειλιών της και αναρωτήθηκε μήπως έκανε ένα μεγάλο λάθος. Να επιτέλους, ύστερα από τέσσερα ερωτικά άγονα χρόνια, που έπεφτε στο κρεβάτι και με έναν που της άρεσε πραγματικά, που της είχε αρέσει από την πρώτη στιγμή που τον είδε σε κάποιο πάρτι το 1984, αλλά που σε λίγες ώρες θα τον έχανε. Μάλλον οριστικά. Γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να της


ζητήσει να πάει μαζί του στην Κίνα, άσε που αυτή μποϊκοτάριζε την Κίνα έτσι κι αλλιώς. Αλλά ήταν εντάξει παιδί τελικά, δεν ήταν; Ο Ντέξτερ Μέυχιου. Για να λέμε την αλήθεια, δεν φαινόταν και πρώτη ευφυΐα και παραήταν ικανοποιημένος με τον εαυτό του, αλλά ήταν περιζήτητος, πολύ ευχάριστος και –δεν είχε νόημα να μασάει τα λόγια της– πανέμορφος. Οπότε, γιατί ήταν τόσο επιθετική και σαρκαστική μαζί του; Δεν μπορούσε να είναι απλώς άνετη και ευχάριστη, όπως όλες οι αστραφτερές, κουνιστές και λυγιστές γκόμενες με τις οποίες έκανε αυτός παρέα; Κοίταξε το αχνό φως της αυγής από το παραθυράκι του μπάνιου. Σοβαρότητα. Φούντωσε με τα δάχτυλά της την απαίσια φράντζα της, έκανε μια γκριμάτσα στον καθρέφτη, τράβηξε δυνατά την αλυσίδα για να τρέξει το αρχαίο καζανάκι και ξεκίνησε πάλι για το δωμάτιο. Από το κρεβάτι, ο Ντέξτερ την είδε να εμφανίζεται στην πόρτα φορώντας την τήβεννο και το καπέλο που είχαν αναγκαστεί όλοι τους να νοικιάσουν για την τελετή της απονομής των πτυχίων, με το ένα πόδι της να ξεπροβάλλει δήθεν προκλητικά από το άνοιγμα της ρόμπας και κρατώντας το πτυχίο της ρολό στο δεξί της χέρι. Τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της και κατέβασε το καπέλο πολύ χαμηλά πάνω από το ένα μάτι. «Πώς σου φαίνεται;» «Σου πάει. Μ’ αρέσει το καπέλο φορεμένο στραβά. Βγάλ’ το τώρα και έλα στο κρεβάτι». «Αποκλείεται. Τριάντα λίρες μού κόστισε. Πρέπει να βγάλει τα λεφτά του πρώτα» του είπε κι ανέμισε την τήβεννο σαν μανδύα βαμπίρ. Ο Ντέξτερ έκανε βουτιά, την άρπαξε από μια άκρη, κι εκείνη έκανε πως τον χτυπάει με το πτυχίο-ρολό, πριν καθίσει στην κόχη του κρεβατιού, διπλώσει τα γυαλιά της και πετάξει από πάνω της τη μαύρη ρόμπα. Ίσα που πρόλαβε να δει τη γυμνή πλάτη της και λίγο από την καμπύλη του στήθους, πριν εξαφανιστούν όλα κάτω από ένα φαρδύ μαύρο μακό που απαιτούσε μονομερή πυρηνικό αφοπλισμό εδώ και τώρα. Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Δεν υπάρχει τίποτε πιο κατασταλτικό για τη σεξουαλική επιθυμία από ένα μακρύ μαύρο τισέρτ, με ένα πολιτικό σύνθημα στο στήθος, εκτός ίσως από ένα άλμπουμ της Τρέισυ Τσάπμαν. Εγκαταλείποντας κάθε ελπίδα, ο Ντέξτερ μάζεψε το πτυχίο της από το πάτωμα, κύλησε το λαστιχάκι κατά μήκος του ρολού, το ξετύλιξε και απάγγειλε: «Αγγλική Λογοτεχνία και Ιστορία, Βαθμός Άριστα, με Διάκριση». «Φάε τη σκόνη μου, μέτριε». Του το άρπαξε από το χέρι. «Προσοχή με το πτυχίο μου, έτσι;» «Θα το κορνιζάρεις, ε;» «Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου θα το κάνουν μοτίβο ταπετσαρίας». Τύλιξε το πτυχίο της σε ένα σφιχτό κύλινδρο και χτύπησε τη βάση του για να ισιώσει. «Και χαλάκι για τα πόδια. Και η μαμά μου θα το κάνει και τατουάζ στην πλάτη της». «Αλήθεια, πού είναι οι γονείς σου;» «Εδώ, στο διπλανό δωμάτιο». Ο Ντέξτερ ζάρωσε. «Θεέ μου, σοβαρά μιλάς;» «Όχι βέβαια» του είπε γελώντας. «Γύρισαν πίσω στο Λιντς. Ο μπαμπάς λέει πως τα ξενοδοχεία είναι για τους αριστοκράτες». Έχωσε το πτυχίο της κάτω από το κρεβάτι για να το φυλάξει. «Κάνε άκρη τώρα» του είπε σκουντώντας τον προς την κρύα μεριά του κρεβατιού. Της έκανε χώρο να ξαπλώσει, γλιστρώντας κάπως αδέξια το χέρι του κάτω από τους ώμους της και φιλώντας τη δοκιμαστικά στο λαιμό. Αυτή γύρισε και τον κοίταξε κατεβάζοντας το πιγούνι της ως το στήθος.


«Ντεξ;» «Μμ». «Ας κοιμηθούμε απλώς αγκαλίτσα, εντάξει;» «Φυσικά. Αν το θέλεις» της είπε ιπποτικά, αν και δεν καταλάβαινε τι νόημα είχαν οι αγκαλίτσες. Οι αγκαλίτσες ήταν για τις γριές θείες και τα αρκουδάκια. Με την αγκαλίτσα σε έπιαναν κράμπες και μούδιαζε το χέρι σου. Θα ήταν καλύτερα να ομολογήσει την ήττα του και να γυρίσει στο σπίτι του το συντομότερο δυνατόν, αλλά αυτή ήδη βολευόταν ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του, οπότε έμειναν σ’ αυτή τη θέση, ακίνητοι και καθόλου άνετοι, μέχρι που του είπε: «Δεν το πιστεύω ότι είπα “αγκαλίτσα”. Χριστός και Παναγία – αγκαλίτσα! Συγγνώμη». Της χαμογέλασε. «Δεν πειράζει. Αφού δεν είπες γλυκιά αγκαλίτσα». «Το γλυκιά είναι πολύ κακό». «Ή σφιχτή αγκαλίτσα». «Αυτό κι αν είναι φρίκη! Ας υποσχεθούμε πως δεν θα σφιχταγκαλιαστούμε ποτέ, μα ποτέ» είπε και το μετάνιωσε την ίδια στιγμή. Αυτή μαζί του; Ούτε μία στο εκατομμύριο. Σώπασαν πάλι. Μιλούσαν, φιλιούνταν εδώ και οχτώ ώρες και τώρα ένιωθαν και οι δυο εκείνη τη βαριά κούραση που σε πιάνει με το ξημέρωμα. Κοτσύφια είχαν αρχίσει να κελαηδάνε έξω στη χορταριασμένη πίσω αυλή. «Κοτσύφια με το πρώτο φως της μέρας» μουρμούρισε με το στόμα του στα μαλλιά της. «Πόσο μ’ αρέσει αυτός ο ήχος». «Εμένα καθόλου. Με κάνει να σκέφτομαι ότι έχω κάνει κάτι που θα το μετανιώσω». «Εμένα γι’ αυτό μ’ αρέσει» της είπε, πάλι με στόχο κάτι πολύ σκοτεινό και βαθυστόχαστο. Και λίγο μετά: «Γιατί, έκανες;». «Τι πράγμα;» «Κάτι που θα το μετανιώσεις;» «Εννοείς αυτό;» Του έσφιξε το χέρι. «Ναι, μάλλον. Δεν το ξέρω ακόμη, έτσι δεν είναι; Ρώτα με ξανά το πρωί. Εσύ έκανες;» Πίεσε τα χείλη του στην κορυφή του κεφαλιού της. «Όχι, βέβαια» της είπε, ενώ σκεφτόταν: Αυτό δεν πρέπει να ξανασυμβεί ποτέ. Ευχαριστημένη από την απάντηση που πήρε, κουλουριάστηκε ακόμα πιο κοντά του. «Πρέπει να κοιμηθούμε». «Γιατί; Αύριο δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε. Ούτε προθεσμίες ούτε εργασίες…» «Μόνο μια ολόκληρη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας» του είπε νυσταγμένα, ρουφώντας την υπέροχα ζεστή, μπαγιάτικη μυρωδιά του και νιώθοντας την ίδια στιγμή ένα μικρό ρίγος αγωνίας να τη διαπερνάει στη σκέψη: Ανεξάρτητη, ενήλικη ζωή. Δεν αισθανόταν καθόλου ενήλικη. Δεν ήταν σε καμιά περίπτωση προετοιμασμένη. Ένιωθε σαν να είχε χτυπήσει συναγερμός πυρκαγιάς μέσα στη νύχτα και να στεκόταν στη μέση του δρόμου με όλα τα ρούχα της αγκαλιά. Αν δεν σπούδαζε, τι θα έκανε; Πώς θα γέμιζε τις μέρες της; Δεν είχε ιδέα. Το κόλπο είναι, είπε στον εαυτό της, να έχεις κουράγιο, να έχεις τόλμη και να θέλεις να κάνεις κάτι διαφορετικό. Όχι να αλλάξεις ολόκληρο τον κόσμο, αλλά έστω αυτό το μικρό κομμάτι που υπάρχει γύρω σου. Να βγεις στη ζωή με το άριστά σου, το πάθος σου, την καινούρια σου


ηλεκτρική γραφομηχανή Smith Corona, και να δουλέψεις σκληρά για… κάτι. Να αλλάξεις ζωές μέσω της τέχνης, ίσως. Να γράφεις όμορφα πράγματα. Να φυλάς τους φίλους σου σαν θησαυρό, να μένεις πιστή στις αξίες σου, να ζεις με πάθος και με πληρότητα, να ζεις καλά. Να δοκιμάζεις καινούρια πράγματα. Να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, αν σου δοθεί η ευκαιρία. Να τρέφεσαι σωστά και με μέτρο. Τέτοια πράγματα. Δεν ήταν καμιά σπουδαία φιλοσοφία ζωής, ούτε καν σκέψεις που θα μπορούσε να τις μοιραστεί με κάποιον, πόσο μάλλον μ’ αυτόν εδώ δίπλα της, αλλά τις πίστευε. Και μέχρι στιγμής τουλάχιστον, οι πρώτες ώρες της ζωής της ως ανεξάρτητου ενήλικου ατόμου είχαν κυλήσει καλά. Ίσως το πρωί, ύστερα από ένα τσάι και μια ασπιρίνη, να έβρισκε και το θάρρος να τον καλέσει ξανά στο κρεβάτι, όταν θα ήταν και οι δύο νηφάλιοι, που μπορεί να μην διευκόλυνε τα πράγματα, αλλά μπορεί να της άρεσε. Τις λίγες φορές που είχε πέσει στο κρεβάτι με αγόρια είχε καταλήξει ή να χασκογελάει ή να κλαίει πικρά. Καλό θα ήταν να δοκιμάσει και κάτι ενδιάμεσο. Αναρωτήθηκε αν υπήρχαν προφυλακτικά στο κουτάκι της μουστάρδας. Γιατί να μην υπάρχουν όμως, αφού υπήρχαν την τελευταία φορά που είχε κοιτάξει; Φεβρουάριος 1987: ο Βινς, χημικός μηχανικός, τριχωτή πλάτη, είχε φυσήξει τη μύτη του στο μαξιλάρι της. Όμορφες μέρες, αξέχαστες… Έξω είχε φωτίσει για τα καλά. Ο Ντέξτερ έβλεπε τη ρόδινη καινούρια μέρα όπως φιλτραριζόταν μέσα από τις βαριές χειμωνιάτικες κουρτίνες που πήγαιναν πακέτο με το διαμέρισμα. Προσέχοντας να μην την ξυπνήσει, τέντωσε το χέρι του από πάνω της, άφησε το τσιγάρο του να πέσει στην κούπα με το κρασί και στύλωσε το βλέμμα του στο ταβάνι. Δύσκολο να τον πάρει ο ύπνος τώρα. Θα χάζευε τα σχέδια στην ξεφλουδισμένη μπογιά μέχρι να κοιμηθεί αυτή για τα καλά, κι ύστερα θα γλιστρούσε ήσυχα και θα έφευγε χωρίς να την ξυπνήσει. Φυσικά, αν έφευγε τώρα θα σήμαινε ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Αναρωτήθηκε αν θα την πείραζε και κατέληξε ότι, ναι, συνήθως τις πείραζε. Αυτόν θα τον πείραζε όμως; Τα είχε καταφέρει περίφημα και χωρίς αυτήν τέσσερα χρόνια τώρα. Μέχρι το προηγούμενο βράδυ είχε την εντύπωση ότι την έλεγαν Άννα, κι όμως στο πάρτι τού ήταν αδύνατον να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Πώς δεν την είχε προσέξει ως τώρα; Την παρατήρησε όπως κοιμόταν. Ήταν όμορφη, αν και έμοιαζε να την ενοχλεί το γεγονός. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα κόκκινα με χρωμοσαμπουάν και σχεδόν επίτηδες άσχημα κουρεμένα – ή πρέπει να τα είχε κόψει μόνη της μπροστά στον καθρέφτη ή της τα είχε κόψει η Τίλλυ Πώς-τη-λένε, αυτή η παχουλή φωνακλού που μοιραζόταν μαζί της το διαμέρισμα. Το δέρμα της ήταν σχεδόν ωχρό και πρησμένο, δείγμα ότι περνούσε πάρα πολλές ώρες σε βιβλιοθήκες ή πίνοντας μπίρες σε παμπ, και τα γυαλιά την έκαναν να δείχνει πολύ σοβαρή και αυστηρή. Το πιγούνι της ήταν μαλακό και κάπως παχουλό, αν και ίσως αυτό ήταν απλώς παιδικά παχάκια (ή μήπως δεν έπρεπε πια να λέει ούτε «παχουλό» ούτε «παιδικά παχάκια», με την ίδια λογική που αν της έλεγε ότι είχε φοβερό στήθος αυτή θα το έπαιρνε σαν προσβολή, κι ας ήταν αλήθεια). Τέλος πάντων, πίσω στο πρόσωπό της. Αν εξαιρέσεις μια μικρή γυαλάδα στην άκρη της κομψής μυτούλας της και μερικά σκόρπια κόκκινα σπιθουράκια στο μέτωπο, δεν υπήρχε αμφιβολία: το πρόσωπό της ήταν φανταστικό. Τώρα που είχε κλειστά τα μάτια της διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς το χρώμα τους, μόνο ότι ήταν μεγάλα, λαμπερά και


γελαστά, όπως κι εκείνες οι δύο ζάρες στις γωνιές των χειλιών της, δυο μικρές παρενθέσεις γύρω από το πλούσιο στόμα, που βάθαιναν όταν χαμογελούσε, πράγμα που έκανε πολύ συχνά. Ροζ μάγουλα, απαλά σαν μαξιλαράκια, που νόμιζες ότι θα ήταν ζεστά αν τα άγγιζες. Χείλη άβαφα, αλλά σκουροκόκκινα, πλούσια, που τα έσφιγγε όταν χαμογελούσε, σαν να μην ήθελε να φανούν τα δόντια της που ήταν λίγο μεγάλα σε αναλογία με το στόμα της, το ένα από τα μπροστινά λίγο σπασμένο στην άκρη, και όλα αυτά μαζί έδιναν την εντύπωση ότι συγκρατούσε κάτι, ένα γέλιο ή ένα πείραγμα ή κάποιο φοβερό κρυφό αστείο. Αν έφευγε τώρα, μάλλον δεν θα ξανάβλεπε ποτέ αυτό το πρόσωπο, εκτός ίσως σε κάποια φριχτή συνάντηση αποφοίτων ύστερα από μία δεκαετία. Τότε, θα ήταν υπέρβαρη, απογοητευμένη και θα του παραπονιόταν που το είχε σκάσει στα κρυφά χωρίς να της πει αντίο. Καλύτερα να φύγει ήσυχα ήσυχα και να μην πατήσει ποτέ σε συναντήσεις αποφοίτων. Να προχωρήσει μπροστά, να κοιτάξει το μέλλον του. Ένα σωρό άλλα πρόσωπα περίμεναν εκεί έξω. Όμως, ενώ έπαιρνε την απόφασή του, το στόμα της άνοιξε σε ένα πλατύ χαμόγελο και, χωρίς να ανοίξει τα μάτια της, του είπε: «Λοιπόν, πού κατέληξες, Ντεξ;» «Για ποιο πράγμα, Εμ;» «Για μένα και για σένα. Είναι έρωτας, δεν συμφωνείς;» Και γέλασε σιγανά, με κλειστά τα χείλη. «Κοιμήσου, κάνε μου τη χάρη». «Τότε, σταμάτα να χαζεύεις τη μύτη μου». Άνοιξε τα μάτια της και ήταν γαλάζια και πράσινα, λαμπερά και πανέξυπνα. «Τι είναι αύριο;» μουρμούρισε. «Σήμερα, εννοείς;» «Σήμερα. Αυτή η λαμπρή καινούρια μέρα που μας περιμένει». «Σάββατο. Όλη μέρα. Για την ακρίβεια, είναι η ημέρα του Αγίου Σουίδιν». «Σημαίνει κάτι αυτό;» «Είναι παράδοση. Αν βρέχει σήμερα, θα βρέχει και τις επόμενες σαράντα μέρες, ή όλο το καλοκαίρι, ή κάτι τέτοιο». Σούφρωσε τα φρύδια της. «Δεν έχει καμιά λογική». «Φυσικά. Είναι μια πρόληψη». «Θα βρέχει πού; Πάντα θα βρέχει κάπου». «Στον τάφο του Αγίου Σουίδιν. Είναι θαμμένος έξω από την εκκλησία του Γουίντσεστερ». «Και εσύ από πού τα ξέρεις όλα αυτά;» «Πήγαινα σχολείο εκεί». «Ποπό, φοβερό!» μουρμούρισε με το στόμα της πάνω στο μαξιλάρι. «“Του Αγίου Σουίδιν βρέχει και… τα-ρά-ρα ρά-ρα τρέχει”». «Ωραιότατο ποίημα». «Το έχω παραφράσει». Γέλασε πάλι κι ύστερα ανασήκωσε νυσταγμένα το κεφάλι της. «Ντεξ;» «Εμ;» «Αν δεν βρέξει σήμερα;»


«Μ-χμ;» «Τι θα κάνεις αργότερα;» Πες της ότι έχεις δουλειά. «Τίποτε ιδιαίτερο». «Τότε, δεν κάνουμε κάτι; Εγώ κι εσύ, εννοώ;» Περίμενε μέχρι να κοιμηθεί και μετά δίνε του. «Αμέ. Εντάξει» της είπε. «Ας κάνουμε κάτι». Άφησε το κεφάλι της να ξαναπέσει στο μαξιλάρι. «Μια λαμπρή καινούρια μέρα» μουρμούρισε. «Μια λαμπρή καινούρια μέρα».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Στη ζωή ΣΑΒΒΑΤΟ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1989

Γουλβερχάμπτον και Ρώμη Αποδυτήρια Κοριτσιών Δημόσιο Δημοτικό-Γυμνάσιο Στοκ Παρκ Γουλβερχάμπτον 15 Ιουλίου 1989 Τσάο, μπέλλο! Τι κάνεις; Πώς είναι η Ρώμη; Πρέπει να είναι πολύ ωραία εκεί στην Αιώνια Πόλη, αλλά κι εγώ βρίσκομαι δύο μέρες στο Γουλβερχάμπτον και ήδη μου φαίνονται μια αιωνιότητα (αν και, εντελώς μεταξύ μας, ομολογώ ότι το Pizza Hut εδώ είναι φανταστικό, απλώς φανταστικό). Από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, αποφάσισα να δεχτώ εκείνη τη δουλειά που σου έλεγα, με τη Θεατρική Ομάδα Καταπέλτης, οπότε, εδώ και τέσσερις μήνες αυτοσχεδιάζουμε, κάνουμε πρόβες και περιοδεύουμε με το «Απάνθρωπο Φορτίο», μια παράσταση με θέμα το δουλεμπόριο, που χρηματοδοτείται από το Κρατικό Συμβούλιο Τέχνης και είναι δοσμένη μέσα από διηγήσεις, παραδοσιακά τραγούδια και πολύ σοκαριστική παντομίμα. Σου στέλνω μαζί και ένα άθλια φωτοτυπημένο δίπτυχο, για να αντιληφθείς για τι επιπέδου θέαμα μιλάμε. Το «Απάνθρωπο Φορτίο» είναι ένα από τα έργα του ΘΣΕ (που σημαίνει Θέατρο Στην Εκπαίδευση) που προορίζονται για παιδιά από 11 έως 13 ετών και εκφράζει τη ριζοσπαστικά πρωτοποριακή άποψη ότι η δουλεία είναι Κακό Πράγμα. Εγώ παίζω τη Λύντια που, χμ, εντάξει, αν θες να ξέρεις, είναι η ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ, δηλαδή η κακομαθημένη και ματαιόδοξη κόρη του κακού σερ Ομπέιντια Γκριμ (από το όνομα και μόνο καταλαβαίνεις αμέσως ότι δεν είναι καλός άνθρωπος) και στην πιο δυνατή σκηνή της παράστασης συνειδητοποιώ ότι όλα τα ωραία πράγματά μου, τα φορέματα (δείχνω το φόρεμά μου) και τα κοσμήματα (κάνω το ίδιο), είναι αγορασμένα με το αίμα των συνανθρώπων μου (σνιφ-σνιφ) και αισθάνομαι βρόμικη (εδώ κοιτάζω με γουρλωμένα μάτια τα χέρια μου, σαν να ΒΛΕΠΩ ΤΟ ΑΙΜΑ), βρόμικη ως την ΨΥΧΗ ΜΟΥΟΥΟΥΟΥ. Μιλάμε για πολύ δυνατό πράγμα, αν και μου το χάλασαν χτες βράδυ κάτι πιτσιρίκια που μας πετούσαν Maltesers στο κεφάλι. Σοβαρά τώρα, δεν είναι τόσο κακό, ως προς το περιεχόμενο τουλάχιστον, και δεν ξέρω γιατί γίνομαι τόσο κυνική – από άμυνα ίσως. Στην πραγματικότητα, έχουμε μεγάλη ανταπόκριση από τα παιδιά –απ’ όσα δεν μας πετάνε καραμέλες εννοώ–, δίνουμε παραστάσεις σε σχολεία και είναι συναρπαστικό. Είναι συγκλονιστικό το πόσο λίγα γνωρίζουν αυτά τα παιδιά για την πολιτιστική κληρονομιά τους –ακόμα και τα παιδιά των Δυτικών Ινδιών– για τη χώρα απ’ όπου κατάγονται. Μου άρεσε επίσης πολύ που το έγραψα και μου έδωσε πολλές ιδέες για άλλα έργα και διάφορα. Νομίζω λοιπόν ότι αξίζει τον κόπο, έστω κι αν εσύ πιστεύεις πως χάνω τον καιρό μου. Ειλικρινά, ειλικρινά πιστεύω ότι μπορούμε ν’ αλλάξουμε κάποια πράγματα, Ντέξτερ. Αρκεί να σκεφτείς όλα εκείνα τα ριζοσπαστικά έργα στη Γερμανία τη δεκαετία του ’30 και πόσο


άλλαξε αυτό τα πράγματα. Εμείς, πάντως, θα εξαλείψουμε τις φυλετικές προκαταλήψεις από όλες τις δυτικές επαρχίες της Βρετανίας, ακόμα κι αν χρειαστεί να το κάνουμε παιδί προς παιδί. Στο θίασο είμαστε τέσσερα άτομα όλοι κι όλοι. Ο Κουάμε είναι ο Ευγενής Σκλάβος και, παρόλο που παίζουμε την αφέντρα και το δούλο, τα πάμε πολύ καλά οι δυο μας (αν και τις προάλλες που ήμασταν σε ένα καφέ και του ζήτησα να μου πάρει ένα σακουλάκι τσιπς, γύρισε και με κοίταξε σαν να τον ΚΑΤΑΠΙΕΖΑ πραγματικά). Τέλος πάντων, είναι καλός και παίρνει πολύ σοβαρά τη δουλειά, αν και το παρακάνει λιγάκι με το κλάμα, κατά τη γνώμη μου. Γενικά είναι λιγάκι κλαψιάρης, αν με εννοείς. Στο έργο υποτίθεται ότι υπάρχει ανάμεσά μας μια φοβερά έντονη ερωτική έλξη, όμως για άλλη μια φορά η πραγματικότητα δυστυχώς δεν κατάφερε να μιμηθεί την τέχνη. Έπειτα είναι ο Σιντ, που παίζει τον Ομπέιντια, τον άκαρδο σκληρό πατέρα μου. Ξέρω ότι εσύ έχεις περάσει τα παιδικά σου χρόνια παίζοντας κρίκετ σε λιβαδάκια με μαργαρίτες και ποτέ δεν έκανες κάτι τόσο παρακατιανό όπως το να βλέπεις τηλεόραση, αλλά ο Σιντ κάποτε ήταν διάσημος από μια αστυνομική σειρά που λεγόταν City Beat, και είναι ολοφάνερη η αηδία του που έχει ξεπέσει τώρα σ’ ΑΥΤΟ. Αρνείται εντελώς να κάνει παντομίμα. Δεν το χωράει ο νους του ότι μπορεί να τον δει το κοινό με ένα αντικείμενο που δεν υπάρχει πραγματικά και ξεκινάει κάθε δεύτερη πρόταση με τη φράση «όταν ήμουν στην τηλεόραση», που πάει να πει «όταν ήμουν ευτυχισμένος». Ο Σιντ κατουράει στο νιπτήρα, φοράει κάτι τρομακτικά συνθετικά παντελόνια που τα ΣΦΟΥΓΓΙΖΕΙΣ αντί να τα πλένεις και τρέφεται αποκλειστικά με μπουρεκάκια. Εγώ κι ο Κουάμε πιστεύουμε ότι είναι κρυπτορατσιστής, αλλά κατά τα άλλα είναι ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Μετά έχουμε την Κάντυ – ω, η Κάντυ! Θα σου άρεσε: είναι ακριβώς όπως ακούγεται, σαν καραμέλα. Παίζει δύο ρόλους, την Τσίκυ Μέιντ, ιδιοκτήτρια φυτείας, και τον σερ Γουίλλιαμ Γουίλμπερφορς. Είναι πολύ όμορφη, πολύ αιθέρια και, παρόλο που δεν εγκρίνω την έκφραση, μεγάλη σκύλα. Με ρωτάει συνέχεια πόσων χρονών είμαι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ, μου λέει ότι δείχνω πολύ κουρασμένη ή ότι, αν έβαζα φακούς επαφής θα ήμουν ομορφούλα, μια λέξη που φυσικά ΛΑΤΡΕΥΩ. Μας έχει ξεκαθαρίσει ότι είναι με το θίασο απλώς και μόνο για να έχει το πάσο της ηθοποιού και για να σκοτώνει τον καιρό της μέχρι να την ανακαλύψει κάποιος παραγωγός του Χόλλυγουντ που, αν το έχω πιάσει σωστά, θα τύχει να περάσει από το Ντάντλυ μια βροχερή Τρίτη απόγευμα, ψάχνοντας για ταλέντα του ΘΣΕ. Το ηθοποιιλίκι είναι χάλια, ε; Όταν στήσαμε τη ΘΟΚ (Θεατρική Ομάδα Καταπέλτης), ήμασταν στ’ αλήθεια αποφασισμένοι να στήσουμε μια προοδευτική θεατρική κοοπερατίβα, χωρίς εγωισμούς του στιλ εγώ-είμαι-τηλεοπτική-φίρμα ή εγώ-είμαι-η-ομορφότερη και απλώς να κάνουμε αληθινά καλή, αυθεντική, πολιτικά συνειδητοποιημένη δουλειά. Εσένα όλα αυτά μπορεί να σου φαίνονται βλακείες, αλλά εμείς αυτό θέλαμε να κάνουμε. Όμως το πρόβλημα με τις δημοκρατικά ισότιμες συλλογικές προσπάθειες είναι ότι αναγκάζεσαι να ακούς και κάτι άχρηστους σαν τον Σιντ και την Κάντυ. Δεν θα με πείραζε αν η Κάντυ έπαιζε καλά, αλλά η προφορά της Τζόρτζια που κάνει είναι απαράδεκτη –ακούγεται λες και έχει πάθει εγκεφαλικό–, κι άσε πια το κόλλημά της να κάνει γιόγκα με τα εσώρουχα. Αλλά εσένα αυτό σου φαίνεται ενδιαφέρον, έτσι δεν είναι; Να επιτέλους και κάτι ενδιαφέρον, θα σκέφτεσαι τώρα. Εγώ πάντως πρώτη φορά είδα άνθρωπο


σε Στάση Λωτού με κορσέ και ζαρτιέρες. Κάτι δεν πάει καλά, ή κάνω λάθος; Του κακομοίρη του Σιντ του πέφτουν τα μπουρεκάκια από το στόμα μισομασημένα. Και όταν έρχεται επιτέλους η ώρα να ρίξει κάτι επάνω της και να βγει στη σκηνή, κάποιο από τα πιτσιρίκια συνήθως θα της σφυρίξει ή θα φωνάξει κάτι, και μετά αυτή, στο πουλμανάκι, θα παριστάνει ότι προσβλήθηκε και θα αρχίσει τα φεμινιστικά. «Το σιχαίνομαι να με κρίνουν από την εμφάνισή μου. Μια ζωή με κρίνουν από το εκπληκτικό πρόσωπό μου και το τέλειο γυμνασμένο σώμα μου» μουρμουρίζει στρώνοντας τη ζαρτιέρα, λες και είναι μείζον ΠΟΛΙΤΙΚΟ ζήτημα, λες και θα έπρεπε να κάνουμε θέατρο δρόμου για την αφύπνιση του κοινού στα βάσανα των γυναικών με πλούσιο στήθος. Σε ζαλίζω; Την έχεις ερωτευτεί ήδη; Μπορεί να σου τη γνωρίσω όταν γυρίσεις. Σαν να σε βλέπω μπροστά μου τώρα, να την κοιτάς μ’ εκείνο το ύφος, σφίγγοντας το σαγόνι σου και παίζοντας το κάτω χείλος, και να τη ρωτάς για την καριέρα της. Μπα, δεν νομίζω ότι θα σου τη γνωρίσω τελικά… Η Έμμα Μόρλεϋ γύρισε ανάποδα τη σελίδα όταν μπήκε ο Γκάρυ Νάτκιν, λιγνός και αγχωμένος, όπως πάντα. Ήταν η ώρα για τις οδηγίες πριν από την παράσταση από το σκηνοθέτη και συνιδρυτή της Θεατρικής Ομάδας Καταπέλτης. Το κοινό καμαρίνι για άντρες και γυναίκες δεν ήταν καν καμαρίνι, αλλά τα αποδυτήρια των κοριτσιών ενός δημόσιου σχολείου στο κέντρο της πόλης που, ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, είχε εκείνη τη χαρακτηριστική σχολική μυρωδιά που θυμόταν η Έμμα: ορμόνες, υγρό σαπούνι με άρωμα τριαντάφυλλο και μουχλιασμένες πετσέτες. Από την πόρτα, ο Γκάρυ Νάτκιν ξερόβηξε πριν ξεκινήσει. Χλωμός, ξερακιανός, με μαύρο πουκάμισο κουμπωμένο ως το λαιμό, ένας άντρας που το στιλιστικό του είδωλο ήταν ο Τζορτζ Όργουελ. «Σπουδαίο κοινό απόψε, παιδιά! Σχεδόν μισό αμφιθέατρο, καθόλου άσχημα συγκριτικά!» είπε, αν και δεν διευκρίνισε συγκριτικά με τι, ίσως γιατί του αποσπούσε την προσοχή η Κάντυ, που έκανε περιστροφές λεκάνης φορώντας μόνο ένα λεπτό πουά κορμάκι. «Ας δώσουμε στα παιδιά μια παράσταση που να τη θυμούνται. Που να καρφωθεί στο μυαλό τους!» «Αυτό πολύ θα γούσταρα να το κάνω» γρύλισε ο Σιντ, χαζεύοντας την Κάντυ και τσιμπολογώντας ψίχουλα μπουρεκιού. «Με ρόπαλο με καρφιά, κατά προτίμηση». «Μην είσαι τόσο αρνητικός, Σιντ» παρακάλεσε η Κάντυ, με μια μακριά ελεγχόμενη εκπνοή. Ο Γκάρυ συνέχισε. «Μην ξεχνάτε: φρεσκάδα, ζωντάνια, να είστε συνεχώς σε επαφή μεταξύ σας, να λέτε τα λόγια σας σαν να είναι η πρώτη φορά και, το σημαντικότερο, μην αφήσετε το κοινό να σας τρομάξει ή να σας εκνευρίσει σε καμιά περίπτωση. Η ανταπόκριση είναι το ζητούμενο. Η αντεκδίκηση όχι. Μην τους επιτρέψετε να σας τσαντίσουν. Μην τους δώσετε αυτή την ικανοποίηση. Σε δεκαπέντε λεπτά, παρακαλώ!» Και μ’ αυτό, ο Γκάρυ βγήκε κλείνοντάς τους την πόρτα σαν δεσμοφύλακας. Ο Σιντ άρχισε το ζέσταμα, μουρμουρίζοντας ρυθμικά τη-μισώ-αυτή-τη-δουλειά-τη-μισώ-αυτήτη-δουλειά. Πίσω του καθόταν ο Κουάμε, γυμνός από τη μέση κι επάνω, κακομοίρης, με ένα κουρελιασμένο παντελόνι, τα χέρια του χωμένα κάτω από τις μασχάλες και το κεφάλι γερμένο πίσω, λες και αυτοσυγκεντρωνόταν ή προσπαθούσε να μην κλάψει – ποιος ξέρει; Στα αριστερά της Έμμα, η Κάντυ τραγουδούσε αποσπάσματα από το μιούζικαλ Οι Άθλιοι, με επίπεδη, άχρωμη σοπράνο φωνή, και σκάλιζε τα πλακουτσά δάχτυλα των ποδιών που είχε αποκτήσει από τις πουέντ, ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια μπαλέτου. Η Έμμα


στράφηκε πάλι προς το είδωλό της στο ραγισμένο καθρέφτη, ανασήκωσε τα φουσκωτά μανίκια του φουστανιού της και έβγαλε τα γυαλιά της με ένα στεναγμό Τζέιν Όστιν. Ο τελευταίος χρόνος ήταν μια σειρά από λάθος κατευθύνσεις, κακές επιλογές και παρατημένα σχέδια. Πρώτα το γυναικείο μουσικό συγκρότημα όπου θα έπαιζε μπάσο, και θα ονομαζόταν Λάρυγξ, ή Σφαγείο Έξι, ή Μουχλιασμένο Μπισκότο, αλλά που στάθηκε ανίκανο να επιλέξει όνομα, πόσο μάλλον μουσικό στιλ. Μετά ήταν οι εναλλακτικές βραδιές σε παμπ, όπου δεν πάτησε ψυχή, το παρατημένο πρώτο μυθιστόρημα, το εγκαταλειμμένο δεύτερο μυθιστόρημα, κάμποσες άθλιες καλοκαιρινές δουλειές, όπου πουλούσε κασμίρια και καρό υφάσματα σε τουρίστες. Και στον απόλυτο, απόλυτο πάτο, είχε παρακολουθήσει κάποια σεμινάρια δεξιοτήτων τσίρκου, μέχρι που αντιλήφθηκε ότι δεν είχε καμία. Η λύση δεν ήταν τα ακροβατικά. Το πολυδιαφημισμένο Δεύτερο Καλοκαίρι του Έρωτα ήταν γεμάτο μελαγχολία και χαμένη ορμή. Ακόμα και το αγαπημένο της Εδιμβούργο άρχισε να της φαίνεται βαρετό και καταθλιπτικό. Ζώντας στην πανεπιστημιούπολη ένιωθε σαν να έμενε σ’ ένα πάρτι απ’ όπου όλοι οι άλλοι είχαν φύγει, κι έτσι τον Οκτώβριο είχε αφήσει το δωμάτιο στη Ρέινκιλλορ Στριτ και είχε γυρίσει πίσω στους γονείς της για ένα μακρύ, βαρύ, βροχερό χειμώνα, γεμάτο επικρίσεις, πόρτες να κοπανάνε και απογεύματα μπροστά στην τηλεόραση, μέσα σ’ ένα σπίτι που τώρα της φαινόταν απίστευτα στενάχωρο. «Εσύ τελείωσες με άριστα! Τι έγινε το άριστα;» ρωτούσε κάθε μέρα η μητέρα της, λες και το πτυχίο της ήταν μια σούπερ δύναμη, που η Έμμα αρνιόταν από ξεροκεφαλιά να χρησιμοποιήσει. Η μικρότερη αδερφή της, η Μάριαν, νοσοκόμα, παντρεμένη, με μωρό, περνούσε καμιά φορά τα βράδια, ίσα ίσα για να χαρεί κρυφά με τον ξεπεσμό του χρυσού κοριτσιού της μαμάς και του μπαμπά. Και, πού και πού, ήταν και ο Ντέξτερ Μέυχιου. Τις τελευταίες ζεστές μέρες του καλοκαιριού μετά την αποφοίτηση, η Έμμα είχε πάει να μείνει στο όμορφο σπίτι της οικογένειάς του στο Όξφορντσαϊρ. Όχι απλώς σπίτι, μέγαρο της είχε φανεί. Τεράστιο, του 1920, με ξεθωριασμένα κιλίμια, πίνακες αφηρημένης ζωγραφικής και ποτά με παγάκια. Στο μεγάλο κήπο που ευωδίαζε άγρια βότανα, είχαν περάσει μια ολόκληρη ατέλειωτη μέρα τεμπελιάζοντας ανάμεσα στην πισίνα και το γήπεδο του τένις, το πρώτο ιδιωτικό γήπεδο τένις που έβλεπε στη ζωή της. Πίνοντας τζιν τόνικ ξαπλωμένη σε μια σεζλόνγκ και χαζεύοντας τη θέα, είχε σκεφτεί τον Μεγάλο Γκάτσμπυ. Βεβαίως, φρόντισε η ίδια να το χαλάσει. Αμήχανη και νευρική στο δείπνο, ήπιε πάρα πολύ και έβαλε τις φωνές στον πατέρα του Ντέξτερ –έναν ήπιο, μετρημένο και απόλυτα λογικό κύριο– για τη Νικαράγουα, ενώ όλη αυτή την ώρα ο Ντέξτερ την παρακολουθούσε με μια έκφραση τρυφερής απογοήτευσης, σαν να ήταν το κουταβάκι του που είχε κατουρήσει στο χαλί. Αλήθεια πώς μπόρεσε να κάθεται στο τραπέζι τους, να τρώει το φαγητό τους και να αποκαλεί τον πατέρα του Ντέξτερ φασίστα; Εκείνη τη νύχτα, ξαπλωμένη στο δωμάτιο των ξένων, ζαλισμένη από το ποτό και μετανιωμένη, περίμενε ένα χτύπημα στην πόρτα που, φυσικά, δεν θα ερχόταν ποτέ. Ρομαντικές ελπίδες που θυσιάστηκαν για χάρη των Σαντινίστας, που το πιθανότερο ήταν να μην της το αναγνωρίσουν ποτέ. Είχαν συναντηθεί ξανά στο Λονδίνο τον Απρίλιο, στο πάρτι για τα εικοστά τρίτα γενέθλια ενός κοινού φίλου τους, του Κάλλουμ, και πέρασαν όλη την επόμενη μέρα μαζί στους κήπους του Κένσιγκτον, πίνοντας κρασί από το μπουκάλι και κουβεντιάζοντας. Ήταν φανερό ότι την είχε


συγχωρήσει, και καθιέρωσαν πια εκείνη τη φιλική οικειότητα που μπορεί να σε τρελάνει κανονικά –που κόντεψε να τρελάνει την Έμμα τουλάχιστον–, ξαπλωμένοι στο γρασίδι, σχεδόν αγγίζοντας ο ένας τον άλλον, και με αυτόν να της μιλάει συνεχώς για τη Λόλα, την απίστευτη Ισπανίδα που είχε γνωρίσει όταν είχε πάει για σκι στα Πυρηναία. Μετά ξανάφυγε για ταξίδι, για να διευρύνει κι άλλο το μυαλό του, προφανώς. Η Κίνα είχε αποδειχτεί πολύ ξένη και πολύ αυστηρή ιδεολογικά για τα γούστα του Ντέξτερ, κι αυτή τη φορά ξεκίνησε μια χαλαρή περιοδεία χωρίς πρόγραμμα, διάρκειας ενός χρόνου, σε όλους εκείνους τους τόπους που οι τουριστικοί οδηγοί αποκαλούσαν «Πόλεις της Χαράς». Έτσι τώρα ήταν φιλαράκια δι’ αλληλογραφίας. Η Έμμα τού έγραφε μεγάλα, συναισθηματικά φορτισμένα γράμματα, όλο καλαμπούρια και υπονοούμενα, βεβιασμένα αστειάκια και σχεδόν ολοφάνερη κρυφή λαχτάρα· με άλλα λόγια, ερωτικά μανιφέστα των δύο χιλιάδων λέξεων σε φτηνό χαρτί αλληλογραφίας. Τα γράμματα, όπως και οι κασέτες με επιλογές τραγουδιών, είναι ένας τρόπος να εκφράσεις ανομολόγητα συναισθήματα, και η Έμμα φανερά αφιέρωνε πάρα πολύ χρόνο και ενέργεια στη σύνθεσή τους. Από την πλευρά του, ο Ντέξτερ τής έστελνε καρτ ποστάλ με λειψά γραμματόσημα: «Το Άμστερνταμ είναι ΨΩΝΙΟ» έγραφε ή «Σκέτο ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟ η Βαρκελώνη», «ΜΠΟΜΠΑ το Δουβλίνο» ή «Χτες βράδυ ΤΑ ΕΚΑΨΑ ΟΛΑ». Ως ταξιδιωτικός συγγραφέας, ο Ντέξτερ δεν ήταν δα και ο Μπρος Τσάτγουιν, παρ’ όλα αυτά η Έμμα έχωνε τις καρτ ποστάλ στην τσέπη του χοντρού παλτού της και πήγαινε μακρινούς περιπάτους στην προκυμαία του Ίλκλεϊ, αναζητώντας κάποιο κρυφό νόημα στο «ΜΟΥΣΚΙΔΙ η Βενετία!!!». «Ποιος είναι αυτός ο Ντέξτερ;» ρωτούσε η μητέρα της, κοιτώντας με μισό μάτι το πίσω μέρος των καρτ ποστάλ. «Φίλος σου;» Κι αμέσως μετά, προβληματισμένη, πρόσθετε: «Έχεις σκεφτεί να πας να δουλέψεις στην Εταιρεία Φυσικού Αερίου;». Η Έμμα πήγε και δούλεψε λαντζιέρισσα στην τοπική παμπ και μέρα με τη μέρα ένιωθε το μυαλό της να μαλακώνει, σαν κάτι που σαπίζει ξεχασμένο στο βάθος ενός ψυγείου. Πάνω εκεί της είχε τηλεφωνήσει ο Γκάρυ Νάτκιν, ο κοκαλιάρης τροτσκιστής σκηνοθέτης της σε εκείνο το λιτό και αντισυμβατικό ανέβασμα του Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ, το 1986, που στη συνέχεια είχε καταλήξει να τη φιλάει λιτά και αντισυμβατικά επί τρεις ώρες στο πάρτι μετά την τελευταία παράσταση. Τρεις μέρες αργότερα την πήγε να δουν Πίτερ Γκρίναγουεϊ σε διπλή προβολή και, ύστερα από τέσσερις ώρες σινεμά, θυμήθηκε επιτέλους να ακουμπήσει και το χέρι του στο αριστερό της στήθος, σαν να χαμήλωνε το ροοστάτη του πορτατίφ. Εκείνο το βράδυ έκαναν έρωτα τύπου Μπρεχτ σε ένα βρόμικο μονό κρεβάτι, κάτω από την αφίσα της ταινίας Η Μάχη του Αλγερίου, με τον Γκάρυ να φροντίζει συνειδητά καθ’ όλη τη διάρκεια της πράξης να μην τη μεταχειριστεί με κανέναν τρόπο σαν σεξουαλικό αντικείμενο. Ύστερα απ’ αυτό, ούτε φωνή ούτε ακρόαση, μέχρι το τηλεφώνημα αργά τη νύχτα τον περασμένο Μάιο και τη διστακτική, χαμηλόφωνη πρόταση: «Θέλεις να μπεις στη θεατρική ομάδα μου;». Ως ηθοποιός, η Έμμα δεν έτρεφε φιλοδοξίες, ούτε είχε καμιά ιδιαίτερη αγάπη για το θέατρο· το έβλεπε απλώς σαν ένα μέσο για να μεταδώσει κανείς μηνύματα και ιδέες. Ο Καταπέλτης θα ήταν ένα καινούριο είδος θεατρικής κοοπερατίβας, με ομαδικούς στόχους και ομαδικό ζήλο, ένα γραπτό μανιφέστο, μια δέσμευση στην προσπάθεια να αλλάξεις τις ζωές νέων παιδιών μέσω της τέχνης. Ίσως να υπάρχει και λίγος έρωτας στο πακέτο, σκέφτηκε η Έμμα, ή έστω σεξ. Έτσι, έφτιαξε το σακίδιό της, είπε αντίο στους προβληματισμένους γονείς της και ανέβηκε στο πουλμανάκι σαν να ξεκινούσε για ένα μεγάλο σκοπό, ένα είδος θεατρικού Ισπανικού


Εμφυλίου με σπόνσορα το Κρατικό Συμβούλιο Τεχνών. Τρεις μήνες αργότερα όμως, πού είχαν πάει ο ζήλος, η συντροφικότητα, η αίσθηση κοινωνικής προσφοράς και οι υψηλές ιδέες σε συνδυασμό με τη διασκέδαση; Υποτίθεται πως θα ήταν κοοπερατίβα. Το έγραφε και στα πλάγια του μικρού λεωφορείου – αυτή είχε κάνει το στένσιλ, με τα ίδια της τα χέρια. «Τη-μισώ-αυτή-τη-δουλειά-τη-μισώ-αυτή-τη-δουλειά» μουρμούριζε ο Σιντ. Η Έμμα σκέπασε τ’ αυτιά της με τις παλάμες της και έκανε στον εαυτό της μερικά ουσιώδη ερωτήματα: Γιατί είμαι εδώ; Κάνω πραγματικά κάτι με νόημα; Γιατί δεν ρίχνει ένα ρούχο επάνω του αυτό το κορίτσι; Τι μυρίζει έτσι; Πού θέλω να είμαι αυτή τη στιγμή; Ήθελε να είναι στη Ρώμη, με τον Ντέξτερ Μέυχιου. Στο κρεβάτι. «Σάφ-τισ-μπε-ρι Άβενιου». «Όχι. Σάφτσ-μπε-ρι. Τρεις συλλαβές». «Λίτσεστερ Σκουέαρ». «Λέστερ Σκουέαρ. Δύο συλλαβές». «Γιατί όχι Λί-τσε-στερ;» «Δεν έχω ιδέα». «Μα, εσύ είσαι ο δάσκαλός μου· υποτίθεται ότι μου μαθαίνεις αγγλικά, πρέπει να ξέρεις». «Λυπάμαι» είπε ο Ντέξτερ ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Πολύ ηλίθια γλώσσα» είπε η Τόβε Άνγκστρομ και του έριξε μια μικρή μπουνιά στον ώμο. «Ηλίθια γλώσσα. Συμφωνώ απολύτως μαζί σου. Δεν χρειάζεται να με χτυπάς». «Συγγνώμη» είπε η Τόβε. Φίλησε πρώτα τον ώμο του, μετά το λαιμό του, και ο Ντέξτερ εκτίμησε για άλλη μια φορά τα οφέλη της διδασκαλίας. Ήταν ξαπλωμένοι πάνω σε ένα σωρό από μαξιλάρια στο πάτωμα από τερακότα του μικροσκοπικού δωματίου, αφού το μονό κρεβάτι είχε αποδειχτεί ανεπαρκές για τις ανάγκες τους. Στο ενημερωτικό φυλλάδιο για το Διεθνές Σχολείο Αγγλικών Πέρσυ Σέλλεϋ, τα καταλύματα των καθηγητών περιγράφονταν ως «σχετικά άνετα, με πολλά αντισταθμιστικά οφέλη» και αυτό τα έλεγε όλα. Το δωμάτιό του στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης ήταν μουντό και απρόσωπο, αλλά είχε τουλάχιστον ένα μπαλκονάκι, ένα περβάζι φάρδους τριάντα πόντων στην ουσία, με θέα σε μια γραφική πλατειούλα που, με τον καθαρά ιταλικό τρόπο, χρησίμευε και για πάρκινγκ. Κάθε πρωί τον ξυπνούσε ο κρότος των εργαζόμενων που ξεκινούσαν για τη δουλειά τους, κοπανώντας χαλαρά με την όπισθεν ο ένας το αμάξι του άλλου. Αλλά εκείνο το υγρό ζεστό απόγευμα του Ιουλίου, ο μόνος ήχος που έφτανε ως το δωμάτιο ήταν τα ροδάκια από τις βαλίτσες των τουριστών στο λιθόστρωτο. Έμειναν ξαπλωμένοι στο πάτωμα, με την μπαλκονόπορτα ορθάνοιχτη, να φιλιούνται νωχελικά, με τα μαλλιά της Τόβε να πέφτουν πάνω στο πρόσωπό του, πυκνά και σκούρα, με μυρωδιά από κάποιο δανέζικο σαμπουάν: πεύκο και ταμπάκο. Τέντωσε το χέρι της πάνω από το στήθος του, έπιασε το πακέτο με τα τσιγάρα, άναψε δύο, του πέρασε το ένα, κι αυτός ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια αφήνοντας το τσιγάρο να κρέμεται από το κάτω χείλος του, σαν τον Μπελμοντό, ή κάποιον


τέλος πάντων σε ταινία του Φελίνι. Δεν είχε δει καμιά ταινία του Φελίνι, ούτε καμία με τον Μπελμοντό, αλλά ήξερε τις πόζες από τις ασπρόμαυρες καρτ ποστάλ: φοβερό στιλ. Ο Ντέξτερ δεν θεωρούσε τον εαυτό του ματαιόδοξο, αλλά υπήρχαν στιγμές που ευχόταν να υπήρχε κάποιος εκεί να τον φωτογραφίσει. Φιλήθηκαν ξανά και ο Ντέξτερ αναρωτήθηκε αόριστα αν υπήρχε κάποιο ηθικό ή δεοντολογικό πρόβλημα στην όλη ιστορία. Βέβαια, η στιγμή που θα έπρεπε να είχε αναλογιστεί τις συνέπειες του να κοιμηθεί με μια από τις μαθήτριές του ήταν μετά το πάρτι του κολεγίου, όταν η Τόβε, καθισμένη στην κόχη του κρεβατιού του, κατέβαζε το φερμουάρ και έβγαζε τις ψηλές μπότες της. Ακόμα και τότε, μέσα στη θολούρα του κρασιού και του πόθου, είχε πιάσει τον εαυτό του να αναρωτιέται τι θα έλεγε η Έμμα Μόρλεϋ. Και όταν η Τόβε άρχισε να στριφογυρίζει την άκρη της γλώσσας της στο αυτί του, είχε ήδη οργανώσει την υπεράσπισή του: είναι δεκαεννιά, είναι ενήλικη και, στο κάτω κάτω, εγώ δεν είμαι πραγματικά καθηγητής. Εξάλλου, η Έμμα βρισκόταν πολύ μακριά εκείνη την ώρα, άλλαζε τον κόσμο μέσα από ένα πουλμανάκι σε κάποια επαρχιακή εθνική οδό και, τέλος πάντων, τι σχέση είχαν όλα αυτά με την Έμμα; Έτσι οι μπότες της Τόβε στέκονταν τώρα μαραμένες στη άλλη άκρη του δωματίου του μικρού ξενώνα όπου απαγορευόταν αυστηρά η διανυκτέρευση επισκεπτών. Ο Ντέξτερ μετατοπίστηκε σε ένα πιο δροσερό σημείο πάνω στα πλακάκια, λοξοκοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και προσπαθώντας να υπολογίσει την ώρα από το μικρό τετράγωνο γαλανού ουρανού. Ο ρυθμός της αναπνοής της Τόβε άλλαζε, πράγμα που σήμαινε ότι αποκοιμιόταν, αλλά αυτός είχε ένα πολύ σημαντικό ραντεβού. Πέταξε το τσιγάρο του μισοκαπνισμένο στο ποτήρι με το κρασί και τεντώθηκε να πιάσει το ρολόι του που ήταν αφημένο πάνω στο αδιάβαστο Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, του Πρίμο Λέβι. «Τόβε, πρέπει να φύγω». Το κορίτσι διαμαρτυρήθηκε με ένα βογκητό. «Θα συναντήσω τους γονείς μου. Πρέπει να φύγω τώρα». «Να έρθω κι εγώ;» Ο Ντέξτερ γέλασε. «Δεν το νομίζω, Τόβε. Εξάλλου έχεις διαγώνισμα γραμματικής τη Δευτέρα. Πήγαινε κάνε μια επανάληψη». «Να με εξετάσεις εσύ. Εξέτασέ με τώρα». «Εντάξει. Ρήματα. Εξακολουθητικός ενεστώτας». Τύλιξε το ένα πόδι της γύρω από τη μέση του και, χρησιμοποιώντας το σαν μοχλό, τον καβάλησε. «Εγώ φιλάω, εσύ φιλάς, αυτός φιλάει, αυτή φιλάει…» Ο Ντέξτερ στηρίχτηκε στους αγκώνες του και ανασηκώθηκε. «Σοβαρά, Τόβε…» «Μόνο δέκα λεπτά ακόμα» του ψιθύρισε στ’ αυτί, κι ο Ντέξτερ ξανάπεσε πίσω στο πάτωμα. Γιατί όχι; Σκέφτηκε. Στο κάτω, κάτω είμαι στη Ρώμη, είναι μια υπέροχη μέρα, είμαι είκοσι τεσσάρων χρονών, οικονομικά εξασφαλισμένος, υγιής. Ποθώ και κάνω κάτι που δεν θα έπρεπε να κάνω και είμαι πολύ, πολύ τυχερός. Η γοητεία μιας ζωής αφιερωμένης στον αισθησιασμό, την ευχαρίστηση και το εγώ του ίσως να ξεθώριαζε κάποτε, αλλά είχε ακόμη πολύ καιρό μέχρι να έρθει αυτή η μέρα. Πώς πάει η Ρώμη; Πώς πάει η Ντόλτσε Βίτα; (Κοίταξέ το στο λεξικό.) Σε φαντάζομαι τώρα σε ένα καφέ, να πίνεις έναν από τους περίφημους «καπουτσίνο» και να σφυρίζεις στα πάντα. Ίσως διαβάζεις κάτι, φορώντας γυαλιά ηλίου. Να τα βγάλεις, δεν σου πάνε καθόλου. Έλαβες


τα βιβλία που σου έστειλα; Ο Πρίμο Λέβι είναι ένας πολύ καλός Ιταλός συγγραφέας. Είναι για να σου θυμίζει ότι η ζωή δεν είναι μόνο τζελάτι και εσπαντρίγιες. Η ζωή δεν μπορεί να είναι πάντα σαν την αρχή του Μπέτι Μπλου. Με τη διδασκαλία πώς τα πας; Πες μου ότι δεν κοιμάσαι με κάποια από τις μαθήτριές σου. Θα ήταν… σκέτη απογοήτευση. Πρέπει να σ’ αφήσω τώρα. Βλέπω το τέρμα της σελίδας να πλησιάζει και από δίπλα ακούγεται το συναρπαστικό μουρμουρητό του κοινού μας, που πετάνε αντικείμενα ο ένας στον άλλον. Αυτή η περιοδεία τελειώνει σε δυο εβδομάδες, ΕΥΤΥΧΩΣ, και για συνέχεια ο Γκάρυ Νάτκιν, ο σκηνοθέτης μας, μου ζήτησε να του στήσω μια παράσταση για νήπια, με θέμα το Απαρτχάιντ. Με μαριονέτες, αν έχεις τον Θεό σου. Έξι μήνες περιοδεία στην Εθνική Μ6 αγκαλιά με μια μαριονέτα Ντέσμοντ Τούτου; Δεν νομίζω ότι θα πάρω. Άλλωστε έχω γράψει ένα θεατρικό έργο για τη Βιρτζίνια Γουλφ και την Έμιλυ Ντίκινσον, με τίτλο «Δύο ζωές» (ή αυτό ή «Δύο καταθλιπτικές λεσβίες») και ίσως μπορέσω να το ανεβάσω σε καμιά παμπ. Αφού εξήγησα στην Κάντυ ποια ήταν η Βιρτζίνια Γουλφ, μου είπε ότι, ειλικρινά, θέλει πάρα πολύ να την παίξει, αλλά μόνο αν γίνεται να βγάλει σε κάποια φάση την μπλούζα της. Οπότε, το κάστινγκ έκλεισε. Εγώ θα παίξω την Έμιλυ Ντίκινσον, φορώντας συνεχώς την μπλούζα μου, εννοείται. Θα σου κρατήσω μια πρόσκληση. Στο μεταξύ, πρέπει να επιλέξω αν θα πιάσω δουλειά στο Λιντς ή αν θα βρω δουλειά στο Λονδίνο. Επιλογές, επιλογές. Καιρό τώρα προσπαθώ να αποφύγω τη μετακόμιση στο Λονδίνο –είναι τόσο ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ μια μετακόμιση στο Λονδίνο– αλλά η παλιά μου συγκάτοικος, η Τίλλυ Κίλλικ (Τη θυμάσαι; Μεγάλα κόκκινα γυαλιά, υστερικές απόψεις, φαβορίτες;), έχει ένα ελεύθερο δωμάτιο στο διαμέρισμά της στο Κλάπτον. Το αποκαλεί κρατητήριο, πράγμα που δεν προοιωνίζει τίποτε καλό. Αλήθεια, πώς είναι το Κλάπτον; Μήπως σκέφτεσαι να γυρίσεις στο Λονδίνο σύντομα; Έι! Θα μπορούσαμε να συγκατοικήσουμε! Να συγκατοικήσουμε; Η Έμμα σταμάτησε, κούνησε το κεφάλι της, γρύλισε κι ύστερα έγραψε: Αστειεύομαι, φυσικά!!! Γρύλισε πάλι. «Αστειεύομαι» είναι ακριβώς αυτό που γράφουν οι άνθρωποι όταν εννοούν αυτό που λένε. Πολύ αργά πια για να το διαγράψει και έπρεπε να κλείσει το γράμμα της, αλλά πώς; «Εύχομαι να περνάς καλά» παραήταν επίσημο, «Τout mon amour» πολύ δήθεν, «Με όλη μου την αγάπη» πολύ μπανάλ και ο Γκάρυ Νάτκιν ήταν και πάλι στην πόρτα. «Παιδιά, όλοι στις θέσεις σας!» έδωσε εντολή, κρατώντας με λύπη την πόρτα ανοιχτή, σαν να τους οδηγούσε στο εκτελεστικό απόσπασμα, και η Έμμα, γρήγορα, πριν προλάβει ν’ αλλάξει γνώμη, έγραψε: Μου λείπεις πολύ, Ντεξ. Κι από κάτω την υπογραφή της και ένα μόνο φιλί, χαραγμένο βαθιά με το στιλό πάνω στο φτηνό γαλάζιο χαρτί αλληλογραφίας. Σε ένα από τα τραπεζάκια ενός καφέ στην Πιάτσα ντε λα Ροτόντα, καθόταν η μητέρα του Ντέξτερ κρατώντας χαλαρά ένα μυθιστόρημα στο ένα χέρι της, με τα μάτια κλειστά και το κεφάλι της γερμένο λίγο πίσω και πλάγια, σαν πουλί που απολαμβάνει τον τελευταίο απογευματινό ήλιο. Ο Ντέξτερ αντί να πάει κατευθείαν κοντά της καθυστέρησε λίγο, κάθισε ανάμεσα στους τουρίστες στα σκαλοπάτια του Πάνθεου, παρακολουθώντας την, και είδε να την ξαφνιάζει ένας σερβιτόρος που πέρασε να μαζέψει το τασάκι από το τραπέζι της. Γέλασαν και


οι δυο, και από τις υπερβολικές κινήσεις των χειλιών και τους μορφασμούς της ο Ντέξτερ κατάλαβε ότι μιλούσε στο σερβιτόρο με εκείνα τα φρικτά ιταλικά της, ενώ ταυτόχρονα τον φλέρταρε αγγίζοντας το μπράτσο του. Προφανώς χωρίς να καταλαβαίνει απολύτως τίποτε απ’ αυτά που του έλεγε, ο σερβιτόρος ανταπέδωσε το φλερτ με ένα χαμόγελο και απομακρύνθηκε ρίχνοντας μια ματιά πάνω από τον ώμο του στην ωραία Αγγλίδα κυρία που του είχε χαϊδέψει το χέρι μιλώντας του σε μια ακατανόητη γλώσσα. Ο Ντέξτερ τα είδε όλα αυτά και χαμογέλασε. Η γνωστή φροϋδική άποψη ότι τα αγόρια είναι μοιραίο να ερωτεύονται τις μανάδες τους και να μισούν τους πατεράδες τους του φαινόταν απόλυτα πιθανή. Όλοι ερωτεύονταν την Άλισον Μέυχιου, αλλά το ωραίο εδώ ήταν ότι αυτός αγαπούσε πραγματικά και τον πατέρα του. Όπως και σε πολλά άλλα πράγματα, ήταν πολύ τυχερός. Συχνά την ώρα του φαγητού, ή στο μεγάλο πλούσιο κήπο του σπιτιού στο Όξφορντσαϊρ, ή στις οικογενειακές διακοπές στη Γαλλία όπως λαγοκοιμόταν στον ήλιο, έβλεπε τον πατέρα του να στέκεται και να τη χαζεύει με σχεδόν βλακώδη λατρεία. Δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της, ψηλός, μακροπρόσωπος κι εσωστρεφής, ο Στίβεν Μέυχιου έμοιαζε ανίκανος να πιστέψει σε μια τέτοια τύχη. Στα πάρτι που έδιναν συχνά στο σπίτι τους, όταν ο Ντέξτερ έκανε το καλό παιδί για να μην τον στείλουν στο δωμάτιό του, παρατηρούσε πώς οι άντρες σχημάτιζαν πάντα έναν αφοσιωμένο κύκλο γύρω της. Άντρες μορφωμένοι, επιτυχημένοι, γιατροί, δικηγόροι, άνθρωποι που μιλούσαν στο ραδιόφωνο, συμπεριφέρονταν σαν ονειροπαρμένοι έφηβοι. Την παρακολουθούσε καθώς χόρευε με τα πρώτα άλμπουμ των Roxy Music, με ένα κοκτέιλ στο χέρι της, ελαφρά ζαλισμένη και απόλυτα άνετη, ενώ οι άλλες σύζυγοι την παρατηρούσαν, αδέξιες και βραδύστροφες συγκριτικά. Το ίδιο και οι φίλοι του από το σχολείο, ακόμα και οι κουλ και ζόρικοι, μεταμορφώνονταν σε καρτούν μπροστά στην Άλισον Μέυχιου, που τους φλέρταρε όταν τη φλέρταραν, με καταβρέγματα στην πισίνα, ή συγχαίροντάς τη για τη φρικτή μαγειρική της – άτσαλα χτυπημένη ομελέτα με μαύρο πιπέρι που ήταν στάχτη από το τσιγάρο της. Κάποτε είχε σπουδάσει μόδα στο Λονδίνο, αλλά τώρα διατηρούσε μια επαρχιακή αντικερί, όπου πουλούσε ακριβά χειροποίητα κιλίμια και πολυελαίους στον «καλό κόσμο» της Οξφόρδης με μεγάλη επιτυχία. Κουβαλούσε ακόμη επάνω της την αύρα ότι ήταν κάποια/κάτι-στα-Σίξτις –ο Ντέξτερ είχε δει τις φωτογραφίες από εκείνη την εποχή και τα αποκόμματα από ξεθωριασμένα έγχρωμα αφιερώματα περιοδικών–, αλλά χωρίς νοσταλγία ή λύπη που τα είχε εγκαταλείψει για μια σαφώς αξιοσέβαστη, ασφαλή, άνετη οικογενειακή ζωή. Στην ουσία είχε πιάσει ακριβώς τη σωστή στιγμή για να εγκαταλείψει το πάρτι. Ο Ντέξτερ υποψιαζόταν ότι μπορεί να το έκανε περιστασιακά με κανέναν από τους γιατρούς ή τους δικηγόρους ή αυτούς που μιλούσαν στο ραδιόφωνο, αλλά του ήταν αδύνατον να της θυμώσει. Και όλοι του έλεγαν το ίδιο πράγμα: ότι το είχε πάρει από εκείνη. Τι ακριβώς ήταν «αυτό» δεν διευκρίνιζαν, αλλά όλοι φαίνονταν να το ξέρουν. Την εμφάνιση, φυσικά. Την ενεργητικότητα, την καλή υγεία, αλλά και μια έμφυτη αυτοπεποίθηση, κάτι σαν δικαίωμα να είσαι πάντα στο επίκεντρο, με την ομάδα που νικάει. Πράγματι, έτσι όπως την έβλεπε τώρα, με το γαλάζιο αμάνικο φόρεμα, να σκαλίζει στην τεράστια τσάντα της για σπίρτα, ήταν σάμπως όλη η ζωή της πλατείας να περιστρεφόταν γύρω απ’ αυτήν. Πονηρά καστανά μάτια σε ένα πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς, μαύρα μαλλιά επιμελώς ανακατωμένα, το φόρεμά της ανοιχτό ένα κουμπάκι παραπάνω απ’ ό,τι θα ήταν


ευπρεπές, γενικά ένα άψογο χάλι. Τον είδε να πλησιάζει και το πρόσωπό της άνοιξε σε ένα μεγάλο χαμόγελο. «Σαράντα πέντε λεπτά αργοπορημένος, νεαρέ. Πού ήσουν;» «Εκεί απέναντι· καθόμουν και σε έβλεπα να κάνεις καμάκι στους σερβιτόρους». «Μην το πεις στον πατέρα σου». Χτύπησε την κόχη του τραπεζιού με το γοφό της όπως σηκώθηκε και τον αγκάλιασε. «Πού ήσουν και άργησες;» «Προετοίμαζα κάτι μαθήματα». Τα μαλλιά του ήταν υγρά από το ντους που είχε μοιραστεί πριν από λίγο με την Τόβε Άνγκστρομ και όπως η μητέρα του τα παραμέρισε από το μέτωπό του και σκέπασε τρυφερά με την παλάμη της το μάγουλό του, ο Ντέξτερ κατάλαβε ότι ήταν λιγάκι πιωμένη. «Πολύ αχτένιστα. Ποια σου τα ανακάτωσε; Τι σκάρωνες πάλι;» «Σου είπα, προετοίμαζα κάτι μαθήματα». Τέντωσε με δυσπιστία το κάτω χείλος της. «Και χτες το βράδυ πού ήσουν; Σε περιμέναμε στο εστιατόριο για το δείπνο». «Συγγνώμη, καθυστέρησα. Ντίσκο πάρτι στο κολέγιο». «Ντίσκο. Πολύ 1977. Πώς ήταν;» «Διακόσιες μεθυσμένες Σκανδιναβές που ρεϊβάριζαν». «Ρεϊβάριζαν. Χαίρομαι που δεν έχω ιδέα τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Ήταν ωραία;» «Κόλαση». Χτύπησε χαϊδευτικά το γόνατό του. «Καημένο μου παιδί». «Πού είναι ο μπαμπάς;» «Πήγε για ένα από τα μικρά του διαλείμματα για ξεκούραση στο ξενοδοχείο. Πολλή ζέστη, τον χτύπησαν και τα πέδιλά του… Τον ξέρεις τώρα τον πατέρα σου· είναι τόσο Ουαλός». «Τι κάνατε σήμερα;» «Τριγυρίζαμε στο Φόρουμ. Εμένα μου άρεσε πολύ, αλλά ο Στίβεν βαρέθηκε ως εκεί που δεν παίρνει. Σκέτη ακαταστασία, παντού κολόνες πεσμένες αποδώ κι αποκεί. Κατά βάθος πιστεύει πως θα έπρεπε να το ισοπεδώσουν με μπουλντόζες και να σηκώσουν στη θέση του ένα ωραίο ωδείο ή κάτι τέτοιο». «Πρέπει να πας στο Παλατίνο. Είναι στην κορυφή εκείνου του λόφου που…» «Ξέρω πού είναι το Παλατίνο, Ντέξτερ. Ερχόμουν στη Ρώμη και πριν γεννηθείς». «Ναι; Και ποιος ήταν αυτοκράτορας τότε;» «Χα! Έλα, πιες λίγο από το κρασί. Μην με αφήσεις να αδειάσω όλο το μπουκάλι μόνη μου». Το είχε σχεδόν αδειάσει παρ’ όλα αυτά, αλλά ο Ντέξτερ έβαλε τα τελευταία δυο τρία δάχτυλα σε ένα ποτήρι του νερού και έβγαλε από την τσέπη τα τσιγάρα του. Η Άλισον αποδοκίμασε. «Ξέρεις, καμιά φορά νομίζω ότι το έχουμε παρακάνει με την άνεση μεταξύ μας». «Συμφωνώ απολύτως. Με καταστρέψατε. Πέρασέ μου τα σπίρτα τώρα». «Δεν είναι καθόλου ωραίο το τσιγάρο, να το ξέρεις. Νομίζεις πως σε κάνει να φαίνεσαι σαν σταρ του σινεμά, αλλά όχι, φαίνεται απαίσιο». «Εσύ γιατί καπνίζεις, τότε;» «Γιατί με κάνει να φαίνομαι αισθησιακή». Έβαλε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη της και το άναψε με το δικό του σπίρτο. «Το κόβω, έτσι κι αλλιώς. Αυτό είναι το τελευταίο μου. Γρήγορα


τώρα, λέγε, όσο δεν είναι εδώ ο πατέρας σου…» Σύρθηκε πιο κοντά του, συνωμοτικά. «Πες μου για την ερωτική σου ζωή». «Όχι!» «Έλα τώρα, Ντεξ! Ξέρεις ότι είμαι αναγκασμένη να ζω δι’ αντιπροσώπου, μέσω των παιδιών μου, και η αδερφή σου είναι τόσο μυξοπαρθένα…» «Τα έχεις κοπανήσει, κυρία μου;» «Πώς έκανε δυο παιδιά αδυνατώ να καταλάβω…» «Είσαι πιωμένη». «Εγώ δεν πίνω, το ξέχασες;» Όταν ο Ντέξτερ ήταν δώδεκα χρονών, τον είχε πάρει ένα βράδυ στην κουζίνα και με απόλυτη σοβαρότητα και χαμηλή σεβάσμια φωνή, σαν να επρόκειτο για τελετουργία, του είχε δείξει πώς να φτιάχνει σωστό ντράι μαρτίνι. «Λέγε λοιπόν, θέλω όλες τις ζουμερές λεπτομέρειες». «Δεν έχω να σου πω τίποτε». «Κα-μία στη Ρώμη; Ούτε μία καλή καθολική;» «Καμία». «Όχι μαθήτρια, ελπίζω». «Όχι βέβαια». «Και στην πατρίδα; Ποια σου στέλνει εκείνα τα μακριά δακρύβρεχτα γράμματα που σου προωθούμε με το ταχυδρομείο;» «Δεν σε αφορά». «Μην με αναγκάσεις πάλι να τα ανοίξω με τον ατμό – πες μου!» «Δεν έχω τίποτε να σου πω». Η Άλισον κάθισε πίσω στην καρέκλα της. «Με απογοητεύεις. Τι έγινε με εκείνο το καλό κορίτσι που είχε μείνει στο σπίτι μας τότε;» «Ποιο κορίτσι;» «Όμορφη, ντόμπρα, Βόρεια. Που ήπιε λίγο παραπάνω και φώναζε στον πατέρα σου για τους Σαντινίστας». «Α, η Έμμα Μόρλεϋ». «Έμμα Μόρλεϋ. Αυτή μου άρεσε. Άρεσε και στον πατέρα σου, κι ας τον αποκάλεσε μπουρζουά φασίστα». Ο Ντέξτερ μόρφασε όταν του το θύμισε. «Δεν πειράζει· είχε τουλάχιστον λίγη φλόγα, λίγο πάθος. Όχι σαν αυτές τις χαζές που εμφανίζονται ξαφνικά στο τραπέζι του πρωινού, όλο “Ναι, κυρία Μέυχιου, όχι, κυρία Μέυχιου”. Να το ξέρεις, εγώ σ’ ακούω τη νύχτα που πηγαίνεις στο δωμάτιο των ξένων πατώντας στις μύτες των ποδιών σου…» «Τα έχεις κοπανήσει κανονικά, έτσι;» «Τι γίνεται μ’ αυτή την Έμμα, λοιπόν;» «Η Έμμα είναι απλώς φίλη». «Αλήθεια; Δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Αντίθετα, νομίζω πως της αρέσεις». «Αρέσω σε όλες. Είναι η κατάρα μου». Στο μυαλό του είχε ακουστεί τέλειο· άσωτο, αυτοσαρκαστικό, αλλά η μητέρα του το άφησε ασχολίαστο και ένιωσε για άλλη μια φορά ανόητος, όπως τότε στα πάρτι στο σπίτι τους, που τον άφηνε να κάθεται με τους μεγάλους, κι αυτός έκανε επίδειξη και την απογοήτευε. Τώρα του χαμογέλασε συγκαταβατικά και έσφιξε το χέρι του πάνω στο τραπέζι.


«Να είσαι καλός, εντάξει;» «Είμαι καλός, πάντα είμαι καλός». «Όχι παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται όμως. Μην το κάνεις και θρησκεία, την καλοσύνη εννοώ». «Δεν θα το κάνω». Αμήχανος τώρα ο Ντέξτερ έριχνε νευρικές ματιές γύρω στην πλατεία. Η Άλισον σκούντησε το μπράτσο του. «Θέλεις να πάρουμε άλλο ένα μπουκάλι κρασί; Όχι, ας γυρίσουμε καλύτερα στο ξενοδοχείο να δούμε πώς πάνε οι κάλοι του πατέρα σου». Πήραν κατεύθυνση βόρεια, ακολουθώντας τα πίσω δρομάκια παράλληλα με τη Βία ντελ Κόρσο προς την Πιάτσα ντελ Πόπολο, και ο Ντέξτερ, που ρύθμιζε τη διαδρομή ώστε να την κάνει όσο το δυνατόν πιο όμορφη, άρχισε να αισθάνεται όλο και καλύτερα, ικανοποιημένος που ήξερε τόσο καλά την πόλη. Η μητέρα του κρεμόταν από το μπράτσο του μισοζαλισμένη. «Για πόσο σκέφτεσαι να μείνεις εδώ;» «Δεν ξέρω. Ως τον Οκτώβριο, ίσως». «Μετά όμως θα γυρίσεις στην πατρίδα και θα κατασταλάξεις κάπου, έτσι;» «Φυσικά». «Δεν εννοώ να μείνεις μαζί μας. Αυτό δεν θα σου το έκανα ποτέ. Ξέρεις ότι μπορώ να σε βοηθήσω να δώσεις την προκαταβολή για ένα διαμέρισμα». «Δεν υπάρχει καμιά βιασύνη, υπάρχει;» «Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος, Ντέξτερ. Πόσες διακοπές χρειάζεσαι πια; Δεν είναι ότι σκοτώθηκες στο διάβασμα στο πανεπιστήμιο…» «Δεν κάνω διακοπές, δουλεύω!» «Και η δημοσιογραφία; Κάτι δεν έλεγες περί δημοσιογραφίας;» Ο Ντέξτερ απλώς το είχε αναφέρει κάποτε, αλλά μόνο για στάχτη στα μάτια ή άλλοθι. Οδεύοντας προς τα είκοσι πέντε, έβλεπε ότι οι επιλογές του άρχιζαν να μειώνονται. Συγκεκριμένα γοητευτικά επαγγέλματα –καρδιοχειρουργού, αρχιτέκτονα– τα είχε ήδη αποκλείσει οριστικά, και η δημοσιογραφία μάλλον θα είχε την ίδια μοίρα. Δεν ήταν καμιά σπουδαία πένα, ήξερε ελάχιστα από πολιτική, μιλούσε γαλλικά εστιατορίου, ενώ του έλειπε εντελώς η παιδεία και τα προσόντα. Είχε μονάχα ένα διαβατήριο και μια πολύ ζωντανή εικόνα του εαυτού του να καπνίζει κάτω από έναν ανεμιστήρα οροφής σε κάποια τροπική χώρα, με μια χτυπημένη Nikon και ένα μπουκάλι ουίσκι στο κομοδίνο. Βέβαια, αυτό που ήθελε πραγματικά ήταν να γίνει φωτογράφος. Στα δεκάξι του είχε ολοκληρώσει μια ενότητα από ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τίτλο «Υφές»: κορμοί δέντρων, κοχύλια, βότσαλα, τραβηγμένα σε πολύ κοντινά πλάνα – ο καθηγητής του των καλλιτεχνικών σίγουρα θα είχε πάθει την πλάκα του. Κανένα άλλο έργο του δεν τον είχε ικανοποιήσει όσο οι «Υφές»· τα κρύσταλλα του πάγου στο παράθυρό του ή το χαλίκι στο δρομάκι του κήπου σε μεγάλες εκτυπώσεις, με δραματικά έντονο κοντράστ. Στη δημοσιογραφία θα έπρεπε να παλεύει με δύσκολα πράγματα, όπως λέξεις και ιδέες· αντίθετα πίστευε ότι θα μπορούσε να γίνει ένας καλός φωτογράφος, αν μην τι άλλο επειδή είχε την αίσθηση του πότε φαίνονταν εντάξει τα πράγματα. Σ’ αυτό το στάδιο της ζωής του, το βασικό του κριτήριο για την επιλογή καριέρας ήταν αν το επάγγελμά του θ’ ακουγόταν ωραίο όταν θα το φώναζε στο αυτί μιας κοπέλας μέσα σ’ ένα μπαρ, και το «επαγγελματίας φωτογράφος» ήταν εξίσου ωραίο με το


«πολεμικός ανταποκριτής» ή το «κάνω ντοκιμαντέρ». «Η δημοσιογραφία είναι μια πιθανότητα». «Ή μια επιχείρηση. Δεν λέγατε με τον Κάλλουμ ότι θα ανοίξετε μια επιχείρηση;» «Το σκεφτόμαστε». «Ακούγεται κάπως αόριστο: επιχείρηση». «Όπως σου είπα, το σκεφτόμαστε». Στην πραγματικότητα ο Κάλλουμ, ο παλιός του συγκάτοικος, είχε ήδη ξεκινήσει την επιχείρηση χωρίς αυτόν, κάτι σχετικό με αναβαθμίσεις υπολογιστών που ο Ντέξτερ βαριόταν και μόνο να προσπαθήσει να καταλάβει. Στα είκοσι πέντε τους θα ήταν εκατομμυριούχοι, επέμενε ο Κάλλουμ, αλλά πώς θα ακουγόταν κάτι τέτοιο σε ένα μπαράκι; «Αναβαθμίζω υπολογιστές». Όχι, η επαγγελματική φωτογραφία ήταν η καλύτερη επιλογή. Αποφάσισε να το ξεφουρνίσει. «Ξέρεις, σκέφτομαι να κάνω φωτογραφία». «Φωτογραφία;» Η μητέρα του άφησε ένα μικρό, εκνευριστικό γέλιο. «Γιατί; Είμαι καλός φωτογράφος!» «Όταν δεν ξεχνάς το δάχτυλό σου μπροστά στο φακό». «Δεν υποτίθεται ότι θα έπρεπε να με ενθαρρύνεις;» «Τι φωτογράφος; Μόδας;» Καινούριο γέλιο, βραχνό και μακρύ. «Ή μήπως σκέφτεσαι να συνεχίσεις τις “Υφές”!» Κι εκεί αναγκάστηκαν να σταματήσουν, γιατί έσκασε κυριολεκτικά στα γέλια, διπλώθηκε στα δύο και αρπάχτηκε από το μπράτσο του, για να μην χάσει την ισορροπία της. «Φωτογραφίες από χαλίκια!» Τελικά ξεθύμανε, στάθηκε πάλι όρθια και σοβαρεύτηκε. «Ντέξτερ, συγγνώμη, ειλικρινά…» «Είμαι πολύ καλύτερος τώρα». «Το ξέρω ότι είσαι. Συγγνώμη και πάλι. Ειλικρινά». Ξανάρχισαν να περπατάνε. «Πρέπει να το δοκιμάσεις, Ντέξτερ, αν αυτό θέλεις πραγματικά». Τον σκούντησε με τον αγκώνα της, αλλά ο Ντέξτερ είχε μουτρώσει. «Εμείς πάντα σου λέγαμε ότι μπορείς να γίνεις οτιδήποτε θελήσεις, αρκεί να βάλεις τα δυνατά σου». «Ήταν απλώς μια σκέψη» της είπε νευριασμένος. «Απλώς σταθμίζω τις επιλογές μου». «Το ελπίζω, γιατί η διδασκαλία είναι μια καλή δουλειά, αλλά δεν είναι το πάθος σου, έτσι δεν είναι; Να διδάσκεις τραγούδια των Beatles σε ονειροπαρμένες Σκανδιναβές». «Είναι απαιτητική δουλειά, μαμά. Και είναι κάτι στο οποίο μπορώ να καταφύγω σε ώρα ανάγκης». «Ναι, σκέφτομαι καμιά φορά μήπως έχεις πάρα πολλά όπου μπορείς να καταφύγεις σε ώρα ανάγκης». Κοίταζε κάτω όταν το είπε αυτό και ήταν σαν να αναπηδούσαν τα λόγια της στο πλακόστρωτο. Περπάτησαν κάμποσο πριν μιλήσει ο Ντέξτερ. «Τι σήμαινε τώρα αυτό;» «Ω, εννοώ…» Αναστέναξε και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. «Εννοώ ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να πάρεις στα σοβαρά τη ζωή. Είσαι νέος και υγιής, είσαι ωραίος, τουλάχιστον με χαμηλό φωτισμό. Οι άνθρωποι σε συμπαθούν, είσαι έξυπνος, αρκετά έξυπνος, όχι από ακαδημαϊκή σκοπιά, αλλά ξέρεις τι είναι τι. Και τυχερός, Ντέξτερ, πάρα πολύ τυχερός, προστατευμένος από ευθύνες ή οικονομικές δυσκολίες. Μόνο που τώρα πια είσαι ενήλικος και ίσως μια μέρα τα πράγματα να μην είναι τόσο…» Κοίταξε γύρω της δείχνοντας το πανέμορφο γραφικό δρομάκι απ’ όπου την είχε φέρει. «Τόσο καλά στρωμένα. Θα ήταν καλό να είσαι


προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. Θα σου έκανε καλό να αποκτήσεις καλύτερα εφόδια». Ο Ντέξτερ συνοφρυώθηκε. «Εννοείς μια καριέρα;» «Εν μέρει». «Τώρα μιλάς σαν τον μπαμπά». «Θεέ μου! Με ποιον τρόπο;» «Μια κανονική δουλειά, κάτι που να μπορείς να στηριχτείς, κάτι που να θέλεις αληθινά να υποστηρίξεις». «Όχι απλώς κάτι, όχι μια οποιαδήποτε δουλειά. Μια κατεύθυνση. Ένα σκοπό. Κάποιο στόχο, κάποια φιλοδοξία. Εγώ όταν ήμουν στην ηλικία σου ήθελα ν’ αλλάξω τον κόσμο». «Γι’ αυτό και άνοιξες την αντικερί» σάρκασε ο Ντέξτερ και η μητέρα του του έριξε μια αγκωνιά στα πλευρά. «Μιλάμε για τώρα· αυτό ήταν τότε. Και κόψε τις εξυπνάδες μ’ εμένα». Τον έπιασε πάλι αγκαζέ και ξανάρχισαν να περπατάνε αργά. «Απλώς θα ήθελα να με κάνεις περήφανη. Όχι πως δεν είμαι περήφανη για σένα, και για την αδερφή σου, αλλά, καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ξέρεις, έχω πιει λίγο παραπάνω. Ας αλλάξουμε θέμα. Ήθελα να σου μιλήσω για κάτι άλλο». «Τι άλλο;» «Ω – είναι πολύ αργά». Είχε φανεί πια το ξενοδοχείο μπροστά τους, τριών αστέρων, κομψό χωρίς να είναι φανταχτερό. Πίσω από την ημιδιαφανή τζαμαρία φαινόταν ο πατέρας του Ντέξτερ, καθισμένος σε μια από τις πολυθρόνες του λόμπι, με το ένα από τα μακριά λιγνά πόδια του πάνω στο γόνατο και την κάλτσα κουβαριασμένη στο χέρι του, να εξετάζει την πατούσα του. «Θεούλη μου, σκαλίζει τους κάλους του στο λόμπι του ξενοδοχείου. Μια νότα από Σουόνζι στη Βία ντελ Κόρσο. Χαριτωμένο, πολύ χαριτωμένο». Η Άλισον έπιασε το χέρι του γιου της και το κράτησε σφιχτά. «Πήγαινέ με αύριο για φαγητό, εντάξει; Την ώρα που ο πατέρας σου θα κάθεται στο δωμάτιο και θα σκαλίζει τους κάλους του. Να βγούμε μόνοι, εσύ κι εγώ, κάπου έξω, σε μια ωραία πλατεία. Με άσπρα τραπεζομάντιλα. Κάπου ακριβά – κερνάω εγώ. Φέρε να δω και μερικές φωτογραφίες σου με παράξενα βότσαλα». «Εντάξει» συμφώνησε μουτρωμένα. Η μητέρα του χαμογελούσε, αλλά είχε σμίξει τα φρύδια της. Έσφιγγε κάπως υπερβολικά το χέρι του, και ο Ντέξτερ ένιωσε ένα ξαφνικό τσίμπημα ανησυχίας. «Γιατί, τι συμβαίνει;» «Γιατί θέλω να μιλήσω στον όμορφο γιο μου και αυτή τη στιγμή είμαι πολύ ζαλισμένη από το κρασί, φοβάμαι». «Τι είναι; Πες μου τώρα!» «Τίποτε, δεν είναι τίποτε». «Δεν φαντάζομαι να χωρίζετε;» Η μητέρα του γέλασε σιγανά. «Μην λες ανοησίες, και βέβαια όχι». Στο λόμπι του ξενοδοχείου ο πατέρας του τους είχε δει, είχε σηκωθεί και προσπαθούσε να βγει τραβώντας την πόρτα που έγραφε «Ωθήστε». «Είναι ποτέ δυνατόν να παρατήσω εγώ έναν άντρα που χώνει το πουκάμισό του μέσα στο εσώρουχο;» «Πες μου, λοιπόν, τι είναι;» «Τίποτε κακό, γλυκέ μου, τίποτε κακό». Σταματώντας στο πεζοδρόμιο, του χάρισε ένα


καθησυχαστικό χαμόγελο, έφερε το χέρι της στα κοντοκομμένα μαλλιά πίσω στον αυχένα του και τον τράβηξε κοντά της έτσι που τα μέτωπά τους να αγγίζονται. «Μην ανησυχείς για τίποτε. Αύριο. Θα τα πούμε αύριο».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Τo Tαζ Μαχάλ ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1990

Βομβάη και Κάμντεν Τάουν «ΠΡΟΣΟΧΗ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ! Μπορώ να έχω την προσοχή σας, παρακαλώ; Λίγη προσοχή, έστω; Με ακούει κανείς; Μην κάνετε θόρυβο, ακούστε με, παρακαλώ! Παρακαλώ; ΠΡΟΣΟΧΗ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ; Ευχαριστώ». Ο Σκοτ Μακένζι βολεύτηκε στο σκαμπό του στο μπαρ και κοίταξε την ομάδα των οχτώ ατόμων του προσωπικού: όλοι κάτω από είκοσι πέντε, όλοι με άσπρα τζιν και πάνινα καπελάκια με το λογότυπο του μαγαζιού, όλοι να θέλουν απελπισμένα να βρίσκονται κάπου αλλού· η μεσημεριανή κυριακάτικη βάρδια του Λόκο Καλιέντε, ενός μεξικάνικου εστιατορίου στην Κέντις Τάουν Ρόουντ, όπου τόσο το φαγητό όσο και η ατμόσφαιρα ήταν καυτά, καυτά, καυτά. «Πριν ανοίξουμε τις πόρτες για το σερβίρισμα, θα ήθελα να σας αναγγείλω τα “σπέσιαλ” της ημέρας, αν μου επιτρέπετε. Η σούπα μας είναι το συνηθισμένο βραστό με καλαμποκόζουμο και το κυρίως πιάτο ένα πεντανόστιμο και ζουμερό μπουρίτο θαλασσινών!» Ο Σκοτ ξεφύσησε και περίμενε μέχρι να σταματήσουν εντελώς τα μουγκρητά και τα ψεύτικα ρεψίματα. Μικρόσωμος, ξανθωπός με ροζ βλέφαρα, με πτυχίο στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και καταγωγή από το Λούγκμπορο, έλπιζε κάποτε να γίνει μεγαλοστέλεχος εταιρείας. Φανταζόταν τον εαυτό του να παίζει γκολφ σε συνεδριακά κέντρα ή να κατεβαίνει τη σκάλα ενός ιδιωτικού τζετ, αν και εκείνο το πρωί είχε βγάλει από το σιφόνι ένα στερεό κατακάθι από κίτρινο χοιρινό λίπος σε μέγεθος γατοκέφαλου, που είχε βουλώσει το νεροχύτη της κουζίνας. Με γυμνά χέρια. Ακόμη αισθανόταν τη λίγδα ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ήταν τριάντα εννιά ετών και δεν θα έπρεπε να είναι έτσι τα πράγματα στη ζωή του. «Βασικά, είναι το κλασικό μπουρίτο με μοσχάρι-κάθετος-κοτόπουλο-κάθετος-χοιρινό, αλλά με… όπως ακριβώς το ακούτε: “νόστιμα, ζουμερά κομμάτια σολομού και γάδου”. Ποιος ξέρει, ίσως πετύχουν και μια δυο γαρίδες». «Δηλαδή, σκέτη… αηδία» είπε γελώντας ο Πάντυ πίσω από το μπαρ, όπου έκοβε λεμόνια σε λεπτές φέτες, για να περαστούν σαν βραχιολάκια στους λαιμούς των μπουκαλιών της μπίρας. «Προσθέτει μια πινελιά Βόρειου Ατλαντικού στην κουζίνα της Λατινικής Αμερικής» είπε η Έμμα Μόρλεϋ δένοντας την ποδιά της, και πρόσεξε έναν τύπο που εμφανίστηκε πίσω από τον Σκοτ. Ψηλός, γεροδεμένος, με σγουρά ξανθά μαλλιά γύρω από ένα μεγάλο κυλινδρικό κεφάλι. Ο καινούριος. Οι υπόλοιποι τον παρατηρούσαν επιφυλακτικά· τον ζύγιζαν σαν να ήταν ο νεοφερμένος στην πτέρυγα G του διαστημόπλοιου Εντερπράιζ. «Για να ευθυμήσουμε λίγο» είπε ο Σκοτ «να σας συστήσω τον Ίαν Γουάιτχεντ, που στο εξής θα συμμετέχει στη χαρούμενη ομάδα του άριστα εκπαιδευμένου προσωπικού μας». Ο Ίαν έσπρωξε το διαφημιστικό καπελάκι προς τα πίσω στο κεφάλι του, σηκώνοντας ψηλά το ένα του χέρι, σε χαιρετισμό. «Γεια σας, παίδες» είπε με κάτι σαν αμερικάνικη προφορά.


«Γεια σας, παίδες; Πού πάει και τους βρίσκει ο Σκοτ;» είπε χαχανίζοντας ο Πάντυ πίσω από το μπαρ, πνιχτά μεν αλλά όσο χρειαζόταν για να τον ακούσει ο καινούριος. Ο Σκοτ χτύπησε τον Ίαν στον ώμο με την παλάμη του, ξαφνιάζοντάς τον. «Λοιπόν, σε παραδίνω στην Έμμα, το παλαιότερο μέλος του προσωπικού μας!…» Η Έμμα μόρφασε με την προσφώνηση και χαμογέλασε απολογητικά στον καινούριο, που της ανταπέδωσε το χαμόγελο με το στόμα κλειστό: ένα χαμόγελο Σταν Λόρελ. «Εκείνη θα σου δείξει τα βασικά και, εδώ τελειώσαμε! Θυμηθείτε! Μπουρίτος με θαλασσινά! Μουσική, παρακαλώ!» Ο Πάντυ πάτησε το κουμπί στο λαδωμένο κασετόφωνο πίσω από το μπαρ, και άρχισε η μουσική, ένα εκνευριστικό σαρανταπεντάλεπτο ποτ πουρί μαριάτσι, που ξεκινούσε, πολύ λογικά, με το «Λα Κουκαράτσα», Η κατσαρίδα, που θα ακουγόταν συνολικά δώδεκα φορές στην οχτάωρη βάρδια. Δώδεκα φορές στην κάθε βάρδια, επί είκοσι τέσσερις βάρδιες το μήνα, επί εφτά μήνες. Η Έμμα κοίταξε το πάνινο καπελάκι που κρατούσε στα χέρια της. Το λογότυπο του εστιατορίου ήταν ένας γαϊδαράκος, που κοίταζε με γουρλωμένα μάτια κάτω από ένα φαρδύ σομπρέρο, σαν μεθυσμένος ή εντελώς παρανοϊκός. Έβαλε το κασκέτο στο κεφάλι της και γλίστρησε από το σκαμπό του μπαρ, σαν να βούλιαζε σε παγωμένο νερό. Ο καινούριος την περίμενε φρέσκος και χαρωπός, με τις άκρες των δαχτύλων του αδέξια χωμένες στα τσεπάκια του αστραφτερού λευκού παντελονιού του, και η Έμμα αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά τι ακριβώς έκανε στη ζωή της. Έμμα, Έμμα, Έμμα. Τι κάνεις, Έμμα; Και τι ακριβώς κάνεις αυτή τη στιγμή; Εμείς εδώ στη Βομβάη είμαστε έξι ώρες μπροστά, επομένως ελπίζω ότι Κυριακή πρωί θα είσαι ακόμη στο κρεβάτι, με βαρύ κεφάλι από το σαββατόβραδο, οπότε ΞΥΠΝΑ! ΕΙΜΑΙ Ο ΝΤΕΞΤΕΡ! Αυτό το γράμμα σού έρχεται από έναν ξενώνα στο κέντρο της Βομβάης, με άθλια στρώματα και χωριστές βρύσες ζεστού και κρύου νερού. Στον οδηγό μου γράφει ότι έχει χαρακτήρα, με άλλα λόγια τρωκτικά, αλλά το δωμάτιό μου διαθέτει εκτός των άλλων και ένα πλαστικό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο, και έξω βρέχει του σκοτωμού, χειρότερα κι από το Εδιμβούργο. ΡΙΧΝΕΙ ΚΑΡΕΚΛΟΠΟΔΑΡΑ, Εμ, και κάνει τόσο θόρυβο που σχεδόν δεν ακούω την κασέτα με τις επιλογές που μου έφτιαξες, και που, παρεμπιπτόντως, μου άρεσε πάρα πολύ, εκτός από εκείνα τα οργανικά indie κομμάτια, γιατί στο κάτω κάτω δεν είμαι ΚΟΡΙΤΣΙ. Προσπάθησα να διαβάσω και τα βιβλία που μου έδωσες το Πάσχα, αν και ομολογώ ότι βρίσκω το Χάουαρντς Εντ πολύ βαρύ για τα γούστα μου. Είναι σαν να πίνουν το ίδιο φλιτζάνι τσάι επί διακόσιες σελίδες, κι εγώ όλο περιμένω να τραβήξει κάποιος ένα μαχαίρι ή να εισβάλουν οι εξωγήινοι – κάτι να συμβεί τέλος πάντων, αλλά δεν πρόκειται να συμβεί, έτσι δεν είναι; Πότε θα πάψεις να προσπαθείς να με μορφώσεις, αναρωτιέμαι. Ποτέ, ελπίζω. Αλήθεια, σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες ακόμη από το εκπληκτικό κείμενο και την ΓΚΡΙΝΙΑ μου, τώρα που σου γράφω είμαι μεθυσμένος από μπίρες μεσημεριάτικα! Θα έχεις διαπιστώσει πια ότι εγώ δεν τα πάω καλά με την αλληλογραφία όπως εσύ (το τελευταίο γράμμα σου ήταν τόσο αστείο), αλλά το μόνο που έχω να σου πω είναι πως η Ινδία είναι απίστευτη χώρα. Αποδεικνύεται ότι ο αποκλεισμός μου από τη διδασκαλία των αγγλικών ήταν ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί (αν και εξακολουθώ να πιστεύω ότι ήταν υπερβολικοί. Ηθικά


ακατάλληλος; Εγώ; Η Τόβε ήταν είκοσι ενός). Δεν θα σε κουράσω γράφοντας για μαγευτικές ανατολές πάνω από τα όρη του Ινδοκούς, παρά μόνο για να σου πω ότι όλα τα κλισέ είναι αλήθεια (φτώχεια, στομαχικές διαταραχές και τα λοιπά, και τα λοιπά). Εδώ δεν μιλάμε απλώς για έναν πανάρχαιο και πλούσιο πολιτισμό – ούτε που ΦΑΝΤΑΖΕΣΑΙ τι μπορείς να αγοράσεις από το φαρμακείο χωρίς συνταγή. Έχω δει εκπληκτικά πράγματα και παρότι δεν είναι πάντα ευχάριστα, είναι μια φοβερή Εμπειρία, κι έχω τραβήξει χιλιάδες φωτογραφίες, που θα σου τις δείξω πολύυ, πολύυυυυυυυ αργάααα όταν γυρίσω πίσω. Θα κάνεις πως σε ενδιαφέρουν, εντάξει; Πώς έκανα εγώ ότι ενδιαφερόμουν πάρα πολύ όταν με ζάλιζες για τις διαδηλώσεις ενάντια στον Κοινοτικό Φόρο; Τέλος πάντων, έδειξα μερικές από τις φωτογραφίες μου σε μια παραγωγό της TV που γνώρισα τις προάλλες στο τρένο (όχι αυτό που νομίζεις – είναι μεγάλη, τριανταπεντάρα) και μου είπε ότι θα μπορούσα να γίνω επαγγελματίας. Βρίσκεται εδώ για την παραγωγή μιας νεανικής ταξιδιωτικής σειράς για την τηλεόραση και μου έδωσε την κάρτα της και μου είπε να της τηλεφωνήσω τον Αύγουστο που θα έχουν επιστρέψει, οπότε, ποιος ξέρει, μπορεί να ασχοληθώ με την έρευνα ή και με γυρίσματα, γιατί όχι; Εσύ πώς τα πας από δουλειά; Ανεβάσατε κανένα καινούριο έργο; Ειλικρινά, μου άρεσε πάρα, πάρα πολύ η παράσταση για τη Βιρτζίνια Γουλφ και την Έμιλυ-πώς-τη-λένε όταν την είδα στο Λονδίνο και, όπως σου είπα και τότε, δείχνει ότι έχεις πολύ μεγάλες δυνατότητες, πράγμα που ακούγεται σαν μπούρδες αλλά δεν είναι. Πάντως, νομίζω ότι έκανες καλά που εγκατέλειψες την ηθοποιία, όχι επειδή δεν είσαι καλή αλλά επειδή δείχνεις τόσο καθαρά ότι το σιχαίνεσαι. Και η Κάντυ ήταν καλή, πολύ καλύτερη απ’ ό,τι μου την περιέγραφες. Να της δώσεις την αγάπη μου. Γράφεις κανένα καινούριο έργο τώρα; Μένεις ακόμη σ’ εκείνο το δωματιάκι; Μυρίζει ακόμη το διαμέρισμα τηγανητό κρεμμύδι; Η Τίλλυ Κίλλικ μουλιάζει ακόμη τα πελώρια γκρι σουτιέν της στη λεκάνη του νεροχύτη; Δουλεύεις ακόμη στο Μούτσο Λόκο, ή όπως αλλιώς λέγεται; Γέλασα πάρα πολύ με το τελευταίο γράμμα σου, Εμ, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να φύγεις από εκεί, γιατί μπορεί να έχει πλάκα αυτή η δουλειά, αλλά είναι σίγουρα καταστροφή για την ψυχή σου. Μην σπαταλάς χρόνια από τη ζωή σου για να έχεις να λες αστείες ιστορίες. Πράγμα που με φέρνει στο λόγο που σου γράφω. Είσαι έτοιμη; Καλά θα κάνει να καθίσεις… «Λοιπόν, Ίαν – καλωσόρισες στο νεκροταφείο της φιλοδοξίας!» Η Έμμα έσπρωξε την πόρτα της αίθουσας προσωπικού, ρίχνοντας κατά λάθος στο πάτωμα ένα μεγάλο ποτήρι γεμάτο αποτσίγαρα σβησμένα σε χτεσινοβραδινή μπίρα. Στα πλαίσια της ξενάγησης βρίσκονταν τώρα στο μικρό πνιγηρό δωμάτιο προσωπικού στον επάνω όροφο, που έβλεπε από ψηλά την Κέντις Τάουν Ρόουντ, ήδη γεμάτη από μαθητές και τουρίστες που όδευαν προς το Κάμντεν Μάρκετ, για να ψωνίσουν λούτρινες ρεπούμπλικες και μπλουζάκια με τον Μr. Smiley. «Λόκο Καλιέντε σημαίνει Τρελό Καυτερό. “Καυτερό” επειδή δεν λειτουργεί ο κλιματισμός και “τρελό” γιατί αυτό σημαίνει να τρως εδώ. Ή να δουλεύεις εδώ, το ίδιο κάνει. Μούτσο, μούτσο λόκο. Θα σου δείξω πού να αφήσεις τα πράγματά σου». Παραμέρισαν σπρώχνοντας με τα πόδια τους το σωρό από μουσκεμένες εφημερίδες της περασμένης εβδομάδας, για να


φτάσουν ως τις μεταλλικές ντουλάπες. «Αυτή είναι η δική σου. Δεν κλειδώνει. Μην μπεις στον πειρασμό να αφήσεις βράδυ τη στολή σου εδώ μέσα, γιατί θα σου τη βουτήξουν – ένας Θεός ξέρει γιατί. Προσοχή στο καπελάκι σου επίσης – η διεύθυνση θα φλιπάρει έτσι και το χάσεις. Θα σου χώσουν το κεφάλι σ’ έναν κουβά με ταγκισμένη σάλτσα μπάρμπεκιου…» Ο Ίαν γέλασε, ένα πρόσχαρο, λίγο ζορισμένο κατσαρό γελάκι, και η Έμμα αναστέναξε και στράφηκε προς το τραπέζι του φαγητού που ήταν ακόμη γεμάτο από χτεσινοβραδινά βρόμικα πιάτα. «Η ώρα φαγητού είναι είκοσι λεπτά. Μπορείς να πάρεις ό,τι θέλεις από το μενού, εκτός από φρέσκες γαρίδες, πράγμα που πιστεύω ότι είναι για το καλό μας. Αν αγαπάς τη ζωή, μην αγγίξεις τις φρέσκες γαρίδες. Είναι σαν ρώσικη ρουλέτα: η μία στις έξι θα σε σκοτώσει». Άρχισε να μαζεύει το τραπέζι. «Μην… άφησε να το κάνω εγώ» είπε ο Ίαν, πιάνοντας με τις άκρες των δαχτύλων του ένα λιγδιασμένο πιάτο. Καινούριος – ακόμη σιχαίνεται, σκέφτηκε η Έμμα, παρατηρώντας τον. Είχε ένα ευχάριστο, πλατύ, ανοιχτό πρόσωπο κάτω από τις χαλαρές αχυρόχρωμες μπούκλες, λεία ροδοκόκκινα μάγουλα, και το στόμα του έμενε χαλαρά μισάνοιχτο όταν ήταν αφηρημένος. Όχι ακριβώς όμορφος, αλλά, χμ… ρωμαλέος. Για κάποιο λόγο, όχι καλό, το πρόσωπό του την έκανε να σκέφτεται τρακτέρ. Την κοίταξε ξαφνικά, και η Έμμα ξεφούρνισε το πρώτο πράγμα που της κατέβηκε: «Λοιπόν, Ίαν, για πες μου τι σε φέρνει εδώ στο Μεξικό;» «Ε… ξέρεις. Πρέπει να βγαίνει το νοίκι». «Δεν έχεις άλλη επιλογή; Να τη βγάλεις κάπου προσωρινά, να μείνεις στους γονείς σου ή κάτι άλλο;» «Πρέπει να είμαι στο Λονδίνο, να έχω ευέλικτο ωράριο…» «Γιατί, ποια είναι η παύλα σου;» «Η ποια;» «Η παύλα σου. Όλοι όσοι δουλεύουν εδώ μέσα έχουν κι από μια παύλα. Σερβιτόρος-παύλαζωγράφος, σερβιτόρος-παύλα-ηθοποιός. Ο Πάντυ ο μπάρμαν ισχυρίζεται ότι είναι μοντέλο αλλά πολύ αμφιβάλλω». «Λοιπόοον» είπε ο Ίαν, με προφορά βόρειας Αγγλίας. «Πρέπει να σου πω ότι εγώ είμαι κωμικός!» Χαμογελώντας με τα χείλη ενωμένα, έφερε τις παλάμες του δίπλα στο πρόσωπό του και τις κούνησε σαν πτερύγια. «Μάλιστα. Σε ποιον δεν αρέσει να γελάει! Τι κάνεις, σατιρικά νούμερα;» «Κυρίως αυτό. Εσύ;» «Εγώ τι;» «Η παύλα σου; Τι άλλο είσαι;» Σκέφτηκε να του πει «θεατρική συγγραφέας», αλλά ακόμη και μετά από τρεις μήνες η ντροπή να παίζει την Έμιλυ Ντίκινσον μπροστά σε άδεια καθίσματα έτσουζε πολύ. Θα μπορούσε κάλλιστα να πει «αστροναύτης» όσο και «θεατρική συγγραφέας» – το ίδιο θα ίσχυαν και τα δύο. «Ω, αυτό…» Ξεφλούδισε το πετρωμένο τυρί από ένα μπουρίτο. «Μόνο αυτό κάνω». «Και σου αρέσει;» «Αν μου αρέσει; Το λατρεύω! Δεν είμαι φτιαγμένη από πέτρα». Σκούπισε μισοξεραμένη κέτσαπ με μια χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Τώρα, έλα να σου δείξω τις τουαλέτες. Προετοιμάσου…»


Απ’ όταν άρχισα αυτό το γράμμα, ήπια (ή έπινα, ή έχω πιει;) άλλες δυο μπίρες και τώρα είμαι έτοιμος να το πω. Ξεκινάω. Εμ, γνωριζόμαστε πέντ’ έξι χρόνια τώρα, αλλά μόνο τα δύο τελευταία κανονικά – εδώ και δυο χρόνια είμαστε… ας πούμε «φίλοι», που δεν είναι πολύς καιρός, αλλά νομίζω ότι σε ξέρω πια αρκετά και έχω καταλάβει ποιο είναι το πρόβλημά σου. Μην ξεχνάς ότι πήρα και ένα Καλώς στην Ανθρωπολογία, άρα ξέρω τι λέω. Αν δεν θέλεις να μάθεις τη θεωρία μου, σταμάτα εδώ, μην διαβάσεις παρακάτω. Εντάξει. Το ξεφουρνίζω. Έμμα, νομίζω ότι φοβάσαι να είσαι ευτυχισμένη. Νομίζω ότι πιστεύεις ότι η φυσική κατάσταση πραγμάτων είναι η ζωή σου να είναι σκληρή, μουντή και γκρίζα, να σιχαίνεσαι τη δουλειά που κάνεις, το σπίτι που ζεις και να μην έχεις επιτυχίες, λεφτά ή –Θεός φυλάξει– μια σχέση (μια μικρή παρένθεση εδώ: όλο αυτό το θέμα σου με την αυτοϋποτίμηση, ότι τάχα δεν είσαι ελκυστική, ειλικρινά έχει αρχίσει να με κουράζει). Μάλιστα, θα το πάω ακόμα πιο πέρα και θα σου πω ότι τη βρίσκεις να αισθάνεσαι απογοητευμένη και αποτυχημένη, γιατί είναι ευκολότερο, έτσι δεν είναι; Η αποτυχία και η δυστυχία είναι ευκολότερες, γιατί μπορείς να αυτοσαρκάζεσαι. Σε ενοχλούν αυτά που λέω; Σίγουρα. Και μόλις άρχισα. Εμ, δεν αντέχω να σε σκέφτομαι σ’ αυτό το άθλιο διαμέρισμα με τις περίεργες μυρωδιές, τους θορύβους και τους γυμνούς γλόμπους στο ταβάνι, ή στημένη μπροστά από ένα πλυντήριο με κέρματα και, μεταξύ μας, δεν υπάρχει λόγος στην εποχή μας να χρησιμοποιείς τα δημόσια πλυντήρια – δεν έχουν τίποτε το πολιτικά ορθό ή κουλ τα δημόσια πλυντήρια, είναι σκέτη κατάθλιψη. Δεν ξέρω, Εμ… Είσαι νέα, είσαι πανέξυπνη, αλλά δεν είναι δυνατόν να περνάς καλά περιμένοντας μπροστά από ένα πλυντήριο να βγει η μπουγάδα. Νομίζω ότι αξίζεις κάτι παραπάνω. Είσαι ξύπνια, είσαι αστεία, είσαι καλή (παραείσαι καλή, κατά τη γνώμη μου) και μακράν το εξυπνότερο άτομο απ’ όλους όσους ξέρω. Και (σ’ αυτό το σημείο ανοίγω άλλη μια μπίρα και παίρνω βαθιά ανάσα) επιπλέον, είσαι Πολύ Ωραία Γυναίκα. Και, ναι (πίνω μπίρα), εννοώ και «σέξι» εκτός των άλλων, αν και δεν μου αρέσει να το βλέπω γραμμένο. Δεν πρόκειται να το διαγράψω όμως, επειδή δεν είναι πολιτικά ορθό να αποκαλείς μια γυναίκα «σέξι», και εκτός αυτού είναι ΑΛΗΘΕΙΑ. Είσαι γυναικάρα, φιλενάδα, και, αν μπορούσα να σου κάνω μόνο ένα δώρο για όλη την υπόλοιπη ζωή σου, θα ήταν το εξής: Αυτοπεποίθηση. Το δώρο της Αυτοπεποίθησης. Ή αυτό ή ένα αρωματικό κερί. Έχω καταλάβει από τα γράμματά σου και απ’ όταν σε είδα μετά την παράσταση ότι αισθάνεσαι κάπως χαμένη αυτό τον καιρό για το τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, λίγο χωρίς τιμόνι, χωρίς κουπί και χωρίς προορισμό, αλλά δεν πειράζει, δεν είναι κακό, όλοι κάπως έτσι νιώθουμε στα είκοσι τέσσερα. Ολόκληρη η γενιά μας κάπως έτσι είναι. Διάβασα και ένα άρθρο σχετικά μ’ αυτό – είναι επειδή δεν ζήσαμε κανέναν πόλεμο ή επειδή είδαμε πάρα πολλή τηλεόραση ή κάτι τέτοιο. Τέλος πάντων, όσοι έχουν τα τιμόνια ή τα κουπιά ή τους προορισμούς είναι φριχτά αδιάφοροι και βαρετοί· είναι τελειωμένοι και καριερίστες όπως η Τίλλυ-σκατοΚίλλικ ή ο Κάλλουμ Ο’Νιλ με τους αναβαθμισμένους υπολογιστές του. Εγώ σίγουρα δεν έχω ένα μεγάλο σχέδιο και ξέρω τι σκέφτεσαι, ότι εγώ τα έχω λυμένα όλα· δεν είναι έτσι όμως, ανησυχώ κι εγώ, απλώς εγώ δεν ανησυχώ για τα επιδόματα της πρόνοιας και για τη στέγαση των απόρων, ή για το μέλλον του Εργατικού Κόμματος, ή πού θα βρίσκομαι έπειτα από είκοσι


χρόνια, ή για το πώς προσαρμόζεται ο Νέλσον Μαντέλα στις συνθήκες ελευθερίας. Ώρα για λίγη μπιρίτσα ακόμα πριν από την επόμενη παράγραφο, γιατί σου το είπα, μόλις άρχισα. Αυτό το γράμμα κλιμακώνεται σε αλλαγής ζωής. Αναρωτιέμαι αν είσαι έτοιμη. Κάπου ανάμεσα στις τουαλέτες και στην κουζίνα, ο Ίαν Γουάιτχεντ πέρασε στους κωμικούς αυτοσχεδιασμούς. «Σου έχει τύχει ποτέ να είσαι, ας πούμε, σε ένα σουπερμάρκετ, στην ουρά μπροστά από το ταμείο μέχρι πέντε αντικείμενα, και η γριούλα μπροστά από σένα να έχει κάπου εφτά, οχτώ; Και να τα μετράς όπως περιμένεις και να σου έρχεται να τηηηην…» «Άι καράμπα» μουρμούρισε η Έμμα μέσα από τα δόντια της, πριν ανοίξει με μια μαλακή κλοτσιά τη διπλή παλινδρομική πόρτα προς την κουζίνα, όπου τους χτύπησε ένα κύμα καυτού αέρα διαποτισμένου από μυρωδιά χλωρίνης και τσίλι, που έκανε να τσούξουν τα μάτια τους. Δυνατή άσιντ χάουζ ξεχυνόταν από ένα σαραβαλιασμένο ραδιοκασετόφωνο, ενώ ένας Σομαλός, ένας Αλγερινός και ένας Βραζιλιάνος άνοιγαν τα καπάκια από κάτι μεγάλα άσπρα πλαστικά δοχεία. «Καλημέρα, Μπενούα, καλημέρα, Κεμάλ. Γεια σου, Γιεσούς» είπε χαρωπά η Έμμα, κι εκείνοι της χαμογέλασαν και κούνησαν χαρωπά τα κεφάλια τους. Η Έμμα και ο Ίαν πήγαν προς τον πίνακα ανακοινώσεων, όπου η Έμμα τού έδειξε πρώτα μια πλαστικοποιημένη επιγραφή με οδηγίες για το τι πρέπει να κάνεις όταν πνιγεί κάποιος με το φαγητό του, «που μπορεί κάλλιστα να συμβεί». Δίπλα στις οδηγίες ήταν καρφιτσωμένο ένα μεγάλο χαρτί, κουρελιασμένο στις άκρες, εν είδει παλιού χειρόγραφου χάρτη των συνόρων Τέξας-Μεξικού. Η Έμμα το χτύπησε με το δάχτυλό της. «Νομίζεις ότι είναι ο χάρτης του θησαυρού; Μην ελπίζεις, είναι απλώς το μενού. Δεν έχει χρυσάφι εδώ, κομπάντρε· έχει απλώς σαράντα οχτώ τεμάχια που είναι όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί των πέντε βασικών της Τεξ-Μεξ κουζίνας: κιμάς, όσπρια, τυρί, κοτόπουλο και γουακαμόλε». Έσυρε το δάχτυλό της πάνω στο χάρτη. «Τουτέστιν, από τα ανατολικά προς τα δυτικά έχουμε κοτόπουλο πάνω σε όσπρια κάτω από τυρί, τυρί πάνω από κοτόπουλο κάτω από γουακαμόλε, γουακαμόλε πάνω από κιμά, πάνω από κοτόπουλο κάτω από τυρί…» «Μάλιστα, κατάλαβα…» «Πού και πού, έτσι για τη συγκίνηση, πετάμε και λίγο ρύζι ή κανένα ωμό κρεμμύδι, αλλά το πολύ συναρπαστικό είναι το πού θα τυλίξεις το καθένα απ’ αυτά. Λοιπόν, η πίτα θα είναι ή από σιτάρι ή από καλαμπόκι». «Σιτάρι ή καλαμπόκι, εντάξει…» «Τα τάκο είναι από καλαμπόκι, τα μπουρίτο από σιτάρι. Βασικά, όταν η πίτα σπάει, διαλύεται και σου καίει το χέρι είναι τάκο. Όταν κρεμάει και στάζει κόκκινο λίπος στη μέσα μεριά του καρπού σου είναι μπουρίτο. Να ένα…» Τράβηξε μια μαλακή ζύμη από ένα έτοιμο πακέτο των πενήντα και την κούνησε σαν βρεγμένη πετσέτα. «Αυτό είναι μπουρίτο. Το γεμίζεις, το ψήνεις, λιώνεις από πάνω τυρί και έχεις μια εντσιλάντα. Ένα τάκο με γέμιση είναι τορτίγια και ένα μπουρίτο που το γεμίζεις μόνος σου είναι φατζίτα». «Και η τοστάντα τι είναι;» «Θα έρθουμε και σ’ αυτό. Μην τρέχεις πριν μάθεις να περπατάς. Τα φατζίτα σερβίρονται


πάνω σ’ αυτές τις καυτές πιατέλες». Η Έμμα σήκωσε ένα λαδωμένο μαντεμένιο τηγάνι, ένα αντικείμενο που έμοιαζε να έχει βγει μόλις από το σιδεράδικο. «Πολλή προσοχή μ’ αυτά· δεν θα το πιστέψεις πόσες φορές έχει χρειαστεί να ξεφλουδίσουμε πελάτες από πάνω τους, και μετά δεν μας δίνουν φιλοδώρημα». Τώρα ο Ίαν είχε σταθεί και τη χάζευε, χαμογελώντας χαζά. Η Έμμα τράβηξε την προσοχή του σε έναν κουβά μπροστά στα πόδια της. «Αυτό το άσπρο πράγμα εδώ μέσα είναι ξινή κρέμα, sour cream, μόνο που δεν είναι ξινή, δεν είναι ούτε κρέμα, αλλά κάποιο υδρογονωμένο λίπος, νομίζω. Ό,τι απομένει αφού φτιαχτεί το πετρέλαιο. Πολύ χρήσιμο υλικό έτσι και ξεκολλήσει η σόλα σου και εκτός αυτού…» «Έχω μια ερώτηση». «Λέγε». «Τι κάνεις μετά τη δουλειά;» Ο Μπενούα, ο Γιεσούς και ο Κεμάλ σταμάτησαν ό,τι έκαναν εκείνη τη στιγμή, καθώς η Έμμα άλλαξε έκφραση και γέλασε. «Δεν φαντάζομαι να μου την πέφτεις, Ίαν;» Ο Ίαν είχε βγάλει το καπελάκι και το έστριβε νευρικά στα χέρια του, παριστάνοντας τον αδέξιο μνηστήρα. «Όχι ραντεβού· σίγουρα θα έχεις φίλο!» Σύντομη παύση περιμένοντας μια απάντηση, αλλά το πρόσωπο της Έμμα δεν σάλεψε. «Απλώς σκέφτηκα ότι ίσως θα σε ενδιέφεραν…» –με ένρινη φωνή τώρα– «τα μοναδικά κωμικά σκετσάκια μου. Κάνω ένα…» – δάχτυλα παρενθέσεις– «“πέρασμα” απόψε στα Χάχανα, στο κέντρο Βάτραχος και Παπαγάλος, στο Κοκφόστερς, στο νότιο Λονδίνο». «Χάχανα;» «Στο Κοκφόστερς. Είναι στη Ζώνη 3 του μετρό – σαν να λέμε στον Άρη, ξέρω, ειδικά Κυριακή βράδυ, αλλά ακόμα κι αν εγώ είμαι χάλια, εμφανίζονται και μερικοί άλλοι πρώτης τάξης κωμικοί. Ο Ρόννυ Μπούτσερ, ο Στιβ Σέλντον, οι Δίδυμοι Καμικάζι…» Ενώ της μιλούσε, η Έμμα έπιασε για πρώτη φορά την κανονική προφορά του, μια ελαφριά ευχάριστη έμφαση στα «ρ», που ακόμη δεν την είχε σβήσει η μεγάλη πόλη, και σκέφτηκε ξανά τρακτέρ. «Απόψε θα κάνω ένα εντελώς καινούριο σατιρικό νούμερο πάνω στις διαφορές αντρών και γυναικών…» Δεν υπήρχε αμφιβολία, της ζητούσε ραντεβού, και λογικά θα έπρεπε να δεχτεί. Στο κάτω κάτω δεν ήταν κάτι που της συνέβαινε συχνά και άλλωστε τι χειρότερο θα μπορούσε να της συμβεί; «Και το φαγητό εκεί δεν είναι κακό. Τα συνηθισμένα: χάμπουργκερ, σπρινγκ ρολς, τηγανητές πατάτες…» «Ακούγεται τέλειο, Ίαν, και οι τηγανητές πατάτες και όλα, αλλά ειδικά απόψε δεν μπορώ, λυπάμαι». «Αλήθεια;» «Έχω να πάω στον Εσπερινό στις εφτά». «Σοβαρά μιλάς;» «Πολύ καλή η προσφορά σου, αλλά μετά τη βάρδιά μου εδώ πάντα είμαι πτώμα. Το μόνο που θέλω είναι να πάω σπίτι, να παρηγορηθώ τρώγοντας αηδίες, να κλάψω. Γι’ αυτό θα αρνηθώ, δυστυχώς». «Μια άλλη φορά τότε; Θα παρουσιάσω το νούμερο η Στραβή Μπανάνα στον Γάτο του Τσέσιρ, στο Μπόλχαμ την Παρασκευή…» Πάνω από τον ώμο του η Έμμα έβλεπε τους μάγειρες να τους παρακολουθούν. Ο Μπενουά


γελούσε με το χέρι στο στόμα του. «Ίσως μια άλλη φορά» είπε ευγενικά αλλά αποφασιστικά, κι ύστερα άλλαξε θέμα. «Και τώρα αυτό…» Χτύπησε άλλο ένα δοχείο με τη μύτη του ποδιού της. «Αυτό το πηχτό ζουμί είναι σάλτσα. Πρόσεξε μην στάξει πάνω στο δέρμα σου. Είναι διαβρωτική». Το ζήτημα, Εμ, είναι ότι εκεί που έτρεχα μέσα στη βροχή προς τον ξενώνα –εδώ η βροχή είναι ζεστή, πολύ ζεστή κάποιες φορές, όχι σαν τη βροχή στο Λονδίνο– και ήμουν, όπως σου είπα, πολύ μεθυσμένος, άρχισα ξαφνικά να σε σκέφτομαι, να σκέφτομαι τι κρίμα που δεν είναι εδώ η Εμ να το δει αυτό, να το ζήσει αυτό, και τότε μου ήρθε η αποκάλυψη: Θα έπρεπε να είσαι εδώ μαζί μου στην Ινδία. Αυτή είναι η φοβερή ιδέα μου και ίσως σου φανεί τρελή, αλλά εγώ θα το στείλω το γράμμα πριν αλλάξω γνώμη. Ακολούθησε τις εξής απλές οδηγίες: 1. Παράτα αυτή τη σκατοδουλειά τώρα. Ας βρουν κάποιον άλλον να λιώνει τυρί σε τορτίγια τσιπς με 2,20 την ώρα. Χώσε στην τσάντα σου ένα μπουκάλι τεκίλα και βγες από την πόρτα. Σκέψου μόνο πώς θα νιώσεις κάνοντάς το, Εμ. Βγες έξω τώρα. Κάν’ το. 2. Νομίζω ότι πρέπει να αφήσεις και το διαμέρισμα. Η Τίλλυ σε μαδάει κανονικά – σου χρεώνει πάρα πολλά για ένα τυφλό δωμάτιο. Αυτό δεν είναι δωμάτιο υπηρεσίας, είναι κιβώτιο. Φύγε αποκεί αμέσως, να βρει μια άλλη να της στύβει τα πελώρια μπεζ σουτιέν της. Εγώ, μόλις γυρίσω πίσω στο λεγόμενο πραγματικό κόσμο, θα αγοράσω ένα διαμέρισμα, γιατί ως γνωστόν είμαι ένα προνομιούχο κάθαρμα, ένας καπιταλιστής, και θα είσαι ευπρόσδεκτη να έρθεις να μείνεις για λίγο ή και μόνιμα αν σου αρέσει, γιατί πιστεύω πως θα τα πάμε πολύ καλά, δεν συμφωνείς; Ξέρεις, σαν ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΙ. Αρκεί να ξεπεράσεις την έντονη σεξουαλική έλξη που αισθάνεσαι για μένα, χα, χα. Κι αν φτάσουμε στα χειρότερα, μην σε νοιάζει, θα σε κλειδώνω στο δωμάτιό σου τις νύχτες. Τέλος πάντων. Και τώρα η μεγάλη ιδέα… 3. Αμέσως μόλις διαβάσεις αυτό το γράμμα, πήγαινε στο φοιτητικό πρακτορείο στην Τόττεναμ Κορτ Ρόουντ, κλείσε ένα εισιτήριο για Δελχί με ανοιχτή ημερομηνία επιστροφής και φρόντισε να φτάσεις όσο το δυνατόν πιο κοντά στην 1η Αυγούστου, σε δυο βδομάδες από σήμερα, που, σε περίπτωση που το έχεις ξεχάσει, είναι τα γενέθλιά μου. Το βράδυ της παραμονής πάρε ένα τρένο για Άγκρα και μείνε σ’ ένα φτηνό ξενώνα. Το πρωί σήκω νωρίς και πήγαινε στο Ταζ Μαχάλ. Ίσως το έχεις ακουστά: μεγάλο, λευκό κτίριο, που πήρε την ονομασία του από το ινδικό εστιατόριο στη Λόθιαν Ρόουντ. Ρίξε πρώτα μια ματιά τριγύρω και στις 12 το μεσημέρι ακριβώς πήγαινε και στήσου κάτω από το κέντρο του τρούλου, κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο ένα χέρι και το Νίκολας Νίκλεμπι του Ντίκενς στο άλλο, κι εγώ θα έρθω να σε συναντήσω, Εμ. Θα κρατάω ένα άσπρο τριαντάφυλλο και το Χάουαρντς Εντ που μου έδωσες να διαβάσω και που μόλις σε δω θα σου το πετάξω κατακέφαλα. Δεν είναι το πιο φοβερό σχέδιο που έχεις ακούσει ποτέ στη ζωή σου; Α, ο αιώνιος Ντέξτερ, θα πεις, τι ξέχασε πάλι; Τα λεφτά! Τα αεροπορικά εισιτήρια δεν φυτρώνουν στα δέντρα, και τι γίνεται με τα ένσημα και τους εργασιακούς κανονισμούς κτλ. κτλ. Μην σε νοιάζει, πληρώνω εγώ. Ναι, πληρώνω. Θα σου στείλω με ταχυδρομική επιταγή τα χρήματα για το αεροπορικό εισιτήριο (πάντα ήθελα να στείλω λεφτά με ταχυδρομική επιταγή) και θα πληρώσω τα πάντα για όσο μείνεις εδώ, πράγμα που φαντάζει πολύ σπουδαίο, αλλά


δεν είναι, γιατί εδώ όλα είναι ΠΑΜΦΘΗΝΑ. Μπορούμε να ζήσουμε μήνες, Εμ, εσύ κι εγώ, να κατεβούμε ως την Κεράλα ή να περάσουμε απέναντι στην Ταϊλάνδη. Να πάμε σε ολονύχτιο πάρτι με πανσέληνο – φαντάσου να μένεις ξύπνια όχι επειδή ανησυχείς για το μέλλον, αλλά επειδή ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΛΑ. (Θυμάσαι τότε που μείναμε ξύπνιοι ως το πρωί μετά το πάρτι της αποφοίτησης, Εμ; Τέλος πάντων. Συνεχίζω.) Με τριακόσιες λίρες που τις πληρώνει άλλος μπορείς να αλλάξεις τη ζωή σου και μην σ’ απασχολεί αυτό, γιατί, ειλικρινά, είναι λεφτά που δεν δούλεψα για να τα βγάλω κι εσύ δουλεύεις πολύ σκληρά αλλά δεν έχεις μία, άρα είναι μια σοσιαλιστική πράξη στη βάση της, δεν συμφωνείς; Αλλά, αν πραγματικά το θέλεις, μπορείς να μου τα επιστρέψεις όταν θα είσαι πια μια διάσημη συγγραφέας θεατρικών έργων ή όταν θα αρχίσουν να τρέχουν τα δικαιώματα από την ποιητική συλλογή σου ή ό,τι άλλο γράψεις. Εξάλλου, θα είναι μόνο για τρεις μήνες. Πρέπει να γυρίσω πίσω το φθινόπωρο έτσι κι αλλιώς. Όπως ξέρεις, η μητέρα μου δεν είναι καλά. Μου λέει ότι η εγχείρησή της πέτυχε, αλλά μπορεί να είναι έτσι, μπορεί και όχι, και να μην θέλει να με στενοχωρήσει. (Αλήθεια, η μητέρα μου έχει μια θεωρία για σένα και μένα και, αν έρθεις να με συναντήσεις στο Ταζ Μαχάλ θα σου την αναλύσω, αλλά μόνο αν έρθεις.) Στον τοίχο μπροστά μου είναι ένα πελώριο έντομο με γουρλωτά μάτια, μάντις νομίζω πως λέγεται, και με κοιτάζει σαν μου λέει να το βουλώσω εδώ και τώρα, οπότε αυτό θα κάνω. Σταμάτησε και η βροχή, οπότε λέω να πάω μέχρι το μπαρ όπου θα συναντήσω μια καινούρια παρέα για ένα ποτό, κάτι φοιτήτριες ιατρικής από το Άμστερνταμ που ξέρουν όλα όσα χρειάζεται να ξέρει κανείς. Στο δρόμο θα βρω σίγουρα ένα ταχυδρομικό κουτί και θα στείλω το γράμμα πριν αλλάξω γνώμη. Όχι επειδή δεν είναι καλή ιδέα να έρθεις εδώ –είναι φοβερή ιδέα και πρέπει να έρθεις– αλλά επειδή μπορεί να φοβηθώ ότι είπα πάρα πολλά. Συγγνώμη αν κάποια απ’ αυτά σε πείραξαν. Το σημαντικό είναι ότι σε σκέφτομαι πολύ, τίποτε παραπάνω. Ο Ντεξ και η Εμ, η Εμ και ο Ντεξ. Πες με συναισθηματικό, αλλά δεν υπάρχει κανένας άλλος στον κόσμο που θα ήθελα να δω να παθαίνει δυσεντερία, εκτός από εσένα. Ταζ Μαχάλ, 1η Αυγούστου, 12 το μεσημέρι. Θα σε βρω! Με αγάπη, ΝΤ …και μετά τεντώθηκε, έξυσε το κεφάλι του, ρούφηξε ό,τι είχε μείνει από την μπίρα του, μάζεψε το γράμμα, χτύπησε τις σελίδες στο τραπέζι να ισιώσουν και έστησε με επισημότητα το μάτσο μπροστά του. Κούνησε το κεφάλι του να ξεθολώσει. Έντεκα σελίδες γραμμένες μονοκοπανιά, ό,τι περισσότερο είχε γράψει στη ζωή του από τις πτυχιακές εξετάσεις κι έπειτα. Τεντώνοντας ικανοποιημένος τα χέρια του πάνω από το κεφάλι, σκέφτηκε: Αυτό δεν είναι γράμμα, είναι θείο δώρο. Γλίστρησε τα πόδια του στα σανδάλια του, σηκώθηκε παραπατώντας λιγάκι, και προετοιμάστηκε για τα ντους στις κοινές τουαλέτες του ξενώνα. Είχε αποκτήσει πια το βαθύ μαύρισμα που ήταν ο κύριος στόχος του τα τελευταία δύο χρόνια – η μελανίνη είχε διαποτίσει το δέρμα του όπως η πίσσα το ξύλο. Είχε ξυρίσει τα μαλλιά του σχεδόν σύρριζα στο κρανίο σε έναν υπαίθριο μπαρμπέρη και είχε χάσει και αρκετά κιλά, αλλά κατά βάθος καμάρωνε για το καινούριο του λουκ: ηρωικά ταλαιπωρημένος, σαν να είχε μόλις διασωθεί από τη ζούγκλα. Για


να ολοκληρώσει την εικόνα είχε χτυπήσει και ένα μικρό τατουάζ στον αστράγαλο, ένα αδιάφορο σύμβολο γιν-και-γιανγκ, που μάλλον θα το μετάνιωνε πίσω στο Λονδίνο, αλλά δεν πείραζε. Στο Λονδίνο θα φορούσε κάλτσες. Αφού ξεμέθυσε με το κρύο ντους, επέστρεψε στο δωματιάκι και ψαχούλεψε στο σακίδιό του για να βρει κάτι να φορέσει για τη συνάντηση με τις Ολλανδέζες φοιτήτριες, μυρίζοντας κάθε ρούχο που ξέθαβε μέχρι που κατέληξαν όλα ένας νοτισμένος, ευωδιαστός σωρός πάνω στη φθαρμένη κουρελού. Τελικά διάλεξε το λιγότερο άθλιο, ένα παλιό αμερικάνικο κοντομάνικο πουκάμισο, και φόρεσε κι ένα μπλουτζίν κομμένο στα γόνατα, χωρίς εσώρουχο από κάτω, έτσι για να αισθάνεται τολμηρός και έτοιμος για όλα. Ένας άνθρωπος της περιπέτειας, ένας πιονιέρος. Και τότε είδε το γράμμα. Έξι γαλάζια φύλλα χαρτί πυκνογραμμένα και από τις δύο πλευρές. Τα κοίταξε σαν να ήταν κάτι που είχε παρατήσει εκεί κάποιος ξένος και μαζί με τη νηφαλιότητα ήρθαν και οι πρώτες αμφιβολίες. Τα πήρε διστακτικά στα χέρια του, έπιασε μια σελίδα στην τύχη και έστριψε αμέσως τα μάτια του για να μην δει άλλο, κάνοντας ένα μορφασμό αηδίας. Γεμάτο κεφαλαία, θαυμαστικά, άνοστα αστεία. Κάπου έγραφε «σέξι» και «αυτοϋποτίμηση» που δεν ήταν καν κανονική λέξη. Αυτό ήταν σαν γραπτό ονειροπαρμένου μαθητή του λυκείου, δεν ήταν γράμμα ενός πιονιέρου, ενός λάτρη της περιπέτειας με ξυρισμένο κεφάλι και τατουάζ, που φορούσε το μπλουτζίν του χωρίς εσώρουχο. Θα σε βρω. Σε σκέφτομαι. Ο Ντεξ και η Εμ, η Εμ και ο Ντεξ – ήταν στα καλά του; Όσα του φαίνονταν τόσο άμεσα και συγκινητικά πριν από μια ώρα τώρα φάνταζαν σαχλά, χοντροκομμένα και μερικές φορές εντελώς ψεύτικα. Δεν υπήρχε μάντις στον τοίχο, ούτε άκουγε την κασέτα της όπως της έγραφε, για τον απλό λόγο ότι είχε χάσει το κασετόφωνό του στην Γκόα. Αυτό το γράμμα σίγουρα θα άλλαζε τα πάντα, αλλά μήπως ήταν μια χαρά τα πράγματα έτσι όπως ήταν; Ήθελε στ’ αλήθεια την Έμμα κοντά του στην Ινδία, να τον κοροϊδεύει για το τατουάζ του, να του πετάει συνέχεια αστείες μπηχτές; Θα έπρεπε να τη φιλήσει στο αεροδρόμιο; Θα έπρεπε να κοιμούνται μαζί; Ήθελε πραγματικά τόσο πολύ να τη δει; Ναι, αποφάσισε. Το ήθελε. Γιατί παρά την τόση βλακεία, στο γράμμα του υπήρχε ατόφιο συναίσθημα, και κάτι παραπάνω από απλό συναίσθημα σ’ αυτά που της έλεγε, γι’ αυτό και θα το έστελνε τελικά. Κι αν αυτή αντιδρούσε άσχημα, θα μπορούσε μετά να ισχυριστεί ότι ήταν μεθυσμένος όταν το έγραφε. Αυτό τουλάχιστον ήταν αλήθεια. Χωρίς άλλο δισταγμό δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε σε έναν αεροπορικό φάκελο, κι έχωσε το φάκελο στο Χάουαρντς Εντ, ανάμεσα στο εξώφυλλο και στη σελίδα με την αφιέρωση της Έμμα. Ύστερα ξεκίνησε για το μπαράκι όπου θα συναντούσε τις καινούριες Ολλανδέζες φίλες του. Λίγο μετά τις εννιά το βράδυ την ίδια μέρα, ο Ντέξτερ έφυγε από το μπαρ μαζί με τη Ρενέ βαν Χούτεν, εκπαιδευόμενη φαρμακοποιό από το Ρότερνταμ, που τα χέρια της ήταν γεμάτα ξεθωριασμένα σχέδια από χένα, και είχε στην τσέπη της ένα βαζάκι temazepam και ένα άσχημο τατουάζ με τον Γούντυ τον Τρυποκάρυδο στη βάση της σπονδυλικής της στήλης. Ο Ντέξτερ είδε το πουλί να τον στραβοκοιτάζει με λάγνο ύφος, καθώς έβγαινε τρικλίζοντας από την πόρτα του μπαρ. Πάνω στη φούρια τους να φύγουν, ο Ντέξτερ και η καινούρια φίλη του συγκρούστηκαν άθελά


τους με τη Χάιντι Σίντλερ, ετών είκοσι τριών, φοιτήτρια χημικής μηχανικής από την Κολονία. Η Χάιντι έβρισε τον Ντέξτερ, αλλά στα γερμανικά και τόσο χαμηλόφωνα που δεν την άκουσε. Ανοίγοντας δρόμο μέσα στο αποπνικτικό μπαράκι, ξεφόρτωσε από τους ώμους το πελώριο σακίδιό της και έψαξε με το βλέμμα της το χώρο για να βρει κάπου να καταρρεύσει. Το πρόσωπο της Χάιντι ήταν κόκκινο και στρογγυλό, τα χαρακτηριστικά της σαν μια σειρά από αλλεπάλληλους κύκλους, εντύπωση που γινόταν ακόμα πιο έντονη από τα ολοστρόγγυλα γυαλιά της, που τώρα είχαν θολώσει μέσα στην υγρή ζεστή ατμόσφαιρα του μπαρ. Κακόκεφη, στουπωμένη Dioclam για τη διάρροια, θυμωμένη με τις φίλες της που έφευγαν αποδώ κι αποκεί χωρίς αυτήν, σωριάστηκε σε ένα σαραβαλιασμένο καναπέ μπαμπού και βούλιαξε στην απόλυτη δυστυχία της. Έβγαλε τα θολωμένα γυαλιά της, σκούπισε τους φακούς με την άκρη της μπλούζας της, τακτοποιήθηκε στον καναπέ κι ένιωσε κάτι σκληρό να πιέζει το γοφό της. Βλαστήμησε πάλι μέσα από τα δόντια της. Σφηνωμένο ανάμεσα στα παλιά μαξιλαράκια από αφρολέξ ήταν ένα αντίτυπο του Χάουαρντς Εντ, με ένα γράμμα χωμένο ανάμεσα στο εξώφυλλο και στην πρώτη σελίδα. Παρόλο που προοριζόταν για άλλον, η Χάιντι ένιωσε αυθόρμητα μια δυνατή συγκίνηση βλέποντας τον αεροπορικό φάκελο με τις χαρακτηριστικές κόκκινες ρίγες στην περιφέρεια. Έβγαλε το γράμμα, το διάβασε ως το τέλος και μετά το ξαναδιάβασε από την αρχή. Τα αγγλικά της Χάιντι δεν ήταν τέλεια και μερικές λέξεις τής ήταν άγνωστες –«αυτοϋποτίμηση» για παράδειγμα–, αλλά ήξερε αρκετά ώστε να καταλάβει ότι ήταν ένα πολύ σημαντικό γράμμα, το είδος του γράμματος που θα λαχταρούσε να λάβει και η ίδια μια μέρα από κάποιον. Όχι ακριβώς ερωτική επιστολή, αλλά σχεδόν. Φαντάστηκε αυτή την «Εμ» να το διαβάζει και μετά να το διαβάζει απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά, νευριασμένη αλλά και λίγο ευχαριστημένη κατά βάθος, κι ύστερα τη φαντάστηκε να ακολουθεί τις οδηγίες, να φεύγει από το φρικτό της δωματιάκι κι από την άθλια δουλειά της και να αλλάζει τη ζωή της. Η Χάιντι φαντάστηκε τον εαυτό της σαν Έμμα Μόρλεϋ, να περιμένει στο Ταζ Μαχάλ, και έναν ωραίο ξανθό άντρα να έρχεται προς το μέρος της. Φαντάστηκε ένα φιλί και άρχισε να αισθάνεται λίγο καλύτερα. Και αποφάσισε ότι, ανεξάρτητα από το τι θα συνέβαινε, η Έμμα Μόρλεϋ έπρεπε οπωσδήποτε να λάβει αυτό το γράμμα. Μόνο που δεν υπήρχε καμιά διεύθυνση στο φάκελο, ούτε του παραλήπτη ούτε του αποστολέα «Ντέξτερ». Έψαξε ξανά το γράμμα για κάποιο ίχνος, το όνομα του μαγαζιού όπου δούλευε η Έμμα ίσως, αλλά δεν βρήκε τίποτε που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Αποφάσισε να ρωτήσει στη ρεσεψιόν του ξενώνα στον απέναντι δρόμο. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει. Η Χάιντι Σίλντλερ λέγεται τώρα Χάιντι Κλάους. Ετών σαράντα ενός, ζει σε ένα προάστιο της Φρανκφούρτης με το σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά της, ευτυχισμένη ως ένα βαθμό, σίγουρα πιο ευτυχισμένη απ’ όσο θα περίμενε στα είκοσι τρία της. Εκείνο το αντίτυπο του Χάουαρντς Εντ υπάρχει ακόμη σε κάποιο ράφι στο δωμάτιο των ξένων, λησμονημένο και αδιάβαστο, με το γράμμα τακτικά χωμένο ανάμεσα στο εξώφυλλο και στην πρώτη σελίδα, όπου είναι γραμμένη με ωραία στρωτά γράμματα μια μικρή αφιέρωση: Στον αγαπημένο μου Ντέξτερ. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για το σπουδαίο ταξίδι σου. Να


ταξιδέψεις καλά και να γυρίσεις σώος και χωρίς τατουάζ. Να είσαι καλός, όσο καλός μπορείς να είσαι, έστω. Διάβολε, θα μου λείψεις. Με όλη μου την αγάπη, η καλή σου φίλη Έμμα Μόρλεϋ. Κλάπτον, Λονδίνο, Απρίλης 1990.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Ευκαιρίες ΔΕΥΤΕΡΑ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1991

Κάμντεν Τάουν και Πρίμροουζ Χιλ «ΠΡΟΣΟΧΗ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ! Μπορώ να έχω την προσοχή σας; Προσοχή; Όλοι; Σταματήστε να μιλάτε. Σταματήστε να μιλάτε, λέω. Παρακαλώ; Παρακαλώ; Ευχαριστώ. Θα αναγγείλω το σημερινό μενού, αν μου επιτρέπετε. Κατ’ αρχάς τα “σπέσιαλ”. Έχουμε σούπα καλαμποκιού και καυτερό μπουρίτο με γαλοπούλα». «Γαλοπούλα; Ιούλιο μήνα;» ρώτησε ο Ίαν Γουάιτχεντ πίσω από το μπαρ, όπου έκοβε λεπτές φέτες λεμόνι για να μπουν βραχιολάκια στους λαιμούς των μπουκαλιών της μπίρας. «Λοιπόν, σήμερα είναι Δευτέρα» συνέχισε ο Σκοτ. «Όλα θα είναι ήσυχα και καλά και θέλω το μαγαζί στην τρίχα. Έλεγξα τη σειρά για τις αγγαρείες και, Ίαν, έχεις τις τουαλέτες». Οι υπόλοιποι του προσωπικού άρχισαν τις κοροϊδίες. «Γιατί πάντα εγώ;» κλαψούρισε ο Ίαν. «Γιατί το κάνεις τέεεελεια» είπε η καλύτερή του φίλη, Έμμα Μόρλεϋ, και ο Ίαν άρπαξε την ευκαιρία να αγκαλιάσει τους σκυφτούς ώμους της, σηκώνοντας δήθεν απειλητικά το μαχαίρι και κάνοντας πως την καρφώνει στο στήθος. «Και, όταν τελειώσετε εσείς οι δυο, Έμμα, μπορείς να έρθεις να με δεις στο γραφείο μου, σε παρακαλώ;» Οι άλλοι άρχισαν τα πονηρά γελάκια, η Έμμα ξέμπλεξε από το αγκάλιασμα του Ίαν, ο Ρασίντ, ο μπάρμαν, πάτησε το κουμπί στο αρχαίο λαδωμένο κασετόφωνο πίσω από το μπαρ και το «Λα Κουκαράτσα», Η κατσαρίδα, ένα αστείο που είχε πάψει από καιρό να είναι αστείο, άρχισε να επαναλαμβάνεται ως την αιωνιότητα. «Θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Κάθισε». Ο Σκοτ άναψε τσιγάρο και η Έμμα σκαρφάλωσε στο ψηλό σκαμνί απέναντι από το μεγάλο ακατάστατο γραφείο του. Ένα τείχος από κιβώτια γεμάτα βότκα, τεκίλα και τσιγάρα –το στοκ που ήταν πιο πιθανό να «σουφρώσουν»– έφραζε τη λιακάδα του Ιουλίου στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο που μύριζε τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα και απογοήτευση. Ο Σκοτ ανέβασε τα πόδια του πάνω στο γραφείο. «Το θέμα είναι ότι εγώ φεύγω». «Αλήθεια;» «Μου ζητήθηκε από τα κεντρικά να διευθύνω το καινούριο Χαίρε Καίσαρ στο Ίλινγκς». «Τι είναι το Χαίρε Καίσαρ;» «Καινούρια μεγάλη αλυσίδα εστιατορίων με σύγχρονη ιταλική κουζίνα». «Και λέγεται Χαίρε Καίσαρ;» «Ακριβώς». «Γιατί όχι Χαίρε Μουσολίνι;» «Θα κάνουν με το ιταλικό φαγητό ό,τι έκαναν με το μεξικάνικο». «Θα του αλλάξουν τα φώτα;»


Ο Σκοτ φάνηκε να πειράζεται. «Έλεος, Έμμα». «Σκοτ, συγγνώμη, ειλικρινά. Συγχαρητήρια, μπράβο σου… ειλικρινά». Σώπασε απότομα, γιατί κατάλαβε τι θα ακολουθούσε. «Το θέμα είναι…» Ο Σκοτ έπλεξε τα δάχτυλά του και έγειρε μπροστά πάνω στο γραφείο, όπως είχε δει να κάνουν οι μπίζνεσμαν στην τηλεόραση, και ένιωσε μια μικρή αφροδισιακή ροή δύναμης. «Μου ζήτησαν να υποδείξω τον αντικαταστάτη μου και πάνω σ’ αυτό θα ήθελα να μιλήσουμε. Θέλω ένα άτομο που δεν σκοπεύει να πάει πουθενά. Ένα άτομο αξιόπιστο, που δεν θα την κοπανήσει για την Ινδία χωρίς έγκαιρη προειδοποίηση ούτε θα τα παρατήσει όλα για μια καινούρια απίθανη δουλειά. Κάποιον που θα μπορώ να είμαι σίγουρος ότι θα μείνει εδώ τουλάχιστον για δύο χρόνια και θα αφοσιωθεί πραγματικά στην… Έμμα… κλαις;» Η Έμμα σκέπασε τα μάτια της με τις παλάμες. «Συγγνώμη, Σκοτ. Απλώς με βρίσκεις σε κακή στιγμή… μην δίνεις σημασία». Ο Σκοτ συνοφρυώθηκε, αναποφάσιστος μεταξύ συμπόνιας και εκνευρισμού. «Έλα, πάρε…» Τράβηξε ένα ρολό τραχύ κίτρινο απορροφητικό χαρτί από ένα κιβώτιο με ρολά χαρτιού κουζίνας. «Σκουπίσου…» Πέταξε πάνω στο γραφείο ολόκληρο το ρολό, που αναπήδησε και έφτασε ως το στήθος της Έμμα. «Είπα κάτι που σε πείραξε;» «Όχι, όχι, είναι κάτι εντελώς δικό μου, προσωπικό. Απλώς μου βγαίνει καμιά φορά στα καλά καθούμενα. Ντρέπομαι». Η Έμμα έκοψε δύο φύλλα χαρτί και τα πίεσε πάνω στα μάτια της που έτρεχαν. «Συγγνώμη. Συγγνώμη, μου έλεγες;…» «Το ξέχασα έτσι που έβαλες τα κλάματα ξαφνικά». «Νομίζω μου έλεγες ότι η ζωή μου δεν πάει πουθενά» είπε η Έμμα κι άρχισε να γελάει και να κλαίει ταυτόχρονα. Έκοψε άλλο ένα φύλλο χαρτί κουζίνας και έφραξε μ’ αυτό το στόμα της. Ο Σκοτ περίμενε μέχρι να σταματήσουν οι ώμοι της να τρέμουν. «Λοιπόν, σε ενδιαφέρει η θέση ή όχι;» «Θέλεις να πεις…» Η Έμμα ακούμπησε το χέρι της σε ένα εικοσάλιτρο πλαστικό δοχείο με Thousand Island σος. «Πως όλα αυτά θα γίνουν δικά μου;» «Έμμα, αν δεν τη θέλεις τη δουλειά, πες το μου να το ξέρω, αλλά εγώ την κάνω τέσσερα χρόνια τώρα και…» «Και την κάνεις πολύ καλά, Σκοτ…» «Ο μισθός είναι καλός, δεν θα ξαναχρειαστεί να καθαρίσεις τις τουαλέτες…» «Και εκτιμώ την προσφορά σου». «Τότε, προς τι οι καταρράχτες;» «Απλώς, τον τελευταίο καιρό είμαι λιγάκι… σε κατάθλιψη». «Κατάθλιψη». Ο Σκοτ σούφρωσε τα φρύδια του, σαν να άκουγε τη λέξη για πρώτη φορά. «Ξέρεις. Έχω τις μαύρες μου». «Μάλιστα. Κατάλαβα». Σκέφτηκε να την αγκαλιάσει πατρικά από τους ώμους, αλλά θα έπρεπε να καβαλήσει ένα βαρελάκι με μαγιονέζα για να το καταφέρει, οπότε έσκυψε προς το μέρος της πάνω στο γραφείο. «Έχεις… προβλήματα με το αγόρι σου;» Η Έμμα γέλασε, μία φορά. «Κάθε άλλο. Σκοτ, δεν είναι τίποτε – απλώς με πέτυχες σε κακή φάση, αυτό είναι». Κούνησε ζωηρά το κεφάλι της. «Βλέπεις; Να, πάει πέρασε, είμαι μια χαρά. Ας το ξεχάσουμε».


«Τι λες λοιπόν; Θα αναλάβεις τη διεύθυνση;» «Μπορώ να το σκεφτώ; Να σου απαντήσω αύριο;» Ο Σκοτ χαμογέλασε με καλοσύνη και ένευσε καταφατικά. «Εμπρός! Κάνε ένα διάλειμμα…» Τέντωσε το χέρι του δείχνοντάς της την πόρτα και πρόσθεσε με άπειρη κατανόηση: «Πήγαινε να φας μερικά νάτσος!». Στην έρημη αίθουσα προσωπικού η Έμμα αγριοκοίταξε το μπολ με το αχνιστό λιωμένο τυρί και τα τσιπς καλαμποκιού, σαν να ήταν ο εχθρός που έπρεπε να ηττηθεί. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθια, πήγε απέναντι στην ντουλάπα του Ίαν, έχωσε το χέρι της στο διπλωμένο μπλουτζίν του και ψαχούλεψε μέχρι που βρήκε τα τσιγάρα του. Έβγαλε ένα, το άναψε κι ύστερα σήκωσε τα γυαλιά της και επιθεώρησε τα μάτια της στο ραγισμένο καθρέφτη, σαλιώνοντας το δάχτυλό της για να καθαρίσει τις μουντζούρες. Τα μαλλιά της ήταν μακριά αυτή την εποχή, χωρίς ιδιαίτερο στιλ, σε ένα χρώμα που η ίδια αποκαλούσε «απαλό ποντικί». Τράβηξε μια τούφα από το φαρδύ βελουτέ λαστιχάκι που τα κρατούσε μαζεμένα, την έσυρε ανάμεσα στα δυο της δάχτυλα και την περιεργάστηκε. Το βράδυ που θα λουζόταν η σαπουνάδα θα έβγαινε γκρίζα. Μαλλιά πόλης. Η όψη της ήταν χλωμή από τις πολλές ολοήμερες βάρδιες και ήταν πλέον γεματούλα· εδώ και κάτι μήνες φορούσε τις φούστες της από το κεφάλι προς τα κάτω. Έφταιγαν όλα αυτά τα φασόλια, τηγανισμένα και ξανατηγανισμένα. «Χοντρή», σκέφτηκε, «ηλίθια χοντρέλα». Ήταν ένα από τα σλόγκαν που έπαιζαν τώρα τελευταία στο κεφάλι της, μαζί με το «Πάει το ένα τρίτο της ζωής σου» και το «Τι νόημα έχει οτιδήποτε;». Οδεύοντας προς τα είκοσι πέντε της, η Έμμα περνούσε μια δεύτερη εφηβεία, ακόμα πιο εγωκεντρική, με πολύ περισσότερη εσωστρέφεια και αίσθηση ματαιότητας από την πρώτη. «Γιατί δεν έρχεσαι εδώ, καλή μου;» της είχε πει η μητέρα της το προηγούμενο βράδυ στο τηλέφωνο, επιστρατεύοντας τον πιο κλαψιάρικο, αγωνιώδη τόνο φωνής, λες και η κόρη της είχε πέσει θύμα απαγωγέων. «Έχεις ακόμη το δωμάτιό σου στο σπίτι μας. Και στο Ντέμπεναμς ζητάνε κόσμο για δουλειά». Και η Έμμα, για πρώτη φορά, είχε μπει στον πειρασμό να το κάνει. Κάποτε πίστευε ότι θα κατακτούσε το Λονδίνο. Φανταζόταν μια δίνη από φιλολογικές βραδιές, πολιτικές δραστηριότητες, αστεία πάρτι, γλυκόπικρα ειδύλλια στις όχθες του Τάμεση. Σκόπευε να φτιάξει ένα συγκρότημα, να γυρίσει ταινίες μικρού μήκους, να γράψει μυθιστορήματα, αλλά εδώ και δυο χρόνια το λεπτό τετράδιο με τους στίχους δεν είχε γίνει παχύτερο, και είχε να της συμβεί κάτι ενδιαφέρον απ’ όταν τις είχε φάει με κλομπ στις διαδηλώσεις ενάντια στον Κοινοτικό Φόρο. Η πόλη την είχε νικήσει, έτσι όπως της έλεγαν ότι θα συνέβαινε. Σαν να είχε βρεθεί σε ένα πάρτι με πάρα πολύ κόσμο, όπου κανένας δεν την είχε προσέξει όταν ήρθε και κανένας δεν θα την πρόσεχε όταν θα έφευγε. Όχι ότι δεν είχε κάνει προσπάθειες. Κατ’ αρχάς είχε προκύψει η ιδέα μιας καριέρας στον εκδοτικό χώρο. Η φίλη της η Στέφανι Σο, που είχε πιάσει δουλειά αμέσως μετά την αποφοίτηση, είχε κυριολεκτικά μεταμορφωθεί. Τέρμα οι βαρελίσιες μπίρες και το γκόθικ στιλ για τη Στέφανι Σο. Τώρα η Στέφανι έπινε μόνο λευκό κρασί, φορούσε κομψά ταγεράκια από το Τζίγκσοου και τσιμπολογούσε φυσικά πατατάκια Kettle σε επαγγελματικά δείπνα.


Ακολουθώντας τις συμβουλές της Στέφανι, η Έμμα είχε στείλει επιστολές σε εκδότες, ατζέντηδες και τέλος σε βιβλιοπωλεία, αλλά δεν είχε βγει τίποτε. Ήταν περίοδος ύφεσης και οι άνθρωποι δίσταζαν να κάνουν ανοίγματα. Σκέφτηκε να καταφύγει στο χώρο της εκπαίδευσης, αλλά η κυβέρνηση είχε κόψει τις φοιτητικές υποτροφίες και δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να πληρώσει από μόνη της τα δίδακτρα για την επάρκεια διδασκαλίας. Έπειτα ήταν ο εθελοντισμός, για τη Διεθνή Αμνηστία ίσως, αλλά με το ενοίκιο και τα ταξίδια δεν θα της έμενε φράγκο και το Λόκο Καλιέντε τής έτρωγε όλο το χρόνο και την ενεργητικότητά της. Της είχε περάσει μέχρι και η περίεργη ιδέα ότι θα μπορούσε να γίνει αναγνώστρια βιβλίων σε τυφλούς, αλλά ήταν κανονική δουλειά αυτό ή μήπως το είχε δει απλώς σε κάποια ταινία; Όταν θα έβρισκε την ενέργεια, θα το έψαχνε. Προς το παρόν καθόταν στο τραπέζι και αγριοκοίταζε το μεσημεριανό της. Το βιομηχανοποιημένο τυρί είχε πήξει στο μεταξύ σαν πλαστικό, και σε μια ξαφνική κρίση αηδίας η Έμμα έκανε πέρα το μπολ, έπιασε την τσάντα της και τράβηξε από μέσα ένα ακριβό μαύρο δερμάτινο σημειωματάριο, με ένα κοντό στιλό διαρκείας σε μια θηκούλα στο εξώφυλλο. Γύρισε σε μια καινούρια καθαρή σελίδα από μαλακό κρεμ χαρτί και άρχισε να γράφει γρήγορα. Νάτσος Τα νάτσος έγιναν η αφορμή. Μια παρδαλή αηδία μέσα σ’ ένα μπολ, όπως και η ζωή της. Ήταν η εικόνα της ζωής της, ό,τι δεν πήγαινε καλά με τη ζωή της. «Ώρα για αλλαγή» ακούγεται η φωνή απ’ το δρόμο. Έξω στην Κέντις Τάουν Ρόουντ υπάρχει χαρά. Αλλά εδώ πάνω, στο θολό δωμάτιο της σοφίτας, υπάρχουν μόνο τα νάτσος. Το τυρί, όπως και η ζωή, τώρα είναι κρύο και πετρωμένο σαν πλαστικό. Και δεν υπάρχει χαρά εδώ πάνω στο μικρό δωμάτιο. Η Έμμα σταμάτησε να γράφει, έστρεψε το βλέμμα της αλλού κι αμέσως μετά προς το ταβάνι, σαν να έδινε σε κάποιον την ευκαιρία να κρυφτεί. Κοίταξε πάλι τη σελίδα, με την ελπίδα ότι θα έβλεπε εκεί κάτι πανέξυπνο που θα την ξάφνιαζε. Ανατρίχιασε, άφησε ένα μακρόσυρτο βογκητό κι ύστερα γέλασε κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι της, καθώς άρχισε να διαγράφει μεθοδικά μία μία τις αράδες, μουντζουρώνοντας σταυρωτά την κάθε λέξη, ώστε να σβήσουν όλες οριστικά. Έχυσε τόσο πολύ μελάνι, που


πότισε το χαρτί. Γύρισε στην προηγούμενη σελίδα, όπου είχαν αποτυπωθεί οι κηλίδες, και έριξε μια ματιά σε ό,τι υπήρχε γραμμένο εκεί. Εδιμβούργο, πρωί, 4 π.μ. Αγκαλιά στο μονό κρεβάτι μιλάμε για το μέλλον, κάνουμε και οι δυο υποθέσεις και κοιτάζοντάς τον όπως μιλάει, σκέφτομαι «Όμορφος, τι ανόητη λέξη». Κι ύστερα σκέφτομαι «Λες να είναι αυτό; Αυτό το κάτι, το άπιαστο;». Κοτσύφια κελαηδάνε απέξω και φως πρωινού ήλιου ζεσταίνει τις κουρτίνες… Ανατρίχιασε πάλι σαν να είχε κοιτάξει κάτω από επίδεσμο και έκλεισε απότομα το σημειωματάριο. «Το άπιαστο». Θεέ μου! Είχε φτάσει σε ένα αποφασιστικό σημείο. Δεν πίστευε πια ότι μια κατάσταση μπορεί να καλυτερέψει αν γράψεις γι’ αυτήν ένα ποίημα. Έκανε πέρα το σημειωματάριο, έπιασε τη χτεσινή Sunday Mirror και άρχισε να τρώει τα νάτσος της, αυτά τα νάτσος που δεν περιγράφονταν με λόγια, διαπιστώνοντας έκπληκτη για άλλη μια φορά πόσο μεγάλη παρηγοριά μπορεί να είναι το πολύ κακό φαγητό. Ο Ίαν εμφανίστηκε στην πόρτα. «Ήρθε πάλι ο τύπος». «Ποιος τύπος;» «Ο φίλος σου, ο όμορφος. Έχει και ένα κορίτσι μαζί του». Και η Έμμα κατάλαβε αμέσως για ποιον μιλούσε ο Ίαν. Τους παρακολούθησε από την κουζίνα, με τη μύτη της κολλημένη στο λιγδιασμένο φινιστρίνι της πόρτας, να σωριάζονται με θράσος σε ένα από τα κεντρικά τραπέζια με τα αντικριστά διπλά καθίσματα, ρουφώντας κάτι φανταχτερά ποτά και γελώντας με τον κατάλογο του μαγαζιού. Το κορίτσι ήταν πολύ μακρύ και λεπτό, με άσπρο δέρμα, σμόκι άις, πολύ, πολύ μαύρα μαλλιά, με πανάκριβο σοφιστικέ ασύμμετρο κούρεμα, και κάτι ατέλειωτα πόδια ντυμένα με λεπτό μαύρο κολάν και μποτίνια ως τον αστράγαλο. Ελαφρά πιωμένοι και οι δύο, συμπεριφέρονταν με εκείνο το συνειδητά προκλητικό ξέφρενο τρόπο, όπως κάνουν αυτοί που ξέρουν ότι οι άλλοι τους χαζεύουν: σαν να παίζουν σε ποπ βίντεο. Η Έμμα σκέφτηκε πόσο μεγάλη ικανοποίηση θα έπαιρνε αν έβγαινε τώρα έξω και τους έφερνε στο κεφάλι το πιάτο της ημέρας. Δυο μεγάλα χέρια τύλιξαν τους ώμους της. «Θεογκόμενα» είπε ο Ίαν ακουμπώντας το πιγούνι του στην κορυφή του κεφαλιού της. «Ποια είναι;» «Δεν έχω ιδέα». Η Έμμα σκούπισε το σημάδι που είχε αφήσει η άκρη της μύτης της πάνω στο τζάμι. «Έχω χάσει το λογαριασμό». «Καινούρια, επομένως». «Ο Ντέξτερ έχει πολύ περιορισμένη ικανότητα συγκέντρωσης. Όπως τα μωρά. Ή οι πίθηκοι. Πρέπει να του κουνάς συνεχώς κάτι γυαλιστερό μπροστά στη μούρη». Κι αυτό είναι η καινούρια του, πρόσθεσε από μέσα της. Γυαλιστερό παιχνιδάκι. «Δηλαδή πιστεύεις ότι είναι αλήθεια αυτό που λένε; Πως στις γυναίκες αρέσουν τα


καθάρματα;» «Δεν είναι κάθαρμα. Είναι ανόητος». «Άρα στις γυναίκες αρέσουν οι ανόητοι;» Ο Ντέξτερ στο μεταξύ είχε βάλει τη χάρτινη ομπρελίτσα του κοκτέιλ του στ’ αυτί του, και το κορίτσι λύθηκε στα γέλια, καταγοητευμένο από την ευφυέστατη κίνηση. «Έτσι φαίνεται» είπε η Έμμα. Τι ήταν αυτό πάλι, αυτή η ανάγκη να της επιδεικνύει την καινούρια λαμπερή ζωή του στην πρωτεύουσα; Από την πρώτη στιγμή που τον είδε στην πύλη των αφίξεων στην επιστροφή του από την Ταϊλάνδη, σβέλτο, μαυρισμένο και με ξυρισμένο κεφάλι, είχε καταλάβει ότι δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα μεταξύ τους. Πάρα πολλά είχαν συμβεί σ’ αυτόν, ελάχιστα είχαν συμβεί στην ίδια. Παρ’ όλα αυτά, ήταν η τρίτη φιλενάδα του, ή ερωμένη, ή ό,τι άλλο ήταν, που της έφερνε να γνωρίσει τους τελευταίους εννιά μήνες – εμφανιζόταν ξαφνικά στο μαγαζί, σαν σκύλος με ένα χοντρό περιστέρι στο στόμα του. Μήπως ήταν κάποιου είδους νοσηρή εκδίκηση; Επειδή είχε πολύ καλύτερο βαθμό στο πτυχίο της απ’ αυτόν; Μα, δεν καταλάβαινε ο άνθρωπος τι της έκανε, όταν τους έβλεπε να τρίβονται έτσι, καθισμένοι στο τραπέζι νούμερο εννιά; «Δεν πας εσύ, Ίαν; Δική σου περιοχή είναι». «Ζήτησε εσένα». Η Έμμα αναστέναξε, σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της, έβγαλε το καπελάκι από το κεφάλι της, για να περιορίσει λίγο την ξεφτίλα, και έσπρωξε την παλινδρομική πόρτα. «Χμ, θέλετε να σας πω τα σπέσιαλ της ημέρας;» Ο Ντέξτερ ανασηκώθηκε άρον άρον, ξεμπλέκοντας βιαστικά το κάτω μέρος του κορμιού του από τα ατέλειωτα πόδια του κοριτσιού, και αγκάλιασε την παλιά καλή του φίλη. «Γεια σου, Εμ, τι κάνεις; Μεγάλη Αγκαλιά!» Απ’ όταν είχε αρχίσει να δουλεύει για τη βιομηχανία της TV είχε κολλήσει μια μανία για αγκαλιές, ή μάλλον για Μεγάλες Αγκαλιές. Τώρα που ανήκε στο σινάφι των τηλεπαρουσιαστών, της μιλούσε λιγότερο σαν σε παλιά φίλη και περισσότερο σαν την επόμενη εκλεκτή καλεσμένη. «Έμμα, αποδώ η…» Ακούμπησε το χέρι του στο γυμνό κοκαλιάρικο ώμο της κοπέλας, δημιουργώντας έτσι μια αλυσίδα τριών κρίκων. «Η Ναόμι, αλλά προφέρεται Νόουμε-ι». «Γεια σου, Νόουμε-ι» είπε χαμογελώντας η Έμμα. Η Ναόμι τής ανταπέδωσε το χαμόγελο με το καλαμάκι του κοκτέιλ σφιγμένο ανάμεσα σε δυο σειρές τέλεια κατάλευκα δόντια. «Έλα, κάθισε να πιεις μαζί μας μια μαργαρίτα!» Μεθυσμένα, αγαπησιάρικα, ο Ντέξτερ τράβηξε την Έμμα από το χέρι. «Δεν γίνεται, Ντεξ, δουλεύω». «Έλα, πέντε λεπτά μόνο. Θέλω να σε κεράσω ένα παλτό. Ένα ποτό! Ένα ποτό, ήθελα να πω». Ο Ίαν ήρθε στο τραπέζι τους με το μπλοκάκι του έτοιμο για την παραγγελία. «Να σας φέρω κάτι να φάτε, παιδιά;» ρώτησε χαρωπά. Η Ναόμι σούφρωσε τη μύτη της. «Δεν νομίζω!» «Ντέξτερ, έχεις γνωρίσει τον Ίαν, έτσι;» είπε βιαστικά η Έμμα. «Όχι, δεν έχουμε γνωριστεί» είπε ο Ντέξτερ. «Ναι, αρκετές φορές» είπε ο Ίαν και ακολούθησαν μερικές στιγμές αμήχανης σιωπής μεταξύ προσωπικού και πελατών.


«Λοιπόν, Ίαν, θα μας φέρεις δύο… όχι, τρεις μαργαρίτες “Θυμήσου το Άλαμο”. Δύο ή τρεις; Εμ, θα πιεις μαζί μας;» «Ντέξτερ, σου είπα δουλεύω». «Καλά. Τότε, ξέρεις; Ας τις αφήσουμε. Το λογαριασμό, παρακαλώ. Μμ…» Ο Ίαν έφυγε και ο Ντέξτερ έκανε νόημα στην Έμμα να σκύψει και της είπε με χαμηλή φωνή: «Άκου, πώς μπορώ να σου αφήσω, ξέρεις…» «Τι πράγμα;» «Να πάρεις εσύ τα χρήματα για τα ποτά». Η Έμμα τον κοίταξε εντελώς ανέκφραστα. «Δεν καταλαβαίνω». «Εννοώ, πώς θα γίνει να σου αφήσω, ξέρεις, πουρμπουάρ;» «Πουρμπουάρ;» «Ακριβώς. Αυτό». «Γιατί;» «Γιατί έτσι, Εμ» είπε ο Ντέξτερ. «Γιατί, ειλικρινά, θέλω πάρα, πάρα πολύ να σου δώσω πουρμπουάρ». Και η Έμμα ένιωσε άλλο ένα κομμάτι της ψυχής της να χάνεται. Στο Πριμρόουζ Χιλ ο Ντέξτερ κοιμόταν στον ήλιο με το πουκάμισό του ξεκούμπωτο, τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το κεφάλι και ένα μισοάδειο μπουκάλι με άσπρο κρασί να ζεσταίνεται δίπλα του, καθώς περνούσε από το απογευματινό βαρύ κεφάλι σε κατάσταση καινούριας μέθης. Το πατημένο ξερό γρασίδι του λόφου ήταν γεμάτο νεαρούς επαγγελματίες, που οι περισσότεροι είχαν έρθει κατευθείαν από τα γραφεία τους και μιλούσαν ή γελούσαν σε μικρές παρέες, ενώ τρία διαφορετικά στερεοφωνικά ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σε ένταση και ο Ντέξτερ στη μέση όλων αυτών ονειρευόταν την τηλεόραση. Είχε εγκαταλείψει την ιδέα να γίνει επαγγελματίας φωτογράφος χωρίς ιδιαίτερο ζόρι. Ήξερε ότι ήταν ένας καλός ερασιτέχνης και μάλλον έτσι θα έμενε για μια ζωή, αφού το να γίνει κάτι ιδιαίτερο, ένας Καρτιέ-Μπρεσόν, ένας Κάπα, ή ένας Μπραντ απαιτούσε μόχθο, αυταπάρνηση και αγώνα και ο Ντέξτερ δεν ήταν σίγουρος ότι του ταίριαζε η σκληρή προσπάθεια. Η τηλεόραση, από την άλλη πλευρά, τον ήθελε εδώ και τώρα. Πώς δεν το είχε σκεφτεί πιο πριν; Όσο μεγάλωνε πάντα υπήρχε μια τηλεόραση να παίζει στο σπίτι, αλλά υποτίθεται δεν ήταν και τόσο καλό να παρακολουθείς. Τώρα τους τελευταίους εννιά μήνες, η τηλεόραση είχε κατακλύσει ξαφνικά τη ζωή του. Και με το πάθος του νεοφώτιστου είχε αποκτήσει και δυνατά συναισθήματα για το μέσον, σαν να είχε βρει επιτέλους την πνευματική του στέγη. Ναι, η τηλεόραση μπορεί να μην είχε την καλλιτεχνική λάμψη της φωτογραφίας ή την αναγνώριση της ανταπόκρισης από μια πολεμική ζώνη, αλλά μετρούσε πολύ – η τηλεόραση ήταν το μέλλον. Ήταν η δημοκρατία στην πράξη, άγγιζε τις ζωές των ανθρώπων με τον πιο άμεσο τρόπο, διαμόρφωνε απόψεις, προκαλούσε και ψυχαγωγούσε και ήταν πολύ πιο ελκυστική από όλα αυτά τα βιβλία που κανείς δεν διάβαζε ή τα θεατρικά έργα που κανείς δεν πήγαινε να δει. Η Έμμα μπορούσε να λέει ό,τι ήθελε για τους Τόρις (ούτε ο Ντέξτερ ήταν οπαδός τους, αν και για λόγους στιλ, όχι από ζήτημα αρχών), αλλά είχαν φέρει επανάσταση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέχρι πολύ πρόσφατα οι εκπομπές ήταν σοβαρές και εντελώς βαρετές. Καβαλημένες από τα συνδικάτα και την γκρίζα γραφειοκρατία, από κάτι ισόβιους


γενειοφόρους ιδεαλιστές, φιλάνθρωπους και κυριούλες που πρόσφεραν τσάγια· σαν παραρτήματα της Πρόνοιας στη σόου μπίζνες. Η Redlight Productions αντίθετα ήταν μια από τις καινούριες, ιδιωτικές, ανεξάρτητες εταιρείες παραγωγής που αποσπούσαν επιτέλους τα μέσα παραγωγής από τα χέρια των μουχλιασμένων γέρων δεινοσαύρων, με την παρωχημένη αντίληψη περί εκπαιδευτικού χαρακτήρα των ΜΜΕ. Επίσης, στην τηλεόραση υπήρχε χρήμα. Αυτό κραύγαζαν τα μεγάλα ανοιχτά γραφεία με τα ζωηρά χρώματα, τα υπερσύγχρονα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και τα τεράστια κοινόχρηστα ψυγεία. Ο Ντέξτερ είχε πέσει σ’ αυτό τον καινούριο κόσμο σαν μετεωρίτης. Η γυναίκα που είχε γνωρίσει στο τρένο στην Ινδία, με το γυαλιστερό κοντό καρέ, τις αφέλειες και τα μικροσκοπικά γυαλιά, του είχε δώσει την πρώτη του δουλειά ως ειδικευόμενου γενικών καθηκόντων, μετά ως ερευνητή, και τώρα ήταν πλέον ένας βοηθός παραγωγής, ένας Β.Π., στην εκπομπή UP4IT, ένα μαγκαζίνο του Σαββατοκύριακου που ανακάτευε ζωντανή μουσική και τολμηρή πρόζα με αναφορές σε θέματα που «πραγματικά αφορούσαν τη νεολαία του σήμερα»: σπουδές, διασκέδαση, ναρκωτικά, μουσικά ρεύματα, αστυνομική βία, διασκέδαση, ναρκωτικά. Ο Ντέξτερ γύριζε υπερδραστήρια βιντεάκια, σύννεφα να τρέχουν πάνω από σειρές από πανομοιότυπες εργατικές κατοικίες, με λήψεις από τρελές γωνίες, με ακραία ευρυγώνιους φακούς και με ηχητική υπόκρουση άσιντ χάουζ. Είχε γίνει λόγος να τον βάλουν και μπροστά από την κάμερα στην επόμενη σεζόν. Πετούσε, εκτοξευόταν προς την κορυφή και ήταν πολύ πιθανό να κάνει περήφανους τους γονείς του. «Δουλεύω στην τηλεόραση» – ευχαριστιόταν και μόνο που το έλεγε. Του άρεσε που κατέβαινε την Μπέργουικ Στριτ κουβαλώντας στο στούντιο μια σακούλα γεμάτη βιντεοταινίες για μοντάζ, χαιρετώντας ανθρώπους ακριβώς σαν κι αυτόν. Του άρεσαν οι πιατέλες με σούσι και τα πάρτι εγκαινίων, του άρεσε να πίνει νερό από ψύκτες, να καλεί κούριερ και να λέει φράσεις όπως «πρέπει να σβήσουμε έξι δευτερόλεπτα». Μυστικά απολάμβανε το γεγονός ότι εργαζόταν σε μια καινούρια λαμπερή βιομηχανία που έδινε μεγάλη αξία στα νιάτα. Στο θαυμαστό καινούριο κόσμο της TV δεν υπήρχε περίπτωση να μπει σε μια αίθουσα συσκέψεων και να βρει εκεί ένα τσούρμο εξηντάρηδες να κατεβάζουν ιδέες γύρω από ένα τραπέζι. Αλήθεια, τι γίνονταν οι άνθρωποι της TV όταν έφταναν σε μια ορισμένη ηλικία; Πού πήγαιναν; Δεν είχε σημασία, τον βόλευε που ήταν έτσι, όπως και ότι κυριαρχούσαν στα μίντια κορίτσια σαν τη Ναόμι: σκληρές, φιλόδοξες, περπατημένες. Σε μια από τις σπάνιες στιγμές αμφιβολίας του, ο Ντέξτερ είχε αναρωτηθεί μήπως η τόση έλλειψη διανόησης θα περιόριζε την εξέλιξή του ως ατόμου, αλλά σ’ αυτή τη δουλειά μετρούσαν πολύ η αυτοπεποίθηση, η ενεργητικότητα, ακόμα και η αλαζονεία ως ένα βαθμό, ιδιότητες που ήταν όλες στα μέτρα του. Ναι, χρειαζόταν να είσαι και έξυπνος, αλλά όχι έξυπνος σαν την Έμμα – αλλιώς. Ευέλικτος, πονηρός, φιλόδοξος. Λάτρευε και το καινούριο του διαμέρισμα κοντά στο πάρκο Μπελσάιζ, όλο σκούρο ξύλο και μουντό μέταλλο, λάτρευε το Λονδίνο έτσι όπως απλωνόταν απέραντο και ομιχλώδες μπροστά του αυτή τη μέρα του Αγίου Σουίδιν και ήθελε να μοιραστεί όλη αυτή την έξαψη με την Έμμα, να της δείξει όλες τις καινούριες δυνατότητες, τις καινούριες εμπειρίες, τους καινούριους κοινωνικούς κύκλους· να φέρει τη ζωή της πιο κοντά στη δική του. Ποιος ξέρει, ίσως η Έμμα και η Ναόμι να γίνονταν μέχρι και φίλες. Καθησυχασμένος απ’ αυτές τις σκέψεις και πάνω που είχε γλαρώσει, ξύπνησε από μια σκιά που έπεσε στο πρόσωπό του. Άνοιξε το ένα μάτι του και στραβοκοίταξε προς τα πάνω.


«Γεια σου, κούκλα» μουρμούρισε. Η Έμμα τον κλότσησε δυνατά στο γοφό. «Άου!» «Αυτό μην το ξανακάνεις ποτέ, μα ποτέ!» «Τι έκανα;» «Ξέρεις τι! Σαν να είμαι στο ζωολογικό κήπο, να με κεντρίζεις με το ξυλαράκι, να γελάς μαζί μου…» «Δεν γελούσα μ’ εσένα!» «Σε έβλεπα. Είχες καβαλήσει κανονικά το κορίτσι σου και χαχάνιζες…» «Δεν είναι το κορίτσι μου και γελούσαμε με τον κατάλογο που…» «Κοροϊδεύατε το μαγαζί που δουλεύω». «Ε, και; Κι εσύ το ίδιο κάνεις!» «Ναι, γιατί εγώ δουλεύω εκεί. Και διακωμωδώ τις αντιξοότητες, ενώ εσύ κοροϊδεύεις εμένα!» «Έμμα, εγώ ποτέ, ποτέ δεν θα…» «Έτσι αισθάνομαι». «Τότε, σου ζητάω συγγνώμη». «Ωραία». Κάθισε δίπλα του μαζεύοντας τα πόδια της κάτω από το κορμί της. «Κουμπώσου τώρα και πέρασέ μου το κρασί». «Κι αν θες να ξέρεις, δεν είναι το κορίτσι μου». Ο Ντέξτερ κούμπωσε τα τρία κάτω κουμπιά του πουκαμίσου του και περίμενε να τσιμπήσει η Έμμα το δόλωμα. Όταν τίποτε τέτοιο δεν συνέβη, την προκάλεσε ξανά. «Απλώς κοιμόμαστε μαζί πού και πού, τίποτα παραπάνω». Απ’ όταν είχε εκλείψει κάθε πιθανότητα να γίνει κάτι μεταξύ τους, η Έμμα είχε προσπαθήσει πολύ και είχε καταφέρει να γίνει άτρωτη στην αδιαφορία του Ντέξτερ, και τώρα πια κάτι τέτοια σχόλια δεν την πονούσαν περισσότερο απ’ όσο, ας πούμε, ένα μπαλάκι του τένις που τη χτυπούσε ξαφνικά στο κεφάλι. Ούτε καν μόρφαζε με κάτι τέτοια τώρα πια. «Καλά περνάτε, είμαι σίγουρη» είπε. Έβαλε κρασί σε ένα πλαστικό ποτηράκι. «Αφού δεν είναι το κορίτσι σου, πώς να τη λέω;» «Ξέρω κι εγώ; Ερωμένη;» «Αυτό δεν υπαινίσσεται σχέση;» «Αν πούμε κατάκτηση;» πρότεινε ο Ντέξτερ, με ένα χαζό χαμόγελο. «Επιτρέπεται να λέω κατάκτηση;» «Ή θύμα. Μ’ αρέσει το θύμα». Η Έμμα ξάπλωσε ξαφνικά προς τα πίσω και σ’ αυτή την άβολη στάση έχωσε τα χέρια της στις μπροστινές τσέπες του μπλουτζίν της. «Κι αυτό εδώ να το πάρεις πίσω!» Του πέταξε πάνω στο στήθος του ένα κουβαριασμένο χαρτονόμισμα των δέκα λιρών. «Με τίποτα!» «Με τη μία». «Είναι δικό σου!» «Ντέξτερ, άκου. Δεν δίνεις πουρμπουάρ σε φίλους». «Δεν είναι πουρμπουάρ, είναι δώρο». «Τα χρήματα δεν είναι δώρο. Αν θέλεις να μου αγοράσεις κάτι, θα χαρώ πάρα πολύ, αλλά


όχι χρήματα. Είναι ταπεινωτικό». Ο Ντέξτερ αναστέναξε και έβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη του. «Τότε, συγγνώμη. Και πάλι». «Εντάξει» είπε η Έμμα και ξάπλωσε στο πλάι του. «Εμπρός τώρα, πες τα μου όλα». Ο Ντέξτερ στηρίχτηκε στους αγκώνες του και ανασηκώθηκε χαμογελώντας. «Ήταν σ’ εκείνο το πάρτι εγκαινίων το Σαββατοκύριακο…» Πάρτι εγκαινίων, σκέφτηκε η Έμμα. Έγινε ένας απ’ αυτούς που πάνε σε πάρτι εγκαινίων. «Τη βλέπω να τριγυρίζει στα γραφεία, την πλησιάζω, της λέω γεια, καλωσόρισες στην ομάδα, πολύ τυπικά, με το χέρι απλωμένο, κι αυτή με κοιτάει, χαμογελάει, μου κλείνει το μάτι, βάζει το χέρι της πίσω από το κεφάλι μου, με τραβάει επάνω της…» Χαμήλωσε τη φωνή του σε ενθουσιώδη ψίθυρο. «Και με φιλάει, εντάξει;» «Σε φιλάει, εντάξει» είπε η Έμμα, καθώς άλλο ένα μπαλάκι του τένις έβρισκε το στόχο του. «Και μου γλιστράει κάτι μέσα στο στόμα με την άκρη της γλώσσας της. “Τι είναι;” της λέω κι αυτή μου κλείνει ξανά το μάτι και λέει: “Θα καταλάβεις!”». Ακολούθησε μια μικρή παύση πριν η Έμμα ρωτήσει: «Τι ήταν, αμυγδαλάκι;». «Όοοχι…» «Ξεροψημένο αμυγδαλάκι…» «Όχι, ήταν μια ταμπλέτα…» «Καραμέλα τικ-τακ; Για να μην μυρίζει η ανάσα σου;» «Δεν μυρίζει η…» «Ντέξτερ, μου την έχεις ξαναπεί αυτή την ιστορία, αν θυμάσαι». «Όχι, ήταν με άλλο κορίτσι». Τα μπαλάκια του τένις έπεφταν βροχή, ανάμεσά τους και καμιά μπάλα του κρίκετ πού και πού. Η Έμμα τεντώθηκε και προσηλώθηκε στη θέα του ουρανού. «Πρέπει να πάψεις να αφήνεις τις γυναίκες να σου χώνουν χαπάκια στο στόμα, Ντεξ· είναι ανθυγιεινό. Και επικίνδυνο. Καμιά μέρα μπορεί να είναι κάψουλα υδροκυανίου». Ο Ντέξτερ γέλασε. «Θέλεις να ακούσεις τι έγινε μετά;» Η Έμμα πήρε ύφος σκεφτικό με το δάχτυλο στο πιγούνι της. «Θέλω; Μπα, δεν νομίζω. Όχι, δεν θέλω». Αλλά αυτός της τα είπε έτσι κι αλλιώς, και ήταν ξανά τα γνωστά σκηνικά με σκοτεινά πίσω δωμάτια σε κλαμπ, τηλεφωνήματα μέσα στη νύχτα και ταξί ως την άλλη άκρη της πόλης τα χαράματα. Ο ατέλειωτος μπουφές φάτε-όσο-αντέχετε, που ήταν η ερωτική ζωή του Ντέξτερ, και η Έμμα έκανε συνειδητή προσπάθεια να μην ακούει, απλώς να χαζεύει το στόμα του. Πολύ ωραίο στόμα, απ’ όσο θυμόταν, κι αν ήταν κι αυτή τολμηρή, αναιδής και ασύμμετρα κουρεμένη σαν τη Ναόμι, θα έσκυβε από πάνω του και θα τον φιλούσε, μια σκέψη που την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι η ίδια δεν είχε φιλήσει ποτέ κανέναν, ότι ποτέ δεν είχε ξεκινήσει αυτή ένα φιλί. Την είχαν φιλήσει αιφνιδιαστικά, και πολύ άγρια, διάφορα μεθυσμένα αγόρια σε πάρτι, κάτι φιλιά που σου έρχονταν από το πουθενά σαν μπουνιές. Και ο Ίαν είχε κάνει μια απόπειρα πριν από δυο βδομάδες. Εκεί που ήταν σκυμμένη και σφουγγάριζε το ψυγείο των κρεάτων, τον είδε ξαφνικά από πάνω της να κατεβαίνει τόσο ορμητικά, που νόμισε ότι θα της έσκαγε κεφαλιά. Ακόμα και ο Ντέξτερ την είχε φιλήσει έτσι κάποτε, πριν από πολλά, πολλά χρόνια. Άραγε, θα φαινόταν πολύ περίεργο αν τον φιλούσε αυτή τώρα; Τι θα συνέβαινε αν το έκανε; Πάρε


πρωτοβουλία, βγάλε τα γυαλιά σου, πιάσε το κεφάλι του έτσι όπως σου μιλάει και φίλησέ τον, φίλησέ τον…» «Oπότε η Ναόμι με παίρνει τηλέφωνο στις τρεις τα χαράματα και μου λέει “Πάρε ταξί. Τώρα. Έλα…”». Τον φαντάστηκε να σκουπίζει τα χείλη του με τη ράχη του χεριού του, να σκουπίζεται από το φιλί της. Άφησε το κεφάλι της να κυλήσει από την άλλη μεριά και παρακολούθησε τον κόσμο στο λόφο. Στο γλυκό απογευματινό φως, γύρω στα διακόσια νεαρά άτομα, ωραία, καλοντυμένα, πετούσαν φρίσμπι, άναβαν μπάρμπεκιου της μιας χρήσης, έκαναν σχέδια για το βράδυ. Η Έμμα ένιωθε εντελώς αποκομμένη από όλους αυτούς τους ανθρώπους με τις ενδιαφέρουσες δουλειές, τα CD players και τα mountain bikes, σαν όλα αυτά να ήταν ένα διαφημιστικό σποτ για κάποια μάρκα βότκας ή για κάποιο σπορ μοντέλο αυτοκινήτου. «Γιατί δεν έρχεσαι εδώ, καλή μου;» της είχε πει η μητέρα της το προηγούμενο βράδυ. «Το δωμάτιό σου είναι ακόμη…» Γύρισε πάλι προς τον Ντέξτερ, που συνέχιζε να της διηγείται την ερωτική του ζωή, κι ύστερα κοίταξε πάνω από τον ώμο του ένα νεαρό ζευγάρι να φιλιέται άγρια: αυτή να τον έχει καβαλήσει, αυτός με τα χέρια του πάνω από το κεφάλι, τα δάχτυλά τους μπλεγμένα. «Βασικά δεν βγήκαμε καν από το δωμάτιο του ξενοδοχείου για… κάτι σαν τρεις ολόκληρες μέρες». «Συγγνώμη, αλλά έχω πάψει να σε ακούω εδώ και λίγη ώρα». «Σου έλεγα ότι…» «Τι νομίζεις ότι σου βρίσκει;» Ο Ντέξτερ ανασήκωσε τους ώμους του σαν να μην καταλάβαινε καν την ερώτηση. «Λέει ότι είμαι πολύ περίπλοκος». «Περίπλοκος; Εσύ είσαι παζλ των τριών τεμαχίων…» Η Έμμα ανασηκώθηκε και άρχισε να τινάζει χορταράκια από τις γάμπες της. «Από κόντρα πλακέ». Τράβηξε το μπατζάκι του μπλουτζίν της προς τα πάνω. «Κοίτα εδώ πόδια». Έπιασε με τα δάχτυλά της μια μακριά λεπτή τρίχα. «Γάμπες εξηντάχρονης ορειβάτισσας. Είμαι σαν την πρόεδρο του Συλλόγου Περιπατητριών». «Κάνε χαλάουα. Μαλλιαρή αρκούδα». «Ντέξτερ!» «Μια και το έφερε η κουβέντα, έχεις απίθανα πόδια». Έσκυψε προς το μέρος της και τσίμπησε τη γάμπα της. «Είσαι κόμματος». Η Έμμα τού έδωσε μια στον αγκώνα κάνοντάς τον να πέσει στο χορτάρι. «Δεν το πιστεύω ότι με είπες μαλλιαρή αρκούδα». Πιο πέρα, το ζευγάρι συνέχιζε να φιλιέται. «Κοίταξε αυτούς τους δύο εκεί – μην καρφωθείς!» Ο Ντέξτερ κρυφοκοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Σχεδόν ακούγονται. Ακόμα κι από τόσο μακριά ακούω το ρούφηγμα. Σαν να ξεβουλώνει νεροχύτης. Μην κοιτάς, είπα!» «Γιατί; Είναι δημόσιος χώρος». «Γιατί να πάει κανείς σε δημόσιο χώρο για να συμπεριφερθεί έτσι; Είναι σαν ντοκιμαντέρ για την αναπαραγωγή στη φύση». «Μπορεί να είναι ερωτευμένοι».


«Έτσι είναι ο έρωτας; Σαλιαρίσματα και η φούστα σου να φτάνει στην κοιλιά;» «Καμιά φορά είναι και αυτό». «Κάνει σαν να προσπαθεί να χωρέσει ολόκληρο το κεφάλι του στο στόμα της. Κοντεύει να της φύγει το σαγόνι». «Εμένα μια χαρά μου φαίνονται». «Ντέξτερ!» «Είναι μια χαρά, άκου που σου λέω». «Ξέρεις, κάποιοι μπορεί να βρίσκουν λίγο περίεργη αυτή την εμμονή σου να βρίσκεσαι συνεχώς σε κατάσταση συνουσίας. Σε κάποιους μπορεί να φαίνεται θλιβερό, ή απελπισμένο…» «Περίεργο, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι καθόλου λυπημένος. Ούτε απελπισμένος». Η Έμμα, που ένιωθε και τα δύο, δεν είπε τίποτε. Ο Ντέξτερ τη σκούντησε με τον αγκώνα του. «Ξέρεις τι πρέπει να κάνουμε; Εσύ κι εγώ;» «Τι;» Της χαμογέλασε. «Να πάρουμε Χ μαζί». «Χ; τι είναι το Χ;» Τον κοίταξε εντελώς ανέκφραστα. «Α, ναι, κάπου διάβασα κάτι σχετικό. Δεν νομίζω ότι μου πάνε τα χημικά. Μια φορά ξέχασα ανοιχτό το καπάκι του διαβρωτικού και νόμιζα ότι τα παπούτσια μου ορμούσαν να με δαγκώσουν». Ο Ντέξτερ γέλασε ευτυχώς, και η Έμμα έκρυψε το δικό της χαμόγελο πίσω από το πλαστικό ποτηράκι του κρασιού. «Προτιμώ το αγνό, φυσικό ανέβασμα του αλκοόλ». «Είναι πολύ ξεφοβιστικό, το Χ». «Γι’ αυτό αγκαλιάζεις όποιον βρεις μπροστά σου;» «Νομίζω ότι πρέπει ν’ αρχίσεις να περνάς καλά, τίποτε παραπάνω». «Περνάω καλά. Δεν φαντάζεσαι πόσο καλά». Ξαπλωμένη ανάσκελα στο χορτάρι, κοιτώντας τον ουρανό, ένιωσε το βλέμμα του πάνω της. «Λοιπόν. Μ’ εσένα τι γίνεται;» της είπε με φωνή ψυχαναλυτή. «Κανένα νέο; Παίζει τίποτε; Από ερωτικής πλευράς, εννοώ». «Ω, με ξέρεις. Εγώ δεν έχω αισθήματα. Είμαι ρομπότ. Ή καλόγρια. Είμαι μια καλόγρια ρομπότ». «Όχι. Παριστάνεις ότι είσαι, αλλά δεν είσαι». «Δεν με νοιάζει. Κατά βάθος μ’ αρέσει που γερνάω μόνη…» «Εμ, είσαι μόλις είκοσι πέντε…» «Γίνομαι όλο και πιο διανοούμενη, σουφραζέτα…» Ο Ντέξτερ δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν μια σουφραζέτα, αλλά η λέξη τού προκάλεσε ένα ανεξήγητο ερωτικό σκίρτημα. Φαντάστηκε την Έμμα με μπλε κάλτσες και ζαρτιέρες κι ύστερα αποφάσισε ότι δεν θα της πήγαιναν – σε καμιά δεν θα πήγαιναν εδώ που τα λέμε· οι κάλτσες με ζαρτιέρες πρέπει να είναι αποκλειστικά μαύρες ή έστω κόκκινες, σαν αυτές που είχε φορέσει η Ναόμι ένα βράδυ, αλλά μήπως έχανε εντελώς το νόημα της λέξης σουφραζέτα; Αυτού του είδους οι ερωτικές ονειροπολήσεις κατανάλωναν ένα μεγάλο κομμάτι της νοητικής ενέργειάς του και αναρωτήθηκε μήπως είχε κάποιο δίκιο η Έμμα, μήπως πραγματικά του αποσπούσε υπερβολικά την προσοχή η ερωτική διάσταση των πραγμάτων. Το μάτι του έπεφτε


συνεχώς σε διαφημιστικά ταμπλό, εξώφυλλα περιοδικών, δύο πόντους από βυσσινί τιράντα σουτιέν στον ώμο μιας περαστικής άγνωστης, και αυτή η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη τα καλοκαίρια. Σίγουρα δεν ήταν εντελώς φυσιολογικό να αισθάνεται σαν να είχε μόλις βγει από τη φυλακή, συνεχώς. Συγκεντρώσου, είπε στον εαυτό του. Μια φίλη του που αγαπούσε πάρα πολύ κόντευε να καταρρεύσει· σ’ αυτή θα έπρεπε να συγκεντρωθεί τώρα και όχι στις τρεις νεαρές πίσω της που είχαν αρχίσει να καταβρέχονται… Συγκεντρώσου! Συγκεντρώσου. Ο εγκέφαλός του, σβέλτος σαν καταδιωκτικό μαχητικό αεροσκάφος, αναχαίτισε τις σκέψεις του σεξ. «Κι εκείνος ο τύπος;» ρώτησε. «Ποιος τύπος;» «Αυτός στη δουλειά σου, ο σερβιτόρος». «Ο Ίαν; Τι;» «Γιατί δεν τα φτιάχνεις με τον Ίαν;» «Πάψε, Ντέξτερ. Ο Ίαν είναι απλώς φίλος. Πέρασέ μου το μπουκάλι τώρα». Την παρακολούθησε να ανασηκώνεται και να πίνει κρασί, που είχε πια ζεσταθεί και είχε γίνει σιρόπι. Ενώ δεν ήταν συναισθηματικός τύπος, υπήρχαν φορές που μπορούσε να κάθεται αμίλητος να παρακολουθεί την Έμμα Μόρλεϋ να γελάει ή να λέει μια ιστορία και να αισθάνεται απόλυτα σίγουρος ότι ήταν ο καλύτερος άνθρωπος που γνώριζε. Καμιά φορά, του ερχόταν να της το πει, να τη διακόψει και να της το πει. Αλλά όχι τώρα· αυτή τη φορά σκέφτηκε πόσο κουρασμένη φαινόταν, πόσο χλωμή και λυπημένη, και πώς, όταν έσκυβε το κεφάλι, το πιγούνι της έκανε δίπλες. Γιατί δεν φορούσε φακούς επαφής αντί γι’ αυτά τα μεγάλα άσχημα γυαλιά; Δεν ήταν φοιτήτρια πια. Κι αυτά τα φαρδιά βελουτέ λαστιχάκια για τα μαλλιά – δεν την κολάκευαν καθόλου τα μαλλιά της πιασμένα με τέτοιο λαστιχάκι. Αυτό που χρειάζεται πραγματικά, σκέφτηκε πλημμυρισμένος από συμπόνια, είναι να την πάρει κάποιος από το χέρι και να ξεκλειδώσει τις δυνατότητές της. Φαντάστηκε μια σκηνή, τον εαυτό του αριστοκρατικό, γενναιόδωρο, και την Έμμα να δοκιμάζει μια σειρά από απίθανα συνολάκια. Ναι, σίγουρα έπρεπε να δώσει περισσότερη προσοχή στην Έμμα και θα το έκανε οπωσδήποτε, αλλά του συνέβαιναν τόσο πολλά αυτό τον καιρό. Εδώ και τώρα όμως, τι θα μπορούσε να βρει που να την κάνει να νιώσει καλύτερα, να της ανεβάσει λίγο το ηθικό, να δώσει μια ώθηση στην αυτοπεποίθησή της; Του ήρθε μια ιδέα κι αμέσως έπιασε το χέρι της και το κράτησε μέσα στα δικά του, πριν της ανακοινώσει με ύφος σοβαρό: «Ξέρεις, Εμ, αν είσαι ακόμη μόνη στα σαράντα σου, θα σε παντρευτώ». Γύρισε και τον κοίταξε με ειλικρινή αποστροφή. «Αυτό ήταν πρόταση γάμου, Ντεξ;» «Όχι τώρα, σε κάποια φάση, αν τύχει να είμαστε και οι δυο απελπισμένοι». Η Έμμα γέλασε πικρά. «Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα θέλω να σε παντρευτώ;» «Δεν ξέρω, το παίρνω κάπως σαν δεδομένο». Η Έμμα κούνησε αργά το κεφάλι της. «Θα πρέπει να μπεις στην ουρά, δυστυχώς. Ο φίλος μου ο Ίαν μού είπε ακριβώς το ίδιο πράγμα όταν κάναμε απολύμανση στο ψυγείο κρεάτων. Μόνο που μου άφησε διορία ως τα τριάντα πέντε». «Χωρίς να θέλω να προσβάλω τον Ίαν, νομίζω ότι αξίζει να κρατηθείς άλλα πέντε χρόνια». «Δεν σκοπεύω να κρατηθώ για κανέναν από τους δυο σας! Έτσι κι αλλιώς όμως, δεν


πρόκειται να παντρευτώ». «Πώς το ξέρεις;» Η Έμμα σήκωσε τους ώμους της. «Μου το είπε μια γριά τσιγγάνα». «Φαντάζομαι θα διαφωνείς από ιδεολογική άποψη ή κάτι τέτοιο». «Απλώς… δεν μου πάει». «Μπορώ να σε φανταστώ. Μεγάλο λευκό φόρεμα, παράνυφες, γαλάζια καλτσοδέτα με τριαντάφυλλο…» Καλτσοδέτα. Το μυαλό του σκάλωσε στη λέξη όπως το ψάρι στο αγκίστρι. «Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή από τις “σχέσεις”». «Όπως; Η καριέρα σου, ας πούμε;» Του έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα. «Συγγνώμη, Εμ». Στράφηκαν πάλι και οι δυο προς τον ουρανό που άρχιζε να σκουραίνει, και ύστερα από λίγο η Έμμα είπε: «Αν θες να ξέρεις, έγινε μια σημαντική αλλαγή στην καριέρα μου σήμερα». «Σε απέλυσαν;» «Πήρα προαγωγή». Η Έμμα άρχισε να γελάει. «Μου πρότειναν να αναλάβω τη διεύθυνση». Ο Ντέξτερ ανακάθισε απότομα. «Εκεί μέσα; Να αρνηθείς». «Και γιατί να αρνηθώ; Τι κακό έχει η δουλειά σε εστιατόριο;» «Εμ, θα μπορούσες να σκάβεις για ουράνιο με τα δόντια και δεν θα είχα αντίρρηση, αρκεί να ήσουν ευτυχισμένη. Αλλά εσύ τη μισείς αυτή τη δουλειά, σιχαίνεσαι κάθε ώρα και στιγμή». «Και λοιπόν; Ένα σωρό κόσμος μισεί τη δουλειά του. Γι’ αυτό και λέγεται δουλειά». «Εγώ λατρεύω τη δική μου». «Ναι, εντάξει, δεν γίνεται να δουλεύει όποιος κι όποιος στα μίντια, έτσι δεν είναι;» Δεν της άρεσε ο τόνος της φωνής της τώρα· ήταν πικρόχολη και περιφρονητική. Ακόμα χειρότερα, ένιωσε να κοκκινίζει και δάκρυα να μαζεύονται πίσω από τα μάτια της χωρίς λόγο. «Έι, θα μπορούσα να σου βρω κι εσένα δουλειά εκεί!» Η Έμμα γέλασε. «Τι δουλειά;» «Μαζί μου, στη Redlight Productions!» Η ιδέα τού άρεσε όλο και περισσότερο. «Στην έρευνα. Θα πρέπει να ξεκινήσεις σαν γενική βοηθός, χωρίς αμοιβή στην αρχή, αλλά θα ήσουν φανταστική…» «Ντέξτερ, ευχαριστώ, αλλά δεν θέλω να δουλέψω στα μίντια. Ξέρω, υποτίθεται ότι όλοι θα έπρεπε να κάνουμε σαν τρελοί για να δουλέψουμε στην τηλεόραση αυτή την εποχή, λες και η τηλεόραση είναι η καλύτερη δουλειά του κόσμου…» Ακούγεσαι σαν υστερική, είπε στον εαυτό της, υστερική και ζηλιάρα. «Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω καν τι σημαίνει δουλειά στα μίντια… » Μην μιλάς άλλο, ηρέμησε. «Εννοώ, τι άλλο κάνετε όλη μέρα, εκτός από το να χαζολογάτε πίνοντας εμφιαλωμένο νερό, να παίρνετε ναρκωτικά, να αντιγράφετε σε βιντεοταινίες τις εμφανίσεις σας…» «Α, όχι, είναι σκληρή δουλειά, Εμ». «Θέλω να πω ότι, αν ο κόσμος αντιμετώπιζε, ξέρω κι εγώ, τη νοσηλευτική, ή την κοινωνική εργασία ή τη διδασκαλία, με το ίδιο δέος όσο τα καταραμένα τα μίντια…» «Γίνε δασκάλα τότε! Θα ήσουν φανταστική δασκάλα…» «Θέλω να γράψεις στον πίνακα “Δεν θα ξαναδώσω ποτέ στη φίλη μου συμβουλές καριέρας!”». Τώρα μιλούσε δυνατά, σχεδόν του φώναζε, και έπεσε μια αμήχανη μακριά σιωπή.


Γιατί του φερόταν έτσι; Αυτός απλώς προσπαθούσε να τη βοηθήσει. Τι είχε να κερδίσει ο Ντέξτερ από τη φιλία τους; Έπρεπε να σηκωθεί και να την παρατήσει, αυτό έπρεπε να κάνει. Γύρισαν και κοίταξαν ο ένας τον άλλον ταυτόχρονα. «Συγγνώμη» είπε ο Ντέξτερ. «Όχι, εγώ πρέπει να ζητήσω συγγνώμη». «Για ποιο πράγμα;» «Που τσιρίζω σαν… τρελή γριά κότα. Συγγνώμη, είμαι κουρασμένη, είχα άσχημη μέρα και λυπάμαι που είμαι τόσο… βαρετή». «Δεν είσαι και τόσο βαρετή». «Είμαι, Ντεξ. Θεέ μου, σ’ τ’ ορκίζομαι, ακόμα κι εγώ βαριέμαι τον εαυτό μου». «Εγώ δεν σε βαριέμαι». Έπιασε το χέρι της. «Ποτέ δεν πρόκειται να βαρεθώ μαζί σου, Εμ. Είσαι μία στο εκατομμύριο». «Ούτε καν μία στα τρία». Ο Ντέξτερ κλότσησε μαλακά το πόδι της. «Εμ;» «Έλα». «Δέξου το, εντάξει; Βούλωσ’ το και δέξου αυτό που σου λέω». Κοιτάχτηκαν αμίλητοι για μερικές στιγμές. Ύστερα ο Ντέξτερ ξάπλωσε πάλι στο χορτάρι και ύστερα από ένα δυο δευτερόλεπτα τον ακολούθησε και η Έμμα, που τινάχτηκε ελαφρά όταν διαπίστωσε πως είχε περάσει το χέρι του κάτω από τους ώμους της. Ακολούθησε μια στιγμή αμοιβαίας αμηχανίας, ώσπου τελικά η Έμμα γύρισε στο πλευρό της και κουλουριάστηκε προς το μέρος του. Σφίγγοντας το χέρι του γύρω της, ο Ντέξτερ μίλησε με το στόμα του πάνω στα μαλλιά της. «Ξέρεις τι δεν μπορώ να καταλάβω; Μια ζωή, ένα σωρό άνθρωποι σου λένε πόσο σπουδαία είσαι, πόσο έξυπνη και αστεία και ταλαντούχα και διάφορα άλλα· εγώ ειδικά, χρόνια τώρα σου τα λέω όλα αυτά. Γιατί δεν τα πιστεύεις; Γιατί νομίζεις πως σου τα λέμε αυτά, Εμ; Νομίζεις ότι έχουν συνωμοτήσει όλοι, έχουν συνεννοηθεί κρυφά μεταξύ τους να είναι καλοί μαζί σου;» Η Έμμα πίεσε το κεφάλι της πάνω στον ώμο του για να τον κάνει να σωπάσει, αλλιώς θα την έπαιρναν τα κλάματα. «Είσαι πολύ καλός. Αλλά πρέπει να πηγαίνω τώρα». «Όχι, μείνε ακόμα λίγο. Θα πάρουμε άλλο ένα μπουκάλι κρασί». «Δεν σε περιμένει η Ναόμι; Με το στόμα γεμάτο χαπάκια, σαν μαστουρωμένο χαμστεράκι;» Φούσκωσε τα μάγουλά της, ο Ντέξτερ γέλασε, κι η Έμμα άρχισε να αισθάνεται λίγο καλύτερα. Έμειναν αρκετή ώρα ακόμα, κατέβηκαν ως την κάβα και ξαναγύρισαν στην κορυφή του λόφου για να δουν το ηλιοβασίλεμα πάνω από την πόλη, πίνοντας κρασί και τρώγοντας από ένα μεγάλο σακουλάκι ακριβά τσιπς. Παράξενες κραυγές ζώων ακούγονταν από το ζωολογικό κήπο του Ρίτζεντς Παρκ και τελικά ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι που έμειναν σε ολόκληρο το λόφο. «Πρέπει να γυρίσω σπίτι» είπε η Έμμα και σηκώθηκε μισοζαλισμένη. «Μπορείς να μείνεις σ’ εμένα αν θέλεις». Σκέφτηκε τη διαδρομή ως το σπίτι της, τη Βόρεια Γραμμή, το πάνω κατάστρωμα του λεωφορείου Ν38, κι ύστερα το μακρύ επικίνδυνο ποδαρόδρομο ως το διαμέρισμα, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο μύριζε μονίμως τηγανητό κρεμμύδι. Όταν θα έφτανε τελικά σπίτι, η κεντρική θέρμανση θα ήταν ανοιχτή και η Τίλλυ Κίλλικ θα ήταν κολλημένη πάνω στο καλοριφέρ


με τη ρόμπα της ανοιχτή, τρώγοντας σάλτσα πέστο κατευθείαν από το βαζάκι, ενώ το ιρλανδικό τσένταρ στο ψυγείο θα είχε σημάδια από δαγκωνιές, στην τηλεόραση θα έπαιζε το Thirtysomething και η ίδια δεν θα ήθελε καθόλου να βρίσκεται εκεί. «Να σου δανείσω οδοντόβουρτσα;» είπε ο Ντέξτερ σαν να διάβαζε τις σκέψεις της. «Να κοιμηθείς στον καναπέ;» Φαντάστηκε μια νύχτα στον τριζάτο μαύρο δερμάτινο καναπέ του Ντέξτερ, με το κεφάλι της να γυρίζει από το πιοτό και τη σύγχυση, και κατέληξε ότι η ζωή της ήταν ήδη αρκετά περίπλοκη και χωρίς αυτά. Και πήρε μια μεγάλη απόφαση, απ’ αυτές που έπαιρνε καθημερινά τον τελευταίο καιρό. Τέρμα ο ύπνος σε ξένα σπίτια, τέρμα τα ποιήματα, όχι άλλος χαμένος χρόνος. Ώρα να συμμαζέψει τη ζωή της. Ώρα για μια καινούρια αρχή.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Οι Δεσμευτικοί Κανόνες ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1992

Δωδεκάνησα, Ελλάδα Έρχονται έπειτα κάτι μέρες που ξυπνάς και όλα είναι τέλεια. Εκείνη η όμορφη ηλιόλουστη μέρα του Αγίου Σουίδιν τούς βρήκε κάτω από έναν απέραντο γαλάζιο ουρανό χωρίς ούτε την ελάχιστη πιθανότητα βροχής, στο κατάστρωμα ενός πλοίου που έπλεε αργά στο Αιγαίο. Με καινούρια γυαλιά ηλίου και ρούχα διακοπών, ξαπλωμένους πλάι πλάι στον πρωινό ήλιο, να συνέρχονται από το χτεσινοβραδινό μεθύσι στην ταβέρνα. Ήταν η δεύτερη μέρα της δεκαήμερης περιήγησης στα νησιά και οι Δεσμευτικοί Κανόνες κρατούσαν ακόμη γερά. Οι Κανόνες, ένα είδος πλατωνικού Συμφώνου της Γενεύης, ήταν μια σειρά από βασικές απαγορεύσεις που είχαν συσταθεί πριν την αναχώρηση, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι στις διακοπές τους δεν θα υπήρχαν «μπερδέματα». Η Έμμα ήταν και πάλι μόνη. Μια σύντομη, αδιάφορη σχέση με τον Σπάικ, μηχανικό ποδηλάτων που τα χέρια του μύριζαν μόνιμα λιπαντικό, είχε λήξει με ένα απλό ανασήκωμα των ώμων και από τις δύο πλευρές, αλλά είχε χρησιμέψει τουλάχιστον σε κάτι: είχε δώσει μια μικρή ώθηση στην αυτοπεποίθησή της. Και το ποδήλατό της δεν ήταν ποτέ σε καλύτερη κατάσταση. Από την πλευρά του ο Ντέξτερ είχε σταματήσει να βλέπει τη Ναόμι γιατί, όπως είπε, «το πράγμα άρχιζε να γίνεται πολύ έντονο», ό,τι διάβολο κι αν σήμαινε αυτό. Στη συνέχεια, είχε περάσει κατά σειρά από την Άβριλ, τη Μέρυ, μια Σέιρα, μια Σάρα και μια Γιολάντα, προτού κατασταλάξει στην Ίνγκριντ, ένα άγριο μοντέλο που είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει το μόντελινγκ και να γίνει στυλίστρια μόδας, γιατί –όπως δήλωσε απόλυτα σοβαρά στην Έμμα– «το στήθος της ήταν πολύ μεγάλο για πασαρέλα»· και όταν το είπε αυτό, ο Ντέξτερ κόντεψε να σκάσει από καμάρι. Η Ίνγκριντ ήταν το είδος της σεξουαλικά άνετης κοπέλας που φορούσε το σουτιέν πάνω από το μπλουζάκι της και, παρόλο που δεν αισθανόταν να απειλείται από την Έμμα, ή μάλλον από κανένα θηλυκό πάνω στη γη, τα ενδιαφερόμενα μέρη αποφάσισαν να ξεκαθαρίσουν ορισμένα πράγματα πριν βγουν τα μαγιό και καταναλωθούν τα κοκτέιλ. Όχι πως ήταν πιθανόν να συμβεί κάτι – αυτό το παραθυράκι είχε κλείσει οριστικά εδώ και μερικά χρόνια· τώρα ήταν εντελώς απρόσβλητοι ο ένας από τον άλλον και ασφαλείς μέσα στα αυστηρά όρια της φιλίας τους. Παρ’ όλα αυτά, ένα βράδυ Παρασκευής τον Ιούνιο, ο Ντέξτερ και η Έμμα κάθισαν έξω από την παμπ στο Χάμπστεντ Χιθ και όρισαν τους Κανόνες. Κανόνας Πρώτος: χωριστά δωμάτια. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι, ούτε διπλό ούτε μονό. Ούτε κουλουριάσματα και ύπνο αγκαλίτσα μετά από μεθύσι· δεν ήταν πια φοιτητές. «Εγώ, έτσι κι αλλιώς, δεν τις καταλαβαίνω τις αγκαλίτσες» είχε πει ο Ντέξτερ. «Άσε που μουδιάζεις παντού και δεν κοιμάσαι καλά».


Και η Έμμα συμφώνησε και πρόσθεσε: «Ούτε φλερτ. Ο Δεύτερος Κανόνας». «Εγώ δεν φλερτάρω, οπότε…» είπε ο Ντέξτερ τρίβοντας με το πόδι του το εσωτερικό της γάμπας της. «Σοβαρά τώρα, όχι να πίνεις και να μου γίνεσαι σκανταλιάρης». «Σκανταλιάρης;» «Ξέρεις τι εννοώ. Όχι σαλιαρίσματα». «Τι, μ’ εσένα;» «Μ’ εμένα ή με όποια άλλη. Κι αυτός θα είναι ο Τρίτος Κανόνας. Δεν έχω καμιά όρεξη εγώ να κάθομαι σαν ξινό λεμόνι κι εσύ να αλείφεις με λάδι την πλάτη κάποιας Λόττε από τη Στουτγκάρδη». «Έμμα, δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί τέτοιο πράγμα». «Φυσικά. Αφού είναι Κανόνας». Κανόνας Τέταρτος, ύστερα από επιμονή της Έμμα: όχι στο γυμνισμό. Όχι μπάνιο χωρίς μαγιό· σεμνότητα και διακριτικότητα σε κάθε περίπτωση. Δεν θα άντεχε να βλέπει τον Ντέξτερ να κυκλοφορεί με το εσώρουχο, να μπαίνει στο ντους ή, Θεός φυλάξοι, να πηγαίνει στην τουαλέτα. Για αντίποινα, ο Ντέξτερ πρότεινε τον Κανόνα νούμερο Πέντε. Όχι Σκραμπλ. Όλο και περισσότεροι φίλοι του έπαιζαν το καταραμένο παιχνίδι, με πονηρά χαμόγελα και ειρωνικές ματιές, μανιακοί των λέξεων που τριπλασιάζουν τους πόντους, αλλά του Ντέξτερ τού φαινόταν σαν ένα παιχνίδι ειδικά σχεδιασμένο για να τον κάνει να αισθάνεται βλάκας και να βαριέται. Ούτε Σκραμπλ, λοιπόν, ούτε Μπογκλ. Δεν είχε πεθάνει ακόμη. Και να που τώρα, τη δεύτερη μέρα, με τους Κανόνες να μην έχουν παραβιαστεί ακόμη, βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα ενός παμπάλαιου σκουριασμένου καραβιού, που ταξίδευε αργά, αγκομαχώντας, από τη Ρόδο προς τα μικρότερα από τα Δωδεκάνησα. Την πρώτη νύχτα την είχαν περάσει στην Παλιά Πόλη, πίνοντας γλυκερά κοκτέιλ μέσα από ανανάδες και χαμογελώντας σαν χαζοί ο ένας στον άλλον, μαγεμένοι από τη γοητεία του καινούριου. Το καράβι είχε αναχωρήσει από τη Ρόδο πριν ξημερώσει και τώρα, εννιά η ώρα το πρωί, λιάζονταν στο κατάστρωμα, με βαρύ κεφάλι και οι δυο, νιώθοντας το μουγκρητό της μηχανής στα άδεια, υγρά στομάχια τους, τρώγοντας πορτοκάλια, διαβάζοντας ήρεμα, μαυρίζοντας ήρεμα και ευτυχισμένοι μέσα στη σιωπή τους. Ο Ντέξτερ έσπασε πρώτος. Αναστέναξε και ακούμπησε το βιβλίο του πάνω στο στήθος του. Ήταν η Λολίτα του Ναμπόκοφ, δώρο από την Έμμα, που ήταν η υπεύθυνη αναγνωστικού υλικού των διακοπών τους, έχοντας κουβαλήσει γι’ αυτόν το λόγο έναν ολόκληρο τσιμεντόλιθο από βιβλία που έπιανε σχεδόν τη μισή βαλίτσα της. Πέρασε ένα λεπτό. Ο Ντέξτερ αναστέναξε πάλι, για εφέ. «Τι έχεις;» είπε η Έμμα χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. «Δεν μπορώ να το παρακολουθήσω». «Είναι αριστούργημα». «Μου φέρνει πονοκέφαλο». «Έπρεπε να σου είχα δώσει ένα με εικόνες ή ποιηματάκια». «Όχι, μ’ αρέσει…»


«Το Η Λαίμαργη Κάμπια ή κάτι ανάλογο…» «Απλώς μου φαίνεται λίγο βλακεία. Ένας τύπος που όλο λέει και ξαναλέει ότι του σηκώνεται συνέχεια». «Νόμιζα ότι θα σε συγκινούσε». Η Έμμα σήκωσε τα γυαλιά της. «Είναι πολύ ερωτικό κείμενο, Ντεξ». «Μόνο αν γουστάρεις τα κοριτσάκια». «Θύμισέ μου ξανά, γιατί σε απέλυσαν από εκείνο το σχολείο στη Ρώμη;» «Σου είπα, Εμ, ήταν είκοσι τριών!» «Κοιμήσου τότε». Η Έμμα ξανάπιασε το ρώσικο μυθιστόρημα. «Φαρισαίε». Ο Ντέξτερ ακούμπησε ξανά το κεφάλι του πίσω στο σακίδιό του, αλλά δύο άγνωστα άτομα που είχαν πλησιάσει και τώρα στέκονταν δίπλα του έριχναν τη σκιά τους πάνω στο πρόσωπό του. Το κορίτσι ήταν όμορφο και νευρικό, ο νεαρός μεγαλόσωμος και πάρα πολύ άσπρος, σχεδόν σαν μάρμαρο κάτω από τον πρωινό ήλιο. «Μας συγχωρείτε» είπε το κορίτσι, με προφορά Νότιγχαμ. Ο Ντέξτερ σκίασε τα μάτια του και τους χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. «Γεια σας». «Εσείς δεν είστε από εκείνη την εκπομπή στην τηλεόραση;» «Μπορεί». Ο Ντέξτερ ανακάθισε και έβγαλε τα γυαλιά ηλίου με ένα μάγκικο τίναγμα του κεφαλιού του. Η Έμμα γρύλισε σιγανά. «Πώς λέγεται;… ξεσαλώνουμε!» Ο τίτλος της εκπομπής γραφόταν πάντα με μικρά γράμματα, γιατί τα μικρά ήταν περισσότερο της μόδας αυτό τον καιρό από τα κεφαλαία. Ο Ντέξτερ σήκωσε ψηλά τα χέρια του. «Με πιάσατε στα πράσα!» Η Έμμα άφησε ένα μικρό γέλιο σαν ρουθούνισμα κι ο Ντέξτερ τής έριξε ένα κακό βλέμμα. «Πολύ αστείο βιβλίο» του είπε δείχνοντάς του τη νουβέλα του Ντοστογιέφσκι. «Το ήξερα ότι σας έχω δει στην τηλεόραση!» Το κορίτσι σκούντησε το φίλο της. «Σου το είπα, δεν σου το είπα;» Ο πολύ άσπρος νεαρός μετακινήθηκε αμήχανα, έσυρε τα πόδια του, μουρμούρισε κάτι και μετά σιωπή. Ο Ντέξτερ πρόσεξε ξαφνικά το μουγκρητό από τις μηχανές του πλοίου και τη Λολίτα πάνω στο στήθος του. Γλίστρησε με τρόπο το βιβλίο στην τσάντα του. «Διακοπές, παιδιά;» ρώτησε. Η ερώτηση ήταν εντελώς περιττή, αλλά του έδωσε την ευκαιρία να περάσει στην τηλεοπτική περσόνα του, εκείνη του πολύ σπουδαίου αλλά και πολύ προσιτού τύπου που μόλις έτυχε να συναντήσουν σε ένα μπαρ. «Ναι, διακοπές» μουρμούρισε ο νεαρός. Κι άλλος νεκρός χρόνος. «Αποδώ η φίλη μου η Έμμα». Η Έμμα τούς κοίταξε πάνω από τα γυαλιά ηλίου. «Γεια σας». Το κορίτσι μισόκλεισε τα μάτια του κόντρα στο φως για να την κοιτάξει. «Είστε κι εσείς από την τηλεόραση;» «Εγώ; Προς Θεού, όχι» είπε η Έμμα γουρλώνοντας τα μάτια της. «Αν και είναι το όνειρό μου». «Η Έμμα δουλεύει για τη Διεθνή Αμνηστία» είπε με περηφάνια ο Ντέξτερ, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο της. «Περιστασιακά. Βασικά δουλεύω σε εστιατόριο».


«Διευθύντρια. Αλλά ετοιμάζεται να τα παρατήσει. Εκπαιδεύεται για καθηγήτρια από Σεπτέμβριο, έτσι δεν είναι, Εμ;» Η Έμμα τον κοίταξε εντελώς ανέκφραστη. «Γιατί μιλάς έτσι;» «Σαν πώς δηλαδή;» είπε προκλητικά ο Ντέξτερ. Το άλλο ζευγάρι βρέθηκε σε φανερή αμηχανία, κι ο νεαρός έσκυψε και έκανε ότι κοίταζε από την κουπαστή σαν να υπολόγιζε τη βουτιά. Ο Ντέξτερ αποφάσισε να κλείσει τη συνέντευξη. «Θα τα ξαναπούμε σε καμιά παραλία, παιδιά, εντάξει; Πίνουμε και καμιά μπιρίτσα παρέα, αν προκύψει, έτσι;» Οι δύο νεαροί χαμογέλασαν και αποσύρθηκαν προς το παγκάκι τους. Ο Ντέξτερ δεν είχε επιδιώξει να γίνει διάσημος, αν και πάντα ήθελε να γίνει επιτυχημένος, και ποιο το νόημα να είσαι επιτυχημένος όταν δεν σε ξέρει κανείς; Ο κόσμος έπρεπε να το μάθει. Και τώρα που η διασημότητα του είχε προκύψει, του φαινόταν πολύ λογικό, σαν φυσική προέκταση του να είσαι δημοφιλής στο σχολείο σου. Ούτε είχε επιδιώξει να γίνει παρουσιαστής σε εκπομπή –αλήθεια, ποιος το κάνει;– αλλά είχε ενθουσιαστεί όταν του είπαν ότι ήταν φυσικό ταλέντο. Το να στήνεσαι με επιτυχία μπροστά στην κάμερα ήταν σαν να κάθεσαι για πρώτη φορά σε ένα πιάνο και να ανακαλύπτεις ότι είσαι βιρτουόζος. Η τωρινή εκπομπή, πολύ πιο ανάλαφρη από άλλες όπου είχε δουλέψει, στην ουσία ήταν απλώς μια εκπομπή με μουσικά συγκροτήματα, αποκλειστικά βίντεο, συνεντεύξεις με διάσημα πρόσωπα και, ναι, σύμφωνοι, δεν απαιτούσε κάτι ιδιαίτερο – το μόνο που έκανε αυτός ήταν να στέκεται φάτσα στην κάμερα φωνάζοντας «κάντε μπαμ!». Αλλά το έλεγε τόσο καλά και τόσο πιασάρικα, με φοβερή μαγκιά και γοητεία! Η αναγνωρισιμότητα, όμως, ήταν ακόμη καινούρια εμπειρία. Είχε συναίσθηση ότι είχε μια τάση προς αυτό που η Έμμα θα αποκαλούσε «κωλοπαιδισμό», και μ’ αυτό στο νου του είχε αφιερώσει αρκετή σκέψη και προσπάθεια μέχρι να καταλήξει στο τι είδους εικόνα θα έδινε. Με στόχο το να μην δείχνει επιτηδευμένος, ή επαρμένος, ή «δήθεν», είχε βρει μια έκφραση που δήλωνε: Σιγά, δεν τρέχει και τίποτε, τηλεόραση είναι, και ακριβώς σ’ αυτή την έκφραση κατέφυγε τώρα, καθώς φόρεσε πάλι τα γυαλιά του και ξανάπιασε το βιβλίο του. Η Έμμα παρακολούθησε την παράσταση, γελώντας από μέσα της. Την προσπάθεια να το παίξει άνετος, το πώς διεστάλησαν τα ρουθούνια του, το χαμόγελο που τρεμόπαιζε στις γωνίες των χειλιών του. Έσπρωξε τα γυαλιά ψηλά στο μέτωπό της. «Δεν πρόκειται να σε αλλάξει, έτσι;» «Τι;» «Το ότι είσαι πολύ, πολύ, πολύ, πολύ λιγάκι διάσημος». «Τη σιχαίνομαι αυτή τη λέξη. Διάσημος». «Μπα! Και τι θα προτιμούσες; Πασίγνωστος;» «Πώς σου φαίνεται το περιβόητος;» Της χαμογέλασε μοστράροντας τα δόντια του. «Το εκνευριστικός; Πώς σου φαίνεται το εκνευριστικός;» «Άντε παράτα μας». «Εσύ παράτα το». «Ποιο;» «Τη δήθεν μάγκικη προφορά. Για όνομα του Θεού, έχεις βγάλει πανεπιστήμιο!» «Δεν μιλάω με μάγκικη προφορά».


«Όταν είσαι ο κύριος Τι Βι, αυτό κάνεις. Μιλάς σαν να παράτησες τον πάγκο σου με τα ψαρικά στη λαϊκή, για να εμφανιστείς σ’ αυτή τη γουστόζικη εκπομπούλα». «Κι εσύ μιλάς με προφορά Γιορκσάιρ!» «Επειδή είμαι από το Γιορκσάιρ!» Ο Ντέξτερ ανασήκωσε τους ώμους του. «Έτσι πρέπει να μιλάω, αλλιώς θα αποξενώσω το κοινό μου». «Κι αν αποξενώσεις εμένα;» «Ξέρω ότι σε ξενίζει· δεν ανήκεις στα δύο εκατομμύρια των τηλεθεατών που βλέπουν την εκπομπή μου». «Α, έγινε εκπομπή σου τώρα;» «Την εκπομπή όπου εμφανίζομαι». Η Έμμα γέλασε και ξαναγύρισε στο βιβλίο της. Ύστερα από λίγο ο Ντέξτερ ξαναμίλησε. «Τελικά, είσαι;» «Τι πράγμα;» «Απ’ αυτούς που βλέπουν το ξεσαλώνουμε;» «Μπορεί να σε έχω δει μια, δυο φορές. Ξέρεις, να έτυχε να ήταν ανοιχτή η τηλεόραση την ώρα που τσέκαρα το βιβλιάριο επιταγών μου». «Και τι γνώμη έχεις;» Η Έμμα αναστέναξε και στύλωσε το βλέμμα της στο βιβλίο. «Δεν είναι του γούστου μου, Ντεξ». «Πες μου, κι ας μην είναι». «Δεν ξέρω από τηλεόραση…» «Πες μου απλώς τι πιστεύεις». «Λοιπόν, η εκπομπή είναι σαν να ουρλιάζει επί μία ώρα στη μούρη σου ένας μεθυσμένος κάτω από στροβοσκοπικό προβολέα, αλλά όπως σου είπα…» «Εντάξει, το έπιασα το νόημα». Ο Ντέξτερ έριξε μια ματιά στο βιβλίο του και γύρισε πάλι στην Έμμα. «Κι εγώ;» «Εσύ, τι;» «Πώς είμαι – είμαι καλός; Σαν παρουσιαστής;» Η Έμμα έβγαλε τα γυαλιά της. «Ντέξτερ, πιθανώς είσαι ο καλύτερος παρουσιαστής νεανικής τηλεοπτικής εκπομπής που υπήρξε ποτέ στη χώρα, κι αυτού του είδους τα σχόλια εγώ δεν τα κάνω ανάλαφρα». Ανασηκώθηκε στον αγκώνα του, όλο καμάρι. «Για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ να βλέπω τον εαυτό μου ως δημοσιογράφο». Η Έμμα χαμογέλασε μόνη της και γύρισε σελίδα. «Δεν αμφιβάλλω». «Γιατί είναι δημοσιογραφική δουλειά. Κάνω την έρευνα, στήνω τις συνεντεύξεις, προετοιμάζω τις σωστές ερωτήσεις…» Γύρισε και τον κοίταξε πιάνοντας το πιγούνι της δήθεν προβληματισμένη. «Ναι, έχεις δίκιο, σε είδα σ’ εκείνη την πολύ ψαγμένη συνέντευξη ενός ράπερ, του MC Hammer, νομίζω. Τι βάθος, τι οξύτητα…» «Κόψ’ το, Εμ».


«Όχι, σοβαρά, ο τρόπος που του έμπαινες στο ρουθούνι, για την έμπνευσή του, για το παντελόνι του, ήταν –τι να πω;– ανεπανάληπτος». Έκανε πως θα τη χτυπούσε στο κεφάλι με το βιβλίο. «Σκάσε και διάβαζε, Εμ». Ξάπλωσε πάλι πίσω κι έκλεισε τα μάτια του. Η Έμμα τού έριξε μια κλεφτή ματιά για να δει αν χαμογελούσε και, φυσικά, χαμογελούσε. Η ώρα κόντευε δέκα, κι ενώ ο Ντέξτερ κοιμόταν του καλού καιρού η Έμμα πήρε μια πρώτη εικόνα του προορισμού τους: ένας γκρίζος όγκος από γρανίτη να αναδύεται από την πιο καθαρή και γαλάζια θάλασσα που είχε δει ποτέ στη ζωή της. Πάντα πίστευε ότι νερό σε τέτοιο χρώμα ήταν ένα από τα ψέματα των τουριστικών διαφημίσεων, ένα τρικ με φακούς και ειδικά φίλτρα, αλλά τώρα το έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια, αστραφτερό και σμαραγδένιο κάτω από τον ήλιο. Από μακριά το νησί έμοιαζε με έρημο βράχο, εκτός από έναν άμορφο σωρό από σπιτάκια κάτασπρα σαν το εσωτερικό της ινδικής καρύδας, που απλώνονταν από το λιμάνι προς τα πάνω. Κοιτάζοντάς τα βρέθηκε να γελάει σιγανά από τη χαρά της. Ως τώρα τα ταξίδια ήταν γι’ αυτήν κάτι δυσάρεστο και γεμάτο δυσκολίες. Κάθε καλοκαίρι, μέχρι τα δεκάξι της, διακοπές σήμαιναν δυο βδομάδες τσακωμό με την αδερφή της μέσα σ’ ένα τροχόσπιτο στο Φάιλυ, με τους γονείς τους να πίνουν σταθερά, χαζεύοντας τη βροχή από τα παράθυρα: ένα είδος πειράματος για τα όρια της ανθρώπινης συνύπαρξης. Στα χρόνια του πανεπιστημίου είχαν πάει για κάμπινγκ στο Κέρνγκορμς με την Τίλλυ Κίλλικ, έξι μέρες οι δυο τους σε ένα αντίσκηνο που μύριζε στιγμιαία σούπα – κάτι διακοπές της συμφοράς, τόσο-άθλιες-που-τελικάείχε-πλάκα, που τελείωσαν το ίδιο άθλια. Τώρα, στην κουπαστή του πλοίου και ενώ η πόλη στο βράχο φαινόταν όλο και πιο καθαρά, άρχισε να καταλαβαίνει το νόημα των ταξιδιών: ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο μακριά από τα δημόσια πλυντήρια, το πάνω κατάστρωμα του βραδινού λεωφορείου, το δωματιάκι υπηρεσίας στο διαμέρισμα της Τίλλυ. Ο αέρας ήταν διαφορετικός εδώ· όχι μόνο η αίσθηση ή η μυρωδιά του, αλλά η ίδια η υφή του. Στο Λονδίνο ο αέρας ήταν κάτι που έβλεπες μέσα του, σαν εγκαταλειμμένο ενυδρείο. Εδώ όλα ήταν λαμπερά, φωτεινά, καθάρια. Άκουσε το διάφραγμα της φωτογραφικής μηχανής και στράφηκε τη στιγμή που ο Ντέξτερ την τραβούσε άλλη μια αναμνηστική. «Φαίνομαι χάλια» είπε αντανακλαστικά, αν και μπορεί να μην ήταν έτσι. Ο Ντέξτερ πλησίασε, στάθηκε πίσω της και ακούμπησε τα χέρια του στο κάγκελο, δεξιά και αριστερά απ’ τη μέση της. «Πανέμορφο, ε;» «Καλό είναι» είπε η Έμμα, κι ας μην μπορούσε να θυμηθεί άλλη φορά στη ζωή της που να ένιωθε τόσο ευτυχισμένη. Αποβιβάστηκαν –πρώτη φορά που ένιωσε πραγματικά να αποβιβάζεται– και βρέθηκαν σε ένα μικρό πανδαιμόνιο στην προκυμαία, καθώς οι ταξιδιώτες και οι τουρίστες με τα σακίδια άρχισαν να ψάχνουν για κατάλυμα. «Και τώρα τι κάνουμε;» «Θα βρω εγώ κάτι. Εσύ πήγαινε να περιμένεις σ’ εκείνο το καφενείο και θα έρθω να σε πάρω». «Κάτι με μπαλκόνι…»


«Μάλιστα, κυρία μου». «Και θέα, παρακαλώ. Και γραφείο». «Θα δω τι μπορώ να κάνω» της είπε, και με τα σανδάλια του να πλαταγίζουν απομακρύνθηκε προς το μικρό πλήθος. «Και μην ξεχνάς!» του φώναξε η Έμμα. Ο Ντέξτερ γύρισε και την κοίταξε. Στεκόταν μπροστά στο τοιχάκι του λιμανιού, κρατώντας το πλατύγυρο καπέλο της κόντρα στο απαλό ζεστό αεράκι που έκανε το λεπτό γαλάζιο φόρεμα να κολλάει πάνω στο κορμί της. Δεν φορούσε πια γυαλιά και στο άνοιγμα του λαιμού της διέκρινε ένα γαλαξία από φακίδες που δεν τις είχε προσέξει πριν, καθώς το δέρμα της από απαλό ασπρορόδινο είχε αρχίσει να γίνεται μπρούντζινο. «Τους Κανόνες» του φώναξε. «Τι;» «Δύο δωμάτια. Ναι;» «Οπωσδήποτε. Χωριστά δωμάτια». Της χαμογέλασε και ανακατεύτηκε με το πλήθος. Η Έμμα τον παρακολούθησε για λίγο κι ύστερα έσυρε τα δύο σακίδια κατά μήκος της προκυμαίας, προς το μικρό ανεμοδαρμένο καφενείο. Εκεί, έψαξε στην τσάντα της και έβγαλε στιλό και σημειωματάριο, ένα ακριβό χειροποίητο βιβλιαράκι με υφασμάτινο εξώφυλλο, το ημερολόγιο του ταξιδιού τους. Το άνοιξε στην πρώτη λευκή σελίδα και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι να γράψει, κάποια έμπνευση της στιγμής, ή ένα σχόλιο, πέρα από το ότι όλα ήταν τέλεια. Όλα ήταν τέλεια και είχε τη σπάνια, πρωτόγνωρη αίσθηση ότι βρισκόταν ακριβώς εκεί που θα ήθελε να είναι. Ο Ντέξτερ και η σπιτονοικοκυρά στέκονταν στη μέση του δωματίου: άσπροι τοίχοι, δροσερό πέτρινο πάτωμα και μόνη επίπλωση ένα τεράστιο διπλό σιδερένιο κρεβάτι κι ένα γραφειάκι, με μια καρέκλα και ένα βάζο με κάτι ξεραμένα λουλούδια. Παντζούρια με ξύλινες γρίλιες και διπλή μπαλκονόπορτα, που έβγαζε σε ένα μπαλκόνι βαμμένο στο χρώμα του ουρανού, με θέα σε όλο τον κόλπο κάτω. Ο Ντέξτερ βγήκε στο μπαλκόνι και είχε την αίσθηση πως ανέβαινε σε κάποια φανταστική σκηνή. «Είσαστε πόσοι;» τον ρώτησε η κυρία, τριανταπεντάρα, αρκετά όμορφη. «Δύο». «Για πόσες μέρες;» «Δεν ξέρω ακόμη, για πέντε βράδια ίσως, μπορεί και παραπάνω». «Δεν είναι πολύ ωραίο το δωμάτιο;» Ο Ντέξτερ πήγε και κάθισε στο διπλό κρεβάτι, και κουνήθηκε πάνω κάτω για να δοκιμάσει το στρώμα. «Όμως, ξέρετε, η φίλη μου κι εγώ είμαστε απλώς, χμ, καλοί φίλοι. Θα θέλαμε δύο δωμάτια». «Ω! Εντάξει. Έχω δύο δωμάτια». Η Έμμα έχει μικρές φακίδες πάνω στο ντεκολτέ της που δεν τις έχω ξαναδεί. «Ώστε, έχετε δύο δωμάτια;» «Ναι, και βέβαια έχω δύο χωριστά δωμάτια».


«Υπάρχουν καλά και κακά νέα». «Ακούω» είπε η Έμμα κλείνοντας το σημειωματάριό της. «Βρήκα ένα φανταστικό μέρος, με θέα στη θάλασσα, μεγάλο μπαλκόνι, ψηλά, προς το τέρμα του χωριού, ήσυχα αν θέλεις να γράψεις, έχει και ένα μικρό τραπεζάκι και είναι ελεύθερο για τις επόμενες πέντε μέρες, αλλά και παραπάνω αν χρειαστεί». «Και τα άσχημα νέα;» «Έχει μόνο ένα κρεβάτι». «Α!» «Α». «Μάλιστα». «Λυπάμαι». «Σοβαρά;» του είπε καχύποπτα. «Μόνο ένα δωμάτιο σε ολόκληρο νησί;» «Είναι φουλ σεζόν, Έμμα! Κοίταξα παντού!» Μείνε ήρεμος, μην υψώνεις τη φωνή. Καλύτερα να το παίξεις θύμα. «Αν θέλεις να συνεχίσω το ψάξιμο, όμως…» Με έναν κουρασμένο στεναγμό έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα του. Η Έμμα τον έπιασε από το μπράτσο. «Μονό κρεβάτι ή διπλό;» Το ψέμα έπιανε. Ξανακάθισε. «Διπλό. Μεγάλο διπλό». «Χμ. Θα πρέπει να είναι τεράστιο. Για να συμβαδίζει με τους Κανόνες». «Τι να σου πω». Ο Ντέξτερ ανασήκωσε τους ώμους του. «Εγώ προτιμώ να τους σκέφτομαι σαν κατευθυντήριες οδηγίες». Η Έμμα συνοφρυώθηκε. «Εννοώ, εμένα δεν με πειράζει, Εμ, αν εσύ δεν έχεις πρόβλημα». «Ξέρω ότι εσένα δεν σε πειράζει». «Αλλά, αν φοβάσαι πως δεν θα τα καταφέρεις να κρατήσεις τα χέρια σου μακριά μου…» «Εγώ θα τα καταφέρω, για σένα φοβάμαι…» «Γιατί, να ξέρεις, έτσι και μ’ ακουμπήσεις…» Η Έμμα το λάτρεψε το δωμάτιο. Στάθηκε στο μπαλκόνι και άκουγε τα τζιτζίκια, έναν ήχο που ήξερε μόνο από τις ταινίες και που ως τώρα είχε την υποψία ότι ήταν απλώς ένα εξωτικό ηχητικό εφέ. Είχε ξετρελαθεί και με τα λεμόνια κάτω στον κήπο, αληθινά λεμόνια, πάνω σε δέντρα! Μην θέλοντας να φανεί χωριατάκι, δεν είπε τίποτε απ’ αυτά φωναχτά· είπε μόνο ένα «Εντάξει, ας το πιάσουμε» και, ενώ ο Ντέξτερ τα κανόνιζε με τη σπιτονοικοκυρά, μπήκε στο μπάνιο για να συνεχίσει τον πόλεμο με τους φακούς επαφής της. Στο πανεπιστήμιο η Έμμα είχε την ακλόνητη πεποίθηση ότι οι φακοί επαφής ήταν καθαρή ματαιοδοξία, γιατί καλλιεργούσαν συμβατικές αντιλήψεις περί ιδανικής γυναικείας ομορφιάς. Ένα ζευγάρι από τα απλά, γερά, χρηστικά στάνταρ γυαλιά που πρόσφερε το Εθνικό Σύστημα Υγείας ήταν δείγμα ότι δεν ασχολιόσουν με ανοησίες, όπως το να δείχνεις όμορφη, γιατί το μυαλό σου απασχολούσαν υψηλότερα ζητήματα. Αλλά στα χρόνια μετά το κολέγιο αυτό το επιχείρημα είχε καταλήξει να φαίνεται τόσο αόριστο και επιφανειακό, που τελικά είχε υποκύψει στις προτροπές του Ντέξτερ και είχε φορέσει επιτέλους τους αναθεματισμένους φακούς επαφής, για να συνειδητοποιήσει, πολύ αργά, ότι το μόνο που απέφευγε όλα αυτά τα χρόνια


ήταν η κλασική στιγμή της αποκάλυψης στις ταινίες: η βιβλιοθηκάριος βγάζει τα γυαλιά, τινάζει πίσω τα μαλλιά της και «Ω, τι όμορφη που είστε, δεσποινίς Μόρλεϋ». Τώρα το πρόσωπό της στον καθρέφτη τής φαινόταν παράξενο, γυμνό, εκτεθειμένο, σαν να είχε βγάλει τα γυαλιά της μόλις πριν από εννιά μήνες. Οι φακοί είχαν μια τάση να την κάνουν να ανοιγοκλείνει τα μάτια ή να πεταρίζει τα βλέφαρά της. Κολλούσαν στα δάχτυλα και στο πρόσωπό της σαν λέπια ψαριού, γλιστρούσαν κάτω από τα βλέφαρα και χώνονταν τόσο βαθιά που νόμιζε ότι έμπαιναν στο εσωτερικό του κρανίου της. Ύστερα από μια σειρά γκροτέσκους μορφασμούς και την αίσθηση ότι είχε περάσει από χειρουργείο, κατάφερε να μαζέψει το φακό και βγήκε από το μπάνιο με μάτια κατακόκκινα, δακρυσμένη και ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρά της. Ο Ντέξτερ καθόταν στο κρεβάτι με το πουκάμισό του ξεκούμπωτο. «Εμ; Κλαις;» «Όχι. Αλλά είναι νωρίς ακόμη». Βγήκαν στην ανυπόφορη ζέστη του μεσημεριού, με κατεύθυνση το μακρύ μισοφέγγαρο λευκής άμμου που εκτεινόταν γύρω στο ενάμισι χιλιόμετρο μετά το χωριό, και ήρθε η ώρα για τα αποκαλυπτήρια. Η Έμμα το είχε σκεφτεί πολύ το ζήτημα, πάρα πολύ ίσως, και τελικά είχε καταλήξει σε ένα απλό ολόσωμο μαύρο John Lewis, που θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται στιλ Εποχής Εδουάρδου. Καθώς τραβούσε το φόρεμα πάνω από το κεφάλι της για να το βγάλει, αναρωτήθηκε αν ο Ντέξτερ θα θεωρούσε ότι ήταν δειλή που δεν είχε επιλέξει μπικίνι, ότι το ολόσωμο μαγιό ταίριαζε με τα γυαλιά, τα αρβυλάκια και το κράνος ποδηλάτου, ότι ήταν σεμνότυφο, συντηρητικό και ελάχιστα θηλυκό. Όχι πως την ένοιαζε, αν και τη στιγμή που το φόρεμα έφευγε από το κεφάλι της νόμισε ότι τον είδε να ρίχνει μια γρήγορη ματιά προς το μέρος της. Όπως και να ’χε, το ευτύχημα ήταν ότι αυτός είχε διαλέξει ένα από τα φαρδιά, μακριά μαγιό τύπου βερμούδας. Γιατί μια βδομάδα ηλιοθεραπεία δίπλα σε έναν Ντέξτερ με Speedos δύσκολα θα την άντεχε. «Συγγνώμη» της είπε «μήπως είστε το κορίτσι από την Ιπανέμα;». «Όχι, είμαι η θεία της». Κάθισε και προσπάθησε να αλείψει τα πόδια της με αντηλιακή λοσιόν, αλλά με τρόπο που να μην κουνιούνται οι μηροί της. «Τι είναι αυτό που βάζεις;» «Αντηλιακό με δείκτη προστασίας τριάντα». «Δεν σκεπάζεσαι καλύτερα με καμιά κουβέρτα;» «Δεν θέλω να το παρακάνω δεύτερη μέρα». «Είναι σαν μπογιά για τοίχους». «Δεν είμαι μαθημένη στον ήλιο όπως εσύ, περιπλανώμενε των πέντε ηπείρων. Θέλεις να βάλεις;» «Είμαι εναντίον των αντηλιακών». «Ω, Ντέξτερ, είσαι τόσο απόλυτος». Της χαμογέλασε και συνέχισε να την παρακολουθεί πίσω από τα σκούρα γυαλιά του, παρατηρώντας το υψωμένο χέρι της που ανασήκωνε το στήθος της κάτω από το μαύρο ελαστικό ύφασμα του μαγιό και το φούσκωμα της απαλής άσπρης σάρκας γύρω από το λάστιχο. Είχε κάτι η κίνησή της, η ελαφριά κλίση του κεφαλιού προς τα πίσω, ο τρόπος που ανασήκωνε τα μαλλιά της καθώς άπλωνε τη λοσιόν στο λαιμό της, που ξαφνικά ένιωσε εκείνη τη γλυκιά ζάλη που συνοδεύει τη σεξουαλική επιθυμία. Θεούλη μου, σκέφτηκε, άλλες οχτώ


μέρες αυτό. Το μαγιό της ήταν πολύ χαμηλό πίσω και την παρατηρούσε να πασαλείβει αδέξια τη λοσιόν στο χαμηλότερο σημείο. «Θέλεις να σου βάλω εγώ στην πλάτη;» της πρότεινε. Το κόλπο με το αντηλιακό ήταν παλιό και χιλιοπαιγμένο, οπότε σκέφτηκε να το πασάρει σαν απλό ενδιαφέρον. «Θα είναι κρίμα να καείς». «Εμπρός λοιπόν» είπε η Έμμα. Σύρθηκε, κάθισε ανάμεσα στα πόδια του και έσκυψε το κεφάλι προς τα γόνατά της. Ο Ντέξτερ άρχισε να αλείφει την πλάτη της, με το πρόσωπό του τόσο κοντά που ένιωθε την ανάσα του πάνω στο λαιμό της, ενώ εκείνος ένιωθε τη θερμότητα που αντανακλούσε το δέρμα της, και οι δυο παριστάνοντας με ζήλο ότι ήταν κάτι εντελώς καθημερινό και συνηθισμένο και όχι κατάφωρη παραβίαση των Κανόνων Δύο και Τέσσερα, που αφορούσαν το φλερτ και τη σεμνότητα. «Πολύ χαμηλό κόψιμο» σχολίασε ο Ντέξτερ με τα δάχτυλά του στη βάση της σπονδυλικής της στήλης. «Ευτυχώς που δεν φόρεσα το πίσω μπρος!» είπε η Έμμα και στη σιωπή που ακολούθησε σκέφτονταν και οι δυο: Ω Θεέ μου, ω Θεέ μου, ω Θεέ μου. Για να του αποσπάσει την προσοχή, έπιασε τον αστράγαλό του και τράβηξε απότομα το πόδι του προς το μέρος της. «Τι είναι αυτό;» «Τατουάζ. Από την Ινδία». Η Έμμα το έτριψε με τον αντίχειρα σαν να προσπαθούσε να το καθαρίσει. «Είναι το γιν-και-γιανγκ» της εξήγησε «αλλά έχει ξεθωριάσει λίγο». «Μοιάζει με σήμα της τροχαίας». «Σημαίνει την τέλεια ένωση των αντιθέτων». «Σημαίνει τέλος ορίου ταχύτητας. Σημαίνει φόρεσε επειγόντως κάλτσες». Ο Ντέξτερ γέλασε και ακούμπησε τις παλάμες του πάνω στην πλάτη της, ευθυγραμμίζοντας τους αντίχειρες με τις κοιλότητες ανάμεσα στη ραχοκοκαλιά και στις ωμοπλάτες. Πέρασαν μερικές στιγμές. «Έτοιμη η επένδυση!» φώναξε χαρωπά. «Πάμε να κολυμπήσουμε τώρα!» Κι έτσι αργοκύλησε η μακριά ζεστή μέρα. Κολύμπησαν, λαγοκοιμήθηκαν στον ήλιο, διάβασαν και, όταν άρχισε να υποχωρεί η πολλή ζέστη και η παραλία να γεμίζει κόσμο, ένα πρόβλημα έγινε μεμιάς ολοφάνερο. Ο Ντέξτερ το πρόσεξε πρώτος. «Είναι απλώς ιδέα μου ή…» «Τι πράγμα;» «Είναι όλοι τσίτσιδοι σ’ αυτή την παραλία;» Η Έμμα σήκωσε τα μάτια από το βιβλίο της. «Α, ναι». Επέστρεψε στο διάβασμα. «Μην κοιτάς σαν λιγούρης, Ντέξτερ». «Δεν κοιτάω σαν λιγούρης, παρατηρώ. Σπούδασα ανθρωπολογία, το ξέχασες;» «Τρία μείον δεν ήταν ο βαθμός σου;» «Δύο κόμμα δύο, συν. Α, να και οι φίλοι μας». «Ποιοι φίλοι;» «Από το καράβι. Εκεί κάτω. Έχουν στήσει ψησταριά». Καμιά εικοσαριά μέτρα πιο πέρα, ο νεαρός, ολόγυμνος και κάτασπρος, ήταν καθισμένος πάνω στις φτέρνες του μπροστά από ένα αλουμινένιο δισκάκι που έβγαζε καπνούς, και έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να ζεσταθεί στη φωτιά, ενώ η κοπελιά του –δύο άσπρα τριγωνάκια πάνω, ένα μαύρο χαμηλότερα– είχε


τεντωθεί στις μύτες των ποδιών της και τους κουνούσε το χέρι. Ο Ντέξτερ ανταπέδωσε το χαιρετισμό γελαστός. «Δεν φοράς τίιιποτααααα!» Η Έμμα κοίταξε αλλού. «Εγώ αυτό δεν θα μπορούσα να το κάνω ποτέ». «Ποιο;» «Μπάρμπεκιου γυμνή». «Εμ, είσαι πολύ συντηρητική». «Δεν είναι συντηρητισμός, είναι στοιχειώδης ασφάλεια και υγιεινή. Ζήτημα υγιεινής που αφορά το φαγητό». «Εγώ θα έψηνα γυμνός». «Εδώ είναι που διαφέρουμε, Ντεξ. Εσύ είσαι ριψοκίνδυνος και τυχοδιώκτης». «Ίσως πρέπει να πάμε να τους πούμε ένα γεια». «Όχι!» «Λίγη κουβεντούλα». «Με το ένα χέρι στο πουλί του και στο άλλο ένα μπούτι κοτόπουλο; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Άλλωστε, είναι παραβίαση του πρωτοκόλλου του γυμνισμού, δεν είναι;» «Ποιο πράγμα;» «Να μιλάς σε κάποιον που είναι γυμνός ενώ είσαι ντυμένος». «Δεν ξέρω. Είναι;» «Συγκεντρώσου στο βιβλίο σου, εντάξει;» Η Έμμα στράφηκε πάλι προς τα δεντράκια, αλλά με τα χρόνια είχε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο οικειότητας με τον Ντέξτερ, που σχεδόν μπορούσε να ακούσει μια ιδέα να κατεβαίνει στο μυαλό του, σαν πέτρα που σκάει πάνω σε λάσπη. Και, φυσικά, όπως το περίμενε: «Λοιπόν, τι λες;» «Για ποιο πράγμα;» «Δεν το κάνουμε κι εμείς;» «Ποιο;» «Να βγάλουμε τα μαγιό μας». «Όχι, εμείς δεν θα τα βγάλουμε!» «Όλοι οι άλλοι τα έχουν βγάλει!» «Αυτός δεν είναι λόγος! Και ο Τέταρτος Κανόνας;» «Όχι κανόνας, γενική οδηγία είπαμε». «Όχι. Κανόνας». «Ε, και; Ας τον παρακάμψουμε». «Αν τον παρακάμψεις, δεν θα είναι κανόνας». Ο Ντέξτερ κάθισε πάλι στην άμμο μουτρωμένος. «Απλώς είναι αγένεια, τι άλλο να πω;» «Ωραία, κάν’ το. Εγώ θα κοιτάζω αλλού». «Δεν έχει κανένα νόημα να το κάνω μόνος μου» μουρμούρισε φουρκισμένος ο Ντέξτερ. Η Έμμα ξάπλωσε πάλι ανάσκελα στην άμμο. «Ντέξτερ, γιατί στην ευχή θέλεις τόσο πολύ να βγάλω τα ρούχα μου;» «Απλώς σκέφτηκα ότι θα είμαστε πιο χαλαροί χωρίς μαγιό». «Α-πίστευτο, εντελώς απίστευτο…» «Γιατί, δεν θα ήσουν πιο χαλαρή;»


«ΟΧΙ!» «Γιατί όχι;» «Δεν έχει σημασία το γιατί! Εξάλλου δεν νομίζω ότι θα άρεσε στη φιλενάδα σου». «Την Ίνγκριντ δεν την πειράζει. Είναι πολύ ανοιχτόμυαλη η Ίνγκριντ. Αυτή έχει βγάλει το μπλουζάκι της στο WH Smiths στο αεροδρόμιο…» «Λυπάμαι που σε απογοητεύω, Ντέξτερ». «Δεν με απογοητεύεις». «Αλλά υπάρχει μια διαφορά…» «Τι διαφορά;» «Καταρχάς, η Ίνγκριντ ήταν μοντέλο». «Ε, και; Κι εσύ θα μπορούσες να ήσουν μοντέλο». Η Έμμα γέλασε ξερά. «Ω, Ντέξτερ, ειλικρινά το πιστεύεις αυτό που λες;» «Για καταλόγους και τέτοια. Έχεις υπέροχο σώμα». «Υπέροχο σώμα. Θεέ μου φύλαγε!» «Αυτό που λέω είναι εντελώς αντικειμενικό. Είσαι μια πολύ ωραία γυναίκα…» «Που δεν λέει να βγάλει τα ρούχα της! Αν θέλεις σώνει και καλά να μαυρίσεις τα απόκρυφά σου, εμπρός, κάν’ το. Μπορούμε τώρα ν’ αλλάξουμε θέμα;» Ο Ντέξτερ γύρισε μπρούμυτα δίπλα της, βάζοντας τα χέρια του για μαξιλάρι, έτσι που οι αγκώνες τους σχεδόν αγγίζονταν, και για άλλη μια φορά η Έμμα άκουσε καθαρά τη σκέψη του. Τη σκούντησε ελαφρά με τον αγκώνα του. «Εξάλλου δεν θα είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί». Η Έμμα κατέβασε αργά το βιβλίο της, ανέβασε τα γυαλιά της ψηλά στο μέτωπο και έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος του. «Δεν κατάλαβα;» «Λέω ότι κανείς από τους δυο μας δεν έχει κάτι κρυφό που να μην το έχει δει ο άλλος. Όσον αφορά τη γύμνια». Η Έμμα τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. «Εκείνη τη νύχτα, θυμάσαι; Μετά το πάρτι της αποφοίτησης; Τη μία και μοναδική ερωτική μας νύχτα;» «Ντέξτερ;» «Απλώς λέω ότι δεν υπάρχουν εκπλήξεις, από πλευράς γεννητικών οργάνων». «Θα ξεράσω…» «Ξέρεις τι εννοώ…» «Αυτά έγιναν πολύ παλιά…» «Όχι και τόσο παλιά. Αν κλείσω τα μάτια μου, είναι σαν να βλέπω…» «Μην…» «Όπα, να το…» «Ήταν σκοτεινά…» «Όχι εντελώς σκοτεινά…» «Είχα πιει…» «Έτσι λένε όλες…» «Όλες; Ποιες όλες;» «Ούτε είχες πιει τόσο πολύ…»


«Αρκετά ώστε να χαμηλώσω τα στάνταρ μου. Επίσης, θυμάμαι καλά ότι δεν έγινε τίποτε». «Δεν θα το έλεγα τίποτε, από το σημείο όπου κειτόμουν. “Κειτόμουν”; Σωστό είναι αυτό;» «Άσε καλύτερα. Ήμουν πολύ νέα και δεν είχα ιδέα τι έκανα. Αν θέλεις να ξέρεις το έχω διαγράψει απ’ τη μνήμη μου, σαν τροχαίο δυστύχημα». «Εγώ όμως όχι. Αν κλείσω τα μάτια μου είναι σαν να σε βλέπω μπροστά μου, τη σιλουέτα σου κόντρα στο πρωινό φως, τη φόρμα με τις τιράντες προκλητικά πεταμένη πάνω στο χαλάκι του Habitat…» Του έριξε μια στη μύτη με το βιβλίο της. «Άου!» «Άκου, δεν πρόκειται να γδυθώ, εντάξει; Και δεν φορούσα εργατική φόρμα. Δεν έχω φορέσει ποτέ στη ζωή μου εργατική φόρμα». Μάζεψε το βιβλίο της κι άρχισε να γελάει σιγανά μόνη της. «Πού είναι το αστείο;» «Το χαλάκι του Habitat». Γέλασε πάλι και τον κοίταξε τρυφερά. «Με κάνεις να γελάω πολύ μερικές φορές». «Αλήθεια;» «Αραιά και πού. Πρέπει να παίξεις στην τηλεόραση». Ικανοποιημένος ο Ντέξτερ χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια του. Είχε όντως ανασύρει μια ολοζώντανη εικόνα από εκείνη τη νύχτα: την Έμμα ξαπλωμένη στο μονό κρεβάτι, φορώντας μόνο τη φούστα της, με τα χέρια της σηκωμένα ψηλά πάνω από το κεφάλι της καθώς φιλιούνταν. Και μ’ αυτή την ανάμνηση τον πήρε τελικά ο ύπνος. Αργά το απόγευμα επέστρεψαν στο δωμάτιο, κουρασμένοι, ιδρωμένοι και ξαναμμένοι από τον ήλιο και να το πάλι εκεί: το κρεβάτι. Έκαναν το γύρο του και βγήκαν εναλλάξ στο μπαλκόνι που είχε θέα τη θάλασσα από ψηλά, θαμπή τώρα καθώς ο ουρανός έπαιρνε τις κόκκινες αποχρώσεις του ηλιοβασιλέματος. «Ωραία. Ποιος θα κάνει πρώτος ντους;» «Πήγαινε εσύ. Εγώ θα καθίσω λίγο εδώ έξω να διαβάσω». Η Έμμα βολεύτηκε στην ξεθωριασμένη σεζλόνγκ στη σκιά, ακούγοντας τον ήχο του τρεχούμενου νερού από το μπάνιο και προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στα μικρά τυπογραφικά στοιχεία του ρώσικου μυθιστορήματος, που έμοιαζαν να γίνονται όλο και πιο μικρούτσικα με κάθε σελίδα που γύριζε. Ξαφνικά σηκώθηκε, πήγε ως το ψυγειάκι που το είχαν γεμίσει εμφιαλωμένα νερά και μπίρες, πήρε ένα κουτάκι και πρόσεξε ότι η πόρτα του μπάνιου είχε ανοίξει από μόνη της. Κουρτίνα στο ντους δεν υπήρχε. Είδε τον Ντέξτερ προφίλ να στέκεται κάτω από τον πίδακα του κρύου νερού, με τα μάτια κλειστά, το κεφάλι ριγμένο πίσω, τα χέρια του σηκωμένα ψηλά. Πρόσεξε τις ωμοπλάτες του, τη μακριά ηλιοκαμένη πλάτη, τα δυο λακκάκια στην κορυφή της λεκάνης πάνω από τους μικρούς, σφιχτούς άσπρους γλουτούς. Και, ω Θεέ μου, γύριζε προς το μέρος της τώρα, και το κουτάκι γλίστρησε από το χέρι της και έσκασε κάτω συρίζοντας, αφρίζοντας και κάνοντας σβούρες από μόνο του πάνω στο πάτωμα. Του πέταξε μια πετσέτα σαν να παγίδευε κάποιο άγριο τρωκτικό, και όταν γύρισε ξανά και κοίταξε, είδε τον Ντέξτερ, τον πλατωνικό φίλο της, ολόγυμνο, να κρατάει χαλαρά μπροστά στο επίμαχο σημείο την αλλαξιά με τα ρούχα του. «Μου γλίστρησε από το χέρι!» είπε, πατώντας την πετσέτα για να


μαζέψει τους αφρούς, ενώ σκεφτόταν: Άλλες οχτώ μέρες και νύχτες αυτό το πράγμα. Θεέ μου, θα πάρω φωτιά. Ήταν η σειρά της να κάνει ντους. Έκλεισε καλά την πόρτα, ξέπλυνε την μπίρα από τα χέρια της, κι ύστερα άρχισε τα ακροβατικά προσπαθώντας να γδυθεί στο μικροσκοπικό υγρό μπάνιο που μύριζε ακόμη από το αφτερσέιβ του Ντέξτερ. Με βάση τον Τέταρτο Κανόνα, ο Ντέξτερ ήταν αναγκασμένος να βγει και να περιμένει στο μπαλκόνι μέχρι να σκουπιστεί και να ντυθεί η Έμμα, αλλά έπειτα από μερικούς πειραματισμούς ανακάλυψε ότι φορώντας τα σκούρα γυαλιά του και στρέφοντας ελάχιστα το κεφάλι του, την έβλεπε να καθρεφτίζεται στο τζάμι της μπαλκονόπορτας καθώς πάλευε να βάλει λοσιόν στη βάση της πλάτης της, που είχε αρχίσει να παίρνει χρώμα από τον ήλιο. Παρακολούθησε την κίνηση των γλουτών της καθώς φορούσε το κιλοτάκι της, το λύγισμα της πλάτης της καθώς κούμπωνε το σουτιέν, τα υψωμένα χέρια και το γαλάζιο αμάνικο φόρεμα που κατέβηκε σαν αυλαία. Βγήκε και τον συνάντησε έξω στο μπαλκόνι. «Ίσως θα έπρεπε να μείνουμε εδώ» της είπε. «Αντί να τρέχουμε από νησί σε νησί, ας αράξουμε εδώ μια βδομάδα, μετά πίσω στη Ρόδο και αποκεί στην πατρίδα». Του χαμογέλασε. «Ίσως. Γιατί όχι». «Δεν φοβάσαι μήπως βαρεθείς;» «Δεν νομίζω». «Ευχαριστημένη γενικά;» «Αν εξαιρέσεις το πρόσωπό μου που το αισθάνομαι σαν ψημένη ντομάτα…» «Για να δω…» Κλείνοντας τα μάτια της γύρισε προς το μέρος του με τεντωμένο ψηλά το πιγούνι της και τα μαλλιά της υγρά ακόμη και χτενισμένα όλα προς τα πίσω, να αφήνουν ελεύθερο το πρόσωπό της που ήταν λείο και πεντακάθαρο. Ήταν η Έμμα, αλλά μια Έμμα ολοκαίνουργη· έλαμπε. Σκέφτηκε: Είναι επειδή την άρπαξε ο ήλιος. Κι ύστερα σκέφτηκε: Φίλησέ την, πιάσε το πρόσωπό της και φίλησέ την. Η Έμμα άνοιξε ξαφνικά τα μάτια της. «Τι κάνουμε τώρα;» «Ό,τι θέλεις». «Μια παρτίδα Σκραμπλ;» «Έχω κι εγώ τα όριά μου». «Εντάξει. Πάμε να φάμε, τι λες; Σίγουρα θα έχουν την περίφημη ελληνική σαλάτα». Τα εστιατόρια στη μικρή πόλη ήταν κάτι το ιδιαίτερο, από την άποψη ότι ήταν όλα ολόιδια. Ο αέρας ήταν βαρύς από την τσίκνα ψητού αρνιού και κάθισαν σε ένα ήσυχο μαγαζάκι στο τέρμα του λιμανιού, εκεί όπου ξεκινούσε το μισοφέγγαρο της παραλίας, και ήπιαν άσπρο κρασί που είχε γεύση πεύκου. «Χριστουγεννιάτικο δέντρο» είπε ο Ντέξτερ. «Αποσμητικό χώρου» είπε η Έμμα. Μουσική έπαιζε από ηχεία κρυμμένα πίσω από πλαστικές περικοκλάδες, το «Get into the Groove» της Μαντόνα. Έφαγαν μπαγιάτικα φραντζολάκια, παραψημένα αρνίσια παϊδάκια, σαλάτα πνιγμένη στο ξύδι, και όλα ήταν νοστιμότατα. Μετά από λίγο άρχισε να τους φαίνεται υπέροχο και το κρασί, κάτι σαν νόστιμο στοματικό διάλυμα, και σύντομα η Έμμα ένιωσε έτοιμη


να παραβιάσει τον Κανόνα Δύο: Όχι φλερτ. Ποτέ της δεν τα κατάφερνε καλά στο φλερτ. Οι σπασμωδικές της εξάρσεις ναζιού ήταν πάντα άχαρες και αδέξιες, σαν να πιάνεις κουβέντα κάνοντας πατίνι σε λιθόστρωτο. Αλλά ο συνδυασμός της ρετσίνας και του ήλιου την έκανε να αισθάνεται ανάλαφρη και συναισθηματική. Φόρεσε τα πατίνια της. «Έχω μια ιδέα». «Λέγε». «Αν είναι να αράξουμε εδώ για οχτώ μέρες, θα ξεμείνουμε από θέματα για συζήτηση, σωστά;» «Όχι απαραίτητα». «Έτσι, για να είμαστε σίγουροι…» Έσκυψε μπροστά πάνω στο τραπέζι και ακούμπησε το χέρι της στον καρπό του. «Λέω να πούμε ο ένας στον άλλον κάτι που να μην το ξέρει». «Κάτι σαν μυστικό δηλαδή;» «Ακριβώς. Ένα μυστικό, κάτι που ο άλλος δεν θα το περιμένει – ένα για κάθε βράδυ σε όλες τις διακοπές μας». «Σαν να παίζουμε την μπουκάλα;» Του Ντέξτερ του άρεσε πολύ. Θεωρούσε τον εαυτό του παίχτη παγκοσμίου επιπέδου στην μπουκάλα. «Εντάξει. Εσύ πρώτη». «Όχι, εσύ πρώτος». «Γιατί εγώ;» «Έχεις πολύ μεγαλύτερη γκάμα». Ήταν αλήθεια, είχε ένα απύθμενο απόθεμα μυστικών. Θα μπορούσε να της πει ότι την έβλεπε κρυφά την ώρα που ντυνόταν νωρίτερα, ή ότι είχε αφήσει επίτηδες την πόρτα του μπάνιου να ανοίξει όταν έκανε ντους. Θα μπορούσε να της πει ότι είχε καπνίσει ηρωίνη με τη Ναόμι, ή ότι λίγο πριν τα Χριστούγεννα είχε ρίξει ένα στα γρήγορα με τη συγκάτοικό της, την Τίλλυ Κίλλικ· ένα μασάζ στις πατούσες που είχε ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο, την ώρα που η Έμμα είχε πάει στο Γούλγουορθς να αγοράσει φωτάκια για το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αλλά ίσως ήταν καλύτερα να διαλέξει κάτι που δεν θα τον έκανε να φανεί ρηχός ή αχαλίνωτος, διπρόσωπος ή ξιπασμένος. Του πήρε αρκετή ώρα να το σκεφτεί. «Εντάξει, έτοιμος». Ξερόβηξε πριν ξεκινήσει. «Πριν από κάνα δυο βδομάδες σ’ ένα κλαμπ, ξέφυγε η κατάσταση μ’ έναν τύπο». Η Έμμα τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. «Έναν τύπο;» είπε και άρχισε να γελάει. «Λοιπόν, Ντέξτερ, σου βγάζω το καπέλο. Πραγματικά είσαι γεμάτος εκπλήξεις…» «Τίποτε σοβαρό, εκτός που ήμουν πίτα…» «Πάντα έτσι λέτε όλοι μετά. Για πες μου, όμως – τι έγινε;» «Ήταν μια χάρντκορ γκέι βραδιά σ’ εκείνο το κλαμπ στο Βόξχολ, το Στραπ…» «Καμάκι στο Στραπ! Οι ντίσκο δεν λέγονται πια Ρόξι ή Μανχάταν;» «Δεν είναι ντίσκο, είναι γκέι κλαμπ». «Και τι γύρευες εσύ σ’ ένα γκέι κλαμπ;» «Πηγαίνουμε συχνά. Η μουσική είναι πολύ καλύτερη. Πιο χάρντκορ, όχι σαν αυτή τη χαζοχαρούμενη χάουζ…»


«Διανοούμενέ μου εσύ!» «Τέλος πάντων, ήμουν εκεί με την Ίνγκριντ και τις φίλες της, χόρευα και έρχεται ξαφνικά αυτός ο τύπος και με φιλάει, και τότε, ξέρεις, κάπως τον φίλησα κι εγώ, ας πούμε». «Και;…» «Τι;» «Σου άρεσε;» «Καλά ήταν. Ένα φιλί σαν όλα. Ένα στόμα δεν είναι παρά ένα στόμα, σωστά;» Η Έμμα γέλασε μια φορά, δυνατά. «Ντέξτερ, κατά βάθος είσαι ποιητής. “Ένα στόμα, δεν είναι παρά ένα στόμα”. Πολύ ωραίο, υπέροχο. Δεν είναι από το “As time goes by”;» «Ξέρεις τι εννοώ». «Ένα στόμα δεν είναι παρά ένα στόμα. Πρέπει να το γράψουν στον τάφο σου. Τι είπε η Ίνγκριντ;» «Γέλασε. Δεν την πειράζει· μάλλον της άρεσε». Ανασήκωσε τους ώμους του με ύφος μπλαζέ. «Η Ίνγκριντ είναι μπαϊσέξουαλ έτσι κι αλλιώς, οπότε…» Η Έμμα γύρισε τα μάτια της προς τον ουρανό. «Μπαϊσέξουαλ, φυσικά, τι να λέμε τώρα» αναφώνησε, κι ο Ντέξτερ χαμογέλασε λες και η αμφισεξουαλικότητα της Ίνγκριντ ήταν δικό του επίτευγμα. «Ε, δεν είναι και τίποτε φοβερό! Στην ηλικία μας υποτίθεται ότι πρέπει να πειραματιζόμαστε με τη σεξουαλικότητά μας». «Αλήθεια; Εμένα δεν μου λέει τίποτα». «Πρέπει να δοκιμάζεις πράγματα». «Άφησα μια φορά τα φώτα ανοιχτά, αλλά δεν νομίζω ότι θα το ξανάκανα». «Πρέπει να το συνεχίσεις, Εμ. Ξεφορτώσου πια όλες αυτές τις αναστολές». «Ω, Ντεξ, είσαι αυθεντία. Τι φορούσε ο φίλος σου από το Στραπ, πες μου». «Όχι Το Στραπ. Σκέτο Στραπ. Χάμουρα και δερμάτινο παντελόνι. Ο Στιούαρτ. Μηχανικός της British Telecom». «Θα ξαναβρεθείτε με τον Στιούαρτ;» «Μόνο αν χαλάσει το τηλέφωνό μου. Δεν ήταν ο τύπος μου». «Είχα την εντύπωση ότι δεν έχεις κανένα συγκεκριμένο τύπο». «Ήταν απλώς ένα γραφικό επεισόδιο, τίποτε παραπάνω. Γιατί γελάς;» «Δείχνεις τόοοοσο ικανοποιημένος από τον εαυτό σου». «Όχι, δεν είμαι! Ομοφοβική!» Ο Ντέξτερ άρχισε να κοιτάζει έντονα κάτι πάνω από τον ώμο της. «Τα ρίχνεις στη σερβιτόρα;» «Προσπαθώ να τραβήξω την προσοχή της για να μας φέρει κι άλλο κρασί. Σειρά σου τώρα. Το δικό σου μυστικό». «Ω, παραιτούμαι. Αδύνατον να σε ανταγωνιστώ». «Καμιά εμπειρία κορίτσι-κορίτσι;» Η Έμμα κούνησε το κεφάλι της παραιτημένη. «Ξέρεις, θα σου ξεφύγει καμιά μέρα τίποτε τέτοιο σε καμιά πραγματική λεσβία και θα σου σπάσει το σαγόνι». «Δηλαδή, δεν έχεις νιώσει ποτέ έλξη για…»


«Μην γίνεσαι φορτικός, Ντέξτερ. Τώρα, θέλεις ν’ ακούσεις το μυστικό μου, ή όχι;» Έφτασε η σερβιτόρα με δύο ποτήρια ελληνικό μπράντι, κέρασμα του καταστήματος, το είδος του ποτού που δίνεται μόνο χάρισμα. Η Έμμα ρούφηξε μια γουλιά, μόρφασε κι ύστερα έγειρε το κεφάλι στο πλάι, στηρίζοντας το μάγουλό της στην παλάμη με τρόπο που υπαινισσόταν ότι θα ακολουθούσε μια μεθυσμένη εξομολόγηση. «Ένα μυστικό. Για να σκεφτώ». Χτύπησε το πιγούνι της με το δάχτυλο. Θα μπορούσε να του πει ότι τον είχε δει γυμνό στο ντους, ή ότι ήξερε για την Τίλλυ Κίλλικ τα Χριστούγεννα και για το μασάζ στις πατούσες που είχε καταλήξει εκτός ελέγχου. Θα μπορούσε ακόμα και να του πει ότι το 1983 είχε φιλήσει την Πόλλυ Ντόσον στο δωμάτιό της, αλλά ήξερε ότι δεν θα κατάφερνε να το φτάσει ως το τέλος. Εξάλλου, ήξερε από την αρχή της βραδιάς τι σκόπευε να του φανερώσει. Έτσι, με μουσική υπόκρουση το «Like a Prayer», σάλιωσε τα χείλη της, έκανε το βλέμμα της έντονο, έκανε και μερικές άλλες ρυθμίσεις στα χαρακτηριστικά της, μέχρι που πήρε το ύφος που η ίδια θεωρούσε το πιο ελκυστικό της, αυτό που έπαιρνε όταν πόζαρε για φωτογραφία. «Όταν γνωριστήκαμε στο πανεπιστήμιο, πριν γίνουμε, ξέρεις, φιλαράκια, εγώ ήμουν λίγο καψούρα μαζί σου. Όχι λίγο, απελπιστικά καψούρα. Για χρόνια. Έγραφα μέχρι και ηλίθια ποιήματα για πάρτη σου». «Ποιήματα; Σοβαρά;» «Δεν είμαι περήφανη για τον εαυτό μου». «Μάλιστα. Μάλιστα». Ο Ντέξτερ λύγισε τα χέρια του πιάστηκε από την άκρη του τραπεζιού και χαμήλωσε τα μάτια του. «Λυπάμαι, Εμ, αλλά αυτό δεν μετράει». «Γιατί;» «Γιατί είπες ότι θα πρέπει να είναι κάτι που να μην το ξέρω». Τώρα χαμογελούσε αυτάρεσκα και η Έμμα συνειδητοποίησε για άλλη μια φορά ότι η ικανότητά του να την απογοητεύει δεν είχε όρια. «Θεέ μου, Ντεξ, είσαι ανυπόφορος!» Και του έδωσε μια με την ανάποδη του χεριού της στο μέρος όπου ήταν περισσότερο καμένος από τον ήλιο. «Άου!» «Πώς το ήξερες;» «Μου το είπε η Τίλλυ». «Μπράβο, Τίλλυ». «Τι έγινε τελικά;» Η Έμμα στύλωσε το βλέμμα της στον πάτο του ποτηριού της. «Είναι απ’ αυτά που σου περνάνε με τον καιρό. Όπως ο έρπητας». «Σοβαρά τώρα, τι έγινε;» «Σε γνώρισα από κοντά. Και με θεράπευσες». «Θέλω να τα διαβάσω αυτά τα ποιήματα. Τι κάνει ομοιοκαταληξία με το Ντέξτερ;» «Τα κατέστρεψα εδώ και χρόνια. Τους έβαλα φωτιά και τα έκαψα». Νιώθοντας εντελώς ανόητη και απογοητευμένη, ήπιε άλλη μια φορά από το άδειο ποτηράκι. «Ήπιαμε πολύ. Πρέπει να φύγουμε». Έψαξε αφηρημένα με το βλέμμα της για το σερβιτόρο και ο Ντέξτερ άρχισε κι αυτός να αισθάνεται άσχημα. Θα μπορούσε να της είχε πει τόσα και τόσα άλλα πράγματα· προς τι η


αυταρέσκεια, οι εξυπνάδες, η έλλειψη γενναιοδωρίας; Της σκούντησε μαλακά το χέρι αγωνιώντας να βρει έναν τρόπο να επανορθώσει. «Πάμε έναν περίπατο;» Η Έμμα δίστασε. «Εντάξει» είπε τελικά. «Ας κάνουμε έναν περίπατο». Περπάτησαν ακολουθώντας την ακτογραμμή του κόλπου, μπροστά από τις μισοχτισμένες οικοδομές της πόλης, που απλωνόταν κατά μήκος της ακτής, κι από ένα καινούριο τουριστικό συγκρότημα που το έκραξαν όπως του άξιζε, κι ενώ κουβέντιαζαν η Έμμα πήρε την απόφαση να είναι πιο λογική και συγκρατημένη στο μέλλον. Το παράτολμο φέρσιμο και ο αυθορμητισμός ήταν πράγματα που δεν της ταίριαζαν, δεν μπορούσε να τα υποστηρίξει και τα αποτελέσματα δεν ήταν ποτέ αυτά που έλπιζε. Η εξομολόγησή της στον Ντέξτερ την είχε αφήσει με την αίσθηση ότι είχε πετάξει μια μπάλα με όλη της τη δύναμη, την είχε δει να διαγράφει μια φοβερή τροχιά ψηλά στον αέρα και, λίγες στιγμές μετά, είχε ακούσει ένα τζάμι να γίνεται κομμάτια. Αποφάσισε ότι, για το υπόλοιπο διάστημα που θα έμεναν μαζί, θα ήταν πάντα προσγειωμένη, νηφάλια και πιστή στους Κανόνες. Θυμήσου την Ίνγκριντ, είπε στον εαυτό της, που είναι πανέμορφη, μπαϊσέξουαλ, χωρίς αναστολές και τον περιμένει στο Λονδίνο. Τέρμα οι ακατάλληλες αποκαλύψεις. Στο μεταξύ θα έσερνε αναγκαστικά μαζί της εκείνο τον ηλίθιο διάλογο, σαν ρολό χαρτί τουαλέτας σκαλωμένο στο τακούνι της. Τώρα είχαν αφήσει πίσω τους την πόλη και ο Ντέξτερ την έπιασε από το χέρι για να τη στηρίζει καθώς παραπατούσαν ζαλισμένοι πάνω στα βουναλάκια της άμμου, που ήταν ακόμη ζεστή από τον ήλιο της ημέρας. Κατέβηκαν προς τη θάλασσα όπου η άμμος ήταν υγρή και συμπαγής και η Έμμα πρόσεξε ότι ο Ντέξτερ δεν είχε αφήσει το χέρι της. «Πού ακριβώς πάμε;» τον ρώτησε, σέρνοντας ελαφρά τα λόγια της από το πιοτό. «Εγώ λέω να κολυμπήσω. Έρχεσαι;» «Παλάβωσες». «Έλα!» «Θα πνιγώ». «Όχι, βέβαια. Κοίτα, είναι πολύ όμορφα». Η θάλασσα ήταν πολύ ήρεμη και καθαρή σαν ένα υπέροχο ενυδρείο, κιτρινόμαυρη με μια φωσφορίζουσα λάμψη. Όταν έπαιρνες νερό στις χούφτες σου στραφτάλιζε. Ο Ντέξτερ τραβούσε ήδη το μπλουζάκι του πάνω από το κεφάλι. «Έλα. Θα ξεμεθύσουμε». «Μα, δεν έχω φέρει το μα…» Ξαφνικά της ήρθε η αποκάλυψη. «Α, μάλιστα». Γέλασε. «Τώρα κατάλαβα τι γίνεται εδώ…» «Τι;» «Έπεσα στην παγίδα κανονικά, ε;» «Τι πράγμα;» «Το παλιό γνωστό κόλπο με τη βραδινή βουτιά. Μεθάς πρώτα το κορίτσι και μετά ψάχνεις την κοντινότερη υδάτινη έκταση για να…» «Έμμα, είσαι εντελώς πουριτανή. Γιατί είσαι τόσο πουριτανή;» «Κολύμπα εσύ, εγώ θα περιμένω εδώ». «Καλά, αλλά θα το μετανιώσεις». Τώρα της είχε γυρίσει την πλάτη και έβγαζε το παντελόνι του και μετά το εσώρουχό του. «Μην τα βγάζεις όλα!» φώναξε πίσω του η Έμμα, παρακολουθώντας τη μαυρισμένη πλάτη του και τους άσπρους γλουτούς καθώς έμπαινε αποφασιστικά στο νερό. «Εδώ δεν είναι το


Στραπ, ξέρεις!» Ο Ντέξτερ βούτηξε στο νερό κι αυτή έμεινε όρθια στην παραλία, ζαλισμένη από το ποτό, νιώθοντας μόνη και άσχετη. Δεν ήταν ακριβώς αυτή μια από τις εμπειρίες που λαχταρούσε να δοκιμάσει κάποτε; Γιατί να μην είναι λίγο πιο αυθόρμητη και ανέμελη; Αν φοβόταν τόσο πολύ να βουτήξει χωρίς μαγιό, πώς περίμενε ότι θα έβρισκε ποτέ το θάρρος να πει σε έναν άντρα ότι τον ήθελε; Πριν ολοκληρώσει τη σκέψη της είχε ήδη σκύψει· άρπαξε τον ποδόγυρο του φουστανιού της και με μια αποφασιστική κίνηση το τράβηξε πάνω από το κεφάλι της. Έβγαλε και τα εσώρουχα, κλοτσώντας το σλιπάκι με το πόδι της στον αέρα, τα παράτησε εκεί που έπεσαν και, γελώντας και βλαστημώντας από μόνη της, έτρεξε προς την άκρη του νερού. Πατώντας μόλις στις μύτες των ποδιών του, ο Ντέξτερ σκούπισε τα νερά από τα μάτια του, κοίταξε την ανοιχτή θάλασσα μπροστά του και αναρωτήθηκε τι θα γινόταν τώρα. Είχε ενδοιασμούς· άρχιζε να έχει ενδοιασμούς. Εδώ υπήρχε σαφώς μια κατάσταση, αλλά δεν είχε αποφασίσει ότι θα προσπαθούσε να αποφύγει τις καταστάσεις για λίγο, να είναι λιγότερο αυθόρμητος και δεν με μέλει; Εδώ επρόκειτο για την Έμμα Μόρλεϋ και η Έμμα ήταν πολύτιμη, ήταν η καλύτερη φίλη του ίσως. Και τι θα γινόταν μετά με την Ίνγκριντ, την τρομερή Ίνγκριντ; Ξαφνικά άκουσε μια φάλτσα τσιρίδα χαράς από την παραλία, στράφηκε, πολύ αργά δυστυχώς, και είδε την Έμμα τη στιγμή ακριβώς που έπεφτε κουτρουβαλώντας στο νερό, σαν να την είχαν σπρώξει από πίσω. Κολύμπησε προς το μέρος του πλατσουρίζοντας με άτσαλες απλωτές και ο Ντέξτερ αποφάσισε να είναι ειλικρινής και έντιμος, έτσι για αλλαγή, και ό,τι ήταν να γίνει ας γίνει. Η Έμμα έφτασε κοντά του λαχανιασμένη. Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι το νερό είναι διάφανο, προσπαθούσε μάταια να του πετάξει νερά, με το ένα της χέρι διπλωμένο πάνω στο στήθος της. «Αυτό είναι λοιπόν!» «Ποιο;» «Βραδινό κολύμπι χωρίς ρούχα!» «Ναι. Πώς σου φαίνεται;» «Καλό είναι. Πλάκα έχει. Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω τώρα, να πλατσουρίζω, να σε καταβρέχω, τι;» Μάζεψε λίγο νερό στη χούφτα της και του το πέταξε. «Το κάνω σωστά;» Πριν προλάβει να συνεχίσει το κατάβρεγμα, το ρεύμα της θάλασσας την έφερε πάνω στον Ντέξτερ, που έμενε σταθερός πατώντας στο βυθό. Εκείνος την έπιασε, τα πόδια τους μπλέχτηκαν για μια στιγμή σαν δάχτυλα που σταυρώνουν, τα κορμιά τους έσμιξαν και αμέσως χώρισαν ξανά σαν σε φιγούρα χορού. «Πολύ σοβαρός μου φαίνεσαι» είπε η Έμμα, για να σπάσει τη σιωπή. «Ε, δεν φαντάζομαι να κάνεις πιπί σου αυτή τη στιγμή!» «Όοοχι». «Λοιπόν;» «Λοιπόν, θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη. Γι’ αυτά που είπα…» «Πότε;» «Πριν, στο εστιατόριο, που έκανα τον έξυπνο, ή ξέρω κι εγώ τι». «Δεν πειράζει. Είμαι μαθημένη». «Και επίσης να σου πω ότι ένιωθα κι εγώ το ίδιο. Τότε. Εννοώ, μου άρεσες, “ρομαντικά”


εννοείται. Δεν εννοώ ότι έγραφα ποιήματα και τέτοια, αλλά σε σκεφτόμουν, σε σκέφτομαι, εσένα κι εμένα μαζί. Εννοώ, σε γουστάρω, μ’ αρέσεις». «Αλήθεια; Ω! Σοβαρά; Μάλιστα. Α, μάλιστα». Θα γίνει τελικά, σκέφτηκε η Έμμα, θα γίνει εδώ και τώρα, έτσι όπως είμαστε γυμνοί μέσα στο Αιγαίο Πέλαγος. «Το πρόβλημα μ’ εμένα είναι ότι…» Ο Ντέξτερ αναστέναξε και χαμογέλασε στραβώνοντας τα χείλη του. «Απ’ ό,τι φαίνεται τις γουστάρω όλες!» «Κατάλαβα» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει η Έμμα. «Όλες, ειλικρινά, όποια γυναίκα δω στο δρόμο. Είναι όπως το είπες· δεν έχω συγκεκριμένο τύπο, μ’ αρέσουν όλες! Είναι ένας εφιάλτης!» «Δυστυχισμένε» είπε ξερά η Έμμα. «Θέλω να πω, δεν νομίζω ότι ήμουν –ότι είμαι– έτοιμος, ξέρεις… για δεσμό. Νομίζω ότι θα θέλαμε διαφορετικά πράγματα. Από μια σχέση». «Επειδή… κατά βάθος είσαι γκέι;» «Εγώ σου μιλάω σοβαρά, Εμ». «Α, ναι; Ποτέ δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω». «Μου θύμωσες;» «Όχι! Αδιαφορώ! Σου είπα, ήταν πριν από πολύ, πολύ καιρό…» «Ωστόσο!» Κάτω από το νερό τα χέρια του βρήκαν τη μέση της και πιάστηκαν γερά. «Ωστόσο, αν θέλεις να το γλεντήσουμε λιγάκι…» «Να το γλεντήσουμε;» «Να σπάσουμε τους Κανόνες…» «Να παίξουμε Σκραμπλ;» «Ξέρεις τι εννοώ. Για όσον καιρό θα είμαστε μακριά. Όχι δεσμεύσεις, όχι υποχρεώσεις, ούτε λέξη στην Ίνγκριντ. Θα είναι το μικρό μυστικό μας. Εγώ είμαι πρόθυμος. Αυτά». Η Έμμα έβγαλε έναν ήχο με τη μύτη της, κάτι ανάμεσα σε γέλιο και μουγκρητό. Πρόθυμος. Χαμογελούσε όλο αδημονία, σαν πωλητής που προτείνει ένα προϊόν σε εξαιρετική τιμή προσφοράς. Το μικρό μας μυστικό. Για να το προσθέσει σε όλα τα υπόλοιπα, προφανώς. Μια φράση ήρθε ξαφνικά στο νου της: ένα στόμα δεν είναι παρά ένα στόμα. Μόνο ένα πράγμα μπορούσε να κάνει και, αδιαφορώντας πια εντελώς για τη γύμνια της, τινάχτηκε σαν ελατήριο έξω από το νερό και, με όλο το βάρος της, πάτησε το κεφάλι του κάτω από το νερό, το κράτησε εκεί και άρχισε να μετράει αργά. «Ένα, δύο, τρία…» Ξιπασμένε, εγωίσταρε. «Τέσσερα, πέντε, έξι…» Κι εσύ ανόητη, ανόητη, ανόητη που νοιάζεσαι, ανόητη που νόμισες πως τον νοιάζει. «Εφτά, οχτώ, εννιά…» Τώρα χτυπάει χέρια, πόδια, ίσως πρέπει να τον αφήσω να βγει και να πω κάτι αστείο, γενικά να το ρίξω στο αστείο. «Δέκα». Τράβηξε τα χέρια της απ’ το κεφάλι του και τον άφησε να βγει στην επιφάνεια γελώντας και τινάζοντας νερά από τα μαλλιά και από τα μάτια του, και γέλασε κι αυτή με ένα ξερό χα χα χα. «Να υποθέσω ότι η απάντηση είναι όχι» είπε τελικά ο Ντέξτερ και πίεσε τη μύτη του για να βγάλει το νερό.


«Μάλλον. Νομίζω ότι η κατάλληλη στιγμή για μας έχει περάσει εδώ και χρόνια». «Ω; Σοβαρά; Είσαι σίγουρη; Γιατί εγώ πιστεύω ότι θα αισθανόμασταν πολύ καλύτερα αν έφευγε αυτό από τη μέση». «Αν έφευγε από τη μέση;» «Θα αισθανόμασταν πιο δεμένοι, πιστεύω. Σαν φίλοι». «Ανησυχείς μήπως χαλάσει η φιλία μας αν δεν κοιμηθούμε μαζί;» «Δεν εκφράζομαι και τόσο καλά…» «Ντέξτερ, σε καταλαβαίνω απόλυτα, αυτό είναι το πρόβλημα». «Αν φοβάσαι την Ίνγκριντ…» «Δεν τη φοβάμαι, απλώς δεν θέλω να το κάνω μαζί σου, έτσι για να πούμε ότι το κάναμε. Και δεν πρόκειται να το κάνω όταν ξέρω ότι το πρώτο πράγμα που θα μου πεις μετά θα είναι “μην το πεις σε κανέναν”, ή “ας το ξεχάσουμε σαν να μην έγινε”. Αν κάτι πρέπει να κρατηθεί μυστικό, είναι επειδή δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί κατ’ αρχάς!» Αλλά ο Ντέξτερ κοίταζε επίμονα, με τα μάτια μισόκλειστα, προσπαθώντας να διακρίνει κάτι στην παραλία πίσω της, και όταν η Έμμα στράφηκε προς την ακτή, είδε μια μικρόσωμη λεπτή φιγούρα να τρέχει άτσαλα πάνω στην άμμο, ανεμίζοντας θριαμβευτικά κάτι σαν εχθρική σημαία που είχε καταλάβει: ένα μπλουζάκι κι ένα παντελόνι. «Εεεεεεεε!» φώναξε ο Ντέξτερ και κολύμπησε σαν τρελός προς την ακτή, φωνάζοντας, καταπίνοντας νερό κι ύστερα τρέχοντας με εκπληκτική άνεση προς τη στεγνή άμμο πίσω από τον κλέφτη που του είχε αρπάξει τα ρούχα του. Όταν επέστρεψε κοντά της λαχανιασμένος και έξαλλος από θυμό, η Έμμα καθόταν ήρεμα στην αμμουδιά, ντυμένη κανονικά και απόλυτα νηφάλια. «Δεν τα βρήκες;» «Όχι! Πάνε!» είπε ο Ντέξτερ με ύφος τραγικό. «Πάνε τα ρούχα μου, χάθηκαν». Ένα απαλό ρεύμα βραδινής αύρας τού θύμισε ξαφνικά ότι ήταν γυμνός και κάλυψε φουρκισμένος τον καβάλο του με το ένα χέρι. «Σου πήρε και το πορτοφόλι;» τον ρώτησε η Έμμα, με μια σταθερή έκφραση οίκτου. «Όχι, μόνο κάτι χαρτονομίσματα που είχα στην τσέπη, περίπου δέκα, δεκαπέντε λίρες, δεν ξέρω. Το κάθαρμα». «Είναι κι αυτό ένα από τα ρίσκα όταν κάνεις βραδινό μπάνιο γυμνός» μουρμούρισε η Έμμα, ενώ οι γωνιές των χειλιών της έτρεμαν. «Το παντελόνι με τσάντισε πιο πολύ απ’ όλα. Ήταν Helmut Lang! Και το σλιπάκι ήταν Prada. Τριάντα λίρες, γαμώτο, μόνο το εσώρουχο. Τι έπαθες εσύ;» Αλλά η Έμμα ήταν αδύνατον να μιλήσει γιατί πνιγόταν από τα γέλια. «Δεν είναι αστείο, Εμ! Με λήστεψαν!» «Το ξέρω, συγγνώμη…» «Το παντελόνι ήταν Helmut Lang, Εμ!» «Το ξέρω! Είναι που… είσαι τούρμπο, και… τσίτσιδος…» Διπλώθηκε στα δυο, με το μέτωπό της σχεδόν να αγγίζει την άμμο, ξεκαρδισμένη, μέχρι που έπεσε στο πλάι από τα πολλά γέλια. «Μαζέψου, Εμ. Δεν είναι αστείο. Έμμα; Φτάνει, είπα!» Όταν μπόρεσε να σταθεί επιτέλους στα πόδια της, πήραν να ανηφορίζουν την παραλία αμίλητοι, η Έμμα μπροστά ψάχνοντας με τα μάτια την άμμο και πασχίζοντας να συγκρατηθεί


και ο Ντέξτερ, που τώρα είχε αρχίσει να κρυώνει και να ντρέπεται, να την ακολουθεί βλοσυρός. «Το κάθαρμα, να μου κλέψει και το εσώρουχο» άρχισε να μουρμουρίζει. «Ξέρεις πώς θα τον βρω τον αλήτη; Θα ψάξω για το μοναδικό καλοντυμένο κωλόπαιδο σε όλο το αναθεματισμένο νησί!» Και η Έμμα έπεσε για άλλη μια φορά στην άμμο, με το κεφάλι στα γόνατα από τα πολλά γέλια. Όταν οι έρευνες για τα ρούχα απέβησαν άκαρπες, άρχισαν να χτενίζουν την παραλία για κάτι που θα μπορούσε να χρησιμέψει ως κάλυμμα. Η Έμμα βρήκε μια μεγάλη μπλε πλαστική σακούλα για μπάζα, που ο Ντέξτερ τη φόρεσε σαν μίνι φούστα κρατώντας τη γύρω από τη μέση του. Η Έμμα πρότεινε να κάνουν δυο κοψίματα και να τη μεταποιήσουν σε μαθητική ποδιά, κι ύστερα έπεσε για τρίτη φορά κάτω από τα γέλια. Ο δρόμος για το σπίτι περνούσε αναγκαστικά από το λιμάνι. «Έχει λιγότερο κόσμο απ’ ό,τι περίμενα» είπε η Έμμα. Ο Ντέξτερ πήρε ύφος άνετο, σαν να διασκέδαζε με το χάλι του, και πέρασε αγέρωχος μπροστά από την ταβέρνα, με το βλέμμα στυλωμένο ίσια μπροστά του, αγνοώντας τα σφυρίγματα. Μπήκαν στο χωριό και, ανηφορίζοντας ένα στενό δρομάκι, ήρθαν φάτσα με φάτσα με το ζευγάρι από το καράβι. Με πρόσωπα κατακόκκινα από τον ήλιο και το πιοτό, πιασμένοι ο ένας από τον άλλον, τρίκλιζαν κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια προς το λιμάνι και απέμειναν να κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό τη γαλάζια ασουλούπωτη μίνι φούστα του Ντέξτερ. «Κάποιος μου έκλεψε τα ρούχα μου» τους εξήγησε ξερά. Το ζευγάρι ένευσε με συμπάθεια και, καθώς στριμώχνονταν για να περάσουν από δίπλα τους, το κορίτσι κοντοστάθηκε, γύρισε και φώναξε πίσω τους: «Ωραία φούστα». «Είναι Helmut Lang» είπε η Έμμα και ο Ντέξτερ τής έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα με τα μάτια μισόκλειστα. Της κρατούσε μούτρα μέχρι το σπίτι και, όταν έφτασαν επιτέλους στο δωμάτιο, το γεγονός ότι έπρεπε να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι είχε χάσει πια τη σημασία του. Η Έμμα πήγε στο μπάνιο και άλλαξε το φόρεμά της με ένα φαρδύ γκρίζο μακό. Όταν ξαναβγήκε, η πλαστική σακούλα ήταν πεταμένη στο πάτωμα μπροστά από το κρεβάτι. «Να την κρεμάσεις» του είπε σκουντώντας τη σακούλα με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της. «Να μην τσαλακωθεί». «Χα, χα» έκανε ο Ντέξτερ από το κρεβάτι όπου είχε ξαπλώσει φορώντας καινούριο εσώρουχο. «Αυτό είναι λοιπόν;» «Ποιο;» «Το περίφημο σώβρακο των τριάντα λιρών; Τι ιδιαίτερο έχει, ρέλι από ερμίνα;» «Ας πέσουμε για ύπνο, εντάξει; Λοιπόν – ποια μεριά προτιμάς;» «Αυτή». Ξάπλωσαν παράλληλα ο ένας με τον άλλον, πλάτη με πλάτη, και η Έμμα απόλαυσε την αίσθηση του δροσερού άσπρου σεντονιού πάνω στο ζεστό δέρμα της. «Ωραία μέρα» είπε. «Εκτός από το τελευταίο κομμάτι» μουρμούρισε ο Ντέξτερ. Η Έμμα γύρισε και τον κοίταξε. Είχε στραμμένο το κεφάλι του προφίλ και κοίταζε οργισμένα το ταβάνι. Τον σκούντησε με το πόδι της. «Έλα, ήταν μόνο ένα παντελόνι κι ένα εσώρουχο. Θα


σου αγοράσω εγώ καινούρια από το σούπερ μάρκετ. Βαμβακερά, σε πακέτο των τριών». Ο Ντέξτερ ρούφηξε τη μύτη του και η Έμμα έπιασε το χέρι του κάτω από το σεντόνι και το κράτησε σφιχτά, μέχρι που αναγκάστηκε να γυρίσει και να την κοιτάξει. «Σοβαρά τώρα, Ντεξ». Του χαμογέλασε. «Είμαι πολύ χαρούμενη που βρίσκομαι εδώ. Περνάω πολύ καλά». «Αχά. Κι εγώ» μουρμούρισε ο Ντέξτερ. «Άλλες οχτώ μέρες». «Άλλες οχτώ μέρες». «Τι λες, θ’ αντέξεις;» «Ποιος ξέρει;» Της χαμογέλασε τρυφερά και, για καλό ή για κακό, όλα ξανάγιναν ακριβώς όπως ήταν πριν. «Τελικά, πόσους Κανόνες σπάσαμε σήμερα;» Η Έμμα το σκέφτηκε λίγο. «Τον Ένα, τον Δύο και τον Τέσσερα». «Τουλάχιστον δεν παίξαμε Σκραμπλ, κάτι είναι κι αυτό». «Κι αύριο μέρα είναι». Η Έμμα τέντωσε το χέρι πάνω από το κεφάλι της, έσβησε το φως και γύρισε στο πλευρό της, με πλάτη στον Ντέξτερ. Όλα ήταν πάλι ακριβώς όπως και πριν και δεν ήξερε αν χαιρόταν γι’ αυτό. Για μια στιγμή φοβήθηκε μήπως δεν μπορέσει να κοιμηθεί, αναμασώντας τα γεγονότα της ημέρας, αλλά προς μεγάλη της ανακούφιση η κούραση την κατέβαλε και ο ύπνος άρχισε να κυλάει στις φλέβες της σαν γλυκό αναισθητικό. Ο Ντέξτερ έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτώντας το ταβάνι στο φως του φεγγαριού και έχοντας την αίσθηση ότι δεν ήταν στις καλύτερές του απόψε. Το να είναι με την Έμμα απαιτούσε ένα συγκεκριμένο επίπεδο συμπεριφοράς και δεν ήταν πάντα ικανός να το φτάσει. Της έριξε μια ματιά, είδε πώς έπεφταν πίσω τα μαλλιά της αφήνοντας γυμνό το λαιμό, το δέρμα της μαυρισμένο, σκούρο πάνω στο άσπρο σεντόνι, και σκέφτηκε να την αγγίξει στον ώμο για να της ζητήσει και πάλι συγγνώμη. «Καληνύχτα, Ντεξ» μουρμούρισε η Έμμα όσο μπορούσε ακόμη να μιλάει. «Καληνύχτα, Εμ» της απάντησε, αλλά την είχε ήδη πάρει ο ύπνος. Οχτώ μέρες ακόμα, σκέφτηκε, οχτώ ολόκληρες μέρες. Σχεδόν τα πάντα θα μπορούσαν να συμβούν μέσα σε οχτώ μέρες.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ 1993-1995 Μετά τα είκοσι πέντε «Ξοδεύαμε όσο πιο πολλά λεφτά μπορούσαμε και σε αντάλλαγμα παίρναμε τα όσα λίγα αποφάσιζαν οι άνθρωποι να μας δώσουν. Λίγο πολύ ήμασταν πάντα χάλια και οι πιο πολλοί γνωστοί μας ήταν στην ίδια κατάσταση. Ανάμεσά μας υπήρχε η χαρωπή φαντασίωση ότι


περνούσαμε συνεχώς καλά, αλλά και η ισχνή αλήθεια ότι ποτέ δεν ήταν έτσι. Απ’ όσο ξέρω, η περίπτωσή μας ήταν, σε τελική ανάλυση, πολύ κοινή». Τσαρλς Ντίκενς, Μεγάλες Προσδοκίες


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Τα χημικά ΠΕΜΠΤΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1993 Μέρος πρώτο – Η ιστορία του Ντέξτερ

Μπρίξτον, Ερλς Κορτ και Όξφορντσαϊρ Αυτή την εποχή οι νύχτες και τα πρωινά τείνουν να γίνονται ένα. Απαρχαιωμένες ιδέες, όπως το π.μ. και το μ.μ. έχουν ξεπεραστεί προ πολλού και ο Ντέξτερ βλέπει πολύ περισσότερα ξημερώματα απ’ όσα έβλεπε άλλοτε. Στις 15 Ιουλίου του 1993 ο ήλιος ανατέλλει στις 05.01 π.μ. Ο Ντέξτερ βλέπει την ανατολή από το πίσω κάθισμα ενός σαράβαλου ταξί, επιστρέφοντας στο σπίτι του από το διαμέρισμα ενός αγνώστου στο Μπρίξτον. Δεν είναι ακριβώς άγνωστος, αλλά ένας ολοκαίνουριος φίλος, ένας από τους πολλούς που γνωρίζει αυτό τον καιρό, στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας γραφίστας που λέγεται Γκιμπς ή Γκίμπσυ, ή μήπως ήταν Μπίγκσυ, και η φίλη του, εκείνη η τρελή που τη λένε Τάρα, ένα πλασματάκι σαν πουλί, με γερτά, βαριά βλέφαρα και φαρδύ κατακόκκινο στόμα, που δεν μιλάει πολύ γιατί προτιμάει να επικοινωνεί μέσω του μασάζ. Πρώτα γνωρίζει την Τάρα, λίγο μετά τις 02.00 π.μ. σε ένα από τα κλαμπ στις καμάρες της γέφυρας του τρένου στο Μπρίξτον. Την έχει προσέξει στην πίστα από την αρχή της βραδιάς, με ένα πλατύ χαμόγελο στο νεραϊδένιο προσωπάκι της, να σκάει μύτη ξαφνικά πίσω από αγνώστους και να τους τρίβει τις ωμοπλάτες ή τη βάση της λεκάνης. Τελικά έρχεται και η σειρά του Ντέξτερ, οπότε της γνέφει, της χαμογελάει και περιμένει να έρθει αργά αργά η αναγνώριση. Και φυσικά, αυτή σμίγει τα φρύδια της, σηκώνει το χέρι της έτοιμη να αγγίξει το πρόσωπό του και λέει αυτό που λένε όλοι τώρα: «Είσαι διάσημος!» «Εσύ ποια είσαι;» της φωνάζει πάνω από τη μουσική, κι ύστερα πιάνει τα μικρά κοκαλιάρικα χέρια της και τα κρατάει σαν να πρόκειται για ένα φοβερό ξανασμίξιμο μετά από χρόνια. «Είμαι η Τάρα!» «Τάρα! Τάρα! Γεια σου, Τάρα!» «Είσαι διάσημος; Από πού σε ξέρω; Πες μου». «Από την τηλεόραση. Είμαι σε μια εκπομπή, στο ξεσαλώνουμε. Παίρνω συνεντεύξεις από αστέρια της ποπ». «Το ήξερα! Είσαι διάσημος!» του φωνάζει ενθουσιασμένη και τεντώνεται στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει στο μάγουλο, και το κάνει τόσο ωραία που τον συγκινεί και της φωνάζει κι αυτός πάνω από τη μουσική: «Είσαι υπέροχη, Τάρα!» «Είμαι υπέροχη!» του αποκρίνεται στον ίδιο τόνο. «Είμαι υπέροχη αλλά δεν είμαι διάσημη». «Θα έπρεπε να είσαι διάσημη!» φωνάζει ο Ντέξτερ, με τα χέρια του στη μέση της. «Όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι διάσημοι!»


Το σχόλιό του δεν έχει ούτε ουσία, ούτε νόημα, αλλά το συναίσθημα προφανώς συγκινεί την Τάρα, γιατί βγάζει ένα «Ααααααα», τεντώνεται στις μύτες των ποδιών της και ακουμπάει το νεραϊδένιο κεφαλάκι της στον ώμο του. «Είσαι υπέροχος» φωνάζει πάνω στ’ αυτί του και ο Ντέξτερ δεν διαφωνεί. «Κι εσύ είσαι υπέροχη» της λέει και πέφτουν σε ένα φαύλο κύκλο από «κι εσύ», που μπορεί κάλλιστα να μην έχει τέλος. Τώρα χορεύουν μαζί, κοιτάζονται στα μάτια ρουφώντας τα μάγουλά τους, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, και ο Ντέξτερ διαπιστώνει με έκπληξη για άλλη μια φορά πόσο εύκολος γίνεται ο διάλογος όταν κανένας από τους δύο δεν είναι στα καλά του. Τον παλιό καιρό, όταν οι άνθρωποι είχαν μόνο το αλκοόλ για βοήθεια, για να μιλήσεις με ένα κορίτσι έπρεπε πρώτα να κάνεις παιχνίδι με τα μάτια, να την κεράσεις ποτό, να φας ώρες ρωτώντας για βιβλία, ταινίες, γονείς, αδέρφια. Τώρα είναι εύκολο να περάσεις σχεδόν κατευθείαν από το «Πώς σε λένε;» στο «Δείξε μου το τατουάζ σου» ας πούμε, ή στο «Τι χρώμα εσώρουχα φοράς;» και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι πρόοδος. «Είσαι υπέροχη» της φωνάζει ενώ αυτή χορεύει τρίβοντας τους γλουτούς της πάνω στους μηρούς του. «Είσαι μικρούτσικη. Σαν πουλάκι!» «Αλλά δυνατή σαν βόδι» του απαντάει φωνάζοντας πάνω από τον ώμο της και φουσκώνει ένα δικέφαλο σε μέγεθος μανταρινιού. Είναι ένας τόσο ωραίος μικρός δικέφαλος, που του έρχεται να τον φιλήσει. «Είσαι καλή. Είσαι πολύυυυυ καλή». «Κι εσύ είσαι καλός» του πετάει εκείνη και ο Ντέξτερ σκέφτεται: Θεέ μου, πάει απίστευτα καλά το πράγμα, η κουβέντα είναι γρήγορη, είναι τέλεια. Αυτή είναι τόσο μικρή και βολική, του θυμίζει μικρό τρωγλοδύτη, αλλά του είναι αδύνατον να θυμηθεί τη λέξη «τρωγλοδύτης», γι’ αυτό πιάνει τα χέρια της, την τραβάει κοντά του και φωνάζει πάνω στ’ αυτί της: «Πώς το λένε εκείνο το πουλάκι που χωράει σε ένα σπιρτόκουτο;» «Τι;» «ΕΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΕ ΣΠΙΡΤΟΚΟΥΤΟ. ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΒΑΛΕΙΣ ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΙΡΤΟΚΟΥΤΟ. ΕΝΑ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟ ΠΟΥΛΑΚΙ. ΕΙΣΑΙ ΣΑΝ ΕΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ. ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΛΕΝΕ» .

Της δείχνει το μέγεθος με

το δείχτη και τον αντίχειρά του. «ΤΟΣΟ. ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΔΑ ΠΟΥΛΑΚΙ. ΕΤΣΙ ΕΙΣΑΙ». Κι αυτή κουνάει το κεφάλι της, είτε συμφωνώντας είτε στο ρυθμό της μουσικής, ποιος ξέρει, και τα βαριά βλέφαρά της ανοιγοκλείνουν, οι κόρες της είναι τεράστιες, τα μάτια της γυρίζουν ανάποδα, όπως εκείνης της κούκλας που είχε κάποτε η αδερφή του, και ο Ντέξτερ ξεχνάει εντελώς τι έλεγε και ξαφνικά δεν καταλαβαίνει ούτε πού βρίσκεται ούτε τι κάνει και, όταν η Τάρα πιάνει τα χέρια του, τα σφίγγει με πάθος και του ξαναλέει ότι είναι υπέροχος και ότι πρέπει να πάνε να του γνωρίσει την παρέα της, που είναι κι αυτοί υπέροχοι, δεν φέρνει καμιά αντίρρηση. Κοιτάζει γύρω του ψάχνοντας για τον Κάλλουμ Ο’Νιλ, τον παλιό του συγκάτοικο από το πανεπιστήμιο, και τον βλέπει να φοράει το σακάκι του. Ο Κάλλουμ, ο μεγαλύτερος τεμπέλης του Εδιμβούργου εκείνα τα χρόνια, είναι τώρα επιτυχημένος επιχειρηματίας, ένας σωματώδης άντρας με ακριβά κοστούμια, που πλούτισε από τις αναβαθμίσεις υπολογιστών. Αλλά μαζί με την επιτυχία ήρθε και η σοβαρότητα: όχι ουσίες, όχι πολύ αλκοόλ τις εργάσιμες μέρες της εβδομάδας. Φαίνεται έξω από τα νερά του εδώ, καθόλου άνετος. Ο Ντέξτερ πηγαίνει κοντά του και τον αρπάζει από τα χέρια.


«Πού πας, δικέ μου;» «Σπίτι! Είναι δύο το πρωί. Αύριο δουλεύω». «Έλα μαζί μου. Να σου γνωρίσω την Τάρα!» «Ντεξ, δεν θέλω να γνωρίσω την Τάρα. Πρέπει να φύγω». «Ξέρεις τι είσαι; Είσαι κότα!» «Κι εσύ είσαι πίτα. Εμπρός, κάνε ό,τι είναι να κάνεις. Θα σου τηλεφωνήσω αύριο». Ο Ντέξτερ αγκαλιάζει τον Κάλλουμ, του λέει ότι είναι σπουδαίος, αλλά η Τάρα τον τραβάει και πάλι από το χέρι, οπότε την αφήνει να τον οδηγήσει μέσα από το στριμωξίδι προς το δωμάτιο στο πίσω μέρος, όπου πας όταν θέλεις να κουλάρεις λιγάκι. Το κλαμπ είναι από τα πολύ ακριβά και τα πιο «ιν» υποτίθεται, αν και ο Ντέξτερ σπάνια πληρώνει για οτιδήποτε αυτό τον καιρό. Ίσως παραείναι ήσυχο για Πέμπτη βράδυ, αλλά τουλάχιστον δεν έχει εκείνη την τρομακτική μουσική τέκνο ή εκείνους τους φρικιαστικούς πιτσιρικάδες με τα ξυρισμένα κεφάλια, που πετάνε τις μπλούζες τους και κάνουν γκριμάτσες πάνω στη μούρη σου με τα δόντια γυμνά και τα σαγόνια σφιγμένα. Βασικά, έχει κυρίως ωραίους, καλοντυμένους νέους ανθρώπους κάτω από τριάντα, άτομα με τα οποία ο Ντέξτερ ταιριάζει μια χαρά, όπως οι φίλοι της Τάρα που κάθονται μισοξαπλωμένοι σε μεγάλα μαξιλάρια, καπνίζοντας, κουβεντιάζοντας και μασώντας τσίχλες. Γνωρίζει τον Γκίμπσυ –ή μήπως Μπίγκσυ;–, την Υπέροχη Τας και το αγόρι της τον Στιου τον Μπιράκια, τον Σπεξ τον Γυαλάκια και το αγόρι του τον Μαρκ, που, κρίμα, είναι σκέτος Μάρκ, και όλοι του προσφέρουν νερό, τσίχλες και Marlboro Lights. Γίνεται τόσος λόγος για την πραγματική φιλία, αλλά εδώ μέσα είναι απίστευτα εύκολο να κάνεις φίλους, και σύντομα ο Ντέξτερ τούς φαντάζεται όλους μια παρέα, να έχουν πάει διακοπές με ένα βαν, να ψήνουν στην παραλία με το ηλιοβασίλεμα, και απ’ ό,τι φαίνεται πρέπει να τον γουστάρουν κι αυτοί, γιατί τον ρωτάνε πώς είναι να δουλεύεις στην τηλεόραση και ποιους άλλους διάσημους έχει γνωρίσει, και ο Ντέξτερ τούς λέει διάφορα πιπεράτα κουτσομπολιά, ενώ όλη αυτή την ώρα η Τάρα έχει κουρνιάσει πίσω του και μαλάζει τον αυχένα και τους ώμους του με τα μικρά κοκαλιάρικα δάχτυλά της, κάνοντάς τον να ανατριχιάζει από ευχαρίστηση, όταν ξαφνικά, για κάποιο λόγο, πέφτει ένα μικρό κενό στην κουβέντα, πέντε έξι δευτερόλεπτα παύση, που όμως αρκούν για να ξενερώσει απότομα και να θυμηθεί ξαφνικά τι έχει να κάνει αύριο –όχι, όχι αύριο, σήμερα, Θεέ μου, είναι κιόλας σήμερα– και τότε τον χτυπάει το πρώτο ρίγος τρόμου και πανικού. Αλλά, δεν τρέχει τίποτε, του περνάει αμέσως, γιατί η Τάρα λέει «Πάμε να χορέψουμε πριν αρχίσουμε να ξενερώνουμε», οπότε πάνε όλοι μαζί, μια χαλαρή παρέα στις καμάρες της γέφυρας του τρένου, φάτσα στα φώτα και στον DJ, και χορεύουν για κάμποση ώρα, χαζογελώντας, κουνώντας το κεφάλι με το ρυθμό, κοιτώντας ο ένας τον άλλον με εκείνο το περίεργο υφάκι –χείλη σουφρωμένα, φρύδια σμιγμένα–, δείχνοντας έτσι ότι τη βρίσκουν· μόνο που τώρα δεν το απολαμβάνουν, το κάνουν μάλλον από ανάγκη να επιβεβαιώσουν ότι περνάνε καλά, ότι δεν τους έχει τελειώσει. Ο Ντέξτερ σκέφτεται μήπως βγάλει το μπλουζάκι του· αυτό βοηθάει καμιά φορά, αλλά μάλλον έχει περάσει η σωστή στιγμή. Κάποιος από δίπλα φωνάζει «κομματάρα», αλλά υποτονικά – δεν πείθει κανέναν, δεν υπάρχουν πια «κομματάρες». Ο εχθρός, η συνείδηση, αρχίζει να τους κυριεύει ύπουλα και ο Γκίμπσυ, ή Μπίγκσυ, είναι ο πρώτος που σπάει δηλώνοντας ότι η μουσική είναι σκατά, και αυτομάτως


σταματάνε όλοι να κουνιούνται, σαν να λύθηκαν ξαφνικά τα μάγια. Πηγαίνοντας προς την έξοδο, ο Ντέξτερ σκέφτεται τη διαδρομή ως το σπίτι, το πλήθος από παράνομα ταξί έξω από το κλαμπ, την παράλογη φοβία μήπως τον δολοφονήσουν, το έρημο διαμέρισμα στο Μπελσάιζ Παρκ, τις ώρες της αϋπνίας, όπου θα πλένει τα πιάτα και θα τακτοποιεί από την αρχή τους δίσκους βινυλίου, μέχρι να υποχωρήσει το σφυροκόπημα στο κεφάλι του και να καταφέρει να κοιμηθεί, για να αντιμετωπίσει τη μέρα, και τότε ξανάρχεται ο πανικός. Θα μπορούσε να δει μήπως είναι ακόμη ξύπνιος ο Κάλλουμ, αλλά μια αντρική παρέα δεν θα τον ωφελήσει σε τίποτε τώρα. Θα μπορούσε να τηλεφωνήσει στη Ναόμι, αλλά θα είναι με το φίλο της, ή στη Γιολάντε, αλλά αυτή είναι στη Βαρκελώνη για γυρίσματα, ή στην τρομερή Ίνγκριντ, αλλά του έχει πει πως έτσι και τον ξαναδεί μπροστά της θα του ξεριζώσει την καρδιά, ή στην Έμμα, ναι στην Έμμα – όχι, όχι στην Έμμα, όχι σ’ αυτή την κατάσταση· δεν θα τον καταλάβει, η Έμμα τα απορρίπτει αυτά. Κι όμως, την Έμμα θέλει να δει τώρα περισσότερο απ’ όλους. Γιατί να μην είναι μαζί του απόψε; Είναι ένα σωρό πράγματα που θέλει να τη ρωτήσει, όπως γιατί δεν τα έφτιαξαν ποτέ οι δυο τους. Θα ήταν σπουδαία μαζί, σαν ζευγάρι, ο Ντεξ και η Έμμα, η Εμ και ο Ντεξ, όλοι το λένε. Ξαφνικά τον πνίγει ένα κύμα αγάπης για την Έμμα και αποφασίζει να πάει με ταξί στο Ερλς Κορτ και να της πει πόσο σπουδαία κοπέλα είναι και πόσο την αγαπάει, αλήθεια την αγαπάει, και πόσο σέξι είναι κι ας μην το καταλαβαίνει η ίδια. Γιατί να μην το κάνει λοιπόν, να δει τι θα συμβεί και, αν δεν γίνει τίποτε, αν καθίσουν απλώς και μιλήσουν, ακόμα κι έτσι θα είναι καλύτερα απ’ το να μείνει απόψε μόνος του. Δεν πρέπει με τίποτα να μείνει μόνος… Έχει πιάσει το κινητό του όταν, ευτυχώς, Θεέ μου, ο Μπίγκσυ, ή Γκίμπσυ, προτείνει να πάνε στο σπίτι του. Δεν είναι μακριά, λέει, οπότε φεύγουν όλοι μαζί από το κλαμπ και είναι πια ασφαλής μέσα στο μπουλούκι που ανεβαίνει με τα πόδια την Κολντχάρμπορ Λέιν. Το διαμέρισμα είναι ένας μεγάλος χώρος πάνω από μια παμπ. Κουζίνα, καθιστικό, κρεβατοκάμαρα και μπάνιο είναι ενιαία, χωρίς ενδιάμεσους τοίχους, και η μόνη παραχώρηση στην ευπρέπεια είναι μια ημιδιαφανής πλαστική κουρτίνα ντους γύρω από την ξέμπαρκη λεκάνη της τουαλέτας. Ενώ ο Μπίγκσυ ταξινομεί τα εφόδιά του, όλοι οι άλλοι πάνε και πέφτουν, ξαπλώνουν, κυλιούνται και μπλέκονται σε ένα μεγάλο κουβάρι πάνω στο τεράστιο υπέρδιπλο κρεβάτι, που είναι στρωμένο με μαύρα σεντόνια και σκεπασμένο με ένα κιτς ακρυλικό τιγρέ κάλυμμα. Πάνω από το κρεβάτι είναι ένας λιγότερο κιτς καθρέφτης, όπου κοιτιούνται με βλέμματα απλανή και βλέφαρα μισόκλειστα, αυτοθαυμάζονται έτσι όπως είναι ξαπλωμένοι από κάτω, με χέρια να ακουμπάνε σε αγκαλιές, χέρια να αναζητάνε άλλα χέρια, προσηλωμένοι στη μουσική, νέοι, ωραίοι, ξύπνιοι, ελκυστικοί και επιτυχημένοι, μέσα στα πράγματα και εντελώς φευγάτοι, όλοι να σκέφτονται πόσο ωραίοι φαίνονται και πόσο καλά φιλαράκια θα είναι αποδώ και στο εξής, με τα πικνίκ τους στο Χιθ και τα ατέλειωτα κυριακάτικα απογεύματα στην παμπ, και ο Ντέξτερ αρχίζει και πάλι να περνάει καλά. «Είσαι εκπληκτικό άτομο» λέει κάποιος σε κάποιον άλλο, αλλά δεν έχει σημασία ποιος, γιατί είναι όλοι τους εκπληκτικά άτομα, πραγματικά. Οι άνθρωποι γενικά είναι εκπληκτικά άτομα. Ώρες κυλάνε χωρίς να τις καταλαβαίνει κανείς. Τώρα κάποιος μιλάει για σεξ και όλοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε προσωπικές αποκαλύψεις που σίγουρα θα μετανιώσουν το πρωί. Κάποιοι φιλιούνται και η Τάρα ακόμη πασπατεύει το λαιμό του – πιέζει την κορυφή της ραχοκοκαλιάς του με τα σκληρά δαχτυλάκια της, μόνο που τώρα έχουν σωθεί πια όλα τα


ναρκωτικά και, όταν γυρίζει και βλέπει το νεραϊδένιο προσωπάκι της, το βρίσκει τσιτωμένο και άσχημο, το στόμα της πολύ φαρδύ, τα μάτια πολύ στρόγγυλα· είναι σαν ένα μικρό άτριχο θηλαστικό. Προσέχει επίσης ότι είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι του είχε φανεί αρχικά –Θεούλη μου, πρέπει να είναι κάπου τριάντα οχτώ– και έχει κάτι σαν πηχτή άσπρη κρέμα ανάμεσα στα μικρά της δόντια, και δεν μπορεί πια να ελέγξει τον τρόμο του για τη μέρα που τον περιμένει, ένα απαίσιο συναίσθημα που σέρνεται σαν ρίγος στη σπονδυλική του στήλη· είναι ντροπή και φόβος μαζί και αναβλύζει από μέσα του με έναν πηχτό ιδρώτα που μυρίζει φαρμακίλα. Ανασηκώνεται απότομα, ανατριχιάζει και σέρνει αργά τα δυο του χέρια πάνω στο πρόσωπό του, σαν να προσπαθεί πραγματικά να σφουγγίσει κάτι. Έξω αρχίζει να φωτίζει. Ακούγονται κοτσύφια να κελαηδάνε στην Κολντχάρμπουρ Λέιν και τον κυριεύει η αίσθηση, τόσο έντονη που είναι σχεδόν κανονική παραίσθηση, ότι είναι εντελώς κούφιος· άδειος σαν σκέτο τσόφλι αυγού. Η Τάρα, η μασέρ, έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο κόμπο έντασης στον αυχένα του, η μουσική έχει σταματήσει, κάποιος απ’ το κρεβάτι ζητάει τσάι και ξαφνικά όλοι θέλουν τσάι, τσάι, τσάι, οπότε ο Ντέξτερ ξεμπλέκεται από το κουβάρι και πηγαίνει ως το ψυγείο, ένα ψυγείο τεράστιο, ίδιο μοντέλο με το δικό του, ψυχρό, βιομηχανικό, σαν από εργαστήριο γενετικής. Ανοίγει την πόρτα και κοιτάζει ανέκφραστος στο εσωτερικό. Μια σαλάτα σαπίζει στην πλαστική συσκευασία της· η διαφανής μεμβράνη έχει φουσκώσει και είναι έτοιμη να σκάσει. Τα μάτια του τρεμοπαίζουν, η όρασή του θολώνει για μια τελευταία φορά και, όταν εστιάζει ξανά, βλέπει ένα μπουκάλι βότκα. Κρυμμένος πίσω από την πόρτα του ψυγείου, πίνει τουλάχιστον δύο δάχτυλα κατευθείαν από το μπουκάλι και ξεπλένει το στόμα του με μια γουλιά ξινό χυμό μήλου, που αφρίζει αηδιαστικά πάνω στη γλώσσα του. Μορφάζει, καταπίνει το χυμό και καταπίνει μαζί και την τσίχλα του. Κάποιος φωνάζει πάλι για τσάι. Ο Ντέξτερ βρίσκει το γάλα, το ζυγιάζει στο χέρι του και του έρχεται μια ιδέα. «Δεν έχει γάλα!» φωνάζει. «Έχει σίγουρα» απαντάει ο Γκίμπσυ, ή Μπίγκσυ. «Όχι. Είναι άδειο. Πάω να φέρω». Ξαναβάζει το γεμάτο, κλειστό κουτί πίσω στη θέση του. «Σε πέντε λεπτά θα είμαι πίσω. Θέλει κανείς τίποτε απέξω; Τσιγάρα; Τσίχλες;» Δεν παίρνει απάντηση από τους καινούριους φίλους του. Αποχωρεί ήσυχα ήσυχα, κι έπειτα κατεβαίνει κουτρουβαλώντας τη σκάλα και, πέφτοντας πάνω στην πόρτα, ορμάει στο δρόμο σαν να έχει σκάσει για αέρα, κι αρχίζει να τρέχει μακριά, για να μην ξαναδεί ποτέ αυτά τα εκπληκτικά άτομα. Στην Ελέκτρικ Άβενιου βρίσκει ταξί. Τη 15η Ιουλίου του 1993 ο ήλιος ανατέλλει στις 05.01 π.μ. και βρίσκει τον Ντέξτερ Μέυχιου στην κόλαση. Η Έμμα Μόρλεϋ τρέφεται σωστά και πίνει με μέτρο. Αυτή την περίοδο κοιμάται οχτώ ώρες καθημερινά, ξυπνάει με τη μία, από μόνη της, λίγο πριν τις έξι και μισή, και πίνει ένα ποτήρι νερό, τα πρώτα 250 ml από το 1,5 λίτρο που πίνει καθημερινά, γεμίζοντας το ποτήρι της από την ασορτί καράφα που τη φωτίζει ο πρωινός ήλιος πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο ζεστό, καθαρό διπλό κρεβάτι της. Καράφα. Έχει καράφα. Ακόμη δεν μπορεί να το πιστέψει. Έχει και έπιπλα. Στα είκοσι εφτά της είναι πολύ μεγάλη πια για να ζει σαν φοιτήτρια, έτσι


τώρα έχει ένα κρεβάτι, διπλό, με σκελετό από σφυρήλατο σίδερο και ψάθα στο κεφαλάρι, αγορασμένο την περίοδο των θερινών εκπτώσεων από ένα κατάστημα με έπιπλα αποικιακού στιλ στην Τότεναμ Κορτ Ρόουντ. Το συγκεκριμένο μοντέλο λέγεται «Αϊτή» και καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος στην Ερλς Κορτ Ρόουντ. Το πάπλωμα είναι από πούπουλο χήνας, τα σεντόνια από αιγυπτιακό βαμβάκι που, όπως την πληροφόρησε η πωλήτρια, είναι το καλύτερο του κόσμου, και όλα αυτά σηματοδοτούν μια καινούρια εποχή τάξης, ανεξαρτησίας και ωριμότητας στη ζωή της. Τα πρωινά της Κυριακής τεμπελιάζει μόνη της στην «Αϊτή», σαν να πλέει πάνω σε σχεδία, ακούει Porgy and Bess και Mazzy Star, τα παλιά του Τομ Γουέιτς και τις Σουίτες για Τσέλο του Μπαχ από έναν παλιό δίσκο βινυλίου όλο τριξίματα. Πίνει λίτρα καφέ και καταγράφει μικρά σχόλια και ιδέες για μυθιστορήματα σε ακριβά σημειωματάρια από χειροποίητο χαρτί, με το καλύτερο στιλό της. Καμιά φορά, όταν δεν της βγαίνει, αναρωτιέται μήπως αυτό που νομίζει ότι είναι πάθος για το γράψιμο είναι στην πραγματικότητα φετίχ με τη γραφική ύλη. Ένας αληθινός συγγραφέας, ένας γεννημένος συγγραφέας, θα γράψει ακόμα και σε ένα παλιόχαρτο, σε ένα εισιτήριο λεωφορείου, στον τοίχο ενός κελιού. Η Έμμα το χάνει εντελώς αν το χαρτί είναι οτιδήποτε κάτω από 120 gsm. Άλλες φορές πάλι γράφει αβίαστα επί ώρες, σαν να υπήρχαν από πάντα οι λέξεις πάνω στο χαρτί, μόνη και ευτυχισμένη στο μικρό δυαράκι της. Όχι πως νιώθει μοναξιά, τουλάχιστον όχι συχνά. Βγαίνει περίπου τέσσερις φορές την εβδομάδα και θα μπορούσε να έβγαινε και συχνότερα αν ήθελε. Οι παλιές της φιλίες κρατάνε, ενώ έχει κάνει και καινούριες με συμφοιτητές της από το κολέγιο Παιδαγωγικής. Τα Σαββατοκύριακα ξεκοκαλίζει περιοδικά, εκτός από τις σελίδες που αφορούν τα κλαμπ και τη διασκέδαση, που θα μπορούσαν κάλλιστα να ήταν γραμμένες σε ρουνική γραφή, με όλα αυτά τα περί τρελής-διασκέδασης-πετάμε-ταμπλουζάκια. Κάτι της λέει ότι δεν πρόκειται να χορέψει ποτέ μόνο με το σουτιέν της σε μία αίθουσα γεμάτη αφρούς και δεν την πειράζει καθόλου. Πηγαίνει σινεμά ή σε γκαλερί παρέα με φίλους, ή καμιά φορά νοικιάζουν όλοι μαζί ένα εξοχικό, πηγαίνουν υπέροχες βόλτες στην εξοχή και παριστάνουν ότι ζουν εκεί. Όλοι της λένε ότι έχει ομορφύνει και ότι δείχνει πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Έχει πετάξει τα βελουτέ λαστιχάκια για τα μαλλιά, τα τσιγάρα, τα φαγητά σε πακέτα. Έχει δική της καφετιέρα και για πρώτη φορά στη ζωή της το σκέφτεται σοβαρά να επενδύσει και σε μερικά ποτπουρί. Το ραδιόφωνο-ρολόι ανοίγει αυτόματα και η Έμμα μένει στο κρεβάτι και ακούει το σύντομο δελτίο ειδήσεων. Ο Τζον Σμιθ είναι σε αντιπαράθεση με τα συνδικάτα κι αυτό τη στενοχωρεί, γιατί συμπαθεί τον Τζον Σμιθ, δείχνει σωστός άνθρωπος, με ηγετικές ικανότητες και σύνεση. Ακόμα και το όνομά του υπαινίσσεται σταθερές αξίες ανθρώπων του λαού. Υπενθυμίζει ξανά στον εαυτό της να εξετάσει την πιθανότητα να γραφτεί στο Κόμμα των Εργατικών. Ίσως έτσι ησυχάσει τη συνείδησή της τώρα που έπαψε να είναι μέλος της CND, της οργάνωσης για τον παγκόσμιο αφοπλισμό. Όχι πως δεν συμφωνεί με τους στόχους τους, αλλά το να απαιτείς παγκόσμιο αφοπλισμό έχει αρχίσει να φαίνεται κάπως αφελές· είναι σαν να απαιτείς πανανθρώπινη καλοσύνη. Στα είκοσι εφτά της, η Έμμα σκέφτεται ότι ίσως έχει αρχίσει να γερνάει. Κάποτε ήταν περήφανη που αρνιόταν να δει και τις δύο πλευρές ενός ζητήματος, αλλά τώρα αποδέχεται όλο και περισσότερο την ιδέα ότι τα ζητήματα είναι πολύ πιο περίπλοκα και αμφιλεγόμενα απ’ ό,τι


πίστευε παλιά. Δυστυχώς, δεν έχει άποψη για τις δύο επόμενες ειδήσεις, που αφορούν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να έχει μια γνώμη, να πάρει θέση, να μποϊκοτάρει κάτι; Με το απαρτχάιντ ήξερες πού βρισκόσουν τουλάχιστον. Τώρα γίνεται πόλεμος στην Ευρώπη κι αυτή δεν έχει κάνει απολύτως τίποτε, σε προσωπικό επίπεδο, για να τον σταματήσει. Δεν προλάβαινε, ψώνιζε έπιπλα. Αναστατωμένη, πετάει το καινούριο πουπουλένιο της πάπλωμα, γλιστράει στο στενό πέρασμα ανάμεσα στο κρεβάτι και στον τοίχο, το διασχίζει με πλάγια βήματα μέχρι το χολ και φτάνει στο μπάνιο, όπου δεν χρειάζεται πια να περιμένει γιατί δεν το μοιράζεται με κανέναν. Πετάει το μπλουζάκι της στο ψάθινο καλάθι των απλύτων –πολύ ψαθί στη ζωή της τον τελευταίο καιρό, ύστερα από εκείνες τις μοιραίες καλοκαιρινές εκπτώσεις στην Τότεναμ Κορτ Ρόουντ–, φοράει τα παλιά γυαλιά της και στέκεται γυμνή μπροστά στον καθρέφτη με τους ώμους στητούς. Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα, λέει από μέσα της και μπαίνει στο ντους. Τρώει πρωινό κοιτώντας από το παράθυρο. Το διαμέρισμα είναι στον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας από κόκκινο τούβλο και έχει θέα μια ολόιδια πολυκατοικία από κόκκινο τούβλο. Δεν της αρέσει το Ερλς Κορτ. Προχειροφτιαγμένες απρόσωπες φτηνοκατασκευές, που δίνουν την εντύπωση ότι ζεις στο δωμάτιο των ξένων του Λονδίνου. Και το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα εδώ είναι εξωφρενικό – ίσως πρέπει να ψάξει για κάτι φτηνότερο όταν πιάσει την πρώτη δουλειά της ως δασκάλα, αλλά προς το παρόν έχει βολευτεί σ’ αυτό το δυάρι· βρίσκεται μίλια μακριά από το Λόκο Καλιέντε και τον ωμό σοσιαλιστικό ρεαλισμό του τυφλού δωματίου στο Κλάπτον. Ελεύθερη πια από την Τίλλυ Κίλλικ ύστερα από έξι χρόνια συγκατοίκησης, αισθάνεται αγαλλίαση στην ιδέα ότι δεν πρόκειται να ξαναβρεί γκρίζα εσώρουχα να μουλιάζουν στο νεροχύτη, ούτε σημάδια από δόντια στο τσένταρ στο ψυγείο. Επειδή τώρα δεν ντρέπεται για το χώρο όπου ζει, επέτρεψε μέχρι και στους γονείς της να την επισκεφτούν. Ο Τζιμ και η Σου κοιμήθηκαν στην «Αϊτή» και η Έμμα στον καναπέ. Επί τρεις αφόρητες μέρες σχολίαζαν ασταμάτητα το μείγμα εθνοτήτων του Λονδίνου και πόσο ακριβό είναι ένα τσάι και, παρότι δεν εξέφρασαν ανοιχτά την επιδοκιμασία τους για το καινούριο στιλ ζωής της, η μητέρα της έπαψε τουλάχιστον να της προτείνει να γυρίσει πίσω στο Λιντς και να δουλέψει στην Εταιρεία Υγραερίου. «Μπράβο, Έμμυ» της είχε ψιθυρίσει ο πατέρας της, όταν τους έμπαζε στο τρένο στο σταθμό του Κινγκς Κρος. Αλλά μπράβο για ποιο πράγμα; Που επιτέλους ζούσε σαν ενήλικη, ίσως. Φυσικά, ακόμη δεν έχει σχέση, αλλά δεν πειράζει. Αραιά και πού, αλλά πολύ αραιά, ας πούμε τέσσερις το απόγευμα μια βροχερή Κυριακή, την πιάνει πανικός και της κόβεται η ανάσα από τη μοναξιά. Μια δυο φορές έχει φτάσει στο σημείο να σηκώσει το τηλέφωνο για να δει μήπως έχει βλάβη. Και καμιά φορά σκέφτεται τι ωραία που θα ήταν αν την ξυπνούσε ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα: «Πάρε ταξί τώρα» ή «Έχω ανάγκη να σε δω, πρέπει να μιλήσουμε». Και, στην καλύτερη περίπτωση, αισθάνεται σαν ηρωίδα σε νουβέλα της Μύριελ Σπαρκ – ανεξάρτητη, βιβλιοφάγος, πανέξυπνη, κρυπτορομαντική. Στα είκοσι εφτά της, η Έμμα Μόρλεϋ έχει πτυχίο με διπλό Α στην Αγγλική Λογοτεχνία και στην Ιστορία, καινούριο κρεβάτι, διαμέρισμα δύο δωματίων στο Ερλς Κορτ, πάρα πολλούς φίλους και μεταπτυχιακό στα Παιδαγωγικά. Κι αν πάει καλά η συνέντευξή της σήμερα, θα μπορεί στο εξής να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία και Θέατρο, αντικείμενα που γνωρίζει καλά και αγαπάει. Βρίσκεται στο


ξεκίνημα μιας καινούριας καριέρας και επιτέλους, επιτέλους έχει βάλει μια τάξη στη ζωή της. Υπάρχει και ένα ραντεβού. Η Έμμα έχει ένα κανονικό, επίσημο ραντεβού. Θα πάει για δείπνο σε εστιατόριο με έναν άντρα, θα φάνε, θα συζητήσουν. Υπάρχει επιτέλους κάποιος που θέλει να επιβιβαστεί στην «Αϊτή» και απόψε η Έμμα θα αποφασίσει αν θα τον αφήσει ή όχι. Στέκεται μπροστά από την τοστιέρα ξεφλουδίζοντας μια μπανάνα, το πρώτο από τα εφτά φρούτα που θα φάει σήμερα, και κοιτάζει το ημερολόγιο του τοίχου: 15η Ιουλίου και δίπλα ένα ερωτηματικό και ένα θαυμαστικό. Το κρεβάτι του Ντέξτερ είναι εισαγόμενο, ιταλικό, μια χαμηλή σκέτη μαύρη πλατφόρμα από ξύλο, στημένη στο κέντρο ενός μεγάλου γυμνού δωματίου, σαν σκηνή θεάτρου ή σαν ρινγκ, χρησιμεύοντας κάποιες φορές ακριβώς σαν ένα από τα δύο. Εκεί είναι τώρα ξαπλωμένος, ξύπνιος, στις 9.30 το πρωί, αηδιασμένος με τον εαυτό του, νιώθοντας τρόμο ανάμεικτο με σεξουαλική ματαίωση. Όλα τα αισθητήρια νεύρα του είναι τεντωμένα στο φουλ και στο στόμα του έχει μια απαίσια γεύση σαν να του έχουν ψεκάσει τη γλώσσα με λακ. Ξαφνικά, πετάγεται επάνω και διασχίζει με μεγάλα βήματα το λουστραρισμένο μαύρο παρκέ ως τη σουηδική κουζίνα. Από την κατάψυξη του πελώριου βιομηχανικού μεγέθους ψυγείου του τραβάει ένα μπουκάλι βότκα, βάζει δυο, τρία δάχτυλα σε ένα ποτήρι και προσθέτει ίση ποσότητα χυμό πορτοκάλι. Καθησυχάζει τον εαυτό του με τη σκέψη ότι, αφού δεν έχει καταφέρει να κοιμηθεί ακόμη, αυτό δεν είναι το πρώτο ποτό της καινούριας μέρας αλλά το τελευταίο της περασμένης νύχτας. Εξάλλου, αυτό το ταμπού με το αλκοόλ κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι σκέτη υπερβολή· στην Ευρώπη δεν το έχουν. Το κόλπο είναι να χρησιμοποιήσεις το αλκοόλ για να σε ανεβάσει, ώστε να ισοσταθμίσεις την κατρακύλα μετά την επίδραση των ναρκωτικών. Στην ουσία, πίνει για να παραμείνει νηφάλιος, που, αν το καλοσκεφτείς, είναι πολύ λογικό. Ενθαρρυμένος απ’ αυτή τη λογική, βάζει άλλα τρία δάχτυλα βότκα στο ποτήρι, βάζει και το σάουντρακ του Reservoir Dogs να παίζει και ξεκινάει καμαρωτός για το ντους. Μισή ώρα αργότερα βρίσκεται ακόμη μέσα στο μπάνιο μην ξέροντας τι στην ευχή να κάνει για να σταματήσει να ιδρώνει. Έχει κάνει ντους με κρύο νερό, έχει αλλάξει πουκάμισο δύο φορές, αλλά ο ιδρώτας συνεχίζει να αναβλύζει στην πλάτη και στο μέτωπό του, πηχτός και γλοιώδης σαν βότκα-πορτοκάλι, που προφανώς αυτό είναι. Κοιτάζει το ρολόι του. Έχει ήδη αργήσει. Αποφασίζει να δοκιμάσει να ταξιδέψει με τα παράθυρα του αυτοκινήτου ανοιχτά. Δίπλα στην πόρτα, για να μην το ξεχάσει, είναι αφημένο ένα πακετάκι σε μέγεθος τούβλου, περίτεχνα τυλιγμένο με ακριβό χαρτί σε διάφορα χρώματα. Το σηκώνει, κλειδώνει το διαμέρισμα και βγαίνει στη λεωφόρο με τις δεντροστοιχίες, όπου τον περιμένει το αμάξι του, ένα Mazda MRII κάμπριο, σε χρώμα πράσινο αγωνιστικό. Καθόλου χώρος για επιβάτες, καμιά δυνατότητα για σχάρα στην οροφή, ή για παιδικό κάθισμα πίσω, ίσα που χωράει τη ρεζέρβα – ένα αμάξι που κραυγάζει «νέος, επιτυχημένος και εργένης». Κρυμμένο στο ταμπλό υπάρχει ένα πολλαπλό CD player, ένα φουτουριστικό μηχανικό θαύμα από μικροσκοπικά ελατήρια και μαύρο ματ πλαστικό. Ο Ντέξτερ διαλέγει πέντε CD (δώρα από δισκογραφικές – άλλο ένα από τα ατού της δουλειάς του) και χώνει τους μικρούς γυαλιστερούς δίσκους στο μηχάνημα, σαν να γεμίζει ρεβόλβερ με σφαίρες.


Ακούει Cranberries όση ώρα διασχίζει τους φαρδιούς δρόμους της συνοικίας του Σεντ Τζόουνς Γουντ. Δεν του αρέσουν, αλλά είναι σημαντικό να είσαι μέσα στα πράγματα όταν διαμορφώνεις τις προτιμήσεις του κοινού στη μουσική. Στον αυτοκινητόδρομο Γουεστγουέι η κυκλοφορία είναι αραιή, και πριν τελειώσει το άλμπουμ έχει μπει στον Μ40 και κατευθύνεται δυτικά, διασχίζοντας τις εγκαταστάσεις ελαφριάς βιομηχανίας και τους νέους οικισμούς της πόλης όπου ζει και διαπρέπει τόσο επιτυχημένα, τόσο μέσα στη μόδα. Πολύ σύντομα τα προάστια δίνουν τη θέση τους στις φυτείες των κωνοφόρων που περνιούνται για εξοχή. Στο στερεοφωνικό τώρα παίζουν οι Jamiroquai, η αίσθηση ναυτίας τού έχει σχεδόν περάσει, κι αισθάνεται πολύ πολύ καλύτερα, άνετος και σκανταλιάρης μέσα στο σπορ αυτοκίνητό του. Ανεβάζει την ένταση. Έχει γνωρίσει τον τραγουδιστή του συγκροτήματος –του έχει πάρει συνέντευξη αρκετές φορές– και, παρόλο που δεν θα μπορούσε να τον αποκαλέσει φίλο του, ξέρει προσωπικά τον τύπο που παίζει κόνγκας, και αισθάνεται λιγάκι αλληλέγγυος ακούγοντάς τους να τραγουδάνε για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης του πλανήτη. Είναι ρεμίξ, τρομερό ρεμίξ, γι’ αυτό ο χώρος και ο χρόνος αρχίζουν να διαστέλλονται, ενώ ο Ντέξτερ συνοδεύει τη μουσική τραγουδώντας με αυτοσχεδιασμούς, με την αίσθηση ότι το κάνει για ώρες, ατέλειωτες ώρες, μέχρι που η όρασή του θολώνει και αναβοσβήνει για μια τελευταία φορά, μια τελευταία επίδραση των ναρκωτικών στο αίμα του, και ακούγεται μια δυνατή κόρνα και τότε συνειδητοποιεί ότι τρέχει με 180 χιλιόμετρα την ώρα καβάλα στη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων. Σταματάει τους φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς, κάνει να επαναφέρει το αμάξι στη μεσαία λωρίδα και διαπιστώνει ότι έχει ξεχάσει πώς στρίβει ένα τιμόνι – τα χέρια του έχουν κλειδώσει στους αγκώνες· είναι σαν να πασχίζει κυριολεκτικά να ξεμπλοκάρει το τιμόνι από μια αόρατη λαβή. Η ταχύτητα έχει πέσει απότομα στα 80 χιλιόμετρα, τα πόδια του είναι ταυτόχρονα στο γκάζι και στο φρένο και ακούγεται άλλο ένα άγριο κορνάρισμα, από μια νταλίκα σε μέγεθος εκκλησίας που εμφανίζεται εντελώς ξαφνικά πίσω του. Από τον εσωτερικό καθρέφτη βλέπει το παραμορφωμένο πρόσωπο του νταλικιέρη, ενός χοντρού με μούσια και σκούρα γυαλιάκαθρέφτες που του ουρλιάζει κάτι, ένα πρόσωπο με τρεις κατάμαυρες τρύπες σαν κρανίο. Ο Ντέξτερ κόβει απότομα το τιμόνι για άλλη μια φορά, χωρίς καν να ελέγξει αν έρχεται κάτι στη λωρίδα αργής κυκλοφορίας, κι αυτή τη φορά είναι σίγουρος ότι θα πεθάνει εδώ και τώρα, θα εκραγεί σε μια σφαίρα φωτιάς ακούγοντας στη διαπασών ένα ρεμίξ των Jamiroquai. Όμως η δεξιά λωρίδα είναι άδεια, ευτυχώς, και ο Ντέξτερ παίρνει μια γρήγορη βαθιά ανάσα από το στόμα, κι ύστερα δεύτερη και τρίτη σαν χτυπημένος μποξέρ. Κλείνει τη μουσική και οδηγεί σιωπηλά, με το κοντέρ σταθερά στα εκατό, μέχρι που φτάνει στην έξοδο προς την Οξφόρδη. Εξαντλημένος, μπαίνει στο πρώτο πλάτωμα του δρόμου, κατεβάζει το κάθισμα και κλείνει τα μάτια του με την ελπίδα να κοιμηθεί, αλλά βλέπει μπροστά του τις τρεις μαύρες τρύπες της φάτσας του νταλικιέρη που του ουρλιάζει. Ο ήλιος είναι πολύ λαμπερός, ο θόρυβος της κυκλοφορίας πολύ δυνατός και, εκτός αυτού, δεν είναι καθόλου ωραίο το θέαμα ενός αγχωμένου νεαρού που στριφογυρίζει μέσα σε ένα σταματημένο αυτοκίνητο, στις δώδεκα παρά τέταρτο, μεσημέρι καλοκαιριού με λιακάδα, οπότε ανακάθεται απότομα, βλαστημάει και ξαναβγαίνει στο δρόμο, μέχρι που βρίσκει εκείνη την παμπ που θυμάται από τα εφηβικά του χρόνια. Ο Άσπρος Κύκνος είναι μια αλυσίδα μαγαζιών που σερβίρουν πρωινό όλες τις ώρες


της μέρας, συν μπριζόλες και τσιπς σε απίστευτα χαμηλές τιμές. Ο Ντέξτερ σταματάει στο πάρκινγκ, πιάνει το πακέτο με το ωραίο περιτύλιγμα από τη θέση του συνοδηγού και μπαίνει στη γνώριμη μεγάλη αίθουσα που μυρίζει λούστρο επίπλων και χτεσινά αποτσίγαρα. Σκύβει φιλικά πάνω από την μπάρα και παραγγέλνει ένα μισόλιτρο βαρελίσια μπίρα και μια διπλή βότκα τόνικ. Θυμάται τον μπάρμαν από τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, τότε που ερχόταν εδώ και τα έπινε με τα φιλαράκια του. «Ερχόμουν συχνά εδώ πριν από χρόνια» λέει με διάθεση για κουβεντούλα. «Σοβαρά;» του απαντάει κουρασμένα ο ταλαίπωρος μπάρμαν. Αν τον έχει αναγνωρίσει, προτιμάει να μην το πει, και ο Ντέξτερ παίρνει από ένα ποτήρι σε κάθε χέρι, πηγαίνει σε ένα τραπέζι και πίνει αμίλητος με το δωράκι μπροστά του, ένα πακετάκι χαράς μέσα στη μαυρίλα του μπαρ. Κοιτάζει γύρω του και σκέφτεται πόσο μακριά έχει φτάσει τα τελευταία δέκα χρόνια και πόσα έχει πετύχει – διάσημος τηλεπαρουσιαστής και δεν έχει φτάσει ακόμη στα τριάντα. Καμιά φορά σκέφτεται ότι οι θεραπευτικές δυνάμεις του αλκοόλ αγγίζουν τα όρια του θαύματος, γιατί μέσα σε δέκα λεπτά επιστρέφει σβέλτος και άνετος στο αυτοκίνητό του και ξαναβάζει μουσική. Με τους Beloved να τιτιβίζουν οδηγεί γρήγορα και σε λιγότερο από δέκα λεπτά στρίβει στο χωματόδρομο του σπιτιού των γονιών του, ένα μεγάλο απομονωμένο κτίσμα της δεκαετίας 1920, με ψεύτικα σταυρωτά ξύλα στην πρόσοψη που το κάνουν να φαίνεται λιγότερο μοντέρνο, γερό και τετράγωνο απ’ ό,τι είναι πραγματικά. Ένα άνετο, ευτυχισμένο οικογενειακό σπίτι στους λόφους Τσίλτερνς, που ο Ντέξτερ το αντικρίζει με τρόμο. Ο πατέρας του είναι στην πόρτα· μοιάζει σαν να στέκεται χρόνια εκεί. Είναι πολύ βαριά ντυμένος για Ιούλιο. Η μια άκρη του πουκαμίσου του κρέμεται έξω από το πουλόβερ του και κρατάει στο χέρι του μια κούπα τσάι. Άλλοτε γίγαντας στα μάτια του Ντέξτερ, τώρα του φαίνεται σκυφτός και κουρασμένος. Το πρόσωπό του χλωμό, τραβηγμένο και γεμάτο ρυτίδες από τους τελευταίους έξι μήνες, που η κατάσταση της γυναίκας του έχει χειροτερέψει. Τον χαιρετάει σηκώνοντας την κούπα του και ο Ντέξτερ βλέπει για μια στιγμή τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του πατέρα του, και μορφάζει από ντροπή για το γυαλιστερό πουκάμισό του, τον επιδεικτικό τρόπο που οδηγεί το σπορ αμάξι του, τον παραπανίσιο, άπρεπο θόρυβο που κάνει καθώς φρενάρει και σταματάει απότομα στο χαλίκι, την ηλεκτρονική σοφτ ρέιβ μουσική στο στέρεο. Χαλαρός. Ηλίθιε. Φτιαγμένος. Γελοίε. Βολεμένος, φανταχτερέ παλιάτσο. Κλείνει το CD player, το τραβάει και το αφαιρεί από την υποδοχή του στο ταμπλό κι ύστερα το κοιτάζει. Ηρέμησε, στα Τσίλτερνς βρίσκεσαι, όχι στο Στόκγουελ. Δεν πρόκειται να σου κλέψει ο πατέρας σου το στερεοφωνικό. Χαλάρωσε λίγο. Από την πόρτα, ο πατέρας του σηκώνει και πάλι την κούπα του σε χαιρετισμό, και ο Ντέξτερ αναστενάζει, πιάνει το δώρο από το κάθισμα του συνοδηγού, επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις αυτοσυγκέντρωσης και βγαίνει από το αυτοκίνητο. «Τι γελοίο αμάξι» αποδοκιμάζει ο πατέρας του. «Δεν σε ανάγκασε κανένας να το οδηγήσεις». Ο Ντέξτερ βρίσκει καταφύγιο στην άνεση των


παλιών γνώριμων ρόλων: ο πατέρας του αυστηρός και ορθολογικός, ο γιος ανεύθυνος και επηρμένος. «Δεν νομίζω ότι θα χωρούσα να μπω, έτσι κι αλλιώς. Παιχνιδάκι για παιδιά. Σε περιμένουμε εδώ και ώρες». «Τι κάνεις, μπαμπά;» λέει ο Ντέξτερ και ξαφνικά τον πλημμυρίζει ένα κύμα τρυφερότητας για τον μπαμπάκα του. Χωρίς να σκεφτεί, τον αγκαλιάζει με το ένα χέρι, τον τρίβει στην πλάτη και του σκάει ένα φιλί στο μάγουλο. Μένουν και οι δύο κόκαλο. Για τον Ντέξτερ τα φιλιά έχουν γίνει κάτι σαν επίκτητο αντανακλαστικό. Όμως, αυτή τη φορά έχει κάνει «μουτς» πάνω στο τριχωτό αυτί του πατέρα του. Ένα μέρος του εαυτού του βρίσκεται ακόμη στις καμάρες κάτω από τη γέφυρα του τρένου, παρέα με τον Γκίμπσυ, την Τάρα, τον Σπεξ. Αισθάνεται τα χείλη του υγρά από σάλιο και βλέπει τον τρόμο στο βλέμμα του πατέρα του, που τον στραβοκοιτάζει με ύφος Παλαιάς Διαθήκης. Ο γιος να δίνει φιλιά στον πατέρα – ανήκουστο, εδώ έχει παραβιαστεί ένας νόμος της φύσης. Δεν έχει προλάβει καλά καλά να περάσει ούτε την εξώπορτα και η αυταπάτη της νηφαλιότητάς του έχει ήδη διαλυθεί. Ο πατέρας του ρουθουνίζει – ή από περιφρόνηση ή επειδή μύρισε την ανάσα του γιου του, και ο Ντέξτερ δεν ξέρει ποιο απ’ τα δυο είναι χειρότερο. «Η μητέρα σου είναι στον κήπο. Σε περιμένει από το πρωί». «Πώς είναι;» ρωτάει ο Ντέξτερ τον πατέρα του. Ίσως του απαντήσει «πολύ καλύτερα». «Πήγαινε δες. Θα βάλω να φτιάξω τσάι». Ο διάδρομος είναι σκοτεινός και δροσερός μετά τη δυνατή λάμψη του ήλιου. Η αδερφή του η Κέισι μπαίνει εκείνη τη στιγμή από τον πίσω κήπο, με ένα δίσκο στα χέρια της και ένα πρόσωπο που ακτινοβολεί επάρκεια, σεβασμό και κοινή λογική. Στα τριάντα τέσσερά της έχει μπει για τα καλά στο ρόλο της αυστηρής προϊσταμένης νοσοκόμας και της ταιριάζει γάντι. Μισο-χαμογελαστή, μισο-συνοφρυωμένη, αγγίζει το μάγουλό της στο δικό του. «Η επιστροφή του ασώτου!» Το μυαλό του Ντέξτερ δεν είναι τόσο θολωμένο για να μην πιάσει την μπηχτή, ωστόσο αγνοεί το σχόλιο και κοιτάζει το δίσκο. Ένα μπολ με δημητριακά ολικής άλεσης μουλιασμένα σε γάλα, και το κουταλάκι δίπλα, αχρησιμοποίητο. «Πώς είναι η μαμά;» ρωτάει την αδερφή του. Ίσως του απαντήσει «πολύ καλύτερα». «Πήγαινε δες μόνος σου» λέει η Κέισι και ο Ντέξτερ την προσπερνάει και αναρωτιέται: Γιατί δεν μου λέει κανένας πώς είναι η μαμά; Στέκεται στην πόρτα και την κοιτάζει από μακριά. Είναι καθισμένη σε μια παλιά ψάθινη πολυθρόνα που την έχουν μεταφέρει έξω για να έχει θέα προς τα λιβάδια, το δάσος και την πόλη της Οξφόρδης, μια γκρίζα θολή μουντζούρα πέρα μακριά. Από το σημείο που τη βλέπει, το πρόσωπό της κρύβεται από ένα μεγάλο καπέλο και γυαλιά –το φως του ήλιου την πειράζει στα μάτια αυτή την εποχή–, αλλά από το λιγνό της μπράτσο και από τον τρόπο που γέρνει το κεφάλι της στο μαξιλάρι της πολυθρόνας διακρίνει αμέσως μεγάλη διαφορά από την προηγούμενη φορά που την είδε, πριν από τρεις εβδομάδες. Ξαφνικά νιώθει έντονα την ανάγκη να κλάψει. Θέλει να τρέξει και να κουλουριαστεί σαν παιδάκι στην αγκαλιά της και την ίδια στιγμή θέλει να τρέξει όσο πιο μακριά γίνεται, αλλά επειδή δεν μπορεί τίποτε από τα δυο,


κατεβαίνει τα σκαλοπάτια με βήμα ζωηρό, με ένα τεχνητά αλέγκρο χοροπήδημα, σαν έκτακτος καλεσμένος σε πρωινό τσατ σόου. «Γειαααα!» Εκείνη του χαμογελάει, αλλά σαν να απαιτεί προσπάθεια ακόμα και ένα απλό χαμόγελο. Σκύβει κάτω από το καπέλο της για να τη φιλήσει και νιώθει το μάγουλό της απωθητικά στεγνό, γυαλιστερό και κρύο. Κάτω από το καπέλο της έχει δεμένο ένα μαντίλι για να κρύβει τα μαλλιά της που λείπουν και ο Ντέξτερ αποφεύγει να κοιτάξει στα ίσα το πρόσωπό της. Πιάνει μια σκουριασμένη σιδερένια καρέκλα του κήπου, την τραβάει κοντά της με θόρυβο και τη στήνει έτσι που να κοιτάζουν και οι δυο το τοπίο, αλλά αισθάνεται το βλέμμα της μητέρας του πάνω του. «Είσαι ιδρωμένος» του λέει. «Κάνει ζέστη σήμερα». Αυτή δεν φαίνεται να τον πιστεύει. Δεν το παίζεις καλά, λέει στον εαυτό του. Συγκεντρώσου. Θυμήσου σε ποια μιλάς. «Φαίνεσαι μούσκεμα». «Φταίει το πουκάμισο. Συνθετικό υλικό». Η μητέρα του απλώνει το χέρι της και αγγίζει το πουκάμισό του. Ζαρώνει τη μύτη της με αποστροφή. «Τι είναι;» «Prada». «Ακριβό». «Πάντα το καλύτερο». Κι ύστερα, για να αλλάξει θέμα πιάνει το πακέτο από το πέτρινο τοιχάκι όπου το έχει ακουμπήσει. «Δωράκι για σένα». «Τι όμορφο». «Όχι από μένα, από την Έμμα». «Το κατάλαβα από το περιτύλιγμα». Λύνει προσεχτικά την κορδέλα. «Τα δικά σου έρχονται σε σακούλες σκουπιδιών κλεισμένες με μονωτική ταινία…» «Δεν είναι αλήθεια». Ο Ντέξτερ γελάει, για να κρατήσει ανάλαφρη την ατμόσφαιρα. «Αν έρθουν ποτέ». Δυσκολεύεται πολύ να συντηρήσει το χαμόγελό του, αλλά ευτυχώς εκείνη συγκεντρώνεται στο δώρο της, ξεδιπλώνοντας το περιτύλιγμα και αποκαλύπτοντας μια μικρή στοίβα από βιβλία τσέπης: Ίντιθ Γουόρτον, Ρέιμοντ Τσάντλερ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ. «Τι καλή που είναι! Θα την ευχαριστήσεις εκ μέρους μου; Η υπέροχη Έμμα Μόρλεϋ». Διαβάζει το εξώφυλλο του Φιτζέραλντ. «Όμορφοι και Καταραμένοι. Εγώ κι εσύ». «Ναι, αλλά ποιος είναι ποιος;» πετάει ο Ντέξτερ χωρίς να σκεφτεί, αλλά ευτυχώς η μητέρα του δεν το ακούει. Διαβάζει φωναχτά το πίσω μέρος της καρτούλας, που είναι ένα ασπρόμαυρο αγκίτ-προπ κολάζ του ’82: «Κάτω η Θάτσερ!». Γελάει. «Τι καλό κορίτσι. Με χιούμορ». Πιάνει το βιβλίο και μετράει το πάχος του με τα δυο της δάχτυλα. «Πολύ αισιόδοξη, ίσως. Πες της με τρόπο να προτιμήσει διηγήματα την επόμενη φορά». Ο Ντέξτερ χαμογελάει και ρουθουνίζει, κατά το αναμενόμενο, αν και σιχαίνεται το μαύρο χιούμορ. Υποτίθεται ότι δείχνει κουράγιο σε δύσκολες καταστάσεις, φτιάχνει το κέφι, αλλά το βρίσκει ανόητο και βαρετό. Θα προτιμούσε τα ανομολόγητα να παραμείνουν ανείπωτα. «Τι κάνει η Έμμα;» ρωτάει η μητέρα του.


«Πολύ καλά, νομίζω. Τώρα πια είναι δασκάλα με πτυχίο. Σήμερα έχει μια συνέντευξη για δουλειά». «Ωραίο επάγγελμα». Η μητέρα του γυρίζει και τον κοιτάζει. «Δεν δίδασκες κι εσύ κάποτε; Τι έγινε και σταμάτησες;» Ο Ντέξτερ πιάνει την μπηχτή. «Δεν μου ταίριαζε». «Όχι» είναι το μόνο που λέει η μητέρα του. Πέφτει σιωπή και ο Ντέξτερ νιώθει για άλλη μια φορά να χάνει τον έλεγχο της μέρας. Από την τηλεόραση και τις ταινίες είχε πιστέψει ότι η μόνη θετική πλευρά της αρρώστιας είναι ότι φέρνει πιο κοντά τους ανθρώπους, ότι ανοίγουν εύκολα τις καρδιές τους, ότι υπάρχει αμοιβαία κατανόηση χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Όμως αυτός και η μητέρα του πάντα ήταν κοντά, πάντα ήταν ανοιχτοί, και η συνηθισμένη τους αλληλοκατανόηση τώρα έχει αντικατασταθεί από πίκρα και μνησικακία, θυμό και από τις δύο πλευρές γι’ αυτό που συμβαίνει. Συναντήσεις που θα έπρεπε να είναι τρυφερές και παρήγορες ξεπέφτουν σε διαπληκτισμούς για ασήμαντα πράγματα και σε κατηγόριες. Οχτώ ώρες πριν έλεγε τα πιο προσωπικά μυστικά του σε αγνώστους και τώρα του είναι αδύνατον να μιλήσει στη μητέρα του. Κάτι δεν πάει καθόλου καλά. «Λοιπόν. Είδα την εκπομπή τις προάλλες» λέει η μητέρα του. «Ναι;» Εκείνη δεν μιλάει, οπότε αναγκάζεται να τη ρωτήσει: «Πώς σου φάνηκε;». «Νομίζω ότι είσαι πολύ καλός. Πολύ φυσικός. Δείχνεις πολύ ωραίος στη μικρή οθόνη. Όπως σου έχω ξαναπεί, η εκπομπή δεν μου αρέσει και πάρα πολύ». «Δεν απευθύνεται σε ανθρώπους σαν εσένα, μην το ξεχνάς». Η μητέρα του τσιτώνεται και στρέφει αργά και υπεροπτικά το κεφάλι της. «Τι εννοείς όταν λες ανθρώπους σαν εμένα;» Ο Ντέξτερ τής εξηγεί εκνευρισμένος. «Είναι μια ελαφριά εκπομπή για αργά το βράδυ, που έχεις γυρίσει από την παμπ…» «Εννοείς ότι δεν ήμουν αρκετά μεθυσμένη για να την απολαύσω;» «Όχι…» «Δεν είμαι πουριτανή, απλώς δεν μου αρέσει η χυδαιότητα και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ξαφνικά είναι απαραίτητο να εξευτελίζονται άνθρωποι…» «Κανείς δεν εξευτελίζεται, μην το βλέπεις έτσι, είναι αστείο…» «Κάνετε διαγωνισμό για το ποιος έχει την ασχημότερη φιλενάδα της Βρετανίας. Δεν το βρίσκεις εξευτελιστικό αυτό;» «Όχι ιδιαίτερα, όχι…» «Να ζητάτε από τους άντρες τηλεθεατές να σας στείλουν φωτογραφία της άσχημης φιλενάδας τους…» «Έτσι για πλάκα. Η ουσία είναι ότι οι τύποι τις αγαπάνε κι ας είναι… ας μην είναι όμορφες με το συμβατικό τρόπο. Αυτό είναι το ζητούμενο, είναι αστείο!» «Λες και ξαναλές ότι είναι αστείο. Εμένα προσπαθείς να πείσεις ή τον εαυτό σου;» «Ας μην το συζητήσουμε άλλο, εντάξει;» «Πιστεύεις ότι το βρίσκουν κι αυτές αστείο, οι φιλενάδες τους, οι “σαβούρες”;» «Μαμά, εγώ απλώς παρουσιάζω τα συγκροτήματα, τίποτε παραπάνω. Ρωτάω τους ποπ


σταρ για το καινούριο τους εκπληκτικό βίντεο – αυτή είναι η δουλειά μου. Είναι απλώς ένα μέσον για ένα σκοπό». «Αλλά, για ποιο σκοπό, Ντέξτερ; Σε μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι μπορείς να κάνεις οτιδήποτε θελήσεις. Απλώς δεν πίστευα ότι θα ήθελες αυτό». «Τι θα ήθελες να κάνω;» «Δεν ξέρω, κάτι καλό». Ξαφνικά πιάνει το στήθος της με το αριστερό της χέρι και ξαπλώνει πίσω στην πολυθρόνα. Ο Ντέξτερ αφήνει να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα. «Είναι καλό. Από τη δική του σκοπιά». Η μητέρα του ρουθουνίζει περιφρονητικά. «Είναι μια ανόητη εκπομπή, καθαρά ψυχαγωγική, ούτε εμένα μου αρέσουν όλα, αλλά είναι μια εμπειρία, θα με οδηγήσει σε άλλα πράγματα. Συν ότι περνάω καλά». Η μητέρα του δεν απαντάει αμέσως. «Αφού είναι έτσι, αξίζει να το κάνεις, υποθέτω» λέει τελικά. «Πρέπει να κάνεις αυτό που σου αρέσει. Και ξέρω ότι θα κάνεις κι άλλα πράγματα στο μέλλον, απλώς…» Πιάνει το χέρι του χωρίς να ολοκληρώσει τη σκέψη της. Μετά γελάει, ξεψυχισμένα. «Αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω γιατί είναι ανάγκη να παριστάνεις ότι είσαι από τα λαϊκά προάστια». «Είναι η φωνή μου του παιδιού του λαού» της λέει, κι εκείνη χαμογελάει, ανεπαίσθητα, αλλά ο Ντέξτερ πιάνεται απ’ αυτό. «Δεν πρέπει να τσακωνόμαστε» του λέει. «Δεν τσακωνόμαστε, συζητάμε» διαφωνεί ο Ντέξτερ, αν και ξέρει ότι τσακώνονται. Η μητέρα του πιάνει το κεφάλι της. «Παίρνω μορφίνη. Μερικές φορές δεν ξέρω τι λέω». «Δεν είπες τίποτε που δεν έπρεπε. Κι εγώ είμαι λίγο κουρασμένος, άλλωστε». Οι πλάκες του λιθόστρωτου αντανακλούν τον ήλιο και αισθάνεται το δέρμα στο πρόσωπο και στα μπράτσα του να τον καίει· νιώθει ότι τσουρουφλίζεται σαν βαμπίρ. Έρχεται ένα καινούριο κύμα ιδρώτα μαζί με τάση για εμετό. Μείνε ήρεμος, λέει στον εαυτό του. Είναι από τα πολλά χημικά. «Ξενύχτησες;» «Πολύ». «Ξεσάλωσες, ε;» «Λιγάκι». Τρίβει τους κροτάφους του για να δείξει ότι έχει πονοκέφαλο και λέει, χωρίς να σκεφτεί: «Μήπως σου περισσεύει λίγη μορφίνη;». Η μητέρα του απαξιοί ακόμα και να τον κοιτάξει. Ο χρόνος κυλάει. Τον τελευταίο καιρό έχει προσέξει ότι τον κυριεύει ύπουλα η ανοησία. Ενώ είναι αποφασισμένος να μην ξεφύγει, να μην καβαλήσει το καλάμι της διασημότητας, χάνει συνεχώς το μέτρο και έχει παρατηρήσει, αντικειμενικά, ότι γίνεται όλο και πιο αναίσθητος και εγωιστής, κάνει όλο και περισσότερα ηλίθια σχόλια. Κάνει προσπάθειες να το εμποδίσει, αλλά δεν το ελέγχει· είναι σαν κάτι προδιαγεγραμμένο όπως η φαλάκρα. Τι νόημα έχει να προσπαθεί όμως; Ας γίνει καβαλημένο καλάμι – τι έγινε; Γιατί θα πρέπει ντε και καλά να τον νοιάζει; Η ώρα περνάει. Προσέχει ότι το γήπεδο του τένις έχει αρχίσει να χορταριάζει. Αυτό το σπίτι είναι ήδη υπό διάλυση. Τελικά, η μητέρα του μιλάει ξανά. «Να ξέρεις πως ο πατέρας σου ετοιμάζει μεσημεριανό. Σούπα σε κονσέρβα, σε προειδοποιώ. Τουλάχιστον για το δείπνο θα έχει γυρίσει η Κέισι. Θα μείνεις το βράδυ, υποθέτω;»


Θα μπορούσε να μείνει. Θα είναι μια ευκαιρία να επανορθώσει. «Δυστυχώς, όχι» της λέει. Εκείνη μισοστρέφει το κεφάλι της. «Έχω εισιτήρια για το Τζουράσικ Παρκ απόψε. Είναι η πρεμιέρα. Θα είναι και η Λαίδη Ντι! Όχι μαζί μου, διευκρινίζω». Ακούει τη φωνή του όπως μιλάει και είναι η φωνή ενός ανθρώπου που σιχαίνεται. «Δεν γίνεται να μην πάω, έχει να κάνει με τη δουλειά μου, είναι κανονισμένο εδώ και καιρό». Τα μάτια της μητέρας του στενεύουν καχύποπτα και, για να μετριάσει τις εντυπώσεις, της πετάει ένα ψέμα: «Θα πάρω μαζί μου την Έμμα, βλέπεις. Εγώ θα την κοπανούσα ευχαρίστως, αλλά η Έμμα θέλει πολύ να πάει στην πρεμιέρα». «Ω. Μάλιστα». Γίνεται πάλι σιωπή. «Τι ζωή κι αυτή που κάνεις» του λέει ανέκφραστα. Ξανά σιωπή. «Ντέξτερ, θα πρέπει να με συγχωρέσεις, αλλά το πρωινό με εξάντλησε. Θα πρέπει να ανέβω επάνω να ξαπλώσω λίγο». «Εντάξει». «Θα χρειαστώ βοήθεια». Κοιτάζει ανήσυχος γύρω ψάχνοντας την αδερφή του ή τον πατέρα του, λες και διαθέτουν ικανότητες που αυτός δεν έχει, αλλά δεν βλέπει κανέναν. Η μητέρα του έχει πιαστεί από τα μπράτσα της πολυθρόνας και αγωνίζεται μάταια να σηκωθεί. Πρέπει να τη βοηθήσει, δεν έχει άλλη επιλογή. Ανάλαφρα, χωρίς να είναι καθόλου πεισμένος γι’ αυτό που κάνει, περνάει το χέρι του κάτω από το μπράτσο της και τη στηρίζει για να σηκωθεί. «Θέλεις να;…» «Όχι, τα καταφέρνω και μόνη μου μέχρι μέσα. Στη σκάλα θα χρειαστώ βοήθεια». Διασχίζουν μαζί το πλακόστρωτο. Το χέρι του απλώς αγγίζει το γαλάζιο κοντομάνικο φόρεμα που κρέμεται πάνω της ασουλούπωτο σαν ρόμπα νοσοκομείου. Τον τρελαίνει το πόσο αργά βαδίζει, το παίρνει σχεδόν σαν προσωπική προσβολή. «Τι κάνει η Κέισι;» ρωτάει για να γεμίσει το χρόνο. «Καλά είναι. Νομίζω ότι το ευχαριστιέται να με διατάζει, αλλά είναι πολύ περιποιητική. Φάε ετούτο, πιες εκείνο, κοιμήσου τώρα. Κέρβερος, αλλά πάντα σωστή η αδερφή σου. Με εκδικείται που δεν της πήρα εκείνο το πόνι όταν ήταν μικρή». Αφού η Κέισι τα καταφέρνει τόσο καλά, πού χάθηκε τώρα που τη χρειαζόμαστε; αναρωτιέται ο Ντέξτερ. Έχουν φτάσει στη σκάλα. Δεν είχε προσέξει ποτέ πόσο πολλά είναι τα σκαλοπάτια. «Πώς να;…» «Είναι καλύτερα να με σηκώσεις. Δεν είμαι καθόλου βαριά αυτή την εποχή». Δεν τα μπορώ εγώ αυτά. Δεν είμαι ικανός. Νόμιζα ότι ήμουν, αλλά δεν είμαι. Κάτι μου λείπει, αδύνατον να το κάνω. «Πονάς κάπου; Εννοώ, υπάρχει κάποιο σημείο που…» «Μην σε απασχολεί αυτό». Βγάζει το καπέλο της και στρώνει το μαντίλι στο κεφάλι της. Ο Ντέξτερ την πιάνει πιο σταθερά, περνώντας το ένα χέρι του κάτω από τις μασχάλες της παράλληλα με τα πλευρά, σκύβει, περνάει το άλλο του χέρι πάνω από το φόρεμα και κάτω από τα γόνατά της και, όταν θεωρεί ότι είναι έτοιμη, ορθώνει ξανά το κορμί του, τη σηκώνει αγκαλιά και αισθάνεται το σώμα της να χαλαρώνει πάνω στα χέρια του. Εκείνη εκπνέει βαθιά


και η ανάσα της είναι γλυκιά και ζεστή πάνω στο πρόσωπό του. Ή είναι βαρύτερη απ’ ό,τι περίμενε, ή αυτός είναι πιο αδύναμος απ’ ό,τι νόμιζε. Χτυπάει κατά λάθος τον ώμο της στο ξύλινο κάγκελο της σκάλας, αναπροσαρμόζεται, στρέφεται λίγο πλάγια και αρχίζει να ανεβαίνει. Το κεφάλι της ακουμπάει στον ώμο του και νιώθει το μαντίλι της να γλιστράει πάνω στο μάγουλό του. Είναι σαν μια παρωδία κλασικής σκηνής όπου ο σύζυγος σηκώνει αγκαλιά τη νύφη περνώντας το κατώφλι, και διάφορα αστεία σχόλια περνάνε από το μυαλό του, όμως κανένα από αυτά δεν πρόκειται να ελαφρύνει την κατάσταση. Φτάνοντας επάνω όμως, εκείνη τον διευκολύνει με ένα «Ήρωά μου εσύ», τον κοιτάζει και χαμογελάνε και οι δυο. Η μητέρα του ανοίγει την πόρτα σπρώχνοντας με το πόδι της, μπαίνουν στο σκοτεινό δωμάτιο και την ακουμπάει πάνω στο κρεβάτι. «Να σου φέρω κάτι;» «Είμαι εντάξει». «Μήπως πρέπει να πάρεις κάτι; Φάρμακο ή…» «Όχι, είμαι εντάξει». «Ένα ντράι μαρτίνι;» «Αχ, ναι, ευχαριστώ». «Θέλεις να σε σκεπάσω;» «Μόνο με την κουβέρτα». «Τις κουρτίνες τις αφήνω κλειστές;» «Ναι. Μόνο άνοιξε το παράθυρο». «Εντάξει. Τα ξαναλέμε αργότερα». «Γεια σου, αγόρι μου». «Τα λέμε». Της χαμογελάει ζορισμένα, αλλά εκείνη έχει ήδη γυρίσει στο πλευρό της και δεν τον βλέπει. Βγαίνει από το δωμάτιο τραβώντας μαλακά την πόρτα πίσω του. Μια μέρα, πολύ σύντομα, ίσως μέσα στη χρονιά, θα βγει απ’ αυτό το δωμάτιο και δεν θα την ξαναδεί ποτέ πια και του είναι τόσο δύσκολο να το συλλάβει, που απωθεί βίαια αυτή τη σκέψη και επικεντρώνεται ξανά στον εαυτό του: στο βαρύ κεφάλι του, στο πόσο κουρασμένος αισθάνεται, στο σφυροκόπημα στα μηνίγγια του καθώς κατεβαίνει με βήμα πηδηχτό την εσωτερική σκάλα. Η μεγάλη κουζίνα είναι ασυγύριστη και άδεια. Πηγαίνει κατευθείαν στο ψυγείο. Άδειο κι αυτό. Ένα μαραμένο σέλινο, ένα άψητο κοτόπουλο, ανοιγμένες κονσέρβες, μπέικον σε οικονομική συσκευασία, σαφείς ενδείξεις ότι έχει αναλάβει το νοικοκυριό ο πατέρας του. Στην πόρτα του ψυγείου βρίσκει ένα ανοιγμένο άσπρο κρασί. Το βγάζει και πίνει κατευθείαν από το μπουκάλι τέσσερις πέντε μεγάλες γουλιές γλυκερό κρασί, μέχρι που ακούει τα βήματα του πατέρα του στο διάδρομο. Ξαναβάζει το μπουκάλι στη θέση του και σκουπίζει το στόμα του με τη ράχη του χεριού του, πάνω στην ώρα που ο πατέρας του μπαίνει στην κουζίνα κουβαλώντας δυο πλαστικές σακούλες από το σούπερ μάρκετ του χωριού. «Πού είναι η μητέρα σου;» «Κουράστηκε. Την ανέβασα επάνω στο κρεβάτι της». Ο Ντέξτερ θέλει να του δείξει ότι είναι ώριμος και γενναίος, μα ο πατέρας του δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται. «Μάλιστα. Μιλήσατε;» «Λιγάκι. Για διάφορα». Η φωνή του αντηχεί περίεργη στα αυτιά του, πολύ δυνατή,


μπερδεμένη, βεβιασμένη. Μεθυσμένη. Άραγε το καταλαβαίνει ο πατέρας του; «Θα τα ξαναπούμε όταν ξυπνήσει». Ανοίγει ξανά το ψυγείο και κάνει πως βλέπει το κρασί για πρώτη φορά. «Μπορώ;» Βγάζει το μπουκάλι, αδειάζει ό,τι έχει απομείνει σε ένα ποτήρι, προσπερνάει τον πατέρα του και κατευθύνεται έξω από την κουζίνα. «Λέω να ανεβώ στο δωμάτιό μου για λίγο». «Πώς κι έτσι;» «Ψάχνω κάτι. Κάτι παλιά βιβλία». «Δεν θα φας για μεσημέρι; Να συνοδέψεις με κάτι το ποτό σου, ίσως;» Ο Ντέξτερ κοιτάζει τις πλαστικές σακούλες με τα ψώνια μπροστά στα πόδια του πατέρα του, που κοντεύουν να σκιστούν από τις πολλές κονσέρβες. «Αργότερα ίσως» λέει βγαίνοντας ήδη στο διάδρομο. Όταν φτάνει επάνω, προσέχει ότι η πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονιών του έχει ανοίξει, και μπαίνει ξανά στο δωμάτιο προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο. Οι κουρτίνες ανασηκώνονται με το αεράκι και το φως του ήλιου μια έρχεται, μια φεύγει από την κοιμισμένη σιλουέτα κάτω από την παλιά κουβέρτα, απ’ όπου φαίνονται οι φτέρνες της, λερωμένες από χώματα, με τα δάχτυλα των ποδιών της κουλουριασμένα. Η μυρωδιά που θυμάται από τα παιδικά του χρόνια, εκείνο το διάχυτο άρωμα από ακριβές λοσιόν και περίεργες πούδρες, έχει αντικατασταθεί από κάτι που μυρίζει σαν μαραμένα φρούτα και που δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται. Μυρωδιά νοσοκομείου έχει διαποτίσει το σπίτι των παιδικών του χρόνων. Κλείνει την πόρτα και πηγαίνει με απαλά βήματα στο μπάνιο. Ουρώντας στη λεκάνη κάνει έναν έλεγχο στο ντουλαπάκι με τα φάρμακα: τα άφθονα υπνωτικά χάπια του πατέρα του μιλάνε για νυχτερινές φοβίες και υπάρχει και ένα παλιό μπουκαλάκι με βάλιουμ της μητέρας του με ημερομηνία Μαρτίου 1989, ένα φάρμακο ξεπερασμένο προ πολλού από πολύ ισχυρότερα. Βγάζει από δύο από κάθε μπουκαλάκι, τα χώνει στο πορτοφόλι του κι ύστερα παίρνει ένα τρίτο βάλιουμ, που το καταπίνει αμέσως με νερό από τη βρύση του νιπτήρα, έτσι για να του φύγει η νευρικότητα. Το παλιό του δωμάτιο τώρα χρησιμοποιείται σαν αποθήκη και στριμώχνεται για να περάσει δίπλα από έναν παλιό δερμάτινο καναπέ Τσέστερφιλντ, ένα τραπεζάκι του τσαγιού και στοίβες από χαρτοκιβώτια. Στους τοίχους λίγες παλιές αναμνηστικές οικογενειακές φωτογραφίες και μαζί τους δικές του εφηβικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες κοχυλιών και φύλλων, ξεθωριασμένες γιατί δεν έχουν φιξαριστεί αρκετά. Σαν παιδάκι που το έχουν στείλει τιμωρία στο δωμάτιό του, ξαπλώνει στο παλιό διπλό κρεβάτι με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το κεφάλι του. Πάντα υπέθετε ότι θα αποκτούσε ένα είδος νοητικού συναισθηματικού μηχανισμού όταν θα έφτανε, ας πούμε, στα σαράντα πέντε, πενήντα, κάποιο εργαλείο που θα τον βοηθούσε να διαχειριστεί την πιθανή απώλεια ενός γονιού. Αν είχε τώρα αυτόν το μηχανισμό, θα ήταν μια χαρά. Θα ήταν μεγαλόψυχος και αλτρουιστής, θα το αντιμετώπιζε με σοφία, θα το φιλοσοφούσε. Θα είχε ίσως κι αυτός δικά του παιδιά, οπότε θα διέθετε την επιπλέον ωριμότητα που αποκτά κανείς αφού γίνει γονιός, θα αντιλαμβανόταν τη ζωή σαν μια διαδικασία. Αλλά, δεν είναι σαράντα πέντε ετών, είναι είκοσι οχτώ. Και η μητέρα του είναι σαράντα εννέα. Εδώ έχει γίνει κάποιο φοβερό λάθος, η χρονική συγκυρία είναι λάθος – πώς περιμένουν να το διαχειριστεί αυτό, το θέαμα της όμορφης μητέρας του να λιώνει σαν κερί; Είναι άδικο γι’ αυτόν,


όταν έχει τόσο πολλά άλλα πράγματα να τον απασχολούν. Είναι ένας νέος άνθρωπος στο ξεκίνημα μιας επιτυχημένης καριέρας. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, έχει πολύ καλύτερα πράγματα να κάνει. Του έρχεται να κλάψει, αλλά δεν είναι δυνατόν, δεν έχει κλάψει εδώ και δεκαπέντε χρόνια· γι’ αυτό το αποδίδει στα χημικά και αποφασίζει να κοιμηθεί λίγο για να συνέλθει. Ακουμπάει το ποτήρι του πάνω σε ένα χαρτοκιβώτιο δίπλα στο κρεβάτι και γυρίζει στο πλευρό του. Θα χρειαστεί πολλή ενέργεια και προσπάθεια για να φερθεί αξιοπρεπώς. Έναν υπνάκο πρώτα κι έπειτα θα ζητήσει συγγνώμη και θα της δείξει έμπρακτα πόσο πολύ την αγαπάει. Ξυπνάει απότομα, κοιτάζει το ρολόι του κι αμέσως μετά το ξανακοιτάζει. 6.26 μ.μ. Έξι ώρες, δεν είναι δυνατόν να κοιμήθηκε έξι ώρες, αλλά όταν τραβάει την κουρτίνα βλέπει τον ήλιο χαμηλά στον ορίζοντα. Το κεφάλι του είναι ακόμη βαρύ, τα βλέφαρά του σαν να έχουν κολλήσει, στο στόμα του έχει μια μεταλλική γεύση και αισθάνεται τόση δίψα και τόση πείνα, όσες δεν έχει νιώσει ποτέ του. Απλώνει να πιάσει το ποτήρι με το κρασί και το αισθάνεται ζεστό μέσα στο χέρι του. Πίνει σχεδόν το μισό και τινάζεται πίσω μορφάζοντας αηδιασμένος – μια χοντρή μύγα έχει χωθεί στο ποτήρι· τη νιώθει να βουίζει πάνω στα χείλη του. Το ποτήρι τού πέφτει από το χέρι και το κρασί χύνεται πάνω στο πουκάμισό του και στο κρεβάτι. Σηκώνεται παραπατώντας. Στο μπάνιο ρίχνει χούφτες νερό στο πρόσωπό του. Ο ιδρώτας έχει στεγνώσει πάνω στα ρούχα του αφήνοντας την αδιαμφισβήτητη ξινή μυρωδιά του αλκοόλ. Νιώθοντας τάση για εμετό, παστώνεται με το παλιό αποσμητικό σε στικ του πατέρα του. Από τον κάτω όροφο ακούγονται κατσαρολικά να βροντάνε, βήματα, το ραδιόφωνο να παίζει, γνώριμοι σπιτικοί ήχοι. Χαρούμενος. Δείξε χαρούμενος, άνετος, ευγενικός, κι ύστερα δίνε του. Αλλά όταν περνάει έξω από το δωμάτιο της μητέρας του, τη βλέπει καθισμένη στην κόχη του κρεβατιού, προφίλ, να κοιτάζει πέρα μακριά τους λόφους, σαν να τον περίμενε ώρες. Στρέφει αργά το κεφάλι της προς το μέρος του, κι αυτός στέκεται μουδιασμένος στην πόρτα, σαν μικρό άτακτο παιδί. «Έχασες όλη τη μέρα» του λέει ήρεμα. «Παρακοιμήθηκα». «Το ξέρω. Αισθάνεσαι καλύτερα;» «Όχι». «Ω. Φοβάμαι πως ο πατέρας σου είναι λίγο θυμωμένος μαζί σου». «Δεν άλλαξε τίποτε, σαν να λέμε». Εκείνη του χαμογελάει με κατανόηση και ο Ντέξτερ, ενθαρρυμένος, συνεχίζει: «Όλοι είναι τσαντισμένοι μαζί μου σήμερα». «Καημένο μου παιδί» λέει η μητέρα του, μάλλον σαρκαστικά. «Έλα εδώ». Του χαμογελάει χτυπώντας με την παλάμη της το στρώμα. «Κάθισε κοντά μου». Ο Ντέξτερ μπαίνει υπάκουα στο δωμάτιο και κάθεται δίπλα της, τόσο κοντά που τα πόδια τους ακουμπάνε. Εκείνη γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του. «Έχουμε χάσει τον εαυτό μας και οι δυο, έτσι δεν είναι; Εγώ σίγουρα δεν είμαι αυτή που ήμουν κάποτε. Ούτε κι εσύ, όμως. Δεν είσαι πια ο εαυτός σου. Όχι όπως σε ήξερα». «Από ποια άποψη;» «Εννοώ… μπορώ να μιλήσω ειλικρινά;» «Είναι απαραίτητο;»


«Νομίζω. Έχω το δικαίωμα». «Εμπρός λοιπόν». «Νομίζω…» Σηκώνει το κεφάλι της από τον ώμο του. «Νομίζω ότι το έχεις μέσα σου να γίνεις κάτι. Κάτι ιδιαίτερο. Πάντα το πίστευα. Έτσι δεν είναι οι μητέρες; Αλλά, δεν νομίζω ότι το έχεις καταφέρει. Όχι ακόμη. Νομίζω ότι έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου. Αυτά». «Μάλιστα». «Μην το πάρεις άσχημα, αλλά μερικές φορές…» Παίρνει το χέρι του στα δικά της και του τρίβει την παλάμη με τον αντίχειρά της. «Μερικές φορές φοβάμαι ότι δεν είσαι και τόσο καλός άνθρωπος πια». Μένουν αμίλητοι για λίγο και τελικά ο Ντέξτερ λέει: «Δεν έχω να πω τίποτε πάνω σ’ αυτό». «Δεν πρέπει να πεις κάτι». «Είσαι θυμωμένη μαζί μου;» «Λίγο. Από την άλλη, είμαι θυμωμένη με όλους αυτό τον καιρό. Όλους όσοι δεν είναι άρρωστοι». «Λυπάμαι, μαμά. Λυπάμαι πάρα, πάρα πολύ». Εκείνη πιέζει με το δάχτυλό της την παλάμη του. «Το ξέρω». «Θα μείνω. Απόψε». «Όχι, όχι απόψε. Έχεις δουλειά. Έλα ξανά και ας το πιάσουμε από την αρχή». Ο Ντέξτερ σηκώνεται, σφίγγει ελαφρά τους ώμους της, ακουμπάει το μάγουλό του στο δικό της –νιώθει την ανάσα της πάνω στ’ αυτί του, τη ζεστή γλυκιά ανάσα της– και απομακρύνεται προς την πόρτα. «Ευχαρίστησε την Έμμα εκ μέρους μου» λέει η μητέρα του. «Για τα βιβλία». «Θα την ευχαριστήσω». «Και να της δώσεις την αγάπη μου. Αφού θα τη δεις απόψε». Ο Ντέξτερ θυμάται το ψέμα που έχει πει. «Ναι, ναι θα τη δω. Και συγγνώμη που δεν ήμουν πολύ… δεν ήμουν καλός σήμερα». «Πάντα υπάρχει μια επόμενη φορά» λέει η μητέρα του και χαμογελάει. Ο Ντέξτερ κατεβαίνει τη σκάλα σχεδόν τρέχοντας, υπολογίζοντας στη φόρα που έχει πάρει για να παραμείνει ζωηρός, αλλά κάτω στο χολ είναι ο πατέρας του που διαβάζει την τοπική εφημερίδα, ή παριστάνει ότι διαβάζει. Για άλλη μια φορά είναι σαν να τον περιμένει στημένος, φυλώντας σκοπιά, έτοιμος να τον συλλάβει. «Παρακοιμήθηκα» λέει ο Ντέξτερ, απευθυνόμενος στην πλάτη του πατέρα του. Εκείνος γυρίζει σελίδα στην εφημερίδα του. «Ναι, το ξέρω». «Γιατί δεν με ξύπνησες, μπαμπά;» «Δεν νομίζω ότι θα είχε νόημα. Εξάλλου, δεν πιστεύω ότι θα έπρεπε». Γυρίζει ξανά σελίδα. «Δεν είσαι δεκατεσσάρων χρονών, Ντέξτερ». «Ναι, αλλά τώρα πρέπει να φύγω!» «Ε, αφού πρέπει…» Η φράση μένει μισοτελειωμένη. Ο Ντέξτερ βλέπει την Κέισι στο καθιστικό, που επίσης παριστάνει ότι διαβάζει, κατακόκκινη από αγανάκτηση και αποδοκιμασία. Φύγε από εδώ μέσα τώρα – είναι σαν ηφαίστειο έτοιμο να σκάσει. Ακουμπάει μηχανικά το χέρι του στο τραπεζάκι του χολ, αναζητώντας τα κλειδιά του, αλλά δεν βρίσκει


τίποτε. «Τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου;» «Τα έκρυψα» λέει ο πατέρας του χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την εφημερίδα. Ο Ντέξτερ δεν μπορεί παρά να γελάσει. «Δεν γίνεται να μου κρύψεις τα κλειδιά μου!» «Προφανώς γίνεται, αφού το έκανα. Θέλεις να παίξεις ψάχνοντας να τα βρεις;» «Μπορώ να μάθω γιατί;» ρωτάει ο Ντέξτερ αγανακτισμένος. Ο πατέρας του σηκώνει το κεφάλι από την εφημερίδα του, σαν να οσμίζεται τον αέρα. «Γιατί είσαι μεθυσμένος». Μέσα στο καθιστικό, η Κέισι σηκώνεται από τον καναπέ, πάει ως την πόρτα και την κλείνει με ένα σπρώξιμο. Ο Ντέξτερ γελάει, αλλά χωρίς να γίνεται πειστικός. «Όχι, βέβαια!» Ο πατέρας του τον κοιτάζει πάνω από τον ώμο του. «Ντέξτερ, ξέρω πολύ καλά πότε είναι κάποιος μεθυσμένος. Εσύ ειδικά. Δώδεκα χρόνια τώρα σε βλέπω μεθυσμένο, μην το ξεχνάς». «Δεν είμαι μεθυσμένος, έχω απλώς βαρύ κεφάλι». «Όπως και να ’χει, δεν πρόκειται να οδηγήσεις». Ο Ντέξτερ γελάει πάλι χλευαστικά, γυρίζει τα μάτια του στο ταβάνι απηυδισμένος, αλλά και πάλι δεν βρίσκει λόγια να διαμαρτυρηθεί, εκτός από ένα αδύναμο, τσιριχτό «Μπαμπά, είμαι είκοσι οχτώ χρονών!». Ακριβώς την ίδια στιγμή ο πατέρας του λέει «Απίστευτο», κι ύστερα χώνει το χέρι στην τσέπη του, βγάζει τα δικά του κλειδιά, τα πετάει στον αέρα και τα πιάνει με προσποιητό κέφι. «Έλα. Θα σε πετάξω εγώ μέχρι το σταθμό». Ο Ντέξτερ δεν λέει αντίο στην αδερφή του. Μερικές φορές φοβάμαι ότι δεν είσαι πια καλός άνθρωπος . Ο πατέρας του οδηγεί αμίλητος και ο Ντέξτερ μουλιάζει στην ντροπή μέσα στη μεγάλη παλιά Jaguar. Όταν η σιωπή γίνεται πια ανυπόφορη, ο πατέρας του τη σπάει μιλώντας ήρεμα και σοβαρά, με τα μάτια καρφωμένα στο δρόμο. «Έλα το Σάββατο να πάρεις το αμάξι σου. Όταν θα έχεις ξεμεθύσει». «Και τώρα ξεμέθυστος είμαι» λέει ο Ντέξτερ και ακούει τη φωνή του αδύναμη και παραπονιάρικη, σαν φωνή δεκαεξάχρονου. «Για όνομα του Θεού!» ξεσπάει, αλλά μάταια. «Δεν πρόκειται να το συζητήσω μαζί σου, Ντέξτερ». Ο Ντέξτερ ξεφυσάει, γλιστράει προς τα κάτω στο κάθισμά του, κολλάει το μέτωπο και τη μύτη του στο τζάμι, χαζεύει τις δεντροστοιχίες και τα όμορφα σπίτια. Ο πατέρας του, που ανέκαθεν απεχθανόταν κάθε αντιπαράθεση και ζορίζεται φανερά τώρα, πατάει απότομα το κουμπί του ραδιοφώνου για να σκεπάσει τη σιωπή, και για λίγη ώρα ακούνε κλασική μουσική: ένα εμβατήριο, ανούσιο και πομπώδες. Πλησιάζουν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Η Jaguar μπαίνει και σταματάει στο πάρκινγκ, που αυτή την ώρα είναι άδειο από τους τακτικούς καθημερινούς ταξιδιώτες. Ο Ντέξτερ ανοίγει την πόρτα, πατάει το ένα πόδι του στην άσφαλτο, αλλά ο πατέρας του δεν κάνει καμία κίνηση για να τον αποχαιρετήσει· κάθεται απλώς και περιμένει με αναμμένη τη μηχανή, ανέκφραστος σαν σοφέρ, με το βλέμμα του στυλωμένο στο ταμπλό και τα δάχτυλά του να παίζουν ταμπούρλο στον εκνευριστικό ρυθμό του εμβατηρίου. Ο Ντέξτερ ξέρει ότι πρέπει να το ρουφήξει και να φύγει, αλλά η περηφάνια δεν τον αφήνει.


«Εντάξει, φεύγω. Μόνο ένα πράγμα θέλω να πω: νομίζω ότι είσαι φοβερά υπερβολικός…» Και ξαφνικά βλέπει οργή στην έκφραση του πατέρα του, που του φωνάζει με σφιγμένα δόντια, με τη φωνή του να σπάει από την ταραχή: «Πώς τολμάς να προσβάλλεις τη νοημοσύνη μου ή τη νοημοσύνη της μητέρας σου; Είσαι άντρας πια, δεν είσαι παιδάκι». Η οργή χάνεται το ίδιο απότομα όπως εμφανίστηκε και τώρα ο πατέρας του φαίνεται έτοιμος να κλάψει. Το κάτω χείλος του τρέμει, το ένα χέρι του σφίγγει δυνατά το τιμόνι, τα μακριά δάχτυλα του άλλου χεριού σκεπάζουν τα μάτια του. Ο Ντέξτερ σπεύδει να βγει από το αυτοκίνητο, και πάνω που είναι έτοιμος να κλείσει και την πόρτα, ο πατέρας του σβήνει το ραδιόφωνο και του μιλάει ξανά. «Ντέξτερ…» Ο Ντέξτερ σκύβει προς το εσωτερικό του αυτοκινήτου και κοιτάζει τον πατέρα του. Τα μάτια του είναι υγρά, αλλά η φωνή του απόλυτα σταθερή όταν του λέει: «Ντέξτερ, η μητέρα σου σ’ αγαπάει πάρα πολύ. Κι εγώ το ίδιο. Πάντα σ’ αγαπούσαμε και πάντα θα σε αγαπάμε. Νομίζω ότι το ξέρεις. Ωστόσο, στο λίγο καιρό που της απομένει να ζήσει…» Κομπιάζει, χαμηλώνει τα μάτια του σαν να ψάχνει τα λόγια, ύστερα σηκώνει ξανά το κεφάλι. «Ντέξτερ, έτσι και ξαναέρθεις να δεις τη μητέρα σου στην κατάσταση που είσαι τώρα, σου ορκίζομαι ότι δεν θα σ’ αφήσω να μπεις στο σπίτι. Δεν πρόκειται να περάσεις την πόρτα μας. Θα σου την κλείσω στα μούτρα. Το εννοώ». Ο Ντέξτερ ανοίγει το στόμα του αλλά δεν βγαίνουν λόγια. «Πήγαινε σπίτι σου τώρα. Σε παρακαλώ». Ο Ντέξτερ σπρώχνει την πόρτα του αυτοκινήτου, η πόρτα δεν κλειδώνει, την ανοίγει και την κλείνει ξανά, και ο πατέρας του, εξίσου εκνευρισμένος, βάζει πρώτη τινάζοντας το αυτοκίνητο μπροστά, βάζει όπισθεν, στρίβει και βγαίνει από το πάρκινγκ σχεδόν σπινάροντας. Ο Ντέξτερ στέκεται και τον παρακολουθεί να φεύγει. Ο τοπικός σιδηροδρομικός σταθμός είναι έρημος. Ψάχνει στο βάθος της αποβάθρας για τον παλιό γνώριμο τηλεφωνικό θάλαμο που χρησιμοποιούσε όταν ήταν έφηβος, για να οργανώνει το πώς θα το σκάσει από το σπίτι. Η ώρα είναι 6.59, η αμαξοστοιχία για Λονδίνο θα φτάσει σε έξι λεπτά, αλλά ο Ντέξτερ έχει να κάνει πρώτα ένα τηλεφώνημα. Στις 7 μ.μ. η Έμμα ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη για να σιγουρευτεί ότι δεν δείχνει σαν να έχει νοιαστεί ιδιαίτερα για την εμφάνισή της. Ο καθρέφτης στηρίζεται υπό γωνία πάνω στον τοίχο και έχει μια κάποια παραμόρφωση· τη δείχνει λίγο κοντόχοντρη. Παρ’ όλα αυτά κροταλίζει με αποδοκιμασία τη γλώσσα της παρατηρώντας τους γοφούς της και τα πόδια της κάτω από την τζιν φούστα. Αν και κάνει πολλή ζέστη, έχει φορέσει καλσόν, γιατί τα τραχιά κόκκινα γόνατά της φαίνονται μια αηδία χωρίς. Τα μαλλιά της, φρεσκολουσμένα με ένα σαμπουάν που υποτίθεται ότι ευωδιάζει «φρούτα του δάσους», στεγνώνοντας έχουν στηθεί από μόνα τους σε ένα «στιλ», οπότε τα ανακατώνει με τα δάχτυλά της για να το χαλάσει κι ύστερα σκουπίζει με το μικρό της δάχτυλο το παραπανίσιο κραγιόν από τις γωνίες των χειλιών της. Της φαίνονται πάρα πολύ κόκκινα κι αναρωτιέται μήπως το παράκανε. Στο κάτω κάτω, δεν είναι πιθανό να συμβεί κάτι απόψε – 10.30 το πολύ θα έχει γυρίσει σπίτι. Αδειάζει μονορούφι το υπόλοιπο από ένα μεγάλο ποτήρι βότκα με τόνικ, μορφάζει καθώς το αλκοόλ αντιδρά με τη γεύση της οδοντόκρεμας μέσα στο στόμα της, πιάνει τα κλειδιά της, τα πετάει


μέσα στην καλή της τσάντα, βγαίνει από το διαμέρισμα και κλείνει την πόρτα. Χτυπάει το τηλέφωνο. Η Έμμα βρίσκεται στα μισά του ιδρυματικού διαδρόμου όταν το ακούει. Για μια στιγμή μπαίνει στον πειρασμό να γυρίσει πίσω να το απαντήσει, αλλά έχει αργήσει ήδη και μάλλον θα είναι η μητέρα της ή η αδερφή της, για να τη ρωτήσουν πώς πήγε η συνέντευξη. Από το τέρμα του διαδρόμου ακούγεται η πόρτα του ασανσέρ να ανοίγει αυτόματα στον όροφο. Τρέχει, το προλαβαίνει και, καθώς κλείνει η πόρτα, στο διαμέρισμα μπαίνει ο αυτόματος τηλεφωνητής. «…αφήστε το μήνυμά σας και θα επικοινωνήσω μαζί σας». «Έμμα; Γεια, είμαι ο Ντέξτερ. Τι ήθελα να σου πω; Λοιπόν, ήθελα να σου πω ότι είμαι στο σταθμό κοντά στο πατρικό μου σπίτι, είχα πάει να δω τη μαμά και μόλις έφυγα και… και πήρα να δω τι κάνεις απόψε. Έχω εισιτήρια για την πρεμιέρα του Τζουράσικ Παρκ! Αν και… ίσως τη χάσαμε ήδη, αλλά είσαι για το πάρτι μετά; Εσύ κι εγώ; Θα είναι και η πριγκίπισσα Νταϊάνα. Συγγνώμη, φλυαρώ, αλλά σκέφτηκα μήπως είσαι εκεί. Σήκωσέ το, Έμμα. Σήκωσέ το, σήκωσέ το, σήκωσέ το. Όχι; Α, ναι, μόλις θυμήθηκα ότι έχεις εκείνο το ραντεβού απόψε, σωστά; Το σοβαρό ραντεβού σου. Λοιπόν – καλά να περάσεις, πάρε με όταν γυρίσεις, αν γυρίσεις σπίτι. Να μου πεις πώς πήγε. Σοβαρά, πάρε με, όσο πιο γρήγορα γίνεται». Κομπιάζει, παίρνει βαθιά ανάσα και συνεχίζει: «Εμ, είχα μια άθλια μέρα». Κομπιάζει ξανά. «Έκανα κάτι πολύ, πολύ κακό». Πρέπει να κλείσει, το καταλαβαίνει, αλλά δεν θέλει. Θέλει να δει την Έμμα Μόρλεϋ, μήπως και της εξομολογηθεί τις αμαρτίες του, αλλά αυτή έχει ραντεβού απόψε. Τεντώνει τα χείλη του σε ένα πλατύ χαμόγελο και προσθέτει: «Θα σε ξαναπάρω αύριο. Θέλω να μου πεις τα πάντα! Καρδιοκλέφτρα μου εσύ». Κλείνει το τηλέφωνο. Καρδιοκλέφτρα μου εσύ! Οι ράγες αρχίζουν να κουδουνίζουν και ακούγεται από μακριά το βουητό της αμαξοστοιχίας που πλησιάζει. Δεν μπορεί να μπει στο τρένο, όχι στην κατάσταση που είναι. Θα περιμένει το επόμενο. Το τρένο για Λονδίνο φτάνει, σταματάει και μοιάζει να τον περιμένει, με τη μηχανή να δουλεύει διακριτικά στο ρελαντί, αλλά ο Ντέξτερ κρύβεται πίσω από το διαφανές πλαστικό κουβούκλιο του τηλεφώνου, το πρόσωπό του ζαρώνει, παραμορφώνεται, η ανάσα του γίνεται σφυριχτή, τρεμάμενη, και καθώς τον παίρνουν τα κλάματα λέει στον εαυτό του ότι είναι από τα χημικά, τα χημικά, τα χημικά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 G.S.O.H.1 ΠΕΜΠΤΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1993 Μέρος δεύτερο – Η ιστορία της Έμμα

Κόβεν Γκάρντεν και Κινγκς Κρος Μόνος σε ένα τραπέζι για δύο στο Φορέλις του Κόβεν Γκάρντεν, ο Ίαν Γουάιτχεντ κοίταξε το ρολόι του: ένα τέταρτο καθυστέρηση, αλλά υπέθεσε ότι ήταν κομμάτι του υπέροχου παιχνιδιού της γάτας με το ποντίκι που είναι κάθε ραντεβού αυτού του είδους. Ας αρχίσει το παιχνίδι, λοιπόν. Βούτηξε μια μπουκιά τσιαπάτα στο μικρό πιατάκι με το πατέ ελιάς, όπως βουτάει ένας ζωγράφος το πινέλο του στο χρώμα, άνοιξε τον κατάλογο και υπολόγισε τι σήκωνε η τσέπη του να παραγγείλει. Η ζωή του κωμικού ακόμη δεν έλεγε να του αποφέρει τα πλούτη και την τηλεοπτική δόξα που υποσχόταν κάποτε. Κάθε εβδομάδα τα κυριακάτικα έντυπα ανακήρυσσαν την κωμωδία ως το νέο ροκ εντ ρολ· αυτός λοιπόν γιατί σκοτωνόταν ακόμη κάθε Τρίτη βράδυ για μια θέση στο ανοιχτό μικρόφωνο στο Σερ Λάφελοτς; Είχε προσαρμόσει το ρεπερτόριό του στις τάσεις της εποχής, αποσύροντας την πολιτική και τον κοινωνικό σχολιασμό και δοκιμάζοντας την κωμωδία χαρακτήρων, το σουρεαλισμό, κωμικά τραγούδια και σκετς. Τίποτε δεν έβγαζε γέλιο. Μια παράκαμψη σε ένα στιλ επιθετικό προς το κοινό είχε ως αποτέλεσμα να τον πάρουν με τις κλοτσιές, και η συμμετοχή του σε μια ομάδα κωμικών αυτοσχεδιασμών κάθε Κυριακή βράδυ είχε αποδείξει περίτρανα ότι ήταν ικανός να μην βγάζει γέλιο ούτε αυτοσχεδιάζοντας. Κι όμως αυτός συνέχιζε ακάθεκτος να πηγαινοέρχεται με τη Βόρεια Γραμμή του μετρό, γύρω γύρω στο Σερκλ, σε αναζήτηση του μεγάλου γέλιου. Ίσως είχε κάτι το όνομα «Ίαν Γουάιτχεντ» που το εμπόδιζε να γραφτεί με φωτεινά γράμματα έξω από μαγαζί. Είχε σκεφτεί να το αλλάξει με κάτι πιο χτυπητό, αγορίστικο και μονοσύλλαβο –Μπεν, Τζακ, ή Ματ–, αλλά μέχρι να βρει την κωμική περσόνα του είχε πιάσει δουλειά στο Σονιτρόνικς, ένα κατάστημα ηλεκτρονικών στην Τότεναμ Κορτ Ρόουντ, όπου βαρεμένοι νεαροί με τισέρτ πουλούσαν ROM και κάρτες γραφικών σε βαρεμένους νεαρούς με τισέρτ. Τα λεφτά δεν ήταν σπουδαία, αλλά είχε τα απογεύματα ελεύθερα για ζωντανές παραστάσεις και μπορούσε να δοκιμάζει συχνά το καινούριο υλικό στους συναδέλφους του. Όμως, το καλύτερο με το Σονιτρόνικς ήταν ότι στο μεσημεριανό διάλειμμα για φαγητό είχε πέσει πάνω στην Έμμα Μόρλεϋ. Στεκόταν έξω από την εκκλησία της Σαϊεντολογίας, αναποφάσιστος αν θα έμπαινε να κάνει το τεστ προσωπικότητας, όταν την είδε σχεδόν κρυμμένη πίσω από ένα πελώριο ψάθινο πανέρι με ρούχα για πλύσιμο και, με το που έτρεξε και την αγκάλιασε, η Τότεναμ Κορτ Ρόουντ άστραψε και μεταμορφώθηκε στην οδό ονείρων. Ραντεβού νούμερο δύο απόψε, σε ένα κυριλέ ιταλικό ρεστοράν κοντά στο Κόβεν Γκάρντεν. Τα γούστα του Ίαν έκλιναν μάλλον προς τα καυτερά και πικάντικα, τραγανά και αλμυρά, και θα προτιμούσε σαφώς κάτι ινδικό, αλλά είχε μια ιδέα από γυναικείες ιδιοτροπίες και ήξερε πως


εκείνη θα περίμενε ελαφριά κουζίνα και φρέσκα λαχανικά. Κοίταξε πάλι το ρολόι του –είκοσι λεπτά καθυστέρηση– και ένιωσε ένα δυνατό σκίρτημα στο στομάχι του, που ήταν μισό πείνα, μισό ερωτική λαχτάρα. Χρόνια τώρα η καρδιά και το στομάχι του ξεχείλιζαν από έρωτα για την Έμμα Μόρλεϋ – όχι σκέτο, αγνό, ρομαντικό, πλατωνικό συναίσθημα, αλλά και καθαρή σαρκική επιθυμία. Όλα αυτά τα χρόνια διατηρούσε ολοζώντανη και για πάντα στο μυαλό του μια εικόνα από την αίθουσα προσωπικού του Λόκο Καλιέντε: την Έμμα να στέκεται όρθια μέσα σε μια δέσμη απογευματινού φωτός, φορώντας μόνο ένα σετ παράταιρα εσώρουχα, και να του φωνάζει να τσακιστεί να φύγει και να κλείσει την πόρτα, γαμώτο. Ανίδεη ότι τη σκεφτόταν μόνο με τα εσώρουχά της, η Έμμα Μόρλεϋ είχε σταθεί και τον παρατηρούσε από την είσοδο του εστιατορίου. Κατέληξε ότι ο Ίαν σίγουρα είχε ομορφύνει απ’ όταν τον πρωτογνώρισε. Ο θύσανος από σγουρές ξανθές μπούκλες είχε εξαφανιστεί. Τα μαλλιά του ήταν τώρα κομμένα κοντά και στρωμένα ελαφρά με λίγο κερί, και είχε χάσει εκείνο το ύφος του επαρχιώτη στη μεγάλη πόλη. Πράγματι, αν έλειπε το φριχτό ντύσιμό του και ο τρόπος που έχασκε με το στόμα μισάνοιχτο, θα μπορούσε να ήταν μέχρι και ελκυστικός. Παρόλο που ήταν ασυνήθιστη σε τέτοια μέρη, το αναγνώρισε ως κλασικό ρεστοράν για ρομαντικά ραντεβού – όσο ακριβό έπρεπε, όχι κατάφωτο, όχι εξεζητημένο, αλλά ούτε και του συρμού· το είδος του ρεστοράν όπου βάζουν και ρόκα στην πίτσα. Μπανάλ μεν, αλλά όχι απαράδεκτο. Τουλάχιστον δεν θα έτρωγαν κάρι ή, Θεός φυλάξοι, μπουρίτος. Με κεριά, με φυτά εσωτερικού χώρου και με έναν ηλικιωμένο κύριο να παίζει γνωστά κομμάτια του Γκέρσουιν σε πιάνο με ουρά. «Είστε με κάποιον;» τη ρώτησε ο μετρ. «Με τον κύριο εκεί κάτω». Στο πρώτο τους ραντεβού ο Ίαν την είχε πάει να δουν το Evil Dead III, του Σαν Ράιμι, στο Οντεόν στη Χόλλογουεϊ Ρόουντ. Η Έμμα, που δεν ήταν ούτε φοβητσιάρα ούτε σνομπ, εκτιμούσε μια καλτ ταινία τρόμου πολύ περισσότερο από το μέσο θηλυκό, αλλά την παραξένεψε η σιγουριά της επιλογής του. Στο Έβριμαν παιζόταν η Μπλε Ταινία της Τριλογίας των Χρωμάτων του Ταρκόφσκι κι αυτή καθόταν κι έβλεπε έναν τύπο με αλυσοπρίονο αντί για χέρι και, όλως περιέργως, της άρεσε. Μετά το σινεμά, θα περίμενε κανείς να πάνε παραδοσιακά κάπου για φαγητό, αλλά για τον Ίαν η ταινία συνοδευόταν απαραιτήτως και από ένα πλήρες γεύμα των τριών πιάτων. Το μπαρ του κινηματογράφου πρόσφερε γι’ αυτόν κάτι σαν μενού α λα καρτ, απ’ όπου επέλεξε νάτσος για ορεκτικό, χοτ ντογκ για κυρίως πιάτο και σοκολάτα Mars για επιδόρπιο και, για να ξεπλύνει τον ουρανίσκο του, ένα χάρτινο κουβαδάκι κόκα κόλα, έτσι που οι ελάχιστες προβληματισμένες σκηνές του Evil Dead III να έχουν ως ηχητική συνοδεία τα απαλά εξωτικά ρεψίματα του Ίαν μέσα στη χούφτα του. Παρ’ όλα αυτά –τη μουστάρδα στο πιγούνι του και την προτίμησή του στην ακραία βία και στο τζανκ φουντ– η Έμμα είχε περάσει πολύ καλύτερα απ’ ό,τι περίμενε. Στο δρόμο προς την παμπ, ο Ίαν βάδιζε από την έξω μεριά του πεζοδρομίου, για να την προστατεύει μην τη χτυπήσει κανένα περαστικό λεωφορείο –μια παράξενα παλιομοδίτικη στάση που δεν την είχε ξανασυναντήσει–, και μέσα στην παμπ συζήτησαν για τα ειδικά εφέ, τους διαμελισμούς και τα ξεκοιλιάσματα, με τον Ίαν να καταλήγει, ύστερα από σοβαρή ανάλυση, ότι το ΙΙΙ ήταν η καλύτερη από τις ταινίες της Τριλογίας των Νεκρών. Οι τριλογίες, τα box sets, τα κωμικά σκετς


και ο τρόμος ήταν τα κυρίαρχα στοιχεία της κουλτούρας του Ίαν, και είχαν μια πολύ ενδιαφέρουσα διαφωνία για το αν μπορεί ποτέ η μεταφορά ενός μυθιστορήματος σε κόμικς να έχει το ίδιο βάθος και νόημα με ένα έργο όπως το Middlemarch του Τζορτζ Έλιοτ, φερειπείν. Προστατευτικός και περιποιητικός, ο Ίαν φερόταν σαν ο μεγάλος αδερφός της που ήξερε ένα σωρό απίθανα πράγματα, με μόνη διαφορά ότι ήθελε σαφώς να τη ρίξει στο κρεβάτι. Ήταν τόσο έντονο και τόσο λιγωμένο το βλέμμα του, που η Έμμα άγγιζε κάθε τόσο το πρόσωπό της για να δει μήπως έχει κάτι. Με το ίδιο ύφος τής χαμογέλασε και τώρα, στο ρεστοράν, και πάνω στη φούρια του να σηκωθεί χτύπησε με τα γόνατά του το τραπέζι και έχυσε το ποτήρι με το νερό πάνω στο μπολάκι με το πατέ ελιάς. «Να φέρω ένα πανάκι;» είπε η Έμμα. «Όχι, δεν πειράζει, θα το σκουπίσω με το σακάκι μου». «Μην βρέξεις το σακάκι σου – έλα, πάρε την πετσέτα μου». «Γάμησα το πατέ. Όχι κυριολεκτικά, διευκρινίζω!» «Ω. Ναι. Καλά, εντάξει». «Αστείο!» βρυχήθηκε ο Ίαν λες και φώναζε «Φωτιά!». Τέτοια νευρικότητα είχε να τον πιάσει από την τελευταία καταστροφική εμφάνισή του στους κωμικούς αυτοσχεδιασμούς. Έδωσε αυστηρή εντολή στον εαυτό του να ηρεμήσει, ενώ πίεζε την πετσέτα του φαγητού για να ρουφήξει τα νερά από το τραπεζομάντιλο, ρίχνοντας ταυτόχρονα κλεφτές ματιές στην Έμμα, που έβγαζε το σακάκι της τεντώνοντας προς τα πίσω τους ώμους και προβάλλοντας το στήθος της με εκείνο το μοναδικό τρόπο που το κάνουν οι γυναίκες, χωρίς να συνειδητοποιούν τι αναστάτωση προκαλούν. Και να το, το δεύτερο γερό ερωτικό σκίρτημα πόθου για την Έμμα Μόρλεϋ από την αρχή της βραδιάς. «Είσαι πολύ όμορφη» της είπε, ανίκανος να συγκρατηθεί. «Ευχαριστώ! Κι εσύ το ίδιο» του απάντησε αντανακλαστικά. Ο Ίαν φορούσε τη στάνταρ στολή του κωμικού: τσαλακωμένο λινό σακάκι πάνω από μακό. Παραδόξως, το μπλουζάκι ήταν σκέτο μαύρο, χωρίς τη στάμπα κανενός συγκροτήματος ή κανένα εξυπνακίστικο σλόγκαν. Συμπέρασμα: είχε ντυθεί επίσημα προς τιμήν της. «Μ’ αρέσει» του είπε δείχνοντας το σακάκι του «πολύ καλό!» και ο Ίαν έτριψε τα πέτα του με τα δυο δάχτυλα, σαν να έλεγε «Ποιο, αυτό το παλιοσακάκι;». «Να πάρω το σακάκι σας;» ρώτησε ο σερβιτόρος, που εμφανίστηκε πίσω της σβέλτος και πανέμορφος. «Ναι, ευχαριστώ». Η Έμμα του το έδωσε και ο Ίαν υπέθεσε ότι θα έπρεπε να αφήσει φιλοδώρημα και γι’ αυτό. Τι να γίνει; Χαλάλι της. «Θα πιείτε κάτι;» ρώτησε ο σερβιτόρος. «Χμ, εγώ θα έπινα μια βότκα με τόνικ». «Διπλή;» είπε ο σερβιτόρος, βάζοντάς τη σε πειρασμό για παραπανίσια έξοδα. Η Έμμα κοίταξε τον Ίαν και είδε μια σπίθα τρόμου στην έκφρασή του. «Μήπως το παρακάνω;» «Όχι, πάρε». «Εντάξει, διπλή!» «Εσείς, κύριε;»


«Θα περιμένω το κρασί, ευχαριστώ». «Μεταλλικό νερό;» «ΝΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΒΡΥΣΗΣ!» είπε δυνατά ο Ίαν κι αμέσως μετά, πιο ήρεμα, απευθυνόμενος στην Έμμα: «Κανονικό νερό, εκτός αν θέλεις…». «Της βρύσης είναι μια χαρά». Η Έμμα τού χαμογέλασε καθησυχαστικά. Ο σερβιτόρος έφυγε. «Εννοείται ότι απόψε τα βάζουμε μισά μισά, εντάξει; Και δεν θέλω διαφωνίες. Είμαστε στο 1993, ας το ρυθμίσουμε χωρίς καβγάδες» πρόσθεσε, και ο Ίαν τη λάτρεψε διπλά. Έτσι για τους τύπους, ωστόσο, σκέφτηκε ότι ήταν σκόπιμο να δώσει μια μικρή παράσταση. «Μα, Έμμα, εσύ είσαι ακόμη φοιτήτρια!» «Όχι πια. Είμαι πλέον δασκάλα με δίπλωμα! Σήμερα είχα την πρώτη μου συνέντευξη για δουλειά». «Πώς πήγε;» «Πολύ, πολύ καλά!» «Φανταστικό! Συγχαρητήρια, Εμ!» Και έσκυψε πάνω από το τραπέζι για να της δώσει ένα φιλί στο μάγουλο – όχι, και στα δύο μάγουλα, όχι, στάσου, μόνο στο ένα είναι πιο σωστό, ή όχι; Εντάξει, και στα δύο. Είχε προετοιμάσει από πριν τις ατάκες του για το μενού, κι ενώ η Έμμα προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στον κατάλογο, αυτός έκανε ένα γρήγορο πέρασμα στο ρεπερτόριο: πένες για τη δασκάλα, και τα λοιπά. Η ψητή τσιπούρα τού έδωσε τη δυνατότητα να πει το γνωστό για το πώς περιμένεις ώρες για ένα λεωφορείο και στο τέλος έρχονται τρία απανωτά. Και τι σημαίνει «της ώρας»; Ότι θα πάρει μία ώρα να ψηθεί ή ότι ψήνεται μια συγκεκριμένη ώρα; Και τι είναι πάλι αυτό με τις περίεργες ονομασίες των φαγητών, από πότε έγιναν σπαγγέτι με σος μπολονέζ τα μακαρόνια με κιμά; Δηλαδή, πώς θα πρέπει να λέμε τις χυλοπίτες με βούτυρο και τυρί; Σγουρά ζυμαρικά σε λευκή σος τυριού; Σοβαρά; Όσο οι ατάκες έπεφταν η μια μετά την άλλη, η Έμμα έβλεπε τις ελπίδες της για τη βραδιά να εξανεμίζονται. Προσπαθεί να με ρίξει στο κρεβάτι από τα πολλά αστεία, σκέφτηκε, και το μόνο που θα πετύχει θα είναι να πάρω το μετρό για το σπίτι μια ώρα νωρίτερα. Τουλάχιστον στο σινεμά ασχολιόταν με τις Mars και τους αποκεφαλισμούς, ενώ εδώ, πρόσωπο με πρόσωπο, του έμενε μόνο ο ψυχαναγκασμός της πλάκας. Η Έμμα το ήξερε καλά αυτό το στιλάκι. Οι συμφοιτητές της στο μεταπτυχιακό για το δίπλωμα επάρκειας διδασκαλίας ήταν όλοι ερασιτέχνες κωμικοί, ειδικά στην παμπ, μετά από αρκετές μπίρες, και, ενώ της έδιναν στα νεύρα, ήξερε ότι τους ενθάρρυνε κι αυτή με τον τρόπο της, αφού τα κορίτσια απλώς χαμογελούσαν και δεν το σχολίαζαν όταν τα αγόρια άρχιζαν τα ταχυδακτυλουργικά με σπίρτα ή κολλούσαν στα παιδικά καρτούν στην τηλεόραση ή πιπίλιζαν γλειφιτζούρια για πλάκα. Το σύνδρομο του παλιμπαιδισμού, ο αδιάκοπος εκνευριστικός χαβαλές των αγοριών στις παμπ. Ήπιε στα γρήγορα τη βότκα της. Ο Ίαν τώρα είχε πιάσει τον κατάλογο των κρασιών και σατίριζε, υποτίθεται, την εξεζητημένη φρασεολογία των εκτιμητών κρασιού: χυμώδης έκρηξη γεύσης δάσους, με μια ανεπαίσθητη σπίθα άγουρου μήλου και τα λοιπά. Ήταν το αντίστοιχο της κλίμακας του Ντο για τον ερασιτέχνη σατιρικό κωμικό, με άπειρες δυνατότητες εκμετάλλευσης, και η Έμμα βρέθηκε να φαντάζεται άθελά της έναν ιδεατό άντρα, κάποιον που


δεν θα το έκανε ζήτημα παρά θα έριχνε μια ματιά στον κατάλογο με τα κρασιά και απλώς θα παράγγελνε, με σιγουριά και χωρίς φανφάρες. «…αρώματα καπνιστού μπέικον με σαρκώδη επίγευση καμηλοπάρδαλης…» Στο τέλος, με τα πολλά αστεία θα με αποχαυνώσει, σκέφτηκε. Θα μπορούσα να τον διακόψω, να του πετάξω ένα φραντζολάκι για να σταματήσει, αλλά τα έφαγε όλα δυστυχώς. Κοίταξε άλλους σε διπλανά τραπέζια· έπαιζαν ο καθένας το ρόλο του και σκέφτηκε, άραγε αυτό είναι όλο κι όλο το ρομαντικό ραντεβού, μια επίδειξη ταλέντων; Σε ταΐζω καλά, σε πάω στο κρεβάτι, με ερωτεύεσαι και σου υπόσχομαι μια ζωή γεμάτη κορυφαίες ατάκες σαν τις αποψινές; «Φαντάζεσαι να διαφήμιζαν και την μπίρα έτσι;» Προφορά Γλασκόβης. «Η Σπέσιαλ Βαρελίσια μας σκαλώνει γερά στον ουρανίσκο, με τη στιβαρή γεύση της από εργατικές κατοικίες, ψώνια σε πλαστικές σακούλες και αστικά λύματα. Συνοδεύει ιδανικά την οικογενειακή βία…» Η Έμμα αναρωτήθηκε πώς είχε προκύψει αυτή η πλάνη, ότι οι αστείοι άντρες είναι ακαταμάχητοι; Στα Ανεμοδαρμένα Ύψη η Κάθυ δεν ερωτεύτηκε τον Χίθκλιφ επειδή ήταν φοβερός πλακατζής, και το χειρότερο μ’ αυτό το μπαράζ των καλαμπουριών ήταν ότι της άρεσε πραγματικά ο Ίαν, είχε έρθει στο ραντεβού με προσδοκίες, ακόμα και με μια μικρή έξαψη που θα τον ξανάβλεπε, και τώρα αυτός της έλεγε… «…η πορτοκαλάδα μας είναι από πορτοκάλια με αναμφισβήτητη γεύση πορτοκαλιού…» Εντάξει, φτάνει ως εδώ. «…στυμμένο, ή μάλλον αρμεγμένο από τροφαντά μαστάρια αγελάδας, αυτό το παλιό γάλα, χρονολογίας 1989, έχει μια διακριτή γαλακτώδη…» «Ίαν;» «Τι είναι;» «Πάψε, κάνε μου τη χάρη». Έπεσε απότομα σιωπή, με τον Ίαν να δείχνει πληγωμένος και την Έμμα να αισθάνεται άσχημα. Πρέπει να έφταιγε η διπλή βότκα. Για να τα μπαλώσει, είπε χαρωπά: «Δεν παίρνουμε ένα μπουκάλι Βαλπολιτσέλα;» Ο Ίαν συμβουλεύτηκε τον κατάλογο. «Εδώ γράφει βατόμουρο και βανίλια». «Ίσως επειδή το κρασί έχει αρώματα βατόμουρου και βανίλιας;» «Σ’ αρέσει το βατόμουρο και η βανίλια;» «Πεθαίνω». Το βλέμμα του πέρασε στη στήλη με τις τιμές. «Τότε, αυτό θα πάρουμε!» Και μετά απ’ αυτό, ευτυχώς, τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν κάπως καλύτερα. «Εμ; Γεια, εγώ είμαι πάλι. Ξέρω ότι είσαι ακόμη έξω με το Γελαστό Παιδί, αλλά σε πήρα για να σου πω πως, όταν γυρίσεις, αν είσαι μόνη, να ξέρεις ότι δεν πήγα τελικά στην πρεμιέρα. Θα είμαι σπίτι όλη νύχτα αν θελήσεις να έρθεις αποδώ. Εννοώ, θέλω να έρθεις. Πάρε ταξί, θα το πληρώσω εγώ. Μπορείς να κοιμηθείς εδώ απόψε. Λοιπόν. Όποια ώρα κι αν γυρίσεις, πάρε τηλέφωνο κι ύστερα μπες σε ένα ταξί. Εντάξει; Ελπίζω να σε δω αργότερα. Σ’ αγαπώ και τα σχετικά. Γεια σου, Εμ. Γεια». Θυμήθηκαν όλα τα παλιά, πριν από τρία χρόνια. Η Έμμα πήρε για πρώτο πιάτο σούπα και


μετά ψάρι, ενώ ο Ίαν διάλεξε αποκλειστικά υδρογονάνθρακες, ξεκινώντας με ένα τεράστιο μπολ ζυμαρικών, που το σκέπασε με ένα χιονάτο βουνό από παρμεζάνα. Αυτό μαζί με το κόκκινο κρασί τον χαλάρωσαν κάπως. Χαλάρωσε και η Έμμα, ή μάλλον, για την ακρίβεια, άρχισε να την πιάνει για τα καλά το κρασί. Και γιατί όχι; Μήπως δεν το άξιζε; Τους τελευταίους δέκα μήνες είχε δουλέψει σκληρά για κάτι στο οποίο πίστευε και, παρόλο που μερικές από τις ώρες της πρακτικής εξάσκησης σε κανονικό σχολείο ήταν πραγματικά τρομακτικές, ήταν αρκετά αντικειμενική ώστε να καταλαβαίνει ότι ήταν καλή στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Στη συνέντευξη το απόγευμα προφανώς είχαν σκεφτεί και άλλοι το ίδιο, γιατί ο διευθυντής κουνούσε συνεχώς το κεφάλι του επιδοκιμάζοντας και χαμογελώντας και, μόλο που δεν της το είχαν ανακοινώσει ακόμη επίσημα, η Έμμα ήταν σίγουρη ότι είχε πάρει τη θέση. Γιατί να μην το γιορτάσει με τον Ίαν; Ενώ μιλούσαν παρατηρούσε το πρόσωπό του και κατέληξε ότι ήταν πολύ πιο ελκυστικός απ’ ό,τι παλιά. Τώρα τον κοίταζε και δεν της ερχόταν στο νου τρακτέρ. Βέβαια, δεν ήταν ούτε καλλιεργημένος ούτε λεπτός στους τρόπους του. Σε κάστινγκ για πολεμική ταινία, ο Ίαν θα ήταν ο γενναίος φαντάρος που γράφει γράμματα στη μάνα του από το μέτωπο, ενώ ο Ντέξτερ – τι; Ο παρακμασμένος ναζί. Παρ’ όλα αυτά, της άρεσε ο τρόπος που την κοίταζε. Με λατρεία, αυτή ήταν η λέξη. Ερωτοχτυπημένος και μεθυσμένος, αλλά κι αυτή ένιωθε τα μέλη της βαριά και δυσκίνητα και του ανταπέδωσε το βλέμμα λατρείας. Ο Ίαν άδειασε στο ποτήρι του όσο κρασί είχε απομείνει στο μπουκάλι. «Βλέπεις κανέναν από την παλιά παρέα;» «Όχι, δεν θα το έλεγα. Μια μέρα είδα τυχαία τον Σκοτ στο Χαίρε Καίσαρ, εκείνο το φρικτό ιταλικό εστιατόριο. Καλά ήταν, τσαντισμένος όπως πάντα. Γενικά, δεν το επιδιώκω. Είναι όπως όταν έχεις κάνει φυλακή – καλύτερα μακριά από τις παλιές παρέες. Εκτός από σένα, εννοείται». «Τόσο άσχημα ήταν; Στην παλιά δουλειά;» «Ήταν δύο χρόνια από τη ζωή μου που χάθηκαν οριστικά». Τη σόκαρε το ίδιο της το σχόλιο όταν το άκουσε, αλλά το απώθησε. «Δεν ξέρω, ήταν μια πολύ άσχημη περίοδος για μένα. Αυτά». Ο Ίαν χαμογέλασε θλιμμένα και τη σκούντησε μαλακά στο χέρι σαν να της έδινε μπουνιά. «Γι’ αυτό δεν απαντούσες ποτέ στα τηλεφωνήματά μου;» «Ναι; Δεν ξέρω, ίσως». Η Έμμα έφερε το ποτήρι στα χείλη της. «Τώρα είμαστε εδώ όμως. Ας αλλάξουμε θέμα. Πώς πάει η καριέρα σου στη σταντ-απ κόμεντι;» «Ω, εντάξει. Αυτή την περίοδο κάνω αυτοσχεδιασμούς, που είναι κάπως χύμα σαν νούμερο, εντελώς απρόβλεπτο. Κάποιες φορές δεν είναι καν αστείο! Αλλά, αυτή δεν είναι η χαρά του αυτοσχεδιασμού;» Η Έμμα δεν ήταν σίγουρη ότι συμφωνούσε, παρ’ όλα αυτά συγκατένευσε. «Και ένα σατιρικό σκετσάκι κάθε Τρίτη βράδυ στο Μίστερ Τσακλς στο Κέννιγκτον. Αυτό είναι λίγο πιο σκληρό, πιο θεματικό. Κάνω, ας πούμε, κάτι ανάλογο μ’ αυτό του Μπιλ Χικς για τις διαφημίσεις. Τις ηλίθιες διαφημίσεις στην τηλεόραση;…» Άρχισε να της παίζει το σκετς και η Έμμα έκανε στοπ καρέ στο χαμόγελό της. Θα τον πείραζε πάρα πολύ αν το ομολογούσε, αλλά τόσο καιρό που γνωρίζονταν ο Ίαν την είχε κάνει πραγματικά να γελάσει το πολύ δύο φορές, και η μία ήταν τότε που είχε πέσει τυχαία στη σκάλα της αποθήκης. Είχε αίσθηση του χιούμορ, αλλά δεν ήταν καθόλου αστείος. Το αντίθετο


από τον Ντέξτερ: του Ντέξτερ δεν του άρεσαν καν τα αστεία –προφανώς θεωρούσε ότι το χιούμορ, όπως και η πολιτική, είναι κάτι ξεπερασμένο ή και ξενέρωτο– κι όμως πάντα την έκανε να γελάει, να ξεκαρδίζεται κάποιες φορές πραγματικά, μέχρι που μια δυο φορές είχε κατουρηθεί κιόλας λιγάκι από τα γέλια. Στις διακοπές στην Ελλάδα γελούσαν επί δέκα μέρες συνέχεια, απ’ όταν έλυσαν εκείνη τη μικρή παρεξήγηση. Πού να είναι τώρα ο Ντέξτερ; αναρωτήθηκε. «Τον παρακολουθείς στην τηλεόραση;» είπε ο Ίαν. Η Έμμα μόρφασε σαν να την είχε πιάσει στα πράσα. «Ποιον;» «Το φίλο σου τον Ντέξτερ, σ’ εκείνη την ηλίθια εκπομπή». «Καμιά φορά. Ξέρεις, αν τύχει να είναι ανοιχτή η τηλεόραση». «Πώς είναι;» «Καλά, όπως συνήθως. Αν και λίγο τρελαμένος, για να λέμε την αλήθεια. Η μητέρα του είναι άρρωστη και, ξέρεις, το έχει πάρει πολύ άσχημα». «Κρίμα». Ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του προσπαθώντας να βρει έναν εύσχημο τρόπο ν’ αλλάξει θέμα. Όχι από γαϊδουριά, απλώς δεν ήθελε τίποτε δυσάρεστο που να τους χαλάσει τη βραδιά. «Μιλάτε ακόμη;» «Εγώ κι ο Ντέξτερ; Σχεδόν κάθε μέρα. Δεν τον βλέπω συχνά όμως, με τις υποχρεώσεις του στην τηλεόραση και τις φιλενάδες του». «Με ποια είναι αυτό τον καιρό;» «Δεν έχω ιδέα. Είναι σαν τα χρυσόψαρα που κερδίζεις στο λούνα παρκ. Δεν έχει νόημα να τους δώσεις όνομα· δεν επιζούν πάνω από μια δυο μέρες». Η Έμμα είχε ξαναχρησιμοποιήσει αυτό το αστείο, και έλπιζε ότι θα του άρεσε, αλλά ο Ίαν συνέχισε να είναι σκυθρωπός. «Προς τι τα μούτρα;» «Ποτέ δεν τον συμπάθησα τον τύπο». «Ναι, το θυμάμαι». «Προσπάθησα». «Μην το παίρνεις προσωπικά. Ο Ντέξτερ δεν τα πάει καλά με τους άντρες γενικά. Δεν βλέπει το λόγο». «Για να είμαι ειλικρινής, ανέκαθεν πίστευα…» «Τι;» «Ότι σε θεωρεί του χεριού του. Αυτά». «Εγώ είμαι πάλι! Απλώς πήρα να δω μήπως γύρισες. Τα έχω κοπανήσει λιγάκι. Με έχουν πιάσει και τα συναισθηματικά μου. Είσαι σπουδαίος άνθρωπος, Έμμα Μόρλεϋ. Θέλω πολύ να σε δω. Πάρε με μόλις γυρίσεις. Τι άλλο ήθελα να σου πω; Τίποτε. Μόνο ότι είσαι πολύ, πολύ σπουδαία. Λοιπόν. Μόλις γυρίσεις. Πάρε με. Οπωσδήποτε». Όταν έφτασαν και τα δεύτερα μπράντι, δεν υπήρχε αμφιβολία πια ότι ήταν και οι δυο μεθυσμένοι. Όλο το εστιατόριο φαινόταν μεθυσμένο, ακόμα και ο γκριζομάλλης πιανίστας που κοπανούσε άτσαλα τα πλήκτρα και το πόδι του ανεβοκατέβαινε στο πεντάλ σαν του είχε σπάσει η ντίζα του φρένου. Αναγκασμένη να φωνάζει, η Έμμα άκουγε τη φωνή της να κάνει


αντίλαλο καθώς μιλούσε με πάθος για την καινούρια της δουλειά. «Είναι ένα μεγάλο δημόσιο σχολείο στο βόρειο Λονδίνο και θα διδάσκω Αγγλική Λογοτεχνία και Θέατρο. Καλό σχολείο, πραγματικά ανάμεικτο, όχι από εκείνα τα ξενέρωτα των προαστίων που είναι όλο μάλιστα-κυρία και όχι-κυρία. Τα ίδια τα παιδιά είναι μια πρόκληση, αλλά αυτό δεν είναι η ουσία; Έτσι δεν υποτίθεται ότι πρέπει να είναι τα παιδιά; Σου το λέω να το ξέρεις. Θα με φάνε ζωντανή τα διαβολάκια». Στριφογύρισε αργά το μπράντι στο ποτήρι της, έτσι όπως είχε δει να κάνουν στις ταινίες. «Με φαντάζομαι καθισμένη πάνω στην έδρα να τους λέω ότι ο Σαίξπηρ ήταν ο πρώτος ράπερ ή κάτι τέτοιο, και όλοι στην τάξη να με κοιτάνε με το στόμα ανοιχτό, υπνωτισμένοι. Να με σηκώνουν τα παιδιά στους ώμους τους ενθουσιασμένα. Έτσι θα κυκλοφορώ στο σχολείο, στους διαδρόμους, στην καντίνα, στο πάρκινγκ, παντού. Πάνω στους ώμους των παιδιών που θα με λατρεύουν. Θα είμαι μια δασκάλα κάρπε ντίεμ». «Τι δασκάλα;» «Κάρπε ντίεμ». «Κάρπε…» «Ξέρεις, άδραξε τη μέρα!» «Α, αυτό σημαίνει; Νόμιζα ότι σημαίνει πιάσε το φρούτο!» Η Έμμα άφησε ένα ευγενικό γελάκι, κάτι ανάμεσα σε βήξιμο και λόξιγκα, που για τον Ίαν λειτούργησε σαν εναρκτήρια πιστολιά. «Ώστε εκεί είχα κάνει το λάθος! Αχ, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα σχολικά μου χρόνια αν το ήξερα! Τόσα χρόνια να καβαλάω μάντρες, να σκαρφαλώνω στα δέντρα…» Αρκετά πια. «Ίαν, μην το κάνεις αυτό» του είπε κοφτά. «Ποιο;» «Μην δίνεις παράσταση. Δεν χρειάζεται, ξέρεις». Φάνηκε να πειράζεται, και η Έμμα μετάνιωσε για τον τόνο της, έσκυψε πάνω από το τραπέζι και έπιασε το χέρι του. «Πιστεύω ότι δεν πρέπει να είσαι συνεχώς σε ετοιμότητα, να πετάς ατάκες, ή σλόγκαν, ή λογοπαίγνια. Δεν είναι σατιρικό νούμερο, Ίαν, είναι μια απλή συζήτηση – μιλάς, ακούς τον άλλον…» «Συγγνώμη, δεν…» «Ω, δεν είσαι μόνο εσύ, οι άντρες γενικά το κάνουν, παίζουν μονίμως κάποιο ρόλο. Θεέ μου, τι δεν θα έδινα για κάποιον που απλώς μιλάει και ακούει!» Η Έμμα είχε συναίσθηση ότι έλεγε πολλά, αλλά είχε πάρει φόρα και ήταν δύσκολο να σταματήσει. «Απλώς δεν καταλαβαίνω γιατί το θεωρείτε απαραίτητο. Δεν είναι οντισιόν». «Μόνο που κατά κάποιον τρόπο είναι, ή όχι;» «Μ’ εμένα, όχι. Δεν χρειάζεται να είναι». «Συγγνώμη». «Και πάψε να μου ζητάς συνεχώς συγγνώμη». «Ω. Εντάξει». Ο Ίαν έμεινε αμίλητος για λίγο, και τώρα ένιωσε η Έμμα την ανάγκη να απολογηθεί. Δεν έπρεπε να λέει αυτό που σκεφτόταν πραγματικά· ποτέ δεν βγαίνει τίποτε καλό όταν λες αυτό που σκέφτεσαι πραγματικά. Ήταν έτοιμη να ζητήσει συγγνώμη, όταν ο Ίαν αναστέναξε, ακούμπησε το μάγουλό του στη γροθιά του και την κοίταξε. «Νομίζω ότι φταίει που, όταν είσαι στο σχολείο και δεν είσαι ούτε τόσο έξυπνος, ούτε τόσο ωραίος, ούτε τόσο συμπαθητικός, ούτε ξέρω κι εγώ τι άλλο, και κάποια μέρα τυχαίνει να πεις


κάτι και να γελάσουν όλοι, ύστερα πιάνεσαι απ’ αυτό, καταλαβαίνεις; Λες, θα το παίξω αστείος. Έχω μεγάλο κεφάλι, έχω χοντρά πόδια, δεν με γουστάρει καμία, αλλά μπορώ τουλάχιστον να κάνω τους άλλους να γελάνε. Και είναι τόσο ωραίο το συναίσθημα όταν κάνεις κάποιον να γελάει, που κάπως αρχίζεις να εξαρτάσαι απ’ αυτό. Σαν να μην είσαι… τίποτε, αν δεν είσαι αστείος». Τώρα κοίταζε το τραπεζομάντιλο, όπου τσιμπολογούσε ψίχουλα και έστηνε μια μικρή πυραμίδα. «Νομίζω ότι εσύ ειδικά καταλαβαίνεις πολύ καλά πώς είναι». Η Έμμα έφερε το χέρι της στο στήθος της. «Εγώ;» «Να το παίζεις κάτι, εννοώ». «Εγώ δεν το παίζω κάτι». «Αυτό με τα χρυσόψαρα και τις φιλενάδες του Ντέξτερ το έχεις ξαναπεί». «Όχι, δεν… και λοιπόν;» «Λοιπόν, νομίζω ότι μοιάζουμε πολύ εσύ κι εγώ. Μερικές φορές». Η πρώτη σκέψη της ήταν να δείξει ότι πειράχτηκε. Όχι, δεν είμαι έτσι, ήθελε να του πει, πώς σου ήρθε; Αλλά ο Ίαν τής χαμογελούσε με τόση –ποια ήταν η λέξη;– λατρεία και… ίσως τον είχε κρίνει πολύ αυστηρά. Τελικά ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν το πιστεύω, έτσι κι αλλιώς». «Ποιο;» «Ότι δεν σε γούσταρε καμία». Ο Ίαν απάντησε με κωμική, ένρινη φωνή. «Επιστημονικά δεδομένα έχουν αποδείξει το αντίθετο». «Κι εγώ τι κάνω εδώ;» Σιωπή. Πραγματικά είχε πιει πάρα πολύ· καλό θα ήταν να το βουλώσει. Ήρθε η σειρά της να παίξει με τα ψίχουλα στο τραπεζομάντιλο. «Για να είμαι ειλικρινής, σκεφτόμουν πόσο έχεις ομορφύνει το τελευταίο διάστημα». Ο Ίαν άρπαξε το στομάχι του με τα δύο χέρια. «Γυμνάζομαι εντατικά». Η Έμμα γέλασε αβίαστα, τον κοίταξε και αποφάσισε ότι δεν ήταν και τόσο κακός τελικά. Όχι κανένα ανόητο ομορφόπαιδο, απλά ένα κανονικό, συνηθισμένο αντρικό πρόσωπο. Ήξερε ότι, αφού θα πλήρωναν το λογαριασμό, ο Ίαν θα δοκίμαζε να τη φιλήσει κι ότι αυτή τη φορά θα τον άφηνε. «Πρέπει να φύγουμε» είπε. «Θα ζητήσω λογαριασμό». Ο Ίαν έκανε στο σερβιτόρο τη μικρή χαρακτηριστική χειρονομία. «Περίεργη αυτή η παντομίμα που κάνουμε όλοι, σαν να γράφεις κάτι στον αέρα. Ποιος να την πρωτοσκέφτηκε, άραγε;» «Ίαν;» «Τι είναι; Συγγνώμη. Συγγνώμη». Μοίρασαν το λογαριασμό στα δύο όπως είχαν συμφωνήσει και στην έξοδο από το εστιατόριο ο Ίαν άνοιξε την πόρτα τραβώντας την απότομα και κλοτσώντας δυνατά το κάτω μέρος για δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι τον είχε χτυπήσει κατάμουτρα. «Και λίγη κωμωδία καταστάσεων…» Έξω, μια βαριά κουρτίνα από μαύρα και μαβιά σύννεφα είχε απλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό. Ο ζεστός αέρας είχε την έντονη μεταλλική μυρωδιά σκουριάς πριν από καταιγίδα και η Έμμα ένιωσε ευχάριστα ζαλισμένη από το μπράντι, καθώς διέσχιζαν την πλατεία με


κατεύθυνση βόρεια. Ποτέ δεν της άρεσε η Κόβεν Γκάρντεν. Με τους ζογκλέρ και τους Περουβιανούς μουσικούς με τα καλαμένια όργανα, ήταν σαν διασκέδαση με το ζόρι, αλλά απόψε της φάνηκαν μια χαρά, όπως της φαινόταν ωραίο και εντελώς φυσικό να κρατιέται από το μπράτσο του Ίαν, που ήταν πάντα τόσο καλός και την ήθελε τόσο πολύ, κι ας είχε ρίξει το σακάκι του στον ώμο σκαλωμένο στο δάχτυλό του από τη μικρή θηλιά στο γιακά. Του έριξε μια ματιά και είδε ότι ήταν συνοφρυωμένος. «Τι τρέχει;» τον ρώτησε σφίγγοντας ελαφρά το μπράτσο του. «Να, ξέρεις, νιώθω σαν να τα έκανα θάλασσα πάλι. Νευρικός, καθόλου άνετος, να τα δίνω όλα, να κάνω ηλίθια αστεία. Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο για το σατιρικό κωμικό;» «Το ντύσιμο;» «Ότι ο κόσμος σε θέλει πάντα “στην πρίζα”. Μονίμως κυνηγάς το γέλιο…» Και η Έμμα, εν μέρει για να αλλάξει θέμα, ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του, κρατήθηκε γερά, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε. Το στόμα του ήταν υγρό και ζεστό. «Βατόμουρο και βανίλια» μουρμούρισε πάνω στα χείλη του, αν και είχαν γεύση από παρμεζάνα και αλκοόλ. Δεν την πείραζε. Ο Ίαν γέλασε ενώ φιλιούνταν και η Έμμα κατέβηκε πίσω στο ύψος της, έπιασε το πρόσωπό του και τον κοίταξε στα μάτια. Της φάνηκε ότι ήταν έτοιμος να κλάψει από ευγνωμοσύνη και ένιωσε χαρά που του είχε προκαλέσει αυτό το συναίσθημα. «Έμμα Μόρλεϋ, ένα πράγμα έχω να σου πω…» Tην κοίταξε με απόλυτη σοβαρότητα. «Νομίζω ότι είσαι φοβερό άτομο». «Αχ, εσύ και τα γλυκόλογά σου» είπε η Έμμα. «Δεν πάμε σπίτι σου τώρα; Πριν μας πιάσει η βροχή». «Μάντεψε ποιος; Έντεκα και μισή. Πού γυρίζεις, παλιο-σουρτούκω; Εντάξει. Πάρε με οποιαδήποτε στιγμή. Θα είμαι εδώ, δεν πάω πουθενά απόψε. Γεια. Γεια». Η γκαρσονιέρα του Ίαν στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στην Κάλλυ Ρόουντ φωτιζόταν σταθερά από τις λάμπες του δρόμου και παροδικά από τους προβολείς των περαστικών διώροφων λεωφορείων. Δυο τρεις φορές το λεπτό, ολόκληρο το σπίτι έτρεμε από τις δονήσεις των υπόγειων συρμών της Βόρειας γραμμής ή της Γραμμής Πικκαντίλλυ ή της Γραμμής Βικτόρια ή από τα λεωφορεία νούμερο 30, 10, 46, 214 και 390. Από άποψη συγκοινωνίας, ήταν ίσως το καλύτερο διαμέρισμα του Λονδίνου, αλλά μόνο απ’ αυτή την άποψη. Η Έμμα ένιωθε το τρέμουλο πάνω στην πλάτη της έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στον καναπέ που γινόταν διπλό κρεβάτι, με το καλσόν της κατεβασμένο κάπου στη μέση των μηρών. «Ποιο ήταν αυτό;» Ο Ίαν αφουγκράστηκε το τρέμουλο. «Πικαντίλλυ, κατεύθυνση ανατολική». «Πώς το αντέχεις, Ίαν;» «Το συνηθίζεις. Επίσης, έχω αυτά…» Της έδειξε πάνω στο περβάζι δύο χοντρά πράγματα σαν σκουλήκια από γκριζωπό κερί. «Ωτοασπίδες». «Ω, τι καλά». «Μόνο που ξέχασα να τις βγάλω τις προάλλες και νόμιζα ότι έχω και όγκο στον εγκέφαλο.


Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Η Έμμα γέλασε κι ύστερα ρεύτηκε καθώς ένα καινούριο κύμα αναγούλας ανακάτωσε το στομάχι της. Ο Ίαν τής έπιασε το χέρι. «Δεν είσαι λίγο καλύτερα;» «Καλά είμαι, αρκεί να μην κλείνω τα μάτια μου». Γύρισε προς το μέρος του, πατικώνοντας το πάπλωμα για να μπορεί να τον βλέπει, και πρόσεξε με μια μικρή ανατριχίλα σιχασιάς ότι το πάπλωμα ήταν χωρίς κάλυμμα και είχε χρώμα μανιταρόσουπας. Το δωμάτιο μύριζε λίγο σαν αποθήκη φιλανθρωπικής οργάνωσης – η μυρωδιά των εργένηδων. «Νομίζω ότι με πείραξε το δεύτερο μπράντι». Ο Ίαν τής χαμογέλασε, αλλά στο δυνατό λευκό φως των προβολέων ενός περαστικού λεωφορείου που σάρωσε το δωμάτιο είδε ότι ήταν ανήσυχος. «Μου έχεις θυμώσει;» τον ρώτησε. «Όχι βέβαια. Είναι που… ξέρεις, πας να φιλήσεις ένα κορίτσι και του έρχεται εμετός…» «Σου είπα, φταίει το ποτό. Περνάω πολύ καλά μαζί σου, ειλικρινά. Απλώς πρέπει να συνέλθω λίγο. Έλα εδώ…» Ανασηκώθηκε για να τον φιλήσει, αλλά το καλό της σουτιέν είχε ξεφύγει από τη θέση του και το ενισχυτικό συρματάκι την έκοβε στη μασχάλη. «Άου, άου, άου!» Τραβολογώντας το, το επανέφερε στη θέση του, κι ύστερα σωριάστηκε προς τα εμπρός με το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της. Τώρα ο Ίαν τής έτριβε την πλάτη σαν καλή νοσοκόμα, και αισθάνθηκε άσχημα που είχε χαλάσει τα πάντα. «Καλύτερα να πηγαίνω, νομίζω». «Ω. Εντάξει. Αν προτιμάς». Έμειναν σιωπηλοί ακούγοντας τροχούς λεωφορείου πάνω σε υγρή άσφαλτο, ενώ δυνατό λευκό φως σάρωνε το δωμάτιο. «Αυτό ποιο ήταν;» «Το 30». Η Έμμα ανέβασε το καλσόν της τραβώντας το, σηκώθηκε όρθια και έστριψε τη φούστα της για να τη φέρει στη σωστή της θέση. «Πέρασα υπέροχα!» «Κι εγώ…» «Απλώς παραήπια…» «Κι εγώ…» «Θα πάω σπίτι μου να συνέλθω…» «Καταλαβαίνω. Παρ’ όλα αυτά. Κρίμα». Η Έμμα κοίταξε το ρολόι της. 11.52 μ.μ. Κάτω από τα πόδια της πέρασε μπουμπουνίζοντας ένα υπόγειο τρένο και της υπενθύμισε ότι βρισκόταν κυριολεκτικά πάνω στον ομφαλό των συγκοινωνιών της πόλης. Πέντε λεπτά με τα πόδια ως το Κινγκς Κρος, μετά το μετρό για Πικκαντίλλυ δυτικά, 12.30 το πολύ θα ήταν στο σπίτι της. Στα τζάμια έπεφτε βροχή, αλλά όχι πυκνή. Ύστερα όμως σκέφτηκε τη διαδρομή με τα πόδια ως το τέρμα, τη σιωπή μέσα στο άδειο διαμέρισμά της καθώς θα ψαχούλευε τα κλειδιά της στην πόρτα, με τα ρούχα της υγρά, να κολλάνε πάνω της. Φαντάστηκε τον εαυτό της μόνο στο διπλό κρεβάτι, το ταβάνι να γυρίζει, να της έρχεται εμετός, να μετανιώνει που έφυγε, την «Αϊτή» να αφηνιάζει από κάτω της. Πόσο χειρότερα θα ήταν να μείνει εδώ, να βρει λίγη ζεστασιά, λίγη τρυφερότητα, μια στενή επαφή με έναν άλλον άνθρωπο έτσι για αλλαγή; Ή μήπως προτιμούσε να είναι μια απ’ αυτές τις νεαρές που έβλεπε καμιά φορά τα βράδια στο μετρό: πιωμένη, χλωμή, κατσούφα και φανερά


εκνευρισμένη, με το καλό της φόρεμα από το χτεσινό πάρτι; Η βροχή χτύπησε τα τζάμια, πιο δυνατά τώρα. «Θέλεις να σε πάω μέχρι το σταθμό;» είπε ο Ίαν, χώνοντας το μπλουζάκι του στη ζώνη του παντελονιού του. «Ή μήπως…» «Τι;» «Μπορείς να μείνεις εδώ, να κοιμηθείς, να σου περάσει. Ξέρεις, απλώς να κοιμηθούμε αγκαλίτσα». «Αγκαλίτσα». «Μαζί, αγκαλίτσα. Ή ούτε καν αυτό. Να ξαπλώσουμε και να μείνουμε κόκαλο από ντροπή όλη νύχτα, αν προτιμάς». Του χαμογέλασε και ο Ίαν την κοίταξε όλο ελπίδα. «Υγρό για φακούς επαφής» είπε η Έμμα. «Δεν έχω μαζί μου». «Έχω εγώ». «Δεν ήξερα ότι φοράς φακούς επαφής». «Ορίστε – να κάτι ακόμα που έχουμε κοινό». Της χαμογέλασε και η Έμμα τού ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Μπορεί να έχω ακόμα και δεύτερο ζευγάρι ωτοασπίδες, αν είσαι τυχερή». «Ίαν Γουάιτχεντ, είσαι μεγάλος καταφερτζής». «…σήκωσέ το, σήκωσέ το, σήκωσέ το. Κοντεύουν μεσάνυχτα. Με το που θα χτυπήσει δώδεκα το ρολόι θα μεταμορφωθώ σε βλάκα βάτραχο. Τέλος πάντων, αν ακούσεις το μήνυμα…» «Εμπρός; Εμπρός;» «Είσαι εκεί!» «Γεια σου, Ντέξτερ». «Δεν σε ξύπνησα, ε;» «Μόλις μπήκα. Είσαι καλά, Ντέξτερ;» «Ω, μια χαρά». «Γιατί ακούγεσαι λιώμα». «Α, το γλεντάω. Μόνος μου. Ένα ιδιωτικό παρτάκι». «Χαμήλωσε λίγο τη μουσική, εντάξει;» «Ξέρεις, σκεφτόμουν… στάσου, να χαμηλώσω λίγο τη μουσική… μήπως ήθελες να έρθεις αποδώ. Έχω σαμπάνια, μουσική, ίσως βρεθεί και κάτι να πάρουμε. Έλα; Έλα, μ’ ακούς;» «Είχαμε συμφωνήσει πως αυτό δεν είναι καλή ιδέα». «Σοβαρά; Γιατί εμένα μου φαίνεται απίθανη ιδέα». «Δεν γίνεται να μου τηλεφωνείς στα καλά καθούμενα και να περιμένεις να…» «Ω, έλα, Ναόμι, σε παρακαλώ. Σε χρειάζομαι». «Όχι!» «Σε μισή ώρα θα είσαι εδώ». «Όχι! Έξω ρίχνει καλαπόδια». «Δεν εννοούσα να περπατήσεις. Πάρε ταξί, πληρώνω εγώ». «Είπα, όχι!» «Ειλικρινά έχω ανάγκη να είμαι με κάποιον, Ναόμι».


«Πάρε την Έμμα!» «Έχει βγει. Και δεν εννοώ τέτοια παρέα. Ξέρεις τι εννοώ. Το θέμα είναι πως, έτσι και δεν αγγίξω ένα ζωντανό άνθρωπο απόψε, μπορεί και να πεθάνω». «…» «Ξέρω ότι δεν έχεις κλείσει. Ακούω την ανάσα σου». «Εντάξει». «Εντάξει;» «Θα είμαι εκεί σε μισή ώρα. Σταμάτα να πίνεις. Περίμενέ με». «Ναόμι; Ναόμι, καταλαβαίνεις;» «Τι πράγμα;» «Καταλαβαίνεις ότι μου σώζεις τη ζωή;»

1. Good Sense Of Humor: καλή αίσθηση του χιούμορ. (Σ.τ.Μ.)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Σόου μπίζνες ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1994

Λέυτονστοουν και Άιλ οβ Ντογκς Η Έμμα Μόρλεϋ τρέφεται σωστά και πίνει με μέτρο. Κοιμάται οχτάωρο, ξυπνάει κανονικά, από μόνη της, λίγο πριν από τις έξι και μισή, και πίνει νερό –τα πρώτα 250 ml από το 1,5 λίτρο καθημερινά– από το ποτήρι με την ασορτί καράφα που τη φωτίζει ο πρωινός ήλιος πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο διπλό κρεβάτι της. Το ραδιόφωνο-ξυπνητήρι ανοίγει αυτόματα και η Έμμα χουζουρεύει στο κρεβάτι ακούγοντας το σύντομο δελτίο ειδήσεων. Πέθανε ο ηγέτης των Δημοκρατικών Τζον Σμιθ και ακολουθεί σύντομη ανταπόκριση από την κηδεία του στο Αβαείο του Γουεστμίνστερ. Φόρος τιμής από την αντιπολίτευση, «ο καλύτερος μέχρι τώρα πρωθυπουργός της χώρας», διακριτικοί υπαινιγμοί για τον ποιος θα τον αντικαταστήσει. Για μια ακόμη φορά, η Έμμα υπενθυμίζει στον εαυτό της να εξετάσει την πιθανότητα να γραφτεί στο Κόμμα των Εργατικών, τώρα που έχει πάψει προ πολλού να είναι ενεργό μέλος της CND. Η πληθώρα ειδήσεων σχετικά με το Παγκόσμιο Κύπελλο την αναγκάζει να σηκωθεί πρόωρα από το κρεβάτι. Κάνει στην άκρη το ελαφρύ καλοκαιρινό πάπλωμα, φοράει τα παλιά γυαλιά της με το χοντρό σκελετό και γλιστράει με τα πλάγια στο στενό διάδρομο ανάμεσα στο κρεβάτι και τον τοίχο. Πηγαίνει κατευθείαν στο μπάνιο και ανοίγει την πόρτα. «Ένα λεπτό!» Η Έμμα τραβάει και ξανακλείνει την πόρτα, αλλά, δυστυχώς, όχι πριν προλάβει να δει τον Ίαν Γουάιτχεντ διπλωμένο στα δύο πάνω από τη λεκάνη. «Γιατί δεν κλειδώνεις, Ίαν;» φωνάζει στην πόρτα. «Συγγνώμη!» Η Έμμα κάνει μεταβολή, γυρίζει στο κρεβάτι και περιμένει εκεί κατσουφιασμένη, ακούγοντας το δελτίο καιρού για τους αγρότες και, ως ηχητική υπόκρουση, το καζανάκι στην τουαλέτα, μία φορά, έπειτα δεύτερη, έπειτα έναν ήχο σαν κόρνα που είναι ο Ίαν που φυσάει τη μύτη του, και έπειτα πάλι το καζανάκι. Εντέλει ο Ίαν εμφανίζεται στην πόρτα κατακόκκινος και με ύφος μάρτυρα. Δεν φοράει εσώρουχο, μόνο ένα μαύρο μακό που φτάνει λίγο πάνω από τους γοφούς του. Δεν υπάρχει άντρας στον κόσμο ικανός να υποστηρίξει τέτοια εμφάνιση, παρ’ όλα αυτά η Έμμα κάνει συνειδητή προσπάθεια να κοιτάζει μόνο το πρόσωπό του, καθώς ο Ίαν φουσκώνει τα μάγουλά του και ξεφυσάει απελπισμένος. «Τι να πω. Ήταν απαίσια εμπειρία». «Δεν αισθάνεσαι κάπως καλύτερα τώρα;» Για σιγουριά, η Έμμα βγάζει τα γυαλιά της. «Μπα, όχι». Ο Ίαν τρίβει το στομάχι του. «Τώρα ανακατώνομαι και πονάει η κοιλίτσα μου». Μιλάει με σιγανή, παραπονεμένη φωνή και, παρόλο που γενικά ο Ίαν είναι φοβερό παιδί, κάτι στη λέξη “κοιλίτσα” κάνει την Έμμα να θέλει να του κλείσει την πόρτα στα μούτρα.


«Σου το είπα ότι το μπέικον ήταν ληγμένο, αλλά δεν άκουγες…» «Δεν ήταν αυτό που…» «Όχι, μου είπες, δεν είναι ληγμένο, είναι καπνιστό». «Νομίζω ότι είναι κάποια ίωση». «Δεν αποκλείεται να είναι αυτός ο ιός που κυκλοφορεί. Τον έχουν όλοι στο σχολείο – ίσως σε κόλλησα εγώ». Ο Ίαν δεν αντιλέγει. «Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα. Είμαι χάλια». «Το ξέρω, αγάπη μου». «Και διάρροια σαν να μην μου έφτανε το συνάχι…» «Αχτύπητος συνδυασμός. Σαν φεγγαρόφωτο και μουσική». «Σιχαίνομαι να τρέχει η μύτη μου μες στο κατακαλόκαιρο». «Δεν φταις εσύ» είπε η Έμμα και ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια. «Νομίζω ότι είναι γρίπη με γαστρεντερίτιδα» λέει ο Ίαν δείχνοντας να του καλαρέσει ο συνδυασμός. «Κάπως έτσι ακούγεται, πάντως». «Αισθάνομαι…» Με τις γροθιές του σφιγμένες αναζητάει εναγωνίως μια λέξη που να συνοψίζει όλο το άδικο της υπόθεσης. «Βουλωμένος! Δεν μπορώ να πάω για δουλειά έτσι». «Μην πας». «Μα, πρέπει να πάω». «Πήγαινε». «Δεν μπορώ, μπορώ; Νιώθω σαν να έχω από δύο κιλά μύξες σε κάθε ρουθούνι». Σκεπάζει τη μύτη του με την παλάμη. «Συν τα φλέματα». «Να μια ωραία εικόνα να με βοηθήσει να βγάλω τη μέρα». «Συγγνώμη, αλλά έτσι αισθάνομαι». Ο Ίαν στριμώχνεται στο στενό πέρασμα από τη δική του πλευρά του κρεβατιού και με έναν καινούριο μαρτυρικό στεναγμό χώνεται κάτω από το πάπλωμα. Η Έμμα συγκεντρώνει τις δυνάμεις της και σηκώνεται. Σήμερα είναι μια μεγάλη μέρα, μια μνημειώδης μέρα για την Έμμα Μόρλεϋ, και θα προτιμούσε να της έλειπαν όλα αυτά. Απόψε είναι η πρεμιέρα του Όλιβερ! από τη θεατρική ομάδα του Δημόσιου Γυμνασίου της Κρόμγουελ Ρόουντ και οι πιθανότητες για ολική καταστροφή είναι άπειρες. Είναι μια μεγάλη μέρα και για τον Ντέξτερ Μέυχιου. Βρίσκεται ξαπλωμένος πάνω στα υγρά, ανακατωμένα σεντόνια του, με τα μάτια ορθάνοιχτα, και σκέφτεται όλα όσα μπορεί να πάνε στραβά. Απόψε εμφανίζεται για πρώτη φορά ζωντανά στο εθνικό δίκτυο με δική του τηλεοπτική εκπομπή. Ένα όχημα. Ένα όχημα για να αναδείξει τα ταλέντα του, μόνο που ξαφνικά δεν είναι σίγουρος αν διαθέτει κανένα. Το προηγούμενο βράδυ έπεσε στο κρεβάτι νωρίς σαν καλό παιδάκι, μόνος και νηφάλιος, ενώ είχε ακόμη φως έξω, με την ελπίδα να ξυπνήσει φρέσκος και με καθαρό μυαλό σήμερα το πρωί. Αλλά τις εφτά από τις εννιά ώρες που μεσολάβησαν τις πέρασε ξύπνιος και τώρα αισθάνεται κατάκοπος και με τάση για εμετό από το άγχος. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ανασηκώνεται στο κρεβάτι και ακούει τον αυτόματο τηλεφωνητή να παίρνει μπροστά. «Έλα –


μίλησέ μου!» λέει η φωνή του, ραφιναρισμένη και γεμάτη αυτοπεποίθηση, και ο Ντέξτερ σκέφτεται: Ηλίθιε. Πρέπει ν’ αλλάξεις μήνυμα. Ακούγεται το μπιπ του τηλεφωνητή. «Ω. Λοιπόν. Γεια. Εγώ είμαι». Αισθάνεται τη γνώριμη ανακούφιση αναγνωρίζοντας τη φωνή της Έμμα και είναι έτοιμος να πιάσει το ακουστικό, όταν θυμάται ότι έχουν τσακωθεί και ότι είναι σκόπιμο να της κρατήσει μούτρα. «Συγγνώμη που τηλεφωνώ τόσο νωρίς και τα σχετικά, αλλά μερικοί από μας έχουμε κανονικές δουλειές και ξυπνάμε πρωί. Ήθελα απλώς να σου πω, ξέρω ότι απόψε είναι η μεγάλη βραδιά, γι’ αυτό με κάθε, κάθε ειλικρίνεια, καλή επιτυχία. Σοβαρά, καλή επιτυχία. Θα τα πας καλά. Παραπάνω από καλά, θα τα πας τέλεια. Φρόντισε μόνο να ντυθείς ωραία και να μην μιλάς μ’ εκείνη την περίεργη φωνή. Ξέρω ότι είσαι τσαντισμένος μαζί μου που δεν έρχομαι, αλλά θα δω την εκπομπή και θα χειροκροτώ μπροστά στην τηλεόραση σαν ηλίθια…» Ο Ντέξτερ έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και στέκεται γυμνός κοιτώντας επίμονα το μηχάνημα. Σκέφτεται να σηκώσει το ακουστικό. «Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω – ξέρεις μέχρι πόσο αργά τραβάνε αυτές οι σχολικές παραστάσεις. Σόου μπίζνες είναι αυτή, τι να κάνουμε; Θα σε ξαναπάρω αργότερα. Καλή επιτυχία, Ντεξ. Άπειρη αγάπη. Και, μην το ξεχάσω, άλλαξε επιτέλους αυτό το μήνυμα στον τηλεφωνητή σου!» Και κλείνει. Σκέφτεται να την ξαναπάρει αμέσως, αλλά από ζήτημα τακτικής καθαρά κρίνει ότι πρέπει να της κρατήσει μούτρα λίγο ακόμα. Έχουν τσακωθεί πάλι. Η Έμμα πιστεύει ότι δεν του αρέσει ο φίλος της και, παρόλο που ο ίδιος το αρνείται κατηγορηματικά, είναι αδύνατον να ξεπεράσουν το γεγονός ότι δεν του αρέσει ο φίλος της. Προσπάθησε, προσπάθησε πραγματικά. Πήγαν παρέα οι τρεις τους σε σινεμά, σε φτηνά εστιατόρια και σε άθλιες παμπ, όπου την κοίταζε στα μάτια και της χαμογελούσε επιδοκιμαστικά όταν ο Ίαν έτριβε τη μουσούδα του στο λαιμό της. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας στο διαμερισματάκι τους στο Ερλς Κορτ και έπαιξαν μια παρτίδα Trivial Pursuit τόσο άγρια ανταγωνιστική, που ήταν σαν αγώνας μποξ χωρίς γάντια. Έφτασε μέχρι το σημείο να κάθεται παρέα με υπαλλήλους από το Σονιτρόνικς στο Εργαστήριο του Γέλιου στο Μορτλέικ και να παρακολουθεί το αυτοσχέδιο σατιρικό νούμερο του Ίαν, με την Έμμα δίπλα του να χαμογελάει νευρικά και να τον σκουντάει όποτε έπρεπε να γελάσει. Αλλά ακόμα κι όταν φέρεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η εχθρότητα είναι ολοφάνερη και είναι αμοιβαία. Ο Ίαν δεν χάνει ευκαιρία να υπαινιχθεί ότι ο Ντέξτερ είναι “δήθεν”, μόνο και μόνο επειδή είναι δημόσιο πρόσωπο, ότι είναι ωραιοπαθής και σνομπ επειδή προτιμάει τα ταξί από τα νυχτερινά λεωφορεία, τα πριβέ κλαμπ από τα μπαρ, τα καλά εστιατόρια από τα ντελίβερι. Και το χειρότερο είναι ότι συμμετέχει και η Έμμα, προσπαθώντας συνεχώς να τον μειώνει, να του υπενθυμίζει τις αδυναμίες του. Μα, δεν καταλαβαίνουν πόσο δύσκολο είναι να μείνεις νηφάλιος, να μην ξεφύγεις καθόλου, όταν σου συμβαίνουν τόσο πολλά, όταν η ζωή σου είναι τόσο γεμάτη από καινούρια πράγματα και γεγονότα; Έτσι και κάνει να πληρώσει αυτός το λογαριασμό στο εστιατόριο, ή τους προτείνει να πάρουν ταξί με δικά του έξοδα, αντί για λεωφορείο, αυτοί οι δυο αρχίζουν αμέσως τη μουρμούρα και την γκρίνια, λες και τους πρόσβαλε. Γιατί δεν μπορούν απλώς να χαρούν που τα πάει τόσο καλά, να απολαύσουν τη γενναιοδωρία του; Η τελευταία αφόρητη βραδιά μαζί τους –μια «βραδιά βίντεο» σε έναν ετοιμόρροπο καναπέ, με Σταρ Τρεκ: Η οργή του Χαν, μπίρες σε κουτάκια και ινδικό σε πακέτο


να στάζει κίτρινα ζουμιά στο Dries van Noten παντελόνι του– ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αποδώ και στο εξής, αν ήταν να ξαναδεί ποτέ την Έμμα, θα την έβλεπε μόνη της. Παράλογα, ανεξήγητα, έχει γίνει – τι; Ζηλιάρης; Όχι, δεν είναι ζήλια, μάλλον της έχει κακιώσει. Πάντα περίμενε η Έμμα να είναι διαθέσιμη, ένα σταθερό σημείο όπου θα μπορούσε να καταφύγει οποιαδήποτε στιγμή, κάτι σαν τις υπηρεσίες επείγουσας ανάγκης. Μετά το κατακλυσμικό συμβάν, το θάνατο της μητέρας του πέρυσι τα Χριστούγεννα, αυτός βρέθηκε να βασίζεται όλο και περισσότερο επάνω της, ακριβώς την εποχή που η Έμμα άρχισε να γίνεται όλο και λιγότερο διαθέσιμη. Παλιά απαντούσε στα τηλεφωνήματά του σχεδόν αμέσως, ενώ τώρα περνάνε μέρες χωρίς να την ακούσει. «Ήμουν με τον Ίαν» του λέει, αλλά πού ακριβώς είναι; Τι κάνουν; Πάνε μαζί για έπιπλα; Διοργανώνουν «βραδιές βίντεο»; Τα πίνουν σε παμπ; Ο Ίαν έχει γνωρίσει και τους γονείς της Έμμα, τον Τζιμ και τη Σου. Τον λάτρεψαν, είπε η Έμμα. Κι αυτός γιατί δεν έχει γνωρίσει ποτέ τον Τζιμ και τη Σου; Δεν θα τον λάτρευαν ακόμα περισσότερο; Και το πιο εκνευριστικό απ’ όλα, η Έμμα γίνεται όλο και πιο ανεξάρτητη από τον Ντέξτερ και δείχνει να το απολαμβάνει. Αισθάνεται σαν να του δίνει ένα μάθημα, σαν να τον χαστουκίζει στο πρόσωπο με την καινούρια ευτυχισμένη ζωή της. «Μην περιμένεις οι άλλοι να χτίζουν τη ζωή τους γύρω από σένα, Ντέξτερ» του πέταξε μια μέρα, όλο κακία, και τώρα είναι και πάλι τσακωμένοι, γιατί η Έμμα δεν θα βρίσκεται στο στούντιο απόψε, στην πρεμιέρα της ζωντανής εκπομπής του. «Τι θες να κάνω, να ακυρώσω την πρεμιέρα του Όλιβερ! επειδή θα βγεις εσύ στην τηλεόραση;» «Δεν μπορείς να έρθεις μετά;» «Όχι! Είναι στην άλλη άκρη της πόλης!» «Θα στείλω ένα αυτοκίνητο να σε φέρει!» «Θα πρέπει να μιλήσω με τα παιδιά μετά την παράσταση, με τους γονείς…» «Γιατί θα πρέπει;» «Ντέξτερ, σύνελθε, είναι η δουλειά μου!» Καταλαβαίνει ότι γίνεται απαιτητικός, αλλά θα βοηθούσε πολύ να είχε την Έμμα στο ακροατήριο. Είναι καλύτερος άνθρωπος όταν έχει κοντά του την Έμμα· άλλωστε γι’ αυτό δεν είναι οι φίλοι, για να σε σηκώνουν, να σου βγάζουν τον καλύτερο εαυτό σου; Η Έμμα είναι το γούρι του, το φυλαχτό του, και απόψε δεν θα είναι στο στούντιο, όπως δεν θα είναι ούτε η μητέρα του, άρα τι νόημα έχει, για ποιον θα το κάνει; Ύστερα από ένα μεγάλο ντους, αισθάνεται λίγο καλύτερα. Φοράει ένα λεπτό πουλόβερ από κασμίρι με V στο λαιμό, χωρίς μπλουζάκι από μέσα, και ένα μπεζ λινό σαλβάρι με κορδόνι στη μέση, χωρίς εσώρουχο από κάτω. Βάζει και ένα ζευγάρι Birkenstock και κατεβαίνει στο περίπτερο να δει τα τηλεοπτικά περιοδικά και να τσεκάρει αν το Γραφείο Τύπου και οι Δημόσιες Σχέσεις έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους. Ο ιδιοκτήτης χαμογελάει με τον οφειλόμενο σεβασμό στο διάσημο πελάτη του και ο Ντέξτερ γυρίζει στο διαμέρισμά του με βήμα γοργό και την αγκαλιά γεμάτη εφημερίδες. Τώρα αισθάνεται σαφώς καλύτερα, νιώθει ταραχή αλλά και έξαψη και αδημονία και, ενώ ζεσταίνεται η μηχανή του εσπρέσο, χτυπάει ξανά το τηλέφωνο. Πριν ακόμη ενεργοποιηθεί ο αυτόματος τηλεφωνητής, κάτι του λέει ότι θα είναι ο πατέρας του


και δεν το σηκώνει. Μετά το θάνατο της μητέρας του, τα τηλεφωνήματά του έχουν γίνει πολύ πιο πυκνά και δυσάρεστα: χάνει τα λόγια του, ξεχνάει τι ήθελε, αφαιρείται. Ο πατέρας του, ο ικανός αυτοδημιούργητος άντρας, ξαφνικά πελαγώνει μπροστά στην πιο απλή δουλειά. Το πένθος τον έχει αποδιοργανώσει και σε μια από τις σπάνιες επισκέψεις του στο πατρικό του, ο Ντέξτερ τον είχε δει να στέκεται και να κοιτάζει σαν χαμένος το τσαγιερό, σαν να επρόκειτο για εξωγήινη τεχνολογία. «Έλα – μίλησέ μου!» λέει ο ηλίθιος στο μαγνητοφωνημένο μήνυμα. «Γεια σου, Ντέξτερ, είμαι ο πατέρας σου». Μιλάει με εκείνη τη σοβαρή, βαριά φωνή που χρησιμοποιεί πάντα στο τηλέφωνο. «Τηλεφώνησα για να σου ευχηθώ καλή επιτυχία στην αποψινή εκπομπή σου. Θα την παρακολουθήσω. Είμαι πολύ συγκινημένος. Η Άλισον θα ήταν πολύ περήφανη για σένα». Ακολουθεί μια μικρή παύση, όπου καταλαβαίνουν και οι δυο πως αυτό μάλλον δεν είναι αλήθεια. «Αυτά ήθελα να σου πω. Α, κάτι ακόμα. Μην δίνεις σημασία στις εφημερίδες. Κοίταξε να το ευχαριστηθείς. Αντίο. Και…» Μην δίνεις σημασία σε τι; Ο Ντέξτερ αρπάζει το ακουστικό. «Αντίο!» Ο πατέρας του έχει ήδη κλείσει – άναψε πρώτα το φιτίλι του δυναμίτη και μετά έκλεισε το τηλέφωνο, και ο Ντέξτερ κοιτάζει τη στοίβα με τις εφημερίδες που ξαφνικά εκπροσωπούν μια απειλή. Σφίγγει το κορδόνι του λινού παντελονιού του και ανοίγει την πρώτη στις σελίδες της τηλεόρασης. Όταν η Έμμα βγαίνει από το μπάνιο, ο Ίαν μιλάει στο τηλέφωνο και, από τον ανάλαφρο παιχνιδιάρικο τόνο της φωνής του, καταλαβαίνει ότι μιλάει με τη μητέρα της. Ο φίλος της και η Σου χτίζουν μια σχέση που αγγίζει τα όρια της ερωτικής, από τη μέρα που πρωτογνωρίστηκαν στο Λιντς τα Χριστούγεννα: «Υπέροχες πατάτες, κυρία Μ» και «Τι ζουμερή γαλοπούλα!». Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται απ’ αυτή την αμοιβαία έλξη και το μόνο που μπορούν να κάνουν η Έμμα και ο μπαμπάς της είναι να χλευάζουν γυρίζοντας τα μάτια τους στο ταβάνι. Η Έμμα περιμένει υπομονετικά να ξεκολλήσει ο Ίαν από το ακουστικό. «Αντίο, κυρία Μ. Ναι, κι εγώ το ελπίζω. Δεν είναι τίποτε, ένα καλοκαιρινό κρυολόγημα· θα το ξεπεράσω. Γεια σας, κυρία Μ. Γεια σας». Η Έμμα παίρνει το ακουστικό και ο Ίαν, θανάσιμα άρρωστος και πάλι, σέρνεται προς το κρεβάτι. Η μητέρα της είναι μες στην τρελή χαρά. «Τι καλό παιδί! Δεν είναι θαυμάσιο παιδί;» «Είναι, μαμά». «Ελπίζω να τον φροντίζεις καλά». «Πρέπει να φύγω για τη δουλειά μου, μαμά». «Ναι, τι σε ήθελα; Ξέχασα εντελώς γιατί σου τηλεφώνησα». Βασικά, της τηλεφωνούσε για να μιλήσει με τον Ίαν. «Μήπως για να μου ευχηθείς καλή επιτυχία;» «Για ποιο πράγμα;» «Για τη θεατρική παράσταση του σχολείου απόψε». «Α, ναι, καλή επιτυχία. Συγγνώμη που δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε να τη δούμε. Το Λονδίνο είναι πανάκριβο, βλέπεις…»


Η Έμμα τερματίζει την κλήση με την πρόφαση ότι καίγονται οι φέτες στην τοστιέρα και πάει να δει τον ασθενή που έχει κουκουλωθεί με το πάπλωμα, για να ιδρώσει και να του περάσει το κρυολόγημα. Η Έμμα έχει την αόριστη αίσθηση ότι δεν τα πάει καλά στο ρόλο της συντρόφου. Είναι ένας ρόλος καινούριος και είναι φορές που πιάνει τον εαυτό της να αντιγράφει συμπεριφορές «συντρόφου»: χεράκι χεράκι, αγκαλίτσα στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, τέτοια. Ο Ίαν την αγαπάει, της το λέει, ίσως πολύ συχνά, και πιστεύει ότι με τον καιρό θα το καταφέρει κι αυτή – είναι θέμα εξάσκησης. Είναι αποφασισμένη να προσπαθήσει γι’ αυτό και τώρα: σε μια συνειδητή κίνηση συμπαράστασης, πέφτει στο κρεβάτι και κουλουριάζεται γύρω του πάνω από το πάπλωμα. «Αν δεν μπορέσεις να έρθεις απόψε στην παράσταση…» Ο Ίαν ανακάθεται απότομα, αναστατωμένος. «Όχι! Όχι, όχι, όχι, θα έρθω οπωσδήποτε…» «Θα το καταλάβω…» «Ακόμα κι αν χρειαστεί να με φέρουν με ασθενοφόρο». «Δεν είναι τίποτε σοβαρό, μια μαθητική παράσταση, χαζομάρες με άλλα λόγια». «Έμμα!» Σηκώνει το κεφάλι της και τον κοιτάζει. «Είναι η μεγάλη νύχτα για σένα! Δεν θα την έχανα για τίποτε στον κόσμο». Του χαμογελάει. «Ωραία. Χαίρομαι». Σκύβει, τον φιλάει, καλού κακού με κλειστά τα χείλη, πιάνει την τσάντα της και βγαίνει από το διαμέρισμα έτοιμη για τη μεγάλη μέρα. Ο τίτλος είναι: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΑΝΤΙΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΑΤΣΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΟΘΟΝΗΣ;

και προς στιγμήν ο Ντέξτερ νομίζει ότι πρόκειται για λάθος, αφού κάτω από τον τίτλο έχει τυπωθεί η φωτογραφία του και κάτω από τη φωτογραφία η λέξη «Σνομπ», λες και «Σνομπ» είναι το επίθετό του. Ντέξτερ Σνομπ. Σφίγγοντας το φλιτζανάκι του εσπρέσο με τα δύο δάχτυλα αρχίζει να διαβάζει… Απόψε στην TV Αλήθεια, υπάρχει σήμερα στην τηλεόραση πιο καβαλημένο καλάμι, πιο ανόητο και ανούσιο άτομο από τον Ντέξτερ Μέυχιου; Και μόνο στην ιδέα ότι θα σκάσει μύτη το ξιπασμένο ομορφόπαιδο θέλω να σπάσω τη συσκευή. «Νομίζει ότι είναι ΘΕΟΣ» λέγαμε στο σχολείο γι’ αυτούς τους τύπους. Όλως περιέργως, κάποιοι εκεί στη Χώρα-του-Θεάματος πρέπει να τον λατρεύουν όσο λατρεύει ο ίδιος ο Ντέξτερ Μέυχιου τον εαυτό του, αλλιώς δεν εξηγείται πώς, έπειτα από τρία χρόνια στο ξεσαλώνουμε (Δεν είναι φρίκη τα μικρά γράμματα; Τόσο 1990!), θα παρουσιάζει από σήμερα τη δική του εβδομαδιαία νυχτερινή μουσική εκπομπή, το Αργά τη νύχτα – Μένουμε σπίτι. Αν… Δεν πρέπει να διαβάσει παρακάτω, πρέπει να κλείσει την εφημερίδα και να συνεχίσει σαν να μην έγινε τίποτε, αλλά το μάτι του έχει ήδη πιάσει άλλες δυο λέξεις. «Ανικανότητα» είναι η μία. Συνεχίζει να διαβάζει… Αν θέλετε οπωσδήποτε να δείτε έναν κομπλεξικό έφηβο να το παίζει γόης, κάνοντας


ματάκια και φλερτάροντας με τις «κυρίες», ή να προσπαθεί να γίνει «ένα με τα παιδιά του λαού», χωρίς να καταλαβαίνει ότι τα παιδιά του λαού γελάνε μαζί του, τότε μην το χάσετε. Η εκπομπή είναι ζωντανή, οπότε ίσως έχουμε και τη χαρά να παρακολουθήσουμε την περιβόητη ανικανότητά του στις ζωντανές συνεντεύξεις. Ως εναλλακτική μπορείτε να ανάψετε το ατμοσίδερο στην ένδειξη «λινά» και να σιδερωθείτε. Συμπαρουσιάστρια είναι η «ζουμερή» Σούκι Μέντοουζ, μουσική θα παίξουν οι Shed Seven, οι Echobelly και οι Lemonheads. Μην πείτε ότι δεν σας προειδοποιήσαμε. Ο Ντέξτερ κρατάει αρχείο με δημοσιεύματα, ένα ολόκληρο κουτί από παπούτσια Patrick Cox στο βάθος της ντουλάπας του, αλλά αποφασίζει να μην κρατήσει το συγκεκριμένο. Με πολλή φασαρία και πολλά νεύρα φτιάχνει και δεύτερο εσπρέσο. Το σύνδρομο της ψηλής παπαρούνας, σκέφτεται, αυτό είναι, η εθνική αρρώστια της Βρετανίας. Λίγο να ξεχωρίσεις από τη μάζα και ορμάνε να σε φάνε, αλλά σκασίλα μου εμένα, εμένα μ’ αρέσει η δουλειά μου και είμαι καλός γαμώτο, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι νομίζουν, θέλει κότσια να είσαι παρουσιαστής στην τηλεόραση, θέλει μυαλό και θέλει και, τέλος πάντων, γρηγοράδα, αλλά δεν θα το πάρω προσωπικά, μια κριτική είναι, ποιος τους χέζει τους κριτικούς, κανείς δεν ξύπνησε ένα πρωί και είπε θέλω να γίνω κριτικός, χίλιες φορές να εκτίθεμαι και να το κάνω, παρά να είμαι ένας ευνούχος και να ξερνάω χολή για δώδεκα χιλιάρικα το χρόνο, κανείς δεν έφτιαξε ποτέ άγαλμα σε κριτικό, αλλά θα τους δείξω εγώ, θα δουν ποιος είμαι εγώ όλοι αυτοί. Παραλλαγές αυτού του μονολόγου παίζουν στο μυαλό του Ντέξτερ σε όλη τη διάρκεια της μεγάλης μέρας. Στη διαδρομή προς το γραφείο παραγωγής, στη διαδρομή με τη λιμουζίνα προς το στούντιο στο Άιλ οβ Ντογκς, σε όλη την απογευματινή τελική πρόβα, στη σύσκεψη των συντελεστών της εκπομπής, στο ατελιέ για χτένισμα και μακιγιάζ και ως τη στιγμή που βρίσκεται μόνος στο καμαρίνι του και που μπορεί επιτέλους να ανοίξει την τσάντα του, να βγάλει το μπουκάλι που έχει χώσει εκεί το πρωί, να γεμίσει ένα μεγάλο ποτήρι βότκα, να προσθέσει και λίγη ζεστή πορτοκαλάδα και ν’ αρχίσει να πίνει. «Ου, ου, ου…» Σαράντα πέντε λεπτά πριν σηκωθεί η αυλαία και η ομαδική ρυθμική κραυγή ακούγεται μέχρι το βάθος της πτέρυγας των Αγγλικών. «Ου, ου, ου…» Καθώς τρέχει στο διάδρομο, η Έμμα βλέπει την κυρία Γκρέινγκερ να βγαίνει παραπατώντας από τα καμαρίνια, σαν να δραπετεύει από φλεγόμενο κτίριο. «Προσπάθησα να τους σταματήσω αλλά δεν ακούνε». «Ευχαριστώ, κυρία Γκρέινγκερ, θα το χειριστώ εγώ». «Να φωνάξω τον κύριο Γκοντάλμινγκ;» «Θα τα καταφέρω, είμαι σίγουρη. Εσείς πηγαίνετε να κάνετε την πρόβα με την ορχήστρα». «Εγώ το είπα ότι ήταν λάθος». Η κυρία Γκρέινγκερ απομακρύνεται βιαστικά, πιάνοντας την καρδιά της. «Το είπα ότι δεν πρόκειται να μας βγει σε καλό». Η Έμμα παίρνει βαθιά ανάσα, μπαίνει στην αίθουσα και βλέπει τον όχλο, τριάντα εφήβους με ρεπούμπλικες, κρινολίνα και ψεύτικα γένια, να γιουχαΐζουν και να φωνάζουν έχοντας κάνει


κύκλο γύρω από τον Άρτφουλ Ντότζερ, που πατάει με τα δυο του γόνατα τα χέρια του Όλιβερ Τουίστ και του πιέζει το πρόσωπο στο σκονισμένο πάτωμα. «Τι συμβαίνει εδώ, παιδιά;» Ο βικτοριανός όχλος στρέφεται. «Πάρτε την από πάνω μου, κυρία» μουρμουρίζει ο Όλιβερ με το στόμα πάνω στο πάτωμα από λινόλαιο. «Παλεύουν, κυρία» λέει ο Σαμίρ Σοντάρι, δώδεκα ετών, με πυκνές φαβορίτες ως το πιγούνι. «Το βλέπω, Σαμίρ, ευχαριστώ». Η Έμμα ανοίγει δρόμο ανάμεσα στα παιδιά για να χωρίσει τους δύο στο πάτωμα. Η Σόνυα Ρίτσαρντς, η ψηλόλιγνη μαύρη έφηβη που παίζει τον Ντότζερ, κρατάει γερά μπλεγμένα τα δάχτυλά της στις πυκνές ξανθές μπούκλες του Όλιβερ, και η Έμμα την πιάνει από τους ώμους και την κοιτάζει στα μάτια. «Άφησέ τον, Σόνυα. Άφησέ τον, εντάξει; Εντάξει;» Εντέλει, η Σόνυα τον αφήνει, κάνει πίσω και ξαφνικά βουρκώνει, καθώς φεύγει απότομα η οργή αφήνοντας πίσω της μόνο πληγωμένη περηφάνια. Ο Μάρτιν Ντόσον, ο ορφανός Όλιβερ, δείχνει να τα έχει χαμένα. Ψηλός ένα και εβδομήντα, γεροδεμένος, είναι πιο μεγαλόσωμος ακόμα και από τον Μίστερ Μπαμπλ, κι όμως το μαμόθρεφτο είναι έτοιμο να βάλει τα κλάματα. «Αυτή άρχισε, κυρία!» κλαψουρίζει με ένα λαρυγγισμό που κυμαίνεται από βαθύ μπάσο μέχρι πρίμο, σκουπίζοντας το σκονισμένο πρόσωπό του με τη ράχη του χεριού του. «Σιωπή, Μάρτιν». «Ναι, Ντόσον, βούλωσ’ το…» «Σόνυα, το εννοώ. Αρκετά!» Η Έμμα στέκεται τώρα στο κέντρο του κύκλου, κρατώντας τους αντιπάλους από τους αγκώνες, σαν διαιτητής σε αγώνα μποξ, και αντιλαμβάνεται πως, αν θέλει να σώσει την παράσταση, πρέπει να βγάλει ένα μικρό αυθόρμητο λόγο που θα εμψυχώσει τα παιδιά: άλλη μια από τις πολλές ηρωικές στιγμές που συνθέτουν τη δουλειά της. «Για να σας δω! Τι όμορφοι που είστε όλοι με τα κοστούμια σας! Και ο μικρός Σαμίρ με τις τεράστιες φαβορίτες του!» Όλο το τσούρμο γελάει και ο Σαμίρ ανταποκρίνεται αναλόγως, ξύνοντας τις ψεύτικες τρίχες που είναι κολλημένες στα μάγουλά του. «Έξω είναι οι γονείς σας και οι φίλοι σας, που ήρθαν να δουν ένα σπουδαίο έργο, μια αληθινά σπουδαία παράσταση. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζαν». Σταυρώνει τα χέρια της στο στήθος και αναστενάζει. «Γιατί φοβάμαι ότι θα πρέπει να τη ματαιώσουμε…» Μπλοφάρει, φυσικά, αλλά το αποτέλεσμα είναι τέλειο, ένα ομαδικό μουγκρητό διαμαρτυρίας. «Δεν κάναμε τίποτε, κυρία!» διαμαρτύρεται ο Φέιγκιν. «Ναι; Και ποιος φώναζε ου, ου, ου, Ρόντνυ;» «Μα, κυρία, αυτή πήρε ανάποδες ξαφνικά!» κλαψουρίζει ο Μάρτιν Ντόσον και η Σόνυα τσιτώνεται έτοιμη να του επιτεθεί. «Ε, Όλιβερ, θέλεις να φας κι άλλες;» Οι άλλοι γελάνε και η Έμμα καταφεύγει στο δοκιμασμένο μοτίβο θρίαμβος-κόντρα-στιςπιθανότητες. «Φτάνει! Είστε ομάδα, δεν είστε όχλος! Δεν σας το κρύβω ότι πολλοί εκεί έξω πιστεύουν ότι δεν θα τα καταφέρετε απόψε! Δεν σας θεωρούν ικανούς, νομίζουν ότι το έργο είναι πολύ απαιτητικό για τις δυνατότητές σας. Ντίκενς! μου λένε. Έμμα, είναι παιδιά, δεν είναι αρκετά έξυπνα, δεν έχουν την πειθαρχία να συνεργαστούν, δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στον Όλιβερ! Δώσ’ τους να παίξουν κάτι απλό και εύκολο». «Ποιοι τα λένε αυτά, κυρία;» ρωτάει ο Σαμίρ, έτοιμος να τους χαράξει το αμάξι με κλειδί.


«Δεν έχει σημασία ποιος τα λέει, σημασία έχει τι πιστεύουν. Και μπορεί να έχουν δίκιο! Μάλλον θα πρέπει να ακυρώσουμε την παράσταση!» Αναρωτιέται για μια στιγμή μήπως το παρατράβηξε, αλλά οι έφηβοι τρελαίνονται για δράματα και ακολουθεί καινούριο ομαδικό βογκητό διαμαρτυρίας απ’ όλα τα μπονέ και τις ρεπούμπλικες. Ακόμα κι αν υποψιάζονται ότι μπλοφάρει, τα ξετρελαίνει η ιδέα ότι το ριψοκινδυνεύουν. Κάνει μια δραματική παύση για μεγαλύτερη έμφαση. «Λοιπόν. Η Σόνυα, ο Μάρτιν κι εγώ θα πάμε να τα πούμε ιδιαιτέρως. Οι υπόλοιποι συνεχίστε να ετοιμάζεστε, κι ύστερα θέλω να καθίσετε ήσυχοι και να σκεφτείτε το ρόλο σας, μέχρι να αποφασίσουμε τι θα γίνει τελικά. Εντάξει; Είπα, εντάξει;» «Μάλιστα, κυρία!» Στην αίθουσα πέφτει σιωπή καθώς η Έμμα ακολουθεί τους δύο αντιπάλους προς την έξοδο και, με το που κλείνει την πόρτα, ξεσπάει ξανά πανδαιμόνιο. Συνοδεύει τον Όλιβερ και τον Ντότζερ στο διάδρομο, περνάει έξω από το γυμναστήριο, όπου η κυρία Γκρέινγκερ διευθύνει την μπάντα σε μια εκπληκτικά κακόφωνη απόδοση του «Consider Yourself», και σκέφτεται για χιλιοστή φορά σε τι πήγε κι έμπλεξε. Μιλάει πρώτα με τη Σόνυα. «Λοιπόν. Τι έγινε;» Το απογευματινό φως μπαίνει λοξά από τα μεγάλα παράθυρα της Δ4 και η Σόνυα κοιτάζει επίμονα έξω το κτίριο του Χημείου, παριστάνοντας τη βαριεστημένη. «Βριστήκαμε». Κάθεται πάνω σε ένα θρανίο κουνώντας τα μακριά λιγνά πόδια της, φορώντας το παλιό σχολικό παντελόνι που είναι σκισμένο για να δείχνει κουρέλι και πιασμένο με φαρδιές μαύρες τιράντες με μεγάλες πόρπες, φτιαγμένες από αλουμινόχαρτο. Σκαλίζει με το νύχι της την ψεύτικη ουλή στο μάγουλό της και το όμορφο σκληρό πρόσωπό της είναι σφιγμένο σαν γροθιά, σαν να προειδοποιεί την Έμμα να μην αρχίσει πάλι τις γνωστές αηδίες, τα άδραξε τη μέρα και τα λοιπά. Τα παιδιά φοβούνται τη Σόνυα Ρίτσαρντς, ακόμα και η Έμμα φοβάται καμιά φορά για τα ψιλά που κρατάει στο πορτοφόλι της. Είναι εκείνο το παγερό βλέμμα, η οργή. «Εγώ δεν πρόκειται να ζητήσω συγγνώμη» λέει ξερά. «Γιατί όχι; Και, σε παρακαλώ, μην μου πεις κι εσύ “αυτός άρχισε”». Το πρόσωπο της Σόνυα αστράφτει από αγανάκτηση. «Μα, αφού αυτός άρχισε!» «Σόνυα!» «Μου είπε…» Σταματάει. «Τι είπε; Σόνυα;» Η Σόνυα κάνει ένα νοερό υπολογισμό, ζυγίζει από τη μια την ατιμία να καρφώσει συμμαθητή κι από την άλλη την αίσθηση αδικίας που την πνίγει. «Μου είπε ότι παίζω καλά τον Ντότζερ επειδή δεν παίζω πραγματικά, επειδή αυτό είμαι». «Αλήτης». «Ναι». «Έτσι είπε ο Μάρτιν;» «Έτσι είπε κι εγώ τον χτύπησα». «Μάλιστα». Η Έμμα αναστενάζει και κοιτάζει το πάτωμα. «Το πρώτο που έχω να πω είναι πως, ό,τι κι αν πει οποιοσδήποτε, ποτέ, μα ποτέ, δεν χτυπάμε κανέναν». Η Σόνυα Ρίτσαρντς είναι το προσωπικό της στοίχημα. Ξέρει ότι δεν είναι σωστό να βάζει τέτοια στοιχήματα, αλλά η Σόνυα είναι πανέξυπνη, το πιο έξυπνο παιδί στην τάξη της από μια άποψη, αλλά είναι και


οργισμένη, ένα αγριοκάτσικο γεμάτο μνησικακία και πληγωμένη περηφάνια. «Μα, κυρία, είναι εντελώς μαλάκας, κυρία!» «Σόνυα! Σε παρακαλώ!» λέει η Έμμα, αν κι ένα μικρό μέρος του εαυτού της συμφωνεί με την άποψη της Σόνυα για τον Μάρτιν Ντόσον. Συμπεριφέρεται στους συμμαθητές του, στους καθηγητές, σε όλο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, σαν ιεραπόστολος που τους κάνει μεγάλη χάρη να μένει μαζί τους. Το προηγούμενο βράδυ στην πρόβα των κοστουμιών, έκλαιγε κανονικά στο «Πού υπάρχει η αγάπη;», τσιρίζοντας στις ψιλές νότες σαν να έβγαζε πέτρες απ’ τα νεφρά, και η Έμμα είχε σκεφτεί ότι πολύ θα ήθελε να ανεβεί στη σκηνή, να τον πιάσει από τη μούρη και να του δώσει μια γερή σπρωξιά προς τα πίσω. Ήταν πολύ πιθανό να είχε προσβάλει τη Σόνυα. Ωστόσο… «Αν το είπε…» «Το είπε, κυρία!» «Θα του μιλήσω και θα μάθω, αλλά αν το είπε, αποδεικνύεται απλώς πόσο αδαής είναι αυτός και πόσο άμυαλη εσύ που του δίνεις σημασία». Κομπιάζει λίγο στο «αδαής» και στο «άμυαλη» – πολύ λογοτεχνικό. Μίλα απλά, λέει στον εαυτό της. «Αν όμως δεν μπορούμε να λύσουμε ένα τέτοιο μπάχαλο… ε, τότε δεν γίνεται να δώσουμε την παράσταση». Το πρόσωπο της Σόνυα σφίγγεται πάλι και η Έμμα διαπιστώνει με έκπληξη ότι το κορίτσι κρατιέται να μην κλάψει. «Δεν θα το κάνετε αυτό, κυρία». «Ίσως αναγκαστώ». «Κυρία!» «Δεν γίνεται παράσταση έτσι, Σόνυα!» «Γίνεται!» «Μπα; Και να χαστουκίσεις τον Μάρτιν στο “Who will buy”;» Η Σόνυα δεν μπορεί να κρατηθεί και χαμογελάει. «Είσαι έξυπνη, Σόνυα, πολύ έξυπνη, αλλά πέφτεις συνεχώς στις παγίδες που σου βάζουν οι άλλοι». Η Σόνυα αναστενάζει, σοβαρεύει και κοιτάζει πάλι έξω από το παράθυρο, τη μικρή παραλληλόγραμμη έκταση από ξερό γρασίδι έξω από το Χημείο. «Θα μπορούσες να τα πας εξαιρετικά, όχι μόνο στην παράσταση, αλλά και στα μαθήματα. Οι εργασίες σου αυτό το εξάμηνο ήταν ευφυέστατες, καλά μελετημένες και πολύ ευαισθητοποιημένες». Μην ξέροντας πώς να αντιμετωπίσει τον έπαινο, η Σόνυα σμίγει τα φρύδια της και ρουθουνίζει περιφρονητικά. «Το επόμενο εξάμηνο μπορείς να τα πας ακόμα καλύτερα, Σόνυα, αλλά πρέπει να ελέγξεις το θυμό σου, πρέπει να δείξεις στους άλλους ότι είσαι ικανή για πολύ περισσότερα». Πάλι άρχισε το κήρυγμα· είναι φορές που η Έμμα σκέφτεται ότι ξοδεύει μεγάλο μέρος της ενέργειάς της σε τέτοιου είδους κηρύγματα. Έλπιζε ότι θα κινητοποιούσε το κορίτσι, αλλά το βλέμμα της Σόνυα τώρα έχει μετακινηθεί πάνω από τον ώμο της Έμμα, προς την πόρτα της αίθουσας. «Σόνυα, μ’ ακούς;» «Ήρθε το Μούσι». Η Έμμα κοιτάζει πίσω της και βλέπει ένα μαύρο μαλλιαρό πρόσωπο στο ημιδιαφανές παραθυράκι της πόρτας, δυο μάτια σαν περίεργης αρκούδας να προσπαθούν να διακρίνουν στο εσωτερικό. «Μην τον λες έτσι. Είναι ο κύριος διευθυντής» μαλώνει τη Σόνυα και του κάνει νόημα να μπει. Ωστόσο, είναι αλήθεια, το πρώτο πράγμα που της έρχεται κι αυτής στο μυαλό όποτε βλέπει τον Γκοντάλμινγκ είναι «Το Μούσι». Γιατί το μούσι του είναι από εκείνα τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν απόλυτα σε ένα πρόσωπο: αυστηρά οριοθετημένο,


κοντοκουρεμένο, καθαρό και πολύ πολύ μαύρο· ένας κονκισταδόρ με γαλάζια μάτια που φαντάζουν σαν τρύπες σε μαύρο χαλί. Εξού και Το Μούσι. Με το που μπαίνει ο διευθυντής, η Σόνυα ξύνει με νόημα το μάγουλό της και η Έμμα τής στέλνει μια αυστηρή προειδοποίηση γουρλώνοντας τα μάτια της. «Καλησπέρα σας» λέει ο κύριος διευθυντής σε πρόσχαρο ανεπίσημο τόνο. «Πώς τα πάμε; Κανένα πρόβλημα, Σόνυα;» «Τίποτε σοβαρό, κύριε. Τρίχες» λέει η Σόνυα. «Θα το λύσουμε». Η Έμμα γελάει πνιχτά και ο κύριος Γκοντάλμινγκ στρέφεται σ’ αυτή. «Όλα εντάξει, Έμμα;» «Η Σόνυα κι εγώ τα λέγαμε λιγάκι πριν από την παράσταση. Θέλεις να πας να ετοιμαστείς, Σόνυα;» Με ένα χαμόγελο ανακούφισης, το κορίτσι πηδάει από το θρανίο και απομακρύνεται με το πάσο του προς την πόρτα. «Πες στον Μάρτιν ότι θα τον δω σε δύο λεπτά». Η Έμμα και ο κύριος Γκοντάλμινγκ μένουν μόνοι. «Αυτά!» Ο κύριος Γκοντάλμινγκ χαμογελάει. «Αυτά». Με μια αιφνίδια διάθεση να καταργήσει τις τυπικότητες, ο κύριος Γκοντάλμινγκ πάει να καθίσει ανάποδα σε μια καρέκλα, όπως στο σινεμά, δείχνει να αλλάζει γνώμη στα μισά, αλλά ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται ότι είναι ήδη αργά για να αντιστρέψει την κίνηση. «Πολύ ατίθαση αυτή η Σόνυα». «Ω, απλώς κάνει το μαγκάκι». «Άκουσα κάτι για καβγά». «Δεν ήταν τίποτε. Νευράκια πριν από την παράσταση». Καθισμένος καβάλα στην καρέκλα, ο κύριος διευθυντής δείχνει να αισθάνεται απερίγραπτα άβολα. «Έμαθα ότι η προστατευόμενή σας επετέθη στο μέλλοντα επιμελητή της εβδόμης». «Είστε καλά πληροφορημένος». «Είμαι ο διευθυντής, τι να κάνουμε;» Ο κύριος Γκοντάλμινγκ χαμογελάει μέσα από τη μαύρη κουκούλα με τις γαλάζιες τρύπες, και η Έμμα σκέφτεται πως αν προσηλωθεί κανείς για αρκετή ώρα στο πρόσωπό του, ίσως δει τις τρίχες να μεγαλώνουν. Τι να συμβαίνει άραγε κάτω από την τρίχινη μάσκα; Μήπως ο κύριος Γκοντάλμινγκ είναι τελικά ένας ωραίος άντρας; Τώρα γνέφει με το κεφάλι του προς την πόρτα. «Είδα τον Μάρτιν στο διάδρομο. Είναι πολύ… ευσυγκίνητος». «Έχει μπει εντελώς στο πετσί του ρόλου εδώ και ενάμιση μήνα. Ακολουθεί τη βιωματική μέθοδο προσέγγισης. Νομίζω ότι, αν ήταν στο χέρι του, θα πάθαινε και ραχίτιδα». «Είναι καλός στο ρόλο του;» «Προς Θεού, όχι. Είναι χάλια. Μόνο το ορφανοτροφείο τού πάει. Έχετε το ελεύθερο αν θέλετε να κάνετε κομμάτια το πρόγραμμα και να βουλώσετε τ’ αυτιά σας όταν θα τραγουδήσει το «Πού είναι η αγάπη;». Ο κύριος Γκοντάλμινγκ γελάει. «Η Σόνυα, αντιθέτως, είναι σπουδαία». Ο διευθυντής δεν δείχνει να πείθεται. «Θα δείτε». Ο κύριος Γκοντάλμινγκ μετακινείται νευρικά στην καρέκλα του. «Τι πρέπει να περιμένω απόψε, Έμμα;» «Δεν έχω ιδέα. Μπορεί να πάει καλά, μπορεί και καθόλου». «Προσωπικά, ήμουν υπέρ του Sweet Charity. Θύμισέ μου, γιατί δεν επιλέξαμε το Sweet


Charity;» «Χμ, γιατί είναι ένα μιούζικαλ με κεντρικό θέμα την πορνεία, ίσως;» Για άλλη μια φορά ο κύριος Γκοντάλμινγκ γελάει. Το κάνει πολύ συχνά όταν είναι με την Έμμα, το έχουν προσέξει κι άλλοι. Στο γραφείο των καθηγητών κυκλοφορούν κουτσομπολιά, σκοτεινές φήμες περί ευνοιοκρατίας. Το σίγουρο είναι ότι ο κύριος Γκοντάλμινγκ την κοιτάζει πολύ έντονα απόψε. Τα δευτερόλεπτα κυλάνε και η Έμμα ρίχνει ματιές προς την πόρτα, όπου ο δακρυσμένος Μάρτιν Ντόσον κρυφοκοιτάζει από το τζαμάκι. «Πρέπει να πάω να κατευνάσω την αρσενική Εντίθ Πιαφ έξω στο διάδρομο, πριν καταρρεύσει και έχουμε άλλους μπελάδες». «Φυσικά, φυσικά». Ο κύριος Γκοντάλμινγκ ξεκαβαλάει την καρέκλα φανερά ανακουφισμένος. «Καλή τύχη απόψε, Έμμα. Η γυναίκα μου κι εγώ το περιμέναμε πώς και τι όλη τη βδομάδα». «Δεν σας πιστεύω». «Αλήθεια! Ας βρεθούμε μετά να τα πούμε. Η Φιόνα κι εγώ θα χαρούμε πολύ να πάρουμε ένα ποτό μ’ εσένα και τον… αρραβωνιαστικό σου;» «Προς Θεού, απλός δεσμός. Ο Ίαν…» «Στη γιορτούλα μετά την παράσταση». «Τουλάχιστον από ένα μεγάλο ποτήρι συμπυκνωμένο φρουτοχυμό». «Ο υπεύθυνος της καντίνας πήγε στο Cash-and-Carry…» «Ναι, άκουσα κάτι φήμες για κοτομπουκίτσες». «Καθηγητές, σου λέει!» «Αν και διάφοροι υποστηρίζουν ότι δεν είναι γκλάμορους». «Είσαι πολύ όμορφη απόψε, Έμμα». Η Έμμα ανοίγει τα χέρια της αιφνιδιασμένη. Έχει βαφτεί σήμερα, λίγο κραγιόν για να ταιριάζει με το παλιό ρομαντικό λουλουδάτο φόρεμά της, που είναι σκούρο ροζ και πολύ εφαρμοστό, ίσως. Σκύβει και κοιτάζει το φόρεμά της σαν να απορεί, αλλά στην πραγματικότητα την έχει αιφνιδιάσει το σχόλιο. «Ω, ευχαριστώ πολύ!» λέει, μα ο κύριος διευθυντής έχει προσέξει την ταραχή της. Περνάνε μερικές στιγμές κι ύστερα ο κύριος Γκοντάλμινγκ κοιτάζει προς την πόρτα. «Να στείλω μέσα τον Μάρτιν;» «Ναι, σας παρακαλώ». Ο διευθυντής κινείται προς την πόρτα, σταματάει, στρέφεται ξανά. «Συγγνώμη, έσπασα κάποιον επαγγελματικό κώδικα; Δεν μπορώ να κάνω μια απλή φιλοφρόνηση σε μια συνάδελφο; Ότι είναι πολύ ωραία απόψε;» «Και βέβαια μπορείτε» λέει η Έμμα, αν και ξέρουν και οι δυο ότι δεν είπε «ωραία». Είπε «όμορφη». «Με συγχωρείτε, εσείς είστε η πιο αντιπαθητική φάτσα της τηλεόρασης;» λέει ο Τόμπυ Μόρεϋ από την πόρτα, με εκείνη την ένρινη κακομοίρικη φωνή του. Φοράει καρό κοστούμι, είναι μακιγιαρισμένος για την κάμερα, το μαλλί του είναι στιλιζαρισμένο σε ένα γελοίο φουσκωτό χτένισμα και ο Ντέξτερ πολύ θα ήθελε να του σπάσει μια μπουκάλα στο κεφάλι. «Νομίζω ότι αυτός που ψάχνεις μάλλον είσαι εσύ κι όχι εγώ» του απαντάει, ανίκανος ξαφνικά να συγκροτήσει μια λιτή και μεστή πρόταση.


«Με αποστόμωσες, σούπερ σταρ» λέει ο συμπαρουσιαστής του. «Είδες τις κριτικές, ε;» «Α, μπα». «Μπορώ να σου τις φωτοτυπήσω, αν θέλεις…» «Ένα κακό σχόλιο ήταν, Τόμπυ, μην το κάνεις θέμα». «Ώστε, δεν διάβασες τη Μίρορ. Ούτε την Εξπρές, ούτε τους Τάιμς…» Ο Ντέξτερ κάνει πως μελετάει τη σειρά των θεμάτων της εκπομπής. «Κανείς δεν έστησε ποτέ άγαλμα σε κριτικό». «Σωστό, αλλά ούτε και σε τηλεπαρουσιαστή». «Άντε γαμήσου, Τόμπυ». «Ω, le mot juste!»2 «Τι θέλεις εδώ, μου λες;» «Να σου ευχηθώ καλή επιτυχία». Ο Τόμπυ περνάει μέσα, ακουμπάει τα χέρια του στους ώμους του Ντέξτερ και τους σφίγγει ελαφρά. Χοντρούλης κι αεικίνητος, ο Τόμπυ παίζει στην εκπομπή το ρόλο του χωρατατζή που «ζεσταίνει» το κοινό λέγοντας ό,τι του κατεβαίνει. Ο Ντέξτερ απεχθάνεται αυτόν το σούπερ ενεργητικό κομπάρσο, αλλά και τον ζηλεύει. Τόσο στον πιλότο της εκπομπής όσο και στις πρόβες, ο Τόμπυ τού έκλεβε την παράσταση, περιγελώντας τον ύπουλα με υπονοούμενα και ειρωνείες, κάνοντάς τον να νιώθει βλάκας, βραδύστροφος, δυσκίνητος, το ομορφόπαιδο που δεν ξέρει πώς να σταθεί και τι να πει. Σπρώχνει πέρα τα χέρια του Τόμπυ. Αυτός ο μεταξύ τους ανταγωνισμός υποτίθεται ότι θα απογειώσει την εκπομπή, όλοι το λένε, αλλά ο Ντέξτερ κοντεύει να παρανοήσει, αισθάνεται υπό διωγμό. Έχει ανάγκη μια βότκα ακόμα για να ξαναβρεί τον εαυτό του, αλλά δεν μπορεί, με τον Τόμπυ στο καμαρίνι, αυτή την ηλίθια φάτσα μπούφου να του χαμογελάει χαζά μέσα από τον καθρέφτη. «Αν δεν σε πειράζει, Τόμπυ, θα ήθελα να συγκεντρωθώ». «Καταλαβαίνω. Να μαζέψεις το όποιο μυαλό σου». «Τα ξαναλέμε έξω, εντάξει;» «Εντάξει, όμορφε. Καλή τύχη». Ο Τόμπυ βγαίνει, κλείνει την πόρτα, και ύστερα την ξανανοίγει. «Ειλικρινά. Το εννοώ. Καλή τύχη». Όταν ο Ντέξτερ σιγουρεύεται ότι είναι μόνος, βάζει εκείνο το ποτό και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Κόκκινο μακό κάτω από μαύρο βραδινό σακάκι και πάνω από πετροπλυμένο γαλάζιο τζιν, μαύρα μυτερά παπούτσια, μαλλιά κομμένα πολύ κοντά, καρφάκια· ο στόχος είναι να δίνει την ιδανική εικόνα του πρωτευουσιάνου νεαρού, μόνο που αυτός ξαφνικά αισθάνεται γέρος, κουρασμένος και απίστευτα λυπημένος. Πιέζει τα βλέφαρά του με τα δάχτυλα σε μια απόπειρα να προσδιορίσει την αιτία αυτής της παραλυτικής μελαγχολίας, αλλά δυσκολεύεται πολύ να σκεφτεί αναλυτικά. Είναι σαν να έχει ταρακουνηθεί άσχημα το κεφάλι του. Μέσα στο μυαλό του τα λόγια γίνονται ένας πολτός· δεν βλέπει να τα βγάζει πέρα απόψε με κανέναν τρόπο. Μην καταρρεύσεις, λέει στον εαυτό του, όχι εδώ, όχι τώρα. Κρατήσου. Αλλά μια ολόκληρη ώρα είναι απίστευτα πολύς χρόνος στην TV. Θα χρειαστεί οπωσδήποτε λίγη βοήθεια. Πάνω στο τραπέζι της τουαλέτας του είναι ένα πλαστικό μπουκαλάκι με νερό. Το αδειάζει στο νεροχύτη και, ρίχνοντας γρήγορες ματιές προς την πόρτα, βγάζει για μια ακόμα φορά από το συρτάρι του τη βότκα, αδειάζει έξι, όχι, οχτώ, δέκα δάχτυλα από το διαφανές ποτό στο μπουκαλάκι του νερού και βιδώνει ξανά το καπάκι. Το σηκώνει ψηλά και το κοιτάζει


στο φως. Κανένας δεν θα καταλάβει τη διαφορά και, φυσικά, δεν πρόκειται να πιει όλη αυτή την ποσότητα, απλώς θέλει να ξέρει ότι υπάρχει, ότι θα είναι εκεί, στο χέρι του, μια μικρή βοήθεια για να τα βγάλει πέρα. Αυτή η μικρή απάτη τον κάνει να νιώσει έξαψη, τονώνει την αυτοπεποίθησή του – τώρα είναι έτοιμος να δείξει στο κοινό, στην Έμμα και στον πατέρα του που θα τον παρακολουθούν από το σπίτι, τι είναι ικανός να κάνει. Δεν είναι ένας απλός εκφωνητής. Είναι παρουσιαστής ολόκληρης εκπομπής. Ανοίγει η πόρτα. «ΓΕΙΑΟΥ! » λέει η Σούκι Μέντοουζ, η συμπαρουσιάστρια. Η Σούκι είναι το νέο κορίτσι-είδωλο της χώρας – μονίμως βράζει από ζωντάνια, κι ο αναβρασμός της είναι τρόπος ζωής, αγγίζει τα όρια της διαταραχής. Η Σούκι θα μπορούσε κάλλιστα να ξεκινήσει ακόμα και επιστολή συλλυπητηρίων με το «Γειάου!» και ο Ντέξτερ θα είχε σπαστεί απ’ αυτή την ανελέητη ευθυμία, αν η Σούκι δεν ήταν τόσο όμορφη, τόσο δημοφιλής και τόσο ξετρελαμένη μαζί του. «ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ, ΜΑΝΑΡΙ ΜΟΥ; ΕΧΕΙΣ ΚΛΑΣΕΙ ΜΑΛΛΙ, Ε;» Κι αυτό είναι το άλλο μεγάλο ταλέντο της Σούκι στη ζωντανή παρουσίαση, να μιλάει στους πάντες σαν να φωνάζει στα πλήθη του καρναβαλιού πάνω από άρμα. «Είμαι λίγο αγχωμένος, ναι». «ΩΩΩΩ! ΕΛΑ ΜΟΥ ΕΔΩ!» Τυλίγει το χέρι της γύρω από το κεφάλι του και το κρατάει σαν να ήταν μπάλα ποδοσφαίρου. Η Σούκι Μέντοουζ είναι αυτό που σε παλιότερες εποχές θα αποκαλούσε κανείς μινιόν, με τη διαφορά ότι τσιτσιρίζει και βγάζει μπουρμπουλήθρες σαν αερόθερμο που έχει πέσει στην μπανιέρα. Ανάμεσά τους έχει αρχίσει ένα φλερτ πρόσφατα, αν μπορεί κανείς να αποκαλέσει φλερτ αυτό που κάνει τώρα η Σούκι, χώνοντας το πρόσωπο του Ντέξτερ στο στήθος της. Υπήρξε και μια μικρή πίεση από την πλευρά της παραγωγής να τα φτιάξουν οι δύο σταρ, και είναι και κάπως λογικό, τουλάχιστον από επαγγελματική σκοπιά, αν όχι από συναισθηματική. Η Σούκι πιέζει το κεφάλι του κάτω απ’ το μπράτσο της. «ΘΑ ΣΚΙΣΕΙΣ!» λέει, και ξαφνικά τον πιάνει από τα αυτιά και του σηκώνει απότομα το κεφάλι για να τον κοιτάξει στα μάτια. «ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ. ΕΙΣΑΙ ΠΑΙΔΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ. ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΦΟΒΕΡΟ ΔΙΔΥΜΟ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΥΟ. ΕΧΕΙ ΕΡΘΕΙ ΚΑΙ Η ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΑΠΟΨΕ. ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΜΕΤΑ. ΕΝΤΕΛΩΣ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ, Η ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΣΕ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ. ΣΙΓΟΥΡΑ ΣΕ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ ΑΦΟΥ ΣΕ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΕΓΩ. ΘΑ ΣΟΥ ΖΗΤΗΣΕΙ ΑΥΤΟΓΡΑΦΟ, ΑΛΛΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΥΠΟΣΧΕΘΕΙΣ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΦΤΙΑΞΕΤΕ!» «Θα κάνω ό,τι μπορώ, Σούκι». «ΕΧΕΙ ΕΡΘΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ;» «Όχι…» «ΦΙΛΟΙ;» «Όχι…» «ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΝΤΥΣΙΜΟ ΜΟΥ; » Η Σούκι φοράει ένα έξωμο μπλουζάκι και μια μικροσκοπική φουστίτσα, και στο ένα χέρι της κρατάει το αναπόφευκτο μπουκαλάκι με νερό. «ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΡΩΓΕΣ ΜΟΥ;» Του τα ρίχνει; «Μόνο αν τις ψάξεις» ανταποδίδει μηχανικά το φλερτ ο Ντέξτερ, χαμογελώντας κουρασμένα, και η Σούκι διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά. Πιάνει τα χέρια του, τα ανοίγει προς τα πλάγια και τσιρίζει με πολύ νοιάξιμο: «ΤΙ ΕΧΕΙΣ, ΜΑΝΑΡΙ ΜΟΥ;». Ο Ντέξτερ σηκώνει τους ώμους του. «Πέρασε ο Τόμπυ πριν από λίγο, με κούρντισε άσχημα και…»


Αλλά, πριν ολοκληρώσει τη φράση του, η Σούκι τον έχει σηκώσει όρθιο έχει τυλίξει τα χέρια της γύρω από τη μέση του και έχει χώσει τα δάχτυλά της στο λάστιχο του εσώρουχού του, σε συμπαράσταση. «ΓΡΑΨ’ ΤΟΝ, ΑΠΛΩΣ ΣΕ ΖΗΛΕΥΕΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΠ’ ΑΥΤΟΝ ». Σηκώνει το κεφάλι και το πιγούνι της ακουμπάει στο στήθος του. «ΕΣΥ ΤΟ ΕΧΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ». Στην πόρτα εμφανίζεται ο διευθυντής σκηνής. «Παιδιά, είμαστε έτοιμοι και σας περιμένουμε». «ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΟΒΕΡΟ ΔΙΔΥΜΟ ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ, ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ; Η ΣΟΥΚΙ ΚΑΙ Ο ΝΤΕΞ, Ο ΝΤΕΞ ΚΑΙ Η ΣΟΥΚΙ; ΘΑ ΣΚΙΣΟΥΜΕ! ». Εντελώς απροσδόκητα τον φιλάει στα χείλη, μια κι έξω, δυνατά, σαν να πατάει σφραγίδα σε έγγραφο. «Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΧΡΥΣΟ ΑΓΟΡΙ» του λέει στ’ αυτί, αρπάζει το μπουκαλάκι της και βγαίνει χοροπηδώντας έξω στο στούντιο. Ο Ντέξτερ καθυστερεί ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του. Χρυσό Αγόρι. Αναστενάζει, πιέζει και με τα δέκα δάχτυλα το μέτωπό του, προσπαθεί να μην σκέφτεται τη μητέρα του. Κρατήσου, μην τα σκατώσεις απόψε. Κοίτα να είσαι καλός. Κάνε κάτι καλό. Χαμογελάει στο είδωλό του με το χαμόγελο που έχει ειδικά για τη μικρή οθόνη, πιάνει το μπουκαλάκι του με το νερό που καίει και βγαίνει έξω στο στούντιο. Η Σούκι τον περιμένει στην άκρη του τεράστιου πλατό, τον πιάνει από το χέρι, το σφίγγει ενθαρρυντικά. Γύρω τους πηγαινοέρχονται βιαστικά οι τεχνικοί, τον χτυπάνε στον ώμο, ακουμπάνε φευγαλέα το μπράτσο του καθώς περνάνε, και στο μπαλκόνι του σκηνικού, χορεύτριες με μπικίνι και καουμπόικα καπέλα τεντώνουν τις γάμπες τους μέσα σε ψεύτικα σιδερένια κλουβιά, κάνοντας ζέσταμα για το χορευτικό. Ο Τόμπυ Μόρεϋ προετοιμάζει το κοινό, ο κόσμος στο ακροατήριο ξεκαρδίζεται και ξαφνικά ο Τόμπυ συστήνει το ντουέτο: «Ένα μεγάλο χειροκρότημα για τους αποψινούς παρουσιαστές μας, τη Σούκι Μέντοουζ και τον Ντέξτερ Μέυχιου!». Ο Ντέξτερ δεν θέλει να βγει μπροστά. Μουσική ξεχύνεται από τα ηχεία –το «Start the Dance» των Prodigy–, ο Ντέξτερ δεν λέει να το κουνήσει από τη θέση του, αλλά η Σούκι τον τραβάει από το χέρι και βγαίνει χοροπηδώντας στο πλατό κάτω απ’ τους εκτυφλωτικούς προβολείς, βροντοφωνάζοντας με όλη της τη δύναμη: «ΕΕΕΔΩΩΩΕΙΜΑΣΤΕΕΕΕΕ! » Ακολουθεί ο Ντέξτερ, το φινετσάτο ήμισυ του ζευγαριού των παρουσιαστών. Όπως συνήθως, το πλατό είναι υπερυψωμένο, και ανεβαίνουν διαδοχικές ράμπες, μέχρι που βλέπουν το ακροατήριο από ψηλά, με τη Σούκι να φωνάζει καθ’ οδόν: « ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΔΩ, ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΥΠΕΡΟΧΟΙ! ΕΙΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΚΑΛΑ; ΝΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΣΩ! ΔΥΝΑΤΑ! ». Ο Ντέξτερ στέκεται βουβός δίπλα της, με το μικρόφωνο νεκρό στο χέρι του, και συνειδητοποιεί ότι είναι μεθυσμένος. Η μεγάλη πρώτη του εμφάνιση στο εθνικό δίκτυο και είναι τίγκα στη βότκα. Ζαλίζεται. Η κινούμενη πλατφόρμα τού φαίνεται απίστευτα ψηλή, πολύ ψηλότερη απ’ ό,τι στις πρόβες, και νιώθει την ανάγκη να ξαπλώσει κάπου, αλλά ξέρει πως αν το κάνει είναι πολύ πιθανόν να το προσέξουν περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι, οπότε παίρνει την προμελετημένη πόζα και λέει: «Γειακαιχαράείμαστεόοολοικαλά;» Μια αντρική φωνή φτάνει ξεκάθαρη ως την πλατφόρμα. «Μαλάκα!» Ο Ντέξτερ αναζητάει με το βλέμμα του τον προβοκάτορα, έναν ξερακιανό μακρυμάλλη, ένα χαμένο κορμί, που του χαρίζει ένα πλατύ χαμόγελο και κάνει το κοινό να ξεσπάσει σε γέλια, δυνατά γέλια. Γελάνε ακόμα και οι καμεραμάν. «Ο ατζέντης μου, κυρίες και κύριοι» απαντάει ο


Ντέξτερ και ακολουθούν χλιαρά γελάκια, τίποτε άλλο. Πρέπει να έχουν δει τις εφημερίδες. Δεν είναι η πιο αντιπαθητική φάτσα στην τηλεόραση; Θεούλη μου, είναι αλήθεια, σκέφτεται. Με αντιπαθούν. «Βγαίνουμε σε ένα λεπτό» φωνάζει ο διευθυντής σκηνής και ο Ντέξτερ ξαφνικά έχει την αίσθηση ότι στέκεται πάνω σε σκαλωσιά. Ψάχνει το πλήθος για ένα φιλικό πρόσωπο, δεν βρίσκει ούτε ένα και εύχεται για άλλη μια φορά να ήταν εκεί η Έμμα. Για την Έμμα θα μπορούσε να τα δώσει όλα, θα έδινε τον καλύτερο εαυτό του αν ήταν εκεί η Έμμα ή η μητέρα του, αλλά δεν είναι, υπάρχει μόνο αυτό το μπουλούκι, έτοιμο να χλευάσει και να γιουχάρει, και είναι όλοι πολύ πολύ νεότεροί του. Από κάπου πρέπει να αντλήσει λίγη έμπνευση, λίγο κέφι και, με την αλλοιωμένη λογική του μεθυσμένου, αποφασίζει ότι το αλκοόλ θα τον βοηθήσει, γιατί όχι; Άλλωστε, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Οι ημίγυμνες χορεύτριες παίρνουν θέση μέσα στα κλουβιά τους, οι κάμερες γλιστράνε στα πόστα τους και ο Ντέξτερ ξεβιδώνει το καπάκι του μικρού παράνομου μπουκαλιού του, το φέρνει στο στόμα του, πίνει και κάνει έναν έντονο μορφασμό. Νερό. Το μπουκαλάκι έχει μέσα σκέτο νερό. Κάποιος αντικατέστησε τη βότκα στο μπουκαλάκι του με… Η Σούκι έχει το μπουκαλάκι του. Τριάντα δεύτερα μέχρι να βγουν στον αέρα. Η Σούκι έχει πάρει το λάθος μπουκάλι. Και το κρατάει στο χέρι της, χαρακτηριστικό αναγκαίο αξεσουάρ του σιναφιού τους. Είκοσι δευτερόλεπτα ακόμα. Η Σούκι ξεβιδώνει το καπάκι. «Θα το έχεις μαζί σου αυτό;» τη ρωτάει με ψιλή, τσιριχτή φωνή. «ΓΙΑΤΙ, ΠΕΙΡΑΖΕΙ;» Η Σούκι αναπηδάει στις μύτες των ποδιών της σαν πυγμάχος πρωταθλητής. «Πήρα κατά λάθος το μπουκάλι σου». «Ε, ΚΑΙ; ΣΚΟΥΠΙΣΕ ΤΟ ΑΝ ΣΙΧΑΙΝΕΣΑΙ! » Δέκα δευτερόλεπτα πριν βγουν στον αέρα, το ακροατήριο αρχίζει τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα, οι χορεύτριες πιάνονται από τα κάγκελα των κλουβιών και αρχίζουν να λικνίζονται και η Σούκι σηκώνει το μπουκαλάκι στα χείλη της. «Εφτά, έξι, πέντε…» Ο Ντέξτερ απλώνει να της πάρει το μπουκαλάκι κι εκείνη του τινάζει πέρα το χέρι γελώντας. «ΠΑΡΑΤΑ ΜΕ, ΝΤΕΞΤΕΡ, ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΟ ΣΟΥ! » Τέσσερα, τρία, δύο… «Μα, δεν είναι νερό» της λέει. Η Σούκι πίνει. Πέφτουν οι τίτλοι. Και τώρα η Σούκι πνίγεται, βήχει, φτύνει και έχει γίνει κατακόκκινη, ενώ από τα ηχεία ξεχύνονται οι κιθάρες, βροντάνε τα ντραμς, οι χορεύτριες στα κλουβιά τα δίνουν όλα και μια κάμερα σε τροχαλία βουτάει σαν γεράκι από το βάθος της οροφής, περνώντας πάνω από τα κεφάλια των θεατών προς τους δύο παρουσιαστές, έτσι που να φανεί στους τηλεθεατές που παρακολουθούν από τα σπίτια ότι καμιά τριακοσαριά νεαροί και νεαρές χειροκροτούν μια όμορφη νέα γυναίκα που στέκεται πάνω σε μια κινητή υπερυψωμένη πλατφόρμα και ρεύεται. Η μουσική σβήνει σιγά σιγά και τώρα ακούγεται μόνο ο βήχας της Σούκι. Ο Ντέξτερ έχει παγώσει, έχει στερέψει, τώρα είναι στον αέρα και μεθυσμένος συντρίβει το αεροσκάφος του. Το αεροπλάνο πέφτει, και βλέπει το έδαφος να έρχεται καταπάνω του με ιλιγγιώδη ταχύτητα.


«Πες κάτι, Ντέξτερ» λέει μια φωνή στο ακουστικό που έχει στο αυτί του. «ΝΤΕΞΤΕΡ; Θα πεις κάτι;» Αλλά ο εγκέφαλός του δεν λειτουργεί, το στόμα του δεν λειτουργεί· στέκεται ακίνητος σαν κούτσουρο, από κάθε άποψη. Τα δευτερόλεπτα κυλούν. Ευτυχώς η Σούκι, ο Θεός να την έχει καλά, αληθινή επαγγελματίας, σκουπίζει τα χείλη της με τη ράχη του χεριού της. «ΝΑ Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ΕΚΠΟΜΠΗ! » φωνάζει, και ακολουθεί ένα σιγανό κύμα γέλιου από το ακροατήριο, σαν εκτόνωση. «ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΜΕΧΡΙ ΣΤΙΓΜΗΣ, ΕΤΣΙ, ΝΤΕΞ;» Τον σκουντάει στο πλευρό με το δάχτυλό της και ο Ντέξτερ παίρνει επιτέλους μπροστά. «Συγγνώμη για τη Σούκι. Το μπουκαλάκι της έχει βότκα!» λέει, συνοδεύοντας τη φράση του με το μικρό κωμικό στρίψιμο του καρπού που υπαινίσσεται ότι κάποιος πίνει στα κρυφά, και το κοινό γελάει και ο Ντέξτερ αρχίζει να αισθάνεται καλύτερα. Γελάει και η Σούκι, τον σκουντάει, σηκώνει τη γροθιά της, τον απειλεί «Θα σε…» σε στιλ Τρίο Στούτζες, και μόνο ο Ντέξτερ διακρίνει τη λάμψη της περιφρόνησης πίσω από το ψεύτικο κέφι. Καταφεύγει στην ασφάλεια της εκφώνησης. «Σας καλωσορίζουμε στο Αργά τη νύχτα – Μένουμε σπίτι. Είμαι ο Ντέξτερ Μέυχιου…» «ΕΙΜΑΙ Η ΣΟΥΚΙ ΜΕΝΤΟΟΥΖ! » Και συνεχίζουν ομαλά, ανοίγοντας την ψυχαγωγική εκπομπή που θα προβάλλεται κάθε Παρασκευή βράδυ με πολύ κέφι και πολλή ζωντανή μουσική, πανέμορφοι και γοητευτικοί και οι δυο, το ωραιότερο ζευγάρι του σχολείου. «Ας περάσουμε γρήγορα στο ζουμί…» Ο Ντέξτερ τινάζει το χέρι του προς τα πίσω σαν θηριοδαμαστής σε τσίρκο. «Και ας καλωσορίσουμε όλοι μαζί με ένα μεγάλο χειροκρότημα στο Αργά τη νύχτα – Μένουμε σπίτι τους Seven!» Η κάμερα στρέφεται απότομα και απομακρύνεται με ταχύτητα προς τα πίσω, σαν να έχει χάσει το ενδιαφέρον της, και τώρα οι φωνές από τα παρασκήνια αντηχούν μέσα στο κεφάλι του, σκεπάζοντας τους ήχους της ζωντανής μουσικής. «Όλα εντάξει, Σούκι;» ρωτάει ο παραγωγός. Ο Ντέξτερ κοιτάζει ικετευτικά τη Σούκι. Η Σούκι απαντάει στο βλέμμα του με τα μάτια μισόκλειστα. Θα μπορούσε να τους πει: ο Ντέξτερ πίνει στο πλατό, είναι σκνίπα, ο τύπος είναι άχρηστος, ερασιτέχνης, δεν είναι να τον εμπιστεύεσαι. «Όλα καλά» απαντάει η Σούκι. «Απλώς στραβοκατάπια». «Θα στείλουμε να σου διορθώσουν το μακιγιάζ. Έχετε δύο λεπτά, παιδιά. Και, Ντέξτερ, πρόσεξε, μην το χάνεις, εντάξει;» Δεν θα το χάσω, λέει στον εαυτό του, αλλά στο μόνιτορ βλέπει ότι έχει άλλα πενήντα έξι λεπτά και είκοσι δύο δευτερόλεπτα εκπομπής και δεν είναι σίγουρος αν μπορεί. Χειροκρότημα! Χειροκρότημα που όμοιό του δεν έχει ξανακούσει ποτέ, να σείεται όλο το αμφιθέατρο. Ναι, η ορχήστρα ήταν άχρωμη και οι τραγουδιστές τεντωμένοι, ναι, υπήρξαν κάποια τεχνικά προβλήματα, μια δυο ατάκες που ξεχάστηκαν, ένα κομμάτι του σκηνικού που έπεσε και, ναι, δύσκολα θα έβρισκε κανείς πιο επιεικείς θεατές, αλλά και πάλι είναι ένας θρίαμβος. Ο θάνατος της Νάνσυ έκανε να δακρύσει ακόμα και ο κύριος Ρούτλιτζ, ο χημικός, και η καταδίωξη πάνω στις στέγες του Λονδίνου, με τους ηθοποιούς σαν σιλουέτες, ήταν ένα θεαματικό θεατρικό τρικ, στο οποίο το κοινό ανταποκρίθηκε με τα επιφωνήματα αγωνίας και θαυμασμού που συνήθως ακούς όταν σκάνε πυροτεχνήματα. Όπως το είχε προβλέψει η Έμμα, η Σόνυα Ρίτσαρντς έλαμψε, αφήνοντας τον Μάρτιν Ντόσον να τρίζει τα δόντια του όταν


την υποδέχτηκε το πιο θερμό χειροκρότημα του κοινού. Οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι, ο θίασος βγήκε τρεις φορές στη σκηνή, και τώρα χτυπάνε τα πόδια τους στο πάτωμα και κρέμονται σαν τσαμπιά από τις σκαλωσιές, και η Σόνυα τραβάει στη σκηνή την Έμμα – μια Σόνυα που κλαίει από χαρά, κλαίει κανονικά, σφίγγει το χέρι της Έμμα και λέει «μπράβο, κυρία, εκπληκτικό, εκπληκτικό». Μια επιτυχημένη σχολική παράσταση είναι ο μικρότερος θρίαμβος που μπορεί να υπάρξει, αλλά η καρδιά της Έμμα πάει να σπάσει από τη συγκίνηση και είναι αδύνατον να πάψει να χαμογελάει, καθώς η ορχήστρα παίζει κακόφωνα το «Consider Yourself» και πιασμένη χέρι με χέρι με τους δεκατετράχρονους μαθητές της υποκλίνεται ξανά και ξανά στο κοινό που τους αποθεώνει. Αισθάνεται την έξαρση που νιώθει κανείς όταν έχει κάνει κάτι καλά και για πρώτη φορά έπειτα από τρεις μήνες δεν θέλει πια να σκοτώσει τον Λάιονελ Μπαρτ.3 Αργότερα, στο μικρό πάρτι μετά την παράσταση, τα αναψυκτικά ρέουν άφθονα και υπάρχουν και πέντε μπουκάλια μηλίτη για τους ενήλικες. Ο Ίαν έχει καθίσει σε μια γωνιά με ένα πιάτο μεζεδάκια και ένα πλαστικό ποτήρι με βιταμίνη C σε αναβράζοντα δισκία που αγόρασε ειδικά για το πάρτι, κάνει μασάζ στη βουλωμένη μύτη του, χαμογελάει και περιμένει υπομονετικά, ενώ η Έμμα εισπράττει επαίνους. «Θα έστεκε και στο Γουέστ Εντ!» της λέει κάποιος, εκτός πραγματικότητας άνθρωπος, προφανώς. Και ο Ρόντνεϊ Τσανς, ο Φέιγκιν της παράστασης, ζαλισμένος από την πολύ Sprite, την πλησιάζει και της δηλώνει ότι είναι «πολύ εντάξει για καθηγήτρια». Ο κύριος Γκοντάλμινγκ («Παρακαλώ, λέγε με Φιλ») τη συγχαίρει θερμά, ενώ η σύζυγος Φιόνα, παχουλή και ροδομάγουλη σαν σύζυγος κτηνοτρόφου, παρακολουθεί αμέτοχη, βαριεστημένη και φανερά κακόκεφη. «Πρέπει να μιλήσουμε τον Σεπτέμβριο, για το μέλλον σου σ’ αυτό το σχολείο» λέει ο Φιλ, που σκύβει και τη φιλάει στο μάγουλο σε αποχαιρετισμό, προκαλώντας τα «ωωωω» μερικών από τα παιδιά αλλά και μερικών συναδέλφων. Σε αντίθεση με τα περισσότερα πάρτι της σόου μπίζνες, η γιορτή του σχολείου έχει ήδη τελειώσει πριν τις δέκα και, αντί για λιμουζίνα, η Έμμα με τον Ίαν παίρνουν το λεωφορείο 55, έπειτα το 19 και τέλος τη γραμμή Πικκαντίλλυ του μετρό για να γυρίσουν σπίτι. «Είμαι πολύ περήφανος για σένα…» λέει ο Ίαν, με το κεφάλι του γερμένο στον ώμο της «αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα μου γυρίσει σε πνευμονία». Με το που μπαίνουν στο διαμέρισμα, η Έμμα μυρίζει τα λουλούδια. Ένα τεράστιο μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα μέσα σε μια κατσαρόλα, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. «Ω, Θεέ μου! Ίαν, είναι πανέμορφα». «Δεν είναι από μένα» μουρμουρίζει ο Ίαν. «Ω. Από ποιον είναι;» «Από το Χρυσό Αγόρι, υποθέτω. Τα έφεραν αργά το πρωί. Φοβερή υπερβολή, αν θέλεις τη γνώμη μου. Πάω να κάνω ένα καυτό μπάνιο. Ίσως τη γλιτώσω». Η Έμμα βγάζει το σακάκι της και ανοίγει την κάρτα που συνοδεύει τα τριαντάφυλλα. «Συγγνώμη για τα μούτρα. Ελπίζω να πάει καλά απόψε. Πολλή αγάπη. Ντξ». Τίποτε άλλο. Το διαβάζει ξανά, κοιτάζει το ρολόι της και τρέχει να ανάψει την τηλεόραση για να παρακολουθήσει τη μεγάλη πρεμιέρα του Ντέξτερ. Σαράντα πέντε λεπτά αργότερα, καθώς στην οθόνη κυλάνε οι τίτλοι του τέλους, σμίγει τα φρύδια της προσπαθώντας να εκτιμήσει αντικειμενικά αυτό που παρακολούθησε. Δεν ξέρει και πολλά από τηλεόραση, αλλά είναι σίγουρη ότι ο Ντέξτερ δεν έλαμψε απόψε. Φαινόταν


αμήχανος, μέχρι και φοβισμένος κάποιες φορές. Άνοστες ατάκες, λάθος στάση σε σχέση με την κάμερα, έδειχνε ερασιτέχνης, ατάλαντος, και αυτοί που τους έπαιρνε συνέντευξη –ο ράπερ των ημερών και τα τέσσερα κωλόπαιδα του συγκροτήματος από το Μάντσεστερ–, σαν να διαισθάνονταν τη δυσκολία του, του απαντούσαν με σαρκασμό ή και περιφρόνηση ακόμα. Ούτε το ακροατήριο έδειχνε συμπάθεια· στην κάμερα φαίνονταν σαν καρικατούρες οργισμένων εφήβων, με άγρια βλοσυρά βλέμματα και χέρια σταυρωμένα ψηλά στο στήθος. Για πρώτη φορά απ’ όσο τον ήξερε, ο Ντέξτερ τής φάνηκε σαν να έκανε προσπάθεια· δεν ήταν καθόλου φυσικός. Μήπως ήταν πιωμένος; Η Έμμα μπορεί να μην ξέρει από τηλεόραση, αλλά ξέρει να αναγνωρίσει ένα στραπάτσο. Όταν τελειώνει η εκπομπή, έχει σκεπάσει ασυναίσθητα το πρόσωπό της με τα χέρια της· είναι πλέον σίγουρη ότι κάθε άλλο παρά ιδανικό ήταν το ξεκίνημα. Μπορεί το κράξιμο να είναι της μόδας, αλλά σίγουρα όχι και σε βαθμό που να θεωρείται το γιουχάισμα επιτυχία. Σβήνει την τηλεόραση. Από το μπάνιο ακούγεται ο Ίαν να φυσάει δυνατά τη μύτη του. Κλείνει την πόρτα, σηκώνει το τηλέφωνο σχηματίζοντας ένα χαμόγελο συγχαρητηρίων, και σε ένα άδειο διαμέρισμα στο Μπελσάιζ Παρκ ενεργοποιείται ο αυτόματος τηλεφωνητής. «Έλα – μίλησέ μου!» λέει η φωνή του Ντέξτερ και η Έμμα μπαίνει στο ρόλο: «Γεια σου, βρε! Γεια! Ξέρω ότι είσαι στο πάρτι, απλά πήρα για να σου πω… κατ’ αρχάς, ευχαριστώ για τα τριαντάφυλλα. Είναι υπέροχα, Ντεξ, δεν έπρεπε. Βασικά, μπράβο! Σ’ εσένα! Ήσουν φανταστικός, αλήθεια, ήσουν χαλαρός, αστείος, ήταν πολύ καλό, αλήθεια καλό. Πολύ, πολύ καλό. Αλήθεια». Μικρή παύση για ανάσα. Κόψε τα πολλά «αλήθεια». Όταν λες συνέχεια «αλήθεια», ακούγεται σαν «δεν είναι αλήθεια». Συνεχίζει: «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη για το μακό-με-βραδινό-σακάκι, αλλά αν εξαιρέσεις αυτό, Ντεξ, όλα ήταν εξαιρετικά. Αλήθεια. Είμαι πολύ περήφανη για σένα. Σε περίπτωση που ενδιαφέρεσαι, το Όλιβερ! πήγε καλά επίσης». Καταλαβαίνει ότι η παράστασή της παύει να είναι πειστική και σπεύδει να κλείσει. «Λοιπόν. Αυτά. Έχουμε και οι δυο κάτι να γιορτάσουμε απόψε! Ευχαριστώ και πάλι για τα τριαντάφυλλα. Καληνύχτα. Τα λέμε αύριο. Θα βρεθούμε την Τρίτη, έτσι; Και πάλι μπράβο σου. Αλήθεια. Μπράβο. Καληνύχτα». Στο πάρτι μετά την εκπομπή, ο Ντέξτερ κάθεται μόνος στο μπαρ, με χέρια σταυρωμένα και ώμους σκυφτούς. Περνάνε διάφοροι για να τον συγχαρούν, αλλά κανένας δεν μένει για πολύ και τα χτυπήματα στον ώμο του αρχίζει να τα αισθάνεται σαν συλλυπητήρια ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάτι σαν «πολύ ωραία το έχασες αυτό το πέναλτι». Συνεχίζει να πίνει σταθερά, αλλά η σαμπάνια αφήνει μια γεύση μούχλας στο στόμα του και τίποτε δεν φαίνεται ικανό να διώξει από πάνω του την αίσθηση απογοήτευσης, το ξενέρωμα, την ντροπή. «Γειάου» λέει η Σούκι Μέντοουζ με συγκρατημένο ύφος. Αρχικά συμπαρουσιάστρια και νυν αστέρι της βραδιάς. Κάθεται δίπλα του. «Γιατί είσαι έτσι κακιωμένος, όλο μούτρα;» «Σοβαρά, δεν ξέρεις;» «Έλα! Εγώ νομίζω ότι πήγε πολύ καλά!» Ο Ντέξτερ δεν πείθεται, αλλά τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, παρ’ όλα αυτά. «Συγγνώμη για… τη φάση με το ποτό, Σούκι. Σου χρωστάω ένα συγγνώμη». «Ναι, μου χρωστάς».


«Ήθελα κάτι για να χαλαρώσω λιγάκι, ξέρεις». «Ναι, αλλά πρέπει να το συζητήσουμε. Κάποια στιγμή». «Εντάξει». «Γιατί εγώ, Ντεξ, δεν πρόκειται να ξαναβγώ μαζί σου στον αέρα αν είσαι πίτα». «Το ξέρω. Δεν πρόκειται. Και θα επανορθώσω». Η Σούκι γέρνει επάνω του και ακουμπάει το πιγούνι της στον ώμο του. «Από βδομάδα;» «Από βδομάδα;» «Βγάλε με για φαγητό. Κάπου ακριβά. Την Τρίτη, ας πούμε». Τώρα το μέτωπό της αγγίζει το δικό του, το χέρι της ακουμπάει στο μηρό του. Την Τρίτη ο Ντέξτερ έχει κανονίσει να βγει για φαγητό με την Έμμα, αλλά ξέρει ότι μπορεί να το ακυρώσει· δεν θα την πειράξει την Έμμα. «Εντάξει. Την Τρίτη». «Δεν βλέπω την ώρα». Η Σούκι τον τσιμπάει στο πόδι. «Λοιπόν. Θα χαμογελάσεις τώρα;» «Θα προσπαθήσω». Η Σούκι Μέντοουζ του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο κι ύστερα φέρνει τα χείλη της πολύ, πολύ κοντά στο αυτί του. «ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΛΑ ΝΑ ΠΕΙΣ ΕΝΑ ΓΕΙΑ ΣΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ!»

2. Le mot juste: η σωστή λέξη. (Σ.τ.Μ.) 3. Ο συγγραφέας του Όλιβερ! (Σ.τ.Μ.)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Τσιγάρα και αλκοόλ ΣΑΒΒΑΤΟ, 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1995

Γουολθάμστοου και Σόχο Πορτρέτο σε κόκκινο Μυθιστόρημα της Έμμα Φ. Γουάιλντ Κεφάλαιο 1 Η ντετέκτιβ Πέννυ Τάδε είχε δει μπόλικες σκηνές εγκλήματος στη ζωή της, αλλά ποτέ άλλοτε μια τόσο όσο αυτή. «Μετακίνησε κανείς το πτώμα;» ρώτησε αυστηρά. Οι λέξεις έλαμπαν με ένα χολερικό κιτρινοπράσινο χρώμα πάνω στην οθόνη του υπολογιστή: το αποτέλεσμα ενός ολόκληρου πρωινού δουλειάς. Η Έμμα κάθισε στο μικροσκοπικό σχολικό γραφείο, στο μικροσκοπικό πίσω δωματιάκι του μικροσκοπικού καινούριου διαμερίσματος, τις διάβασε και μετά τις διάβασε ξανά από την αρχή, ενώ πίσω της ο βραστήρας άρχισε να γουργουρίζει χλευαστικά. Τα Σαββατοκύριακα, ή τα απογεύματα, όποτε έβρισκε την ενέργεια, η Έμμα έγραφε. Είχε ξεκινήσει να γράφει δύο μυθιστορήματα (στο πρώτο το σκηνικό ήταν ένα γκούλαγκ, στο δεύτερο ένα τοπίο αποκάλυψης κάποτε στο μέλλον), ένα παιδικό βιβλίο με δική της εικονογράφηση και θέμα μια καμηλοπάρδαλη με κοντό λαιμό, μια σκληρή, τολμηρή τηλεοπτική σειρά με ήρωες μια ομάδα κοινωνικών λειτουργών και τίτλο «Ζόρικες Καταστάσεις», ένα εναλλακτικό θεατρικό έργο πάνω στον περίπλοκο συναισθηματικό κόσμο των είκοσι-κάτι, μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας για εφήβους με διαβολικούς καθηγητές-ρομπότ, ένα ραδιοφωνικό θεατρικό για μια βαριά άρρωστη σουφραζέτα, το σενάριο για ένα κόμικς και ένα σονέτο. Ούτε ένα από αυτά δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει, ούτε καν τους δεκατέσσερις στίχους του σονέτου. Οι σκόρπιες λέξεις στην οθόνη του υπολογιστή της ήταν το καινούριο έργο της, μια απόπειρα να γράψει μια εμπορική, διακριτικά φεμινιστική σειρά αστυνομικών ιστοριών. Είχε διαβάσει όλη την Άγκαθα Κρίστι από τα έντεκα, και αργότερα τα περισσότερα από τα βιβλία του Ρέιμοντ Τσάντλερ και του Τζέιμς Μ. Κέιν. Δεν έβλεπε το λόγο να μην προσπαθήσει κι αυτή να γράψει κάτι ενδιάμεσο, αν και διαπίστωνε για πολλοστή φορά πως άλλο το διάβασμα κι άλλο το γράψιμο – δεν είναι ότι ρουφάς σαν σφουγγάρι και μετά το στύβεις και σου βγαίνει. Έφτασε σε σημείο να μην μπορεί να σκεφτεί ούτε ένα όνομα της προκοπής για την ηρωίδα ντετέκτιβ της, πόσο μάλλον μια συνεκτική αλλά και πρωτότυπη πλοκή. Ούτε καν το δικό της ψευδώνυμο δεν ήταν καλό: Έμμα Φ. Γουάιλντ; Άραγε ήταν καταδικασμένη να γίνει μια απ’ αυτούς που μια ζωή


καταπιάνονται με διάφορα; Είχε δοκιμάσει να παίξει σε συγκρότημα, να γράψει θεατρικά έργα και βιβλία για παιδιά, να γίνει ηθοποιός και να δουλέψει στο χώρο των εκδόσεων. Ίσως η αστυνομική λογοτεχνία να αποδεικνυόταν άλλη μια αποτυχημένη απόπειρα, όπως τα ακροβατικά τσίρκου, η γιόγκα και τα ισπανικά. Έδωσε εντολή στον υπολογιστή να κάνει μια καταμέτρηση λέξεων. Τριάντα πέντε όλες κι όλες, μαζί με τον τίτλο και το άθλιο ψευδώνυμο. Η Έμμα άφησε ένα βογκητό απελπισίας και τράβηξε το λεβιέ στο πλάι της καρέκλας της, για να βουλιάξει λίγο χαμηλότερα ακόμα. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. «Πώς πάνε τα πράγματα στη σοφίτα της Άννας Φρανκ;» Πάλι η ίδια ατάκα. Για τον Ίαν, το αστείο δεν ήταν αντικείμενο μιας χρήσης, αλλά κάτι που το ανασύρεις και το χρησιμοποιείς ξανά και ξανά, μέχρι να σου μείνει στα χέρια σαν φτηνή ομπρέλα. Όταν τα είχαν πρωτοφτιάξει, περίπου το ενενήντα τοις εκατό απ’ όσα έλεγε ο Ίαν ενέπιπταν στην κατηγορία «χιούμορ» με την έννοια του λογοπαίγνιου, της παρλάτας, της περίεργης προφοράς, των κωμικών προθέσεων γενικώς. Η Έμμα είχε ελπίσει ότι με τον καιρό θα το κατέβαζε γύρω στο σαράντα τοις εκατό, που ήταν ένα ανεκτό ποσοστό, αλλά σχεδόν δυο χρόνια αργότερα το νούμερο είχε κολλήσει στο εβδομήντα πέντε και η ζωή συνεχιζόταν παράλληλα με το σταθερό βουητό της ευθυμίας στ’ αυτιά τους. Αλήθεια, είναι δυνατόν να είναι κάποιος μονίμως «στην πρίζα» επί δύο χρόνια; Είχε καταφέρει να ξεφορτωθεί τα μαύρα σεντόνια του Ίαν και τα πετσετάκια από διαφημίσεις μπίρας, ξεδιάλεγε διακριτικά τα εσώρουχά του και είχαν μειωθεί αισθητά τα ονομαστά του «ψητά της σχάρας», αλλά ακόμα κι έτσι είχε φτάσει στα όρια του πόσο μπορείς να αλλάξεις έναν άντρα. «Τσαγάκι για την κερία;» ρώτησε ο Ίαν με προφορά λαϊκού μάγκα. «Όχι, αγάπη μου, ευχαριστώ». «Αυγοφέτες;» Σκοτσέζικη προφορά τώρα. «Να ψήσω εγώ αυγοφετούλες στη μουτσουνίτσα μου;» Το μουτσουνίτσα ήταν πολύ πρόσφατο εύρημα. Όταν τον πίεσε να της εξηγήσει πώς του προέκυψε, ο Ίαν τής απάντησε ότι του βγήκε αυθόρμητα, επειδή ήταν πάρα πολύ μουτς, μουτς, πολύ, πολύ μουτσουνίτσα. Έπεσε η ιδέα να του το ανταποδώσει φωνάζοντάς τον τσουτσουνάκο. Η μουτσουνίτσα και ο τσουτσουνάκος, αλλά δεν έπιασε. «Μια νόστιμη αυγοφετούλα; Να στρώσει λίγο το στομαχάκι σου για απόψε;» Απόψε. Μάλιστα. Πολύ συχνά, όταν ο Ίαν επιστράτευε μια από τις αστείες προφορές του, ήταν γιατί είχε στο μυαλό του κάτι που δεν τολμούσε να το εκφράσει με κανονική φωνή. «Μεγάλη βραδιά απόψε. Δείπνο στην πόλη με τον Mike TV». Η Έμμα αποφάσισε να αγνοήσει το σχόλιο, αλλά ο Ίαν δεν έλεγε να τη διευκολύνει. Στηρίζοντας το πιγούνι του στην κορυφή του κεφαλιού της, άρχισε να διαβάζει τις λέξεις στην οθόνη. «Πορτρέτο σε κόκκινο…» Η Έμμα κάλυψε την οθόνη με την παλάμη της. «Μην διαβάζεις πάνω από το κεφάλι μου, Ίαν, σε παρακαλώ». «Έμμα Φ. Γουάιλντ. Ποια είναι η Έμμα Φ. Γουάιλντ;» «Το ψευδώνυμό μου. Ίαν…» «Ξέρεις τι είναι το Φ;»


«Φρίκη». «Φοβερή. Φανταστική». «Φτάνει πια, με την έννοια του μπούχτισα». «Αν θελήσεις ποτέ να διαβάσω…» «Γιατί να διαβάσεις; Είναι βλακείες». «Τίποτε απ’ όσα κάνεις δεν είναι βλακείες». «Το συγκεκριμένο είναι». Έγειρε απότομα το κεφάλι της και πάτησε το κουμπί που έσβηνε την οθόνη, ξέροντας, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, ότι ο Ίαν είχε πάρει ύφος δαρμένου σκύλου. Όλο και πιο συχνά έφτανε σ’ αυτό το σημείο μαζί του, να εκνευρίζεται, να μετανιώνει, και πάλι από την αρχή. «Συγγνώμη!» είπε πιάνοντας το χέρι του από τα δάχτυλα και κουνώντας το δυνατά. Ο Ίαν τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού και, με το στόμα χωμένο στα μαλλιά της, της είπε: «Ξέρεις τι νομίζω ότι είναι το Φ; Φοβερό άτομο». Και μ’ αυτό αποχώρησε. Κλασική τεχνική, κομπλιμέντο κι αμέσως την κοπανάμε. Αποφασισμένη να μην υποκύψει με την πρώτη, η Έμμα έκλεισε την πόρτα, άναψε την οθόνη, ξαναδιάβασε το κείμενο, ανατρίχιασε, έκλεισε το αρχείο και έσυρε το εικονίδιο στον κάδο ανακύκλωσης. Ένας μικρός ηλεκτρονικός ήχος διάλυσης κι ύστερα έπιασε να πληκτρολογεί από την αρχή. Το σκούξιμο του ανιχνευτή καπνού ήταν το σήμα ότι ο Ίαν μαγείρευε. Η Έμμα σηκώθηκε και ακολούθησε τη μυρωδιά καμένου στο διάδρομο κι από εκεί στην κουζίνα, που δεν ήταν ξεχωριστό δωμάτιο αλλά απλώς η περιοχή με την περισσότερη λίγδα στον ενιαίο καθιστικό χώρο του διαμερίσματος που είχαν αγοράσει από κοινού με τον Ίαν. Η Έμμα είχε πολλές επιφυλάξεις· της έφερνε στο νου διαμέρισμα σε αστυνομικό σίριαλ, όπου συνήθως καλείται η αστυνομία, του είχε πει, αλλά ο Ίαν την έψησε τελικά. Ήταν χαζό να πληρώνουν δύο ενοίκια, τις πιο πολλές νύχτες τις περνούσαν μαζί, το σπίτι ήταν πολύ κοντά στο σχολείο της, θα ήταν μια αναβάθμιση στη ζωή τους και τα λοιπά. Έτσι, συγκέντρωσαν κακήν κακώς την προκαταβολή και αγόρασαν και μερικά βιβλία για την εσωτερική διακόσμηση, μεταξύ των οποίων και ένα που σου έδειχνε πώς μπορείς να βάψεις το κόντρα πλακέ ώστε να μοιάζει με φίνο ιταλικό μάρμαρο. Έπεσαν μπόλικες εμπνευσμένες προτάσεις, όπως το να ξαναστηθεί το παλιό τζάκι, να μπουν ράφια και εντοιχισμένα ντουλάπια, να βρεθούν και άλλες αποθηκευτικές λύσεις. Να φύγει η μοκέτα και να μείνουν γυμνές οι σανίδες από κάτω! Ο Ίαν θα νοίκιαζε ένα παλμικό τριβείο και θα έτριβε το πάτωμα. Ένα βροχερό Σάββατο του Φεβρουαρίου ανασήκωσαν την κολλημένη μοκέτα, κοίταξαν μελαγχολικά το μισοσαπισμένο υπόστρωμα και τις παλιές εφημερίδες και την ξανακάρφωσαν ένοχα στη θέση της, σαν να ξεφορτώνονταν ένα πτώμα. Είχαν κάτι το επιφανειακό και πρόχειρο αυτές οι προσπάθειές τους να στήσουν ένα σπιτικό· θύμιζαν παιδιά που χτίζουν έναν κρυψώνα, και παρά τη φρέσκια μπογιά, τις φωτογραφίες στους τοίχους και τα καινούρια έπιπλα, το διαμέρισμα διατηρούσε μια ατμόσφαιρα παλιού, προσωρινού καταλύματος. Ο Ίαν στεκόταν μπροστά στην κουζίνα, μέσα σε ένα πυκνό σύννεφο καπνού που το έλουζε το φως του ήλιου, με τις φαρδιές πλάτες του προς το μέρος της. Η Έμμα τον παρακολούθησε για λίγο από την πόρτα, παρατηρώντας το γνώριμο, μισολιωμένο τρύπιο μακό και το λάστιχο του


εσώρουχου δυο δάχτυλα έξω από τη ζώνη της παλιάς βαμβακερής φόρμας. Πάνω στο λάστιχο είδε τις λέξεις Calvin Klein με φόντο τις καστανές τρίχες στη βάση της πλάτης του Ίαν και σκέφτηκε ότι ο Κάλβιν Κλάιν μάλλον δεν είχε αυτό στο μυαλό του όταν σχεδίαζε το εσώρουχο. Μίλησε για να σπάσει τη σιωπή. «Δεν είναι λίγο καμένες οι φέτες;» «Όχι καμένες, ξεροψημένες». «Εγώ λέω καμένες, εσύ ξεροψημένες». «Ας το σταματήσουμε εδώ, τότε!» Σιωπή. «Φαίνεται όλο το λάστιχο του σλιπ σου» είπε η Έμμα. «Αχ, ναι, το κάνω επίτηδες». Ψευδή, θηλυπρεπής φωνή. «Είναι στη μόδα, αγάπη μου». «Είναι μεγάλος πειρασμός». Καμιά απάντηση, μόνο ο ήχος φαγητού που καιγόταν. Αλλά ήταν η σειρά του Ίαν να υποκύψει αυτή τη φορά. «Μάλιστα. Και πού θα σε πάει για φαγητό το Χρυσό Αγόρι;» ρώτησε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. «Κάπου στο Σόχο, δεν ξέρω ακριβώς». Στην πραγματικότητα η Έμμα ήξερε, αλλά το συγκεκριμένο ρεστοράν πρόσφατα είχε ανακηρυχθεί σε συνώνυμο του μοδάτου και δεν ήθελε να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. «Ίαν, αν σε πειράζει μπορώ να μην πάω…» «Όχι, όχι, πήγαινε, βγες να διασκεδάσεις…» «Ή, αν θέλεις να έρθεις μαζί μας;…» «Τι; Ο Χάρι, η Σάλι κι εγώ; Μπα, δεν νομίζω, τι λες;» «Θα χαρούμε πολύ να είσαι κι εσύ». «Ναι, εσείς οι δυο να κάνετε αστειάκια και να με σχολιάζετε όλο το βράδυ…» «Δεν κάνουμε τίποτα τέτοιο…» «Το κάνατε την τελευταία φορά!» «Όχι, δεν το κάναμε!» «Σίγουρα δεν θέλεις μια φέτα ψωμί με αυγό;» «Όχι!» «Τέλος πάντων, εγώ εμφανίζομαι απόψε, το ξέχασες; Στο Σπίτι του Χα Χα, στο Πούτνυ». «Θα πληρωθείς;» «Ναι, θα πληρωθώ!» της φώναξε. «Άρα, είμαι μια χαρά, ευχαριστώ πολύ». Άνοιξε το ντουλάπι και άρχισε να ψάχνει με θόρυβο για το μπουκαλάκι με την Brown Sauce. «Μην σκοτίζεσαι για μένα». Η Έμμα αναστέναξε εκνευρισμένη. «Αν δεν θέλεις να πάω, αρκεί να μου το πεις». «Εμ, δεν είμαστε σιαμαία αδερφάκια. Πήγαινε αφού το θέλεις. Και καλά να περάσεις». Το πλαστικό μπουκαλάκι χλιμίντρισε μέσα στη χούφτα του από την πολλή πίεση. «Απλώς μην την κάνεις μαζί του». «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, υπάρχει;» «Απ’ ό,τι λες, όχι». «Αφού τα έχει με τη Σούκι Μέντοουζ». «Κι αν δεν τα είχε;» «Ακόμα κι αν δεν τα είχε, δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτε, γιατί εγώ αγαπάω εσένα».


Αλλά ούτε αυτό ήταν αρκετό. Ο Ίαν δεν έκανε καμιά κίνηση και η Έμμα αναστέναξε, διέσχισε την κουζίνα με τις σόλες της να κολλάνε στο λαδωμένο πλαστικό δάπεδο, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του και τον ένιωσε να ρουφάει την κοιλιά του καθώς τον αγκάλιαζε. Ακούμπησε το πρόσωπό της πάνω στην πλάτη του, ανάσανε τη γνώριμη ζεστή μυρωδιά του κορμιού του, φίλησε το λιωμένο μακό μπλουζάκι, μουρμούρισε ένα «Μην γίνεσαι χαζός» και έμειναν για λίγο σ’ αυτή τη στάση, μέχρι που έγινε φανερό ότι ο Ίαν ανυπομονούσε να φάει. «Εντάξει. Πάω κι εγώ να βαθμολογήσω κάτι γραπτά» είπε η Έμμα και απομακρύνθηκε. Είκοσι έξι συγκλονιστικές απόψεις πάνω στο Να σκοτώνεις ένα αηδόνι. «Εμ;» της φώναξε όταν έφτασε στην πόρτα. «Τι κάνεις το απογευματάκι; Κατά τις δεκαέξι και τριάντα;» «Λογικά θα έχω τελειώσει. Γιατί;» Ο Ίαν έδωσε μια, ανέβηκε στον πάγκο της κουζίνας και πήρε το πιάτο στα γόνατά του. «Λέω μήπως την πέσουμε στο κρεβάτι για ένα, ξέρεις, απογευματινό επιδόρπιο». Τον αγαπάω, σκέφτηκε η Έμμα, απλώς δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του και επίσης… δεν τον αγαπάω. Προσπάθησα, έκανα ολόκληρο αγώνα να τον αγαπήσω, αλλά δεν μπορώ. Χτίζω μια ζωή με έναν άντρα που δεν αγαπάω και δεν ξέρω τι να κάνω γι’ αυτό. «Θα δούμε» του απάντησε από την πόρτα. «Θα-δού-με». Σούφρωσε τα χείλη της σε σχήμα φιλιού, χαμογέλασε και βγήκε. Δεν υπήρχε πια πρωί. Μόνο επόμενο πρωί. Μούσκεμα στον ιδρώτα, με την καρδιά του να βροντοχτυπάει, ο Ντέξτερ ξύπνησε λίγο μετά τις δώδεκα το μεσημέρι από μια δυνατή αντρική φωνή έξω στο δρόμο, αλλά τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν οι M People. Πάλι τον είχε πάρει ο ύπνος μπροστά στην τηλεόραση και η τραγουδίστρια του συγκροτήματος τον παρακινούσε τώρα να ψάξει για τον ήρωα που έκρυβε μέσα του. Όλα τα Σάββατα, μετά το Αργά το βράδυ – Μένουμε σπίτι, ο Ντέξτερ τα περνούσε κάπως έτσι, στο σπίτι, με τα παράθυρα κλειστά για να μην μπαίνει φως. Αν ζούσε ακόμη η μητέρα του, θα του φώναζε από τη σκάλα να σηκωθεί, να κάνει κάτι και να μην χάσει τη μέρα, αλλά τώρα την έβγαζε καθισμένος στο μαύρο δερμάτινο καναπέ, φορώντας ακόμη το χτεσινό εσώρουχο, καπνίζοντας, παίζοντας Ultimate Doom στο PlayStation και προσπαθώντας να μην κουνάει απότομα το κεφάλι του. Προς το απογευματάκι θα άρχιζε σίγουρα να τον πιάνει η μελαγχολία του Σαββατοκύριακου, γι’ αυτό αποφάσισε να παίξει μουσική. Ερασιτέχνης DJ, ο Ντέξτερ είχε έναν ολόκληρο τοίχο γεμάτο ράφια με CD, αλλά και σπάνια βινύλια σε ράγες από ξύλο πεύκου, ειδική παραγγελία και κατασκευή, δύο πανάκριβα πικάπ και ένα μικρόφωνο, όλα περασμένα στη φορολογική του δήλωση ως επαγγελματικά έξοδα, και σύχναζε με τις ώρες σε δισκάδικα του Σόχο φορώντας κάτι τεράστια ακουστικά σαν μισές ινδικές καρύδες. Πάντα με το χτεσινό εσώρουχο, άρχισε να κάνει μείξεις κομματιών, μπρος πίσω, ανάμεσα σε παύσεις στο ρυθμό, στο ολοκαίνουριο πολλαπλό CD player του, προετοιμάζοντας τη μουσική επένδυση για την επόμενη μεγάλη νύχτα στο διαμέρισμά του με την παρέα. Κάτι του έλειπε, όμως, και πολύ σύντομα τα παράτησε. «Το CD δεν είναι βινύλιο» αποφάνθηκε, κι αμέσως μετά συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει αυτή τη


βαρυσήμαντη δήλωση σε ένα άδειο δωμάτιο. Μελαγχολικός και πάλι, αναστέναξε και τράβηξε προς την κουζίνα, σέρνοντας τα πόδια του σαν να ήταν σε ανάρρωση από βαριά εγχείρηση. Το πελώριο ψυγείο του ήταν γεμάτο του σκασμού από μπουκάλια μιας καινούριας, πολύ ακριβής μάρκας cider. Εκτός από την εκπομπή του («car-crash TV» την αποκαλούσαν – καλό πρέπει να ήταν αυτό), ο Ντέξτερ είχε επεκταθεί και στην εκφώνηση διαφημίσεων. Ήταν «αταξικός» έλεγαν –μάλλον καλό πρέπει να ήταν και αυτό–, τυπικό δείγμα μιας νέας ράτσας Βρετανού: Λονδρέζος, με λεφτά, άνετος με τη σεξουαλικότητά του, με αδυναμία στο σεξ, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα ρολόγια από τιτάνιο και τα αντικείμενα από ματ ανοξείδωτο ατσάλι. Μέχρι στιγμής είχε κάνει τις διαφημίσεις για το καινούριο εμφιαλωμένο cider, που απευθύνονταν σε ένα κοινό νεαρών γιάπηδων με κοστούμια Ted Baker, και για ένα καινούριο αντρικό ξυραφάκι, ένα σχεδόν φουτουριστικό αντικείμενο με πολλαπλές λεπίδες και μια λιπαντική ταινία στην κορυφή, που άφηνε πάνω στο δέρμα σου ένα υγρό πηχτό ίχνος, σαν να σε είχε περπατήσει σαλίγκαρος. Είχε επίσης βουτήξει το δαχτυλάκι του και στον κόσμο του μόντελινγκ, μια μόνιμη φιλοδοξία του που δεν είχε τολμήσει να την εκφράσει ποτέ και που τώρα την απαξίωνε λέγοντας ότι το έκανε «για την πλάκα του». Αυτόν το μήνα είχε εμφανιστεί στις σελίδες μόδας ενός γνωστού αντρικού περιοδικού, σε μια φωτογράφηση με θέμα το «γκάνγκστερ-σικ», και επί εννιά σελίδες πόζαρε μασουλώντας πούρα, ή κόσκινο από τις σφαίρες, φορώντας βραδινά κοστούμια με σταυρωτά πέτα. Τεύχη του περιοδικού βρίσκονταν αφημένα δήθεν τυχαία παντού στο διαμέρισμα, ώστε να πέφτουν πάνω τους οι πιθανοί επισκέπτες. Υπήρχε ένα μέχρι και στην τουαλέτα, και ο Ντέξτερ συχνά βρισκόταν καθισμένος στη λεκάνη να χαζεύει τη σελίδα με τον εαυτό του νεκρό και φοβερά καλοντυμένο, πεσμένο ανάσκελα πάνω στο καπό μιας Jaguar. Το να κάνεις car-crash TV ήταν καλό για ένα διάστημα, αλλά πόσες φορές θα το τρακάρεις το όχημα; Σε κάποιο σημείο στο μέλλον θα έπρεπε να κάνει και κάτι καλό, σε αντιδιαστολή με το τόσο-κακό-που-γίνεται-ενδιαφέρον, και στην προσπάθειά του να αποκτήσει μια κάποια αξιοπιστία είχε στήσει μια δική του εταιρεία παραγωγής, τη Mayhem TV Plc.4 Μέχρι στιγμής η Mayhem TV υπήρχε μόνο ως λογότυπο σε ακριβά επιστολόχαρτα, αλλά αυτό σίγουρα θα άλλαζε σύντομα. Έπρεπε να αλλάξει σύντομα. Γιατί, όπως του είχε πει ο Άαρον, ο ατζέντης του: «Είσαι απίθανος παρουσιαστής για νεολεΐστικες εκπομπές, Ντέξι. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν είσαι πια νεολαία». Τι άλλο θα μπορούσε να δοκιμάσει, με δεδομένες τις ευκαιρίες που είχε; Ηθοποιός; Γνώριζε ένα σωρό ηθοποιούς, τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά, έπαιζε πόκερ με αρκετούς απ’ αυτούς και, ειλικρινά, αφού μπορούσαν αυτοί να παίξουν… Ναι, από επαγγελματική και κοινωνική σκοπιά, τα δύο τελευταία χρόνια ήταν μια περίοδος γεμάτη ευκαιρίες, σπουδαίες νέες γνωριμίες, πάρτι, πρεμιέρες, βόλτες με ελικόπτερα και άπειρη φλυαρία για το ποδόσφαιρο. Υπήρχαν και οι άσχημες φάσεις, φυσικά: μια ξαφνική αίσθηση άγχους και παραλυτικού τρόμου ή μια δυο φορές που είχε ξεράσει δημόσια. Η παρουσία του σε κάποιο μπαρ ή κλαμπ συχνά έκανε κάποιους άντρες να θέλουν να τον βρίσουν ή και να τον δείρουν, και πρόσφατα του είχαν πετάξει μπουκάλια αναγκάζοντάς τον να κατεβεί από τη σκηνή, ενώ παρουσίαζε τους Kula Shaker, ένα ψυχεδελικό ροκ συγκρότημα – δεν ήταν καθόλου ωραία. Και σε ένα πρόσφατο τι είναι χοτ και τι δεν είναι, τον είχαν καταχωρήσει στα μη χοτ. Αυτό το μη χοτ τον είχε τσούξει πολύ, αλλά προσπάθησε να το


αποδώσει στο φθόνο. Ο φθόνος ήταν το τίμημα της επιτυχίας. Είχε κάνει κι αυτός θυσίες από την πλευρά του. Μετά λύπης του, είχε απομακρύνει κάποιους παλιούς φίλους από το πανεπιστήμιο, γιατί στο κάτω κάτω, δεν ήταν πια 1988. Ο παλιός του συγκάτοικος, ο Κάλλουμ, εκείνος με τον οποίο υποτίθεται ότι θα άνοιγαν μαζί μια επιχείρηση, συνέχιζε να του αφήνει όλο και πιο σαρκαστικά μηνύματα, αλλά ο Ντέξτερ έλπιζε ότι κι ο Κάλλουμ θα έπιανε σύντομα το δικό του μήνυμα. Τι θα έπρεπε να κάνουν, δηλαδή, να ζουν όλοι μαζί σε ένα μεγάλο σπίτι για όλη την υπόλοιπη ζωή τους; Όχι, οι φίλοι ήταν σαν τα ρούχα: πολύ ωραία όσο κρατάνε, αλλά με τον καιρό φθείρονται και τα βαριέσαι. Με γνώμονα αυτό το ρητό, είχε υιοθετήσει την τακτική «τρεις μπαίνουν, ένας βγαίνει». Στη θέση των παλιών του φίλων που εγκατέλειψε έβαλε τριάντα, σαράντα, πενήντα πιο επιτυχημένους και πολύ πιο ωραίους καινούριους. Ο αριθμός και μόνο των τωρινών φίλων του ήταν η απόδειξη ότι είχε κάνει καλά, κι ας μην ήταν σίγουρος αν τους συμπαθούσε όλους αυτούς. Ήταν διάσημος, όχι, περιβόητος, για τα κοκτέιλ του, για την απίστευτη γενναιοδωρία του, για τις ικανότητές του ως DJ, για τα πολύαργά-μετά-την-εκπομπή πάρτι στο διαμέρισμά του, και είχαν υπάρξει αρκετά πρωινά που είχε ξυπνήσει μέσα στους καπνούς και στα ερείπια και είχε διαπιστώσει ότι του είχαν κλέψει το πορτοφόλι του. Τι να γίνει; Δεν υπήρχε καλύτερη εποχή απ’ αυτή για να είσαι νέος, αρσενικός, επιτυχημένος και Βρετανός. Το Λονδίνο έσφυζε από ζωή και ο Ντέξτερ ένιωθε ότι ακριβώς το ίδιο συνέβαινε και μ’ αυτόν. Υπόχρεος καταβολής ΦΠΑ, κάτοχος μόντεμ και φορητού CD player, με διάσημη φιλενάδα, με πάρα, πάρα πολλά μανικετόκουμπα, με ένα ψυγείο γεμάτο cider πρώτης ποιότητας και ένα μπάνιο γεμάτο ξυραφάκια με πολλαπλές λεπίδες και, μολονότι σιχαινόταν το cider και τα ξυραφάκια τού προκαλούσαν κοκκινίλα, η ζωή ήταν πολύ ωραία μέσα στο διαμέρισμα, με τα στόρια κλειστά, στα μισά της μέρας, στα μισά της χρονιάς, στα μισά της δεκαετίας, κοντά στο κέντρο της πιο συναρπαστικής πόλης του κόσμου. Το απόγευμα απλωνόταν μπροστά του. Σε λίγο θα ήταν ώρα να τηλεφωνήσει στον ντίλερ του. Γινόταν ένα πάρτι εκείνο το βράδυ σε ένα τεράστιο σπίτι έξω από το Λάντμπροκ Γκρόουβ. Είχε να συναντήσει την Έμμα για δείπνο πρώτα, αλλά θα την είχε ξεφορτωθεί ως τις έντεκα. Μουλιάζοντας μέσα στην πράσινη μπανιέρα, η Έμμα άκουσε την μπροστινή πόρτα να κλείνει καθώς ο Ίαν ξεκινούσε το μακρύ ταξίδι προς το Σπίτι του Χα Χα στο Πούτνεϋ για την αποψινή εμφάνισή του: δεκαπέντε ατυχή λεπτά σάτιρας με θέμα τις διαφορές σκύλου και γάτας. Έπιασε το ποτήρι με το κρασί της από το πάτωμα του μπάνιου, το κράτησε με τα δυο της χέρια και απέμεινε να αγριοκοιτάζει τη βρύση της μπανιέρας. Περίεργο πόσο γρήγορα είχε ξεθωριάσει η χαρά του καινούριου σπιτιού, πόσο ψεύτικα και φθαρμένα φαίνονταν τα κοινά τους αποκτήματα μέσα στο διαμέρισμα με τους λεπτούς τοίχους και τη μοκέτα του προηγούμενου ενοίκου. Όχι πως ήταν βρόμικο το σπίτι –το είχαν τρίψει με σύρμα απ’ άκρη σ’ άκρη–, απλώς διατηρούσε μια εκνευριστική γλίνα και μια οσμή μουχλιασμένου χάρντμπορντ που δεν έλεγε να φύγει με τίποτε. Την πρώτη νύχτα τους εκεί, αφού είχαν κλειδώσει την πόρτα και ανοίξει τη σαμπάνια, της ερχόταν να βάλει τα κλάματα. «Θα πάρει χρόνο μέχρι να το αισθανθείς πραγματικά σαν σπίτι μας» της είχε πει ο Ίαν αργότερα, στο κρεβάτι καθώς την κρατούσε αγκαλιά «αλλά ανεβήκαμε τουλάχιστον ένα σκαλοπάτι». Μόνο που η ιδέα να ανεβαίνουν μαζί,


σκαλί το σκαλί, χρόνο με το χρόνο, της έφερνε τρομερή μελαγχολία. Και ποιος ξέρει τι υπήρχε στην κορυφή; Αρκετά. Απόψε θα ήταν μια ιδιαίτερη βραδιά, μια γιορτή. Σύρθηκε έξω από την μπανιέρα, βούρτσισε και πέρασε με νήμα τα δόντια της μέχρι που πόνεσαν τα ούλα της, ψέκασε πάνω της άφθονο αναζωογονητικό άρωμα ανθισμένου δάσους κι ύστερα έψαξε τη λιτή γκαρνταρόμπα της για να βρει κάτι που δεν θα την έκανε να φαίνεται σαν τη δεσποινίδα Μόρλεϋ, τη φιλόλογο, σε βραδινή έξοδο με το διάσημο φίλο της. Κατέληξε σε ένα ζευγάρι πολύ ζόρικα παπούτσια και σε ένα μικρό μαύρο φόρεμα της Κάρεν Μίλεν που είχε αγοράσει κάποτε μεθυσμένη. Κοίταξε το ρολόι της και, έχοντας μπόλικο χρόνο να σκοτώσει, άναψε την τηλεόραση. Σε μια πανεθνική αναζήτηση του Πιο Ταλαντούχου Κατοικίδιου, η Σούκι Μέντοουζ, από την προκυμαία του Σκάρμπορο, παρουσίαζε στους τηλεθεατές ένα σκυλάκι που έπαιζε ντραμς, με το ζωάκι να κουνάει τα μπροστινά του πόδια προς την κατεύθυνση ενός τύμπανου, έχοντας τις μπαγκέτες κολλημένες με ταινία στις πατούσες του. Η Σούκι Μέντοουζ, αντί να έχει ταραχτεί, όπως θα ήταν το λογικό, απ’ αυτό το άθλιο θέαμα, γελούσε, τσίριζε κι έλεγε διάφορες μπούρδες, και η Έμμα για μια στιγμή σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στον Ντέξτερ, να βρει μια δικαιολογία και να γυρίσει στο κρεβάτι της. Γιατί, ειλικρινά, τι νόημα είχε; Δεν ήταν μόνο η αναβράζουσα φιλενάδα του. Το θέμα ήταν πως η Έμμα και ο Ντεξ δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά αυτό τον καιρό. Τις περισσότερες φορές εκείνος ακύρωνε τις συναντήσεις τους την τελευταία στιγμή, αλλά και όποτε συναντιόνταν ήταν σχεδόν πάντα αφηρημένος και έδειχνε να αισθάνεται άβολα. Μιλούσαν μεταξύ τους με σφιγμένες, προσποιητές φωνές, είχαν χάσει την ικανότητα να κάνουν ο ένας τον άλλον να γελάει, αντίθετα, τα έχωναν ο ένας στον άλλον, σε υποτιμητικό και σαρκαστικό τόνο. Η φιλία τους ήταν σαν μαραμένο μπουκέτο λουλούδια που επέμεναν να τους ρίχνουν νερό. Γιατί δεν τα παρατούσαν καλύτερα; Ήταν εξωπραγματικό να περιμένεις να κρατήσει μια φιλία για πάντα και η Έμμα είχε τώρα ένα σωρό φίλους: την παλιά παρέα από το κολέγιο, τους συναδέλφους της από το σχολείο, και, φυσικά, τον Ίαν. Αλλά σε ποιον θα μπορούσε να ανοίξει την καρδιά της για τον Ίαν; Όχι στον Ντέξτερ. Όχι πια. Το σκυλάκι έπαιζε τύμπανο, η Σούκι Μέντοουζ γελούσε, γελούσε, και η Έμμα έκλεισε την τηλεόραση πατώντας με μανία το κουμπί. Στον καθρέφτη του διαδρόμου έριξε μια τελευταία ματιά στην εμφάνισή της. Έλπιζε σε ένα διακριτικό σοφιστικέ στιλ, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μάλλον μισοτελειωμένη γενική αλλαγή. Τον τελευταίο καιρό έτρωγε πολύ περισσότερα ζυμαρικά και ιδού οι συνέπειες: κοιλίτσα. Αν ήταν τώρα εκεί ο Ίαν, θα της έλεγε ότι ήταν πολύ όμορφη, όμως η Έμμα έβλεπε μόνο το μικρό φούσκωμα κάτω από το μαύρο σατέν. Το κάλυψε με το χέρι της, έκλεισε την πόρτα και ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι από ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία του Ανατολικού Λονδίνου προς την καρδιά της πόλης. «ΓΕΙΑΟΥ!» Ζεστή νύχτα καλοκαιριού στη Φριθ Στριτ και ο Ντέξτερ μιλούσε στο κινητό με τη Σούκι. «ΤΟ ΕΙΔΕΣ;» «Ποιο;»


«ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ! ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΝΤΡΑΜΣ! ΦΟΒΕΡΟ! » Ο Ντέξτερ στεκόταν έξω από το Μπαρ Ιτάλια, λουσάτος, ντυμένος στα ολόμαυρα, με κοστούμι, πουκάμισο και καπελάκι Τζέιμς Μποντ φορεμένο ψηλά στο κεφάλι, και κρατούσε το κινητό δέκα πόντους μακριά από το αυτί του. Είχε την αίσθηση ότι ακόμα κι αν το έκλεινε, θα μπορούσε και πάλι να την ακούει. «ΜΕ ΜΠΑΓΚΕΤΟΥΛΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΤΟΥΣΙΤΣΕΣ ΤΟΥ! » «Ήταν ξεκαρδιστικό» της είπε, αν και στην πραγματικότητα δεν είχε αντέξει να το παρακολουθήσει. Η ζήλια δεν ήταν από τα συναισθήματα που άντεχε ο Ντέξτερ, αλλά είχε ακούσει τους ψιθύρους –ότι η Σούκι ήταν το αληθινό ταλέντο, ότι αυτή έσωζε την εκπομπή– και παρηγοριόταν με την ιδέα ότι η υψηλή ζήτηση, η τεράστια αμοιβή και η μεγάλη δημοτικότητα της Σούκι ήταν ένα είδος καλλιτεχνικού συμβιβασμού. Το Πιο Ταλαντούχο Κατοικίδιο της Βρετανίας; Αυτός ποτέ δεν θα πουλούσε κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν του το ζητούσαν. «ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΕΝΝΙΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΤΗΛΕΘΕΑΤΕΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΒΔΟΜΑΔΑ. ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΔΕΚΑ…» «ΣΟΥΚΙ, να σου εξηγήσω κάτι για το τηλέφωνο; Δεν χρειάζεται να φωνάζεις; Το ακουστικό αυτή τη δουλειά κάνει…» Η Σούκι ξεφύσησε φουρκισμένη και του το έκλεισε και, στο απέναντι πεζοδρόμιο, η Έμμα στάθηκε για μια στιγμή και παρακολούθησε τον Ντέξτερ να βλαστημάει το κινητό που κρατούσε στο χέρι του. Ήταν ακόμη κούκλος με κοστούμι. Με το καπέλο όχι, αλλά πάλι καλά που δεν φορούσε εκείνα τα γελοία ακουστικά. Είδε το πρόσωπό του να φωτίζεται όταν την πρόσεξε, και την πλημμύρισε ένα κύμα τρυφερότητας και ελπίδας για τη βραδιά τους. «Να το ξεφορτωθείς αυτό, δεν το χρειάζεσαι» του είπε με ένα νεύμα προς το κινητό του. Ο Ντέξτερ το έχωσε στην τσέπη του και τη φίλησε στο μάγουλο. «Έχεις τις εξής δύο επιλογές: μπορείς να τηλεφωνείς σ’ εμένα, εμένα προσωπικά, ή να τηλεφωνείς σε κάποιο κτίριο όπου μπορεί να βρίσκομαι εκείνη τη στιγμή…» «Στο κτίριο». «Κι αν χάσω το τηλεφώνημα γιατί δεν θα είμαι εκεί;» «Μακριά από σένα τέτοιο κακό». «Δεν είμαστε πια στο 1988, Εμ…» «Ναι, το ξέρω». «Έξι μήνες. Σου δίνω έξι μήνες πριν υποκύψεις κι εσύ…» «Ποτέ». «Στοίχημα». «Εντάξει. Αν αγοράσω ποτέ κινητό, Ντέξτερ, θα σου κάνω το τραπέζι». «Θα είναι μια αλλαγή». «Εκτός αυτού, προκαλεί βλάβες στον εγκέφαλο…» «Πώς το ξέρεις;» Σώπασαν και οι δύο απότομα, με την αόριστη αίσθηση ότι η βραδιά δεν είχε ξεκινήσει καλά. «Δεν το πιστεύω ότι μου κάνεις μάθημα» της είπε μουτρωμένος. «Αυτή είναι η δουλειά μου». Χαμογέλασε, τον αγκάλιασε, ακούμπησε το μάγουλό της στο δικό του. «Δεν σου κάνω μάθημα. Συγγνώμη, συγγνώμη». Το χέρι του στάθηκε στο γυμνό λαιμό της. «Πάει πολύς καιρός».


«Πάρα πολύς». Ο Ντέξτερ έκανε ένα βήμα πίσω. «Είσαι πολύ όμορφη». «Ευχαριστώ. Κι εσύ». «Ε, όχι όμορφος…» «Ωραίος, τότε». «Ευχαριστώ». Της έπιασε τα χέρια και τα άνοιξε προς τα πλάγια. «Να φοράς πιο συχνά φορέματα – δείχνεις σχεδόν θηλυκή». «Πολύ ωραίο το καπέλο σου, βγάλ’ το τώρα». «Και τα παπούτσια!» Η Έμμα έστριψε τον αστράγαλό της προς τα εμπρός. «Οι πρώτες ορθοπεδικές γόβες του κόσμου». Άρχισαν να περπατάνε ανάμεσα στον κόσμο προς την κατεύθυνση της Γουόρντουρ Στριτ, πιασμένοι αγκαζέ, κι ύστερα η Έμμα τσίμπησε το ύφασμα του κοστουμιού του, το έτριψε με τα δυο της δάχτυλα και τον ρώτησε: «Τι είναι; Βελούδο; Βελουτέ;». «Moleskin». «Είχα μια φόρμα κάποτε από τέτοιο υλικό». «Είμαστε φοβερό ζευγάρι, τι λες; Ο Ντεξ και η Εμ…» «Η Εμ και ο Ντεξ. Όπως Ρότζερς και Αστέρ». «Μπάρτον και Τέιλορ…» «Μαρία και Ιωσήφ…» Ο Ντέξτερ γέλασε, την έπιασε από το χέρι και ύστερα από λίγο έφτασαν στο ρεστοράν. Το Ποσειδών ήταν ένα πελώριο θολωτό σπήλαιο, ανασκαμμένο στο χώρο που καταλάμβανε άλλοτε ένα υπόγειο πάρκινγκ. Η είσοδός του ήταν μια τεράστια φαρδιά σκάλα, στη θέση της παλιάς ράμπας, που έμοιαζε να αιωρείται πάνω και πριν από την κυρίως αίθουσα, αποτελώντας έτσι μια μόνιμη ατραξιόν για τους πελάτες, οι οποίοι περνούσαν την περισσότερη ώρα του δείπνου τους σχολιάζοντας την εμφάνιση ή την αναγνωρισιμότητα όσων την ανέβαιναν ή την κατέβαιναν. Η Έμμα, μην νιώθοντας ούτε ωραία ούτε αναγνωρίσιμη, κατέβηκε άκομψα τα φαρδιά σκαλοπάτια, με το ένα της χέρι στο κάγκελο και το άλλο να κρύβει το στομάχι της, μέχρι που ο Ντέξτερ τής έπιασε αυτό το χέρι και σταμάτησε στα μισά, επιθεωρώντας την αίθουσα στητός και καμαρωτός, σαν να ήταν αυτός ο αρχιτέκτονας. «Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;» «Κλαμπ Τροπικάνα» είπε η Έμμα. Η εσωτερική διακόσμηση παρέπεμπε σε ρομαντικούς έρωτες σε υπερωκεάνιο πολυτελείας της δεκαετίας του ’20: βελούδινοι καναπέδες, σερβιτόροι με λιβρέα που κρατούσαν μικρούς δίσκους με κοκτέιλ, διακοσμητικά φινιστρίνια με θέα στο πουθενά και πλήρης έλλειψη φυσικού φωτός, τόσο που είχες την αίσθηση ότι βρισκόσουν κάτω από το νερό, λες και το πλοίο είχε ήδη χτυπήσει το παγόβουνο και βούλιαζε. Την ατμόσφαιρα μεσοπολέμου τόνιζε ακόμα περισσότερο η σχεδόν κραυγαλέα πολυτέλεια του χώρου, όπου κυριαρχούσαν τα νιάτα και το σεξ, το χρήμα και τα τηγανητά της ώρας. Γιατί, όλο το βυσσινί βελούδο και το κολλαριστό ροδακινί λινό του κόσμου δεν έφταναν για να καλύψουν το σαματά της ανοιχτής κουζίνας, μιας εκνευριστικής θολούρας από ανοξείδωτο ατσάλι και λευκές στολές. Να την, επιτέλους,


σκέφτηκε η Έμμα. Η δεκαετία του ογδόντα. «Είσαι σίγουρος; Φαίνεται πανάκριβο». «Σου το είπα, κερνάω εγώ». Ο Ντέξτερ έχωσε την ετικέτα του φουστανιού της κάτω από το ρέλι της πλάτης, αφού φρόντισε πρώτα να της ρίξει μια εύγλωττη ματιά, κι ύστερα την πήρε από το χέρι και, με βήμα πηδηχτό αλά Φρεντ Αστέρ, κατέβηκαν τα υπόλοιπα σκαλοπάτια και έσμιξαν με όλο εκείνο το χρήμα, το σεξ, και τα νιάτα. Ένας ωραίος κομψός νεαρός με χρυσές ναυτικές επωμίδες τούς ανακοίνωσε ότι το τραπέζι τους θα ήταν έτοιμο σε δέκα λεπτά, κι έτσι πέρασαν στη σάλα των κοκτέιλ, όπου ένας άλλος δήθεν ναυτικός έκανε ταχυδακτυλουργικά κόλπα με μπουκάλια πίσω από ένα μπαρ. «Τι θα πάρεις, Έμμα;» «Τζιν τόνικ;» Ο Ντέξτερ αποδοκίμασε την ιδέα. «Ε, όχι, δεν είμαστε στο μπαρ Μαντέλα. Θα πιεις το σωστό ποτό. Δύο μαρτίνι, Bombay Sapphire, πολύ ντράι, με μια φλούδα λεμονιού». Η Έμμα πήγε να πει κάτι, αλλά ο Ντέξτερ σήκωσε αυταρχικά την παλάμη του. «Εμπιστέψου με. Τα καλύτερα μαρτίνι του Λονδίνου». Η Έμμα θαύμασε σαν καλό κορίτσι και επιδοκίμασε με τα πρέποντα επιφωνήματα την παράσταση του μπάρμαν, ενώ ο Ντέξτερ σχολίαζε όση ώρα ετοιμάζονταν τα ποτά τους. «Το μυστικό είναι να έχεις παγώσει πολύ πολύ καλά όλα τα υλικά πριν ξεκινήσεις. Παγωμένο νερό στο ποτήρι, το τζιν στην κατάψυξη». «Πώς τα ξέρεις όλα αυτά;» «Μου τα έμαθε η μαμά μου όταν ήμουν, πόσο – εννιά;» Τσούγκρισαν απαλά τα ποτήρια τους, στη μνήμη της Άλισον, και ένιωσαν και οι δυο ξανά μια μικρή ελπίδα για τη βραδιά και για τη φιλία τους. Η Έμμα έφερε το ποτήρι στα χείλη της. «Δεν έχω ξαναπιεί μαρτίνι». Η πρώτη γεύση ήταν υπέροχη, παγωμένη, μεθυστική, και προσπάθησε να μην το χύσει καθώς αναρίγησε από ευχαρίστηση. Ήταν έτοιμη να τον ευχαριστήσει, όταν ο Ντέξτερ έβαλε το ποτήρι του στο χέρι της, έχοντας πιει ήδη πάνω από το μισό. «Πάω στις τουαλέτες. Είναι απίστευτες εδώ. Οι καλύτερες του Λονδίνου». «Θα τις δοκιμάσω!» είπε η Έμμα, αλλά ο Ντέξτερ είχε ήδη φύγει, αφήνοντάς τη μόνη στο μπαρ, με δύο ποτά στο χέρια, να προσπαθεί να αποπνεύσει αύρα αυτοπεποίθησης και σημαντικότητας, ώστε να μην δείχνει σαν σερβιτόρα. Ξαφνικά, μια πολύ ψηλή νέα γυναίκα, με λεοπάρ κορσέ, διάφανες ψηλές μαύρες κάλτσες και ζαρτιέρες, ήρθε και στάθηκε δίπλα της τόσο απότομα, που την τρόμαξε κάνοντάς τη να τιναχτεί αλαφιασμένη και να χύσει λίγο μαρτίνι πάνω στον καρπό της. «Τσιγάρα;» Η νεαρή ήταν εκπληκτικά όμορφη, αισθησιακή και ελάχιστα ντυμένη, σαν φιγούρα σε άτρακτο Β-52, και το στήθος της σχεδόν ακουμπούσε πάνω σε ένα μεγάλο κρεμαστό δίσκο γεμάτο πούρα και πακέτα τσιγάρα. «Θα πάρετε κάτι;» επανέλαβε χαμογελώντας κάτω από ένα στρώμα πούδρας και μεϊκάπ, ενώ έστρωνε με το ένα δάχτυλο το μαύρο βελούδινο τσόκερ στο λαιμό της. «Δυστυχώς, δεν καπνίζω» είπε η Έμμα, σαν να ήταν ένα προσωπικό της μειονέκτημα που σκόπευε να το διορθώσει, μα η γυναίκα είχε ήδη στρέψει το χαμόγελό της κάπου πάνω από τον ώμο της Έμμα, τρεμοπαίζοντας τις μακριές, πυκνές, μαύρες βλεφαρίδες της. «Τσιγάρα, κύριε;»


Ο Ντέξτερ χαμογέλασε, τράβηξε το πορτοφόλι του από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και επιθεώρησε το εκτιθέμενο εμπόρευμα κάτω από το μπούστο της πωλήτριας. Με μια φιγουράτη κίνηση ανθρώπου που ξέρει τι επιλέγει, έπιασε ένα πακέτο Marlboro Lights και το Κορίτσι με τα Τσιγάρα ένευσε δείχνοντας ότι ο κύριος είχε κάνει μια θαυμάσια επιλογή. Ο Ντέξτερ τής έδωσε ένα χαρτονόμισμα των πέντε λιρών διπλωμένο κατά μήκος. «Κράτησε τα ρέστα» είπε χαμογελώντας. Υπάρχει πιο τονωτική φράση από το «Κράτησε τα ρέστα»; Κάποτε αισθανόταν αμηχανία λέγοντάς το αλλά όχι πια. Η νεαρή τού χάρισε ένα έξτρα αφροδισιακό χαμόγελο και, σε μια στιγμή απόλυτου εγωκεντρισμού, ο Ντέξτερ ευχήθηκε να είχε απόψε στο τραπέζι του το Κορίτσι με τα Τσιγάρα αντί για την Έμμα. Για δες, το πουλάκι μου, σκέφτηκε η Έμμα, βλέποντας το χαμόγελο αυταρέσκειας του Ντέξτερ. Υπήρχε μια εποχή, όχι πολύ παλιά, που όλα τα αγόρια ήθελαν να γίνουν Τσε Γκεβάρα. Τώρα ήθελαν όλα να γίνουν Χιου Χέφνερ. Με PlayStation. Καθώς το Κορίτσι με τα Τσιγάρα έστριψε για να φύγει, ο Ντέξτερ φάνηκε πραγματικά έτοιμος να τη χουφτώσει. «Στάζουν σάλια στο σακάκι σου». «Συγγνώμη;» «Τι ήταν αυτό;» «Κορίτσι με Τσιγάρα». Ο Ντέξτερ σήκωσε τους ώμους του και έχωσε το πακέτο στην τσέπη του. «Το μαγαζί φημίζεται γι’ αυτές. Δίνει αίγλη, είναι ένα θεατρικό στοιχείο». «Τότε, γιατί είναι ντυμένη σαν πόρνη;» «Δεν ξέρω, Έμμα. Μπορεί το μάλλινο καλσόν της να ήταν άπλυτο». Ο Ντέξτερ έπιασε το ποτήρι με το μαρτίνι του και το άδειασε. «Μετα-φεμινισμό δεν έχουμε;» Η Έμμα δεν φάνηκε να πείθεται. «Ω, έτσι το λέμε τώρα;» Ο Ντέξτερ ένευσε προς τα οπίσθια του Κοριτσιού με τα Τσιγάρα. «Θα μπορούσες κι εσύ να εμφανιστείς έτσι, αν ήθελες». «Είσαι μοναδικός στο να μην πιάνεις το νόημα, Ντέξτερ». «Εννοώ ότι είναι ζήτημα επιλογής. Τι δίνει στον καθένα από μας αυτοπεποίθηση». «Μυαλό ξυράφι…» «Αν αυτή επιλέγει να ντυθεί έτσι, είναι ελεύθερη να ντυθεί έτσι!» «Αν όμως αρνηθεί, θα την απολύσουν». «Και τους σερβιτόρους το ίδιο! Εν πάση περιπτώσει, μπορεί και να της αρέσει να ντύνεται έτσι, μπορεί να το διασκεδάζει, να αισθάνεται σέξι μ’ αυτά τα ρούχα. Αυτό δεν είναι ο φεμινισμός;» «Δεν είναι ακριβώς ο ορισμός που δίνει το λεξικό…» «Μην πας να με βγάλεις εμένα σοβινιστή, ανέκαθεν ήμουν φεμινιστής!» «Ου!» έκανε η Έμμα γυρίζοντας τα μάτια της προς το ταβάνι, και ο Ντέξτερ θυμήθηκε πόσο σπαστική και ηθικολόγα γινόταν μερικές φορές. «Είμαι! Φεμινιστής!» «Και θα υπερασπιστώ ακόμα και με τη ζωή μου το δικαίωμα της γυναίκας να μοστράρει το στήθος της για να τσιμπήσει γερό φιλοδώρημα». Ήταν η σειρά του Ντέξτερ να γυρίσει τα μάτια του στο ταβάνι και να γελάσει συγκαταβατικά. «Δεν είμαστε πια στο 1988, Έμμα».


«Τι σημαίνει αυτό; Το λες και το ξαναλές, αλλά δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Σταμάτα να δίνεις μάχες που είναι ήδη χαμένες. Το φεμινιστικό κίνημα έπρεπε να αφορά ίσες αμοιβές, ίσες ευκαιρίες και πολιτικά δικαιώματα, όχι να αποφασίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να επιλέξει ελεύθερα να φορέσει μια γυναίκα το Σάββατο βράδυ!» Η Έμμα τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό από αγανάκτηση. «Δεν είπα κάτι τέτοιο…» «Εκτός αυτού, σου κάνω το τραπέζι! Μην μου κάνεις τη ζωή δύσκολη!» Σε κάτι τέτοιες στιγμές η Έμμα ένιωθε την απόλυτη ανάγκη να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του, ή έστω ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του κάποτε. Βρίσκονταν στο κρίσιμο σημείο μιας μακριάς άσκοπης φιλονικίας, που η Έμμα ένιωθε ότι θα την κέρδιζε, αλλά θα κατέστρεφε τη βραδιά τους. Έτσι, έκρυψε το πρόσωπό της πίσω από το μαρτίνι και, δαγκώνοντας το ποτήρι, μέτρησε αργά ως το δέκα πριν μιλήσει ξανά. «Ας αλλάξουμε θέμα, Ντεξ». Όμως εκείνος δεν άκουγε. Κοιτούσε πάνω από τον ώμο της, το διευθυντή του ρεστοράν που του έγνεφε. «Πάμε – κατάφερε να μας βρει ένα σεπαρέ». Τακτοποιήθηκαν στο βυσσινί βελούδινο καναπέ με την ψηλή ράχη και βάλθηκαν να μελετάνε αμίλητοι τον κατάλογο. Η Έμμα περίμενε κάτι γαλλικό και πολύ ιδιαίτερο, αλλά στην ουσία ήταν πανάκριβο φαγητό ταβέρνας: φιλέτο ψαριού, κρεατόπιτα, μπιφτέκι και τα λοιπά. Κατέταξε αυτομάτως το Ποσειδών στο είδος του εστιατορίου όπου σου σερβίρουν κοινή κέτσαπ σε ασημένια σαλτσιέρα. «Είναι μοντέρνα βρετανική κουζίνα» της εξήγησε υπομονετικά ο Ντέξτερ, λες και το να δίνεις τόσα λεφτά για λουκάνικο με πουρέ ήταν πολύ μοντέρνο, πολύ βρετανικό. «Θα πάρω στρείδια» είπε ο Ντέξτερ. «Τα ντόπια, νομίζω». «Είναι πιο φιλικά;» είπε κουρασμένα η Έμμα. «Τι πράγμα;» «Τα ντόπια, λέω, είναι πιο φιλικά;» επέμεινε η Έμμα και σκέφτηκε: Θεέ μου, γίνομαι σαν τον Ίαν. Μην έχοντας πιάσει το αστείο, ο Ντέξτερ επέστρεψε στον κατάλογό του. «Όχι, είναι πιο γλυκά· η σάρκα τους είναι πιο γλυκιά, διάφανη και λεπτή απ’ ό,τι των στρειδιών του Ειρηνικού, η γεύση πιο φίνα. Θα πάρω δώδεκα». «Έγινες φοβερός γνώστης ξαφνικά, βλέπω». «Μου αρέσει το φαγητό. Πάντα μου άρεσε. Και το κρασί». «Θυμάμαι εκείνο τον τηγανητό τόνο κονσέρβα που μου είχες μαγειρέψει μια φορά. Ακόμη έχω τη γεύση στο λαρύγγι μου. Μεταξύ αμμωνίας και…» «Όχι το μαγείρεμα, Έμμα, τα ρεστοράν. Τις περισσότερες μέρες τρώω έξω. Και, αν θέλεις να ξέρεις, μου πρότειναν να γράφω κριτική σε μια από τις Κυριακάτικες». «Εστιατορίων;» «Κοκτέιλ μπαρ. Εβδομαδιαία στήλη, με τίτλο “Ο μπαρόβιος”, κάτι σαν μια αντρική ματιά σε στέκια της πόλης». «Και θα τη γράφεις μόνος σου;» «Και βέβαια θα τη γράφω μόνος μου!» είπε ο Ντέξτερ, αν και του είχαν εξασφαλίσει ήδη το συγγραφέα-φάντασμα. «Και τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα κοκτέιλ;»


«Θα εκπλαγείς. Τα κοκτέιλ είναι φοβερά ιν. Είναι ένα είδος ρετρό-γκλάμουρ και εγώ…» Ακούμπησε τα χείλη του στο άδειο ποτήρι του μαρτίνι. «Είμαι ειδικός στις μείξεις». «Στις αναμείξεις;» «Στις μείξεις. Ρώτα με πώς φτιάχνεται ένα κοκτέιλ, όποιο κοκτέιλ θέλεις». Η Έμμα ακούμπησε το δάχτυλο στο πιγούνι της. «Εντάξει… χμ… μπίρα με Sprite!» «Μιλάω σοβαρά, Έμμα. Θέλει ικανότητα». «Ποιο πράγμα;» «Η μείξη. Γίνονται ειδικά μαθήματα». «Ίσως έπρεπε να τα είχες πάρει για το πτυχίο σου». «Θα ήταν πολύ πιο χρήσιμα απ’ αυτά που πήρα». Η μπηχτή ειπώθηκε με τόση επιθετικότητα και κακία που η Έμμα μόρφασε, αλλά και ο ίδιος ο Ντέξτερ σοκαρίστηκε και κρύφτηκε πίσω από τον κατάλογο των κρασιών. «Τι προτιμάς, λευκό ή κόκκινο; Εγώ θα πάρω άλλο ένα μαρτίνι και μετά θα ξεκινήσω με ένα ωραίο ξηρό λευκό Muscadet, για να συνοδέψω τα στρείδια, και θα περάσω σε κόκκινο, ένα Château Margaux μάλλον. Συμφωνείς;» Παράγγειλε και έφυγε πάλι για την τουαλέτα, αυτή τη φορά παίρνοντας και το δεύτερο μαρτίνι μαζί του, πράγμα το οποίο η Έμμα βρήκε πολύ περίεργο και αόριστα ανησυχητικό. Τα λεπτά κυλούσαν. Διάβασε την ετικέτα του κρασιού, την ξαναδιάβασε, κι ύστερα απέμεινε να κοιτάζει το κενό και να αναρωτιέται από ποια φάση και μετά είχε γίνει ο Ντέξτερ τόσο, τόσο… εξπέρ στις μείξεις; Κι αυτή γιατί ήταν τόσο στρυφνή, μυγιάγγιχτη και σφιγμένη; Δεν την ένοιαζε τι φορούσε το Κορίτσι με τα Τσιγάρα, όχι ιδιαίτερα, ειλικρινά, γιατί λοιπόν ήταν τόσο επικριτική και σεμνότυφη; Αποφάσισε να χαλαρώσει και να περάσει καλά. Στο κάτω κάτω ήταν με τον Ντέξτερ, τον καλύτερό της φίλο, που τον αγαπούσε πολύ. Ή όχι; Στις πιο εκπληκτικές τουαλέτες του Λονδίνου, σκυμμένος πάνω από ένα νιπτήρα, ο Ντέξτερ σκεφτόταν πάνω κάτω τα ίδια πράγματα. Την αγαπούσε την Έμμα Μόρλεϋ, μάλλον, αλλά του την έσπαγε όλο και πιο πολύ αυτό το δήθεν εναλλακτικό στιλ, που θύμιζε κέντρα νεότητας, θεατρικές ομάδες, 1988. Ήταν τόσο, τόσο… παρακατιανό. Δεν ταίριαζε σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σχεδιασμένο ειδικά για να κάνει έναν άντρα να αισθάνεται σαν μυστικός πράκτορας. Μετά τη μαυρίλα του ιδεολογικού γκούλαγκ της δεκαετίας του ογδόντα, όλες εκείνες τις ενοχές και τις αριστερές πολιτικές θέσεις, ήταν επιτέλους ελεύθερος να γλεντήσει τη ζωή του. Κακό είναι δηλαδή να απολαμβάνεις ένα κοκτέιλ, ένα τσιγάρο, ή λίγο φλερτ με μια πολύ ωραία γυναίκα; Ή τα αστεία· ήταν ανάγκη να του τη βγαίνει συνέχεια, να του υπενθυμίζει τα ελαττώματά του; Δεν τα είχε ξεχάσει. Και όλα αυτά τα περί «αριστοκρατίας» και τα έχω-μεγάλο-πισινό και οι ορθοπεδικές γόβες, αυτή η ατέλειωτη, ατέλειωτη αυτοϋποτίμηση. Θεέ μου, σκέφτηκε, μακριά από τις πνευματώδεις γυναίκες, με τις κατατάξεις τους και τους αφορισμούς τους, τις ανασφάλειές τους και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Γιατί είναι κακό να έχει μια γυναίκα χάρη, κομψότητα, θηλυκότητα, αυτοπεποίθηση; Γιατί θα πρέπει να συμπεριφέρεται μονίμως σαν κωμικός; Άσε το στιλ! Ας μην το αναφέρουμε καν. Την πηγαίνεις στο καλύτερο ρεστοράν για να της κάνεις το τραπέζι και σου εμφανίζεται με τραγιάσκα! Αυτή η στάση του ήρωα-της-εργατικής-


τάξης είχε ένα είδος περηφάνιας και αξιοπρέπειας που τον έκανε έξαλλο. Πάντα το ίδιο βιολί: πώς αυτή πέρασε από εξετάσεις για να πάρει την επάρκεια διδασκαλίας, πώς δεν είχε πάει ποτέ διακοπές στο εξωτερικό μικρή, πώς δεν έχει ξαναφάει ποτέ στρείδια. Είναι τριάντα χρονών πια, όλα αυτά είναι παλιές ιστορίες· καιρός να αναλάβει την ευθύνη της ζωής της. Ο Ντέξτερ έδωσε μια λίρα στον Νιγηριανό που του έφερε την πετσέτα για τα χέρια, επέστρεψε στην αίθουσα του εστιατορίου, είδε στο βάθος την Έμμα με το φουστάνι για κηδείες από τη Χάι Στριτ, να παίζει νευρικά με τα μαχαιροπίρουνα, και τον έπιασε τρέλα. Στα δεξιά του, στο μπαρ, είδε το Κορίτσι με τα Τσιγάρα να κάθεται μόνο του. Τον είδε κι εκείνη, του χαμογέλασε, και ο Ντέξτερ αποφάσισε να κάνει μια μικρή παράκαμψη. «Ένα πακέτο Marlboro Lights, παρακαλώ». «Πάλι;» είπε το κορίτσι και γέλασε, αγγίζοντας ανάλαφρα τον καρπό του. «Τι να πω; Είμαι σκύλος ανιχνευτής». Το κορίτσι γέλασε πάλι και ο Ντέξτερ τη φαντάστηκε καθισμένη δίπλα του στο σεπαρέ, και το χέρι του να χαϊδεύει το μηρό της κάτω από το τραπέζι. Έβγαλε το πορτοφόλι του. «Ξέρεις, θα πάω σε ένα πάρτι μετά αποδώ, μαζί με την παλιά μου συμφοιτήτρια από το κολέγιο εκεί πέρα…» Παλιά συμφοιτήτρια· ωραία πινελιά, σκέφτηκε. «Και δεν θα ήθελα να ξεμείνω από τσιγάρα». Της έδωσε ένα χαρτονόμισμα των πέντε διπλωμένο κατά μήκος, κρατώντας το ανάμεσα στο δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο. «Τα ρέστα δικά σου». Το κορίτσι τού χαμογέλασε και ο Ντέξτερ πρόσεξε ένα μικρό σημάδι από κόκκινο κραγιόν πάνω στα κάτασπρα δόντια της. Θα ήθελε πάρα πολύ να πιάσει το πιγούνι της και να το σκουπίσει με τον αντίχειρά του. «Έχεις κραγιόν…» «Πού;» Τέντωσε το δάχτυλό του μέχρι που έφτασε σε απόσταση πέντε εκατοστών από το στόμα της. «Ακριβώς… εκεί». «Α, αυτό δεν είναι καλό». Με την άκρη της ροζ γλωσσίτσας της έγλειψε πέρα δώθε τα επάνω δόντια της. «Καλύτερα τώρα;» Πλατύ χαμόγελο. «Τέλεια». Της χαμογέλασε, απομακρύνθηκε ένα δυο βήματα και στράφηκε ξανά. «Από απλό ενδιαφέρον» τη ρώτησε «τι ώρα σχολάς απόψε;». Στο μεταξύ είχαν φτάσει τα στρείδια και περίμεναν, γυαλιστερά και γλοιώδη πάνω σε ένα λεπτό στρώμα τριμμένου πάγου. Η Έμμα σκότωνε την ώρα της πίνοντας ασταμάτητα, με το χαρακτηριστικό παγωμένο χαμόγελο κάποιου που τον έχουν παρατήσει μόνο και δεν τον πειράζει καθόλου. Επιτέλους τον είδε να της κουνάει το χέρι από την άλλη άκρη της αίθουσας, με κάποια αστάθεια. Ήρθε και σωριάστηκε στη θέση του. «Νόμισα ότι έπεσες μέσα!» Φράση που έλεγε συχνά η γιαγιά της. Χρησιμοποιούσε αστεία της γιαγιάς της τώρα. «Συγγνώμη» είπε ο Ντέξτερ, χωρίς άλλη εξήγηση. Ξεκίνησαν με τα στρείδια. «Ξέρεις, γίνεται ένα πάρτι απόψε. Ο φίλος μου ο Όλιβερ… παίζουμε πόκερ παρέα, σου έχω μιλήσει γι’ αυτόν». Έφερε το στρείδι στα χείλη του και το άδειασε στο στόμα του με μια επιδέξια κίνηση. «Είναι βαρονέτος».


Η Έμμα ένιωσε θαλασσινό νερό να κυλάει στο εσωτερικό του καρπού της. «Τι σχέση έχει αυτό με οτιδήποτε;» «Τι εννοείς;» «Το ότι είναι βαρονέτος». «Απλώς το ανέφερα. Είναι καλό παιδί. Θέλεις λεμόνι στο στρείδι σου;» «Όχι, ευχαριστώ». Η Έμμα κατάπιε εκείνο το πράγμα και προσπάθησε να καταλάβει αν ο Ντέξτερ την καλούσε στο πάρτι ή απλώς την ενημέρωνε ότι γινόταν κάπου ένα πάρτι. «Και πού γίνεται αυτό το πάρτι;» «Στο Χόλαντ Παρκ. Σε ένα τεράστιο μέγαρο». «Ω. Εντάξει». Και πάλι δεν ήταν σίγουρη. Την καλούσε στο πάρτι ή άφηνε απλώς να εννοηθεί ότι θα έφευγαν νωρίς; Έφαγε άλλο ένα στρείδι. «Μπορείς να έρθεις αν θέλεις» της είπε τελικά και άπλωσε να πιάσει το μπουκαλάκι με το ταμπάσκο. «Ναι;» «Εννοείται» είπε ο Ντέξτερ. Τον παρακολούθησε να ξεμπλοκάρει με τη μύτη του πιρουνιού του το καπάκι του μπουκαλιού που είχε κολλήσει. «Απλώς, δεν θα ξέρεις κανέναν εκεί». Φως φανάρι ότι δεν την καλούσε. «Θα ξέρω εσένα» του είπε. «Ναι, φυσικά. Και τη Σούκι! Θα είναι και η Σούκι». «Δεν είχε ζωντανή μετάδοση από το Σκάρμπορο;» «Θα τη φέρει πίσω ένα αυτοκίνητο απόψε». «Τα πάει πολύ καλά, έτσι δεν είναι;» «Ναι, κι αυτή κι εγώ» είπε ο Ντέξτερ, πολύ γρήγορα και πολύ δυνατά. Η Έμμα αποφάσισε να το αφήσει να περάσει. «Ναι. Αυτό εννοούσα. Και οι δυο». Έπιασε άλλο ένα στρείδι και το ξανάφησε στο πιάτο. «Μ’ αρέσει η Σούκι» του είπε, παρόλο που την είχε συναντήσει μόνο μια φορά σε ένα τρομακτικό πάρτι με θέμα το Στούντιο 54, σε ένα πριβέ κλαμπ στο Χόξτον. Η Έμμα την είχε συμπαθήσει πραγματικά, παρότι είχε την αίσθηση ότι η Σούκι την αντιμετώπιζε λιγάκι σαν περίεργο φρούτο, σαν μια από τις παλιές, άσχετες φίλες του Ντέξτερ, που βρέθηκε στο πάρτι γιατί είχε κερδίσει μια πρόσκληση σε τηλεφωνικό διαγωνισμό. Ο Ντέξτερ κατέβασε άλλο ένα στρείδι. «Δεν είναι απίθανη; Η Σούκι». «Ναι, είναι. Πώς τα πάτε μεταξύ σας;» «Καλά. Λίγο δύσκολο, ξέρεις, όταν σε κυνηγάνε παντού οι φωτογράφοι…» «Εμένα μου λες!» είπε η Έμμα, αλλά ο Ντέξτερ δεν φάνηκε να την άκουσε. «Είναι φορές που αισθάνομαι ότι τα έχω με ένα μεγάφωνο, αλλά γενικά, μια χαρά. Αλήθεια. Ξέρεις ποιο είναι το καλύτερο σ’ αυτή τη σχέση;» «Για λέγε». «Η Σούκι ξέρει τι σημαίνει να είσαι στην τηλεόραση. Καταλαβαίνει πώς είναι». «Ντέξτερ – είναι ό,τι πιο ρομαντικό έχω ακούσει για ερωτική σχέση». Πάλι τα ίδια, σκέφτηκε ο Ντέξτερ, άρχισε πάλι τις μπηχτές. «Έτσι είναι, τι να γίνει» είπε αδιάφορα και αποφάσισε ότι, με το που θα πλήρωνε το λογαριασμό, θα έκλεινε τη βραδιά. «Σχετικά με το πάρτι» είπε, σαν να το ξανασκέφτηκε. «Ανησυχώ λιγάκι για το πώς θα γυρίσεις


σπίτι μετά». «Στο Γουολθάμστοου είναι, Ντέξτερ, όχι στον Άρη. Βορειοανατολικό Λονδίνο. Κατοικείται από ανθρώπους». «Το ξέρω!» «Είναι πάνω στη Γραμμή Βικτόρια!» «Ναι, αλλά είναι πολύ μακριά με τη δημόσια συγκοινωνία και το πάρτι δεν πρόκειται ν’ αρχίσει πριν από τα μεσάνυχτα. Θα φτάσεις και μετά θα πρέπει να φύγεις αμέσως. Εκτός αν σου δώσω λεφτά να πάρεις ταξί…» «Έχω λεφτά, Ντέξτερ· πληρώνομαι από τη δουλειά μου». «Ναι, αλλά… ταξί από το Χόλαντ Παρκ ως το Γουολθάμστοου;» «Αν αισθάνεσαι άσχημα που θα είμαι μαζί σου…» «Όχι! Μα, τι λες τώρα; Θέλω να έρθεις. Ας το αποφασίσουμε αργότερα, εντάξει;» Και, χωρίς να της ζητήσει συγγνώμη, έφυγε πάλι για τις τουαλέτες παίρνοντας μαζί και το ποτήρι του, λες και είχε δεύτερο τραπέζι εκεί μέσα. Η Έμμα περίμενε πίνοντας το ένα ποτήρι κρασί μετά το άλλο και σιγοβράζοντας σταθερά, μέχρι να φουσκώσει και να ξεχειλίσει. Έτσι χανόταν σιγά σιγά κάθε ευχαρίστηση. Ο Ντέξτερ επέστρεψε πάνω στην ώρα για το κυρίως πιάτο. Η Έμμα περιεργάστηκε το φιλέτο βακαλάου τηγανισμένο σε χυλό μπίρας, με συνοδεία πουρέ μπιζελιών με μέντα. Χοντρές ασπρουλιάρικες πατάτες, κομμένες από μηχάνημα σε τέλεια παραλληλόγραμμα, ήταν στοιβαγμένες σταυρωτά σαν τουβλάκια, και στην κορυφή, γύρω στους δέκα πόντους πάνω από το πιάτο, ισορροπούσε επικίνδυνα το φιλέτο βακαλάου, έτοιμο να κάνει βουτιά στη λιμνούλα με το πηχτό πρασινωπό ξέρασμα από κάτω. Τι ήταν αυτό πάλι; Πύργος από ξύλινα τουβλάκια; Πολύ προσεχτικά, τράβηξε μια πατάτα από την κορυφή της στοίβας. Σκληρή και κρύα στο εσωτερικό. «Τι κάνει ο Βασιλιάς της Κωμωδίας;» Απ’ όταν επέστρεψε από τις τουαλέτες, ο Ντέξτερ ήταν ακόμα πιο εριστικός και προκλητικός. Η Έμμα ένιωσε σαν προδότης. Είχε υπολογίσει ότι ίσως ήταν η μόνη της ευκαιρία να εκμυστηρευτεί σε κάποιον ότι η σχέση της πήγαινε χάλια κι ότι η ίδια ήταν πολύ μπερδεμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Αλλά της ήταν αδύνατον να μιλήσει στον Ντέξτερ. Όχι απόψε. Μάσησε και κατάπιε την άψητη πατάτα. «Ο Ίαν είναι πολύ καλά» είπε με έμφαση στο όνομα. «Η συγκατοίκηση, καλά; Το διαμέρισμα εντάξει, έτσι;» «Φανταστικό. Δεν το έχεις δει ακόμη, ε; Πέρνα καμιά μέρα!» Η πρόσκληση έγινε με μισή καρδιά και η απάντηση του Ντέξτερ ήταν ένα ουδέτερο «Μμ», σαν να αμφέβαλλε αν υπήρχε κάτι στοιχειωδώς ευχάριστο να κάνει κανείς έξω από τη Ζώνη 2 του μετρό. Επέστρεψαν στο φαγητό τους και για λίγη ώρα δεν ξαναμίλησε κανείς. «Πώς είναι το φιλέτο σου;» ρώτησε τελικά η Έμμα. Ο Ντέξτερ έμοιαζε να έχει χάσει την όρεξή του· απλώς διέλυε το ματωμένο κόκκινο κρέας, χωρίς να το τρώει πραγματικά. «Θεϊκό. Το ψάρι σου;» «Ροζ και κρύο». «Σοβαρά;» Κοίταξε εξεταστικά το πιάτο της και κούνησε το κεφάλι του με περισπούδαστο ύφος. «Είναι θαμπό, Έμμα. Το μαγειρεμένο ψάρι πρέπει να είναι θαμπό, να διατηρεί τα υγρά του».


«Ντέξτερ…» Η φωνή της ακούστηκε σκληρή και απότομη. «Είναι θαμπό επειδή είναι κατεψυγμένο. Δεν έχει αποψυχθεί κανονικά». «Σοβαρά;» Σκάλισε με το δάχτυλό του το ψάρι κάτω από τη μαλακή ζύμη. «Θα το στείλουμε πίσω!» «Δεν πειράζει. Θα φάω τις πατάτες». «Όχι, να πάρει! Θα το δώσεις πίσω! Δεν πληρώνω εγώ κατεψυγμένο ψάρι! Πού είμαστε, σε σούπερ μάρκετ; Θα βρούμε κάτι άλλο να φας». Έκανε νόημα στο σερβιτόρο να έρθει και η Έμμα τον άκουσε να υποστηρίζει τα δίκαιά του, επιμένοντας ότι το φαγητό δεν ήταν καλό, στον κατάλογο έγραφε φρέσκο ψάρι, γι’ αυτό ήθελε να αφαιρεθεί από το λογαριασμό του και να αντικατασταθεί με ένα άλλο κυρίως πιάτο με χρέωση του καταστήματος. Η Έμμα προσπάθησε να τον πείσει ότι δεν πεινούσε πια, ενώ ο Ντέξτερ επέμενε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να πάρει ένα κυρίως πιάτο, εφόσον ήταν δωρεάν. Η Έμμα δεν είχε άλλη επιλογή από το να διαβάσει από την αρχή τον κατάλογο, με το σερβιτόρο και τον Ντέξτερ να την αγριοκοιτάζουν και το φιλέτο του Ντέξτερ να κρυώνει στο πιάτο του, διαλυμένο και αφάγωτο, μέχρι που τακτοποιήθηκε το ζήτημα, ζήτησε μια δωρεάν σαλάτα λαχανικών και ο σερβιτόρος αποχώρησε. Κάθονταν αμίλητοι μέσα στα ερείπια της βραδιάς τους, μπροστά από δύο πιάτα που κανείς τους δεν ήθελε να φάει, και η Έμμα ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Πολύ ωραία. Θαυμάσια» είπε ο Ντέξτερ και πέταξε φουρκισμένος την πετσέτα του στο τραπέζι. Η Έμμα ήθελε να πάει στο σπίτι της. Ξέχνα το επιδόρπιο, παράτα και το πάρτι –εξάλλου, ήταν φανερό ότι δεν την ήθελε μαζί του– και πήγαινε σπίτι σου. Αν είχε γυρίσει στο μεταξύ και ο Ίαν, που ήταν καλός και νοιαζόταν και ήταν και ερωτευμένος μαζί της, θα μπορούσαν να καθίσουν και να μιλήσουν, ή απλώς να κουλουριαστούν αγκαλίτσα στον καναπέ να δουν τηλεόραση. «Λοιπόν» είπε ο Ντέξτερ σαρώνοντας με τη ματιά του την αίθουσα. «Πώς πάει η διδασκαλία;» «Παράτα το, Ντέξτερ» του είπε αυστηρά. «Τι είναι; Τι έκανα πάλι;» ρώτησε αγανακτισμένος, στρέφοντας απότομα το βλέμμα του προς το μέρος της. Του απάντησε ψυχρά. «Μην με ρωτάς, αν δεν σ’ ενδιαφέρει». «Μ’ ενδιαφέρει! Απλώς…» Ξαναγέμισε το ποτήρι του με κρασί. «Νόμιζα πως… θα έγραφες κάποτε ένα βιβλίο ή κάτι τέτοιο;» «Γράφω ένα βιβλίο ή κάτι τέτοιο, αλλά πρέπει να ζήσω κιόλας. Κάτι επίσης σημαντικό, Ντέξτερ, είναι ότι μου αρέσει η δουλειά μου και είμαι πολύ καλή δασκάλα!» «Δεν αμφιβάλλω! Απλώς, ξέρεις τι λένε… Όποιοι μπορούν…» Η Έμμα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μην χάσεις την ψυχραιμία σου. «Όχι, Ντέξτερ, δεν ξέρω. Πες μου. Τι λένε;» «Ξέρεις…» «Όχι. Σοβαρά, δεν ξέρω. Πες μου». «Δεν έχει σημασία». Ο Ντέξτερ άρχισε να τα χάνει.


«Θέλω να μάθω. Ολοκλήρωσε τη φράση σου. Όποιοι μπορούν…» Ο Ντέξτερ αναστέναξε και, υψώνοντας το ποτήρι του, είπε ορθά κοφτά: «Όποιοι μπορούν κάνουν, όποιοι δεν μπορούν διδάσκουν…». Του πέταξε την απάντησή της κατάμουτρα. «Κι αυτοί που διδάσκουν σου λένε να πας να γαμηθείς». Το ποτήρι με το κρασί της βρέθηκε ξαφνικά στην αγκαλιά του Ντέξτερ, καθώς η Έμμα έσπρωξε μπροστά το τραπέζι, πετάχτηκε όρθια, άρπαξε την τσάντα της και γκρεμίζοντας μπουκάλια πάνω σε πιάτα, καθώς στριμωχνόταν για να βγει από το σεπαρέ, ξεκίνησε να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα απ’ αυτό το απαίσιο, απαίσιο μέρος. Γύρω της άνθρωποι στρέφονταν και την κοίταζαν κατάπληκτοι, μα δεν την ένοιαζε, ήθελε μόνο να βγει έξω. Μην κλάψεις, δεν θα κλάψεις τώρα, διέταξε τον εαυτό της και, ρίχνοντας μια ματιά πίσω, είδε τον Ντέξτερ να σκουπίζεται φουρκισμένος, καθησυχάζοντας ταυτόχρονα το σερβιτόρο, και να σηκώνεται για να την ακολουθήσει. Στράφηκε πάλι μπροστά, άρχισε να τρέχει, και να σου μπροστά της το Κορίτσι με τα Τσιγάρα να κατεβαίνει τη σκάλα, σβέλτη και άνετη με τα ατέλειωτα πόδια της και τα πανύψηλα τακούνια της και ένα πλατύ χαμόγελο στο κατακόκκινο στόμα της. Παρά τον όρκο που είχε δώσει στον εαυτό της, η Έμμα ένιωσε δάκρυα ταπείνωσης να της καίνε τα μάτια και ξαφνικά βρέθηκε να τρικλίζει στη σκάλα, σκόνταψε πάνω σ’ εκείνες τις γελοίες, γελοίες γόβες και άκουσε πίσω της ένα ομαδικό πνιχτό επιφώνημα από τους θαμώνες, καθώς έπεφτε με τα γόνατα στο σκαλοπάτι. Το Κορίτσι με τα Τσιγάρα ήρθε αμέσως δίπλα της και την έπιασε από τον αγκώνα με μια εκνευριστική έκφραση αληθινής έγνοιας. «Είσαι καλά;» «Ναι, ευχαριστώ, δεν είναι τίποτε…» Τώρα είχε φτάσει κοντά της και ο Ντέξτερ· τη βοηθούσε κι αυτός να σηκωθεί. Η Έμμα τίναξε απότομα το χέρι του από πάνω της. «Παράτα με, Ντέξτερ!» «Μην φωνάζεις, ηρέμησε…» «Δεν θέλω να ηρεμήσω!» «Εντάξει, συγγνώμη, συγγνώμη. Για ό,τι κι αν μου έχεις θυμώσει, συγγνώμη!» Η Έμμα στράφηκε και τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν από θυμό. «Δεν ξέρεις για τι;» «Όχι! Πάμε πίσω στο τραπέζι να μου πεις!» Αλλά η Έμμα συνέχισε να ανεβαίνει, έφτασε επάνω, έσπρωξε την παλινδρομική πόρτα, την έσπρωξε ξανά προς τα πίσω για να κλείσει, και η μεταλλική κόχη χτύπησε με δύναμη τον Ντέξτερ στο γόνατο. Την ακολούθησε έξω στο δρόμο κουτσαίνοντας. «Αυτό που κάνεις είναι ανόητο, έχουμε πιει και οι δυο, αυτό είναι…» «Όχι. Εσύ έχεις πιει. Είσαι πάντα πιωμένος, ή φτιαγμένος, ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, κάθε φορά που βρισκόμαστε. Καταλαβαίνεις ότι έχω να σε δω νηφάλιο, πόσο, τρία χρόνια; Έχω ξεχάσει πώς είσαι κανονικά, δεν κάνεις τίποτε άλλο παρά να κοκορεύεσαι για τον εαυτό σου και τους καινούριους φίλους σου, ή να τρέχεις κάθε δέκα λεπτά στην τουαλέτα – δεν ξέρω αν είναι δυσεντερία ή κόκα· ό,τι κι αν είναι, είναι μεγάλη γαϊδουριά και, κυρίως, απελπιστικά βαρετό. Ακόμα και όταν μιλάμε, μονίμως κοιτάζεις πάνω απ’ τον ώμο μου, μήπως και σου προκύψει τίποτε καλύτερο…» «Δεν είναι έτσι!»


«Έτσι είναι, Ντέξτερ! Και, ξέρεις κάτι; Σκασίλα μου! Τηλεπαρουσιαστής είσαι, Ντεξ, δεν ανακάλυψες την πενικιλίνη. Μιλάμε για τηλεόραση και μάλιστα για άθλια τηλεόραση! Στα τσακίδια, λοιπόν. Αρκετά!» Στέκονταν στο πεζοδρόμιο της Γουόρντορ Στριτ, ανάμεσα στους περαστικούς, κάτω από το θαμπό φως του καλοκαιρινού δειλινού. «Πάμε κάπου να το συζητήσουμε». «Δεν θέλω να το συζητήσω, θέλω να πάω σπίτι μου…» «Σε παρακαλώ, Εμ;» «Παράτα με, Ντέξτερ, εντάξει;» «Μην κάνεις σαν υστερική. Έλα εδώ». Την έπιασε ξανά από το μπράτσο και, βλακωδώς, προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Τον έσπρωξε πέρα, αλλά δεν την άφηνε. Τώρα τους χάζευαν οι περαστικοί, ένα από τα πολλά ζευγάρια που τσακώνονταν στους δρόμους του Σόχο Σάββατο βράδυ, και η Έμμα υποχώρησε, και τον άφησε να την τραβήξει σε ένα πλαϊνό ήσυχο δρομάκι. Για λίγο έμειναν αμίλητοι και ο Ντέξτερ έκανε ένα δυο βήματα πίσω, για να την παρατηρήσει καλύτερα. Του είχε γυρισμένη την πλάτη, σκούπιζε τα μάτια της με τη ράχη του χεριού της, και του φάνηκε ξαφνικά ότι δεν είχε χαθεί κάθε ελπίδα. Του μίλησε τελικά, με φωνή χαμηλή και ήρεμη, αλλά πάντα με πρόσωπο προς τον τοίχο. «Γιατί είσαι έτσι, Ντέξτερ;» «Πώς είμαι;» «Ξέρεις πώς». «Απλώς είμαι ο εαυτός μου!» Η Έμμα γύρισε σαν σβούρα προς το μέρος του. «Όχι, δεν είσαι. Ξέρω πώς είσαι κανονικά και δεν είναι αυτό το πράγμα! Είναι φρικτό! Έχεις γίνει απαίσιος, Ντεξ. Εννοώ, και παλιά γινόσουν λιγάκι απαίσιος καμιά φορά, εντελώς εγωκεντρικός, αλλά ήσουν και αστείος και πολύ γλυκός κάποιες φορές και σε ενδιέφεραν και άλλοι άνθρωποι πέρα από τον εαυτό σου. Τώρα έχεις ξεφύγει εντελώς, με όλο αυτό το πιοτό, τα ναρκωτικά…» «Απλώς περνάω καλά!» Η Έμμα δεν το σχολίασε, μόνο ρουθούνισε σαρκαστικά και τον κοίταξε με δυο μάτια πασαλειμμένα από μάσκαρα. «Και μερικές φορές παρασύρομαι, αυτό είναι όλο. Αν εσύ δεν με… έκρινες συνεχώς…» «Αυτό κάνω; Δεν νομίζω. Προσπαθώ να μην το κάνω. Αλλά δεν…» Σταμάτησε, κούνησε το κεφάλι της. «Ξέρω ότι πέρασες δύσκολα τα τελευταία χρόνια, προσπάθησα να δείξω κατανόηση, με τη μητέρα σου και όλα αυτά, όμως…» «Συνέχισε». «Νομίζω ότι δεν είσαι πια αυτός που ήξερα. Δεν είσαι φίλος μου πλέον. Αυτά». Δεν βρήκε τίποτε να της απαντήσει και έμειναν μερικές στιγμές αμίλητοι, ώσπου η Έμμα άπλωσε το χέρι της, έπιασε το δικό του και το κράτησε. «Ίσως… ήταν μέχρι εδώ» είπε. «Ίσως εδώ τελειώνει». «Τελειώνει; Τι τελειώνει;» «Εμείς. Εσύ κι εγώ. Η φιλία μας. Είχα ανάγκη να σου μιλήσω για κάποια πράγματα, Ντέξτερ.


Για τον Ίαν κι εμένα. Αν ήσουν φίλος μου θα ένιωθα άνετα να σου τα πω, αλλά δεν μπορώ και, αν δεν μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτά, τότε τι είσαι για μένα; Τι είμαστε ο ένας για τον άλλον;» «Πώς “τι είμαστε”;» «Το είπες κι εσύ, οι άνθρωποι αλλάζουν, δεν έχει νόημα να το παίρνουμε κατάκαρδα. Συνεχίζουμε τη ζωή μας, βρίσκουμε άλλους». «Ναι, αλλά δεν εννοούσα εμάς…» «Γιατί όχι;» «Γιατί εμείς είμαστε… εμείς. Είμαστε ο Ντέξτερ και η Έμμα. Δεν είμαστε;» Η Έμμα ανασήκωσε τους ώμους της. «Ίσως ξεπεράσαμε ο ένας τον άλλον». Ο Ντέξτερ το σκέφτηκε για λίγο. «Πιστεύεις ότι εγώ ξεπέρασα εσένα ή εσύ ξεπέρασες εμένα;» Η Έμμα σκούπισε τη μύτη της με τη ράχη του χεριού της. «Πιστεύω ότι με θεωρείς… βαρετή. Πιστεύω ότι νομίζεις πως σου χαλάω το στιλ. Πιστεύω ότι έπαψα να σε ενδιαφέρω σαν άνθρωπος». «Δεν νομίζω ότι είσαι βαρετή, Έμμα». «Ούτε εγώ! Ούτε εγώ το νομίζω! Αντίθετα, νομίζω ότι είμαι μοναδική, αρκεί να μπορούσες να το εκτιμήσεις, και νομίζω πως κάποτε το εκτιμούσες! Αν τώρα δεν το εκτιμάς, ή προτιμάς να το αγνοείς, έχει καλώς. Όμως, δεν πρόκειται να ανεχτώ πια να μου φέρεσαι με τέτοιο τρόπο». «Με τι τρόπο;» Η Έμμα αναστέναξε και άφησε να περάσουν μερικές στιγμές πριν του απαντήσει. «Σαν να εύχεσαι συνεχώς να βρισκόσουν κάπου αλλού, με κάποια άλλη». Θα μπορούσε να το αρνηθεί, αλλά το Κορίτσι με τα Τσιγάρα περίμενε στο εστιατόριο με τον αριθμό του κινητού του χωμένο στην καλτσοδέτα της. Αργότερα το ξανασκέφτηκε, αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να είχε πει κάτι για να το σώσει το πράγμα, ένα αστείο ίσως. Όμως εκείνη τη στιγμή δεν του ερχόταν τίποτε. Η Έμμα άφησε το χέρι του. «Στο καλό» του είπε. «Πήγαινε στο πάρτι σου. Απαλλάσσεσαι από μένα. Είσαι ελεύθερος». Ο Ντέξτερ προσπάθησε να γελάσει κυνικά, αλλά δεν του βγήκε. «Μιλάς σαν να μου δίνεις τα παπούτσια στο χέρι!» Η Έμμα χαμογέλασε θλιμμένα. «Ναι, κατά κάποιο τρόπο. Δεν είσαι πια αυτός που ήσουν, Ντέξτερ. Και, ειλικρινά, μου άρεσε πάρα, πάρα πολύ ο παλιός. Θα ήθελα να τον ξαναβρώ, αλλά στο μεταξύ, λυπάμαι, δεν θέλω να μου τηλεφωνήσεις ξανά». Του γύρισε την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται με αργά βήματα στο δρομάκι, προς την κατεύθυνση της Λέστερ Σκουέαρ. Για μια στιγμή ο Ντέξτερ είχε μια φευγαλέα αλλά ολοκάθαρη ανάμνηση από την ημέρα της κηδείας της μητέρας του: αυτός κουβάρι στο πάτωμα του μπάνιου και η Έμμα να τον κρατάει αγκαλιά και να του χαϊδεύει το κεφάλι. Κι όμως, είχε καταφέρει να το θεωρεί αυτό ένα τίποτα, να το έχει πετάξει στα σκουπίδια. Την ακολούθησε για λίγο, μιλώντας από απόσταση. «Έλα τώρα, Εμ, είμαστε ακόμη φίλοι, δεν είμαστε; Ξέρω ότι είμαι λίγο περίεργος τελευταία. Είναι επειδή…» Εκείνη σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά δεν στράφηκε, και ο Ντέξτερ κατάλαβε ότι έκλαιγε. «Έμμα;» Ξαφνικά η Έμμα στράφηκε απότομα, ήρθε κοντά του, έπιασε το πρόσωπό του με τα δυο της χέρια, ένιωσε το μάγουλό της υγρό και ζεστό να ακουμπάει στο δικό του, τη φωνή της χαμηλή


και γρήγορη πάνω στ’ αυτί του και, για μια υπέροχη στιγμή, νόμιζε ότι τον είχε συγχωρέσει. «Σ’ αγαπάω πολύ, Ντέξτερ. Πάρα, πάρα πολύ και νομίζω πως θα σ’ αγαπάω για πάντα». Τα χείλη της άγγιξαν το μάγουλό του. «Αλλά δεν μου αρέσεις πια σαν άνθρωπος. Λυπάμαι». Κι ύστερα έφυγε, κι αυτός απέμεινε να στέκεται μόνος σ’ εκείνο το δρομάκι, προσπαθώντας να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει στη συνέχεια. Ο Ίαν γυρίζει σπίτι λίγο πριν τα μεσάνυχτα και βρίσκει την Έμμα κουλουριασμένη στον καναπέ, να βλέπει στην τηλεόραση μια παλιά ταινία. «Νωρίς γύρισες. Πώς ήταν το Χρυσό Αγόρι;» «Απαίσιος» μουρμουρίζει η Έμμα. Αν ο Ίαν αισθάνεται αγαλλίαση ακούγοντάς το, δεν το αφήνει να φανεί. «Γιατί, τι έγινε;» «Δεν θέλω να το συζητήσω. Όχι απόψε». «Γιατί όχι; Έμμα, πες μου! Σου είπε κάτι; Τσακωθήκατε;» «Ίαν, μου κάνεις τη χάρη; Όχι απόψε. Έλα κάθισε εδώ, εντάξει;» Μαζεύεται για να του κάνει χώρο στον καναπέ και ο Ίαν προσέχει το ντύσιμό της, κάτι που ποτέ δεν έχει φορέσει για χάρη του. «Έτσι πήγες ντυμένη;» Η Έμμα πιάνει τον ποδόγυρο του φορέματος και κοιτάζει το ύφασμα. «Ήταν λάθος». «Είσαι πολύ όμορφη». Η Έμμα κουλουριάζεται πάνω του, γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του. «Πώς πήγε η αποψινή εμφάνιση;» «Όχι πολύ καλά». «Έκανες το νούμερο με τις γάτες και τους σκύλους;» «Αχά». «Και; Σε γιουχάισαν, σε διέκοψαν;» «Σε μερικά σημεία». «Ίσως δεν είναι το καλύτερο νούμερό σου». «Έπεσε λίγο κράξιμο». «Είναι κι αυτό μέρος του παιχνιδιού. Συμβαίνει σε όλους, λίγο πολύ». «Μάλλον. Απλώς μερικές φορές φοβάμαι…» «Τι;» «Ότι ίσως δεν είμαι… και τόσο αστείος». Η Έμμα μιλάει με τα χείλη της πάνω στο στήθος του. «Ίαν;» «Τι είναι;» «Είσαι πολύ πολύ αστείος». «Ευχαριστώ, Εμ». Ακουμπάει το κεφάλι του πάνω στο δικό της και σκέφτεται το βυσσινί κουτάκι με την επένδυση από μετάξι, που περιέχει το δαχτυλίδι των αρραβώνων. Εδώ και δεκαπέντε μέρες το κρατάει κρυμμένο μέσα σε ένα ζευγάρι διπλωμένες μάλλινες κάλτσες, περιμένοντας τη σωστή στιγμή. Όχι τώρα, σε τρεις εβδομάδες, όταν θα βρίσκονται στην Κέρκυρα, δίπλα στη θάλασσα. Φαντάζεται ένα μικρό εστιατόριο με θέα το Ιόνιο, ένα βράδυ με πανσέληνο, την Έμμα με έξωμο φόρεμα, μαυρισμένη, χαμογελαστή, και ίσως μια πιατέλα με φρέσκα καλαμάρια ανάμεσά τους. Φαντάζεται να της δίνει το δαχτυλίδι με τρόπο που θα την κάνει να γελάσει. Καιρό τώρα


προβάρει στο μυαλό του διάφορα κωμικά σενάρια – να το ρίξει στο ποτήρι του κρασιού της όταν η Έμμα θα έχει πάει στην τουαλέτα, ή να το βρει αυτός μέσα στο στόμα της ψητής τσιπούρας που θα έχει παραγγείλει και να κάνει παράπονα στο γκαρσόνι. Να το ανακατέψει με τα δαχτυλίδια των καλαμαριών – και αυτό θα είχε πολύ πλάκα. Ή να της το δώσει έτσι απλά. Προβάρει στο μυαλό του τα λόγια. Θέλω να γίνεις γυναίκα μου, Έμμα Μόρλεϋ. Θέλω να σε παντρευτώ. «Σ’ αγαπώ πολύ, Εμ» λέει. «Κι εγώ σ’ αγαπώ» λέει η Έμμα. «Κι εγώ». Το Κορίτσι με τα Τσιγάρα περνάει το εικοσάλεπτο διάλειμμά της στο μπαρ, με ένα σακάκι ριγμένο πάνω από τη στολή της, αργοπίνοντας ένα ουίσκι και ακούγοντας τον τύπο να μιλάει ασταμάτητα για τη φίλη του, εκείνο το όμορφο κορίτσι που έπεσε στη σκάλα. Απ’ ό,τι καταλαβαίνει, είχαν τσακωθεί για κάτι. Το Κορίτσι με τα Τσιγάρα ακούει χωρίς να ακούει πραγματικά τον ατέλειωτο μονόλογο του τύπου, κουνώντας πού και πού το κεφάλι και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο ρολόι της. Είναι δώδεκα παρά πέντε και πρέπει να επιστρέψει στη δουλειά. Από τις δώδεκα ως τη μία πέφτουν τα καλύτερα πουρμπουάρ, καθώς η λαγνεία και η βλακεία της αντρικής πελατείας του μαγαζιού χτυπάνε κόκκινο. Πέντε λεπτά ακόμα και έφυγε. Τον αναγνωρίζει τον τύπο, από εκείνη την ηλίθια εκπομπή στην τηλεόραση –δεν είναι αυτός που τα έχει με τη Σούκι Μέντοουζ;– αλλά δεν μπορεί με τίποτα να θυμηθεί το όνομά του. Αλήθεια, την παρακολουθεί κανείς αυτή την εκπομπή; Το κοστούμι του έχει λεκέδες από κρασί, οι τσέπες φουσκώνουν γεμάτες κλειστά πακέτα Marlboro Lights, η μύτη του γυαλίζει, η αναπνοή του μυρίζει άσχημα. Και το χειρότερο απ’ όλα, δεν έχει μπει καν στον κόπο να τη ρωτήσει πώς τη λένε. Το Κορίτσι με τα Τσιγάρα λέγεται Τσέρυλ Τόμσον. Τις καθημερινές εργάζεται ως νοσοκόμα, δουλειά εξαντλητική, και κάνει και μερικά σκόρπια μεροκάματα στο Ποσειδών, γιατί ο διευθυντής του μαγαζιού είναι παλιός συμμαθητής της και τα πουρμπουάρ εδώ είναι απίστευτα, αν είσαι διατεθειμένη να φλερτάρεις λιγάκι. Πίσω στο σπίτι, στο διαμέρισμά τους στο Κίλμπερν, την περιμένει ο αρραβωνιαστικός της, ο Μίλο. Ιταλός, δυο μέτρα παλικάρι, πρώην ποδοσφαιριστής, νοσοκόμος κι αυτός τώρα. Πολύ ωραίος άντρας. Θα παντρευτούν τον Σεπτέμβρη. Θα του τα έλεγε όλα αυτά του τύπου, αν τη ρωτούσε, αλλά δεν τη ρώτησε, κι έτσι, δύο λεπτά πριν τα μεσάνυχτα, ανήμερα του Αγίου Σουίδιν, ζητάει συγγνώμη –πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά μου, δεν μπορώ να έρθω στο πάρτι, ναι, έχω το τηλέφωνό σου, εύχομαι να τα ξαναβρείτε με τη φίλη σου– και αφήνει τον τύπο μόνο του στο μπαρ να παραγγέλνει ακόμα ένα ποτό.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


1996-2001 Μετά τα τριάντα «Κάποιες φορές το νιώθεις όταν συμβαίνουν οι μεγάλες στιγμές σου και κάποιες άλλες, αναδύονται από το παρελθόν. Ίσως συμβαίνει το ίδιο και με τους ανθρώπους». Τζέιμς Σάλτερ, Burning the Days

4. Mayhem: βαβούρα, χαμός. (Σ.τ.Μ.)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Άδραξε τη μέρα ΔΕΥΤΕΡΑ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1996

Λέυτονστοουν και Γουολθάμστοου Η Έμμα Μόρλεϋ είναι ξαπλωμένη ανάσκελα στο πάτωμα του γραφείου του διευθυντή, με το φόρεμά της ανεβασμένο ως τη μέση, και ανασαίνει αργά από το στόμα. «Α, να μην το ξεχάσω. Η Ενάτη τάξη χρειάζεται καινούριες φωτοτυπίες του Cider with Rosie». «Θα δω τι μπορώ να κάνω» λέει ο διευθυντής κουμπώνοντας το πουκάμισό του. «Τώρα που με έχεις εδώ στη μοκέτα σου, υπάρχει τίποτε άλλο που να θέλεις να συζητήσουμε; Οικονομικά, στατιστικά στοιχεία; Οτιδήποτε θα ήθελες να ξαναπεράσουμε». «Εγώ θέλω να ξαναπεράσω εσένα» της λέει, καθώς ξαπλώνει πάλι δίπλα της και τρίβει τη μύτη του στο λαιμό της. Ο κύριος Γκοντάλμινγκ –ο Φιλ– είναι εξπέρ σε τέτοιου είδους υπονοούμενα. «Τι σημαίνει αυτό; Δεν σημαίνει τίποτε». Η Έμμα τον αποδοκιμάζει, τον σπρώχνει μακριά της και αναρωτιέται γιατί μετά το σεξ, ακόμα και όταν το ευχαριστιέται, είναι πάντα τόσο εριστική. Μένουν για λίγο ακίνητοι στο πάτωμα. Είναι έξι και μισή το απόγευμα, τέλος εξαμήνου και το Δημόσιο Σχολείο της Κρόμγουελ Ρόουντ έχει εκείνη την περίεργη ησυχία του σχολείου τις ώρες μετά το τέλος των μαθημάτων. Οι καθαρίστριες έχουν κάνει το γύρο τους, η πόρτα του γραφείου είναι κλειδωμένη από μέσα, αλλά και πάλι η Έμμα αισθάνεται νευρικότητα. Δεν θα έπρεπε λογικά να υπάρχει μια έξαψη μετά, μια αίσθηση επικοινωνίας ή ψυχικής ευφορίας; Τους τελευταίους εννιά μήνες κάνει έρωτα πάνω σε βιομηχανική μοκέτα, σε πλαστικές καρέκλες και σε γραφεία από φορμάικα. Ο Φιλ, που νοιάζεται το προσωπικό του, έχει βγάλει το μαξιλάρι από αφρολέξ από την καρέκλα του γραφείου του, και τώρα ακουμπάνε πάνω του οι γοφοί της, αλλά και πάλι πολύ θα ήθελε, έστω και μια φορά, να κάνει σεξ πάνω σε κάτι που να μην κολλάει στο δέρμα της. «Ξέρεις;» λέει ο κύριος διευθυντής. «Τι;» «Είσαι το κάτι άλλο» λέει ο Φιλ και ζουλάει το στήθος της για έμφαση. «Δεν ξέρω τι θα κάνω έξι βδομάδες χωρίς εσένα». «Θα θρέψουν τουλάχιστον τα γδαρσίματα που έχεις από τη μοκέτα». «Έξι βδομάδες χωρίς εσένα». Τα γένια του γρατσουνίζουν το λαιμό της. «Θα τρελαθώ από πόθο…» «Έχεις και την κυρία Γκοντάλμινγκ αν ζοριστείς πολύ» λέει η Έμμα και ακούει την ίδια της τη φωνή, στρυφνή και πικρόχολη. Ανακάθεται και κατεβάζει το φόρεμά της μέχρι τα γόνατα. «Εκτός αυτού, νόμιζα ότι οι μακριές διακοπές είναι από τα τυχερά του επαγγέλματος. Εσύ μου το είχες πει αυτό. Όταν έκανα την αίτηση για να προσληφθώ…»


Από το ύψος της μοκέτας, ο κύριος διευθυντής την κοιτάζει με παράπονο. «Μην το κάνεις αυτό, Έμμα». «Ποιο;» «Μην το παίζεις ριγμένη». «Συγγνώμη». «Ούτε εγώ είμαι σε καλύτερη θέση». «Με τη διαφορά ότι εγώ νομίζω πως είσαι». «Όχι, δεν είμαι. Ας μην το χαλάσουμε τώρα, ε;» Ακουμπάει το χέρι του στην πλάτη της σαν να θέλει να την παρηγορήσει. «Είναι η τελευταία φορά μας μέχρι τον Σεπτέμβρη». «Ωραία, είπα συγγνώμη, εντάξει;» Για να σηματοδοτήσει την αλλαγή διάθεσης, η Έμμα στρίβει από τη μέση κι επάνω, σκύβει, τον φιλάει και κάνει να τραβηχτεί, αλλά εκείνος την πιάνει από τον αυχένα, συνεχίζει το φιλί κι αρχίζει να τρίβεται απαλά επάνω της. «Χριστέ μου, θα μου λείψεις!» «Ξέρεις τι νομίζω ότι πρέπει να κάνεις;» λέει η Έμμα πάνω στο στόμα του. «Κάτι ριζικό». Την κοιτάζει ανήσυχος. «Για συνέχισε…» «Φέτος το καλοκαίρι, με το που θα κλείσει το σχολείο…» «Πες μου». Αγγίζει με το δάχτυλό της το πιγούνι του. «Να ξυρίσεις το μούσι σου». «Αποκλείεται!» της λέει και ανασηκώνεται. «Τόσον καιρό μαζί σου και δεν ξέρω πώς είσαι!» «ΕΤΣΙ είμαι!» «Ναι, αλλά το πρόσωπό σου, το αληθινό σου πρόσωπο; Μπορεί να είσαι ωραίος, δεν αποκλείεται». Ακουμπάει το χέρι της στο μπράτσο του και τον σπρώχνει πίσω στο πάτωμα. «Τι κρύβεται πίσω από τη μάσκα; Άφησέ με να σε δω, Φιλ. Να μάθω ποιος είσαι πραγματικά». Γελάνε και οι δυο, νιώθοντας άνετα και πάλι. «Θα απογοητευόσουν» της λέει, χαϊδεύοντας το μούσι του σαν πολυαγαπημένο κατοικίδιο. «Επιπλέον, η επιλογή μου είναι ή γένια ή ξύρισμα τρεις φορές την ημέρα. Κάποτε ξυριζόμουν το πρωί και κατά το μεσημέρι φαινόμουν ήδη σαν διαρρήκτης. Έτσι αποφάσισα να αφήσω μούσι. Άλλωστε έχει και ένα συμβολισμό». «Α, συμβολισμό». «Είναι αντικομφορμιστικό. Αρέσει στα παιδιά. Δείχνω λιγότερο αυστηρός». Η Έμμα γελάει πάλι. «Δεν είμαστε στο 1973, Φιλ. Το μούσι σήμερα σημαίνει άλλα πράγματα». Εκείνος αμύνεται, ανασηκώνει τους ώμους του. «Στη Φιόνα αρέσει. Λέει ότι έχω μικρό πιγούνι και μου το καλύπτει». Πέφτει σιωπή, όπως κάθε φορά που αναφέρεται η γυναίκα του. Για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, ο Φιλ λέει: «Και φυσικά, το ξέρεις πως τα παιδιά με φωνάζουν Μούσι». «Μπα, τι μου λες; Δεν το ήξερα». Ο Φιλ γελάει, και η Έμμα χαμογελάει. «Όχι Μούσι. Το Μούσι. Με άρθρο, κύριε Μαϊμούδη». Ο Φιλ ανακάθεται απότομα και σμίγει τα φρύδια του αυστηρά. «Κύριε Μαϊμούδη;» «Έτσι σε λένε».


«Ποιοι;» «Τα παιδιά». «Μαϊμούδη;» «Δεν το ήξερες;» «Όχι!» «Ουπς. Συγγνώμη». Ο Φιλ πέφτει πίσω στο πάτωμα, μουτρωμένος και πειραγμένος. «Δεν το πιστεύω ότι με φωνάζουν Μαϊμούδη!» «Στ’ αστεία το λένε» τον καθησυχάζει η Έμμα. «Χαϊδευτικά». «Εμένα δεν μου ακούγεται σαν χαϊδευτικό». Τρίβει το πιγούνι του σαν να παρηγορεί το πολυαγαπημένο κατοικίδιο. «Είναι επειδή έχω πολλή τεστοστερόνη» καταλήγει. Η λέξη «τεστοστερόνη» είναι αρκετή για να τον διεγείρει ξανά. Τραβάει την Έμμα στο πάτωμα και αρχίζει πάλι να τη φιλάει με πάθος. Φιλί με γεύση από ταγκισμένο καφέ και λευκό κρασί από το μπουκάλι που κρατάει κρυμμένο στο ντουλαπάκι του. «Θα μου αφήσεις κοκκινίλες στο λαιμό» λέει η Έμμα. «Και λοιπόν;» «Θα μας καταλάβουν». «Έχουν σχολάσει όλοι». Το χέρι του βρίσκεται ήδη ψηλά στο μηρό της όταν χτυπάει το τηλέφωνο πάνω στο γραφείο του και τραβιέται απότομα σαν να τον δάγκωσε κάτι. Σηκώνεται παραπατώντας. «Μην απαντάς!» γρυλίζει η Έμμα. «Δεν γίνεται να μην απαντήσω!» Ανεβάζει βιαστικά το παντελόνι του, λες κι αν μιλήσει στη Φιόνα γυμνός από τη μέση και κάτω θα είναι διπλή προδοσία, λες και τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί να ακουστεί ξεβράκωτος στο τηλέφωνο. «Έλα! Γεια σου, αγάπη! Ναι, ξέρω! Στην πόρτα με πρόλαβες…» Συζητιούνται διάφορα οικιακής φύσης ζητήματα –ζυμαρικό ή ομελέτα, τηλεόραση ή DVD– και η Έμμα αποστασιοποιείται από την οικογενειακή ζωή του εραστή της, μαζεύοντας το κιλοτάκι της κάτω από το γραφείο του, όπου βρίσκεται πεταμένο ανάμεσα σε συνδετήρες, χνούδια και καπάκια από στιλό. Ντύνεται και πηγαίνει μπροστά στο παράθυρο. Οι λεπτές μεταλλικές περσίδες είναι γεμάτες σκόνη, ένα ροζ φως χτυπάει την πτέρυγα Φυσικών Επιστημών απέναντι, και η Έμμα εύχεται ξαφνικά να βρισκόταν σε κάποιο πάρκο, σε κάποια παραλία ή σε μια πλατεία κάποιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, οπουδήποτε τέλος πάντων, μακριά απ’ αυτό το πνιγηρό δωμάτιο παρέα με έναν παντρεμένο. Πώς γίνεται να ξυπνάς μια μέρα, να έχεις περάσει τα τριάντα και να είσαι η ερωμένη κάποιου; Η λέξη είναι απωθητική, δουλική, και θα προτιμούσε να μην υπάρχει καν στο μυαλό της, αλλά δεν μπορεί να σκεφτεί καμιά άλλη. Είναι η ερωμένη του αφεντικού και το καλύτερο που μπορεί να πει για τη συγκεκριμένη κατάσταση είναι ότι ευτυχώς που δεν υπάρχουν και παιδιά στη μέση. Με τον Φιλ τα είχαν φτιάξει –άλλη μια απαίσια λέξη– τον περασμένο Σεπτέμβρη μετά τις καταστροφικές διακοπές στην Κέρκυρα και το δαχτυλίδι των αρραβώνων στο πιάτο με τα καλαμάρια. «Νομίζω ότι θέλουμε διαφορετικά πράγματα» ήταν το καλύτερο που βρήκε να


απαντήσει στον Ίαν και όλο το υπόλοιπο ατέλειωτο, ατέλειωτο δεκαπενθήμερο ήταν μια θολή κακή ανάμνηση από μούτρα, εγκαύματα από τον ήλιο, μεμψιμοιρία και άγχος για το αν ο κοσμηματοπώλης θα δεχόταν πίσω το δαχτυλίδι. Δεν υπάρχει πιο μελαγχολικό πράγμα στον κόσμο από ένα ανεπιθύμητο δαχτυλίδι αρραβώνων. Αφημένο μέσα στη βαλίτσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους, ακτινοβολούσε θλίψη σαν ραδιενεργό υλικό. Επέστρεψε από τις διακοπές της μαυρισμένη και δυστυχής. Η μητέρα της, που ήξερε για την πρόταση, και είχε ήδη ψωνίσει το δικό της φόρεμα για το γάμο, της φώναζε και της γκρίνιαζε επί βδομάδες, μέχρι που η Έμμα έφτασε σε σημείο να αναρωτιέται μήπως δεν είχε κάνει καλά που απέρριψε την προσφορά. Όμως, λέγοντας «ναι» θα ήταν σαν να υποχωρούσε, και ήξερε από τα μυθιστορήματα ότι δεν πρέπει ποτέ να υποχωρείς στο ζήτημα του γάμου. Το ζήτημά της λύθηκε όταν τα έφτιαξε με τον Φιλ. Σε μια επαγγελματική συνάντηση ρουτίνας στο γραφείο του, την πήραν ξαφνικά τα κλάματα κι εκείνος σηκώθηκε αμέσως από το γραφείο του και ακούμπησε τα χείλη του στην κορυφή του κεφαλιού της, σχεδόν σαν να της έλεγε «επιτέλους». Μετά τη δουλειά την πήγε σε ένα καλό στέκι που ήξερε, μια παμπ-μαγειρείο, όπου μπορούσες να πιεις καλή μπίρα και το φαγητό ήταν εξαιρετικό. Πήραν σκοτσέζικο φιλέτο και σαλάτα με κατσικίσιο τυρί και, με τα γόνατά τους να ακουμπάνε κάτω από το τραπέζι, η Έμμα τού είπε τα πάντα. Μετά το δεύτερο μπουκάλι κρασί, το ζήτημα ήταν πλέον καθαρά τυπικό: η αγκαλιά που έγινε φιλί μέσα στο ταξί της επιστροφής, ο κίτρινος υπηρεσιακός φάκελος μέσα στη θυρίδα της στο σχολείο την άλλη μέρα (Σχετικά με χτες το βράδυ, σε σκέφτομαι συνέχεια. Είναι πολύς καιρός που αισθάνομαι έτσι. Πρέπει να μιλήσουμε. Πότε μπορούμε να τα πούμε;). Όλα όσα ήξερε η Έμμα περί παράνομης σχέσης προέρχονταν από τις δραματικές τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του εβδομήντα. Την είχε συνδέσει με Triumph καμπριολέ, λευκό σαμπανιζέ Cinzano, δεξιώσεις με ποικιλίες τυριών και κρασί, και με μεσήλικες, της μεσαίας τάξης κυρίως: γκολφ, γιοτ και παράνομες σχέσεις. Τώρα που το ζούσε η ίδια με όλα τα συνεπακόλουθα –κρυφές ματιές, χεράκια κάτω από το τραπέζι, δήθεν τυχαία αγγίγματα στο ντουλάπι με τη γραφική ύλη του σχολείου– διαπίστωνε με έκπληξη πόσο οικεία ήταν όλα αυτά και πόσο ισχυρός μπορεί να γίνει ο πόθος όταν συνδυαστεί με ενοχές και απέχθεια για τον εαυτό σου. Ένα βράδυ, μετά το σεξ πάνω στο σκηνικό της χριστουγεννιάτικης σχολικής παράστασης του Grease, ο Φιλ, με πολλή σοβαρότητα, της έδωσε ένα κουτάκι με περιτύλιγμα δώρου. «Ένα κινητό!» «Για την περίπτωση που θα έχω ανάγκη να ακούσω τη φωνή σου». Καθισμένη στο παραπέτο του σκηνικού, η Έμμα στύλωσε το βλέμμα της στο κουτί και αναστέναξε. «Ήταν μοιραίο να γίνει τελικά». «Τι συμβαίνει; Δεν σου αρέσει;» «Όχι, είναι υπέροχο». Η Έμμα θυμήθηκε τη σκηνή και χαμογέλασε. «Απλώς έχασα ένα στοίχημα με κάποιον». Ήταν φορές που, σεργιανίζοντας και συζητώντας σε ένα απόμερο κομμάτι του Hackney Marshes ένα γλυκό φθινοπωρινό απόγευμα, ή κρυφογελώντας με τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα του σχολείου ή μεθώντας με σανγκρία… ήταν φορές που η Έμμα νόμιζε ότι ήταν ερωτευμένη με τον Φιλ Γκοντάλμινγκ. Ήταν καλός άνθρωπος, με αρχές, αφοσιωμένος


δάσκαλος, αν και λίγο πομπώδης μερικές φορές. Είχε γλυκό βλέμμα, ήταν διασκεδαστικός. Και για πρώτη φορά στη ζωή της η Έμμα ήταν το αντικείμενο ενός σχεδόν ψυχαναγκαστικού ερωτικού πάθους. Βέβαια ο Φιλ, στα σαράντα πέντε του, ήταν ήδη κάποιας ηλικίας και το κορμί του, κάτω από την προβιά, ήταν λιγάκι σαν ζυμάρι, αλλά ήταν θερμός και παθιασμένος εραστής – πολύ παθιασμένος κάποιες φορές για τα γούστα της· έκανε μορφασμούς, έλεγε πράγματα. Δυσκολευόταν να το πιστέψει ότι ο ίδιος άνθρωπος που προήδρευε στη σύσκεψη για το φιλανθρωπικό έρανο ήταν δυνατόν να ξεστομίζει τέτοια λόγια. Ήταν φορές που της ερχόταν να σταματήσει πάνω στο σεξ και να τον μαλώσει: «Κύριε Γκοντάλμινγκ, λέτε βρομόλογα!». Όμως, έχουν περάσει πια εννιά μήνες, ο ενθουσιασμός έχει ξεθωριάσει και τώρα δυσκολεύεται όλο και πιο πολύ να καταλάβει τι γυρεύει εδώ, στημένη σε έναν έρημο σχολικό διάδρομο, ένα τόσο όμορφο καλοκαιρινό απόγευμα. Θα έπρεπε να ήταν με φίλους, ή με ένα σύντροφο που να είναι περήφανος γι’ αυτή, να μην την κρύβει από τον κόσμο. Με το κεφάλι κάτω, γεμάτη ενοχές και ντροπή, περιμένει έξω από τις τουαλέτες των αγοριών τον Φιλ, που πλένεται με υγρό σαπούνι. Η βοηθός Διευθυντή του Τμήματος Αγγλικής Λογοτεχνίας και Θεάτρου, που είναι και ερωμένη του. Θεέ μου! «Έτοιμος!» λέει ο Φιλ βγαίνοντας. Πιάνει το χέρι της –το δικό του είναι ακόμη υγρό από το πλύσιμο στο νιπτήρα– και το αφήνει διακριτικά αμέσως μόλις βγαίνουν έξω. Κλειδώνει την κεντρική πόρτα, ενεργοποιεί το συναγερμό και προχωράνε προς το αυτοκίνητό του διατηρώντας μια επαγγελματική απόσταση, με το χαρτοφύλακα του Φιλ ανάμεσά τους να αγγίζει κάθε τόσο το πλάι της γάμπας της. «Θα σε πήγαινα ως το μετρό, αλλά…» «Ας μην το ρισκάρουμε καλύτερα». Συνεχίζουν να περπατάνε. «Τέσσερις μέρες έμειναν!» λέει χαρωπά ο Φιλ για να γεμίσει τη σιωπή. «Πού θα πάτε αυτή τη φορά;» ρωτάει η Έμμα, ενώ ξέρει. «Κορσική. Για περπάτημα. Η Φιόνα λατρεύει το περπάτημα. Περπάτημα, περπάτημα, όλη μέρα περπάτημα, μια ζωή περπάτημα. Λες και είναι ο Γκάντι. Και το βράδυ, με το που βγάζει τα αρβυλάκια, πέφτει ξερή…» «Φιλ, σε παρακαλώ – μη». «Συγγνώμη. Συγγνώμη». Μικρή παύση. «Εσύ τι θα κάνεις;» τη ρωτάει για ν’ αλλάξει θέμα. «Ίσως πάω να δω τους δικούς μου στο Γιόρκσαϊρ. Να μείνω εκεί, να δουλέψω κυρίως». «Να δουλέψεις;» «Ξέρεις. Το βιβλίο που γράφω». «Α, το βιβλίο». Όπως όλοι, έτσι κι ο Φιλ το λέει σαν να μην την πιστεύει. «Δεν φαντάζομαι να είναι για σένα και για μένα; Αυτό που γράφεις;» «Όχι, δεν έχει σχέση». Έχουν φτάσει πια στο αυτοκίνητό του και ο Φιλ βιάζεται να φύγει. «Έτσι κι αλλιώς, δεν νομίζω ότι συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον μ’ εμάς τους δυο». Ο Φιλ έχει γείρει πάνω στο μπλε Ford Sierra του, έτοιμος για το μεγάλο αποχαιρετισμό, και τώρα του το χαλάει. Σμίγει τα φρύδια και το κάτω χείλος του ξεπετάγεται ρόδινο μέσα από το


μούσι. «Τι υποτίθεται πως σημαίνει αυτό τώρα;» «Δεν ξέρω, απλώς…» «Συνέχισε». «Εμείς, Φιλ, αυτό που έχουμε. Δεν είμαι ευτυχισμένη». «Είσαι δυστυχισμένη;» «Δεν είναι το ιδανικό, είναι; Μια φορά την εβδομάδα πάνω στη μοκέτα;» «Εμένα χαρούμενη μου φαίνεσαι». «Δεν εννοώ ικανοποιημένη. Θεέ μου, δεν μιλάω για το σεξ, μιλάω για… την όλη κατάσταση». «Εγώ είμαι καλά μ’ αυτό». «Είσαι; Είσαι πραγματικά;» «Απ’ όσο θυμάμαι κι εσύ ήσουν καλά». «Ενθουσιασμένη, ίσως, για ένα διάστημα». «Για όνομα Θεού, Έμμα!» Την κοιτάζει αυστηρά σαν να την τσάκωσε να καπνίζει κρυφά στην τουαλέτα στο διάλειμμα. «Πρέπει να φύγω! Γιατί ανοίγεις τέτοια συζήτηση πάνω που πρέπει να φύγω;» «Συγγνώμη, δεν…» «Χέσε με, ρε Έμμα, γαμώτο!» «Ε! Μην μου μιλάς εμένα έτσι!» «Όχι, απλώς, απλώς… Άσε να περάσουν οι διακοπές, εντάξει; Και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε». «Δεν νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι. Ή θα πάψουμε να βρισκόμαστε ή θα συνεχίσουμε έτσι και δεν πιστεύω ότι πρέπει να συνεχίσουμε…» Ο Φιλ χαμηλώνει τη φωνή του. «Μπορούμε να κάνουμε και κάτι άλλο… εγώ μπορώ». Κοιτάζει γύρω και, αφού σιγουρεύεται ότι είναι ασφαλείς, πιάνει το χέρι της. «Μπορώ να της το πω». «Δεν θέλω να της το πεις, Φιλ…» «Όταν φύγουμε για διακοπές, ή και πριν, την άλλη εβδομάδα…» «Δεν θέλω να της το πεις. Δεν έχει νόημα…» «Δεν έχει;» «Όχι!» «Γιατί εγώ πιστεύω πως έχει, πως θα μπορούσε να έχει». «Ωραία! Ας το συζητήσουμε το επόμενο εξάμηνο, ας… ξέρω κι εγώ, ας ορίσουμε από τώρα μια σύσκεψη των δύο». Ενθαρρυμένος ο Φιλ, σαλιώνει τα χείλη του, ελέγχοντας άλλη μια φορά αν τους βλέπεις κανείς. «Σ’ αγαπώ, Έμμα Μόρλεϋ». «Όχι» λέει αναστενάζοντας η Έμμα. «Όχι στ’ αλήθεια». Ο Φιλ χαμηλώνει το πιγούνι του σαν να την κοιτάζει πάνω από ένα ζευγάρι φανταστικά γυαλιά. «Νομίζω πως αυτό το ξέρω μόνο εγώ, Έμμα». Το σιχαίνεται όταν της μιλάει μ’ αυτό το δασκαλίστικο ύφος και τόνο φωνής. Της έρχεται να του ρίξει κλοτσιά στο καλάμι. «Καλύτερα να πηγαίνεις» του λέει. «Θα μου λείψεις, Έμμα…» «Να περάσεις καλά, αν δεν ξαναμιλήσουμε στο μεταξύ…»


«Δεν έχεις ιδέα πόσο θα μου λείψεις…» «Στην Κορσική, υπέροχα…» «Κάθε μέρα…» «Τα λέμε, Φιλ. Αντίο…» «Έλα…» Σηκώνει σαν ασπίδα το χαρτοφύλακά του και τη φιλάει. Πολύ διακριτικά, σκέφτεται η Έμμα, και δέχεται παθητικά το φιλί του. Ο Φιλ ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο αυτοκίνητο. Σκούρο μπλε Sierra, ό,τι πρέπει για ένα διευθυντή, με το ντουλαπάκι του ταμπλό φίσκα από στρατιωτικούς τοπογραφικούς χάρτες πεζοπορίας, της Ordance Survey. «Ακόμη δεν το πιστεύω ότι με φωνάζουν Μαϊμούδη…» μουρμουρίζει κουνώντας το κεφάλι του. Η Έμμα στέκεται για λίγο στο έρημο πάρκινγκ και τον κοιτάζει που φεύγει. Τριάντα ετών, μόνη και σχεδόν καθόλου ερωτευμένη με έναν παντρεμένο, αλλά ευτυχώς τουλάχιστον που δεν υπάρχουν και παιδιά στη μέση. Είκοσι λεπτά αργότερα στέκεται έξω από τη χαμηλή πολυκατοικία από κόκκινο τούβλο όπου στεγάζεται το διαμέρισμά της και βλέπει φως στο καθιστικό. Επέστρεψε ο Ίαν. Μπαίνει στον πειρασμό να ξαναφύγει όπως ήρθε, να πάει να τρυπώσει σε καμιά παμπ, ή στο σπίτι κανενός φίλου της για να περάσει η βραδιά, αλλά ξέρει ότι ο Ίαν θα κάθεται στην πολυθρόνα και θα την περιμένει με τα φώτα σβηστά, σαν πληρωμένος δολοφόνος. Έτσι, παίρνει βαθιά αναπνοή και ψάχνει για τα κλειδιά της. Το διαμέρισμα φαίνεται πολύ μεγαλύτερο απ’ όταν μετακόμισε ο Ίαν. Χωρίς τις βιντεοταινίες και τα box-sets, χωρίς τους φορτιστές, τους μετασχηματιστές και τα καλώδια, χωρίς τα διπλά LP σε βινύλιο, το καθιστικό φαίνεται σαν να το έχουν διαρρήξει πρόσφατα και της υπενθυμίζει για μια ακόμα φορά πόσα λίγα έχει να επιδείξει τα τελευταία οχτώ χρόνια. Από την κρεβατοκάμαρα ακούει συρσίματα. Αφήνει την τσάντα της και προχωράει αθόρυβα μέχρι την πόρτα. Τα περιεχόμενα των συρταριών της σιφονιέρας της βρίσκονται σκόρπια στο πάτωμα: γράμματα, τραπεζικές αποδείξεις, μισοσκισμένες χάρτινες θήκες με παλιές φωτογραφίες και αρνητικά. Αμίλητη και απαρατήρητη στέκεται στην πόρτα και παρακολουθεί για λίγο τον Ίαν, που ξεφυσάει στην προσπάθειά του να χώσει το χέρι του μέχρι το βάθος ενός συρταριού. Φοράει πάνινα αθλητικά χωρίς κορδόνια, ξεθωριασμένη βαμβακερή φόρμα και ασιδέρωτο πουκάμισο. Ρούχα επιλεγμένα πολύ προσεχτικά, ώστε να δείχνουν ακραίο συναισθηματικό στραπάτσο. Ντυμένος για να φέρει ταραχή. «Τι κάνεις εκεί, Ίαν;» Ο Ίαν αιφνιδιάζεται, αλλά μόνο στιγμιαία. Αμέσως μετά γυρίζει απότομα και την αγριοκοιτάζει αγανακτισμένος, ένας διαρρήκτης που έχει όλο το δίκιο με το μέρος του. «Άργησες πολύ στη δουλειά» της λέει επιτιμητικά. «Και τι σε αφορά εσένα αυτό;» «Απλώς είμαι περίεργος να μάθω πού γύριζες». «Είχαμε πρόβα. Ίαν, νόμιζα ότι συμφωνήσαμε πως δεν θα έρχεσαι εδώ στα καλά καθούμενα». «Γιατί; Έφερες κανέναν μαζί σου;»


«Ίαν, δεν έχω καμία όρεξη…» Βγάζει το σακάκι της. «Αν ψάχνεις για ημερολόγιο ή κάτι τέτοιο, χάνεις την ώρα σου. Έχω χρόνια να κρατήσω ημερολόγιο…» «Αν θες να ξέρεις, παίρνω πίσω τα πράγματά μου. Δικά μου πράγματα, που μου ανήκουν». «Πήρες όλα τα πράγματά σου, Ίαν». «Το διαβατήριο. Δεν βρίσκω το διαβατήριό μου!» «Σε διαβεβαιώνω ότι δεν είναι στο συρτάρι με τα εσώρουχά μου». Ο Ίαν αυτοσχεδιάζει, φυσικά. Φυσικά και δεν έχει χάσει το διαβατήριό του, θέλει απλώς να ψάξει τα πράγματά της και να της δείξει πόσο χάλια είναι απ’ όταν χώρισαν. «Τι το χρειάζεσαι το διαβατήριο, Ίαν; Θα μεταναστεύσεις;» «Θα σε βόλευε πολύ, ε;» σαρκάζει ο Ίαν. «Ναι, δεν θα με πείραζε». Η Έμμα διασχίζει το πάτωμα πατώντας ανάμεσα στα σκόρπια αντικείμενα και κάθεται στο κρεβάτι. «Την έβαψες, κούκλα» λέει ο Ίαν με φωνή σκληρού ντετέκτιβ. «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά». Σαν παρατημένος εραστής, ο Ίαν επιδεικνύει ένα πάθος και μια επιθετικότητα που δεν είχε ποτέ ως σατιρικός κωμικός και απόψε ειδικά τα δίνει όλα. «Και να ήθελα να φύγω, δεν έχω μία». Η Έμμα νιώθει την ανάγκη να του τη βγει. «Να υποθέσω ότι δεν πάνε και πολύ καλά οι εμφανίσεις σου αυτό τον καιρό;» «Δες και μόνη σου, μωρό μου» της απαντάει ανοίγοντας τα χέρια του και επιδεικνύοντας το αξύριστο πρόσωπο, τα άλουστα μαλλιά, το ασπρουλιάρικο δέρμα του. Το στιλ κοίτα-πώς-μεκατάντησες. Ο Ίαν έχει κάνει την απόρριψη μονόπρακτο, τη μοναξιά του και την αυτολύπηση ένα νούμερο που το παρουσιάζει έξι μήνες τώρα, αλλά απόψε, επιτέλους, η Έμμα δεν έχει χρόνο για τέτοια. «Τι ακριβώς παριστάνεις μ’ αυτό το στιλάκι, Ίαν; Δεν ξέρω αν μ’ αρέσει». Ο Ίαν τής γυρίζει την πλάτη και επιστρέφει στο ψάξιμο μουρμουρίζοντας κάτι προς το συρτάρι, κάτι σαν «Άντε γαμήσου, Εμ» ίσως. Λες να είναι μεθυσμένος; αναρωτιέται η Έμμα. Πάνω στη σιφονιέρα είναι ένα ανοιγμένο κουτάκι φτηνή δυνατή μπίρα. Να μεθύσει – να μια καλή ιδέα. Την ίδια στιγμή η Έμμα παίρνει την απόφαση να πιει και να μεθύσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Γιατί όχι; Φαίνεται πως το κόλπο λειτουργεί μια χαρά για όλους τους άλλους. Ενθουσιασμένη από την καινούρια προοπτική, πηγαίνει στην κουζίνα να βρει κάτι για να κάνει την αρχή. Ο Ίαν την παίρνει από πίσω. «Λοιπόν, πού ήσουν τελικά;» «Σου είπα. Στο σχολείο, είχα πρόβα». «Τι ανεβάζετε;» «Το Bugsy Malone. Πολύ γέλιο. Γιατί ρωτάς, θέλεις εισιτήριο;» «Όχι ευχαριστώ». «Θα έχουμε και πιστόλια που ρίχνουν ζυμάρι». «Εμ, είμαι σίγουρος ότι ήσουν με κάποιον». «Ω, άντε πάλι…» Η Έμμα ανοίγει το ψυγείο. Βρίσκει μισό μπουκάλι κρασί, αλλά είναι από εκείνες τις φορές που χρειάζεται ένα σκληρό ποτό. «Ίαν, τι είναι αυτή έμμονη ιδέα ότι είμαι με κάποιον;» Τραβάει με δύναμη το πορτάκι της κατάψυξης που έχει φρακάρει από τους πάγους.


Κομμάτια πάγου τινάζονται στο πάτωμα. «Αφού ταιριάζουμε εμείς οι δυο!» «Ωραία, λοιπόν, ας τα ξαναφτιάξουμε, αφού επιμένεις!» Πίσω από ένα αρχαίο πακέτο με έτοιμα μπιφτέκια βρίσκεται ένα μπουκάλι βότκα. «Ναι!» Τραβάει το πακέτο με τον κατεψυγμένο κιμά και το δίνει στον Ίαν. «Ορίστε – αυτά είναι δικά σου. Σου τα παραχωρώ». Κοπανάει την πόρτα του ψυγείου και πιάνει ένα ποτήρι. «Εν πάση περιπτώσει, έστω ότι ήμουν με κάποιον, Ίαν. Τι έγινε; Έχουμε χωρίσει, το ξέχασες;» «Κάτι θυμάμαι τώρα που το λες. Ποιος είναι, τον ξέρω;» Η Έμμα βάζει βότκα στο ποτήρι της, τέσσερα δάχτυλα. «Ποιος είναι ποιος;» «Ο καινούριος γκόμενος; Έλα, πες, δεν θα με πειράξει» λέει περιφρονητικά. «Στο κάτω, κάτω είμαστε ακόμη φίλοι». Η Έμμα κατεβάζει μια μεγάλη γουλιά από το ποτήρι της, κι ύστερα σκύβει πάνω στον πάγκο της κουζίνας, στηρίζει τους αγκώνες της και πιέζει τα μάτια της με τις παλάμες της, ενώ η κρύα βότκα κυλάει καυτή προς το στομάχι της. Περνάνε αρκετά δευτερόλεπτα. «Είναι ο κύριος Γκοντάλμινγκ. Ο διευθυντής. Τα έχουμε εδώ και εννιά μήνες, είμαστε μια έτσι μια αλλιώς, αλλά νομίζω πως βασικά είναι μόνο το σεξ. Για να πω την αλήθεια, το όλο πράγμα είναι κάπως εξευτελιστικό και για τους δυο μας. Εμένα με κάνει να ντρέπομαι λίγο. Και να λυπάμαι. Παρ’ όλα αυτά, όπως λέω πάντα, ευτυχώς τουλάχιστον που δεν υπάρχουν και παιδιά στη μέση! Ορίστε…» λέει κοιτώντας το ποτήρι της. «Τώρα ξέρεις». Στο δωμάτιο πέφτει σιωπή. Τελικά… «Με δουλεύεις». «Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, ρίξε μια ματιά, δες και μόνος σου. Με περιμένει στο αυτοκίνητο. Ένα μπλε Sierra…» Ο Ίαν καγχάζει, δεν το πιστεύει. «Δεν είναι αστείο, Έμμα». Η Έμμα αφήνει το άδειο ποτήρι της στον πάγκο και εκπνέει αργά. «Όχι, δεν είναι. Αυτή την κατάσταση με τίποτα δεν θα την έλεγα αστεία». Στρέφεται προς το μέρος του. «Σου το είπα, Ίαν, δεν τα έχω με κανέναν. Ούτε είμαι ερωτευμένη με κανέναν, ούτε θέλω να ερωτευτώ. Θέλω απλώς την ησυχία μου…» «Έχω μια θεωρία!» λέει ο Ίαν, με καμάρι. «Τι θεωρία;» «Ξέρω ποιος είναι». Η Έμμα αναστενάζει. «Ποιος, Σέρλοκ;» «Ο Ντέξτερ!» της λέει θριαμβευτικά. «Ω, για τ’ όνομα του Θεού…» Η Έμμα στραγγίζει τις τελευταίες σταγόνες από το ποτήρι της. «Έτσι δεν είναι;» Η Έμμα γελάει πικρά. «Μακάρι, Θεέ μου…» «Τι εννοείς;» «Τίποτε, Ίαν. Όπως πολύ καλά ξέρεις, έχω μήνες να δω τον Ντέξτερ…» «Εσύ το λες αυτό!» «Γίνεσαι ανόητος, Ίαν. Τι δηλαδή; Νομίζεις ότι εγώ κι ο Ντέξτερ τα έχουμε φτιάξει και το κρατάμε κρυφό απ’ όλους;» «Κάτι τέτοιο δείχνουν τα στοιχεία».


«Στοιχεία; Ποια στοιχεία;» Για πρώτη φορά ο Ίαν τα χάνει κάπως. «Τα σημειωματάριά σου». Η Έμμα αφήνει να περάσει μια στιγμή κι ύστερα σπρώχνει το ποτήρι της μακριά, για να μην μπει στον πειρασμό να του το πετάξει. «Διάβαζες τα σημειωματάριά μου;» «Έχω ρίξει μερικές ματιές. Μια δυο φορές. Όλον αυτό τον καιρό». «Είσαι αλήτης…» «Τα ποιηματάκια, το μαγικό δεκαήμερο στην Ελλάδα, όλη εκείνη η προσδοκία, ο πόθος…» «Πώς τολμάς; Πώς έκανες τέτοιο πράγμα πίσω από την πλάτη μου;» «Τα παρατούσες αποδώ κι αποκεί! Τι περίμενες!» «Περίμενα λίγη εμπιστοσύνη, περίμενα από σένα λίγη αξιοπρέπεια…» «Έτσι κι αλλιώς, δεν χρειαζόταν να τα διαβάσω – ήταν ολοφάνερο ότι εσείς οι δυο…» «Αλλά η συμπόνια μου έχει όρια, Ίαν! Μήνες τώρα γκρινιάζεις και κλαίγεσαι και σέρνεσαι και με τριγυρίζεις σαν δαρμένος σκύλος. Έτσι και ξαναμπείς εδώ μέσα χωρίς να το ξέρω και ψάξεις τα πράγματά μου, σου ορκίζομαι θα πάρω την αστυνομία και…» «Εμπρός, λοιπόν! Καν’ το! Πάρε την αστυνομία!» Ο Ίαν κινείται προς το μέρος της με τα χέρια ανοιχτά, γεμίζοντας το μικρό δωμάτιο. «Είναι και δικό μου σπίτι, το ξέχασες;» «Α, ναι; Από πού κι ως πού; Πλήρωσες ποτέ καμιά δόση; Εγώ τις πλήρωνα! Έκανες ποτέ τίποτε; Αραχτός στον καναπέ, κλαιγόσουν…» «Δεν είναι αλήθεια!» «Και ό,τι λεφτά έβγαζες τα ξόδευες σε ηλίθια βίντεο και σε ντελίβερι…» «Έβαζα κι εγώ στο σπίτι! Όποτε είχα…» «Ποτέ δεν έφταναν! Ω, Θεέ μου, το σιχαίνομαι αυτό το διαμέρισμα και τη ζωή μου εδώ μέσα. Πρέπει να φύγω προτού μου στρίψει…» «Είναι το σπίτι μας!» διαμαρτύρεται απελπισμένα ο Ίαν. «Ποτέ δεν ήμουν ευτυχισμένη εδώ, Ίαν. Απορώ, πώς δεν το καταλάβαινες; Απλώς… κόλλησα εδώ μέσα, κολλήσαμε και οι δυο. Σίγουρα το έχεις καταλάβει». Ο Ίαν δεν την έχει ξαναδεί έτσι, πρώτη φορά την ακούει να μιλάει με αυτό τον τρόπο. Σοκαρισμένος, με μάτια ορθάνοιχτα σαν τρομοκρατημένο παιδί, την πλησιάζει σκοντάφτοντας. «Ηρέμησε!» Την πιάνει από το μπράτσο. «Μην λες τέτοια πράγματα…» «Μακριά από μένα, Ίαν! Το εννοώ! Φύγε!» Τώρα ουρλιάζουν ο ένας στον άλλον και η Έμμα σκέφτεται: Θεέ μου, γίναμε σαν κάτι τρελαμένα ζευγάρια που ακούς πίσω απ’ τους τοίχους αργά τη νύχτα. Κάπου, κάποιος θα σκέφτεται, αυτοί σκοτώνονται, μήπως πρέπει να καλέσω την αστυνομία; Πώς φτάσαμε ως εδώ; «Φύγε!» ουρλιάζει καθώς ο Ίαν προσπαθεί απελπισμένα να την αγκαλιάσει με το ζόρι. «Δώσε μου τα κλειδιά σου και φύγε! Τώρα! Δεν θέλω να σε ξαναδώ πια…» Κι ύστερα, εντελώς ξαφνικά, βρίσκονται και οι δυο να κλαίνε σωριασμένοι στο στενό διάδρομο του διαμερίσματος που είχαν αγοράσει κάποτε μαζί με τόσες ελπίδες. Ο Ίαν έχει σκεπάσει το πρόσωπό του με τα χέρια του και αγωνίζεται να μιλήσει ανάμεσα σε λυγμούς και πνιχτές ανάσες. «Δεν αντέχω άλλο. Γιατί να μου συμβαίνει αυτό; Είναι κόλαση. Υποφέρω, Εμ!» «Το ξέρω. Συγγνώμη». Ακουμπάει το χέρι της στον ώμο του. «Γιατί να μην μ’ αγαπάς πια; Γιατί να μην είσαι ερωτευμένη μαζί μου; Κάποτε ήσουν, δεν


ήσουν; Στην αρχή». «Και βέβαια ήμουν». «Γιατί δεν μπορείς να μ’ αγαπήσεις ξανά;» «Ω, Ίαν! Δεν γίνεται. Προσπάθησα, αλλά δεν μπορώ. Λυπάμαι. Λυπάμαι πάρα πολύ». Περνάει αρκετή ώρα και βρίσκονται ακόμη στην ίδια θέση, στο πάτωμα του διαδρόμου, σαν να τους έχουν ξεβράσει τα κύματα. Με το κεφάλι της γερμένο στον ώμο του και το χέρι της αφημένο πάνω στο στήθος του, ανασαίνει τη μυρωδιά του, εκείνη τη ζεστή παρήγορη μυρωδιά που τόσο είχε συνηθίσει. Ο Ίαν μιλάει πρώτος τελικά. «Πρέπει να φύγω». «Έτσι νομίζω». Κρατώντας στραμμένο το κατακόκκινο πρόσωπό του από την άλλη μεριά, ανακάθεται και δείχνει με το κεφάλι του τα σκορπισμένα χαρτιά, τα σημειωματάρια και τις φωτογραφίες στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας. «Ξέρεις τι με στενοχωρεί πολύ;» «Πες μου». «Που δεν υπάρχουν περισσότερες φωτογραφίες. Από εμάς τους δυο μαζί, εννοώ. Έχεις χιλιάδες με τον Ντέξτερ και σχεδόν καμία μαζί μου. Πρόσφατες, τουλάχιστον. Λες και σταματήσαμε να βγάζουμε φωτογραφίες». «Δεν είχαμε μια κάμερα της προκοπής» προσπαθεί να τα μπαλώσει η Έμμα, αλλά ο Ίαν φαίνεται να το δέχεται. «Συγγνώμη για… ξέρεις, που μου την έδωσε και έψαχνα τα πράγματά σου. Εντελώς απαράδεκτη συμπεριφορά». «Δεν πειράζει. Απλώς, μην το ξανακάνεις». «Μερικές από τις ιστορίες σου είναι πολύ καλές, ξέρεις». «Ευχαριστώ. Αν και δεν τις προόριζα για να διαβαστούν». «Τότε, τι νόημα έχει; Κάποτε πρέπει να τις δείξεις σε κάποιον. Να βγεις στον κόσμο». «Εντάξει, μπορεί να το κάνω. Μια μέρα». «Όχι τα ποιήματα. Μην δείξεις τα ποιήματα, μόνο τις ιστορίες. Είναι καλές. Γράφεις πολύ καλά. Έχεις ταλέντο». «Ευχαριστώ, Ίαν». Τον παίρνει ξανά το παράπονο. «Δεν ήταν τόσο άσχημα, ε; Όταν ζούσες μαζί μου εδώ;» «Ήταν πολύ καλά, Ίαν. Απλώς ξέσπασα πάνω σου, αυτό είναι». «Θέλεις να μου μιλήσεις;» «Δεν έχω να πω τίποτε». «Εντάξει». «Εντάξει». Χαμογελάνε ο ένας στον άλλον. Ο Ίαν στέκεται τώρα στην πόρτα με το ένα χέρι στο πόμολο, αλλά δεν λέει να φύγει. «Ένα τελευταίο». «Λέγε». «Δεν τον βλέπεις, ε; Τον Ντέξτερ, εννοώ. Εγώ είμαι παρανοϊκός». Η Έμμα αναστενάζει και κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. «Ίαν, σου ορκίζομαι στη ζωή μου ότι δεν έχω τίποτε με τον Ντέξτερ». «Γιατί είδα στις εφημερίδες ότι τα χάλασε με τη δικιά του και σκέφτηκα, εμείς έχουμε χωρίσει


και τώρα αυτός είναι πάλι μόνος…» «Έχω να δω τον Ντέξτερ, ούτε θυμάμαι… αιώνες». «Ναι, αλλά μήπως είχε γίνει κάτι μεταξύ σας; Όταν εσύ κι εγώ ήμασταν μαζί; Πίσω απ’ την πλάτη μου; Γιατί δεν αντέχω ούτε στην ιδέα…» «Ίαν. Δεν έγινε τίποτε μ’ εμένα και τον Ντέξτερ» του απαντάει η Έμμα, με την ελπίδα ότι θα φύγει χωρίς να της κάνει την επόμενη ερώτηση. «Ναι, αλλά θα το ήθελες;» Θα το ήθελε; Ναι, μερικές φορές. Συχνά. «Όχι. Ήμασταν μόνο φίλοι, τίποτε άλλο». «Εντάξει». Την κοιτάζει και προσπαθεί να της χαμογελάσει. «Νιώθω σαν άρρωστος». «Θα περάσει». «Λες; Γιατί εγώ φοβάμαι ότι τρελαίνομαι». «Σε καταλαβαίνω, Ίαν. Αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω». «Θα μπορούσες… ν’ αλλάξεις γνώμη». «Δεν μπορώ. Δεν πρόκειται. Λυπάμαι». «Μάλιστα». Ανασηκώνει τους ώμους του και χαμογελάει με τα χείλη τεντωμένα προς τα μέσα, ένα χαμόγελο αλά Σταν Λόρελ. «Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι κακό που σε ρώτησα, ε;» «Δεν νομίζω». «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι είσαι φοβερό άτομο, να το ξέρεις». Του χαμογελάει γιατί ξέρει ότι το θέλει. «Όχι, Ίαν, εσύ είσαι φοβερό άτομο». «Καλά, ας μην τσακωθούμε γι’ αυτό!» Αναστενάζει. Δεν του βγαίνει η πλάκα. Απλώνει και πιάνει ξανά το πόμολο. «Εντάξει, λοιπόν. Χαιρετίσματα στην κυρία Μ. Τα λέμε». «Τα λέμε». «Αντίο». «Αντίο». Γυρίζει και τραβάει απότομα το πόμολο, δίνοντας μια μικρή κλοτσιά στο κάτω μέρος και δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι τον χτύπησε η πόρτα στο πρόσωπο. Η Έμμα γελάει σαν καλό κορίτσι, και ο Ίαν παίρνει βαθιά ανάσα και φεύγει επιτέλους. Η Έμμα μένει καθισμένη στο πάτωμα λίγη ώρα ακόμα, ύστερα πετάγεται ξαφνικά, και με ανανεωμένη αποφασιστικότητα αρπάζει τα κλειδιά της και βγαίνει από το διαμέρισμα. Ήχοι καλοκαιρινού απογεύματος στους δρόμους του Γουολθάμστοου, φωνές και τσιρίδες παιδιών που αντηχούν πάνω στα κτίρια, λίγα λάβαρα που κρέμονται μαραμένα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η Έμμα διασχίζει με βήμα αποφασιστικό το προαύλιο. Δεν θα έπρεπε να είχε τώρα έναν κύκλο από εκκεντρικούς αγαπημένους φίλους, να τη βοηθήσουν να τα ξεπεράσει όλα αυτά; Δεν θα έπρεπε να κάθεται τώρα σε ένα χαμηλό βουλιαγμένο καναπέ, και γύρω της πέντε έξι παλαβιάρηδες, άντρες, γυναίκες, όλοι ωραίοι τύποι – έτσι δεν θα έπρεπε να είναι η ζωή της στην πρωτεύουσα; Όμως αυτοί είτε μένουν δυο ώρες μακριά είτε είναι με την οικογένειά τους ή με το σύντροφό τους, αλλά, ελλείψει εκκεντρικών φίλων, ευτυχώς που υπάρχει κοντά κι εκείνο το παντοπωλείο με το παραπλανητικό, καταθλιπτικό όνομα Booze’R’Us. Απειλητικοί πιτσιρικάδες κάνουν κύκλους με τα ποδήλατά τους κοντά στην είσοδο, αλλά την


Έμμα δεν την τρομάζει τίποτε τώρα· περνάει ανάμεσά τους με βήμα ακλόνητο και βλέμμα σταθερά καρφωμένο ίσια μπροστά της. Μέσα στο μαγαζί διαλέγει το λιγότερο αμφίβολης ποιότητας μπουκάλι κρασί που βρίσκει και στήνεται στην ουρά. Ο άντρας μπροστά της έχει ένα τατουάζ σαν ιστό αράχνης σε όλο του το πρόσωπο και, ενώ τον περιμένει να μετρήσει ένα ένα τα ψιλά του για να συμπληρώσει το ποσό για δύο λίτρα cider, πέφτει το μάτι της σε ένα μπουκάλι σαμπάνια κλειδωμένο σε ένα ντουλαπάκι με γυάλινη πρόσοψη. Είναι κατασκονισμένο σαν κειμήλιο κάποιου ένδοξου παρελθόντος. «Θέλω κι αυτή τη σαμπάνια, παρακαλώ» λέει στον καταστηματάρχη. Εκείνος δείχνει καχύποπτος, αλλά η Έμμα έχει τα χρήματα – τα κρατάει σφιχτά στη χούφτα της. «Γιορτή, ε;» «Ακριβώς. Πολύ σπουδαία γιορτή» του απαντάει. Κι ύστερα, εντελώς παρορμητικά: «Και ένα πακέτο Marlboro». Με τα μπουκάλια σε μια λεπτή πλαστική σακούλα που ταλαντεύεται πάνω στο γοφό της, κρεμασμένη από τον αγκώνα της, βγαίνει από το μαγαζί και ανάβει βιαστικά τσιγάρο, σαν να είναι το αντίδοτο σε κάτι. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς ακούει μια φωνή. «Δεσποινίς Μόρλεϋ;» Η Έμμα κοιτάζει ένοχα γύρω της. «Δεσποινίς Μόρλεϋ; Εδώ!» Και τότε βλέπει να πλησιάζει σχεδόν τρέχοντας, με τα μακριά της πόδια, η Σόνυα Ρίτσαρντς, η προστατευόμενή της, το στοίχημά της. Το ψιλόλιγνο οργισμένο κορίτσι που είχε παίξει τον Άρτφουλ Ντότζερ στη σχολική παράσταση έχει μεταμορφωθεί σε ένα εκπληκτικό πλάσμα. Η Σόνυα Ρίτσαρντς έχει τα μαλλιά της πιασμένα πίσω, είναι ψηλή, λυγερή, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Και η Έμμα βλέπει σαν όραμα μπροστά της τη δική της εικόνα μέσα από τα μάτια της Σόνυα: ώμοι σκυφτοί, μάτια κόκκινα, ένα τσιγάρο στο στόμα, να βγαίνει από το Booze’R’Us. Το ιδανικό πρότυπο, η έμπνευση. Εντελώς αψυχολόγητα, κρύβει το τσιγάρο πίσω από την πλάτη της. «Πώς είστε, κυρία;» Η Σόνυα φαίνεται αμήχανη τώρα· κοιτάζει μια αποδώ και μια αποκεί σαν να μετάνιωσε που ήρθε να της μιλήσει. «Μια χαρά! Πολύ καλά. Εσύ, Σόνυα;» «Καλά, κυρία». «Πώς πάει το κολέγιο; Όλα εντάξει;» «Ναι, πολύ καλά». «Όλα Α του χρόνου, έτσι;» «Ναι, έτσι». Η Σόνυα ρίχνει κλεφτές ματιές στην πλαστική σακούλα με τα μπουκάλια που κρέμεται από το διπλωμένο χέρι της Έμμα και στην κορδέλα του καπνού που ξετυλίγεται πάνω απ’ την πλάτη της. «Πανεπιστήμιο μετά;» «Στο Νότιγχαμ, ελπίζω. Αν πιάσω τους βαθμούς». «Θα τους πιάσεις. Θα τους πιάσεις». «Χάρη σ’ εσάς» λέει η Σόνυα, αλλά χωρίς ιδιαίτερη θέρμη. Σιωπή. Πάνω στην απελπισία της, η Έμμα σηκώνει τα μπουκάλια στο ένα χέρι, τα τσιγάρα στο άλλο, και τα κουνάει χαρωπά. «ΤΑ ΨΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ! » λέει.


Η Σόνυα δείχνει να τα έχει χαμένα. «Εγώ λέω να πηγαίνω». «Ναι, Σόνυα, χάρηκα πάρα πολύ που σε είδα. Καλή τύχη, ναι; Σόνυα;» Αλλά η Σόνυα απομακρύνεται ήδη χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της, και η Έμμα, η καλή δασκάλα, μια δασκάλα απ’ αυτές που παροτρύνουν τα παιδιά να «αδράξουν τη μέρα», στέκει και την κοιτάζει να φεύγει. Αργά τη νύχτα συμβαίνει κάτι περίεργο. Μισοναρκωμένη στον καναπέ, με την τηλεόραση να παίζει και το άδειο μπουκάλι στο πάτωμα μπροστά της, ξυπνάει από τη φωνή του Ντέξτερ Μέυχιου. Δεν καταλαβαίνει τι της λέει – κάτι για σκοπευτές, για πολλαπλές δυνατότητες, για υποστήριξη πολλών παιχτών ταυτόχρονα, για συνεχή δράση με ένα πάτημα του κουμπιού. Σαστισμένη, ανήσυχη, ανοίγει με το ζόρι τα μάτια της και ξαφνικά τον βλέπει μπροστά της. Η Έμμα ανασηκώνεται αργά και χαμογελάει. Την έχει ξαναδεί αυτή την εκπομπή. Το Game Οn είναι στη νυχτερινή ζώνη του καναλιού και ασχολείται με όλα τα νέα και τις εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Το σκηνικό είναι ένα μεσαιωνικό μπουντρούμι με τείχη από φελιζόλ και βαθυκόκκινο φωτισμό, λες και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι κάτι σαν το καθαρτήριο, και μέσα σ’ αυτό το μπουντρούμι, παίχτες με κιτρινιάρικα πρόσωπα κάθονται καμπουριασμένοι μπροστά από μια γιγάντια οθόνη, ενώ ο Ντέξτερ Μέυχιου τους παρακινεί να πατάνε τα κουμπιά πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα. Στα παιχνίδια, στα τουρνουά, παρεμβάλλονται σχολιασμοί του Ντέξτερ, που μαζί με μια διακοσμητική νεαρή με πορτοκαλί μαλλιά συζητάνε ενθουσιωδώς τα νέα της εβδομάδας στο χώρο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ίσως φταίει η πολύ μικρή φτηνή συσκευή της Έμμα, αλλά ο Ντέξτερ φαίνεται κάπως χλωμός και πρησμένος. Σίγουρα φταίει η οθόνη, αλλά και πάλι είναι σαν να του λείπει κάτι. Εκείνος ο αέρας της σιγουριάς που θυμόταν η Έμμα δεν υπάρχει πια. Ο Ντέξτερ μιλάει για το Duke Nukem 3D και δείχνει αβέβαιος, μέχρι και αμήχανος μερικές φορές. Παρ’ όλα αυτά η Έμμα νιώθει ένα κύμα αγάπης για τον Ντέξτερ Μέυχιου. Οχτώ χρόνια τώρα δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που να μην τον σκέφτηκε. Της λείπει, θέλει να τον ξαναβρεί. Θέλω να ξαναβρώ τον καλύτερό μου φίλο, σκέφτεται, γιατί χωρίς αυτόν τίποτε δεν είναι εντάξει, τίποτε δεν είναι ωραίο. Θα του τηλεφωνήσω, αποφασίζει, ενώ την ξαναπαίρνει ο ύπνος. Αύριο. Αύριο πρωί πρωί, θα του τηλεφωνήσω.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 Δύο επαγγελματικές συναντήσεις ΤΡΙΤΗ, 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1997

Σόχο και Νότια Όχθη «Λοιπόν. Τα άσχημα νέα είναι ότι σταματάνε το Game On». «Τι; Σοβαρά;» «Σοβαρά». «Μάλιστα. Εντάξει. Μάλιστα. Σου είπαν γιατί;» «Όχι, Ντέξι. Απλώς κρίνουν ότι δεν βρέθηκε η συνταγή που θα κάνει τους τηλεθεατές της νυχτερινής ζώνης να ερωτευτούν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Το κανάλι πιστεύει ότι τα συστατικά δεν είναι σωστά και γι’ αυτό καταργεί την εκπομπή». «Κατάλαβα». «Και την ξεκινάει από την αρχή, με καινούριο παρουσιαστή». «Και άλλο όνομα;» «Όχι, πάλι θα λέγεται Game On». «Μάλιστα. Άρα… άρα, η εκπομπή παραμένει η ίδια». «Θα γίνουν πολλές σημαντικές αλλαγές». «Αλλά θα συνεχίσει να λέγεται Game On;» «Ναι». «Ίδια σκηνικά, ίδια μορφή και τα σχετικά». «Σε γενικές γραμμές, ναι». «Αλλά με καινούριο παρουσιαστή». «Ναι, με άλλον παρουσιαστή». «Ποιον;» «Δεν ξέρω. Όχι εσένα, πάντως». «Δεν σου είπαν με ποιον;» «Είπαν μόνο νεότερο. Κάποιον νεότερο. Θέλουν το νεανικό κοινό. Μόνο αυτά ξέρω». «Δηλαδή… με άλλα λόγια, απολύομαι». «Αν το δεις από μια συγκεκριμένη σκοπιά, ναι, προς το παρόν αποφάσισαν να δώσουν στην εκπομπή διαφορετική κατεύθυνση. Μια κατεύθυνση εντελώς άλλη από τη δική σου». «Καλά, εντάξει. Και… τα καλά νέα;» «Συγγνώμη;» «Στην αρχή είπες ότι τα άσχημα νέα είναι ότι σταματάει η εκπομπή. Ποια είναι τα καλά νέα;» «Αυτό ήταν όλο. Αυτά. Δεν έχω άλλα νέα». Ακριβώς την ίδια στιγμή, σχεδόν τρία χιλιόμετρα μακριά και στην απέναντι όχθη του Τάμεση, η Έμμα Μόρλεϋ βρίσκεται μέσα σε ένα ασανσέρ μαζί με την παλιά της φίλη Στέφανι Σο.


«Το σημαντικό είναι, και δεν θα πάψω να σου το λέω, να μην την αφήσεις να σε τρομάξει». «Γιατί να με τρομάξει;» «Έμμα, η γυναίκα είναι μύθος στο χώρο των εκδόσεων. Είναι περιβόητη». «Περιβόητη; Για ποιο πράγμα;» «Για… την προσωπικότητά της». Παρόλο που δεν υπάρχει κανένας άλλος στο ασανσέρ, η Στέφανι Σο χαμηλώνει τη φωνή της σε ψίθυρο. «Είναι φοβερή στη δουλειά της, απλώς είναι λίγο… εκκεντρική». Ανεβαίνουν τους υπόλοιπους είκοσι ορόφους σιωπηλά. Η Στέφανι Σο στέκεται δίπλα στην Έμμα, κομψή, χαριτωμένη με το κολλαριστό λευκό πουκάμισό της –όχι, όχι πουκάμισο, μπλούζα–, τη στενή μαύρη φούστα και το υπέροχο κοντό καρέ της, έτη φωτός μακριά από τη μουτρωμένη γκόθικ νεαρή που καθόταν κάποτε δίπλα της στο αμφιθέατρο, και η Έμμα συνειδητοποιεί με έκπληξη ότι τώρα την τρομάζει λιγάκι η παλιά της συμφοιτήτρια· ο αυστηρός τρόπος της, η ακραία επαγγελματική συμπεριφορά. Η Στέφανι Σο πρέπει να έχει απολύσει κόσμο. Πρέπει να δίνει εντολές του τύπου: «Κάνε μου αυτό μια φωτοτυπία!». Αν έλεγε η Έμμα κάτι τέτοιο στο σχολείο, θα της γελούσαν κατάμουτρα. Έτσι όπως στέκεται μέσα στο ασανσέρ, με τα χέρια σφιγμένα μπροστά της, την πιάνουν τα γέλια. Είναι σαν να παίζουν σε κάποιο παιχνίδι. Οι πόρτες του ασανσέρ ανοίγουν αυτόματα στον τριακοστό όροφο, έναν τεράστιο ενιαίο χώρο με ψηλή τζαμαρία από φιμέ κρύσταλλο, που έχει θέα από ψηλά στον Τάμεση και σε όλο το Λάμπεθ απέναντι. Όταν είχε πρωτοέρθει στο Λονδίνο, η Έμμα, από κακή πληροφόρηση και νεανική αισιοδοξία, έστελνε γράμματα σε εκδότες και φανταζόταν να τα ανοίγουν με χαρτοκόπτες από ελεφαντόδοντο, μέσα σε φορτωμένα παλιά γεωργιανά κτίρια, ηλικιωμένες γραμματείς με γυαλιά πρεσβυωπίας στην άκρη της μύτης τους. Αλλά εδώ όλα είναι φωτεινά, μοντέρνα, νεανικά, ένας χώρος πρότυπο της σύγχρονης εκδοτικής δραστηριότητας. Το μόνο ενθαρρυντικό είναι οι στοίβες των βιβλίων που γεμίζουν πατώματα και τραπέζια, ετοιμόρροποι πύργοι έντυπης ύλης, στημένοι φαινομενικά τυχαία. Η Στέφανι προηγείται με βήμα παρέλασης, η Έμμα την ακολουθεί, και από τα γύρω γραφεία κεφάλια ξεπετάγονται πίσω από τείχη βιβλίων, κοιτώντας με περιέργεια τη νεοφερμένη, που πασχίζει να βγάλει το σακάκι της χωρίς να χάσει το βήμα της και να μείνει πίσω. «Κοίταξε, δεν σου εγγυώμαι ότι θα το έχει διαβάσει όλο, ή ότι θα το έχει διαβάσει καν, για να λέμε την αλήθεια, αλλά ζήτησε να σε δει, πράγμα που είναι σπουδαίο, Εμ, πολύ σπουδαίο». «Εκτιμώ αφάνταστα αυτό που κάνεις για μένα, Στέφανι». «Πίστεψέ με, Έμμα, το κείμενο είναι πολύ καλό. Αν δεν ήταν, δεν θα της το έδινα ποτέ. Δεν με συμφέρει να της δίνω να διαβάζει σκουπίδια». Ήταν μια σχολική ιστορία, μια ιστορία αγάπης για παιδιά εφηβικής ηλικίας, σε ένα δημόσιο σχολείο του Λιντς. Κάτι σαν το Μάλλορυ Τάουερς, αλλά στην πραγματική ζωή, με κεντρικό συμβάν το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης Όλιβερ! και αφηγήτρια την Τζούλι Κρίσκολ, την αυθάδη, απερίσκεπτη μαθήτρια που έπαιζε τον Άρτφουλ Ντότζερ. Σκίτσα, αφηρημένες ζωγραφιές, καρικατούρες και «μπαλονάκια» με λόγια, όπως στα κόμικς, ήταν ανακατεμένα με το κείμενο, έτσι όπως θα τα έβλεπε κανείς στο κρυφό σημειωματάριο ενός κοριτσιού, ίσως.


Η Έμμα είχε στείλει παντού τις πρώτες πενήντα σελίδες και περίμενε υπομονετικά μέχρι να λάβει και την τελευταία απορριπτική απάντηση. Να συμπληρωθεί το σετ. Δεν κάνει για μας, λυπούμαστε που δεν μπορούμε να σας βοηθήσουμε, ελπίζουμε να έχετε καλύτερη τύχη κάπου αλλού, της έγραφαν, και το μόνο ενθαρρυντικό σε όλες εκείνες τις απορριπτικές επιστολές ήταν η αοριστολογία. Ήταν φανερό ότι το χειρόγραφό της είχε διαβαστεί στα πεταχτά, αν είχε διαβαστεί καν, και είχε απορριφθεί με μία τυποποιημένη επιστολή. Ωστόσο, απ’ όλα όσα είχε γράψει και παρατήσει ως τώρα, ήταν το πρώτο κείμενο που, αφού το διάβασε, δεν της ήρθε να το κάνει κουβάρι και να το πετάξει στον τοίχο. Ήξερε ότι ήταν καλό. Δυστυχώς, για να το εκδώσει θα έπρεπε αναγκαστικά να καταφύγει στις γνωριμίες. Αν και είχε διάφορες σημαντικές γνωριμίες από τα χρόνια του κολεγίου, είχε δώσει όρκο στον εαυτό της να μην ζητήσει ποτέ χάρες από κανέναν. Το να ζητάς από έναν γνωστό σου να μεσολαβήσει για να πετύχεις κάτι είναι σαν να παίρνεις χρήματα από φίλο. Όμως, είχε γεμίσει πια ολόκληρο ντοσιέ με απορριπτικές επιστολές και, όπως δεν έχανε ευκαιρία η μητέρα της να της τονίζει, ο καιρός περνούσε. Σε ένα μεσημεριανό διάλειμμα στο σχολείο, βρήκε μια άδεια αίθουσα, πήρε βαθιά ανάσα και έκανε το τηλεφώνημα στη Στέφανι Σο. Είχαν να επικοινωνήσουν πάνω από τρία χρόνια, μα, ευτυχώς, συμπαθούσαν ακόμη η μια την άλλη και έτσι, αφού είπαν τα νέα τους, η Έμμα της το ξεφούρνισε τελικά. Θα μπορούσες να διαβάσεις κάτι; Κάτι που γράφω. Τα πρώτα κεφάλαια και το γενικό περίγραμμα μιας ιστορίας για εφήβους. Με κεντρικό θέμα μια σχολική μουσική θεατρική παράσταση. Και να την τώρα εδώ, έτοιμη να συναντήσει έναν εκδότη, έναν αληθινό εκδότη. Αισθάνεται το στομάχι της σφιγμένο από την αγωνία, νομίζει ότι τρέμει από τους πολλούς καφέδες, και την κατάσταση δεν βοηθάει καθόλου το γεγονός ότι την έχει κάνει κοπάνα από το σχολείο. Αναγκαστικά. Σήμερα είναι μια πολύ κρίσιμη συνεδρίαση των καθηγητών, η τελευταία πριν τις διακοπές, και η Έμμα, σαν άτακτη μαθήτρια, ξύπνησε το πρωί, τηλεφώνησε στη γραμματεία και κρατώντας τη μύτη της μουρμούρισε κάτι περί γρίπης. Η δυσπιστία της γραμματέως ήταν ολοφάνερη ακόμα κι από το τηλέφωνο. Και σίγουρα θα έχει πρόβλημα και με τον κύριο Γκοντάλμινγκ. Ο Φιλ θα γίνει θηρίο. Δεν είναι ώρα για τέτοιες ανησυχίες όμως, γιατί έχουν φτάσει στο γωνιακό γραφείο, ένα μεγάλο γυάλινο κύβο, που στο εσωτερικό του διακρίνεται μια γυναικεία σιλουέτα, λιγνή σαν καλάμι, όρθια, με την πλάτη γυρισμένη προς την πόρτα, και πέρα απ’ αυτή ένα εκπληκτικό πανόραμα της πόλης, από τον καθεδρικό ναό του Σεντ Πολ μέχρι το Κοινοβούλιο. Η Στέφανι δείχνει στην Έμμα μια χαμηλή πολυθρόνα δίπλα στην πόρτα. «Λοιπόν. Περίμενε εδώ. Και έλα να με δεις μετά. Να μου πεις πώς πήγε. Θυμήσου – μην την αφήσεις να σε τρομάξει…» «Δεν σου είπαν το λόγο; Που με απέλυσαν;» «Όχι ακριβώς». «Έλα τώρα, Άαρον, πες μου». «Λοιπόν, μου είπαν επί λέξει, επί λέξει τονίζω, ότι είσαι πολύ 1989». «Όπα. Όπα. Μάλιστα. Καλά, εντάξει – να πάνε στο διάβολο λέω εγώ, εντάξει;»


«Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ». «Τους το είπες;» «Τους είπα ότι δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος». «Έστω. Λοιπόν, τι άλλο έχουμε;» «Τίποτε». «Πώς τίποτε;» «Λοιπόν, υπάρχει εκείνη η εκπομπή όπου κάτι ρομπότ πολεμάνε μεταξύ τους και εσύ παρουσιάζεις, ας πούμε, τα ρομπότ…» «Γιατί να πολεμάνε τα ρομπότ;» «Πού να ξέρω, Ντεξ; Είναι στη φύση τους, υποθέτω. Είναι εχθρικά ρομπότ». «Δεν το βλέπω». «Καλά. Παρουσιάσεις αυτοκινήτων στο Άντρες και κινητήρες;» «Τι; Σε δορυφορικό κανάλι;» «Η δορυφορική και η καλωδιακή είναι το μέλλον, Ντεξ». «Και με την επίγεια τι γίνεται;» «Είναι λίγο ψόφια τα πράγματα». «Δεν είναι ψόφια για τη Σούκι Μέντοουζ, ούτε για τον Τόμπυ Μόρεϋ. Από όποια ανοιχτή τηλεόραση κι αν περάσω θα δω τη φάτσα του Τόμπυ Μόρεϋ». «Έτσι είναι η τηλεόραση, Ντεξ. Περαστικές μανίες. Αυτός είναι τώρα η μανία του κοινού. Πριν ήσουν εσύ, τώρα είναι αυτός». «Περαστική μανία, εγώ;» «Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ ότι υπάρχουν τα πάνω και τα κάτω σ’ αυτή τη δουλειά. Ίσως θα πρέπει να σκεφτείς μια αλλαγή κατεύθυνσης. Να αλλάξει και η αντίληψη του κοινού για σένα. Η φήμη σου». «Για στάσου – τι φήμη έχω;» Η Έμμα περιμένει καθισμένη στη χαμηλή δερμάτινη πολυθρόνα, και περιμένει, και περιμένει, παρατηρώντας τη δουλειά στα γραφεία γύρω, νιώθοντας μια μικρή ζήλια γι’ αυτό τον κόσμο και το σινάφι των δραστήριων, καλοντυμένων νέων επαγγελματιών που τον συνθέτει. Μια μικρή ζήλια για τους ψύκτες νερού, τίποτε παραπάνω. Δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο ή φανταχτερό αυτός ο χώρος, αν και συγκριτικά με το Δημόσιο Σχολείο της Κρόμγουελ Ρόουντ είναι σαφώς φουτουριστικός. Τρομερή αντίθεση με την πνιγηρή αίθουσα των καθηγητών, τις λεκιασμένες από τανίνες κούπες, τα σαραβαλιασμένα έπιπλα, τη γενική ατμόσφαιρα γκρίνιας, παραπόνων και δυσαρέσκειας. Ναι, τα παιδιά είναι υπέροχα, κάποια απ’ αυτά, κάποιες φορές, αλλά οι αντιπαραθέσεις τον τελευταίο καιρό είναι πολύ πιο συχνές και ανησυχητικές. Για πρώτη φορά άκουσε να της απαντάνε «Όχι σ’ εμένα, δεν πιάνει» – μια καινούρια συμπεριφορά των παιδιών που της φαίνεται ακατανόητη. Ίσως πάλι έχει αρχίσει η ίδια να χάνει την επαφή μαζί τους, το κίνητρο, την όρεξή της για τη δουλειά. Και η κατάσταση με τον κύριο διευθυντή σίγουρα δεν βοηθάει. Αν είχε πάρει η ζωή της διαφορετικό δρόμο; Αν είχε επιμείνει τότε, στα είκοσι δύο της, μ’ εκείνα τα γράμματα προς τους εκδότες; Ίσως να ήταν αυτή τώρα αντί για τη Στέφανι Σο που


θα έτρωγε σάντουιτς Pret A Manger, φορώντας στενή μαύρη φούστα. Το τελευταίο διάστημα η Έμμα έχει την αίσθηση ότι η ζωή της θα αλλάξει, πρέπει να αλλάξει, και ίσως είναι αυτό, ίσως η σημερινή συνάντηση να σημάνει την καινούρια αρχή. Το στομάχι της σφίγγεται πάλι από την αδημονία, καθώς η βοηθός κατεβάζει το ακουστικό και την πλησιάζει. Η Μάρσα μπορεί να τη δει τώρα. Η Έμμα σηκώνεται, στρώνει τη φούστα της, γιατί έτσι έχει δει να κάνουν στην τηλεόραση, και μπαίνει στο μεγάλο γυάλινο κύβο. Η Μάρσα –δεσποινίς Φράνκομπ;– είναι ψηλή και επιβλητική, με αετίσια χαρακτηριστικά. Έχει κάτι από Βιρτζίνια Γουλφ – όψη αυστηρή, βλέμμα που σε τρομάζει. Ετών σαράντα και κάτι, με γκρίζα μαλλιά κομμένα κοντά, πυκνή φράντζα σοβιετικού στιλ, φωνή βαθιά και επιτακτική. Σηκώνεται και δίνει στην Έμμα το χέρι της. «Πρέπει να είστε το ραντεβού των δώδεκα και μισή». Με ψιλή, αφύσικη φωνή, η Έμμα απαντάει ένα «Ναι, εγώ είμαι», αν και κανονικά το ραντεβού τους ήταν για τις δώδεκα και τέταρτο. «Setzen Sie, bitte hin» λέει η Μάρσα, εντελώς ανεξήγητα. Γερμανικά; Γιατί γερμανικά; Εντάξει, γερμανικά, τι να κάνουμε; «Danke» απαντάει η Έμμα με την ίδια ψιλή νευρική φωνή και, ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, κάθεται στον καναπέ και παρατηρεί το χώρο: ράφια γεμάτα τρόπαια, καδραρισμένα εξώφυλλα βιβλίων, αναμνηστικά μιας λαμπρής καριέρας. Την κυριεύει έντονα η αίσθηση ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εδώ, δεν ταιριάζει εδώ μέσα, απλώς σπαταλάει το χρόνο αυτής της τόσο αξιόλογης γυναίκας, που εκδίδει βιβλία, κανονικά βιβλία που τα αγοράζουν οι άνθρωποι και τα διαβάζουν. Το σίγουρο μέχρι στιγμής είναι ότι η Μάρσα δεν τη διευκολύνει. Στη σιωπή που ακολουθεί κατεβάζει τις περσίδες και τις ρυθμίζει έτσι που όλος ο εξωτερικός χώρος σχεδόν εξαφανίζεται. Ξαφνικά βρίσκονται οι δυο τους απομονωμένες στο μισόφωτο και η Έμμα αισθάνεται ότι πρόκειται να περάσει από ανάκριση. «Συγγνώμη που σας άφησα να περιμένετε. Είχα πάρα πολλή δουλειά, δυστυχώς. Μετά βίας βρήκα το χρόνο. Δεν θέλω ωστόσο να γίνει τίποτε βιαστικό. Για ένα τέτοιο ζήτημα είναι πολύ σημαντικό να πάρει κανείς τη σωστή απόφαση, δεν νομίζετε;» «Είναι ζωτικής σημασίας. Συμφωνώ απολύτως» λέει η Έμμα. «Πείτε μου, πόσον καιρό δουλεύετε με παιδιά;» «Χμ… από το ’93 – περίπου πέντε χρόνια». Η Μάρσα σκύβει μπροστά, ανέκφραστη. «Και, σας αρέσει;» «Ναι. Τον περισσότερο καιρό, ναι». Η Έμμα αισθάνεται ότι ίσως είναι λιγάκι σφιγμένη, υπερβολικά τυπική. «Όταν δεν μου κάνουν τη ζωή δύσκολη». «Σας κάνουν τη ζωή δύσκολη τα παιδιά;» «Μπορούν να γίνουν και καθαρματάκια καμιά φορά, για να είμαι ειλικρινής». «Ναι;» «Ξέρετε, αυθάδη, προκλητικά». Η Μάρσα ρουφάει τα μάγουλά της, ορθώνει την πλάτη της, κάθεται πίσω στην καρέκλα της. «Και τι κάνετε για να πειθαρχήσουν;» «Ω, τους πετάω κανένα βιβλίο! Όχι, αστειεύομαι. Τα συνηθισμένα. Τους κάνω παρατηρήσεις, τα βγάζω έξω, τα γνωστά». «Μάλιστα, μάλιστα». Η Μάρσα δεν σχολιάζει, αλλά ακτινοβολεί αποδοκιμασία. Το βλέμμα της


επιστρέφει στα χαρτιά πάνω στο γραφείο της και η Έμμα απορεί για το πότε θ’ αρχίσουν να μιλάνε για το βιβλίο της. «Λοιπόν» λέει η Μάρσα. «Ομολογώ ότι τα αγγλικά σας είναι πολύ καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα». «Συγγνώμη;» «Εννοώ, μιλάτε τέλεια. Σαν να έχετε ζήσει όλη σας τη ζωή στην Αγγλία». «Μα… εδώ έχω ζήσει». Η Μάρσα εκνευρίζεται. «Στο βιογραφικό σας γράφετε άλλα». «Συγγνώμη;» «Στο βιογραφικό σας λέτε ότι είστε Γερμανίδα!» Τι πρέπει να κάνει τώρα για να την καλοπιάσει; Να παραστήσει τη Γερμανίδα; Μπα, δεν έχει νόημα. Δεν ξέρει καν γερμανικά. «Όχι, είμαι Αγγλίδα γέννημα θρέμμα». Και ποιο βιογραφικό; Δεν έστειλε βιογραφικό. Η Μάρσα κουνάει το κεφάλι της. «Με συγχωρείτε, φοβάμαι ότι δεν συνεννοούμαστε. Είστε το ραντεβού των δώδεκα και μισή, ή δεν είστε;» «Ναι! Έτσι νομίζω. Είμαι;» «Η γκουβερνάντα; Ήρθατε για τη θέση της γκουβερνάντας;» «Έχω αποκτήσει φήμη;» «Μια κάποια. Στο χώρο της τηλεόρασης». «Σαν τι, δηλαδή;» «Σαν λίγο… αναξιόπιστος, ας πούμε». «Αναξιόπιστος;» «Μη επαγγελματίας». «Από ποια άποψη;» «Από άποψη νηφαλιότητας. Από άποψη βγαίνω στον αέρα φτιαγμένος…» «Έι! Εγώ ποτέ δεν…» «Και σνομπ. Το κοινό σε βρίσκει σνομπ». «Σνομπ; Έχω αυτοπεποίθηση, ναι, αλλά όχι και σνομπ». «Απλώς σου μεταφέρω τι λένε, Ντεξ». «Ποιοι; Ποιοι είναι αυτοί που τα λένε;» «Αυτοί που έχουν δουλέψει μαζί σου». «Σοβαρά; Για όνομα του Θεού…» «Η γνώμη μου είναι, αν αισθάνεσαι ότι έχεις πρόβλημα…» «Που δεν έχω…» «Ίσως είναι η ώρα να το δούμε». «Δεν έχω». «Τότε, εντάξει. Στο μεταξύ, καλό θα ήταν να προσέχεις, ναι; Πρόσεχε λίγο τα έξοδά σου. Για ένα δυο μήνες τουλάχιστον». «Έμμα, λυπάμαι πολύ…»


Προχωράει προς τα ασανσέρ, ντροπιασμένη, έτοιμη να κλάψει, ενώ την ακολουθεί από κοντά η Μάρσα και λίγο πιο πίσω η Στέφανι. Κεφάλια τινάζονται πίσω από γραφεία, καθώς παρελαύνουν οι τρεις τους αφ’ ενός ζυγού. Ας της γίνει μάθημα, θα σκέφτονται, για να μην της μπαίνουν μεγάλες ιδέες. «Συγγνώμη που σας έκανα να χάσετε το χρόνο σας» λέει η Μάρσα, αγανακτισμένη. «Κάποιος όφειλε να σας έχει τηλεφωνήσει και να ακυρώσει…» «Δεν πειράζει, δεν φταίτε εσείς» μουρμουρίζει η Έμμα. «Περιττό να σας πω ότι η βοηθός μου θα τα ακούσει από την καλή. Είστε σίγουρη ότι δεν πήρατε το μήνυμα; Σιχαίνομαι να ακυρώνω ένα ραντεβού, απλώς δεν βρήκα το χρόνο να διαβάσω το υλικό σας. Θα του έριχνα μια ματιά αμέσως τώρα, αλλά προφανώς η καημένη η Χέλγκα περιμένει στο γραφείο συσκέψεων». «Σας καταλαβαίνω απόλυτα». «Η Στέφανι με διαβεβαιώνει ότι είστε εξαιρετικά ταλαντούχα. Ειλικρινά, ανυπομονώ να διαβάσω τη δουλειά σας». Φτάνουν στο ασανσέρ και η Έμμα πατάει θυμωμένα το κουμπί με το ένα δάχτυλο. «Ναι, όπως θέλετε…» «Αν μην τι άλλο, θα έχετε τουλάχιστον μια αστεία ιστορία από τη σημερινή εμπειρία». Μια αστεία ιστορία; Η Έμμα πατάει ξανά το κουμπί σαν να βγάζει μάτι. Δεν θέλει μια αστεία ιστορία, θέλει μια αλλαγή, μια ευκαιρία· δεν θέλει ανέκδοτα να διηγείται. Η ζωή της είναι φίσκα στα ανέκδοτα, ένα ατέλειωτο κομπολόι από πράγματα που πήγαν στραβά. Θέλει κάτι να της πάει καλά, έτσι για αλλαγή. Θέλει μια επιτυχία, ή έστω μια ελπίδα ότι μπορεί να πετύχει κάτι. «Δυστυχώς την επόμενη εβδομάδα μού είναι αδύνατον, έπειτα φεύγω για διακοπές, κι έτσι ίσως μας πάρει λίγο χρόνο. Υπόσχομαι, όμως, πριν από το τέλος του καλοκαιριού». Πριν από το τέλος του καλοκαιριού; Να κυλάνε οι μήνες και τίποτε να μην αλλάζει. Πατάει άλλη μια φορά το κουμπί του ασανσέρ χωρίς να απαντήσει, κάνοντας σαν δύστροπη έφηβη που κρατάει μούτρα. Εκείνες περιμένουν. Η Μάρσα, φαινομενικά ατάραχη, την κόβει από πάνω μέχρι κάτω με το διαπεραστικό γαλάζιο βλέμμα της. «Πες μου, Έμμα, με τι ασχολείσαι αυτό τον καιρό;» «Διδάσκω Αγγλική Λογοτεχνία. Σε δημόσιο γυμνάσιο στο Λέυτονστοουν». «Πρέπει να είναι πολύ απαιτητική η δουλειά σου. Πότε βρίσκεις χρόνο για συγγραφή;» «Τα βράδια. Τα Σαββατοκύριακα. Νωρίς το πρωί καμιά φορά». Η Μάρσα την κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια. «Τότε, πρέπει να έχεις πάθος με το γράψιμο». «Είναι το μόνο πράγμα που θέλω πραγματικά να κάνω» λέει η Έμμα και εκπλήσσεται και η ίδια από το πόσο σίγουρη ακούγεται, αλλά και πόσο αληθινό είναι αυτό που μόλις είπε. Πίσω της, η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει αυτόματα. Ρίχνει μια ματιά πάνω από τον ώμο της και σχεδόν εύχεται τώρα να μπορούσε να μείνει κι άλλο. Η Μάρσα απλώνει το χέρι της. «Αντίο, δεσποινίς Μόρλεϋ. Θα χαρώ να μιλήσουμε περισσότερο την επόμενη φορά». Η Έμμα σφίγγει τα μακριά λιγνά δάχτυλα της Μάρσα. «Κι εγώ ελπίζω να βρείτε την γκουβερνάντα σας». «Μακάρι. Η τελευταία ήταν κανονική ψυχοπαθής. Δεν φαντάζομαι να σ’ ενδιαφέρει η θέση;


Θα ήσουν πολύ καλή πιστεύω». Η Μάρσα χαμογελάει, η Έμμα ανταποδίδει το χαμόγελο και, πίσω από τη Μάρσα, η Στέφανι δαγκώνει το κάτω χείλος της, λέει συγγνώμη-συγγνώμησυγγνώμη χωρίς να βγάλει ήχο και κάνει με το χέρι της το σήμα του τηλεφώνου: Πάρε με! Το ασανσέρ κλείνει και ξεκινάει τη βουτιά των τριάντα ορόφων, ενώ η Έμμα σωριάζεται πάνω στο τοίχωμα της καμπίνας, νιώθοντας όλη την έξαψη μέσα της να θρυμματίζεται σε ένα σωρό πικρής απογοήτευσης. Στις τρεις τα χαράματα, που δεν της κολλούσε ύπνος, είχε φανταστεί ένα γεύμα-εκτός-προγράμματος στο Όξο Τάουερ με την καινούρια εκδότριά της, τον εαυτό της να πίνει κρύο λευκό κρασί και να γοητεύει τη Μάρσα με πικάντικες ιστορίες από τη ζωή στο σχολείο, και αντί γι’ αυτό την ξεπέταξε μέσα σε είκοσι πέντε λεπτά στη Νότια Όχθη. Τον Μάιο είχε πανηγυρίσει εδώ τα αποτελέσματα των εκλογών, αλλά τώρα δεν υπάρχει ούτε ίχνος από εκείνη την ευφορία. Και, έχοντας δηλώσει άρρωστη με γρίπη, δεν μπορεί να πάει ούτε στη σύσκεψη των καθηγητών. Προβλέπει να έρχεται καινούριος καβγάς απ’ αυτό το μέτωπο, με κατηγόριες και πικρά υπονοούμενα. Αποφασίζει να κάνει μια βόλτα για να καθαρίσει λίγο το μυαλό της και στρίβει προς την κατεύθυνση της Γέφυρας του Πύργου. Όμως, ακόμα και η βόλτα στον Τάμεση δεν καταφέρνει να της φτιάξει τη διάθεση. Σ’ αυτό το τμήμα της Νότιας Όχθης γίνονται κάποια έργα ανακαίνισης, ένας χαμός από σκαλωσιές και μουσαμάδες, και το κτίριο του Σταθμού Ηλεκτρικής Ενέργειας του Μπανκσάιντ υψώνεται έρημο και καταθλιπτικό κάτω από την καλοκαιριάτικη λιακάδα. Πεινάει, αλλά δεν έχει πού να φάει, ούτε παρέα για φαγητό. Κάποια στιγμή χτυπάει το κινητό της. Ψαχουλεύει βιαστικά στην τσάντα της, έτοιμη να ξεφορτώσει σε κάποιον λίγη από την τσαντίλα της, και απαντάει συνειδητοποιώντας πολύ αργά ποιος είναι. «Γρίπη, ε;» λέει ο κύριος διευθυντής. Η Έμμα αναστενάζει. «Ναι». «Και, είσαι στο κρεβάτι; Γιατί εμένα δεν μου ακούγεσαι κρεβατωμένη. Ακούγεσαι σαν να είσαι έξω και να απολαμβάνεις τη λιακάδα». «Φιλ, σε παρακαλώ… μην αρχίζεις». «Α, όχι, δεσποινίς Μόρλεϋ, δεν γίνεται να τα έχεις όλα δικά σου. Να διαλύεις τη σχέση μας και μετά να περιμένεις ειδική μεταχείριση…» Αυτό τον τόνο χρησιμοποιεί μήνες τώρα, αυταρχικό, τυπικό, περιφρονητικό, και η Έμμα αισθάνεται να την πλημμυρίζει καινούριο κύμα θυμού για τον εαυτό της που πέφτει έτσι εύκολα στις παγίδες των άλλων. «Εφόσον θέλεις η σχέση μας να είναι καθαρά επαγγελματική, φρόντισε να συμπεριφέρεσαι αναλόγως. Λοιπόν, μπορώ να μάθω γιατί δεν ήρθες σ’ αυτή την τόσο σημαντική σύσκεψη σήμερα;» «Μην το κάνεις αυτό, Φιλ, σε παρακαλώ. Δεν έχω διάθεση». «Γιατί ίσως βρεθώ στη δυσάρεστη θέση να το θεωρήσω πειθαρχικό παράπτωμα, Έμμα…» Η Έμμα κρατάει το τηλέφωνο μακριά από το αυτί της όση ώρα ο διευθυντής συνεχίζει τον εξάψαλμο. Το κινητό της, ογκώδες και τεχνολογικά ξεπερασμένο πλέον, είναι αυτό που της είχε χαρίσει κάποτε ο εραστής της για να μπορεί να ακούει τη φωνή της, όταν ένιωθε την ανάγκη. Θεέ μου, είχαν κάνει μέχρι και σεξ απ’ αυτό το τηλέφωνο. Ή μάλλον, αυτός είχε κάνει. «Σου είχα κάνει απολύτως σαφές ότι η συμμετοχή όλων στη σημερινή σύσκεψη ήταν υποχρεωτική. Το εξάμηνο δεν έχει τελειώσει ακόμη, όπως ξέρεις». Και τώρα σκέφτεται τι ωραία που θα ήταν να δώσει μια και να το πετάξει στον Τάμεση το καταραμένο το κινητό, να το δει να βουλιάζει σαν τούβλο. Αλλά, πρέπει να βγάλει πρώτα την


κάρτα SIM, οπότε ο συμβολισμός θα χάσει το νόημά του, κι άλλωστε τέτοιες δραματικές κινήσεις τις κάνουν οι άνθρωποι μόνο στο σινεμά και στην τηλεόραση. Άσε που δεν θα μπορεί μετά να αγοράσει καινούριο. Ειδικά τώρα, που αποφάσισε να παραιτηθεί. «Φιλ;» «Ας μείνουμε στο κύριε Γκοντάλμινγκ, εντάξει;» «Εντάξει – κύριε Γκοντάλμινγκ;» «Παρακαλώ, δεσποινίς Μόρλεϋ». «Παραιτούμαι». Ο κύριος διευθυντής γελάει, με εκείνο το εκνευριστικό ψεύτικο γέλιο του. Τον φαντάζεται να κουνάει αργά το κεφάλι του. «Έμμα, δεν μπορείς να παραιτηθείς». «Μπορώ και το κάνω. Επίσης, κύριε Γκοντάλμινγκ, θα ήθελα να σου πω…» «Έμμα;» Έχει το «Άντε γ…» στην άκρη της γλώσσας της, αλλά δεν καταφέρνει να το ξεστομίσει. Σχηματίζει τη βρισιά μόνο με τα χείλη της, κλείνει το κινητό, το πετάει στην τσάντα της και, ζαλισμένη από αγαλλίαση και τρόμο για το μέλλον, συνεχίζει ανατολικά τον περίπατό της δίπλα στην όχθη του Τάμεση. «Λυπάμαι, δεν γίνεται να φάμε μαζί, έχω να δω έναν άλλον πελάτη…» «Εντάξει, Άαρον. Δεν πειράζει». «Ίσως μια άλλη φορά, Ντέξι. Ε, τι συμβαίνει; Τι κακοκεφιές είναι αυτές, φίλε;» «Μπα, δεν είναι τίποτε. Απλώς ανησυχώ λιγάκι». «Για ποιο πράγμα;» «Για το… ξέρεις. Για το μέλλον. Για την καριέρα μου. Δεν είναι αυτό που περίμενα». «Ποτέ δεν είναι όπως το περιμένεις, ε; Το μέλλον. Γι’ αυτό είναι τόσο ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ! Ε, γύρνα πίσω. Γύρνα πίσω, είπα! Έχω μια θεωρία για σένα, φίλε. Θέλεις να την ακούσεις;» «Για λέγε». «Οι άνθρωποι σ’ αγαπάνε, Ντεξ, αρέσεις πραγματικά. Το πρόβλημα είναι ότι αρέσεις με έναν ανάποδο τρόπο: σε γουστάρουν επειδή σε αντιπαθούν, τους τσαντίζεις. Αυτό που χρειάζεται είναι κάνουμε κάποιον να σε αγαπήσει πραγματικά…»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 Το «Σ’ αγαπώ» ΤΕΤΑΡΤΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1998

Τσιτσέστερ, Σάσσεξ Και μετά, χωρίς να καταλάβει πώς, ο Ντέξτερ βρίσκεται ερωτευμένος, και ξαφνικά η ζωή γίνεται ένα ατέλειωτο τριήμερο διακοπών. Τη λένε Συλβί Κόουπ. Συλβί Κόουπ, ωραίο όνομα, κι αν τον ρωτούσες πώς είναι, θα κουνούσε απλώς το κεφάλι του, θα ξεφυσούσε δυνατά από το στόμα και θα απαντούσε ότι είναι απίθανη, απλώς απίθανη, δηλαδή… φανταστική! Είναι όμορφη, φυσικά, αλλά με διαφορετικό τρόπο από τις άλλες – όχι πληθωρική σαν εξώφυλλο αντρικού περιοδικού όπως η Σούκι Μέντοουζ, ούτε μοδάτη σαν τη Ναόμι ή την Ίνγκριντ ή τη Γιολάντε, αλλά διακριτικά, κλασικά όμορφη. Σε μια προηγούμενη μετεμψύχωσή του ως τηλεπαρουσιαστής ίσως να την αποκαλούσε «σικ» ή «ξεπερασμένο σικ». Μακριά ίσια ξανθά μαλλιά, με ολόισια χωρίστρα στη μέση, λεπτά καθαρά χαρακτηριστικά, άψογο λευκό δέρμα, πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς. Του θυμίζει μια γυναίκα σε έναν πίνακα που δεν θυμάται πώς λέγεται, μια από το μεσαίωνα με λουλούδια στα μαλλιά της. Κάπως έτσι είναι η Συλβί Κόουπ. Το είδος της γυναίκας που θα αγκάλιαζε με απόλυτη φυσικότητα ένα μονόκερο. Ψηλή, λεπτή, σοβαρή, συχνά πολύ αυστηρή, δεν κάνει ποτέ μορφασμούς, μόνο συνοφρυώνεται καμιά φορά ή γυρίζει τα μάτια προς τα πάνω με κάτι ανόητο που θα πει ή θα κάνει ο Ντέξτερ. Η Συλβί είναι τέλεια και απαιτεί και από τους άλλους τελειότητα. Τα αυτιά της πετάγονται λίγο, ελάχιστα, τόσο που λάμπουν σαν μικρά κοράλλια όπως πέφτει το φως από πίσω, και στο ίδιο φως διακρίνεται ένα λεπτό χνούδι στους κροτάφους και ψηλά στο μέτωπό της. Σε άλλες, πολύ ρηχές φάσεις της ζωής του, ο Ντέξτερ μπορεί να έβρισκε αυτές τις λεπτομέρειες απωθητικές, όμως τώρα, έτσι που την κοιτάζει καθισμένη απέναντί του στο τραπέζι, σε μια εγγλέζικη πρασιά με γρασίδι, απομεσήμερο καλοκαιριού, με το τέλειο πιγουνάκι της ακουμπισμένο πάνω στα μακριά λεπτά της δάχτυλα, με χελιδόνια να πετάνε ψηλά στον ουρανό και κεριά να φωτίζουν το πρόσωπό της έτσι όπως στους παλιούς πίνακες ζωγραφικής, βρίσκει την ομορφιά της υπνωτική. Και όταν του χαμογελάει, αποφασίζει ότι απόψε θα είναι η νύχτα που θα της πει το «Σ’ αγαπώ». Δεν έχει πει ποτέ του «Σ’ αγαπώ» μέχρι τώρα, νηφάλιος και να το εννοεί. Έχει πει «Σ’ αγαπάω, γαμώτο», αλλά αυτό είναι άλλο, δεν μετράει. Τώρα αισθάνεται ότι είναι η στιγμή να πει τα λόγια με την πραγματική τους έννοια. Τον έχει απορροφήσει τόσο πολύ αυτή η σκέψη που δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στη συζήτηση που γίνεται. «Και, τι ακριβώς κάνεις, Ντέξτερ;» ρωτάει η μητέρα της Συλβί από την κορυφή του τραπεζιού. Η Έλεν Κόουπ: μπεζ κασμίρι, όψη πουλιού, ψυχρή, συγκρατημένη, αγέλαστη. Χωρίς να την έχει ακούσει, ο Ντέξτερ συνεχίζει να κοιτάζει σαν υπνωτισμένος τη Συλβί, που σηκώνει τα φρύδια της προειδοποιώντας τον. «Ντέξτερ;»


«Μμ;» «Η μαμά σε ρώτησε κάτι». «Συγγνώμη, είμαι μίλια μακριά». «Είναι παρουσιαστής στην TV» λέει ο Σαμ, ο ένας από τους δίδυμους αδερφούς της Συλβί. Δεκαεννιά ετών, με πλάτες κωπηλάτη, ο Σαμ είναι ένας κυνικός, αυτάρεσκος νεαρός ναζί, ολόιδιος με το δίδυμο αδερφό του, τον Μάρρεϋ. «Είναι ή ήταν; Εμφανίζεσαι ακόμη στην τηλεόραση;» ρωτάει ο Μάρρεϋ με ένα κακό χαμόγελο, και οι δίδυμοι τινάζουν ταυτόχρονα τις ξανθές φράντζες τους. Αθλητικοί, λευκοί, γαλανομάτηδες, φαίνονται σαν να έχουν βγει από εργαστήριο. «Η μαμά δεν ρώτησε εσένα, Μάρρεϋ» λέει ξερά η Συλβί. «Ναι, εμφανίζομαι ακόμη κατά κάποιον τρόπο» λέει ο Ντέξτερ, ενώ σκέφτεται: Πού θα μου πάτε, σκατόπαιδα; Έχουν προηγηθεί κι άλλες αψιμαχίες μεταξύ Ντέξτερ και διδύμων, στο Λονδίνο. Με ματιές και συνωμοτικά χαμόγελα μεταξύ τους, έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι δεν έχουν σε υπόληψη τον καινούριο φίλο της αδερφούλας τους· πιστεύουν ότι μπορεί να βρει πολύ καλύτερο. Οι Κόουπ είναι Νικητές, και παραδέχονται μόνο τους Νικητές. Ο Ντέξτερ είναι ένας απλός γόης, ένας πρώην-κάτι, ένας φανφαρόνος που έχει πάρει την κάτω βόλτα. Στο τραπέζι πέφτει σιωπή. Περιμένουν να τους πει κάτι; «Συγγνώμη, τι με ρωτήσατε;» λέει ο Ντέξτερ, σαστισμένος προς στιγμήν, αλλά αποφασισμένος να ξαναπάρει το πάνω χέρι στο παιχνίδι. «Αναρωτιόμουν με τι ασχολείσαι αυτό τον καιρό από άποψη δουλειάς» επαναλαμβάνει υπομονετικά η μητέρα, δηλώνοντας καθαρά πλέον ότι πρόκειται για συνέντευξη για τη θέση του φίλου της Συλβί. «Δουλεύω πάνω σε κάποιες καινούριες τηλεοπτικές εκπομπές και περιμένουμε να δούμε τι άλλο μπορεί να μου ζητηθεί να παρουσιάσω». «Τι θέματα έχουν αυτές οι εκπομπές;» «Η μία έχει θέμα τη νυχτερινή ζωή στο Λονδίνο, είναι ένα είδος ποια-είναι-τα-καλύτερα-τηςπρωτεύουσας, και η άλλη είναι μια εκπομπή για σπορ. Ακραία σπορ». «Ακραία σπορ; Τι είναι τα ακραία σπορ;» «Χμ, ποδήλατο βουνού, σκέιτμπορντ, σνόουμπορντ…» «Εσύ ασχολείσαι με κανένα απ’ αυτά τα ακραία σπορ;» ρωτάει ο Μάρρεϋ με το ίδιο κακό χαμόγελο πάντα. «Ασχολούμαι λίγο με το σκέιτμπορντ» λέει ο Ντέξτερ, επιφυλακτικά, και προσέχει ότι ο Σαμ έχει χώσει την πετσέτα του στο στόμα του. «Θα μεταδώσει κάτι απ’ αυτά το BBC;» λέει ο Λάιονελ, ο μπαμπάς. Ωραίος άντρας, εύσωμος, ικανοποιημένος από τον εαυτό του και αλλόκοτα ξανθός για πενηνταπεντάρης. «Μάλλον απίθανο. Το υλικό είναι ίσως καταλληλότερο για τη νυχτερινή ζώνη». Το υλικό είναι ίσως καταλληλότερο για τη νυχτερινή ζώνη. Ασχολούμαι λίγο με το σκέιτμπορντ. Θεούλη μου, σκέφτεται ο Ντέξτερ, πώς μιλάω έτσι; Υπάρχει κάτι στην οικογένεια Κόουπ που τον κάνει να φέρεται σαν να παίζει σε δράμα εποχής. Τι να γίνει, αν έτσι χρειάζεται… Τώρα πετάγεται ο Μάρρεϋ –ή μήπως ο Σαμ– με το στόμα γεμάτο σαλάτα. «Βλέπαμε εκείνη τη βραδινή εκπομπή σου παλιά, το ξεσαλώνουμε. Όλο βρομόλογα και τσίτσιδες που χόρευαν μέσα σε κλουβιά. Δεν μας άρεσε καθόλου, ε, μαμά;»


«Θεέ μου, εκείνο το πράγμα;» Η κυρία Κόουπ, η Έλεν, σμίγει τα φρύδια της. «Το θυμάμαι, σε γενικές γραμμές». «Το σιχαινόσουν, δεν το άντεχες καν» λέει ο Μάρρεϋ ή ο Σαμ. «“Κλείστε το!” μας φώναζες» λέει ο άλλος δίδυμος. «“Κλείστε το! Θα καταστρέψετε τον εγκέφαλό σας!”» «Περίεργο, ακριβώς το ίδιο έλεγε και η δική μου μητέρα» λέει ο Ντέξτερ, αλλά κανείς δεν εκτιμάει το σχόλιό του, και έτσι απλώνει να πιάσει το μπουκάλι με το κρασί. «Α, ώστε εσύ ήσουν αυτός;» λέει ο Λάιονελ, ο πατέρας της Συλβί, υψώνοντας τα φρύδια του σαν να αποκαλύφθηκε μόλις ότι ο τζέντλεμαν που έχει στο τραπέζι του είναι ένας έκφυλος. «Ναι, εγώ, ωστόσο δεν ήταν μόνο αυτό. Έπαιρνα συνεντεύξεις από γνωστά συγκροτήματα, από αστέρες του σινεμά». Αναρωτιέται μήπως φανεί φαντασμένος μιλώντας για συγκροτήματα και σταρ του σινεμά, αλλά δεν χρειάζεται να ανησυχεί· τα δίδυμα είναι εκεί, έτοιμα να τον τσακίσουν. «Σοβαρά, γνωρίζεις πολλούς αστέρες του σινεμά;» ρωτάει ο ένας απ’ αυτούς, δήθεν με δέος το σιχαμένο άριο κάθαρμα. «Όχι ακριβώς. Όχι πια». Αποφασίζει να τους απαντήσει ειλικρινά, χωρίς να δείχνει ότι μετάνιωσε ή ότι λυπάται. «Τα έχω… αφήσει πίσω όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο». «Ο Ντέξτερ είναι πολύ μετριόφρων» λέει η Συλβί. «Του γίνονται συνεχώς προτάσεις. Αλλά είναι πολύ επιλεκτικός όσον αφορά τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση. Προτιμά να ασχοληθεί με την παραγωγή εκπομπών. Έχει δική του εταιρεία παραγωγής!» δηλώνει με περηφάνια και οι γονείς της γνέφουν επιδοκιμαστικά. Επιχειρηματίας – αυτό μάλιστα. Ο Ντέξτερ χαμογελάει, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν κινείται σχεδόν τίποτε στην επαγγελματική του ζωή. Η Mayhem TV δεν έχει να επιδείξει ούτε μία παραγωγή, ούτε καν μια συνάντηση με υποψήφιο πελάτη, και μέχρι στιγμής εξακολουθεί να υπάρχει μόνο ως λογότυπο σε ακριβά επιστολόχαρτα. Ο Άαρον, ο ατζέντης του, τον έχει εγκαταλείψει. Τέρμα οι εκφωνήσεις διαφημίσεων και η προώθηση προϊόντων, ελάχιστες οι προσκλήσεις σε πρεμιέρες. Δεν είναι πια η φωνή που διαφημίζει ξυραφάκια, τον έχουν εξορίσει αθόρυβα από την παρέα του πόκερ, έχει πάψει να του τηλεφωνεί ακόμα και ο τύπος που παίζει κόνγκας στους Jamiroquai. Παρ’ όλα αυτά, παρά την κάθετη πτώση στα επαγγελματικά του, τώρα είναι καλά, γιατί είναι ερωτευμένος με τη Συλβί, την όμορφη Συλβί, και ζουν αυτά τα φανταστικά τριήμερα. Τα Σαββατοκύριακά τους συχνά αρχίζουν και τελειώνουν στο αεροδρόμιο του Στάνστεντ, απ’ όπου πετάνε για Γένοβα ή Βουκουρέστι, Ρώμη ή Ρέικγιαβικ, ταξίδια που προσχεδιάζει η Συλβί με την ακρίβεια στρατού εισβολής. Ένα εκπληκτικά ωραίο νεαρό ζευγάρι Ευρωπαίων, που μένουν σε μικρά ακριβά ξενοδοχεία, πάνε βόλτες για ψώνια, πάνε για ψώνια και βόλτες, πίνουν εσπρέσο σε υπαίθρια καφέ και μετά κλείνονται στο κομψό, μίνιμαλ υπνοδωμάτιο, με τους σομόν τοίχους, τη γυάλινη καμπίνα ντους και το ψηλό στενό βάζο με το ένα και μοναδικό στριφτό κλαράκι μπαμπού. Όταν δεν εξερευνούν μικρά αυθεντικά μαγαζιά σε κάποια μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη, συχνάζουν στο Δυτικό Λονδίνο με την παρέα της Συλβί: λεπτοκαμωμένες νεαρές με σκληρά πρόσωπα και τους ροδομάγουλους, ευτραφείς φίλους τους που, όπως η Συλβί και οι φίλες της, δουλεύουν στο μάρκετινγκ, ή στη διαφήμιση ή στο City. Στην πραγματικότητα, ο Ντέξτερ δεν τους


συμπαθεί ιδιαίτερα αυτούς τους γεμάτους αυτοπεποίθηση σούπερ-φίλους. Του θυμίζουν τους επιμελητές της τάξης από τα σχολικά του χρόνια: όχι ακριβώς αντιπαθητικοί, απλώς πολύ εντάξει σε όλα. Τι να γίνει; Δεν μπορείς να στήσεις τη ζωή σου γύρω από το τι είναι κουλ, και έχει και τα οφέλη του αυτό το μη χαοτικό, πολύ πιο οργανωμένο λαϊφστάιλ. Υγιεινή ζωή και αλκοόλ δεν συμβιβάζονται και, πέρα από ένα ποτήρι σαμπάνια ή κρασί με το φαγητό, η Συλβί δεν πίνει καθόλου. Δεν καπνίζει, δεν παίρνει ναρκωτικά, δεν τρώει κόκκινο κρέας, ούτε άσπρο ψωμί, ούτε πατάτες. Και, το σημαντικότερο, δεν μπορεί να ανεχθεί τον Ντέξτερ πιωμένο. Οι μυθικές του ικανότητες στις μείξεις δεν της λένε απολύτως τίποτε. Η Συλβί θεωρεί το μεθύσι εξευτελισμό και ντροπή και ο Ντέξτερ έχει ήδη καταλήξει αρκετές φορές μόνος του στο τέλος της βραδιάς, λόγω τρίτου μαρτίνι. Χωρίς να έχει ειπωθεί ποτέ ξεκάθαρα, του έχει τεθεί η εξής επιλογή: ή καθαρίζεις και βάζεις μια τάξη στη ζωή σου ή με χάνεις. Κατά συνέπεια, έχουν μειωθεί αισθητά οι πονοκέφαλοι από μεθύσι, οι αιμορραγίες από τη μύτη, τα πρωινά ξυπνήματα σε ωκεανούς ενοχών και αηδίας για τον εαυτό του. Ο Ντέξτερ δεν πέφτει πια για ύπνο με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί δίπλα στο κρεβάτι του, για την περίπτωση που ίσως διψάσει τη νύχτα, και χαίρεται γι’ αυτό. Αισθάνεται άλλος άνθρωπος. Αλλά, το πιο εκπληκτικό με τη Συλβί είναι ότι του αρέσει πολύ περισσότερο απ’ όσο αρέσει αυτός σ’ εκείνη. Του αρέσει η ευθύτητά της, η αυτοπεποίθησή της, η αυτοκυριαρχία της. Η φιλοδοξία της, που είναι άγρια και απροκάλυπτη, το γούστο της που είναι άψογο και πανάκριβο. Και, φυσικά, του αρέσει η ίδια και το πώς φαίνονται μαζί σαν ζευγάρι, αλλά και η πλήρης έλλειψη συναισθηματισμού, που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της. Η Συλβί είναι σκληρή, λαμπερή και ποθητή σαν διαμάντι, και για πρώτη φορά στη ζωή του ο Ντέξτερ αναγκάζεται να κάνει προσπάθεια για να κατακτήσει μια γυναίκα. Στο πρώτο ραντεβού τους, σε ένα εξωφρενικά ακριβό γαλλικό ρεστοράν στο Τσέλσι, δεν ήταν καν σίγουρος αν εκείνη περνούσε καλά, και την είχε ρωτήσει. Περνούσε υπέροχα, του είπε, αλλά απέφευγε να γελάει μπροστά σε άλλους, γιατί δεν της άρεσε να κάνει ρυτίδες το πρόσωπό της. Και, παρόλο που ένα κομμάτι του εαυτού του πάγωσε ακούγοντάς τη, το υπόλοιπο θαύμασε την αυτοκυριαρχία της. Η σημερινή επίσκεψη, η πρώτη στο σπίτι των γονιών της, είναι στα πλαίσια ενός τριήμερου, μια σύντομη στάση με διανυκτέρευση στο Τσιτσέστερ, πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους στην εθνική Μ2 με προορισμό ένα νοικιασμένο εξοχικό στην Κορνουάλη, όπου η Συλβί θα του μάθει σέρφινγκ. Βέβαια, ο ίδιος δεν κάνει καλά που λείπει τόσο συχνά σε διακοπές· θα έπρεπε να δουλεύει ή να ψάχνει για δουλειά. Αλλά η προοπτική να είναι κοντά στη Συλβί –αυστηρή, ροδομάγουλη, με υγρό ολόσωμο μαγιό και σφιχτή αλογοουρά– είναι τόσο δελεαστική που δεν θα άντεχε να τη χάσει. Την κοιτάζει τώρα απέναντί του στο τραπέζι, για να του δώσει ένα σήμα για το πώς τα πάει, και η Συλβί τού χαμογελάει ενθαρρυντικά στο φως των κεριών. Αφού τα πήγε καλά μέχρι εδώ, κερνάει τον εαυτό του ένα τελευταίο ποτήρι κρασί. Δεν πρέπει να πιω πολύ, σκέφτεται. Πρέπει να έχω καθαρό μυαλό μ’ αυτούς εδώ. Μετά το επιδόρπιο –σορμπέ φράουλας, από φράουλες δικής τους παραγωγής, τις οποίες φρόντισε να επαινέσει– ο Ντέξτερ βοήθησε τη Συλβί να μεταφέρουν τα πιάτα στο σπίτι, ένα τριώροφο μέγαρο από κόκκινο τούβλο, σαν βικτοριανό κουκλόσπιτο. Τώρα βρίσκονται οι δυο τους στη μεγάλη παλιά κουζίνα και τοποθετούν τα πιατικά στο πλυντήριο πιάτων. «Συνεχώς μπερδεύω τους αδερφούς σου».


«Ένας καλός τρόπος να τους ξεχωρίσεις είναι να θυμάσαι ότι ο Σαμ είναι απαίσιος και ο Μάρρεϋ κακός». «Δεν νομίζω ότι με συμπαθούν». «Δεν συμπαθούν κανέναν εκτός από τους εαυτούς τους». «Νομίζω ότι θεωρούν ότι είμαι λίγο φανταχτερός». Η Συλβί πιάνει το χέρι του πάνω από τη θήκη για τα κουταλοπίρουνα. «Τι σημασία έχει τι σκέφτεται η οικογένειά μου για σένα;» «Εξαρτάται. Έχει σημασία για σένα τι σκέφτεται για μένα η οικογένειά σου;» «Λιγάκι». «Τότε, έχει και για μένα» της λέει με πολλή σοβαρότητα. Η Συλβί σταματάει να γεμίζει το πλυντήριο και τον καρφώνει με ένα έντονο βλέμμα. Στη Συλβί δεν αρέσουν οι τρυφερότητες δημοσίως, ούτε τα τριψίματα, ούτε οι αγκαλίτσες. Το σεξ με τη Συλβί είναι σαν πολύ απαιτητικός αγώνας σκουός, που αφήνει πάντα στον Ντέξτερ τη γενική αίσθηση ότι έχει χάσει και πονάει παντού από την προσπάθεια. Η απλή σωματική επαφή είναι σπάνια και, όταν εκδηλώνεται, ξεπετάγεται απ’ το πουθενά σαν βίαιο, γρήγορο χτύπημα. Έτσι και τώρα, εντελώς απροειδοποίητα, η Συλβί τον πιάνει από το σβέρκο και τον φιλάει άγρια στο στόμα, αρπάζοντας ταυτόχρονα το χέρι του και χώνοντάς το ανάμεσα στα σκέλια της. Τα μάτια της είναι ορθάνοιχτα, έντονα, και ο Ντέξτερ προσπαθεί να δώσει στα χαρακτηριστικά του έκφραση πόθου, να μην φανεί ότι η πόρτα του πλυντηρίου τού πιέζει επώδυνα τις γάμπες. Ακούει την οικογένεια να μπαίνει στο σπίτι, τις αγριοφωνάρες των διδύμων στο διάδρομο. Κάνει να τραβηχτεί, αλλά η Συλβί έχει δαγκώσει γερά το κάτω χείλος του, που τεντώνεται κωμικά όπως στα καρτούν της Warner Brothers. Ο Ντέξτερ κλαψουρίζει, κι η Συλβί γελάει και αφήνει το χείλος του, που επανέρχεται απότομα στη θέση του σαν ρολό παραθύρου. «Δεν βλέπω την ώρα να πέσουμε στο κρεβάτι» του ψιθυρίζει, ενώ ο Ντέξτερ ελέγχει με τη ράχη του χεριού αν έχει ματώσει το χείλος του. «Κι αν μας ακούσουν;» «Δεν με νοιάζει. Είμαι μεγάλο κορίτσι πια». Ο Ντέξτερ αναρωτιέται αν είναι η στιγμή να το κάνει, να της πει το σ’ αγαπώ. «Θεέ μου, Ντέξτερ, δεν μπαίνουν έτσι τα τηγάνια στο πλυντήριο, πρέπει να τα ξεπλύνεις πρώτα» λέει η Συλβί, και περνάει στο καθιστικό αφήνοντάς τον να ξεπλύνει τα τηγάνια. Ο Ντέξτερ δεν είναι τύπος που τρομάζει εύκολα από κανέναν, αλλά υπάρχει κάτι σε τούτη την οικογένεια, μια περίεργη αυτάρκεια, μια υπεροψία, που τον κάνει να αισθάνεται ανασφαλής. Σίγουρα δεν είναι ζήτημα κοινωνικής τάξης. Κατάγεται από εξίσου προνομιούχα οικογένεια, αν και πολύ πιο φιλελεύθερη και μποέμ από των ακραία συντηρητικών Κόουπ. Εκείνο που τον ανησυχεί είναι που πρέπει να τους αποδείξει ότι είναι Νικητής. Οι Κόουπ ξυπνάνε από τα χαράματα, ανεβαίνουν σε βουνά, κολυμπάνε σε λίμνες. Υγιέστατοι, ευδιάθετοι, τον αντιμετωπίζουν με υπεροψία, και αποφασίζει να μην τους δώσει την ικανοποίηση να τον βάλουν κάτω. Με το που μπαίνει στο καθιστικό οι δυνάμεις του Άξονα γυρίζουν και τον κοιτάζουν, και πέφτει απότομα σιωπή σαν να τον σχολίαζαν. Χαμογελάει με σιγουριά και κάθεται σε έναν από τους χαμηλούς λουλουδάτους καναπέδες. Το καθιστικό είναι διακοσμημένο έτσι που να θυμίζει


πανδοχείο στην εξοχή, μέχρι και στα περιοδικά, όπως τα Country Life, Private Eye και Economist πάνω στο χαμηλό τραπέζι, μπροστά στον καναπέ. Η σιωπή συνεχίζεται. Κάπου ένα ρολόι χτυπάει τα δευτερόλεπτα και ο Ντέξτερ σκέφτεται να πιάσει ένα από τα περιοδικά, όταν: «Το βρήκα! Παίζουμε Πού είσαι, Μοριάρτυ;» λέει ο Μάρρεϋ, και όλη η οικογένεια επιδοκιμάζει την ιδέα, ακόμα και η Συλβί. «Τι είναι το Πού είσαι, Μοριάρτυ;» ρωτάει ο Ντέξτερ, και οι Κόουπ κουνάνε ομαδικά τα κεφάλια τους με την άγνοια του παρείσακτου. «Είναι ένα υπέροχο, υπέροχο παιχνίδι συναναστροφών!» λέει η Έλεν με μια ζωντάνια που ανάλογη δεν έχει ξαναδείξει όλη τη βραδιά. «Εμείς το παίζουμε χρόνια!» Στο μεταξύ, ο Σαμ τυλίγει ένα τεύχος της Daily Telegraph σε μακρύ, σφιχτό ρολό. «Βασικά, ένας παίχτης με τα μάτια δεμένα παίρνει μια εφημερίδα τυλιγμένη έτσι, γονατίζει απέναντι από τον άλλον παίχτη…» «Που είναι κι αυτός με τα μάτια δεμένα» συνεχίζει ο Μάρρεϋ, ψάχνοντας ταυτόχρονα στα συρτάρια ενός γραφείου αντίκας για σελοτέιπ. «Αυτός που έχει την εφημερίδα λέει “Πού είσαι, Μοριάρτυ;”». Πετάει το σελοτέιπ στον Σαμ. «Και ο άλλος πρέπει να σκύψει ή να στρίψει, ή να βουτήξει πλάγια για να αποφύγει το χτύπημα, αφού πει “Εδώ!”» λέει ο Σαμ δένοντας την τυλιγμένη εφημερίδα με το σελοτέιπ. «Και, ανάλογα με το από πού ακούγεται η φωνή, ο άλλος πρέπει να δοκιμάσει να τον χτυπήσει με το ρόπαλο». «Κάθε παίχτης έχει από τρεις προσπάθειες. Αν τις χάσει και τις τρεις, μένει στη θέση του για να χτυπηθεί από τον επόμενο» λέει η Συλβί, ενθουσιασμένη από την προοπτική να παίξουν ένα παιχνίδι βικτοριανής εποχής. «Αν πετύχεις τον αντίπαλο, κρατάς το ρόπαλο και μπορείς να επιλέξεις τον επόμενο αντίπαλό σου. Εμείς έτσι το παίζουμε». «Λοιπόν…» λέει ο Μάρρεϋ χτυπώντας με το χάρτινο κλομπ την παλάμη του. «Είναι κανείς έτοιμος για ακραία σπορ;» Αποφασίζουν ότι ο Σαμ και ο παρείσακτος θα είναι το πρώτο ζευγάρι και, μαντέψτε ποιος θα έχει το ρόπαλο – ο Σαμ! Ως πεδίο μάχης ορίζεται το μεγάλο περσικό χαλί στη μέση του δωματίου, και η Συλβί οδηγεί τον Ντέξτερ στη θέση του, στέκεται πίσω του και του δένει τα μάτια με μια άσπρη πετσέτα φαγητού. Ο Ντέξτερ προλαβαίνει να δει τον Σαμ να γονατίζει απέναντί του, με τα μάτια του ήδη δεμένα, με ένα μικρό κακό χαμόγελο στα χείλη και χτυπώντας στην παλάμη του την τυλιγμένη εφημερίδα, και τον πιάνει μια τρελή επιθυμία να κερδίσει σ’ αυτό το παιχνίδι και να τους δείξει τι αξίζει. «Δώσ’ τους να καταλάβουν» του ψιθυρίζει με πάθος στ’ αυτί η Συλβί, και του έρχεται ξαφνικά στο νου εκείνη η έντονη στιγμή στην κουζίνα, το χέρι του ανάμεσα στα σκέλια της. Η Συλβί τον πιάνει από τον αγκώνα και τον βοηθάει να γονατίσει. Και τώρα οι αντίπαλοι στέκονται αντιμέτωποι σαν μονομάχοι στην αρένα του περσικού χαλιού. «Ας αρχίσει το παιχνίδι!» λέει ο Λάιονελ, ο αυτοκράτορας. «Πού είσαι, Μοριάρτυ;» λέει ο Σαμ χασκογελώντας. «Εδώ!» λέει ο Ντέξτερ και σαν ευλύγιστος χορευτής γέρνει σβέλτα προς τα πίσω. Το πρώτο χτύπημα τον βρίσκει κάτω από το μάτι, με ένα πλατάγισμα σαν δυνατό χαστούκι που αντηχεί σε όλο το δωμάτιο. «Οχ!»


«Άουτς!» κάνουν οι Κόουπ γελώντας με τον πόνο του. «Πρέπει να έτσουξε πολύ!» λέει ο εκνευριστικός Μάρρεϋ και ο Ντέξτερ αισθάνεται άγρια ταπεινωμένος, παρότι γελάει εγκάρδια, χωρίς έχθρα, σαν να παραδέχεται τον αντίπαλο. «Μου την έφερες!» ομολογεί τρίβοντας το μάγουλό του, αλλά ο Σαμ έχει μυρίσει αίμα και ήδη ρωτάει… «Μοριάρτυ, είσαι εδώ;» «Ν…» Πριν προλάβει ο Ντέξτερ να ελιχθεί, τον βρίσκει μια δεύτερη στο γοφό, τον αιφνιδιάζει, τον ρίχνει στο πλάι και ακούγονται πάλι γέλια από την οικογένεια και ένα κακό σφυριχτό «Ννννναι!» από τον Σαμ. «Μπράβο, Σαμ» λέει η μητέρα περήφανη για το γιόκα της και ο Ντέξτερ νιώθει ξαφνικά ένα βαθύ μίσος γι’ αυτό το ηλίθιο παιχνίδι, που εξελίσσεται σε περίεργη οικογενειακή τελετή ταπείνωσης… «Δύο στα δύο» λέει χαχανίζοντας ο Μάρρεϋ. «Μπράβο, αδερφάκι». Θα έλεγα τίποτε για σένα και το «αδερφάκι» σου, μικρό σκατό, σκέφτεται ο Ντέξτερ, που τώρα βράζει από μέσα του, γιατί αν σιχαίνεται κάτι είναι να γελάνε εις βάρος του, ειδικά αυτοί εδώ που φαίνεται πως τον θεωρούν άχρηστο και νερόβραστο και ανάξιο για τον τίτλο του φίλου της πολύτιμης Συλβί τους. «Νομίζω ότι βρήκα το κόλπο» λέει γελώντας, καταφεύγοντας στο χιούμορ, ενώ στην πραγματικότητα θέλει να πλακώσει τον Σαμ στις μπουνιές. «Τώρα θα φανεί…» λέει ο Μάρρεϋ, πάλι μ’ εκείνη την κακιά φωνή. Ή να του φέρει στο κεφάλι ένα τηγάνι, ένα μαντεμένιο τηγάνι… «Έρχεται το επόμενο – τρία στα τρία, λέω εγώ…» Ή μάλλον μια βαριοπούλα, ή ένα ρόπαλο με καρφιά… «Πού είσαι, Μοριάρτυ;» λέει ο Σαμ. «Εδώ!» λέει ο Ντέξτερ και, στρίβοντας σαν νίντζα από τη μέση και πάνω, κάνει βουτιά προς τα πίσω και δεξιά. Το τρίτο χτύπημα είναι μια δυνατή κονταριά στον ώμο του και τον στέλνει ανάσκελα κόντρα στο τραπεζάκι του καφέ. Είναι τόσο σίγουρο και ακριβές, που ο Ντέξτερ υποψιάζεται ότι ο Σαμ κλέβει, γι’ αυτό τραβάει το δικό του μαντίλι από τα μάτια του για να τον ξεμπροστιάσει, και τότε βλέπει τη Συλβί σκυμμένη από πάνω του να γελάει, να γελάει κανονικά, χωρίς να τη νοιάζει αν κάνει ρυτίδες. «ΝΝΝΝΝΝΑΙ!» γρυλίζει ο Σαμ με τα δόντια γυμνά, το πρόσωπό του όλο μια γκριμάτσα, τα χέρια του γροθιές να χτυπάνε το στήθος του. «Σου εύχομαι καλύτερη τύχη την επόμενη φορά!» λέει καγχάζοντας η Έλεν, η μοχθηρή αυτοκράτειρα. «Θα το βρεις το κόλπο» βρυχάται ο Λάιονελ, και ο Ντέξτερ, έξαλλος, βλέπει τους δίδυμους να χτυπάνε θριαμβευτικά την παλάμη ο ένας του άλλου. «Ακόμα κι έτσι, είμαι περήφανη για σένα» λέει η Συλβί, και σουφρώνοντας τα χείλη της του ανακατώνει τα μαλλιά και του χτυπάει ελαφρά το γόνατο όταν κάθεται δίπλα της στον καναπέ. Ναι, αλλά δεν είσαι με το μέρος μου, σκέφτεται ο Ντέξτερ, είσαι μ’ αυτούς. Το τουρνουά συνεχίζεται. Ο Μάρρεϋ νικάει τον Σαμ, μετά νικάει ο Λάιονελ τον Μάρρεϋ, έπειτα


χάνει ο Λάιονελ από την Έλεν, και είναι όλοι αγαπημένοι και μες στην καλή χαρά. Ρίχνουν απλά χτυπηματάκια και σκουντιές με την εφημερίδα-ρόπαλο, εκεί που όταν ήταν αυτός στην αρένα τις έτρωγε με τέτοια δύναμη που νόμιζε ότι τον χτυπούσε καδρόνι. Από το βάθος του καναπέ τούς παρακολουθεί συνοφρυωμένος να το γλεντάνε και, για να πάρει λίγο από το αίμα του πίσω, έχει βαλθεί να αδειάσει αργά και συστηματικά ένα μπουκάλι από το καλό παλιό κόκκινο κρασί του Λάιονελ. Παλιά ήξερε κι αυτός να παίζει έτσι. Αν ήταν τώρα είκοσι τριών, θα ένιωθε όμορφος, δυνατός και σίγουρος για τον εαυτό του, αλλά μοιάζει να το έχει χάσει, δεν ξέρει πια πώς να το κάνει, και όσο αδειάζει η μπουκάλα τόσο χαλάει η διάθεσή του. Έπειτα η Έλεν νικάει τον Μάρρεϋ, ο Σαμ νικάει την Έλεν και τώρα είναι η σειρά του Σαμ να δοκιμάσει να χτυπήσει την αδερφή του, και επιτέλους παίρνει και ο Ντέξτερ μια μικρή χαρά, θαυμάζοντας πόσο καλή είναι η Συλβί στο παιχνίδι, με πόση άνεση και ευκολία αποφεύγει τα άγαρμπα χτυπήματα του αδερφού της, στρίβοντας και λυγίζοντας τη μέση της, πόσο ευλύγιστο και γυμνασμένο είναι το χρυσό του το κορίτσι. Παρακολουθεί χαμογελώντας τη δράση από τα βάθη του καναπέ και πάνω που νομίζει ότι τον έχουν ξεχάσει εντελώς… «Έλα, σήκω. Σειρά σου!» Η Συλβί τον δείχνει με το ρολό. «Μα, αφού νίκησες!» «Το ξέρω, αλλά εσύ δεν είχες ούτε μια ευκαιρία να χτυπήσεις, καημενούλη» του λέει με νάζι. «Έλα. Δοκίμασε. Κάθομαι εγώ!» Η ιδέα συναρπάζει τους υπόλοιπους Κόουπ – ακούγεται ένα χαμηλό, σχεδόν παγανιστικό ομαδικό μουγκρητό, αόριστα ερεθιστικό κατά έναν περίεργο τρόπο, και ο Ντέξτερ πραγματικά δεν έχει άλλη επιλογή. Εδώ παίζεται η τιμή του, η τιμή των Μέυχιου. Με ύφος σοβαρό, αφήνει το ποτήρι του, σηκώνεται και πιάνει την εφημερίδα. «Είσαι σίγουρη;» της λέει καθώς γονατίζει στο χαλί απέναντί της. «Γιατί είμαι πολύ καλός στο τένις». «Ω, δεν αμφιβάλλω» λέει η Συλβί, χαμογελώντας προκλητικά και τινάζοντας τα χέρια της σαν γυμνάστρια ενώ της δένουν τα μάτια. «Και νομίζω ότι ίσως είμαι πολύ καλός και σ’ αυτό». Ο Σαμ τού δένει τα μάτια με την πετσέτα σαν να δένει αιμοστατικό επίδεσμο. «Θα το δούμε» μουρμουρίζει. Στην αρένα πέφτει σιωπή. «Εντάξει, έτοιμη;» λέει ο Ντέξτερ. «Ω, ναι». Ο Ντέξτερ πιάνει το ρολό και με τα δύο χέρια και το σηκώνει στο ύψος των ώμων του. «Είσαι σίγουρη;» «Όποτε είσαι έτοιμος…» Μια εικόνα –ένας παίχτης του μπέιζμπολ– περνάει σαν αστραπή από το μυαλό του. Κατεβάζει τα χέρια και δίνει μια από κάτω προς τα πάνω, μια πανίσχυρη διαγώνια που ακούγεται να σκίζει τον αέρα και, ας είναι κλειστά τα μάτια του, ξέρει ότι το χτύπημα είναι φανταστικό, γιατί νιώθει τη δόνηση πάνω στα τεντωμένα μπράτσα και στο στήθος του. Ακολουθεί μια στιγμή βαριάς απόλυτης σιωπής και σκέφτεται ότι τα πήγε πολύ πολύ καλά. Κι ύστερα ακούγεται ένας κρότος και μια ομαδική κραυγή κατάπληξης και τρόμου από όλη την οικογένεια.


«ΣΥΛΒΙ!» «Θεέ μου!» «Αγάπη μου, κορίτσι μου, είσαι καλά;» Ο Ντέξτερ τραβάει απότομα την πετσέτα από τα μάτια του και βλέπει ότι η Συλβί έχει μεταφερθεί με ένα μαγικό τρόπο στην άλλη άκρη και βρίσκεται πεσμένη μπροστά στο τζάκι, σαν μαριονέτα με σπασμένες όλες τις κλωστές. Τα μάτια της είναι ορθάνοιχτα, ανοιγοκλείνουν σαστισμένα, κρατάει το χέρι της πάνω από τη μύτη και το στόμα, αλλά φαίνεται καθαρά το κόκκινο ρυάκι που κυλάει αργά από τη μύτη της και ακούγεται το σιγανό πονεμένο μουρμουρητό της. «Ω, Θεέ μου! Με συγχωρείς!» φωνάζει έντρομος και τρέχει κατευθείαν κοντά της, αλλά η οικογένεια την έχει ήδη περικυκλώσει. «Ντέξτερ, είσαι στα καλά σου; Τι νομίζεις ότι κάνεις;» λέει άγρια ο Λάιονελ, φουντωμένος, και ορθώνει το ανάστημά του από πάνω του. «ΔΕΝ ΡΩΤΗΣΕΣ ΚΑΝ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΜΟΡΙΑΡΤΥ! » στριγκλίζει η μητέρα. «Δεν ρώτησα; Συγγνώμη…» «Όχι. Χτύπησες με όλη σου τη δύναμη απροειδοποίητα!» «Σαν τρελός…» «Συγγνώμη. Συγγνώμη, το ξέχασα. Είμαι…» «Μεθυσμένος!» λέει ο Σαμ. Η κατηγορία πέφτει σαν βόμβα και μένει στον αέρα. «Έχεις πιει, άνθρωπέ μου. Είσαι στουπί!» Γυρίζουν όλοι και τον αγριοκοιτάζουν. «Όχι, ήταν ατύχημα. Απλώς την πέτυχα στο πρόσωπο, σε περίεργη γωνία». Η Συλβί τραβάει το μανίκι της Έλεν. «Πώς είναι;» ρωτάει με παράπονο, ανασηκώνοντας λίγο το χέρι που κρύβει το πρόσωπό της. Είναι σαν να κρατάει μια χούφτα σορμπέ φράουλας. «Δεν είναι πολύ άσχημο» ψελλίζει η Έλεν. Φράζει το στόμα της σοκαρισμένη από το θέαμα και η Συλβί αρχίζει να κλαίει. «Να το δω, να το δω! Στο μπάνιο!» κλαψουρίζει και οι δικοί της τη βοηθάνε να σηκωθεί. «Πραγματικά, ήταν απλώς μια κακή στιγμή…» Αλλά η Συλβί τον προσπερνάει πιασμένη από το μπράτσο της μητέρας της, κοιτώντας ίσα μπροστά της. «Θέλεις να έρθω μαζί σου; Συλβί; Συλβί;» Δεν παίρνει απάντηση και παρακολουθεί με ύφος δυστυχισμένο μητέρα και κόρη να βγαίνουν στο χολ και αποκεί να κατευθύνονται στη σκάλα και στον επάνω όροφο. Τα βήματά τους απομακρύνονται και χάνονται. Τώρα μένουν μόνο ο Ντέξτερ και οι άντρες της οικογένειας Κόουπ, μια σκηνή εντελώς πρωτόγονη. Στέκονται αντιμέτωποι και αγριοκοιτιούνται. Ο Ντέξτερ αισθάνεται το χέρι του να σφίγγει ενστικτωδώς το όπλο του, το σκληρό σφιχτό ρολό της Daily Telegraph, και λέει το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο νου. «Άουτς!» «Λες… λες να τους έκανα καλή εντύπωση;» Ο Ντέξτερ και η Συλβί είναι ξαπλωμένοι στο μεγάλο μαλακό διπλό κρεβάτι στο δωμάτιο των ξένων. Η Συλβί γυρίζει και τον κοιτάζει. Το πρόσωπό της είναι εντελώς ακίνητο· η λεπτή


πονεμένη μυτούλα της τον κατηγορεί βουβά. Τη ρουφάει και δεν μιλάει. «Θέλεις να σου ζητήσω ξανά συγγνώμη;» «Ντέξτερ, σου είπα δεν πειράζει, εντάξει». «Με συγχωρείς;» «Σε συγχωρώ» του απαντάει ξερά. «Και νομίζεις ότι με βρίσκουν εντάξει, ότι δεν με θεωρούν βίαιο ψυχοπαθή ή τίποτε τέτοιο;» «Νομίζω ότι σε βρίσκουν εντάξει. Ας το ξεχάσουμε τώρα». Γυρίζει στο πλευρό της, με πλάτη προς τη μεριά του, και σβήνει το πορτατίφ της. Περνάνε μερικές στιγμές. Σαν παιδάκι που έχει κάνει αταξίες, ο Ντέξτερ αισθάνεται πως δεν θα μπορέσει να κοιμηθεί αν δεν πάρει κι άλλες διαβεβαιώσεις. «Συγγνώμη που… τα σκάτωσα» μουρμουρίζει. «Ξανά!» Η Συλβί γυρίζει άλλη μια φορά και ακουμπάει το χέρι της στο μάγουλό του. «Μην γίνεσαι ανόητος. Τα πήγαινες μια χαρά μέχρι που με χτύπησες. Τους άρεσες πάρα, πάρα πολύ». «Εσύ τι πιστεύεις;» ρωτάει συνεχίζοντας να την ψαρεύει. Η Συλβί αναστενάζει και του χαμογελάει. «Πιστεύω κι εγώ ότι είσαι εντάξει». «Ένα φιλάκι, τότε;» «Δεν μπορώ. Θ’ αρχίσει πάλι να ματώνει η μύτη μου. Θα σου το δώσω διπλό αύριο». Γυρίζει ξανά στο πλευρό της. Ικανοποιημένος τώρα, ξαπλώνει πιο χαμηλά σταυρώνοντας τα χέρια πίσω από το κεφάλι του. Το κρεβάτι είναι τεράστιο, μαλακό, μυρίζει φρεσκοπλυμένα σεντόνια, και το παράθυρο είναι ανοιχτό στη ζεστή καλοκαιρινή νύχτα. Χωρίς κουβέρτες και παπλώματα, βλέπει καθαρά την υπέροχη σιλουέτα της να διαγράφεται κάτω από το λεπτό άσπρο σεντόνι που τους σκεπάζει, τα μακριά πόδια, τους στενούς γοφούς, την απαλή καμπύλη της πλάτης. Κάθε πιθανότητα για σεξ απόψε χάθηκε με το χτύπημα, παρ’ όλα αυτά χώνει το χέρι του κάτω από το σεντόνι και το ακουμπάει πάνω στο μηρό της. Το δέρμα της είναι δροσερό και απαλό. «Έχουμε μακρύ δρόμο αύριο» μουρμουρίζει η Συλβί. «Ας κοιμηθούμε». Ο Ντέξτερ συνεχίζει να χαζεύει το λαιμό της, εκεί όπου τα μακριά λεπτά μαλλιά πέφτουν στο πλάι αποκαλύπτοντας το σγουρό σκούρο ξανθό χνούδι ψηλά στον αυχένα. Θα μπορούσε να το φωτογραφήσει κανείς αυτό, σκέφτεται, είναι τόσο όμορφο. Να του δώσει τίτλο «Υφές». Αναρωτιέται ξανά μήπως πρέπει να της πει επιτέλους το σ’ αγαπώ, ή έστω ότι «νομίζει ότι είναι ερωτευμένος μαζί της», που είναι και λιγότερο βαρύ και πιο εύκολο να το μαζέψεις μετά. Αλλά είναι φανερό ότι η στιγμή είναι κάθε άλλο παρά η κατάλληλη, όταν το κομοδίνο της είναι γεμάτο κουβαριασμένα ματωμένα χαρτομάντιλα. Νιώθει παρ’ όλα αυτά την ανάγκη να της πει κάτι. Σε μια έμπνευση της στιγμής, τη φιλάει απαλά στον ώμο και ψιθυρίζει: «Ξέρεις τι λένε…». Κάνει μια μικρή δραματική παύση. «Όποιος αγαπάει πονάει». Πανέξυπνο, ακαταμάχητο, σκέφτεται, ενώ περιμένει με τα φρύδια του σηκωμένα να γίνει αντιληπτό το υπονοούμενο. «Εγώ λέω να κοιμηθούμε» του απαντάει η Συλβί. Ο Ντέξτερ καταθέτει τα όπλα, ξαπλώνει και μένει ακίνητος ακούγοντας το μακρινό βουητό του Α259. Κάπου μέσα στο σπίτι αυτή τη στιγμή οι γονείς της τον ξεσκίζουν, και συνειδητοποιεί, κατάπληκτος, ότι ξαφνικά του έρχεται να γελάσει. Και πράγματι γελάει, πνιχτά στην αρχή κι


ύστερα απροκάλυπτα, ενώ πασχίζει ταυτόχρονα να μην ακουστεί, να το πνίξει· αλλά τρέμει από τα γέλια, κουνιέται ολόκληρο το στρώμα. «Γελάς;» μουρμουρίζει η Συλβί πάνω στο μαξιλάρι. «Όχι!» Ο Ντέξτερ σφίγγει το πρόσωπό του στην προσπάθεια να κρατηθεί, αλλά το γέλιο έρχεται κατά κύματα, ξεκινάει σαν έκρηξη από το στομάχι του. Πάντα υπάρχει κάποιο σημείο στο μέλλον που ακόμα και οι πιο καταστροφικές στιγμές καταλήγουν να γίνονται ανέκδοτα, και ο Ντέξτερ έχει διακρίνει ήδη τη φαιδρή πλευρά του αποψινού περιστατικού. Είναι το είδος της ιστορίας που θα ήθελε πάρα πολύ να πει στην Έμμα Μόρλεϋ. Αλλά δεν ξέρει πού βρίσκεται η Έμμα Μόρλεϋ, ούτε τι κάνει αυτό τον καιρό. Έχει να τη δει πάνω από δύο χρόνια. Αξίζει να τη θυμάται την αποψινή ιστορία. Για να την πει κάποια μέρα στην Έμμα. Τον ξαναπιάνουν τα γέλια.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 Το τρίτο κύμα ΠΕΜΠΤΗ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1999

Σόμερσετ Έχουν αρχίσει να έρχονται βροχή. Καταφθάνουν μέσα σε υπερπολυτελείς ενισχυμένους φακέλους, που πέφτουν στο χαλάκι της πόρτας με ένα μαλακό γδούπο. Οι γαμήλιες προσκλήσεις. Δεν είναι το πρώτο κύμα γάμων. Μερικοί από τους συνομηλίκους τους είχαν ήδη παντρευτεί στα χρόνια του πανεπιστημίου, αλλά εκείνοι οι γάμοι ήταν συνειδητά εκκεντρικοί, στημένοι σχεδόν στο πόδι, μια διακωμώδηση του όλου πράγματος· κάτι σαν τα φοιτητικά πάρτι παρωδίες δεξιώσεων, όπου όλοι εμφανίζονταν ντυμένοι με βραδινό ένδυμα για να φάνε τόνο κονσέρβα. Αντίστοιχα, οι γαμήλιες δεξιώσεις των φοιτητικών γάμων ήταν πικνίκ στο πάρκο και μετά γραμμή στην παμπ, όπου τα αγόρια φορούσαν κοστούμια Oxfam και τα κορίτσια τουαλέτες από δεύτερο χέρι. Στις γαμήλιες φωτογραφίες εκείνης της εποχής, η νύφη και ο γαμπρός χαμογελούσαν στην κάμερα τσουγκρίζοντας συνήθως δυο μεγάλα ποτήρια μπίρα, με ένα τσιγάρο να κρέμεται από τα κόκκινα χείλη της νύφης, ενώ τα δώρα του γάμου ήταν μικρά και ταπεινά: μια απίθανη κασέτα με «επιλογές», ένα φωτομοντάζ σε κορνίζα από σκέτο τζάμι με κλιπάκια, ένα κουτί αρωματικά κεριά. Οι γάμοι στο πανεπιστήμιο ήταν ένα ωραίο καλαμπούρι, ένα είδος επαναστατικής πράξης, όπως το μικροσκοπικό τατουάζ σε σημείο που δεν το βλέπει κανείς, ή το να ξυρίσεις το κεφάλι σου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για κάτι. Τα δεύτερο κύμα, οι γάμοι γύρω στα είκοσι πέντε, διατηρούσαν λίγο από εκείνο τον πλακατζίδικο, αυτοσχέδιο χαρακτήρα. Οι δεξιώσεις γίνονταν σε πολιτιστικά κέντρα του δήμου και κήπους πατρικών σπιτιών, οι λόγοι ήταν αυτοσχέδιοι και έντονα λαϊκίστικοι, και πάντα θα βρισκόταν και κάποιος που θα διάβαζε εκείνο το ποίημα (του Έντουαρντ Κάμινγκς) που λέει κάτι για δάχτυλα μικρά σαν της βροχής. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε ήδη μια υφέρπουσα αναπότρεπτη τάση εμπορευματοποίησης. Είχε αρχίσει να σκάει μύτη η ιδέα της «λίστας γάμου». Σε κάποιο σημείο στο μέλλον αναμένεται το τέταρτο κύμα – οι δεύτεροι γάμοι, με γλυκόπικρες αόριστα απολογητικές δεξιώσεις, που θα τελειώνουν κατά τις 9.30 λόγω των παιδιών. «Τίποτε σπουδαίο» θα λένε «μια αφορμή για πάρτι». Προς το παρόν όμως, η φετινή χρονιά είναι η χρονιά του τρίτου κύματος και αυτό, το τρίτο κύμα, αποδεικνύεται το πιο ισχυρό, το πιο εντυπωσιακό και το πιο σαρωτικό. Τώρα παντρεύονται αυτοί που είναι μεταξύ τριάντα και τριάντα πέντε και κανείς δεν γελάει πια. Το τρίτο κύμα είναι ασυγκράτητο. Η κάθε εβδομάδα φέρνει και έναν καινούριο υπερπολυτελή κρεμ φάκελο, πάχους επιστολής που περιέχει βόμβα, που σ’ αυτή την περίπτωση είναι μια πολλαπλή πρόσκληση –ο θρίαμβος της χαρτομηχανικής– και ένα συνοδευτικό φυλλάδιο με τηλέφωνα, ηλεκτρονικές διευθύνσεις, ιστότοπους, οδηγίες για το πώς θα φτάσετε, τι πρέπει να


φοράτε και πού να αγοράσετε το δώρο. Κλείνονται ολόκληρα ξενοδοχεία στην εξοχή, αλιεύονται κοπάδια σολομών, τεράστιες τέντες υψώνονται εν μία νυκτί, σαν καταυλισμοί βεδουίνων. Οι καλεσμένοι νοικιάζουν γκρι μεταξωτά πρωινά κοστούμια και ρεπούμπλικες που τις φοράνε απόλυτα σοβαροί, και ανθοπώλες, προμηθευτές φαγητών, τεχνίτες γλυπτών από πάγο, κουαρτέτα εγχόρδων, δάσκαλοι κέλτικων χορών και κατασκευαστές φωτογραφικών μηχανών μιας χρήσης κάνουν χρυσές δουλειές. Τα καλά ποπ μουσικά συγκροτήματα παίζουν μέχρι τελικής πτώσεως. Οι εκκλησίες έχουν επανέλθει στη μόδα και, τον τελευταίο καιρό, οι νεόνυμφοι κάνουν τη διαδρομή από την εκκλησία ως τον τόπο της δεξίωσης στο ανοιχτό επάνω κατάστρωμα των λονδρέζικων λεωφορείων, ή σε αερόστατο, ή καβάλα σε άσπρα άλογα, ή σε μικρά διπλάνα. Κάθε διοργάνωση γάμου απαιτεί τεράστια αποθέματα αγάπης και αφοσίωσης και συνεπάγεται άδεια από τη δουλειά, ακόμα και για τους καλεσμένους. Τα κομφετί κοστίζουν οχτώ λίρες το κουτί. Γιατί ένα σακουλάκι ρύζι από το μπακάλικο της γειτονιάς δεν κάνει πια καμιά εντύπωση. Ο κύριος και η κυρία Άντονυ Κίλλικ προσκαλούν την Έμμα Μόρλεϋ και το σύντροφό της στο γάμο της κόρης τους Τίλλυ Κίλλικ και του Μάλκολμ Τάιντγουελ. Σε ένα από τα πάρκινγκ της εθνικής οδού, η Έμμα έσβησε τη μηχανή του καινούριου αυτοκινήτου της, του πρώτου αυτοκινήτου της, ενός Fiat Panda από τέταρτο χέρι, και διάβασε για εκατοστή φορά την πρόσκληση, σίγουρη ότι θα έβλεπε αρκετούς άντρες με πούρα και τουλάχιστον έναν με κιλτ. «Την Έμμα Μόρλεϋ και το σύντροφό της». Το βιβλίο της με τους οδικούς χάρτες των περιοχών της Αγγλίας ήταν μια παμπάλαια έκδοση και ήταν σίγουρο ότι έλειπαν αρκετές σημαντικές επεκτάσεις κατοικημένων περιοχών. Το γύρισε ανάποδα, το κοίταξε, το επανέφερε στις ενενήντα μοίρες, αλλά ήταν σαν να έψαχνε την τοποθεσία στο Domesday Book,5 και τελικά το πέταξε στο άδειο κάθισμα του συνοδηγού, όπου θα έπρεπε λογικά να κάθεται ο φανταστικός σύντροφός της. Η Έμμα ήταν απαράδεκτη οδηγός, αδέξια και φοβητσιάρα ταυτόχρονα, και τα πρώτα ογδόντα χιλιόμετρα οδηγούσε φορώντας αφηρημένη και τα γυαλιά της πάνω από τους φακούς επαφής, με αποτέλεσμα τα οχήματα από το αντίθετο ρεύμα να φαίνονται ότι ορμούσαν καταπάνω της σαν εξωγήινα διαστημόπλοια. Οι συχνές στάσεις ήταν απολύτως αναγκαίες για να κατεβαίνει η πίεσή της στα φυσιολογικά όρια και να σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπό της. Έπιασε την τσάντα της και τσέκαρε το μακιγιάζ της στο καθρεφτάκι, ρίχνοντας κλεφτές ματιές για να αξιολογήσει καλύτερα το αποτέλεσμα. Το κραγιόν ήταν πιο φλογερό κόκκινο απ’ όσο ένιωθε ότι μπορούσε να υποστηρίξει και το λίγο ρουζ που είχε βάλει στα μάγουλά της τώρα της φαινόταν πολύ χτυπητό και γελοίο, σαν ηθοποιού σε αναγεννησιακή κωμωδία. Γιατί φαίνομαι πάντα σαν κοριτσάκι που δοκιμάζει το μακιγιάζ της μαμάς του; αναρωτήθηκε. Εκτός αυτού, είχε κάνει το θεμελιώδες λάθος να πάει στο κομμωτήριο μόλις την προηγούμενη μέρα για να κόψει τα μαλλιά της –όχι, όχι, να τους «δώσει ένα στιλ»– και τώρα έπεφταν κατά στρώσεις, φουλαριστά σε διάφορα μήκη· αυτό που η μητέρα της θα αποκαλούσε «κουπ». Τράβηξε φουρκισμένη τον ποδόγυρο του φουστανιού της για να το κατεβάσει. Ήταν ένα μπλε φόρεμα σε κινέζικο στιλ από μετάξι, ή μάλλον κάποιου είδους μεταξωτό, που την έκανε να


δείχνει σαν την παχουλή σερβιτόρα του Γκόλντεν Ντράγκον. Όταν ήταν καθισμένη, το φόρεμα είχε την τάση να μαζεύεται προς τα πάνω και να φουσκώνει στην κοιλιά, και ο συνδυασμός του ιμιτασιόν μεταξωτού με τον τρόμο της οδήγησης στην εθνική οδό την έκανε να ιδρώνει. Στο αυτοκίνητό της ο κλιματισμός είχε μόνο δύο σκάλες, ανεμοθύελλα και σάουνα, και λίγο μετά το Μέιντενχεντ όλη η κομψότητα είχε δυναμιτιστεί από δύο σκούρα υγρά μισοφέγγαρα κάτω από τις μασχάλες της. Σήκωσε τους αγκώνες της μέχρι τα αυτιά, κοίταξε τις σκούρες κηλίδες και αναρωτήθηκε μήπως θα ήταν καλύτερα να κάνει επιτόπου στροφή και να γυρίσει σπίτι να αλλάξει. Ή απλώς να κάνει στροφή και να γυρίσει σπίτι. Να μείνει σπίτι και να δουλέψει λίγο το βιβλίο της. Στο κάτω κάτω δεν ήταν οι καλύτερες φιλενάδες πια με την Τίλλυ Κίλλικ. Εκείνες οι μαύρες εποχές που η Τίλλυ τής υπενοικίαζε το δωμάτιο υπηρεσίας είχαν αφήσει μια βαριά σκιά στη φιλία τους, άσε που δεν είχαν τακτοποιήσει ποτέ τελικά το ζήτημα της επιστροφής της προκαταβολής των δύο ενοικίων. Δύσκολο να ευχηθείς στους νεόνυμφους βίο ανθόσπαρτο όταν η νύφη ακόμη σου χρωστάει πεντακόσιες λίρες. Από την άλλη πλευρά, στο γάμο θα ήταν ένα σωρό παλιοί φίλοι. Η Σάρα Σι, η Κάρολ, η Σίτα, οι δίδυμοι Γουότσον, ο Μπομπ, η Μαρί με τα Πολλά Μαλλιά, η Στέφανι Σο από τον εκδοτικό οίκο της, ο Κάλλουμ Ο’Νιλ, ο εκατομμυριούχος των σάντουιτς. Θα ήταν και ο Ντέξτερ. Ο Ντέξτερ με τη φιλενάδα του. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που η Έμμα καθόταν με τις μασχάλες μπροστά στο ερκοντίσιον και αναρωτιόταν τι να κάνει, από το δρόμο δίπλα στο πάρκινγκ περνούσε αθέατος ο Ντέξτερ, με το σπορ Mazda του και τη Συλβί Κόουπ στο πλευρό του. «Ποιοι άλλοι θα είναι;» ρώτησε η Συλβί χαμηλώνοντας τη μουσική. Travis, δική της επιλογή παραδόξως. Της Συλβί δεν της άρεσε ιδιαίτερα η μουσική, αλλά για τους Travis έκανε μια εξαίρεση. «Πολύς κόσμος από το πανεπιστήμιο. Ο Πολ, ο Σαμ, ο Στιβ Ο’Ντι, ο Πίτερ και η Σάρα, οι δίδυμοι Γουότσον. Και ο Κάλλουμ». «Ο Κάλλουμ. Ωραία, μ’ αρέσει ο Κάλλουμ». «Η Μαρί με τα Πολλά Μαλλιά, ο Μπομπ. Θεέ μου, έχω να τους δω χρόνια όλους αυτούς. Και η παλιά μου φίλη η Έμμα». «Κι άλλη πρώην;» «Όχι, όχι πρώην…» «Το έχετε κάνει απλώς». «Ούτε. Μια παλιά καλή μου φίλη». «Καθηγήτρια αγγλικών;» «Ήταν παλιότερα. Τώρα είναι συγγραφέας. Τη γνώρισες στο γάμο του Μπομπ και της Μαρί, θυμάσαι; Στο Τσέσιρ;» «Αόριστα. Πολύ όμορφη». «Ίσως». Ο Ντέξτερ ανασήκωσε έντονα τους ώμους του. «Ήμασταν μαλωμένοι για ένα διάστημα. Σου το είχα πει. Δεν θυμάσαι;» «Έχουν γίνει όλα ένα». Η Συλβί γύρισε προς το παράθυρο. «Τελικά τα είχατε ή δεν τα είχατε;» «Όχι, δεν τα είχαμε».


«Με τη νύφη;» «Τι; Με την Τίλλυ;» «Το έχεις κάνει ποτέ με τη νύφη;» Τον Δεκέμβριο του 1992, σ’ εκείνο το φρικτό διαμέρισμα στο Κλάπτον που μύριζε μόνιμα τηγανητό κρεμμύδι. Ένα μασάζ στα πόδια που είχε ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο την ώρα που η Έμμα ήταν για ψώνια στο Γούλγουορθς. «Όχι βέβαια. Τι νομίζεις ότι είμαι;» «Ξέρω κι εγώ; Κάθε βδομάδα πάμε σε κάποιο γάμο με ένα σωρό πρώην σου…» «Δεν είναι αλήθεια». «Ολόκληρο κοπάδι. Σαν συνέδριο πρώην». «Δεν είναι έτσι, όχι…» «Έτσι είναι». «Έι! Τώρα υπάρχεις μόνο εσύ για μένα». Κρατώντας το τιμόνι με το ένα χέρι άπλωσε το άλλο, χάιδεψε την κοιλιά της Συλβί, που ήταν ακόμη επίπεδη κάτω από το ροδακινί σατέν, και μετά το ακούμπησε πάνω στο μηρό της που άφηνε γυμνό το κοντό φόρεμα. «Μην με παρατήσεις μόνη να μιλάω με αγνώστους, εντάξει;» είπε η Συλβί και δυνάμωσε τη μουσική. Ήταν σχεδόν απόγευμα όταν η Έμμα έφτασε επιτέλους, αργοπορημένη και κατάκοπη, στις πύλες ασφαλείας του μεγάλου αρχοντικού, χωρίς να είναι σίγουρη αν θα την άφηναν να περάσει. Το Μόρτον Μάνορ Παρκ ήταν μια τεράστια ιδιοκτησία στο Σόμερσετ, που κάποιοι ξύπνιοι κατασκευαστές είχαν μετατρέψει σε ένα είδος γαμήλιου πάρκου όλα-σε-ένα και διέθετε ιδιωτικό εκκλησάκι, αίθουσα δεξιώσεων, κήπο με λαβύρινθο, σπα, μέχρι και δωμάτια καλεσμένων με ατομικά ντους, όλα περιτριγυρισμένα από ψηλό πέτρινο περίβολο με αγκαθωτό συρματόπλεγμα στην κορυφή: ένα γαμήλιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Με βαριετέ, σπήλαια και εξώστες, ένα κάστρο και ένα φουσκωτό κάστρο για παιδιά, ήταν μια γαμήλια Ντίσνεϊλαντ, που μπορούσε κανείς να την κλείσει για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο σε μια εξωφρενική τιμή. Κάπως ασυνήθιστη επιλογή για το γάμο ενός πρώην μέλους του Σοσιαλιστικού Εργατικού κόμματος, σκεφτόταν η Έμμα ανεβαίνοντας το φιδογυριστό δρομάκι, ενοχλημένη, αλλά και διασκεδάζοντας λίγο με όλα αυτά. Μόλις είχε φανεί μπροστά της η εκκλησία, όταν ένας τύπος με πουδραρισμένη περούκα, λιβρέα και μανικέτια με φραμπαλάδες τής έκοψε το δρόμο, κάνοντάς της σήμα να σταματήσει. «Υπάρχει πρόβλημα;» ρώτησε η Έμμα. Λίγο έλειψε να πει «κύριε αστυνόμε». «Τα κλειδιά σας, παρακαλώ». «Τα κλειδιά μου;» «Για να παρκάρω το αυτοκίνητο». «Θεέ μου! Σοβαρά;» είπε η Έμμα ντροπιασμένη ξαφνικά για τα σκονισμένα τζάμια, το κουτάκι με τα μουλιασμένα μπισκότα στο ταμπλό και τα άδεια πλαστικά μπουκαλάκια νερού στο πάτωμα. «Ωραία. Λοιπόν, οι πόρτες δεν κλειδώνουν, πρέπει να χώσετε αυτό το κατσαβίδι εδώ για να φρακάρει η μπροστινή, και το χειρόφρενο είναι χαλασμένο, οπότε πρέπει να το παρκάρετε σε ίσιο έδαφος ή να ακουμπάει σε δέντρο ή να αφήσετε μια ταχύτητα μέσα,


εντάξει;» Ο υπηρέτης έπιασε το κλειδί με τα δυο του δάχτυλα, σαν κρατούσε ψόφιο ποντίκι από την ουρά. Η Έμμα οδηγούσε ξυπόλυτη και τώρα αναγκάστηκε να στριμώξει τα πόδια της στα καλά της παπούτσια σαν την κακιά αδερφή της Σταχτοπούτας. Η τελετή είχε ήδη αρχίσει. Από το εσωτερικό της εκκλησίας ακουγόταν το «Η άφιξη της βασίλισσας του Σαβά» του Χέντελ, από τέσσερα, ίσως και πέντε γαντοφορεμένα χέρια. Η Έμμα ανέβηκε το δρομάκι με τα χέρια σε έκταση, μπας και στεγνώσουν λίγο οι ιδρωμένες μασχάλες της, γέρνοντας μια αποδώ και μια αποκεί πάνω στα τακούνια της, σαν παιδάκι που παριστάνει το αεροπλάνο, και με ένα τελευταίο τράβηγμα του φουστανιού της προς τα κάτω έσπρωξε τη βαριά δρύινη πόρτα, μπήκε και στάθηκε στο πίσω μέρος της κατάμεστης εκκλησίας. Τώρα μια μικρή χορωδία τραγουδούσε α καπέλα το «I’m into something good», κρατώντας το ρυθμό με μανιώδη παλαμάκια, ενώ η νύφη και ο γαμπρός χαμογελούσαν πλατιά ο ένας στον άλλον με μάτια υγρά. Ήταν η πρώτη φορά που η Έμμα έβλεπε το γαμπρό: σωματαράς σαν παίκτης του ράγκμπι, με γκρι πρωινό κοστούμι και δέρμα ερεθισμένο από το κόντρα ξύρισμα, κατέβαζε το μεγάλο πρόσωπό του προς την Τίλλυ, δοκιμάζοντας διάφορες παραλλαγές της έκφρασης «η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου». Όλως παραδόξως, η νύφη είχε επιλέξει να ντυθεί «Μαρία Αντουανέτα» –ροζ μετάξι, δαντέλα, κρινολίνο, μαλλί χτενισμένο σε ψηλό κότσο και ψεύτικη ελιά στο επάνω χείλος– και η Έμμα αναρωτήθηκε μήπως οι χαμηλοί βαθμοί της Τίλλυ στην Ιστορία και στα Γαλλικά την αδικούσαν τελικά. Φαινόταν πολύ ευτυχισμένη ωστόσο, το ίδιο και ο καλός της, αλλά και όλο το εκκλησίασμα· όλοι έδειχναν πολύ πολύ ευτυχισμένοι. Το τραγούδι ακολούθησε μια μικρή παράσταση, που τη διαδέχτηκε άλλο τραγούδι, μέχρι που η τελετή άρχισε να θυμίζει Ειδική Παράσταση για τη Βασιλική Οικογένεια και ο Ντέξτερ άρχισε να αφαιρείται. Μια ροδομάγουλη ανιψιά της Τίλλυ διάβαζε τώρα ένα σονέτο του Σαίξπηρ, κάτι περί αληθινής αγάπης που δεν γνωρίζει εμπόδια, ό,τι κι αν ήθελε να πει μ’ αυτό ο ποιητής. Προσπάθησε συνειδητά να συγκεντρωθεί στο νόημα των στίχων και να εφαρμόσει το ρομαντικό περιεχόμενο στα δικά του αισθήματα για τη Συλβί, αλλά κατέληξε πάλι να σκέφτεται με πόσες από εκεί μέσα είχε κοιμηθεί στο παρελθόν. Όχι κομπάζοντας, όχι εντελώς δηλαδή, αλλά με κάποια νοσταλγία. «Η αγάπη η αληθινή δεν αλλάζει με τις σύντομες ώρες και βδομάδες…» απάγγειλε η ανιψιά της νύφης όταν ο Ντέξτερ κατέληξε στον αριθμό πέντε. Πέντε πρώην του μέσα σε ένα μικρό εκκλησάκι. Άραγε ήταν κάποιου είδους ρεκόρ; Μήπως έπαιρνε έξτρα πόντους για τη νύφη; Ούτε ίχνος από την Έμμα Μόρλεϋ ακόμη. Με την Έμμα, πεντέμισι. Από την είσοδο του μικρού ναού η Έμμα παρακολούθησε τον Ντέξτερ να μετράει με τα δάχτυλά του και αναρωτήθηκε τι έκανε. Φορούσε μαύρο κοστούμι με λεπτή ίσια γραβάτα, όπως όλα τα αγόρια αυτή την εποχή, προσπαθώντας να μοιάζουν με γκάνγκστερ. Έτσι όπως τον έβλεπε προφίλ διέκρινε ένα ίχνος διπλοσάγονου, αλλά και πάλι φαινόταν ωραίος. Πολύ ωραίος, εδώ που τα λέμε, και πολύ λιγότερο χλωμός και πρησμένος από την εποχή πριν τη Συλβί. Μετά τον καβγά τους η Έμμα τον είχε ξαναδεί τρεις φορές, πάντα σε γάμους. Κάθε φορά την αγκάλιαζε θερμά, τη φιλούσε σαν να μην είχε αλλάξει τίποτε και της έλεγε «πρέπει να τα πούμε, πρέπει να μιλήσουμε», μόνο που κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Γιατί ο Ντέξτερ ήταν πάντα με τη Συλβί, και προφανώς δεν ασχολούνταν με τίποτε άλλο οι δυο τους παρά με το πώς θα δείχνουν πανέμορφοι. Δίπλα του ήταν και τώρα η Συλβί, με το χέρι της στο γόνατό του για να δείχνει πως της ανήκε, με το κεφαλάκι της στην άκρη του λεπτού λαιμού τεντωμένο σαν


εξωτικό λουλούδι, για να μην χάσει τίποτε από τα δρώμενα. Οι γαμήλιοι όρκοι τώρα. Η Έμμα έριξε πάλι μια ματιά απέναντι, ακριβώς τη στιγμή που η Συλβί έπιανε το χέρι του Ντέξτερ και έπλεκαν τα δάχτυλά τους σε απόλυτο συγχρονισμό με το ζευγάρι. Κάτι του ψιθύρισε στο αυτί και ο Ντέξτερ σήκωσε τα μάτια του και της χαμογέλασε, λίγο χαζά, όπως φάνηκε στην Έμμα. Κάτι της είπε κι αυτός και, μόλο που δεν είχε την ικανότητα να διαβάζει τα χείλη των ανθρώπων, η Έμμα σκέφτηκε ότι ήταν πολύ πιθανόν να είπε «κι εγώ σ’ αγαπώ». Ύστερα κοίταξε γύρω του, σκόπιμα, έπιασε το βλέμμα της Έμμα στο βάθος και χαμογέλασε με τα χείλη κλειστά, σαν να τον είχε τσακώσει να κάνει κάτι που δεν έπρεπε. Το πρόγραμμα καμπαρέ τελείωσε, έχοντας χωρέσει μέχρι και μια αμφίβολη διασκευή του «All you need is love», με τους καλεσμένους να αγωνίζονται να συνοδεύσουν το τραγούδι παιγμένο σε 7/4, πριν ακολουθήσουν τους νεόνυμφους έξω από την εκκλησία και αρχίσει κανονικά η συνάντηση παλιών συμμαθητών. Μέσα σε ένα πλήθος ανθρώπων που αγκαλιάζονταν, χοροπηδούσαν ή έδιναν τα χέρια, ο Ντέξτερ και η Έμμα εντόπισαν ο ένας τον άλλον και εντέλει βρέθηκαν. «Λοιπόν» είπε ο Ντέξτερ. «Λοιπόν». «Σε ξέρω;» «Κάτι μου λέει η φάτσα σου». «Κι εμένα. Αν και φαίνεσαι διαφορετική». «Ναι, είμαι η μόνη μούσκεμα στον ιδρώτα εδώ γύρω» είπε η Έμμα τραβολογώντας το φόρεμα στις μασχάλες της. «Εννοείς, ζεσταίνεσαι;» «Εννοώ ιδρώνω. Και φαίνεται. Φυτικό μετάξι, σου λέει!» «Βλέπω διάλεξες στιλ Άπω Ανατολής, ε;» «Εγώ το αποκαλώ Η πτώση της Σαϊγκόν. Αν και τυπικά είναι κινέζικο. Φυσικά, το πρόβλημα μ’ αυτά τα φορέματα είναι ότι μισή ώρα αφού τα φορέσεις σου έρχεται να πας ν’ αλλάξεις». Στα μισά της φράσης είχε ήδη την αίσθηση ότι θα ήταν καλύτερα να μην την είχε ξεκινήσει. Ήταν ιδέα της ή ο Ντέξτερ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω; «Συγγνώμη». «Δεν πειράζει. Εμένα μ’ αρέσει το φόρεμά σου. Εδώ και πολλή ώρα». Τώρα γύρισε αυτή τα μάτια της. «Εντάξει, πατσίσαμε». «Εννοούσα ότι είσαι ωραία». Τώρα κοίταζε το κεφάλι της. «Αυτό είναι που λένε κούρεμα Ρέιτσελ6;» «Μην προκαλείς τη μοίρα σου, Ντέξτερ» του απάντησε τρίβοντας ταυτόχρονα τα μαλλιά της για να τα φουντώσει. Έριξε μια ματιά απέναντι, όπου η Τίλλυ και ο καινούριος της σύζυγος πόζαραν για φωτογραφίες, με την Τίλλυ να κουνάει μια δαντελένια βεντάλια κάτω από το πιγούνι της. «Δεν ήξερα ότι το μοτίβο θα ήταν η Γαλλική Επανάσταση». «Εννοείς τη νύφη Μαρία Αντουανέτα;» είπε ο Ντέξτερ. «Τουλάχιστον είμαστε σίγουροι ότι θα φάμε παντεσπάνι». «Μάλλον θα μεταφερθούν στη δεξίωση με παϊτόνι». «Τι είναι το παϊτόνι;»


Κοιτάχτηκαν. «Δεν έχεις αλλάξει καθόλου, ε;» είπε η Έμμα. Ο Ντέξτερ κλότσησε το χαλίκι με τη μύτη του παπουτσιού του. «Έχω αλλάξει. Λιγάκι». «Ακούγεται ενδιαφέρον». «Θα σου τα πω αργότερα. Άκου…» Η Τίλλυ είχε τώρα ανεβεί στο σκαλοπατάκι της Rolls-Royce Silver Ghost, που θα μετέφερε το ζευγάρι τα εκατό μέτρα μέχρι το χώρο της δεξίωσης, και κρατούσε με τα δυο της χέρια το μπουκέτο, χαμηλά, έτοιμη να το εκσφενδονίσει σαν σφυροβόλος. «Δεν θα πας να δοκιμάσεις την τύχη σου, Έμμα;» «Δεν ξέρω να αρπάζω» είπε φέρνοντας τα χέρια της πίσω από την πλάτη, ενώ το μπουκέτο της νύφης έπεφτε μέσα στο πλήθος, για να καταλήξει στα χέρια μιας αδύναμης ηλικιωμένης θείας, πράγμα που εξόργισε τους υπόλοιπους, λες και η καημένη γυναίκα καταχράστηκε την ευκαιρία κάποιας άλλης για την απόλυτη μελλοντική ευτυχία. Η Έμμα ένευσε προς τη θεία που στεκόταν ντροπιασμένη, με το έρημο μπουκέτο να κρέμεται από το χέρι της. «Κάπως έτσι θα είμαι κι εγώ σε σαράντα χρόνια» είπε. «Αλήθεια; Μόνο σαράντα;» είπε ο Ντέξτερ, και η Έμμα τον πάτησε δυνατά στο πόδι με το τακούνι της. Πάνω από το κεφάλι της είδε τη Συλβί να τον ψάχνει κοιτώντας γύρω. «Πρέπει να πηγαίνω. Η Συλβί δεν γνωρίζει κανέναν εδώ. Έχω αυστηρή εντολή να μην την αφήσω μόνη. Δεν έρχεσαι να πεις ένα γεια;» «Αργότερα. Πάω να μιλήσω στην ευτυχισμένη νύφη». «Πες της και για εκείνη την εγγύηση που σου χρωστάει». «Λες να το κάνω; Σήμερα;» «Τα λέμε αργότερα. Ίσως μας βάλουν στο ίδιο τραπέζι» είπε ο Ντέξτερ σταυρώνοντας τα δάχτυλά του, και σταύρωσε και η Έμμα τα δικά της. Το συννεφιασμένο βαρύ πρωινό είχε εξελιχθεί σε γλυκό απόγευμα, με αραιά άσπρα σύννεφα να κυλάνε ψηλά σε έναν απέραντο καταγάλανο ουρανό. Οι καλεσμένοι ακολούθησαν τη RollsRoyce ως την ανοιχτή έκταση με το γκαζόν, για σαμπάνια και καναπεδάκια. Εκεί, με ένα δυνατό επιφώνημα, η Τίλλυ είδε επιτέλους την Έμμα, και αγκαλιάστηκαν όσο σφιχτά τους επέτρεπε το κρινολίνο της νύφης. «Πόσο χαίρομαι που ήρθες, Εμ!» «Κι εγώ, Τίλλυ. Είσαι φανταστική». Η Τίλλυ κούνησε τη βεντάλια της. «Δεν σου φαίνεται λίγο υπερβολικό;» «Καθόλου. Είσαι εκπληκτική» είπε η Έμμα και τα μάτια της στάθηκαν ξανά στην ψεύτικη ελιά που την έκανε να φαίνεται σαν να είχε καθίσει μια μύγα στο επάνω χείλος της. «Και η τελετή ήταν υπέροχη». «Όουουου, δεν ήταν;» Ήταν παλιά συνήθεια της Τίλλυ να ξεκινάει κάθε φράση της με ένα αγαπησιάρικο «Όου», λες και η Έμμα ήταν γατάκι που είχε πληγώσει την πατουσίτσα του. «Έκλαψες;» «Σαν ορφανό…» «Όουου! Χαίρομαι πάρα πολύ που ήρθες». Με αυτοκρατορική καλοσύνη χτύπησε χαϊδευτικά τη βεντάλια της στον ώμο της Έμμα. «Δεν βλέπω την ώρα να γνωρίσω τον καλό σου». «Κι εγώ, γιατί δυστυχώς δεν έχω».


«Άουου, δεν έχεις;» «Όχι, εδώ και αρκετό καιρό». «Σοβαρά; Είσαι σίγουρη;» «Θα το είχα καταλάβει, Τίλλυ». «Όουου! Κρίμα. Θα σου βρούμε έναν! ΑΜΕΣΩΣ!!! Σοβαρά, είναι υπέροχο να έχεις δεσμό! Σύζυγο ακόμα καλύτερο! Πρέπει να βρούμε έναν!» διέταξε. «Απόψε! Θα σου τα φτιάξουμε με κάποιον!» Η Έμμα αισθάνθηκε σαν να τη χτυπούσε παρηγορητικά στον εγκέφαλο. «Όουου. Τον Ντέξτερ τον είδες;» «Για λίγο». «Σου γνώρισε τη φίλη του; Αυτή με το τριχωτό μέτωπο; Δεν είναι πανέμορφη; Σαν την Όντρεϊ Χέπμπορν. Ή την Κάθριν; Πάντα τις μπερδεύω». «Την Όντρεϊ. Σίγουρα σαν την Όντρεϊ». Η σαμπάνια έρεε άφθονη και μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας κυριαρχούσε στο Μεγάλο Γκαζόν, καθώς παλιοί φίλοι ξανασυναντιούνταν μετά από χρόνια και οι συζητήσεις περιστρέφονταν γύρω από το πόσα έβγαζε ο καθένας τώρα και πόσα παραπανίσια κιλά κουβαλούσε. «Σάντουιτς. Αυτά είναι το μέλλον» είπε ο Κάλλουμ Ο’Νιλ, που και έβγαζε πάρα πολλά και ζύγιζε πολύ παραπάνω αυτή την εποχή. «Καλής ποιότητας πρόχειρο φαγητό, εκεί είναι σήμερα τα λεφτά, φίλε μου. Το φαγητό είναι το καινούριο ροκ εντ ρολ!» «Νόμιζα πως η κωμωδία ήταν το καινούριο ροκ εντ ρολ». «Ήταν. Έπειτα ήταν το ροκ εντ ρολ και τώρα είναι το φαγητό. Ενημερώσου, Ντεξ!» Ο παλιός συγκάτοικος του Ντέξτερ είχε γίνει σχεδόν αγνώριστος τα τελευταία λίγα χρόνια. Επιτυχημένος, πληθωρικός, δυναμικός, είχε κάνει ένα βήμα παραπέρα από τις αναβαθμίσεις υπολογιστών, πουλώντας την επιχείρησή του με τεράστιο κέρδος και δημιουργώντας την αλυσίδα καταστημάτων «Ν.S.». Τώρα, με το περίτεχνο γενάκι του και τα πολύ κοντά κουρεμένα μαλλιά, ήταν η επιτομή του καλοντυμένου, επιτυχημένου, σίγουρου για τον εαυτό του νεαρού επιχειρηματία. Ο Ντέξτερ παρατήρησε τον Κάλλουμ να σηκώνει τα μανίκια ενός εξαιρετικού χειροποίητου κοστουμιού και αναρωτήθηκε αν ήταν ο ίδιος κακομοίρης, αδύνατος Ιρλανδός που φορούσε κάποτε το ίδιο παντελόνι καθημερινά επί τρία χρόνια. «Όλα οργανικής παραγωγής, όλα φρέσκα, φτιάχνουμε φυσικούς χυμούς και σμούθις κατά παραγγελία, προμηθευόμαστε καφέ μέσω έντιμου εμπορίου. Μέχρι στιγμής έχουμε τέσσερα μαγαζιά, όλα γεμάτα συνεχώς – ειλικρινά, δεν σταματάνε να σερβίρουν. Συχνά αναγκαζόμαστε να κλείνουμε από τις τρεις, αφού τελειώνουν οι προμήθειες. Άκου που σου λέω, Ντεξ, αλλάζει η νοοτροπία σ’ αυτή τη χώρα όσον αφορά το φαγητό, ο κόσμος ζητάει καλύτερα πράγματα. Κανείς δεν θέλει πια ανθρακούχα αναψυκτικά και τσιπς σε σακουλάκια. Θέλουν αραβικές πίτες με λαχανικά, χυμό παπάγια, καραβίδες…» «Καραβίδες;» «Σάντουιτς με καραβίδες και ρόκα σε αραβική πίτα. Σοβαρά, οι καραβίδες είναι το ζαμπόν στα σάντουιτς της εποχής μας, η ρόκα έχει αντικαταστήσει το μαρούλι. Η καραβίδα είναι φτηνή στην παραγωγή, πολλαπλασιάζεται με απίστευτους ρυθμούς και είναι πεντανόστιμη· ο αστακός του φτωχού! Πέρνα καμιά μέρα να μιλήσουμε γι’ αυτό το θέμα».


«Για καραβίδες». «Για δουλειές. Νομίζω ότι υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για σένα». Ο Ντέξτερ άρχισε να σκαλίζει το γρασίδι με τη μύτη του παπουτσιού του. «Μου προσφέρεις δουλειά, Κάλλουμ;» «Όχι, σου λέω απλώς να περάσεις να…» «Δεν το πιστεύω ότι ο φίλος μου μου προτείνει μια θέση». «Να φάμε ένα μεσημέρι παρέα! Και δεν εννοώ καραβίδες. Σε κανονικό εστιατόριο. Σου κάνω εγώ το τραπέζι». Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους του Ντέξτερ και πρόσθεσε χαμηλώνοντας πολύ τη φωνή του: «Δεν σε βλέπω στην τηλεόραση εδώ και καιρό». «Είναι επειδή δεν βλέπεις καλωδιακή και δορυφορική. Εκεί εμφανίζομαι πιο συχνά». «Όπως;» «Είμαι σ’ αυτή την καινούρια εκπομπή που λέγεται Sport Xtreme. Extreme με Χ. Γυρίσματα από σνόουμπορντ, συνεντεύξεις με σέρφερ. Ξέρεις. Απ’ όλο τον κόσμο». «Ταξιδεύεις πολύ επομένως». «Απλώς παρουσιάζω τα γυρίσματα. Το στούντιο είναι στο Μόρντεν. Οπότε, ναι, ταξιδεύω πολύ, αλλά μόνο ως το Μόρντεν7». «Λοιπόν, όπως σου είπα και πριν, αν αισθανθείς την ανάγκη να αλλάξεις κατεύθυνση στην καριέρα σου, έλα να με βρεις. Κάτι ξέρεις από φαγητό και ποτά, τα πας καλά με τον κόσμο όταν το θέλεις. Και καλή επιχείρηση σημαίνει επαφή με τον κόσμο. Νομίζω πως θα σου ταίριαζε. Σκέψου το». Ο Ντέξτερ ξεφύσησε δυνατά από τη μύτη, κοίταξε τον παλιό του φίλο και προσπάθησε να τον αντιπαθήσει. «Καλ, εσύ φορούσες το ίδιο παντελόνι καθημερινά επί τρία χρόνια». «Πάει πολύ καιρός από τότε». «Για ένα ολόκληρο εξάμηνο έτρωγες μόνο κορνμπίφ σε κονσέρβα». «Τι να πω – οι άνθρωποι αλλάζουν! Λοιπόν, τι λες;» «Εντάξει. Κάνε μου το τραπέζι αφού επιμένεις. Αλλά, σε προειδοποιώ, δεν έχω ιδέα από επιχειρήσεις». «Δεν πειράζει. Δεν είναι κακό να μαθαίνεις». Ο Κάλλουμ τον σκούντησε στο πλευρό σαν να τον μάλωνε. «Έχεις εξαφανιστεί εντελώς εδώ και καιρό». «Ναι; Είχα πολλή δουλειά». «Όχι και τόσο πολλή». «Θα μπορούσες να μου έχεις τηλεφωνήσει κι εσύ!» «Σε πήρα πολλές φορές. Δεν μου απάντησες ούτε μία». «Αλήθεια; Συγγνώμη. Είχα διάφορα στο κεφάλι μου». «Έμαθα για τη μητέρα σου». Ο Κάλλουμ κοίταξε μέσα στο ποτήρι του. «Λυπήθηκα πολύ. Θαυμάσιος άνθρωπος η μητέρα σου». «Τι να γίνει; Πάει πολύς καιρός πια». Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή, άνετη και συναισθηματικά φορτισμένη, όπου κοίταζαν και οι δυο τριγύρω, άλλους παλιούς φίλους που μιλούσαν και γελούσαν κάτω από το γλυκό απογευματινό ήλιο. Λίγο πιο πέρα, η πρόσφατη φιλενάδα του Κάλλουμ, μια μικροκαμωμένη πανέμορφη Ισπανίδα, χορεύτρια σε βίντεο χιπ χοπ, μιλούσε με τη Συλβί που έσκυβε για να την


ακούσει. «Θα ήθελα να ξαναμιλήσω με τη Λουίζα» είπε ο Ντέξτερ. «Εγώ στη θέση σου δεν θα έπιανα στενή γνωριμία» είπε ο Κάλλουμ ανασηκώνοντας τους ώμους. «Δεν τη βλέπω για πολύ ακόμα». «Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν». Μια όμορφη σερβιτόρα, πολύ πικάντικη με το άσπρο μπονέ της, ήρθε να ξαναγεμίσει τα ποτήρια τους. Της χαμογέλασαν και οι δυο, έπιασαν ο ένας τον άλλον να χαμογελάει στο κορίτσι, και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους γελώντας. «Έντεκα χρόνια απ’ όταν τελειώσαμε». Ο Ντέξτερ κούνησε το κεφάλι του σαν να μην το χωρούσε ο νους του. «Έντεκα χρόνια. Πώς στην ευχή πέρασαν έτσι γρήγορα;» «Κάπου πήρε το μάτι μου και την Έμμα Μόρλεϋ» είπε ξαφνικά ο Κάλλουμ. «Ξέρω». Κοίταξαν γύρω και την εντόπισαν να μιλάει με τη Μίφυ Μπιουκάναν, παλιά αιώνια αντίζηλο. Ακόμα κι από τόσο μακριά ήταν και οι δυο σίγουροι ότι η Έμμα έτριζε τα δόντια της. «Άκουσα ότι εσύ και η Εμ τσακωθήκατε». «Ναι». «Αλλά τώρα τα ξαναβρήκατε;» «Δεν είμαι σίγουρος. Θα δείξει». «Σπουδαίο κορίτσι η Έμμα». «Ναι, είναι». «Έχει ομορφύνει πολύ». «Σίγουρα, σίγουρα». «Εσείς οι δυο είχατε ποτέ…» «Όχι. Δηλαδή, σχεδόν. Μια δυο φορές». «Σχεδόν;» κάγχασε ο Κάλλουμ. «Αυτό πώς γίνεται;» Ο Ντέξτερ άλλαξε θέμα. «Ώστε, είσαι μια χαρά λοιπόν». Ο Κάλλουμ ήπιε μια γουλιά σαμπάνια. «Είμαι τριάντα τεσσάρων, Ντεξ. Έχω μια όμορφη φιλενάδα, δικό μου σπίτι, δική μου επιχείρηση. Δουλεύω πολύ για κάτι που μ’ αρέσει και βγάζω πολλά λεφτά». Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Ντέξτερ. «Αλλά κι εσύ… εσύ έχεις εκπομπή στη νυχτερινή ζώνη! Η ζωή είναι ωραία και για τους δυο μας». Και τότε, λίγο από πληγωμένο εγωισμό, λίγο από μια παλιά ανταγωνιστική διάθεση που ξαναζωντάνεψε, ο Ντέξτερ αποφάσισε να του το πει. «Λοιπόν – θέλεις τώρα ν’ ακούσεις κάτι ενδιαφέρον;» Η Έμμα άκουσε από την άλλη άκρη του Μεγάλου Γκαζόν τον Κάλλουμ Ο’Νιλ να ξεφωνίζει από χαρά και κοίταξε προς τα εκεί τη στιγμή που ο Κάλλουμ έπιανε το λαιμό του Ντέξτερ σε μια ασφυκτική λαβή και του έτριβε την κορυφή του κεφαλιού με τους κόμπους των δαχτύλων του. Χαμογέλασε βλέποντάς τους κι έστρεψε πάλι την προσοχή της στην αντιπαθέστατη Μίφυ Μπιουκάναν. «Άκουσα ότι είσαι άνεργη» της έλεγε τώρα η Μίφυ. «Προτιμώ να σκέφτομαι ότι είμαι αυτοαπασχολούμενη». «Συγγραφέας;»


«Για ένα δυο χρόνια. Κάτι σαν άδεια μετ’ αποδοχών». «Ναι, αλλά δεν έχεις εκδώσει κάτι, αν δεν κάνω λάθος». «Όχι ακόμη. Αν και έχω πάρει μια μικρή προκαταβολή από τον εκδοτικό οίκο…» «Χμ» έκανε η Μίφυ, δύσπιστη. «Η Χάρριετ Μπόουεν έχει ήδη εκδώσει τρία μυθιστορήματα». «Ναι, όπως με πληροφόρησαν. Αρκετές φορές». «Και έχει και τρία παιδιά». «Μάλιστα». «Τα δικά μου τα είδες;» Λίγο πιο πέρα, δύο τεραστίων διαστάσεων νήπια με κοστούμι και γιλέκο έτριβαν καναπεδάκια το ένα στη μούρη του άλλου. «Ίβαν! ΟΧΙ ΔΑΓΚΩΝΙΕΣ». «Αξιαγάπητα». «Δεν είναι; Εσύ; Ακόμη να κάνεις παιδιά;» είπε η Μίφυ, λες και η επιλογή ήταν ή παιδιά ή μυθιστορήματα. «Α, μπα…» «Είσαι με κανέναν;» «Μπα, όχι…» «Τίποτε;» «Όχι…» «Τίποτε στον ορίζοντα;» «Τίποτε». «Κι όμως, δείχνεις πολύ καλύτερα από παλιά». Η Μίφυ την έκοψε από πάνω μέχρι κάτω σαν να σκόπευε να τη χτυπήσει σε δημοπρασία. «Είσαι από τους ελάχιστους εδώ πέρα που έχεις χάσει κιλά! Όχι πως ήσουν ποτέ πολύ χοντρή, αλλά τα είχες τα παχάκια σου και τώρα έχουν εξαφανιστεί!» Η Έμμα ένιωσε το χέρι της να σφίγγεται ασυναίσθητα γύρω από το ποτήρι της σαμπάνιας. «Χαίρομαι που έντεκα ολόκληρα χρόνια δεν πήγαν χαμένα». «Και είχες κι εκείνη την έντονη βόρεια προφορά, ενώ τώρα μιλάς κανονικά σαν όλους τους άλλους». «Αλήθεια;» είπε ξαφνιασμένη η Έμμα. «Κρίμα. Δεν το έκανα σκόπιμα». «Για να είμαι ειλικρινής, εγώ πάντα πίστευα ότι ήταν φτιαχτή. Ξέρεις – για να κάνεις εντύπωση…» «Τι;» «Η προφορά σου και τα σχετικά. Ξέρεις – οι ανθρακωρύχοι ετούτο, οι ανθρακωρύχοι εκείνο, και “Ζήτω η Γουα-τε-μάλα!”. Σαν να μας πουλούσες μούρη. Αλλά τώρα μιλάς φυσιολογικά, όπως όλος ο κόσμος». Η Έμμα πάντα ζήλευε τους ανθρώπους που λένε αυτό που σκέφτονται αδιαφορώντας για τυπικότητες και ευγένειες, ή για τα αισθήματα των άλλων. Ποτέ δεν ήταν μια απ’ αυτούς, αλλά τώρα ένιωσε το «άντε γαμ…» να ανεβαίνει ως την άκρη της γλώσσας της. «Και ήσουν μονίμως θυμωμένη με όλους και με όλα». «Ω, ακόμη θυμώνω πολύ εύκολα, Μίφυ…» «Θεέ μου! Ο Ντέξτερ Μόρλεϋ». Η Μίφυ έσκυψε και άρχισε να ψιθυρίζει στο αυτί της Έμμα, σφίγγοντας δυνατά το μπράτσο της. «Ξέρεις ότι τα είχαμε κάποτε;»


«Ναι, Μίφυ, μου το έχεις πει. Πολλές φορές». «Δεν είναι κούκλος ακόμη; Πες μου, δεν είναι κούκλος;» Και αναστέναξε σαν έτοιμη να λιποθυμήσει. «Πώς και δεν έγινε ποτέ τίποτε μεταξύ σας;» «Ξέρω κι εγώ; Η προφορά μου, τα παχάκια…» «Δεν ήσουν και τόσο χάλια πια! Τη φιλενάδα του την είδες; Δεν είναι πανέμορφη; Δεν είναι τέλεια;» Η Μίφυ γύρισε προς την Έμμα για να πάρει μια απάντηση και διαπίστωσε έκπληκτη ότι η Έμμα δεν ήταν πια εκεί. Οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να μαζεύονται κάτω από την τέντα, περικυκλώνοντας ασφυκτικά τον πίνακα με τις θέσεις τους στα τραπέζια, σαν να έπαιρναν τα αποτελέσματα εξετάσεων. Ο Ντέξτερ και η Έμμα αναζήτησαν ο ένας τον άλλον μέσα στο πλήθος. «Τραπέζι πέντε» είπε ο Ντέξτερ. «Εγώ είμαι στο είκοσι τέσσερα» είπε η Έμμα. «Το πέντε είναι πολύ κοντά στο τραπέζι της νύφης. Το είκοσι τέσσερα είναι κοντά στις χημικές τουαλέτες». «Μην το παίρνεις προσωπικά». «Ποιο είναι το κυρίως πιάτο;» «Οι φήμες λένε για σολομό». «Σολομός. Σολομός, σολομός, σολομός. Τρώω τόσο πολύ σολομό στους γάμους, που δύο φορές το χρόνο με πιάνει μια τρελή διάθεση να κολυμπήσω κόντρα στο ρεύμα». «Έλα στο τραπέζι πέντε. Θα αλλάξουμε τα καρτελάκια». «Να βάλουμε χέρι στο πλάνο τοποθέτησης των καλεσμένων; Στέλνουν κόσμο στο απόσπασμα για πολύ μικρότερα εγκλήματα. Δεν είδες την γκιλοτίνα πίσω;» Ο Ντέξτερ γέλασε. «Θα τα πούμε μετά, εντάξει;» «Έλα να με βρεις». «Ή έλα εσύ να βρεις εμένα». «Ή εσύ εμένα». «Ή εσύ». Σαν τιμωρημένη για κάποιο παλιό παράπτωμα, η Έμμα τοποθετήθηκε ανάμεσα στην ηλικιωμένη θεία και το θείο του γαμπρού που είχαν έρθει από τη Νέα Ζηλανδία, και για περίπου τρεις ώρες αντάλλασσαν εκφράσεις όπως «πολύ όμορφη χώρα» και «θαυμάσια ποιότητα ζωής». Πού και πού της αποσπούσε την προσοχή μια έκρηξη γέλιων από τη μεριά του τραπεζιού πέντε, όπου καθόταν ο Ντέξτερ και η Συλβί, ο Κάλλουμ και η φιλενάδα του η Λουίζα – το τραπέζι των διασημοτήτων. Η Έμμα γέμισε πάλι το ποτήρι της με κρασί και ζήτησε κι άλλες πληροφορίες για την όμορφη χώρα και την ποιότητα ζωής. «Φάλαινες… έχετε δει ποτέ από κοντά φάλαινες;» ρώτησε το ηλικιωμένο ζευγάρι, ρίχνοντας βλέμματα όλο ζήλια προς το τραπέζι πέντε. Στο τραπέζι πέντε, ο Ντέξτερ έριχνε βλέμματα όλο ζήλια προς το τραπέζι είκοσι τέσσερα. Η Συλβί είχε εφεύρει ένα καινούριο παιχνίδι και σκέπαζε με το χέρι της το ποτήρι του κρασιού κάθε φορά που ο Ντέξτερ έπιανε το μπουκάλι, μετατρέποντας το ατέλειωτο γεύμα σε αυστηρό τεστ ελέγχου αντανακλαστικών. «Με το μαλακό, εντάξει;» του ψιθύριζε κάθε φορά που σκόραρε εκείνος, και ο Ντέξτερ τη διαβεβαίωνε πως προσέχει, αλλά το αποτέλεσμα ήταν σχετική βαρεμάρα και συνεχώς αυξανόμενη ζήλια για την εκνευριστική αυτοπεποίθηση του


Κάλλουμ. Παρατηρούσε την Έμμα στο τραπέζι είκοσι τέσσερα να κουβεντιάζει με ευγένεια και καλή διάθεση με το ηλιοκαμένο ζευγάρι από το εξωτερικό· πρόσεχε το πώς άκουγε με αφοσίωση ό,τι της έλεγαν, πώς έπιανε από το μπράτσο τρυφερά το γέρο κύριο και γελούσε με κάποιο αστείο του, πώς πήρε την κάμερα μιας χρήσης για να τους φωτογραφίσει, πώς στήθηκε αυτή μετά για να την τραβήξει φωτογραφία το ζευγάρι. Πρόσεξε επίσης το φόρεμά της, το είδος του φουστανιού που δεν θα φορούσε ποτέ η Έμμα πριν από δέκα χρόνια, πώς είχε κατέβει λιγάκι το φερμουάρ στην πλάτη της και πώς είχε μαζευτεί το φόρεμα ως τη μέση των μηρών της τώρα που ήταν καθιστή, και του ήρθε φευγαλέα αλλά πολύ καθαρά μια εικόνα της Έμμα σε ένα δωμάτιο στη Ρέινκιλλορ Στριτ στο Εδιμβούργο. Το φως της αυγής να μπαίνει από τις κουρτίνες, ένα χαμηλό μονό κρεβάτι, η φούστα της ανεβασμένη ως τη μέση, τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το κεφάλι της. Τι είχε αλλάξει από τότε; Λίγα πράγματα. Οι ίδιες ρυτίδες γύρω από το στόμα της όταν γελούσε, απλώς λίγο βαθύτερες τώρα. Τα ίδια μάτια, λαμπερά και πανέξυπνα. Γελούσε ακόμη με το φαρδύ της στόμα κλειστό, σαν να ήθελε να κρατήσει κάτι κρυφό. Από πολλές απόψεις ήταν πολύ πιο ελκυστική τώρα απ’ ό,τι στα είκοσι δύο της. Κατ’ αρχάς δεν έκοβε πια μόνη της τα μαλλιά της, ενώ είχε χάσει αρκετή από εκείνη τη χλωμάδα της βιβλιοθήκης, την πίκρα και την οργή που την έκαναν να σου μιλάει κοιτώντας τα παπούτσια της. Αναρωτήθηκε τι θα ένιωθε αν έβλεπε τώρα το πρόσωπό της για πρώτη φορά. Αν τον είχαν βάλει στο τραπέζι είκοσι τέσσερα, είχε καθίσει δίπλα της και είχαν συστηθεί. Απ’ όλους όσοι ήταν εκεί σήμερα, κατέληξε, μόνο μαζί της θα ήθελε πραγματικά να μιλήσει. Έπιασε το ποτήρι του και έσπρωξε πίσω την καρέκλα του. Όμως τώρα όλοι χτυπούσαν τα μαχαίρια στα ποτήρια τους. Οι ομιλίες. Όπως απαιτούσε η παράδοση, ο πατέρας της νύφης ήταν μεθυσμένος και άξεστος, ο κουμπάρος μεθυσμένος και σοβαροφανής, και επιπλέον ξέχασε εντελώς να πει κάτι και για τη νύφη. Με κάθε επιπλέον ποτήρι κόκκινο κρασί, η Έμμα ένιωθε την ενέργειά της να στραγγίζει και άρχισε να σκέφτεται το δωμάτιό της κάπου στο κεντρικό μέγαρο-ξενοδοχείο, το καθαρό άσπρο μπουρνούζι, το μαλακό κρεβάτι. Θα υπήρχε και ατομικό ντους και πάρα πολλές πετσέτες για ένα άτομο. Σαν για να τη βοηθήσει να πάρει μια απόφαση, η μπάντα άρχισε να κουρντίζει τα όργανα, με τον μπασίστα να παίζει δοκιμαστικά το σόλο από το «Another one bites the dust», και η Έμμα κατέληξε ότι ήταν ώρα να τα μαζεύει, να πάρει το κομμάτι της τούρτας που της αναλογούσε, μέσα στο ειδικό βελούδινο κουτάκι του, να το φάει ήσυχα ήσυχα στο δωμάτιό της και να ξεπεράσει το γάμο με έναν καλό ύπνο. «Συγγνώμη, γνωριζόμαστε από κάπου;» Ένα χέρι στο μπράτσο της, μια φωνή πίσω της. Ο Ντέξτερ καθισμένος στις φτέρνες του, δίπλα και λίγο πίσω από την καρέκλα της, με ένα μπουκάλι σαμπάνια στο χέρι του. Η Έμμα άπλωσε το ποτήρι της. «Είναι πολύ πιθανόν» του είπε. Έπειτα από ένα ανατριχιαστικό στρίγκλισμα μικροφωνικής επιστροφής, η μπάντα άρχισε να παίζει και η προσοχή όλων στράφηκε στην πίστα, όπου ο Μάλκολμ και η Τίλλυ χόρευαν τώρα το αγαπημένο τους γαμήλιο τουίστ, το «Brown-eyed girl», στριφογυρίζοντας τρελά τους γοφούς τους, με τα χέρια λυγισμένα σε ορθή γωνία και τους αντίχειρες υψωμένους. «Θεέ και Κύριε. Από πότε αρχίσαμε όλοι να χορεύουμε σαν γέροι;» «Εμένα δεν με αφορά» είπε ο Ντέξτερ και βολεύτηκε σε μια καρέκλα.


«Ξέρεις να χορεύεις;» «Δεν θυμάσαι;» Η Έμμα κούνησε το κεφάλι της. «Δεν εννοώ πάνω σε μπαρ, με σφυρίχτρα στο στόμα και χωρίς πουκάμισο, εννοώ κανονικό χορό». «Και βέβαια ξέρω». Έπιασε το χέρι της. «Θέλεις να σου το αποδείξω;» «Ίσως αργότερα». Τώρα έπρεπε να φωνάζουν για να ακούνε ο ένας τον άλλον. Ο Ντέξτερ σηκώθηκε και τράβηξε την Έμμα από το μανίκι. «Πάμε κάπου. Εσύ κι εγώ». «Πού;» «Δεν ξέρω. Νομίζω υπάρχει κάπου ένας λαβύρινθος». «Λαβύρινθος;» Η Έμμα δίστασε για μια στιγμή κι ύστερα σηκώθηκε. «Και δεν το λες τόση ώρα;» Πήραν δύο ποτήρια, ξεγλίστρησαν διακριτικά από την τέντα και βγήκαν έξω στη νύχτα. Είχε ακόμη ζέστη και τα νυχτοπούλια έκαναν βουτιές ψηλά πάνω από τα κεφάλια τους στο μελανό ουρανό, καθώς διέσχιζαν τον τριανταφυλλόκηπο με κατεύθυνση προς το λαβύρινθο, πιασμένοι αγκαζέ. «Πώς είναι να βλέπεις ένα παλιό σου πάθος στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα;» τον πείραξε η Έμμα. «Η Τίλλυ Κίλλικ δεν είναι παλιό μου πάθος». «Ω, Ντέξτερ…» Η Έμμα κούνησε αργά το κεφάλι της. «Πότε θα βάλεις μυαλό;» «Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς». «Πρέπει να ήταν, στάσου να θυμηθώ… Δεκέμβριος του 1992, στο διαμέρισμα στο Κλάπτον. Εκεί που μύριζε πάντα τηγανητό κρεμμύδι». Ο Ντέξτερ μόρφασε. «Πώς τα ξέρεις αυτά;» «Όταν έφυγα για να πάω στο Γούλγουορθς, σαν άφησα να κάνετε μασάζ ο ένας στις πατούσες του άλλου με το πιο ακριβό λάδι μου, και όταν γύρισα από το Γούλγουορθς αυτή έκλαιγε και υπήρχαν λαδωμένες πατημασιές πάνω στο καλό μου κιλίμι, πάνω στον καναπέ, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και μέχρι τη μέση του τοίχου απ’ ό,τι θυμάμαι. Έχοντας εξετάσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, κατέληξα στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Επίσης, είχες αφήσει όμορφα και τακτικά το χρησιμοποιημένο προφυλακτικό σου πάνω στο σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας». «Αλήθεια; Συγγνώμη». «Συν ότι μου το είπε η Τίλλυ». «Αλήθεια;» Ο Ντέξτερ κούνησε το κεφάλι του νιώθοντας προδομένος. «Υποτίθεται πως θα το κρατούσαμε κρυφό!» «Οι γυναίκες τα λένε αυτά τα πράγματα μεταξύ τους, να ξέρεις. Ακόμα κι αν σου ορκιστούν ότι θα το κρατήσουν μυστικό, στο τέλος θα μαθευτεί». «Θα το θυμάμαι στο μέλλον». Έφτασαν στο λαβύρινθο, ένα αρχιτεκτόνημα από άψογα κουρεμένους θάμνους ύψους τριών μέτρων, που η είσοδός του ήταν μια βαριά ξύλινη πόρτα. Η Έμμα σταμάτησε με το χέρι της πάνω στο μπρούντζινο χερούλι. «Νομίζεις ότι είναι καλή ιδέα;»


«Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;» «Κι αν χαθούμε;» «Θα χρησιμοποιήσουμε τα άστρα για οδηγό ή κάτι άλλο». Η πόρτα άνοιξε με ένα μικρό σπρώξιμο. «Δεξιά ή αριστερά;» «Δεξιά» είπε η Έμμα και μπήκαν στο λαβύρινθο. Οι πανύψηλοι θάμνοι φωτίζονταν στο επίπεδο του εδάφους από κρυφούς προβολείς σε διάφορα χρώματα και ο αέρας είχε εκείνη τη βαριά και σχεδόν μεθυστική καλοκαιρινή μυρωδιά της υγρής ζεστής φυλλωσιάς. «Πού την άφησες τη Συλβί;» «Είναι μια χαρά – την ανέλαβε ο Κάλλουμ. Ο εμπνευσμένος ηγέτης, ο γοητευτικός Ιρλανδός εκατομμυριούχος. Σκέφτηκα να του την παραχωρήσω. Κουράστηκα πια να τον ανταγωνίζομαι». «Τα πάει πολύ καλά, ξέρεις». «Όλοι αυτό μου λένε». «Κάτι με καραβίδες». «Ξέρω. Μου πρόσφερε δουλειά». «Να ψαρεύεις καραβίδες;» «Δεν ξέρω ακόμη. Θέλει να μου μιλήσει, λέει, για “ευκαιρίες”. Καλή επιχείρηση σημαίνει επικοινωνία με τον κόσμο, λέει, ό,τι κι αν εννοεί μ’ αυτό». «Και το Sport Xtreme;» «Α!» Ο Ντέξτερ γέλασε και έτριψε τα μαλλιά του με το ένα χέρι. «Ώστε, τη βλέπεις την εκπομπή;» «Δεν έχω χάσει επεισόδιο. Με ξέρεις – τι καλύτερο για μένα από μια ενημέρωση για τα ΒΜΧ αργά μετά τα μεσάνυχτα; Εκεί που τρελαίνομαι είναι όταν χαρακτηρίζεις κάτι “οριακό”…» «Με βάζουν να τα λέω αυτά». «“Οριακό” και “γλυκό”. Δείτε αυτές τις γλυκές φιγούρες παλιάς εποχής…» «Νόμιζα ότι τη γλιτώνω». «Όχι πάντα, φίλε. Αριστερά ή δεξιά;» «Αριστερά, προτείνω». Περπάτησαν για λίγο σιωπηλοί ακούγοντας το μακρινό απόηχο του «Superstition» που έπαιζε εκείνη την ώρα η μπάντα. «Πώς πάει το γράψιμο;» «Καλά, όταν ασχολούμαι. Τον περισσότερο καιρό απλώς τεμπελιάζω μασουλώντας μπισκότα». «Η Στέφανι Σο μού είπε ότι σου έδωσαν προκαταβολή». «Ναι, κάτι λίγα. Με βγάζουν ως τα Χριστούγεννα. Έπειτα βλέπουμε. Ίσως επιστρέψω στη διδασκαλία, με πλήρες ωράριο». «Και περί τίνος πρόκειται; Το θέμα του βιβλίου, εννοώ». «Δεν ξέρω ακόμη». «Δεν φαντάζομαι να είναι για μένα;» «Ναι, Ντέξτερ, το μάντεψες· είναι ένα ολόκληρο βιβλίο μονάχα για σένα. Λέγεται Ντέξτερ Ντέξτερ και πάλι Ντέξτερ. Δεξιά ή αριστερά;» «Ας δοκιμάσουμε αριστερά». «Σοβαρά τώρα, είναι ένα βιβλίο για παιδιά. Εφήβους. Κορίτσια, αγόρια, σχέσεις, τέτοια


πράγματα. Με κεντρικό συμβάν μια σχολική θεατρική παράσταση, το ανέβασμα του Όλιβερ! που είχα κάνει στο σχολείο πριν από χρόνια. Κυρίως κωμικές καταστάσεις». «Φαίνεσαι μια χαρά, πάντως». «Αλήθεια;» «Απολύτως. Κάποιοι φαίνονται καλύτερα, κάποιοι χειρότερα. Εσύ δείχνεις σαφώς καλύτερα». «Η Μίφυ Μπιουκάναν μού είπε ότι έχασα επιτέλους τα παχάκια μου». «Σε ζηλεύει. Είσαι μια χαρά». «Ευχαριστώ. Θέλεις να πω ότι φαίνεσαι κι εσύ καλύτερα;» «Αν νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις». «Λοιπόν, ναι, φαίνεσαι καλύτερα. Αριστερά;» «Αριστερά». «Καλύτερα απ’ ό,τι στα έξαλλα χρόνια σου, τέλος πάντων. Τότε που ξεσάλωνες, ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό που έκανες». Συνέχισαν για λίγο σιωπηλοί, μέχρι που η Έμμα μίλησε ξανά. «Ξέρεις ανησυχούσα για σένα». «Αλήθεια;» «Όλοι ανησυχούσαμε». «Ήταν απλώς μια φάση. Όλοι περνάμε μια ανάλογη φάση στη ζωή μας, έτσι δεν είναι; Λιγάκι άγρια». «Έτσι είναι; Εγώ δεν την πέρασα. Ε, ελπίζω να έπαψες πια να φοράς εκείνο το απαίσιο καβουράκι». «Έχω χρόνια να φορέσω καπέλο». «Χαίρομαι που το ακούω. Μέχρι που είχαμε σκεφτεί να παρέμβουμε για να κάνεις κάτι για το πρόβλημά σου». «Ξέρεις πώς την πατάς – ξεκινάς με ένα απλό καπελάκι, έτσι για την εμπειρία, και πριν καταλάβεις τι έγινε έχεις περάσει στο καβουράκι, στο παναμά, στο ημίψηλο…» Καινούρια διακλάδωση. «Δεξιά ή αριστερά, Ντεξ;» «Δεν έχω ιδέα». Κοίταξαν ερευνητικά και προς τις δυο κατευθύνσεις. «Δεν είναι εκπληκτικό το πόσο γρήγορα έπαψε να είναι διασκεδαστική η περιπλάνηση εδώ μέσα;» «Ας καθίσουμε λίγο, τι λες; Εκεί πέρα». Πάνω στο τοίχωμα από αδιαπέραστη φυλλωσιά ήταν στημένο ένα πέτρινο παγκάκι που το φώτιζε από κάτω ένα διάφανο γαλαζωπό φως. Κάθισαν στην κρύα πέτρα, γέμισαν τα ποτήρια τους, τσούγκρισαν απαλά, σκούντησαν ο ένας τον ώμο του άλλου. «Θεέ μου, παραλίγο να το ξεχάσω…» Ο Ντέξτερ έχωσε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του, έβγαλε πολύ προσεχτικά από μέσα μια διπλωμένη χαρτοπετσέτα, την κράτησε πάνω στην παλάμη του και, σαν ταχυδακτυλουργός, την ξεδίπλωσε πιάνοντας από μια γωνία τη φορά. Στην καρδιά της χάρτινης φωλίτσας φάνηκαν δυο στραπατσαρισμένα τσιγάρα. «Από τον Καλ» ψιθύρισε σχεδόν με δέος. «Θέλεις το ένα;» «Όχι, ευχαριστώ. Έχω να καπνίσω χρόνια». «Μπράβο σου. Κι εγώ το έχω κόψει, επισήμως. Αλλά εδώ αισθάνομαι ασφαλής…» Άναψε το παράνομο τσιγάρο με χέρι δήθεν τρεμάμενο. «Εδώ δεν μπορεί να με δει αυτή…» Η Έμμα άρχισε να γελάει. Η σαμπάνια και η απομόνωση τους είχαν φτιάξει το κέφι, και τώρα η διάθεσή


τους ήταν συναισθηματική και νοσταλγική, όπως θα έπρεπε φυσιολογικά να είναι στο γάμο μιας φίλης. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον πίσω από τον καπνό. «Ο Κάλλουμ λέει ότι είμαστε η γενιά των Marlboro Lights». «Τι κρίμα» ρουθούνισε η Έμμα. «Μια ολόκληρη γενιά να ορίζεται από μια μάρκα τσιγάρων. Έλπιζα σε πολύ περισσότερα». Χαμογέλασε και στράφηκε προς τον Ντέξτερ. «Λοιπόν. Πώς είσαι αυτή την εποχή;» «Καλά. Έχω στρώσει λιγάκι». «Το σεξ στα ασανσέρ και στις τουαλέτες έχασε λίγη από τη γλυκόπικρη γοητεία του;» Ο Ντέξτερ γέλασε και στύλωσε το βλέμμα στην καύτρα του τσιγάρου του. «Ήταν κάτι που ήθελα και που έπρεπε να το κάνω για να το ξεπεράσω». «Και το ξεπέρασες;» «Έτσι νομίζω, κατά ένα μεγάλο βαθμό». «Επειδή βρήκες την αληθινή αγάπη;» «Εν μέρει. Επίσης είμαι τριάντα τεσσάρων. Στα τριάντα τέσσερα αρχίζουν να σου τελειώνουν οι δικαιολογίες». «Δικαιολογίες;» «Ναι, όταν είσαι είκοσι δύο και τα κάψεις όλα, μπορείς να πεις δεν πειράζει, είμαι μόνο είκοσι δύο. Είμαι μόνο είκοσι πέντε, άντε και είκοσι οχτώ. Αλλά, είμαι μόνο τριάντα τεσσάρων; Δεν το λες». Ήπιε από το ποτήρι του και ακούμπησε την πλάτη του πίσω στο φύλλωμα. «Όπως μπαίνει στον καθένα μας ένα βασικό δίλημμα στη ζωή του, το δικό μου ήταν: μπορείς να είσαι σε μια σοβαρή, ώριμη, ενήλικη ερωτική σχέση και ταυτόχρονα να θέλεις να το κάνεις με δύο;» «Και ποια είναι η απάντηση, Ντεξ;» τον ρώτησε σοβαρά. «Η απάντηση είναι, όχι, δεν μπορείς. Μόλις το καταλάβεις αυτό, όλα γίνονται πιο απλά». «Σωστό. Ένα όργιο δεν μπορεί να σε ζεστάνει τις κρύες νύχτες». «Ένα όργιο δεν πρόκειται να νοιαστεί για σένα όταν θα γεράσεις». Ήπιε άλλη μια γουλιά. «Τέλος πάντων, όχι ότι με καλούσαν κάθε τόσο σε ερωτικά όργια, απλώς έκανα ανοησίες, τα σκάτωσα γενικά. Τα σκάτωσα στην καριέρα μου, τα σκάτωσα με τη μάνα μου…» «Αυτό δεν ισχύει…» «Τα σκάτωσα με όλους τους φίλους μου». Για να δώσει έμφαση στα λεγόμενά του έγειρε πάνω στον ώμο της, και έγειρε κι αυτή στο δικό του. «Σκέφτηκα ότι είναι καιρός να κάνω τα πράγματα σωστά, έστω για μια φορά. Και γνώρισα τη Συλβί, που είναι σπουδαία, πραγματικά σπουδαία, και με κρατάει στον ίσιο δρόμο». «Ναι, είναι καλό κορίτσι». «Είναι, είναι». «Πολύ όμορφη. Και πολύ ήρεμη». «Μέχρι που με τρομάζει καμιά φορά». «Έχει κάτι ζεστό και γαλήνιο, κάτι από Λένι Ρίφενσταλ επάνω της». «Λένι, τι;» «Άσε, δεν πειράζει». «Φυσικά, δεν έχει απολύτως καμία αίσθηση του χιούμορ». «Το οποίο είναι ανακούφιση. Νομίζω ότι η αίσθηση χιούμορ έχει υπερεκτιμηθεί» είπε η Έμμα.


«Χαζομάρες και αστεία όλη την ώρα – καταντάει βαρετό. Σαν τον Ίαν. Μόνο που ο Ίαν δεν ήταν καν αστείος. Όχι, καλύτερα να είσαι με κάποιον που τον γουστάρεις πραγματικά, που θα σου τρίψει τα πόδια όταν είναι κρύα». Ο Ντέξτερ προσπάθησε και απέτυχε να φανταστεί τη Συλβί να του τρίβει τα πόδια. «Μου είπε κάποτε ότι αποφεύγει να γελάει για να μην κάνει ρυτίδες». Η Έμμα γέλασε σιγανά. «Ουάου!» ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει. «Την αγαπάς όμως, έτσι δεν είναι;» «Τη λατρεύω». «“Λατρεύω” είναι ακόμα καλύτερα». «Είναι σπάνιο είδος». «Είναι». «Και με έφερε κυριολεκτικά τα πάνω κάτω. Έκοψα τα ναρκωτικά, έκοψα το ποτό, δεν καπνίζω…» Η Έμμα έριξε μια ματιά στο μπουκάλι στο ένα χέρι του, στο τσιγάρο στο άλλο. Της χαμογέλασε. «Ειδική περίσταση». «Ώστε βρήκες επιτέλους την αληθινή αγάπη». «Κάτι τέτοιο». Της γέμισε το ποτήρι. «Κι εσύ;» «Είμαι καλά, πολύ καλά». Η Έμμα σηκώθηκε για να του αποσπάσει την προσοχή. «Ας συνεχίσουμε τον περίπατο, Ντεξ. Αριστερά ή δεξιά;» «Δεξιά». Σηκώθηκε κι αυτός με ένα βαθύ στεναγμό. «Βλέπεις ακόμη τον Ίαν;» «Όχι, εδώ και χρόνια». «Κανένας άλλος στον ορίζοντα;» «Μην αρχίζεις, Ντέξτερ». «Τι πράγμα;» «Τη συμπόνια προς τη γεροντοκόρη. Είμαι απόλυτα ευχαριστημένη έτσι, ευχαριστώ. Και αρνούμαι να με ορίζουν με βάση τον εκάστοτε φίλο μου. Ή την έλλειψη φίλου». Άρχισε να μιλάει με πάθος τώρα. «Από τη στιγμή που θ’ αποφασίσεις να μην ασχολείσαι πλέον μ’ αυτά, με φιλίες, δεσμούς, σχέσεις, έρωτες και τα σχετικά, είναι σαν να απελευθερώνεσαι και να ζεις πραγματικά τη ζωή σου. Έχω τη δουλειά μου και είναι κάτι που αγαπάω πολύ. Υπολογίζω ότι έχω ακόμη διαθέσιμο έναν ολόκληρο χρόνο για να δώσω στο γράψιμο μια ευκαιρία. Τα λεφτά είναι ελάχιστα, αλλά αισθάνομαι ελεύθερη. Πηγαίνω σινεμά τα απογεύματα». Μικρή παύση. «Και για κολύμπι! Κολυμπάω πολύ. Κολυμπάω, κολυμπάω, μίλια ολόκληρα κάθε φορά. Θεούλη μου, το σιχαίνομαι το κολύμπι. Στρίψε αριστερά εδώ. Νομίζω». «Ξέρεις, κι εγώ κάπως έτσι αισθάνομαι. Όχι για το κολύμπι. Εννοώ, που δεν είμαι πια αναγκασμένος να βγαίνω. Απ’ όταν γνώρισα τη Συλβί είναι σαν να απελευθέρωσα ένα τεράστιο απόθεμα χρόνου, ενέργειας, πνευματικής δραστηριότητας». «Και πού τη διοχετεύεις όλη αυτή την πνευματική δραστηριότητα;» «Παίζω Tomb Raider κυρίως». Η Έμμα γέλασε και προχώρησε λίγο ακόμα χωρίς να μιλήσει, ανησυχώντας μήπως είχε φανεί λιγότερο αυτάρκης και δυνατή απ’ ό,τι επιδίωκε. «Τέλος πάντων, όχι πως είμαι εντελώς στερημένη ή ολομόναχη. Έχω κι εγώ τις στιγμές μου. Τα είχα με έναν τύπο, τον Κρις. Έλεγε ότι είναι οδοντίατρος, αλλά στην ουσία ήταν μανιακός με την υγιεινή του στόματος». «Και τι απέγινε με τον Κρις;»


«Ξεθύμανε εντελώς το πράγμα. Καλύτερα. Κοίταζε συνεχώς τα δόντια μου. Με πίεζε να χρησιμοποιώ οδοντικό νήμα. Το νήμα, Έμμα, το νήμα. Βγαίναμε και ένιωθα σαν να είχα πάει για τσεκάπ. Πολλή καταπίεση. Και πριν απ’ αυτόν ήταν ο Γκοντάλμινγκ». Ανατρίχιασε. «Ο κύριος Γκοντάλμινγκ. Χριστέ μου. Σκέτη καταστροφή». «Ποιος ήταν ο κύριος Γκοντάλμινγκ;» «Θα σου πω κάποια άλλη φορά. Αριστερά;» «Αριστερά». «Τέλος πάντων, αν απελπιστώ τελείως, μπορώ να καταφύγω στην προσφορά σου». Ο Ντέξτερ σταμάτησε να βαδίζει. «Ποια προσφορά;» «Δεν θυμάσαι που μου έλεγες ότι αν φτάσω στα σαράντα και είμαι ακόμη μόνη μου θα με παντρευτείς;» «Έλεγα εγώ τέτοιο πράγμα;» Ο Ντέξτερ έκανε ένα μορφασμό. «Πολύ πατερναλιστικό». «Έτσι πίστευα κι εγώ τότε. Μην ανησυχείς όμως, δεν δεσμεύεσαι νομικά, ούτε σκοπεύω να το διεκδικήσω. Άλλωστε, έχουμε άλλα εφτά χρόνια. Πολύς καιρός…» Η Έμμα ξανάρχισε να περπατάει, αλλά ο Ντέξτερ έμεινε πίσω, ακίνητος, ξύνοντας το κεφάλι του σαν παιδάκι που ετοιμάζεται να αποκαλύψει ότι έσπασε το καλό βάζο του σπιτιού. «Δυστυχώς, θα πρέπει να αποσύρω την προσφορά μου έτσι κι αλλιώς». Η Έμμα σταμάτησε και στράφηκε. «Αλήθεια; Πώς κι έτσι;» ρώτησε, αλλά κατά βάθος ήξερε ήδη την απάντηση. «Δεσμεύτηκα». Η Έμμα ανοιγόκλεισε μια φορά τα βλέφαρά της, πολύ αργά. «Σε τι;» «Θα παντρευτώ. Τη Συλβί». Κύλησε ένα δευτερόλεπτο, ίσως μισό, όπου τα πρόσωπά τους έδειξαν ακριβώς αυτό που αισθάνονταν, κι ύστερα η Έμμα χαμογέλασε, γέλασε, έπεσε πάνω του, τον αγκάλιασε από το λαιμό. «Ω, Ντέξτερ. Απίθανο νέο! Συγχαρητήρια!» Πήγε να τον φιλήσει στο μάγουλο τη στιγμή που εκείνος γύριζε το κεφάλι του, και το στόμα του άγγιξε στιγμιαία το δικό της – γεύτηκαν τη σαμπάνια ο ένας από τα χείλη του άλλου. «Χάρηκες;» «Αν χάρηκα; Με κατέστρεψες! Σοβαρά τώρα, είναι φανταστικό νέο!» «Νομίζεις;» «Παραπάνω από φανταστικό – είναι, είναι… οριακό! Πολύ γλυκό και πολύ παλιάς σχολής!» Ο Ντέξτερ έκανε ένα βήμα πίσω και έψαξε στη μέσα τσέπη του σακακιού του. «Η αλήθεια είναι ότι γι’ αυτό σε έσυρα ως εδώ. Ήθελα να σου δώσω αυτό προσωπικά…» Ένας παχύς φάκελος από βαρύ χαρτί σε παστέλ μοβ. Η Έμμα τον έπιασε προσεκτικά και κοίταξε στο εσωτερικό του. Ήταν επενδυμένος με ριζόχαρτο και η πρόσκληση καθαυτή ήταν από κάποιου είδους χαρτί σαν παλιά περγαμηνή ή πάπυρο με σκισμένες άκρες. «Αυτό…» Η Έμμα έβγαλε την πρόσκληση και την κράτησε πάνω στην παλάμη της. «Αυτό, μάλιστα! Είναι πρόσκληση γάμου». «Δεν είναι ωραία;» «Φανταστικό χαρτί».


«Οχτώ λίρες το κομμάτι». «Όσο το αυτοκίνητό μου» «Μύρισέ το, εμπρός, έλα…» «Να το μυρίσω;» Η Έμμα έφερε αργά το χαρτί στη μύτη της. «Είναι αρωματισμένο! Οι προσκλήσεις του γάμου σου είναι αρωματισμένες;» «Υποτίθεται ότι μυρίζει λεβάντα». «Όχι λεβάντα, Ντεξ – λεφτά. Μυρίζει λεφτά». Πολύ προσεχτικά, η Έμμα άνοιξε την πρόσκληση και ο Ντέξτερ την παρακολούθησε να τη διαβάζει και ξαφνικά θυμήθηκε πώς ανασήκωνε με τις άκρες των δαχτύλων της τη φράντζα από το μέτωπό της. «Ο κύριος και η κυρία Λάιονελ Κόουπ σάς προσκαλούν στο γάμο της κόρης τους Συλβί και του Ντέξτερ Μέυχιου. Δεν το πιστεύω ότι το βλέπω τυπωμένο. Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου. Για στάσου, είναι μόλις…» «Δυο μήνες από τώρα…» είπε ο Ντέξτερ και συνέχισε να παρατηρεί το πρόσωπό της, το υπέροχο πρόσωπό της, για να δει πώς θα άλλαζε έκφραση όταν θα της το έλεγε. «Δύο μήνες; Νόμιζα πως αυτά τα πράγματα θέλουν τουλάχιστον ένα χρόνο προετοιμασία». «Συνήθως ναι, αλλά εδώ είναι αυτό που λέμε γάμος-αστραπή…» Η Έμμα έσμιξε τα φρύδια της – δεν το είχε πιάσει ακόμη. «Τριακόσιοι πενήντα καλεσμένοι. Και σκοτσέζικος χορός». «Εννοείς…» «Ότι η Συλβί είναι λίγο έγκυος. Όχι λίγο. Είναι. Κανονικά. Έγκυος. Θα κάνει μωρό». «Ω, Ντέξτερ!» Για άλλη μια φορά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. «Ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας; Αστειεύομαι, Ντεξ! Συγχαρητήρια. Θεέ μου, μάθε να πετάς τις βόμβες σου ανά διαστήματα – γιατί πρέπει να τις ρίχνεις όλες μαζί;» Κράτησε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια της και τον κοίταξε στα μάτια. «Παντρεύεσαι;…» «Ναι!» «Και θα γίνεις και πατέρας;» «Ξέρω! Δεν το πιστεύω – πατέρας, εγώ!» «Επιτρέπεται; Εννοώ, θα σε αφήσουν;» «Μάλλον». «Το έχεις ακόμη εκείνο το τσιγάρο;» Ο Ντέξτερ έψαξε στην τσέπη του και το βρήκε. «Η Συλβί τι λέει σχετικά μ’ αυτό;» «Είναι ενθουσιασμένη! Εντάξει, ανησυχεί λιγάκι μήπως παχύνει με την εγκυμοσύνη…» «Δεν είναι διόλου απίθανο…» Ο Ντέξτερ της άναψε το τσιγάρο. «Αλλά θέλει να προχωρήσει… Εννοώ να παντρευτεί, να κάνει παιδιά, να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή. Δεν θέλει να φτάσει στα τριάντα πέντε και να είναι μόνη…» «Όπως ΕΓΩ!!!» «Ακριβώς. Δεν θέλει να καταντήσει σαν εσένα!» Ο Ντέξτερ έπιασε το χέρι της. «Δεν εννοώ αυτό, φυσικά και το ξέρεις». «Το ξέρω. Αστειεύομαι, Ντέξτερ. Συγχαρητήρια». «Ευχαριστώ. Ευχαριστώ». Μικρή παύση. «Δώσε μου κι εμένα μια τζούρα» είπε τραβώντας


το τελευταίο τσιγάρο από τα χείλη της. «Να, δες εδώ…» Από το πορτοφόλι του έβγαλε και ξεδίπλωσε ένα τετράγωνο χαρτί, με κάτι σαν μεγάλη μουντζούρα επάνω, και το κράτησε προς το φως. «Είναι το υπερηχογράφημα των δώδεκα εβδομάδων. Δεν είναι απίστευτο;» Η Έμμα πήρε το χαρτί και το μελέτησε υπάκουα. Η ομορφιά του υπερηχογραφήματος είναι κάτι που μόνο οι μέλλοντες γονείς μπορούν να εκτιμήσουν, αλλά η Έμμα είχε δει κι άλλα τ