Page 1


ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΙΣΟΦ

ΧΑΚΕΡ Οι πειρατές του κυβερνοδιαστήματος (Βασισμένο σ' ένα σενάριο του Ραφαέλ Μορέ) Μετάφραση από τα αγγλικά: ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

«ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ 1995


Σειρά: ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Τίτλος πρωτοτύπου: HACKERS

Συγγραφέας: DAVID BISCHOFF Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ Επιμέλεια: ΤΖΕΝΗ ΣΑΡΑΝΤΗ Εξώφυλλο: ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ Copyright © United Artists Pictures Inc., 1995 Copyright © 1995, για την ελληνική γλώσσα: ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ABE - «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» Σόλωνος 98 - 106 80 Αθήνα. Τηλ: 3600398, Fax: 3617791 Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

ISBN 960-236-566-8


Σε όλους τους φίλους μου στη βάση GEnie, CompuServe, America Online και το Ίντερνετ...


1878 Από τον πρώτο κιόλας χρόνο της λειτουργίας της, το 1878, η (τηλεφωνική) εταιρία (του Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ) ανακάλυψε, με σημαντικό κόστος, τι συμβαίνει όταν συνδυάζεις νεαρούς έφηβους με τηλεφωνικούς μεταλλάκτες. Η τοποθέτηση νεαρών στη θέση των υπευθύνων για τη χρήση των τηλεφωνικών κέντρων επέφερε μια ταχύτατη και αναπότρεπτη καταστροφή. Ο αρχιμηχανικός του Μπελ τους περιέγραφε σαν «Άγριους Ιθαγενείς». Οι νεαροί κατεργάρηδες ήταν αγενέστατοι με τους πελάτες. Αντιμιλούσαν στους συνδρομητές, αυθαδίαζαν, έκαναν περιπαικτικά σχόλια και γενικώς φέρονταν με απαράδεκτο τρόπο. Την κοπάναγαν ανήμερα του Αγίου Πατρίκιου* παίρνοντας άδεια από τη σημαία. Και, το χειρότερο απ' όλα, έκαναν ένα σωρό κόλπα με τα βύσματα του μεταλλάκτη: έκοβαν συνδέσεις, μπέρδευαν τις γραμμές βάζοντας τους πελάτες να μιλούν ξαφνικά με αγνώστους, και διάφορα άλλα τέτοια ευτράπελα. Αυτός ο συνδυασμός εξουσίας, τεχνογνωσίας κι εξασφαλισμένης ανωνυμίας επέδρασε σαν ακαταμάχητος πειρασμός στα νεαρά αγόρια. ΜΠΡΟΥΣ ΣΤΕΡΛΙΝΓΚ, The hacker crackdown * Γιορτή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η 17η Μαρτίου, που γιορτάζεται κυρίως στην Ιρλανδία. (Σ.τ.Μ.)


1983 «ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ;» ΓΟΥΟΛΤΕΡ ΠΑΡΚΣ ΚΑΙ ΛΑΡΙ ΛΑΣΚΕΡ, Wargames


χάκερ (αρχικά, αυτός που φτιάχνει έπιπλα πελεκώντας το ξύλο με τσεκούρι): 1. Το άτομο που αρέσκεται να εξερευνά τις λεπτομέρειες προγραμματιζόμενων συστημάτων και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να επεκτείνει τις δυνατότητες τους, σε αντιδιαστολή με την πλειοψηφία των χρηστών, που προτιμούν να μαθαίνουν το μίνιμουμ δυνατό. 2. Το άτομο που γράφει (μανιωδώς πολλές φορές) προγράμματα ή που απολαμβάνει περισσότερο την πρακτική παρά τη θεωρητική πλευρά του προγραμματισμού. 3. Ένα άτομο ικανό να εκτιμήσει την αξία της πειρατείας πληροφοριών. 4. Ένα άτομο ικανό να γράφει προγράμματα σε ελάχιστο χρόνο.... 8. (υποτιμητικά) Ένας κακόβουλος παρείσακτος που προσπαθεί να ξεθάψει πληροφορίες ψαχουλεύοντας εδώ κι εκεί. Εξ ου και οι όροι χάκερ κωδικών, χάκερ δικτύου. Ο ορθός όρος είναι κράκερ (cracker: σπάστης). Ο όρος «χάκερ» παραπέμπει επίσης στη συμμετοχή στην παγκόσμια κοινότητα που ορίζεται από το δίκτυο (βλ. δίκτυο και διεύθυνση στο Ίντερνετ). Υποδηλώνει επίσης ότι το συγκεκριμένο άτομο προσυπογράφει κάποιες έστω από τις αρχές της ηθικής των χάκερ (βλ. ηθική των χάκερ). Είναι καλύτερα να περιγράφεται κανείς σαν χάκερ από άλλους παρά να συστήνεται σαν τέτοιος. Οι χάκερ θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη μιας ελίτ (μιας αξιοκρατικής ομάδας που διακρίνεται για τις ικανότητες της), η οποία ωστόσο είναι πάντα α-


νοιχτή σε νέα μέλη. Έτσι αντλεί κανείς ικανοποίηση όταν παρουσιάζεται σαν χάκερ - αλλά αν ισχυρίζεσαι ψευδώς ότι είσαι, σύντομα θα σου κολλήσουν το πρώτο συνθετικό ψευτο-. Βλέπε και κατά φαντασία χάκερ (wannabe). ΕΡΙΚ Σ. ΡΕΪΜΟΝΤ, συντάκτης, The new hacker's dictionary


«Πρόλογος»

Ο Τζο Νόρτον αισθανόταν το στομάχι του σαν την οθόνη μιας τηλεόρασης που είναι συντονισμένη σε νεκρή συχνότητα. Καθισμένος ανακούρκουδα μέσα στο φορτηγάκι, πήρε μια βαθιά ανάσα· περίμενε το σύνθημα από τον πράκτορα Ροντρίγκες. Κοίταζε έξω από το παράθυρο, ενώ ο στατικός ηλεκτρισμός από αμέτρητα φλιτζάνια δυνατού καφέ του Σιάτλ τέντωνε και γρατσούναγε τα νεύρα του σαν χορδές ξεκούρδιστης κιθάρας. Ίσια μπροστά του ήταν ο στόχος: το σπίτι. Απ' αυτό το σπίτι είχε διαπραχθεί το Έγκλημα. Μέσα στο σπίτι, αυτή τη στιγμή, βρισκόταν ο Εγκληματίας. Ο Εγκληματίας, του οποίου τη δράση έπρεπε να ανακόψουν αμέσως. Οι πέντε άλλοι πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας κάθονταν μέσα στο μαύρο φορτηγάκι σε επιφυλακή, πανέτοιμοι. Ήταν εντάξει παιδιά, πρόθυμοι να αψηφήσουν κάθε κίνδυνο για να καλύψουν ο ένας τον άλλο, κι ο Νόρτον ήταν περήφανος που συνεργαζόταν μαζί τους. Πάντως κάτι τέτοιες στιγμές καταλάβαινε γιατί υπήρχαν μετάλλια ανδρείας. Έσφιξε το ΑΚ-47 στο στήθος του σαν φυλαχτό. Ο Ροντρίγκες, με τα σκληρά του μάτια σαν πυρακτωμένα


κάρβουνα πάνω στο βλογιοκομμένο του πρόσωπο, τυλιγμένος σ' ένα σύννεφο αρώματος από το άφτερ σέιβ και τη φρεσκοκολλαρισμένη χακί στολή του, σήκωσε το βλέμμα από το ρολόι του και το κάρφωσε στο Στόχο. «Τώρα!» Μόλις άνοιξε η πόρτα του βαν της Μυστικής Υπηρεσίας κι ακούστηκε το τρεχαλητό αρβύλων πάνω στο τσιμέντο, το στομάχι του Τζο Νόρτον συντονίστηκε σ' ένα κανάλι που εξέπεμπε κανονικά. Έπαιζε μια ταινία του Κλίντ Ίστγουντ. «Πιο γρήγορα!» φώναξε ο Ροντρίγκες. Οι άντρες διέσχισαν τρέχοντας τον κήπο, ενώ τα μαύρα υπηρεσιακά μπουφάν τους, με τη στάμπα του «Υπουργείου Οικονομικών» στην πλάτη, ανέμιζαν πίσω τους. Κρατούσαν τις επαναληπτικές καραμπίνες τους μπροστά τους, όπως θα κρατούσαν τα σπαθιά τους οι ιππότες μιας άλλης εποχής. Ο Νόρτον ένιωθε κόμπους ιδρώτα ν' αναβλύζουν στο πρόσωπο του, για να στεγνώσουν αμέσως στο δροσερό, πρωινό, ανοιξιάτικο αεράκι. Στα δεξιά του πρόσεξε αόριστα ένα νεαρό ζευγαράκι να διακόπτει το πλύσιμο μιας κατακόκκινης Καμάρο για να παρακολουθήσει έκπληκτο τη σκηνή. Το νερό κατέβρεχε τα παπούτσια του νεαρού. Την επόμενη στιγμή πέταξαν το λάστιχο στο πεζοδρόμιο και χώθηκαν τρέχοντας στο καταφύγιο ενός προαστιακού σοκακιού ανάμεσα σε δυο σπίτια. Ο Στόχος ήταν μια λιτή μονοκατοικία που χρειαζόταν ένα χέρι βάψιμο. «Απόσπασμα Β! Στην πίσω πόρτα!» φώναξε ο Ροντρίγκες. Ο υπαρχηγός Νόρτον έγνεψε στους άντρες του να τον ακολουθήσουν. Τρέχοντας στο πίσω μέρος του σπιτιού, ένιωθε την ανάσα του να σκαλώνει στο λαιμό του. Ένα ντόπερμαν πίσω από το φράχτη του διπλανού σπιτιού άρχισε να γαβγίζει σαν λυσσασμένο.


Η τύχη χαμογελάει στη Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ σήμερα, σκέ-

φτηκε ο Νόρτον. Όλα έδειχναν ότι η αιφνιδιαστική έφοδος θα πετύχαινε: η γυάλινη πίσω πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή. Ο Νόρτον άνοιξε τη σήτα με μια αστραπιαία κίνηση και όρμησε στην τραπεζαρία, όπου τον τύλιξε το άρωμα μπέικον, αβγών και φρέσκου καφέ. Μια ελκυστική γυναίκα γύρω στα τριάντα της, ντυμένη μ' ένα ξεθωριασμένο μπουρνούζι, πέταξε τη σπάτουλα που κρατούσε κι έβγαλε μια κραυγή τρόμου. Ακούγοντας βαριά βήματα από αρβύλες στο χολ, ο Νόρτον κατάλαβε ότι το άλλο απόσπασμα είχε ολοκληρώσει την εισβολή του από την μπροστινή πόρτα. Έλεγξε βιαστικά το διάδρομο. Στο βάθος υπήρχε μια κλειστή πόρτα, καλυμμένη μ' ένα κολάζ από φωτογραφίες κομμένες από διάφορα περιοδικά. Ο Νόρτον έτρεξε προς αυτή την πόρτα, κάνοντας κοφτά ζιγκ ζαγκ: τακτική διαφυγής, ένα προληπτικό μέτρο για ενδεχόμενα αμυντικά πυρά. Εκεί μέσα τον περίμενε ένας απελπισμένος εγκληματίας. Η αδρεναλίνη μούγκριζε στ' αφτιά του. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε με μια εξασκημένη κλοτσιά κι έχωσε την κάννη του όπλου του στο άνοιγμα, έτοιμος να πυροβολήσει σε περίπτωση ανάγκης. «Ακίνητος!» φώναξε. «Ακίνητος! Ψηλά τα χέρια!» Μέσα στο δωμάτιο, μια οθόνη κομπιούτερ αντιφέγγιζε τα χρώματα του μέλλοντος πάνω στο πρόσωπο του καθισμένου μπροστά στο πληκτρολόγιο Εγκληματία.

Πρωί σ τ ο δ ι κ α σ τ ή ρ ι ο τ ο υ Σ ι ά τ λ «Ο κατηγορούμενος Ντέιντ Μέρφι, που αυτοαποκαλείται και


Zero Cool*», είχε πει ο γιάπης ρεπόρτερ του τοπικού καναλιού με μια δόση ευθυμίας ανάκατης με περιφρόνηση, κορδωμένος μέσα στο κομψό Αρμάνι κοστούμι του με την άψογη τσάκιση στο παντελόνι, «...έχει αναπτύξει κατ' επανάληψη δράση εγκληματικής φύσης...» Αυτές οι λέξεις αντηχούσαν στο μυαλό της Λόρεν Μέρφι τώρα, ενώ καθόταν μέσα στο δικαστήριο, κοιτώντας το δικαστή που προέδρευε στην υπόθεση. Άγνωστο πώς, είχε καταφέρει να μη νιώθει τίποτα. Τα αισθήματα δεν είχαν θέση σ' αυτή την αίθουσα. Εσύ είχες το δικηγόρο σου, οι Ομοσπονδιακοί τους δικούς τους - κι εκείνος ο τύπος με τη μαύρη τήβεννο, το ρυτιδιασμένο πρόσωπο και τη βλοσυρή έκφραση πάνω στην έδρα θ' αποφάσιζε τι θα επακολουθούσε. Ο δικαστής Τζέικομπ Μπλάκθορν χτύπησε ρυθμικά το κοντόχοντρο δάχτυλο του πάνω στις σημειώσεις του και μελέτησε τα πρακτικά με ύφος καρδινάλιου. «Ο κατηγορούμενος έχει πασιφανώς αξιοθαύμαστη νοημοσύνη...» Τα σκληρά, κάπως πρησμένα μάτια της Λόρεν Μέρφι ταξίδεψαν πάνω στην καλοχτενισμένη συνήγορο του γιου τους, την Ελβίρα Μόργκαν, και στάθηκαν πλάι της, για μια άμεση οπτική αναμέτρηση με τον κατηγορούμενο. «Δυστυχώς τη διοχετεύει σε στόχους που μπορούν να περιγραφούν μόνο σαν "καταστροφικοί κι επιβλαβείς για την κοινωνία"». Ο Ντέιντ Μέρφι, ο γιος της, ανταπέδωσε απαθής το βλέμμα, χωρίς καν ν' ανοιγοκλείσει τα βλέφαρα. Ήταν μόλις έντεκα χρο* Τα ψευδώνυμα ή «τίτλοι» των χάκερ θα παραμείνουν στα αγγλικά, αφού ισχύουν ανεξάρτητα από τη γλώσσα της κάθε χώρας. Εδώ το ψευδώνυμο Zero Cool σημαίνει, σε ελεύθερη απόδοση, «Απόλυτα Ψύχραιμος» - «Απόλυτα Cool». (Σ.τ.Μ.)


νών, με ατίθασα ξανθά μαλλιά, πυκνές φακίδες... σιδεράκια πάνω κάτω. Ακριβά σιδεράκια. Δυστυχώς όλα έδειχναν ότι αυτή η ιστορία θα τους στοίχιζε πολύ πιο ακριβά. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι ο εγκέφαλος που κρυβόταν πίσω απ' αυτή την αθώα μουρίτσα ήταν ικανός να δημιουργήσει, μ' ένα φτηνό συμβατό με IBM υπολογιστή, έναν ηλεκτρονικό ιό που θα κατέστρεφε 1.507 δίκτυα σε μία μέρα, ανάμεσα στα οποία και κάμποσα συστήματα της Γουόλ Στριτ! Χωρίς εξωτερική βοήθεια, το σπλάχνο της είχε προκαλέσει μια πτώση εφτά ολόκληρων μονάδων στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης μ' ένα φονικό μάτσο από αυτοσχέδιες εντολές σε γλώσσα προγραμματισμού. Ο Μάικλ, ο άντρας της, ανασάλεψε ανήσυχα δίπλα της. Φαινόταν να νιώθει πιο άβολα από ποτέ με το κοστούμι του. Ο θυμός του ήταν σχεδόν απτός. Θυμός εναντίον του γιου του, εναντίον της γυναίκας του, εναντίον του δικαστή και του δικαστηρίου, σκέτος, ωμός θυμός. Καταπιεσμένος, ωστόσο. Αυτό ήταν το πρόβλημα με τον Μάικλ. Αν μπορούσε ν' αφήνει κάπου κάπου ελεύθερο το θυμό του από μια βαλβίδα ασφαλείας, αντί να τον κρατάει μέσα του και να τιμωρεί τους πάντες έμμεσα και ψυχρά... Όλα είχαν αλλάξει από τότε που εκείνοι οι πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας είχαν εισβάλει τόσο βίαια στο σπίτι τους κι είχαν πάρει σηκωτό το εντεκάχρονο παιδί τους... Η Λόρεν συνειδητοποίησε τώρα ότι έχασε ένα μέρος από το λόγο του δικαστή. Κατέβαλε προσπάθεια για να συγκεντρωθεί και κάρφωσε το βλέμμα πάνω στο αξιολυπητο, εξηντάχρονο, επαρμένο ανθρωπάκι πάνω στην έδρα που, σ' όλη τη διάρκεια της δίκης, είχε επιδείξει την παιδεία τρωγλοδύτη στη σφαίρα της Πληροφορικής. «...και, λαμβάνοντας υπόψη το νεαρόν της ηλικίας του κατη-


γορούμενου και τις συνθήκες, που δεν αποδεικνύουν εγκληματική πρόθεση, τείνω να πιστέψω τον ισχυρισμό του, ότι αυτός ο ιός είχε μόνο σκοπό να...» Το τρίξιμο χαρτιών κοντά στο μικρόφωνο κάλυψε τη φωνή του ενδιάμεσα, «...εισαγωγικά τους χάρτες μνήμης κλείνουν τα εισαγωγικά και, αντί γι' αυτό, αναπαρήχθη με απρόβλεπτη ταχύτητα και τους έσβησε τελείως». Η ελπίδα ζωντάνεψε στην καρδιά της Λόρεν Μέρφι. Μήπως τελικά δεν υπάρχει μόνο δικαιοσύνη σ' αυτό τον κόσμο - αλλά και κατανόηση και έλεος και... για το Θεό, λίγη εξυπνάδα; Ο δικαστής έκανε μια δραματική παύση, κοιτώντας πάνω από τα γυαλιά του τον Ντέιντ. «Παρ' όλα αυτά, ο κατηγορούμενος πρέπει να μάθει ότι αυτά τα ηλεκτρονικά δίκτυα δεν είναι παιχνίδια κι ότι η κακή τους χρήση επιφέρει σοβαρές κυρώσεις. Και πρέπει, προφανώς, να θυμίσουμε στους γονείς του τις βαρύτατες ευθύνες τους πάνω σ' αυτό το ζήτημα. Γι' αυτό, Ντέιντ Μέρφι, θα επιβάλω στην οικογένεια σου πρόστιμο ύψους 45 χιλιάδων δολαρίων...» Ο Μάικλ γύρισε απότομα και κάρφωσε το βλέμμα στη γυναίκα του, κεραυνοβολώντας τη με όλο το συσσωρευμένο θυμό του. Ήταν στ' αλήθεια οδυνηρό. Αλλά πάλι, εκείνη είχε επιμείνει ν' αγοράσουν κομπιούτερ στον Ντέιντ, εκείνη τον είχε παροτρύνει να μάθει να τον χειρίζεται, να ασχοληθεί με τον προγραμματισμό... παρά τις αντιρρήσεις του άντρα της. «...και σε καταδικάζει σε δικαστική επιτήρηση, βάσει της οποίας σου απαγορεύεται να έχεις στην κατοχή σου ή να χειρίζεσαι κομπιούτερ ή ψηφιακό τηλέφωνο...» Η Λόρεν Μέρφι έστρεψε το βλέμμα στο βλαστάρι της και πρώτη φορά σ' όλη τη διάρκεια της δίκης διέκρινε έντονη συναισθηματική φόρτιση στο πρόσωπο του: Φρίκη. «...μέχρι να κλείσεις τα δεκαοχτώ σου χρόνια».


Τα μάτια του Ντέιντ Μέρφι παραλίγο να πεταχτούν έξω από τις κόχες τους. Ούτε η μητέρα του δεν κατάφερε ν' αποκρυπτογραφήσει το άλλο συναίσθημα που αποτυπώθηκε στο πρόσωπο του όταν άκουσε την καταδίκη του.


«1»

Τα μπλουζ τ η ς Νέας Υόρκης Τα δεδομένα έρρεαν κατά μήκος της οθόνης και καθρεφτίζονταν πάνω στα γυαλιά του νεαρού. Τα γυαλιά ήταν στρογγυλά και κατάμαυρα, τύπου Τζον Λένον. Επιφορτισμένα να εμποδίζουν τις καθοδικές ακτίνες του «πλέγματος εικονοκυττάρων» να κάψουν τους βολβούς των ματιών του στις ώρες που κρατούσε το βλέμμα καρφωμένο στην οθόνη, αντανακλούσαν τα σύμβολα από κουκκίδες φωσφόρου που «έτρεχαν» στον κομπιούτερ του Ντέιντ Μέρφι. Έλα, παιδί μου, σκέφτηκε ο Ντέιντ, απόλυτα συγκεντρωμένος, ολόψυχα δοσμένος σ' αυτό που έκανε. Δεν έχει νόημα να μου αντιστέκεσαι! Ο Ντέιντ Μέρφι είχε κλείσει τα δεκαοχτώ του χρόνια. Ο Ντέιντ Μέρφι επιδιδόταν τώρα στο ευγενές άθλημα της πειρατείας δεδομένων. Δούλευε ήδη ώρες ολόκληρες κι η ακτινοβολία του μηχανήματος ήταν σαν τις αχτίδες ενός καλοσυνάτου ήλιου πάνω σ' ε-


ναν ταλαίπωρο κρατούμενο που πέρασε χρόνια μέσα σ' ένα σκοτεινό μπουντρούμι. Αλυσοδεμένος χάκερ: ο Ντέιντ Μέρφι. Ο Κυβερνο-Προμηθέας είχε πετάξει επιτέλους τα δεσμά του!... Ο Ντέιντ καθόταν σ' ένα μικρό δωμάτιο, ανάμεσα σ' ανάκατες κούτες που περίμεναν μάταια ν' αδειάσουν μετά τη μετακόμιση. Μισό σάντουιτς με μπέικον, μαρούλι και ντομάτα ήταν παρατημένο πάνω σ' ένα χαρτοκιβώτιο, δίπλα στα κατακάθια ενός δίλιτρου μπουκαλιού Πέπσι. Ανάμεσα στη σαβούρα, υπήρχαν κάρτες γενεθλίων: «Ευτυχισμένα 18α γενέθλια» και «Είσαι Άντρας Πια!», καθώς και μια κάρτα «από τη Γιαγιά και τον Παππού» κολλημένη ακόμα πάνω στο άδειο κουτί της Compaq, που περιείχε αυτή την πολυπόθητη νέα προσθήκη στη ζωή του: έναν πανίσχυρο υπολογιστή, στιλπνό και ελκυστικό, σε μέγεθος σημειωματάριου. Ο Ντέιντ ήταν ένα με τον κομπιούτερ του τώρα· σέρφαρε στα προγράμματα με σανίδα τους αριθμούς, γκάζωνε ξέφρενα ανάμεσα στις αράδες, με τον εγκέφαλο του μια ακτίνα λέιζερ καρφωμένη στην αιωνιότητα και... «Ντέιντ;» ...ο Zero Cool είχε επιστρέψει, ο ψυχρός αριθμός ξανάγινε αριθμημένη ψυχρότητα, με τα δάχτυλα του να φτερουγίζουν πάνω στο πληκτρολόγιο σαν τα δάχτυλα πιανίστα που τον έβαλαν στην πρίζα. Κλικ, κλικ, κλικ, κλακ, κλικ... Τα σιδεράκια είχαν φύγει, οι φακίδες είχαν σβήσει, τα δεσμά είχαν σπάσει. Μαλλιά μακριά κι ανυπότακτα έπεφταν σε ανάκατες φράντζες πάνω στο ψηλό μέτωπο του. Το τεχνοφρικιό-πειρατής είχε μετατραπεί σε τρομερό κουρσάρο. Παράνομος σ' αυτή την αχαρτογράφητη γη, τόσο μακριά από την Άγρια Δύση. Δώσ' τους να καταλάβουν, κάου...


«Ντέιντ;»

...μπόι... Η προσοχή του αποσπάστηκε, ο εγκέφαλος του αναδύθηκε στην επιφάνεια για μια ανάσα. Τα μάτια του έριξαν μια κλεφτή ματιά στο ψηφιακό ρολόι: 3:10, μαζί μ' ένα π. κι ένα μ. Ένας πνιχτός συναγερμός ήχησε μέσα στο κεφάλι του. Κατέβασε το βλέμμα στο καλώδιο του τηλεφώνου, ψηφιακού φυσικά, το οποίο είχε αποσυνδέσει από τη συσκευή του κι είχε χώσει πανηγυρικά στην ειδική υποδοχή του υπολογιστή του. Να πάρει! Τον έπιασαν στα πράσα! Θεωρητικά δεν έπρεπε να το κάνει αυτό. Σύμφωνοι, μπορούσε να ξαναποκτήσει νόμιμα κομπιούτερ, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι είχε δικαίωμα να το ρίξει στην πειρατεία ώρες ατέλειωτες. «Ναι, μαμά;» Τη φαντάστηκε έξω στο διάδρομο. Μια νυσταλέα Λόρεν Μέρφι, σχεδόν υπνοβάτισσα, ανήσυχη για τον ασυμμάζευτο γιο της. Σαράντα και κάτι, ήταν ακόμα όμορφη, αλλά κάπως ταλαιπωρημένη από τη σκληρή και κακοαμειβόμενη δουλειά. «Τι κάνεις;» τον ρώτησε. Πριν από λίγα χρόνια, μπορεί και να έμπαινε στο δωμάτιο του. Τώρα πάντως προτιμούσε να σέβεται τις παράνομες... οπ!... τις ιδιωτικές του δραστηριότητες. Τι στο καλό, κι η αλήθεια καλή ήταν... «Προσπαθώ ν' αποσπάσω τον έλεγχο ενός τηλεοπτικού καναλιού», είπε άνετα. Παύση. Σκέψη. Την οραματίστηκε να ταλαντεύεται αβέβαια εκεί έξω, ενώ μια φωτεινή επιγραφή πρέπει να κοιμηθώ καλά πριν πάω στην καινούρια μου δουλειά στο Μεγάλο Μήλο* αναβόσβηνε στο

μισοκοιμισμένο μυαλό της. * Συνηθισμένη αμερικανική επονομασία της Νέας Υόρκης. (Σ.τ.Ε.)


«Α, καλά. Τελείωνε, όμως, χρυσό μου», απάντησε τελικά εκείνη, ενώ η φωνή της ακούστηκε να ξεμακραίνει προς το δωμάτιο της. «Πέσε για ύπνο». «Εντάξει, μαμά. Δε θ' αργήσω πολύ...» Ο τζόκεϊ του μόντεμ στρώθηκε πάλι στη δουλειά.

Σύγκρουση στο κυβερνοδιάστημα Κάπου στην Πλάζα Ροκφέλερ, ένα τηλέφωνο κουδουνίζει. Είναι ακόμα νύχτα, λίγο πριν από τις τέσσερις, για την ακρίβεια. Στο λόμπι του Μεγάρου του NBC, στην Πλάζα Ροκφέλερ, ένας φύλακας, που λαγοκοιμόταν, απαντάει στο τηλέφωνο. «Ασφάλεια Κτιρίου. Εδώ Νορμ... ε, Νόρμαν, ήθελα να πω...» Κάπου αλλού, έξω από την Πλάζα Ροκφέλερ, αλλά πάντα στο Μανχάταν, ένας χάκερ αποφασίζει ότι οι περιστάσεις απαιτούν λίγο «κοινωνικό κώδικα». «Γεια σου, Νόρμαν», είπε ο Ντέιντ Μέρφι. «Νορμ, είμαι ο κύριος Έντι Βέντερ, από το λογιστήριο. Κοίτα, έχω ένα σοβαρό πρόβλημα. Ξέρεις τίποτα από κομπιούτερ;» Παύση, πλατύ χαμόγελο. «Όχι;» Κάπου στη δυτική πλευρά του Μανχάταν, ένα καλώδιο βγαίνει από ένα κουτί της τηλεφωνικής εταιρίας, διασχίζει μια έξοδο κινδύνου και μπαίνει σ' ένα παράθυρο μιας παλιάς τουβλινης πολυκατοικίας, χωρισμένης σε διαμερίσματα. Κάνει κοιλιά στο πάτωμα και καταλήγει στην ειδική υποδοχή του καινούριου φορητού υπολογιστή του Ντέιντ Μέρφι, που είναι πολύ ικανότερος να χειριστεί αυτή τη συγκεκριμένη κατάσταση από το μεγαλύτερο αλλά πιο αργό αδερφάκι του στην άλλη άκρη του γραφείου.


«Κοίτα...» αυτοσχεδιάζει ο Ντέιντ. Ρίχνει μια ματιά στο σάντουιτς του. Μήπως ψυλλιαζόταν ο τύπος ότι του μίλαγε για τα περιεχόμενα του; «...ο οδηγός Μπ.Μ.Ντ. του κομπιούτερ μου μόλις βάρεσε κόκκινο. Βλέπεις, όμως, αύριο πρωί πρωί πρέπει να έχω έτοιμη μια έκθεση για τον... ε... τον κύριο Καβασάκι. Αν δεν την έχω, θα με βάλει να κάνω χαρακίρι... Ναι, ξέρεις τώρα τις μεθόδους μάνατζμεντ των Γιαπωνέζων...» Κάπου μέσα σ' ένα σκοτεινό και έρημο γραφείο του NBC, λίγο αργότερα, ένας φύλακας ασφαλείας ονόματι Νορμ κοιτάζει μια σειρά από επιτραπέζιους κομπιούτερ, όλους με τους εξοικονομητές οθόνης σε λειτουργία*. Είναι μια εξωφρενική έκθεση από ιπτάμενες τοστιέρες, ψάρια νέον και αστέρες που εκρήγνυνται. «...τώρα βάλε το ακουστικό στο μόντεμ...» τον καθοδηγεί ο Ντέιντ Μέρφι. Ο Νορμ κοιτάζει τους κομπιούτερ σαν χαμένος. «Είναι ένα κατασκεύασμα που μοιάζει με κουτί, Νορμ. Επιτρέπει στον κομπιούτερ εκεί να συνεργάζεται με τον δικό μου εδώ». Ο Νορμ, ο φύλακας ασφαλείας, βάζει επιτέλους το ακουστικό στην υποδοχή του μόντεμ. Κάπου στη Νέα Υόρκη, ένας χάκερ μουρμουρίζει: «Μπίνγκο!» Τα δάχτυλα του Ντέιντ Μέρφι φτερουγίζουν πάνω στα πλήκτρα, αναζητώντας τους συνδυασμούς κώδικα που χρειάζονται, χορεύοντας το τανγκό των λογαρίθμων. Τα ψηφιακά νου* (Screen Saver.) Οι εξοικονομητές οθόνης είναι βοηθητικά προγράμματα που αδειάζουν την οθόνη ύστερα από μια περίοδο αδράνειας, για ν' αποτρέψουν ζημιές στο φώσφορο. Συχνά χρησιμοποιούν αστείες εικόνες, για να δείχνουν στο χρήστη ότι ο υπολογιστής εξακολουθεί να εργάζεται σωστά. (Σ.τ.Μ.)


μεράκια στο ρολόι-ραδιόφωνο πλάι του προχωρούν αθόρυβα προς το ξημέρωμα. Τελικά η οθόνη δείχνει τις λέξεις που έψαχνε ο Ντέιντ: ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΟ ΑΣΕΑ 331. Το ΑΣΕΑ είναι το Αυτόματο Σύστημα Εγγραφής και Αναπαραγωγής. Είναι η τελευταία στάση πριν από το δορυφόρο του καναλιού. Καταλαμβάνει ένα ολόκληρο δωμάτιο στον πέμπτο όροφο του Μεγάρου του NBC. To έσχατο τζιούκμποξ έχει έντεκα τράπεζες από ολόγιομες βιντεοκασέτες. Ακόμα και τώρα. Παντού τριγύρω υπάρχουν οθόνες κομπιούτερ και τηλεόρασης. Σ' ένα από τα μηχανήματα είναι κολλημένη μια χειρόγραφη επιγραφή που προειδοποιεί: «Αυτή η μηχανή Εκπέμπει. ΜΗΝ Αγγίζετε!» Ο Ντέιντ Μέρφι όμως δεν μπορεί να τη διαβάσει. Όχι πως θα υπάκουε, ακόμα κι αν μπορούσε, δηλαδή.

Ο Ντέιντ Μέρφι άνοιξε τη φορητή τηλεόραση Σόνι που είχε στο δωμάτιο του στο κανάλι 4. Θα γινόταν μεγάλος χαβαλές! Η εικόνα σταθεροποιήθηκε κι από το ηχείο ξεχύθηκε απαλή μουσική. To NBC έπαιζε ένα βιντεοκλίπ: μερικές κοπέλες με μαγιό έπαιζαν με μια πολύχρωμη μπάλα σε κάποια παραλία της Καλιφόρνια. Ποπό, τι πρωτότυπο, σκέφτηκε ο Ντέιντ. Ήταν το «California Girls» των Beach Boys. Ο ίδιος προτιμούσε την εκτέλεση του Ντέιβιντ Λι Ροθ - αλλά δεν την πήρε πουθενά το μάτι του στον κατάλογο. Εξάλλου είχε άλλα σχέδια κατά νου. Πάτησε Enter για να θέσει σ' εφαρμογή την εντολή που είχε μόλις δώσει. Πέρασε. «Γεια σας, κορίτσια».


Η κασέτα που είχε διαλέξει προωθήθηκε αμείλικτα στη συοκευή ανάγνωσης, ξεκίνησε, πήρε προτεραιότητα και... Εκπομπή! Οι καλλίγραμμες κοπελιές χάθηκαν από την οθόνη, έσβησαν μέσα στις εισαγωγικές σκηνές και τη μουσική ενός επεισοδίου του «Γκετ Σμαρτ». Και ιδού, ο Ντον Άνταμ κι ο Μάξγουελ Σμαρτ να βαδίζουν στον κλασικό διάδρομο, ντυμένοι με ρούχα του '60. Ντουμ ντι ντουμ... ΝΤΑ! Ντουμ ντι ντουμ... ΝΤΟΥ! Ο Ντέιντ χαχάνισε πνιχτά. Φοβερό! Ξαφνικά ο κομπιούτερ του βόμβισε, κόβοντας του το γέλιο στη μέση. Ο Ντέιντ γύρισε την καρέκλα του και διάβασε το μήνυμα που εμφανίστηκε ως διά μαγείας στην οθόνη του: ΤΟΛΜΗΣΕΣ ΝΑ ΜΠΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΜΟΥ & ΘΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΠΟΛΥ ΑΚΡΙΒΑ. ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ; Ο Ντέιντ πληκτρολόγησε: ΠΟΙΟΣ ΡΩΤΑΕΙ; Ο ACID BURN*, απάντησε η οθόνη. ΦΥΓΕ ΠΡΙΝ ΣΕ ΞΑΠΟΣΤΕΙΛΩ. «Απίστευτο!» μουρμούρισε ο Ντέιντ. «Έπεσα σε άλλο χάκερ!» Διάβαζε την οθόνη του με κομμένη την ανάσα, ενώ οι απειλές αγρίευαν: ΘΑ ΣΕ ΛΙΩΣΩ ΣΑΝ ΣΚΟΥΛΗΚΙ. ΘΑ ΣΟΥ ΤΣΑΚΙΣΩ ΤΗ ΡΑΧΟΚΟΚΑΛΙΑ ΣΑΝ ΟΔΟΝΤΟΓΛΥΦΙΔΑ. ΘΑ ΦΑΩ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΟΥ Γ Ι Α ΠΡΩΙΝΟ.

«Ως εδώ, Acid Burn», μονολόγησε ο Ντέιντ. «Το παρατράβηξες!» * Σε ελεύθερη απόδοση «Καυστικό Οξύ». (Σ.τ.Μ.)


Πληκτρολόγησε: Μ' ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΖΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΒΑΛ' ΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΘΑ ΨΟΦΗΣΕΙΣ ΟΠΩΣ ΟΙ ΑΛΛΟΙ. ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗΚΕΣ, δήλωσε στεγνά ο άλλος χάκερ. Η οθόνη του άδειασε. Ξαφνιασμένος, ο Ντέιντ πάτησε ένα πλήκτρο. Τίποτα. Μα πώς το είχε κάνει αυτό; Κοίταξε την οθόνη του μπερδεμένος. Χμμ, σκέφτηκε. Φαίνεται ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει κάπως στον κυβερνοχώρο.

Τζαζ στην κουζίνα των Μέρφι Ακόμα και σε μια πιο συνοικιακή περιοχή, όπως η δυτική πλευρά, ο κάτοικος του Μανχάταν αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως το πρωί ότι ζει σε μεγαλούπολη. Και δε μιλάμε απλώς για ένα συγκρότημα από μέταλλο και μπετόν, ασφυκτικά πυκνοκατοικημένο, με λιγοστά ψωριάρικα δέντρα για δείγμα, τεχνητές λιμνούλες και τούφες γκαζόν πεταμένες εδώ κι εκεί για να κάνουν τα σκυλιά την ανάγκη τους. Όχι, μιλάμε για ένα πολυεπίπεδο ζιγκ ζαγκ από φορτηγά που κινούνται με απότομα τινάγματα και ανυπόμονα ταξί και Ι.Χ., για φιδογυριστά φαράγγια που αντηχούν από αμέτρητες κόρνες. Μιλάμε για ένα πολυσύνθετο πανδαιμόνιο, ένα αδιάσπαστο πλέγμα που κρύβει τον ήλιο απ' τους ανθρώπους. Ο Ντέιντ Μέρφι το ένιωσε με το που άνοιξε τα μάτια του. Το γκρίζο φως του πρωινού, κατσούφικο και γηραλέο, φιλτραριζόταν από το κατεβασμένο στόρι του παραθύρου του. Ένιωθε θαρρείς και το κεφάλι του ήταν παραγεμισμένο με μπαμπάκι και τα βλέφαρα του είχαν αγκίστρια που τα κρατούσαν κλειστά.


Θα προτιμούσε να κοιμηθεί λίγο ακόμα, αλλά κάποιο ένστικτο του έλεγε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Ίσως ήταν ο ηλεκτρισμός στη ρυπαρή ατμόσφαιρα, η αίσθηση ότι βρισκόταν σε μια πόλη που προχωράει ακάθεκτη προς τον εικοστό πρώτο αιώνα πάνω σε πατίνια με ρόδες από τιτάνιο, με τ' ακουστικά του γουόκμαν στ' αφτιά της -ενώ χιλιάδες υπάλληλοι γραφείου δούλευαν σαν σκλάβοι μπροστά σε οθόνες κομπιούτερ και δισεκατομμύρια πληροφορίες στριμώχνονταν μέσα σε οπτικές ίνες με την έξαψη κατάλευκων ηλεκτρονίων- κι ότι αν αυτός, ο Ντέιντ Μέρφι, δε συνέδεε σύντομα τον εγκέφαλο του σ' ένα... θίνκμαν*, θα ξέμενε πίσω, μέσα σ' ένα μπαγιάτικο σύννεφο από φυσικά καύσιμα. Το στομάχι του έκανε ένα ακροβατικό. Ένιωσε ένα τσίμπημα φόβου και παγωνιάς, ένιωσε ευάλωτος. Του έλειπε το Σιάτλ - αυτό ήταν αναμενόμενο. Ένιωθε ανίσχυρος. Ανίσχυρος και απελπισμένος, όπως τότε που του άρπαξε τα παιχνίδια του από το μέλλον ο Καθυστερημένος Δικαστής. Αυτό που του είχε κάνει εκείνος ο Δικαστής ήταν χειρότερο από ευνουχισμό. Είχε προσπαθήσει να κάμψει μια Διάνοια. Η Διάνοια είχε αντισταθεί. Αλλά όχι χωρίς ψυχικό κόστος. Ο Ντέιντ Μέρφι ρούφηξε τα υπολείμματα της χλιαρής Κόκα Κόλα από το μπουκάλι. Κοίταξε τους κομπιούτερ του, πήρε μια βαθιά ανάσα. Τους πλησίασε, χάιδεψε τις λείες πλαστικές επιφάνειες τους. Βρήκε κάποια παρηγοριά. Διαισθανόταν την παρουσία της μητέρας του έξω από το δωμάτιο του. Φυσικά, δε θα είχε αρχίσει ακόμα να δουλεύει· μόλις είχαν φτάσει στη Νέα Υόρκη. Απλώς εκείνος ήταν ακόμα στο χρονοδιάγραμμα εργασίας του Σιάτλ. Αυτό ήταν. Ιησού Χριστέ, ο εγκέφαλος του δε δούλευε σωστά. Το καλύτερο που είχε να κά* Thinkman στο πρωτότυπο. Λέξη πλασμένη από τον ήρωα κατ' αναλογία με το walkman. (Σ.τ.Ε.)


νει ήταν να βγει απ' το δωμάτιο του, ν' ασχοληθεί με κάτι άλλο. Φως. Καφέ. Υδατάνθρακες. Τροφή του μυαλού. Αναμέτρηση με τη γονική μονάδα. Άνοιξε την πόρτα, προχώρησε τρικλίζοντας στο διάδρομο και μπήκε στην κουζίνα. «'Μέρα», είπε η μητέρα του, σηκώνοντας το βλέμμα από τους New York Times κι ένα φλιτζάνι καφέ με φιγούρες από τα κινούμενα σχέδια «Φαρ Σάιντ», στον έφηβο βαμπίρ που έβγαινε διστακτικά στο φως του ήλιου. «Έβγαλες τα πράγματα σου από τις κούτες;» «Ε...» έκανε ο Ντέιντ. Είχε σκοπό να πει κάτι έξυπνο και πνευματώδες, αλλά το στόμα του δεν εννοούσε να συντονιστεί με το μυαλό του. «Ξαγρύπνησες πάλι όλη νύχτα, ε;» Πάλι του 'μπαινε. Προδιάθεση σύγκρουσης. Φυσικά. Αυτό του έλειπε μόνο. Ζωτικός χώρος. Χουζούρι. Αυτά χρειαζόταν στην πραγματικότητα, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, μ' αυτή την παμπάλαιη παράδοση του ρόλου της μαμάς, η Λόρεν Μέρφι πετύχαινε πάντα να τον δραστηριοποιεί. «Δεν μπορείς να περιμένεις τουλάχιστον ν' ανοίξω και τα δυο μου μάτια;» Ένιωθε την ψυχολογική του διάθεση να ξεπροβάλλει στα λόγια του και άντλησε απ' αυτό μια αίσθηση δύναμης και ταυτότητας. «Ξέρεις, δε θα με πείραζε καθόλου αν έκανες κάτι χρήσιμο», ανταπέδωσε εκείνη, ενώ η απόγνωση της έδινε μια κλαψιάρικη χροιά στη φωνή της. «Αλλά δεν έκανες τίποτα χρήσιμο, έτσι δεν είναι; Δεν έγραφες κανένα μυθιστόρημα γύρω από την περιβόητη Generation Χ της Αμερικής, δεν έκανες τα μαθήματα σου ούτε καν διάβαζες κανένα βιβλίο. Καλά δε λέω;» «Όλα αυτά τα χρήσιμα τα κάνω πριν από το γεύμα, μαμά.


Τίποτ' άλλο; Θέλεις να καθαρίσω το δωμάτιο μου ή να κουρέψω το γκαζόν ή κάτι τέτοιο; Α, ξέχασα. Δεν υπάρχει γκαζόν στη Νέα Υόρκη». Ο Ντέιντ πήγε σ' αυτό που αποκαλούσαν γελοιωδώς «κουζίνα» - μια ποντικότρυπα στη γωνία της «τραπεζαρίας» αυτού του μικροσκοπικού λαγουμιού της Νέας Υόρκης, που περνιόταν για διαμέρισμα. Είχαν απομείνει περίπου δυο δάχτυλα κατακάθια μέσα στην κανάτα της καφετιέρας. Την πήρε, έριξε κατευθείαν λίγη ζάχαρη μέσα στη λασπουριά και την κατέβασε χωρίς να χρησιμοποιήσει φλιτζάνι. Ήταν μια αηδία Μάξγουελ κι είχε γεύση σαν απόβλητα μολυσμένου ποταμού. Του έλειπε ο αξιοπρεπής καφές που έπιναν στο Σιάτλ. Ωστόσο ήταν εξίσου αποτελεσματικός κι αυτός. Ο Ντέιντ ένιωσε σχεδόν αμέσως τα πυκνά σύννεφα της τροπικής ομίχλης να διαλύονται από τον εγκέφαλο του. Η μητέρα του τον προσπέρασε, με το μπουρνούζι της ν' ανεμίζει, άρπαξε το ακουστικό του τηλεφώνου κι έπαιξε το κλασικό παιχνίδι Έμμεσης Επικοινωνίας Λόρεν και Ντέιντ. «Ναι», είπε χωρίς να σχηματίσει κανέναν αριθμό. «Μπορώ να κόψω το ηλεκτρικό στο δωμάτιο του γιου μου, ώστε να κοιμάται τις φυσιολογικές ώρες; Παίζει με τους καινούριους του κομπιούτερ όλη νύχτα μια βδομάδα τώρα. Όχι, δε βγαίνει με κανένα κορίτσι. Ναι, είναι χαριτωμένος, αλλά μουτρώνει αρκετά συχνά. Μάλιστα. Θα ρωτήσω». Σκέπασε το μικρόφωνο του ακουστικού με το χέρι της και γύρισε προς το γιο της. «Ντέιντ, σ' αρέσουν τα κορίτσια, έτσι δεν είναι;» Ο Ντέιντ μόρφασε. «Ναι, βέβαια, απλώς δεν έχω βρει κανένα τόσο γοητευτικό όσο εσύ». Ξανάβαλε την κανάτα στη θέση της κι έφυγε προς το μπάνιο με βαριά βήματα, που διατυμπάνιζαν την τσαντίλα του. Να την πάρει η ευχή! Σίγουρα ήξερε πώς να του μπαίνει! Ε-


πιτέλους, μήπως είχε προγραμματίσει κανείς τις γυναίκες ν' αμφισβητούν τον ανδρισμό κάποιου, αν είχαν ακόμα και τον ψίθυρο της υπόνοιας ότι ίσως έβρισκε σημαντικότερα πράγματα στον κόσμο από την αναζήτηση γκόμενας; Ο Ντέιντ βρόντηξε πίσω του την πόρτα του μπάνιου. Όχι δυνατά. Εύγλωττα. Πήγε στη βρύση να ρίξει λίγο νερό -από το υδραγωγείο του Σέντραλ Παρκ- στο πρόσωπο του. Όχι κι έτσι, όμως! Έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης, τραβήχτηκε πίσω, άρπαξε μια πετσέτα. Έτριψε γερά το πρόσωπο του, ευγνωμονώντας την τύχη του που η μητέρα του δεν ήταν παρούσα σ' αυτή τη γελοία σκηνή. Είναι δύσκολο να μένεις κουλ μερικές φορές, έτσι που σου φέρεται το Σύμπαν. Τοκ, τοκ, τοκ. Η φωνή της μητέρας του, ελαφρώς μεταμελημένη: «Κοίτα, κι εγώ θα τσαντιζόμουν αν αναγκαζόμουν ν' αλλάξω σχολείο στην τελευταία τάξη». Εκείνος έβγαζε ήδη τις πιτζάμες του, ενώ άνοιγε το ζεστό νερό. Αυτή τη φορά θα βεβαιωνόταν ότι η θερμοκρασία ήταν σωστή. «Αλλά αυτό το σχολείο είναι σπουδαίο. Έπρεπε να γράψεις πολύ καλά για να γίνεις δεκτός κι είμαι περήφανη για σένα. Εγώ δεν...» Ο Ντέιντ άνοιξε περισσότερο τη βρύση, πνίγοντας την υπόλοιπη φράση της. Περίμενε ανυπόμονα, καθώς τα παλιά υδραυλικά έτριζαν κι αγκομαχούσαν αντλώντας το νερό. Εκείνη ανέβασε τον τόνο της φωνής της για ν' ακούγεται πάνω από το θόρυβο: «Είσαι ακόμα θυμωμένος μαζί μου, επειδή δε σε άφηνα να συνδέσεις τον κομπιούτερ σου με το τηλέφωνο;» Ο Ντέιντ το σκέφτηκε για λίγο. Ναι, ίσως αυτό να του έφταιγε! Ίσως να είχε μέσα του πολλή πικρία...


Μπα... Το αστείο ήταν ότι, στα εφτά χρόνια από τότε που τον είχαν αποκλείσει θεωρητικά από τους κομπιούτερ, εκείνος είχε μπει αμέτρητες φορές στον κυβερνοχώρο, με τη βοήθεια διάφορων φίλων και με διάφορα ψευδώνυμα. Είχε λάβει κάθε δυνατή προφύλαξη να μην κάνει τίποτα που θα προκαλούσε το παραμικρό πρόβλημα. Ή σχεδόν... Μερικές φορές, τα φιλαράκια του τον παρακινούσαν να συνεχίσει. Αλλά στην ουσία δεν ήταν απαραίτητο να έχει πρόσβαση σ' ένα τερματικό για να αναπτύσσει τις ικανότητες του. Η πειρατεία ήταν μια πνευματική κατάσταση. Λειτουργούσε σαν χάκερ μέσα στην τάξη των μαθηματικών, μ' αυτούς τους εκπληκτικούς τύπους που του έδινε ο καθηγητής του. Λειτουργούσε σαν χάκερ όταν έπαιρνε το τηλέφωνο και μιλούσε με διάφορους. Λειτουργούσε σαν χάκερ όταν μιλούσε με τους καθηγητές και τους συμμαθητές του. Η πειρατεία ήταν μια πνευματική κατάσταση - κι ο Ντέιντ Μέρφι σύχναζε σ' ένα ασύλληπτο πνευματικό γυμναστήριο όλα αυτά τα χρόνια. Είχε διαβάσει όλα τα βιβλία που κυκλοφορούσαν γύρω από την πειρατεία πληροφοριών, ήξερε όλες τις βελτιωμένες εκδόσεις, παρακολουθούσε όλες τις απίστευτες προόδους στους προσωπικούς υπολογιστές. Οι πληροφορίες ήταν εκεί έξω. Μήπως θα του απαγόρευαν να μπαίνει και σε βιβλιοθήκες, να διαβάζει περιοδικά, να μελετάει βιβλία ή τις εκτυπώσεις κάθε είδους δεδομένων που μάζευαν οι φίλοι του; «...και, δεδομένων των απεχθών του εγκλημάτων», γρυλίζει ο Μισητός Δικαστής, «ο Ντέιντ Μέρφι δε θα έχει το δικαίωμα να ξαναδιαβάσει ποτέ. Μια ζώνη αγνότητας θα κλειδωθεί οριστικά πάνω σ' αυτό τον τρομερό εγκέφαλο, για να μην κάνει στην κοινωνία μας το φοβερό κακό να αναζητάει την αλήθεια και τη γνώση». Σωστά. Μπα. Μάλλον απίθανο.


Και τελικά, αυτό που είχαν τώρα ήταν ένας τύπος έτοιμος για καβγά... στο ρινγκ του κυβερνοδιαστήματος, κι όχι έναν απλό κομπιουτερά. «Το ξέρεις ότι δεν πρέπει να μπλεχτείς πουθενά όσο ετοιμάζεσαι να κάνεις αίτηση σε κάποιο κολέγιο. Θα κάνεις αίτηση, έτσι δεν είναι, Ντέιντ; Απάντησε μου». Κολέγιο; Καλά τώρα! Δε θα μπορούσαν να κρατήσουν τον Ντέιντ Μέρφι έξω από κανένα κολέγιο αν ήθελε αυτός να μπει... ακόμα κι αν ήταν ήδη γραμμένος σε άλλο. Χε, χε! «Ναι, μαμά». «Βγάλε τα πράγματα σου από τις κούτες. Μ' ακούς; Αυτό εδώ είναι πια το σπίτι σου. Θα δεις, θα την αγαπήσεις τη Νέα Υόρκη... Είναι η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ». Σωστά, μαμά. Βάλε σφήνα και λίγο χιούμορ στη διάλεξη σου. Πάντα βοηθάει.

Κοίταξε τον καθρέφτη. Ποιο ήταν το τραγούδι που είχε τραγουδήσει ο Κερτ Κομπέιν στο MTV πριν χώσει εκείνο το όπλο των 12 χιλιοστών στο στόμα του; «All apologies». Ναι. Αυτό ήταν. Συγνώμη, μαμά. Δε θα αγαπήσω τη Νέα Υόρκη. Δε θα μου αρέσει εδώ, θα είμαι δυστυχισμένος και θα με τρώει η νοσταλγία και...

Ο Ντέιντ έκανε μερικές γκριμάτσες τύπου κινούμενα σχέδια στον καθρέφτη. Έπειτα κοίταξε εξεταστικά το είδωλο που ανταποκρινόταν πραγματικά στον εαυτό του. Χάλια. Καταπονημένος. Μόνος και φοβισμένος.


Το θέαμα τον ξάφνιασε. Έτριψε με δύναμη το πρόσωπο του. Ξανακοίταξε. Αποτέλεσμα: ένα ψυχρό, ανέκφραστο πρόσωπο. Λάθος: ένα κουλ πρόσωπο. Είχε ξαναβρεί το κουλ στιλ του. Ύστερα απ' αυτό το κατόρθωμα, γδύθηκε τελείως και μπήκε κάτω από το χλιαρό ντους.


«2» Πόλκα στο λύκειο Στάντον Ο Τρεντ Ρέζνορ*, δεμένος στη σχάρα της βέσπας, παρατηρούσε τα πάντα γύρω του απαθής. Ο Τρεντ δεν παραπονέθηκε που τα αμορτισέρ δεν έκαναν τίποτα με τις λακκούβες του δρόμου ούτε διαμαρτυρήθηκε για το ξαφνικό κοκάλωμα της μηχανής στον ειδικό χώρο πάρκινγκ του λυκείου Στάντον. Οι ρόδες σταμάτησαν στριγγλίζοντας, η οδηγός πέταξε κάτω τις αλυσίδες ασφαλείας κι όλη αυτή την ώρα ο Τρεντ ήταν βουβός. Η Κέιτ Λίμπι, η μοτοσικλετίστρια, έξυσε τον Τρεντ πίσω από τα ψωριασμένα αφτιά του. «Τα λέμε αργότερα, Τρεντ. Αν είσαι καλός, ίσως σου ξαναράψουμε εκείνο το μάτι στη θέση του». Ο λούτρινος αρκούδος δεν είπε τίποτα, απλώς συνέχισε να χαμογελάει στη θέα δεκάδων μαθητών από κάθε γωνιά της πόλης που περπατούσαν, χοροπηδούσαν, ανέβαιναν τα σκαλιά του Στάντον παίζοντας αόρατες κιθάρες. Ήταν ένα σχολείο «μαγνήτης», το ιδανικό μέρος για χαρισματικά παιδιά από τους πέντε δήμους που αποτελούσαν τη Νέα Υόρκη. Η σύνθεση των * Ψευδώνυμο του Μάικλ Τρεντ, ιδρυτικού μέλους και κιμπορντίστα των Nine Inch Nails. (Σ.τ.Μ.)


μαθητών το μαρτυρούσε με το δικό της τρόπο: παιδιά μαύρα, άσπρα, ασιατικής ή λατινοαμερικάνικης καταγωγής - και η Κέιτ Λίμπι. Η δεκαοκτάχρονη κοπέλα ανέβηκε βαριά τα σκαλοπάτια προς το μεταμοντέρνο κτίριο της Τριμπέκα, όχι πολύ μακριά από τη μόνιμη φρενίτιδα της Γουόλ Στριτ. Από την κορυφή της σκάλας μπορούσες να δεις τον ποταμό Χάντσον και πέρα απ' αυτόν τις ακτές του Νιου Τζέρσεϊ· κι ακόμα, μπορούσες να μυρίσεις τον Ατλαντικό. Είχε όμορφη θέα, στ' αλήθεια, κι ήταν καλό σχολείο, αλλά η Κέιτ Λίμπι δεν εντυπωσιάστηκε. Εξάλλου η Κέιτ σπάνια εντυπωσιαζόταν απ' οτιδήποτε. Πέρασε ορμητικά τις πόρτες του Στάντον, μια νεαρή θεά με γκραντζ αμφίεση. Ούτε καν οι στρατιωτικές αρβύλες δεν κατάφερναν να σβήσουν αυτό το σέξι κατιτί που έκανε τ' αγόρια να στρέφουν ενστικτωδώς το βλέμμα προς το μέρος της. Αλλά ειδικά σήμερα το πρωί δεν είχε καμία διάθεση. Η Κέιτ έμενε στο Σόχο, σε μια χιπ γειτονιά λίγο πιο έξω απ' το κέντρο. Τα πράγματα δεν είχαν πάει ιδιαίτερα καλά στο Σόχο το περασμένο Σαββατοκύριακο. Πήγε στο ντουλαπάκι της, σχημάτισε το συνδυασμό, το άνοιξε. Τα βιβλία της έπεσαν στο πάτωμα. Τα μάζεψε, τα ξανάχωσε μέσα όπως όπως. Διάλεξε αυτά που χρειαζόταν, άφησε μέσα ό,τι της ήταν άχρηστο για σήμερα. Ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά της ως διά μαγείας δυο εισιτήρια. Τα εισιτήρια έγραφαν Η ΤΙΚΕΤ ΝΤΙΚΤΕΪΤΟΡ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΪΚΛ ΜΠΟΛΤΟΝ. Δεν της ξέφυγε το γεγονός ότι η έξτρα επιβάρυνση έφτανε σχεδόν στο ύψος της εξωφρενικής τιμής. Τα εισιτήρια ήταν ανάμεσα στα περιποιημένα δάχτυλα ενός τύπου ονόματι Τζιμ Τόμας· όπως πάντα, ήταν ντυμένος στην τρίχα, με τα κλασικά, καθωσπρέπει ρούχα του.


«Θα ήθελες να δούμε μαζί τον Μάικλ Μπόλτον;» τη ρώτησε με την ένρινη, σνομπ φωνή του. Εκείνη βρόντηξε το ντουλαπάκι της. «Προτιμώ να ξεράσω αίμα από τις κόχες των ματιών μου». Ο Τόμας σήκωσε τους ώμους του και πήγε να δοκιμάσει αλλού την τύχη του. Τι κουφιοκέφαλος φλώρος! σκέφτηκε η Κέιτ παίρνοντας το δικό της δρόμο. Αν τουλάχιστον τα εισιτήρια ήταν για συναυλία των Nine Inch Nails, ίσως και να είχε κάνει μια σύντομη, ευγενική παύση να το σκεφτεί πριν απορρίψει την πρόσκληση. Βαδίζοντας στο διάδρομο, ένιωθε καρφωμένα πάνω της φλογερά αντρικά βλέμματα. Στα δεξιά της πρόσεξε μια παρέα κρετίνους να χαχανίζουν και να της κλείνουν το μάτι. Οχ, όχι! Τώρα ερχόταν προς το μέρος της ένας τύπος με πολύ μακριά χέρια, μπρατσάς, με προτεταμένο πιγούνι και ορμόνες που ξεχείλιζαν απ' τ' αφτιά του. Τον αναγνώρισε αμέσως. Ο Τέρι Άνταμς - ένας τύπος χαμένος από χέρι, που είχε ξαποστείλει ήδη κάμποσες φορές. «Γεια σου, Κέιτ», της είπε ξελιγωμένα. «Νομίζω ότι είναι δίκαιο να σου δώσω μια τελευταία ευκαιρία να έρθεις σ' εκείνο το χορό μαζί...» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. «Ραντεβού βγαίνω μόνο με εκπρόσωπους του ανθρώπινου είδους». Μ' αυτό το χαστούκι στο τροφαντό μάγουλο του εγωισμού του, η Κέιτ συνέχισε το δρόμο της στο διάδρομο του σχολείου, αφήνοντας τον ν' αφρίζει. Μερικές φορές το αντρικό ενδιαφέρον τη διασκέδαζε. Όχι πως δε θα πλενόταν κιόλας για να μην το έχει, δηλαδή. Σήμερα, ωστόσο, σχεδόν ευχήθηκε να έζεχνε από χιλιόμετρα. Απλώς δεν είχε όρεξη. Έκανε μια μεγάλη καμπύλη για ν' αποφύγει έναν καλοφτιαγμένο Λατινοαμερικάνο νεαρό, που μιλούσε μελιστάλαχτα στο α-


κουστικό ενός κερματοδέκτη με τα γράμματα PLO* χαραγμένα πάνω του, σαν τον Φρανκ Σινάτρα σε κάποιο ερωτικό τραγούδι: «...si, todavia te quiero**, μωρό μου. Εσύ μ' αγαπάς ακόμα; Si, κι εμένα μου λείπεις». Ο νεαρός ήταν μαλαγάνας, με το χιπχοπ στιλ των παιδιών του δρόμου και στρογγυλά γυαλιά με συρμάτινο σκελετό. Ο γλοιώδης ανδρισμός του ήταν ένας μόνο από τους λόγους που τον απέφυγε η Λίμπι. Ήχησε το κουδούνι, καλώντας τους μαθητές στις τάξεις. Η Κέιτ δεν μπόρεσε να μην προσέξει έναν άλλο μαθητή που πλησίασε τον Λατινοαμερικάνο στον κερματοδέκτη. «Με συγχωρείς*, του είπε ταπεινά, «πρέπει να κάνω ένα...» Ο τύπος στο τηλέφωνο κοίταξε τον νεοφερμένο υψώνοντας τα φρύδια του. «Άραξε, φίλε. Κάνω υπεραστικό». Η Κέιτ Λίμπι αναστέναξε και τράβηξε προς το γραφείο της διεύθυνσης του σχολείου, με το στιλ μοντέλου που επιδεικνύει ρούχα του Άρμι-Νέιβι. Άλλη μια μέρα στα αλατωρυχεία...

Στο γραφείο της διεύθυνσης Ο Ντέιντ Μέρφι μπήκε απρόθυμα στο Γραφείο της Διεύθυνσης του Λυκείου. Δε δυσκολεύτηκε να το βρει, αφού ήταν προφανώς το Νευραλγικό Κέντρο του σχολείου, με αμέτρητες πινακίδες να δείχνουν προς τα εκεί. Παρά την απαθή εξωτερικά έκφραση του, τη χιπ και ατάραχη δε-μου-καίγεται-καρφί στάση του, είχε την ίδια * Προφανώς, παραποίηση του Palestine Liberation Organization σε Phone Liberation Organization (δηλαδή Οργάνωση για την Απελευθέρωση του Τηλεφώνου). (Σ.τ.Μ.) ** «Ναι, σε θέλω ακόμα...» Ισπανικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)


αίσθηση όπως τότε που είχε περάσει το κατώφλι εκείνου του μεγάλου, απρόσωπου Γυμνασίου ύστερα από ένα ζεστό και τρυφερό δημοτικό: τεράστιες πεταλούδες φτεροκοπούσαν μέσα στο στομάχι του. Στο μπροστινό γραφείο, ένας σπασίκλας με ακμή, πουκάμισο μ' εξωτερικές τσέπες και γυαλιά που έμοιαζαν με πάτους μπουκαλιών, ψαχούλευε κάτι χαρτιά. «Εεε... συγνώμη...» Ο νεαρός φαινόταν απρόθυμος ν' αποσπάσει την προσοχή του από τα συναρπαστικά έντυπα που είχε απλωμένα μπροστά του. «Ναι;» «Έρχομαι με μεταγραφή. Θέλω να...» Ο τύπος χαχάνισε. Γύρισε στην καρέκλα του και γάβγισε σε μια κοπέλα στο άλλο γραφείο, που θα μπορούσε να είναι δίδυμη αδερφή του: «Έχουμε νεοφερμένο εδώ!» Η κοπέλα χαχάνισε με τη σειρά της. Ο σπασίκλας τού έδειξε μια σειρά καρέκλες μ' ένα βρόμικο νύχι. «Κάτσε». Ο Ντέιντ Μέρφι κάθισε. Σχεδόν απολάμβανε αυτή τη μικρή όαση ηρεμίας, ενώ προσαρμοζόταν στο αποστειρωμένο και ζοφερό περιβάλλον αυτής της εκπαιδευτικής φυλακής. Το δωμάτιο μύριζε παρκετίνη με μια υποψία απολυμαντικό. Οι πεταλούδες μέσα στο στομάχι του ηρέμησαν κάπως, αν κι ένιωθε ακόμα τα μολυβένια φτερά τους. Αφού υπέμεινε στωικά για λίγο την επαφή του σκληρού ξύλου με το λιπόσαρκο πισινό του, πάντως, άρχισε να νιώθει αμηχανία και πλήξη. Έσκυψε μπροστά, εξερευνώντας το χώρο με το βλέμμα του. Κοίταξε στο διπλανό δωμάτιο, με τη γυαλισμένη μπρούντζινη πλάκα πάνω από την πόρτα που έγραφε ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ. Ένας υπέρβαρος, φαλακρός άντρας, που μάλλον χρειαζόταν


μερικές αναβραζόμενες βιταμίνες μέσα στον καφέ του, έκανε κάτι σ' ένα πλαϊνό τραπέζι. Ο Ντέιντ τον χαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού, σε μια απόπειρα να φανεί ευγενικός. Ο Διευθυντής τον αγριοκοίταξε, πλησίασε κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Ουάου! Πολύ φιλικό περιβάλλον! Ο Ντέιντ έγειρε πίσω στην πλάτη της καρέκλας του, έκλεισε τα μάτια και δούλεψε λίγο κώδικα σε γλώσσα C + + μέσα στο κεφάλι του. Αυτή η ιδέα μπορεί να είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα εφαρμογή σε... Μια φωνή διέκοψε τη γεμάτη κώδικες ονειροπόληση του. «Έχεις τα χαρτιά της μεταγραφής σου;» Οι αλγόριθμοι άρχισαν να χορεύουν στους ξέφρενους ρυθμούς της ταχυκαρδίας που τον έπιασε ξαφνικά. Και μιλάμε για πολύ ξέφρενους ρυθμούς. Υπήρχε αυτή η... η... θηλυκή ύπαρξη που στεκόταν από πάνω του. Κορίτσι; Ναι, ήταν νέα. Αλλά η λέξη που αναδύθηκε στο μυαλό του δεν ήταν «κορίτσι». Εξάλλου οποιαδήποτε λέξη αναδυόταν στον εγκέφαλο του Ντέιντ Μέρφι τη συγκεκριμένη στιγμή θα βούλιαζε και θα διαλυόταν στο λεπτό μέσα στο οξύ των αντρικών απόκρυφων λειτουργιών και της βιοηλεκτρικής δραστηριότητας. Το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω της θαμπωμένο. Μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια σαν καταπράσινος παράδεισος, τέλεια χείλη σουφρωμένα σε μια σαρκαστική έκφραση, μακρύς λείος λαιμός. Ένα λυγερό κορμί στην πλέον άνετη και μοντέρνα χαλαρή στάση. Ήταν, με λίγα λόγια, μια θεά που κατέβηκε στη γη για τουρισμό.


«Συγνώμη», του είπε φέρνοντας το χέρι στο γοφό της. «Μιλάς αγγλικά;» Ιησού Χριστέ! Απολύτως τίποτα στο Alt.binary.sex* στο Ίντερνετ δεν τον είχε προετοιμάσει γι' αυτό. Μύριζε σαπούνι και σαμπουάν και κάποιο μακρινό αιώνιο τοπίο ξέχειλο από νιάτα και ζωή. Ο αέρας ήταν τόσο βαρύς από τη μυρωδιά της, ώστε σχεδόν μπορούσε να τον γευτεί... «Συγνώμη», κατάφερε να αρθρώσει ο Ντέιντ. «Μου ζήτησες...» Εκείνη του επανέλαβε: «Τα χαρτιά μεταγραφής», ανοιγοκλείνοντας τα χείλη της χωρίς ήχο. «Α, ναι». Τα 'βγάλε μ' ένα θρόισμα από την τσέπη του μπουφάν του και της τα έδωσε. Εκείνη τα μελέτησε με επισημότητα. Έπειτα ύψωσε το ένα φρύδι και είπε: «Φαίνονται όλα εντάξει». Τον περιεργάστηκε με μια σύντομη ματιά. «Είμαι η ξεναγός σου. Έλα μαζί μου». Άρχισε ν' απομακρύνεται και, καθώς ο Ντέιντ Μέρφι σηκώθηκε να την ακολουθήσει, ήταν ευτυχής που δεν του είχε πει «Walk this way», επειδή δεν είχε δει ποτέ πιο σέξι βάδισμα με στρατιωτικές αρβύλες σ' όλη το διάστημα της σεξουαλικής του ωρίμανσης. «Η επιθυμία σου είναι διαταγή μου», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. Την ακολούθησε έξω στο διάδρομο, σε μια κατεύθυνση που έπαιρνε πρώτη φορά. «Αυτός είναι ο καλύτερος ψύκτης», του είπε. «Σπάνια θα τον βρεις βουλωμένο από τσίχλες». «Αλήθεια; Ευχαριστώ που μου το 'πες!» * (Newsgroup.) Περιοχή συζητήσεων, αγγελιών κ.τ.λ. μέσα στο Ίντερνετ με σεξουαλικό θέμα. (Σ.τ.Μ.)


Λίγο πιo κάτω. «Το γυμναστήριο είναι από δω...» Έδειξε. Προχώρησε. «Η καντίνα από κει». Σαφήνεια, τ' όνομα σου θα πρεπε να είναι...

...πώς; Ο Ντέιντ συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε πώς την έλεγαν... και σίγουρα το «Αφροδίτη» θα ξεσκέπαζε τις ενδόμυχες σκέψεις του. «Πώς σε λένε;» «Κέιτ. Κέιτ Λίμπι». «Κέιτ». Πήρε τον πιο κουλ τόνο που μπορούσε κάτω από τις δεδομένες συνθήκες κι ευχήθηκε η φυσική του άνεση να τον τύλιγε στην αύρα της. «Κέιτ, δεδομένου ότι είμαι νέος στην πόλη, ίσως θα μπορούσες να επωμιστείς γι' άλλη μια φορά το ρόλο της ξεναγού μου κάποια μέρα... έξω από την περίμετρο του σχολείου... Για κανένα σινεμά, ίσως;» Εκείνη τον κοίταξε. «Αλίμονο... και μετά θα ξυπνήσεις και θα συνειδητοποιήσεις ότι ήταν μόνο ονείρωξη». Δεν το είχε πει με κακία. Αντίθετα, χαμογελούσε. Χαμογελούσε στ' αλήθεια δίνοντας αυτή την έξυπνη, κουλ απάντηση. Η κυνική καρδιά χάκερ του Ντέιντ Μέρφι παραδόθηκε σ' ένα πρωτόγνωρο ρίγος. Σταμάτησαν μπροστά σε μια πόρτα που οδηγούσε σε μια αίθουσα γεμάτη θρανία και μαθητές. «Αυτή εδώ είναι η τάξη σου». «Ευχαριστώ». «Και, α... κάτι ακόμα». Αυτό το σέξι, περιπαικτικό χαμόγελο. Ω θεοί, τον είχε συμπαθήσει! «Ξέχασα ν' αναφέρω μια σημαντική λεπτομέρεια σχετικά μ' αυτό το σκουπιδότοπο. Φρόντισε να περάσεις από την πισίνα. Εγώ την καταβρίσκω εκεί. Για την ακρίβεια, σκοπεύω να κάνω μερικές διαδρομές την τρίτη ώρα». «Πισίνα;» Ο Ντέιντ δε θυμόταν να είχε διαβάσει για πισίνα στα φυλλάδια του σχολείου.


Η Κέιτ συγκατένευσε σοβαρά. «Ω, φυσικά. Υπάρχει μια πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων στην ταράτσα. Αλλά ανέβα απ' τις σκάλες, γιατί τα ασανσέρ δε φτάνουν ως εκεί». Η Κέιτ Λίμπι με ολόσωμο μαγιό. Να κολυμπάει... Ω θεοί!... Ύπτιο! Η εικόνα κατέκλυσε το μυαλό του. «Ναι. Σίγουρα. Ευχαριστώ». Ο Ντέιντ μπήκε με την όπισθεν στην τάξη, χαρίζοντας της ένα χαμόγελο 60 μεγαχέρτζ.

Προδομένος στην ταράτσα του λυκείου Στάντον Κάπως λαχανιασμένος ύστερα από τόσες σκάλες, ο Ντέιντ Μέρφι άνοιξε τη φαρδιά πόρτα (όπως ακριβώς του την είχε περιγράψει η Κέιτ) και βγήκε στην ταράτσα του σχολείου, που ήταν στρωμένη με πλάκες και άσφαλτο. Δεν υπήρχε καμιά πινακίδα, αλλά ο Ντέιντ δεν παραξενεύτηκε· η Κέιτ Λίμπι δεν του είχε αναφέρει καμιά πινακίδα. Εξάλλου η ιδέα ότι θα έβλεπε τα ατέλειωτα πόδια της γυμνά, τα δυνατά μπράτσα της γυμνά και το υπέροχο στήθος και την πλάτη της σχεδόν γυμνά, τυλιγμένα σ' ένα εφαρμοστό μαγιουδάκι, ήταν αρκετή για να θολώσει την αντίληψη οποιουδήποτε αρσενικού... κι όσο για του Ντέιντ Μέρφι, την είχε καλύψει με βαριά, πυκνά σύννεφα. Τα σύννεφα ωστόσο δεν ήταν μόνο στο μυαλό του. Υπήρχαν και στον ουρανό, πρόσεξε αδιάφορα ο Ντέιντ βγαίνοντας στο νοτισμένο αεράκι των τελευταίων ημερών του καλοκαιριού. Στο βάθος έβλεπε τη Νέα Υόρκη, με τα παράθυρα της ν' αντανακλούν το φως του ήλιου. Εκεί πάνω κυριαρχούσε η μυρωδιά της πίσσας και των δέντρων από ένα πάρκο λίγο πιο πέρα. Δεν είδε αμέσως την πισίνα· πρέπει να είναι πίσω από κείνο το τούβλινο τοιχάκι,


σκέφτηκε. Έκανε μερικά βήματα, αφήνοντας τη βαριά πόρτα να κλείσει πίσω του. Ενάμισι δευτερόλεπτο μετά, δυο μικρότεροι μαθητές, σπυριάρηδες κι ολοφάνερα νεοφερμένοι, έστριψαν τρέχοντας τη γωνιά. «Εσύ!» έσκουξε το ένα. «Έι! Μην την αφήσεις να κλείσει!» Ο Ντέιντ τους κοίταξε ηλίθια για μια μοιραία στιγμή... Κι έπειτα, η επίγνωση της κατάστασης τον χτύπησε κατακέφαλα. Στράφηκε αστραπιαία, έτρεξε, χίμηξε προς την πόρτα που έκλεινε. Πολύ αργά. Η βαριά πόρτα έκλεισε μ' έναν τελεσίδικο βρόντο, με το γλωσσίδι ν' ασφαλίζει αμείλικτα. Ένα διεθνές σήμα ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ άρχισε ν' αναβοσβήνει μέσα στο κεφάλι του. Προσπάθησε να την ανοίξει, περισσότερο μηχανικά παρά επειδή έτρεφε φρούδες ελπίδες. Κανένα αποτέλεσμα. «Φτου να πάρει!» φώναξαν οι μικρότεροι αλλά εξίσου κουτοί μαθητές φτάνοντας τον Ντέιντ. «Τουλάχιστον θα 'χουμε παρέα, όμως...» Ο Ντέιντ σήκωσε το βλέμμα στα βαριά σύννεφα που πλησίαζαν απειλητικά από τον Ατλαντικό. Η αντανάκλαση του ήλιου χάθηκε από τα παράθυρα των γύρω ουρανοξυστών. Οι βροντές ηχούσαν ολοένα και πιο κοντά.

Στο διάδρομο Η Κέιτ Λίμπι, ταξιδεύοντας πολύ μακριά με τη σκέψη της, πήγε γραμμή προς το ντουλαπάκι της για την παμπάλαιη, ανιαρή τελετουργία της αλλαγής βιβλίων.


Έξω η καταιγίδα είχε αρχίσει μόλις να κοπάζει. Μπροστά της, μπροστά σε μια πόρτα με την επιγραφή ΕΞΟΔΟΣ, είδε μια σειρά από πατημασιές και λιμνούλες. Έστριψε τη γωνία και βρέθηκε μπροστά στον υπαίτιο: εκείνο το μαθητή που είχε έρθει με μεταγραφή, τον τύπο που γνώρισε το ίδιο πρωί. θα 'λέγε κανείς ότι είχε κάνει μπάνιο με τα ρούχα του. Τα μακριά του μαλλιά κρέμονταν σε άθλια μπουκλάκια πάνω στο μέτωπο του. Τον προσπέρασε χαμογελώντας. «Α, γεια σου, Κουτορνίθι», είπε πάνω απ' τον ώμο της. «Φαίνεται πως τη βρήκες τελικά την πισίνα». Ο νεοφερμένος μαθητής τής έριξε μια δολοφονική ματιά κι έπειτα απομακρύνθηκε βουβός, πλατσουρίζοντας μέσα στα παπούτσια του. Η Κέιτ σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Τέλος πάντων. Ήταν ένας καλός τρόπος να περιορίσει τις ορδές των επίδοξων μνηστήρων της. Παρ' όλα αυτά, τον λυπήθηκε κιόλας. Ήταν αρκετά χαριτωμένος... Ειδικά μουσκεμένος ως το κόκαλο και μ' αυτή την πληγωμένη έκφραση... Φόρεσε πάλι τ' ακουστικά του γουόκμαν της κι ανέβασε την ένταση για ν' απολαύσει λίγη γνήσια, δυνατή βιομηχανική ροκ.


«3» Στο μάθημα Πληροφορικής Τέλος πάντων, τουλάχιστον απεγκλωβίστηκα από την ταράτσα εγκαίρως

για το μάθημα Πληροψορικής, σκέφτηκε ο Ντέιντ Μέρφι ενώ καθόταν, ξεπαγιασμένος και ζαρωμένος, στην ξύλινη καρέκλα πίσω από την παλιά, ταλαιπωρημένη οθόνη. Η όλη επιχείρηση είχε απαιτήσει αρκετή προσπάθεια σε κλοτσοβολητό και μπουνιές. Αλλά, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες των άλλων παιδιών που είχαν παγιδευτεί μαζί του στην ταράτσα, έκαναν αρκετό σαματά στις σκάλες για να προσελκύσουν κάποιον ως εκεί. Αλλά όχι πριν μουσκέψουν ως το κόκαλο. Τουλάχιστον δεν ήταν ακόμα εκεί πάνω, κατεψυγμένοι στόχοι για κεραυνούς. Είχε ήδη ανοίξει τον κομπιούτερ του, πολύ πριν χτυπήσει το κουδούνι, πριν ο μεγαλόσωμος καθηγητής καταπλεύσει στην έδρα του. Ο Ντέιντ εξερευνούσε το δίκτυο του σχολείου, προσπαθώντας να εξοικειωθεί. «Είμαι ο κύριος Σίμπσον», συστήθηκε ο τύπος με το αντιανεμικό και το γκρίζο παντελόνι από την έδρα. Κρατούσε ένα εγχειρίδιο στο χέρι του. DOS για αρχάριους. «Αντικαθιστώ τη δεσποινίδα Μπέιλες, που συνελήφθη στην πορεία διαμαρτυρίας ε-


ναντίον του εμπορίου γούνας. Τέλος πάντων, ξέρω ότι κάποιοι από σας έχετε κομπιούτερ στα σπίτια σας, αλλά αυτοί εδώ είναι περιουσία του σχολείου, παιδιά, και δε θέλω να δω καμιά τσίχλα κολλημένη πάνω τους...» Έσκυψε στο βιβλίο του. «Και τώρα, πιέστε το διακόπτη του ρεύματος». Ο Ντέιντ παρακολουθούσε την όλη σκηνή διασκεδάζοντας με την ψυχή του. Φυσικά οι περισσότεροι μαθητές είτε είχαν ήδη ανοίξει το διακόπτη και χάζευαν την οθόνη τους είτε «κένταγαν» στα πληκτρολόγια τους. Τα δάχτυλα του Ντέιντ φτερούγιζαν πάνω στα πλήκτρα, ανιχνεύοντας τα όρια του συστήματος με το κοφτερό μυαλό του. Ενώ περίμενε ν' αρχίσει μια υπορουτίνα, γύρισε αφηρημένα προς το διπλανό του. Ήταν ωραίο παιδί, με ισπανική καταγωγή. Ο Ντέιντ αναγνώρισε την κολόνια και το στιλ του από μερικά μέτρα. Ο τύπος διασκέδαζε ένα γείτονα γένους θηλυκού με τα καραγκιοζιλίκια δυο φιγούρων στιλ Τιραμόλα, που ή χόρευαν ή είχαν πάθει κρίση επιληψίας. Ο Ντέιντ έστρεψε πάλι την προσοχή του στη βοηθητική ρουτίνα που είχε ανακτήσει. Τέλεια! Χαρτογραφημένο με αριθμούς και γράμματα και σύμβολα ήταν ό,τι χρειαζόταν να ξέρει για το τερματικό πίσω απ' το οποίο καθόταν και τις συνδέσεις του με εξωτερικά συστήματα. Αποστήθισε γρήγορα τους σχετικούς κωδικούς και διόρθωσε ένα σφάλμα λογισμικού. Χαζολογούσε. Ώσπου, λίγα μόλις λεπτά μετά, αυτό που έψαχνε άρχισε ν' αναβοσβήνει στην οθόνη του κομπιούτερ του: ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΣΤΑΝΦΟΡΝΤ. ΔΩΣΤΕ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΟ ΣΑΣ.

Αυτό το δίκτυο ήταν αναμφίβολα οργανωμένο για πιο προχωρημένα μαθήματα. Νυχτερινά σεμινάρια, κατά πάσα πιθανό-


τητα. Ποιος το περίμενε. Κι όμως, όλες οι διακλαδώσεις ήταν εκεί. Περίφημα! Τώρα το μόνο που χρειαζόταν ήταν πληροφορίες. Στράφηκε στο Λατίνο σχεδιαστή κινουμένων σχεδίων στα δεξιά του, που είχε πετύχει να μεγαλώσει το κοινό για τους Επιληπτικούς Τιραμόλες του. «Πώς λένε το διευθυντή;» ρώτησε. «Γουόρεν Μπάρτσιλ». «Gracias, amigo»*. Πληκτρολόγησε ΓΟΥΟΡΕΝ ΜΠΑΡΤΣΙΛ. Οι αντιδράσεις του κοινού στα καμώματα του Τιραμόλα και της καλής του απέσπασαν την προσοχή του κυρίου Σίμπσον από το βιβλίο του. Ωστόσο, ήταν οι εντατικές προσπάθειες του Ντέιντ στο δικό του τερματικό που τράβηξαν το ενδιαφέρον του. «Εσύ, εκεί», είπε αυστηρά, με το αθλητικό του στέρνο προτεταμένο, καρφώνοντας ένα επιτιμητικό δάχτυλο στο στόχο του. «Μην παίζεις με το πληκτρολόγιο σου, πριν σας εξηγήσω τη χρήση του. Δεν είναι παιχνίδι». «Μάλιστα, κύριε», είπε πρόθυμα και μεταμελημένα ο Ντέιντ, κατεβάζοντας τα χέρια στα γόνατα του για την ώρα. «...τώρα, φανταστείτε το "D...O...S...", που είναι το ακρωνύμιο του Disk Operating System (Λειτουργικού Συστήματος Δίσκου), σαν ένα είδος κελύφους στο εσωτερικό ενός υπολογιστή. Ξέροντας τις κατάλληλες εντολές, μπορείτε να ελέγχετε... χμ... τέλος πάντων, τα μενού ελέγχου, υποθέτω!» Ο Σίμπσον ψαχούλεψε τα βιβλία του, με μια συγχυσμένη έκφραση στο πρόσωπο του, αλλά φαινόταν να παρηγοριέται από το άκουσμα της φωνής του. Στο μεταξύ ο Ντέιντ Μέρφι σκεφτόταν. Δε χρειάζονταν πληκτρολόγια γι' αυτό κι αυτός ήταν ο λόγος που είχε καταφέρει να αναπτυχθεί ως χάκερ στα τόσα χρόνια που «Ευχαριστώ, φίλε». Ισπανικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)


μεσολάβησαν απ' το Δικαστήριο ως το Τώρα. Κάθε χάκερ βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με κωδικούς που, κάπου κάπου, είναι απαραβίαστοι. Ευτυχώς όμως, όπως ακριβώς είναι άνθρωποι αυτοί που φτιάχνουν τους κομπιούτερ και τα προγράμματα, είναι επίσης άνθρωποι αυτοί που διαλέγουν τους κωδικούς. Κατάλαβε το συγκεκριμένο άτομο που διάλεξε τον κωδικό κι έχεις κάμποσες πιθανότητες να μαντέψεις ποιος είναι ο προσωπικός κωδικός του. Το μυαλό του Ντέιντ Μέρφι ανέτρεξε στο ίδιο πρωινό. Ανακάλεσε στη μνήμη του το γραφείο του λυκειάρχη Μπάρτσιλ και το σάρωσε προσεκτικά με τα μάτια της φαντασίας του. Χμμ. Κορνιζαρισμένα πτυχία. Φωτογραφία γυναίκας και παιδιών πάνω στο γραφείο. Μια φωτογραφία του ίδιου με μερικές μαζορέτες... Μπα... Κύλιση λίγο στ' αριστερά και... Εκεί! Ναι, μια τριγωνική σημαιούλα. Τι ακριβώς έγραφε όμως; Υπάρχουν χιλιάδες τριγωνικές σημαίες σ' αυτό το φίλαθλο σύμπαν. Εστίασε το βλέμμα του, κοίταξε καλύτερα και... Ναι! Ήταν των Τζάιαντς της Νέας Υόρκης! Να μια σημαντική πιθανότητα! Αφού βεβαιώθηκε ότι ο Σίμπσον δεν κοίταζε προς το μέρος του, ο Ντέιντ ξανάφερε ψαχουλευτά τα δάχτυλα του στο πληκτρολόγιο κι έδωσε: ΤΖΑΪΑΝΤΣ. Η οθόνη κατάπιε τη λέξη. Ο κέρσορας βούτηξε στο κάτω μέρος της οθόνης, έμεινε ακίνητος για λίγο, αναβοσβήνοντας ρυθμικά... κι έπειτα πετάχτηκε αστραπιαία στην άλλη άκρη της οθόνης, ζωγραφίζοντας ένα μονόχρωμο κατάλογο αρχείων του συστήματος υπολογιστών του λυκείου Στάντον. «Μπίνγκο!» μουρμούρισε ο Ντέιντ. Πρόσεξε ότι η δουλειά του προσέλκυε την προσοχή του σενιόρ Τιραμόλα, αλλά δεν τον πείραξε.


Υπήρχε κάτι που έπρεπε να κάνει αμέσως για να πετύχει τους σκοπούς του εδώ. Βρήκε βιαστικά το δρόμο του προς τα πλήκτρα ελέγχου του κεντρικού κομπιούτερ αυτού του πίνακα, του κομπιούτερ που παρακολουθούσε προσεκτικά την ασύνδετη φλυαρία των υποτελών του: του κομπιούτερ του Σίμπσον. Με τις κατάλληλες εντολές, ο Ντέιντ έμπηξε τα δάχτυλα του στα σωθικά αυτού του κομπιούτερ. ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΕ ΣΕΙΡΙΑΚΗ ΠΟΡΤΑ* 7, πληκτρολόγησε. Ο Κεντρικός Υπολογιστής διέκοψε τη σύνδεση με το τερματικό του καθηγητή, ενώ ο Σίμπσον προσπαθούσε να εξηγήσει τις λεπτές διαφορές ανάμεσα στην κάθετο και την κακή της αδερφή, την ανάστροφη κάθετο. Ο φυσικός κάρφωσε το βλέμμα στην οθόνη του με μια σαστισμένη έκφραση. «Παιδιά, με συγχωρείτε μια στιγμή. Πέσαμε σε μικροβλάβη». Γονάτισε κι έλεγξε τα καλώδια στο τερματικό του. Στο μεταξύ ο Ντέιντ εκμεταλλεύτηκε αυτό το μικρό διάλειμμα και προχώρησε ακάθεκτος για το στόχο του, πληκτρολογώντας σαν παλαβός. Δε χρειάστηκε πολύ για να μπει στον Πίνακα Προγραμμάτων και να βρει τη ΛΙΜΠΙ, ΚΑΘΡΙΝ (ΚΕΪΤ). Μια βιαστική σάρωση του αποκάλυψε ότι η Κέιτ παρακολουθούσε στο τμήμα Προχωρημένων Φιλολογικών. Όσο ο Σίμπσον πάσχιζε απεγνωσμένα ν' αποκαταστήσει τη σύνδεση του τερματικού του, ο Ντέιντ ανακάλεσε το δικό του πρόγραμμμα σπουδών, έκανε μερικές αλλαγές, πληκτρολόγησε δυο λέξεις... και, να! Ξαφνικά ήταν λόγιος, επιλεγμένος για να συγχρωτιστεί με τον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών και τους κα* (Port.) Προσαρμοστικό κύκλωμα παράλληλης ή σειριακής επικοινωνίας με το οποίο γίνεται η είσοδος/έξοδος δεδομένων μιας λειτουργικής μονάδας. (Σ.τ.Μ.)


λύτερους του Στάντον στο τμήμα Προχωρημένων Φιλολογικών. Μαζί με την Κέιτ Λίμπι, βέβαια. Να συνεχίσει κανείς την πειρατεία ή να μη συνεχίσει; Ιδού η απορία. Ο Ντέιντ δίστασε μια στιγμή, αλλά τελικά βγήκε αποφασιστικά από το δίκτυο, προτού τα δάχτυλα του κολλήσουν στο μέλι. Αλίμονο σου, δύστυχη Νεοϋορκέζα! Καλώς τον Πρίγκιπα του Παραμυθιού!

Στο διάδρομο Μετά το μάθημα Πληροφορικής κι ενώ ήταν καθ' οδόν για την τάξη των Προχωρημένων Φιλολογικών μ' ένα αναμφίβολα κουλ χαμόγελο αποτυπωμένο στο πρόσωπο του, τον Ντέιντ Μέρφι τον πλεύρισε ο σενιόρ Τιραμόλα. «Έι, δικέ μου. Σωστό μπουκάρισμα έκανες εκεί μέσα!» Ο Ντέιντ ύψωσε το ένα φρύδι σε στιλ Μίστερ Σποκ. Διάλεκτος των χάκερ. Χμμ. Απάντησε μ' ένα επιφυλακτικό: «Γεια». «Δεν μπόρεσα ν' αντισταθώ στον πειρασμό να κρυφοκοιτάξω την εκπληκτική προέλαση σου, φίλε». Ένα πλατύ, φιλικό χαμόγελο. «Λοιπόν, τι φύσης είναι το ενδιαφέρον σου για την Κέιτ Λίμπι; Ακαδημαϊκό ή απλώς σεξουαλικό;» «Δολοφονικό». «Αχά! Η δεσποινίς Φαρσέρ ξαναχτύπησε, ε; Είναι διαβόητη πια. Η αλήθεια είναι ότι φαίνεσαι κάπως νοτισμένος... χωρίς να θέλω να σε προσβάλω. Σοβαρά τώρα, μα την αγία Σιλικόνη...» Ο τύπος έσκυψε πιο κοντά του, συνωμοτικά. «Πώς βρήκες τον κωδικό του Μπάρτσιλ;» Ο Ντέιντ επιτάχυνε το βήμα του. Ο σενιόρ Αδιάκριτος τον


πρόλαβε. «Έλα, μπορείς να μου πεις ελεύθερα. Είμαι ο Fantom Phreak*. Ναι, ακριβώς. Εγώ είμαι ο Phreak! Ο Βασιλιάς της Νάινεξ**». Το στέρνο του τύπου φούσκωσε ξαφνικά, όπως του κυρίου Σίμπσον νωρίτερα. Ο σενιόρ το χτύπησε με καμάρι. «Μάλιστα, κύριε!» «Θέλεις να μάθεις τον κωδικό του Μπάρτσιλ;» πέταξε ο Ντέιντ πάνω απ' τον ώμο του. «Θα πρέπει να μου δώσεις κάτι σ' αντάλλαγμα». Τότε χτύπησε το κουδούνι κι ο Ντέιντ γκάζωσε, αφήνοντας πίσω τον τρεχάτο συνοδό του και πηγαίνοντας προς ένα μάθημα που θ' απέβαινε μοιραίο.

Στο τμήμα Προχωρημένων Φιλολογικών Το μάθημα δεν είχε αρχίσει ακόμα. Ο Ντέιντ Μέρφι ένιωθε άφθονη εγκεφαλική ισχύ να τρίζει στην ατμόσφαιρα σαν στατικός ηλεκτρισμός. Παρατήρησε γύρω του τις τάσεις της μόδας. Η τάξη μύριζε κιμωλία και βιβλία και τσιχλόφουσκες. Στο μπροστινό μέρος της αίθουσας, είδε την Κέιτ Λίμπι απορροφημένη σε κουβεντούλα τύπου «τσάι και συμπάθεια» χωρίς το τσάι. Με φίλους. Φαινόταν πολύ πιο χαλαρή τώρα απ' ό,τι τις άλλες φορές που την είδε, αλλά όχι λιγότερο κουλ. Όχι παγερή, ωστόσου απλώς κουλ. Το κλειδί της κουλ στάσης είναι να ισορροπείς ανάμεσα στη ζεστασιά και την ψυχρότητα. Ανα* Σε ελεύθερη απόδοση, «Πειρατής-Φαντομάς Τηλεφωνικών Συστημάτων» (phone-freak). (Σ.τ.Μ.) ** Πολύ γνωστή αμερικανική τηλεφωνική εταιρία, που έχει επεκταθεί και στο χώρο των τηλεπικοινωνιών (με τηλεοπτικό κανάλι και βάση δεδομένων). (Σ.τ.Μ.)


ρωτήθηκε σε ποια πλευρά έκλινε περισσότερο αυτή η θηλυκή μονάδα ονόματι Κέιτ Λίμπι. Πίσω της υπήρχε μια άδεια θέση. Ο Ντέιντ γλίστρησε αθόρυβα στο κάθισμα, καρφώνοντας το βλέμμα του -και μερικούς φανταστικούς σουγιάδες- στη βάση του κρανίου της. Εκείνη το ένιωσε, αναπόφευκτα. Γύρισε στο κάθισμα της κι ο Ντέιντ κατάλαβε ότι, κάτω από την ψυχρή βιτρίνα, ήταν ευάλωτη. Έκλινε περισσότερο προς τη ζεστασιά, λοιπόν; «Ωραία πισίνα», της είπε. «Ω!» Παύση για ανάκτηση της κουλ στάσης. «Ξέρεις, είναι παράδοση του σχολείου». «Α, ωραία. Και τι ακολουθεί μετά; Το παραδοσιακό λούσιμο με πίσσα και πούπουλα;» Σκληρή, σαρκαστική γλώσσα. «Μόνο αυτό έχεις να πεις; Είναι πολύ σκληρό, μωρό μου». «"Μωρό σου"; Και δε μου λες, τι κάνεις εδώ;» Εκείνος κοίταξε τριγύρω, με μια δήθεν σαστισμένη έκφραση. «Προχωρημένα Φιλολογικά... Νομίζω». Η Κέιτ τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια κι αυτή τη φορά ήταν η σειρά της να δείξει σύγχυση. Γνήσια, πάντως. «Δεν ήταν στο πρόγραμμα σου! Αφού το είδα!» «Μήπως υπαινίσσεσαι ότι δεν είμαι αρκετά προχωρημένος για σένα;» «Όχι», του απάντησε ξερά. «Απλώς δεν είμαστε στο ίδιο τμήμα». Μ' αυτή την τελεσίδικη δήλωση, του γύρισε την πλάτη και ξανάπιασε τη σημαντική συζήτηση που είχε διακόψει εξαιτίας του. Ο Ντέιντ κάρφωσε πάλι το βλέμμα του στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, ξέροντας ότι εκείνη εξακολουθούσε να το νιώθει σαν μια ανελέητη, κακόβουλη ακτίνα λέιζερ.


«4» Ιδέες και επινοήσεις Και ιδού η Κάτω Νέα Υόρκη, στο τέλος μιας τυπικής μέρας στο λύκειο Στάντον: Ακόμα ηλιόλουστη, ακόμα φτιαγμένη από βράχο και ουρανοξύστες, ακόμα πηγμένη σε αυτοκίνητα και πεζούς, ξεφυτρώνει από μολυσμένα νερά. Και, όπως πάντα, υπάρχουν Σημαντικές Υποθέσεις που περιμένουν να διεκπεραιωθούν: Ο Fantom Phreak, με τη θνητή υπόσταση του Ραμόν Σάντσες, στεκόταν στον αγαπημένο του τηλεφωνικό θάλαμο, στα σκαλιά του Στάντον. Όπως συνήθως, η υπεραστική κλήση του δε χρεωνόταν πουθενά. Το τηλέφωνο είχε «ελευθερωθεί» χάρη στον επιδέξιο χειρισμό ενός «red box»*. Ο Fantom Phreak δεν ήταν ευχαριστημένος, ωστόσο. Η Μαρία, η δικιά του, του την έσπαγε άγρια για κάποιο ασήμαντο λόγο. Ο Phreak είχε αρχίσει να τσαντίζεται. Οι τηλεφωνικές * Παράνομη ηλεκτρονική συσκευή ιδανική για να «σπάει» τους κώδικες ψηφιακών τηλεφωνικών γραμμών από κερματοδέκτες. (Σ.τ.Μ.)


συνδιαλέξεις υποτίθεται ότι ήταν για διασκέδαση, δικέ μου, κι αυτή εδώ την πλήρωνε - αν και όχι με λεφτά. «...Όχι, μωρό μου, δε βγαίνω με άλλη. Mira*, πρέπει να κλείσω. Γεια». Πέταξε το ακουστικό στο άγκιστρο του με μια εξασκημένη κίνηση. Ο Phreak δρούσε ακόμα στην καρδιά του Μπρούκλιν, εξασφαλίζοντας μια τσάμπα υπεραστική κλήση για άλλους. Είχε ακούσει ιστορίες για τις μυθικές εποχές που μπορούσες να τηλεφωνήσεις με μια δεκάρα από κερματοδέκτη και να μιλήσεις όπου και όσο ήθελες. Ίσως κάποια μέρα, χάρη στην παράνομη δουλειά του, να ξαναγύριζαν αυτές οι μέρες. Τότε θα ήταν σίγουρα κάτι παραπάνω από πρόθυμος να πληρώνει για τις συνδιαλέξεις του! Ο Phreak ήταν Πορτορικανός δεύτερης γενιάς, χάκερ πρώτης. Είχε μια άνεση με τις γλώσσες... με μόνη εξαίρεση τ' αγγλικά. Όλες τις άλλες -από την BASIC ως την PASCAL- μπορούσε να τις καταλάβει, αν το 'βάζε σκοπό. Αυτό που του άρεσε περισσότερο ήταν οι γρίφοι, κι όταν είχε χώσει τη μύτη του σ' εκείνο το μεταχειρισμένο Macintosh που του χάρισε ο θείος Πέδρο, όταν ήταν εννιά χρονών, γνώρισε πρώτη φορά τον έρωτα. Εντάξει, τα Νιντέντο και τα Σέγκα είχαν πλάκα - και τα καταλάβαινε άνετα. Αλλά αυτά που τον σαγήνευαν ήταν τα μυστηριώδη μυστικά, τα ίδια πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι κοιτάνε χαζά και ξύνουν τα κεφάλια τους. To Donkey Kong** και τους απογόνους του μπορούσε να τα καταλάβει κι ο τελευταίος ηλίθιος. Αλλά τις διαδρομές μέσα στα ηλεκτρονικά κανάλια... αυτά αντιπροσώπευαν αληθινή πρόκληση και δύναμη. Στον Phreak άρεσαν τα κορίτσια. Τα όμορφα ρούχα. Του άρεσαν πολλά πράγματα, περιλαμβανομένων και των σόου του * «Κοίτα». Ισπανικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.) ** Δημοφιλές ηλεκτρονικό παιχνίδι. (Σ.τ.Μ.)


Μπρόντγουεϊ. Είχε καταφέρει να εξασφαλίσει για τον εαυτό του και μια κοπελιά εισιτήρια, εισβάλλοντας στο δίκτυο της ΤΙΚΕΤ ΝΤΙΚΤΕΪΤΟΡ. Ας περνάνε αυτοί καλά κι εγώ καλύτερα. Όλα για την «προώθηση της κουλτούρας», όπως θα 'λεγε κι ο ιδιοκτήτης καθαριστήριου μπαμπάς του. Με λίγα λόγια, ο Phreak ήταν ευχαριστημένος με πολλά πράγματα στη ζωή του. Του άρεσε ακόμα και το σχολείο. Περισσότερο απ' όλα, πάντως, είχε αδυναμία στους κομπιούτερ και στα τηλέφωνα. Αυτό που δεν καταλάβαιναν οι άνθρωποι ήταν ότι, όταν ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ εφεύρε το τηλέφωνο, ουσιαστικά δημιούργησε τον πρώτο τσιπ κομπιούτερ. Οποιοδήποτε σύστημα τηλεφωνικής εταιρίας είναι σαν ένας κομπιούτερ. Κι όταν οι κομπιούτερ άρχιζαν να κυβερνούν πραγματικά αυτό το πρωτόγονο έθνος - όχι, ολόκληρο τον κόσμο... Ε, τόσο το καλύτερο! «Phreak!» Ο Phreak πάγωσε ακούγοντας το ψευδώνυμο του φωναχτά, μπροστά ακριβώς στην είσοδο του σχολείου. Γύρισε απότομα να δει το δράστη - και συνειδητοποίησε ότι κακώς ξαφνιάστηκε. Ένας τύπος με σιδεράκια στα δόντια, που έμοιαζε με αποτυχημένο κλώνο ενός συνδυασμού του Τζέρι Λιούις με τον Τζιμ Κάρεϊ σε κινούμενα σχέδια, ανέβαινε άχαρα τα σκαλοπάτια, σαν πόγκο κινούμενο με ατομική ενέργεια. Δεν ήταν άλλος από τον Τζόι Χάρντκαστλ, ένα συμπολίτη στην Τεχνοφρικούπολη. Αυτό το τεχνοφρικιό είχε μπόλικο νεύρο. σου 'δίνε την εντύπωση ότι έκανε διαλείμματα για καφέ ανάμεσα στις ατέλειωτες ώρες που κατέβαζε λίτρα Κόκα Κόλα. Μαύρα αγκαθωτά μαλλιά, χοντρά γυαλιά κι ένα κολλαρισμένο φλώρικο πουκάμισο. «Έλα, ρε μάγκα, σ' έψαχνα! Τι γίνεσαι, μάγκα μου;» είπε ο Τζόι. Αν υπήρχε μια προσφώνηση που σιχαινόταν ο Phreak, δημο-


σίως ή σε ιδιωτικό χώρο, ήταν αυτό το «Μάγκα». Dios!* Ακουγόταν τόσο βλάχικο, λες και βρισκόταν σε κανένα ράντσο, σε κάποια ξεχασμένη γωνιά της γης, και φτυάριζε αλογόσκατα. «Τζόι, άλλο ε'να "μάγκα" ν' ακούσω απ' το στόμα σου και θα σε μαυρίσω στο ξύλο, το 'πιασες;» Ο Τζόι φορούσε ένα καπελάκι του μπέιζμπολ, των Μετς - με το σκίαστρο μπροστά, να εξέχει σαν το ράμφος πάπιας. Αίσχος! Του το γύρισε το μπρος πίσω, σύμφωνα με τη μόδα του δρόμου. Έπειτα, για συμμετρία, του τράβηξε το πουκάμισο έξω από τη ζώνη του παντελονιού. «Λοιπόν, κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω, αλλά πρέπει να πείσεις τη μαμά σου να πάψει να σε ντύνει εκείνη». Έκανε ένα βήμα πίσω για να επιθεωρήσει το αποτέλεσμα. Κούνησε το κεφάλι του με απόγνωση. «Αδιόρθωτος». «Σκεφτόμουν κάτι, ξέρεις. Θέλω να πω, από τότε που ανακάλυψα ότι εσύ είσαι ο Phreak κι άρχισες να μου δίνεις μαθήματα πειρατείας, φίλε μου, συνειδητοποίησα κάτι. Κάτι πολύ σημαντικό. Γι' αυτό σ' έψαχνα. Θέλω να το συζητήσουμε. Πρέπει να διαλέξω ψευδώνυμο, δικέ μου. Δεν έχω ταυτότητα πριν βρω ένα ψευδώνυμο». Έκανε μια παύση κι έμεινε συλλογισμένος, αναμφίβολα «τρέχοντας» στο μυαλό του τα πιθανά ψευδώνυμα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στις τσάρκες του μέσα στον κυβερνοχώρο. «Έι, πώς σου φαίνεται το Master of Disaster**;» Ο Phreak σήκωσε ψηλά τα χέρια του. «Εντελώς αδιόρθωτος!» «Τότε τι λες για το Stoned Ranger***;» «Στη δεκαετία του ενενήντα ζεις, Τζόι! Όχι του εξήντα! Αυτή * «Θεέ μου!» Ισπανικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.) ** «Κύριος της Καταστροφής». (Σ.τ.Μ.) *** «Φτιαγμένος Σερίφης». (Σ.τ.Μ.)


τη στιγμή επινοούμε τους εαυτούς μας». Τύλιξε το μπράτσο του προστατευτικά γύρω από τον μαθητευόμενο του, τον τράβηξε να κατέβουν τις σκάλες. «Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός, όχι μόνο ως προς το πώς ακούγεται το ψευδώνυμο σου, αλλά και για την εντύπωση που δημιουργεί. Ακόμα κι ο αριθμός των ASCII χαρακτήρων που καλύπτει είναι σημαντικός, δικέ μου. Νομίζεις ότι στην τύχη διάλεξα το Fantom Phreak; Επένδυσα μεγάλη ποσότητα εγκεφαλικής ενέργειας στην επιλογή αυτών των συμβόλων. Λοιπόν, δεν πάμε να κεράσεις κάνα χάμπουργκερ και ν' αποφασίσουμε μαζί πώς θα βαφτιστείς;» «Φανταστική ιδέα!» «Ναι, τόση εξυπνάδα τυφλώνει κι εμένα τον ίδιο μερικές φορές». Ξεκίνησαν μαζί για το τοπικό φαστφουντάδικο.

Χ ι π φ ά σ ε ι ς στο φ α σ τ φ ο υ ν τ ά δ ι κ ο Αλλά όχι σε οποιοδήποτε φαστφουντάδικο... Λεγόταν Round the Clock και, όπως δήλωνε και το όνομα του, έμενε ανοιχτό είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Βρισκόταν μέσα στο εμπορικό κέντρο Γουίντερ Γκάρντεν. Από πάνω του οι δίδυμοι ουρανοξύστες του Παγκόσμιου Εμπορικού Κέντρου τεντώνονταν προς τον ουρανό, γιγάντιοι μονόλιθοι. Από κάτω του, υπάρχει αυτή η φουτουριστική πλατεία. Παρά την ακρίβεια του, αυτό το εμπορικό κέντρο ήταν στέκι για τους μαθητές του Στάντον. Ο Ντέιντ Μέρφι, αφού τριγύρισε εδώ κι εκεί με τα πατίνια του, σταμάτησε στο φαστφουντάδικο για ένα αναψυκτικό. To Round the Clock ήταν απ' αυτά τα μαγαζιά με μπόλικο χρώμιο και με μικρά τζιούκμποξ πάνω στα τραπέζια, απομιμή-


σεις τάχα των ξακουστών στεκιών στους αυτοκινητόδρομους της δεκαετίας του '50, ενώ στην πραγματικότητα είχε σχεδιαστεί από κυνικούς γιάπηδες που έπιναν πανάκριβο καφέ Ζάμπαρ κι έτρωγαν καναπεδάκια. Μέσα στα ταξίδια του, ο Ντέιντ τα είχε δει όλα. Ήπιε μια γουλιά από την Κόκα του και προσπάθησε ν' αδειάσει το μυαλό του από τις υποθέσεις της ημέρας. Ενδιαφέρουσες, γενικώς... με πληθώρα προκλήσεων... εξορμήσεις στο θαυμαστό καινούριο κόσμο και λοιπά... Ωστόσο το βασικό του πρόβλημα εξακολουθούσε να τον βασανίζει. Η Νέα Υόρκη ήταν μια ψυχρή, τραχιά πόλη. Οι μαθητές, μολονότι έξυπνοι, ήταν ψυχρές, τραχιές αντανακλάσεις της πόλης. Για ένα νανοδευτερόλεπτο, ο Ντέιντ είχε πιστέψει πως είδε κάποιο ψήγμα ελπίδας κι ομορφιάς μέσα στα καταπράσινα μάτια της Κέιτ Λίμπι - αλλά δεν ήταν παρά ένα σέξι κέντρισμα σ' ένα τέκνο του Σιάτλ που νοσταλγούσε ήδη τη γενέτειρα του. Ρούφηξε άλλη μια γουλιά με το καλαμάκι του. Εντάξει, λοιπόν. Το κουλ στιλ δεν ήταν αρκετό εδώ. Λίγη ψυχρότητα και σκληράδα μπορεί να ήταν πιο αποτελεσματικά όπλα. Γεννηθήτω το θέλημα σας... Ευτυχώς υπήρχαν πάντα τα ζεστά και φιλόξενα σοκάκια του κυβερνοχώρου για να τριγυρνάει και να το ρίχνει έξω. Κάποιος χτυπούσε το τζαμένιο διαχωριστικό πίσω του. Γύρισε και κοίταξε τον τύπο που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Κασκέτο των Μετς, γυαλιά σαν πάτοι μπουκαλιού. Ο Τζόι Χάρντκαστλ. Ο Ντέιντ είχε καθίσει δίπλα του στο μάθημα των μαθηματικών κι είχε αναγνωρίσει αμέσως τον τύπο του. Σπασίκλας και κομπιουτερομανής, από το πλέον μη-κουλ είδος. Στο βάθος, είδε τον τύπο που του είχε συστηθεί σαν Fantom Phreak να παιδεύεται μ' άλλο έναν κερματοδέκτη.


Ο Ντέιντ ανταπέδωσε το χαιρετισμό επιφυλακτικά, μονολογώντας μέσα απ' τα δόντια του: «Αθεράπευτα κομπιουτεροφρικιά...» Το καλό όταν κουβέντιαζες με διάφορους μέσω δικτύου ήταν ότι δεν ήσουν αναγκασμένος να τους βλέπεις κιόλας. Ο Ντέιντ βυθίστηκε στις σκέψεις του. Δύσκολη απόφαση. Τέλος πάντων, τουλάχιστον είχε ανθρώπους που μισο-καταλάβαινε, έστω κι αν ήταν φρικιά. Ανασήκωσε τους ώμους, γύρισε και χτύπησε το τζάμι στον Τζόι, που είχε ακουμπήσει πάνω του. Όταν ο νεαρός γύρισε, ο Ντέιντ του έγνεψε να μετακομίσει στο δικό του τραπέζι. Για μια στιγμή, η έκφραση γνήσιας συγκίνησης που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Τζόι έδωσε στον Ντέιντ μια σπίθα από τη ζεστασιά της Νέας Υόρκης.

Χοπ στο Round the Clock Τρία φλιτζάνια καφέ αργότερα, ο Ντέιντ Μέρφι ήταν στην τσίτα. Ο Phreak αρκέστηκε σε αναψυκτικά, για να κατεβάσει το πελώριο τσίζμπουργκερ που τον είχε κεράσει ο Τζόι, ο οποίος συναγωνιζόταν τον Ντέιντ στην κατανάλωση καφέ. «Λοιπόν, που λέτε, τριγύριζα εδώ κι εκεί, χαζεύοντας γενικώς και χώνοντας τη μύτη μου όπου έβρισκα», είπε ο Τζόι, «κι έπεσα πάνω σ' αυτή τη βάση δεδομένων στο Κάνσας. Ναι, καλά ακούσατε, στο Κάνσας! Καλά, μιλάμε έχουν κάτι φοβερά προγράμματα για "κατέβασμα" στο δίσκο σου!» «Φοβερό, δικέ μου! Άσε με να μαντέψω... Κάτι σαν τα Space Invaders... το Star Trek... το PacMan;» Ο Τζόι τα 'χασέ. «Έχετε πάει εκεί;» Ο Ντέιντ κι ο Phreak αντάλλαξαν μια ματιά. Ξέσπασαν σε γέλια.


«Που είναι το αστείο, ρε παιδιά; Είναι σπουδαία παιχνίδια!» είπε ο Τζόι. Οι άλλοι χαχάνιζαν ακόμα, όταν ένας μακρυμάλλης έφηβος ροκάς σωριάστηκε στο τραπέζι τους απ' το πουθενά. Τη μια στιγμή περνούσε, την επόμενη κειτόταν απλώς εκεί· μπορεί να μη φαινόταν απόλυτα συγκροτημένος, αλλά ήταν αναμφίβολα παρών. «Ιδού ο άνθρωπος!» είπε ο Phreak. «Τη μια στιγμή τον καλείς, την επόμενη φτάνει. Δεν είναι ψώνιο οι μπίπερ; Αχ, αυτή η εποχή των επικοινωνιών!» «Ντέιντ Μέρφι», έκανε τις συστάσεις ο Τζόι. «Αυτός είναι ο τύπος που σου λέγαμε. Ο Cereal Killer*». «Ναι, ξέρω να διαβάζω - το λέει στο μπλουζάκι του». Ο Cereal χαμήλωσε το βλέμμα στη στάμπα με τ' όνομα του. «Ναι, το 'χω γράψει μήπως και το ξεχάσω». «Που γύρναγες, δικέ μου;» ρώτησε ο Phreak. «Στην Τσάιναταουν. Στην αγορά». Στα μάτια του έλαμψε ξαφνικά το εμπορικό του δαιμόνιο. «Μπουμπούκι, μιλάμε! Βρήκα φανταστικές πειρατικές κασέτες από διάφορες συναυλίες για όλους εσάς τους ειδωλολάτρες. Από Ζάπα, The Dead, Pearl Jam και φοβερά πράγματα, όπως αυτό...» Έβγαλε μια κασέτα από την τσέπη του. «Μια συλλογή δικής μου επιλογής. Τη βάφτισα The Greatest Zukes Album. Περιέχει Χέντριξ, Τζόπλιν, Μπελούσι, Μάμα Κας και πολλούς άλλους. Όλους τους καλλιτέχνες που πνίγηκαν από τα ξερατά τους. Μη σπρώχνεστε, παρακαλώ. Όλοι θα πάρετε. Μόνο μετρητά, παρακαλώ!.. Χριστέ μου, τι ανταπόκριση!» Έβαλε την κασέτα πίσω στην τσέπη του κι έβγαλε ένα ζευγάρι καθρεφτέ γυαλιά ηλίου. «Κι αυτά για το ταξιδάκι μου στη Ρώμη». * Λογοπαίγνιο ανάμεσα στο Serial Killer (καθ' έξη δολοφόνος) και το Cereal Killer (σιταρένιος δολοφόνος ή φονιάς δημητριακών). (Σ.τ.Μ.)


«Καλημέρα, δηλαδή». «Έβγαλα κάμποσο παραδάκι. Ξέρετε, όμως, από μια άποψη είμαι χαμένος από χέρι. Αυτό σκεφτόμουν. Το 1984 ήταν στ' αλήθεια προφητικό. 255-91-1755. Αυτός είμαι. Έχω μετατραπεί σε μια σειρά ψηφίων. Ο αριθμός της κάρτας μου στην Κοινωνική Ασφάλεια μου υπάρχει σε χιλιάδες κομπιούτερ που πουλάνε κι αγοράζουν την ιστορία της ζωής μου. Σας πληροφορώ ότι μπορείς να κάθεσαι σπίτι και να μην κάνεις τίποτα και το όνομα σου περνάει από δεκαεφτά κομπιούτερ τη μέρα. Ο Όργουελ είναι εδώ, εισβάλλουν καθημερινά στη ζωή μας. Δεν έχουμε ονόματα, δικέ μου. Όχι. Είμαστε... ανώνυμοι». Ξαφνικά χαμογέλασε πλατιά. «Όπα, πατατούλες τηγανητές βλέπω!...» Το χέρι του κινήθηκε αστραπιαία και βούτηξε στις τηγανητές πατάτες του Phreak. Εκείνος έκανε μερικά κυκλάκια στον κρόταφο του με το δάχτυλο: Τζαζεμένος, δικέ μου. «Ναι, ναι. Αυτός είναι ο Cereal Killer που ξέρω. Όπως στα κορνφλέικς Φρουιτ Λουπς. Αλλά είναι χρήσιμος κάπου κάπου. "Κατέχει" κάμποσα πραγματάκια». «Α, και παραλίγο να το ξεχάσω», τσίριξε ξαφνικά ο Τζόι, στα πρόθυρα υστερίας από την υπερβολική καφεΐνη. «Υπάρχει κι ένας άλλος κομπιούτερ στον οποίο εισέβαλα... μέσω τηλεφώνου, δηλαδή. Λοιπόν, ακούστε φάση: δεν ξέρω που είναι ή τι κάνει. Τίποτα, έτσι; Αλλά καταφέρνω να μπουκάρω. Μιλάμε για μεγάλο δίκτυο, με γύρω στις διακόσιες σειριακές πόρτες. Χαζολογάω λίγο, δίνω μερικές εντολές στην τύχη». Γέλασε. «Δεν ξέρω τι κάνω, αλλά την καταβρίσκω. Αλωνίζω εκεί μέσα τρεις, ίσως τέσσερις ώρες. Τελικά την ψυλλιάζομαι τη δουλειά... είναι τράπεζα!» Ο Ντέιντ τον κοίταξε φρικαρισμένος. Οι άλλοι είχαν παρόμοιες εκφράσεις. «Και σήμερα το πρωί», συνέχισε ο Τζόι, «διαβάζω στην εφημερίδα ότι μια αυτόματη ταμειακή μηχανή, κάπου στην Τάδε


πόλη του Αϊντάχο, έφτυσε 700 κολλαριοτά δολάρια στο δρόμο, στην καρδιά της νύχτας. Έπαθα πλάκα! Εγώ, εγώ το 'κανα αυτό!» Ο Phreak του έριξε μια δολοφονική ματιά, συνοφρυώθηκε. «Και το 'κανες από το σπίτι σου;» Ο Τζόι συγκατένευσε αμέριμνα κι ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ. «Μα, καλά, ηλίθιος είσαι ή φτιαγμένος;» ρώτησε ο Phreak μέσα από σφιγμένα δόντια. «Δεν εισβάλλεις στο ηλεκτρονικό σύστημα τράπεζας μέσω διαπολιτειακών δικτύων από τη γραμμή του σπιτιού σου! To FBI θα σε γραπώσει σε χρόνο μηδέν. Μα δεν ξέρεις τίποτα τέλος πάντων;» «Α, αυτό το ξέρω», απάντησε ο Τζόι. «Αλλά δεν ήξερα ότι είχα μπει στο σύστημα τράπεζας». «Μαλακία, Τζόι. Εντελώς μαλακία!» δήλωσε περιφρονητικά ο Phreak. Ο Τζόι τα 'χασε για μια στιγμή. Φάνηκε ντροπιασμένος, αλλά έπειτα πέρασε στην επίθεση. «Όλο μου λες "έπρεπε να το ξέρεις αυτό" κι "έπρεπε να το ξέρεις εκείνο", αλλά ποτέ δε μου λες τίποτα!» Ο Phreak έξυσε το αφτί του. Έριξε μια πλάγια ματιά στον Ντέιντ κι έπειτα σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Όχι και τίποτα! Ποιοι είναι οι τρεις πιο συνηθισμένοι κωδικοί;» Ο Τζόι δε δίστασε στιγμή να δώσει την απάντηση: «Secret, Love και Sex... αν και όχι απαραίτητα μ' αυτή τη σειρά». Ο Cereal έχωσε άλλη μια τηγανητή πατάτα στο στόμα του κι είπε μασουλώντας: «Μην ξεχνάς το God. Οι Χειριστές Συστημάτων τρελαίνονται να χρησιμοποιούν το God. Φουσκωμένο Εγώ, βλέπεις...» Ο Phreak χτύπησε καθησυχαστικά τον Τζόι στην πλάτη.


«Θέλεις να γίνεις μέλος της ελίτ; Πρώτα πρέπει να κάνεις μια αξιόλογη εισβολή. Όχι αυτές τις τυχαίες μπούρδες». «Έι! Άσ' το εκεί!» έσκουξε ο Τζόι και πετάχτηκε όρθιος. Ο Ντέιντ γύρισε να δει τι κοίταζε ο Τζόι. Ο ταμίας λίγο πιο πέρα κρατούσε ένα τηλεχειριστήριο στο χέρι του. Ο Ντέιντ τον είχε δει να κάνει ζάπινγκ πριν από λίγο· προφανώς, είχε ξαναρχίσει τώρα κι ο Τζόι του φώναζε να σταματήσει σ' ένα συγκεκριμένο κανάλι. Όλη η παρέα περίμενε να δει τι είχε ταράξει τόσο τον Τζόι. Η τηλεόραση έδειχνε μια ξανθιά ρεπόρτερ, φρέσκια και φτιαγμένη στην τρίχα, να στέκεται μπροστά σ' ένα γιγάντιο υπολογιστή. Ο Ντέιντ τον αναγνώρισε αμέσως: ήταν ένας σούπερ κομπιούτερ Gibson. Οι στιλπνοί, κατάμαυροι πύργοι του τον έκαναν να μοιάζει μ' ένα αντίγραφο του Παγκόσμιου Εμπορικού Κέντρου σε μικρογραφία - με ύψος γύρω στα τριάντα μέτρα. «...χρόνια μόχθου από ένα πλήθος επιστημόνων για να τελειοποιήσουν έναν σούπερ κομπιούτερ ικανό να κάνει ένα εκατομμύριο πράξεις ταυτόχρονα», έλεγε η κορδωμένη ρεπόρτερ με σπουδαίο ύφος. «Στο χώρο της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, είναι το αντίστοιχο της κατάρριψης του φράγματος του ήχου». Ο Ντέιντ κοίταξε τον Τζόι. Ο τύπος είχε μια αλλόκοτη έκφραση στο πρόσωπο του, σαν να έβλεπε το πιο ποθητό του όνειρο. «Δε θα 'θελες να σκοράρεις μ' ένα απ' αυτά τα μωρά;» Ο Ντέιντ ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Το 'χω κάνει ήδη». Ο Phreak κι ο Cereal το σκέφτηκαν για λίγο. «Κι εγώ», είπε ο Phreak. «Στο πρωτότυπο, στο ΜΙΤ*... Πέρσι». Ο Cereal είπε: «Κι εγώ τα 'ριξα σ' έναν. Στο Μπέρκλεϊ, πρόπερσι». * Τεχνολογικο 'Ινστιτούτο Μασαχουσέτης. (Σ.τ.Ε.)


Ο Ντέιντ έστρεψε πάλι την προσοχή του στη ρεπόρτερ, που έλεγε: «...αυτός ο ολοκαίνουριος Gibson παραδόθηκε στην εταιρία Άτλας Όιλ προκειμένου να συντονίζει το παγκόσμιο δίκτυο της και να διεξάγει γεωλογικές έρευνες για πετρέλαιο. Μικρόφωνο πίσω στον Μπάρι». Η εικόνα άλλαξε κι από τον Gibson γύρισε στον κεντρικό παρουσιαστή των ειδήσεων, πίσω στο στούντιο του καναλιού, που πήρε το μικρόφωνο μ' ένα ψεύτικο γελάκι. «Στοίχημα ότι ακόμα πασχίζουν να καταλάβουν τις οδηγίες χρήσης που τον συνοδεύουν». Ο Cereal κάγχασε. «Ναι, Μπάρι. Κι εσύ παιδεύεσαι ακόμα να καταλάβεις πώς δουλεύει το βίντεο που αγόρασες!» «Έι!» έκανε ξαφνικά ο Phreak. «Μου 'φαγες όλες τις πατάτες μου!» Ο Ντέιντ είδε μια παράξενη έκφραση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Τζόι, αλλά προτίμησε να στρέψει την προσοχή του στη φάση ανάμεσα στον Phreak και τον Cereal.

Στο α ί θ ρ ι ο Τελικά ο Cereal αποφάσισε ότι πεινούσε ακόμα και παρήγγειλε κι άλλες πατάτες για όλους. Ακόμα κι ο Ντέιντ έφαγε μερικές, αφού είχε βγάλει την ετυμηγορία του: ο τύπος ήταν εντάξει. Το στιλ του ήταν κάπως απαρχαιωμένο, αλλά αυτό συγχωρούνταν. Όποιος έτρωγε τις πατάτες του βουτηγμένες σε κέτσαπ και ξίδι βύνης με μια δόση μουστάρδα ήταν εντάξει για τα γούστα του. Βγήκαν όλοι μαζί απ' το αίθριο καθώς το σούρουπο, βαρύ και μελαγχολικός έπεφτε στην πόλη. Μια μοναχική σειρήνα πλοίου ήχησε μαζί με το μουγκρητό των εξατμίσεων και τις κόρνες των αμαξιών. Υπήρχε ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα, σαν να επρόκειτο να συμβεί κάτι


από στιγμή σε στιγμή. Η Συμφωνία της Κάτω Νέας Υόρκης. Ο μπίπερ του Phreak άρχισε να καλεί· τον έβγαλε και κοίταξε τη μικρή οθόνη. Ο Τζόι είχε στρέψει πάλι τη συζήτηση στο ψευδώνυμο που έπρεπε να διαλέξει καθώς σέρφαρε εδώ κι εκεί μέσα στα ηλεκτρονικά δίκτυα όλου του κόσμου, λεηλατώντας πληροφορίες. «Πώς σας φαίνεται το Doctor Doom*;» ρώτησε αισιόδοξα. «Αίσχος», απάντησε ο Cereal. «Έι», είπε ο Ντέιντ, μπαίνοντας στην κουβέντα. «Μια και μιλάμε για ψευδώνυμα χάκερ... ξέρει κανείς κάποιο χάκερ που κυκλοφορεί με το όνομα Acid Burn;» Ο Τζόι φαινόταν έτοιμος να πει κάτι, αλλά ο Phreak του έκοψε τη φόρα. «Έι, Τζόι. Έχουμε μια δουλίτσα να κάνουμε. Δίνε του τώρα». «Εντάξει, δικέ μου. Γεια χαρά». Και, χωρίς άλλους αποχαιρετισμούς ούτε κανενός είδους διαμαρτυρία, ο της προσκολλήσεως ξεκόλλησε κι απομακρύνθηκε βαδίζοντας το ίδιο κουρντισμένα όσο ζούσε κάθε στιγμή της μέρας - αν όχι περισσότερο. Ο Ντέιντ πρόσεξε τον Phreak και τον Cereal ν' ανταλλάσσουν ξαφνιασμένες ματιές. «Παραήταν εύκολο σήμερα», παρατήρησε ο Phreak με πραγματική έκπληξη. «Περίεργο...» «Λοιπόν, παιδιά... Ήταν πολύ γεμάτη μέρα και πρέπει να στρίβω κι εγώ», είπε ο Ντέιντ, που άρχισε ν' απομακρύνεται, φροντίζοντας να πάρει την αντίθετη κατεύθυνση από τον Τζόι τον Ατιτλοφόρητο. * «Δόκτορας Θάνατος», σε ελεύθερη απόδοση. (Σ.τ.Μ.)


Ο μπίπερ του Cereal ξανάρχισε να καλεί. Χριστέ μου, σκέφτηκε ο Ντέιντ. Αυτό που χρειάζονται αυτοί οι τύποι είναι φορητοί κομπιούτερ και ασύρματα μόντεμ.

«Έι!» φώναξε ο Phreak. «Για που το 'βαλες; Στάσου. Έλα μαζί μας, θέλω να σου δείξω κάτι. Σε αντάλλαγμα για τον κωδικό του Μπάρτσιλ». Ο Ντέιντ κοντοστάθηκε. Γύρισε πίσω. Τώρα μιλάς γνήσια ψηφιακή διάλεκτο, δικέ μου! «Χμμ. Ίσως και να 'ναι ενδιαφέρον». «Ό,τι στοίχημα θες», είπε ο Cereal. «Αλλά υποψιάζομαι ότι θα χρειαστούμε προμήθειες. Ξέρω το τέλειο κορεάτικο εστιατόριο που δίνει και φαγητό σε πακέτα». Ο Ντέιντ τους ακολούθησε, κυριευμένος από περιέργεια.


«5» Ο Τ ζ ό ι ε π ί τω έργω Ο Τζόι Χάρντκαστλ, ο νεόκοπος χάκερ, κάθισε πίσω από τον προσωπικό υπολογιστή του. Χαμογέλασε. Είχε καλό εργαλείο. Του το είχε αγοράσει ο πατέρας του πέρσι. Δώρο γενεθλίων. Ένας Pentaflex 486/50Mz με σκληρό δίσκο 320ΜΒ, 16MB ROM, CD ROM τετραπλής ταχύτητας - κι όλες τις περιφερειακές γαρνιτούρες. Τώρα το μηχάνημα του ψιθύριζε κι ο σκληρός δίσκος περιστρεφόταν και γουργούριζε αποτελεσματικά, ενώ στην οθόνη ξετυλίγονταν τα περίπλοκα βήματα της προσπέλασης του μέσα από τα Windows προς τα προγράμματα επικοινωνίας του. Ο Τζόι έσυρε τα δάχτυλα του με λατρεία πάνω στην οθόνη. Άγγιξε την άκρη του πληκτρολόγιου με μια αίσθηση που μόνο ένας χάκερ μπορεί να νιώσει στο άγγιγμα του λείου πλαστικού. «Ω Λούσι, γλυκιά μου Λούσι», είπε. «Μωρό μου, ήρθε η ώρα ν' αποδείξουμε σ' αυτούς τους τύπους τι αξίζουμε». Ναι. Ήπιε μια γουλιά από την Κόκα του, ρίγησε ολόκληρος από τη συσσωρευμένη καφεΐνη. Τον θεωρούσαν πιτσιρίκι. Κατεργαράκο. Κατά φαντασία χάκερ, ένα χαζοχαρούμενο. Νόμιζαν πως ήταν σε στάδιο εκκόλαψης. Αλλά αυτός έκανε διάφορα,


μάθαινε γρήγορα... Ήταν βέβαιος ότι ήταν ένας πανέτοιμος χάκερ πια κι αυτή η μικρή τσάρκα στο κυβερνοδιάστημα θα τους έδειχνε μια και καλή! Το ήμισυ του προβλήματος ήταν να μαντέψει το νούμερο της τηλεφωνικής πρόσβασης. Δεν είναι απ' αυτά που βρίσκεις στον τηλεφωνικό κατάλογο. Αλλά ζητώντας βοήθεια από τηλεφωνικούς καταλόγους και παίρνοντας άλλους αριθμούς της εταιρίας, έχεις κάμποσες πιθανότητες να βρεις τις παραμέτρους για ένα πρόγραμμα αναζήτησης του νούμερου πρόσβασης. Έπειτα θα έτρεχε έναν ανιχνευτή της WarGames, περιμένοντας για το διαπεραστικό ήχο του μόντεμ, που δηλώνει ότι πέτυχε η επικοινωνία υπολογιστών. Ο Τζόι είχε φτάσει ήδη σ' αυτό το στάδιο, ενώ μελετούσε μια κατατσαλακωμένη λίστα με τους πιο συνηθισμένους κώδικες πρόσβασης. Άκουγε το μόντεμ του να σχηματίζει διάφορους αριθμούς. Τέτοια ώρα το βράδυ συνήθως έπιανε μηνύματα από αυτόματους τηλεφωνητές. Στο πρώτο άκουσμα ανθρώπινης φωνής, το πρόγραμμα έκλεινε τη γραμμή και ξαναγύριζε στην αναζήτηση του. Ωραίο πρόγραμμα! Του το 'χε δώσει ο Phreak. Ο Τζόι Χάρντκαστλ είχε αργήσει να μυηθεί στους κομπιούτερ. Ήταν όψιμο φρούτο. Ζούσε στην πάνω Δυτική Πλευρά, ήταν ο μικρότερος από τους δύο γιους της εύπορης οικογένειας ενός χρηματομεσίτη της Γουόλ Στριτ. Μια ζωή τον επισκίαζαν τα κατορθώματα του μεγάλου του αδερφού, του Τεντ. Ο Τεντ ήταν αριστούχος μαθητής, είχε μπει πρώτος κι είχε βγει με τιμητικές διακρίσεις από το Τμήμα Οικονομικών Σπουδών του Χάρβαρντ και, ακόμα και τώρα, ακολουθούσε τα βήματα του πατέρα του στον επιχειρηματικό κόσμο με σαρωτικές επιτυχίες. Ο Τζόι είχε περάσει τη ζωή του με τη μύτη του χωμένη μέσα σε βιβλία, κόμικς ή σε μια τηλεόραση. Δεν του είχαν επιτρέψει ποτέ στο παρελθόν να έχει κομπιούτερ ή έστω βιντεοπαιχνίδια, κι έτσι είχε


ανακαλύψει πρόσφατα αυτό το θαυμαστό καινούριο κόσμο. Όταν αγοράστηκε αυτό το πανέμορφο δώρο, στόχος του πατέρα του ήταν να οξύνει το επιχειρηματικό δαιμόνιο του δευτερότοκού του. Και τα 'χε καταφέρει. Ο Τζόι ήταν άσος στα λογιστικά φύλλα και χειριζόταν με άνεση επαγγελματία το Lotus και άλλα προγράμματα μάνατζμεντ καθώς και διάφορες βάσεις δεδομένων. Οι γονείς του ήταν ικανοποιημένοι, υποθέτοντας ότι ο ονειροπόλος, ασουλούπωτος γιος τους είχε μπει επιτέλους στο δρόμο της επιτυχίας. Ωστόσο αυτό που γοήτευε πραγματικά τον Τζόι ήταν ο κόσμος των τηλεπικοινωνιών. Επιτέλους, μπορούσε να μιλάει με άλλους ομοϊδεάτες του! Στην αρχή έγινε συνδρομητής στην CompuServe και την GEnie, κι έπειτα προχώρησε στο NetCom και στον κόσμο του Ίντερνετ. Εκεί είχε πέσει πάνω σε χάκερ που κουβέντιαζαν, είχε ακούσει μυστηριώδεις αναφορές σε απρόσιτες βάσεις δεδομένων όπου αφθονούσαν οι πληροφορίες αλλά και μια αίσθηση συντροφικότητας. Με τη βοήθεια ενός λογαριασμού της Σπριντ και του Ίντερνετ, ταξίδεψε σ' όλη τη χώρα κι έπειτα σ' ολόκληρο τον πλανήτη. Έτσι είχε γνωρίσει τον Phreak. Όταν αντιλήφθηκε ότι πήγαιναν στο ίδιο σχολείο, κατάλαβε ότι είχε βρει το μέντορα που του έλειπε. Τώρα, με την Κόκα στο χέρι, εφοδιασμένος μ' ένα πακέτο τσιπς για ροκάνισμα και με τα ξεφτισμένα φύλλα αναφοράς του χάκερ, ήταν πανέτοιμος για μια εξόρμηση. Το πρόγραμμα έψαχνε ακόμα. Είχε περάσει κιόλας μισή ώρα. Ο Τζόι άνοιξε το πακέτο με τα τσιπς. Η μητέρα του τον είχε πείσει να φάει κάτι για βραδινό κι έτσι δεν πεινούσε ιδιαίτερα. Παρ' όλα αυτά, ένιωθε τα νεύρα του να πιέζονται στη σπονδυλική του στήλη κι έπρεπε να κάνει κάτι με τα χέρια και τα σαγόνια του. Κύλησαν άλλα δεκαπέντε λεπτά. Υπομονή, δικέ μου, υπομονή. Ύστερα από άλλα δέκα λεπτά, ο Τζόι άρχισε να βαριέται.


Τέλος πάντων, ήταν καλή προσπάθεια, τουλάχιστον. Ίσως ήταν καλύτερα να μπει στο Ίντερνετ και να κατεβάσει καμιά κωδικοποιημένη πορνοφωτογραφία. Αυτό θα του έδινε τουλάχιστον κάποια ικανοποίηση. Είχε σκύψει ν' ακυρώσει αυτό το πρόγραμμα όταν έπιασε επαφή. Ένα γραφικό σχηματίστηκε ξαφνικά στην οθόνη του: ΕΛΙΝΓΚΣΟΝ ΜΙΝΕΡΑΛ ΚΟΡΠΟΡΕΙΣΟΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ! Η ΠΡΟΣΒΆΣΗ Σ' ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΩΣΤΕ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΟ ΣΑΣ: Άψογα! Ο Τζόι Χάρντκαστλ έσκυψε αποφασιστικά πάνω στο πληκτρολόγιο του.

Έλινγκσον

Μίνεραλ

Η Έλινγκσον Μίνεραλ ήταν το είδος της εταιρίας που διαθέτει τα κεφάλαια για την αγορά ενός ολόκληρου ουρανοξύστη στο Μανχάταν. Έτσι λοιπόν αυτό το κτίριο-ταφόπλακα στο κέντρο του Μανχάταν, σ' ένα από τα ακριβότερα οικόπεδα σ' ολόκληρο το σύμπαν, αφιέρωνε κάθε χιλιοστό του πανάσχημου εαυτού του στα Κεντρικά της Πολυεθνικής Εταιρίας Έλινγκσον. Μολονότι η Έλινγκσον Μίνεραλ δεν είχε δημιουργήσει ποτέ μια εκτεταμένη πετρελαιοκηλίδα, όπως η Έξον, ας πούμε, μπορούσε ωστόσο να περηφανεύεται για κάμποσα άλλη είδη καταστροφών που είχε προκαλέσει στον πλανήτη. Με την ιστορία της να ξεκινάει από


το 19ο αιώνα, από την εποχή των βαρόνων του πετρελαίου που πίστευαν ότι ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ ήταν γενναιόδωρος όταν μοίραζε πενταροδεκάρες στο λαουτζίκο, ο δεινόσαυρος που την ίδρυσε διένεμε το φυσικό του καύσιμο με το σταγονόμετρο. Η εταιρία του ήταν κράτος εν κράτει, με τα αρπακτικά της πλοκάμια ν' απλώνονται σ' όλο τον κόσμο, συγκεντρώνοντας δολάρια, λίρες, γεν, μάρκα, φράγκα, κορόνες και δραχμές με κάθε τρόπο κι αφήνοντας τους δημοσιοσχεσίτες της να καθαρίζουν τις ηθικές πετρελαιοκηλίδες που άφηνε πίσω της. Στην καρδιά αυτού του τερατουργήματος, πίσω από πόρτες ασφαλείας και άθραυστες τζαμαρίες και κλειδαριές και κάμερες που παρακολουθούσαν τα πάντα, ένας άντρας έπαιζε μ' ένα GameBoy της Νιντέντο. Έπαιζε μια καινούρια έκδοση του Mortal Combat, εντελώς απορροφημένος. Το όνομα του άντρα ήταν Χαλ. Γύρω του ήταν σκορπισμένα τα στιλπνά εξαρτήματα ενός σούπερ κομπιούτερ Gibson και οι βοηθητικές του συστοιχίες από σταθμούς δεδομένων, οθόνες, πολύχρωμα καλώδια. Τα πάντα είχαν μια ευχάριστη λάμψη, την καλόγουστη μυρωδιά του μέλλοντος. Ίσως και μια υποψία από το άρωμα καφέ και σάντουιτς με τόνο, συν μια πνοή από παράνομο καπνό για να εξανθρωπιστεί λίγο το περιβάλλον - αλλά τίποτα άλλο. Καθώς ο Χαλ σφυροκοπούσε μακαρίως το GameBoy του, μια από τις οθόνες στην άκρη δεξιά κατέγραφε μια απόπειρα προσπέλασης στο δίκτυο. Στη γραμμή του κωδικού, εμφανίστηκαν τα γράμματα «G» και «Ο» και «D». Η οθόνη έσβησε αμέσως, για ν' αντικασταθεί από ένα τεράστιο κατάλογο αρχείων γεμάτο πληροφορίες, υπηρεσίες και προγράμματα διαχείρισης μνήμης που περιείχε ο Gibson. Όχι πολύ μακριά, ένας έφηβος χοροπηδούσε από χαρά.


Στην γ κ α ρ σ ο ν ι έ ρ α τ ο υ Nikon Οι Τρεις Κυβερνοφύλακες περπατούσαν στο διάδρομο, με τον Ντέιντ τελευταίο, να κουβαλάει μια από τις σακούλες. Το κορεάτικο εστιατόριο/παντοπωλείο ήταν μια αποκάλυψη για κείνον. Μολονότι ο Cereal Killer ήταν καταφανώς ανήλικος, είχε καταφέρει να περάσει τρεις συσκευασίες μπίρες των έξι κουτιών, στοιβάζοντας απλώς από πάνω ένα σωρό άλλα ψώνια κι έπειτα πετώντας αδιάφορα ένα εικοσαδόλαρο στον ξένο ταμία. Θράσος και στιλ. Προφανώς, αυτά χρειάζονταν μόνο για να κυκλοφορεί κανείς άνετα στη Νέα Υόρκη. Μουσική σάλσα και σειρήνες ασθενοφόρων αντηχούσαν από μακριά. Εδώ μέσα κυριαρχούσε το άρωμα του λάχανου - κι άλλες οσμές, ακόμα χειρότερες. Ο Phreak χτύπησε μια σαρακοφαγωμένη πόρτα. Όταν άνοιξε, στο κατώφλι εμφανίστηκε μια ψηλή, απειλητική φιγούρα με κολεγιακή μπλούζα και την κουκούλα τραβηγμένη στο κεφάλι του. Στο ένα του χέρι, ο τύπος κρατούσε ένα κουτάκι μπίρα μ' ένα κόκκινο ριγέ καλαμάκι. «Γεια σου, Μεγάλε!» είπε μελιστάλαχτα ο Phreak. «Από δω ο Lord Nikon. Nikon, να σου συστήσω από δω τον...» «Crash Override*...» Ο Ντέιντ, νιώθοντας αρκετά άβολα με τη φάση, δε θέλησε να δώσει την αληθινή του χάκερ ταυτότητα. «Είναι από το Σιάτλ», διευκρίνισε ο Phreak. Ο Nikon ήταν επιβλητικός, ψηλός και παγερός. Ο Ντέιντ ένιωθε το εξεταστικό του βλέμμα να τον περιεργάζεται. «"Κατέχει" τίποτα;» «Και βέβαια, δικέ μου. Είναι μέλος της ελίτ», απάντησε με σιγουριά ο Phreak. * Σε ελεύθερη απόδοση: «Κυρίαρχος Εισβολέας». (Σ.τ.Μ·)


Ο Lord συγκατένευσε αδιόρατα. Η φωνή του ήταν βαθιά και δυνατή. «Καλώς ήρθατε στο φτωχικό μου». Παραμέρισε από την πόρτα για να τους αφήσει να περάσουν. Το τρίο τον ακολούθησε μέσα στο γνήσια εργένικο διαμέρισμα. Μια στοίβα από κούτες που δεν είχαν ανοιχτεί ακόμα ήταν σωριασμένες στο σαλόνι, δίπλα σε διάφορα μπουκάλια και πλαστικά πιάτα και μαχαιροπίρουνα. Στην ατμόσφαιρα κυριαρχούσε η μυρωδιά βρόμικων πιάτων και άπλυτων ρούχων. Δύο εκτυπωτές κροτάλιζαν πάνω σ' ένα τραπέζι, δίπλα σ' ένα ζευγάρι φορητούς κομπιούτερ. Μια 26-ιντση τηλεόραση ήταν στημένη απέναντι από ένα σαραβαλιασμένο καναπέ, δίπλα στο μοναδικό ασυνήθιστο πράγμα μέσα στο σπίτι: μια εκπληκτικά όμορφη σύνθεση από λουλούδια, κόκκινα και μοβ, πράσινα και λευκά. Ο Nikon τους έγνεψε ν' αφήσουν τις προμήθειες πάνω σ' ένα ακατάστατο μεγάλο τραπέζι. «Έχω την παραγγελιά σου, αν καταφέρεις να τη βρεις», είπε στον Cereal. Εκείνος πλησίασε τις κούτες κι άρχισε να ψάχνει, ενώ ο Nikon έχωσε το κεφάλι του μέσα στα ψώνια, ψάχνοντας καμιά λιχουδιά. Ξέθαψε μια σακούλα ποπκόρν με φανερή ικανοποίηση. Ο Ντέιντ τράβηξε τον Phreak παράμερα. «Τι τρέχει εδώ; Ναρκωτικά;» ρώτησε ανήσυχα. Το σκηνικό δεν του πήγαινε καθόλου. Ο Nikon άρχισε να γελάει. Επιτέλους, έβγαλε την κουκούλα του, αποκαλύπτοντας ένα καθαρό, όμορφο μαύρο πρόσωπο. Περιποιημένο μούσι, ψηλά ζυγωματικά, μεγάλο μέτωπο, διαπεραστικά μαύρα μάτια. Τα κατάμαυρα μαλλιά του ήταν πλεγμένα σε λεπτά φάνκι κοτσιδάκια. Πέταξε μερικά καλαμπόκια στον αέρα, τα μάζεψε στο ανοιχτό του στόμα. «Έι, δικέ μου. Ξέρεις πώς ελέγχουν τους αριθμούς πιστωτικών καρτών;» ρώτησε ο Nikon, σαν να τέσταρε τις γνώσεις του, με ύφος: Για να δούμε τι ξέρει οτ' αλήθεια αυτός ο τύπος.


«Φυσικά», είπε ο Ντέιντ. «Χρησιμοποιούν έναν κωδικό αλγορίθμων». Ο Phreak άρχισε να μοιράζει μπίρες. Ο Ντέιντ πήρε μία, αλλά ήπιε ελάχιστα, αφού ούτε η γεύση του άρεσε ιδιαίτερα ούτε η επίδραση της. «Ο Cereal έσπασε τον κωδικό, οπότε μπορούμε να χρησιμοποιούμε τους αριθμούς σε τηλεφωνικές υπηρεσίες που κάνουν τον έλεγχο πάνω στις ίδιες τις κάρτες. Απλώς επιβεβαιώνουν ότι ο αριθμός της κάρτας ταιριάζει με τον αλγόριθμο». Ο Nikon πήρε το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης κι έκανε ζάπινγκ. «Για ρούχα σαν αυτά εδώ». Η οθόνη ζωντάνεψε κι έδειξε ένα γυναικείο χέρι να επιδεικνύει ένα βραχιόλι από κύβους ζιρκόνιου, παρεμβάλλοντας ένα γραφικό και μια μελιστάλαχτη φωνή που διαλαλούσε το προϊόν: «...και, μην ξεχνάτε, ο αγαπημένος τρόπος της Αμερικής να ψωνίζει είναι από...» «...την άνεση του ίδιου σας του σπιτιού», απάντησαν ο Nikon κι ο Phreak με μια φωνή. Σήκωσαν τις Μπαντβάιζερ τους κι ήπιαν στην υγειά της τηλεόρασης. Ο Ντέιντ κούνησε δύσπιστα το κεφάλι του. «Ρε παιδιά, εξαπατάτε το Δίκτυο Τηλε-αγορών από το Σπίτι;» Ο Cereal σούφρωσε συλλογισμένα τα χείλη του. «Εμείς το βλέπουμε σαν έναν εξαιρετικό τρόπο να εξοικονομούμε μερικά λεφτουδάκια». «Ναι αλλά... θέλω να πω... μα, κοιτάξτε αυτά τα πράγματα!...» Στην τηλεόραση εμφανίστηκε το επόμενο είδος προς πώληση. Μια φόρμα για τζόγκινγκ με πούλιες. Σκέτη αηδία! Ο Phreak όρμησε στο τηλέφωνο. «Ω δικέ μου. Ο θείος μου τρελαίνεται για κάτι τέτοια!» Ο Nikon σήκωσε απαγορευτικά το χέρι του. «Έλα, τώρα, κάνε υπομονή. Σε λίγο θα κατεβάσουν την τιμή».


Ο Cereal είχε αφαιρεθεί διαβάζοντας την ετικέτα της μπίρας του. «Έι, Nikon. Μπορώ να τη βγάλω εδώ απόψε;» «Πάλι;» Ο Nikon έξυσε τα κοτσιδάκια του. «Ναι, εντάξει. Γιατί όχι;» Χαμογελώντας, μ' αυτό το μικρό αγκάθι ανασφάλειας να έχει φύγει απ' το μυαλό του, ο Cereal φάνηκε ακόμα πιο άνετος και χαλαρός απ' ό,τι πριν. Παρατήρησε ότι ο Ντέιντ φαινόταν ακόμα σφιγμένος και τον αγκάλιασε αδερφικά από τους ώμους. «Άραξε, δικέ μου. Ρούφα την μπιρίτσα σου, απόλαυσε το σόου, παραδώσου στο ρεύμα». Ο Ντέιντ κοίταξε γύρω του, αμφιβάλλοντας ότι ήταν το είδος του ρεύματος στο οποίο ήθελε να παραδοθεί.

Ο Λοιμός Τα πράγματα αγρίευαν. Οι αντίπαλοι μέσα στο GameBoy χτυπιόντουσαν με λύσσα κι ο Χαλ, ο χειριστής συστήματος, είχε αρχίσει να την καταβρίσκει με τη φάση. Φαπ! Γκντουπ! Αχ! Πιτσίλες αίματος. ΜΠΙΠ! Αυτό το τελευταίο ωστόσο δεν ερχόταν από το φτηνό πλαστικό κουτάκι που είχε στα χέρια του, αλλά από το πανάκριβο μεγάλο μεταλλικό κουτί που ήταν μπροστά του. Ο Χαλ ο χειριστής διέκοψε το παιχνίδι κι η καρέκλα του έτριξε καθώς έσκυψε να ελέγξει την οθόνη του. Έπειτα πήρε το φορητό του τηλέφωνο και πήγε προς την οθόνη που του δήλωσε η ελεγκτική μονάδα. Σ' αυτή τη συγκεκριμένη οθόνη, λίγα μέτρα παρακάτω, συνέβαιναν διάφορα. Κουφά πράγματα. Σχημάτισε έναν αριθμό, σήκωσε το ακουστικό και περίμενε απάντηση. Το κουδούνισμα αντήχησε πίσω από μια πόρτα αρκετούς ο-


ρόφους παραπάνω. Πάνω στην πόρτα έγραφε ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ και πίσω της, ένα χέρι ξετρύπωσε από τα σκεπάσματα ενός καναπέ-κρεβατιού για να πιάσει το ακουστικό. Μολονότι το μισοσκότεινο δωμάτιο, φωτισμένο μόνο από προγράμματα εξοικονόμησης οθόνης σε κάμποσα τερματικά, ήταν θεωρητικά γραφείο, αυτή τη στιγμή έμοιαζε περισσότερο με το άδυτο ενός έφηβου παρά με μοντέρνο κι εργονομικό χώρο εργασίας. Παντού τριγύρω ήταν πεταμένα ρούχα. Αφίσες από νυμφίδια σε διάφορα στάδια γύμνιας σκέπαζαν τους τοίχους, μαζί με αφίσες σούπερ ηρώων από κόμικς. «Ναι;» είπε ο άντρας κάτω από τα σκεπάσματα. «Κύριε Μπέλφορντ;» ρώτησε ο Χαλ, ο νυχτερινός χειριστής. «Δεν μπορείς να μάθεις τίποτα σωστά, άνθρωπε μου; Τ' όνομά μου είναι Λοιμός». Η φωνή του ήχησε σαν το βαριεστημένο κροτάλισμα καμτσικιού. «Συγνώμη. Κύριε Λοιμέ, κάτι αλλόκοτο συμβαίνει στο δίκτυο». «Σαν τι δηλαδή, χαμένε τεχνοκακομοίρη;» Το βουναλάκι κάτω από τα σκεπάσματα αναδεύτηκε. Ένα σακουλάκι σνακς έπεσε στο πάτωμα, σκορπώντας τριγύρω κίτρινα τυρογαριδάκια. «Το χρεωστικό Vax δουλεύει του σκοτωμού. Μόνο ένα άτομο είναι μέσα στο δίκτυο, αλλά η δραστηριότητα εδώ μέσα είναι σαν να δούλευαν δέκα χρήστες μαζί». Παύση. Ανήσυχη ανάσα. «Υποψιάζομαι ότι δεχόμαστε εισβολή από χάκερ». Ο χάκερ που υποψιαζόταν ο Χαλ ο χειριστής, ο Τζόι Χάρντκαστλ, συνέχιζε το πειρατικό του ταξίδι πίσω από την κεντρική του μονάδα που άχνιζε, κάμποσα τετράγωνα παρακάτω. Δούλευε λες κι απ' αυτό κρεμόταν όλη του η ζωή. Είχε φτάσει η ώρα της δόξας, η στιγμή να καταλάβει μια θέση στον ήλιο. Μ' αυτή την επιτυχημένη εισβολή, θα έβαζε τη σφραγίδα του στον κόσμο και... Ναι, τώρα πια θα τον σέβονταν οι σύντροφοι του! Τέρμα


οι καγχασμοί και τα πειράγματα! Τώρα θα τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό. Με δέος, ίσως. Κούνησε το κεφάλι του, γιορτάζοντας την επιτυχία του. Χτύπησε χαϊδευτικά τον κομπιούτερ του. «Γλυκιά μου Λούσι, το μόνο που χρειαζόμαστε τώρα είναι μια απόδειξη ότι μπουκάραμε εδώ μέσα». Με το άγγιγμα του κατάλληλου πλήκτρου, ο Τζόι ο Χάκερ εξέτασε με κύλιση τον κατάλογο αρχείων μέχρι το τέλος του, σταματώντας στο τελευταίο. Έπρεπε να κλέψει κάτι για να έχει να δείξει στους συμπατριώτες του αποστάτες. ΑΧΡΗΣΤΑ, έλεγε το αρχείο. «Αυτό είναι ό,τι πρέπει. Εντάξει, λοιπόν, δώσε μου τ' άχρηστα σου». Πάτησε ένα πλήκτρο. Τα δεδομένα άρχισαν να ρέουν μπροστά στα μάτια του. Νούμερα στριμώχνονταν στην οθόνη σαν λευκό αίμα από μια τρυπημένη ηλεκτρονική αορτή. Βιαστικά ο Τζόι άρπαξε ένα άδειο, ήδη φορμαρισμένο «κόκαλο» -μια δισκέτα υψηλής πυκνότητας 3,5 ιντσών- και την έχωσε στον οδηγό Α του υπολογιστή του. Ευτυχώς είχε προβλέψει να κατευθύνει τον ενταμιευτή του σ' αυτή την οδό. ΑΝΤΙΓΡΑΨΕ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΧΡΗΣΤΑ, ήταν η εντολή που έδωσε στη Λούσι. Καθώς το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ δρομολογιόταν προς τη δισκέτα στον οδηγό Α του κομπιούτερ του Τζόι Χάρντκαστλ, ο Γιουτζίν «Λοιμός» Μπέλφορντ έτρεχε σαν σίφουνας στους διαδρόμους του μεγάρου της Έλινγκσον πάνω σ' ένα γυαλιστερό, ακριβό σκέιτμπορντ, αιφνιδιάζοντας έναν επιστάτη κι ένα φύλακα ασφαλείας στην ξέφρενη πορεία του. Στην πόρτα του Κέντρου Υπολογιστή, σήκωσε το σκέιτμπορντ στις πίσω ρόδες, το πήρε


στο χέρι του κι άνοιξε την πόρτα, βαριοπατώντας σαν πιστολάς που μπαίνει σε σαλούν. «Μη φοβάσαι τίποτα. Εγώ είμαι εδώ». Γύρω στα τριάντα του χρόνια, ο Γιουτζίν Μπέλφορντ ήταν ένας λεπτός άντρας με αδρά χαρακτηριστικά που έφερναν σε κουνάβι και μακριά μαλλιά. Τα μάτια του έλαμπαν από αυτοπεποίθηση. Αυτός ο τύπος είχε στ' αλήθεια μυθική εικόνα για τον εαυτό του. Ο Χαλ φάνηκε αρκετά ανακουφισμένος που είχε έρθει «ο μύθος» σε βοήθεια. «Περιόρισα τη δραστηριότητα στο τερματικό 23». Ο Λοιμός κάθισε στην προσωπικά διαρρυθμισμένη κονσόλα του. Μπροστά του ήταν δυο μαύρα περιστροφικά υποπληκτρολόγια με σχήμα ανθρώπινου χεριού. Αυτά ήταν τα DataHands, σχεδιασμένα για να επιταχύνουν και να διευκολύνουν τον έλεγχο δεδομένων. Επιδέξια ο Λοιμός πληκτρολόγησε μερικές εντολές. «Ας δούμε τι ακριβώς κάνει το τερματικό 23. Να δούμε τι τρέχει». Το αποτέλεσμα της πυρετώδικης πληκτρολόγησης του, μια σειρά εντολών, εμφανίστηκε στην οθόνη, που άρχισε αμέσως να ξερνάει το μακρύ και ακατανόητο συνονθύλευμα αριθμών και συμβόλων που αποτελούσαν το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ. Ο Λοιμός κούνησε απορημένος το κεφάλι του. Κάποιος είχε δώσει το σωστό κωδικό. «Ο God δεν μπορεί να δουλεύει τόσο αργά τη νύχτα». Πάτησε μερικά ακόμα πλήκτρα. Η οθόνη ανταποκρίθηκε. ΑΡΧΕΙΟ: ΑΧΡΗΣΤΑ, έλεγε. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΑΡΧΕΙΟΥ. Ο Γιουτζίν «Λοιμός» Μπέλφορντ σοκαρίστηκε. «Το αντιγράφει!» μονολόγησε φρικαρισμένος. «Να πάρει!» Άρπαξε ένα τη-


λέφωνο, σχημάτισε έναν αριθμό, βρήκε αμέσως κάποιον. «Εδώ Μπέλφορντ», γάβγισε. «Δώσε μου το χειριστή εισερχόμενων. Εντοπίστε από που δουλεύουν στο κεντρικό σύστημα!» Δεν μπορούσε να κόψει τη σύνδεση τώρα, έπρεπε να δει που πήγαινε αυτό το υλικό. Αλλιώς την είχε βάψει. Όσο ο Λοιμός μιλούσε με το χειριστή, ο Τζόι ο Χάκερ παρακολουθούσε την υπνωτιστική ροή των δεδομένων στον κομπιούτερ του. Η πόρτα του δωματίου του άνοιξε, αλλά συγκρατήθηκε στην αλυσίδα ασφαλείας που είχε τοποθετήσει. Ο Τζόι γύρισε και είδε τη μαμά του να προσπαθεί να δει τι έκανε. «Είναι ώρα για ύπνο, Τζόι». «Έλα τώρα, μαμά. Μη μ' ενοχλείς, έχω δουλειά!» Η μειλίχια φωνή της έγινε ξαφνικά σκληρή σαν βράχος. «Άνοιξε την πόρτα, Τζόζεφ! Αμέσως!» Ο Τζόι Χάρντκαστλ ήξερε ότι αυτός ο τόνος δε σήκωνε αντιρρήσεις. Σηκώθηκε, έβγαλε την αλυσίδα. Η μαμά του μπήκε στο δωμάτιο. Είχε αλείψει μια καφετιά μάσκα ομορφιάς στο πρόσωπο της - δεν ήταν ακριβώς καλλονή απόψε. «Στο κρεβάτι σου. Τώρα!» τον πρόσταξε επιτακτικά. Ο Τζόι έβγαλε βιαστικά τη δισκέτα με το μερικώς κατεβασμένο αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ από τον οδηγό της. Αρκούσε τόσο. Έσβησε τον υπολογιστή του. Στη μαμά του δεν άρεσε καθόλου αναμμένος - έλεγε ότι ρουφούσε αχόρταγα ρεύμα. Αντίθετα, της άρεσε το γεγονός ότι τον άκουγε όταν άναβε, οπότε μπορούσε να παρακολουθεί τις απαγορευμένες δραστηριότητες του γιου της. Ο Τζόι χώθηκε στο κρεβάτι του κι ανταμείφθηκε μ' ένα φιλί για την υπακοή του. «Όνειρα γλυκά, χρυσό μου». Ενώ ο Τζόι εισέπραττε το νυχτερινό φιλί από τη μαμά του, ο Χαλ ο χειριστής κοίταζε την οθόνη του. Η ροή των πληροφοριών είχε διακοπεί ξαφνικά και τώρα ένας ακινητοποιημένος κέρσορας αναβόσβηνε παθητικά.


«Ο χάκερ έκλεισε!» είπε. Ο Λοιμός γύρισε απότομα στην καρέκλα του, μιλώντας ακόμα στο τηλέφωνο. «Πέτυχε η ανίχνευση;» ρώτησε. Φαινόταν νευρικός κι ανήσυχος. Έκανε μια παύση, ακούγοντας με προσήλωση αυτά που του έλεγε ο άλλος στη γραμμή. Πολύ αργά, ένα χαμόγελο ερπετού χαράχτηκε στα χείλη του.

Η γ κ α ρ σ ο ν ι έ ρ α τ ο υ Nikon Η ώρα ήταν περασμένη. Πολύ περασμένη. Ο Ντέιντ το ένιωθε αυτό κι αναρωτήθηκε γιατί στην ευχή ήταν ακόμα ξύπνιος, με το βλέμμα καρφωμένο στο Κανάλι Τηλεαγορών. Η απάντηση σχηματίστηκε αμέσως στο μυαλό του: Καφεΐνη και προσμονή.

Κάτι επρόκειτο να συμβεί από στιγμή σε στιγμή. Κουτιά από μπίρες ήταν σκορπισμένα παντού τριγύρω κι οι άλλοι φαίνονταν ψιλοφτιαγμένοι, αλλά ήταν ακόμα σε εγρήγορση, αν όχι σε υπερένταση. Ο Ντέιντ είχε αρχίσει να παρασύρεται στο κλίμα των Αγορών από το Σπίτι. Η τηλεόραση έλεγε: «Ένα πορσελάνινο σερβίτσιο του Έλβις Πρίσλεϊ. Κάθε κομμάτι περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο-σταθμό από το έπος του Βασιλιά. Περιλαμβάνει μια υπέροχη σαλτσιέρα». Ξαφνικά ο Nikon σήκωσε το τηλεχειριστήριο, πάτησε ένα κουμπί. Το κανάλι άλλαξε. «Έι», διαμαρτυρήθηκε ο Ντέιντ. «Στάσου ένα λεπτό, αυτό ήταν κουλ. Η μαμά μου λατρεύει τον Έλβις. Ε... στα νιάτα του, δηλαδή». Στην οθόνη ήταν μια κάρτα ελέγχου λήψης με το κεφάλι ε-


νός Ινδιάνου. Από τα ηχεία ακούγονταν οι τελευταίες νότες του Εθνικού Ύμνου. «Ο Nikon εξασφάλισε πιάτο», είπε ο Phreak. «Τι, πιάτο δορυφορικής εννοείς;» «Ε, δεν είναι ακριβώς δικό μου», διευκρίνισε ο Nikon. «Θα 'λεγα μάλλον ότι έχω δωρεάν σύνδεση μ' αυτό που είναι στην ταράτσα. Καταλαβαίνεις τώρα...» Πονηρό χαμόγελο. Ναι, ο Ντέιντ καταλάβαινε. «Πέντε... Τέσσερα... Τρία... Δυο... ένα», μέτρησε αντίστροφα ο Nikon. «Ε... ένα;» έσκυψε μπροστά, συνοφρυωμένος. Η οθόνη γέμισε χιόνια για μερικές στιγμές. Κι έπειτα, εντελώς ξαφνικά, μια κάπως συγκεχυμένη εικόνα από βίντεο εμφανίστηκε στην οθόνη. Έκανε νερά, αλλά ο Ντέιντ κατάλαβε τι έδειχνε: μια κρεβατοκάμαρα. Τυπική εφηβική τσαπατσουλιά, απομεινάρια από φαγητά και πρωινά σε πακέτα, κόμικ και τεύχη του Spin και κουτιά από αναψυκτικά διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Οι τοίχοι ήταν ντυμένοι με πόστερ ραπ και χέβι μέταλ συγκροτημάτων. «Η εκπομπή των Razor και Blade*, δικέ μου», εξήγησε ο Cereal, που φαινόταν ολότελα δοσμένος στη φάση. «Καλωδιακή μετάδοση;» «Μάλλον πειρατεία δορυφόρου, θα 'λεγα», είπε γελώντας ο Phreak. «Αλλά πρόσεξε, δικέ μου. Μιλάμε για πρώτο πράμα!» Πάνω στο άστρωτο κρεβάτι εμφανίστηκαν ξαφνικά δυο έφηβοι δίδυμοι Ιάπωνες. Ο Razor κι ο Blade προφανώς, μολονότι ήταν δύσκολο ν' αποφασίσει κανείς ποιος ήταν ποιος. Είχαν κι οι δυο αγκαθωτά μαλλιά και τα πρόσωπα τους ήταν θαμπά χάρη σε κάποιο ηλεκτρονικό τέχνασμα. * Το «Ξυράφι» κι η «Λεπίδα». (Σ.τ.Μ.)


«Πλουσιόπαιδα», είπε ο Nikon. «Αλλά κουλ, φίλε μου. Πολύ κουλ». «Καλώς ήρθατε στο σόου μας», είπε ο ένας. «Είμαι ο Razor». «Κι εγώ ο Blade». Ένας απ' τους δυο πλησίασε μια χειρόγραφη επιγραφή στο φακό της κάμερας. «Καταλάβετε τον Πλανήτη. Σήμερα θα...» Ο Razor του 'δώσε μια αγκωνιά και εμφανίστηκε πάλι μπροστά στην κάμερα, «...θ' απαντήσουμε στο οπτικό ταχυδρομείο!» Ένας από τους δυο έβγαλε ένα φύλλο χαρτί εκτυπωτή, προφανώς από ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. «Ένας τηλεθεατής μάς γράφει: "Θέλω να ασχοληθώ με την πειρατεία, αλλά φοβάμαι μήπως με συλλάβουν"». Ο Razor είπε: «Η απάντηση είναι απλούστατη. Μην εισβάλλετε σε δίκτυα από το σπίτι σας, για να μην μπορούν να σας εντοπίσουν». «Αυτό είναι. Η επιδρομή σε ομοσπονδιακούς κομπιούτερ, για παράδειγμα, απαιτεί σύνεση». Ο Razor έγνεψε στην κάμερα να τον ακολουθήσει στις σειρές των ηλεκτρονικών μηχανημάτων που ήταν απρόσεχτα στοιβαγμένα πάνω σε γραφεία κι αυτοσχέδια ράφια. «Με το βασικό εξοπλισμό: ένα φορητό κομπιούτερ κι έναν ακουστικό συζεύκτη...» «...μπορείτε ν' απλώσετε το χέρι και ν' αγγίξετε κάποιον», συμπλήρωσε ο Blade. «Και γι' αυτές τις μεταμεσονύχτιες επιδρομές...» Ο Blade ύψωσε ένα κόκκινο κουτάκι αναψυκτικού. «Πιείτε Τζολτ Κόλα, το αναψυκτικό της ελίτ των χάκερ». «Με διπλή δόση ζάχαρης και καφεΐνης». «Κατόπιν», είπε ο Blade, «βρείτε έναν κερματοδέκτη σε μια ήσυχη γειτονιά». Πλησίασε έναν κομπιούτερ, πάτησε ένα πλήκτρο και το κάτω μέρος της τηλεοπτικής οθόνης γέμισε γράμμα-


τα που κυλούσαν ιλιγγιωδώς, δίνοντας τη διεύθυνση ερημικών κερματοδεκτών. «Εδώ σας προτείνουμε μερικές. Όπως πάντα, καταγράψτε την εκπομπή σε βίντεο και δείτε τη σε αργή κίνηση για να διαβάσετε αυτό το χείμαρρο πληροφοριών», είπε ο Razor. Ο Blade είπε: «Αν σας ενοχλήσουν τίποτα μπάτσοι, πείτε απλώς τη λέξη "Εστάμπια"». «Μη γελάτε, μη χαμογελάτε», τόνισε ο Razor. «Απαντάτε σε κάθε τους ερώτηση με τη λέξη "Εστάμπια". Ακούγεται ξένη, αλλά δε σημαίνει τίποτα». «Το πιθανότερο είναι ότι θα σας πετάξουν έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο, αλλά δε θα σας συλλάβουν», είπε ο Blade. «Επειδή ξέρουν τι μπελάς είναι να γράψουν την αναφορά τους, αν το μόνο που λέτε σ' ό,τι σας ρωτάνε είναι...» «"Εστάμπια"!» είπαν με μια φωνή. Ο Ντέιντ Μέρφι κοίταζε δύσπιστα την οθόνη, ενώ οι άλλοι γύρω του γελούσαν με την καρδιά τους. Ο κόσμος ήταν ένα αλλόκοτο μέρος που δεν είχε οραματιστεί ούτε στα πιο τρελά του όνειρα...


«6» Ο Ντέιντ ο ν ε ι ρ ε ύ ε τ α ι Ήταν μέσα σ' ένα ασανσέρ. Ένα κυριλέ ασανσέρ, μάλιστα, με προσαρτήματα από χρώμιο και αχνό κρυφό φωτισμό. Ο Ντέιντ κατέβαινε, κοιτώντας στο ταμπλό ν' αναβοσβήνουν αυτόματες φωτεινές ενδείξεις. Δίπλα του ήταν η πιο εξωτική, πανέμορφη κοκκινομάλλα που είχε δει ποτέ του, κρατώντας έναν ασημένιο χαρτοφύλακα. Το ασανσέρ ήταν πλημμυρισμένο από το άρωμα της και τα φλογερά κύματα των μαλλιών της πλαισίωναν τα τέλεια χαρακτηριστικά και τα εξωτικά της μάτια. Ένα εφαρμοστό ταγέρ του Αρμάνι αγκάλιαζε την καλλίγραμμη σιλουέτα της σαν γάντι. «Γεια», του είπε. «Δουλεύω στην Τηλεφωνική Εταιρία. Στο Τμήμα Συνδέσεων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών». Ο πίνακας του ασανσέρ έβγαλε ένα κεφάτο «ντινγκ», διακηρύσσοντας την άφιξη στον προορισμό τους, αλλά η πανέμορφη γυναίκα, εντελώς κουλ, τινάχτηκε και, πατώντας το Κλείσιμο Θύρας με το ένα δάχτυλο, κατέβασε αποφασιστικά το διακόπτη της Στάσης Κινδύνου. Ο θάλαμος ρίγησε. Ο Ντέιντ βρέθηκε ξαφνικά κολλημένος στον τοίχο, με την καλλονή να του τραβάει τα ρούχα. Μέσα σ' αυτή την αναταραχή, ο χαρτοφύλακας της έ-


πεσε με κρότο στο δάπεδο κι άνοιξε, σκορπώντας τριγύρω ένα μάτσο χαρτιά από εκτυπωτή. «Ε... τι είναι αυτά;» ρώτησε εκείνος καθώς το ερεθιστικό της άρωμα πλημμύριζε τα ρουθούνια του. «Όλες οι συνθηματικές λέξεις που απαιτούνται για τη σύνδεση με όλα τα Unix* της Μπελ», του ψιθύρισε, απαλλάσσοντας τον φρενιασμένα από το πουκάμισο του. «Υπάρχουν τα πάντα εδώ μέσα, όλοι οι κωδικοί προσπέλασης, όλες οι εντολές, όλοι οι αριθμοί κλήσης για όλα τα συστήματα. Βοήθησε με να ξεκουμπώσω τη ζώνη σου, αλλιώς θα σ' την κόψω με τα δόντια μου!...» Παρά τη φρενίτιδα της, τον αχαλίνωτο πόθο της, ο Ντέιντ δεν μπορούσε να απολαύσει αυτή την άγρια αποπλάνηση. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο σ' εκείνα τα πολύτιμα έγγραφα. «Εγώ... όχι, όχι... Περίμενε...» Συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να ιδρώνει. Την έσπρωξε πέρα. «Πρέπει να φωτοτυπήσω αυτά πρώτα. Το χρειάζομαι αυτό το υλικό!» Εκείνη ελευθέρωσε το χέρι της και πάτησε το κουμπί του συναγερμού με τη γροθιά της. Ο διαπεραστικός ήχος τάραξε το σύμπαν. Ο Ντέιντ ένιωθε θαρρείς κι ο εγκέφαλος του είχε μόλις μετατραπεί σε fractal και πετούσε ιλιγγιωδώς μέσα σ' έναν κυβερνοχώρο σαν του Γουίλιαμ Γκίμπσον**, όπου αναβόσβηναν πινακίδες νέον με διακηρύξεις του περιοδικού Wired: «"Το χρήμα είναι απλώς ένα αρχέτυπο του πλανήτη της πληροφορίας, αφήνει την ιστορία να ξετυλίγεται πίσω του"». «"Οι εφευρέσεις δεν μπορούν εκ φύσεως να υπόκεινται στους νόμους ιδιοκτησίας"». * Φορητό λειτουργικό σύστημα πολλαπλών χρηστών, πάνω στο οποίο βασίστηκε ολόκληρο το δίκτυο του Ίντερνετ. (Σ.τ.Μ.) ** Συγγραφέας του πολύ γνωστού Νευρομάντη. (Σ.τ.Ε.)


«"Το πρωτότυπο έχει μετουσιωθεί από αντικείμενο σε ιδέα"». Ο συναγερμός του ασανσέρ έγινε κάτι πολύ πιο κακόβουλο, πολύ πιο δυσάρεστο και οικείο συνάμα. Ήταν το ξυπνητήρι από το ρολόι-ραδιόφωνο στο κομοδίνο του. Ο Ντέιντ το 'κλεισε μ' ένα χτύπημα κι έπεσε πίσω στα μαξιλάρια του, με την κούραση να βαραίνει στο στήθος και τον εγκέφαλο του, το όνειρο να ξεθωριάζει σιγά σιγά στα μάτια και τ' αφτιά του. «Τα χάνω», μουρμούρισε. Ο Ντέιντ είχε γυρίσει στο σπίτι του αργά, είχε δουλέψει κάμποση ώρα μέσα στο δίκτυο του σχολείου του κι είχε πέσει πολύ αργότερα για ύπνο. Τώρα πονούσε. Και τότε, ξαφνικά, θυμήθηκε τι είχε κάνει στο ηλεκτρονικό δίκτυο του λυκείου Στάντον. Αμέσως ένιωσε πολύ καλύτερα από πριν.

Στο λ ύ κ ε ι ο Σ τ ά ν τ ο ν ,

2η μέρα

Ο Ντέιντ Μέρφι προχωρούσε στους διαδρόμους του λυκείου Στάντον παραμάσχαλα, μαζί με τα βιβλία του, κρατούσε μια ομπρέλα. Ένιωθε ακόμα καταπονημένος, αλλά μερικά φλιτζάνια καφέ είχαν βελτιώσει κάπως τα πράγματα. Πηγαίνοντας προς την τάξη του, έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Η ώρα πλησίαζε. Ο Phreak εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του, χτυπώντας τον στον ώμο μ' έναν πρόσχαρο, φιλικό τρόπο. Η χτεσινή νύχτα πρέπει να ήταν κάποιου είδους τεστ για τον Ντέιντ τώρα, η εκ-


πομπή των Razor και Blade είχε ρίξει τα τελευταία εμπόδια ανάμεσα τους. «Έι! Τι γίνεται;» ρώτησε ο Phreak. «Τίποτα σπουδαίο. Άλλη μια μέρα στο σχολείο». «Περάσαμε σπουδαία χτες, δε βρίσκεις;» «Α, ναι. Πολύ επιμορφωτική βραδιά». «Καλά, δικέ μου», είπε ο Phreak. «Γιατί κουβαλάς ομπρέλα; Έξω έχει χαρά Θεού...» «Α, ναι, αυτό...» Κοίταξε το ρολόι του. Φυσικά - από στιγμή σε στιγμή... Άνοιξε την ομπρέλα, με το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι του. Τρία, δύο, ένα, μηδέν! ΝΤΡΙΠΙΠΝΝΝΝ! έσκουξε η σειρήνα πυρκαγιάς. Ευτυχώς για την ασφάλεια των μαθητών, του εκπαιδευτικού προσωπικού και της διεύθυνσης, το νέο σύστημα πυρόσβεσης που είχε εγκατασταθεί πρόσφατα -συνδεδεμένο με τον υπολογιστή για μάξιμουμ αποτελεσματικότητα- μπήκε αμέσως σε λειτουργία. Οι ψεκαστήρες άρχισαν να περιστρέφονται πυρετωδώς, φτύνοντας αλύπητα ιδιαίτερα γενναιόδωρες ποσότητες νερού! Ουρλιαχτά κι επιφωνήματα έκπληξης αντήχησαν στους διαδρόμους και τις τάξεις, αφού όλοι όσοι ήταν μέσα στο κτίριο βρέθηκαν ξαφνικά εκτεθειμένοι σ' αυτή τη νεροποντή. Τα μάτια του Phreak παραλίγο να πεταχτούν έξω από τις κόχες τους. «Γαμώ τις φάσεις!» «Ξέρεις, αδερφέ μου, έχω αρκετό χώρο κάτω απ' αυτή την ομπρέλα που έτυχε να πάρω σήμερα μαζί μου». Ο Phreak μπήκε από κάτω μ' ένα πλατύ χαμόγελο, φανερά ευγνώμων γι' αυτή τη μικρή αβροφροσύνη. Μια τρεχάτη μαθήτρια στάθηκε απότομα όταν είδε το χαμογελαστό ντουέτο. Τους πλησίαζε στάζοντας ολόκληρη, με άγριες προθέσεις. «Τι στο δαίμονα συμβαίνει;» ρώτησε επιτακτικά.


Ο Ντέιντ της έδειξε το ταβάνι. «Υποψιάζομαι ότι άρχισε να ποτίζει το ταβάνι από το νερό της πισίνας!...» Η Κέιτ σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος της, του έριξε μια δολοφονική ματιά και τελικά έφυγε τρέχοντας. «Ίσως πρέπει να βγούμε κι εμείς έξω και να κρύψουμε αυτό το ενοχοποιητικό στοιχείο από τον μπουγελωμένο διευθυντή μας». «Σοφή σκέψη». Η Κέιτ γύρισε και τους κεραυνοβόλησε άλλη μια φορά με το βλέμμα. Ο Phreak πνίγηκε στα γέλια. «Δικέ μου, προβλέπω φοβερές φάσεις μ' εσάς τους δυο!...» Ο Ντέιντ Μέρφι γέλασε συνωμοτικά.

Το τ ά ν κ ε ρ Το όνομα του τάνκερ ήταν Τορτούγα*. Το τάνκερ έπλεε προς ένα παραθαλάσσιο διυλιστήριο, κουβαλώντας περήφανα το τεράστιο φορτίο του σε πετρέλαιο, μαζί με το λογότυπο της Έλινγκσον Μίνεραλ. Λίγο πιο πέρα, μερικά ιστιοπλοϊκά λικνίζονταν στα κύματα. Τα τραγούδια των γλάρων ζωήρευαν την ατμόσφαιρα. Όλα πήγαιναν περίφημα. Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, το τάνκερ μπάταρε απότομα στο πλάι. Ήχησαν συναγερμοί. Πανικόβλητες φωνές άρχισαν να σκούζουν στα γιαπωνέζικα. Ένα κύμα σάρωσε το τάνκερ από το πλάι, πέρασε πάνω από το κατάστρωμα του κι άρχισε να το τραβάει για να συναντήσει τους προ πολλού μακαρίτες προγόνους του στην αγκαλιά του Ντέιβι Τζόουνς*. * Από το νησάκι στα βόρεια της Αϊτής που υπήρξε καταφύγιο πειρατών. (Σ.τ.Μ.)


Και τότε το Τορτούγα αναποδογύρισε. Σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισε να αδειάζει το φορτίο του από αργό πετρέλαιο. Η πετρελαιοκηλίδα απλώθηκε γύρω του σαν ένα σκοτεινό πνεύμα. Τα πράγματα φαίνονταν πολύ άσχημα για το Τορτούγα. Ευτυχώς οι τεχνικοί ήταν παρόντες κι ανέλαβαν αμέσως δράση για ν' αντιμετωπίσουν την κρίση. Στα πλευρά του βυθιζόμενου τάνκερ μπήκαν υποστηρίγματα. Μέσα στην αποθήκη, το μήκους 3,5 μέτρων τάνκερ-μοντέλο ανελκύστηκε και ρυμουλκήθηκε πίσω στην ακτή-μακέτα, που ήταν διακοσμημένη με μινιατούρες φοινικόδεντρων. Σ' ένα θάλαμο ελέγχου πέρα από την «ακτή», δυο Ιάπωνες με ασυρμάτους στηριγμένους στο κεφάλι τους ξεκούφαιναν ο ένας τον άλλο με οδηγίες κι εντολές. Πίσω τους, δυο τεχνικοί, ο Τζο κι ο Μο, δούλευαν πυρετωδώς στις κονσόλες των κομπιούτερ τους. «Ο υπολογιστής που σταθεροποιεί το σκάφος τρελάθηκε», εξήγησε ο Τζο. «Γέμισε νερό τις δεξαμενές της δεξιάς πλευράς του πλοίου». «Έχουμε λάθος λογισμικού;» ρώτησε ο Μο. Οι γλάροι έκρωζαν. «Θα καθαρίσει κανείς αυτά τα ηλίθια πουλιά;» ξέσπασε ο Τζο. Οι γλάροι -από κονσέρβα, φυσικά- σιώπησαν αμέσως. Οι άντρες έσυραν το τάνκερ-μοντέλο στο νερό και το προσέδεσαν στην «ακτή». «Μπομπ», είπε ο Μο. «Ρίξε μια ματιά εδώ». Έδειξε την οθόνη του. Οι δυο άντρες κοίταξαν. Η οθόνη έδειχνε μια σειρά από λέξεις - ή μάλλον, την ίδια * Ο βυθός της θάλασσας προσωποποιημένος. (Σ.τ.Μ.)


λέξη πολλές φορές: ΟΥΠΣ ΟΥΠΣ ΟΥΠΣ ΟΥΠΣ ΟΥΠΣ, που την κάλυπτε ολόκληρη. Μετά τα «ουπς!» έσβησαν κι εμφανίστηκε ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο ενός γέρου με μακριά μαλλιά που ανέμιζαν, βαθιές ρυτίδες και μια χιονάτη γενειάδα. Ψηφιοποιημένο. Τα χείλη του κινούνταν, όπως στα κινούμενα σχέδια του Τέρι Γκίλιαμ* στους Μόντι Πάιθονς. Θύμιζε το Θεό της Παλαιάς Διαθήκης αλλά σε πιο αναγεννησιακή απεικόνιση. «Χαίρετε», είπε η εικόνα. Τα μάτια του άστραψαν με σχηματοποιημένα αστέρια. Ήταν η αυτοπροσωπογραφία του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που είχε ζωντανέψει μέσα στον κομπιούτερ.

Πολύ π ι ο Προχωρημένα Φ ι λ ο λ ο γ ι κ ά «Αυτό που θα επιχειρήσουμε να κάνουμε σήμερα», είπε ο κύριος Μπραντς, ο φιλόλογος τους, ξύνοντας το κεφάλι του δίπλα στην αλογοουρά του, «είναι να σχηματίσουμε μια γενική ιδέα για τις λογοτεχνικές αναφορές με τις οποίες είστε εξοικειωμένοι. Έτσι θα μπορέσω να προσαρμόσω ανάλογα το πρόγραμμα διδασκαλίας». Ο Ντέιντ κοίταζε τον Τσαρλς Μπραντς, που σηκώθηκε από την έδρα κι άρχισε να πηγαινοέρχεται συλλογισμένος. Ήταν ντυμένος μ' ένα γκρίζο κοτλέ μπουφάν με μπαλώματα στους αγκώνες, όπως κάθε φιλόλογος που σέβεται τον εαυτό του στα σαράντα-και-κάτι, ήταν σίγουρα πρώην χίπης - ή μάλλον όχι και τόσο «πρώην», αν το καλοεξέταζε κανείς. Ο Ντέιντ τον έβρι* Γνωστός Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης, ηγετική φυσιογνωμία των Μόντι Πάιθονς. (Σ.τ.Μ.)


σκε αρκετά ενδιαφέροντα. Τον φαντάστηκε να καπνίζει πίπα ή κάτι τέτοιο. Οι μαθητές τον κοίταζαν αμήχανα. «Λοιπόν...» συνέχισε. «Θα διαλέξω στην τύχη κάποιους από σας. Το μόνο που θέλω απ' αυτούς είναι να πάνε στον πίνακα και να γράψουν ένα χωρίο -όποιο θέλουν- από ένα σημαντικό συγγραφέα του 20ού αιώνα. Καταλάβατε;» Οι μαθητές αναδεύτηκαν. Μάλλον αναρωτιόντουσαν αν είχαν κανένα τέτοιο χωρίο πρόχειρο στο μυαλό τους. Ο Ντέιντ διάβαζε πολύ στη διάρκεια της εξορίας του από τους υπολογιστές, οπότε είχε άπειρα στο μυαλό του. Αλλά πάλι, ήταν απίθανο να τον σηκώσει ο καθηγητής. Ο Μπραντς διάλεξε τρεις μαθητές, ανάμεσα στους οποίους και την Κέιτ και τον Cereal (που είχε εμφανιστεί ως διά μαγείας στην τάξη, αλλά ήταν σαν στο σπίτι του). Τελευταίο διάλεξε τον Ντέιντ. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και πήγε στον πίνακα. Ποιο χωρίο να διάλεγε; Τελικά, κάτι καλό αναδύθηκε στο μυαλό του και το έγραψε στον πίνακα. Οι άλλοι είχαν γράψει ήδη τα δικά τους. «Πολύ καλά, ευχαριστώ», είπε ο Μπραντς. «Δεσποινίς... χμ... Λίμπι. Θα μπορούσατε να μας διαβάσετε το απόσπασμα που διαλέξατε;» «Μάλιστα», είπε η Κέιτ. «"Ο Θεός έδωσε στους άντρες εγκέφαλο μεγαλύτερο απ' αυτό των σκύλων για να μην τρίβονται στα πόδια των γυναικών στα κοκτέιλ πάρτι" - της Ρουθ Λίμπι». Ο Μπραντς έξυσε τη μεγαλούτσικη, κάπως σαν του Φρανκ Ζάπα, μύτη του. «Δεν είμαι σίγουρος ότι η μητέρα σας μπορεί να χαρακτηριστεί σημαντική συγγραφέας του 20ού αιώνα». Η Κέιτ τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα. «Το τελευταίο της βιβλίο πούλησε δυο εκατομμύρια αντίτυπα!»


«Καλά, καλά, ας δούμε τι άλλο έχουμε εδώ». Ο Μπραντς έφτιαξε τα γυαλιά του και διάβασε το χωρίο του Ντέιντ. «"Αγγελόμορφοι πρωτοπόροι φλέγονται από επιθυμία για την πανάρχαιη θεϊκή ένωση με την αστροφώτιστη γεννήτρια μέσα στους μηχανισμούς της νύχτας" - του Άλεν Γκίνσμπεργκ». Συγκατένευσε κοιτώντας τον Ντέιντ, που στεκόταν με το κεφάλι κατεβασμένο και σχεδόν ντροπαλή έκφραση. «Καλό, πολύ καλό. Πράγματι, κι ο ίδιος ο Γκίνσμπεργκ ήταν ένα είδος πρωτοπόρου συμπαντικού χάκερ, κύριε...» Ο Ντέιντ ανασήκωσε τους ώμους. «Μέρφι. Ντέιντ Μέρφι». Έριξε μια κλεφτή ματιά στην Κέιτ, κάπως άτσαλη μετά το κατάβρεγμα· το βλέμμα της δεν ήταν τόσο εχθρικό τώρα. Προφανώς η όλη φάση τής είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. 'Οταν συναντήθηκαν τα βλέμματα τους, η έκφραση της σκλήρυνε απότομα. «Δεν είναι σ' αυτή την τάξη», μουρμούρισε εκείνη. «Σου ζήτησα να μου δώσεις λίγο χρόνο», της ψιθύρισε ο Ντέιντ, κουνώντας ανεπαίσθητα τα χείλη του. «Τι είπατε, δεσποινίς Λίμπι;» Αυτή τη φορά μίλησε πιο δυνατά. Κι απευθύνθηκε στον Μπραντς. «Είπα ότι δεν είναι γραμμένος σ' αυτό το μάθημα». «Ω;» Ο Μπραντς πήγε στην έδρα, πήρε μια λίστα από εκτυπωτή. «Χμμ. Παρ' όλα αυτά, τον έχω στον κατάλογο μου». Η Κέιτ ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια. Ο Ντέιντ κατέβαλε προσπάθεια να μη χαμογελάσει θριαμβευτικά. «Και τώρα εσείς, με το μπλουζάκι των Doors και τα καθρεφτέ γυαλιά», είπε ο Μπραντς απευθυνόμενος στον Cereal. «Για να δούμε τι γράψατε. "Απ' όλα τα πράγματα που έχασα, αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι το μυαλό μου" - Όζι 'Οζμπορν. Χμ... τ' όνομα σας;»


«Ιμάνουελ Γκόλντσταϊν», απάντησε ο Cereal. «Κατά τη γνώμη μου, κύριε Γκόλντστάϊν, ο Όζι Όζμπορν πήρε την κάτω βόλτα όταν έφυγε από τους Black Sabbath». Έλεγξε τον κατάλογο του. «Εκτός αυτού, εσείς δεν είστε σίγουρα στον κατάλογο μου». Ο Cereal κατέβασε τα γυαλιά του. Κοίταξε τριγύρω. Ο Ντέιντ είδε την έκπληξη που αποτυπώθηκε στο πρόσωπο του. «Ουάου, δικέ μου. Ώστε δεν είναι εδώ το εργαστήρι ξυλουργικής!»

Στο κ α θ ι σ τ ι κ ό τ ω ν Μέρφι Καθισμένη στο τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο που είχε καλούτσικη θέα σ' ένα δρόμο του Μανχάταν, με το Σέντραλ Παρκ στο βάθος, η Λόρεν Μέρφι μελετούσε το εγχειρίδιο που της είχαν δώσει σήμερα στο γραφείο. Τα πράγματα ήταν πάντα πιο εύκολα σε μια δουλειά όταν ήξερε τους γραπτούς κανονισμούς και φρόντιζε να βεβαιωθεί ότι τους κατείχε σε βάθος. Από την κουζίνα ξεχύνονταν ευωδιαστές μυρωδιές. Ο Ντέιντ το 'χε ρίξει στο μαγείρεμα. Είχε πρωτοαρχίσει ν' ασχολείται με τη μαγειρική από τότε που τον απέκλεισαν από τον κυβερνοχώρο. Ο καημενούλης στην αρχή είχε προσπαθήσει να καλύψει το κενό με τόνους βιβλία και διάφορα βιντεοπαιχνίδια στην τηλεόραση, αλλά μερικές φορές γινόταν πολύ νευρικός. Κάποια απ' αυτές τις φορές, την είχε παρακολουθήσει να φτιάχνει ένα ιδιαίτερα περιποιημένο κυριακάτικο γεύμα για τον πατέρα του, ανατρέχοντας σε πολλούς διαφορετικούς οδηγούς μαγειρικής. Κάτι του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον προφανώς στους τσελεμεντέδες, γιατί προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Τα είχε καταφέρει θαυμάσια κι από τότε μαγείρευαν μαζί τα Σαββατοκύριακα. Συχνά έ-


φτιαχνε εκείνος τα καθημερινά γεύματα. Κάποια στιγμή, τον ρώτησε γιατί του άρεσαν τόσο οι συνταγές - και να τις ακολουθεί αλλά και να επινοεί καινούριες ο ίδιος. «Επειδή είναι αλγόριθμοι», της είχε απαντήσει. «Αλγο... τι;» «Είναι σαν προγράμματα κομπιούτερ». Της είχε χαμογελάσει σκανταλιάρικα. «Κι επιπλέον η Γουόλ Στριτ είναι ασφαλής όταν φτιάχνω Κοτόπουλο αλά Ντέιντ...» Μόλις μπήκε όμως στα κυκλοθυμικά στενά της εφηβείας, άρχισε να μαγειρεύει όλο και πιο σπάνια· περνούσε περισσότερες ώρες στο εμπορικό κέντρο, σε σχολικές εκδηλώσεις και γενικά κάνοντας ό,τι κάνουν οι έφηβοι που δεν μπορούν να παίξουν με κομπιούτερ. Τώρα μπήκε στο σαλόνι κρατώντας ένα πιάτο με κάποιου είδους ψητό κατσαρόλας και φρέσκα λαχανικά για γαρνιτουρα. Το άφησε δίπλα της. Εκείνη σερβίρισε στο ποτήρι της λίγο ακόμα ροζέ κρασί από το μπουκάλι που είχε μόλις ανοίξει. «'Ει, εσύ, νεαρέ. Κανένα νέο;» Έφερε και το δικό του πιάτο στο τραπέζι. «Ε... ο μπαμπάς άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή». Η Λόρεν έμεινε σκεφτική μια στιγμή, κοιτώντας το περιποιημένο πιάτο μπροστά της. Μοσχάρι, σίγουρα. Και μπόλικα λαχανικά. Σπουδαίο. Δεν ήθελε να σκέφτεται τον Τζακ - ήταν καιρός τώρα που προσπαθούσε να τον βάλει σ' ένα ράφι· ένα δικό της, προσωπικό ράφι με την ετικέτα ΠΑΡΕΛΘΟΝ. Ο Τζακ Μέρφι ταξίδευε πολύ με τη δουλειά του. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που διαλύθηκε ο γάμος τους κι εκείνη δεν είχε ξεπεράσει εντελώς την πικρία της για τη δουλειά του. «Αλήθεια; Που είναι;» ρώτησε τόσο ανέμελα, που φάνηκε ότι υποκρινόταν.


Ο Ντέιντ δεν απάντησε αμέσως· την κοίταξε μ' έναν αλλόκοτο, σχεδόν επικριτικό τρόπο πριν καθίσει στην καρέκλα του. «Στο Λος Άντζελες. Από κει θα πάει στο Πόρτλαντ και θα γυρίσει σπίτι την επόμενη εβδομάδα». Έβηξε. «Θα γυρίσει στο Σιάτλ, ήθελα να πω...» Εκείνη έμεινε βουβή μια στιγμή και πήρε το πιρούνι της. Το μοσχάρι ήταν πολύ καλό, με ασυνήθιστα μπαχαρικά, μάλλον ανατολίτικα, κι ένα εξωτικό άρωμα. «Πολύ ωραίο φαγητό, Ντέιντ. Ασυνήθιστη γεύση». «Ναι. Βρήκα μερικά πρώτα μπαχαρικά στην Τσάιναταουν». Τσίμπησε λίγο από το πιάτο του. «Θα γίνω σπουδαία σύζυγος κάποια μέρα». Η Λόρεν δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει μ' αυτή την παρατήρηση. Ο τόνος του ήταν τόσο σαρδόνιος. Η Λόρεν είχε αντιμετωπίσει κι άλλοτε αυτό το ύφος, αλλά δεν το είχε συνηθίσει ακόμα. Είχε ελπίσει ότι, τώρα που ήταν ελεύθερος να χρησιμοποιεί κομπιούτερ, θα γινόταν πιο ευχάριστος. Αλλά όχι. Η μετακόμιση τους στη Νέα Υόρκη τον είχε κάνει πιο καυστικό κι από παλιά. Αναρωτήθηκε αν μπορούσε ν' αλλάξει θέμα συζήτησης κι ακολούθησε την τακτική ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Πήρε μια στοίβα φόρμες εγγραφής από διάφορα κολέγια που είχαν συσσωρευτεί πάνω στον πάγκο. Του πρότειναν διάφορα προγράμματα σπουδών και, από πλευράς υποτροφιών, του άνοιγαν χίλιους δυο δρόμους. Άφησε τη στοίβα μπροστά του. Ο Ντέιντ πήρε ένα γράμμα, διάβασε το φάκελο. Λέπτυνε τη φωνή του κι άρχισε την κοροϊδία: «Ντέιντ, Ντέιντ, έλα σ' εμάς! Γράψου στο κολέγιο. Γίνε υπαλληλίσκος, βγάλε πιστωτικές κάρτες, αγόρασε αμάξι, αγόρασε σπίτι, παντρέψου την καλή σου, κάνε παιδάκια, πάρε διαζύγιο...» Άφησε το φάκελο.


Η Λόρεν Μέρφι ήπιε μια γουλιά κρασί. Ένιωθε έναν κόμπο πικρίας να της ξεσκίζει με τα αγκάθια του την καρδιά. Διαζύγιο. Να πάρει, αυτή η λέξη την πλήγωνε ακόμα και τώρα. Ο Ντέιντ πρέπει να πρόσεξε την αντίδραση της, γιατί μουρμούρισε: «Με συγχωρείς». Εκείνη αναστέναξε. «Δεν μπορούμε να κουβεντιάσουμε λίγο χωρίς ν' ανταλλάξουμε καρφιά;» Ο Ντέιντ χαμήλωσε το βλέμμα. «Ξέρεις, λέω να φάω στο δωμάτιο μου απόψε». Μ' αυτό, πήρε το πιάτο του κι έφυγε από το τραπέζι. Όλα έδειχναν ότι δεν ήταν η μόνη που υπέφερε εδώ στη Νιου Γιορκ, Νιου Γιορκ, μια πόλη όπου έβρισκες τα πάντα, μέχρι κι εξωτικά μπαχαρικά... Άδειασε το ποτήρι της και σχεδόν ευχήθηκε να μην είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοχτώ ο Ντέιντ. Τουλάχιστον παλιότερα μπορούσε κάπου κάπου ν' αποσπάσει λίγη από τη θετική του ενέργεια. Τώρα, έχοντας ξανασμίξει με την παλιά του αγάπη, φαινόταν τόσο αφοσιωμένος στους υπολογιστές του, όσο θα ήταν ένας έφηβος στο πρώτο του κορίτσι. Η ίδια δυσκολευόταν ακόμα να καταλάβει τη λατρεία που έτρεφαν μερικοί άνθρωποι γι' αυτά τα κατασκευάσματα. Ναι, τα χρησιμοποιούσε κι εκείνη στη δουλειά, αλλά μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο. Για επεξεργασία κειμένου, φαξ, τηλεπικοινωνίες... και πάλι, είχε ένα σωρό άλυτες απορίες. Όταν ξεμπέρδευε από τα πάρε δώσε μ' ένα τερματικό, ωστόσο, κατέφευγε με αγαλλίαση σ' ένα ωραίο, χοντρό, ζουμερό βιβλίο γεμάτο λέξεις ή, έστω, σ' ένα καυτό, απολαυστικό μπάνιο. Δεν μπορούσε τα σύγχρονα παιδιά, που τσαλαβουτούσαν με τόσο ενθουσιασμό μέσα σε ωκεανούς αριθμών και δεδομένων. Τι θ' απογίνονταν; Γέμισε πάλι το ποτήρι της.


«Παραγίνεται μοναχική η ζωή όταν έχεις έναν κομπιούτερ αντί για γιο», μονολόγησε μ' ένα βαθύ στεναγμό. Έκλεισε το εγχειρίδιο και προσπάθησε ν' απολαύσει το γεύμα της.


«7» Στο Cyberdelia Το ουφάδικο παλλόταν από φώτα και δράση και ηλεκτρονική ισχύ και κουλ στιλ. Οι άνθρωποι γίνονταν ένα με τον ήχο και τα δυνατά φώτα και το ντιζάιν. Πλαστικό, μέταλλο, κυκλώματα και σάρκα, όλα συγχωνεύονταν σ' ένα απίστευτο πανδαιμόνιο. Κυριαρχούσε η μυρωδιά της πόλης και του Παρόντος. Κι η γεύση του μέλλοντος κι ενός νέου είδους ιδιοφυΐας. Ο Ντέιντ Μέρφι ένιωθε περισσότερο στο σπίτι του εδώ, ανάμεσα στα βιντεοπαιχνίδια και τις προκλητικές οθόνες, παρά σ' αυτό που αποκαλούσε «σπίτι» η μητέρα του. Αν και ούτε εδώ δεν ήταν Σιάτλ. Αναστεναγμός. Τίποτα δε θύμιζε το Σιάτλ. Ούτε καν ο καλύτερος καφές τους. Αλλά τουλάχιστον ένιωθε κάπως καλύτερα εδώ μέσα. Είχε φάει το δείπνο του κρυμμένος πίσω από τον κομπιούτερ του, αλλά κάτι τον ενοχλούσε. Ένιωθε να πνίγεται μέσα στο δωματιάκι του. Έπρεπε να βγει. Κι έτσι πήρε τους δρόμους, μπήκε στον ηλεκτρικό και κατευθύνθηκε προς το κέντρο. Κάτι σ' αυτά τα παιδιά που είχε γνωρίσει... Του άρεσαν. Είχε προσπαθήσει να τους πετύχει σε κάποια τοπική βάση δεδομένων απόψε, αλλά μάταια.


Ο Phreak είχε πει ότι περνούσαν κάμποσες ώρες εκεί χα βράδια, οπότε σκέφτηκε να κάνει μια προσπάθεια. Και, όπως είχε προβλέψει, δεν άργησε να εντοπίσει τον Fantom Phreak. Καθώς ο Ντέιντ παρέκαμπτε μερικά βιντεοπαιχνίδια, είδε τον Phreak να πηγαίνει σε διαφορετική κατεύθυνση. Προς τους κερματοδέκτες, φυσικά, που αλλού; Πριν προλάβει να τον φωνάξει και ν' αναγγείλει την άφιξη του, ο Fantom Phreak είχε βρει έναν άδειο θάλαμο κι έπαιρνε υπεραστικό. Ο Ντέιντ πλησίασε χαμογελώντας για να κρυφακούσει πώς τα πήγαινε ο πειρατής των τηλεφωνικών δικτύων. Άκουσε καθαρά μια φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής, τη στιγμή που ο Phreak απομάκρυνε το ακουστικό από τ' αφτί του για να βγάλει ένα μαραφέτι απ' την τσέπη του: «Παρακαλώ, βάλτε πέντε δολάρια για το πρώτο λεπτό». Ο Phreak έβαλε το μαραφέτι -ένα μίνι μαγνητόφωνο- στο μικρόφωνο. Αυτό έβγαλε μερικούς ηλεκτρονικούς ήχους. «Ευχαριστώ», είπε η μηχανική φωνή. «Όχι, κούκλα. Εγώ ευχαριστώ», είπε ικανοποιημένα ο Phreak. Έπειτα έβγαλε ένα μαύρο μαρκαδόρο απ' την τσέπη του κι έγραψε «PLO» πάνω στο τηλέφωνο. Ο Ντέιντ είδε τον τύπο ονόματι Τζόι να μπαίνει από την κεντρική είσοδο. Παρ' όλα αυτά, σχεδόν ταυτόχρονα, πρόσεξε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον και κινήθηκε προς το μέρος του για να το επιθεωρήσει από κοντά. Αυτό που είχε τραβήξει την προσοχή του Ντέιντ ήταν η πίσω πλευρά μιας σαγηνευτικά θηλυκής φιγούρας. Κολλητό τζιν, μπλούζα ξασπρισμένη με χλωρίνη, πλούσια χαίτη. Μιαμ! Χμμ... Ίσως και να 'χει δίκιο η μαμά τελικά, σκέφτηκε. Ίσως ήρθε ο καιρός ν' αρχίσω να εξερευνώ παραδοσιακότερα αντρικά ενδιαφέροντα...

Το αντικείμενο του θαυμασμού του στεκόταν μπροστά σ' ένα


βιντεοπαιχνίδι με τρισδιάστατα ολογράμματα. Λίκνιζε απαλά, προκλητικά το κορμί της ενώ μαχόταν άγρια με τη βοήθεια ενός τροχού με πολυβόλα. Reflex City. Η Πόλη του Τέλειου Συγχρονισμού Ματιού-Χεριού. Την πλεύρισε αθόρυβα, σκύβοντας λίγο για να την τυλίξει το σύννεφο της κολόνιας του - Obsession. Να 'σαι καλά, μαμά!... «Καλή επίδοση», είπε. Εκείνη στράφηκε αργά κι ο Ντέιντ κόντεψε να μείνει ξερός από το σοκ. Ήταν η Κέιτ! Η Κέιτ Λίμπι, μόνο που, αντί για τη φόρμα αγγαρείας και την επιθετική αμφίεση, φορούσε ρούχα γνωστών σχεδιαστών. Οι ορμόνες του Ντέιντ σφύριζαν και ζητωκραύγαζαν, αλλά ο εγκέφαλος του, κυριευμένος από φρίκη και ντροπή, τους έριχνε μπάτσους να το βουλώσουν. Αντί για το γρύλισμα που περίμενε, ωστόσο, εισέπραξε ένα χαμόγελο. «Λες ότι μπορείς να τα πας καλύτερα;» τον προκάλεσε. Πάτησε ένα κουμπί κι ο πίνακας των ψηλότερων σκορ στάθηκε μια αποκάλυψη για τον Ντέιντ: τα αρχικά Κ.Λ. δε φιγουράριζαν φαρδιά-πλατιά μόνο δίπλα στο ψηλότερο σκορ αλλά και σ' όλες τις ψηλές βαθμολογίες. Μα δεν μπορούσε να υποχωρήσει, φυσικά. «Καλύτερα από σένα; Μπορώ να δοκιμάσω». «Εντάξει», του είπε παραμερίζοντας. «Αν χάσεις, δε θα ξανακαθίσεις πίσω μου στην τάξη των αγγλικών. Σιχαίνομαι να νιώθω αρνητικές δονήσεις στο σβέρκο μου». «Κι αν χάσεις εσύ», είπε ο Ντέιντ, «θα έχω το ελεύθερο να κάνω ό,τι θέλω στο σβέρκο σου;» Η Κέιτ ύψωσε το δασύ, τέλειο φρύδι της. «Να χάσω εγώ; Πολύ απίθανο». Ο Ντέιντ έπιασε τα χειριστήρια. Είχε παίξει κι άλλοτε αυτό


το παιχνίδι, φυσικά. Ήταν ένα βελτιωμένο πολεμικό παιχνίδι. Είχες ένα στόχο και περιέστρεφες τα κανόνια σου ρολάροντας δεξιά αριστερά στην οθόνη, καθαρίζοντας ολογραφικούς εξωγήινους, πυροβολεία, καθώς και αεροσκάφη και τανκς των εξωγήινων. Ο Ντέιντ έχωσε στη σχισμή δυο κέρματα των 25 σεντς, πήρε τον έλεγχο κι άρχισε να πυροβολεί. Άνετα, επιδέξια, σαν να ήταν αληθινός πολίτης του ψηφιοποιημένου σύμπαντος το οποίο υπερασπιζόταν. Που να 'ξερε το άμοιρο το κορίτσι ότι, στα ατέλειωτα χρόνια της εξορίας του από κομπιούτερ και συνδέσμους δεδομένων, είχε περάσει ώρες βελτιώνοντας τις ικανότητες του στα βιντεοπαιχνίδια. Ο Ηλίθιος Δικαστής δεν του τα είχε απαγορεύσει, παρόλο που σίγουρα θα το ήθελε. Τα βιντεοπαιχνίδια όμως δε βλάπτουν την κοινωνία. «Λοιπόν», είπε η Κέιτ. «Πώς σου φαίνεται το σχολείο;» Μάλλον ήλπιζε να του αποσπάσει την προσοχή. Στην πραγματικότητα δεν τον ενοχλούσε καθόλου. «Το σχολείο είναι σχολείο», απάντησε. Μια τορπίλη πρωτονίων τίναξε στον αέρα ένα σκάφος των εξωγήινων, σε σχήμα νυχτερίδας. Η οθόνη γέμισε σιδερικά και αίμα. «"Αγγελόμορφοι πρωτοπόροι..." Που το ξέθαψες αυτό το απόσπασμα από τη δεκαετία του '60;» «Από βιβλία», απάντησε ο Ντέιντ. Εκείνη χαχάνισε πρόσχαρα, σήκωσε τα δάχτυλα της στο σήμα της ειρήνης. «Ουάου. Διαβάζεις μόνιμα αντίγραφα*! Η μαμά μου τη βρίσκει μ' αυτά. Φοβερό!» Κρακ! Μπουμ! Ένα μονόφθαλμο τέρας με πανοπλία έγινε σκόνη. Ο Ντέιντ τής χάρισε ένα υπεροπτικό χαμόγελο, ενώ εκείνη * (Hard copy.) Διατηρήσιμο αντίγραφο πληροφοριών, σε αναγνώσιμη μορφή (συνήθως σε χαρτί)- (Σ.τ.Μ.)


σταύρωσε ανέμελα τα μπράτσα στο στήθος της μ' ένα ύφος «ακόμα δεν απέδειξε τίποτα». Ένας τύπος την πλησίασε νωχελικά, μ' ένα χοτ ντογκ στο χέρι. Τύλιξε κτητικά το μπράτσο του στους ώμους της. Εκείνη του χαμογέλασε. Ουπς. Ο συνοδός. Ήταν γελοία όμορφος μ' ένα γενετικά προσχεδιασμένο τρόπο. Λεφτάς και φλώρος. Μπλιαχ. Ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια, προγραμματισμένος εγκέφαλος. «Μήπως σ' ενοχλεί αυτός ο τύπος;» τη ρώτησε ο ξανθός ρίχνοντας μια παγερή ματιά στον Ντέιντ. «Όχι. Είναι... ας πούμε συμμαθητής μου σ' ένα μάθημα». Ο Ντέιντ γρύλισε και τίναξε στον αέρα ένα τανκς των εξωγήινων. Η αδιάφορη σύσταση της του ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Της έδωσε μια αγκωνιά για ν' απομακρυνθεί. «Θα μπορούσα να έχω λίγη ελευθερία κινήσεων εδώ πέρα;» Κρακ, κρακ, κρακ, μπουμ! Στα ταακίδια, καθίκια εξωγήινοι!

Ένιωσε την παρουσία δυο νέων θεατών: ήταν ο Phreak κι ο Τζόι. Ξέροντας ότι ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, συγκεντρώθηκε ολοκληρωτικά στην αποστολή του και, πριν περάσει πολλή ώρα, ξεπέρασε το σκορ της δεσποινίδας Κέιτ. Χε χε! Της έριξε μια πλάγια ματιά και τη μιμήθηκε υψώνοντας το ένα του φρύδι. Εκείνη είχε μια έκφραση σαν να της είχε πέσει στο κεφάλι ένας λίθινος κομπιούτερ. «Είναι καλός», είπε επιφυλακτικά ο καθωσπρέπει φλώρος. Η Κέιτ του έριξε μια τσαντισμένη ματιά. Ο Ντέιντ σφυροκόπησε μερικούς ακόμα εξωγήινους εχθρούς κι έπειτα -ο ύστατος σαρκασμός- απλώς άφησε τα χειριστήρια. Με μια θεαματική χειρονομία αντάξια ροκ σταρ, ο Ντέιντ έγραψε το σκορ και τ' αρχικά του πάνω από της Κέιτ. Σπουδαία νίκη! «Λοιπόν, απ' ό,τι φαίνεται, είμαι ο πρώτος άλλη μια φορά».


Γύρισε να δει τι αντίκτυπο είχε η δήλωση του κι ανακάλυψε ότι το ζευγάρι είχε φύγει. Διέκρινε το πίσω μέρος του κεφαλιού του ψηλολέλεκα πίσω από ένα αρχαίο PacMan. «Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησε αηδιασμένος τους φίλους του. «Ο Κέρτις», απάντησε ο Phreak ζαρώνοντας επιτιμητικά τη μύτη του. «Τι ρόλο παίζει;» «Αυτόν που είδες. Περιφέρεται όλη μέρα κάνοντας τον ωραίο». Ο Ντέιντ ένιωθε αμηχανία, δυσφορία, τσαντίλα - ένα παράξενο συνονθύλευμα συναισθημάτων. Ο Τζόι πάντως δεν είχε πάρει χαμπάρι από τις εφηβικές κρίσεις που ξετυλίγονταν μπροστά του: τα μάτια του έλαμπαν και σχεδόν χοροπηδούσε από έξαψη. «Έι, φιλάρες, ήθελα να σας ανακοινώσω κάτι! Εισέβαλα σ' έναν Gibson!» Ο Ντέιντ δεν άκουσε καν τι έλεγε ο τύπος, το μυαλό του ήταν σαν μουδιασμένο. Ωστόσο η απάντηση του Phreak ήταν η ίδια πάνω κάτω μ' αυτή που θα 'δίνε κι ο ίδιος, αν έμπαινε στον κόπο. «Ναι, καλά, σίγουρα...» «Σοβαρά μιλάω!» επέμεινε ο Τζόι. «Αντέγραψα και μερικά αρχεία για να σας το αποδείξω». Ο Ντέιντ δεν έδωσε σημασία ούτε σ' αυτό. Αυτό το κορίτσι τού την έδινε, και μάλιστα πολύ. Αν δεν του άρεσε μια φορά με τη μοντέρνα σχολική γκραντζ-καταδρομέα αμφίεση της, δεν του άρεσε δέκα φτιαγμένη στην τρίχα σαν την Μπάρμπι με τα καλά της. Γκρρρ...


Στο σ π ί τ ι του Τζόι Να πώς συνέβησαν όλα. Ο Τζόι Χάρντκαστλ ήταν στο ντους. Ένιωθε υπέροχα, πράγμα φυσικό, μετά την επιτυχημένη εισβολή του σ' έναν Gibson. Είχε πάρει το Βάπτισμα του Πυρός. Ήταν ολοκληρωμένος χάκερ τώρα. Είχε αποδείξεις. Μπορούσε να ενταχτεί στις τάξεις των Αληθινών και των Γενναίων. Μπορούσε να σουλατσάρει εδώ κι εκεί, κουλ και άνετος, όπως η υπόλοιπη παρέα. Ο εγκέφαλος του άστραφτε εκτυφλωτικός, σαν τον ήλιο το μεσημέρι. Τώρα ήξερε τον προορισμό του: ήταν ένας ιδιοφυής πειρατής του κυβερνοδιαστήματος. Ο Τζόι Χάρντκαστλ ήταν στο ντους του σπιτιού του, απολαμβάνοντας το ζεστό νερό να κυλάει πάνω του σαν καταιγισμός επευφημιών. Ξεπλένοντας από πάνω του την αρωματισμένη σαπουνάδα, οραματίστηκε τον εαυτό του μπροστά σ' ένα τεράστιο κοινό από ομοϊδεάτες του. Φορούσε εντυπωσιακά ρούχα αλά ροκ σταρ. Στα χέρια του, ωστόσο, αντί για κιθάρα, κρατούσε ένα πληκτρολόγιο, συνδεδεμένο μ' έναν γιγάντιο Gibson, έναν σούπερ κομπιούτερ, που φωτιζόταν με ακτίνες λέιζερ. Ο ράπερ Snoop Doggy Dog ήταν στο βάθος της σκηνής και τραγουδούσε την καινούρια του επιτυχία: «Ο Τζόι Χ. δεν είναι κορόιδο· ο Τζόι Χ. είναι και ο πρώτος!» Ένας βρυχηθμός από ιαχές. «Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ!» μουρμούρισε. «Θεούλη μου, είμαι μούσκεμα. Μικρέ, μου πιάνεις μια πετσέτα;» Επιστρέφοντας στην πραγματική ζωή, έκλεισε τη βρύση και άνοιξε την κουρτίνα του ντους. Την ίδια στιγμή, η πόρτα του μπάνιου άνοιξε διάπλατα κι ένας τύπος με στολή και πλήρη εξάρτυση καταδρομέα όρμησε στο μπάνιο, σκοπεύοντας τον μ' ένα φοβερό αυτόματο.


«Μείνε ακίνητος!» πρόσταξε ο πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας. Ο Τζόι τσίριξε. Σήκωσε ενστικτωδώς τα χέρια του ψηλά. Χάνοντας την ισορροπία του, κατάφερε να σκουντουφλήσει στο χείλος της μπανιέρας και να πέσει πάνω στον αγριωπό τύπο, κάνοντας τον μούσκεμα. «Αμάν, βρε παιδί μου! Πάρε μια πετσέτα!» Κλαψουρίζοντας. ο Τζόι τυλίχτηκε σε μια μεγάλη χνουδωτή πετσέτα. Κατέρρευσε στα παγωμένα πλακάκια, παράλυτος από τρόμο. Ο Ανακατωσούρης Κυνικός Σκύλος (Snoop Doggy Dog) είχε μετατραπεί σε Ζαρωμένο Μουλιασμένο Ποντικό (Droop Soggy Rat) και τραγουδούσε τώρα, πάντα σε ρυθμό ραπ: «Μην ελπίζεις ότι θα τη γλιτώσεις, ο Τζόι έπεσε στα χέρια τους!» «Μη με σκοτώσεις! Δε θέλω να πάω πουθενά», έσκουξε. «Έλα, μικρέ. Πρέπει να σε πάρουμε μαζί μας». «Όχιιιι!» Αηδιασμένος» ο πράκτορας κατέβασε το όπλο του, μάζεψε τον Τζόι Χάρντκαστλ απ' το πάτωμα κι άρχισε να τον σέρνει στο διάδρομο προς το σαλόνι. Γινόταν χαμός εκεί. Ολόκληρος λόχος από πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας πηγαινοέρχονταν μέσα στο σπίτι, ενώ η μητέρα του έκλαιγε με λυγμούς, καθισμένη στον καναπέ. Ένας τύπος είχε απαγάγει τη Λουσι από το δωμάτιο του Τζόι και την κουβάλαγε έξω, με τα καλώδια και τα βύσματα της να σέρνονται στο πάτωμα σαν ξεριζωμένα σπλάχνα. Το πληκτρολόγιο έπεσε με κρότο στο πάτωμα. «Λουσι!» έσκουξε ο Τζόι, ξεχνώντας τη δική του αξιοθρήνητη κατάσταση. «Που την πάτε;» Έτρεξε να σώσει τη Λουσι του, παραλείποντας να συγκρατήσει πάνω του την πετσέτα. Το μπράτσο του γλίστρησε από τη λαβή του πράκτορα της Μυστικής Υπηρεσίας κι ένας τσίτσιδος Τζόι Χάρντκαστλ έτρεξε να σώσει την αγαπημένη του. Αυτό το


αλλόκοτο θέαμα ξάφνιασε τόσο τις δυνάμεις εισβολής -και τη μητέρα του-, ώστε όλοι έμειναν εμβρόντητοι, με το στόμα ανοιχτό. Ωστόσο οι πράκτορες συνήλθαν τελικά από την έκπληξη και πολύ σύντομα ο Τζόι βρέθηκε και πάλι κουκουλωμένος με την πετσέτα του. Τον πήγαν σηκωτό στο δωμάτιο του, μέσα σε κλαυθμους και οδυρμούς, και τον υποχρέωσαν να ντυθεί υπό την απειλή όπλου. Στο μεταξύ, έξω από το σπίτι είχε γίνει πραγματικό τσίρκο. Έβλεπες τους κλασικούς Νεοϋορκέζους περίεργους, τα περιπολικά της αστυνομίας με τους φανούς ν' αναβοσβήνουν, ένα φορτηγάκι των ομοσπονδιακών πρακτόρων. Σ' αυτό πέταξαν τη Λούσι του σαν σακί με πατάτες, μαζί με τον εκτυπωτή του, τηλέφωνα, δισκέτες, σημειωματάρια, ένα φορητό κασετόφωνο, κασέτες, έναν αυτόματο τηλεφωνητή, μια τοστιέρα. Από ένα αμάξι βγήκε ο Μυστικός Πράκτορας Ρίτσαρντ Γκιλ. Ήταν σαραντάρης και παλιότερα είχε θητεύσει ως σωματοφύλακας Αντιπροέδρων της Αμερικής. Ο Νταν Κουέιλ αντιπροσώπευε το επιστέγασμα της καριέρας του κι ήταν περήφανος γι' αυτό. Τώρα, ωστόσο, είχε μια άλλη, πιο περίπλοκη αποστολή: να πατάξει το ηλεκτρονικό έγκλημα. Φαινόταν σοβαρός και πιστός στο καθήκον, από την κορφή ως τις άκρες των τέλεια γυαλισμένων παπουτσιών του. Πλησίασε ένα νεότερο πράκτορα. «Πώς πάει η επιχείρηση, Ρέι;» «Έχουμε έναν απείραχτο δίσκο, κύριε», απάντησε εκείνος. «Μίλα απλά, σε παρακαλώ», είπε ο Γκιλ. Στο κάτω κάτω, ήταν αυτός που είχε βοηθήσει σαν υποβολέας τον Κουέιλ σ' εκείνο τον περιβόητο διαγωνισμό ορθογραφικών γνώσεων. Τι στην ευχή, που να 'ξερε εκείνος ότι κανείς άλλος δεν έγραφε την «πατάτα» με δυο ταυ; Τότε ήταν που οι προϊστάμενοί του απο-


φάσισαν ότι ίσως ήταν καλύτερα να τον απασχολήσουν με τα ηλεκτρονικά εγκλήματα. «Δεν αφιέρωσα δέκα χρόνια της ζωής μου στην ασφάλεια των Αντιπροέδρων μας για να καταλήξω, τώρα που τελειώνω την καριέρα μου, να δείχνω σαν ηλίθιος». «Συγνώμη, κύριε», είπε ο Ρέι. «Τον αιφνιδιάσαμε κι έτσι δεν πιστεύουμε ότι κατάφερε να σβήσει κάποιο αρχείο από τον κομπιούτερ του». «Μπράβο σας», είπε ο Γκιλ. «Ας ξεμπερδεύουμε από δω να τον πάμε για ανάκριση». Ένα βαν τηλεοπτικού καναλιού σταμάτησε λίγο πιο πέρα. Από μέσα κατέβηκε μια ρεπόρτερ. Να η ευκαιρία μου να ξυπνήσω την κοινή γνώμη σχετικά μ' αυτού του

είδους τις παρανομίες, σκέφτηκε ο Γκιλ. Διέσχισε τον κλοιό της αστυνομίας και την πλησίασε, δηλώνοντας πως ήταν επικεφαλής της επιχείρησης. Εκείνη άρχισε να του παίρνει συνέντευξη. «Πόσο επικίνδυνοι είναι τελικά οι χάκερ;» ήταν μία από τις τελευταίες της ερωτήσεις. Ο Γκιλ το σκέφτηκε λίγο, γεύτηκε όλη την αηδία που τον κυρίευε στη σκέψη και μόνο αυτών των παλιόπαιδων. «Οι χάκερ εισβάλλουν και καταστρέφουν ευπαθή ιδιωτικά και δημόσια ηλεκτρονικά δίκτυα, μολύνοντας τα με ιούς ή κλέβοντας σημαντικό υλικό για δικούς τους σκοπούς. Είναι τρομοκράτες». Γύρισε και κοίταξε με φανερή ικανοποίηση τον Τζόι Χάρντκαστλ, που τον κουβάλαγαν δυο σωματώδεις πράκτορες στο αυτοκίνητο. Στάσου να πιάσω στα χέρια μου αυτό το κωλόπαιδο, σκέφτηκε ο Γκιλ. Θα τη νιώσει για τα καλά την τσιμπίδα του νόμου... στον κοκαλιάρικο πισινό του!...


Στην Έλινγκσον Μίνεραλ Κορπορέισον Ο Τζιμ Γουίλκινς, νεότερο στέλεχος, κρατούσε μια αχνιστή κούπα καφέ Ζάμπαρ πρώτης ποιότητας -δύο τοις εκατό γάλα, καθόλου ζάχαρη- περιμένοντας το αφεντικό. Το βλέμμα του ταξίδεψε αφηρημένα στο ρολόι. Οχτώ και σαράντα πέντε ακριβώς. Από στιγμή σε στιγμή... Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν αθόρυβα μπροστά στη μοναδική του επιβάτισσα: μια υπέρκομψη γυναίκα με ταγέρ γνωστού σχεδιαστή, μακριά πόδια που κατάπιναν την απόσταση με μεγάλες δρασκελιές, μεταφέροντας τη σκυθρωπή της έκφραση ως το γραφείο της. Εντυπωσιακή, με στιλπνά μαύρα μαλλιά, διακριτικό μακιγιάζ και την επικίνδυνη γοητεία ενός καρχαρία. Ήταν η Μάργκο Γουάλας, Αντιπρόεδρος του Τμήματος Δημοσίων Σχέσεων αυτού του πανίσχυρου οργανισμού, της Έλινγκσον Μίνεραλ Κορπορέισον. Γυναίκα καριέρας και με το παραπάνω. Η προσωποποίηση της επιτυχίας, με γόβες στιλέτο και ακριβό άρωμα. Άπλωσε το χέρι της και πήρε τον καφέ χωρίς ν' ανακόψει το βήμα της, με μια φευγαλέα ματιά στον άντρα που της τον είχε προσφέρει. Ρούφηξε τον καφέ της πηγαίνοντας προς το γραφείο της, παρατηρώντας με ικανοποίηση ότι όλοι υποκλίνονταν μπροστά της, παραμέριζαν με σεβασμό. Ήταν η βασίλισσα σ' αυτό εδώ το μελίσσι και κανείς δεν τολμούσε να την αμφισβητήσει. Ένας υφιστάμενος της, που φορούσε γυαλιά με μεταλλικό σκελετό, την πλησίασε τείνοντας ένα φύλλο χαρτί. «Καλημέρα, δεσποινίς Γουάλας. Ορίστε το καινούριο ανακοινωθέν Τύπου». Εκείνη του πάσαρε την κούπα και πήρε το χαρτί κι ένα στυλό. Το «σάρωσε» βιαστικά με το βλέμμα, το μονόγραφε στο περιθώριο κι έπειτα το αντάλλαξε ξανά με τον καφέ της. «Στείλ' το


στο Ασοσιέτεντ Πρες και το CNN. Ως το μεσημέρι να έχει κυκλοφορήσει». Άλλη μια γουλιά καφέ. Καθώς έφτανε στο γραφείο της, η γραμματέας της, η Λόρα Μόριτζ, την πλησίασε χωρίς το δέος που έδειχναν μπροστά της οι άλλοι υπάλληλοι. Στην περίπτωση της Λόρα, ο φόβος θα παρεμπόδιζε τη σωστή επικοινωνία, οπότε η Μάργκο καλλιεργούσε μια μετρημένη, αλλά χωρίς ανταγωνιστικότητα σχέση. «Ο Έλινγκσον σε ζήτησε στο γραφείο του πριν από δέκα λεπτά», ανέφερε η Λόρα. «Α», είπε η Μάργκο Γουάλας. Δεν είχε ξαφνιαστεί. Το περίμενε. Το ίδιο πρωί είχε δεχτεί ένα τηλεφώνημα στο οποίο πληροφορήθηκε τα νέα. Είχε χάσει μόνο μερικές λεπτομέρειες. «Αλλαγή δρομολογίου, δηλαδή». Έκανε μεταβολή στο διάδρομο και κατευθύνθηκε προς τη γωνία του 40ού ορόφου. Εκεί είχε τη σουίτα του ο Σ. Λάιλ Έλινγκσον, ο πρόεδρος της Έλινγκσον Μίνεραλ. Έδωσε στη Λόρα την κούπα της καθώς έμπαινε στην καθαγιασμένη, επενδυμένη με ξύλο βαλανιδιάς, επικράτεια. Χωρίς να χάσει στιγμή το βήμα της, άνοιξε μια πόρτα, προσπέρασε μια γραμματέα, και μπήκε αποφασιστικά στην αίθουσα συμβουλίων. Η Λόρα έκλεισε την πόρτα πίσω της. Εκεί, γύρω από ένα πελώριο τραπέζι από λουστραρισμένο ξύλο καρυδιάς, την περίμεναν κάμποσοι κοστουμαρισμένοι άντρες. Η αίθουσα συμβουλίων ήταν επιβλητική, με βιβλιοθήκες φορτωμένες με πανάκριβες πρώτες εκδόσεις, έργα τέχνης και αντίκες, σύμφωνα με το γούστο της παλιάς φρουράς. Ήταν ολόκληρη επενδυμένη με μαόνι και μύριζε φρεσκολουστραρισμένο ξύ-


λο και καπνό από ακριβά πούρα. Πέρα από το τραπέζι σε μέγεθος αεροπλανοφόρου, τα παλιομοδίτικα παράθυρα είχαν πανοραμική θέα στο κάτω τμήμα του Μανχάταν ενώ στο βάθος διαγραφόταν στο Άγαλμα της Ελευθερίας, με το χέρι υψωμένο σε μια βουβή πρόποση στην υγεία του καπιταλισμού. Καθισμένος σε μια δερμάτινη πολυθρόνα με ψηλή πλάτη, βρισκόταν -ποιος άλλος;- ο μεγαλοπρεπής κι επιβλητικός κύριος Σ. Λάιλ Έλινγκσον αυτοπροσώπως, πρόεδρος της Έλινγκσον Μίνεραλ και δισέγγονος του Ντουάιατ Έλινγκσον, που είχε καταληστέψει και καταδυναστεύσει τον κόσμο του 19ου αιώνα ως αρχιμαφιόζος, μαζί με τους πιο αδίστακτους ομοϊδεάτες του. Ο νέος πρόεδρος της εταιρίας ήταν γύρω στα πενήντα του, με μια αρρενωπή χαίτη από γκρίζα μαλλιά και τραχιά χαρακτηριστικά που θύμιζαν το πέμπτο πρόσωπο του όρους Ράσμορ, σε ζωντανή εκτέλεση. Φορούσε ένα παλιομοδίτικο κοστούμι, τέλεια ραμμένο, και ρολόι τσέπης - εκκεντρικό ίσως, αλλά σίγουρα αρχοντικό. Είχε πατρική έκφραση, αλλά τα γκρίζα του μάτια ήταν ατσάλινα και ψυχρά. Τέσσερις αντιπρόεδροι, επίσης λευκοί άντρες, επίσης γύρω στα πενήντα τους χρόνια, κάθονταν στις προκαθορισμένες θέσεις τους γύρω από το τραπέζι. Δύο ακόμα αντιπρόεδροι, νεότεροι αλλά σαφώς άντρες κι αυτοί, συμμετείχαν στο συμβούλιο από οθόνες τηλεπικοινωνίας. Μερικές θέσεις πιο κάτω, με τεράστια πάκα από εκτυπώσεις μπροστά του, ήταν κάποιος Γιουτζίν Μπέλφορντ, εξίσου ταλαιπωρημένος όσο τα χαρτιά του. Η Μάργκο Γουάλας κάθισε δίπλα του. Δυστυχώς ήταν κι η δική της θέση προκαθορισμένη. «Βλέπω ότι εξακολουθείς να ντύνεσαι σκούρα, Γιουτζίν», του είπε χαμηλόφωνα. Εκείνος της χάρισε ένα αυθάδικο χαμόγελο. «Γι' άλλη μια φορά, σταμάτα να με φωνάζεις Γιουτζίν». Ναι, βέβαια, προτιμούσε το Λοιμός.


Ο Έλινγκσον έγειρε μπροστά. «Λοιπόν, κύριε Μπέλφορντ, σας ακούμε», είπε ανυπόμονα. «Για ν' ανακεφαλαιώσω, ο άγνωστος εισβολέας που χτύπησε πρόσφατα το δίκτυο μας, διείσδυσε χρησιμοποιώντας ένα λογαριασμό superuser». Ο Λοιμός ανακάτεψε τις σημειώσεις του χωρίς, ωστόσο, να τις συμβουλευτεί. «Αυτός του εξασφάλισε πρόσβαση σ' ολόκληρο το δίκτυο». «Δηλαδή, αυτό ακριβώς που πληρώνεσαι για ν' αποτρέπεις», είπε ξερά η Μάργκο. Ο Λοιμός δε φάνηκε να ενοχλείται απ' την υπενθύμιση. «Κάποιος δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει το προσεγμένο υπόμνημα μου γύρω από τους πιο συνηθισμένους κωδικούς πρόσβασης. Θα το πω άλλη μια φορά: οι τέσσερις πιο συνηθισμένοι κωδικοί είναι Love, Sex, Secret και...» Στράφηκε προς τη Μάργκο. «...God. Λοιπόν, θα είχε η υψηλότης σας την καλοσύνη ν' αλλάξει τον κωδικό της;» Η Μάργκο κατάφερε να σκάσει ένα βιασμένο χαμόγελο. «Τέλος πάντων», συνέχισε ο Γιουτζίν «Λοιμός» Μπέλφορντ. «Ο χάκερ φύτεψε τον ιό». «Ποιο ιό;» ρώτησε η Μάργκο. Προφανώς είχε χάσει κάτι σημαντικό. «Χτες», εξήγησε υπομονετικά ο Λοιμός. «Το πρόγραμμα σταθεροποίησης ενός εκπαιδευτικού μοντέλου σούπερ τάνκερ θεώρησε εσφαλμένα ότι το σκάφος ήταν άδειο και γέμισε τις δεξαμενές του με νερό». «Ορίστε;» έκανε η Μάργκο. Αυτή τη φορά ο Υπεύθυνος Ασφαλείας Υπολογιστή εκνευρίστηκε. «Το καραβάκι πήρε τούμπα. Υπεύθυνος γι' αυτό είναι ένας ιός που φυτεύτηκε στον Gibson». «Πώς το ξέρουμε; Μας άφησε κάρτα;» ρώτησε η Μάργκο.


Ο Λοιμός ξέθαψε ένα τηλεχειριστήριο από τα χαρτιά του κι άνοιξε μια εφεδρική τηλεοπτική οθόνη. Εκεί εμφανίστηκε τρεμοπαίζοντας η εικόνα του ίδιου προσώπου που είχε παγώσει το αίμα των τεχνικών που βρέθηκαν αντιμέτωποι με το μπαταρισμένο τάνκερ-μοντέλο. Με μια υπερβολικά τονισμένη ιταλική προφορά, ο Ντα Βίντσι είπε: «Αν δε μεταφερθούν πέντε εκατομμύρια δολάρια στον ακόλουθο κρυπτογραφημένο λογαριασμό μέσα σε εφτά μέρες, θα βουλιάξω πέντε τάνκερ από το στόλο της Έλινγκσον». «Ω Θεέ μου», βόγκηξε ένας από τους Αντί-. «Ήταν...;» «Αυτός, αγαπητοί μου, ήταν ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο ιός», εξήγησε ο Λοιμός. Η οθόνη έδειχνε τώρα εικόνες από απέραντες πετρελαιοκηλίδες και μολυσμένες ακτές και υδρόβια που άφηναν την τελευταία τους πνοή - φώκιες, γλάρους, ξεβρασμένα ψάρια. Μια άλλη οθόνη πρόβαλε έναν παγκόσμιο χάρτη, στιγματισμένο με κουκκίδες που αναβόσβηναν μέσα στους ωκεανούς. «Και ιδού το πρόβλημα», συνέχισε ο Λοιμός. «Έχουμε είκοσι έξι πλοία που ταξιδεύουν. Και δεν ξέρουμε ποιανών έχουν μολυνθεί τα ηλεκτρονικά δίκτυα». «Χμμ», έκανε διστακτικά ένας Αντί-, νιώθοντας προφανώς την ανάγκη να μοιραστεί τις απορίες του με τους άλλους: «Δεν μπορείς να τον εμβολιάσεις ή όπως αλλιώς το λέτε;» Ο Λοιμός ξεφύσηξε συλλογισμένος. «Οι ιοί είναι προικισμένοι με τεχνητή νοημοσύνη. Είναι σκεπτόμενες ηλεκτρονικές βόμβες. Και καμουφλάρονται άνετα μέσα σ' ένα δίκτυο τόσο μεγάλο όσο το δικό μας». Ο Έλινγκσον είχε μια ιδέα. «Ε, τότε βάλε το σύστημα σταθεροποίησης του πλοίου σε χειροκίνητο έλεγχο». Ο Λοιμός κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. «Δεν υπάρχει πια τέτοιο πράγμα. Αυτά τα πλοία κυβερνώνται απόλυτα από κομπιου-


τερ, καθοδηγούνται από δορυφόρους πλοήγησης, που τους συνδέουν με το δικό μας δίκτυο -και τον ιό- οπουδήποτε κι αν βρίσκονται στον πλανήτη. Όσο υπάρχει έστω κι ένας κομπιούτερ πάνω στο πλοίο, ο ιός μπορεί να κρύβεται μέσα του». Η Μάργκο είχε βγάλει ένα σημειωματάριο κι ένα στυλό. Είχε μανία να παίρνει σημειώσεις κι είχε ήδη γράψει κάμποσα πράγματα. Τώρα χτυπούσε νευρικά το στυλό πάνω στο σημειωματάριο της. «Λοιπόν, τι προτείνεις;» ρώτησε ανυπόμονα. Ο Λοιμός έκανε μια δραματική παύση, αφήνοντας τους λίγο στην αγωνία τους. Τους κοίταξε έναν έναν μ' ένα σφιγμένο χαμόγελο. Ξαφνικά το χαμόγελο του πλάτυνε. «Να σας πω, έχετε την τύχη να διαθέτετε ένα χαρισματικό και πανέξυπνο υπεύθυνο ασφαλείας. Ανακάλυψα από που τηλεφωνούσε ο χάκερ. Η Μυστική Υπηρεσία τον συνέλαβε σήμερα το πρωί. Τώρα δε μένει παρά να σκαλίσω στ' αρχεία του για τον αρχικό κώδικα του ιού κι έπειτα να τον εξαλείψω». Η Μάργκο είδε τα πρόσωπα γύρω της να χαλαρώνουν με φανερή ανακούφιση. Ακόμα κι ο Έλινγκσον άφησε να του ξεφύγει ένας στεναγμός. Μόνο η έκφραση της Μάργκο Γουάλας δεν είχε αλλάξει. Ο Λοιμός φαινόταν πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του, καθώς άρχισε να τους εξηγεί λεπτομέρειες. Η Μάργκο κρατούσε σημειώσεις. Όταν τελείωσε το συμβούλιο και τα στελέχη έφυγαν για τις δουλειές τους, τους ακολούθησε αμίλητη στο ασανσέρ, μολονότι το γραφείο της ήταν σ' αυτό τον όροφο. Οι άλλοι Αντί- φλυαρούσαν μεταξύ τους, αλλά εκείνη έμεινε βουβή. Ο θάλαμος κατέβηκε. Οι πόρτες άνοιξαν. Οι δυο Αντιβγήκαν, αφήνοντας τη Μάργκο μόνη με τον Υπεύθυνο Ασφαλείας Υπολογιστή. Περίμενε να κλείσουν οι πόρτες πριν του την πέσει.


«Τι στο δαίμονα ήταν όλα αυτά;» ρώτησε. Ο Λοιμός την κοίταξε κι ανασήκωσε τους ώμους. «Έπρεπε να κινηθώ γρήγορα. Ο χάκερ αντε'γραψε το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ». Πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, η Μάργκο Γουάλας έχασε την αυτοκυριαρχία της. Έγειρε στο τοίχωμα του θαλάμου για να στηριχτεί, νιώθοντας το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπο της. «Αντέγραψε το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ, είπες; Γιατί θα ήθελε κανείς ένα αρχείο με ΑΧΡΗΣΤΑ;» Ο Λοιμός ανασήκωσε τους ώμους του. «Ποιος ξέρει; Ήταν ατύχημα, αλλά έγινε - όπως το ανθρώπινο είδος. Τέλος πάντων, για να συνεχίσω, το καλό είναι ότι δεν "κατέβασε" ολόκληρο το αρχείο. Φύτεψα τον ιό για να μπορούμε να καλέσουμε τη Μυστική Υπηρεσία, να συλλάβουν το χάκερ, να κατάσχουν τον εξοπλισμό του - να κάνουν αυτοί δηλαδή ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας, για να μάθουμε πόσο μεγάλο μέρος του αρχείου έχει αντιγραφεί». «Στάσου, στάσου, να καταλάβω. Έφτιαξες έναν ιό που μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια οικολογική καταστροφή - μόνο και μόνο για να συλληφθεί ένας πιτσιρικάς;» Και πάλι το ακατανόητο, γεμάτο σιγουριά, σήκωμα των ώμων. «Ε... ναι!» Το ασανσέρ έκοψε ταχύτητα. «Ω θεέ μου», βόγκηξε η Μάργκο. «Μπορώ να τον ακυρώσω όποτε θέλω, δε χρειάζομαι κανέναν κώδικα», της εξήγησε. «Αλλά είναι η τέλεια κάλυψη για να πάρουμε πίσω τα ΑΧΡΗΣΤΑ». Η Μάργκο Γουάλας κούνησε το κεφάλι της, ανίκανη ακόμα να πιστέψει στ' αφτιά της. «Τότε βιάσου. Πάρε πίσω αυτό το αρχείο... αλλιώς θα χάσεις όλα σου τα παιχνίδια». Βγήκε στον όροφο της καφετέριας σέρνοντας τα πόδια της. «Ωραία παπούτσια!» φώναξε ο Λοιμός πίσω της.


Ο Ντέιντ ξαναχτυπάει Ο Ντέιντ δούλευε πάλι στο φορητό υπολογιστή του, πληκτρολογώντας πυρετωδώς. Οι επιδέξιοι χειρισμοί της γλώσσας προγραμματισμού, η πειρατεία και η εισβολή σε δίκτυα ήταν μια ακαταμάχητη παρόρμηση για τον Ντέιντ. Του πρόσφερε περιπέτεια, αγωνία και, τις περισσότερες φορές, επιτυχία και ικανοποίηση. Πολύ πιο συναρπαστική, σίγουρα, από τη λεγόμενη «χειροπιαστή» πραγματικότητα. Με τους κομπιούτερ έχεις τουλάχιστον κάποιου είδους έλεγχο. Ο ψηφιακός κόσμος διέπεται από μια παρήγορη αρμονία, από λογική συνάφεια. Κι είναι απαλλαγμένος από τον πόνο που... Τώρα είχε στην οθόνη ένα χάρτη της Τροχαίας του Μανχάταν για τους δρόμους. Απλώς ψαχούλευε. Ήθελε ν' ανακαλύψει πώς δούλευαν τα πράγματα. Δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να μπερδέψει οτιδήποτε. Και σίγουρα πρέπει να είσαι πολύ βλάκας για να θέλεις να χαζολογήσεις με τέτοιο υλικό. Πραγματικά δεν ένιωθε ιδιαίτερη ενοχή που είχε προκαλέσει, άθελα του, εκείνο το μπέρδεμα στη Γουόλ Στριτ· αλλά απέφευγε επιμελώς κυβερνοχώρους όπως οι κομπιούτερ ελέγχου της Εναέριας Κυκλοφορίας. Αλίμονο! Σ' αυτό το χώρο παίζεις με ανθρώπινες ζωές. Παρ' όλα αυτά, είχε ανέκαθεν άσβεστο ενδιαφέρον για το πώς λειτουργούν τα πράγματα, για τις πληροφορίες. Υπάρχουν τόσες πληροφορίες στον κόσμο που προσπαθούν να σου αποκρύψουν. Αυτή είναι μια από τις ομορφιές της πειρατείας: η περιέργεια είχε βρει επιτέλους ένα εξαιρετικό κλειδί για να μπαίνει σε διάφορες περιοχές της γνώσης. Ο Ντέιντ τρελαινόταν να δρασκελίζει αυτά τα κατώφλια και να εξετάζει τους θησαυρούς που κρύβονταν πίσω τους. Πάτησε ένα συνδυασμό πλήκτρων. Ο φορητός εκτυπωτής


λέιζερ που ήταν συνδεδεμένος με τον υπολογιστή άρχισε να τυπώνει ένα λεπτομερή χάρτη του Μανχάταν. Υπήρχε κι ένας άλλος λόγος που τον ενδιέφερε τόσο αυτό το υλικό... Άξαφνα στην οθόνη του φορητού του εμφανίστηκε ένας ψηφιακός βούβαλος με ρουθούνια τεντωμένα από οργή. Κάτω από το αγριεμένο ζώο σχηματίστηκε ένα μήνυμα: Ο ACID BURN ΔΙΑΤΑΖΕΙ: ΔΙΝΕ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΜΟΥ, ΠΑΝΗΛΙΘΙΕ! «Μη χειρότερα!» έκανε ξαφνιασμένος ο Ντέιντ. «Πάλι εσύ;» Πληκτρολόγησε βιαστικά μια απάντηση: Ο CRASH OVERRIDE ΑΠΑΝΤΑΕΙ: ΑΝΤΕ ΠΝΙΞΟΥ Ξαφνικά άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο Ντέιντ στράφηκε απότομα. Οι ξαφνικοί εξωτερικοί ήχοι τον τρόμαζαν πάντα, από τότε που η Μυστική Υπηρεσία είχε γκρεμίσει την πόρτα του δωματίου του στο Σιάτλ. Κι ιδιαίτερα τώρα, μ' όλα αυτά που είχε ακούσει για τον Τζόι Χάρντκαοτλ. Μπα, παραλογιζόταν. Η φαντασία του οργίαζε. «Μπορώ να μπω;» Η φωνή της μητέρας του. Φυσικά. Ωστόσο δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα στεναγμό ανακούφισης. Έσβησε βιαστικά τον υπολογιστή του. (Έτσι κι αλλιώς, είχε πέσει σε αδιέξοδο, οπότε δεν έχασε τίποτα.) Έπειτα πήδηξε στο κρεβάτι του και πήρε ένα τεύχος του Futuresex από μια στοίβα που είχε στο κομοδίνο του. «Ναι, έμπα μέσα, μαμά». Εκείνη μπήκε και χαμογέλασε όταν τον είδε να πασχίζει τάχα να κρύψει το πονηρό περιοδικό. Ο Ντέιντ δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η μητέρα του προτιμούσε να ξέρει ότι διάβαζε παλιοφυλλάδες παρά ότι σέρφαρε στον κυβερνοχώρο. Το έβρισκε φυσιολογικότερο για ένα νεαρό έφηβο. Η Λόρεν Μέρφι κοίταξε τριγύρω. «Βλέπω ότι τα πράγματα σου είναι ακόμα μέ-


σα στις κούτες». Πήρε μια βαθιά ανάσα, αποφασίζοντας να το παραβλέψει. «Τέλος πάντων. Τι θα 'λεγες να χαζολογήσουμε μαζί απόψε;» «Όχι, ευχαριστώ», είπε αμήχανα ο Ντέιντ. Η μητέρα του προσπαθούσε να τον πλησιάσει. «Θα 'χει πλάκα», είπε η Λόρεν Μέρφι, διατηρώντας το κέφι της. «Μπορούμε να καθίσουμε στο πάτωμα, μπροστά στην τηλεόραση, και να σκοτώσουμε μερικά εγκεφαλικά κύτταρα». «Μπα, δεν είναι καλή ιδέα», είπε ο Ντέιντ. «Είμαι ψόφιος. Θα πέσω για ύπνο, μάλλον». «Α. Καλά. Όπως θέλεις. Ναι, υποθέτω ότι τελευταία έχεις κάνει κάμποσες ολονυχτίες». Πήγε προς την πόρτα, κοντοστάθηκε. Κοίταξε το ρολόι της. «Θα πέσεις για ύπνο είπες; Μα, είναι μόλις οχτώ η ώρα». «Σου είπα, μαμά, είμαι πτώμα». «Εντάξει. Το αναβάλλουμε, λοιπόν;» «Έγινε. Θα το κανονίσουμε καμιά μέρα». «Ωραία, Ντέιντ. Και να θυμάσαι. Αν υπάρχει κάτι που θέλεις να μου πεις... εδώ είμαι, έτσι;» «Ναι, μαμά. Μείνε ήσυχη». Την κοίταξε βουβός να βγαίνει απ' το δωμάτιο. Περνούσε μια δύσκολη περίοδο της ζωής της, αυτό το καταλάβαινε. Απλώς ήλπιζε ότι θα έβρισκε κάποιο πλούσιο δικηγόρο ή κάτι τέτοιο για να το ξεπεράσει.

Razor και Blade Αργότερα, αφού είχε τελειώσει τις διάφορες πειρατικές επιδρομές του εδώ κι εκεί (αποφεύγοντας ευτυχώς τον Acid Burn), o


Ντέιντ ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του. Έτσι σηκώθηκε απ' το κρεβάτι, άνοιξε την τηλεόραση του δωματίου του κι έβαλε στο βίντεο μια κασέτα που του είχε δανείσει ο Nikon. «Μερικές από τις καλύτερες στιγμές των Razor και Blade», του είχε πει ο απίθανος μαύρος. «Λίγα ψήγματα από την κουλτούρα του χάκερ της μεγαλούπολης, μια ευγενική προσφορά του υποφαινόμενου». Η ποιότητα της παραγωγής ήταν χειρότερη κι από του «Γουέινς Γουόρλντ», αλλά οι δυο Γιαπωνέζοι είχαν μια ιδιαίτερη γοητεία. Θύμιζαν δυο ζωηρά ηλεκτρόνια που αναπηδούν μακριά από το μόριο, προσπαθώντας να εκτοξευτούν με την ταχύτητα του φωτός σε κάποιο μακρινό, παρθένο τόπο. Ο Ντέιντ παρακολουθούσε μασουλώντας κρακεράκια. Ήξερε ήδη τα περισσότερα απ' αυτά που έλεγαν, αλλά απολάμβανε τον τρόπο που τα έλεγαν. Όλη αυτή την ώρα σκεφτόταν τον Τζόι Χάρντκαστλ. Ένιωθε κάπως ένοχος. Ήξερε από πρώτο χέρι τι θα περνούσε τώρα ο Τζόι - το είχε ζήσει άλλωστε. Κι ο Τζόι ήταν σε χειρότερη μοίρα, αφού ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που παρακολουθούσε αυτή την κασέτα. Ήλπιζε ότι ο Razor κι ο Blade, με το διεστραμμένο, ριζοσπαστικό τους τρόπο, ίσως του αποκάλυπταν γιατί είχε γίνει ο ίδιος χάκερ, γιατί είχε απλωθεί τόσο η υποκουλτούρα της πειρατείας δεδομένων. Γύρω στη μέση της κασέτας, ήρθε η στιγμή που περίμενε: Ο Razor κόλλησε τη μύτη του στο φακό της κάμερας. «Μπουκάραμε, δικέ μου, μπουκάραμε!» φώναξε. Ο Blade κοίταξε την κάμερα πάνω απ' τον ώμο του Razor. «Έι, ψυχραιμία, κόσμε!» «Εσύ, εκεί! Έχεις ένα πελώριο κομμάτι ποπκόρν κολλημένο στα δόντια σου, δικέ μου!» είπε ο Razor.


Ο Blade ανακοίνωσε: «Σοβαρά τώρα, είμαστε εδώ για να αντικρούσουμε τον ορισμό που δίνουν ορισμένοι στον τίτλο χάκερ». «Ακριβώς», συμπλήρωσε ο Razor. «Μην αφήνετε να σας παραμυθιάζουν. Είναι κακιά λέξη μόνο γι' αυτούς που θέλουν να κρατήσουν για τον εαυτό τους πληροφορίες που σας ανήκουν δικαιωματικά». «Αυτό είναι! Που θέλουν να μας εμποδίσουν να πολεμήσουμε το Μεγάλο Αδερφό!*» «Ξέρατε, ας πούμε, ότι ήταν χάκερ αυτός που ανακάλυψε ότι οι υπηρεσίες που ελέγχουν τις πιστώσεις σας κρατάνε παράνομα φακέλους γύρω από τη φυλή σας, τη θρησκεία και τις σεξουαλικές σας προτιμήσεις;» «Ένας χάκερ είναι ελευθερωτής πληροφοριών». «Ένας desperado δεδομένων». «Κάποιος που ξέρει ότι οι πληροφορίες...» «...ποθούν την ελευθερία τους!» συμπλήρωσαν με μια φωνή. Κούνησαν τα δάχτυλα τους στην κάμερα κι άρχισαν να πηδάνε πάνω κάτω στο κρεβάτι τους, χαχανίζοντας και κάνοντας ό,τι περιμένει κανείς από δυο πανέξυπνους καμικάζι-φρικιά σαν αυτούς. Ο Ντέιντ παρακολούθησε την ταινία λίγη ώρα ακόμα. Μολονότι δεν είχε ηρεμήσει, αυτή η μικρή διακήρυξη τον είχε παρηγορήσει κάπως. Ναι, σκέφτηκε, όταν τελικά ένιωσε τα βλέφαρα του να βαραίνουν. Αυτός είναι τελικά ο σκοπός. Αλλά, για να ελευθερωθούν οι πληροφορίες... ...Ποιο είναι άραγε το τίμημα;

* Αναφορά στο βιβλίο 1984 του Τζορτζ Όργουελ. (Σ.τ.Ε.)


Λόρεν Αργότερα ο Ντέιντ ξύπνησε. Πήγε σκουντουφλώντας στην τουαλε'τα. Έξω πρόσεξε ότι το φως του σαλονιού ήταν ακόμα αναμμένο. Κρυφοκοίταξε κι είδε ότι η μητε'ρα του είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, ντυμένη κανονικά. Στο χέρι της κρατούσε ακόμα ένα στυλό και γύρω της ήταν σκόρπια χαρτιά. Πάνω στα γόνατα της είχε μια αριθμομηχανή, με το καλώδιο της συνδεδεμένο σε μια πρίζα στον τοίχο. Την κοίταξε για λίγο. Ήταν φανερό ότι περνούσε μεγάλη πίεση τελευταία. Ίσως έπρεπε να είχε κάτσει μαζί της απόψε, να δουν λίγη τηλεόραση. Μάλλον ένιωθε μοναξιά. Ναι. Ίσως αυτό να 'ταν και το δικό του πρόβλημα. Την πλησίασε αθόρυβα και της έβγαλε τα παπούτσια. Πήρε την αριθμομηχανή απ' τα πόδια της και την άφησε στο τραπεζάκι του καφέ. Έπειτα βρήκε μια κουβέρτα και τη σκέπασε. Ο Ντέιντ Μέρφι κοντοστάθηκε και την κοίταξε λίγο ακόμα. Ήταν στ' αλήθεια πολύ όμορφη. Σχεδόν μπορούσε να τη φανταστεί στην ηλικία του. Ήταν αλλόκοτο να φαντάζεται τη μαμά του σε εφηβική ηλικία, αλλά φυσικά είχε περάσει κι εκείνη από κει. Ναι, πρέπει οπωσδήποτε να καθίσουμε ένα βράδυ να δούμε λίγη τηλεόραση μαζί, αποφάσισε. Ή... ακόμα καλύτερα... να πάρω απ' τον Phreak ένα απ' αυτά τα τσάμπα εισιτήρια για σόου του Μπρόντγουεϊ και να τη βγάλω έξω.

Θα της άρεσε αυτό. Αφού ήταν που ήταν στη Νέα Υόρκη, γιατί να μην εκμεταλλευτούν αυτά που είχε να προσφέρει η μεγαλούπολη; Έσβησε το φως και γύρισε αθόρυβα στο δωμάτιο του.


Σχο α ν α κ ρ ι τ ι κ ό γ ρ α φ ε ί ο Ένας από τους δίδυμους πύργους του Παγκόσμιου Εμπορικού Κέντρου στεγάζει και τα κεντρικά της Μυστικής Υπηρεσίας. Ανάμεσα στα γραφεία της είναι κι ένα που χρησιμοποιείται για τις ανακρίσεις ρουτίνας υπόπτων που έχουν αναμειχθεί σε εγκλήματα που απασχολούν τη Μυστική Υπηρεσία: την ασφάλεια των Προέδρων και των συνεργατών τους, τέως και νυν την παραχάραξη χρημάτων, παλιά και τωρινή· και, πιο πρόσφατα, τα ηλεκτρονικά εγκλήματα. Σ' αυτό το δωμάτιο έσυραν τώρα τον τελευταίο ύποπτο. Φορούσε ακόμα τα σιδερένια βραχιόλια του και στηριζόταν ακόμα από τους υπερβολικά μυώδεις πράκτορες που τον είχαν αναλάβει προσωπικά. Έμοιαζε σαν να τον είχαν βγάλει μόλις από μια μπανιέρα γεμάτη παγάκια. Έτρεμε ολόκληρος και τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα με φόβο και δάκρυα. Έτσι είχε καταντήσει ο Τζόι Χάρντκαστλ - μ' άλλα λόγια, δεν είχε παρουσιάσει καμιά βελτίωση από το ίδιο πρωί. Τον άφησαν κλειδωμένο σ' ένα δωμάτιο όλη τη μέρα, επιτρέποντας του μόνο να μασουλήσει δυο χάμπουργκερ και πατάτες τηγανητές και ν' αναλογιστεί το έγκλημα του εναντίον του κράτους. Μόνο τώρα, αφού του άφησαν λίγο χρόνο να σκεφτεί πιο ψύχραιμα τα πράγματα, άρχισαν να του κάνουν κάποιες απλές ερωτήσεις. Στο δωμάτιο που τον κουβάλησαν τώρα, είχαν μεταφέρει ήδη τα όργανα του εγκλήματος: τον υπολογιστή και τα περιφερειακά του. Δυστυχώς η Λουσι ήταν για κλάματα. Το μεταλλικό κάλυμμα της κεντρικής μονάδας της είχε ανοιχτεί βίαια κι είχε ξαναβιδωθεί όπως όπως. Η οθόνη ήταν ραγισμένη και το πληκτρολόγιο τόσο χτυπημένο, ώστε έμοιαζε κοίλο πια. Όλα ήταν αδίστακτα κακοποιημένα. Νέα δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια του Τζόι, που


άγγιξε τις πληγές και τα τραύματα της αγαπημένης του προτού οι πράκτορες τον καθίσουν σε μια καρέκλα και βολευτούν κι οι ίδιοι δεξιά κι αριστερά του, πανέτοιμοι ν' αντιδράσουν σε κάθε απόπειρα απόδρασης. Ο πράκτορας Γκιλ μπήκε στο γραφείο, βλοσυρός, επίσημος κι αμείλικτος, απόλυτος κύριος της κατάστασης, κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ. Ήταν αξύριστος κι είχε σηκώσει τα μανίκια του κάτασπρου πουκαμίσου του ως τους αγκώνες και χαλαρώσει τη γραβάτα του. Με λίγα λόγια, φαινόταν προετοιμασμένος να μείνει εκεί μέσα πάρα πολλές ώρες - όσο χρειαζόταν για να πάρει αυτό που ήθελε. «Φίλε μου», είπε παγερά στον ύποπτο. «Ξέρουμε ό,τι έκανες». Έσκυψε πιο κοντά, μπουκώνοντας τον νεαρό με τη μυρωδιά του δείπνου του. «Δε μένει παρά να μας πεις τα υπόλοιπα». Ο Τζόι ρούφηξε τη μύτη του. Φαινόταν έτοιμος να σπάσει. Παρ' όλα αυτά, δεν κατάφερνε ν' αρθρώσει λέξη. Ο Γκιλ τραβήχτηκε λίγο, αλλά ο τόνος του παρέμεινε σταθερός και επιτακτικός. «Έχουμε αποδείξεις ότι εισέβαλες στο δίκτυο της Έλινγκσον και φύτεψες έναν υπερβολικά καταστροφικό ιό». «Ε-εγώ;» κατάφερε να ψελλίσει ο Τζόι. «Δεν έκανα τέτοιο πράγμα, τ' ορκίζομαι!» Ο Γκιλ έσκυψε από πάνω του, επιβλητικός, βάζοντας το χέρι του στην πλάτη της καρέκλας του νεαρού και τεντώνοντας τους μυς του, μέχρι που φλέβες και νεύρα διακρίνονταν σαν χοντρά σκοινιά. «Άκου, φίλε μου, αν δε συνεργαστείς σε περιμένει μια μακριά και δαπανηρή δίκη. Θα κλειστείς σε αναμορφωτήριο και -αυτό σ' το εγγυώμαι προσωπικά- οι γονείς σου θα βουλιάξουν οικονομικά». Ο Τζόι προσπαθούσε να πει κάτι. Έκρωξε κάτι ακατάληπτο


κι ο Γκιλ έσκυψε να τον ακούσει. Αλλά αντί για λέξεις, από τον αξιοθρήνητο Τζόι βγήκαν μόνο μύξες και σάλια. Ο Γκιλ σκούπισε το πρόσωπο του με το μαντίλι του κι έπειτα το πέταξε σ' έναν από τους πράκτορες του. «Κοίτα τι θα κάνεις εδώ. Θα γυρίσω σ' ένα λεπτό, όταν έχει ξαναβρεί στοιχειωδώς τον αυτοέλεγχο του». Ο Γκιλ βγήκε ορμητικά από το γραφείο. Έξω τον περίμενε ο Υπεύθυνος Ασφαλείας Υπολογιστή της Έλινγκσον. «Βρήκατε το πρόγραμμα του ιού σε κάποια από τις δισκέτες που κατασχέσαμε;», τον ρώτησε ο Γκιλ, γυρνώντας να κοιτάξει τον ύποπτο μέσα από τον καθρέφτη μονής κατεύθυνσης που τους χώριζε. Είδε έναν πράκτορα του να χρησιμοποιεί το μαντίλι του για να καθαρίσει τη μύτη του νιάνιαρου. «Όχι», απάντησε ο Γιουτζίν «Λοιμός» Μπέλφορντ. Κοίταξε κι εκείνος μέσα στο γραφείο και κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. «Ή πολύ έξυπνος είναι ή πολύ ηλίθιος». Ο Γκιλ χτύπησε τη γροθιά του στην παλάμη του. «Τότε ή την καταχώνιασε κάπου ή έχει συνένοχο. Θα τον βγάλουμε έξω μέχρι να του απαγγελθούν κατηγορίες και στο μεταξύ θα τον παρακολουθούμε στενά, για να δούμε αν μας οδηγήσει στη δισκέτα που ψάχνετε». «Φαίνεται καλή ιδέα. Ελπίζω να μη σας ξεγέλασε αυτή η δακρύβρεχτη παράσταση», είπε ο Λοιμός. «Ούτε μια στιγμή. Αυτό το παλιόπαιδο είναι πανούργο και πανέξυπνο και του αξίζει Όσκαρ ηθοποιίας. Το βλέπω μέσα στα παμπόνηρα μάτια του. Αλλά -να το θυμάσαι αυτό- δεν είναι ικανός να κοροϊδέψει ούτε εμένα ούτε τους άντρες μου. Θα πάρουμε αυτό που θέλετε κι αυτό το ρεμάλι θα τιμωρηθεί παραδειγματικά». Ο Λοιμός συγκατένευσε. «Αυτό χρειάζονται τέτοιοι εγκληματίες. Και μόλις τελειώσει αυτή η ιστορία, θα φροντίσω να μάθουν όλοι πόσο σπουδαία δουλειά κάνετε εσείς κι οι άντρες


σας». Κούνησε το κεφάλι του με έμφαση. «Κι αυτοί οι ανεύθυνοι τρομοκράτες θα μάθουν ότι υπάρχει τάξη στον κόσμο του αύριο, όπως υπάρχει στον κόσμο του σήμερα». «Πολύ σωστά!» συμφώνησε συγκατανεύοντας ο Γκιλ, ισιώνοντας το όπλο στη θήκη του. «Η Μυστική Υπηρεσία, κύριε Μπέλφορντ, έχει τον πλήρη έλεγχο». «Ε... Λοιμός, παρακαλώ...» «Ασυνήθιστο παρατσούκλι». Ο άντρας χαμογέλασε. «Δε νομίζω ότι θα το ξεχάσετε όμως, έτσι δεν είναι;» Ο Γκιλ τον κοίταξε αμήχανα κι έπειτα γύρισε στο ανακριτικό γραφείο για να δει αν μπορούσε να βγάλει κάτι απ' τον νεαρό πριν τον αφήσει ελεύθερο. Ίσως αν τον απειλούσαν ότι θα διέλυαν τον κομπιούτερ του μ' ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ...

Αντιπαράθεση Την επόμενη μέρα ο Λοιμός πήγε επίσκεψη στον Ντέιντ Μέρφι. Ήταν μια ενδιαφέρουσα μέρα για τον Ντέιντ. Τον απασχολούσε ακόμα η ίδια απορία, το γιατί είχε τέτοια εμμονή με τους κομπιούτερ. Την ώρα του γεύματος, πάνω από σάντουιτς με κρέας άγνωστης προέλευσης και παγωτά, ο Phreak διάβαζε ένα τεύχος του περιοδικού 2.600, της εφημερίδας των χάκερ. «Έι, φίλε, άκου αυτό εδώ», είχε πει ο Phreak και διάβασε ένα απόσπασμα: «Αυτός είναι τώρα ο κόσμος μας, ο κόσμος των ηλεκτρόνιων και των διακλαδώσεων, το μεγαλείο των μονάδων baud*. ΕΜΕΙΣ ε* Μονάδα μέτρησης του ρυθμού μετάδοσης δεδομένων (BD). (Σ.τ.Μ.)


πωφελούμαστε από μια υπηρεσία που προϋπάρχει και που θα ήταν πάμφθηνη, αν δεν ελεγχόταν από ένα μάτσο κερδοσκόπους και μας αποκαλείτε εγκληματίες. Εξερευνούμε και μας αποκαλείτε εγκληματίες. Ζητάμε τη γνώση και μας αποκαλείτε εγκληματίες. Ζούμε ειρηνικά, αδιαφορώντας για εθνικότητες, φυλές ή θρησκευτικές προκαταλήψεις. Εσείς εξαπολύετε πολέμους, δολοφονείτε, εξαπατάτε, μας κοροϊδεύετε ασύστολα και προσπαθείτε να μας πείσετε ότι όλα αυτά τα κάνετε για το καλό μας - κι ωστόσο, εμείς είμαστε οι εγκληματίες. Ναι, είμαι εγκληματίας. Το έγκλημα μου είναι η περιέργεια. Το έγκλημα μου είναι ότι είμαι εξυπνότερος από σας. Είμαι χάκερ κι αυτό εδώ είναι το μανιφέστο μου. Μπορεί να σταματήσετε εμένα, αλλά δεν μπορείτε να μας σταματήσετε όλους». Αυτά στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό του Ντέιντ όταν, αργότερα στην ίδια μέρα, πήγε στο γραφείο της Συμβούλου Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Η κυρία Μερτζ, η Συμβουλος, μέσα σ' ένα συνονθύλευμα από σημειώματα κι εκτυπώσεις, είχε προσπαθήσει να επιλέξει το καλύτερο κολέγιο για να συνεχίσει τις σπουδές του ο Ντέιντ Μέρφι. «Πριν από λίγο είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τη μητέρα σου, Ντέιντ. Λέει ότι σ' ενδιαφέρουν πολύ οι κομπιούτερ». «Οι κομπιούτερ», επανέλαβε ο Ντέιντ. «Ναι, σωστά. Ειδικά με το φάκελο μου». «Παρακαλώ;» Φυσικά η κυρία Μερτζ δεν είχε ιδέα τι εννοούσε ο Ντέιντ. Ο φάκελος του ήταν παλιά ιστορία. Τώρα πια θα βρισκόταν θαμμένος κάπου μέσα σε ηλεκτρονικά αρχεία αλλά ο Ντέιντ Μέρφι ήξερε καλά ότι, αν ήθελες πληροφορίες γύρω από ένα άτομο, αρκούσε να χτυπήσεις τις σωστές πόρτες... «Έχεις σκεφτεί να σπουδάσεις Πληροφορική στο Πάνε-


πιστήμιο της Νέας Υόρκης ή στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης;» ρώτησε η κυρία Μερτζ. Και τότε το συνειδητοποίησε ο Ντέιντ... Ένας χάκερ εξερευνούσε, ζητούσε τη γνώση... αλλά υπήρχε κάτι παραπάνω... Σ' έναν κόσμο όπου πληροφορία ίσον εξουσία, μόνο ένας χάκερ έχει μια ελπίδα να ελέγξει τη μοίρα του. Επειδή ένας χάκερ, στο κάτω κάτω, μπορεί να ελέγξει τις πληροφορίες. Όταν άναψε αυτός ο γλόμπος μέσα στο κεφάλι του, ο Ντέιντ Μέρφι χαμογέλασε ασυναίσθητα. «Ναι. Γιατί όχι;» είπε. Η πειρατεία στα δίκτυα του ΜΙΤ ή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης θα είχε μεγάλη πλάκα. Το πρόσωπο του έλαμπε απ' αυτό το χαμόγελο όλο το απόγευμα, σ' όλο το δρόμο της επιστροφής με τον ηλεκτρικό. Αλλά τότε, μόλις άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος του, το χαμόγελο έσβησε αυτόματα απ' το πρόσωπο του, όταν τον άρπαξε από πίσω ο Μυστικός Πράκτορας Ρέι και τον κόλλησε στον τοίχο. Ένας άλλος, λιγότερο γεροδεμένος πράκτορας, ονόματι Μπομπ, τον σκούντησε να προχωρήσει. Στην αρχή ο Ντέιντ νόμισε ότι επρόκειτο για διάρρηξη ή για κάποια τελείως νεοϋορκέζικη φάση. Ώσπου πρόσεξε τις γραβάτες και τα καλογυαλισμένα παπούτσια και μύρισε την άφτερ σέιβ. Ο Τζόι, σκέφτηκε αμέσως. Σίγουρα έχει να κάνει με τον Τζόι Χάρντκαστλ. Ευτυχώς η μητέρα του έλειπε. Άλλη μια εισβολή από τη Μυστική Υπηρεσία θα την έκανε καρδιακή. Οι δυο μυώδεις πράκτορες τον έσπρωξαν βίαια μέσα στην κρεβατοκάμαρα του για την πρώτη του συνάντηση με τον Λοιμό. Ο τύπος καθόταν στον κομπιούτερ του Ντέιντ, παρακολουθώντας τη γλώσσα μηχανής που ρόλαρε στην οθόνη. Σίγουρα ει-


χε χτενίσει τα μαλλιά του κάποτε, ίσως πέρσι. Φορούσε μπλουζάκι μ' ε'να μεγάλο βολβό ματιού που κοίταζε από το στήθος του, μαύρο μπουφάν και τζιν πάνω από ακριβά μποτάκια ίου μπάσκετ. Θύμιζε προγραμματιστή-τεχνοφρικιό από τη Σίλικον Βάλει. Υπήρχε άλλος ένας πράκτορας, μεγαλύτερος, μέσα στο δωμάτιο - μάλλον ο επικεφαλής. Δεν ήταν άλλος από τον Γκιλ. Για κάποιο λόγο, ωστόσο, ο Ντέιντ κάρφωσε το βλέμμα στον άντρα που καθόταν στον υπολογιστή. Το ένστικτο του του φώναζε: Αυτός είναι ο Εχθρός.

«Κάθισε στο κρεβάτι», τον πρόσταξε ο γορίλας της Μυστικής Υπηρεσίας που λεγόταν Ρέι. «Κράτα τα χέρια σου σε σημείο που να τα βλέπουμε», πρόσθεσε ο Μπομπ. Ο Ντέιντ υπάκουσε. Έμεινε εντελώς ακίνητος κι ανέκφραστος, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατήσει το κύμα φόβου και αδρεναλίνης που ξεχυνόταν τώρα στο κορμί του. Επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις για να διατηρήσει τον αυτοέλεγχο του. Ο τύπος στον κομπιούτερ στράφηκε προς το μέρος του. Είχε ένα υπεροπτικό ύφος και φαινόταν άνετος και σίγουρος ενώ τον κοίταζε εξεταστικά με τα γκριζογάλαζα μάτια του πίσω από πανάκριβα γυαλιά. «Ξέρεις, μικρέ, χρειάστηκε να ψάξω σε μόνιμα αντίγραφα για να σε βρω. Στα αρχεία του Στάντον συγκεκριμένα - φοβερό, ε;» Χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλα του στο γραφείο ξεροβήχοντας. Ο Ντέιντ ήταν έτοιμος να πει κάποια εξυπνάδα, αλλά προτίμησε να κρατήσει το στόμα του κλειστό και ν' αφήσει αυτό τον αλλόκοτο τύπο να κάνει όλη την κουβέντα. «Με λένε Λοιμό. Ίσως και να 'χεις δει τη δουλειά μου εδώ κι εκεί παλιά, στις πρώτες περιπλανήσεις σου στο κυβερνοδιάστημα». Έψαξε για κάποιο ίχνος αναγνώρισης στο πρόσωπο του Ντέιντ.


Δε βρήκε τίποτα. Ανασήκωσε τους ώμους. «Τέλος πάντων. Ας μη μακρηγορούμε: το 1988, ένας επικίνδυνος ιός κατέστρεψε 1.500 δίκτυα σε μια μέρα». Ο Ντέιντ δεν μπόρεσε να μη διορθώσει το λάθος. «1.507, για την ακρίβεια». «Εδώ είμαστε», είπε ένας από τους πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας. «Σου στοίχισε εφτά χρόνια αποκλεισμό από τους κομπιούτερ», είπε ο μεγαλύτερος τύπος, ο επικεφαλής, μιλώντας σαν τον Τζο Φράιντεί με βρογχοκήλη. «Σου απαγόρευσαν ακόμα και τη χρήση ψηφιακού τηλεφώνου». «Θα πρέπει να ήταν κόλαση, έτσι, Zero Cool;» To τεχνοφρικιό έστριψε την καρέκλα του, απολαμβάνοντας το ελαφρύ της τρίξιμο. «Αναρωτιέμαι, ωστόσο, ένας τύπος σαν εσένα δε θα έβρισκε τρόπο να σερφάρει στο κυβερνοδιάστημα κάπου κάπου;» Ανασήκωσε τους ώμους. Η καρέκλα έτριξε. «Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ας εξετάσουμε μερικά γεγονότα εδώ. Ένας ιός φυτεύτηκε στο ηλεκτρονικό δίκτυο της 'Ελινγκσον Μίνεραλ. Εσύ ήσουν ο πρώτος μας ύποπτος». Έκανε μια πλατιά κίνηση με το χέρι του. «Ώσπου ξεσκαρτάρισα το υλικό σου και δε βρήκα ούτε ίχνος του». Ο Γκιλ είπε: «Παρ' όλα αυτά, πιστεύουμε ότι ο Τζόι Χάρντκαστλ έχει σχέση με τον ιό στην Ελινγκσον. Ο ίδιος ή ο συνένοχος του έχει στην κατοχή του μια δισκέτα που ο κύριος Μπέλφορντ από δω χρειάζεται για ν' αχρηστεύσει τον ιό. Θέλουμε να μας βοηθήσεις να τη βρούμε». Ο Γκιλ έγνεψε στους δυο άντρες του. «Εντάξει, έλαβε το μήνυμα. Μπορούμε να φύγουμε τώρα». Έβγαλε μια κάρτα του και την έχωσε στην τσέπη του Ντέιντ. «Αυτό για να ξέρεις πού θα με βρεις, κύριε Μέρφι». «Ω, ευχαριστώ». Ο Λοιμός έγραφε στον κομπιούτερ του Ντέιντ. «Το αναγνωρίζεις αυτό, έτσι δεν είναι;»


Ο Ντέιντ κοίταξε τη γλώσσα μηχανής στην οθόνη, πράγματικά ξαφνιασμένος. Αναρωτήθηκε που την είχε ξεθάψει ο Λοιμός. «Έχω καιρό να το δω», είπε. «Μου φαίνεται απίστευτο ότι ήσουν μόλις έντεκα χρονών, όταν το 'γραψες», είπε το τεχνοφρικιό. «Είναι εντυπωσιακός ιός». «Ευχαριστώ». «Παρ' όλα αυτά, υπάρχει ένα μικρό λαθάκι. Το εντόπισες από τότε;» Το τεχνοφρικιό πέρασε με κύλιση το μεγαλύτερο τμήμα του προγράμματος και σταμάτησε σε μια αράδα. Πάτησε ένα πλήκτρο κι άλλαξε ένα σύμβολο » σε «. Ο Ντέιντ κοίταζε σαν υπνωτισμένος για μερικές στιγμές. «Να πάρει!» είπε. «Έχεις δίκιο!» Μα ποιος είναι αυτός ο τύπος; αναρωτήθηκε. «Ντέιντ, ξέρω πώς νιώθεις με την προοπτική να καρφώσεις τους φίλους σου, αλλά είμαστε κι οι δυο χάκερ και καταλαβαινόμαστε. Για μας δεν υπάρχουν πράγματα όπως η οικογένεια ή οι φίλοι. Ο καθένας από μας είναι η ίδια του η πατρίδα, με πρόσκαιρους συμμάχους κι εχθρούς. Θα ήθελα να κάνω μια συμφωνία μαζί σου». «Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Ντέιντ. «Είμαι αυτός που σε καταλαβαίνει», απάντησε ο Λοιμός. «Λοιπόν, τι λες, μπορούμε να γίνουμε σύμμαχοι;» Έτεινε το χέρι του. Ο Ντέιντ το κοίταξε καχύποπτα. Προσπάθησε να παραστήσει ότι το σκεφτόταν ειλικρινά. «Μπα», είπε τελικά. «Δεν παίζω καλά συνεταιρικά». Ο Λοιμός χαμογέλασε. «Πρόσεχε με ποιους "φίλους" συνεταιρίζεσαι. Ένας φάκελος σαν τον δικό σου θα μπορούσε να γίνει αιτία να σε πετάξουν κλοτσηδόν απ' το σχολείο. Κανένα κολέγιο δε θα σε δεχτεί. Ίσως και να καταλήξεις στη στενή. Κι εκεί δεν υπάρχει μέλλον. Θ' αποκλειστείς απ' οποιονδήποτε κι οτιδήποτε


αγαπάς». Έβγαλε μια δισκέτα από τον κομπιούτερ κι ε'σβησε το μηχάνημα, σβήνοντας αυτόματα και τον ιό του Ντέιντ. «Θα τα ξαναπούμε. Προσπάθησε να μην μπλέξεις πουθενά, έτσι;» «Μείνε ήσυχος», είπε ο Ντέιντ. Το χαμόγελο παρέμεινε στο πρόσωπο του άλλου. «Ευχαριστώ». Ο Λοιμός βγήκε από το δωμάτιο. Ο Ντέιντ άδειασε τα πνευμόνια του κι έφερε τα χέρια στο πρόσωπο του. Άφησε τα αισθήματα του ελεύθερα και ρίγησε ολόκληρος. Να πάρει! Είχε επιστρέψει πανηγυρικά στις τάξεις των κορυφαίων κι όμως δεν ένιωθε καμιά ικανοποίηση! Άκουσε τον Λοιμό να φεύγει, βροντώντας πίσω του την εξώπορτα. Κάθισε εκεί για λίγο, παίρνοντας βαθιές ανάσες, ανακτώντας την αυτοκυριαρχία του. Δεν μπορούσε να χωνέψει ότι είχαν μπουκάρει σπίτι του έτσι απλά, χωρίς καν ένταλμα ερεύνης. Κοίταξε τριγύρω. Το περιεχόμενο απ' όλες τις κούτες ήταν πεταμένο στο πάτωμα. Οι εφεδρικές δισκέτες του ήταν σκορπισμένες τριγύρω και φανερά σκαλισμένες. Μέσα του άρχισε να φουντώνει η οργή. Τι είχε απογίνει η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων; Από πότε επικράτησε ο φασισμός; Άκουσε την εξώπορτα ν' ανοίγει και να ξανακλείνει. Τι θέλανε πάλι; Γιατί ξαναγύρισαν; Αυτό λεγόταν διάρρηξη πλέον! Η μητέρα του έχωσε το κεφάλι της στο άνοιγμα της πόρτας, κοίταξε το πανδαιμόνιο που είχαν αφήσει πίσω τους οι πράκτορες και χαμογέλασε πλατιά. «Ντέιντ!» είπε πρόσχαρα. «Επιτέλους, αποφάσισες ν' αδειάσεις τις κούτες!»


«9»

Το π ά ρ τ ι Ήταν το επόμενο βράδυ μετά την επιδρομή της Μυστικής Υπηρεσίας στο σπίτι του κι ο Ντέιντ Μέρφι ανέβαινε μια στενή σκάλα προς ένα διαμέρισμα του Σόχο, μαζί με τον Fantom Phreak, τον Lord Nikon και τον Cereal Killer. Η σκάλα μύριζε φρέσκια μπογιά και παλλόταν από το σαματά ανθρώπων που διασκέδαζαν και την άσιντ τζαζ που ξεχυνόταν από το διαμέρισμα. Ο Ντέιντ δεν είχε ιδιαίτερο κέφι απόψε. Με τόσες εξελίξεις στη ζωή του τελευταία, θα προτιμούσε ν' αράξει λίγο, να μείνει μόνος, να σκεφτεί σοβαρά την κατάσταση. Αλλά πάλι, νωρίτερα την ίδια μέρα είχε μια κουβέντα με τα παιδιά: «Έι, τα 'μαθές για τη σύλληψη του Τζόι;» είχε ρωτήσει ο Phreak. «Μάλλον θα 'χε να κάνει μ' εκείνη την τράπεζα στο Αϊντάχο», είχε πει ο Cereal, φανερά ανακουφισμένος που είχαν πάψει ν' ασχολούνται μαζί του. Ο Fantom Phreak είχε αναφέρει ότι οι γονείς του Cereal νοσταλγούσαν το Γούντστοκ κι είχαν μεγαλώσει το γιο τους έτσι, ώστε ν' αναπληρώσει το κενό.


«Λέτε ότι μπορούσε στ' αλήθεια να εισβάλει σε Gibson;» αναρωτήθηκε ο Phreak. «Μίλησες καθόλου μαζί του γι' αυτό;» ρώτησε ο Ντέιντ. «Όχι. Αλλά άκουσα γερή κατσάδα από τη μανούλα του, όταν του τηλεφώνησα», απάντησε ο Phreak. «Είπε ότι ο γιος της θα μείνει μέσα για τις τρεις επόμενες ζωές του! Κι ότι του απαγόρευσε ρητά να "συναναστρέφεται τους κομπιουτερομανείς φίλους του". Ρε σεις, λέτε να εννοεί εμάς;» Ένα στεγνό γέλιο κι έπειτα ένα σοβαρό κούνημα του κεφαλιού. «Η Μυστική Υπηρεσία το 'χει βάλει σκοπό να τον θάψει». Ο Ντέιντ δεν είχε σχολιάσει τίποτα απ' αυτά. Διαισθανόταν ότι, για την ώρα τουλάχιστον, ήταν καλύτερα να κρατήσει το στόμα του κλειστό σχετικά με την επίσκεψη του Φορέα της Πανούκλας. Έπρεπε να βολιδοσκοπήσει πρώτα το έδαφος. Καθώς πλησίαζαν στο διαμέρισμα που είχαν ανακαλύψει με... «χακερίστικες» μεθόδους, φυσικά, ο Ντέιντ αναγνώρισε τη μουσική. Φάνκι άσιντ τζαζ από τους US 3. Μέσα γινόταν χαμός· αν ήθελαν να χορέψουν σ' αυτό το πάρτι, θα 'πρεπε να προσέχουν που πατάνε. Ο Phreak χτύπησε την πόρτα. Ο Lord Nikon έδειξε την πρόσκληση που είχε φτιάξει πρόχειρα μέσω των ηλεκτρονικών του διασυνδέσεων. Ο τύπος που άνοιξε την πόρτα δεν της έδωσε μεγαλύτερη σημασία απ' όση θα 'δίνε σ' ένα κουπόνι προσφοράς για κορνφλέικς. Τους άφησε απλώς να περάσουν κι εκείνοι διέσχισαν το κεφάτο πλήθος που χοροπήδαγε. «Φοβερό διαμέρισμα!» σχολίασε ο Phreak ύστερα από ένα παρατεταμένο σφύριγμα θαυμασμού. «Χριστέ μου, βάζω στοίχημα ότι ακόμα κι οι κατσαρίδες εδώ μέσα είναι εισαγωγής!» «Ναι», είπε ο Lord Nikon χτυπώντας το πόδι του και κουνώντας το κεφάλι του, έχοντας παρασυρθεί ήδη από το φονικό ρυθμό. «Παλιά έφτιαχναν τέτοιου είδους διαμερίσματα - μιλάμε για


πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, τότε που υπήρχε ακόμα χώρος στο Μανχάταν. Καλό, έτσι;» Πολλοί χόρευαν, ορισμένοι φλυαρούσαν, άλλοι είχαν αράξει στους ακριβούς καναπέδες και τις πολυθρόνες, απορροφημένοι στον κόσμο τους. Υπήρχαν κάμποσοι στριμωγμένοι μπροστά σε οθόνες κομπιούτερ κι άλλοι πάλι στην κουζίνα, λεηλατώντας τις προμήθειες από ποτά, μασουλώντας σνακ και παίρνοντας αβέρτα αναψυκτικά. Το σπίτι μύριζε διάφορες κολόνιες και παρκετίνη και, αμυδρά, από φυσικές αποφορές. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες τους δεν ήταν εσφαλμένες -πράγματι γινόταν πάρτι εδώ μέσα-, δεν έβλεπαν πουθενά την Κέιτ. «Ωραίο σπίτι, έτσι;» επανέλαβε ο Phreak εντυπωσιασμένος. Ο Ντέιντ αρκέστηκε να συμφωνήσει μ' ένα σφύριγμα. Ο Phreak τους οδήγησε σε μια βιβλιοθήκη, στο βάθος του σαλονιού. «Η μαμά της βγάζει χοντρά λεφτά γράφοντας αυτά τα βιβλία ψυχολογίας, που δίνουν συμβουλές στις γυναίκες. Να, κάτι τέτοια...» Έβγαλε ένα από το ράφι. «Οι γυναίκες αγαπούν τους άντρες που, συναισθηματικά, είναι σε στάδιο αμοιβάδας».

«Αυτό εξηγεί πολλά», είπε σαρκαστικά ο Ντέιντ. Ήταν ένας τρόπος να δηλώσει ότι λίγο τον ένοιαζε αν θα έβλεπε ή όχι την Κέιτ Λίμπι. Στην πραγματικότητα όμως η προηγουμένη νύχτα ήταν γεμάτη ενοχλητικά όνειρα. Τουλάχιστον ένα απ' αυτά περιλάμβανε την οικοδέσποινα αυτού του πάρτι, λίγο γυμνό και μπόλικες ερωτοτροπίες - ώσπου η Μυστική Υπηρεσία τον είχε πάρει σηκωτό και τον είχε τσουβαλιάσει σ' ένα αεροπλάνο με προορισμό τη Σιβηρία των ΗΠΑ. Εντάξει, εντάξει, σκέφτηκε τώρα ο Ντέιντ, είναι κάπως σέξι κοπέλα... Και, έστω, τα λιγότερο εγκεφαλικά μέρη του είναι του... ε... αντιδρούσαν στην παρουσία της. Πραγματικοί προδότες!


Οι φίλοι του, αφού πήραν μερικά ποτά και φαγώσιμα, άρχισαν να εξετάζουν τις εκπροσώπους του αντίθετου φύλου. Ο Nikon έδειξε μια εκθαμβωτική ξανθιά μ' ένα κολλητό μαύρο δερμάτινο σύνολο. «Έι, κύριε C., ρίξε μια ματιά εκεί κάτω. Προς Πύργο Ελέγχου, έτοιμοι γι' απογείωση! Προσοχή στις επικίνδυνες, αιχμηρές προεξοχές...» Τα κεφάλια τους γύρισαν ταυτόχρονα προς το μέρος της κοπέλας που ήταν μερικώς ντυμένη, με μια μικροσκοπική φουστίτσα, αλλά βασικά γυμνή, και από πάνω και από κάτω. «Χριστέ μου! Καλά, βλέπετε αυτό που βλέπω;» είπε έκθαμβος ο Phreak. «Αν βλέπουμε, λέει;» έκανε ο Cereal, με μάτια που κόντευαν να πεταχτούν έξω από τις κόχες τους πίσω από τα καθρεφτέ γυαλιά του. «Εγώ έχω ορθώσει ήδη ένα μνημείο προς τιμή της...» «Χμμ. Έχω απόρρητες πληροφορίες στο σκληρό μου δίσκο», είπε ο Phreak, σμίγοντας τα φρύδια του καθώς συμβουλευόταν τον εγκέφαλο του επί του θέματος. «Ε... Λίζα Μπλερ... Ανατολική 7η Οδός, αριθμός 26, διαμέρισμα 16, τηλέφωνο 555-4817». «Πώς τα ξέρεις όλα αυτά;» Ο Phreak χαμογέλασε. «Έχω φωτογραφική μνήμη. Φοβερή κατάρα». Τα βλέμματα τους περιπλανήθηκαν τριγύρω, για να σταθούν πάνω σε μια άλλη κοπέλα που χόρευε, φορώντας ένα ασφυκτικά εφαρμοστό παντελόνι. «Σπάντεξ», είπε ο Cereal. «Είναι προνόμιο, όχι δικαίωμα». «Έι, παιδιά, βλέπω τηλέφωνο. Περιμένουν τηλεφώνημα στο Μπουένος Άιρες κάπου τώρα...» Δίπλα στο τηλέφωνο, υπήρχε μια κενή θέση στον καναπέ. Ο Ντέιντ άρπαξε μια Τζολτ Κόλα και κάθισε εκεί, ελπίζοντας ν' ακούσει το Δάσκαλο της Τηλεφωνικής Πειρατείας σε δράση. Την προσοχή του απέσπασε ένας ρέιβερ που χόρευε σαν σπαστικό


στην άλλη άκρη του δωματίου. Έμοιαζε μ' έναν από τους τραμπούκους της Μυστικής Υπηρεσίας που τον είχαν επισκεφτεί. Μπα, παρατραβηγμένο... Ο Phreak είχε μπλεξίματα με το κορίτσι του στην άλλη άκρη της ηπείρου. «Όχι, μωρό μου, δεν ήρθα με άλλη στο πάρτι. Μόνο εσένα σκέφτομαι. Αλλιώς γιατί θα σ' έπαιρνα τώρα;» Ο τύπος που ήταν με την Κέιτ στο Cyberdelia τις προάλλες, εκείνος ο ανεγκέφαλος Απόλλωνας που συστηνόταν σαν «Κέρτις», προσπέρασε τον Ντέιντ χωρίς να τον προσέξει. Ωστόσο πλεύρισε τον Phreak και τον κοίταξε υπεροπτικά. «Καλά, μάγκα μου - πάλι στο τηλεφωνικό σεξ το 'ριξες;» Ο Phreak αρκέστηκε να τον κεραυνοβολήσει με μια δολοφονική ματιά. Ο Ντέιντ κατέβασε μονοκοπανιά την Τζολτ του. Σηκώθηκε να πάρει την επόμενη. Τότε μπήκε το «Happiness in Slavery» των Nine Inch Nails κι η πίστα πήρε φωτιά. Ο Ντέιντ δεν ήταν σπουδαίος χορευτής. Κι ενώ του άρεσε η οργισμένη αναρχία αυτής της μουσικής, δεν είχε κέφι για γλέντι απόψε. Πρότεινε στους άλλους μια εξερεύνηση του σπιτιού κι εκείνοι συμφώνησαν αμέσως. «Πάμε να δούμε αν η οικοδέσποινα διαθέτει κομπιούτερ! Να δούμε με τι μαραφέτι τη βρίσκει!...» Δεν άργησαν ν' ανακαλύψουν το δωμάτιο της Κέιτ. Το αναγνώρισαν από το στερεοφωνικό πρώτης ποιότητας και μια αφίσα του Τρεντ Ρέζνορ πάνω από το κρεβάτι, μαζί με πόστερ από πίνακες των Τζόρτζια Ο' Κιφ* και Φρίντα Κάλο** στους τοίχους. Ο Ντέιντ παρατήρησε ότι δεν υπήρχαν πουθενά λούτρινα * Μια από τις πιο διακεκριμένες εκπροσώπους της αμερικανικής ζωγραφικής του 20ού αιώνα (1887-1986). (Σ.τ.Ε.) ** Σημαντική Μεξικάνα ζωγράφος (1907-1954). (Σ.τ.Ε.)


ζωάκια ούτε πινελιά ροζ. Ήταν το δωμάτιο ενός κοριτσιού που σοβάρεψε υπερβολικά νωρίς για την ψυχική της ισορροπία. «Όπα!» έκανε ο Nikon. «To βρήκα!» «Σε κάτι τέτοια, δικέ μου, ο Nikon είναι πραγματικό λαγωνικό», είπε ο Cereal. «Εγώ δε θα το 'βρισκα ποτέ. Αυτά τα μικρά μερικές φορές λες και γίνονται ένα με την ατμόσφαιρα». Ο Phreak πλησίασε αμέσως τον υπολογιστή σε μέγεθος σημειωματάριου, που στρογγυλοκαθόταν πάνω στο γραφείο, συνδεδεμένος με όλα τα περιφερειακά. Τον άνοιξε, έδωσε μια εντολή κι εξέτασε τις προδιαγραφές του. «Για δείτε εδώ, μάγκες! Δεν το πιστεύω! Έχει μόντεμ των 28.8 BPS!» Ο υπολογιστής απέσπασε οριστικά την προσοχή του Ντέιντ από το υπόλοιπο δωμάτιο. Ήταν αναμφίβολα πανάκριβος. Μέχρι που μύριζε πανάκριβα. «Απεικόνιση;» ρώτησε. «Οθόνη ενεργητικής μήτρας, μ' ένα εκατομμύριο ψυχεδελικά χρώματα. Δικέ μου, αυτή η γυναίκα ξέρει να διαλέγει». «Τον θέλω», είπε ο Nikon. «Εγώ θέλω να γεννήσει τα παιδιά μου!» επαύξησε ο Phreak. Θαύμασαν τα άψογα γραφικά και τα χρώματα της απεικόνισης των καινούριων Windows. «Στοίχημα ότι θα είναι ψώνιο στο σκοτάδι», είπε ο Cereal. «Τι περιμένεις τότε; Σβήσε τα φώτα!» είπε ο Phreak. Η τρελοπαρέα έσβησε το φως και μαζεύτηκε πάνω απ' τον κομπιούτερ, θαυμάζοντας με επιφωνήματα τις ποικίλες αποχρώσεις που εκπέμπονταν απ' αυτό το θαύμα της τεχνολογίας. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε. Ο Ντέιντ γύρισε κι είδε δυο αγκαλιασμένες φιγούρες να μπαίνουν στο δωμάτιο και να πέφτουν στο κρεβάτι. Η Κέιτ κι ο Κέρτις! Συνέχισαν τις ερωτοτροπίες, ανάμεσα στους ήχους υγρών φιλιών. Οι δραστηριότητες του ζευγαριού αποδείχτηκαν πιο ενδια-


φέρουσες από τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Ωστόσο, για κάποιο άγνωστο λόγο, ο Ντέιντ τσαντίστηκε με τη φάση. «Λοιπόν, να μερικές ενδιαφέρουσες τεχνικές διασύνδεσης», ψιθύρισε ο Ντέιντ. «Ναι», συμφώνησε ο Nikon. «Πείτε μου, ρε παιδιά, τουλάχιστον ο εγκέφαλος της Burn αξίζει όσο το λογισμικό της;» Ο Ντέιντ τα 'χασε. «Burn; Όπως λέμε Acid Burn;» Δυστυχώς το είχε πει πολύ δυνατά. Το ζευγάρι σταμάτησε απότομα τα χάδια. «Τι στο...» μουρμούρισε ο Κέρτις. Πετάχτηκε πάνω, άναψε το φως. Η Κέιτ τακτοποίησε τα ρούχα της. «Τι γυρεύετε εδώ;» ρώτησε σοκαρισμένη. Το βλέμμα της συνάντησε του Ντέιντ και χαμήλωσε αμέσως. Είχε κοκκινίσει ή ήταν η ιδέα του; «Λυπάμαι», είπε ο Phreak. «Όλοι λυπόμαστε, δηλαδή. Απλώς σκεφτήκαμε να ρίξουμε μια ματιά στον εξωγήινο φορητό σου». Ο Nikon συγκατένευσε μ' ενθουσιασμό. «Είναι ψώνιο. Σου 'χω πει ότι είσαι η γυναίκα των ονείρων μου;» Έχοντας συνέλθει από την έκπληξη, η Κέιτ πήγε να σταθεί δίπλα τους. Δε φαινόταν πια θυμωμένη, αλλά κολακευμένη από τα κομπλιμέντα. «Δεν είναι; Θέλω να τριπλασιάσω τη μνήμη RAM...» Ο Κέρτις παρακολουθούσε τη σκηνή με το στόμα ανοιχτό. «Μη μου πεις ότι θ' αρχίσεις τις μαλακίες για τους κομπιούτερ τώρα;» Έκανε μια κοφτή χειρονομία αδιαφορίας. «Ξέχνα το! Τα λέμε αργότερα». «Μυγιάγγιχτος ο λεβέντης». Η Κέιτ απορούσε κι η ίδια με την ευκολία που είχε μπει στην κουβέντα των αγοριών. Έδειξε τον Ντέιντ. «Κι αυτός τι γυρεύει εδώ;» «Ηρέμησε, Burn. Εγώ τον κάλεσα».


Ω, όχι! «Burn; Εσύ είσαι ο Acid Burn; Εσύ με πέταξες έξω από το OTV;» ρώτησε ο Ντέιντ. «Τι λες τώρα;» ρώτησε συγχυσμένη η Κέιτ. Ο Ντέιντ ίσιωσε τους ώμους του. «Είμαι ο Crash Override». Η Κέιτ έσμιξε τα φρύδια. «Εσύ είσαι ο ηλίθιος που χώνεται διαρκώς στα πόδια μου;» Ο Cereal, που ήταν φανερό ότι την είχε καταβρεί με τη φάση, αποφάσισε να διαλευκάνει το μυστήριο. Έδειξε τον Ντέιντ: «Από δω ο Crash...» Και την Κέιτ: «...και η Burn». Η Κέιτ τον κοίταξε καχύποπτα. Έφερε μηχανικά τα χέρια στη μέση της και πήρε μια συλλογισμένη έκφραση. «Για μια στιγμή! Δε σας πέρασε καθόλου από το μυαλό ότι ο Τζόι συνελήφθη μόλις έσκασε μύτη αυτός εδώ ο τύπος;» Γύρισε στον Ντέιντ. «Μην το πάρεις προσωπικά - αλλά πώς ξέρουμε ότι δεν είσαι κάποιος ερασιτέχνης που τον τσίμπησαν κι έγινε πληροφοριοδότης;» Ο Phreak κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν είναι καρφί. Μη γίνεσαι παρανοϊκή». Εκείνη τους γύρισε την πλάτη. «Λίγη παράνοια δεν πειράζει κάπου κάπου. Σε κάνει να νιώθεις περιζήτητη». «Crash και Burn», είπε σκεφτικά ο Ντέιντ. «Ωραία ακούγεται». «Μια κι αναφέραμε τον Τζόι, αναρωτιέμαι πώς τα πάει», είπε ο Nikon. «Ω, μια χαρά θα 'ναι. Είναι σκληρό καρύδι», είπε ο Phreak. «Φαντάζομαι ότι τον έγραψαν σε καμιά ομάδα Ανώνυμων Αλκοολικών ή κάτι ανάλογο, βέβαιοι ότι έχει πάθει εξάρτηση από τους κομπιούτερ. Το φαντάζεστε;» Ο Nikon γέλασε, ρούφηξε την μπίρα του και ρεύτηκε.


Στο γραφείο του Λοιμού Ο Λοιμός καθόταν στον κομπιούτερ του, πληκτρολογώντας σαν τρελός. Αυτός ο κομπιούτερ ήταν το όνειρο κάθε χάκερ. Πρώτο πράμα, ό,τι καλύτερο μπορείς ν' αγοράσεις με λεφτά, με οθόνη Radius, υποπληκτρολόγιο DataHand και τζόιστικ Cyberman. Κόντευε να φτάσει εκεί που ήθελε, γιατί ήταν καλός - ο καλύτερος. Αυτοί οι ερασιτέχνες... κανείς δεν μπορούσε να μπουκάρει όπως ο Λοιμός! Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. «Ναι;» «Η Μάργκο είμαι». «Πέρνα μέσα». Φορούσε ένα εφαρμοστό μαύρο φόρεμα που τόνιζε τη σέξι, καλογυμνασμένη σιλουέτα της. Και μύριζε ένα απαλό, λουλουδένιο άρωμα. Ο Λοιμός πάντως την αγνόησε επιδεικτικά. «Νόμιζα ότι θα βγαίναμε για ένα ποτό. Κάμποσα ποτά, για την ακρίβεια», παραπονέθηκε εκείνη. «Καταλαβαίνω ότι αυτή η κατάσταση σε αγχώνει, Μάργκο, αλλά στ' αλήθεια δεν έχουμε καιρό για χάσιμο», είπε ο Λοιμός σαν να έφτυνε τις λέξεις. «Τα πράγματα δεν πήγαν όπως περίμενα». «Ο μικρός Μέρφι απέρριψε την πρόταση σου;» «Δες εδω», της είπε, αφήνοντας αναπάντητη την ερώτηση της. «Μεταμφιέστηκα σε ερευνητή της Εφορίας και διείσδυσα στο δίκτυο του Κέντρου Ελέγχου Ηλεκτρονικού Εγκλήματος του FBI». «Μα τι μου λες τώρα;» Εκείνος έσκυψε, άνοιξε το μίνι ψυγείο που είχε κάτω απ' το γραφείο του κι έβγαλε μια παγωμένη Τζολτ. Πρόσφερε άλλη μια στη Μάργκο Γουάλας.


«Όχι, ευχαριστώ. Προτιμώ μια Κόκα λάιτ, αν έχεις». Της ε'δωσε μια Κόκα Κόλα. Άνοιξε την Τζολτ του και ήπιε μια γουλιά. Έδειξε την οθόνη. «Ο κεντρικός υπολογιστής του FBI διατηρεί φακέλους για είκοσι εκατομμύρια Αμερικανούς. Εισέβαλα στο δίκτυο τους». Άρχισε να πληκτρολογεί πάλι. «Από δω έχω πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που έχει αποθηκευτεί ποτέ σχετικά με τους γονείς του Ντέιντ Μέρφι. Όλοι έχουν ένα μυστικό, Μάργκο. Ακόμα κι εσυ κι εγώ, ε;» Εκείνη βολεύτηκε στον καναπέ και πήρε έναν υπνάκο. «Έι, Κοιμωμένη Πεντάμορφη», της φώναξε λίγο μετά ο Λοιμός. «Κοίτα τι ξέθαψα!» Εκείνη σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα του. Ο εκτυπωτής δούλευε. Ο Λοιμός ανέκτησε ένα αρχείο στην οθόνη. «Οι γονείς του χώρισαν πριν από πέντε χρόνια, συμφιλιώθηκαν πριν από δυο, έκαναν αίτηση διαζυγίου πέρσι. Έγινε μάχη για την κηδεμονία, το αγόρι επέλεξε να μείνει με τη μητέρα του». «Λοιπόν;» ρώτησε η Μάργκο, τρίβοντας τα μάτια της. Ο Λοιμός έκοψε ένα χαρτί απ' τον εκτυπωτή. Έδειχνε μια φωτογραφία από άδεια οδήγησης που έλεγε ΜΕΡΦΙ, ΛΟΡΕΝ ΡΟΟΥΖ, μαζί με άλλα στοιχεία. «Λοιπόν», είπε ο Λοιμός. «Αν στριμώξουμε τη μάνα, έχουμε τον πιτσιρικά στο χέρι». Η Μάργκο Γουάλας χαμογέλασε. Τύλιξε τα μπράτσα της στους ώμους του και άρχισε να τον φιλάει στο λαιμό. «Είναι καταπληκτικό να είσαι μ' έναν άντρα που ξεχωρίζει σε πολλά πράγματα». Ο Λοιμός χαμογέλασε αυτάρεσκα.


Παίζοντας με Καυστικό Οξύ Το πάρτι συνεχιζόταν στο κύριο τμήμα του σπιτιού, αλλά ο Τρεντ Ρέζνορ είχε βγει από τα πλατό και τον αντικαθιστούσε η Λιζ Φερ, σε χαμηλωμένη ένταση. Ο Ντέιντ άκουγε αφηρημένα τις μελωδίες από το τελευταίο της άλμπουμ, το Whip Smart. Ήταν πάλι στο δωμάτιο της Κέιτ. Όχι μαζί με την ίδια, δυστυχώς - αν και το υποκατάστατο (ο φορητός κομπιούτερ της) δεν ήταν πολύ κατώτερο στην κλίμακα αξιολόγησης. Χαζολογούσε τώρα στην τοπική βάση δεδομένων, θαυμάζοντας τις λεπτές αποχρώσεις που απέδιδε αυτή η οθόνη. Ήταν αργά. Είχε παρασυρθεί από το γενικό κέφι σε μερικές από τις καλύτερες στιγμές του πάρτι. Μέχρι που είχε συμμετάσχει σ' ένα παιχνίδι με την Κέιτ κι ήταν σαν να είχαν ξεχάσει τον ανταγωνισμό τους για λίγο. Εκείνη είχε γελάσει, μάλιστα. Φυσικά αυτό έγινε όταν το κουτί της μπίρας που πετούσαν ο ένας στον άλλο έσκασε στα μούτρα του. Ήταν σπαστικό, αφού στον Ντέιντ δεν άρεσε καν η μπίρα, αλλά το αυθόρμητο γέλιο που είχε κλέψει από τη συχνά παγερή Κέιτ είχε κάνει το επεισόδιο αξιομνημόνευτο. Πριν γυρίσει στο δωμάτιο της, ενώ έψαχνε την τουαλέτα, είχε μπει κατά λάθος το γραφείο της μητέρας της Κέιτ Λίμπι. Η Ρουθ Λίμπι δακτυλογραφούσε πυρετωδώς το καινούριο της βιβλίο, καπνίζοντας σαν φουγάρο. Του είχε κάνει μερικές άκρως αδιάκριτες ερωτήσεις γύρω από τις «αρσενικές κοινωνικές εμπειρίες» του πριν τον αφήσει να φύγει. Ο Ντέιντ φλυαρούσε on-line μ' έναν τύπο που ξενυχτούσε μέσα στην Τράπεζα Δεδομένων, όταν η Κέιτ ξαναγύρισε στο δωμάτιο της. Αυτή τη φορά ευτυχώς χωρίς τον κουφιοκέφαλο επιβήτορα, τον Κέρτις.


«Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε ξερά. «Φοβερό μηχάνημα. Έχω μπει στη Βάση. Και μάλιστα με το δικό μου όνομα». Εκείνη ήρθε και στάθηκε από πάνω του, αρκετά ώστε ο Ντέιντ να μυρίζει το άρωμα της, δυνατό και μεθυστικό. «Θα 'λεγα ότι παραείναι καλό για τις δυνατότητες σου». «Αλήθεια;» Ο Ντέιντ χαμογέλασε, πληκτρολόγησε την έξοδο του από τη Βάση κι έπειτα άρχισε την εξερεύνηση του Λειτουργικού με την άνεση επαγγελματία. «Χμ, όχι κι άσχημα», παρατήρησε η Κέιτ. «Είναι απολαυστικά γρήγορο», είπε εκείνος. «Έχει μικροτσίπ Ρ6. Τριπλάσια ταχύτητα από του Pentium». «Δεν είναι μόνο το μικροτσίπ». Έδωσε μια εντολή, μπήκε στο setup*, έλεγξε τις προδιαγραφές. «Έχει PCI bus**». Χαμογέλασε. «Αλλά βέβαια αυτό το ήξερες ήδη, έτσι δεν είναι;» «Φυσικά», απάντησε εκείνη, υψώνοντας το φρύδι της. «Η αρχιτεκτονική RISC*** θ' αλλάξει τα πάντα». «Κάθε ρίσκο είναι συναρπαστικό», είπε ο Ντέιντ. Κοιτάχτηκαν κατάματα για λίγο. Η ατμόσφαιρα μεταξύ τους είχε ηλεκτριστεί. Ο αέρας βόμβιζε και τσιτσίριζε. Ώσπου ένα ζευγάρι που φιλιόταν στη βεράντα σκούντησε το παράθυρο, διαλύοντας τη μαγεία. Ο Ντέιντ στράφηκε πάλι στον κομπιούτερ, τον άγγιξε χαϊδευτικά. «Είσαι σίγουρη ότι δεν πάει χαμένο αυτό το εξαιρετικό μηχάνημα;» * Διάγραμμα προδιάταξης μηχανικού υλικού. (Σ.τ.Μ.) ** (Peripheral Component Interconnect.) Αρτηρία επέκτασης για PC, που αντικαθιστά την ISA και την EISA. (Σ.τ.Μ.) *** (Reduced Instruction Set Computing.) Επεξεργαστής που αναγνωρίζει περιορισμένο αριθμό εντολών συμβολικής γλώσσας, κατά 70% ταχύτερος από τους υπολογιστές CISC. (Σ.τ.Μ.)


Η Κέιτ έσκυψε πάνω από το γραφείο της, μια νωχελική οπτασία. «Ο κύριος Crash Override, λοιπόν. Πώς το 'χες πει; "ΒΑΛ' ΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ... ΚΑΙ ΘΑ ΨΟΦΗΣΕΙΣ ΟΠΩΣ ΟΙ ΑΛΛΟΙ";» «Μπορεί να μην ακούγεται και τόσο πρωτότυπο, αλλά ακόμα το εννοώ». Εκείνη γέλασε. «Τι, δηλαδή; Με προκαλείς;» «Ακριβώς. Ακούω τι στοιχηματίζεις». Τα μάτια της Κέιτ πετούσαν σπίθες. «Αν κερδίσω, θα γίνεις σκλάβος μου;» «Αυτό ακούγεται πολύ δελεαστικό!» «Κάνε όνειρα! Θα κάνεις όλες τις χαζοδουλειές. Θα σαρώνεις αρχεία, θα σπας κώδικες ασφαλείας προγραμμάτων, θα κάνεις ό,τι σου ζητάω, τέλος πάντων». «Συμφωνοι. Κι αν κερδίσω εγώ...» «Θα γίνεις ο πατέρας του πρωτότοκου παιδιού μου!» «Προτιμώ να κερδίσω το πρώτο σου ραντεβού... μαζί μου». «Δε θα κερδίσεις». «Και σ' αυτό το ραντεβού... θέλω να χαμογελάς». Η Κέιτ φάνηκε να το σκέφτεται για λίγο. Έπειτα ένα πονηρό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της. «Να σου πω, δε συνηθίζω να βγαίνω "ραντεβού"... Αλλά ούτε και να χάνω». Συγκατένευσε. «Πάει το στοίχημα!» Κόλλησαν τα χέρια τους. Η παλάμη και τα δάχτυλα της ήταν δροσερά κι απαλά και σέξι. «Ανυπομονώ για τις μελλοντικές λογισμικές συνδέσεις μαζί σου», είπε εκείνος. «Κρίμα που ο εγκέφαλος σου κουδουνίζει μέσα στο υπερτροφικό εγώ σου σαν μπιζέλι!» αντιγύρισε εκείνη. Ωστόσο, χαμογελούσε ακόμα.


«10» Η αναμέτρηση Η συμφωνία ήταν η εξής: Θα συναγωνίζονταν στην παρενόχληση της Μυστικής Υπηρεσίας και την υποκλοπή πληροφοριών, με σκοπό να εκδικηθούν για τον τρόπο που είχαν συμπεριφερθεί στον Τζόι οι πράκτορες. Ο Ντέιντ Μέρφι κι η Κέιτ Λίμπι είχαν συμφωνήσει ν' αφήσουν τον Fantom Phreak να σκιαγραφήσει τις «αποστολές» που θ' αναλάμβαναν, προκειμένου ν' αποδείξουν ποιος από τους δυο ήταν καλύτερος χάκερ. «Εγώ, ο Nikon κι ο Cereal θα είμαστε κριτές και διαιτητές», είχε δηλώσει ο Phreak. «Οι αποφάσεις θα κατοχυρώνονται με πλειοψηφία δυο έναντι ενός. Δεν έχετε δικαίωμα έφεσης. Η μονομαχία θα κρατήσει μέχρι ν' ανακηρυχτεί ο ένας νικητής. Μπορείτε να χρησιμοποιείτε μόνο γραμμές τηλεφωνικής σύνδεσης, κωδικούς πρόσβασης και συνθηματικές λέξεις που έχετε εξασφαλίσει. Δε θα έχετε την παραμικρή βοήθεια από μας». Την επόμενη μέρα οι δυο αντίπαλοι βγήκαν στους δρόμους με τους φορητούς υπολογιστές τους παραμάσχαλα και τους


Τρεις Κυβερνοφύλακες, που θα παρακολουθούσαν τον αγώνα, κατά πόδας. «Τι γραφικό!» είπε η Κέιτ Λίμπι όταν είδε το απλό μηχάνημα του Ντέιντ. «Δε χρειάζομαι τίποτ' άλλο», τη διαβεβαίωσε εκείνος. Κάτω από την επίβλεψη του Phreak, έστησαν προσωρινά κέντρα επιχειρήσεων σε δυο κερματοδέκτες σ' ένα δρομάκι με αραιή κυκλοφορία. Ο Ντέιντ ξεκίνησε πρώτος, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη των υπολοίπων. Σχημάτισε τον αριθμό της Village Voice και διείσδυσε στο ηλεκτρονικό της δίκτυο. «Α, στα Προσωπικά μπήκε! Σωστή επιλογή...» είπε η Κέιτ. «Ψάχνει παρέα για ραντεβού, γιατί ξέρει ότι δεν πρόκειται να το κερδίσει από μένα!» «Λάθος», είπε ο Ντέιντ. «Ψάχνω παρέα για κάποιον άλλο». Η αγγελία που καταχώρισε ήταν για πολύ απαιτητικά γούστα κι έδινε τον αριθμό της προσωπικής γραμμής του πράκτορα Ρίτσαρντ Γκιλ, στα γραφεία της Μυστικής Υπηρεσίας. Αποτέλεσμα ήταν ένας τεράστιος αριθμός από ζουμερά τηλεφωνήματα μέσα σε μία νύχτα, που καταγράφτηκαν όλα στα μηνύματα του πράκτορα Γκιλ, φέρνοντας τον σε πολύ δύσκολη θέση. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν άρχισαν να του τηλεφωνούν στη διάρκεια της μέρας. Κάτω από το εύθυμο βλέμμα του Λοιμού, ο Γκιλ κατόρθωσε τελικά να επικοινωνήσει με τους πράκτορες Μπομπ και Ρέι, που είχαν αναλάβει να παρακολουθούν τις δραστηριότητες του Τζόι. Απαίτησε να μάθει τι σκάρωνε ο πιτσιρικάς. «Παρακολουθεί "Σταρ Τρεκ" στην τηλεόραση», απάντησαν οι πράκτορες. Την πρώτη σειρά. «Η Πόλη στην Άκρη της Αιωνιότητας», με πρωταγωνίστρια την Τζόαν Κόλινς. Πολύ καλό επεισόδιο. Ο Γκιλ, που δεν είχε δώσει έγκριση για εγκατάσταση κοριού,


ρώτησε πώς το ήξεραν. Την απορία του έλυσε ο Λοιμός: δεν είχαν κοριό. Χρησιμοποιούσαν απλώς τον κομπιούτερ της τηλεφωνικής εταιρίας, που έμπαινε στις γραμμές του δικτύου ανάμεσα στις δυο και στις τέσσερις τα ξημερώματα, ελέγχοντας για προβλήματα συντήρησης. Ο Λοιμός είχε σκαλίσει αυτό τον κομπιούτερ για τους σκοπούς της Υπηρεσίας, βάζοντας τον να δουλεύει όλο το εικοσιτετράωρο, επειδή είχε την παρενέργεια να μετατρέπει το ακουστικό σε τηλέφωνο ανοιχτής ακρόασης. Έτσι ήξεραν ο Μπομπ κι ο Ρέι τι έβλεπε στην τηλεόραση ο Τζόι - κι ήξεραν ότι δεν ήταν υπεύθυνος για τα χυδαία τηλεφωνήματα. Αυτή η χοντρή πλάκα εντυπωσίασε ιδιαίτερα την Επιτροπή των Χάκερ. Η Κέιτ τα πήγε αρκετά καλά -είχε καταφέρει να χαθούν όλα τα ρούχα του Γκιλ από το καθαριστήριο-, αλλά η πλάκα του Ντέιντ ήταν πολύ ανώτερη. Παρ' όλα αυτά, συσκέφτηκαν για ν' αποφασίσουν. «Ο Ντέιντ έβαλε τρίποντο», είπε ο Nikon. «Είναι καθαρή νίκη». «Έι», είπε ο Phreak. «Δε θα προτιμούσατε να βλέπατε την Acid Burn μ' ένα κουλ, γνήσιο τεχνοφρικιό όπως ο Crash, αντί για τον Κέρτις;» «Και βέβαια, δικέ μου. Καλά λες», συμφώνησε ο Nikon. «Ακουστέ με, τότε», συνέχισε ο Phreak. «Πρέπει να τους βγάζουμε συνεχώς ισόπαλους. Αργά ή γρήγορα, θα αναλάβει η χημεία...» Ο Cereal σκέφτηκε μια άλλη πιθανότητα. «Ή θα γίνουμε συνένοχοι σε φόνο». Έτσι γύρισαν στους δυο «μονομάχους», τους ανακήρυξαν ισόπαλους και σήμαναν την έναρξη του δευτέρου γύρου. «Τώρα δα σκεφτόμουν ότι θα σε νικήσω κατά κράτος σ' αυτό το γύρο», δήλωσε ο Ντέιντ.


«Ο Ντέιντ σκέφτεται», παρατήρησε η Κέιτ. «Αυτό είναι το "οξύμωρο", που λένε!» Βγήκαν άλλη μια φορά για να «χτυπήσουν» κερματοδέκτες, με τους Κυβερνοφύλακες-παρατηρητές στο κατόπι τους για να επιβλέπουν. Η εξόρμηση αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποδοτική: Η πιστωτική κάρτα του μυστικού πράκτορα Γκιλ αποδείχτηκε ληγμένη κι έγινε κομμάτια από έναν αγανακτισμένο σερβιτόρο σ' ένα κυριλέ εστιατόριο, μπροστά σε σημαντικούς καλεσμένους του. Ο πράκτορας Γκιλ βγήκε από το εστιατόριο για ν' ανακαλύψει ότι το αμάξι του απομακρυνόταν από ένα γερανό της τροχαίας, ενώ ένα όργανο τον συμβουλεύσε αυστηρά να πληρώσει επιτέλους τις κλήσεις του. Την επόμενη μέρα, στον τρίτο γύρο, ένας τροχονόμος σταμάτησε το σαραβαλιασμένο, σκουριασμένο αμάξι που είχε νοικιάσει ο Γκιλ· τελικά, του πέρασε χειροπέδες, αφού ανακάλυψε ότι η άδεια του του είχε αφαιρεθεί εξαιτίας μιας σύλληψης επειδή οδηγούσε σε κατάσταση μέθης και 113 άλλων τροχαίων παραβάσεων. Λίγες ώρες μετά η Μυστική Υπηρεσία κατακλύστηκε από λουλούδια και συλλυπητήρια τηλεγραφήματα. Ο Ρίτσαρντ Γκιλ, ενώ προσπαθούσε να λύσει τα... ηλεκτρονικά του προβλήματα (είχε καταλάβει ότι υπήρχε ένας ξένος δάχτυλος υπεύθυνος για όλα αυτά - και δεν ήταν ο Τζόι. Π., αυτό το είχε ελέγξει), τηλεφώνησε στη μισθοδοσία για να πάρει μια προκαταβολή που χρειαζόταν επειγόντως εξαιτίας του κυκεώνα στον οποίο είχε μπλεχτεί, για ν' ανακαλύψει ότι οι κυβερνητικοί υπολογιστές τον είχαν καταχωρισμένο σαν «Εκλιπόντα». Αυτό ήταν έργο του Ντέιντ, που το ανακοίνωσε περήφανα στην κριτική επιτροπή και την Κέιτ. «Πολύ εντυπωσιακό», είπε ο Nikon. «Ούτε Θεός να ήσουν...» πρόσθεσε ο Cereal.


«Ναι, τέλος πάντων», είπε η Κέιτ. «Λοιπόν, ποιος κερδίζει;» Η επιτροπή συσκέφτηκε. «Είστε ακόμα ισόπαλοι», δήλωσε ο Phreak. Θύελλα διαμαρτυριών κι από τους δυο αντίπαλους. «Με τον κύριο Γκιλ συχωρεμένο πλέον, υποθέτω ότι θα πρέπει ν' αυτοσχεδιάσετε στον επόμενο γύρο». Ο Ντέιντ στράφηκε στην Κέιτ. «Αν κερδίσω, θα βάλεις φόρεμα στο ραντεβού μας;» Η Κέιτ συγκατένευσε. «Αλλά, αν κερδίσω εγώ, θα φοράς εσύ φόρεμα υπηρετώντας με!» «Μέσα!» είπε ο Ντέιντ. Οι επόμενοι πειρατικοί τους στόχοι ήταν λίγο πιο δύσκολοι.

Υψηλοί στόχοι Στην κορυφή του Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντινγκ, εκεί όπου ο Τομ Χανκς κι η Μεγκ Ράιαν είχαν συναντηθεί επιτέλους στο «Άγρυπνοι στο Σιάτλ» κι όπου ο Κινγκ Κονγκ είχε κάνει τη βουτιά για χάρη της αγαπημένης του στο «Κινγκ Κονγκ», η Κέιτ Λίμπι συνέδεσε τον σούπερ φορητό της σ' ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο, ενώ ο Ντέιντ Μέρφι, ο Fantom Phreak, o Lord Nikon κι ο Cereal Killer την παρακολουθούσαν. «Καλεί», είπε η Κέιτ, καλύπτοντας το ακουστικό της. «Δώστε μου ένα όνομα να χρησιμοποιήσω!» «Τσκ, τσκ!», έκανε ο Ντέιντ. «Απαγορεύεται να σε βοηθήσει το κοινό». Κάποιος απάντησε στην άλλη άκρη της γραμμής. «Εμπρός;» «Ναι; Πώς τα πάτε απόψε; Είμαι η δεσποινίς Όκλεϊ, από το τμήμα διεύθυνσης ηλεκτρονικού υπολογιστή». Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ένας γραμματέας του


Προέδρου, εγκαταστημένος σ' ένα γραφείο λίγο πιο πέρα από το Οβάλ Γραφείο, μέσα στο Λευκό Οίκο. «Σας ακούω», είπε ο γραμματέας, παίζοντας νευρικά με τις τιράντες του. «Έχετε πρόσβαση στο δίκτυο PROFS, έτσι δεν είναι;» «Ναι, έχω», απάντησε ο γραμματέας. «Το ξέρω», είπε η Κέιτ, «επειδή κάνω έναν έλεγχο στο δίκτυο. Κάτι δεν πάει καλά με το log-in prompt*. Δεν είμαι βέβαιη αν το πρόβλημα βρίσκεται στο δικό σας τερματικό ή σ' εμάς. Μπορείτε να με βοηθήσετε σ' αυτό;» «Βεβαίως. Πείτε μου μόνο τι μπορώ να κάνω». Ο γραμματέας ήταν αφηρημένος. Ετοίμαζε το λόγο που θα εκφωνούσε την επομένη ο Πρόεδρος. «Ξέρω ότι απαγορεύεται να κοινολογήσετε τον αριθμό λογαριασμού ή τον κωδικό σας από το τηλέφωνο - εμείς σας το ζητήσαμε, εξάλλου. Αλλά θα είχατε την καλοσύνη να πληκτρολογήσετε τη λέξη ΗΧΩ στον υπολογιστή σας;» «Ευχαρίστως», είπε ο γραμματέας. Η λέξη ΗΧΩ εμφανίστηκε στην οθόνη της Κέιτ. «Δε βλέπω», είπε ο Cereal. «Τι κάνει τώρα;» «Σσστ!» έκανε ο Phreak. «Τον ξεγέλασε. Αυτός νομίζει ότι είναι συνδεδεμένος με τον κεντρικό κομπιούτερ του Λευκού Οίκου, ενώ τον έχει στο δικό της». «Και τώρα», είπε η Κέιτ. «Δώστε μου τον αριθμό λογαριασμού σας». Καθώς ο γραμματέας πληκτρολογούσε, τα νούμερα εμφανίζονταν στην οθόνη της Κέιτ. 2-2-2-6-2. «Και τώρα τον κωδικό σας, παρακαλώ», τον πρόσταξε η Κέιτ. * Προτροπή εντολής για σύνδεση με ηλεκτρονικό δίκτυο. Το σημείο στο οποίο ζητάται ο κωδικός προσπέλασης του χρήστη. (Σ.τ.Μ.)


Ο γραμματέας ξερόβηξε αμήχανα. Στην οθόνη εμφανίστηκε διστακτικά η λέξη Ε-Π-Ι-Β-Η-Τ-ΟΡ-Α-Σ. Η Κέιτ έπνιξε το γέλιο της και πληκτρολόγησε ένα μήνυμα που εμφανίστηκε αυτόματα στην οθόνη του γραμματέα. Εκείνος διάβασε: ΛΑΘΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ. «Παράξενο», είπε ο γραμματέας. «Ήμουν σίγουρος ότι τον έγραψα σωστά». «Μην ανησυχείτε», είπε η Κέιτ. «Βεβαιώθηκα ότι το πρόβλημα είναι σ' εμάς. Ευχαριστώ για τη βοήθεια...«Έκλεισε το τηλέφωνο. «Επιβήτορας!» Ξεκαρδίστηκε στα γέλια, ενθουσιασμένη από την επιτυχία της. «Εισέβαλα στο δίκτυο του Λευκού Οίκου! Αν μπορείς, νίκησε με!» Η τελευταία απόπειρα ήταν του Ντέιντ, που είχε εντυπωσιαστεί στ' αλήθεια, αν και προτίμησε να το κρύψει. «Έχουμε πρόσβαση στην αλληλογραφία του Προέδρου!» πανηγύρισε ο Cereal. Ο Nikon κούνησε ζωηρά το κεφάλι του. «Αυτό θα πει "ελεύθερη διακίνηση πληροφοριών"!...»

Πειρασμοί Η ζωή συνεχιζόταν, όπως κι οι προσπάθειες μερικών ανθρώπων που παλεύουν για τον έλεγχο, την υπερίσχυση, την κυριαρχία και τα διάφορα αλλόκοτα πράγματα που γοητεύουν τα ανθρώπινα όντα. Νωρίς την επόμενη μέρα, στο σχολείο, η Κέιτ Λίμπι φώναξε τον Ντέιντ Μέρφι να πλησιάσει στο ντουλαπάκι της, όπου του έδειξε ένα κοριτσίστικο ροζ φορεματάκι κι ένα προκλητικό, κατακόκκινο δερμάτινο σετ: σουτιέν και κιλοτάκι. «Δεν ξέρω το νούμερο σου,


προσπάθησε να το μαντέψω. Είσαι αρκετά άντρας για να τηρήσεις τη συμφωνία, έτσι;» Ο Ντέιντ τη διαβεβαίωσε ότι ήταν. Είχε εντυπωσιαστεί βαθιά από τη διαστροφή αυτής της κοπέλας. Όμως και το πακέτο που έλαβε στο σπίτι του, αργότερα την ίδια μέρα, τον εντυπωσίασε εξίσου. Αφού υπέγραψε για να το παραλάβει, άνοιξε το χαρτονένιο κουτί. Ήταν ένας ημιδιάφανος φορητός υπολογιστής, που αποκάλυπτε τους εσωτερικούς μηχανισμούς του. Ο Ντέιντ δεν είχε ξαναδεί ποτέ τέτοιο πράγμα. Τον άναψε. Και τότε εμφανίστηκε στην οθόνη το πρόσωπο του Λοιμού. «Θέλεις να μάθεις ποιος είμαι;» τον ρώτησε ο εικονικός επισκέπτης του. «Άσε με πρώτα να σου εξηγήσω τη νέα τάξη πραγμάτων. Κυβερνήσεις και πολυεθνικές έχουν ανάγκη από ανθρώπους σαν εσένα κι εμένα. Είμαστε οι σαμουράι, οι καουμπόηδες του πληκτρολόγιου. Ο κόσμος εκεί έξω δεν έχει ιδέα τι τρέχει είναι τα γελάδια, ανήμπορα ζωντανά που καθοδηγούνται από άλλους. Βοήθησε με και θα σε βοηθήσω κι εγώ να παίξεις το ρόλο που σου αξίζει. Σκέψου το. Στο μεταξύ, καλή διασκέδαση με τον καινούριο σου, βελτιωμένο φορητό». Το πρόγραμμα τελείωσε και σβήστηκε αυτόματα. Την ίδια στιγμή, στο σπίτι των Λίμπι, γινόταν η ακόλουθη συζήτηση μεταξύ μάνας και κόρης: «Ποιος ήταν εκείνος ο χαριτωμένος νεαρούλης στο πάρτι;» ζήτησε να μάθει η Ρουθ Λίμπι. Καθισμένη στο τραπέζι, έπινε τον καφέ της και κάπνιζε, διαβάζοντας το Λογοτεχνικό Ένθετο της Village Voice. Στο πρόσωπο της είχε τη χαρακτηριστική χλομάδα της μποέμ-γιάπισσας. «Κάποιος κόπανος», απάντησε η Κέιτ, που τελείωνε το δείπνο της ξεφυλλίζοντας ένα τεύχος του Wired.


«Τόσο σοβαρά είναι τα πράγματα, ε;» συμπέρανε η Ρουθ. Μισόκλεισε τα μάτια για να δει την κόρη της μέσα από το σύννεφο του καπνού και της κούνησε δασκαλίστικα το δάχτυλο. «Πρόσεχε, έχω την εντύπωση ότι ερωτεύεσαι μονίμως τύπους που απεχθανόμαστε όλες, ότι επιμένεις να πραγματοποιείς αυτό που ονομάζω "κύκλο βασανισμού" μιας γυναίκας. Οι άντρες είναι τόσο αναπόφευκτοι όσο οι κράμπες στη διάρκεια της περιόδου - κι εξίσου δυσάρεστοι. Ωστόσο, παραμένουν αναπόσπαστο μέρος της θηλυκής εμπειρίας μας». «Ευχαριστώ. Κι άλλες κρυπτογραφικές μητρικές συμβουλές», απάντησε η Κέιτ. Το ίδιο βράδυ, ωστόσο, είδε ένα όνειρο που μόνο κρυπτογραφικό δεν ήταν. Είδε ότι ερωτοτροπούσε και φιλούσε παθιασμένα έναν τύπο ντυμένο με κόκκινο φόρεμα - που δεν ήταν άλλος από τον Ντέιντ Μέρφι. Ιησού Χριστέ!... Ξύπνησε αμέσως κι ανακάθισε σοκαρισμένη. Τότε συνειδητοποίησε ότι της άρεσε το όνειρο... οπότε, ίσως ήταν καιρός να ομολογήσει στον εαυτό της ότι ο Μέρφι είχε κι άλλα χαρίσματα εκτός από κάποιες ικανότητες στον τομέα της πειρατείας... Χμ... Πίσω στην Έλινγκσον Μίνεραλ, τα όνειρα του Λοιμού ήταν λιγότερο ευχάριστα. Οι εκτυπώσεις των πληροφοριών που είχε μαζέψει για τη Λόρεν Μέρφι ήταν σπαρμένες πάνω στο γραφείο του. Ο ιατρικός της φάκελος, μαζί με αυτούς από την εφορία, από τράπεζες, από την ασφάλεια κι απ' όπου αλλού μπορούσε να σκεφτεί. Η Μάργκο καθόταν στον καναπέ και τον παρακολουθούσε. «Λόρεν Μέρφι, αυτή λοιπόν είναι η ζωή σου». Χτύπησε τα χαρτιά με τ' ακροδάχτυλά του και σήκωσε το βλέμμα στη Μάργκο. «Δεν υπάρχει τίποτα εδώ. Τίποτα. Θεέ μου, τι βαρετή γυ-


ναίκα! Τη συνέλαβαν για ένα πταίσμα -κατοχή μαριχουάναςπολύ παλιά, το 1979. Κι αυτό είναι όλο!» «Να πάρει η οργή!» είπε η Μάργκο. Σηκώθηκε κι άρχισε να πηγαινοέρχεται νευρικά. Είχε συνηθίσει να παίρνει αυτό που ήθελε, να ξεφορτώνεται άμεσα τα προβλήματα της. «Δράση, δράση, δράση!» - αυτό ήταν το σύνθημα της στις Δημόσιες Σχέσεις. Άμεση απόδοση και ανταπόδοση. Και τώρα, μένοντας τόσο καιρό με άδεια χέρια, είχε αρχίσει να απελπίζεται. Ο Λοιμός την κοίταξε, απολαμβάνοντας την αγωνία της. Ήταν τόσο κουλ τύπισσα, ώστε χαιρόταν να τη βλέπει να χάνει την ψυχραιμία της - με την προϋπόθεση βέβαια ότι ήταν ικανός να τη συνεφέρει. Υπήρχαν φορές που η Μάργκο απλούστατα φρίκαρε και ξεφώνιζε, χάνοντας τελείως τον αυτοέλεγχο της. Ήταν μια κινούμενη βόμβα και το να την κρατάει υπό έλεγχο ήταν μέρος της πρόκλησης και της ικανοποίησης που έβρισκε στην αμοιβαία ευεργετική σχέση του μαζί της. Μικρό μέρος, έστω... Ο Λοιμός σηκώθηκε, τεντώθηκε, έσπασε τα άλατα από τα δάχτυλα του και πήρε άλλη μια Τζολτ. Σκέφτηκε ότι ίσως έπρεπε να γυρίσει στον καφέ - αλλά πάλι, ο καφές δεν έχει ανθρακικό για να βάζει σωστά την καφεΐνη στην κυκλοφορία. «Θα σου διηγηθώ μια αληθινή ιστορία», είπε. «Ένας τύπος συνελήφθη κατά λάθος, επειδή είχε το ίδιο όνομα μ' έναν εγκληματία φακελωμένο στον υπολογιστή του FBI. Επρόκειτο απλώς για τυπογραφικό λάθος. Το όνομα του εισήχθηκε "Ρουκ" αντί για "Μπρουκ". Έμεινε στη φυλακή μήνες, όσο ο κομπιούτερ έψαχνε για τον "Μπρουκ" προκειμένου να βρει τις κατηγορίες που εκκρεμούσαν σε βάρος του. Η οικογένεια του κάλεσε την αστυνομία, αλλά δεν μπορούσαν να τον εντοπίσουν». Έδειξε τον κομπιούτερ. «...Επειδή ένας κομπιούτερ έλεγε ότι δεν υπήρχε τέτοιο άτομο στη φυλακή».


«Και το ηθικό δίδαγμα;» ρώτησε η Μάργκο, εξακολουθώντας να κόβει βόλτες. Ο Λοιμός άφησε την προσμονή της να θεριέψει πριν απαντήσει. «Είναι ένα βρόμικο μικρό μυστικό ότι γίνονται λανθασμένες συλλήψεις κάθε τόσο. Γι' αυτό ακριβώς έσβησα τον εαυτό μου απ' όλα τα δίκτυα εδώ και χρόνια». Κάθισε πάλι στο γραφείο του, ακούμπησε τα χέρια του στα DataHands. «Ο μόνος ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που δεν υπάρχει. Τέλος πάντων, ήρθε η στιγμή ν' ανακαλύψουμε...» -έλεγχε τη μια οθόνη μετά την άλλη με απίστευτη ταχύτητα- «...αν ο Ντέιντ Μέρφι είναι παιδί της μαμάς του». «Θα μου πεις επιτέλους τι κάνεις;» ρώτησε η Μάργκο. Ο Λοιμός χαμογέλασε πονηρά. «Η κυρία Λόρεν Μέρφι εργάζεται ως σύμβουλος δανείων σε μια τράπεζα. Πιστεύω ότι, με τις πολύτιμες γνώσεις μου, μπορούμε ν' αμαυρώσουμε λίγο την καλή της φήμη... Τι λες γι' αυτό;» Η Μάργκο χαμογέλασε πλατιά. «Λέω ότι μ' αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι». Ενώ ο Λοιμός κι η Μάργκο ραδιουργουσαν και εισέβαλαν σε δίκτυα, κάπου αλλού μέσα στην πόλη -στο διαμέρισμα του Τζόι, για να είμαστε σαφείς- η κυρία Χάρντκαστλ πήγε να δει πώς ήταν ο γιόκας της. Τον βρήκε μελαγχολικό, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, σαν πλαδαρή χυλοπίτα χωρίς σάλτσα. Το θέαμα παραήταν οικτρό για να το αγνοήσει η καλόκαρδη γυναίκα. «Φαίνεσαι αξιολύπητος, Τζόι», είπε. «Εντάξει, η τιμωρία σου έληξε». Μακάρι να ήθελε ο γιος της να παίζει κιθάρα σε κάποιο ροκ συγκρότημα, ας πούμε, αντί να καταπιάνεται με παράνομα παιχνίδια στον κομπιούτερ του... Κουνώντας θλιμμένα το κεφάλι της, τον άφησε μόνο.


Ο Τζόι πετάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο. Ένιωθε πολύ καλύτερα από πριν. Ήξερε ότι αυτό θα συνέβαινε αργά ή γρήγορα κι είχε επιστρατεύσει όλη την υπομονή του. Τώρα επιτέλους είχε έρθει η ώρα της εκδίκησης! Έβαλε κάμποσους τηλεφωνικούς καταλόγους πάνω σε μια καρέκλα και σκαρφάλωσε πάνω. Έβγαλε μια πλάκα του ταβανιού, παραμέρισε μια στοίβα από Playboy κι έβγαλε μια δερμάτινη τσάντα. Μέσα στην τσάντα είχε τη συλλογή του από κάρτες του μπέιζμπολ. Ψαχούλεψε εκεί μέσα κι έβγαλε την περιβόητη δισκέτα 3.5, με την ετικέτα που έλεγε: ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ - ΕΛΙΝΓΚΣΟΝ ΜΙΝΕΡΑΛ. Έπειτα, επιτέλους ελεύθερος, βγήκε να πάρει καθαρό αέρα. Κάλεσε τον Phreak στον μπίπερ του, περίμενε την κλήση του στο γνωστό θάλαμο. «Έλα να με βρεις στο Μπάτερι Παρκ. Στο γνωστό παγκάκι, μπορείς;» ρώτησε ο Τζόι. «Και το ρωτάς, φιλάρα;... Καλώς ήρθες πίσω στους ζωντανούς». Οι δυο χάκερ συναντήθηκαν. Κόλλησαν τα χέρια τους ψηλά στον αέρα. Έκαναν έναν περίπατο. Ο Τζόι μιλούσε. Λίγο πιο πέρα, πίσω από κάτι θάμνους, παραμόνευαν ο Μπομπ κι ο Ρέι, που είχαν ακολουθήσει τον Τζόι ως εδώ. «Τζόι», είπε ο Phreak. «Ένα αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ συνήθως περιέχει ανάμικτα δεδομένα, σκουπίδια, πράγματα που έχουν σβηστεί από το κεντρικό πρόγραμμα». Ο Τζόι ήταν ανυποχώρητος. «Όχι αυτό εδώ», επέμεινε. «Το πήρα από την Έλινγκσον. Με ρωτάνε συνέχεια γι' αυτό, ρίξ' του μια ματιά!» Ο Τζόι έβγαλε τη δισκέτα από μια τσέπη κι ο Phreak την πήρε. Τη στιγμή που την έπιανε στο χέρι του, άκουσε ένα ανεπαίσθητο κλικ και κοίταξε ξαφνιασμένος γύρω του. Ένας κόπανος της Μυστικής Υπηρεσίας απαθανάτιζε τη συναλλαγή! «Οχ, την κάναμε, Τζόι! Σε παρακολουθούν!»


«Γαμώτο! Πρέπει να του δίνω!» Ο Τζόι έγινε λαγός, αφήνοντας τον Phreak με τη δισκέτα στα χέρια. Την κοίταξε και κούνησε το κεφάλι. «Να πάρει η ευχή, να πάρει!» μουρμούρισε και το 'βαλε στα πόδια προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Μυστική Υπηρεσία ανέλαβε αμέσως δράση. Ο Μπομπ ακολούθησε τον Τζόι. Ο Ρέι ακολούθησε τον Phreak. Κάτι έτρεχε εδώ!


«11» 'Οταν ο Ραμόν Σάντσες -ή αλλιώς Fantom Phreak- ξύπνησε το επόμενο πρωί από τις γροθιές που κοπανούσε η μητε'ρα του στην πόρτα, ξεφωνίζοντας: «Ραμόν, Ραμόν! Ξύπνα! Είναι ώρα για το σχολείο!» ήθελε να τη φιλήσει από ευγνωμοσύνη. Έβλεπε ένα τερατώδες όνειρο και χαιρόταν πολύ που το διέκοψε. Είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον Ρέι, τον πράκτορα της Μυστικής Υπηρεσίας, μ' ένα συνδυασμό της παροιμιώδους τεχνογνωσίας και της εξυπνάδας του. Είχε χωθεί στον τηλεφωνικό θάλαμο μιας πιτσαρίας. Όταν ο τύπος από τη Μυστική Υπηρεσία έστρεψε μια συσκευή με λέιζερ στην πιτσαρία, ο Phreak είχε αφήσει ένα μικρό κασετόφωνο να παίζει μια ερωτική του εξομολόγηση σε κάποια μακρινή αγαπημένη κι είχε ξεγλιστρήσει από την πίσω πόρτα. Μετά είχε κρύψει τη δισκέτα με τα ΑΧΡΗΣΤΑ που του είχε δώσει ο Τζόι σε μια τουαλέτα αγοριών του λυκείου Στάντον, είχε γυρίσει σπίτι κι είχε καταστρέψει όλα τα ενοχοποιητικά πειρατικά φυλλάδια του. Παρ' όλα αυτά, όταν έσβησε τελικά το φως κι έπεσε στο κρεβάτι του, ονειρεύτηκε ελικόπτερα να ζουζουνίζουν θυμωμένα γύρω απ' το διαμέρισμα του, ενώ στην οθόνη του κομπιούτερ του, με τη μύτη να προεξέχει, ήταν η Αυτού Εξοχότης, ο Πράκτορας


Γκιλ της Μυστικής Υπηρεσίας, και του έλεγε βλοσυρά: «Σε παρακολουθώ!» Αυτό αρκούσε φυσικά για να του χαλάσει τελείως τον ύπνο. Αναστέναξε με ανακούφιση. Δυστυχώς αυτή η ανακούφιση δεν ήταν γραφτό να κρατήσει. Γιατί, όταν η μητέρα του σήκωσε τα στόρια στο παράθυρο του, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με δυο πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας που κοίταζαν μέσα, με τα όπλα τους προτεταμένα. Άνοιξαν το παράθυρο κι έχωσαν μέσα τις κάννες τους. «Ακίνητος!» φώναξαν ταυτόχρονα. Ο Μπομπ κι ο Ρέι. Το Αχτύπητο Δίδυμο. Μπούκαραν μέσα κι έστρεψαν τα πολυβόλα τους προς τη γενική κατεύθυνση των μυαλών του Phreak, εξασφαλίζοντας έτσι την αμέριστη προσοχή του. «Deja vu»*, είπε ο Phreak. «Ρέι Σάντσες», ανήγγειλε επίσημα ο Πράκτορας Μπομπ. «Συλλαμβάνεσαι βάσει του Νόμου περί Ηλεκτρονικών Εγκλημάτων του 1986». Η μητέρα του, που τα 'χε πάρει στο κρανίο, άρχισε να τσιρίζει στα ισπανικά και να του ρίχνει βροχή τα χαστούκια. «Τι περιμένεις;» φώναξε ο Phreak. «Πάρε με μέσα να τελειώνουμε!» Οι πράκτορες του έκαναν ευχαρίστως τη χάρη. Του φόρεσαν χειροπέδες και τον έσυραν σε μια αληθινή φυλακή, με κάγκελα και βαρυποινίτες κι όλα τα καλά. Οι εγκληματίες τον κοίταζαν σαν να ήταν το πρωινό τους. Ο Phreak ζήτησε να κάνει το τηλεφώνημα που δικαιούται κάθε πολίτης κάτω από τέτοιες συνθήκες. Του το επέτρεψαν, αν και απρόθυμα. * Τυπική έκφραση που δηλώνει ότι το άτομο καλείται να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που έχει ήδη αντιμετωπίσει στο παρελθόν. Γαλλικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)


«Έχεις δικαίωμα για μια μόνο κλήση. Una», του είπε ένας κοιλαράς δεσμοφύλακας. «Κατάλαβες; Comprende? Γράψε τον αριθμό». Εκείνος έγραψε έναν αριθμό τηλεφώνου στο μπλοκ του. Ο δεσμοφύλακας τον πήρε κι έπειτα κλείδωσε τη συσκευή, για να εμποδίσει τον κρατούμενο να κάνει άλλο τηλεφώνημα. Έπειτα βγήκε σέρνοντας τα πόδια του. Ο Phreak πίεσε το άγκιστρο του τηλεφώνου κλείνοντας τη γραμμή κι έπειτα το πάτησε κοφτά καμιά δεκαριά φορές. Η γραμμή ήταν ανοιχτή. Σούφρωσε τα χείλη του κι έβγαλε ένα οξύ, καθαρό ηλεκτρονικό σφύριγμα. Τον παλιό καιρό, μπορούσες να έχεις το κατάλληλο σφύριγμα από τα «μπλε κουτιά» του Κάπτεν Κραντς. Ευτυχώς ο Phreak είχε αυτό το εκπληκτικό και πολύ χρήσιμο ταλέντο... 'Οταν επιτέλους απάντησε κάποιος, είπε: «Κέντρο, έχω πρόβλημα να πιάσω μια γραμμή. 555-4202. Ευχαριστώ». Η Κέιτ Λίμπι απάντησε αμέσως. Ήξερε τι του είχε συμβεί. «Εγώ είμαι», είπε ο Phreak. «Ναι, τα 'χω παίξει. Την Παρασκευή θα μου απαγγείλουν κατηγορίες. Οι δικηγόροι κοστίζουν μια περιουσία. Οι γονείς μου αφρίζουν. Με κατηγορούν για χοντρά πράγματα. Και μάλιστα πράγματα που δεν έκανα καν, όπως ότι φύτεψα έναν ιό ονόματι Ντα Βίντσι. Και με ρωτούν συνέχεια για σας». Η Κέιτ διατήρησε την ψυχραιμία της. «Πιστεύεις ότι θα μας μαζέψουν όλους;» «Ναι», είπε ο Phreak. «Καλύτερα ν' ανακαλύψετε τι είναι μέσα σ' εκείνη τη δισκέτα, γιατί μας έχουν στο δόκανο. Την έκρυψα σ' εκείνο το μέρος που είχα αφήσει εκείνο το άλλο... τότε... Θυμάσαι;» Η Κέιτ θυμόταν.


Την επόμενη μέρα πήρε τη δισκέτα από την τουαλέτα των αγοριών του λυκείου Στάντον. Λίγο μετά ο Ντέιντ Μέρφι έλαβε ένα τηλεφώνημα από έναν άντρα με οικεία φωνή. «Η κοπέλα», είπε ο Λοιμός. «Αυτή έχει τη δισκέτα που χρειάζομαι. Πάρ' τη για λογαριασμό μου». «Σου είπα. Δεν παίζω με άλλους», απάντησε ο Ντέιντ. «Έχεις το φορητό σου συνδεδεμένο με την τηλεφωνική γραμμή;» «Φυσικά». «Άνοιξε το. Ετοίμασε το για εισαγωγή δεδομένων». Ο Ντέιντ ανασήκωσε τους ώμους και υπάκουσε. Άναψε το μηχάνημα, το ετοίμασε για εισαγωγή. Σε λίγο ο κομπιούτερ του γουργούριζε με τις εισερχόμενες πληροφορίες και η οθόνη γέμισε με τη φωτογραφία μιας γυναίκας που έμοιαζε λίγο με τη μητέρα του. Ξαφνικά η εικόνα άλλαξε ψηφιακά -με μορφοποίηση- σε μια πιστή εικόνα της Λόρεν Μέρφι. «Η Λόρεν Μέρφι είναι τώρα μια καταζητούμενη εγκληματίας στην πολιτεία της Ουάσινγκτον. Πλαστογραφία, υπεξαίρεση, δυο καταδίκες για ναρκωτικά. Επιπλέον, παραβίασε την επιτήρηση της. 'Οταν συλληφθεί, δε θα περάσει από δίκη, θα πάει ίσια στο κελί. Μετά αλλάζω αυτό το φάκελο με τον αρχικό κι η μητέρα σου εξαφανίζεται ισοβίως». «Τρίχες!» είπε ο Ντέιντ. «Οι κομπιούτερ δε λένε ποτέ ψέματα, μικρέ. Η μητέρα σου θα συλληφθεί στη δουλειά. Θα της περάσουν χειροπέδες. Αργότερα θα τη γδύσουν και θα της κάνουν σωματική έρευνα. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή...» Ο Ντέιντ πετάχτηκε όρθιος. «Άσ' την ήσυχη, Λοιμέ, αλλιώς θα σε σκοτώσω» ούρλιαξε μέσα στο ακουστικό. «Μη με απειλείς εμένα, μικρέ», απάντησε εκείνος. «Υπάρ-


χουν πράγματα χειρότερα απ' το θάνατο κι εγώ μπορώ να τα κάνω όλα. Λοιπόν, άκου τώρα μια αληθινή ιοτορία. Ήταν, που λες, ένας δύστυχος τύπος που τον έλεγαν Τομ Μπρουκ...» Ο Ντέιντ άκουγε την ιστορία του ανθρώπου που φυλακίστηκε από λάθος, ανήμπορος ν' αντιδράσει, ανίκανος να πιστέψει στ' αφτιά του. Να πάρει! Δεν ήταν φούμαρα αυτά που του έλεγε ο Λοιμός· κι είχε τον τρόπο να τα κάνει πραγματικότητα, γι' αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία! Τον είχε στριμώξει για τα καλά!... Άκουγε κατάπληκτος αυτό τον τεχνο-Βεελζεβούλ, ενώ σκεφτόταν πυρετωδώς.

Δυναμικοί χάκερ σε δράση Ο Cereal Killer στεκόταν στο Σέντραλ Παρκ, μ' ένα σακίδιο κασέτες στα πόδια του, διαλαλώντας το εμπόρευμα του, όταν η Κέιτ τον πλησίασε με το μηχανάκι της. «Πειρατικές βιντεοκασέτες δικής μου διανομής!» φώναζε ο Cereal στους περαστικούς νεαρούς - πεζούς, πάνω σε σκέιτμπορντ ή πατίνια. "Νονός" εναντίον "Σημαδεμένου". Πατσίνο εναντίον Πατσίνο. Ποιος απ' τους δυο Αλ είναι ο πιο κακός;» «Γεια χαρά, C.K.», είπε η Κέιτ σταματώντας επιδέξια μπροστά του. «Ωραία μανούβρα, δικιά μου», είπε ο Cereal, παραμερίζοντας τα τσουλούφια του για να κοιτάξει καλύτερα την επισκέπτρια του. «Τσιμπήσανε τον Phreak». «Το πήρε τ' αφτί μου. Η ζωή γίνεται όλο και πιο περιπετειώδης γύρω μας». Εκείνη έβγαλε μια δισκέτα από το αντιανεμικό της. «Αυτό


ψάχνουν. Αλλά γιατί; Μου φαίνεται ότι πρέπει ν' αποκωδικοποιήσουμε αυτό το μωρό». «Υποθέτω ότι σκέφτηκες ήδη...;» «Τον Ντέιντ; Ούτε να το συζητάς...» «Δικιά μου, αυτός ο μάγκας ξέρει κάμποσους κώδικες... Ο εγκέφαλος του είναι τέλεια ρυθμισμένος, εγώ αυτό ξέρω!» «Ναι, αλλά δεν τον ξέρουμε. Πώς μπορούμε να τον εμπιστευτούμε;» Ο Cereal σήκωσε τους ώμους. «Υποθέτω ότι μπορείς να τον εμπιστευτείς όσο κι οποιονδήποτε άλλο χάκερ... Αλλά εγώ έχω μια έκτη αίσθηση πάνω σ' αυτό, νομίζω». Ξαφνικά, τα μάτια του σοβάρεψαν. «Τον παρακολουθούσα τον τύπο. Μου φαίνεται σπουδαίος». «Εντάξει, C.K. Χαίρομαι. Αλλά το θέμα είναι: μπορούμε να τον εμπιστευτούμε;» «Αυτό που με ρωτάς, Burn, είναι... μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου;» Εκείνη απέστρεψε το βλέμμα. «Πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Ο Εχθρός θέλει να μας κόψει τα πόδια... απειλεί τον ίδιο τον τρόπο ζωής μας!» «Εντάξει, εντάξει, παραδέχομαι ότι ο Ντέιντ φαίνεται να ξέρει ν' αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις. Ξέρεις το σπίτι του;» «Και βέβαια, γλυκά!» Όταν η Κέιτ κι ο Cereal Killer έφτασαν στο διαμέρισμα του Ντέιντ Μέρφι (λίγο πιο πέρα από το Σέντραλ Παρκ), τους άνοιξε η μητέρα του, η Λόρεν Μέρφι. «Γεια σας. Είμαι η Κέιτ κι από δω ο Cereal», συστήθηκε η Κέιτ. «Πρέπει να είστε η μαμά του Ντέιντ. Είναι εδώ; Μπορούμε να τον δούμε;» Η Λόρεν Μέρφι κι η Κέιτ ζύγισαν η μια την άλλη με το βλέμμα. Η Κέιτ παραδέχτηκε απρόθυμα ότι είχε μπροστά της μια


πολύ κουλ μαμά. Δε φαινόταν απ' αυτές που αναλύουν τα πάντα μέχρι θανάτου. Η Λόρεν Μέρφι ήξερε να φτάνει κατευθείαν στην ουσία του πράγματος. «Τώρα εξηγούνται όλα», είπε εκείνη επιδοκιμαστικά. Η Κέιτ είχε τις σωστές δόσεις νιότης, ομορφιάς και εξυπνάδας για να συγκινήσει ένα αγόρι σαν το γιο της. «Ναι, μέσα είναι. Ελάτε από δω, παρακαλώ!» Η Λόρεν Μέρφι τους οδήγησε στο δωμάτιο του Ντέιντ. Χτύπησε την πόρτα. «Έχεις επισκέψεις!» ανήγγειλε. Ο Ντέιντ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, πάλεψε να φορέσει μια μάσκα αδιαφορίας. «Ας έρθουν», μουρμούρισε κι η Λόρεν άνοιξε την πόρτα και τους άφησε μόνους. Η Κέιτ πήρε μια βαθιά ανάσα και πίεσε τον εαυτό της ν' αρθρώσει τις λέξεις: «Χρειαζόμαστε τη βοήθεια σου». Ήταν απίστευτα οδυνηρό. Να ζητάει βοήθεια από έναν τέτοιο τύπο! Ήταν τόσο γλυκούλης και τόσο έξυπνος, ώστε γινόταν σχεδόν ανυπόφορος! Ο Ντέιντ φάνηκε έκπληκτος. Ο σαρκασμός στη φωνή του ήταν καθαρά από συνήθεια. «Μήπως με γελάνε τ' αφτιά μου; Εσύ ζητάς βοήθεια;» Ο Cereal σήκωσε τα δυο του δάχτυλα σχηματίζοντας το χίπικο σήμα της ειρήνης. «Ανακωχή, παιδιά! Έχουμε υψηλότερο στόχο· ένα κάλεσμα στα όπλα για τη γενιά της Νιντέντο. Απαιτούμε ελεύθερη πρόσβαση στα δεδομέναυ κι αυτό συνοδεύεται από ευθύνες». Τίναξε πίσω τα μακριά του μαλλιά με μια δραματική κίνηση. «Αντιλαμβανόμουν τον κόσμο σαν παιδί, σκεφτόμουν σαν παιδί· αλλά όταν έγινα άντρας, ξέχασα όλα τα παιδιάστικα πράγματα». Η Κέιτ σήκωσε το βλέμμα της στο ταβάνι. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε περιπαικτικά.


Ο Cereal συγκατένευσε. Είχε παρασυρθεί και τώρα ένιωσε ντροπιασμένος. Η Κέιτ ανέλαβε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Κοίτα, φίλε. Ο Phreak κι ο Τζόι έπεσαν σε παγίδα. Χρειαζόμαστε τη βοήθεια σου να καταλάβουμε τι υπάρχει μέσα σ' αυτή εδώ τη δισκέτα». Την έβγαλε απ' την τσέπη της, του την έδειξε. Ο Ντέιντ κούνησε άτονα το κεφάλι του. «Δεν μπορώ. Όποιος πιάνει αυτό το πράγμα καταλήγει στη στενή. Δεν μπορώ να το διακινδυνεύσω τώρα. Λυπάμαι». Η Κέιτ δεν κατάφερε να κρύψει την απογοήτευση της. Άφησε να περάσει μια στιγμή για να το χωνέψει κι έπειτα του έδωσε τη δισκέτα. «Εντάξει. Τότε κάνε μας μια χάρη, χωρίς να διακινδυνεύσεις τίποτα. Μπορείς να κάνεις ένα αντίγραφο της δισκέτας; Κρύψ' το κάπου, ώστε, στην περίπτωση που μας συλλάβουν, να μπορούμε να τη δώσουμε στους δικηγόρους μας, σίγουροι ότι δεν της έχει βάλει κανείς χέρι». Η Λόρεν Μέρφι έχωσε το κεφάλι της από το άνοιγμα της πόρτας. «Παιδιά, πάρτε ελεύθερα ό,τι θέλετε απ' το ψυγείο». Μέσα στο μυαλό του, ο Ντέιντ άκουγε καθαρά το σενάριο που είχε πλέξει ο Λοιμός για το μέλλον της μητέρας του: Θα τη συλλάβουν στη δουλειά, θα της περάσουν χειροπέδες, θα τη γδύσουν και θα της κάνουν σωματική έρευνα...

Ο Ντέιντ στράφηκε στην Κέιτ. «Εντάξει. Δεν είναι πρόβλημα να την αντιγράψω». «Σ' ευχαριστώ, Ντέιντ». Το χαμόγελο της ήταν ένα εισιτήριο για τον Παράδεισο. Αφού έφυγαν, ο Ντέιντ έκανε κομμάτια το διάφανο φορητό που του είχε έρθει ουρανοκατέβατο. «Σιχαίνομαι τη ζωή μου!» είπε στους αδιάφορους τοίχους. Έπειτα τηλεφώνησε στο Λοιμό. Ο Υπεύθυνος Ασφαλείας ήταν πανευτυχής που τον άκουγε. Ο


Ντέιντ του είπε τι είχε στα χέρια του κι απαίτησε να σταματήσει ο εκβιασμός κι επιπλέον να μην μπλέξει πουθενά η Κέιτ Λίμπι. «Θέλω να πω, ήρθε σ' εμένα να βγάλω άκρη. Δεν έχει ιδέα για τον ιό. Άσ' την ήσυχη». «Μην ανησυχείς γι' αυτό, μικρέ. Αν είναι αθώα, δεν έχει τίποτα να φοβάται», απάντησε ο Λοιμός. Κατέπλευσε στη γειτονιά του Ντέιντ με μια κάτασπρη λιμουζίνα και πήρε τη δισκέτα απέξω απ' το σπίτι, σύμφωνα με το σχέδιο. Τα μάτια του άστραφταν από ικανοποίηση. «Μην ανησυχείς πια για τη μαμά σου. Όλα είναι εντάξει». Κι έπειτα εξαφανίστηκε πάλι μέσα στα πελώρια άδεια πέτρινα φαράγγια της πόλης. Όχι, σκέφτηκε ο Ντέιντ. Μόνο εντάξει δεν είναι τα πράγματα.

Κι έγιναν ακόμα χειρότερα, όταν αργότερα η μαμά του εισέβαλε στο δωμάτιο του μ' ένα μάτσο καινούρια γράμματα από κολέγια. Κλειστά, φυσικά. «Ντέιντ», είπε. «Κάνε μου τη χάρη, σε παρακαλώ, να τα κοιτάξεις αυτά». Ο Ντέιντ απέστρεψε το βλέμμα. «Δε με νοιάζουν! Στο διάολο και το κολέγιο!» Η Λόρεν έμεινε εμβρόντητη. «Σπουδαία! Κατάστρεψε την υπόλοιπη ζωή σου, λοιπόν...» Ο Ντέιντ γύρισε και την κοίταξε κατάματα. «Γιατί όχι; Έτσι κατέστρεψες κι εσυ το γάμο σου». Εκείνη φάνηκε ξαφνιασμένη. «Ξέρεις πολύ καλά τι συνέβη με τον πατέρα σου...» Ο Ντέιντ σηκώθηκε απ' το κρεβάτι του, της έριξε μια παγερή ματιά. «Και κατηγορείς εμένα γι' αυτό, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είναι;» Προχώρησε αποφασιστικά προς την πόρτα. Η Λόρεν Μέρφι ήταν έτοιμη να το αρνηθεί, αλλά, για κάποιον


αλλόκοτο λόγο, δεν μπορούσε. «Ντέιντ...» του φώναξε αδύναμα. «Θα γυρίσω», είπε εκείνος βροντώντας πίσω του την εξώπορτα.

Συναγερμός

για

τ α ΑΧΡΗΣΤΑ

Η μητέρα της Κέιτ Λίμπι τον άφησε να περάσει χωρίς ερωτήσεις κι εκείνος πήγε ίσια στο δωμάτιο όπου ήξερε ότι θα τους έβρισκε. Η Επιτροπή των Χάκερ στεκόταν γύρω από τον κομπιούτερ της Κέιτ με μια υπνωτισμένη έκφραση. Στην οθόνη ήταν ένας κώδικας που δεν μπορούσε παρά να είναι το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ. Προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ήταν, γιατί το ήθελε τόσο η Μυστική Υπηρεσία. «Κέιτ, άκου...» είπε ο Ντέιντ. Η Κέιτ ήταν απορροφημένη αλλού. «Περίμενε», πρόσταξε, σηκώνοντας το χέρι της. «Πρέπει να...» είπε ο Ντέιντ. Ο Nikon κούνησε το κεφάλι του, χτυπώντας την οθόνη. «Κοιτάξτε αυτό εδώ! Είναι τόσο μοχθηρό και καθαρογραμμένο...» «...σαν να το 'φτιάξε χάκερ», συμπλήρωσε ο Cereal. Ο Ντέιντ ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Το σκέφτηκε. Περίπλοκοι μηχανισμοί πήραν μπροστά μέσα στο κεφάλι του. «Μήπως εννοείς ένας χάκερ της Σκοτεινής Πλευράς;» Η Κέιτ δε φάνηκε να τον ακούει. Όλη η προσοχή της ήταν στραμμένη στο πρόγραμμα που εξέταζαν. Ήξερε αρκετά πράγματα για προγράμματα ώστε να μπορεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα σ' ένα τσαπατσούλικο πρόγραμμα κι ένα αριστοτεχνικά φτιαγμένο. Αυτό το πρόγραμμα, ωστόσο, ήταν σαν διασταύρωση των Κθούλου* και του Δράκουλα, επενδυμένο με όλο τον εξοπλι-


σμό της Κυβερνητικής. «Έλα δω! Κοίτα. Αυτό το πράγμα είναι ζωντανό!» Ο Nikon έφτασε στο τέλος του προγράμματος με κύλιση και σταμάτησε σε μια μισοτελειωμένη εντολή. «Αυτό είναι τρέλα! Το πρόγραμμα δεν αντιγράφηκε ολόκληρο! Θα μας πάρει μια ζωή να καταλάβουμε τι ρόλο παίζει...» «Αφήστε με να ρίξω μια ματιά», είπε ο Ντέιντ. Του άνοιξαν χώρο να πλησιάσει κι εκείνος άρχισε την κύλιση πάλι προς την αρχή του προγράμματος. «Καλύτερα να ξεκινήσουμε από την αρχή». Μελέτησαν τον κωδικό ώρες ολόκληρες. Ο Ντέιντ ξαφνιάστηκε ανακαλύπτοντας πόσες γνώσεις είχαν αποκομίσει οι άλλοι χαζολογώντας και μόνο με κομπιούτερ, αν και δεν είχαν την ολοκληρωμένη εικόνα που είχε αποκτήσει ο ίδιος διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας στα χρόνια της εξορίας του. Παρ' όλα αυτά, υπήρχαν πράγματα μέσα σ' αυτό το πρόγραμμα που ούτε είχε δει ούτε είχε φανταστεί ποτέ. Τελικά πείνασαν και παρήγγειλαν μια πίτσα. Το παιδί από την πιτσαρία έφτασε με την πίτσα ζαμπόνμπέικον με διπλό τυρί την ίδια ακριβώς στιγμή με το φίλο της Κέιτ, τον Κέρτις. Η κυρία Λίμπι τους άφησε και τους δυο να περάσουν, στέλνοντας και το λογαριασμό στα παιδιά. «Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε ξερά ο Κέρτις, σηκώνοντας υπεροπτικά τη μύτη του, όταν του πρόσφεραν ένα αχνιστό, λιπαρό κομμάτι πίτσα. «Α, τίποτα», απάντησε ο Ντέιντ. «Ένα οργιάκι κάνουμε...» Ο Κέρτις τον αγνόησε και στράφηκε στην Κέιτ. «Τι έγινες χτες βράδυ;» Η Κέιτ χτύπησε το μέτωπο της, όπως θα χτυπούσε μια ελατ* Φανταστικά τέρατα, οι «Παλιοί», στις ιστορίες τρόμου του Χ.Φ. Λάβκραφτ. (Σ.τ.Μ.)


τωματική συσκευή για να πάρει μπρος. «Ω Θεέ μου, λυπάμαι! Μπορούμε να τα πούμε αργότερα;» «Άσ' το καλύτερα!» είπε ο Κέρτις. «Για να με ξαναστήσεις; Να μένει». Κοίταξε με απροκάλυπτη περιφρόνηση τη συλλογή των εκτυπώσεων, των άδειων και μισοάδειων κουτιών Τζολτ και την εγκεφαλική εφηβική ανακατωσούρα που περιέβαλλε την ομάδα που ήταν στριμωγμένη γύρω από τον κομπιούτερ. «Κάτσε ν' απολαύσεις την παρέα των τεχνοφρικιών φίλων σου. Είναι φανερό ότι τη βρίσκετε μαζί». Ρουθούνισε υποτιμητικά προς τη μεριά του Ντέιντ γενικά και βγήκε σαν σίφουνας. «Πάρε τη ζωή στα χέρια σου!» του φώναξε πρόσχαρα ο Cereal, μ' ένα κομμάτι πίτσας να κρέμεται χαλαρά στα χέρια του. «Στη δική του περίπτωση, μάλλον η ζωή πρέπει να τον πάρει στα χέρια της», παρατήρησε ο Ντέιντ. Κατεβάζοντας την πελώρια πίτσα με μπόλικη Τζολτ, στρώθηκαν πάλι στη δουλειά, στην αποκωδικοποίηση του προγράμματος μέσα στο αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ. Τα κατάφεραν αργά τη νύχτα. Τελικά ο Ντέιντ εξέτασε ένα σημαντικό τμήμα της μακριάς εκτύπωσης που είχαν απλώσει πάνω στο κρεβάτι. Χτύπησε το χαρτί κατάπληκτος. «Δεν είναι ιός! Είναι σκουλήκι!» Ο Nikon έγειρε πίσω στην καρέκλα του, κάπως νυσταγμένος, αλλά γεμάτος ενδιαφέρον. «Και τι τρώει;» «Μασουλάει», διόρθωσε ο Ντέιντ. «Τα βλέπεις αυτά;» Έδειξε μια παχιά δεσμίδα χαρτιά. «Εδώ είναι όλες οι οικονομικές συναλλαγές της Έλινγκσον. Από συμφωνίες εκατομμυρίων δολαρίων μέχρι τα δέκα δολάρια που χρέωσε κάποιος υπάλληλος για τη βενζίνη του». «Έχω ακούσει ότι αυτό που κάνει ένα σκουλήκι είναι να τρώ-


ει μερικά σεντς από κάθε συναλλαγή», είπε η Κέιτ. «Κανείς δεν το εντοπίζει, επειδή τα λεφτά δε χάνονται στ' αλήθεια, απλώς φουσκώνουν κάπως οι πραγματικοί λογαριασμοί», είπε ο Ντέιντ. Η Κέιτ συγκατένευσε. «Κι όταν το σκουλήκι είναι έτοιμο, μαζεύει το συνολικό ποσό κι εξαφανίζει τα ίχνη του». «Αυτό είναι!» είπε ο Ντέιντ. «Ο Τζόι διέκοψε την αντιγραφή πριν φτάσει σ' αυτό το σημείο! Δείτε εδώ. Από δω και πέρα...» Στράφηκε πάλι στην οθόνη του κομπιούτερ, κατέβηκε με κύλιση, πληκτρολόγησε. «Η δουλειά γίνεται σε διπλάσια ταχύτητα απ' ό,τι όταν ξεκίνησε». Η Κέιτ είπε. «Μ' αυτό το ρυθμό, θα ολοκληρώσει τον κύκλο του σε...» «Δυο μέρες», είπε ο Nikon. Ο Ντέιντ ξαναγύρισε στην εκτύπωση. «Κρίνοντας απ' αυτό το τμήμα μόνο, έχει φάει ήδη γύρω...» Ο Cereal σήκωσε μια εκτύπωση. «21,8 εκατομμύρια δολάρια!» «Σπουδαία, Cereal», βόγκηξε η Κέιτ. «Όποιος το έγραψε αυτό χρειάζεται κάποιον να πληρώσει τη νύφη - κι αυτός είναι ο Phreak, ο Τζόι κι εμείς. Πρέπει οπωσδήποτε να πάρουμε το υπόλοιπο αυτού του αρχείου και ν' ανακαλύψουμε που πηγαίνουν τα λεφτά προτού εξαφανιστεί το σκουλήκι. Μόνο έτσι θα ξεσκεπάσουμε αυτόν που το δημιούργησε!» «Το κάθαρμα!» είπε ξαφνικά ο Ντέιντ. «Τι;» έκανε η Κέιτ. «Για ποιον λες; Τον ξέρεις, Ντέιντ;» «Ναι, τον ξέρω. Ξέρω ποιος το 'φτιάξε. Αυτός ο υπεύθυνος ασφαλείας υπολογιστή της Έλινγκσον. Ε... του έδωσα το αντίγραφο από τη δισκέτα που μου έδωσες...» «Τι έκανες;» φώναξε η Κέιτ. «Δεν ήξερα τι είχε μέσα».


Έμειναν όλοι τους εμβρόντητοι από τα ν΄ρα. «Εντελώς ηλίθια κίνηση, δικέ μου». Η Κέιτ μπήκε αμέσως στο ψητό. «Καλά, πώς σε ανακάλυψε, αφού δεν είχες ανάμιξη;» Ο Ντέιντ τους κοίταξε έναν έναν. Δεν υπήρχε τρόπος να κρατήσει πια το μυστικό του. Ο μόνος τρόπος να καταλάβουν γιατί το είχε κάνει ήταν να τους αποκαλύψει την αλήθεια. «Έχω φάκελο», πίεσε τον εαυτό του να ομολογήσει. «Είμαι... θέλω να πω... ήμουν... ο Zero Cool». Όση ψυχραιμία είχε απομείνει στην ομάδα, εξατμίστηκε αμέσως. Τρία ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν στον Ντέιντ Μέρφι, γουρλωμένα όσο έπαιρνε. «Τώρα κουφάθηκα», είπε ο Cereal, ο πρώτος που ξαναβρήκε τη φωνή του. «Ο Zero Cool διέλυσε 1507 δίκτυα σε μια μέρα! Προκάλεσε τη μεγαλύτερη βουτιά του χρηματιστηρίου στην ιστορία», μουρμούρισε ο Nikon. «Πρώτη σελίδα στους New York Times, 10 Αυγούστου 1988, φωτογραφία στη σελίδα εφτά. Φορούσες σιδεράκια τότε!» Η Κέιτ έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της. «Οχ, Θεούλη μου. Αντίο, ΜΙΤ!» Ο Ντέιντ την κοίταξε κατάματα, επιστρατεύοντας όλη του την ειλικρίνεια. «Θα επανορθώσω». «Πώς;» ρώτησε η Κέιτ. Ο Ντέιντ το σκέφτηκε για λίγο, ανασήκωσε τους ώμους. «Θα εισβάλω στον Gibson της Έλινγκσον». Ο Nikon χαχάνισε. «Θα σε εντοπίσουν στο τόσο!» είπε κροταλίζοντας τα δάχτυλα του. «Μέχρι να πεις κύμινο, θα βρεθείς στο στόχαστρο δέκα αυτόματων!...» Ο Ντέιντ κοίταζε ακόμα την Κέιτ. «Δε με νοιάζει», ομολόγησε. «Ακόμα κι αν είχες κωδικούς, θα χρειαζόσουν τουλάχιστον


δέκα λεπτά για να μπεις στο δίκτυο», του θύμισε ο Lord Nikon. «Έπειτα, πρέπει να βρεις το αρχείο. Οι μπάτσοι θέλουν πέντε λεπτά για να σ' εντοπίσουν». Ο Cereal Killer έβγαλε μια τηγανητή πατάτα απ' την τσέπη του. «Τηγανητοί θα βγούμε απ' αυτή την ιστορία...» Η Κέιτ σταύρωσε τα μπράτσα της και χαμογέλασε στον Ντέιντ. «Μη στέλνεις ποτέ ένα αγοράκι να κάνει τη δουλειά μιας γυναίκας. Μ' εμένα μπορούμε να το κάνουμε σε εφτά λεπτά». Ο Ντέιντ ξαφνιάστηκε. Αλλά όχι και τόσο. Κάπου είχε μαντέψει ότι η Κέιτ ήταν τέτοιος τύπος. Ίσως γι' αυτό να τον γοήτευε τόσο. Ο Cereal χαμογέλασε. «Είστε καταδικασμένοι κι οι δυο. Αν βοηθήσω κι εγώ, μπορούμε να τα καταφέρουμε σ' έξι λεπτά». Ο Nikon κούνησε κουρασμένα το κεφάλι του. «Να πάρει! Πάλι εγώ πρέπει να σώσω τα τομάρια σας». Χαμογέλασε πλατιά, δείχνοντας τα κατάλευκα δόντια του. «Αν βοηθήσω κι εγώ, θα το κάνουμε σε πέντε». Ο Ντέιντ τους κοίταξε όλους έναν έναν κι ένιωσε ένα ρίγος. Ένα μάτσο ανεξάρτητοι μάγκες που ένωναν τις δυνάμεις τους... Και τώρα, ενωμένοι, αδελφωμένοι, θα πολεμούσαν τη μοχθηρή δύναμη που είχε εισβάλει στο ατομιστικό, αλλά προικισμένο με αρχές σύμπαν της κυβερνοπειρατείας. «Εντάξει», είπε σπάζοντας τα άλατα από τα δάχτυλα του. «Πάμε για ψώνια!»


«12» Υπήρχαν κάμποσες δουλειές που έπρεπε να γίνουν πριν επιχειρήσουν να παραβιάσουν για δεύτερη φορά τις πύλες του Gibson. Όλοι ήξεραν ότι ο Τζόι είχε σταθεί απίστευτα τυχερός -ή, μάλλον, άτυχος- που κατάφερε να εισβάλει στον Gibson όπως εισέβαλε, μπλέκοντας τους όλους σ' αυτή την κατάσταση. Οι υπεύθυνοι ασφάλειας υπολογιστή της Έλινγκσον θα είχαν πάρει σίγουρα επιπλέον μέτρα για ν' αποτρέψουν οποιαδήποτε νέα εισβολή από χάκερ στο δίκτυο. Ωστόσο, αυτό δε σήμαινε ότι μια πειρατεία στον Gibson της Έλινγκσον ήταν αδύνατη, απλώς ήταν απίθανη. Αλλά αν οι χάκερ δεν είχαν καταφέρει τίποτα άλλο από τότε που οι ερασιτέχνες χειριστές κομπιούτερ είχαν πρωτοπαρεμβληθεί στις τηλεφωνικές γραμμές και τη Λεωφόρο της Πληροφορίας, τουλάχιστον είχαν δημιουργήσει αλλόκοτους βρόχους και διάκενα γύρω, πάνω και κάτω από την Καμπύλη της Απιθανότητας. Κατ' αρχάς, ο Lord Nikon κι ο Cereal Killer έφυγαν για μια μικρή εξόρμηση με σκέιτμπορντ. Δεν τους πήρε πολύ να εντοπίσουν τα προδοτικά χρώματα και διακριτικά της τηλεφωνικής εταιρίας της Νέας Υόρκης πάνω σ' ένα φορτηγάκι, παρκαρισμένο δίπλα στην είσοδο ενός φρεατίου. Ενώ οι εργάτες παιδεύο-


νταν στα σωθικά του δρόμου, οι δυο νεαροί κατάφεραν να σουφρώσουν ένα σετ μικρόφωνο-ακουστικό που εφαρμόζει στο κεφάλι, μια ζώνη συντηρητή κι ένα κίτρινο κράνος. Ο Cereal ξέχασε να πάρει το εγχειρίδιο. Αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει. Παραλίγο να τον πιάσουν, αλλά η μακριά πείρα τους στο σκέιτμπορντ τους γλίτωσε από τον κίνδυνο. Χρησιμοποιώντας τον κλεμμένο εξοπλισμό, ο Cereal μεταμφιέστηκε σε συντηρητή της τηλεφωνικής εταιρίας που έψαχνε για κάποια βλάβη μέσα στο γραφείο του πράκτορα Ρίτσαρντ Γκιλ. Αφού χώθηκε κάτω από γραφεία, με πολυάσχολο υφός, κατάφερε να σκαρώσει μια σπουδαία σκανταλιά κάτω από τη μύτη του Γκιλ. Ο Lord Nikon αγόρασε κάμποσα μπουκέτα λουλούδια από μια προσφορά σ' ένα γειτονικό ανθοπωλείο. Με την κάλυψη του υπάλληλου ανθοπωλείου, μπήκε στα γραφεία της Έλινγκσον Μίνεραλ κι ανακάλυψε αμέσως τις πιο πυκνοκατοικημένες σε κομπιούτερ περιοχές. Τα μπουκέτα του δεν τα παρέλαβε κανείς, αλλά ο Nikon κατόρθωσε να περισυλλέξει κάμποσους κωδικούς πρόσβασης, κυκλοφορώντας πίσω από τους υπαλλήλους ενώ αυτοί συνέδεαν τα τερματικά τους με το κεντρικό δίκτυο, μερικές φορές βλέποντας μόνο την κίνηση των δαχτύλων, συνδυάζοντας τη μ' ένα φανταστικό πληκτρολόγιο κι αποστηθίζοντας τους κωδικούς που έπιανε. Όσο οι άλλοι δούλευαν, ο Ντέιντ κι η Κέιτ προετοιμάζονταν για τη δική τους αποστολή - νυχτερινή, για να είναι αποδοτικότερη: τη Βουτιά στα Σκουπίδια. «Εδώ πρέπει να σκαρφαλώσουμε;» ρώτησε ο Ντέιντ, κοιτώντας με δέος το ύψους τριάντα μέτρων συρματόπλεγμα που εκτεινόταν σ' όλο το μήκος του σοκακιού πίσω από τον ουρανοξύστη. «Αν το θέλεις, μπορείς», απάντησε η Κέιτ. «Πάντα το 'λέγε η μαμά μου».


Μόλις μπήκαν, βρήκαν το σκουπιδοτενεκέ. Δυστυχώς εφαπτόταν απόλυτα στο κτίριο της Έλινγκσον. Ήταν πελώριος\ «Σαν νταλίκα είναι!» είπε ο Ντέιντ, σηκώνοντας το βλέμμα στο φεγγαροφωτισμένο μονόλιθο. «Έχουν μπόλικα σκουπίδια, δικέ μου», είπε η Κέιτ. Ο Ντέιντ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αχ, τι ρομαντικό... Φεγγαρόφωτο και μπόχα!...» Σκαρφάλωσαν απ' το πλάι, άνοιξαν ένα από τα καπάκια και πήδηξαν μέσα. Πρώτος ο Ντέιντ, μετά το σακίδιο της Κέιτ κι έπειτα η ίδια η Κέιτ... κάπως αδέξια. Έπεσε πάνω του, σπρώχνοντας τον πιο βαθιά στα σκουπίδια. Βρέθηκαν πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, με τα κορμιά τους να εφάπτονται, τις μύτες τους κολλημένες - κι αυτή τη φορά ο Ντέιντ δε δυσανασχέτησε με τις πρωτόγνωρες αισθήσεις που φούντωσαν μέσα του. «Αν δεν είχα έναν απαράβατο κώδικα τιμής, ίσως και να εκμεταλλευόμουν αυτή την κατάσταση... ε... ερωτικά, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ!...» «Άσ' το γι' άλλη ώρα, κολλητέ». Η Κέιτ πήρε το σακίδιο κι έβγαλε ένα φακό. Τον άναψε. Ανάμεσα στις βρομιές ανακάλυψαν δυο μεγάλες σακούλες γεμάτες με εκτυπώσεις υπολογιστή που φαίνονταν να περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Τις φορτώθηκαν και σκαρφάλωσαν έξω από τον τενεκέ. «Καλά τα καταφέραμε», είπε ο Ντέιντ εξετάζοντας το περιεχόμενο της χάρτινης λείας τους. «Αυτό είναι ακριβώς το είδος των...» Η μεταλλική πίσω πόρτα του Μεγάρου Έλινγκσον άνοιξε. Το φως ξεχύθηκε στο σοκάκι, λούζοντας τους ρακοσυλλέκτες. Ένας φύλακας βγήκε έξω.


«Εσείς οι δυο! Ακίνητοι!» φώναξε ο φύλακας.

Η Κέιτ έβγαλε κάτι από το σακίδιο της. Σήκωσε τα μπράτσα της στην ευθεία των ώμων. Μέσα από τα χέρια της εκτοξεύτηκε εκτυφλωτικό φως - μια φωτεινή σφαίρα. «Τι στο...» έσκουξε ο φύλακας. Χωρίς τάσεις ηρωισμού, τινάχτηκε μέσα κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Η φλεγόμενη σφαίρα -περισσότερο θεαματική παρά επικίνδυνη- διαλύθηκε κάμποσα μέτρα μακριά από την πόρτα. Αλλά είχε πετύχει το σκοπό της. «Φύγαμε!» φώναξε η Κέιτ. Ο Ντέιντ δεν περίμενε άλλη προτροπή. Την πρόλαβε έξω στο δρόμο. «Τι ήταν αυτό;» Εκείνη έβγαλε ένα όπλο φωτοβολίδων από την τσέπη της. «Το Προσωπικό μου Αμυντικό Σύστημα για τον Ηλεκτρικό». «Πάλι καλά. Το αναισθητικό σπρέι δε θα βοηθούσε ιδιαίτερα εκεί πίσω». Φορτώθηκε τη σακούλα με τα χαρτιά. «Έτοιμοι για το ραντεβού;» «Ναι, και μάλιστα γρήγορα». Άρχισαν να τρέχουν μέσα στο σκοτάδι.

Ο Λοιμός εξαπλώνεται Η Μάργκο Γουάλας είχε κάνει φιλότιμες προσπάθειες να κοιμηθεί. Είχε ήδη πρησμένα μάτια κι απαίσιες γραμμές στο πρόσωπο της και πολύ σύντομα το άγχος θα άρχιζε να φαίνεται κάτω απ' το μέικαπ της. Αυτό δεν ήταν καθόλου καλό για τη δουλειά της - και θα απέβαινε μοιραίο αν προκαλούσε υποψίες. Αλλά γιατί, Μάργκο; αναρωτήθηκε. Πως; Κανείς δεν ήξερε ότι ήταν μπλεγμένη με Καταχθόνιο Σχέδιο Μέσα στο Δίκτυο. Δεν εί-


χε φάκελο. Αυτή ήταν η πρώτη της ανάμιξη σε έγκλημα. Κι αυτό που την ώθησε να περάσει τη διαχωριστική γραμμή ήταν η προοπτική μιας μπάζας πολλών εκατομμυρίων. Εκείνη ήταν που είχε διαβάσει το The hacker crackdown, το βιβλίο του Μπρους Στέρλινγκ, αφού είχε τσιμπηθεί με το ψηφιακό κουνάβι που κυκλοφορούσε με σκέιτμπορντ. Εκείνη ήταν που είχε ρωτήσει αν ήταν δυνατό ν' αποστραγγίσουν, αθόρυβα και ανώνυμα, μερικά εκατομμύρια δολάρια από την εκπληκτική ροή κεφαλαίων της Έλινγκσον Μίνεραλ. Είχε μισοεκπλαγεί όταν ο Λοιμός τής είχε απαντήσει πως όχι μόνο ήταν δυνατό αλλά και απίστευτα εύκολο, αρκεί να του πήγαινε μερικά υπομνήματα της εταιρίας και κάποιες καταστάσεις που θα έβγαζαν τα βιβλία άψογα στο τέλος. Η Μάργκο μεγάλωνε κι ακόμα δεν είχε αποκτήσει το είδος ζωής που ονειρευόταν. Μερικά εκατομμύρια δολάρια, είχε σκεφτεί, θα της εξασφάλιζαν ό,τι ήθελε. Θα περίμενε λίγα χρόνια κι έπειτα θα έβγαινε στη σύνταξη και θα ζούσε την υπόλοιπη ζωή της με τον τρόπο που της άξιζε. Δίπλα στην Ψηφιακή Ιδιοφυΐα; Κάπως απίθανο. Υπήρχαν πολλοί άλλοι άντρες που ήταν πιο πλούσιοι και ισχυροί, κι αν μπορούσε να βρίσκεται στα κατάλληλα σημεία, ήξερε ότι θα κατάφερνε να τυλίξει κάποιον. Δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί· έτσι φόρεσε το τζιν και τ' αθλητικά της και πήγε στο γραφείο να δει πώς πήγαιναν τα πράγματα. Ο Λοιμός ήταν ξύπνιος φυσικά. Δούλευε στον κομπιούτερ του. «Τι γίνεται;» τον ρώτησε. «Κλείσε την πόρτα, αν έχεις την καλοσύνη». Φαινόταν καταπονημένος κι ανήσυχος, αλλά δυναμικός παρ' όλα αυτά. Εκείνη έκλεισε την πόρτα. «Είχαν αντιγράψει πράγματι το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ».


Η Μάργκο πάγωσε. Κάθισε σε μια καρέκλα τρίζοντας τα δόντια της. «Πόσα ξέρουν;» «Πολύ δύσκολο να πω. Σίγουρα όχι τα πάντα. Ωστόσο, μιλάμε για έξυπνα παιδιά». Αναστέναξε. «Και περίεργα. Θα ξέρουν αρκετά. Ίσως αρκετά για να μας ενοχοποιήσουν». Η Μάργκο κούνησε το κεφάλι της. «Είπες ότι το μεγαλείο αυτού του σχεδίου είναι ότι το "σκουλήκι" δεν εντοπίζεται». «Φυσικά. Οι συνηθισμένοι σου κομπιουτεράδες δε θα καταλάβαιναν τι είναι. Ούτε καν αν είχαν περγαμηνές στον προγραμ- • ματισμό. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με χάκερ». Χτύπησε το γραφείο του με τη γροθιά του. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τους στριμώξουμε πρώτοι. Με κάτι μεγάλο... και επικίνδυνο». Το σκέφτηκε για μια στιγμή. Ένα γλοιώδες χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο του. «Λοιπόν, άκου. Θα εξαπολήσουμε τον ιό κι έπειτα θα τον φορτώσουμε στους πιτσιρικάδες, φυτεύοντας ενοχοποιητικά στοιχεία στο περιβάλλον τους. Στο μεταξύ, το σκουλήκι θα μας αποδώσει το παραδάκι... και ποιος κάθεται ν' ακούσει έναν ένοχο;» Η Μάργκο σηκώθηκε κι άρχισε να κόβει βόλτες. «Θα εξαπολύσουμε τον Ντα Βίντσι;» Να πάρει! Το αρχικό σχέδιο ήταν να υπεξαιρούν μικροποσά από τον κομπιούτερ, να τα βάζουν σ' ένα λογαριασμό ελβετικής τράπεζας, κι έπειτα να ζουν από τους τόκους ή να σηκώνουν μετρητά όποτε τους κάπνιζε ύστερα από λίγα χρόνια. «Τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο μας!» Ο Λοιμός συνοφρυώθηκε. Σηκώθηκε, την άρπαξε απ' το μπράτσο και την έσφιξε με δύναμη. Ο τόνος του ήταν παγερός. «Κοίτα. Δεν υπάρχει καλό και κακό. Υπάρχει μόνο γλέντι ή πλήξη. Μια τριανταριά χρόνια στη στενή μού φαίνεται πολύ πληκτική προοπτική, προσωπικά. Ποιος προτιμάς να τη φάει - εμείς ή αυτοί;» Η Μάργκο δεν μπορούσε να πει τίποτα. Εξάλλου ο Λοιμός ή-


ξερε ήδη την απάντηση. Δεν είχαν περιθώρια επιλογής. «Δε σ' εμποδίζω». Ο Λοιμός κάθισε πάλι στον κομπιούτερ του. Πάτησε μερικά πλήκτρα. Ένα λειτουργικό γραφικό του ιου Ντα Βίντσι εμφανίστηκε στην οθόνη. Το μενού επιλογών δήλωνε: Ακύρωσε και Ενεργοποίησε. Ο Λοιμός πάτησε τη δεύτερη επιλογή χωρίς δισταγμό. Έγειρε στην πλάτη της καρέκλας και χαμογέλασε πλατιά. «Νομίζω ότι τους έχουμε στο χέρι», είπε. «Τώρα το μόνο που απομένει είναι να καλέσω σε ενισχύσεις το Ιππικό...» Η Μάργκο Γουάλας συγκατένευσε αναστενάζοντας. Εντάξει, δεν έγινε και τίποτα, είπε στον εαυτό της. Στο κάτω κάτω, δεν είναι παρά μια χούφτα χάκερ. Αλήτες της νέας τεχνολογίας. Ταπεινότεροι κι από τους ταπεινούς... Τους αξίζει να τους κλείοονν μέσα, εκεί όπου δε θα μπορούσαν να βλάψουν ευυπόληπτους πολίτες.

Αργότερα τη νύχτα Την επόμενη μέρα ο Λοιμός τηλεφώνησε στον Ρίτσαρντ Γκιλ, τον πράκτορα της Μυστικής Υπηρεσίας. «Ο ιός θα ενεργοποιηθεί αύριο κι αυτοί οι χάκερ επιχείρησαν να ξαναμπούν στο δίκτυο μας», είπε ψέματα. Αν του ζητούσαν αποδείξεις, θα τους έδειχνε αναφορές που είχε πλαστογραφήσει ο ίδιος. «Έτσι που ήρθαν τα πράγματα, επιμένω να περάσετε σε πιο άμεση δράση, διαφορετικά η Έλινγκσον Μίνεραλ θα θεωρήσει υπεύθυνη τη Μυστική Υπηρεσία για ό,τι επακολουθήσει». Το τηλεφώνημα ήταν αρκετό. Έκανε τον Γκιλ να βράζει από θυμό. Ζήτησε εντάλματα σύλληψης για την Κέιτ Μέρφι ή Acid


Burn· τον Ιμάνιουελ Γκόλντσταϊν ή Cereal Killer· τον Ντέιντ Μέρφι ή Crash Override, επίσης γνωστό σαν Zero Cool· και τον Πολ Κουκ ή Lord Nikon. Κανόνισε να τους τσιμπήσουν στις 9:00 π.μ. το επόμενο πρωί. Ευτυχώς τμήμα της αποστολής του Cereal ήταν να παγιδεύσει το τηλέφωνο του Γκιλ. Αυτός κι ο Nikon άκουσαν όλη τη συνδιάλεξη. Συγκάλεσαν αμέσως έκτακτο συμβούλιο. Για λόγους ασφαλείας, αυτό το συμβούλιο έγινε μέσα στον ηλεκτρικό, που διέσχιζε ιλιγγιωδώς το Μανχάταν απ' άκρη σ' άκρη. Στο τελευταίο βαγόνι, η ομάδα, ξέροντας τώρα ότι τα χρονικά περιθώρια δράσης στένευαν, κάθισε κι εξέτασε εξονυχιστικά τις εκτυπώσεις και τα χαρτιά από το σκουπιδοτενεκέ της Έλινγκσον Μΐνεραλ. Ο Ντέιντ έκανε ένα διάλειμμα τρίβοντας τα μάτια του, που έτσουζαν από την κούραση και το άγχος που είχαν περάσει. Συζητούσε με την Κέιτ όλη τη μέρα για τα αισθήματα του απέναντι στους γονείς του, στον κόσμο, στη ζωή... και στο κυβερνοδιάστημα. Τώρα ένιωσε την ανάγκη να συγκεφαλαιώσει την κατάσταση, να βγάλει κάποιο νόημα απ' αυτό το απίστευτο μπέρδεμα. «Το κυβερνοδιάστημα», είπε ονειροπόλα. «Είναι σαν αστρική προβολή. Κάθεσαι στο δωμάτιο σου και ταξιδεύεις στην Ιαπωνία. Είναι εκεί όπου βρίσκονται τα λεφτά μας, εκεί όπου λαμβάνουν χώρα οι τηλεφωνικές μας συνδιαλέξεις, εκεί όπου αποθηκεύονται τα μηνύματα μας, εκεί όπου υπάρχουν οι ταυτότητες μας. Χωρίς θαμπά όρια, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, μόνο αγνή, διάφανη λογική. Ένας κόσμος που δεν έχει μολυνθεί ακόμα. Και θέλω να υψώσω τη σημαία μου μέσα σ' αυτόν. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Η Κέιτ τον χτύπησε μαλακά στον ώμο, σε μια προσπάθεια να τον παρηγορήσει. «Κοίτα να δεις: Πρώτον: δε χάλασες εσύ


το γάμο των γονιών σου, μόνοι τους τον χάλασαν. Δεύτερον: όποιος κι αν βρισκόταν εκεί όπου βρεθήκαμε δε θα μπορούσε να κάνει πίσω. Και τρίτον: σύντομα θα πάμε όλοι μαζί στη φυλακή, γι' αυτό απόλαυσε το όσο προλαβαίνεις, γιατί, έτσι όπως πάνε τα πράγματα, τα παιδιά μας δε θα έχουν καμιά ελπίδα. Είμαστε οι τελευταίοι ελεύθεροι χάκερ». Εκείνος το σκέφτηκε λίγο κι έπειτα βύθισε το βλέμμα του στα μάτια της. Ήταν στ' αλήθεια βαθιά μάτια, βαθύτερα και γλυκύτερα απ' ό,τι είχε φανταστεί. Εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα του και ξαφνικά εμφανίστηκε ένας σπινθήρας, σαν να είχαν ενωθεί δυο καλώδια υψηλής τάσης. Αμήχανοι, ευάλωτοι, απέστρεψαν κι οι δυο το βλέμμα. Η Κέιτ ξεφύλλισε τις σημειώσεις της κι έπειτα σήκωσε το βλέμμα στους άλλους. «Λοιπόν, πώς τα πάμε;» ρώτησε. «Έχουμε πενήντα κωδικούς», απάντησε ο Ντέιντ. Έδειξε τον Lord Nikon. «Συν όσους μάζεψε ο κύριος Polaroid από δω στην Έλινγκσον». «Έχω πολλούς», είπε ο Nikon. «Δεν ξέρω πόσους ακριβώς, αλλά το κεφάλι μου βουίζει». Ο Cereal μελετούσε ένα πάκο από φύλλα εκτύπωσης. Είχε καταφέρει να ενώσει κάπως αυτό το αλλόκοτο παζλ. «Ρε παιδιά, τι είναι ο ιός Ντα Βίντσι;» ρώτησε. «Ε;» ήταν η γενική αντίδραση. «Δείτε αυτό εδώ», είπε ο Cereal. «Είναι ένα υπόμνημα σχετικά με το πώς θ' αντιμετωπίσουν τις πετρελαιοκηλίδες που έγιναν στις δεκατέσσερις του μήνα». «Ποιες πετρελαιοκηλίδες;» ρώτησε η Κέιτ. «Ξύπνα, μεγάλε», είπε ο Nikon σκουντώντας τον Cereal. «Δεκατρείς έχουμε σήμερα».


«Δηλαδή μιλάμε για κάτι που δε συνέβη ακόμα!» είπε ο Cereal. Η Κέιτ σκυθρώπιασε. «Στις δεκατέσσερις, είπες; Τότε δεν είναι που ολοκληρώνει τον κύκλο του το σκουλήκι;» Έσκυψαν όλοι μαζί τα κεφάλια τους να διαβάσουν το υπόμνημα. Έπειτα η Κέιτ θυμήθηκε κάτι σημαντικό. «Ο ιός Ντα Βίντσι! Αυτό είπε ο Phreak ότι πάνε να του φορτώσουν!» Διάβασε δυνατά από το υπόμνημα: «"...επηρεάζει τα προγράμματα σταθεροποίησης των τάνκερ της Έλινγκσον". Θα το φορτώσουν σε χάκερ!» Ο Cereal συγκατένευσε με μεγάλη σοβαρότητα. «Οχ, μανούλα μου! Τώρα έχουμε ένα σκουλήκι και έναν ιό! Ο κλοιός σφίγγει γύρω μας». «Θα χρειαστούμε όλη τη βοήθεια που μπορούμε να βρούμε», είπε η Κέιτ. «Έχουμε λίγες ώρες πριν μας συλλάβουν. Εσείς οι δυο», είπε στον Nikon και τον Cereal. «Κρυφτείτε κάπου. Θα σας ειδοποιήσουμε μέσω μπίπερ». Μάζεψε τα πατίνια της και στράφηκε στον Ντέιντ. «Έρχεσαι;» Το τρένο έκοβε ταχύτητα πλησιάζοντας σ' ένα σταθμό. Οι πόρτες άνοιξαν, αποκαλύπτοντας την τσιμεντένια πλατφόρμα του σταθμού, αχνά φώτα, ξεθωριασμένες επιγραφές. Ήταν ένας κόσμος που δεν είχε δημιουργήσει εκείνος. Τσως όμως να είχε ένα λόγο στον καινούριο ψηφιακό κόσμο. «Το ρωτάς;» είπε αρπάζοντας τα πατίνια του και πηδώντας στην πλατφόρμα πίσω της.


«13»

Στο ROBOT'S REVOLT και πέρα Ο ρομποτικός βραχίονας κινήθηκε γουργουρίζοντας πάνω από μια σειρά αλλόκοτων μηχανημάτων. Ο Ντέιντ Μέρφι κι η Κέιτ Λίμπι στάθηκαν απότομα στην πόρτα του δωματίου στο οποίο μόλις είχαν μπει. Μέσα στο αχνό φως, μόλις που μπορούσαν να διακρίνουν τι κρατούσε ο μηχανικός βραχίονας. Ένα όπλο, στραμμένο ίσια πάνω τους. «Αυτό δε μ' αρέσει καθόλου, πάντως», είπε ο Ντέιντ. Είχε νυχτώσει για τα καλά. Η Κέιτ τον έτρεχε εδώ κι εκεί σ' ολόκληρη τη Νέα Υόρκη, να ψάχνουν γι' αυτούς τους Ιάπωνες τρελάρες με τον πειρατικό δορυφορικό σταθμό, τους Razor και Blade. Ο Ντέιντ δεν πίστευε ότι θα τους έβρισκαν ούτε καταλάβαινε πώς θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν, αλλά η Κέιτ επέμενε ότι ήταν μέλη της «ελίτ» και θα τους παρείχαν ανεκτίμητη βοήθεια. Τον κουβάλησε σ' ένα νάιτ κλαμπ του Ιστ Βίλατζ, που λεγόταν ROBOT'S REVOLT. Η μουσική ήταν καθαρός βιομηχανικός ήχος, τα ρούχα αλλόκοτα τετραγωνισμένα κι υπήρχαν περισσότερα τατουάζ και ουλές και ξέφρενοι πρωτόγονοι χοροί από τότε που ο Ντέιντ είχε δει το ντοκιμαντέρ του National Geographic σχετικά


με τις τελετουργίες διάφορων φυλών στα βάθη της ζούγκλας της Νέας Γουινέας. Παρ' όλα αυτά, η σφραγίδα της τεχνολογίας υπήρχε παντού εκεί μέσα κι επιπλέον εντόπισαν τον Razor και τον Blade, με τα αγκαθωτά μαλλιά τους, να χορεύουν σαν πόγκο με σπασμένο ελατήριο. Το κλαμπ ήταν τόσο θορυβώδες, αποπνικτικό και κατάμεστο από κόσμο, ώστε τους έχασαν. Με τη βοήθεια των πατινιών τους, πάντως, ακολούθησαν τη λιμουζίνα που είχε πάρει τους δίδυμους απ' το πίσω μέρος του κτιρίου. Όπως ήταν φυσικό, τους είχε οδηγήσει στα ιδιαίτερα διαμερίσματα τους. «Τι θέλετε;» ρώτησε μια επιτακτική φωνή. Υπήρχαν οι σειρές των οθονών που είχε δει ο Ντέιντ στην τηλεοπτική εκπομπή. Τώρα πρόβαλαν πολλαπλές εικόνες των Razor και Blade. «Ε», έκανε ο Ντέιντ. «Ερχόμαστε σαν φίλοι». «Κοιτάξτε, μάγκες. Χρειαζόμαστε τη βοήθεια σας... αν μπορείτε να βοηθήσετε, δηλαδή», πρόσθεσε προκλητικά. «Είναι θαυμάστρια, δικέ μου», είπε μια φωνή που έμριαζε να ξεχύνεται από τους τοίχους. Άλλη φωνή: «Ας την κρατήσουμε». Ωστόσο, το όπλο έμεινε καρφωμένο πάνω στον Ντέιντ. Η σκανδάλη φάνηκε να πιέζεται. «Αλλά να ξεπαστρέψουμε το μάγκα!» «Ναι!» Ένας πίδακας νερού πετάχτηκε από το νεροπίστολο, καταβρέχοντας τον Ντέιντ στο πρόσωπο. «Αυτοί οι τύποι είναι εντελώς άκακοι», είπε η Κέιτ. «Δε θα σ' έπαιρνα μαζί μου αλλιώς. Θα συνεννοηθώ εγώ μαζί τους. Έλα, πάμε!» Τον οδήγησε πίσω σε μια κρεβατοκάμαρα, αυτή που αποτελούσε το πλατό της εκπομπής τους. Παρά τη μοντέρνα διακόσμηση, μύριζε μουχλιασμένα σνακ και χαλασμένες πίτσες.


Ο Razor κι ο Blade τους περίμεναν αραχτοί στα κρεβάτια τους. Πρότειναν στους επισκέπτες τους να καθίσουν και τους ρώτησαν τι τρέχει. Έπειτα από μια σύντομη εισαγωγή, η Κέιτ πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφουρνισε όλη την ιστορία: «Ένας ιός ονόματι Ντα Βίντσι θα προκαλέσει πετρελαιοκηλίδες αύριο». «Και τον έχουν συνδέσει, με κάποιο τρόπο, με το σκουλήκι που κλέβει τα λεφτά», είπε ο Ντέιντ. «Θέλουμε τη βοήθεια σας για να μπλοκάρουμε τον Gibson», είπε η Κέιτ, «έτσι ώστε να εξολοθρεύσουμε τον Ντα Βίντσι και να "κατεβάσουμε" το πρόγραμμα του σκουληκιού». Ένας από τους δίδυμους έπαιζε μ' ένα αγκαθωτό τσουλουφι. «Φευγάτη αλλά χαριτωμένη», απεφάνθη. «Βλέπετε», εξήγησε ο άλλος, «είμαστε πολύ απασχολημένοι. Ένα τηλεοπτικό δίκτυο που δε θ' αναφέρουμε εξέφρασε ενδιαφέρον για την εκπομπή μας». Ο Ντέιντ, αηδιασμένος απ' αυτό το άνανδρο ξεπούλημα, έκανε μεταβολή και ξεκίνησε για την πόρτα. «Πάμε να φύγουμε, Κέιτ». Ένας από τους δίδυμους ανασηκώθηκε. «Περίμενε! Κανείς δεν είπε ότι δε θα βοηθήσουμε!» Πετάχτηκε απ' το κρεβάτι κι άρχισε να κόβει βόλτες. «Αλλά χρειάζεστε κάτι παραπάνω από δυο είδωλα των μίντια όπως εμείς. Χρειάζεστε ολόκληρο στρατό» Ο άλλος δίδυμος σηκώθηκε κι αυτός κι αγκάλιασε τον αδερφό του απ' τούς ώμους. «Αυτό είναι, Razor! Έναν ψηφιακό στρατό! Αν ήμουν στη θέση μας, θα έβγαινα στο Ίντερνετ και θα έστελνα ένα σήμα SOS». «Χάκερ όλου του κόσμου, ενωθείτε!» «Πώς θα τα βγάλετε πέρα με τους μπάτσους;» ρώτησε ο Blade. «Με τον ίδιο τρόπο που τα βγάζουμε πέρα με κάθε πρόβλη-


μα εμείς οι χάκερ, κύριοι». Πήγε σ' ένα τηλέφωνο που έμοιαζε με παλιομοδίτικη ταμειακή μηχανή και σχημάτισε τον αριθμό του σπιτιού του. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα του, ο φορητός του, συνδεδεμένος με μια εξωτερική γραμμή, απάντησε στην κλήση αμέσως: Του έδωσε την εντολή: 09:00: ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ. «Το τακτοποίησα», ανήγγειλε ο Ντέιντ. «Μόλις μας εξασφάλισα λίγο παραπάνω χρόνο». «Σπουδαία δουλειά! Ο χρόνος είναι πολύτιμος», είπε ο Blade. «Μ' αρέσει στ' αλήθεια η φάση. Εσύ τι λες, Razor;» «Και βέβαια. Ένας στρατός!» «Ναι, αλλά ένας στρατός χρειάζεται και όπλα». «Ένας ψηφιακός στρατός χρειάζεται όπλα υψηλής τεχνολογίας». Το κόλλησαν ψηλά στον αέρα και τσούγκρισαν μερικές φορές τους πισινούς τους πριν τρέξουν σε μια ντουλάπα. Ο Ντέιντ κι η Κέιτ κοίταζαν άναυδοι το περιεχόμενο. Ο Razor έδωσε στην Κέιτ μια στοίβα φορητούς κομπιούτερ, ενώ ο Blaze πάσαρε στον Ντέιγτ μια μαύρη κορδέλα για το κεφάλι από βέλκρο. Απ' αυτή κρεμόταν ένας μικρός προσοφθάλμιος φακός. Ο Ντέιντ έμεινε να τον κοιτάζει σαστισμένος. «Είναι ένα Private Eye», εξήγησε ο Blade. «Βελτιώνει τις αντιδράσεις σου. Επιπλέον, είναι κουλ...» «Λοιπόν», είπε ο Razor. «Πότε αρχίζει το γλέντι;» «Σύντομα», απάντησε ο Ντέιντ εξετάζοντας το μαραφέτι. «Πολύ σύντομα».

Η αυγή των χάκερ Στις οχτώμισι το πρωί, ο Cereal Kilmer κι ο Lord Nikon βρε-


θηκαγ στο Σέντραλ Παρκ για να παίξουν σκάκι σε μια από τις σκακιέρες που είχαν τοποθετηθεί εκεί γι' αυτό ακριβώς το σκοπό. Οι μπίπερ τους, κρεμασμένοι στις βαριές ζώνες τους, άρχισαν να καλούν. Το μήνυμα ήταν: ΓΚΡΑΝΤ ΣΕΝΤΡΑΛ: Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΥΣ ΧΑΚΕΡ. Φορτώθηκαν τα σακίδια τους, πήδηξαν πάνω στα σκέιτμπόρντ τους και ξεκίνησαν για να συναντήσουν το πεπρωμένο τους. Οι πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας με τη μαύρη Λίγκολν τους ακολούθησαν από κοντά. Σε λίγο θα κινητοποιούνταν, συμφωνά με τις διαταγές, και θα οδηγούσαν ρυτά τα παλιόπαιδα στη φυλακή. Αφού παρέσυραν τους πράκτορες σε μια άσκοπη καταδίωξη μέσα σε σοκάκια και παρόδους, συνάντησαγ τον Ντέιντ Kαι την Κέιτ, που φορούσαν τα πατίνια τους, στο σημείο που είχαν συμφωνήσει. Τώρα πια, είχαν ολόκληρο στόλο από αμάξια της Μυστικής Υπηρεσίας πίσω τους. Ο Ντέιντ έλεγξε το ρολόι τορ. Λίγα δευτερόλεπτα ως τις 9:00... Τέλεια. Μπροστά τους ήταν ένας από τους πιο πρλυσύχναστους κόμβους του Μανχάταν στην καλύτερη ώρα. Αυτή της μεγαλύτερης αιχμής. Στις εννιά ακριβώς, ο κομπιούτερ του Ντέιντ έστειλε ένα μήνυμα στο δίκτυο ελέγχου της οδικής κυκλοφορίας. Τα πράσινα φανάρια άναψαν στον κόμβο. 'Ολα τα πράσινα φανάρια. Γ|α τους οδηγούς της Νέας Υόρκης, το πράσινο είναι σοβαρή υπόθεση. Χείμαρροι από αμάξια ξεχύθηκαν για να καταλάβουν τον κενό χώρο απ' όλες τις λεωφόρους, προκαλώντας ένα μποτιλιάρισμα απίστευτων διαστάσεων. Οι στρατηγοί του Νέου


Στρατου των Χάκερ διέσχισαν αυτό το χαμό με τα πατίνια και τα σκέιτμπόρντ τους, αποφεύγοντας άνετα τα αμάξια της Μυστικής Υπηρεσίας, που είχαν παγιδευτεί για τα καλά. Ο Μπομπ, ο πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας, βγήκε από το αμάξι του και αποφάσισε να επιτάξει το σκέιτμπορντ ενός περαστικού για να τους κυνηγήσει, αλλά η εφευρετικότητα του ανταμείφθηκε με πονεμένα πισινά. Ο Ρέι τους κυνήγησε πεζός, για να συγκρουστεί μ' ε'ναν αστυνομικό της Νέας Υόρκης. Ο πράκτορας Γκιλ είδε τι συνέβαινε κι ωστόσο δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Κατέβηκε από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε και κοίταξε αυτούς τους καταραμένους κυβερνοαλήτες να ξεφεύγουν πάνω στα ροδάκια τους προς μια καινούρια μέρα. Βαθιά απελπισμένος, ξέσπασε πάνω στο καπό μιας κόκκινης Λέξους, παρκαρισμένης δίπλα σ' ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Ο συναγερμός της Λέξους άρχισε να ουρλιάζει μέσα στ' αφτιά του Γκιλ, προσθέτοντας το θρήνο της στον πανζουρλισμό από τις κόρνες και τα βρισίδια αυτής της πρωτοφανούς κυκλοφοριακής συμφόρησης. Οι Κυβερνοφύλακες έτρεχαν στην Παρκ Άβενιου, σαν τους Τέσσερις Τροχοφόρους Αγγέλους της Αποκάλυψης. Επόμενη στάση: ο σταθμός Γκραντ Σέντραλ. Πέρασαν ιλιγγιωδώς κάτω από τις παμπάλαιες σκαλισμένες κολόνες τρομάζοντας περιστέρια και πεζούς. Μπήκαν σαν σίφουνες στο μεγαλόπρεπο, μαρμάρινο σταθμό. Ο θόρυβος των πατινιών τους χάθηκε μέσα στην αντήχηση της πελώριας αίθουσας. Ο Ντέιντ είχε διαλέξει αυτό το σταθμό για έναν απλό λόγο. Αμέσως μετά τα εκδοτήρια εισιτηρίων, πέρα από μερικούς πάγκους με περιοδικά, ήταν μια από τις μεγαλύτερες σειρές κερματοδεκτών σ' ολόκληρη τη Νέα Υόρκη. Το ιδανικό σημείο για να οχυρωθεί ένας στρατός από χάκερ! Εκεί παραλίγο να πατήσουν τον Τζόι, που περίμενε μ' ένα


φορητό κι ένα κουτί δισκέτες παραμάσχαλα και μια εκστατική έκφραση στο πρόσωπο του. «Έφερες και τους άλλους φορητούς;» ρώτησε ο Ντέιντ. «Εδώ είναι. Κι έχουμε όλα τα τηλέφωνα στη διάθεση μας!» είπε ο Τζόι. «Πουφ!» έκανε ο Cereal. «Τι μυρίζει έτσι;» «Ε... γι' αυτό έχουμε όλα τα τηλέφωνα στη διάθεση μας». Ο Τζόι έκλεισε τη μύτη του κι έσυρε ένα παλιό πενταβρόμικο παλτό πίσω στον πενταβρόμικο άστεγο ιδιοκτήτη του, μαζί με τα δέκα δολάρια για την ενοικίαση. «Ο τύπος είναι πανέξυπνος τελικά», είπε η Κέιτ κλείνοντας τη μύτη της. «Μακάρι να είχε σκεφτεί να φέρει και μερικά μανταλάκια όμως». «Θα τον στείλουμε να φέρει κανένα απορρυπαντικό από κάποια τουαλέτα», είπε ο Cereal. Άρπαξε ένα φορητό και το έβαλε στο ράφι του θαλάμου. «Έι, τώρα είμαστε ένας λόχος, μια ομάδα πολιτοφυλακής. Χρειαζόμαστε ένα όνομα. Πώς σας φαίνεται το FOD; Flowerpickers of Death (Ανθοσυλλέκτες του Θανάτου);» «Free our Data (Ελευθερώστε τα Δεδομένα μας)», είπε ο Nikon, διαλέγοντας το δικό του όπλο. «Fathers on Drugs (Βασιλιάδες της Μαστούρας)», συνέχισε ο Cereal, ελέγχοντας τον εξοπλισμό του κι ανοίγοντας τον κομπιούτερ. «Friends of Dogs (Φίλοι των Σκυλιών). Κάθε μέρα της εβδομάδας θα του δίνουμε και άλλη ερμηνεία...» «Καλά, σίγουρα», είπε ο Ντέιντ, «και "μύηση" σημαίνει να σε φιλοξενήσει μια γκόμενα στο σπίτι της το βράδυ». Έβγαλε το δικό του φορητό. «Η επιχείρηση αρχίζει». Ενώ τα σούπερ τάνκερ της Έλινγκσον έπλεαν έξω από τη βραχώδη ακτή της Ιαπωνίας, τις μυρωδάτες αμμουδιές της Νότιας Καλιφόρνιας και, ναι, ακόμα και στα ήδη μολυσμένα νερά του λιμανιού της Νέας Υόρκης, η Μελλοντικά Διαβόητη


FOD παρατάχτηκε στη σειρά των κερματοδεκτών, συνδέοντας τους φορητούς με τα τηλέφωνα. Δίπλα τους είχαν στοιβάξει τις δισκέτες των 3.5 ιντσών, σαν πεζικάριοι που ετοιμάζουν έξτρα πυρομαχικά. Δυο επιχειρηματίες πλησίασαν ψάχνοντας για άδειο θάλαμο, αλλά η Κέιτ τους έγνεψε ν' απομακρυνθούν. «Χρησιμοποιήστε τους, αν επιμένετε, αλλά σας προειδοποιώ - κάποιος μόλις πέθανε εδώ!» Οι επιχειρηματίες απομακρύνθηκαν βιαστικά. «Εντάξει», είπε η Κέιτ. «Ακούστε. Χρησιμοποιήστε τους καλυτέρους ιούς σας για να κερδίσουμε λίγο χρόνο. Πρέπει να μπούμε στο αρχείο του Λοιμού για ν' αντιγράψουμε το σκουλήκι κι έπειτα να βρούμε τον Ντα Βίντσι και να τον ακυρώσουμε». «Έτοιμοι;» είπε ο Nikon. «Θυμηθείτε. Έχουμε μόνο πέντε λεπτά». Μια κραυγή τον έκανε να τιναχτεί. Γύρισαν όλοι και κοίταξαν τον Cereal που είχε ουρλιάξει. «Εντάξει, λίγη εκτόνωση πάντα χρειάζεται», τους εξήγησε. Η Κέιτ τον κοίταξε με απόγνωση. «Cereal, πήγαινε να φτιάξεις τα άλλα τηλέφωνα τώρα». Εκείνος συμφώνησε αμέσως. «Μα και βέβαια». Χωρίς να διστάσει, εγκατέλειψε το πόστο του δίπλα στο φορητό του κι έτρεξε να διεκπεραιώσει την καινούρια αποστολή του. Ο Τζόι επέστρεφε κοιτώντας φοβισμένα τριγύρω. «Τζόι, πάρε τη θέση του Cereal». «Εγώ;» ρώτησε εκείνος, κατάπληκτος αλλά και φανερά ενθουσιασμένος για την τιμή. «Άσε τα λόγια!» Καθώς ο Cereal απομακρυνόταν με το σκέιτμπόρντ του κρατώντας ένα κουτί, τους τραγούδησε: «Θα είμαι ο φύλακας άγγελος σας!» Την επόμενη στιγμή είχε εξαφανιστεί.


«Έτοιμοι;» φώναξε η Κέιτ. «Ναι», απάντησε ο Ντέιντ. «Ας τους διαλύσουμε, αφού δε δέχονται ένα αθώο αστείο!» «Πάνω τους, αδέρφια! Να πάρουμε το αίμα μας πίσω!» Ο Ντέιντ φόρεσε το Private Eye που του είχε δώσει το δίδυμο Razor/Blade. Πράγματι μ' αυτό το μαραφέτι είχε αμεσότερη αντίληψη της οθόνης. Συνδέοντας τον κομπιούτερ του στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο κι ανοίγοντας τα φτερά του φορητού του, ο Ντέιντ Μέρφι φαντάστηκε ότι ήταν κάποιος ήρωας μέσα στο Νευρομάντη του Γουίλιαμ Gibson, που βουτούσε μέσα σε μια υπέροχα φωταγωγημένη σχηματική Νέα Υόρκη, ότι ταξίδευε μέσα στα φαράγγια, πετούσε μέσα στις καλωδιώσεις. Ω Κυβερνοδιάστημα, δώσε μου τα φτερά σου! Ένιωθε τους νευρώνες του καλω-

διωμένου εγκεφάλου του ν' απλώνονται προς αυτό τον σούπερ κομπιούτερ της Έλινγκσον, έτοιμοι να βουτήξουν με το κεφάλι μέσα... Άρχισε να πληκτρολογεί κωδικούς. Του πήρε μόλις μια στιγμή. Συντομα, η αίθουσα του κεντρικού κομπιούτερ της Έλινγκσον Μίνεραλ μετατράπηκε σε πραγματική κόλαση. Ο συναγερμός άρχισε να ουρλιάζει, κάνοντας τον Γιουτζίν Μπέλφορντ να πεταχτεί απ' το κρεβάτι του. Πήγαινε στο Κέντρο Υπολογιστή, όταν η Μάργκο έπεσε πάνω του. «Καλά νέα;» τον ρώτησε. Ο Λοιμός κοίταξε με απόγνωση το ταβάνι και δεν απάντησε. Η Μάργκο τον ακολούθησε, προσπαθώντας να δίνει την εντύπωση της ανήσυχης, αφοσιωμένης υπαλλήλου. Μέσα στο Κέντρο Υπολογιστή, ο Χαλ κι οι χειριστές στρώθηκαν στη δουλειά. Ο Λοιμός πήδηξε στους αναβολείς του κι άναψε την οθόνη του. Αυτό που έλαβε ήταν καθαρό χιόνι. «Τι τρέχει;» ρώτησε επιτακτικά η Μάργκο. «Τι συμβαίνει;»


«Τίποτα», απάντησε ο Λοιμός. «Κάποια μικροβλάβη». Ο Χαλ φώναξε το αφεντικό του, συγκρατώντας με κόπο την υστερία στη φωνή του. «Υπάρχει καινούριος ιός στη βάση δεδομένων». Κι άλλος συναγερμός άρχισε να ουρλιάζει. Λέξεις γέμισαν τη μεγάλη κεντρική οθόνη: ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ ΜΠΙΣΚΌΤΟ «Πολλαπλασιάζεται!» είπε ο Χαλ. «Καταλαμβάνει μνήμη. Τι να κάνω;» Ο Λοιμός πληκτρολογούσε ήδη μανιασμένα στο δικό του τερματικό. «Πληκτρολόγησε ΜΠΙΣΚΟΤΟ, ηλίθιε! Θα τον πετάξω έξω στη στροφή». Ένας χάκερ είχε μπει πάλι στο σύστημα από κάποια γραμμή. Αλλά ποια; Υπήρχε ήδη ένας ιός μέσα στο σύστημα, αλλά αυτός ο υπολογιστής ήταν ένας γιγάντιος, περίπλοκος χώρος κι ο ιός μπορούσε να καλύψει ένα μικρό μόνο τμήμα του σε τόσο λίγο χρόνο. Δίνοντας ένα κατάλληλο «αντιβιοτικό» πρόγραμμα, ο Λοιμός δε θα δυσκολευόταν ν' αναχαιτίσει την επέκταση αυτού του εισερχόμενου προγράμματος. Δυστυχώς γι' αυτόν, δεν είχε καταλάβει ότι υπήρχαν κάμποσα κανάλια σύνδεσης με το δίκτυο ανοιχτά, κι ενώ εκείνος ήταν απασχολημένος με τον ιό Μπισκότο, δέχονταν εισβολή από άλλες γραμμές. Στο σταθμό Γκραντ Σέντραλ, οι ψηφιακοί εισβολείς έψαχναν τα αμέτρητα αρχεία, αναζητώντας την απόδειξη που χρειάζονταν μέσα στον σούπερ κομπιούτερ. Πληκτρολογούσαν όλοι φρενιασμένα, με το βλέμμα καρφωμένο στις οθόνες τους· την α-


πόλυτη ησυχία έσπαγε μόνο το κροτάλισμα των πλήκτρων κι ο μακρινός απόηχος του σιδηροδρομικού σταθμού. Ευτυχώς γι' αυτόν, ο Λοιμός είχε την εξυπνάδα να ελέγξει το δίκτυο της Έλινγκσον παρατήρησε ότι άνοιγαν κι άλλες εξωτερικές γραμμές, στέλνοντας καινούρια προγράμματα ιών. Είχε γράψει ήδη μερικά προγράμματα για ν' αντιμετωπίσει αυτού του είδους εισβολή και τώρα τ' ανακάλεσε από τη μνήμη. Έπειτα έμεινε να παρακολουθεί απαθής την Κεντρική Οθόνη, που πρόβαλε μια τρισδιάστατη γραφική απεικόνιση ολόκληρου του δικτύου. «Έχουμε ένα μηδενικό κοριό που επιτίθεται σ' όλα τα αρχεία σύνδεσης με το κεντρικό δίκτυο και τα προγράμματα της κυρίας μνήμης», φώναξε ένας από τους χειριστές. Μια μουρίτσα Smile εμφανίστηκε στην οθόνη κι άρχισε να τρώει τα μηδενικά όπως ο PacMan τρώει κουκίδες. Αναμφίβολα αυτό το εξωγήινο ον δεν είχε καμιά θέση στο δίκτυο της Έλινγκσον. «Τρέξτε αντιβιοτικά προγράμματα!» φώναξε ο Λοιμός, η προσωποποίηση της αταραξίας στη μέση μιας άγριας καταιγίδας. Το τρισδιάστατο γραφικό στην οθόνη απεικόνιζε το γιγάντιο λαβύρινθο του ηλεκτρονικού δικτύου της Έλινγκσον, με τον Gibson στο κέντρο των επιχειρήσεων. Από κάτω υπήρχε μια επιγραφή: ΚΕΛΥΦΟΣ ΕΝΤΟΛΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. Το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου ήταν πράσινο, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν απρόσβλητο από ιούς. Παρ' όλα αυτά, κάποιοι τομείς ήταν κόκκινοι, δηλαδή είχαν «μολυνθεί» από ένα πρόγραμμα ιού κι έκαναν ακατονόμαστα πράγματα. Ο Λοιμός χαμογέλασε. Όλοι αυτοί οι τομείς ήταν άμεσα προσιτοί στα προπαρασκευασμένα αμυντικά του προγράμματα. Μαζί μ' εκείνα που είχαν φτιάξει οι άλλοι χειριστές, αυτή η εισβολή θ' αναχαιτιζόταν άνετα.


«Αντίο, μυξιάρικα», γρύλισε πατώντας ένα πλήκτρο. Ενώ οι πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας, που μόλις είχαν ελευθερωθεί από το μποτιλιάρισμα, ξεκινούσαν φουριόζοι να εντοπίσουν τη FOD, σαστισμένες γραμματείς μέσα στο Μέγαρο της Έλινγκσον κοίταζαν άναυδες ένα μπαλάκι του πινγκ πονγκ ν' αναπηδάει στην οθόνη του τερματικού τους. Μέσα στο Κέντρο Υπολογιστή, τα αντιβιοτικά προγράμματα δε δούλευαν τόσο καλά όσο είχε ελπίσει ο Λοιμός. «Έχουμε ένα κουνέλι στο διοικητικό τμήμα», φώναξε ένας άλλος χειριστής. «Καταλαμβάνει ολόκληρο τον local, disk*». «Ρίχ' του ένα εμβόλιο!» φώναξε ο Λοιμός. «Κουνέλι; Εμβόλιο;» επανέλαβε η Μάργκο Γουάλας. «Ας μου μιλήσει κάποιος, επιτέλους! Είμαι αντιπρόεδρος εδώ μέσα και απαιτώ να μάθω τι συμβαίνει!» Ο Λοιμός την αγνόησε, αλλά ο Χαλ τής έλυσε την απορία. «Ο ιός-κουνέλι πολλαπλασιάζεται ώσπου υπερφορτώνει ένα αρχείο - κι έπειτα απλώνεται σαν καρκίνος». «Καρκίνος;» είπε η Μάργκο. «Δεν ήξερα ότι ο καρκίνος ήταν ιός!» Ξαφνικά δέχτηκαν επισκέψεις. Η εικόνα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι σε στιλ Τέρι Γκίλιαμ εμφανίστηκε σε κάμποσες οθόνες. Εικόνες από τάνκερ άρχισαν να σχηματίζονται γύρω από το πρόσωπο του. Τα τάνκερ έγειραν στο ένα πλάι... «Τράβα τα κουπιά, κατέβα αργά το ποτάμι με τη βάρκα σου...»** Το σαγόνι μαριονέτας του Ντα Βίντσι ανεβοκατέβαινε καθώς η φωνή τραγουδούσε. * Τοπικός δίσκος. Στα δίκτυα, ένας δίσκος προσαρτημένος σε ένα σταθμό εργασίας κι όχι στον υποτελή αρχείων. (Σ.τ.Μ.) ** Γνωστό παιδικό τραγουδάκι. (Σ.τ.Μ.)


Αφού μελέτησε την επέκταση των ιών, ο Λοιμός πάτησε άλλο ένα πλήκτρο, ενεργοποιώντας άλλο ένα προκατασκευασμένο πρόγραμμα. «Στην έφερα!» φώναξε θριαμβευτικά. Πίσω στους κερματοδέκτες, η Κέιτ γούρλωσε τα μάτια της, όταν βρέθηκε ξαφνικά έξω από το δίκτυο της Έλινγκσον και η σύνδεση της διακόπηκε. «Ο Gibson», φώναξε στον Ντέιντ. «Μας εντοπίζει πολύ γρήγορα!» Ο Ντέιντ είχε μπει στον κεντρικό κατάλογο αρχείων. Δυστυχώς υπήρχαν πάρα πολλές ομοιότητες σ' αυτά τα αρχεία. «Υπάρχουν πάρα πολλά αρχεία ΑΧΡΗΣΤΩΝ», είπε. «Χρειάζομαι περισσότερο χρόνο». Η Κέιτ έσκυψε και κοίταξε τους διαδρόμους. Ούτε ίχνος από τους αναμενόμενους επισκέπτες. «Που είναι οι δίδυμοι;» είπε. «Μας γείωσαν κανονικά!» Πίσω στο Κέντρο Υπολογιστή, τα πράγματα φαίνονταν αισιόδοξα. Τα ενεργοποιημένα αντιβιοτικά προγράμματα συγκρατούσαν την εξάπλωση των ιών. Στη γραφική απεικόνιση το κόκκινο των ιών είχε περιοριστεί σε τρεις τομείς. Ο Λοιμός ζητωκραύγαζε θριαμβευτικά, ενώ έφτιαχνε άλλο ένα αντιγριπικό εμβόλιο για εφεδρεία. «Βλαμμένα! Παρατήστε τα!» «Δεν μπορείς να βρεις από πού έρχονται οι ιοί;» ρώτησε η Μάργκο. «Να εντοπίσεις από πού καλούν οι χάκερ;» Τα μάτια του Λοιμού άστραφταν από ικανοποίηση. «Αυτό έχει γίνει ήδη. Ο πράκτορας Γκιλ κι η παρέα του πάνε να μαντρώσουν το κοπάδι!» Ενώ η Κέιτ Λίμπι δούλευε φρενιασμένα για να ξαναμπεί στο δίκτυο, το τηλέφωνο του διπλανού της θαλάμου άρχισε να καλεί. Το σήκωσε μηχανικά. «Εδώ Razor», είπε μια φωνή. «Καθυστερήσαμε όσο αρμόζει σε δυο σταρ;»


«Ίσως καθυστερήσατε πάρα πολύ», απάντησε η Κέιτ. «Όχι, όχι. Έχουμε μπει κι εμείς στο χορό. Τα πάτε σπουδαία. Πολλοί κωδικοί πρόσβασης, πολλές συνδέσεις. Είμαστε μέσα». «Τι, εσείς οι δυο;» «Και μερικές ντουζίνες άλλοι, έτσι για την πλάκα, δηλαδή!» Η καρδιά της Κέιτ γέμισε ελπίδα. Και θα είχε ξεχειλίσει αν μπορούσε να δει το μέγεθος και την τάξη και την ποιότητα αυτών των χάκερ: ήταν μερικοί από τους καλύτερους στον κόσμο. Στη Βένις της Καλιφόρνια, μέσα στη ροδαλή λάμψη της αυγής, ένα ζευγάρι μυώδεις σέρφερ ήταν έξω απ' την παραλία με τους φορητούς τους συνδεδεμένους σ' έναν κερματοδέκτη, φωνάζοντας «Ροκ εντ Ρολ!» καθώς μπούκαραν στο δίκτυο της Έλινγκσον. Στο Αμβούργο της Γερμανίας, αργά το απόγευμα, τρία πανκιά ήταν αραχτά στα κρεβάτια τους, μ' έναν κομπιούτερ μπροστά από τα σπυριάρικα πρόσωπα τους. «Wannsinnig*, δικέ μου!» φώναξε ένας απ' αυτούς. Στη Μαδρίτη της Ισπανίας, μέσα σ' ένα αχνοφωτισμένο από το μεσημεριανό ήλιο γραφείο, την ώρα της σιέστας, κάμποσοι μαυροντυμένοι Σπανιόλοι είχαν μόλις εισβάλει. «Ahora, hermanos**!» φώναξε ο ένας. Σ' ολόκληρο τον κόσμο, άντρες και γυναίκες κάθε εθνικότητας άνοιγαν δρόμο μέσα στο κυβερνοδιάστημα προς το ηλεκτρονικό δίκτυο της Έλινγκσον. Το μοναδικό τους κοινό στοιχείο: ήταν τέκνα της νέας παγκόσμιας τάξης επικοινωνίας, με κοινές γλώσσες την C++ και τη Fortran και μια ντουζίνα άλλες: ήταν χάκερ. * «Τρομερός!» Γερμανικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.) ** «Τώρα, αδέρφια!» Ισπανικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)


Τα αποτελέσματα της έμπειρης αναρχίας τους ήταν άμεσα. Ο γερο-Έλινγκσον, ο πρόεδρος της Εταιρίας, κατέβαινε με το ασανσέρ μέσα στο ίδιο του το μέγαρο, όταν ο θάλαμος φρέναρε απότομα κι έπειτα άρχισε να τινάζεται πάνω κάτω στον όροφο που είχε επιλέξει. Το αυτάρεσκο χαμόγελο σβήστηκε μονομιάς απ' το πρόσωπο του. Τι ήταν αυτό πάλι; Σεισμός στο Μανχάταν; Δεν είχε κάνει ασφάλεια για τέτοιο πράγμα! Σ' ολόκληρο το κτίριο, τα φαξ και οι κομπιούτερ πλημμύρισαν με απίστευτα μηνύματα: Ο ΦΡΑΝΚ ΖΑΠΑ ΖΕΙ! ΑΔΕΡΦΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΝΩΘΕΙΤΕ! ΤΕΡΜΑ Ο ΚΥΒΕΡΝΟΖΥΓΟΣ! ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ! ΖΗΤΩ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ! Κάτω στους διαδρόμους αντηχούσε το διαπεραστικό τραγούδι όλων των τηλεφώνων που καλούσαν ταυτόχρονα. Οι υπάλληλοι τα σήκωναν, αλλά μάταια. Το κουδούνισμα συνέχιζε. Ντρινντριν-ντριν, ένα εκκωφαντικό πανδαιμόνιο. Τα φώτα έσβησαν ξαφνικά σ' όλο τον ουρανοξύστη κι αντικαταστάθηκαν από την κοκκινωπή ανταύγεια του φωτισμού έκτακτης ανάγκης. Ένας σταχτής Έλινγκσον βγήκε από το ασανσέρ. Τρίκλισε ως τον κοντινότερο σκουπιδοτενεκέ κι έβγαλε το πρωινό του. Μέσα στο Κέντρο Υπολογιστή, τα πράγματα αγρίευαν για την πραγματική μάχη. Ένα κόκκινο φως, σβηστό ως τότε, άναψε τη στιγμή που ήχησε ένας συναγερμός. Ο Λοιμός ήταν εμβρόντητος. Τι έτρεχε; Νόμιζε ότι είχε να κάνει με μια φούχτα βλακωδώς έξυπνα παιδιά! Τι έγινε, πολλαπλασιάστηκαν ξαφνικά; «Δεχόμαστε μαζική εισβολή!» φώναξε ένας χειριστής. «Βομβαρδιζόμαστε από ιούς GPI και PSI!» «Μπουκάρουν από απίστευτα μακρινούς κόμβους!» φώναξε ένας άλλος. Ο Λοιμός κι η Μάργκο σήκωσαν ταυτόχρονα το βλέμμα στην


κεντρική οθόνη. Η γραφική απεικόνιση του δικτύου είχε κατακλυστεί από κόκκινες κηλίδες. Το θέαμα ήταν τόσο απίστευτο, ώστε δεν πρόσεξαν το Μεγάλο Αφεντικό, τον πρεσβύτερο Έλινγκσον, να μπαίνει τρικλίζοντας, ξεφυσώντας σαν ατμομηχανή. Ο Χαλ, ο χειριστής, πρόσθεσε την κραυγή του στο γενικό πανδαιμόνιο. «Πάνε για τον πυρήνα!» «Δηλαδή έχουν και πυρηνικά;» φώναζε η Μάργκο, αναμφίβολα παρασυρμένη από την πολεμική ατμόσφαιρα μέσα στο δωμάτιο. «Τον κεντρικό επεξεργαστή, εννοώ!», απάντησε ο Χαλ. «Τον εγκέφαλο!» «Καρκίνος, εγκέφαλος...» μουρμούρισε η Μάργκο πασχίζοντας να βγάλει κάποιο νόημα. «Καρκίνος στον εγκέφαλο μήπως;» Ο Έλινγκσον σκούντησε το Λοιμό στον ώμο. «Μπέλφορντ! Τι τρέχει εδώ;» Ο Λοιμός δε σταμάτησε να πληκτρολογεί απαντώντας: «Με λίγα λόγια, δεχόμαστε μαζική επίθεση από χάκερ». Ο Χαλ κούνησε το κεφάλι. «Γιατί προσπαθούν οι χάκερ να κατεβάσουν το δίκτυο, αφού έτσι θα καταστραφεί ο δικός τους ιός; Δεν το καταλαβαίνω!» Η Μάργκο σκούντησε το Λοιμό. «Ναι. Γιατί άραγε;» Ίσως εκείνος ήξερε την απάντηση. Εκείνη πάντως όχι. Το δίκτυο της Έλινγκσον στη γραφική του απεικόνιση βάφτηκε κατακόκκινο.


«14» Οι χάκερ στον Γκραντ Σένχραλ Το πανηγύρι των χάκερ συνεχιζόταν στην υπόγεια αίθουσα αναμονής του σιδηροδρομικού σταθμού Γκραντ Σέντραλ. Η Κέιτ Λίμπι είχε τριπλή αποστολή. Όχι μόνο έπρεπε να δουλεύει στο δικό της πληκτρολόγιο και να συντονίζει τις επιχειρήσεις στο σταθμό, αλλά έπρεπε και να μιλάει με το ντουέτο Razor/Blade, που κατευθύνε το Διεθνή Στρατό των Χάκερ. «Razor», είπε βιαστικά στο ακουστικό, «κράτα τους δικούς σου στα εξωτερικά συστήματα. Χάσαμε το σκουλήκι. Δεν μπορούμε να ρίξουμε τον Gibson πριν το βρούμε». «Ελήφθη», συμφώνησε ζωηρά ο Γιαπωνέζος, με φωνή που έτρεμε από έξαψη. Ο Cereal ξαναμπήκε στο οπτικό της πεδίο χαμογελαστός κι άνετος. «Σπουδαία δουλειά, φίλε μου», είπε η Κέιτ, κάνοντας του το σήμα με τους αντίχειρες ψηλά. «Όλα συνδέθηκαν τέλεια». Ο Cereal έδειξε τη μαύρη μονωτική ταινία και το σουγιά του, χαμογελώντας πλατιά με την επιδοκιμασία της. Μέσα στο δωμάτιο όπου ήταν το κέντρο της Μητέρας όλων των Ψηφιακών Μαχών, εκατοντάδες πολύχρωμα φωτάκια ανα-


βόσβηναν σαν τρελά. Η φρενιασμένη δραστηριότητα πάνω στα πληκτρολόγια δε φαινόταν να επιβραδύνει ούτε στο ελάχιστο αυτό το τρελό πανηγύρι. «Μας φύτεψαν ιούς Στερόιντ και Φου Μαντσου!» φώναξε ένας χειριστής. «Οι λειτουργίες του Gibson επιβραδύνονται!» φώναξε ο Χαλ. Πράγματι, το πρόσωπο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι φαινόταν να κινείται σε αργή κίνηση, σε αντίθεση με τα φωτάκια γύρω του. «Τράααβα, Τράααβββαααα...» Ο Λοιμός σηκώθηκε όρθιος ξεχνώντας τα DataHands του. Δούλευε με εκπληκτική ταχύτητα και μόνο με τα γυμνά του χέρια. Η Μάργκο Γουάλας φώναξε για ν' ακουστεί πάνω από το σαματά. «Δεν μπορούμε ν' αποσυνδέσουμε εμείς τους κομπιούτερ μας;» Ο Λοιμός πήρε μια έκφραση σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. «Ω Θεέ μου!» φώναξε. «Έχει δίκιο!» Παρ' όλα αυτά, δε σήκωσε τα δάχτυλα του από το πληκτρολόγιο. «Κάντε το!» φώναξε στους βοηθούς του και στη Μάργκο. «Σβήστε τελείως τους κομπιούτερ, πείτε στους χειριστές του κέντρου να κόψουν τις τηλεφωνικές συνδέσεις. Έτσι θα τους καθυστερήσουμε». Η Μάργκο έτρεξε έξω για να εκτελέσει τη διαταγή. Στο πόστο του, δίπλα στο τηλέφωνο και τον κομπιούτερ του, ο Ντέιντ Μέρφι μπαινόβγαινε σε διάφορους κατάλογους αρχείων. Η μια οθόνη διαδεχόταν την άλλη κάτω από το έντονο βλέμμα του. Ξαφνικά σταμάτησε. Είχε μπροστά του ένα αρχείο που δήλωνε: ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ: ΓΙΟΥΤΖΙΝ ΜΠΕΛΦΟΡΝΤ, ΥΠΕΥΘΎΝΟΥ ΑΣΦΑΛΕΊΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΉ


Πάτησε ένα πλήκτρο. Κι αυτό ήταν: ΑΧΡΗΣΤΑ. Και μάλιστα, ήταν το μοναδικό αρχείο! «Τι στο...» έκανε έκπληκτος. «Το βρήκα!» Πληκτρολόγησε βιαστικά μια εντολή κι άρχισε να το «κατεβάζει» σε μια δισκέτα που είχε βάλει ήδη μέσα στον οδηγό. «Razor, ο Ντέιντ αντιγράφει το σκουλήκι!» είπε η Κέιτ στο τηλέφωνο. Το τηλέφωνο στα δεξιά του Ντέιντ άρχισε να καλεί. Το σήκωσε με το ένα χέρι, ενώ έλεγχε ακόμα την αντιγραφή του αρχείου ΑΧΡΗΣΤΑ. Η φωνή στο ακουστικό ήταν εξοργιστικά οικεία. «Ναι;» «Το παιχνίδι τελείωσε», είπε ο Λοιμός. «Τελευταία σου ευκαιρία να τη γλιτώσεις χωρίς να καταλήξεις φυλακή. Δεν είσαι αρκετά καλός ώστε να με νικήσεις». «Εγώ ίσως δεν είμαι», είπε ο Ντέιντ. Στράφηκε στην Κέιτ κι έκανε μια παύση για να της κάνει σινιάλο (ένα κυκλάκι με το δείκτη και τον αντίχειρα -όλα O.K. -) στηρίζοντας το ακουστικό με το σαγόνι του, «...αλλά όλοι μαζί είμαστε!» Έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Cereal, που κράταγε τσίλιες, έτρεξε προς το μέρος τους. «Κατέφτασαν μπάτσοι στο κτίριο!» είπε. Η δισκέτα στο μηχάνημα του Ντέιντ γέμισε. Η Κέιτ την έβγαλε, έχωσε μια άλλη. Εκείνος άρχισε να κατεβάζει το υπόλοιπο του προγράμματος ΑΧΡΗΣΤΑ. «Σχεδόν τελειώσαμε!» φώναξε. Ξαφνικά η οθόνη του πλημμύρισε από ένα δυνατό, κατάλευκο φως. Έπειτα έσβησε τελείως κι ο φορητός του σταμάτησε ν' αντιγράφει. «Με πέταξε έξω», είπε ο Ντέιντ. «Εκεί είμαι τώρα!» φώναξε ο Τζόι. «Στο ίδιο σημείο όπου ήμουν και την προηγούμενη φορά. Αναγνωρίζω την περιοχή!»


«Έι, Τζόι», είπε ο Nikon. «Σοβάρεψες, βλέπω». «Τζόι», είπε η Κέιτ. «Άσε τον Ντέιντ». «Όχι!» φώναξε ο Ντέιντ. «Μην τον διακόπτετε!» Στάθηκε κοντά στον Τζόι και είπε απαλά: «Τζόι, αμόλα τον ιό σου. Πάρε αυτό το σκουλήκι για μένα, είσαι πιο κοντά απ' οποιονδήποτε άλλο! Ο κωδικός του είναι /root/.workspace/.garbage». «Ναι, αυτό είναι!» είπε ο Τζόι. Ο Ντέιντ έχωσε μια δισκέτα στον οδηγό, προσέχοντας να μη διακόψει την αυτοσυγκέντρωση του Τζόι. Ο πράκτορας Γκιλ της Μυστικής Υπηρεσίας, που, μαζί με τους συναδέλφους του και μερικούς αστυνομικούς, είχαν μόλις μπει στο σταθμό Γκραντ Σέντραλ, έβγαλε το όπλο του καθώς πλησίαζε στη σειρά των κερματοδεκτών. Έκανε το γύρο απ' το πλάι και βγήκε μπροστά, κρατώντας το όπλο με τα δυο του χέρια, έτοιμος να πυροβολήσει. «Ακίνητοι!» φώναξε σκοπεύοντας. Δυστυχώς όμως οι μόνοι «ακίνητοι» μπροστά του ήταν μια έντρομη γριούλα κι ένας κοστουμαρισμένος επιχειρηματίας. Σήκωσαν κι οι δυο τα χέρια τους, παγωμένοι από τρόμο. Τα περισσότερα από τα τηλέφωνα εδώ ήταν ζευγαρωμένα, με τα ακουστικά τους συνδεδεμένα μεταξύ τους με μαύρη μονωτική ταινία. «Να πάρει!» φώναξε ο Γκιλ. «Υπάρχουν κι άλλοι κερματοδέκτες εδώ;» «Ναι», είπε ο Μπομπ. «Πάνω». «Όχι, κάτω», είπε ο Ρέι. Άρχισαν να μαλώνουν. Στο Κέντρο Υπολογιστή της Έλινγκσον, η Μάργκο είχε μόλις επιστρέψει, εξαντλημένη από την αγωνία, όταν η οθόνη του Αοιμού πρόβαλε το προσωπικό του αρχείο. «Εδώ είσαι, λοιπόν!» φώναξε θριαμβευτικά. «Ώρα να φας μια γερή κλοτσιά στα πισινά!» Πάτησε ένα πλήκτρο. «Ουστ!»


«Μπήκαν στον πυρήνα!» φώναξε ο Χαλ. Ο Λοιμός γύρισε να κοιτάξει το τρισδιάστατο γραφικό του δικτύου. Ήταν σχεδόν ολόκληρο βαμμένο κόκκινο τώρα - κι έπειτα άλλαξε. Η εικόνα χάθηκε τελείως. Στη θέση της αναβόσβηνε ένα μήνυμα: ΦΤΙΑΞΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΤΑΙΡΙ! Ο Λοιμός ενεργοποίησε άλλο ένα αντιβιοτικό πρόγραμμα, αλλά ήταν πολύ αργά. ΠΕΙΝΑΩ, δήλωσε η κεντρική οθόνη. ΧΩΣΤΕ ΚΑΝΑ ΧΑΜΠΟΥΡΓΚΕΡ ΣΤΟΝ ΟΔΗΓΟ. «Τι σημαίνει αυτό;» απαίτησε να μάθει σαστισμένος ο Έλινγκσον. «Υπάρχει ένας κλοιός από ιούς γύρω από τον πυρήνα», εξήγησε ο Χαλ. «Μας κλείδωσαν απέξω!» ΧΕ! ΧΕ! έγραψε η κεντρική οθόνη. ΣΑΣ ΤΗ ΦΕΡΑΜΕ! Στην οθόνη του Τζόι μέσα στο σταθμό Γκραντ Σέντραλ, άρχισε ν' αναβοσβήνει τον πολυπόθητο μήνυμα: Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ. Ο Τζόι τινάχτηκε πίσω εξουθενωμένος. Η Κέιτ άρπαξε την τελική δισκέτα. Ο Ντέιντ πληκτρολόγησε ένα μήνυμα στο Λοιμό με το ένα του χέρι. Άρπαξε την ανοιχτή γραμμή με τον Razor με το άλλο έφερε το μικρόφωνο στα χείλη του: «Σκοτώστε τον πυρήνα!» φώναξε. «Θάνατος! Banzai! Banzai!*» έσκουξε ο Razor. Το μήνυμα μεταδόθηκε άμεσα σ' ολόκληρο τον κόσμο. Η στρατιά των χάκερ έστειλε μια τελική ομοβροντία από ιούς και αυτοκαταστροφικές εντολές μέσα από τις γραμμές στην καρδιά του Gibson. Το μήνυμα του Ντέιντ αναβόσβησε στην οθόνη του Λοιμού: * Πολεμική κραυγή. (Σ.τ.Μ.)


ΒΑΛ'

ΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΘΑ ΨΟΦΗΣΕΙΣ ΟΠΩΣ ΟΙ

ΑΛΛΟΙ.

Ο Λοιμός έτριξε τα δόντια του χαμογελώντας σαν πτώμα. «Καθαρματάκι!» ψιθύρισε τραχιά. Σλόγκαν και ψευδώνυμα των χάκερ άρχισαν να πέφτουν βροχή στην οθόνη, γεμίζοντας την, κατακλύζοντας την με κυβερνογκραφίτι. Ο ιός Ντα Βίντι είχε φαγωθεί τελείως. Κανένα τάνκερ δε θα έπαιρνε κλίση σήμερα, κανένα φορτίο πετρελαίου δε θ' άδειαζε στους ωκεανούς. Όσο για τον ίδιο τον Ντα Βίντσι - τα μάτια της εικόνας περιστρέφονταν, το σαγόνι τρεμούλιαζε καθώς η μορφή έλιωνε στο κάτω μέρος της οθόνης. «Βοοοήηηηθειαααααα», φώναξε την ύστατη στιγμή, πριν μετατραπεί σε μια κουκκίδα φωσφόρου. Τα φώτα μέσα στο Κέντρο Υπολογιστή της Έλινγκσον τρεμόπαιξαν κι έπειτα έσβησαν τελείως, βυθίζοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι. Στην υπόγεια αίθουσα αναμονής του σταθμού Γκραντ Σέντραλ, η Κέιτ Λίμπι αγκάλιαζε τον Ντέιντ Μέρφι. «Τα καταφέραμε!» ζητωκραύγασε. Δυστυχώς το αγκάλιασμα ήταν πολύ σύντομο για τα γούστα του Ντέιντ. «Πάμε να φύγουμε από δω!» συνέχισε η Κέιτ. Ο Ντέιντ έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε δίκιο - εξάλλου, ο Λοιμός του είχε δηλώσει ότι ο Γκιλ κι η παρέα του έρχονταν να τους μαζέψουν. Άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματα τους βιαστικά, αποσυνδέοντας τον εξοπλισμό τους. Ο πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας Ρίτσαρντ Γκιλ, στο μεταξύ, είχε καταλήξει στο σοφό συμπέρασμα ότι, αφού οι χάκερ δεν ήταν στο ισόγειο ούτε στο πάνω πάτωμα (το είχαν ήδη ελέγξει), πρέπει να ήταν στο υπόγειο. Και πράγματι, εκεί τους βρήκαν.


«Ακίνητοι!» φώναξε ο Γκιλ σηκώνοντας το όπλο του. Η Κέιτ κι οι άλλοι σήκωσαν ψηλά τα χέρια τους, αλλά όχι κι ο Ντέιντ. Πολλά όπλα, πολλοί πράκτορες, τεράστια απογοήτευση. Ο Ντέιντ κρατούσε τις δισκέτες που περιείχαν ολόκληρο το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ. Οπισθοχώρησε διακριτικά, σκουντούφλησε στον τενεκέ των σκουπιδιών. Παραμέρισε αργά αργά το καπάκι και πέταξε μέσα τις δισκέτες. «Εντάξει», είπε ο Γκιλ. «Όλοι στον τοίχο!» Στράφηκε στους υφισταμένους του. «Βάλτε τους χειροπέδες!» Για τον Ντέιντ δεν ήταν πρωτόγνωρα όλα αυτά. Παρ' όλα αυτά, ένιωσε και πάλι το φόβο, την αίσθηση της ανημπόριας, την οργή. Ένιωσε να παγώνει μέσα του, μια φυσική αντίδραση στην εξουσία που αντιπροσώπευαν αυτοί οι τύποι. Πάλεψε ενάντια σ' αυτό το συναίσθημα. Έπρεπε να κάνει μερικά ακόμα πράγματα. Έπρεπε να διατηρήσει το κουράγιο του, τη δύναμή του, παρά τις αντιδράσεις που ξυπνούσε μέσα του αυτή η σκηνή. Έπρεπε να περάσει το μήνυμα στον έξω κόσμο - αλλά πώς; Κι ενώ η αιχμάλωτη FOD σερνόταν με σπρωξιές έξω, προς τα περιπολικά που περίμεναν με τους φανούς τους ν' αναβοσβήνουν, ο Ντέιντ είδε την ευκαιρία που ζητούσε. Έξω είχε συγκεντρωθεί ένα πλήθος περίεργων, που παρακολουθούσαν το αλλόκοτο αυτό θέαμα των παιδιών που τα έσερναν για το τμήμα. Ανάμεσα τους ήταν κι ο Cereal Killer, που μασουλουσε μια σοκολάτα και φαινόταν τελείως αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε. Αν μπορούσα να περάσω το μήνυμα στον Cereal, σκέφτηκε ο Ντέιντ...

Άρχισε ν' αντιστέκεται θεατρικά κι έπειτα φώναξε στο πλήθος με όλη του τη δύναμη: «Καταπατούν τα ατομικά μας δικαιώματα!» έσκουξε. «Αχρηστεύουν τη ροή των δεδομένων! Μας φέρονται σαν να ήμαστε σκουπίδια! Αχρηστεύουν ε... αχρηστεύουν τα... σκουπίδια...»


Μια πόρτα άνοιξε και ο Ντέιντ βρέθηκε στριμωγμένος στο πίσω κάθισμα ενός περιπολικού. Κατάφερε να βγάλει άλλη μια κραυγή πριν του κλείσουν την πόρτα στα μούτρα: «Καταλάβετε τον πλανήτη!» φώναξε. «Ο πλανήτης ανήκει στους χάκερ!» Κάμποσοι από το πλήθος ζητωκραύγασαν, παρά το γεγονός ότι μάλλον δεν είχαν ιδέα τι εννοούσε ο Ντέιντ. Αλλά πάλι, Νέα Υόρκη ήταν αυτή... Ο μυστικός πράκτορας Ρίτσαρντ Γκιλ, έχοντας ανακτήσει την αταραξία του Τζο Φράιντεϊ Ντράγκνετ, άρπαξε το κινητό του τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Λοιμού. «Τους πιάσαμε επ' αυτοφώρω», είπε στον Υπεύθυνο Ασφάλειας Υπολογιστή καθώς τα περιπολικά μετέφεραν, με τις σειρήνες τους να ουρλιάζουν, τους «εγκληματίες» στα κεντρικά της Μυστικής Υπηρεσίας. «Δε νομίζω ότι θα έχετε άλλα προβλήματα μαζί τους». Αυτή ήταν πολύ ευχάριστη είδηση φυσικά για την Έλινγκσον Μίνεραλ, όπου όλοι πάσχιζαν να ξαναβάλουν κάποια τάξη στην επιχείρηση. Αλλά ήταν εξαιρετικά ευχάριστη ειδικά για τη Μάργκο Γουάλας και τον Γιουτζίν «Λοιμό» Μπέλφορντ. Σήμαινε ότι η απειλή εναντίον τους είχε εξαλειφθεί. Είχαν νικήσει. Το σκουλήκι μπορούσε να συνεχίσει να μασουλάει μετρητά από την Έλινγκσον Μίνεραλ και, πολύ σύντομα, θα ήταν βαθύπλουτοι κι εντελώς ελεύθεροι. Για να το γιορτάσουν, μόλις άκουσαν το νέο, ο Λοιμός φίλησε το χέρι της Μάργκο κοιτώντας τη λάγνα. Εκείνη ανταποκρίθηκε θερμά. Στο σταθμό Γκραντ Σέντραλ, ο Cereal Killer περιπλανιόταν στους διαδρόμους - καθόλου ευχαριστημένος από τη μεριά του, βυθισμένος σε σύγχυση. Ο Ντέιντ Μέρφι τον κοίταζε κατάματα και του έκλεινε το μάτι, όταν άρχισε ν' αραδιάζει εκείνες τις ασυναρτησίες για τη σύλληψη τους...


Σκέψου, σκέψου, σκέψου, έλεγε στον εαυτό του ο Cereal καθώς τριγύριζε κοντά στους κερματοδε'κτες, τη «σκηνή του εγκλήματος», όταν αποφάσισε να πετάξει το περιτύλιγμα της σοκολάτας του. Έσπρωξε το καπάκι του τενεκέ ν' ανοίξει, το άφησε... Τι αρλούμπες φώναζε ο Ντέιντ; Αχρηστεύουν τα... σκουπίδια; Μα, ναι!... Αυτό ήταν!

Ανάκριση Οι απωθημένες αναμνήσεις ζωντάνευαν τώρα στο νου του όλη του η απέχθεια για τη Μυστική Υπηρεσία. Η κακόβουλη αυστηρότητα, τα μουντά γραφεία, οι υπονοούμενες απειλές σε κάθε κίνηση που έκαναν οι κοστουμαρισμένοι πράκτορες. Ο Ντέιντ, ωστόσο, ανακάλυψε με έκπληξη ότι ο φόβος είχε αρχίσει να εξατμίζεται. Στη θέση του, ένιωθε περιφρόνηση. Ήξερε πως αυτό που είχε κάνει ήταν σωστό. Ήξερε ότι είχαν εξολοθρεύσει εκείνο τον ιό, σώζοντας τον κόσμο από μεγάλη περιβαλλοντολογική καταστροφή κι ίσως ακόμα ανατρέποντας τα σχέδια εκείνου του χάκερ της Σκοτεινής Πλευράς, του Λοιμού. Για κάποιο λόγο, ξέροντας αυτά που ήξερε, νιώθοντας πόσο ηθική ήταν η συμμετοχή του στην όλη προσπάθεια, όχι μόνο ένιωθε λιγότερο φόβο, αλλά αντλούσε απ' αυτή και μια αίσθηση ανωτερότητας, ένα βαθύ αυτοσεβασμό. Για την Κέιτ πάλι, η περιφρόνηση ήταν η φυσική αντίδραση. Φαινόταν στ' αλήθεια ο τύπος που θα συλλαμβανόταν ευχαρίστως σε μια διαδήλωση εναντίον του εμπορίου γούνας. Παραδόξως, πάντως, μολονότι ο νεοαποκτημένος αυτοσεβασμός του ατσάλωνε τη θέληση του, ένιωθε ταυτόχρονα προστατευτικός απέναντι της. «Εντάξει, παιδάκια. Ποιος θα ξεράσει πρώτος αυτά που θέ-


λω να μάθω;» ρώτησε ο Γκιλ σκύβοντας από πάνω τους με βλοσυρή έκφραση. «Εγώ», είπε ο Ντέιντ. Έδειξε την Κέιτ. «Δεν ξέρει τίποτα από κομπιούτερ. Απλώς είναι το κορίτσι μου». Η Κέιτ πήρε μια συγχυσμένη έκφραση. «Ε;» «Εντάξει, κύριε Ειδικέ στους Κομπιούτερ. Πες μου τι σημαίνει FOD», πρόσταξε ο Γκιλ. «Freak off, Dude*!» απάντησε ο Ντέιντ. Ο Γκιλ κόλλησε το πρόσωπο του στου Ντέιντ. Το πρωινό του ήταν γαρνιρισμένο με κρεμμύδια. «Σε συμβουλεύω ν' αλλάξεις τακτική, μικρέ. Η θέση σου είναι ήδη αρκετά δύσκολη!» Ο άντρας έφυγε γρυλίζοντας. Ο Ντέιντ κοίταξε το ίντερκομ πάνω στο γραφείο του. Να είχε κοριούς το δωμάτιο; Το είχε σκεφτεί κι η Κέιτ προφανώς, γιατί λίγο μετά του μίλησε ψιθυριστά. «Τρελός είσαι;» ρώτησε. «Τι προσπαθείς να κάνεις;» «Προσπαθώ να σε βοηθήσω». «Ντέιντ;» «Τι;» «Σ' ευχαριστώ». Ο Γκιλ ξαναμπήκε στο δωμάτιο, με το σκουρόχρωμο σακάκι ν' ανεμίζει πίσω του. Στα χέρια του ήταν ο διάφανος φορητός που είχε στείλει δώρο στον Ντέιντ ο Λοιμός - εντελώς καταστραμμένος, φυσικά, μετά την κρίση του Ντέιντ. Ο Γκιλ τον άφησε στο γραφείο, μπροστά του. «Το πρωτότυπο πρόγραμμα για τον ιό Ντα Βίντσι είναι κρυπτογραφημένο μέσα στο σκληρό δίσκο του φορητού σου. Πώς το εξηγείς αυτό;» «Αυτός ο τύπος... ο Μπέλφορντ... ή Λοιμός. Αυτός μου χάρισε το φορητό». * Σε ελεύθερη απόδοση: «Άντε Πνίξου, Μάγκα». (Σ.τ.Μ.)


«Άλλα λέει η απόδειξη της πιστωτικής κάρτας της μητέρας σου». Κόλλησε ένα χαρτί στα μούτρα του Ντέιντ. «Αυτή εδώ δεν είναι η υπογραφή σου;» Ιησού Χριστέ... Ο Λοιμός πρέπει να την είχε πάρει όταν υπέγραψε εκείνο το χαρτί που του έδωσε ο κούριερ για την παραλαβή του πακέτου! Ποιος κουριερ, δηλαδή; Στράφηκε στην Κέιτ. «Θα μου θυμίσεις να κάνω ένα τατουάζ με τη λέξη "κορόιδο" στο μέτωπο μου;» Το ίντερκομ ήχησε. «Κύριε», είπε μια φωνή. «Κάποια κυρία Μέρφι ζητάει να σας δει». Ο Γκιλ άρπαξε το φορητό, έριξε στα δυο παιδιά μια προειδοποιητική, «Μην κουνηθείτε ρούπι» ματιά, και βγήκε από το δωμάτιο. «Πολύ θα ήθελα να την ακούσω αυτή τη συζήτηση», είπε ο Ντέιντ. Σηκώθηκε κι άνοιξε το ίντερκομ. Αναγνώρισε αμέσως τη φωνή της μητέρας του, που συστηνόταν. Η απάντηση ήταν τραχιά: «Ο γιος σας έχει μπλέξει άσχημα. Παραβίασε την επιτήρηση του και αναμίχτηκε σε εγκληματικές δραστηριότητες». «Ο γιος μου τυγχάνει να είναι μια μεγαλοφυία», είπε η Λόρεν Μέρφι. «Καταλαβαίνει κάτι που συμβαίνει σήμερα και που εσείς δε θα κατανοήσετε ακόμα κι αν ζήσετε άλλα εκατό χρόνια - και δε θα χρησιμοποιούσε ποτέ τις γνώσεις του για να βλάψει ούτε μυρμήγκι!» Ο Ντέιντ άκουσε μια άλλη φωνή να μπαίνει στη συζήτηση και αναγνώρισε τον πράκτορα ονόματι Μπομπ. «Το τηλεοπτικό συνεργείο που ζητήσατε είναι εδώ». «Ωραία», είπε η Λόρεν Μέρφι. «Έχω κι εγώ μερικά πράγματα να τορς πω». «Ο γιος σας μπορεί να κατηγορηθεί για κακούργημα μετά


την ερευνά μας», είπε στεγνά ο Γκιλ. «Κι εσείς διακινδυνεύετε πιθανή σύλληψη, αν μιλήσετε σε δημοσιογράφους». Η Λόρεν δε δίστασε δευτερόλεπτο: «Άκου, κύριος! Δε θα μ' ένοιαζε ακόμα κι αν αντιμετώπιζα σίγουρη θανατική καταδίκη!» «Καλύτερα να κρατήσουμε την κυρία Μέρφι εδώ για λίγο, Μπομπ», είπε ο Γκιλ. Η Κέιτ κοίταξε τον Ντέιντ με γουρλωμένα μάτια. «Ουάου! Είναι απίθανη!» Εκείνος συγκατένευσε, πραγματικά ξαφνιασμένος. «Ναι, είναι...» Κι ήταν αλήθεια. Η μητέρα του ήταν κάτι καλύτερο κι από απίθανη. Είχαν περισσότερα κοινά οι δυο τους απ' όσα είχε ποτέ φανταστεί. «'Ει, για ρίξε μια ματιά», είπε η Κέιτ κοιτώντας απ' το παράθυρο. «Είμαστε στο επίκεντρο της προσοχής!...» Έσκυψαν κι οι δυο να δουν κάτω στο δρόμο. Μόλις είχε καταφτάσει ένα φορτηγάκι του ABC-TV, με την κεραία μικροκυμάτων του ξεδιπλωμένη στην οροφή του, στραμμένη προς τον ουρανό. «Και να φανταστεί κανείς ότι το μικρό, μυστικό μου όνειρο είναι ότι μια μέρα θα μ' έδειχναν στις ειδήσεις», είπε η Κέιτ. «Καλώς ήρθες στη λέσχη μας», είπε ο Ντέιντ.

Μετά λύπης μας δ ι α κ ό π τ ο υ μ ε . . . Στις τηλεοπτικές οθόνες ολόκληρης της Νέας Υόρκης, το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων είχε μια ειδική συνέντευξη με κάποιο πράκτορα της Μυστικής Υπηρεσίας ονόματι Ρίτσαρντ Γκιλ.


«Αυτοί οι χάκερ εισέβαλαν προφανώς στο ηλεκτρονικό δίκτυο της Έλινγκσον», είπε ο ρεπόρτερ. «Πιστεύετε πως αυτή είναι η τελευταία φορά που αντιμετωπίζουμε αυτού του είδους την κατασκοπία υψηλής τεχνολογίας;» «Φοβάμαι πως όχι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκιλ, με το πιο σοβαρό κι υπηρεσιακό του ύφος. «Οι χάκερ αποτελούν μια σοβαρή απειλή εναντίον της εθνικής μας ασφάλειας. Αυτό το περιστατικό αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι χρειαζόμαστε αυξημένα κεφάλαια για...» Το μόνιτορ δίπλα στους τεχνικούς, που αναμετέδιδε το ρεπορτάζ που γυριζόταν ζωντανά εδώ, καλύφθηκαν από χιόνια. Κι έπειτα καθάρισε, προβάλλοντας ένα μακρυμάλλη νεαρό, που κρατούσε δυο δισκέτες των 3.5 ιντσών στα χέρια του. Ο Ρίτσαρντ Γκιλ τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο Ιμάνιουελ Τάδε - αλλιώς Cereal Killer. «Γεια χαρά, αγόρια και κορίτσια!» «Κόψτε αυτό τον καραγκιόζη!» φώναξε ο Γκιλ. «Δεν μπορώ», είπε ένας τεχνικός. «Εκπέμπει από αλλού». «Έρχομαι», είπε ο Cereal, «για να σας μιλήσω για μια ανατριχιαστική συνωμοσία που εξυφάνθηκε μέσα στην Έλινγκσον Μίνεραλ. Με τι σκοπό; θα ρωτήσετε. Την παγκόσμια κυριαρχία; Όχι, κάτι πολύ πιο ζουμερό!» Ο Γκιλ κοίταζε φρικαρισμένος το μόνιτορ. Χωρίς αμφιβολία αυτή ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής του!...


«15» Δεν υπάρχουν μπίζνες σαν τις... Ψηλά πάνω από τη γη, ανάμεσα σ' ένα σύμπαν διάστικτο από αστέρες κι έναν πλανήτη με κατάλευκα μπαμπακωτά σύννεφα, καταγάλανους ωκεανούς και καφετιές ηπείρους, ένας δορυφόρος τηλεπικοινωνιών ζωντάνεψε ξαφνικά, στρέφοντας την κεραία του σε καινου'ρια θέση. Ένα από τα κανάλια του εξέπεμπε την εικόνα και τη φωνή του χάκερ που ήταν γνωστός σαν Cereal Killer, χάρη στην ευγενή παραχώρηση των πλούσιων κυβερνοπειρατών Razor και Blade. Η κάμερα εστίασε πάνω στις δυο δισκέτες, ενώ η φωνή συνέχιζε να διηγείται μια φοβερή ραδιουργία: «...ένας ιός με τ' όνομα Ντα Βίντσι, που θα προκαλούσε μπατάρισμα των τάνκερ της Έλινγκσον με ανυπολόγιστες συνέπειες, θα καταλογιζόταν σε αθώους χάκερ». Απ' άκρη σ' άκρη στη Νέα Υόρκη και τα περίχωρα της, αναμεταδιδόταν αυτό το αλλόκοτο ζωντανό δράμα. Σε μπαρ, σε εμπορικά κέντρα, σε καταστήματα ηλεκτρονικών αναλώσιμων, η κάπως ντροπαλή αλλά ευτυχισμένη φάτσα του Cereal Killer κοίταζε τον κόσμο σαν ένας πρόσφυγας από τη δεκαετία του '60 που μόλις αποβιβάστηκε από μια μηχανή του χρόνου. Έπειτα


το πρόσωπο του αντικαταστάθηκε από έναν ιό - έναν ηλεκτρονικό ιό, γραμμένο σε μια γλώσσα που έμοιαζε με ιερογλυφικά για τον περισσότερο κόσμο. «Αλλά ο ιός ήταν απλώς ένα προπέτασμα καπνού. Για τι πράγμα; Μήπως για να καλύπτει τα ίχνη αυτού του "σκουληκιού";» Στην Τάιμς Σκουέαρ, οι περαστικοί σήκωσαν το βλέμμα και κοίταξαν συγχυσμένοι τον περίπλοκο κώδικα από το αρχείο ΑΧΡΗΣΤΑ να ξετυλίγεται στην οθόνη. «Ενός σκουληκιού», συνέχισε ο Cereal, «που θα έκλεβε είκοσι πέντε εκατομμύρια δολάρια. Οι κωδικοί πρόσβασης σ' αυτό το πειναλέο ζουζούνι ανήκουν στη Μάργκο Γουάλας, επικεφαλής του Τμήματος Δημοσίων Σχέσεων της Έλινγκσον, και στον Γιουτζίν Μπέλφορντ, τον Υπεύθυνο Ασφαλείας Υπολογιστή. Ε... τι είναι αυτό;» Στην οθόνη εμφανίστηκε μια σειρά με ανάκατους αριθμούς και γράμματα. «Ο κρυπτογραφημένος λογαριασμός στις Μπαχάμες όπου θα κατέληγε το παραδάκι!» Στο κρεβάτι της, η Μάργκο Γουάλας ανακάθισε απότομα, κοιτώντας έντρομη καθώς τα μελλοντικά πλούτη της να γίνονται καπνός. Μαζί με το Λοιμό είχαν κάνει ένα... χμ... μεσημεριανό διάλειμμα για να γιορτάσουν τη νίκη τους. Έβλεπαν τηλεόραση πίνοντας σαμπάνια και περιμένοντας να δουν τι θ' απογίνονταν οι εχθροί τους. Τώρα κοίταζε εμβρόντητη τους εχθρούς τους ν' αντιστρέφουν τους όρους. Για μια ατέλειωτη στιγμή, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάζει βουβή την οθόνη, ανίκανη να κουνηθεί ή έστω ν' αρθρώσει μια λέξη. Τελικά κατάφερε να ψελλίσει κάτι. «Ω θεέ μου. Λοιμέ;» Γύρισε. Στο δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς άλλος. «Γιουτζίν!» Ο Γιουτζίν είχε φύγει. Στην οθόνη της τηλεόρασης, η κάμερα οπισθοχώρησε για ν'


αποκαλύψει τον Cereal Killer να χοροπηδάει μέσα στο αυτοσχέδιο στούντιο-κρεβατοκάμαρα των Razor και Blade. «Νιώθω κάπως σαν Θεός», είπε. «Έι, κουλάρισε, δικέ μου», είπε ο Blade. «Τι λες, Θεέ, να μας χαρίσεις λίγη παγκόσμια ειρήνη;» Λίγο αργότερα την ίδια μέρα, αφού επαληθεύτηκε η ιστορία που είχε βγει στο δελτίο ειδήσεων, ο Ντέιντ Μέρφι κι η Κέιτ Λίμπι απελευθερώθηκαν. Η Λόρεν τους περίμενε έξω απ' το κτίριο. Ο Ντέιντ δεν ήξερε τι να κάνει. Ένιωθε ότι την είχε προδώσει. Μια από τις προϋποθέσεις για ν' αποκτήσει αυτό τον κομπιούτερ ήταν ότι δε θα προκαλούσε άλλους μπελάδες. Πράγματι όλα έγιναν για καλό σκοπό. Αλλά δεν έπαυαν να είναι μπελάδες και μάλιστα σοβαρότατοι. «Μαμά, ε... με συγχωρείς», είπε με σπασμένη φωνή. «Θέλω να πω...» Εκείνη χαμογέλασε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Του έδωσε μια αίσθηση ζεστασιάς και αποδοχής, μ' έναν τρόπο που δεν περίμενε. Από μια άποψη, δεν είχε καν καταλάβει ότι τη χρειαζόταν. Η συγκίνηση του έφραξε το λαιμό κι ένιωσε τα μάτια του να τσουζουν από δάκρυα. Η Κέιτ παρακολουθούσε χαμογελώντας. Στο μεταξύ, εδώ και κάμποσες ώρες, η αντιπρόεδρος Δημοσίων Σχέσεων της Έλινγκσον, Μάργκο Γουάλας, δε χαμογελούσε καθόλου. Βρισκόταν σ' ένα Ομοσπονδιακό Κέντρο Κράτησης, δεμένη με χειροπέδες, περιμένοντας να καταχωριστεί σ' έναν υπολογιστή. «Μπορώ να έχω έναν καφέ;» ρώτησε άτονα. Ένιωθε εξαντλημένη και αποστραγγισμένη. Κοίταξε τον κομπιούτερ με γνήσιο μίσος - ναι, το μισούσε αυτό το μηχάνημα κι όλα τα παρόμοια πάνω στον πλανήτη.


Ο αξιωματικός την κοίταξε πάνω απ' τα γυαλιά του. «Για τι με πέρασες, κυρά μου; Για υπηρέτη σου;» Ρουθούνισε περιφρονητικά και ξαναγύρισε στη δουλειά του. Κάπου αλλού, πολύ ψηλότερα στον ουρανό, μέσα στην καμπίνα πρώτης θέσης μιας πτήσης της British Airways, ένας άντρας με καουμπόικο πουκάμισο, πουκάμισο και γυαλιά ηλίου, που έμοιαζε με μια πιο λεπτή έκδοση του Γκαρθ Μπρουκς*, δέχτηκε το πρώτο του ποτήρι σαμπάνιας από μια ελκυστική αεροσυνοδό. «θα προσγειωθούμε στο Τόκιο περίπου δεκατέσσερις ώρες από τώρα, κύριε Ο' Ράιλι. Θέλετε να σας φέρω κάτι άλλο;» Εκείνος έβγαλε τα γυαλιά του για να δει καλύτερα τη νέα του φίλη. Δεν ήταν το είδος των γυαλιών που είχε συνηθίσει ο Γιουτζίν «Λοιμός» Μπέλφορντ. «Όχι, ευχαριστώ, γλύκα». Χαμογέλασε κι ήπιε μια γουλιά από τη δροσερή σαμπάνια του με την έντονη γεύση. «Ε... τώρα που το καλοσκέφτομαι... Θα μπορούσα να έχω άλλο ένα μαξιλάρι;» Ο Λοιμός βολεύτηκε στη θέση του και πήρε έναν υπνάκο, ενώ το αεροπλάνο του έβγαινε μουγκρίζοντας από τον εναέριο χώρο της πατρίδας του σαν το αστρόπλοιο του Νταρθ Βέιντερ στο τέλος του «Πόλεμου των Άστρων». Ονειρεύτηκε μια χώρα χωρίς σύνορα, όπου θα ήταν ακόμα μέσα στο παιχνίδι. Μια χώρα απ' όπου, πολύ σύντομα, θα έπαιρνε εκδίκηση απ' αυτούς τους χάκερ. Στο κάτω κάτω, υπήρχε ακόμα πολλή διασκέδαση στη Σκοτεινή Πλευρά της Δύναμης!

* Γνωστός καλλιτέχνης της κάντρι. (Σ.τ.Μ.)


Στο Cyberdelia Ιππότες της Εγκληματικής Στρογγυλής Τραπέζης, φυλαχτείτε! σκέφτη-

κε ο Ντέιντ Μέρφι καθισμένος στο γυαλιστερό καναπέ από βινίλιο του Cyberdelia, περικυκλωμένος από τους φίλους του, με αναψυκτικά και καφέδες και χάμπουργκερ αραδιασμένα μπροστά τους. Η FOD είναι εδώ.

Αποτελούμενη από τους φίλους του. «Τι σου 'ριξαν εσένα, Κέιτ;» ρώτησε ο Τζόι, μ' έναν καινούριο αέρα αυτοπεποίθησης. «Διακόσιες ώρες δουλειάς για την κοινότητα», απάντησε η Κέιτ. Καθόταν δίπλα στον Ντέιντ κι αυτό του άρεσε ιδιαίτερα. «Και σ' εμένα», είπε ο Τζόι. «Αλλά χαίρομαι». Ακούμπησε στο τραπέζι ένα γυαλιστερό καινούριο φορητό. «Να σας συστήσω τη Μίντι!» Ο Cereal άφησε κάτω ένα κομμάτι πίτσας. «Τζόι, βρήκες ψευδώνυμο τελικά;» Ο Τζόι χαμογέλασε με νόημα στον Ντέιντ. «Ναι. Μου το παραχώρησε ο Ντέιντ. Από δω και στο εξής, μπορείτε να με φωνάζετε: Zero Cool». Ο Cereal συγκατένευσε. «Σου πάει γάντι». Καθισμένη δίπλα στον Fantom Phreak ήταν μια πανέμορφη κοπελιά με μακριές βλεφαρίδες κι ένα ακαταμάχητο χαμόγελο, που μιλούσε μαζί του στα ισπανικά. Η Κέιτ έσκυψε και τον ρώτησε: «Αυτό είναι το κορίτσι σου από τη Βενεζουέλα;» Ο Phreak συγκατένευσε. «Ποιος πλήρωσε για την πτήση της;» «Α, είχε συγκεντρώσει πολλά μίλια πτήσης...» Ο Phreak σήκωσε εύλογα τους ώμους. «Δεν μπορώ ν' αντισταθώ. Οι κομπιού-' τερ των αεροπορικών εταιριών είναι η αδυναμία μου».


Ο Nikon ήπιε μονορούφι τον εσπρέσο του. «Τι έγινε, κάνατε εγκαίρως τις αιτήσεις σας για το κολέγιο;» «Η Μερτζ κατάφερε να μου δώσουν παράταση ν' απαντήσω», είπε ο Ντέιντ. «Μπα, όχι», είπε ο Cereal. «Δεν έχω καλή βαθμολογία». «Α, το ξέχασα». Η Κέιτ έβγαλε ένα γράμμα από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν της και το έδωσε στον Cereal. «Τι είναι αυτό;» «Η βαθμολογία σου. Έπιασες 1.540 μόρια». Ο Ντέιντ έβγαλε έναν άλλο φάκελο από ένα βιβλίο. «Κι επιπλέον, σε αναγνώριση των εκπληκτικών σου ικανοτήτων στην περισυλλογή σκουπιδιών, έγινες δεκτός στο Χάρβαρντ». Ο Nikon είχε ένα μεγαλύτερο φάκελο. «Ή, αν δε σ' αρέσει η ιδέα... Ιδού ένα πτυχίο. Αποφοίτησες με αριστεία». «Ευχαριστώ», είπε ο Cereal, φανερά συγκινημένος. «Δεν ξέρω τι να πω, εκτός, ε... σε τι πήρα πτυχίο;» «Σε τι άλλο;» είπε ο Ντέιντ. «Στις επικοινωνίες».

Π ρ ι ν από τ ο ρ α ν τ ε β ο ύ Η Κέιτ Λίμπι ήταν στο διαμέρισμα της κι ετοιμαζόταν για χο ραντεβού που είχε υποσχεθεί στον Ντέιντ, όταν η μαμά της τη φώναξε απ' το δωμάτιο της. «Κέιτ, σε ζητάει ο Κέρτις στο τηλέφωνο». «Πες του ότι δεν έχουμε τίποτα να πούμε», απάντησε η Κέιτ. Η Ρουθ Λίμπν ξανάφερε τη γραμμή στη δική της συσκευή. «Λυπάμαι, Κέρτις. Λέει ότι δεν έχει τίποτα να σου πει». Η Κέιτ τον ανακήρυξε ναρκισσιστή κόπανο που την κοίταζε κατάματα μόνο και μόνο για να βλέπει το είδωλο του στα μάτια της.


Η Ρουθ Λίμπι μετέφερε στο ακουστικό. «Η Κέα πιστεύει ότι η ανασφάλεια σου σχετικά με την εμφάνιση σου σε δυσκολεύει ν' αναπτύξεις οικειότητα». Η Κέιτ φώναξε κι άλλα μηνύματα, πιο σαρκαστικά και μοχθηρά. Η Ρουθ τα μετέφρασε σε ψυχολογικούς όρους. Η Κέιτ βγήκε απ' το δωμάτιο της, ντυμένη με το φόρεμα της. «Τι είπε;» Η Ρουθ χαμογέλασε με φανερή ικανοποίηση. «Είπε ότι θα ξαναπάρει αργότερα, αφού κοιτάξει σ' ένα λεξικό τους όρους που του αράδιασα...» «Εύγε, μαμά!» Κόλλησαν τα χέρια τους ψηλά στον αέρα.

Το ρ α ν τ ε β ο ύ Περπατούσαν μαζί κοντά στο Σέντραλ Παρκ. Μόλις είχε σουρουπώσει και τα φώτα του δρόμου που κρέμονταν στα κλαδιά των δέντρων θύμιζαν χρυσά περιδέραια. Η Νέα Υόρκη ήταν τυλιγμένη σε μια καλοκαιριάτικη μαγεία και το πάρκο μύριζε ακόμα λουλούδια και χορτάρι, με μια ανεπαίσθητη νότα από την επερχόμενη δροσιά του φθινοπώρου. Ο Ντέιντ απολάμβανε με την ψυχή του τον περίπατο μ' αυτή την εκπληκτικά έξυπνη κοπέλα, που απλώς έτυχε να είναι και πανέμορφη μέσα στ' άλλα. «Σου πάει πολύ το φόρεμα», της είπε. «Εσένα θα σου πήγαινε περισσότερο». Εκείνος ρούφηξε λαίμαργα τις μυρωδιές και τη θέα αυτού του δρόμου της πόλης στο πλάι του πάρκου, όπου οι ήχοι της πόλης έφταναν μόνο αμυδρά. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του.


Πολύ σύντομα, ο κομπιούτερ του, συνδεδεμένος με το τηλέφωνο όπως συνήθως, θα ενεργοποιούσε το πρόγραμμα. «Τι λες;», τη ρώτησε. «Πάμε για κολύμπι;» «Για κολύμπι; Πού;» «Ο Razor κι ο Blade έχουν πρόσβαση σε μια πισίνα πάνω σε ταράτσα». «Τελικά οι πισίνες πάνω σε ταράτσες σου 'γιναν έμμονη ιδέα, μου φαίνεται», τον πείραξε γελώντας. Έφερε το χέρι στο στόμα της αλλά δεν κατάφερε να συγκρατηθεί. «Συγνώμη, αλλά είχε μεγάλη πλάκα!...» «Ναι, υποθέτω ότι έχεις δίκιο», είπε. «Μόνο που... αυτή η πισίνα... δεν είναι σε εικονική πραγματικότητα...» «Μιλάμε για πραγματική πραγματικότητα, δηλαδή; Ω, Ντέιντ, αυτές είναι οι αγαπημένες μου!» Ο Ντέιντ σταμάτησε ένα ταξί κι έφτασαν εκεί σε χρόνο μηδέν. Ήταν ακριβώς όπως την είχε περιγράψει ο Razor: μια όαση από καταπράσινο αχνοφωτισμένο νερό, και τριγύρω σεζλόνγκ, ομπρέλες - και μια τεράστια φουσκωτή σχεδία για δύο. «Πάμε;» ρώτησε ο Ντέιντ δείχνοντας τη σχεδία. «Μέσα», απάντησε η Κέιτ. Πήδηξαν κι οι δυο μαζί, ντυμένοι κανονικά, πάνω στη σχεδία. Ήταν υπέροχο να επιπλέουν και να περιστρέφονται μέσα στους καταπράσινους ιριδισμούς, κοιτώντας τον αστροφώτιστο ουρανό και τα φώτα της πόλης. «Μου φαίνεται απίστευτο ότι σε ανακήρυξαν νικητή», είπε τελικά η Κέιτ, ύστερα από μια συντροφική σιωπή. «Δε σε νίκησα», είπε ο Ντέιντ. «Απλώς τα παιδιά πίστεψαν ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσω ένα ραντεβού μαζί σου. Όπως και να 'χει, είσαι σπουδαία χάκερ. Επάξιο μέλος της... ελίτ». Όταν τον κοίταξε, τα φώτα αντανακλώνταν στα μάτια της·


μέσα τους φέγγιζε μια λάμψη ευθυμίας... και κάτι άλλο, πολύ πιο συναρπαστικό. «Αλήθεια; Ξε'ρεις, αν είχες πει όχι στην αρχή, θα είχεις αποφύγει ένα σωρό μπλεξίματα». Εκείνος κοίταξε το ρολόι του. Δέκα... εννιά... οχτώ... εφτά... έξι... «Έι, Κέιτ... ρίξε μια ματιά σ' εκείνο το κτίριο γραφείων εκεί κάτω». Της έδειξε. Εκείνη κοίταξε. Ήταν ένα πελώριο κτίριο, με πολλά, πολλά παράθυρα, απ' τα οποία τα περισσότερα ήταν σβηστά τώρα. Τρία... δύο... ένα... Τώρα, σκέφτηκε ο Ντέιντ, και τα φώτα άρχισαν ν' αναβοσβήνουν ρυθμικά, μετατρέποντας το κτίριο σ' ένα γιγάντιο, αθόρυβο φλιπεράκι. Τελικά σταθεροποιήθηκαν σ' ένα σχήμα... Ένα σχήμα φτιαγμένο από φωτισμένα παράθυρα: CRASH + BURN

Ήταν ο καρπός της μικρής, διασκεδαστικής χτεσινοβραδινής εισβολής του στον κομπιούτερ που έλεγχε τα φώτα του κτιρίου. Εκείνη στράφηκε προς το μέρος του χαμογελώντας επιδοκιμαστικά. «Ξέρεις», είπε ο Ντέιντ τυλίγοντας το μπράτσο του στους ώμους της. «Τον τελευταίο καιρό βλέπω κάτι περίεργα...» «...όνειρα», συμπλήρωσε η Κέιτ. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν κι έπειτα κύλησαν μαζί έξω από τη σχεδία και γλίστρησαν μέσα στο νερό. Ο Ντέιντ δεν το πρόσεξε. Ήταν το καλύτερο φιλί που είχε γευτεί ποτέ, που είχε ονει-


ρευτεί ακόμα και στις πιο τρελές του φαντασιώσεις... ήταν καλύτερο... πολύ καλύτερο... Ακόμα καλύτερο κι απ' την πειρατεία στο κυβερνοδιάστημα. «Ουάου», έκανε η Κέιτ καθώς έβγαιναν στην επιφάνεια, αγκαλιασμένοι ακόμα. «Δε λες τίποτα...» «Αυτό σημαίνει... θέλω να πω... είναι ανάγκη να είμαστε φυσιολογικοί;» τον ρώτησε σφίγγοντας τον πάνω της. «Ξέρεις, λυπάμαι που πρέπει να σ' το πω αυτό, Κέιτ, αλλά σε μερικά θέματα είμαι πολύ παραδοσιακός τύπος». Ο Ντέιντ την ξαναφίλησε για να της δείξει μια παράδοση που ήθελε να διατηρήσει. Στο κάτω κάτω υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με τους κομπιούτερ...


Ο όρος hacking μπορεί να σημαίνει την ελεύθερη πνευματική εξερεύνηση των υψηλότερων και βαθύτερων δυνατοτήτων των ηλεκτρονικών συστημάτων. Μπορεί να περιγράψει την επιμονή να εξασφαλίσει κανείς όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη κι ανοιχτή πρόσβαση σε κομπιούτερ και πληροφορίες. Μπορεί επίσης να εμπεριέχει την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπάρχει άφθονη ομορφιά μέσα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ότι η φίνα αισθητική ενός προγράμματος μπορεί να ελευθερώσει την ψυχή και το πνεύμα...

...Δεδομένου ότι η ηλεκτρονική τεχνολογία και οι τηλεπικοινωνίες είναι ακόμα και σήμερα σχετικά αχαρτογράφητες περιοχές, απλούστατα δεν ξέρουμε τι μπορεί να ξεσκεπάσουν οι χάκερ. Για μερικούς ανθρώπους, αυτή η ελευθερία είναι η ίδια τους η ανάσα, το οξυγόνο, η αυθόρμητη εφευρετικότητα που κάνει τη ζωή ν' αξίζει κι ανοίγει διάπλατα τις πύλες θαυμαστών δυνατοτήτων και ατομικών επιτευγμάτων. Αλλά για πολλούς ανθρώπους -που ολοένα αυξάνονται- ο χάκερ είναι μια δυσοίωνη φιγούρα, ένας πανέξυπνος κοινωνιοπαθής, έτοιμος να χιμήξει έξω από το βρόμικο υπόγειο του και να τσαλαπατήσει τη ζωή άλλων ανθρώπων για τους δικούς του, αναρχικούς σκοπούς. Οποιαδήποτε μορφή εξουσίας χωρίς ευθύνες, χωρίς άμεσους


και έμμεσους ελέγχους και ισορροπίες τρομοκρατεί τους ανθρώπους - κι αυτό είναι λογικό. ΜΠΡΟΥΣ ΣΤΕΡΛΙΝΓΚ, The hacker crackdown

Αν δε θέλεις να μαθευτεί, μην το λες στο τηλέφωνο. ΝΕΛΣΟΝ ΡΟΚΦΕΛΕΡ

David Bischoff - Χάκερς, Οι Πειρατές του Κυβερνοδιαστήματος  

David Bischoff - Χάκερς, Οι Πειρατές του Κυβερνοδιαστήματος

David Bischoff - Χάκερς, Οι Πειρατές του Κυβερνοδιαστήματος  

David Bischoff - Χάκερς, Οι Πειρατές του Κυβερνοδιαστήματος

Advertisement