Page 1


Τρελά ερωτευμένη η Άννα, δεν πίστευε ποτέ ότι ο Ντόμινικ θα την εγκατέλειπε την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Τώρα, έπειτα από τέσσερα χρόνια, ο Ντόμινικ γυρίζει, αλλά η Άννα είναι αποφασισμένη να μην υποκύψει στη γοητεία του και να μην τον συγχωρέσει ποτέ. Συγκλονιστικές όμως αποκαλύψεις και δολοπλοκίες θα τη φέρουν κοντά στο σύζυγό της, σ' αυτό τον αινιγματικό ξένο που, αλίμονο, κρατάει ακόμη το κλειδί τής καρδιάς της αλλά και της ίδιας της ζωής της.


Η Μπρέντα Τζόυς γεννήθηκε και ζει στη Νέα Υόρκη. Η οικογένειά της κατάγεται από τη Ρωσία. Έγραψε το πρώτο της διήγημα όταν ήταν δώδεκα ετών. Ταξίδεψε πολύ σ’ όλο τον κόσμο κι έκανε πολλά επαγγέλματα. Έχει γράψει δεκαεννέα βιβλία, τα περισσότερα από τα οποία έγιναν εκδοτικές επιτυχίες, παραμένοντας για μεγάλα διαστήματα στις λίστες με τα μπεστ σέλερ των New York Times, της USA Today και της Chicago Tribune.


ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ Ένοχα μυστικά Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ Τίτλος πρωτοτύπου: Brenda Joyce, Beyond Scandal ITJ ΈΚΔΟΣΗ: ΔΕΚΈΜΒΡΙΟΣ 2005 Μετάφραση από τα αγγλικά: Γιάννης Σπανδωνής .Επιμέλεια: Ρούλα Χασαποπούλου Τυπογραφική διόρθωση: Μαρία Κουντουρόγιαννη © 1995, Brenda Joyce © 2005, για την ελληνική γλώσσα Εκδόσεις Ωκεανίδα ΑΕ Σολωμού 25, 106 82 Αθήνα, τηλ. 210.38.27.341 Πλάτωνος 17, 546 31 Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310.231.800 e-mail: oceanida@internet.gr www.oceanida. gr Ηλεκτρονική στοιχειοθεσία-Σελιδοποίηση: Εκδόσεις «Ωκεανίδα» Εκτύπωση: Μ. Σπύρου & Σία ΑΕ Βιβλιοδεσία: Βιβλιοδομή ΑΕ ISBN 960-410-410-1


Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται, στη Ρομπέρτα Στόλμπεργκ και στην Τζούντι Ο 'Μπράιεν, δύο καινούργιες αλλά πολύ στενές φίλες που πλούτισαν απίθανα τη ζωή μου. Χωρίς εσάς τις δύο τα πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά. Η φιλία σας είναι αληθινός θησαυρός για μένα. Σας ευχαριστώ. Οφείλω επίσης ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στην καινούργια επιμελήτριά μου, την Κάρι Φέρον - για όλα.


7

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Έσεζ, Αγγλία - 1852 Αυτή ήταν σίγουρα η πιο άθλια μέρα της ζωής της. Η Άννα προσπαθούσε να μην ακούει τη χαρούμενη πολυλογία της ξαδέρφης της, καθώς η Φελίσιτι ετοιμαζόταν για το πάρτι των αρραβώνων της. Παρ’ όλο που η είδηση του αρραβώνα της με τον υποκόμη Λάιονς θα αναγγελλόταν επίσημα απόψε, ολόκληρη η κομητεία και το μισό Λονδίνο το ήξεραν ήδη. Η Άννα πάντως ευχόταν να μην το ήξερε, και κυρίως να μη βρισκόταν στο δωμάτιο της ξαδέρφης της. Είχε ζητήσει να την αφήσουν να πάει στο δικό της δωμάτιο, ένα μικρό και σκοτεινό χώρο που σιχαινόταν, αλλά η θεία της επέμενε ότι χρειάζονταν τη βοήθειά της για να ετοιμάσουν τη Φελίσιτι για τη δεύτερη πιο σημαντική βραδιά της δικής της ζωής. Μέχρι στιγμής όμως δεν είχαν χρειαστεί τη βοήθεια της Άννας, γιατί η Γαλλίδα καμαριέρα τής Έντνα φρόντιζε τα πάντα. Η κοπέλα λοιπόν καθόταν και κοίταζε να σφίγγουν τον κορσέ της Φελίσιτι τόσο πολύ, που η μέση της μίκρυνε πέντε πόντους. Ως τότε δεν είχε ζηλέψει, την ξαδέρφη της. Τώρα όμως κοίταζε τα πλούσια στήθη της και τους τορνευτούς γοφούς της και σχεδόν τη μισούσε που ήταν τόσο όμορφη και τόσο γεμάτη θηλυκότητα. Η Άννα είχε αισθανθεί κι άλλοτε εμφανισιακά άχρωμη, άχαρη και αδιάφορη, αλλά σήμερα αισθανόταν άσχημη, στερημένη από κάθε αγάπη και τρομακτικά μόνη. Σφάλισε σφιχτά τα μάτια της. Η Φελίσιτι δεν μάντευε πως κάθε κεφάτη λέξη της έπεφτε σαν μαχαιριά στην καρδιά της. Η Άννα,


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

8

βλέπεις, ήταν ερωτευμένη με τον Ντόμινικ Σεντ Τζορτζ εδώ και χρόνια. Δεν είχε κρύψει τα αισθήματά της από κανέναν, αλλά οι θείοι και τα ξαδέρφια της είτε γελούσαν είτε αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό τη βεβαιότητά της ότι κάποια μέρα ο Ντομ όχι μόνο θα την πρόσεχε, αλλά και θα την παντρευόταν. Με πόνο βαθύ όμως τώρα, η Άννα συλλογιζόταν πως αν έπεφτε μπροστά του από το άλογο -όπως έκανε η Φελίσιτι-, εκείνος μπορεί και να μην της έδινε καμιά σημασία. - Νόμιζε πως θα ραγίσει η καρδιά της. Δεν άντεχε άλλο ν’ ακούει τη Φελίσιτι να λέει ξανά και ξανά πόσο ωραίος και πλούσιος είναι ο Ντομ Σεντ Τζορτζ. «Αχ, μαμά», αναστέναζε για εκατοστή φορά η Φελίσιτι, «είμαι απίστευτα ευτυχισμένη κι ενθουσιασμένη!» «Κι έτσι πρέπει να είσαι, αφού τα κατάφερες να κουκουλώσεις τέτοιον άντρα», της απάντησε ωμά η Έντνα Κόλινς. «Ας είναι ευλογημένος ο Μεγαλοδύναμος που ο δούκας και ο μαρκήσιος τον κάλεσαν πίσω και τον διέταξαν να παντρευτεί. Άλλη μια μέρα να περνούσε, που λέει ο λόγος, θα είχες λογοδοθεί με τον λόρδο Χάρολντ Ριντ». Η Φελίσιτι ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά της Έντνα, και η μοναδική της κόρη. Είχε κάνει το ντεμπούτο της στην καλή κοινωνία πριν από τέσσερα χρόνια, κι από τότε είχε δεχτεί πάνω από δέκα προτάσεις γάμου. Μα εκείνη τις είχε απορρίψει όλες. Η Άννα είχε ακούσει αμέτρητες οικογενειακές συζητήσεις σχετικά με τον γαμπρό που θα έπρεπε να επιλέξει η Φελίσιτι κι όλες αυτές οι κουβέντες κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να παντρευτεί εκείνη τη χρονιά. Οι πάντες συμφωνούσαν ότι έπρεπε να δεχτεί την πρόταση του λόρδου Ριντ, ενός ηλικιωμένου αλλά πολύ πλούσιου βαρόνου. Τότε όμως άρχισε να τη φλερτάρει ο Ντομ, κι όλοι οι άλλοι υποψήφιοι ξεχάστηκαν μονομιάς. Η Άννα ξεροκατάπιε. Εκείνη δεν είχε κάνει το ντεμπούτο της, όχι μόνο γιατί ήταν ακόμα δεκαεπτά χρονών, όχι μόνο γιατί ο θείος κι η θεία της δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να ξοδέψουν τα απαραίτητα χρήματα για το ντεμπούτο της, αλλά κυρίως γιατί αγαπούσε τόσο


9

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

πολύ τον Ντομ, που δεν την ενδιέφερε κανένας άλλος. Θα έμενε λοιπόν σ’ όλη της τη ζωή γεροντοκόρη. Ωχ, Θεέ μου... Και θα εξακολουθούσε να αγαπάει τον Ντομ, παρ’ όλο που θα ήταν άντρας της ξαδέρφης της; Βιαστικά, σκούπισε τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να αναβρύζουν στα μάτια της, για να μην τα δουν η Έντνα κι η Φελίσιτι. Η Γαλλίδα καμαριέρα τής έριξε μια συμπονετική ματιά. Η Έντνα όμως δεν πρόσεξε τίποτα, απασχολημένη καθώς ήταν με την κόρη της. «Να είσαι φρόνιμη και καλή σύζυγος, και δεν πρόκειται να σου λείψει τίποτα. Να ανέχεσαι όλα του τα χούγια, και τα καλά και τα κακά», την προειδοποιούσε. Η Φελίσιτι όμως, ξανθιά, γαλανομάτα κι όμορφη, γέλασε πονηρά. «Μαμά, ξέρω καλά τη φήμη του Ντομ Σεντ Τζορτζ. Ξέρω πως έχει δικές του τις ωραιότερες γυναίκες του κόσμου και πως αγαπάει τα άλογά του ακόμα πιο πολύ κι από τις φιλενάδες του. Για χαζή με περνάς; Ξέρω πώς πρέπει να φέρεται μια κυρία. Δεν θα το παρακάνω όμως, γιατί αλλιώς ο Ντομ θα τρέξει στη μετρέσα του από την πρώτη νύχτα του γάμου μας! Κι ούτε θα τον αφήσω ν’ αγαπάει τ’ άλογά του πιο πολύ από μένα!» Η Έντνα εκδήλωσε την έγκρισή της μ’ ένα βρυχηθμό. «Αν όμως εκείνος συνεχίσει να έχει ερωμένες ή να προτιμάει τ’ άλογά του από σένα, εσύ να κάνεις την ανήξερη», είπε στην κόρη της. «Εγώ το ’χω βάλει σκοπό να εξημερώσω τον απόμακρο και άκαρδο υποκόμη Λάιονς», αποκρίθηκε γελώντας η Φελίσιτι και τα γαλάζια της μάτια πέταξαν σπίθες. «Και δεν θα ξεχάσω στιγμή ότι κάποια μέρα θα γίνω μαρκησία του Γουέιβερλι κι αργότερα δούκισσα του Ράδερφορντ!» Η Άννα δεν άντεχε άλλο. Έβλεπε με τη φαντασία της τον Ντομ, με τα καστανόξανθα μαλλιά και την μπρούντζινη επιδερμίδα, να χαμογελάει γλυκά στη Φελίσιτι και το λακκάκι στο δεξί του μάγουλο να βαθαίνει. Πετάχτηκε όρθια, διέσχισε το παχύ περσικό χαλί, πέρασε από το λευκό κρεβάτι που φάνταζε σαν αφρισμένη


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

10

θάλασσα, κι έφτασε στη δρύινη πόρτα. «Άννα! Για πού το ’βαλές;» της φώναξε αυστηρά η Έντνα. «Έλα αμέσως πίσω, δεσποινίς!» Για πρώτη φορά στη ζωή της όμως η Άννα αγνόησε την επιβλητική θεία της: μαζεύοντας τα τελευταία κουρέλια της περηφάνιας της, όρμησε έξω απ’ το δωμάτιο. Η Άννα στεκόταν μόνη, ακουμπισμένη στον τοίχο της αίθουσας χορού του Γουέιβερλι Χολ, της κύριας κατοικίας του πατέρα του Ντομ, του Φίλιπ Σεντ Τζορτζ, μαρκησίου του Γουέιβερλι. Στην άλλη άκρη της αίθουσας, δίπλα στην είσοδο, έβλεπε να στέκεται η οικογένεια Σεντ Τζορτζ, μαζί με τους θείους και τα ξαδέρφια της. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο με απελπισία στον Ντομ Σεντ Τζορτζ. Με το κατάμαυρο φράκο του με τα σατινένια σιρίτια, και με τα ζαφείρια που είχε αντί για κουμπιά στο πάλλευκο πουκάμισό του να αστραποβολούν στο φως των πέντε τεράστιων πολυελαίων, ο Ντομ ήταν υπέροχος. Ήταν ο πιο ωραίος άντρας που είχε δει στη ζωή της, με άψογα, σχεδόν τέλεια χαρακτηριστικά. Εκείνο όμως που έκανε όσους τον έβλεπαν να τα χάνουν, ήταν τα χρώματά του: χρυσαφένια επιδερμίδα, μάτια σαν τοπάζια, πυκνά ξανθοκάστανα μαλλιά. Πάντως την Άννα τη μάγευαν περισσότερο απ’ όλα τα μάτια του. Οι χρυσαφένιες ανταύγειες τους την υπνώτιζαν όπως οι Σειρήνες τους ναυαγούς, καθώς άφηναν να διαφαίνονται κάποια μυστικά θαμμένα στα βάθη τους, ίσως και κάποιες τραγωδίες. Για την Άννα, ήταν τα μάτια ενός μοναχικού ανθρώπου. Τώρα ο Ντομ στεκόταν δίπλα στη Φελίσιτι, που καμάρωνε στο πλευρό του ωραία και φιλήδονη μέσα στη γαλάζια τουαλέτα της. Εκείνη ακτινοβολούσε ολόκληρη, αλλά ο Ντομ χαιρετούσε μ’ ένα απλό κούνημα του κεφαλιού ή ένα ευγενικό χαμόγελο τους καλεσμένους που κατέφθαναν συνεχώς για να συγχαρούν τους μελλόνυμφους. Τι να πεις... Όλοι ήξεραν πως ο υποκόμης δεν ήταν διαχυτικό άτομο. Και της Άννας της φαινόταν σαν να έπληττε. Όσο για τη Φελίσιτι, η Άννα δεν την είχε ξαναδεί να συμπεριφέρεται τόσο ξεδιάντροπα.


11

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Κάποια στιγμή, το βλέμμα της συναντήθηκε με του Ντομ. Εκείνος κοίταξε αμέσως αλλού, αλλά εκείνη δεν πήρε τα μάτια της από πάνω του. Νωρίτερα, ο Ντομ φάνηκε να την προσέχει για πρώτη φορά. Η Άννα αναρωτιόταν γιατί. Το πρόσωπό της ήταν χλομό, δεν είχε καθόλου ζωντάνια, τα μάτια της κόκκινα και πρησμένα, το ίδιο και η μύτη της. Και φορούσε ένα απλό, παιδικό φόρεμα, αποφόρι της Φελίσιτι. Εκείνη τη στιγμή, ο Ντομ γύρισε και κοίταξε από την άλλη άκρη της αίθουσας την Άννα. Η κοπέλα δεν κατέβασε τα μάτια. Ο Ντομ σταμάτησε να την κοιτάζει, αγκάλιασε από τη μέση τη Φελίσιτι κι έπιασε κουβέντα με τον πάστορα. Ο αρραβώνας αναγγέλθηκε επίσημα. Ο Ντομ πέρασε στο δάχτυλο της Φελίσιτι ένα υπέροχο ζαφείρι οκτώ καρατίων, δεμένο με σειρές από μικρά διαμάντια. Οι καλεσμένοι χειροκρότησαν, ο Ντομ έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο κι όλοι άρχισαν να φωνάζουν «μπράβο» και «ζήτω». Τώρα η Φελίσιτι ψιθύριζε κάτι στο αυτί του Ντομ, που έσκυβε για να την ακούσει. Το στήθος της, που το αποκάλυπτε σχεδόν όλο το βαθύ ντεκολτέ, είχε κολλήσει στο μπράτσο του, κι εκείνος δεν τραβιόταν καθόλου. Αντίθετα, την κρατούσε απ’ τη μέση. Λοιπόν, ήταν ένα πανέμορφο, ιδανικό ζευγάρι. Εκνευρισμένη, η Άννα γύρισε απότομα αλλού κι έπεσε πάνω σ’ έναν ψηλό άντρα. «Όπα!» είπε ο δούκας του Ράδερφορντ απλώνοντας το χέρι του για να τη συγκρατήσει. Ένα χέρι που πάνω του έλαμπε το σφραγιδοδαχτυλίδι των Ράδερφορντ με το τεράστιο σκαλιστό ρουμπίνι. «Γεια σου, Άννα. Γιατί δεν είσαι με την οικογένειά σου και τους δικούς μου στην υποδοχή;» Η κοπέλα κοίταξε τον δούκα. Τούτος ο άντρας την τρόμαζε πάντα, κι ας της φερόταν ευγενικά. Όμως, ήταν ένας από τους πλουσιότερους, ισχυρότερους κι ευγενέστερους ανθρώπους σ’ όλο το βασίλειο της Αγγλίας. Η Άννα ξεροκατάπιε κοιτάζοντάς τον κι έψαξε κάποια δικαιολογία. «Ξέρετε... Δεν νιώθω και πολύ καλά...» «Κατάλαβα». Τα χρυσαφιά μάτια του δούκα την κοίταξαν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

12

καλοσυνάτα. «Μήπως μπορώ να κάνω κάτι;» τη ρώτησε. Το βλέμμα της Άννας είχε στραφεί πάλι στον Ντομ και στη Φελίσιτι. Εκείνος έμενε σιωπηλός, εκείνη συζητούσε με κάποιους ντόπιους ευγενείς. «Όχι», αποκρίθηκε. Ο δούκας ακολούθησε το βλέμμα της. «Είναι ωραίο ζευγάρι», είπε. «Κρίμα που δεν είναι και ταιριαστό». Η Άννα πετάρισε έκπληκτη τα βλέφαρα. «Δεν... δεν το εγκρίνετε;» ρώτησε. «Είμαι τυχερός που επιτέλους ο εγγονός μου παντρεύεται. Όπως λέει κι ο ίδιος, οι Κόλινς είναι καλή οικογένεια, πιο γαλαζοαίματη κι από τη δική μας. Και δεν έχουν ξεπέσει οικονομικά όπως συμβαίνει με όλη σχεδόν την τάξη μας. Πώς μπορώ λοιπόν να μην το εγκρίνω; Ο Ντομ πάντως είναι ξεροκέφαλος. Με αγνόησε όταν δοκίμασα να του πω ότι αυτή η κοπέλα δεν 6α τον κάνει ευτυχισμένο». Η Άννα τον κοίταξε καλά καλά. Πόσο διορατικός ήταν ο δούκας... «Μα... εκείνη είναι πάρα πολύ όμορφη...» είπε. «Ανάλογα ποιος την κοιτάζει... Όμως, Άννα, καλή μου, είσαι πολύ χλομή. Μήπως χρειάζεσαι λίγο καθαρό αέρα;» Δεν ήταν ερώτηση αλλά μια ήπια προσταγή. «Ναι», αποκρίθηκε με ανακούφιση η κοπέλα. «Ακριβώς, πρέπει να πάρω λίγο αέρα. Εξοχότατε, σας ζητώ συγγνώμη». Καθώς περνούσε μέσα από την ξέχειλη αίθουσα αποφεύγοντας τους γνωστούς της, νόμιζε πως ένιωθε καρφωμένο πάνω της το βλέμμα του Ντομ. Μπα, συλλογίστηκε. Της φαντασίας μου είναι. Μόλις έφτασε στις μεγάλες μπαλκονόπορτες που έβγαζαν στην τεράστια βεράντα και στους κήπους, μια υπηρέτρια ήρθε τρέχοντας και της έβαλε κάτι στη χούφτα. Η υπηρέτρια εξαφανίστηκε κι η Άννα έχασε στιγμιαία την ισορροπία της διαπιστώνοντας ότι κρατούσε ένα διπλωμένο κομμάτι περγαμηνής. Γεμάτη περιέργεια, στάθηκε στο κατώφλι και το ξεδίπλωσε. Κι η καρδιά της σταμάτησε. Ήταν ένα σημείωμα του Ντομ. Της ζητούσε να τον συναντήσει


13

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

στον κήπο. Τα έχασε. Μα τι ήταν αυτό; Κανένα αστείο; Η νύχτα ήταν ζεστή και πνιγερή. Ίσως έβρεχε αργότερα. Τώρα όμως ο ουρανός ήταν καθαρός, κατάστικτος από χιλιάδες αστέρια κι ένα μισοφέγγαρο στη μέση. Η Άννα διέσχισε βιαστικά την πλακοστρωμένη βεράντα, προσπέρασε ένα μαρμάρινο σιντριβάνι και κατέβηκε στον κήπο όπου την τύλιξε το βαρύ άρωμα από τις βιολέτες και τις γλυσίνες. Τι να ήθελε ο Ντομ; Ήταν αρραβωνιασμένος με τη Φελίσιτι. Γιατί της ζητούσε ραντεβού; Η Άννα πίεσε με την παλάμη της το στήθος της που την πονούσε. Στάθηκε δίπλα σε μια μεγάλη βελανιδιά κι έμεινε εκεί ακίνητη ώρα πολλή, νιώθοντας έναν πόνο τόσο οξύ, που της θύμιζε πόσο είχε πονέσει όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του πατέρα της. Ένιωθε να πνίγεται, κι ας τη χάιδευε το ζεστό καλοκαιρινό αεράκι. Ξαφνικά, αντιλήφθηκε ότι την παρακολουθούσαν. Στράφηκε αργά. Στα πέτρινα σκαλοπάτια της βεράντας στεκόταν ο Ντομ, μια σκοτεινή φιγούρα με φόντο το φωτισμένο σπίτι. «Ντ... Ντομ;» Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει ακίνητος. Η καρδιά της Άννας χτυπούσε σαν τρελή. Δεν ήταν αστείο αυτό. «Ντομ;» Κάτι έπεσε από το χέρι του -κάτι λευκό, τσαλακωμένο, ένα μαντίλι ίσως- μόλις άρχισε να την πλησιάζει. Ήρθε και στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε με ύφος συννεφιασμένο, έντονο - αγέλαστο. Η Άννα είχε την εντύπωση πως το σώμα της έγερνε προς το δικό του. Το βλέμμα του είχε τέτοια ένταση, που η Άννα το ένιωσε να φτάνει ως τα κατάβαθα της ψυχής της. «Άννα...» Ποτέ άλλοτε δεν την είχε αποκαλέσει με το μικρό της όνομα. Η Άννα έτρεμε, αναρωτιόταν τι να ήθελε απ’ αυτήν. «Τι συμβαίνει, Άννα;» «Να... Κρύβομαι». Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Απόψε έχουμε γιορτή. Και στις γιορτές υποτίθεται ότι διασκεδάζουμε».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

14

Η κοπέλα δαγκώθηκε. «Τούτη η γιορτή δεν είναι διασκεδαστική», είπε. Ο Ντομ την κοίταζε στο στόμα. «Έτσι φαίνεται», συμφώνησε. «Όχι για σένα τουλάχιστον». Η Άννα πάγωσε. Είχε καταλάβει τη σκέψη της ο Ντομ; Είχε καταλάβει πως τον αγαπούσε; Πως θα τον αγαπούσε μέχρι θανάτου; Όχι, αποκλείεται. «Θέλω να σε... συγχαρώ», του είπε βραχνά. Εκείνος την κοίταξε πάλι κατάματα. Στο μέτωπό του παλλόταν μια φλέβα. «Αυτό θέλεις;» είπε. «Ν... ναι». Ο Ντομ έχωσε απότομα τα χέρια του στις τσέπες του. Τα ζαφειρένια κουμπιά του άστραψαν στο φεγγαρόφωτο. «Είσαι πολύ μεγαλόκαρδη», είπε. Της κόπηκε η ανάσα. Ήξερε! «Όχι, όχι», ψέλλισε. «Δεν είμαι...» Ήταν τόσο ταραγμένη που τραύλιζε. Κι η ταραχή της μεγάλωνε κι άλλο καθώς εκείνος κοίταζε και πάλι το στόμα της. «Πόσων χρονών είσαι, Άννα;» τη ρώτησε ξαφνικά. Εκείνη έγλειψε τα χείλη της. «Δεκαοκτώ», είπε ψέματα. «Δείχνεις μικρότερη. Πολύ μικρότερη». Γύρισε στο πλάι το κεφάλι του κι εκείνη διέκρινε το υπέροχο προφίλ του. «Δεκαεπτά είμαι», ομολόγησε ψιθυριστά. Εκείνος γύρισε και την κάρφωσε με το βλέμμα του που είχε το χρώμα του κεχριμπαριού. «Είσαι ακόμα παιδί», είπε. «Ό... όχι! Δ... δεν είμαι παιδί!» τραύλισε η Άννα. «Κοντεύω τα δεκαοκτώ, αλήθεια!» «Απόψε είσαι δεκαεπτά», είπε με σκληρή φωνή εκείνος. «Ένα παιδί». Απότομα όμως η έκφρασή του μαλάκωσε. «Θα περάσει κι αυτό, Άννα. Σ’ το υπόσχομαι». Η Άννα κοίταξε τα μάτια του που την υπνώτιζαν. «Όχι», αποκρίθηκε. «Αυτό δεν θα περάσει ποτέ».


15

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Εκείνος τεντώθηκε. Το βλέμμα του καρφώθηκε ξανά στα χείλη της κι ύστερα κοίταξε αλλού. «Έλα να σε πάω μέσα τώρα, πριν αρχίσουν να σχολιάζουν την εξαφάνισή μας». «Την αγαπάς;» ρώτησε η Άννα χωρίς να το καταλάβει κι η ίδια. Απ’ τη μια ήθελε να δώσει μια κλοτσιά στον εαυτό της, κι απ’ την άλλη ήθελε πάρα πολύ να ξέρει. «Όχι». Ο Ντομ σήκωσε το χέρι του κι απαλά, πολύ απαλά, της έπιασε το μάγουλο. Η Άννα πάγωσε. Δεν την είχε ξαναγγίξει ποτέ. Το άγγιγμά του ήταν ό,τι πιο θεσπέσιο είχε γνωρίσει στη ζωή της. Τα μάτια της γλάρωσαν κι ακούμπησε το μάγουλό της στο ζεστό, σκληρό χέρι του. «Όχι», ξαναείπε βραχνά ο Ντομ. «Δεν την αγαπάω». Ξαφνικά, έσφιξε τη γροθιά του κι η Άννα άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε να κοιτάζει ίσια στα δικά του. Της πιάστηκε η ανάσα: τα μάτια του σπίθιζαν με πρωτόγνωρο τρόπο. Εκείνος της χάιδεψε το σαγόνι με τους κόμπους των δάχτυλων του. «Δεν ετέθη ποτέ θέμα αγάπης», είπε. Τότε τα δάχτυλά του σύρθηκαν απαλά στα μισάνοιχτα, υγρά χείλη της. Η Άννα ψιθύρισε τ’ όνομά του. «Άννα, σε έχουν φιλήσει ποτέ;» τη ρώτησε βραχνά και το χέρι του τρεμούλιασε πάνω στα χείλη της. Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ο Ντομ την κάρφωνε με το βλέμμα κι η σφιγμένη γροθιά του ήρθε και την πίεσε εκεί όπου ο λαιμός της ενωνόταν με τον ώμο της. Και ξαφνικά, το χέρι του άνοιξε και την άδραξε από το σβέρκο. «Τότε», ψιθύρισε σκύβοντας πάνω της, «θα έχω τη μεγάλη τιμή να είμαι ο πρώτος». Η Άννα περίμενε, τρέμοντας από προσμονή. Εκείνος έσυρε απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά της. Η Άννα απογοητεύτηκε. Ο Ντομ τη φίλησε ξανά, το ίδιο απαλά, το ίδιο φευγαλέα. Τα χέρια της Άννας ανέβηκαν στους ώμους του. Εκείνος


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

16

σφίχτηκε πάνω της, με το μάγουλό του ν’ ακουμπάει στο δικό της. Και τότε τα χείλη του άνοιξαν και τύλιξαν τα δικά της. Της Άννας της ξέφυγε μια φωνή. Ο Ντομ την έσφιξε στην αγκαλιά του λες κι ήθελε να τη λιώσει. Η γλώσσα του κρατούσε ανοιχτά τα χείλη της, το στόμα του τη ρουφούσε. Το μυαλό της Άννας έπαψε να λειτουργεί. Κόλλησε πάνω του και τον έσφιξε κι αυτή όσο πιο δυνατά μπορούσε, απολαμβάνοντας ως τα μύχια της ψυχής της ό,τι της πρόσφερε. Ξαφνικά, η γλώσσα του άγγιξε τη δική της. Το ίδιο ξαφνικά τραβήχτηκε. Τραντάχτηκε ολόκληρη. Λαχανιασμένος, ο Ντομ πήρε το στόμα του από το δικό της. «Πρέπει να σε πάω πίσω», πρόφερε βραχνά και προσπάθησε να τη σπρώξει μακριά. «Όχι!» φώναξε η Άννα, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Εκείνος πάγωσε. Για μια στιγμή μόνο. Όπως εκείνη τον φιλούσε τρελά κι αδέξια, το μπράτσο του τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της σαν μέγκενη. Το στόμα του άνοιξε ξανά καυτό, υγρό, για να την καταβροχθίσει... και κύλησαν αγκαλιασμένοι στο γρασίδι. Στιγμές αργότερα, οι κραυγές της Άννας ξέσκισαν το σκοτάδι.


17

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

1

Γουέιβερλί Χολ, 1856

Ήταν μία τέλεια καλοκαιρινή μέρα. Ζεστή, ηλιόλουστη, ασυννέφιαστη. Τέλεια σε όλα, με εξαίρεση ένα γεγονός. Ήταν η μέρα της κηδείας του μαρκήσιου του Γουέιβερλι. Ο θάνατος είχε έρθει ξαφνικά, απρόσμενα. Ήταν πενήντα μόλις χρονών κι έδειχνε υγιής. Ο πατέρας του ήταν ακόμα μια χαρά στα εβδομήντα τέσσερα χρόνια του. Εκείνον όμως τον είχε χτυπήσει μια βαριά γρίπη και μέσα σε λίγες μέρες πέθανε. Καθώς η κηδεία του γινόταν στην εξοχή, είχαν έρθει μόνο καμιά εκατοστή άτομα. Η ντόπια αριστοκρατία, γαιοκτήμονες και μικροκαλλιεργητές συναγελάζονταν με δούκες και κομήτες και μ’ όλους τους χωρικούς του Ντάλτον: φουρνάρηδες, χασάπηδες, μαραγκούς και βοσκοπούλες. Κανείς τους δεν είχε έρθει επειδή αγαπούσε τον μακαρίτη. Ο μαρκήσιος Φίλιπ Σεντ Τζορτζ ήταν ένας διανοούμενος που ζούσε κλεισμένος στη βιβλιοθήκη του ή ταξίδευε σε μέρη εξωτικά. Κάποιοι είχαν έρθει από σεβασμό προς τον νεκρό. Άλλοι, από καθήκον.· Καθήκον προς τον κύριο του Γουέιβερλι, καθήκον προς τον πατέρα του, τον δούκα του Ράδερφορντ. Μέχρι κι η βασίλισσα είχε στείλει τα συλλυπητήριά της. Όλοι όμως σχολίαζαν χαμηλόφωνα πόσο παράξενη ήταν η επιθυμία του Φίλιπ, που είχε ζητήσει να θαφτεί στο Γουέιβερλι Χολ, στην εξοχή, αντί για το μεγαλόπρεπο μαυσωλείο του Ράδερφορντ Χάους, όπου αναπαύονταν όλοι οι λαμπροί πρόγονοί του.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

18

Η Άννα έκανε ό,τι μπορούσε για να παρηγορήσει τον δούκα, ο οποίος ήταν το στήριγμά της τούτα τα τελευταία χρόνια. Τον κρατούσε στην αγκαλιά της καθώς εκείνος έκλαιγε το μοναχοπαίδι του. Η Άννα, παρ’ όλο που δεν συμπαθούσε τον Φίλιπ, είχε συμπαθήσει πολύ τον πατέρα του. Η θλίψη του έγινε και δική της. Και τώρα τα δάκρυα θόλωναν τα μάτια της, καθώς έξι άντρες έφερναν το φέρετρο σηκωμένο στους ώμους τους. Στη σύντομη ζωή της, είχε παρευρεθεί μόνο σε άλλη μια κηδεία: του πατέρα της, όταν ήταν δέκα χρονών παιδούλα. Στη μνήμη της υπήρχαν ακόμα ολοζώντανοι ο πόνος, η αγωνία και η οδύνη. Εκείνη η κηδεία όμως δεν είχε καμιά σχέση μ’ ετούτη εδώ. Ο πατέρας της ήταν ένας ονειροπόλος τυχοδιώκτης χωρίς καμιά περιουσία, κι εκείνη είχε μείνει ολομόναχη, χωρίς άλλη οικογένεια. Τη σύντομη και λιτή κηδεία που έγινε στη Βοστόνη την παρακολούθησαν μόνο μερικοί γείτονες. Και στον τάφο πήγαν μόνο εκείνη κι ο παπάς. Λίγο καιρό μετά, η Άννα έφυγε για πάντα από την Αμερική. Τώρα, έσφιγγε το μπράτσο του δούκα, ευχόταν να μπορούσε να διώξει τον πόνο του κι ας ήξερε πως δεν γινόταν. Τούτα τα τέσσερα τελευταία χρόνια ο δούκας ήταν ο πιο αγαπητός της φίλος. Η χήρα του Γουέιβερλι έριξε ένα λευκό γαρίφαλο στον τάφο. Το πρόσωπο της Κλαρίς ήταν χλομό σαν ελεφαντόδοντο, τα γαλάζια της μάτια βουρκωμένα, αλλά στεκόταν στητή κι ευθυτενής. Κανείς δεν τόλμησε να την πλησιάσει για να την παρηγορήσει, ούτε καν η Άννα που, παρά τις διαφορές τους, τη συμπονούσε βαθιά. Φτυαριές χώμα άρχισαν να πέφτουν πάνω στο φέρετρο. Ανάμεσα στους παριστάμενους εκδηλώθηκε κάποια ένταση. Γιατί τάχα; Την Άννα δεν την ένοιαζε. Όλη τη μέρα είχε φροντίσει να αγνοεί τους πάντες, όπως την αγνοούσαν κι αυτοί τόσα χρόνια. Καθώς όμως στεκόταν στο πλευρό του δούκα, αυτό δεν ήταν εύκολο. Οι χωριάτες που την κοροϊδεύαν και την καταδίκαζαν στην πιο δύσκολη περίοδο της ζωής της, η ντόπια αριστοκρατία που την κουτσομπόλευε και δεν πήγαινε ποτέ να την επισκεφτεί, οι μεγάλοι


19

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

άρχοντες που δεν τους γνώριζε καν γιατί δεν είχε τολμήσει ποτέ της να πάει στο Λονδίνο, της έσφιγγαν τώρα το χέρι και μουρμούριζαν συλλυπητήρια. Ύστερα στρέφονταν στον δούκα κι η έκφρασή τους άλλαζε μονομιάς. Οι χωριάτες ήταν ανήσυχοι, οι μικροκαλλιεργητές ταπεινοί αλλά νευρικοί, οι ντόπιοι ευγενείς και οι άνθρωποι της τάξης του όλο σεβασμό, οι μεν πολύ συγκρατημένοι, οι δε φανερά προβληματισμένοι. Αρκετοί ομότιμοι του τον αγκάλιαζαν θερμά. Η Άννα ένιωσε βαθιά λύπη για τον δούκα. Η ένταση δεν υποχωρούσε. Μήπως ήταν από περιέργεια; Ένα μουρμουρητό υψωνόταν από τους συγκεντρωμένους, κεφάλια γύριζαν. Κοίταξε κι η Άννα. Και για μια στιγμή νόμισε πως ο κόσμος της διαλυόταν. Στο φρύδι του λόφου πάνω από τον τάφο στεκόταν μια κατάμαυρη άμαξα με το ασημένιο οικόσημο των Λάιονς ζωγραφισμένο στην πόρτα της. Τέσσερα μαύρα άλογα δάγκωναν τα χαλινάρια τους μπροστά της. Δυο αμαξάδες με μαύρες κι ασημένιες στολές κρατούσαν τα γκέμια, και δυο υπηρέτες με όμοιες στολές στέκονταν στο πίσω κάθισμα. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Η Άννα την κοίταζε μαρμαρωμένη. Ο Ντόμινικ Σεντ Τ ζορτζ κατέβηκε από την άμαξα κι η σιλουέτα του διαγράφτηκε στο φόντο του γαλανού ουρανού. Δυνατό τρέμουλο έπιασε την Άννα. Εκείνος κρατούσε ψηλά το ξανθόμαλλό κεφάλι του, οι ώμοι του ήταν απίθανα φαρδύς και τα πόδια του πιο μακριά απ’ όσο τα θυμόταν η Άννα. Την έκφρασή του δεν μπορούσε να τη διακρίνει, βρισκόταν πολύ μακριά. Δεν χρειαζόταν όμως να δει το πρόσωπό του για να θυμηθεί τα χαρακτηριστικά του: εκείνο το πρόσωπο δεν θα το ξεχνούσε ποτέ, όσο κι αν το ήθελε. Πόσο τον μισούσε... Τα τέσσερα τελευταία ατέλειωτα χρόνια υπέφερε εξαιτίας του. Δεν την αποδεχόταν κανείς, την καταδίκαζαν για κάτι που δεν είχε κάνει, η δημόσια κατακραυγή είχε κολλήσει πάνω της σαν καθημερινό ρούχο. Κι όλα αυτά εξαιτίας του.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

20

Εκείνος βέβαια δεν είχε μοιραστεί την ντροπή της. Η Άννα δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε καν ν' ανασάνει. Εκείνος είχε επιστρέψει. Δεν πίστευε πως θα το έκανε, ούτε καν για την κηδεία του ίδιου του πατέρα του. Κατάφερε να πάρει μερικές κοφτές ανάσες που της πόνεσαν το στήθος. Έλεγε ότι ο Ντόμινικ δεν θα την επηρέαζε πια, μα είχε κάνει λάθος. Μεγάλο λάθος. Την επηρέαζε το ίδιο, όπως πάντα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι έπρεπε να φανεί δυνατή, ιδίως μπροστά σε όλο αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί για να οδηγήσει τον Φίλιπ Σεντ Τζορτζ στην τελευταία του κατοικία. Μπροστά σε όλους αυτούς που πριν από μερικά χρόνια την είχαν κατηγορήσει ότι ήταν μια Αμερικανίδα τυχοδιώκτρια. Αν έδειχνε ταραγμένη, όλοι θα έλεγαν πως τον αγαπούσε ακόμα - μπορεί να το έλεγε κι εκείνος. Η Άννα όμως είχε μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο πως έπρεπε να είναι δυνατή. Ήταν ζήτημα επιβίωσης. Κεφάλια γύριζαν προς το μέρος της, μάτια στρέφονταν μια σ’ εκείνη, μια στον Ντομ. Πικρή οργή την κυρίευσε. Οι δυο τους προκάλεσαν σκάνδαλο πριν από τέσσερα χρόνια. Εκείνος όμως δεν υπέφερε καθόλου. Όχι, καθόλου. Εκείνη έγινε αντικείμενο αισχρών υπαινιγμών, στόχος κουτσομπολιών και λοξών βλεμμάτων. Εκείνη και μόνο εκείνη. Εκείνη που προδόθηκε με το χειρότερο τρόπο. Και τώρα εκείνος τολμούσε να επιστρέφει. Λοιπόν, η Άννα δεν θα το ανεχόταν αυτό. Ο Ντόμινικ Σεντ Τζορτζ κοίταξε από ψηλά το μαυροντυμένο πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο γύρω από τον τάφο. Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, ορθάνοιχτα, δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Τα άλογα πίσω του ξεφυσούσαν, μουσκεμένα στον ιδρώτα και στη λάσπη. Ο Ντομ βρισκόταν στο Παρίσι όταν αρρώστησε ο πατέρας του. Το έμαθε πριν από δυο μόλις μέρες, κι έφυγε αμέσως από τη Γαλλία. Επί δυο μερόνυχτα ταξίδευε ασταμάτητα. Το μήνυμα που είχε λάβει όμως δεν έλεγε πως ο πατέρας του μπορεί να πέθαινε. Παραζαλισμένος τώρα, δεν πίστευε στα μάτια του. Τι ήταν όλοι τούτοι οι άντρες με τα μαύρα φράκα και τα ψηλά καπέλα, όλες


21

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

αυτές οι γυναίκες με τα πένθιμα φορέματα; Κι ο παπάς που στεκόταν πάνω από τον ανοιχτό τάφο; Θεέ μου, ο μαρκήσιος είχε πεθάνει! Ο πατέρας του ήταν νεκρός. Ο Ντομ κλονίστηκε, κόντεψε να χάσει την ισορροπία του. Κάποιος τον πλησίασε από πίσω - ο υπηρέτης του ο Βέριγκ. «Κύριέ μου...» είπε ο μικροκαμωμένος ξανθός άντρας. «Άφησέ με», αποκρίθηκε βραχνά ο Ντομ. Ο Βέριγκ επέστρεψε στην άμαξα με μια έκφραση βαθιάς ανησυχίας. Ο Ντομ είχε τέσσερα χρόνια να πατήσει στο σπίτι του. Ξαφνικά τα μάτια του βούρκωσαν - και δεν ήταν κανένας συναισθηματικός τύπος. Τα έβαλε με τον εαυτό του που έμεινε τόσο καιρό μακριά, τα έβαλε με τον εαυτό του που δεν κατάφερε ποτέ να γνωρίσει πραγματικά τον πατέρα του. Δεν μπορούσε καν να πει ότι τον αγαπούσε τον Φίλιπ. Την ανατροφή του την είχαν αναλάβει νταντάδες και δάσκαλοι. Τον πατέρα του τον έβλεπε κάθε μέρα για δέκα ακριβώς λεπτά πριν από το βραδινό φαγητό. Και βέβαια, για να μιλήσουν μόνο για τα μαθήματά του. Και βέβαια, μόνο όποτε ο Φίλιπ βρισκόταν στο Γουέιβερλι Χολ, πράγμα που συνέβαινε πολύ σπάνια. Ο πατέρας του ήταν ένας αρχαιολάτρης, που του άρεσε πολύ να ταξιδεύει, και έλειπε στο εξωτερικό το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Όταν ο Ντομ έκλεισε τα δώδεκα, τον έστειλαν στο κολέγιο του Ίτον - κι από τότε ερχόταν στο σπίτι τόσο σπάνια όσο κι ο πατέρας του. Από τότε άρχισε να αδιαφορεί για τον Φίλιπ Σεντ Τζορτζ, τόσο όσο αδιαφορούσε κι εκείνος γι’ αυτόν. Ήταν πατέρας και γιος. Ανάμεσά τους όμως δεν υπήρχε κανένας δεσμός, καμιά σχέση. Σήμερα ωστόσο ο Ντομ δεν αισθανόταν αδιάφορος. Σήκωσε το χέρι του κι έτριψε το αξύριστο σαγόνι του. Του ερχόταν να κάνει εμετό. Ευτυχώς που δεν είχε φάει τίποτα από χτες το βράδυ. Μα πώς έγινε αυτό; Πώς πέθανε ο Φίλιπ; Ήταν μόλις πενήντα χρονών. Ήταν λεπτός και με πολύ καλή υγεία, δεν είχε


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

22

περάσει ποτέ κάποια σοβαρή αρρώστια κι ας ταξίδευε σε μέρη που μαστίζονταν από τις αρρώστιες, όπως για παράδειγμα η Βομβάη. Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, ο Ντομ κατάφερε να κουνήσει τα πόδια του και να προχωρήσει ως την άκρη του υψώματος. Στάθηκε εκεί και κοίταξε κάτω, τον κόσμο. Τώρα πια δεν θα γνώριζε ποτέ τον πατέρα του. Δεν χρειαζόταν να ψάξει πολύ για να θυμηθεί την τελευταία τους συνάντηση: ήταν τη μέρα του γάμου του Ντομ. Μια μέρα που ο Ντομ είχε βάλει όρο στον εαυτό του να μην τη συλλογίζεται ποτέ. Η σημερινή μέρα όμως αποτελούσε εξαίρεση. Στεκόταν με τον πατέρα και τον παππού του στα σκαλιά της μικρής εκκλησούλας του Ντάλτον και υποδεχόταν τους καλεσμένους - καμιά εικοσαριά συγγενείς όλοι κι όλοι. Μακρινοί συγγενείς, που πάντοτε φθονούσαν αυτό που δεν είχαν εκείνοι, που τον λοξοκοίταζαν και ψιθύριζαν μεταξύ τους. Αυτός όμως είχε αποφασίσει να φέρεται σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Να δείχνει πως δεν αντιλαμβανόταν το σκάνδαλο που είχε προκαλέσει εκεί, στην καρδιά των κτημάτων των Ράδερφορντ, μέσα στο ίδιο του το σπίτι. «Ντόμινικ, θα μπορούσες ίσως να χαμογελάς λιγάκι», του είχε πει με σφιγμένα δόντια ο Φίλιπ όταν άρχισαν να φτάνουν οι καλεσμένοι. «Γιατί να χαμογελάω;» «Εσύ δημιούργησες όλη αυτή την κατάσταση», αποκρίθηκε ήρεμα ο Φίλιπ, αγνοώντας την έμμεση κατηγορία του γιου του. «Ίσως θα 'πρεπε να φροντίσεις ν ’αποκτήσεις συνείδηση, Ντόμινικ». Ο Ντόμινικ ένιωσε τις φλέβες στα μηνίγγια του να χτυπάνε. Ένιωθε ήδη άφθονη σιχασιά για τον εαυτό του. «Δεν θα το πιστέψεις», είπε στον πατέρα του, «αλλά έχω συνείδηση». Ο Φίλιπ γέλασε κομψά. «Τότε θα έπρεπε να την ακούσεις πριν από πολλά χρόνια — ή ίσως στη δεξίωση των αρραβώνων σου με τη Φελίσιτι». Ο Ντόμινικ πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα μούτρα του κρέμασαν, τα μηνίγγια του χτυπούσαν ακόμα πιο δυνατά. Ως τώρα απέφευγαν προσεκτικά ν ’αναφερθούν σ’ εκείνη τη νύχτα που τον είχαν πιάσει σε μια πολύ αποκαλυπτική στάση, αγκαλιά με την Άννα Στιούαρτ.


23

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Η συνείδησή σου ή η ανυπαρξία της δεν με απασχολούν, φυσικά, εμένα», συνέχισε ο Φίλιπ. «Θα κάνεις αυτό που θέλεις, όπως έκανες πάντα. Ελπίζω μόνο πως όταν θα έχω πεθάνει εγώ, θα συμπεριφέρεσαι με πιο κόσμιο τρόπο. Μ’ έναν τρόπο που να αρμόζει στη θέση σου». «Δεν ήξερα ότι ενδιαφέρεσαι για τη συμπεριφορά μου», του απάντησε καυστικά ο Ντομ. «Δεν ενδιαφέρομαι», είπε ο Φίλιπ. «Μ’ ενδιαφέρει μόνο το γεγονός ότι είσαι ο κληρονόμος μου, και όσο ζω κάθε σου πράξη αντανακλά σ’ εμένα». Ο Ντομ απέμεινε σιωπηλός. Τι περίμενε τάχα τη μέρα του γάμου του; Εγκάρδια αγκαλιάσματα; Κάποιο δείγμα πατρικής στοργής κι ενδιαφέροντος; «Δεν είναι λίγο αργά για ν ’αρχίσεις τις πατρικές συμβουλές;» ρώτησε. «Αναμφίβολα», απάντησε ξερά ο Φίλιπ. Απότομα, το βλέμμα του Ντομ εστίασε στους μαυροντυμένους ανθρώπους που γέμιζαν το νεκροταφείο και το θέαμα τον ξανάφερε στο παρόν. Προσπάθησε να ελέγξει το τρέμουλό του. Την τελευταία φορά που είδε τον πατέρα του, εκείνος του είχε μιλήσει για το θάνατό του. Τι ειρωνεία... Ο Ντομ προσπάθησε να διώξει εκείνες τις κουβέντες από το μυαλό του. Οι ενοχές όμως που ένιωθε δεν έφευγαν. Αντίθετα, δυνάμωναν. Ήταν τόσο πολλές, που θα του έφταναν για μια ολόκληρη ζωή. Άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες μέχρι να ξαναβρεί την ισορροπία του. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο οικείο τοπίο. Η μέρα ήταν ζεστή, ηλιόλουστη. Ο ουρανός είχε ένα πεντακάθαρο γαλάζιο χρώμα, το γρασίδι απλωνόταν ένα γύρω καταπράσινο, κι όπου κι αν κοίταζες, έβλεπες λουλούδια. Στο βάθος διακρινόταν, ρόδινο και λευκό, το Γουέιβερλι Χολ. Αρκετά μιλιά πίσω του βρισκόταν η ακτή της Μάγχης. Προς το βορρά, οι λόφοι υψώνονταν γραφικοί, στολισμένοι με φράχτες και ξερολιθιές, γεμάτοι γελάδια και πρόβατα.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

24

Το βλέμμα του Ντομ επέστρεψε στον τάφο. Το θέαμα του φαινόταν αλλόκοτο. Μια σκούρα καφεκόκκινη υγρή τρύπα, μια αιμορραγούσα πληγή στην εύφορη γη. Μέσα στη δίνη του πολέμου είχε πάψει να πιστεύει στον Θεό, τώρα όμως ο Ντομ ένιωθε μια ακατανίκητη παρόρμηση να προσευχηθεί. «Θεέ μου», ψιθύρισε, «ανάπαυσε την ψυχή του πατέρα μου, βοήθησέ τον να βρει την ειρήνη. Ευλόγησέ τον. Αμήν». Βούρκωσε. Πετάρισε νευρικά τα μάτια του για να καθαρίσει η όρασή του και τότε εμφανίστηκε στο οπτικό του πεδίο ένας από τους πενθούντες. Ψηλότερος κατά ένα κεφάλι απ’ όλους γύρω του, ο δούκας του Ράδερφορντ στεκόταν με το λευκό του κεφάλι σκυφτό. Οι ώμοι του έτρεμαν και κρατούσε ένα μαντίλι μπροστά στο στόμα του. Έκλαιγε με λυγμούς. Ο Ντομ ξεροκατάπιε. Ο παππούς του τον είχε αγαπήσει πολύ περισσότερο από τον ίδιο του τον πατέρα. Το φέρετρο είχε κιόλας τοποθετηθεί στον τάφο. Ήταν από καλογυαλισμένο μαόνι, στεφανωμένο με λευκά γαρίφαλα. Η μητέρα του είχε φροντίσει να είναι όλα στην εντέλεια. Στις δημόσιες εκδηλώσεις, δεν επέτρεπε το παραμικρό ψεγάδι. Πολλές φορές, ο Ντομ πίστευε ότι ο μεγαλύτερος φόβος της ήταν μήπως κάνει κάποιο λάθος σε κοινή θέα. Η μητέρα του ήταν πάντα κομψή κι ευγενική, σωστή λαίδη. Του Ντομ του ήταν αδύνατο να καταλάβει πώς κρατούσε πάντα τα προσχήματα, ιδίως τώρα. Το πράγμα βέβαια είχε την εξήγησή του. Η Κλαρίς Σεντ Τζορτζ ήταν κόρη ενός ταπεινού παπά, μα όποιος κι αν την έβλεπε τώρα, δεν θα το καταλάβαινε με τίποτα. Αν δεν πέθαινε ο Φίλιπ, η Κλαρίς θα γινόταν κάποτε μια εκλαμπρότατη δούκισσα. Ο Ντομ προσπάθησε να δει αν η μητέρα του έκλαιγε, αλλά το πυκνό μαύρο βέλο που φορούσε έκρυβε εντελώς το πρόσωπό της. Έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκε, η Κλαρίς δεν θα θρηνούσε ποτέ δημόσια. Δεν ήταν καν σίγουρος αν θα θρηνούσε καθόλου. Αυτή κι ο άντρας της ζούσαν χρόνια χωριστά. Ο Ντομ ξανακοίταξε το φέρετρο. Ήταν πολύ αργά για μεταμέλειες, ήταν πολύ αργά να μετανοήσει για την άδεια ψυχή του, να λυπηθεί


25

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

που δεν είχε αγαπήσει τον πατέρα του όπως όφειλε. Ήταν πολύ αργά να μετανοήσει για το παρελθόν του - για όλο του το παρελθόν. Μακάρι να μπορούσε να ξεχάσει εκείνη τη μοναδική στιγμή εκρηκτικού πάθους, εκείνη την πνιγερή καλοκαιρινή βραδιά στους κήπους του Γουέιβερλι Χολ. Μα η Άννα δεν θα την ξεχνούσε ποτέ. Μέχρι το θάνατό της. Η στιγμή εκείνη ήταν η πραγματοποίηση όλων της των ονείρων, όλων της των φαντασιώσεων. Εκείνη τη βραδιά η Άννα είχε νιώσει ότι ο Ντομ την αγαπούσε όπως τον αγαπούσε κι εκείνη. Μα δύο μόλις εβδομάδες αργότερα ανακάλυψε ότι έκανε λάθος, ότι ήταν τρομακτικά αφελής. Η Άννα συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ώρα τώρα κοίταζε με γουρλωμένα μάτια τον Ντομ - κι όλος ο κόσμος κοίταζε εκείνη. Σφάλισε σφιχτά τα μάτια μουσκεμένη στον ιδρώτα. Διαβεβαίωσε τον εαυτό της ότι δεν θα έμενε για πολύ στο Γουέιβερλι Χολ. Με τίποτα. Σαν άνοιξε τα μάτια, το βλέμμα της στράφηκε άθελά της προς τη μοναδική κατεύθυνση που δεν ήθελε να κοιτάξει. Η Φελίσιτι φορούσε ένα φόρεμα στο γκρι του περιστεριού και ήταν ωραιότερη από κάθε άλλη φορά. Ήταν τέλεια, σαν ζωγραφιά. Η παρουσία της έκανε την Άννα να νιώθει κοντότερη, άχρωμη, αδέξια σαν μικρό παιδί. Τεντώθηκε και σήκωσε ψηλά το κεφάλι. Ήταν είκοσι ενός χρονών. Δεν ήταν πια παιδί. Εξάλλου, είχε φροντίσει ο Ντομ γι’ αυτό. Τ ώρα πια δεν χρειαζόταν να αγωνιά και να φοβάται. Κατά πάσα πιθανότητα, η Φελίσιτι θα γύριζε σύντομα στο Λονδίνο. Δεν έμενε σχεδόν ποτέ στην εξοχή. Ωστόσο, κι η Φελίσιτι παρακολουθούσε από κοντά τον Ντομ και τώρα τον κοίταζε επίμονα. Εύκολα διέκρινες τα συναισθήματά της. Η καρδιά της Άννας σφίχτηκε. Το παρελθόν ζωντάνευε με την ορμή καταιγίδας. Η Φελίσιτι τον ήθελε ακόμα. Μα η Άννα προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν την ένοιαζε. Έτρεμε ολόκληρη. Της ερχόταν λιγοθυμιά. Ευχήθηκε να μη βρισκόταν εκεί πέρα, να ήταν οπουδήποτε αλλού. Γιατί να γυρίσει


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

26

ο Ντομ; Μα δεν έβγαινε τίποτα με το να προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό της. Η αλήθεια ήταν ότι εδώ και πάρα πολύ καιρό περίμενε κι ευχόταν να γυρίσει ο Ντομ. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια περίμενε για να μπορέσει να μιλήσει κι εκείνη - να πάρει την εκδίκησή της. Δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ. Το χέρι της συγκροτούσε ακόμα τον δούκα, και κατάλαβε αμέσως πότε εκείνος εντόπισε τον διαβόητο εγγονό του. Ο Ράδερφορντ τσιτώθηκε. Την ίδια στιγμή η Άννα συνειδητοποίησε ότι ο Ντομ φορούσε ένα κυνηγετικό τουίντ σακάκι, παντελόνι ιππασίας και ψηλές καταλασπωμένες μπότες. Τα μάτια της γούρλωσαν. Ούτε στην κηδεία του πατέρα του δεν μπορούσε να δείξει λίγο σεβασμό αυτός ο άνθρωπος; «Άννα, του χρειάζεται ένα γερό μάθημα», είπε αυστηρά ο Ράδερφορντ. Λες και την πρόσταζε να αναλάβει η ίδια να δαμάσει έναν τέτοιο αδιόρθωτο άνθρωπο. Η ιδέα και μόνο έκανε την Άννα ν’ αναψοκοκκινίσει. «Μαστίγωμα του χρειάζεται», γάβγισε κι η τρεμούλα της έγινε ακόμα πιο δυνατή. «Πώς μπόρεσε να έρθει με τέτοια περιβολή; Μήπως έχει να πάει σε κανένα κυνήγι αλεπούς μετά;» Ο δούκας έπιασε το χέρι της και το έσφιξε. «Έχουμε άφθονα μαστίγια στους στάβλους», είπε. «Διάλεξε όποιο θέλεις. Να σε βοηθήσω μάλιστα κι εγώ». Ο τόνος της φωνής του όμως πρόδιδε την αγάπη που ένιωθε για τον μοναδικό εγγονό του. Η Άννα δεν γέλασε, κι ας της χάριζε ένα είδος ικανοποίησης η ιδέα πως μπορούσε να μαστιγώσει τον Ντομ όπως θα έκανε μ’ ένα πολύ άτακτο παιδί. Το θέμα ήταν πως εκείνος είχε γυρίσει. Λες να σχεδίαζε να μείνει; Στο κάτω κάτω της γραφής, πριν από τέσσερα χρόνια είχε φύγει χωρίς ούτε ένα αντίο. Την είχε παρατήσει ψυχρά, αδιάφορα, σκληρά. Και δεν επέστρεψε ούτε μια φορά. Δεν της έστειλε ούτε ένα μήνυμα. Δεν ζήτησε καν συγγνώμη, έστω και στα ψέματα. Αν ο Ντομ σκόπευε να μείνει, η Άννα ήξερε ότι θα είχε να δώσει μια μεγάλη μάχη.


27

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Συγχυσμένη, έριξε άλλη μια ματιά στη Φελίσιτι - και τα έχασε βλέποντας ότι η ξαδέρφη της την κοίταζε. Πριν η Φελίσιτι αποστρέψει το βλέμμα της, η Άννα διέκρινε τον ενθουσιασμό και το υπολογιστικό ύφος της. Ήταν φανερό ότι σκόπευε να συνεχίσει με τον Ντομ από εκεί όπου είχαν μείνει πριν από τέσσερα χρόνια. Η ανάσα της Άννας έγινε βαριά καθώς οι τελευταίες φτυαριές χώμα σκέπαζαν τον τάφο. Το πλήθος άρχισε να διαλύεται, οι κυρίες και οι κύριοι κατευθύνθηκαν προς τα αμάξια τους σταματώντας να πουν δυο κουβέντες στον δούκα. Και πολλών τα βλέμματα πετούσαν μια σ’ εκείνη και μια στον Ντομ, που στεκόταν πάντα στο φρύδι του λόφου. Η Άννα ήξερε ότι μιλούσαν γι’ αυτούς. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο ακίνητη. Δεν μπορούσε να ανεχτεί αυτή την κατάσταση. Μαζεύοντας τις φούστες της, έτρεξε στο αμάξι της, άρπαξε τα χαλινάρια και τα τράνταξε δυνατά. Η καστανή φοράδα της ξεκίνησε απότομα, κάνοντας την τετράτροχη άμαξα να αναπηδήσει. Η Άννα τόλμησε να κοιτάξει πίσω και οι φόβοι της αυξήθηκαν. Η μαύρη άμαξα με το ασημένιο οικόσημο των Λάιονς είχε εξαφανιστεί. Η Άννα έσκυψε και τράνταξε ξανά τα χαλινάρια, κάνοντας τη φοράδα της να προχωρήσει ακόμα πιο γρήγορα. Η τετράτροχη άμαξα χοροπηδούσε στο χωματόδρομο. Το Γουέιβερλι Χολ εμφανίστηκε μπροστά της ανάμεσα στις βελανιδιές, ένα μεγάλο τούβλινο γεωργιανό κτίριο με έξι λευκούς κίονες που στήριζαν ένα τεράστιο αέτωμα. Στο κυκλικό δρομάκι μπροστά στο επιβλητικό μέγαρο βρίσκονταν ήδη μερικά αμάξια, αλλά η μαύρη άμαξα δεν ήταν ανάμεσά τους. Ένας ιπποκόμος ήρθε κι έπιασε τα χαλινάρια της. Η Άννα πήδηξε από την τετράτροχη άμαξα αδιαφορώντας για τα έκπληκτα βλέμματα των γύρω της. Τους προσπέρασε κι ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, σηκώνοντας τις φούστες της τόσο ψηλά που φαίνονταν τα μαύρα παπούτσια και οι άσπρες κάλτσες της. Ο μπάτλερ έτρεξε να την προϋπαντήσει μόλις μπήκε στο μεγάλο χολ. «Μπένετ!» του φώναξε. «Έχει έρθει ο Λάιονς. Μην του επιτρέψεις να μπει σε τούτο το σπίτι!»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

28

Ο Μπένετ άσπρισε σαν φάντασμα. «Συγγνώμη, μιλαίδη;» ψέλλισε. Η Άννα είχε γίνει κατακόκκινη από το θυμό της. Πολύ προσεκτικά, τονίζοντας μια μια τις συλλαβές για να μην υπάρξει καμιά παρανόηση, είπε: «Μην επιτρέψεις στον Λάιονς να μπει σε τούτο το σπίτι. Ο νέος μαρκήσιος δεν θα πατήσει το πόδι του εδώ μέσα. Η είσοδος απαγορεύεται στον Ντόμινικ Σεντ Τζορτζ. Κατάλαβες;» Ο μπάτλερ κατένευσε με τα μάτια γουρλωμένα, κάθιδρος. Κι η Άννα προχώρησε στο βάθος του διαδρόμου με τις γροθιές σφιγμένες. Καλά θα έκανε ο Ντομ να μην τολμήσει να έρθει εδώ, συλλογιζόταν. Δεν ήταν ευπρόσδεκτος. Ιδίως τώρα. Ύστερα από όσα είχε κάνει. Η Άννα δεν έδινε δεκάρα που ήταν σύζυγοι.


29

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

2

Το Γουέιβερλι Χολ υψωνόταν μπροστά του μεγαλόπρεπο, ανάμεσα στους υπέροχους κήπους του. Πανύψηλες φτελιές σκίαζαν τον ίσιο δρόμο που έβγαζε στο μέγαρο. Δεξιά κι αριστερά του απλώνονταν, ως εκεί που έφτανε το μάτι, παρτέρια με καλοκουρεμένο γκαζόν. Στα ανατολικά βρισκόταν ένα απέραντο δασωμένο πάρκο με ωραία μονοπάτια για ιππασία. Στα δυτικά υπήρχαν εύφορα χωράφια φυτεμένα με βρόμη και κριθάρι, ενώ πιο πέρα υψώνονταν μαλακοί λόφοι που πάνω τους έβοσκαν πρόβατα και γελάδια. Οι κήποι γύρω από το μέγαρο ήταν ολάνθιστοι. Καθώς όμως η άμαξά του διέσχιζε τον ολόισιο δρόμο, ο Ντομ δεν έβλεπε την ομορφιά του σπιτιού του, δεν αισθανόταν τη ζεστασιά της επιστροφής. Οι αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια εκεί πέρα δεν ήταν καλές. Τις αναμνήσεις ωστόσο μπορείς να τις ξεχάσεις και να δημιουργήσεις καινούργιες. Το Γουέιβερλι Χολ ήταν δικό του τώρα. Είχαν αλλάξει τα πάντα. Εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του Φίλιπ. Ο Ντομ πίεσε τον εαυτό του να σταματήσει να σκέφτεται τον Φίλιπ. Έπρεπε να χαιρετήσει τους επισκέπτες του, και δεν θα το έκανε με την καρδιά στο στόμα. Κατεβαίνοντας από την άμαξα, πρόσεξε ότι το κυκλικό δρομάκι μπροστά στην είσοδο του σπιτιού ήταν γεμάτο μικρά και μεγάλα αμάξια, αμαξάδες και υπηρέτες. Στάθηκε μια στιγμή, να προετοιμαστεί ψυχολογικά. Όταν χτύπησε την πόρτα, ο μπάτλερ την άνοιξε πέντε μόλις πόντους. «Λόρδε μου!» Ο Ντομ ένιωσε κάποια έκπληξη, γιατί κανονικά την πόρτα την


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

30

άνοιγαν οι απλοί υπηρέτες, όχι ο αρχιθαλαμηπόλος. Ωστόσο, χαμογέλασε στον μπάτλερ που τον γνώριζε από τη μέρα που γεννήθηκε. «Γεια σου, Μπένετ». Ο Μπένετ δεν του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ούτε άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Πίσω από το κεφάλι του, ο Ντομ διέκρινε το φαρδύ ψηλοτάβανο χολ με τα περίτεχνα φατνώματα και το μακρύ διάδρομο με το σαν σκακιέρα πάτωμα που ξεκινούσε από εκεί και διέσχιζε όλο το σπίτι. Στ’ αυτιά του έφταναν χαμηλόφωνες συζητήσεις. Αναρωτήθηκε αν πενθούσε κανείς πραγματικά τον μακαρίτη τον μαρκήσιο. Είχε τάχα κανέναν αληθινό φίλο ο Φίλιπ; Ο Ντομ δεν το πίστευε - και τούτη η σκέψη τον μελαγχόλησε. Ο Φίλιπ ήταν μοναχικός άνθρωπος κι ο Ντομ αναρωτήθηκε αν θα πέθαινε κι αυτός έτσι, μόνος του. Χωρίς φίλους, χωρίς αγάπη, ξεχασμένος την άλλη μέρα του θανάτου του. Ανυπόμονα, μίλησε στον Μπένετ που εξακολουθούσε να μην ανοίγει την πόρτα. «Μπένετ!» «Κύριέ μου, εγώ...» ο εύσωμος πενηντάρης βρισκόταν φανερά σε δύσκολη θέση. «Έτσι με υποδέχεσαι;» «Κύριέ μου, χαίρομαι πραγματικά που σας βλέπω. Πραγματικά», αποκρίθηκε βιαστικά ο Μπένετ. «Επιτρέψτε μου να σας εκφράσω τα συλλυπητήριά μου για το θάνατο του πατέρα σας. Τι τρομερό πράγμα στ’ αλήθεια!» Τα μάτια του Μπένετ βούρκωσαν. Και πάλι όμως δεν έκανε ν’ ανοίξει την πόρτα. Αντίθετα, έδειχνε να μπλοκάρει την είσοδο με το κορμί του. Ο Ντομ τον κοίταξε καλά καλά. «Με εμποδίζεις να περάσω;» ρώτησε με κάποια έκπληξη. Ο Μπένετ κοκκίνισε ολόκληρος. «Αυτή την εντολή μού έδωσε η μαρκησία. Σας ζητώ συγγνώμη, λόρδε μου». Ο Ντομ για μια στιγμή τα έχασε. Αμέσως όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν η μητέρα του που είχε δώσει εντολή να του απαγορευτεί η


31

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

είσοδος. Η Κλαρίς είχε τώρα τον τίτλο της χήρας μαρκησίας. Σημερινή μαρκησία του Γουέιβερλι ήταν η γυναίκα του. Η γυναίκα, του. Η Άννα. Ο Ντομ ταράχτηκε. Δεν ήθελε να του τη θυμίζει τίποτα. Είχε περάσει χρόνια ολόκληρα αποφεύγοντας κάθε σκέψη της. Ωστόσο ήταν σύζυγός του και αναμφίβολα θα τη συναντούσε πολύ σύντομα. Πώς μπορούσε να μην τη σκέφτεται; Οι ενοχές που κουβαλούσε μέσα του τέσσερα χρόνια τώρα φούσκωσαν και τον κυρίευσαν για άλλη μια φορά. Το ίδιο κι η οργή του. Το γεγονός ότι την είχε παντρευτεί, της είχε δώσει το όνομα και τον τίτλο του, και τη συντηρούσε χωρίς περιορισμούς, δεν μείωνε ούτε τις ενοχές, ούτε την οργή του. Τίποτα δεν μπορούσε ν’ αλλάξει το παρελθόν. Είχε φερθεί απερίσκεπτα, είχε αφήσει τα πάθη του να τον παρασύρουν κι είχε αποπλανήσει μια κοπέλα που πήγαινε ακόμα σχολείο. Ακόμα και σήμερα, ο Ντομ δεν μπορούσε να καταλάβει τον εαυτό του. Αυτός που περηφανευόταν ανέκαθεν για την αυτοκυριαρχία του, είχε επιτρέψει στην Άννα να γκρεμίσει τις άμυνές του με τη μεγαλύτερη ευκολία. Ο Ντομ έβλεπε ακόμα μπροστά του τις σοκαρισμένες εκφράσεις των γονιών του και των Κόλινς. Θυμόταν ακόμα τα υστερικά κλάματα της Φελίσιτι και τα ουρλιαχτά της μητέρας της. Αλλά και το σιγανό, απαλό κλάμα της Άννας. Αυτόν τον τελευταίο ήχο δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ. «Πού βρίσκεται αυτή;» ρώτησε ξερά. Δεν μπορούσε να προφέρει τη φράση «η γυναίκα μου». «ΙΤ λαίδη είναι με τους επισκέπτες στο χρυσό σαλόνι», του απάντησε ο Μπένετ. Ο Ντομ τη φαντάστηκε ντυμένη μ’ ένα σκούρο μπλε φόρεμα με ψηλό γιακά και τα μαλλιά της σε κοτσίδες, τυλιγμένες γύρω στο κεφάλι της. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν και τα έχωσε στις τσέπες του τριμμένου σακακιού του. «Μπένετ, κάνεις κάποιο λάθος. Η κυρία δεν θα διανοούνταν ποτέ να με κρατήσει έξω από το ίδιο μου το σπίτι. Άνοιξε, σε παρακαλώ, την πόρτα».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

32

Ο Μπένετ δεν ένιωθε καθόλου χαρούμενος. «Η λαίδη ήταν πολύ σαφής, λόρδε μου. Δεν μπορώ να σας επιτρέψω την είσοδο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες». Ο Ντομ δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Είχε αλλάξει η Άννα; Αδύνατον. «Και βέβαια μπορείς. Αρκεί να πιάσεις το πόμολο και να τραβήξεις την πόρτα προς τα πίσω». Ο τόνος του έγινε απειλητικός. «Εγώ είμαι ο μαρκήσιος. Χαίρομαι που είσαι πιστός στη λαίδη, αλλά εγώ είμαι ο κύριος και αφέντης της. Μπένετ, είμαι και δικός σου κύριος και αφέντης». Ο μπάτλερ τον κοίταξε άσπρος σαν το πανί. «Συγγνώμη, κύριε...» είπε με βραχνή φωνή μουσκεμένος στον ιδρώτα. Ο Ντομ έκανε μεγάλη προσπάθεια να συγκρατήσει τα νεύρα του. Μα δεν του ήταν καθόλου εύκολο. «Μπένετ, μήπως επιθυμείς να απολυθείς;» μπλοφάρισε. Δεν θα απέλυε ποτέ του τον μπάτλερ. «Όχι», ψιθύρισε ο Μπένετ. «Τότε, άνοιξε την πόρτα». Έκανε ένα βήμα μπροστά, μα ο Μπένετ του έκλεισε το δρόμο. Πριν μπορέσει να συνειδητοποιήσει τι του έκανε ο μπάτλερ, ο Ντομ είδε την Άννα να εμφανίζεται πίσω του. Κοιτάχτηκαν κατάματα. Για μια στιγμή, ο Ντομ μαρμάρωσε. Είχε περάσει τόσο πολύς καιρός... Κι όπως κοίταζε τη γυναίκα του, το μυαλό του γέμισε εικόνες. Είδε την Άννα να του χαμογελάει τρέμοντας, λατρευτικά, ολοφάνερα ερωτευμένη μαζί του. Την είδε να χτυπιέται όλο πάθος πάνω στο γρασίδι, καθώς έγερνε πάνω της. Εκείνος είχε μαρμαρώσει, εκείνη όχι. Έσπρωξε βάναυσα στην άκρη τον Μπένετ, και με τα γαλάζια μάτια της να πετάνε αστραπές, του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Αμέσως μετά ο Ντομ την άκουσε να βάζει με δύναμη το σύρτη. Τα έχασε. Μα την άλλη στιγμή έγινε έξω φρενών. Άρπαξε το


33

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

χερούλι της πόρτας και το τράνταξε. «Άννα!» «Δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ», ακούστηκε μουντή πίσω από τη βαριά δρύινη πόρτα η φωνή της. Η θωριά της τον είχε ταράξει. Δεν φορούσε πια σχολικό φόρεμα, ούτε είχε κοτσίδες τα μαλλιά της. Ήταν πανέμορφη. Και το γεγονός ότι τόλμησε να του κλείσει κατάμουτρα την πόρτα του ίδιου του σπιτιού του τον είχε κάνει να τα χάσει. Η Άννα είχε αλλάξει. Είχε μεγαλώσει. Δεν ήταν καμιά παιδούλα δεκαεπτά χρονών. Μα να τον κλειδώσει έξω; Αυτό δα ήταν εντελώς παιδιάστικο. Με φωνή γεμάτη θυμό, ο Ντομ είπε: «Άνοιξε την πόρτα!» «Όχι». «Άννα, αυτό το σπίτι είναι δικό μου. Άνοιξε την πόρτα». Καμιά απάντηση. «Εγώ είμαι ο μαρκήσιος». «Πήγαινε στο σπίτι σου στο Λονδίνο». Η φωνή της ακούστηκε πνιγμένη και βραχνή: «Πήγαινε στη μετρέσα σου». Ο Ντομ κοίταξε τη βαριά πόρτα. Δεν μπορεί, μάλλον παράκουσε. Οι σύζυγοι δεν μιλούν με τέτοιο τρόπο. Ούτε κλείνουν τους συζύγους τους έξω από το σπίτι. Βρίζοντας άγρια, τράνταξε την πόρτα, αλλά παραιτήθηκε σύντομα. Ήταν μανταλωμένη και, προφανώς, όσο η Άννα στεκόταν σκοπός πίσω της, ο Μπένετ δεν θα την άνοιγε. Έκανε μεταβολή, κατέβηκε τα σκαλιά και άρχισε να κάνει το γύρο του σπιτιού. Φτάνοντας έξω από ένα ανοιχτό παράθυρο, είδε και πάλι μπροστά του την Άννα. 0 Ντομ κλονίστηκε. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Χριστέ μου, πόσο είχε αλλάξει! Με μια βίαιη κίνηση, εκείνη έκλεισε το παράθυρο. Και τον κοίταξε άγρια. Ο Ντομ έτρεξε στο πιο κάτω παράθυρο, μα μόλις έφτασε, η Άννα του το ’κλείσε κι αυτό με θόρυβο. Το βλέμμα της του έλεγε να πάει στο διάβολο και να μείνει εκεί. Ο Ντομ της ανταπέδωσε το βλέμμα. Δεν έχασε την υπομονή του. Αφού ήθελε πόλεμο, θα τον είχε. Δεν υπήρχε καμιά βία - η νίκη του


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

34

θα ήταν αναπόφευκτη. Δεν μπορούσε να τον κρατήσει έξω από το σπίτι του ή να τον εμποδίσει να κάνει ό,τι κι αν ήθελε. Το βλέμμα του κινήθηκε πάνω της, εξετάζοντάς την απ’ άκρη σ’ άκρη. Η Άννα ήταν πάντα λεπτή, αλλά τώρα το σώμα της είχε αποκτήσει ωραίες καμπύλες. Τα μεγάλα μάτια της δέσποζαν στο τριγωνικό της πρόσωπο. Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Ντομ είχε καταλάβει ότι εκείνη η κοπελίτσα θα γινόταν μια υπέροχη γυναίκα. Και είχε δίκιο. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της, που πετούσαν γαλάζιες σπίθες. Ήταν θηρίο μαζί του. Όσο όμως εκείνος την κοίταζε κατάματα, τα μάγουλά της άρχιζαν να κοκκινίζουν. Κι ο Ντομ χάρηκε διαπιστώνοντας ότι σαν άντρας δεν της ήταν αδιάφορος. Βέβαια, τούτη τη φορά δεν θα την πλησίαζε ούτε στα δέκα μέτρα. Η Άννα έσφιξε τις γροθιές της. «Φύγε!» είπε μέσα από το κλειστό τζάμι. Ακουμπώντας τα χέρια του στους γοφούς του, την κοίταξε καλά καλά. Το χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη του δεν ήταν ευχάριστο. «Άννα, άνοιξε το παράθυρο», είπε ήρεμα, σίγουρος ότι εκείνη θα διάβαζε τα χείλη του. Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι και άρθρωσε «Όχι». Το χαμόγελο του Ντομ έγινε επικίνδυνο. Η Άννα γούρλωσε τα μάτια κι έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Ντομ έτρεξε σε μια κοντινή μπαλκονόπορτα, αλλά εκείνη πρόλαβε και την έκλεισε κι αυτή. Όταν στάθηκαν ξανά αντιμέτωποι, το ύφος της έδειχνε ικανοποίηση, αλλά και φόβο. Είχε συνειδητοποιήσει ξαφνικά ότι ο Ντομ σκόπευε να το κερδίσει αυτό το παιχνίδι. Κι εκείνος, μ’ ένα παγερό χαμόγελο, σήκωσε το ένα του πόδι - κι η μπότα του έκανε θρύψαλα το τζάμι της μπαλκονόπορτας. Η Άννα άφησε μια φοβισμένη κραυγή. Ο Ντομ πέταξε με το πόδι του όσα κομμάτια τζάμι κρέμονταν ακόμα από την πόρτα, και γρήγορος σαν φίδι άρπαξε την Άννα από τον καρπό. Την άλλη στιγμή την είχε τραβήξει έξω από την κάσα της πόρτας, κι είχε κολλήσει τη μύτη του στη δική της κοιτάζοντάς την κατάματα.


35

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Η Άννα δεν πάλεψε να του ξεφύγει, αλλά του ανταπέδωσε το βλέμμα. «Άννα, δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί μου», μουρμούρισε ο Ντομ. Και την άφησε. Δεν ήθελε να την αγγίζει ούτε για μια στιγμή. Δεν εμπιστευόταν, βλέπεις, τον εαυτό του. «Κοίτα τι έκανες!» του φώναξε εκείνη. «Είδες;» αποκρίθηκε ψυχρά ο Ντομ. Η ψυχραιμία του όμως ήταν προσποιητή. Το άγγιγμα του στήθους της πάνω στο δικό του έκανε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Με ύφος βλοσυρό έβαλε το χέρι μέσα, γύρισε την μπετούγια κι άνοιξε την μπαλκονόπορτα με μια κλοτσιά. Μπήκε στο σπίτι του. Εκείνη τον κοίταζε απολιθωμένη. Ξαφνικά, ο Ντομ συνειδητοποίησε την απόλυτη σιωπή που βασίλευε γύρω τους. Βρίσκονταν εντελώς μόνοι στο πρωινό σαλόνι. Ένας χτύπος της καρδιάς του έσβησε μονομιάς τα τέσσερα χρόνια που είχαν περάσει. Κι ήταν τόσο δυνατός αυτός ο χτύπος, που τον πόνεσε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε με απόλυτη σαφήνεια γιατί την είχε εγκαταλείψει. Η αληθινή αιτία δεν ήταν ούτε οι ενοχές, ούτε η οργή. Δεν ήταν κάτι που είχε να κάνει με την οικογένειά του, αλλά μόνο μ’ εκείνη και τον εαυτό του. Η αληθινή αιτία ήταν ο φόβος. Φοβόταν τον εαυτό του και τον τρόπο με τον οποίο θ’ αντιδρούσε απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Ταραγμένος, έχωσε τα χέρια του στις τσέπες. «Γεια σου, Άννα», είπε. Εκείνη τον κοίταξε με μάτια που σπίθιζαν και το μικρό της στήθος ανεβοκατέβηκε. «Γεια σου, Ντομ». Ο Ντομ ήθελε να της ζητήσει συγγνώμη για όσα της είχε κάνει, αλλά δεν τολμούσε. «Πώς είσαι;» της είπε διστακτικά. «Καλά φαίνεσαι». Η Άννα ύψωσε επιθετικά το κεφάλι. «Καλά είμαι, ευχαριστώ». Ο τόνος της ήταν ευγενικός και συγκρατημένος, όπως κι ο δικός του. «Καλοσύνη σου που μας


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

36

επιστέφτηκες». Δεν τραύλιζε πια μπροστά του όπως παλιά, συλλογίστηκε ο Ντομ. «Μα ασφαλώς θα με περίμενες», είπε. «Όχι, δεν σε περίμενα. Με σένα ποτέ δεν είμαι σίγουρη για τίποτα». Ο Ντομ ένιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν. Καταλάβαινε πως είχε δίκιο να αφήνει τέτοια υπονοούμενα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να θυμώσει. «Δεν μπορούσα να λείψω από την κηδεία του πατέρα μου». Η Άννα κοίταξε επιδεικτικά τις μπότες ιππασίας που φορούσε. «Αλήθεια; Μήπως είσαι απλώς περαστικός από δω καθ’ οδόν προς κάποιο κυνήγι;» «Άννα, δεν χρειάζεται να φοράω μαύρα για να πενθήσω τον πατέρα μου. Ήμουν στο Παρίσι όταν πληροφορήθηκα ότι ήταν άρρωστος. Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα». «Ελπίζω να άξιζε τον κόπο τόσο ταξίδι», του αποκρίθηκε αυθάδικα εκείνη. Ο Ντομ αναρωτήθηκε αν ήξερε για την καινούργια του ερωμένη, μια Γαλλίδα ηθοποιό. Μακάρι να μην ήξερε. «Άννα, δείχνεις θυμωμένη». «Δεν είμαι θυμωμένη. Γιατί να είμαι θυμωμένη;» Εκείνος την κοίταξε στενεύοντας τα μάτια. «Δεν έχεις λόγους να παραπονιέσαι. Σου έχω προσφέρει τα πάντα και οι υπηρέτες σού είναι αφοσιωμένοι. Δεν έχεις λόγο να είσαι θυμωμένη». «Όχι βέβαια!» φώναξε η Άννα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. «Στο κάτω κάτω της γραφής, όλες οι γυναίκες του κόσμου ονειρεύονται να τις αποπλανήσει ο άντρας των ονείρων τους κι ύστερα να τις παρατήσει!» «Σε παντρεύτηκα. Κάποια μέρα θα γίνεις δούκισσα». Γέλια και δάκρυα οργής έπνιξαν την Άννα. «Τι τυχερή που είμαι!» φώναξε. «Λυπάμαι αν σε πλήγωσα. Δεν είχα τέτοια πρόθεση». «Και τι πρόθεση είχες, Ντομ;» Τον προκαλούσε, κι εκείνος αισθανόταν ήδη πολύ άσχημα.


37

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Σκόπευα να παντρευτώ τη Φελίσιτι, ακολουθώντας την επιθυμία της οικογένειάς μου. Εσύ τι πρόθεση είχες;» Η Άννα έγινε κατακόκκινη κι έκανε μεταβολή, έτοιμη να φύγει. Ο Ντομ την άρπαξε και τη γύρισε ξανά προς το μέρος του. Αμέσως όμως την άφησε. «Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς», της είπε. Εκείνη τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Δεν πρόκειται να μείνω εδώ. Δεν θα αναμειχθώ στη ζωή σου. Δεν θ’ αλλάξει τίποτα». «Ωραία», αποκρίθηκε η Άννα και του γύρισε ξανά την πλάτη. «Γιατί δεν σκοπεύω να σου επιτρέψω να αναμειχθείς στη ζωή μου». Κι έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο. Οι τεθλιμμένοι συγγενείς και φίλοι ήταν συγκεντρωμένοι στο μεγάλο σαλόνι. Όταν ο Ντομ μπήκε στο δωμάτιο, όλα τα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος του. Το βλέμμα εκείνου εντόπισε αμέσως την Άννα, που στεκόταν στην πέρα άκρη του σαλονιού, μαζί με τον ξάδερφό της τον Πάτρικ. Ωραίο ζευγάρι οι δυο τους, σκέφτηκε άθελά του ο Ντομ και γύρισε να κοιτάξει αλλού. Η μητέρα του περιστοιχιζόταν από ένα σωρό επισκέπτες. Δεν έδειξε να ’χει αντιληφθεί την παρουσία του. Ο Ντομ. ήθελε να πάει κοντά της, αλλά ταυτόχρονα δίσταζε να διακόψει τη συζήτησή τους. Τον έσωσε η παρέμβαση του εφημέριου, που του άρπαξε το χέρι και το έσφιξε δυνατά ανεβοκατεβάζοντάς το σαν τρόμπα. «Λόρδε μου, πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω, αλλά και πόσο λυπάμαι που συναντιόμαστε κάτω από αυτές τις συνθήκες!» Ο Ντομ κούνησε το κεφάλι, καταλαβαίνοντας πως ο εφημέριος ήταν τύφλα στο μεθύσι. Η άκρη της μύτης του ήταν κατακόκκινη. Οι υπηρέτες, βλέπεις, σερβίριζαν άφθονο σέρι. «Ευχαριστώ, κύριε Όλμερ». «Πρέπει να μείνετε εδώ τώρα, για να αναλάβετε τη διαχείριση των υπέροχων κτημάτων σας! Όχι βέβαια πως η σύζυγός σας δεν έκανε θαυμάσια δουλειά...»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

38

«Δεν θα μείνω», τον έκοψε ξερά ο Ντομ. Μα τι ανοησίες ήταν αυτές που έλεγε τούτος εδώ; συλλογίστηκε. Η Άννα δεν μπορεί να είχε ασχοληθεί με τη διαχείριση των κτημάτων. Το βλέμμα του την αναζήτησε στην άλλη άκρη του δωματίου. Την έπιασε να τον κοιτάζει, μα μόλις τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, εκείνη γύρισε αμέσως αλλού. Ο Πάτρικ στεκόταν όπως πάντα στο πλευρό της. Ο Ντομ πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να χαλαρώσει. «Τι κάνεις, Ντομ;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή δίπλα του. Εκείνος ταράχτηκε αντικρίζοντας τη Φελίσιτι. Ήταν πανέμορφη όπως πάντα - κι όπως πάντα στεκόταν τόσο κοντά του που το πλούσιο στήθος της τριβόταν στο μπράτσο του. Ο Ντομ τραβήχτηκε λιγάκι. «Φελίσιτι, δεν ήξερα πως θα ερχόσουν στην εξοχή», της είπε. Εκείνη του χαμογέλασε ναζιάρικα. «Μα μπορούσα να μην έρθω στην κηδεία του πατέρα σου;» Το γαντοφορεμένο χέρι της του έσφιξε το μπράτσο κι ο αντίχειράς της τον χάιδεψε απαλά. «Λυπάμαι πολύ, Ντομ». Απ’ όταν πέθανε ο άντρας της εδώ και δυο χρόνια, η Φελίσιτι είχε αποκτήσει τη συνήθεια να τον κυνηγάει παντού. Ευτυχώς όμως, δεν συναντιόνταν συχνά. Ο Ντομ είχε μάθει να την ξεφορτώνεται χωρίς να γίνεται αγενής. Τώρα όμως εκείνη τον στρίμωχνε μέσα στο ίδιο του το σπίτι, μπροστά σε τόσους επισκέπτες, μπροστά στη γυναίκα του. Τους έβλεπε ο κόσμος. Ο Ντομ γύρισε και κοίταξε την Άννα. Τους κάρφωνε με τα μάτια της κι ήταν αφύσικα χλομή. Κατάπιε μια βρισιά και τίναξε από πάνω του τη Φελίσιτι. Δεν είχε καμιά όρεξη να γίνει το επίκεντρο ενός ακόμα σκανδάλου. «Σ’ ευχαριστώ που έκανες τόσο ταξίδι για να μας συλλυπηθείς», μουρμούρισε. Εκείνη τρεμόπαιξε τα βλέφαρα. «Κανένα πρόβλημα. Το ξέρεις, Ντομ. Ξέρεις σίγουρα πως θα έκανα ό,τι θέλεις. Θέλεις κάτι από μένα, Ντομ;» Ο Ντομ ένιωσε να πνίγεται. «Οι επιθυμίες μου είναι ελάχιστες κι αφορούν μακρινά πράγματα»,


39

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

αποκρίθηκε υπεκφεύγοντας. Γύρισε να φύγει και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τη μητέρα του. Στα μάτια της διαγραφόταν η ανησυχία. Χλομή και ξανθή, μικροκαμωμένη και λεπτή, η Κλαρίς ήταν ακόμα ωραία γυναίκα, με τέλεια χαρακτηριστικά πατρικίας. Η Κλαρίς κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο του, αλλά η Φελίσιτι είχε σπεύσει να εξαφανιστεί. Τα χαρακτηριστικά της μαλάκωσαν μονομιάς. Πρόσφερε το μάγουλό της στον Ντομ κι εκείνος έσκυψε να τη φιλήσει, αγγίζοντας μάλλον τον αέρα παρά αυτή. «Είσαι καλά, μητέρα;» τη ρώτησε διατακτικά. Τα χείλη της τρεμούλιασαν. «Πώς μπορώ να είμαι καλά; Ο Φίλιπ πέθανε...» «Λυπάμαι...» «Αλήθεια;» Τον κοίταξε εξεταστικά, στριφογυρίζοντας ένα τσαλακωμένο μαντιλάκι στα χέρια της. «Μπορεί και να λυπάσαι. Δεν φταίω εγώ που νιώθω τέτοια έκπληξη. Εσύ καλά καλά δεν τον γνώριζες τον πατέρα σου». «Κι εγώ νιώθω κάποια έκπληξη», αποκρίθηκε βλοσυρά ο Ντομ. «Γιατί ήρθε αυτή;» ρώτησε η Κλαρίς κοιτάζοντας τη Φελίσιτι Κόλινς-Ριντ. «Προφανώς ήρθε για να υποβάλει τα συλλυπητήριά της». «Ήρθε για να δημιουργήσει προβλήματα», αποκρίθηκε ανήσυχα η Κλαρίς. «Κι εγώ δεν θέλω άλλα προβλήματα εδώ πέρα. Αρκετά σκάνδαλα δεν έγιναν ήδη;» «Μάλιστα», απάντησε λακωνικά ο Ντομ. Η αποπλάνηση της Άννας και ο γάμος τους είχαν προκαλέσει ένα απίστευτο σκάνδαλο σ’ ολόκληρη τη χώρα. Ο Ντομ κατάλαβε ότι είχε αναψοκοκκινίσει. «Ντόμινικ, τι προθέσεις έχεις;» Εκείνος δίστασε, καθώς το μυαλό του γέμιζε από την εικόνα της Άννας. Κι ίσως κι από κάποια μεταμέλεια. «Αύριο φεύγω». Η μητέρα του έδειξε να στενοχωριέται ακούγοντάς τον. Γύρισε και κοίταξε την Άννα. «Εγώ θα έλεγα να αναβάλεις την οποιαδήποτε απόφαση για μερικές μέρες», είπε μαλακά στον γιο της. «Ίσως να ήταν καλύτερο αν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

40

έμενες λίγο εδώ». Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει, του χάιδεψε απαλά το μάγουλο κι απομακρύνθηκε. Ο Ντομ ήξερε ότι δεν μπορούσε να μείνει εκεί. Ήθελε να παρηγορήσει τη μητέρα του τώρα που ήξερε ότι την είχε λυπήσει πραγματικά ο ξαφνικός θάνατος του Φίλιπ. Μα πώς μπορούσε να το κάνει; Όσο ήξερε τον πατέρα του, άλλο τόσο γνώριζε και τη μητέρα του: δηλαδή, του ήταν εντελώς ξένη. Η Άννα ήταν φουντωμένη. Και τίποτε απ’ όσα έλεγε ή έκανε ο Πάτρικ δεν μπορούσε να την ηρεμήσει. «Μόλις ήρθε, και σε έχει ήδη ταράξει!» έλεγε τώρα αγριεμένος ο ξάδερφός της. Δεν τον διόρθωσε, αλλά ο Ντομ είχε καταφέρει κάτι πολύ περισσότερο από το να την ταράξει. Η ζωή της, που επί τόσα χρόνια ήταν απόλυτα ισορροπημένη, έχανε τώρα την ισορροπία της. Ένιωθε σαν να κρεμόταν στην άκρη του κόσμου, έτοιμη να πέσει στο κενό. «Νιώθω λες και όλο το δωμάτιο μιλάει για μένα και τον Ντομ αντί για τον Φίλιπ», μουρμούρισε βραχνά, ξέροντας καλά πόσο λάτρευαν όλοι τους τα σκάνδαλα. Ο Πάτρικ της χάιδεψε το χέρι. Ήταν ξάδερφός της και ο καλύτερος φίλος της. «Έτσι, μου φαίνεται κι εμένα», είπε. «Έχει χρόνια να πατήσει στο σπίτι του, και κοίτα τι έγινε μόλις ήρθε. Θεέ μου, είναι σωστός βάρβαρος! Ακούς να σπάσει την μπαλκονόπορτα!» Της Άννας της κόπηκε η ανάσα. «Τι είπες;» ρώτησε ξέπνοα. «Κάποιος επισκέπτης τον είδε να σπάζει την μπαλκονόπορτα για να μπει». «Τον είχα κλειδώσει έξω», προσπάθησε να τα μπαλώσει η Άννα. Δεν είχε καταλάβει ότι τους είχαν δει. «Αυτό υπέθεσα κι εγώ», της απάντησε μορφάζοντας ο Πάτρικ. «Δεν ήταν βέβαια το καλύτερο που μπορούσες να κάνεις». «Όχι. Ήταν μεγάλη βλακεία». Ο θυμός της όμως ήταν τόσος, που είχε χάσει κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας. Και το μόνο που κατάφερε


41

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ήταν να εξαγριώσει τον Ντομ, και να τον κάνει να ξεσηκώσει ακόμα περισσότερα κουτσομπολιά. Για άλλη μια φορά, το βλέμμα της συναντήθηκε με το δικό του στην άλλη άκρη του δωματίου. Τούτη τη φορά, εκείνος δεν τράβηξε τα μάτια του, αλλά την κοίταξε επίμονα. Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να σταματάει και κοίταξε αλλού. Δεν καταλάβαινε τι σήμαινε το βλέμμα του. Μα ήταν πολύ αντρίκειο και πολύ ευθύ. «Όσο νωρίτερα φύγει, τόσο το καλύτερο», γρύλισε ο Πάτρικ. «Ναι», συμφώνησε ξέπνοα η Άννα, αγνοώντας τη ζήλια του. Ο Πάτρικ ήταν ο έμπιστός της τούτα τα τελευταία τέσσερα χρόνια κι η Άννα καταλάβαινε ότι έτρεφε τρυφερά αισθήματα απέναντι της. «Τον είδες που μιλούσε με την αδερφή μου;» «Όλος ο κόσμος την είδε να τον φλερτάρει». «Ε, Άννα, ήταν ερωτευμένη κι αυτή μαζί του». Η Άννα σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της. «Αν δεν με απατά η μνήμη μου, είχε δεχτεί μια ντουζίνα προτάσεις γάμου πριν τη ζητήσει ο Ντομ, κι ήταν έτοιμη να πει το ναι σε κάποιον». «Λεν το θυμάμαι», αποκρίθηκε ο Πάτρικ. Η Άννα κοίταξε τα χέρια της. Στο τρίτο της δάχτυλο φορούσε μια απλή χρυσή βέρα. Μπορεί να μην το θυμόταν ο Πάτρικ, εκείνη όμως το θυμόταν πολύ καλά. Η Φελίσιτι δεν τον είχε αγαπήσει τον Ντομ. Τον είχε ποθήσει -όπως τον ποθούσε ακόμα κατά τα φαινόμενα-, αλλά πάνω απ’ όλα ήθελε να γίνει δούκισσα του Ράδερφορντ. «Σου ανέφερε τι σκοπεύει να κάνει;» τη ρώτησε ο Πάτρικ. «Όχι». Η Άννα σήκωσε το χέρι της που έτρεμε ελαφρά και μάζεψε μια τούφα κατάμαυρες τρίχες που είχαν πέσει στο μέτωπό της. «Δεν έχουν όμως σημασία οι προθέσεις. Εγώ δεν θα του επιτρέψω να μείνει». Ο Πάτρικ την κοίταξε στοργικά, υπομονετικά. «Καλή μου, φοβάμαι ότι αυτός είναι ο αφέντης σου, κι όχι το αντίστροφο».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

42

«Σ’ αυτή την περίπτωση, όχι», του απάντησε κοιτάζοντάς τον σκληρά. «Παρακαλώ;» Η φωνή της Άννας ακούστηκε βραχνή αλλά σταθερή. «Σ’ αυτή την περίπτωση, εγώ είμαι ο αφέντης εδώ μέσα. Το Γουέιβερλι Χολ, βλέπεις, έχει δοθεί σ’ εμένα». Και χαμογέλασε πικρά.


43

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

3

Όταν επιτέλους έφυγαν οι επισκέπτες, η Άννα βυθίστηκε σ’ έναν καναπέ. Ο Ντομ είχε φύγει πριν από λίγα λεπτά, αφού της έριξε ένα ακόμα παρατεταμένο διαπεραστικό βλέμμα. Όσο νωρίτερα έφευγε απ’ το Γουέιβερλι, τόσο το καλύτερο, συλλογίστηκε εξαντλημένη η Άννα. «Αυτή η ιστορία θα προκαλέσει κι άλλο σκάνδαλο». Η Άννα τινάχτηκε στο άκουσμα της φωνής της Κλαρίς Σεντ Τζορτζ. «Δεν κατάλαβα;» «Όταν μαθευτεί η ιστορία του καταπιστεύματος, θα προκληθεί κι άλλο σκάνδαλο», αποκρίθηκε η Κλαρίς, κι ήταν σαν να την κατηγορούσε. Στεκόταν στην πόρτα κι έσφιγγε τόσο δυνατά την κάσα, που τα δάχτυλά της είχαν ασπρίσει. Στα πόδια της τριβόταν γουργουρίζοντας μια από τις περσικές γάτες της, και στο τέταρτο δάχτυλό της άστραφτε ένα μεγάλο ρουμπίνι. Η Άννα ίσιωσε την πλάτη της. «Δεν μπορώ να ελέγξω τα κουτσομπολιά», είπε. «Δεν ενδιαφέρεσαι για τα κουτσομπολιά. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο πιο σκληρό από σένα. Από τη μέρα που παντρεύτηκες, δεν σ’ έχω δει να χύνεις ούτε ένα δάκρυ». «Με αδικείς», είπε νευρικά η Άννα. Μα δεν θα καθόταν τώρα να μιλήσει στην Κλαρίς για τις αμέτρητες φορές που είχε κλάψει για τον Ντομ και τα χαμένα της όνειρα. Τους πρώτους μήνες ιδίως, η Άννα ήταν σωστό ερείπιο. Η Κλαρίς πρέπει να το είχε καταλάβει. «Το άδικο είναι ότι παντρεύτηκες τον γιο μου», ακούστηκε ξερή η φωνή της. Η Άννα σηκώθηκε γεμάτη ένταση. Ήξερε πολύ καλά ότι η Κλαρίς


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

44

την αντιπαθούσε, το είχε καταλάβει από τη μέρα του γάμου της. «Δεν πλήρωσα κι εγώ το τίμημα;» τη ρώτησε. «Ποιο τίμημα; Για να δούμε... Που έγινες μαρκησία; Που έχεις ένα ετήσιο εισόδημα που θα το ζήλευαν και πριγκίπισσες; Ή που είσαι ο μοναδικός νόμιμος ιδιοκτήτης αυτού του μεγάρου;» «Πέρασα τέσσερα χρόνια σ’ αυτό το σπίτι χωρίς να δεχτώ κανέναν επισκέπτη εκτός από τον δούκα. Κι όποτε εμφανιστώ στο χωριό, με κοροϊδεύουν οι πάντες πίσω από την πλάτη μου. Δεν είναι κι εύκολη η ζωή μου». «Σαν τι περίμενες δηλαδή;» Η Άννα δαγκώθηκε για να μην απαντήσει. Δεν θα έλεγε ποτέ στην Κλαρίς ότι αυτό που περίμενε ήταν να την αγαπάει ο Ντομ για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. «Τρέμω για το καινούργιο σκάνδαλο που θα αντιμετωπίσουμε», συνέχισε πικρά η Κλαρίς. «Ολόκληρη τη ζωή μου προσπαθούσα να ζω ορθά. Και τι βγήκε;» Τα μάτια της βούρκωσαν. «Και για όλα φταις εσύ!» «Υπερβάλλεις. Το καταπίστευμα είναι μια απλή λεπτομέρεια. Ο Ντομ κληρονομεί τη μεγαλύτερη περιουσία της χώρας. Στον Ράδερφορντ ανήκουν δεκαοκτώ απέραντα κτήματα. Κανείς δεν θ’ ασχοληθεί με το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού του σπιτιού. Εξάλλου, η γη ανήκει στον Ντομ». «Ο Ντομ γεννήθηκε σε τούτο το σπίτι. Τριακόσια χρόνια τώρα, τούτο το σπίτι ανήκει στους Σεντ Τζορτζ. Εδώ παντρευτήκαμε ο Φίλιπ κι εγώ. Τούτο το σπίτι έπρεπε να είναι του Ντομ». Η Άννα δίστασε για μια στιγμή. Ο Ράδερφορντ είχε ανακοινώσει πως της παραχωρούσε το Γουέιβερλι Χολ χτες το βράδυ. Η Άννα τα είχε χάσει, κι ακόμα δεν είχε συνέρθει εντελώς από την έκπληξή της. Το καταπίστευμα του δούκα της παρείχε επίσης ένα γενναίο ετήσιο εισόδημα. Η γη όμως παρέμενε ιδιοκτησία του Ντομ. Η Άννα δεν μπορούσε να καταλάβει τα κίνητρα του δούκα. «Τι μπορώ να κάνω; Εγώ δεν ζήτησα τίποτε απ’ όλα αυτά». «Εγώ θα έλεγα πως τα ζήτησες». Η Άννα κοκάλωσε.


45

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Εννοώ ότι ο Φίλιπ πέθανε, ο Ράδερφορντ τα έχει χαμένα, εγώ είμαι πια μια απλή χήρα, κι εσύ έχεις τούτο το σπίτι, ένα ωραίο εισόδημα, κι ο Ντομ δεν θα σε ενοχλεί καθόλου. Πόσο έξυπνη είσαι, Άννα! Έξυπνη και πονηρή» Η Άννα τα έχασε. «Κλαρίς, υπονοείς πως εγώ τα σχεδίασα όλα αυτά;» «Εσύ τα σχεδίασες, μάλιστα! Τα σχεδίαζες από τη στιγμή που ξελόγιασες τον γιο μου και τον παντρεύτηκες. Όχι μόνο σχεδίαζες να γίνεις μαρκησία του Γουέιβερλι, αλλά και νόμιμη ιδιοκτήτρια αυτού του μεγάρου». «Όχι...» Η Άννα κούνησε με φρίκη το κεφάλι. «Αυτές οι κατηγορίες είναι τρομερές. Κάνεις μεγάλο λάθος. Εγώ δεν σχεδίασα τίποτα. Κι ούτε είναι κακό που μου έδωσε τούτο το σπίτι ο δούκας». «Αρνείσαι ότι τον τύλιξες και τον έκανες να σε βάλει μέσα στην καρδιά του; Ότι εσύ τον έβαλες να κάνει τούτο το φρικαλέο καταπίστευμα;» «Είμαστε φίλοι!» «Φίλοι!» είπε περιφρονητικά η Κλαρίς και τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά της. «Ήξερες πολύ καλά τι έκανες. Πήρες τη θέση του γιου του και του έκανες όλα τα χατίρια. Έβγαινες μαζί του ιππασία το πρωί, συζητούσες μαζί του τις ειδήσεις από τις εφημερίδες του Λονδίνου, επιθεωρούσες τα κτήματα, αγόρασες εκείνα τα πανάκριβα μηχανήματα, έμαθες ακόμα και τη χρήση τους! Και το αποκορύφωμα ήταν όταν ανακάλυψες εκείνες τις ανακρίβειες στα λογιστικά βιβλία. Ήταν πραγματικά μεγαλοφυές εκ μέρους σου που έπιασες τον διαχειριστή να κάνει καταχρήσεις. Καθώς και που τον απέλυσες επιτόπου. Έτσι τώρα δεν υπάρχει αρχιεπιστάτης και διαχειρίζεσαι εσύ μια από τις μεγαλύτερες περιουσίες της Αγγλίας! Τι έξυπνο εκ μέρους σου!» «Ο Φίλιπ δεν βρισκόταν ποτέ εδώ. Ο διαχειριστής ήταν κλέφτης. Κάποιος έπρεπε να αναλάβει τη διαχείριση. Ο Ντομ δεν ήθελε να γυρίσει. Έκανα αυτό που έπρεπε!» αποκρίθηκε η Άννα.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

46

«Ακριβώς. Έκανες αυτό που έπρεπε». Η Άννα την κοίταζε χωρίς να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Το βλέμμα της Κλαρίς ήταν σκληρό. «Όλα αυτά τα σχεδίασες από τη στιγμή που ξελόγιασες τον Ντομ», είπε. «Δεν ξελόγιασα εγώ τον Ντομ», αποκρίθηκε βραχνά η Άννα. «Ξελόγιασες τον γιο μου! Είσαι μια αδέκαρη ορφανή Αμερικανίδα! Ένα τίποτα! Αν δεν τον ξελόγιαζες, ο γιος μου δεν θα σκεφτόταν ποτέ του να σε παντρευτεί». Η Άννα ένιωσε να την τυφλώνει ο πόνος. Τα τελευταία λόγια της Κλαρίς ήταν αληθινά. «Δεν με συγχώρησες ποτέ, ε;» ψέλλισε. «Δεν μου συγχώρησες το σκάνδαλο, δεν με συγχώρησες που είμαι μισοαμερικανίδα και αδέκαρη, δεν με συγχώρησες που παντρεύτηκα τον Ντομ». «Όχι. Δεν πρόκειται να σου συγχωρήσω τίποτε απ’ όλα αυτά. Ιδίως το ότι παντρεύτηκες τον γιο μου». «Λυπάμαι που νιώθεις έτσι». Η Άννα ήθελε να βάλει ένα τέλος στη συζήτηση. «Η σημερινή μέρα ήταν δύσκολη για όλους. Είσαι εξαντλημένη. Αύριο θα βλέπεις διαφορετικά τα πράγματα». «Αισθάνομαι έτσι από τη μέρα που παντρεύτηκες τον γιο μου. Δεν νομίζω να αλλάξω αισθήματα αύριο. Και δεν είμαι η μόνη που έχω αυτή την άποψη για σένα». Η Άννα ξεροκατάπιε. «Ξέρω τι λένε στο χωριό», είπε. «Το χωριό, η χώρα ολόκληρη, οι πάντες, ξέρουν την αλήθεια!» «Η αλήθεια είναι πως ήμουν ερωτευμένη με τον Ντομ όταν παντρευτήκαμε», είπε ψιθυριστά η Άννα. «Η αλήθεια είναι πως είσαι μια αδίστακτη Αμερικανίδα τυχοδιώκτρια». Χρόνια τώρα έτσι με χαρακτηρίζουν, σκέφτηκε η Άννα μένοντας άφωνη. Όλος ο κόσμος ήξερε ότι ο Αμερικανός πατέρας της, ο Φρανκ Στιούαρτ, δεν της είχε αφήσει δεκάρα κι ότι είχε φτάσει σαν ένα φτωχό εντεκάχρονο ορφανό στο κατώφλι της θείας της. Τη μητέρα της βέβαια, που είχε πεθάνει στη γέννα, δεν τη θυμόταν


47

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

κανείς. Κι ας ήταν η μικρότερη αδερφή της Έντνα, κι ας ήταν μια Στάνχοπ. Ανήκε σε μια από τις πιο ένδοξες και γαλαζοαίματες οικογένειες της χώρας. Η Άννα όμως ήταν η φτωχή συγγενής από την Αμερική. Η δολοπλόκος τσούλα που έκλεψε τον αρραβωνιαστικό της κακομοίρας της ξαδέρφης της. Η Άννα πίστευε πως η Έντνα κι η Φελίσιτι είχαν φροντίσει να διαδώσουν παντού αυτό το φρικτό ψέμα. Ούτε η θεία της ούτε η ξαδέρφη της τής είχαν ξαναμιλήσει από τη μέρα του γάμου της. Ούτε και κανένα άλλο μέλος της υψηλής κοινωνίας. «Μάγεψες τον Ράδερφορντ και όλο το προσωπικό. Όπως μάγεψες και τον Ντομ εκείνο το βράδυ στον κήπο». «Όχι...» ψιθύρισε ξεψυχισμέ να η Άννα. «Εμένα δεν με ξεγελάς, Άννα. Ποτέ δεν με ξεγέλασες. Όσο θέατρο κι αν παίζεις». «Δηλαδή, ό,τι κι αν σου πω θα πάει χαμένο;» «Ναι». «Τότε δεν θα προσπαθήσω καν να σε πείσω». Η Άννα πάλευε να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της, αλλά αυτό που είπε στη συνέχεια η Κλαρίς την έκανε κουρέλι. «Αναρωτιέμαι αν το ξέρει ο Ντομ». «Ποιο πράγμα;» «Πόσο τολμηρή κι έξυπνη είσαι». «Με... με απειλείς;» Η Κλαρίς την κάρφωσε με το βλέμμα. «Ναι. Αυτό θαρρώ πως κάνω». Είχαν συμβεί τόσο πολλά ανάμεσα σ’ εκείνη και στον Ντομ, που η Άννα δεν έδινε πια σημασία σε τίποτα. Αν όμως εκείνος πίστευε τη μητέρα του; Αν είχε ακούσει όλα αυτά τα κουτσομπολιά; Αν αυτός ήταν ο λόγος που κρατιόταν μακριά της όλα αυτά τα χρόνια; «Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε την Κλαρίς. «Προσπαθείς να κάνεις ακόμα πιο βαθύ το ρήγμα ανάμεσα σ’ εμένα και στον Ντομ;» «Αυτό που θέλω περισσότερο απ’ όλα», της απάντησε θυμωμένα εκείνη, «είναι να δω τον Ντομ να έχει τον έλεγχο αυτού


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

48

του σπιτιού, όπως του αρμόζει, κι εσένα έξω από δω!» Η Άννα ένιωσε το σφυγμό της να χτυπάει σαν τρελός. «Ακόμα κι ο Ντομ δεν θα με πετούσε στο δρόμο σαν καμιά ζητιάνα», είπε. «Ναι, γιατί δεν του έχει δοθεί η αφορμή ακόμα». Η Άννα τρόμαξε κάπως. Εδώ ήταν το σπίτι της. Δεν είχε πουθενά αλλού να πάει. Παρ’ όλο που νομικά ήταν η κληρονόμος αυτού του σπιτιού, δεν αμφέβαλλε καθόλου ότι ο Ντομ, αν το ήθελε στ’ αλήθεια, θα μπορούσε να τη διώξει από δω. Ήταν πολύ ισχυρός άνθρωπος. «Δεν θέλησα εγώ να ονομαστώ κληρονόμος του Γουέιβερλι Χολ», κατάφερε να πει με αδύναμη φωνή. «Όταν το ανακοίνωσε ο Ράδερφορντ μετά το θάνατο του Φίλιπ, ένιωσα την ίδια έκπληξη μ’ όλο τον άλλο κόσμο». Δίστασε λίγο κι ύστερα πρόσθεσε: «Ήμουν ερωτευμένη με τον Ντομ όταν παντρευτήκαμε. Πρέπει να το πιστέψεις». Η Κλαρίς γέλασε ξερά. «Ήθελες να γίνεις δούκισσα. Και τώρα, κάποια μέρα, θα πετύχεις τη μεγαλύτερη φιλοδοξία σου». «Όχι». Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Το μόνο που ήθελε, ήταν ν’ αγαπηθεί. Τίποτ’ άλλο. Η Κλαρίς όμως της απάντησε μ’ ένα ύφος που δεν ταίριαζε καθόλου σε λαίδη: «Άννα, εσύ τα σχεδίασες όλα. Στο τέλος θα μας πεις ότι δεν έστειλες εσύ στον Ντομ εκείνο το σημείωμα που τον έφερε στον κήπο για να σε βρει». Η Άννα την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Εγώ δεν του έστειλα κανένα σημείωμα». Η Κλαρίς την αγνόησε, δεν την άκουσε καν. Έδωσε μια στη γάτα της, που εξαφανίστηκε τρέχοντας, και είπε: «Ο Ντομ σχεδιάζει να φύγει αύριο». Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να σταματάει. «Αύριο;» ψέλλισε. «Ναι, αύριο. Τον έδιωξες πριν από τέσσερα χρόνια και κάνεις το


49

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ίδιο και τώρα, τη στιγμή που θα έπρεπε να φύγεις εσύ!» Η Κλαρίς την κοίταξε στενεύοντας τα μάτια. «Θα πρέπει να νιώθεις αληθινή έκσταση από τη χαρά σου». Της Άννας της ερχόταν να λιποθυμήσει. «Μακάρι να φύγει. Η κατάσταση θα ήταν ανυπόφορη αν σκεφτόταν να μείνει εδώ... Μαζί μου». «Εδώ είναι το σπίτι του, ό,τι κι αν γράφει αυτό το γελοίο καταπίστευμα. Ίσως μπορέσω να τον πείσω να μείνει». Η Άννα γούρλωσε τα μάτια και φώναξε: «Όχι! Δεν θα το επιτρέψω!» «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι είσαι σε θέση να πεις του γιου μου τι θα κάνει;» Η Άννα ένιωσε το σάλιο της να στεγνώνει. Δεν απάντησε τίποτα. Η αντιπαράθεσή της με την Κλαρίς την τάραξε πάρα πολύ. Ώς τότε δεν είχε συνειδητοποιήσει πόση εχθρότητα έτρεφε απέναντι της αυτή η γυναίκα. Ωστόσο, τη λυπόταν την Κλαρίς. Καταλάβαινε πώς ένιωθε εξαιτίας του θανάτου του άντρα της. Ο Ντομ θα έφευγε αύριο, εκτός κι αν η Κλαρίς τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. Η Άννα ήταν αποφασισμένη να μην τον αφήσει να μείνει στο σπίτι της. Γι’ αυτήν ο Ντομ είχε παραιτηθεί απ’ όλα τα δικαιώματά του εδώ και καιρό. Ωστόσο, για το κτήμα του Γουέιβερλι Χολ υπεύθυνος ήταν πάντα αυτός. Μπορεί εκείνη να είχε ονομαστεί κληρονόμος, αλλά αυτό σήμαινε απλώς ότι κάποια μέρα τούτο το σπίτι θα γινόταν δικό της. Το κτήμα όμως θα ανήκε πάντα στον Ντομ και στους κληρονόμους του - αν βέβαια αναγνώριζε επίσημα κάποιο από τα μπάσταρδά του. Η Άννα όμως διαχειριζόταν μόνη της το κτήμα καιρό τώρα. Ο Φίλιπ ήταν πάντα απών κι η Άννα ήλπιζε πως κι ο Ντομ θα φερόταν όπως κι ο πατέρας του. Δεν ήταν σίγουρη όμως. Μήπως θα προσλάμβανε κανένα διαχειριστή; Η Άννα ήλπιζε πως όχι. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι η Άννα περίμενε τέσσερα ατέλειωτα χρόνια για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα ανάμεσά τους. Το διαμέρισμα του αφέντη του σπιτιού βρισκόταν στο ισόγειο, στη δυτική πτέρυγα. Ήταν το διαμέρισμα του Φίλιπ, και τώρα θα


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

50

γινόταν του Ντομ. Νιώθοντας την ένταση να την πνίγει, η Άννα διέσχισε βιαστικά το σπίτι, πριν αλλάξει γνώμη και πάει να κλειδωθεί στο δικό της διαμέρισμα. Σταμάτησε έξω από τη διπλή μαονένια πόρτα. Η καρδιά της χτυπούσε σαν παλαβή. Έσκαγε. Ήταν μεγάλη τρέλα να πάει να αντιμετωπίσει το λιοντάρι μέσα στη φωλιά του. Αυτός όμως θα έφευγε αύριο. Κι εκείνη την έκαιγαν ένα σωρό ερωτηματικά. Εκεί που κοίταζε την πόρτα με το στόμα στεγνό, μην μπορώντας ν’ αποφασίσει αν θα χτυπούσε, εκείνη άνοιξε. Στο κατώφλι της στεκόταν ο Ντομ και τα κεχριμπαρένια μάτια του την κοίταζαν διαπεραστικά. Η Άννα είχε μαρμαρώσει. Το βλέμμα του πήγε στα χείλη της κι ύστερα ανέβηκε στα μάτια της. «Σε άκουσα να πλησιάζεις», είπε. «Θέλεις να μου μιλήσεις;» Ο τόνος του ήταν εντελώς τυπικός. Η Άννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Η μητέρα σου μου είπε ότι φεύγεις αύριο. Αν είναι αλήθεια, τότε πρέπει να συζητήσουμε ορισμένα πράγματα». Ο Ντομ ύψωσε το ένα του φρύδι. «Αλήθεια; Εγώ νόμιζα ότι το μόνο που θα ήθελες να συζητήσουμε είναι το πόσο σύντομα θα φύγω». Η Άννα ίσιωσε την πλάτη της. «Ναι, θέλω να ξέρω πότε θα φύγεις». Εκείνος έκανε στο πλάι. «Πέρασε, Άννα», είπε. Ξεροκαταπίνοντας, η Άννα μπήκε περνώντας από δίπλα του κι η φούστα της ακούμπησε λιγάκι στο γοφό του κάνοντας την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά. Δεν είχε ξαναμπεί στο διαμέρισμα του αφέντη, δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ στα δωμάτια ενός άντρα. Στάθηκε στη μέση του σαλονιού, με τα χέρια σταυρωμένα αμυντικά στο στήθος της, αποφεύγοντας προσεκτικά να κοιτάξει στα δεξιά της, απ’ όπου, μέσα από την ανοιχτή πόρτα, διακρινόταν


51

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

η κρεβατοκάμαρα του Ντομ. Σε τούτο το δωμάτιο, το πάτωμα ήταν στρωμένο μ’ ένα χρυσαφένιο χαλί. Το ταβάνι ήταν μοβ, με ωραία χρυσαφένια γύψινα. Οι τοίχοι σκεπάζονταν με μια χρυσαφιά ταπετσαρία με κόκκινες και καφετιές ρίγες και πράσινα φύλλα εδώ κι εκεί. Τα έπιπλα είχαν κατασκευαστεί από ξύλα σε διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου, του καφέ και του χαλκού, και το τζάκι είχε το ζεστό χρώμα της τερακότας. Ο ένας τοίχος ήταν μια τεράστια τζαμαρία. Η θέα από εκεί ήταν υπέροχη. Σμαραγδένιο γρασίδι απλωνόταν μέχρι το πυκνό δάσος του πάρκου. Στη μέση αυτής της καταπράσινης έκτασης σπίθιζε κάτω από τον ήλιο η λίμνη. Στο κέντρο της υπήρχε ένα μικρό νησάκι με τα ερείπια ενός παλιού νορμανδικού κάστρου. Στο βάθος υψώνονταν μαλακοί λόφοι κι ο ουρανός που σκοτείνιαζε γοργά. Είχαν κιόλας εμφανιστεί δυο αστέρια. «Θα ήθελες ένα ποτό;» Η ανάσα του Ντομ της γαργάλησε το σβέρκο κι η Άννα τινάχτηκε και γύρισε. Εκείνος στεκόταν τόσο κοντά της, που η μακριά της φούστα χτύπησε στους αστραγάλους του. Η Άννα πρόσεξε ότι δεν φορούσε παπούτσια, κι ήταν μόνο με το πουκάμισο. «Όχι... Ν... ναι». Την κοίταξε χαμογελώντας με ύφος πολύπειρου άντρα κι απομακρύνθηκε. Η Άννα προσπάθησε να αγνοήσει πόσο τέλεια εφάρμοζε το παντελόνι στο μυώδες κορμί του. Εκείνος γύρισε και της έδωσε ένα ποτήρι σέρι. Φέρνοντας το δικό του ποτήρι που ήταν γεμάτο ουίσκι στα χείλη του, την κοίταξε εξεταστικά. Η Άννα καταλάβαινε ότι είχε κοκκινίσει. Βιαστικά, πήγε να καθίσει σ’ ένα κόκκινο καναπεδάκι. Ήπιε μια γουλιά σέρι. «Μόλις είχα μια συζήτηση με τη μητέρα σου», άρχισε κι άφησε τη φράση της μισή, συνειδητοποιώντας ότι ο Ντομ μπορεί να μην είχε μάθει ακόμα τι είχε κάνει ο Ράδερφορντ. Παρ’ όλο που ήθελε να πάρει την εκδίκησή της, δεν ήταν τόσο χαζή για να ανακοινώσει εκείνη στον Ντομ ότι δεν ήταν αφέντης του σπιτιού του. Θα ήταν ατυχής επιλογή.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

52

Ο Ντομ κάθισε στο μπράτσο του καναπέ και ήπιε άλλη μια γουλιά απ’ το ποτό του. «Άννα, γιατί είσαι τόσο αναψοκοκκινισμένη;» «Δεν είμαι αναψοκοκκινισμένη!» Εκείνος χαμογέλασε διασκεδάζοντάς το. «Είσαι σύζυγός μου, κατ’ όνομα τουλάχιστον. Δεν είναι ανήθικο να βρίσκεσαι στο διαμέρισμά μου». Η Άννα σηκώθηκε χύνοντας το σέρι της. Ήταν τόσο φανερό πως βρισκόταν σε δύσκολη θέση; Λάθος της που ήρθε να τον βρει στο διαμέρισμά του. Έδινε πολύ προσωπικό τόνο στη συνάντησή τους, κι αυτό τη γέμιζε αγωνία, καθώς της θύμιζε όσα ονειρευόταν άλλοτε να περάσει μαζί του. «Ήρθα μόνο για να συζητήσουμε τη διαχείριση του κτήματος», είπε ψυχρά. «Αλήθεια; Τι έχουμε να συζητήσουμε;» «Δεν έχουμε διαχειριστή. Ο κύριος Χάρβι έκανε καταχρήσεις. Απολύθηκε πριν από ένα χρόνο, με την έγκριση του πατέρα σου». Ο Ντομ την κοίταξε καλά καλά. «Κι επί έναν ολόκληρο χρόνο το κτήμα έχει αφεθεί στην τύχη του;» Η Άννα άρχισε να κοκκινίζει ξανά. Ο καλός κόσμος θεωρούσε εντελώς ανάρμοστο και ποταπό για μια κυρία να ασχολείται με λογαριασμούς και να επιβλέπει τη λειτουργία ενός κτήματος. Ακόμα και στο χωριό κουτσομπόλευαν και κοροϊδεύαν τις δραστηριότητές της. «Δεν έχει αφεθεί στην τύχη του», απάντησε. «Αντί για τον πατέρα σου ή κάποιον διαχειριστή, έκανα κουμάντο εγώ». «Αλήθεια;» είπε ο Ντομ χωρίς καν να πεταρίσει τα μάτια του. Η Άννα έγινε ακόμα πιο κόκκινη. «Ο παππούς σου το ξέρει. Με βοήθησε πάρα πολύ, φυσικά. Όσο για τον Φίλιπ, αυτός δεν ενδιαφερόταν. Νομίζω ότι ανακουφίστηκε που τελικά απαλλάχτηκε από τις ευθύνες του». Ο Ντομ άφησε κάτω το ποτήρι του. «Αυτό είναι συναρπαστικό. Τελικά ο παπάς δεν ήταν τόσο μεθυσμένος όσο νόμισα».


53

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Η Άννα δεν κατάλαβε ούτε τα λόγια του, ούτε το βλέμμα που της έριξε. « Τι... τι προτίθεσαι να κάνεις;» «Προτίθεμαι, να σε φιλήσω». Η Άννα γούρλωσε τα μάτια. Και την άλλη στιγμή κόντεψε να βάλει τις φωνές καθώς εκείνος τη γράπωνε από τον ώμο και την τραβούσε κοντά του. «Πρέπει να είμαι τρελός που έμεινα μακριά τέσσερα χρόνια», μουρμούρισε ο Ντομ. «Τι στο διάβολο συμβαίνει με μένα;» Η Άννα είχε παγώσει. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της κι η καρδιά της ξεχείλιζε από τρελές προσδοκίες. Εκείνος την τράβηξε ακόμα πιο κοντά. Τα γόνατά της χτύπησαν πάνω στα δικά του και το στήθος της ακούμπησε στο στέρνο του. «Έχω δώσει μια υπόσχεση στον εαυτό μου», είπε ο Ντομ και το χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπό του. «Μα δεν μπορώ να την κρατήσω. Θα είμαι τρελός αν την κρατήσω». «Μη», κατάφερε να βρει τη φωνή της η Άννα, καθώς θυμόταν το παρελθόν και την προδοσία του. «Τι πας να κάνεις;» Ο πανικός έκανε βραχνή τη φωνή της. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!» «Ασφαλώς και μπορώ», αποκρίθηκε ξερά εκείνος. «Είμαι ο σύζυγός σου». Την αγκάλιασε και πριν η Άννα προλάβει να διαμαρτυρηθεί, την έσφιξε στο στήθος του και κόλλησε τα χείλη του στα δικά της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, μα το μυαλό της διαμαρτυρόταν. Δεν τον εμπιστευόταν αυτόν τον άντρα. Δεν θα τον εμπιστευόταν ποτέ ξανά. Μα είχε περάσει τόσος καιρός χωρίς να την αγκαλιάσει και να τη φιλήσει κανείς…. Κι ο Ντομ ήταν θερμός και δυνατός και τόσο άντρας... Η γλώσσα του άνοιξε τα χείλη της, χώθηκε στο στόμα της κι άρχισε να το εξερευνά. Τα χέρια της Άννας ανέβηκαν άθελά της στους ώμους του. Το μυαλό της έπαψε να λειτουργεί. Τα πόδια τους, τα χείλη τους, έγιναν ένα. Ο Ντομ την έγειρε πίσω, πάνω στο μπράτσο του. Ο μυώδης μηρός του βρέθηκε ανάμεσα στους δικούς της. Η Άννα, που δεν φορούσε


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

54

κρινολίνο, τα έχασε από την επαφή των σωμάτων τους. Δεν μπορούσε πια ν’ ανασάνει. Ο πόθος φούντωσε μέσα της, την πυρπόλησε. Βόγκηξε μέσα στο στόμα του, που την καταβρόχθιζε αδυσώπητα. Το παρελθόν είχε ξεχαστεί. Ο Ντομ τραβήχτηκε και την κοίταξε με γουρλωμένα, έκπληκτα μάτια. «Θεέ μου», μουρμούρισε, και το βλέμμα του έτρεξε στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς του. Η Άννα κατάλαβε τι σκεφτόταν. Και το χειρότερο ήταν πως το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνη. «Άννα...» πρόφερε βραχνά ο Ντομ. Η Άννα στεκόταν μαρμαρωμένη. Η καρδιά της, που χτυπούσε σαν τρελή, της έλεγε να τον σφίξει επάνω της και να του κάνει έρωτα σαν τρελή. Τούτος ο άντρας όμως την είχε εγκαταλείψει. Ξαφνικά, οι αναμνήσεις επέστρεψαν ολοζώντανες. Τον έσπρωξε μακριά της. «Μη», είπε. Εκείνος τινάχτηκε, μα η Άννα ύψωσε μπροστά της και τα δυο της χέρια. «Μη με ξαναγγίξεις!» είπε, και το εννοούσε. Ο Ντομ την κοίταξε φουντωμένος. Σιγά σιγά τα βλέμματά τους άρχισαν να ψυχραίνουν κι η Άννα ξαναβρήκε τα λογικά της. «Είσαι η γυναίκα μου», είπε εκείνος ανασηκώνοντας τους ώμους. «Δεν θα έρθει η συντέλεια του κόσμου αν πλαγιάσουμε μαζί». «Θα έρθει η συντέλεια του δικού μου κόσμου!» ούρλιαζε η Άννα. «Και ουσιαστικά δεν είμαι γυναίκα σου!» Ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του Ντομ. «Άννα, εσύ δεν είσαι η μαρκησία του Γουέιβερλι; Άρα, είσαι η γυναίκα μου». «Ανάθεμά σε!» αποκρίθηκε αγριεμένα η Άννα. Ο Ντομ τα έχασε. Αμέσως, το βλέμμα του έγινε παγερό. «Τόσο πολύ με μισείς;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα. Η Άννα σούφρωσε τα χείλη της. Τον μισούσε στ’ αλήθεια; Δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από τα χρυσαφένια μάτια του που την κοίταζαν ερευνητικά. Τον είχε μισήσει ποτέ πραγματικά; Κάποτε τον είχε αγαπήσει μ’ όλη της την καρδιά και την ψυχή της. «Άννα;»


55

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Σε σιχαίνομαι». «Κατάλαβα». Ο Ντομ πήγε και πήρε το ποτήρι του. Ήπιε μια γερή γουλιά κι ύστερα γύρισε και την κοίταξε. «Πριν από ένα λεπτό δεν με σιχαινόσουν καθόλου». «Κάνεις λάθος», απάντησε η Άννα τρίζοντας τα δόντια. «Όχι, κυρία μου. Ξέρω καλά πότε μια γυναίκα με θέλει». Αν η Άννα κρατούσε ακόμα το δικό της ποτήρι, θα του το άδειαζε στα μούτρα. «Δεν με παίρνεις στα σοβαρά», είπε εξαγριωμένη. «Ποτέ σου δεν με πήρες στα σοβαρά». «Εδώ κάνεις λάθος», αποκρίθηκε ήρεμα ο Ντομ, και το πρόσωπό του σφίχτηκε. «Σε παίρνω πάρα, μα πάρα πολύ στα σοβαρά. Περισσότερο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς». Κοιτάχτηκαν. «Τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε η Άννα. Ο Ντομ ανασήκωσε τους ώμους και κοίταξε αλλού. Το προφίλ του ήταν σκληρό, αινιγματικό. Η Άννα όμως έπρεπε να μάθει. Γι’ αυτό είχε έρθει να τον δει. «Πες μου γιατί;» απαίτησε πηγαίνοντας κοντά του και τραβώντας του το μανίκι. «Ντομ, γιατί μου έκανες έρωτα εκείνο το βράδυ στον κήπο;» Εκείνος γέλασε άκεφα. «Αυτή είναι η πιο χαζή ερώτηση που έχω ακούσει στη ζωή μου». Την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα κοφτερό σαν ξυράφι. «Είχα χάσει τα λογικά μου. Εντελώς». Αυτό όμως δεν ήταν απάντηση. «Με έκανες περίγελο του κόσμου», ψιθύρισε η Άννα κι ήταν φανερό πως η πληγή της την πονούσε ακόμα. «Κι ήμουν τόσο ερωτευμένη μαζί σου...» «Λυπάμαι». «Δεν σε πιστεύω». Της άγγιξε το σαγόνι κι εκείνη δεν τραβήχτηκε. «Άννα, δεν είσαι πια περίγελος. Είσαι μια ωραία και ειλικρινής γυναίκα. Μια κομψή αρχόντισσα».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

56

«Όχι. Σήμερα γελούσαν μαζί μου. Ιδίως όταν φλερτάριζες με τη Φελίσιτι». «Δεν φλερτάρισα μαζί της». Η Άννα γύρισε να φύγει. Δεν υπήρχε πια λόγος να μένει εκεί. Εκείνος όμως την άδραξε απ’ τον ώμο και τη στριφογύρισε. «Γιατί δεν με ρωτάς εκείνο που πραγματικά θέλεις να μάθεις;» είπε. Η Άννα δίστασε. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε στο στήθος της. Η ερώτηση που την έκαιγε τέσσερα ατέλειωτα χρόνια κρεμόταν στα χείλη της. «Γιατί φοβάμαι αυτό που θα μ’ απαντήσεις», είπε. Καθώς εκείνος δεν της απαντούσε, η Άννα του έδωσε μια γροθιά στο στήθος. Ο Ντομ ούτε που κινήθηκε. Τον χτύπησε ξανά. «Ανάθεμά σε! Ανάθεμά σε! Γιατί με εγκατέλειψες; Γιατί;» Η φωνή του ακούστηκε γεμάτη μεταμέλεια: «Γιατί ήμουν ηλίθιος». Τα λόγια κατρακύλησαν ορμητικά από τα χείλη της Άννας. «Πώς μπόρεσες να κάνεις τέτοιο πράγμα; Πώς μπόρεσες να μ’ εγκαταλείψεις; Την επομένη του γάμου μας; Πώς;» «Λυπάμαι...» ψιθύρισε ο Ντομ. «Σε περίμενα να γυρίσεις!» φώναξε η Άννα. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της και τα σκούπισε θυμωμένα. «Περίμενα, περίμενα, χρόνια και χρόνια! Ανάθεμά σε, Ντόμινικ!» «Λυπάμαι, Άννα. Δεν θα καταλάβεις ποτέ πόσο λυπάμαι». «Τώρα είναι πολύ αργά!» φώναξε εκείνη. Ο Ντομ πήγε να σταθεί μπροστά στα παράθυρα. Κοιτάζοντας έξω στη νύχτα, είπε: «Ναι. Είναι αναθεματισμένα αργά».


57

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

4

Η Άννα απέμεινε να κοιτάζει την πλάτη του Ντομ. Έξω το σκοτάδι πύκνωνε. Τολύπες νυχτερινής ομίχλης άρχιζαν να σέρνονται στις πελούζες. Σύντομα το σπίτι θα τυλιγόταν στα πέπλα της ομίχλης και θα γινόταν αόρατο στα ξένα μάτια. Η μεταμέλεια πλημμύριζε την ψυχή και το σώμα της. «Καλύτερα να φύγεις αύριο», είπε. «Μετά την ανάγνωση της διαθήκης του πατέρα σου». Τα λόγια της δεν έπρεπε ν’ ανοίξουν πληγές, αλλά το έκαναν. Εκείνος δεν απάντησε, ούτε γύρισε να την κοιτάξει. «Θα φύγεις αύριο;» τον ρώτησε διατακτικά. Εκείνος τινάχτηκε και γύρισε προς το μέρος της. Η έκφρασή του ήταν γεμάτη ένταση. «Άννα, τι θα έκανες αν σου έλεγα ότι άλλαξα γνώμη;» Η Άννα γούρλωσε τα μάτια. «Τι εννοείς;» «Μπορεί να μη θέλω να φύγω». Δεν της ερχόταν καμιά απάντηση. Την έπιασε πανικός. Οι δυο τους δεν θα μπορούσαν με τίποτα να μείνουν κάτω από την ίδια στέγη και να προσποιούνται τους συζύγους. Ο Ντομ ήταν πολύ κοσμικός. Συναναστρεφόταν πάντα τις πιο ωραίες γυναίκες. Ακόμα κι αν η Άννα επιζούσε από τη δοκιμασία της συγκατοίκησης, δεν θα άντεχε να τον βλέπει να δημιουργεί συνέχεια δεσμούς. Η Άννα κατάφερε να ξαναβρεί τη φωνή της. «Θέλω να φύγεις. Δεν μπορείς να μείνεις εδώ». Εκείνος την κοίταξε σκληρά, ίσια στα μάτια. «Ναι, το ξεκαθάρισες αυτό. Μπορεί όμως οι δικές μου επιθυμίες να έχουν αλλάξει».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

58

«Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι επιθυμίες σου!» φώναξε η Άννα. Συνειδητοποιώντας όμως ότι έκανε σαν υστερική, προσπάθησε να ελέγξει τον εαυτό της. «Θα είναι καλύτερο και για τους δυο μας να φύγεις αμέσως». Το χαμόγελό του την τάραξε. «Άννα, τι είναι αυτό που φοβάσαι τόσο πολύ;» «Εσένα πάντως δεν σε φοβάμαι». Ο Ντομ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και την κοίταξε με την ανοχή που δείχνεις σ’ ένα παιδί. «Λοιπόν, θα μείνω εδώ. Για λίγο, τουλάχιστον». «Η μητέρα σου σε έπεισε;» «Όχι». Την κοίταξε προσεκτικά. «Είναι φανερό πως πρέπει να γίνουν πολλά εδώ πέρα, πρέπει για παράδειγμα να βρούμε καινούργιο διαχειριστή. Και να δείξω και πάλι ποιος είναι το αφεντικό στον Μπένετ και στο υπόλοιπο προσωπικό». Έδειχνε να το διασκεδάζει. «Όχι», αποκρίθηκε τρέμοντας η Άννα. «Δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ». «Μήπως πρέπει να σου θυμίσω ότι αυτό το σπίτι είναι δικό μου; Δεν μπορείς να με διατάξεις να φύγω. Κι επίσης...» της χάρισε ένα σαγηνευτικό χαμόγελο, «νομικά, Άννα, κι εσύ μου ανήκεις, αδιακρίτως αν θεωρείς τον εαυτό σου σύζυγό μου ή όχι». «Όχι», είπε εκείνη με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. «Όχι». «Όχι;» Ο Ντομ πήρε ένα κοροϊδευτικό ύφος, σαν να μην πίστευε τ’ αυτιά του. «Μα, βέρα δεν είναι αυτό που φοράς στον παράμεσο;» «Αυτό δεν το αρνιέμαι. Ξέρω πολύ καλά ότι είμαι σύζυγός σου, κι ας μην έχουμε ιδωθεί ούτε μια φορά μέσα στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από τη μέρα του γάμου μας». Εκείνος στένεψε τα μάτια. «Αν θέλεις να με κάνεις να νιώθω ένοχος, το κατάφερες». «Δεν έχω τέτοια πρόθεση». «Τότε τι είναι αυτό που προσπαθείς να μου πεις;» Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ντομ, αυτό το σπίτι δεν είναι δικό σου».


59

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Δεν κατάλαβα;» Η Άννα ξεροκατάπιε. Δεν ήθελε να το μάθει από εκείνη, και μάλιστα μ’ αυτό τον τρόπο. «Αυτό το σπίτι είναι δικό μου». «Παρακαλώ;» «Αλήθεια». «Θέλεις να πεις ότι με έχουν αποκληρώσει;» Την κοίταζε με γουρλωμένα μάτια, αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που άκουγε. Η Άννα έσφιξε τα χέρια της. «Όχι! Μιλάω μόνο για το σπίτι. Έχει γίνει ένα καταπίστευμα, του οποίου είμαι η μόνη δικαιούχος». Τα χαρακτηριστικά του Ντομ παραμορφώθηκαν. «Εγώ δεν έχω ακούσει τίποτα τέτοιο. Είναι γελοίο! Το Γουέιβερλι Χολ ανήκε στον πατέρα μου. Ποιος θα μπορούσε να κάνει τέτοιο καταπίστευμα που να παραχωρεί σ' εσένα, τη γυναίκα μου, τούτο το σπίτι; Δεν σε πιστεύω!» «Ο Ράδερφορντ», αποκρίθηκε βραχνά η Άννα. Τα μάτια του Ντομ πέταξαν φλόγες και μ’ ένα βήμα ήρθε και στάθηκε σαν πύργος μπροστά της. «Ο Ράδερφορντ;» Η Άννα έκανε ένα βήμα πίσω. «Ναι». Η έκφραση του Ντομ άλλαξε. Άρχισε να συνειδητοποιεί τι του είχε πει η Άννα, και την κοίταξε σαν να ήταν αυτή υπεύθυνη για όλα. Σαν να ήθελε να την πνίξει. Εκείνη έβλεπε το θυμό του να φουντώνει και μίλησε βιαστικά: «Κι εγώ τα έχασα μαθαίνοντάς το! Χτες το βράδυ μου το είπε ο Ράδερφορντ! Μη με κοιτάς έτσι, Ντομ! Με φοβίζεις!» Εκείνος όμως είχε γίνει έξω φρενών. Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια αυτό. Εκείνος ήταν ο μοναδικός εν ζωή κληρονόμος του πατέρα του. Έπρεπε να κληρονομήσει το Γουέιβερλι Χολ. Δεν είχε σημασία που μαζί με τον τίτλο του υποκόμη είχε και πολλά άλλα κτήματα, ένα από τα οποία μάλιστα ήταν πολύ πιο μεγάλο και προσοδοφόρο από το Γουέιβερλι. Εδώ το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

60

θέμα δεν ήταν ο πλούτος, αλλά τούτο το πατρογονικό του σπίτι. Είχε φύγει απ’ το διαμέρισμά του και περιδιάβαζε στο μέγαρο. Όχι προς το μπροστινό σαλόνι, όπου λίγο πριν τόσοι επισκέπτες έτρωγαν κι έπιναν και συζητούσαν για τα πάντα εκτός από τον μακαρίτη, αλλά προς τα πίσω. Η πόρτα της βιβλιοθήκης ήταν μισάνοιχτη. Στάθηκε. Αυτό ήταν το αγαπημένο δωμάτιο του πατέρα του όταν βρισκόταν εδώ. Ο Ντομ το απέφευγε πάντα. Όταν ήταν μικρός, εδώ τον έφερναν να παρουσιαστεί στον πατέρα του για τη σύντομη ημερήσια συζήτησή τους. Ο πατέρας του τον ρωτούσε για τα μαθήματά του, κι όπως ο Ντομ ήταν αμελής, σπάνια μπορούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις του. Ο Φίλιπ Σεντ Τζορτζ δεν έκρυβε την απογοήτευσή του, ούτε το γεγονός ότι πίστευε πως ο γιος του θα ήταν μια αποτυχία και μισή. Κι ο Ντομ, οργισμένος και πληγωμένος, παραμελούσε ακόμα περισσότερο τα μαθήματά του. Ο Φίλιπ όμως δεν τον τιμωρούσε ποτέ. Έτσι που στεκόταν τώρα έξω από τη βιβλιοθήκη του πατέρα του, ο Ντομ ένιωθε σαν να ήταν ξανά οκτώ, εννιά χρονών. Για μια στιγμή ένιωσε ζωντανή την παρουσία του πατέρα του εκεί δίπλα του. Ανατρίχιασε ολόκληρος. Κούνησε το κεφάλι, λέγοντας στον εαυτό του πως δεν πίστευε στα φαντάσματα, κι έσπρωξε την πόρτα. Κάποιος βρισκόταν μέσα - μα όχι φυσικά ο μαρκήσιος. Σε μια μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα στο χρώμα του κρασιού, πίσω από το μεγάλο μαονένιο γραφείο που ήταν τοποθετημένο στο βάθος, απέναντι απ’ την πόρτα, καθόταν ο δούκας του Ράδερφορντ. Ανάμεσά τους ήταν στρωμένο ένα ξεθωριασμένο περσικό χαλί. Ένας καναπές και δυο πολυθρόνες βρίσκονταν μπροστά στο μαύρο γρανιτένιο τζάκι, κι εκατοντάδες βιβλία έντυναν τους τοίχους. Ο Ντομ κοίταξε τον παππού του. Πόσο είχε γεράσει... Ήταν εβδομήντα τεσσάρων χρονών και το έδειχνε. Τα μάτια του ήταν πρησμένα και κόκκινα. Ο Ντομ θυμήθηκε πώς έκλαιγε στο νεκροταφείο. Κατάπληκτος, ένιωσε να τον πνίγουν κι εκείνον τα δάκρυα και τον κυρίευσε μια βαθιά αίσθηση απώλειας. Τώρα πια, δεν θα καταλάβαινε ποτέ τον πατέρα του.


61

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ο Ράδερφορντ σηκώθηκε κι έκανε το γύρο του γραφείου. Ήταν ψηλός, ένα κι ογδόντα, πολύ αδύνατος, και κάποτε τα μαλλιά του ήταν κατάξανθα, όπως όλων των αρσενικών Σεντ Τζορτζ. Τώρα ήταν πυκνά ακόμα, αλλά κάτασπρα. Το βλέμμα του συνάντησε τον Ντομ. «Παππού...» Για μια στιγμή ο Ράδερφορντ φάνηκε πως ήθελε να τον αγκαλιάσει, αλλά αντί γι’ αυτό του έτεινε το ποτήρι που κρατούσε με χέρι που έτρεμε. «Έλα, πιες», είπε. Ο Ντομ πήρε το ποτήρι και το άδειασε μονορούφι. Το κάψιμο στα σωθικά του ήταν ευπρόσδεκτο - το ίδιο και το μούδιασμα στο μυαλό του. «Είσαι καλά, παππού;» «Όχι», απάντησε ο δούκας και πήγε να βυθιστεί ξανά στην πολυθρόνα. Έκρυψε το πρόσωπό του στα παραμορφωμένα από τα αρθριτικά χέρια του κι ο Ντομ αναρωτήθηκε μήπως έκλαιγε πάλι. Στην οικογένειά τους δεν επιδείκνυαν τα αισθήματά τους, αλλά εκείνη τη στιγμή ο Ντομ ήθελε να παρηγορήσει τον παππού του, που δεν ήταν πια ένας μεγαλόπρεπος δούκας, αλλά ένας εύθραυστος γέρος, χτυπημένος από τη θλίψη. Ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό, ο Ντομ πήγε και γονάτισε δίπλα στον παππού του. Δεν βρήκε το κουράγιο να τον αγγίξει, αλλά ψιθύρισε: «Λυπάμαι τόσο πολύ...» Ο Ράδερφορντ έκανε ένα νόημα με το χέρι σαν να τον έδιωχνε και το ρουμπινένιο δαχτυλίδι του με το οικόσημο σπίθισε. «Θα μου περάσει», είπε. Ήταν και περήφανοι στην οικογένειά τους. Ο Ντομ σηκώθηκε και πήγε να βάλει δυο δυνατά ποτά, για να δώσει στον παππού του χρόνο να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. Όταν γύρισε κοντά του, ο δούκας καθόταν στητός και το μόνο σημάδι που έδειχνε πως ίσως είχε κλάψει ήταν τα κατακόκκινα μάτια του. Ο Ντομ άπλωσε το χέρι και του έδωσε ένα ποτήρι γεμάτο κονιάκ. «Δεν μπορώ να το πιστέψω πως πέθανε», του είπε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

62

«Μερικές φορές ο θάνατος έρχεται απρόσμενα», αποκρίθηκε βραχνά ο Ράδερφορντ. «Γιατί δεν ήρθες νωρίτερα;» «Ήμουν στο Παρίσι. Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα». «Μα το Θεό, Ντομ, μακάρι να γύριζες σπίτι κάτω από άλλες συνθήκες». «Μακάρι». «Έλειψες πάρα πολύ». Το είπε σαν να έκανε μια δήλωση. Ο Ντομ έσφιξε τα δόντια του. «Ήμουν πολύ απασχολημένος. Έχω να κουμαντάρω τέσσερα κτήματα. Αντίθετα από άλλους, εγώ δεν αναθέτω τις ευθύνες μου σε διαχειριστές και δικηγόρους». Ο Ράδερφορντ άφησε έναν ήχο σαν φτάρνισμα. «Μπορούσες να έρχεσαι πού και πού στο σπίτι. Όπως όλος ο κόσμος. Τίποτα δεν σε δικαιολογεί που έμεινες τέσσερα χρόνια μακριά απ’ το Γουέιβερλι Χολ και τους γονείς σου». Στένεψε τα μάτια και πρόσθεσε: «Και την Άννα». Ο Ντομ τινάχτηκε. «Μην ανακατεύεσαι στο γάμο μου», είπε. «Αν και, αν η Άννα δεν λέει ανοησίες, έχεις ήδη ανακατευτεί». Ο Ράδερφορντ σηκώθηκε αργά. «Ποιο γάμο; Δεν υπάρχει γάμος. Και θα ανακατευτώ, γιατί ήρθε η ώρα να το κάνω και γιατί κάθε μέρα που περνάει γερνάω και πιο πολύ. Ο τρόπος με τον οποίο φέρθηκες στην Άννα είναι εγκληματικός!» Ο Ντομ προσπάθησε για να συγκρατηθεί. «Όταν την παντρεύτηκα έγινε υποκόμισσα, και τώρα είναι μαρκησία. Κάποια μέρα θα γίνει δούκισσα. Παππού, δεν νομίζω ότι υπέφερε επειδή έγινε γυναίκα μου». «Υπέφερε και πολύ μάλιστα!» Η φωνή του Ράδερφορντ ακούστηκε σαν μπουμπουνητό. Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο. «Ήταν ερωτευμένη μαζί σου όταν σε παντρεύτηκε, κι εσύ το ήξερες πολύ καλά! Από παιδί ήταν ερωτευμένη μαζί σου! Γιατί έλειψες τόσο πολύ;» «Ξέρεις ότι πήγα στον πόλεμο», αποκρίθηκε νευρικά ο Ντομ.


63

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Αηδίες. Περίμενες έξι μήνες πριν πας να καταταγείς. Κι έχεις γυρίσει στην πατρίδα εδώ κι ένα χρόνο. Η αλήθεια είναι πως αν δεν αρρώσταινε τόσο σοβαρά ο Φίλιπ, δεν θα γύριζες καθόλου. Σωστά;» Ο Ντομ συγκροτούσε με το ζόρι τα νεύρα του. «Σωστά», απάντησε. Ο Ράδερφορντ τον κοίταξε καλά καλά. «Ξέρεις, μερικές φορές πιστεύω ότι σε καταλαβαίνω απόλυτα, κι ύστερα βλέπω πως δεν σε καταλαβαίνω καθόλου». «Μερικές φορές δεν καταλαβαίνω ούτε εγώ τον εαυτό μου», είπε ο Ντομ κάνοντας μια γκριμάτσα. «Ξέρω ότι δεν βιαζόσουν να παντρευτείς, αλλά συμφώνησες ότι ήταν πια καιρός. Διάλεξες τη Φελίσιτι κι εγώ δεν έφερα αντίρρηση. Ύστερα, εξέθεσες την Άννα. Την παντρεύτηκες, όπως όφειλες. Λοιπόν, παντρεύτηκες μια σπουδαία γυναίκα. Γιατί την παράτησες;» «Υπήρχαν λόγοι». «Πες μου έναν!» Ο Ντομ δίστασε. «Μπορεί να μην ανεχόμουν τον εαυτό μου γι’ αυτό που είχα κάνει». «Είχες τέσσερα χρόνια για να εξιλεωθείς από το αμάρτημά σου. Γιατί δεν μένεις τώρα εδώ με την Άννα; Να της φερθείς με το σεβασμό και την αγάπη που της αρμόζει;» Ο Ντομ κατέβασε τα μάτια στο ποτήρι του κονιάκ που κρατούσε. «Η Άννα θέλει να φύγω. Με απεχθάνεται». Ο Ράδερφορντ έβγαλε ξανά εκείνο τον περιφρονητικό σαν φτάρνισμα ήχο. «Είναι ερωτευμένη μαζί σου». Ο Ντομ τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, ενώ ένα σιγανό τρέμουλο απλωνόταν σ’ όλο του το κορμί. «Κάνεις λάθος, παππού...» Κι αμέσως: «Είναι αλήθεια ότι σκάρωσες ένα καταπίστευμα που αφήνει στην Άννα τούτο το σπίτι;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

64

Ο Ράδερφορντ τον κοίταξε αυστηρά. «Υπάρχει όντως ένα καταπίστευμα», είπε. «Όταν πεθάνω, η Άννα θα πάρει το σπίτι κι ένα ετήσιο εισόδημα. Η γη παραμένει δική σου». «Δεν το πιστεύω». «Όχι; Μα όλα είναι απολύτως νόμιμα. Πριν παντρευτείς με την Άννα, οι δικηγόροι μου συνέταξαν ένα χωριστό συμβόλαιο ιδιοκτησίας που το υπογράψαμε κι ο πατέρας σου κι εγώ». Πριν από το γάμο του με την Άννα; Ο Ντομ τον κοίταξε καλά καλά. «Τι στο διάβολο είναι το χωριστό συμβόλαιο ιδιοκτησίας;» «Όταν ο πατέρας σου πέθανε, η ψιλή κυριότητα του Γουέιβερλι Χολ πέρασε στην Άννα, καθώς εσύ δεν είχες άλλο κληρονόμο. Δημιουργήθηκε ένα καταπίστευμα που το επιβλέπει το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά η Άννα έχει απόλυτη πρόσβαση στην ιδιοκτησία και στα κεφάλαιά της, αρκεί να υποβάλει σχετικό αίτημα στον καταπιστευματοδόχο που διαχειρίζεται την κληρονομιά». Ο Ράδερφορντ κοίταξε κατάματα τον Ντομ και πρόσθεσε: «Καταπιστευματοδόχος είμαι εγώ». Ο Ντομ ένιωθε τ’ αυτιά του να βουίζουν. «Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις εμένα αυτό;» γρύλισε. «Αυτό το σπίτι πρέπει ν’ ανήκει σ’ εμένα. Αν θέλεις να ανακατευτείς στο γάμο μου και να κάνεις την Άννα ανεξάρτητη -αν κι ένας Θεός ξέρει πόσο ανεξάρτητη είναι ήδη-, δώσε της μια άλλη ιδιοκτησία. Όχι όμως το σπίτι στο οποίο γεννήθηκα! Όχι το σπίτι του πατέρα μου!» Ο Ράδερφορντ δεν είπε τίποτα. Απέμεινε μόνο να τον κοιτάζει μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. «Το βρίσκεις διασκεδαστικό αυτό;» φώναξε ο Ντομ. «Μα τι στην ευχή σκαρώνεις;» «Ντόμινικ, δεν βρίσκω καθόλου διασκεδαστική τη συμπεριφορά σου απέναντι στην Άννα. Αλλά, τι σε κάνει να πιστεύεις πως κάτι σκαρώνω;» «Σε ξέρω, παππού! Ή μήπως αγαπάς την Άννα τόσο πολύ που έχασες τα λογικά σου;» «Την αγαπάω όντως την Άννα. Πες πως είναι η κόρη που δεν


65

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

απέκτησα ποτέ. Είναι η πιο καλή γυναίκα που γνώρισα εδώ και χρόνια. Ζεστή, έξυπνη, σπιρτόζα, αποφασιστική. Έλειψες τέσσερα χρόνια και δεν ξέρεις τι έχεις χάσει. Κάποιος λοιπόν πρέπει να σ’ το πει». «Νομίζω πως είμαι ικανός να κρίνω μια γυναίκα χωρίς τη δική σου παρέμβαση». Σκασμένος, νευριασμένος, ο Ντομ πήγε στο μπαρ και έβαλε άλλο ένα κονιάκ. Μα ήπιε μόνο μια γουλιά, γιατί δεν ήθελε να θολώσει το μυαλό του. «Παππού, τι θέλεις από μένα;» ρώτησε. «Θέλω να φερθείς στην Άννα όπως πρέπει, όπως της αξίζει». «Και νομίζεις πως αν την κάνεις πιο ανεξάρτητη, αν της δώσεις την κληρονομιά του πατέρα μου, εγώ θα της φερθώ όπως πρέπει να φέρεται ένας σύζυγος;» Γέλασε πικρά. «Για σκέψου το ξανά». «Νομίζω πως η Άννα υπέφερε πολύ περισσότερο απ’ όσο της άξιζε, εξαιτίας του αισχρού τρόπου με τον οποίο της φέρθηκες. Νομίζω πως της αξίζει μια ιδιοκτησία κι ένα δικό της εισόδημα, αφού δεν έχει έναν κανονικό σύζυγο. Δεν είναι δίκαιο;» Ο Ντομ τον κοίταξε πελιδνός. «Μου φαίνεται πως αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ξερά. «Αλήθεια;» Ο τόνος του Ράδερφορντ μαλάκωσε. «Αγόρι μου, η ζωή δεν είναι μόνο λογαριασμοί, εξέταση παραπόνων, οικονομικά πάρε-δώσε και ιπποδρομίες. Κι εκείνες οι όμορφες γυναίκες που βάζεις στο κρεβάτι σου δεν υποκαθιστούν μια σύζυγο. Ντομ, μερικές φορές μου φαίνεται πως επιδιώκεις επίτηδες τη μοναξιά». Ο Ντομ μούτρωσε κι η φωνή του σκλήρυνε. «Δεν νιώθω μοναξιά». «Αν πιστεύεις ότι η συντροφιά εκείνης της Γαλλίδας ηθοποιού μπορεί να ζεστάνει την ψυχή σου, τότε είσαι βλάκας με περικεφαλαία», αποκρίθηκε απλά ο Ράδερφορντ. «Δεν θα καθίσω ν’ ακούω τέτοια πράγματα». «Ναι, θα καθίσεις. Είσαι υποχρεωμένος να με ακούσεις, αν θέλεις να ξανακερδίσεις το Γουέιβερλι Χολ». Ο Ντομ έσφιξε τις γροθιές του. «Τώρα μάλιστα!» είπε. «Ασφαλώς και το θέλω αυτό το σπίτι. Θα δώσω της Άννας ένα άλλο, θα της δώσω μια ιδιοκτησία δέκα φορές


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

66

πιο μεγάλη, αν αυτό είναι που επιθυμεί». Ο Ράδερφορντ χαμογέλασε. «Λοιπόν; Τι πρέπει να κάνω για να ξανακερδίσω αυτό το σπίτι;» Ο Ράδερφορντ συνέχισε να χαμογελάει, κι ο Ντομ ένιωσε το μέτωπό του να ιδρώνει. «Ένας άντρας σαν εσένα μπορεί να κερδίσει πολύ εύκολα το Γουέιβερλι Χολ», είπε ο δούκας. Ο Ντομ δεν του απάντησε. Περίμενε γεμάτος αγωνία ν’ ακούσει τη συνέχεια. «Θέλω ένα δισέγγονο πριν πεθάνω», είπε ο Ράδερφορντ, χωρίς να χαμογελάει πια. «Και δεν έχω πολύ χρόνο για να το χαρώ». Ο Ντομ δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. «Και δεν εννοώ ένα από τα μπάσταρδά σου. Άφησε έγκυο τη γυναίκα σου, κάνε μας έναν κληρονόμο. Και το καταπίστευμα θα γυρίσει σ’ εσένα».


67

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

5

Η Άννα είχε τρέξει να κρυφτεί στο δωμάτιό της. Αλλά κι εκεί την κυνηγούσε η κατάπληκτη και εξοργισμένη μορφή του Ντομ. Βημάτιζε πάνω-κάτω στο δωμάτιό της, κοιτάζοντας μια έξω από το παράθυρο, μια ένα βάζο με φρεσκοκομμένα λουλούδια από τους κήπους του Γουέιβερλι. Ένιωθε σαν φυλακισμένη. Μετά τις δύο συζητήσεις -μια με τη μητέρα του Ντομ και μια με τον ίδιο- δίσταζε να αφήσει το καταφύγιο της κρεβατοκάμαράς της και να κατέβει κάτω. Ο Ντομ είχε φύγει εξαγριωμένος για να πάει να βρει τον παππού του και τώρα πια θα ήξερε από πρώτο χέρι όλη την ιστορία του καταπιστεύματος. Θα είχε ηρεμήσει τάχα ή θα ήταν ακόμα πιο εξαγριωμένος; Η Άννα υποψιαζόταν ότι τα νεύρα του θα ήταν ακόμα φουντωμένα. Όσο για την ίδια, αυτή ένιωθε προσβεβλημένη και εξαντλημένη. Δεν είχε ζητήσει τίποτε απ’ όλα αυτά. Ούτε την επιστροφή του Ντομ ούτε το καταπίστευμα ούτε το Γουέιβερλι Χολ. Κι ασφαλώς ούτε το φιλί του Ντομ. Απότομα, σταμάτησε να σκέφτεται. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να σκέφτεται το φιλί του. Εκείνο που έπρεπε να σκεφτεί ήταν πώς θα τον έπειθε να φύγει από το Γουέιβερλι Χολ. Μήπως τώρα που είχε μάθει ότι δεν ήταν πια ο αφέντης εκεί πέρα, θα καταλάβαινε ότι ήταν ίσως καλύτερα να φύγει; Ωστόσο, το φιλί του της έκαιγε ακόμα τα χείλη. Αχ, Θεέ μου, ποιον κοροϊδεύω; συλλογίστηκε. Τον μισούσε, σίγουρα, αλλά θα της σπάραζε την καρδιά όταν θα έφευγε. Γιατί ένα κομμάτι του εαυτού της τον αγαπούσε ακόμα - και θα τον αγαπούσε για πάντα. Κοίταξε έξω τη νυχτερινή ομίχλη. Τα άστρα είχαν εξαφανιστεί πίσω της. Οι τολύπες της, που στριφογύριζαν γύρω από θάμνους


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

68

και δέντρα, έκαναν το τοπίο να δείχνει κατοικημένο από φαντάσματα. Η Άννα είχε ζήσει χρόνια με την ομίχλη, αλλά απόψε της φαινόταν αλλόκοτη, απόκοσμη, γεμάτη πνιγηρή μοναξιά. Έκλεισε τα μάτια. Τα είχε καταφέρει μια χαρά να επιζήσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το Γουέιβερλι Χολ ήταν τώρα το σπίτι της και η ζωή της εκεί της άρεσε. Η επιστροφή του Ντομ όμως είχε γεννήσει μέσα της συναισθήματα που δεν τα ήθελε, που δεν της άρεσαν. Κι αυτό την έκανε να θυμώνει. Κι ακόμα πιο πολύ τη θύμωνε το γεγονός ότι κρυβόταν στο δωμάτιό της επειδή φοβόταν μήπως ερχόταν ξανά πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Απότομα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο. Με γρήγορα βήματα κατέβηκε στο ισόγειο και βγήκε από το σπίτι. Ήθελε να απομακρυνθεί όσο περισσότερο μπορούσε από τους ενοίκους του. Ήθελε να απομακρυνθεί από τον άντρα που τόσο βλακωδώς -και τόσο πρόθυμα-είχε παντρευτεί. Πίσω από τη σκιά ενός δέντρου εμφανίστηκε ένας άντρας. «Άννα...» Η Άννα αναπήδησε κι έφερε το χέρι της στο στήθος της. «Πάτρικ! Με τρόμαξες!» Ο Πάτρικ Κόλινς την πλησίασε και της έπιασε το χέρι. «Συγγνώμη», της είπε και την κοίταξε προσεκτικά. «Τι γυρεύεις εδώ;» τον ρώτησε αυτή. «Νόμιζα ότι είχες φύγει μαζί με τους άλλους». «Ανησυχώ για σένα... Άννα, δεν θέλω να βρίσκεσαι στο ίδιο σπίτι μ’ εκείνον... Είσαι καλά;» Η Άννα δεν μπορούσε να χαμογελάσει στον αδερφό της Φελίσιτι, αλλά του έσφιξε με δύναμη το χέρι. Χαιρόταν πολύ που τον έβλεπε. «Μάλλον δεν είμαι καλά», του απάντησε. Εκείνος πέρασε το χέρι του στους ώμους της. «Σου έκανε τίποτα αυτός;» «Όχι ακριβώς...» «Έλα να περπατήσουμε λίγο». Άρχισαν να περπατούν στο γρασίδι, με τα φώτα του σπιτιού για


69

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

οδηγό. Ο Πάτρικ δεν έπαιρνε το χέρι του από τους ώμους της κι εκείνη άρχιζε να μη νιώθει άνετα. Ήξερε φυσικά τα αισθήματα του Πάτρικ. Αν και δεν της τα είχε αποκαλύψει ποτέ ξεκάθαρα, η Άννα ήταν σίγουρη πως ήταν ερωτευμένος μαζί της. Γι’ αυτό στεκόταν συνεχώς στο πλευρό της τούτα τα τελευταία χρόνια. Στο πλάι του σπιτιού υπήρχε ένας λαβύρινθος από καλοκουρεμενους θάμνους. Σιωπηλοί, μπήκαν μέσα του. Όταν οι θάμνοι τούς απομόνωσαν από τον υπόλοιπο κόσμο, ο Πάτρικ στάθηκε και την έπιασε από τα μπράτσα. «Έμαθε για το καταπίστευμα;» Η Άννα κατένευσε. «Και έγινε έξω φρενών», είπε. Μια αινιγματική έκφραση απλώθηκε στο πρόσωπο του Πάτρικ. «Δεν του την έχουν ξαναφέρει έτσι άλλη φορά. Ως τώρα αποκτούσε πάντα ό,τι ήθελε. Πρέπει να ένιωσε μεγάλο σοκ». «Μιλάς σαν να το ευχαριστιέσαι». «Απλώς λέω την αλήθεια. Τι σκοπεύει να κάνει; Θα φύγει;» «Δεν έχω ιδέα. Υπαινίχθηκε ότι άλλαξε γνώμη και θα μείνει, αλλά αυτό έγινε πριν του πω για το καταπίστευμα». «Κάτι μου λέει πως δεν θα το αποδεχτεί με σταυρωμένα χέρια», μουρμούρισε ο Πάτρικ. «Άννα, ανησυχώ για σένα». Η Άννα κοίταξε το όμορφο πρόσωπο του Πάτρικ κι είδε την ανησυχία και το ενδιαφέρον στα μάτια του. Πάρα πολλές φορές είχε ανακουφιστεί λέγοντάς του τα βάσανά της, και τώρα ήταν έτοιμη να του πει όλα όσα ένιωθε. Μα τι ακριβώς θα του έλεγε, τη στιγμή που φοβόταν να παραδεχτεί κι η ίδια τα αισθήματά της; Σκούπισε τα μάτια της με τ’ ακροδάχτυλά της. Ο Πάτρικ άφησε ένα λυγμό και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αγκαλιάζονταν, αλλά τώρα η Άννα έγειρε πάνω του κι ακούμπησε στον ώμο του. Εκείνος την έσφιξε δυνατά. «Άννα, μην τον αφήσεις να σε αγγίξει». Η Άννα τινάχτηκε κι έκανε να τραβηχτεί, αλλά ο Πάτρικ δεν την άφησε. Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Σε χρησιμοποίησε μια φορά», την προειδοποίησε εκείνος. «Θα σε


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

70

χρησιμοποιήσει ξανά. Ή θα προσπαθήσει. Τον είδα πώς σε κοίταζε στο σαλόνι. Οι προθέσεις του κάθε άλλο παρά έντιμες είναι». Η Άννα ξεγλίστρησε από την αγκαλιά του. «Πάτρικ, το παρατραβάς». «Άννα...» «Όχι! Είμαι μεγάλη γυναίκα κι απόλυτα ικανή να χειριστώ τις υποθέσεις μου. Ξέρω πώς να αντιμετωπίσω το γάμο μου». «Αλήθεια;» Ο Πάτρικ στράβωσε το στόμα. «Νομίζω πως υπερεκτιμάς τον εαυτό σου. Μέχρι στιγμής, δεν τα έχεις πάει καλά με το γάμο σου. Ο άντρας σου σε εγκατέλειψε, σ’ άφησε ολομόναχη. Ποιος σε παρηγορούσε; Ποιος σε συμβούλευε;» Η Άννα έκανε μια γκριμάτσα. «Είσαι ένας πολύτιμος φίλος, σ’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία», του είπε. «Αναγνωρίζω ότι με βοήθησες να αντιμετωπίσω δύσκολες στιγμές». Αλλά-πρόσθεσε από μέσα της- έχω ορκιστεί να φυλάγομαι με νύχια και με δόντια απ’ οποιονδήποτε άντρα μού προσφέρει την ψευδαίσθηση της αγάπης. «Μη με κρατάς έξω απ’ όσα σου συμβαίνουν τώρα», της είπε ο Πάτρικ. «Για τον Ντομ Σεντ Τζορτζ είσαι ένα τίποτα. Δεν έχει καμιά ηθική. Θα σε χρησιμοποιήσει ξανά αν του το επιτρέψεις». Η βαθιά ανάσα που πήρε η Άννα δεν κατάφερε να την ηρεμήσει. «Δεν πρόκειται να επιτρέψω τίποτα. Αλλά μήπως είσαι κάπως άδικος απέναντι του;» Ο τόνος της ήταν λιγάκι καυστικός. «Νόμιζα πως ήσουν φίλος του». «Κάποτε είχαμε στενή σχέση. Τρέχαμε και παίζαμε μαζί όταν ήμαστε παιδιά, όπως ασφαλώς ξέρεις, και πήγαμε μαζί στο Ίτον και στο Κέιμπριτζ. Στο πανεπιστήμιο όμως κινηθήκαμε σε εντελώς διαφορετικούς κύκλους. Και τώρα οι δρόμοι μας διασταυρώνονται σπάνια. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ φίλο μου τον Ντομ». «Ίσως δεν θα ’πρεπε να ρίχνεις τότε τόσο γρήγορα το λίθο του αναθέματος», του είπε εκείνη επιθετικά. «Έχει μια ερωμένη που τη συντηρεί!» γρύλισε ο Πάτρικ. «Το ξέρεις, φυσικά». Η Άννα τινάχτηκε. Το ήξερε βέβαια. Πριν από λίγο καιρό ο Ντομ


71

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

είχε μπλέξει με μια πολύ διάσημη Γαλλίδα ηθοποιό, που τη θεωρούσαν μια από τις πιο όμορφες γυναίκες που έχουν ανέβει στη σκηνή. Η Άννα όμως προσπαθούσε να μην το σκέφτεται. «Πολλοί άντρες έχουν ερωμένη», είπε. «Και πολλοί άλλοι δεν έχουν». «Αν ο γάμος μας ήταν αλλιώς, μπορεί να είχε σημασία. Τώρα όμως δεν έχει», είπε ψέματα η Άννα. «Λυπάμαι, Άννα», έκανε πίσω ο Πάτρικ, καταλαβαίνοντας ότι είχε κερδίσει. Εκείνη αναστέναξε. «Γιατί λογομαχούμε γι’ αυτό το ζήτημα; Γιατί τον υπερασπίζομαι;» «Δεν ξέρω». «Κι εγώ λυπάμαι... Πάτρικ, η φιλία μας έχει μεγάλη σημασία για μένα». «Σ’ ευχαριστώ», αποκρίθηκε βαρύθυμα ο Πάτρικ. Η Άννα του χαμογέλασε βεβιασμένα και τον άγγιξε στο μπράτσο. «Γυρίζουμε;» Εκείνος δεν κουνήθηκε. «Άννα, πριν γυρίσουμε θέλω να σου υπενθυμίσω ότι πρέπει να προσέχεις. Σε παρακαλώ, να θυμάσαι τι σου έκανε πριν από τέσσερα χρόνια. Αυτό μόνο σου ζητάω». Η Άννα ξεροκατάπιε. Κι είπε δυο λόγια που έβγαιναν από την καρδιά της: «Δύσκολα μπορώ να ξεχάσω το παρελθόν, Πάτρικ. Κι ακόμα πιο δύσκολα να το συγχωρήσω». Το παιχνίδι που έπαιζε ο Ράδερφορντ ήταν ξεκάθαρο. Ο Ντομ βημάτιζε πάνω-κάτω στη βεράντα κοιτάζοντας την ομίχλη να στριφογυρίζει πάνω στους κήπους και στα κάγκελα. Του ξέφυγε μια βρισιά. Από κάπου μακριά ακουγόταν το βέλασμα ενός αρνιού και τα κουδούνια από τις αγελάδες. Το είχε παρακάνει ο Ράδερφορντ. Ισχυριζόταν ότι με αυτό το γελοίο καταπίστευμα αποζημίωνε την Άννα, επειδή εκείνος την είχε εγκαταλείψει εδώ και τέσσερα χρόνια. Αυτό όμως που πραγματικά ήθελε, ήταν να γίνει ο Ντομ


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

72

αληθινός σύζυγος, να κάνει μαζί της έναν κληρονόμο για να διασφαλιστεί η διαδοχή του δουκάτου. Ο Ντομ έκανε μια γκριμάτσα. Παράλληλα μ’ αυτό, ο Ράδερφορντ τον τιμωρούσε. Μπορούσε να δώσει στην Άννα οποιαδήποτε άλλη ιδιοκτησία, αλλά ήξερε πόσο θα τον πονούσε η απώλεια τούτου του σπιτιού. Ναι, θα ήταν οδυνηρό να χάσει το σπίτι του πατέρα του, αλλά δεν θα πέθαινε κιόλας. Δεν θα υπέκυπτε, δεν ήθελε να τον ποδηγετεί έτσι ο παππούς του. Αυτόν δεν τον ένοιαζε ν’ αποκτήσει νόμιμο κληρονόμο. Είχε δυο νόθα παιδιά, ένα γιο και μια κόρη, κι αν χρειαζόταν μπορούσε να αναγνωρίσει νόμιμα τον γιο του. Τα φρόντιζε καλά και τα δύο και τα επισκεπτόταν τακτικά, καθώς είχε τακτοποιήσει με κάθε πολυτέλεια τη μητέρα τους σ’ ένα σπίτι κοντά στο δικό του. Η γυναίκα εκείνη, η Τζούλια Γκάφνι, υπήρξε ερωμένη του επί πέντε χρόνια. Το ένστικτό του τού έλεγε ν’ αψηφήσει τον παππού του και να αφήσει την Άννα να πάρει το Γουέιβερλι Χολ. Λοιπόν, θα έφευγε αύριο, μόλις θα ανοιγόταν η διαθήκη του Φίλιπ. Θα επέστρεφε στο Λάιονς Χιλ, στην έπαυλή του έξω από το Λονδίνο, όπου περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του καιρού του κοντά στα παιδιά του. Έστρωσε τα μαλλιά του με το χέρι. Συγχωρούσε τον Ράδερφορντ που ήθελε αμέσως ένα νόμιμο εγγόνι, αλλά δεν τον συγχωρούσε με τίποτα για τη βάρβαρη τακτική του. Αν είχε προσπαθήσει απλώς να τον πείσει με διάφορα επιχειρήματα, μπορεί και να υπέκυπτε, καθώς μάλιστα δεν θα του κακόπεφτε να πλαγιάσει με την Άννα. Αυτά τα καμώματα όμως δεν μπορούσε να τα ανεχθεί. «Ντόμινικ...» Η φωνή της μητέρας του τον έκανε να τιναχτεί. Γύρισε και προσπάθησε να τη διακρίνει μέσα στο σκοτάδι. Η Κλαρίς στεκόταν δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα, αιθέρια και πανέμορφη. Η ομίχλη στριφογύριζε γύρω από τη φούστα της και την είδε να σφίγγει επάνω της το μαύρο σάλι, με το οποίο ήταν τυλιγμένη, και


73

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

να προχωράει προς το μέρος του. Κολλημένη επάνω της, ερχόταν και μια φουντωτή γάτα που είχε ίδιο χρώμα με την ομίχλη. «Με έψαχνες, μητέρα;» «Ναι...» Δίστασε για λίγο, μα συνέχισε: «Νωρίτερα, με τόσο κόσμο γύρω μας, δεν είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε». «Τι μπορώ να κάνω για να ελαφρύνω τον πόνο σου, μητέρα;» τη ρώτησε ο Ντο μ πλησιάζοντάς την. Η Κλαρίς κάρφωσε το βλέμμα της στην ομίχλη που τύλιγε τα πάντα. «Ντόμινικ, ανησυχώ πάρα πολύ». Ο Ντομ ήθελε να την παρηγορήσει, να την πάρει στην αγκαλιά του. Καθώς όμως τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, άφησε τα χέρια του να κρεμαστούν στα πλευρά του. «Για ποιο πράγμα ανησυχείς;» «Για τα πάντα. Για τον εαυτό μου, για σένα». «Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς για μένα, κι ασφαλώς ούτε για τον εαυτό σου». «Έμαθες για το γελοίο καταπίστευμα του Ράδερφορντ;» Ο θυμός του Ντομ φούντωσε ξανά και κοίταξε αλλού. «Ναι», είπε ξερά. Η Κλαρίς ήρθε αμέσως δίπλα του και τον άγγιξε στον ώμο. «Ντόμινικ, το Γουέιβερλι Χολ πρέπει ν’ ανήκει σ’ εσένα!» φώναξε. «Ναι, πρέπει. Μόνο που τώρα ανήκει στην Άννα». «Το παράκανε ο παππούς σου. Σαν να μου φαίνεται ότι τα έχει χαμένα». «Σίγουρα το παράκανε, αλλά δεν πάσχει από γεροντική άνοια. Ξέρει πολύ καλά τι κάνει». «Όπως κι η Άννα», πρόσθεσε με πρωτόγνωρη κακία η Κλαρίς. Ο Ντομ τινάχτηκε ακούγοντάς την. «Τι θες να πεις;» τη ρώτησε. Η μητέρα του τον κοίταξε μ’ ένα πολύ παρακλητικό βλέμμα. «Χρόνια και χρόνια τον δουλεύει τον δούκα. Τώρα είναι μαρκησία και έχει τον απόλυτο έλεγχο μιας πολύ μεγάλης περιουσίας. Λες να τα σκαρφίστηκε μόνος του όλα αυτά ο Ράδερφορντ;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

74

«Ναι, έτσι λέω». Ο Ντομ την κοίταξε καλά καλά, προσπαθώντας να καταλάβει πού το πήγαινε. «Μητέρα, τι προσπαθείς να μου πεις;» Η Κλαρίς άστραψε οργισμένη. «Η γυναίκα σου είναι μια δολοπλόκος! Ντομ, λυπάμαι που σ’ το λέω εγώ, αλλά είναι πολύ έξυπνη και πολύ ικανή. Εσύ, έλειπες τέσσερα ολόκληρα χρόνια και δεν ξέρεις. Εκείνη όμως πέρασε αυτά τα τέσσερα χρόνια καλοπιάνοντας τον Ράδερφορντ και κλέβοντας την αγάπη του. Τη λατρεύει ο γέρος! Μπορεί να πέσει να φιλήσει το χώμα που πατάει! Πιστεύει ότι είναι ανίκανη να κάνει το παραμικρό κακό! Της παραχώρησε δικαιώματα που ανήκουν σ’ εσένα! Έπαιξε το παιχνίδι της!» Ο Ντομ κοίταξε τη μητέρα του με γουρλωμένα μάτια. Όπως κι ο περισσότερος κόσμος, θεωρούσε την Άννα τυχοδιώκτρια και παλιογυναίκα. Εκείνος όμως την ήξερε καλά την Άννα. Και κυρίως, όσο κι αν προσπαθούσε να ξεχάσει εκείνη την εκρηκτική νύχτα στον κήπο, η ανάμνησή της έμενε χαραγμένη για πάντα στη σκέψη του. Η Άννα ήταν αθώα και πολύ καλή. Εκείνος ήταν το κάθαρμα. «Μητέρα, δεν θεωρώ την Άννα ούτε τόσο αδίστακτη ούτε τόσο έξυπνη». «Ήταν αρκετά έξυπνη για να σου κλείσει ραντεβού τη νύχτα που αρραβωνιαζόσουν τη Φελίσιτι. Και δες τι κατάφερε!» φώναξε η Κλαρίς. Η έκφραση του Ντομ άλλαξε. «Το φταίξιμο ήταν και δικό μου. Και μάλιστα εγώ έφταιγα περισσότερο. Δεν έπρεπε ν’ απαντήσω στο σημείωμά της. Και στη συνέχεια, έπρεπε να φερθώ σαν κύριος». «Δεν σε κατηγορώ που σε τύλιξε αυτό το γύναιο. Πονηρές δολοπλόκοι τυλίγουν τους άντρες από καταβολής κόσμου». Ο Ντομ δαγκώθηκε. «Μητέρα, η Άννα είναι γυναίκα μου». «Την υπερασπίζεσαι τώρα; Αφού σε υποχρέωσε να την παντρευτείς κι αφού έκανε δικό της τούτο το σπίτι κι ένα πριγκιπικό εισόδημα;» «Αυτό ήταν επιλογή του Ράδερφορντ».


75

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Δεν ξέρεις ποια έχεις παντρευτεί!» φώναξε η Κλαρίς. «Έχει γίνει βασίλισσα εδώ πέρα. Αυτή διευθύνει το κτήμα. Πολύ πριν αναγγείλει το καταπίστευμά του ο Ράδερφορντ, η Άννα έλεγχε απόλυτα το Γουέιβερλι. Τώρα έχει πιο πολλά από τις περισσότερες γυναίκες του τόπου, αλλά φαίνεται πως δεν της είναι αρκετά!» Ο Ντομ είχε απομείνει να την κοιτάζει άναυδος. «Ξέρεις γιατί απέλυσε τον διαχειριστή; Απλώς και μόνο για να μπορεί να διευθύνει το κτήμα χωρίς παρεμβάσεις!» «Αυτή απέλυσε τον Τζορτζ Χάρβι;» Ο Ντομ την κοίταξε απορημένος. «Εγώ ξέρω ότι τον απέλυσε ο πατέρας μου». «Όχι. Η Άννα το έκανε. Ο πατέρας σου ενέκρινε την απόφασή της χωρίς να δώσει και πολλή σημασία». «Μένω κατάπληκτος. Ώστε διεύθυνε στ’ αλήθεια το κτήμα... Πρόκειται για τρομακτικά δύσκολη δουλειά. Οι περισσότεροι άντρες δεν θα τα κατάφερναν μόνοι τους». «Μιλάς σαν να τη θαυμάζεις!» «Μπορεί και να τη θαυμάζω», αποκρίθηκε συλλογισμένος ο Ντομ. «Μητέρα, μου είναι αδύνατο να πιστέψω ότι η Άννα είναι τόσο πονηρή κι αδίστακτη. Εκείνο το βράδυ ήταν αθώα, κι ο μόνος που φταίει για την αποπλάνησή της είμαι εγώ. Είχα καθήκον να την παντρευτώ, αλλά τελικά το μόνο που κατάφερα ήταν να την πληγώσω. Και τώρα, φυσικά, με απεχθάνεται. Κι έχει κάθε δίκιο». «Κάνεις λάθος! Δεν την ξέρεις! Ντομ, δεν μπορείς να φύγεις τώρα!» «Και γιατί, παρακαλώ;» «Γιατί τα πράγματα θα χειροτερέψουν εδώ. Παρά το καταπίστευμα, αν μείνεις θα μπορείς να ελέγχεις την κατάσταση. Εμένα η Άννα δεν με συμπαθεί καθόλου». Η Κλαρίς σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια της. «Πού θα πάω αν αποφασίσει πως δεν με θέλει άλλο εδώ; Τι θ’ απογίνω;» «Μητέρα, η Άννα δεν πρόκειται να σου ζητήσει να φύγεις από τούτο το σπίτι. Δεν θα το επιτρέψω». Ο Ντομ την αγκάλιασε από τη μέση και την τράβηξε κοντά του. «Μπορεί ωστόσο να προτιμούσες εσύ η ίδια να ζήσεις κάπου αλλού. Και ασφαλώς, είσαι


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

76

ευπρόσδεκτη σ’ οποιοδήποτε από τα σπίτια μου». «Εμένα εδώ είναι το σπίτι μου. Μου αρέσει εδώ. Δεν θέλω να ζήσω κάπου αλλού». «Τότε θα μείνεις εδώ». Η Κλαρίς πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σε παρακαλώ, μείνε. Για λίγο έστω. Μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα. Ντομ, της Άννας της χρειάζεται να της υπενθυμίσεις ότι είσαι ο κύριος και αφέντης της». Δίστασε μια στιγμή, κι ύστερα πρόσθεσε: «Αν πρέπει να φύγει κάποια, αυτή είναι η Άννα». «Όχι!» απάντησε κοφτά ο Ντομ. «Τώρα το Γουέιβερλι είναι και δικό της σπίτι. Την αντιμετωπίζεις με πολύ μεγάλη κακία. Σκέφτηκες ποτέ ότι έχετε πάρα πολλά κοινά σημεία; Αγαπάτε κι οι δυο τούτο το κτήμα. Εσύ είσαι η μητέρα μου, αυτή η γυναίκα μου. Γιατί δεν μπορείτε να γίνετε φίλες; Εγώ θα σου ήμουν υπόχρεος αν σύστηνες την Άννα στην αριστοκρατία και τη βοηθούσες να δημιουργήσει φιλίες». «Μα τι είναι αυτά που λες;» είπε με κομμένη την ανάσα η Κλαρίς. «Φεύγω αύριο, όπως το είχα σχεδιάσει. Ωστόσο, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο δύσκολη πρέπει να είναι η ζωή που κάνει η Άννα εδώ στην εξοχή, ολομόναχη. Θέλω να συμφιλιωθείτε». «Μα...» η Κλαρίς κόμπιασε κατάχλομη. «Μητέρα, δεν πιστεύω να μου αρνηθείς κάτι τόσο απλό, ε;» Ο τόνος του Ντομ ήταν απατηλά ήπιος. Ήταν συνηθισμένος να τον υπακούουν στη στιγμή οι πάντες. Και τώρα, ύστερα από το θάνατο του Φίλιπ, είχε γίνει ακόμα πιο δυνατός. Η Κλαρίς συμφώνησε σιωπηλά και γύρισε να φύγει, αλλά ο Ντομ την εμπόδισε. «Μητέρα, το εκτιμώ πολύ που ήρθες να μου μιλήσεις». Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. «Ντόμινικ, ξέρω πως δεν υπήρξα και πολύ καλή μητέρα. Λυπάμαι». «Ήσουν μια χαρά», αποκρίθηκε εκείνος με βραχνή φωνή. Κατάφερε να χαμογελάσει, και πρόσθεσε: «Μου φαίνεται πως επιτέλους αρχίζουμε να γνωριζόμαστε. Τον πατέρα μου δεν τον


77

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

γνώρισα ποτέ στ’ αλήθεια και τώρα είναι πολύ αργά. Δεν θέλω να κάνω το ίδιο λάθος και μ’ εσένα». Η Κλαρίς έγλειψε τα χείλη της, κούνησε το κεφάλι κι ύστερα έσκυψε να σηκώσει τη γάτα της. Όταν ξαναμίλησε, τα χείλη της έτρεμαν. «Όταν γεννήθηκες, δεν ήθελα να σε δώσω σε παραμάνα. Ο πατέρας σου κι ο Ράδερφορντ όμως το απαίτησαν. Αργότερα, ήθελα και πάλι να αναλάβω εγώ τη φροντίδα σου, αλλά μου είπαν πως αποκλειστικά υπεύθυνη για σένα θα ήταν η νταντά σου». Πετάρισε τα μάτια της για να τα καθαρίσει από τα δάκρυα και συνέχισε: «Προσπάθησα ακόμα να κάνω και κάποια μικρά πράγματα για σένα, να σε κάνω μπάνιο, να σε χτενίζω. Ο πατέρας σου όμως επέμενε ότι αυτές τις δουλειές τις κάνουν οι νταντάδες. Επέμενε να περνάω μόνο μια ώρα τη μέρα μαζί σου - μια ώρα που την επέλεγε αυτός, όχι εγώ. Κι έτσι παίρναμε μαζί το τσάι. “Αυτό είναι αρκετό”, έλεγε». «Όχι! Γιατί το έκανε αυτό το πράγμα;» «Δεν άρμοζε στη θέση μου να σε μεγαλώνω εγώ, έλεγε. Μα αυτό ήταν ψέμα. Δεν ήταν καθόλου ανάρμοστο για τη θέση μου. Ο Ράδερφορντ δεν ήθελε να σε αναθρέψω εγώ, γιατί δεν με συγχώρησε ποτέ που κλέφτηκα με τον Φίλιπ». «Θεέ μου», είπε με βουβή οργή ο Ντομ. Θυμόταν πολύ καλά πόσο ήθελε τη μητέρα του όταν ήταν παιδί. Εκείνη όμως δεν έμενε ποτέ κοντά του. Βρισκόταν πάντα στα δωμάτιά της. Ακόμα κι όταν έπεσε από το αλογάκι του κι έσπασε τον αστράγαλό του, εκείνοι που τον φρόντισαν και τον παρηγόρησαν ήταν η οικονόμος, ο μπάτλερ κι η νταντά του. Όχι η μητέρα του. «Ο παππούς σου μπορεί να γίνει τύραννος, άμα το θέλει», είπε η Κλαρίς και τα μάτια της άστραψαν οργισμένα. Στο μυαλό του Ντομ ήρθε το καταπίστευμα. «Ναι, σίγουρα», συμφώνησε. «Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησε η Κλαρίς κοιτάζοντας τον προσεκτικά. «Το καταπίστευμα. Ξέρεις τους όρους του;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

78

«Ποιους όρους;» «Ο Ράδερφορντ θέλει ένα δισέγγονο. Αν αφήσω έγκυο την Άννα, αν μου κάνει ένα γιο, το Γουέιβερλι θα ξαναγίνει δικό μου». Η Κλαρίς έγινε κάτασπρη κι άργησε να μιλήσει. «Είναι τρελός! Αυτό είναι γελοίο!» «Συμφωνώ». «Θα το κάνεις;» ρώτησε με τσιριχτή φωνή η Κλαρίς. «Αν αποφασίσω να πλαγιάσω με τη γυναίκα μου, θα το κάνω για άλλους, προσωπικούς λόγους, που δεν θα έχουν καμιά σχέση με το καταπίστευμα», της απάντησε κοφτά ο Ντομ. «Έχεις ένα γιο. Ένα όμορφο αγόρι. Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα ενάντια στη θέλησή σου». Η Κλαρίς έδειχνε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Δεν είναι δίκαιο αυτό! Γιατί προσπαθεί να σε ρίξει στην αγκαλιά αυτής της γυναίκας; Τι σκέφτεται;» «Πιστεύει πως έχω φερθεί άσχημα στην Άννα». «Αυτή δεν έχει κανένα δικαίωμα να βρίσκεται εδώ πέρα, όχι εσύ! Αχ, ας βρίσκαμε έναν τρόπο να την ξεφορτωθούμε... Μακάρι να εξαφανιζόταν ή να το έσκαγε σαν τη μητέρα της!» Ο Ντομ αναστέναξε. «Αν το έσκαγε, θα ήμουν υποχρεωμένος να τρέξω να τη βρω». «Δεν έπρεπε να την παντρευτείς». «Τώρα είναι λίγο αργά για μεταμέλειες». «Ναι, γιατί ένα διαζύγιο θα μας κατέστρεφε όλους». Σηκώθηκε στις μύτες και τον φίλησε πεταχτά στο μάγουλο. «Πάω μέσα. Σε παρακαλώ, έλα να με χαιρετήσεις πριν φύγεις». Ο Ντομ κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι έμεινε να την κοιτάζει καθώς διέσχιζε τη βεράντα και χανόταν μέσα στο σπίτι. Παρ’ όλη τη δύσκολη κατάσταση, ένιωθε ενθουσιασμένος που επιτέλους είχε βρει τη μητέρα του. Δεν το περίμενε ποτέ πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Με την Άννα όμως τι θα έκανε; Αναστέναξε. Αναγνώριζε πως έπρεπε να της φερθεί σωστά, όπως έκανε και όταν την παντρεύτηκε. Αν όμως γινόταν αληθινός σύζυγος γι’ αυτή, φοβόταν ότι μπορεί να την ερωτευόταν. Και τότε;


79

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Θα ήταν καλύτερα να φύγει αμέσως από το Γουέιβερλι Χολ. Αλλά δεν ένιωθε έτοιμος να το κάνει. Η ομίχλη σερνόταν πάνω στο γρασίδι και τύλιγε το σπίτι. Γύρω στη μισή ώρα πριν, ο Ντομ είχε δει την Άννα να βγαίνει απ’ το σπίτι, αλλά δεν την είχε δει να γυρίζει. Πού να είχε πάει; Μήπως ήταν σε κάποιο κρυφό, παράνομο ραντεβού; Είχε πολλή υγρασία για να κάνει περίπατο τόση ώρα. Εκνευρισμένος, πήδηξε ξαφνικά την κουπαστή της βεράντας, προσγειώθηκε στο γρασίδι και τράβηξε μπροστά. Άκουσε τις φωνές τους πριν τους δει. Απαλές, χαμηλές, φωνές ανθρώπων που νοιάζονται ο ένας για τον άλλο. Έβγαιναν από το λαβύρινθο. Στην αρχή ο Ντομ δεν αναγνώρισε τον Πάτρικ. Είδε μόνο έναν άντρα που είχε περασμένο το χέρι του στους ώμους της Άννας και περπατούσε κολλημένος επάνω της. Κι εκείνη έδειχνε να έχει μαζί του την άνεση που υπάρχει ανάμεσα σε παλιούς εραστές. Ο Ντομ τα έχασε. Το αίμα του βροντοχτυπούσε στις φλέβες του. Κατά τα φαινόμενα, η Άννα δεν κάθισε να μαραζώσει τούτα τα τέσσερα χρόνια. Και ξαφνικά, ο Ντομ αναγνώρισε τον παιδικό του φίλο, τον Πάτρικ.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

80

6

Ο Ντομ κοίταζε τον Πάτρικ με γουρλωμένα μάτια. Τον θυμήθηκε να μην ξεκολλάει από το πλευρό της Άννας όλο το απόγευμα. Η Άννα κι ο Πάτρικ; Εξοργίστηκε τόσο πολύ, που τον έπιασε ταραχή. Τον είδαν κι εκείνοι. Ο Πάτρικ κατέβασε το χέρι του από τον ώμο της Άννας κι εκείνη κοίταξε μια τον έναν και μια τον άλλο. «Γεια σου, Ντομ», είπε με κουρασμένη φωνή. «Εμένα ψάχνεις;» Ο Ντομ δεν απάντησε. Πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί λογικά. Προσπάθησε να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η Άννα δεν ήταν ακριβώς γυναίκα του, μα δεν τα κατάφερε. Χαμογέλασε με καθόλου ευχάριστο τρόπο. «Απολάμβανες τη βόλτα σου με τη γυναίκα μου;» ρώτησε τον Πάτρικ. Ο Πάτρικ τινάχτηκε. «Για να είμαι ειλικρινής, ναι», απάντησε. «Ωραία», είπε ο Ντομ με πολύ απαλή φωνή. «Γιατί ήταν η τελευταία βόλτα -ή οτιδήποτε άλλο- που απόλαυσες μαζί της». Η Άννα άφησε ένα μικρό «α!» κι ο Πάτρικ τον κοίταξε παγερά. «Απειλή ήταν αυτό;» «Όχι. Γεγονός». «Είσαι τρελός», αποκρίθηκε ο Πάτρικ. «Η Άννα δεν είναι μόνο φίλη μου, είναι και ξαδέρφη μου. Αν θέλουμε να κάνουμε βόλτες μαζί, δεν μπορείς να μας εμποδίσεις». «Ασφαλώς και μπορώ». «Σταματήστε!» μπήκε στη μέση η Άννα. «Τι σ’ έπιασε, Ντομ; Για τ όνομα του Θεού, ο Πάτρικ κι εγώ γνωριζόμαστε απ’ όταν ήμουν κοριτσάκι κι ήρθα να ζήσω με τους Κόλινς. Ασφαλώς και μπορούμε να κάνουμε βόλτες μαζί».


81

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Όχι. Άννα. Από δω και στο εξής δεν μπορείς», της απάντησε παγερά ο Ντομ. «Είσαι στ’ αλήθεια τρελός», είπε οργισμένος ο Πάτρικ. «Για ποιο πράγμα μας κατηγορείς;» φώναξε η Άννα. Ο Ντομ δεν γύρισε να την κοιτάξει. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στον Πάτρικ. «Πάτρικ, ξέρεις πολύ καλά για ποιο πράγμα σας κατηγορώ». «Δεν νομίζεις πως είναι λίγο αργά για να παραστήσεις τον σύζυγο; Αν βρισκόσουν εδώ τα τελευταία τέσσερα χρόνια, τότε ίσως η Άννα να μη χρειαζόταν τόσο απελπισμένα τη φιλία μου». Ο Ντομ προχώρησε και μπήκε ανάμεσά τους. Ήθελε να χτυπήσει τον Πάτρικ, αλλά κατάφερε να κρατήσει χαμηλά τις σφιγμένες γροθιές του. Η ιδέα της Άννας στην αγκαλιά του Πάτρικ ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το χωνέψει. «Δηλαδή πόσο απελπισμένα χρειαζόταν τη φιλία σου;» ρώτησε παγερά τον Πάτρικ. «Κι εσύ πόσο πρόθυμα την παρείχες;» «Ντομ!» φώναξε η Άννα. «Συμπεριφέρεσαι σαν ηλίθιος! Αυτή η συζήτηση είναι εντελώς αναξιοπρεπής. Ο Πάτρικ είναι ξάδερφός μου!» Το πρόσωπό της είχε γίνει κατακόκκινο. «Τίποτ’ άλλο!» Ο Ντομ στράφηκε και την κοίταξε μ’ αγριεμένο βλέμμα. «Μη μιλάς. Μην ανακατεύεσαι. Πρόκειται για κάτι ανάμεσα στον Πάτρικ και σ’ εμένα. Με σένα θα λογαριαστώ αργότερα». Η Άννα τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια κι εκείνος στράφηκε ξανά στον Πάτρικ: «Νόμιζα πως είσαι φίλος μου». «Είμαι φίλος σου. Κι η Άννα όμως είναι φίλη μου», απάντησε εκείνος με σφιγμένα δόντια. «Αυτό είναι προφανές». «Την εγκατέλειψες, Ντομ. Δεν της άξιζε τέτοια μεταχείριση». «Δεν συζητάμε το παρελθόν τώρα. Συζητάμε το παρόν. Και το μέλλον». Μια διαφορετική συγκίνηση ήρθε ξαφνικά και διαπέρασε σαν μαχαιριά την ψυχή του. «Σου έσωσα τη ζωή, Πάτρικ! Το έχεις ξεχάσει;» Η Άννα κοίταξε κατάπληκτη μια τον έναν και μια τον άλλο.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

82

«Σου έχει σώσει τη ζωή ο Ντομ; Δεν μου το έχεις πει ποτέ». Την αγνόησαν κι οι δύο. «Δεν τα πας καλά με την ευγνωμοσύνη», είπε ο Ντομ. «Το ίδιο λοιπόν θα συμβεί και με τη φιλοξενία μου. Θαρρώ πως πρέπει να φύγεις». Τούτη τη φορά ο Πάτρικ έδειξε να ντροπιάζεται. «Ντομ», πετάχτηκε η Άννα, «μην το κάνεις αυτό. Είμαστε όλοι φίλοι. Μην του δίνεις ένα τελεσίγραφο για το οποίο θα μετανιώσεις αργότερα». Ο Ντομ γύρισε και την κοίταξε. «Γιατί; Τι είναι άλλη μια μεταμέλεια σε μια ζωή γεμάτη μεταμέλειες;» Για μια στιγμή, η Άννα τον κοίταξε μαρμαρωμένη. Ο Ντομ ένιωσε να τον συνδέει κάτι αλλόκοτο μαζί της, κάτι που τον ενοχλούσε όσο κι ο θυμός κι η ζήλια του. «Πάτρικ», είπε η Άννα γυρίζοντας αλλού το βλέμμα, «ίσως πρέπει να φύγεις. Είμαι σίγουρη πως αύριο θα είμαστε όλοι πιο λογικοί. Η σημερινή μέρα ήταν μακριά και δύσκολη για όλους μας». Ο Πάτρικ στάθηκε διατακτικός. Ο Ντομ δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε. «Θαρρώ πως η γυναίκα μου σου ζήτησε να φύγεις. Αντίο, Πάτρικ». Ο Πάτρικ όμως δεν άντεξε στον πειρασμό μιας τελευταίας βολής, και χαμογέλασε με σφιγμένα χείλη. «Ασφαλώς και θα φύγω. Δεν μπορώ να πάω κόντρα στην Άννα. Καθώς μάλιστα το Γουέιβερλι Χολ είναι δικό της τώρα». Ο Ντομ του ανταπέδωσε το χαμόγελο με πολύ επικίνδυνο ύφος. «Πάτρικ, να σου υπενθυμίσω κάτι. Η Άννα μπορεί να είναι ιδιοκτήτρια του μεγάρου, αλλά ο μαρκήσιος είμαι εγώ. Μην το ξεχνάς αυτό». Ο Πάτρικ στράφηκε να φύγει κι η Άννα έτρεξε πίσω του. «Θα περάσει κι αυτό», προσπάθησε να τον καθησυχάσει. «Θα εξηγήσω στον Ντομ πώς έχουν τα πράγματα». Κι έριξε ένα οργισμένο βλέμμα στον σύζυγό της. Ο Πάτρικ στάθηκε, της έπιασε το χέρι και το έσφιξε.


83

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Ελπίζω να σε δω αύριο», είπε. Η Άννα έγνεψε καταφατικά και του Ντομ του φάνηκε πως έσφιγγε παραπάνω απ’ όσο έπρεπε το χέρι του Πάτρικ. «Μην είσαι σίγουρος γι’ αυτό», είπε ο Ντομ τρίζοντας τα δόντια. Ο Πάτρικ τον αγνόησε κι απομακρύνθηκε. Η Άννα κι ο Ντομ τον κοίταζαν καθώς χανόταν μέσα στην ομιχλώδη νύχτα. Κανείς τους δεν μίλησε, κανείς δεν κινήθηκε. Τη σιωπή έσπασε ο Ντομ. «Αν κατάλαβα καλά, θέλεις να μου δώσεις εξηγήσεις;» ρώτησε κοροϊδευτικά. «Πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη από τον Πάτρικ», απάντησε η Άννα. Ο Ντομ ξέσπασε σε οργισμένα γέλια. «Εγώ πρέπει να του ζητήσω συγγνώμη; Μάλλον εσείς οι δυο πρέπει να ζητήσετε συγγνώμη από μένα», είπε. Εκείνη τον αγνόησε και συνέχισε: «Και μάλιστα, πρέπει να ζητήσεις κι από μένα συγγνώμη». Το επόμενο ξέσπασμα του Ντομ ήταν γεμάτο σαρκασμό. «Εμένα μου λες!» Η Άννα δεν θυμόταν να έχει ξαναθυμώσει τόσο πολύ στη ζωή της. «Έλειπες τέσσερα χρόνια κάνοντας το κέφι σου. Τώρα, γύρισες αποκλειστικά για την κηδεία του πατέρα σου. Μην το αρνηθείς, δεν είμαι καμιά χαζή. Ξέρω καλά πως μόνο γι’ αυτό γύρισες. Εμφανίζεσαι λοιπόν ξαφνικά εδώ κι έχεις την εντύπωση πως μπορείς να μου λες τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω, ποιον μπορώ και ποιον δεν μπορώ να βλέπω; Εμφανίζεσαι ξαφνικά και τολμάς να με αποκαλείς σύζυγό σου;» Ο Ντομ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και την κοίταξε μ’ ένα παγερό χαμόγελο. «Ακριβώς», είπε. «Γυναίκα». «Ο γάμος μας είναι μια φάρσα», αποκρίθηκε εκείνη. «Αλήθεια;» Η Άννα σφίχτηκε. Το ένστικτό της τής έλεγε να μην του απαντήσει. Ο Ντομ ήρθε και στάθηκε σαν πύργος από πάνω της.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

84

«Άννα, ελέγχεις ένα μεγάλο κτήμα. Ο Ράδερφορντ θα ήθελε να σε κάνει εντελώς ανεξάρτητη από μένα. Τώρα έγινες μαρκησία, κάποια μέρα θα γίνεις δούκισσα του Ράδερφορντ: η πιο ισχυρή και πλούσια γυναίκα της χώρας μετά τη βασίλισσα. Και τολμάς να μου λες πως τούτος ο γάμος είναι φάρσα; Δεν νομίζω, Άννα. Αντίθετα, πιστεύω πως ωφελήθηκες πολύ απ’ αυτόν το γάμο». «Εγώ δεν ενδιαφέρομαι για τους τίτλους», αποκρίθηκε μαγκωμένα η Άννα, ταραγμένη από το φανερό θυμό του. «Δεν ενδιαφέρομαι για τα πλούτη». «Ενδιαφέρεσαι όμως για το Γουέιβερλι Χολ», της είπε δηκτικά ο Ντομ. «Ναι, ενδιαφέρομαι», παραδέχτηκε η Άννα χωρίς δισταγμό. «Εγώ το φροντίζω τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το Γουέιβερλι Χολ είναι και δικό μου σπίτι τώρα». Το γέλιο του ακούστηκε σκληρό, απειλητικό. «Μόνο όμως επειδή με παντρεύτηκες. Δεν ξεχνάς βέβαια πως έπαιξα κι εγώ κάποιο ρόλο σ’ αυτό». «Πώς μπορώ να το ξεχάσω;» «Αναρωτιέμαι πόσο πολύ ενδιαφέρεσαι για το μέγαρο». «Τι θες να πεις;» Της χαμογέλασε παγερά. «Ίσως ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ, που κατάφερες τον παππού μου να κάνει αυτό το καταπίστευμα». Η Άννα έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να είχε φάει χαστούκι. «Η μητέρα σου σ’ τα είπε αυτά;» τον ρώτησε. Εκείνος την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. «Δεν με συμπαθεί καθόλου», ξέσπασε η Άννα. «Δεν με συμπάθησε ποτέ από τη μέρα που παντρευτήκαμε. Είναι γελοίο να σκέφτεται κανείς ότι θα μπορούσα να χειραγωγήσω τον παππού σου, που, όπως ξέρουμε και οι δυο, είναι ένας από τους πιο έξυπνους και δυνατούς άντρες». «Δεν μπορεί όμως να σε αφήνουν δυσαρεστημένη οι ενέργειές του». Η Άννα έγλειψε τα χείλη της κι έσφιξε το κορμί της με τα μπράτσα


85

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

της, καθώς ετοίμαζε την απάντησή της. «Εγώ δεν ζήτησα τίποτα. Ούτε από εκείνον ούτε από εσένα. Ύστερα όμως από τα τελευταία τέσσερα χρόνια...» γύρισε αλλού, για να μη δει ο Ντομ πόσο αγωνιζόταν να κρατήσει την ψυχραιμία της, «δεν θ’ αρνηθώ βέβαια ένα τέτοιο δώρο». «Εντάξει, λοιπόν», είπε εκείνος και το βλέμμα του ήταν σαν μαχαιριά. «Αποφάσισα να αποδεχτώ αυτό που έκανε ο Ράδερφορντ». Εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη. «Το σπίτι είναι δικό σου», συνέχισε αυτός, δείχνοντας το μέγαρο με μια πλατιά χειρονομία. Η Άννα ήξερε πως δεν χρειαζόταν να τον ευχαριστήσει. Δεν τον εμπιστευόταν καθόλου. Κάτι ήθελε να πετύχει. Τούτη η μάχη γιατί για μάχη επρόκειτο- μόλις είχε αρχίσει. Είχε την εντύπωση πως έβλεπε τα στρατεύματά του παραταγμένα μπροστά της. «Φυσικά», συνέχισε απαλά ο Ντομ, «περιμένω από σένα να είσαι γενναιόδωρη και φιλόξενη απέναντι στη μητέρα μου. Αλλιώς, θα με βρεις αντίπαλό σου». «Δεν έχω την πρόθεση να αρνηθώ οτιδήποτε στη μητέρα σου», ξέσπασε η Άννα. Εκείνος την κοίταξε παγερά, μ’ ένα ύφος σαν να ζύγιζε όχι μόνο τα λόγια της, αλλά και το χαρακτήρα της. Η Άννα ήθελε οπωσδήποτε να μάθει αν την έβλεπε σαν ένα συνωμοτικό γύναιο, όπως ο υπόλοιπος κόσμος. «Απ’ όταν παντρευτήκαμε, ο κόσμος μου φέρεται με κακία. Ελπίζω να μην έχεις δώσει βάση στις αισχρές διαδόσεις. Δεν είναι αληθινές». «Αν αναφέρεσαι στις διαδόσεις ότι είσαι μια Αμερικανίδα τυχοδιώκτρια, όχι, προσπαθώ να τις αγνοώ». Η Άννα ανακουφίστηκε αφάνταστα. «Τις έχεις ακούσει όμως», είπε. Το χαμόγελό του την τρόμαξε. «Άννα, έχω πολλούς φίλους. Οι περισσότεροι κάνουν τέτοια προσπάθεια να μην αναφέρονται στο γάμο μας και στους γονείς


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

86

σου, που το πράγμα καταντάει σχεδόν γελοίο. Δεν χρειάζεται να είμαι καμιά μεγαλοφυΐα για να καταλάβω τι ακριβώς σκέφτονται». Η ανακούφισή της έσβησε μονομιάς. «Είναι άδικοι. Όλοι τους. Δεν τη σχεδίασα εγώ εκείνη τη νύχτα στον κήπο! Ούτε που ονειρευόμουν να...» Η φωνή της έσβησε, κοκκίνισε ως τ’ αυτιά. «Δεν ήξερα τίποτα...» ψιθύρισε. Εκείνος σήκωσε το ένα του φρύδι. «Εσύ είσαι ο μόνος που θυμάται τι ακριβώς συνέβη εκείνο το βράδυ στον κήπο», είπε ψιθυριστά, με απελπισία η Άννα. Οι ματιές τους έσμιξαν. Η Άννα μετάνιωνε που είχε μιλήσει για εκείνη την αξέχαστη βραδιά. Ωστόσο, δεν θα έπαιρνε πίσω τα λόγια της με τίποτα. Ο Ντομ, κοιτάζοντάς τη με βλέμμα τολμηρό, αποκρίθηκε με απαλή φωνή: «Θυμάμαι». Η Άννα ξεροκατάπιε. Δεν έβρισκε τι να πει. «Και τώρα, ας μιλήσουμε για τον Πάτρικ», είπε εκείνος. «Ήταν λάθος σου», αποκρίθηκε βιαστικά η Άννα. Χαιρόταν που είχαν αλλάξει συζήτηση. Δεν έπρεπε να ξαναμπεί ποτέ στα προσωπικά τους. «Αλήθεια;» «Ο Πάτρικ είναι ξάδερφος και φίλος μου. Όχι... εραστής μου». Το χαμόγελο του Ντομ έγινε απειλητικό. «Άννα, είμαι αρκετά λογικός άνθρωπος. Μπορώ να καταλάβω, ακόμα και να αποδεχτώ, το γεγονός ότι αναζήτησες τη “φιλία” ενός άλλου άντρα αυτά τα τέσσερα χρόνια που έλειπα εγώ. Το σφάλμα ήταν, βέβαια, δικό μου. Τώρα όμως δεν μπορώ να ανεχτώ να συνεχίζεται αυτή η φιλία». Ο θυμός της Άννας άρχισε να σιγοβράζει. «Δεν έχουμε το είδος της φιλίας που υπαινίσσεσαι», είπε με σφιγμένα δόντια. «Πώς τολμάς να κάνεις υπαινιγμούς για το χαρακτήρα μου, τη στιγμή που εσύ έχεις την ηθική ενός κεραμιδόγατου;» «Μπα!» χαμήλωσε τη φωνή του ο Ντομ. «Είναι δυνατό να ζηλεύεις τις φίλες μου;»


87

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Ποτέ!» φώναξε η Άννα. «Έπαψα να ενδιαφέρομαι εδώ και χρόνια για το τι κάνεις και με ποιον το κάνεις». Εκείνος της γέλασε κατάμουτρα. «Άννα, νομίζω πως τώρα λες ψέματα. Ωστόσο, θαυμάζω την περηφάνια σου». Το βλέμμα του χαμήλωσε στο κορμί της. «Όπως και πολλά άλλα». Η Άννα έγινε κατακόκκινη και γύρισε απότομα να φύγει. Ήταν τόσο θυμωμένη, που δεν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει έτσι κι έμενε κι άλλο εκεί πέρα. Φοβόταν πως μπορεί και να τον χτυπούσε. Μα την αλήθεια, του άξιζε ένα γερό χαστούκι για την αλαζονεία και την αυθάδειά του. Ο Ντομ όμως την άρπαξε απ’ το μπράτσο και την ανάγκασε να γυρίσει και να τον κοιτάξει. «Τέρμα, Άννα. Μακριά απ’ τον Πάτρικ». «Δεν υπήρξε τίποτα ανάμεσά μας», αποκρίθηκε εκείνη λαχανιασμένη. «Άφησέ με». Εκείνος την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά κοιτάζοντας την κατάματα. Η Άννα μαζεύτηκε. Στέκονταν τόσο κοντά, που τα πόδια του ακουμπούσαν στα δικά της. «Άφησε με», ξαναείπε η Άννα με κομμένη την ανάσα. Ο Ντομ όμως δεν την άφησε. Κι εκείνη είδε το θυμό στο βλέμμα του ν’ αλλάζει σε κάτι άλλο. Κάτι σκοτεινό και καυτό διέτρεξε το κορμί της. Άρχισε να τρέμει. «Με πονάς», ψέλλισε. «Αν θα έχεις κάποιο φίλο», είπε άγρια ο Ντομ, «αυτός θα είμαι εγώ». Η καρδιά της Άννας άρχισε να χτυπάει δυνατά. Καταλάβαινε πολύ καλά το νόημα των λόγων του. «Εξηγήθηκα;» ψιθύρισε εκείνος και της έπιασε και το άλλο μπράτσο. Ο σφυγμός της έκανε επανάσταση. Δυσκολευόταν να σκεφτεί, ν’ αναπνεύσει. Έπρεπε να νιώθει ενοχλημένη, αλλά δεν ένιωθε έτσι. Ανάμεσά τους υπήρχε ακόμα μια ανεξήγητη έλξη. Η Άννα δεν την ήθελε, αλλά συνειδητοποιούσε την ύπαρξή της. Ήταν λες κι ένα


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

88

καυτό, σφιχτό σύρμα τους τύλιγε και τους δυο στις σπείρες του, κι όσο ο Ντομ την κοίταζε με τα θαμπά του μάτια, τόσο πιο σφιχτό γινόταν. Η νύχτα είχε γίνει απίστευτα σιωπηλή, δεν κουνιόταν τίποτα. Η ομίχλη έγλειφε τη φούστα της, τα πόδια του, τα πρόσωπά τους. Το βλέμμα του γινόταν επικίνδυνα καυτό. Η Άννα μαζεύτηκε ακόμα περισσότερο. Το πρόσωπο του Ντομ βρισκόταν πολύ κοντά στο δικό της. Πάρα πολύ κοντά. Το όμορφο στόμα του ήταν μισάνοιχτο. Ετοιμαζόταν να τη φιλήσει. Κι εκείνη δεν είχε τη δύναμη να τον απωθήσει. Λες και είχε διαβάσει τη σκέψη της, ο Ντομ την έσφιξε ακόμα πιο πολύ και το βλέμμα του έγινε σκοτεινό. Εκείνη όμως δεν ήθελε να τραβηχτεί. Δεν της έφτανε ένα μόνο φιλί. Ένα φιλί δεν είναι ποτέ αρκετό. Όχι από τον Ντομ Σεντ Τζορτζ. «Άννα», ψιθύρισε ο Ντομ γεμάτος ένταση. «Άννα, σε θέλω. Πολύ. Σε θέλω από την πρώτη στιγμή που σε ξαναείδα». Η Άννα αναστέναξε βαθιά. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι τόση ώρα κρατούσε την ανάσα της. Δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λέξη. «Ξέρω ότι με θέλεις κι εσύ», ψιθύρισε ο Ντομ. «Όσο κι αν προσποιείσαι το αντίθετο». Αυτό είναι αλήθεια συλλογίστηκε η Άννα με φρίκη. Μα δεν είχε μάθει τίποτα από το παρελθόν; «Όχι», είπε. «Όχι», κι ήταν ψέμα. Εκείνος την αγνόησε και κόλλησε τα χείλη του στα δικά της. Ήταν ανώφελο να προσπαθήσει να γλιτώσει. Προσπάθησε όμως να μην αφήσει το κορμί του ν’ αγγίξει το δικό της. Μα τούτη τη φορά το φιλί του Ντομ ήταν άγριο. Της κόπηκε η ανάσα καθώς η γλώσσα του της άνοιγε τα χείλη και χωνόταν μέσα στο στόμα της. Αρνήθηκε ν’ ανταποκριθεί, μα οι αισθήσεις της προκαλούσαν μια σειρά από εκρήξεις μέσα της. Το στόμα του την τιμωρούσε χωρίς να την πονάει, τα χέρια του ήταν σκληρά, απίθανα δυνατά, σέρνονταν στην πλάτη της, κολλούσαν το κορμί της στο δικό του, την έλιωναν. Και το δικό του κορμί, εκεί


89

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

που ακουμπούσε επάνω της, ήταν συναρπαστικά σκληρό και ζωντανό. Θερμό, σκληρό, αντρίκειο. Η Άννα συνειδητοποιούσε τον πόθο του. Ήταν εκρηκτικός. Έκανε όλο του το σώμα να πάλλεται, όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να τον ελέγξει. Αν δεν το έκανε, τώρα εκείνη θα βρισκόταν ανάσκελα στο γρασίδι και θα τον δεχόταν μέσα της. Δεν άντεξε άλλο. Κατάφερε να τραβήξει το πρόσωπό της, να ξεκολλήσει τα χείλη της από τα δικά του, να φωνάξει. Φωτιά έκαιγε κάθε σημείο του κορμιού της. Φλόγες τύλιγαν κάθε της εσοχή, ιδίως ανάμεσα στα πόδια της. Και συνειδητοποίησε ότι ο Ντομ είχε βάλει το ένα του πόδι ανάμεσα στους μηρούς της. Λαχανιασμένος, ο Ντομ έχωσε το πρόσωπό του στο λαιμό της και την έσφιξε πάνω του. Δεν θα την άφηνε με τίποτα να του φύγει. Η Άννα προσπάθησε απελπισμένα να μη χάσει τα λογικά της - πριν του ανταποδώσει το φιλί του, πριν επιτρέψει στο δικό της καυτό ταπεραμέντο να την κυριεύσει, πριν τον τραβήξει η ίδια κάτω και τον βάλει μέσα της. Δεν έπρεπε να τον αφήσει να τη χρησιμοποιήσει, ο Πάτρικ την είχε προειδοποιήσει. Πόσο δίκιο είχε ο Πάτρικ! Το πάθος τούς είχε κυριεύσει κι άλλοτε. Κι ύστερα τούτος ο άντρας είχε κρατηθεί μακριά της τέσσερα χρόνια. Αν υπέκυπτε πάλι σ’ αυτόν, ποιος της έλεγε ότι δεν θα εξαφανιζόταν ξανά; Με τα πολλά η Άννα κατάφερε να τραβηχτεί μακριά του. Ο Ντομ την άφησε, κι εκείνη πήδηξε μακριά. «Τέλος», είπε κι έφερε το χέρι της στο στήθος της προσπαθώντας να ηρεμήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή. Ωστόσο, δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Την κοίταζε κι εκείνος. Και ξαφνικά σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον ουρανό, αφήνοντας την ανάσα του να βγει με θόρυβο. Το χέρι του, τρεμάμενο, ανέβηκε και ίσιωσε τα μαλλιά του. Ύστερα την κοίταξε ίσια στα μάτια. «Άννα, είσαι σύζυγός μου. Έβγαλα το συμπέρασμα ότι ο προηγούμενος διακανονισμός μας δεν με ευχαριστεί».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

90

Η Άννα πάγωσε. Δεν μπορεί να εννοούσε... «Δεν κατάλαβα;» «Δεν φεύγω, Άννα. Διάφοροι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου και του θανάτου του πατέρα μου, με έκαναν ν’ αλλάξω γνώμη. Θα μείνω εδώ. Μαζί σου. Για πάντα». Η Άννα τον κοίταξε με φρίκη. «Όχι!» Εκείνος της απάντησε σαν να μην την είχε ακούσει. «Άννα, θα κάνουμε μια νέα αρχή. Πρέπει». Επί τέσσερα ατέλειωτα χρόνια, η Άννα ποθούσε απελπισμένα ν’ ακούσει αυτά τα λόγια. Μα τώρα που τ’ άκουγε, ήταν πολύ αργά. «Όχι...» είπε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Δεν μπορώ». «Δεν έχεις περιθώρια επιλογής», αποκρίθηκε σκληρά εκείνος, καρφώνοντάς τη με το βλέμμα του. «Δεν ζητάω την άδεια ή την έγκρισή σου. Απλώς, δηλώνω τις προθέσεις μου».


91

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

7

Μπήκαν χωριστά στο σπίτι κι η Άννα πήγε τρέχοντος προς τις σκάλες για ν’ ανέβει στο δωμάτιό της, όπου ήλπιζε να ξαναβρεί την ηρεμία της. Ήθελε να μείνει μόνη, να σκεφτεί. Τελικά αυτός δεν θα έφευγε. Η δήλωσή του την είχε συγκλονίσει. Συγκλονίσει και εξοργίσει και... φοβίσει. Ξαφνικά, μια πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ο δούκας του Ράδερφορντ. «Άννα;» Σταμάτησε με το ένα χέρι στο μπρούντζινο πόμολο της σκάλας. Ο δούκας πλησίασε. «Είσαι καλά;» Η Άννα κατάλαβε πως πρέπει να ήταν κατακόκκινη, ξαναμμένη. Ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε. Κι όλο της το είναι προσπαθούσε να ξεχάσει το φιλί του Ντομ. «Μια χαρά», απάντησε. «Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο». Το βλέμμα του δούκα πλανήθηκε πίσω της. Η Άννα κοίταξε πάνω από τον ώμο της και είδε τον Ντομ να τους κοιτάζει από το χολ, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ακουμπισμένος στον τοίχο. Έκανε τον αδιάφορο, αλλά τα μάτια του τους παρακολουθούσαν άγρυπνα. Η Άννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι ακολούθησε τον δούκα στη βιβλιοθήκη. «Υπάρχει ελπίδα να συμφιλιωθείτε εσείς οι δυο;» ρώτησε ο δούκας. Η Άννα δίστασε. Η ερώτηση ήταν απροσδόκητα ωμή. «Όχι», απάντησε. Ούτε το σκεφτόταν αυτό που είχε προτείνει ο Ντομ. Ο γάμος τους ήταν τελειωμένος. Είχε τελειώσει εδώ και


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

92

τέσσερα χρόνια. Ο δούκας κάθισε σε μια από τις βαθιές πολυθρόνες απέναντι από το τζάκι. «Ούτε αν σου ζητήσω εγώ να του δώσεις μια ευκαιρία;» Η Άννα κάθισε στην άκρη του καναπέ. «Σας παρακαλώ, μην το κάνετε αυτό», είπε. «Ξέρετε πόσο με πονάει όταν σας λέω όχι». «Δεν υπάρχει κάτι που να το θέλω περισσότερο από το να σας δω ευτυχισμένους πριν πεθάνω». Η Άννα σηκώθηκε. «Δεν πρόκειται να πεθάνετε σύντομα. Μη μιλάτε έτσι!» Ο δούκας της χαμογέλασε. «Άννα, είμαι εβδομήντα τεσσάρων χρονών. Τούτους τους τελευταίους μήνες νιώθω πολύ κουρασμένος. Δεν νιώθω καλά. Έρχεται η μέρα που θα πάω να συναντήσω τον Δημιουργό μου. Αφού το αποδέχομαι εγώ, μπορείς να το αποδεχτείς κι εσύ. Σωστά; Τέλος πάντων... Τι σου είπε ο Ντομ;» Η Άννα δίστασε. «Σκοπεύει να μείνει εδώ, κι ας του ξεκαθάρισα ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος». «Με εκπλήσσεις, Άννα. Εδώ είναι το σπίτι του». Η Άννα έδεσε τα χέρια της. «Δεν μπορώ να του δώσω άλλη ευκαιρία. Δεν του αξίζει». «Μπορεί. Εσύ όμως είσαι η πιο γενναιόδωρη γυναίκα που έχω γνωρίσει - και η πιο λογική. Δώσε του μια δεύτερη ευκαιρία». Η φωνή του Ράδερφορντ ήταν απαλή, αλλά τη διέταζε. «Τι έχεις να χάσεις;» «Την καρδιά μου», απάντησε απλά η Άννα. «Κι αν κερδίσεις;» Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Αυτό που εννοούσε ο δούκας ήταν ξεκάθαρο. Τι θα γινόταν αν δεν έχανε την καρδιά της, αλλά κέρδιζε την καρδιά του Ντομ; Η συζήτησή τους τελείωσε χωρίς η Άννα να του υποσχεθεί τίποτα. Όσο κι αν ακούγεται γελοίο, ένιωθε ένοχη γι’ αυτό. Τον αγαπούσε


93

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

τον δούκα. Ανέβηκε βιαστικά στο δωμάτιό της, ανακουφισμένη που δεν συνάντησε κανένα. Είχε κουραστεί τούτη την ατέλειωτη μέρα, και δεν είχε καμιά όρεξη ν’ αλλάξει και να κατέβει να συμμετάσχει στο δείπνο με την υπόλοιπη οικογένεια. Ήταν πολύ κουρασμένη για ν’ ανταλλάξει διαξιφισμούς μ’ οποιονδήποτε, ιδίως με τον Ντόμινικ Σεντ Τζορτζ. Ήταν πολύ κουρασμένη για να ανεχτεί το διαπεραστικό του βλέμμα, ένα βλέμμα που τώρα καταλάβαινε τη σημασία του. Κλείδωσε την πόρτα του δωματίου της. Πρώτη της φορά την κλείδωνε. Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε που είχε ξαναβρεθεί νύχτα σε τούτο το σπίτι μαζί με τον σύζυγό της. Κι εκείνη ήταν η γαμήλια νύχτα τους. Τότε είχε αφήσει ανοιχτή την πόρτα της. Ο σφυγμός της χτυπούσε στα μηνίγγια της. Απόψε δεν ήταν η γαμήλια νύχτα της. Είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να την ξεχάσει εκείνη τη νύχτα. Ήταν το δεύτερο πιο καταστροφικό γεγονός της ζωής της. Ένα δάκρυ έτρεξε από τα μάτια της. Μακάρι να μπορούσε να μισήσει αληθινά τον Ντομ για όσα της είχε κάνει. Το πρόβλημα όμως ήταν ακριβώς αυτό: Η Άννα φοβόταν πως δεν τον μισούσε καθόλου. Η Άννα περίμενε. Καθόταν στο κρεβάτι με τα μαύρα της μαλλιά λυτά στους ώμους, φορώντας ένα ωραίο λευκό νυχτικό φερμένο από το Παρίσι, όλο δαντέλες και κορδελάκια. Ήταν σεμνό, με μακριά μανίκια κι ένα μικρό ντεκολτέ σε σχήμα καρδιάς. Η Άννα ευχόταν να του άρεσε του Ντομ, να την έβρισκε όμορφη μ ’αυτό. Έγειρε πίσω στα μαξιλάρια κι έκλεισε τα μάτια για να φέρει στο μυαλό της πόσο ωραίος ήταν ο Ντομ στην εκκλησία, με το κατάλευκο πουκάμισό του και το μαύρο του φράκο. Ωραίος και με άψογους τρόπους, δεν έφευγε στιγμή απ’ το πλευρό της. Έβγαλε από το μυαλό της το χαμόγελό του, που άνθιζε σπάνια κι ήταν πολύ παράξενο. Απόψε δεν ήταν τόσο χαριτωμένος όσο άλλοτε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

94

Αυτό ήταν βέβαια κατανοητό: εξαιτίας του σκανδάλου, ο γάμος έγινε σε πολύ κλειστό κύκλο. Το ρολόι πάνω στο τζάκι σήμανε μια φορά. Η Άννα τινάχτηκε. Είχε πάει κιόλας μία η ώρα; Περίμενε δυο ώρες τον Ντομ; Ανακάθισε ανήσυχη. Πού να ήταν; Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν ακόμα κάτω και να γιόρταζε το γάμο του με τους συγγενείς του. Χαλάρωσε λιγάκι. Σηκώθηκε, διέσχισε το μισοσκότεινο δωμάτιο που το φώτιζαν μόνο μερικά κεριά και πλησίασε το ανοιχτό παράθυρο. Ήταν μια ζέστη, καλοκαιρινή νύχτα. Έσκυψε, προσπαθώντας να δει και ν’ ακούσει. Μα δεν είδε φως να βγαίνει από τα παράθυρα του ισογείου, κι ο μόνος ήχος που άκουσε ήταν τα τριζόνια. Ήταν φανερό πως η δεξίωση είχε τελειώσει. Οι καλεσμένοι είχαν φύγει κι η οικογένεια είχε πάει για ύπνο. Η Άννα ένιωσε ταραχή και στηρίχτηκε ανήσυχη στο περβάζι. Ένα μισοφέγγαρο της έκλεισε το μάτι απ’ το σκοτεινό ουρανό. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Που ήταν ο Ντομ; Άσχημα προαισθήματα έκαναν την καρδιά της να σφιχτεί. Ένιωσε να κρυώνει κι αγκάλιασε το κορμί της με τα χέρια της. Μα όχι, φαίνεται πως μόλις τώρα τελείωσε η δεξίωση, κι εκείνος θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Διέσχισε ξανά το δωμάτιο κι ανέβηκε στο μεγάλο κρεβάτι με τον ουρανό. Τα δυο κεριά στο κομοδίνο της είχαν καεί κατά το ένα τρίτο. Κάθισε και κάρφωσε το βλέμμα της στο σκοτάδι. Και περίμενε. Και συνέχισε να περιμένει ακόμα κι όταν τα κεριά κάηκαν εντελώς, ακόμα κι όταν άρχισε να χαράζει στον ορίζοντα, κρύωνε, είχε πιαστεί και κάθε στιγμή που περνούσε, η αγωνία της μεγάλωνε όλο και πιο πολύ. Μα ο Ντομ δεν ήρθε. Πολύ αργότερα, άκουσε το θόρυβο της άμαξας κι έτρεξε στο παράθυρο. Η μαύρη άμαξα με το ασημένιο οικόσημο των Λάιονς έφευγε από το Γουέιβερλι Χολ κολυμπώντας στον πρωινό ήλιο.


95

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Κι η Άννα κολύμπησε στα δάκρυα. Τώρα καθόταν ακίνητη στο κρεβάτι της. Δεν έβγαινε τίποτα με το να συλλογίζεται το παρελθόν, εκτός κι αν ήθελε να υπενθυμίσει στον εαυτό της πόσο άσχημα της είχε φερθεί ο Ντομ, πώς την είχε πετάξει σαν παιχνίδι που το βαρέθηκε. Τώρα της έλεγε πως την ήθελε, πως ήθελε να κάνουν μια καινούργια αρχή, μα αυτό ήταν αδύνατο. Θα αποδεικνυόταν πολύ χαζή και αφελής αν δεχόταν να συμφιλιωθούν. Της είχε πει πως θα έμενε στο σπίτι. Δεν πίστευε πως η ίδια ήταν σε θέση να τον αναγκάσει να φύγει, αλλά αν φαινόταν δυνατή, αν συνέχιζε να αποκρούει τα ανοίγματά του, ο Ντομ θα βαριόταν σίγουρα και τούτο το καινούργιο παιχνίδι και θα έφευγε. Γιατί επρόκειτο σίγουρα για παιχνίδι. Αποκλείεται να ήταν ειλικρινής ο Ντομ. Έτσι ξαφνικά τον έπιασε το ενδιαφέρον; Μπα. Κάτι ήθελε... Μα η Άννα δεν μπορούσε να μαντέψει τι. Έφερε το χέρι της στο στήθος της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Ένιωθε παγιδευμένη. Δεν έπρεπε να του επιτρέψει να την πλησιάσει καθόλου. Αυτός όμως ήταν δάσκαλος στη γοητεία. Στα ερωτικά παιχνίδια δεν τα έβγαζε πέρα μαζί του. Με τίποτα. Αποκλείεται να τον κέρδιζε. Άρα, δεν έπρεπε να παίξει μαζί του. Άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. Πόσο εύκολο ήταν να δώσει έναν όρκο και πόσο δύσκολο να τον κρατήσει... Εδώ όμως διακυβευόταν η ζωή της. Έπρεπε να φανεί δυνατή. Αμετακίνητη. Λίγο αργότερα, μόλις η Άννα κατάφερε να βγάλει το φόρεμά της και τα τσέρκια του κρινολίνου της με τη βοήθεια της καμαριέρας της τής Μπελ, άκουσε βήματα να πλησιάζουν στην πόρτα της. Κατάλαβε από ένστικτο σε ποιον ανήκαν. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα κι η φωνή του Ντομ να λέει: «Άννα;» Η Άννα έτρεξε στην ντουλάπα της και πήρε μια μεταξωτή ρόμπα. Έκανε ύστερα νόημα στην Μπελ κι εκείνη άνοιξε την πόρτα. «Τι θέλεις;» φώναξε. Ο Ντομ της χαμογέλασε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

96

Εκείνη δεν του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Τι θέλεις;» ρώτησε ξανά αυστηρά. «Γιατί δεν είσαι κάτω με τη μητέρα και τον παππού σου; Το δείπνο σερβίρετε πάντα στις οκτώ και τώρα είναι οκτώ!» «Σαν σύζυγός σου, θεώρησα σωστό να δειπνήσουμε μαζί. Καθώς, μάλιστα, αυτή είναι η πρώτη νύχτα που περνάμε μαζί εδώ και χρόνια». Εκείνη μόλις τη στιγμή πρόσεξε την Μπελ. «Μπορείς να φύγεις», της είπε. Πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί η Άννα, η Μπελ εξαφανίστηκε. Ο Ντομ της χαμογέλασε ξανά. Εκείνη έτρεξε να του κλείσει την πόρτα στα μούτρα. Αυτός όμως έχωσε στο άνοιγμα το πόδι του και την έσπρωξε πίσω. Η Άννα ένιωσε το θυμό της να σβήνει και τη θέση του να την παίρνει ο φόβος. «Γιατί αντιστέκεσαι τόσο πολύ;» τη ρώτησε απαλά ο Ντομ. «Μπορώ να περάσω; Θέλω να σου μιλήσω». «Όχι! Δεν έχουμε τίποτα να πούμε», του είπε κοιτάζοντάς τον με γουρλωμένα μάτια. Δεν μπορεί να ήθελε να ασκήσει τα συζυγικά του καθήκοντα τώρα, αφού είχε αμελήσει να το κάνει επί τέσσερα ατέλειωτα χρόνια! Εκείνος της έριξε μια λοξή ματιά και μπήκε στο δωμάτιο. Συνειδητοποιώντας ότι κάτω από τη ρόμπα της φορούσε μόνο τα εσώρουχά της, η Άννα τυλίχτηκε με το μεταξωτό ρούχο μέχρι το λαιμό. Στο μεταξύ, ο Ντομ περιεργάστηκε το δωμάτιο μελετώντας τα λιγοστά της υπάρχοντα. Η Άννα τον παρακολουθούσε ανήσυχα. Έγλειψε τα χείλη της και πρόφερε: «Αυτό δεν είναι σωστό». Ο Ντομ γύρισε και την κοίταξε. «Δεν νομίζω πως υπάρχει κανείς σ’ αυτό το σπίτι που θα προβάλει ένσταση για την παρουσία μου εδώ», της είπε. «Εγώ το νομίζω». Εκείνος ανασήκωσε τεμπέλικα ένα φρύδι. «Αλήθεια;» ρώτησε ειρωνικά. Πόση άνεση έδειχνε μέσα στο δωμάτιό της! Μα βέβαια, είχε βρεθεί


97

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

στα υπνοδωμάτια πολλών γυναικών. Ενώ η Άννα δεν είχε δεχτεί ποτέ άντρα στο δικό της. Ύψωσε το κεφάλι. «Ναι. Ενίσταμαι εγώ», είπε. «Η ένστασή σου απορρίπτεται». «Τούτο το σπίτι όμως είναι δικό μου». Το βλέμμα του Ντομ έγινε διαπεραστικό. «Άννα, μη με προκαλείς». Εκείνη υποχώρησε αμέσως. «Φυσικά, το μοιράζομαι ευχαρίστως μαζί σου». Την κοίταξε για μια ατέλειωτη στιγμή, αμφιβάλλοντας φανερά για την ειλικρίνειά της. Κι όταν κατέβασε τα μάτια του χαμηλότερα, η Άννα είχε την αίσθηση πως μπορούσε να δει κάτω από τη ρόμπα της. «Δεν έχεις και πολλά πράγματα», είπε εκείνος, κοιτάζοντας ένα γύρω. «Είμαι απλή γυναίκα κι έχω λίγες ανάγκες». Ο Ντομ της χαμογέλασε κι η καρδιά της Άννας σκίρτησε βλέποντας τις μικρές ρυτίδες που σχηματίστηκαν στις άκρες των ματιών του. «Οι περισσότερες γυναίκες έχουν λίγες ανάγκες, μα τόσο πολλά υπάρχοντα που δεν ξέρουν τι να τα κάνουν», είπε. Το βλέμμα του σάρωσε ξανά το δωμάτιο, που θα φάνταζε άδειο αν η Άννα δεν είχε παντού λουλούδια. Τριαντάφυλλα, κρίνα, υάκινθους. Ο Ντομ οσμίστηκε ηδονικά τον αέρα κι απότομα γύρισε και κάρφωσε με το βλέμμα του την Άννα. «Ξέρεις απ’ αυτά εσύ, μια που γνωρίζεσαι στενά με τόσο πολλές γυναίκες», του είπε εκείνη επιθετικά. Ο Ντομ έβαλε τα γέλια. «Ξανά αυτό το κουραστικό θέμα θα πιάσουμε; Δεν μου λες, έχεις έμμονη ιδέα με την προσωπική μου ζωή;» Εκείνη έγινε κατακόκκινη. «Όχι, βέβαια!» είπε και μέσα της ευχήθηκε να μην είχε μιλήσει τόσο αυθόρμητα.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

98

Χαμογελώντας πάντα και δείχνοντας να το διασκεδάζει, ο Ντομ είπε: «Να βάλω τον Μπένετ να φέρει το δείπνο μας στο δωμάτιό σου;» «Όχι!» φώναξε εκείνη με φρίκη. «Είχα την υποψία πως θα αρνιόσουν». Το χαμόγελό του έσβησε. «Άννα, νωρίτερα μιλούσα πολύ σοβαρά». Το σοβαρό του ύφος δεν της άρεσε καθόλου. «Το ίδιο κι εγώ», αποκρίθηκε. «Α! Στις γυναίκες όμως επιτρέπεται ν’ αλλάζουν γνώμη». Ερχόταν αργά προς το μέρος της. Εκείνη είχε παραλύσει, δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Ο Ντομ στάθηκε ελάχιστους πόντους μακριά της. «Σκοπεύω να μείνω εδώ και θέλω να κάνουμε μια νέα αρχή». Το χέρι του ήρθε και σκέπασε το δικό της, που κρατούσε ακόμα τη ρόμπα στο λαιμό της. Το χαμόγελό του ήταν απέραντα σαγηνευτικό. «Γιατί να μην ξεκινήσουμε τώρα; Η στιγμή προσφέρεται». «Για σένα, ίσως», κατάφερε ν’ αρθρώσει η Άννα. «Για μένα όμως, όχι. Φύγε, σε παρακαλώ. Θέλω να πλαγιάσω». Και δάγκωσε τη γλώσσα της. Ο Ντομ κοίταξε το μεγάλο κρεβάτι και χαμογέλασε με μάτια που άστραφταν. «Αυτό είναι ακόμα καλύτερη ιδέα από το να φάμε εδώ οι δυο μας», είπε. «Θα πλαγιάσω μόνη μου», αποκρίθηκε εκείνη σφίγγοντας τα δόντια. Η απάντησή του ήταν να τραβήξει το χέρι της από το λαιμό της. Η ρόμπα άνοιξε, αποκαλύπτοντας το φιλντισένιο της δέρμα μέχρι το πάνω μέρος του στήθους της. Εκείνος συνέχισε να τραβάει το χέρι της και να το φέρνει στα χείλη του. Της φίλησε ένα δάχτυλο, ύστερα άλλο ένα. Η Άννα άφησε μια φωνούλα κι έτρεξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Ένιωθε ένα κάψιμο χαμηλά στην κοιλιά της, υγρασία ανάμεσα στους μηρούς της. «Ντομ, έχουν τελειώσει όλα! Όλα! Πρέπει να μ’ αφήσεις ήσυχη!


99

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Δεν σε θέλω, δεν θέλω αυτά τα τερτίπια!» «Τίποτα δεν έχει τελειώσει, Άννα, το ξέρεις τόσο καλά όσο κι εγώ». Εκείνη κούνησε με μανία το κεφάλι. «Μα γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί με καταδιώκεις έτσι; Τι θέλεις; Γιατί αποφάσισες να μείνεις;» «Ίσως δεν θυμόμουν και τόσο καλά πόσο ταιριάζουμε οι δυο μας. Μα τώρα που γύρισα, το βλέπω ολοκάθαρα». «Δεν ταιριάζουμε καθόλου». «Να σου αποδείξω ότι κάνεις λάθος;» Η Άννα έκανε μερικά βήματα πίσω. «Έχω αλλάξει», είπε. «Είμαι γυναίκα πια. Έμπειρη γυναίκα. Πολύ έμπειρη για να ξυπνήσουν μέσα μου τα αισθήματα που νομίζεις ότι μπορείς να μου γεννήσεις». Η έκφραση του Ντομ σκοτείνιασε. «Άννα, μη μου θυμίζεις ότι είσαι έμπειρη». «Για άλλη μια φορά με παρεξήγησες. Ο Πάτρικ δεν είναι εραστής μου. Απλώς εννοούσα ότι εσύ μου κατέστρεψες την αθωότητά μου. Μου κατέστρεψες τα τελευταία ευτυχισμένα όνειρα της παιδικής μου ηλικίας. Εσύ με ανάγκασες να μεγαλώσω, Ντομ, κανένας άλλος». Εκείνος την κοίταξε ψυχρά κι έφερε τα χέρια του στους γοφούς του. «Ξέρεις, αν θυμάμαι καλά, δεν νομίζω πως κατέστρεψα την αθωότητά σου». Η Άννα δεν συνειδητοποίησε αμέσως τι εννοούσε. Όταν το κατάλαβε, κοκκίνισε μέχρι τ’ αυτιά. «Μιλούσα με την ευρύτερη έννοια του όρου», είπε. «Άννα, σου έχω ήδη ζητήσει δυο φορές συγγνώμη που σε πλήγωσα. Συμφωνώ μαζί σου. Φέρθηκα σαν μπάσταρδος. Δεν έπρεπε να μείνω μακριά. Πού είναι η χριστιανική ψυχή σου; Δεν έχεις θρησκευτικό και ηθικό καθήκον να με συγχωρήσεις τώρα;» Η Άννα τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Τι θα έκανες αν έπεφτα στα γόνατα και σου ζητούσα να με συγχωρήσεις;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

100

«Δεν θα το έκανες». «Σωστά, είμαι πάρα πολύ περήφανος». Ευτυχώς, συλλογίστηκε η Άννα, γιατί αλλιώς θα ήταν πολύ δύσκολο να του αρνηθεί. Αν τον συγχωρούσε όμως, θα ξαναγύριζε στα ίδια, και άλλωστε δεν υπήρχε στην καρδιά της συγχώρεση γι’ αυτόν. Ούτε τώρα ούτε ποτέ. «Με έχεις μπερδέψει εντελώς, Άννα», συνέχισε εκείνος χαμογελώντας. «Παραδέχομαι ότι δεν με νοιάζει το ενδιαφέρον του Πάτρικ για σένα. Τώρα όμως που γύρισα, θαρρώ πως κι αυτός πρέπει να στρέψει κάπου αλλού την προσοχή του». «Για τον Πάτρικ θα μιλάμε τώρα;» ρώτησε η Άννα. Εκείνος δεν απάντησε, μα την πλησίασε τόσο, που τα γόνατά τους ακούμπησαν. «Άννα, νομίζω πως μ’ αγαπάς ακόμα», είπε. Εκείνη κατάφερε να βρει την ανάσα της και ν’ απαντήσει: «Όχι». «Ναι». Χαμογέλασε, και το χαμόγελό του ήταν απέραντα γοητευτικό, απέραντα ξελογιαστικό. «Τι λες, δοκιμάζουμε τη θεωρία μου;» Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι, μα ήταν πολύ αργά. Ο Ντομ έσκυψε από πάνω της και την κόλλησε στον τοίχο. Ύστερα ακούμπησε τις παλάμες του δεξιά κι αριστερά από το κεφάλι της, εγκλωβίζοντάς την. «Νομίζω πως με θέλεις», ψιθύρισε. «Κι εγώ σε θέλω, σίγουρα σε θέλω». «Μην το κάνεις αυτό». «Δεν θα κάνω τίποτα που να μην το θέλεις κι εσύ», της υποσχέθηκε, αλλά το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στα χείλη της. «Νιώθω κιόλας τη γεύση σου, Άννα. Θέλω άλλο ένα φιλί». «Όχι». Εκείνος έσκυψε πιο κοντά, αλλά η Άννα κατάφερε να στρέψει αλλού το πρόσωπό της και τα χείλη του προσγειώθηκαν στο μάγουλό της. «Σταμάτα. Σταμάτα αμέσως», ψιθύρισε βραχνά, προσπαθώντας να σπρώξει τα χέρια του. Οι μηροί του ακουμπούσαν καυτοί στους


101

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

δικούς της μέσα από τη μεταξωτή ρόμπα. Βρισκόταν στην άκρη του γκρεμού και το ήξερε. Αν δεν την άφηνε αμέσως ήσυχη, θα υπέκυπτε. Κι ίσως όχι μόνο με το κορμί της. «Δεν μπορώ!» φώναξε. Ο Ντομ σήκωσε το κεφάλι, μα την έπιασε απ’ τα μπράτσα. Την κοίταξε βλοσυρά. «Τι πρέπει να κάνω, Άννα; Σου ζήτησα συγγνώμη. Γύρισα κοντά σου. Τώρα θέλω να μην είσαι μόνο κατ’ όνομα γυναίκα μου. Δεν θα είμαι κακός σύζυγος. Ξέρω τις ευθύνες μου. Λοιπόν, τι πρέπει να κάνω;» «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Κάποτε σε ήθελα περισσότερο από καθετί στον κόσμο. Τώρα είμαι μεγαλύτερη και σοφότερη». Με φρίκη συνειδητοποίησε ότι δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. «Μάλιστα... Ό,τι κι αν θέλω, ό,τι κι αν πω κι αν υποσχεθώ, ό,τι κι αν κάνω, δεν θα μου δώσεις άλλη μια ευκαιρία». Η Άννα έκλαιγε σιωπηλά, ανίκανη να μιλήσει. «Ξέρεις, Άννα», είπε εκείνος ύστερα από μια στιγμή σιωπής, «ανάμεσά μας υπάρχει μια σαρκική έλξη που δεν είναι από τις συνηθισμένες. Θα μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε από κει, αν άφηνες τη φύση ν’ ακολουθήσει το δρόμο της». Τα λόγια του την εξαγρίωσαν κι ο θυμός της τής έδωσε μια διέξοδο. «Δεν είμαι καμιά από τις τσούλες σου για να αφεθώ στη φύση», είπε. «Σωστά», συμφώνησε εκείνος και το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Φέρεσαι περισσότερο σαν τρομαγμένη παρθένα που δεν ξέρει τίποτα». Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν σαν ξίφη. Ο Ντομ είχε σκοπό να την προσβάλει με τα λόγια του κι εκείνη προσβλήθηκε πολύ. Ίσιωσε τους ώμους της κι ευχήθηκε να μπορούσε να τον σκοτώσει με το βλέμμα της. «Μπορείς να φύγεις τώρα», του είπε. Ο Ντομ ίσιωσε την πλάτη του και κατέβασε τα χέρια. «Πολύ καλά. Στο στρατό έμαθα πότε πρέπει να υποχωρώ». Ο τόνος του δεν ήταν φιλικός και το βλέμμα του ήταν παγερό. «Δεν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

102

προχωρώ όταν δεν με θέλουν». «Θαυμάσια», γάβγισε η Άννα έξω φρενών μαζί του, αλλά και με τον εαυτό της. «Μόνο ένας βλάκας θα καθόταν να περιμένει μια πρόσκληση που δεν θα του γίνει ποτέ», είπε ο Ντομ γυρίζοντάς της την πλάτη και πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Ή ένας κύριος», του πέταξε η Άννα. «Πράγμα που εσύ, φυσικά, δεν είσαι!» Εκείνος στράφηκε απότομα. «Θέλεις πόλεμο, ε;» «Ναι! Θέλω πόλεμο!» ούρλιαζε εκείνη. «Φύγε τώρα!» «Θα φύγω. Πρώτα όμως θα μου απαντήσεις σε μια ερώτηση. Υπήρξε ποτέ εραστής σου ο Πάτρικ;» Η Άννα ήθελε να βρει κάτι να του πετάξει. Κρατήθηκε όμως, κι απάντησε: «Όχι». Η έκφραση του Ντομ άλλαξε. «Άννα, μήπως είσαι ακόμα παρθένα;» Εκείνη ρούφηξε με δύναμη τον αέρα. Το βάζο με τα λουλούδια ήταν ό,τι πρέπει για να του το φέρει στο κεφάλι. Σφάλισε τα μάτια προσπαθώντας ν’ αντισταθεί στον πειρασμό - μα δεν τα κατάφερε. Έβαλε όλη της τη δύναμη και του το εκσφενδόνισε. Εκείνος έσκυψε και το βάζο έγινε θρύψαλα στον τοίχο.


103

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

8

Η Άννα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε χάσει τόσο πολύ την αυτοκυριαρχία της. Κι ο Ντομ όμως την κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. Ύστερα κοίταξαν κι οι δυο τα μπλε και λευκά κομμάτια της πορσελάνης και τα τσακισμένα λουλούδια στο πάτωμα. «Μια ερώτηση σου έκανα», είπε ο Ντομ. «Αν δεν ήθελες ν’ απαντήσεις, ας το έλεγες». Η Άννα τον κάρφωσε με το βλέμμα. «Ναι, Ντομ. Είμαι ακόμα παρθένα». Κρατούσε ψηλά το κεφάλι και προσευχόταν να μην κοκκινίσει. «Βλέπεις, παρ’ όλο που εσύ δεν μου ήσουν πιστός, εγώ σου έμεινα πιστή». «Χριστέ μου!» πρόφερε εκείνος, κάτασπρος σαν πανί. «Πώς το κάνεις ν’ ακούγεται!» «Ακούγεται όπως ακριβώς είναι». Και πρόσθεσε σχεδόν άθελά της: «Ίσως θα έπρεπε να γυρίσεις στο Λονδίνο, στη Μαργκό Μαρσάλ». «Τη διάσημη Γαλλίδα ηθοποιό». «Ξέρω ποια είναι». «Το ελπίζω. Το θέμα όμως είναι πώς στο διάβολο το ξέρεις». «Πώς να μην το ξέρω όταν τους δυο τελευταίους μήνες εμφανίζεστε παντού μαζί;» «Εσύ όμως δεν βρίσκεσαι στο Λονδίνο». Τα μάτια του πέταξαν σπίθες. «Πες μου, Άννα, πώς και είσαι τόσο καλά ενημερωμένη; Μήπως έχεις βάλει ανθρώπους να με παρακολουθούν; Μήπως ασχολείσαι για χόμπι με την προσωπική μου ζωή;» «Όχι. Δεν χρειάζεται να σε παρακολουθώ για να ξέρω ότι γλεντάς με μια ανήθικη ηθοποιό». «Κατάλαβα. Απολαμβάνεις τα κουτσομπολιά».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

104

«Αυτό είναι άδικο!» «Ίσως εσύ είσαι η άδικη». «Αρνείσαι τη σχέση σου μαζί της;» Ο Ντομ πρόφερε μια βρισιά. «Πριν, έβρισκα το ενδιαφέρον σου για τις προσωπικές μου υποθέσεις διασκεδαστικό. Τώρα το βρίσκω τρομερά ενοχλητικό». «Μήπως θα έπρεπε λοιπόν να κρατάς τις υποθέσεις σου για τον εαυτό σου;» τον ρώτησε γλυκά γλυκά η Άννα. «Είναι φανερό ότι ζηλεύεις». «Εγώ δεν ζηλεύω μια... μια...» «Μια ηθοποιό;» τη βοήθησε ο Ντομ γελώντας. «Μια τσούλα!» φώναξε βγάζοντας καπνούς η Άννα. «Δεν παραδέχεσαι ότι είναι ερωμένη σου;» Το γέλιο του έσβησε και τα μάτια του πέταξαν σπίθες. «Άννα, έχεις μπει σε μια περιοχή που δεν είναι μόνο επικίνδυνη, αλλά κι αναξιοπρεπής για σένα». «Για σένα είναι ακόμα πιο αναξιοπρεπής. Όσο κι αν ανέχεται η κοινωνία ό,τι κι αν κάνεις, επειδή πρόκειται μια μέρα να γίνεις δούκας. Ακόμα και το γεγονός ότι περιφέρεσαι με μια γυναίκα σαν τη Μαργκό Μαρσάλ». Εκείνος την κοίταξε παγερά. «Ξέρεις κάτι, Άννα; Όταν θ’ αποφασίσεις να γίνεις αληθινή σύζυγός μου, με κάθε έννοια του όρου, τότε θα έχεις το δικαίωμα να κάνεις τέτοιου είδους ερωτήσεις. Όχι πριν!» «Ε, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ», αποκρίθηκε με πάθος η Άννα. «Και δεν χρειάζεται να κάνω τέτοιες ερωτήσεις, γιατί ξέρω ήδη τις απαντήσεις». «Συνέχισε σ’ αυτόν τον τόνο, Άννα», της είπε εκείνος χαμηλώνοντας τη φωνή, «και θα πιστέψω πως είσαι κάτι πολύ παραπάνω από ζηλιάρα. Ακούγεσαι σαν γυναίκα ερωτευμένη κι απατημένη». «Κάθε άλλο», αποκρίθηκε τσιριχτά η Άννα. «Κατάλαβα», είπε εκείνος μ’ ένα πονηρό γελάκι. «Τώρα τουλάχιστον αρχίζουμε να βγάζουμε κάποια άκρη».


105

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Η Άννα έγλειψε τα χείλη της. «Δεν ζηλεύω τις γυναίκες σου. Απλώς σε κοροϊδεύω!» «Δεν έχω γυναίκες. Κι όταν φιλιόμαστε, δεν δείχνεις να με κοροϊδεύεις». «Αυτό συμβαίνει επειδή είσαι πολύ έμπειρος στα φιλιά», αποκρίθηκε εκείνη με κομμένη την ανάσα. Ο Ντομ έσφιξε τα δόντια. «Μπορεί ν’ αποφασίσω ν’ αποκτήσω λίγη ακόμα πείρα κάνοντας έρωτα μαζί σου». Η Άννα έκανε πίσω. «Κρ... κράτα τα φι... φιλιά σου για τις ερωμένες σου», ψέλλισε. «Μπορεί και να το κάνω, αν συνεχίσεις να με αποδιώχνεις». Εκείνη κατάφερε ν’ ανασηκώσει τους ώμους. «Μπορείς να βλέπεις όποιες θέλεις. Και να χαρίζεις τα φιλιά σου κι οτιδήποτε άλλο- όπου θέλεις». Ο Ντομ σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος κι ακούμπησε στον τοίχο πατώντας πάνω στα λουλούδια. «Πόσο μεγαλόκαρδη είσαι, που μου επιτρέπεις να κάνω ό,τι θέλω στην προσωπική μου ζωή». «Άλλες σύζυγοι μπορεί να μην είναι τόσο φιλελεύθερες». «Άλλες σύζυγοι δεν θα μου αρνούνταν τα συζυγικά δικαιώματά μου», αποκρίθηκε εκείνος απαλά. «Γι’ αυτό ήρθες απόψε εδώ;» Ο σφυγμός της χτυπούσε τόσο δυνατά που της φαινόταν πως θα λιποθυμήσει. «Κι αν ναι;» Ο τόνος του ήταν κοροϊδευτικός. Η Άννα δεν βρήκε τι να του απαντήσει. «Ηρέμησε, Άννα. Δεν είμαι τόσο μεγάλο κάθαρμα ώστε να έρθω να χτυπήσω την πόρτα σου και να ζητήσω τα συζυγικά δικαιώματά μου ύστερα από τέσσερα χρόνια απουσίας. Ήρθα για να φάμε μαζί, το θυμάσαι; Ήρθα για να συμφιλιωθώ μαζί σου». Η Άννα έβγαλε έναν κοροϊδευτικό ήχο. «Ήρθες για να με αποπλανήσεις!» Το βλέμμα του Ντομ σκοτείνιασε. «Πίστευε ό,τι θέλεις. Αν όμως είχα σκοπό να σε αποπλανήσω, δεν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

106

θα στεκόσουν τώρα στην άλλη άκρη του δωματίου». Το βλέμμα του πετάχτηκε στο κρεβάτι. «Αν είχα στο μυαλό μου την αποπλάνηση, ξέρουμε κι οι δυο πού θα βρισκόσουν τώρα. Και θα καιγόσουν στη φωτιά. Θα σου είχα βάλει εγώ φωτιά». Της Άννας της κόπηκε η ανάσα κι έγινε κατακόκκινη. «Πήγαινε έξω!» φώναξε. Εκείνος έσφιξε τα δόντια. «Μετά χαράς. Αλλά εγώ στη θέση σου θα σκεφτόμουν πως είμαι ένας υγιής άντρας, και οι συνεχείς αρνήσεις σου θα με στείλουν κάποτε στην αγκαλιά κάποιας άλλης». Γύρισε, πέρασε το κατώφλι κι εκεί στάθηκε και την ξανακοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες. «Άννα, αποφάσισε τι θέλεις. Αν με θέλεις ακόμα, τώρα είναι η ευκαιρία σου». Η Άννα τον κοίταξε εμβρόντητη. Κι εκείνος βρόντησε πίσω του την πόρτα. Την ξύπνησε μυρωδιά καμένου. Το προηγούμενο βράδυ ήταν ερείπιο, αλλά δεν είχε κοιμηθεί αμέσως. Το μυαλό της αρνιόταν να σταματήσει να δουλεύει κι όλες της οι σκέψεις είχαν για επίκεντρο τον Ντομ. Την έπνιγαν ένα σωρό αντιφατικά συναισθήματα κι όταν τελικά αποκοιμήθηκε, τα όνειρά της αφορούσαν πάλι τον Ντομ κι ήταν εφιαλτικά: του επέτρεπε να την αποπλανήσει, παραδινόταν πρόθυμα στο αγκάλιασμά του. Αλλά και στον ύπνο της ακόμα, ένα κομμάτι του μυαλού της διαμαρτυρόταν για την τρέλα τούτης της παράδοσης. Μέχρι που τελικά βυθίστηκε εξαντλημένη σ’ ένα βαθύ, χωρίς όνειρα ύπνο. Όταν μια βαριά μυρωδιά καμένου άρχισε να γαργαλάει τα ρουθούνια της, η Άννα κουκουλώθηκε με τα σκεπάσματά της μη θέλοντας να ξυπνήσει. Ένιωθε το κορμί της βαρύ σαν μολύβι, της ήταν αδύνατο να σηκωθεί. Το μυαλό της αρνιόταν να λειτουργήσει. Η μυρωδιά όμως γινόταν όλο και πιο βαριά, όλο και πιο δυσάρεστη. Η Άννα προσπαθούσε να την αγνοήσει. Αποφάσισε ότι ονειρευόταν ξανά και στο όνειρό της έβλεπε


107

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

φωτιές. Άρχισε να ζεσταίνεται. Πέταξε από πάνω της τα λεπτά καλοκαιρινά σκεπάσματα. Η πικρή μυρωδιά του καμένου συνέχισε να γεμίζει τα ρουθούνια της. Ξύπνα! της φώναζε ο εγκέφαλός της. Την έπιασε βήχας κι άνοιξε απότομα τα μάτια. Η φωτιά δεν ήταν στο όνειρό της. Κάτι καιγόταν εκεί μέσα, στο δωμάτιό της. Ανακάθισε και είδε το πετσετάκι του κομοδίνου της τυλιγμένο στις φλόγες, που καταβρόχθιζαν τη δαντέλα του κι απειλούσαν να πηδήξουν και στο κρεβάτι της. Εκεί που κοίταζε σαν μαγνητισμένη, κάτι πάνω στο κομοδίνο άρπαξε φωτιά κι οι φλόγες δυνάμωσαν απότομα. Ήταν τα λευκά της τριαντάφυλλα. Η Άννα έβαλε τις φωνές, άρπαξε το μαξιλάρι της και πήδηξε στο πάτωμα. Άρχισε να χτυπάει τη φωτιά. Η λάμπα πετρελαίου που είχε στο κομοδίνο της έπεσε χάμω κι έσπασε. Έπεσε και το όμορφο κρυστάλλινο βάζο με τα τριαντάφυλλα, αλλά δεν έσπασε. Η Άννα συνέχισε να χτυπάει τις φλόγες με το μαξιλάρι της. Το κομοδίνο έφυγε από τη θέση του, χτύπησε στον τοίχο, τα βιβλία της έπεσαν στο πάτωμα, το φλιτζάνι με το τσάι και το πιατάκι του έγιναν θρύψαλα. «Άννα!» ακούστηκε η φωνή του Ντομ που όρμησε στο δωμάτιο. Με τα πολλά η φωτιά έσβησε. Η Άννα απέμεινε να κοιτάζει λαχανιασμένη το κατεστραμμένο κομοδίνο και τα σπασμένα αντικείμενα. Ο Ντομ την τράβηξε πιο κει. «Τι στην οργή έγινε;» φώναξε ανάβοντας μια άλλη λάμπα πετρελαίου που ήταν πάνω στο γραφειάκι της Άννας. «Θεέ μου!» είπε κοιτάζοντας την εικόνα της καταστροφής. «Θα έπεσαν τα αναθεματισμένα τα κεριά». Η Άννα άρχισε να τρέμει. Το δαντελένιο τραπεζομαντιλάκι είχε καταστραφεί. Τα βιβλία της ήταν άσχημα καψαλισμένα. Αν δεν είχε ξυπνήσει, θα είχαν πάρει φωτιά και τα σκεπάσματά της και δεν ήθελε να σκεφτεί τι άλλο θα γινόταν. Άφησε κάτι σαν βογκητό κι έσκυψε να μαζέψει μια ωραία έκδοση του Μόμπι Nτίκ. Το όμορφο δερμάτινο δέσιμο του βιβλίου ήταν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

108

κατάμαυρο, καρβουνιασμένο. Το έσφιξε στο στήθος της. Το βλέμμα της έπεσε σε ένα από τα τριαντάφυλλα, καρβουνιασμένο κι αυτό αλλά ολόκληρο ακόμα. Το βιβλίο γλίστρησε από τα χέρια της κι έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα. «Άννα...» Ο Ντομ, που είχε βάλει τη λάμπα στη βάση της στο γραφείο, ήρθε κοντά της και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της από το μαυριδερό, καρβουνιασμένο ρόδο. «Άννα...» είπε βραχνά ο Ντομ πιάνοντας το κεφάλι της. Εκείνη τότε μόλις συνειδητοποίησε ότι την κρατούσε στην αγκαλιά του και την έσφιγγε καθησυχαστικά. Κοίταξε τα κεχριμπαρένια του μάτια κι είδε μέσα τους μια βαθιά ανησυχία. «Δόξα τω Θεώ που δεν έπαθες τίποτα», είπε βραχνά ο Ντομ και την έσφιξε πάνω του. Η Άννα κρατήθηκε για να μη βάλει τα κλάματα. Δεν υπήρχε λόγος να κλαίει για τα λευκά της τριαντάφυλλα, ούτε για τη μικρή φωτιά. Ατύχημα ήταν. Ακούμπησε το μάγουλό της στο στήθος του Ντομ. Ήταν γυμνό. «Σσς...» έκανε εκείνος, χαϊδεύοντας τη χοντρή της κοτσίδα που είχε αρχίσει να ξεπλέκεται. «Ταράχτηκες, μα δεν έπαθες τίποτα. Πάει, πέρασε». Τα ευγενικά του χάδια κι ο παρηγορητικός του τόνος έκαναν την Άννα να γεμίσει ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη και κάτι παραπάνω. Πίεσε το πρόσωπό της στο γυμνό του στήθος. Το δέρμα του ήταν απαλό σαν βελούδο. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν σχεδόν γυμνός. Φορούσε μόνο μια μαύρη και μπορντό μεταξωτή ρόμπα που του έφτανε ως τα γόνατα, αφήνοντας τις γάμπες του γυμνές. Η Άννα έκλεισε τα μάτια. Και ξαφνικά, αναρωτήθηκε πώς κι είχε βρεθεί έξω από την πόρτα της τη στιγμή που το δωμάτιό της έπαιρνε φωτιά. Τον κοίταξε κι εκείνος πρέπει να είδε την ερώτηση στα μάτια της. «Ήμουν κάτω και διάβαζα», της είπε. «Η βιβλιοθήκη βρίσκεται ακριβώς κάτω από το δωμάτιό σου. Έκανες μεγάλη φασαρία, Άννα. Μα το Θεό, νόμιζα πως είχε μπει κάποιος στο δωμάτιό σου».


109

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Όχι», αποκρίθηκε ξεψυχισμένα η Άννα. Χαιρόταν που τον είχε εκεί, κοντά της, παρ’ όλο που το μυαλό της την προειδοποιούσε να μη χαλαρώνει την άμυνά της. Ο Ντομ κάθισε στο κρεβάτι της παρασέρνοντας τη μαζί του. «Σσς», είπε ξανά. «Πέρασαν όλα, γλυκιά μου». Γλυκιά μου. Η λέξη έκανε την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά. Διαισθάνθηκε ότι κινδύνευε από κάτι άλλο εκτός από τη φωτιά. «Ντομ, νομίζω ότι πρέπει να φύγεις», ψιθύρισε βραχνά. Αλλά την ίδια στιγμή η χούφτα της που ακουμπούσε στην κοιλιά του άνοιγε από μόνη της θαρρείς. Τον ένιωσε να σφίγγεται και πάλι. Το βλέμμα της ταξίδεψε πάνω του. Η μισάνοιχτη ρόμπα του αποκάλυπτε το μυώδες στήθος του, κι ένα μέρος από το επίπεδο στομάχι του. Σφάλισε τα μάτια τρομοκρατημένη από το ξαφνικό, τρελό σφίξιμο που ένιωθε στους λαγάνες της. «Θέλεις στ’ αλήθεια να φύγω;» ψιθύρισε ο Ντομ, γυρίζοντας το πρόσωπό της προς τα πάνω με το δυνατό του χέρι. Η Άννα άνοιξε τα μάτια. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν ένα ασφαλές λιμάνι. Ήθελε να μείνει για πάντα στην αγκαλιά του. Αυτό ήταν το σωστό. Ο Ντομ ήταν ο σωστός άντρας γι’ αυτήν. Το παρελθόν είχε σβήσει, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Το φαρδύ του χέρι χάιδεψε τα μαλλιά της, στάθηκε για λίγο στο δέσιμο της κοτσίδας της, και με μια κίνηση το έλυσε. «Άννα;» Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Η Άννα κατάλαβε την ερώτησή του. Δεν χρειαζόταν ν’ απαντήσει. Ήταν όλη σαν τεντωμένη χορδή, έκαιγε ολόκληρη. Το αίμα κυλούσε σαν χείμαρρος στις φλέβες της. Πώς μπορούσε να του ζητήσει να φύγει, αφού τον ήθελε σαν τρελή; Ήταν μια νύχτα φτιαγμένη για αμαρτία. Μαύρη, σιωπηλή. Ο αέρας μύριζε ακόμα φωτιά και στις γωνιές χοροπηδούσαν οι σκιές. Καθώς δεν του έλεγε να σταματήσει και να φύγει, ο Ντομ συνέχισε


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

110

να ξεπλέκει αργά τα μαλλιά της. Ήταν μια νύχτα μαγική. Μια νύχτα για εραστές. «Άννα...» ψιθύρισε βραχνά εκείνος όταν τα μαλλιά της έπεσαν βαριά και κατάμαυρα στη μέση της. Τα χάιδεψε με χέρι που έτρεμε. «Έχεις ωραία μαλλιά». Τα μάτια του αστραποβολούσαν σαν χρυσαφένιες φωτιές. Η Άννα δεν μπορούσε να κοιτάξει αλλού. Ο Ντομ μετακινήθηκε και πήρε το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες του. Η Άννα δεν κουνήθηκε, δεν διαμαρτυρήθηκε. Το μυαλό της είχε πάψει να λειτουργεί. Κοιτάζονταν και τα μάτια τους πετούσαν σπίθες. Τα ρουθούνια του Ντομ πάλλονταν. Έσκυψε πάνω της. Όταν τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της, η Άννα άφησε έναν αναστεναγμό. Βαθύ και βαρύ. Την επόμενη στιγμή βρισκόταν πεσμένη ανάσκελα, με τον Ντομ ξαπλωμένο επάνω της, το βάρος του να την πιέζει, το στόμα του να την καταβροχθίζει καυτό. Βαθιά, πολύ βαθιά στο μυαλό της, ήξερε πως θα μετάνιωνε για τούτη τη νύχτα. Μα δεν θα καθόταν να το σκεφτεί τώρα. Η Άννα τον δέχτηκε στην αγκαλιά της. Τα νύχια της έγδαραν την ντυμένη στο μετάξι πλάτη του. Ο Ντομ βόγκηξε κι η γλώσσα του χώθηκε βαθιά στο στόμα της μπλέκοντας με τη δική της. Η Άννα σήκωσε τα πόδια της και τα άνοιξε. Τα χέρια του Ντομ χούφτωσαν τα στήθη της και τα πίεσαν προς τα πάνω. Όταν άρχισε να τα χαϊδεύει, η Άννα έπαψε να τον φιλάει κι έβαλε μια φωνή. Το κορμί της δεν ήταν πια δικό της. Ήταν το κορμί μιας λάγνας γυναίκας, που γύρευε απεγνωσμένα άντρα. Ετούτο τον άντρα. Το στόμα του Ντομ σύρθηκε προς τα στήθη της. Έπιασε τη θηλή της με τα δόντια του, πάνω από το νυχτικό της. Της κόπηκε η ανάσα και τεντώθηκε σαν τόξο από κάτω του. Εκείνος τραβούσε κιόλας το νυχτικό της προς τα κάτω, γυμνώνοντας τον κορμό της. Η Άννα χτυπιόταν ολόκληρη για να τον βοηθήσει, έχωνε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του. Αμέσως μετά εκείνος πιπίλισε τη θηλή της. Η Άννα του πίεζε το κεφάλι πάνω στο στήθος της, κι εκείνος


111

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

βογκούσε δυνατά. Κι αυτή έβγαζε μικρούς, κοφτούς, πνιγμένους ήχους. Ο Ντομ γλίστρησε το χέρι του προς τα κάτω, έφτασε στο μηρό της. Η Άννα τινάχτηκε, μα εκείνος την αγνόησε και πιπιλώντας με μανία τη θηλή της άρχισε να χαϊδεύει εκεί όπου ενώνονταν οι μηροί της. Η ανάσα της Άννας έβγαινε λαχανιασμένη. Η παλάμη του Ντομ περνούσε ξανά και ξανά πάνω από το βαμβακερό ύφασμα που σκέπαζε το φύλο της. Και ξαφνικά το χέρι του βρέθηκε κάτω από τα ρούχα της, τα δάχτυλά του γλίστρησαν ανάμεσα στα χείλη του αιδοίου της. Μια έκρηξη συντάραξε την Άννα, γεμίζοντας τον τόπο σπίθες. Το κορμί της τινάχτηκε τρέμοντας στον αέρα. Βογκητά έβγαιναν ασυγκράτητα από το στόμα της. Όταν έπεσε σαν σωρός από σάρκες χωρίς κόκαλα ανάμεσα στα μαξιλάρια της, συνειδητοποίησε ότι ο Ντομ ήταν ξαπλωμένος δίπλα της. Χάιδευε απαλά το στομάχι και τη λεκάνη της, αλλά τα μάτια του ήταν σαν δυο δίδυμες φωτιές, το στόμα του ήταν σφιγμένο, το ίδιο και το κορμί του. Η ρόμπα του είχε ανοίξει μέχρι κάτω, αποκαλύπτοντας τον αφαλό του και τους μυς της κοιλιάς του, που ήταν σκεπασμένοι από ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα. Το βλέμμα της Άννας συναντήθηκε με το δικό του κι άρχισε να συνειδητοποιεί το μέγεθος της πράξης της. Μα πριν προλάβει να πει λέξη, ο Ντομ κινήθηκε και το στόμα του σκέπασε το δικό της. Η διαμαρτυρία της Άννας πέθανε πριν γεννηθεί. «Άννα...» πρόφερε βραχνά εκείνος. Παίρνοντας το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες του, ανέβηκε επάνω της. Τα μάτια του καρφώθηκαν αποφασιστικά στα δικά της. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως την ήθελε τρελά. Το φύλο του πίεζε σκληρά την κοιλιά της. Όπου την άγγιζε, άναβαν φωτιές. Η Άννα έκλεισε τα μάτια και τεντώθηκε σαν τόξο για να τον δεχτεί. Εκείνος τη φίλησε ξανά, παθιασμένα. Η Άννα ένιωθε ότι ο Ντομ συγκρατούσε με δυσκολία την εκρηκτική του δύναμη. Το μεγάλο δυνατό του σώμα έτρεμε επάνω της. Η άκρη του φαλλού του


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

112

τριβόταν πάνω στο φύλο της. Το φιλί του ήταν ατέλειωτο. Τα χέρια του ταξίδευαν πολύπειρα στο κορμί της. Της χάιδευε το λαιμό, τα μπράτσα, τα στήθη, τις θηλές της, που είχαν γίνει τεράστιες. Τη λεκάνη, την κοιλιά της, τα πρησμένα από τις δαγκωματιές του χείλη της. Η Άννα βογκούσε ασταμάτητα. «Άννα», μίλησε προστακτικά ο Ντομ. Εκείνη κατάφερε ν’ ανοίξει τα μάτια της και να τον κοιτάξει με βλέμμα θολό. «Σε θέλω». Εκείνη άφησε ένα λυγμό. «Θα σε κάνω δική μου», είπε ο Ντομ βραχνά. Η Άννα δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λέξη. Της άνοιξε τα πόδια με το γόνατό του. Με έμπειρες, απαλές κινήσεις, μπήκε λίγο μέσα της. Τα μάτια της Άννας τινάχτηκαν ορθάνοιχτα. «Μια στιγμή μονάχα θα πονέσεις». Το χαμόγελό του ήταν γεμάτο ένταση, δεν την καθησύχαζε. Και ξαφνικά εκείνος όρμησε μέσα της. Η Άννα φώναξε αρπάζοντάς τον από τους ώμους, αλλά η σύντομη μαχαιριά του πόνου πέρασε αμέσως. Ο Ντομ στεκόταν ακίνητος, με τις φλέβες και τα νεύρα και τους μυς του κορμιού του έτοιμα να σπάσουν. Κι ύστερα άρχισε να κουνιέται. «Άννα!» φώναξε. «Άννα!» Και συνέχισε να κουνιέται ρυθμικά. Ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του στα στήθη της. Στάθηκε μια στιγμή να βρει με το στόμα του τα χείλη της, το λαιμό της. Το κορμί του έτρεμε ολόκληρο. Απ’ το λαρύγγι του βγήκε ένας σκληρός ήχος που φανέρωνε πόσο την ήθελε. Ο ρυθμός του μέσα της έγινε πιο γοργός. Η Άννα τον έσφιγγε πάνω της μ’ όλη της τη δύναμη. Ο πόθος της ανέβαινε καυτός ψηλά, όλο και πιο ψηλά. Άφησε μια δυνατή κραυγή, εκεί στην άκρη του γκρεμού όπου την είχε φέρει εκείνος. Ο Ντομ κράτησε την ανάσα του κι έμεινε ακίνητος μέσα της. Η Άννα άνοιξε τα μάτια της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Το


113

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

δικό του ήταν ένας καθρέφτης άγριου πόθου και εξίσου άγριας δύναμης. Το πρόσωπό του έκανε συσπάσεις - ίσως από πόνο, σίγουρα από αποφασιστικότητα. Τα νεύρα και οι μύες του σβέρκου και των ώμων του διαγράφονταν ανάγλυφα. Το αχνό χαμόγελό του προσπαθούσε να την καθησυχάσει, αλλά ξεχείλιζε τόσο πολύ από ένταση που την τρόμαζε. Αργά, ο Ντομ τράβηξε από μέσα της το πέος του εκατοστό εκατοστό. Η Άννα βόγκηξε. Κι εκείνος γλίστρησε ξανά μέσα της, εξίσου αργά. Έσκυψε κι έγλειψε τη θηλή της ξανά και ξανά. Κι άρχισε πάλι. Σύντομα η Άννα δεν άντεχε άλλο τούτο το υπέροχο βασανιστήριο. Έγινε κομμάτια κι άρχισε να τρέμει. Και τότε ο Ντομ την άδραξε από τη λεκάνη κι άρχισε να ορμάει μέσα της γοργά και σκληρά. Η Άννα τα έχασε από τη δύναμη και τη βία του. Ο Ντομ δεν προσπαθούσε πια να συγκρατηθεί. Το συσπασμένο πρόσωπό του μάγεψε την Άννα, που είχε πέσει στην αγκαλιά ενός κυκλώνα, τον οποίο ακόμα και να ήθελε, δεν μπορούσε να σταματήσει. Και τότε εκείνος ψιθύρισε τ’ όνομά της. Για μια στιγμή, η Άννα είδε κάτι που αψηφούσε το παρελθόν, κάτι κτηνώδες κι ευγενικό μαζί, στωικό κι απελπισμένο: Μια γυμνή ανάγκη. Ο Ντομ βόγκηξε τρεμουλιάζοντας ολόκληρος, παλλόμενος μέσα της, καταρρέοντας πάνω της. Σφίγγοντας τον λαχανιασμένο, μουσκεμένο στον ιδρώτα Ντομ στην αγκαλιά της, η Άννα ξεροκατάπιε. Το μυαλό της είχε αρχίσει να δουλεύει ξανά - κι οι σκέψεις της την τρόμαζαν. Μα δεν μπορούσε να τις αποφύγει. Ω, Θεέ μου, τι έκανα; Τελικά ο Ντομ γύρισε και ξάπλωσε αναστενάζοντας δίπλα της, σαν μεγάλο χορτασμένο λιοντάρι. Η Άννα δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Φοβόταν και ν’ ανασάνει. Ο Ντομ κρατούσε τα μάτια του κλειστά. Οι μακριές του βλεφαρίδες σκίαζαν σαν βεντάλιες τα μάγουλά του. II ανάσα του χαλάρωσε,


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

114

βάρυνε, κι αποκοιμήθηκε. Πριν όμως τον πάρει ο ύπνος, άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το δικό της. Η Άννα δεν τραβήχτηκε, κι ας το ήθελε. Εκείνο που χρειαζόταν περισσότερο από καθετί άλλο, ήταν παρηγοριά. Από εκείνον. Όταν ο Ντομ βυθίστηκε για τα καλά στον ύπνο, η Άννα τράβηξε το χέρι της, σηκώθηκε από το κρεβάτι και τακτοποίησε το νυχτικό της. Γύρισε και τον κοίταξε. Το φεγγαρόφωτο έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα κι έπαιζε πάνω στο πρόσωπο και στο κορμί του, πάνω στο μαύρο και μπορντό μεταξωτό που απλωνόταν γύρω του. Σφίχτηκε η καρδιά της. Ο Ντομ ήταν υπέροχος άντρας. Το πρόσωπό του ήταν τόσο όμορφο, που της έκοβε την ανάσα ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια. Το ίδιο και το αγαλματένιο κορμί του. Ήταν ένας άντρας στον οποίο δεν μπορούσες να αντισταθείς. Πήρε ένα μοχέρ σάλι και πήγε να καθίσει στην πολυθρόνα που βρισκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου. Κουλουριάστηκε πάνω της και ξαφνικά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μ α τι είχε κάνει; Ίσως η ένωσή τους να ήταν αναπόφευκτη. Τώρα όμως τι γινόταν; Ουσιαστικά δεν είχε αλλάξει τίποτα. Δεν εμπιστευόταν τον ίδιο της τον σύζυγο. Δεν τον εμπιστευόταν για να του δώσει την καρδιά της. Καλά θα έκανε να αρκεστεί στο κορμί της.


115

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

9

Ο Ράδερφορντ έπινε μαύρο τσάι και διάβαζε τους χτεσινούς Τάιμς όταν ο Ντομ μπήκε στην τραπεζαρία του πρωινού. Το δωμάτιο αυτό ήταν ένα από τα πιο χαρούμενα του Γουέιβερλι. Δυο του τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με μπουαζερί από βελανιδιά στο χρώμα του μελιού, ο τρίτος ήταν ντυμένος με μια ταπετσαρία όλο λαμπερά κίτρινα λουλούδια, κι ο τέταρτος ήταν όλος ένα μεγάλο παράθυρο. Το φως του ήλιου χυνόταν μέσα στο δωμάτιο, πάνω στα μπλε και χρυσαφένια περσικά χαλιά και στις γαλάζιες μεταξωτές κουρτίνες. Απέξω ο κήπος είχε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου κι από παντού ακούγονταν τα κελαηδήματα των πουλιών. Ο Ντομ πήγε στον μπουφέ και γέμισε ένα πιάτο με βουτυρωμένες φρυγανιές, αυγά, μπέικον και κρεατόπιτα. Η θέα του παππού του τού χάλασε ακόμα πιο πολύ την ήδη κακή του διάθεση - μια διάθεση που δεν καταλάβαινε. Δεν είχε πρόθεση να αποπλανήσει την Άννα και, παρ’ όλο που η χτεσινή νύχτα ήταν κάτι παραπάνω από ευχάριστη, ένιωθε σαν άκαρδο κτήνος. Όταν κάθισε στο τραπέζι, ο παππούς του άφησε κάτω την εφημερίδα του. «Καλημέρα, Ντομ. Κοιμήθηκες καλά;» «Εκπληκτικά καλά», γρύλισε ο Ντομ. Ο δούκας τον κοίταξε προσεκτικά, κι εκείνος επιτέθηκε με μανία στην πίτα του. Μπορεί να μην του άρεσαν οι μέθοδοι του Ράδερφορντ, αλλά τον αγαπούσε τον παππού του. Πάντα τον αγαπούσε. Ο δούκας δεν παρέλειπε ποτέ να επαινέσει τη συμπεριφορά του όταν το άξιζε. Αυτό συνέβη λίγες φορές, γιατί ο Ντομ ήταν άτακτο παιδί, αλλά τις θυμόταν μία προς μία. Παράλληλα, ο παππούς του ήταν εκείνος που τον μάλωνε και τον


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

116

τιμωρούσε. Αυτό συνέβαινε περισσότερες φορές, αλλά κι αυτές αποτελούσαν αγαπημένη ανάμνηση για τον Ντομ. Είχε καταλάβει από μικρός ότι ο παππούς του νοιαζόταν γι’ αυτόν. Και το ενδιαφέρον του σχεδόν κάλυπτε το κενό που άφηνε η αδιαφορία του πατέρα του. «Η Άννα κοιμήθηκε καλά;» ρώτησε ο Ράδερφορντ. Ο Ντομ άφησε κάτω το μαχαίρι και το πιρούνι του. «Δεν υπάρχουν μυστικά σ’ αυτό το σπίτι;» «Φαντάζομαι πως θα υπάρχουν μερικά», αποκρίθηκε χαμογελώντας ο δούκας. «Η Άννα κοιμάται ακόμα», είπε ξερά ο Ντομ, καθώς στο μυαλό του ερχόταν η φωτιά. Ευτυχώς είχε σβήσει πριν προκαλέσει σοβαρές ζημιές. Η Άννα κοιμόταν στην πολυθρόνα. Ο Ντομ είχε κοιμηθεί μόνος του ‘στο κρεβάτι. Η πράξη της αυτή δεν χρειαζόταν ερμηνεία: ακόμα και τώρα η Άννα ήθελε να του αντισταθεί. Δεν την ευχαριστούσε αυτό που είχε συμβεί. Κι όταν εκείνος ξύπνησε και τη βρήκε να κοιμάται στην πολυθρόνα, ενοχλήθηκε πολύ - κι όχι μόνο επειδή ήθελε να της κάνει ξανά έρωτα. «Χαίρομαι που βλέπω ότι αρχίζει να εξομαλύνεται η κατάσταση ανάμεσα σ’ εσάς τους δυο», είπε ο Ράδερφορντ. Ο Ντομ αναστέναξε. «Μη βιάζεσαι να χαρείς. Η εξομάλυνση, όπως τη χαρακτηρίζεις, μόλις που άρχισε». Όρμησε πάλι στο φαγητό του. Μα γιατί ένιωθε τόσο ταραγμένος; Η Άννα ήταν εξίσου υπεύθυνη μ’ εκείνον για το ζευγάρωμά τους. Ίσως τον εκνεύριζε που το ζευγάρωμα αυτό ήταν τόσο καλό. Και που καταλάβαινε πως η Άννα είχε ακόμα σκοπό να τον πολεμήσει. «Διάβολε!» είπε και πέταξε στο τραπέζι την πετσέτα του. Ο Ράδερφορντ όμως ήταν βυθισμένος στην εφημερίδα του. Ο Ντομ πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Έμεινε εκεί ώρα πολλή, προσπαθώντας να μη σκέφτεται. Το μυαλό του όμως ήταν γεμάτο από την Άννα κι απ’ αυτά που της έκανε. Η απόφασή του να μείνει και να προσπαθήσει να συμφιλιωθούν ήταν ενστικτώδης. Μα δεν μπορούσε να μη σκέφτεται ότι της άξιζαν πολύ


117

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

περισσότερα από εκείνα που θα της έδινε. Και τώρα μπορεί να έμενε έγκυος. Δεν θα τον δυσαρεστούσε κάτι τέτοιο. Αν όμως του χάριζε πραγματικά έναν κληρονόμο, θα της παραχωρούσε νόμιμα και για πάντα το Γουέιβερλι Χολ. «Γιατί δεν μου ζήτησες απλά να κάνω έναν κληρονόμο αντί να καταφύγεις στον εκβιασμό;» ρώτησε τελικά τον παππού του. Ο Ράδερφορντ γέλασε. «Και θα συμφωνούσες;» «Μπορεί». Ο δούκας ρουθούνισε περιφρονητικά. «Θα μου έλεγες να πάω στον διάβολο και να μείνω εκεί. Ξέρουμε κι οι δυο ότι γύρισες σπίτι μόνο επειδή αρρώστησε ο πατέρας σου, και δεν είχες σκοπό να μείνεις εδώ περισσότερο απ’ όσο θα ήταν αναγκαίο». «Αν έκανες λιγάκι υπομονή, δεν θα χρειαζόταν τίποτε απ’ όλα αυτά. Ήταν αναπόφευκτο να προσπαθήσω κάποια μέρα ν’ αποκτήσω διάδοχο». «Οι γέροι δεν έχουν υπομονή». Ο Ντομ γέλασε κυνικά. Ο δούκας όμως έδειχνε πολύ ικανοποιημένος. «Λοιπόν, όλα αυτά σημαίνουν ότι θα μείνεις για λίγο εδώ, με τη γυναίκα σου;» «Ναι». «Ο δικηγόρος του πατέρα σου ζήτησε να γίνει σήμερα μια συνάντηση με την οικογένεια. Θα έρθει όπου να ’ναι». «Τι μπορεί να περιέχει η διαθήκη του Φίλιπ;» «Η ανάγνωσή της είναι κάτι το τυπικό», αποκρίθηκε ο Ράδερφορντ. «Τι έχει γίνει κατά την απουσία μου; Γιατί δεν τα πάνε καλά η μητέρα μου κι η Άννα;» «Η Άννα τα πάει καλά μ’ όλο τον κόσμο. Η μητέρα σου απ’ την άλλη είναι δύσκολη και απαιτητική». «Η μητέρα μου έχει κερδίσει τη θέση της και ό,τι κι αν θέλει, της αξίζει. Ιδίως τώρα. Χτες, ξέρεις, μου είπε ότι δεν την αποδέχθηκες ποτέ πραγματικά». Ο δούκας τον κοίταξε καλά καλά. Άργησε ν’ απαντήσει.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

118

«Ο Φίλιπ παντρεύτηκε χωρίς να πάρει τη συγκατάθεσή μου. Κλέφτηκαν. Δεν το ενέκρινα». Ο Ντομ φανταζόταν ότι θα είχε γίνει θηρίο που τον αψήφησαν έτσι. «Και ύστερα από τόσα χρόνια δεν το εγκρίνεις ακόμα;» «Ναι, αλλά όχι για τους λόγους που φαντάζεσαι». Ο δούκας γύρισε φύλλο στην εφημερίδα του. «Η Κλαρίς δεν έχει δα ιδιαίτερη σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι η σχέση σου με την Άννα». «Εννοείς ότι εκείνο που έχει σημασία είναι πως πλαγιάζω με τη γυναίκα μου», είπε ξερά ο Ντομ. «Ε, δικαιούμαι να κάνω κι εγώ καμιά αταξία», αποκρίθηκε χαμογελώντας ο δούκας. «Για ποιο πράγμα μιλάτε;» ακούστηκε η φωνή της Άννας από την πόρτα, απ’ όπου τους κοίταζε κατακόκκινη. Ο Ντομ πήδησε όρθιος. «Καλημέρα, Άννα». Εκείνη τον κοίταξε, αλλά όχι με το ύφος που κοιτάς τον εραστή σου το επόμενο πρωινό. Κι ύστερα κοίταξε εξίσου παγερά τον δούκα. «Μάλλον δεν άκουσα καλά», είπε. Σηκώθηκε κι ο Ράδερφορντ. «Και τι είναι αυτό που άκουσες;» είπε μαλακά. «Δεν υπάρχει λόγος να ταράζεσαι». Η Άννα διέσχισε το δωμάτιο με μάτια που πετούσαν σπίθες. «Ντρέπομαι να επαναλάβω λόγια που με έκαναν έξω φρενών!» φώναξε. «Όμως... όμως το τι κάνουμε ο Ντομ κι εγώ στις ιδιαίτερες ώρες μας δεν σας αφορά!» Φίδια έζωσαν τον Ντομ. Η Άννα δεν ήξερε τους εξωφρενικούς όρους του καταπιστεύματος του Ράδερφορντ και δεν ήθελε να τους μάθει τώρα, ύστερα απ’ όσα είχαν γίνει χτες τη νύχτα. Ούτε οποτεδήποτε άλλοτε δηλαδή. Ο Ράδερφορντ μίλησε σε ήπιο τόνο. «Άννα, κάνεις λάθος». «Λάθος;» Η Άννα γύρισε και κοίταξε τον Ντομ μ’ ένα βλέμμα που σκότωνε άνθρωπο.


119

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Ο Ντομ είναι ο κληρονόμος μου. Κι εγώ είμαι γέρος. Ασφαλώς και με ενδιαφέρει αν οι δυο σας μοιράζεστε το ίδιο υπνοδωμάτιο», είπε ο Ράδερφορντ. «Άννα, έχεις καθήκον απέναντι σε τούτη την οικογένεια να χαρίσεις στον Ντομ ένα διάδοχο». Το πρόσωπο της Άννας έγινε ακόμα πιο κόκκινο. «Μπορείτε να εύχεστε ό,τι θέλετε», είπε, «αλλά θα περιμένετε πάρα πολύ καιρό, ίσως και για πάντα, για να δείτε τις ευχές σας να πραγματοποιούνται!». Και γυρίζοντας την πλάτη και στους δυο τους πήγε στον μπουφέ. Ο Ντομ κι ο Ράδερφορντ αντάλλαξαν ματιές. Ο Ντομ πλησίασε την Άννα κι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. Εκείνη τινάχτηκε και γύρισε απότομα κι ο Ράδερφορντ θεώρησε τη στιγμή κατάλληλη για να φύγει απ’ το δωμάτιο. «Άννα», προσπάθησε να την ηρεμήσει ο Ντομ, «δεν υπάρχει λόγος να ταράζεσαι τόσο». «Αλήθεια;» είπε εκείνη και του πέταξε το χέρι από τον ώμο της. «Εσείς οι δυο με τις μηχανορραφίες σας προσπαθείτε ν’ ανακατέψετε την προσωπική μας ζωή! Είμαι θηρίο απ’ το θυμό μου!» «Μα είναι ο δούκας. Έχει κάθε δικαίωμα να ανησυχεί για το μέλλον του δουκάτου», είπε μαλακά ο Ντομ. «Κι εσύ θα χορέψεις στο σκοπό του;» Το βλέμμα του Ντομ σκλήρυνε. «Δεν κάνω ποτέ κάτι που δεν το επιθυμώ». «Μπα; Σοβαρά; Δηλαδή, είναι ευτυχής σύμπτωση το γεγονός ότι ήθελες κι εσύ να με ρίξεις στο κρεβάτι τη στιγμή που το επιθυμούσε κι ο παππούς σου;» Το χαμόγελο του Ντομ έσβησε εντελώς. «Άννα!» «Όχι!» φώναξε εκείνη. «Χτες βράδυ με αποπλάνησες για να του κάνεις το κέφι. Δεν ήθελες εμένα. Διάδοχο ήθελες!» «Αυτό δεν είναι αλήθεια». Ο Ντομ άπλωσε το χέρι και την έπιασε από το μπράτσο. «Αλήθεια είναι», του αποκρίθηκε εκείνη σαν να τον έφτυνε. «Αλλά αφού το θες, ας μιλήσουμε για την αδίστακτη συμπεριφορά σου».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

120

«Άννα, είχε πιάσει φωτιά, ήσουν ταραγμένη... τυχαία έγινε». «Αυτά τα πράγματα σπάνια γίνονται τυχαία». «Μερικές φορές τυχαίνει να συμβούν τέτοια πράγματα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που είναι ερωτευμένοι», αποκρίθηκε σταθερά ο Ντομ. «Δεν νομίζω ότι είμαστε ερωτευμένοι», του είπε εκείνη κατακόκκινη. «Με αποπλάνησες, Ντομ. Μπορεί να ήρθες στο δωμάτιό μου εξαιτίας της φωτιάς, αλλά εκμεταλλεύτηκες το περασμένο της ώρας και το φόβο μου». «Τι σημασία έχει;» αποκρίθηκε ήρεμα ο Ντομ. «Ο παππούς μου έχει δίκιο. Έχουμε κι οι δυο μια υποχρέωση που ξεπερνάει τις προσωπικές επιθυμίες μας. Άννα, είναι καιρός να κάνουμε το καθήκον μας». «Εγώ είμαι Αμερικανίδα. Το ξέχασες; Και δεν δίνω δεκάρα για δουκάτα και κληρονόμους», του απάντησε η Άννα. «Και δεν πρόκειται να κάνω μια νέα αρχή μαζί σου αν δεν μου αποδείξεις πως το αξίζεις!» «Κατάλαβα. Δηλαδή, βρισκόμαστε ξανά εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε». «Ναι». «Παρά το γεγονός ότι ήσουν κι εσύ εξίσου πρόθυμη μ’ εμένα χτες το βράδυ;» «Εγώ... παρασύρθηκα». Ο Ντομ δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Το λιγότερο», είπε κοιτάζοντάς τη μ’ ένα πονηρό χαμόγελο. Εκείνη έκανε να του απαντήσει, αλλά ο Ντομ ακούμπησε το δάχτυλό του στα χείλη της κάνοντας τη να σωπάσει. «Παρασυρθήκαμε κι οι δυο, Άννα. Γιατί ν’ αρνιόμαστε στους εαυτούς μας κάτι που βρίσκουμε αμοιβαία επιθυμητό κι ικανοποιητικό;» Η Άννα τον κοίταξε μ’ ένα δολοφονικό βλέμμα. «Δεν υπάρχει τίποτα -μα τίποτα- αμοιβαίο ανάμεσά μας! Εσύ είσαι άκαρδος, σε κυβερνούν τα πάθη και τα συμφέροντά σου. Εγώ, Ντομ, τυχαίνει να έχω καρδιά. Και σκοπεύω να τη διατηρήσω


121

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

αλώβητη». «Φοβάσαι μήπως με ερωτευτείς ξανά». «Όχι». «Τότε τι φοβάσαι; Σου υπόσχομαι να είμαι υπεύθυνος σύζυγος». «Υπεύθυνος σύζυγος», επανέλαβε εκείνη πικρά. «Ντομ, σ’ το λέω για τελευταία φορά: δεν σε εμπιστεύομαι. Δεν σε συγχωρώ. Δεν σε θέλω». Τα μάτια της έγιναν δυο γαλάζιες φλόγες. «Γύρνα πίσω στο Λονδίνο, Ντομ. Γύρνα πίσω σ’ εκείνη». Αυτός την κοίταξε σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά του. «Θα πιάσουμε πάλι το θέμα των άλλων γυναικών;» Η Άννα δεν του απάντησε. «Κι αν σου πω ότι η Μαργκό κι όλες οι άλλες ανήκουν στο παρελθόν; Ότι θα σου είμαι πιστός;» Εκείνη πάγωσε. Χλόμιασε τόσο, που φάνταζε διάφανη. Ο Ντομ έγλειψε τα χείλη του. «Λοιπόν;» Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν θ’ άλλαζε απολύτως τίποτα», είπε. Ο Ντομ απογοητεύτηκε τρομερά, αλλά αμέσως απώθησε τα συναισθήματά του. «Κατάλαβα», πρόφερε. «Αλήθεια; Κατάλαβες στ’ αλήθεια;». Και μ’ αυτά τα λόγια η Άννα στράφηκε απότομα και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Ο Ντομ απέμεινε να την κοιτάζει ακίνητος. Η οικογένεια είχε συγκεντρωθεί στη βιβλιοθήκη. Ο δικηγόρος τους, ο Κάνφιλντ, ήταν ένας ψηλόλιγνος μεσήλικας, που τους χαιρέτησε έναν έναν. Κάθισαν όλοι, η Άννα κι η Κλαρίς στον καναπέ, ο Ντομ σε μια καρέκλα δίπλα τους κι ο δούκας πίσω από το γραφείο. Ο Κάνφιλντ έμεινε όρθιος και ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. «Δεν θ’ αργήσουμε καθόλου», είπε. «Μπορώ ν’ αρχίσω;» Ο Ράδερφορντ κατένευσε. Ο Ντομ έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει την Άννα, αλλά εκείνη τον αγνοούσε. Η Κλαρίς έδειχνε ταραγμένη. Ο Κάνφιλντ διάβασε γρήγορα τη διαθήκη. Ήταν πολύ σύντομη:


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

122

«Εγώ, ο Φίλιπ Σεντ Τζορτζ, μαρκήσιος του Γουέιβερλι, κόμης του Κάμπτον και του Χάιγκλοου, βαρόνος του Φέλντστοουν και κληρονόμος του δουκάτου του Ράδερφορντ, έχων σώας τας φρένας και καλή υγεία, καταλείπω με την παρούσα όλη μου τη ρευστή περιουσία, που αποτελείται από ογδόντα χιλιάδες λίρες περίπου, στον πιο αγαπητό από τους φίλους μου, τον Μάθιου Φεϊρχέβεν. Στον ίδιο κληροδοτώ το Γουέιβερλι Χάους στο Λονδίνο και όλο του το περιεχόμενο. »Στην αγαπημένη και πιστή σύζυγό μου δεν κληροδοτώ τίποτα. »Στον μοναχογιό μου κληροδοτώ το προσωπικό μου ημερολόγιο. «Υπογράφεται σήμερα, 15 Σεπτεμβρίου του 1852, από εμένα και από τον λόρδο Τσαρλς Γκάρλι ως μάρτυρα». Ο Κάνφιλντ άφησε κάτω τη διαθήκη μέσα σε απόλυτη σιωπή. Η Κλαρίς σηκώθηκε κατάχλομη, αλλά δεν είπε λέξη. Ο Ντομ, που δεν περίμενε τίποτα σημαντικό από το διάβασμα της διαθήκης, είχε σηκωθεί κι αυτός κατάπληκτος. Όταν κατάφερε να βρει τη φωνή του, είπε: «Ποιος στο διάβολο είναι αυτός ο Μάθιου Φείρχέβεν;» «Όπως αναφέρει η διαθήκη», του απάντησε ο Κάνφιλντ, «είναι ο καλύτερος φίλος του πατέρα σας». Ο Ντομ τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Η Κλαρίς απέμενε πάντα σιωπηλή. Η Άννα καθόταν σαν άγαλμα, κοιτάζοντας μια τον Ντομ και μια τη μητέρα του. Και τότε ο Ντομ πέρασε από την κατάπληξη στην οργή και στην οδύνη. Θεέ και Κύριε! Ο πατέρας του είχε αφήσει τα πάντα στον φίλο του κι ούτε μια δεκάρα στη γυναίκα του και στον γιο του. Μόλις συνειδητοποίησε την πράξη του πατέρα του παραπάτησε κι έπεσε απότομα στην καρέκλα του. Η Κλαρίς είχε απομακρυνθεί από τους πάντες με το κεφάλι ψηλά. Με την πλάτη γυρισμένη στο δωμάτιο, κοίταζε τους υπέροχους κήπους του Γουέιβερλι. Ο Ντομ την κοίταζε ανίκανος να κινηθεί, αλλά η Άννα πήδηξε όρθια κι έτρεξε κοντά της.


123

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Κλαρίς, να σου φέρω ένα δυνατό τσάι;» «Όχι», απάντησε άκαμπτη εκείνη. Τον Ντομ τον έπνιγε η οργή. Η μητέρα του είχε μείνει αδέκαρη. Ήξερε πως οι γονείς του, επειδή είχαν κλεφτεί, δεν είχαν κάνει κάποιο προγαμιαίο συμβόλαιο. Κι εκείνος είχε αφήσει όλες του τις οικονομίες και το Γουέιβερλι Χάους στον Φείρχέβεν. Δεν μπορούσε να υπάρξει πιο χοντρή προσβολή. Ο Ντομ ορκίστηκε μέσα του πως δεν θα το μάθαινε κανείς έξω από την οικογένεια. Σηκώθηκε και είπε στον δικηγόρο: «Κάνφιλντ, θα κρατήσεις εντελώς απόρρητο το περιεχόμενο αυτής της διαθήκης». «Ασφαλώς», απάντησε απαθώς ο Κάνφιλντ. Του Ντομ όμως δεν του έφτασε αυτό. «Αλλιώς, θα λογοδοτήσεις σ’ εμένα», πρόσθεσε κοφτά. Ο δούκας ήρθε και στάθηκε δίπλα του. «Ντομ., είμαι σίγουρος πως ο κύριος Κάνφιλντ θα κρατήσει για τον εαυτό του όσα συνέβησαν σήμερα», είπε μ’ εξίσου αυστηρό τόνο. Ο Ντομ μόλις που τον άκουσε. Δεν ήταν ο Κάνφιλντ εκείνος που ήθελε να βρίσει, αλλά ο Φίλιπ. Κοίταξε ξανά τη ράχη της μητέρας του. Δεν είχε κουνηθεί από τη θέση της, στεκόταν ακίνητη και στητή σαν λαμπάδα. Πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό ο Φίλιπ; Είχαν μείνει παντρεμένοι είκοσι εννιά χρόνια. Μήπως ήθελε να την τιμωρήσει από τον τάφο; Μα για ποιο πράγμα; Κάποτε είχαν αγαπηθεί τόσο πολύ που κλέφτηκαν. Είχε μεταβληθεί σε μίσος όλη αυτή η αγάπη; Ο Ντομ ήξερε ότι ανάμεσά τους βασίλευε ψυχρότητα, αλλά δεν πίστευε ότι μισούσαν ο ένας τον άλλο. Τελικά η Κλαρίς στράφηκε προς τους άλλους. Το πρόσωπό της δεν εξέφραζε κανένα συναίσθημα, ήταν σαν μια ωραία κερένια μάσκα. «Δεν έχει σημασία», είπε. Ο Ντομ έτρεμε από τα νεύρα του. «Έχει σημασία», είπε αγριεμένος. Διέσχισε το δωμάτιο και την αγκάλιασε από τους ώμους. «Μητέρα, δεν θέλω να στενοχωριέσαι. Θα σε φροντίσω εγώ. Δεν θ’ αλλάξει τίποτα στη ζωή σου». Η Κλαρίς τον κοίταξε στα μάτια.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

124

«Σ’ ευχαριστώ, Ντόμινικ». Ο Ράδερφορντ αναστέναξε. «Λοιπόν, Κάνφιλντ, προκάλεσες μεγάλη έκπληξη σε όλους μας», είπε. Ο Κάνφιλντ, που βρισκόταν σε δύσκολη θέση, κοκκίνισε. «Προσπάθησα να πείσω τον Φίλιπ να φερθεί διαφορετικά, αλλά ήταν αμετακίνητος», είπε. «Ήταν βλάκας», αποκρίθηκε ο Ράδερφορντ. «Κι ακόμα είναι». «Λόρδε Γουέιβερλι», είπε ο δικηγόρος κι ο Ντομ συνειδητοποίησε ότι του έδινε ένα πακέτο. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε. «Όπως αναφέρεται στη διαθήκη, ο πατέρας σας σάς άφησε ένα ημερολόγιο. Ορίστε». Ο Ντομ κοίταξε το τυλιγμένο με χαρτί πακέτο, που είχε το μέγεθος χοντρού βιβλίου. Ένα ημερολόγιο; Δεν ήξερε ότι ο Φίλιπ κρατούσε ημερολόγιο. Ίσως διαβάζοντάς το να τον γνώριζε επιτέλους. Ο Κάνφιλντ άφησε το πακέτο σ’ ένα τραπεζάκι κι έβγαλε από την τσέπη του το ρολόι του. Το κοίταξε και είπε: «Πρέπει να πηγαίνω. Λυπάμαι που σας παρουσίασα μια τόσο ενοχλητική διαθήκη». Ο Ντομ είχε καρφώσει το βλέμμα του στο πακέτο με το ημερολόγιο του πατέρα του και δεν πήρε είδηση ότι ο δικηγόρος χαιρετούσε τους άλλους. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο ένταση και περιέργεια. Και κακά προαισθήματα. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Κάνφιλντ τον κοίταζε περιμένοντας. Ο Ντομ τον χαιρέτησε με σταθερό χέρι, παρ’ όλα όσα συνέβαιναν μέσα του. Απέμεινε ακίνητος όταν ο δικηγόρος, ο παππούς του και η μητέρα του έφυγαν από το δωμάτιο. Η Άννα έμεινε μαζί του. «Ντομ, είσαι καλά;» «Μια χαρά είμαι». «Ένα απλό ημερολόγιο είναι». Ο Ντομ δεν είχε συνειδητοποιήσει πόση οξύνοια διέθετε η Άννα. Έκπληκτος, κατάφερε να χαμογελάσει.


125

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Ανυπομονώ να το διαβάσω», είπε. Στο μυαλό του όμως τριγύριζε ο καυστικός τόνος της διαθήκης. «Να πηγαίνω εγώ», είπε η Άννα. «Η μητέρα σου έχει πάθει σοκ». «Λογικό είναι», αποκρίθηκε στυφά ο Ντομ, καθώς τον πλημμύριζε ξανά ο θυμός. Φτάνοντας στην πόρτα, η Άννα στάθηκε ξανά. «Είσαι σίγουρος πως είσαι καλά;» «Θέλεις να σου εξομολογηθώ κάτι, Άννα; Όχι, δεν είμαι καλά. Ο αείμνηστος πατέρας μου μόλις κατάφερε ένα πολύ αισχρό πλήγμα στη μητέρα μου, αλλά και σ’ εμένα. Δεν τον γνώριζα καθόλου τον πατέρα μου. Μου ήταν ξένος. Είμαι σίγουρος ότι δεν με αγαπούσε, φαίνεται ότι δεν ήμουν καν του γούστου του. Και τώρα μου άφησε το ημερολόγιό του. Γιατί;» Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή, εκείνος ξαναμμένος, εκείνη χλομή. «Ντομ, είμαι σίγουρη ότι σε αγαπούσε...» Εκείνος κούνησε το χέρι σαν να έδιωχνε κάποια μύγα. «Κάνεις λάθος», είπε, και πήρε στα χέρια του το ημερολόγιο. «Όπως κι αν έχει το πράγμα, θα το μάθω σύντομα. Έτσι δεν είναι;» Η Άννα τον κοίταξε σαν να ήθελε να πει κάτι. Κρατήθηκε όμως, κούνησε το κεφάλι κι έφυγε. Ο Ντομ είχε απομείνει με το βλέμμα καρφωμένο στο ημερολόγιο. Τι τάχα να ήθελε να του πει ο Φίλιπ; Ό,τι κι αν ήταν, αυτός θα αγνοούσε το δυνατό προαίσθημα που του έλεγε να μη διαβάσει το ημερολόγιο. Ο πατέρας του ήταν νεκρός και ήθελε να του μιλήσει από τον τάφο. Ο Ντομ δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί τούτο το αλλόκοτο, άκαιρο κάλεσμα. Η Κλαρίς στεκόταν μαρμαρωμένη έξω από τη βιβλιοθήκη, κολλημένη στον τοίχο με τη ριγέ χρυσοκόκκινη ταπετσαρία. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Αν και δεν έδινε δεκάρα για τις ογδόντα χιλιάδες λίρες. Όχι πια. Το μαύρο δαντελένιο μαντίλι που φορούσε στα μαλλιά της ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Ο άντρας της κρατούσε ημερολόγιο! Μα τι μπορεί να είχε στο μυαλό του; Και τι έγραφε σ’ εκείνες τις


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

126

σελίδες; Ο τρελός! Η ανάσα της έβγαινε κοφτή. Απότομα συνειδητοποίησε τι θα έλεγαν οι υπηρέτες αν την έβλεπαν να στέκεται στο διάδρομο και να κατασκοπεύει τον γιο της. Απομακρύνθηκε βιαστικά από τον τοίχο και στάθηκε στη μέση του διαδρόμου, κατάχλομη, φοβισμένη. Κι ο Ράδερφορντ τι ήθελε κι επέτρεψε στον Κάνφιλντ να παραδώσει το ημερολόγιο στον Ντομ; Είχε παλαβώσει ο γέρος; Τα είχε χαμένα; Κι αν το ημερολόγιο ανέφερε ενοχοποιητικά πράγματα; Δεν έπρεπε να το διαβάσει ο Ντομ. Κανείς δεν έπρεπε να το διαβάσει! Η Κλαρίς ανασήκωσε τη βαριά μπροκάρ φούστα της κι έτρεξε στο σαλόνι. Έμεινε να περιμένει εκεί, μέχρι που είδε τον γιο της να διασχίζει το διάδρομο κρατώντας το ημερολόγιο του Φίλιπ. Της ήρθε να λιποθυμήσει από την αγωνία. Προφανώς ο Ντομ πήγαινε το ημερολόγιο στο δωμάτιό του. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να του το πάρει πριν το διαβάσει! Τα λεπτά περνούσαν γεμάτα αγωνία κι η καρδιά της Κλαρίς χτυπούσε τόσο δυνατά που την πονούσε. Τι έκανε ο Ντομ; Διάβαζε; Ανάθεμά σε, Φίλιπ! Ανάθεμά σε, Ράδερφορντ! Ανακουφίστηκε απέραντα βλέποντας τον Ντομ να έρχεται ξανά. Κόλλησε στον τοίχο, για να μην τη δει καθώς θα περνούσε από την πόρτα του σαλονιού. Τον άκουσε να πηγαίνει στο χολ, κι άκουσε τη φωνή του και τη φωνή του Μπένετ. Ύστερα η εξώπορτα άνοιξε κι έκλεισε. Ο Ντομ είχε βγει έξω. Η Κλαρίς περίμενε μια στιγμή ακόμα κι ύστερα βγήκε τρέχοντας στο διάδρομο. Συνειδητοποίησε ότι έκανε σαν τρελή έτσι που έτρεχε σκοντάφτοντας στη φούστα της κι έκοψε βήμα. Μπήκε στο δωμάτιο του Ντομ όσο πιο αδιάφορα μπορούσε, κι όταν βεβαιώθηκε πως ήταν μόνη της, έκλεισε πίσω της την πόρτα και την κλείδωσε. Το βλέμμα της σάρωσε το δωμάτιο. Εντόπισε αμέσως το χοντρό πακέτο, ακουμπισμένο στο κομοδίνο του Ντομ. Δόξα τω Θεώ!


127

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Το πακέτο με το ημερολόγιο του συζύγου της τής έκαψε τα χέρια. Η Κλαρίς το έσφιξε στο στήθος της κι έτρεξε στην πόρτα. Την ξεκλείδωσε, άνοιξε μια χαραμάδα και κοίταξε έξω. Κανείς. Βγήκε και διέσχισε τρέχοντας το διάδρομο. Μαζί με τον πανικό και το φόβο, ένιωθε τώρα και μια απέραντη περιέργεια. Τι είχε γράψει ο Φίλιπ εκεί πέρα; Η ζωή του ήταν στα σίγουρα κάθε άλλο παρά συνηθισμένη. Ταξίδευε συνέχεια, είχε ζήσει ένα σωρό περιπέτειες. Ίσως να έγραφε μόνο γι’ αυτά στο ημερολόγιό του. Μα δεν το πίστευε αυτό η Κλαρίς. Να είχε γράψει τάχα γι’ αυτήν; Και τι έλεγε; Την αλήθεια; Μα την ήξερε την αλήθεια; Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ακόμα και σήμερα δεν ήταν σίγουρη αν ο Φίλιπ ήξερε. Υποψιαζόταν ότι ήξερε, αλλά ποτέ του δεν της είχε αποκαλύψει τα αισθήματά του. Και σίγουρα, αν ήξερε, θα γινόταν θηρίο ανήμερο. Δεν θα το έκαιγε ακόμα το ημερολόγιο. Δεν μπορούσε να το κάψει. Πρώτα θα το διάβαζε κι ύστερα, αν έπρεπε, θα το έκαιγε. Γιατί, αν αποκαλυπτόταν η αλήθεια, θα καταστρεφόταν όλη η οικογένεια. Κανείς δεν θα μπορούσε να επιζήσει από το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε. Κανείς.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

128

10

Ο Ντομ είχε εξαφανιστεί μετά την ανάγνωση της διαθήκης του πατέρα του. Η Άννα τον είδε να φεύγει πάνω σε ένα από τα κυνηγετικά άλογα του στάβλου και να κατευθύνεται όχι προς το πάρκο με τους ωραίους περιπάτους, αλλά προς τους μακρινούς λόφους. Η Άννα καταλάβαινε ότι ο Ντομ ήταν πολύ ταραγμένος. Και δεν μπορούσε παρά να νιώθει συμπόνια για την Κλαρίς, τόσο επειδή τώρα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση, όσο και για την ταπείνωση που της είχε κάνει να νιώσει ο Φίλιπ από τον τάφο του. Την ίδια βέβαια δεν την εξέπληττε η συμπεριφορά του Φίλιπ: είχε καταλάβει εδώ και χρόνια ότι η σχέση τους έκρυβε πολλά. Για τον Ντομ όμως δεν ήθελε να αισθάνεται ούτε συμπόνια ούτε οτιδήποτε άλλο. Ήταν όμως από τη φύση της πονετική - άλλωστε ο άνθρωπος μόλις είχε χάσει τον πατέρα του. Αν προσθέσεις σ’ αυτό και τη διαθήκη που άφησε πίσω του ο Φίλιπ, τότε τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα γι’ αυτόν. Η Άννα όμως ήταν αποφασισμένη να κρατηθεί μακριά του. Τώρα είχε κλειστεί στο ευρύχωρο γραφείο του διαχειριστή, που το είχε κάνει δικό της εδώ κι ενάμιση χρόνο. Μα δυσκολευόταν πολύ να συγκεντρωθεί στα λογιστικά. Με χέρια που έτρεμαν έβγαλε τα γυαλιά που φορούσε στο διάβασμα. Ο Ντομ ήθελε να πλαγιάζει μαζί της για ν’ αποκτήσει διάδοχο. Τι χυδαίο! Δεν την ένοιαζε καθόλου που από το νόμο είχε κάθε δικαίωμα να απαιτεί διάδοχο, ούτε που εκείνη, σαν σύζυγός του, είχε την ηθική υποχρέωση να του χαρίσει ένα γιο. Η μεγαλύτερη βλακεία που έκανε τα τελευταία τέσσερα χρόνια


129

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ήταν που του επέτρεψε να μπει στο κρεβάτι της. Δεν τον εμπιστευόταν - κι είχε αποδειχτεί πως είχε δίκιο. Έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες της. Σύντομα όμως ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της. Μπορεί και να μην υπέκυπτε στη γοητεία του Ντομ αν δεν ήταν τόσο ταραγμένη από τη φωτιά. Ακόμα δεν καταλάβαινε πώς αναποδογύρισαν τα δυο κεριά. Μήπως τα έριξε εκείνη, στον ύπνο της; Δεν υπήρχε πιθανότητα να συνέβη κάτι άλλο, μια που τα παράθυρά της ήταν κλειστά κι άρα δεν μπορεί να τα πέταξε ο αέρας. Έδιωξε το επεισόδιο από το μυαλό της, γιατί έπρεπε ν’ ασχοληθεί με πιο σοβαρά πράγματα. Ο αιφνίδιος θάνατος του Φίλιπ είχε φέρει τα πάνω-κάτω στο καθημερινό της πρόγραμμα κι οι λογαριασμοί της είχαν μείνει πίσω. Πίεσε τον εαυτό της να πάψει να κοιτάζει από το παράθυρο και να ασχοληθεί με τα κατάστιχά της. Άδικα όμως. Τα νούμερα αρνούνταν να προστεθούν, να πολλαπλασιαστούν και να διαιρεθούν σωστά. Βρίζοντας με τρόπο ανάρμοστο για μια κυρία, έσπρωξε πέρα τα κατάστιχα. Ένα χτύπημα στην πόρτα την ανακούφισε. Υποψιάστηκε πως μπορεί να ήταν ο Ντομ κι απάντησε απότομα «Περάστε!» Στο δωμάτιο όμως μπήκε η Φελίσιτι. Η Άννα ταράχτηκε. Δεν την περίμενε. Η Φελίσιτι δεν τη χαιρέτησε ούτε στην κηδεία, ούτε μετά στο σπίτι. Είχε να της μιλήσει τέσσερα χρόνια, από εκείνο το φρικαλέο βράδυ που τους έπιασαν με τον Ντομ αγκαλιασμένους στον κήπο. Είχε περάσει όμως πολύς καιρός από τότε. Η Άννα είχε παντρευτεί τον Ντομ, αυτός την είχε εγκαταλείψει κι εκείνη είχε ωριμάσει. Είχε παντρευτεί κι η Φελίσιτι, κι είχε χηρέψει πρόσφατα. Ξαφνικά, η καρδιά της Άννας πλημμύρισε από ελπίδες. Πόσο θα ήθελε να της έλεγε η Φελίσιτι «περασμένα-ξεχασμένα» και να ξαναρχίσουν τη φιλία που τους έδενε από τα παιδικά τους χρόνια... Η Άννα χρειαζόταν πολύ έναν έμπιστο φίλο τούτες τις ώρες. «Γεια σου, Άννα», είπε η Φελίσιτι. Ακούγοντας τον τόνο της φωνής της και βλέποντας την έκφρασή της, η Άννα κατάλαβε πως οι ελπίδες της ήταν ψεύτικες.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

130

«Γεια σου, Φελίσιτι», αποκρίθηκε. «Τι έκπληξη!» «Σε πιστεύω». Η Φελίσιτι φορούσε μια βαθυκόκκινη τουαλέτα που σίγουρα θα ήταν ωραία το βράδυ, αλλά τώρα με το φως της μέρας φάνταζε αταίριαστη. Παρ’ όλα αυτά, τα μαλλιά της ήταν όπως πάντα κατάξανθα και η ομορφιά της εκτυφλωτική. Μπροστά της η Άννα ένιωσε ξανά μικροκαμωμένη κι άσχημη. «Για να πω την αλήθεια, ήθελα να δω τον Ντομ. Ξέρεις πού είναι;» ρώτησε η Φελίσιτι με ένα ύφος γεμάτο ανωτερότητα. Η Άννα σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της, αλλά δεν βγήκε πίσω από το γραφείο. «Τι τον θέλεις τον άντρα μου;» ρώτησε και κοκκίνισε κι η ίδια με τα λόγια της. Η Φελίσιτι ανασήκωσε τους ώμους. «Είμαστε παλιοί φίλοι. Μπορεί να θέλω να θυμηθούμε τα παλιά». Προειδοποιητικά καμπανάκια άρχισαν να ηχούν μέσα στο κεφάλι της Άννας. Κάθε άλλο παρά παλιοί φίλοι ήταν ο Ντομ κι η Φελίσιτι. Η Φελίσιτι ήταν μια παρατημένη νύφη - και μια όμορφη χήρα. Δεν ήταν σωστό να κάνει επισκέψεις σε κυρίους. Κι ιδίως στον Ντομ. Εκείνη μόλις τη στιγμή η Άννα πρόσεξε πώς γυάλιζαν τα πρασινογάλανα μάτια της. Μα δεν έδωσε σημασία. «Ο Ντομ λείπει», είπε πολύ επιθετικά. «Αλήθεια; Τον ξανάδιωξες τόσο σύντομα;» «Αυτό ήταν πολύ κακό, ξαδέρφη». Η Φελίσιτι χαμογέλασε γυμνώνοντας τα δόντια της. Οι δυο κοπτήρες της ήταν λιγάκι στραβοί. «Αλήθεια; Ενώ, απ’ όσο θυμάμαι, ήταν πολύ καλό εκ μέρους σου να παρασύρεις τον Ντομ στον κήπο τη νύχτα του αρραβώνα μας!» Η Άννα ένιωσε να ιδρώνει. «Φελίσιτι, σου είπα πως λυπάμαι γι’ αυτό. Να σου το ξαναπώ, μετά χαράς». Το χαμόγελο της Φελίσιτι έσβησε. «Άννα, δεν λυπάσαι καθόλου. Έγινες μαρκησία του Γουέιβερλι, κόμισσα του Χάμπτον και του Χάιγκλοου, βαρόνη του Φέλντστοουν. Και υποκόμισσα Λάιονς. Μια μέρα θα γίνεις


131

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

δούκισσα του Ράδερφορντ. Και...» η φωνή της υψώθηκε δραματικά, «με κάποιο τρόπο κατάφερες να αποσπάσεις από τον Ντομ το ίδιο του το σπίτι. Μη μου λες λοιπόν ότι λυπάσαι!» Η Άννα σκέφτηκε ότι ο Πάτρικ είχε μιλήσει στην αδερφή του για το καταπίστευμα. Αυτή έφταιγε που δεν του είχε ζητήσει να το κρατήσει μυστικό. Ύψωσε το κεφάλι κι αποκρίθηκε: «Έχεις δίκιο, Φελίσιτι. Δεν λυπάμαι. Τώρα όμως έχω πολλή δουλειά. Μήπως θα μπορούσες να φύγεις;» Η Φελίσιτι δεν κουνήθηκε. «Δεν σταματάς να με εκπλήσσεις, Άννα. Πρώτα κάνεις την τσούλα κι ύστερα τον άντρα. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που ο Ντομ έχασε τόσο γρήγορα το ενδιαφέρον του για σένα». Η Άννα τινάχτηκε. Τα λόγια της Φελίσιτι την έτσουξαν. Ήξερε βέβαια πως απείχε πάρα πολύ από το θηλυκό πρότυπο της εποχής της. Της μόδας ήταν οι στρουμπουλές γαλανομάτες ξανθές σαν την ξαδέρφη της, ιδίως εκείνες που ήξεραν να φλερτάρουν και να ζωγραφίζουν υδατογραφίες. Η Άννα ήξερε ότι το ενδιαφέρον της για τα βιβλία και τα άλογα δεν ταίριαζε σε μια κυρία. Το ίδιο και το ενδιαφέρον της για το κτήμα και τη διαχείρισή του. Εκείνη όμως το απολάμβανε και με το παραπάνω. Και δεν είχε σκοπό να το παρατήσει. Ωστόσο, η Φελίσιτι είχε δίκιο. Όχι μόνο ήταν μικροκαμωμένη, μελαχρινή και άσχημη, αλλά δεν είχε και καθόλου θηλυκότητα. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ο Ντομ την είχε παρατήσει. Για να γυρίσει τώρα ζητώντας έναν κληρονόμο. Η Άννα έσκυψε το κεφάλι για να μη δει η Φελίσιτι την ηττημένη έκφρασή της. Μα δεν θα το έβαζε κάτω. Η ζωή της ήταν καλή, έστω και χωρίς τον άντρα που κάποτε αγάπησε. Η Φελίσιτι έβαλε τα γέλια. «Άννα, δεν έχεις αλλάξει καθόλου. Είσαι πάντα ένα αλλόκοτο, αδέξιο κορίτσι». Η Άννα ένιωσε το θυμό της να φουντώνει. Ωστόσο, η φωνή της ήταν ευγενική και συγκρατημένη όταν μίλησε: «Εσύ όμως, Φελίσιτι, άλλαξες».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

132

«Ναι, άλλαξα. Τώρα είμαι μια πλούσια χήρα και θεωρούμαι μια από τις βασίλισσες της ομορφιάς». Η Άννα ήταν σίγουρη πως η Φελίσιτι έλεγε την αλήθεια. «Ξέρω πως δεν με έχεις συγχωρήσει γι’ αυτό που έγινε στον κήπο εκείνη τη νύχτα και για το γάμο μου με τον Ντομ. Καταλαβαίνω επίσης ότι είσαι τόσο μικροπρεπής που δεν θα με συγχωρήσεις ποτέ, παρ’ όλο που η δική σου ζωή είναι -όπως η ίδια λες- τόσο πετυχημένη. Εγώ όμως θέλω να υπάρχει ειρήνη ανάμεσά μας». Η Φελίσιτι ζάρωσε το μέτωπό της. «Να σε συγχωρήσω; Αχ, έλα τώρα! Πώς μπορώ να μη σε συγχωρήσω, αγαπητή μου Άννα; Εγώ παντρεύτηκα έναν πλούσιο άντρα, ενώ εσύ παντρεύτηκες τον κληρονόμο ενός δουκάτου που σε παράτησε ξεκαθαρίζοντας σ’ ολόκληρο τον κόσμο ότι σε παντρεύτηκε απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Οι πάντες γνωρίζουν ότι τον παρέσυρες στον κήπο και τον ξελόγιασες για να τον εκβιάσεις. Ενώ όμως όλοι λένε πως είσαι μια Αμερικανίδα τυχοδιώκτρια, ικανή για τις μεγαλύτερες συνωμοσίες, εγώ ξέρω την αλήθεια. Ξέρω ότι ήσουν φοβερά ερωτευμένη μαζί του απ’ όταν ήσουν παιδί. Ξέρω πόση συντριβή ένιωσες όταν ο Ντομ διάλεξε εμένα αντί για σένα, αλλά και όταν σε εγκατέλειψε την επομένη του γάμου σας. Νομίζω ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ αν δεν πέθαινε ο Φίλιπ». Η Φελίσιτι έριξε πίσω το κεφάλι της και γέλασε. «Μόνο οίκτο νιώθω για σένα, Άννα. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν έχω τίποτα να σου συγχωρήσω». Τι σκληρή που ήταν η Φελίσιτι. Τα χρόνια που πέρασαν δεν την είχαν μαλακώσει καθόλου. Η Άννα κρατήθηκε με το ζόρι για να μην της απαντήσει ανάλογα. Δεν ήθελε να πέσει τόσο χαμηλά. Άλλωστε, αφού είχε επιζήσει όταν την εγκατέλειψε τόσο άσπλαχνα ο Ντομ, σίγουρα μπορούσε να επιζήσει κι από τα βέλη της Φελίσιτι. Πήρε λοιπόν μια βαθιά ανάσα και είπε: «Φελίσιτι, ώρα να πηγαίνεις». Η άλλη ανασήκωσε τους ώμους. «Θα περιμένω τον Ντομ σε κάποιο άλλο δωμάτιο». «Έχει πάει για ιππασία. Δεν έχω ιδέα πότε θα γυρίσει».


133

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Η Φελίσιτι γέλασε. «Δεν με πειράζει να περιμένω», είπε. «Συλλυπήθηκα τον Ντομ, αλλά δεν τον παρηγόρησα προσωπικά. Περίμενα πολύ καιρό γι’ αυτό». Η γυναίκα με το κραυγαλέο κόκκινο φόρεμα γύρισε κι έφυγε. Η Άννα έπεσε στην καρέκλα της. Η Φελίσιτι είχε ξεκαθαρίσει απόλυτα τη θέση της: ήταν χήρα, κι είχε βάλει στο μάτι τον Ντομ. Ήθελε να τον πάρει στο κρεβάτι της. Η Άννα φοβόταν πως θα τα κατάφερνε. Θυμόταν πολύ καλά την απειλή του Ντομ, που της είχε πει ορθά-κοφτά ότι αν συνέχιζε να τον αποδιώχνει, θ’ αναζητούσε κάποια άλλη γυναίκα. Η προσεκτικά οργανωμένη ζωή της κατέρρεε γύρω της. Και στο μυαλό της έρχονταν με τρομακτική καθαρότητα οι απειλές που είχε εκτοξεύσει η Φελίσιτι πριν από τέσσερα χρόνια. Τη μια στιγμή η Άννα ένιωθε απόλυτη έκσταση και την άλλη απόλυτη σύγχυση. Μ’ ένα τίναγμα ο Ντομ βρέθηκε μακριά της. Εκείνη έμεινε ξαπλωμένη στο γρασίδι χωρίς να καταλαβαίνει, μέχρι που άκουσε σοκαρισμένες φωνές. Ανάμεσά τους ξεχώρισε την αυστηρή κι οργισμένη φωνή της θείας της. «Άννα, σήκω γρήγορα, κάποιος μας είδε!» της είπε βιαστικά ο Ντομ. Την τράβηξε όρθια, τακτοποίησε τη φούστα της κι άρχισε να φτιάχνει το πουκάμισό του και να κουμπώνει το παντελόνι του. Η Άννα απέμεινε να τον κοιτάζει με θολά μάτια. Ένιωθε το κορμί της βαρύ, σαν να την είχαν ναρκώσει. Εκείνος πέταξε μια βρισιά και τράβηξε προς τα πάνω τον μπούστο της, αλλά ήταν σκισμένος και δεν στεκόταν στη θέση του. «Κράτα ψηλά το φόρεμά σου», της σφύριξε μέσα από τα δόντια του. Η Άννα υπάκουσε και την ίδια στιγμή η Έντνα Κόλινς όρμησε στον κήπο ακολουθούμενη από τον Φίλιπ Σεντ Τζορτζ και τον δούκα του Ράδερφορντ. Η Έντνα σταμάτησε απότομα κι οι δυο άντρες έπεσαν επάνω της. Πλημμυρισμένη από φρίκη, η Άννα ανασήκωσε το φόρεμά της κι έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Ντομ στάθηκε μπροστά της ταραγμένος,


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

134

χωρίς να πει κουβέντα. Η Άννα άρχισε να τρέμει. Χολή ανέβαινε στο λαρύγγι της και την έπνιγε. «Αχ, Θεέ μου!» ψιθύρισε η Έντνα με φρίκη. Ο Φίλιπ δεν είπε τίποτα. Κοίταζε μόνο τον Ντομ και την Άννα χωρίς να πιστεύει στα μάτια του. «Ντομ!» γάβγισε ο Ράδερφορντ, πλησίασε, άρπαζε τον εγγονό του από το μπράτσο κι άρχισε να τον τραντάζει. «Τι στο διάβολο γίνεται εδώ πέρα;» Πέρασαν αρκετές στιγμές πριν απαντήσει ο Ντομ. Κι όταν το έκανε, η φωνή του ακούστηκε ήρεμη: «Προφανώς, έκανα το αδιανόητο». Η Έντνα άφησε μια φωνή, προσπέρασε τον Ντομ κι άρπαζε την Άννα από τον καρπό τόσο δυνατά που την πόνεσε. Καθώς εκείνη κλαψούριζε, την τράβηξέ μπροστά. «Βρομόπαιδο! Τσούλα! Έτσι μου ξεπληρώνεις όσα σου έχω προσφέρει;» φώναζε η Έντνα. Και τότε η Άννα συνειδητοποίησε ξεκάθαρα ποιο ήταν το έγκλημά της. Η Φελίσιτι ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ντομ. Κι εκείνη που τον αγαπούσε τρελά, του είχε επιτρέψει να της κάνει τρομερά πράγματα στη δεξίωση των αρραβώνων του με τη Φελίσιτι. Αρρώστησε, ένιωσε ναυτία. Δάκρυα καυτά κατρακυλούσαν στα μάγουλά της. Δεν ήξερε τι να πει, τι να κάνει. Κοίταζε ικετευτικά τον Ντομ. Την κοίταζε κι εκείνος, παγωμένος, ανέκφραστος. Και τότε άκουσε τη Φελίσιτι να έρχεται τρέχοντας λαχανιασμένη, ακολουθούμενη από τον Πάτρικ, την Κλαρίς και τον πατέρα της τον Τζόναθαν. «Μαμά, μαμά, τι συμβαίνει;» φώναζε, μέχρι που είδε την Άννα και τον Ντομ. «Αχ, Θεέ μου!» είπε και κοκάλωσε. Ο Τζόναθαν την αγκάλιασε κι εκείνη έχωσε το πρόσωπό της στο στήθος του κι άρχισε να κλαίει γοερά. «Λυπάμαι...» ψιθύρισε με ραγισμένη φωνή η Άννα, κλαίγοντας κι αυτή. «Τσούλα! Τσούλα!» ούρλιαζε η Έντνα με υψωμένες γροθιές.


135

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Μη», την προειδοποίησε ο Ντομ σφίγγοντας τα δόντια. Η Έντνα όμως ούτε που τον κοίταζε. Είχε μάτια μόνο για την Άννα. Εκείνη την έπνιξαν σιωπηλοί λυγμοί. «Αρκετά έκανες εσύ απόψε. Έλα αμέσως μαζί μου», είπε ο Ράδερφορντ με τέτοιο τόνο που κανείς δεν θα τολμούσε να του αντιμιλήσει. Ύστερα γύρισε και κοίταζε με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις την Έντνα. «Το φταίξιμο δεν είναι της Άννας», είπε. «Ο εγγονός μου θα αναλάβει την πλήρη ευθύνη για τις πράξεις του. Αύριο θα έχετε οπωσδήποτε νέα του. Προτείνω να φύγετε τώρα. Χωρίς να ξαναμπείτε στο σπίτι». Χαιρέτησε με μια κλίση της κεφαλής και τράβηξέ προς το ολόφωτο μέγαρο κρατώντας πάντα σφιχτά από το μπράτσο τον Ντομ. Ο Φίλιπ κι η Κλαρίς τους ακολούθησαν. Ο Ντομ στράφηκε έτσι όπως τον έσερνε ο παππούς του κι έριζε ένα βλέμμα στην Άννα, που έκανε να πάει κοντά του. Η Έντνα όμως την τράβηξέ πίσω. «Σκύλα, συνωμότισσα!» φώναζε και της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Η Άννα τσίριζε και το χέρι της Έντνα έπεσε ξανά σαν μαστίγιο στο πρόσωπό της. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, που την πέταξέ στο χώμα. Η Έντνα έσκυψε και τη χτύπησε για τρίτη φορά, μα εκείνη δεν προσπάθησε να αμυνθεί. Ήξερε πως της άξιζε η τιμωρία.' Και κανείς δεν προσπάθησε να τη βοηθήσει. Λαχανιασμένη, η Έντνα σταμάτησε να τη χτυπάει. «Πάτρικ, φέρε την άμαξα. Γυρίζουμε σπίτι», είπε στον γιο της κι ύστερα στράφηκε ξανά στην Άννα: «Το ήξερα πως είσαι ίδια κι απαράλλαχτη με τη μάνα σου», είπε σαν να την έφτυνε. Κι έφυγε, αφήνοντάς τη μόνη με την ξαδέρφη της. Η Άννα γύρισε και κοίταξε ικετευτικά τη Φελίσιτι. «Φελίσιτι», ψιθύρισε μέσα από τα σκισμένα της χείλη. «Συγγνώμη... Λυπάμαι... Αλλά τον αγαπάω τον Ντομ. Το ξέρεις...» «Σε μισώ», γάβγισε η Φελίσιτι. «Σου ορκίζομαι πως θα σ ’το ξεπληρώσω, έστω κι αν θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω σ ’αυτή τη γη». Η Άννα ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. «Θα το μετανιώσεις, Άννα!» ούρλιαξε η Φελίσιτι. «Θα το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

136

μετανιώσεις όσο δεν φαντάζεσαι!» Ο Ντομ είχε διασχίσει καλπάζοντας μίλια ολόκληρα. Με το καστανό κυνηγετικό άλογο είχε πηδήξει φράχτες και ξερολιθιές, μάντρες και ποταμάκια. Ήταν σπουδαίος καβαλάρης κι είχε διαλέξει το καλύτερο άλογο των στάβλων. Ο καλπασμός τους δεν είχε τίποτα το επικίνδυνο, θύμιζε περισσότερο τέλειο μπαλέτο όπου άλογο κι αναβάτης εκτελούσαν τις κινήσεις με απόλυτο συγχρονισμό. Με τα πολλά ο Ντομ έκοψε τον καλπασμό του ντορή του και πήδηξε από την πλάτη του. Του χάιδεψε τον ιδρωμένο λαιμό και του ψιθύρισε επαίνους και λόγια γλυκά. Το άλογο, καταλαβαίνοντας ότι είχε φερθεί τέλεια, χλιμίντρισε κι έτριψε το μουσούδι του στο χέρι του Ντομ. Βαδίζοντας αργά, ο Ντομ οδήγησε τον ντορή μέσα από ένα λιβάδι. Πέρα μακριά, κάτω από ένα μωσαϊκό από χωράφια που τα χώριζαν φράχτες και ξερολιθιές, ανάμεσα στις οποίες βοσκούσαν πρόβατα και γελάδια, διέκρινε τα κάτασπρα υποστατικά του Γουέιβερλι, τους στάβλους του και το ίδιο το τεράστιο σπίτι με τα κόκκινα τούβλα και τις λευκές κιονοστοιχίες. Η καρδιά του σφίχτηκε. Πήδηξε ξανά πάνω στ’ άλογο και το οδήγησε πίσω στο σπίτι, ενώ στο μυαλό του τριγύριζαν όλα όσα είχαν συμβεί από τη στιγμή που επέστρεψε εδώ, την προηγούμενη μόλις μέρα. Τη στιγμή που αφίππευε, είδε τη Φελίσιτι να έρχεται βιαστικά προς το μέρος του, ντυμένη μ’ ένα φανταχτερό κόκκινο φόρεμα. Ο Ντομ ενοχλήθηκε. Αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του. Η Φελίσιτι όμως ήταν όλο χαμόγελα. «Καλημέρα, Ντομ. Έλπιζα να σε δω πριν φύγω». «Καλημέρα». Έδωσε τα χαλινάρια του αλόγου σ’ ένα σταβλίτη λέγοντάς του να το βάλει να περπατήσει για δέκα λεπτά ακόμα κι ύστερα να το τρίψει καλά. Καθώς ξεκίνησαν για το σπίτι, η Φελίσιτι ακούμπησε το γαντοφορεμένο χεράκι της στο μπράτσο του. «Έκανα επίσκεψη στην Άννα», του είπε.


137

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ο Ντομ την κοίταξε λοξή. «Δεν ήξερα ότι είστε ακόμα φίλες», είπε. Η Φελίσιτι χαμογέλασε και τον έπιασε αγκαζέ. Η φούστα της τριβόταν στις γάμπες του. «Ασφαλώς και είμαστε φίλες. Ξέχασες πως είμαστε ξαδέρφες; Νόμιζες πως θα της κρατούσα ακόμα κακία ύστερα από τόσα χρόνια;» «Για να πω την αλήθεια, ναι», απάντησε εκείνος κοιτάζοντας την ίσια στα μάτια. Η Φελίσιτι γούρλωσε τα μάτια της. «Δεν είσαι τζέντλεμαν», διαμαρτυρήθηκε ναζιάρικα. «Κι ούτε φιλοδοξώ να γίνω», παρατήρησε ήρεμα ο Ντομ. Εκείνη κατέβασε για μια στιγμή τα μάτια κι ύστερα τον κοίταξε ξανά. «Ναι, το ξέρω. Οι πάντες το ξέρουν. Ο τρόπος σου να αψηφάς ανοιχτά τους κανόνες είναι συναρπαστικός», είπε χαμηλόφωνα. Ο Ντομ γέλασε. «Έλα τώρα, Φελίσιτι, δεν υπάρχει τίποτα συναρπαστικό σ’ έναν άντρα που τον απορροφούν τόσο πολύ τα κτήματα και τα άλογά του ώστε να μην έχει χρόνο για να πηγαίνει στους χορούς και στις δεξιώσεις». «Θα ήθελα πολύ να δω τα άλογα που έχεις για τον ιππόδρομο», είπε εκείνη και κρεμάστηκε ολόκληρη στο μπράτσο του. Ο Ντομ άρχισε να το διασκεδάζει. «Αλήθεια;» είπε. «Αλήθεια. Έχω ακούσει πολλά για το σπουδαίο στάβλο σου». Τον κοίταξε στα μάτια. «Μήπως να μου έκανες μια σπέσιαλ ξενάγηση;» Ένα στραβό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Ντομ. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να κάνει στο στάβλο του η Φελίσιτι, σίγουρα όχι να δει τ’ άλογά του. Αλλά ακόμα κι αν δεν είχε αρχίσει να δημιουργεί μια νέα σχέση με τη γυναίκα του, ακόμα κι αν δεν είχε μια ερωμένη στο Λονδίνο, θα της έλεγε όχι. Δεν τον έλκυε η Φελίσιτι. Ποτέ. Ούτε καν όταν είχε αποφασίσει να την παντρευτεί. Εκείνο που τον ενδιέφερε τότε, ήταν να ενώσει το στάβλο του με το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

138

εκτροφείο επιβητόρων των Κόλινς. «Θα φέρω εδώ τα ζώα μου», είπε κι ήταν αλήθεια. Το είχε αποφασίσει σήμερα. «Πότε θα έρθουν;» «Σε μερικές μέρες». Εκείνη χαμογέλασε και ζούληξε το στήθος της πάνω στο μπράτσο του. «Τότε θα μου κάνεις εδώ την ξενάγηση». Ο Ντομ έκανε μια ελαφριά υπόκλιση κι αποκρίθηκε: «Φοβάμαι ότι θα απογοητευτείς». «Αποκλείεται να με απογοητεύσεις εσύ, Ντομ», του είπε χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο. Πριν προλάβει να της απαντήσει, ο Ντομ είδε τη γυναίκα του να βγαίνει από το γραφείο του διαχειριστή και να στέκεται κοιτάζοντας τους στη βεράντα. Είχε σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος και δεν χαμογελούσε καθόλου. «Γεια σου, Άννα!» της φώναξε κεφάτα η Φελίσιτι. «Τα λέμε με τον Ντομ». «Όντως», αποκρίθηκε στυφά η Άννα. «Η Φελίσιτι απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον για τα άλογά μου», είπε ο Ντομ κοιτάζοντας κατάματα την Άννα. «Κατάλαβα». «Ο Ντομ θα με ξεναγήσει όταν έρθουν εδώ τα ζώα. Θα εγκαταστήσει εδώ τον ιπποδρομιακό στάβλο του», είπε με ενθουσιασμό η Φελίσιτι. «Αλήθεια;» «Θα φύγω σήμερα για να τακτοποιήσω τις λεπτομέρειες», πετάχτηκε με ανήσυχο ύφος ο Ντομ. «Μα θα γυρίσω το συντομότερο δυνατό». Η Άννα ανασήκωσε τους ώμους σαν να μην της καιγόταν καρφί. «Η Άννα είναι απασχολημένη με τα κατάστιχά της», είπε γελώντας η Φελίσιτι. «Έτσι, Άννα;» Η Άννα δεν είπε λέξη. Με τα χείλη της σφιγμένα τους γύρισε την πλάτη και μπήκε ξανά στο γραφείο της. Ο Ντομ περίμενε ότι θα


139

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

βροντούσε την πόρτα, αλλά δεν το έκανε. Έβρισε από μέσα του, και απέσπασε το μπράτσο του από τη σφιχτή λαβή της Φελίσιτι. «Σοβαρά, Ντομ, πώς αντέχεις μια τέτοια γυναίκα; Αντροφέρνει τόσο πολύ! Καμιά κυρία απ’ όσες ξέρω δεν θα τολμούσε να διευθύνει ένα κτήμα». Η έκφραση του Ντομ άλλαξε. «Η Άννα δεν αντροφέρνει καθόλου. Μαθαίνω όμως ότι τα καταφέρνει μια χαρά με τη διαχείριση». «Και το εγκρίνεις;» «Δεν με ενοχλεί». Στ’ αλήθεια, ήταν μάλλον περήφανος για το ενδιαφέρον και τις ικανότητές της, κι ας τα έβρισκε εκκεντρικά. «Δεν μπορεί όμως να είσαι ευχαριστημένος μ’ αυτό που έκανε ο παππούς σου», του είπε συνωμοτικά η Φελίσιτι. «Για τ’ όνομα του Θεού, το Γουέιβερλι Χολ είναι η πατρική σου κληρονομιά! Εγώ στη θέση σου θα ήμουν έξω φρενών με την Άννα». Ο Ντομ στάθηκε απότομα. «Πώς ξέρεις για το καταπίστευμα;» ρώτησε έξω φρενών. Αν μαθευόταν αυτή η ιστορία, όλος ο κόσμος θα γελούσε μαζί του. Η Φελίσιτι τον κοίταξε καλά καλά. «Λυπάμαι, Ντομ. Μου το είπε ο αδερφός μου». «Ο Πάτρικ;» Ο θυμός του Ντομ φούντωσε. Ήξερε πολύ καλά ποιος είχε μιλήσει στον Πάτρικ για το καταπίστευμα. Μα ήθελε να τον γελοιοποιήσει η Άννα; Ο Ντομ μπορούσε ν’ ανεχθεί πολλά, αλλά όχι και μια άπιστη σύζυγο. «Ο αδερφός μου έχει ξετρελαθεί με τη γυναίκα σου», παρατήρησε η Φελίσιτι. «Ναι, αυτό είναι ξεκάθαρο», αποκρίθηκε αγριεμένα ο Ντομ. Η Φελίσιτι τον κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια. Όταν μίλησε, η φωνή της ακούστηκε σαν παιδούλας. «Ντομ, νομίζω πως η Άννα είναι τσιμπημένη μαζί του». «Φελίσιτι, δεν σε αφορά το τι κάνει η γυναίκα μου». «Τα τέσσερα τελευταία χρόνια εκείνος μένει εδώ, στην επαρχία», συνέχισε ανάλαφρα η Φελίσιτι. «Τι μπορεί να κάνει όλο το χρόνο στις εξοχές ένας νεαρός εργένης; Εγώ δεν ξέρω κανέναν εργένη


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

140

που να μένει στην επαρχία. Όλοι έρχονται στο Λονδίνο, όσο διαρκεί η κοσμική σεζόν τουλάχιστον. Όχι όμως κι ο Πάτρικ». «Οι δυο τους είναι φίλοι, τίποτα παραπάνω», είπε αγριεύοντας επικίνδυνα ο Ντομ. Η Φελίσιτι γούρλωσε ξανά τα μάτια. «Ντομ... το πιστεύεις; Εσύ;» Το πράγμα ακουγόταν γελοίο, απίστευτο. Μόνο που ο Ντομ είχε πλαγιάσει χτες βράδυ με την Άννα και την είχε βρει παρθένα. Φυσικά, δεν μπορούσε να το πει στη Φελίσιτι. Αναρωτιόταν όμως μήπως η Άννα ήθελε τον Πάτρικ όπως την ήθελε κι εκείνος; «Η σύζυγός μου είναι κυρία», είπε αποφασιστικά. «Και είναι απρέπεια εκ μέρους σου να υπονοείς άλλα πράγματα». «Σκέφτηκα απλώς ότι μπορεί να μη γνωρίζεις όσα συμβαίνουν», αποκρίθηκε αθώα η Φελίσιτι. «Τίποτα δεν συμβαίνει». Ωστόσο μέσα του σκεφτόταν πως αν η Φελίσιτι πίστευε πως κάτι συνέβαινε, τότε θα το πίστευαν κι άλλοι άνθρωποι. «Φελίσιτι, μήπως θα έπρεπε ν’ ανησυχείς για τη δική σου συμπεριφορά αντί για της Άννας;» Εκείνη τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. Ο Ντομ της χάρισε ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο. «Τι περίμενες; Να κάθομαι να σ’ ακούω να κακολογείς τη γυναίκα μου;» «Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο συνδεδεμένος με τη γυναίκα σου», φώναξε η Φελίσιτι. «Στο κάτω κάτω της γραφής, την είχες παρατήσει μόνη της στην επαρχία για τέσσερα χρόνια». «Πρόσεξε, γιατί κάνεις λάθος», της απάντησε ο Ντομ. Η Φελίσιτι κοκκίνισε. «Συγγνώμη, Ντομ. Εγώ θέλω να είμαστε φίλοι». «Εγώ δεν θέλω, κυρία μου», της απάντησε εκείνος κοιτάζοντάς την κατάματα. «Συγγνώμη τώρα, αλλά πρέπει να μιλήσω ιδιαιτέρως με την Άννα». Η Φελίσιτι απέμεινε να τον κοιτάζει κεραυνόπληκτη. Ο Ντομ γύρισε να φύγει και είδε τη γυναίκα του να τους κοιτάζει από το παράθυρο του γραφείου της. Ήταν χλομή, ταραγμένη και.


141

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

τα γαλανά της μάτια πετούσαν φλόγες. Κανείς τους δεν πρόσεξε ότι το ίδιο συνέβαινε και με τα μάτια της Φελίσιτι. Η Άννα γύρισε στο γραφείο της, κάθισε κι άρχισε να κοιτάζει ένα λογαριασμό. Όταν ο Ντομ άνοιξε την πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι, εκείνη τον αγνόησε. Πέρασαν αρκετά λεπτά πριν σηκώσει το κεφάλι και του πει: «Εμένα θέλεις;» Ο τόνος της ήταν επαγγελματικός, αλλά το μυαλό της το πλημμύριζαν εικόνες της Φελίσιτι να κρέμεται στο μπράτσο του, να πιέζει επάνω του τα μεγάλα της στήθη και να του χαμογελάει. «Για να πω την αλήθεια, ναι», αποκρίθηκε εκείνος. Η Άννα τον κοίταξε παγερά, λέγοντας μέσα της ότι δεν έπρεπε να χάσει την ψυχραιμία της. Ο Ντομ ακουμπούσε στην παραστάδα της πόρτας. Η στάση του ήταν άνετη, αλλά το βλέμμα του έλεγε άλλα. «Αποφάσισα να πάω στο Λονδίνο για να μαζέψω τα άλογά μου και να τα φέρω εδώ». «Μπα; Ώστε θα μείνεις στ’ αλήθεια εδώ;» Ο τόνος της ήταν κοροϊδευτικός. Το βλέμμα του Ντομ σκοτείνιασε, αλλά η φωνή του ακούστηκε πολύ απαλή. «Νομίζω ότι το έχω ξεκαθαρίσει αυτό από χτες το βράδυ». Η Άννα σηκώθηκε απότομα όρθια. «Αν μείνεις εδώ, θα χάσεις το χρόνο σου». «Αλήθεια;» είπε εκείνος ανασηκώνοντας το ένατου φρύδι. «Τα χτεσινοβραδινά δεν μου φάνηκαν χαμένος χρόνος». Τώρα την κορόιδευε αυτός. Η Άννα έσφιξε τις γροθιές της. «Δεν πρόκειται να ξαναπλαγιάσω μαζί σου». Εκείνος την κοίταξε χωρίς να μιλήσει, κι η Άννα μάζεψε όλο της το κουράγιο. «Αυτό που επιθυμώ είναι να έχουμε ένα συμβατικό, πολιτισμένο γάμο». Καθώς εκείνος εξακολουθούσε να την κοιτάζει χωρίς να μιλάει, πρόσθεσε: «Ένα γάμο κατ’ όνομα μόνο».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

142

Ο Ντομ συνέχισε να μένει σιωπηλός, αλλά τα μάτια του είχαν γίνει δυο τοπαζένιες σχισμές. «Πο... πολλά ζευγάρια κάνουν τέτοιους διακανονισμούς και... και είμαι σίγουρη πως εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα». Ο Ντομ χαμογελούσε μ’ έναν τρόπο απειλητικό. Η Άννα φοβήθηκε κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Δεν... δεν θα πεις τίποτα;» «Όχι». Της κόπηκε η ανάσα. «Δεν υπήρξα σαφής;» ρώτησε κοφτά ο Ντομ. «Δεν μπορείς να με υποχρεώσεις να πλαγιάζω μαζί σου!» φώναξε η Άννα. Εκείνος γύμνωσε τα δόντια του σ’ ένα σκληρό χαμόγελο. «Δεν έχω την πρόθεση να σε υποχρεώσω να κάνεις οτιδήποτε, κυρία σύζυγέ μου. Έχω όμως κάθε πρόθεση να πλαγιάζω μαζί σου». «Μα εγώ δεν σε θέλω!» φώναξε η Άννα. «Ποιον προσπαθείς να πείσεις;» τη ρώτησε μαλακά ο Ντομ. «Πήγαινε έξω!» Εκείνος τραβήχτηκε από τον τοίχο κι η Άννα τραντάχτηκε ολόκληρη βλέποντάς τον να πλησιάζει το γραφείο της, μέχρι που ακούμπησε επάνω του. Με τα χέρια πάνω στην επιφάνεια του γραφείου, ο Ντομ έσκυψε μπροστά μέχρι που οι μύτες τους σχεδόν ακούμπησαν. Το μεγάλο του κορμί την έκανε να νιώθει εκμηδενισμένη, μικροσκοπική κι αδύναμη. «Με θέλεις όσο σε θέλω κι εγώ». «Όχι. Κι εσύ απλά χορεύεις στο σκοπό που σου παίζει ο Ράδερφορντ». «Εγώ δεν χορεύω στο σκοπό κανενός», την προειδοποίησε ο Ντομ. «Εγώ θέλω εσένα. Και νομίζω πως σ’ το απέδειξα χτες το βράδυ». Η Άννα του γύρισε την πλάτη, αλλά εκείνος βρέθηκε σαν αστραπή πίσω από το γραφείο και τη γύρισε ξανά προς το μέρος του. «Άννα, σε θέλω τώρα». «Μη γίνεσαι γελοίος», είπε εκείνη γουρλώνοντας τα μάτια.


143

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Δεν γίνομαι γελοίος». Την άρπαξε από τα μπράτσα και την κόλλησε πάνω του. Η Άννα δεν φορούσε κρινολίνο και της ξέφυγε μια κραυγή όταν το σκληρό φύλο του ακούμπησε στην κοιλιά της. Τα μάτια της έγιναν τεράστια, της κόπηκε η ανάσα. «Σωστά κατάλαβες», είπε πολύ απαλά εκείνος. «Σε θέλω. Τώρα. Πάρα πολύ». «Ά... άφησέ με...» Την άφησε. Η Άννα κόλλησε στον τοίχο πίσω της, προσπαθώντας να κρατήσει το βλέμμα της στο πρόσωπό του - το βλέμμα της που ήθελε να ταξιδέψει κάτω από την κοιλιά του. «Τι χρειάζεται να κάνω για να φύγεις;» «Παρακαλώ;» «Τι πρέπει να κάνω για να φύγεις από κοντά μου κι από το Γουέιβερλι Χολ;» φώναξε απελπισμένη η Άννα. Εκείνος την κοίταξε κατάματα, μα δεν της απάντησε. «Κάτι πρέπει να υπάρχει!» Τα χείλη του Ντομ στράβωσαν και τα μάτια του έγιναν ξανά δυο σκληρά τοπάζια. «Δώσ’ μου μια βδομάδα». «Δεν κατάλαβα;» αποκρίθηκε βραχνά η Άννα. «Έλα μαζί μου για μια βδομάδα. Και σ’ αυτό το διάστημα δεν θα μου αρνείσαι τίποτα». Η Άννα τα έχασε. Έσφιξε το στήθος της για να ησυχάσει τους παλμούς της καρδιάς της. «Δεν είχα κάτι τέτοιο στο μυαλό μου...» ψέλλισε. «Εγώ έχω στο μυαλό μου το κορμί σου». «Δεν θα συμφωνήσω ποτέ σε κάτι τέτοιο». «Γιατί; Φοβάσαι;» της είπε εκείνος κοροϊδευτικά. «Ναι!... Όχι! Αν η λαγνεία σου είναι τόσο μεγάλη, να πας να βρεις μια από τις άλλες γυναίκες σου!» φώναξε η Άννα κι αυτή τη φορά δεν κρατήθηκε και κοίταξε το κολλητό παντελόνι του που άφηνε να φαίνεται η στύση του. Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. «Είμαι


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

144

σίγουρη πως η Φελίσιτι θα είναι πρόθυμη να σε εξυπηρετήσει», πρόσθεσε. «Εγώ όμως δεν θέλω τη Φελίσιτι αλλά εσένα». Το ύφος του είχε γίνει επικίνδυνο. «Εγώ πάλι δεν σε θέλω». Η Άννα πίεσε τον εαυτό της πολύ για να το πει αυτό. «Ψεύτρα. Μπορούσες να ακυρώσεις το γάμο μας οποιαδήποτε στιγμή. Μα δεν το έκανες. Άννα, παραδέξου την αλήθεια. Πες μου γιατί δεν ζήτησες ακύρωση του γάμου μας κι ας πέρασαν τέσσερα χρόνια». Η Άννα έσφιξε τα χέρια της. Δεν τολμούσε να πει την αλήθεια ούτε στον εαυτό της. «Πες μου», την προκάλεσε εκείνος. Η Άννα έγλειψε τα ξερά της χείλη. «Ξέρω τι σκέφτεσαι», είπε. «Μα κάνεις λάθος». «Αλήθεια; Δεν το νομίζω». Την πλησίασε ξανά, παγιδεύοντάς την ανάμεσα στο γραφείο της και στον τοίχο. «Αυτό που νομίζω είναι ότι εξακολούθησες να μ’ αγαπάς κι ας σε παράτησα, κι ότι όλα αυτά τα χρόνια περίμενες να γυρίσω». «Όχι». «Τότε, δεν απομένει παρά μια άλλη πιθανότητα», είπε σκοτεινιάζοντας ο Ντομ. Η Άννα πάγωσε. Φοβόταν αυτό που θα άκουγε. «Ότι είσαι πραγματικά αυτό που λένε τα κουτσομπολιά. Μια τυχοδιώκτρια που κάνει άνομα σχέδια». Η Άννα ένιωσε τα πόδια της να μην την κρατάνε. Της ερχόταν να λιποθυμήσει. «Όχι», ψιθύρισε. «Τότε τι συμβαίνει;» Τα μάτια του Ντομ πέταξαν φωτιές. «Είτε σε κυβερνάει η καρδιά σου είτε τα ανήθικα σχέδιά σου». Είχε δίκιο. Ήταν παγιδευμένη. «Φύγε. Άφησε με. Τώρα». «Άννα...» «Φύγε! Σε παρακαλώ, φύγε!» φώναξε εκείνη βάζοντας τα κλάματα.


145

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ο Ντομ ίσιωσε το κορμί του. «Πολύ καλά. Φεύγω για το Λονδίνο, αλλά θα γυρίσω σε λίγες μέρες. Ως τότε, σκέψου την πρότασή μου». « Τη σκάφτηκα ήδη». Εκείνος την αγνόησε. «Μια βδομάδα, Άννα. Κι αν μετά δεν είσαι ευχαριστημένη από το γάμο μας, θα σε αφήσω ήσυχη. Όπως μου το ζητάς».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

146

11

Ο δούκας του Ράδερφορντ άκουσε θόρυβο από άμαξες και οπλές αλόγων, και πήγε στο παράθυρο του σαλονιού. Χαμογέλασε βλέποντας τον Ντομ καβάλα σ’ έναν όμορφο ψαρή. Δίπλα του ερχόταν ένας άλλος κύριος, πάνω σε ένα εξίσου ωραίο άλογο. Του Ράδερφορντ του φάνηκε σαν τον δεύτερο γιο του κόμη του Χάρντινγκ, τον Τεντ Μπλέικ. Πίσω τους ακολουθούσε η άμαξα του Γουέιβερλι. Την έσερναν έξι μαύρα άλογα, την οδηγούσαν δυο αμαξάδες και στο πίσω μέρος της στέκονταν δυο υπηρέτες. Πιο πίσω έρχονταν δυο μεγάλα κάρα γεμάτα υπηρέτες και ιπποκόμους και αρκετά καθαρόαιμα σκεπασμένα με κουβέρτες και με τα πόδια τους τυλιγμένα σε πανιά. Ανάμεσά τους βρισκόταν κι ένα υπέροχο μαύρο πουλάρι. Ο Ντομ είχε λείψει τρεις μέρες κι ο Ράδερφορντ χαιρόταν πολύ που τον έβλεπε να επιστρέφει. Φοβόταν λιγάκι μήπως και δεν γύριζε. Αλλά γύρισε. Κι ο Ράδερφορντ υποψιαζόταν ότι το έκανε λιγότερο εξαιτίας των όρων του καταπιστεύματος, και περισσότερο επειδή το ενδιαφέρον του για την Άννα μεγάλωνε. Ο δούκας χαμογέλασε. Ήταν γέρος. Δεν θα ζούσε αιώνια - δεν ήθελε να ζήσει αιώνια. Η ώρα της αποχώρησής του πλησίαζε. Ωστόσο δεν είχε φτάσει ακόμα. Το μέλλον του δουκάτου δεν είχε εξασφαλιστεί. Έπρεπε να υπάρξει διάδοχος. Ο δούκας ήταν ρομαντικός και ρεαλιστής ταυτόχρονα. Αγαπούσε πολύ τον εγγονό του. Δεν είχε συγχωρήσει ποτέ τον γιο του τον Φίλιπ που αρνιόταν στο παιδί την αγάπη που τόσο αποθυμούσε. Ίσως ο Φίλιπ να είχε γίνει διαφορετικός άνθρωπος αν η μητέρα του, η Σάρα, δεν πέθαινε από πυρετούς στα τριάντα ένα της χρόνια, όταν εκείνος ήταν δέκα ετών. Ο δούκας -εγωιστικά- δεν είχε


147

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ξαναπαντρευτεί. Ήταν από εκείνους που αγαπάνε μόνο μια φορά στη ζωή τους. Η Άννα ήταν ανιψιά της Σάρας. Η μητέρα της, η Τζάνις, ήταν η μικρότερη από τις αδερφές Στάνχοπ, γεννημένη δώδεκα χρόνια μετά από τη Σάρα, τη μεγαλύτερη. Ύστερα από απαίτηση της Σάρας, ο δούκας είχε πληρώσει τα έξοδα για το ντεμπούτο της μικρής, και της είχε κάνει το μεγαλύτερο χορό ενηλικίωσης που έγινε ποτέ σ’ όλο το βασίλειο. Η Τζάνις, στα δεκαεπτά της, ήταν πανέμορφη, αθώα και γεμάτη όνειρα. Τον επόμενο χρόνο το έσκασε και πήγε στην Αμερική. Η Άννα έμοιαζε πολύ στη μητέρα της. Η Τζάνις παντρεύτηκε τον Φρεντ Στιούαρτ, έναν Αμερικανό τυχοδιώκτη από τη Φιλαδέλφεια. Επί έξι χρόνια ταξίδευαν μαζί από τη μια άκρη της Αμερικής στην άλλη. Ο δούκας δεν κατάφερε να εντοπίσει την Τζάνις για να την ενημερώσει για το θάνατο της αδερφής της. Πολλά χρόνια μετά, του έγραψε εκείνη από τη Βοστόνη όπου έγκατα-στάθηκε τελικά με τον άντρα της. Δεν είχαν παιδιά -είχε κάνει τρεις αποβολές μέχρι εκείνη τη στιγμή- και είχαν ανοίξει μια πανσιόν. Ο Ράδερφορντ κατάλαβε ότι δεν ήταν ευτυχισμένη, κι ας του τόνιζε ξανά και ξανά πόσο ωραία ήταν η Βοστόνη. Ήταν έξω φρενών που η Τζάνις είχε γίνει ξενοδόχα, που ο άντρας της την είχε υποβαθμίσει σε τέτοια κατάντια. Εκείνο όμως ήταν το μοναδικό γράμμα που του έστειλε. Το επόμενο γράμμα που πήρε από την Αμερική, το είχε γράψει ο Στιούαρτ: Η Τζάνις είχε πεθάνει γεννώντας το παιδί που τόσο πολύ ήθελε όλα αυτά τα χρόνια. Την Άννα. Έντεκα χρόνια μετά, η Άννα εμφανίστηκε στο σπιτικό των Κόλινς. Ήταν ένα κοκαλιάρικο σιωπηλό ορφανό, χωρίς καθόλου πόρους. Ο δούκας προσπάθησε να αγνοήσει την παρουσία της. Δεν ήθελε να τη γνωρίσει, να τη συμπαθήσει. Τη θεωρούσε υπεύθυνη για το θάνατο της Τζάνις. Η περιέργεια όμως τον έτρωγε και μια μέρα πήγε να τη δει. Με την πρώτη ματιά που έριξε στο ρημαγμένο από τη θλίψη παιδάκι, το αγάπησε αμέσως. Προσεκτικά, βάλθηκε να μάθει πώς τα περνούσε, τι έκανε. Καθώς η Άννα ωρίμαζε, ο δούκας έβλεπε πως ήταν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

148

ολόιδια η μητέρα της, όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά και στην ψυχή. Είχε ένα πνεύμα θερμό, γενναιόδωρο και ειλικρινές. Κι ο δούκας ήταν ταυτόχρονα ρομαντικός και ρεαλιστής. Αποφάσισε ότι η Άννα κι ο Ντομ ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Όχι απλά επειδή ταίριαζαν ή επειδή η Άννα ήταν τόσο ερωτευμένη με τον Ντομ. Αλλά και για κάποιους δικούς του, προσωπικούς, καλά κρυμμένους λόγους. Κι ο δούκας έδωσε έναν όρκο στον εαυτό του. Θα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να τους ενώσει. Και ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της χώρας. Μπορεί να ήταν το τελευταίο αξιόλογο πράγμα που θα έκανε πριν πεθάνει, αλλά θα φρόντιζε να συμφιλιωθούν η Άννα κι ο Ντομ. Έτσι θα ξεπλήρωνε το πολύ προσωπικό του χρέος προς την Τζάνις Στάνχοπ-Στιούαρτ. Ο Ντομ είχε επιστρέφει. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς φορούσε ξανά τα γυαλιά της. Μπορούσε να προσποιηθεί πως η παρουσία του την ενοχλούσε. Όμως αυτό δεν ήταν απόλυτα αληθινό. Η Άννα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα παράπονα των ενοικιαστών που διάβαζε. Η ματιά της πετιόταν συνέχεια στο παράθυρο και η καρδιά της χτυπούσε παράξενα. Δεν έβλεπε πια τον Ντομ, αλλά άκουγε τη φωνή του καθώς συζητούσε με εκείνον τον άλλο κύριο. Λοιπόν, θα τον αγνοούσε. Και τότε ακούστηκε το γέλιο του Ντομ, δυνατό, πλούσιο, ζεστό και πολύ γοητευτικό. Αμέσως, το μυαλό της γέμισε εικόνες από τη νύχτα που πέρασαν μαζί. Σηκώθηκε. Έβγαλε τα γυαλιά της και ίσιωσε τα μαλλιά της. Ο Ντομ είχε επιστρέφει, κι είχε φέρει αρκετά από τα άλογά του. Σκόπευε στ’ αλήθεια να μείνει, κι ας του είχε ξεκαθαρίσει η Άννα πως δεν τον ήθελε εκεί. Και θα περίμενε απάντηση στην πρότασή του. Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέληξε σε μια απόφαση. Δεν χρειαζόταν πια να κρύβεται στο γραφείο της. Όταν βγήκε, είδε τον Ντομ και τον φίλο του να στέκονται δίπλα σ’


149

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ένα στάβλο. Μέσα έκανε βόλτες ένα όμορφο μαύρο πουλάρι, που η Άννα το υπολόγιζε τριών περίπου χρόνων. Η ουρά του ήταν ορθωμένη κι ανέμιζε σαν σημαία, κι ο λαιμός του υψωνόταν περήφανος. Το άλογο χλιμίντρισε κι άρχισε να τριποδίζει. Η Άννα ήξερε από άλογα και κατάλαβε πως τούτο εδώ έκανε επίδειξη. «Μακάρι να ήταν τόσο ήρεμο κι όταν το καβαλάνε», παρατήρησε ξανά ο Ντομ. «Ευτυχώς βρήκες έναν αναβάτη που μπορεί να το κουμαντάρει», αποκρίθηκε ο φίλος του. «Ναι. Και τώρα πρέπει ν’ αρχίσει να κερδίζει τις ιπποδρομίες». Η Άννα τους άκουγε και θαύμαζε το πουλάρι. Τούτο το ζώο έκρυβε μέσα του αντοχή και ταχύτητα. Είχε τη θωριά πρωταθλητή. Εκείνη τη στιγμή ο Ντομ γύρισε και την είδε. «Γεια σου, Άννα», μουρμούρισε και το βλέμμα του την εξέτασε πόντο πόντο. Η Άννα ξέχασε μονομιάς το άλογο. «Γεια σου, Ντομ», είπε πολύ ευγενικά. Άθελά της, το χέρι της έσπευσε να ισιώσει τη φούστα της, και τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα κάτω από το βλέμμα του. Ήταν ξεκάθαρο από την έκφρασή του ότι κι αυτός θυμόταν εκείνη τη νύχτα. «Να σου συστήσω τον φίλο μου, τον λόρδο Θίοντορ Μπλέικ. Είναι ο δεύτερος γιος του κόμη του Χάρντινγκ», είπε ο Ντομ. Η Άννα χαιρέτησε μ’ ένα ζεστό χαμόγελο τον Μπλέικ, αλλά στον Ντομ δεν χαμογέλασε. Ο Μπλέικ πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του κοιτάζοντας τη με θαυμασμό. «Ανυπομονούσα να σας γνωρίσω, λαίδη Σεντ Τζορτζ», είπε. «Η απόλυτη σιωπή του Ντομ και η αποφασιστικότητα του να γυρίσει το ταχύτερο στο Γουέιβερλι Χολ με έπεισαν ότι θα έβρισκα να τον περιμένει εδώ μια αξιαγάπητη γυναίκα». «Σας ευχαριστώ», αποκρίθηκε η Άννα. Ο Μπλέικ ήταν εμφανώς ένας από εκείνους τους κομψευόμενους που εξαπολύουν κομπλιμέντα δεξιά κι αριστερά. Ήταν ωραίος άντρας, με λευκό δέρμα, γαλανά μάτια και μαλλιά μαύρα σχεδόν όσο και τα δικά της.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

150

Όταν χαμογελούσε, έκανε δυο βαθιά λακκάκια. Μπορεί να κολάκευε ανόητα τους πάντες, αλλά δύσκολα μπορούσες ν’ αντισταθείς στη γοητεία του. Η Άννα υπέθεσε ότι θα τον συμπαθούσε. «Είστε πολύ καλός, λόρδε Μπλέικ», πρόσθεσε. «Σκέτα Μπλέικ», είπε αυτός και της έκλεισε το μάτι. «Όλοι μου οι φίλοι δείχνουν μεγάλη ασέβεια στους ένδοξους προγόνους μου». Η Άννα δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Μπορούμε να σας φωνάζουμε Θίοντορ», είπε. «Όχι, για τ’ όνομα του Θεού!» φώναξε με ψεύτικο πανικό ο Μπλέικ. «Εντάξει λοιπόν, Μπλέικ», αποκρίθηκε η Άννα χαμογελώντας του θερμά. «Αρκετά, Μπλέικ», γρύλισε τότε ο Ντομ. «Κράτα τα λακκάκια σου για άλλες γυναίκες». Ο Μπλέικ τον κοίταξε και έκανε ένα μορφασμό. «Ποπό! Δεν μπορεί να ζηλεύεις που αντάλλαξα μερικές κουβέντες με τη σύζυγό σου, παλιόφιλε». «Όχι βέβαια», αποκρίθηκε με ειρωνικό ύφος ο Ντομ και το βλέμμα του καρφώθηκε ξανά έντονο στην Άννα. «Λυπάμαι που έλειψα μια μέρα παραπάνω απ’ όσο υπολόγιζα», είπε. «Αλήθεια; Δεν το πρόσεξα», του απάντησε εκείνη ανασηκώνοντας τους ώμους, σαν να μην είχε περάσει ξάγρυπνη όλες τις νύχτες της απουσίας του, όταν αναρωτιόταν πού βρισκόταν, όταν σκεφτόταν την πρότασή του. «Κάλεσα τον Μπλέικ να μείνει εδώ μερικές μέρες», της είπε ο Ντομ. «Για να με βοηθήσει με την εκγύμναση του Λάκι. Σε πειράζει;» «Όχι βέβαια», απάντησε η Άννα και γύρισε να κοιτάξει ξανά το άλογο. «Τέλειο φαίνεται». «Δική μου εκτροφή», είπε ο Ντομ. «Είναι το πιο γρήγορο πουλάρι που έχω δει». «Και;» «Μέχρι τώρα το καβαλούσες πολύ δύσκολα. Αλλά πιστεύω πως μπορεί να γίνει πρωταθλητής».


151

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Δεν θα με εξέπληττε αυτό», είπε η Άννα. Ο Ντομ την κοίταξε σταθερά. «Ξέρεις από άλογα, Άννα;» Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα. «Ναι, κάτι ξέρω». Κοιτάχτηκαν για ένα ολόκληρο λεπτό. Η καρδιά της Άννας κάλπαζε σαν παλαβή. Εκείνη τη στιγμή ο Μπλέικ κοίταξε πέρα κι άφησε ένα σφύριγμα. «Ποια είναι αυτή;» ρώτησε. Η Άννα κι ο Ντομ γύρισαν να κοιτάξουν. Εκείνη προσπάθησε να κρατήσει απαθή την έκφρασή της, το ίδιο κι ο Ντομ. Με όσο γινόταν πιο ουδέτερη φωνή είπε: «Είναι η ξαδέρφη της Άννας, η Φελίσιτι Κόλινς-Ριντ». «Η χήρα του Χάρολντ Ριντ; Δεν είχα την τύχη να τη γνωρίσω». Ο Μπλέικ έκανε ένα μορφασμό. «Την έχω ακουστά όμως, κι είναι πραγματικά πολύ όμορφη. Είναι και τόσο ψυχρή όσο λένε;» Η Άννα έπιασε τον εαυτό της ν’ ανταλλάσσει ένα κρυφό βλέμμα με τον Ντομ. Εκείνος γύρισε και χαμογέλασε στον Μπλέικ. «Είμαι σίγουρος πως όταν βρεθεί ο κατάλληλος, θα γίνει πολύ θερμή. Έλα να σας συστήσω», είπε κι έδωσε μια γροθιά στον ώμο του Μπλέικ. «Και μάλιστα, θα καλέσω τη Φελίσιτι στο δείπνο, για να πάψεις να κυνηγάς τη γυναίκα μου». Η Άννα τους κοίταξε να πηγαίνουν προς τη Φελίσιτι, η οποία δεν είχε εμφανιστεί ούτε μια φορά στο Γουέιβερλι Χολ όσο έλειπε ο Ντομ. Δεν ήθελε να θυμώσει τώρα που την έβλεπε, ούτε να νιώσει απειλούμενη. Κι όμως συνέβαιναν και τα δυο. Είδε τη Φελίσιτι να χαμογελάει στον Μπλέικ κι ύστερα να στρέφει όλη την προσοχή της στον Ντομ. Απότομα, τους γύρισε την πλάτη, ακούμπησε στα κάγκελα του στάβλου και κάρφωσε το βλέμμα της στο μαύρο πουλάρι. Στεκόταν μερικά βήματα πιο κει και μασουλούσε το γρασίδι. Το ζώο σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε προσεκτικά με τα φωτεινά καστανά του μάτια. Η Άννα προσπάθησε να χαμογελάσει, μα δεν τα κατάφερε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

152

«Γεια σου, αγόρι μου», είπε απαλά. «Κούκλος είσαι. Είναι αλήθεια πως είσαι και λίγο καθαρματάκι;» Το άλογο την άκουγε ακίνητο, με υψωμένα τ’ αυτιά του. Το μόνο που κουνιόταν επάνω του ήταν τα πλατιά του ρουθούνια. «Πες μου λοιπόν, κούκλε, τι να κάνω;» Ο Λάκι ρουθούνισε κι έφερε πίσω τ’ αυτιά του την ίδια στιγμή η Άννα ένιωσε πίσω της την παρουσία του Ντομ. Τινάχτηκε. «Ελπίζω να συζητάς με τ’ άλογό μου την πρότασή μου», ακούστηκε απαλή η φωνή του Ντομ κι η ανάσα του χάιδεψε σαν φτερό το σβέρκο της. Η Άννα στράφηκε. Λάθος της. Ο Ντομ στεκόταν τόσο κοντά της, που η φούστα της σκέπαζε τις μπότες του. Δεν μπορούσε όμως να κάνει πίσω, την εμπόδιζαν τα κάγκελα. «Την πρότασή σου;» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους σαν να μη θυμόταν καν περί τίνος επρόκειτο. Το θυμόταν όμως. Α, ναι, το θυμόταν. Μια βδομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας θα έκανε ό,τι της ζητούσε εκείνος. Μια βδομάδα που θα την περνούσε μαζί του. Κι ήξερε πολύ καλά τι ήθελε απ’ αυτήν ο Ντομ. «Λοιπόν;» τη ρώτησε εκείνος. «Δεν το σκέφτηκα», απάντησε ψέματα η Άννα. Η αλήθεια ήταν πως δεν σκεφτόταν και τίποτ’ άλλο όσο έλειπε ο Ντομ. «Τότε σκέψου το τώρα», της απάντησε εκείνος, διαπερνώντας τη με το βλέμμα του. Η Κλαρίς είχε αποκτήσει ένα καινούργιο διαμέρισμα στη νότια πτέρυγα του μεγάρου. Τώρα που είχε πεθάνει ο Φίλιπ, δεν έμενε πια στο διαμέρισμα του αφέντη του σπιτιού. Εκείνη τη στιγμή έβγαινε από το διαμέρισμά της με την καρδιά της να χτυπάει όλο αγωνία. Στο χέρι της κρατούσε το ημερολόγιο του Φίλιπ. Στάθηκε έξω από την πόρτα της βιβλιοθήκης, που ήταν ανοιχτή. Κοιτάζοντας το παράθυρο, ο δούκας του Ράδερφορντ στεκόταν με


153

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της. Οι χτύποι της καρδιάς της δυνάμωσαν κι άλλο. Ήξερε ότι ο Ντομ μόλις είχε επιστρέφει. «Χαίρετε, εξοχότατε», είπε ψυχρά. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε, χωρίς να της χαμογελάσει φιλικά. Μα στο κάτω κάτω της γραφής ποτέ τους δεν ήταν φίλοι. «Μπορώ να σας μιλήσω;» ρώτησε η Κλαρίς μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο. «Πέρασε», αποκρίθηκε εκείνος και το βλέμμα του έπεσε στο δεμένο με κόκκινο δέρμα τόμο που κρατούσε στο χέρι της. «Τι είναι αυτό, Κλαρίς;» «Το ημερολόγιο του Φίλιπ, φυσικά». Η Κλαρίς δεν χαμογελούσε πια, αλλά το βλέμμα της ήταν πολύ έντονο. «Σ’ το έδωσε ο Ντομ να το διαβάσεις;» Η Κλαρίς τον κοίταξε κατάματα κι απάντησε χωρίς δισταγμό: «Όχι. Το δανείστηκα». «Κατάλαβα. Το πήρες χωρίς την άδειά του». «Μάλιστα! Κι εκείνος ούτε που το πήρε είδηση ότι του έλειπε, έτσι βιαστικά που έφυγε. Εσάς όμως δεν σας νοιάζει καθόλου τι γράφει αυτό το ημερολόγιο;» κατέληξε χάνοντας τον έλεγχο της φωνής της, με ένα ύφος σαν να τον κατηγορούσε. Με πρόσωπο ανέκφραστο, ο δούκας πήγε κι έκλεισε την πόρτα. «Ξέρεις καλά ότι νοιάζομαι πολύ για τον Ντομ», είπε. «Δεν εννοούσα αυτό!» Σήκωσε τον τόμο και τον κούνησε μπροστά στο πρόσωπό του. Σπάνια η Κλαρίς έχανε την αυτοκυριαρχία της κι άφηνε να φανεί, όπως τώρα, το μίσος της για τον Ράδερφορντ. «Δεν σας νοιάζει τι γράφει εδώ πέρα; Ε;» «Ασφαλώς και με νοιάζει». «Ο Φίλιπ το ήξερε». Ο Ράδερφορντ παρέμεινε ατάραχος. «Δεν το λέει ξεκάθαρα, αλλά κάνει πολλούς υπαινιγμούς. Το ήξερε, και μισούσε όλη του την οικογένεια». «Τα γνωρίζω όλα αυτά». Της κόπηκε η ανάσα. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και συνέχισε:


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

154

«Ξέρατε και ότι περισσότερο απ’ όλους μισούσε εσάς;» Αυτή τη φορά μια πονεμένη έκφραση απλώθηκε στο πρόσωπο του δούκα. «Ναι. Το ήξερα κι αυτό. Να επιστρέφεις το ημερολόγιο στον Ντομ». Η Κλαρίς έκανε ένα βήμα πίσω. «Μα το Θεό, είστε τρελός! Θέλετε να το μάθει!» «Μπορεί και να το θέλω». «Όχι», είπε η Κλαρίς κουνώντας πέρα-δώθε το κεφάλι. «Όχι. Θα το κάψω. Είστε τρελός!» Ο Ράδερφορντ δίστασε για μια στιγμή. Μερικές φορές είναι καλύτερο να μη σκαλίζεις τα πράγματα. Ωστόσο ήταν γέρος, είχε μετανιώσει για πολλά πράγματα στη ζωή του, κι αν πέθαινε πριν μάθει την αλήθεια ο Ντομ, τότε δεν θα την ανακάλυπτε ποτέ: ήξερε πολύ καλά ότι η Κλαρίς θα κρατούσε σφραγισμένο το στόμα της. «Εγώ πιστεύω πως αυτή είναι η εκδίκηση του Φίλιπ», είπε ορμητικά η Κλαρίς. «Έτσι μας εκδικείται όλους μας. Εσάς, εμένα, τον Ντομ, τον κόσμο ολόκληρο. Ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος πίκρα και μίσος. Με τρομάζει η αυτοκυριαρχία που είχε και δεν αποκάλυψε ποτέ ότι τα ήξερε όλα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί ταξίδευε συνέχεια. Μισούσε το Γουέιβερλι Χολ κι όλους όσοι μένουν εδώ!» Ο Ράδερφορντ ρουθούνισε οργισμένα κι έσφιξε τις γροθιές του. Λοιπόν, θα εμπιστευόταν το ένστικτό του. «Κλαρίς, να επιστρέφεις το ημερολόγιο στον Ντομ». Η Κλαρίς το έσφιξε στο στήθος της. «Πρέπει να καταστραφεί». «Γιατί; Επειδή εσύ θα χάσεις τα πιο πολλά απ’ όλους;» Την κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Να επιστρέφεις το ημερολόγιο στον Ντομ». Και περνώντας δίπλα της, βγήκε από τη βιβλιοθήκη. Η Κλαρίς τον κοίταξε να απομακρύνεται και τα μάτια της βούρκωσαν. Θεέ μου, πόσο τον μισούσε! Ήταν όμως ένας από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της χώρας, λογοδοτούσε μόνο στον Θεό και στη βασίλισσα. Όσο κι αν το ήθελε, δεν τολμούσε να τον


155

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

παρακούσει. Κάποια μέρα όμως, θα έπαιρνε κι εκείνη την εκδίκησή της. Περίμενε είκοσι εννιά χρόνια. Θα περίμενε κι άλλο. Όταν η Άννα κατέβηκε στο σαλόνι, τους βρήκε όλους μαζεμένους εκεί. Το βλέμμα της αναζήτησε τον Ντομ και τον είδε να συζητάει με τον Μπλέικ δίπλα στο τζάκι. Κρατούσαν και οι δυο από ένα ποτήρι σέρι. Μαζί τους ήταν κι η Φελίσιτι, που οι τεράστιες χρυσαφένιες φούστες της τύλιγαν τα πόδια του Ντομ. Ό,τι κι αν έλεγε εκείνος, η Φελίσιτι γελούσε. Και το ντεκολτέ της ήταν τόσο βαθύ, που κινδύνευε ν’ ανοίξει με κάθε της ανάσα. Η Άννα πίεσε τον εαυτό της να δείξει αδιάφορη. Ο Ράδερφορντ καθόταν στο χρυσό καναπέ και μιλούσε με τον Πάτρικ που καθόταν δίπλα του. Μόλις την είδε αυτός, σταμάτησε να μιλάει και της χαμογέλασε. Η Άννα κατάλαβε ότι είχε συνοδέψει τη Φελίσιτι, παρ’ όλο που μια χήρα είχε δικαίωμα να πηγαίνει επισκέψεις μόνη της. Χάρηκε που τον είδε. Προχώρησε στο δωμάτιο, χωρίς να κοιτάζει προς τη μεριά της παρέας του Ντομ, κι ας ένιωθε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Κατευθύνθηκε προς τον δούκα κι έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. «Καλησπέρα, εξοχότατε», είπε. Με λίγη προσπάθεια, εκείνος σηκώθηκε από τον καναπέ. «Καλησπέρα, Άννα», αποκρίθηκε και τη φίλησε στο μάγουλο. Εκείνη στράφηκε στον Πάτρικ. «Μας έκανες αληθινή έκπληξη», του είπε. «Ευχάριστη ελπίζω». «Θαυμάσια», του είπε χαμογελώντας, και είδε τον Ντομ να τους κοιτάζει έντονα, με σκοτεινό ύφος. Το χαμόγελο της Άννας πλάτυνε κι άλλο. «Έχεις καιρό να έρθεις για φαγητό. Θα είσαι ο συνοδός μου απόψε;» Ο Πάτρικ γέλασε και την έπιασε αγκαζέ. «Ασφαλώς!» είπε. Η Άννα είδε ότι ο Ντομ. είχε θυμώσει, κι αυτό της έφτιαξε πολύ τη διάθεση. Μια φωνούλα στο βάθος του μυαλού της τής έλεγε πως


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

156

φερόταν σαν παιδί - κάτι χειρότερο, σαν τη Φελίσιτι. Όμως δεν είχε φλερτάρει άλλη φορά και δεν είχε ξαναδεί τον Ντομ να την κοιτάζει με τόση ζήλια. Η στιγμή ήταν μεθυστική. Μα πώς μπορούσε να τη ζηλεύει ο Ντομ; Αυτό σήμαινε ότι νοιαζόταν γι’ αυτήν, έστω κι αν επρόκειτο απλώς για ένα αίσθημα ιδιοκτησίας. Η Άννα δεν μπορούσε να χωνέψει αυτή τη νοοτροπία. Ο Ντομ της γύρισε την πλάτη κι εκείνη συγχύστηκε. Κάτι του ψιθύριζε στ’ αυτί η Φελίσιτι και της Άννας της φάνηκε ότι έσερνε τα χείλη της στο μάγουλό του. Όλη η ευχαρίστησή της εξατμίστηκε. Παρ’ όλο που έκανε τη γενναία, δεν ήταν γυναίκα του κόσμου, ούτε ήξερε να φλερτάρει. Ούτε και είχε όλα εκείνα τα προσόντα που τόσο αρέσουν στους άντρες. Άσε που ήταν ντυμένη στα κατάμαυρα, από σεβασμό στη μνήμη του πεθερού της. Χαζομάρα της που πίστεψε ότι έκανε τον Ντομ να ζηλέψει, τη στιγμή που είχε κρεμασμένη επάνω του μια γυναίκα σαν τη Φελίσιτι. Και μια Γαλλίδα να τον περιμένει στο Λονδίνο. Και δυο παιδιά από την προηγούμενη ερωμένη του. Ο Ράδερφορντ ήρθε δίπλα της, την αγκάλιασε από τη μέση και την απομάκρυνε από τον Πάτρικ. «Καλή μου, τα συναισθήματά σου διαβάζονται σαν ανοιχτό βιβλίο», της είπε. «Τόσο πολύ;» Της φάνηκε ότι η φωνή της ακούστηκε πνιγμένη, σαν να ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Είμαι χαζή, κι κάτι ακόμα χειρότερο», είπε θυμωμένα. «Δεν νομίζω. Η Φελίσιτι είναι η χαζή», αποκρίθηκε ο Ράδερφορντ. «Αυτή είναι πανέμορφη. Εγώ άσχημη. Ούτε που με σκέφτεται ο Ντομ». «Αντιθέτως, εγώ πιστεύω ότι ζηλεύει τρομερά τη φιλία σου με τον Πάτρικ». Ελπίδες ξαναγεννήθηκαν στην Άννα. Μα δεν ήθελε να ελπίζει τίποτα αναφορικά με τον σύζυγό της. «Έτσι πίστευα κι εγώ», παραδέχτηκε. «Μέχρι που


157

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

συνειδητοποίησα ότι ήταν χαζομάρα». «Δεν είναι καθόλου χαζομάρα», της είπε ο δούκας και τη χτύπησε μαλακά στον ώμο. «Αγαπητή μου, είσαι μια αξιαγάπητη γυναίκα, πιο όμορφη από τις περισσότερες και πολύ πιο αξιαγάπητη από την ανούσια ξαδέρφη σου. Μα το Θεό, είσαι ολόιδια η μητέρα σου, που στον καιρό της ήταν καλλονή». «Στ’ αλήθεια πιστεύετε ότι της μοιάζω;» Η Άννα δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Ναι. Κι η Φελίσιτι μοιάζει στην Έντνα, τόσο στην προσωπικότητα όσο και στην όψη. Άννα, ο Ντομ δεν είναι χαζός». Η Άννα δεν ήξερε τι να πιστέψει. Γύρισε να κοιτάξει τον Ντομ - και βρήκε το διαπεραστικό του βλέμμα καρφωμένο επάνω της. Οι ματιές τους συναντήθηκαν, και της κόπηκε η ανάσα. «Θα ήθελες μια συμβουλή;» τη ρώτησε κεφάτα ο Ράδερφορντ. Η Άννα κατένευσε. «Εγώ στη θέση σου θα συνέχιζα να φέρομαι όπως πριν και θα ξεχνούσα τη Φελίσιτι. Δεν συγκρίνεται με τίποτα μαζί σου». Η Άννα χαμογέλασε. «Είστε πολύ καλός». «Όχι, γέρος είμαι. Κι οι γέροι έχουν την τάση να είναι ειλικρινείς, καθώς δεν τους απομένει πολύς καιρός για ψέματα». Η Άννα στενοχωρήθηκε. «Σας παρακαλώ, εξοχότατε, μη μιλάτε έτσι». «Γιατί; Άννα, δεν φοβάμαι το θάνατο. Έζησα καλά». Η Άννα δεν ήξερε τι να πει. Το βλέμμα του δούκα είχε γίνει απόμακρο κι η κοπέλα σκέφτηκε ότι θα συλλογιζόταν τη γυναίκα του, τη δούκισσα Σάρα. Όλος ο κόσμος ήξερε ότι ο δούκας δεν ξαναπαντρεύτηκε επειδή δεν μπόρεσε ποτέ του να ξεπεράσει την απώλειά της. «Μακάρι να είχα γνωρίσει τη δούκισσα», είπε απαλά. «Πώς ήταν;» Το βλέμμα του δούκα καθάρισε. Έδειχνε ταραγμένος. «Η Σάρα; Ήταν καλή σύζυγος και καλή μητέρα. Ήταν ήσυχος και ζεστός άνθρωπος, σαν ανοιξιάτικη μέρα. Την πρώτη φορά που είδα τη μητέρα σου, λίγους μήνες πριν από το χορό που έδωσα για χάρη


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

158

της, τα έχασα». Έβηξε, μα συνέχισε να μιλάει: «Έμοιαζαν τόσο πολύ οι δυο αδερφές, κι ωστόσο διέφεραν όσο η μέρα με τη νύχτα. Κατάλαβα σύντομα το γιατί. Όλα πάνω στη Σάρα φανέρωναν τον ήπιο και πράο χαρακτήρα της. Η Τζάνις όμως ήταν σαν ένα λαμπερό αστέρι, σαν δυνατό φως. Θερμή, μεγαλόκαρδη, ειλικρινής μέχρις ανοησίας, πάντα χαρούμενη και γελαστή. Γοήτευε τους πάντες. Άντρες και γυναίκες, γέρους και νέους και, φυσικά, τα παιδιά. Ήθελε πάρα πολύ να κάνει παιδιά». Η Άννα τον κοίταζε άλαλη. Τόσα χρόνια που ήξερε τον δούκα, δεν της είχε μιλήσει ποτέ έτσι. Εκείνος χαμογέλασε και συνέχισε: «Παρ’ όλο που είχαν δώδεκα χρόνια διαφορά, ήταν πολύ συνδεδεμένες. Η Τζάνις λάτρευε τη Σάρα κι εκείνη την υπεραγαπούσε. Έτρεφε μεγάλες ελπίδες για τη μητέρα σου. Η Τζάνις μπορούσε να ’χε παντρευτεί κάποιον μεγάλο ευγενή. Οποιονδήποτε διάλεγε. Εκείνη τη χρονιά, ήταν η βασίλισσα των νεαρών δεσποινίδων. Της έγιναν δεκάδες προτάσεις γάμου - και τις απέρριψε όλες». Το χαμόγελο του δούκα ξεθώριασε κι η Άννα, που τον κοίταζε μ’ ορθάνοιχτα μάτια, ψιθύρισε: «Δεν τα ήξερα όλα αυτά». Ο δούκας έσφιξε τα δόντια του. «Της ράγισε την καρδιά της Σάρας όταν το έσκασε», είπε. «Η Τζάνις ήταν μόλις δεκαοκτώ χρονών. Το μόνο που μας άφησε φεύγοντας ήταν ένα σύντομο σημείωμα. Κι όπως ξέρεις, η Σάρα πέθανε τον επόμενο χρόνο». «Κι η μητέρα μου παντρεύτηκε τον πατέρα μου». «Ναι», είπε βλοσυρά ο δούκας. «Συγγνώμη, ξέρω πως σου λείπει ο πατέρας σου, πως τον αγαπούσες πολύ. Της Τζάνις όμως της άξιζε μια καλύτερη ζωή από τον πλάνητα βίο που έκανε μαζί του». «Ο πατέρας μου την αγαπούσε», ψιθύρισε η Άννα. Ο δούκας αναστέναξε βαθιά. «Όλοι την αγαπούσαν», είπε. Η Άννα τον κοίταξε κατάπληκτη. Μήπως την αγαπούσε κι ο δούκας - και όχι μόνο σαν κουνιάδα του;


159

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Το δείπνο είχε τελειώσει κι η Άννα δεν λυπόταν καθόλου γι’ αυτό. Η Φελίσιτι είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς ρίχνοντας ατέλειωτες, γεμάτες υπονοούμενα ματιές στον Ντομ κι αγνοώντας εντελώς τον Τεντ Μπλέικ που προσπαθούσε συνέχεια ν’ ανοίξει συζήτηση μαζί της. Η Κλαρίς έφυγε νωρίς. Η Άννα βγήκε στο χολ, καληνύχτισε τον Πάτρικ και τη Φελίσιτι που έφευγαν, κι ύστερα τον δούκα, τον Ντομ και τον Μπλέικ. Άρχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα για να πάει στο δωμάτιό της, όταν ένα τρίξιμο πίσω της την έκανε να γυρίσει. Αντίκρισε τον Ντομ κι ανατρίχιασε ολόκληρη. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε. «Έρχομαι επάνω». «Μα δεν ήπιατε ακόμα το κονιάκ σας». Ο Ντομ ήρθε και στάθηκε ένα σκαλοπάτι πιο κάτω. «Δεν θέλω να περάσω την ώρα μου πίνοντας κονιάκ με τον παππού μου και τον Μπλέικ». Η Άννα κοίταξε έντρομη τα μάτια του που είχαν το χρώμα του κεχριμπαριού. «Μαζί σου όμως θα πιώ ευχαρίστως ένα κονιάκ, αν το θέλεις», της είπε εκείνος κοιτάζοντας την κατάματα. Η Άννα ζωντάνεψε μονομιάς. «Όχι, ευχαριστώ», αποκρίθηκε και ξεκίνησε με φόρα προς τα πάνω, πατώντας στη βιασύνη της την άκρη της φούστας της. Ο Ντομ την έπιασε από τον αγκώνα για να τη στηρίξει. «Άννα, δεν χρειάζεται να με φοβάσαι», της είπε με γλυκιά φωνή. «Δεν σε φοβάμαι», γάβγισε η Άννα. «Άφησέ με!» Ο Ντομ χαμογέλασε δείχνοντας να το διασκεδάζει κι η Άννα δεν τον κατηγόρησε γι’ αυτό. Είχε τσιρίξει σαν να της είχε ριχτεί κάποιος ληστής. «Παρακαλώ», είπε ο Ντομ κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι εκείνος ερχόταν πίσω της, η Άννα ανέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια. Το μυαλό της δούλευε γρήγορα. Δεν μπορεί να ήθελε να την αποπλανήσει και πάλι απόψε; Κι όμως, μπορούσε! Ο Ντομ Σεντ Τζορτζ δεν είχε κανένα φραγμό - ειδικά σ’


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

160

ό,τι αφορούσε εκείνη. Πέρασε τρέχοντος σχεδόν το διάδρομο, με τον Ντομ στο κατόπι της. Έξω από την πόρτα της, γύρισε απότομα και κόλλησε τη ράχη της στο καλογυαλισμένο ξύλο σαν να ήθελε να του φράξει το δρόμο. Εκείνος σταμάτησε μπροστά της χαμογελώντας. «Καληνύχτα», είπε η Άννα. «Θέλω να τελειώσουμε τη συζήτησή μας», αποκρίθηκε εκείνος υψώνοντας ένα φρύδι. «Ποια συζήτηση;» Η Άννα ένιωθε μούσκεμα στον ιδρώτα. «Εκείνη που κάναμε το απόγευμα; Που την είχαμε αρχίσει τη μέρα που έφυγα;» Η Άννα αποφάσισε πως δεν θα ’βγάζε τίποτα αν συνέχιζε να κάνει την ανήξερη. «Αυτό που προτείνεις είναι αδιανόητο». «Αλήθεια;» Ο Ντομ έβαλε τα γέλια. «Άννα, δεν είσαι πια παρθένα και είμαστε παντρεμένοι. Δεν είναι καθόλου αδιανόητο για έναν άντρα να ζητάει από τη γυναίκα του να φύγουν μαζί για μια εβδομάδα». Η Άννα είχε γίνει κατακόκκινη. «Έβαλες όμως κι άλλους όρους». Εκείνος έδειχνε να το διασκεδάζει. Έκανε ένα μορφασμό και τα μάτια του γυάλισαν πονηρά. «Ναι», είπε. «Οι όροι αυτοί δεν ταιριάζουν σε έναν κύριου. «Μα δεν είμαι κύριος κι ούτε θέλω να γίνω». «Εγώ όμως είμαι κυρία». «Σωστό. Γιατί λοιπόν συμπεραίνεις ότι θα σε εκμεταλλευτώ;» Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μη σκέφτεται τι θα μπορούσε να συμβεί αν έφευγε μαζί του για μια εβδομάδα. Κι όπως είχε βαθιά μεσάνυχτα για όσα κάνει ένα αντρόγυνο όταν κλείνει πίσω του την πόρτα του, δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα της ζητούσε εκείνος. Καλύτερα να σταματούσε εκεί. «Δεν σε εμπιστεύομαι, Ντομ».


161

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Δεν θα σε υποχρεώσω ποτέ να κάνεις κάτι που δεν θα θέλεις κι εσύ». Η Άννα ένιωσε τα μάγουλά της ν’ ανάβουν ξανά. Πόσο αυθάδης και γεμάτος αυτοπεποίθηση ήταν! Και, προφανώς, είχε το λόγο του. «Δεν με καθησυχάζουν τα λόγια σου», του είπε. «Είσαι αληθινός μάγος με τις γυναίκες. Αυτό το ξέρουμε καλά κι οι δυο μας». «Αγάπη μου, αυτό θα το θεωρήσω κομπλιμέντο». Έξω φρενών, η Άννα στράφηκε κι άρπαξε το πόμολο της πόρτας της. Αμέσως όμως, το χέρι του Ντομ σκέπασε το δικό της. «Λοιπόν, Άννα; Θέλω μια απάντηση», της ψιθύρισε στ’ αυτί. Η Άννα αναστέναξε βαθιά καθώς την πλημμύριζαν αμέτρητα φλογερά συναισθήματα. Ήταν σίγουρη πως εκείνος ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Γι’ αυτό θα αρνιόταν την άπρεπη πρότασή του. Τα λόγια ωστόσο δεν έφταναν στο στόμα της. Την είχε αποδιοργανώσει εντελώς η θέρμη του κορμιού του που ακουμπούσε στο δικό της. «Άννα;» Γύρισε. Λάθος της. Το πρόσωπό του απείχε ελάχιστα από το δικό της. «Θέλω να φύγεις», του είπε. «Θέλω να φύγεις από το Γουέιβερλι Χολ. Πόσο πιο καθαρά πρέπει να σ’ το πω;» Θυμός σκοτείνιασε το βλέμμα του. Τύλιξε το χέρι του γύρω της και την τράβηξε επάνω του. «Όμως εγώ δεν θέλω να φύγω», είπε απότομα. «Πόσο πιο καθαρά πρέπει να το πω;» Η Άννα δεν μπορούσε να του απαντήσει. Την έσφιγγε πάνω του σαν να ήθελε να τη λιώσει. Τα μάτια του έβγαζαν φωτιές. Κατάλαβε την πρόθεσή του και προσπάθησε να στρέψει αλλού το πρόσωπό της, μα πριν προλάβει να κινηθεί, εκείνος είχε κολλήσει τα χείλη του στα δικά της. Η Άννα προσπάθησε να φωνάξει, μα ο Ντομ την αγνόησε. Το σφίξιμό του έγινε ακόμα πιο δυνατό και της άνοιξε με τη γλώσσα του τα χείλη της. Το δυνατό κορμί του πίεζε το δικό της πάνω στην πόρτα. Και να ήθελε να κουνηθεί, δεν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

162

μπορούσε. Μα δεν ήταν σίγουρη πως ήθελε να κουνηθεί. Το φιλί του την είχε συνεπάρει. Αδηφάγος κι άπληστος, ευγενικός και τρυφερός, όλα μαζί, τη ρουφούσε και την πιπιλούσε, μέχρι που οι γλώσσες τους έγιναν ένα. Η Άννα ένιωθε να λιώνει, κρεμάστηκε επάνω του για να μην πέσει κάτω. Ανακάλυψε ότι τον φιλούσε κι αυτή. Λαχανιασμένος, ο Ντομ ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό της. «Σ’ έχει φιλήσει ποτέ έτσι ο Πάτρικ;» είπε. Παραζαλισμένη, ξέπνοη, η Άννα ένιωθε το κορμί της να έχει πάρει φωτιά. Δάκρυα πλημμύριζαν τα μάτια της. «Ο Πάτρικ;» «Μάλιστα», αποκρίθηκε σκληρά ο Ντομ. «Ο Πάτρικ. Που φλερτάριζες μαζί του όλο το βράδυ, για να με κάνεις να ζηλέψω». Η Άννα είχε ακολουθήσει τη συμβουλή του Ράδερφορντ κι είχε πραγματικά φλερτάρει με τον ξάδερφό της. Δεν πίστευε όμως ότι το είχε προσέξει ο Ντομ. «Ε λοιπόν, Άννα, τα κατάφερες», γρύλισε ο Ντομ. «Ζηλεύω, νιώθω δυστυχισμένος και πολύ ερεθισμένος. Σ’ το λέω μήπως και δεν το πρόσεξες δηλαδή». Η Άννα δεν τολμούσε να πάρει τα μάτια της από το πρόσωπό του. «Άννα;» «Τι;» «Μην παίξεις άλλη φορά μαζί μου. Εκτός κι αν είσαι έτοιμη να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες». «Α!» Ο Ντομ την άφησε, ενώ στο πρόσωπό του διαγράφονταν ένα σωρό αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα: οργή, αποφασιστικότητα, δίψα. Με μια βίαιη κίνηση άνοιξε την πόρτα της κι έκανε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει. Εκείνη δεν κινήθηκε κι ο Ντομ στράφηκε κι έφυγε με μεγάλα βήματα. Η Άννα ένιωθε τα γόνατά της να τρέμουν. Από το στήθος της βγήκε ένας τρεμάμενος αναστεναγμός. Ωχ, Θεέ μου... Ήταν έτοιμη να του δοθεί έτσι και επέμενε λίγο ακόμα. Το κορμί της πρόδιδε εντελώς το μυαλό της.


163

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Γλίστρησε μέσα στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα κι ακούμπησε πάνω της. Ο σφυγμός της βροντοχτυπούσε στ’ αυτιά της. Κοίταξε γύρω της. Η λάμπα πετρελαίου που είχε ανάψει η καμαριέρα της άφηνε το μεγαλύτερο μέρος του δωματίου στις σκιές. Δεν ακουγόταν τίποτα. Το μόνο που κουνιόταν, ήταν οι λευκές κουρτίνες στο ανοιχτό παράθυρο. Γύρισε και κλείδωσε την πόρτα. Αχ, Θεέ μου, πώς θα συνέχιζε έτσι, με τον Ντομ να την κυνηγάει κάθε βράδυ; Αργά ή γρήγορα θα υπέκυπτε, ήταν αναπόφευκτο. Δεν τα έβγαζε πέρα με τα παιχνίδια του. Προχώρησε προς το κρεβάτι της, ενώ η σκέψη της ξεκαθάριζε. Δεν θα τον έπειθε να φύγει. Αν ήθελε στ’ αλήθεια να τον διώξει, θα έπρεπε να δεχτεί την εξωφρενική πρότασή του. Και τότε, θα έπρεπε να τον ανεχτεί για μια ολόκληρη εβδομάδα. Μια εβδομάδα... κι ύστερα θα είχε την ελευθερία της. Απ’ τη μια, η ιδέα την τρομοκρατούσε. Κι απ’ την άλλη, τη συνάρπαζε. Στο βάθος του μυαλού της εμφανιζόταν μόνιμα μια εικόνα: Εκείνη κι ο Ντομ γυμνοί, κάθιδροι, ενωμένοι. Πλησίασε το κρεβάτι της σφίγγοντας και ξεσφίγγοντας τα χέρια. Το νυχτικό της ήταν απλωμένο στα πόδια του κρεβατιού, την περίμενε. Θα ξάπλωνε λίγο να ηρεμήσει, κι ύστερα θα φώναζε την καμαριέρα της να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Κάθισε για να βγάλει τα παπούτσια της, και το βλέμμα της έπεσε στο μαξιλάρι της. Πάγωσε. Πάνω στο κατάλευκο προσκέφαλο ήταν ακουμπισμένο ένα καρβουνιασμένο τριαντάφυλλο.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

164

12

Η Φελίσιτι κοίταζε τον Ντομ που ανέβαινε τη σκάλα. Ο Μπλέικ είχε εξοργιστεί. Την άρπαξε απ’ το μπράτσο και της είπε χαμηλόφωνα: «Θέλεις να πάμε μια βόλτα έξω;» «Δεν νομίζω. Ο Πάτρικ θα με γυρίσει σπίτι», του απάντησε εκείνη ενοχλημένη. Ο Μπλέικ έσφιξε τα δόντια του. «Μου φαίνεται πως ο αδερφός σου θέλει να πιει ένα κονιάκ με τον δούκα». Η Φελίσιτι ακολούθησε το βλέμμα του. Ο Ράδερφορντ κι ο Πάτρικ συζητούσαν λίγο πιο κει. «Δεν με νοιάζει», του απάντησε απότομα. «Είμαι κουρασμένη». «Αλήθεια;» είπε κοροϊδευτικά ο Μπλέικ. «Πριν από ένα λεπτό δεν μου φαινόσουν κουρασμένη. Πριν δηλαδή πάει επάνω ο Ντομ». Χαμογέλασε και πρόσθεσε: «Με τη γυναίκα του». Η Φελίσιτι εξαγριώθηκε. Τα γαλανά της μάτια πέταξαν σπίθες. «Έχεις δίκιο», είπε. «Πριν από ένα λεπτό δεν ήμουν κουρασμένη. Τώρα όμως είμαι, και πολύ!» Ο Μπλέικ γέλασε μέσα από τα δόντια του κι ύστερα είπε δυνατά αγνοώντας τις αντιρρήσεις της Φελίσιτι: «Πάτρικ, πάω μια βόλτα έξω με την αδερφή σου». «Εντάξει», απάντησε ο Πάτρικ. «Θα είμαι στη βιβλιοθήκη με τον εξοχότατο». Η Φελίσιτι άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί ξανά, αλλά ο Πάτρικ κι ο δούκας είχαν ήδη απομακρυνθεί στο βάθος του διαδρόμου. Με το σχεδόν γυμνό της στήθος ν’ ανεβοκατεβαίνει από οργή, στράφηκε απότομα στον Μπλέικ.


165

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Είσαι ανυπόφορος», του είπε. Εκείνος κοίταξε το στόμα της που ήταν βαμμένο σε σχήμα τόξου. «Μόνο όταν πρέπει», είπε. Το βλέμμα του κατέβηκε πιο κάτω. «Κι εσύ, αγαπητή μου, είσαι αληθινά όμορφη». Η Φελίσιτι τέντωσε το σαγόνι της. «Δεν με ενδιαφέρετε, λόρδε Μπλέικ». Τα μάτια του Μπλέικ σκοτείνιασαν και την έπιασε γερά από τον αγκώνα. «Για να δούμε μήπως και σε κάνουμε να ενδιαφερθείς», είπε. Η Φελίσιτι προσπάθησε να απαλλαγεί από το σφίξιμό του, αλλά σύντομα παραιτήθηκε καθώς εκείνος την οδηγούσε στην εξώπορτα. «Άφησέ με!» φώναξε σαν βρέθηκαν έξω. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνος και την κατέβασε σχεδόν σέρνοντας στον κήπο, όπου τους τύλιξε η ομίχλη. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από το σπίτι, τόσο που να μην μπορεί πια να τους δει κανείς, ο Μπλέικ σταμάτησε, την άφησε και χαμογέλασε. «Δεν σου έχει πει κανείς ότι είναι εξαιρετικά ανάγωγο να σου τρέχουν τα σάλια για τον παντρεμένο οικοδεσπότη σου;» είπε. Η Φελίσιτι ρούφηξε νευρικά τον αέρα. «Εσύ είσαι εξαιρετικά ανάγωγος», αποκρίθηκε. «Αντιθέτως, από την πρώτη στιγμή που σε είδα, το απόγευμα, ήμουν εξαιρετικά ευγενής». Η Φελίσιτι ρουθούνισε κοροϊδευτικά, του γύρισε την πλάτη κι άρχισε να βαδίζει προς το σπίτι. Όμως, δεν κατάφερε να προχωρήσει πολύ. Το χέρι του Μπλέικ τινάχτηκε και την αγκάλιασε. Το κρινολίνο της στράβωσε πάνω στις γάμπες του και το στήθος της ζουλήχτηκε στο δικό του. «Αφού όμως η ευγένεια δεν μπορεί να τραβήξει το ενδιαφέρον σου, θα καταφύγω σε πιο βάρβαρα μέσα», είπε και έπνιξε τις διαμαρτυρίες της με τα χείλη του. Η Φελίσιτι άρχισε να παλεύει. Ο Μπλέικ όμως την κρατούσε με τα ατσαλένια του χέρια και το στόμα του πίεζε απαιτητικά το δικό της. Σύντομα εκείνη σταμάτησε να παλεύει. Εκείνος έγινε πιο μαλακός


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

166

κι η γλώσσα του σύρθηκε ανάμεσα στα χείλη της. Τα χέρια της Φελίσιτι τυλίχτηκαν γύρω από τους φαρδύς ώμους του κι όταν μισάνοιξε τα χείλη της, η γλώσσα του Μπλέικ όρμησε πεινασμένη μέσα στο στόμα της. Η Φελίσιτι άφησε ένα βαθύ βογκητό. Ο Μπλέικ έχωσε το ένα χέρι στο ντεκολτέ της, έπιασε το στήθος της και τα δάχτυλά του άρχισαν να χαϊδεύουν τη θηλή της. Ύστερα έσκυψε, πήρε τη θηλή στο στόμα του κι άρχισε να την πιπιλάει. Η Φελίσιτι ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν κι άφησε μια δυνατή φωνή. Ο Μπλέικ σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε. «Μήπως τώρα σου ξύπνησα το ενδιαφέρον;» Η Φελίσιτι πετάρισε τα μάτια και του άστραψε ένα χαστούκι. Ο Ντομ δεν είχε καμιά όρεξη να πάει για ύπνο. Μ ’ ένα κερί στο χέρι, κατέβηκε στο ισόγειο. Ο παππούς του κι ο Μπλέικ είχαν αποσυρθεί στα δωμάτιά τους. Το σπίτι ήταν μισοσκότεινο κι απόλυτα σιωπηλό. Ο Ντομ μπήκε στη βιβλιοθήκη κι άναψε μια λάμπα. Ύστερα έβαλε ένα δυνατό ποτό. Κάθισε στον καναπέ κοιτάζοντας τη μικρή φωτιά που έκαιγε ακόμα για να διώχνει την υγρασία της νύχτας. Προσπάθησε να διώξει τη γυναίκα του από τη σκέψη του, για να μπορέσει επιτέλους να ηρεμήσει από τον ερεθισμό του. Η φωτιά έπαιζε με τις σκιές, όταν άκουσε μια φωνή. «Ντόμινικ...» Ο Ντομ τινάχτηκε, παραλίγο να χύσει το ουίσκι του. Σηκώθηκε όρθιος. «Με τρόμαξες, μητέρα. Δεν σε άκουσα να μπαίνεις». Η Κλαρίς του χαμογέλασε φευγαλέα. Στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας ντυμένη με μια μακριά λευκή μεταξωτή ρόμπα και κρατούσε ψηλά ένα κερί. Στα πόδια της τρίβονταν δυο άσπρες γάτες. «Ναι, βρισκόσουν αλλού», του είπε και άπλωσε το χέρι της. Κρατούσε ένα κόκκινο δερματόδετο βιβλίο. «Ελπίζω να μη σε πειράζει που δανείστηκα το ημερολόγιο και το διάβασα».


167

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ο Ντομ κοίταξε το χοντρό τόμο. «Το έψαχνα. Νόμιζα πως το έχασα», είπε. Είχε αφήσει το ημερολόγιο στο κομοδίνο του κι αυτό είχε εξαφανιστεί. Ήξερε πολύ καλά πως κάποιος το είχε πάρει, μα δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος. «Δεν φαντάστηκα πως το είχες πάρει εσύ». «Υποθέτω πως έπρεπε να σ’ το πω». Ο Ντομ πήρε από το χέρι της το ημερολόγιο. «Δεν πειράζει. Έχεις κάθε δικαίωμα να το διαβάσεις». «Όπως κι εσύ», αποκρίθηκε η Κλαρίς, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Αξίζει τον κόπο;» «Όχι ιδιαίτερα. Καληνύχτα, Ντόμινικ». Γύρισε, κι έφυγε. Ο Ντομ κατέβασε μονορούφι το ουίσκι του. Η γνώριμη καυτή του γεύση δεν τον ηρέμησε. Κοίταξε το ημερολόγιο. Ανάθεμα. Τώρα δεν θα τον έπαιρνε με τίποτα ο ύπνος. Πρώτα η Άννα, ύστερα το ημερολόγιο. Θα τον έβρισκε το πρωί. Ε λοιπόν, διάβασε το, είπε μια φωνούλα μέσα του. Δεν μπορεί να φοβάσαι τα λόγια ενός νεκρού. Έκανε μια γκριμάτσα κι άνοιξε στην τύχη το ημερολόγιο. Κάπου στη μέση. Το βλέμμα του έπεσε στη φράση «ο γιος μου». Δεν υπήρχε ημερομηνία. Άρχισε να διαβάζει. «Ο γιος μου γύρισε σπίτι κι όπως πάντα δεν μπήκε στον κόπο να μας ενημερώσει για τα σχέδιά του. Η Κλαρίς κι εγώ φερόμαστε τώρα άψογα. Για άλλη μια φορά καταριέμαι τον Ράδερφορντ. Πόσο θα ήθελα να πάψουν όλες αυτές οι προσποιήσεις». Ο Ντομ έκλεισε απότομα το ημερολόγιο. Τα μάτια του είχαν γίνει ολοστρόγγυλα από την κατάπληξη και το σοκ. Δεν ήξερε τι περίμενε να βρει σ’ αυτές τις σελίδες, οπωσδήποτε όμως όχι αυτό. Τον μισούσε ο πατέρας του; Μισούσε και τον Ράδερφορντ; Γιατί ο Φίλιπ κι η Κλαρίς φέρονταν άψογα όταν ο Ντομ βρισκόταν στο


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

168

σπίτι; Σε ποιες προσποιήσεις αναφερόταν ο Φίλιπ; Ο Ντομ συνειδητοποίησε πως έπρεπε να βρει αμέσως την ψυχραιμία του. Σηκώθηκε απότομα, πήγε στο μπαρ κι έβαλε άλλο ένα ουίσκι. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και κάπως ηρέμησε. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι που στεκόταν στη γωνία. Κόντευαν μεσάνυχτα. Γύρισε αποφασιστικά στον καναπέ, πήρε τον τόμο και τον άνοιξε στην πρώτη του σελίδα. Εδώ υπήρχε ημερομηνία. Σφίχτηκε το στομάχι του βλέποντάς την. Ήταν η ημέρα της γέννησής του. 11 Φεβρουάριου 1828 Φοβάμαι. Η Κλαρίς προσπαθεί να γεννήσει το παιδί μας μια ολόκληρη μέρα. Δεν ξέρω τι να κάνω. Νιώθω τόσο αδύναμος. Ας είναι καλά ο πατέρας. Όπως πάντα, είναι δυνατός σαν βράχος, μπορώ να στηριχτώ επάνω του. Βλέπω όμως ότι ανησυχεί κι αυτός. Πόσο είχε αλλάξει ο τόνος του Φίλιπ μέσα σε σχεδόν τριάντα χρόνια... Εδώ έδινε την εντύπωση ενός ανήσυχου συζύγου, έδειχνε να ενδιαφέρεται για τον πατέρα του. Ο Ντομ συνέχισε το διάβασμα. Απέκτησα γιο. Είμαι κατενθουσιασμένος. Κλαίω από χαρά και ανακούφιση. Ο Ντομ σηκώθηκε από τον καναπέ. Δεν μπορούσε να συνεχίσει το διάβασμα. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ πέρα. Ο Φίλιπ νοιαζόταν για την Κλαρίς τον πρώτο χρόνο του γάμου τους. Κι αγαπούσε τον γιο του. Τι είχε συμβεί μέσα στα είκοσι οκτώ χρόνια που πέρασαν, τι τον έκανε να μισήσει τόσο πολύ τη γυναίκα του ώστε να μην της αφήσει τίποτα και να τη γελοιοποιήσει με τη διαθήκη του; Τι είχε συμβεί στο διάβα της ζωής του που τον μετέτρεψε από γεμάτο αγάπη πατέρα σε σχεδόν ξένο; Μια φωνή μέσα του τού έλεγε να μην το ψάξει. Η αλήθεια δεν μπορούσε ν’ αλλάξει το παρελθόν και να διορθώσει τα λάθη του. Έπρεπε όμως να μάθει. Κάθισε λοιπόν ξανά κι άρχισε να διαβάζει. 15 Δεκεμβρίου 1830


169

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Βρήκα τις αποδείξεις που γύρευα. Ναι, έψαχνα στα κλεφτά, κατασκόπευα. Τα γράμματα ήταν κρυμμένα σ’ ένα μυστικό χώρισμα στο κλειδωμένο συρτάρι του γραφείου. Εκεί βρίσκεται η απόδειξη της προδοσίας της Κλαρίς. Ο Θεός να τη στείλει στην Κόλαση. Ανάθεμά τους και. τους δύο. Πόσο βλάκας ήμουν. Πόσο βλάκας είμαι. Ξέρω βέβαια ότι υποπτευόμουν αόριστα την αλήθεια από τη στιγμή που γεννήθηκε ο Ντομ. Ίσως κι από πιο πριν. Αχ, Θεέ μου, δεν θα τη συγχωρήσω ποτέ. Κανέναν τους δεν θα συγχωρήσω. Νιώθω άρρωστος, πολύ άρρωστος, κι όταν κοιτάζω τα τουφέκια που κρέμονται στον τοίχο, μπαίνω στον πειρασμό να κατεβάσω ένα και να βάλω τέλος στην κατεστραμμένη ζωή μου. Αδικήθηκα. Προσπάθησα να ζήσω με τους κανόνες τούτου του κόσμου, κι αυτοί με κοροϊδέψαν. Με αδίκησαν. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη σε τούτο τον κόσμο. Όμως, δεν έχω τη δύναμη να βάλω τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Όπως δεν έχω το κουράγιο να σκοτώσω εκείνη ή εκείνον. Αντί γι’ αυτό, θα πάω στην Ινδία. Και μπορεί να μη γυρίσω ποτέ. Ο Ντομ σηκώθηκε και βγήκε στο χολ. Είχε διαβάσει το μεγαλύτερο μέρος του ημερολογίου. Ο ουρανός έξω άρχιζε να γκριζάρει. Στα ανατολικά φαίνονταν κιόλας μερικές πορτοκαλιές πινελιές. Ο πατέρας του δεν είχε αυτοκτονήσει, ούτε είχε σκοτώσει την Κλαρίς και τον εραστή της. Αφού πέρασε ένα χρόνο στην Ινδία γύρισε, για να ξαναφύγει αμέσως σχεδόν για τα Βαλκάνια. Μετά το χειμώνα του 1830, δεν έμεινε σχεδόν καθόλου στο Γουέιβερλι Χολ. Στον έναν τοίχο του χολ υπήρχε ένας χαμηλός μπουφές κι από πάνω του κρεμόταν ένας μεγάλος βενετσιάνικος καθρέφτης. Ο Ντομ στάθηκε μπροστά του και κοίταξε το είδωλό του. Όταν ήταν παιδί και προσπαθούσε μάταια να αποσπάσει την προσοχή του πατέρα του που τόσο την είχε ανάγκη, υπήρχαν στιγμές που ευχόταν να μην είχε για πατέρα τον Φίλιπ. Και μερικές φορές έφτιαχνε με το μυαλό του ιστορίες στις οποίες ο πατέρας του ήταν κάποιος άλλος θαυμάσιος, ηρωικός και τρυφερός άντρας που τον αγαπούσε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

170

Καθώς μεγάλωνε βέβαια, οι φαντασιώσεις αυτές σταμάτησαν. Και τώρα υπήρχαν λόγοι που τον έκαναν να πιστεύει ότι μπορεί ο Φίλιπ να μην ήταν πατέρας του. Βέβαια, ο Φίλιπ δεν το έγραφε καθαρά ούτε έλεγε ποιος ήταν ο εραστής της Κλαρίς. Δεν έγραφε αν η σχέση αυτή δημιουργήθηκε πριν ή μετά το γάμο ή αν είχε συνεχιστεί και μετά. Αφότου όμως ανακάλυψε την προδοσία της Κλαρίς, ο Φίλιπ εχθρευόταν και μισούσε τους πάντες γύρω του. Κυρίως τη γυναίκα και τον γιο του. Μα μπορεί κάποιος να μισεί τον γιο του για τα εγκλήματα της μητέρας του; Να φορτώνει στο παιδί του τα κρίματα της γυναίκας του; Ή μήπως το παιδί αυτό ήταν προϊόν εκείνων των κριμάτων; Ήταν στ’ αλήθεια πατέρας του ο Φίλιπ; Τούτες οι σκέψεις τον αρρώσταιναν. Αν ο Φίλιπ δεν ήταν πατέρας του, αυτό εξηγούσε γιατί δεν του φέρθηκε ποτέ πατρικά. Αποκλείεται να μισούσε το ίδιο του το αίμα για τα αμαρτήματα της γυναίκας του. Κάτι τέτοιο όμως ήταν απίθανο. Εξωφρενικό. Ο Ράδερφορντ ήξερε τα πάντα. Πώς και δεν το είχε καταλάβει; Ο Ντομ είχε ανατραφεί σαν ένας Σεντ Τζορτζ. Ο παππούς του δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κληρονόμος του Φίλιπ -και κάποια μέρα να κληρονομήσει και το δουκάτο του- αν δεν ήταν αληθινός Σεντ Τζορτζ. Έτσι δεν είναι; Άσε που ο Ντομ είχε όλα τα χαρακτηριστικά των Σεντ Τζορτζ. Οι άντρες της οικογένειας ήταν διάσημοι για τα χρυσά τους μαλλιά και μάτια, και για την εκπληκτική ομορφιά τους. Ο Ντομ από παιδί άκουγε τους πάντες να λένε πως ήταν Σεντ Τζορτζ μέχρι το κόκαλο. Άρα, θα ήταν διαβολική σύμπτωση αν είχε όλα τα χαρακτηριστικά των Σεντ Τζορτζ, χωρίς ο Φίλιπ να είναι πατέρας του. Κατά συνέπεια, ο Φίλιπ τον μισούσε εξαιτίας της Κλαρίς κι όχι επειδή δεν ήταν αληθινός γιος του. Αυτό ήθελε να πιστέψει ο Ντομ. Αλλά κάτι δεν τον έπειθε. Ήταν Σεντ Τζορτζ ή ήταν νόθος; Η ματιά του έμενε καρφωμένη στο είδωλό του. Γενικά, δεν πίστευε στις συμπτώσεις. Ούτε και τώρα ήθελε να τις πιστέψει. Φοβόταν να


171

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

τις πιστέψει. Τον έπιασε δύσπνοια κι έκλεισε τα μάτια. Νόμιζε ότι θα σκάσει. Έπρεπε να πάει στη μητέρα του και να την ικετέψει να του δώσει μια εξήγηση. Μα τι ακριβώς θα της έλεγε; «Συγγνώμη, μητέρα, αλλά έκανες απιστίες στον πατέρα, όπως υποστηρίζει στο ημερολόγιό του; Κι αν ναι, αυτό συνέβη πριν από το γάμο σας ή μετά;» Η Κλαρίς θα είχε κάθε δίκιο να τον αρχίσει στα χαστούκια. Ωστόσο, αυτή η πιθανότητα διαφαινόταν μέσα από τα ίδια τα λόγια του πατέρα του. Αν δεν ήταν Σεντ Τζορτζ, αν ο Φίλιπ δεν ήταν ο πατέρας του, τότε ο Ράδερφορντ δεν ήταν παππούς του. Τότε το Γουέιβερλι Χολ δεν του ανήκε δικαιωματικά. Κι αυτός δεν ήταν μαρκήσιος του Γουέιβερλι, κόμης του Κάμπτον και του Χάιγκλοου, βαρόνος του Φέλντστοουν, υποκόμης Λάιονς. Δεν ήταν κληρονόμος του Φίλιπ ούτε του Ράδερφορντ. Αν δεν ήταν ο Ντόμινικ Σεντ Τζορτζ, τότε όλη του η ζωή ήταν ένα ψέμα. Μια κολοσσιαία απάτη.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

172

13

«Καλημέρα, μαμά». Η Έντνα Κόλινς τινάχτηκε. Όμορφη ακόμα στα εξήντα της, στρουμπουλή και ξανθιά, καθόταν στην τραπεζαρία του πρωινού με τον γιο της κι είχε μπροστά της ένα πιάτο φορτωμένο αυγά, μπέικον και φρυγανισμένο ψωμί. «Νωρίς σηκώθηκες, Φελίσιτι», είπε στην κόρη της. Εκείνη χαμογέλασε και τη φίλησε στο μάγουλο. Φορούσε μια σατέν ρόμπα στο χρώμα της λεβάντας και ασορτί πασουμάκια. «Ναι», συμφώνησε κεφάτα και στράφηκε χαμογελαστή στον Πάτρικ: «Καλημέρα, καλέ μου». «Άσε με να μαντέψω», της είπε εκείνος κοιτάζοντας την καλά καλά. «Θέλεις να με συνοδέψεις στο μέγαρο». Η Φελίσιτι γέλασε, έσκυψε πάνω από το τραπέζι και ψάρεψε ένα μπριός από το γεμάτο δίσκο. «Σου υπόσχομαι να μη σε καθυστερήσω. Η καμαριέρα μου ετοιμάζει κιόλας το φόρεμά μου», είπε. Ο Πάτρικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Φεύγω στις εννέα και μισή. Αν είσαι έτοιμη, δεν έχω αντίρρηση να σε πάρω μαζί μου». «Θαυμάσια», αποκρίθηκε η Φελίσιτι και ρίχτηκε σε μια καρέκλα δίπλα του. «Τι συμβαίνει, Φελίσιτι;» τη ρώτησε αυστηρά η Έντνα και το μεγαλόπρεπο στήθος της φούσκωσε. «Τι σκαρώνεις;» Η Φελίσιτι έριξε μια ρώγα σταφύλι στο στόμα της και τη μασούλησε απολαυστικά. «Μαμά, είμαι μεγάλη γυναίκα πια. Πλούσια και ανεξάρτητη. Αν ο Ντομ χρειάζεται παρηγοριά, γιατί να μην του την προσφέρω εγώ;» Η Έντνα σηκώθηκε από την καρέκλα της.


173

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Θέλεις λοιπόν να του ζεστάνεις το κρεβάτι τώρα που γύρισε σπίτι; Έτσι σε ανέθρεψα εγώ; Τσούλα σαν την ξαδέρφη σου;» Η Φελίσιτι δεν πτοήθηκε από τα λόγια της. «Έλα τώρα, μαμά. Δεν είμαι καμιά αθώα παρθένα. Ούτε εσύ, ούτε κανένας άλλος μπορεί να μου υποδείξει πώς πρέπει να φέρομαι». Και χαμογέλασε στον αδερφό της, που παρέμενε απαθής. «Ο επόμενος σύζυγός σου θα πρέπει να σου μαυρίσει τον ωραίο σου πισινό», την προειδοποίησε η Έντνα. «Αμφιβάλλω αν θα ανέχεται την αναξιοπρεπή συμπεριφορά σου». Η Φελίσιτι σηκώθηκε από τη θέση της και χασμουρήθηκε. «Δεν πρόκειται να υπάρξει επόμενος σύζυγος», είπε. «Γιατί να ξαναπαντρευτώ; Είμαι πλούσια, νέα και όμορφη. Μπορώ να κάνω ό,τι μου κάνει κέφι. Θα είμαι χαζή να ξαναπαντρευτώ για να έχω κάποιον ηλίθιο να μου δίνει διαταγές». Σηκώθηκε για να βγει από το δωμάτιο, μα μόλις έφτασε στην πόρτα, στάθηκε, γύρισε και χαμογέλασε γλυκά στη μητέρα της. «Μη θυμώνεις, μαμά. Θα είμαι διακριτική. Κι έπειτα, χρωστάω κάτι της Άννας. Θυμάσαι;» Κι έφυγε. Η Έντνα απέμεινε βουβή. Ο Πάτρικ πήρε το πιρούνι του κι άρχισε να τρώει. Η Άννα τελείωνε το πρωινό της όταν ο Ντομ μπήκε στην τραπεζαρία. Η ώρα ήταν μόλις οκτώ. «Νωρίς σηκώνεσαι», παρατήρησε ο Ντομ και ήρθε να σταθεί δίπλα της. «Καλή σου μέρα». Ο τόνος της φωνής του ήταν θερμός. «Ναι, έχω πολλές δουλειές κάθε μέρα». Σηκώθηκε από τη θέση της χωρίς να τον κοιτάξει. «Πού είναι ο Μπλέικ;» «Πού να ξέρω; Θα κοιμάται ακόμα». Άπλωσε το χέρι του και την έπιασε απ’ το μπράτσο. «Για πού έτσι βιαστική;» «Ο Τσαρλς Ντοντ υποσχέθηκε να βρίσκεται εδώ στις οκτώ και τέταρτο. Μια από τις φοράδες μας είναι ετοιμόγεννη». «Είσαι ντυμένη για ιππασία», παρατήρησε ο Ντομ. Η Άννα μαζεύτηκε. «Έχω ραντεβού με τον Πάτρικ στις δέκα», είπε. Το χαμόγελο του Ντομ έσβησε και τα μάτια του πέταξαν φλόγες.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

174

«Ούτε να το σκέφτεσαι!» «Συμφωνήσαμε να πάμε για ιππασία», αποκρίθηκε ήρεμα η Άννα αγνοώντας το ύφος του. «Να το ακυρώσεις». Τί Άννα τον κοίταξε εξεταστικά. «Γιατί γίνεσαι τόσο χαζός;» «Γιατί δεν θέλω η γυναίκα μου να γίνεται αντικείμενο αισχρών κουτσομπολιών», γάβγισε ο Ντομ. Υπερβολές, σκέφτηκε η Άννα. Κανείς δεν κουτσομπόλευε εκείνη και τον ξάδερφό της. «Το ενδιαφέρον σου θα έπρεπε να το δείξεις πριν από τέσσερα χρόνια, όταν όλος ο κόσμος με κουτσομπόλευε σε σχέση με σένα». «Άννα, είσαι έξυπνη. Όντως, έπρεπε να το σκεφτώ πριν από τέσσερα χρόνια», της απάντησε βραχνά ο Ντομ. «Μόνο που τότε δεν έδινα δεκάρα - και δεν ζήλευα!» Η Άννα άνοιξε το στόμα της - και το ξανάκλεισε. «Άκουσέ με προσεκτικά», συνέχισε ο Ντομ. «Αν δεν πεις εσύ του Πάτρικ ότι το ραντεβού σας αναβάλλεται, θα του το πω εγώ μόλις έρθει». «Ανάμεσα σε μένα και στον Πάτρικ υπάρχει μόνο φιλία, και κανείς δεν μας κουτσομπολεύει». «Κάνεις λάθος. Και στα δυο. Ηθελημένα ή αθέλητα». Ο Ντομ της γύρισε την πλάτη και πήγε στον μπουφέ. Της Άννας δεν της άρεσε να της γυρίζουν την πλάτη. Ούτε και να της λέει ο Ντομ τι να κάνει. Τον πλησίασε λοιπόν και τον χτύπησε στον ώμο. Εκείνος γύρισε απότομα. «Ντομ», του είπε γλυκά, «ξέρεις την παροιμία που λέει ότι τις μύγες μπορείς να τις πιάσεις με μέλι κι όχι με ξίδι;» Εκείνος την κοίταξε παγερά. «Άννα, δεν ενδιαφέρομαι να πιάσω μύγες». «Ναι, έχεις ξεκαθαρίσει τι σε ενδιαφέρει. Δεν θα περίμενα τίποτε άλλο από έναν άντρα με τη δική σου φήμη», είπε η Άννα και βγήκε από το δωμάτιο με νευρικά βήματα. Με τη μαύρη φούστα της να ανεμίζει κατέβηκε την μπροστινή


175

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

σκάλα του σπιτιού. Ήταν ένα πανέμορφο καλοκαιρινό πρωινό, αλλά η Άννα ήταν τόσο νευριασμένη που δεν το πρόσεξε. Κατάφερε όμως να διώξει τον Ντομ από τη σκέψη της και να πάει στο στάβλο όπου ο Ντοντ εξέταζε κιόλας την πρησμένη κοιλιά της καστανής φοράδας. Μισή ώρα αργότερα, κι αφού ο Ντοντ την καθησύχασε ότι η φοράδα θα γεννούσε μια χαρά, η Άννα βγήκε από το στάβλο. Έξω ο ήλιος έλαμπε. Η ομορφιά της μέρας την έκανε ν’ αναστενάξει. Άρχισε να χαλαρώνει. Θα πήγαινε μόνη της για ιππασία και θα το απολάμβανε, αρκεί να μπορούσε να κρατήσει μακριά από τη σκέψη της τον Ντομ και την πρότασή του. Το βλέμμα της έπεσε στους κήπους που διακρίνονταν πίσω από το μέγαρο, και στη σκέψη της ήρθε το καρβουνιασμένο τριαντάφυλλο. Το στομάχι της σφίχτηκε. Τι μπορεί να σήμαινε πάλι αυτό; Δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα πως κάποιος μπήκε στο υπνοδωμάτιό της κι άφησε ένα τέτοιο αντικείμενο πάνω στο ίδιο της το μαξιλάρι. Μα δεν θα το σκεφτόταν άλλο τώρα. Είχε δώσει εντολή στον Γουίλι τον αρχι-ιπποκόμο να της ετοιμάσει το άλογό της. Και πράγματι, ήταν έτοιμο και την περίμενε. Δίπλα του όμως στεκόταν άλλο ένα σελωμένο άλογο - κι ο Ντομ κρατούσε τα χαλινάρια και των δυο. Έξω φρένων, η Άννα τράβηξε προς τα κει με μεγάλα βήματα. Με μια άγρια κίνηση άρπαξε τα χαλινάρια του αλόγου της από τα χέρια του Ντομ. «Δεν θέλω παρέα», είπε. «Μα πριν από μια ώρα ήθελες τον Πάτρικ για παρέα», της απάντησε ήρεμα εκείνος. «Δεν πηγαίνω ιππασία μαζί σου», αποκρίθηκε στυφά η Άννα. Ο Ντομ την κοίταξε κατάματα κι ύστερα άφησε μια βρισιά. «Άννα, δεν θέλω καβγάδες. Αντίθετα, θέλω να κάνουμε ανακωχή. Κοίταξε πόσο ωραία είναι η μέρα. Απ’ όσο θυμάμαι, ιππεύεις πολύ καλά. Πάμε λοιπόν μια βόλτα, να απολαύσουμε τούτο το υπέροχο πρωινό. Αν μπορέσεις ν’ αφήσεις κατά μέρος την έχθρα σου για


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

176

μένα, μπορεί και να διασκεδάσουμε». Η Άννα έσφιξε τα χείλη της. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε διασκεδάσει; Ούτε που θυμόταν. «Δεν μ’ ενδιαφέρει να διασκεδάσω», είπε. «Τότε χάνεις πολλά στη ζωή σου». Η Άννα δεν πρόλαβε ν’ απαντήσει, γιατί είδε τον Πάτρικ να βγαίνει από το σπίτι. Δεν ήξερε πως βρισκόταν ήδη εκεί. Δίπλα του βάδιζε η Φελίσιτι, ντυμένη μ’ ένα φωτεινό πράσινο κοστούμι ιππασίας. Μόλις είδε τον Ντομ, του κούνησε το χέρι. «Θα του το πεις εσύ ή να του το πω εγώ;» ρώτησε με σφιγμένα δόντια ο Ντομ. Η Άννα τον αγνόησε και τραβώντας το άλογό της προχώρησε προς τα σκαλοπάτια της εισόδου. «Καλημέρα!» φώναξε. Ο Πάτρικ της χαμογέλασε, αλλά μόλις είδε την έκφρασή της σοβάρεψε και κατέβηκε τα σκαλοπάτια. «Γεια σου, Άννα». Εκείνη χαιρέτησε με το κεφάλι τη Φελίσιτι, που δεν μπήκε στον κόπο να της απαντήσει. «Πάτρικ, δυστυχώς δεν μπορούμε να πάμε για ιππασία σήμερα». «Και γιατί όχι;» ρώτησε ο Πάτρικ, κοιτάζοντας τον Ντομ που είχε έρθει πίσω από την Άννα κρατώντας το άλογό του και που, πριν προλάβει να απαντήσει η Άννα, είπε: «Επειδή η σύζυγός μου θα έρθει μαζί μου». Ο Πάτρικ τον κοίταξε στα μάτια κι ο Ντομ του ανταπέδωσε το βλέμμα. «Αχ, Ντομ!» έσπασε τη σιωπή η Φελίσιτι. «Κι εγώ που ήλπιζα πως θα με ξεναγούσες στους στάβλους σου, όπως μου υποσχέθηκες!» Ο Ντομ γύρισε και την κοίταξε για πρώτη φορά. «Λυπάμαι που έκανες τζάμπα τόσο δρόμο, αλλά όπως βλέπεις ετοιμάζομαι να πάω για ιππασία με την Άννα». «Να σε περιμένω;» τον ρώτησε η Φελίσιτι. Απότομα, η Άννα μάζεψε τα χαλινάρια της και πήδηξε σαν αγόρι στη σέλα του αλόγου της. Βολεύτηκε στη σέλα και ευχήθηκε να


177

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

μπορούσε να καβαλικέψει σαν άντρας, όπως έκανε όταν ήταν μόνη της. «Περίμενε, Άννα!» της φώναξε ο Ντομ και πήδηξε κι αυτός στη σέλα του. Εκείνη δεν του απάντησε. Προσπαθούσε να ελέγξει το άλογό της, που χοροπηδούσε ανήσυχο. Διαισθανόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά ήθελε να φύγει αμέσως μακριά απ’ τον Ντομ. Χτύπησε απαλά τα πλευρά του αλόγου με το μαστίγιό της, κι εκείνο πετάχτηκε αμέσως μπροστά. Καθώς όμως το άλογο τινάχτηκε μπροστά, κόντεψε να τη ρίξει. Η Άννα τα έχασε. Ο Μπλέιζ ήταν το προσωπικό της άλογο, που το καβαλούσε χρόνια και ήξερε την ευγενική του φύση. Ο Μπλέιζ τινάχτηκε ξανά. Η Άννα κατάφερε να μην πέσει από τη σέλα, αλλά ο Μπλέιζ δάγκωσε το χαλινάρι του κι άρχισε να καλπάζει. Πίσω της άκουγε τον Ντομ να φωνάζει. «Ήρεμα, αγόρι μου», μουρμούρισε η Άννα, αλλά ο Μπλέιζ μεγάλωσε κι άλλο το διασκελισμό του. Η Άννα άρχισε να φοβάται. Ο Μπλέιζ κάλπαζε εκτός ελέγχου. Έτσι όπως τον καβαλούσε γυναικεία, δεν μπορούσε να τον ελέγξει. Αν τον είχε καβαλήσει αντρικά, δεν θα υπήρχε πρόβλημα: θα τον άφηνε να τρέξει μέχρι να κουραστεί. «Σσς, Μπλέιζ αγόρι μου, ησύχασε!» φώναξε προσπαθώντας να τον ηρεμήσει, αλλά η φωνή της ακούστηκε τρομαγμένη. Άκουσε τον Ντομ να φωνάζει ξανά τ’ όνομά της. Ο Μπλέιζ είχε βγει από το μονοπάτι κι η Άννα εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να τον συγκρατήσει. Κρατήθηκε γερά από την στραβή της σέλας για να μην πέσει, και στη σκέψη της ήρθε η λαίδη Χόρνμπι που είχε πέσει από το αφηνιασμένο άλογό της κι είχε μείνει παράλυτη από τη μέση και κάτω. Και τότε είδε την ξερολιθιά. Ήταν πάνω από ένα μέτρο ψηλή και μισό μέτρο φαρδιά. Παρότι ήταν σπουδαία ιππέας και είχε πηδήσει ξανά αυτή τη μάντρα, μπορεί να έπεφτε και να τσακιζόταν με τέτοια ταχύτητα που έτρεχε. Άσε που μπορεί να έσπαγε κι ο Μπλέιζ κανένα πόδι.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

178

Η Άννα άκουγε τον Ντομ να φωνάζει τ’ όνομά της, αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει να κοιτάξει. Οι οπλές του αλόγου του ακούγονταν τώρα πίσω της. Άρχισε να προσεύχεται να την προλάβει και ν’ αρπάξει τα χαλινάρια του Μπλέιζ. Απέμεναν όμως ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν φτάσει στη μάντρα. «Άννα!» φώναξε ο Ντομ. Το μεγάλο κορμί του Μπλέιζ τεντώθηκε και βρέθηκε στον αέρα. Καθώς προσγειωνόταν στην άλλη πλευρά της μάντρας, σκόνταψε. Η Άννα έχασε την ισορροπία της και βρέθηκε στο λαιμό του, για να πεταχτεί αμέσως μετά πάνω από το κεφάλι του. Προσγειώθηκε μπροστά του κι είδε τις τεράστιες οπλές του να είναι έτοιμες να την τσαλαπατήσουν. Συλλογίστηκε πως τώρα θα πέθαινε. Ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει. Καθεμιά από τις οπλές του Μπλέιζ ήταν σαν το μισό της πρόσωπο, κι ετοιμάζονταν να τη λιώσουν. Άνοιξε το στόμα της να ουρλιάξει. Ένας κοφτερός πόνος στο στήθος τής έκοψε τη φωνή και τότε το άλογο εξαφανίστηκε απ’ το οπτικό της πεδίο. Η Άννα απέμεινε ακίνητη στο χώμα. Αλλά ήταν ζωντανή. Ο Ντομ την κουβάλησε στα χέρια από το λιβάδι μέχρι το σπίτι. Το μαύρο του άλογο τους ακολουθούσε, αλλά ο Μπλέιζ είχε εξαφανιστεί. Ο Πάτρικ έτρεξε να τους προϋπαντήσει. «Είναι καλά;» φώναξε. «Θεέ μου! Είναι καλά;» «Έχει χτυπήσει στο κεφάλι και μπορεί να έσπασε και κανένα πλευρό», αποκρίθηκε βλοσυρά ο Ντομ. «Καλά είμαι», ψιθύρισε η Άννα ανοίγοντας τα μάτια της. Είχε το πρόσωπό της κολλημένο στο στήθος του Ντομ κι έσφιγγε με τα χέρια της το σακάκι του. Προσπάθησε να χαμογελάσει στον Πάτρικ, μα δεν τα κατάφερε. «Δεν νομίζω να έχω σπάσει τίποτα». «Άννα...» ψιθύρισε ο Πάτρικ κι έκανε να της πιάσει το χέρι. Ο Ντομ όμως άνοιξε το βήμα του, αφήνοντάς τον πίσω. Ιπποκόμοι και σταβλίτες έβγαιναν τώρα τρέχοντος από τους


179

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

στάβλους, καθώς όλος ο κόσμος είχε παρακολουθήσει το άλογο της Άννας να αφηνιάζει. «Λόρδε μου!» φώναξε ο Γουίλι τρέχοντος κατάχλομος προς το μέρος τους. «Λαίδη Άννα!» «Φώναξε ένα γιατρό», τον πρόσταξε ο Ντομ. «Πάω αμέσως να τον φέρω εγώ», αποκρίθηκε ο γέρος ιπποκόμος. Ο Ράδερφορντ κι ο Μπλέικ εμφανίστηκαν στη σκάλα της εισόδου. «Τι συνέβη;» απαίτησε να μάθει ο δούκας. «Χτύπησε η Άννα;» «Έπεσε από το άλογο. Ο Γουίλι πάει να φέρει γιατρό», του απάντησε βλοσυρά ο Ντομ. «Δεν έχω τίποτα», προσπάθησε να καθησυχάσει τον δούκα η Άννα, μα η φωνή της δεν έπειθε κανέναν. Τα πλευρά της πονούσαν πολύ, το κεφάλι της χτυπούσε σαν καμπάνα κι είχε πάθει γερό σοκ. «Κάτι συμβαίνει με τον Μπλέιζ», συνέχισε. «Ανησυχώ πολύ γι’ αυτόν». «Μην ανησυχείς καθόλου. Θα βάλω να τον βρουν και να τον σκοτώσουν», της είπε ο Ντομ με μάτια που πετούσαν φλόγες. «Όχι, Ντομ!» φώναξε η Άννα. «Είναι καλό άλογο. Ποτέ άλλοτε δεν είχα προβλήματα μαζί του». Η έκφραση του Ντομ σκλήρυνε. «Να πάρει η οργή, Άννα, μπορούσες να σκοτωθείς!» «Κάτι του συμβαίνει του Μπλέιζ», αποκρίθηκε ξέπνοα η Άννα. «Μην τολμήσεις να τον σκοτώσεις». «Καλά», είπε ο Ντομ μαλακώνοντας. «Δεν θα το έκανα, έτσι κι αλλιώς. Εσύ όμως μην το ξαναπλησιάσεις αυτό το άλογο. Είμαι σαφής;» Η Άννα κατάλαβε πως δεν έπρεπε να του αντιμιλήσει. Το βλέμμα της συναντήθηκε με του δούκα, που της έκανε ένα ενθαρρυντικό νεύμα. «Εντάξει», είπε και κατέρρευσε εξαντλημένη στην αγκαλιά του Ντομ. «Δεν είσαι καλά», φώναξε ο Ντομ κι ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια της εισόδου. Η Κλαρίς στεκόταν δίπλα στην εξώπορτα, γεμάτη ανησυχία. Η Άννα την είδε, κι ύστερα είδε τη Φελίσιτι που στεκόταν δίπλα της.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

180

Παρά τα χάλια της, ένιωσε θυμό. Το πρόσωπο της ξαδέρφης της ήταν ξαναμμένο και τα μάτια της γυάλιζαν. Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Μήπως χαιρόταν η Φελίσιτι που παραλίγο να σκοτωθεί; Δεν μπορεί... «Λόρδε μου, στέλνω νερό, σαπούνι και οινόπνευμα για εντριβές στο δωμάτιο της λαίδης», είπε ο Μπένετ, που εμφανίστηκε με το πρόσωπο σταχτί δίπλα στον Ντομ. Πίσω του ήρθε η οικονόμος. «Λόρδε μου, να φέρω κρύες κομπρέσες και ζεστό τσάι;» «Ναι. Και λίγο κονιάκ», πρόσταζε ο Ντομ. Ύστερα στράφηκε στον φίλο του που είχε σπεύσει κι αυτός, και είπε: «Μπλέικ, συνόδεψε τους Κόλινς στο σπίτι τους». «Μάλιστα», αποκρίθηκε ο Μπλέικ αρπάζοντας τον αγκώνα της Φελίσιτι. «Πάτρικ;» Η Άννα δεν είδε τη συνέχεια, γιατί ο Ντομ όρμησε μέσα στο σπίτι. Την απασχολούσε όμως ακόμα η έκφραση της Εξαδέλφης της. Μήπως ήταν ιδέα της; «Ντομ, άφησέ με», είπε. «Μπορώ να περπατήσω». «Ξέχνα το». Η Άννα κατάλαβε πως δεν θα έβγαινε τίποτε αν του αντιμιλούσε. Φτάνοντας στο δωμάτιό της, ο Ντομ την ακούμπησε μαλακά στο κρεβάτι της και, πολύ προσεκτικά, έπιασε να της βγάλει τη ζακέτα. Η Άννα δαγκώθηκε από τον πόνο καθώς της έβγαζε το δεξί μανίκι. Το ίδιο έγινε κι όταν της έβγαλε το μανίκι του πουκαμίσου της. Μα την ίδια στιγμή σκέφτηκε ότι ο Ντομ την έγδυνε. «Ντομ, πού είναι η Μπελ;» κατάφερε να αρθρώσει. «Θα έρθει σύντομα», της απάντησε εκείνος χωρίς να σταματήσει. Τα μάγουλα της Άννας απέκτησαν ξανά το χρώμα τους καθώς εκείνος πετούσε πέρα το πουκάμισό της. Ύστερα της χαλάρωσε τον κορσέ, τον έβγαλε εύκολα, και της ανασήκωσε το κομπινεζόν. Η Άννα τον κοίταξε προσεκτικά, μα εκείνος δεν έδινε σημασία στη γύμνια της. Πίεζε απαλά με την παλάμη του το πλευρό της, ψαχουλεύοντας κάτω από το μελάνιασμα που είχε απλωθεί σ’ όλο της το πλευρό. Η Άννα τινάχτηκε απ’ τον πόνο. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.


181

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Πονάει, εκεί;» «Ναι», απάντησε εκείνη ψιθυριστά. «Έχεις μια άσχημη μελανιά. Θα μπορούσε όμως να ήταν και χειρότερα. Πολύ χειρότερα». Ξαφνικά, ο Ντομ έμεινε ακίνητος. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν κι η Άννα είδε μέσα στα μάτια του αμέτρητα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα. Κι ανάμεσά τους έναν ξαφνικό πόθο και την προσπάθειά του να τον καταπνίξει. Αλλά και μια εκπληκτική τρυφερότητα, μαζί μ’ ένα σκοτεινό θυμό. Απότομα, ο Ντομ σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει στο δωμάτιο. Η Άννα κατέβασε το κομπινεζόν της. Η κίνηση τής προκάλεσε δυνατό πόνο κι άφησε μια φωνούλα. Τα δάκρυα που εμφανίστηκαν στα μάτια της όμως δεν τα προκάλεσε ο πόνος, αλλά η ανησυχία κι η τρυφερότητα του Ντομ. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Τον κοίταξε κι αυτή. Για ώρα πολλή δεν μίλησε κανείς τους. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν γεμάτη ένταση. «Θα μπορούσες να ’χεις σκοτωθεί», είπε ο Ντομ κι η φωνή του έτρεμε. «Ναι...» «Θέλω μερικές απαντήσεις». Η Άννα πετάρισε τα βλέφαρα, μα μέχρι να καθαρίσει το βλέμμα της εκείνος είχε φύγει απ’ το δωμάτιο. Ο Ντομ τράβηξε ίσια στους στάβλους. Είδε αμέσως πως είχαν βρει τον Μπλέιζ. Τον είχαν δεμένο με διπλά καπίστρια σ’ ένα δροσερό μέρος. Το άλογο έδειχνε εξαντλημένο. Το κεφάλι του κρεμόταν στα γόνατά του και τα πλευρά του, πασαλειμμένα ιδρώτα και χώμα, ανεβοκατέβαζαν βαριά. Ο Ντομ πήγε κοντά του. «Σσς, αγόρι μου... Τι σου συνέβη;» του μίλησε γλυκά, χαϊδεύοντάς του το λαιμό και τ’ αυτιά. Ο Μπλέιζ άνοιξε το ένα μάτι κι ύστερα το ξανάκλεισε. Ο Ντομ του έτριψε το μουσούδι κοιτάζοντάς τον καλά καλά. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Γουίλι μ’ έναν κουβά νερό, σαπούνι και σφουγγάρια. «Τι του συνέβη αυτού του αλόγου;» τον ρώτησε ο Ντομ, αν και


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

182

μάντευε την απάντηση. «Λόρδε μου, τούτο το ζώο είναι σπουδαίο. Ποτέ άλλοτε δεν έχει φερθεί έτσι», του απάντησε ο Γουίλι. «Έτσι μου είπε και η Άννα», είπε ο Ντομ, νιώθοντας το θυμό του να φουντώνει. «Τραυματίστηκε κι αυτό, λόρδε μου. Στον τένοντα». Ο Ντομ κάθισε στα κότσια κι εξέτασε το δεξί μπροστινό πόδι του Μπλέιζ. Ήταν πρησμένο. Σηκώθηκε κι έσυρε αργά, προσεκτικά, το χέρι του στο σβέρκο του ζώου, ψαχουλεύοντάς τον. Πιάνοντας τη σκληρή σάρκα του ζώου, το βλέμμα του συναντήθηκε με του Γουίλι, που κούνησε κατάχλομος το κεφάλι. Ο Ντομ δεν βρήκε τίποτα. Πήγε απ’ την άλλη πλευρά του ζώου και ψαχούλεψε κι από κει το λαιμό και το σβέρκο του. Και ξαφνικά το χέρι του έμεινε ακίνητο. «Τι βρήκατε;» ρώτησε γεμάτος ένταση ο Γουίλι. «Αυτό που γύρευα - κι ήλπιζα να μη βρω», απάντησε ξερά ο Ντομ. «Ποιος πλησίασε σήμερα αυτό το άλογο;» «Καθένας μπορούσε να μπει στο στάβλο». Ο Ντομ έσφιξε τα δόντια. «Δεν ξέρει όμως ο καθένας πώς να κάνει ένεση με δηλητήριο σ’ ένα άλογο». Στην πόρτα του δωματίου της Άννας ο γιατρός στάθηκε να μιλήσει στον Ντομ. «Είναι καλά», είπε. «Είναι πολύ τυχερή. Δεν έχει τίποτα στο κεφάλι, μόνο ένα πλευρό χτύπησε. Πρέπει να μείνει στο κρεβάτι σήμερα και αύριο, μα δεν υπάρχει τίποτα το ανησυχητικό». Ο Ντομ γύρισε και κοίταξε την Άννα που ήταν ανακαθισμένη στο κρεβάτι της, στηριγμένη σε πολλά μαξιλάρια και ντυμένη με μια απλή ροζ ρόμπα. Το χρώμα τής πήγαινε υπέροχα, τόνιζε τα κοκκινισμένα μάγουλα και τα κόκκινα χείλη της, τα κατάμαυρα μαλλιά της και το φιλντισένιο δέρμα της. «Σας ευχαριστώ», είπε με φανερή ανακούφιση ο Ντομ, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την Άννα. Όταν ο γιατρός έφυγε, πλησίασε στο κρεβάτι και χαμογέλασε στην


183

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Άννα. «Δόξα τω Θεώ», είπε. Εκείνη τον κοίταξε εξεταστικά κι ύστερα ρώτησε: «Βρήκε τον Μπλέιζ ο Γουίλι;» «Ναι», αποκρίθηκε ο Ντομ κι η έκφρασή του σκλήρυνε. «Είναι καλά το άλογό μου;» Ο Ντομ την κοίταξε χωρίς ν’ απαντήσει. «Ντομ, με τρομάζεις! Τι συνέβη;» Εκείνος κάθισε δίπλα της. «Το ζώο είναι καλά. Έχει χτυπήσει στον τένοντα, μα θα του περάσει». Η Άννα αναστέναξε με ανακούφιση. «Δεν μπορώ να καταλάβω τι το έπιασε σήμερα», είπε. «Δεν έχει αφηνιάσει ποτέ». Ο Ντομ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορεί να υπήρχε κανένα αγκάθι κάτω από τη σαγή του. Ποιος ξέρει; Μα δεν έχει σημασία». Της χαμογέλασε βεβιασμένα. «Το άλογο είναι καλά. Εσύ είσαι καλά». Η Άννα τον κοίταξε μπερδεμένη. Ήταν δυνατό να νοιάζεται στ’ αλήθεια γι’ αυτήν; Επιτέλους; Ύστερα από τόσα χρόνια; Ο Ντομ πρέπει να διάβασε τις σκέψεις της. Ακούμπησε τα χέρια του δεξιά κι αριστερά απ’ το κορμί της κι έσκυψε από πάνω της. Η Άννα νόμισε ότι θα τη φιλούσε, κι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Εκείνος όμως είπε απλά: «Άννα, έλα να φύγουμε. Αύριο. Να πάμε στη Σκοτία. Για μια εβδομάδα». Η Άννα εκστασιάστηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά και γρήγορα. Κατά κάποιο τρόπο, τούτη η πρόταση δεν έμοιαζε με την προηγούμενη. «Ναι», είπε τελικά.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

184

14

Έφυγαν. Για το κυνηγετικό περίπτερο του Ντομ στη Σκοτία. Η Φελίσιτι ήταν τόσο θυμωμένη, που δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει. Ο σφυγμός της κάλπαζε εκρηκτικός. Έξω από το δωμάτιό της, άκουγε τον Πάτρικ να τη φωνάζει. Εκείνος της είχε φέρει τα νέα. Τον αγνόησε. Λαχανιάζοντας, περιέφερε το βλέμμα της στο άσπρο και γαλάζιο δωμάτιό της. Σε κάθε γωνιά όμως έβλεπε ένα κρεβάτι, κι επάνω του την Άννα και τον Ντομ αγκαλιασμένους. Γυμνούς. Άφησε μια φωνή κι έτρεξε στο δικό της κρεβάτι. Τράβηξε πέρα το γαλάζιο βελούδινο κάλυμμα, άρπαξε τα γαλάζια και λευκά μαξιλάρια και τα πέταξε μακριά. Ύστερα άρπαξε τις μπλε κουρτίνες που κατέβαιναν απ’ τον ουρανό του κρεβατιού και τις ξέσκισε. Τις πέταξε στο πάτωμα και τις τσαλαπάτησε. Ξανά και ξανά. Κι ευχόταν να τσαλαπατούσε την Άννα.


185

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

15

Πήραν το τρένο από το Ντάλτον. Ο Φίλιπ προτιμούσε να ταξιδεύει με άμαξα, όπως κι ο πατέρας του, κι έτσι δεν υπήρχε ιδιωτικό βαγόνι των Γουέιβερλι. Ο Ντομ όμως ναύλωσε ένα ολόκληρο βαγόνι της πρώτης θέσης για τους δυο τους. Η Άννα μπήκε, πέρασε το στρωμένο με μοκέτα διάδρομό του και πήγε να καθίσει σ’ ένα βελούδινο κάθισμα χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει ούτε μια φορά. Ένιωθε όμως μ’ όλες τις αισθήσεις της την παρουσία του. Είχε ανέβει στο βαγόνι πίσω της, και τώρα συζητούσε χαμηλόφωνα με τον υπηρέτη του δίπλα σ’ ένα παράθυρο ντυμένο με δαμασκηνές κουρτίνες. Ο Βέριγκ, ο βαλές του Ντομ, κούνησε το κεφάλι του κι έφυγε. Ο Ντομ έκλεισε την πόρτα πίσω του και στράφηκε να κοιτάξει την Άννα. Εκείνη τινάχτηκε. Αφότου έφυγαν το πρωί από το Γουέιβερλι Χολ δεν είχαν μιλήσει παρά μόνο για τα αναγκαία. Χτες το βράδυ είχε δεχτεί να φύγει μαζί του, αλλά τότε βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, κόντευε να τρελαθεί. Τώρα που το σκεφτόταν ψύχραιμα, έβλεπε πως δεν είχε αλλάξει τίποτα. Το ενδιαφέρον κι η καλοσύνη του Ντομ μετά το χτεσινό περιστατικό δεν έσβηναν - δεν μπορούσαν να σβήσουν- τη δυσπιστία της απέναντι του, που την είχαν γεννήσει τέσσερα χρόνια εγκατάλειψης. Αν δεχόταν ότι το χτεσινό φέρσιμο του Ντομ ήταν απόδειξη αληθινού ενδιαφέροντος, τότε πήγαινε γυρεύοντας για καινούργιες απογοητεύσεις. Απογοητεύσεις που δεν θα μπορούσε ν’ αντέξει. «Ο Βέριγκ κι η Μπελ θα ταξιδέψουν στο πίσω βαγόνι», είπε χαμηλόφωνα ο Ντομ πλησιάζοντάς την. «Αν χρειαστούμε οτιδήποτε, θα τους φωνάξουμε».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

186

Η Άννα σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε για πρώτη φορά. Αχ, ας μην ήταν τόσο εντυπωσιακός άντρας... Κούνησε το κεφάλι χωρίς να μιλήσει. Εκείνος δίπλωσε τα χέρια του στο στήθος. Τα χρυσαφένια του μάτια την κάρφωσαν ενοχλημένα. «Εντάξει, Άννα. Μου δείχνεις πεντακάθαρα τη φοβερή δυσαρέσκειά σου. Θα ήθελες όμως να μου πεις το γιατί;» Εκείνη τέντωσε το σαγόνι της. «Δεν μ’ αρέσει που πιέστηκα να βρεθώ σ’ αυτή τη θέση». «Ποια θέση;» γρύλισε ο Ντομ. «Χτες το βράδυ συμφώνησες να έρθεις μαζί μου. Χτες βράδυ έδειχνες πως σου άρεσε η ιδέα. Χτες βράδυ ένιωσα πως μπορούσαμε να κάνουμε μια καινούργια αρχή». Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήθελε να βουλώσει τ’ αυτιά της σαν μικρό παιδί, να μην ακούει τα λόγια του που την αναστάτωναν. «Χτες βράδυ είχα πάθει σοκ... Είχα τρελαθεί». «Μάλιστα. Και σήμερα ξαναβρήκες τα λογικά σου;» της είπε εκείνος κοροϊδευτικά. «Ακριβώς». Ο Ντομ κάγχασε. «Κι έτσι, τώρα που ετοιμαζόμαστε ν’ αναχωρήσουμε, ξαναρχίζουμε τις εχθροπραξίες;» «Δεν έχω καμιά πρόθεση να σου φερθώ εχθρικά». «Έλα τώρα! Εσύ ανυπομονείς να πέσεις στη μάχη». «Αντιθέτως». Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά του, σηκώνοντας το κεφάλι για να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. «Όλη την επόμενη εβδομάδα θα κάνω ό,τι μου ζητάς». Σταμάτησε, κοκκίνισε. «Οτιδήποτε. Τα πάντα». Το μυαλό της πλημμύρισε θολές εικόνες μ’ εκείνη και τον Ντομ αγκαλιασμένους, με τα χείλη και τα κορμιά τους κολλημένα. «Κατάλαβα», είπε εκείνος μορφάζοντας. «Συμφωνήσαμε να μείνουμε μαζί μια εβδομάδα. Μια εβδομάδα μόνο». Ένιωθε να καίγεται ολόκληρη. «Κι αυτή την εβδομάδα... θα κάνω ό,τι σ’ αρέσει». Δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από τα μάτια του, που έλαμπαν σαν θηρίου. «Ύστερα όμως θα


187

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

φύγεις από το Γουέιβερλι Χολ, όπως το υποσχέθηκες». «Ανάθεμά με!» φώναξε ο Ντομ. «Χτες που σου ζήτησα να φύγουμε δεν αναφερόμουν σ’ εκείνη την αναθεματισμένη πρόταση - και το ξέρεις πολύ καλά!» Η Άννα έκανε λίγο πίσω. «Όχι. Δέχομαι την αρχική σου πρόταση. Τίποτα παραπάνω». «Γιατί το κάνεις αυτό;» ούρλιαξε εκείνος. «Γιατί δεν σε εμπιστεύομαι. Δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ». Ο Ντομ την κοίταξε με σκοτεινό ύφος. «Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής. Μέχρις ενός σημείου». «Πράγμα που δεν μπορούμε να πούμε για σένα», αποκρίθηκε η Άννα κι αμέσως δαγκώθηκε. Εκείνος άστραψε και βρόντηξε. «Έτσι ε; Ώστε είμαι ένας καταραμένος ψεύτης που σκέφτεται μόνο την ευχαρίστησή του και σκοπεύει να σε κάνει σκλάβα στο κρεβάτι του, ε;» Η Άννα προσπάθησε ν’ απομακρυνθεί και σκόνταψε. «Εσύ διατύπωσες αυτή τη γελοία πρόταση!» είπε. «Σωστά», αποκρίθηκε άχρωμα ο Ντομ, κοιτάζοντάς τη μ’ έναν τρόπο τόσο σκληρό που τη φόβισε. Το μετάνιωνε που είχε δεχτεί να πάει μαζί του στη Σκοτία. Ένωσε τα χέρια της παρακλητικά. «Ντομ, με τρομάζεις». «Τότε να μου φέρεσαι με περισσότερο τακτ στο μέλλον. Γιατί δεν μου δείχνεις κι εμένα λίγη από τη διάσημη καλοσύνη σου;» Η Άννα τινάχτηκε. «Φαίνεται όμως πως εμένα δεν μου αξίζει», συνέχισε ο Ντομ. «Φαίνεται πως θα τιμωρούμαι αιώνια για ένα ηλίθιο λάθος». Και γυρίζοντας, διέσχισε σαν θύελλα το βαγόνι. Η Άννα τον κοίταξε νιώθοντας κάτι μέσα της να σπάει, ξαφνικά ευχόταν να ήταν αλλιώς τα πράγματα ανάμεσά τους. Μα δεν τολμούσε ν’ αλλάξει γνώμη. «Ντομ!» Εκείνος σταμάτησε στην πόρτα. «Ισχύει η συμφωνία μας;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

188

Ο Ντομ στράβωσε το στόμα του. «Εννοείς αν θα φύγω μακριά απ’ το Γουέιβερλι Χολ κι από σένα;» Η Άννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Μόνο αν το θελήσεις εσύ», της είπε διαπερνώντας τη με το βλέμμα. «Σ’ ευχαριστώ», αποκρίθηκε μ’ ανακούφιση η Άννα. Ο Ντομ κάγχασε. «Μη μ’ ευχαριστείς ακόμα. Γιατί όταν θα τελειώσω μαζί σου, δεν θα θέλεις να φύγω». Βρόντηξε πίσω του την πόρτα του βαγονιού κι έφυγε. Δεν ξαναγύρισε παρά λίγο πριν φτάσουν στη Σκοτία. Η Άννα έκανε έναν ταραγμένο ύπνο εκείνο το βράδυ, μόνη της στο βαγόνι. Μετάνιωνε για την τροπή που είχε πάρει η συζήτησή της με τον Ντομ, και φοβόταν την άφιξή τους στη Σκοτία. Δεν ήξερε πού κοιμόταν ο Ντομ. Τα γεύματά της τής τα σερβίριζε η Μπελ, κι έτρωγε μόνη της. Αργά το απόγευμα της επόμενης μέρας το τρένο σταμάτησε σ’ ένα ακόμα χωριουδάκι. Μια σειρά από πέτρινα σπιτάκια με αχυρένια σκεπή στέκονταν απέναντι στον έρημο ξύλινο σταθμό. Από τις καμινάδες τους έβγαινε καπνός. Ένας άντρας με ρούχα από τουΐντ κι ένα φθαρμένο σκούφο έσπρωχνε μια χειράμαξα γεμάτη καυσόξυλα. Σ’ ένα από τα σπιτάκια κρεμόταν στραβά μια ξεθωριασμένη επιγραφή: ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΕΛΑΦΙΟΥ Η πόρτα του βαγονιού της άνοιξε κι η Άννα τινάχτηκε βλέποντας τον Ντομ. Εκείνος την κοίταξε ανέκφραστα και είπε: «Εδώ κατεβαίνουμε». Η Άννα βιάστηκε να σηκωθεί. «Πού βρισκόμαστε;» «Σ’ ένα χωριουδάκι που λέγεται Φάλκερκ. Το κυνηγετικό μου περίπτερο απέχει είκοσι πέντε χιλιόμετρα, θα είμαστε εκεί πριν σκοτεινιάσει». Της Άννας της σφίχτηκε η καρδιά. Έλπιζε πως το περίπτερο θα βρισκόταν πιο κοντά. Ήταν κουρασμένη, ήθελε να ξεκουραστεί. Ο Ντομ όμως δεν θα την άφηνε μόνη. Τρέμοντας, προσπάθησε να


189

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

διώξει κάθε σκέψη από το μυαλό της. Για την ώρα, δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει παρά να διασχίσει το βαγόνι και να πάει στην πόρτα. Ο Ντομ έκανε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει πρώτη. Ο Βέριγκ κι η Μπελ είχαν κατέβει ήδη από το τρένο κι επέβλεπαν το φόρτωμα των αποσκευών τους σ’ ένα κάρο. Η Άννα κοίταξε τον ουρανό. Ήταν σκοτεινός, συννεφιασμένος κι απειλητικός. Μια βίαιη πνοή ανέμου όρμησε στη φούστα και στο καπέλο της. Προσπάθησε να τα συγκρατήσει, κι είδε τον Ντομ να την παρακολουθεί. «Έρχεται καταιγίδα;» τον ρώτησε. «Μάλλον. Ο καιρός στα παράλια είναι απρόβλεπτος. Εκεί βρίσκεται το κτήμα μου». Τότε εμφανίστηκε ένα αμάξι. Ήταν παμπάλαιο, κατάλοιπο άλλων εποχών. Οι ρόδες του ήταν σκουριασμένες και τα δερμάτινα καθίσματά του γεμάτα σκισίματα και γδαρσίματα. Ο Ντομ τη βοήθησε ν’ ανέβει, κάθισε κι αυτός δίπλα της και φώναξε στον αμαξά να ξεκινήσει. Πάνω από τα κεφάλια τους υπήρχε μια τέντα, αλλά η Άννα παρατήρησε αρκετά σκισίματα κι ευχήθηκε να μην αρχίσει να βρέχει σύντομα. Απομακρύνθηκαν από το χωριό ακολουθώντας ένα δρόμο που σύντομα έγινε στενός και τόσο ανώμαλος, που φάνταζε αδιάβατος. Το αμάξι άρχισε να ανηφορίζει περνώντας από βραχώδεις λόφους, σκεπασμένους με ρείκια και σπάρτα. Ο τόπος ήταν έρημος, δεν έβλεπες ούτε ένα καλύβι, ούτε έναν αχυρώνα. Η Άννα κρατιόταν από το κάθισμά της, χωρίς να λέει τίποτα. Όσο κι αν κρατιόταν όμως, τα τραντάγματα του αμαξιού την έριχναν συνέχεια πάνω στον Ντομ. Εκείνος έκανε πως δεν το πρόσεχε, αλλά η Άννα αναστατωνόταν κάθε φορά που ερχόταν σε επαφή με το σκληρό, μυώδες κορμί του. Και προσπαθούσε να μη σκέφτεται τη νύχτα που ερχόταν. Κόντευε να βραδιάσει όταν άρχισε ν’ ακούει τη θάλασσα. Ανασηκώθηκε στη θέση της. Το τοπίο έδειχνε ξαφνικά να βουλιάζει. Αντί για το χωριάτικο σπίτι που περίμενε να δει, αντίκρισε έναν πύργο από κόκκινη πέτρα να υψώνεται σαν σκοπός


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

190

μπροστά τους. «Καλώς ήρθες στο Κάστρο Τάβαλον», της είπε ο Ντομ. Το κάστρο ανήκε παλιά στην οικογένεια Κάμπελ. Ήταν ηλικίας πεντακοσίων ή εξακοσίων χρόνων, ο Ντομ δεν ήταν σίγουρος. Καθώς τραβούσε το κορδόνι του κουδουνιού που κρεμόταν έξω από τον προμαχώνα της εισόδου, η Άννα κοίταξε μέσα από τα κάγκελα της πύλης και νόμιζε πως είχε βρεθεί σε μίαν άλλη εποχή. Το κάστρο ήταν χτισμένο από μια πέτρα στο χρώμα του αίματος. Ο κεντρικός πύργος ήταν τετράγωνος και ψηλός, και περιβαλλόταν από αρχαία τείχη με αληθινά παραπέτα και πολεμίστρες, και τέσσερις κοντόχοντρους στρογγυλούς πύργους. Πίσω ακριβώς από το κάστρο ακουγόταν δυνατό το μουγκρητό της θάλασσας. Η Άννα μύριζε τον αλμυρό αέρα, τη στιγμή που μια ψιχάλα έπεσε στο σβέρκο της. «Λόρδε μου!» Ένας αδύνατος, καμπουριασμένος άντρας, μ’ ένα μουσαμά ριγμένο στην πλάτη του, βγήκε από την πόρτα του τετράγωνου πύργου και διέσχισε τρέχοντας τη χορταριασμένη αυλή. «Δεν σας περιμέναμε!» είπε σαν να κατηγορούσε τον Ντομ. «Το ξέρω, Τόμος. Άνοιξέ μας, αν έχεις την καλοσύνη», του απάντησε εκείνος. Ο γερο-Σκοτσέζος εξαφανίστηκε κι ο Ντομ έπιασε την Άννα και την οδήγησε κατά μήκος του χοντρού αλλά σε πολλά σημεία φθαρμένου τείχους. Μπροστά τους άνοιξε μια βαριά ξύλινη πόρτα. «Ένας βολικός εκσυγχρονισμός», είπε με χιούμορ ο Ντομ. «Ο Τόμας, βλέπεις, δεν μπορεί να σηκώσει μόνος του την καγκελωτή πύλη». Η Άννα δρασκέλισε το στενό κατώφλι και βρέθηκε μέσα στην αυλή. Κοίταξε γύρω της, καθώς ο Ντομ πήγαινε να βοηθήσει τον Τόμας να σηκώσουν την καγκελωτή πύλη για να περάσουν το κάρο και η άμαξα. Τα κτίσματα γύρω από το κάστρο, αν και φτιαγμένα με τον κλασικό τρόπο από πέτρα και αχυρένιες στέγες, ήταν πολύ πιο καινούργια από το ίδιο το κάστρο. Η Άννα χαλάρωσε κάπως βλέποντας φως να βγαίνει από ένα παράθυρο του ισογείου και καπνό ν’ ανεβαίνει


191

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

στον ουρανό από μια καμινάδα. Στ’ αυτιά της ήρθε το απαλό μουγκανητό μιας αγελάδας κι ο ήχος από το κυπροκούδουνό της. Η θάλασσα βογκούσε κάπου πιο κάτω, κι ένα κοράκι πέρασε πάνω από το κεφάλι της. Ένα χέρι την άγγιξε στον ώμο και την έκανε να τιναχτεί. «Θα βρέξει», της είπε ο Ντομ. «Έλα». Την έπιασε από το μπράτσο και την οδήγησε στον πύργο, καθώς δίπλα τους περνούσε βαρύ το κάρο. Απότομα, ο Ντομ έστριψε προς το νότιο τείχος. Της Άννας της κόπηκε η ανάσα. Κατάμαυρη, η θάλασσα έχασκε κάτω από τα πόδια τους, σφυροκοπώντας βίαια τον γκρεμό, πάνω στον οποίο ήταν χτισμένο το κάστρο, ξεπλένοντάς τον με λευκούς αφρούς. Χωρίς να το καταλάβει, η Άννα κρεμάστηκε στο μπράτσο του Ντομ. Η άγρια ομορφιά της σκηνής την είχε μαγέψει. Της φαινόταν πως μόνο ένα θαύμα συγκρατούσε το Κάστρο Τάβαλον εκεί στο φρύδι του γκρεμού και δεν το άφηνε να κατρακυλήσει στους κόκκινους βράχους και να βουλιάξει στην αφρισμένη θάλασσα. Μια ψιχάλα έπεσε στο χέρι της. Εκείνη όμως δεν κουνήθηκε, κοίταζε μαγεμένη. Απολάμβανε μ’ όλες της τις αισθήσεις το κόκκινο κάστρο πίσω της, τη μαύρη θάλασσα από κάτω της, τον ανταριασμένο ουρανό από πάνω της, και τον κατάξανθο άντρα στο πλευρό της. Γύρισε και κοίταξε τον Ντομ. Τα μάτια του ήταν δυο μεγάλα ερωτηματικά. Η Άννα σφίχτηκε. Ήξερε όμως βαθιά μέσα της ότι ο Ντομ δεν σκεφτόταν την επερχόμενη νύχτα - κι ας τη σκεφτόταν εκείνη. Συνειδητοποιώντας ότι την κρατούσε απ’ το χέρι, έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τι άγριο και μεγαλόπρεπο μέρος!» είπε. «Ναι», συμφώνησε ο Ντομ. «Έρχεσαι συχνά εδώ;» τον ρώτησε καθώς σκεφτόταν ότι ήταν πολλά εκείνα που δεν ήξερε για τον Ντομ. Τούτο το μέρος ήταν μεγαλόπρεπο αλλά μοναχικό. Όπως ακριβώς κι ο αφέντης του. «Όχι. Σπάνια. Η πρόσβαση δεν είναι εύκολη, κι όπως βλέπεις το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

192

κάστρο έχει υποστεί πολλές φθορές. Άλλωστε δεν είμαι και κανένας ενθουσιώδης κυνηγός. Ωστόσο, το αγαπώ κατά έναν ανεξήγητο τρόπο τούτο το μέρος». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν κι ο Ντομ πρόσθεσε: «Εδώ πέρα οι σκέψεις σου ακούγονται σαν κανονιές. Δεν μπορείς να τους ξεφύγεις». «Ναι...» Η Άννα κοίταξε τον ουρανό που κόντευε να γίνει μαύρος και θαμπός σαν τη θάλασσα. Πραγματικά, σ’ ένα τέτοιο μέρος δεν μπορούσες να ξεφύγεις από τον εαυτό σου. Ο σφυγμός της έγινε πιο γρήγορος. «Θα βρέξει», είπε. «Δεν λες τίποτα», αποκρίθηκε ο Ντομ, και την ίδια στιγμή ένας κεραυνός έσκασε ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους, κάνοντας την Άννα να αναπηδήσει. Ο Ντομ την αγκάλιασε απ’ τους ώμους τη στιγμή που άνοιγαν τα ουράνια και το νερό έπεφτε σαν καταρράκτης ενώ τα αστραπόβροντα χαλούσαν τον κόσμο. «Έλα!» της φώναξε και την οδήγησε τρέχοντας στην κεντρική είσοδο του πύργου, που τους περίμενε ορθάνοιχτη. Μπήκαν μέσα κι ο Ντομ έκλεισε κι αμπάρωσε την πόρτα. Η Άννα ήταν λαχανιασμένη κι ελαφρά ζαλισμένη. Προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα της, κοίταξε γύρω της. Βρισκόταν σε μια μεγάλη, μεσαιωνική αίθουσα. Το πέτρινο ταβάνι ανέβαινε ψηλά, θολωτό. Από τα δοκάρια του κρέμονταν ξεθωριασμένες παντιέρες και λάβαρα. Στο πάτωμα ήταν στρωμένο ένα περσικό χαλί, κουρελιασμένο και ξεθωριασμένο. Δυο παλιές πανοπλίες φρουρούσαν την είσοδο, και στους τοίχους κρέμονταν ένα σωρό μεσαιωνικά όπλα: ξίφη, σφύρες, τόξα. Σ’ ένα τζάκι τόσο μεγάλο που χωρούσε μέσα του ένα άλογο, έκαιγε μια δυνατή φωτιά. Η Άννα που ήταν μούσκεμα, πήγε κοντά του για να ζεσταθεί και να στεγνώσει. «Το δωμάτιό μας είναι το πρώτο επάνω», άκουσε τον Ντομ να λέει πίσω της. Η Άννα δεν ήξερε αν ήταν θυμωμένη ή στενοχωρημένη. Περίμενε


193

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ότι θα είχαν ξεχωριστά υπνοδωμάτια. «Είστε καλά, λαίδη μου;» τη ρώτησε ανήσυχη η Μπελ. Εί Άννα δεν μπόρεσε να της χαμογελάσει. Στεκόταν ακίνητη στο κέντρο του μεγάλου υπνοδωματίου. Ήταν ένας μεγάλος τετράγωνος χώρος, με λιγοστά έπιπλα, ελάχιστο φωτισμό, τοίχους και πάτωμα από πέτρα. Στο δωμάτιο κυριαρχούσε ένα μεγάλο κρεβάτι με ουρανό, με σκούρα μπλε μαξιλάρια και κουβέρτες κι ένα βαρύ κάλυμμα από πλεχτό κόκκινο μαλλί. Στο τζάκι έκαιγε η φωτιά, που φώτιζε ένα τετράγωνο ξύλινο τραπέζι, δυο ετοιμόρροπες καρέκλες, μια ντουλάπα από άσπρο πευκόξυλο κι ένα στρογγυλό σοφά σκεπασμένο με ξεθωριασμένο κόκκινο βελούδο. Στο πάτωμα ήταν στρωμένα διάφορα μικρά χαλιά από ντόπιο υφαντό σε αποχρώσεις του πράσινου. Έξω η βροχή έπεφτε με το τουλούμι. Κάποιο παντζούρι βροντούσε. «Κοντεύω να τελειώσω με τα πράγματά σας», συνέχισε η Μπελ καθώς η Άννα δεν της απαντούσε. Εκείνη κοίταξε το μπαούλο της, που ήταν ανοιχτό στα πόδια του κρεβατιού. «Ευχαριστώ», είπε και πήγε να καθίσει σε μια από τις καρέκλες. Τα πόδια της ήταν στραβά και τραμπαλίστηκε μέχρι να σταθεροποιηθεί κάτω από το βάρος της. Δεν είχε άλλη επιλογή. Θα μοιραζόταν το κρεβάτι της με τον Ντομ. Ένιωθε το κορμί της γεμάτο ένταση. Έπρεπε να χαλαρώσει. Αργούσε ακόμα η στιγμή που θα έπρεπε να εκπληρώσει κι εκείνος όσα υπαγόρευε τούτη η τρελή συμφωνία. «Λαίδη μου, είστε μούσκεμα», τη μάλωσε η Μπελ. Τότε μόνο συνειδητοποίησε η Άννα πως ήταν βρεγμένη και κρύωνε. Σηκώθηκε τρέμοντας. «Έχεις δίκιο», είπε. «Ας αλλάξω πριν αρρωστήσω». Ένας κεραυνός έσκασε πάνω από τα κεφάλια τους, και αμέσως το δωμάτιο φωτίστηκε από το εκτυφλωτικό λευκό φως της αστραπής. Η Άννα κι η Μπελ πάγωσαν μέχρι που το δωμάτιο γέμισε πάλι σκιές. «Καταιγίδα είναι, θα περάσει», είπε η Άννα διώχνοντας την


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

194

ανησυχία της. Η Μπελ κρατούσε το στήθος της. «Έτσι είναι πάντα σε τούτο τον ξεχασμένο απ’ τον Θεό τόπο;» Η Άννα κατάλαβε πως η καμαριέρα της ήταν ανήσυχη, κι ας προσπαθούσε να το κρύψει. «Δεν ξέρω. Για να σου πω την αλήθεια, δεν έχω ξανάρθει τόσο βόρεια». «Δεν μου αρέσει αυτό το μέρος», είπε βλοσυρά η Μπελ. «Τι θα κάνουμε αν υπάρχουν φαντάσματα;» Η Άννα χαμογέλασε άθελά της. «Έλα, Μπελ, δεν υπάρχουν φαντάσματα». «Ένα τόσο παλιό κάστρο θα είναι στα σίγουρα στοιχειωμένο», επέμεινε η Μπελ. «Σου ορκίζομαι πως δεν είναι», της είπε η Άννα εξακολουθώντας να χαμογελά. Μα η Μπελ δεν έδειξε να πείθεται. Το φως μιας αστραπής φώτισε πάλι τον ουρανό, κι οι δυο γυναίκες τινάχτηκαν καθώς ο κεραυνός χαλούσε τον κόσμο. «Ελάτε να σας δώσω στεγνά ρούχα», είπε μετά η Μπελ και γονάτισε δίπλα στο μπαούλο. Ψαχούλεψε λίγο κι έβγαλε από μέσα του ένα σκούρο μπλε φόρεμα. Η έκφρασή της άλλαξε μονομιάς. «Τι λέτε γι’ αυτό, μιλαίδη;» Η Άννα συνοφρυώθηκε. Παρά το σκούρο, πένθιμο σχεδόν χρώμα του, το φόρεμα ήταν υπέροχο. Φτιαγμένο από ωραίο σατέν, είχε ένα πολύ βαθύ ντεκολτέ. Της Άννας δεν της είχε δοθεί ποτέ η ευκαιρία να το φορέσει. «Γιατί το έφερες αυτό;» ρώτησε. Δεν είχε καμιά πρόθεση να ντυθεί τόσο κομψά για το δείπνο που θα μοιραζόταν με τον Ντομ. Η Μπελ πήρε ένα πονηρό ύφος. «Αν μου επιτρέπετε, η αφεντιά του, ο λόρδος, θα θέλει σίγουρα να σας δει με κάτι λιγότερο σοβαρό». «Δεν σου επιτρέπω», απάντησε απότομα η Άννα, κοκκινίζοντας. «Δεν υπάρχει κάτι άνετο σ’ αυτό το μπαούλο;» Σηκώθηκε και πήγε να κοιτάξει. «Κάτι με μανίκια;


195

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Κάτι που να μην αφήνει γυμνό το μισό μου στήθος;» Φανταζόταν πώς θα αντιδρούσε ο Ντομ αν την έβλεπε μ’ ένα τέτοιο φόρεμα! Η Μπελ άρχισε πάλι να ψαχουλεύει στο μπαούλο. Αναστέναζε και μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της πως η Άννα ήταν τόσο όμορφη, μα ήθελε πάντα να το κρύβει. Η κυρά της ετοιμάστηκε να τη μαλώσει, όταν την είδε να μένει ακίνητη με το χέρι μέσα στο μπαούλο. «Μπελ;» Η καμαριέρα έβγαλε ένα δερμάτινο λουρί από το μπαούλο. «Τι είναι αυτό, μιλαίδη;» Η Άννα κοίταξε το κομμένο λουρί. «Δεν το έβαλα εγώ εδώ μέσα!» φώναξε η Μπελ. «Πώς βρέθηκε μέσα στο μπαούλο σας;» Η βροχή δυνάμωσε κι άλλο, μαστιγώνοντας τους πέτρινους τοίχους του κάστρου. Η Άννα δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει στην Μπελ. Με την καρδιά σφιγμένη, κοίταζε με γουρλωμένα μάτια το κομμένο λουρί. Από την άκρη του κρεμόταν ένας αναβολέας. Ο Ντομ βημάτιζε ώρα τώρα στη μεγάλη αίθουσα, πολεμώντας με τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν φοβερά εκνευρισμένος - και φοβερά απογοητευμένος: Η Άννα ήταν αποφασισμένη να δώσει μάχη μαζί του. Μετά το ατύχημα με το άλογο πίστεψε πως κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό είχε γεννηθεί. Σαν να είχε δημιουργηθεί ένας αληθινός δεσμός ανάμεσά τους. Όταν η Άννα δέχτηκε να φύγει μαζί του, εκείνος δεν αναφερόταν στην προηγούμενη ασελγή πρότασή του. Κι εκείνη το ίδιο. Έτσι είχε πιστέψει δηλαδή. Μα φαίνεται πως έκανε λάθος. Ο Ντομ κοίταξε τη στενή κι απότομη σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Η Άννα δεν φαινόταν πουθενά. Είχε ανέβει επάνω εδώ και μια ώρα. Επίτηδες καθυστερούσε, για να του τρίψει στα μούτρα την αποφασιστικότητά της. Έχωσε τα δάχτυλά του στα χρυσαφένια σαν τον ήλιο μαλλιά του. Χτες το βράδυ δεν είχε κλείσει μάτι. Δεν μπορούσε να βγάλει την Άννα από το μυαλό του. Και το κορμί του αντιδρούσε όπως κι η


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

196

σκέψη του. Την ήθελε. Πολύ. Και χτες και σήμερα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Είχε κάνει δικές του πολλές γυναίκες, μα καμιά δεν του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Βέβαια, καμιά δεν ήταν κάποια αυθάδης Αμερικανίδα με κατάμαυρα μαλλιά και τεράστια γαλάζια μάτια, στα οποία καθρεφτιζόταν ο πόνος κι η προδοσία. Κι ωστόσο, κάποτε τα μάτια της ήταν γεμάτα φως, γέλιο κι αγάπη. Ο Ντομ κοίταξε ξανά τη σκάλα. Όσο κι αν την ήθελε την Άννα, δεν ήταν αυτός ο βασικός λόγος που της ζήτησε να έρθει στη Σκοτία μαζί του. Ακόμα κι αν αρνιόταν να τον ακολουθήσει, θα την έπαιρνε με το ζόρι. Το ατύχημα με το άλογο δεν ήταν ατύχημα. Κάποιος που ήξερε πολλά από άλογα, κάποιος που εχθρευόταν την Άννα, είχε δηλητηριάσει τον Μπλέιζ με μια επικίνδυνη ουσία που έκανε τα άλογα να αφηνιάζουν. Ο Ντομ τα ήξερε αυτά τα κόλπα, αν και δεν τα ενέκρινε. Τα έκαναν συχνά διάφοροι ιδιοκτήτες και προπονητές αλόγων για να αυξήσουν την ταχύτητά τους στις κούρσες. Κάποιος ήθελε να κάνει κακό στην Άννα ή έστω να την τρομάξει. Ο Ντομ υποψιαζόταν τη Φελίσιτι. Είχε ανατραφεί κοντά σε άλογα και τα ήξερε καλά, αν και δεν έλεγε πολλά πάνω στη σέλα. Ποιος άλλος μπορεί να ήταν; Ο Ντομ το συζήτησε με τον Μπλέικ, που εξοργίστηκε όταν έμαθε πως το ατύχημα ήταν προσχεδιασμένο. Ανέλαβε να παρακολουθεί στενά τη Φελίσιτι, αν και δεν πίστευε πως ευθυνόταν εκείνη. Αλλά και πάλι, τι ήταν εκείνη η φωτιά στο δωμάτιο της Άννας; Ήταν κι αυτό ατύχημα - ή σύμπτωση; Ή μήπως την είχε προκαλέσει κι αυτή κάποιος; Όπως κι αν είχε το πράγμα, ο Ντομ ήθελε να απομακρύνει την Άννα από τον τόπο αυτών των ατυχημάτων. Γι’ αυτό την έφερε στη Σκοτία. Αυτό το ταξίδι βέβαια θα μπορούσε να τους βγει σε καλό, αν η Άννα έλεγε «περασμένα-ξεχασμένα» κι άφηνε ελεύθερη την αισθησιακή φύση της. Κάνοντας μια γκριμάτσα, ο Ντομ κοίταξε ξανά τη σκάλα. Μα πού στο διάβολο ήταν η Άννα; Καιρός να σταματήσει πια αυτός ο


197

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

συνεχής πόλεμος! Όρμησε στη σκάλα κι ανέβηκε δυο δυο τα φθαρμένα σκαλοπάτια. Έφτασε έξω από την πόρτα της Άννας, τη χτύπησε δυνατά και την άνοιξε απότομα. Η Άννα στεκόταν μπροστά του κάτασπρη σαν φάντασμα, φορώντας μόνο το κοντό κομπινεζόν και το μακρύ εσώρουχό της. Στο κρεβάτι ήταν απλωμένα ο κορσές της κι ένα άσχημο μαύρο βαμβακερό φόρεμα. Και πίσω από τον ώμο της ξεμύτιζε η Μπελ. «Τι θαρρείς πως κάνεις;» είπε κοφτά η Άννα και το χρώμα επέστρεψε βίαια στα μάγουλά της. Ο Ντομ είχε απομείνει να την κοιτάζει. Η καμιζόλα της ήταν διάφανη, δαντελένια. «Εσύ τι νομίζεις πως κάνω;» κατάφερε τελικά ν’ αποκριθεί. Σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε στα δικά της. «Ήρθα να εισπράξω». Η Άννα χλόμιασε ξανά. Το στήθος της ανεβοκατέβηκε βίαια κι ο Ντομ είδε πως οι θηλές της είχαν σκληρύνει. Χαμογέλασε ψυχρά και χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την Άννα, είπε στην καμαριέρα: «Μπελ, μπορείς να φύγεις. Η κυρία δεν θα σε χρειαστεί άλλο απόψε».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

198

16

Η Άννα συνήλθε από το σοκ τη στιγμή που η Μπελ άνοιγε την πόρτα για να φύγει. «Η Μπελ πρέπει να με βοηθήσει να ντυθώ!» είπε. Ο Ντομ της χαμογέλασε. «Γιατί; Εγώ θα σε ξαναγδύσω». Η Άννα τον κοίταξε μ’ ανοιχτό στόμα. «Καληνύχτα, Μπελ», είπε με επιτακτικό τόνο ο Ντομ. Ξαναμμένη, προσπαθώντας να κρύψει ένα πονηρό χαμόγελο, η Μπελ βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο. Ο Ντομ πήγε με άνετο ύφος στην πόρτα κι έβαλε το σύρτη. Έστριψε και το κλειδί στην κλειδαριά, το έβγαλε και το κράτησε στο χέρι του. Η Άννα είχε απομείνει να τον κοιτάζει χωρίς να τολμάει ούτε ν’ αναπνεύσει. Εκείνος γύρισε και της χαμογέλασε, παίζοντας με το κλειδί. «Τι... Τι κάνεις εκεί;» ψέλλισε η Άννα. Το χαμόγελο του Ντομ έγινε ακόμα πιο πλατύ και τα λακκάκια στα μάγουλά του βάθυναν. Πήγε στο παράθυρο. Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά η νύχτα ήταν ανταριασμένη κι ο άνεμος ούρλιαζε σαν ολόκληρη αγέλη λύκων. Ο Ντομ τράβηξε τις κουρτίνες κι άνοιξε το παράθυρο. Ο κρύος αέρας όρμησε μέσα στο δωμάτιο κι η Άννα άρχισε να τρέμει. «Ντομ...» Εκείνος την κοίταξε με μάτια που σπίθιζαν, κι ύστερα γύρισε και πέταξε το κλειδί από το παράθυρο. «Ντομ!» Εκείνος έκλεισε απότομα το παράθυρο και τις κουρτίνες. Η καρδιά της Άννας κόντευε να σπάσει.


199

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Πέταξες το κλειδί!» του είπε. «Ακριβώς», της απάντησε κεφάτα και απειλητικά μαζί. «Μας κλείδωσες εδώ... Μαζί!» Ο Ντομ κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι ακούμπησε στον πέτρινο τοίχο. «Πώς θα βγούμε από δω;» «Δεν θα βγούμε». Το βλέμμα του την κάρφωσε σκληρό, διαπεραστικό. «Ξέχασες ότι μου υποσχέθηκες μια ολόκληρη εβδομάδα;» «Μια... ολόκληρη εβδομάδα...» Η Άννα άρχισε πάλι να τρέμει. «Δηλαδή... Δηλαδή θέλεις να μείνουμε σ’ αυτό το δωμάτιο ολόκληρη την εβδομάδα;» Εκείνος δεν της απάντησε. Το βλέμμα του περιδιάβαζε αργά στο κορμί της. Το τρέμουλο της Άννας έγινε πιο δυνατό, αλλά όχι από φόβο: από οργή. Και... πόθο. Θεέ και Κύριε, τα μάτια του την έγδυναν, κι εκείνη, με κάθε ανάσα που έπαιρνε, ένιωθε τις θηλές της να γίνονται ακόμα πιο σκληρές, καθώς η μεταξωτή καμιζόλα τριβόταν πάνω τους. Άθελά της, έσφιξε τα μπούτια της. «Σταμάτα», του είπε βραχνά. Ο Ντομ χαμογέλασε και τραβήχτηκε από τον τοίχο. Αμέσως μετά έβγαλε το τριμμένο τουΐντ σακάκι του και το πέταξε σε μια καρέκλα. Τα δάχτυλά του άρχισαν να ξεκουμπώνουν το λινό του πουκάμισο. Η Άννα ζωντάνεψε μονομιάς. «Τι κάνεις εκεί;» φώναξε. «Γδύνομαι», της απάντησε αυτός χαμογελώντας πάντα. «Σταμάτα!» τσίριξε εκείνη υστερικά. Ο Ντομ στένεψε τα μάτια κι έβγαλε το πουκάμισο από τον έναν του ώμο, αποκαλύπτοντας τη μυώδη σάρκα του. «Χαλάρωσε», της είπε. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, έπρεπε να το ξέρει. Η Άννα τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια καθώς γύμνωνε και τον άλλο του ώμο κι όλο το πάνω μέρος του κορμιού του. Οι σκούρες τρίχες του στήθους σχημάτιζαν ένα βέλος που έφτανε μέχρι τη ζώνη του δερμάτινου


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

200

παντελονιού του. Η Άννα δεν είχε πια καμιά αμφιβολία για όσα έκρυβε εκείνο το παντελόνι. Πάγωσε. «Δεν μπορώ να χαλαρώσω», φώναξε οργισμένη και του γύρισε την πλάτη. Στην έντασή της προστέθηκε τώρα κι ο φόβος. Δεν φοβόταν όμως εκείνον, αλλά τον εαυτό της, το κορμί της. Έσφιξε τα χέρια της γύρω της κι έγλειψε τα ξεραμένα της χείλη. Τι να έκανε τώρα εκείνος; Έβγαζε το παντελόνι του; Τέντωσε τ’ αυτιά της, μα δεν άκουσε τίποτα. «Με έχεις ξαναδεί γυμνό», της είπε εκείνος διασκεδάζοντας. Η Άννα αναπήδησε καθώς ο Ντομ την άγγιξε στον ώμο. Δεν τον είχε ακούσει να πλησιάζει. «Ήσυχα», είπε απαλά αυτός, σαν να μιλούσε σε κάποιο από τα άλογά του. «Ήσυχα, Άννα. Δεν δαγκώνω». Εκείνη είχε μαρμαρώσει. Τα χέρια του Ντομ έσφιξαν τους ώμους της και τα δόντια του ακούμπησαν απαλά στο λοβό του αυτιού της «Εκτός κι αν το θέλεις εσύ», πρόσθεσε παθιάρικα ο Ντομ. Τη δάγκωσε απαλά. Ο πόθος πλημμύρισε την Άννα βάζοντας φωτιά στους λαγάνες της Τίναξε τους ώμους της για ν’ απαλλαγεί από τα χέρια του και στράφηκε να τον αντικρίσει. Τεράστιο λάθος. Ο Ντομ δεν είχε βγάλει το παντελόνι του, αλλά το φύλο του φούσκωνε θεόρατο. Η Άννα προσπάθησε να κοιτάξει αλλού, μα δεν τα κατάφερε. «Παίζεις μαζί μου!» τον κατηγόρησε. «Ακριβώς», αποκρίθηκε αυτός, και το βλέμμα του έγινε πιο θερμό καθώς κατέβηκε στα φουσκωμένα στήθη της Άννας. «Ένα παιχνίδι δεν είναι όλα;» «Δεν... δεν καταλαβαίνω...» Τα λόγια του έκρυβαν ένα σεξουαλικό υπονοούμενο που φοβόταν να μαντέψει. «Θα καταλάβεις». Το χαμόγελό του ήταν νωχελικό, την ξελόγιαζε. «Έλα δω». Η Άννα τον κοίταξε μαρμαρωμένη. «Έλα εδώ», ξαναείπε αυτός, πιο επιτακτικά. Η Άννα δίστασε. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Απ’ τη μια είχε


201

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

συμφωνήσει στην παρανοϊκή πρότασή του, κι απ’ την άλλη δεν ήταν διατεθειμένη να παίξει μαζί του τέτοια παιχνίδια. Απ’ τη μια την τραβούσε ένας αχαλίνωτος πόθος - κι απ’ την άλλη ο φόβος. «Έλα εδώ, Άννα», ξαναείπε απειλητικά εκείνος. Εκείνη σταύρωσε αμυντικά τα χέρια στο στήθος της και πήγε κοντά του. Ο Ντομ έσυρε το δάχτυλό του στο μάγουλό της. «Μη...» κατάφερε να παρακαλέσει εκείνη, χωρίς να το εννοεί απόλυτα. «Σσς...». Ο δείκτης του κατέβηκε στο λαιμό της. Η Άννα έτρεμε ολόκληρη, ανάσαινε βαριά, έσφιγγε όσο πιο δυνατά μπορούσε τα μπούτια της. Πονούσε από τον πόθο. Μα πώς μπορούσε να την κάνει να τον θέλει τόσο πολύ, κάνοντας τόσο λίγα; Εκείνος την κατάλαβε. «Παράτα τα, Άννα», μουρμούρισε. «Ό... όχι», είπε κι έγλειψε τα χείλη της. Ο Ντομ την κοίταξε χαμογελώντας. Το δάχτυλό του σύρθηκε στην κλείδα της. Η Άννα έπιασε τον εαυτό της να κοιτάζει το στόμα του. Να συλλογίζεται το φιλί του. Το δάχτυλό του κατέβηκε ακόμα πιο κάτω. Η γυναίκα τεντώθηκε κοιτάζοντάς το. Ήξερε πού πήγαινε κι ήθελε απελπισμένα να της αγγίξει το στήθος. Κι εξίσου απελπισμένα ήθελε να μην το κάνει. Το δάχτυλό του ταξίδευε στο γυμνό της δέρμα πάνω από τη δαντέλα της καμιζόλας της. Αργά, κατέβηκε ακόμα πιο κάτω, στην καμπύλη του στήθους της. Η Άννα δαγκώθηκε για να μη φωνάξει. Ήθελε να σπρώξει μόνη της το στήθος της μέσα στη χούφτα του. Και ξαφνικά, τ’ ακροδάχτυλά του άγγιξαν τη θηλή της που πονούσε απ’ τον πόθο. Της ξέφυγε ένα βογκητό που την έπνιξε. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Ήταν παράδεισος. Ήταν κόλαση. «Άννα...» Τα σαγόνια του Ντομ ήταν σφιγμένα. Τα χρυσαφιά του μάτια έκαιγαν. «Χαλάρωσε. Ξέρουμε κι οι δυο πως το θέλεις». Έτριψε ξανά τη θηλή της με το δάχτυλό του. Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Δεν μπορούσε να μιλήσει.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

202

Το δάχτυλό του συνέχισε να την ερεθίζει, να τη βασανίζει. «Ψεύτρα», ψιθύρισε εκείνος. Η Άννα έγλειψε τα ξεραμένα της χείλη. «Σταμάτα». «Γιατί;» Η παλάμη του χούφτωσε κατακτητικά το στήθος της. «Έχουμε κάνει μια συμφωνία. Θυμάσαι;» Έσκυψε κι άγγιξε με την άκρη της γλώσσας του τη θηλή της, πάνω από το λεπτό ύφασμα. Η Άννα έβγαλε ένα κοφτό βογκητό. Ο Ντομ τη μιμήθηκε και συνέχισε να υγραίνει τη σκληρή θηλή. Η Άννα έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα χέρια της. Την πλημμύριζε η ηδονή. Φούσκωνε μέσα της ξανά και ξανά, σε κύματα που δεν μπορούσε να καταπολεμήσει. Ξαφνικά, ο Ντομ κατέβασε με μια κίνηση την καμιζόλα ως τη μέση της, σκίζοντας την. Κι ορμητικά, πήρε το σκληρό της στήθος στο στόμα του. «Ντομ!» φώναξε η Άννα. Τα χέρια της ανέβηκαν ανεξέλεγκτα και χούφτωσαν το κεφάλι του. Εκείνος γέλασε βραχνά. Όταν έπαψε να την πιπιλάει, η Άννα δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Αν δεν τη συγκρατούσε ο Ντομ, θα έπεφτε στο πάτωμα. Άνοιξε τα μάτια της βαριανασαίνοντας. Το ίδιο βαριανάσαινε κι αυτός. Το καυτό, σκληρό φύλο του παλλόταν στην κοιλιά της πάνω από το λεπτό ύφασμα του εσωρούχου της. Η Άννα δεν μπορούσε πια να μιλήσει, δεν μπορούσε να κινηθεί. «Ναι», είπε βραχνά ο Ντομ. «Έτσι νιώθω κι εγώ». Και κόλλησε τα χείλη του στα δικά της σ’ ένα ατέλειωτο φιλί. Απότομα, τη σήκωσε στα χέρια του και την κουβάλησε στο κρεβάτι και, πριν καν η πλάτη της ακουμπήσει στο στρώμα, το στόμα του είχε αρπάξει ξανά υγρό τη θηλή της ρουφώντας, τραβώντας, γλείφοντας. Η Άννα χτυπιόταν, προσπαθούσε ν’ ανασάνει, βογκούσε. Το γέλιο του Ντομ ακούστηκε θριαμβευτικό. «Άγγιξέ με, Άννα», την πρόσταξε γέρνοντας από πάνω της. Εκείνη τον κοίταξε άλαλη. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι είχε συμφωνήσει να κάνει ό,τι της ζητούσε. Άρα, είχε την τέλεια δικαιολογία να τον αγγίξει έτσι όπως ποθούσε από


203

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ώρα. Ακούμπησε λοιπόν την παλάμη της στο στέρνο του και χάιδεψε τους σκληρούς μυς του. Ο Ντομ βόγκηξε. Η Άννα κατέβασε το χέρι της στα πλευρά του, χάιδεψε το σφιχτό επίπεδο στομάχι του. «Ναι!» βόγκηξε ξανά εκείνος ανοίγοντας τα μάτια. «Πιο κάτω!» Η Άννα κατάλαβε επιτέλους και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Άγγιξέ με, γλυκιά μου», την πρόσταξε αυτός. Αμέσως όμως ο τόνος του άλλαξε και πρόσθεσε: «Σε παρακαλώ, Άννα». Το μυαλό της Άννας είχε πάψει πια να λειτουργεί. Τώρα την καθοδηγούσε ο διάβολος. Γλίστρησε το χέρι της προς τα κάτω, κι ακόμα πιο κάτω, μέχρι που άγγιξε το φουσκωμένο φύλο του πάνω από το μαλακό δέρμα του παντελονιού του. Ο Ντομ έριξε πίσω το κεφάλι κι ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό της, κάνοντάς τη να σφίξει τη στύση του. «Θεέ μου!» βόγκηξε και το μέτωπό του γέμισε κόμπους ιδρώτα. Η Άννα είχε μαγευτεί από την αίσθηση της στάσης του μέσα στο χέρι της κι από τη θέα του κορμιού του που τεντωνόταν σαν τόξο από πάνω της. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι εκείνη τον είχε κάνει έτσι. Βαριανασαίνοντας, άπλωσε τ’ άλλο της χέρι και του χάιδεψε το στήθος. Κοιτάχτηκαν. Την επόμενη στιγμή εκείνος άνοιγε το παντελόνι του. Η Άννα κοίταζε μαγεμένη. Το πέος του ήταν μια μάζα φουσκωμένων μυών με ολοστρόγγυλη κορφή. Με μια κλοτσιά ο Ντομ πέταξε το παντελόνι του στο πάτωμα και της άνοιξε τα πόδια. Η Άννα τον ήθελε. Τρομερά. Ο Ντομ γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της. «Να τι μου κάνεις», της είπε, και με μια κίνηση της έβγαλε το εσώρουχο. Η Άννα ένιωσε να την πλημμυρίζει κάτι απόλυτα πρωτόγονο κι άπλωσε τα χέρια της να τον πιάσει. Ο Ντομ όμως, αντί να χώσει το κορμί του μέσα στο δικό της, έσκυψε κι αναζήτησε το φύλο της με το στόμα του.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

204

Η Άννα βόγκηξε δυνατά. Η γλώσσα του σύρθηκε πάνω στα φουσκωμένα χείλη του αιδοίου της κι ύστερα βούτηξε ανάμεσά τους. Απαλά, πολύ απαλά, άρχισε να πιπιλάει την κλειτορίδα της. Η Άννα χτυπιόταν στο κρεβάτι, προσπαθούσε ν’ ανασάνει. Εκείνος τραβήχτηκε, χαμογέλασε κοιτάζοντας τη φύση της κι ύστερα έσυρε πάνω της την άκρη της γλώσσας του. Η Άννα ύψωσε τη λεκάνη της στον αέρα κι ένα βαθύ μουγκρητό ξέσκισε το στήθος της. Και την ίδια στιγμή το στόμα του βρέθηκε ξανά κολλημένο πάνω της. «Ντομ...» ψέλλισε η Άννα θέλοντας να τον σπρώξει μακριά και να τον τραβήξει ταυτόχρονα πάνω της. «Δεν τελειώσαμε ακόμα, Άννα», είπε εκείνος κι έχωσε τα δάχτυλά του βαθιά μέσα της, ενώ ταυτόχρονα η γλώσσα του, πολύπειρη και πονηρή, έγλειφε κι ύγραινε τα χείλη της. Τα δάχτυλα της Άννας άρπαξαν τα μαλλιά του με δύναμη κι άρχισε να χτυπιέται στο κρεβάτι νιώθοντας να την καίνε παντοδύναμες φλόγες. «Όχι ακόμα», είπε ο Ντομ και σύρθηκε πάνω της. Εκείνη έχωσε τα νύχια της στους ώμους του, του έγδαρε την πλάτη, κλαψούρισε ικετευτικά: «Σε παρακαλώ!...» Το χαμόγελό του έλαμψε θριαμβευτικό και το στόμα του κόλλησε στο δικό της αναγκάζοντάς τη ν’ ανοίξει τα χείλη της. Η Άννα του ανταπέδωσε πειναλέα το φιλί του. Εκείνος τραβήχτηκε μ’ έναν πνιγμένο ήχο, μισό βογκητό μισό γέλιο. Τεντώθηκε από πάνω της, στηριγμένος στα μπράτσα του που οι μύες τους πετάγονταν σαν βράχοι κι έτριψε την άκρη του πέους του στο υγρό, πρησμένο φύλο της. Η Άννα φώναξε δυνατά. «Ναι, γλυκιά μου, ξέρω», είπε εκείνος μέσα από τα σφιγμένα δόντια του και συνέχισε να κινείται αργά πάνω της. Το μυαλό της Άννας άδειασε. Ένιωσε χιλιάδες άστρα να εκρήγνυνται μέσα στο κεφάλι της. «Ντοοομ!» «Ξέρω, ξέρω... Έλα, Άννα, έλα».


205

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Το πέος του είχε γίνει ένα όργανο υπέροχου βασανισμού. Ένα βαθύ βογκητό τής ξέσκισε το στήθος κι άρχισε να κλαψουρίζει. Τότε η γλώσσα του Ντομ όρμησε ξανά στη θηλή της. Η Άννα δεν κρατήθηκε άλλο κι άρχισε να ουρλιάζει. Τη στιγμή που έφτανε στον οργασμό, ο Ντομ χώθηκε σαν μαχαίρι μέσα της. Γρήγορα, σκληρά. Η Άννα έκλαψε καθώς την έπνιξε άλλο ένα κύμα ηδονής, πιο έντονο από το προηγούμενο. Ο ρυθμός του Ντομ έγινε πιο γρήγορος. «Να πάρει, να πάρει, δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο», ψιθύρισε στ’ αυτί της και τα χείλη του κόλλησαν στα δικά της. Η Άννα του ανταπέδωσε το φιλί και τούτη τη φορά, καθώς το πέος του χωνόταν βαθιά μέσα της, του άνοιξε εκείνη τα χείλη, έχωσε τη γλώσσα της στο στόμα του, βρήκε τη δική του και τη ρούφηξε. Τον ήθελε ολόκληρο μέσα της. Κι άλλο, κι άλλο. Τον ρούφηξε ακόμα πιο δυνατά. Κι εκείνος άφησε ένα λυγμό και φώναξε τ’ όνομά της. Η Άννα ήταν μισοβυθισμένη σε λήθαργο όταν ο Ντομ τράβηξε το χέρι του από κάτω από τη μέση της κι ανασηκώθηκε. Την ίδια στιγμή εκείνη συνήλθε εντελώς. Άρχισε να σκέφτεται και να συνειδητοποιεί τι είχε συμβεί, αλλά και πόσο είχε συμμετάσχει η ίδια στην ερωτική πράξη. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα. Ο Ντομ καθόταν δίπλα της και κοίταζε βλοσυρά το κενό. Ανασηκώθηκε κι εκείνη αργά, βρήκε το πλεχτό κάλυμμα του κρεβατιού και σκεπάστηκε μέχρι το λαιμό. Είχε κοκκινίσει, μα ήξερε πολύ καλά πως ήταν λίγο αργά για ντροπές. Ο Ντομ στράφηκε και την κοίταξε. Η Άννα ένιωσε τα μάγουλά της να την καίνε. Το βλέμμα του ήταν έντονο, αλλά ήρεμο. Και αινιγματικό. Η Άννα δεν μπορούσε να το αποκρυπτογραφήσει, να καταλάβει τι σκεφτόταν. Κοίταξε κλεφτά την κλειδωμένη πόρτα. Δεν μπορεί να ήθελε στ’ αλήθεια ο Ντομ να μείνουν κλειδωμένοι εκεί μέσα μια ολόκληρη εβδομάδα. Ξαφνικά, ο Ντομ έσκυψε και τη φίλησε δυνατά. Όταν τραβήχτηκε, το βλέμμα του πετούσε φλόγες.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

206

«Άννα, δεν ξέρω τι στο διάβολο συμβαίνει εδώ πέρα, πάντως κάτι συμβαίνει!» Η Άννα δεν τολμούσε ούτε να συμφωνήσει ούτε να του αντιμιλήσει. «Ωστόσο, τούτη τη στιγμή δεν δίνω δεκάρα για ό,τι κι αν συμβαίνει», συνέχισε εκείνος πιάνοντας το πρόσωπό της και με τα δυο του χέρια. «Θα σου κάνω έρωτα όλη τη νύχτα», κατέληξε βραχνά. Η Άννα σκέφτηκε για μια στιγμή ότι έπρεπε να του αντισταθεί ή τουλάχιστον να προσποιηθεί ότι του αντιστέκεται. Του χρωστούσε όμως μια εβδομάδα. Ποιο το όφελος λοιπόν; Κι ιδίως τώρα που εκείνος συδαύλιζε με τα φιλιά του τη φωτιά που απλωνόταν ολοταχώς στο κορμί της. Ο Ντομ. την έριξε στα μαξιλάρια. Τα χέρια και το στόμα του άρχισαν να ταξιδεύουν με σιγουριά στο κορμί της. Η Άννα περπατούσε στη μεγάλη αυλή μόνη της. Ο ήλιος έλαμπε λαμπρός διαλύοντας τα κουρελιασμένα σύννεφα. Λες κι η χτεσινή καταιγίδα ήταν ένα όνειρο. Η γυναίκα δεν φορούσε καπέλο, και το αεράκι έπαιζε με τα μαλλιά της, φέρνοντάς τα στο πρόσωπό της. Κόντευε μεσημέρι, κι η Άννα κοκκίνισε σαν συλλογίστηκε γιατί είχε παρακοιμηθεί. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει γοργά στη σκέψη της περασμένης νύχτας. Ήταν σαν να ήθελε να πει ένα τραγουδάκι. Η Άννα προσπάθησε να καταπνίξει τον ενθουσιασμό της. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι είχε περάσει τη νύχτα με τον Ντομ απλώς και μόνο για να εκπληρώσει την αλλόκοτη συμφωνία τους, για να φύγει ο Ντομ μακριά από το Γουέιβερλι Χολ κι εκείνη. Για κανέναν άλλο λόγο. Όσο όμως κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως έτσι είχαν τα πράγματα, αισθανόταν μια παράξενη χαρά. Κι αναρωτιόταν πού να ήταν εκείνος. Δεν τον είχε καταλάβει όταν έφυγε από το κρεβάτι. Ο Τόμας της είπε ότι ο κύριός του είχε βγει βόλτα με τ’ άλογο από νωρίς. Την είχε ξεγελάσει. Η πόρτα του δωματίου δεν ήταν κλειδωμένη:


207

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

το πρωί έμαθε ότι η κλειδαριά ήταν από καιρό χαλασμένη. Μια πυρετική ένταση κυρίευσε ξαφνικά το κορμί της. Τη χτεσινή νύχτα θα τη θυμόταν μέχρι το θάνατό της. Κι αντίθετα απ’ ό,τι περίμενε, ο Ντομ δεν της είχε ζητήσει και πολλά. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας φιλώντας τη, χαϊδεύοντάς τη, δοκιμάζοντας τις αισθήσεις της. Με δυο λόγια, ικανοποιώντας εκείνη. Σαν να μην τη χόρταινε. Σαν να τον έκαιγε έρωτας βαθύς για εκείνη. Η Άννα προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της. Δεν έπρεπε να ξεχνάει τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια. Δεν έπρεπε να ξεχνάει ότι ο Ντομ ήταν έμπειρος στον έρωτα. Και πάνω απ’ όλα, δεν έπρεπε να ξεχνάει ότι εκείνη είχε κάτι που ήθελε ο Ντομ. Κατά πάσα πιθανότητα, το Γουέιβερλι Χολ ήταν πολύ πιο δυνατό αφροδισιακό από το κορμί της. Μια φωνούλα όμως την ταλαιπωρούσε ρωτώντας συνέχεια μέσα της: Κι αν; Κι αν τον έτρωγε ο πόθος του γι’ αυτήν; Κι αν την αγαπούσε; Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα και στάθηκε δίπλα σ’ ένα μικρό περιφραγμένο χώρο όπου έβοσκαν δυο άλογα. Δεν έπρεπε ν’ αφήσει τη σκέψη της ν’ ακολουθήσει ξανά τούτα τα μονοπάτια. Έπρεπε να μείνει προσγειωμένη στην πραγματικότητα και να μη φέρεται χαζά. Να θυμάται τι ήθελε, γιατί είχε έρθει στο Κάστρο Τάβαλον. Αυτό που ήθελε, ήταν να φύγει ο Ντομ μακριά από το Γουέιβερλι Χολ. Κι από εκείνη. Ένα από τα άλογα ύψωσε το κεφάλι του και χλιμίντρισε σιγανά. «Γεια σου, αγόρι μου», του είπε απαλά η Άννα. Το άλογο την κοίταξε με τα μεγάλα φωτεινά του μάτια. Η Άννα το πλησίασε. Μακάρι να είχε κανένα μήλο ή κάποια άλλη λιχουδιά να του δώσει. Ακούμπησε στον ξύλινο φράχτη - και ξαφνικά θυμήθηκε τον κομμένο αναβολέα που είχε βρεθεί στο μπαούλο της. Στην ανάμνησή του ταράχτηκε. Δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος της υπενθύμιζε με τέτοιο τρόπο το ατύχημά της. Επρόκειτο για πολύ κακόβουλη χειρονομία. Μια χυδαία φάρσα, σίγουρα ήταν φάρσα. Παρ’ όλα αυτά, η Άννα ανησυχούσε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

208

Πιέστηκε να σκεφτεί πιο ευχάριστα πράγματα. Κοίταξε γύρω της. Γυμνοί βραχώδεις λόφοι τριγύριζαν το Κάστρο Τάβαλον. Υγροί ακόμα από τη χτεσινή καταιγίδα, αλλού χάνονταν στις σκιές κι αλλού αστραφτοκοπούσαν στη λιακάδα. Στην ανατολική πλευρά του κάστρου απλωνόταν το απέραντο γαλάζιο της Βόρειας Θάλασσας. Ο Ντομ δεν φαινόταν πουθενά. Η Άννα τον ζήλευε, το πρωινό ήταν πανέμορφο, ό,τι πρέπει για ιππασία. Της ήρθε μια συναρπαστική ιδέα. Γιατί να μην πάει να τον βρει; Μετά τα χτεσινοβραδινά, αποκλείεται να έβρισκε ενοχλητική την παρέα της. Στο κάτω κάτω της γραφής, του χρωστούσε ολόκληρη την εβδομάδα. Κι εδώ, στις ερημιές της Σκοτίας, μπορούσε να καβαλήσει αντρικά. Γύρισε βιαστικά στο κάστρο ν’ αλλάξει, και λίγα λεπτά αργότερα, ντυμένη μ’ ένα σκούρο γκρι σύνολο ιππασίας, ανέβαινε σ’ έναν ωραίο ψαρή κι απομακρυνόταν από το κόκκινο κάστρο και τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Έλεγε συνέχεια στον εαυτό της πως δεν είχε χαθεί. Βέβαια, είχε σκοπό να μη χάσει από τα μάτια της το κάστρο, αλλά το ένα μονοπάτι την οδηγούσε στο άλλο, κι ύστερα σ’ ένα άλλο, και δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στην κορυφή του πιο κοντινού λόφου. Η Άννα σταμάτησε τον ψαρή και κοίταξε γύρω της. Λόφοι και φαράγγια απλώνονταν προς κάθε κατεύθυνση, η θάλασσα βρισκόταν ίσια μπροστά της αστραποβολώντας στη λιακάδα, αλλά το κόκκινο κάστρο του Τάβαλον δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε κι ο Ντομ φαινόταν πουθενά. Χαζομάρα της που πίστεψε ότι θα μπορούσε να τον βρει σ’ αυτές τις ερημιές. Ανατρίχιασε. Εκτός από μερικά πρόβατα κι ένα κοράκι, δεν είχε δει ψυχή. Δίστασε. Μάλλον έπρεπε να γυρίσει προς τα πίσω. Προσανατολιζόταν πολύ εύκολα, κι είχε φροντίσει να διαλέγει πάντα το δεξί μονοπάτι όποτε έφτανε σε κάποια διασταύρωση. Άρα, δεν θα ήταν δύσκολο να επιστρέφει στο κάστρο. Ωστόσο δεν σπιρούνισε το άλογό της. Κάτι την ενοχλούσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ανησυχούσε μήπως χαθεί ή αν τη


209

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

δυσαρεστούσε κάτι άλλο. Άσε που ένιωθε ότι δεν ήταν πια μόνη. Οι τρίχες στο σβέρκο της σηκώθηκαν καθώς ο ψαρής της χλιμίντρισε. Η Άννα ένιωθε πως κάποιος την παρακολουθούσε. Μα αυτό ήταν γελοίο. Αν υπήρχε κάποιος εκεί γύρω, αυτός θα ήταν ο Ντομ. Κι ο Ντομ θα τη φώναζε αμέσως. Έβαλε το άλογό της να κάνει ένα μικρό κύκλο και κοίταξε ένα γύρω. Κανείς. Ο ήλιος μόνο κι ο ουρανός κι η θάλασσα, κι η ατέλειωτη λιτανεία των γυμνών λόφων. Απογοητευμένη που δεν είχε βρει τον Ντομ, γύρισε το άλογό της προς τα πίσω. Τώρα πια εκείνος θα είχε γυρίσει στο κάστρο. Έβαλε το άλογο να προχωρήσει με ελαφρό τροχασμό κι αμέσως ένιωσε πάλι ότι την παρακολουθούν. Λες και κάποιο βλέμμα ήταν καρφωμένο στην πλάτη της. Και το άλογό της χλιμίντρισε ξανά, τεντώνοντας τ’ αυτιά του. Η καρδιά της Άννας άρχισε να χτυπάει δυνατά. Προς στιγμήν της φάνηκε πως είδε έναν άλλο καβαλάρη να προ-χωράει παράλληλα μ’ αυτή σε μια κοντινή ράχη. Μα δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι που έπαιζαν οι σκιές. Ήταν ολομόναχη. Αναστέναξε με ανακούφιση. Άδικα είχε τρομάξει. «Πάμε σπίτι, φίλε», είπε στο άλογο. «Αρκετά κράτησε αυτή η ανοησία». Και τότε μια φιγούρα εμφανίστηκε πίσω από μια σειρά βράχων στη διπλανή ράχη. Η Άννα πάγωσε. Τούτη τη φορά ήταν σίγουρη πως επρόκειτο για καβαλάρη που βρισκόταν γύρω στα οκτακόσια μέτρα πίσω της. «Ντομ;» μουρμούρισε αβέβαια η Άννα. Δίστασε μια στιγμή κι ύστερα σήκωσε το χέρι της και το κούνησε. Την ίδια στιγμή όμως ο καβαλάρης εξαφανίστηκε πίσω από κάτι βράχους. Η Άννα πίεσε το άλογό της να τρέξει. Αν ήταν ο Ντομ, θα την είχε πλησιάσει. Αλλιώς... Αν της ριχνόταν κάποιος κακός ξένος, δεν υπήρχε κανένας για να τη βοηθήσει. Κοίταξε πίσω της, και είδε ξεκάθαρα έναν καβαλάρη πάνω σ’ έναν ντορή να βρίσκεται τώρα στο ίδιο μονοπάτι με αυτήν και να την ακολουθεί διατηρώντας πάντα την ίδια απόσταση.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

210

Τούτη τη φορά τρομοκρατήθηκε. Πίεσε το άλογό της να τρέξει κι άλλο. Ο καβαλάρης αύξησε κι αυτός την ταχύτητά του. Η Άννα χτύπησε τα πλευρά του αλόγου με το μαστίγιό της, κι εκείνο ρίχτηκε σ’ ένα γρήγορο καλπασμό, κατεβαίνοντας το στενό, στριφογυριστό κι απότομο μονοπάτι. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της, μα ο καβαλάρης είχε εξαφανιστεί ξανά. Ιδρωμένη, η Άννα έκοψε την ταχύτητα του αλόγου της. Στο μυαλό της ήρθε η εικόνα του κομμένου αναβολέα. Και το καρβουνιασμένο τριαντάφυλλο. Δυο υπενθυμίσεις για τα ατυχήματα που της είχαν συμβεί. Ο ψαρής της σκόνταψε κάπου κι η Άννα μόλις που πρόλαβε να κρατηθεί και να μην εκσφενδονιστεί πάνω από το κεφάλι του. Αν δεν πήγαινε πιο αργά, σκάφτηκε, μπορεί να της συνέβαινε κι άλλο ατύχημα. Κοίταξε γύρω της. Ο άλλος καβαλάρης είχε εξαφανιστεί. Δεν φαινόταν πουθενά. Μήπως ήταν όλα της φαντασίας της; Τα έβαλε με τον εαυτό της. Ήταν γελοίο να σκέφτεται ότι η φωτιά στο δωμάτιό της και η αφηνίαση του Μπλέιζ δεν ήταν ατυχήματα, μια σειρά αλλόκοτων συμπτώσεων. Κανείς δεν μπορεί να ήθελε το κακό της. Δεν είχε εχθρούς. Κι έπειτα... Ορίστε, τώρα δεν την ακολουθούσε κανείς. Και τότε, είδε με απέραντη ανακούφιση τον κόκκινο πύργο του Κάστρου Τάβαλον. Προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα της, οδήγησε γρήγορα το άλογό της προς τα κει. Κι έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της. Η σιλουέτα ενός καβαλάρη διαγραφόταν στον ορίζοντα.


211

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

17

Ο Πάτρικ μπήκε με γρήγορα, οργισμένα βήματα στο Πανδοχείο του Κόκκινου Ελαφιού. Ο καμπουριασμένος πανδοχέας έκανε να του χαμογελάσει, αλλά σταμάτησε βλέποντας την έκφρασή του. Του έδωσε το κλειδί του δωματίου του κι ο Πάτρικ το άρπαξε χωρίς να σταθεί, και όρμησε στις σκάλες που οδηγούσαν στο μικρό δωμάτιο που είχε νοικιάσει. Μπήκε και κοπάνησε δυνατά την πόρτα πίσω του. Τέσσερα χρόνια, συλλογίστηκε οργισμένα καθώς βημάτιζε σαν θηρίο στο κλουβί. Τέσσερα χρόνια βρισκόταν εκεί, δίπλα της, πραγματοποιώντας κάθε της επιθυμία, παρηγορώντας τη, φροντίζοντας την, αγαπώντας την. Και ορίστε. Όλα είχαν πάει χαμένα. Εκείνος ο καταραμένος ο Ντόμινικ είχε εισβάλει ξανά στη ζωή της, σβήνοντας με μια κοντυλιά το παρελθόν. Στριφογύρισε μανιασμένος και πέταξε το κλειδί του στον τοίχο. Πότε θα συνειδητοποιούσε η Άννα πως ο Ντομ ήταν άθλιος στις σχέσεις του με τις γυναίκες; Ένας εγωιστής, συμφεροντολόγος, αναξιόπιστος; Αλαζόνας και ματαιόδοξος; Θεέ μου, του ερχόταν να ξεριζώσει τα μαλλιά του, ν’ αρχίσει να ουρλιάζει σαν λύκος κάτω από το φεγγάρι. Χρόνια τώρα αγαπούσε την Άννα. Εκείνη όμως είχε ερωτευτεί τον Ντομ από την πρώτη στιγμή που τον είδε, πριν από δέκα χρόνια, τότε που είχε έρθει σαν ένα πνιγμένο στο κλάμα ορφανό. Ο Ντομ, βέβαια, ούτε που την είχε προσέξει. Στην αρχή σπούδαζε, ύστερα είχε επιλέξει να ζήσει στο πολυτελέστατο σπίτι του στο Λονδίνο. Κι ο Πάτρικ ζούσε στο Λονδίνο τότε, αλλά σε ένα μικρό διαμερισματάκι για εργένηδες κι όχι σε κάποιο πολυτελές μέγαρο του Μέιφερ.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

212

Μέχρι που ο δούκας κάλεσε τον Ντομ και τον διέταξε ωμά να παντρευτεί. Συντροφιά με μια μπουκάλα κονιάκ, ο Ντομ εμπιστεύτηκε στον Πάτρικ όλες τις λεπτομέρειες. Του είπε πως αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε θα παντρευόταν, είχε αποφασίσει να κάνει ό,τι του έλεγε ο παππούς του. Ο Πάτρικ του είχε τονίσει ότι η αδερφή του, μια από τις βασίλισσες της ομορφιάς του καλού κόσμου, ήταν διαθέσιμη. Από την ένωσή τους, βλέπεις, θα ωφελούνταν όλοι στην οικογένειά του. Κι ο Ντομ διάλεξε αμέσως τη Φελίσιτι. Η επιλογή του δεν προκάλεσε καμία έκπληξη, την ήξερε από παιδί. Εκείνο το βράδυ, η οικογένεια Κόλινς το είχε γιορτάσει. Στο τέλος όμως ο Ντομ αντί να παντρευτεί τη Φελίσιτι, ξελόγιασε την Άννα. Κι ύστερα την παντρεύτηκε, και την εγκατέλειψε. Ο Πάτρικ δεν ήταν σίγουρος πότε ερωτεύτηκε την Άννα. Ίσως τον πρώτο χρόνο μετά το γάμο της, όταν ήταν απαρηγόρητη που την είχε εγκαταλείψει ο Ντομ. Για τέσσερα ατέλειωτα χρόνια, ο Πάτρικ περίμενε να ξεχάσει η Άννα τον Ντόμινικ Σεντ Τζορτζ και να διαλέξει εκείνον. Και σίγουρα θα τον διάλεγε. Κι ο Πάτρικ, για πρώτη φορά στη ζωή του, θα νικούσε σε κάτι τον Ντομ. Σ’ όλη του τη ζωή είχε ζήσει στη σκιά του Ντομ. Και στο πανεπιστήμιο, και στην κοινωνική ζωή. Μα τούτη τη φορά τα πράγματα θα γίνονταν διαφορετικά. Τούτη τη φορά ο Πάτρικ ήξερε πως η Άννα θα γινόταν δική του. Θα διάλεγε εκείνον. Θα το φρόντιζε αυτός. Έδωσε μια γροθιά σε μια κανάτα και την πέταξε στο πάτωμα, γεμίζοντας τον τόπο νερά. Η Άννα ήταν ακόμα ερωτευμένη με τον Ντομ. Αλλιώς, γιατί να έφευγε ταξίδι μαζί του; Ο Πάτρικ ένιωθε ν’ αρρωσταίνει από τα νεύρα του. Μα δεν θα το έβαζε κάτω ακόμα. Θα του την έπαιρνε την Άννα του Ντομ. Είχε προσπαθήσει να τη λογικέψει, μα δεν τα κατάφερε. Τώρα θα κατέφευγε σε άλλα μέσα για να την κάνει να δει πως ο Ντομ ήταν ένας απαίσιος, άκαρδος μπάσταρδος. Έσφιξε τις γροθιές του. Ήθελε να τον σκοτώσει τον Ντομ. Μα δεν


213

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

θα το έκανε βέβαια. Γιατί, όσο τον μισούσε, άλλο τόσο τον αγαπούσε. Σαν αδερφό του. Σήμερα όμως ήταν τόσο οργισμένος, που του ερχόταν να σκοτώσει και την Άννα.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

214

18

Η Άννα μαστίγωσε τον ψαρή της κι έσκυψε στο σβέρκο του. Πέτρες άρχισαν να πετιούνται από τις οπλές του στον απότομο κατήφορο. Το άλογο σκόνταψε ξανά κι η Άννα πιάστηκε από τη χαίτη του. Με την άκρη του ματιού της κοίταξε στο βάθος του γκρεμού στα δεξιά της, τους κοφτερούς βράχους στον πάτο του. Κλότσησε με τις φτέρνες της τα πλευρά του αλόγου, κάνοντάς το να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα. Δεν τολμούσε να κοιτάξει πίσω, για να δει αν ο καβαλάρης την ακολουθούσε ακόμα. Μα δεν χρειαζόταν κιόλας. Άκουγε τις οπλές ενός αλόγου να την πλησιάζουν όλο και πιο πολύ. Με την ψυχή στο στόμα, μαστίγωσε τρομοκρατημένη το άλογό της. «Άννα!» άκουσε δυνατή τη φωνή του Ντομ. Νόμισε πως παράκουσε. Ο Ντομ όμως φώναξε ξανά τ’ όνομά της, καθώς την έφτανε. Το χέρι του τινάχτηκε κι άρπαξε το χαλινάρι της, και τα δυο άλογα σταμάτησαν με βαριά πηδήματα στο στενό μονοπάτι. Ο Ντομ άφησε τον ψαρή της κι έφερε τον ντορή του κολλητά δίπλα της. Το γόνατό του χτύπησε πάνω στο μηρό της Άννας. «Μα τι στο διάβολο κάνεις;» φώναξε. Η Άννα τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, κι ύστερα έχωσε ανακουφισμένη το πρόσωπό της στην γκρίζα χαίτη του αλόγου της. «Τι σ’ έχει πιάσει και τρέχεις τόσο απρόσεκτα; Μπορούσατε να σκοτωθείτε κι εσύ και τ’ άλογό σου!» Η Άννα ανάσαινε βαριά. Ο σφυγμός της άρχισε να ηρεμεί και συνειδητοποίησε ότι έτρεμε. Θεέ μου! Τελικά ο Ντομ ήταν εκείνος που την ακολουθούσε, κι όχι κάποιος ξένος που ήθελε να της κάνει


215

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

κακό. Ίσιωσε το κορμί της και κατάφερε να του χαρίσει ένα αχνό χαμόγελο. «Δεν ήξερα πως είσαι εσύ», είπε. Εκείνος την κοίταξε νευριασμένα. «Πώς;» «Τρόμαξα», του εξήγησε η Άννα. «Νόμισα πως με ακολουθούσε κάποιος ξένος». Ψευτογέλασε, καταλαβαίνοντας ότι έκανε σαν υστερική. Τράβηξε τα μαλλιά της που είχαν λυθεί κι έπεφταν στο πρόσωπό της. Η έκφραση του Ντομ άλλαξε. «Αλλά ήσουν εσύ». Χαμογέλασε ξανά, πιο ζεστά τώρα κι έφερε το ένα της χέρι στην καρδιά της. «Αν το ήξερα, δεν θα έτρεχα έτσι... Τι χαζή που είμαι!» Ο Ντομ γύρισε και σάρωσε με το βλέμμα τους λόφους πίσω της. Η Άννα ταράχτηκε συνειδητοποιώντας ότι έψαχνε να βρει κάτι - ή κάποιον. Όταν όμως ο Ντομ στράφηκε ξανά προς το μέρος της, η Άννα ξέχασε όλους της τους φόβους. Πρέπει να είχε τα χάλια της, έτσι ξεχτένιστη και με τη ζακέτα της μισοξεκούμπωτη. Ωστόσο, το βλέμμα του Ντομ σύρθηκε αργά στο κοκκινισμένο πρόσωπό της και. στα μαλλιά της που τα ανακάτευε ο άνεμος, κι ύστερα στο στήθος της που φούσκωνε λαχανιασμένο, και στα πόδια της που διαγράφονταν κάτω από τη μαύρη φούστα της ιππασίας. Ένιωσε ένα ξαφνικό κάψιμο χαμηλά στην κοιλιά της κι όλοι οι μύες της τεντώθηκαν. Ντροπή! είπε μέσα της. Ξεδιάντροπη! «Είσαι καλά;» τη ρώτησε βραχνά ο Ντομ. Η Άννα κατένευσε σιωπηλή. Εκείνος έφερε ακόμα πιο κοντά τον ντορή του και με το γόνατό του έσπρωξε το μηρό της πιο ψηλά στη σέλα κοιτάζοντας τη διαπεραστικά. «Θεέ μου, νόμιζα πως θα τσακιζόσουν». Η Άννα ένιωσε κάτι σαν μαχαιριά όχι μόνο στο κορμί της, αλλά και στην ίδια την ψυχή της. Η ανησυχία και το ενδιαφέρον του Ντομ ήταν ολοφάνερα, αληθινά. Ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του, στον τόνο της φωνής του, στα μαγικά του μάτια. Νοιάζεται για


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

216

μένα, σκέφτηκε η γυναίκα. Νοιάζεται. Θεέ μου, νοιάζεται στ' αλήθεια. Το βλέμμα του Ντομ σκοτείνιασε απότομα. Έσκυψε προς το μέρος της και το μπράτσο του την αγκάλιασε σκληρό. Μισοσηκώνοντάς την από το άλογό της, την έφερε κοντά του και τη φίλησε. Η Άννα έκλεισε τα μάτια. Το στόμα του πίεζε το δικό της σκληρό, απαιτητικό, πεινασμένο. Η γλώσσα του χώθηκε στο δικό της κι η Άννα άφησε ένα βογκητό. Ύστερα εκείνος τραβήχτηκε κι η Άννα ξανακάθισε στη σέλα της παραζαλισμένη. Τον κοίταξε. Είχε τα δόντια του σφιγμένα και επιθεωρούσε με το βλέμμα το βραχώδη λόφο πίσω τους και το βαθύ φαράγγι δίπλα στο μονοπάτι. Η Άννα μάντεψε τι σκεφτόταν, γιατί το ίδιο σκεφτόταν κι αυτή. Στο πρόσωπο του Ντομ χαράχτηκε ένα στραβό χαμόγελο. «Πάμε πίσω», είπε. Η Άννα κατένευσε και μάζεψε τα γκέμια της. Μ α δεν κρατήθηκε και κοίταξε γύρω της, διαπιστώνοντας με λύπη ότι δεν υπήρχε ούτε μια τούφα γρασίδι που θα μπορούσε να τους χρησιμέψει για στρώμα. Μα τι της συνέβαινε; Φοβόταν και να το σκεφτεί. Καθώς όμως προχωρούσαν μπροστά αυτός και πίσω εκείνη προς το Κάστρο Τάβαλον, το βλέμμα της δεν ξεκολλούσε από τις φαρδιές του πλάτες. Η Άννα έβγαζε με τη βοήθεια της Μπελ τα ρούχα της ιππασίας κι η σκέψη της ταξίδευε στον Ντομ. Ούτε καν η πανάρχαια χάλκινη μπανιέρα που την περίμενε γεμάτη ζεστό νερό και μύριζε τριαντάφυλλα δεν μπορούσε να την αποσπάσει από τις λάγνες σκέψεις της. Όταν ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα, η Άννα μαρμάρωσε. Ήξερε ποιος ήταν. Κι αναρωτήθηκε γιατί είχε αργήσει τόσο. Η Μπελ έπνιξε ένα χαμόγελο και της έδωσε μια ρόμπα στο χρώμα του κρασιού. Εκείνη την τύλιξε στο γυμνό της κορμί κι έκανε νόημα στην καμαριέρα ν’ ανοίξει την πόρτα.


217

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Το βλέμμα του Ντομ καρφώθηκε πάνω της λες κι ήξερε ότι ήταν γυμνή κάτω από τη ρόμπα. Με μάτια που σπίθιζαν, τη ρώτησε τρυφερά: «Μπορώ να περάσω;» Το κορμί της Άννας έκαιγε, ήταν κιόλας έτοιμο να τον δεχτεί. Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός φιλιού, και μιας ένδειξης ενδιαφέροντος και των δικών της αμαρτωλών σκέψεων. Έκανε «ναι» με το κεφάλι, μόλις αντιλήφθηκε την Μπελ να βγαίνει από το δωμάτιο και να κλείνει την πόρτα πίσω της. Το βλέμμα του Ντομ έπεσε στην μπανιέρα. «Να μη σε διακόψω όμως», είπε. «Δεν με πειράζει», αποκρίθηκε η Άννα κι η φωνή της ακούστηκε τόσο βραχνή, που δεν την αναγνώρισε κι η ίδια. Έτρεμε ολόκληρη από προσμονή. Ο Ντομ ήρθε και στάθηκε μπροστά της. Κοιτάζοντάς την ίσια στα μάτια, της έλυσε τη ζώνη της ρόμπας της, που άνοιξε μονομιάς, αποκαλύπτοντας τα στήθη της, την κοιλιά της και το σκούρο τρίχωμα στο εφηβαίο της. Η Άννα το ήξερε, μα δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. Το βλέμμα του Ντομ όμως ταξίδευε παντού στο κορμί της. Με σφιγμένα δόντια, της χάιδεψε απαλά το μάγουλο. «Μ’ έκανες ν’ ανησυχήσω», είπε. Η Άννα ξεροκατάπιε. Δεν της έβγαινε φωνή για ν’ απαντήσει. «Άννα, είσαι τόσο όμορφη...» ψιθύρισε βραχνά εκείνος. Η Άννα χαμογέλασε κι ακούμπησε το μάγουλό της στη χούφτα του. Ήξερε πως δεν ήταν όμορφη, μα από χτες το βράδυ αισθανόταν σαν να ’ταν η πιο υπέροχη γυναίκα της πλάσης. «Ντομ...» Το χέρι εκείνου κατέβηκε στο λαιμό της, στο στήθος της, χούφτωσε το ένα της στήθος. Η Άννα δαγκώθηκε για να μην αρχίσει να βογκάει. Αμέσως μετά τα χέρια του άδραξαν σφιχτά τους γλουτούς της και την έσυραν πάνω του. Τη φίλησε με την ίδια άγρια πείνα που είχε δείξει και πριν, έξω στους λόφους. Η Άννα του ανταπέδωσε το φιλί


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

218

του με την ίδια ορμή. Τα δόντια τους χτύπησαν, κι η Άννα του δάγκωσε το κάτω χείλι απαλά στην αρχή, άγρια στη συνέχεια. Ο Ντομ έσφιξε ακόμα πιο πολύ τους γοφούς της και ζούληξε την κοιλιά και το εφηβαίο της πάνω στο φουσκωμένο φύλο του. Χωρίς να το καταλάβει, η Άννα βρέθηκε στο κρεβάτι, με τον Ντομ από πάνω της. Συνειδητοποίησε ότι εκείνη ήταν ολόγυμνη, ενώ εκείνος ντυμένος. Οι δερμάτινες μπότες του έγδερναν τις γάμπες της, το δερμάτινο παντελόνι του χάιδευε ερεθιστικά τους μηρούς της, το μάλλινο σακάκι του ερέθιζε τα μπράτσα και τα στήθη της. Οι θηλές της σκλήρυναν κι άρχισε να χτυπιέται από κάτω του. Τα χείλη τους ήταν πάντα ενωμένα, οι γλώσσες τους πολεμούσαν κι αγκαλιάζονταν. Ο Ντομ έσπρωξε με δύναμη το πόδι του ανάμεσα στα δικά της. Η Άννα άρχισε να τρίβεται πάνω στο μαλακό δέρμα του παντελονιού του βγάζοντας φωνές γεμάτες πόθο, αναζητώντας την έκσταση. Λαχανιασμένος, ο Ντομ τράβηξε το στόμα του από το δικό της. «Άννα, με διαλύεις», είπε με κομμένη ανάσα. Η Άννα δεν κατάλαβε τι εννοούσε. Μ α ούτε και την ένοιαζε. Εκείνος άρχισε να γεμίζει με φιλιά τα στήθη, τις θηλές της, την απαλή κοιλιά της. Καθώς σερνόταν προς τα κάτω, το μαλλί του σακακιού του και το δέρμα του παντελονιού του την έγδερναν ηδονικά, την ερέθιζαν. Τη στιγμή που το στόμα του έφτασε στο αιδοίο της, η Άννα βόγκηξε δυνατά και τέντωσε σαν τόξο το κορμί της ανεβάζοντας ψηλά τη λεκάνη της. Κι εκείνος βρήκε το εξόγκωμα που γύρευε και το ρούφηξε. «Συγχώρα με, Άννα», μούγκρισε ξαφνικά, πετάχτηκε όρθιος κι έβγαλε το παντελόνι του. «Δεν χρειάζεται να σου συγχωρήσω τίποτα», βόγκηξε εκείνη κι έπιασε το φύλο του. Εκείνος μούγκρισε ξανά καθώς το πέος του πετιόταν στητό έξω από το δερμάτινο παντελόνι του. «Έρχομαι», την προειδοποίησε. Η Άννα σήκωσε τα χέρια της και πιάστηκε από το κεφαλάρι του κρεβατιού. Κι έβγαλε μια δυνατή φωνή καθώς εκείνος χωνόταν δυνατά, βαθιά μέσα της, ανασηκώνοντάς την απ’ το κρεβάτι.


219

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Πέρασε πάρα πολλή ώρα μέχρι να θυμηθούν το έτοιμο λουτρό. Μα τότε πια το αρωματισμένο νερό είχε παγώσει κι ο ουρανός έξω ήταν κατασκότεινος. Ο Ντομ είχε το βλέμμα του καρφωμένο στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι. Εκτός από τη λάμψη της φωτιάς, η μεγάλη σάλα ήταν σκοτεινή, βυθισμένη στη σιωπή. Ο Ντομ δεν μπορούσε να κοιμηθεί, πράγμα παράξενο έπειτα από τις σεξουαλικές υπερβολές της χτεσινής νύχτας και της σημερινής μέρας. Η ανησυχία του όμως τον κρατούσε ξύπνιο. Είχε στ’ αλήθεια παρακολουθήσει κάποιος την Άννα σήμερα; Μάλλον της φαντασίας της ήταν. Δεν γινόταν μάλιστα να είχε δει ούτε εκείνον, μια που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Κι ο ίδιος δεν είχε δει κανέναν άλλο καβαλάρη στους λόφους. Η Άννα όμως είχε τρομοκρατηθεί - κι η Άννα ήταν πολύ λογική γυναίκα. Ο Ντομ μόρφασε καθώς θυμήθηκε τα δυο «ατυχήματα» που της είχαν συμβεί. Μπορεί λοιπόν κάποιος να την είχε παρακολουθήσει και τώρα. Οπωσδήποτε, ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο: κάποιος ήθελε να την τρομάξει ή να τη βλάψει. Ίσως ακόμα και να τη σκοτώσει. Οι σκέψεις αυτές τον έκαναν έξω φρενών. Όποιος κι αν βρισκόταν πίσω από τα «ατυχήματα» και τη σημερινή παρακολούθηση, θα το πλήρωνε ακριβά. Θα το φρόντιζε ο ίδιος ο Ντομ. Αύριο θα πήγαινε στο χωριό και θα έκανε μερικές ερωτήσεις δεξιά κι αριστερά. Ήδη είχε αναθέσει στον Γουίλι, τον αρχισταβλίτη του, να κάνει μια διακριτική έρευνα στο Γουέιβερλι Χολ. Δεν ήθελε να ανησυχήσει τον παππού του, αλλά σκεφτόταν πως ο πιο πιθανός ένοχος ήταν η Φελίσιτι. Αν τους είχε ακολουθήσει εδώ πέρα, θα την ξετρύπωνε εύκολα. Ήταν πολύ νέα και όμορφη για να περάσει απαρατήρητη στο χωριό. Αλλά πάλι, δεν θα τον ειδοποιούσε ο Μπλέικ αν η Φελίσιτι τους ακολουθούσε στη Σκοτία; Ο Ντομ είχε την αίσθηση πως κάτι του ξέφευγε, κάποιο στοιχείο που βρισκόταν ίσως κάτω από τη μύτη του. Όπως κι αν είχε το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

220

πράγμα όμως, δεν θα μοιραζόταν τις υποψίες του με την Άννα. Δεν ήθελε να την τρομοκρατήσει τώρα που άρχιζε να νιώθει άνετα μαζί του. Μετακινήθηκε πάνω στο σκληρό του κάθισμα. Το σκοτσέζικο ουίσκι που είχε βάλει έμενε ανέγγιχτο. Υπήρχε βλέπεις κι άλλος ένας λόγος που καθόταν κι έκανε στενόχωρες σκέψεις: ήξερε πολύ καλά πως σε πέντε μέρες το σκοτσέζικο ειδύλλιό του με την Άννα θα τελείωνε. Και θα επέστρεφαν στο Γουέιβερλι Χολ. Κι ο Ντομ δεν ήταν βέβαιος για την απάντηση που θα του έδινε η Άννα. Σηκώθηκε και πήγε κοντά στη φωτιά. Τόσο κοντά, που οι φλόγες της σχεδόν τον έγλειφαν. Μα αυτός, αγνοώντας τον κίνδυνο να καεί, τις κοίταζε με το μυαλό του αλλού. Δεν περίμενε τίποτε απ’ όλα αυτά. Ούτε το δικό του πάθος, ούτε το δικό της. Όσο απίστευτο κι αν ήταν, η γυναίκα του κυρίευε όλο και πιο πολύ τη σκέψη του. Τι του συνέβαινε; Είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του αποφεύγοντας κάθε σοβαρή σχέση. Από πολύ νεαρή ηλικία, είχε αποφασίσει να μη δεσμεύεται συναισθηματικά. Να μη χρειάζεται κανένα, παρά μόνο τον εαυτό του. Το μυαλό του τού έλεγε ότι αν δεν είχε ανάγκη κανένα, δεν θα μπορούσε να τον βλάψει κανείς. Αρκετές οδύνες τού είχε προκαλέσει ο τρόπος που μεγάλωσε. Μα τώρα, είχε συμβεί το μοιραίο. Ήταν τρελά ερωτευμένος με την Άννα. Εκείνη όμως βρισκόταν εδώ, στο Κάστρο Τάβαλον, για έναν και μοναδικό λόγο: να τηρήσει τη συμφωνία τους ούτως ώστε να φύγει εκείνος από το Γουέιβερλι Χολ κι απ’ τη ζωή της. Μα δεν μπορεί να του ζητούσε να φύγει όταν θα επέστρεφαν στο ΓουέιβερλιΧολ... Ο Ντομ προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι κάτι τέτοιο ήταν απίθανο. Την είχε κατακτήσει σεξουαλικά - κι ήταν πολύ


221

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

αισθησιακή γυναίκα. Παράλληλα όμως, είχε δυνατή θέληση κι αποφασιστικότητα. Την είχε εγκαταλείψει για τέσσερα χρόνια, τότε που εκείνη ήταν νέα κι ερωτευμένη μαζί του. Θα ήταν χαζός αν θεωρούσε τώρα την επιτυχία του δεδομένη. Όσο κι αν δεν το περίμενε, υπήρχε πάντα η πιθανότητα της απόρριψης. Αν η Άννα του ζητούσε να φύγει, ο Ντομ δεν θα μπορούσε πια να αποφύγει εκείνο που απέφευγε μέχρι τώρα. Μια τρομακτική ερωτική απογοήτευση. Η Άννα ξύπνησε μ’ ένα ολόγιομο φεγγάρι να την κοιτάζει. Πετάρισε τα βλέφαρα, συνειδητοποιώντας ότι ήταν μόνη στο κρεβάτι. Η φωτιά στο τζάκι κόντευε να σβήσει και το δωμάτιο ήταν βυθισμένο σε απόλυτο σχεδόν σκοτάδι. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες κι έξω ο μπλε νυχτερινός ουρανός πλημμύριζε από το φως του φεγγαριού. Πού βρισκόταν όμως ο Ντομ; Η Άννα τεντώθηκε συνειδητοποιώντας ότι ήταν ολόγυμνη κάτω από τις χοντρές κουβέρτες, και χαμογέλασε. Έπρεπε να ντρέπεται που αισθανόταν τόσο υπέροχα χορτάτη από έρωτα. Προφανώς, κάτω από την ψυχρή και καθωσπρέπει συμπεριφορά της κρυβόταν ένα πλάσμα που το αίμα του κόχλαζε. Οι κουρτίνες κουνήθηκαν απαλά. Η Άννα έπιασε την κίνησή τους με την άκρη του ματιού της. Ταράχτηκε. Μα πριν προλάβει να ηρεμήσει, συνειδητοποίησε πως κάποιος στεκόταν στην απέναντι γωνιά του δωματίου. «Ντομ;» πρόφερε. Καμιά απάντηση. Και τώρα της φαινόταν πως δεν υπήρχε κανείς. Ανακάθισε, σφίγγοντας πάνω της τα σκεπάσματα. Μήπως ονειρευόταν; «Ντομ;» είπε ξανά. Καμιά απάντηση. Ο σφυγμός της άρχισε να χτυπάει γοργά. Ανατρίχιασε καθώς θυμήθηκε το φόβο της Μπελ για τα φαντάσματα. Κι ένιωσε ένα κρύο ρεύμα αέρα στα γυμνά της μπράτσα. Τινάχτηκε και κοίταξε τις κουρτίνες που θρόιζαν. Το παράθυρο ήταν λιγάκι ανοιχτό. Μα ήταν κλειστό πριν πέσουν στο κρεβάτι. Οι


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

222

νύχτες στη Σκοτία είναι πολύ κρύες. Σηκώθηκε από το κρεβάτι νιώθοντας ολόκληρο το γυμνό κορμί της ν’ ανατριχιάζει. Βρήκε τη ρόμπα της και τη φόρεσε, μα το λεπτό ύφασμα δεν την προστάτεψε από το κρύο. Πάτησε στις κρύες πλάκες του πατώματος κι έκλεισε το παράθυρο. Ύστερα βρήκε στα τυφλά το κερί που βρισκόταν στο κομοδίνο της και το άναψε. Αποφεύγοντας να κοιτάξει στις σκοτεινές γωνιές, βγήκε βιαστικά απ’ το δωμάτιο. Πόσο ήσυχο ήταν τη νύχτα το κάστρο... Μήπως τελικά είχε δίκιο η Μπελ, κι ήταν πραγματικά στοιχειωμένο; Η Άννα δεν πίστευε στα φαντάσματα αλλά ένιωσε μια ξαφνική ανησυχία. Τράβηξε βιαστικά προς τη σκάλα. Στο κεφαλόσκαλο στάθηκε και κοίταξε πίσω της. Ο διάδρομος ήταν σιωπηλός, σκοτεινός. Οι υπηρέτες κοιμούνταν στο πάνω πάτωμα. Τα γυμνά πόδια της δεν έκαναν κανένα θόρυβο καθώς κατέβαινε βιαστικά τα φαγωμένα από το χρόνο σκαλοπάτια. Σταμάτησε στη βάση της σκάλας. Ο Ντομ στεκόταν και κοίταζε τη φωτιά, έχοντας το προφίλ του γυρισμένο προς το μέρος της. Φορούσε το δερμάτινο παντελόνι του, μια ρόμπα κοντή σαν σακάκι και παντόφλες. Η θαυμάσια αντρική ομορφιά του της έκοψε την ανάσα. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Η στάση του απέπνεε ανησυχία και θυμό. Έδειχνε δυστυχισμένος. Μα γιατί; Είχαν περάσει ένα υπέροχο απόγευμα. Της είχε φερθεί σαν άντρας ερωτευμένος. Μήπως δεν τον είχε ευχαριστήσει; Ή μήπως την είχε βαρεθεί κιόλας; Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Ο Ντομ γύρισε το κεφάλι του και την είδε. «Άννα...» Διατακτικά, φοβισμένα σχεδόν, πήγε προς το μέρος του. Προσπαθώντας να κάνει ανάλαφρη τη φωνή της, τον ρώτησε: «Δεν έχεις ύπνο;» «Όχι», απάντησε εκείνος κοιτάζοντάς τη στα μάτια.


223

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Το χαμόγελο της Άννας έσβησε. Κάτι τον απασχολούσε, αλλά φοβόταν να μάθει τι. «Μπορώ να κάνω κάτι;» τον ρώτησε. Τα μάτια του Ντομ έμειναν καρφωμένα στα δικά της. «Όχι», αποκρίθηκε. «Μήπως προτιμάς να μείνεις μόνος;» Το βλέμμα του μαλάκωσε κι οι άκρες των χειλιών του χαλάρωσαν. «Θ’ ανέβω σε λίγο», της είπε. Ανήσυχη, η Άννα κούνησε το κεφάλι. Ο Ντομ έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Ανακουφισμένη από αυτή την τρυφερή κίνηση, η Άννα του χαμογέλασε, γύρισε κι ανέβηκε τη σκάλα. Φτάνοντας στο δωμάτιό τους έπεσε στο κρεβάτι κι έσβησε το κερί. Μα τώρα ήταν εκείνη που δεν είχε ύπνο. Γύρισε στο πλευρό, αγκάλιασε το μαξιλάρι της και περίμενε τον Ντομ. Με λαχτάρα. Τώρα συνειδητοποιούσε το μέγεθος του πάθους της για τον Ντομ. Τινάχτηκε και γύρισε ανάσκελα σφίγγοντας το μαξιλάρι στο στήθος της. Είχε περάσει μαζί του δυο μόλις μέρες, και φερόταν κιόλας σαν ερωτευμένο σχολιαρούδι. Κόντευε να ξετρελαθεί μαζί του. Να τον αγαπήσει ακόμα πιο πολύ κι από τότε που ήταν παιδί. Τα τελευταία υπολείμματα της ευτυχίας της έσβησαν. Πώς μπορούσε να μην τον ερωτευτεί; Ο Ντομ είχε όλα όσα ονειρευόταν μια γυναίκα: Ήταν ωραίος, γοητευτικός και χαρισματικός. Ήταν απίστευτα αρρενωπός, δυνατός και συνάμα ευγενικός. Κι επιπλέον, είχε πλούτη και τίτλους. Ή Άννα βούρκωσε. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι ούτε ευγενικός ούτε καλός ήταν όταν την εγκατέλειψε αμέσως μετά το γάμο τους. Τώρα, είχαν περάσει δυο μόλις μέρες μαζί, κι εκείνη τον ήθελε απελπισμένα. Σαρκικά τουλάχιστον. Τι θα γινόταν όμως ύστερα από πέντε μέρες, όταν θα επέστρεφαν στο Γουέιβερλι Χολ; Αναρωτήθηκε μήπως είχε δίκιο ο Ντομ, και την έπιασε τρέμουλο. Ίσως, όταν θα τελείωνε αυτή η εβδομάδα, να μην ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Ίσως να μην είχε τη δύναμη να του ζητήσει να


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

224

φύγει. Αλλά, αντίθετα, να τον ικέτευε να μείνει. Εκείνη τη στιγμή ο Ντομ μπήκε στο δωμάτιο τρομάζοντάς την. Πετάχτηκε καθιστή τραβώντας τις κουβέρτες μέχρι το σαγόνι της. «Συγγνώμη», της είπε εκείνος, κρατώντας ένα κερί που η φλόγα του χοροπηδούσε σαν τρελή. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω». «Δεν πειράζει». Η Άννα κοίταξε το κερί και την κυρίευσε ένας ακατανόητος φόβος. Κι όπως το κοίταζε, η φλόγα του ξαφνικά έσβησε. Κι ο Ντομ δεν πήγε κοντά της να την πάρει αγκαλιά. Αντίθετα, διέσχισε με γοργά βήματα το θεοσκότεινο δωμάτιο. «Γιατί άνοιξες το παράθυρο, Άννα; Έχει παγώσει το δωμάτιο», της είπε. Η Άννα γύρισε έκπληκτη. Το παράθυρο έχασκε ορθάνοιχτο. Μέχρι που το έκλεισε ο Ντομ.


225

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

19

Μπήκαν στο χωριουδάκι του Φάλκερκ καβάλα σε δυο άλογα άμαξας. Ο Ντομ προσφέρθηκε να της κάνει το τραπέζι στο Πανδοχείο του Κόκκινου Ελαφιού, κι η Άννα δέχτηκε με ενθουσιασμό, προτείνοντας να πάνε με τα άλογα αντί να πάρουν την παμπάλαια άμαξα του κάστρου. Περπατώντας αργά, διέσχισαν το μικρό λιθόστρωτο κεντρικό δρόμο του χωριού. Ένας χοντρός φούρναρης τους χαιρέτησε από το κατώφλι του μαγαζιού του. Μια γυναίκα που περνούσε με την ποδιά της γεμάτη αυγά σταμάτησε, υποκλίθηκε και τους χαιρέτησε χαμογελαστά. «Καλημέρα, μιλόρδε, μιλαίδη». «Καλημέρα», αποκρίθηκε χαμογελαστός ο Ντομ. Χαμογελούσε κι η Άννα. Γιατί τελικά είχε συμβεί. Ήταν τρελά ερωτευμένη με τον άντρα της, παρά το παρελθόν, αδιαφορώντας για το μέλλον. Για την ώρα, είχε αποφασίσει να σκέφτεται μόνο το παρόν. Την πραγματικότητα 6α την αντιμετώπιζε μόνο όταν θα αναγκαζόταν να το κάνει, όταν θα επέστρεφαν στο Γουέιβερλι Χολ. Τούτη τη στιγμή, ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε και την αγαπούσαν. «Άννα, δεν είχα καταλάβει πόσο καλή ιππέας είσαι», της είπε ο Ντομ. «Τα λατρεύω τα άλογα», αποκρίθηκε εκείνη, τρελά ευτυχισμένη με τούτη την ασήμαντη φιλοφρόνηση που την έκανε να νιώσει μια ξαφνική ζεστασιά μέσα της. «Τελικά μπορεί να έχουμε πολύ περισσότερα κοινά σημεία απ’ όσα νομίζαμε», είπε ο Ντομ κοιτάζοντάς τη με τα κεχριμπαρένια μάτια του.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

226

Η Άννα άρχισε να κοκκινίζει. Πραγματικά, είχαν αρκετά κοινά σημεία, όπως η αγάπη τους για τα άλογα κι η λατρεία τους για το Γουέιβερλι Χολ. Και βέβαια το απίθανο πάθος που ανακάλυπταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο Ντομ κατέβηκε από το άλογό του, το έδεσε σε μια κολόνα και πλησίασε την Άννα. Τα χέρια του την έπιασαν απ’ τη μέση. «Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε μουρμουριστά. Η Άννα κοκκίνισε κι άλλο, αλλά δεν κατέβασε τα μάτια. Τούτες τις τελευταίες μέρες είχε γίνει πολύ τολμηρή. «Σκεφτόμουν όλα αυτά που έχουμε κοινά», είπε. Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα και τα λακκάκια βάθυναν στα μάγουλά του. «Άννα, είσαι η γυναίκα της καρδιάς μου», είπε και την κατέβασε από το άλογο. «Κι εγώ το ίδιο ακριβώς σκεφτόμουν». Έτσι όπως την αγκάλιαζε, η Άννα ένιωσε το σφυγμό της να δυναμώνει. Οι σκληρές γάμπες του ήταν κολλημένες πάνω στις δικές της, το στόμα του βρισκόταν πολύ κοντά στο δικό της. Το όμορφο, επικίνδυνο στόμα του. Η Άννα ήθελε ένα φιλί, αλλά βρίσκονταν στο δρόμο, τους έβλεπε ο κόσμος. Όμως όχι, δεν τους έβλεπε κανείς καθώς στέκονταν ανάμεσα στα δυο μεγαλόσωμα άλογα. Λοιπόν, είχε γίνει πραγματικά τολμηρή και ξεδιάντροπη. Κι ο Ντομ, λες κι είχε διαβάσει τη σκέψη της, την έσφιξε πιο δυνατά. «Άννα», ψιθύρισε κι έγειρε επάνω της. Εκείνη έκλεισε τα μάτια και δέχτηκε το φιλί του, πιασμένη από τα πέτα του σακακιού του. Ήταν ένα σύντομο φιλί, αλλά η Άννα ένιωσε ένα ζεστό κύμα να την πλημμυρίζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Χαμογέλασε του άντρα της. «Η συμπεριφορά μας είναι πολύ ξεδιάντροπη», του είπε. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνος. «Εγώ δεν αποδέχομαι την τρέχουσα ηθική που επιβάλλει να κάνουμε έρωτα ντυμένοι και με τα μάτια κλειστά. Έτσι κι είχες τάσεις καθωσπρεπισμού, θα έκανα τα πάντα για να σ’ τις κόψω».


227

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Και θα το πετύχαινες, είπε από μέσα της η Άννα. «Οπωσδήποτε, πρέπει να παραδεχτείς ότι η συμπεριφορά μας είναι σκανδαλώδης», επέμεινε. «Δεν με νοιάζει. Εξάλλου, δεν μας βλέπει κανείς». Η Άννα ετοιμαζόταν να συμφωνήσει, όταν σκέφτηκε κάτι και το χαμόγελό της έσβησε: θυμήθηκε το ανοιχτό παράθυρο τη νύχτα. Είτε το Κάστρο Τάβαλον ήταν στοιχειωμένο, όπως έλεγε η Μπελ, είτε κάποιος είχε μπει στο δωμάτιό της. την ώρα που κοιμόταν. Και τα δύο ενδεχόμενα όμως ήταν εξωφρενικά, γελοία. Αλλά και πολύ τρομακτικά. «Άννα;» την έβγαλε από τις σκέψεις της ο Ντομ. «Συλλογιζόμουν το παράθυρο που ήταν ανοιχτό στο δωμάτιό μας προχτές τη νύχτα», του ομολόγησε εκείνη. Ο Ντομ άπλωσε το χέρι του και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Δεν το συζητήσαμε αυτό;» της είπε. «Η μόνη εξήγηση είναι πως ονειρεύτηκες ότι έκλεισες το παράθυρο. Κανείς δεν μπορεί να μπει στο Κάστρο Τάβαλον όταν σκοτεινιάσει. Εκτός από τα φαντάσματα, αν τα πιστεύεις». Η Άννα κούνησε με αμφιβολία το κεφάλι. Η ιδέα των φαντασμάτων δεν την καθησύχαζε καθόλου. Έφαγαν ψητό ελάφι και φιλέτο σολομού. Τα συνόδευσαν με σπανάκι γκρατινέ και μια σαλάτα από ανάμεικτα λαχανικά με υπέροχα λεπτή γεύση, και μια σάλτσα που η Άννα δεν μπόρεσε να καταλάβει από τι ήταν φτιαγμένη. Εκείνη ήπιε σέρι κι ο Ντομ μισή μποτίλια κόκκινο κρασί. Γλυκό δεν θέλησε κανείς τους. Σαν απόφαγαν, ο Ντομ έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Τα χρυσαφένια μάτια του κοίταζαν την Άννα γεμάτα ζεστασιά. Εκείνη πάλι δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε τόσο δεμένη με κάποιον άνθρωπο. Πόσο υπέροχο είναι ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι! Η Άννα φοβόταν την επιστροφή στο Γουέιβερλι Χολ. «Άννα, σε δυο μέρες γυρίζουμε σπίτι», είπε ο Ντομ σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη της. «Ναι», απάντησε η Άννα κάπως ταραγμένη. Το χαμόγελο είχε χαθεί από το πρόσωπο του Ντομ. Έσκυψε και της


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

228

έπιασε και τα δυο χέρια. «Τούτη η εβδομάδα ήταν υπέροχη». Η Άννα δεν ήθελε να συνεχίσει αυτή τη συζήτηση. Δεν ήθελε να ασχοληθεί με το μέλλον. Όχι ακόμα. Είχαν δυο μέρες μπροστά τους. «Ναι, ήταν θαυμάσια», αποκρίθηκε κομπιάζοντας και κοίταξε αλλού. Ο Ντομ της άφησε τα χέρια και τραβήχτηκε πίσω. Έδειχνε στενοχωρημένος, πληγωμένος. Η Άννα ένιωσε ένα ξαφνικό μίσος για το Γουέιβερλι Χολ. Μισούσε το παρελθόν. Δεν ήθελε να της το θυμίζουν. Ήθελε όλη της η ζωή να είναι σαν ετούτο το παρόν. Δεν ήθελε να γυρίσει στο Γουέιβερλι και να ξαναγίνει η Άννα με την τετράγωνη λογική και τη δυνατή θέληση, η γυναίκα που ήταν ικανή να διώξει μακριά τον Ντομ Σεντ Τζορτζ. Ήθελε να είναι τούτη η καινούργια Άννα. Φλογερή και γεμάτη πάθος, θηλυκότητα και έρωτα. Ωχ, Θεέ μου... Ο Ντομ σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. «Άννα, πρέπει να συζητήσουμε». Εκείνη ένιωσε να την πνίγει απελπισία. «Εντάξει», είπε. «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» Τα χρυσαφένια του μάτια την κοίταζαν σταθερά. Η Άννα συλλογίστηκε πώς την κρατούσε εκείνο το πρωί, μετά τον έρωτα που της είχε κάνει. Θυμήθηκε με τι τρόπο την κοίταζε όλες αυτές τις μέρες, γεμάτος ζεστασιά. Ζεστασιά κι ίσως αληθινή τρυφερότητα, ίσως ακόμα κι αγάπη. Ο σφυγμός της επιταχύνθηκε επικίνδυνα. Δεν μπορούσε να τον διώξει αφού τον αγαπούσε τόσο πολύ, αφού βρίσκονταν στα πρόθυρα μιας καινούργιας και συναρπαστικής ζωής. Τη στιγμή που τους περίμενε ένα καινούργιο, λαμπρό μέλλον. «Άννα...» Η φωνή του Ντομ ακούστηκε πολύ σοβαρή. Τέσσερα χρόνια όμως ήταν πάρα πολύς καιρός. Η Άννα πετάρισε τα βλέφαρα για να καθαρίσει τα βουρκωμένα μάτια της.


229

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Αν είχα λίγη λογική, θα σε έδιωχνα», πρόφερε. «Όμως;» «Δεν θέλω να σε διώξω, Ντομ», αποκρίθηκε εκείνη τρέμοντας. «Ούτε τώρα, ούτε ποτέ». Ο Ντομ έλαμψε ολόκληρος θριαμβευτικά. Συνεπαρμένος, έσκυψε και της έπιασε το χέρι. «Άννα...» Εκείνη κούνησε το κεφάλι, εξαντλημένη από την προσπάθεια που χρειαζόταν για να πάρει μια τόσο δύσκολη απόφαση. «Στάσου, Ντομ. Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω τώρα. Απλώς, σου λέω πώς αισθάνομαι». Η φλόγα έσβησε στα μάτια του. «Κατάλαβα», είπε. Η απογοήτευσή του ήταν ολοφάνερη. Τώρα ήταν η Άννα εκείνη που του έπιασε το χέρι και το έσφιξε. Της ερχόταν να του εξομολογηθεί πόσο τον αγαπούσε, αλλά τα τέσσερα χρόνια της εγκατάλειψης την είχαν κάνει πολύ προσεκτική. Κι έπειτα, δεν είχε μιλήσει ποτέ της γι’ αγάπη. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε. «Θαρρώ πως θα πρέπει, να προσπαθήσω ακόμα πιο σκληρά να σε πείσω να ξεχάσεις τα περασμένα», είπε δήθεν ανάλαφρα. Η Άννα χαλάρωσε. «Δεν υπάρχει κανένας κανονισμός που να σου το απαγορεύει», αποκρίθηκε χαμογελώντας κι αυτή, και του χάιδεψε το χέρι. Ήθελε να του δώσει να καταλάβει πώς ένιωθε, κι ας μην μπορούσε να το εκφράσει με λόγια. «Τότε, πάμε πίσω στο κάστρο», είπε ο Ντομ κι έκανε νόημα στον πανδοχέα. Η ατμόσφαιρα όμως είχε αλλάξει, το απόγευμα δεν ήταν πια ίδιο. Το μέλλον ερχόταν με μεγάλα βήματα, το ένιωθαν κι οι δυο τους. Η άμαξα του Γουέιβερλι τους είχε παραλάβει από το σιδηροδρομικό σταθμό του Ντάλτον εδώ και μια ώρα. Τα έξι υπέροχα μαύρα άλογα που την έσερναν προχωρούσαν κατά μήκος της τούβλινης μάντρας που όριζε το απέραντο κτήμα. Το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

230

Γουέιβερλι Χολ διακρινόταν καθαρά πια, με τις λευκές κιονοστοιχίες του και τα υποστατικά του. Στο παρελθόν, η θέα του υπέροχου σπιτιού ζέσταινε την καρδιά της Άννας. Τώρα όμως, όχιΑπό την ώρα που ξύπνησε το πρωί, όλα της φαίνονταν θαμπά, άχρωμα. Στο μυαλό της τριγύριζε η εικόνα του Ντομ να φεύγει με το χάραμα την επομένη του γάμου τους. Κι ο πόνος που ένιωθε, ήταν σχεδόν σωματικός. Η καινούργια Άννα, η γυναίκα που τόσο είχε αγαπηθεί μέσα στην περασμένη εβδομάδα, εμπιστευόταν απόλυτα τον Ντομ. Η άλλη Άννα όμως είχε επιστρέφει εκδικητική: ήταν η Άννα που είχε δει τέσσερις χειμώνες να περνούν δίχως άντρα - κι ήταν γεμάτη ανησυχίες, φόβους κι αμφιβολίες. Μα πώς μπορούσε να το κάνει; Αφού τον αγαπούσε τόσο πολύ; Και πώς μπορούσε να μην το κάνει; Αφού ο μισός εαυτός της αρνιόταν να τον εμπιστευτεί; Του έριξε μια λοξή ματιά. Από την ώρα που ξύπνησαν μέσα στο τρένο, ο Ντομ φερόταν σαν ένας απόμακρος ξένος. Πολιτισμένα, τυπικά, χωρίς καθόλου ζεστασιά. Και τώρα καθόταν στην άμαξα με τα σαγόνια του σφιγμένα και κοίταζε ίσια μπροστά. Δεν είχε ξυριστεί το πρωί και τα γένια του τόνιζαν τις σκληρές γραμμές του προσώπου του. Είχε τραβηχτεί στη γωνιά του, χωρίς να ακουμπάει καθόλου επάνω της. Δεν την είχε αγγίξει καθόλου από χτες το βράδυ, που της έκανε έρωτα κάπου στη Βόρεια Αγγλία, καθώς το τρένο διέσχιζε μέσα στο σκοτάδι τα βαλτοτόπια. Η Άννα ένιωθε δύσπνοια. Προσπάθησε να χαλαρώσει, να ηρεμήσει, να μη βάλει τα κλάματα. Έφερε στο μυαλό της την εβδομάδα που είχαν περάσει. Έπρεπε σίγουρα να την αγαπάει ο Ντομ, όσο τον αγαπούσε κι αυτή. Αχ, ας την έπαιρνε και τώρα στην αγκαλιά του, ας της έλεγε πόσο την αγαπάει... Ωστόσο, πριν από τέσσερα χρόνια είχε νομίσει ξανά πως την αγαπούσε. Μα αυτός δεν την αγαπούσε καθόλου. Παρ’ όλο το πάθος που της είχε δείξει τότε στον κήπο, τη νύχτα του αρραβώνα του με τη Φελίσιτι. Παρ’ όλο που την είχε παντρευτεί.


231

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Άννα...» ψιθύρισε ο Ντομ. Εκείνη τινάχτηκε. Οι ματιές τους συναντήθηκαν σκοτεινές. «Έλα εδώ», της ψιθύρισε. Η Άννα δεν δίστασε καθόλου. Κι όπως εκείνος άνοιγε την αγκαλιά του, όρμησε στο στήθος του. Μα δεν ήταν το αγκάλιασμα που ήθελαν κι οι δυο. Τα χέρια του ήταν σκληρά, την πονούσαν έτσι που την έσφιγγαν πάνω του. Τα δάχτυλα της Άννας χώθηκαν στο σβέρκο του. Τα στόματά τους ενώθηκαν. Ο Ντομ την έριξε πίσω και οι μυώδεις μηροί του άνοιξαν τους δικούς της. Εκείνη δέχτηκε τη γλώσσα του, τα δόντια του, οτιδήποτε ήθελε να της δώσει. Τα χείλη του γλίστρησαν στο λαιμό της, της κατέβασε τον ψηλό γιακά και τη φίλησε όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Τα χέρια του μάλαζαν τα στήθη της πάνω από τη ζακέτα της, το στόμα του ακολουθούσε τα χέρια του. Κι όπως τη φιλούσε πάνω από τα ρούχα της, άρχισε να ψαχουλεύει κάτω από τη φούστα της. Η παλάμη του χάιδεψε τον ανοιχτό καβάλο της κι η Άννα άφησε μια δυνατή φωνή όταν το δάχτυλό του χώθηκε βαθιά μέσα της. Κι αμέσως βρέθηκε να τον βοηθάει να παραμερίσει όλα αυτά τα υφάσματα, ανασηκώνοντας λαχανιασμένη τη λεκάνη της για να μπορέσει εκείνος να της λύσει το κρινολίνο της. Μα αυτός, μέσα στην ορμή του, το ξέσκισε. Η Άννα τον άρπαξε από τους ώμους με τις φούστες και τα μεσοφόρια της ανεβασμένα στη μέση της, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι έκλαιγε. Κι ο Ντομ άνοιξε το παντελόνι του κι όρμησε βαθιά μέσα της. Τα δάκρυα της του μούσκεψαν τα μάγουλα. Χτυπιόνταν τώρα σαν τρελοί στο βελούδινο κάθισμα της άμαξας. Η Άννα έκλαιγε ακόμα πιο δυνατά, συνειδητοποιώντας ότι έτσι μπερδεμένα που ήταν τα αισθήματά της, δεν θα έβρισκε την έκσταση που τόσο πολύ αποζητούσε για να χαθεί μέσα της. Απότομα, ο Ντομ μαρμάρωσε κρατώντας τη σφιχτά, πιέζοντάς τη με το βάρος του.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

232

«Άννα...» Αν του απαντούσε, θα καταλάβαινε πως έκλαιγε. Κι έτσι έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο του. «Μην κλαις», της είπε βραχνά. «Σε παρακαλώ, μην κλαις». Μα η Άννα έκλαιγε. Η άμαξα τραντάχτηκε πέφτοντας σε μια λακκούβα και τα κορμιά τους χώρισαν. Μα δεν είχε σημασία, ο Ντομ δεν ήταν πια ερεθισμένος. Η Άννα όμως δεν ήθελε να κουνηθεί από τη θέση της. Με τα μάτια κλειστά, έσφιξε ακόμα πιο δυνατά τον Ντομ επάνω της. Την έσφιξε κι αυτός, και τα χείλη του χάιδεψαν το μάγουλό της. Στις άκρες των δικών της χειλιών η Άννα ένιωθε την αλμύρα των δακρύων της. «Μην κλαις», της ξαναείπε όλο αγωνία ο Ντομ. Την κοίταξε μια στιγμή κατάματα κι ύστερα έσκυψε και ρούφηξε τα δάκρυά της. Θεέ μου, ποτέ δεν τον είχε αγαπήσει τόσο πολύ! Τον έσφιξε πάνω της απελπισμένα, αγαπώντας τον με κάθε ίνα του κορμιού και της ψυχής της. Τόσο, που να πονάει. Κι ας μην την αγαπούσε το ίδιο κι εκείνος. Λοιπόν, θα το ρισκάριζε. Θα τον εμπιστευόταν. Δεν θα του ζητούσε να φύγει. Δεν πήγαν κατευθείαν στο Γουέιβερλι Χολ. Ο Ντομ πρόσταζε τον αμαξά να σταματήσει πριν φτάσουν στο σπίτι, και βοήθησε την Άννα να τακτοποιήσει τα ρούχα και τα μαλλιά της. Το ύφος του ήταν βλοσυρό. Η Άννα ήθελε να του πει τι είχε αποφασίσει, μα εκείνος την εμπόδισε. «Θα συζητήσουμε στο σπίτι», της είπε αποφεύγοντας το βλέμμα της. «Ντομ...» προσπάθησε ξανά εκείνη. Εκείνος όμως πρόσταζε τον αμαξά να ξεκινήσει. Η Άννα έγειρε πίσω στο κάθισμα. Είχε δίκιο ο Ντομ, συλλογίστηκε. Αυτή τη συζήτηση έπρεπε να την κάνουν με την ησυχία τους. Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά του σπιτιού. Δυο


233

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

υπηρέτες με λιβρέες βοήθησαν την Άννα να κατέβει. Πίσω της κατέβηκε κι ο Ντομ. Ο Μπένετ στεκόταν στη βεράντα της εισόδου, απαθής όπως πάντα, αλλά η Άννα που τον ήξερε καλά καταλάβαινε ότι χαιρόταν που τους έβλεπε πίσω στο σπίτι. Πριν προλάβει όμως να του χαμογελάσει και να τον χαιρετήσει, ο Ντομ πέρασε κατακτητικά το χέρι του στη μέση της και την οδήγησε προς την είσοδο. Η Άννα ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από αυτή την πρωτόγνωρη και δημόσια επίδειξη αγάπης, που έχασε τα λόγια της. Παρ’ όλα αυτά, ο Ντομ αρνιόταν να γυρίσει να την κοιτάξει. «Μιλόρδε, μιλαίδη», τους χαιρέτησε με μια υπόκλιση ο Μπένετ. «Καλημέρα, Μπένετ», του απάντησε ο Ντομ. «Ο παππούς μου είναι ακόμα εδώ;» «Όχι, λόρδε μου. Έφυγε λίγο μετά την αναχώρησή σας για τη Σκοτία». «Έχουν φτάσει η Μπελ κι ο Βέριγκ;» ρώτησε ο Ντομ για τους υπηρέτες τους που είχαν φύγει από την προηγουμένη. «Μάλιστα, κύριε. Τα διαμερίσματά σας είναι έτοιμα. Σας έχουμε ετοιμάσει και ζεστά λουτρά». «Πολύ ωραία». Ο Ντομ έριξε μια λοξή ματιά στην Άννα κι ύστερα στράφηκε ξανά στον Μπένετ: «Μεταφέρατε τα πράγματα της συζύγου μου στο διαμέρισμα των οικοδεσποτών, όπως σας παράγγειλα;» «Μάλιστα, λόρδε μου». Η Άννα κράτησε την ανάσα της καθώς ο Μπένετ έκανε στην άκρη για να περάσουν. Και τούτη τη φορά ο μπάτλερ δεν κατάφερε να κρύψει το χαρούμενο χαμόγελό του. Η Άννα κοίταξε τον Ντομ, μα εκείνος προσποιήθηκε πως δεν το πρόσεξε. Ήταν φανερό πως δεν περίμενε την απόφασή της, κι είχε πάρει την κατάσταση στα χέρια του στέλνοντας οδηγίες από τη Σκοτία. Κανονικά, η Άννα έπρεπε να νιώθει προσβεβλημένη. Κι όμως, ένιωθε πανευτυχής. Κι ας σκεφτόταν πως αν του είχε ζητήσει να φύγει μπορεί να μην της έδινε σημασία και να παράβλεπε τη συμφωνία τους. «Ντομ...» άρχισε να λέει, χωρίς όμως ίχνος διαμαρτυρίας. Εκείνος


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

234

την κοίταξε επιτέλους μ’ ένα βλέμμα σκληρό και λαμπερό σαν διαμάντι. «Έχουμε να συζητήσουμε πολλά», της είπε. «Θέλεις να τα πούμε στη βιβλιοθήκη πίνοντας το τσάι μας, αφού κάνεις ένα μπάνιο και ξεκουραστείς λίγο;» Η Άννα κατένευσε. Το τυπικό του ύφος δεν την ενόχλησε καθόλου. Ο Ντομ δεν ήξερε ακόμα ότι είχε νικήσει. Σε τελική ανάλυση όμως, η νίκη του ήταν δική της. «Στις τέσσερις;» του είπε. «Σύμφωνοι», αποκρίθηκε αυτός. Και ξαφνικά τα μάτια του σκοτείνιασαν, και τη φίλησε στο στόμα μπροστά στον αμαξά, στους δυο υπηρέτες, στον Μπένετ και σ’ οποιονδήποτε άλλο έτυχε να τους βλέπει. Η Άννα πήγε ίσια στο διαμέρισμα των οικοδεσποτών. Στο μεγάλο μαρμαροντυμένο λουτρό η πορσελάνινη μπανιέρα την περίμενε γεμάτη ζεστό νερό. Στο σαλόνι, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, είχαν σερβιριστεί αναψυκτικά για δύο. Στο διπλανό δωμάτιο, που προοριζόταν παραδοσιακά για την εκάστοτε μαρκησία, η Μπελ τακτοποιούσε τα πράγματά της. Τριγυρίζοντας στο πολυτελές διαμέρισμα, η Άννα ένιωθε έκσταση, σαν παιδί. Τώρα που είχε πάρει την απόφασή της αισθανόταν ελεύθερη κι ανάλαφρη, λες κι ένα μεγάλο βάρος είχε σηκωθεί με τρόπο μαγικό από τους ώμους της. Κι όπως κοίταζε έξω από τα τριπλά παράθυρα κι έβλεπε το ατέλειωτο γκαζόν και το καταπράσινο πάρκο, ένιωσε υπέροχα που βρισκόταν στο σπίτι της. Κάποιος χτύπησε τη διπλή μαονένια πόρτα. Καθώς δεν υπήρχε κανείς ν’ ανοίξει, η Άννα πήγε κι άνοιξε η ίδια. Με έκπληξή της είδε στο κατώφλι τον αρχισταβλίτη. «Πέρασε, Γουίλι. Ήθελες να μιλήσεις με τον μαρκήσιος Εκείνος μπήκε διατακτικό:, στριφογυρίζοντας το σκούφο του στα χέρια του. «Όχι, μιλαίδη. Μ’ εσάς θέλω να μιλήσω μια στιγμή, αν μπορώ». Η Άννα τον κοίταξε απορημένη. «Φυσικά», είπε και του χαμογέλασε.


235

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ο Γουίλι κοίταξε ένα γύρω και είδε την Μπελ στο διπλανό δωμάτιο. «Μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως;» ρώτησε ανήσυχα. Η Άννα κυριεύτηκε από περιέργεια. Κατένευσε και πήγε να κλείσει την ενδιάμεση πόρτα. «Συμβαίνει κάτι, Γουίλι; Μπορώ να κάνω κάτι εγώ;» Εκείνος έγλειψε τα χείλη του. «Μάλιστα, κυρία. Συμβαίνει κάτι πολύ κακό». Η Άννα του χαμογέλασε ενθαρρυντικά. «Μη φοβάσαι», του είπε. «Μίλησέ μου ανοιχτά». «Φοβάμαι, κυρία!» φώναξε ο Γουίλι. «Απ’ όταν φύγατε, δεν έχω κλείσει μάτι! Είχα υποσχεθεί στον μαρκήσιο να μη σας πω λέξη, αλλά δεν το βρίσκω σωστό. Νομίζω πως πρέπει να σας τα πω όλα». Η Άννα δεν καταλάβαινε τίποτα. Κάτι μέσα της τής έλεγε πως επρόκειτο για κάτι πολύ δυσάρεστο. Από την άλλη, η καινούργια αφοσίωσή της στον Ντομ ήταν μεγάλη. «Γουίλι, δεν έπρεπε να παρακούσεις τον μαρκήσιο. Είμαι σίγουρη πως θα είχε τους λόγους του όταν σου ζήτησε να κρατήσεις κάτι μυστικό», είπε, αλλά μέσα της την έτρωγε η ανησυχία. Ο σταβλίτης την κοίταξε παρακλητικά. «Ωστόσο, λαίδη Άννα, εσείς είστε η κυρά μου - και φοβάμαι για σας». «Δεν σε καταλαβαίνω», αποκρίθηκε αργά η Άννα. Ο Γουίλι φαινόταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Λαίδη Άννα, δεν ήταν ατύχημα», είπε βιαστικά. «Η αφηνίαση του Μπλέιζ δεν ήταν ατύχημα!» «Τι λες;» ψιθύρισε ανήσυχη η Άννα, ενώ στο μυαλό της έρχονταν σκόρπιες εικόνες: δυο αναποδογυρισμένα κεριά, ένα καρβουνιασμένο τριαντάφυλλο, η οπλή του Μπλέιζ να αιωρείται από πάνω της, ο κομμένος αναβολέας, το ανοιχτό παράθυρο. «Λαίδη μου, κάποιος δηλητηρίασε τον Μπλέιζ μ’ ένα χόρτο που κάνει τα άλογα να τρελαίνονται». Η Άννα δυσκολευόταν να καταλάβει τι της έλεγε. Το μυαλό της είχε μουδιάσει. Ήξερε βέβαια πως υπήρχαν διάφορα χόρτα που το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

236

εκχύλισμά τους ξετρέλαινε τα άλογα, που τα έκανε να γίνονται ανεξέλεγκτα. «Δεν είναι δυνατόν», είπε βραχνά. «Ο μαρκήσιος το ξέρει! Μ α δεν πρέπει να του πείτε ότι σας το είπα». Η Άννα έπεσε σε μια καρέκλα. «Το ξέρει ο Ντομ;» «Αυτός βρήκε το σημάδι από την ένεση που είχαν κάνει στο λαιμό του Μπλέιζ. Το είδα κι εγώ. Κι αργότερα, όταν είχατε πια φύγει οι δυο σας, βρήκα τη σύριγγα σ’ ένα σωρό σκουπίδια πίσω από την κουζίνα των υπηρετών». Η Άννα άρχισε να χωνεύει αυτό που είχε συμβεί. Κάποιος είχε δηλητηριάσει τον Μπλέιζ. «Μα γιατί;» μουρμούρισε. «Γιατί;» Κι ας ήξερε την απάντηση. «Κάποιος ήθελε να σας κάνει κακό!» φώναξε ο Γουίλι. «Ίσως ακόμα και να σας σκοτώσει!» Στο ίδιο συμπέρασμα έφτανε κι από μόνη της η Άννα και κοίταζε με φρίκη τον Γουίλι. Η Άννα βημάτιζε πάνω-κάτω στο δωμάτιο. Κάποιος ήθελε να την τρομάξει. Ή κάτι ακόμα χειρότερο. Πολύ χειρότερο. Μήπως κι η φωτιά στο δωμάτιό της δεν ήταν ατύχημα αλλά εμπρησμός; Το γεγονός ότι κάποιος είχε κάνει μια δηλητηριώδη ένεση στον Μπλέιζ, δεν ήταν καθόλου αστείο. Μπορούσε να είχε σκοτωθεί από το αφηνιασμένο άλογο. Κι έπειτα, ο κομμένος αναβολέας στο μπαούλο της... Αχ, Θεέ μου! Υπήρχε κάποιος που είχε πρόσβαση στο άλογό της και στα προσωπικά της αντικείμενα. Κάποιος μπαινόβγαινε στο δωμάτιό της. Η Άννα ρίχτηκε σε μια καρέκλα με τα νεύρα της ένα κουβάρι. Την είχε πιάσει δύσπνοια. Τι συνέβαινε; Και γιατί συνέβαινε; Κι αυτός που την είχε παρακολουθήσει τότε στους λόφους... Μήπως ήταν συμπτώσεις όλα αυτά;


237

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Όχι, δεν το πίστευε. Κάτι συνέβαινε. Κάποιος προσπαθούσε να την τρομάξει, ίσως ακόμα και να της κάνει κακό. Όχι όμως και να τη σκοτώσει, όπως είχε υπαινιχθεί ο Γουίλι. Κάτι τέτοιο ήταν γελοίο! Δεν είχε εχθρούς. Ή μήπως είχε; Η Φελίσιτι τη μισούσε επειδή της είχε κλέψει τον Ντομ, και δεν προσπαθούσε καν να κρύψει την εχθρότητά της. Κι η Φελίσιτι ήξερε από άλογα. Είχε απειλήσει ότι θα την εκδικηθεί. Ωχ, Θεέ μου... Λες η Φελίσιτι να προσπαθούσε να της κάνει κακό; Λες να τους είχε ακολουθήσει στη Σκοτία; Μα αυτό ήταν γελοίο! Ή μήπως δεν ήταν; Μόνη στο διαμέρισμα των οικοδεσποτών, η Άννα ανάσαινε βαριά. Ο Γουίλι είχε φύγει αφού η Άννα του υποσχέθηκε ότι δεν θα έλεγε τίποτα στον Ντομ. Είχε διώξει και την Μπελ. Τώρα όμως δεν ήθελε να μείνει μόνη. Ήθελε κοντά της τον Ντομ. Θα τον εμπιστευόταν, κι εκείνος θα την προστάτευε και θα έλυνε τούτο το μυστήριο. Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η Άννα έτρεξε ν’ ανοίξει, πιστεύοντας ότι θα ήταν ο Ντομ. Αλλά πάγωσε στο κατώφλι. Μπροστά της στεκόταν η Κλαρίς, ντυμένη στα μαύρα και με δυο περσικές γάτες να τρίβονται στα πόδια της. Τα μάτια της γούρλωσαν μόλις είδε την Άννα. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε. «Είσαι χλομή σαν φάντασμα!» Η Άννα έκανε δυο βήματα πίσω. Ούτε η Κλαρίς τη συμπαθούσε - κι ήταν εξαιρετική ιππέας, γνώριζε πολλά από άλογα. Προσπάθησε να συγκρατήσει τον πανικό της. Η Κλαρίς δεν ήταν κακεντρεχής, κι αποκλείεται να τους είχε ακολουθήσει στη Σκοτία. «Πόσο έξυπνη είσαι, Άννα... Είσαι μια αδυσώπητη Αμερικανίδα τυχοδιώκτρια». Η Άννα έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της. Θα ρωτούσε τον Μπένετ αν είχε φύγει η Κλαρίς καθόλου από το Γουέιβερλι Χολ. «Εμένα θέλεις;» κατόρθωσε να πει. «Ναι». Η Κλαρίς μπήκε στο δωμάτιο. «Άννα, είμαι πολύ συγχυσμένη».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

238

Η Άννα μετά βίας την παρακολουθούσε. Χρειαζόταν οπωσδήποτε τον Ντομ. «Όσο λείπατε εσύ κι ο Ντομ, έμαθα κάτι τρομερό», συνέχισε η Κλαρίς κοιτάζοντάς την καλά καλά. «Και, όσο κι αν αγαπάω τον γιο μου, αισθάνομαι ηθική υποχρέωση να σου πω την αλήθεια». Η Άννα ταράχτηκε. Δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα ανησυχητικό για τον Ντομ. «Κλαρίς, το ταξίδι της επιστροφής με κούρασε πολύ. Μπορούμε να τα πούμε αργότερα; Το βράδυ ίσως;» «Όχι, Άννα. Πρέπει να μιλήσουμε τώρα. Πρέπει να το μάθεις, γιατί σε αφορά άμεσα». «Δεν σε καταλαβαίνω». «Είναι πολύ απλό. Ο Ράδερφορντ έχει βάλει γελοίους όρους στο καταπίστευμα που σου παραχωρεί τον έλεγχο του Γουέιβερλι Χολ. Κι ανάμεσα στ’ άλλα, υπάρχει κι ένας όρος με τον οποίο το Γουέιβερλι μπορεί να επιστραφεί στον Ντομ». Της Άννας δεν της άρεσε καθόλου αυτό. «Δεν σ’ το είπε, ε; Δεν σου έχει πει τι πρέπει να κάνει για να ξανακερδίσει αυτό που του ανήκει;» Η Άννα άρχισε να νιώθει άρρωστη. Πολύ άρρωστη. Καταλάβαινε πως αυτό που θα της έλεγε η Κλαρίς θα την πονούσε τρομερά. «Τι πρέπει να κάνει για να ξανακερδίσει το Γουέιβερλι Χολ;» Η Κλαρίς χαμογέλασε. «Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να σε αφήσει έγκυο». Ανασήκωσε τα φρύδια και την κοίταξε λοξή. «Πράγμα που φαντάζομαι πως το έχει κάνει ήδη».


239

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

20

Ράδερφορντ Χάους Λίγες ώρες αργότερα, η Άννα έφτανε στο σπίτι του δούκα στο Λονδίνο. Είχε φύγει ολοταχώς από το Γουέιβερλι Χολ χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της, σέρνοντας πίσω της την Μπελ και ανεβάζοντάς τη σε μια άμαξα που είχε καλέσει βιαστικά. Δεν είχε ακόμα τακτοποιήσει τις σκέψεις της, αλλά δυο πράγματα της φαίνονταν πεντακάθαρα: ήταν μια γυναίκα αποπλανημένη και προδομένη, και κινδύνευε. Το ένστικτό της τής έλεγε να το σκάσει, και το υπάκουσε χωρίς συζήτηση. Ευτυχώς, δεν συνάντησε τον Ντομ. Τον είδε μονάχα όταν η άμαξα, με τις πόρτες κλειδωμένες, είχε πια ξεκινήσει. Τον άκουσε να φωνάζει πίσω της. Γύρισε και τον κοίταξε από το παράθυρο. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, κι ο Ντομ που έτρεχε να την προλάβει σταμάτησε απότομα. «Άννα!» φώναξε. Εκείνη ένιωθε την καρδιά της να ματώνει, το κορμί και το μυαλό της να γίνονται βαριά κι άψυχα σαν το μολύβι. Τον κάρφωσε με το βλέμμα χωρίς ν’ ανοίξει το στόμα της. Δεν είχε τίποτα να του πει εκείνη τη στιγμή. Ο Ντομ της ράγιζε την καρδιά για δεύτερη φορά. «Άννα!» φώναζε εκείνος με τα μάτια γουρλωμένα από το σοκ. Η άμαξα όμως δεν σταμάτησε. Κι ο Ντομ χάθηκε μέσα στη σκόνη της. Στις έξι ώρες που κράτησε το ταξίδι μέχρι το Λονδίνο, η Άννα μπόρεσε να ηρεμήσει κάπως. Δεν έδινε πια καμιά σημασία στο γεγονός ότι κάποιος ήθελε να τη βλάψει, ίσως και να τη σκοτώσει.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

240

Εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι ο Ντομ την είχε προδώσει και πάλι. Ο άντρας που αγαπούσε από παιδί. Που δεν είχε πάψει στιγμή ν’ αγαπάει, αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της. Ο άντρας αυτός προσποιήθηκε πως την αγαπούσε, της έδειξε ψεύτικο πάθος και τρυφερότητα, μόνο και μόνο για να ξανακερδίσει το πατρογονικό του. Αλλά κι ο δούκας που η Άννα τον θεωρούσε φίλο της; Ο ρόλος του σ’ αυτή τη φάρσα ήταν ποταπός. Η Άννα περίμενε τώρα τους υπηρέτες ν’ ανοίξουν τις πόρτες για να κατέβει από την άμαξα. Έτρεμε ολόκληρη. Σκόπευε να πάει να μείνει σ’ ένα ξενοδοχείο, αλλά πρώτα έπρεπε να πει μερικές σταράτες κουβέντες στον δούκα. Το Ράδερφορντ Χάους ήταν αληθινό παλάτι. Η κατοικία των Σεντ Τζορτζ κάλυπτε ένα ολόκληρο τετράγωνο στην πλατεία Μπελκγκρέιβ, κοντά στα βασιλικά ανάκτορα. Μαζί με τις σοφίτες, είχε τέσσερις ορόφους. Χτισμένο με ανοιχτή μπεζ πέτρα στην ελισαβετιανή εποχή από ένα διάσημο τότε αρχιτέκτονα, αποτελούσε αληθινό αξιοθέατο, γιατί έκτοτε δεν του είχε γίνει καμιά προσθήκη ή αλλαγή. Το επιβλητικό κτίριο επιστέγαζε ένας τεράστιος τρούλος στο κέντρο του, που υψωνόταν στον ουρανό άλλα δεκαπέντε μέτρα, ενώ στις δυο άκρες του παλατιού υπήρχαν άλλοι δυο μικρότεροι τρούλοι. «Λαίδη μου, σας παρακαλώ, δεν θα μου πείτε τι συνέβη;» τη ρώτησε για πολλοστή φορά η Μπελ, πνιγμένη στα δάκρυα. Η Άννα γύρισε αλλού. Την έπνιγε ο πόνος, της ήταν δύσκολο να μιλήσει. «Δεν μπορώ να το συζητήσω», είπε πνιγμένα. Η Μπελ έκρυψε κλαίγοντας το πρόσωπό της στις χούφτες της. «Κυρία μαρκησία». Η Άννα δεν μπορούσε να χαμογελάσει - μάλλον δεν θα ξαναχαμογελούσε ποτέ. Κούνησε το κεφάλι κι έκανε νόημα στον υπηρέτη ν’ ανοίξει την πόρτα. Στη συνέχεια οδήγησαν την ίδια και την καμαριέρα της στην επιβλητική σκάλα της εισόδου με τα


241

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

εβδομήντα τρία σκαλοπάτια, μέχρι την τεράστια μαύρη δίφυλλη πόρτα. Και στα δυο φύλλα της ήταν χαραγμένο το χρυσό οικόσημο των Ράδερφορντ, που έφτανε ίσα με το μπόι της Άννας. Δεξιά κι αριστερά της πόρτας στέκονταν προσοχή δυο υπηρέτες με λιβρέες, που κοίταζαν ίσια μπροστά τους, και στο άνοιγμα εμφανίστηκε ο αρχιθαλαμηπόλος του Ράδερφορντ. «Μιλαίδη», χαιρέτησε και υποκλίθηκε, κάνοντας στην άκρη για να περάσει η Άννα στο χολ της εισόδου, που ήταν στρωμένο με λευκό μάρμαρο με χρυσές φλέβες. Οι τοίχοι του ήταν χρυσόλευκοι και το θολωτό ταβάνι υψωνόταν πολλά μέτρα πάνω από τα κεφάλια τους. «Η εξοχότητά του λείπει αυτή τη στιγμή. Θέλετε να περάσετε στο σαλόνι, να σας σερβίρω ένα αναψυκτικό;» Η Άννα πίεσε τον εαυτό της να απαντήσει χωρίς να βάλει τα κλάματα. «Θα τον περιμένω, Κάλντουελ». «Μάλιστα, λαίδη μου», απάντησε απαθώς εκείνος. «Ετοιμάστε ένα δωμάτιο για τη λαίδη», τον πρόσταζε η Μπελ. «Η κυρία δεν είναι καλά, νομίζω πως πρέπει να ξαπλώσει». Ο Κάλντουελ ενδιαφέρθηκε αμέσως. «Θέλετε να καλέσω γιατρό;» «Ναι!» φώναξε η Μπελ σφίγγοντας τα χέρια της. «Όχι», την έκοψε απότομα η Άννα με βραχνή φωνή. «Δεν μπορώ... Δεν θα μείνω εδώ». «Και πού θα πάμε, λαίδη μου;» διαμαρτυρήθηκε η Μπελ. Η Άννα δεν είχε τι να της απαντήσει. Είχε φύγει τόσο βιαστικά, που δεν πήρε μαζί της χρήματα. Πίστευε όμως ότι μια προσωπική της επιταγή θα κάλυπτε τα έξοδα μιας σουίτας σε κάποιο ξενοδοχείο. Καθώς όμως δεν γνώριζε το Λονδίνο, δεν ήξερε καν σε ποιο ξενοδοχείο να πάει. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να καλμάρει, και είπε στον μπάτλερ: «Κάλντουελ, ξέρεις κάποιο ξενοδοχείο κατάλληλο για μένα και την Μπελ;» Ο μπάτλερ έχασε μονομιάς την απάθειά του. «Πώς είπατε;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

242

«Ένα ξενοδοχείο», άρθρωσε η Άννα. «Μου έχουν πει ότι το ξενοδοχείο Καβέντις είναι πολύ κομψό», αποκρίθηκε ο Κάλντουελ ξαναβρίσκοντας την ψυχραιμία του. Η Άννα κούνησε το κεφάλι πεταρίζοντας τα βλέφαρά της. Δεν χρειάζονταν δάκρυα τώρα. Μαζεύοντας το κουράγιο της, ακολούθησε τον μπάτλερ σ’ ένα σαλόνι, αδιάφορη για την πολυτελή επίπλωσή του, και πήγε να σταθεί μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Κοίταξε έξω, χωρίς να βλέπει τίποτα. Ο Κάλντουελ έφερε ένα τρόλεϊ με τσάι και γλυκά. Η Άννα δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Αγνόησε τις προσπάθειες της Μπελ να τη βάλει να καθίσει, τις παρακλήσεις της να πάει επάνω να ξαπλώσει κάπου. Τελικά, το βλέμμα της καθάρισε και είδε την άμαξα του Ράδερφορντ να πλησιάζει. Η λευκή άμαξα με τα χρυσά στολίδια που την έσερναν έξι λευκά άλογα σταμάτησε μπροστά στη σκάλα του μεγάρου κι ο δούκας κατέβηκε από μέσα της. Η Άννα ήταν στραμμένη στην πόρτα όταν ο δούκας μπήκε στο σαλόνι. Η έκφρασή του ήταν ανήσυχη. «Τι συμβαίνει, Άννα;» τη ρώτησε κοιτάζοντάς την κατάματα. «Ο Κάλντουελ μου είπε ότι είσαι άρρωστη». Η Άννα τον κοίταξε χωρίς να μπορεί να του απαντήσει, καθώς ένα καινούργιο κύμα πόνου τής ξέσκιζε τα σωθικά. «Άννα;» «Νόμιζα πως είστε φίλος μου», κατάφερε τελικά να πει με βραχνή φωνή. «Είμαι φίλος σου. Σ’ αγαπάω σαν κόρη μου». «Όχι!» Ο δούκας την κοίταξε προσεκτικά, αλλά δεν έκανε να την πλησιάσει. «Για τ’ όνομα του Θεού, Άννα, τι συμβαίνει;» Η Άννα έμεινε κι εκείνη ακίνητη, αλλά δάκρυα άρχισαν ν’ αυλακώνουν τα μάγουλά της. «Τι συμβαίνει, Άννα; Πού είναι ο Ντομ;» Η Άννα άφησε μια φωνή και ξέσπασε σε κλάματα. Ο Ράδερφορντ διέσχισε το σαλόνι με μεγάλες δρασκελιές και την πήρε στην αγκαλιά του. Κι εκείνη έκλαψε, έκλαψε, μέχρι που ένιωσε τους


243

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

πρώτους λυγμούς του θυμού να την τσιμπάνε. «Ανάθεμά τον τον Ντομ!» τσίριξε και κοπάνησε το στήθος του δούκα με τις γροθιές της. Εκείνος γούρλωσε τα μάτια. «Ανάθεμά τον τον Ντομ!» ούρλιαξε ξανά η Άννα και συνέχισε να τον κοπανάει. Ο Ράδερφορντ της έπιασε τα χέρια. «Τι συνέβη;» απαίτησε να μάθει. Η Άννα όμως ήταν έξω φρενών. Τον κοίταζε, αλλά στο πρόσωπό του έβλεπε τον Ντομ που της είχε πουλήσει έρωτα, γοητεία και τρυφερότητα μόνο και μόνο για να ξαναγίνει δικό του το Γουέιβερλι Χολ. Μέχρι που κάποια στιγμή η όρασή της καθάρισε και είδε μπροστά της τον δούκα - αυτόν που τα είχε σχεδιάσει όλα. «Εσείς!» φώναξε. «Εσείς φταίτε το ίδιο μ’ εκείνον!» Ο Ράδερφορντ άφησε κουρασμένος τα χέρια της. «Τι έχεις μάθει;» Η Άννα σκούπισε τα μάτια της με τα χέρια της. Ανάσαινε λαχανιασμένα κι έσφιγγε τις γροθιές της. «Έμαθα τα πάντα για το καταπίστευμα». «Κατάλαβα». «Δεν θα σας συγχωρήσω ποτέ! Ούτε εσάς, ούτε εκείνον!» Κοιτάχτηκαν στα μάτια. «Άννα, εγώ το έκανα για σένα. Όπως και για εκείνον». «Όχι», αποκρίθηκε γελώντας πικρά η Άννα. «Για το δουκάτο το κάνατε. Για τον εαυτό σας. Επειδή θέλετε να βεβαιωθείτε πριν πεθάνετε ότι ο Ντομ θα αποκτήσει διάδοχο. Ανάθεμά σας!» Ο δούκας ταράχτηκε. «Άννα, εγώ σ’ αγαπάω. Όπως αγαπάω και τον Ντομ. Θέλω να ζήσετε ευτυχισμένοι μαζί». «Ευτυχισμένοι; Ο Ντομ κι εγώ;» Η Άννα γέλασε υστερικά. «Αδύνατον! Ειδικά τώρα. Όσο για εσάς, δεν ξέρετε καν το νόημα της λέξης αγαπάω». Ο δούκας την κοίταξε πονεμένα. «Πόσο λάθος κάνεις...» της είπε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

244

Η Άννα δίστασε μια στιγμή, αλλά συνέχισε: «Αν μ’ αγαπούσατε, δεν θα με χρησιμοποιούσατε. Κι αν αγαπούσατε τον Ντομ...» λύγισε, δεν μπόρεσε να συνεχίσει. «Τον αγαπάω τον Ντομ, και θέλω να τον δω να έχει έναν ευτυχισμένο γάμο, μ’ ένα σωρό παιδάκια να τρέχουν γύρω του. Νόμιμα παιδιά. Δικά σου παιδιά. Κι αγαπάω κι εσένα, Άννα. Είσαι... η ανιψιά της Σάρας. Ανέκαθεν σ’ αγαπούσα». Μια εικόνα εμφανίστηκε στο μυαλό της Άννας. Μια δροσερή φθινοπωριάτικη μέρα, λίγους μήνες μετά την άφιξή της στην Αγγλία. Ήταν έντεκα χρονών, κι ένιωθε μια ατέλειωτη μοναξιά κι ένα βαθύ πόνο για όσα είχαν συμβεί. Την είχε πλησιάσει ένας ψηλός, αριστοκρατικός άντρας, και την είχε ρωτήσει με αληθινή καλοσύνη και ενδιαφέρον αν μπορούσε να τη βοηθήσει σε κάτι. «Κι ακόμα, πιστεύω ότι ο Ντομ σ’ αγαπάει», έλεγε στο μεταξύ ο δούκας. Η Άννα βγήκε από τη στιγμιαία ονειροπόλησή της. «Αυτός το μόνο που αγαπάει είναι το Γουέιβερλι Χολ». «Άννα, δεν είσαι δίκαιη». «Σταματήστε!» φώναξε η Άννα σηκώνοντας τα χέρια. «Μην τολμήσετε να συνεχίσετε! Εσείς είστε ο άδικος». «Δεν συμφωνώ μαζί σου. Είσαι πολύ ταραγμένη, πράγμα κατανοητό. Σιγά σιγά θα ηρεμήσεις. Και θ’ αρχίσεις να καταλαβαίνεις πως αυτό που έκανα δεν είναι και τόσο τρομερό. Είναι δικαίωμά μου να θέλω έναν εγγονό. Αλλά παράλληλα δεν πιστεύω ότι το ενδιαφέρον του Ντομ για σένα έχει καμιά σχέση με το Γουέιβερλι Χολ. Δεν απολαύσατε ο ένας τη συντροφιά του άλλου στη Σκοτία; Δεν συμφιλιωθήκατε; Είμαι σίγουρος ότι ανακαλύψατε πως ταιριάζετε θαυμάσια». Δάκρυα άρχισαν πάλι να κυλάνε από τα μάτια της Άννας, που έτρεμε ταυτόχρονα κι από οργή. «Ναι, συμφιλιωθήκαμε. Μπορεί να έχω αρχίσει κιόλας να φουσκώνω. Είστε ευχαριστημένος τώρα; Ο Ντομ θα αποκτήσει διάδοχο, το δουκάτο είναι εξασφαλισμένο, κι αυτός θα ξαναπάρει και το Γουέιβερλι Χολ, επειδή εγώ δεν το θέλω!»


245

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Σταμάτησε και του γύρισε την πλάτη. «Άννα, είσαι λογική γυναίκα και αγαπάς τον Ντομ», της είπε ο δούκας. «Νομίζω πως με τον καιρό θα φτάσεις στο σωστό συμπέρασμα. Στο μεταξύ, χρησιμοποίησε αυτό το σπίτι σαν να είναι δικό σου». «Δεν θα μείνω εδώ». Ο δούκας τινάχτηκε έκπληκτος. «Τι έχεις κατά νου δηλαδή;» τη ρώτησε. Εκείνη ίσιωσε τους ώμους της. «Θα πάω στο ξενοδοχείο Καβέντις». Ο δούκας γούρλωσε τα μάτια. «Δεν το επιτρέπω». Η Άννα τίναξε ψηλά το κεφάλι, αλλά εκείνος συνέχισε απτόητος: «Άννα, ξέρω ότι είσαι μεγαλόκαρδη. Δεν αποζητάς εκδίκηση. Μα αν μείνεις σε ξενοδοχείο, θα βγάλεις στη φόρα όλα μας τα προβλήματα - και θα ξεσπάσει μεγάλο σκάνδαλο». Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο δούκας είχε δίκιο. Δεν τα είχε σκεφτεί αυτά. Τι να έκανε λοιπόν; Στο Γουέιβερλι Χολ δεν μπορούσε να γυρίσει, ήταν ζήτημα αρχής. Ούτε σε κάποιο άλλο από τα κτήματα του Ντομ ήθελε να πάει. Η θεία της δεν θα τη δεχόταν ποτέ ξανά, και το Γουέιβερλι Χάους στο Λονδίνο ανήκε τώρα στον Μάθιου Φεϊρχέβεν. Δεν είχε άλλη επιλογή. «Καλά λοιπόν». Ο Ράδερφορντ αναστέναξε ανακουφισμένος. «Θα ήθελα να συζητήσουμε ξανά αργότερα, όταν θα έχεις χωνέψει καλύτερα όσα έμαθες». «Δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα». Ο δούκας συνοφρυώθηκε. «Άννα... σ’ αγαπάω πραγματικά. Πολύ». Η Άννα δεν απάντησε. Την έπνιγε ο πόνος. Όταν έφυγε ο δούκας, ένιωσε τα γόνατά της να τρέμουν και πήγε να καθίσει. Και τότε είδε την Μπελ στην άλλη γωνιά του δωματίου. «Αχ, λαίδη μου...» ψιθύρισε η καμαριέρα. «Όλα θα πάνε καλά», προσπάθησε να την καθησυχάσει η Άννα.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

246

Η Μπελ έτρεξε κοντά της κι έκανε κάτι αδιανόητο: την αγκάλιασε. «Σ’ ευχαριστώ, Μπελ», ψιθύρισε τρεμουλιαστά η Άννα και την αγκάλιασε κι εκείνη. «Τι μπορώ να κάνω για να σας βοηθήσω, μιλαίδη;» «Δεν ξέρω. Πρέπει να σκεφτώ... Πρέπει να βρω ένα δικό μου δικηγόρο. Αρνούμαι να είμαι πια αποδέκτης αυτού του καταπιστεύματος. Δεν θέλω το Γουέιβερλι Χολ». Έκανε μια γκριμάτσα. «Δεν θα ξαναγυρίσω ποτέ εκεί». «Αχ, λαίδη Άννα!» φώναξε η Μπελ. «Επιτρέψτε μου που παίρνω το θάρρος, μα όλοι σας αγαπάνε εκεί πέρα! Κι εσείς αγαπάτε και το σπίτι και το προσωπικό!» Η καρδιά της Άννας σφίχτηκε ακούγοντάς την. «Δεν έχει σημασία. Το Γουέιβερλι Χολ ανήκει στον Ντομ. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος να του το επιστρέφω, θα του παραχωρήσω τον απόλυτο έλεγχο» «Κι εσείς τι θα κάνετε;» τη ρώτησε φοβισμένη η Μπελ. «Θα βρω ένα διαμέρισμα εδώ στο Λονδίνο. Ο γάμος μου έχει, φυσικά, τελειώσει». Η Μπελ την κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια. «Δεν μπορεί να σκέφτεστε το... το διαζύγιο...» «Δεν θα κατέστρεφα ποτέ την οικογένεια με το σκάνδαλο ενός διαζυγίου. Κι έπειτα...» τα μάτια της βούρκωσαν ξανά. «Κι αν είμαι έγκυος; Υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα». Η Άννα άγγιξε την επίπεδη, σκληρή κοιλιά της. Θα χαιρόταν αν ήταν έγκυος, πάντα ήθελε παιδιά. Αλλιώς, θα επιζούσε μόνη κι άτεκνη. Γιατί το είχε αποφασίσει: ο Ντομ κι εκείνη θα ζούσαν χωριστά για πάντα. Δεν θα την ξανάγγιζε ποτέ πια. Η Άννα έτριψε τα μάτια της. Ήταν αδιανόητο, αλλά τον αγαπούσε ακόμα αυτόν τον άκαρδο, αδυσώπητο ξένο. «Λαίδη μου, εγώ τι μπορώ να κάνω;» ψιθύρισε με ραγισμένη φωνή η Μπελ. Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Έπρεπε να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο να υπάρχει κάποιος που ήθελε να τη βλάψει. «Μπελ, θυμάσαι το ατύχημα με το άλογο και τον κομμένο


247

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

αναβολέα που βρήκαμε στο μπαούλο μου;» Η Μπελ κατένευσε. «Δεν ήταν ατύχημα, Μπελ. Κάποιος ήθελε να με τρομάξει ή να μου κάνει κακό». Και τα διηγήθηκε όλα στην Μπελ. Εκείνη την άκουγε και τα χείλη της έτρεμαν. «Μα τι θα κάνετε, λαίδη μου; Πρέπει να πάτε να τα πείτε στον άντρα σας! Ό,τι κι αν σας έχει κάνει!» «Όχι. Ποτέ». Η Άννα σηκώθηκε και την κοίταξε αποφασιστικά. «Θα πας πίσω στο Γουέιβερλι Χολ με δυο γράμματα. Το ένα θα είναι για τον Γουίλι. Πρέπει να μάθω ποιος ήταν στους στάβλους εκείνο το πρωί». «Και το άλλο;» «Το άλλο για τον Πάτρικ». Η Άννα είδε στην έκφραση της Μπελ πως δεν ενέκρινε καθόλου την κίνησή της. «Είναι φίλος μου, Μπελ», της είπε. «Τον χρειάζομαι τώρα». «Δεν είναι σωστό αυτό», μουρμούρισε η Μπελ. «Στον λόρδο πρέπει να πάτε». «Μπελ!» αγρίεψε η Άννα. «Μην τολμήσεις να πεις λέξη για όλα αυτά στον Ντομ. Μ ’ ακούς;» Η Μπελ την κοίταξε χλομή, βουβή, αλλά έδειχνε πως ακόμα δεν είχε πειστεί. «Αλλιώς θα σε απολύσω!» της αγρίεψε η Άννα. «Δεν καταλαβαίνεις ότι ο Ντομ με πρόδωσε;» «Πού πήγε η λαίδη;» «Δεν ξέρω, μιλόρδε. Δεν μας είπε», απάντησε ο Μπένετ. Ο Ντομ βημάτιζε βλοσυρός στη βιβλιοθήκη. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την παγερή, κάτασπρη μορφή της Άννας όπως τον κοίταζε από το παράθυρο της άμαξας. Δεν τον είχε ακούσει που τη φώναζε; Γιατί δεν είχε σταθεί; Και πού στο διάβολο είχε πάει; «Δεν είναι λογικά όλα αυτά», είπε χώνοντας νευρικά το χέρι του στα μαλλιά του. «Έφυγε το μεσημέρι, και τώρα κοντεύουν μεσάνυχτα, π’ ανάθεμά με!» Λες κι είχε φύγει για να μην


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

248

ξαναγυρίσει... Μα δεν μπορεί να τον εγκατέλειψε. Αν ήθελε να διακόψει τη σχέση τους, αρκούσε ν’ αναφερθεί στην αισχρή συμφωνία τους και να του ζητήσει να φύγει εκείνος. «Λόρδε μου, είμαι σίγουρος πως η λαίδη είχε να πάει σε κάποια επίσκεψη όπου θα διανυκτέρευε, και ξέχασε να σας το πει», του είπε ο Μπένετ, αλλά κι εκείνος ανησυχούσε πολύ. Ήταν φανερό πως δεν πίστευε αυτά που έλεγε. «Η Άννα είναι πολύ οργανωτική για να ξεχάσει να πει σε κάποιον ότι έχει να πάει κάπου», αποκρίθηκε βραχνά ο Ντομ. «Δεν μου αρέσουν καθόλου όλα αυτά». Συνέχισε να βηματίζει με τις γροθιές του σφιγμένες. «Ανάθεμά με, Μπένετ... Δεν πρόκειται να επιστρέφει». Έδειχνε τόσο κουρελιασμένος στη σκέψη ότι η Άννα τον είχε εγκαταλείψει, που ο Μπένετ δεν άντεχε να τον κοιτάζει. «Λόρδε μου...» Ο Ντομ κατάφερε να συνέρθει κάπως. «Λέγε». «Η Λαίδη Άννα είναι ερωτευμένη μαζί σας. Σας αγάπησε απ’ όταν πρωτοήρθε παιδί στα μέρη μας. Θα επιστρέφει. Είμαι σίγουρος πως είχε κάποια δουλειά που ξέχασε να σας την αναφέρει». Ο Ντομ πίεσε τον εαυτό του να χαμογελάσει. «Σ’ ευχαριστώ, Μπένετ». «Ησυχάσατε;» «Ναι», είπε ψέματα ο Ντομ. «Θέλετε να φάτε κάτι;» «Όχι. Μπορείς να πας για ύπνο. Πες και του Βέριγκ να κάνει το ίδιο». «Καληνύχτα, κύριε». Όταν έφυγε, ο Ντομ ρίχτηκε σε μια καρέκλα. Κάτι πολύ άσχημο συνέβαινε εδώ πέρα. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Μπένετ εμφανίστηκε ξανά τρομάζοντας τον Ντομ. Αμέσως όμως είδε το σφραγισμένο φάκελο με το δουκικό οικόσημο που κρατούσε ο μπάτλερ, και πήδηξε όρθιος. «Ο εξοχότατος έστειλε έναν αγγελιαφόρο...» άρχισε να λέει ο


249

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Μπένετ, μα ο Ντομ δεν περίμενε να ολοκληρώσει τη φράση του. Του άρπαξε το φάκελο και τον άνοιξε. Ντομ, Η σύζυγός σου βρίσκεται στο Ράδερφορντ Χάους. Προετοιμάσου. Έμαθε τα πάντα για το καταπίστευμα. Σε συμβουλεύω να περιμένεις μια-δυο μέρες πριν έρθεις να την πάρεις. Ο παππούς σου, κ.λπ. Τα γράμματα θόλωσαν μπροστά στα μάτια του Ντομ. Τσαλάκωσε αμέσως βίαια το σημείωμα και το πέταξε στη φωτιά. Έπρεπε να το ξέρει πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Έπρεπε να της τα έχει εξομολογηθεί όλα. «Λόρδε μου», μίλησε ο Μπένετ κοιτάζοντάς τον μ’ ορθάνοιχτα μάτια, «έπαθε κάτι η λαίδη μας;» «Όχι. Παρεξήγησε κάτι και βρίσκεται εκνευρισμένη στο Λονδίνο», του απάντησε θυμωμένος ο Ντομ. «Καληνύχτα, Μπένετ». Όταν ο μπάτλερ έφυγε κλείνοντας διακριτικά πίσω του την πόρτα, ο Ντομ άφησε μια φωνή σαν να πνιγόταν. Στριφογύρισε ψάχνοντας κάτι για να σπάσει, μα το μόνο που βρισκόταν κοντά του ήταν ο τοίχος - και δεν ήθελε να σπάσει το χέρι του. Αν και θα του άξιζε κάτι τέτοιο. Η Άννα δεν είχε παρεξηγήσει τίποτα. Απλώς, είχε μάθει την αισχρή, την ελεεινή αλήθεια. Και τώρα πίστευε ότι την είχε ρίξει στο κρεβάτι μόνο και μόνο για να πάρει πίσω το Γουέιβερλι Χολ. Ακόμα κι αν αυτός το αρνιόταν, δεν θα τον πίστευε. Δεν την κατηγορούσε. Πώς μπορείς να εμπνεύσεις εμπιστοσύνη σε κάποιον ύστερα από τέσσερα χρόνια; Ο Ντομ βλαστήμησε και τούτη τη φορά κοπάνησε τη γροθιά του στον τοίχο. Ο Ντομ κάλπαζε στα υγρά λιβάδια, μέσα στην πρωινή ομίχλη. Με χορευτικές κινήσεις, οδηγούσε το μαύρο του άλογο πάνω από τις ξερολιθιές, και προσπαθούσε να μη σκέφτεται την Άννα και όσα τους επιφύλασσε το μέλλον. Έγειρε στο σβέρκο του αλόγου του και το πίεσε να τρέξει ακόμα


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

250

πιο γρήγορα. Τώρα πετούσαν πάνω σ’ ένα χωματόδρομο που διέσχιζε σχηματίζοντας μαιάνδρους ένα λιβάδι. Ο Ντομ, που αγαπούσε πάντα την ταχύτητα, άφησε το άλογο να τρέξει ελεύθερο. Ίσως έτσι άφηνε πίσω του και τις σκέψεις που αφορούσαν την Άννα... Ωστόσο ένιωθε απόλυτα βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε να την ξεπεράσει, ενώ εκείνη τον μισούσε τόσο που ήθελε να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Κι όσο σκεφτόταν πόσο πρέπει να υπέφερε η Άννα, τόσο αρρώσταινε. «Ντομ! Περίμενε!» Ο Ντομ βλαστήμησε από μέσα του και έκοψε την ταχύτητα του αλόγου του προσπαθώντας να μη δείχνει, ενοχλημένος. Η Φελίσιτι τον φώναξε ξανά. Εκνευρισμένος, ο Ντομ έστριψε το άλογό του και τα μάτια του στένεψαν. Στο δρόμο που περνούσε παράλληλα με το λιβάδι διέκρινε ένα αμαξάκι να πλησιάζει. Η Φελίσιτι μαστίγωσε το άλογό της μέχρι που έφτασε κοντά του και σταμάτησε απότομα. «Ντομ!» τον φώναξε ξανά, κάνοντας του νόημα να πάει κοντά της. Εκείνος την πλησίασε, αλλά δεν αφίππευσε. Αντίθετα, βολεύτηκε καλύτερα στη σέλα του και την κοίταξε εξεταστικά. «Καλημέρα, Φελίσιτι». Δεν του φαινόταν ικανή να προκαλέσει πυρκαγιά, να δηλητηριάσει άλογα και να μισεί την Άννα τόσο πολύ που να θέλει να της κάνει μεγάλο κακό ή ακόμα και να τη σκοτώσει. Ωστόσο, κανείς δεν είχε τόσο πολλά κίνητρα όσο αυτή. «Καλημέρα!» του απάντησε η Φελίσιτι λαχανιασμένη, με τα γαλανά της μάτια να λάμπουν. «Σε γύρευα παντού». «Αλήθεια;» Δεν μπόρεσε να μην την ειρωνευτεί. Εκείνη όμως το αγνόησε. «Ναι», είπε. «Έμαθα ότι η Άννα έφυγε από το Γουέιβερλι Χολ». Ο Ντομ έσφιξε τα δόντια του. «Σωστά έμαθες», αποκρίθηκε κι η Φελίσιτι του χαμογέλασε. «Θα έπρεπε να χαίρεσαι. Εσύ δεν την ήθελες ποτέ. Τώρα, είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θέλεις». «Φελίσιτι, νομίζω ότι την τελευταία φορά που μιλήσαμε οι δυο μας


251

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ήμουν απόλυτα σαφής». Εκείνη πήρε ένα αθώο ύφος. «Δεν θυμάμαι τι συζητήσαμε... Μόνο ότι μου υποσχέθηκες να με ξεναγήσεις στους στάβλους σου». Η Φελίσιτι έγλειψε αργά τα χείλη της. Στο μυαλό του Ντομ ήρθαν όλες οι γυναίκες που είχε οδηγήσει στο κρεβάτι του τα τελευταία δέκα χρόνια, κι η θύμησή τους του έφερε μια ξαφνική σιχασιά. Την ίδια απέχθεια του προκαλούσε και η Φελίσιτι. Εκείνη έκανε ένα πονηρό μορφασμό. «Έχεις χρόνο τώρα;» τον ρώτησε. «Όχι», της απάντησε απότομα, θυμωμένα. Εκείνη στραβομουτσούνιασε. «Μα μου το υποσχέθηκες». «Ο Μπλέικ θα χαρεί να σου δείξει όλα όσα θέλεις να δεις». Η Φελίσιτι τον κοίταξε αμίλητη για μια στιγμή κι ύστερα είπε: «Ο Μπλέικ είναι αγροίκος». Ο Ντομ χαμογέλασε άθελά του. «Εγώ άκουσα ότι σε συνόδευε παντού τούτη την εβδομάδα που εγώ κι η Άννα λείπαμε στη Σκοτία». «Δεν με συνόδευε. Με έπαιρνε από πίσω», απάντησε κοκκινίζοντας η Φελίσιτι. Ο Ντομ δεν κρατήθηκε κι έβαλε τα γέλια. «Δεν είναι καθόλου αστείο να σε κυνηγάει κάποιος για τον οποίο δεν ενδιαφέρεσαι», τον μάλωσε η Φελίσιτι. «Συμφωνώ απολύτως μαζί σου», της απάντησε δηκτικά ο Ντομ. «Ντομ, εγώ...» «Μη. Μην πεις κάτι που θα μας φέρει και τους δυο σε δύσκολη θέση». Τα μάτια της Φελίσιτι βούρκωσαν. «Η Άννα είναι σύζυγός μου και σκοπεύω να της δείξω το σεβασμό που της αξίζει». Η Φελίσιτι έγινε κατακόκκινη. «Τώρα που εξηγηθήκαμε, ας αλλάξουμε θέμα». Έγειρε μπροστά κι


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

252

ακούμπησε τον αγκώνα του στο γόνατό του. Έδειχνε χαλαρός, αλλά το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό. «Κάποιος προσπαθεί να κάνει κακό στη γυναίκα μου. Και νομίζω πως αυτός ο κάποιος είσαι εσύ». Ο Ντομ κοίταζε συνοφρυωμένος έξω από το παράθυρο του δωματίου του. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε κυνηγήσει γυναίκα. Τώρα όμως αισθανόταν άθλια. Ήθελε την Άννα. Κι όχι μόνο στο κρεβάτι του. Της χρωστούσε μια εξήγηση, έστω κι αν δεν θα κέρδιζε τίποτε απ’ αυτήν. Δεν ήταν ώρα για εγωισμούς τώρα. Κάποιος χτύπησε την πόρτα του κι ο Ντομ στράφηκε. Ο υπηρέτης του ετοίμαζε ένα μπαούλο με τα ρούχα του κι έτσι πήγε ν’ ανοίξει ο ίδιος. «Καλημέρα, μητέρα», είπε χαμογελώντας με το ζόρι. Ο Βέριγκ εξαφανίστηκε κι η Κλαρίς μπήκε στο δωμάτιο. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως στο μισογεμάτο με ρούχα μπαούλο. «Φεύγεις;» «Ναι». «Πού πας, Ντομ; Στο Λονδίνο;» Εκείνος κατένευσε. «Πας να βρεις την Άννα;» Το βλέμμα του Ντομ σκλήρυνε. «Ακριβώς». «Μα εκείνη δεν σε θέλει». Ο Ντομ τινάχτηκε σαν να έφαγε χαστούκι. «Το τι θέλει εκείνη δεν έχει σημασία», είπε. «Είναι γυναίκα μου, κι άρα σημασία έχει τι θέλω εγώ». Η Κλαρίς τον κοίταξε κατάχλομη, με τα χείλη της να τρέμουν. «Κι εσύ τη θέλεις;» Έδειχνε να μην το πιστεύει. «Ναι», απάντησε ο Ντομ. «Τη θέλω». «Δεν είναι αντάξιά σου!» φώναξε η Κλαρίς. «Αυτό, θα το κρίνω εγώ», απάντησε με πείσμα ο Ντομ. «Η δική μου άποψη είναι πως εγώ δεν είμαι αντάξιός της».


253

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Σε μάγεψε ξανά!» «Αρκετά, μητέρα». Η Κλαρίς γύρισε απότομα και πήγε να καθίσει σε μια βελούδινη πολυθρόνα, παίρνοντας στην αγκαλιά της μια από τις γάτες της που την είχε ακολουθήσει ως εκεί. Ο Ντομ την κοίταξε διαπεραστικά και στο μυαλό του ήρθε το ημερολόγιο του Φίλιπ, το οποίο προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ξεχάσει. Αρκετά προβλήματα είχε, δεν του χρειαζόταν κι αυτό. Ωστόσο, δεν μπορούσε να κρύβεται άλλο από την πραγματικότητα. Με τα μηνίγγια του να χτυπάνε δυνατά, είπε: «Μητέρα, υπάρχει ένα ζήτημα που πρέπει να συζητήσουμε». Η Κλαρίς τον κοίταξε, μα αμέσως γύρισε αλλού τα μάτια της. «Πρόκειται για ένα πολύ λεπτό και δύσκολο ζήτημα», συνέχισε ο Ντομ. «Ο πατέρας μου...» Μιλιά η Κλαρίς. «Ο πατέρας μου με μισούσε. Μισούσε κι εσένα. Μισούσε ολόκληρη την οικογένεια». «Ναι...» «Γιατί;» Η Κλαρίς έκανε να χαμογελάσει, μα δεν τα κατάφερε. «Δεν μάντεψες το γιατί;» «Ναι, το μάντεψα». Η Κλαρίς έσφιξε πάνω της τη γάτα της κι εκείνη διαμαρτυρήθηκε μ’ ένα δυνατό νιαούρισμα. «Κάψ’ το, Ντόμινικ. Είναι γεμάτο παραλογισμούς ενός αδύναμου, οργισμένου ανθρώπου». «Μητέρα...» Σταμάτησε. Ήθελε να τη ρωτήσει: Είμαι αληθινός γιος του; Τότε όμως η Κλαρίς σηκώθηκε τρέμοντας, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ο Ντομ κατάπιε την ερώτησή του. Δεν είχε πια σημασία. Ποτέ δεν είχε σημασία. Θα έκαιγε αμέσως το ημερολόγιο κι ο κόσμος ούτε που θα υποψιαζόταν ότι τέθηκε ποτέ ένα τέτοιο ερώτημα. Η Κλαρίς τον κοίταζε πάντα με μάτια γουρλωμένα, τρομαγμένη. Ο


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

254

Ντομ γύρισε απότομα και πήγε στο κομοδίνο του. Άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε το ημερολόγιο και το πέταξε στο αναμμένο τζάκι. Οι φλόγες τύλιξαν αμέσως το κόκκινο δέρμα. Η Κλαρίς κοίταζε τις σελίδες ν’ αρπάζουν φωτιά, και τη μοναδική σημαντική κληρονομιά του Φίλιπ να συρρικνώνεται, να καίγεται, να εξαφανίζεται. Όταν το ημερολόγιο έγινε μια καρβουνιασμένη μάζα, ο Ντομ στράφηκε στη μητέρα του ανακουφισμένος - και άρρωστος. Δεν θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια, μα τόσο το καλύτερο. «Σ’ ευχαριστώ, Ντόμινικ», ψιθύρισε μ’ ευγνωμοσύνη η Κλαρίς. Ο Ντομ κατάφερε με το ζόρι να της χαμογελάσει. Ήταν σχεδόν έτοιμος να φύγει. Σκοτείνιαζε σε λίγο, μα δεν τον ένοιαζε. Θα ταξίδευε νύχτα. Τον έκαιγε η ανυπομονησία, βιαζόταν να βρει την Άννα και να της εξηγήσει. Αν όλα πήγαιναν καλά, αν κατάφερνε να ξεπεράσει την περηφάνια του και τον πόνο του, σε μερικές ώρες θα μπορούσε να έχει συμφιλιωθεί με την Άννα. Με βαριά βήματα διέσχισε το χαλικόστρωτο δρομάκι αφήνοντας πίσω του το σπίτι και την άμαξα που τον περίμενε. Οι στάβλοι φωτίζονταν από ένα αμυδρό φως. Ο Ντομ μπήκε και προσπέρασε καμιά δεκαριά άλογα που κοιμόνταν στα παχνιά τους. Στο τέρμα του κεντρικού διαδρόμου υπήρχε μια σκάλα. Την ανέβηκε βιαστικά και χτύπησε την πόρτα που βρισκόταν στην κορυφή της. Ο Γουίλι την άνοιξε αμέσως. «Λόρδε μου...» είπε έκπληκτος. «Μπορώ να περάσω; Σε θέλω μια στιγμή». Ο Γουίλι έδειχνε ταραγμένος, μα έκανε πίσω για να περάσει ο Ντομ. «Τι... τι συμβαίνει, λόρδε μου;» «Τι ανακάλυψες;» Ο Γουίλι χαλάρωσε, λες και περίμενε κάτι άλλο, ένα κατσάδιασμα ίσως. Ο Ντομ το πρόσεξε κι αναρωτήθηκε τι να του έκρυβε. «Λόρδε μου, η χήρα Ριντ δεν ήταν στους στάβλους εκείνο το πρωί». «Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε βλοσυρά ο Ντομ.


255

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Αν είχε περάσει από τους στάβλους, κάποιος θα την είχε δει. Μια τέτοια γυναίκα δεν περνάει απαρατήρητη». Ο Γουίλι είχε δίκιο. Εκτός βέβαια κι αν είχε μεταμφιεστεί. Δεν θα της έμενε όμως χρόνος ν’ αλλάξει δυο φορές, άσε που θα χρειαζόταν βοήθεια για να δηλητηριάσει το άλογο της Άννας. «Ποιος άλλος βρισκόταν στους στάβλους εκείνο το πρωί;» «Ο δούκας, που πήρε ένα άλογο για να πάει ιππασία». Ο παππούς του δεν ήταν ύποπτος. Αγαπούσε σαν παιδί του την Άννα. «Συνέχισε». «Κι η μητέρα σας βγήκε για ιππασία νωρίς εκείνο το πρωί». Ο Ντομ τινάχτηκε. Η μητέρα του αντιπαθούσε βαθύτατα την Άννα. «Η χήρα μαρκησία πηγαίνει ιππασία τρεις φορές την εβδομάδα, στις οκτώ το πρωί», συνέχισε ο Γουίλι. «Λέει πως κάνει καλό στην υγεία της. Το κάνει χρόνια τώρα». Ο Ντομ χαλάρωσε. Οπωσδήποτε, η μητέρα του δεν ήταν ικανή για τέτοια κακία. «Πρέπει να υπήρχε και κάποιος άλλος στους στάβλους», είπε νευρικά. Ο Γουίλι τον κοίταξε κατάματα. «Μάλιστα κύριε», είπε. «Υπήρχε και κάποιος άλλος. Τον είδαν τρεις σταβλίτες». Ο Ντομ τινάχτηκε. «Λέγε λοιπόν, ποιος;» «Ο Πάτρικ Κόλινς, λόρδε μου».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

256

21

Η Άννα ένιωθε εξαντλημένη. Είχε κοιμηθεί άσχημα την πρώτη της νύχτα στο Ράδερφορντ Χάους, ταραγμένη όπως ήταν από τη βεβαιότητα ότι κάποιος ήθελε το κακό της, κι από την ύπουλη συμπεριφορά του Ντομ. Σε κάθε τρίξιμο του παλιού σπιτιού και σε κάθε σφύριγμα του ανέμου άκουγε διαρρήκτες και φαντάσματα, και τα όνειρά της ήταν γεμάτα από ανθρώπους που δεν γνώριζε, ανθρώπους με σκληρά κι απειλητικά πρόσωπα και μανιακές εκφράσεις. Δυστυχώς, ένας από αυτούς που την κυνηγούσαν και την κοροϊδεύαν ήταν και ο Ντομ. Η Μπελ δεν είχε επιστρέφει ακόμα από το Γουέιβερλι Χολ, κι έτσι τη ζεστή σοκολάτα της και την πρωινή εφημερίδα της τις έφερε ο ίδιος ο Κάλντουελ. Μια από τις καμαριέρες του αρχοντικού είχε τεθεί προσωρινά στην υπηρεσία της, και της ετοίμαζε τώρα το πρωινό της φόρεμα. Η Άννα την κοίταζε ξαπλωμένη ακόμα στο κρεβάτι και ρουφώντας άκεφα τη σοκολάτα της. Παρ’ όλο που είχε αποφασίσει να βρει ένα δικηγόρο το ίδιο κιόλας πρωί, δεν είχε καμιά όρεξη ούτε για αυτή τη δουλειά, ούτε για οποιαδήποτε άλλη. Ξαφνικά, άκουσε την πόρτα του δωματίου της ν’ ανοίγει και τον Ντομ να της λέει: «Γεια σου, Άννα». Από την ταραχή της αναποδογύρισε το φλιτζάνι της χύνοντας τη σοκολάτα στα λευκά σεντόνια. «Ντομ!» Ο άντρας της την κοίταζε βλοσυρός, σαν να ήθελε να διαβάσει την ίδια την ψυχή της. Οργή κι απελπισία την κυρίευσαν. «Τι γυρεύεις εδώ;» «Προφανώς σ’ ακολούθησα μέχρι εδώ διασχίζοντας τη μισή


257

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Αγγλία». Ο τόνος του δεν ήταν καθόλου κοροϊδευτικός. «Θέλω να σου μιλήσω». Η Άννα συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σε μειονεκτική θέση: ήταν ακόμα στο κρεβάτι, άντυτη. Κοκκινίζοντας, σηκώθηκε και, αγνοώντας το βλέμμα του Ντομ, φόρεσε μια ρόμπα. Την έδεσε σφιχτά στη μέση της και γύρισε ν’ αντιμετωπίσει τον Ντομ. «Φύγε από δω», του είπε. Εκείνος την αγνόησε και στράφηκε στην καμαριέρα που τους κοίταζε με ανοιχτό το στόμα. «Μπορείς να φύγεις», της είπε. Η υπηρέτρια ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια. «Στάσου!» τη διέταξε η Άννα. Η στρουμπουλή κοπέλα μαρμάρωσε και την κοίταξε κατάχλομη. «Λίζι, δεν σου επιτρέπω να φύγεις. Θέλω να με βοηθήσεις να ντυθώ». Ύστερα στράφηκε στον Ντομ: «Εσύ, φύγε». Ένα κακό χαμόγελο ασχήμυνε το όμορφο πρόσωπό του. «Δεν φεύγω προτού μιλήσουμε και εξηγηθούμε. Λίζι, φύγε. Τώρα. Αν θέλεις να διατηρήσεις τη θέση σου στο Ράδερφορντ Χάους». Η Λίζι έφυγε τρέχοντας. «Οι απειλές είναι περιττές!» φώναξε η Άννα. «Άννα, ό,τι κι αν έχω κάνει στο παρελθόν κι ό,τι κι αν κάνω στο παρόν, μην αντιλέγεις ποτέ στις προσταγές μου». Η Άννα ήθελε να του πει πολλά, αλλά τα κατάπιε. «Ντομ, δεν έχω καμιά επιθυμία να μιλήσω μαζί σου. Ούτε τώρα ούτε ποτέ. Γι’ αυτό, σ’ το λέω ξανά. Σε παρακαλώ, φύγε». Αντί για άλλη απάντηση, εκείνος ακούμπησε στην παραστάδα της πόρτας σταυρώνοντας τα μπράτσα του στο στήθος και τους αστραγάλους του στο πάτωμα. «Άννα, στη Σκοτία συνέβη κάτι ανάμεσά μας. Δεν μπορείς να το διώξεις από μέσα σου με την ίδια ευκολία που διώχνεις τη Λίζι. Ούτε κι εμένα, άλλωστε». Η Άννα έχασε κάθε έλεγχο. «Ανάθεμά σε!» φώναξε κουνώντας του τη γροθιά της. «Η Σκοτία ήταν ένα ψέμα! Ένα κολοσσιαίο, φρικαλέο ψέμα. Με


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

258

χρησιμοποίησες, κάθαρμα! Καλά λένε πως η καρδιά σου είναι μαύρη κι άραχλη. Μ’ άφησες να σε αγαπήσω ξανά και...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Την έπνιξαν τα ίδια της τα λόγια. Ο Ντομ ίσιωσε το κορμί του και διέσχισε με δυο δρασκελιές το δωμάτιο. Η Άννα συνειδητοποίησε ότι έκλαιγε κι ότι εκείνος είχε σκοπό να την πάρει αγκαλιά, να την παρηγορήσει. Έξαλλη, έκανε το γύρο του κρεβατιού και πήγε να σταθεί στην άλλη του πλευρά. «Μη μ’ αγγίξεις, άκαρδε, μπάσταρδε!» Δεν μπορούσε να βρει κάτι χειρότερο να του πει. Εκείνος χλόμιασε. «Άννα, δεν μου αξίζει να με βρίζεις. Ήρθα εδώ για να σου δώσω εξηγήσεις». «Όχι. Δεν θέλω τις εξηγήσεις σου. Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτε απ’ όσα έχεις να πεις. Χόρτασα πια από τα ψέματά σου». Προσπάθησε να σκουπίσει τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της, αλλά τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα. «Σε μισώ», του είπε, κι ας ήξερε πως του έλεγε ψέματα. «Θεέ μου, πόσο σε μισώ!» Εκείνος την κοίταζε ταραγμένος, με πρόσωπο κέρινο, ανέκφραστο. «Άννα, έχω σκοπό να σου δώσω εξηγήσεις, είτε το θέλεις είτε όχι». «Αρνείσαι ότι με αποπλάνησες για να σου κάνω παιδί; Και να ξανακερδίσεις έτσι το Γουέιβερλι Χολ;» τσίριξε η Άννα. «Ναι. Το αρνιέμαι», της απάντησε αγριεμένος. Η Άννα του γύρισε την πλάτη βαριανασαίνοντας από οργή και πόνο. Την άλλη στιγμή τα χέρια του Ντομ ακουμπούσαν στους ώμους της σταθερά και μαλακά μαζί. «Σε παρακαλώ, μην κλαις. Ξέρω πως δεν έχεις λόγο να με εμπιστεύεσαι, αλλά σου ζητάω να με εμπιστευτείς τώρα». Η Άννα στράφηκε και τον χαστούκισε μ’ όλη της τη δύναμη. Ο ήχος του χαστουκιού αντήχησε στο τεράστιο δωμάτιο και το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, που ο Ντομ έχασε την ισορροπία του. Η Άννα τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, σοκαρισμένη κι η ίδια από το βίαιο ξέσπασμά της. Εκείνος χάιδεψε το σαγόνι του και έγλειψε τα χείλη του. Για πρώτη φορά η Άννα πρόσεξε πως το δεξί του χέρι, αυτό που είχε σηκώσει, ήταν δεμένο με επιδέσμους.


259

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Τα μάτια του Ντομ είχαν σκοτεινιάσει από οργή. «Να σε πάρει ο διάβολος, Άννα. Δεν άκουσες τίποτε απ’ όσα σου είπα». «Ακριβώς», του απάντησε εκείνη με σφιγμένα δόντια. «Αρκετά πια, δεν χρειάζονται άλλα λόγια. Φύγε πριν χάσω εντελώς την αυτοκυριαρχία μου και εξευτελιστώ ακόμα περισσότερο». Ο Ντομ την κοίταξε κατάματα. «Όταν ο Ράδερφορντ μου είπε τους όρους του καταπιστεύματος, έγινα έξω φρενών. Ήθελα να φύγω αμέσως μακριά από το Γουέιβερλι Χολ κι από σένα», της είπε. «Δεν το έκανες όμως». «Όχι». Σταμάτησε και την κάρφωσε με το βλέμμα. «Δεν μπορούσα. Εξαιτίας σου, Άννα». «Όχι! Δεν έφυγες επειδή ήξερες πόσο εύκολα μπορούσες να με γοητέψεις και ν’ αποκτήσεις μέσω εμού έναν κληρονόμο για σένα και τον Ράδερφορντ». «Όχι! Δεν έφυγα γιατί με τρέλαινες, π’ ανάθεμά σε, γιατί σε ήθελα απεγνωσμένα, γιατί είχα ήδη αρχίσει να σε ερωτεύομαι και να μετανιώνω για το παρελθόν». Η Άννα έμεινε για λίγο άλαλη. Κατάφερε όμως να ξαναβρεί τη φωνή της και να του πει: «Αυτή ήταν η τελευταία φορά που πρόδωσες την εμπιστοσύνη μου». «Αρνείσαι να με πιστέψεις, παρ’ όλο το πάθος και την ευτυχία που νιώσαμε στο Τάβαλον». «Ναι». Κάτι απελπισμένο, ζοφερό, ταξίδεψε στα μάτια του Ντομ. «Ώστε αυτό είναι το τέλος;» «Ναι». «Σκοπεύεις να ζητήσεις διαζύγιο;» τη ρώτησε μ’ έναν αλλόκοτο τόνο στη φωνή του. Η Άννα μόλις και μετά βίας κατάφερνε να μιλήσει. «Όχι. Δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο». Ο Ντομ έδειξε ν’ ανακουφίζεται.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

260

«Ωραία», είπε, «γιατί δεν θα το επέτρεπα». «Σκέφτομαι την οικογένεια κι όχι το γεγονός ότι είναι σχεδόν αδύνατο για μια γυναίκα να χωρίσει τον σύζυγό της». Εκείνος απέμεινε να την κοιτάζει, μέχρι που η σιωπή έγινε δυσάρεστη. Τελικά, ο Ντομ είπε: «Όχι, Άννα. Νομίζω πως κατά βάθος νοιάζεσαι ακόμα για μένα». Εκείνη σκούπισε τα δάκρυά της. «Έχεις δίκιο, ανάθεμά σε. Έχεις δίκιο. Αυτό όμως δεν αλλάζει τίποτα». Ο Ντομ γύρισε και τράβηξε κατά την πόρτα, με πεσμένους ώμους. Η Άννα έκλεισε με το χέρι το στόμα της για να μην τον φωνάξει να γυρίσει. Φτάνοντας στην πόρτα, ο Ντομ στάθηκε. Γύρισε και την κοίταξε, και τα μάτια του φάνταζαν αλλόκοτα υγρά. «Άννα, ξέρω πως δεν θα το πιστέψεις, αλλά είμαι ερωτευμένος μαζί σου». Εκείνης της κόπηκε η ανάσα, μα δεν κατέβασε το χέρι από το στόμα της. Ο Ντομ την κοίταξε για μια ακόμα στιγμή - μια αιωνιότητα. Κι η Άννα ήξερε πως την περίμενε ν’ αλλάξει γνώμη. Αυτή όμως δεν θα τον εμπιστευόταν, δεν θα τον ξαναδεχόταν στην αγκαλιά της. Κι ο Ντομ γύρισε κι έφυγε. «Σεντ Τζορτζ! Στάσου!» Ο Ντομ είχε βγει με ένα από τα καλύτερα άλογα του Ράδερφορντ στα δρομάκια της ιππασίας του Χάιντ Παρκ. Είχε συναντηθεί με πολλά μέλη της αριστοκρατίας -κυρίες με τα αμάξια τους, κυρίους με τα άλογά τους-, μα τους είχε αγνοήσει όλους. Η ξαφνική εμφάνιση του ίδιου και της γυναίκας του στο Λονδίνο είχε προκαλέσει πολλές συζητήσεις και κουτσομπολιά. Αυτός όμως δεν είχε όρεξη για ανάλαφρες συζητήσεις, ούτε ενδιαφερόταν για όσα έλεγαν τα κουτσομπολιά. Αργά ή γρήγορα όλος ο καλός κόσμος θα μάθαινε ότι ήταν σε διάσταση με τη γυναίκα του. Άκουσε να φωνάζουν ξανά τ’ όνομά του και κράτησε το άλογό του,


261

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

συνειδητοποιώντας πως αυτός που τον φώναζε ήταν ο καλύτερός του φίλος, ο Μπλέικ. Ο Μπλέικ τον πλησίασε πάνω σ’ ένα κατάμαυρο άλογο. Με το μπεζ παντελόνι ιππασίας και το μαύρο σακάκι του ήταν γοητευτικός κι αψεγάδιαστος. «Σε κυνηγάω δέκα λεπτά τώρα!» του είπε. Και βλέποντας το πρόσωπο του Ντομ, ρώτησε ανήσυχος: «Τι συμβαίνει;» «Χρειάζομαι ένα ποτό», του απάντησε βλοσυρά εκείνος. «Μα είναι πρωί ακόμα». «Καρφί δεν μου καίγεται». Ο Μπλέικ κούνησε το κεφάλι και, στρέφοντας τ’ άλογό του, ακολούθησε τον Ντομ σ’ ένα μονοπάτι που θα τους έφερνε έξω από το πάρκο. Αδιαφορούσαν κι οι δυο για τις κομψές κυρίες που τους κοίταζαν. Ο Μπλέικ έριξε μια λοξή ματιά στον φίλο του, χωρίς ωστόσο να του κάνει άλλες ερωτήσεις. «Νόμιζα πως ήσουν στην εξοχή», είπε τελικά ο Ντομ καθώς αφίππευαν μπροστά στη λέσχη τους, ένα μεγαλόπρεπο τετραώροφο κτίριο με πρόσοψη που θύμιζε αρχαίο ναό. Ο Μπλέικ έκανε μια γκριμάτσα. «Έφαγα μια εβδομάδα κυνηγώντας τη χήρα Ριντ χωρίς να καταφέρω τίποτα, ώσπου μπούχτισα». Ο Ντομ τον κοίταξε, μα δεν μπόρεσε να χαμογελάσει. «Εσύ και απέτυχες;» «Αυτή μόνο εσένα θέλει, παλιόφιλε. Το ξέρεις». «Εγώ όμως ενδιαφέρομαι για άλλη», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα ο Ντομ καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά της εισόδου κι ένας υπηρέτης με λιβρέα τους άνοιγε την πόρτα. «Ναι, αυτό είναι φανερό», του είπε ο Μπλέικ. Ο Ντομ γύρισε αλλού το πρόσωπό του για να μη βλέπει ο φίλος του το θλιμμένο ύφος του. Ο Μπλέικ όμως τον έπιασε απ’ το μπράτσο. «Ντομ, κι εκείνη είναι ερωτευμένη μαζί σου». «Όχι. Όχι πια». Ο Ντομ προσπάθησε να χαμογελάσει μα δεν τα κατάφερε. «Ποτέ άλλοτε δεν έχω αισθανθεί έτσι. Αν αυτό είναι ο έρωτας, τότε είναι κάτι τρομερό».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

262

Ο Μπλέικ γέλασε. «Εγώ είμαι σίγουρος πως η γοητεία σου μπορεί να την κάνει να σε συγχωρήσει - ό,τι κι αν της έκανες». «Αυτή τη φορά πέφτεις έξω». «Δηλαδή θα το βάλεις κάτω; Και θα την αφήσεις να πέσει στα δίχτυα εκείνου του φιδιού, του Πατ Κόλινς;» Ο Ντομ τινάχτηκε. «Είναι κι αυτός ερωτευμένος μαζί της. Όχι, λάθος: τη θέλει. Μα δεν είμαι σίγουρος αν την αγαπάει». «Το ξέρω. Δεν ξεκόλλησε από δίπλα της τέσσερα ολόκληρα χρόνια, όταν εγώ την παράτησα». «Έτσι λέγεται. Ξέρεις, είναι κι αυτός στο Λονδίνο. Τον είδα να κάνει ιππασία λίγο πριν δω εσένα». Η έκφραση του Ντομ σκοτείνιασε. Εύκολα μπορούσε να μαντέψει τι -και ποια- είχε φέρει τον Πάτρικ στο Λονδίνο. «Ανάθεμα!» μούγκρισε. Μπορεί να την είχε χάσει την Άννα, αλλά δεν θα της επέτρεπε ποτέ να παρηγορηθεί από κάποιον άλλο άντρα. Ποτέ. «Έτσι μπράβο», του είπε τρυφερά ο Μπλέικ. «Εγώ θα πρότεινα να κάνεις κάτι για να κινήσεις ξανά το ενδιαφέρον της γυναίκας σου. Να την κάνεις να ζηλέψει, ας πούμε. Είχε ζηλέψει τρομερά τη Φελίσιτι εκείνο το βράδυ στο Γουέιβερλι Χολ». Ο Ντομ τον κοίταξε διατακτικά. «Τον Κόλινς δεν είναι να τον εμπιστεύεται κανείς», του είπε ο Μπλέικ. «Σκέψου λοιπόν κάποιο κόλπο, και γρήγορα». Ο Ντομ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα όμως θυμήθηκε τι του είχε αποκαλύψει ο Γουίλι, και είπε: «Λοιπόν, συμφωνώ απολύτως μαζί σου». Η Άννα είδε ένα νοικιασμένο αμάξι να σταματάει έξω από το Ράδερφορντ Χάους και τραβήχτηκε από το παράθυρό της. Ήταν θυμωμένη με τον εαυτό της που παραφυλούσε για τον Ντομ. Ο άντρας της είχε φύγει εδώ και πολλές ώρες, πολύ πριν από την ώρα του φαγητού. Και τώρα είχε έρθει η ώρα του τσαγιού κι εκείνος δεν είχε επιστρέφει ακόμα. Στο μεταξύ, η Άννα το μόνο που έκανε όλες


263

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

αυτές τις ώρες ήταν να δει ένα δικηγόρο, ο οποίος και αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί της όταν κατάλαβε τι ήθελε. Η δύναμη του Ράδερφορντ, βλέπεις, ήταν τεράστια. Το ίδιο και του Ντομ. Η Άννα συνειδητοποίησε ότι δύσκολα θα έβρισκε δικηγόρο στη διαμάχη της με την οικογένεια Σεντ Τζορτζ. Κοιτάζοντας ξανά έξω, είδε τον Πάτρικ να κατεβαίνει από το αμάξι. Γεμάτη ανακούφιση άνοιξε το παράθυρό της και του έκανε νόημα φωνάζοντάς τον. Εκείνος κοίταξε ψηλά, την είδε και χαμογέλασε. Η Άννα κατέβηκε τρέχοντος κάτω. «Πόσο χαίρομαι που ήρθες!» του φώναξε την ώρα που ο Κάλντουελ έπαιρνε τα γάντια, το καπέλο και το μπαστούνι του. Ο Πάτρικ ήρθε κοντά της κι εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του. Οι δημόσιοι εναγκαλισμοί δεν θεωρούνταν και πολύ καθωσπρέπει, όμως ο Πάτρικ ήταν ο καλύτερος φίλος της κι η Άννα ένιωθε να πνίγεται από τα άσχημα και θλιβερά συναισθήματά της. «Τι συμβαίνει; Γιατί είσαι τόσο ταραγμένη;» τη ρώτησε ο Πάτρικ γέρνοντας πίσω για να παρατηρήσει το πρόσωπό της. «Γιατί έφυγες τόσο ξαφνικά, χωρίς να με ενημερώσεις;» Η Άννα είδε τον Κάλντουελ να στέκεται δίπλα σ’ ένα μαρμάρινο τραπέζι. Παρότι έκανε πως δεν είχε δει τον εναγκαλισμό τους, η στάση του έδειχνε πως είχε ενοχληθεί. «Κάλντουελ, φέρε μας σε παρακαλώ τσάι στο σαλόνι», του είπε η Άννα και τραβήχτηκε μακριά από τον Πάτρικ. Όταν βρέθηκαν στο τεράστιο κόκκινο και χρυσό σαλόνι με τους ψηλούς τοίχους, γεμάτους ένα σωρό ζωγραφικές παραστάσεις που φάνταζαν αληθινές ξεγελώντας το μάτι, ο Πάτρικ της έπιασε και τα δυο χέρια. «Άννα, καλή μου, τι συμβαίνει;» είπε. «Το μήνυμά σου με τρόμαξε». «Είμαι πολύ ταραγμένη... Αχ, Πάτρικ, πόσο ηλίθια είμαι!» Εκείνος την κοίταξε εξεταστικά κι ύστερα την οδήγησε σ’ έναν καναπέ όπου κάθισαν δίπλα δίπλα, κρατημένοι χέρι χέρι. «Την έκανε πάλι τη βρομιά του αυτός ο μπάσταρδος, ε;» είπε με


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

264

πίκρα ο Πάτρικ. Η Άννα κατέβασε τα μάτια. «Ναι. Αλλά φταίω εξίσου κι εγώ». Ο Πάτρικ άφησε μια βρισιά που σοκάρισε την Άννα, η οποία δεν τον είχε ξανακούσει να βρίζει έτσι. Κατακόκκινος από θυμό, ο φίλος της πετάχτηκε όρθιος κι άρχισε να βηματίζει πάνω-κάτω. «Σε ξεγέλασε, Άννα. Σωστά; Με το γλυκό χαμόγελό του, τα γοητευτικά λόγια του, τους τέλειους τρόπους του!» «Ναι», ψιθύρισε η Άννα. «Σε χρησιμοποίησε ξανά». «Ναι». «Να πάρει ο διάβολος!» φώναξε ο Πάτρικ με παραμορφωμένο πρόσωπο. «Σε παρακαλώ! Αρκετά άσχημα αισθάνομαι ήδη!» Ο Πάτρικ κάθισε αμέσως δίπλα της και την πήρε στην αγκαλιά του. «Πότε θα καταλάβεις ότι σ’ αγαπώ, ότι δεν θα σε εκμεταλλευτώ ποτέ, ότι θα βρίσκομαι πάντα στο πλευρό σου;» τη ρώτησε βραχνά. Η Άννα ταράχτηκε και τον έσπρωξε. Εκείνος όμως δεν έκανε πίσω. Την έζωσαν τα φίδια. «Πάτρικ, είμαστε οι καλύτεροι φίλοι αλλά, ό,τι κι αν συνέβη, είμαι παντρεμένη με τον Ντομ». Εκείνος έσφιξε τα δόντια. «Εγώ δεν δίνω δεκάρα για τον Ντομ. Κι αν εσύ ενδιαφέρεσαι ακόμα γι’ αυτόν, τότε δεν έχεις καμιά ελπίδα!» «Όχι. Δεν μ’ ενδιαφέρει πια», μουρμούρισε. «Ωστόσο, είμαι σύζυγός του». «Χώρισέ τον». Η Άννα τινάχτηκε. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Τώρα θα μου ζητήσει να τον παντρευτώ, συλλογίστηκε. «Δεν θα το κάνω ποτέ αυτό», ψιθύρισε με ασταθή φωνή. Ο Πάτρικ σηκώθηκε ξανά. «Επειδή τον αγαπάς ακόμα;» «Όχι», αποκρίθηκε η Άννα και σηκώθηκε κι αυτή. «Επειδή είμαι κυρία. Και...» Σταμάτησε, κοκκίνισε και συνέχισε: «Επειδή μπορεί να είμαι έγκυος».


265

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ο Πάτρικ την κοίταξε καλά καλά κι ύστερα είπε: «Πότε θα βεβαιωθείς;» «Σε καμιά εβδομάδα», απάντησε η Άννα κοκκινίζοντας ακόμα πιο πολύ. Ο Πάτρικ έδειχνε καταπτοημένος. «Πάτρικ, ξέρω ότι νοιάζεσαι για μένα αλλά, για το καλό όλων μας, αντιμετώπισέ με σαν μια αγαπημένη σου αδερφή». Εκείνος την κάρφωσε με το βλέμμα του, αλλά δεν είπε τίποτα. Απελπισία κυρίευσε την Άννα. Όλα τούτα ήταν πάρα πολλά για να τ’ αντέξει. Απ’ τη μια ένιωθε ένοχη, σαν να πρόδιδε τον Ντομ, κι απ’ την άλλη λυπόταν τρομερά τον Πάτρικ. «Πάτρικ, υπάρχει και κάτι άλλο», έσπασε τη σιωπή η Άννα. Ο Πάτρικ όμως συνέχισε να την κοιτάζει σιωπηλός. «Κάποιος προσπαθεί να μου κάνει κακό. Ίσως θέλει μόνο να με τρομάξει, μα δεν το πιστεύω». Εκείνος βγήκε αμέσως από τη σιωπή του. «Τι εννοείς;» τη ρώτησε. Η Άννα του τα είπε όλα. Για τη φωτιά στο δωμάτιό της, για το καρβουνιασμένο τριαντάφυλλο, για τη δηλητηρίαση του αλόγου της, για τον κομμένο αναβολέα στο μπαούλο της. «Και νομίζω πως κάποιος με παρακολουθούσε στη Σκοτία», κατέληξε χαμηλόφωνα, σφίγγοντας τα χέρια της μ’ απελπισία. «Τι;» Του μίλησε τότε για τον καβαλάρη που την ακολουθούσε στους λόφους και για το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου της στο Κάστρο Τάβαλον. «Τα ξέρει αυτά ο Ντομ;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Ξέρει για το παράθυρο και για το ατύχημα με το άλογο. Δεν ξέρω όμως πώς τα αντιμετωπίζει». «Εσύ τι λες;» Η Άννα κατέβασε τα μάτια κι άρχισε να ισιώνει αμήχανα τις πιέτες της φούστας της. «Σκέφτομαι ότι υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που δεν με συμπαθούν», μίλησε προσεκτικά. «Είναι όμως γελοίο να πιστέψω


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

266

πως κάποιος απ’ αυτούς μπορεί να θέλει να με τρομοκρατήσει ή, ακόμα χειρότερα, να θέλει να μου κάνει κακό». «Ποιος;» ρώτησε ο Πάτρικ καρφώνοντάς τη με το γαλανό του βλέμμα. Εκείνη όμως δεν απάντησε γιατί εμφανίστηκε ο Κάλντουελ σπρώχνοντας ένα τρόλεϊ φορτωμένο με ασημένια σερβίτσια του τσαγιού. Όταν ο μπάτλερ σερβίρισε το τσάι και έφυγε, ο Πάτρικ ρώτησε ψιθυριστά: «Ποιον υποπτεύεσαι;» Η Άννα διάλεξε πολύ προσεκτικά τα λόγια της. «Στην αρχή σκέφτηκα πως πίσω απ’ όλα αυτά βρισκόταν η Κλαρίς. Εκείνη όμως δεν έφυγε στιγμή από το Γουέιβερλι Χολ. Άρα, δεν μπορούσε να μας ακολουθήσει στη Σκοτία». «Μπορεί να το φαντάστηκες πως κάποιος σε παρακολουθούσε. Και να ονειρεύτηκες ότι είχες κλείσει το παράθυρο». «Μπορεί», αποκρίθηκε διατηρώντας τις αμφιβολίες της η Άννα. «Υποπτεύεσαι κανέναν άλλο;» «Ναι...» ψιθύρισε η Άννα αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. «Πάτρικ, μπορεί η Φελίσιτι να με μισεί τόσο πολύ που να θέλει να μου κάνει κακό;» Ο Πάτρικ τινάχτηκε. «Όχι βέβαια!» Το βλέμμα του σκλήρυνε. «Υποπτεύεσαι και την αδερφή μου;» Η Άννα δεν του απάντησε κι εκείνος συνέχισε εκνευρισμένος: «Η αδερφή μου δεν είναι τρελή». «Τι να σου πω... Με μισεί. Πριν από τέσσερα χρόνια ορκίστηκε να με εκδικηθεί». «Εγώ δεν είμαι σίγουρος ότι σε μισεί», είπε νευρικά ο Πάτρικ. «Όχι πια, δηλαδή. Είναι πολύ απασχολημένη με τη διαχείριση της περιουσίας που της άφησε ο άντρας της, και περνάει τόσο καλά όσο θα περνούσε αν είχε παντρευτεί τον Ντομ. Τώρα είναι μια πλούσια χήρα και την κυνηγούν πολλοί». Η Άννα παρέμεινε σιωπηλή.


267

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Είμαι σίγουρος πως η αδερφή μου δεν σας ακολούθησε στη Σκοτία», συνέχισε ψυχρά ο Πάτρικ. «Ήταν στα κτήματά μας, κι υπάρχουν πολλοί μάρτυρες που θα το βεβαιώσουν». Η Άννα προτίμησε να μην του απαντήσει. Ήξερε όμως πολύ καλά ότι η Φελίσιτι βρισκόταν στο Γουέιβερλι Χολ το πρωί που έπαθε το ατύχημα με το άλογο. Υπήρχε περίπτωση όμως να είχε χωθεί στο δωμάτιό της και να του έβαλε φωτιά; Και να ξαναμπήκε το επόμενο βράδυ για να της αφήσει το καρβουνιασμένο τριαντάφυλλο; Και να έβαλε στο μπαούλο της τον κομμένο αναβολέα; Ο Πάτρικ την παρατηρούσε προσεκτικά. «Άννα, η αδερφή μου δεν είναι ικανή για τόσο κακεντρεχείς πράξεις». «Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι μπορεί να υπάρχει άνθρωπος ικανός για τέτοια πράγματα», του απάντησε συνοφρυωμένη η Άννα. «Υπάρχουν όμως αποδείξεις. Έκαναν ένεση στο άλογό μου με μια ουσία που τη χρησιμοποιούν για να ερεθίζουν τα άλογα στον ιππόδρομο. Κάποιος ήθελε να με τρομάξει. Ή να με βλάψει». Ο Πάτρικ την κοίταξε με συμπάθεια, κι η Άννα ανησύχησε με το ύφος του. «Υποψιάζεσαι κάποιον άλλο;» τον ρώτησε. «Ίσως». «Ποιον;» «Ποιος ξέρει περισσότερα απ’ όλους μας για τα άλογα του ιπποδρόμου;» Στην αρχή η Άννα δεν κατάλαβε πού το πήγαινε ο Πάτρικ. Απότομα όμως έχασε όλο της το χρώμα κι ένιωσε ένα δυνατό σφίξιμο στο στήθος. Γούρλωσε τα μάτια και ψιθύρισε: «Όχι ο... Ντομ!» «Αυτός ξέρει περισσότερα για κάθε είδους άλογο από εσένα, εμένα, τη Φελίσιτι, ακόμα και από τον πατέρα μου». Η Άννα ένιωσε τα χέρια της να παγώνουν. «Αυτό είναι εξωφρενικό... Ο Ντομ... είναι πολλά πράγματα, μα όχι...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει τη φράση της.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

268

«Όχι δολοφόνος;» «Δεν είναι ικανός για τέτοια κακία!» Ο Πάτρικ χαμογέλασε χαιρέκακα. «Όχι; Λοιπόν, εγώ νομίζω ότι κάνεις λάθος. Νομίζω ότι αρχίζεις να το συνειδητοποιείς κι εσύ. Κανείς δεν έχει να κερδίσει περισσότερα με το θάνατό σου από τον ίδιο σου τον άντρα». Η Άννα σφάλισε με δύναμη τα μάτια. Αυτό που υπονοούσε ο Πάτρικ ήταν αδύνατο. Σωστά;


269

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

22

Ο Ντομ χαιρέτησε τον Κάλντουελ που του άνοιξε την πόρτα και του είπε: «Καλησπέρα, κύριε. Η μαρκησία είναι στο σαλόνι». Ο Ντομ κούνησε το κεφάλι και τράβηξε κατά τη μεγάλη στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε στα επάνω δωμάτια. «Μαζί της είναι και ο κύριος Κόλινς», πρόσθεσε ο Κάλντουελ. Ο Ντομ μπέρδεψε τα βήματά του και πιάστηκε σφιχτά από την κουπαστή. «Αλήθεια;» είπε μ’ ένα δυσάρεστο χαμόγελο. «Σ’ ευχαριστώ, Κάλντουελ». Κι απότομα γύρισε και προχώρησε προς το σαλόνι. Φτάνοντας εκεί, στάθηκε κεραυνόπληκτος. Η Άννα κι ο Πάτρικ κάθονταν στον ίδιο καναπέ και τα γόνατά τους σχεδόν ακουμπούσαν. Είχαν σκυμμένα τα κεφάλια κι ο Πάτρικ κρατούσε την Άννα απ’ το χέρι και της μιλούσε. Εκείνη τον άκουγε σιωπηλή και κατάχλομη. «Τι ωραία έκπληξη!» είπε ειρωνικά ο Ντομ και μπήκε ορμητικά στο δωμάτιο. Οι δυο τους τραβήχτηκαν απότομα, κι η Άννα μάζεψε το χέρι της κοιτάζοντας τον Ντομ σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Το παράξενο βλέμμα της τον έκανε να νιώσει κάπως ανήσυχα. «Γεια σου, Άννα», της είπε, κι όταν εκείνη δεν του απάντησε, στράφηκε στον Πάτρικ: «Ελπίζω να μη σας διακόπτω», είπε. Ο Πάτρικ σηκώθηκε αργά. «Γεια σου, Ντομ. Συζητούσαμε για το χορό του Χάρντινγκ». Ο Ντομ όμως διαισθανόταν ότι συζητούσαν γι’ αυτόν. «Α, ναι», είπε. «Το γεγονός της χρονιάς». Στράφηκε στην Άννα:


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

270

«Θα πάμε, καλή μου;» Η Άννα τινάχτηκε σαν να τη δάγκωσε φίδι. Ο Ντομ πήγε και στάθηκε από πάνω της. «Σίγουρα θα θέλεις να παραστείς στο μεγαλύτερο και καλύτερο χορό της χρονιάς». «Αν πρέπει...» «Ο Πάτρικ θα πάει σίγουρα. Έτσι, Κόλινς; Κάποια ευκαιρία θα βρείτε οι δυο σας να το σκάσετε και να απομονωθείτε λιγάκι». Η Άννα δεν του απάντησε κι ο Ντομ στράφηκε έξω φρενών πια στον Πάτρικ: «Κόλινς, είσαι πολύ γρήγορος». «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», του είπε εκείνος κοκκινίζοντας. «Αλήθεια; Εγώ νομίζω ότι καταλαβαίνεις». «Η αδερφή μου με κάλεσε στο Λονδίνο». «Αλήθεια; Κι εδώ, στο σπίτι μου, ποιος σε κάλεσε;» «Δεν είναι κακό που επισκέπτομαι τη σύζυγό σου». «Ασφαλώς και είναι». Ο Πάτρικ χλόμιασε. «Ντομ, δεν νομίζεις πως είναι καιρός να φερθείς σαν ενήλικος; Η ζήλια σου είναι παιδιάστικη και αδικαιολόγητη». «Νομίζω πως τώρα είμαι απόλυτα δικαιολογημένος να ζηλεύω, Πάτρικ». Ο Πάτρικ ζάρωσε, κι ο Ντομ που δεν κρατιόταν άλλο στράφηκε και κοίταξε παγερά την Άννα. «Άννα, νομίζω ότι εξηγήθηκα σαφώς εδώ κι αρκετές εβδομάδες». Η φωνή της Άννας μόλις που ακούστηκε καθώς του απαντούσε: «Κι εγώ... νομίζω πως ήμουν εξίσου σαφής. Δικαιούμαι να βλέπω τους φίλους μου». «Αυτόν εδώ, όχι». Προς μεγάλη έκπληξη του Ντομ, η Άννα δεν του αντιμίλησε. Σηκώθηκε από τον καναπέ και είπε: «Πάτρικ, ίσως θα έπρεπε να φύγεις». Εκείνος την κοίταξε ανήσυχος. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε.


271

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Η Άννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ο Ντομ όμως δεν ανεχόταν άλλο τα βλέμματά τους. Δεν μπορούσε να ελέγξει άλλο την οργή και τη ζήλια του. Άρπαξε την Άννα από το μπράτσο και της είπε: «Αρκετά, Άννα. Χαιρέτησε τον Κόλινς. Τώρα». «Με σφίγγεις», αποκρίθηκε πονεμένα εκείνη. «Άφησέ την!» φώναξε ο Πάτρικ. Ο Ντομ την άφησε κι έστρεψε την οργή του σ’ αυτόν. «Φύγε από δω!» Ο Πάτρικ σηκώθηκε από τον καναπέ. «Απ’ όσο θυμάμαι σε έδιωξα από το Γουέιβερλι Χολ. Τώρα σε διώχνω κι από το Ράδερφορντ Χάους». «Μη, Ντομ...» ψιθύρισε η Άννα. Εκείνος όμως την αγνόησε. «Όχι μόνο σε διώχνω απ’ αυτό το σπίτι, αλλά και σου απαγορεύω να ξανάρθεις εδώ». «Δεν μπορείς να με εμποδίσεις να τη βλέπω!» Τα χέρια του τον έτρωγαν τον Ντομ. Ήθελε να τα καρφώσει στον Πάτρικ. «Ναι, μπορώ», είπε. «Σου απαγορεύω να τη βλέπεις!» Έστρεψε το αγριεμένο βλέμμα του στην Άννα και συνέχισε: «Μ ’ ακούς, Άννα; Σου απαγορεύω να βλέπεις τον Πάτρικ». Μιλιά εκείνη. «Κάλντουελ!» γάβγισε ο Ντομ, κι ο μπάτλερ εμφανίστηκε αμέσως. «Συνόδεψε έξω τον κύριο Κόλινς». «Μάλιστα, λόρδε μου». Ο Πάτρικ κοίταξε τον Ντομ με τραβηγμένα χαρακτηριστικά. «Γουέιβερλι, αν η συμπεριφορά σου ήταν πιο προσεκτική μπορεί η γυναίκα σου να μην αναζητούσε τη φιλία μου». Η Άννα τα έχασε με την αποκοτιά του Πάτρικ: δεν του είχε αφήσει ποτέ περιθώρια να ελπίζει σε κάτι. «Αν απλώσεις ξανά χέρι στη γυναίκα μου», γρύλισε ο Ντομ, «ανεξάρτητα από τη δική μου συμπεριφορά, θα συναντηθούμε τα χαράματα στον τόπο των μονομαχιών. Και διάλεξε εσύ τα όπλα!» Ο Πάτρικ βγήκε χλομός από το δωμάτιο, με τον Κάλντουελ πίσω


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

272

του. Κι η Άννα απέμεινε μαρμαρωμένη εκεί όπου στεκόταν. Ο Ντομ πήγε με μεγάλα βήματα κι έκλεισε τη διπλή πόρτα κοπανώντας τα φύλλα της. Ύστερα γύρισε και κοίταξε την Άννα. «Τι βολική σύμπτωση!» είπε. «Έρχεσαι στο Λονδίνο, και φτάνει κι ο Κόλινς. Δυστυχώς όμως εγώ δεν έμεινα στα κτήματα για να μπορείτε να συναντιέστε χωρίς την παρουσία μου. Μήπως δεν τα κατάφερα να σε ικανοποιήσω στη Σκοτία;» Ο τόνος του έγινε επίτηδες χυδαίος. «Γι’ αυτό χρειάζεσαι εραστή;» «Δεν είμαι υποχρεωμένη να σου απαντήσω». Εκείνος την κοίταξε καλά καλά. Μήπως ήταν ερωτευμένη με τον Πάτρικ; Μήπως του είχε δοθεί στη Σκοτία από καθαρά σαρκικό πάθος, ενώ η καρδιά της ανήκε σε κάποιον άλλο; Δεν θα το άντεχε κάτι τέτοιο. Ευτυχώς όμως δεν το πίστευε. Πίστευε αντίθετα ότι η Άννα ήταν αφελής και θεωρούσε τον Πάτρικ αληθινό φίλο της. Κι εκείνος το εκμεταλλευόταν για τους δικούς του σκοπούς. Όπως κι αν είχε το πράγμα, δεν έπρεπε να εμπιστεύεται τον Πάτρικ, κι αυτό τον ενοχλούσε λιγάκι. «Πάψε να τον βλέπεις», είπε. «Όχι». Ο Ντομ ήρθε κοντά της. «Άννα, μπορεί να θέλεις χωριστά κρεβάτια τώρα, αλλά εξακολουθώ να είμαι σύζυγός σου. Σύμφωνα με το νόμο, μπορώ να σου επιβάλω τη θέλησή μου. Σου απαγορεύω λοιπόν να συνεχίσεις να διατηρείς επαφή με τον Πάτρικ». Τα μάτια της Άννας βούρκωσαν. «Να πας στο διάβολο!» του είπε. «Κατά πάσα πιθανότητα θα πάω και χωρίς τη βοήθειά σου». «Αναμφίβολα». Η Άννα σηκώθηκε και τράβηξε κατά την πόρτα. Όταν ο Ντομ συνειδητοποίησε ότι έφευγε, έτρεξε πίσω της και της έκλεισε την έξοδο. «Άννα, πρέπει να μιλήσουμε». Κοιτάζοντας όχι αυτόν αλλά την πόρτα, η Άννα αποκρίθηκε: «Όσα είχαμε να πούμε, τα είπαμε». Ο Ντομ ένιωσε έναν πόνο στο στήθος σαν να τον είχε χτυπήσει


273

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

σφαίρα. Αναρωτήθηκε τι θα έκανε η Άννα αν της έλεγε πως υπέφερε γιατί ήταν ερωτευμένος μαζί της και την ήθελε σαν τρελός. «Άννα, είμαστε σύζυγοι και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια τέτοια εμπόλεμη κατάσταση. Εγώ, οπωσδήποτε, δεν θέλω να πολεμάω μαζί σου». «Ωραία. Γιατί ούτε κι εγώ το θέ... θέλω», του απάντησε τραυλίζοντας λιγάκι. «Ας κάνουμε τότε μια νέα αρχή». Εκείνη κάγχασε. «Για τρίτη φορά; Δεν νομίζω!» Ο Ντομ δεν ήταν συνηθισμένος να παρακαλάει, κι η ξερή άρνησή της τον πλήγωσε βαθιά. «Συγχώρεσε τον αυθορμητισμό μου», μουρμούρισε. «Ας συζητήσουμε λοιπόν για το μέλλον, μια που δεν έχουμε προοπτικές για το παρόν». «Ούτε μέλλον έχουμε». «Άννα, μπορεί να μη συμφωνούμε, μπορεί να καταλήξουμε σε διάσταση, αλλά είμαστε παντρεμένοι. Ασφαλώς και έχουμε μέλλον, έστω κι αν αυτό σημαίνει πως θα γεράσουμε ζώντας χωριστά, τηρώντας όμως τα προσχήματα για τους τρίτους». Της Άννας της ξέφυγε ένας λυγμός κι ο Ντομ ένιωσε μια άγρια ευχαρίστηση που μπόρεσε κι εκείνος να την πληγώσει κάπως. «Υπάρχουν ορισμένοι κανόνες τους οποίους πρέπει να τηρήσουμε και οι δυο μας», της είπε. «Είμαι σίγουρη πως οι κανόνες αυτοί θα είναι προς όφελος σου», αποκρίθηκε η Άννα κλείνοντας τα μάτια. «Θα είναι προς όφελος και των δυο μας. Ένας απ’ αυτούς τους κανόνες απαιτεί πολιτισμένη συμπεριφορά. Εσύ κι εγώ πρέπει να έχουμε κάποια πάρε-δώσε, όποια κι αν είναι τα αισθήματά σου απέναντι μου». Η Άννα κατάφερε να τον κοιτάξει στα μάτια και να ψελλίσει: «Όπως επιθυμείς...» «Λοιπόν, ν’ αρχίσουμε με το χορό του Χάρντινγκ;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

274

«Δεν νομίζω πως...» «Πως είναι σωστό να πάμε; Ασφαλώς και είναι. Οι πάντες θα περιμένουν την εμφάνισή μας. Άννα, όλος ο κόσμος μιλάει για την επιστροφή μου στο Λονδίνο. Κι εσύ δεν είχες έρθει ποτέ εδώ. Δεν έχουμε εμφανιστεί πουθενά μαζί απ’ όταν παντρευτήκαμε, και οι άνθρωποι του κύκλου μας περιμένουν να μας δουν». «Τι ωραία...» ψιθύρισε η Άννα. «Μην ανησυχείς και θα σου συμπεριφέρομαι όπως αρμόζει σ’ έναν αφοσιωμένο σύζυγο», την έκοψε απότομα ο Ντομ. Εκείνη τινάχτηκε και τον κοίταξε έκπληκτη. «Θα σε αποζημιώσω για όσα σε έχανα, να υποφέρεις». «Μη!» Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Αμέσως όμως η Άννα γύρισε αλλού το βλέμμα. Κάτι συνέβαινε εδώ πέρα. Η Άννα συμπεριφερόταν παράξενα από τη στιγμή που ο Ντομ μπήκε στο δωμάτιο. Λες και τον φοβόταν. «Τι σε απασχολεί, Άννα;» τη ρώτησε. «Τίποτα». Ο Ντομ κοίταξε προσεκτικά το κατεβασμένο πρόσωπό της. Είχε άλλη μια ερώτηση να της κάνει. «Υπάρχει πιθανότητα να είσαι έγκυος;» Εκείνη τον κοίταξε αγριεμένα, κατακόκκινη. Το ύφος της τον έκανε κι εκείνον να κοκκινίσει. «Άννα, δεν προσπαθώ να σε αναστατώσω. Πρέπει όμως να ξέρω. Έχει μεγάλη σημασία για μένα». «Ασφαλώς! Ασφαλώς!» φώναξε οργισμένη η Άννα. «Για να ξέρεις αν θα ξανακερδίσεις το Γουέιβερλι Χολ!» Ο Ντομ κόντευε να χάσει την ψυχραιμία του κι άρχιζε να φουντώνει. «Δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο θέλω να ξέρω αν έχεις μέσα σου το παιδί μου». «Δεν σε πιστεύω», είπε εκείνη κι έκανε να τον προσπεράσει και να φύγει. Εκείνος την έπιασε απ’ τον ώμο. Η Άννα μόρφασε από πόνο κι η ανάσα της βγήκε κοφτή. Ο Ντομ την κοίταξε διαπεραστικά.


275

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Κάτι συμβαίνει. Τι είναι; Λέγε!» «Τίποτα». «Φέρεσαι σαν να με φοβάσαι». Η Άννα τον κοίταξε χλομή, με γουρλωμένα μάτια. «Γιατί... γιατί το λες αυτό;» Μα ήταν δυνατόν να τον φοβάται πραγματικά; «Άννα, όσο κι αν είμαι δυσαρεστημένος με την τροπή που πήραν τα πράγματα, δεν θα σου έκανα ποτέ κακό. Σίγουρα το ξέρεις αυτό». Τα τελευταία ίχνη χρώματος εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της Άννας. Ήταν φανερό πως δεν τον πίστευε. «Πόσο... πόσο θα μείνεις εδώ;» τον ρώτησε. «Δεν το έχω αποφασίσει ακόμα», απάντησε εκείνος διατακτικά. «Ντομ, θέλω ένα δικό μου διαμέρισμα. Εδώ, στο Λονδίνο». «Όχι». Η λέξη ήχησε σκληρή, απόλυτη. «Αποκλείεται». «Γιατί;» «Έχω πολλά σπίτια και κτήματα. Μπορείς να πας σ’ οποιοδήποτε απ’ αυτά. Δεν πρόκειται να σε εγκαταστήσω σε δικό σου διαμέρισμα». «Μάλιστα... Κι αν πάω κάπου αλλού;» «Τι εννοείς; Μίλα καθαρά, Άννα», είπε οργισμένος ο Ντομ. «Αν πάω στο Χάιγκλοου; Ή στο Κάμπτον;» Ο Ντομ έσφιξε τα δόντια και το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Δεν θα βολευτείς εκεί. Αυτά τα σπίτια είναι παλιά, χωρίς ανέσεις», είπε. Η Άννα έγλειψε τα χείλη της. «Αν όμως θελήσω να πάω σε ένα απ’ αυτά;» Ο Ντομ την κοίταξε στενεύοντας τα μάτια. «Μπορεί ν’ αποφασίσω να ’ρθω κι εγώ». «Κατάλαβα», είπε η Άννα κι οπισθοχώρησε προς την πόρτα. «Έχεις σκοπό να ζήσεις μαζί μου, όποιες κι αν είναι οι δικές μου επιθυμίες». Ο Ντομ δεν είχε τέτοιο σκοπό. Ως τώρα δηλαδή. Σκόπευε να φερθεί πολιτισμένα και να της επιτρέψει να έχει μια χωριστή κατοικία. Στο κάτω κάτω της γραφής, τα περισσότερα παντρεμένα ζευγάρια


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

276

ζούσαν χωριστά. Τώρα όμως έβλεπε πως δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν μπορούσε να την αφήσει να του φύγει. Δεν μπορούσε να το βάλει κάτω. Όχι ακόμα. Ίσως ποτέ. «Ναι», είπε. «Κι ας σου λέω ότι δεν σε θέλω, ότι τελείωσαν όλα ανάμεσά μας... Για πάντα». Εκείνος την κοίταξε με μεγάλη ένταση. «Άννα, μπορώ να σε κάνω να με θέλεις». Εκείνη άρχισε να κοκκινίζει και μια βαθιά σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Ο Ντομ την είδε να ξεροκαταπίνει. «Ναι», είπε βραχνά εκείνη ύστερα από λίγη ώρα. «Είμαι σίγουρη πως μπορείς να το κάνεις. Αυτό όμως δεν θ’ αλλάξει τα αισθήματά μου απέναντι σου». «Με αποστόμωσες», αποκρίθηκε πικρά ο Ντομ. Εκείνη τον κοίταξε σιωπηλή, κι όταν τελικά μίλησε, η φωνή της φανέρωσε όλη την απελπισία της. «Τι πρέπει να κάνω για να μ’ αφήσεις ήσυχη;» «Να γίνεις κάποια άλλη», της απάντησε ο Ντομ κι έκανε να την αγγίξει, παρασυρμένος από μια ακατανίκητη επιθυμία να την αγκαλιάσει, να τη χαϊδέψει, να την παρηγορήσει. Η Άννα όμως τραβήχτηκε μακριά. Ο Ντομ τα έχασε. Άπλωσε πάλι το χέρι του και κατάφερε να την πιάσει από το μπράτσο. Εκείνη έβαλε τις φωνές. «Με φοβάσαι», της είπε θυμωμένος, «κι αυτό δεν μ’ αρέσει καθόλου». «Όχι, δεν σε φοβάμαι!» «Μου φαίνεται ότι άρχισες να φοβάσαι από τη στιγμή που μπήκα σ’ αυτό το δωμάτιο... Άννα, έχω κάνει κάτι; Σου έδωσα κάποια αφορμή για να με φοβάσαι;» «Όχι!» φώναξε ταραγμένη η Άννα. «Όχι! Δεν φοβάμαι τίποτα! Ούτε εσένα!» Προσπάθησε ξανά να φύγει, και τούτη τη φορά ο Ντομ την άφησε. Κι απέμεινε να κοιτάζει το κενό. Η Άννα αποφάσισε να μη μείνει κλεισμένη στο δωμάτιό της. Ο Ντομ είχε δίκιο. Έπρεπε να κρατάνε τα προσχήματα ακόμα και


277

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

μπροστά στους υπηρέτες, που ήταν φοβεροί κουτσομπόληδες. Κι έτσι άφησε την Μπελ να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει για το δείπνο. Καθώς κατέβαινε τη σκάλα, κρατιόταν γερά από την μπρούντζινη κουπαστή. Στο μυαλό της γύριζαν μύριες σκέψεις κι ο σφυγμός της χτυπούσε σαν τρελός. Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια... Κάποιος προσπαθούσε στα σίγουρα να της κάνει κακό ή έστω να την τρομάξει, αλλά αποκλείεται να ήταν ο Ντομ. Η ιδέα και μόνο ακουγόταν γελοία. Ο Ντομ της έκανε ασταμάτητα έρωτα για μια ολόκληρη εβδομάδα. Δεν μπορεί όλο αυτό τον καιρό να περίμενε να βρει την κατάλληλη στιγμή για να την εξοντώσει και να παρουσιάσει για ατύχημα το θάνατό της. Ο Πάτρικ πίστευε ότι ο Ντομ ήθελε να τη σκοτώσει, να απαλλαγεί από μια φορτική σύζυγο. Της είχε τονίσει ότι ο άντρας της δεν θα κέρδιζε τίποτα αν την τρόμαζε ή έστω της προξενούσε κάποιο κακό. Θα κέρδιζε όμως τα πάντα αν εκείνη πάθαινε ένα μοιραίο ατύχημα: θα κέρδιζε την ελευθερία του και το Γουέιβερλι Χολ. Η Άννα όμως δεν είχε πειστεί γι’ αυτό. Δώδεκα χρόνια τώρα λάτρευε τον Ντομ. Τον αγαπούσε ακόμα και στα τέσσερα χρόνια που την είχε εγκαταλείψει. Ίσως να τον αγαπούσε ακόμα και τώρα. Ήταν αρκετά τρομερό που ένιωθε αναγκασμένη να παραδεχτεί ότι ο Ντομ ήταν ικανός να την ξελογιάσει για να ξανακερδίσει το Γουέιβερλι Χολ, δεν μπορούσε όμως να παραδεχτεί με τίποτα ότι ήταν ικανός για φόνο. Όχι. Ο Πάτρικ είχε άδικο. Ωστόσο, τα νεύρα της είχαν γίνει κουρέλια. Υπήρχε άλλωστε και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να το αγνοήσει: κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει ευκολότερα την ίδια και τα πράγματά της από τον Ντομ Σεντ Τζορτζ. Η Άννα μπήκε στο πράσινο σαλόνι και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει καθώς ο δούκας τη χαιρετούσε και τη φιλούσε στο μάγουλο. Εκείνος όμως δεν χαμογελούσε καθόλου. «Άννα, είσαι πολύ χλομή. Μήπως είσαι άρρωστη;» «Όχι. Μια χαρά είμαι».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

278

Το βλέμμα της ανακάλυψε τον Ντομ κι η καρδιά της πήγε να σπάσει. Το μαύρο επίσημο σακάκι του και το χιονάτο πουκάμισο έκαναν απίθανη αντίθεση με την μπρούντζινη επιδερμίδα και τα χρυσαφένια μαλλιά του. Κάτω από το σακάκι φορούσε ένα γιλέκο μπροκάρ, ασημένιο και μπλε, και μια πιο σκούρα γραβάτα. Οι πλαϊνές ραφές του μαύρου παντελονιού του ήταν στολισμένες με ρίγες από σατέν και τα λουστρινένια παπούτσια του γυαλοκοπούσαν. Ψηλός, κομψός, ήταν ενοχλητικά όμορφος. Και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο επάνω της. Σταθερό, ερευνητικό. Εκείνη γύρισε αλλού. Ωστόσο, βαθιά μέσα στην καρδιά της ήξερε πως ο Ντομ ήταν ικανός για προδοτικές πράξεις, αλλά όχι και για φόνο. «Άννα...» Η φωνή του ακούστηκε δίπλα της. «Ντομ... Δεν σε άκουσα να πλησιάζεις». «Μα με κοίταζες. Τόσο έντονα, που έτσι και χαμογελούσες λιγάκι, θα πίστευα πως με προσκαλείς κοντά σου». Το βλέμμα του ταξίδεψε αργά στα χαρακτηριστικά της, για να ακουμπήσει τελικά στα χείλη της. Η Άννα συνειδητοποίησε ότι κοίταζε κι αυτή το στόμα του. Αμέσως, στράφηκε αλλού. «Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι κι είσαι τόσο απορροφημένη;» τη ρώτησε νωχελικά ο Ντομ. Η Άννα ξεροκατάπιε. Η φωνή του την αναστάτωνε. Μα δεν μπορεί να προσπαθούσε να την ξελογιάσει ξανά, ύστερα από όσα είχαν συμβεί. «Δεν έχει σημασία τι σκέφτομαι», είπε. «Εγώ νομίζω πως έχει». «Δεν θα σου αρέσει αυτό που σκέφτομαι». «Α! Τότε, θα σκέφτεσαι εμένα». «Οι σκέψεις μου δεν είναι κολακευτικές για το άτομό σου«, αποκρίθηκε νευριασμένα η Άννα. «Σταμάτα, Ντομ». «Δηλαδή δεν μου επιτρέπεται να σε φλερτάρω;» «Όχι», αποκρίθηκε εκείνη κοκκινίζοντας.


279

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Μα συμφωνήσαμε να φερόμαστε πολιτισμένα. Έτσι δεν είναι;» Η Άννα τα έχασε. «Ν... ναι, έτσι είναι». «Τότε θα σε φλερτάρω όποτε έχω τέτοια διάθεση, κι ίσως με τον καιρό να χαλαρώσεις και να το απολαμβάνεις». Της πρόσφερε το μπράτσο του. «Πάμε;» Η Άννα πήρε μια κοφτή ανάσα. Πώς θα τα έβγαζε πέρα με τούτο τον τόσο πολιτισμένο διακανονισμό; Εκείνης δεν της άρεσε καθόλου αυτού του είδους ο πολιτισμός! Μια τέτοια ζωή θα ήταν τρομακτικά οδυνηρή. Ο Ντομ τη ζύγιζε με το βλέμμα. «Άννα;» Τρέμοντας, τον πήρε αγκαζέ. Στο μυαλό της τριγύριζαν οι φρικαλέες κατηγορίες του Πάτρικ. Ο Ντομ την έσφιξε στο πλευρό του και τα λόγια του Πάτρικ έσβησαν από το μυαλό της. Όπως έβγαιναν από το σαλόνι για να πάνε στην τραπεζαρία, ένιωθε κάθε μυ του κορμιού του Ντομ ν’ ακουμπάει επάνω της γεμάτος ένταση. Μια ένταση που ταίριαζε με τη δική της. Δυο υπηρέτριες μάζεψαν το τραπέζι. Ο Κάλντουελ έβαλε κονιάκ στους δυο άντρες κι ύστερα κοίταξε ερωτηματικά την Άννα. «Θέλετε ένα σέρι, κυρία;» «Όχι, ευχαριστώ», απάντησε άκεφα η Άννα, που καθόταν τεντωμένη σαν να είχε καταπιεί μπαστούνι. Το δείπνο ήταν σιωπηλό, γεμάτο ένταση. Ο δούκας είχε προσπαθήσει ν’ ανοίξει συζήτηση, αλλά η Άννα δεν είχε διάθεση για κουβεντούλα. Έπειτα, ο δούκας δοκίμασε να της μιλήσει για ένα πρόβλημα με λαθροκυνηγούς που είχε παρουσιαστεί στο Γουέιβερλι Χολ, αλλά της Άννας της ήταν πολύ οδυνηρό να μιλάει για εκείνο το κτήμα που αγαπούσε τόσο πολύ, μα που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ. Ο δούκας τότε έστρεψε τις προσπάθειές του στον Ντομ. Εκείνος όμως του απαντούσε με μονοσύλλαβα, και στο τέλος ο Ράδερφορντ παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια. Η Άννα κοίταζε τώρα την υπηρέτρια να σερβίρει σύκα διατηρημένα σε κονιάκ και κρεμ μπριλέ, και σκεφτόταν ότι δεν θα


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

280

τα κατάφερνε ποτέ να ζήσει πολιτισμένα με τον Ντομ. Η κατάσταση θα ήταν πάντα ανυπόφορη. Εκείνος πάλι, σαν να κατάλαβε ότι σκεφτόταν αυτόν, σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Τον κοίταξε κι εκείνη. Το βλέμμα του την έκανε να νιώθει ανησυχία, στενοχώρια. Απότομα, ο Ντομ έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. «Μια που έχουν τελειώσει όλοι, μπορώ να φεύγω», είπε. «Έχεις να πας κάπου;» τον ρώτησε ο δούκας. «Ναι. Θα πάω σ’ ένα σουαρέ του λόρδου Χιθ». Η Άννα τα έχασε. Η ώρα κόντευε έντεκα... Μα έπρεπε να το μαντέψει ότι θα έβγαινε ο Ντομ, αφού είχε ντυθεί τόσο επίσημα. Ξαφνικά την κυρίευσε μια θλίψη που την τσάκισε. «Καληνύχτα», είπε ο Ντομ κοιτάζοντας την Άννα. «Καληνύχτα», είπε με το ζόρι κι εκείνη. Ο Ντομ, απίθανα ωραίος κι ελκυστικός, βγήκε από το δωμάτιο. Κι η Άννα τον άφησε να φύγει. Η Άννα καθυστέρησε ν’ ανέβει στο δωμάτιό της. Κάθισε στη βιβλιοθήκη να διαβάσει λίγο, αλλά οι λέξεις χόρευαν μπροστά στα μάτια της και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Έβλεπε συνέχεια με τη φαντασία της τον Ντομ να χορεύει με μια άλλη γυναίκα. Κι αναρωτιόταν αν θα ήταν κι η Φελίσιτι στου Χιθ. Σηκώθηκε κι ανέβηκε αργά επάνω. Δεν είχε ξανάρθει στο Ράδερφορντ Χάους. Η διάθεσή της όμως ήταν τέτοια, που δεν πρόσεχε την πλούσια επίπλωση, τα επιχρυσωμένα ταβάνια, τους τοίχους τους ζωγραφισμένους με τη μέθοδο της οφθαλμαπάτης, που σε έκανε να νομίζεις ότι κοίταζες αληθινά τοπία. Ένα σπίτι πραγματικά βασιλικό! Παντού έβλεπες αγάλματα και άλλα έργα τέχνης, πολλά από τα οποία ήταν αριστουργήματα. Το τεράστιο σπίτι ήταν σιωπηλό. Παρ’ όλο που το προσωπικό του έφτανε τα πενήντα άτομα, στην Άννα φάνταζε τρομακτικά άδειο. Κι εκείνη ένιωθε τρομακτικά μόνη. Μόλις μπήκε στο διαμέρισμά της, χτύπησε το κουδούνι για να έρθει η Μπελ. Περιμένοντας, κοίταξε το μεγάλο ρολόι που στεκόταν σε


281

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

μια γωνιά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Κατά πάσα πιθανότητα, ο Ντομ θα έλειπε για πολλές ώρες ακόμα. Διασκεδάζοντας. Ενώ εκείνη θα έμενε βυθισμένη στη δυστυχία. Ίσως έπρεπε να πάει μαζί του. Για τα μάτια του κόσμου, φυσικά. Η Μπελ αργούσε κι η Άννα πήγε στην κρεβατοκάμαρά της. Και πάγωσε. Αναγνώρισε με την πρώτη ματιά το κόκκινο υφαντό κάλυμμα που ήταν ριγμένο στο κρεβάτι της. Ήταν το ίδιο εκείνο που σκέπαζε το κρεβάτι της στη Σκοτία, στο Κάστρο Τάβαλον. Μόνο που τώρα ήταν κομμένο στα δύο.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

282

23

Μόλις η Μπελ εμφανίστηκε στο σαλονάκι της Άννας, εκείνη την άρπαξε απ’ το χέρι και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Όταν η καμαριέρα είδε τη σκισμένη κόκκινη κουβέρτα πάνω στο ωραίο μεταξωτό πάπλωμα του κρεβατιού, απόρησε. «Ποιος έβαλε εδώ αυτό το άσχημο πράγμα;» μουρμούρισε και το μάζεψε απ’ το κρεβάτι. «Μπελ!» φώναξε η Άννα. «Δεν καταλαβαίνεις;» Η καμαριέρα την κοίταξε με απορία. «Δεν ήταν της φαντασίας μου ότι κάποιος με παρακολουθούσε στη Σκοτία! Όποιος κι αν ήταν, θέλει να ξέρω ότι βρίσκεται εδώ, σ’ αυτό το σπίτι! Θέλει να ξέρω ότι με παρακολουθεί και τώρα!» Της Μπελ της κόπηκε η ανάσα. Χλόμιασε κι άρχισαν να τρέμουν τα γόνατά της. Η Άννα την έπιασε και την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα, αλλά κι η ίδια ήταν παγωμένη από το φόβο της. «Αχ, Θεέ μου...» ψιθύρισε η Μπελ. «Ποιος μπορεί να το έκανε αυτό το πράγμα; Γιατί να σας παρακολουθεί; Τι γυρεύει; Αχ, μανούλα μου! Χρειαζόμαστε βοήθεια. Να πάμε στον λόρδο!» «Όχι!» ούρλιαζε η Άννα. Κι αμέσως χαμήλωσε τη φωνή της και ξαναείπε: «Όχι». Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε το σκισμένο κάλυμμα. Κάποιος την παρακολουθούσε. Κάποιος την ακολούθησε από το Γουέιβερλι στη Σκοτία. Και τώρα βρισκόταν εδώ, στο Ράδερφορντ Χάους. Κι όποιος κι αν ήταν, μπορούσε να μπαίνει στο υπνοδωμάτιό της. Όπως έμπαινε και στο Γουέιβερλι Χολ και στο Κάστρο Τάβαλον. Ξαφνικά, της καρφώθηκε η ιδέα ότι ο καβαλάρης που την παρακολουθούσε στους λόφους της Σκοτίας μπορεί να ήταν ο


283

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ντομ. Τα πόδια της λύθηκαν και τώρα ήταν η Μπελ που έτρεξε και την έβαλε να καθίσει. Η Άννα γύρισε και την κοίταξε με τα βουρκωμένα μάτια της. «Μπελ, πες μου την αλήθεια. Λες να είναι ο Ντομ αυτός που προσπαθεί να με τρομάξει; Να μου κάνει κακό;» Η Μπελ δεν της απάντησε. Κι η Άννα σφάλισε τα μάτια της. «Θα του ζητήσεις να σε χορέψει;» Η Φελίσιτι γύρισε αγριεμένη, αναγνωρίζοντας τη βαθιά φωνή του Μπλέικ. «Εσύ είσαι; Δεν ήξερα πως ήσουν εδώ». Έλεγε ψέματα, τον είχε προσέξει τη στιγμή που μπήκε στο μέγαρο του Χιθ, στο Μέιφερ. «Και δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς». Εκείνος της χαμογέλασε δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Ψεύτρα. Με είδες πριν από μια ώρα, όπως σε είδα κι εγώ». Το βλέμμα του καρφώθηκε στα σαρκώδη χείλη της, μα η Φελίσιτι ανασήκωσε τους ώμους και του γύρισε την πλάτη. Βάλθηκε να κοιτάζει τον Ντομ. Βρισκόταν ανάμεσα σε μερικά ζευγάρια, κυρίες με τολμηρές τουαλέτες και κυρίους με επίσημο ένδυμα. Έδειχνε να πλήττει, νηφάλιος και τυπικά ευγενικός. Οι κύριοι όμως ήθελαν να τον βάλουν στη συζήτησή τους, κι οι κυρίες του έριχναν λάγνες ματιές. Η Φελίσιτι αναρωτήθηκε πού να ήταν η Άννα. «Αγαπητή μου, σου τρέχουν πάλι τα σάλια», μουρμούρισε μέσα στ’ αυτί της ο Μπλέικ. Η Φελίσιτι έκλεισε με μια νευρική κίνηση τη βεντάλια της. Παρ’ όλο που τον αντιπαθούσε και δεν της άρεσε το θάρρος που έπαιρνε μαζί της, και μόνο στην ιδέα ότι βρισκόταν τόσο κοντά της, ένιωθε ν’ ανάβει. «Εσένα σου τρέχουν τα σάλια», του είπε. «Για μένα». Εκείνος γέλασε κι ήρθε να σταθεί πλάι της. Βάλθηκε να κοιτάζει το βαθύ ντεκολτέ της που άφηνε σχεδόν γυμνό το στήθος της. «Δεν το αρνιέμαι», της είπε. Η Φελίσιτι τον αγριοκοίταξε. « Τράβα να κυνηγήσεις καμιά άλλη, λόρδε Μπλέικ. Εγώ δεν ενδιαφέρομαι».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

284

Εκείνος σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος του κι ακούμπησε στη μαρμάρινη κολόνα που βρισκόταν δίπλα του. Τα γαλανά του μάτια άστραφταν. «Ποιον προσπαθείς να πείσεις; Εμένα ή τον εαυτό σου;» Η Φελίσιτι έγινε θηρίο. «Δεν μ’ ενδιαφέρει τι πιστεύεις. Αυτό που θέλω είναι να πάψεις να με ακολουθείς όπου κι αν πάω». «Έλα τώρα, αγάπη μου. Σ’ αρέσει το κυνήγι όσο κι εμένα. Τολμώ μάλιστα να πω ότι τρελαίνεσαι να σε κυνηγάνε τόσο επίμονα». «Είσαι ένα αλαζονικό γαϊδούρι». «Ξέρεις να βρίζεις το ίδιο καλά μ’ έναν άντρα», είπε γελώντας ο Μπλέικ. «Μπάσταρδε!» «Έτσι μπράβο». Με την άκρη του ματιού της η Φελίσιτι είδε τον Ντομ να έρχεται προς το μέρος της. Ίσιωσε μονομιάς το κορμί της κάνοντας το στήθος της να πεταχτεί μπροστά, και του χαμογέλασε. Την ίδια στιγμή ο Μπλέικ την άρπαξε απ’ το μπράτσο και την τράβηξε πάνω του. «Πες μου ένα πράγμα», της είπε. «Τι θέλεις στην πραγματικότητα; Να κατακτήσεις τον Ντομ ή να πληγώσεις την Άννα;» Η Φελίσιτι, ξεχνώντας ότι βρίσκονταν σε δημόσιο χώρο, γύρισε να τον χαστουκίσει. Ο Μπλέικ όμως της άρπαξε με δύναμη το χέρι. «Μου φτάνει ένα χαστούκι», της είπε. «Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι;» Δάκρυα οργής ανάβρυζαν από τα μάτια της. «Η συμπεριφορά σου σηκώνει ακόμα χειρότερα. Γιατί δεν τον αφήνεις ήσυχο; Φελίσιτι, ο άνθρωπος είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του». «Ερωτευμένος με την Άννα; Ας γελάσω!» Ο Μπλέικ την έπιασε αγκαζέ. «Έλα μαζί μου», την πρόσταζε. Η Φελίσιτι πάντως δεν είχε καμιά διάθεση να τον ακολουθήσει κι έβαλε τις φωνές καθώς ο Μπλέικ την έσερνε μαζί του μακριά απ’


285

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

τον Ντομ. Καθώς όμως ο κόσμος άρχιζε να τους κοιτάζει, ησύχασε. Ωστόσο, είχε γίνει κατακόκκινη και ο μπούστος της είχε ανοίξει πολύ προκλητικά. Έτσι, αντί να κάνει σκηνή, έσπευσε ν’ ακολουθήσει τρέχοντας με τα τακουνάκια της τον Μπλέικ. Εκείνος διέσχισε τη βιβλιοθήκη όπου μερικά ζευγάρια ήταν καθισμένα και συζητούσαν, και την έβγαλε σ’ ένα μικρό μπαλκόνι. Η Φελίσιτι μάντευε πια ποιος ήταν ο σκοπός του. Ήταν σκοτεινά, και δεν υπήρχε κανείς άλλος. Δεν είχε ξεχάσει εκείνο το πρώτο και μοναδικό- φιλί του στο Γουέιβερλι. Δεν ήθελε να το ομολογήσει, αλλά λαχταρούσε να νιώσει ξανά τα χείλη του πάνω στα δικά της. Εκείνη τη στιγμή όμως θυμήθηκε ότι ο Ντομ ήταν μέσα χωρίς την Άννα. «Άφησέ με», είπε στον Μπλέικ. Εκείνος την άφησε. «Είσαι τυχερός που δεν σε χαστουκίζω ξανά». Εκείνος την κοίταξε απτόητος. «Είσαι τυχερή που δεν σε ξαπλώνω στα γόνατά μου να σου κάνω μαύρο τον πισινό, όπως σου αξίζει», της απάντησε. Η Φελίσιτι γούρλωσε τα μάτια χωρίς να βρίσκει τι να του απαντήσει. Ο Μπλέικ χαμογέλασε. «Πάω στοίχημα όμως πως θα σου άρεσε κάτι τέτοιο», είπε. Η Φελίσιτι δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει. Δεν της τις είχαν βρέξει ποτέ της, ούτε όταν ήταν μικρό παιδί. «Όχι», ψέλλισε, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν έλεγε αλήθεια. Για κάποιο λόγο, η εικόνα του Μπλέικ να της δέρνει τον πισινό είχε καρφωθεί για τα καλά στο μυαλό της. Μια βαθιά, γεμάτη ένταση σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Ο Μπλέικ χαμογελούσε πάντα. «Μπορώ να το κανονίσω», της είπε και τα μάτια του σπίθισαν. «Κι απόψε, αν θέλεις». Η Φελίσιτι κατάφερε να συνέρθει. «Όχι. Είσαι...» «Απίθανος;» έσπευσε να τη βοηθήσει ο Μπλέικ. Εκείνη έγλειψε τα χείλη της. Φανταζόταν το μεγάλο, δυνατό του


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

286

χέρι πάνω στο στρουμπουλό, απαλό πισινό της. «Είμαι σίγουρη πως... έχεις κερδίσει επάξια τη φήμη σου», του είπε. Το χαμόγελό του την έκανε να λιώνει. Ολόκληρος την έκανε να λιώνει. «Ναι, πραγματικά», αποκρίθηκε. «Κι είσαι περήφανος γι’ αυτό!» «Θα ήθελες να με δοκιμάσεις; Να δεις αν είμαι τόσο άντρας όσο λένε;» Η Φελίσιτι δεν κρατήθηκε και τον κοίταξε στ’ αχαμνά. Μα ήταν σκοτεινά, κι ο Μπλέικ φορούσε μαύρο παντελόνι. Δεν φαινόταν τίποτα. Εκείνος την είδε πού κοίταζε κι έβαλε τα γέλια. Και το γέλιο του ήταν βαθύ, πλούσιο, εκνευριστικά κεφάτο. Η Φελίσιτι μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της και προσπάθησε να τον σπρώξει στην άκρη και να φύγει. Κατά λάθος όμως, το χέρι, της ήρθε σε επαφή με όλο το μεγαλείο της στύσης του. Ταραγμένη, η γυναίκα τρίκλισε και κοίταξε πίσω της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, κι εκείνος, χαμογελώντας, έφερε με νόημα το ένα του δάχτυλο στον κρόταφό του. Η Φελίσιτι εξαφανίστηκε από το μπαλκόνι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Η Άννα τον άκουσε να περπατάει στο διάδρομο. Το ρολόι πάνω στο τζάκι μόλις είχε σημάνει δύο. Ξαγρυπνούσε, με μια λάμπα πετρελαίου να καίει στο κομοδίνο της. Δίπλα στο δωμάτιό της, στο μπουντουάρ, κοιμόταν η Μπελ. Η Άννα είχε πάρει τα μέτρα της. Ακούγοντας τα βήματά του να πλησιάζουν τεντώθηκε κι έσφιξε το μαξιλάρι της. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, η καρδιά της λες κι είχε σταματήσει. Ώρες τώρα περίμενε την επιστροφή του. Τα βήματα εκείνου όμως δεν σταμάτησαν έξω από την πόρτα της. Μα τι νόμιζε; Πως θα προσπαθούσε να μπει με το ζόρι στο δωμάτιό της; Όχι, δεν θα το έκανε για κανένα λόγο. Και κυρίως για να της κάνει κακό.


287

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Η πόρτα στο βάθος του διαδρόμου άνοιξε κι έκλεισε. Κι ο κρότος της είχε κάτι το τελεσίδικο. Η Άννα απέμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της κάθιδρη, παράλυτη. Ήξερε πως ο Ντομ δεν ήταν δολοφόνος. Όπως ήξερε -της το έλεγε η χαζή, η τρελή καρδιά της-πως έπρεπε να την αγαπούσε έστω και λίγο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να της κάνει τέτοιον έρωτα μια ολόκληρη εβδομάδα στη Σκοτία. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε σιωπηλά στα μάγουλά της. Ήρθε κι η Μπελ, πατώντας στις μύτες. «Κυρία, ο λόρδος γύρισε... Είστε καλά;» Η Άννα ανακάθισε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Καλά είμαι... Λοιπόν, αποκλείεται να το έκανε αυτός». Η Μπελ όμως έδειχνε να έχει πειστεί για την προδοσία του Ντομ. «Μα, κυρία, όπως μου είπατε κι εσείς, ποιος άλλος μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά; Ποιος άλλος μπορούσε να μπει στα δωμάτιά σας; Ποιος άλλος έχει να κερδίσει από το θάνατό σας;» Σωστή ερώτηση. Η Άννα δεν είχε καμιά απάντηση. Παγερά τα δάχτυλα της αμφιβολίας τής έσφιξαν την καρδιά. Ο Ντομ κατέβηκε αργά για πρωινό και δεν πρόλαβε την Άννα. Σύμφωνα με την Μπελ, που αρνιόταν να τον κοιτάξει στα μάτια, η κυρία της είχε πάει για ιππασία στο πάρκο. Ο Ντομ κοίταξε κάπως μπερδεμένος την καμαριέρα. Είχε έναν ελαφρό πονοκέφαλο από την πολλή σαμπάνια. Είχε προσπαθήσει να πνίξει στο ποτό τη λύπη του, είχε πιει για να διασκεδάσει. Και τα δυο όμως αποδείχτηκαν αδύνατα. Τι νόημα είχε η παράξενη στάση της καμαριέρας; Του γεννούσε υποψίες. Αν η Άννα είχε πάει ιππασία στο πάρκο από τα χαράματα για να συναντήσει στα κρυφά τον Πάτρικ, τότε θα έπεφταν πολλά κεφάλια! Εκεί που έτρωγε ανόρεχτα, ήρθε ο Κάλντουελ κρατώντας έναν ασημένιο δίσκο. Επάνω του ήταν ένα μεγάλο ανάγλυφο επισκεπτήριο. «Λόρδε μου, ήρθε να σας δει ο κύριος Μάθιου Φεϊρχέβεν. Επιμένει να τον δεχτείτε».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

288

Οι αισθήσεις του Ντομ τέθηκαν αμέσως σε συναγερμό. Πήρε το επισκεπτήριο και το κοίταξε. Ο Μάθιου Φεϊρχέβεν, ο καλύτερος φίλος του πατέρα του και αποδέκτης του μεγαλύτερου μέρους της κληρονομιάς του, είχε έρθει να τον επισκεφτεί. Τι να ήθελε; Όχι μόνο ήθελε κάτι, αλλά παραβίαζε βασικές αρχές του πρωτοκόλλου παραμένοντας μέσα στο σπίτι και περιμένοντας τον Ντομ. Κανονικά, έπρεπε ν’ αφήσει την κάρτα του και να περιμένει ν’ ανταποκριθεί ο Ντομ. «Πέρασέ τον στο πρωινό σαλόνι», είπε στον μπάτλερ, κι εκείνος έφυγε αμέσως. Ο Ντομ βγήκε με φούρια από το δωμάτιο και πήγε χτυπώντας νευρικά στο πάτωμα τα πόδια του στο μεγάλο κόκκινο και χρυσό σαλόνι. Ο Φεϊρχέβεν καθόταν σε μια ντελικάτη μπερζέρα με ροζ και λευκή ταπετσαρία, μα μόλις τον είδε πετάχτηκε όρθιος. Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν κι ο Ντομ ένιωσε ένα μεγάλο σοκ. Ο Φεϊρχέβεν ήταν μερικά χρόνια μικρότερος του. Πολύ ωραίος άντρας, με μαύρα μαλλιά και μάτια, αλλά κάτασπρο και διάφανο δέρμα. Γύρω από τα μάτια του υπήρχαν μεγάλοι μαύροι κύκλοι κι η έκφρασή του μαρτυρούσε θλίψη κι οδύνη. Ο Ντομ διέσχισε το δωμάτιο και τον χαιρέτησε ευγενικά. Ο Μάθιου του έσφιξε το χέρι κοιτάζοντας τον με γουρλωμένα μάτια. «Μιλόρδε...» Η φωνή του έτρεμε. «Συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά ήθελα να υποβάλω τα συλλυπητήριά μου». Η φωνή του ράγισε, τα χαρακτηριστικά του συ-σπάστηκαν, και γύρισε αλλού το κεφάλι. Έβγαλε ένα μαντίλι κι άρχισε να φυσάει δυνατά τη μύτη του. Ο Ντομ κοίταζε ταραγμένος την πλάτη του. Φαινόταν καθαρά πως ο Φεϊρχέβεν ήταν για τον Φίλιπ κάτι παραπάνω από φίλος. Μήπως ήταν εραστές; Αν ναι, η σχέση τους είχε παραμείνει διακριτική και μυστική. Σύμφωνα με το νόμο, η ομοφυλοφιλία ήταν έγκλημα. Με τα πολλά ο Μάθιου γύρισε ξανά προς το μέρος του. «Συγχωρήστε με», είπε μαλακά και τα μάτια του κοίταξαν


289

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

κατακόκκινα τον Ντομ. «Δυστυχώς η οδύνη μου είναι ανυπόφορη». Ο Ντομ τα έχασε. Δεν περίμενε ποτέ κάτι τέτοιο. «Αγαπούσατε τον πατέρα μου», είπε προσεκτικά. «Ναι. Πάρα πολύ». Ο Φεϊρχέβεν άρχισε να κλαίει ξανά. Ο Ντομ απομακρύνθηκε μερικά βήματα με το σφυγμό του να χτυπάει δυνατά. Αγαπούσε κι ο Φίλιπ τον Φεϊρχέβεν τόσο πολύ; Πήγε στο μπαρ και έβαλε στον νέο ένα διπλό ουίσκι. Ο Μάθιου το πήρε και ρούφηξε αρκετές γουλιές. Ο Ντομ του έκανε νόημα να καθίσει, και κάθισε κι αυτός απέναντι του. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» Εκείνος άρχισε να κουνάει το κεφάλι παρατηρώντας αδιάκριτα το πρόσωπο του Ντομ, κάνοντάς τον να μη νιώθει άνετα. Τελικά, άφησε δίπλα του το ποτήρι και είπε: «Ήθελα απλά να συμμεριστώ τη θλίψη της οικογένειας γι’ αυτή την τραγική απώλεια. Ο Φίλιπ ήταν πολύ νέος για να πεθάνει...» Ο Ντομ σταύρωσε τα πόδια του και τον κοίταξε καλά καλά. «Ήταν κι ο πατέρας μου ερωτευμένος μαζί σου;» Ο Μάθιου έκλεισε τα μάτια. «Έτσι νομίζω. Δεν έδειχνε τα αισθήματά του, ούτε εξέφραζε τις σκέψεις του, όπως πρέπει να ξέρετε». Ο Ντομ κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Δεν μου είπε ποτέ ότι με αγαπάει, αλλά οι πράξεις του με έκαναν να πιστέψω ότι έτρεφε ειλικρινή αισθήματα για μένα. Και ήξερε ότι εγώ τον αγαπούσα», συνέχισε ο Μάθιου. Ο Ντομ τον λυπήθηκε. «Σου άφησε όλη του την προσωπική περιουσία», του είπε. Μέσα του όμως αναρωτιόταν αν ο Φίλιπ το έκανε αυτό για να παρηγορήσει τον Φεϊρχέβεν ή για να γελοιοποιήσει εκείνον και την Κλαρίς. Ο Μάθιου πάντως κοκκίνισε. «Δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα», είπε. Ο Ντομ τον κοίταξε κι αποφάσισε ότι του έλεγε ψέματα. Ήξερε για τη διαθήκη. Μπορεί και να είχε απαιτήσει μερίδιο από τη μικρή προσωπική περιουσία του Φίλιπ.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

290

Η σιωπή άρχιζε να γίνεται ενοχλητική καθώς ο Μάθιου κοίταζε οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ τον Ντομ. Εκείνος αναρωτιόταν τι ακριβώς ήξερε ο Φεϊρχέβεν κι αν είχε έρθει στο Ράδερφορντ Χάους για να τον εκβιάσει. «Πώς είναι η χήρα μαρκησία;» ρώτησε τότε ο Μάθιου. «Όσο καλά μπορεί να είναι υπό τις παρούσες συνθήκες». «Λυπάμαι», είπε ο Μάθιου και ξεροκατάπιε. «Την έχω δει τη μητέρα σας. Είναι πολύ όμορφη και κομψή, αλλά καταλαβαίνω απολύτως γιατί την αντιπαθούσε ο Φίλιπ. Είχε απόλυτο δίκιο». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν κι ο Ντομ χαμογέλασε σκληρά. «Να λοιπόν που φτάνουμε και στην ουσία του θέματος», είπε. Ο Μάθιου μετακινήθηκε στο κάθισμά του. «Διαβάσατε το ημερολόγιό του;» «Όχι», είπε ψέματα ο Ντομ. «Εσύ;» Ο Φεϊρχέβεν χλόμιασε. «Ν... ναι». Ο Ντομ άδραξε τα μπράτσα της πολυθρόνας του και τινάχτηκε όρθιος. «Φεϊρχέβεν, αν έχεις να πεις κάτι, γιατί δεν το λες να τελειώνουμε;» Ο Μάθιου σηκώθηκε κι αυτός. «Εκείνος μου είχε πει ότι δεν ξέρετε, ότι δεν έχετε ιδέα». Ο Ντομ προσπάθησε να παραμείνει ανέκφραστος, αλλά είχε γίνει θηρίο. Και βαθιά μέσα του φοβόταν κιόλας. «Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς», είπε. «Σίγουρα ξέρετε ότι σας μισούσε. Κι εσάς και την Κλαρίς». «Αλήθεια;» Ο Μάθιου έγλειψε τα ξερά του χείλη. «Πού είναι το ημερολόγιο;» ρώτησε. «Πάει». «Πάει;» «Το έκαψα». Ο Μάθιου έδειξε να μην καταλαβαίνει. «Τι ακριβώς είναι αυτό που θέλεις να μου πεις;» τον ρώτησε ψυχρά ο Ντομ. «Δεν... δεν θέλετε να μάθετε γιατί σας μισούσε ο Φίλιπ, εσάς και


291

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

την Κλαρίς;» «Όχι ιδιαίτερα», είπε ψέματα ο Ντομ και ένιωσε μια σταγόνα ιδρώτα να κυλάει στο αριστερό του μάγουλο. «Η Κλαρίς τον... τον πρόδωσε μ’ έναν άλλο άντρα», είπε ο Μάθιου. «Κι εκείνος δεν τη συγχώρησε ποτέ». «Μα σίγουρα η μητέρα μου δεν είναι η πρώτη γυναίκα που αποκτά εραστή». Ο Μάθιου τον κοίταξε κάτασπρος σαν το πανί. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως θα υποκύψω σ’ έναν τέτοιο εκβιασμό;» τον ρώτησε περιφρονητικά ο Ντομ. «Πιστεύεις ότι σε μια κοινωνία μοιχών ο κόσμος θα ενδιαφερθεί για άλλο ένα περιστατικό μοιχείας;» «Θα ενδιαφερθεί αν υπάρχουν επιπτώσεις», αποκρίθηκε βραχνά ο Μάθιου. Ο Ντομ ταράχτηκε, μα εκείνος συνέχισε: «Θα ενδιαφερθεί όταν τίθενται θέματα πατρότητας και διαδοχής». Για μια στιγμή ο Ντομ ένιωσε να χάνει τον κόσμο από τα μάτια του. Όταν καθάρισε ξανά η όρασή του, στεκόταν ακόμα όρθιος κι ο Φεϊρχέβεν είχε ζαρώσει πίσω από το κάθισμά του. «Μη με χτυπήσετε...» κλαψούρισε. Ο Ντομ συνειδητοποίησε ότι η έκφρασή του πρέπει να φανέρωνε όλη του την οργή. «Δεν πρόκειται να σου δώσω ούτε μια δεκάρα. Εξηγήθηκα;» «Είστε τρελός;» ρώτησε ο Μάθιου με γουρλωμένα μάτια. «Εσένα θα πιστέψει ο κόσμος ή εμένα, τη μητέρα μου και τον δούκα;» «Μα έχω αποδείξεις», απάντησε τρέμοντας ο Μάθιου. Ο Ντομ πάγωσε. «Έχω ένα γράμμα που έγραψε ο Φίλιπ στην Κλαρίς, όταν έμαθε την αλήθεια. Δεν της το έστειλε ποτέ, αλλά σ’ αυτό αποκαλύπτει τα πάντα - εκτός από την ταυτότητα του αληθινού σας πατέρα». Ο Ντομ ένιωσε τη γη ν’ ανοίγει κάτω από τα πόδια του. Όλα του τα όνειρα κι οι ελπίδες έγιναν κομμάτια. Το παρελθόν εξαφανιζόταν και το μέλλον έχασκε μπροστά του σαν μαύρο κενό. «Φύγε από δω», είπε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

292

Η καρδιά του τον ενοχλούσε όλη τη μέρα. Οι γιατροί του τον είχαν προειδοποιήσει επανειλημμένα να χαλαρώσει, να αναπαύεται περισσότερο, να κάνει λιγότερες δουλειές, να κόψει τα πούρα και το ουίσκι που τόσο πολύ αγαπούσε. Ήταν εβδομήντα τεσσάρων χρονών και ήξερε πολύ καλά πως ήταν καιρός ν’ αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Ήταν καιρός ν’ αναθέσει τα περισσότερα από τα καθήκοντά του στον εγγονό του. Κατά καιρούς, έμπαινε στον πειρασμό να περάσει το δουκάτο στον Ντομ πριν πεθάνει. Σπάνια συνέβαινε κάτι τέτοιο, μα μπορούσε να γίνει αν ο Ράδερφορντ ήθελε στ’ αλήθεια να παραιτηθεί από τον τίτλο και τις υποχρεώσεις του. Και, κατά κάποιο τρόπο, το ήθελε. Ήταν κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος. Τον κούραζε το περπάτημα, η ιππασία, ακόμα κι η ίδια του η ύπαρξη. Είχε αρχίσει να σιχαίνεται τις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες έπρεπε να παρίσταται. Ωστόσο δεν είχε πεθάνει ακόμα, και το μυαλό του ήταν ζωντανό και δραστήριο όπως πάντα. Απολάμβανε την πρόκληση της διαχείρισης της δουκικής αυτοκρατορίας του. Λοιπόν, όσο κι αν έμπαινε στον πειρασμό, δεν θα έδινε τον τίτλο του στον Ντομ πριν πεθάνει. Δεν του άρεσε να σκέφτεται το θάνατο. Αυτά ήταν αρρωστημένα πράγματα. Σήμερα όμως είχε πολύ έντονη δύσπνοια, πολύ πιο έντονη από κάθε άλλη φορά. Κι ένιωθε τόσο κουρασμένος, που δεν μπορούσε ν’ αντεπεξέλθει στις υπόλοιπες υποχρεώσεις της ημέρας. Έστειλε λοιπόν έναν υπηρέτη δεξιά κι αριστερά να τον δικαιολογήσει και τράβηξε για το σπίτι του. Μπαίνοντας, τον κυρίευσε ένα παράξενο προαίσθημα. «Κάλντουελ, συμβαίνει κάτι;» ρώτησε τον μπάτλερ του. Ο Κάλντουελ βρισκόταν στην υπηρεσία του τριάντα ένα χρόνια. Ήταν πάντα άψογος, μα τώρα η έκφρασή του ήταν πολύ βαριά. Χλομός, με τραβηγμένα χαρακτηριστικά, αποκρίθηκε στον δούκα: «Δυστυχώς, εξοχότατε». Ο Ράδερφορντ ένιωσε τους κροτάφους του να χτυπάνε. Του φαινόταν ότι δεν υπήρχε αρκετός αέρας εκεί μέσα. Ο σφυγμός του


293

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά. Η αδιαθεσία του έγινε ακόμα πιο έντονη. «Τι συνέβη, Κάλντουελ;» «Ήρθε ο Μάθιου Φεϊρχέβεν, κύριε, κι έκανε τον μαρκήσιο να κλειδωθεί στη βιβλιοθήκη μ’ ένα ύφος που δεν έχω ξαναδεί. Εξοχότατε, νομίζω πως έχει πάθει σοκ». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν - και υπήρχε βαθιά κατανόηση μέσα τους. Ο Κάλντουελ ήταν στην υπηρεσία του δούκα την εποχή που ο γιος του παντρεύτηκε την Κλαρίς. Ο Ράδερφορντ έτριψε το πονεμένο στήθος του μ’ ένα χέρι που έτρεμε. Μα δεν μπορεί να ήξερε ο Φεϊρχέβεν... «Πού είναι η λαίδη Άννα;» ρώτησε. «Έφυγε ώρες τώρα, και πρέπει να πω ότι δεν έδειχνε καθόλου καλά. Χτες βράδυ η καμαριέρα της κοιμήθηκε στο διαμέρισμά της». Τι κάνουμε τώρα; είπε μέσα του ο δούκας μ’ ένα πνιχτό βογκητό. Αρκετοί από τους φίλους του είχαν ήδη σχολιάσει την εμφάνιση του Ντομ στου Χιθ χωρίς τη γυναίκα του. «Καλύτερα να πάω να μιλήσω του Ντομ», είπε. «Μάλιστα, κύριε. Αυτό θα ήταν το καλύτερο». Ο Ράδερφορντ τράβηξε βιαστικά στο βάθος του διαδρόμου, μα σύντομα του κόπηκε η αναπνοή. Πριν φτάσει στη βιβλιοθήκη, αναγκάστηκε να σταματήσει για να πάρει ανάσα. Τώρα που χρειαζόταν απόλυτη διαύγεια, το μυαλό του ήταν θολό. Τι είχε πει ο Φεϊρχέβεν στον Ντομ; Τι ήξερε; Τι ήθελε; Στο παρελθόν, ο Ράδερφορντ είχε κινήσει γη και ουρανό για να θάψει για πάντα την αλήθεια. Τότε ήθελε να τους προστατέψει όλους. Τώρα όμως ήταν γέρος, ένιωθε τη ζωή του να φεύγει, κι ήθελε να τα μάθει όλα ο Ντομ. Όχι μισές αλήθειες και ψέματα. Όλη την αλήθεια. Ίσως ήταν καιρός να τα πει ο ίδιος στον Ντομ. Σαν άνοιξε την πόρτα της βιβλιοθήκης, ο Ντομ σηκώθηκε και τον κοίταξε. Ήταν φανερό πως τον περίμενε. Δεν είπε κουβέντα όμως, ούτε καν τον χαιρέτησε. Ήταν φανερά οργισμένος. Η καρδιά του Ράδερφορντ σφίχτηκε. Αυτό φοβόταν πάντα: το


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

294

μίσος του Ντομ. Δεν ήθελε με τίποτα να τον καταδικάσει. «Ντομ, ο Κάλντουελ μου είπε ότι είχες έναν επισκέπτη, τον Φεϊρχέβεν. Τι ήθελε;» Ο Ντομ χαμογέλασε πικρά. «Ήθελε χρήματα. Αρνήθηκα να του δώσω». «Κατάλαβα». «Αλήθεια;» Ο Ντομ τον κοίταξε κατάματα. «Μου είπε την αλήθεια». Ο Ράδερφορντ του ανταπέδωσε το βλέμμα. «Τι ακριβώς σου είπε;» «Μου είπε πως ο Φίλιπ δεν είναι πατέρας μου, που να πάρει ο διάβολος!» Έξω φρενών, ο Ντομ ήρθε και κόλλησε σχεδόν τη μύτη του στη μύτη του δούκα. «Πες μου εσύ την αλήθεια! Είμαι σίγουρος πως την ξέρεις! Πες μου τη λοιπόν! Εσύ!» Κάτι πολύ δυνατό, κάτι από τα βάθη του χρόνου, βαθύτερο από την αγάπη, άστραψε ανάμεσά τους. Ξαφνικά, ο Ράδερφορντ ένιωσε ανακουφισμένος. Δεν μπορούσε πια να κρυφτεί, να κάνει πίσω. Έπρεπε να τα πει όλα στον Ντομ. Θα κρατούσαν μαζί κρυμμένο το μυστικό τους, αποφεύγοντας τις κατηγορίες, αποκλείοντας τις επιπτώσεις. Αποφεύγοντας κάθε είδους σκάνδαλο. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, μα η φωνή δεν βγήκε από τα χείλη του. Το κορμί του διπλώθηκε, του κόπηκε η ανάσα, κι ένιωσε μια τεράστια πίεση στο κεφάλι του. Δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Τρόμαξε, αλλά η αποφασιστικότητά του τον κράτησε στητό. Προσπάθησε ν’ ανασάνει. «Ντομ... Θεέ μου...» Ο Ντομ τον κοίταξε ερευνητικά. Κι αφού εκείνος δεν του μιλούσε, έκανε μεταβολή και βγήκε απ’ το δωμάτιο. «Στάσου...» ψέλλισε ο δούκας. Μα ο Ντομ είχε φύγει. Μια ξαφνική έκρηξη πόνου έκανε τον Ράδερφορντ να φωνάξει. Όπως έπεφτε μπροστά, συνειδητοποίησε πως αυτό ήταν το τέλος. Σωριάστηκε στο πάτωμα. Μια μαυρίλα κάλυψε τα πάντα γύρω του.


295

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Ένα χλομό, μανιακό φάντασμα με τεντωμένα τα σκελετωμένα του χέρια κρεμάστηκε μπροστά του. Ο Ράδερφορντ όμως καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να πεθάνει. Όχι ακόμα. Δεν είχε προλάβει να πει την αλήθεια στον Ντομ. Είχε μια ακόμα μάχη να δώσει. Έπρεπε να σώσει την οικογένειά του.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

296

24

Όταν η Άννα επέστρεψε στο Ράδερφορντ Χάους, το βρήκε αλλόκοτα σιωπηλό. Ήταν κι η ίδια πολύ ταραγμένη. Είχε περάσει ολόκληρο το πρωινό κάνοντας κύκλους με το άλογο στο Χάιντ Παρκ, αδιαφορώντας για τα περίεργα βλέμματα των περαστικών. Δεν θυμόταν καν τα ονόματα των διαφόρων κυριών που τη χαιρέτησαν. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι δέχτηκε διάφορες προσκλήσεις - μα δεν είχε συγκρατήσει καμιά λεπτομέρεια. Δεν ήταν σε θέση να ασχοληθεί με κοινωνικά θέματα τώρα. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου χτες βράδυ, μόνο έκλαψε ώρες ολόκληρες, πνιγμένη στη θλίψη. Επειδή είχε αγαπήσει τόσο ολοκληρωτικά τον Ντομ, επειδή τον είχε ποθήσει απελπισμένα. Πριν από λίγες μόλις μέρες τα όνειρά της έδειχναν έτοιμα να πραγματοποιηθούν. Μα όλα αποδείχτηκαν απάτη. Μια φρικτή απάτη. Ο Ντομ δεν την αγαπούσε, δεν νοιαζόταν καν γι’ αυτήν. Κι αν η Μπελ κι ο Πάτρικ είχαν δίκιο, ο Ντομ σχεδίαζε να τη δολοφονήσει, για να απαλλαγεί από μια σύζυγο που του ήταν βάρος. Μα δεν μπορεί να είχαν δίκιο. Η Άννα αρνιόταν να δεχτεί τις υποψίες τους. Προσπαθούσε να αγνοήσει το φόβο και τον πόνο της, για να μπορέσει να σκεφτεί λογικά. Οπωσδήποτε, έπρεπε να αποδεχτεί το γεγονός ότι κάποιος ήθελε το κακό της ή ακόμα και το θάνατό της. Κι αυτός ο κάποιος πρέπει να ήταν η Φελίσιτι. Μια φωνούλα μέσα της την προέτρεπε να πάει στον Ντομ και να του τα πει όλα, ν’ αναζητήσει ασφάλεια και παρηγοριά στην αγκαλιά του. Αυτός, σαν τους παλιούς ιππότες με τις αστραφτερές


297

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

πανοπλίες, θα έπιανε τον επίδοξο δολοφόνο της και θα τη γλίτωνε από τον κίνδυνο. Εκτός, φυσικά, κι αν ο επίδοξος δολοφόνος ήταν ο ίδιος. Ο Κάλντουελ την υποδέχτηκε στο χολ. Η σιωπή ήταν βαριά, απειλητική - διαφορετική. «Κάλντουελ, είναι κανείς στο σπίτι;» «Μάλιστα, μιλαίδη. Ο εξοχότατος είναι στη βιβλιοθήκη». Της ήρθε να πάει αμέσως στον δούκα και να του τα πει όλα. Εκείνος όμως αγαπούσε πολύ τον Ντομ και θα την προέτρεπε να τον συγχωρήσει και πάλι. Οπωσδήποτε, θα διέταζε να γίνει έρευνα για τα περιστατικά που είχαν συμβεί. Κι αν αποδεικνυόταν πως ο ένοχος ήταν ο Ντομ; Αν πάλι ο άντρας της ήθελε για κάποιον απίθανο λόγο να την τρομάξει, αλλά όχι και να της κάνει κακό; Μα ο Ντομ της είχε κάνει έρωτα μ’ όλη του την ψυχή! Η φαντασία της κάλπαζε σαν τρελή. Όχι. Δεν έπρεπε να δώσει σημασία ούτε στον Πάτρικ ούτε στην Μπελ. «Και... ο μαρκήσιος;» ρώτησε. «Έφυγε πριν από λίγο. Δεν είπε πότε θα επιστρέφει». Η Άννα χαλάρωσε κάπως. «Στείλε μου την Μπελ, σε παρακαλώ», είπε και στράφηκε προς τις σκάλες. Πριν τις ανέβει όμως, δίστασε. Κι αν έλεγε στον δούκα τη μισή αλήθεια; Αν του έλεγε πως κάποιος ήθελε να τη βλάψει, κι ότι αυτός ο κάποιος ήταν η Φελίσιτι; Η Άννα όμως ήξερε πως δεν ήταν καλή ηθοποιός. Ο δούκας θα καταλάβαινε αμέσως πως υπήρχαν κι άλλα που δεν του έλεγε. Εκείνη όμως θα το αρνιόταν, έπρεπε να κρατήσει χαρακτήρα, να μην της ξεφύγει λέξη για τις αμφιβολίες της για τον Ντομ. Η Άννα στάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα της βιβλιοθήκης. Ήταν φανερό πως ο δούκας δεν ήθελε να τον ενοχλήσουν. Χτύπησε μαλακά την πόρτα. Καμιά απάντηση. Μάλλον κοιμόταν. Κάτι την ενοχλούσε όμως. Τούτη η σιωπή δεν της άρεσε καθόλου. Έτσι αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισε ένα φρικτό θέαμα. Ο δούκας του Ράδερφορντ ήταν πεσμένος μπρούμυτα στο πάτωμα. Κι έδειχνε


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

298

νεκρός. Ο Ράδερφορντ όμως δεν ήταν νεκρός. Κατά τον γιατρό, είχε πάθει αποπληξία. Έμεινε να κείτεται στο κρεβάτι του εντελώς ακίνητος, μόλις που ν’ ανασαίνει. Η Άννα συγκροτούσε με μεγάλη προσπάθεια τα δάκρυά της. Ο Κάλντουελ όμως έκλαιγε σιωπηλά καθώς φρόντιζε τον δούκα έκλαιγε από τη στιγμή που τον φώναξε η Άννα στη βιβλιοθήκη. Κοντά του ήταν κι η Μπελ, που στεκόταν με βουρκωμένα μάτια, και μια υπηρέτρια που άναβε φωτιά στο τζάκι. «Δόκτωρ Μάνσλι, πείτε μου την αλήθεια», ρώτησε με σπασμένη φωνή τον γιατρό η Άννα. «Τι πρόγνωση κάνετε; Θα ζήσει ο εξοχότατος;» «Οι ελπίδες του είναι λιγοστές, λαίδη μου», απάντησε εκείνος μαζεύοντας τα εργαλεία του. «Η αποπληξία είναι συχνά σοβαρή. Μερικές φορές το θύμα της δεν συνέρχεται ποτέ. Ζει έτσι όπως βλέπετε την εξοχότητά του, μέχρι που σιγά σιγά σβήνει. Άλλοι πάλι συνέρχονται, αλλά δεν μπορούν ούτε να κινηθούν ούτε να μιλήσουν. Διατηρούν όμως όλες τις αισθήσεις τους και αισθάνονται, σκέφτονται, ακούν και βλέπουν». Η Άννα έριξε μια ανήσυχη ματιά στον δούκα. «Και;» «Σε ελάχιστες περιπτώσεις το θύμα συνέρχεται και ανακτά κάποιες ικανότητες. Μπορεί να έχει περιορισμένη ικανότητα ομιλίας και κίνησης, συνήθως στο άνω μέρος του σώματος. Και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, το θύμα συνέρχεται εντελώς». «Δηλαδή, υπάρχει κάποια ελπίδα;» «Πολύ μικρή. Ιδίως αν ο δούκας δεν συνέλθει μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες». Η Άννα πήγε και κάθισε δίπλα στον δούκα και του έπιασε το χέρι. Ήταν εντελώς άψυχο. «Σας ευχαριστώ, γιατρέ», είπε χαμηλόφωνα. «Μη με ευχαριστείτε, δεν έκανα τίποτα. Είχα προειδοποιήσει τον εξοχότατο να αναπαύεται περισσότερο και να πίνει και να καπνίζει λιγότερο». Ο γιατρός αναστέναξε και πρόσθεσε: «Αν ξυπνήσει,


299

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

καλέστε με αμέσως». Η Άννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι κοιτάζοντας τον δούκα που έδειχνε γέρος και ζαρωμένος έτσι όπως κρεμόταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Έσφιξε ακόμα πιο δυνατά το χέρι του και είπε: «Εξοχότατε, σας χρειαζόμαστε όλοι. Σας παρακαλώ, ξυπνήστε. Παλέψτε για τη ζωή σας». Εκείνος όμως δεν κινήθηκε. Δεν πετάρισε καν τα βλέφαρα. Η Άννα ξεροκατάπιε και συνέχισε: «Εξοχότατε, ξέρω πως αυτό που θα πω είναι πολύ τολμηρό, σχεδόν θρασύ εκ μέρους μου. Πρέπει όμως να σας το πω... Σας έχω αγαπήσει μέσα σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια». Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά της. «Μου φερθήκατε τόσο καλά... Σας ευχαριστώ για όλα. Σας παρακαλώ, αχ, σας παρακαλώ, γίνετε καλά». Ο Κάλντουελ ήρθε και στάθηκε δίπλα της, με τα μάτια πρησμένα, τη μύτη κόκκινη, τα μάγουλα υγρά από τα δάκρυα. «Εξοχότατε», είπε βραχνά, «προσευχόμαστε όλοι να γίνετε καλά. Όλο το προσωπικό. Σας αγαπάμε πολύ όλοι, συγχωρήστε μου την αυθάδεια». Ο δούκας του Ράδερφορντ όμως δεν κινήθηκε. Ουσιαστικά, ήταν νεκρός. «Τι συνέβη;» ούρλιαξε ο Ντομ. Η Άννα τινάχτηκε μόλις τον είδε. Ήταν απίστευτα χλομός. «Ο δούκας έπαθε αποπληξία», του είπε βραχνά. «Ωχ, Θεέ μου!» ψιθύρισε εκείνος κι έμεινε κεραυνόπληκτος. Η Άννα άφησε το χέρι του δούκα και σηκώθηκε. Του μιλούσε πάνω από μια ώρα τώρα, ελπίζοντας να του αποσπάσει κάποια αντίδραση - μα τίποτα. Τον ένιωθε να σβήνει, να γλιστράει μακριά. Προσέχοντας να μην ακουμπήσει τον Ντομ ούτε με την άκρη της φούστας της, μετακινήθηκε στα πόδια του κρεβατιού. Τον κοίταξε, και τώρα δεν της έμοιαζε καθόλου με δολοφόνο. Ο Ντομ έκλαιγε. Τα δάκρυά του έτρεχαν σαν σιωπηλός χείμαρρος. Πήγε στο πλευρό του παππού του κι ήταν σαν να μην αντιλαμβανόταν καν την παρουσία της Άννας.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

300

«Παππού, εγώ φταίω για όλα... Συγγνώμη!» Ο Ράδερφορντ έμενε ακίνητος. Ο Ντομ κάθισε στο πλευρό του και τράβηξε μ’ ένα χάδι μια τούφα λευκά μαλλιά από το μέτωπο του δούκα. «Αχ, Θεέ μου, πόσο λυπάμαι!» είπε καθώς τον έπνιγε ένας λυγμός. «Μα πώς είναι δυνατόν; Είσαι τόσο δυνατός - παντοδύναμος! Πίστευα πως δεν θα πέθαινες ποτέ!» Η Άννα έσφιξε το κορμί της με τα χέρια της. Δεν μπορούσε να πάρει το δακρυσμένο βλέμμα της από πάνω τους. «Σε χρειάζομαι», ψιθύρισε ο Ντομ. «Δεν μπορείς να μας αφήσεις τώρα...» Η φωνή του ράγισε και σκούπισε τα μάτια του με το μανίκι του. «Παππού, δεν ήθελα να σε καταδικάσω που με εξαπάτησες. Δεν ξέρω γιατί έκανες αυτά που έκανες. Ίσως γιατί δεν υπήρχε άλλος κληρονόμος. Μα δεν θα ήταν καλύτερο αν διάλεγες κάποιο μακρινό ξάδερφο; Ωχ, Θεέ μου!» Η φωνή του έσβησε, δεν μπορούσε να συνεχίσει.. Η Άννα κόντευε να ξεχάσει το δικό της δίλημμα. Ήθελε να πλησιάσει τον Ντομ, να ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του, να τον παρηγορήσει. Μα έμεινε ακίνητη, μαρμαρωμένη στη θέση της. «Εγώ φταίω για όλα», ψιθύρισε ξανά με μια φωνή γεμάτη αγωνία ο Ντομ. «Σε τάραξα, μα δεν το ήθελα... Ανάθεμά τον τον Φεϊρχέβεν!» Η Άννα απόρησε. Τι ήταν αυτά που έλεγε; «Υποθέτω πως θα θέλεις από μένα να συνεχίσω αυτή τη μασκαράτα. Θα το κάνω, όσο καλύτερα μπορώ. Κι ας μην καταλαβαίνω τίποτα. Κι ας θεωρώ επικίνδυνο τον Φεϊρχέβεν. Ίσως έπρεπε να τον πληρώσω. Ίσως η Κλαρίς να μπορέσει να με βοηθήσει να τα καταλάβω όλα αυτά». Πίεσε τον εαυτό του να χαμογελάσει. «Την κάλεσα ήδη να έρθει εδώ». Ο Ράδερφορντ φάνταζε σαν πέτρινο άγαλμα. «Μα ίσως τίποτα να μην έχει σημασία πια!» φώναξε ο Ντομ. «Ντομ...» ψιθύρισε άθελά της η Άννα. Εκείνος όμως δεν την άκουσε. Πήρε στις χούφτες του τα παγωμένα χέρια του παππού του και συνέχισε:


301

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Λυπάμαι πολύ... Για όλα». Έσκυψε και φίλησε το μέτωπο του δούκα. «Μην πεθάνεις. Σε παρακαλώ, μην πεθάνεις. Σ’ αγαπάω πάρα πολύ, παππού. Πάντα σ’ αγαπούσα, πάντα θα σ’ αγαπάω. Χωρίς εσένα, τα παιδικά μου χρόνια θα ήταν μοναχικά και άδεια. Περισσότερο πατέρας μου ήσουν εσύ, παρά ο Φίλιπ». Κι έκρυψε το πρόσωπό του στις χούφτες του, καθώς τον τράνταζαν οι λυγμοί. Η Άννα, κλαίγοντας κι αυτή, ήρθε κι ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του. «Συνήλθε καθόλου;» ρώτησε η Κλαρίς σταματώντας στην ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαρας του δούκα. Ήταν αργά το βράδυ, και μόλις είχε έρθει. Ο Ντομ τινάχτηκε ακούγοντάς την. «Όχι», αποκρίθηκε και στράφηκε να την κοιτάξει με μια κενή έκφραση στο πρόσωπό του. Δώδεκα ώρες τώρα καθόταν στο πλευρό του παππού του. Έξω ήταν πίσσα σκοτάδι. Κρύο σκοτάδι, χωρίς φεγγάρι ούτε αστέρια. «Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει», είπε η Κλαρίς κοιτάζοντας τον δούκα. «Όμως, Ντόμινικ, είναι γέρος». Ο Ντομ σηκώθηκε από τη θέση του. «Δεν νοιάζεσαι καθόλου, έτσι δεν είναι; Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω τι υπήρξε ανάμεσά σας, μα δεν νοιάζεσαι καθόλου. Μην προσποιείσαι!» Η Κλαρίς έβαλε τα κλάματα. «Γιατί μου μιλάς έτσι; Τι σου έχω κάνει; Δεν του προ-κάλεσα εγώ την αποπληξία!» Ο Ντομ κατάλαβε πως η Κλαρίς είχε δίκιο και προσπάθησε να βρει την αυτοκυριαρχία του. «Σου ζητώ συγγνώμη, μητέρα. Συγχώρησέ με. Είμαι πολύ ταραγμένος». Η Κλαρίς κούνησε το κεφάλι. Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, τα χείλη της έτρεμαν. Πλησίασε τον Ντομ και πήρε το πρόσωπό του στις χούφτες της. «Δεν υπάρχει λόγος να καβγαδίζουμε, Ντομ. Ιδίως τώρα». Εκείνος έκλεισε μια στιγμή τα μάτια του κι ύστερα τραβήχτηκε μακριά της.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

302

«Ο Μάθιου Φεϊρχέβεν ήρθε σήμερα εδώ για να με εκβιάσει», είπε. Η Κλαρίς πήρε μια κοφτή ανάσα και πιάστηκε από την κολόνα του κρεβατιού για να στηριχτεί. «Αχ, Θεέ μου!» είπε. «Πρέπει να τα μάθεις όλα», συνέχισε βλοσυρά ο Ντομ. «Ο Φεϊρχέβεν ήταν κάτι παραπάνω από καλός φίλος του Φίλιπ. Είναι ένας νέος και ωραίος άντρας, που, όπως φαίνεται, ήταν ερωτευμένος μαζί του». Η Κλαρίς έμεινε ακίνητη. Τα μάτια της φανέρωναν όλη της την επιφυλακτικότητα. «Το ξέρω». «Το ήξερες!» είπε κατάπληκτος ο Ντομ, κι αμέσως τον κυρίευσε ο θυμός. «Δεν νομίζεις πως θα έπρεπε να το ξέρω κι εγώ, για να είμαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο;» «Δεν περίμενα ποτέ πως ο Φεϊρχέβεν θα προσπαθούσε να μας εκβιάσει». «Δεν προσπάθησε να μας εκβιάσει όσον αφορά το δεσμό του με τον Φίλιπ. Κάτι τέτοιο, αν μαθευόταν, θα προ-καλούσε την ποινική δίωξή του». Η Κλαρίς, κατάχλομη τώρα, είπε διατακτικά: «Τότε;» «Ξέρει την αλήθεια», της απάντησε άγρια ο Ντομ. «Ξέρει πως ο Φίλιπ δεν ήταν πατέρας μου, κι έχει αποδείξεις. Έτσι λέει τουλάχιστον». Η Κλαρίς πήγε και κάθισε σε μια πολυθρόνα. «Τι αποδείξεις;» «Ένα γράμμα που σου έγραψε ο Φίλιπ μόλις ανακάλυψε την προδοσία σου», της απάντησε ο Ντομ παρατηρώντας την προσεκτικά. «Εγώ δεν έλαβα ποτέ κανένα τέτοιο γράμμα», είπε η Κλαρίς κοιτάζοντας τον με παρακλητικό ύφος. «Δεν ήξερα πως ο Φίλιπ το είχε καταλάβει. Δεν το έδειξε ποτέ». «Ο Φεϊρχέβεν ορκίζεται πως έχει αυτό το γράμμα στην κατοχή του, γιατί δεν ταχυδρομήθηκε ποτέ. Μα τι σημασία έχει; Η διαθήκη είναι ένα γεγονός. Αυτά που πήρε ο Φεϊρχέβεν θα κάνουν τα


303

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

κουτσομπολιά να οργιάσουν. Κι έπειτα...» Ανασήκωσε τους ώμους, καθώς ένιωθε πως κάτι είχε πεθάνει μέσα του. «Αλήθεια δεν είναι;» Η Κλαρίς πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε τα μάτια της να τον κοιτάξει. «Μητέρα, υπάρχει πιθανότητα να είναι πατέρας μου ο Φίλιπ;» Εκείνη έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της χωρίς ν’ απαντήσει. «Μητέρα;» Ο Ντομ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Σε παρακαλώ!» Τα μάτια της Κλαρίς βούρκωσαν. «Όχι... Δεν είναι αυτός ο πατέρας σου. Όταν τον παντρεύτηκα, ήμουν ήδη τριών μηνών έγκυος». «Κι εκείνος δεν το ήξερε;» «Ευτυχώς άργησες να γεννηθείς. Ο γιατρός πληρώθηκε για να πει πως ήσουν πρόωρος. Ο Φίλιπ μας πίστεψε». «Πλήρωσες τον γιατρό για να πει ψέματα. Άρα εκείνος ήξερε». «Όχι». «Κάποιος άλλος τον πλήρωσε;» ρώτησε βραχνά ο Ντομ. Η Κλαρίς αρνήθηκε ν’ απαντήσει. Ο Ντομ κοίταξε πίσω του, τον αναίσθητο δούκα. «Κατάλαβα. Ο παππούς». «Τι κατάλαβες;» τον ρώτησε με αγωνία η Κλαρίς. «Ο παππούς πλήρωσε τον γιατρό για να εξασφαλίσει τη σιωπή του. Για να προστατέψει εσένα και τον Φίλιπ απ’ το σκάνδαλο. Τι μεγαλοψυχία εκ μέρους του, να με δεχτεί σαν σάρκα εκ της σαρκός του!» Ο Ντομ. κάθισε στα πόδια του δούκα και τον κοίταξε. Τον κοίταζε κι η Κλαρίς, χωρίς να πει λέξη. Ο Ντομ αναστέναξε βαριά κι ύστερα κάρφωσε τη μητέρα του με το βλέμμα του. «Ποιος είναι ο πατέρας μου;» «Δεν έχει σημασία». «Για μένα έχει!» φώναξε ο Ντομ. «Όχι, δεν έχει», αποκρίθηκε η Κλαρίς με παραμορφωμένα


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

304

χαρακτηριστικά. «Ο αληθινός πατέρας σου έχει πεθάνει». Ο Ντομ έκλεισε τα μάτια του. Για εκείνον είχε σημασία και μάλιστα μεγάλη. Κι αν ο πατέρας του ήταν κάποιος υπηρέτης ή κάποιος τσιγγάνος; Ή κάποιος έκφυλος; Κάποιος εγκληματίας; Ίσως ήταν καλύτερα να μη μάθει ποτέ. «Τι θα κάνεις τώρα;» μίλησε κλαίγοντας η Κλαρίς. «Ο Φεϊρχέβεν δεν πρέπει ν’ αποκαλύψει όσα ξέρει!» «Παρότι αυτό δεν συνάδει με τις αρχές μου, θα συναντηθώ μαζί του αμέσως και θα του δώσω μια μικρή περιουσία για να κρατήσει το στόμα του κλειστό και να φύγει από την Αγγλία». «Θα τον έχουμε μια ζωή πάνω απ’ το κεφάλι μας», είπε η Κλαρίς και σηκώθηκε. «Ντομ, φοβάμαι πολύ. Αυτός θα ζητήσει κι άλλα χρήματα, θα μας απειλεί διαρκώς. Κι αν μαθευτεί τούτη η ιστορία, εσύ κι εγώ θα καταστραφούμε!» «Αν μαθευτεί τούτη η ιστορία, εσύ κι εγώ θα κρατήσουμε τα κεφάλια μας ψηλά και θ’ αντιμετωπίσουμε την καταιγίδα», της απάντησε ξερά ο Ντομ. Η Κλαρίς τον κοίταξε σαν να ’βλεπε μπροστά της κάποιον τρελό. «Εγώ θα καταστραφώ!» ψιθύρισε. «Σε παρακαλώ, μητέρα. Τα κλάματα δεν μας βοηθάνε. Εξάλλου, δεν καταστράφηκες ακόμα». Της έδωσε το μαντίλι του κι εκείνη φύσηξε απαλά τη μύτη της. «Υπάρχει και κάτι καλό σ’ όλο αυτό το μπέρδεμα», μίλησε πάλι ο Ντομ. «Ο Φεϊρχέβεν είναι δειλός, κι αυτό που κάνει τον φοβίζει. Δεν ξέρω αν θα ανοίξει ποτέ το στόμα του να μιλήσει. Θα πάω να τον βρω αύριο, και θα τον βολιδοσκοπήσω προσεκτικά». Η Κλαρίς έσφιξε το μαντίλι στη χούφτα της. «Μακάρι να πέθαινε», είπε. «Μητέρα, δεν μιλάς σοβαρά». «Σοβαρότατα. Μακάρι να πέθαινε». Ο Ντομ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Είσαι πολύ ταραγμένη και δεν καταλαβαίνεις τι λες», είπε ύστερα από λίγο. Η Κλαρίς τον κοίταξε σκουπίζοντας τα μάτια της με το μαντίλι του. «Πώς μπορείς να είσαι τόσο ήρεμος τη στιγμή που κινδυνεύουμε να


305

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

χάσουμε τα πάντα;» «Κρατιέμαι με το ζόρι». Η Κλαρίς όμως συνέχισε, σαν να μην τον είχε ακούσει. «Δεν θα είμαι πια ευπρόσδεκτη στην καλή κοινωνία. Κι εσύ θα χάσεις το δουκάτο. Θα το αποκτήσει κάποιος χοντρός, ηλίθιος και άπληστος μακρινός ξάδερφος». «Σίγουρα υπάρχει αυτή η πιθανότητα», παραδέχτηκε ο Ντομ. «Αν δηλαδή ο Φεϊρχέβεν αποκαλύψει αυτά που ξέρει». «Πάω στο δωμάτιό μου να σκεφτώ», είπε τότε η Κλαρίς, σκουπίζοντας ξανά με πολύ κομψό τρόπο τα μάτια της. Όταν έφυγε, ο Ντομ κάθισε στα πόδια του παππού του κι έκρυψε το πρόσωπό του στις χούφτες του. Λυπόταν για τη μητέρα του πολύ περισσότερο απ’ ό,τι λυπόταν για τον εαυτό του. Ακόμα κι αν όλα πήγαιναν στραβά, εκείνος θα τα κατάφερνε να επιζήσει. Για την Κλαρίς όμως δεν ήταν σίγουρος. Έπρεπε να προσπαθήσει να την προστατέψει με όλες του τις δυνάμεις. Απορροφημένος όπως ήταν από τις σκέψεις του, δεν είδε τα δάχτυλα του Ράδερφορντ να συσπώνται. Ούτε άκουσε το σιγανό, γεμάτο απελπισία βογκητό του. Η Κλαρίς δεν δίστασε ν’ αναλάβει δράση, κι ας ήταν η ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Διακινδυνεύονταν πάρα πολλά πράγματα για να κάθεται ν’ ασχολείται με τυπικότητες. Διέταξε λοιπόν να φέρουν την άμαξά της, και μέσα σε είκοσι λεπτά βρισκόταν μπροστά στο Γουέιβερλι Χάους. Νιώθοντας ναυτία, ανέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του μεγάρου. Τούτο το σπίτι ήταν του Φίλιπ, κι έπρεπε τώρα ν’ ανήκει στον Ντομ. Εκείνου του Φεϊρχέβεν του άξιζε να πεθάνει. Ο καινούργιος ιδιοκτήτης είχε διατηρήσει το παλιό προσωπικό. Η Κλαρίς το κατάλαβε όταν της άνοιξε ο μπάτλερ, ο οποίος δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή του σαν την είδε. Υποκλίθηκε όμως μπροστά της και τη χαιρέτησε. Η Κλαρίς ήθελε να βάλει τα κλάματα. Μα τώρα δεν χρειάζονταν δάκρυα. «Χέντριξ, ήρθα να δω τον Φεϊρχέβεν. Είναι μέσα;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

306

«Μάλιστα, λαίδη μου. Ετοιμάζεται να γευματίσει». Ο Χέντριξ πήρε το επισκεπτήριό της και την πέρασε στο σαλόνι. Η Κλαρίς ανατρίχιασε μπαίνοντας εκεί μέσα. Είχε να έρθει σ’ αυτό το σπίτι τουλάχιστον δέκα χρόνια. Εκείνη προτιμούσε την εξοχή, κι ο Φίλιπ, όταν δεν ταξίδευε, έμενε στο Λονδίνο. Τώρα όμως έβλεπε ότι το σαλόνι είχε αλλαχτεί εντελώς. Δεν ήξερε αν αυτές τις φρικαλέες αλλαγές τις είχε κάνει ο Φίλιπ ή ο νεαρός του. Τα κόκκινα υφάσματα παραήταν έντονα, κι οι χρυσαφιές πινελιές παραήταν φανταχτερές. Τα ολοκαίνουργια χαλιά πάλι είχαν πολύ χτυπητά χρώματα. Και ποιος, τάχα, είχε πληρώσει για τους ωραίους πίνακες και τα γλυπτά που στόλιζαν κάθε γωνιά; Μια δυνατή πίκρα την κυρίευσε. Ήταν φανερό πως ο Φίλιπ κι ο Φεϊρχέβεν είχαν ξοδέψει πολύ χρόνο και πολύ χρήμα γι’ αυτό το σπίτι όπου περνούσαν τη ζωή τους. Ο Φεϊρχέβεν εμφανίστηκε στο κατώφλι και τη χαιρέτησε ευγενικά. Εκείνη τινάχτηκε, αηδίασε βλέποντάς τον. Πόσο ωραίος ήταν! Πόσο νέος. Πόσο τέλειος. Παρ’ όλο που ήταν άντρας, μπροστά του η Κλαρίς ένιωθε γριά. Κι ανεπιθύμητη. Κοιτάχτηκαν. Η Κλαρίς κατάφερε να του χαμογελάσει, ενώ ένιωθε να τον μισεί, κι ας μην τον ήθελε τον Φίλιπ όταν ζούσε. «Γνωριζόμαστε επιτέλους. Συγχώρησέ με που δεν χαίρομαι ιδιαίτερα». Ο Φεϊρχέβεν άφησε να πέσει η μάσκα της ευγένειας. Το πρόσωπό του συσπάστηκε οργισμένο. «Κι εμένα, κυρία μου, συγχωρήστε με που δεν σας λέω να καθίσετε και δεν σας προσφέρω κάτι να πιείτε», αποκρίθηκε με τα μάτια του να πετάνε φλόγες. «Δεν θέλω τη φιλοξενία σου», του είπε εξίσου έντονα η Κλαρίς. «Το κατάλαβα. Τι θέλετε λοιπόν;» Η Κλαρίς τον κοίταξε ψυχρά, προσπαθώντας να κρύψει το τρέμουλο των χεριών της. «Το αληθινό ερώτημα είναι τι θέλεις εσύ. Και τι σκοπεύεις να κάνεις». «Φοβάστε;»


307

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Ναι», παραδέχτηκε η Κλαρίς. «Φοβάμαι. Και είμαι πολύ θυμωμένη, και πάρα πολύ απελπισμένη». «Σας αξίζει να υποφέρετε». «Μα τι σου έχω κάνει; Είχα γυρίσει την πλάτη μου στη χυδαία σχέση σου με τον άντρα μου. Την είχα αγνοήσει!» αναφώνησε η Κλαρίς. Ο Φεϊρχέβεν βούρκωσε. «Τον κάνατε να αισθάνεται άθλια. Τον προδώσατε. Κι ο Φίλιπ σας μισούσε γι’ αυτό. Μου το έλεγε συνέχεια. Κι εγώ σας μισώ». «Κι εγώ μισούσα τον Φίλιπ!» φώναξε η Κλαρίς. «Αναγκάστηκα να τον παντρευτώ, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δεν ήξερα τι ήταν, μα τον μισούσα ανέκαθεν!» Νεκρική σιωπή βασίλεψε στο δωμάτιο. Στο πρόσωπο της Κλαρίς σχηματίστηκε ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Μα δεν έχουν σημασία όλα αυτά. Ο Φίλιπ πέθανε, κι εγώ πρέπει να πω πως χαίρομαι γι’ αυτό». «Σκύλα!» φώναξε ο Φεϊρχέβεν, άσπρος σαν το πανί. Η Κλαρίς κρατήθηκε με το ζόρι για να μη βάλει τα γέλια. Όταν βρήκε την αυτοκυριαρχία της, είπε ψυχρά: «Πες μου την τιμή σου. Θα φροντίσω να την πληρώσει ο Ντόμινικ». «Δεν υπάρχει τιμή». Η Κλαρίς κλονίστηκε. «Άφησε τ’ αστεία», είπε. «Δεν αστειεύομαι», αποκρίθηκε ο Φεϊρχέβεν τρέμοντας. «Εγώ, βλέπετε, τον αγαπούσα τον Φίλιπ. Τα χρήματα δεν έχουν καμιά σημασία». «Τι έχει σημασία λοιπόν;» «Η δικαιοσύνη». Ξεροκατάπιε και συνέχισε: «Το μόνο που θέλω είναι δικαιοσύνη». Η Κλαρίς πάγωσε. «Αυτό είναι γελοίο», κατάφερε να πει. Ο Φεϊρχέβεν κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είναι. Ο Φίλιπ μισούσε κι εσάς και τον Ντομ. Σιχαινόταν το ψέμα σας. Κι εγώ λοιπόν το αποκάλυψα».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

308

Η Κλαρίς νόμισε πως δεν άκουσε καλά. Ο Φεϊρχέβεν όμως συνέχισε: «Εγώ, βλέπετε, έχω μια φιλοδοξία μόνο. Να πω σ’ όλο τον κόσμο την αλήθεια για σας και τον γιο σας».


309

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

25

Η Άννα έφαγε μόνη της το βραδινό της. Η Κλαρίς δεν εμφανίστηκε, κι η Άννα υπέθεσε πως θα έφαγε στο δωμάτιό της. Όσο για τον Ντομ, αυτός δεν απομακρύνθηκε στιγμή από το δωμάτιο του δούκα. Δεν είχε όρεξη η Άννα, κι έτσι αποσύρθηκε κι αυτή γρήγορα στο δωμάτιό της. Ήθελε πολύ να δει τον Ράδερφορντ πριν πέσει για ύπνο, αλλά δεν το έκανε επειδή βρισκόταν εκεί ο Ντομ. Ζήτησε λοιπόν από την Μπελ να πάει να δει πώς ήταν η κατάσταση, κι εκείνη ήρθε και της είπε πως δεν υπήρχε καμιά μεταβολή. Ο Ράδερφορντ ήταν πάντα αναίσθητος κι ο Ντομ είχε αποκοιμηθεί σε μια πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι του. Η Άννα βημάτιζε πάνω-κάτω στο δωμάτιό της φορώντας μία μεταξωτή νυχτικιά κι ασορτί ρόμπα. Τα μαλλιά της τα είχε πλέξει σε μια χοντρή κοτσίδα. Η διάθεσή της ήταν ελεεινή. Θρηνούσε τον δούκα, σαν να είχε κιόλας πεθάνει. Κι ο Ντομ θρηνούσε κι ανησυχούσε τρομακτικά. Μα δεν έπρεπε να τον σκέφτεται. Δεν έπρεπε να τον συμπονάει. «Άννα, θέλω να σου μιλήσω». Στράφηκε ταραγμένη καθώς ο Ντομ έμπαινε απρόσκλητος στο δωμάτιό της. «Ο δούκας;» ψέλλισε. «Δεν υπάρχει καμιά μεταβολή». Ο Ντομ σώπασε και την κοίταξε βλοσυρά. Τι ήθελε; Μια βαθιά ανησυχία πλημμύρισε την Άννα και κρατήθηκε από την κολόνα του κρεβατιού της. Προσπάθησε να βρει την αυτοκυριαρχία της, μα δεν τα κατάφερε. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη ένταση. Ο Ντομ στεκόταν εκεί μπροστά της, τσαλακωμένος και μ’


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

310

ανακατωμένα μαλλιά. Μόλις είχε ξυπνήσει, φαίνεται. Είχε βγάλει το σακάκι του, και το πουκάμισό του ήταν ξεκούμπωτο μέχρι κάτω. Η Άννα προσπάθησε να μην κοιτάζει το ηλιοκαμένο στήθος του. Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι το πενιουάρ που φορούσε ήταν πολύ αποκαλυπτικό. «Μπορούσες να χτυπήσεις πριν μπεις», κατάφερε να πει κοκκινίζοντας. Κι αμέσως της ήρθαν στο μυαλό οι υποψίες του Πάτρικ και της Μπελ. Ο Ντομ αγνόησε τα λόγια της. «Σήμερα ήρθε και με είδε ο Φείρχέβεν», είπε. «Ήταν κάτι πολύ παραπάνω από απλός φίλος του Φίλιπ. Ήρθε εδώ για να με εκβιάσει». Της Άννας της κόπηκε η ανάσα. Ξέχασε μονομιάς την αμφίεσή της και το μυαλό της άρχισε να δουλεύει σαν τρελό. «Ήρθε να σε εκβιάσει;» «Ναι. Λέει ότι έχει αποδείξεις πως δεν είμαι γιος του Φίλιπ». Η Άννα έσφιξε και με τα δυο χέρια την κολόνα του κρεβατιού. «Τι! Αυτό είναι γελοίο!» άρθρωσε. Η έκφραση του Ντομ δεν άλλαξε. Λες και το πρόσωπό του ήταν από πέτρα. «Ξέρεις, υποπτευόμουν εδώ κι αρκετό καιρό ότι ο Φίλιπ δεν ήταν πατέρας μου. Η Κλαρίς το ομολόγησε». Η Άννα αναγκάστηκε να καθίσει. Όταν κοίταξε ξανά τον Ντομ, είδε πως οι μύες του προσώπου του ήταν έτοιμοι να σπάσουν από την ένταση. Και τα μάτια του είχαν ένα τόσο παράξενο φως... «Ποιος είναι ο πατέρας σου;» τον ρώτησε. «Δεν ξέρω. Και δεν με νοιάζει». Η Άννα τα είχε πια εντελώς χαμένα. «Οπωσδήποτε, ήθελα να είσαι ενήμερη για τα σημερινά γεγονότα, μια που είσαι σύζυγός μου, κι ας έχεις επιλέξει να μη ζεις μαζί μου». Η Άννα τινάχτηκε. Πίκρα ήταν αυτό που διέκρινε στη φωνή του; Ο Ντομ ήταν φανερά συντετριμμένος. Το ίδιο σχεδόν ένιωθε κι η Άννα. Τώρα μόλις άρχιζε να συνειδητοποιεί τις επιπτώσεις των όσων της είχε πει. Ο Ντομ μπορούσε να χάσει τα πάντα. Το όνομά


311

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

του, τους τίτλους του, τα πλούτη του, την κοινωνική θέση και τα κτήματά του. Φόβος κυρίευσε την Άννα. Φόβος για τον Ντομ - τον εαυτό της ούτε που τον σκεφτόταν. «Θα τον πληρώσεις τον Φεϊρχέβεν;» «Ναι. Πρωί πρωί». Η Άννα ένιωσε βαθιά ανακούφιση, κι ας μην έπρεπε να συγκινείται για τη συμφορά που βρήκε τον Ντομ. Εκείνος συνέχιζε να την κοιτάζει, κι η γυναίκα άρχισε να αισθάνεται άβολα. Έσφιξε το πενιουάρ της στο λαιμό της και με τα δυο της χέρια, κι αμέσως εκείνος πρόσεξε τα δάχτυλά της που άσπρισαν απ’ το σφίξιμο. Η Άννα κοκκίνισε κι είδε στο βλέμμα του εκείνη την παλιά επίγνωση. Καταλάβαινε στ’ αλήθεια πως τον έβρισκε πάντα ελκυστικό; Ή μήπως μάντευε κάτι άλλο; Το στομάχι της σφίχτηκε. Μπορούσε να είναι δολοφόνος ο Ντομ; Όχι. Ήταν αδύνατο, γελοίο. Κι ας είχε περισσότερα κίνητρα από κάθε άλλον. Αν όμως καταλάβαινε τι σκεφτόταν τώρα - κι ο Πάτρικ με την Μπελ είχαν δίκιο; Τα χείλη της είχαν ξεραθεί εντελώς. Τα έγλειψε να μαλακώσουν ενώ στο μυαλό της γύριζαν χιλιάδες σκέψεις. Όχι, ο Ντομ δεν μπορεί να μάντευε τι σκεφτόταν. Απλώς η φαντασία της κάλπαζε, το ίδιο κι οι φόβοι της, επειδή ήταν αργά και βρίσκονταν μόνοι τους κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο. Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει, και μονομιάς το βλέμμα του Ντομ έγινε παγερό. Η Άννα σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της. Αισθανόταν κάτι σαν δύσπνοια, ζεσταινόταν πολύ, της έλειπε αέρας. Νιώθοντας το βλέμμα του Ντομ καρφωμένο επάνω της, πήγε στο παράθυρο και προσπάθησε να το ανοίξει. Παιδεύτηκε λίγο, μα τελικά τα κατάφερε και ανάσανε βαθιά τον κρύο νυχτερινό αέρα. Στην πλάτη της ένιωθε το βλέμμα του Ντομ να την καρφώνει. Μα γιατί δεν έφευγε; Προσπάθησε να θυμίσει στον εαυτό της πως αν ο Ντομ ήθελε να τη σκοτώσει, μπορούσε να το έχει κάνει εδώ και πολύ καιρό. Μπορεί, βέβαια, να ήθελε μόνο να την τρομάξει. Μήπως ήθελε απλώς να τη


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

312

διώξει από το Γουέιβερλι Χολ; Γύρισε και τον κοίταξε. Κι αν ήταν αθώος; Κι αν το μεγαλύτερο έγκλημά του ήταν ότι την ξελόγιασε έτσι, χωρίς να την αγαπάει; Αν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε η Άννα είχε ηθικό καθήκον να σταθεί στο πλευρό του τούτη τη στιγμή που όλη του η ζωή γινόταν συντρίμμια. Η σιωπή βάραινε όλο και περισσότερο ανάμεσά τους. Η Άννα πίεσε τον εαυτό της να μιλήσει. «Υπάρχει και κάτι άλλο;» «Ναι», αποκρίθηκε ξερά ο Ντομ. «Υπάρχει». Κι η Άννα ξαφνικά κατάλαβε. Το βλέμμα του σύρθηκε προς τα κάτω. Κάτω από το λεπτό ύφασμα του πενιουάρ της οι θηλές της διακρίνονταν σκληρές, ορθωμένες. Η Άννα ήταν σίγουρη πως εκείνος το είχε προσέξει. Ο Ντομ έσφιξε τα δόντια του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Η καρδιά της Άννας χτυπούσε σαν ταμπούρλο. «Ώρα να πηγαίνεις», του είπε. «Γιατί;» Η Άννα έχασε όλη της την αυτοκυριαρχία. «Μα τι νομίζεις;» φώναξε. «Τι θέλεις; Είσαι τρελός!» «Μπορεί», αποκρίθηκε εκείνος με σφιγμένα χείλη. «Άννα, δεν μαντεύεις τι θέλω; Τι έχω ανάγκη;» «Όχι». Αυτό δεν ήταν απάντηση, ήταν άρνηση. «Έλα, Άννα...» Η φωνή του έγινε βραχνή, ξελογιαστική. Την πλησίασε, κι εκείνη ένιωσε πως δεν μπορούσε να κουνηθεί από τη θέση της. Η χούφτα του Ντομ έκλεισε γύρω από το χέρι της που κρατούσε κλειστό το πενιουάρ. «Θέ... θέλω να φύγεις». Εκείνος ανασήκωσε με ύφος το ένα του φρύδι. «Αλήθεια; Δεν το δείχνεις». «Κάνεις λάθος», ψέλλισε η Άννα. «Θέλω να μάθω αν λυπάσαι». Η Άννα έγλειψε τα χείλη της. Δεν προσπάθησε καν να διώξει το χέρι του από πάνω της. Έτρεμε όμως ολόκληρη.


313

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Ασφαλώς και λυπάμαι», του είπε. Την κοίταξε στα μάτια μ’ ένα στραβό χαμόγελο. «Πόσο;» «Δεν κατάλαβα;» Τα μάτια του κατέβηκαν στο κορμί της. «Πόσο λυπάσαι, Άννα; Τόσο που να μετανιώνεις που είμαστε σε διάσταση; Τόσο που να θέλεις ν' αλλάξεις γνώμη; Να με παρηγορήσεις; Να με προσκαλέσεις στο κρεβάτι σου;» Τούτη τη φορά η Άννα προσπάθησε να διώξει το χέρι του από πάνω της, αλλά εκείνος το έσφιξε ακόμα πιο πολύ. Την έσφιγγε βάναυσα, ανυποχώρητα. Δεν σκόπευε να φύγει. Και ξαφνικά η Άννα φοβήθηκε. Ο Ντομ έσκυψε και το γυμνό του στέρνο τρίφτηκε πάνω στα στήθη της. «Λυπάσαι τόσο που να μου προσφέρεις την παρηγοριά του κορμιού σου;» τη ρώτησε με χαμηλή φωνή. Η Άννα ανάσαινε βαριά. Η αίσθηση της σάρκας του πάνω απ’ το λεπτό ύφασμα του πενιουάρ της κι ο θερμός, βραχνός ήχος της φωνής του έκαναν το κορμί της να ριγεί. Ο ίδιος ο εαυτός της την πρόδιδε. Έλιωνε, υγραινόταν, ήταν έτοιμη. «Για... γι’ αυτό ήρθες στο δωμάτιό μου;» ψιθύρισε. Τα μάτια του Ντομ σκοτείνιασαν. «Όχι... Ναι». Πέρασε το άλλο του χέρι γύρω από τη μέση της και την έσφιξε πάνω του σαν μέσα σε μια σιδερένια μέγκενη. Της Άννας της κόπηκε η ανάσα. «Θέλω να σου κάνω έρωτα. Τώρα», είπε ωμά ο Ντομ. «Μη...» ψιθύρισε η Άννα, νιώθοντας μ’ όλες της τις αισθήσεις το σκληρό και υψωμένο φύλο του να καρφώνεται επάνω της. «Μη...». Μα δεν ήταν κι η ίδια σίγουρη αν το εννοούσε. Κι εκείνος ένιωσε την αναποφασιστικότητά της. Το βλέμμα του έγινε ακόμα πιο τολμηρό. «Ένα φιλί τότε», ψιθύρισε βραχνά. Η Άννα προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, προσπάθησε να σκεφτεί.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

314

Το στόμα του Ντομ όμως κόλλησε απότομα, πεινασμένα στο δικό της. Μια θύελλα συναισθημάτων ήρθε και κατέκλυσε την Άννα. Στο βάθος του μυαλού της όμως μια κοροϊδευτική φωνούλα επέμενε'. Κι αν ήταν ο Ντομ ο ένοχος; Αυτός που προσπαθούσε να την τρομάξει; Να τη σκοτώσει; Λαχανιασμένος, ξεκόλλησε το στόμα του απ’ το δικό της. Η Άννα ένιωθε τα χείλη της τραυματισμένα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. «Μη με πολεμάς, Άννα. Σε χρειάζομαι». Και ξαφνικά, το βλέμμα του δεν ήταν πια παγερό. Έγινε καυτό, γυμνό σαν μαχαίρι, βασανισμένο. Πριν η Άννα προλάβει να του απαντήσει, άδραξε το σαγόνι της και κόλλησε ξανά τα χείλη του στα δικά της. Η Άννα έμεινε εντελώς ακίνητη. Η προειδοποίηση ηχούσε ακόμα στο βάθος του μυαλού της, αλλά σιγά σιγά έσβηνε. Η απελπισία του Ντομ ήταν κολλητική, κι η φωτιά τούς κατάπιε και τους δυο. Τα χείλη της άνοιξαν κάτω από τα δικά του, κι όπως εκείνος έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα της κι άρχισε να το εξερευνά, εκείνη βόγκηξε δυνατά. Τα χέρια της σηκώθηκαν από μόνα τους κι ακούμπησαν στο στήθος του - αλλά δεν τον έσπρωξαν. Εκείνος διαισθάνθηκε τη νίκη του. Άφησε μια φωνή και της γύμνωσε το ένα στήθος. Πνιγμένος από πόθο έσκυψε, άρπαξε με το στόμα του τη σκληρή θηλή κι άρχισε να την πιπιλάει δυνατά. Της Άννας της κόπηκε η ανάσα, η ανάγκη κι η ηδονή τη ζάλισαν. Οι παλάμες του Ντομ χούφτωσαν δυνατά τους γοφούς της κάτω από το μεταξωτό ύφασμα. Κι απότομα την ανασήκωσε και την κόλλησε πάνω στη σκληρή του στύση. Η Άννα την ένιωσε να πάλλεται επάνω της. Η φωνούλα που της ξέφυγε, πνίγηκε μέσα στο φιλί του Ντομ. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά της καθώς εκείνος της σήκωνε τη ρόμπα και έπιανε τους γυμνούς γοφούς της, κι έχωσε κι εκείνη τα χέρια της μέσα στο ανοιχτό του πουκάμισο χαϊδεύοντας το στήθος και το στομάχι του. Άκουσε ύφασμα να σκίζεται, μα δεν έδωσε σημασία κι έχωσε πιο βαθιά το χέρι της, μέσα από τη ζώνη του. Και ξαφνικά, τ’ ακροδάχτυλά της άγγιξαν


315

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

την κορυφή του πέους του. Ο Ντομ βόγκηξε. Της άρπαξε το χέρι, το πίεσε πιο κάτω, και το φύλο του γέμισε την παλάμη της. Η Άννα τρελάθηκε από ηδονή. Ο Ντομ τράβηξε τα χείλη του από τα δικά της και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Αμέσως μετά τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στο κρεβάτι της. Μόλις την ξάπλωσε, της άνοιξε τα πόδια με το γόνατό του. Τα γυμνά τους στήθη ενώθηκαν και τα πεινασμένα στόματά τους έγιναν ένα. Η Άννα αγκάλιασε τους φαρδύς ώμους του όσο πιο σφιχτά μπορούσε κι άρχισε να γεμίζει με φιλιά το πρόσωπο, το λαιμό, το στήθος και την κοιλιά του, καθώς εκείνος έβγαζε το παντελόνι του και το πετούσε στο πάτωμα. «Άννα!» βόγκηξε ο Ντομ με το φύλο του να πάλλεται ελεύθερο. Κι εκείνη τόλμησε να τον αγγίξει ξανά εκεί. Αυτόματα εκείνος την έσπρωξε στο στρώμα και μπήκε μέσα της κάνοντάς τη να χάσει τον κόσμο. Ήταν τόσο βίαιη η είσοδός του, που την κάρφωσε στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Εκείνη όμως δεν την ένοιαξε. Με τα μάτια κλειστά κρεμόταν επάνω του, τεντωνόταν για να τον συναντήσει, για να τον κάνει να μπει βαθιά, ακόμα πιο βαθιά μέσα της, ξανά και ξανά. Τα κορμιά τους χτυπιόνταν υγρά και γλιστερά. Το κρεβάτι κοπανιόταν στον τοίχο. Εκείνος την άρπαξε από τους γοφούς και την ανασήκωσε, για να μπει ακόμα πιο βαθιά μέσα της. Τα νύχια της Άννας έκαναν κομμάτια την πλάτη του και μια άγρια, ζωώδης κραυγή βγήκε από τα κατάβαθα του στήθους της, καθώς ένα σχεδόν οδυνηρό ξέσπασμα ηδονής τη σφυροκοπούσε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Φώναζε κι ο Ντομ, βυθισμένος ολόκληρος μέσα της, καθώς σφάδαζε από τη δική του ηδονή. Μετά, απέμειναν ξαπλωμένοι, με τα μέλη τους μπλεγμένα, προσπαθώντας να ξαναβρούν τον κανονικό ρυθμό της καρδιάς και της ανάσας τους. Και ξαφνικά, το μυαλό της Άννας μπόρεσε να λειτουργήσει ξανά. Τινάχτηκε σοκαρισμένη, συνειδητοποιώντας


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

316

με αγωνία ποιος ήταν αυτός ο άντρας που ξάπλωνε δίπλα της κρατώντας τη χαλαρά στην αγκαλιά του. «Άννα...» ψιθύρισε ο Ντομ. Εκείνη ανασηκώθηκε ξεφεύγοντας απ’ το αγκάλιασμά του και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Η φρίκη που ένιωθε πρέπει να ήταν ολοφάνερη γιατί η χαλαρή, τρυφερή έκφραση του Ντομ άλλαξε μονομιάς. Ανακάθισε κι αυτός και τα χρυσαφιά του μάτια την κοίταξαν φευγαλέα, ανήσυχα. Η Άννα κοίταξε αμέσως αλλού, προσπαθώντας να καλύψει τη γύμνια της με τη σκισμένη νυχτικιά της. Τα χέρια της έτρεμαν. Θεέ μου, τι είχε κάνει; «Άννα...» είπε πάλι αυτός και την άγγιξε στην πλάτη. «Μη!» φώναξε εκείνη και πήδηξε από το κρεβάτι. Πισωπάτησε κοιτάζοντας τον, νιώθοντας αηδία για τον εαυτό της και γι’ αυτό που είχε κάνει. Μα πώς μπόρεσε να κάνει έρωτα μαζί του τώρα, μετά από όσα είχαν συμβεί, μετά από την καινούργια του κοροϊδία; Πώς; Τα σαγόνια του Ντομ σφίχτηκαν. «Κατάλαβα», είπε. Η Άννα ξεροκατάπιε ανασαίνοντας βαριά. Τούτος ο άνθρωπος τη χρησιμοποιούσε και την εξαπατούσε συνέχεια. Κι εκείνη του το επέτρεπε, έστω κι αν υποψιαζόταν ότι ήθελε να τη βλάψει. Ωχ, Θεέ μου!... Δεν μπορούσε να ηρεμήσει με τίποτα. Η ανάσα της έβγαινε βαριά, της έγδερνε το στήθος. Ο Ντομ σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. «Το ξανασκέφτηκες, ε;» την ειρωνεύτηκε. Ο τόνος του έκρυβε κακία, δεν τον είχε ξανακούσει να μιλάει έτσι. Κι εκείνος, καρφώνοντάς την πάντα με το βλέμμα, άρπαξε το παντελόνι του και το φόρεσε. Η Άννα κοίταξε αλλού κοκκινίζοντας. Ο Ντομ έσκυψε και μάζεψε το σκισμένο του πουκάμισο. Κηλίδες αίματος το λέκιαζαν. Η Άννα γούρλωσε τα μάτια βλέποντάς το. Εκείνη το είχε κάνει αυτό; Τρέμοντας, κοίταξε τα νύχια της. Εκείνος της χάρισε ένα σφιγμένο, άγριο χαμόγελο.


317

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Μάλιστα, Άννα», είπε. «Δικό μου το αίμα, δικά σου τα χέρια». Η Άννα έπνιξε μια κραυγή αγωνίας. Δεν είχε τη δύναμη να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Το στόμα του Ντομ στράβωνε σ’ έναν άγριο μορφασμό. «Μπορείς να κάνεις την πουριτανή στον κόσμο, αν το θέλεις, αλλά κι οι δυο μας ξέρουμε την αλήθεια. Έτσι δεν είναι;» της είπε. Ήθελε να την πληγώσει και το κατάφερε. «Εμένα όμως μη μου κάνεις τη σεμνή». Η Άννα έγινε κάτασπρη. Ο Ντομ είχε γίνει θηρίο. Έκανε να την πλησιάσει, κι εκείνη ζάρωσε τρομαγμένη. Αυτό τον εξαγρίωσε ακόμα πιο πολύ, κι όρμησε σαν αγρίμι έξω από το δωμάτιο. Το άλλο πρωί ο Ντομ ήταν ακόμα θυμωμένος. Όσο ποτέ άλλοτε. Για κάποια ανόητη, παράλογη αιτία, πίστευε πως αν η Άννα έμενε πιστή στο πλευρό του τώρα, θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τα πάντα. Εκείνη όμως δεν του ήταν πιστή, άσχετα αν της είχε φερθεί κι ο ίδιος αισχρά στο παρελθόν. Ήθελε το κορμί του, αυτό ήταν φανερό, αλλά δεν έδινε δεκάρα για όσα υπέφερε. Εκείνος όμως την είχε ανάγκη, κι όχι μόνο σαρκικά. Ο Ντομ αδιαφόρησε για το πλούσιο πρωινό που έστρωσαν μπροστά του οι υπηρέτες του για να του φτιάξουν τη διάθεση. Ο Κάλντουελ τριγύριζε συνέχεια κοντά του, και τον άφησε μόνο όταν χτύπησε η πόρτα. Όταν ο μπάτλερ τον πληροφόρησε ότι είχε έρθει ο λόρδος Μπλέικ, ο Ντομ παράτησε το φλιτζάνι με το καυτό μαύρο τσάι που σιγόπινε. «Να περάσει», είπε στον Κάλντουελ. Ο Μπλέικ εμφανίστηκε ντυμένος άψογα, με κρεμ παντελόνι και σκούρο πρωινό σακάκι, και με βλέμμα ανήσυχο. «Καλημέρα, Ντομ. Μη σηκώνεσαι», είπε. Ο Ντομ βούλιαξε ξανά στο κάθισμά του, στην κορυφή του καλολουστραρισμένου δρύινου τραπεζιού. «Κάθισε να τσιμπήσεις κάτι», είπε στον Μπλέικ. «Έχω φάει», είπε εκείνος και κάθισε δίπλα του. «Άργησες να


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

318

σηκωθείς σήμερα». Ο Ντομ δεν απάντησε. Δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα, τον είχε πάρει λίγο ο ύπνος μόνο όταν χάραξε. Σαν ξύπνησε, ένιωθε εξαντλημένος. Μα το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να πάει να δει τον δούκα. Ζαλισμένος ακόμα και με το μυαλό θολό, νόμισε πως ο δούκας προσπαθούσε ν’ ανοίξει τα μάτια του. Μόλις όμως συνήλθε, κατάλαβε ότι η κατάσταση του παππού του δεν είχε αλλάξει. «Πώς είναι ο δούκας;» τον ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή ο Μπλέικ, λες κι είχε διαβάσει τη σκέψη του. «Τα ίδια». «Λυπάμαι πολύ», είπε στενοχωρημένος ο Μπλέικ. «Πάρα πολύ». Ο Ντομ κατάφερε να σηκώσει το κεφάλι και να τον κοιτάξει. «Κι εγώ το ίδιο», είπε. Ο Μπλέικ φάνηκε να διστάζει, μα τελικά άνοιξε το στόμα του. «Ντομ, δεν μ’ αρέσει καθόλου που σου μιλάω για δυσάρεστα θέματα τώρα που είσαι σ’ αυτή την κατάσταση, αλλά υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρεις». Ο Ντομ ταράχτηκε. Ήξερε τι θα επακολουθούσε, αλλά ήταν τόσο συγχυσμένος που δεν μπορούσε να κάνει κουράγιο. Ο Μπλέικ θεώρησε ότι με τη σιωπή του τον ενθάρρυνε να συνεχίσει. «Στην πόλη κυκλοφορεί μια φρικαλέα φήμη», είπε. Ο Ντομ έπιασε το ασημένιο τσαγερό για να βάλει κι άλλο τσάι στο φλιτζάνι του, περιμένοντας τη συνέχεια. Αμέσως, ο Κάλντουελ βρέθηκε δίπλα του. «Σας παρακαλώ, λόρδε μου, επιτρέψτε μου». Ο Ντομ άφησε το τσαγερό κι ο μπάτλερ τον σερβίρισε. «Συνέχισε», είπε στον φίλο του. «Δεν ξέρω ποιος τις ξεκίνησε αυτές τις αισχρές διαδόσεις, αλλά ελπίζω πως θα του στρίψεις το λαρύγγι», είπε ο Μπλέικ, χαμογελώντας ψεύτικα. «Κι αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ». Ο Ντομ κοίταξε τα χέρια του. «Τα κουτσομπολιά λένε πως δεν είσαι γιος του Φίλιπ Σεντ Τζορτζ, και άρα δεν είσαι εσύ ο αληθινός κληρονόμος του δουκάτου».


319

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Είναι αλήθεια». Εκείνη τη στιγμή ο Μπλέικ έπαιρνε ένα φλιτζάνι τσάι από τον Κάλντουελ. Τινάχτηκε ακούγοντας τον Ντομ και το τσάι χύθηκε παντού. Παρότι όμως τον έκαψε, ο Μπλέικ δεν έδειξε να το συνειδητοποιεί. Με μάτια γουρλωμένα και πρόσωπο κάτασπρο, φώναξε: «Τι;» «Είναι αλήθεια». Ο Μπλέικ κοίταξε τον Ντομ με το στόμα του ορθάνοιχτο. Ο Ντομ σηκώθηκε όρθιος. «Δεν είναι κουτσομπολιά, Μπλέικ. Δεν είμαι Σεντ Τζορτζ. Μόλις τώρα το έμαθα κι εγώ», κατέληξε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. «Ωχ, Θεέ μου!» ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει ο Μπλέικ. «Δυστυχώς, δεν μου φαίνεται να του καίγεται καρφί Εκείνου», σχολίασε πικρά ο Ντομ κι άρχισε να βηματίζει μπροστά στο τεράστιο θολωτό παράθυρο που έβλεπε στους κήπους του Ράδερφορντ Χάους, τους οποίους είχε φυτέψει μια γυναίκα που τη θεωρούσε γιαγιά του: η δούκισσα Σάρα. Ο Μπλέικ σηκώθηκε κι ήρθε να σταθεί δίπλα του. «Ντομ, είσαι σίγουρος γι’ αυτό; Μήπως πρόκειται περί λάθους;» «Αποκλείεται». «Σίγουρα όμως θα το διαψεύσεις». «Αν ο Φεϊρχέβεν έχει πραγματικά αποδείξεις, όπως ισχυρίζεται, όποια διάψευση κι αν κάνω, θα είναι άνευ σημασίας». «Ντομ, αν δεν πολεμήσεις, θα χάσεις τα πάντα». «Δεν είμαι καλός στα ψέματα. Αντίθετα, είμαι πολύ κακός», αποκρίθηκε ο Ντομ ανασηκώνοντας τους ώμους. «Έχω κλείσει ραντεβού μ’ έναν από τους καλύτερους δικηγόρους του Λονδίνου. Ας δούμε τι θα μου πει, πριν πάρω οποιαδήποτε απόφαση». Οι δυο φίλοι κοιτάχτηκαν στα μάτια. «Χριστέ μου...» είπε ο Μπλέικ. «Ακριβώς», συμφώνησε ο Ντομ. Ο Μπλέικ έχωσε το χέρι του στα κατσαρά μαλλιά του. «Τη φιλία μου πάντως δεν θα τη χάσεις», είπε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

320

Ο Ντομ χαμογέλασε πικρά. «Σ’ ευχαριστώ. Το ξέρω». Ο Μπλέικ του ανταπέδωσε το χαμόγελο κι ύστερα τα μάτια του φωτίστηκαν. «Μόλις σκέφτηκα πως δεν θα τα χάσεις όλα. Το Γουέιβερλι Χολ δεν θα το χάσεις». «Όχι. Ας είναι καλά το καταπίστευμα του Ράδερφορντ», αποκρίθηκε ξερά ο Ντομ. Και, με εμφανή πίκρα, πρόσθεσε: «Ας είναι καλά η Άννα». Η Άννα δεν είχε καμιά όρεξη να κατέβει για πρωινό. Καθόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, προσπαθώντας να μη σκέφτεται, αλλά ανίκανη να διώξει τις σκέψεις της, που όλες ενοχοποιούσαν τον εαυτό της. Και το χειρότερο, δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό της την εικόνα του Ντομ τη στιγμή που έφευγε από το δωμάτιό της. Ήταν οργισμένος και καυστικός μαζί, κι αυτό την είχε πονέσει μα και την είχε στενοχωρήσει. Λες κι έφταιγε αυτή... Αφού έφαγε κάτι ελαφρύ στο κρεβάτι, είδε πως δεν μπορούσε να μείνει όλη μέρα κλεισμένη εκεί μέσα. Σηκώθηκε λοιπόν και χτύπησε να έρθει η Μπελ. Είχε βάλει ένα φανελένιο νυχτικό που κούμπωνε μέχρι το λαιμό και, καλού-κακού, είχε φορέσει και μια φανελένια ρόμπα, άχαρη και σεμνή, μήπως κι ο Ντομ αποφάσιζε να της κάνει ξανά επίσκεψη. «Κυρία», τη χαιρέτησε κεφάτη και χαμογελαστή η Μπελ. Η Άννα σκέφτηκε πως τούτες τις τελευταίες εβδομάδες παραήταν στα κέφια της η καμαριέρα της. Πολύ περισσότερο από παλιά. «Θα μου ετοιμάσεις το μπάνιο μου, Μπελ;» της ζήτησε, κι όπως εκείνη πήγαινε προς το λουτρό, η Άννα την ακολούθησε με αργά βήματα. Ετοιμαζόταν να μπει στην γκαρνταρόμπα της, όταν η Μπελ που είχε περάσει από εκεί για να πάρει πετσέτες πετάχτηκε έξω με το πρόσωπο κάτασπρο και μουσκεμένο στα δάκρυα. Η Άννα μαρμάρωσε καθώς την τύλιξαν δυσάρεστα προαισθήματα. «Τι συμβαίνει, Μπελ;» ρώτησε. «Μην πάτε εκεί μέσα, κυρία!» της απάντησε με πνιγμένη φωνή η καμαριέρα. Η Άννα την έσπρωξε στην άκρη κι άνοιξε την πόρτα


321

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

του μπουντουάρ. Της κόπηκε η ανάσα. Το νυχτικό και το πενιουάρ που φορούσε όταν έκανε έρωτα με τον Ντομ χτες, κείτονταν κουρελιασμένα στο πάτωμα.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

322

26

Η Άννα δεν μπορούσε να σηκώσει τα μάτια της από τα σκισμένα ρούχα της. Όχι! Αποκλείεται να είχε μπει στα κρυφά εκεί μέσα ο Ντομ, όσο κοιμόταν, και να είχε μαγαρίσει μ’ αυτόν τον τρόπο τα προσωπικά της αντικείμενα. Γιατί, αν το είχε κάνει, πάει να πει πως ήταν τρελός. Αν το είχε κάνει, πάει να πει ότι τη μισούσε άγρια. Δολοφονικά. Αν το είχε κάνει, η Μπελ κι ο Πάτρικ είχαν δίκιο. «Μιλαίδη;» πρόφερε φοβισμένα η καμαριέρα. Η Άννα προσπαθούσε να σκεφτεί. Ένιωθε όμως τόσο τρομαγμένη, ώστε το μόνο που σκεφτόταν ήταν ότι όταν έφυγε χτες το βράδυ ο Ντομ ήταν εξαγριωμένος από τη φανερή απόρριψη και την αηδία της. Είχε θυμώσει όμως τόσο πολύ ώστε να κάνει κάτι τέτοιο; «Τι θα κάνετε τώρα;» φώναξε η Μπελ. Η Άννα βγήκε από τις σκέψεις της. «Μπελ, δεν μπορεί να το έκανε ο Ντομ. Για το Θεό!» Κι έπιασε τον εαυτό της να προσεύχεται να ήταν οποιοσδήποτε άλλος εκτός απ’ τον Ντομ. «Λαίδη μου, μόνη σας είπατε πως όλα τα στοιχεία αυτόν δείχνουν!» Η Άννα όμως είχε απλώς επαναλάβει όσα της έλεγε ο Πάτρικ. Ο Πάτρικ! Είχε μέρες να τον δει. Τον χρειαζόταν, ήθελε να τον δει τώρα! «Βοήθησέ με να ντυθώ», φώναξε. «Θα κάνω αργότερα μπάνιο». Έτσι κι αλλιώς, είχε κάνει μπάνιο χτες το βράδυ. Η Μπελ έτρεξε να της φέρει εσώρουχα. «Θα πάτε στον λόρδο Κόλινς;» τη ρώτησε. Η Άννα φόρεσε τη μακριά κιλότα της, μια λεπτή καμιζόλα και τον κορσέ με τις μπανέλες, και γύρισε την πλάτη της στην Μπελ για να της τον


323

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

δέσει. «Ναι», αποκρίθηκε. «Αν το ανακαλύψει ο λόρδος, θα γίνει έξω φρενών», την προειδοποίησε η Μπελ τραβώντας τα κορδόνια του κορσέ της. «Μη με σφίγγεις τόσο!» είπε η Άννα με κομμένη την ανάσα. Όπως η Μπελ χαλάρωνε τον κορσέ, συλλογιζόταν ότι έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική, γιατί η καμαριέρα της είχε δίκιο. «Πρέπει να φροντίσω να μην το ανακαλύψει ο λόρδος», είπε βλοσυρά. Κατά περίεργο τρόπο, αισθανόταν ένοχη που σχεδίαζε να συναντηθεί με τον Πάτρικ. Ωστόσο ο Πάτρικ ήταν ξάδερφός της και φίλος της, και δεν πρόδιδε τον άντρα της βλέποντάς τον - κι ας της το είχε απαγορέψει εκείνος. Η Μπελ της έδειξε ένα σκούρο πράσινο φόρεμα. «Σας κάνει αυτό;» Η Άννα έκανε «ναι» με το κεφάλι, μα ύστερα σκέφτηκε πως το φόρεμα αυτό παραήταν μοντέρνο. «Όχι», είπε. «Φέρε μου το μαύρο το βαμβακερό». «Ξανά;» είπε η Μπελ, μα γύρισε στην ντουλάπα. «Η καμαριέρα σου έχει καλύτερο γούστο από σένα». Η Άννα στράφηκε τρομοκρατημένη. Ο Ντομ ακουμπούσε στο κούφωμα της πόρτας του μπουντουάρ και την κοίταζε. Το βλέμμα του ταξίδευε στο πλούσιο στήθος της που το φούσκωνε και το ανέβαζε ο κορσές, και στη δαντελένια κιλότα της. Η Άννα γύρισε κι άρπαξε το πρώτο πράγμα που βρήκε μπροστά της, και το κόλλησε στο στήθος της. «Αυτό καταντάει ανυπόφορο!» είπε οργισμένη. «Χτες βράδυ μπήκες χωρίς να χτυπήσεις, και τώρα...» «Χτύπησα. Χτύπησα πολλές φορές. Μα ήσαστε τόσο απορροφημένες από τη συζήτησή σας, που δεν με ακούσατε», απάντησε ξερά ο Ντομ. Η Άννα πάγωσε. Πόσα είχε ακούσει ο Ντομ; Κι ανάθεμα τον κορσέ της, ήταν πολύ σφιχτός, της έκοβε την ανάσα. Έχασε όλο της το χρώμα κι έριξε μια ματιά στο σωρό των σκισμένων ρούχων της.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

324

Ευτυχώς τα μισά κρύβονταν από το σκαμπό της τουαλέτας της. Έκανε λίγο πιο κει, για να κλείνει εντελώς τη θέα στον Ντομ. Ύστερα γύρισε και τον κοίταξε. «Τι σκαρώνεις, Άννα;» τη ρώτησε εκείνος. «Τίποτα». «Κάτι κρύβεις. Έχεις πολύ ένοχο ύφος». «Δεν έχω τίποτα να κρύψω», αποκρίθηκε νευρικά η Άννα και προσπάθησε να χαμογελάσει. Άθελά της όμως το βλέμμα της κινήθηκε προς το σωρό των ρούχων. Το βλέμμα του Ντομ ακολούθησε το δικό της κι απότομα την έσπρωξε στο πλάι. Γουρλώνοντας τα μάτια, κοίταξε τα σκισμένα ρούχα. Η καρδιά της Άννας πήγαινε να σπάσει. Ο Ντομ σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε. Με φωνή βραχνή, που μόλις έβγαινε από το λαρύγγι της, εκείνη τον ρώτησε: «Ε... εσύ το έκανες αυτό;» Ο Ντομ την κοίταξε για ένα ατέλειωτο λεπτό. «Όχι βέβαια», αποκρίθηκε τρίζοντας τα δόντια του. Η Άννα ήθελε να τον πιστέψει. Μα ποιος άλλος μπορούσε να το έχει κάνει; Ο Ντομ στράφηκε στην Μπελ που στεκόταν ακίνητη πίσω από την Άννα. «Θέλω να μιλήσω ιδιαιτέρως με τη γυναίκα μου», της είπε. Η Μπελ γύρισε και κοίταξε την κυρά της. «Ό,τι έχεις να μου πεις, να το πεις μπροστά της», είπε βραχνά η Άννα. Το βλέμμα του Ντομ σκοτείνιασε. «Άννα, δεν θέλω να μιλάω μπροστά στην καμαριέρα σου». Εκείνη δεν μπόρεσε να βρει μια κατάλληλη απάντηση. «Τι συμβαίνει; Φοβάσαι να μείνεις μόνη μαζί μου; Δεν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου;». Το βλέμμα που της έριξε ήταν καθαρά προσβλητικό. «Ή μήπως δεν με πιστεύεις που σου λέω ότι δεν το έκανα εγώ;» Η Άννα δεν ήθελε να τον προκαλέσει.


325

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Πήγαινε, Μπελ», είπε στην καμαριέρα της. Και καθώς εκείνη δίσταζε να φύγει, πρόσθεσε μαλακά: «Όλα εντάξει». Όταν έφυγε η Μπελ, ο Ντομ εξερράγη. Κοπάνησε την πόρτα του μπουντουάρ και βρέθηκαν οι δυο τους απομονωμένοι στο μικρό χώρο της γκαρνταρόμπας. Μ’ ένα βήμα βρέθηκε κολλημένος σχεδόν επάνω της να την κοιτάζει από ψηλά. «Τι στο διάβολο συμβαίνει εδώ πέρα;» μούγκρισε ο Ντομ. Εκείνη ζάρωσε βαριανασαίνοντας. «Κάνετε κι οι δυο σας σαν να με τρέμετε!» Η Άννα προσπάθησε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. «Εξαιτίας αυτού εδώ, Άννα;» γάβγισε ο Ντομ δείχνοντας τα σκισμένα ρούχα. Εκείνη τινάχτηκε κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. «Αχ, Θεέ μου!» είπε ο Ντομ και με μια απέραντα τρυφερή χειρονομία σκούπισε το δάκρυ με το δάχτυλό του. Κι αμέσως, την άρπαξε απ’ το σβέρκο. Η Άννα πάγωσε. Εκείνος όμως έσκυψε και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του. Η Άννα δεν χαλάρωσε. Το βλέμμα του Ντομ σκοτείνιασε και την παράτησε. «Ανάθεμά σε!» μούγκρισε. Η Άννα έκανε ένα βήμα πίσω. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που την πονούσε. Ένιωθε να μουσκεύει στον ιδρώτα. Πόσο ήθελε να μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη αυτού του ανθρώπου! Κοιτάζοντάς την κατάματα, ο Ντομ άφησε ξανά μια βρισιά. «Τι νομίζεις πως πάω να κάνω, Άννα; Φέρεσαι σαν να πιστεύεις πως έχω σκοπό να σου κάνω κακό. Δεν έχω καμιά σχέση με τούτα τα σκισμένα ρούχα!» Η Άννα είχε χάσει τη μιλιά της. Τα γόνατά της έτρεμαν, με το ζόρι κρατιόταν όρθια. Ο Ντομ έχωσε οργισμένος το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του κι η Άννα γούρλωσε τα μάτια βλέποντας να βγάζει μια μακριά, πλακέ βελούδινη κοσμηματοθήκη. «Πάρ’ το!» της είπε με οργισμένη φωνή.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

326

Μύριες σκέψεις άρχισαν να καλπάζουν στο μυαλό της Άννας. Μήπως έκανε λάθος; Μήπως ο Ντομ είχε έρθει να της ζητήσει συγγνώμη για τα χτεσινοβραδινά, δείχνοντάς της μ’ ένα δώρο την αγάπη του; Μήπως δεν σκόπευε να την πειράξει; Ένα βλέμμα όμως στο αγριεμένο πρόσωπό του έδιωξε κάθε τέτοια σκέψη. Η Άννα πήρε ανήσυχη το κουτί, μα δεν το άνοιξε. «Τι είναι;» ρώτησε. «Κάτι για να φορέσεις απόψε. Άνοιξέ το». «Απόψε; Πού θα πάμε απόψε;» τον ρώτησε φοβισμένη κι απορημένη μαζί. «Στο χορό του Χάρντινγκ». «Τρελάθηκες, Ντομ;» φώναξε η Άννα. «Ο παππούς σου είναι άρρωστος!» «Αντιθέτως, είμαι απόλυτα λογικός. Και ξέρω πολύ καλά την κατάσταση του Ράδερφορντ. Οι περιστάσεις όμως απαιτούν να παραστούμε στο χορό. Άνοιξε σε παρακαλώ το κουτί». Γεμάτη φρίκη από την ιδέα ότι θα την πίεζε να πάει στο χορό μαζί του, η Άννα υπάκουσε. Κι αντίκρισε ένα περιδέραιο με τρεις σειρές διαμάντια και ρουμπίνια. Ήταν μια μικρή περιουσία που της βάραινε το χέρι. «Σου αρέσει;» τη ρώτησε μαλακά εκείνος. Η Άννα ύψωσε τα βουρκωμένα της μάτια και τον κοίταξε. Της ήταν αδύνατο να πει ψέματα. «Όχι. Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, ίσως...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει τη φράση της. «Εσύ τις δημιούργησες αυτές τις συνθήκες», της είπε εκείνος απαλά. «Όχι». «Εσύ επιμένεις να ζούμε σε διάσταση - όχι εγώ». «Με πρόδωσες». «Για άλλη μια φορά θα σου πω ότι δεν σου έκανα έρωτα για να ξανακερδίσω το Γουέιβερλι Χολ!» ύψωσε τον τόνο της φωνής του ο Ντομ. Διατακτικά, η Άννα τέντωσε το χέρι της.


327

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Δεν το θέλω». «Μα είναι δικό σου. Είσαι η μαρκησία του Γουέιβερλι, πρέπει να κρατάς τα προσχήματα». Έβαλε το χέρι του σε μια άλλη τσέπη κι έβγαλε άλλο ένα, μικρότερο κουτί. «Και ασορτί σκουλαρίκια. Να χτενίσεις ψηλά τα μαλλιά σου». Γύρισε να φύγει, μα σταμάτησε. «Υποθέτω πως έχεις κάποιο κατάλληλο φόρεμα», είπε. Η Άννα είχε αρχίσει να θυμώνει. «Μια βραδινή τουαλέτα εννοείς;» «Ναι, μια βραδινή τουαλέτα. Εννοώ κάτι κομψό και μοντέρνο - και όχι μαύρο», της απάντησε με ένταση. «Δεν θέλω να πάω στο χορό». «Άννα, δεν σε ρώτησα τι θέλεις». «Γιατί το κάνεις αυτό;» φώναξε η Άννα. «Ποιο; Που σου δίνω κοσμήματα αντάξια μιας βασίλισσας; Που επιμένω να τα φορέσεις και να με συνοδεύσεις στον πιο σημαντικό χορό της σεζόν; Άννα, πριν από τέσσερα χρόνια σου έδωσα τ’ όνομά μου. Για τα καλά και για τα άσχημα. Ε, τώρα ήρθαν τα άσχημα. Να είσαι έτοιμη στις εννιά». Η Άννα έσφιξε τόσο δυνατά τα πετράδια, που της έκοψαν τα χέρια. Κοιτάζοντας το όμορφο αλλά παγερό πρόσωπό του, είπε τελικά: «Όπως επιθυμείς». Εκείνος την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα αινιγματικό, κι ο θυμός του ξεφούσκωσε κάπως. Γύρισε πάλι να φύγει, μα σταμάτησε ξανά στη μέση της κρεβατοκάμαρας. «Θα σου πρότεινα να είσαι προετοιμασμένη», είπε. «Δε... δεν καταλαβαίνω». «Ο Φεϊρχέβεν είπε δημόσια ότι είμαι μπάσταρδος». Η Άννα τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Ο κόσμος μας θα προσπαθήσει να με κάνει κομμάτια. Κι ίσως κι εσένα μαζί». Ο Ντομ γύρισε να φύγει. Η Άννα τον κοίταζε να βγαίνει και την έπνιγε η αγωνία. Θυμόταν πολύ καλά πόσο σκληρά μπορεί να είναι τα κουτσομπολιά. Τούτη τη φορά, ο στόχος τους θα ήταν ο Ντομ κι όχι αυτή. Ξαφνικά η καρδιά της πόνεσε για εκείνον, λες κι έσβησαν οι υποψίες της κι η


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

328

προδοσία του. «Μην το κάνεις», ψιθύρισε, κι ας καταλάβαινε τώρα γιατί έπρεπε να πάνε κι οι δυο στο χορό. Χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, ο Ντομ είπε χαμηλόφωνα: «Δεν έχω περιθώρια επιλογής». «Είναι ζήτημα περηφάνιας;» «Ναι», αποκρίθηκε εκείνος και κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του την κάρφωσε με το χρυσαφένιο βλέμμα του. «Η περηφάνια μου είναι το μόνο που μου έχει απομείνει». Παίρνοντας τα μέτρα της, η Άννα άφησε το αμάξι της στην Όξφορντ Στριτ, λέγοντας ότι ήθελε να πάει για ψώνια σε μια καπελού. Κι αφήνοντας την Μπελ στο μαγαζί, γλίστρησε από την πίσω πόρτα και κάλεσε ένα αγοραίο αμάξι. Σε δέκα λεπτά, διέσχιζε το Χάιντ Παρκ. Η Άννα χτύπησε δυνατά το τζάμι του οδηγού. «Αμαξά, σταμάτα». Το αμάξι σταμάτησε κι η Άννα άνοιξε την πόρτα. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος κι η μέρα ευχάριστη. Δυο κομψές κυρίες πέρασαν καβάλα στ’ άλογά τους συζητώντας κεφάτα. Οι ρόδες μιας άμαξας ακούγονταν πιο πέρα, ένας κορυδαλλός κελαηδούσε από πάνω της και γέλια παιδιών έφταναν στ’ αυτιά της. Η Άννα φορούσε μαύρο καπέλο με πυκνό βέλο, για να μην μπορεί να την αναγνωρίσει κανείς. Κοίταξε ανήσυχα δεξιά κι αριστερά, το δρόμο και το πάρκο. Δυο καβαλάρηδες πλησίαζαν με γρήγορο τροχασμό κι η Άννα αναστέναξε ανακουφισμένη. Ο Πάτρικ είχε έρθει στην ώρα του. Πήδηξε από το άλογό του, έδωσε τα χαλινάρια στον ιπποκόμο του και μπήκε βιαστικά στο αμάξι. Η Άννα έκλεισε αμέσως την πόρτα. Εκείνος κάθισε απέναντι της και την κοίταξε με πολύ σοβαρή έκφραση. Η Άννα άρχισε να βγάζει τις μεγάλες καρφίτσες που συγκρατούσαν το καπέλο της. Το ακούμπησε δίπλα της, και τον κοίταξε με τα γαλανά της μάτια. «Τι συνέβη;» τη ρώτησε ανήσυχος εκείνος, πιάνοντας τα γαντοφορεμένα χέρια της.


329

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Πάτρικ, είμαι τρομοκρατημένη», αποκρίθηκε εκείνη με φωνή που έτρεμε. «Αχ, Θεέ μου!» Εκείνος την τράβηξε από το κάθισμά της και την πήρε στην αγκαλιά του. Η Άννα τον άφησε να τη σφίξει, ακουμπώντας το μάγουλό της στην κόκκινη μεταξωτή γραβάτα του. Ο Πάτρικ της χάιδεψε τα μαλλιά κι η Άννα έκλεισε τα μάτια. Ωστόσο, η αγκαλιά του δεν την παρηγορούσε όπως περίμενε. Αντίθετα, ένιωθε ένοχη που του επέτρεπε τόση οικειότητα. Άσε που ανησυχούσε παράξενα έτσι που βρίσκονταν μόνοι τους οι δυο τους. Ο Πάτρικ της έπιασε το πρόσωπο και το σήκωσε. «Άννα, άφησέ με να σε βοηθήσω», της ψιθύρισε. Η Άννα σοκαρίστηκε βλέποντας πόσο άστραφταν τα μάτια του, και κατάλαβε πως ετοιμαζόταν να τη φιλήσει. Μα εκείνη δεν είχε έρθει για τέτοια στο πάρκο. Προσπάθησε να τραβηχτεί, άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Πάτρικ την έσφιξε και της έκλεισε το στόμα με το δικό του. Τα χείλη του έλιωσαν επιθετικά τα δικά της, της τα άνοιξαν. Κι η Άννα πνίγηκε όταν η γλώσσα του άγγιξε τη δική της. Κάπως έτσι τη φιλούσε κι ο Ντομ, αλλά το δικό του φιλί ήταν απέραντα συναρπαστικό, έκανε όλο της το κορμί να ριγεί. Ο Πάτρικ δεν της γεννούσε τέτοια συναισθήματα, δεν ένιωθε τέτοιου είδους έλξη γι’ αυτόν. Και μάλιστα, το φιλί του ήταν απωθητικό. Την ενοχλούσε. Γιατί τον αγαπούσε, αλλά σαν αδερφό. Μετά πολλά, κατάφερε να τον σπρώξει μακριά και να πηδήξει σχεδόν στο απέναντι κάθισμα. Λαχανιασμένη, πιάνοντας το φουσκωμένο στήθος της, φώναξε: «Μα τι κάνεις;» Ο Πάτρικ την κάρφωσε με το βλέμμα, κι η Άννα διέκρινε θυμό στα μάτια του. «Εκείνον δεν τον αφήνεις να σε φιλάει;» της είπε. Η Άννα κινήθηκε ανήσυχα στη θέση της. «Πάτρικ, ο Ντομ είναι σύζυγός μου». «Ο Ντομ είναι μια σκέτη απάτη».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

330

Η Άννα τον κοίταξε καλά καλά. «Είναι ένας απατεώνας, ένα τίποτα», συνέχισε σκληρά εκείνος. «Κι αυτό σε ευχαριστεί;» «Τον υπερασπίζεσαι κιόλας τώρα;» φώναξε ο Πάτρικ. «Σε πρόδωσε άσχημα, κι όχι μια φορά, μα δύο. Εσύ όμως τον αφήνεις ακόμα να σε φιλάει. Πριν θα μπορούσα ίσως να το καταλάβω. Τώρα όμως που μαθεύτηκε η αλήθεια, δεν το καταλαβαίνω με τίποτα!» Οργή κυρίευσε την Άννα. «Για μένα, το γεγονός ότι ο Φίλιπ δεν ήταν ο πατέρας του Ντομ δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα. Κι αυτά που κάνουμε στις ιδιαίτερες στιγμές μας δεν σε αφορούν». Αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα διαγράφηκαν στο πρόσωπο και στα μάτια του Πάτρικ. Η φωνή του μαλάκωσε. «Συγγνώμη...» είπε. «Εγώ θέλω μόνο να σε βοηθήσω. Ξέρεις πια ότι εγώ...» «Μη!» τον έκοψε εκείνη πιέζοντας τον εαυτό της να χαμογελάσει, παρ’ όλο που άρχιζε ν’ αηδιάζει. «Είμαι παντρεμένη με τον Ντομ. Ο γάμος μας δεν είναι καλός, μα εφόσον το διαζύγιο αποκλείεται, θα είμαι παντρεμένη μαζί του μέχρι να πεθάνει ένας από μας». Την ίδια στιγμή μετάνιωσε για τα λόγια της, βλέποντας την έκφραση του Πάτρικ. «Μέχρι να πεθάνει κάποιος», επανέλαβε εκείνος χαμηλόφωνα. Η Άννα τινάχτηκε ακούγοντάς τον. Ξαφνικά ο μικρός χώρος της άμαξας την έπνιγε. Ήθελε ν’ ανοίξει ένα παράθυρο, μα δεν έβρισκε τη δύναμη. «Προσπαθεί ακόμα να σου κάνει κακό αυτός;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Όχι!» Ξεροκατάπιε. «Δεν είμαι σίγουρη». Έγλειψε τα ξεραμένα της χείλη. «Αχ, Θεέ μου, δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ». «Άννα, πες μου όλα όσα έχουν συμβεί», την πίεσε ο Πάτρικ. Του είπε για τα σκισμένα ρούχα της, αποφεύγοντας προσεκτικά να του μιλήσει για το προηγούμενο βράδυ. «Άννα, δεν γίνεται να επιστρέψεις στο Ράδερφορντ Χάους», είπε αποφασιστικά ο Πάτρικ. «Πρέπει όμως».


331

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Μα είσαι τρελή;» «Όχι. Του ζήτησα να μείνουμε χωριστά, αλλά αρνήθηκε. Επιμένει ότι πρέπει να μένουμε μαζί». Η Άννα γύρισε αλλού το βλέμμα της, γιατί ο Πάτρικ την κοίταζε πολύ διαπεραστικά, πολύ ερευνητικά. «Και για τι άλλο επιμένει;» τη ρώτησε ξερά. Η Άννα τινάχτηκε. Το βλέμμα του Πάτρικ ήταν οργισμένο. Προσπάθησε να του απαντήσει όσο πιο προσεκτικά γινόταν. «Πάτρικ, προσπαθώ να τα βγάλω πέρα με μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Είμαι μια απλή γυναίκα, κάθε άλλο παρά τέλεια. Μου λες τι θέλεις από μένα;» «Δεν θέλω να σου ξανακάνει κακό αυτός. Δεν είναι αντάξιός σου. Ποτέ δεν ήταν αντάξιός σου, και τώρα που ξέρουμε πως είναι νόθος...» «Εγώ ήρθα εδώ για να με βοηθήσεις, όχι για να σε ακούω να εξαπολύεις κατηγορίες», τον έκοψε η Άννα με φωνή πολύ πιο σκληρή απ’ όσο θα ήθελε. Εκείνος άπλωσε τα χέρια του και έπιασε ξανά τα δικά της. Η Άννα έκανε να τα τραβήξει, μα βλέποντας το αγριεμένο πρόσωπό του έμεινε ακίνητη. Φοβόταν τώρα. Και στενοχωριόταν. Μα τι είχε συμβεί επιτέλους; Για τέσσερα χρόνια ο Πάτρικ ήταν ο καλύτερος, ο πιο αγαπημένος της φίλος, ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστευόταν. Και ξαφνικά είχε αλλάξει. Αλήθεια όμως, πώς και δεν είχε προσέξει νωρίτερα την έχθρα του για τον Ντομ; «Πάτρικ, είσαι ο καλύτερός μου φίλος», του είπε. «Και τώρα σε χρειάζομαι. Δεν έχω με ποιον άλλο να μιλήσω». «Άννα, εγώ θα βρίσκομαι πάντα στη διάθεσή σου... Πρέπει όμως να φύγεις απ’ το Ράδερφορντ Χάους, ό,τι κι αν λέει ο Ντομ. Δεν του οφείλεις τίποτα. Θα σε βοηθήσω να το σκάσεις από κει». Από μια άποψη, ο Πάτρικ είχε δίκιο, το ήξερε. Αυτά που όφειλε στον Ντομ ήταν ελάχιστα, ύστερα απ’ όσα της είχε κάνει. «Δεν μπορώ να το σκάσω σαν καμιά κοινή γυναικούλα», απάντησε μαλακά. «Δεν μπορώ». Ο Πάτρικ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Κι ύστερα είπε:


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

332

«Τι θα κάνεις όταν ο Ντομ χάσει το όνομα, τους τίτλους και τα κτήματά του;» «Τι υπονοείς; Για μένα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα. Μέχρι να μου δώσει άδεια να ζούμε χωριστά, όπου πηγαίνει αυτός θα πηγαίνω κι εγώ». «Χριστέ μου!» φώναξε ο Πάτρικ. «Ο τύπος είναι ένας απατεώνας, ένας σιχαμένος μπάσταρδος! Μπορεί να τον έχει σπείρει κάποιος σταβλίτης! Κι εσύ θέλεις να μείνεις μαζί του;» Τότε πια, η Άννα τράβηξε τα χέρια της. «Δεν έχω περιθώρια επιλογής», του είπε τρέμοντας από θυμό. «Ξέρεις κάτι, Πάτρικ; Είσαι πολύ στενόμυαλος. Εμένα δεν με νοιάζει ποιος είναι ο πατέρας του Ντομ. Αν δεν με είχε προδώσει στη Σκοτία, αν δεν τον υποψιαζόμουν, θα του τα συγχωρούσα εκείνα τα τέσσερα χρόνια». Ο Πάτρικ την κοίταξε μ’ ανοιχτό το στόμα. «Θα έλεγε κανείς πως είσαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του», είπε. «Όχι. Αυτό που λες είναι γελοίο». «Άννα, πες μου κάτι. Τι θα γινόταν αν ανακάλυπτες ότι ο αληθινός πατέρας του Ντομ ήταν κλέφτης - ή δολοφόνος;» Τα μάτια της Άννας στένεψαν. «Δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα». «Σοβαρά;» την κορόιδεψε ο Πάτρικ. «Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη όλα όσα έχουν συμβεί;» Η Άννα άνοιξε το στόμα της να μιλήσει - και το ξανάκλεισε. Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. «Και ποιος ξέρει τι είναι ικανός να κάνει ένας άνθρωπος με τέτοια καταγωγή;» Σταμάτησε για να δώσει έμφαση στα λόγια του. «Εσύ όμως θα μείνεις κοντά του, θα του ζεσταίνεις το κρεβάτι και θα τον αφήσεις να διαλέξει πότε, πού και πώς θα σε σκοτώσει;» Η Άννα άφησε μια δυνατή φωνή. «Θα πλαγιάσεις μαζί του απόψε, Άννα; Μ α τι θα γίνει αν βαρεθεί να παίζει το ποντίκι με τη γάτα; Τι θα γίνει αν αποφασίσει να ξεμπερδεύει μαζί σου την ώρα που σου κάνει έρωτα; Είναι πολύ εύκολο για έναν άντρα να πιάσει το λαιμό της ερωμένης του την


333

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

ώρα που εκείνη σπαράζει από πάθος, και να τον σφίξει... να τον σφίξει... να τον σφίξει!» Η Άννα είχε μαρμαρώσει. Τα λόγια του, που περίγραφαν τους πιο φρικαλέους φόβους της, την αρρώσταιναν. Με πολύ μεγάλη προσπάθεια κατάφερε ν’ ανοίξει το παράθυρο για να πάρει λίγο αέρα. «Άννα, πρέπει να το χωνέψεις. Ο Ντομ δεν είναι ο μεγάλος αριστοκράτης που νόμιζες. Δεν είναι κληρονόμος του Ράδερφορντ. Είναι ένας ταπεινής καταγωγής μπάσταρδος, ένας απατεώνας. Κι εσένα δεν σε ήθελε εξαρχής. Ούτε και τώρα σε θέλει. Παρά μόνο, φυσικά, με τον τρόπο που κάθε άντρας θέλει κάθε γυναίκα». Η Άννα, παραζαλισμένη από τον πόνο, έκλεισε τ’ αυτιά της με τις παλάμες της. Ο Πάτρικ όμως της τράβηξε τα χέρια. «Σε χρησιμοποιεί από την ώρα που επέστρεψε, και θα συνεχίσει να σε χρησιμοποιεί όσο του κάνει κέφι». Άγρια, τρομακτικά, τα γαλανά του μάτια καρφώθηκαν στα δικά της. «Κι ύστερα, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα σε ξεφορτωθεί. Κατάλαβέ το, Άννα. Εσύ μπορεί ν’ αγαπάς τον Ντομ, αλλά εκείνος δεν σ’ αγαπάει. Εκείνος θέλει να σε δει νεκρή-».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

334

27

Η άμαξα τους περίμενε στην ουρά έξω από την κύρια είσοδο του Χάρντινγκ Χάους. Δεκάδες άμαξες είχαν περικυκλώσει το τετράγωνο περιμένοντας να έρθει η σειρά τους για να αποβιβάσουν τους αριστοκρατικούς επιβάτες τους. Η ομιχλώδης νύχτα είχε εκείνο το ιδιαίτερο κιτρινωπό φως που χαρίζουν στο Λονδίνο τα φώτα του δρόμου. Καθισμένη σαν άγαλμα μέσα στην άμαξα των Γουέιβερλι, η Άννα προσπαθούσε να μην ακουμπάει καθόλου τον Ντομ. Έκανε πως παρακολουθούσε τους καλεσμένους που, ομάδες ομάδες, ανέβαιναν τα πέτρινα σκαλιά που τα φρουρούσαν δυο αγριωπά λιοντάρια, και έμπαιναν στην επιβλητική κατοικία του κόμη Χάρντινγκ. Ο Ντομ καθόταν δίπλα της σιωπηλός. Ήρθε επιτέλους η σειρά τους. Η άμαξα των Γουέιβερλι πλησίασε τη φαρδιά σκάλα της εισόδου. Οι δυο υπηρέτες με τις λιβρέες πήδηξαν από το πίσω μέρος της κι έσπευσαν ν’ ανοίξουν τις πόρτες της. Η Άννα σηκώθηκε, στηρίχτηκε στο χέρι του ενός υπηρέτη και κατέβηκε στο πεζοδρόμιο. Την επόμενη στιγμή ο Ντομ βρισκόταν δίπλα της, κομψότατος μέσα στο μαύρο φράκο του. «Θα φύγουμε νωρίς, γύρω στα μεσάνυχτα», είπε στους υπηρέτες. Στράφηκε ύστερα εντελώς ανέκφραστος στην Άννα και της έτεινε το μπράτσο του. Εκείνη τον έπιασε αγκαζέ, κοιτάζοντάς τον τολμηρά στα μάτια. Ο Ντομ ήταν κάτι παραπάνω από όμορφος με τα επίσημα ρούχα του. Απέπνεε δύναμη και αρρενωπότητα. Ήταν η κομψότητα προσωποποιημένη. Όποιος τον έβλεπε, θα έλεγε αμέσως πως ανήκε στην υψηλή αριστοκρατία. Μέχρι τώρα δηλαδή. Η Άννα σταμάτησε να σκέφτεται. Ανέβηκαν με ζωηρό βήμα τις σκάλες, κι όπως η μακριά της φούστα σερνόταν πίσω της, η Άννα


335

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

έφερε για πολλοστή φορά το γαντοφορεμένο χέρι της στο λαιμό της και χάιδεψε τα διαμάντια και τα ρουμπίνια που φορούσε. Τους πέρασαν σ’ ένα τεράστιο χολ. Μαρμάρινα δάπεδα, χρυσωμένοι τοίχοι και μια θολωτή οροφή τους υποδέχτηκαν. Η Άννα έδωσε στους υπηρέτες την κάπα και το λευκό μποά της. Ήταν γεμάτη ένταση, ένιωθε πως ήταν καθαρή τρέλα που είχαν έρθει στο χορό του Χάρντινγκ ύστερα απ’ όλα όσα είχαν συμβεί. Απότομα συνειδητοποίησε ότι χάιδευε ξανά το περιδέραιο στο λαιμό της κι ότι ο Ντομ είχε καρφωμένο το βλέμμα του πάνω της. Κοκκίνισε. Καθώς είχε περάσει όλη της τη ζωή στην επαρχία, δεν είχε ξαναφορέσει τέτοια βραδινή τουαλέτα. Ο σκούρος μπλε ταφτάς της ιρίδιζε με πορφυρές ανταύγειες, κολακεύοντας δραματικά την κατάλευκη, πορσελάνινη επιδερμίδα της και τα κατάμαυρα μαλλιά της. Ο κορσές της, που η Μπελ τον είχε σφίξει όσο πιο πολύ γινόταν, ανέβαζε ψηλά τον μπούστο της και το βαθύ ντεκολτέ της έκανε το στήθος της να προβάλλει προκλητικό. «Εγκρίνω», σχολίασε μονολεκτικά ο Ντομ, αλλά αυτή η μία λέξη ήταν γεμάτη νόημα. Η Άννα τον άφησε να περάσει το χέρι του στη μέση της και να την οδηγήσει στη μεγάλη αίθουσα χορού του μεγάρου. Το άγγιγμά του, όσο ανάλαφρο κι αν ήταν, της γεννούσε εκατομμύρια σκέψεις και συναισθήματα. Δεν έπρεπε όμως ν’ αφήνει την καρδιά της να κυβερνάει το κεφάλι της. Ιδίως απόψε. Απόψε που βρίσκονταν ανάμεσα σε πεντακόσιους περίεργους ξένους, ο Ντομ χρειαζόταν την υποστήριξή της. Κι εκείνη είχε την ηθική υποχρέωση να του την παράσχει. Φοβόταν όμως την οικειότητα που θα γεννούσε μια τέτοια υποστήριξη. Δηλαδή, φοβόταν τον εαυτό της. Κι ο φόβος της την έκανε να στραβοπατήσει. Εκείνος έσφιξε αμέσως το χέρι του στη μέση της και την κράτησε. Η επαφή των σωμάτων τους ήταν σαν σπίθα σε αχυρώνα. Η καρδιά της Άννας άρχισε να χτυπάει σαν παλαβή, το αίμα της κάλπαζε στις φλέβες της. Αναμνήσεις μιας άλλης νύχτας την πλημμύρισαν. Το βλέμμα της καρφώθηκε στα μάτια του Ντομ. «Μη φοβάσαι τόσο πολύ», της είπε εκείνος, κι ο τόνος του δεν ήταν


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

336

πια ψυχρός ή απόμακρος. «Εμένα θέλουν να κάνουν κομματάκια, όχι εσένα». Η Άννα συνέχισε να τον κοιτάζει κατάματα και να συλλογίζεται ότι ο Πάτρικ κι η Μπελ έκαναν λάθος. Οπωσδήποτε, δεν είχε σκίσει αυτός τα νυχτικά της. «Δεν μ’ ενδιαφέρει τι σκέφτονται οι άλλοι», άρθρωσε. «Ναι; Για σένα είναι εύκολο να το λες. Έχεις περάσει όλη σου τη ζωή στην επαρχία, δεν ξέρεις τι θα πει να συναλλάσσεσαι με κόσμο στο Λονδίνο. Σε λίγο θα δούμε αν θέλουν να έχουν πάρε-δώσε μαζί μου...» Η Άννα αντιλήφθηκε ένα δισταγμό στη φωνή του. «Τι συμβαίνει;» Το χέρι του σφίχτηκε απότομα στη μέση της. «Μέχρι στιγμής, τρεις μακρινοί ξάδερφοι εμφανίστηκαν για να διεκδικήσουν το θρόνο. Οι απαιτήσεις τους είναι πολύ πιο νόμιμες από τις δικές μου. Ο δικηγόρος μου πιστεύει ότι θα καταφέρω να περισώσω μερικές μικρές κι ανάξιες λόγου ιδιοκτησίες που μόλις και μετά βίας θα μπορούν να μας συντηρήσουν. Ο κύριος όγκος της περιουσίας των Ράδερφορντ όμως είναι τώρα μετέωρος, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να μη μου τον πάρουν». Νιώθοντας βαθιά λύπη για τον Ντομ, η Άννα παραλίγο να σηκώσει το χέρι της να του χαϊδέψει το μάγουλο. «Δεν πειράζει», είπε πικραμένα. «Αλήθεια;» αποκρίθηκε κοροϊδευτικά εκείνος υψώνοντας ένα φρύδι. Η Άννα κατέβασε τα μάτια. Ήθελε να του πει πως, αν την αγαπούσε, ήταν έτοιμη να τον ακολουθήσει οπουδήποτε, οπωσδήποτε. Λίγο ακόμα και θα του έδινε ολοκληρωτικά την καρδιά της. Μα τούτο το πράγμα δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Ήταν τρομαγμένη, πληγωμένη, απελπισμένη - και τόσο ερωτευμένη! Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το μετάνιωσε όμως αμέσως και κοίταξε το στήθος της. Εντάξει, ήταν στη θέση του. Σήκωσε τα μάτια και είδε τον Ντομ να χαμογελάει.


337

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Να χαμογελάει αληθινά, διασκεδάζοντας. Η Άννα έγινε κατακόκκινη. «Μπορεί να είμαστε σε διάσταση, αλλά είσαι πάντα πολύ ωραία, κι η αφέλειά σου είναι αξιολάτρευτη», της είπε ο Ντομ και, πριν εκείνη προλάβει να κινηθεί, έσκυψε και τη φίλησε κάτω από το αυτί. Η Άννα ανατρίχιασε ολόκληρη καθώς μια υπέροχη αίσθηση απλωνόταν σ’ όλο της το κορμί. Ο Ντομ της έτεινε το μπράτσο του. «Πάμε να βρούμε τους λύκους;» της είπε. Η Άννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι και τον έπιασε αγκαζέ με το γαντοφορεμένο χέρι της. Κατέβηκαν τρία μαρμάρινα σκαλοπάτια και βρέθηκαν στην κυρίως αίθουσα χορού που ήταν ήδη μισογεμάτη. Κεφάλια γύρισαν, οι κουβέντες σταμάτησαν μονομιάς. Κι ύστερα άρχισαν οι ψίθυροι. Η Άννα κοίταξε ένα γύρω και είδε πρόσωπα με γουρλωμένα μάτια να τους κοιτάζουν. Αντρικά και γυναικεία πρόσωπα, νεανικά και ηλικιωμένα. Αμέσως όμως, οι λόρδοι και οι λαίδες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση και κοίταξαν αλλού. Η Άννα ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε. Έριξε μια λοξή ματιά στον Ντομ. Κρατούσε το κεφάλι του ψηλά, με πρόσωπο ανέκφραστο. Τα ζαφειρένια κουμπιά του πουκαμίσου του αντανακλούσαν το φως των πολυελαίων. Άπλωσε το χέρι του και πήρε δυο ποτήρια σαμπάνιας από έναν υπηρέτη που περνούσε. «Εις υγείαν», μουρμούρισε. Η Άννα πίεσε τον εαυτό της να πιει μια γουλιά, αλλά το βλέμμα της πλανιόταν εδώ κι εκεί. Δεν είχε ξαναπάει σε μεγάλο χορό. Τους άντρες, μόλις που τους κοίταζε, δεν είχε όμως ξαναδεί μαζεμένες τόσες καλοντυμένες γυναίκες, ούτε τόσο πολλά υπέροχα κοσμήματα. Κι η ίδια η αίθουσα ήταν εντυπωσιακή. Τεράστιες γλάστρες με μεγάλους φοίνικες βρίσκονταν σε κάθε γωνιά. Εκεί όπου έπαιζε η ορχήστρα υπήρχε ένα αληθινό δάσος από φοίνικες και φτέρες. Οι τοίχοι ήταν ντυμένοι με μια λεία χρυσαφένια ταπετσαρία. Τους στόλιζαν μεγάλοι πίνακες με πορτρέτα και τοπία, κάτω από τους οποίους ήταν αραδιασμένα εκατό βελούδινα


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

338

καθίσματα. Το ταβάνι ήταν πανύψηλο και θολωτό. Το στήριζαν είκοσι τέσσερις λευκές κολόνες. Στη βάση καθεμιάς ήταν σκαλισμένες ιστορίες από τη Βίβλο και πολλά διακοσμητικά στοιχεία. Η Άννα χαμογέλασε βλέποντας κάπου την Κιβωτό του Νώε. Κι ύστερα κοίταξε τα κιονόκρανα, που τα στόλιζαν άγγελοι με σάλπιγγες. Οι άνθρωποι εκεί μέσα έδειχναν να γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Από παντού άκουγες χαιρετούρες, γέλια και δυνατές συζητήσεις. Κανείς όμως δεν πλησίαζε εκείνη και τον Ντομ, κι ας τους κοίταζαν κάθε τόσο. Η Άννα στράφηκε στον Ντομ. Κοίταζε κι εκείνος τον κόσμο. Και, όσο κι αν το πρόσωπό του παρέμενε ανέκφραστο, τα μάγουλά του είχαν πάρει ένα ελαφρά ρόδινο χρώμα. Ένιωθε ταπεινωμένος όσο κι αυτή. Της Άννας της σφίχτηκε η καρδιά καθώς τον κοίταζε. Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε στα μάτια. «Φρικαλέοι είναι όλοι τους», του είπε εκείνη. «Η συμπεριφορά τους είναι απαράδεκτη». «Έτσι λες;» «Ασφαλώς!» «Κάποτε μου είχες πει ότι κι η δική μου συμπεριφορά ήταν απαράδεκτη». Το βλέμμα του εξερευνούσε το πρόσωπό της. Η Άννα έσφιξε το ποτήρι της. «Ναι, έτσι σου είχα πει». «Αν εσύ δεν μπορείς να συγχωρήσεις τη λανθασμένη συμπεριφορά μου, πώς περιμένεις από τους άλλους να συγχωρήσουν το ότι είμαι ένας απατεώνας;» Η Άννα έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της ψάχνοντας για μια απάντηση. «Γι’ αυτά που έκανες σε μένα, ήσουν υπεύθυνος εσύ», του είπε μετρώντας τις λέξεις γης. «Για την καταγωγή σου όμως δεν ευθύνεσαι εσύ». «Άννα, θέλω να με συγχωρήσεις», της είπε εκείνος κοιτάζοντάς την κατάματα. «Θέλω να με συγχωρήσεις για τα πάντα». Της Άννας της κόπηκε η μιλιά. Έφερε βιαστικά το ποτήρι στα χείλη της κι άδειασε τη σαμπάνια. Όταν τον κοίταξε ξανά, το χρυσαφένιο


339

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

βλέμμα του ήταν γεμάτο ανδρική ειλικρίνεια. «Ο τρόπος που κοκκινίζεις είναι υπέροχος», της μουρμούρισε. «Μη». «Γιατί;» Η Άννα προσπάθησε να σκεφτεί λογικά. Η αποψινή βραδιά τής φαινόταν σαν ένα μαγικό παραμύθι, κι η κάθε της επιλογή έκρυβε ένα μεγάλο κίνδυνο. Ξεχνάω, συγχωράω... τι επικίνδυνα πράγματα! Δεν μπορούσε να γίνει ξανά υποχείριο του πάθους της. «Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω», είπε βραχνά. «Γιατί; Από τους άλλους περιμένεις να μου φερθούν μεγαλόψυχα. Είσαι η γυναίκα μου. Τη δική σου γενναιοφροσύνη θέλω. Όλοι οι άλλοι μπορούν να πάνε στο διάβολο». Τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Η Άννα ήθελε να βουλώσει τ’ αυτιά της, να το βάλει στα πόδια. «Με κάνεις να αισθάνομαι σαν να σε έχω αδικήσει εγώ», είπε. «Ωραία». Το βλέμμα του έγινε βλοσυρό. «Άννα, σου ζητάω συγγνώμη. Λυπάμαι για όλα. Τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω τη συγγνώμη σου;» Η Άννα δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει. Ο σφυγμός της χτυπούσε στ’ αυτιά της. «Ντομ, δεν είναι η συγγνώμη μου που πρέπει να κερδίσεις, μα η εμπιστοσύνη μου». Σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Η Άννα κοίταξε γύρω της, κι είδε αρκετά πρόσωπα στραμμένα προς το μέρος τους. Λοξοκοίταξε τον Ντομ και τον είδε να σφίγγει τα δόντια του με σκοτεινό βλέμμα. Κι ένιωσε ξανά πως τον αδικούσε, πράγμα που ήταν θεότρελο. «Πολύ καλά, Άννα», είπε τελικά ο Ντομ. Εκείνη άφησε την ανάσα της να βγει με θόρυβο και κοίταξε πάλι γύρω της, τους μισογυρισμένους ανθρώπους που τους κοίταζαν με απροκάλυπτη περιέργεια. Είπε χαμηλόφωνα: «Κανείς δεν θα μας μιλήσει;» «Μάλλον όχι. Είναι ασυγχώρητο να είσαι μπάσταρδος και να παριστάνεις τον επίδοξο δούκα». «Τι θα κάνουμε λοιπόν;»


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

340

«Θα τους αγνοήσουμε. Θα προσποιηθούμε ότι δεν μας νοιάζει». Η φωνή του πήρε ένα γοητευτικό τόνο. «Θα προσποιηθούμε πως είμαστε τρελά ερωτευμένοι». Η Άννα πάγωσε. «Δε... δεν νομίζω πως είναι και τόσο καλή ιδέα». «Γιατί;» Της πήρε το ποτήρι και το έδωσε μαζί με το δικό του σε έναν υπηρέτη. «Έλα να χορέψουμε», είπε. Πριν προλάβει να αντιδράσει, την οδήγησε στην πίστα και την πήρε στην αγκαλιά του. Η ορχήστρα έπαιζε ένα βαλς, που μόλις είχε εγκριθεί σαν χορός από τη βασίλισσα. Κι η Άννα βρέθηκε να χορεύει στο καλογυαλισμένο παρκέ, και να νιώθει σαν να πετάει. Τα χέρια του Ντομ ήταν δυνατά, τα βήματά του σίγουρα. Εκείνη είχε χορέψει δυο φορές όλες κι όλες στη ζωή της, κι όχι έτσι: σε μια απίθανη αίθουσα, ντυμένη και στολισμένη σαν πριγκίπισσα, στην αγκαλιά ενός δυνατού και ικανού άντρα. Ο Ντομ έσκυβε και της χαμογελούσε. Το βλέμμα του ήταν θερμό καθώς τη στροβίλιζε στο ρυθμό της μουσικής. Ήταν υπέροχος χορευτής, γεμάτος χάρη, αλαφροπάτητος. Η Άννα δεν χρειαζόταν να ξέρει τα βήματα του βαλς, αφηνόταν να την οδηγεί όπως ήθελε ο Ντομ. Έπλεαν στον αέρα. Στροβιλίζονταν ατέλειωτα. Η ταφταδένια φούστα της ανέμιζε και τους τύλιγε στις πτυχές της. Οι άλλοι χορευτές έσβηναν γύρω τους, η μουσική γινόταν πιο απαλή, τα φώτα χαμήλωναν. Υπήρχε μόνο ο Ντομ, που την έσφιγγε επάνω του. «Άννα...» Ο πόθος την κυρίευσε και τα χείλη της μισάνοιξαν. Ένιωσε ένα σφίξιμο στους λαγάνες. Μα τούτη τη φορά δεν σοκαρίστηκε. Εκείνος την έσφιξε ακόμα πιο πολύ πάνω του. Τα σώματά τους έγιναν ένα, αδιαφορώντας για τον κόσμο γύρω τους. Η καρδιά της Άννας χτυπούσε πάνω στην καρδιά του Ντομ, τα πόδια της ακολουθούσαν τα δικά του. Η φωτιά ενάντια στη φωτιά, το βίαιο πάθος ενάντια στην τρυφερότητα. Κι εκεί που χόρευαν σαν ένας άνθρωπος, η μουσική άλλαξε. Ένας ζωηρός, πηδηχτός ρυθμός αντικατέστησε τις ρομαντικές νότες του


341

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

βαλς. Ο Ντομ σταμάτησε να κινείται και το χαμόγελό του έσβησε. Το βλέμμα του αγρίεψε, πετούσε φλόγες και καπνούς. Η Άννα κατάλαβε. Αν βρίσκονταν στο Κάστρο Τάβαλον, θα τον οδηγούσε αμέσως στην κρεβατοκάμαρά τους. Δεν βρίσκονταν όμως στο Τάβαλον, αλλά στο Χάρντινγκ Χάους, στο Λονδίνο. Ο Ντομ την οδήγησε έξω από την πίστα. Πρόσωπα εμφανίστηκαν ξανά στο οπτικό τους πεδίο. Κάποια κοκκινομάλλα τους κοίταζε με αηδία. Ένας χοντρός φαλακρός έκρυβε το στόμα του με την παλάμη του και μιλούσε στον διπλανό του. Μια όμορφη ξανθιά κοίταζε με νάζι τον Ντομ και με κακία την Άννα. Ο κόσμος άνοιξε για να περάσουν, όλοι έφευγαν από κοντά τους. Ούτε ένας δεν τόλμησε να πλησιάσει και να χαιρετήσει τον Ντομ Σεντ Τζορτζ. Η Άννα τους μίσησε όλους. Και ξαφνικά, ταράχτηκε. Πλησίαζαν κάποιον που δεν απομακρυνόταν, αλλά στεκόταν και τους κοίταζε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο ένταση κι οργή. Ήταν ο Πάτρικ. Και κάτι στην έκφρασή του έκανε την Άννα να στραβοπατήσει και να πιαστεί από το χέρι του Ντομ. «Γεια σου, Άννα», είπε ο Πάτρικ, που στεκόταν σαν να τους έκλεινε το δρόμο. Ο Ντομ έσφιξε κτητικά το χέρι του γύρω από τη μέση της Άννας. «Γεια σου, Πάτρικ», ανταπέδωσε το χαιρετισμό εκείνη, κι ο Πάτρικ στράφηκε στον Ντομ. «Γεια σου, Σεντ Τζορτζ». Ο Ντομ τον χαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι. «Ή μήπως δεν σε λένε πια Σεντ Τζορτζ; Το χρησιμοποιείς ακόμα αυτό το όνομα ή μήπως θέλεις να σε αποκαλώ κάπως αλλιώς;» «Έτσι με έχουν βαφτίσει, Σεντ Τζορτζ». «Τυχερός που είσαι!» «Πάτρικ, σταμάτα σε παρακαλώ», μπήκε στη μέση η Άννα. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. «Διασκεδάζεις απόψε, Άννα; Δείχνεις να περνάς θαυμάσια».


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

342

Η Άννα ήξερε πως δεν έπρεπε να τον εξαγριώσει, αρκετά οργισμένος ήταν ήδη. Ωστόσο δεν κρατήθηκε. Αγνοώντας το προειδοποιητικό σφίξιμο του Ντομ, του απάντησε: «Ναι, διασκεδάζω. Ή μάλλον διασκέδαζα μέχρι που άρχισες να συμπεριφέρεσαι τόσο ανάγωγα». Ο Πάτρικ γούρλωσε τα μάτια και την κοίταξε έτοιμος να εκραγεί. Έριξε όμως μια ματιά στον Ντομ, κι αμέσως έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε χτυπώντας τα πόδια του. «Μπράβο, Άννα», είπε μαλακά ο Ντομ. Εκείνη όμως τραβήχτηκε από κοντά του αγριεμένη. Μα τι έκανε; Του επέτρεπε ξανά να την ξελογιάσει; Τούτη η φορά μπορεί να ήταν μοιραία. Γιατί τούτη η ονειρική βραδιά ήταν μια ψευδαίσθηση. Η ζωή της δεν ήταν κανένα ρομαντικό παραμύθι. Ήταν ένα σκληρό, ψυχρό, άσχημο κομμάτι πραγματικότητας. Κι ήταν απέραντα επικίνδυνο να υποκύψει ξανά στη γοητεία του Ντομ και να απολαύσει τη συντροφιά του. Η Άννα δεν είχε καμιά αμφιβολία πως θα της ράγιζε ξανά την καρδιά. «Ντομ, θέλω να γυρίσω σπίτι». Εκείνος τινάχτηκε. «Δεν γίνεται». «Ασφαλώς και γίνεται. Θα περιμένω έξω να έρθει η άμαξα», είπε με παρακλητικό ύφος η Άννα. «Άννα, σε χρειάζομαι εδώ, κοντά μου». Εκείνη πάγωσε. «Σε παρακαλώ, μείνε». Κοιτάχτηκαν. «Μη με εγκαταλείπεις». Η Φελίσιτι χαμογέλασε ναζιάρικα στο είδωλό της στον καθρέφτη πάνω από το μαρμάρινο νιπτήρα. Άνοιξε ύστερα το τσαντάκι της, έβγαλε ένα μικρό βαζάκι με ρουζ και έβαλε λίγο στα χείλη και στα μάγουλά της. Χαμογέλασε ξανά ικανοποιημένη, και τράβηξε λίγο προς τα κάτω το μπούστο της. Της άρεσε η επαφή της σάρκας της με το μαλακό ύφασμα. Οι μεγάλες θηλές της μισοδιακρίνονταν σκληρές και υψωμένες. Κι αυτό της άρεσε. Τι θα έλεγε τάχα ο


343

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

Μπλέικ αν την έβλεπε απόψε; Κάπου εδώ θα ήταν κι αυτός, δεν μπορεί να έλειπε από το χορό του πατέρα του. Όχι πως του έδινε σημασία δηλαδή. Αυτή μόνο στον Ντομ έδινε σημασία. Είχε ακούσει φυσικά κι αυτή τις φήμες, αλλά δεν τις πίστευε. Αλλά ακόμα κι αν ήταν αλήθεια όσα λέγονταν, είχε πάντα έναν ανοιχτό λογαριασμό με την Άννα. «Νομίζω πως μπορείς να το τραβήξεις λίγο πιο κάτω ακόμα, χωρίς να σε πουν ξετσίπωτη», ακούστηκε πίσω της μουρμουριστή η φωνή του Μπλέικ. II Φελίσιτι τινάχτηκε βλέποντας τον στον καθρέφτη. Ακουμπούσε στο κούφωμα της πόρτας του λουτρού και της χαμογελούσε με μάτια που γυάλιζαν ευχαριστημένα. «Δεν συμφωνείς;» πρόσθεσε ο Μπλέικ. Η Φελίσιτι γύρισε κι ακούμπησε στο μαρμάρινο νιπτήρα. «Τι γυρεύεις εδώ;» τον ρώτησε. «Η αλήθεια, αγάπη μου, είναι ότι σε ακολούθησα», απάντησε εκείνος και δυο λακκάκια εμφανίστηκαν στα μάγουλά του. «Έχω μεγάλη αδυναμία στο θέαμα των γυναικών μπροστά στον καθρέφτη. Εδώ ειδικά, το θέαμα είχε πολύ ενδιαφέρον». Το βλέμμα του χαμήλωσε και καρφώθηκε στα στήθη της. «Είσαι πάρα πολύ θρασύς», του είπε η Φελίσιτι, όχι και τόσο επιπληκτικά. «Μα αυτό ακριβώς είναι που σου αρέσει σ’ εμένα». «Σ’ εσένα δεν μ’ αρέσει τίποτα». Ο Μπλέικ γέλασε και κινήθηκε προς το μέρος της. Η Φελίσιτι μαζεύτηκε, ο σφυγμός της δυνάμωσε. Ήξερε τι σκόπευε να κάνει. Τούτο το παιχνίδι όμως είχε παρατραβήξει. «Κι αν θελήσει κάποιος να χρησιμοποιήσει το λουτρό;» πρόφερε βραχνά. Εκείνος στάθηκε μπροστά της κι άρχισε να παίζει με μια ξανθιά μπούκλα της. «Έχω κλειδώσει την πόρτα. Είτε θα βαρεθεί και θα φύγει, είτε, αν είναι πονηρός, θα το θεωρήσει πολύ συναρπαστικό». Η Φελίσιτι ξεροκατάπιε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

344

«Δεν σε νοιάζει αν μαθευτεί τι κάνουμε εδώ μέσα;» Ο Μπλέικ ανασήκωσε τους ώμους κι άφησε την μπούκλα της. «Όχι, δεν με νοιάζει. Εσένα;» Η Φελίσιτι δεν μπόρεσε να του απαντήσει. Την είχε κυριεύσει μια γλυκιά προσμονή. Τελικά, κατάφερε να ψιθυρίσει: «Η στάση σου είναι αξιοκατάκριτη». «Μμμ...» έκανε εκείνος και χάιδεψε με τ’ ακροδάχτυλά του τη βάση του λαιμού της κοιτάζοντάς την κατάματα. «Είμαι πολύ αξιοκατάκριτος. Όσο αξιοκατάκριτος θέλεις εσύ». «Εγώ... δεν θέλω... τίποτα», αποκρίθηκε ξέπνοα η Φελίσιτι. «Ψεύτρα», είπε μορφάζοντας ο Μπλέικ κι έσυρε το δάχτυλό του πάνω στο γυμνό στήθος της. Η Φελίσιτι ανατρίχιασε ολόκληρη και το στήθος της φούσκωσε. Κι εκείνος σταμάτησε στην άκρη του μπούστου της. «Νομίζω», είπε απαλά, «πως θέλεις να κάνω αυτό... κι αυτό». Κι όπως μιλούσε, της κατέβασε το μπούστο κι ακούμπησε το δάχτυλό του στη μεγάλη, ορθωμένη θηλή της. Η Φελίσιτι βόγκηξε. Ο Μπλέικ χαμογέλασε. «Έχω δίκιο;» τη ρώτησε κοιτάζοντας την κατάματα. Η Φελίσιτι είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο δάχτυλό του, που μόλις και ακουμπούσε στη θηλή της. «Σε παρακαλώ...» ψέλλισε. «Στις διαταγές σας, κυρία μου», αποκρίθηκε εκείνος. Και σκύβοντας, άρχισε να πιπιλάει τη θηλή της. Η Φελίσιτι του άρπαξε το κεφάλι καθώς τα γόνατά της λύγιζαν. Βογκούσε ανεξέλεγκτα καθώς ο Μπλέικ την αγκάλιαζε με το ένα του μπράτσο στηρίζοντας την, και τη βασάνιζε με τον πιο ηδονικό τρόπο φιλώντας, γλείφοντας, πιπιλώντας. «Μπλέικ!» φώναξε η Φελίσιτι χώνοντας τα νύχια της στο σβέρκο του. «Γύρνα», την πρόσταζε εκείνος. Η Φελίσιτι υπάκουσε στη στιγμή. Στον καθρέφτη είδε τον εαυτό της όπως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ. Αναψοκοκκινισμένο,


345

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

παραζαλισμένο, με στήθη γυμνωμένα, κι ωστόσο ντυμένο με μια ακριβή τουαλέτα και πανάκριβα μαργαριτάρια. Και πίσω της να στέκεται ο Μπλέικ, να την κοιτάζει μέσα στον καθρέφτη, μελαχρινός και καταστροφικός, με τα γαλανά του μάτια ν’ αστράφτουν. Τα χείλη του όμως είχαν μιαν ανελέητη έκφραση έτσι όπως ήταν σφιγμένα. Την πονούσαν οι λαγάνες της. Πιάστηκε από το μαρμάρινο νιπτήρα κι αναρωτήθηκε τι θα της έκανε ο Μπλέικ. Εκείνος άρχισε ν’ ανασηκώνει αργά τη ροζ σατινένια φούστα της και το μαύρο μεσοφόρι της. Της είχε κοπεί η ανάσα. Ο Μπλέικ έπιασε το κρινολίνο της και το κατέβασε. «Βγες από αυτό το αναθεματισμένο κλουβί», της είπε. Η Φελίσιτι. υπάκουσε κι εκείνος το πέταξε πίσω τους. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν στον καθρέφτη. Κι η Φελίσιτι ένιωσε τα χέρια του να κατεβάζουν το μακρύ μεταξωτό εσώρουχό της, χαϊδεύοντας απαλά το φύλο της και κάνοντάς τη να κλαψουρίσει ερεθισμένη. «Βγάλ’ το». Το έβγαλε. Τα χέρια του ταξίδεψαν στους γυμνούς γοφούς της κι ύστερα χώθηκαν ανάμεσα στα πόδια της. Η Φελίσιτι πιάστηκε από το μαρμάρινο νιπτήρα για να μην πέσει. Τα μακριά δάχτυλα του Μπλέικ χώθηκαν από κάτω της και χάιδεψαν τα υγρά, πρησμένα χείλη του αιδοίου της. Τεντώνοντας την πλάτη της σαν γάτα, εκείνη έκλεισε τα μάτια. Χαϊδεύοντάς την πάντα, ο Μπλέικ τη φίλησε στο σβέρκο, στο λαιμό. Κι η Φελίσιτι ένιωσε το φύλο του ανάμεσα στους γοφούς της. Δαγκώνοντας τη μαλακά στο σβέρκο, τρίφτηκε επάνω της στητός, σκληρός, τεράστιος. Και τότε ο Μπλέικ άγγιξε απαλά την κλειτορίδα της. Με μια δυνατή φωνή, η Φελίσιτι σωριάστηκε στο νιπτήρα φτάνοντας σ’ έναν άγριο οργασμό. Ο Μπλέικ την άρπαξε από τη λεκάνη. «Κρατήσου», της είπε.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

346

«Ναι», βόγκηξε εκείνη σφαδάζοντας πάνω στο κρύο μάρμαρο. Η απότομη είσοδός του την κόλλησε στον καθρέφτη και την έκανε να κλάψει από ηδονή. «Μμμ», μουρμούρισε εκείνος όταν βρέθηκε ολόκληρος μέσα της. «Πάει καιρός που δεν το έχεις κάνει, καλή μου;» «Ναι, π’ ανάθεμά σε! Μη σταματάς!» ούρλιαζε η Φελίσιτι. «Στις προσταγές σου», αποκρίθηκε εκείνος κι άρχισε να κουνιέται μέσα της δυνατά, ρυθμικά. Η Φελίσιτι άνοιξε τα μάτια της και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν στον καθρέφτη. Το ωραίο πρόσωπο του Μπλέικ ήταν τεντωμένο, ιδρωμένο. Τα χέρια του σηκώθηκαν και χούφτωσαν τα στήθη της. Ο ρυθμός του έγινε πιο γρήγορος. Και τότε το χέρι του πήγε ξανά στο φύλο της. Η Φελίσιτι έφτασε στην κορυφή του οργασμού κι οι φωνές της γέμισαν το μικρό λουτρό. Ο Μπλέικ την τράβηξε από το νιπτήρα και την ξάπλωσε στο πάτωμα. Εκείνη είχε παραλύσει, μόλις που καταλάβαινε τι γινόταν. Τον άκουσε να μουρμουρίζει τ’ όνομά της και με το ζόρι κατάφερε ν’ ανοίξει τα μάτια της. Τον είδε γονατισμένο από πάνω της, ανάμεσα στα πόδια της. Το στητό πέος του μαχαίρωνε τον αέρα. «Αντέχεις κι άλλο;» μουρμούρισε αυτός χαμογελώντας. «Εγώ δυστυχώς μόλις άρχισα». Η Φελίσιτι τον κοίταξε κατάπληκτη, κι εκείνος έβαλε τα γέλια. «Δεν είσαι αρκετά γυναίκα για έναν άντρα σαν κι εμένα;» την προκάλεσε. Εκείνη, μέσα στην παραζάλη της, κατάφερε ν’ αρθρώσει: «Το θέμα είναι... αν εσύ είσαι αρκετά άντρας για μένα». Ο Μπλέικ μόρφασε και χώθηκε αργά βαθιά μέσα της. Κι ύστερα, το ίδιο αργά, τραβήχτηκε. «Νομίζω πως είμαι», είπε. «Μα αν δεν έχεις πειστεί, πρέπει να σ’ το αποδείξω». Η Άννα άκουσε την καμπάνα κάποιας εκκλησίας να σημαίνει μεσάνυχτα. Ο ήχος της την ανακούφισε. Δεν είχαν χορέψει άλλο. Παρακολούθησαν τους άλλους χορευτές, έκαναν μια βόλτα στον κήπο και τσίμπησαν κάτι από τον μπουφέ. Κανείς τους όμως δεν είχε όρεξη. Πέντε κύριοι, συμπεριλαμβανομένου και του


347

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

οικοδεσπότη, είχαν αψηφήσει την κοινωνία κι είχαν έρθει να μιλήσουν στον Ντομ και να εκφράσουν τη λύπη τους για την αρρώστια του δούκα. Κι ο Μπλέικ έμεινε μαζί τους συζητώντας τουλάχιστον για μια ώρα. Ο Πάτρικ είχε εξαφανιστεί. «Ντομ, πάμε να φύγουμε», είπε η Άννα όταν η καμπάνα σταμάτησε να σημαίνει. «Ναι. Αρκετά πια», συμφώνησε εκείνος. Την πήρε αγκαζέ, διέσχισαν το πλήθος και βγήκαν στο μεγάλο χολ. Ξαφνικά ο Ντομ μπέρδεψε το βήμα του. Στην εξώπορτα στέκονταν δυο αστυνομικοί με στολή, ενώ ένας άλλος κύριος, κοντός και χοντρός, ντυμένος με ένα κακοραμμένο κοστούμι, μιλούσε με τον κόμη Χάρντινγκ, δίπλα στον οποίο στεκόταν ο μπάτλερ του. Όταν εμφανίστηκαν η Άννα κι ο Ντομ, σώπασαν όλοι και γύρισαν να τους κοιτάξουν. Ο κόμης, ένας ψηλός άντρας με ασημένια μαλλιά, ήρθε προς το μέρος τους. Ταραγμένη η Άννα έσφιξε το μπράτσο του Ντομ. Νόμισε ότι είχαν έρθει να τον συλλάβουν, ότι ο Πάτρικ κι η Μπελ είχαν τελικά δίκιο. Μα πώς μπορούσαν να ξέρουν ότι ο Ντομ ήθελε να τη δολοφονήσει; Παράλογο! «Ντομ», είπε με σοβαρό ύφος ο κόμης, «δυστυχώς προέκυψε ένα ζήτημα». Το βλέμμα του Ντομ καρφώθηκε πίσω από τον κόμη, στον κοντόχοντρο κύριο με το κακοραμμένο κοστούμι. «Επιθεωρητά Χόπερ», είπε ο κόμης. Ο Χόπερ τους πλησίασε κοκκινίζοντας. «Λόρδε μου», είπε στον Ντομ, «λυπάμαι πάρα πολύ για την ασθένεια του... του δούκα, αλλά πρέπει να σας ζητήσω να με ακολουθήσετε». «Περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε ο Ντομ. Ο Χόπερ κι ο Χάρντινγκ κοιτάχτηκαν, κι ο επιθεωρητής ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. «Ο Μάθιου Φειρχέβεν είναι νεκρός», είπε. Της Άννας της κόπηκε η ανάσα. Γύρισε και κοίταξε τον Ντομ, που έδειχνε απέραντα σοκαρισμένος.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

348

«Κι εσείς συλλαμβάνεστε για το φόνο του», πρόσθεσε ο επιθεωρητής.


349

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

28

Ο Ντομ δεν αντέδρασε. Η Άννα όμως έβγαλε μια φωνή. Ο Χόπερ ξερόβηξε ξανά κι έγινε ακόμα πιο κόκκινος. «Λόρδε μου, ε... κύριε, ακολουθήστε με παρακαλώ». Ο Ντομ δεν κουνήθηκε. Τον κοίταζε με δόντια σφιγμένα, μ’ ένα βλέμμα σκοτεινό κι επικίνδυνο. Η Άννα τον κοίταζε μ’ ανοιχτό το στόμα. Αποκλείεται να είχε δολοφονήσει τον Φεϊρχέβεν! Αποκλείεται! Ο Ντομ ένιωσε το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του και γύρισε να την κοιτάξει. Η έκφραση της Άννας πρέπει να μαρτυρούσε τη φρίκη της γιατί ο Ντομ έκανε μια άσχημη γκριμάτσα και το ύφος του σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Ο Χόπερ άρχισε να μιλάει ξανά, χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα. «Το πτώμα του Φεϊρχέβεν βρέθηκε το απόγευμα στο Κόβεντ Γκάρντεν. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι δολοφονήθηκε μ’ ένα χτύπημα στο κεφάλι». Της Άννας της ερχόταν να λιποθυμήσει. Μήπως τελικά ο Ντομ ήταν στ’ αλήθεια δολοφόνος; Μήπως αυτό ήταν η αδιαμφισβήτητη απόδειξη; Τα χείλη της είχαν ξεραθεί εντελώς. Τα έγλειψε για να μπορέσει να μιλήσει. «Ο σύζυγός μου... Δεν το έκανε ο σύζυγός μου», είπε, μα δεν ακούστηκε καθόλου πειστική. Ο Ντομ γύρισε και κοίταξε τον Χόπερ. «Εγώ, φυσικά, είμαι ο πιο προφανής ύποπτος. Ποιος άλλος θα ήθελε τόσο πολύ να κλείσει το στόμα του Φεϊρχέβεν;


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

350

«Μη, Ντομ», ψιθύρισε η Άννα. Εκείνος όμως την αγνόησε. «Ντομ», μίλησε ο Χάρντινγκ, «σου συστήνω να μην πιείς τίποτε άλλο πριν συνεννοηθείς με τον δικηγόρο σου». «Δεν τον σκότωσα εγώ», είπε ξερά ο Ντομ. «Κύριέ μου», πετάχτηκε ο Χόπερ, «ένας πολίτης ανέφερε ότι σας είδε το απόγευμα να τσακώνεστε με τον Φεϊρχέβεν». «Αυτό είναι ψέμα», αποκρίθηκε κοφτά ο Ντομ. «Τσακωθήκατε με τον Φεϊρχέβεν;» τον ρώτησε ο Χόπερ. «Ναι», γρύλισε ο Ντομ. «Το πρωί όμως, όχι τ’ απόγευμα. Και στο σπίτι του, όχι στο Κόβεντ Γκάρντεν. Και δεν τον χτύπησα καθόλου». «Λυπάμαι, κύριε, αλλά καταλαβαίνετε το νόμο. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε φόνο και ένα άτομο εμπλέκει εσάς. Εξάλλου, αυτό εδώ βρέθηκε στο χέρι του Φεϊρχέβεν. Δικό σας δεν είναι;» Ο Χόπερ έβγαλε κάτι από την τσέπη του. Η Άννα κόντεψε να πνιγεί. Ένα ζαφειρένιο μανικετόκουμπο άστραφτε στην παλάμη του επιθεωρητή. Ολόιδιο με τα ζαφειρένια κουμπιά του πουκαμίσου του Ντομ. «Λοιπόν, κύριε;» ρώτησε ο Χόπερ. «Ναι», είπε τρίζοντας τα δόντια ο Ντομ. «Δικό μου είναι». Η Άννα γύρισε μόνη της στο Ράδερφορντ Χάους. Ήταν τρομοκρατημένη. Δυσκολευόταν να σκεφτεί καθαρά. Τον Ντομ τον είχαν πάρει στο κακουργιοδικείο για να του απαγγελθεί επίσημα η κατηγορία. Υπήρχαν στοιχεία εναντίον του, καθώς και η μαρτυρία ενός πολίτη. Μα ήταν δυνατό να δολοφόνησε αυτός τον Φεϊρχέβεν; Αν ναι, τότε ήταν σίγουρα ικανός να δολοφονήσει κι εκείνη! Δεν ήξερε τι να σκεφτεί η Άννα. Η καρδιά της διαμαρτυρόταν. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να είναι αλήθεια. Ένας εφιάλτης ήταν όλα. Πριν πάρει η αστυνομία τον Ντομ, διάφοροι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στο χολ και τα νέα της δολοφονίας και της σύλληψης του Ντομ διαδόθηκαν ταχύτατα. Ο Μπλέικ


351

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

προσφέρθηκε να συνοδεύσει την Άννα σπίτι, αλλά εκείνη του ζήτησε να τη βοηθήσει να βρει τον οικογενειακό δικηγόρο τους, τον οποίο έστειλε αμέσως στα δικαστήρια. Τώρα πια η ώρα είχε πάει δύο. Η Άννα ένιωθε εξάντληση αλλά και πολύ μεγάλη ένταση για να μπορέσει να κοιμηθεί. Η Μπελ δεν βρισκόταν πουθενά για να τη βοηθήσει να γδυθεί. Ο Κάλντουελ, στον οποίο η Άννα τα είπε όλα, βαθύτατα ταραγμένος, της έστειλε μια από τις υπηρέτριες για να τη βοηθήσει. Ξέροντας πως δεν θα κατάφερνε να κοιμηθεί, η Άννα αποφάσισε να πάει να καθίσει με τον δούκα. Μια δυνατή φωτιά έκαιγε στο τζάκι του δωματίου του, αλλά η Άννα άναψε όλα τα κεριά που υπήρχαν στο δωμάτιο για να διώξει με το χαρωπό φως τους τη φρίκη εκείνης της νύχτας. Τράβηξε ένα κάθισμα δίπλα στο κρεβάτι. Ο δούκας κειτόταν ακίνητος, κέρινος, μόνο τα μάγουλά του ήταν κάπως κόκκινα. Η Άννα του έπιασε τα χέρια και της φάνηκε πως είδε ένα μυ να κινείται στο πρόσωπό του. Κοίταξε καλύτερα. Λάθος. Ο δούκας ήταν πάντα αναίσθητος. «Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας», άρχισε να μιλάει. Ήθελε να τα πει όλα, να ξαλαφρώσει. Απ’ την άλλη όμως, αν τον τάραζε; Αν του προκαλούσε καινούργιο σοκ που θα τον σκότωνε; Αν όμως αυτό το σοκ τον ξανάφερνε στη ζωή; Το ρίσκο ήταν πολύ μεγάλο. «Αχ, εξοχότατε, έχουμε τεράστια προβλήματα!» φώναξε κλαίγοντας. Και του τα είπε όλα. «Μα είπατε ότι τσακωθήκατε με τον Φεϊρχέβεν». «Όχι. Είπα ότι μιλήσαμε ιδιαιτέρως, στο σπίτι του, νωρίς χτες το πρωί», απάντησε ξερά ο Ντομ. Βρισκόταν σ’ ένα μικρό τετράγωνο δωμάτιο που το φώτιζαν αχνά μερικές λάμπες πετρελαίου. Μαζί του βρίσκονταν δυο σωματώδεις αστυφύλακες, ο επιθεωρητής Χόπερ κι ένας άλλος επιθεωρητής, ο Γκάτλινγκ, που όσο κοντός, παχύς και ροδαλός ήταν ο Χόπερ, τόσο ψηλός, ισχνός και κιτρινιάρης ήταν εκείνος. Ο Ντομ είχε βγάλει το σακάκι και το παπιγιόν του, είχε ξεκουμπώσει το γιακά του κι είχε σηκώσει τα μανίκια του πουκαμίσου του. Η ώρα είχε πάει τρεις.


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

352

Τον ανέκριναν δυο ολόκληρες ώρες τώρα, μα ο Ντομ δεν ήταν κουρασμένος. Ήταν οργισμένος. Δεν ήταν δολοφόνος. Δεν είχε δολοφονήσει αυτός τον Φεϊρχέβεν. Δεν είχε ιδέα ποιος το είχε κάνει. Μα δεν τον πίστευε κανείς. Ούτε καν η Άννα. Η θύμηση της σαν φάντασμα όψης της τον αρρώσταινε. «Λέει ψέματα», είπε ο Γκάτλινγκ. Τα μάτια του ήταν μαύρα και φανέρωναν μεγάλη σκληρότητα. Και το χαμόγελό του ήταν γεμάτο κακία. «Ακολούθησε τον Φεϊρχέβεν, τσακώθηκε μαζί του και τον σκότωσε. Πώς αλλιώς θα βρισκόταν στα χέρια του Φεϊρχέβεν αυτό το μανικετόκουμπο;» «Έχω χάσει αυτά τα μανικετόκουμπα εδώ και βδομάδες», είπε ο Ντομ. «Έχω να τα βάλω απ’ όταν γύρισα από τη Σκοτία». «Κάποιος όμως σας είδε με τον Φεϊρχέβεν», του πέταξε κοροϊδευτικά ο Γκάτλινγκ. «Ποιος;» απαίτησε να μάθει ο Ντομ. «Πείτε μου ποιος είναι αυτός ο ψεύτης!». Κι έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα του. «Καθίστε κάτω», διέταξε ο Γκάτλινγκ, κι ένας από τους αστυφύλακες άπλωσε το χοντρό σαν χοιρομέρι χέρι του κι έσπρωξε τον Ντομ να καθίσει. Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Ήξερε ότι επίτηδες τον πίεζε ο Γκάτλινγκ. Ήθελε να τον δει να εκρήγνυται, για να αμολήσει εναντίον του τα δυο του μαντρόσκυλα. Θα ευχαριστιόταν πολύ αν τους έβλεπε να τον τσακίζουν στο ξύλο. Μπορεί να έπαιρνε κι εκείνος μέρος στον ξυλοδαρμό. «Κύριέ μου», μίλησε τότε ο Χόπερ, «αν ομολογήσετε, μπορεί τα πράγματα να γίνουν πιο εύκολα για σας». Ο Ντομ τον κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι. «Αλήθεια; Μήπως έχει αλλάξει η ποινή για φόνο; Τελευταία φορά που ρώτησα μου είπαν πως είναι απαγχονισμός». Ο Χόπερ κοκκίνισε. «Κύριε, είμαστε όλοι μας κουρασμένοι. Αν ομολογήσετε, θα μπορέσουμε να τελειώσουμε και να ξεκουραστούμε λιγάκι. Το


353

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

πρωί θα μπορέσετε να μιλήσετε με τον δικηγόρο σας». Ο Ντομ τον κοίταξε παγερά, κι ο Χόπερ μαζεύτηκε. «Για κοίτα τον!» είπε ο Γκάτλινγκ σαν να έφτυνε. «Νομίζει ακόμα πως είναι μεγάλος και τρανός! Μα όχι πια. Σωστά; Δεν είναι παρά ένας μπάσταρδος. Δεν είσαι πια εγγονός του δούκα, μικρέ. Δεν είσαι λόρδος. Ένα τίποτα είσαι!» «Η δική μου μητέρα όμως δεν ήταν καμιά πουτάνα του δρόμου», αποκρίθηκε ψύχραιμα ο Ντομ. Το πρόσωπο του Γκάτλινγκ συσπάστηκε και το χέρι του τινάχτηκε μπροστά. Ο Ντομ είχε δει ότι φορούσε σιδερένια γροθιά και πήδηξε στο πλάι. Δεν ήταν όμως αρκετά γρήγορος κι η γροθιά προσγειώθηκε στο σαγόνι του. Ο πόνος ήταν τρομακτικός, νόμισε πως έσπασαν όλα τα κόκαλα του προσώπου του. Χρειάστηκε όλη του τη δύναμη για να σταθεί όρθιος, ακουμπώντας στον τοίχο όπου είχε πεταχτεί. Και τότε ένα βαρύ ξύλινο ρόπαλο τον χτύπησε στον ώμο. Βογκώντας από τον πόνο, ο Ντομ κύλησε στο πάτωμα πιάνοντας τον ώμο του. «Σταματήστε!» φώναξε ο Χόπερ. «Δεν χρειάζονται τέτοια!» «Βούλωσέ το εσύ», του είπε ο Γκάτλινγκ κι έσκυψε πάνω από τον Ντομ, ανεμίζοντας τη σιδερένια γροθιά του. «Ομολόγησε!» μούγκρισε. Ο Ντομ τον κοίταξε. Ο ιδρώτας που έτρεχε από το μέτωπο στα μάτια του έκαιγε. «Όχι», πρόφερε. Τελικά, η Άννα κατάφερε να κοιμηθεί. Η εξομολόγησή της στον δούκα -άσχετα αν μπόρεσε να την ακούσει- την είχε λυτρώσει. Ένιωθε τόσο κουρασμένη, που με το ζόρι κατάφερε να φτάσει στο δωμάτιό της. Η ώρα ήταν πια τέσσερις και μισή κι η υπηρέτρια που της είχαν στείλει να τη βοηθήσει ήταν κι αυτή ερείπιο. Ωστόσο κατάφερε να τη γδύσει, κι η Άννα έπεσε ξερή στο κρεβάτι της. Τώρα, άκουγε να χτυπάνε δυνατά την πόρτα της μα δεν ήθελε να ξυπνήσει. Ήξερε πως μόνο κακά μπορούσε να φέρει η καινούργια μέρα. Έκρυψε το κεφάλι της κάτω από το μαξιλάρι της, αλλά τα


ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

354

χτυπήματα στην πόρτα δυνάμωσαν. Βόγκηξε κι άνοιξε ένα μάτι. Οι κουρτίνες ήταν μισάνοιχτες κι απέξω τη χαιρετούσε μια γκρίζα αυγή. «Φύγετε», ψιθύρισε καθώς τα χτυπήματα συνεχίζονταν. Και ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Άκουσε τον Κάλντουελ να φωνάζει έξω από την πόρτα της. «Ξυπνήστε, μιλαίδη! Σας παρακαλώ, ξυπνήστε!» Η Άννα ανακάθισε καθώς ο φόβος έπαιρνε τη θέση του ύπνου. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, φόρεσε μια ρόμπα κι άνοιξε την πόρτα. Μπροστά της στεκόταν ο Κάλντουελ, τσαλακωμένος, με τη γραβάτα του στραβή, αχτένιστος. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε ανήσυχη. Αντί για απάντηση, εκείνος ξέσπασε σε τρελά γέλια. Την άδραξε κι από τους δυο ώμους κι άρχισε να την τραντάζει. «Ο δούκας ξύπνησε!» φώναξε. Η Άννα έφερε το χέρι της στο στόμα της. «Συνήλθε! Νομίζω πως προσπαθεί να μιλήσει!» Η Άννα κοίταξε για μια στιγμή το ευτυχισμένο πρόσωπό του, κι ύστερα ρίχτηκε στην αγκαλιά του. «Δόξα τω Θεώ!» φώναξε. Δεν ήξερε αν θ’ άντεχε άλλη μια τραγωδία. Μα τούτο το θαύμα ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτο. «Δόξα τω Θεώ!» είπε κι ο Κάλντουελ, και κοιτάχτηκαν χαμογελώντας ευτυχισμένοι. «Κατεβαίνω αμέσως», είπε η Άννα, μα αμέσως θυμήθηκε ότι η εμφάνισή της ήταν χειρότερη κι απ’ του Κάλντουελ. «Πού είναι η Μπελ;» ρώτησε. «Δεν ξέρω, λαίδη μου», της απάντησε ο Κάλντουελ και το χαμόγελό του ξεθώριασε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μα η Άννα δεν θα καθόταν ν’ ασχοληθεί τώρα με την εξαφάνιση της Μπελ, όσο κι αν την αγαπούσε την καμαριέρα της. «Κάλντουελ, για δες πού μπορεί να είναι», είπε και ξεκίνησε προς τη σκάλα.


355

ΜΠΡΕΝΤΑ ΤΖΟΫΣ

«Κοίταξα ήδη, μιλαίδη», απάντησε εκείνος τρέχοντος πίσω της. «Κανείς δεν την είδε να φεύγει απ’ το σπίτι. Δεν καταλαβαίνω τι έχει γίνει». Η Άννα ευχήθηκε να είναι καλά η Μπελ, και συνέχισε το δρόμο της. Καθώς όμως διέσχιζε το διάδρομο, της φάνηκε πως άκουσε μια χαμηλή αντρική φωνή. Έκοψε το βήμα της, κι ο Κάλντουελ παραλίγο να πέσει επάνω της. «Άκουσες;» τον ρώτησε. «Όχι». Δεν μπορεί να ήταν της φαντασίας της. Κάποιος μιλούσε. Το βλέμμα της έπεσε στην πιο κοντινή πόρτα. «Έχουμε φιλοξενούμενους;» «Όχι». «Και τότε ποιος είναι σ’ αυτό το δωμάτιο;» «Κανείς, λαίδη μου». Η Άννα όμως άκουσε πάλι κάτι. Αυτή τη φορά δεν ήταν φωνή, μα ένα σύρσιμο στο πάτωμα. Διατακτικά, χωρίς να ξέρει τι θα αντικρίσει, η Άννα πλησίασε την πόρτα. Μ ’ ένα δυσάρεστο προαίσθημα έπιασε το πόμολο. Και τότε άκουσε ένα γυναικείο γέλιο. Με μάτια γουρλωμένα, η Άννα άνοιξε την πόρτα. Κι άκουσε την Μπελ να φωνάζει, κρύβοντας το κορμί της με το μαύρο της φόρεμα. Η Άννα κοίταξε με το στόμα ανοιχτό την καμαριέρα της που φορούσε μόνο τα εσώρουχά της. Ύστερα κοίταξε τον άντρα που καθόταν στο κρεβάτι και τα έχασε εντελώς. Ο Πάτρικ την κοίταζε φορώντας μόνο το μαύρο παντελόνι του φράκου του - εκείνου του φράκου που φορούσε στο χορό του Χάρντινγκ. Η Μπελ έτρεξε προς την κεραυνόπληκτη Άννα κρατώντας μπροστά της το φόρεμά της σαν ασπίδα. «Α