Page 1

από τον συγγραφέα τω ν 2 εκ α τ. αντιτύπω ν κ α ι συνεχιστή του R obert Jordan

«Ένα επικό best seller συνωμοσίας, ίντριγκας και πολεμικών τεχνών»

ΓΟΜ Ο Σ Λ'

τ(£;Μηγ€[δι ΐηςοΑνάληψης fttyTOCTiKCS "lioop os


;^Λ\ΐ)ο\ hANM'llSON

Η ΟΜΙΧΛΗ ΔΙΑΦΕΝΤΕΥΕΙ ΤΗ ΝΥΧΤΛ... Ο ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟ Ί ΟΝ ΚΟΣΜΟ

}

---- /

ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ έβρεχε οτάχτη. χίλια χρόνια, οι οκάα ζοίχχιν I\Ι I, >Λ/\Ι υποδουλωμένοι οτη δυοιυχΐα και οτο φόβο. Για χίλια χρόνια ο Μέγας Ιίξουοιαστής κυβερνούσε απολυταρχικά, με όπλα του το φόβο και ιη θεοκρατία. Κάθε πρυυπάΟεια επανάστασης απέτυχε ιιαιαγωδώς. ΚΙ ΟΜΩΣ, II ΙνΑΙΙΙΛΛ /HI. Μια νέα απόπειρα ξεσηκωμού βρίοκειαι οτα σκαριά, και η επιτυχίατης εξαρχάτα ι από την πονηριά ενός πανέξυπνου πα* |Κ>ν(>μου και το κοι^κιγιο μισς α π ύ ­ θμενης ηρο:ίδας, που καλείται να οιαπμέψει οτην Κραματομαντεία, ιη μαγι­ κέ] διιναμη ιο>ν Ομιχλογέννηιων.


άδι τηςι^Ανάληψης


Τίτλος πρωτοτύπου: MISTBORN, The Well of Ascension Copyright © 2007 Brandon Sanderson Συγγραφέας: Brandon Sanderson Μετάφραση: Πηνελόπη Τριαδά Επιμέλεια: Σπόρος Μοσχονάς Εξώφυλλο - Σελιδοποίηση: Εκδόσεις Φανταστικός Κόσμος Εκτύπωση: Βιβλιοτεχνία Ο. Ε. Copyright © 2012 για την ελληνική γλώσσα Εκδόσεις Φανταστικός Κόσμος Εκδόσεις Φανταστικός Κόσμος 3ηι· Σεπτεμβρίου 65, Αθήνα 104 33 τηλ.: 210.8231072, fax.: 210.8252436 www.fantastikos-kosmos.gr Πρώτη έκδοση για την ελληνική γλώσσα: ISBN (SET): 978-960-6868-82-5 ISBN (ΤΟΜΟΣ A'): 978-960-6868-83-2

Απαγορεύεται η αντιγραφή, φωτοανατύπωση, εκρϊσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναδημοσίευση και γενικά η αναπαραγωγή του συνόλου ή μέρους του έργου με οποιοσδήποτε τρόπο ή μέσο (μηχανικό, ηλεκτρονικό ή άλλο) χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.


BRAN D O N SA N D ERSO N

ινάληψης


ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΛΙΣ ΚΟΛ Η οποία ίσως να μην κατανοήσει ποτέ τα βιβλία φαντασίας μου, ωστόσο μου δίδαξε περισσότερα για τη ζωή -και επομένως για τη συγγραφήαπό όσα φαντάζεται.

(Ευχαριστώ, γιαγιά!)


3. Βιβλιοπωλείο Μπάιλμς 4. Κτήριο της Συνόδου 5. Φρουρά της Λουθάντελ 6. Πύργος Βεντοόρ 7. Πύργος Χέισπνγκ 8. Πύργος Λέκαλ 9. Πύργος Έρικελερ ΊΟ. Μαγαζί του Κλαμπς 1Ί . Αντρο του Κάμον 12. Οδός Παλαιών Τειχών 13. Οδός Κέντον 14. Πλατεία Άλστρομ 15. Κανάλι Φέντερ 16. Οδός Καναλιού


’ Οι»


Μ ΕΡΟΣ Π ΡΩΤΟ

ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΖΩΝΤΑ


Γράφω αυτές τις λέξεις σε ατσάλι, γιατί οτιδήποτε δεν είναι γραμμένο σε μέ­ ταλλο δεν είναι αξιόπιστο. 1

^Γ^2/ΓΡΑΤΟΣ ΓΛΙΣΤΡΗΣΕ ΣΑΝ ΜΙΑ σκοτεινή κηλίδα στον 3ρίζοντα. Ο βασιλιάς Έλεντ Βεντούρ στεκόταν ακίνητος πάνω στο τείχος της πόλης Λουθάντελ, κοιτάζοντας τα εχθρικά στρατεύματα. Γύρω του, στάχτη έπεφτεππό τον ουρανό σε παχιές, τεμπέλικες νιφάδες. Δεν ήταν η καμένη, λευκή στάχτη που έβλεπε κανείς στα σβησμένα κάρβουνα- αυτή ήταν μια πιο βαθιά, πιο τραχιά, μαύρη στάχτη. Τα Σταχτοβούνια ήταν ιδιαιτέρως ενεργά τώρα τελευταία. Ο Έλεντ ένιωσε τη στάχτη να κάθεται στο πρόσωπό του και στα ρούχα του, αλλά την αγνόησε. Στο βάθος, ο κόκκινος σαν αίμα ή­ λιος πλησίαζε στη δύση του. Φώτιζε από πίσω το στρατό που είχε έρθει να αρπάξει το βασίλειο του Έλεντ. «Πόσοι;» ρώτησε σιγανά ο Έλεντ. «Πενήντα χιλιάδες, πιστεύουμε» είπε ο Χαμ, ακουμπώντας πά­ νω στο παραπέτο, με τα χοντρά μπράτσα του διπλωμένα πάνω στην πέτρα. Όπως όλα στην πόλη, το τείχος είχε μαυρίσει από τα αμέτρητα χρόνια σταχτοπτώσεων. «Πενήντα χιλιάδες στρατιώτες...» είπε ο Έλεντ, με τη φωνή του


τ

να αργοσβήνει. Παρά τη μεγάλη στρατολόγηση, ο Έλεντ είχε δεν είχε είκοσι χιλιάδες στρατιώτες υπό τις διαταγές του - και ήταν χω­ ρικοί με λιγότερο από έναν χρόνο εκπαίδευσης. Η ουντήρηοη ακόμα και αυτού του μικρού αριθμού απομυζούσε τους πόρους του. Αν είχαν καταφέρει να βρουν το άτιο του Μεγάλου Εξουσιαστή, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Όπως είχε τώρα η κατάσταση, το βασίλειο του Έλεντ αντιμετώπιζε σοβαρό κίνδυ­ νο οικονομικής καταστροφής. «Τι λες;» ρώτησε ο Έλεντ. «Δεν ξέρω, Ελ» είπε σιγανά ο Χαμ. «Πάντοτε ήταν ο Κέλσιερ που είχε το όραμα». «Όμως τον βοήθησες στα σχέδιά του» είπε ο Έλεντ. «Εσύ και οι άλλοι ήσασταν η ομάδα του. Εσείς σκεφτήκατε μια στρατηγική για την ανατροπή της αυτοκρατορίας, και μετά την κάνατε πραγ­ ματικότητα». Ο Χαμ βυθίστηκε στη σιωπή και ο Έλεντ ένιωσε σαν να ήξερε τι σκεφτόταν ο άλλος άντρας. Ο Κέλσιερ έπαιξε τον πιο βασικό ρόλο σε όλα αυτά. Ήταν εκείνος που οργάνωνε τα πάντα, εκείνος που έπαιρνε όλες τις τρελές ιδέες και τις μετέτρεπε σε βιώσιμο εγχείρημα. Ήταν ο ηγέτης. Η μεγαλοφυΐα. Και είχε πεθάνει πριν από έναν χρόνο, την ίδια μέρα που ο λαός -ω ς μέρος του μυστικού του σχεδίου- είχε ξεσηκωθεί οργι­ σμένος για να ανατρέψει τον θεό αυτοκράτορά του. Στο χάος που επακολούθησε ο Έλεντ πήρε το θρόνο. Τώρα όλα έδειχναν ότι θα έχανε όλα αυτά που ο Κέλσιερ και η ομάδα του είχαν δουλέψει τόσο σκληρά για να πετύχουν. Θα τα έχανε από έναν τύραννο που ίσως να ήταν χειρότερος από τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Έναν τιποτένιο, πανούργο τραμπούκο με τη μορφή του «ευγενούς». Τον άντρα που είχε οδηγήσει το στρατό του στη Λουθάντελ. Τον ίδιο τον πατέρα του Έλεντ, τον Στραφ Βεντούρ. «Υπάρχει καμιά περίπτωση να μπορέσεις... να τον πείσεις να μην επιτεθεί;» ρώτησε ο Χαμ. «Ίσως» είπε διστακτικά ο Έλεντ. «Αν υποθέσουμε ότι η Σύνο­ δος δεν θα παραδώσει έτσι απλώς την πόλη».


«Κοντεύουν;» «Δεν ξέρω, ειλικρινά. Φοβάμαι πως ναι. Αυτός ο στρατός τούς έχει φοβίσει, Χαμ». Και όχι άδικα, σκέφτηκε. «Τέλος πάντων, έχω μια πρόταση για τη συνέλευση που θα γίνει σε δύο μέρες. Θα προσπα­ θήσω να τους πείσω να μην κάνουν τίποτα βιαστικό. Ο Ντόξον γύρισε σήμερα, σωστά;» Ο Χαμ κατένευσε. «Λίγο πριν από την προέλαση του στρα­ τού». «Νομίζω ότι πρέπει να κανονίσουμε συνάντηση της ομάδας» είπε ο Έλεντ. «Να προσπαθήσουμε να βρούμε έναν τρόπο να το αντιμετωπίσουμε όλο αυτό». «Και πάλι θα είμαστε αρκετά ελλιπείς» είπε ο Χαμ, τρίβοντας το πηγούνι του. «Ο Τρομάρας θα γυρίσει την άλλη βδομάδα, και μόνο ο Μέγας Εξουσιαστής ξέρει πού πήγε ο Μπριζ. Έχουμε μήνες να λάβουμε μήνυμά του». Ο Έλεντ αναστέναξε, κουνώντας το κεφάλι του. «Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, Χαμ». Γύρισε, κοιτάζοντας ξανά το καλυμμένο με στάχτη τοπίο. Ο στρατός άναβε φωτιές καθώς ο ήλιος έδυε. Σύντομα, θα εμφανίζονταν οι ομίχλες. Πρέπει να γυρίσω στο παλάτι και να δουλέψω εκείνη την πρόταση, σκέφτηκε ο Έλεντ. «Πού πήγε η Βιν;» ρώτησε ο Χαμ, γυρίζοντας προς τον Έλεντ. Ο Έλεντ δεν μίλησε για λίγο. «Ξέρεις» είπε, «δεν γνωρίζω ακριβώς».

Η Βιν προσγειώθηκε απαλά στο υγρό λιθόστρωτο, παρακολου­ θώντας τις ομίχλες να αρχίζουν να σχηματίζονται γύρω της. Κα­ θώς το σκοτάδι έπεφτε, ζωντάνευαν φουσκώνοντας σαν μπερ­ δεμένα κουβάρια από διάφανα κλήματα που στριφογύριζαν και τυλίγονταν το ένα γύρω από το άλλο. Η μεγάλη πόλη της Λουθάντελ ήταν σιωπηλή. Ακόμα και τώ­ ρα, έναν χρόνο μετά το θάνατο του Μεγάλου Εξουσιαστή και την άνοδο της νέας ελεύθερης κυβέρνησης του Έλεντ, ο απλός κό­ σμος έμενε στο σπίτι του τη νύχτα. Φοβούνταν τις ομίχλες, μια


τχίΐίίηγάδι τηςοΑνάληψης

παράδοση που έφτανε ακόμα πιο βαθιά από τους νόμους του Μεγάλου Εξουσιαστή. Η Βιν προχώρησε αθόρυβα, με τις αισθήσεις της σε επιφυλακή. Μέσα της, όπως πάντα, έκαιγε λευκοσίδηρο και κασσίτερο. Ο κασσίτερος ενίσχυε τις αισθήσεις της, διευκολύνοντάς την να βλέ­ πει τη νύχτα. Ο λευκοσίδηρος έκανε το σώμα της πιο δυνατό, έκα­ νε τα πόδια της πιο ελαφριά. Αυτά, μαζί με το χαλκό -ο οποίος είχε τη δύναμη να κρατάει το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε Κραματομαντεία κρυφό από άλλους που έκαιγαν μπρούντζο- ήταν μέταλλα τα οποία έκαιγε σχεδόν συνέχεια. Κάποιοι την αποκαλούσαν παρανοϊκή. Εκείνη θεωρούσε τον εαυτό της προετοιμασμένο. Όπως και να 'χε, αυτή η συνήθεια της είχε σώσει τη ζωή σε πολλές περιπτώσεις. Πλησίασε μια ήσυχη γωνιά στο δρόμο και σταμάτησε, ρί­ χνοντας μια κλεφτή ματιά. Ποτέ δεν κατάλαβε πραγματικά πώς έκαιγε μέταλλα· από όσο θυμόταν ήταν κάτι που μπορούσε να κάνει όλη της τη ζωή, χρησιμοποιώντας Κραματομαντεία ενστικτωδώς, ακόμα και πριν εκπαιδευτεί επισήμως από τον Κέλσιερ. Στην πραγματικότητα δεν είχε σημασία για εκείνη. Δεν ήταν σαν τον Έλεντ· δεν χρειαζόταν μια λογική εξήγηση για τα πάντα. Το γεγονός ότι όταν κατάπινε κομμάτια μετάλλου μπορούσε να αντλεί τη δύναμή τους ήταν αρκετό για τη Βιν. Ήταν μια δύναμη που εκτιμούσε, γιατί ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε να μην την έχει. Ακόμα και τώρα, δεν ήταν αυτό που θα περιέγραφε κανείς όταν φανταζόταν έναν πολεμιστή. Αδύνατη, μετά βίας ξεπερνούσε το ενάμιση μέτρο ύψος, με σκούρα μαλλιά και χλωμό δέρμα, ήξερε ότι είχε μια σχεδόν ευάλωτη όψη. Δεν ήταν πια το υποσιτισμένο κορίτσι των δρόμων, όπως συνέβαινε κατά την παιδική της ηλικία, αλλά σίγουρα δεν ήταν κάποια που θα προκαλούσε φόβο σε έναν άντρα. Αυτό της άρεσε. Της έδινε ένα πλεονέκτημα - και χρειαζόταν κάθε πλεονέκτημα που μπορούσε να εξασφαλίσει. Επίσης της άρεσε η νύχτα. Κατά τη διάρκεια της μέρας, η Λουθάντελ ήταν πυκνοδομημένη και γεμάτη κόσμο παρά το μέ­ γεθος της. Αλλά τη νύχτα οι ομίχλες έπεφταν σαν ένα βαθύ


σύννεφο. Νότιζαν, μαλάκωναν, σκίαζαν. Οι τεράστιοι πύργοι γί­ νονταν σκοτεινά βουνά και τα συνωστισμένα σπίτια έλιωναν όλα μαζί και γίνονταν ένα, σαν τα χρησιμοποιημένα κεριά που πετάει ένας κηροποιός. Η Βιν συσπειρώθηκε δίπλα στο κτήριο, εξακολουθώντας να κοιτάζει τη διασταύρωση. Προσεκτικά, έψαξε μέσα της και έκαψε ατσάλι - ένα άπό τα άλλα μέταλλα που είχε καταπιεί νωρίτερα. Αμέσως, μια ομάδα από διάφανες γαλάζιες γραμμές ξεπήδησαν και απλώθηκαν γύρω της. Ορατές μόνο στα δικά της μάτια, οι γραμμές ξεκινούσαν από το στήθος της και κατέληγαν σε κοντινές πηγές μετάλλου - σε όλα τα μέταλλα, οποιοσδήποτε τύπου. Το πά­ χος των γραμμών ήταν ανάλογο με το μέγεθος των μεταλλικών κομματιών που συναντούσαν. Κάποιες έδειχναν προς μπρούτζινες κλειδαριές πάνω σε πόρτες, άλλες προς σιδερένια καρφιά που κρατούσαν σανίδες ενωμένες. Περίμενε σιωπηλή. Καμία από τις γραμμές δεν κινούνταν. Το κάψιμο του ατσαλιού ήταν ένας εύκολος τρόπος για να καταλάβει αν υπήρχε κάποιος εκεί κοντά. Αν είχε μεταλλικά κομμάτια επάνω του, θα προσέλκυε κινούμενες γαλάζιες γραμμές. Φυσικά, δεν ήταν αυτός ο βασικός σκοπός του ατσαλιού. Η Βιν έβαλε προσεκτικά το χέρι μέσα στο πουγκί της ζώνης της και έβγαλε ένα από τα πολλά νομίσματα που υπήρχαν μέσα, με το ύφασμα να πνίγει το κουδούνισμά τους. Όπως όλα τα άλλα κομμάτια μετάλλου, μια γαλάζια γραμμή εκτεινόταν από το κέντρο αυτού του νομίσματος ως το στήθος της Βιν. Πέταξε το νόμισμα στον αέρα, μετά άρπαξε με το μυαλό της τη γραμμή του και -καίγοντας ατσάλι- Ώθησε το νόμισμα. Το κομ­ μάτι μετάλλου τινάχτηκε στον αέρα, σχηματίζοντας μια καμπύλη μέσα στις ομίχλες, σπρωγμένο μακριά από την Ώθηση. Έπεσε με ένα κουδούνισμα στο έδαφος, στη μέση του δρόμου. Οι ομίχλες συνέχισαν να στροβιλίζονται. Ήταν παχιές και μυστηριώδεις, ακόμα και για τη Βιν. Πιο πυκνές από μια απλή ομίχλη και πιο διαρκείς από οποιοδήποτε φυσιολογικό καιρικό φαινόμενο, αναδεύονταν και έρεαν, σχηματίζοντας ρυάκια γύρω της. Τα μάτια της μπορούσαν να τις διαπεράσουν· ο λευκοσίδηρος


τ

έκανε την όρασή της πιο οξεία. Η νύχτα τής φαινόταν πιο ελα­ φριά, οι ομίχλες λιγότερο πυκνές. Ωστόσο, εξακολουθούσαν να είναι εκεί. Μια σκιά κινήθηκε στην πλατεία της πόλης, απαντώντας στο νόμισμά της - το οποίο είχε Ωθήσει προς την πλατεία σαν σινιάλο. Η Βιν προχώρησε αθόρυβα, και αναγνώρισε τον Ορσούρ, τον κάντρα. Φορούσε ένα διαφορετικό σώμα από αυτό που είχε πριν από έναν χρόνο, τον καιρό που έπαιζε το ρόλο του Λόρδου Ρενού. Ωστόσο, αυτό το φαλακρό, αδιάφορο σώμα είχε πλέον γίνει οικείο για τη Βιν. Ο Ορσούρ την πλησίασε. «Βρήκες αυτό που αναζητούσες, αφέντρα;» ρώτησε, με έναν τόνο γεμάτο σεβασμό - αν και ακόμα λίγο εχθρικό. Όπως πάντα. Η Βιν κούνησε το κεφάλι της, κοιτάζοντας τριγύρω στο σκο­ τάδι. «Ίσως έκανα λάθος» είπε. «Ίσως να μη με ακολουθούσε κα­ νείς». Αυτή η παραδοχή τής προκάλεσε λίγη θλίψη. Απόψε ανυπομονούσε να μονομαχήσει με τον Παρατηρητή ξανά. Ακόμα δεν ήξερε καν ποιος ή τα ν την πρώτη νύχτα, τον είχε περάσει για δο­ λοφόνο. Και ίσως να ήταν. Ωστόσο, έμοιαζε να δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τον Έλεντ - και πολύ περισσότερο για τη Βιν. «Καλύτερα να γυρίσουμε στο τείχος» έκρινε η Βιν, και σηκώ­ θηκε όρθια. «Ο Έλεντ θα αναρωτιέται πού πήγα». Ο Ορσούρ κατένευσε. Εκείνη τη στιγμή μια έκρηξη νομισμά­ των διαπέρασε τις ομίχλες, πέφτοντας βροχή πάνω στη Βιν.


Έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν είμαι ο μοναδικός λογικός άνθρωπος που έχει απομείνει. Δεν το βλέπουν οι άλλοι; Περίμεναν τόσον καιρό να έρθει ο ήρωάς τους -εκείνος για τον οποίο μιλούν οι προφητείες του Τέρις- ώστε βιάζονται να κα­ ταλήξουν σε συμπεράσματα, θεωρώντας ότι κάθε ιστορία και κάθε θρύλος μιλάει για αυτόν τον άντρα.

2 BIN ΑΝΤΕΔΡΑΣΕ ΑΜΕΣΩΣ, ΑΝΑΠΗΔΩΝΤΑΣ ΜΑΚΡΙΑ. Κινούνταν με απίστευτη ταχύτητα, ενώ οι λωρίδες του μαν­ δύα της στροβιλίζονταν καθώς γλιστρούσε πάνω στο υγρό λιθό­ στρωτο. Τα νομίσματα χτυπούσαν στο έδαφος πίσω της, τινάζοντας θραύσματα πέτρας, και μετά άφηναν ίχνη στην ομίχλη καθώς εξο­ στρακίζονταν. «Ορσούρ, φύγε!» είπε απότομα, αν και εκείνος έτρεχε ήδη προς ένα κοντινό σοκάκι. Η Βιν γύρισε και συσπειρώθηκε στο έδαφος, με τα χέρια και τα πόδια της να ακουμπούν πάνω στις δροσερές πέτρες, και μέ­ ταλλα Κραματομαντείας να κορώνουν μέσα στο στομάχι της. Έκαψε ατσάλι, παρακολουθώντας τις διάφανες γαλάζιες γραμμές να εμφανίζονται γύρω της. Περίμενε, γεμάτη ένταση, παρακο­ λουθούσε για ... Άλλη μια ομάδα νομισμάτων εκτινάχθηκε μέσα από τις σκο­ τεινές ομίχλες, με το καθένα τους να έλκει μια γαλάζια γραμμή. Η Βιν έκαψε αμέσως ατσάλι και Ώθησε τα νομίσματα, εκτινάσσοντάς τα μέσα στο σκοτάδι.


τ<0 ®ηγάδι τηςαΑνάληψης

Η νύχτα σίγησε ξανά. Ο δρόμος γύρω της ήταν πλατύς -για τη Λουθάντελ- αν και οι κατοικίες έφταναν σε μεγάλο ύψος και στις δύο πλευρές. Η ομίχλη στροβιλιζόταν τεμπέλικα, κάνοντας τις άκρες του δρόμου να εξαφανίζονται μέσα στην καταχνιά. Μέσα από τις ομίχλες εμφανίστηκε μια ομάδα οχτώ αντρών και πλησίασε. Η Βιν χαμογέλασε. Είχε όντως δίκιο: Κάποιος την ακολουθούσε. Αυτοί οι άντρες, ωστόσο, δεν ήταν ο Παρατηρητής. Δεν είχαν τη σταθερή χάρη του, την αίσθηση της δύναμής του. Αυτοί οι άντρες ήταν κάτι πολύ πιο ωμό. Δολοφόνοι. Ήταν λογικό. Αν κι εκείνη είχε μόλις καταφτάσει με έναν στρατό για να κατακτήσει τη Λουθάντελ, το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να στείλει μια ομάδα Κραματομαντών για να σκοτώσουν τον Έλεντ. Ένιωσε μια ξαφνική πίεση στο πλευρό της και βλαστήμησε καθώς έχαοε την ισορροπία της, ενώ το πουγκί με τα νομίσματά της άρχισε να τινάζεται από τη μέση της. Τράβηξε το κορδόνι του για να το ελευθερώσει, αφήνοντας τον εχθρικό Κραματομάντη να Ωθήσει τα νομίσματα μακριά της. Οι δολοφόνοι είχαν του­ λάχιστον έναν Κερματορίχτη - έναν Ομίχλιο που είχε τη δύναμη να καίει ατσάλι και να Ωθεί μέταλλα. Μάλιστα, μέσα από δύο δολοφόνους έβγαιναν γαλάζιες γραμμές που έδειχναν τα δικά τους πουγκιά με νομίσματα. Η Βιν σκέφτηκε να ανταποδώσει τη χάρη και να Ωθήσει τα πουγκιά τους, αλλά δίστασε. Δεν ήταν ανάγκη να ανοίξει ακόμα τα χαρτιά της. Ίσως να χρειαζόταν αυτά τα νομίσματα. Χωρίς δικά της νομίσματα, δεν μπορούσε να επιτεθεί από μα­ κριά. Ωστόσο, αν αυτή η ομάδα ήταν καλή, τότε μια επίθεση από μακριά θα ήταν άσκοπη - οι Κερματορίχτες και οι Σύρτες τους θα ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν το χείμαρρο νομισμάτων. Ούτε η φυγή ήταν επιλογή. Αυτοί οι άνδρες δεν είχαν έρθει μόνο για εκείνη- αν το έβαζε στα πόδια, θα συνέχιζαν για να πετύχουν τον αληθινό τους σκοπό. Κανείς δεν έστελνε δολοφόνους για να σκοτώσουν σωματο­ φύλακες. Οι δολοφόνοι σκότωναν σημαντικούς άντρες. Άντρες


σαν τον Έλεντ Βεντούρ, το βασιλιά της Κεντρικής Κυριαρχίας. Τον άντρα που αγαπούσε. Η Βιν έκαψε κασσίτερο - η ένταση πλημμύρισε το σώμα της, θέτοντάς το σε επιφυλακή, κάνοντάς το επικίνδυνο. Τέσσερις Νταήδες μπροστά, σκέφτηκε, βλέποντας τους άντρες να προελαύνουν. Οι Κασσιτερόχειρες θα ήταν υπεράνθρωπα δυνατοί, ικανοί να αντέξουν μια πολύ δυνατή επίθεση σε μάχη σώμα με σώμα. Πολύ επικίνδυνοι από κοντά. Και αυτός που κρατάει την ξύλινη ασπίδα είναι Σύρτης. Προσποιήθηκε ότι ορμά, κάνοντας τους Νταήδες που πλη­ σίαζαν να αναπηδήσουν προς τα πίσω. Οχτώ Ομίχλιοι εναντίον μιας Ομιχλογέννητης είχαν αξιοπρεπείς πιθανότητες υπέρ τους - αλλά μόνο αν ήταν προσεκτικοί. Οι δύο Κερματορίχτες προ­ χώρησαν στις δύο πλευρές του δρόμου, για να μπορούν να την Ωθήσουν και από τις δύο κατευθύνσεις. Ο τελευταίος άντρας, που στεκόταν ήσυχα δίπλα στο Σύρτη, πρέπει να ήταν Καπνιστής σχετικά ασήμαντος σε μια συμπλοκή, ο σκοπός του ήταν να κρύβει την ομάδα του από εχθρικούς Κραματομάντεις. Οχτώ Ομίχλιοι. Ο Κέλσιερ θα τα είχε καταφέρει- είχε σκοτώσει έναν Ιεροεξεταστή. Εκείνη, ωστόσο, δεν ήταν ο Κέλσιερ. Δεν είχε καταλήξει ακόμα στο αν αυτό ήταν καλό ή κακό. Η Βιν πήρε μια βαθιά ανάσα, ευχήθηκε να της περίσσευε λίγο άτιο, και έκαψε σίδηρο. Αυτό της επέτρεψε να Έλξει ένα κοντινό νόμισμα -ένα από αυτά που είχαν ρίξει πάνω της- όπως ακριβώς το ατσάλι θα της είχε επιτρέψει να το Ωθήσει. Το έπιασε, το έριξε, και μετά πήδηξε, με σκοπό να Ωθήσει το νόμισμα για να την κάνει να εκτιναχθεί στον αέρα. Ένας από τους Κερματορίχτες, ωστόσο, Ώθησε το νόμισμα, πε­ τώ ντας το μακριά. Εφόσον η Κραματομαντεία επέτρεπε σε κά­ ποιον μονάχα να Ωθήσει μακριά από το σώμα του ή να Έλξει προς το σώμα του, η Βιν έμεινε χωρίς ένα επαρκές στήριγμα. Αν Ωθούσε το νόμισμα αυτό θα την έκανε να εκτιναχθεί πλαγίως. Έπεσε ξανά στο έδαφος. Άσ' τους να νομίζουν ότι με παγίδευσαν, σκέφτηκε και συσπειρώ­ θηκε στο κέντρο του δρόμου. Οι Νταήδες πλησίασαν με λίγη περισ-


τ

σότερη αυτοπεποίθηση. Ναι, σκέφτηκε η Βνν. Ξέρω τι σκέφτεστε. Αυ­ τή είναι η Ομιχλογέννητη που σκότωσε τον Μεγάλο Εξουσιαστή; Αυτό το κοκαλιάρικο πράγμα; Είναι δυνατόν; Το ίδιο αναρωτιέμαι κι εγώ. Ο πρώτος Νταής έσκυψε για να επιτεθεί, και η Βιν όρμησε. Μαχαίρια από οψιδιανό άστραψαν μέσα στη νύχτα καθώς τα ελευθέρωσε από τα θηκάρια τους, και το αίμα τινάχτηκε μαύρο μέσα στο σκοτάδι όταν έσκυψε κάτω από το ραβδί του Νταή και έσκισε με τα όπλα της το μηρό του. Ο άντρας ούρλιαζε. Η νύχτα δεν ήταν πια σιωπηλή. Οι άντρες βλαστημούσαν καθώς η Βιν κινήθηκε ανάμεσά τους. Ο σύντροφος του Νταή τής επιτέθηκε - τόσο γρήγορα ώστε οι κι­ νήσεις του ήταν θολές, ενώ οι μύες του τροφοδοτούνταν από κασ­ σίτερο. Το ραβδί του χτύπησε μια λωρίδα από τον ομιχλοχιτώνα της Βιν καθώς εκείνη ρίχτηκε στο έδαφος, για να σπρώξει το σώμα της ξανά πάνω και μακριά από το Νταή. Ένας χείμαρρος από νομίσματα ρίχτηκε προς το μέρος της. Η Βιν άπλωσε το χέρι της και τα Ώθησε. Ο Κερματορίχτης, ωστό­ σο, συνέχισε να Ωθεί - και η Ώθηση της Βιν συγκρούστηκε με τη δική του. Η Ώθηση και η Ελξη των μετάλλων βασίζονταν στο βάρος. Και -μ ε τα νομίσματα ανάμεσά τους- αυτό σήμαινε ότι το βάρος της Βιν κονταροχτυπήθηκε με το βάρος του δολοφόνου. Τινάχτηκαν και οι δύο προς τα πίσω. Η Βιν βγήκε από την εμβέλεια του Νταή· ο Κερματορίχτης έπεσε στο έδαφος. Μια βροχή από νομίσματα όρμησε προς το μέρος της από την άλλη κατεύθυνση. Συνεχίζοντας να στριφογυρίζει στον αέρα, η Βιν κόρωσε ατσάλι, δίνοντας στον εαυτό της μια επιπλέον έκρηξη δύναμης. Οι γαλάζιες γραμμές είχαν γίνει ένα κουβάρι, αλλά δεν χρειαζόταν να απομονώσει τα νομίσματα για να τα Ωθήσει όλα μακριά. Αυτός ο Κερματορίχτης άφησε τα πυρομαχικά του αμέσως όταν ένιωσε ο άγγιγμα της Βιν. Τα κομμάτια μετάλλου σκορπίστηκαν στις ομίχλες. Η Βιν έπεσε στο λιθόστρωτο με τον ώμο. Κατρακύλησε -κορώ-


νοντας κασσίτερο για να ενισχύσει την ισορροπία της- και τι­ νάχτηκε όρθια. Ταυτόχρονα έκαψε σίδηρο και άσκησε Έλξη στα νομίσματα που είχαν εξαφανιστεί. Αυτά τινάχτηκαν και πάλι προς το μέρος της. Όταν ήρθαν κοντά της, η Βιν πήδηξε στο πλάι και τα Ώθησε προς τους Νταήδες που πλησίαζαν. Τα νομίσματα, ωστόσο, άλλαξαν αμέσως πορεία, και στριφογύρισαν μέσα στις ομίχλες προς το Σύρτη. Εκείνος δεν μπόρεσε να Ωθήσει τα νομίσματα μακριά - όπως όλοι οι Ομίχλιοι, είχε μόνο μία Κραματομαντική δύναμη, και η δική του ήταν να Έλκει με σίδηρο. Το έκανε αποτελεσματικά, προστατεύοντας τους Νταήδες. Σή­ κωσε την ασπίδα του και γρύλισε από τη σύγκρουση καθώς τα νο­ μίσματα χτύπησαν πάνω της και πετάχτηκαν μακριά. Ήδη, η Βιν κινούνταν ξανά. Έτρεξε κατευθείαν προς τον εκτεθειμένο πλέον Κερματορίχτη στα αριστερά της, εκείνον που είχε πέσει στο έδαφος. Ο άντρας έβγαλε μια φωνή από την έκ­ πληξη, και ο άλλος Κερματορίχτης προσπάθησε να αποσπάσει την προσοχή της Βιν, αλλά ήταν πολύ αργός. Ο Κερματορίχτης πέθανε με ένα μαχαίρι στο στήθος του. Δεν ήταν Νταής· δεν μπορούσε να κάψει κασσίτερο για να ενισχύσει το σώμα του. Η Βιν τράβηξε το μαχαίρι και μετά ελευθέρωσε το πουγκί του. Ο άντρας έβγαλε έναν σιγανό, κελαρυστό ήχο από το λαιμό του και κατέρρευσε πάνω στις πέτρες. Ένας, σκέφτηκε η Βιν, στριφογυρίζοντας, με τον ιδρώτα να τινάζεται από το μέτωπό της. Τώρα είχε να αντιμετωπίσει εφτά άντρες στον στενό σαν διάδρομο δρόμο. Πιθανότατα περίμεναν να το βάλει στα πόδια. Αντί γι' αυτό, όμως, εκείνη όρμησε. Καθώς πλησίασε τους Νταήδες, πήδηξε - μετά πέταξε κάτω το πουγκί που είχε πάρει από τον ετοιμοθάνατο άντρα. Ο Κερ­ ματορίχτης που είχε απομείνει έβγαλε μια κραυγή, Ωθώντας το αμέσως μακριά. Η Βιν, ωστόσο, κέρδισε λίγη ανύψωση από τα νο­ μίσματα, και έκανε ένα άλμα πάνω ακριβώς από τα κεφάλια των Νταήδων. Ένας από αυτούς -ο τραυματισμένος- ήταν δυστυχώς αρκε­ τά έξυπνος ώστε να παραμείνει πίσω για να προστατεύσει τον


τ<£#ΐηγάδι της^ νβλη ψ η ς

Κερματορίχτη. Ο Νταής σήκωσε το ρόπαλό του καθώς η Βιν προσ­ γειώθηκε. Απέφυγε την πρώτη του επίθεση, σήκωσε το μαχαίρι της, καιΜια γαλάζια γραμμή άρχισε να χορεύει στο πεδίο της όρασής της. Γρήγορη. Η Βιν αντέδρασε άμεσα, στριφογυρίζοντας και Ωθώντας το μάνταλο μιας πόρτας για να μπορέσει να φύγει από τη μέση. Έπεσε στο έδαφος με το πλευρό της, και μετά τινάχτηκε πάνω με το ένα χέρι. Προσγειώθηκε γλιστρώντας πάνω στα υγρά από την ομίχλη πόδια της. Ένα νόμισμα χτύπησε στο έδαφος πίσω της, και αναπήδησε πάνω στο λιθόστρωτο. Δεν είχε φτάσει αρκετά κοντά της για να την χτυπήσει. Μάλιστα, έμοιαζε να στόχευε τον εναπομείναντα Κερματορίχτη. Πιθανότατα εκείνος θα αναγκάστηκε να το Ωθήσει. Αλλά ποιος το έριξε; Ο Ορσούρ; αναρωτήθηκε η Βιν. Αλλά, αυτό ήταν ανόητο. Ο κό­ ντρα δεν ήταν Κραματομάντης - και, άλλωστε, δεν θα είχε πάρει την πρωτοβουλία. Ο Ορσούρ έκανε μόνο ό,τι του έλεγαν να κάνει. Ο δολοφόνος Κερματορίχτης έδειχνε εξίσου σαστισμένος. Η Βιν σήκωσε το βλέμμα της, κορώνοντας λευκοσίδηρο, και ανταμείφθηκε όταν είδε έναν άντρα να στέκεται στη στέγη ενός κοντινού κτηρίου. Μια σκοτεινή σιλουέτα. Δεν είχε κάνει καν τον κόπο να κρυφτεί. Αυτός είναι, σκέφτηκε. Ο Παρατηρητής. Ο Παρατηρητής παρέμεινε στη θέση του, χωρίς να παρέμβει άλλο καθώς οι Νταήδες επιτέθηκαν στη Βιν. Εκείνη βλαστήμησε όταν είδε τρία ραβδιά να έρχονται καταπάνω της ταυτόχρονα. Απέφυγε το ένα, στροβιλίστηκε και ξέφυγε από το άλλο, και βύ­ θισε ένα μαχαίρι στο στήθος του άντρα που κρατούσε το τρίτο. Αυτός τρέκλισε προς τα πίσω, αλλά δεν έπεσε. Ο κασσίτερος τον κράτησε όρθιο. Γιατί επενέβη ο Παρατηρητής; σκέφτηκε η Βιν καθώς τινάχτηκε μακριά. Γιατί να ρίξει εκείνο το νόμισμα στον Κερματορίχτη, ο οποίος μπορούσε προφανώς να το Ωθήσει; Η ενασχόληση του μυαλού της με τον Παρατηρητή παραλίγο να της κοστίσει τη ζωή, καθώς ένας Νταής που είχε διαφύγει της


προσοχής της τής επιτέθηκε από το πλάι. Ήταν ο άντρας του οποίου είχε τραυματίσει το πόδι. Η Βιν αντέδρασε έγκαιρα ώστε να αποφύγει το χτύπημά του. Αυτό, ωστόσο, την τοποθέτησε στην εμβέλεια των άλλων τριών. Επιτέθηκαν όλοι ταυτόχρονα. Κατάφερε να αποφύγει με μια περιστροφή τα δύο από τα χτυπήματα. Δέχτηκε, ωστόσο, το τρίτο στο πλευρό της. Το ισχυ­ ρό χτύπημα την πέταξε στην άλλη άκρη του δρόμου, και συγκρούστηκε με την ξύλινη πόρτα ενός μαγαζιού. Ακούσε ένα κρακ -από την πόρτα, ευτυχώς, και όχι από τα κόκκαλά της- και σωριάστηκε στο έδαφος, έχοντας χάσει τα μαχαίρια της. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα είχε πεθάνει. Το ενδυναμωμένο από τον κασσίτερο σώμα της, ωστόσο, ήταν αρκετά σκληρό ώστε να αντέξει. Πήρε μια κοφτή ανάσα, πιέζοντας τον εαυτό της να σηκωθεί, και κόρωσε λευκοσίδηρο. Το μέταλλο ενίσχυσε τις αισθήσεις της -συμπεριλαμβανομένης της αίσθησης του πόνου- και το ξαφνικό σοκ καθάρισε το μυαλό της. Το πλευρό της πονούσε εκεί που είχε χτυπηθεί. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Όχι τη στιγμή που έβλεπε έναν Νταή να της επιτίθεται, κραδαίνοντας το ραβδί του πάνω από το κεφάλι του για να της καταφέρει ένα χτύπημα. Έχοντας συσπειρωθεί μπροστά στην πόρτα, η Βιν κόρωσε κασσίτερο και έπιασε το ραβδί με τα δύο της χέρια. Γρύλισε, τρα­ βώντας το αριστερό της χέρι προς τα πίσω, και μετά κατέβασε τη γροθιά της πάνω στο όπλο, σπάζοντας το λεπτό ξύλο με ένα και μόνο χτύπημα. Ο Νταής παραπάτησε, και η Βιν τον χτύπησε με το δικό της μισό του ραβδιού ανάμεσα στα μάτια. Αν και ζαλισμένος, παρέμεινε όρθιος. Δεν μπορώ να τα βάλω με τους Νταήδες, σκέφτηκε. Πρέπει να συνεχίσω να κινούμαι. Έτρεξε προς το πλάι, αγνοώντας τον πόνο της. Οι Νταήδες προσπάθησαν να την ακολουθήσουν, αλλά ήταν ελαφρύτερη, πιο αδύνατη, και -το σημαντικότερο- πιο γρήγορη. Διέγραψε έναν κύκλο περιμετρικά τους και στράφηκε προς τον Κερματορίχτη, τον Καπνιστή και το Σύρτη. Ένας τραυματισμένος Νταής είχε επι­ στρέφει για να προστατεύσει αυτούς τους άντρες.


τ<£$ηγβδι τηςαΑνάληψης

Καθώς πλησίαζε η Βιν, ο Κερματορίχτης τής έριξε μια δυο χού­ φτες νομίσματα. Η Βιν Ώθησε τα νομίσματα, και μετά άσκησε Έλ­ ξη σε εκείνα στο πουγκί στη μέση του άντρα. Ο Κερματορίχτης γρύλισε καθώς το πουγκί άρχισε να τραβιέ­ ται προς τη Βιν. Ήταν δεμένο με ένα κοντό σχοινί στη μέση του, και το τράβηγμα από το βάρος της τον τίναξε προς τα εμπρός. Ο Νταής τον άρπαξε και τον σταθεροποίησε. Και εφόσον το στήριγμά της δεν μπορούσε να κουνηθεί, η Βιν άρχισε να Έλκεται η ίδια προς το μέρος του. Κόρωσε το σί­ δηρό της, και πέταξε στον αέρα, με τη γροθιά της υψωμένη. Ο Κερματορίχτης έβγαλε μια κραυγή και έλυσε το σχοινί για να ελευθερώσει το πουγκί. Πολύ αργά. Η ορμή τής Βιν τη μετέφερε προς τα εμπρός, και βύθισε τη γροθιά της στο μάγουλο του Κερματορίχτη καθώς περνούσε. Το κεφάλι του γύρισε στο πλάι και ο λαιμός του έσπασε. Καθώς η Βιν προσγειώθηκε, σήκωσε τον αγκώνα της στο πηγούνι του έκπληκτου Νταή, πετώντας τον προς τα πίσω. Ακολούθησε το πόδι της, που κατέβηκε με δύναμη στο λαιμό του Νταή. Δεν σηκώθηκε κανείς τους. Τρεις από τους οχτώ ήταν νεκροί. Το λυμένο πουγκί με τα νομίσματα έπεσε στο έδαφος, ανοίγοντας και σκορπώντας εκατό γυαλιστερά κομμάτια χαλκού στο λιθό­ στρωτο γύρω από τη Βιν. Αγνόησε τον πόνο στον αγκώνα της και κοίταξε το Σύρτη. Εκείνος στεκόταν με την ασπίδα του, και έδειχνε παράξενα ήρεμος. Πίσω της ακούστηκε ένας ξερός κρότος. Η Βιν έβγαλε μια κραυγή, καθώς τα ενισχυμένα από τον λευκοσίδηρο αυτιά της αντέδρασαν υπερβολικά στον ξαφνικό ήχο. Ένας πόνος διαπέρασε το κεφάλι της και σήκωσε τα χέρια της για να καλύψει τα αυτιά της. Είχε ξεχάσει τον Καπνιστή, ο οποίος στεκόταν κρατώντας δύο μακριά κομμάτια ξύλου, φτιαγμένα έτσι ώστε να προκαλούν οξείς θορύβους όταν χτυπούν μεταξύ τους. Κινήσεις και αντιδράσεις, πράξεις και συνέπειες - αυτά ήταν η ουσία της Κραματομαντείας. Ο λευκοσίδηρος έκανε τα μάτια της να διαπερνούν τις ομίχλες - δίνοντάς της ένα πλεονέκτημα έναντι των δολοφόνων. Ωστόσο, ο λευκοσίδηρος έκανε επίσης την


ακοή της εξαιρετικά οξεία. Ο Καπνιστής σήκωσε και πάλι τα ρα­ βδιά του. Η Βιν γρύλισε, πήρε μια χούφτα νομίσματα από το λιθόστρωτο, και μετά τα έριξε στον Καπνιστή. Ο Σύρτης, φυσικά, τους άσκησε Ελξη προς το μέρος του. Χτύπησαν πάνω στην ασπί­ δα και εκτινάχτηκαν τριγύρω. Και καθώς τινάζονταν στον αέρα, η Βιν Ώθησε προσεκτικά ένα από αυτά για να πέσει πίσω του. Ο άντρας χαμήλωσε την ασπίδα του, αγνοώντας το νόμισμα που είχε χειραγωγήσει η Βιν. Η Βιν τού άσκησε Έλξη, τραβώντας το νόμισμα κατευθείαν προς το μέρος της - και μετά πίσω προς το στήθος του Σύρτη. Αυτός έπεσε χωρίς να βγάλει ήχο. Τέσσερις. Έμειναν όλοι ακίνητοι. Οι Νταήδες που έτρεχαν προς το μέ­ ρος της πάγωσαν, και ο Καπνιστής χαμήλωσε τα ραβδιά του. Δεν είχαν Κερματορίχτες, ούτε Σύρτες -κανέναν που θα μπορούσε να Ωθήσει ή να Έλξει μέταλλο- και η Βιν στεκόταν καταμεσής μιας θάλασσας από νομίσματα. Αν τα χρησιμοποιούσε, ακόμα και οι Νταήδες θα έπεφταν γρήγορα. Το μόνο που είχε να κάνει ήτανΆλλο ένα νόμισμα έσκισε τον αέρα, σταλμένο από τη στέγη του Παρατηρητή. Η Βιν βλαστήμησε, σκύβοντας για να το αποφύγει. Το νόμισμα, ωστόσο, δεν τη χτύπησε. Πέτυχε τον Καπνιστή, που κρατούσε τα ραβδιά, στο μέτωπο. Ο άντρας έπεσε προς τα πίσω, νεκρός. Τι; σκέφτηκε η Βιν, κοιτάζοντας τον νεκρό άντρα. Οι Νταήδες επιτέθηκαν, αλλά η Βινυποχώρησε, συνοφρυωμένη. Γιατί να σκοτώσει τον Καπνιστή; Δεν ήταν απειλή πια. Εκτός... Η Βιν έσβησε το χαλκό της, και μετά έκαψε μπρούντζο, το μέ­ ταλλο που τη βοηθούσε να νιώσει τι δυνάμεις χρησιμοποιούσαν οι άλλοι Κραματομάντεις που βρίσκονταν εκεί κοντά. Δεν μπο­ ρούσε να νιώσει τους Νταήδες να καίνε κασσίτερο. Η Κραματομαντεία τους παρέμενε ακόμη κρυμμένη. Υπήρχε και κάποιος άλλος που έκαιγε χαλκό. Ξαφνικά, όλα έβγαζαν νόημα. Έβγαζε νόημα το γεγονός ότι η ομάδα ήταν πρόθυμη να διακινδυνεύσει να επιτεθεί σε μια καθαρή Ομιχλογέννητη. Έβγαζε νόημα το γεγονός ότι ο Παρατηρητής εί-


τ<ίΐίίηγάδι τηςαΑνάληψης

χε επιτεθεί στον Κερματορίχτη. Έβγαζε νόημα το γεγονός ότι είχε σκοτώσει τον Καπνιστή. Η Βιν βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο. Είχε μόνο μία στιγμή για να πάρει την απόφασή της. Το έκανε βασιζόμενη σε ένα προαίσθημα, αλλά είχε μεγαλώσει στους δρό­ μους, δεξιοτέχνης στην κλεψιά και την απατεωνιά. Ένιωθε τα προαισθήματα πιο φυσιολογικά από ό,τι θα ένιωθε ποτέ για τη λογική. Της φαινόταν πολύ πιο φυσικό να αντιδρά βασιζόμενη σε προαισθήματα, πολύ πιο φυσικό από ό,τι θα της φαινόταν ποτέ η λογική. «Ορσούρ!» φώναξε. «Πήγαινε στο παλάτι!» Ήταν ένας κωδικός, φυσικά. Η Βιν πήδηξε πίσω, αγνοώντας προς στιγμή, τους Νταήδες καθώς ο υπηρέτης της βγήκε από το σοκάκι. Έβγαλε κάτι από τη ζώνη του και το πέταξε προς τη Βιν: ένα μικρό γυάλινο φιαλίδιο, από εκείνα που χρησιμοποιούσαν οι Κραματομάντεις για να αποθηκεύουν τα αποθέματα των μετάλ­ λων τους. Η Βιν άσκησε γρήγορα Έλξη στο φιαλίδιο προς το χέρι της. Σε μικρή απόσταση, ο δεύτερος Κερματορίχτης -ο οποίος κείτονταν εκεί, σαν να ήταν νεκρός- τώρα βλαστημούσε και σηκω­ νόταν όρθιος τρεκλίζοντας. Η Βιν στριφογύρισε, πίνοντας το φιαλίδιο με μια γρήγορη γουλιά. Περιείχε μόνο ένα σφαιρίδιο μετάλλου. Άτιο. Δεν μπο­ ρούσε να ριψοκινδυνεύσει να το μεταφέρει πάνω στο δικό της σώμα - δεν μπορούσε να ριψοκινδυνεύσει να της το πάρουν με Έλξη κατά τη διάρκεια μιας συμπλοκής. Είχε διατάξει τον Ορσούρ να παραμείνει κοντά αυτή τη νύχτα, έτοιμος να της δώσει το φια­ λίδιο σε κατάσταση ανάγκης. Ο «Κερματορίχτης» έβγαλε ένα κρυμμένο μαχαίρι από τη μέ­ ση του, και όρμησε στη Βιν πιο μπροστά από τους Νταήδες, οι οποίοι πλησίαζαν. Η Βιν σταμάτησε για μια στιγμή - μετανιώνοντας για την απόφασή της, βλέποντας ωστόσο ότι ήταν αναπό­ φευκτο. Οι άντρες είχαν κρύψει έναν Ομιχλογέννητο ανάμεσά τους. Έναν Ομιχλογέννητο σαν τη Βιν, ένα άτομο που μπορούσε να κάψει και τα δέκα μέταλλα. Έναν Ομιχλογέννητο που περίμενε


την κατάλληλη στιγμή για να της επιτεθεί, να την πιάσει απροε­ τοίμαστη. Θα είχε σίγουρα άττο, και μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να αντιμετωπίσεις κάποιον που έχει άτιο. Ήταν το απόλυτο κραματομαντικό μέταλλο, το οποίο χρησιμοποιείται μόνο από έναν καθαρό Ομιχλογέννητο, και μπορούσε εύκολα να καθορίσει τη μοίρα μιας μάχης. Κάθε σφαιρίδιο άξιζε μια περιουσία - αλλά τι να την κάνει την περιουσία αν είναι νεκρή; Η Βιν έκαψε το άτιό της. Ο κόσμος γύρω της έμοιαζε να αλλάζει. Κάθε κινούμενο αντι­ κείμενο -τα παραθυρόφυλλα που χτυπούσαν από τον άνεμο, η στάχτη που στροβιλιζόταν, οι Νταήδες που ορμούσαν, ακόμα και οι γραμμές που σχημάτιζε η ομίχλη- εκτόξευσαν ένα διάφανο αντίγραφό τους. Τα αντίγραφα κινούνταν λίγο πιο μπροστά από τον αληθινό τους εαυτό, δείχνοντας στη Βιν τι ακριβώς θα γινόταν λίγες στιγμές αργότερα στο μέλλον. Μόνο ο Ομιχλογέννητος είχε ανοσία. Αντί να εκτοξεύσει μία και μόνη σκιά ατίου, απελευθέρωσε δεκάδες - σημάδι ότι έκαιγε άτιο. Σταμάτησε γτα λίγο. Και το σώμα της Βιν θα είχε εκραγεί σε δεκάδες σκιές ικανές να μπερδέψουν τον αντίπαλο. Τώρα που μπορούσε να δει το μέλλον, μπορούσε να δει και τι θα έκανε εκεί­ νος. Αυτό, με τη σειρά του άλλαξε αυτό που θα έκανε εκείνη. Αυτό άλλαξε αυτό που θα έκανε εκείνος. Κι έτσι, όπως τα είδωλα σε δύο καθρέφτες βρίσκονται το ένα απέναντι στο άλλο, οι πιθανότητες συνέχιζαν ως το άπειρο. Κανένας τους δεν είχε το πλεονέκτημα. Παρ' όλο που ο Ομιχλογέννητος τους σταμάτησε, οι τέσσερις άτυχοι Νταήδες συνέχισαν να επιτίθενται, καθώς δεν μπορούσαν να ξέρουν ότι η Βιν έκαιγε άτιο. Η Βιν γύρισε και στάθηκε δίπλα στο πτώμα του πεσμένου Καπνιστή. Με το ένα πόδι, κλώτσησε τα κρουστικά ραβδιά τινάζοντάς τα στον αέρα. Έφτασε ένας Νταής, κραδαίνοντας ένα ραβδί. Η διάφανη σκιά του ραβδιού του διαπέρασε το σώμα της. Η Βιν έκανε μια περιστροφή, σκύβοντας στο πλάι, και ένιωσε το αληθινό ραβδί να περνά πάνω από το αυτί της. Ο ελιγμός έμοιαζε εύκολος μέσα στην αύρα του ατίου.


τι£ίίηγάδι ιηςοΑνάληψης

Έπιασε ένα από τα κρουστικά ραβδιά στον αέρα, και μετά το κατέβασε με δύναμη στο λαιμό του Νταή. Στριφογύρισε, πιάνοντας το άλλο κρουστικό ραβδί, μετά γύρισε πίσω και το έοπασε πάνω οτο κρανίο του άντρα. Αυτός έπεσε μπροστά, βογκώντας, και η Βιν στριφογύρισε ξανά, αποφεύγοντας εύκολα άλλα δύο ραβδιά. Χτύπησε τα κρουστικά ραβδιά στα πλαϊνά του κεφαλιού ενός δεύτερου Νταή. Έσπασαν -κουδουνίζοντας με έναν υπόκωφο ήχο που θύμιζε το ρυθμό ενός μουσικού- καθώς το κρανίο του Νταή ράγισε. Έπεσε, και δεν κουνήθηκε ξανά. Η Βιν κλώτσησε το ραβδί του στον αέρα, μετά πέταξε τα σπασμένα κρουστικά ραβδιά και το έπιασε. Στριφογύρισε, περιστρέφοντας το ραβδί και βάζοντας τρικλοποδιά και στους δύο εναπομείναντες Νταήδες ταυτόχρονα. Με μια ρευστή κίνηση, κατάφερε δύο γρήγορα -αλλά ισχυράχτυπήματα στα πρόσωπά τους. Συσπειρώθηκε στο έδαφος καθώς οι άντρες πέθαιναν, κρα­ τώντας το ραβδί στο ένα της χέρι, ενώ το άλλο ακουμπούσε στο νοτισμένο από την ομίχλη λιθόστρωτο. Ο Ομιχλογέννητος έμεινε στη θέση του, και μπορούσε να διακρίνει την αβεβαιότητα στα μάτια του. Δύναμη δεν σήμαινε απαραίτητα και ικανότητα, και είχε χάσει τα δύο καλύτερα πλεονεκτήματά του - τον αιφνιδιασμό και το άτιο. Γύρισε, Έλκοντας μερικά νομίσματα από το έδαφος, και μετά τα εξαπέλυσε. Όχι προς τη Βιν - αλλά προς τον Ορσούρ, ο οποίος στεκόταν ακόμα στο άνοιγμα ενός σοκακιού. Ο Ομιχλογέννητος ήλπιζε προφανώς ότι το ενδιαφέρον της Βιν για τον υπηρέτη της θα της αποσπούσε την προσοχή, επιτρέποντάς του ίσως να δρα­ πετεύσει. Έκανε λάθος. Η Βιν αγνόησε τα κέρματα και όρμησε εμπρός. Ενώ ο Ορσούρ ούρλιαζε από τον πόνο -καθώς μια ντουζίνα νομίσματα τρύπησαν το δέρμα του- η Βιν πέταξε το ραβδί της στο κεφάλι του Ομιχλογέννητου. Από τη στιγμή που έφυγε από τα δάχτυλά της, ωστόσο, η σκιά του έγινε σταθερή και ενιαία. Ο Ομιχλογέννητος φονιάς έσκυψε, αποφεύγοντάς το. Αυτή η


κίνηση, ωστόσο, του απέσπασε αρκετά την προσοχή για να μπο­ ρέσει να καλύψει η Βιν την απόσταση. Έπρεπε να επιτεθεί γρή­ γορα- το σφαιρίδιο του ατίου που είχε καταπιεί ήταν μικρό. Θα καιγόταν γρήγορα. Και, όταν θα τελείωνε, θα έμενε εκτεθειμένη. Ο αντίπαλός της θα είχε απόλυτη δύναμη εναντίον της. ΑυτόςΟ τρομοκρατημένος αντίπαλός της σήκωσε το μαχαίρι του. Εκείνη τη στιγμή, το άτιό του τελείωσε. Τα ένστικτα του αρπακτικού τής Βιν αντέδρασαν ακαριαία και του έριξε μια γροθιά. Εκείνος σήκωσε το χέρι του για να μπλοκάρει το χτύπημά της, αλλά η Βιν το είδε, και άλλαξε την κατεύθυνση της επίθεσής της. Το χτύπημα τον πέτυχε καταπρόσωπο. Μετά, με επιδέξια δάχτυλα, του άρπαξε το γυάλινο μαχαίρι πριν πέσει και σπάσει. Στάθηκε όρθια και το βύθισε στο λαιμό του αντιπάλου της. Εκείνος έπεσε ήσυχα. Η Βιν σηκώθηκε όρθια, λαχανιασμένη, με την ομάδα των δολοφόνων νεκρή γύρω της. Για μια στιγμή, ένιωσε μια ακατα­ νίκητη δύναμη. Με το άτιο, ήταν ανίκητη. Μπορούσε να αποφύγει κάθε χτύπημα, να σκοτώσει κάθε εχθρό. Το άτιό της τελείωσε. Ξαφνικά, τα πάντα έμοιαζαν να γίνονται έντονα. Ο πόνος στο πλευρό της επέστρεψε στο μυαλό της και έβηξε, βογκώντας. Είχε μελανιές - μεγάλες μελανιές. Ίσως και κάποια σπασμένα πλευρά. Αλλά είχε κερδίσει ξανά. Με δυσκολία. Τι θα γινόταν όταν θα αποτύγχανε; Όταν δεν θα ήταν αρκετά προσεκτική ή όταν δεν θα πολεμούσε αρκετά επιδέξια; Ο Έλεντ θα πέθαινε. Η Βιν αναστέναξε και σήκωσε το βλέμμα της. Εκείνος ήταν ακόμα εκεί, και την παρακολουθούσε πάνω από μια στέγη. Παρ' ότι τον κυνήγησε τουλάχιστον πεντέξι φορές, μέσα σε αρκετούς μήνες, δεν κατάφερε ποτέ να τον πιάσει. Κάποια μέρα θα τον στρί­ μωχνε μέσα στη νύχτα. Αλλά όχι σήμερα. Δεν είχε την ενέργεια. Μάλιστα, ένα μέρος του εαυτού της ανησυχούσε ότι μπορεί να της επιτιθόταν. Α λλά... σκέφτηκε. Με έσωσε. Θα είχα πεθάνει αν είχα πλησιάσει πολύ εκεί­ νον τον κρυμμένο Ομιχλογέννητο. Μια στιγμή μόνο αν έκαιγε άτιο χω-


τ(£$ίηγάδι τηςοΑνάληψης

ρίς να το καταλάβω, θα αρκούσε για να βρεθώ με το μαχαίρι του στο στή­ θος μου. Ο Παρατηρητής στάθηκε εκεί για μερικές ακόμα στιγμές - με τις στροβιλιζόμενες ομίχλες να τον τυλίγουν όπως πάντα. Μετά γύρισε και πήδηξε μέσα στη νύχτα. Η Βιν τον άφησε να φύγειέπρεπε να ασχοληθεί με τον Ορσούρ. Πήγε παραπατώντας κοντά του, και μετά σταμάτησε. Το αδιά­ φορο σώμα του -ντυμένο με το παντελόνι και το πουκάμισο του υπηρέτη- είχε βομβαρδιστεί με νομίσματα και αίμα έτρεχε από διάφορες πληγές. Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. «Τι;» ρώτησε. «Δεν περίμενα να υπάρχει αίμα». Ο Ορσούρ ρουθούνισε. «Πιθανότατα δεν περίμενες και να νιώθω πόνο». Η Βιν άνοιξε το στόμα της, μετά σταμάτησε. Στην πραγμα­ τικότητα, αυτό δεν το είχε σκεφτεί καν. Μετά σκλήρυνε τον εαυτό της. Τι δικαίωμα έχει αυτό το πράγμα να με επιπλήττει; Ωστόσο, ο Ορσούρ είχε αποδειχθεί χρήσιμος. «Σ' ευχαριστώ που μου πέταξες το φιαλίδιο» είπε. «Ήταν καθήκον μου, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ, βογκώντας κα­ θώς σήκωνε το τσακισμένο του σώμα για να ακουμπήσει στον τοίχο του σοκακιού. «Ο αφέντης Κέλσιερ μού ανέθεσε την προ­ στασία σου. Όπως πάντα, υπηρετώ το Συμβόλαιο». Α, ναι. Το παντοδύναμο Συμβόλαιο. «Μπορείς να περπατήσεις;» «Με δυσκολία μόνο, αφέντρα. Τα νομίσματα έσπασαν πολλά από αυτά τα κόκκαλα. Θα χρειαστώ καινούριο σώμα. Κάποιον από τους δολοφόνους ίσως;» Η Βιν συνοφρυώθηκε. Κοίταξε πίσω της προς τους νεκρούς άντρες, και το στομάχι της σφίχτηκε λίγο από το φρικιαστικό θέαμα των πεσμένων τους πτωμάτων. Τους είχε σκοτώσει, οχτώ άντρες, με τη σκληρή αποτελεσματικότητα με την οποία την είχε εκπαιδεύσει ο Κέλσιερ. Αυτό είμαι, σκέφτηκε. Ένας δολοφόνος, όπως αυτοί οι άντρες. Έτσι έπρεπε να γίνει. Κάποιος έπρεπε να προστατεύσει τον Έλεντ. Ωστόσο, η σκέψη του Ορσούρ να τρώει έναν από αυτούς -να


χωνεύει το πτώμα, αφήνοντας τις παράξενες αισθήσεις του κό­ ντρα να απομνημονεύσουν τη θέση των μυών, του δέρματος και των οργάνων, -έτσι ώστε να τα αναπαραγάγει- την αρρώσταινε. Κοίταξε στο πλάι, και είδε τον καλυμμένο χλευασμό στα μάτια του Ορσούρ. Ήξεραν και οι δύο πώς ένιωθε για το γεγονός ότι εκείνος έτρωγε ανθρώπινα σώματα. Ηξεραν και οι δύο πώς ένιωθε αυτός για την προκατάληψή της. «Όχι» είπε η Βιν. «Δεν θα χρησιμοποιήσουμε κάποιον από αυτούς τους άντρες». «Πρέπει να μου βρεις ένα άλλο σώμα, τότε» είπε ο Ορσούρ. «Το Συμβόλαιο δηλώνει ότι δεν μπορώ να σκοτώνω ανθρώπους». Το στομάχι της Βιν σφίχτηκε ξανά. Κάτι θα σκεφτώ, συλλογίστη­ κε. Το τωρινό του σώμα ήταν εκείνο ενός φονιά, το οποίο πήρε μετά από μια εκτέλεση. Η Βιν εξακολουθούσε να ανησυχεί ότι κάποιος στην πόλη θα αναγνώριζε το πρόσωπο. «Μπορείς να γυρίσεις στο παλάτι;» ρώτησε η Βιν. «Αργά» είπε ο Ορσούρ. Η Βιν ένευσε, κάνοντάς του νόημα να φύγει, και μετά γύρισε προς τα πτώματα. Για κάποιο λόγο υποπτευόταν ότι αυτή η νύχτα θα σηματοδοτούσε ένα αποφασιστικό σημείο καμπής στη μοίρα της Κεντρικής Κυριαρχίας. Οι δολοφόνοι του Στραφ είχαν κάνει μεγαλύτερη ζημιά από ό,τι θα μάθαιναν ποτέ. Εκείνο το σφαιρίδιο ατίου ήταν το τελευταίο της. Την επόμενη φορά που θα της επιτιθόταν ένας Ομιχλογέννητος, θα ήταν εκτεθειμένη. Και πιθανότατα θα πέθαινε το ίδιο εύκολα με τον Ομιχλογέννητο που είχε σκοτώσει τούτη τη νύχτα.


Οι αδελφοί μου αγνοούν τα άλλα δεδομένα. Δεν μπορούν να συνδυάσουν τα άλλα παράξενα πράγματα που συμβαίνουν. Είναι κουφοί απέναντι στις αντιρρή­ σεις μου και τυφλοί στις ανακαλύψεις μου. 3

5ΛΕΝΤ ΠΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΠΕΝΑ ΤΟΥ πάνω στο γραφείο με ’ έναν αναστεναγμό και μετά έγειρε πίσω στην καρέκλα και έτριψε το μέτωπό του. Ο Έλεντ σκέφτηκε ότι ήξερε για την πολιτική θεωρία όσα οποιοσδήποτε άλλος. Σίγουρα είχε διαβάσει περισσότερα για οι­ κονομικά θέματα, είχε μελετήσει πιο πολύ για ζητήματα διακυ­ βέρνησης και είχε λάβει μέρος σε περισσότερες πολιτικές συζη­ τήσεις από οποιονδήποτε άλλον. Καταλάβαινε όλες τις θεωρίες για το πώς να κάνεις ένα έθνος σταθερό και δίκαιο, και είχε προ­ σπαθήσει να τις εφαρμόσει στο νέο του βασίλειο. Απλώς δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο απίστευτα απογοητευτικό θα ήταν ένα κοινοβουλευτικό συμβούλιο. Σηκώθηκε και πήγε να σερβιριστεί λίγο παγωμένο κρασί. Σταμάτησε, ωστόσο, καθώς κοίταξε έξω από τις πόρτες του μπαλ­ κονιού του. Στο βάθος, μια φωτεινή καταχνιά έλαμπε μέσα από τις ομίχλες. Οι φωτιές του στρατού του πατέρα του. Άφησε κάτω το κρασί. Ήταν ήδη εξουθενωμένος και το αλκοόλ μάλλον δεν θα βοηθούσε. Δεν έχω την πολυτέλεια να αποκοιμηθώ


μέχρι να το τελειώσω αυτό! σκέφτηκε, πιέζοντας τον εαυτό του να επιστρέψει στην καρέκλα του. Η Σύνοδος θα συνεδρίαζε σύντομα, έπρεπε να τελειώσει την πρόταση απόψε. Ο 'Ελεντ σήκωσε τη σελίδα, εξετάζοντας το περιεχόμενό της. Ο γραφικός του χαρακτήρας έμοιαζε στριμωγμένος ακόμα και στον ίδιο, και η σελίδα ήταν γεμάτη με διαγραμμένες λέξεις και υποσημειώσεις - αντανακλάσεις του εκνευρισμού του. Γνώριζαν εδώ και βδομάδες ότι ο στρατός πλησίαζε, και η Σύνοδος δεν μπο­ ρούσε να καταλήξει ακόμα στο τι έπρεπε να γίνει. Κάποια από τα μέλη της ήθελαν να προσφέρουν μια συνθήκη ειρήνης· άλλοι πίστευαν ότι έπρεπε απλώς να παραδώσουν την πόλη. Άλλοι πάλι ένιωθαν ότι έπρεπε να επιτεθούν χωρίς καθυ­ στέρηση. Ο Έλεντ φοβόταν ότι η κλίκα που υποστήριζε την πα­ ράδοση αποκτούσε δύναμη· γι' αυτό και διατύπωσε την πρότασή του. Η εισήγηση, αν γινόταν δεκτή, θα του εξασφάλιζε περισσό­ τερο χρόνο. Ως βασιλιάς, είχε ήδη το πρωτεύον δικαίωμα να δια­ πραγματευτεί με έναν ξένο δικτάτορα. Η πρόταση θα απαγόρευε στη Σύνοδο να κάνει κάτι βιαστικό, τουλάχιστον έως ότου συ­ ναντηθεί με τον πατέρα του. Ο Έλεντ αναστέναξε ξανά, αφήνοντας τη σελίδα να πέσει. Η Σύνοδος αποτελούνταν μόνο από εικοσιτέσσερις άντρες, αλλά το να καταφέρει να τους κάνει να συμφωνήσουν για το οτιδήποτε ήταν σχεδόν πιο δύσκολο από κάθε ένα από τα προβλήματα για τα οποία διαφωνούσαν. Ο Έλεντ γύρισε, κοιτάζοντας πέρα από τη μοναδική λάμπα πάνω στο γραφείο του, έξω από τις ανοιχτές πόρτες του μπαλκονιού του προς τις φωτιές. Πάνω από το κεφάλι του, άκουσε πόδια να τρέχουν στη στέγη - η Βιν, έκανε τη νυχτερι­ νή της περιπολία. Ο Έλεντ χαμογέλασε με στοργή, αλλά ούτε καν σκέφτηκε ότι η Βιν θα μπορούσε να επαναφέρει την καλή του διάθεση. Εκείνη η σπείρα των δολοφόνων που αντιμετώπισε σήμερα. Μπορώ να το χρη­ σιμοποιήσω κάπως αυτό; Ίσως αν δημοσιοποιούσε την επίθεση, να υπενθύμιζε στη Σύνοδο την περιφρόνηση που νιώθει ο Στραφ για την ανθρώπινη ζωή, κι έτσι ίσως να γίνονταν λιγότερο πρόθυμοι να του παραδώσουν την πόλη. Αλλά... ίσως και να φοβούνταν


τ(£ϋηγ«δι τηςοΑνάληψης

ότι θα έστελνε δολοφόνους εναντίον τους, και να γίνονταν πιο πρόθυμοι να παραδοθούν. Μερικές φορές ο Έλεντ αναρωτιόταν αν ο Μέγας Εξουσιαστής είχε δίκιο. Όχι στην καταπίεση του λαού, φυσικά - αλλά στην από­ φασή του να κρατήσει όλη την εξουσία για τον εαυτό του. Η Ύστατη Αυτοκρατορία ήταν πάνω από όλα σταθερή. Είχε κρατήσει χίλια χρόνια, αντιμετωπίζοντας επαναστάσεις, κρατώντας τον κόσμο κάτω από σιδερένια πυγμή. Ο Μέγας Εξουσιαστής, όμως, ήταν αθάνατος, σκέφτηκε ο Έλεντ. Αυ­ τό είναι ένα πλεονέκτημα που σίγουρα εγώ δεν θα έχω ποτέ. Η Σύνοδος ήταν καλύτερος τρόπος. Δίνοντας στο λαό ένα κοινοβούλιο με πραγματικά νόμιμη εξουσία, ο Έλεντ θα δημιουρ­ γούσε μια σταθερή κυβέρνηση. Ο λαός θα είχε βασιλιά - έναν ά­ ντρα που θα παρείχε συνοχή, ένα σύμβολο ενότητας. Έναν άντρα που δεν θα διαβρωνόταν από την ανάγκη να επαναδιορίζεται. Ωστόσο, ο λαός θα είχε και μια Σύνοδο - ένα συμβούλιο που θα αποτελούνταν από ομοίους του και οι οποίοι θα μπορούσαν να εκφράσουν τις ανησυχίες του. Όλα ακούγονταν υπέροχα στη θεωρία. Υπό την προϋπόθεση ότι θα επιβίωναν τους επόμενους μήνες. Ο Έλεντ έτριψε τα μάτια του, μετά βούτηξε την πένα του στο μελάνι και άρχισε να γράφει καινούριες προτάσεις στο κάτω μέρος του εγγράφου.

Ο Μέγας Εξουσιαστής ήταν νεκρός. Ακόμα και μετά από έναν χρόνο, η Βιν μερικές φορές δυσκο­ λευόταν να συλλάβει αυτή την έννοια. Ο Μέγας Εξουσιαστής ήταν... τα πάντα. Βασιλιάς και θεός, νομοθέτης και υπέρτατη εξουσία. Ήταν αιώνιος και απόλυτος, και τώρα ήταν νεκρός. Τον είχε σκοτώσει η Βιν. Φυσικά, η αλήθεια δεν ήταν τόσο εντυπωσιακή όσο οι ιστο­ ρίες. Δεν ήταν η ηρωική δύναμη ή η μυστικιστική ισχύς που είχαν βοηθήσει τη Βιν να νικήσει τον αυτοκράτορα. Απλώς ανακάλυ­ ψε το κόλπο που χρησιμοποιούσε εκείνος για να κάνει τον εαυτό


του αθάνατο, και ευτυχώς -σχεδόν κατά τύχη- εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία του. Δεν ήταν γενναία ή έξυπνη. Ήταν απλώς τυχερή· Η Βιν αναστέναξε. Οι μελανιές της εξακολουθούσαν να την πονάνε, αλλά είχε υποστεί πολύ χειρότερα. Κάθισε στη στέγη του παλατιού -ο παλιός Πύργος Βεντούρ- πάνω ακριβώς από το μπαλκόνι του Έλεντ. Μπορεί να μην είχε κερδίσει τη φήμη της με την αξία της, ωστόσο αυτή η φήμη είχε κρατήσει τον Έλεντ ζω­ ντανό. Παρ' όλο που δεκάδες πολέμαρχοι αλληλοτρώχονταν στη γη που κάποτε αποτελούσε την Ύστατη Αυτοκρατορία, κανείς τους, ωστόσο, δεν είχε προελάσει προς τη Λουθάντελ. Ως τώρα. Έξω από την πόλη έκαιγαν φωτιές. Ο Στραφ θα μάθαινε σύ­ ντομα ότι οι δολοφόνοι του απέτυχαν. Και μετά; Θα εξαπέλυε επίθεση στην πόλη; Ο Χαμ και ο Κλαμπς προειδοποίησαν ότι η Λουθάντελ δεν θα άντεχε ενάντια σε μια ισχυρή επίθεση. Ο Στραφ θα πρέπει να το ήξερε αυτό. Ωστόσο, προς το παρόν, ο Έλεντ ήταν ασφαλής. Η Βιν είχε γί­ νει πολύ καλή στο να βρίσκει και να σκοτώνει δολοφόνους· σπά­ νια περνούσε ένας μήνας χωρίς να πιάσει κάποιον που προσπα­ θούσε να τρυπώσει στο παλάτι. Πολλοί ήταν απλώς κατάσκοποι, και πολύ λίγοι ήταν Κραματομάντεις. Ωστόσο, το ατσάλινο μα­ χαίρι ενός συνηθισμένου ανθρώπου θα σκότωνε τον Έλεντ το ίδιο εύκολα όσο και το γυάλινο μαχαίρι ενός Κραματομάντη. Δεν θα άφηνε να συμβεί κάτι τέτοιο. Ό,τι κι αν γινόταν όποιες θυσίες κι αν απαιτούνταν- ο Έλεντ έπρεπε να παραμείνει ζωντανός. Ανήσυχη ξαφνικά, γλίστρησε προς το φεγγίτη για να του ρίξει μια ματιά. Ο Έλεντ καθόταν ασφαλής στο γραφείο του από κάτω, γράφοντας κάποια νέα πρόταση ή διάταγμα. Ελάχιστα τον είχε αλλάξει η βασιλεία. Περίπου τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος της -που σημαίνει ότι ήταν λίγο μετά τα είκοσι- ο Έλεντ ήταν ένας άντρας που έδινε μεγάλη σημασία στη μάθηση, αλλά ελάχιστη στην εμφάνιση. Έμπαινε στον κόπο να χτενίσει τα μαλλιά του μόνο όταν έπρεπε να παρευρεθεί σε κάποια σημαντική εκδήλωση,


τ(£ί8ηγβδι ιηςοΑνάληψης

και με κάποιον τρόπο κατάφερνε να φορά ακόμα και τα καλο­ ραμμένα ρούχα με έναν αέρα ατημελησίας. Πιθανότατα ήταν ο καλύτερος άνθρωπος ποο είχε γνωρίσει ποτέ. Συνετός, αποφασιστικός, έξυπνος και στοργικός. Και, για κάποιον λόγο, την αγαπούσε. Μερικές φορές, αυτό το γεγονός την εξέπληττε ακόμα περισσότερο και από το ρόλο που είχε παίξει στο θάνατο του Μεγάλου Εξουσιαστή. Η Βιν σήκωσε το βλέμμα της, κοιτάζοντας ξανά τιςεχθρικές πυρές. Μετά κοίταξε δεξιά και αριστερά της. Ο Παρατηρητής δεν είχε επιστρέφει. Συχνά κάτι τέτοιες νύχτες τη δελέαζε, πλη­ σιάζοντας επικίνδυνα το δωμάτιο του Έλεντ πριν εξαφανιστεί μέ­ σα την πόλη. Φυσικά, αν ήθελε να σκοτώσει τον Έλεντ, θα μπορούσε να το κάνει όταν εγώ πολεμούσα με τους άλλους... Ήταν μια ανησυχητική σκέψη. Η Βιν δεν μπορούσε να προ­ σέχει τον Έλεντ κάθε στιγμή. Έμενε εκτεθειμένος για ένα τρομα­ κτικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι αλήθεια ότι ο Έλεντ είχε κι άλλους σωματοφύλακες, και κάποιοι μάλιστα ήταν Κραματομάντεις. Αυτοί, ωστόσο, ήταν το ίδιο ανεπαρκείς με εκείνη. Οι αποψινοί δολοφόνοι ήταν οι πιο επιδέξιοι, και οι πιο επικίνδυνοι, που αντιμετώπισε ποτέ της. Αναρρίγησε, καθώς σκέφτηκε τον Ομιχλογέννητο που είχαν κρύ­ ψει ανάμεσά τους. Δεν ήταν πολύ καλός, αλλά δεν θα χρειαζόταν ιδιαίτερες ικανότητες για να κάψει άτιο, και μετά να χτυπήσει τη Βιν στο σωστό σημείο. Οι κινούμενες ομίχλες εξακολουθούσαν να στροβιλίζονται. Η παρουσία του στρατού ψιθύριζε μια ανησυχητική αλήθεια: οι πολέμαρχοι των γύρω περιοχών είχαν αρχίσει να εδραιώνουν τις σφαίρες επιρροής τους και σκέφτονταν την επέκταση. Ακόμα κι αν η Λουθάντελ αντιστεκόταν με κάποιον τρόπο στον Στραφ, θα έρχονταν άλλοι. Η Βιν έκλεισε σιωπηλά τα μάτια της και έκαψε μπρούντζο, ανήσυχη ακόμα ότι ο Παρατηρητής -ή κάποιος άλλος Κραματομάντης- ίσως να ήταν εκεί κοντά, σχεδιάζοντας να επιτεθεί στον Έλεντ κατά το υποτιθέμενο ασφαλές διάστημα μετά την απόπειρα


δολοφονίας. Οι περισσότεροι Ομιχλογέννητοι θεωρούσαν ότι ο μπρούντζος είναι ένα σχετικά άχρηστο μέταλλο, καθώς καιγόταν εύκολα. Με το χαλκό, ένας Ομιχλογέννητος μπορούσε να καλύψει την Κραματομαντεία του - καθώς επίσης και να προστατευτεί από τη συναισθηματική χειραγώγηση του ψευδάργυρου ή του ορεί­ χαλκου. Οι περισσότεροι Ομιχλογέννητοι θεωρούσαν ανόητο να μην έχουν αναμμένο το χαλκό τους συνεχώς. Ωστόσο... η Βιν είχε την ικανότητα να διαπερνά χαλκοσύννεφα. Το χαλκοσύννεφο δεν ήταν κάτι ορατό. Ήταν πολύ πιο ασαφές. Ένας θύλακας προστατευμένου αέρα όπου οι Κραματομάντεις μπορούσαν να καίνε τα μέταλλά τους και να μην ανησυχούν ότι αυτοί που καίνε μπρούντζο θα μπορούσαν να τους αισθανθούν. Αλλά η Βιν μπορούσε να αισθανθεί τους Κραματομάντεις που χρησιμοποιούν μέταλλα μέσα σε ένα χαλκοσύννεφο. Ακόμα δεν ήταν σίγουρη γιατί. Ούτε καν ο Κέλσιερ, ο πιο ισχυρός Κραματομάντης που είχε γνωρίσει ποτέ, δεν μπορούσε να διαπεράσει ένα χαλκοσύννεφο. Απόψε, ωστόσο, δεν ένιωθε τίποτα. Άνοιξε τα μάτια της με έναν αναστεναγμό. Η παράξενη δύναμή της την μπέρδευε, αλλά δεν ήταν η μόνη που την είχε. Ο Μαρς είχε επιβεβαιώσει ότι οι Ατσαλένιοι Ιεροεξεταστές μπορούσαν να διαπεράσουν χαλκοσύννεφα, και ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να το κάνει και ο Μέγας Εξουσιαστής. Αλλά... γιατί αυτή; Γιατί μπορούσε να το κάνει η Βιν - ένα κορίτσι που δεν είχε ούτε δύο χρόνια εκπαίδευσης ως Ομιχλογέννητη; Υπήρχαν κι άλλα. Θυμόταν ακόμα πολύ καλά εκείνο το ξημέ­ ρωμα που είχε αντιμετωπίσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Υπήρξε κάτι σ' εκείνο το γεγονός που δεν είχε πει σε κανέναν - εν μέρει επειδή την έκανε να φοβάται, λίγο, ότι οι φήμες και οι θρύλοι για εκείνη ήταν αλήθεια. Με κάποιον τρόπο, είχε αντλήσει δύναμη από τις ομίχλες, χρησιμοποιώντας εκείνες αντί για μέταλλα για να τρο­ φοδοτήσει την Κραματομαντεία της. Μονάχα με εκείνη τη δύναμη, τη δύναμη των ομιχλών, είχε καταφέρει τελικά να νικήσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Της άρεσε να λέει στον εαυτό της ότι ήταν απλώς τυχερή και μπόρεσε να


τ

ανακαλύψει τα κόλπα του Μεγάλου Εξουσιαστή. Αλλά... έγινε κάτι παράξενο εκείνη τη νύχτα, κάτι που εκείνη είχε κάνει. Κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε να μπορεί να κάνει, και δεν μπόρεσε ποτέ να το επαναλάβει. Η Βιν κούνησε το κεφάλι της. Υπήρχαν τόσα πολλά που δεν ήξεραν, και όχι μόνο για την Κραματομαντεία. Εκείνη και οι άλλοι ηγέτες του νεαρού βασιλείου του Έλεντ έκαναν ό,τι μπορούσαν, αλλά χωρίς τον Κέλσιερ να τους καθοδηγεί, η Βιν ένιωθε τυφλή. Σχέδια, επιτυχίες και στόχοι ακόμα, ήταν σαν σκοτεινές φιγούρες στην ομίχλη, άμορφες και ακαθόριστες. Αεν έπρεπε να μας είχες αφήσει, Κελ, σκέφτηκε. Έσωσες τον κόσμο αλλά έπρεπε να το είχες κάνει χωρίς να πεθάνεις. Ο Κέλσιερ, ο Επιζών του Χάθσιν, ο άνθρωπος που είχε συλλάβει και είχε εφαρμόσει την κατάρρευση της Υστατης Αυτοκρατορίας. Η Βιν τον είχε γνω­ ρίσει, είχε συνεργαστεί μαζί του, είχε εκπαιδευτεί από εκείνον. Ήταν θρύλος και ήρωας. Ωστόσο, ήταν και άνθρωπος. Με λάθη. Με ατέλειες. Ήταν εύκολο να σέβονται οι σκάα εκείνον, και μετά να κατηγορούν τον Έλεντ και τους άλλους για τη δύσκολη κα­ τάσταση που είχε δημιουργήσει ο Κέλσιερ. Η σκέψη τής άφησε μια πίκρα. Είχε συχνά αυτό το συναί­ σθημα όταν σκεφτόταν τον Κέλσιερ. Ίσως ήταν η αίσθηση της εγκατάλειψης, ή ίσως ήταν απλώς η δυσάρεστη γνώση ότι ο Κέλ­ σιερ -όπως η ίδια η Βιν- δεν δικαίωσε απόλυτα τη φήμη του. Η Βιν αναστέναξε, κλείνοντας τα μάτια της και καίγοντας ακόμα μπρούντζο. Η βραδινή συμπλοκή είχε απομυζήσει ένα μεγάλο μέρος της δύναμής της και είχε αρχίσει να τρέμει τις ώρες που σκόπευε να φυλάξει σκοπιά. Θα ήταν δύσκολο να παραμείνει σε εγρήγορση ότανΑισθάνθηκε κάτι. Η Βιν άνοιξε απότομα τα μάτια της, κορώνοντας τον λευκο­ σίδηρό της. Στριφογύρισε και χαμήλωσε πάνω στη στέγη για να κρύψει την παρουσία της. Κάποιος ήταν εκεί έξω, και έκαιγε μέ­ ταλλο. Οι παλμοί του μπρούντζου χτυπούσαν αδύναμα, αμυδρά, σχεδόν απαρατήρητα - λες και κάποιος χτυπούσε ένα τύ­ μπανο πολύ σιγανά. Ο ήχος τους πνιγόταν από το χαλκοσύν-


νεφο. Το άτομο -όποιο κι αν ήταν- νόμιζε ότι ο χαλκός τοο θα τον έκρυβε. Μέχρι τώρα, η Βιν δεν είχε αφήσει κανέναν από όοους γνώ­ ριζαν για την παράξενη δύναμή της ζωντανό, εκτός από τον Έλεντ και τον Μαρς. Η Βιν γλίστρησε μπροστά, με τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών παγωμένα από το χάλκινο κάλυμμα της οροφής. Προσπάθησε να προσδιορίσει την κατεύθυνση των παλμών. Εί­ χαν κάτι... παράξενο. Δυσκολευόταν να ξεχωρίσει τα μέταλλα που έκαιγε ο εχθρός της. Μήπως ήταν ο γρήγορος, βροντερός χτύ­ πος του κασσίτερου; Ή μήπως ήταν ο ρυθμός του σιδήρου; Οι παλμοί έμοιαζαν να μην ξεχωρίζουν, σαν τους κυματισμούς σε μια παχιά λάσπη. Έρχονταν από κάπου πολύ κοντά... Στη στέγη... Ακριβώς μπροστά της. Η Βιν πάγωσε, συσπειρωμένη, με το βραδινό αεράκι να φυσά ένα τείχος ομίχλης μπροστά της. Πού ήταν; Οι αισθήσεις της δια­ φωνούσαν μεταξύ τους. Ο μπρούντζος τής έλεγε ότι υπήρχε κά­ τι ακριβώς μπροστά της, αλλά τα μάτια της αρνούνταν να συμ­ φωνήσουν. Μελέτησε τις σκοτεινές ομίχλες, κοίταξε προς τα πάνω για να είναι σίγουρη, και μετά σηκώθηκε. Αυτή είναι η πρώτη φορά που ο μπρούντζος μου κάνει λάθος, σκέφτηκε συνοφρυωμένη. Μετά το είδε. Όχι κάτι μέσα στις ομίχλες, αλλά κάτι από τις ομίχλες. Η φιγούρα στεκόταν μερικά μέτρα μακριά, και εύκολα θα μπορούσε να μην τη δει, γιατί η ομίχλη σκιαγραφούσε ελάχιστα μόνο το σχήμα της. Η Βιν πήρε μια κοφτή ανάσα, κάνοντας ένα βήμα πίσω. Η φιγούρα συνέχισε να στέκεται εκεί που ήταν. Η Βιν δεν μπο­ ρούσε να δει και πολλά- τα χαρακτηριστικά της ήταν θολά και ακαθόριστα, καθώς σχηματίζονταν από τη χαοτική ανάδευση της ομίχλης. Αν δεν ήταν η επιμονή της μορφής να στέκεται στην ίδια θέση, δεν θα της είδε δώσει σημασία - σαν το σχήμα ενός ζώου που βλέπει κανείς φευγαλέα στα σύννεφα. Αλλά παρέμεινε. Κάθε καινούρια σπείρα της ομίχλης προσέ-


τ(£ίίηγόδι τηςοΑνάληψης

θετε σαφήνεια στο λεπτό της σώμα και το μακρύ της κεφάλι. Ασα­ φής, αλλά επίμονη. Έμοιαζε με ανθρώπινο ον, αλλά δεν ήταν συ­ μπαγές όπως ο Παρατηρητής. Έδειχνε... φαινόταν... λάθος. Η φιγούρα έκανε ένα βήμα μπροστά. Η Βιν αντέδρασε ενστικτωδώς, ρίχνοντας ιμηλά μια χούφτα νομίσματα και Ωθώντας τα στον αέρα. Τα κομμάτια του μετάλ­ λου έσκισαν την ομίχλη, αφήνοντας πίσω τους γραμμές, και δια­ πέρασαν τη σκιώδη φιγούρα. Η μορφή στάθηκε εκεί για μια στιγμή. Μετά απλώς εξα­ φανίστηκε, διαλύθηκε στις τυχαίες σπείρες της ομίχλης.

Ο Έλεντ έγραψε την τελευταία γραμμή με καλλιγραφικά γράμ­ ματα αν και ήξερε ότι θα έβαζε έναν γραφέα να γράψει ξανά την πρόταση. Ωστόσο, ένιωθε περήφανος. Πίστευε ότι είχε καταφέρει να συνθέσει μια συμφωνία που θα έπειθε επιτέλους τη Σύνοδο ότι δεν μπορούσαν να παραδοθούν έτσι απλώς στον Στραφ. Κοίταξε ασυναίσθητα προς μια στοίβα χαρτιά στο γραφείο του. Πάνω της ήταν ακουμπισμένο ένα φαινομενικά αθώο κίτρινο γράμμα, ακόμα διπλωμένο, με την κέρινη σφραγίδα που θύμιζε κηλίδα αίματος σπασμένη. Το γράμμα ήταν σύντομο. Ο Έλεντ θυμόταν με ευκολία τα λόγια του. Γιεμου, Πιστεύω ότι απόλαυσες το διάστημα που φρόντιζες τα συμφέ­ ροντα των Βεντούρ στη Λουθάντελ. Εξμσφάλισα τη Βόρεια Κυριαρ­ χία, και σύντομα θα επιστρέφω στον πύργο μας στη Λουθάντελ. Τότε μπορείς να παραδόσεις τον έλνγχο της πόλης σε μένα. Βασιλιάς Στραφ Βεντούρ Από όλους τους πολέμαρχους και τους δικτάτορες που είχαν πλήξει την Ύστατη Αυτοκρατορία μετά το θάνατο του Μεγάλου Εξουσιαστή, ο Στραφ ήταν ο πιο επικίνδυνος. Ο Έλεντ το ήξερε από πρώτο χέρι αυτό. Ο πατέρας του ήταν ένας αληθινός αυτοκρατορικός ευγενής: έβλεπε τη ζωή σαν έναν ανταγωνισμό ανά-


μέσα στους λόρδους για το ποιος θα κερδίσει τη μεγαλύτερη φήμη. Είχε παίξει το παιχνίδι καλά, κάνοντας τον Οίκο Βεντούρ την πιο ισχυρή από τις οικογένειες ευγενών πριν από την Κατάρρευση. Ο πατέρας του Έλεντ δεν έβλεπε το θάνατο του Μεγάλου Εξουσταστή ως τραγωδία ή νίκη - απλώς σαν μια ευκαιρία. Το γε­ γονός ότι ο υποτίθεται αδύναμος και ανόητος γιος τού Στραφ ισχυριζόταν τώρα ότι ήταν βασιλιάς της Κεντρικής Κυριαρχίας πιθανότατα του φαινόταν εξαιρετικά αστείο. Ο Έλεντ κούνησε το κεφάλι του, στρέφοντας την προσοχή του ξανά στην πρόταση. Μερικές αναγνώσεις ακόμα, μερικές αλλαγές, και θα μπορέσω επιτέλους να κοιμηθώ λίγο. ΑπλώςΜια καλυμμένη με μανδύα μορφή έπεσε από το φεγγίτη στη στέγη και προσγειώθηκε με έναν σιγανό γδούπο πίσω του. Ο Έλεντ σήκωσε το ένα του φρύδτ προς τη συσπειρωμένη φι­ γούρα στο πάτωμα. «Ξέρεις, υπάρχει λόγος που αφήνω ανοιχτή την μπαλκονόπορτα, Βιν. Θα μπορούσες να μπεις από εκεί, αν ήθελες». «Το ξέρω» είπε η Βιν. Μετά διέσχισε γρήγορα το δωμάτιο, με το αφύσικα ελαφρύ περπάτημα ενός Κραματομάντη. Κοίταξε κάτω από το κρεβάτι του, μετά πήγε στη ντουλάπα του και άνοιξε τις πόρτες. Τινάχτηκε πίσω με την ένταση ενός ζώου που βρίσκεται σε επιφυλακή, αλλά προφανώς δεν βρήκε τίποτα μέσα που να μην εγκρίνει, γιατί πήγε να κρυφοκοιτάξετ από την πόρτα που οδηγούσε στα υπόλοιπα διαμερίσματα του Έλεντ. Ο Έλεντ την παρακολουθούσε με στοργή. Είχε χρειαστεί λίγο καιρό για να συνηθίσει την ιδιαίτερη... ιδιοσυγκρασία της Βιν. Την πείραζε λέγοντάς της ότι είναι παρανοϊκή· εκείνη ισχυριζό­ ταν ότι ήταν απλώς προσεκτική. Όπως και να είχε, τις μισές από τις φορές που επισκεπτόταν τα διαμερίσματά του κοιτούσε κάτω από το κρεβάτι του και μέσα στη ντουλάπα του. Τις άλλες φορές, κατάφερνε να συγκρατηθεί - αλλά ο Έλεντ την έπιανε συχνά να κοιτάζει με δυσπιστία προς διάφορες πιθανές κρυψώνες. Όταν δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο λόγο να ανησυχεί για εκείνον ήταν πολύ λιγότερο νευρική. Ωστόσο, ο Έλεντ είχε μόλις πρόσφατα αρχίσει να καταλαβαίνει ότι πίσω από το πρόσωπο


τ<£$ίηγάδι τηςοΑνάληψης

που κάποτε είχε γνωρίσει ως Βαλέτ Ρενού κρυβόταν ένας πολύ περίπλοκος άνθρωπος. Είχε ερωτευτεί την εκλεπτυσμένη της πλευ­ ρά χωρίς καν να γνωρίσει τη νευρική, κρυφή, Ομιχλογέννητη πλευρά της. Του ήταν ακόμα λίγο δύσκολο να συνειδητοποιήσει ότι αυτές οι δύο πλευρές ήταν το ίδιο άτομο. Η Βιν έκλεισε την πόρτα, μετά σταμάτησε για λίγο, κοιτάζοντάς τον με τα μεγάλα, σκούρα της μάτια. Ο Έλεντ έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά. Παρά τις παραξενιές της -ή καλύτερα εξβίτίας τους- αγαπούσε αυτή την αδύνατη γυναίκα με τα αποφασιστικά μάτια και το ωμό ταμπεραμέντο. Δεν έμοιαζε με καμία από όσες είχε γνωρίσει - μια γυναίκα με απλή, αλλά ειλικρινή, ομορφιά και πνεύμα. Μερικές φορές, ωστόσο, τον ανησυχούσε. «Βιν;» ρώτησε, και σηκώθηκε όρθιος. «Είδες κάτι παράξενο απόψε;» Ο Έλεντ δεν μίλησε για λίγο. «Εκτός από εσένα;» Εκείνη συνοφρυώθηκε, διασχίζοντας με μεγάλα βήματα το δωμάτιο. Ο Έλεντ παρακολούθησε τη μικρή της μορφή, ντυμένη με ένα μαύρο παντελόνι και ένα αντρικό πουκάμισο, και με τις λωρίδες του μανδύα να ανεμίζουν πίσω της. Είχε την κουκούλα του μανδύα κατεβασμένη, ως συνήθως, και περπατούσε με μια λυγερή χάρη - η ασυνείδητη κομψότητα ενός ατόμου που καίει κασσίτερο. Συγκεντρώσου! είπε στον εαυτό του. Έχεις αρχίσει να κουράζεσαι. «Βιν; Τι συμβαίνει;» Η Βιν κοίταξε προς το μπαλκόνι. «Εκείνος ο Ομιχλογέννητος, ο Παρατηρητής, είναι στην πόλη ξανά». «Είσαι σίγουρη;» Η Βιν ένευσε. «Αλλά... δεν νομίζω ότι θα έρθει για σένα από­ ψε». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. Οι μπαλκονόπορτες ήταν ακόμα ανοιχτές και από μέσα τους έμπαιναν μικρά σύννεφα ομίχλης, γλιστρώντας στο πάτωμα έως ότου τελικά εξατμιστούν. Πέρα από τις μπαλκονόπορτες υπήρχε... σκοτάδι. Χάος. Ομίχλη είναι μόνο, είπε στον εαυτό του. Υδρατμός. Δεν υπάρχει


λόγος να φοβάσαι. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι ο Ομιχλογέννητος δεν θα έρθει για μένα;» Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Απλώς νιώθω ότι δεν θα έρθει». Απαντούσε συχνά έτσι. Η Βιν είχε μεγαλώσει στους δρόμους και εμπιστευόταν τα ένστικτά της. Περιέργως, το ίδιο και ο Έλεντ. Την παρατήρησε, διαβάζοντας την αβεβαιότητα στη στάση της. Κάτι άλλο την είχε ανησυχήσει απόψε. Την κοίταξε στα μάτια, καρφώνοντάς τη για μια στιγμή με το βλέμμα του, έως ότου εκεί­ νη απέστρεψε το δικό της. «Τι;» ρώτησε ο Έλεντ. «Είδα... κάτι άλλο» είπε. «Η, μου φάνηκε ότι είδα. Κάτι στην ομίχλη, σαν ένα άτομο που σχηματίστηκε από καπνό. Μπορούσα και να το νιώσω, με Κραματομαντεία. Εξαφανίστηκε, όμως». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε ακόμα πιο πολύ. Την πλησίασε, κλείνοντάς την στην αγκαλιά του. «Βιν, πιέζεις πάρα πολύ τον εαυ­ τό σου. Δεν μπορείς να συνεχίσεις να περιφέρεσαι στην πόλη τη νύχτα και μετά να μένεις ξύπνια όλη μέρα. Ακόμα και οι Κραματομάντεις χρειάζονται ξεκούραση». Εκείνη ένευσε σιωπηλά. 'Οταν την είχε στην αγκαλιά του, δεν του φαινόταν σαν την πανίσχυρη πολεμίστρια που είχε σκοτώσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Έμοιαζε με μια γυναίκα στα πρόθυρα της υπερκόπωσης, μια γυναίκα καταβεβλημένη από τα γεγονό­ τα - μια γυναίκα που πιθανότατα ένιωθε όπως ο Έλεντ. Τον άφησε να την κρατήσει στην αγκαλιά του. Στην αρχή, η στάση της ήταν λίγο άκαμπτη. Ήταν λες και ένα κομμάτι της περίμενε ακόμα να πληγωθεί - ένα αρχέγονο θραύσμα του εαυ­ τού της που δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν δυνατόν να την αγγίξει κάποιος από αγάπη και όχι από οργή. Μετά, ωστό­ σο, χαλάρωσε. Ο Έλεντ ήταν από τα λίγα άτομα κοντά στα οποία μπορούσε να το κάνει αυτό. 'Οταν τον κρατούσε -όταν τον κρατούσε πραγματικά- αγκιστρωνόταν πάνω του με μια απελ­ πισία που πλησίαζε στα όρια του τρόμου. Με κάποιον τρόπο, παρά τις πανίσχυρες ικανότητές της σαν Κραματομάντισσα και την πεισματάρικη αποφασιστικότητά της, η Βιν ήταν τρομακτικά ευάλωτη. Έδειχνε να χρειάζεται τον Έλεντ. Ένιωθε τυχερή γι' αυτό.


τ

Και απογοητευμένη μερικές φορές. Αλλά τυχερή. Η Βιν κι εκείνος δεν είχαν συζητήσει την πρόταση γάμου που της είχε κά­ νει και την άρνησή της, αν και ο Έλεντ σκεφτόταν συχνά εκείνη τη συνάντηση. Ήδη είναι αρκετά δύσκολο να καταλάβεις τις γυναίκες, σκέφτηκε, κι εγώ πήγα και διάλεξα την πιο παράξενη. Ωστόσο, δεν μπορούσε να παραπονεθεί στ' αλήθεια. Τον αγαπούσε. Μπορούσε να αντιμετω­ πίσει τις ιδιοτροπίες της. Η Βιν αναστέναξε, μετά σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε, χαλαρώνοντας επιτέλους καθώς εκείνος έσκυψε να τη φιλήσει. Κράτησε το φιλί για αρκετή ώρα, κι εκείνη αναστέναξε. Μετά το φιλί, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Έχουμε κι άλλο πρόβλημα» είπε σιγανά. «Απόψε χρησιμοποίησα το τελευταίο από το άτιο». «Στη συμπλοκή με τους δολοφόνους;» Η Βιν ένευσε. «Το ξέραμε ότι θα γινόταν αυτό τελικά. Το απόθεμά μας δεν θα διαρκούσε για πάντα». «Απόθεμα;» ρώτησε η Βιν. «Ο Κέλσιερ μάς άφησε μόνο έξι σφαιρίδια». Ο Έλεντ αναστέναξε και την αγκάλιασε σφιχτά. Υποτίθεται ότι η νέα του κυβέρνηση θα είχε κληρονομήσει τα αποθέματα ατίου του Μεγάλου Εξουσιαστή - υποτίθεται ότι θα έβρισκαν μια κρύπτη που θα περιείχε το μέταλλο, έναν εκπληκτικό θησαυρό. Ο Κέλσιερ είχε στηρίξει το νέο του βασίλειο σ' αυτά τα πλούτη· πέθανε περιμένοντάς τα. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα. Δεν βρή­ κε ποτέ κανείς τα αποθέματα. Είχαν βρει ένα μικρό μέρος - το άτιο με το οποίο είχαν κατασκευαστεί τα βραχιόλια που χρησι­ μοποιούσε ο Μεγάλος Εξουσιαστής ως Φερειχημική μπαταρία για να αποθηκεύει τα γηρατειά. Ωστόσο, αυτά τα είχαν ξοδέψει για προμήθειες για την πόλη, και στην πραγματικότητα περιεί­ χαν μικρή μόνο ποσότητα ατίου. Καμία σχέση με το θησαυρο­ φυλάκιο που υποτίθεται ότι υπήρχε. 0 α πρέπει όμως να υπάρχει κάπου στην πόλη, ένας πλούτος ατίου χίλιες φορές πιο μεγάλος από αυτά τα βραχιόλια.


«Θα πρέπει απλώς να το αντιμετωπίσουμε» είπε ο Έλεντ. «Αν σου επιτεθεί ένας Ομιχλογέννητος, δεν θα μπορέσω να τον σκοτώσω». «Μόνο αν έχει άτιο» είπε ο Έλεντ. «Γίνεται όλο και πιο σπά­ νιο. Αμφιβάλλω ότι και οι άλλοι βασιλιάδες έχουν πολύ». Ο Κέλσιερ είχε καταστρέψει τους Λάκκους του Χάθσιν, το μό­ νο μέρος στο οποίο μπορούσε να εξορυχτεί άτιο. Ωστόσο, αν η Βιν αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει κάποιον με άτιο... Μην το σκέφτεσαι αυτό, είπε στον εαυτό του. Συνέχισε απλώς να ψάχνεις. Ίσως να μπορέσουμε να αγοράσουμε λίγο. Ή ίσως να βρούμε το θησαυροφυλάκιο του Μεγάλου Εξουσιαστή. Αν υπάρχει δηλαδή... Η Βιν σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε, διαβάζοντας την ανησυχία στα μάτια του, και ο Έλεντ κατάλαβε ότι κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνον. Ελάχιστα μπορούσαν να γίνουν προς το παρόν η Βιν είχε καταφέρει να διατηρήσει το άτιό τους αρκετό καιρό. Ωστόσο, καθώς η Βιν αποτραβήχτηκε και άφησε τον Έλεντ να επιστρέφει στο τραπέζι του, εκείνος δεν μπορούσε να μη σκεφτεί πώς θα μπορούσαν να είχαν ξοδέψει εκείνο το άτιο. Ο λαός του θα χρειαζόταν τρόφιμα για το χειμώνα. Αλλά, αν πουλούσαμε το μέταλλο, σκέφτηκε ενώ καθόταν, θα βάζαμε κι άλλο από το πιο επικίνδυνο κραματομαντικό όπλο του κόσμου στα χέρια των εχθρών μας. Καλύτερα που το χρησιμοποίησε όλο η Βιν. Καθώς άρχισε να δουλεύει ξανά, η Βιν έβαλε το κεφάλι της πάνω από τον ώμο του, κρύβοντάς του το φως. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε. «Η πρόταση που θα μπλοκάρει τη Σύνοδο μέχρι να χρησι­ μοποιήσω το δικαίωμα της διαπραγμάτευσης». «Ξανά;» ρώτησε, γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι και μισοκλείνοντας τα μάτια της καθώς προσπαθούσε να διαβάσει τον γραφικό του χαρακτήρα. «Η Σύνοδος απέρριψε την προηγούμενη εκδοχή». Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Γιατί δεν τους λες απλώς ότι πρέπει να το δεχτούν; Είσαι ο βασιλιάς». «Κοίταξε» είπε ο Έλεντ, «αυτό προσπαθώ να αποδείξω με όλα αυτά. Είμαι μόνο ένας άνθρωπος, Βιν - ίσως η δική μου άποψη


τ<£$ίηγόδι τηςαΑνάληψης

να μην είναι καλύτερη από τη δική τους. Αν δουλέψουμε όλοι μαζί για την πρόταση, θα βγει καλύτερη από ό,τι αν την έκανε μόνο ένας άνθρωπος». Η Βιν κούνησε το κεφάλι της. « 0 α είναι πολύ αδύναμη. Χωρίς δόντια. Πρέπει να εμπιστεύεσαι πιο πολύ τον εαυτό σου». «Το θέμα δεν είναι η εμπιστοσύνη. Το θέμα είναι το σωστό. Για χίλια χρόνια πολεμούσαμε τον Μεγάλο Εξουσιαστή - αν κάνω τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο με εκείνον, τότε ποια θα είναι η διαφορά;» Η Βιν γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. «Ο Μέγας Εξουσιαστής ήταν ένας μοχθηρός άνθρωπος. Εσύ είσαι καλός. Αυτή είναι η διαφορά». Ο Έλεντ χαμογέλασε. «Είναι τόσο εύκολο για σένα, έτσι;» Η Βιν ένευσε. Ο Έλεντ σήκωσε το κεφάλι του και τη φίλησε ξανά. «Ε, λοιπόν, κάποιοι από εμάς πρέπει να κάνουμε τα πράγματα λίγο πιο πε­ ρίπλοκα, γι' αυτό πρέπει να μας ανεχτείς. Και τώρα, αν έχεις την ευγενή καλοσύνη απομακρύνσου από το φως για να συνέχισα» τη δουλειά». Εκείνη ρουθούνισε, αλλά σηκώθηκε και έκανε το γύρο του γρα­ φείου, αφήνοντας πίσω της μια αμυδρή μυρωδιά αρώματος. Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. Πότε το φόρεσε αυτό; Πολλές από τις κινήσεις της ήταν τόσο γρήγορες ώστε δεν προλάβαινε να τις δει. Άρωμα - άλλη μία από τις προφανείς αντιφάσεις που αποτε­ λούσαν τη γυναίκα που ονομαζόταν Βιν. Δεν μπορεί να το φορού­ σε έξω στις ομίχλες· συνήθως το έβαζε μόνο για εκείνον. Στη Βιν άρεσε να περνά απαρατήρητη, αλλά λάτρευε να φοράει αρώματα - και την ενοχλούσε όταν εκείνος δεν πρόσεχε πότε φορούσε ένα καινούριο. Έμοιαζε καχύποπτη και παρανοϊκή, ωστόσο εμπι­ στευόταν τους φίλους της με μια δογματική πίστη. Έβγαινε έξω το βράδυ φορώντας μαύρα και γκρι, βάζοντας τα δυνατά της να κρυφτεί - αλλά ο Έλεντ την είχε δει στους χορούς πριν από έναν χρόνο, και έδειχνε τόσο φυσική με τουαλέτες και φορέματα. Για κάποιον λόγο είχε σταματήσει να τα φοράει. Δεν εξήγησε ποτέ το γιατί.


Ο Έλεντ κούνησε το κεφάλι του, στρέφοντας την προσοχή του και πάλι στην πρότασή του. Συγκρττικά με τη Βιν, η πολιττκή έμοταζε απλοϊκή. Ακούμπησε τα μπράτσα της πάνω στο γραφείο, κοττάζοντάς τον να δουλεύετ, κατ χασμουρήθηκε. «Καλύτερα να πας να ξεκουραστείς» είπε, βουτώντας ξανά την πένα του στο μελάντ. Η Βτν έκανε μια παύση, και μετά ένευσε. Έβγαλε τον ομιχλοχιτώνα της, τον τύλιξε γύρω της, και μετά κουλουριάστηκε στο χαλί δίπλα στο γραφείο του. Ο Έλεντ έκανε μια παύση. «Δεν εννοούσα εδώ, Βιν» είπε με θυμηδία. «Υπάρχει ακόμα ένας Ομιχλογέννητος εκεί έξω» είπε με κου­ ρασμένη, πνιγμένη φωνή. «Δεν θα σε αφήσω». Στριφογύρισε μέσα στο χιτώνα, και ο Έλεντ είδε μια φευγαλέα γκριμάτσα πόνου στο πρόσωπό της. Προσπαθούσε να μην ακουμπά στην αριστερή της πλευρά. Δεν του έλεγε συχνά τις λεπτομέρειες από τις συμπλοκές της. Δεν ήθελε να τον ανησυχήσει. Δεν βοηθούσε. Ο Έλεντ κατάπιε την ανησυχία του και πίεσε τον εαυτό του να αρχίσει να διαβάζει ξανά. Είχε σχεδόν τελειώσει, μονάχα λίγο ακόμα καιΈνα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα του. Ο Έλεντ γύρισε εκνευρισμένος, και αναρωτήθηκε ποιος τον διέκοπτε πάλι. Μετά από ένα δευτερόλεπτο το κεφάλι του Χαμ εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα. «Χαμ;» είπε ο Έλεντ. «Ξύπνιος είσαι ακόμα;» «Δυστυχώς» είπε ο Χαμ, μπαίνοντας στο δωμάτιο. «Η Μάρντρα θα σε σκοτώσει που δουλεύεις πάλι ως αργά» εί­ πε ο Έλεντ, αφήνοντας κάτω την πένα του. Όσο και να παραπο­ νιόταν για μερικές από τις παραξενιές της Βιν, τουλάχιστον εκεί­ νη μοιραζόταν τις νυχτερινές συνήθειες του Έλεντ. Το σχόλιο έκανε τον Χαμ να γυρίσει τα μάτια του προς τα πάνω με παραίτηση. Φορούσε ακόμα το συνηθισμένο του γιλέκο και παντελόνι. Είχε συμφωνήσει να γίνει ο αρχηγός της φρουράς του Έλεντ υπό έναν όρο: ότι δεν θα αναγκαζόταν ποτέ να φορέ-


τ(£ίΐηγάδι τηςοΑνόληψης

σει στολή. Η Βιν άνοιξε το ένα της μάτι καθώς ο Χαμ μπήκε στο δωμάτιο, μετά χαλάρωσε ξανά. «Τέλος πάντων» είπε ο Έλεντ. «Σε τι οφείλω την επίσκεψη;» «Σκέφτηκα ότι ίσως ήθελες να μάθεις ότι αναγνωρίσαμε εκεί­ νους τους δολοφόνους που προσπάθησαν να σκοτώσουν τη Βιν». Ο Έλεντ ένευσε. «Άνθρωποι που γνωρίζω πιθανότατα». Οι πε­ ρισσότεροι Κραματομάντεις ήταν ευγενείς, και γνώριζε όλους όσοι ανήκαν στην ακολουθία του Στραφ. «Για να πω την αλήθεια, πολύ αμφιβάλλω» είπε ο Χαμ. «Ήταν Δυτικοί». Ο Έλεντ έμεινε σιωπηλός για λίγο και η Βιν ζωντάνεψε. «Είσαι σίγουρος;» Ο Χαμ ένευσε. «Αυτό σημαίνει ότι είναι κάπως απίθανο να τους έστειλε ο πατέρας σου - εκτός κι αν έχει στρατολογήσει πολύ κόσμο στην Πόλη της Φάντρεξ. Ήταν από τους Οίκους Γκαρντρ και Κόρναντ, κατά κύριο λόγο». Ο Έλεντ ακούμπησε την πλάτη του πίσω. Η βάση του πατέρα του ήταν στο Ουρτό, στην κληρονομική οικία της οικογένειας Βεντούρ. Η Φάντρεξ ήταν στην άλλη άκρη της αυτοκρατορίας από το Ουρτό, ένα ταξίδι αρκετών μηνών. Οι πιθανότητες να είχε ο πατέρας του πρόσβαση σε μια ομάδα Δυτικών Κραματομαντών ήταν ελάχιστες. «Έχεις ακούσει για τον Ασγουέδερ Κετ;» ρώτησε ο Χαμ. Ο Έλεντ ένευσε. «Αυτοδιορίστηκε βασιλιάς της Δυτικής Κυ­ ριαρχίας. Δεν ξέρω πολλά γι' αυτόν». Η Βιν ανακάθισε συνοφρυωμένη. «Πιστεύεις ότι αυτός τους έστειλε;» Ο Χαν ένευσε. «Θα πρέπει να περίμεναν μια ευκαιρία να γλιστρήσουν στην πόλη, και η έντονη κίνηση στις πύλες τις τελευ­ ταίες μέρες θα πρέπει να τους έδωσε αυτή την ευκαιρία. Αυτό κα­ θιστά την άφιξη του στρατού του Στραφ και την επίθεση κατά της ζωής τής Βιν μια μεγάλη σύμπτωση». Ο Έλεντ κοίταξε τη Βιν. Εκείνη συνάντησε το βλέμμα του και ο Έλεντ κατάλαβε ότι δεν είχε πειστεί απόλυτα ότι δεν είχε στείλει ο Στραφ τους δολοφόνους. Ο Έλεντ, ωστόσο, δεν ήταν και τόσο


δύσπιστος. Σχεδόν κάθε τύραννος στην περιοχή είχε προσπαθή­ σει να τον βγάλει από τη μέση κάποια στιγμή. Γιατί όχι ο Κετ; Εκείνο το άτιο φταίει, σκέφτηκε ο Έλεντ εκνευρισμένος. Δεν είχε βρει ποτέ το θησαυροφυλάκιο του Μεγάλου Εξουσιαστή - αλλά αυ­ τό δεν είχε εμποδίσει τους δικτάτορες στην αυτοκρατορία να νομίζουν ότι το είχε κρύψει κάπου. «Τουλάχιστον δεν έστειλε ο πατέρας σου τους δολοφόνους» είπε ο Χαμ, αιωνίως αισιόδοξος. Ο Έλεντ κούνησε το κεφάλι του. «Η σχέση μας δεν θα τον στα­ ματούσε, Χαμ. Πίστεψέ με». «Είναι ο πατέρας σου» είπε ο Χαμ, δείχνοντας προβληματι­ σμένος. «Αυτά τα πράγματα δεν έχουν σημασία για τον Στραφ. Το πι­ θανότερο είναι ότι δεν έχει στείλει δολοφόνους επειδή δεν πι­ στεύει ότι αξίζω τον κόπο. Αν αντέξουμε αρκετά όμως, θα στείλει». Ο Χαμ κούνησε το κεφάλι του. «Έχω ακούσει για γιους που σκοτώνουν τους πατεράδες τους για να πάρουν τη θέση τους... αλλά για πατεράδες που σκοτώνουν τους γιους τους... Αναρωτιέ­ μαι τι λέει για το μυαλό του γέρο Στραφ το ότι είναι πρόθυμος να σε σκοτώσει. Νομίζεις ότι-» «Χαμ;» τον διέκοψε ο Έλεντ. «Μμμμ;» «Το ξέρεις ότι συνήθως μου αρέσουν οι συζητήσεις, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχω χρόνο για φιλοσοφίες». «Α, σωστά». Ο Χαμ χαμογέλασε αδύναμα και σηκώθηκε για να φύγει. «Άλλωστε πρέπει να γυρίσω στη Μάρντρα». Ο Έλεντ ένευσε, τρίβοντας το μέτωπό του, και παίρνοντας ξανά την πένα του. «Κανόνισε να συγκεντρώσεις την ομάδα για μια συνάντηση. Πρέπει να οργανώσουμε τους συμμάχους μας, Χαμ. Αν δεν σκεφτούμε κάτι απίστευτα έξυπνο, αυτό το βασίλειο ίσως να είναι καταδικασμένο». Ο Χαμ γύρισε, εξακολουθώντας να χαμογελάει. «Ακούγεσαι τόσο απελπισμένος, Ελ». Ο Έλεντ τον κοίταξε. «Η Σύνοδος είναι ένα μπάχαλο, μισή ντουζίνα πολέμαρχοι με ανώτερους στρατούς βρίσκονται στο


κατώφλι μου, δεν περνάει ούτε ένας μήνας χωρίς να στείλει κάποιος δολοφόνους για να με σκοτώσουν και η γυναίκα που αγαπάω κοντεύει να με τρελάνει». Η Βιν ρουθούνισε σ' αυτό το τελευταίο σχόλιο. «Ω, αυτά είναι όλα;» είπε ο Χαμ. «Βλέπεις; Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημα. Θέλω να πω, αντί γι' αυτό θα μπορούσαμε να είμα­ στε αντιμέτωποι με έναν αθάνατο θεό και τους πανίσχυρους ιερείς του». Ο Έλεντ έμεινε σιωπηλός για λίγο, και μετά δεν μπόρεσε να κρατηθεί και έπνιξε ένα γέλιο. «Καληνύχτα, Χαμ» είπε, και στρά­ φηκε ξανά στην πρότασή του. «Καληνύχτα, Μεγαλειότατε».


Ίσως να έχουν δίκιο. Ίσως είμαι τρελός, ή φθονερός, ή απλώς χαζός. Το όνομά μου είναι Κουάαν. Φιλόσοφος, λόγιος, προδότης. Είμαι αυτός που ανακάλυψε τον Αλέντι, και είμαι αυτός που τον ανακήρυξε πρώτος Ηρώα των Αιώνων. Εγώ είμαι αυτός που τα ξεκίνησε όλα. 4

ΠΤΩΜΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΕΜΦΑΝΗ τραύματα. Κείτονταν ακό­ μα εκεί που είχε πέσει - οι άλλοι χωρικοί φοβήθηκαν να το με­ τακινήσουν. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν γυρισμένα σε αφύ­ σικες θέσεις, το χώμα γύρω του ανακατεμένο από τους προθανάτιους σφαδασμούς. Ο Σέιζεντ άπλωσε το χέρι του και πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από ένα από τα σημάδια. Παρ' όλο που το χώμα εδώ στη Δυτική Κυριαρχία περιείχε πολύ περισσότερο άργιλο από ό,τι το χώμα στον Βορρά, ήταν περισσότερο μαύρο παρά καφέ. Οι σταχτοπτώσεις έφταναν ακόμη και τόσο νότια. Το χωρίς στάχτη χώμα, καθαρισμένο και σπαρμένο, ήταν μια πολυτέλεια που χρησιμοποιούνταν μόνο για τα διακοσμητικά φυτά των κήπων των ευγενών. Ο υπόλοιπος κόσμος έπρεπε να τα βολέψει με το ακάθαρτο χώμα. «Λέτε ότι ήταν μόνος του όταν πέθανε;» ρώτησε ο Σέιζεντ, γυ­ ρίζοντας στη μικρή ομάδα χωρικών που στέκονταν πίσω του. Ένας άντρας με ζαρωμένο δέρμα ένευσε. «Όπως είπα, αφέ­ ντη Τερίσιε. Απλώς στεκόταν εκεί, χωρίς να υπάρχει κανένας


τ<£$8ηγβδι τηςυΑνβληψης

άλλος τριγύρω. Σταμάτησε, μετά έπεσε και άρχισε να σφαδάζει στο έδαφος για λίγο. Μετά από αυτό, απλώς... σταμάτησε να κινείται». Ο Σέιζεντ στράφηκε ξανά στο πτώμα, εξετάζοντας τους στρε­ βλωμένους μυς, το καλυμμένο με μια μάσκα πόνου πρόσωπο. Ο Σέιζεντ είχε φέρει το ιατρικό του χαλκομυαλό -τη μεταλλική ταινία που ήταν τυλιγμένη γύρω από το δεξί του μπράτσο- και έψαξε μέσα του με το μυαλό του, βγάζοντας κάποια από τα απο­ μνημονευμένα βιβλία που είχε αποθηκεύσει εκεί. Ναι, υπήρχαν κάποιες ασθένειες που σκότωναν με τρέμουλο και σπασμούς. Σπά­ νια εκδηλώνονταν τόσο ξαφνικά, αλλά μερικές φορές συνέβαινε. Αν δεν ήταν κάποιες άλλες περιστάσεις, ελάχιστη σημασία θα είχε δώσει ο Σέιζεντ σ' αυτόν το θάνατο. «Παρακαλώ, επανάλαβέ μου τι είδες» ζήτησε ο Σέιζεντ. Ο άντρας με το ζαρωμένο δέρμα στο μπροστινό μέρος της ομάδας, ο Τερ, χλώμιασε ελαφρώς. Βρισκόταν σε περίεργη θέση - η φυσική του επιθυμία για φήμη θα τον έκανε να θέλει να κου­ τσομπολέψει για την εμπειρία του. Ωστόσο, αν το έκανε, μπορεί να προκαλούσε τη δυσπιστία των προληπτικών συντρόφων του. «Απλώς περνούσα, αφέντη Τερίσιε» είπε ο Τερ. «Σε εκείνο το μονοπάτι που βρίσκεται είκοσι μέτρα από εδώ. Είδα τον γεροΤζεντ να οργώνει το χωράφι του - ήταν δουλευταράς. Κάποιοι από εμάς κάναμε διάλειμμα όταν έφυγαν οι άρχοντες, αλλά ο γερο-Τζεντ συνέχιζε. Μάλλον ήξερε ότι θα χρειαζόμασταν φαγητό για το χειμώνα, με άρχοντες ή χωρίς άρχοντες». Ο Τερ έκανε μια παύση και μετά έριξε μια ματιά στο πλάι. «Ξέρω τι λέει ο κόσμος, αφέντη Τερίσιε, αλλά ξέρω και τι είδα. Ήταν μέρα όταν πέρασα, αλλά υπήρχε ομίχλη εδώ στην κοιλάδα. Την είδα και σταμάτησα, επειδή δεν έχω βγει ποτέ έξω στην ομί­ χλη - η γυναίκα μου με έβαλε να της το υποσχεθώ. Ήμουν έτοι­ μος να γυρίσω πίσω, και μετά είδα τον γερο-Τζεντ. Δούλευε λίγο πιο πέρα, σαν να μην είχε δει την ομίχλη. «Ήμουν έτοιμος να τον φωνάξω, αλλά πριν προλάβω, αυτός απλώς... ε, αυτά που σας είπα. Τον είδα να στέκεται εκεί, μετά πάγωσε. Η ομίχλη στροβιλίστηκε λίγο γύρω του και μετά εκείνος


άρχισε να τινάζεται και να κουλουριάζεται, λες και κάτι πολύ δυνατό τον κρατούσε και τον τράνταζε. Έπεσε. Δεν ξανασηκώθηκε μετά από αυτό». Γονατισμένος ακόμα, ο Σέιζεντ γύρισε ξανά προς το πτώμα. Ο Τερ φημιζόταν για τις ευφάνταστες ιστορίες του. Ναι, το πτώμα ήταν μια ανατριχιαστική απόδειξη - για να μην αναφερθεί κανείς και στην προσωπική εμπειρία τού Σέιζεντ αρκετές βδομάδες νω­ ρίτερα. Ομίχλη κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Σέιζεντ σηκώθηκε όρθιος και γύρισε προς τους χωρικούς. «Φέρτε μου σας παρακαλώ ένα φτυάρι».

Δεν τον βοήθησε κανείς να σκάψει τον τάφο. Ήταν μια αργή, δύσκολη δουλειά μέσα στον καύσωνα του Νότου, ο οποίος ήταν δυνατός παρά την έλευση του φθινοπώρου. Ήταν δύσκολο να μετακινήσει τον άργιλο του εδάφους - αλλά, ευτυχώς, ο Σέιζεντ είχε αποθηκεύσει λίγη επιπλέον δύναμη μέσα σε ένα κασσιτερομυαλό και την χρησιμοποίησε για βοήθεια. Την χρειαζόταν, επειδή δεν θα έλεγε κανείς ότι ήταν αθλητικός τύπος. Ψηλός και με μακριά άκρα, είχε το παράστημα ενός λόγιου και φορούσε ακόμα τον χρωματιστό χιτώνα ενός οικονόμου από το Τέρις. Επίσης, εξακολουθούσε να έχει το κεφάλι του ξυρισμένο, όπως συνηθιζόταν στη θέση όπου είχε υπηρετήσει περίπου σαρά­ ντα χρόνια. Δεν φορούσε πολλά από τα κοσμήματά του τώρα δεν ήθελε να βάλει σε πειρασμό τυχόν ληστές- αλλά οι λοβοί των αυτιών του ήταν τεντωμένοι και τρυπημένοι με αρκετές τρύπες για σκουλαρίκια. Η άντληση δύναμης από το κασσιτερομυαλό του διόγκωσε ελαφρώς τους μυς του, δίνοντάς του το παράστημα ενός δυνα­ τότερου άντρα. Ακόμα και με την επιπλέον δύναμη, ωστόσο, μέχρι να τελειώσει το σκάψιμο ο χιτώνας τού οικονόμου ήταν λε­ κιασμένος με ιδρώτα και χώμα. Κύλισε το πτώμα μέσα στον τάφο και στάθηκε σιωπηλός για λίγο. Ο άντρας ήταν ένας αφοσιωμένος αγρότης.


ώ ΐίίηγ ά δι τηςοΑνβληψης

Ο Σέιζεντ έψαξε στο χαλκομοαλό των θρησκειών για μια κατάλληλη θεολογία. Άρχισε από ένα ευρετήριο - ένα από τα πολλά που είχε δημιουργήσει. 'Οταν εντόπισε μια κατάλληλη θρησκεία, απελευθέρωσε λεπτομερείς αναμνήσεις για τις πρα­ κτικές της. Τα κείμενα μπήκαν στο μυαλό του τόσο φρέσκα όσο αν τα είχε απομνημονεύσει πριν από λίγο. Θα ξεθώριαζαν, με τον καιρό, όπως όλες οι αναμνήσεις - ωστόσο, σκόπευε να τις το­ ποθετήσει πίσω στο χαλκομυαλό πολύ πριν συμβεί αυτό. Αυτός ήταν ο τρόπος του Φύλακα, η μέθοδος με την οποία ο λαός του διατηρούσε έναν τεράστιο πλούτο πληροφοριών. Αυτή τη μέρα, οι αναμνήσεις που διάλεξε ήταν της Χαντά, μιας θρησκείας του Νότου με μια αγροτική θεότητα. Όπως οι περισσότερες θρησκείες -ο ι οποίες είχαν γνωρίσει μεγάλη κατα­ πίεση κατά την εποχή του Μεγάλου Εξουσιαστή- η πίστη Χαντά είχε εξαφανιστεί για χίλια χρόνια. Ακολουθώντας τις επιταγές της νεκρικής τελετής της Χαντά, ο Σέιζεντ πλησίασε ένα κοντινό δέντρο - ή, τουλάχιστον, έναν από τους θάμνους που θεωρούνταν δέντρα σ' αυτή την περιοχή. Έκοψε ένα μακρύ κλαδί -ενώ οι χωρικοί τον παρακολουθούσαν με περιέργεια- και το μετέφερε πίσω στον τάφο. Έσκυψε και το κάρφωσε στο χώμα, στο κάτω μέρος της τρύπας, δίπλα ακριβώς από το κεφάλι του πτώματος. Μετά σηκώθηκε και άρχισε να φτυαρίζει χώμα ξανά μέσα στον τάφο. Οι χωρικοί τον κοιτούσαν με μάτια κενά από ζωή. Τόσο θλιμ­ μένοι, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Η Ανατολική Κυριαρχία ήταν η πιο χαοτική και ταραγμένη από τις πέντε Εσωτερικές Κυριαρχίες. Οι μοναδικοί άντρες που υπήρχαν σ' αυτό το πλήθος είχαν περάσει κατά πολύ την ακμή τους. Οι ομάδες επιστράτευσης είχαν κάνει τη δουλειά τους αποτελεσματικά· οι σύζυγοι και οι πατεράδες αυτού του χωριού πιθανότατα κείτονταν νεκροί σε κάποιο πεδίο μάχης που δεν είχε πλέον σημασία. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι υπήρχε κάτι πραγματικά χει­ ρότερο από την καταπίεση του Μεγάλου Εξουσιαστή. Ο Σέιζεντ έλεγε στον εαυτό του ότι ο πόνος αυτών των ανθρώπων θα περ­ νούσε, ότι κάποια μέρα θα γνώριζαν την ευημερία χάρη σε αυτά


που είχαν κάνει εκείνος και οι άλλοι. Ωστόσο, είχε δει αγρότες να ωθούνται στο σημείο να αλληλοσφαχτούν, είχε δει παιδιά να πεθαίνουν από την πείνα επειδή κάποιος δικτάτορας είχε «απαιτήσει» ολόκληρη την προμήθεια τροφίμων ενός χωριού. Είχε δει κλέφτες να σκοτώνουν ανενόχλητοι επειδή τα στρατεύματα του Μεγάλου Εξουσιαστή δεν περιπολούσαν πια στα κανάλια. Είχε δει χάος, θάνατο, μίσος και αναταραχή. Και δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι εν μέρει έφταιγε κι εκείνος. Συνέχισε να γεμίζει την τρύπα. Είχε εκπαιδευτεί ως λόγιος και ως υπηρέτης· ήταν ένας Τερίσιος οικονόμος, ο πιο χρήσιμος, πιο ακριβός και πιο αναγνωρισμένος από όλους τους υπηρέτες στην Ύστατη Αυτοκρατορία. Αυτό δεν σήμαινε σχεδόν τίποτα τώρα. Δεν είχε σκάψει ποτέ τάφο, αλλά έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, προσπαθώντας να δείχνει σεβασμό καθώς έριχνε χώμα πάνω στο πτώμα. Αναπάντεχα, στα μισά περίπου της διαδικασίας, οι χωρικοί άρχισαν να τον βοηθούν, σπρώχνοντας χώμα από το σω­ ρό μέσα στην τρύπα. Ίσως να υπάρχει ακόμα ελπίδα γι' αυτούς, σκέφτηκε ο Σέιζεντ, αφή­ νοντας με ευγνωμοσύνη έναν από τους άλλους να πάρει το φτυάρι του και να ολοκληρώσει τη δουλειά. Όταν τελείωσαν, μονάχα η κορυφή του κλαδιού της Χαντά διακρινόταν μέσα από το χώμα στην κεφαλή του τάφου. «Γιατί το έκανες αυτό;» ρώτησε ο Τερ, γνέφοντας προς το κλαδί. Ο Σέιζεντ χαμογέλασε. «Είναι μια θρησκευτική τελετή, αφέντη Τερ. Και μάλιστα, υπάρχει μια προσευχή που τη συνοδεύει». «Μια προσευχή; Κάτι από το Ατσαλένιο Υπουργείο;» Ο Σέιζεντ κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, φίλε μου. Είναι μια προσευχή από μια παλαιότερη εποχή, μια εποχή πριν από τον Μεγάλο Εξουσιαστή». Οι χωρικοί αλληλοκοιτάχτηκαν, συνοφρυωμένοι. Ο Τερ έτρι­ ψε το ζαρωμένο του πηγούνι. Ωστόσο, παρέμειναν όλοι σιωπηλοί καθώς ο Σέιζεντ έλεγε μια σύντομη προσευχή της Χαντά. Όταν τελείωσε, γύρισε προς τους χωρικούς. «Ήταν γνωστή ως η θρησκεία της Χαντά. Νομίζω ότι κάποιοι από τους προγόνους σας ίσως να


τ(£3^ηγάδι τηςοΑνβληψης

την ασκούσαν. Αν κάποιος από εσάς θέλει, μπορώ να σας διδάξω τις αρχές της». Το συγκεντρωμένο πλήθος παρέμεινε σιωπηλό. Δεν ήταν πολ­ λοί - δύο ντουζίνες περίπου, κατά κύριο λόγο μεσήλικες γυναίκες και μερικοί μεγαλύτεροι άντρες. Υπήρχε μόνο ένας νεαρός άντρας με ένα στρεβλωμένο πόδι- ο Σέιζεντ εξεπλάγη που είχε καταφέρει να ζήσει τόσο πολύ σε μια φυτεία. Οι περισσότεροι άρχοντες σκό­ τωναν τους σακάτηδες για να μην απομυζούν πόρους. «Πότε θα επιστρέψει ο Μύγας Εξουσιαστής;» ρώτησε μια γυ­ ναίκα. «Δεν νομίζω ότι θα επιστρέψει» είπε ο Σέιζεντ. «Γιατί μας εγκατέλειψε;» «Είναι καιρός για μια αλλαγή» είπε ο Σέιζεντ. «Ίσως επίσης να είναι καιρός να μάθετε άλλες αλήθειες, άλλους τρόπους». Οι συγκεντρωμένοι απομακρύνθηκαν σέρνοντας τα πόδια τους σιωπηλοί. Ο Σέιζεντ αναστέναξε σιγανά· αυτοί οι άνθρωποι σχέτιζαν την πίστη με το Ατσαλένιο Υπουργείο και τους υποχρεωτές του. Η θρησκεία δεν ήταν κάτι που απασχολούσε τους σκάα - το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να την αποφεύγουν όταν ήταν δυνατόν. Για χίλια χρόνια οι Φύλακες συγκέντρωναν και απομνημόνευαν τις ετοιμοθάνατες θρησκείες του κόσμου, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Ποιος να φα­ νταζόταν ότι τώρα -που έφυγε ο Μέγας Εξουσιαστής- οι άνθρωποι δεν θα νοιάζονταν αρκετά ώστε να θέλουν αυτό που έχασαν; Ωστόσο, δυσκολευόταν να σκεφτεί αρνητικά γι' αυτούς τους ανθρώπους. Πάσχιζαν να επιβιώσουν, ο ήδη σκληρός κόσμος τους ξαφνικά έγινε απρόβλεπτος. Είχαν κουραστεί. Ήταν στ' αλήθεια παράξενο που οι κουβέντες για ξεχασμένες θρησκείες δεν τους προκαλούσαν κανένα ενδιαφέρον; «Ελάτε» είπε ο Σέιζεντ, γυρίζοντας προς το χωριό. «Υπάρχουν άλλα πράγματα -πιο πρακτικά πράγματα- που μπορώ να σας διδάξω».


Κι εγώ είμαι αυτός που πρόδωσε τον Αλέντι, γιατί τώρα ξέρω ότι δεν πρέπει να του επιτραπεί ποτέ να ολοκληρώσει την αποστολή του. 5

BIN ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΔΕΙ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ τής αγωνίας να αντικατοπτρίζονται στην πόλη. Οι εργάτες δούλευαν στους μύλους αγχωμένοι και τα μαγαζιά ήταν πλημμυρισμένα με ανθρώπους γεμάτους ανησυχία, στα πρόσωπα των οποίων καθρεφτιζόταν ο ίδιος φόβος που βλέπει κανείς σε ένα στριμωγμένο τρωκτικό. Τρομαγμένο, αλλά χωρίς να ξέρει π να κάνει. Κα­ ταδικασμένο να μην μπορεί να πάει πουθενά. Πολλοί είχαν αφήσει την πόλη κατά τη διάρκεια του περα­ σμένου χρόνου - ευγενείς που το έβαλαν στα πόδια, έμποροι που αναζήτησαν κάποιο άλλο μέρος για τις δουλειές τους. Ταυ­ τόχρονα, ωστόσο, η πόλη είχε δεχτεί μια εισροή από σκάα. Με κάποιον τρόπο είχαν μάθει για τη διακήρυξη ελευθερίας του Έλεντ και είχαν έρθει με αισιοδοξία - ή, τουλάχιστον, όση αισιοδοξία μπορεί να επιστρατεύσει ένας κουρασμένος, υποσιτισμένος, και επανειλημμένως δαρμένος πληθυσμός. Κι έτσι, παρά τις προβλέψεις ότι η Λουθάντελ σύντομα θα έπεφτε, παρά τους ψιθύρους ότι ο στρατός της ήταν μικρός και αδύναμος, ο κόσμος είχε μείνει. Είχε δουλέψει. Είχε ζήσει. Όπως


τ

έκαναν πάντα. Η ζωή ενός σκάα δεν ήταν ποτέ ιδταίτερα σί­ γουρη. Εξακολουθούσε να είναι περίεργο για τη Βιν να βλέπει την αγορά τόσο γεμάτη. Διέσχισε την Οδό Κέντον, φορώντας το συ­ νηθισμένο της παντελόνι και πουκάμισο, ενώ σκεφτόταν την επο­ χή που είχε επισκεφθεί το δρόμο πριν από την Κατάρρευση. Ήταν το ήσυχο σπίτι πολλών ακριβών ραφτάδικων. Όταν ο 'Ελεντ κατήργησε τους περιορισμούς στους εμπόρους σκάα, η Οδός Κέντον άλλαξε. Η λεωφόρος είχε εξελιχθεί σε ένα θορυβώδες παζάρι με μαγαζιά, κάρα και σκηνές. Στοχεύοντας στους εργάτες σκάα που είχαν πρόσφατα αποκτήσει δύναμη -και μισθό- οι καταστηματάρχες είχαν αλλάξει τις μεθόδους τους στην πώληση. Ενώ κάποτε καλόπιαναν τους πελάτες με πλουσιοπάρο­ χες βιτρίνες, τώρα φώναζαν και απαιτούσαν, χρησιμοποιώντας κράχτες, πωλητές, ακόμα και ζογκλέρ για να προσπαθήσουν να προσελκύσουν πελάτες. Ο δρόμος είχε τόσο κόσμο ώστε η Βιν συνήθως τον απέφευγε, και αυτή η μέρα ήταν ακόμα χειρότερη από τις περισσότερες. Η άφιξη του στρατού είχε προκαλέσει ένα ξέσπασμα αγοραπωλησιών της τελευταίας στιγμής, καθώς ο κόσμος προσπαθούσε να προε­ τοιμαστεί για οτιδήποτε ήταν αυτό που θα ερχόταν. Υπήρχε μια ζοφερή διάθεση στην ατμόσφαιρα. Λιγότεροι καλλιτέχνες του δρό­ μου, περισσότερες φωνές. Ο Έλεντ είχε διατάξει να κλειδωθούν και οι οχτώ πύλες της πόλης, έτσι η φυγή δεν αποτελούσε πια επι­ λογή. Η Βιν αναρωτήθηκε πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους μετάνιωναν για την απόφασή τους να μείνουν. Διέσχιζε το δρόμο με αποφασιστικό βήμα, έχοντας τα χέρια της σφιγμένα για να κρύψει τη νευρικότητά της. Από παιδί ακόμα -ένα αλητάκι στους δρόμους μιας ντουζίνας διαφορετικών πό­ λεων- δεν της άρεσαν τα πλήθη. Ήταν δύσκολο να παρακολουθή­ σει τόσους πολλούς ανθρώπους, δύσκολο να συγκεντρωθεί, ενώ συνέβαιναν τόσα πολλά. 'Οταν ήταν μικρή, έμενε κοντά στις παρυ­ φές του πλήθους, κρυβόταν, προσπαθώντας να αρπάξει ένα τυχόν πεσμένο νόμισμα ή ένα πεταμένο κομμάτι φαγητού. Τώρα ήταν διαφορετική. Πίεσε τον εαυτό της να προχωρήσει


με την πλάτη της στητή, και δεν άφησε τα μάτια της να κοιτά­ ξουν κάτω ή να ψάξουν μέρη για να κρυφτεί. Βελτιωνόταν συνε­ χώς - αλλά τώρα που έβλεπε τα πλήθη θυμήθηκε αυτό που ήταν κάποτε. Αυτό που θα ήταν πάντα - τουλάχιστον εν μέρει. Λες και ήρθαν ως απάντηση στις σκέψεις της, δύο αλητάκια άρχισαν να τρέχουν μέσα στο πλήθος, με έναν μεγαλόσωμο άντρα με ποδιά φούρναρη να φωνάζει πίσω τους. Υπήρχαν αλητάκια και στον νέο κόσμο του Έλεντ. Μάλιστα, τώρα που το σκεφτόταν, το γεγονός ότι ο πληθυσμός των σκάα είχε πλέον μισθό πιθανότατα έκανε τη ζωή στο δρόμο πιο εύκολη για τα αλητάκια. Υπήρχαν πε­ ρισσότερες τσέπες για να κλέψουν, περισσότεροι άνθρωποι για να αποσπάσουν την προσοχή των καταστηματαρχών, περισσότερα αποφάγια και περισσότερα χέρια για να ταίσουν τους ζητιάνους. Ήταν δύσκολο να συμφιλιώσει την παιδική της ηλικία με μια τέτοια ζωή. Για εκείνην, ένα παιδί στο δρόμο ήταν κάποιος που μάθαινε να είναι σιωπηλός και να κρύβεται, κάποιος που έβγαινε τη νύχτα για να ψάξει στα σκουπίδια. Μόνο τα πιο γενναία αλη­ τάκια τολμούσαν να κλέβουν πορτοφόλια- οι ζωές των σκάα ήταν άνευ αξίας για πολλούς ευγενείς. Κατά την παιδική της ηλικία, η Βιν είχε γνωρίσει πολλά αλητάκια που είχαν σκοτωθεί ή είχαν σακατευτεί από περαστικούς ευγενείς που τα έβρισκαν προσ­ βλητικά. Μπορεί οι νόμοι του Έλεντ να μην εξαφάνισαν τους φτωχούς, κάτι που εκείνος ήθελε πολύ να κάνει, αλλά είχαν βελτιώσει τις ζωές ακόμα και των παιδιών των δρόμων. Γι' αυτό -μεταξύ άλ­ λων- τον αγαπούσε. Υπήρχαν ακόμα κάποιοι ευγενείς στο πλήθος, άνθρωποι που είχαν πειστεί από τον Έλεντ ή από τις περιστάσεις ότι οι περιουσίες τους θα ήταν πιο ασφαλείς στην πόλη από ό,τι έξω. Ήταν απελπισμένοι, αδύναμοι, ή περιπετειώδεις. Η Βιν παρακο­ λούθησε έναν άντρα να περνάει, περιτριγυρισμένο από μια ομάδα φρουρών. Δεν της έριξε δεύτερη ματιά- για εκείνον, τα απλά της ρούχα ήταν επαρκής λόγος για να την αγνοήσει. Καμία γυναίκα ευγενικής καταγωγής δεν θα ντυνόταν όπως εκείνη. Αυτό είμαι; αναρωτήθηκε, σταματώντας δίπλα στη βιτρίνα


βδι τηςυΑνβληψης

ενός καταοτήμστος, για να κοιτάξει τα βιβλία - η πώληση των οποίων ήταν πάντα μια μικρή, αλλά επικερδής, αγορά για τους οκνηρούς ευγενείς της αυτοκρατορίας. Επίσης, χρησιμοποίησε την αντανάκλαση του γυαλιού για να σιγουρευτεί ότι δεν προ­ σπαθούσε να την αιφνιδιάσει κανείς από πίσω. Είμαι μια ευγενής; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ευγενής απλώς λόγω συ­ ναναστροφών. Την αγαπούσε ο ίδιος ο βασιλιάς -της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί- και είχε εκπαιδευτεί από τον Επιζώντα του Χάθσιν. Μάλιστα, ο πατέρας της ήταν ευγενής, παρ' όλο που η μητέρα της ήταν σκάα. Η Βιν σήκωσε το χέρι της και άγγιξε με το δάχτυλό της το απλό σκουλαρίκι από μπρούντζο, που ήταν το μοναδικό αναμνηστικό που είχε από τη μητέρα της. Δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο. Αλλά πάλι, η Βιν δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να σκέφτεται και τόσο τη μητέρα της. Άλλωστε, είχε προ­ σπαθήσει να σκοτώσει τη Βιν. Μάλιστα, είχε σκοτώσει την αδελφή τής Βιν. Μόνο οι πράξεις του Ριν, του ετεροθαλούς αδελφού της Βιν, την είχαν σώσει. Είχε τραβήξει τη Βιν, ματωμένη, από τα χέ­ ρια μιας γυναίκας που είχε βυθίσει το σκουλαρίκι στο αυτί της Βιν μόλις μερικά λεπτά νωρίτερα. Κι ωστόσο η Βιν το κράτησε. Για να θυμάται. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ένιωθε ευγενής. Κατά καιρούς, πίστευε ότι είχε περισσότερα κοινά με την παλαβή μητέρα της από ό,τι είχε με την αριστοκρα­ τία του κόσμου τού Έλεντ. Οι χοροί και τα πάρτι στα οποία είχε παρευρεθεί πριν από την Κατάρρευση - ήταν ένα θέατρο. Μια ανάμνηση που έμοιαζε με όνειρο. Δεν είχαν θέση στον κόσμο των υπό κατάρρευση κυβερνήσεων και των νυχτερινών δολοφονιών. Επίσης, ο ρόλος τής Βιν στους χορούς -όπου προσποιούνταν ότι ήταν η Βαλέτ Ρενού- ήταν μια απάτη. Εξακολουθούσε να προσποιείται. Προσποιούνταν ότι δεν ήταν το κορίτσι που είχε μεγαλώσει πεινασμένο στους δρόμους, ένα κορίτσι που είχε δεχτεί πολύ περισσότερο ξύλο παρά φιλία. Η Βιν αναστέναξε, γυρίζοντας την πλάτη της στη βιτρίνα. Το επόμενο μαγαζί, ωστόσο, τράβηξε την προσοχή της χωρίς να το θέλει. Περιείχε τουαλέτες χορού. Το μαγαζί δεν είχε πελάτες ■λίγοι σκέφτονταν τις τουαλέτες λίγο


πριν από την εισβολή. Η Βιν σταμάτησε μπροστά στην ανοιχτή πόρτα, νιώθοντας κάτι να την κρατάει εκεί λες και ήταν μέταλλο στο οποίο κάποιος ασκούσε Έλξη. Μέσα, οι κούκλες στέκονταν σε διάφορες πόζες, ντυμένες με μεγαλοπρεπείς τουαλέτες. Η Βιν κοίταξε τα φορέματα, με τη στενή τους μέση και τις φούστες σε σχήμα καμπάνας. Μπορούσε σχεδόν να φανταστεί ότι ήταν σε έναν χορό, με απαλή μουσική να παίζει στο βάθος, τα τραπέζια καλυμμένα με ολόλευκα τραπεζομάντιλα, τον Έλεντ να στέκεται στο μπαλκόνι του, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο... Παραλίγο να μπει μέσα. Αλλά γιατί να κάνει τον κόπο; Η πόλη σε λίγο θα δεχόταν επίθεση. Άλλωστε, τα φορέματα ήταν ακριβά. Ήταν διαφορετικά όταν ξόδευε τα χρήματα του Κέλσιερ. Τώρα ξόδευε τα χρήματα του Έλεντ - και τα χρήματα του Έλεντ ήταν χρήματα του βασιλείου. Γύρισε την πλάτη στις τουαλέτες και βγήκε ξανά στο δρόμο. Αυτά τα φορέματα δεν είμαι εγώ ma. Η Βαλέτ είναι άχρηστη στον Έλεντ - χρειάζεται μια Ομιχλογέννητη, όχι ένα αμήχανο κορίτσι με μια τουαλέτα που της πέφτει μεγάλη. Τα τραύματά της από την προη­ γούμενη νύχτα, σκούρες μελανιές τώρα, της υπενθύμιζαν τη θέση της. θεραπεύονταν καλά -έκαιγε κασσίτερο όλη μέρα- αλλά θα ένιωθε πιασμένη για λίγο ακόμα. Η Βιν επιτάχυνε το βήμα της, πηγαίνοντας προς τα κλουβιά με τα ζώα. Καθώς περπατούσε, ωστόσο, το μάτι της έπιασε κάποιον να την ακολουθεί κρυφά. Ίσως η λέξη «κρυφά» ήταν πολύ μεγάθυμη - το σίγουρο εί­ ναι ότι ο άντρας δεν κατάφερνε καθόλου να περάσει απαρατή­ ρητος. Είχε φαλάκρα στην κορυφή του κεφαλιού του, αλλά στα πλαϊνά τα μαλλιά του ήταν μακριά. Φορούσε μια απλή πουκα­ μίσα σκάα: ένα καφεκίτρινο ρούχο με σκούρους λεκέδες από τη στάχτη. Υπέροχα, σκέφτηκε η Βιν. Υπήρχε κι άλλος λόγος που απέφευ­ γε την αγορά - ή οποιοδήποτε μέρος στο οποίο συγκεντρώνονταν σκάα. Επιτάχυνε ξανά το βήμα της, αλλά το ίδιο έκανε και ο άντρας. Σύντομα οι αδέξιες κινήσεις του τράβηξαν την προσοχή - όμως


τ

αντί να τον βρίσει, ο περισσότερος κόσμος σταματούσε με σεβα­ σμό. Σύντομα τον μιμήθηκαν κι άλλοι, και η Βιν βρέθηκε με ένα μικρό πλήθος να την ακολουθεί. Ένα μέρος του εαυτού της ήθελε να ρίξει κάτω ένα νόμισμα και να εκτοξευτεί μακριά από εκεί. Ναι, σκέφτηκε η Βιν ειρωνικά, χρησιμοποίησε Κραματομαντεία με το φως της μέρας. Αυτό θα σε κάνει να περάσεις απαρατήρητη. Έτσι, αναστενάζοντας, γύρισε για να αντιμετωπίσει την ομά­ δα. Κανείς τους δεν έδειχνε ιδιαιτέρως απειλητικός. Οι άντρες φο­ ρούσαν παντελόνια και μουντά πουκάμισα- οι γυναίκες φορού­ σαν ριχτά εργατικά φορέματα. Πολλοί άλλοι άντρες φορούσαν καλυμμένες με στάχτη πουκαμίσες. Ιερείς του Επιζώντα. «Λαίδη Διάδοχε» είπε ένας από αυτούς, πλησιάζοντας και πέφτοντας στα γόνατα. «Μη με αποκαλείς έτσι» είπε σιγανά η Βιν. Ο ιερέας σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. «Σας παρακαλούμε. Χρειαζόμαστε οδηγίες. Διώξαμε τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Τι θα κάνουμε τώρα;» Η Βιν έκανε ένα βήμα πίσω. Είχε καταλάβει ο Κέλσιερ τι έκα­ νε; Έχτισε την πίστη των σκάα σ' αυτόν και μετά πέθανε σαν μάρτυρας για να τους κάνει να ξεσηκωθούν οργισμένοι εναντίον της Ύστατης Αυτοκρατορίας. Τι πίστευε ότι θα συνέβαινε μετά από αυτό; Θα μπορούσε να είχε προβλέψει την Εκκλησία του Επιζώντα - ήξερε ότι θα αντικαθιστούσαν τον Μεγάλο Εξουσιαστή με τον ίδιο τον Κέλσιερ ως θεό; Το πρόβλημα ήταν ότι ο Κέλσιερ είχε αφήσει τους οπαδούς του χωρίς κάποιο δόγμα. Ο μοναδικός του στόχος ήταν να νικήσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή- εν μέρει για να πάρει την εκδίκησή του, εν μέρει για να σφραγίσει την κληρονομιά του και εν μέρει -όπως ήλπιζε η Βιν- επειδή ήθελε να απελευθερώσει τους σκάα. Αλλά τώρα τι; Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να ένιωθαν όπως ένιωθε εκείνη. Χαμένοι, χωρίς κανένα φως για να τους καθοδηγεί. Δεν μπορούσε να γίνει η Βιν αυτό το φως. «Δεν είμαι ο Κέλσιερ» είπε σιγανά, κάνοντας άλλο ένα βήμα πίσω.


«Το ξέρουμε» είπε ένας από τους άντρες. «Είσαι η διάδοχός του - εκείνος πέθανε, και αυτή τη φορά Επιβίωσες εσύ». «Σας παρακαλώ» είπε μια γυναίκα, προχωρώντας μπροστά με ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά της. «Λαίδη Διάδοχε. Αν το χέρι που σκότωσε τον Μεγάλο Εξουσιαστή μπορούσε να αγγίξει το παιδί μου...» Η Βιν προσπάθησε να οπισθοχωρήσει περισσότερο, αλλά συ­ νειδητοποίησε ότι πίσω της βρισκόταν κι άλλο πλήθος. Η γυναίκα πλησίασε πιο κοντά και η Βιν σήκωσε τελικά το χέρι της διατακτι­ κά στο μέτωπο του μωρού. «Σας ευχαριστώ» είπε η γυναίκα. «Θα μας προστατεύσετε, έτσι δεν είναι, Λαίδη Διάδοχε;» ρώ­ τησε μια νεαρή γυναίκα -όχι μεγαλύτερη από τον Έλεντ- με λε­ ρωμένο πρόσωπο αλλά ειλικρινή μάτια. «Οι ιερείς λένε ότι θα στα­ ματήσετε εκείνον το στρατό εκεί έξω, ότι οι στρατιώτες του δεν θα μπορέσουν να μπουν στην πόλη όσο είστε εσείς εδώ». Όλα αυτά ήταν υπερβολικά γι' αυτήν. Η Βιν ψέλλισε μια απά­ ντηση με μισή καρδιά, αλλά γύρισε και απομακρύνθηκε σπρώ­ χνοντας το πλήθος. Ευτυχώς η ομάδα των πιστών δεν την ακο­ λούθησε. Όταν επιβράδυνε το βήμα της ήταν λαχανιασμένη, αν και όχι από την κούραση. Μπήκε οε ένα σοκάκι, ανάμεσα σε δύο μαγαζιά, και στάθηκε στη σκιά, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από το σώμα της. Όλη της τη ζωή μάθαινε να περνά απαρατήρητη, να είναι ήσυχη και ασήμαντη. Τώρα δεν μπορούσε να είναι τίποτα από αυτά. Τι περίμεναν οι άνθρωποι από εκείνη; Πίστευαν στ' αλήθεια ότι μπορούσε να σταματήσει έναν στρατό μόνη της; Αυτό ήταν ένα μάθημα που είχε μάθει πολύ νωρίς στην εκπαίδευσή της: οι Ομιχλογέννητοι δεν ήταν ανίκητοι. Έναν άντρα μπορούσε να τον σκοτώσει. Δέκα άντρες θα της δημιουργούσαν πρόβλημα. Ένας στρατός... Η Βιν ανέκτησε την ψυχραιμία της και πήρε μερικές ανάσες για να ηρεμήσει. Τελικά, βγήκε ξανά στον γεμάτο κόσμο δρόμο. Βρισκόταν κοντά στον προορισμό της τώρα - μια μικρή τέντα


τ(0 Βηγβδι τηςοΑνάληψης

ανοιχτή στη μια πλευρά γύρω από την οποία υπήρχαν τέσσερα κλουβιά. Δίπλα της καθόταν ο έμπορος, ένας βρώμικος άντρας που είχε μαλλιά μόνο στο μισό του κεφάλι - στη δεξιά πλευρά. Η Βιν στάθηκε για μια σπγμή, προσπαθώντας να καταλάβει αν το παράξενο στιλ στα μαλλιά οφειλόταν σε αρρώστια, τραυματισμό ή προτίμηση. Ο άντρας ζωήρεψε όταν την είδε να στέκεται στην άκρη των κλουβιών του. Τίναξε τα ρούχα του, σηκώνοντας αρκετή σκόνη από πάνω του. Μετά κατευθύνθηκε με νωχελικό βήμα προς το μέρος της, χαμογελώντας με όσα δόντια είχε ακόμα, ενώ προσ­ ποιούνταν ότι δεν είχε μάθει -ή δεν τον ένοιαζε- ότι ακριβώς απ' έξω υπήρχε ένας στρατός. «Α, νεαρή κυρία» είπε. «Ψάχνεις για ένα κουτάβι; Έχω με­ ρικά μικροσκοπικά κουταβάκια που κάθε κορίτσι θα αγαπήσει σίγουρα. Περίμενε να βγάλω ένα. Θα συμφωνήσεις ότι είναι το πιο χαριτωμένο πράγμα που έχεις δει». Η Βιν σταύρωσε τα χέρια της καθώς ο άντρας έσκυψε για να βγάλει ένα κουτάβι από ένα κλουβί. «Η αλήθεια είναι» είπε, «ότι έψαχνα για ένα λαγωνικό». Ο έμπορος σήκωσε το βλέμμα του. «Λαγωνικό, δεσποινίς; Αυτό δεν είναι κατοικίδιο για ένα κορίτσι σαν εσένα. Είναι άγρια θεριά αυτά. Άφησέ με να σου βρω ένα καλό κόλεϊ. Είναι καλά σκυλιά αυτά. Και έξυπνα». «Όχι» είπε η Βιν, κόβοντάς τον. «Θα μου φέρεις ένα λαγωνικό». Ο άντρας σταμάτησε ξανά και την κοίταξε, ξύνοντας διάφορα αναξιοπρεπή σημεία του σώματός του. «Εντάξει, υποθέτω ότι μπο­ ρώ να κοιτάξω...» Πλησίασε το κλουβί που βρισκόταν στο πιο μακρινό σημείο από το δρόμο. Η Βιν περίμενε ήσυχα, με τη μύτη της κατεβασμένη προς τα κάτω από τη μυρωδιά καθώς ο έμπορος φώναζε σε μερικά από τα ζώα του, επιλέγοντας το κατάλληλο. Τελικά, έφερε ένα σκυλί με λουρί στη Βιν. Ήταν ένα λαγωνικό, αν και μικρό αλλά είχε γλυκά, υπάκουα μάτια, και έναν εμφανώς ευχάριστο χαρακτήρα. «Είναι το πιο αδύναμο από τα αδέλφια του» είπε ο έμπορος.


«Καλή επιλογή για ένα νεαρό κορίτσι, θα έλεγα. Πιθανότατα θα γίνει και εξαιρετικός κυνηγός. Αυτά τα λαγωνικά μπορούν να μυρίσουν καλύτερα από κάθε κτήνος που έχεις δει». Η Βιν έκανε να πιάσει το πουγκί με τα νομίσματά της, αλλά σταμάτησε, κοιτάζοντας το πρόσωπο του σκυλιού που ανάσαινε γρήγορα με τη γλώσσα έξω. Έμοιαζε σχεδόν να της χαμογελά. «Ω, για όνομα του Μεγάλου Εξουσιαστή» είπε απότομα, πα­ ραμερίζοντας το σκυλί και τον αφέντη, και πηγαίνοντας με απο­ φασιστικό βήμα προς τα πίσω κλουβιά. «Νεαρή κυρία;» ρώτησε ο έμπορος, ακολουθώντας την αβέ­ βαια. Η Βιν εξέτασε τα λαγωνικά. Κοντά στο πίσω μέρος, εντόπισε ένα τεράστιο γκριζόμαυρο θηρίο. Ήταν αλυσοδεμένο σε έναν στύλο και την κοιτούσε με απείθεια, με ένα χαμηλό γρύλισμα να ανεβαίνει στο λαιμό του. Η Βιν έδειξε. «Πόσο κάνει αυτό εκεί πίσω;» «Αυτό;» ρώτησε ο έμπορος. «Καλή μου κυρία, αυτό είναι ένα θηρίο-φύλακας. Το αφήνουν ελεύθερο στην αυλή ενός λόρδου για να επιτίθεται σε όποιον μπαίνει! Είναι από τα πιο μοχθηρά πλάσματα που έχεις δει ποτέ!» «Τέλειο» είπε η Βιν, βγάζοντας μερικά νομίσματα. «Καλή μου κυρία, δεν μπορώ να σου πουλήσω αυτό το θηρίο. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα. Βάζω στοίχημα ότι ζυγίζει μιά­ μιση φορά όσο εσύ». Η Βιν ένευσε, μετά άνοιξε την πόρτα του κλουβιού και μπή­ κε μέσα. Ο έμπορος έβγαλε μια κραυγή, αλλά η Βιν πλησίασε το λαγωνικό. Εκείνο άρχισε να της γαβγίζει άγρια, βγάζοντας αφρούς. Συγγνώμη γι' αυτό, σκέφτηκε η Βιν. Μετά, καίγοντας κασσίτερο, έσκυψε και κατέβασε τη γροθιά της στο κεφάλι του ζώου. Το ζώο πάγωσε, τρεκλίζοντας, και μετά έπεσε αναίσθητο στο χώμα. Ο έμπορος σταμάτησε πίσω της, με το στόμα ανοιχτό. «Λουρί» διέταξε η Βιν. Της έδωσε ένα. Το χρησιμοποίησε για να δέσει τα πόδια του λαγωνικού μεταξύ τους, και μετά -κορώνοντας κασσίτερο- έριξε


τ

το ζώο πάνω από τοος ώμους της. Μόρφασε ελάχιστα από τον πόνο στο πλευρό της. Το καλό που του θέλω να μην γεμίσει σάλια το πουκάμισό μου, σκέφτηκε, δίνοντας στον έμπορο μερικά νομίσματα και επιστρέφοντας προς το παλάτι.

Η Βιν πέταξε το αναίσθητο λαγωνικό στο πάτωμα. Οι φρουροί την είχαν κοιτάξει παράξενα καθώς έμπαινε στο παλάτι, αλλά είχε αρχίσει να το συνηθίζει αυτό. Καθάρισε τα χέρια της χτυπώντας τα μεταξύ τους. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Ορσούρ. Είχε έρθει στα δωμάτιά της στο παλάτι, αλλά το τωρινό του σώμα ήταν προφανώς άχρηστο. Είχε αναγκαστεί να σχηματίσει μύς σε μέρη που οι άνθρωποι κα­ νονικά δεν είχαν για να μπορέσει να συγκροτήσει το σκελετό και, ενώ είχε θεραπεύσει τα τραύματά του, το σώμα του έδειχνε αφύ­ σικο. Φορούσε ακόμα τα αιματοβαμμένα ρούχα από την προη­ γούμενη νύχτα. «Αυτό» είπε η Βιν, δείχνοντας το λαγωνικό, «είναι το νέο σου σώμα». Ο Ορσούρ έκανε μια παύση. «Αυτό; Αφέντρα, αυτό είναι ένα σκυλί». «Ναι» είπε η Βιν. «Εγώ είμαι άνθρωπος». «Είσαι κάντρα» είπε η Βιν. «Μπορείς να μιμηθείς τη σάρκα και τους μυς. Το τρίχωμα;» Ο κάντρα δεν έδειχνε ευχαριστημένος. «Δεν μπορώ να το μιμηθώ» είπε, «αλλά μπορώ να χρησιμοποιήσω το τρίχωμα του ίδιου του ζώου, όπως χρησιμοποιώ τα κόκκαλά του. Ωστόσο, σίγουρα θα υπάρχει-» «Δεν θα σκοτώσω για σένα, κάντρα» είπε η Βιν. «Και ακόμα κι αν σκότωνα κάποιον, δεν θα σε άφηνα... να τον φας. Επίσης, αυτό θα περάσει πιο απαρατήρητο. Ο κόσμος θα αρχίσει να μιλάει αν αντικαθιστώ συνεχώς τους υπηρέτες μου με άγνωστους άντρες. Εδώ και μήνες λέω στον κόσμο ότι σκέφτομαι να σε απολύσω.


Λοιπόν, θα τους πω ότι επιτέλους το έκανα - κανείς δεν θα σκεφτεί ότι το νέο μου κατοικίδιο στην πραγματικότητα είναι ο κόντρα μου». Γύρισε, γνέφοντας προς το κουφάρι. «Αυτό θα είναι πολύ χρήσιμο. Οι άνθρωποι δίνουν λιγότερη προσοχή στα λαγωνικά από ό,τι στους ανθρώπους, κι έτσι θα μπορείς να κρυφακούς συζητήσεις». Ο Ορσούρ συνοφρυώθηκε ακόμα πιο πολύ. «Δεν θα το κάνω εύκολα αυτό. 0 α πρέπει να με αναγκάσεις, επικαλούμενη το Συμβόλαιο». «Ωραία» είπε η Βιν. «Σε διατάζω. Πόσο χρόνο θα πάρει;» «Ένα κανονικό σώμα παίρνει μόνο μερικές ώρες» είπε ο Ορ­ σούρ. «Αυτό μπορεί να πάρει περισσότερο. Θα είναι δύσκολο να κάνω όλο αυτό το τρίχωμα να δείχνει όπως πρέπει». «Ξεκίνα τότε» είπε η Βιν και κστευθύνθηκε προς την πόρτα. Καθώς προχωρούσε, ωστόσο, πρόσεξε ένα μικρό πακέτο πάνω στο γραφείο της. Συνοφρυώθηκε, πλησίασε και έβγαλε το καπάκι. Μέσα βρισκόταν ένα μικρό σημείωμα. Λαίδη Βιν, Αυτό είναι το επόμενο κράμα που ζητήσατε. Είναι πολύ δύ­ σκολο να βρει κανείς αργίλιο, αλλά όταν μια οικογένεια ευγενών έφυγε πρόσφατα από την πόλη, μπόρεσα να αγοράσω λίγα από τα σερβίτσια τους. Δεν ξέρω αν θα πετύχει, αλλά πιστεύω ότι αξίζει να μια προσπά­ θεια. Ανακάτεψα το αργίλιο με τέσσερα τοις εκατό χαλκό και βρήκα το αποτέλεσμα αρκετά ευοίωνο. Έχω διαβάσει γι' αυτή τη σύνθεση ■ ονομάζεται σκληραργίλιο. Ο υπηρέτης σας, Τέριον Η Βιν χαμογέλασε, αφήνοντας στην άκρη το σημείωμα και βγάζοντας τα υπόλοιπα περιεχόμενα του κουτιού: ένα μικρό πουγκί με μεταλλική σκόνη και μια λεπτή αργυρόχρωμη ράβδο, και τα δύο προφανώς από αυτό το μέταλλο, το «σκληραργίλιο». Ο Τέριον ήταν ειδικός στη μεταλλουργία κραματομαντικών


τ

μετάλλων. Αν και ο ίδιος δεν ήταν Κραματομάντης, αναμίγνυε κράματα και δημιουργούσε σκόνες για τους Ομιχλογέννητους και τους Ομίχλιους για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Η Βιν έβαλε στην τσέπη της το πουγκί και τη ράβδο και μετά γύρισε προς τον Ορσούρ. Ο κάντρα την κοιτούσε ανέκφραστος. «Αυτό ήρθε για μένα σήμερα;» ρώτησε η Βιν, γνέφοντας προς το κουτί. «Ναι, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Πριν από μερικές ώρες». «Και δεν μου το είπες;» «Συγγνώμη, αφέντρα» είπε ο Οροούρ με τον επίπεδο τόνο του, «αλλά δεν με πρόσταζες να σου το πω αν έφταναν πακέτα». Η Βιν έτριξε τα δόντια της. Ο Ορσούρ ήξερε με πόση αγωνία περίμενε άλλο ένα κράμα από τον Τέριον. Όλα τα προηγούμενα κράματα αργιλίου που είχαν δοκιμάσει είχαν αποδειχτεί αποτυ­ χίες. Την ενοχλούσε να ξέρει ότι κάπου εκεί έξω υπήρχε άλλο ένα Κραματομαντικό μέταλλο που περίμενε να ανακαλυφθεί. Δεν θα ικανοποιούνταν αν δεν το έβρισκε. Ο Ορσούρ απλώς καθόταν εκεί που ήταν, με μια έκφραση ανίας στο πρόσωπό του και με το ακίνητο λαγωνικό στο πάτωμα μπροστά του. «Απλώς πιάσε δουλειά με αυτό το πτώμα» είπε η Βιν, γυρίζο­ ντας και βγαίνοντας από το δωμάτιο για να βρει τον Έλεντ.

Η Βιν βρήκε επιτέλους τον Έλεντ στο γραφείο του, να κοιτάζει με­ ρικά λογιστικά βιβλία μαζί με μια γνωστή μορφή. «Ντοξ!» είπε η Βιν. Είχε αποσυρθεί στα δωμάτιά του αμέσως μετά την άφιξή του την προηγούμενη μέρα, και δεν τον είχε δει πολύ. Ο Ντόξον σήκωσε το βλέμμα του και χαμογέλασε. Γεροδεμένος χωρίς να είναι χοντρός, είχε κοντά σκούρα μαλλιά και το συνηθισμένο του, κοντό γενάκι. «Γεια σου, Βιν». «Πώς ήταν το Τέρις;» ρώτησε. «Κρύο» απάντησε ο Ντόξον. «Χαίρομαι που γύρισα. Αν και εύχομαι να μην είχα βρει εκείνον το στρατό εδώ».


«Όπως και να 'χει, χαιρόμαστε που γύρισες, Ντόξον» είπε ο Έλεντ. «Λίγο έλειψε να διαλυθεί το βασίλειο χωρίς εσένα». «Δεν φαίνεται να είναι έτσι» είπε ο Ντόξον, κλείνοντας το βιβλίο του και ακουμπώντας το πάνω στη στοίβα. «Δεδομένων όλων των γεγονότων -και όλων των στρατών- φαίνεται ότι η βα­ σιλική γραφειοκρατία άντεξε μια χαρά κατά την απουσία μου. Σχεδόν δεν με χρειάζεσαι πια!» «Ανοησίες!» είπε ο Έλεντ. Η Βιν έγειρε πάνω στην πόρτα, κοιτάζοντας τους δύο άντρες καθώς συνέχιζαν τη συζήτησή τους. Διατηρούσαν τον συνηθισμένο τους αέρα βεβιασμένης ευδιαθεσίας. Είχαν αφοσιωθεί και οι δύο στην προσπάθεια να κάνουν το βασίλειο να σταθεί στα πόδια του, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να προσποιούνται ότι συμπαθούσαν ο ένας τον άλλον. Ο Ντόξον έδειχνε διάφορα σημεία στα λογιστικά βιβλία, μιλώντας για οικονομικά θέματα και γι' αυτό που είχε ανακαλύψει στα απομακρυσμένα χωριά που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Έλεντ. Η Βιν αναστέναξε, κοιτάζοντάς τους από την άλλη άκρη του δωματίου. Το φως του ήλιου εισχωρούσε μέσα από το στρογγυλό βιτρό παράθυρο του δωματίου, ρίχνοντας χρώματα πάνω στα λογιστικά βιβλία και το τραπέζι. Ακόμα και τώρα, η Βιν δεν ήταν συνηθισμένη στον καθημερινό πλούτο ενός πύργου ευγενών. Το παράθυρο -κόκκινο και βιολετί- ήταν ένα δημιούργημα περίτεχνης ομορφιάς. Ωστόσο, οι ευγενείς προφανώς θεωρούσαν αυτά τα παράθυρα τόσο συνηθισμένα ώστε αυτό το είχαν τοπο­ θετήσει στα πίσω διαμερίσματα του πύργου, στο μικρό δωμάτιο που χρησιμοποιούσε τώρα ο Έλεντ ως γραφείο του. Όπως θα περίμενε κανείς, το δωμάτιο ήταν γεμάτο με στοίβες βιβλίων. Ράφια κάλυπταν τους τοίχους από το πάτωμα ως το ταβάνι, αλλά δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν το μέγεθος της συνεχώς αυξανόμενης συλλογής του Έλεντ. Η Βιν δεν είχε δείξει ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το γούστο του Ελεντ στα βιβλία. Κατά κύριο λόγο ήταν πολιτικά ή ιστορικά έργα, πράγματα με θέματα εξίσου μουχλιασμένα όσο και οι γερασμένες τους σελίδες. Πολλά από αυτά είχαν κάποτε απαγορευτεί από το Ατσαλένιο


τ<£$ϊηγόδι τηςοΑνάληψης

Υπουργείο, αλλά με κάποιον τρόπο οι παλιοί φιλόσοφοι μπο­ ρούσαν να κάνουν ακόμα και τα πικάντικα θέματα να δείχνουν βαρετά. «Τέλος πάντων» είπε ο Ντόξον, κλείνοντας επιτέλους το βιβλίο του. «Έχω να κάνω κάποια πράγματα πριν από την ομιλία σας αύριο, Μεγαλειότατε. Ο Χαμ είπε ότι το ίδιο απόγευμα θα γίνει και μια συνάντηση για την άμυνα της πόλης;» Ο Έλεντ ένευσε. «Υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορέσω να πείσω τη Σύνοδο να συμφωνήσει να μην παραδώσει την πόλη στον πατέρα μου, θα πρέπει να σκεφτούμε μια στρατηγική για να αντιμετωπίσουμε αυτόν το στρατό. Θα στείλω κάποιον να σε ειδοποιήσει αύριο το βράδυ». «Ωραία» είπε ο Ντόξον. Με αυτό, ένευσε στον Έλεντ, έκλεισε το μάτι στη Βιν και μετά βγήκε από το ακατάστατο δωμάτιο. Όταν ο Ντόξον έκλεισε την πόρτα, ο Έλεντ αναστέναξε και μετά χαλάρωσε, ακουμπώντας στην πλάτη της τεράστιας, βελούδινης πολυθρόνας του. Η Βιν προχώρησε μπροστά. «Είναι στ' αλήθεια καλός άνθρω­ πος, Έλεντ». «Ω, το καταλαβαίνω ότι είναι. Αλλά το ότι κάποιος είναι καλός άνθρωπος δεν σημαίνει ότι είναι και συμπαθητικός». «Είναι και ευγενικός» είπε η Βιν. «Αποφασιστικός, ήρεμος, σταθερός. Η συμμορία στηριζόταν πάνω του». Παρ' όλο που ο Ντόξον δεν ήταν Κραματομάντης, ήταν το δεξί χέρι του Κέλσιερ. «Δεν με συμπαθεί, Βιν» είπε ο Έλεντ. «Είναι... πολύ δύσκολο να τα πάω καλά με κάποιον που με κοιτάζει έτσι». «Δεν του δίνεις κι εσύ μια ευκαιρία» παραπονέθηκε η Βιν, σταματώντας δίπλα στην πολυθρόνα του Έλεντ. Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε, χαμογελώντας αδύ­ ναμα, με το γιλέκο του ξεκούμπωτο και τα μαλλιά του ένα μπερ­ δεμένο κουβάρι. «Εεε...» είπε αφηρημένα, παίρνοντας το χέρι της. «Μου αρέσει πολύ αυτό το πουκάμισο. Το κόκκινο σου πηγαίνει πολύ». Η Βιν γύρισε τα μάτια της προς τα πάνω, αφήνοντάς τον να την τραβήξει απαλά στην πολυθρόνα και να τη φιλήσει. Υπήρχε


ένα πάθος στο φιλί του - μια ανάγκη, ίσως, για κάτι σταθερό. Η Βιν ανταποκρίθηκε, νιώθοντας τον εαυτό της να χαλαρώνει καθώς την τραβούσε πάνω του. Μετά από μερικά λεπτά αναστέναξε, νιώ­ θοντας πολύ καλύτερα κουρνιασμένη στην πολυθρόνα δίπλα του. Την τράβηξε κοντά του, γέρνοντας πίσω στο φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο. Χαμογέλασε και την κοίταξε. «Φοράς... καινούριο άρωμα». Η Βιν ρουθούνισε, ακουμπώντας το κεφάλι της πάνω στο στήθος του. «Δεν είναι άρωμα, Έλεντ. Είναι ένα σκυλί». «Αα, ωραία» είπε ο Έλεντ. «Ανησυχούσα ότι έχασες τα μυαλά σου. Λοιπόν, υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που μυρίζεις σαν σκυλί;» «Πήγα στην αγορά και αγόρασα ένα σκυλί, μετά το κουβάλη­ σα ως εδώ και τάισα με αυτό τον Ορσούρ, για να γίνει το νέο του σώμα». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Βιν, αυτό είναι ευφυέστα­ το! Κανείς δεν θα υποπτευθεί ότι ένας σκύλος είναι κατάσκοπος. Αναρωτιέμαι αν το έχει σκεφτεί ποτέ κανείς αυτό...» «Κάποιος θα το έχει σκεφτεί» είπε η Βιν. «Θέλω να πω, είναι πολύ λογικό. Υποπτεύομαι ότι εκείνοι που το σκέφτηκαν, ωστόσο, δεν διέθεταν τη γνώση». «Έχεις δίκιο» είπε ο Έλεντ και χαλάρωσε προς τα πίσω. Ωστόσο, έτσι κοντά που ήταν ο ένας στον άλλο, η Βιν μπορούσε να νιώσει ότι βρισκόταν σε ένταση. Η αυριανή ομιλία, σκέφτηκε η Βιν. Ανησυχεί γι' αυτό. «Πρέπει να πω, ωστόσο» είπε αφηρημένα ο Έλεντ, «ότι βρίσκω λίγο απογοητευτικό το γεγονός ότι δεν φοράς άρωμα με οσμή σκύλου. Με τη δική σου κοινωνική θέση, φαντάζομαι ότι κάποιες από τις ντόπιες ευγενείς θα προσπαθούσαν να σε μιμηθούν. Αυτό θα ήταν πολύ διασκεδαστικό». Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε το μειδίαμά του. «Ξέρεις, Έλεντ - μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να καταλάβω πότε με πειράζεις και πότε είσαι απλώς βλάκας». «Αυτό με κάνει πιο μυστηριώδη, σωστά;» «Κάτι τέτοιο» είπε εκείνη, και ακούμπησε ξανά πάνω του.


τ<0$ίηγάδι τηςο-Ανάληψης

«Κοίταξε, δεν νομίζω ότι καταλαβαίνεις πόσο έξυπνο είναι αυτό εκ μέρους μου» είπε. «Αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να κα­ ταλάβουν πότε φέρομαι σαν ηλίθιος και πότε σαν ιδιοφυία, ίσως να υποθέσουν ότι οι γκάφες μου είναι ευφυείς πολιτικοί ελιγμοί». «Αρκεί να μην περάσουν τις πραγματικά ευφυείς κινήσεις σου για γκάφες». «Αυτό δεν θα είναι δύσκολο» είπε ο Έλεντ. «Φοβάμαι ότι έχω πάρα πολύ λίγες ευφυείς κινήσεις ώστε να τις παρεξηγήσουν οι άλλοι». Η Βιν σήκωσε το βλέμμα της με ανησυχία όταν άκουσε την πίκρα στη φωνή του. Εκείνος, ωστόσο, χαμογέλασε, αλλάζοντας θέμα. «Λοιπόν, ο Ορσούρ ο σκύλος. Θα μπορεί ακόμα να βγαίνει μαζί σου τις νύχτες;» Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Φαντάζομαι πως ναι. Στην πραγματικότητα δεν σκόπευα να τον πάρω μαζί μου για ένα διάστημα». «Θα ήθελα να τον πάρεις» είπε ο Έλεντ. «Ανησυχώ που είσαι εκεί έξω, κάθε βράδυ, και πιέζεσαι τόσο πολύ». «Το αντέχω» είπε η Βιν. «Κάποιος πρέπει να σε προσέχει». «Ναι» είπε ο Έλεντ, «αλλά ποιος προσέχει εσένα;» Ο Κέλσιερ. Ακόμα και τώρα, αυτή ήταν η άμεση αντίδρασή της. Τον γνώριζε λιγότερο από έναν χρόνο, αλλά εκείνος ο χρόνος ήταν ο πρώτος τής ζωής της που είχε νιώσει προστατευμένη. Ο Κέλσιερ ήταν νεκρός. Εκείνη, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, έπρεπε να ζήσει χωρίς αυτόν. «Ξέρω ότι τραυματίστηκες στη συμπλοκή με εκείνους τους Κραματομάντεις προχθές το βράδυ» είπε ο Έλεντ. «Θα ήταν πολύ καλό για την ψυχολογία μου αν ήξερα ότι είναι κάποιος μαζί σου». «Ένας κάντρα δεν είναι σωματοφύλακας» είπε η Βιν. «Το ξέρω» είπε ο Έλεντ. «Αλλά είναι απίστευτα πιστοί - δεν έχω ακούσει ποτέ να έχει σπάσει κάποιος ένα Συμβόλαιο. Θα σε προσέχει. Ανησυχώ για σένα, Βιν. Αναρωτιέσαι γιατί μένω ξύπνιος ως αργά, μουτζουρώνοντας διάφορες προτάσεις; Δεν μπορώ να κοιμηθώ, γνωρίζοντας ότι ίσως να είσαι εκεί έξω και να πολεμάς -


ή, χειρότερα, να κείτεσαι κάπου στο δρόμο, ετοιμοθάνατη επειδή δεν ήταν κανείς εκεί να σε βοηθήσει». «Παίρνω τον Ορσούρ μαζί μου μερικές φορές». «Ναι» είπε ο Έλεντ, «αλλά ξέρω ότι βρίσκεις δικαιολογίες για να τον αφήνεις πίσω. Ο Κέλσιερ σού αγόρασε τις υπηρεσίες ενός απίστευτα πολύτιμου υπηρέτη. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί προσπαθείς τόσο σκληρά να τον αποφύγεις». Η Βιν έκλεισε τα μάτια της. «Έλεντ, έφαγε τον Κέλσιερ». «Και λοιπόν;» ρώτησε ο Έλεντ. «Ο Κέλσιερ ήταν ήδη νεκρός. Αλλωστε, ο ίδιος έδωσε αυτή την εντολή». Η Βιν αναστέναξε, ανοίγοντας τα μάτια της. «Απλώς... δεν εμπιστεύομαι αυτό το πράγμα, Έλεντ. Αυτό το πλάσμα είναι αφύ­ σικο». «Το ξέρω» είπε ο Έλεντ. «Ο πατέρας μου είχε πάντα έναν κάντρα. Αλλά, ο Ορσούρ είναι τουλάχιστον κάτι. Σε παρακαλώ. Υποσχέσου μου ότι θα τον παίρνεις μαζί σου». «Εντάξει. Αλλά δεν νομίζω ότι θα αρέσει και στον ίδιο αυτό. Εκείνος κι εγώ δεν τα πηγαίναμε και τόσο καλά από τότε που αυτός έπαιζε τον Ρενού, κι εγώ την ανιψιά του». Ο Έλεντ σήκωσε τους ώμους του. «Θα τηρήσει το Συμβόλαιό του. Αυτό έχει σημασία». «Τηρεί το Συμβόλαιο» είπε η Βιν, «αλλά απρόθυμα. Σου ορκί­ ζομαι ότι απολαμβάνει να με εκνευρίζει». Ο Έλεντ χαμήλωσε το βλέμμα και την κοίταξε. «Βιν, οι κάντρα είναι εξαιρετικοί υπηρέτες. Δεν λειτουργούν έτσι». «Όχι, Έλεντ» είπε η Βιν. «Ο Σέιζεντ ήταν εξαιρετικός υπηρέτης. Του άρεσε να είναι με ανθρώπους, να τους βοηθά. Δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι με αντιπαθούσε. Μπορεί ο Ορσούρ να κάνει όλα όσα τον διατάζω, αλλά δεν με συμπαθεί. Ποτέ δεν με συμπάθησε. Το κα­ ταλαβαίνω». Ο Έλεντ αναστέναξε, χαϊδεύοντας τον ώμο της. «Δεν νομίζεις ότι ίσως να είσαι λίγο παράλογη; Δεν υπάρχει πραγματικός λόγος για να τον μισείς τόσο». «Α, ναι;» ρώτησε η Βιν. «Όπως ακριβώς δεν υπάρχει λόγος να μην τα πηγαίνεις εσύ καλά με τον Ντόξον;»


τ

ΟΈλεντ έμεινε σιωπηλός για λίγο. Μετά αναστέναξε. «Μάλλον έχεις ένα δίκιο» είπε. Συνέχισε να χαϊδεύει τον ώμο τής Βιν κοι­ τάζοντας το ταβάνι, σκεπτικός. «Τι;» ρώτησε η Βιν. «Δεν κάνω πολύ καλή δουλειά, έτσι δεν είναι;» «Μην είσαι ανόητος» είπε η Βιν. «Είσαι υπέροχος βασιλιάς». «Μπορεί να είμαι ένας αποδεκτός βασιλιάς, Βιν, αλλά δεν εί­ μαι εκείνος». «Ποιος;» «Ο Κέλσιερ» είπε σιγανά ο Έλεντ. «Έλεντ, δεν περιμένει κανείς να γίνεις ο Κέλσιερ». «Α, ναι;» είπε. «ΓΥ αυτό δεν με συμπαθεί ο Ντόξον. Μισεί τους ευγενείς· είναι εμφανές από τον τρόπο που μιλάει, από τις πράξεις του. Δεν ξέρω αν τον αδικώ, αν σκεφτεί κανείς τη ζωή που γνώρισε. Όπως και να 'χει, δεν πιστεύει ότι θα έπρεπε να είμαι βασιλιάς. Πιστεύει ότι θα έπρεπε να βρίσκεται ένας σκάα στη θέση μου - ή, ακόμα καλύτερα, ο Κέλσιερ. Όλοι το πιστεύουν αυτό». «Αυτά είναι ανοησίες, Έλεντ». «Αλήθεια; Και αν ο Κέλσιερ ήταν ζωντανός, θα ήμουν εγώ βασιλιάς;» Η Βιν έμεινε σιωπηλή. «Βλέπεις; Με αποδέχονται - ο λαός, οι έμποροι, ακόμα και οι ευγενείς. Αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού τους εύχονται να είχαν αντί για μένα τον Κέλσιερ». «Εγώ δεν το εύχομαι αυτό». «Όχι;» Η Βιν συνοφρυώθηκε. Μετά ανακάθισε και γύρισε έτσι ώστε να είναι γονατισμένη πάνω από τον Έλεντ στην πολυθρόνα, με μερικά εκατοστά μόνο να χωρίζουν τα πρόσωπά τους. «Μην αμ­ φιβάλλεις ποτέ γι' αυτό, Έλεντ. Ο Κέλσιερ ήταν ο δάσκαλός μου, αλλά δεν τον αγαπούσα. Όχι όπως αγαπώ εσένα». Ο Έλεντ την κοίταξε στα μάτια, και μετά ένευσε. Η Βιν τον φίλησε βαθιά, και μετά κούρνιασε ξανά δίπλα του. «Γιατί όχι;» ρώτησε τελικά ο Έλεντ. «Κατ' αρχήν, επειδή ήταν γέρος».


Ο ’Ελεντ έπνιξε ένα γέλιο. «Από ό,τι θυμάμαι κοροΐδευες και τη δική μου ηλικία». «Αυτό είναι διαφορετικό» είπε η Βιν. «Εσύ είσαι μερικά μόνο χρόνια μεγαλύτερος μου - ο Κέλσιερ ήταν αρχαίος». «Βιν, ένας άνθρωπος τριάντα οχτώ χρονών δεν είναι αρχαίος». «Σχεδόν είναι». Ο Έλεντ έπνιξε ξανά ένα γέλιο, αλλά η Βιν μπορούσε να κα­ ταλάβει ότι δεν ήταν ικανοποιημένος. Γιατί είχε διαλέξει τον Έλεντ, και όχι τον Κέλσιερ; Ο Κέλσιερ ήταν ο οραματιστής, ο ήρωας, ο Ομιχλογέννητος. «Ο Κέλσιερ ήταν ένας σπουδαίος άντρας» είπε σιγανά η Βιν καθώς ο Έλεντ άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά της. «Αλλά... υπήρ­ χαν κάποια πράγματα, Έλεντ. Τρομακτικά πράγματα. Ήταν έντο­ νος, απερίσκεπτος, ακόμα και λίγο σκληρός. Δεν συγχωρούσε. Εί­ χε σφάξει ανθρώπους χωρίς ενοχή ή έγνοια, απλώς και μόνο επειδή στήριζαν την Ύστατη Αυτοκρατορία ή δούλευαν για τον Μεγάλο Εξουσιαστή. »Θα μπορούσα να τον αγαπήσω σαν δάσκαλο και σαν φίλο. Αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να αγαπήσω ποτέ -να αγα­ πήσω πραγματικά- έναν τέτοιον άντρα. Δεν τον αδικώ- μεγάλωσε στους δρόμους, όπως εγώ. Όταν παλεύεις τόσο πολύ για τη ζωή σου, γίνεσαι δυνατός - αλλά μπορεί να γίνεις και σκληρός. Είτε έφταιγε είτε όχι, ο Κέλσιερ μού θύμιζε πάρα πολύ άντρες π ου... ήξερα όταν ήμουν μικρότερη. Ο Κελ ήταν πολύ καλύτε­ ρος άνθρωπος από εκείνους - μπορούσε να γίνει ευγενικός, και θυσίασε τη ζωή του για τους σκάα. Ωστόσο, ήταν πολύ σκληρός». Έκλεισε τα μάτια της, νιώθοντας τη ζεστασιά του Έλεντ. «Εσύ, Έλεντ Βεντούρ, είσαι καλός άνθρωπος. Ένας πραγματικά καλός άνθρωπος». «Οι καλοί άνθρωποι δεν γίνονται θρύλοι» είπε σιγανά. «Οι καλοί άνθρωποι δεν χρειάζεται να γίνουν θρύλοι». Άνοι­ ξε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Απλώς κάνουν το σωστό». Ο Έλεντ χαμογέλασε. Μετά φίλησε την κορυφή του κεφα­ λιού της και έγειρε πίσω. Απόμειναν εκεί ξαπλωμένοι για λί-


τ^ίΐηγάδι τηςοΑνάληψης

γο, χαλαρώνοντας μέσα σε ένα δωμάτιο ζεστό από το φως του ήλιου. «Κάποτε μου έσωσε τη ζωή» είπε τελικά ο Έλεντ. «Ποιος;» ρώτησε με έκπληξη η Βιν. «Ο Κέλσιερ;» Ο Έλεντ ένευσε. «Εκείνη τη μέρα που αιχμαλώτισαν τον Τρο­ μάρα και τον Ορσούρ, τη μέρα που πέθανε ο Κέλσιερ. Έγινε μια μάχη στην πλατεία, όταν ο Χαμ και μερικοί στρατιώτες προσπά­ θησαν να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους». «Ήμουν εκεί» είπε η Βιν. «Κρυβόμουν με τον Μπριζ και τον Ντοξ σε ένα από τα σοκάκια». «Αλήθεια;» είπε ο Έλεντ, με μια ελαφριά θυμηδία στη φωνή του. «Επειδή πήγα να σε ψάξω. Νόμιζα ότι σε είχαν συλλάβει, μαζί με τον Ορσούρ - προσποιούνταν τον θείο σου, τότε. Προσπάθησα να φτάσω στα κλουβιά για να σε σώσω». «Τι έκανες; Έλεντ, εκείνη η πλατεία ήταν πεδίο μάχης! Υπήρχε ένας Ιεροεξεταστής εκεί, για όνομα του Μεγάλου Εξουσιαστή!» «Το ξέρω» είπε ο Έλεντ, χαμογελώντας αμυδρά. «Βλέπεις, εκεί­ νος ο Ιεροεξεταστής ήταν που προσπάθησε να με σκοτώσει. Είχε σηκώσει το τσεκούρι του. Και μετά... εμφανίστηκε ο Κέλσιερ. Ορμησε στον Ιεροεξεταστή, ρίχνοντάς τον στο έδαφος». «Θα ήταν απλώς μια σύμπτωση» είπε η Βιν. «Όχι» είπα απαλά ο Έλεντ. «Το έκανε ηθελημένα, Βιν. Με κοίταξε, ενώ πάλευε με τον Ιεροεξεταστή, και το είδα στα μάτια του. Πάντοτε αναρωτιόμουν για αυτή τη στιγμή· όλοι μου λένε ότι ο Κέλσιερ μισούσε την τάξη των ευγενών ακόμα πιο πολύ από ό,τι ο Ντοξ». Η Βιν έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Ο Κέλσιερ... άρχισε να αλλά­ ζει λίγο προς το τέλος, νομίζω». «Άλλαξε αρκετά ώστε να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να προστατεύσει έναν τυχαίο ευγενή;» «Ήξερε ότι σ' αγαπούσα» είπε η Βιν, χαμογελώντας αμυδρά. «Φαντάζομαι ότι στο τέλος αυτό αποδείχτηκε πιο ισχυρό από το μίσος του». «Δεν είχα συνειδητοποιήσει...» Η φωνή του αργόσβησε καθώς


η Βιν γύρισε, ακούγοντας κάτι. Βήματα να πλησιάζουν. Η Βιν ανακάθισε και μετά από ένα δευτερόλεπτο, ο Χαμ έβαλε το κεφάλι του μέσα στο δωμάτιο. Ωστόσο, σταμάτησε όταν είδε τη Βιν να κάθεται στα πόδια του Έλεντ. «Ω» είπε ο Χαμ. «Συγγνώμη». «Όχι, περίμενε» είπε η Βιν. Το κεφάλι του Χαμ εμφανίστηκε ξανά πίσω από την πόρτα και η Βιν γύρισε στον Έλεντ. «Παραλίγο να ξεχάσω γιατί ήρθα να σε δω. Έλαβα ένα νέο πακέτο από τον Τέριον σήμερα». «Κι άλλο;» ρώτησε ο Έλεντ. «Βιν, πότε θα τα παρατήσεις;» «Δεν έχω την πολυτέλεια να το κάνω» είπε. «Δεν μπορεί να είναι και τόσο σημαντικό, σωστά;» ρώτησε. «Θέλω να πω, αν έχουν ξεχάσει όλοι τι κάνει αυτό το τελευταίο μέταλλο, τότε δεν πρέπει να είναι και τόσο ισχυρό». «Είτε αυτό» είπε η Βιν, «είτε ήταν τόσο εκπληκτικά ισχυρό, ώστε το Υπουργείο κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να το κρατήσει μυστικό». Γλίστρησε από την πολυθρόνα για να σηκωθεί, και με­ τά έβγαλε το πουγκί και τη λεπτή ράβδο από την τσέπη της. Έδω­ σε τη ράβδο στον Έλεντ, ο οποίος ανακάθισε στη βελούδινη πο­ λυθρόνα του. Ασήμι, και γυαλιστερό, το μέταλλο -όπως το αργίλιο από το οποίο είχε φτιαχτεί - ήταν τόσο ελαφρύ ώστε δεν έμοιαζε αληθινό. Όποιος Κραματομάντης έκαιγε κατά λάθος αργίλιο έχανε τα απο­ θέματα των υπόλοιπων μετάλλων του και έμενε ανίσχυρος. Το αργίλιο είχε κρατηθεί κρυφό από το Ατσαλένιο Υπουργείο· η Βιν δεν είχε μάθει γι' αυτό παρά μόνο εκείνη τη νύχτα που συνελήφθη από τους Ιεροεξεταστές, την ίδια νύχτα που σκότωσε τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Δεν είχαν καταφέρει ποτέ να ανακαλύψουν το ακριβές κραματομαντικό κράμα του αργιλίου. Τα κραματομαντικά μέταλλα υπήρχαν πάντα σε ζεύγη - σίδηρος και ατσάλι, λευκοσίδηρος και κασσίτερος, χαλκός και μπρούντζος, ψευδάργυρος και ορεί­ χαλκος. Αργίλιο κα ι... κάτι. Κάτι ισχυρό, όπως ήλπιζε. Το άτιό της είχε τελειώσει. Χρειαζόταν ένα πλεονέκτημα. Ο Έλεντ αναστέναξε, δίνοντάς της πίσω τη ράβδο. «Την τελευ-


ταία φορά που προσπάθησες να κάψεις ένα από αυτά αρρώστησες για δύο μέρες, Βιν. Τρόμαξα πάρα πολύ». «Δεν μπορεί να με σκοτώσει» είπε η Βιν. «Ο Κέλσιερ με διαβε­ βαίωνε ότι το κάψιμο ενός κακού κράματος απλώς θα με αρρώσταινε». Ο Έλεντ κούνησε το κεφάλι του. «Ακόμα και ο Κέλσιερ έκανε λάθος μερικές φορές, Βιν. Δεν είπες ότι είχε παρερμηνεύσει τον τρόπο που λειτουργούσε ο μπρούντζος;» Η Βιν έμεινε σιωπηλή για λίγο. Η ανησυχία του Έλεντ ήταν τόσο ειλικρινής ώστε ένιωσε να πείθεται. Ωστόσο... Όταν επιτεθεί εκείνος ο στρατός, ο Έλεντ θα πεθάνει. Ίσως οι σκάα της πόλης να επιβιώσουν - κανένας ηγεμόνας δεν θα ήταν αρκετά ανόητος ώστε να σφάξει τους ανθρώπους μιας τόσο παραγωγικής πόλης. Ο βασιλιάς, ωστόσο, θα σκοτωνόταν. Δεν μπορούσε να τα βάλει με έναν ολόκληρο στρατό, και ελάχιστα μπορούσε να κάνει η Βιν για να βοηθήσει με τις προετοιμασίες. Ωστόσο, γνώριζε από Κραματομαντεία. Όσο καλύτερη γινόταν σε αυτή, τόσο καλύτερα θα κατάφερνε να προστατεύσει τον άντρα που αγαπούσε. «Πρέπει να το δοκιμάσω, Έλεντ» είπε σιγανά. «Ο Κλαμπς λέει ότι ο Στραφ δεν θα επιτεθεί για μερικές μέρες ακόμα - θα χρειαστεί αυτό το διάστημα για να αφήσει τους άντρες του να ξεκουραστούν από το ταξίδι και να στείλει ανιχνευτές στην πόλη, για να προετοιμαστεί για την επίθεση. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορώ να περιμένω. Αν αυτό το μέταλλο με αρρωστήσει, θα έχω το χρόνο να γίνω καλά και να βοηθήσω στη μάχη - αλλά μόνο αν το δοκιμάσω τώρα». Το πρόσωπο του Έλεντ έγινε βλοσυρό, αλλά δεν της το απα­ γόρευσε. Είχε μάθει ότι δεν έπρεπε να το κάνει αυτό. Αντίθετα, απόμεινε να στέκεται εκεί. «Χαμ, νομίζεις ότι είναι καλή ιδέα;» Ο Χαμ ένευσε. Ήταν πολεμιστής· για εκείνον, το ρίσκο της έβγα­ ζε νόημα. Του είχε ζητήσει να μείνει επειδή θα χρειαζόταν κά­ ποιον να τη μεταφέρει στο κρεβάτι της, αν πήγαινε στραβά αυτό». «Εντάξει» είπε ο Έλεντ, γυρίζοντας ξανά προς τη Βιν, δείχνο­ ντας να παραιτείται.


Η Βιν κάθισε στην πολυθρόνα, ακούμπησε την πλάτη της πίσω, μετά πήρε μια πρέζα σκληραργίλιο και το κατάπιε. Έκλεισε τα μάτια της και έψαξε τα κραματομαντικά της αποθέματα. Τα οχτώ συνηθισμένα ήταν όλα εκεί, σε αρκετά μεγάλο απόθεμα. Δεν είχε άτιο ή χρυσάφι, ούτε και κανένα από τα κράματά τους. Ακόμα κι αν είχε άτιο, ήταν εξαιρετικά πολύτιμο για να το χρησιμοποιήσει παρά μόνο σε Κατάσταση ανάγκης - και τα άλλα τρία είχαν μόνο οριακή χρησιμότητα. Εμφανίστηκε ένα νέο απόθεμα. Όπως είχε κάνει και τις τέσ­ σερις προηγούμενες φορές. Κάθε φορά που έκαιγε ένα κράμα αρ­ γιλίου, ένιωθε αμέσως έναν τρομερό πονοκέφαλο. Θα νόμιζε κανείς ότι είχα πάρει το μάθημά μου... σκέφτηκε. Σφίγγοντας τα δόντια της, έψαξε μέσα της και έκαψε το νέο κράμα. Δεν συνέβη τίποτα. «Το δοκίμασες ή όχι ακόμα;» ρώτησε ο Έλεντ διστακτικά. Η Βιν ένευσε αργά. «Δεν έχω πονοκέφαλο. Αλλά... δεν είμαι σίγουρη αν το κράμα κάνει κάτι ή όχι». «Καίγεται όμως;» ρώτησε ο Χαμ. Η Βιν ένευσε. Αισθάνθηκε την οικεία θερμότητα μέσα της, τη μικροσκοπική φωτιά που της έλεγε ότι καιγόταν ένα μέταλλο. Προσπάθησε να κινηθεί λίγο, αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κάποια αλλαγή στο σώμα της. Στο τέλος κοίταξε πάνω και σήκωσε τους ώμους της. Ο Χαμ συνοφρυώθηκε. «Αν δεν σε αρρώστησε, τότε βρήκες το σωστό κράμα. Κάθε μέταλλο έχει μόνο ένα έγκυρο κράμα». «Ή» είπε η Βιν, «αυτό μας έλεγαν πάντα». Ο Χαμ ένευσε. «Ποιο κράμα ήταν αυτό;» «Αργίλιο και χαλκός» είπε η Βιν. «Ενδιαφέρον» είπε ο Χαμ. «Δεν αισθάνεσαι απολύτως τίποτα;» Η Βιν κούνησε το κεφάλι της. «Πρέπει να εξασκηθείς κι άλλο». «Από ό,τι φαίνεται είμαι τυχερή» είπε η Βιν, σβήνοντας το σκληραργίλιο. «Ο Τέριον δημιούργησε σαράντα διαφορετικά κράμα­ τα που σκέφτηκε ότι θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε, όταν απο­ κτήσαμε αρκετό αργίλιο. Αυτό ήταν μόλις το πέμπτο».


κ £ 5& |γ άδ ι τηςοΑνόληψης

«Σαράντα;» ρώτησε δύσπιστα ο Έλεντ. «Δεν ήξερα ότι υπάρ­ χουν τόσα μέταλλα από τα οποία μπορούσες να φτιάξεις ένα κράμα!» «Δεν χρειάζεται να έχεις δύο μέταλλα για να φτιάξεις ένα κρά­ μα» είπε αφηρημένα η Βιν. «Μονάχα ένα μέταλλο και κάτι άλλο. Όπως το ατσάλι - είναι σίδηρος και άνθρακας». «Σαράντα...» επανέλαβε ο Έλεντ. «Και θα τα δοκίμαζες όλα;» Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Έμοιαζε σαν καλό ποσοστό για να ξεκινούσαμε τις δοκιμές». Αυτή η σκέψη φάνηκε να ανησυχεί τον Έλεντ, αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Αντίθετα, στράφηκε στον Χαμ. «Τέλος πάντων, Χαμ, ήθελες να μας δεις για κάποιο λόγο;» «Τίποτα σημαντικό» είπε ο Χαμ. «Ήθελα απλώς να ρωτήσω αν η Βιν είχε όρεξη για μονομαχία. Αυτός ο στρατός με έχει αγχώσει, και σκέφτηκα ότι θα έκανε καλό στη Βιν να κάνει λίγη ακόμα εξάσκηση με το ραβδί». Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Βέβαια. Γιατί όχι;» «Θέλεις να έρθεις, Ελ;» ρώτησε ο Χαμ. «Να εξασκηθείς λίγο;» Ο Έλεντ γέλασε. «Και να αντιμετωπίσω έναν από εσάς τους δύο; Έχω και τη βασιλική μου αξιοπρέπεια να σκεφτώ!» Η Βιν συνοφρυώθηκε ελαφρά, καθώς τον κοιτούσε από την πολυθρόνα. «Πρέπει να εξασκείσαι πιο πολύ, Έλεντ. Σχεδόν δεν ξέρεις να κρατάς σπαθί, και είσαι φρικτός με το ραβδί μονομαχίας». «Και γιατί να ανησυχώ γι' αυτά όταν έχω εσένα να με προ­ στατεύεις;» Η ανησυχία της Βιν έγινε πιο βαθιά. «Δεν μπορούμε να είμαστε συνεχώς κοντά σου, Έλεντ. Θα ανησυχούσα πολύ λι­ γότερο αν μπορούσες να υπερασπιστείς καλύτερα τον εαυτό σου». Εκείνος απλώς χαμογέλασε και την τράβηξε να σηκωθεί όρ­ θια. «Θα το κάνω κι αυτό κάποια στιγμή, το υπόσχομαι. Αλλά, όχι σήμερα - έχω πάρα πολλά να σκεφτώ αυτή τη στιγμή. Τι θα έλεγες να έρθω απλώς να σας παρακολουθήσω; Ίσως να κα­ ταλάβω κάτι μέσα από την παρατήρηση - η οποία, επί τη ευκαι-


ρία, είναι η προτιμώμενη μέθοδος εκπαίδευσης με όπλα, εφόσον δεν περιλαμβάνει την πιθανότητα να φάω ξύλο από ένα κο­ ρίτσι». Η Βιν αναστέναξε, αλλά δεν επέμεινε άλλο.


Γράφω τώρα αυτό το αρχείο, χαράσσοντάς το σε μια μεταλλική πλάκα, επει­ δή φοβάμαι. Φοβάμαι για μένα, ναι - παραδέχομαι ότι είμαι άνθρωπος. Αν ο Αλέντι επιστρέφει από το Πηγάδι της Ανάληψης, είμαι σίγουρος ότι ο θάνατός μου θα είναι ένας από τους πρώτους του στόχους. Δεν είναι κακός άνθρωπος, αλλά είναι αδίστακτος. Αυτό, νομίζω, είναι αποτέλεσμα όλων όσων έχει περάσει.

6

ΛΕΝΤ ΕΓΕΙΡΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟ κιγκλίδωμα, κοιτάζοντας την αυλή μονομαχιών. Ένα μέρος του εαυτού του ήθελε να βγει έξω και να εξασκηθεί με τη Βιν και τον Χαμ. Ωστόσο, κατά κύριο λόγο απλώς δεν πίστευε ότι είχε νόημα. Όποιος δολοφόνος έρθει για μένα θα είναι Κραματομάντης, σκέφτηκε. Και για δέκα χρόνια να εξασκηθώ, και πάλι δεν θα μπορώ να ανημετωτάσω έναν από αυτούς. Στην αυλή, ο Χαμ στριφογύρισε μερικές φορές το ραβδί του, και μετά έγνεψε. Η Βιν πλησίασε κρατώντας το δικό της ραβδί, το οποίο ήταν τριάντα εκατοστά πιο ψηλό από εκείνη. Καθώς τους κοιτούσε, ο Έλεντ δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει την ανομοιότητα. Ο Χαμ είχε τους σκληρούς μυς και το δυνατό πα­ ράστημα ενός πολεμιστή. Η Βιν έδειχνε ακόμα πιο αδύνατη από ό,τι συνήθως, φορώντας μονάχα ένα στενό πουκάμισο και ένα παντελόνι, χωρίς μανδύα για να κρύβει το μικροσκοπικό της σώμα. Η ανομοιότητα ενισχύθηκε από τα λόγια που είπε αμέσως μετά ο Χαμ. «Θα εξασκηθούμε με το ραβδί, δεν θα εξασκήσουμε την


Ώθηση και την Έλξη. Μην χρησιμοποιήσεις τίποτα άλλο παρά κασσίτερο, εντάξει;» Η Βιν ένευσε. Έτσι μονομαχούσαν συνήθως. Ο Χαμ ισχυριζόταν ότι τίπο­ τα δεν μπορούσε να αντικαταστήσει την προπόνηση και την εξά­ σκηση, όσο δυνατός κι αν ήταν ένας Κραματομάντης. Επέτρεπε στη Βιν να χρησιμοποιήσει κασσίτερο, επειδή έλεγε ότι η ενισχυμένη δύναμη και η επιδεξιότητα μπορούσαν να σε αποπροσανα­ τολίσουν αν δεν τις είχες συνηθίσει. Το πεδίο της μονομαχίας έμοιαζε με προαύλιο. Βρισκόταν στο στρατώνα του παλατιού και περιβαλλόταν από μία στοά, σαν διάδρομο ανοιχτό στο πλάι. Σ'αυτή τη στοά στεκόταν ο Έλεντ, με τη στέγη πάνω από το κεφάλι του να κρατά τον κόκκινο ήλιο μακριά από τα μάτια του. Αυτό ήταν καλό, επειδή είχε ξεκινή­ σει μια ελαφριά οταχτόπτωση, και μερικές διάσπαρτες νιφά­ δες στάχτης έπεφταν αργά από τον ουρανό. Ο Έλεντ σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο κιγκλίδωμα. Στρατιώτες περνούσαν περιστασιακά από το διάδρομο πίσω του, κουβεντιάζοντας δυνατά. Μερικοί, ωστόσο, σταματούσαν για να παρακολουθήσουν οι μο­ νομαχίες της Βιν και του Χαμ ήταν ένας ευχάριστος αντιπερι­ σπασμός για τους στρατιώτες του παλατιού. Θα έπρεπε να δουλεύω την πρότασή μου, σκέφτηκε ο Έλεντ. Όχι να στέκομαι εδώ και να παρακολουθώ τη Βιν να μονομαχεί. Α λλά... η ένταση των τελευταίων ημερών ήταν τόσο πιεστική ώστε δυσκολευόταν να βρει το κίνητρο για να κάνει άλλη μία ανάγνωση της ομιλίας. Αυτό που χρειαζόταν πραγματικά ήταν απλώς να καθίσει λίγη ώρα και να σκεφτεί. Έτσι, απλώς τους παρακολουθούσε. Η Βιν πλησίασε τον Χαμ επιφυλακτικά, κρατώντας το ραβδί σφιχτά και με τα δύο της χέρια. Κάποτε, ίσως ο Έλεντ να θεωρούσε ότι το παντελόνι και το πουκάμισο δεν ήταν κατάλληλα ρούχα για μια κυρία, αλλά είχε ζήσει πολύ καιρό κοντά στη Βιν για να εξακολουθεί να ενοχλεί­ ται από αυτό. Οι τουαλέτες και τα φορέματα ήταν όμορφα - αλλά υπήρχε κάτι σωστό όταν η Βιν ντυνόταν με απλά ρούχα. Τα φο­ ρούσε πιο άνετα.


τχβίβηγβδι τηςαΑνάληψης

Άλλωστε, του άρεσε ο τρόπος που έδειχναν τα στενά ρούχα πάνω της. Συνήθως η Βιν άφηνε τους άλλους να χτυπήσουν πρώτοι, και σήμερα δεν έκανε εξαίρεση. Τα ραβδιά χτύπησαν το ένα με το άλλο καθώς ο Χαμ της επιτέθηκε, και παρά το μέγεθος της, η Βιν δεν υπο­ χώρησε. Μετά από μια γρήγορη συμπλοκή, απομακρύνθηκαν και οι δύο, κυκλώνοντας ο ένας τον άλλο επιφυλακτικά. «Στοιχηματίζω στο κορίτσι». Ο Έλεντ γύρισε καθώς πρόσεξε μια μορφή να διασχίζει κουτσαίνοντας το διάδρομο προς το μέρος του. Ο Κλαμπς ήρθε δί­ πλα στον Έλεντ, χτυπώντας ένα νόμισμα των δέκα μποξινίων πάνω στο παραπέτο. Ο Έλεντ χαμογέλασε στο στρατηγό, και ο Κλαμπς του απάντησε με ένα συνοφρύωμα - πράγμα που για τον Κλαμπς θεωρούνταν χαμόγελο. Με εξαίρεση τον Ντόξον, ο Έλεντ είχε συμπαθήσει γρήγορα τα άλλα μέλη της ομάδας της Βιν. Ωστό­ σο, είχε χρειαστεί λίγο χρόνο για να συνηθίσει τον Κλαμπς. Το πρόσωπο του γεροδεμένου άντρα έμοιαζε με στρεβλωμένο μα­ νιτάρι και έδειχνε να έχει τα μάτια του πάντα μισόκλειστα με δυ­ σαρέσκεια - μια έκφραση που συνήθως ταίριαζε με τον τόνο της φωνής του. Ωστόσο, ήταν ένας χαρισματικός τεχνίτης, καθώς επίσης και Κραματομάντης - Καπνιστής, γτα την ακρίβεια, αν και δεν είχε πια πολλές ευκαιρίες να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του. Εδώ κι έναν χρόνο περίπου, ο Κλαμπς, υπηρετούσε ως στρατηγός των στρα­ τιωτικών δυνάμεων του Έλεντ. Ο Έλεντ δεν ήξερε πού είχε μάθει ο Κλαμπς να καθοδηγεί στρατιώτες, αλλά ο άντρας είχε ένα εκ­ πληκτικό ταλέντο σε αυτό. Πιθανότατα είχε αποκτήσει αυτή την ικανότητα στο ίδιο μέρος όπου είχε αποκτήσει και την ουλή στο πόδι του - την ουλή που τον έκανε να κουτσαίνει και που χάρισε στον Κλαμπς* το παρατσούκλι του. «Απλώς μονομαχούν, Κλαμπς» είπε ο Έλεντ. «Δεν θα υπάρξει "νικητής"».

* Clubs στα Αγγλικά σημαίνει κουτσός. (Σ.τ.Μ.)


«Θα καταλήξουν σε μια σοβαρή συμπλοκή» είπε ο Κλαμπς. «Πάντα αυτό κάνουν». Ο Έλεντ έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Μου ζητάς να στοιχηματί­ σω εναντίον της Βιν, ξέρεις» παρατήρησε. «Πιθανόν αυτό να είναι ανθυγιεινό». «Και λοιπόν;» Ο Έλεντ χαμογέλασε, βγάζοντας ένα νόμισμα. Ο Κλαμπς εξα­ κολουθούσε να τον τρομάζει κάπως και δεν ήθελε να διακινδυνεύ­ σει να τον προσβάλλει. «Πού είναι εκείνος ο άχρηστος ο ανιψιός μου;» ρώτησε ο Κλα­ μπς καθώς παρακολουθούσε τη μονομαχία. «Ο Τρομάρας;» ρώτησε ο Έλεντ. «Γύρισε; Πώς μπήκε στην πό­ λη;» Ο Κλαμπς σήκωσε τους ώμους του. «Άφησε κάτι στο κατώφλι μου σήμερα το πρωί». «Ένα δώρο;» Ο Κλαμπς ρουθούνισε. «Ήταν ένα ξυλόγλυπτο από έναν ξυ­ λουργό της Πόλης της Γέλβα. Το σημείωμα έλεγε, "Ήθελα απλώς να σου δείξω τι κάνουν οι αληθινοί ξυλουργοί, γέρο"». Ο Έλεντ άρχισε να γελάει, αλλά το γέλιο του αργόσβησε καθώς ο Κλαμπς τον κοίταξε με ένα βλέμμα που τον έκανε να νιώσει άβολα. «Ο μικρός δεν ήταν ποτέ τόσο αυθάδης» μουρμούρισε ο Κλαμπς. «Σου τ' ορκίζομαι, ύλοι εσείς το έχετε διαφθείρει το παλληκάρι». Ο Κλαμπς έμοιαζε σχεδόν να χαμογελά. Ή μήπως σοβαρολο­ γούσε; Ο Έλεντ δυσκολευόταν πάντα να αποφασίσει αν ο άντρας ήταν τόσο οξύθυμος όσο έδειχνε, ή αν ο Έλεντ ήταν το θύμα κά­ ποιας καλοστημένης φάρσας. «Πώς τα πηγαίνει ο στρατός;» ρώτησε τελικά ο Έλεντ. «Χάλια» είπε ο Κλαμπς. «Θέλεις στρατό; Δώσε μου πάνω από έναν χρόνο για να τον εκπαιδεύσω. Τώρα δεν εμπιστεύομαι αυτά τα αγόρια ούτε ενάντια σε ένα πλήθος ηλικιωμένων γυναικών με μαγκούρες». Υπέροχα, σκέφτηκε ο Έλεντ. «Δεν μπορώ να κάνω και πολλά αυτή τη στιγμή, όμως» μού-


τ(£ί8ηγβδι της^Ανάληψης

γκρισε ο Κλαμπς. «Ο Στραφ σκάβει κάποιες πρόχειρες οχυρώσεις, αλλά κατά κύριο λόγο αφήνει τους άντρες του να ξεκουραστούν. Η επίθεση θα έρθει στο τέλος της βδομάδας». Στην αυλή, η Βιν και ο Χαμ εξακολουθούσαν να παλεύουν. Η μονομαχία εξελισσόταν αργά, προς το παρόν, με τον Χαμ να σταματά για να εξηγήσει διάφορες αρχές ή στάσεις. Ο Έλεντ και ο Κλαμπς παρακολούθησαν για λίγο καθώς η μονομαχία βαθ­ μιαία άρχισε να γίνεται πιο έντονη, με τον κάθε γύρο να διαρκεί περισσότερο και τους δύο συμμετέχοντες να αρχίζουν να ιδρώ­ νουν, καθώς τα πόδια τους σήκωναν σύννεφα στάχτης στην κα­ λυμμένη με τέφρα γη. Η Βιν πρόσφερε στον Χαμ μια καλή αντίπαλο παρά τις τε­ ράστιες διαφορές στη δύναμη, το φάσμα και την εκπαίδευση, και ο Έλεντ έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά ελαφρά. Η Βιν ήταν κάτι ξεχωριστό - ο Έλεντ το είχε συνειδητοποιήσει αυτό όταν την είχε πρωτοδεί στην αίθουσα χορού των Βεντούρ, πριν από σχε­ δόν δύο χρόνια. Μόλις τώρα άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο ανε­ παρκής ήταν η λέξη «ξεχωριστό» για να την περιγράψει. Ένα νόμισμα κατέβηκε με δύναμη πάνω στο ξύλινο παραπέ­ το. «Στοιχηματίζω κι εγώ στη Βιν». Ο Έλεντ γύρισε με έκπληξη. Ο άντρας που είχε μιλήσει ήταν ένας στρατιώτης που στεκόταν με τους άλλους πιο πίσω και παρακολουθούσε. Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. «Ποιος-» Τότε, ο Έλεντ διέκοψε τη φράση του. Η γενειάδα ήταν λάθος, η στάση του σώματος υπερβολικά στητή, αλλά ο άντρας που στε­ κόταν πίσω τού ήταν γνωστός. «Τρομάρα;» ρώτησε δύσπιστα ο Έλεντ. Το έφηβο αγόρι χαμογέλασε πίσω από μια ολοφάνερα ψεύτι­ κη γενειάδα. «Ήμουν εκεί όπου εμένα φωνάξατε». Το κεφάλι του Έλεντ άρχισε να πονάει αμέσως. «Μα τον Με­ γάλο Εξουσιαστή, μη μου πεις ότι επέστρεψες ξανά στη διάλεκτο;» «Ω, μονάχα όταν νιώθω νοσταλγία για ένα ευφυολόγημα» είπε ο Τρομάρας γελώντας. Τα λόγια του είχαν ίχνη της Ανατολικής προφοράς του- τους πρώτους δύο μήνες που είχε γνωρίσει ο Έ­ λεντ το αγόρι, δεν μπορούσε να καταλάβει με τίποτα τον Τρο-


μάρα. Ευτυχώς, το αγόρι είχε μεγαλώσει και είχε σταματήσει να χρησιμοποιεί τη διάλεκτο του δρόμου, όπως ακριβώς είχε μεγα­ λώσει και τα περισσότερα ρούχα του πλέον δεν του πήγαιναν. Με ύψος πάνω από ένα και ογδόντα, ο δεκαεξάχρονος νεαρός άντρας δεν θύμιζε σχεδόν σε τίποτα το άχαρο αγόρι που είχε γνωρίσει ο Έλεντ πριν από έναν χρόνο. Ο Τρομάρας έγειρε πάνω στο παραπέτο δίπλα στον Έλεντ, υιοθετώντας τη χαλαρή στάση ενός έφηβου και καταστρέφοντας τελείως την εικόνα του ως στρατιώτη - άλλωστε, στην πραγματικό­ τητα δεν ήταν. «Γιατί φοράς στολή, Τρομάρα;» ρώτησε ο Έλεντ συνοφρυω­ μένος. Ο Τρομάρας σήκωσε τους ώμους του. «Δεν είμαι Ομιχλογέννητος. Εμείς οι πιο θνητοί κατάσκοποι πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να παίρνουμε πληροφορίες χωρίς να πετάμε έξω από παράθυρα για να κρυφακούμε». «Πόσην ώρα στέκεσαι εκεί;» ρώτησε ο Κλαμπς, αγριοκοιτάζοντας τον ανιψιό του. «Πριν έρθεις εσύ, θείε Γκρινιάρη» είπε ο Τρομάρας. «Και για να απαντήσω στην ερώτησή σου, γύρισα πριν από δυο μέρες. Πριν από τον Ντόξον, για την ακρίβεια. Απλώς σκέφτηκα να κάνω ένα διάλειμμα προτού γυρίσω στο πόστο μου». «Δεν ξέρω αν το έχεις προσέξει, Τρομάρα» είπε ο Έλεντ, «αλλά είμαστε σε πόλεμο. Δεν έχουμε πολύ χρόνο για να κάνουμε δια­ λείμματα». Ο Τρομάρας σήκωσε τους ώμους του. «Απλώς δεν ήθελα να με διώξετε ξανά. Αν πρόκειται να γίνει πόλεμος εδώ, θέλω να μείνω. Ξέρεις, επειδή θα είναι συναρπαστικό». Ο Κλαμπς ρουθούνισε. «Και πού βρήκες αυτή τη στολή;» «Εεε... Δηλαδή...» Ο Τρομάρας κοίταξε στο πλάι, αποκαλύ­ πτοντας ένα ίχνος του αβέβαιου αγοριού που είχε γνωρίσει ο Έλεντ. Ο Κλαμπς μουρμούρισε κάτι για απείθαρχα αγόρια, αλλά ο Έλεντ απλώς γέλασε και χτύπησε τον Τρομάρα στον ώμο. Το αγόρι σήκωσε το βλέμμα του, χαμογελώντας· παρ' όλο που στην


τ(£$ίηγβδι τηςοΑνβληψης

αρχή ήταν εύκολο να τον αγνοήσει κανείς, είχε αποδειχθεί εξίσου χρήσιμος με οποιοδήποτε άλλο μέρος της πρώην συμμορίας της Βιν. Ως Τσιγκομάτης -ένας Ομίχλιος που μπορεί να κάψει λευκο­ σίδηρο για να οξύνει τις αισθήσεις του- ο Τρομάρας μπορούσε να ακούσει συζητήσεις από μακριά, καθώς επίσης και να παρατηρή­ σει μακρινές λεπτομέρειες. «Τέλος πάντων, καλώς ήρθες» είπε ο Έλεντ. «Τι νέα από τα δυ­ τικά;» Ο Τρομάρας κούνησε το κεφάλι του. «Δεν θέλω να ακουστώ πολύ σαν τον θείο Ξινό εκεί πέρα, αλλά τα νέα δεν είναι καλά. Θυμάστε εκείνες τις φήμες ότι το άτιο του Μεγάλου Εξουσιαστή εί­ ναι στη Λουθάντελ; Ε, λοιπόν, επέστρεψαν. Πιο ισχυρές αυτή τη φορά». «Νόμιζα ότι το είχαμε αφήσει πίσω μας αυτό!» είπε ο Έλεντ. Ο Μπριζ και η ομάδα του είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων έξι μηνών διαδίδοντας φήμες και κάνοντας τους πολέμαρχους να πιστέψουν ότι το άτιο πρέπει να ήταν κρυμμένο σε κάποιαν άλλη πόλη, εφόσον ο Έλεντ δεν το είχε βγει στη Λου­ θάντελ. «Μάλλον όχι» είπε ο Τρομάρας. «Και... νομίζω ότι κάποιος δια­ δίδει αυτές τις φήμες σκόπιμα. Έχω ζήσει για αρκετό καιρό στο δρόμο για να καταλαβαίνω πότε μια ιστορία είναι κατασκευα­ σμένη, και άυτή η φήμη βρωμάει. Κάποιος θέλει να εστιάσουν οι πολέμαρχοι πάνω σου». Υπέροχα, σκέφτηκε ο Έλεντ. «Δεν ξέρεις πού είναι ο Μπριζ, OCDCFTGj»

Ο Τρομάρας σήκωσε τους ώμους του, αλλά δεν φαινόταν να δίνει πια προσοχή στον Έλεντ. Παρακολουθούσε τη μονομαχία. Ο Έλεντ έστρεψε ξανά το βλέμμα του στη Βιν και τον Χαμ. Όπως είχε προβλέψει ο Κλαμπς, αυτοί οι δύο είχαν εμπλακεί σε μια πιο έντονη συμπλοκή. Δεν υπήρχε πια διδασκαλία· δεν υπήρχαν πια γρήγορες, επαναληπτικές κινήσεις. Μονομαχούσαν πραγματικά, πολεμούσαν μέσα σε ένα περιστρεφόμενο σύννεφο από ραβδιά και σκόνη. Στάχτη αιωρούνταν παντού γύρω τους, την οποία είχε σηκώσει ο αέρας των επιθέσεών τους, και ακόμα


περισσότεροι στρατιώτες σταμάτησαν στους γύρω διαδρόμους για να παρακολουθήσουν. Ο Έλεντ έγειρε μπροστά. Υπήρχε κάτι έντονο σε μια μονομα­ χία ανάμεσα σε δύο Κραματομάντεις. Η Βιν δοκίμασε να επιτεθεί. Την ίδια στιγμή, ωστύσο, ο Χαμ στριφογύρισε, με το ραβδί του τόσο γρήγορο ώστε έδειχνε θολό. Με κάποιον τρόπο, η Βιν πρό­ λαβε να σηκώσει το όπλο της, αλλά η δύναμη του χτυπήματος του Χαμ την έριξε προς τα πίσω. Χτύπησε στο έδαφος με τον ώμο. Δεν έβγαλε ούτε ένα μουγκρητό πόνου, ωστόσο, και ακούμπησε το χέρι της από κάτω της, τινάζοντας τον εαυτό της προς τα πάνω για να προσγειωθεί στα πόδια της. Γλίστρησε προς στιγμή και ανέκτησε την ισορροπία της, κρατώντας το ραβδί της ψηλά. Κασσίτερος, σκέφτηκε ο Έλεντ. Έκανε ακόμα και έναν αδέξιο άντρα επιδέξιο. Και έναν άνθρωπο που έχει τη χάρη της Βιν... Η Βιν μισόκλεισε τα μάτια της, με το έμφυτο πείσμα της ολο­ φάνερο στο σφίξιμο του σαγονιού της, στη δυσαρέσκεια του προ­ σώπου της. Δεν της άρεσε να την κερδίζουν - ακόμα και όταν ο αντίπαλος ήταν εμφανώς δυνατότερος από εκείνη. Ο Έλεντ σηκώθηκε από το παραπέτο, σκοπεύοντας να προ­ τείνει τον τερματισμό της μονομαχίας. Και εκείνη τη στιγμή, η Βιν όρμησε μπροστά. Ο Χαμ σήκωσε το ραβδί του περιμένοντας την επίθεσή της, και το ανέμισε όταν η Βιν ήρθε κοντά του. Η Βιν τινάχτηκε στο πλάι, αποφεύγοντας για μερικά εκατοστά την επίθεση, μετά γύ­ ρισε το ύπλο της και το χτύπησε στο πίσω μέρος του ραβδιού του Χαμ, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του. Μετά ύρμησε για την επίθεση. Ο Χαμ, ωστόσο, συνήλθε γρήγορα. Άφησε την ισχύ του χτυ­ πήματος της Βιν να τον στριφογυρίσει, και χρησιμοποίησε την ορμή για να διαγράψει με το ραβδί του έναν κύκλο και να κα­ ταφέρει ένα ισχυρό χτύπημα στο θώρακα της Βιν. Ο Έλεντ έβγαλε μια κραυγή. Η Βιν πήδηξε. Δεν είχε μέταλλο για να Ωθήσει, αλλά αυτό δεν έμοιαζε να έχει σημασία. Τινάχτηκε δυο μέτρα ψηλά, πηδώντας εύκολα πάνω


τ

από το ραβδί του Χαμ. Έκανε μια στροφή στον αέρα καθώς το ραβδί πέρασε από κάτω της, με τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν τον αέρα πάνω ακριβώς από το όπλο, και το δικό της ραβδί να στριφο­ γυρίζει στο ένα της χέρι. Η Βιν προσγειώθηκε, με το ραβδί της να διαγράφει ήδη μια περιστροφή και η άκρη του να τινάζει στάχτη στον αέρα καθώς σύρθηκε πάνω στο έδαφος. Χτύπησε το πίσω μέρος των ποδιών του Χαμ. Το χτύπημα σάρωσε τα πόδια του Χαμ από κάτω του, και έβγαλε μια κραυγή καθώς έπεφτε. Η Βιν πήδηξε ξανά στον αέρα. Ο Χαμ χτύπησε στο έδαφος με την πλάτη και η Βιν προσγειώθη­ κε στο στήθος του. Μετά τον ακούμπησε απαλά στο μέτωπο με την άκρη του ραβδιού της. «Κέρδισα». Ο Χαμ κείτονταν εκεί, δείχνοντας ζαλισμένος, με τη Βιν γονατισμένη πάνω στο στήθος του. Η σκόνη και η στάχτη έπεφτε ήσυχα στην αυλή. «Να πάρει...» ψιθύρισε ο Τρομάρας, εκφράζοντας αυτό που από ό,τι φαινόταν σκέφτονταν η μια ντουζίνα και παραπάνω στρατιώτες που παρακολουθούσαν. Τελικά, ο Χαμ έπνιξε ένα γέλιο. «Εντάξει. Με νίκησες - και τώ­ ρα, αν έχεις την καλοσύνη, φέρε μου κάτι να πιω όσο θα προσπαθώ να επαναφέρω την κυκλοφορία του αίματος στα πόδια μου με ένα μασάζ». Η Βιν χαμογέλασε, πηδώντας από το στήθος του και τρέχοντας να κάνει αυτό που της ζήτησε. Ο Χαμ κούνησε το κεφάλι του και σηκώθηκε όρθιος. Παρά τα λόγια του, περπατούσε χωρίς καν να κουτσαίνει- ίσως να είχε κάποια μελανιά, αλλά δεν θα τον ενο­ χλούσε για πολύ. Ο κασσίτερος δεν ενίσχυε μόνο τη δύναμη, την ισορροπία και την ταχύτητα κάποιου, αλλά έκανε και το σώμα του έμφυτα δυνατό. Ο Χαμ δεν χρειαζόταν να δώσει ιδιαίτερη σημασία σε ένα χτύπημα που θα μπορούσε να είχε σπάσει τα πό­ δια του Έλεντ. Ο Χαμ πήγε κοντά τους, γνέφοντας στον Κλαμπς και δίνο­ ντας μια ελαφριά μπουνιά στο μπράτσο του Τρομάρα. Μετά έγειρε πάνω στο παραπέτο και έτριψε την αριστερή του γάμπα,


μορφάζοντας λίγο. «Σου ορκίζομαι, Έλεντ - μερικές φορές η μο­ νομαχία με αυτό το κορίτσι είναι σαν να προσπαθείς να τα βάλεις με μια ριπή ανέμου. Δεν είναι ποτέ εκεί που νομίζω ότι θα είναι». «Πώς το έκανε αυτό, Χαμ;» ρώτησε ο Έλεντ. «Το άλμα, εννοώ. Έμοιαζε υπεράνθρωπο, ακόμα και για Κραματομάντη». «Χρησιμοποίησε ατσάλι, έτσι δεν είναι;» είπε ο Τρομάρας. Ο Χαμ κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, αμφιβάλλω». «Τότε πώς;» ρώτησε ο Έλεντ. «Οι Κραματομάντεις αντλούν δύναμη από τα μέταλλά τους» είπε ο Χαμ, αναστενάζοντας και κατεβάζοντας το πόδι του. «Κά­ ποιοι μπορούν να αντλούν περισσότερη από άλλους - αλλά η πραγματική δύναμη έρχεται από το ίδιο το μέταλλο, όχι από το σώμα του ατόμου». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Και λοιπόν;» «Λοιπόν» είπε ο Χαμ, «ένας Κραματομάντης δεν χρειάζεται να είναι σωματικά δυνατός για να είναι απίστευτα ισχυρός. Αν η Βιν ήταν Φερειχημίστρια, θα ήταν διαφορετικά - αν δεις ποτέ τον Σέιζεντ να αυξάνει τη δική τον δύναμη, οι μύες του μεγαλώνουν. Αλλά με την Κραματομαντεία, όλη η δύναμη έρχεται κατευθείαν από το μέταλλο. »Τώρα, οι περισσότεροι Νταήδες -μεταξύ των οποίων κατ εγώπιστεύουν ότι όταν κάνουν τα σώματά τους δυνατά απλώς αυ­ ξάνουν τη δύναμή τους. Άλλωστε, ένας μυώδης άντρας που καίει κασσίτερο θα είναι πολύ πιο δυνατός από έναν κανονικό άντρα με την ίδια κραματομαντική δύναμη». Ο Χαμ έτριψε το πηγούνι του, κοιτάζοντας το διάδρομο από τον οποίο έφυγε η Βιν. «Αλλά... λοιπόν, αρχίζω να σκέφτομαι ότι ίσως να υπάρχει κι άλλος τρόπος. Η Βιν είναι ένα μικρό πλασματάκι, αλλά όταν καίει κασσίτερο, γίνεται πολλές φορές πιο δυνατή από κάθε συνηθισμένο πολεμιστή. Αποθηκεύει όλη αυτή τη δύναμη σε ένα μικρό σώμα, και δεν χρειάζεται να σηκώνει το βάρος των τεράσττων μυών. Είναι σαν... ένα έντομο. Πολύ πιο δυνατή από ότι δείχνει η μάζα της ή το σώμα της. Έτσι, όταν πη­ δάει, πηδάει ψηλά». «Αλλά εσύ είσαι πιο δυνατός από εκείνη» είπε ο Τρομάρας.


τίΟΒηγβδι τηςοΑνάληψης

Ο Χαμ ένευσε. «Και μπορώ να το χρησιμοποιήσω αυτό - υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορέσω να τη χτυπήσω κάποια στιγμή. Αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο». Η Βιν επιτέλους επέστρεψε, κουβαλώντας μια κανάτα με πα­ γωμένο χυμό - προφανώς είχε αποφασίσει να πάει μέχρι τον πύρ­ γο, αντί να πάρει λίγη από τη ζεστή μπύρα που φυλούσαν πρό­ χειρη στην αυλή. Έδωσε ένα μεγάλο ποτήρι στον Χαμ, και προνόησε να φέρει κούπες για τον Έλεντ και τον Κλαμπς. «Έι!» είπε ο Τρομάρας καθώς εκείνη τους σέρβιρε. «Κι εγώ;» «Δείχνεις γελοίος με αυτή τη γενειάδα» είπε η Βιν καθώς σέρβιρε. «Και γι' αυτό δεν θα πιω τίποτα;» «Όχι». Ο Τρομάρας έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Βιν, είσαι παράξενο κορίτσι». Η Βιν γύρισε τα μάτια της προς τα πάνω- μετά κοίταξε προς το βαρέλι με το νερό στη γωνία της αυλής. Ένα από τα τσίγκινα ποτήρια, που ήταν ακουμπισμένα δίπλα του, σηκώθηκε στον αέρα και τινάχτηκε κατά μήκος της αυλής. Η Βιν σήκωσε το χέρι της, πιάνοντάς το με έναν θόρυβο που έμοιαζε με χαστούκι και μετά το ακούμπησε πάνω στο παραπέτο μπροστά στον Τρομάρα. «Ευχαριστημένος;» «Θα είμαι όταν μου βάλεις κάτι να πιω» είπε ο Τρομάρας, κα­ θώς ο Κλαμπς μούγκρισε, πίνοντας μια γουλιά από τη δική του κούπα. Μετά ο γέρος στρατηγός άπλωσε το χέρι του τραβώντας δύο από τα νομίσματα από το παραπέτο και τα έβαλε στην τσέπη του. «Έι, σωστά!» είπε ο Τρομάρας. «Μου χρωστάς, Ελ. Πλήρωνε». Ο Έλεντ χαμήλωσε την κούπα του. «Δεν δέχτηκα ποτέ το στοί­ χημα». «Πλήρωσες τον θείο Οξύθυμο. Γιατί όχι κι εμένα;» Ο Έλεντ έμεινε σιωπηλός για λίγο, μετά αναστέναξε, βγάζοντας ένα νόμισμα των δέκα μποξινίων και το ακούμπησε δίπλα σε εκεί­ νο του Τρομάρα. Το αγόρι χαμογέλασε παίρνοντας και τα δύο νομίσματα με τη σβελτάδα ενός κλέφτη των δρόμων. «Ευχαριστώ που κέρδισες τον αγώνα, Βιν» είπε κλείνοντάς της το μάτι.


Η Βιν κοίταξε τον Έλεντ συνοφρυωμένη. «Στοιχημάτισες ενα­ ντίον μου;» Ο Έλεντ γέλασε, σκύβοντας πάνω από το παραπέτο για να τη (μιλήσει. «Δεν το ήθελα. Με ανάγκασε ο Κλαμπς». Ο Κλαμπς ρουθούνισε σ' αυτό το σχόλιο, ήπιε τον υπόλοιπο χυ­ μό και μετά έτεινε την κούπα του στη Βιν για να την ξαναγεμίσει. Όταν η Βιν δεν αντέδρασε, γύρισε στον Τρομάρα και αγριοκοίτα­ ξε το αγόρι με νόημα. Τελικά, ο Τρομάρας αναστέναξε, παίρνο­ ντας την κανάτα για να γεμίσει την κούπα. Η Βιν εξακολουθούσε να κοιτάζει τον Έλεντ με δυσαρέσκεια. «Εγώ θα ήμουν προσεκτικός, Έλεντ» είπε ο Χαμ πνίγοντας ένα γέλιο. «Μπορεί να χτυπήσει πολύ δυνατά...» Ο Έλεντ ένευσε. «Δεν θα έπρεπε να της πηγαίνω κόντρα όταν υπάρχουν όπλα τριγύρω, σωστά;» «Εμένα μου λες;» είπε ο Χαμ. Η Βιν ρουθούνισε σ' αυτό το σχόλιο, κάνοντας το γύρο του πα­ ραπέτου για να έρθει να σταθεί δίπλα στον Έλεντ. Ο Έλεντ πέρα­ σε το χέρι του γύρω της, και καθώς το έκανε, έπιασε μια λάμψη ζήλιας στα μάτια του Τρομάρα. Ο Έλεντ υποπτευόταν ότι το αγό­ ρι ήταν ερωτοχτυπημένο με τη Βιν εδώ και λίγο καιρό - αλλά ο Έ­ λεντ δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει. Ο Τρομάρας κούνησε το κεφάλι του. «Πρέπει να βρω μια γυ­ ναίκα». «Ε, λοιπόν, αυτή η γενειάδα δεν πρόκειται να βοηθήσει» είπε η Βιν. «Μια μεταμφίεση είναι μόνο, Βιν» είπε ο Τρομάρας. «Ελ, δεν φαντάζομαι να μπορείς να μου δώσεις έναν τίτλο ή κάτι τέτοιο;» Ο Έλεντ χαμογέλασε. «Δεν νομίζω ότι θα έχει σημασία αυτό, Τρομάρα». «Για σένα πέτυχε πάντως». «Ω, δεν ξέρω» είπε ο Έλεντ. «Για κάποιο λόγο, νομίζω ότι η Βιν με ερωτεύτηκε παρά τον τίτλο μου, και όχι εξαιτίας του». «Είχες κι άλλες πριν από εκείνη όμως» είπε ο Τρομάρας. «Κο­ ρίτσια ευγενικής καταγωγής». «Μια-δυο» παραδέχτηκε ο Έλεντ.


τ<£ί£ηγάδι της^Ανάληψης

«Αν και η Βιν συνηθίζει να σκοτώνει τον ανταγωνισμό» αστει­ εύτηκε ο Χαμ. Ο Έλεντ γέλασε. «Κοίτα, αυτό το έκανε μόνο μία φορά. Και νο­ μίζω ότι η Σαν το άξιζε - άλλωστε, τότε προσπαθούσε να με δολο­ φονήσει». Χαμήλωσε το βλέμμα του με στοργή και κοίταξε τη Βιν. «Αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι η Βιν είναι λίγο σκληρή απένα­ ντι στις άλλες γυναίκες. Όταν είναι εκείνη τριγύρω, όλες οι άλλες μοιάζουν συγκριτικά ανιαρές». Ο Τρομάρας γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω. «Είναι πιο ενδιαφέρον όταν τις σκοτώνει». Ο Χαμ έπνιξε ένα γέλιο, αφήνοντας τον Τρομάρα να του σερ­ βίρει λίγο ακόμα χυμό. «Ο Μεγάλος Εξουσιαστής μόνο ξέρει τι θα σου έκανε αν δοκίμαζες ποτέ να την αφήσεις, Έλεντ». Η Βιν κοκάλωσε αμέσως, τραβώντας τον λίγο πιο κοντά της. Την είχαν εγκαταλείψει πάρα πολλές φορές. Ακόμα και μετά από όλα όσα είχαν περάσει, ακόμα και μετά την πρόταση γάμου που της είχε κάνει, ο Έλεντ έπρεπε να υπόσχεται διαρκώς στη Βιν ότι δεν επρόκειτο να την αφήσει. Ώρα για αλλαγή θέματος, σκέφτηκε ο Έλεντ, βλέποντας την καλή διάθεση να χάνεται. «Λοιπόν» είπε, «νομίζω ότι θα πάω να επισκεφθώ τις κουζίνες για να βρω κάτι να φάω. Θα έρθεις, Βιν;» Η Βιν κοίταξε τον ουρανό - μάλλον για να δει πόσο σύντομα θα σκοτείνιαζε. Στο τέλος, ένευσε. «Θα έρθω κι εγώ» είπε ο Τρομάρας. «Όχι, δεν θα πας» είπε ο Κλαμπς, πιάνοντας το αγόρι από το σβέρκο. «Θα μείνεις εδώ και θα εξηγήσεις πού ακριβώς βρήκες μία από τις στολές των στρατιωτών μου». Ο Έλεντ έπνιξε ένα γέλιο και απομακρύνθηκε παίρνοντας μαζί του τη Βιν. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και με την ελαφρώς άσχημη κατάληξη της συζήτησης, ένιωθε καλύτερα που ήρθε να δει τη μο­ νομαχία. Ήταν παράξενος ο τρόπος που τα μέλη της συμμορίας του Κέλσιερ μπορούσαν να γελάνε και να αστειεύονται, ακόμα και στις πιο τρομερές καταστάσεις. Είχαν έναν τρόπο να τον κάνουν να ξεχνάει τα προβλήματά του. Ίσως αυτό να ήταν ένα κληροδό-


τη μα από τον Επιζώντα. Ο Κέλστερ επέμενε να γελάει, όσο άσχημη κι αν ήταν η κατάσταση. Για εκείνον, ήταν μια μορφή επανά­ στασης. Τίποτα από αυτά δεν έκανε τα προβλήματα να φύγοον. Εξα­ κολουθούσαν να αντιμετωπίζουν έναν στρατό πολλές φορές μεγαλύτερο από τον δικό τους, σε μια πόλη που με δυσκολία θα κατάφερναν να υπερασπιστούν. Ωστόσο, αν μπορούσε κάποιος να επιβιώσει από μια τέτοια κατάσταση, ήταν η συμμορία του Κέλσιερ.

Αργότερα εκείνη τη νύχτα, αφότου η επιμονή του Έλεντ την έπει­ σε να γεμίσει το στομάχι της, η Βιν πήγε στα δωμάτιά της μαζί με τον Έλεντ. Εκεί, καθισμένο στο πάτωμα, υπήρχε ένα τέλειο αντίγραφο του λαγωνικού που είχε αγοράσει νωρίτερα. Την κοίταξε, και μετά έσκυψε το κεφάλι του. «Καλώς ήρθες, αφέντρα» είπε ο κάντρα με μια βραχνή, πνιχτή φωνή. Ο Έλεντ σφύριξε εντυπωσιασμένος και η Βιν έκανε έναν κύ­ κλο γύρω από το πλάσμα. Κάθε τρίχα έδειχνε να έχει τοποθετηθεί στην εντέλεια. Αν δεν είχε μιλήσει, δύσκολα θα καταλάβαινε κάποιος ότι δεν επρόκειτο για τον αυθεντικό σκύλο. «Πώς καταφέρνεις τη φωνή;» ρώτησε ο Έλεντ με περιέργεια. «Οι φωνητικές χορδές είναι ένα δημιούργημα από σάρκα, όχι από κόκκαλο, μεγαλειότατε» είπε ο Ορσούρ. «Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάντρα μαθαίνουν να χειρίζονται τα σώματά τους, όχι απλώς να τα αντιγράφουν. Φυσικά, πρέπει να χωνέψω το πτώμα κάποιου για να απομνημονεύσω και να αναπαράγω τα ακριβή του χαρακτηριστικά. Ωστόσο, μπορώ να αυτοσχεδιάσω κάποια πράγματα». Η Βιν ένευσε. «ΓΓ αυτό σου πήρε πολύ περισσότερο χρόνο για να φτιάξεις αυτό το σώμα από όσο είχες πει;» «Όχι, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Το τρίχωμα. Συγγνώμη που δεν σε προειδοποίησα - η τοποθέτηση μιας τέτοιας γούνας χρειά­ ζεται μεγάλη ακρίβεια και προσπάθεια».


τ(£ $ ϊη γ β δ ι τ η ς α Α ν ά λ η ψ η ς

«Η αλήθεια είναι όχι το ανέφερες» είπε η Βιν, ανεμίζοντας το χέρι της. «Πώς σοο φαίνεται το σώμα, Ορσοόρ;» ρώτησε ο Έλεντ. «Ειλικρινά, μεγαλειότατε;» «Φυσικά». «Είναι προσβλητικό και ταπεινωτικό» είπε ο Ορσοόρ. Η Βιν σήκωσε το ένα της φρύδι. Πολύ ευθύ εκ μέρους σου, Ρενού, σκέφτηκε. Έχουμε εχθρική διάθεση σήμερα, όπως βλέπω. Την κοίταξε, και εκείνη προσπάθησε -ανεπιτυχώς- να διαβάσει τη σκυλίσια του έκφραση. «Όμως» είπε ο Έλεντ, «όπως και να έχει θα φορέσεις το σώμα, ocootg;»

«Φυσικά, μεγαλειότατε» είπε ο Ορσοόρ. «Θα πεθάνω πριν σπά­ σω το Συμβόλαιο. Είναι η ζωή μου». Ο Έλεντ έγνεψε στη Βιν, λες και μόλις της απέδειξε κάτι ση­ μαντικό. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αφοσιωμένος, σκέ­ φτηκε η Βιν. Αν κάποιος έχει ένα «Συμβόλαιο» για να διασφαλίζει την τιμή του, τότε τόσο το καλύτερο. Αυτό κάνει την έκπληξη πιο οδυνηρή όταν τελικά στραφεί εναντίον σου. Ήταν προφανές ότι ο Έλεντ περίμενε κάτι. Η Βιν αναστέναξε. «Ορσοόρ, στο μέλλον θα περνάμε περισσότερο χρόνο μαζί». «Αν αυτό είναι που επιθυμείς, αφέντρα». «Δεν είμαι σίγουρη αν το επιθυμώ ή όχι» είπε η Βιν. «Αλλά θα γίνει όπως και να 'χει. Πόσο καλά μπορείς να κινηθείς σε αυτό το σώμα;» «Αρκετά καλά, αφέντρα». «Έλα» είπε, «ας δούμε αν μπορείς να με προλάβεις».


Ωστόσο, φοβάμαι επίσης ότι όλα αυτά που έχω μάθει -η ιστορία μου- θα ξεχαστούν. Φοβάμαι για τον κόσμο που θα έρθει. Φοβάμαι ότι τα σχέδιά μου θα αποτύχουν. Φοβάμαι μια καταστροφή χειρότερη ακόμα και από τη Βαθύτητα.

CEIZENT ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΣΚΕΦΤΕΙ ΠΟΤΕ ΟΤΙ 0 Α ΕΙΧΕ λόγο ' να εκτιμήσει τα χωμάτινα πατώματα. Ωστόσο, είχαν αποδει­ χτεί εξαιρετικά χρήσιμα για τη γραπτή διδασκαλία. Χάραξε αρ­ κετές λέξεις στο χώμα με ένα μακρύ ραβδί, δίνοντας στη μισή ντου­ ζίνα των μαθητών του ένα πρότυπο. Εκείνοι άρχισαν να σκαλίζουν τα δικά τους αντίγραφα, γράφοντας τις λέξεις πολλές φορές από την αρχή. Παρ' όλο που είχε ζήσει με διάφορες ομάδες αγροτών σκάα εδώ και έναν χρόνο, ο Σέιζεντ εξακολουθούσε να εκπλήσσεται από τους πενιχρούς τους πόρους. Δεν υπήρχε ούτε ένα κομμάτι κιμωλία σε ολόκληρο το χωριό, πόσω μάλλον μελάνι ή χαρτί. Τα μισά παιδιά τριγύριζαν γυμνά, και τα μοναδικά καταφύγια ήταν οι καλύβες - μακριά οικοδομήματα με ένα δωμάτιο και μπαλωμένες οροφές. Οι σκάα είχαν αγροτικά εργαλεία, ευτυχώς, αλλά δεν είχαν υλικά για να φτιάξουν τόξα ή σφεντόνες για κυνήγι. Ο Σέιζεντ είχε οδηγήσει μια ερευνητική αποστολή στην εγκατα­ λειμμένη έπαυλη της φυτείας. Ελάχιστα πράγματα είχαν απομείνει. Είχε προτείνει στους γηραιούς του χωριού να μεταφέρουν τους


τ(£$8ηγβδι τηςοΑνόληψης

ανθρώπους τους στην έπαυλη για το χειμώνα, αλλά αμφέβαλλε ότι θα το έκαναν. Είχαν επισκεφτεί την έπαυλη με δισταγμό, και πολλοί δεν ήθελαν να φύγουν από το πλευρό του Σέιζεντ. Εκεί­ νο το μέρος τούς θύμιζε λόρδους - και οι λόρδοι τούς θύμιζαν πόνο. Οι μαθητές του συνέχιζαν να γράφουν στο χώμα. Είχε κάνει αρ­ κετά μεγάλη προσπάθεια να εξηγήσει στους γηραιούς γιατί ήταν τόσο σημαντική η γραφή. Τελικά, του είχαν διαλέξει μερικούς μα­ θητές - εν μέρει απλώς για να τον καθησυχάσουν, ο Σέιζεντ ήταν βέβαιος για αυτό. Κούνησε το κεφάλι του αργά καθώς τους κοι­ τούσε να γράφουν. Δεν υπήρχε πάθος στη μάθησή τους. Ήρθαν επειδή τους είχαν διατάξει να το κάνουν και επειδή το ήθελε ο «αφέντης Τερίσιος», όχι επειδή είχαν κάποια αληθινή επιθυμία για μόρφωση. Τις ημέρες πριν από την Κατάρρευση, ο Σέιζεντ φανταζόταν συχνά πώς θα ήταν ο κόσμος όταν ο Μεγάλος Εξουσιαστής θα έφευγε. Είχε φανταστεί τους Φύλακες να εμφανίζονται για να φέρουν ξεχασμένη γνώση και αλήθειες σε έναν ενθουσιασμένο, ευγνώμονα πληθυσμό. Είχε φανταστεί ότι θα δίδασκε μπροστά σε μια ζεστή εστία τη νύχτα, λέγοντας ιστορίες σε ένα γεμάτο λα­ χτάρα κοινό. Δεν είχε καθίσει ποτέ να σκεφτεί ένα χωριό χωρίς άντρες για να εργαστούν, και με τους ανθρώπους του υπερβολικά εξουθενωμένους τις νύχτες για να νοιάζονται για ιστορίες από το παρελθόν. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι οι άνθρωποι θα έδειχναν περισσότερο να ενοχλούνται από την παρουσία του παρά να εί­ ναι ευγνώμονες. Πρέπει να είσαι υπομονετικός μαζί τους, είπε αυστηρά ο Σέιζεντ στον εαυτό του. Τώρα τα όνειρά του έμοιαζαν με ύβρεις. Οι Φύ­ λακες πριν από αυτόν, οι εκατοντάδες που είχαν πεθάνει για να διατηρήσουν τη γνώση τους ασφαλή και μυστική δεν περίμεναν ποτέ επαίνους και εγκώμια. Είχαν εκτελέσει το υψηλό τους κα­ θήκον με σοβαρότητα και ανωνυμία. Ο Σέιζεντ σηκώθηκε και επιθεώρησε τα γραπτά των μαθητών του. Βελτιώνονταν -μπορούσαν να αναγνωρίσουν όλα τα γράμ­ ματα. Δεν ήταν κάτι σημαντικό, ωστόσο ήταν μια αρχή. Έγνεψε


στην ομάδα, δίνοντας τοος την άδεια να φύγουν για να βοηθή­ σουν στην ετοιμασία του βραδινού γεύματος. Εκείνοι υποκλίθηκαν και μετά σκορπίστηκαν. Ο Σέιζεντ τους ακολούθησε έξω, και μετά πρόσεξε πόσο σκοτεινός ήταν ο ουρα­ νός· μάλλον κράτησε τους μαθητές του ως αργά. Κουνούσε το κεφάλι του καθώς περπατούσε ανάμεσα στις καλύβες που έμοια­ ζαν με λόφους. Φορούσε ξανά το μανδύα του οικονόμου, με τα χρωματιστά μοτίβα σε σχήμα «V», και είχε φορέσει πολλά από τα σκουλαρίκια του. Ακολουθούσε τους παλιούς τρόπους επειδή ήταν οικείοι, παρ' όλο που αποτελούσαν και σύμβολο καταπίεσης. Πώς θα ντύνονταν οι μελλοντικές γενιές Τερίσιων; Άραγε ο τρόπος ζωής που τους είχε επιβάλλει ο Μέγας Εξουσιαστής θα γινόταν ένα εγγενές κομμάτι της κουλτούρας τους; Σταμάτησε στην άκρη του χωριού, κοιτάζοντας το μονοπάτι της νότιας κοιλάδας. Ήταν γεμάτο με μαυρισμένο χώμα που χω­ ριζόταν κατά τόπους από καφετιά κλήματα ή θάμνους. Δεν υπήρ­ χε ομίχλη, φυσικά· η ομίχλη ερχόταν μόνο τη νύχτα. Οι ιστορίες πρέπει να ήταν λανθασμένες. Το πράγμα που είχε δει πρέπει να ήταν σύμπτωση. Και τι σημασία είχε αν δεν ήταν; Δεν ήταν δικό του καθή­ κον να ερευνά τέτοια πράγματα. Τώρα που είχε έρθει η Κατάρ­ ρευση, έπρεπε να μοιράσει τη γνώση του, όχι να χάνει το χρόνο του κυνηγώντας ανόητες ιστορίες. Οι Φύλακες δεν ήταν πια ερευ­ νητές αλλά δάσκαλοι. Κουβαλούσε μαζί του χιλιάδες βιβλία - πλη­ ροφορίες για τη γεωργία, για την υγιεινή, για τη διακυβέρνηση και για την ιατρική. Έπρεπε να τα δώσει στους σκάα όλα αυτά. Αυτό είχε αποφασίσει το Συμβούλιο. Κι όμως, ένα μέρος τού Σέιζεντ αντιστεκόταν. Αυτό τον έκανε να νιώθει πολύ ένοχος· οι χωρικοί χρειάζονταν τις διδασκαλίες του και επιθυμούσε βαθιά να τους βοηθήσει. Ωστόσο... ένιωθε ότι κάτι έχανε. Ο Μέγας Εξουσιαστής ήταν νεκρός, αλλά η ιστο­ ρία δεν φαινόταν να έχει τελειώσει. Υπήρχε κάτι που είχε παραβλέψει; Κάτι μεγαλύτερο ακόμα και από τον Μεγάλο Εξουσιαστή; Κά­ τι τόσο μεγάλο, τόσο τεράστιο, ώστε ήταν ουσιαστικά αόρατο;


τ

Ή μήπως απλώς θέλω να υπάρχει και κάτι άλλο; αναρωτήθηκε. Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου προσπαθώντας να αντιστέκομαι και να πολεμάω, παίρνοντας ριψοκίνδυνες αποφάσεις που οι άλλοι Φύλακες αποκαλούσαν τρέλες. Δεν ήμουν ευχαριστημένος με το να προσποιούμαι τον υπηρέτη - έπρεπε να λάβω μέρος στην επανά­ σταση. Παρά την επιτυχία αυτής της επανάστασης, οι αδελφοί του Σέιζεντ δεν τον είχαν συγχωρήσει ακόμα για την ανάμειξή του. Ήξερε ότι η Βιν και οι άλλοι τον έβλεπαν ως πειθήνιο, αλλά σε σύγκριση με τους άλλους Φύλακες ήταν ένας τρελός. Ένας απερίσκεπτος, αναξιόπιστος ανόητος που απειλούσε ολόκληρη την τάξη με την ανυπομονησία του. Πίστευαν ότι το καθήκον τους ήταν να περιμένουν, κάνοντας υπομονή μέχρι τη μέρα που ο Μέγας Εξουσιαστής θα έφευγε. Οι Φερειχημιστές ήταν πο­ λύ σπάνιοι για να διακινδυνεύσουν να λάβουν μέρος σε μια ανοιχτή επανάσταση. Ο Σέιζεντ είχε παρακούσει. Τώρα δυσκολευόταν να ζήσει τη φιλήσυχη ζωή ενός δασκάλου. Μήπως αυτό ήταν επειδή ένα υπο­ συνείδητο μέρος του εαυτού του γνώριζε ότι οι άνθρωποι βρίσκο­ νταν ακόμα σε κίνδυνο ή ήταν επειδή δεν μπορούσε να αποδεχτεί το γεγονός ότι βρισκόταν πλέον στο περιθώριο; «Αφέντη Τερίσιε!» Ο Σέιζεντ γύρισε αμέσως. Η φωνή ήταν τρομοκρατημένη. Άλ­ λος ένας θάνατος στις ομίχλες; σκέφτηκε αμέσως. Το γεγονός ότι οι άλλοι σκάα παρέμεναν μέσα στις καλύβες τους παρά την τρομοκρατημένη φωνή ήταν αλλόκοτο. Μερικές πόρτες άνοιξαν λίγο, αλλά κανείς δεν βγήκε έξω πανικόβλητος -ούτε καν από περιέργεια- καθώς το άτομο που είχε ουρλιάξει έτρεχε προς τον Σέιζεντ. Ήταν μία από τις εργάτριες στα χωράφια, μια εύσω­ μη, μεσήλικη γυναίκα. Ο Σέιζεντ έλεγξε τα αποθέματά του, καθώς εκείνη πλησίαζε· φορούσε το κασσιτερομυαλό του για δύναμη και ένα πολύ μικρό ατσάλινο δαχτυλίδι για ταχύτητα. Ξαφνικά, ευ­ χήθηκε να είχε επιλέξει να φορέσει κι άλλα βραχιόλια σήμερα. «Αφέντη Τερίσιε!» είπε η γυναίκα, λαχανιασμένη. «Ω, επέ­ στρεψε! Επέστρεψε για εμάς!»


«Ποιος;» ρώτησε ο Σέιζεντ. «Ο άντρας που πέθανε στις ομί­ χλες;» «Όχι, αφέντη Τερίσιε. Ο Μέγας Εξουσιαστής».

Ο Σέιζεντ τον βρήκε να στέκεται έξω ακριβώς από το χωριό. Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει, και η γυναίκα που είχε φέρει τον Σέιζεντ είχε επιστρέφει στην καλύβα της φοβισμένη. Ο Σέιζεντ μόνο να φανταστεί μπορούσε πώς ένιωθαν οι καημένοι οι άνθρω­ ποι - παγιδευμένοι από την έλευση της νύχτας και της ομίχλης της, και ωστόσο κουρνιασμένοι και ανήσυχοι από τον κίνδυνο που παραμόνευε έξω. Και ήταν ένας απειλητικός κίνδυνος. Ο ξένος περίμενε υπομο­ νετικά στον διαβρωμένο δρόμο, φορώντας έναν μαύρο μανδύα, ενώ ήταν σχεδόν το ίδιο ψηλός με τον Σέιζεντ. Ο άντρας ήταν φα­ λακρός και δεν φορούσε κοσμήματα - εκτός, φυσικά, αν θεωρούσε κανείς κοσμήματα τα τεράστια σιδερένια καρφιά που ήταν καρ­ φωμένα στα μάτια του. Δεν ήταν ο Μέγας Εξουσιαστής. Ήταν ένας Ατσαλένιος Ιεροε­ ξεταστής. Ο Σέιζεντ εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει πώς κατάφερναν να ζουν αυτά τα πλάσματα. Τα καρφιά ήταν αρκετά πλα­ τιά ώστε να γεμίζουν ολόκληρες τις οφθαλμικές κοιλότητες του Ιεροεξεταστή· είχαν καταστρέφει τα μάτια και οι μυτερές άκρες τους προεξείχαν από το πίσω μέρος του κρανίου. Δεν έτρεχε αίμα από τις πληγές - για κάποιο λόγο, αυτό τους έκανε να δείχνουν ακόμα πιο παράξενοι. Ευτυχώς, ο Σέιζεντ γνώριζε αυτόν τον συγκεκριμένο Ιεροεξε­ ταστή. «Μαρς» είπε χαμηλόφωνα ο Σέιζεντ, καθώς οι ομίχλες άρ­ χισαν να σχηματίζονται. «Είναι δύσκολο να σε εντοπίσει κανείς, Τερίσιε» είπε ο Μαρς και ο ήχος της φωνής του σόκαρε τον Σέιζεντ. Είχε αλλάξει, κατά κάποιον τρόπο, είχε γίνει πιο τραχιά, πιο βαθιά. Τώρα είχε μια βραχνάδα, σαν εκείνη ενός ατόμου με βήχα. Όπως ακριβώς και οι άλλοι Ιεροεξεταστές που είχε ακούσει ο Σέιζεντ.


τ

«Να με εντοπίσει;» ρώτησε ο Σέιζεντ. «Δεν ήξερα ότι θα χρεια­ ζόταν να με βρει κάποιος». «Ασχετο» είπε ο Μαρς και γύρισε προς τα νότια. «Σε βρήκα. Πρέ­ πει να έρθεις μαζί μου». Ο Σέιζεντ συνοφρυώθηκε. «Τι; Μαρς, έχω να κάνω δουλειά εδώ». «Ασήμαντο» είπε ο Μαρς και στράφηκε ξανά στον Σέιζεντ, εστι­ άζοντας το δίχως μάτια βλέμμα του πάνω του. Είναι η ιδέα μου ή έχει γίνει mo παράξενος από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε; Ο Σέιζεντ αναρρίγησε. «Τι συμβαίνει, Μαρς;» «Το Μοναστήρι του Σεράν είναι άδειο». Ο Σέιζεντ έμεινε σιωπηλός για λίγο. Το Μοναστήρι ήταν ένα οχυρό του Υπουργείου στον Νότο - ένα μέρος στο οποίο είχαν απο­ συρθεί οι Ιεροεξεταστές και οι υψηλόβαθμοι υποχρεωτές του Με­ γάλου Εξουσιαστή μετά την Κατάρρευση. «Άδειο;» ρώτησε ο Σέιζεντ. «Αυτό είναι μάλλον απίθανο, νο­ μίζω». «Και ωστόσο είναι αλήθεια» είπε ο Μαρς. Δεν χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του σώματος καθώς μιλούσε - δεν έκανε χειρονομίες, ούτε κουνούσε το πρόσωπό του. «Εγώ...» Η φωνή του Σέιζεντ αργόσβησε. Τι πληροφορίες, θαύ­ ματα, μυστικά, πρέπει να περιέχουν οι βιβλιοθήκες του Μοναστηριού! «Πρέπει να έρθεις μαζί μου» είπε ο Μαρς. «Ίσως να χρειαστώ βοήθεια, αν μας ανακαλύψουν οι αδελφοί μου». Οι αδελφοί μου. Από πότε είναι οι Ιεροεξεταστές «αδελφοί» του Μαρς; Ο Μαρς είχε διεισδύσει στους κόλπους τους ως μέρος του σχεδίου του Κέλσιερ για την ανατροπή της 'Υστατης Αυτοκρατορίας. Γι' αυτούς ήταν προδότης, όχι αδελφός τους. Ο Σέιζεντ δίσταζε. Η σιλουέτα του Μαρς έδειχνε... αφύσικη, ακόμα και στο ενοχλητικό, στο αδύναμο φως. Επικίνδυνη. Μην είσαι ανόητος, επέπληξε ο Σέιζεντ τον εαυτό του. Ο Μαρς ήταν αδελφός τού Κέλσιερ - ο μοναδικός εν ζωή συγγενής του Επιζώντα. Ως Ιεροεξεταστής, ο Μαρς είχε εξουσία στο Ατσαλένιο Υπουργείο και πολλοί από τους υποχρεωτές τον άκουγαν παρά την ανάμιξή του με την επανάσταση. Ήταν πολύτιμη βοήθεια για τη νεοσύστατη κυβέρνηση του Έλεντ Βεντούρ.


«Πήγαινε να πάρεις τα πράγματά σου» είπε ο Μαρς. Η θέση μου είναι εδώ, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Να διδάσκω τους ανθρώ­ πους, όχι να τριγυρίζω στην ύπαιθρο, για να ικανοποιήσω τον εγωισμό μου. Και ωστόσο... «Οι ομίχλες έρχονται κατά τη διάρκεια της ημέρας» είπε σι­ γανά ο Μαρς. Ο Σέιζεντ σήκωσε το βλέμμα του. Ο Μαρς τον κοιτούσε, με τα κεφάλια των καρφιών να αστράφτουν σαν δίσκοι στις ακτίνες του ήλιου που έδυε. Οι προληπτικοί σκάα πίστευαν ότι οι Ιερο­ εξεταστές μπορούσαν να διαβάσουν το μυαλό, αν και ο Σέιζεντ ήξερε ότι αυτό ήταν ανόητο. Οι Ιεροεξεταστές είχαν τις δυνάμεις ενός Ομιχλογέννητου, και επομένως μπορούσαν να επηρεάσουν τα συναισθήματα των άλλων - αλλά δεν μπορούσαν να διαβάσουν το μυαλό. «Γιατί το είπες αυτό;» ρώτησε ο Σέιζεντ. «Επειδή είναι αλήθεια» είπε ο Μαρς. «Δεν έχει τελειώσει, Σέι­ ζεντ. Δεν έχει καν αρχίσει. Ο Μέγας Εξουσιαστής... ήταν απλώς μια καθυστέρηση. Ένα γρανάζι. Τώρα που έφυγε, ελάχιστος χρόνος μάς έχει απομείνει. Έλα μαζί μου στο Μοναστήρι - πρέπει να το ερευνήσουμε όσο έχουμε ακόμα την ευκαιρία». Ο Σέιζεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός, μετά ένευσε. «Άφησέ με να πάω να εξηγήσω στους χωρικούς. Μπορούμε να φύγουμε απόψε, νομίζω». Ο Μαρς ένευσε, αλλά δεν κουνήθηκε καθώς ο Σέιζεντ κατευθυνόταν προς το χωριό. Έμεινε εκεί, να στέκεται στο σκοτάδι, αφή­ νοντας την ομίχλη να τυλιχτεί γύρω του.


Όλα εξαρτώνται από τον φτωχό Αλέντι. Νιώθω άσχημα γι' αυτόν, και για όλα όσα αναγκάστηκε να υποστεί. Γι' αυτό που αναγκάστηκε να γίνει.

8

BIN ΡΙΧΤΗΚΕ ΣΤΙΣ ομίχλες. Ανωρήθηκε στον νυχτερινό ουρανό, πετώντας πάνω από σκοτεινά σπίτια και δρό­ μους. Μέσα στις ομίχλες έλαμπε πού και πού κάποιο κινούμενο φως - μια περίπολος, ή ίσως κάποιος άτυχος νυχτερινός ταξιδιώτης. Η Βιν άρχισε να κατεβαίνει, και έριξε αμέσως ένα νόμισμα μπροστά της. Το Ώθησε, με το βάρος της να το κατεβάζει μέσα στα σιωπηλά βάθη. Όταν ακούμπησε στο δρόμο κάτω, η Ώθησή της την τίναξε προς τα πάνω, και πετάχτηκε ξανά στον αέρα. Οι απαλές Ωθήσεις ήταν πολύ δύσκολες - γι' αυτό κάθε νόμισμα που Ωθούσε, κάθε της άλμα, την τίναζε στον αέρα με τρομερή ταχύτητα. Το άλμα ενός Ομιχλογέννητου δεν ήταν σαν το πέταγμα ενός πουλιού. Ήταν περισσότερο σαν τη διαδρομή ενός βέλους που εξοστρακίζεται. Και ωστόσο, διέθετε μια χάρη. Η Βιν πήρε μια βαθιά ανάσα καθώς σχημάτιζε μια καμπύλη πάνω από την πόλη, ενώ γευόταν τον δροσερό, γεμάτο υγρασία αέρα. Τη μέρα η Λουθάντελ μύριζε κάρβουνα από τα καμίνια, σκουπίδια που λιώνουν κάτω από τον


ήλιο, και στάχτη. Τη νύχτα, όμως, οτ ομίχλες έδιναν στον αέρα μια όμορφη παγωμένη φρεσκάδα - σχεδόν μια καθαρότητα. Η Βιν έφτασε στο ψηλότερο σημείο του άλματός της και έμεινε εκεί κρεμασμένη για μια στιγμή καθώς η ορμή της άλλαζε. Μετά άρχισε να βυθίζεται ξανά προς την πόλη. Οι λωρίδες τού ομιχλοχιτώνα της ανέμιζαν γύρω της και μπερδεύονταν με τα μαλ­ λιά της. Έπεφτε με τα μάτια της κλειστά, ενώ θυμόταν τις πρώτες της βδομάδες στην ομίχλη, τότε που εκπαιδευόταν κάτω από τη χαλαρή -και ωστόσο άγρυπνη- διδασκαλία του Κέλσιερ. Εκείνος της το είχε δώσει αυτό. Την ελευθερία. Παρ' όλο που ήταν Ομιχλογέννητη δύο χρόνια, δεν είχε χάσει ποτέ την αίσθηση του μεθυ­ στικού δέους που ένιωθε όταν πετούσε μέσα στις ομίχλες. Έκαψε ατσάλι με τα μάτια της κλειστά· ακόμα κι έτσι, είδε τις γραμμές, που έμοιαζαν με μια βροχή από λεπτές, γαλάζιες κλω­ στές με φόντο το μαύρο των βλεφαρίδων της. Διάλεξε δύο, οι οποίες έδειχναν προς τα κάτω και πίσω της· Ώθησε, τινάζοντας τον εαυτό της σε μια άλλη καμπύλη. Τι θα έκανα χωρίς αυτές τις δυνάμεις; σκέφτηκε η Βιν, ανοίγοντας τα μάτια της και τραβώντας τον ομιχλοχιτώνα πίσω της με ένα τίναχμα του χεριού. Τελικά, άρχισε να πέφτει ξανά, και αυτή τη φορά δεν πέταξε νόμισμα. Έκαψε κασσίτερο για να δυναμώσει τα άκρα της, και προσγειώθηκε με έναν γδούπο στο τείχος που περιέβαλλε τον Πύργο των Βεντούρ. Ο μπρούντζος της δεν έδειχνε κάποια σημά­ δια κραματομαντικής δραστηριότητας εκεί κοντά και το ατσάλι της δεν αποκάλυπτε ασυνήθιστα μοτίβα μετάλλου να κινούνται προς τον πύργο. Η Βιν έμεινε συσπειρωμένη στο σκοτεινό τείχος για λίγο, ακριβώς στην άκρη, με τα δάχτυλα των ποδιών της να κουλουριάζονται πάνω από το χείλος της πέτρας. Ο βράχος ήταν δροσε­ ρός κάτω από τα πόδια της και ο λευκοσίδηρος έκανε το δέρμα της πιο ευαίσθητο από ό,τι συνήθως. Μπορούσε να δει ότι το τείχος έπρεπε να καθαριστεί- είχαν αρχίσει να φυτρώνουν λειχήνες στο πλάι, ενθαρρυμένες από την υγρασία της νύχτας, ενώ ο κοντινός πύργος τις προστάτευε από τον ήλιο της μέρας.


τ<£ίίηγόδι τηςοΑνάληψης

Η Βιν παρέμεινε σιωπηλή, παρακολουθώντας ένα ελαφρύ αε­ ράκι να οπρώχνει και να αναδεύει τις ομίχλες. Ακούσε την κίνη­ ση στο δρύμο από κάτω της πριν ακόμα τη δει. Οι αισθήσεις τις οξύνθηκαν και έλεγξε τα αποθέματά της, προτού διακρίνει το σχή­ μα ενός λαγωνικού στις σκιές. Έριξε ένα νόμισμα στο πλάι του τείχους, και μετά πήδηξε πάνω του. Ο Ορσούρ περίμενε μέχρι να προσγειωθεί ήσυχα μπροστά του, χρησιμοποιώντας μια γρήγορη Ώθηση στο νόμισμα για να επιβραδύνει την κάθοδό της. «Κινείσαι γρήγορα» παρατήρησε η Βιν ικανοποιημένη. «Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να κάνω το γύρο του παλατιού, αφέντρα». «Ωστόσο, έμεινες πιο κοντά μου από κάθε άλλη φορά. Αυτό το σώμα λαγωνικού είναι πιο γρήγορο από ένα ανθρώπινο». Ο Ορσούρ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Υποθέτω» παραδέχτηκε. «Πιστεύεις ότι μπορείς να με ακολουθήσεις μέσα στην πόλη;» «Πιθανόν» είπε ο Ορσούρ. «Αν με χάσεις, θα γυρίσω σ' αυτό το σημείο για να έρθεις να με πάρεις». Η Βιν γύρισε και άρχισε να τρέχει σε έναν παράδρομο. Ο Ορ­ σούρ ξεκίνησε ήσυχα να την ακολουθεί. Για να δούμε πόσο καλά θα τα πάει σε ένα mo απαιτητικό κυνήγι, σκέφτηκε, καίγοντας κασσίτερο για να αυξήσει την ταχύτητά της. Έτρεχε πάνω στα δροσερά χαλίκια, ξυπόλητη όπως πάντα. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα κατάφερνε ποτέ να διατηρήσει μια τέτοια ταχύτητα. Ακόμα και ένας εκπαιδευμένος δρομέας δεν θα μπορούσε να την προλάβει, καθώς θα είχε κουραστεί γρήγορα. Με τον κασσίτερο, ωστόσο, η Βιν μπορούσε να τρέχει για ώρες με απίστευτες ταχύτητες. Της έδινε δύναμη, της δάνειζε μια εξω­ πραγματική αίσθηση ισορροπίας, καθώς έτρεχε σαν αστραπή στον σκοτεινό, ομιχλώδη δρόμο, μια θολή μορφή από λωρίδες μανδύα και γυμνά πόδια. Ο Ορσούρ έμενε κοντά της. Έτρεχε με δρασκελιές δίπλα της μέσα στη νύχτα, λαχανιασμένος, συγκεντρωμένος στο τρέξιμό του. Εντυπωσιακό, σκέφτηκε η Βιν, και μετά έστριψε σε ένα σοκμκι. Πήδηξε εύκολα το φράχτη δύο μέτρων στο πίσω μέρος, περ-


νώντας στον κήπο της έπαυλης κάποιου κατώτερου ευγενή. Γύ­ ρισε απότομα, γλιστρώντας πάνω στο υγρό γρασίδι, για να κοι­ τάξει. Ο Ορσούρ σκαρφάλωσε στον ξύλινο φράχτη, με τη σκούρα, σκυλίσια μορφή του να πέφτει μέσα από τις ομίχλες για να προσ­ γειωθεί στο έδαφος μπροστά στη Βιν. Σταμάτησε και κάθισε στα καπούλια του, περιμένοντας ήσυχα, και βαριανασαίνοντας με τη γλώσσα έξω. Υπήρχε ένα βλέμμα απείθειας στα μάτια του. Εντάξει, σκέφτηκε η Βιν, βγάζοντας μια χούφτα νομίσματα. Ακο­ λούθησε αυτό. Έριξε ένα νόμισμα και τινάχτηκε προς τα πίσω στον αέρα. Άρ­ χισε να περιστρέφεται στις ομίχλες, και μετά τινάχτηκε προς το πλάι Ωθώντας την στρόφιγγα ενός πηγαδιού. Προσγειώθηκε σε μια στέγη και πήδηξε, χρησιμοποιώντας άλλο ένα νόμισμα για να Ωθήσει τον εαυτό της στο δρόμο από κάτω. Συνέχισε να προχωράει, πηδώντας από στέγη σε στέγη, και χρη­ σιμοποιώντας νομίσματα όταν ήταν απαραίτητο. Περιστασιακά έριχνε μια ματιά πίσω της και έβλεπε μια σκοτεινή μορφή να πασχίζει να την προλάβει. Σπάνια την ακολουθούσε όταν ήταν άνθρωπος· συνήθως τον συναντούσε σε συγκεκριμένα σημεία. Η κίνηση μέσα στη νύχτα, τα άλματα μέσα στις ομίχλες... αυτό ήταν το πραγματικό πεδίο του Ομιχλογέννητου. Καταλάβαινε ο Έλεντ τι ζητούσε όταν της είπε να παίρνει τον Ορσούρ μαζί της; Αν παρέμενε κάτω στους δρόμους θα ήταν εκτεθειμένη. Προσγειώθηκε σε μια στέγη, σταματώντας απότομα καθώς πιάστηκε από το πέτρινο χείλος του κτηρίου, γέρνοντας πάνω από έναν δρόμο που βρισκόταν τρεις ορόφους χαμηλά. Κράτησε την ισορροπία της, με την ομίχλη να στροβιλίζεται από κάτω της. Τα πάντα ήταν σιωπηλά. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος τελικά, σκέφτηκε. Θα πρέπει να εξη­ γήσω στον Έλεντ ότιΗ σκυλίσια μορφή του Ορσούρ πήδηξε στη στέγη σε μικρή από­ σταση. Την πλησίασε αλαφροπατώντας, και μετά κάθισε στα κα­ πούλια του, περιμένοντας. Η Βιν συνοφρυώθηκε. Είχε ταξιδέψει για δέκα λεπτά, τρέχοντας


π£$ίηγάδι τηςοΑνάληψης

πάνω από στέγες με την ταχύτητα ενός Ομιχλογέννητου. «Πώς ανέβηκες εδώ πάνω;» ρώτησε. «Πήδηξα πάνω σε ένα πιο κοντό κτήριο, και το χρησιμοποίησα για να φτάσω σε αυτές τις κατοικίες, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Με­ τά σε ακολούθησα πάνω στις στέγες. Είναι τοποθετημένες σε τόσο κοντινή απόσταση μεταξύ τους, ώστε δεν ήταν δύσκολο να πηδήξω από τη μία στην άλλη». Η σύγχυση της Βιν πρέπει να ήταν εμφανής, γιατί ο Ορσούρ συνέχισε. «Ίσως ν α ... βιάστηκα να κρίνω αυτά τα κόκκαλα, αφέ­ ντρα. Σίγουρα έχουν μια εντυπωσιακή αίσθηση της όσφρησης και μάλιστα, όλες οι αισθήσεις τους είναι αρκετά οξείες. Ήταν ανα­ πάντεχα εύκολο να σε εντοπίσω, ακόμα και στο σκοτάδι». «Το... βλέπω» είπε η Βιν. «Λοιπόν, αυτό είναι καλό». «Μπορώ να ρωτήσω, αφέντρα, το σκοπό αυτού του κυνηγιού;» Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Αυτό κάνω κάθε βράδυ». «Φαινόταν σαν να προσπαθούσες να με κάνεις να σε χάσω σκό­ πιμα. Θα είναι πολύ δύσκολο να σε προστατεύσω αν δεν με αφή­ νεις να μένω κοντά σου». «Να με προστατεύσεις;» ρώτησε η Βιν. «Δεν μπορείς ούτε καν να παλέψεις». «Το Συμβόλαιο μου απαγορεύει να σκοτώσω άνθρωπο» είπε ο Ορσούρ. «Θα μπορούσα, ωστόσο, να τρέξω να φέρω βοήθεια αν τη χρειαστείς». Ή να μου ρίξει λίγο άτιο σε κάποια περίσταση κινδύνου, παραδέχτηκε η Βιν. Έχει δίκιο - θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος. Γιατί είμαι τόσο απο­ φασισμένη να τον αφήσω πίσω; Κοίταξε τον Ορσούρ, ο οποίος καθόταν υπομονετικά, με το στήθος του να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει από την προσπά­ θεια. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι και οι κάντρα έπρεπε να ανα­ πνέουν. Έφαγε τον Κέλσιερ. «Έλα» είπε η Βιν. Πήδηξε από το κτήριο, Ωθώντας τον εαυτό της πάνω σε ένα νόμισμα. Δεν σταμάτησε για να δει αν την ακο­ λουθούσε ο Ορσούρ. Καθώς έπεφτε, έκανε να πιάσει κι άλλο νόμισμα, αλλά απο-


φάσιοε να μην το χρησιμοποιήσει. Αντί γι' αυτό Ώθησε το σιδε­ ρένιο πλαίσιο ενός παραθύρου από το οποίο περνούσε. Όπως οι περισσότεροι Ομιχλογέννητοι, χρησιμοποιούσε συχνά τα κλιπ -τη μικρότερη υποδιαίρεση του νομίσματος- για να πηδήξει. Το γεγονός ότι η οικονομία παρείχε ένα προπαρασκευασμένο κομμάτι μετάλλου σε ιδανικό μέγεθος και βάρος για να πηδάς και να ρίχνεις ήταν πολύ βολικό. Για τους περισσότερους Ομιχλογέννητους, το κόστος της ρίψης ενός κλιπ -ή ακόμα και μιας τσάντας γεμάτης κλιπ- ήταν αμελητέο. Αλλά η Βιν δεν ήταν σαν τους περισσότερους Ομιχλογέννητους. Οταν ήταν μικρότερη, μια χούφτα νομίσματα θα της φά­ νταζε σαν ένας απίστευτος θησαυρός. Τόσα πολλά χρήματα θα σήμαιναν φαγητό για βδομάδες, αν έκανε οικονομία. Επίσης θα μπορούσαν να σημαίνουν και πόνο -ακόμα και θάνατο- αν οι άλλοι κλέφτες ανακάλυπταν ότι είχε αποκτήσει μια τέτοια περι­ ουσία. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που εί­ χε πεινάσει. Παρ' όλο που φυλούσε ακόμα ένα πακέτο με απο­ ξηραμένα τρόφιμα στο δωμάτιό της, το έκανε περισσότερο από συ­ νήθεια παρά από άγχος. Ειλικρινά δεν ήταν σίγουρη πώς της φαί­ νονταν οι αλλαγές μέσα της. Ήταν ωραία να μην χρειάζεται να ανησυχεί για βασικές ανάγκες - και ωστόσο, αυτές οι ανησυχίες είχαν αντικατασταθεί από άλλες, πολύ πιο τρομακτικές. Ανησυ­ χίες που αφορούσαν το μέλλον ενός ολόκληρου έθνους. Το μέλλον ενός... λαού. Προσγειώθηκε στο τείχος της πόλης ένα οικοδόμημα πολύ πιο ψηλό και πολύ καλύτερα οχυρωμένο από το μικρό τείχος γύρω από τον Πύργο Βεντούρ. Πήδηξε πάνω στους προμαχώνες, με τα δάχτυλά της να ψάχνουν ένα κράτημα σε μία από τις επάλξεις, καθώς έσκυψε πάνω από την άκρη του τείχους, κοιτάζοντας τις φωτιές του στρατού. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον Στραφ Βεντούρ, αλλά είχε ακούσει αρκετά από τον Έλεντ ώστε να ανησυχεί. Αναστέναξε, τραβώντας το σώμα της πίσω από τον προμαχώνα και πηδώντας στο διάδρομο του τείχους. Μετά ακούμπησε την πλάτη της σε μία από τις επάλξεις. Στο πλάι, ο Ορσούρ ανέβηκε τα


τ(

0 ϋ ίη γ « δ ι τ η ς α Α ν η λ η ψ η ς

οκαλιά του τείχους και την πλησίασε. Για άλλη μια φορά κάθισε στα καπούλια του, κοιτάζοντάς την υπομονετικά. Καλώς ή κακώς, η απλή ζωή της Βιν, γεμάτη με πείνα και ξυ­ λοδαρμούς, είχε τελειώσει. Το νεοσύστατο βασίλειο του Έλεντ βρι­ σκόταν σε σοβαρό κίνδυνο και η Βιν είχε κάψει το τελευταίο του άτιο για να μείνει ζωντανή. Τον είχε αφήσει εκτεθειμένο - όχι μόνο σε στρατούς, αλλά και σε οποιονδήποτε Ομιχλογέννητο δολοφό­ νο προσπαθούσε να τον σκοτώσει. Έναν δολοφόνο σαν τον Παρατηρητή, ίσως; Τη μυστηριώδη μορφή που είχε παρέμβει στη μάχη της ενάντια στον Ομιχλογέννητο του Κετ. Τι ήθελε; Γιατί παρακολουθούσε εκείνη, αντί για τον Έλεντ; Η Βιν αναστέναξε, ψάχνοντας στο πουγκί με τα νομίσματά της και βγάζοντας έξω τη ράβδο σκληραργιλίου. Είχε ακόμα το απόθεμά της μαζί της, το κομμάτι που είχε καταπιεί νωρίτερα. Για αιώνες, ο κόσμος πίστευε ότι υπήρχαν μόνο δέκα κραματομαντικά μέταλλα: τα τέσσερα βασικά μέταλλα και τα κράματά τους, συν το άτιο και ο χρυσός. Ωστόσο, τα κραματομαντικά μέ­ ταλλα υπάρχουν πάντα σε ζεύγη - ένα βασικό μέταλλο και ένα κράμα. Το γεγονός ότι το άτιο και ο χρυσός θεωρούνταν ζευ­ γάρι, τη στιγμή που κανένα από τα δύο δεν ήταν κράμα του άλ­ λου πάντα ενοχλούσε τη Βιν. Στο τέλος, αποδείχτηκε ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν ζευγάρι- το καθένα τους είχε ένα κρά­ μα. Ένα από αυτά -το μαλάτιο, το επονομαζόμενο, Εντέκατο Μέ­ ταλλο- είχε τελικά δώσει στη Βιν το στοιχείο που ήθελε για να νικήσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Με κάποιον τρόπο ο Κέλσιερ είχε μάθει για το μαλάτιο. Ο Σέιζεντ δεν είχε καταφέρει ακόμα να εντοπίσει τους «θρύλους» που υποτίθεται ότι είχε ανακαλύψει ο Κέλσιερ και οι οποίοι δί­ δασκαν για το Εντέκατο Μέταλλο και τη δύναμη που είχε να νι­ κήσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Η Βιν έτριψε το δάχτυλό της στη λεία επιφάνεια της ράβ­ δου από σκληραργίλιο. Την τελευταία φορά που είχε δει η Βιν τον Σέιζεντ, έδειχνε εκνευρισμένος -ή , τουλάχιστον, όσο εκνευ­ ρισμένος μπορούσε να είναι ο Σέιζεντ- επειδή δεν μπορούσε


να βρει στοιχεία σχετικά με τους υποτιθέμενους θρύλους του Κέλσιερ. Παρ' όλο που ο Σέιζεντ ισχυρίστηκε ότι είχε φύγει από τη Λουθάντελ για να διδάξει τους ανθρώπους της Ύστατης Αυ­ τοκρατορίας -όπως ήταν το καθήκον του ως Φύλακας- το γεγονός ότι ο Σέιζεντ είχε πάει νότια δεν είχε περάσει απαρατήρητο από τη Βιν. Ήταν η κατεύθυνση στην οποία ο Κέλσιερ ισχυρίστηκε ότι είχε ανακαλύψει το Εντέκατο Μέταλλο. Υπάρχουν και γι'αυτό το μέταλλο φήμες; αναρωτήθηκε η Βιν, τρίβο­ ντας το σκληραργίλιο. Φήμες που θα μπορούσαν να μου πουν τι κάνει; Κάθε ένα από τα άλλα μέταλλα παρήγαγε ένα άμεσο, ορατό αποτέλεσμα- μόνο ο χαλκός, με την ικανότητά του να δημιουργεί ένα σύννεφο που έκρυβε τις δυνάμεις ενός Κραματομάντη από τους άλλους, δεν είχε ένα εμφανές αισθητό στοιχείο. Ίσως το σκληραργίλιο να ήταν παρόμοιο. Θα μπορούσε η επίδρασή του να γίνει αντιληπτή μόνο από έναν άλλο Κραματομάντη, ο οποίος θα προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του πάνω στη Βιν; Ήταν το αντίθετο του αργιλίου, το οποίο έκανε τα μέταλλα να εξαφανίζονται. Μήπως αυτό σήμαινε ότι το σκληραργίλιο θα έκανε άλλα μέταλλα να διαρκούν περισσότερο; Κίνηση. Η Βιν ίσα που πρόλαβε να δει φευγαλέα μια σκιώδη κίνηση. Στην αρχή, την πλημμύρισε ένας αρχέγονος τρόμος. Μήπως ήταν η ομιχλώδης μορφή, το φάντασμα στο σκοτάδι που είχε δει την προηγούμενη νύχτα; Απλώς έβλεπες πράγματα που δεν υπήρχαν, είπε στον εαυτό της αποφασιστικά. Ήσουν πολύ κουρασμένη. Και, πράγματι, η λάμψη της κίνησης αποδείχτηκε πολύ σκοτεινή -πολύ αληθινή- για να είναι η φασματική μορφή. Ήταν εκείνος. Στεκόταν πάνω σε ένα από τα παρατηρητήρια - δεν ήταν συ­ σπειρωμένος, δεν έκανε καν τον κόπο να κρυφτεί. Ηταν αλαζόνας ή ανόητος, αυτός ο άγνωστος Ομιχλογέννητος; Η Βιν χαμογέλα­ σε, με το φόβο της να μετατρέπεται σε ανυπομονησία. Προετοίμασε τα μέταλλά της, ελέγχοντας τα αποθέματά της. Ήταν όλα έτοιμα. Απόψε θα σε πιάσω, φίλε μου.


τ

Η Βιν στριφογύρισε, ρίχνοντας μια βροχή από νομίσματα. Ο Ομιχλογέννητος είτε κατάλαβε ότι τον εντόπισε είτε ήταν προε­ τοιμασμένος για μια επίθεση, γιατί τα απέφυγε εύκολα. Ο Ορσούρ σηκώθηκε όρθιος, γυρίζοντας, και η Βιν ελευθέρωσε τη ζώνη της, πετώντας τα μέταλλά της. «Ακολούθησε αν μπορείς» ψιθύρισε στον κάντρα, και μετά όρμησε μέσα στο σκοτάδι πίσω από το θήραμά της. Ο Παρατηρητής εκτινάχθηκε μακριά, πηδώντας μέσα στη νύχτα. Η Βιν είχε μικρή εμπειρία στο κυνήγι ενός Ομιχλογέννητου· στην πραγματικότητα, δεν είχε παρά ελάχιστες ευκαιρίες για να εξασκηθεί, παλιά, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής της από τον Κέλσιερ. Σύντομα κατέληξε να πασχίζει να προλάβει τον Παρατηρητή και ένιωσε μια σουβλιά ενοχής γι' αυτό που είχε κά­ νει στον Ορσούρ νωρίτερα. Μάθαινε από πρώτο χέρι πόσο δύ­ σκολο ήταν να ακολουθήσει κανείς έναν αποφασισμένο Ομιχλογέννητο μέσα στις ομίχλες. Και δεν είχε το πλεονέκτημα της όσφρησης ενός σκύλου. Είχε, όμως, λευκοσίδηρο. Έκανε τη νύχτα πιο καθαρή και ενίσχυε την ακοή της. Με τη βοήθειά του κατάφερε να ακολουθή­ σει τον Παρατηρητή καθώς κινούνταν προς το κέντρο της πόλης. Τελικά άφησε το σώμα του να κατέβει σε μία από τις κεντρικές πλατείες με σιντριβάνι. Κατέβηκε και η Βιν στο ολισθηρό λιθό­ στρωτο κορώνοντας κασσίτερο, και μετά έσκυψε στο πλάι καθώς εκείνος πέταξε μια χούφτα νομίσματα. Το μέταλλο χτύπησε πάνω στην πέτρα μέσα στη σιωπηλή νύχτα, με τα νομίσματα να κουδουνίζουν πάνω στα αγάλματα και τις πέτρες του λιθόστρωτου. Η Βιν χαμογέλασε καθώς προσγειώθηκε στα τέσσερα- μετά όρμησε μπροστά, πηδώντας με τη βοήθεια των ενισχυμένων από τον κασσίτερο μυών της και Προσέλκυσε ένα από τα νομίσματα στο χέρι της. Ο αντίπαλός της πήδηξε προς τα πίσω και προσγειώθηκε στην άκρη ενός κοντινού σιντριβανιού. Η Βιν προσγειώθηκε και πέταξε το νόμισμά της, χρησιμοποιώντας το για να εκτιναχτεί πάνω από το κεφάλι του Παρατηρητή. Εκείνος έσκυψε, κοιτάζοντάς την επιφυλακτικά να περνά από πάνω του.


Η Βιν έπιασε ένα από τα μπρούτζινα αγάλματα στο κέντρο του σιντριβανιού και ακινητοποιήθηκε στην κορυφή του. Συσπει­ ρώθηκε πάνω στο άνισο πάτημά της, κοιτάζοντας χαμηλά, τον αντίπαλό της. Εκείνος ισορροπούσε στο ένα πόδι στην άκρη του σιντριβανιού, σιωπηλός και μαύρος μέσα στις στροβιλιζόμενες ομίχλες. Υπήρχε μια... πρόκληση στη στάση του. Μπορείς να με πιάσεις; έμοιαζε να ρωτάει. Η Βιν έβγαλε τα μαχαίρια της και πήδηξε από το άγαλμα. Ώθησε τον εαυτό της προς τον Παρατηρητή, χρησιμοποιώντας τον δροσερό μπρούντζο σαν στήριγμα. Χρησιμοποίησε και ο Παρατηρητής το άγαλμα, Έλκοντας τον εαυτό του προς τα εμπρός. Εκτινάχθηκε λίγο πιο κάτω από τη Βιν, σηκώνοντας ένα κύμα νερού, ενώ η απίστευτη ταχύτητά του τού επέτρεψε να γλιστρήσει σαν πέτρα πάνω στην ακίνητη υδάτινη επιφάνεια του σιντριβανιού. Καθώς πηδούσε πάνω από το νερό, Ώθησε τον εαυτό του μακριά και εξακοντίστηκε στην άλλη άκρη της πλατείας. Η Βιν προσγειώθηκε στο χείλος του σιντριβανιού, με το πα­ γωμένο νερό να την πιτσιλίζει. Γρύλισε και εκτινάχθηκε προς τον Παρατηρητή. Καθώς εκείνος προσγειώθηκε, έστριψε και έβγαλε και τα δικά του μαχαίρια. Η Βιν κύλησε κάτω αποφεύγοντας την πρώτη του επίθεση και μετά σήκωσε τα μαχαίρια της σε ένα διπλό χτύπημα και με τα δύο χέρια. Ο Παρατηρητής τινάχτηκε γρήγορα από μπροστά της, με τα μαχαίρια του να αστράφτουν, ενώ από τις λεπίδες τους κυλούσαν σταγόνες νερού από το σιντριβάνι. Κατέ­ βηκε και συσπειρώθηκε στο έδαφος με ευλυγισία. Το σώμα του έμοιαζε σφιγμένο και σίγουρο. Ικανό. Η Βιν χαμογέλασε ξανά, ανασαίνοντας γρήγορα. Είχε να νιώσει έτσι από... από εκείνες τις νύχτες πριν από πολύ καιρό, όταν μονομαχούσε με τον Κέλσιερ. Παρέμεινε συσπειρωμένη, περιμένοντας, παρακολουθώντας την ομίχλη να στροβιλίζεται ανά­ μεσα σε εκείνη και τον αντίπαλό της. Είχε μέτριο ύψος, μυώδες οώμα, και δεν φορούσε ομιχλοχιτώνα. Γιατί δεν φοράει χιτώνα; Οι Ομιχλοχιτώνες ήταν το χαρακτη-


τ

ριστικό σημάδι του είδους της, ένα σύμβολο περηφάνιας και ασφάλειας. Η Βιν βρισκόταν πολύ μακριά για να μπορέσει να δει το πρό­ σωπό του. Της φάνηκε, ωστόσο, ότι διέκρινε ένα χαμόγελο καθώς εκείνος πήδηξε προς τα πίσω και Ώθησε άλλο ένα άγαλμα. Το κυ­ νήγι άρχισε ξανά. Η Βιν τον ακολούθησε μέσα στην πόλη, κορώνοντας ατσάλι, ενώ προσγειωνόταν σε στέγες και δρόμους, Ωθώντας τον εαυτό της σε μεγάλα καμπυλωτά άλματα. Οι δυο τους χοροπηδούσαν μέσα στη Λουθάντελ σαν παιδιά σε μια παιδική χαρά - με τη Βιν να προσπαθεί να κόψει το δρόμο του αντιπάλου της και εκείνος να καταφέρνει με εξυπνάδα να παραμένει λίγο μπροστά της. Ήταν καλός. Πολύ καλύτερος από κάθε άλλον Ομιχλογέννητο που είχε γνωρίσει ή αντιμετωπίσει ποτέ, εκτός ίσως από τον Κέλσιερ. Ωστόσο, οι ικανότητές της είχαν βελτιωθεί πολύ από τότε που μονομαχούσε με τον Επιζώντα. Θα μπορούσε αυτός ο νεοφερμένος να είναι ακόμα καλύτερος; Η σκέψη την συνεπήρε. Πάντοτε θεωρούσε τον Κέλσιερ παράδειγμα κραματομαντικής ικανότητας και εύκολα ξεχνούσε ότι εκείνος είχε αποκτήσει τις δυ­ νάμεις του δύο μόνο χρόνια πριν από την Κατάρρευση. Είναι το ίδιο χρονικό διάστημα που εκπαιδεύομαι εγώ, συνειδητο­ ποίησε η Βιν καθώς προσγειωνόταν σε έναν μικρό, στενό δρόμο. Συνοφρυώθηκε συσπειρωμένη, και παρέμεινε ακίνητη. Είχε δει τον Παρατηρητή να πέφτει προς αυτόν το δρόμο. Στενός και κακοδιατηρημένος, ο δρόμος ουσιαστικά ήταν ένα σοκάκι, στις δύο πλευρές του οποίου υπήρχαν παρατεταγμένα τριώροφα και τετραώροφα κτήρια. Δεν υπήρχε καμία κίνηση - ο Παρατηρητής είτε είχε ξεγλιστρήσει είτε κρυβόταν κάπου εκεί κοντά. Έκαψε σίδηρο, αλλά οι γραμμές του σιδήρου δεν αποκά­ λυψαν κίνηση. Ωστόσο, υπήρχε κι άλλος τρόπος.... Η Βιν προσποιήθηκε ότι συνέχιζε να ψάχνει τριγύρω, αλλά άναψε τον μπρούντζο, κορώνοντάς τον, και προσπάθησε να διαπεράσει το χαλκοσύννεφο που σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν κοντά. Και τον είδε. Κρυβόταν σε ένα δωμάτιο πίσω από τα κλειστά


παντζούρια ενός ρημαγμένου κτηρίου. Τώρα που ήξερε πού να ψάξει, είδε το κομμάτι του μετάλλου που προφανώς είχε χρησι­ μοποιήσει για να πηδήξει στον δεύτερο όροφο, το μάνταλο που πρέπει να Προσέλκυσε για να κλείσει γρήγορα τα παντζούρια πί­ σω του. Πιθανότατα είχε εξερευνήσει αυτόν το δρόμο προηγου­ μένως, με σκοπό να την κάνει να τον χάσει εδώ. Έξυπνο, σκέφτηκε η Βιν. Δεν θα μπορούσε να προβλέψει την ικανότητά της να δια­ περνά χαλκοσύννεφα. Αλλά, αν του επιτιθόταν τώρα ίσως να πρόδιδε αυτή την ικανότητα. Η Βιν στεκόταν σιωπηλή, ενώ τον σκε­ φτόταν συσπειρωμένο από πάνω, να περιμένει γεμάτος ένταση να απομακρυνθεί εκείνη. Χαμογέλασε. Εξέτασε το απόθεμα σκληραργιλίου μέσα της. Πι­ θανώς να υπήρχε ένας τρόπος να ανακαλύψει αν το κάψιμό του δημιουργούσε κάποια αλλαγή στον τρόπο που φαινόταν η Βιν σε κάποιον άλλο Ομιχλογέννητο. Πιθανότατα ο Παρατηρητής έκαιγε τα περισσότερα από τα μέταλλά του, προσπαθώντας να προσδιορίσει ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση. Έτσι, θεωρώντας ότι είναι μια απίστευτα έξυπνη κίνηση εκ μέ­ ρους της, η Βιν έκαψε το δέκατο τέταρτο μέταλλο. Μια τεράστια έκρηξη ακούστηκε στα αυτιά της. Η Βιν πήρε μια κοφτή ανάσα και έπεσε στα γόνατα σοκαρισμένη. Τα πάντα έγιναν φωτεινά γύρω της, λες και μια έκρηξη ενέργειας είχε φω­ τίσει ολόκληρο το δρόμο. Και ένιωθε κρύο· παγερό, απίστευτο κρύο. Βόγκηξε, προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτός ο ήχος. Δ εν... δεν ήταν μία έκρηξη, αλλά πολλές εκρήξεις. Ένας ρυθμικός γδούπος σαν ένα τύμπανο που χτυπούσε ακριβώς δίπλα της. Ο χτύπος της καρδιάς της. Και το αεράκι, δυνατό σαν άνεμος που ούρλιαζε. Ένας σκύλος που έψαχνε στα σκουπίδια για φαγητό. Κάποιος που ροχάλιζε στον ύπνο του. Ήταν λες και η ακοή της είχε γίνει εκατό φορές πιο δυνατή. Και μετά... τίποτα. Η Βιν έπεσε προς τα πίσω, πάνω στο λιθό­ στρωτο, με την ξαφνική έκρηξη φωτός, κρύου και ήχου να σβήνει. Μια μορφή κινήθηκε στις σκιές εκεί κοντά, αλλά δεν μπορούσε


τ<£ίβηγάδι τηςυΑνβληψης

να τη διακρίνει - δεν μπορούσε να δει πια στο σκοτάδι. Ο λευκο­ σίδηρός της είχε... Εμφανιστεί, συνειδητοποίησε, καθώς άρχισε να συνέρχεται. Ολόκληρο το απόθεμα του λευκοσιδήρου μου έχει καεί. Το... έκαιγα, όταν άναψα το σκληραργίλιο. Τα έκαψα και τα δύο ταυτόχρονα. Αυτό είναι το μυστικό. Το σκλη­ ραργίλιο είχε κάψει όλο της τον λευκοσίδηρο σε μία και μόνο τεράστια έκρηξη. Είχε κάνει τις αισθήσεις της απίστευτα οξείες για ένα πολύ σύντομο διάστημα, αλλά είχε κλέψει όλο της το απόθεμα. Και, καθώς έψαξε, διαπίστωσε ότι είχαν χαθεί και ο μπρούντζος και ο κασσίτερός της - τα άλλα μέταλλα που έκαιγε εκείνη τη στιγμή. Η ροή αισθητηριακών πληροφοριών ήταν τό­ σο τεράστια ώστε δεν είχε προσέξει τα αποτελέσματα των άλλων δύο. Το σκέφτεσαι αργότερα, είπε η Βιν στον εαυτό της, κουνώντας το κεφάλι της. Ένιωθε ότι κανονικά θα έπρεπε να είχε κουφαθεί και να είχε τυφλωθεί, αλλά δεν είχε γίνει τίποτα από τα δύο. Ήταν απλώς λίγο ζαλισμένη. Η σκοτεινή μορφή την πλησίασε μέσα στις ομίχλες. Δεν είχε χρόνο να συνέλθει. Έσπρωξε το σώμα της όρθιο, τρεκλίζοντας. Η μορφή ήταν πολύ κοντή για να είναι ο Παρατηρητής. Ή ταν... «Αφέντρα, χρειάζεσαι βοήθεια;» Η Βιν έμεινε για λίγο σιωπηλή καθώς ο Ορσούρ ήρθε αλαφροπατώντας κοντά της, και μετά κάθισε στα καπούλια του. «Κατάφερες... να με ακολουθήσεις» είπε η Βιν. «Δεν ήταν εύκολο, αφέντρα» είπε άτονα ο Ορσούρ. «Χρειάζε­ σαι βοήθεια;» «Τι; Όχι, όχι βοήθεια». Η Βιν κούνησε το κεφάλι της, καθα­ ρίζοντας το μυαλό της. «Μάλλον δεν το σκέφτηκα αυτό όταν σε έκανα σκύλο. Τώρα δεν μπορείς να μεταφέρεις μέταλλα για μέ­ να». Ο κάντρα έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, και μετά κατευθύνθηκε σε ένα σοκάκι. Επέστρεψε μετά από μια στιγμή με κάτι στο στόμα του. Τη ζώνη της. Την άφησε να πέσει στα πόδια της, και μετά πήρε ξανά τη


στάση αναμονής του. Η Βιν σήκωσε τη ζώνη, βγάζοντας ένα από τα επιπλέον φιαλίδια με τα μέταλλά της. «Ευχαριστώ» είπε αργά. «Αυτό είναι πολύ... προνοητικό εκ μέρους σου». «Εκπληρώνω το Συμβόλαιό μου, αφέντρα» είπε ο κάντρα. «Τί­ ποτα παραπάνω». Αυτό είναι παραπάνω από οτιδήποτε έχεις κάνει ως τώρα, σκέφτηκε, πίνοντας ένα φιαλίδιο και νιώθοντας τα αποθέματά της να επι­ στρέφουν. 'Εκαψε λευκοσίδηρο, αποκαθιστώντας τη νυχτερινή της όραση και σηκώνοντας ένα πέπλο έντασης από το μυαλό της· από τότε που ανακάλυψε τις δυνάμεις της, δεν είχε χρειαστεί να βγει ποτέ έξω τη νύχτα στο απόλυτο σκοτάδι. Τα παντζούρια του δωματίου του Παρατηρητή ήταν ανοιχτά. Προφανώς το είχε σκάσει κατά τη διάρκεια της κρίσης της. Η Βιν αναστέναξε. «Αφέντρα!» είπε ξαφνικά ο Ορσούρ. Η Βιν γύρισε απότομα. Ένας άντρας προσγειώθηκε αθόρυβα πίσω της. Έμοιαζε... γνωστός, για κάποιο λόγο. Είχε αδύνατο πρό­ σωπο -μ ε σκούρα μαλλιά- και είχε το κεφάλι του γερμένο ελαφρά στο πλάι με απορία. Μπορούσε να δει την ερώτηση στα μάτια του. Γιατί είχε πέσει κάτω η Βιν; Η Βιν χαμογέλασε. «Ίσως να το έκανα απλώς για να σε δελεάσω να έρθεις πιο κοντά» ψιθύρισε - απαλά, ωστόσο αρκετά δυνατά για να ξέρει ότι τα ενδυναμωμένα με τον κασσίτερο αυτιά του θα την άκουγαν. Ο Ομιχλογέννητος χαμογέλασε, και μετά χαμήλωσε το κεφάλι του προς το μέρος της σαν ένδειξη σεβασμού. «Ποιος είσαι;» ρώτησε η Βιν, προχωρώντας μπροστά. «Ένας εχθρός» απάντησε εκείνος, σηκώνοντας το χέρι του για να την κρατήσει πίσω. Η Βιν σταμάτησε. Η ομίχλη στροβιλιζόταν ανάμεσά τους στον ήσυχο δρόμο. «Τότε γιατί με βοήθησες να αντιμετωπίσω εκείνους τους δολοφόνους;» «Επειδή» είπε εκείνος, «είμαι και παράφρων». Η Βιν συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας τον άντρα. Είχε ξαναδεί παραφροσύνη στα μάτια των ζητιάνων. Αυτός ο άντρας δεν ήταν


παράφρων. Στεκόταν περήφανα, με τα μάτια του σταθερά καθώς την παρατηρούσε μέσα στο σκοτάδι. Τι παιχνίδι παίζει; αναρωτήθηκε η Βιν. Τα ένστικτά της -τα ένστικτα μιας ολόκληρης ζωής- την προ­ ειδοποιούσαν να είναι επιφυλακτική. Είχε μόλις πρόσφατα μάθει να εμπιστεύεται τους φίλους της, και δεν ήταν πρόθυμη να προ­ σφέρει το ίδιο προνόμιο σε έναν άνθρωπο που είχε γνωρίσει μέσα στη νύχτα. Και ωστόσο, είχε περάσει πάνω από ένας χρόνος από την τε­ λευταία φορά που είχε μιλήσει σε έναν άλλο Ομιχλογέννητο. Μέσα της μαίνονταν συγκρούσεις που δεν μπορούσε να εξηγήσει στους άλλους. Ακόμα και Ομίχλιοι, όπως ο Χαμ και ο Μπριζ, δεν μπορούσαν να καταλάβουν την παράξενη, διπλή ζωή ενός Ομιχλογέννητου. Εν μέρει δολοφόνος, εν μέρει σωματοφύλακας, εν μέρει ευγενής... εν μέρει ένα μπερδεμένο, ήσυχο κορίτσι. Είχε και αυτός ο άντρας παρόμοιους προβληματισμούς σχετικά με την ταυτότητά του; Ίσως να μπορούσε να τον κάνει σύμμαχό της, εξασφαλίζοντας έτσι έναν δεύτερο Ομιχλογέννητο για την υπεράσπιση της Κε­ ντρικής Κυριαρχίας. Ακόμα κι αν δεν μπορούσε, σίγουρα δεν εί­ χε την πολυτέλεια να έρθει σε συμπλοκή μαζί του. Μπορούσε να ανταπεξέλθει σε μια μονομαχία μέσα στη νύχτα, αλλά αν ο διαπληκτισμός τους γινόταν επικίνδυνος, ίσως να έμπαινε στη μέση το άτιο. Αν συνέβαινε αυτό, τότε εκείνη θα έχανε. Ο Παρατηρητής την μελέτησε με προσεκτικό βλέμμα. «Απάντησέ μου κάτι» είπε μέσα στις ομίχλες. Η Βιν ένευσε. «Στ' αλήθεια Τον σκότωσες;» «Ναι» ψιθύρισε η Βιν. Μόνο ένα άτομο θα μπορούσε να εν­ νοεί. Εκείνος ένευσε αργά. «Γιατί παίζεις τα παιχνίδια τους;» «Τα παιχνίδια ποιων;» Ο Παρατηρητής έκανε μια χειρονομία μέσα στις ομίχλες προς τον Πύργο Βεντούρ.


«Δεν είναι παιχνίδια» είπε η Βιν. «Δεν είναι παιχνίδι όταν οι άνθρωποι που αγαπώ κινδυνεύουν». Ο Παρατηρητής απόμεινε σιωπηλός, μετά κούνησε το κεφάλι του, λες και ήταν... απογοητευμένος. Μετά έβγαλε κάτι από τη ζώνη του. Η Βιν αναπήδησε αμέσως προς τα πίσω. Ο Παρατηρητής, ωστόσο, έριξε απλώς ένα νόμισμα στο έδαφος ανάμεσά τους. Ανα­ πήδησε μια δυο φορές, και σταμάτησε στο λιθόστρωτο. Μετά, ο Παρατηρητής Ώθησε τον εαυτό του στον αέρα. Η Βιν δεν ακολούθησε. Σήκωσε το χέρι της και έτριψε το κεφάλι της· εξακολουθούσε να νιώθει ότι θα έπρεπε να έχει πονοκέφαλο. «Θα τον αφήσεις να φύγει;» ρώτησε ο Ορσούρ. Η Βιν ένευσε. «Τελειώσαμε για απόψε. Πολέμησε καλά». «Μιλάς σαν να νιώθεις σεβασμό» είπε ο κάντρα. Η Βιν γύρισε, συνοφρυωμένη καθώς αντιλήφθηκε ένα ίχνος αηδίας στη φωνή τού κάντρα. Ο Ορσούρ καθόταν υπομονετικά, χωρίς να δείχνει περαιτέρω συναισθήματα. Εκείνη αναστέναξε, δένοντας τη ζώνη της γύρω από τη μέση της. «Θα πρέπει να σου φτιάξουμε κάποια εξάρτυση ή κάτι τέτοιο» είπε. «Θέλω να μεταφέρεις επιπλέον φιαλίδια με μέταλλα για μέ­ να, όπως έκανες όταν ήσουν άνθρωπος». «Η εξάρτυση δεν είναι απαραίτητη, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Μπα;» Ο Ορσούρ σηκώθηκε, και προχώρησε αλαφροπατώντας προς τα εμπρός. «Παρακαλώ, βγάλε ένα από τα φιαλίδιά σου». Η Βιν έκανε αυτό που της ζήτησε, βγάζοντας ένα μικρό γυά­ λινο φιαλίδιο. Ο Ορσούρ σταμάτησε, και μετά έστρεψε τον ένα του ώμο προς το μέρος της. Μπροστά στα μάτια της Βιν, η γούνα άνοιξε και η σάρκα διαχωρίστηκε, αποκαλύπτοντας φλέβες και στρώματα δέρματος. Η Βιν αποτραβήχτηκε λίγο. «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Η σάρκα μου δεν είναι σαν τη δική σου. Έχω μεγαλύτερο... έλεγχο πάνω της, θα μπορούσε να πει κανείς. Τοποθέτησε το φιαλίδιο με το μέταλλο μέσα στον ώμο μου». Η Βιν έκανε αυτό που της ζήτησε. Η σάρκα έκλεισε γύρω από


τ<0 (8ηγβδι τηςοΑνάληψης

το φιαλίδιο, κρόβοντάς το. Πειραματικά, η Βιν έκαψε σίδηρο. Δεν εμφανίστηκαν γαλάζιες γραμμές που να δείχνουν προς το κρυμμένο φιαλίδιο. Το μέταλλο μέσα στο στομάχι ενός ατόμου δεν επηρεαζόταν από έναν άλλο Κραματομάντη· και μάλιστα, το μέταλλο που διαπερνά ένα σώμα, όπως τα καρφιά ενός Ιερο­ εξεταστή ή το σκουλαρίκι της Βιν δεν μπορούσαν να Ωθηθούν ή να Προσελκυθούν από κάποιον άλλο. Προφανώς, ίσχυε ο ίδιος κανόνας για μέταλλα που είναι κρυμμένα μέσα σε έναν κάντρα. «Θα σου το παραδώσω σε κάποια επείγουσα περίσταση» είπε ο Ορσούρ. «Ευχαριστώ» είπε η Βιν. «Το Συμβόλαιο, αφέντρα. Μη με ευχαριστείς. Κάνω μονάχα αυτό που απαιτείται από εμένα». Η Βιν ένευσε αργά. «Ας επιστρέψουμε στο παλάτι, λοιπόν» εί­ πε. «Θέλω να ρίξω μια ματιά στον Έλεντ».


Αλλά, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από την αρχή. Πρωτογνώρισα τον Αλέντι στο Κλένιουμ ■ήταν νεαρό παλληκάρι τότε, και δεν είχε ακόμα διαφθαρεί διοι­ κώντας στρατιές επί μία δεκαετία. 9

>ξ^κΜ ΑΡΣ ΕΙΧΕ ΑΛΛΑΞΕΙ. ΥΠΗΡΧΕ κάτι... πιο σκληρό στον πρώην Αναζητητή. Υπήρχε κάτι στον τρόπο ποο κοίταζε πράγματα τα οποία ο Σέιζεντ δεν μπορούσε να δει, κάτι στις ωμές του απαντήσεις και στη λακωνική του γλώσσα. Φυσικά, ο Μαρς ήταν πάντα ευθύς άνθρωπος. Ο Σέιζεντ κοί­ ταξε το φίλο του καθώς οι δυο τους διέσχιζαν τη χωμάτινη δημο­ σιά. Δεν είχαν άλογα- ακόμα κι αν ο Σέιζεντ είχε άλογο, τα περισ­ σότερα ζώα δεν θα πλησίαζαν έναν Ιεροεξεταστή. Ποιο είπε ο Τρομάρας ότι ήταν το παρατσούκλι του Μαρς; σκέφτηκε ο Σέιζεντ καθώς περπατούσαν. Πριν από τη μεταμόρφωσή του, τον αποκαλούσαν... Σιδερομάτη. Το όνομα που είχε αποδειχτεί ανατριχιαστικά προφητικό. Οι περισσότεροι από τους άλλους έβρισκαν την κατάσταση μεταμόρφωσης του Μαρς δυσάρεστη, και τον είχαν απομονώσει. Παρ' όλο που ο Μαρς δεν έδειχνε να ενοχλείται από την αντιμετώπισή τους, ο Σέιζεντ είχε καταβάλει μεγάλη προ­ σπάθεια προκειμένου να εξακολουθήσει να συναναστρέφεται μαζί του. Ακόμα δεν ήξερε αν ο Μαρς εκτιμούσε αυτή την κίνηση ή όχι.


τ< £ ^ ϋ η γ ό δι τ η ς ο Α ν β λ η ψ η ς

Πάντως έδειχναν να τα πηγαίνουν καλά- μοιράζονταν το ίδιο ενδιαφέρον για τη μελέτη και την ιστορία, και ενδιαφέρονταν και οι δύο για το θρησκευτικό κλίμα της Ύστατης Αυτοκρατορίας. Και ήρθε να με βρει, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Φυσικά, ισχυρίστηκε ότι ήθε­ λε βοήθεια σε περίπτωση που δεν είχαν φύγει όλοι οι Ιεροεξεταστές από το Μοναστήρι του Σεράν. Ήταν μια φτηνή δικαιολογία. Παρά τις δυνάμεις του ως Φερειχημιστής, ο Σέιζεντ δεν ήταν πολεμιστής. «Θα έπρεπε να είσαι στη Λουθάντελ» είπε ο Μαρς. Ο Σέιζεντ σήκωσε το βλέμμα του. Ο Μαρς είχε μιλήσει ωμά, ως συνήθως, χωρίς προλόγους. «Γιατί το λες αυτό;» «Σε χρειάζονται εκεί». «Και η υπόλοιπη Ύστατη Αυτοκρατορία με χρειάζεται, Μαρς. Είμαι Φύλακας - δεν πρέπει να μονοπωλεί όλον το χρόνο μου μό­ νο μία ομάδα ανθρώπων». Ο Μαρς κούνησε το κεφάλι του. «Αυτοί οι χωρικοί θα ξεχάσουν ότι πέρασες από εδώ. Κανείς δεν θα ξεχάσει αυτά που θα συμβούν σύντομα στην Κεντρική Κυριαρχία». «Θα εκπλαγείς, νομίζω, αν μάθεις τι μπορούν να ξεχάσουν οι άνθρωποι. Μπορεί οι πόλεμοι και τα βασίλεια να μοιάζουν σημαντικά τώρα, αλλά ακόμα και η Ύστατη Αυτοκρατορία απο­ δείχθηκε θνητή. Τώρα που έπεσε, οι Φύλακες δεν έχουν καμία δουλειά να ανακατεύονται με την πολιτική». Οι περισσότεροι θα έλεγαν ότι ποτέ δεν είχαμε καμία δουλειά να ανακατευτούμε με την πολιτική. Ο Μαρς γύρισε να τον κοιτάξει. Εκείνα τα μάτια, κοιλότητες γεμάτες με ατσάλι. Ο Σέιζεντ δεν αναρρίγησε, αλλά ένιωσε εμφανώς άβολα. «Και οι φίλοι σου;» ρώτησε ο Μαρς. Τώρα έθιγε κάτι πιο προσωπικό. Ο Σέιζεντ απέστρεψε το βλέμ­ μα του και σκέφτηκε τη Βιν, και τον όρκο του στον Κέλσιερ ότι θα την προστάτευε. Ελάχιστη προστασία χρειάζεται τώρα, σκέφτηκε. Έχει γίνει mo ικανή στην Κραματομαντεία ακόμα και από τον Κέλσιερ. Και ωστόσο, ο Σέιζεντ ήξερε ότι υπήρχαν τρόποι προστασίας που δεν σχετίζονταν με τη μονομαχία. Αυτά τα πράγματα -η υποστήριξη, οι συμβουλές, η καλοσύνη- ήταν ζωτικά για κάθε άτομο, και


κυρίως για τη Βιν. Αυτό το καημένο κορίτσι σήκωνε πολλά στους ώμους του. «Έχω... στείλει βοήθεια» είπε ο Σέιζεντ. «Ό,τι βοήθεια μπορώ». «Δεν είναι αρκετό» είπε ο Μαρς. «Αυτά που συμβαίνουν στη Λουθάντελ είναι πολύ σημαντικά για να τα αγνοήσεις». «Δεν τα αγνοώ, Μαρς» είπε ο Σέιζεντ. «Απλώς εκτελώ το καθή­ κον μου όσο καλύτερα μπορώ». Ο Μαρς απέστρεψε επιτέλους το βλέμμα του. «Το λάθος κα­ θήκον. Θα επιστρέψεις στη Λουθάντελ όταν θα τελειώσουμε από εδώ». Ο Σέιζεντ άνοιξε το στόμα του για να διαφωνήσει, αλλά δεν εί­ πε τίποτα. Τι μπορούσε να πει; Ο Μαρς είχε δίκιο. Παρ' όλο που δεν είχε αποδείξεις, ο Σέιζεντ ήξερε ότι όντως συνέβαιναν σημαντικά πράγματα στη Λουθάντελ - πράγματα που θα απαιτούσαν τη βοήθειά του για να αντιμετωπιστούν. Πράγματα που πιθανότατα θα επηρέαζαν το μέλλον ολόκληρης της γης που κάποτε ήταν γνωστή ως η Ύστατη Αυτοκρατορία. Έτσι, έκλεισε το στόμα του και συνέχισε να περπατά αργά πίσω από τον Μαρς. Θα επέστρεφε στη Λουθάντελ, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι ήταν επαναστάτης. Ίσως, στο τέλος, να συνει­ δητοποιούσε ότι ο κόσμος δεν αντιμετώπιζε καμία φασματική απειλή - ότι είχε επιστρέφει απλώς και μόνο εξαιτίας της εγωιστι­ κής του επιθυμίας να είναι κοντά στους φίλους του. Και μάλιστα, ήλπιζε να αποδειχτεί ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Η εναλλακτική τον έκανε να νιώθει πολύ άβολα.


Το ύψος tod Αλέντι με εντυπώσιασε την πρώτη φορά που τον είδα. Ήταν ένας άντρας που δέσποζε στους άλλους, ένας άντρας που -παρά το νεαρό της ηλικίας του και τα ταπεινά του ρούχα- απαιτούσε σεβασμό.

10

ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΗΤΑΝ στο αρχηγείου του Καντονιού του πρώην Ατσαλένιου Υπουργείου Οικονομι­ κών. Ηταν ένας χαμηλοτάβανος χώρος, που έμοιαζε περισσότε­ ρο με μια αίθουσα διαλέξεων παρά με αίθουσα συνεδριάσεων. Υπήρχαν σειρές με πάγκους που απλώνονταν σε σχήμα βεντάλιας μπροστά από μια εξέδρα. Στη δεξιά πλευρά της εξέδρας, ο Έλεντ είχε κατασκευάσει ένα διάζωμα με καθίσματα για τα μέλη της Συνόδου. Στα αριστερά της εξέδρας, είχε κατασκευάσει ένα ανα­ λόγιο για τους ομιλητές. Το αναλόγιο ήταν στραμμένο προς τα μέλη της Συνόδου, όχι προς το πλήθος. Ωστόσο, ενθάρρυναν το λαό να παρευρίσκεται. Ο Έλεντ πίστευε ότι όλοι θα πρέπει να ενδιαφέρονται για τις ερ­ γασίες της κυβέρνησής τους· τον στενοχωρούσε το γεγονός ότι οι εβδομαδιαίες συνεδριάσεις της Συνόδου συνήθως είχαν μικρό κοινό. Η θέση της Βιν ήταν στην εξέδρα, αλλά στο πίσω μέρος, απέ­ ναντι ακριβώς από το κοινό. Από τη θέση που καθόταν με τους άλλους σωματοφύλακες, μπορούσε να βλέπει πίσω από το αναλό­


γιο, προς το κοινό. Άλλη μια σειρά από τους φρουρούς του Χαμ -μ ε καθημερινά ρούχα- καθόταν στην πρώτη σειρά του κοινού, παρέχοντας μια πρώτη γραμμή προστασίας. Ο Έλεντ είχε υποκύψει στις απαιτήσεις της Βιν να τοποθετηθούν φρουροί και μπρο­ στά από τη ν εξέδρα και πίσω της - ο Έλεντ πίστευε ότι οι σωματοφύ­ λακες που κάθονταν πίσω ακριβώς από τους ομιλητές θα αποσπούσαν την προσοχή. Ο Χαμ και η Βιν, ωστόσο, είχαν επιμείνει. Αν ο Έλεντ σκόπευε να στέκεται μπροστά σε ένα πλήθος κάθε βδομάδα, η Βιν ήθελε να είναι σίγουρη ότι μπορούσε να έχει το νου της και σε εκείνον - και σε αυτούς που τον παρακολουθούσαν. Για να φτάσει στην καρέκλα της, επομένως, η Βιν έπρεπε να περ­ πατήσει μπροστά από την εξέδρα. Βλέμματα την ακολούθησαν. Κά­ ποιοι από το πλήθος ενδιαφέρονταν για το σκάνδαλο- υπέθεταν ότι ήταν η ερωμένη του Έλεντ, και ένας βασιλιάς που κοιμάται με την προσωπική του δολοφόνο αποτελούσε ένα καλό θέμα για κουτσομπολιό. Άλλοι ενδιαφέρονταν για την πολιτική- αναρω­ τιούνταν πόση επιρροή είχε η Βιν πάνω στον Έλεντ, και αν μπο­ ρούσαν να τη χρησιμοποιήσουν για να φτάσουν στο αυτί του βα­ σιλιά. Άλλοι πάλι ήταν περίεργοι για τους θρύλους που διαδίδο­ νταν όλο και περισσότερο- αναρωτιούνταν αν ένα κορίτσι σαν τη Βιν μπορεί να είχε σκοτώσει στ' αλήθεια τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Η Βιν άνοιξε το βήμα της. Πέρασε μπροστά από τα μέλη της Συ­ νόδου και κάθισε στη θέση της δίπλα στον Χαμ, ο οποίος -παρά την επίσημη περίσταση- φορούσε ακόμα ένα απλό γιλέκο χωρίς πουκάμισο. Καθισμένη δίπλα, με το παντελόνι της και το πουκά­ μισό της, η Βιν δεν ένιωθε τόσο παράταιρη. Ο Χαμ χαμογέλασε, δίνοντάς της ένα στοργικό χτυπηματάκι στον ώμο. Πίεσε τον εαυτό της να μην αναπηδήσει από το άγγιγμα. Δεν ήταν ότι αντιπαθούσε τον Χαμ - ακριβώς το αντίθετο. Τον αγαπούσε όπως αγαπούσε όλα τα πρώην μέλη της συμμορίας του Κέλσιερ. Α πλώς... δυσκολευόταν να το εξηγήσει ακόμα και στον εαυτό της. Η αθώα χειρονομία του Χαμ την έκανε να θέλει να απο-


τ

τραβηχτεί. Θεωρούσε ότι οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να είναι τόσο άνετοι στον τρόπο ποο αγγίζουν τους άλλους. Έδιωξε αυτές τις σκέψεις. Έπρεπε να μάθει να είναι σαν τους άλλους. Ο Έλεντ άξιζε μια φυσιολογική γυναίκα. Εκείνος ήταν ήδη εκεί. Ένευσε στη Βιν όταν πρόσεξε την άφιξή της, και εκείνη χαμογέλασε. Μετά συνέχισε να μιλάει χαμηλόφωνα με τον Λόρδο Πένροντ, έναν από τους ευγενείς της Συνόδου. «Ο Έλεντ θα είναι χαρούμενος» ψιθύρισε η Βιν. «Ο χώρος εί­ ναι γεμάτος κόσμο». «Είναι ανήσυχοι» είπε χαμηλόφωνα ο Χαμ. «Και οι ανήσυχοι άνθρωποι δίνουν μεγαλύτερη προσοχή σε τέτοια πράγματα. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι χαρούμενος - όλος αυτός ο κόσμος κάνει τη δουλειά μας πιο δύσκολη». Η Βιν ένευσε, παρατηρώντας το κοινό. Το πλήθος ήταν παρά­ ξενα παράταιρο - ένα συνονθύλευμα από διαφορετικές ομάδες που δεν θα συναντιούνταν ποτέ κατά την εποχή της Ύστατης Αυ­ τοκρατορίας. Ένα μεγάλο μέρος του ήταν φυσικά ευγενείς. Η Βιν συνοφρυώθηκε, καθώς σκέφτηκε πόσο συχνά τα διάφορα μέλη της τάξης των ευγενών είχαν προσπαθήσει να χειραγωγήσουν τον Έλεντ, ενώ σκέφτηκε και τις υποσχέσεις που τους είχε δώσει... «Προς τι αυτό το ύφος;» ρώτησε ο Χαμ, σκουντώντας την. Η Βιν κοίταξε τον Νταή. Μάτια γεμάτα προσδοκία λαμπύρι­ ζαν στο σκληρό, ορθογώνιο πρόσωπό του. Ο Χαμ είχε μια σχεδόν υπερφυσική αίσθηση όταν επρόκειτο για διαπληκτισμούς. Η Βιν αναστέναξε. «Δεν μου αρέσει αυτό, Χαμ». «Αυτό;» «Αυτό» είπε χαμηλόφωνα η Βιν, ανεμίζοντας το χέρι της προς τη Σύνοδο. «Ο Έλεντ προσπαθεί τόσο σκληρά να ευχαριστήσει τους πάντες. Προσφέρει πολλά - την εξουσία του, τα χρήματά του...» «Θέλει απλώς να φροντίσει να αντιμετωπίζονται όλοι δίκαια». «Είναι κάτι περισσότερο από αυτό, Χαμ» είπε η Βιν. «Είναι λες και έχει αποφασίσει να κάνει τους πάντες ευγενείς». «Και τόσο κακό θα ήταν αυτό;» «Αν γίνουν όλοι ευγενείς, τότε αυτό που ονομάζουμε "ευγε· νής" δεν θα υπάρχει. Δεν μπορούν να είναι όλοι πλούσιοι, και


δεν μπορούν να κάνουν όλοι κουμάντο. Δεν λειτουργούν έτσι τα πράγματα». «Ίσως» είπε σκεπτικά ο Χαμ. «Αλλά δεν έχει δημόσιο καθήκον να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την απονομή δικαιοσύνης;» Δημόσιο καθήκον; σκέφτηκε η Βιν. Έπρεπε να το ξέρω ότι δεν θα έπρε­ πε να μιλάω με τον Χαμ για τέτοια θέματα... Η Βιν χαμήλωσε το βλέμμα της. «Νομίζω απλώς ότι θα μπο­ ρούσε να φροντίσει να αντιμετωπίζονται όλοι καλά χωρίς να υπάρχει Σύνοδος. Το μόνο που κάνουν είναι να διαφωνούν και να προσπαθούν να του κλέψουν την εξουσία. Και αυτός τους αφήνει». Ο Χαμ άφησε τη συζήτηση να σταματήσει και η Βιν συνέχισε να παρατηρεί το πλήθος. Από ό,τι φαινόταν, μια μεγάλη ομάδα από εργάτες είχε φτάσει πρώτη και είχε καταφέρει να βρει τις κα­ λύτερες θέσεις. Στις αρχές της ιστορίας της Συνόδου -γύρω στους δέκα μήνες νωρίτερα- οι ευγενείς έστελναν υπηρέτες για να τους κρατάνε τις θέσεις ή δωροδοκούσαν άτομα για να τους παραχω­ ρούν τις δικές τους. 'Οταν ο Έλεντ το ανακάλυψε αυτό, απαγόρευ­ σε και τις δύο αυτές πρακτικές. Εκτός από τους ευγενείς και τους εργάτες, υπήρχε ένας μεγά­ λος αριθμός ατόμων από τη «νέα» τάξη. Έμποροι και τεχνίτες σκάα, τώρα είχαν τη δυνατότητα να καθορίζουν οι ίδιοι τις τιμές τους για τις υπηρεσίες τους. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί νικητές της οικονομίας του Έλεντ. Κάτω από το καταπιεστικό χέρι του Με­ γάλου Εξουσιασιή, μονάχα ελάχιστοι σκάα με τις πλέον εξαιρε­ τικές ικανότητες είχαν καταφέρει να ανέλθουν σε θέσεις έστω και μέτριας άνεσης. Χωρίς αυτούς τους περιορισμούς, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι απέδειξαν γρήγορα ότι οι ικανότητές τους και η οξύ­ νοιά τους ήταν κατά πολύ ανώτερες των ευγενών συναδέλφων τους. Αντιπροσώπευαν μια φατρία στη Σύνοδο που ήταν τουλά­ χιστον εξίσου ισχυρή με εκείνη των ευγενών. Κι άλλοι σκάα βρίσκονταν διάσπαρτοι στο πλήθος. Η εμφάνι­ σή τους ήταν ίδια όπως ήταν και πριν ανέλθει ο Έλεντ στην εξου­ σία. Ενώ οι ευγενείς φορούσαν συνήθως κοστούμια -μ ε καπέλα και μανδύες- αυτοί οι σκάα φορούσαν απλά παντελόνια. Κάποιοι από αυτούς ήταν ακόμα βρώμικοι από τη δουλειά της ημέρας,


τ(£#έηγάδι τηςοΑνάληψης

ενώ τα ρούχα τους ήταν παλιά, φθαρμένα και λεκιασμένα με στάχτη. Και ωστόσο... υπήρχε κάτι διαφορετικό πάνω τους. Δεν ήταν στα ρούχα τους, αλλά στη στάση του σώματός τους. Στέκονταν λίγο πιο στητοί, είχαν τα κεφάλια τους λίγο πιο ψηλά. Και είχαν αρκετόν ελεύθερο χρόνο για να συμμετάσχουν σε μια συνεδρίαση της Συνόδου. Ο Έλεντ επιτέλους σηκώθηκε για να ξεκινήσει η συνεδρίαση. Είχε αφήσει τους υπηρέτες του να τον ντύσουν σήμερα το πρωί, και το αποτέλεσμα ήταν μια αμφίεση χωρίς σχεδόν κανένα ίχνος ατημελησίας. Το καπέλο του τού εφάρμοζε σωστά, όλα τα κουμπιά ήταν κουμπωμένα και το γιλέκο του είχε το κατάλληλο σκούρο μπλε χρώμα. Ακόμα και τα μαλλιά του ήταν καλοχτενισμένα, με τις κοντές, καστανές του μπούκλες κολλημένες στο κεφάλι του. Κανονικά, ο Ελεντ θα ξεκινούσε τη συνεδρίαση καλώντας άλλους ομιλητές, μέλη της Συνόδου οι οποίοι θα μιλούσαν για ώρες για διάφορα θέματα όπως οι φόροι ή το αποχετευτικό σύστημα της πόλης. Ωστόσο, σήμερα υπήρχαν πιο επείγοντα ζητήματα. «Κύριοι» είπε ο Έλεντ. «Ζητώ την άδειά σας να μην καταπια­ στώ αυτό το απόγευμα με τη συνηθισμένη μας ημερήσια διάταξη, εν όψει των τωρινών... υποθέσεών μας». Η ομάδα των είκοσι τεσσάρων μελών της Συνόδου κατένευσε, με μερικούς από αυτούς να μουρμουρίζουν διάφορα. Ο Έλεντ τούς αγνόησε. Ένιωθε άνετα μπροστά σε πλήθη, πολύ πιο άνετα από ό,τι θα ένιωθε ποτέ η Βιν. Καθώς συνέχιζε την ομιλία του, η Βιν είχε το ένα της μάτι στο πλήθος, παρακολουθώντας για αντι­ δράσεις ή προβλήματα. «Η δύσκολη φύση της κατάστασής μας θα πρέπει να είναι αρκετά προφανής» είπε ο Έλεντ, ξεκινώντας την ομιλία που είχε προετοιμάσει νωρίτερα. «Αντιμετωπίζουμε έναν κίνδυνο που αυ­ τή η πόλη δεν έχει γνωρίσει ποτέ ξανά. Την εισβολή και την πο­ λιορκία από έναν εξωτερικό τύραννο. «Είμαστε ένα καινούριο έθνος, ένα βασίλειο που βασίζεται σε αρχές που ήταν άγνωστες την εποχή του Μεγάλου Εξουσιαστή. Ωστόσο, είμαστε ήδη ένα βασίλειο της παράδοσης. Ελευθερία για


τους σκάα. Διακυβέρνηση της δικής μας επιλογής και του δικού μας σχεδιασμού. Ευχενείς που δεν χρειάζεται να δειλιάζουν μπρο­ στά στους υποχρεωτές και τους ιεροεξεταστές του Μεγάλου Εξουσιαστή. »Κύριοι, ένας χρόνος δεν είναι αρκετός. Γευτήκαμε την ελευ­ θερία και χρειαζόμαστε χρόνο να την απολαύσουμε. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα, συζητήσαμε πολλές φορές και διαφωνήσαμε για το τι πρέπει να κάνουμε αν έρθει αυτή η μέρα. Προφανώς, έχουμε πολλές απόψεις πάνω στο θέμα. Γι' αυτό, ζητώ μια ψήφο αλληλεγγύης. Ας υποσχεθούμε στον εαυτό μας, και σε αυτούς τους ανθρώπους, ότι δεν θα παραδώσουμε αυτή την πόλη σε μια ξένη δύναμη χωρίς να το σκεφτούμε καλά. Ας αποφασίσουμε να συγκεντρώσουμε περισσότερες πληροφορίες, να αναζητήσουμε άλλες διόδους, ακόμα και να πολεμήσουμε αν κριθεί αναγκαίο». Η ομιλία συνεχίστηκε, αλλά η Βιν την είχε ακούσει μια ντου­ ζίνα φορές όταν ο Έλεντ την έκανε πρόβα. Όσο εκείνος μιλούσε, η Βιν κοιτούσε το πλήθος. Περισσότερο ανησυχούσε για τους υπο­ χρεωτές που κάθονταν στο πίσω μέρος. Ελάχιστα αντιδρούσαν στο αρνητικό φως που έριχναν πάνω τους τα σχόλια του Έλεντ. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ο Έλεντ επέτρεπε στο Ατσαλένιο Υπουργείο να εξακολουθεί να διδάσκει. Ήταν το τελευταίο πραγ­ ματικό απομεινάρι της εξουσίας του Μεγάλου Εξουσιαστή. Οι περισσότεροι υποχρεωτές αρνούνταν πεισματικά να δανείσουν στην κυβέρνηση του Έλεντ τις γνώσεις τους σε ό,τι αφορούσε την γραφειοκρατία και τη διαχείριση, και εξακολουθούσαν να αντι­ μετωπίζουν τους σκάα με περιφρόνηση. Και ωστόσο, ο Έλεντ τούς άφηνε να παραμείνουν. Είχε επι­ βάλει έναν αυστηρό κανόνα, ο οποίος δεν τους επέτρεπε να υπο­ κινήσουν επανάσταση ή βία. Όμως, δεν τους έδιωξε από την πόλη, όπως είχε προτείνει η Βιν. Και μάλιστα, αν η επιλογή ήταν μονάχα δική της, πιθανότατα θα τους είχε εκτελέσει. Η ομιλία τού Έλεντ πλησίαζε επιτέλους στο τέλος της και η Βιν έστρεψε και πάλι την προσοχή της σε εκείνον. «Κύριοι» είπε, «διατυπώνω αυτή την πρόταση από πίστη, και την κάνω στο


τ

όνομα εκείνων ποο εκπροσωπούμε. Ζητάω χρόνο. Προτείνω να παραιτηθούμε από όλες τις ψηφοφορίες που αφορούν το μέλλον της πόλης έως ότου επιτραπεί σε μια αρμόζουσα βασιλική αντι­ προσωπεία να συναντηθεί με το στρατό που βρίσκεται έξω και να προσδιορίσει ποιες δυνατότητες υπάρχουν, αν υπάρχουν, για διαπραγματεύσεις». Κατέβασε τη σελίδα του και σήκωσε το βλέμμα του, περιμένοντας σχόλια. «Δηλαδή» είπε ο Φίλεν, ένας από τους εμπόρους στη Σύνοδο. «Μας ζητάς να δώσουμε σε εσένα τη δύναμη να αποφασίσεις για το μέλλον της πόλης». Ο Φίλεν φορούσε το ακριβό κοστούμι του τόσο καλά ώστε ένας παρατηρητής δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι την πρώτη φορά που φόρεσε κοστούμι ήταν πριν από μόλις έναν χρόνο. «Τι;» ρώτησε ο Έλεντ. «Δεν είπα κάτι τέτοιο - απλώς ζητάω πε­ ρισσότερο χρόνο. Για να συναντηθώ με τον Στραφ». «Απέρριψε όλα τα προηγούμενα μηνύματά μας» είπε άλλο ένα μέλος της Συνόδου. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα μας ακού­ σει τώρα;» «Ακολουθούμε λάθος προσέγγιση!» είπε ένας από τους αντι­ προσώπους των ευγενών. «Θα πρέπει να ικετεύσουμε τον Στραφ Βεντούρ να μην επιτεθεί, όχι να τον συναντήσουμε για κουβεντούλα. Πρέπει να δείξουμε γρήγορα ότι είμαστε πρόθυμοι να συνεργαστούμε μαζί του. Έχετε δει όλοι εκείνον το στρατό. Σκο­ πεύει να μας καταστρέψει!» «Παρακαλώ» είπε ο Έλεντ, σηκώνοντας το χέρι του. «Ας μεί­ νουμε στο θέμα». Ένα από τα άλλα μέλη της Συνόδου -ένας από τους σκάαμίλησε, λες και δεν είχε ακούσει τον Έλεντ. «Αυτό το λες επειδή είσαι ευγενής» είπε, δείχνοντας τον ευγενή που είχε διακόψει ο Έλεντ. «Είναι εύκολο για σένα να μιλάς για συνεργασία με τον Στραφ, εφόσον έχεις πολύ λίγα να χάσεις!» «Πολύ λίγα να χάσω;» είπε ο ευγενής. «Εγώ και όλοι στον οίκο μου πιθανόν να εκτελεστούμε επειδή στηρίξαμε τον Έλεντ ενάντια στον πατέρα του!»


«Πφφ» είπε ένας από τους εμπόρους. «Όλα αυτά είναι άσκο­ πα. Έπρεπε να είχαμε προσλάβει μισθοφόρους πριν από μήνες, όπως είχα προτείνει». «Και πού θα βρίσκαμε τα χρήματα γι' αυτό;» ρώτησε ο Λόρδος Πένροντ, ανώτερο μέλος της Συνόδου. «Από φόρους» είπε ο έμπορος ανεμίζοντας το χέρι του. «Κύριοι!» είπε ο Έλεντ· και μετά πιο δυνατά, «Κύριοι!» Αυτό του εξασφάλισε λίγη προσοχή. «Πρέπει να πάρουμε μιαν απόφαση» είπε ο Έλεντ. «Μείνετε συ­ γκεντρωμένοι, παρακαλώ. Τι λέτε για την πρότασή μου;» «Είναι άσκοπο» είπε ο Φίλεν, ο έμπορος. «Γιατί να περιμένου­ με; Ας καλέσουμε απλώς τον Στραφ στην πόλη για να τελειώνουμε. Ούτως ή άλλως θα την πάρει». Η Βιν απόμεινε να ακούει τους άντρες να αρχίζουν ξανά να διαφωνούν. Το πρόβλημα ήταν ότι ο έμπορος Φίλεν -όσο λίγο κι αν τον συμπαθούσε- είχε ένα δίκιο. Ο πόλεμος δεν ήταν καθόλου ελκυστική επιλογή. Ο Στραφ είχε έναν πολύ μεγάλο στρατό. Πόσο θα τους βοηθούσε στ' αλήθεια να χρονοτριβήσουν; «Κοιτάξτε» είπε ο Έλεντ, προσπαθώντας να τραβήξει ξανά την προσοχή τους - και πετυχαίνοντάς το μονάχα εν μέρει. «Ο Στραφ είναι ο πατέρας μου. Ίσως να μπορέσω να του μιλήσω. Να τον πείσω να ακούσει. Η Λουθάντελ ήταν το σπίτι του για χρόνια. Ίσως να μπορέσω να τον πείσω να μην επιτεθεί». «Περιμένετε» είπε ένας από τους αντιπροσώπους των σκάα. «Και το ζήτημα των τροφίμων; Έχετε δει τι χρεώνουν οι έμποροι για το σιτάρι; Πριν ανησυχήσουμε για εκείνον το στρατό, πρέπει να συζητήσουμε έναν τρόπο να κατεβάσουμε τις τιμές». «Πάντα κατηγορείτε εμάς για τα προβλήματά σας» είπε ένας έμπορος μέλος της Συνόδου, δείχνοντας τον άντρα. Και η λογομαχία ξεκίνησε και πάλι. Πίσω από το αναλόγιο οι ώμοι του Έλεντ έπεσαν λίγο. Η Βιν κούνησε το κεφάλι της, νιώθοντας οίκτο για τον Έλεντ καθώς η συζήτηση αποτύγχανε. Αυτό συνέβαινε συχνά στις συνεδριάσεις της Συνόδου- ένιωθε ότι δεν έδειχναν στον Έλεντ το σεβασμό που του άξιζε. Ίσως έφταιγε ο ίδιος γι' αυτό, κα­ θώς τους είχε κάνει σχεδόν ίσους με εκείνον.


τ<£$8ηγβδι τηςοΑνάληψης

Επιτέλους, η συζήτηση σταμάτησε και ο Έλεντ έβγαλε ένα κομ­ μάτι χαρτί, σκοπεύοντας προφανώς να καταγράψει τις ψήφους πάνω στην πρότασή του. Δεν έδειχνε αισιόδοξος. «Εντάξει» είπε ο Έλεντ. «Ας ψηφίσουμε. Παρακαλώ να θυμά­ στε - η απόφαση να μου δώσετε χρόνο δεν θα αποκαλύψει τα χαρ­ τιά μας. Απλώς θα μου δώσει μια ευκαιρία να προσπαθήσω να πείσω τον πατέρα μου να ξανασκεφτεί την επιθυμία του να μας πάρει την πόλη μας». «Έλεντ, παλληκάρι μου» είπε ο Λόρδος Πένροντ. «Όλοι μας ζούσαμε εδώ την εποχή της διακυβέρνησης του Μεγάλου Εξουσιαστή. Όλοι ξέρουμε τι άνθρωπος είναι ο πατέρας σου. Αν θέ­ λει αυτή την πόλη, θα την πάρει. Το μόνο που μπορούμε να απο­ φασίσουμε, λοιπόν, είναι ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να παραδοθούμε. Ίσως να μπορέσουμε να βρούμε έναν τρόπο να διατηρήσει ο λαός κάποια ελευθερία υπό την εξουσία του». Η ομάδα καθόταν σιωπηλά, και για πρώτη φορά δεν ξεκίνησε κανένας κάποια νέα διαφωνία. Κάποιοι από αυτούς στράφηκαν προς τον Πένροντ, ο οποίος καθόταν με μια ήρεμη έκφραση αυτοελέγχου. Η Βιν ήξερε λίγα πράγματα για τον άντρα. Ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς ευγενείς που είχαν παραμείνει στην πόλη μετά την Κατάρρευση, και ήταν πολιτικά συντηρητικός. Ωστόσο, δεν τον είχε ακούσει ποτέ να μιλάει υποτιμητικά για τους σκάα, και πιθανότατα αυτός ήταν ο λόγος που ήταν τόσο δη­ μοφιλής στο λαό. «Μιλάω ωμά» είπε ο Πένροντ, «επειδή είναι η αλήθεια. Δεν εί­ μαστε σε θέση να διαπραγματευτούμε». «Συμφωνώ με τον Πένροντ» είπε Φίλεν, μπαίνοντας στην κουβέντα. «Αν ο Έλεντ θέλει να συναντηθεί με τον Στραφ Βεντούρ, υποθέτω ότι είναι δικαίωμά του. Όπως καταλαβαίνω, η ιδιότητα του βασιλιά τού δίνει την εξουσία να διαπραγματεύεται με ξένους μονάρχες. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να υποσχεθούμε να μη δώσουμε στον Στραφ την πόλη». «Αφέντη Φίλεν» είπε ο Λόρδος Πένροντ. «Νομίζω ότι παρεξή­ γησες τις προθέσεις μου. Είπα ότι η παράδοση της πόλης είναι αναπόφευκτη - αλλά ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να κερδί-


σουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτή. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει τουλάχιστον να συναντηθούμε με τον Στραφ για να αξιο­ λογήσουμε τις διαθέσεις του. Αν ψηφίζαμε να του δώσουμε την πόλη τώρα θα αποκαλύπταμε τα χαρτιά μας υπερβολικά σύ­ ντομα». Ο Έλεντ σήκωσε το βλέμμα του δείχνοντας αισιόδοξος για πρώτη φορά από τη στιγμή που η συζήτηση πήρε την κάτω βόλτα. «Επομένως, στηρίζεις την πρότασή μου;» ρώτησε. «Είναι ένας αδέξιος τρόπος για να επιτύχουμε την παύση που θεωρώ αναγκαία» είπε ο Πένροντ. «Αλλά... δεδομένου ότι ο στρατός είναι ήδη εδώ, αμφιβάλλω ότι έχουμε χρόνο για οτιδήποτε άλλο. Επομένως, ναι, Μεγαλειότατε. Στηρίζω την πρότασή σας». Αρκετά άλλα μέλη της Συνόδου ένευαν καθώς μιλούσε ο Πέν­ ροντ, σαν να συλλογίζονταν για πρώτη φορά την πρόταση. Αυτός ο Πένροντ έχει πάρα πολλή δύναμη, σκέφτηκε η Βιν, κοιτάζοντας με μάτια μισόκλειστα τον ηλικιωμένο πολιτικό. Τον ακούνε περισσότερο από ό,τι ακούνε τον Έλεντ. «Να ψηφίσουμε, λοιπόν;» ρώτησε ένα άλλο μέλος της Συνόδου. Και ψήφισαν. Ο Έλεντ κατέγραφε ψήφους καθώς το ένα μέλος της Συνόδου μετά το άλλο ψήφιζε. Οι οχτώ ευγενείς -εφτά συν ο Έλεντ- ψήφισαν υπέρ της πρότασης, δίνοντας στην άποψη του Πένροντ μεγάλο βάρος. Οι περισσότεροι από τους οχτώ σκάα την υποστήριξαν, και οι περισσότεροι από τους εμπόρους την κατα­ ψήφισαν. Στο τέλος, ωστόσο, ο Έλεντ πήρε τα δύο τρίτα των ψή­ φων που χρειαζόταν. «Η πρόταση γίνεται δεκτή» είπε ο Έλεντ, κάνοντας την τελική καταμέτρηση και δείχνοντας λίγο έκπληκτος. «Η Σύνοδος αποποι­ είται του δικαιώματος να παραδώσει την πόλη έως ότου ο βασι­ λιάς συναντηθεί με τον Στραφ Βεντούρ σε μια επίσημη διαπραγ­ μάτευση». Η Βιν καθόταν στην καρέκλα της, προσπαθώντας να αποφα­ σίσει τι πίστευε για την ψηφοφορία. Ήταν καλό που ο Έλεντ κατάφερε αυτό που ήθελε, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το πέτυχε την ενοχλούσε. Ο Έλεντ απομακρύνθηκε επιτέλους από το αναλόγιο και πήγε


να καθίσει αφήνοντας έναν δυσαρεστημένο Φίλεν να ανέβει στη βήμα. Ο έμπορος διάβασε μια πρόταση με την οποία καλούσε σε ψηφοφορία για να παραδώσουν τον έλεγχο των αποθεμάτων τροφίμων της πόλης στους εμπόρους. Ωστόσο, αυτή τη φορά τη διαφωνία ξεκίνησε ο ίδιος ο Έλεντ, και ο καβγάς ξεκίνησε και πά­ λι. Η Βιν παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Συνειδητοποιούσε άρα­ γε ο Έλεντ πόσο έμοιαζε στους άλλους όταν εναντιωνόταν στις προτάσεις τους; Ο Έλεντ και μερικοί από τους σκάα μέλη της Συνόδου κατάφεραν να χρονοτριβήσουν αρκετά ώστε να φτάσει το διάλειμμα για φαγητό χωρίς να γίνει ψηφοφορία. Το πλήθος σηκώθηκε, τεντώθηκε, και ο Χαμ στράφηκε προς το μέρος της. «Ωραία συνε­ δρίαση, ε;» Η Βιν απλώς σήκωσε τους ώμους της. Ο Χαμ έπνιξε ένα γέλιο. «Κάτι πρέπει να κάνουμε με την αναποφασιστικότητά σου απέναντι στο δημόσιο καθήκον, μικρή». «Ανέτρεψα ήδη μια κυβέρνηση» είπε η Βιν. «Νομίζω ότι έχω φροντίσει για το "δημόσιο καθήκον" μου προς το παρόν». Ο Χαμ χαμογέλασε, αν και κοιτούσε επιφυλακτικά το πλήθος το ίδιο και η Βιν. Τώρα που ο κόσμος πηγαινοερχόταν μέσα στην αίθουσα, θα ήταν η τέλεια ευκαιρία για μια απόπειρα κατά της ζωής του Έλεντ. Ένα άτομο συγκεκριμένα τράβηξε την προσοχή της και την έκανε να συνοφρυωθεί. «Επιστρέφω σε λίγο» είπε στον Χαμ και σηκώθηκε.

«Έκανες το σωστό, Λόρδε Πένροντ» είπε ο Έλεντ, καθώς στεκόταν δίπλα στον γηραιό ευγενή, ψιθυρίζοντας χαμηλόφωνα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. «Χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο. Ξέρεις τι θα κάνει ο πατέρας μου σ' αυτή την πόλη αν την πάρει». Ο Λόρδος Πένροντ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν το έκανα για σένα, γιε μου. Το έκανα επειδή ήθελα να σιγουρευτώ ότι εκείνος ο ανόητος ο Φίλεν δεν θα παραδώσει την πόλη προτού οι ευγενείς εξασφαλίσουν υποσχέσεις από τον πατέρα σου για τα δικαιώματά μας στους τίτλους μας».


«Κοίταξε» είπεο'Ελεντ, οηκώνονταςτο δάχτυλό τοο. «Πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος! Ο Επιζών δεν θα παρέδιδε ποτέ αυτή την πόλη χωρίς μάχη». Ο Πένροντ συνοφρυώθηκε και ο Έλεντ έκανε μια παύση, βλα­ στημώντας από μέσα του τον εαυτό του. Ο ηλικιωμένος λόρδος ήταν οπαδός των παραδόσεων - το να επικαλείται ο Έλεντ τον Επιζώντα ελάχιστο θετικό αποτέλεσμα θα είχε. Πολλοί από τους ευγενείς ένιωθαν να απειλούνται από την επιρροή που είχε ο Κέλσιερ στους σκάα. «Απλώς σκέψου το» είπε ο Έλεντ, κοιτάζοντας στο πλάι καθώς πλησίαζε η Βιν. Του έκανε νόημα να απομακρυνθεί από τις θέσεις των μελών της Συνόδου και εκείνος ζήτησε συγγνώμη και απομακρύνθηκε. Διέσχισε την εξέδρα, πηγαίνοντας κοντά της. «Τι είναι;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Μια γυναίκα στο πίσω μέρος» είπε χαμηλόφωνα η Βιν, με μάτια καχύποπτα. «Ψηλή, με μπλε ρούχα». Δεν ήταν δύσκολο να εντοπίσει την εν λόγω γυναίκα- φορούσε μια μπλούζα σε έντονο μπλε χρώμα και μια κόκκινη φούστα. Ή ­ ταν μεσήλικη, με λεπτό σώμα, και είχε τα μακριά ως τη μέση μαλλιά της σε πλεξούδα. Περίμενε υπομονετικά καθώς ο κόσμος πηγαινοερχόταν μέσα στην αίθουσα. «Τι έγινε με αυτήν;» ρώτησε ο Έλεντ. «Τερίσια» είπε η Βιν. Ο Έλεντ απόμεινε για λίγο σιωπηλός. «Είσαι σίγουρη;» Η Βιν ένευσε. «Αυτά τα χρώματα... όλα αυτά τα κοσμήματα. Είναι σίγουρα Τερίσια». «Και λοιπόν;» «Λοιπόν, δεν την έχω ξανασυναντήσει» είπε η Βιν. «Και σε κοιτούσε μόλις τώρα». «Οι άνθρωποι με κοιτάζουν, Βιν» παρατήρησε ο Έλεντ. «Ο βα­ σιλιάς είμαι στο κάτω κάτω. Και γιατί θα έπρεπε να την έχεις συ­ ναντήσει;» «Όλοι οι άλλοι Τερίσιοι ήρθαν να με συναντήσουν αμέσως όταν μπήκαν στην πόλη» είπε η Βιν. «Σκότωσα τον Μεγάλο Εξουσιαστή- με βλέπουν ως εκείνη που απελευθέρωσε την πατρίδα


τ(£ίΐηγάδι τηςοΑνάληψης

τους. Αλλά αυτή δεν την αναγνωρίζω. Δεν ήρθε καν να με ευχα­ ριστήσει». Ο Έλεντ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω, πιάνοντας τη Βιν από τους ώμους και γυρίζοντας την αντίθετα από τη γυναίκα. «Βιν, νιώθω ότι είναι καθήκον μου ως κύριος να σου πω κάτι». Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Τι;» «Είσαι πανέμορφη». Η Βιν έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Τι σχέση έχει αυτό;» «Απολύτως καμία» είπε ο Έλεντ με ένα χαμόγελο. «Προσπα­ θώ απλώς να σου αποσπάσω την προσοχή». Σιγά σιγά, η Βιν χαλάρωσε, χαμογελώντας ελαφρώς. «Δεν ξέρω αν σου το έχει πει ποτέ κανείς αυτό, Βιν» παρατήρη­ σε ο Έλεντ, «αλλά μερικές φορές γίνεσαι λίγο παρανοϊκή». Σήκωσε το ένα της φρύδι. «Μπα;» «Το ξέρω ότι είναι δύσκολο να το πιστέψεις, αλλά είναι η α­ λήθεια. Εγώ τυγχάνει να το βρίσκω μάλλον γοητευτικό, αλλά πιστεύεις στ' αλήθεια ότι μια Τερίσια θα δοκίμαζε να με σκοτώ­ σει;» «Πιθανότατα όχι» παραδέχτηκε η Βιν. «Αλλά, οι παλιές συνή­ θειες...» Ο Έλεντ χαμογέλασε. Μετά έστρεψε ξανά το βλέμμα του στα μέλη της Συνόδου, τα περισσότερα από τα οποία συζητούσαν χαμηλόφωνα σε πηγαδάκια. Δεν αναμιγνύονταν. Οι ευγενείς μι­ λούσαν με ευγενείς, οι έμποροι με εμπόρους, οι εργάτες σκάα με άλλους εργάτες σκάα. Έμοιαζαν τόσο διασπασμένοι, τόσο πει­ σματάρηδες. Οι πιο απλές προτάσεις μερικές φορές ξεσήκωναν διαφωνίες που μπορούσαν να διαρκέσουν για ώρες. Πρέπει να μου δώσουν κι άλλο χρόνο! σκέφτηκε. Ωστόσο, ακόμα και την ώρα που το σκεφτόταν, συνειδητοποίησε το πρόβλημα. Περισσότερο χρόνο για ποιο πράγμα; Ο Πένροντ και ο Φίλεν είχαν επιτεθεί δικαίως στην πρότασή του. Η αλήθεια ήταν ότι αυτό που αντιμετώπιζε η πόλη ήταν υπεράνω των δυνάμεών της. Κανείς δεν ήξερε τι έπρεπε πραγματικά να κάνει με μια ανώτερη δύναμη εισβολής, και περισσότερο από όλους ο Έλεντ. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι δεν μπορούσαν να


υποχωρήσουν. Όχι ακόμα. Έπρεπε να υπάρχει κάποιος τρόπος να πολεμήσουν. Η Βιν εξακολουθούσε να κοιτάζει στο πλάι, προς το κοινό. Ο Έλεντ ακολούθησε το βλέμμα της. «Ακόμα κοιτάζεις εκείνη την Τερίσια;» Η Βιν κούνησε το κεφάλι της. «Κάτι άλλο... κάτι παράξενο. Αυ­ τός δεν είναι ένας από τους αγγελιοφόρους του Κλαμπς;» Ο Έλεντ απόμεινε για λίγο σιωπηλός, γυρίζοντας. Πράγματι, αρκετοί στρατιώτες προχωρούσαν μέσα από το πλήθος, πλησιά­ ζοντας την εξέδρα. Στο πίσω μέρος της αίθουσας, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να ψιθυρίζουν και να απομακρύνονται σέρνοντας τα βήματά τους, και κάποιοι είχαν αρχίσει ήδη να αποχωρούν γρήγορα από την αίθουσα. Ο Έλεντ ένιωσε τη Βιν να κοκαλώνει από τη νευρικότητα, και τον διαπέρασε ο φόβος. Αργήσαμε. Ο στρατός επιτέθηκε. Ένας από τους στρατιώτες έφτασε τελικά στην εξέδρα, και ο Έλεντ τον πλησίασε γρήγορα. «Τι;» ρώτησε. «Επιτέθηκε ο Στραφ;» Ο στρατιώτης συνοφρυώθηκε, δείχνοντας ανήσυχος. «Όχι, άρχοντά μου». Ο Έλεντ αναστέναξε ελαφρώς. «Τι είναι, λοιπόν;» «Άρχοντά μου, ένας δεύτερος στρατός. Μόλις έφτασε έξω από την πόλη».


Παραδόξως, η αφελής ειλικρίνεια του Αλέντι ήταν που με οδήγησε να τον κάνω αρχικά φίλο μου. Τον προσέλαβα ως βοηθό κατά τη διάρκεια των πρώτων του μηνών στη μεγάλη πόλη.

11

ΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ ΣΕ δύο μέρες, ο 'Ελεντ στεκόταν πάνω στο )ς της Λουθάντελ για να μελετήσει έναν στρατό που είχε ^■.ν,^^,ν,νει στο βασίλειό του. Ο 'Ελεντ μισόκλεισε τα μάτια του για να τα προστατεύσει από τον κόκκινο απογευματινό ήλιο, αλλά δεν ήταν Τσιγκομάτης· δεν μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες από τη νέα άφιξη. «Υπάρχει καμία πιθανότητα να έχουν έρθει για να μας βοηθήσουν;» ρώτησε ο Έλεντ με ελπίδα, κοιτάζοντας προς τον Κλαμπς, ο οποίος στεκόταν δίπλα του. Ο Κλαμπς απλώς συνοφρυώθηκε. «Έχουν το λάβαρο του Κετ. Τον θυμάσαι; Εκείνος που έστειλε οχτώ Κραματομάντεις δολοφόνους να σε σκοτώσουν πριν από δυο μέρες;» Ο Έλεντ αναρρίγησε από τον κρύο φθινοπωρινό καιρό, γυ­ ρίζοντας ξανά το βλέμμα του προς τον δεύτερο στρατό. Είχε κα­ τασκηνώσει σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το στρατό του Στραφ, κοντά στο Κανάλι Λουθ-Νταν, το οποίο διέτρεχε τη δυτική πλευρά του Ποταμού Σανερέλ. Η Βιν στεκόταν στο πλευρό του Έλεντ, ενώ ο Χαμ είχε πάει να οργανώσει διάφορα πράγματα στη


φρουρά της πόλης. Ο Ορσούρ, φορώντας το σώμα του λαγωνικού, καθόταν υπομονετικά στο διάδρομο του τείχους της πόλης, κάτω από τη Βιν. «ΓΊώς και δεν τους είδαμε να πλησιάζουν;» ρώτησε ο Έλεντ. «Ο Στραφ» είπε ο Κλαμπς. «Αυτός ο Κετ ήρθε από την ίδια κατεύθυνση, και οι ιχνηλάτες μας ήταν επικεντρωμένοι πάνω του. Ο Στραφ πιθανότατα έμαθε γι' αυτόν τον άλλο στρατό πριν από μερικές μέρες, αλλά εμείς δεν είχαμε σχεδόν καμία πιθανότητα να τους δούμε». Ο Ελεντ ένευσε. «Ο Στραφ στήνει μια περίμετρο με στρατιώτες, για να παρακολουθεί τον εχθρικό στρατό» είπε η Βιν. «Αμφιβάλλω ότι είναι φιλικοί ο ένας προς τον άλλο». Στεκόταν πάνω σε ένα από τα ανοίγματα του πριονωτού παραπετάσματος, με τα πόδια της τοποθετημένα επικίνδυνα κοντά στην άκρη του τείχους. «Ίσως να επιτεθούν ο ένας στον άλλο» είπε με ελπίδα ο Έλεντ. Ο Κλαμπς ρουθούνισε. «Αμφιβάλλω. Έχουν ίση δύναμη, αν και ο Στραφ ίσως να είναι λίγο πιο δυνατός. Αμφιβάλλω ότι ο Κετ θα έπαιρνε το ρίσκο να του επιτεθεί». «Γιατί ήρθε τότε;» ρώτησε ο Έλεντ. Ο Κλαμπς σήκωσε τους ώμους του. «Ίσως να ήλπιζε ότι θα έφτανε πριν από τον Βεντούρ στη Λουθάντελ, και θα την έπαιρνε πρώτος». Μιλούσε για το γεγονός -για την πτώση της Λουθάντελ- σαν να ήταν κάτι δεδομένο. Το στομάχι του Έλεντ σφίχτηκε καθώς έγειρε πάνω από τον προμαχώνα, κοιτάζοντας μέσα από τις επάλξεις. Η Βιν και οι άλλοι ήταν κλέφτες και σκάα Κραματομάντεις - απόκληροι που για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ήταν κυνηγημένοι. Ίσως να ήταν συνηθισμένοι να αντιμετωπίζουν αυτή την πίεση -αυτόν το φόβο-, ο Έλεντ όμως δεν ήταν. Πώς ζούσαν με την έλλειψη ελέγχου, με την αίσθηση του αναπόφευκτου; Ο Έλεντ ένιωθε ανίσχυρος. Τι μπορούσε να κάνει; Να το βάλει στα πόδια και να αφήσει την πόλη να τα βγάλει πέρα μόνη της; Αυτό, φυσικά, δεν ήταν επιλογή. Αλλά, όντας αντιμέτωπος όχι με έναν, αλλά με δύο στρατούς που ετοιμάζονταν


τ<£ίίηγάδι τηςαΑνάληψης

να καταστρέψουν την πόλη του και να πάρουν το θρόνο του, ο Έλεντ δυσκολευόταν να κρατήσει τα χέρια του σταθερά καθώς έσφιγγε την τραχιά πέτρα του προμαχώνα. Ο Κέλσιερ θα είχε βρει έναν τρόπο να το αντιμετωπίσει αυτό, σκέφτηκε. «Εκεί!» Η φωνή τής Βιν διέκοψε τις σκέψεις του Έλεντ. «Τι είναι αυτό;» Ο Έλεντ γύρισε. Η Βιν κοιτούσε προς το στρατό του Κετ με μισόκλειστα μάτια, χρησιμοποιώντας λευκοσίδηρο για να δει πράγματα που ήταν αόρατα στα μη ενδυναμωμένα μάτια του Έλεντ. «Κάποιος φεύγει από το στρατό» είπε η Βιν. «Έφιππος». «Αγγελιοφόρος;» ρώτησε ο Κλαμπς. «Ίσως» είπε η Βιν. «Ιππεύει πολύ γρήγορα...» Άρχισε να τρέχει από το ένα πέτρινο δόντι στο άλλο, κινούμενη κατά μήκος του τείχους. Ο κάντρα της την ακολούθησε αμέσως, διασχίζοντας το τείχος από κάτω της. Ο Έλεντ κοίταξε τον Κλαμπς, ο οποίος σήκωσε το βλέμμα του, και άρχισαν να ακολουθούν. Πλησίασαν τη Βιν που στεκόταν στο τείχος κοντά σε έναν από τους πύργους, παρακολουθώντας τον καβαλάρη που πλησίαζε. Ή, τουλάχιστον, αυτό υπέθετε ο Έλεντ ότι κοιτούσε - εκείνος δεν μπορούσε να δει ακόμα αυτό που είχε δει εκείνη. Κραματομαντεία, σκέφτηκε ο Έλεντ, κουνώντας το κεφάλι του. Γιατί να μην έχει κι εκείνος τουλάχιστον μία δύναμη - ακόμα και μία από τις κατώτερες, όπως το χαλκό ή το σίδηρο; Η Βιν βλαστήμησε ξαφνικά και σηκώθηκε όρθια. «Έλεντ, αυτός είναι ο Μπριζ». «Τι!» είπε ο Έλεντ. «Είσαι σίγουρη;» «Ναι! Τον κυνηγούν. Έφιπποι τοξότες». Ο Κλαμπς βλαστήμησε, κάνοντας νόημα σε έναν αγγελιοφόρο. «Στείλε καβαλάρηδες! Διακόψτε την καταδίωξή του!» Ο αγγελιοφόρος έφυγε αμέσως. Η Βιν, ωστόσο, κούνησε το κε­ φάλι της. «Δεν θα φτάσουν έγκαιρα» είπε, σχεδόν στον εαυτό της. «Οι τοξότες θα τον πιάσουν, ή τουλάχιστον θα του ρίξουν. Ούτε


εγώ δεν θα προλάβαινα να φτάσω αρκετά γρήγορα, τουλάχιστον όχι τρέχοντας. Αλλά, ίσως...» Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε, σηκώνοντας το βλέμμα του για να την κοιτάξει. «Βιν, είναι πολύ μακριά για άλμα - ακόμα και για σένα». Η Βιν τον κοίταξε, χαμογέλασε, και μετά πήδηξε από το τείχος.

Η Βιν ετοίμασε το δέκατο τέταρτο μέταλλο, το σκληραργίλιο. Είχε ένα απόθεμα, αλλά δεν το έκαψε - όχι ακόμα. Ελπίζω να πετύχει αυτό, σκέφτηκε, ψάχνοντας ένα κατάλληλο στήριγμα. Ο πύργος δίπλα της είχε έναν προμαχώνα με σίδηρο στην κορυφή του - αυ­ τό θα ήταν αρκετό. Προσέλκυσε τον προμαχώνα, τραβώντας τον εαυτό της στην κορυφή του πύργου. Πήδηξε αμέσως ξανά, Ωθώντας πάνω και προς τα έξω, και σχηματίζοντας γωνία στον αέρα μακριά από το τείχος. Έσβησε όλα της τα μέταλλα εκτός από το ατσάλι και τον κασσίτερο. Μετά, Ωθώντας ακόμα τον προμαχώνα, έκαψε σκληραργίλιο. Την χτύπησε μια ξαφνική δύναμη. Ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ήταν σίγουρη ότι το μόνο που κράτησε το σώμα της άθικτο ήταν μια εξίσου ισχυρή λάμψη κασσίτερου. Εκτινάχθηκε μακριά από τον πύργο, σκίζοντας τον αέρα λες και την είχε πετάξει κάποιος γιγάντιος, αόρατος θεός. Ο αέρας περνούσε από δίπλα της τόσο γρήγορα που βρυχιόταν, και η πίεση της ξαφνικής επιτάχυνσης την δυσκόλευε να σκεφτεί. Πάσχιζε να ανακτήσει τον έλεγχο. Ευτυχώς, είχε διαλέξει καλά την τροχιά της: εκτινασσόταν προς τον Μπριζ και τους διώκτες του. Ό,τι κι αν είχε κάνει ο Μπριζ, ήταν αρκετό για να εξοργίσει πάρα πολύ κάποιον - επειδή τον ακολουθούσαν δύο ντουζίνες το­ ξότες, με τα βέλη τους έτοιμα. Η Βιν έπεφτε, με το ατσάλι και τον κασσίτερό της να έχουν καεί τελείως σε εκείνη τη μία και μόνη έκρηξη ισχύος από το σκληραργίλιο. Έπιασε ένα φιαλίδιο μετάλλου από τη ζώνη της, πίνοντας το περιεχόμενό του. Ωστόσο, καθώς πετούσε το φιαλίδιο,


ξαφνικά ένιωσε μια παράξενη αίσθηση ιλίγγου. Δεν ήταν συνη­ θισμένη στα άλματα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ήταν παρά­ ξενο να βλέπει το έδαφος να έρχεται προς το μέρος της, ήταν πα­ ράξενο να μην έχει έναν ομιχλοχιτώνα να ανεμίζει πίσω της, ήταν παράξενο να μην έχει την ομίχλη... Ο τοξότης που προπορευόταν χαμήλωσε το τόξο του, σημαδεύ­ οντας τον Μπριζ. Κανείς από τους δυο τους δεν έδειχνε να έχει προσέξει τη Βιν, καθώς ορμούσε σαν αρπακτικό πουλί από ψηλά. Δηλαδή, δεν ορμούσε ακριβώς. Έπεφτε. Επιστρέφοντας ξαφνικά στην πραγματικότητα, η Βιν έκαψε κασσίτερο και έριξε ένα νόμισμα προς το έδαφος που πλησίαζε γρήγορα. Ώθησε το νόμισμα, χρησιμοποιώντας το για να επιβρα­ δύνει την ορμή της και να την σπρώξει στο πλάι. Έπεσε ακριβώς ανάμεσα στον Μπριζ και τους τοξότες, και προσγειώθηκε με έναν εκκωφαντικό κρότο, σηκώνοντας σκόνη και χώμα. Ο τοξότης απελευθέρωσε το βέλος του. Τη στιγμή που η Βιν αναπηδούσε, με το χώμα να εκτινάσσεται γύρω της, Ώθησε τον εαυτό της ξανά στον αέρα προς το βέλος. Με­ τά το Ώθησε. Η μύτη του βέλους άνοιξε προς τα πίσω -εκτινάσ­ σοντας θραύσματα ξύλου καθώς το στέλεχος του έσπασε στη μέση στον αέρα- και μετά χτύπησε στο μέτωπο του τοξότη που το είχε απελευθερώσει. Ο άντρας έπεσε από το άλογό του. Η Βιν προσγειώθηκε από το άλμα της. Ώθησε τα πέταλα των δύο αλόγων πίσω από τον αρχηγό, κάνοντας τα ζώα να παραπατήσουν. Η Ώθηση τίναξε τη Βιν προς τα πίσω στον αέρα, και ακούστηκαν αλογίσιες κραυγές πόνου μέ­ σα από το κουβάρι των σωμάτων που έπεφταν στο έδαφος. Η Βιν συνέχισε να Ωθεί, πετώντας κατά μήκος του δρόμου λίγα μόλις μέτρα πάνω από το έδαφος και προλαβαίνοντας γρήγορα τον Μπριζ. Ο γεροδεμένος άντρας γύρισε σοκαρισμένος, εμφανώς σαστισμένος που έβρισκε τη Βιν να κρέμεται στον αέρα δί­ πλα στο άλογό του, με τα ρούχα της να ανεμίζουν από τον αέρα. Του έκλεισε το μάτι και μετά Ώθησε την πανοπλία ενός άλλου αναβάτη. Τινάχτηκε αμέσως στον αέρα. Το σώμα της διαμαρτυρήθηκε


για την ξαφνική αλλαγή ταχύτητας, αλλά αγνόησε τον πόνο. Ο άντρας τον οποίο Ώθησε κατάφερε να παραμείνει πάνω στο άλο­ γό του - έως ότου η Βιν έπεσε πάνω του με τα πόδια, ρίχνοντάς τον προς τα πίσω. Προσγειώθηκε στη μαύρη γη, με τον αναβάτη να κατρακυλά στο έδαφος δίπλα της. Σε κοντινή απόσταση, οι εναπομείναντες ιππείς τράβηξαν τα χαλινάρια των αλόγων τους, σταματώντας απότομα μερικά μέτρα μακριά. Το πιθανότερο είναι ότι ο Κέλσιερ θα τους επιτιθόταν. Η αλή­ θεια είναι ότι ήταν πολλοί, αλλά φορούσαν πανοπλία και τα άλογά τους είχαν πέταλα. Η Βιν, ωστόσο, δεν ήταν ο Κέλσιερ. Είχε καθυστερήσει τους ιππείς αρκετά ώστε να προλάβει ο Μπριζ να φύγει. Αυτό ήταν αρκετό. Η Βιν άπλωσε το χέρι της και Ώθησε έναν από τους στρατιώτες εκτινάσσοντας τον εαυτό της προς τα πίσω, και αφήνοντας τους ιππείς να μαζέψουν τους τραυματίες τους. Οι στρατιώτες, ωστόσο, έβγαλαν αμέσως βέλη με μύτες από πέτρα και τα τοποθέτησαν στα τόξα τους. Η Βιν φύσηξε εκνευρισμένη καθώς η ομάδα τη σημάδευε. Λοι­ πόν, φίλοι μου, σκέφτηκε, θα σας συμβούλευα να κρατηθείτε καλά. Τους Ώθησε ελαφριά όλους, και μετά έκαψε σκληραργίλιο. Η ξαφνική έκρηξη ισχύος ήταν αναμενόμενη - το σφίξιμο στο στή­ θος της, το τεράστιο κάψιμο στο στομάχι της, ο άνεμος που ούρ­ λιαζε. Αυτό που δεν περίμενε ήταν το αποτέλεσμα που θα είχε στα στηρίγματα. Η έκρηξη ισχύος εκτίναξε παντού άντρες και άλογα, πετώντας τους στον αέρα σαν φύλλα στον άνεμο. Θα πρέπει να είμαι πολύ προσεκτική με αυτό, σκέφτηκε η Βιν, σφίγ­ γοντας τα δόντια της καθώς στροβιλιζόταν στον αέρα. Το ατσάλι της και ο κασσίτερός της είχαν τελειώσει ξανά, και αναγκάστηκε να πιει το τελευταίο της φιαλίδιο. Έπρεπε να αρχίσει να μεταφέρει περισσότερα μαζί της. Προσγειώθηκε στο έδαφος τρέχοντας, με τον κασσίτερο να μην την αφήνει να παραπατήσει παρά την τρομερή ταχύτητά της. Επιβράδυνε ελάχιστα για να αφήσει τον έφιππο Μπριζ να την προλάβει, και μετά αύξησε το βήμα της για να συγχρονιστεί


τ<£#[ηγάδι τηςαΑνάληψης

μαζί του. Ορμούσε σαν βέλος, αφήνοντας τη δύναμη και την ισορροπία του κασσίτερου να την κρατούν όρθια καθώς έτρεχε δίπλα στο κουρασμένο άλογο. Το ζώο την κοίταξε καθώς έτρεχαν, μοιάζοντας λίγο εκνευρισμένο καθώς έβλεπε έναν άνθρωπο να το συναγωνίζεται. Έφτασαν στην πόλη μετά από ελάχιστες στιγμές. Ο Μπριζ τρά­ βηξε τα γκέμια καθώς οι πόρτες της Σιδερένιας Πύλης άρχισαν να ανοίγουν, αλλά, αντί η Βιν να περιμένει, απλώς πέταξε ένα νόμισμα και το Ώθησε, αφήνοντας την ταχύτητά της να τη μετα­ φέρει προς τα τείχη. Καθώς οι πύλες άνοιξαν, Ώθησε τα καρφιά τους και αυτή η δεύτερη Ώθηση την έστειλε κατευθείαν προς τα πάνω. Είχε περάσει ελάχιστα πάνω από τους προμαχώνες -περ­ νώντας ανάμεσα σε δύο σαστισμένους στρατιώτες- πριν πέσει στην άλλη άκρη. Προσγειώθηκε στην αυλή, ακουμπώντας το ένα της χέρι πάνω στις κρύες πέτρες για να σταθεροποιήσει τον εαυτό της, καθώς ο Μπριζ έμπαινε από την πύλη. Η Βιν σηκώθηκε όρθια. Ο Μπριζ σκούπιζε το μέτωπό του με ένα μαντήλι καθώς την πλησίασε με το άλογό του να τριποδίζει. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει από την τελευταία φορά που τον είχε δει, και τα είχε τραβηγμένα πίσω, με τις άκρες τους να γαργαλάνε το γιακά του. Δεν είχαν γκριζάρει ακόμα, αν και ήταν γύρω στα σαράντα πέντε. Δεν είχε καπέλο -μάλλον το είχε χάσει από τον αέρα- αλλά φορούσε ένα από τα ακριβά του κοστούμια και τα μεταξωτά του γιλέκα. Ήταν γεμάτα με μαύρη στάχτη από τη βιαστική του διαδρομή ως εδώ. «Α, Βιν, αγαπητή μου» είπε ο Μπριζ, σχεδόν το ίδιο λαχανια­ σμένος με το άλογό του. «Πρέπει να πω ότι έφτασες πάνω στην ώρα. Και τι εντυπωσιακή άφιξη επίσης. Δεν μου αρέσει καθόλου να επιβάλλω μια διάσωση - αλλά, εφόσον είναι απαραίτητη, καλό είναι να γίνεται με στιλ». Η Βιν χαμογέλασε καθώς εκείνος κατέβηκε από το άλογό του -αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν και ο πιο ευέλικτος άντρας στην πλατεία- και αμέσως έφτασαν σταβλίτες για να φροντίσουν το ζώο. Ο Μπριζ σκούπισε ξανά το μέτωπό του καθώς ο Έλεντ, ο Κλαμπς και ο Ορσούρ κατέβηκαν τρέχοντας τα σκαλιά προς την


αυλή. Ένας από τους βοηθούς θα πρέπει να βρήκε επιτέλους τον Χαμ, επειδή εμφανίστηκε τρέχοντας στην αυλή. «Μπριζ!» είπε ο Έλεντ, καθώς πλησίασε και έσφιξε το χέρι του πιο κοντού άντρα. «Μεγαλειότατε!» είπε ο Μπριζ. «Να υποθέσω ότι η υγεία σας και η διάθεσή σας βρίσκονται σε καλή κατάσταση;» «Η υγεία μου, ναι» είπε ο Έλεντ. «Η διάθεσή μου... η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένας στρατός έξω ακριβώς από την πόλη μου». «Δύο στρατοί για την ακρίβεια» μουρμούρισε ο Κλαμπς καθώς πλησίασε κουτσαίνοντας. Ο Μπριζ δίπλωσε το μαντήλι του. «Α, και ο αγαπητός αφέντης Κλάντεντ. Αισιόδοξος όπως πάντα, βλέπω». Ο Κλαμπς ρουθούνισε. Στο πλάι, ο Ορσούρ πλησίασε αλαφροπατώντας για να καθίσει δίπλα στη Βιν. «Και ο Χάμοντ» είπε ο Μπριζ, βλέποντας τον Χαμ, ο οποίος χαμογελούσε πλατιά. «Είχα σχεδόν καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου να ξεχάσει ότι θα ήσουν κι εσύ εδώ όταν θα επέστρεφα». «Παραδέξου το» είπε ο Χαμ. «Χαίρεσαι που με βλέπεις». «Που σε βλέπω, ίσως. Που σε ακούω, ποτέ. Είχα αρχίσει να απο­ λαμβάνω το χρόνο που περνούσα μακριά από τις αδιάκοπες, ψευτοφιλοσοφικές σου φλυαρίες». Ο Χαμ χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά. «Χαίρομαι που σε βλέπω, Μπριζ» είπε ο Έλεντ. «Αλλά θα μπο­ ρούσες να έχεις διαλέξει μια καλύτερη στιγμή. Ήλπιζα ότι θα κατάφερνες να σταματήσεις κάποιους από αυτούς τους στρατούς να προελάσουν εναντίον μας». «Να τους σταματήσω·,» ρώτησε ο Μπριζ. «Μα γιατί να θέλω να κάνω κάτι τέτοιο, αγαπητέ μου; Άλλωστε, πέρασα τρεις μήνες προσπαθώντας να πείσω τον Κετ να φέρει το στρατό του εδώ». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός και η Βιν συνοφρυώθηκε εκεί που στεκόταν, λίγο πιο πέρα από την ομάδα. Ο Μπριζ έδειχνε μάλλον ικανοποιημένος με τον εαυτό του - αν και αυτό ήταν μάλλον συνηθισμένο για εκείνον. «Δηλαδή... ο Λόρδος Κετ είναι με το μέρος μας;» ρώτησε ο Έλεντ με ελπίδα.


τ

«Όχι βέβαια» είπε ο Μπριζ. «Ήρθε για να λεηλατήσει την πόλη και να κλέψει το υποτιθέμενο απόθεμα του ατίου σου». «Εσύ» είπε η Βιν. «Εσύ είοαι αυτός που διαδίδει τις φήμες για το θησαυροφυλάκιο με το άτιο του Μεγάλου Εξουσιαστή, έτσι δεν είναι;» «Φυσικά» είπε ο Μπριζ, κοιτάζοντας τον Τρομάρα καθώς το αγόρι έφτασε επιτέλους στις πύλες. Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. «Μ α... γιατί;» «Κοίταξε έξω από τα τείχη σου, αγαπητέ μου» είπε ο Μπριζ. «Ήξερα ότι ο πατέρας σου σκόπευε να προελάσει τελικά στη Λουθάντελ - ούτε καν οι δικές μου δυνάμεις της πειθούς δεν θα ή­ ταν αρκετές για να τον μεταπείθουν. Έτσι, άρχισα να διαδίδω φήμες στη Δυτική Κυριαρχία, και μετά έγινα ένας από τους συμ­ βούλους του Λόρδου Κετ». Ο Κλαμπς γρύλισε. «Καλό σχέδιο. Τρελό, αλλά καλό». «Τρελό;» είπε ο Μπριζ. «Η δική μου πνευματική σταθερότητα δεν τίθεται υπό συζήτηση εδώ, Κλαμπς. Η κίνηση δεν ήταν τρελή αλλά ιδιοφυής». Ο Έλεντ έδειχνε μπερδεμένος. «Δεν θέλω να προσβάλλω την ιδιοφυία σου, Μπριζ. Αλλά... πώς ακριβώς είναι καλή ιδέα να φέρεις έναν εχθρικό στρατό στην πόλη μας;» «Είναι μια βασική διαπραγματευτική στρατηγική, καλέ μου άνθρωπε» εξήγησε ο Μπριζ καθώς ένας υπηρέτης τού έδωσε το μπαστούνι της μονομαχίας του, το οποίο είχε πάρει από το άλογο. Ο Μπριζ το χρησιμοποίησε για να δείξει προς τα δυτικά, προς το στρατό του Λόρδου Κετ. «Οταν υπάρχουν μόνο δύο συμμετέχοντες σε μια διαπραγμάτευση, ο ένας είναι γενικώς πιο δυ­ νατός από τον άλλο. Αυτό κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα για την πιο αδύναμη πλευρά - η οποία, σ' αυτή την περίπτωση, εί­ μαστε εμείς». «Ναι» είπε ο Έλεντ, «αλλά με τρεις στρατούς, εξακολουθούμε να είμαστε οι πιο αδύναμοι». «Αα» είπε Μπριζ, σηκώνοντας το μπαστούνι του, «αλλά οι άλ­ λες δύο πλευρές είναι σχεδόν ισάξιες σε δύναμη. Ίσως ο Στραφ να είναι πιο δυνατός, αλλά και ο Κετ έχει μεγάλη στρατιωτική ισχύ.


Αν κάποιος από αυτούς τους δύο πολέμαρχους διακινδυνεύσει να επιτεθεί στη Λουθάντελ, ο στρατός του θα υποστεί απώλειες - αρκετές απώλειες ώστε να μην μπορέσει να υπερασπιστεί τον εαυτό του από τον τρίτο στρατό. Όποιος μας επιτεθεί θα μείνει εκτεθειμένος». «Κι έτσι έχουμε ισοπαλία» είπε ο Κλαμπς. «Ακριβώς» είπε ο Μπριζ. «Πίστεψέ με, Έλεντ, αγόρι μου. Σ' αυτή την περίπτωση, δύο μεγάλοι, εχθρικοί στρατοί είναι πο­ λύ καλύτεροι από έναν και μόνο μεγάλο, εχθρικό στρατό. Σε μια τριπλή διαπραγμάτευση, η πιο αδύναμη πλευρά στην πραγ­ ματικότητα έχει τη μεγαλύτερη δύναμη - επειδή η συμμαχία της με κάποιον από τους άλλους δύο θα καθορίσει τον τελικό νικητή». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. «Μπριζ, δεν θέλουμε να συμμαχήσου­ με με κανέναν από αυτούς τους δύο». «Το καταλαβαίνω αυτό» είπε ο Μπριζ. «Οι αντίπαλοί μας, ωστό­ σο, όχι. Φέρνοντας έναν δεύτερο στρατό, μας εξασφάλισα χρόνο να σκεφτούμε. Και οι δύο πολέμαρχοι νόμιζαν ότι θα προλάβουν να φτάσουν εδώ πρώτοι. Τώρα που έφτασαν ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναθεωρήσουν. Μαντεύω ότι θα καταλήξουμε σε μια εκτεταμένη πολιορκία. Τουλάχιστον δύο μήνες». «Αυτό δεν εξηγεί το πώς θα τους ξεφορτωθούμε» είπε ο Έλεντ. Ο Μπριζ σήκωσε τους ώμους του. «Εγώ τους έφερα εδώ - εσύ θα αποφασίσεις τι θα τους κάνεις. Και πρέπει να σου πω ότι δεν ήταν εύκολο να κάνω τον Κετ να φτάσει έγκαιρα. Κανονικά θα ερχόταν πέντε ολόκληρες μέρες πριν από τον Βεντούρ. Ευτυχώς, μια... ασθένεια εξαπλώθηκε στο στρατόπεδο πριν από μερικές μέρες. Φαίνεται ότι κάποιος δηλητήριασε την κεντρική παροχή νερού και προκάλεσε σε όλο το στρατόπεδο διάρροια». Ο Τρομάρας, που στεκόταν πίσω από τον Κλαμπς, γέλασε. «Ναι» είπε ο Μπριζ, κοιτάζοντας το αγόρι. «Το περίμενα ότι εσύ θα το εκτιμούσες αυτό. Εξακολουθείς να είσαι μια ακατανόητη ενόχληση, ε, μικρέ;» «Ήμουν εκεί που όχι» είπε ο Τρομάρας, χαμογελώντας και υιοθετώντας ξανά την ανατολική διάλεκτο του δρόμου. Ο Μπριζ ρουθούνισε. «Αυτά που λες πάντως βγάζουν περισ-


τ

σότερο νόημα από αυτά που λέει τις μισές φορές ο Χάμοντ» μουρμούρισε, γυρίζοντας στον Έλεντ. «Λοιπόν, δεν θα φωνάξει κανείς μια άμαξα για να με πάει πίσω στο παλάτι; Σας Κατευνάζω όλους εσάς τους αχάριστους εδώ και σχεδόν πέντε λεπτά -προ­ σπαθώντας να δείχνω όσο πιο κουρασμένος και αξιολύπητος μπορώ- και ούτε ένας από εσάς δεν είχε την ευγένεια να με λυ­ πηθεί!» «Μάλλον χάνεις το ταλέντο σου» είπε η Βιν με ένα χαμόγελο. Ο Μπριζ ήταν Κατευναστής - ένας Κραματομάντης που μπορούσε να καίει μπρούντζο για να ηρεμεί τα συναισθήματα ενός άλλου ατόμου. Ένας πολύ επιδέξιος Κατευναστής -και η Βιν δεν ήξερε κανέναν πιο επιδέξιο από τον Μπριζ- μπορούσε να μαλακώσει όλα τα συναισθήματα ενός ατόμου, κάνοντάς τον να νιώθει όπως ακριβώς ήθελε εκείνος. «Στην πραγματικότητα» είπε ο Έλεντ, γυρίζοντας και κοιτά­ ζοντας ξανά το τείχος, «ήλπιζα ότι θα μπορούσαμε να ανέβουμε ξανά στο τείχος για να μελετήσουμε λίγο περισσότερο τους στρα­ τούς. Αν πέρασες χρόνο με τα στρατεύματα του Λόρδου Κετ, τότε πιθανότατα θα μπορούσες να μας πεις πολλά γι' αυτά». «Μπορώ. Θα σας πω· δεν πρόκειται να ανέβω αυτά τα σκαλιά. Δεν βλέπεις πόσο κουρασμένος είμαι, άνθρωπέ μου;» Ο Χαμ ρουθούνισε, κατεβάζοντας το χέρι του στον ώμο του Μπριζ - και σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης. «Πώς γίνεται να είσαι κουρασμένος; Το καημένο το άλογό σου έριξε όλο το τρέ­ ξιμο». «Ήταν συναισθηματικά εξουθενωτικό, Χάμοντ» είπε ο Μπριζ, χτυπώντας το χέρι του μεγαλόσωμου άντρα με το ραβδί του. «Η αναχώρησή μου ήταν κάπως δυσάρεστη». «Τι έγινε τέλος πάντων;» ρώτησε η Βιν. «Ανακάλυψε ο Κετ ότι ήσουν κατάσκοπος;» Ο Μπριζ έδειχνε να ντρέπεται. «Ας πούμε μόνο ότι ο Λόρδος Κετ κι εγώ είχαμε μια... διαφωνία». «Σε έπιασε στο κρεβάτι με την κόρη του, ε;» είπε ο Χαμ, εξασφα­ λίζοντας ένα γέλιο από την ομάδα. Ο Μπριζ μόνο γυναικάς δεν ήταν. Παρά την ικανότητά του να παίζει με τα συναισθήματα, δεν


είχε εκφράσει κανένα ενδιαφέρον για ρομάντζα όσο καιρό τον γνώριζε η Βιν. Ο Ντόξον είχε αναφέρει κάποτε ότι ο Μπριζ ήταν οπερβολικά επικεντρωμένος στον εαυτό του για να σκεφτεί τέτοια πράγματα. Ο Μπριζ γύρισε τα μάτια προς τα πάνω στο σχόλιο του Χαμ. «Ειλικρινά, Χάμοντ. Νομίζω ότι τα αστεία σου χειροτερεύουν όσο γερνάς. Υποπτεύομαι ότι φταίνε τα πολλά χτυπήματα που έχεις δεχτεί στο κεφάλι στις μονομαχίες». Ο Χαμ χαμογέλασε, και ο Έλεντ έστειλε να φέρουν δύο άμαξες. Ενώ περίμεναν, ο Μπριζ ξεκίνησε μια αφήγηση των ταξιδιών του. Η Βιν χαμήλωσε το βλέμμα της στον Ορσούρ. Ακόμα δεν είχε βρει μια καλή ευκαιρία να πει στην υπόλοιπη συμμορία για την αλλαγή σώματος. Ίσως τώρα που ο Μπριζ είχε γυρίσει, ο Έλεντ να καλούσε τον στενό του κύκλο σε συνεδρίαση. Αυτή θα ήταν μια καλή στιγμή. Έπρεπε να το κρατήσει μυστικό, εφόσον ήθελε το προσωπικό του παλατιού να πιστέψει ότι είχε διώξει τον Ορ­ σούρ. Ο Μπριζ συνέχιζε την ιστορία του και η Βιν έστρεψε ξανά το βλέμμα της πάνω του, χαμογελώντας. Ο Μπριζ δεν ήταν μόνο ένας ταλαντούχος ρήτορας, αλλά είχε και ένα πολύ διακριτικό ταλέντο με την Κραματομαντεία. Μετά βίας μπορούσε να νιώσει τα δάχτυλά του στα συναισθήματά της. Κάποτε, θεωρούσε τις παρεμβάσεις του προσβλητικές, αλλά είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η παρέμβαση στα συναισθήματα των ανθρώπων ήταν απλώς κομμάτι του εαυτού του Μπριζ. Όπως ακριβώς μια όμορφη γυ­ ναίκα τραβά την προσοχή λόγω του προσώπου της και της σιλουέτας της, έτσι και ο Μπριζ την τραβούσε μέσα από τη σχεδόν ασυνείδητη χρήση των δυνάμεών του. Φυσικά, αυτό δεν τον έκανε λιγότερο κάθαρμα. Το να πείθει τους άλλους να κάνουν αυτό που θέλει ήταν μία από τις βασικές ασχολίες του Μπριζ. Απλώς η Βιν δεν τον αντιπαθούσε πια που χρησιμοποιούσε Κραματομαντεία για να το κάνει. Η άμαξα επιτέλους πλησίασε και ο Μπριζ αναστέναξε ανακου­ φισμένος. Καθώς το όχημα σταματούσε, κοίταξε τη Βιν, και μετά ένευσε προς τον Ορσούρ. «Τι είναι αυτό;»


τ

«Σκυλί» είπε η Βιν. «Α, ωμή όπως πάντα» είπε ο Μπριζ. «Και για ποιο λόγο έχεις σκυλί χώρα;» «Εγώ της το έδω σα» είπε ο Έλεντ. «Ήθελε ένα, γι' αυτό της το αγόρασα». «Και διάλεξες ένα λαγωνικό;» ρώτησε ο Χαμ με θυμηδία. «Έχεις μονομαχήσει μαζί της, Χαμ» είπε ο Έλεντ, γελώντας. «Εσύ τι θα της έδινες; Ένα κανίς;» Ο Χαμ γέλασε πνιχτά. «Όχι, μάλλον όχι. Για να πω την αλή­ θεια, της ταιριάζει». «Αν και έχει σχεδόν το ίδιο μέγεθος με εκείνη» πρόσθεσε ο Κλαμπς, κοιτάζοντάς την με μισόκλειστα μάτια. Η Βιν άπλωσε το χέρι της προς τα κάτω και το ακούμπησε στο κεφάλι του Ορσούρ. Ο Κλαμπς είχε ένα δίκιο. Είχε διαλέξει ένα μεγάλο ζώο, ακόμα και για λαγωνικό. Ήταν πάνω από ενενήντα εκατοστά στο ύψος των ώμων - και η Βιν ήξερε από εμπειρία πόσο βαρύ ήταν αυτό το σώμα. «Έχει εξαιρετικά καλή συμπεριφορά για λαγωνικό» είπε ο Χαμ, νεύοντας. «Έκανες καλή επιλογή, Ελ». «Τέλος πάντων» είπε ο Μπριζ. «Μπορούμε να επιστρέφουμε παρακαλώ στο παλάτι; Οι στρατοί και τα λαγωνικά είναι ωραία και καλά, αλλά πιστεύω ότι το δείπνο είναι ένα πιο επείγον θέμα αυτή τη στιγμή».

«Γιατί δεν τους είπαμε για τον Ορσούρ, λοιπόν;» ρώτησε ο Έλεντ, καθώς η άμαξά τους επέστρεφε αναπηδώντας προς τον Πύρ­ γο Βεντούρ. Οι τρεις τους είχαν πάρει μια άμαξα μόνοι τους, αφήνοντας τους άλλους τέσσερις να ακολουθήσουν με το άλλο όχημα. Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. Ο Ορσούρ καθόταν στο κάθι­ σμα απέναντι από εκείνη και τον Έλεντ, παρακολουθώντας σιω­ πηλός τη συζήτηση. «Θα τους το πω κάποια στιγμή» είπε η Βιν. «Μια πλατεία γεμάτη κόσμο δεν έμοιαζε να είναι το κατάλληλο μέρος για την αποκάλυψη».


Ο Έλεντ χαμογέλασε. «Το να κρατάς μυστικά είναι μια συνή­ θεια που κόβεται δύσκολα, έτσι;» Η Βιν κοκκίνισε. «Δεν τον κρατάω μυστικό, απλώς...» Η φωνή της αργόσβησε, κοιτάζοντας κάτω. «Μην αισθάνεσαι άσχημα, Βιν» είπε ο Έλεντ. «Έζησες πολύ και­ ρό μόνη σου, χωρίς να εμπιστεύεσαι κανέναν. Δεν περιμένει κα­ νείς να αλλάξεις μέσα σε μια νύχτα». «Δεν έχει περάσει μια νύχτα, Έλεντ» είπε. «Έχουν περάσει δύο χρόνια». Ο Έλεντ ακοόμπησε το χέρι του στο γόνατό της. «Βελτιώνεσαι. Οι άλλοι μιλάνε για το πόσο πολύ έχεις αλλάξει». Η Βιν ένευσε. Κάποιος άλλος θα φοβόταν ότι κρατάω και από εκείνον μυστικά. Ο Έλεντ απλώς προσπαθεί να με κάνει να νιώσω λιγότερο ένοχη. Ήταν καλύτερος άντρας από ό,τι άξιζε η Βιν. «Κάντρα» είπε ο Έλεντ, «η Βιν λέει ότι καταφέρνεις να την προλαβαίνεις». «Ναι, Μεγαλειότατε» είπε ο Ορσούρ. «Αυτά τα κόκκαλα, αν και αποκρουστικά, είναι καλά εξοπλισμένα για εντοπισμό και γρήγορη κίνηση». «Κι αν τραυματιστεί;» είπε ο Έλεντ. «Θα μπορέσεις να την τρα­ βήξεις σε ένα ασφαλές μέρος;» «Όχι πολύ γρήγορα, Μεγαλειότατε. Θα μπορέσω, ωστόσο, να φέρω βοήθεια. Αυτά τα κόκκαλα έχουν πολλούς περιορισμούς, αλλά θα βάλω τα δυνατά μου για να εκπληρώσω το Συμβόλαιο». Ο Έλεντ θα πρέπει να έπιασε το σηκωμένο φρύδι της Βιν, γιατί έπνιξε ένα γέλιο. «Θα κάνει αυτό που λέει, Βιν». «Το Συμβόλαιο είναι τα πάντα, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Απαιτεί κάτι παραπάνω από απλή υπηρεσία. Απαιτεί ζήλο και αφοσίωση. Αυτό είναι ο κάντρα. Υπηρετώντας το, υπηρετούμε το λαό μας». Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. Η ομάδα βυθίστηκε στη σιωπή, με τον Έλεντ να βγάζει ένα βιβλίο από την τσέπη του και τη Βιν να γέρνει πάνω του. Ο Ορσούρ ξάπλωσε κάτω, γεμίζοντας ολόκληρο το κάθισμα απέναντι από τους ανθρώπους. Τελικά, η άμαξα μπήκε στο προαύλιο των Βεντούρ, και η Βιν κατέληξε να


τ

ανοπομονεί να κάνει ένα ζεστό μπάνιο. Καθώς κατέβαιναν από την άμαξα, ωστόσο, ένας φρουρός πλησίασε βιαστικά τον Έλεντ. Ο λευκοσίδηρος επέτρειμε στη Βιν να ακούσει αυτά που είπε ο άντρας, παρ' όλο που μίλησε πριν προλάβει εκείνη να καλύψει την απόσταση. «Μεγαλειότατε» ψιθύρισε ο φρουρός, «ο αγγελιοφόρος μας σας βρήκε, λοιπόν;» «Όχι» είπε ο Έλεντ συνοφρυωμένος καθώς η Βιν τούς πλησίασε. Ο στρατιώτης της έριξε μια ματιά, αλλά συνέχισε να μιλάει- όλοι οι στρατιώτες ήξεραν ότι η Βιν ήταν η βασική σωματοφύλακας του Έλεντ και έμπιστή του. Ωστόσο, ο άντρας φάνηκε παράξενα ανήσυχος όταν την είδε. «Εμείς... εε, δεν θέλουμε να φανούμε αδιάκριτοι» είπε ο στρα­ τιώτης. «Γι' αυτό το κρατήσαμε κρυφό. Απλώς αναρωτιόμασταν α ν ... είναι όλα εντάξει». Κοιτούσε τη Βιν καθώς μιλούσε. «Για ποιο πράγμα μιλάς;» ρώτησε ο Έλεντ. Ο φρουρός στράφηκε ξανά προς το βασιλιά. «Για το πτώμα στο δωμάτιο της Λαίδης Βιν».

Το «πτώμα» στην πραγματικότητα ήταν ένας σκελετός. Ένας πε­ ντακάθαρος σκελετός χωρίς ίχνος αίματος -ούτε καν ιστού- να λεκιάζει τις γυαλιστερές λευκές επιφάνειές του. Αρκετά οστά, ωστόσο, ήταν σπασμένα. «Λυπάμαι, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ, μιλώντας αρκετά χαμη­ λόφωνα ώστε να μπορέσει να τον ακούσει μόνο εκείνη. «Φαντά­ στηκα ότι θα τα ξεφορτωνόσουν αυτά». Η Βιν ένευσε. Ο σκελετός, φυσικά, ήταν εκείνος που χρησι­ μοποιούσε ο Ορσούρ πριν του δώσει το σώμα του ζώου. Βρίσκο­ ντας την πόρτα ξεκλείδωτη -σημάδι συνήθως ότι η Βιν ήθελε να καθαριστεί το δωμάτιο- οι καμαριέρες είχαν μπει. Η Βιν είχε στοιβάξει τα οστά σε ένα καλάθι, με σκοπό να ασχοληθεί με αυτά αργότερα. Προφανώς οι καμαριέρες είχαν αποφασίσει να κοιτάξουν για να δουν τι υπήρχε στο καλάθι, και αντίκρισαν μια μικρή έκπληξη.


«Όλα είναι εντάξει, λοχαγέ» είπε ο Έλεντ στον νεαρό φρουρό - τον Λοχαγό Ντεμού, δεύτερο στην ιεραρχία της φρουράς του παλατιού. Παρά το γεγονός ότι ο Χαμ απέφευγε τις στολές, αυτός ο άντρας έμοιαζε να είναι περήφανος που διατηρούσε τη στολή του καθαρή και περιποιημένη. «Έκανες καλά που το κράτησες κρυφό» είπε ο Έλεντ. «Γνωρί­ ζαμε ήδη γι' αυτά τα οστά. Δεν αποτελούν λόγο ανησυχίας». Ο Ντεμού ένευσε. «Σκεφτήκαμε ότι ήταν κάτι σκόπιμο». Δεν κοιτούσε τη Βιν καθώς μιλούσε. Σκόπιμο, σκέφτηκε η Βιν. Ωραία. Αναρωτιέμαι τι πιστεύει αυτός ο άντρας ότι έκανα. Λίγοι σκάα ήξεραν τι ήταν οι κάντρα, και ο Ντε­ μού δεν θα ήξερε τι να συμπεράνει από αυτά τα λείψανα. «Μπορείτε να τα ξεφορτωθείτε αθόρυβα για μένα, λοχαγέ;» ρώτησε ο Έλεντ, νεύοντας προς τα οστά. «Φυσικά, μεγαλειότατε» είπε ο φρουρός. Πιθανότατα θα φαντάζεται ότι έφαγα τον άνθρωπο ή κάτι τέτοιο, σκέφτηκε η Βιν αναστενάζοντας. Ότι ρούφηξα τη σάρκα από τα οστά του. Πράγμα που, στην πραγματικότητα, δεν ήταν και τόσο μακριά από την αλήθεια. «Μεγαλειότατε» είπε ο Ντεμού. «Θέλετε να ξεφορτωθούμε και το άλλο πτώμα;» Η Βιν πάγωσε. «Το άλλο;» ρώτησε ο Έλεντ αργά. Ο φρουρός ένευσε. «Όταν βρήκαμε αυτόν το σκελετό, φέ­ ραμε μερικά σκυλιά για να μυρίσουν τριγύρω. Τα σκυλιά δεν ανακάλυψαν κανένα δολοφόνο, ωστόσο βρήκαν άλλο ένα πτώμα. Ακριβώς όπως αυτό - κόκκαλα, τελείως καθαρά από σάρκα». Η Βιν και ο Έλεντ αντάλλαξαν ένα βλέμμα. «Δείξε μας» είπε ο Έλεντ. Ο Ντεμού ένευσε και τους οδήγησε έξω από το δωμάτιο, δίνοντας μερικές διαταγές ψιθυριστά σε έναν από τους άντρες του. Οι τέσσερις τους -τρεις άνθρωποι και ένας κάντρα- κάλυψαν μια σύντομη απόσταση στο διάδρομο του παλατιού, προς ένα


τ

λιγότερο γνωστό τμήμα των δωματίων των καλεσμένων. Ο Ντεμού έδιωξε έναν στρατιώτη που στεκόταν σε μια συγκεκριμένη πόρτα, και μετά τους οδήγησε μέσα. «Αυτό το πτώμα δεν ήταν σε καλάθι, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντεμού. «Ήταν χωμένο σε μια ντουλάπα. Πιθανότατα να μην το βρίσκαμε ποτέ χωρίς τα σκυλιά - έπιασαν τη μυρωδιά πολύ εύκολα, αν και δεν μπορώ να καταλάβω πώς. Αυτά τα πτώματα δεν έχουν ίχνος σάρκας». Και ήταν εκεί. Αλλος ένας σκελετός, όπως ο πρώτος, στοιβαγ­ μένος δίπλα σε ένα γραφείο. Ο Έλεντ κοίταξε τη Βιν, και μετά στράφηκε στον Ντεμού. «Θα μας επιτρέψετε, λοχαγέ;» Ο νεαρός φρουρός ένευσε, βγαίνοντας από το δωμάτιο και κλείνοντας την πόρτα. «Λοιπόν;» είπε ο Έλεντ, γυρίζοντας προς τον Ορσούρ. «Δεν ξέρω από πού ήρθε αυτό» είπε ο κάντρα. «Μα είναι άλλο ένα πτώμα που έχει φαγωθεί από κάντρα» εί­ πε η Βιν. «Αναμφίβολα, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Τα σκυλιά το βρή­ καν εξαιτίας μιας συγκεκριμένης μυρωδιάς που αφήνουν τα χωνευτικά μας υγρά στα οστά που έχουν αποβληθεί πρό­ σφατα». Ο Έλεντ και η Βιν αντάλλαξαν ένα βλέμμα. «Ωστόσο» είπε ο Ορσούρ, «μάλλον δεν είναι αυτό που νομίζετε. Πιθανότατα αυτός ο άντρας σκοτώθηκε μακριά από εδώ». «Τι εννοείς;» «Είναι πεταμένα οστά, Μεγαλειότατε» είπε ο Ορσούρ. «Τα οστά που αφήνει πίσω του ένας κάντρα...» «Όταν βρίσκει ένα νέο σώμα» ολοκλήρωσε τη φράση του η Βιν. «Ναι, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. Η Βιν κοίταξε τον Έλεντ, ο οποίος συνοφρυώθηκε. «Πριν από πόσο καιρό;» ρώτησε. «Ίσως τα οστά να αφέθηκαν εδώ πριν από έναν χρόνο, από τον κάντρα του πατέρα μου». «Ίσως, Μεγαλειότατε» είπε ο Ορσούρ. Αλλά ακουγόταν δι­ ατακτικός. Πλησίασε αλαφροπατώντας, και μύρισε τα κόκκαλα.


Σήκωσε και η Βιν ένα, και το έφερε κοντά στη μύτη της. Με τον λευκοσίδηρο, έπιασε εύκολα μια έντονη μυρωδιά που της θύμι­ ζε χολή. «Είναι πολύ δυνατή» είπε, κοιτάζοντας τον Ορσούρ. Εκείνος ένευσε. «Αυτά τα κόκκαλα δεν είναι πολύ καιρό εδώ, Μεγαλειότατε. Μερικές ώρες το πολύ. Ίσως και λιγότερο». «Που σημαίνει ότι έχουμε άλλον ένα κάντρα κάπου στο πα­ λάτι» είπε ο Έλεντ, δείχνοντας λίγο αηδιασμένος. «Κάποιος από το προσωπικό μου έχει... φαγωθεί και αντικατασταθεί». «Ναι, Μεγαλειότατε» είπε ο Ορσούρ. «Δεν υπάρχει τρόπος να μάθουμε από αυτά τα κόκκαλα ποιος μπορεί να είναι, εφόσον αυ­ τά είναι τα απορρίμματα. Ο κάντρα θα πήρε τα νέα κόκκαλα, θα έφαγε τη σάρκα τους και θα φόρεσε τα ρούχα τους». Ο Έλεντ ένευσε και σηκώθηκε όρθιος. Συνάντησε τα μάτια της Βιν, και εκείνη κατάλαβε ότι σκεφτόταν το ίδιο πράγμα. Ήταν πιθανό ένα μέλος του προσωπικού του παλατιού να είχε αντικατασταθεί, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε ένα μικρό ρήγμα στην ασφάλεια. Ωστόσο, υπήρχε μια πολύ πιο επικίνδυνη πιθανότητα. Οι κάντρα ήταν απαράμιλλοι ηθοποιοί. Ο Ορσούρ είχε μιμηθεί τον Λόρδο Ρενού τόσο τέλεια ώσιε είχε κοροϊδέψει ακόμα και τους ανθρώπους που τον ήξεραν. Ένα τέτοιο ταλέντο θα μπο­ ρούσε να χρησιμοποιηθεί για τη μίμηση μιας καμαριέρας ή ενός υπηρέτη. Ωστόσο, αν ένας εχθρός ήθελε να στείλει έναν κα­ τάσκοπο στις κλειστές συνεδριάσεις του Έλεντ, θα χρειαζόταν να αντικαταστήσει ένα πολύ πιο σημαντικό άτομο. Θα πρέπει να είναι κάποιος που δεν έχουμε δει τις τελευταίες ώρες, σκέφτηκε η Βιν, πετώντας το κόκκαλο. Εκείνη, ο Έλεντ και ο Ορ­ σούρ βρίσκονταν στο τείχος κατά το μεγαλύτερο μέρος του απογεύματος και το βράδυ -από στη στιγμή που τελείωσε η συνεδρίαση της Συνόδου- αλλά η πόλη και το παλάτι βρίσκονταν σε κατάσταση χάους από την ώρα που είχε φτάσει ο δεύτερος στρατός. Οι αγγελιοφόροι είχαν δυσκολευτεί να βρουν τον Χαμ, και ακόμα δεν ήταν σίγουρη πού ήταν ο Ντόξον. Και μάλιστα, δεν είχε δει τον Κλαμπς παρά μόνο όταν ήρθε να συναντήσει εκείνη


τ(£$έηγβδι τηςοΑνάληψης

και τον’Ελεντ σιο τείχος πριν από λίγη ώρα. Και ο Τρομάρας ήταν ο τελευταίος που είχε φτάσει. Η Βιν χαμήλωσε το βλέμμα της στη στοίβα των οστών, νιώ­ θοντας μια αρρωστημένη αίσθηση ανησυχίας. Υπήρχε μεγάλη πι­ θανότητα κάποιος από την ομάδα τους -τα μέλη της πρώην συμ­ μορίας του Κέλσιερ- να ήταν τώρα ένας μιμητής.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ


Μ ΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ


Μονάχα μετά από χρόνια πείστηκα ότι ο Αλέντι ήταν ο Ήρωας των Αιώνων. Ήρωας των Αιώνων: εκείνος που ονομάζεται Ραμπζίν στα Κλενιακά, ο Αναμνήσωρ. Ο Σωτήρας.

12

»ΝΑ ΦΡΟΥΡΙΟ ΔΙΑΚΡΙΝΟΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗ οκοτεινή ομίχλη ito o απογεύματος. Βρισκόταν στον πυθμένα ενός μεγάλου κοιλώματος στη γη. Η απόκρημνη κοιλάδα που έμοιαζε με κρατήρα, ήταν τόσο πλατιά ώστε ακόμα και με το φως της μέρας ο Σέιζεντ μετά βίας θα κατάφερνε να δει την άλλη πλευρά. Στο σκοτάδι που πλησίαζε, κρυμ­ μένη από την ομίχλη, η άλλη άκρη της τεράστιας τρύπας δεν ήταν παρά μια βαθιά σκιά. Ο Σέιζεντ ήξερε πολύ λίγα για τακτική και στρατηγική ■παρ' όλο που τα μεταλλομυαλά του περιείχαν ντουζίνες βιβλία πάνω σ' αυτά τα θέματα, είχε ξεχάσει τα περιεχόμενά τους έτσι ώστε να δημιουργήσει τα αποθηκευμένα αρχεία. Από τα λίγα που ήξερε, συμπέραινε ότι αυτό το φρούριο -το Μοναστήρι του Σεράν- δεν είχε κτιστεί σε ιδιαίτερα καλή αμυντικά θέση. Είχε εγκαταλειφθεί το πλεονέκτημα του ψηλού εδάφους, και οι πλευρές του κρατήρα θα προσέφεραν ένα εξαιρετικό σημείο από όπου οι πολιορκητικές μηχανές θα μπορούσαν να εκτοξεύσουν βράχους πάνω στα τείχη. Το φρούριο, ωστόσο, δεν είχε χτιστεί για να αποκρούει εχθρι­


τ(£ίίηγόδι τηςοΑνάληψης

κούς στρατιώτες. Είχε χτιστεί για να προσφέρει απομόνωση. Ο κρατήρας καθιστούσε δύσκολο να το βρει κανείς, γιατί μια ελα­ φριά ανύψωση στη γη γύρω από το χείλος του κρατήρα το έκανε ουσιαστικά αόρατο, παρά μόνο όταν κάποιος πλησίαζε κοντά. Δεν υπήρχαν δρόμοι ή μονοπάτια που να οδηγούν κοντά, και οι τα­ ξιδιώτες θα δυσκολεύονταν πολύ να κατέβουν τις απότομες πλευρές. Οι Ιεροεξεταστές δεν ήθελαν επισκέπτες. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Μαρς. Εκείνος και ο Σέιζεντ στέκονταν στο βόρειο χείλος του κρατήρα, μπροστά σε έναν γκρεμό αρκετών εκατοντάδων μέτρων. Ο Σέιζεντ άνοιξε το λευκοσιδηρομυαλό της όρασής του, αντλώντας λίγη από την όραση που είχε αποθηκεύσει. Οι παρυφές της όρασής του θόλωναν, αλλά αυτά που βρίσκονταν ακριβώς μπροστά του έμοιαζαν να έρχονται όλο και πιο κοντά. Χρησιμοποίησε λίγη ακόμα όραση, αγνοώντας τη ναυτία που του προκαλούσε η χρή­ ση ενός τόσο μεγάλου ποσοστού όρασης. Η ενισχυμένη όραση του επέτρεπε να μελετήσει το Μοναστήρι σαν να βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Μπορούσε να δει κάθε εκατοστό των σκοτεινών πέτρινων τειχών - επίπεδα, πλατιά, επι­ βλητικά. Μπορούσε να διακρίνει κάθε κομμάτι σκουριάς στις με­ γάλες ατσάλινες πλάκες που κρέμονταν καρφωμένες στις εξω­ τερικές πέτρες του τείχους. Μπορούσε να δει κάθε καλυμμένη με λειχήνες γωνία και κάθε λεκιασμένο με στάχτη γείσωμα. Δεν υπήρ­ χαν παράθυρα. «Δεν ξέρω» είπε αργά ο Σέιζεντ, σβήνοντας το λευκοσιδηρομυαλό της όρασής του. «Δεν είναι εύκολο να καταλάβω αν το φρού­ ριο κατοικείται ή όχι. Δεν υπάρχει ούτε κίνηση ούτε φως. Αλλά ίσως οι Ιεροεξεταστές να κρύβονται μέσα». «Όχι» είπε ο Μαρς, με την απότομη φωνή του δυσάρεστα δυ­ νατή στον απογευματινό αέρα. «Έφυγαν». «Γιατί να φύγουν; Αυτό είναι ένα μέρος μεγάλης δύναμης, νο­ μίζω. Προσφέρει ελάχιστη ασφάλεια ενάντια σε έναν στρατό, αλλά μεγάλες αμυντικές δυνατότητες ενάντια στο χάος της εποχής». Ο Μαρς κούνησε το κεφάλι του. «Έφυγαν».


«Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» «Δεν ξέρω». «Πού πήγαν, λοιπόν;» Ο Μαρς τον κοίταξε και μετά γύρισε και κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Βόρεια». «Προς τη Λουθάντελ;» ρώτησε ο Σέιζεντ, συνοφρυωμένος. «Μεταξύ άλλών» είπε ο Μαρς. «Έλα. Δεν ξέρω αν θα επιστρέ­ φουν, αλλά πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία». Ο Σέιζεντ ένευσε. Γι' αυτό είχαν έρθει, άλλωστε. Ωστόσο, ένα μέρος του εαυτού του δίσταζε. Ήταν άνθρωπος των βιβλίων και της ευγενούς υπηρεσίας. Το να ταξιδεύει στην επαρχία για να επισκεφτεί χωριά ήταν κάτι αρκετά διαφορετικό από τον τρόπο ζωής του, ώστε να είναι από μόνο του δυσάρεστο. Η εισβολή στο οχυρό των Ιεροεξεταστών... Προφανώς ο Μαρς δεν νοιαζόταν για τις εσωτερικές συγκρού­ σεις του συντρόφου του. Ο Ιεροεξεταστής γύρισε και άρχισε να περπατάει κατά μήκος του χείλους του κρατήρα. Ο Σέιζεντ πέταξε το σακίδιό του πάνω στον ώμο του και τον ακολούθησε. Τελικά έφτασαν σε ένα μηχάνημα που έμοιαζε με κλουβί, ο σκοπός του οποίου προφανώς ήταν να κατεβαίνει ως τον πυθμένα με σχοινιά και τροχαλίες. Το κλουβί ήταν ακινητοποιημένο στο ψηλότερο σημείο του γκρεμού και ο Μαρς σταμάτησε πλάι του, αλλά δεν μπήκε μέσα. «Τι;» ρώτησε ο Σέιζεντ. «Το σύστημα των τροχαλιών» είπε ο Μαρς. «Το κλουβί κατε­ βαίνει από άντρες που το κρατούν από κάτω». Ο Σέιζεντ ένευσε, συνειδητοποιώντας ότι αυτό ήταν αλήθεια. Ο Μαρς προχώρησε μπροστά και τράβηξε έναν μοχλό. Το κλουβί έπεσε. Τα σχοινιά άρχισαν να βγάζουν καπνούς και οι τροχαλίες να στριγγλίζουν καθώς το τεράστιο κλουβί γκρεμιζόταν προς τον πυθμένα του χάσματος. Ένας πνιχτός κρότος αντήχησε πάνω στα βράχια. Αν υπάρχει κάποιος εκεί κάτω, σκέφτηκε ο Σέιζεντ, τώρα ξέρει ότι είμαστε εδώ. Ο Μαρς γύρισε προς το μέρος του, με τα κεφάλια των καρφιών


τ(0 $ίηγάδι τηςοΑνάληψης

που είχε για μάτια να γυαλίζουν ελαφρώς στο αδύναμο φως του ήλιου. «Ακολούθησε ύπως θέλεις» είπε. Μετά, έδεσε ένα σχοινί στη μέση του και άρχισε να κατεβαίνει τα σχοινιά. Ο Σέιζεντ ανέβηκε στην άκρη της πλατφόρμας, παρακολου­ θώντας τον Μαρς να αιωρείται από το κρεμασμένο σχοινί πάνω από τη σκοτεινή, ομιχλώδη άβυσσο. Μετά, ο Σέιζεντ γονάτισε και άνοιξε το σακίδιό του. Έβγαλε τα μεγάλα μεταλλικά βραχιόλια που φορούσε γύρω από τα μπράτσα του και τους πήχεις του - τα χαλκομυαλά του. Περιείχαν τις αναμνήσεις ενός Φύλακα, την αποθηκευμένη γνώση περασμένων αιώνων. Τα τοποθέτησε με σε­ βασμό στην άκρη και μετά έβγαλε ένα ζευγάρι πολύ μικρότερων βραχιολιών -ένα από σίδηρο και ένα από κασσίτερο- μέσα από το σακίδιο. Μεταλλομυαλά για έναν πολεμιστή. Καταλάβαινε ο Μαρς πόσο ανειδίκευτος ήταν ο Σέιζεντ πάνω σ' αυτόν τον τομέα; Η απίστευτη δύναμη δεν έκανε κάποιον πολε­ μιστή. Όπως και να 'χει, ο Σέιζεντ έκλεισε τα δύο βραχιόλια γύρω από τους αστραγάλους του. Μετά, έβγαλε δύο δαχτυλίδια - από λευκοσίδηρο και χαλκό. Αυτά τα φόρεσε στα δάχτυλά του. Έκλεισε το σακίδιο και το έριξε πάνω από τον ώμο του, μετά σήκωσε τα χαλκομυαλά του. Εντόπισε προσεκτικά μια καλή κρυ­ ψώνα -ένα απομονωμένο κοίλωμα ανάμεσα σε δυο βράχουςκαι τα τοποθέτησε μέσα. Ό,τι κι αν συνέβαινε κάτω, δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να τα πάρουν οι Ιεροεξεταστές και να τα κατα­ στρέψουν. Για να γεμίσει ένα χαλκομυαλό με αναμνήσεις, ο Σέιζεντ είχε ακούσει έναν άλλο Φύλακα να απαγγέλλει ολόκληρη τη συλ­ λογή του από αφηγήσεις, γεγονότα, και ιστορίες. Ο Σέιζεντ είχε απομνημονεύσει κάθε πρόταση και μετά είχε τοποθετήσει αυτές τις αναμνήσεις στο χαλκομυαλό για να τις χρησιμοποιήσει αργό­ τερα. Ο Σέιζεντ θυμόταν πολύ λίγα από εκείνη την εμπειρία - αλ­ λά μπορούσε να χρησιμοποιήσει όποιο από τα βιβλία ή τις πραγ­ ματείες ήθελε, τοποθετώντας τα ξανά στο μυαλό του κατ αποκτώ­ ντας την ικανότητα να τα ξαναθυμάται με απόλυτη ακρίβεια, όπως όταν τα απομνημόνευσε αρχικά. Απλώς έπρεπε να φοράει τα βραχιόλια.


'Οτσν ήταν χωρίς τα χαλκομυαλά του ένιωθε άγχος. Κούνησε το κεφάλι του, επιστρέφοντας στην πλατφόρμα. Ο Μαρς κατέ­ βαινε πολύ γρήγορα προς τον πυθμένα του χάσματος. Όπως όλοι οι Ιεροεξεταστές, είχε τις δυνάμεις ενός Ομιχλογέννητου. Αν και ο τρόπος που είχε αποκτήσει αυτές τις δυνάμεις -και το πώς κατάφερνε να ζει παρά τα καρφιά που διαπερνούσαν τον εγκέ­ φαλό του- ήταν ένα μυστήριο. Ο Μαρς δεν απάντησε ποτέ στις ερωτήσεις του Σέιζεντ πάνω στο θέμα. Ο Σέιζεντ φώναξε προς τα κάτω, τραβώντας την προσοχή του Μαρς, και μετά σήκωσε το σακίδιό του και το πέταξε. Ο Μαρς άπλωσε το χέρι του και το σακίδιο κλυδωνίστηκε, Προσελκύθηκε από τα μέταλλά του προς το χέρι του Μαρς. Ο Ιεροεξεταστής το πέταξε πάνω στον ώμο του πριν συνεχίσει την κατάβασή του. Ο Σέιζεντ ένευσε με ευγνωμοσύνη, και μετά πήδηξε από την πλατφόρμα. Καθώς άρχισε να πέφτει, αναζήτησε από το σιδηρομυαλό του τη δύναμη που είχε αποθηκεύσει εκεί μέσα. Το γέμισμα ενός μεταλλομυαλού είχε πάντα ένα κόστος: για να αποθηκεύσει όραση, ο Σέιζεντ είχε αναγκαστεί να μείνει για βδομάδες με ελά­ χιστη όραση. Εκείνο το διάστημα, φορούσε ένα βραχιόλι από λευ­ κοσίδηρο που αποθήκευε την επιπλέον όραση για μετέπειτα χρήση. Ο σίδηρος ήταν λίγο διαφορετικός από τα άλλα. Δεν αποθήκευε όραση, δύναμη, αντοχή - ούτε καν αναμνήσεις. Αποθήκευε κάτι τελείως διαφορετικό: βάρος. Σήμερα, ο Σέιζεντ δεν αντλούσε τη δύναμη που ήταν αποθηκευμένη μέσα στο σιδηρομυαλό- αυτό θα τον έκανε πιο βαρύ. Αντίθετα, άρχισε να γεμίζει το σιδηρομυαλό, αφήνοντάς το να ρουφήξει το βάρος του. Ένιωσε μια οικεία αίοθηση ελαφρότητας - μια αίσθηση ότι το ίδιο του το σώμα δεν πιεζόταν τόσο δυνατά. Η πτώση του επιβραδύνθηκε. Οι φιλόσοφοι του Τέρις είχαν να πουν πολλά για τη χρήση ενός σιδηρομυαλού. Είχαν εξηγήσει ότι η δύναμη στην πραγματικότητα δεν άλλαζε τον όγκο ή το μέγεθος ενός ατόμου - απλώς άλλαζε κάπως τον τρόπο που ασκούσε το έδαφος έλξη πάνω του. Η πτώση του Σέιζεντ δεν επιβραδύνθηκε εξαιτίας της μείωσης του βάρους του - επιβραδύνθηκε επειδή


τ(£ίΙ8ηγβδι τηςοΑνόληψης

ξαφνικά είχε ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό επιφάνειας εκτεθειμέ­ νο στον άνεμο της πτώσης του, και ένα πιο ελαφρό σώμα να το συνοδεύει. Όποιοι κι αν ήταν οι επιστημονικοί λόγοι, ο Σέιζεντ δεν έπε­ φτε τόσο γρήγορα. Τα λεπτά μεταλλικά βραχιόλια στα πόδια του ήταν τα πιο βαριά πράγματα στο σώμα του και τον κρατούσαν με τα πόδια στραμμένα προς τα κάτω. Τέντωσε τα χέρια του και έγειρε το σώμα του ελαφρώς, αφήνοντας τον άνεμο να τον ωθήσει. Η κατάβασή του δεν ήταν τρομερά αργή - όχι σαν εκείνη ενός φύλλου ή ενός φτερού. Αλλά ούτε και κατρακυλούσε. Αντίθετα, έπεφτε με έναν συγκρατημένο -σχεδόν αβίαστο- τρόπο. Με τα ρού­ χα να ανεμίζουν, τα χέρια τεντωμένα, πέρασε δίπλα από τον Μαρς, ο οποίος κοιτούσε με μια έκφραση περιέργειας. Καθώς πλησίαζε το έδαφος, ο Σέιζεντ άνοιξε το κασσιτερομυαλό του, αντλώντας λίγη δύναμη για να προετοιμαστεί. Χτύπησε στο έδαφος - αλλά, επειδή το σώμα του ήταν τόσο ελαφρύ, το σοκ ήταν πολύ μικρό. Σχεδόν δεν χρειάστηκε να λυγίσει καν τα γόνα­ τά του για να απορροφήσει τη δύναμη της κρούσης. Σταμάτησε να γεμίζει το σιδηρομυαλό, έσβησε τον κασσίτε­ ρό του και περίμενε υπομονετικά τον Μαρς. Δίπλα του, το κλου­ βί είχε γίνει κομμάτια. Ο Σέιζεντ παρατήρησε με ενόχληση αρκε­ τές σπασμένες χειροπέδες. Προφανώς, κάποιοι από εκείνους που είχαν επισκεφθεί το Μοναστήρι δεν είχαν έρθει με τη θέλησή τους. Μέχρι να φτάσει ο Μαρς στον πυθμένα, οι ομίχλες ήταν πυ­ κνές στον αέρα. Ο Σέιζεντ είχε ζήσει με αυτές όλη του τη ζωή και δεν είχε νιώσει ποτέ άβολα μέσα τους. Ωστόσο, τώρα ένα κομμάτι του περίμενε ότι οι ομίχλες θα άρχιζαν να τον πνίγουν. Να τον σκοτώνουν, όπως φαινόταν ότι έκαναν στον γερο-Τζεμ, τον άτυχο γεωργό το θάνατο του οποίου είχε ερευνήσει ο Σέιζεντ. Ο Μαρς πήδηξε τα τελευταία τρία μέτρα, για να προσγειωθεί με την ενισχυμένη ευλυγισία ενός Κραματομάντη. Ακόμα και αφότου είχε περάσει τόσο πολύ καιρό με Ομιχλογέννητους, ο Σέι­ ζεντ εντυπωσιαζόταν από τα χαρίσματα της Κραματομαντείας. Φυσικά, δεν τα είχε ζηλέψει ποτέ - όχι πραγματικά. Ήταν αλήθεια


ότι η Κραματομαντεία ήταν καλύτερη σε μια μάχη· αλλά δεν μπορούσε να διευρύνει το μυαλό, δίνοντας σε έναν άνθρωπο πρόσβαση στα όνειρα, τις ελπίδες και τις πεποιθήσεις χιλιάδων χρόνων πολιτισμού. Δεν μπορούσε να προσφέρει τη γνώση για να θεραπεύσει μια πληγή ή για να βοηθήσει κάποιον να διδάξει σε ένα φτωχό χωριό να χρησιμοποιεί σύγχρονες τεχνικές καλλιέργειας. Τα μεταλλομυαλά της Φερειχημείας δεν ήταν εντυπωσιακά, αλλά η αξία τους για την κοινωνία ήταν πολύ πιο μεγάλη. Αλλωστε, ο Σέιζεντ ήξερε μερικά κόλπα με τη Φερειχημεία που θα εξέπλητταν ακόμα και τον πιο καλά προετοιμασμένο πο­ λεμιστή. Ο Μαρς του έδωσε το σακίδιο. «Έλα». Ο Σέιζεντ ένευσε, περνώντας το σακίδιο στον ώμο του και ακο­ λουθώντας τον Ιεροεξεταστή πάνω στο βραχώδες έδαφος. Ένιωθε περίεργα να περπατά δίπλα στον Μαρς, επειδή ο Σέιζεντ δεν ήταν συνηθισμένος να βρίσκεται κοντά σε ανθρώπους το ίδιο ψηλούς με εκείνον. Οι Τερίσιοι ήταν ψηλοί από τη φύση τους, και ο Σέι­ ζεντ ακόμα περισσότερο: τα χέρια και τα πόδια του ήταν λίγο μα­ κριά για το σώμα του, μια παρενέργεια που προκλήθηκε από το γεγονός ότι τον ευνούχισαν όταν ήταν πολύ μικρός. Παρ' όλο που ο Μέχας Εξουσιαστής ήταν νεκρός, η κουλτούρα των Τέρίσιων θα ένιωθε για πολύ καιρό ακόμα τα αποτελέσματα της εξουσίας του και των προγραμμάτων αναπαραγωγής - οι μέθοδοι με τις οποίες είχε προσπαθήσει να σταματήσει την αναπαραγωγή φερειχημειστών από το λαό του Τέρις. Το Μοναστήρι του Σεράν δέσποζε μέσα στο σκοτάδι, δείχνο­ ντας ακόμα πιο απειλητικό τώρα που ο Σέιζεντ στεκόταν μέσα στον κρατήρα. Ο Μαρς πλησίασε τις εξώπορτες και ο Σέιζεντ ακο­ λούθησε πίσω του. Δεν φοβόταν, όχι πραγματικά. Ο φόβος δεν αποτέλεσε ποτέ ισχυρό κίνητρο στη ζωή τού Σέιζεντ. Ωστόσο, ανη­ συχούσε. Είχαν απομείνει πολύ λίγοι Φύλακες. Αν πέθαινε, θα υπήρχε ένα άτομο λιγότερο για να ταξιδεύει, να αποκαθιστά τις χαμένες αλήθειες και να διδάσκει τους ανθρώπους. Όχι ότι κάνω κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή βέβαια... Ο Μαρς κοίταξε τις τεράστιες ατσαλένιες πόρτες. Μετά έριξε


τ

το βάρος του πάνω στη μία από αυτές, καίγοντας εμφανώς κασσί­ τερο για να ενισχύσει τη δύναμή του. Ο Σέιζεντ τον μιμήθηκε, σπρώχνοντας με δύναμη. Η πόρτα δεν κουνήθηκε. Μετανιώνοντας που ανάλωσε την ενέργειά του, ο Σέιζεντ άντλησε από το κασσιτερομυαλό του δύναμη. Χρησιμοποίησε πο­ λύ περισσότερη από ό,τι είχε χρησιμοποιήσει όταν προσγειώθηκε, και οι μύες του αυξήθηκαν αμέσως σε μέγεθος. Αντίθετα από την Κραματομαντεία, η Φερειχημεία συχνά είχε άμεσα αποτελέσμα­ τα στο σώμα ενός ατόμου. Κάτω από το χιτώνα του, ο Σέιζεντ απέ­ κτησε τον όγκο και το ανάστημα ενός ανθρώπου που ήταν όλη του τη ζωή πολεμιστής, και κέρδισε εύκολα τη διπλάσια δύναμη από εκείνη που είχε πριν από ένα λεπτό. Με την κοινή τους προ­ σπάθεια, οι δυο τους κατάφεραν να ανοίξουν την πόρτα. Δεν έτριξε. Γλίστρησε αργά αλλά ομαλά προς τα μέσα, αποκα­ λύπτοντας έναν μακρύ, σκοτεινό διάδρομο. Ο Σέιζεντ έσβησε το κασσιτερομυαλό του, επιστρέφοντας στη συνηθισμένη του μορφή. Ο Μαρς μπήκε μέσα στο Μοναστήρι, με τα πόδια του να σπρώχνουν προς τα πάνω την ομίχλη που είχε αρχίσει να εισβάλλει μέσα από την ανοιχτή πόρτα. «Μαρς;» ρώτησε ο Σέιζεντ. Ο Ιεροεξεταστής γύρισε. «Δεν θα μπορώ να βλέπω εδώ μέσα». «Η Φερειχημεία σου...» Ο Σέιζεντ κούνησε το κεφάλι του. «Μου επιτρέπει να βλέπω καλύτερα στο σκοτάδι, αλλά μόνο αν υπάρχει κάποιο φως για να βασιστώ. Επιπλέον, αν αντλούσα τόση πολλή όραση τα αποθέματα του κασσιτερομυαλού μου θα τελείωναν μέσα σε μερικά λεπτά. Θα χρειαστώ ένα φανάρι». Ο Μαρς έμεινε για λόγο σιωπηλός, και μετά ένευσε. Γύρισε μέ­ σα στο σκοτάδι και εξαφανίστηκε γρήγορα από τα μάτια του Σέι­ ζεντ. Επομένως, σκέφτηκε ο Σέιζεντ, οι Ιεροεξεταστές δεν χρειάζονται φως για να βλέπουν. Ήταν αναμενόμενο: τα καρφιά γέμιζαν τις κόγ­ χες του Μαρς, καταστρέφοντας τελείως τα μάπα του. Όποια κι αν ήταν εκείνη η παράξενη δύναμη που επέτρεπε στους Ιεροε-


ξεταστές να βλέπουν, προφανώς λειτουργούσε το ίδιο καλά και στο απόλυτο σκοτάδι όπως λειτουργούσε και τη μέρα. Ο Μαρς επέστρεψε μετά από μερικά λεπτά, κρατώντας ένα φανάρι. Από τις αλυσίδες που είχε δει ο Σέιζεντ στο κλουβί της κατάβασης, ο Σέιζεντ υποπτευόταν ότι οι Ιεροεξεταστές διατηρού­ σαν μια αρκετά μεγάλη ομάδα σκλάβων και υπηρετών για να φροντίζουν τις ανάγκες τους. Αν ίσχυε αυτό, πού είχαν πάει αυτοί οι άνθρωποι; Το είχαν σκάσει; Ο Σέιζεντ άναψε το φανάρι με ένα τσακμάκι από το σακίδιό του. Η φασματική λάμψη του φώτισε έναν γυμνό, τρομακτικό διά­ δρομο. Μπήκε στο Μοναστήρι, κρατώντας το φανάρι ψηλά, και άρχισε να γεμίζει το μικρό χάλκινο δαχτυλίδι στο δάχτυλό του, με τη διαδικασία να το μεταμορφώνει σε χαλκομυαλό. «Μεγάλα δωμάτια» ψιθύρισε, «χωρίς διακόσμηση». Στηνπραγματικότητα δεν χρειαζόταν να λέει τα λόγια, αλλά είχε ανακαλύ­ ψει ότι η ομιλία τον βοηθούσε να σχηματίσει ξεκάθαρες αναμνή­ σεις. Μετά μπορούσε να τις τοποθετήσει στο χαλκομυαλό. «Οι Ιεροεξεταστές, προφανώς, είχαν μια αδυναμία στο ατσά­ λι» συνέχισε. «Δεν είναι περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι η θρησκεία τους συχνά ονομαζόταν Ατσαλένιο Υπουργείο. Στους τοίχους υπάρχουν κρεμασμένες τεράστιες ατσαλένιες πλάκες, οι οποίες δεν φέρουν ίχνη σκουριάς, σε αντίθεση με εκείνες που βρίσκονται έξω. Πολλές από αυτές εδώ δεν είναι τελείως λείες, αντίθετα έχουν μερικά ενδιαφέροντα μοτίβα χαραγμένα... σχεδόν στιλβωμένα... στις επιφάνειές τους». Ο Μαρς συνοφρυώθηκε, γυρίζοντας προς το μέρος του. «Τι κά­ νεις;» Ο Σέιζεντ σήκωσε το δεξί του χέρι, δείχνοντας το χάλκινο δα­ χτυλίδι. «Πρέπει να καταγράψω αυτή την επίσκεψη. Θα πρέπει να επαναλάβω αυτή την εμπειρία σε άλλους Φύλακες όταν βρω την ευκαιρία. Νομίζω ότι μπορούμε να μάθουμε πολλά από αυτό το μέρος». Ο Μαρς γύριοε ξανά μπροστά. «Δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρεσαι για τους Ιεροεξεταστές. Δεν αξίζουν να μπουν στα αρχεία σου».


τ

«Δεν είναι θέμα αξίας, Μαρς» είπε ο Σέιζεντ, κρατώντας ψηλά το φανάρι του για να εξετάσει έναν πεσσό. «Η γνώση όλων των θρησκειών είναι πολύτιμη. Πρέπει να σιγουρευτώ ότι αυτά τα πράγματα θα διατηρηθούν». Ο Σέιζεντ κοίταξε τον πεσσό για ένα λεπτό, και μετά έκλεισε τα μάτια του και σχημάτισε μια εικόνα του μέσα στο κεφάλι του, την οποία μετά πρόσθεσε στο χαλκομυαλό. Οι οπτικές μνήμες, ωστόσο, ήταν λιγότερο χρήσιμες από τις διατυπωμένες λέξεις. Οι οπτικοποιήσεις ξεθώριαζαν πολύ γρήγορα από τη στιγμή που έβγαιναν από ένα χαλκομυαλό, καθώς είχαν να υποστούν τη δια­ στρέβλωση του μυαλού. Επιπλέον, δεν μπορούσαν να μεταφερ­ θούν σε άλλους Φύλακες. Ο Μαρς δεν απάντησε στο σχόλιο του Σέιζεντ σχετικά με τη θρησκεία- απλώς γύρισε και προχώρησε πιο βαθιά μέσα στο κτήριο. Ο Σέιζεντ τον ακολούθησε με πιο αργό βήμα, μιλώντας στον εαυτό του, καταγράφοντας τις λέξεις στο χαλκομυαλό του. Ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία. 'Οταν μιλούσε, ένιωθε αμέσως τις λέξεις να απορροφώνται μέσα από το μυαλό του, να αφήνουν πίσω τους ένα κενό. Δυσκολευόταν να θυμηθεί τις λεπτομέρειες αυτών που έλεγε. Ωστόσο, όταν θα είχε πια γεμίσει το χαλκομυαλό του, θα κατάφερνε να αντλήσει αργότερα αυτές τις αναμνήσεις και να τις μάθει με απόλυτη σαφήνεια. «Το δωμάτιο είναι ψηλό» είπε. «Υπάρχουν μερικοί πεσσοί και είναι και αυτοί καλυμμένοι με ατσάλι. Είναι ογκώδεις και τετρά­ γωνοι, δεν έχουν κυκλική διατομή, όπως οι κίονες. Έχω την αί­ σθηση ότι αυτό το μέρος δημιουργήθηκε από έναν λαό που δεν εν­ διαφερόταν ιδιαίτερα για τη διακριτικότητα. Αγνόησαν μικρές λεπτομέρειες για χάρη των μεγάλων γραμμών και των γεμάτων γεωμετριών. «Καθώς προχωράμε πέρα από τη βασική είσοδο, αυτό το αρ­ χιτεκτονικό θέμα συνεχίζεται. Δεν υπάρχουν πίνακες στους τοί­ χους, ούτε ξύλινα διακοσμητικά ανάγλυφα, ούτε πλακόστρωτα δάπεδα. Αντίθετα, υπάρχουν μόνο οι μακριοί, πλατιοί διάδρομοι με τις τραχιές τους γραμμές και τις ανακλαστικές τους επιφάνειες. Το πάτωμα αποτελείται από ατσάλινες τετράγωνες πλάκες, η


καθεμία από τις οποίες έχει μήκος μερικά μέτρα. Είναι... κρύες στο άγγιγμα. »Είναι παράξενο να μην βλέπω τις ταπισερί, τα παράθυρα με τα βιτρό και τις λαξευμένες πέτρες που αποτελούν τόσο κοινά στοιχεία στην αρχιτεκτονική της Λουθάντελ. Εδώ δεν υπάρχουν οβελίσκοι ή θόλοι. Μόνο τετράγωνα και ορθογώνια. Γραμμές... τόσες πολλές γραμμές. Τίποτα εδώ δεν είναι μαλακό. Ούτε χα­ λιά, ούτε κιλίμια, ούτε παράθυρα. Είναι ένα μέρος για άτομα που βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά από τους συνηθισμένους ανθρώ­ πους. » 0 Μαρς διέσχισε αυτόν τον τεράστιο διάδρομο, χωρίς να δώσει καμία σημασία στη διακόσμησή του. Θα τον ακολουθήσω, και μετά θα επιστρέφω για να καταγράψω κι άλλα αργότερα. Φαίνεται να ακολουθεί κάτι... κάτι που δεν μπορώ να αισθανθώ. Ίσως είναι...» Η φωνή του Σέιζεντ αργόσβησε καθώς έστριψε σε μια γωνία και είδε τον Μαρς να στέκεται στο κατώφλι μιας μεγάλης αίθου­ σας. Το φως της λάμπας τρεμόπαιξε καθώς το χέρι του Σέιζεντ τρεμούλιασε. Ο Μαρς είχε βρει τους υπηρέτες. Ήταν νεκροί για αρκετό καιρό έτσι ο Σέιζεντ δεν πρόσεξε τη μυρωδιά παρά μόνο όταν πλησίασε κοντά. Ίσως αυτό να ακο­ λουθούσε ο Μαρς· οι αισθήσεις ενός ανθρώπου που έκαιγε λευ­ κοσίδηρο μπορούσαν να γίνουν αρκετά οξείες. Οι Ιεροεξεταστές είχαν κάνει τη δουλειά τους σχολαστικά. Αυ­ τά ήταν τα απομεινάρια μιας σφαγής. Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, αλλά είχε μόνο μία έξοδο, και τα πτώματα ήταν στοιβαγμένα ως επάνω στο πίσω μέρος, έχοντας σκοτωθεί όπως φαινόταν με χτυπήματα από ένα κοφτερό σπαθί ή τσεκούρι. Οι υπηρέτες είχαν στριμωχτεί κοντά στον πίσω τοίχο καθώς πέθαναν. Ο Σέιζεντ απέστρεψε το βλέμμα του. Ο Μαρς, ωστόσο, παρέμεινε στο κατώφλι. «Υπάρχει μια κακή ατμόσφαιρα σ' αυτό το μέρος» είπε τελικά. «Τώρα το πρόσεξες αυτό;» ρώτησε ο Σέιζεντ. Ο Μαρς γύρισε, κοιτάζοντάς τον, απαιτώντας το βλέμμα του.


τ< £ ίίη γά δ ι τ η ς α Α ν β λ η ψ η ς

«Δεν πρέπει να περάσουμε πολλή ώρα εδώ. Υπάρχει μια σκάλα στην άκρη του διαδρόμου πίσω μας. Θα ανέβω πάνω - εκεί πρέπει να είναι τα δωμάτια των Ιεροεξεταστών. Αν οι πληροφορίες που ψάχνω βρίσκονται εδώ, θα τις βρω εκεί πάνω. Μπορείς να μείνεις ή μπορείς να κατέβεις. Ωστόσο, μη με ακολουθήσεις». Ο Σέιζεντ συνοφρυώθηκε. «Γιατί;» «Πρέπει να είμαι μόνος εδώ. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν με νοιάζει αν θέλεις να καταγράψεις τις κτη νωδίες των Ιεροεξεταστών. Απλώς... δεν θέλω να είμαι μαζί σου όταν θα το κάνεις». Ο Σέιζεντ χαμήλωσε τη λάμπα του, απομακρύνοντας το φως από τη φρικτή εικόνα. «Πολύ καλά». Ο Μαρς γύρισε, περνώντας δίπλα από τον Σέιζεντ, και εξαφα­ νίστηκε στον σκοτεινό διάδρομο. Και ο Σέιζεντ έμεινε μόνος. Προσπαθούσε να μην το σκέφτεται πολύ. Επέστρεψε στον κε­ ντρικό διάδρομο, περιγράφοντας τη σφαγή στο χαλκομυαλό του προτού δώσει μια πιο λεπτομερή εξήγηση της αρχιτεκτονικής και της τέχνης - αν, δηλαδή, μπορούσαν να χαρακτηριστούν έτσι τα διάφορα μοτίβα στις πινακίδες των τοίχων. Καθώς προχωρούσε -μ ε τη φωνή του να αντηχεί σιγανά πά­ νω στην αυστηρή αρχιτεκτονική και το φανάρι του μια αδύνα­ μη σταγόνα φωτός που αντικατοπτριζόταν πάνω στο ατσάλι- τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πίσω μέρος του διαδρόμου. Υπήρ­ χε μια σκοτεινή λίμνη εκεί. Μια σκάλα που οδηγούσε προς τα κάτω. Καθώς επέστρεψε στην περιγραφή ενός από τα μοτίβα στους τοίχους, ήξερε ότι τελικά θα καταλήξει να κατευθυνθεί προς εκεί­ νο το σκοτάδι. Ήταν το ίδιο όπως πάντα - η περιέργεια, η ανάγκη να καταλάβει το άγνωστο. Αυτή η αίσθηση τον ωθούσε ως Φύλακα, τον είχε οδηγήσει στην παρέα του Κέλσιερ. Η αναζήτησή του για αλήθειες δεν θα ικανοποιούνταν ποτέ, αλλά ούτε μπορούσε και να την αγνοήσει. Έτσι, τελικά γύρισε και πλησίασε τη σκάλα, με μοναδική του συντροφιά την ψιθυριστή του φωνή. «Τα σκαλιά μοιάζουν με αυτά που είδα στο διάδρομο. Είναι φαρδιά και πλατιά, σαν τα σκαλιά που οδηγούν σε έναν ναό ή ένα παλάτι. Μόνο που αυτά κατεβαίνουν κάτω, στο σκοτάδι. Εί-


ναι μεγάλα, κατά πάσα πιθανότητα κατασκευασμένα από πέτρα και καλυμμένα με ατσάλι. Είναι ψηλά, φτιαγμένα για ένα αποφα­ σιστικό βήμα. «Καθώς περπατώ, αναρωτιέμαι τι είδους μυστικά θεώρησαν οι Ιεροεξεταστές ότι αξίζουν να μείνουν κρυμμένα κάτω από τη γη, στο υπόγειο του οχυρού τους. Ολόκληρο αυτό το κτήριο είναι ένα μυστικό. Τι έκαναν εδώ, σ' αυτούς τους τεράστιους διαδρόμους και τα ανοιχτά, άδεια δωμάτια; «Η σκάλα καταλήγει σε άλλο ένα μεγάλο, τετράγωνο δωμάτιο. Έχω προσέξει κάτι - δεν υπάρχουν πόρτες στα κατώφλια εδώ. Κά­ θε δωμάτιο είναι ανοιχτό, ορατό σε εκείνους που βρίσκονται έξω. Καθώς περπατάω, κοιτάζοντας μέσα στα δωμάτια, κάτω από τη γη, βρίσκω σπηλαιώδεις αίθουσες με λιγοστά έπιπλα. Δεν υπάρ­ χουν βιβλιοθήκες, δεν υπάρχουν καθίσματα. Αρκετές από αυτές τις αίθουσες περιέχουν μεγάλους μεταλλικούς κύβους που θα μπο­ ρούσαν να είναι βωμοί. «Υπάρχει... κάτι διαφορετικό εδώ σ' αυτό το τελευταίο δωμά­ τιο, στο πίσω μέρος του κεντρικού κεφαλόσκαλου. Δεν είμαι σίγου­ ρος τι πρέπει να συμπεράνω από αυτό. Μια αίθουσα βασανιστη­ ρίων, ίσως; Υπάρχουν τραπέζια, μεταλλικά τραπέζια -τοποθετη­ μένα στο πάτωμα. Είναι γεμάτα αίματα, αν και δεν υπάρχουν πτώματα. Σταγόνες αίματος και σκόνες στα πόδια μου - πολλοί άνθρωποι πέθαναν σ' αυτό το δωμάτιο, νομίζω. Δεν φαίνεται να υπάρχουν όργανα βασανιστηρίων πέρα από... «Καρφιά. Όπως αυτά στα μάτια των Ιεροεξεταστών. Τεράστια, βαριά πράγματα - σαν τα καρφιά που θα βύθιζε κάποιος στο έδαφος με ένα πολύ μεγάλο σφυρί. Κάποια είναι λεκιασμένα με αίμα, αν και δεν νομίζω ότι θα τα πλησιάσω. Αυτά τα άλλα... ναι, μοιάζουν ολόιδια με εκείνα στα μάτια του Μαρς. Ωστόσο, κάποια είναι από διαφορετικά μέταλλα». Ο Σέιζεντ ακούμπησε το καρφί σε ένα τραπέζι, με το μέταλλο να χτυπά πάνω σε μέταλλο. Αναρρίγησε, εξετάζοντας ξανά το δωμάτιο. Ένα μέρος στο οποίο δημιουργούνται οι νέοι Ιεροεξε­ ταστές, ίσως; Στο μυαλό του εμφανίστηκε μια ξαφνική τρομακτι­ κή εικόνα με τα πλάσματα -που κάποτε δεν ήταν πάνω από μια


τ(£ίίηγάδι τηςαΑνάληψης

ντουζίνα- να έχουν αυξηθεί σε αριθμό κατά τη διάρκεια των μη­ νών που έμειναν απομονωμένα στο Μοναστήρι. Αλλά αυτό δεν έμοιαζε σωστό. Ήταν μια μυστική, κλειστή ομά­ δα. Πού μπορεί να βρήκαν αρκετούς άντρες, ικανούς να γίνουν μέλη; Γιατί δεν δημιούργησαν Ιεροεξεταστές από τους υπηρέτες πάνω, αντί να τους σκοτώσουν; Ο Σέιζεντ υποπτευόταν πάντα ότι ένας άνθρωπος έπρεπε να είναι Κραματομάντης για να γίνει Ιεροεξεταστής. Η εμπειρία του ίδιου του Μαρς επιβεβαίωνε αυτή την προϋπόθεση: ο Μαρς ήταν Αναζητητής, ένας άνθρωπος που μπορούσε να κάψει μπρούντζο, πριν από τη μεταμόρφωσή του. Ο Σέιζεντ κοίταξε ξανά το αίμα, τα καρφιά και τα τραπέζια, και αποφάσισε ότι δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να μάθει πώς δημιουργείται ένας νέος Ιεροεξεταστής. Ο Σέιζεντ ήταν έτοιμος να φύγει από το δωμάτιο όταν το φα­ νάρι τού αποκάλυψε κάτι στο πίσω μέρος. Άλλη μια είσοδο. Προχώρησε μπροστά, προσπαθώντας να αγνοήσει το ξεραμένο αίμα στα πόδια του, και μπήκε σε μια αίθουσα που δεν έμοιαζε να ταιριάζει με την τρομακτική αρχιτεκτονική του υπόλοιπου Μονα­ στηριού. Ήταν σκαλισμένη κατευθείαν μέσα στο βράχο και κατέ­ ληγε σε μια πολύ μικρή σκάλα που κατέβαινε κάτω. Περίεργος, ο Σέιζεντ κατέβηκε τα φθαρμένα, πέτρινα σκαλιά. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο κτήριο, ένιωθε στριμωγμένος και αναγκάστηκε να σκύψει καθώς έφτασε στο τέλος της σκάλας και μπήκε σε μια μικρή αίθουσα. Ίσιωσε ξανά το σώμα του και σήκωσε το φανάρι για να αποκαλύψει... Έναν τοίχο. Το δωμάτιο τελείωνε απότομα και το φως του αντικατοπτριζόταν πάνω στον τοίχο. Είχε μια ατσάλινη πλάκα, όπως εκείνες επάνω. Αυτή είχε πλάτος ενάμισι μέτρο και το ίδιο σχεδόν ύψος. Και είχε γραφή. Με ένα ξαφνικό ενδιαφέρον, ο Σέιζεντ ακούμπησε κάτω το σακίδιό του και προχώρησε μπροστά, σηκώνοντας το φανάρι του για να διαβάσει τις πρώτες λέξεις στον τοίχο. Το κείμενο ήταν γραμμένο στη γλώσσα του Τέρις. Ήταν μια παλιά διάλεκτος, βέβαια, αλλά ο Σέιζεντ μπορούσε


να τη διαβάσει ακόμα και χωρίς το γλωσσικό του χαλκομυαλό. Το χέρι του έτρεμε καθώς διάβαζε τις λέξεις. Γράφω αυτές τις λέξεις σε ατσάλι, γιατί οτιδήποτε δεν είναι γραμμένο σε μέταλλο δεν είναι αξιόπιστο. Έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν είμαι ο μοναδικός λογικός άν­ θρωπος που έχει απομείνει. Δεν το βλέπουν οι άλλοι; Περίμεναν τό­ σον καιρό να έρθει ο ήρωάς τους -εκείνος για τον οποίο μιλούν οι προφητείες του Τέρις- ώστε βιάζονται να καταλήξουν σε συμπε­ ράσματα, θεωρώντας ότι κάθε ιστορία και κάθε θρύλος μιλάει για αυτόν τον άντρα. Οι αδελφοί μου αγνοούν τα άλλα δεδομένα. Δεν μπορούν να συν­ δυάσουν τα άλλα παράξενα πράγματα που συμβαίνουν. Είναι κου­ φοί στις αντιρρήσεις μου και τυφλοί στις ανακαλύψεις μου. Ίσως να έχουν δίκιο. Ίσως να είμαι τρελός, ή φθονερός, ή απλώς χαζός. Το όνομά μου είναι Κουάαν. Φιλόσοφος, λόγιος, προδότης. Είμαι αυτός που ανακάλυψε τον Αλέντι, και είμαι αυτός που τον ανακήρυξε πρώτος Ήρωα των Αιώνων. Εγώ είμαι αυτός που τα ξεκίνησε όλα. Και εγώ είμαι αυτός που τον πρόδωσε, γιατί τώρα ξέρω ότι δεν πρέπει να του επιτραπεί ποτέ να ολοκληρώσει την αποστολή του. «Σέιζεντ». Ο Σέιζεντ αναπήδησε και παραλίγο να του πέσει το φανάρι από το χέρι. Ο Μαρς στεκόταν στην είσοδο πίσω του. Υπεροπτικός, τρομακτικός και τόσο σκοτεινός. Ταίριαζε σε αυτό το μέρος, στις γραμμές του και τη σκληρότητά του. «Τα πάνω δωμάτια είναι άδεια» είπε ο Μαρς. «Αυτό το ταξίδι ήταν χάσιμο χρόνου - οι αδελφοί μου πήραν κάθε τι χρήσιμο μαζί τους». «Δεν ήταν χάσιμο χρόνου, Μαρς» είπε ο Σέιζεντ γυρίζοντας ξανά προς την πλάκα με το κείμενο. Δεν το είχε διαβάσει όλο· είχε διαβάσει μόνο ένα μικρό μέρος. Το κείμενο ήταν γραμμένο με σφιχτά, στριμωγμένα γράμματα, με τα χαράγματα να καλύπτουν απ' άκρη σ' άκρη τον τοίχο. Το ατσάλι είχε διατηρήσει τις λέξεις


τ(£ί 9ηγόδι τηςοΑνάληψης

παρά την προφανή τους ηλικία. Η καρδιά τού Σέιζεντ άρχισε να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Αυτό ήταν ένα κομμάτι κειμένου από μια εποχή πριν από τη βασιλεία του Μεγάλου Εξουσιαστή. Ένα απόσπασμα γραμμένο από έναν Τερίσιο φιλόσοφο - έναν άγιο άνθρωπο. Παρά τους δέ­ κα αιώνες έρευνας, οι Φύλακες δεν είχαν εκπληρώσει ποτέ τον αρ­ χικό σκοπό της δημιουργίας τους: δεν είχαν ανακαλύψει ποτέ τη δική τους τερίσια θρησκεία. Ο Μέγας Εξουσιαστής είχε απαγορεύσει τις τερίσιες θρησκευ­ τικές διδαχές λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία. Ο διωγμός του τερίσιου λαού -του δικού του λαού - ήταν ο πιο ολοκληρωμένος της μακράς βασιλείας του, και οι Φύλακες δεν είχαν βρει ποτέ τί­ ποτα περισσότερο από ασαφή αποσπάσματα σχετικά με αυτό στο οποίο πίστευε κάποτε ο λαός τους. «Πρέπει να το αντιγράψω αυτό, Μαρς» είπε ο Σέιζεντ, πιάνοντας το σακίδιό του. Η οπτική ανάμνηση δεν θα είχε αποτέλε­ σμα - κανένας δεν μπορούσε να κοιτάξει έναν τοίχο με τόσο με­ γάλο κείμενο, και μετά να θυμάται τις λέξεις. Μπορούσε, ίσως, να τις διαβάσει αποθηκεύοντάς τις στο χαλκομυαλό του. Ωστόσο, ήθελε μια απτή καταγραφή, μια καταγραφή που θα διατηρούσε στην εντέλεια τη δομή των γραμμών και της στίξης. Ο Μαρς κούνησε το κεφάλι του. «Δεν θα μείνουμε εδώ. Δεν νο­ μίζω ότι έπρεπε να έρθουμε καν». Ο Σέιζεντ απόμεινε σιωπηλός, σηκώνοντας το βλέμμα του. Μετά έβγαλε μερικά μεγάλα κομμάτια χαρτιού από το σακίδιό του. «Πολύ καλά, λοιπόν» είπε. «Θα τα περάσω από πάνω με κάρ­ βουνο. Ούτως ή άλλως νομίζω ότι αυτό θα είναι καλύτερο. Θα μου επιτρέψει να δω το κείμενο όπως ακριβώς γράφτηκε». Ο Μαρς ένευσε και ο Σέιζεντ έβγαλε το κάρβουνό του. Αυτή η ανακάλυψη... σκέφτηκε με ενθουσιασμό. Θα είναι σαν το ημερολόγιο του Ράσεκ. Πλησιάζουμε! Ωστόσο, την ώρα που άρχισε να περνά το κάρβουνο από πάνω -μ ε τα χέρια του να κινούνται προσεκτικά και με ακρίβεια- του ήρθε μια άλλη σκέψη. Με ένα τέτοιο κείμενο στην κατοχή του, η αίσθηση του καθήκοντος δεν θα του επέτρεπε πια να γυρίζει στα


χωριά. Έπρεπε να επισυρέψει βόρεια για να μοιραστεί αοτό που βρήκε, γιατί αν πέθαινε αυτό το κείμενο θα χανόταν. Έπρεπε να πάει στο Τέρις. Η ... στη Λουθάντελ. Από εκεί θα μπορούσε να στείλει μηνύ­ ματα προς τα βόρεια. Είχε μια καλή δικαιολογία για να επιστρέ­ φει στο επίκεντρο της δράσης, να δει ξανά τα άλλα μέλη της ομάδας. Γιατί αυτό τον έκανε να νιώθει ακόμα πιο ένοχος;


Όταν τελικά το συνειδητοποίησα -όταν τελικά συνέδεσα όλα τα σημάδια της Προσμονής με τον Αλέντι- ενθουσιάστηκα. Ωστόσο, όταν ανακοίνωσα την ανακάλυψή μου στους άλλους Κοσμοφέρτες, ήρθα αντιμέτωπος με το χλευ­ ασμό τους. Ω, πώς εύχομαι να τους είχα ακούσει. 13

ΟΜΙΧΛΗ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΤΑΝ ΚΑΙ ΣΤΡΟΒΙΛΙΖΟΤΑΝ, σαν μονόχρωμες μπογιές που διατρέχουν όλες μαζί έναν καμβά. Το φως γινόταν πιο αδύναμο στα δυτικά, και η νύχτα πλησίαζε. Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Σου φαίνεται ότι οι ομίχλες έρχονται νωρίτερα;» «Νωρίτερα;» ρώτησε ο Ορσούρ με την πνιχτή του φωνή. Το λα­ γωνικό κάντρα καθόταν δίπλα της στην ταράτσα. Η Βιν ένευσε. «Πριν, οι ομίχλες δεν άρχιζαν να εμφανίζονται παρά μόνο όταν σκοτείνιαζε, σωστά;» «Είναι σκοτεινά, αφέντρα». «Μα είναι ήδη εδώ - άρχισαν να συγκεντρώνονται πριν ακόμα ξεκινήσει η δύση του ήλιου». «Δεν καταλαβαίνω τι σημασία έχει, αφέντρα. Ίσως οι ομίχλες να είναι σαν άλλα καιρικά φαινόμενα - ποικίλλουν μερικές φορές». «Δεν σου φαίνεται καθόλου παράξενο;» «Θα μου φανεί παράξενο αν το θέλεις εσύ, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Δεν εννοούσα αυτό».


«Ζητώ συγγνώμη, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Πες μου τι εννοείς, και να είσαι σίγουρη ότι θα πιστέψω αυτό που θα με διατάξεις». Η Βιν αναστέναξε, τρίβοντας το μέτωπό της. Μακάρι να επέ­ στρεφε ο Σέιζεντ... σκέφτηκε. Ωστόσο, ήταν μια ευχή κενή περιεχο­ μένου. Ακόμα κι αν ο Σέιζεντ ήταν στη Λουθάντελ, δεν θα ήταν ο υπηρέτης της. Οι Τερίσιοι δεν είχαν πια αφέντες. Έπρεπε να αρκεστεί στον Ορσούρ. Ο κάντρα, τουλάχιστον, μπορούσε να πα­ ράσχει πληροφορίες που ο Σέιζεντ δεν μπορούσε - υπό την προϋ­ πόθεση ότι θα κατάφερνε να του τις αποσπάσει. «Πρέπει να βρούμε το μιμητή» είπε η Βιν. «Εκείνον που... αντι­ κατέστησε κάποιον». «Ναι, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. Η Βιν καθόταν μέσα στις ομίχλες, ξαπλωμένη σε μια κυρτή στέγη, με τα χέρια της να ακουμπούν στα κεραμίδια. «Τότε, πρέπει να μάθω περισσότερα για σένα». «Για μένα, αφέντρα;» «Για τους κάντρα γενικά. Αν θέλω να βρω αυτόν το μιμητή, πρέ­ πει να ξέρω πώς σκέφτεται, πρέπει να καταλάβω τα κίνητρά του». «Τα κίνητρά του θα είναι απλά, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Θα εκπληρώνει το Συμβόλαιό του». «Κι αν ενεργεί χωρίς Συμβόλαιο;» Ο Ορσούρ κούνησε το σκυλίσιο κεφάλι του. «Οι κάντρα έχουν πάντα ένα Συμβόλαιο. Χωρίς αυτό, δεν τους επιτρέπεται να μπουν στην κοινωνία των ανθρώπων». «Ποτέ;» ρώτησε η Βιν. «Ποτέ». «Κι αν αυτός είναι ένας μοναχικός κάντρα;» είπε η Βιν. «Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα» είπε αποφασιστικά ο Ορσούρ. Μπα; Σκέφτηκε δύσπιστα η Βιν. Ωστόσο, δεν συνέχισε τη συ­ ζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να εισχωρήσει ένας κάντρα μόνος του στο παλάτι. Ήταν πολύ πιο πιθανό να είχε στείλει αυτό το πλάσμα κάποιος από τους εχθρούς του Έλεντ. Ένας από τους πολέμαρχους, ίσως, ή από τους υποχρεωτές. Ακόμα και οι άλλοι ευγενείς στην πόλη θα είχαν λόγους να κατασκοπεύσουν τον Έλεντ.


τ<£^Βηγόδι τηςοΑνβληψης

«Εντάξει» είπε η Βιν. «Ο κάντρα είναι κατάσκοπος ποο στάλ­ θηκε για να συγκεντρώσει πληροφορίες για έναν άλλο άνθρωπο». «Ναι». «Αλλά» είπε η Βιν, «αν πήρε το σώμα κάποιου στο παλάτι, δεν τον σκότωσε ο ίδιος. Οι κάντρα δεν μπορούν να σκοτώσουν αν­ θρώπους, σωστά;» Ο Ορσούρ ένευσε. «Υπακούμε όλοι μας αυτόν τον κανόνα». «Επομένως, κάποιος τρύπωσε στο παλάτι, δολοφόνησε ένα μέλος του προσωπικού και μετά έβαλε τον κάντρα του να πάρει το σώμα». Έκανε μια παύση προσπαθώντας να σκεφτεί το πρόβλημα. «Θα πρέπει να σκεφτούμε πρώτα τις πιο επικίνδυνες πιθανότητες - τα μέλη της συμμορίας. Ευτυχώς, εφόσον η δολοφονία έγινε χθες, μπορούμε να αποκλείσουμε τον Μπριζ, ο οποίος ήταν έξω από την πόλη όλο αυτό το διάστημα». Ο Ορσούρ ένευσε. «Μπορούμε να αποκλείσουμε και τον'Ελεντ» είπε η Βιν. «Ηταν μαζί μας στο τείχος χθες». «Και πάλι όμως μένει η πλειοψηφία της συμμορίας, αφέντρα». Η Βιν συνοφρυώθηκε, ακουμπώντας πίσω. Είχε προσπαθήσει να προσδιορίσει ακλόνητα άλλοθι για τον Χαμ, τον Ντόξον, τον Κλαμπς και τον Τρομάρα. Ωστόσο, όλοι τους πέρασαν τουλάχι­ στον μερικές ώρες μόνοι τους. Αρκετός χρόνος για να τους χω­ νέψει ένας κάντρα και να πάρει τη θέση τους. «Εντάξει» είπε. «Πώς θα βρω το μιμητή, λοιπόν; Πώς θα μπο­ ρέσω να τον ξεχωρίσω από τους άλλους ανθρώπους;» Ο Ορσούρ καθόταν σιωπηλός στις ομίχλες. «Κάποιος τρόπος πρέπει να υπάρχει» είπε η Βιν. «Η μίμησή του δεν μπορεί να είναι τέλεια. Θα είχε αποτέλεσμα αν τον μα­ χαίρωνα;» Ο Ορσούρ κούνησε το κεφάλι του. «Οι κάντρα αντιγράφουν ένα σώμα στην εντέλεια, αφέντρα - αίμα, σάρκα, δέρμα και μυς. Το είδες όταν άνοιξα το δέρμα μου». Η Βιν αναστέναξε, σηκώθηκε και πήγε να σταθεί στην κορυ­ φή της στέγης. Οι ομίχλες ήταν ήδη πυκνές και το σκοτάδι έπεφτε όλο και πιο βαρύ. Άρχισε να περπατά αφηρημένα μπρος πίσω


στην κορυφή, με την ισορροπία του Κραματομάντη να μην την αφήνει να πέσει. «Ίσως να μπορώ απλώς να δω ποιος δεν φέρεται αλλόκοτα» εί­ πε. «Είναι οι περισσότεροι κόντρα τόσο καλοί στη μίμηση όσο εσύ;» «Ανάμεσα στους κόντρα η δική μου ικανότητα είναι μέτρια. Κάποιοι είναι χειρότεροι, άλλοι καλύτεροι». «'Ομως κανένας ηθοποιός δεν είναι τέλειος» είπε η Βιν. «Οι κάντρα δεν κάνουν συχνά λάθη, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Αλλά αυτή πιθανότατα είναι η καλύτερή σου μέθοδος. Σε προει­ δοποιώ, ωστόσο - θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Το είδος μου είναι πολύ ικανό». Η Βιν έμεινε για λίγο σιωπηλή. Δεν είναι ο Έλεντ, είπε στον εαυ­ τό της αποφασιστικά. Ήταν μαζί μου όλη τη μέρα χθες. Εκτός από το πρωί. Ήταν πολλή ώρα, σκέφτηκε. Ήμασταν στο τείχος για ώρες, και εκείνα τα κόκκαλα είχαν αποβληθεί πολύ πρόσφατα. Άλλωστε, θα το ήξερα αν ήταν εκείνος... έτσι δεν είναι; Κούνησε το κεφάλι της. «Πρέπει να υπάρχει κι άλλος τρόπος. Μπορώ να εντοπίσω έναν κάντρα με την Κραμστομαντεία;» Ο Ορσούρ δεν απάντησε αμέσως. Γύρισε προς το μέρος του μέ­ σα στο σκοτάδι, μελετώντας το σκυλίσιο πρόσωπό του. «Τι;» ρώτησε. «Αυτά δεν είναι πράγματα τα οποία συζητάμε με ξένους». Η Βιν αναστέναξε. «Πες μου όπως και να 'χει». «Με διατάζεις να μιλήσω;» «Δεν με νοιάζει να σε διατάξω να κάνεις τίποτα». «Μπορώ να φύγω τότε;» ρώτησε ο Ορσούρ. «Δεν θέλεις να με διατάζεις, επομένως το Συμβόλαιό μας λύνεται;» «Δεν εννοούσα αυτό» είπε η Βιν. Ο Ορσούρ συνοφρυώθηκε - ήταν παράξενο να βλέπεις μια τέ­ τοια έκφραση στο πρόσωπο ενός σκύλου. « 0 α ήταν πιο εύκολο για μένα αν προσπαθούσες να πεις τι εννοούσες, αφέντρα». Η Βιν έσφιξε τα δόντια της. «Γιατί είσαι τόσο εχθρικός;» «Δεν είμαι εχθρικός, αφέντρα. Είμαι ο υπηρέτης σου, και θα κάνω ό,τι διατάξεις. Είναι μέρος του Συμβολαίου».


τ (£ $ ίη γ β δ ι τ η ς ο Α ν ό λ η ψ η ς

«Μάλιστα. Έτσι είσαι με όλους σου τους αφέντες;» «Με τους περισσότερους, εκπληρώνω έναν συγκεκριμένο ρό­ λο» είπε ο Ορσούρ. «Έχω να μιμηθώ κόκκαλα - να γίνω ένα άτο­ μο, να υιοθετήσω μια προσωπικότητα. Εσύ δεν μου έδωσες καμία κατεύθυνση. Απλώς τα κόκκαλα αυτού... του ζώου». Αυτό είναι λοιπόν, σκέφτηκε η Βιν. Εξακολουθεί να ενοχλείται από το σώμα του σκύλου. «Κοίτα, αυτά τα κόκκαλα δεν αλλάζουν τίποτα. Είσαι ακόμα το ίδιο άτομο». «Δεν καταλαβαίνεις. Σημασία δεν έχει το ποιος είναι ένας κάντρα. Αλλά το ποιος γίνεται. Τα κόκκαλα που παίρνει, ο ρόλος που αναλαμβάνει. Κανένας από τους προηγούμενους αφέντες μου δεν μου ζήτησε να κάνω κάτι τέτοιο». «Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους αφέντες» είπε η Βιν. «Τέλος πά­ ντων, σου έκανα μια ερώτηση. Υπάρχει τρόπος να μπορέσω να εντοπίσω έναν κάντρα με την Κραματομαντεία; Και ναι, σε δια­ τάζω να μιλήσεις». Ένα ίχνος θριάμβου άστραψε στα μάτια τού Ορσούρ, λες και το απολάμβανε που την ανάγκαζε να παίξει το ρόλο της. «Οι κάντρα δεν μπορούν να επηρεαστούν από την πνευματική Κραματομαντεία, αφέντρα». Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Καθόλου;» «Όχι, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Μπορείς να προσπαθήσεις να Διαταράξεις ή να Κατευνάσεις τα συναισθήματά μας, αν θέ­ λεις, αλλά δεν θα έχει αποτέλεσμα. Δεν θα καταλάβουμε καν ότι προσπαθείς να μας χειραγωγήσεις». Όπως κάποιος που καίει χαλκό. «Δεν θα έλεγα ότι αυτή είναι και η πιο χρήσιμη πληροφορία» είπε, περνώντας μπροστά από τον κάντρα στη στέγη. Οι Κραματομάντεις δεν μπορούσαν να διαβάζουν μυαλά ή συναισθήματα- όταν Κατεύναζαν ή Διατάραζαν ένα άτομο, ήλπιζαν απλώς ότι το άτομο θα αντιδρούσε με τον τρόπο που ήθελαν. Μπορούσε να «δοκιμάσει» να εντοπίσει έναν κάντρα Κατευ­ νάζοντας τα συναισθήματα κάποιου, ίσως. Αν δεν αντιδρούσε, ίσως αυτό να σήμαινε ότι είναι κάντρα - αλλά θα μπορούσε επί­ σης να σημαίνει ότι ξέρει να συγκρατεί τα συναισθήματά του.


Ο Ορσούρ την παρακολούθησε να πηγαινοέρχεται. «Αν ήταν εύκολο να εντοπίσει κανείς τους κόντρα, αφέντρα, τότε δεν θα αξίζαμε και πολλά ως μιμητές, έτσι δεν είναι;» «Υποθέτω πως όχι» παραδέχτηκε η Βιν. Ωστόσο, καθώς σκε­ φτόταν αυτό που είχε πει την έκανε να σκεφτεί και κάτι άλλο. «Μπορεί ένας κάντρα να χρησιμοποιήσει Κραματομαντεία; Αν φάει έναν Κραματομάντη, εννοώ». Ο Ορσούρ κούνησε το κεφάλι του. Αυτή είναι μια άλλη μέθοδος, λοιπόν, σκέφτηκε η Βιν. Αν πιάσω ένα μέλος της ομάδας να καίει μέταλλα, τότε θα ξέρω ότι δεν είναι ο κά­ ντρα. Δεν θα είχε αποτέλεσμα με τον Ντόξον ή τους υπηρέτες του παλατιού, ωστόσο θα μπορούσε να αποκλείσει τον Χαμ και τον Τρομάρα. «Υπάρχει και κάτι άλλο» είπε η Βιν. «Παλιά, όταν κάναμε τη δουλειά με τον Κέλσιερ, είπε ότι έπρεπε να σε κρατήσουμε μακριά από τον Μεγάλο Εξουσιαστή και τους Ιεροεξεταστές του. Για ποιο λόγο;» Ο Ορσούρ απέστρεψε το βλέμμα του. «Δεν μιλάμε γι' αυτό το θέμα». «Τότε σε διατάζω να μιλήσεις γι' αυτό». «Τότε πρέπει να αρνηθώ να απαντήσω» είπε ο Ορσούρ. «Να αρνηθείς να απαντήσεις;» ρώτησε η Βιν. «Μπορείς να το κάνεις αυτό;» Ο Ορσούρ ένευσε. «Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αποκαλύ­ πτουμε μυστικά για τη φύση των κάντρα, αφέντρα. Είναι-» «Στο Συμβόλαιο» ολοκλήρωσε τη φράση του η Βιν συνοφρυω­ μένη. Πρέπει να το ξαναδιαβάσω εκείνο το πράγμα. «Ναι, αφέντρα. Ίσως να είπα ήδη πάρα πολλά». Η Βιν απέστρεψε το βλέμμα της από τον Ορσούρ κοιτάζο­ ντας προς την πόλη. Οι ομίχλες συνέχιζαν να στροβιλίζονται. Η Βιν έκλεισε τα μάτια της, ερευνώντας με μπρούντζο, προσπαθώ­ ντας να αισθανθεί τον παλμό κάποιου Κραματομάντη που πι­ θανώς να καίει μέταλλα εκεί κοντά. Ο Ορσούρ σηκώθηκε και ήρθε δίπλα της, μετά κάθισε ξανά στα καπούλια του πάνω στην κεκλιμένη στέγη. «Δεν θα έπρεπε


τ

να είσαι στη συνάντηση που έχει αυτή την ώρα ο βασιλιάς, αφέντρα;» «Ίσως αργότερα» είπε η Βιν, ανοίγοντας τα μάτια της. Πέρα από την πόλη, οι υπαίθριες φωτιές των στρατευμάτων φώτιζαν τον ορίζοντα. Στα δεξιά της, ο Πύργος Βεντούρ ήταν ολοφώτεινος μέσα στη νύχτα, και μέσα του ο Έλεντ πραγματοποιούσε συμβού­ λιο με τους άλλους. Κάποιοι από τους πιο σημαντικούς ανθρώ­ πους στην κυβέρνηση κάθονταν μαζί σε ένα δωμάτιο. Ο Έλεντ θα την αποκαλούσε παρανοϊκή που επέμενε να προσέχει η ίδια για κατασκόπους και δολοφόνους. Δεν την πείραζε- μπορούσε να την αποκαλεί όπως ήθελε, αρκεί να έμενε ζωντανός. Κάθισε ξανά κάτω. Χαιρόταν που ο Έλεντ είχε αποφασίσει να διαλέξει τον Πύργο Βεντούρ ως το παλάτι του, αντί να μετακομίσει στο Κρέντικ Σο, το οίκημα του Μεγάλου Εξουσιαστή. Το Κρέντικ Σο δεν ήταν μόνο υπερβολικά μεγάλο ώστε να έχει σωστή άμυνα, αλλά επίσης της θύμιζε εκείνον. Τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Σκεφτόταν συχνά τον Μεγάλο Εξουσιαστή, τελευταία - ή, κα­ λύτερα, σκεφτόταν τον Ράσεκ, τον άντρα που είχε γίνει ο Μεγάλος Εξουσιαστής. Ο Ράσεκ, ένας Τερίσιος, είχε σκοτώσει τον άντρα που θα έπρεπε να πάρει την εξουσία στο Πηγάδι της Ανάληψης κα ι... Και είχε κάνει τι; Ακόμα δεν ήξεραν. Ο Ήρωας είχε αναλάβει την αποστολή να προστατεύσει τους ανθρώπους από έναν κίνδυ­ νο γνωστό απλώς ως Βαθύτητα. Τόσα πολλά είχαν χαθεί- τόσα πολλά είχαν καταοτραφεί σκόπιμα. Η καλύτερη πηγή πληρο­ φόρησής τους για εκείνες τις μέρες είχε τη μορφή ενός πανάρχαιου ημερολογίου, γραμμένου από τον Ήρωα των Αιώνων, προτού τον σκοτώσει ο Ράσεκ. Ωστόσο, έδινε μερικά πολύτιμα στοιχεία για την αποστολή του. Γιατί ανησυχώ γι' αυτά τα πράγματα; σκέφτηκε η Βιν. Η Βαθύτητα είναι κάτι που έχει ξεχαστεί εδώ και χίλια χρόνια. Ο Έλεντ και οι άλλοι έχουν δίκιο που ανησυχούν για πιο επείγοντα ζητήματα. Και, ωστόσο, η Βιν ένιωθε παράξενα αποκομμένη από εκεί­ νους. Ίσως γι' αυτό κατέληξε έξω να παρακολουθεί τριγύρω. Δεν ήταν ότι δεν ανησυχούσε για τους στρατούς. Απλώς ένιωθε... απο­ μακρυσμένη από το πρόβλημα. Ακόμα και τώρα, καθώς αναλο-


γιζόταν την απειλή στη Λουθάντελ, το μυαλό της επέστρεφε ξανά στον Μεγάλο Εξοοσιαστή. Δεν ξέρετε τι κάνω για την ανθρωπότητα, είχε πει. Ήμουν ο θεός σας, ακόμα κι αν δεν μπορούσατε να το δείτε. Σκοτώνοντας με, καταδικάσατε τους εαυτούς σας. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που ξεστόμισε ο Μεγάλος Εξουσιαστής, ενώ κείτονταν στο δάπεδο της αίθουσας του θρόνου του παλατιού του. Αυτά τα λόγια την ανησυχούσαν. Την έκαναν να ανατριχιάζει, ακόμα και τώρα. Έπρεπε να βρει κάτι να απασχολήσει το μυαλό της. «Τι είδους πράγματα σ' αρέσουν, κάντρα;» ρώτησε, γυρίζοντας προς το πλά­ σμα που καθόταν ακόμα στη στέγη δίπλα της. «Τι αγαπάς και τι μισείς;» «Δεν θέλω να απαντήσω σ' αυτό». Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Δεν θέλεις ή δεν είσαι υποχρεωμένος;» Ο Ορσούρ απόμεινε για λίγο σιωπηλός. «Δεν θέλω, αφέντρα». Ο υπαινιγμός ήταν εμφανής. Θα πρέπει να με διατάξεις. Παραλίγο να το κάνει. Ωστόσο, κάτι την έκανε να σταματήσει, κάτι σ' αυτά τα μάτια - όσο μη ανθρώπινα κι αν ήταν. Κάτι οικείο. Είχε γνωρίσει τέτοιου είδους πικρία. Την ένιωθε συχνά όταν ήταν μικρότερη, όταν υπηρετούσε αρχηγούς συμμοριών που αφέντευαν τους ακολούθους τους. Στις συμμορίες, ένα άτομο έκανε αυτό που το διέταζαν - ειδικότερα αν ήταν ένα μικρόσωμο ορφα­ νό κορίτσι, χωρίς κάποια σημαντική θέση ή τρόπο να προκαλέσει φόβο. «Αν δεν θέλεις να μιλήσεις γι' αυτό» είπε η Βιν και απέστρεψε το βλέμμα της από τον κάντρα, «τότε δεν θα σε αναγκάσω». Ο Ορσούρ ήταν σιωπηλός. Η Βιν εισέπνευσε την ομίχλη, με τη δροσερή υγρασία της να γαργαλάει το λαιμό και τους πνεύμονές της. «Ξέρεις τι αγαπώ εγώ, κάντρα;» «Όχι, αφέντρα». «Τις ομίχλες» είπε, απλώνοντας τα χέρια της. «Τη δύναμη, την ελευθερία». Ο Ορσούρ ένευσε αργά. Εκεί κοντά, η Βιν αισθάνθηκε με τον μπρούντζο της έναν αμυδρό παλμό. Σιγανό, παράξενο, τρομα-


τ

κτικό. Ήταν ο ίδιος παράξενος παλμός ποο είχε νιώσει στη στέγη του Πύργου Βεντούρ πριν από μερικές νύχτες. Δεν είχε φανεί αρκετά γενναία για να το ερευνήσει περαιτέρω. Ήρθε η ώρα να κάνω κάτι γι' αυτό, αποφάσισε. «Ξέρεις τι μισώ, κάντρα;» ψιθύρισε και συσπειρώθηκε, ελέγχοντας τα μαχαίρια και τα μέταλλά της. «Όχι, αφέντρα». Γύρισε και συνάντησε τα μάτια του Ορσούρ. «Μισώ το να φοβάμαι». Ήξερε ότι οι άλλοι τη θεωρούσαν νευρική. Παρανοϊκή. Είχε ζήσει με το φόβο τόσον πολύ καιρό ώστε κάποτε τον θεωρούσε κάτι φυσιολογικό, όπως η στάχτη, ο ήλιος, ή το ίδιο το έδαφος. Ο Κέλσιερ είχε πάρει μακριά αυτόν το φόβο. Ήταν ακόμα προσεκτική, αλλά δεν είχε πια μια διαρκή αίσθηση τρόμου. Ο Επιζών τής είχε δώσει μια ζωή στην οποία εκείνοι που αγαπούσε δεν την έδερναν, της είχε δείξει κάτι περισσότερο από φόβο. Της είχε δείξει εμπιστοσύνη. Τώρα που είχε γνωρίσει αυτά τα πράγματα, δεν θα τα παρέδιδε εύκολα. Ούτε σε στρατούς, ούτε σε δολοφόνους... Ούτε καν σε πνεύματα. «Ακολούθησε αν μπορείς» ψιθύρισε, και μετά έπεσε από τη στέγη στο δρόμο από κάτω. Έτρεξε σαν αστραπή στον ολισθηρό από την ομίχλη δρόμο, αυξάνοντας ταχύτητα πριν προλάβει να χάσει το θάρρος της. Η πηγή των παλμών του μπρούντζου βρίσκονταν κοντά- ερχόταν από έναν δρόμο πιο πέρα, μέσα σε ένα κτήριο. Όχι ψηλά, συνει­ δητοποίησε. Ένα από τα σκοτεινά παράθυρα στον τρίτο όροφο, όπου τα παντζούρια ήταν ανοιχτά. Η Βιν έριξε ένα νόμισμα και πήδηξε στον αέρα. Εκτινάχτηκε προς τα πάνω και διέγραψε μια γωνία καθώς Ώθησε ένα μάνταλο στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Προσγειώθηκε στο άνοιγμα του παραθύρου, με τα χέρια της να πιάνουν τις πλευρές του κου­ φώματος. Κόρωσε λευκοσίδηρο, αφήνοντας τα μάτια της να προ­ σαρμοστούν στο βαθύ σκοτάδι μέσα στο εγκαταλειμμένο δωμάτιο. Και ήταν εκεί. Σχηματισμένο αποκλειστικά και μόνο από


ομίχλες, μετακινούνταν και στροβιλιζόταν, με το περίγραμμά του θολό μέσα στη σκοτεινή αίθουσα. Βρισκόταν σε μια θέση από την οποία μπορούσε να βλέπει τη στέγη όπου η Βιν και ο Ορσούρ μιλούσαν. Τα φαντάσματα δεν κατασκοπεύουν τους ανθρώπους... έτσι δεν είναι; Οι σκάα δεν μιλούσαν για πράγματα όπως τα πνεύματα ή οι νεκροί. Ολα αυτά είχαν μεγάλη σχέση με τη θρησκεία, και η θρη­ σκεία ήταν για τους ευγενείς. Για τους σκάα λατρεία σήμαινε θά­ νατος. Αυτό, φυσικά, δεν είχε εμποδίσει κάποιους να λατρεύουν - αλλά οι κλέφτες σαν τη Βιν ήταν υπερβολικά πραγματιστές για τέτοια πράγματα. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα στη λαϊκή παράδοση των σκάα με το οποίο ταίριαζε αυτό το πράγμα. Ομιχλοστοιχειά. Πλάσματα που λέγεται ότι έκλεβαν τις ψυχές όσων ήταν αρκετά ανόητοι ώστε να βγουν έξω τη νύχτα. Αλλά, η Βιν τώρα ήξερε τι ήταν τα ομιχλοστοιχειά. Ήταν ξαδέλφια των κάντρα - παράξενα, ημιευφυή όντα που χρησιμοποιούσαν τα κόκκαλα εκείνων που κατά­ πιναν. Ήταν παράξενα, αυτό είναι αλήθεια - αλλά σε καμία περί­ πτωση δεν ήταν φαντάσματα, και στην πραγματικότητα δεν ήταν καν επικίνδυνα. Δεν υπήρχαν σκοτεινά στοιχειά στη νύχτα, δεν υπήρχαν τρομακτικά πνεύματα ή δαίμονες. Τουλάχιστον έτσι είχε πει ο Κέλσιερ. Το πράγμα που στεκό­ ταν στο σκοτεινό δωμάτιο -η άυλη μορφή του που περιελισσόταν μέσα στις ομίχλες- αποτελούσε ακλόνητη απόδειξη για το αντί­ θετο. Εσφιξε τις πλευρές του παραθύρου, με το φόβο -τον παλιό της φίλο- να επιστρέφει. Τρέξε. Βάλτο στα πόδια. Κρύψου. «Γιατί με παρακολουθείς;» απαίτησε να μάθει. Το πράγμα δεν κουνήθηκε. Η μορφή του έμοιαζε να τραβά τις ομίχλες προς τα εμπρός, και αυτές στροβιλίζονταν ελαφρά, λες και ήταν παγιδευμένες σε ένα ρεύμα αέρα. Μπορώ να το αισθανθώ με μπρούντζο. Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιεί Κραματομαντεία - και η Κραματομαντεία προσελκύει την ομίχλη. Το πράγμα προχώρησε μπροστά. Η Βιν σφίχτηκε. Και μετά το πνεύμα εξαφανίστηκε.


τ

Η Βιν έμεινε σιωπηλή για λίγο, συνοφρυωμένη. Αυτό ήταν; ΕίχεΚάτι άρπαξε το μπράτσο της. Κάτι κρύο, κάτι τρομερό, αλλά κάτι πολύ πραγματικό. Ένας πόνος διαπέρασε το κεφάλι της και έμοιαζε να κινείται από το αυτί της μέσα στο μυαλό της. Ούρλιαζε αλλά το ουρλιαχτό της διακόπηκε καθώς η φωνή της έσβησε. Με ένα σιγανό βογκητό -μ ε το χέρι της να αναρριγεί και να τρέμειέπεσε από το παράθυρο προς τα πίσω. Το μπράτσο της ήταν ακόμα κρύο. Μπορούσε να νιώσει το πράγμα να ανεμίζει στον αέρα δίπλα της, να εκπέμπει κρύο αέρα. Η ομίχλη περνούσε σαν κινούμενα σύννεφα. Η Βιν κόρωσε λευκοσίδηρο. Ο πόνος, το κρύο, η υγρασία και η διαύγεια εξερράγησαν στο μυαλό της, και στροβιλίστηκε κορώ­ νοντας κασσίτερο τη στιγμή ακριβώς που έπεσε στο έδαφος. «Αφέντρα;» είπε ο Ορσούρ, ορμώντας μέσα από τις σκιές. Η Βιν κούνησε το κεφάλι της, σπρώχνοντας το σώμα της να στα­ θεί στα γόνατα, με τις παλάμες της κρύες πάνω στο ολισθηρό λι­ θόστρωτο. Μπορούσε ακόμα να νιώσει το κρύο στο αριστερό της μπράτσο. «Να φέρω βοήθεια;» ρώτησε το λαγωνικό. Η Βιν κούνησε το κεφάλι της και σηκώθηκε όρθια τρεκλίζοντας. Κοίταξε προς τα πάνω, μέσα από τις στροβιλιζόμενες ομί­ χλες, προς το μαύρο παράθυρο ψηλά. Αναρρίγησε. Ο ώμος της πονούσε από το χτύπημα στο έδαφος και το μελανιασμένο ακόμα πλευρό της δονούνταν από τον πό­ νο, αλλά μπορούσε να νιώσει τη δύναμή της να επιστρέφει. Απο­ μακρύνθηκε από το κτήριο, εξακολουθώντας να κοιτάζει ψηλά. Από πάνω της, οι βαθιές ομίχλες έμοιαζαν... απειλητικές. Σκο­ τεινές. Όχι, σκέφτηκε αποφασιστικά. Οι ομίχλες είναι η ελευθερία μου' η νύχτα είναι το σττίτι μου! Εδώ ανήκω. Δεν έχει χρειαστεί να (ροβηθώ τη νύχτα από τότε που ο Κέλσιερ μου έμαθε να μη φοβάμαι. Δεν μπορούσε να το χάσει αυτό. Δεν θα επέστρεφε στο φόβο. Ωστόσο, δεν μπορούσε να συγκροτήσει τη βιασύνη στο βήμα της καθώς έγνεψε στον Ορσούρ και άρχισε να τρέχει μακριά από


το κτήριο. Δεν έδωσε καμία εξήγηση για τις περίεργες ενέργειές της. Ούτε εκείνος ζήτησε καμία.

Ο Έλεντ άφησε μια τρίτη στοίβα βιβλίων στο τραπέζι, η οποία ακούμπησε πάνω στις άλλες δύο, απειλώντας να αναποδογυρίσει όλα τα βιβλία στο πάτωμα. Τα σταθεροποίησε και μετά σήκωσε το βλέμμα του. Ο Μπριζ, με ένα κομψό κοστούμι, κοιτούσε το τραπέζι με θυ­ μηδία καθώς έπινε το κρασί του. Ο Χαμ και ο Τρομάρας έπαιζαν ζάρια καθώς περίμεναν να ξεκινήσει η συζήτηση· κέρδιζε ο Τρομάρας. Ο Ντόξον καθόταν στη γωνία του δωματίου, γράφο­ ντας σε ένα λογιστικό βιβλίο και ο Κλαμπς καθόταν σε μια βαθιά βελούδινη πολυθρόνα, κοιτάζοντας τον Έλεντ με εκείνο το χα­ ρακτηριστικό του βλέμμα. Οποιοσδήποτε από αυτούς τους άντρες θα μπορούσε να είναι ο μιμητής, σκέφτηκε ο Έλεντ. Η σκέψη εξακολουθούσε να του φαίνεται τρελή. Τι έπρεπε να κάνει; Να τους αποκλείσει όλους από έμπιστούς του; Όχι, τους χρειαζόταν. Η μοναδική επιλογή ήταν να συμπεριφερθεί φυσιολογικά και να τους παρακολουθεί. Η Βιν τού είχε πει να προσπαθήσει να εντο­ πίσει ασυνέπειες στην προσωπικότητά τους. Σκόπευε να βάλει τα δυνατά του, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν σίγουρος πόσα πράγματα θα μπορούσε να δει. Αυτός ήταν μάλλον ο τομέας της Βιν. Εκείνος είχε να ανησυχεί για τους στρατούς. Καθώς τη σκεφτόταν, κοίταξε το βιτρό παράθυρο στο πίσω μέ­ ρος του γραφείου του και ξαφνιάστηκε όταν είδε ότι ήταν σκοτεινά. Είναι ήδη τόσο αργά; σκέφτηκε ο Έλεντ. «Αγαπητέ μου» σχολίασε ο Μπριζ. «Όταν μας είπες ότι έπρεπε να "πας να συγκεντρώσεις μερικές παραπομπές", έπρεπε να μας προειδοποιήσεις ότι σκόπευες να λείψεις δύο ολόκληρες ώρες». «Ναι, λοιπόν» είπε ο Έλεντ, «έχασα την αίσθηση του χρόνου...» «Για δύο ώρες;» Ο Έλεντ ένευσε συνεσταλμένα. «Για βιβλία επρόκειτο».


τ<£ίίηγάδι τηςοΑνάληψης

Ο Μπριζ κούνησε το κεφάλι του. «Αν δεν διακοβεοόταν η μοίρα της Κεντρικής Κυριαρχίας -και αν δεν ήταν τόσο φαντα­ στικά διασκεδασττκό να βλέπω τον Χάμοντ να χάνει το μισθό ενός ολόκληρου μήνα από αυτό το αγόρι- θα είχα φύγει εδώ και μία ώρα». «Ναι, λοιπόν, μπορούμε να ξεκινήσουμε τώρα» είπε ο Έλεντ. Ο Χαμ έπνιξε ένα γέλιο και σηκώθηκε. «Η αλήθεια είναι ότι μου θυμίζει τον παλιό καιρό. Και ο Κελ αργοπορούοε πάντα - και του άρεσε να κάνει τις συναντήσεις του τη νύχτα. Ώρες Ομιχλογέννητων». Ο Τρομάρας χαμογέλασε, με το πουγκί του φουσκωμένο από τα νομίσματα. Χρησιμοποιούμε ακόμα μποξίνια -τα νομίσματα του Μεγάλου Εξουσιαστή- ως χρήματά μας, σκέφτηκε ο Έλεντ. Κάτι πρέπει να κάνουμε γι' αυτό. «Μου λείπει ο μαυροπίνακας, όμως» είπε ο Τρομάρας. «Εμένα πάντως όχι» απάντησε ο Μπριζ. «Ο Κελ είχε φρικτό γραφικό χαρακτήρα». «Εντελώς φρικτό» είπε ο Χαμ με ένα χαμόγελο, ενώ έπαιρνε τη θέση του. «Πρέπει να παραδεχτείς, όμως - ήταν ξεχωριστός». Ο Μπριζ σήκωσε το ένα του φρύδι. «Υποθέτω πως ήταν». Ο Κέλσιερ, ο Επιζών του Χάθσιν, σκέφτηκε ο Έλεντ. Ακόμα και ο γραφικός του χαρακτήρας είναι θρυλικός. «Τέλος πάντων» είπε, «νομίζω ότι πρέπει να πιάσουμε δουλειά. Εξακολουθούμε να έχουμε δύο στρατούς που περιμένουν εκεί έξω. Δεν θα φύγουμε απόψε έως ότου καταλήξουμε σε ένα σχέδιο για να τους αντιμε­ τωπίσουμε!» Τα μέλη της συμμορίας αντάλλαξαν βλέμματα. «Στην πραγματικότητα, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντόξον, «ασχο­ ληθήκαμε ήδη λίγο με αυτό το πρόβλημα». «Μπα;» ρώτησε έκπληκτος ο Έλεντ. Βέβαια, δύο ώρες τους άφησα μόνους. «Σας ακούω, λοιπόν». Ο Ντόξον σηκώθηκε, τραβώντας την καρέκλα του λίγο πιο μπροστά για να καθίσει κοντά στην υπόλοιπη ομάδα, και ο Χαμ άρχισε να μιλάει.


«Άκου τι γίνεται, Ελ» είπε ο Χαμ. «Με δύο στρατούς, δεν χρειά­ ζεται να ανησυχούμε για μια άμεση επίθεση. Ωστόσο, εξακολου­ θούμε να αντιμετωπίζουμε σοβαρό κίνδυνο. Το πιθανότερο είναι ότι θα καταλήξουμε σε μια εκτεταμένη πολιορκία, καθώς ο ένας στρατός θα προσπαθεί να αντέξει πιο πολύ από τον άλλο». «Θα προσπαθήσουν να μας οδηγήσουν στη λιμοκτονία» είπε ο Κλαμπς. «Να αποδυναμώσουν κι εμάς και τους εχθρούς τους, προτού επιτεθούν». «Και αυτό» συνέχισε ο Χαμ, «μας δημιουργεί πρόβλημα - επει­ δή δεν μπορούμε να αντέξουμε πολύ καιρό. Η πόλη είναι ήδη στα πρόθυρα της λιμοκτονίας - και οι αντίπαλοι βασιλιάδες πιθα­ νότατα το ξέρουν αυτό». «Τι λέτε;» ρώτησε αργά ο Έλεντ. «Πρέπει να συμμαχήσουμε με έναν από αυτούς τους στρα­ τούς, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντόξον. «Το ξέρουν και οι δύο. Μόνοι τους δεν θα μπορέσουν να νικήσουν ο ένας τον άλλο. Με τη βοήθειά μας, ωστόσο, η ισορροπία θα αλλάξει». «Θα μας εγκλωβίσουν» είπε ο Χαμ. «Θα μας κρατήσουν απο­ κλεισμένους έως ότου η απελπισία να μας οδηγήσει να συμμα­ χήσουμε με τον έναν από αυτούς. Τελικά, θα αναγκαστούμε να το κάνουμε - είτε αυτό είτε θα αφήσουμε το λαό μας να λιμοκτονησει». «Η απόφαση είναι η εξής» είπε ο Μπριζ. «Δεν μπορούμε να αντέξουμε πιο πολύ από αυτούς, γι' αυτό πρέπει να διαλέξουμε ποιος από τους δυο θέλουμε να πάρει την πόλη. Και θα πρότεινα να πάρουμε την απόφασή μας γρήγορα αντί να περιμένουμε να τελειώσουν οι προμήθειές μας». Ο Έλεντ σηκώθηκε σιωπηλός. «Κάνοντας συμφωνία με έναν από αυτούς τους στρατούς, ουσιαστικά θα παραδίδουμε το βα­ σίλειό μας». «Αυτό είναι αλήθεια» είπε ο Μπριζ, χτυπώντας με το δάχτυλό του το τοίχωμα της κούπας του. «Ωστόσο, αυτό που μας εξασφάλι­ σα φέρνοντας τον δεύτερο στρατό είναι η διαπραγματευτική δύ­ ναμη. Βλέπεις, είμαστε τουλάχιστον σε θέση να απαιτήσουμε κάτι ως αντάλλαγμα για το βασίλειό μας».


τ

«Και οε τι θα μας βοηθήσει αυτό;» ρώτησε ο Έλεντ. «Και πάλι θα χάσουμε». «Είναι καλύτερο από το τίποτα» είπε ο Μπριζ. «Νομίζω ότι ίσως να μπορέσουμε να πείθουμε τον Κετ να σε αφήσει ως προσωρινό ηγέτη στη Λουθάντελ. Δεν του αρέσει η Κεντρική Κυριαρχία- τη θεωρεί άγονη και φτωχή». «Προσωρινός ηγέτης της πόλης» είπε ο Έλεντ συνοφρυωμέ­ νος. «Αυτό είναι λίγο διαφορετικό από την ιδιότητα του βασιλιά της Κεντρικής Κυριαρχίας». «Αυτό είναι αλήθεια» είπε ο Ντόξον. «Αλλά, κάθε αυτοκράτορας χρειάζεται καλούς άντρες για να διαχειρίζονται τις πόλεις που έχει υπό την εξουσία του. Δεν θα είσαι βασιλιάς, αλλά εσύ -και τα στρατεύματά μας- θα επιβιώσετε τους επόμενους μήνες, και η Λουθάντελ δεν θα λεηλατηθεί». Ο Χαμ, ο Μπριζ και ο Ντόξον κάθονταν όλοι ψύχραιμοι, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Ο Έλεντ χαμήλωσε το βλέμμα στη στοί­ βα των βιβλίων του και σκέφτηκε την έρευνα και τη μελέτη του. Άχρηστες. Πόσο καιρό ήξερε η συμμορία ότι υπήρχε μονάχα ένας δρόμος; Η συμμορία φάνηκε να ερμηνεύει τη σιωπή του Έλεντ ως συγκατάθεση. «Ο Κετ είναι η καλύτερη επιλογή, λοιπόν;» ρώτησε ο Ντόξον. «Ίσως να είναι πιθανότερο να κάνει ο Στραφ μια συμφωνία με τον Έλεντ - άλλωστε, είναι οικογένεια». Ω, σίγουρα θα κάνει μια συμφωνία, σκέφτηκε ο Έλεντ. Και θα την παραβιάσει με την πρώτη ευκαιρία. Α λλά... η εναλλακτική; Να παραδώ­ σουμε την πόλη σ' αυτόν τον Κετ; Τι θα συνέβαινε σ' αυτή τη χώρα, σ' αυ­ τούς τους ανθρώπους, αν αναλάμβανε εκείνος την εξουσία; «Ο Κετ είναι καλύτερος, νομίζω» είπε ο Μπριζ. «Είναι πολύ πρόθυμος να αφήσει άλλους να κυβερνήσουν, αρκεί να πάρει αυτός τη δόξα και τα χρήματα. Το πρόβλημα θα είναι εκείνο το άτιο. Ο Κετ νομίζει ότι είναι εδώ, κι αν δεν το βρει...» «Απλώς θα τον αφήσουμε να ψάξει την πόλη» είπε ο Χαμ. Ο Μπριζ ένευσε. «Θα πρέπει να τον πείσεις ότι τον παρα­ πλάνησα σχετικά με το άτιο - και αυτό δεν θα είναι πολύ δύσκολο


αν αναλογιστείς τι πιστεύει για μένα. Και αυτό είναι άλλο ένα μικρό πρόβλημα - θα πρέπει να τον πείθεις ότι βγήκα από τη μέ­ ση. Ίσως να πιστέψει ότι εκτελέστηκα αμέσως όταν έμαθε ο Έλεντ ότι έφερα έναν στρατό εναντίον του». Οι άλλοι ένευσαν. «Μπριζ;» ρώτησε ο Έλεντ. «Πώς φέρεται ο Λόρδος Κετ στους σκάα στη χώρα του;» Ο Μπριζ έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά απέστρεψε το βλέμμα του. «Όχι καλά, φοβάμαι». «Κοιτάξτε, λοιπόν» είπε ο Έλεντ. «Νομίζω ότι πρέπει να σκεφτούμε ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προστατεύσουμε το λαό μας. Εννοώ, αν παραδώσουμε τα πάντα στον Κετ, τότε θα σώσουμε το τομάρι μου - αλλά με κόστος ολόκληρο τον πληθυ­ σμό των σκάα της κυριαρχίας!» Ο Ντόξον κούνησε το κεφάλι του. «Έλεντ, δεν είναι προδοσία. Οχι αν αυτός είναι ο μόνος τρόπος». «Είναι εύκολο να το λες» είπε ο Έλεντ. «Αλλά εγώ είμαι αυτός που θα έχει ένοχη τη συνείδησή του γι' αυτή την πράξη. Δεν λέω ότι πρέπει να απορρίψουμε την πρότασή σας, ωστόσο έχω μερικές ιδέες τις οποίες ίσως πρέπει να συζητήσουμε...» Οι άλλοι αντάλλαξαν βλέμματα. Ως συνήθως, ο Κλαμπς και ο Τρομάρας παρέμειναν σιωπηλοί κατά τη διάρκεια της διαδι­ κασίας. Ο Κλαμπς μιλούσε μόνο όταν ένιωθε ότι ήταν απολύτως απαραίτητο και ο Τρομάρας συνήθιζε να μένει στο περιθώριο των συζητήσεων. Τελικά, ο Μπριζ, ο Χαμ και ο Ντόξον έστρεψαν ξανά το βλέμμα τους στον Έλεντ. «Αυτή η χώρα είναι δική σας, Μεγαλειότατε» είπε προσεκτι­ κά ο Ντόξον. «Εμείς είμαστε εδώ απλώς και μόνο για να προσφέ­ ρουμε συμβουλές». Πολύ καλές συμβουλές, υπονοούσε ο τόνος του. «Ναι, λοιπόν» είπε ο Έλεντ, διαλέγοντας γρήγορα ένα βιβλίο. Στη βιασύνη του, πέταξε κάτω μία από τις στοίβες, ρίχνοντας μια βροχή από βιβλία πάνω στο τραπέζι και έναν τόμο στα πόδια του Μπριζ. «Συγγνώμη» είπε ο Έλεντ, καθώς ο Μπριζ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω και ακούμπησε ξανά το βιβλίο πάνω στο τραπέζι. Ο


τ(£#ίηγάδι τηςοΑνόληψης

Έλεντ άνοιξε το δικό του βιβλίο. «Λοιπόν, αυτός ο τόμος έχει να πει μερικά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τη μετακίνηση και τη διάταξη των στρατευμάτων-» «Εε, Ελ;» ρώτησε ο Χαμ, συνοφρυωμένος. «Αυτό μοιάζει με ένα βιβλίο για τη μεταφορά σταριού». «Το ξέρω» είπε ο Έλεντ. «Δεν υπήρχαν πολλά βιβλία με θέμα τον πόλεμο στη βιβλιοθήκη. Αυτά παθαίνουμε μάλλον αφού πε­ ράσαμε χίλια χρόνια χωρίς πολέμους. Ωστόσο, αυτό το βιβλίο ανα­ φέρει πόσο στάρι χρειάστηκε για να διατηρήσει τα διάφορα στρα­ τεύματα στην'Υστατη Αυτοκρατορία εφοδιασμένα. Έχετε ιδέα πό­ σα τρόφιμα χρειάζεται ένας στρατός;» «Έχεις ένα δίκιο» είπε ο Κλαμπς, νεύοντας. «Συνήθως είναι με­ γάλος μπελάς να ταΐζεις στρατιώτες· αντιμετωπίζαμε συχνά προ­ βλήματα με τις προμήθειες όταν πολεμούσαμε στα σύνορα, και δεν ήμασταν παρά μικρές ομάδες που είχαμε αποσταλεί να κατα­ πνίξουμε περιστασιακές εξεγέρσεις». Ο Έλεντ ένευσε. Ο Κλαμπς δεν μιλούσε συχνά για το παρελθόν του ως πολεμιστής στο στρατό του Μεγάλου Εξουσιαστή - και η ομάδα δεν τον ρωτούσε συχνά γι' αυτό. «Τέλος πάντων» είπε ο Έλεντ. «Βάζω στοίχημα ότι τόσο ο Κετ όσο και ο πατέρας μου δεν είναι συνηθισμένοι να μετακινούν μεγάλους αριθμούς αντρών. 0 α υπάρχουν προβλήματα προμη­ θειών, ειδικότερα για τον Κετ, εφόσον προέλασε τόσο βιαστικά». «Ίσως όχι» είπε ο Κλαμπς. «Και οι δύο στρατοί έχουν εξα­ σφαλίσει διακαναλικές διαδρομές ως τη Λουθάντελ. Έτσι θα είναι εύκολο να μεταφέρουν περισσότερες προμήθειες». «Επίσης» πρόσθεσε ο Μπριζ, «παρ' όλο που ένα μεγάλο μέρος της χώρας του Κετ βρίσκεται τώρα υπό εξέγερση, εξακολουθεί να διατηρεί την πόλη του Χάβερφρεξ, η οποία είχε ένα από τα βασικά εργοστάσια παραγωγής κονσερβοποιημένων τροφίμων του Μεγάλου Εξουσιαστή. Ο Κετ διαθέτει μια τεράστια ποσότητα τροφίμων σε μικρή απόσταση μέσω του καναλιού». «Τότε θα φέρουμε αναστάτωση στα κανάλια» είπε ο Έλεντ. « 0 α βρούμε έναν τρόπο να εμποδίσουμε να φτάσουν αυτές οι προμήθειες. Τα κανάλια καθιστούν τον ανεφοδιασμό γρήγορο,


αλλά και ευάλωτο, εφόσον ξέρουμε ποια πορεία θα ακολουθήσει. Και, αν μπορέσουμε να πάρουμε τα τρόφιμά τους, ίσως να ανα­ γκαστούν να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους». «Είτε αυτό» είπε ο Μπριζ, «είτε θα διακινδυνεύσουν απλώς να επιτεθούν στη Λουθάντελ». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Αυτή είναι μια πιθανότη­ τα» είπε. «Αλλά έκανα έρευνα και για το πώς να υπερασπιστού­ με την πόλη». Εσκυψε πάνω στο τραπέζι, παίρνοντας ένα βιβλίο. «Αυτό έχει τίτλο Διαχείριση της Πόλης στη Σύγχρονη Εποχή και είναι του Τζέντελα. Αναφέρει πόσο δύσκολο είναι να αστυνομεύσεις τη Λουθάντελ εξαιτίας του τεράστιου μεγέθους της και του μεγάλου αριθμού των παραγκουπόλεων των σκάα. Προτείνει τη χρήση πε­ ριπολιών για την προστασία της πόλης. Νομίζω ότι μπορούμε να προσαρμόσουμε τις μεθόδους του στη μάχη - το τείχος μας είναι πολύ μακρύ για να το υπερασπιστούμε λεπτομερώς, αλλά αν εί­ χαμε κινούμενες μονάδες στρατευμάτων που θα μπορούσαν να ανταποκρίνονται σε-» «Μεγαλειότατε» τον διέκοψε ο Ντόξον. «Ε; Ναι;» «Έχουμε ένα στράτευμα από αγόρια και άντρες που εκπαι­ δεύονται λιγότερο από έναν χρόνο και είμαστε αντιμέτωποι όχι με μία τεράστια δύναμη αλλά με δύο. Δεν μπορούμε να κερδίσουμε τη μάχη με την ισχύ». «Ω, ναι» είπε ο Έλεντ. «Φυσικά. Έλεγα απλώς ότι αν αναγκαζό­ μασταν να πολεμήσουμε, έχω κάποιες στρατηγικές...» «Αν πολεμήσουμε, θα χάσουμε» είπε ο Κλαμπς. «Πιθανότατα θα χάσουμε ούτως ή άλλως». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ναι, λοιπόν, απλώς εγώ ...» «Η επίθεση στις διόδους των καναλιών είναι καλή ιδέα, όμως» είπε ο Ντόξον. «Μπορούμε να το κάνουμε μυστικά, ίσως να προσλάβουμε κάποιους από τους ληστές στην περιοχή για να επιτεθούν στα πλοία με τις προμήθειες. Πιθανόν αυτό να μην είναι αρκετό για να κάνει τον Κετ ή τον Στραφ να γυρίσουν στα σπίτια τους, αλλά ίσως να τους αναγκάσουμε να αναζητήσουν πιο απελπισμένα μια συμμαχία μαζί μας».


τ

Ο Μπριζ ένευσε. «Ο Κετ ανησυχεί ήδη για την αστάθεια πίσω στα εδάφη της κυριαρχίας του. Καλό θα ήταν να του στείλουμε από πριν έναν αγγελιοφόρο, για να τον ενημερώσουμε ότι ενδιαφε­ ρόμαστε για μια συμμαχία. Έτσι, όταν αρχίσουν τα προβλήματα ανεφοδιασμού του, θα σκεφτεί εμάς». «Μπορούμε να του στείλουμε και ένα γράμμα στο οποίο θα εξηγούμε την εκτέλεση του Μπριζ» είπε ο Ντόξον, «ως ένδειξη κα­ λής πίστης. Αυτό-» Ο Έλεντ καθάρισε το λαιμό του. Οι άλλοι σιώπησαν. «Εγώ, εεε, δεν είχα τελειώσει» είπε ο Έλεντ. «Ζητώ συγγνώμη, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντόξον. Ο Έλεντ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έχετε δίκιο - δεν μας συμφέ­ ρει να πολεμήσουμε με αυτούς τους στρατούς. Αλλά νομίζω ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να τους κάνουμε να πολεμήσουν μεταξύ τους». «Αυτό θα ήταν πολύ ευχάριστο, αγαπητέ μου» είπε ο Μπριζ. «Αλλά το να κάνουμε αυτούς τους δύο να επιτεθούν ο ένας στον άλλο δεν είναι τόσο εύκολο όσο το να πείσω τον Τρομάρα εκεί πέρα να μου σερβίρει κι άλλο κρασί». Γύρισε, σηκώνοντας την άδεια του κούπα. Ο Τρομάρας δεν κουνήθηκε για λίγο, αλλά μετά αναστέναξε και σηκώθηκε για να φέρει το μπουκάλι με το κρασί. «Ναι» είπε ο Έλεντ. «Αλλά, ενώ δεν υπάρχουν πολλά βιβλία με θέμα την πολεμική σύρραξη, υπάρχουν, ωστόσο, πολλά με θέμα την πολιτική. Μπριζ, προχθές είπες ότι το να είμαστε ο πιο αδύναμος κρίκος σε ένα σύστημα τριών αλληλοσυγκρουόμενων δυνάμεων μας δίνει ισχύ». «Ακριβώς» είπε ο Μπριζ. «Μπορούμε να καθορίσουμε εμείς τη μάχη υπέρ οποιοσδήποτε από τις δύο μεγαλύτερες πλευρές». «Ναι» είπε ο Έλεντ, ανοίγοντας ένα βιβλίο. «Τώρα που υπάρ­ χουν τρεις πλευρές, δεν είναι πόλεμος -είναι πολιτική. Μοιάζει με ανταγωνισμό ανάμεσα σε οίκους. Και στην πολιτική των οίκων, ακόμα και οι πιο ισχυροί οίκοι δεν μπορούν να αντέξουν χωρίς συμμάχους. Οι μικροί οίκοι είναι αδύναμοι μόνοι τους, αλλά εί­ ναι ισχυροί όταν τους σκεφτεί κανείς ως σύνολο. «Είμαστε σαν έναν από αυτούς τους μικρούς οίκους. Αν θέ-


λουμε να έχουμε κέρδη, θα πρέπει να πείσουμε τους συμμάχους μας να μας ξεχάσουν - ή, τουλάχιστον, να μας θεωρήσουν ασή­ μαντους. Αν πιστέψουν και οι δύο ότι μπορούν να μας νικήσουν -ότι μπορούν να μας χρησιμοποιήσουν για να νικήσουν τον άλλο στρατό, και μετά να στραφούν εναντίον μας με την άνεσή τουςτότε θα μας αφήσουν ήσυχους και θα επικεντρωθούν ο ένας στον άλλο». Ο Χαμ έτριψε το πηγούνι του. «Λες ότι πρέπει να παραπλα­ νήσουμε και τις δύο πλευρές, Έλεντ. Έτσι θα μπούμε σε μια επικίν­ δυνη θέση». Ο Μπριζ ένευσε. «Θα πρέπει να μετακινούμε τη συμμαχία μας σε όποια πλευρά φαίνεται πιο αδύναμη τη δεδομένη στιγμή, να τους κάνουμε να ξεσπούν συνεχώς ο ένας στον άλλο. Και δεν υπάρχει εγγύηση ότι ο νικητής θα έχει αποδυναμωθεί αρκετά ώστε να τον κερδίσουμε». «Και ας μην αναφέρουμε καν τα προβλήματα που έχουμε με τα τρόφιμα» είπε ο Ντόξον. «Αυτό που προτείνετε χρειάζεται χρό­ νο, Μεγαλειότατε. Χρόνο κατά τον οποίο θα βρισκόμαστε υπό πολιορκία, με τις προμήθειές μας να λιγοστεύουν. Τώρα είναι φθι­ νόπωρο. Ο χειμώνας θα έρθει γρήγορα». «Θα είναι δύσκολο» συμφώνησε ο Έλεντ. «Και ριψοκίνδυνο. Αλλά νομίζω ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Θα κάνουμε και τους δύο να πιστέψουν ότι συμμαχήσαμε μαζί τους, αλλά θα αναβάλλουμε να τους προσφέρουμε τη στήριξή μας. Θα τους ενθαρρύνουμε να επιτεθούν ο ένας στον άλλο και θα εξασθενή­ σουμε τις προμήθειες και το ηθικό τους, ωθώντας τους σε σύγκρου­ ση. Μετά τη μάχη, ίσως ο στρατός που θα επιβιώσει να είναι αρ­ κετά αδύναμος για να τον νικήσουμε». Ο Μπριζ έδειχνε σκεφτικός. «Έχει στιλ» παραδέχτηκε. «Και η αλήθεια είναι ότι ακούγεται διασκεδαστικό». Ο Ντόξον χαμογέλασε. «Το λες αυτό επειδή σημαίνει ότι θα βάλουμε κάποιον άλλο να κάνει τη δουλειά για εμάς». Ο Μπριζ σήκωσε τους ώμους του. «Η χειραγώγηση είναι απο­ τελεσματική σε προσωπικό επίπεδο. Δεν βλέπω για ποιον λόγο να μην είναι μια εξίσου εφικτή κρατική πολιτική».


τιβίίηγάδι τηςοΑνβληψης

«Στην πραγματικότητα, έτοτ λειτουργούν οι περισσότερες κυ­ βερνήσεις» είπε συλλογισμένα ο Χαμ. «Τι είναι μια κυβέρνηση εκτός από μια θεσμοθετημένη μέθοδο να εξασφαλίσεις ότι θα κά­ νει κάποιος άλλος όλη τη δουλειά;» «Εε, το σχέδιο;» ρώτησε ο Έλεντ. «Δεν ξέρω, Ελ» είπε ο Χαμ, επιστρέφοντας στο θέμα. «Μοιάζει με ένα σχέδιο που θα κατέστρωνε ο Κελ - τολμηρό, γενναίο και λί­ γο τρελό». Έμοιαζε έκπληκτος που άκουγε τον Έλεντ να προτείνει ένα τέτοιο μέτρο. Μπορώ να φερθώ εξίσου τολμηρά με οποιοσδήποτε άλλο, σκέφτηκε θυμωμένα ο Έλεντ, και μετά σταμάτησε. Ήθελε στ' αλήθεια να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή σκέψης; «Μπορεί να βρεθούμε πολύ άσχημα μπλεγμένοι» είπε ο Ντόξον. «Αν οποιαδήποτε πλευρά αποφασίσει ότι έχει κουραστεί με τα παιχνίδια μ α ς...» «Θα μας καταστρέψουν» είπε ο Έλεντ. «Αλλά... λοιπόν, κύ­ ριοι, είστε τζογαδόροι. Δεν μπορείτε να μου αρνηθείτε ότι αυτό το σχέδιο σας φαίνεται πιο ενδιαφέρον από το να σκύψετε απλώς το κεφάλι μπροστά στον Λόρδο Κετ». Ο Χαμ αντάλλαξε ένα βλέμμα με τον Μπριζ και φάνηκαν να συλλογίζονται την ιδέα. Ο Ντόξον γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω, αλλά έδειχνε να αντιδρά απλώς και μόνο από συνήθεια. Όχι, δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την ασφαλή λύση. Αυτοί ήταν οι άντρες που είχαν προκαλέσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή, άντρες που έβγαζαν το ψωμί τους εξαπατώντας ευγενείς. Σε πολ­ λές περιπτώσεις ήταν πολύ προσεκτικοί- μπορούσαν να είναι ακρι­ βείς στην προσοχή που έδιναν στη λεπτομέρεια, επιφυλακτικοί ό­ ταν έπρεπε να καλύψουν τα ίχνη τους και να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Αλλά όταν ερχόταν η στιγμή να τα παίξουν όλα για όλα, συχνά ήταν πρόθυμοι. Όχι, όχι πρόθυμοι. Ανυπόμονοι. Υπέροχα, σκέφτηκε ο Έλεντ. Έχω γεμίσει το μυστικοσυμβούλιό μου με ένα μάτσο μαζοχιστές που κυνηγούν τη συγκίνηση. Ακόμα χειρότε­ ρα, αποφάσισα να γίνω ένας από αυτούς. Αλλά, τι άλλο μπορούσε να κάνει;


«Θα μπορούσαμε τουλάχιστον να το σκεφτούμε» είπε ο Μπριζ. «Όντως ακούγεται συναρπαστικό». «Κοίτα, δεν το πρότεινα επειδή είναι συναρπαστικό, Μπριζ» είπε ο Έλεντ. «Πέρασα την εφηβεία μου προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο να κάνω την πόλη της Λουθάντελ καλύτερη, όταν θα γινόμουν αρχηγός του οίκου μου. Δεν πρόκειται να πετάξω στα σκουπίδια αυτά τα όνειρα με την πρώτη δυσκολία». «Και η Σύνοδος;» είπε ο Χαμ. «Αυτό είναι το καλύτερο από όλα» είπε ο Έλεντ. «Υπερψήφι­ σαν την πρότασή μου στη συνέλευση πριν από δύο μέρες. Δεν μπορούν να ανοίξουν τις πύλες της πόλης σε κανέναν εισβολέα έως ότου συναντηθώ με τον πατέρα μου για διαπραγματεύσεις». Η ομάδα κάθισε σιωπηλή για λίγο. Τελικά, ο Χαμ γύρισε στον Έλεντ, κουνώντας το κεφάλι του. «Στ αλήθεια δεν ξέρω, Ελ. Ακούγεται ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι ότι συζητήσαμε μερικά τολμηρά σχέδια όπως αυτό όσο σε περιμέναμε. Αλλά...» «Αλλά τι;» ρώτησε ο Έλεντ. . «Ένα τέτοιο σχέδιο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εσένα, καλέ μου άνθρωπε» είπε ο Μπριζ, πίνοντας το κρασί του. «Εσύ εί­ σαι αυτός που θα συναντηθεί με τους βασιλιάδες - εσύ θα πρέπει να πείσεις και τους δυο τους ότι είμαστε μαζί τους. Χωρίς παρε­ ξήγηση, είσαι καινούριος στην τέχνη της εξαπάτησης. Είναι δύ­ σκολο να συμφωνήσουμε σε ένα τολμηρό σχέδιο που βάζει έναν νεοφερμένο στη θέση του βασικού άξονα της ομάδας». «Μπορώ να τα καταφέρω» είπε ο Έλεντ. «Αλήθεια». Ο Χαμ κοίταξε τον Μπριζ και μετά κοίταξαν και οι δύο τον Κλαμπς. Ο βλοσυρός στρατηγός σήκωσε τους ώμους του. «Αν ο μι­ κρός θέλει να το δοκιμάσει, αφήστε τον». Ο Χαμ αναστέναξε, και μετά γύρισε ξανά στον Έλεντ. «Συμφω­ νώ, υποθέτω. Αρκεί να μπορείς να το κάνεις, Ελ». «Νομίζω ότι μπορώ» είπε ο Έλεντ, καλύπτοντας τη νευρικότητά του. «Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν μπορούμε να τα πα­ ρατήσουμε, όχι εύκολα. Ίσως να μην πετύχει αυτό - ίσως μετά από έναν-δύο μήνες πολιορκίας, να καταλήξουμε να παραδώσουμε ούτε ή άλλως την πόλη μας. Ωστόσο, αυτό μας δίνει δύο μήνες


τ

κατά τη διάρκεια των οποίων κάτι μπορεί να συμβεί. Αξίζει το ρίοκο να περιμένουμε, αντί να υποχωρήσουμε. Περιμένουμε, και σχεδιάζουμε». «Εντάξει, λοιπόν» είπε ο Ντόξον. «Δώστε μας λίγο χρόνο να σκεφτούμε μερικές ιδέες και επιλογές, Μεγαλειότατε. Θα συνα­ ντηθούμε ξανά σε μερικές μέρες για να συζητήσουμε τις λεπτο­ μέρειες». «Εντάξει» είπε ο Έλεντ. «Καλό ακούγεται. Τώρα, αν μπορούμε να προχωρήσουμε σε άλλα θέματα, θα ήθελα να αναφέρω-» Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Με απάντηση του Έλεντ, ο Λοχαγός Ντεμού άνοιξε την πόρτα, δείχνοντας λίγο αμήχανος. «Μεγαλειότατε;» είπε. «Ζητώ συγγνώμη, αλλά... Νομίζω ότι συλλάβαμε κάποιον να κρυφακούει τη συνήτησή σας». «Τι;» είπε ο Έλεντ. «Ποιον;» Ο Ντεμού γύρισε στο πλάι, κάνοντας νόημα σε δύο από τους φρουρούς του. Η γυναίκα που οδήγησαν στο δωμάτιο φαινόταν αόριστα γνωστή στον Έλεντ. Ψηλή, όπως οι περισσότεροι Τερίσιοι, φορούσε ένα πολύχρωμο αλλά απλό, φόρεμα. Τα αυτιά της ήταν τεντωμένα προς τα κάτω, οι λοβοί επιμηκυμένοι για να χωρούν τα πολυάριθμα σκουλαρίκια. «Σε αναγνωρίζω» είπε ο Έλεντ. «Από την αίθουσα της Συνό­ δου πριν από μερικές μέρες. Με παρακολουθούσες». Η γυναίκα δεν απάντησε. Κοιτούσε πάνω από τους παρευρισκόμενους στο δωμάτιο και στεκόταν άκαμπτα -σχεδόν τρομα­ κτικά- παρά τους δεμένους της καρπούς. Ο Έλεντ δεν είχε γνωρί­ σει ποτέ ξανά Τερίσια γυναίκα- είχε γνωρίσει μόνο οικονόμους, ευνούχους εκπαιδευμένους από τη γέννησή τους να δουλεύουν ως υπηρέτες. Για κάποιον λόγο, ο Έλεντ περίμενε ότι μια Τερίσια θα έδειχνε πιο υποταγμένη. «Κρυβόταν στο διπλανό δωμάτιο» είπε ο Ντεμού. «Λυπάμαι, Μεγαλειότατε. Δεν ξέρω πώς πέρασε από εμάς. Την βρήκαμε να κρυφακούει από τον τοίχο, αν και αμφιβάλλω ότι άκουσε τίποτα. Θέλω να πω, αυτοί οι τοίχοι είναι φτιαγμένοι από πέτρα». Ο Έλεντ συνάντησε τα μάτια της γυναίκας. Ηλικιωμένη ίσως πενήντα- δεν ήταν όμορφη, αλλά ούτε και άσχημη. Ήταν


γεροδεμένη, με ένα ειλικρινές, ορθογώνιο πρόσωπο. Το βλέμμα της ήταν ήρεμο και σταθερό, και ο Έλεντ ένιωθε άβολα που το κοι­ τούσε για πολλή ώρα. «Λοιπόν, τι περίμενες να κρυφακούσεις, γυναίκα;» ρώτησε ο Έλεντ. Η Τερίσια αγνόησε το σχόλιο. Γύρισε στους άλλους και μίλησε με μια ελαφριά προφορά. «Θα μιλήσω μόνο με το βασιλιά. Εσείς οι υπόλοιποι μπορείτε να φύγετε». Ο Χαμ χαμογέλασε. «Τουλάχιστον έχει κότσια». Ο Ντόξον απευθύνθηκε στην Τερίστα. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα αφήναμε το βασιλιά μας μόνο μαζί σου;» «Η Μεγαλειότητά του κι εγώ έχουμε να συζητήσουμε κά­ ποια πράγματα» είπε η γυναίκα με σοβαρό ύφος, λες και δεν εί­ χε επίγνωση της κατάστασής της ως κρατούμενη - ή δεν την ενδιέφερε. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για την ασφάλειά του- είμαι σίγουρη ότι η νεαρή Ομιχλογέννητη, που κρύβεται έξω από το παράθυρο, θα αρκεί και με το παραπάνω για να με αντιμετωπίσει». Ο Έλεντ κοίταξε στο πλάι, προς το μικρό παράθυρο του εξαερισμού δίπλα από το πιο μεγάλο παράθυρο με το βιτρό. Πώς ήξερε η Τερίσια ότι η Βιν παρακολουθούσε; Η ακοή της θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά οξεία. Αρκετά οξεία, ίσως, για να μπορέσει να κρυφακούσει τη συζήτηση πίσω από έναν πέτρινο τοίχο; Ο Έλεντ στράφηκε ξανά στη νεοφερμένη. «Είσαι Φύλακας». Εκείνη ένευσε. «Ο Σέιζεντ σε έστειλε;» «Εξαιτίας του είμαι εδώ» είπε. «Αλλά δεν "στάλθηκα"». «Χαμ, όλα είναι εντάξει» είπε αργά ο Έλεντ. «Μπορείτε να πη­ γαίνετε». «Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ο Χαμ συνοφρυωμένος. «Αφήστε με δεμένη, αν το επιθυμείτε» είπε η γυναίκα. Αν είναι πραγματικά Φερειχημίστρια, αυτό δεν θα την εμποδίσει και πολύ, σκέφτηκε ο Έλεντ. Φυσικά, αν είναι στ' αλήθεια Φερειχημίστρια - μια Φύλακας όπως ο Σέιζεντ- δεν θα έχω να φοβάμαι τίποτα. Θεωρητικά. Οι άλλοι βγήκαν αργά από το δωμάτιο, με τις στάσεις των σω­ μάτων τους να δείχνουν τι πίστευαν για την απόφαση του Έλεντ.


τ(£ίΕηγάδι τηςοΑνάληψης

Παρ' όλο που δεν ήταν πια επαγγελματίες κλέφτες, ο ’Ελεντ υπο­ πτευόταν ότι και εκείνοι -όπως η Βιν- θα κουβαλούσαν για πάντα τα αποτελέσματα της ανατροφής τους. «Θα είμαστε ακριβώς απ' έξω, Ελ» είπε ο Χαμ -ο τελευταίος που βγήκε- και μετά έκλεισε την πόρτα.


Και ωστόσο, όποιος με ξέρει θα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να εγκαταλείψω τόσο εύκολα. Όταν βρίσκω κάτι να ερευνήσω, καταπιάνομαι επίμονα με αυτό.

*ΤΕΡΙΣΙΑ ΕΣΠΑΣΕ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ και τα σχοινιά έπεσαν στο πάτωμα. «Εε, Βιν;» είπε ο Έλεντ, και άρχισε να αναρωτιέται αν ήταν συνετό να μείνει μόνος με αυτή τη γυναίκα. «Ίσως είναι ώρα να μπεις μέσα». «Δεν είναι στ' αλήθεια εκεί» είπε η Τερίσια ευθέως, προχωρώ­ ντας μπροστά. «Έφυγε πριν από μερικά λεπτά για να κάνει την περιπολία της. Γι' αυτό επέτρεψα να με πιάσουν». «Εε, κατάλαβα» είπε ο Έλεντ. «Λέω να φωνάξω τους φρουρούς τώρα». «Μην είσαι ανόητος» είπε η Τερίσια. «Αν ήθελα να σε σκοτώ­ σω, θα μπορούσα να το κάνω πριν γυρίσουν οι άλλοι. Και τώρα σώπασε για ένα λεπτό». Ο Έλεντ στεκόταν αμήχανα καθώς η ψηλή γυναίκα έκανε αρ­ γά το γύρο του τραπεζιού, παρατηρώντας τον όπως παρατηρεί ένας έμπορος ένα έπιπλο σε μια δημοπρασία. Τελικά σταμάτησε, ακουμπώντας τα χέρια της στους γοφούς της.


τ<£ϋηγάδι τηςοΑνάληψης

«Σχάσου ίσια» διέταξε. «Συγγνώμη;» «Καμπουριάζεις» είπε η γυναίκα. «Ένας βασιλιάς πρέπει να διατηρεί συνεχώς έναν αέρα αξιοπρέπειας, ακόμα και με τους φί­ λους του». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. «Παρ' όλο που εκτιμώ τη συμβουλή, δεν-» «Όχι» είπε η γυναίκα. «Μη μασάς τα λόγια σου. Διέταξε». «Συγγνώμη;» είπε ξανά ο Έλεντ. Η γυναίκα προχώρησε μπροστά, ακουμπώντας το χέρι της στον ώμο του και πιέζοντας την πλάτη του με δύναμη για να βελ­ τιώσει τη στάση του σώματός του. Έκανε ένα βήμα πίσω και μετά ένευσε ελαφρά. «Κοίταξε» είπε ο Έλεντ. «Δεν-» «Όχι» τον διέκοψε η γυναίκα. «Πρέπει να είσαι πιο αποφα­ σιστικός στον τρόπο που μιλάς. Η παρουσίαση -ο ι λέξεις, οι πρά­ ξεις, η στάση του σώματος- θα καθορίσουν τον τρόπο που θα σε κρίνουν οι άλλοι και θα αντιδράσουν απέναντι σου. Αν ξεκινάς την κάθε πρόταση με μαλθακότητα και αβεβαιότητα, θα φανείς μαλθακός και αβέβαιος. Να είσαι επιβλητικός!» «Τι συμβαίνει εδώ;» απαίτησε να μάθει ο Έλεντ, αγανακτισμένος. «Αυτό είναι» είπε η γυναίκα. «Επιτέλους». «Είπες ότι ξέρεις τον Σέιζεντ;» ρώτησε ο Έλεντ, ενώ αντιστάθηκε στην παρόρμηση να καμπουριάσει ξανά στην προηγούμενη στάση του. «Είναι γνωστός μου» είπε η γυναίκα. «Το όνομά μου είναι Τίντουιλ- είμαι, όπως μάντεψες, Φύλακας του Τέρις». Χτύπησε ελα­ φρά το πόδι της για μια στιγμή, και μετά κούνησε το κεφάλι της. «Ο Σέιζεντ με προειδοποίησε για την ατημέλητη εμφάνισή σου, αλλά ειλικρινά δεν πίστευα ότι θα μπορούσε ένας βασιλιάς να έχει σε τόσο χαμηλή εκτίμηση την παρουσίασή του». «Ατημέλητη;» ρώτησε ο Έλεντ. «Συγγνώμη;» «Σταμάτα να το λες αυτό» είπε απότομα η Τίντουιλ. «Μην κάνεις ερωτήσεις. Πες αυτό που εννοείς. Αν διαφωνείς, τότε να


διαφωνείς - μην αφήνεις τα λόγια αου έρμαια της δικής μου ερμη­ νείας». «Ναι, κοίτα, παρ' όλο που όλο αυτό είναι συναρπαστικό» εί­ πε ο Έλεντ, περπατώντας προς την πόρτα, «θα ήθελα να αποφύ­ γω περαιτέρω προσβολές απόψε. Γι' αυτό αν μου επιτρέπεις...» «Ο λαός σου σε θεωρεί ανόητο, Έλεντ Βεντούρ» είπε σιγανά η Τίντουιλ. Ο Έλεντ σταμάτησε. «Η Σύνοδος -ένα σώμα που οργάνωσες εσύ ο ίδιος- αγνοεί την εξουσία σου. Οι σκάα είναι πεπεισμένοι ότι δεν θα μπορέσεις να τους προστατεύσεις. Ακόμα και το συμβούλιο των ίδιων σου των φίλων καταστρώνει σχέδια όσο απουσιάζεις, υποθέτοντας ότι η συμβολή σου δεν διαθέτει δα και ιδιαίτερη βαρύτητα». Ο Έλεντ έκλεισε τα μάτια του, παίρνοντας μια αργή, βαθιά αναπνοή. «Έχεις καλές ιδέες, Έλεντ Βεντούρ» είπε η Τίντουιλ. «Βασιλικές ιδέες. Ωστόσο, δεν είσαι βασιλιάς. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ηγέτης μόνο όταν οι άλλοι τον δέχονται ως ηγέτη τους, και έχει όση εξουσία τού δίνουν οι υπήκοοί του. Όλες οι λαμπρές ιδέες στον κόσμο δεν μπορούν να σώσουν το βασίλειό σου αν δεν τις ακούει κανείς». Ο Έλεντ γύρισε. «Αυτόν τον τελευταίο χρόνο διάβασα κάθε σχε­ τικό βιβλίο που υπάρχει στις τέσσερις βιβλιοθήκες με θέμα την ηγεσία και τη διακυβέρνηση». Η Τίντουιλ σήκωσε το φρύδι της. «Τότε, φαντάζομαι ότι περ­ νάς πολύ χρόνο στο δωμάτιό σου, ενώ θα έπρεπε να είσαι έξω, να σε βλέπει ο λαός σου και να μαθαίνεις να είσαι κυβερνήτης». «Τα βιβλία έχουν μεγάλη αξία» είπε ο Έλεντ. «Οι πράξεις έχουν μεγαλύτερη αξία». «Και πού πρέπει να μάθω τις σωστές πράξεις;» «Από μένα». Ο Έλεντ έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Ίσως να ξέρεις ότι κάθε Φύλακας έχει ένα πεδίο ειδικού ενδια­ φέροντος» είπε η Τίντουιλ. «Ενώ απομνημονεύουμε όλοι τις ίδιες πληροφορίες, ένα άτομο μπορεί να μελετήσει και να κατανοή-


τ(0 $ίηγ«δι τηςοΑνάληψης

σει μόνο ένα περιορισμένο ποσοστό από αυτό το απόθεμα. Ο κοι­ νός μας φίλος Σέιζεντ περνά το χρόνο του με τις θρησκείες». «Και η δική σοο ειδικότητα;» «Οι βιογραφίες» είπε. «Έχω μελετήσει τις ζωές στρατηγών, βα­ σιλιάδων και αυτοκρατόρων, τα ονόματα των οποίων δεν έχεις ακούσει ποτέ. Η κατανόηση των θεωριών της πολιτικής και της δια­ κυβέρνησης, Έλεντ Βεντούρ, δεν είναι το ίδιο με την κατανόηση των ζωών των ανδρών που έζησαν τέτοιες αρχές». «Και... μπορείς να με διδάξεις να μιμηθώ αυτούς τους άντρες;» «Ίσως» είπε η Τίντουιλ. «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν έχεις ελπίδες ή όχι. Αλλά, εφόσον είμαι ήδη εδώ, θα κάνω ό,τι μπορώ. Πριν από μερικούς μήνες έλαβα ένα γράμμα από τον Σέιζεντ, στο οποίο εξηγούσε τη δύσκολη κατάστασή σου. Δεν μου ζήτησε να έρθω να σε εκπαιδεύσω - αλλά, πάλι, ο Σέιζεντ είναι ίσως άλ­ λος ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να μάθει να είναι πιο επι­ βλητικός». Ο Έλεντ ένευσε αργά συναντώντας το βλέμμα της Τερίσιας. «Θα δεχτείς τη διδασκαλία μου, λοιπόν;» ρώτησε. Ο Έλεντ το σκέφτηκε για μια στιγμή. Αν είναι έστω και στο ελάχι­ στο τόσο χρήσιμη όσο ήταν ο Σέιζεντ, τότε... σίγουρα θα χρειαζόμουν λίγη βοήθεια. «Θα τη δεχτώ» είπε. Η Τίντουιλ ένευσε. «Ο Σέιζεντ ανέφερε επίσης την ταπεινο­ φροσύνη σου. Θα μπορούσε να είναι προσόν - υπό την προϋπό­ θεση ότι δεν θα την αφήσεις να γίνει εμπόδιο. Λοιπόν, νομίζω ότι η Ομιχλογέννητή σου επέστρεψε». Ο Έλεντ γύρισε προς το πλαϊνό παράθυρο. Το παντζούρι κρε­ μόταν ανοιχτό, επιτρέποντας στην ομίχλη να αρχίσει να εισβάλλει μέσα στο δωμάτιο αποκαλύπτοντας μια συσπειρωμένη μορφή με χιτώνα. «Πώς το ήξερες ότι ήμουν εδώ;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Βιν. Η Τίντουιλ χαμογέλασε - ήταν η πρώτη φορά που είδε ο Έλεντ το πρόσωπό της να παίρνει αυτή την έκφραση. «Ο Σέιζεντ ανέφερε και σένα, παιδί μου. Εσύ κι εγώ πρέπει να μιλήσουμε σύντομα ιδι­ αιτέρως, νομίζω». Η Βιν γλίστρησε μέσα στο δωμάτιο, τραβώντας ομίχλη πίσω


της, και μετά έκλεισε το παντζούρι. Δεν έκανε τον κόπο να κρύψει την εχθρότητά της ή τη δυσπιστία της, καθώς έμπαινε ανάμεσα στον Έλεντ και την Τίντουιλ. «Γιατί είσαι εδώ;» απαίτησε να μάθει η Βιν. Η Τίντουιλ χαμογέλασε ξανά. «Ο βασιλιάς σου από 'δω χρειά­ στηκε αρκετά λεπτά για να φτάσει σ' αυτή την ερώτηση, κι εσύ την κάνεις μετά από μερικές μόνο στιγμές. Είστε ενδιαφέρον ζευγάρι, νομίζω». Τα μάτια τής Βιν μισόκλεισαν με καχυποψία. «Όπως και να 'χει, καλύτερα να αποσυρθώ» είπε η Τίντουιλ. «Θα ξαναμιλήσουμε, υποθέτω, Μεγαλειότατε;» «Ναι, φυσικά» είπε ο Έλεντ. «Εε... πρέπει να κάνω εξάσκηση σε κάτι;» «Ναι» είπε η Τίντουιλ, πλησιάζοντας στην πόρτα. «Να σταμα­ τήσεις να λες "εε"». «Μάλιστα». Ο Χαμ έβαλε το κεφάλι του μέσα από την πόρτα όταν την άνοιξε η Τίντουιλ. Παρατήρησε αμέσως ότι είχε πετάξει τα δεσμά της. Δεν είπε τίποτα, όμως· πιθανότατα υπέθεσε ότι την είχε ελευ­ θερώσει ο Έλεντ. «Νομίζω ότι τελειώσαμε για απόψε» είπε ο Έλεντ. «Χαμ, θα φρο­ ντίσεις να δοθεί ένα δωμάτιο στο παλάτι στην αφέντρα Τίντουιλ; Είναι φίλη του Σέιζεντ». Ο Χαμ σήκωσε τους ώμους του. «Εντάξει, λοιπόν». Ένευσε στη Βιν, και μετά αποσύρθηκε. Η Τίντουιλ δεν τους καληνύχτισε κα­ θώς έφευγε.

Η Βιν συνοφρυώθηκε και μετά κοίταξε τον Έλεντ. Έδειχνε... αφηρημένος. «Δεν μου αρέσει αυτή» του είπε. Ο Έλεντ χαμογέλασε, τακτοποιώντας τα βιβλία στο τραπέζι του. «Δεν σου αρέσει κανένας όταν τον πρωτογνωρίζεις, Βιν». «Εσύ μου άρεσες». «Πράγμα που αποδεικνύει ότι είσαι φρικτή κριτής χαρακτή­ ρων».


τ

Η Βιν έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά χαμογέλασε. Τον πλη­ σίασε και άρχισε να χαζεύει τα βιβλία. Δεν ήταν αυτά που προ­ τιμούσε συνήθως ο Έλεντ - ήταν πολύ πιο πρακτικά από τα βιβλία που διάβαζε συνήθως. «Πώς πήγε απόψε;» ρώτησε. «Δεν είχα πολύ χρόνο για να ακούσω». Ο Έλεντ αναστέναξε. Γύρισε και κάθισε στο τραπέζι, κοιτά­ ζοντας το τεράστιο παράθυρο με το στρογγυλό βιτρό στο πίσω μέρος του δωματίου του. Ήταν σκοτεινά, τα χρώματά του ελάχιστα διακρίνονταν πάνω στο σκοτεινό γυαλί. «Πήγε καλά, υποθέτω». «Στο είπα ότι θα τους άρεσε το σχέδιό σου. Κάτι τέτοια πράγ­ ματα τα βρίσκουν συναρπαστικά». «Υποθέτω» είπε ο Έλεντ. Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Εντάξει» είπε και πήδηξε όρθια πάνω στο τραπέζι. Κάθισε δίπλα του. «Τι είναι; Κάτι που είπε εκείνη η γυναίκα; Τι ήθελε, τέλος πάντων;» «Απλώς να μου δώσει λίγη από τη γνώση της» είπε. «Ξέρεις πώς είναι οι Φύλακες, θέλουν πάντα ένα αυτί να ακούει τα μαθήματά τους». «Υποθέτω» είπε αργά η Βιν. Δεν είχε δει ποτέ τον Έλεντ θλιμ­ μένο, ωστόσο συχνά αποθαρρυνόταν. Είχε τόσες πολλές ιδέες, τό­ σα πολλά σχέδια και ελπίδες, ώστε μερικές φορές αναρωτιόταν πώς τα κρατούσε όλα σε μια σειρά. Η Βιν θα έλεγε ότι του λείπει η συγκέντρωση · ο Ριν έλεγε πάντα ότι η συγκέντρωση κρατούσε έναν κλέφτη ζωντανό. Τα όνειρα του Έλεντ, ωστόσο, ήταν ένα μεγάλο μέρος του εαυτού του. Η Βιν αμφέβαλλε ότι μπορούσε να τα απορρίψει. Δεν ήταν σίγουρη ότι και η ίδια θα ήθελε να το κάνει, γιατί αποτελούσαν μέρος όλων αυτών που αγαπούσε σε εκείνον. «Συμφώνησαν με το σχέδιο, Βιν» είπε ο Έλεντ, συνεχίζοντας να κοιτάζει το παράθυρο. «Μάλιστα έδειξαν ακόμα και να ενθου­ σιάζονται, όπως είχες πει ότι θα κάνουν. Απλώς... δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι η πρότασή τους ήταν πολύ πιο λογική από τη δι­ κή μου. Ήθελαν να συμμαχήσουμε με έναν από τους στρατούς, δίνοντάς τους τη στήριξή μας και ως αντάλλαγμα να με αφήσουν ως υφιστάμενο ηγέτη στη Λουθάντελ».


«Αυτό θα ήταν παράδοση» είπε η Βιν. «Μερικές φορές η παράδοση είναι καλύτερη από την αποτυ­ χία. Μόλις εξασφάλισα στην πόλη μου μια εκτεταμένη πολιορκία. Αυτό θα σημαίνει πείνα, ίσως ακόμα και λιμοκτονία, προτού τε­ λειώσει όλο αυτό». Η Βιν ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του, κοιτάζοντάς τον αβέβαια. Συνήθως εκείνος ήταν που την καθησύχαζε. «Και πάλι είναι καλύτερος τρόπος» είπε. «Πιθανότατα οι άλλοι πρότειναν ένα πιο αδύναμο σχέδιο επειδή θα πίστευαν ότι δεν θα προχω­ ρούσες με κάτι πιο τολμηρό». «Όχι» είπε ο Έλεντ. «Δεν ενέδωσαν στο σχέδιό μου, Βιν. Θεω­ ρούσαν πραγματικά ότι το να κάνουμε μια στρατηγική συμμαχία ήταν ένα καλό, ασφαλές σχέδιο». Σταμάτησε, και μετά την κοίτα­ ξε. «Από πότε αυτή η ομάδα αντιπροσωπεύει τη λογική πλευρά της κυβέρνησής μου;» «Αναγκάστηκαν να ωριμάσουν» είπε η Βιν. «Δεν μπορούν να είναι οι άντρες που ήταν κάποτε, όχι όταν έχουν τόσες ευθύνες». . Ο Έλεντ στράφηκε ξανά στο παράθυρο. «Θα σου πω τι με ανη­ συχεί, Βιν. Ανησυχώ ότι το σχέδιό τους δεν ήταν λογικό - ίσως από μόνο του να ήταν λίγο απερίσκεπτο. Ίσως η σύναψη μιας συμμαχίας να είναι ένα αρκετά δύσκολο έργο. Αν έχουν έτσι τα πράγμα­ τα, τότε αυτό που προτείνω εγώ είναι απλώς γελοίο». Η Βιν έσφιξε τον ώμο του. «Πολεμήσαμε τον Μεγάλο Εξουσιαστή». «Είχες τον Κέλσιερ τότε». «Όχι πάλι αυτό». «Συγγνώμη» είπε ο Έλεντ. «Αλλά, πραγματικά, Βιν, ίσως το σχέ­ διό μου να προσπαθήσω να κρατήσω την κυβέρνηση είναι απλώς αλαζονεία. Τι μου είχες πει για την παιδική σου ηλικία; Όταν ήσουν στις συμμορίες των κλεφτών, και όλοι ήταν πιο μεγαλόσωμοι, πιο δυνατοί και πιο μοχθηροί από σένα, τι έκανες; Όρθωσες ανάστημα στους ηγέτες;» Οι αναμνήσεις άστραψαν στο μυαλό της. Αναμνήσεις με εκεί­ νη να κρύβεται, να κρατά τα μάτια της χαμηλωμένα, να είναι αδύ­ ναμη.


τ<£$ηγβδι τηςοΑνάληψης

«Αυτό ήταν τότε» είπε. «Δεν μπορείς να αφήσεις τους άλλους να σε κλωτσάνε για πάντα. Αυτό μου έμαθε ο Κέλσιερ - γι' αυτό πο­ λεμήσαμε τον Μεγάλο Εξουσιαστή. Γι' αυτό η επανάσταση των σκάα πολεμούσε την Ύστατη Αυτοκρατορία όλα αυτά τα χρόνια, ακόμα κι όταν δεν είχαν πιθανότητα να κερδίσουν. Ο Ριν μού έμαθε ότι οι επαναστάτες ήταν ανόητοι. Αλλά τώρα ο Ριν είναι νε­ κρός - το ίδιο και η Ύστατη Αυτοκρατορία. Κ αι...» Έσκυψε, καρφώνοντας τα μάτια της στο βλέμμα του Έλεντ. «Δεν μπορείς να παραδώσεις την πόλη, Έλεντ» είπε χαμηλόφωνα. «Δεν νομίζω ότι θα μου άρεσε το πώς θα σε άλλαζε αυτή σου η πράξη». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός, και μετά χαμογέλασε αργά. «Είσαι πολύ σοφή μερικές φορές, Βιν». «Το πιστεύεις αυτό;» Εκείνος ένευσε. «Λοιπόν» είπε η Βιν, «τότε προφανώς είσαι το ίδιο κακός κρι­ τής χαρακτήρων με εμένα». Ο Έλεντ γέλασε, περνώντας το χέρι του γύρω της και σφίγγοντάς την πάνω στο πλευρό του. «Λοιπόν, να υποθέσω ότι η πε­ ριπολία απόψε κύλησε ήρεμα;» Το πνεύμα της ομίχλης. Η πτώση της. Το κρύο που μπορούσε να νιώσει ακόμα -αλλά ελάχιστα θυμόταν- στον πήχη του χεριού της. «Ναι» είπε. Την τελευταία φορά που του είπε για το πνεύμα της ομίχλης, της είχε πει ότι έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν. «Βλέπεις» είπε ο Έλεντ, «έπρεπε να είχες έρθει στη συνάντηση. Θα ήθελα να σε είχα μαζί μου». Εκείνη δεν είπε τίποτα. Κάθισαν εκεί για μερικά λεπτά, να κοιτάζουν πάνω, το σκο­ τεινό παράθυρο. Είχε μια αλλόκοτη ομορφιά· τα χρώματα δεν ή­ ταν ορατά επειδή δεν υπήρχε φως πίσω του, και έτσι η Βιν μπο­ ρούσε να επικεντρωθεί στα σχέδια του γυαλιού. Πλακίδια, θραύ­ σματα, τετράγωνα και κυκλικά κομμάτια γυαλιού, όλα δεμένα σε ένα πλαίσιο από μέταλλο. «Έλεντ;» είπε τελικά. «Ανησυχώ». «Θα ανησυχούσα αν δεν ανησυχούσες» είπε. «Αυτοί οι στρα-


τοί έχουν ανησυχήσει κι εμένα τόσο πολύ ώστε με δυσκολία μπορώ να σκεφτώ». «Όχι» είπε η Βιν. «Όχι γι' αυτό. Ανησυχώ για άλλα πράγματα». «Σαν τι;» «Ν α... σκεφτόμουν αυτό που είπε ο Μέγας Εξουσιαστής, λίγο πριν τον σκοτώσω. Θυμάσαι;» Ο Έλεντ ένευσε. Δεν ήταν εκεί, αλλά του το είχε πει εκείνη. «Έλεγε γι' αυτά που είχε κάνει για την ανθρωπότητα» είπε η Βιν. «Μας έσωσε, λένε οι ιστορίες. Από τη Βαθύτητα». Ο Έλεντ ένευσε. «Όμως» είπε η Βιν, «τι ήταν η Βαθύτητα; Ήσουν ευγενής - η θρη­ σκεία δεν ήταν απαγορευμένη για σένα. Τι δίδασκε το Υπουργείο για τη Βαθύτητα και τον Μεγάλο Εξουσιαστή;» Ο Έλεντ σήκωσε τους ώμους του. «Όχι και πολλά, για να πω την αλήθεια. Η θρησκεία δεν ήταν απαγορευμένη, αλλά ούτε και την ενθάρρυναν. Υπήρχε κάτι το μονοπωλιακό στο Υπουργείο, μια ατμόσφαιρα που υπονοούσε ότι θα φρόντιζαν εκείνοι τα θρησκευτικά πράγματα - ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχούμε εμείς». «Αλλά σας δίδαξαν κάποια πράγματα, σωστά;» Ο Έλεντ ένευσε. «Κυρίως, αναφέρονταν στο λόγο για τον οποίο οι ευγενείς ήταν προνομιούχοι και οι σκάα καταραμένοι. Φα­ ντάζομαι ότι ήθελαν να καταλάβουμε πόσο τυχεροί ήμασταν - αν και ειλικρινά, πάντοτε έβρισκα τις διδασκαλίες λίγο ενοχλητικές. Βλέπεις, ισχυρίζονταν ότι ήμασταν ευγενείς επειδή οι πρόγονοί μας υποστήριξαν τον Μεγάλο Εξουσιαστή πριν από την Ανάλη­ ψη. Αλλά αυτό σημαίνει ότι ήμασταν προνομιούχοι χάρη σε κάτι που είχαν κάνει άλλοι άνθρωποι. Δεν είναι δίκαιο, έτσι;» Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Τόσο δίκαιο όσο οτιδήποτε άλ­ λο, φαντάζομαι». «Μα, δεν θύμωνες;» ρώτησε ο Ελεντ. «Δεν σε εκνεύριζε που οι ευγενείς είχαν τόσα πολλά, ενώ εσύ είχες τόσα λίγα;» «Δεν το σκεφτόμουν» είπε η Βιν. «Οι ευγενείς είχαν πολλά, έτσι ώστε να μπορούμε εμείς να τους τα πάρουμε. Γιατί να με νοιάζει πώς τα βρήκαν; Μερικές φορές, όταν είχα φαγητό, άλλοι κλέφτες


τ(£5$ίηγάδι τηςοΑνάληψης

με έδερναν και το έπαιρναν. Τι σημασία είχε πώς βρήκα το φαγητό μοο; Η οοσία είναι ότι μου το έπαιρναν». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ξέρεις, μερικές φορές ανα­ ρωτιέμαι τι θα έλεγαν οι πολιτικοί θεωρητικοί που έχω διαβάσει για σένα αν σε γνώριζαν. Κάτι μου λέει ότι θα σήκωναν τα χέρια ψηλά αγανακτισμένοι». Τον σκούντηξε στο πλευρό. «Αρκετά με την πολιτική. Πες μου για τη Βαθύτητα». «Νομίζω ότι ήταν ένα πλάσμα - ένα σκοτεινό και μοχθηρό πράγμα που παραλίγο να καταστρέψει τον κόσμο. Ο Μεγάλος Εξουσιαστής ταξίδεψε ως το Πηγάδι της Ανάληψης, όπου του δόθη­ κε η ισχύς να νικήσει τη Βαθύτητα και να ενώσει την ανθρωπότητα. Υπάρχουν πολλά αγάλματα στην πόλη που απεικονίζουν το γε­ γονός». Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Ναι, αλλά δεν δείχνουν πραγματικά πώς ήταν η Βαθύτητα. Απεικονίζεται ως ένας παραμορφωμένος όγκος στα πόδια του Μεγάλου Εξουσιαστή». «Το τελευταίο άτομο που είδε τη Βαθύτητα πέθανε πριν από έναν χρόνο, γι' αυτό νομίζω ότι θα πρέπει να αρκεστούμε στα αγάλματα». «Εκτός κι αν ξαναγυρίσει» είπε χαμηλόφωνα η Βιν. Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντάς την ξανά. «Γι' αυτό τα λες όλα αυτά, Βιν;» Το πρόσωπό του μαλάκωσε λίγο. «Δύο στρατοί δεν είναι αρκετοί; Πρέπει να ανησυχείς και για τη μοίρα του κόσμου;» Η Βιν χαμήλωσε το βλέμμα της συνεσταλμένα και ο Έλεντ γέ­ λασε, τραβώντας την κοντά το υ .«Α, Βιν. Το ξέρω ότι είσαι λίγο πα­ ρανοϊκή -και ειλικρινά, λαμβάνοντας υπόψη την κατάστασή μας, αρχίζω να νιώθω το ίδιο- αλλά νομίζω ότι αυτό είναι ένα πρό­ βλημα για το οποίο δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Δεν έχω λάβει αναφορές για κάποιες τερατώδεις ενσαρκώσεις του κακού που να τριγυρίζουν στην περιοχή». Η Βιν ένευσε και ο Έλεντ έγειρε για λίγο πίσω, πιστεύοντας προφανώς ότι είχε απαντήσει στην ερώτησή της. Ο Ήρωας των Αιώνων ταξίδεψε στο Πηγάδι της Ανάληψης για να


νικήσει τη Βαθύτητα, σκέφτηκε η Βιν. Αλλά όλες οι προφητείες έλεγαν ότι ο Ήρωας δεν έπρεπε να πάρει τη δύναμη του Πηγαδιού για τον εαυ­ τό του. Έπρεπε να τη δώσει, να εμπιστευτεί την ίδια τη δύναμη να κατα­ στρέφει τη Βαθύτητα. Ο Ράσεκ δεν το έκανε αυτό - πήρε τη δύναμη για τον εαυτό του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Βαθύτητα δεν νικήθηκε ποτέ; Τότε, γιατί δεν κα­ ταστράφηκε ο κόσμος; «Ο κόκκινος ήλιος και τα καφέ φυτά» είπε η Βιν. «Η Βαθύτητα το έκανε αυτό;» «Ακόμα αυτό σκέφτεσαι;» είπε ο Έλεντ συνοφρυωμένος. «Τον κόκκινο ήλιο και τα καφέ φυτά; Τι άλλα χρώματα θα μπορούσαν να έχουν;» «Ο Κέλσιερ είπε ότι κάποτε ο ήλιος ήταν κίτρινος, και τα φυτά ήταν πράσινα». «Αυτή είναι παράξενη εικόνα». «Ο Σέιζεντ συμφωνεί με τον Κέλσιερ» είπε η Βιν. «Όλοι οι θρύ­ λοι λένε ότι κατά τις πρώτες μέρες του Μεγάλου Εξουσιαστή, ο ήλιος άλλαξε χρώμα και στάχτη άρχισε να πέφτει από τους ου­ ρανούς». «Λοιπόν» είπε ο Έλεντ, «φαντάζομαι ότι η Βαθύτητα θα μπο­ ρούσε να έχει κάποια οχέση με αυτό. Ειλικρινά δεν ξέρω». Απόμεινε συλλογισμένος για λίγο. «Πράσινα φυτά; Γιατί όχι μοβ ή μπλε; Τι παράξενο...» Ο Ήρωας των Αιώνων ταξίδεψε βόρεια, στο Πηγάδι της Ανάληψης, σκέφτηκε ξανά η Βιν. Γύρισε ελαφρά, με τα μάτια της να στρέ­ φονται προς τα μακρινά βουνά του Τέρις. Ήταν ακόμα εκεί πάνω; Το Πηγάδι της Ανάληψης; «Κατάφερες να αποσπάσεις πληροφορίες από τον Ορσούρ;» ρώτησε ο Έλεντ. «Κάτι που θα μας βοηθήσει να βρούμε τον κατά­ σκοπο;» Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Μου είπε ότι οι κάντρα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν Κραματομαντεία». «Επομένως, μπορείς να βρεις το μιμητή μας με αυτόν τον τρό­ πο;» είπε ο Έλεντ, ξεθαρρεύοντας. «Ίσως» είπε η Βιν. «Μπορώ τουλάχιστον να το δοκιμάσω στον


τ

Τρομάρα και τον Χαμ. Με τους συνηθισμένους ανθρώπους θα εί­ ναι πιο δύσκολο - αν και οι κάντρα δεν μπορούν να Κατευναστούν, έτσι ίσως αυτό να με βοηθήσει να βρω τον κατάσκοπο». «Αυτό ακούγεται ελπιδοφόρο» είπε ο Έλεντ». Η Βιν ένευσε. Η κλέφτρα μέσα της, το παρανοϊκό κορίτσι που πείραζε πάντα ο Έλεντ, λαχταρούσε να χρησιμοποιήσει Κραματομαντεία πάνω του - να τον δοκιμάσει, να δει αν αντιδρούσε στις Ωθήσεις και τις Έλξεις της. Συγκρατήθηκε. Αυτός ήταν ο μοναδι­ κός άνθρωπος που θα εμπιστευόταν. Τους άλλους θα τους δοκί­ μαζε, αλλά δεν θα αμφισβητούσε τον Έλεντ. Κατά κάποιον τρόπο, προτιμούσε να τον εμπιστευτεί και να κάνει λάθος παρά να έρθει αντιμέτωπη με τη έλλειψη εμπιστοσύνης. Επιτέλους καταλαβαίνω, σκέφτηκε έκπληκτη. Κέλσιερ. Καταλαβαίνω πώς ήταν για σένα με τη Map. Αεν θα κάνω το ίδιο λάθος. Ο Έλεντ την κοιτούσε. «Τι;» ρώτησε εκείνη. «Χαμογελάς» είπε. «Μπορώ να ακούσω κι εγώ το αστείο;» Τον αγκάλιασε. «Όχι» είπε απλώς. Ο Έλεντ χαμογέλασε. «Εντάξει λοιπόν. Μπορείς να δοκιμάσεις τον Τρομάρα και τον Χαμ, αλλά είμαι σίγουρος ότι ο μιμητής δεν είναι κάποιος από τη συμμορία - μίλησα σε όλους σήμερα, και ήταν όλοι ο εαυτός τους. Πρέπει να ερευνήσουμε το προσωπικό του παλατιού». Δεν ξέρει πόσο καλοί μπορούν να είναι οι κάντρα. Ο εχθρός κάντρα πιθανότατα μελετούσε το θύμα του για μήνες, μαθαίνοντας και απομνημονεύοντας κάθε του συμπεριφορά. «Μίλησα στον Χαμ και τον Ντεμού» είπε ο Έλεντ. «Ως μέλη της φρουράς του παλατιού, γνωρίζουν για τα κόκκαλα - και ο Χαμ μπόρεσε να μαντέψει τι είναι. Ας ελπίσουμε ότι θα μπορέσουν να διαλευκάνουν το ζήτημα με όσο το δυνατόν λιγότερη αναταραχή και να εντοπίσουν το μιμητή». Η Βιν εντυπωσιαζόταν από το πόσο ευκολόπιστος ήταν ο Έ­ λεντ. Όχι, σκέφτηκε. Άφησέ τον να συμπεραίνει το καλύτερο. Έχει αρ­ κετά να ανησυχεί. Άλλωστε, ίσως ο κάντρα να μιμείται όντως κάποιον έξω από την ομάδα μας. Ας ερευνήσει ο Έλεντ αυτό το μονοπάτι.


Και, αν ο μιμητής είναι μέλος της συμμορίας. .. Τότε σε αυτή την πε­ ρίπτωση η παράνοιά μου θα μας φανεί χρήσιμη. «Τέλος πάντων» είπε ο Έλεντ και σηκώθηκε. «Πρέπει να ελέγξω μερικά πράγματα πριν περάσει η ώρα». Η Βιν ένευσε. Της έδωσε ένα μεγάλο φιλί και μετά έφυγε. Ε­ κείνη κάθισε στο τραπέζι για λίγη ώρα ακόμα, χωρίς να κοιτάζει το τεράστιο βιτρό παράθυρο, αλλά το μικρότερο παράθυρο στο πλάι, το οποίο είχε αφήσει μισάνοιχτο. Έμοιαζε με μια πύλη προς τη νύχτα. Η ομίχλη στροβιλιζόταν μέσα στο σκοτάδι, στέλνοντας διατακτικά τα πλοκάμια της μέσα στο δωμάτιο, για να εξατμι­ στούν ήσυχα μέσα στη ζέστη. «Δεν θα σε φοβηθώ» ψιθύρισε η Βιν. «Και θα ανακαλύψω το μυστικό σου». Κατέβηκε από το τραπέζι και γλίστρησε έξω από το παράθυρο, για να συναντηθεί ξανά με τον Ορσούρ και να ρίξει άλλη μια ματιά στους χώρους του παλατιού.


Είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Αλέντι ήταν ο Ήρωας των Αιώνων, και σκόπευα να το αποδείξω. Θα έπρεπε να είχα υποχωρήσει μπροστά στη βούληση των άλλων δεν έπρεπε να είχα επιμείνει να ταξιδέψω με τον Αλέντι για να γίνω μάρτυρας των ταξιδιών του. Ήταν αναπόφευκτο να ανακαλύψει και ο ίδιος ο Αλέντι τι πίστευα ότι ήταν.

15

Ν ΟΓΔΟΗ ΜΕΡΑ ΕΞΩ από το Μοναστήρι, ο Σέιζεντ ξύπνηκαι ανακάλυψε ότι ήταν μόνος. Σηκώθηκε, τινάζοντας από πάνω του την κουβέρτα του και το λεπτό στρώμα στάχτης που είχε πέσει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η θέση του Μαρς κάτω από το φύλλωμα του δέντρου ήταν άδεια, αν και ένα τμήμα καθαρισμένης γης έδειχνε το σημείο όπου είχε κοιμηθεί ο Ιεροεξεταστής. Ο Σέιζεντ σηκώθηκε, ακολουθώντας τα ίχνη του Μαρς έξω στο δυνατό κόκκινο φως του ήλιου. Η στάχτη ήταν πιο βαθιά εδώ, χωρίς την κάλυψη των δέντρων, και επίσης τα ρεύματα του αέρα ήταν πιο δυνατά. Ο Σέιζεντ κοίταξε το ανεμοδαρμένο τοπίο. Δεν υπήρχε άλλο ίχνος του Μαρς. Ο Σέιζεντ επέστρεψε στο μέρος όπου είχαν κατασκηνώσει. Τα δέντρα εδώ -καταμεσής της Ανατολικής Κυριαρχίας- υψώνονταν στρεβλωμένα και παραμορφωμένα, αλλά είχαν βαθμιδωτά αλληκαλυπτόμενα κλαδιά, καλυμμένα με καφέ βελόνες. Αυτά πρόσφεραν αξιοπρεπές καταφύγιο, αν και η στάχτη έμοιαζε ικανή να διεισδύσει σε κάθε άσυλο.


Ο Σέιζεντ έφτιαξε μια απλή σούπα για πρωινό. Ο Μαρς δεν επέστρεψε. Ο Σέιζεντ έπλυνε τον καφέ ταξιδιωτικό του χιτώνα σε ένα κοντινό ρυάκι. Ο Μαρς δεν επέστρεψε. Ο Σέιζεντ έραψε ένα σκίσιμο στο μανίκι του, γυάλισε τις μπότες του και ξύρισε το κε­ φάλι του. Ο Μαρς δεν επέστρεψε. Ο Σέιζεντ έβγαλε το κείμενο με το κάρβουνο που είχε φτιάξει στο Μοναστήρι, αντέγραψε μερικές λέξεις και μετά πίεσε τον εαυτό του να κρύψει το φύλλο - ανη­ συχούσε μήπως μουτζουρώσει τις λέξεις αν το άνοιγε πολύ συχνά ή αν έπεφτε στάχτη πάνω του. Ήταν καλύτερα να περιμένει μέχρι να έχει ένα σωστό γραφείο και ένα καθαρό δωμάτιο. Ο Μαρς δεν επέστρεψε. Τελικά, ο Σέιζεντ έφυγε. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει την αίσθηση επείγουσας ανάγκης που ένιωθε - εν μέρει ενθουσιασμός να μοιραστεί αυτό που είχε μάθει, εν μέρει επιθυμία να δει πώς χει­ ρίζονταν η Βιν και ο νεαρός βασιλιάς Έλεντ Βεντούρ τα γεγονότα στη Λουθάντελ. Ο Μαρς ήξερε το δρόμο. Θα τον προλάβαινε.

Ο Σέιζεντ σήκωσε το χέρι του, για να προστατεύσει τα μάτια του από το κόκκινο φως του ήλιου, καθώς κοιτούσε προς τα κάτω από το σημείο που βρισκόταν, στην κορυφή του λόφου. Υπήρχε ένα ελαφρύ σκοτάδι στον ορίζοντα, στα ανατολικά του κεντρικού δρό­ μου. Άνοιξε το χαλκομυαλό της γεωγραφίας, αναζητώντας περι­ γραφές της Ανατολικής Κυριαρχίας. Η γνώση ξεχύθηκε στο μυαλό του, ευλογώντας τον με ανα­ μνήσεις. Το σκοτάδι ήταν ένα χωριό που ονομαζόταν Ουρμπέν. Έψαξε σε έναν από τους καταλόγους του, αναζητώντας το σωστό ευρετήριο. Ο κατάλογος είχε αρχίσει να θολώνει, ήταν δύσκολο να θυμηθεί τις πληροφορίες του - πράγμα που σήμαινε ότι το εί­ χε αλλάξει από το χαλκομυαλό στη μνήμη και πάλι πίσω πάρα πολλές φορές. Η γνώση μέσα σε ένα χαλκομυαλό θα παρέμενε άθικτη, αλλά οτιδήποτε άλλο μέσα στο κεφάλι του -ακόμα και για λίγα μόνο λεπτά- θα εξασθενούσε. Θα έπρεπε να απομνημονεύσει ξανά τον κατάλογο αργότερα.


τ

Βρήκε αυτό που αναζητούσε και έριξε τις σωστές αναμνήσεις στο κεφάλι του. Το ευρετήριο χαρακτήριζε το Ουρμπέν ως «γρα­ φικό», πράγμα που πιθανότατα σήμαινε ότι κάποιος σημαντικός ευγενής είχε αποφασίσει να χτίσει την έπαυλή του εκεί. Η καταχώρηση έλεγε ότι οι σκάα της περιοχής ήταν βοσκοί. Ο Σέιζεντ έγραψε ένα σημείωμα στον εαυτό του και μετά έκρυψε ξανά τις αναμνήσεις του ευρετηρίου. Το σημείωμα του έλεγε αυτό που είχε μόλις ξεχάσει. Όπως ο κατάλογος, οι ανα­ μνήσεις του ευρετηρίου είχαν αναπόφευκτα ξεθωριάσει ελα­ φρώς κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο κεφάλι του. Ευ­ τυχώς είχε ένα δεύτερο ζευγάρι χαλκομυαλά κρυμμένα στο Τέρις, και θα τα χρησιμοποιούσε για να περάσει την κρυμμένη του γνώση σε έναν άλλο Φύλακα. Τα τωρινά του χαλκομυαλά ή­ ταν για καθημερινή χρήση. Η μη εφαρμοσμένη γνώση δεν ωφε­ λούσε κανέναν. Πέρασε το σακίδιό του στον ώμο. Μια επίσκεψη στο χωριό θα του έκανε καλό, ακόμα κι αν τον καθυστερούσε. Το στομάχι του συμφωνούσε με την απόφαση. Ήταν απίθανο να είχαν οι χωρικοί ιδιαίτερα πράγματα από φαγητό, αλλά ίσως να κατάφερναν να του προσφέρουν κάτι άλλο εκτός από ζωμό. Άλλωστε, ίσως να είχαν νέα για τα γεγονότα στη Λουθάντελ. Κατέβηκε τον χαμηλό λόφο, ακολουθώντας τη μικρότερη, ανα­ τολική διακλάδωση στο δρόμο. Κάποτε γίνονταν ελάχιστα ταξί­ δια στην Ύστατη Αυτοκρατορία. Ο Μέγας Εξουσιαστής είχε απα­ γορεύσει στους σκάα να αφήνουν τις περιοχές στις οποίες δού­ λευαν, και μόνο οι κλέφτες και οι επαναστάτες είχαν τολμήσει να τον παρακούσουν. Ωστόσο, οι περισσότεροι ευγενείς έβγαζαν το ψωμί τους από το εμπόριο, έτσι ένα χωριό σαν αυτό ίσως να ήταν συνηθισμένο στους επισκέπτες. Ο Σέιζεντ άρχισε να παρατηρεί τα παράξενα φαινόμενα αμέ­ σως. Κατσίκες τριγύριζαν στα χωράφια κατά μήκος του δρόμου, αφύλακτες. Ο Σέιζεντ σταμάτησε και μετά έβγαλε ένα χαλκομυα­ λό από το σακίδιό του. 'Εψαξε μέσα του καθώς προχωρούσε. Ένα βιβλίο με θέμα την κτηνοτροφία ισχυριζόταν ότι οι βοσκοί μερικές φορές άφηναν τα κοπάδια τους μόνα τους για να βοσκήσουν.


Ωστόσο, τα αφύλακτα ζώα τού προκαλούσαν νευρτκότητα. Επιτά­ χυνε το βήμα του. Στα νότια, οι σκάα πεινάνε, σκέφτηκε. Και όμως εδώ τα ζώα είναι τόσο άφθονα ώστε δεν περισσεύει κανένας για να τα προστατεύσει από κλέφτες ή αρπακτικά; Το μικρό χωριό εμφανίστηκε στο βάθος. Ο Σέιζεντ κατάφερε σχεδόν να πείσει τον εαυτό του ότι η έλλειψη δραστηριότητας -η έλλειψη κίνησης στους δρόμους, οι ρημαγμένες πόρτες και τα παραθυρόφυλλα που ανοιγόκλειναν από το αεράκι- οφείλονταν στο^ ερχομό του. Ίσως οι άνθρωποι να φοβήθηκαν τόσο πολύ ώστε κρύφτηκαν. Ή, ίσως απλώς να είχαν βγει όλοι έξω. Για να φροντίσουν τα κοπάδια... Ο Σέιζεντ σταμάτησε. Μια αλλαγή στον άνεμο έφερε μια γνω­ στή μυρωδιά από το χωριό. Οι σκάα δεν κρύβονταν, και δεν είχαν φύγει. Ήταν η μυρωδιά των σαπισμένων πτωμάτων. Με μια ξαφνική βιασύνη, ο Σέιζεντ έβγαλε ένα μικρό δαχτυλίδι -ένα λευκοσιδηρομυαλό οσμής- και το πέρασε στον αντίχειρά του. Η μυρωδιά στον άνεμο δεν έμοιαζε με μυρωδιά από σφαγή. Ή ταν μια πιο μουχλιασμένη, πιο βρώμικη μυρω­ διά. Μια μυρωδιά όχι μόνο θανάτου αλλά και σήψης, άπλυ­ των σωμάτων και αποβλήτων. Αντέστρεψε τη χρήση του λευκοσιδηρομυαλού, γεμίζοντάς το αντί να το ανοίξει, και η ικανό­ τητα της οσμής του έγινε πολύ αδύναμη -εμποδίζοντάς τον να αναγουλιάσει. Συνέχισε να προχωρά, μπαίνοντας προσεκτικά στο χωριό. Όπως τα περισσότερα χωριά των σκάα, το Ουρμπέν ήταν οργα­ νωμένο απλά. Είχε μια ομάδα από δέκα μεγάλες καλύβες χτισμέ­ νες σε έναν χαλαρό κύκλο με ένα πηγάδι στο κέντρο. Τα κτίσματα ήταν ξύλινα και ως σκεπή είχαν τα ίδια κλαδιά με βελόνες από τα δέντρα που είχε δει. Οι καλύβες των επιστατών, μαζί με την κομψή έπαυλη ενός ευγενούς, στέκονταν λίγο πιο πάνω στην κοιλάδα. Αν δεν ήταν η μυρωδιά -και η αίσθηση του τρομακτικού κε­ νού- ίσως ο Σέιζεντ να είχε συμφωνήσει με τον τρόπο που περιέγραφε το ευρετήριό του το Ουρμπέν. Για κατοικίες των σκάα, οι


τ

καλύβες έδειχναν καλοδιατηρημένες, και το χωριό βρισκόταν σε ένα ήσυχο κοίλωμα με το τοπίο να υψώνεται γύρω του. Μόνο όταν πλησίασε λίγο πιο κοντά βρήκε τα πρώτα πτώμα­ τα. Βρίσκονταν διάσπαρτα γύρω από την είσοδο της πιο κοντινής καλύβας, περίπου μισή ντουζίνα. Ο Σέιζεντ πλησίασε προσεκτι­ κά, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι τα πτώματα ήταν αρκετών ημερών. Γονάτισε δίπλα στο πρώτο, εκείνο μιας γυναίκας, αλλά δεν μπόρεσε να δει κάποια εμφανή αιτία θανάτου. Το ίδιο και στα άλλα. Νευρικός, ο Σέιζεντ πίεσε τον εαυτό του να σηκώσει το χέρι του και να ανοίξει την πόρτα της καλύβας. Η δυσωδία από μέσα ήταν τόσο δυνατή ώστε μπορούσε να την μυρίσει ακόμα και μέσα από το λευκοσιδηρομυαλό του. Η καλύβα, όπως οι περισσότερες, δεν ήταν παρά ένα μόνο δω­ μάτιο. Ηταν γεμάτη με πτώματα. Τα περισσότερα ήταν τυλιγμένα με λεπτές κουβέρτες· κάποια ήταν ακουμπισμένα με την πλάτη στους τοίχους, με τα σαπισμένα κεφάλια τους να κρέμονται άψυ­ χα από τους λαιμούς τους. Είχαν κοκαλιάρικα, σχεδόν άσαρκα σώματα με μαραζωμένα άκρα και πλευρά που προεξείχαν. Τρο­ μακτικά, τυφλά μάτια βρίσκονταν στα στεγνά τους πρόσωπα. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν πεθάνει από πείνα και αφυδάτωση. Ο Σέιζεντ βγήκε παραπατώντας από την καλύβα, με το κε­ φάλι σκυμμένο. Δεν περίμενε να βρει κάτι διαφορετικό στα άλλα κτήρια, ωστόσο πήγε να τα ελέγξει. Είδε την ίδια σκηνή να επα­ ναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Πτώματα χωρίς τραύματα στο έδα­ φος έξω- πολύ περισσότερα πτώματα στριμωγμένα μέσα. Μύγες να πηγαινοέρχονται βουίζοντας σε σμήνη, και να καλύπτουν πρόσωπα. Σε πολλά από τα κτίσματα βρήκε μασημένα ανθρώπι­ να κόκκαλα στο κέντρο του δωματίου. Βγήκε παραπατώντας από την τελευταία καλύβα, αναπνέοντας βαθιά από το στόμα. Ντουζίνες άνθρωποι, πάνω από εκατό στο σύνολο, νεκροί χωρίς να υπάρχει κάποιος εμφανής λόγος. Τι μπορεί να έκανε τόσους πολλούς απλώς να καθίσουν, κρυμμένοι μέσα στα σπίτια τους, ενώ τους τελείωναν τα τρόφιμα και το νε­ ρό; Πώς μπορεί να πέθαναν από την πείνα τη στιγμή που έξω


κυκλοφορούσαν ζώα ελεύθερα; Και τι είχε σκοτώσει εκείνους που είχε βρει έξω, να κείτονται στη στάχτη; Δεν έδειχναν τόσο αποστεωμένοι όσο οι άλλοι μέσα, αν και ο βαθμός της αποσύνθεσης δεν του επέτρεπε να είναι σίγουρος. Θα πράττει να κάνω λάθος σχετικά με την πείνα, είπε ο Σέιζεντ στον εαυτό του. Θα πρέπει να ήταν κάποια επιδημία, κάποια ασθένεια. Αυτή η εξήγηση είναι mo λογική. Έψαξε στο ιατρικό του χαλκομυαλό. Σίγουρα υπήρχαν ασθένειες που μπορούσαν να χτυπήσουν γρή­ γορα, αφήνοντας τα θύματά τους αποδυναμωμένα. Και οι επιζήσαντες θα πρέπει να το έβαλαν στα πόδια. Να άφησαν πίσω τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Να μην πήραν κανένα από τα ζώα από τα βοσκοτόπια τους... Ο Σέιζεντ συνοφρυώθηκε. Εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε ότι άκουσε κάτι. Γύρισε απότομα, αντλώντας ακουστική δύναμη από το λευκοσιδηρομυαλό της ακοής. Οι ήχοι ήταν εκεί - ο ήχος της αναπνοής, ο ήχος της κίνησης, έρχονταν από μία από τις καλύβες που είχε επισκεφθεί. Ορμησε μπροστά, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα και κοιτάζοντας ξανά τους δύστυχους νεκρούς. Τα πτώματα κείτονταν εκεί που βρίσκονταν και πριν. Ο Σέιζεντ τα μελέτησε πολύ προσεκτικά, αυτή τη φορά παρακολουθώντας έως ότου βρήκε εκείνο που το στήθος του κινούνταν. Μα τους ξεχασμένους θεούς... σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Ο άντρας δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει σκληρά για να προσποιηθεί τον πεθαμένο. Τα μαλλιά του είχαν πέσει και τα μάτια του είχαν χω­ θεί στις κόγχες τους. Παρ' όλο που δεν έδειχνε ιδιαίτερα αποστεωμένος, προφανώς ο Σέιζεντ δεν τον πρόσεξε εξαιτίας του βρώμι­ κου σώματός του που τον έκανε να μοιάζει με πτώμα. Ο Σέιζεντ πλησίασε τον άντρα. «Είμαι φίλος» είπε σιγανά. Ο άντρας παρέμεινε ακίνητος. Ο Σέιζεντ συνοφρυώθηκε καθώς προ­ χώρησε μπροστά και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του άντρα. Τα μάτια του άντρα άνοιξαν απότομα και τινάχτηκε όρθιος ουρλιάζοντας. Ζαλισμένος και σε παραλήρημα, πατούσε πάνω σε πτώματα καθώς κινούνταν προς το πίσω μέρος του δωματίου. Κουλουριάστηκε στο δάπεδο, κοιτάζοντας τον Σέιζεντ.


τ

«Σε παρακαλώ» είπε ο Σέιζεντ, αφήνοντας κάτω το σακίδιό του. «Δεν πρέπει να φοβάσαι». Το μοναδικό φαγητό που είχε εκτός από μπαχαρικά για σούπα ήταν λίγες χούφτες δημητριακά, αλλά έβγαλε μερικά έξω. «Έχω φαγητό». Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του. «Δεν υπάρχει φαγητό» ψιθύ­ ρισε. «Το φάγαμε όλο. Εκτός από... το φαγητό». Τα μάτια του τι­ νάχτηκαν προς το κέντρο του δωματίου. Προς τα κόκκαλα που είχε προσέξει ο Σέιζεντ νωρίτερα. Δεν είχαν μαγειρευτεί, ήταν μα­ σημένα και τοποθετημένα σε μια στοίβα κάτω από ένα κουρε­ λιασμένο ύφασμα, λες και κάποιος θέλησε να τα κρύψει. «Δεν έφαγα το φαγητό» ψιθύρισε ο άντρας. «Το ξέρω» είπε ο Σέιζεντ, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. «Αλλά υπάρχει κι άλλο φαγητό. Έξω». «Δεν μπορώ να βγω έξω». «Γιατί όχι;» Ο άντρας έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά χαμήλωσε το βλέμμα. «Ομίχλη». Ο Σέιζεντ κοίταξε προς την πόρτα. Ο ήλιος πλησίαζε στον ορί­ ζοντα, αλλά δεν θα έδυε για άλλες μια-δυο ώρες. Δεν υπήρχε ομίχλη. Τουλάχιστον όχι τώρα. Ο Σέιζεντ ένιωσε ένα ρίγος. Γύρισε αργά ξανά προς τον άντρα. «Ομίχλη... κατά τη διάρκεια της μέρας;» Ο άντρας ένευσε. «Και έμεινε;» ρώτησε ο Σέιζεντ. «Δεν έφυγε μετά από μερικές ώρες;» Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του. «Μέρες. Βδομάδες. Συνέχεια ομίχλη». Μα τον Μεγάλο Εξουσιαστή! σκέφτηκε ο Σέιζεντ, και μετά συ­ γκροτήθηκε. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε ορκιστεί στο όνομα εκείνου του πλάσματος, ακόμα και στις σκέψεις του. Αλλά το να έρθει η ομίχλη κατά τη διάρκεια της μέρας, και να μείνει -α ν μπορούσε να πιστέψει αυτόν τον άντρα- για βδομάδες... Ο Σέιζεντ μπορούσε να φανταστεί τους σκάα, τρομαγμένους μέσα στις καλύβες τους, με χίλια χρόνια τρόμου, παράδοσης και δεισιδαιμονίας να μην τους αφήνουν να τολμήσουν να βγουν έξω.


Αλλά να μείνουν μέσα μέχρι να πεθάνουν από την πείνα; Ακόμα και ο φόβος τους για την ομίχλη, όσο βαθιά ριζωμένος κι αν ήταν, δεν θα ήταν αρκετός για να τους οδηγήσει στη λιμοκτο­ νία, έτσι δεν είναι; «Γιατί δεν φύγατε;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Σέιζεντ. «Κάποιοι έφυγαν» είπε ο άντρας, νεύοντας λες και μιλούσε στον εαυτό του. «Ο Τζελ. Ξέρεις τι του συνέβη». Ο Σέιζεντ συνοφρυώθηκε. «Είναι νεκρός;» «Τον πήρε η ομίχλη. Ω, πώς έτρεμε. Ή ταν ξεροκέφαλος, ξέ­ ρεις. Ο γερο-Τζελ. Ω, πώς έτρεμε. Πώς σπαρταρούσε όταν τον πήρε». Ο Σέιζεντ έκλεισε τα μάτια του. Τα πτώματα που βρήκα έξω από τις πόρτες. «Κάποιοι ξέφυγαν» είπε ο άντρας. Ο Σέιζεντ άνοιξε απότομα τα μάτια του. «Τι;» Ο τρελαμένος χωρικός ένευσε ξανά. «Κάποιοι ξέφυγαν, ξέ­ ρεις. Μας φώναξαν, αφότου έφυγαν από το χωριό. Μας είπαν ότι όλα είναι εντάξει. Δεν τους πήρε. Δεν ξέρω γιατί. Σκότωσε άλ­ λους, όμως. Κάποιους, τους πέταξε στο έδαφος και άρχισε να τους τραντάζει, αλλά μετά από λίγο σηκώθηκαν. Κάποιους τους σκό­ τωσε». «Η ομίχλη άφησε κάποιους να επιζήσουν, αλλά σκότωσε άλ­ λους;» Ο άντρας δεν απάντησε. Είχε καθίσει κάτω και τώρα ακουμπούσε πίσω, κοιτάζοντας αφηρημένα το ταβάνι. «Σε παρακαλώ» είπε ο Σέιζεντ. «Πρέπει να μου απαντήσεις. Ποιον σκότωσε και ποιον άφησε να περάσει; Ποια είναι η σύν­ δεση;» Ο άντρας στράφηκε προς το μέρος του. «Ώρα για φαγητό» εί­ πε και σηκώθηκε. Πλησίασε ένα πτώμα και τράβηξε το μπράτσο του, αποκολλώντας το σαπισμένο κρέας. Ήταν εύκολο να κατα­ λάβει κανείς γιατί δεν είχε πεθάνει από την πείνα σαν τους άλ­ λους. Ο Σέιζεντ κατέπνιξε τη ναυτία, διασχίζοντας το δωμάτιο και αρπάζοντας το χέρι του άντρα καθώς σήκωνε το σχεδόν άσαρκο


τ(£3^ίηγόδι χηςοΑνάληψης

κόκκαλο στα χείλη του. Ο άντρας πάγωσε, κατ μετά σήκωσε το βλέμμα του στον Σέιζεντ. «Δεν είνατ δτκό μου!» ούρλιαζε, πετώντας το κόκκαλο και τρέχοντας στο πίσω μέρος του δωματίου. Ο Σέιζεντ στάθηκε εκεί για μια στιγμή. Πρέπει να βιαστώ. Πρέπει να πάω στη Λουθάντελ. Υπάρχει μεγαλύτερο κακό σ' αυτόν τον κόσμο από τους ληστές και τους στρατούς. Ο τρελός παρακολούθησε με ένα άγριο βλέμμα τρόμου τον Σέιζεντ να σηκώνει το σακίδιό του, και μετά να σταματά και να το αφήνει ξανά κάτω. Έβγαλε το μεγαλύτερο κασσιτερομυαλό του. Έ ­ κλεισε το πλατύ βραχιόλι γύρω από τον βραχίονά του και μετά γύρισε και πλησίασε τον χωρικό. «Όχι!» ούρλιαζε ο άντρας, προσπαθώντας να τρέξει στο πλάι. Ο Σέιζεντ άνοιξε το κασσιτερομαυλό, αντλώντας μια έκρηξη δύναμης. Ένιωσε τους μυς του να διογκώνονται, το χιτώνα του να τον στενεύει. Άρπαξε τον χωρικό καθώς ο άντρας προσπάθησε να περάσει δίπλα του, και μετά τον κράτησε σε αρκετή απόσταση ώστε να μην μπορεί να κάνει ιδιαίτερη ζημιά σε κανέναν από τους δύο τους. Μετά τον κουβάλησε έξω από το κτήριο. Ο άντρας έπαψε να αντιστέκεται αμέσως όταν βγήκαν στο φως του ήλιου. Σήκωσε το βλέμμα του, λες και έβλεπε τον ήλιο για πρώτη φορά. Ο Σέιζεντ τον άφησε κάτω, και μετά έσβησε το κασσιτερομυαλό του. Ο άντρας γονάτισε, σηκώνοντας το βλέμμα στον ήλιο, και με­ τά γύρισε στον Σέιζεντ. «Ο Μέγας Εξουσιαστής... γιατί μας εγκατέλειψε; Γιατί έφυγε;» «Ο Μέγας Εξουσιαστής ήταν ένας τύραννος». Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του. «Μας αγαπούσε. Μας κυβερ­ νούσε. Τώρα που έφυγε, οι ομίχλες μπορούν να μας σκοτώσουν. Μας μισούν». Μετά, με μια ξαφνική σβελτάδα, ο άντρας τινάχτηκε όρθιος και διέσχισε τρέχοντας το μονοπάτι που οδηγούσε έξω από το χω­ ριό. Ο Σέιζεντ έκανε ένα βήμα μπροστά αλλά σταμάτησε. Τι θα έκανε; Θα κουβαλούσε τον άντρα ως τη Λουθάντελ; Υπήρχε νερό στο πηγάδι και υπήρχαν ζώα για να φάει. Το μόνο που μπορούσε


να κάνει ο Σέιζεντ ήταν να ελπίζει ότι ο δύστυχος άντρας θα επιβίωνε. Αναστενάζοντας, ο Σέιζεντ επέστρεψε στην καλύβα και πήρε το σακίδιό του. Καθώς έβγαινε, σταμάτησε και έβγαλε ένα από τα ατσαλομυαλά του. Το ατσάλι περιείχε μια ιδιότητα που ήταν πολύ δύσκολο να αποθηκεύσεις: σωματική ταχύτητα. Είχε περάσει μήνες γεμίζοντας αυτό το συγκεκριμένο ατσαλομυαλό για να είναι έτοιμος για την πιθανότητα να χρειαστεί κάποια μέρα να τρέξει κάπου πολύ, πολύ γρήγορα. Το φόρεσε αμέσως.


Ναι, εκείνος ήταν που τροφοδότησε της φήμες μετά από αυτό. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω ότι έκανε εκείνος, δεν θα μπορούσα ποτέ να πείσω τον κόσμο ότι ήταν πράγματι ο Ήρωας. Δεν ξέρω αν το πίστευε κι ο ίδιος, αλλά έκανε τους άλλους να νομίζουν ότι ήταν όντως ο εκλεκτός.

16

BIN ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΕ ΣΠΑΝΙΑ ΤΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ. Ο Έλεντ τής είχε παραχωρήσει ευρύχωρα δωμάτια πραγμα που, ίσως, αποτελούσε μέρος του προβλήματος. Καθ' ύλη τη διάρκεια της παιδικής της ηλικίας κοιμάταν σε γωνιές, κρη­ σφύγετα ή σοκάκια. Το να έχει τρία ξεχωριστά δωμάτια ήταν λίγο τρομακτικό. Δεν είχε σημασία, ωστόσο. Την ώρα που περνούσε ξύπνια ήταν είτε με τον Έλεντ είτε με τις ομίχλες. Τα δωμάτιά της υπήρχαν μό­ νο για να κοιμάται ή, σ' αυτή την περίπτωση, για να δημιουργεί ακαταστασία. Καθόταν στο πάτωμα, στο κέντρο του κύριου δωματίου της. Ο οικονόμος του Έλεντ, ανησυχώντας επειδή η Βιν δεν είχε έπι­ πλα, είχε επιμείνει να διακοσμήσει τα δωμάτιά της. Αυτό το πρωί η Βιν είχε σπρώξει μερικά στην άκρη, παραμερίζοντας χαλιά και καρέκλες, έτσι ώστε να μπορεί να καθίσει στις δροσερές πέτρες με το βιβλίο της. Ήταν το πρώτο πραγματικό βιβλίο που είχε δικό της, παρ' όλο που δεν ήταν παρά μια συλλογή από σελίδες δεμένες χαλαρά


στη μία πλευρά. Αυτό της ταίριαζε μια χαρά- το απλό δέσιμο την διευκόλυνε περισσότερο να διαλύσει το βιβλίο. Καθόταν ανάμεσα σε στοίβες χαρτιών. Ήταν εκπληκτικό το πόσες σελίδες υπήρχαν στο βιβλίο, από τη στιγμή που τις χώρισε. Η Βιν καθόταν δίπλα σε μια στοίβα, κοιτάζοντας τα περιεχόμενά της. Κούνησε το κεφάλι της και μετά μπουσούλησε μέχρι μιαν άλ­ λη στοίβα. Ξεφύλλισε τις σελίδες, διαλέγοντας τελικά μία. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είμαι τρελός, έλεγαν οι λέξεις. ίσως ευθύνεται η ττίεση της γνώσης ότι πρέπει να κουβαλήσω κάπως το φορτίο ενός ολόκληρου κόσμου. Ίσως το προκαλεί ο θάνατος που έχω δει, οι φίλοι που έχω χάσει. Οι φίλοι που αναγκάστηκα να σκοτώσω. Ούτως ή άλλως, μερικές φορές βλέπω σκιές να με ακολουθούν. Σκο­ τεινά τιλάσματα που δεν κατανοώ ούτε επιθυμώ να κατανοήσω. Μήπως εί­ ναι κάποιο αποκύημα του εξαντλημένου μου μυαλού; Η Βιν απόμεινε εκεί για λίγο, διαβάζοντας ξανά τις παραγρά­ φους. Μετά ακούμπησε το φύλλο σε μια άλλη στοίβα. Ο Ορσούρ ήταν ξαπλωμένος στην άκρη του δωματίου, με το κεφάλι του ακουμπισμένο στα πέλματά του, και την κοιτούσε. «Αφέντρα» εί­ πε καθώς εκείνη άφηνε κάτω τη σελίδα. «Σε βλέπω να δουλεύεις ε­ δώ και δύο ώρες, και παραδέχομαι ότι έχω μπερδευτεί τελείως. Ποιο είναι το νόημα όλων αυτών;» Η Βιν μπουσούλησε μέχρι μια άλλη στοίβα με χαρτιά. «Νόμιζα ότι δεν σε ένοιαζε πώς περνούσα το χρόνο μου». «Δεν με νοιάζει» είπε ο Ορσούρ. «Βαριέμαι, όμως». «Και προφανώς αυτό που κάνω σε ενοχλεί». «Θέλω να καταλαβαίνω τι συμβαίνει γύρω μου». Η Βιν σήκωσε τους ώμους της, γνέφοντας προς τις στοίβες με τα χαρτιά. «Αυτό είναι το ημερολόγιο του Μεγάλου Εξουσιαστή. Δη­ λαδή, στην πραγματικότητα δεν είναι το ημερολόγιο του Μεγά­ λου Εξουσιαστή που ξέραμε, αλλά το ημερολόγιου του ανθρώπου που θα έπρεπε να είχε γίνει ο Μεγάλος Εξουσιαστής». «Θα έπρεπε να είχε γίνει;» ρώτησε ο Ορσούρ. «Εννοείς ότι θα έπρεπε να κατακτήσει τον κόσμο αλλά δεν το έκανε;» «Όχι» είπε η Βιν. «Εννοώ ότι αυτός θα έπρεπε να είχε πάρει


τ

τη δύναμη στο Πηγάδι της Ανάληψης. Αυτός ο άντρας, ο άντρας που έγραψε αυτό το βιβλίο -δεν ξέρουμε το όνομά του- ήταν ένα είδος προφητικού ήρωα. Ή ... έτσι νόμιζαν όλοι. Τέλος πάντων, ο άντρας που έγινε ο Μέγας Εξουσιαστής -ο Ράσεκ- ήταν ο υπηρέ­ της του ήρωα. Δεν θυμάσαι που το συζητούσαμε αυτό, τότε που παρίστανες τον Ρενού;» Ο Ορσούρ ένευσε. «Θυμάμαι ότι το είχες αναφέρει εν συντομία». «Λοιπόν, αυτό είναι το βιβλίο που βρήκαμε εγώ και ο Κέλσιερ όταν εισχωρήσαμε στο παλάτι του Μεγάλου Εξουσιαστή. Νομίζαμε ότι γράφτηκε από τον Μεγάλο Εξουσιαστή, αλλά από ό,τι φαίνεται γράφτηκε από τον άντρα που σκότωσε ο Μέγας Εξουσιαστής, τον άντρα ο οποίος πήρε τη θέση του». «Ναι, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Και γιατί ακριβώς το έχεις διαλύσει;» «Δεν το έχω διαλύσει» είπε η Βιν. «Απλώς έβγαλα το δέσιμο για να μπορέσω να μετακινήσω τις σελίδες. Με βοηθά να σκεφτώ». «Καταλαβαίνω» είπε ο Ορσούρ. «Και, τι ακριβώς ψάχνεις; Ο Μέγας Εξουσιαστής είναι νεκρός, αφέντρα. Από όσο ξέρω, τον σκότωσες». Οντως, τι ψάχνω; σκέφτηκε η Βιν, παίρνοντας άλλη μια σελίδα. Φαντάσματα στην ομίχλη. Διάβασε τις λέξεις σ' αυτή τη σελίδα αργά. Δεν είναι σκιά. Αυτό το σκοτεινό πράγμα που με ακολουθεί, το πράγμα μου μόνο εγώ μπορώ να δω - Δεν είναι στ' αλήθεια σκιά. Είναι μαύρο και διαφανές, μα δεν έχει απτό περίγραμμα. Είναι άυλο - αχνό και άμορφο. Λες και είναι φτιαγμένο από σκοτεινή καταχνιά. Ή, ίσως, από ομίχλη. Η Βιν κατέβασε τη σελίδα. Παρακολουθούσε κι εκείνον, σκέφτηκε. Θυμήθηκε που διάβαζε τις λέξεις περισσότερο από έναν χρόνο πιο πριν και σκεφτόταν ότι ο Ήρωας θα πρέπει να είχε αρχίσει να τρελαίνεται. Με τόση πίεση που είχε να αντιμετωπίσει, φυσικό ήταν.


Τώρα, όμως, πίστευε ότι καταλάβαινε τον ανώνυμο συγγρα­ φέα του ημερολογίου καλύτερα. Ήξερε ότι δεν ήταν ο Μέγας Εξουσιαστής, και μπορούσε να τον δει όπως πρέπει να ήταν. Αβέβαιος για τη θέση του στον κόσμο, αλλά αναγκασμένος να λάβει μέρος σε σημαντικά γεγονότα. Αποφασισμένος να κάνει το καλύτερο που μπορούσε. Ιδεαλιστής, κατά κάποιον τρόπο. Και το πνεύμα της ομίχλης τον είχε κυνηγήσει. Τι σήμαινε αυ­ τό; Το γεγονός ότι το έβλεπε κι αυτή τι σήμαινε για τη Βιν; Μπουσούλησε σε μια άλλη στοίβα με σελίδες. Είχε περάσει το πρωινό ψάχνοντας στο ημερολόγιο για στοιχεία σχετικά με το πλά­ σμα της ομίχλης. Ωστόσο, δεν είχε καταφέρει να ξεθάψει πολλά πράγματα πέρα από αυτά τα δύο, οικεία αποσπάσματα. Έφτιαξε στοίβες με σελίδες που ανέφεραν οτιδήποτε παράξενο ή υπερφυσικό. Έφτιαξε μια μικρή στοίβα με σελίδες οι οποίες ανέ­ φεραν το πνεύμα της ομίχλης. Επίσης έφτιαξε μια ειδική στοίβα με αναφορές στη Βαθύτητα. Αυτή η τελευταία, κατά μία ειρωνεία ήταν και η μεγαλύτερη και η λιγότερο διαφωτιστική τής ομάδας. Ο συγγραφέας του ημερολογίου συνήθιζε να αναφέρει τη Βαθύτητα, αλλά χωρίς να λέει πολλά γι' αυτήν. Η Βαθύτητα ήταν επικίνδυνη, αυτό πάντως ήταν σαφές. Είχε ρημάξει τη γη, είχε σφάξει χιλιάδες. Το τέρας είχε προκαλέσει το χά­ ος οπουδήποτε εμφανιζόταν, φέρνοντας την καταστροφή και το φόβο, αλλά οι στρατοί της ανθρωπότητας δεν είχαν καταφέρει να τη νικήσουν. Μόνο οι προφητείες του Τέρις και ο Ήρωας των Αιώνων προσέφεραν ελπίδα. Μακάρι να έδινε περισσότερες λεπτομέρειες! σκέφτηκε η Βιν απο­ γοητευμένη, ξεφυλλίζοντας σελίδες. Ωστόσο, ο τόνος του ημερολο­ γίου ήταν περισσότερο μελαγχολικός παρά ενημερωτικός. Ήταν κάτι που ο Ήρωας είχε γράψει για τον εαυτό του, για να διατηρή­ σει τα λογικά του, για να του επιτρέψει να αποτυπώσει τους φό­ βους και τις ελπίδες του στο χαρτί. Ο Έλεντ έλεγε ότι και αυτός έγραφε για παρόμοιους λόγους, μερικές φορές. Για τη Βιν, αυτή ήταν μια γελοία μέθοδος να αντιμετωπίζεις τα προβλήματα. Στράφηκε με έναν αναστεναγμό στην τελευταία στοίβα με τα χαρτιά - εκείνη τις σελίδες της οποίας δεν είχε μελετήσει ακόμα.


τ<£$Ιηγάδι τηςοΑνάληψης

Ξάπλωσε στο πέτρινο πάτωμα και άρχισε να διαβάζει, ψάχνοντας για χρήσιμες πληροφορίες. Της πήρε χρόνο. Όχι μόνο επειδή διάβαζε αργά, αλλά και επειδή το μυαλό της ταξίδευε συνεχώς αλλού. Είχε ξαναδιαβάσει το ημερολόγιο - και, περιέργως, διάφορα στοιχεία και φράσεις τής θύμιζαν το μέρος που ήταν τότε. Δύο χρόνια και ένας ολόκληρος κόσμος μακριά - στη Φελίζ, όταν ακόμα ανάρρωνε από την επι­ θανάτια εμπειρία της από το χέρι ενός Ατσαλένιου Ιεροεξεταστή, είχε αναγκαστεί να περάσει το χρόνο της προσποιούμενη ότι ήταν η Βαλέτ Ρενού, μια νεαρή, άπειρη ευγενής από την επαρχία. Τότε, δεν είχε πιστέψει ακόμα στο σχέδιο του Κέλσιερ για την ανατροπή της Ύστατης Αυτοκρατορίας. Είχε μείνει με τη συμμορία επειδή εκτιμούσε τα παράξενα πράγματα που της προσέφεραν φιλία, εμπιστοσύνη και μαθήματα στην Κραματομαντεία- όχι επειδή δεχόταν τους στόχους τους. Δεν θα μπορούσε να μαντέψει ποτέ πού θα την οδηγούσε αυτό. Σε χορούς και δεξιώσεις, στο να ωριμάσει -λίγο μόνο- για να γίνει η ευγενής που προσποιούνταν ότι ήταν. Αλλά αυτό ήταν μια φάρσα, ένα θέατρο μερικών μηνών. Πίε­ σε το μυαλό της να ξεχάσει τα φανταχτερά ρούχα και τους χορούς. Έπρεπε να επικεντρωθεί σε πρακτικά ζητήματα. Και... είναι πρακτικό αυτό; σκέφτηκε αφηρημένα, ακουμπώντας μια σελίδα σε μία από τις στοίβες. Να μελετώ πράγματα που με το ζόρι καταλαβαίνω και να φοβάμαι μια απειλή που κανένας άλλος δεν νοιάζεται καν να προσέξει; Αναστέναξε, διπλώνοντας το χέρι της κάτω από το πηγούνι της ξαπλωμένη καθώς ήταν μπρούμυτα. Για ποιο πράγμα ανησυχούσε πραγματικά; Ότι η Βαθύτητα θα επέστρεφε; Το μόνο που είχε ήταν μερικές φευγαλέες εικόνες στην ομίχλη -πράγματα που θα μπορούσαν, όπως υπονόησε ο Έλεντ- να ήταν δημιουργήματα του κουρασμένου της μυαλού. Άλλο ήταν το σημαντικό. Αν υπέ­ θετε κανείς ότι η Βαθύτητα ήταν πραγματική, τι περίμενε να κάνει εκείνη γι' αυτό; Δεν ήταν ούτε ηρωίδα, ούτε στρατηγός, ούτε ηγέτιδα. Ω, Κέλσιερ, σκέφτηκε, παίρνοντας άλλη μια σελίδα. Πόσο σε


χρειαζόμαστε τώρα. Ο Κέλσιερ ήταν ένας άντρας που δεν περιο­ ριζόταν από συμβάσεις... ένας άντρας που με κάποιον τρόπο είχε καταφέρει να αψηφήσει την πραγματικότητα. Νόμιζε ότι με το να δώσει τη ζωή του για την ανατροπή του Μεγάλου Εξουσιαστή, θα εξασφάλιζε ελευθερία για τους σκάα. Όμως, αν η θυσία του είχε ανοίξει το δρόμο για έναν μεγαλύτερο κίνδυνο, κάτι τόσο κα­ ταστρεπτικό ώστε η καταπίεση του Μεγάλου Εξουσιαστή ήταν μια προτιμώμενη εναλλακτική; Τελείωσε επιτέλους τη σελίδα και μετά την τοποθέτησε στη στοίβα εκείνων που δεν περιείχαν χρήσιμες πληροφορίες. Μετά σταμάτησε. Δεν μπορούσε καν να θυμηθεί αυτά που είχε διαβάσει μόλις τώρα. Αναστέναξε, παίρνοντας τη σελίδα, και κοιτάζοντάς την ξανά. Πώς το έκανε ο Έλεντ; Μπορούσε να μελετά τα ίδια βι­ βλία ξανά και ξανά. Αλλά, για τη Βιν, ήταν δύσκολο ναΣταμάτησε. Πρέπει να υποθέσω ότι δεν είμαι τρελός, έλεγαν οι λέ­ ξεις. Δεν μπορώ, με καμία λογική αίσθηση σιγουριάς, να συνεχίσω την αποστολή μου αν δεν το πιστέψω αυτό. Το πράγμα που με ακολουθεί πρέ­ πει, επομένως, να είναι αληθινό. Ανακάθισε. Θυμόταν αόριστα αυτό το κομμάτι του ημερο­ λογίου. Το βιβλίο ήταν οργανωμένο σαν αρχείο, με συνεχόμενες -αλλά δίχως ημερομηνία- καταχωρίσεις. Είχε μια τάση να φλυα­ ρεί, και στον Ήρωα άρεσε να αναλύει τις ανασφάλειές του. Αυτό το κομμάτι ήταν ιδιαιτέρως στεγνό. Αλλά εκεί, εν μέσω των παραπόνων του, υπήρχε μια μικρή πληροφορία. Πιστεύω ότι θα με σκότωνε, αν μπορούσε, συνέχιζε το κείμενο. Υπάρχει μια αίσθηση μοχθηρίας στο πράγμα από σκιά και ομί­ χλη, και το δέρμα μου ζαρώνει στο άγγιγμά του. Όμως, φαίνεται να έχει περιορισμένες δυνατότητες σ' αυτό που μπορεί να κάνει, ιδιαί­ τερα σε εμένα. Μπορεί, ωστόσο, να επηρεάσει αυτόν τον κόσμο. Το μαχαίρι που βιιθισε στο στήθος του Φέντικ το αποδεικνύει αυτό. Ακόμα δεν εί­ μαι σίγουρος τι ήταν πιο τραυματικό γι’ αυτόν - η ίδια η πληγή ή το ότι είδε το πράγμα που του την έκανε.


τ

Ο Ράσεκ ψιθυρίζει ότι εγώ ο ίδιος μαχαίρωσα τον Φέντικ, γιατί μόνο ο Φέντικ κι εγώ μπορούμε να μιλήσουμε για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Ωστόσο, πρέπει να πάρω μιαν απόφαση. Πρέ­ πει να καταλήξω στο ότι δεν είμαι τρελός. Η εναλλακτική είναι να παραδεχτώ ότι εγώ ήμουν εκείνος που κρατούσε το μαχαίρι. Με κάποιον τρόπο, το ότι γνωρίζω την άποψη του Ράσεκ πά­ νω στο θέμα καθιστά mo εύκολο για μένα το να πιστέψω το αντί­ θετο. Η επόμενη σελίδα συνέχιζε να μιλάει για τον Ράσεκ και οι επό­ μενες καταχωρήσεις δεν περιείχαν κάποια αναφορά στο πνεύμα της ομίχλης. Ωστόσο, η Βιν έβρισκε ακόμα και αυτές τις λίγες παραγράφους συναρπαστικές. Πήρε μιαν απόφαση, σκέφτηκε. Πρέπει να πάρω κι εγώ την ίδια. Δεν είχε ανησυχήσει ποτέ μήπως ήταν τρελή, αλλά είχε αισθανθεί ότι τα λόγια του Έλεντ είχαν μια λογική. Τώρα τα απέρριπτε. Το πνεύμα της ομίχλης δεν ήταν κάποια αυταπάτη που προκλήθηκε από έναν συνδυασμό του άγχους και των αναμνήσεων από το ημερολόγιο. Ηταν πραγματικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βαθύτητα επέστρεφε, ούτε ότι η Λουθάντελ αντιμετώπιζε κάποιο είδος υπερφυσικού κινδύνου. Και τα δύο, ωστόσο, ήταν πιθανά. Ακούμπησε αυτή τη οελίδα μαζί με τις άλλες που περιείχαν διαφωτιστικές πληροφορίες για το πνεύμα της ομίχλης, και μετά επέστρεψε στη μελέτη της, αποφασισμένη να δώσει μεγαλύτερη προσοχή σ' αυτά που διάβαζε.

Οι στρατοί έσκαβαν. Ο Έλεντ παρακολουθούσε από την κορυφή του τείχους να παίρνει το σχέδιό του, όσο αόριστο κι αν ήταν, μορφή. Ο Στραφ έφτιαχνε μια αμυντική περίμετρο στα βόρεια, κρατώντας τη διακαναλική δίοδο που οδηγούσε πίσω, σε σχετικά μικρή απόσταση, προς το Ουρτό, πατρίδα του και πρωτεύουσά του. Ο Κετ έσκαβε στα δυτικά της πόλης, κρατώντας το Κανάλι Λουθ-Ντον, το οποίο


έφτανε ως το εργοστάσιο κονσερβοποιημένων τροφίμων του στο Χάβερφρεξ. Ένα εργοστάσιο κονσερβοποιημένων τροφίμων. Αυτό ήταν κάτι που ο Έλεντ ευχόταν να είχε στην πόλη. Η τεχνολογία ήταν καινούρια -πενήντα ετών ίσως- αλλά είχε διαβάσει γι' αυτήν. Οι λόγιοι θεωρούσαν ότι η βασική της χρήση θα έπρεπε να είναι η εύκολη μεταφορά προμηθειών στους στρατιώτες που πολεμούσαν στις παρυφές της αυτοκρατορίας. Δεν είχαν σκεφτεί την πιθανότη­ τα αποθεμάτων για πολιορκίες - ειδικότερα στη Λουθάντελ. Αλ­ λά, πάλι, ποιος θα το σκεφτόταν; Καθώς ο Έλεντ παρακολουθούσε, κάποιες περιπολίες άρχι­ σαν να απομακρύνονται από τους ξεχωριστούς στρατούς. Κά­ ποιες πήγαιναν να παρακολουθήσουν τα όρια ανάμεσα στις δύο δυνάμεις, ενώ άλλες πήγαιναν να διασφαλίσουν άλλες διακαναλικές διαδρομές, γέφυρες στον Ποταμό Σανερέλ και διόδους που οδηγούσαν μακριά από τη Λουθάντελ. Σε ένα εκπληκτικά σύντομο διάστημα, η πόλη περικυκλώθηκε αμέσως. Αποκομμένη από τον κόσμο, και από το υπόλοιπο μικρό βασίλειο του Έλεντ. Κανένας δεν μπορούσε πια να μπει ή να βγει. Οι στρατοί βασί­ ζονταν στις ασθένειες, την πείνα και άλλους παράγοντες αποδυνάμωσης για να γονατίσουν τον Έλεντ. Η πολιορκία της Λουθάντελ είχε αρχίσει. Αυτό είναι καλό, είπε στον εαυτό του. Για να πετύχει αυτό το σχέ­ διο, πρέπει να πτστέψουν ότι είμαι απελπισμένος. Θα πρέπει να είναι τόσο σίγουροι ότι είμαι πρόθυμος να συμμαχήσω μαζί τους, ώστε να μην περά­ σει από το μυαλό τους ότι ίσως να συνεργάζομαι και με τον εχθρό τους. Καθώς κοιτούσε ο Έλεντ, πρόσεξε κάποιον να ανεβαίνει τα σκα­ λιά του τείχους. Ο Κλαμπς. Ο στρατηγός πλησίασε κουτσαίνοντας τον Έλεντ, ο οποίος στεκόταν μόνος. «Συγχαρητήρια» είπε ο Κλαμπς. «Από ό,τι φαίνεται έχεις μια κανονική πολιορκία στα χέρια σου». «Ωραία». «Θα μας δώσει λίγο χώρο να ανασάνουμε, υποθέτω» είπε ο Κλαμπς. Μετά κοίταξε τον Έλεντ με εκείνο το βλοσυρό βλέμμα του. «Το καλό που σου θέλω να σταθείς αντάξιος μικρέ».


τ(£ίίηγβδι τηςοΑνάληψης

«Ναι, ξέρω» ψιθύρισε ο Έλεντ. «Έκανες τον εαυτό σου το κεντρικό σημείο» είπε ο Κλαμπς. «Η Σύνοδος δεν μπορεί να σπάσει αυτή την πολιορκία μέχρι να συναντηθείς επισήμως με τον Στραφ, και δεν μου φαίνεται πιθανό να δεχτούν οι βασιλείς να συναντηθούν με οποιονδήποτε άλλον εκτός από σένα. Το θέμα τώρα είσαι εσύ. Υποθέτω ότι αυτή είναι μια χρήσιμη θέση για να βρίσκεται ένας βασιλιάς. Αν είναι καλός βασιλιάς». Ο Κλαμπς απόμεινε σιωπηλός. Ο Έλεντ στεκόταν και κοίταζε τους δύο στρατούς. Τα λόγια που του είπε η Τίντουιλ η Τερίσια εξακολουθούσαν να τον ενοχλούν. Είσαι ανόητος, Έλεντ Βεντούρ... Μέχρι τώρα, κανείς από τους βασιλείς δεν είχε απαντήσει στις αιτήσεις του Έλεντ για μια συνάντηση - αν και η συμμορία ήταν σίγουρη ότι σύντομα θα δέχονταν. Οι εχθροί του θα περίμεναν, για να κάνουν τον Έλεντ να ιδρώσει λίγο. Η Σύνοδος είχε μόλις συγκαλέσει άλλη μια συνέλευση, μάλλον για να προσπαθήσει να τον αναγκάσει να τους απαλλάξει από την προηγούμενη πρότασή του. Ο Έλεντ είχε βρει έναν βολικό λόγο για να μην παραστεί στη συνάντηση. Κοίταξε τον Κλαμπς. «Και είμαι καλός βασιλιάς, Κλαμπς; Κα­ τά τη γνώμη σου». Ο στρατηγός τον κοίταξε, και ο Έλεντ είδε μια σκληρή σοφία στα μάτια του. «Έχω γνωρίσει χειρότερους ηγέτες» είπε. «Αλλά επί­ σης έχω γνωρίσει και πολύ καλύτερους». Ο Έλεντ ένευσε αργά. «Θέλω να αποδειχτώ καλός σ' αυτό, Κλαμπς. Κανένας άλλος δεν θα φροντίσει τους σκάα όπως αξίζουν. Ο Κετ, ο Στραφ. Θα τους έκαναν ξανά σκλάβους. Εγώ... εγώ θέ­ λω να γίνω κάτι περισσότερο από τις ιδέες μου, όμως. Θέλω -έχω ανάγκη- να γίνω ένας άντρας που οι άλλοι θα μπορούν να θαυ­ μάζουν». Ο Κλαμπς σήκωσε τους ώμους του. «Η εμπειρία μου μού έχει δείξει ότι ο άντρας συνήθως δημιουργείται από την περίσταση. Ο Κέλσιερ ήταν ένας εγωιστής δανδής έως ότου οι Λάκκοι επιτέλους τον έσπασαν». Κοίταξε τον Έλεντ. «Αυτή η πολιορκία θα γίνει οι δικοί σου Λάκκοι του Χάθσιν, Έλεντ Βεντούρ;»


«Δεν ξέρω» είπε με ειλικρίνεια. «Τότε υποθέτω ότι θα πρέπει να περιμένουμε για να δούμε. Προς το παρόν, κάποιος θέλει να οου μιλήσει». Γύρισε, γνέφοντας προς το δρόμο, γύρω στα δώδεκα μέτρα πιο κάτω, όπου στεκόταν μια ψηλή, γυναικεία μορφή ντυμένη με έναν πολύχρωμο τερίσιο χιτώνα. «Μου είπε να σε στείλω κάτω» είπε ο Κλαμπς. Έκανε μια παύ­ ση, και μετά κοίταξε τονΈλεντ. «Δεν συναντώ συχνά κάποιον που να μου δίνει την αίσθηση ότι μπορεί να με διατάζει. Και μάλιστα μια Τερίσια. Νόμιζα ότι αυτοί οι Τερίσιοι ήταν όλοι τους υπάκουοι και ευγενικοί». Ο Έλεντ χαμογέλασε. «Μάλλον ο Σέιζεντ μας κακόμαθε». Ο Κλαμπς ρουθούνισε. «Και μετά μου λες για χιλιετές πρό­ γραμμα ελέγχου της αναπαραγωγής, ε;» Ο Έλεντ ένευσε. «Είσαι σίγουρος ότι είναι ακίνδυνη;» ρώτησε ο Κλαμπς. «Ναι» είπε ο Έλεντ. «Επιβεβαίωσα την ιστορία της - η Βιν έφε­ ρε πολλούς Τερίσιους από την πόλη, και ήξεραν και αναγνώρισαν όλοι τους την Τίντουιλ. Από ό,τι φαίνεται είναι ένα αρκετά σημα­ ντικό πρόσωπο στην πατρίδα της». Επιπλέον, είχε πραγματοποιήσει Φερειχημεία μπροστά του, ό­ ταν έγινε πιο δυνατή για να ελευθερώσει τα χέρια της. Αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν κάντρα. Όλα αυτά σήμαιναν ότι ήταν αρκετά έμπιστη- ακόμα και η Βιν το παραδεχόταν αυτό, παρ' όλο που εξα­ κολουθούσε να αντιπαθεί την Τερίσια. Ο Κλαμπς ένευσε και ο Έλεντ πήρε μια βαθιά ανάσα. Μετά κατέβηκε τη σκάλα για να συναντήσει την Τίντουιλ για άλλον έναν γύρο μαθημάτων.

«Σήμερα, θα κάνουμε κάτι για τα ρούχα σου» είπε η Τίντουιλ, κλείνοντας την πόρτα του γραφείου του Έλεντ. Μέσα, μια πα­ χουλή μοδίστρα με λευκά μαλλιά, κουρεμένα κοντά και φου­ ντωτά, στεκόταν σεβάσμια, μαζί με μια ομάδα από νεαρές βοη­ θούς.


τ<£ίίηγβδι τηςοΑνάληψης

Ο Έλεντ χαμήλωσε το βλέμμα του στα ρούχα του. Δεν ήταν κι άσχημα. Το σακάκι και το γιλέκο τού εφάρμοζαν αρκετά καλά. Το παντελόνι δεν ήταν τόσο άκαμπτο όσο εκείνα που προτιμούσαν οι βασιλικοί ευγενείς, αλλά τώρα ήταν ο βασιλιάς. Δεν θα έπρεπε να είναι σε θέση να ορίζει τη μόδα; «Δεν καταλαβαίνω τι πρόβλημα έχουν» είπε. Σήκωσε το χέρι του καθώς η Τίντουιλ άρχισε να μιλά. «Ξέρω ότι δεν είναι τόσο επί­ σημα όσο αυτά που προτιμούν να φοράνε άλλοι, αλλά με βο­ λεύουν». «Είναι άχαρα» είπε η Τίντουιλ. «Δεν βλέπω γιατί-» «Μη διαφωνείς μαζί μου». «Μα, κοίτα, προχθές είπες ότι-» «Οι βασιλείς δεν διαφωνούν, Έλεντ Βεντούρ» είπε αποφασι­ στικά η Τίντουιλ. «Διατάζουν. Και ένα μέρος της ικανότητάς σου να διατάζεις προέρχεται από την εμφάνισή σου. Τα ατημέλητα ρούχα προσκαλούν άλλες ατημέλητες συνήθειες - όπως είναι η στάση σου, την οποία έχω ήδη αναφέρει, νομίζω». Ο Έλεντ αναστέναξε, γυρίζοντας τα μάτια του προς τα πάνω καθώς η Τίντουιλ χτύπησε τα δάχτυλά της. Η μοδίστρα και οι βοη­ θοί της άρχισαν να αδειάζουν δύο μεγάλα μπαούλα. «Αυτό δεν είναι απαραίτητο» είπε ο Έλεντ. «Έχω ήδη μερικά κοστούμια που είναι πιο άνετα- τα φοράω στις επίσημες περι­ στάσεις». «Δεν θα φοράς πια κοστούμια» είπε η Τίντουιλ. «Συγγνώμη;» Η Τίντουιλ τον κοίταξε με ένα επιβλητικό βλέμμα και ο Έλεντ αναστέναξε. «Εξηγήσου!» είπε, προσπαθώντας να φανεί επιβλητικός. Η Τίντουιλ ένευσε. «Ακολουθούσες τον ενδυματολογικό κώδι­ κα που προτιμούσαν οι ευγενείς που είχαν την έγκριση του Ύστα­ του Αυτοκράτορα. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή ήταν μια καλή ιδέα - σου παρείχε μια σύνδεση με την πρώην κυβέρνηση, και σε βοηθούσε να μη μοιάζεις τόσο με απόκλιση. Τώρα, ωστόσο, βρίσκε­ σαι σε διαφορετική θέση. Ο λαός σου κινδυνεύει και ο χρόνος για


απλή διπλωματία έχει τελειώσει. Είσαι σε πόλεμο. Το ντύσιμό σου θα πρέπει να το αντικατοπτρίζει αυτό». Η μοδίστρα διάλεξε μια συγκεκριμένη φορεσιά και μετά την έφερε στον Έλεντ, ενώ οι βοηθοί τοποθέτησαν ένα παραβάν. Ο Έλεντ δέχτηκε διατακτικά τη φορεσιά. Ήταν άκαμπτη και λευκή, και το μπροστινό μέρος του σακακιού έδειχνε να κουμπώ­ νει μέχρι πάνω, ως τον σκληρό γιακά. Γενικώς έμοιαζε μ ε... «Μια στολή» είπε συνοφρυωμένος. «Πράγματι» είπε η Τίντουιλ. «Θέλεις να πιστέψει ο λαός σου ότι μπορείς να τους προστατεύσεις; Λοιπόν, ένας βασιλιάς δεν εί­ ναι απλώς ένας νομοθέτης - είναι ένας στρατηγός. Ήρθε η ώρα να αρχίσεις να συμπεριφέρεσαι σαν να σου αξίζει ο τίτλος σου, Έλεντ Βεντούρ». «Δεν είμαι πολεμιστής» είπε ο Έλεντ. «Αυτή η στολή είναι ένα ψέμα». «Το πρώτο θα το αλλάξουμε σύντομα» είπε η Τίντουιλ. «Το δεύτερο δεν είναι αλήθεια. Διοικείς τα στρατεύματα της Κεντρι­ κής Κυριαρχίας. Αυτό σε κάνει στρατιωτικό είτε γνωρίζεις να χει­ ρίζεσαι ένα σπαθί είτε όχι. Και τώρα, πήγαινε να αλλάξεις». Ο Έλεντ υποχώρησε σηκώνοντας τους ώμους του. Πήγε πίσω από το παραβάν, παραμέρισε μια στοίβα βιβλία για να κάνει χώρο, και μετά άρχισε να αλλάζει. Το λευκό παντελόνι ήταν άνε­ το και έπεφτε ίσιο γύρω από τους αστραγάλους του. Παρ' όλο που υπήρχε πουκάμισο, καλυπτόταν τελείως από το μεγάλο, άκαμπτο σακάκι - το οποίο είχε στρατιωτικά σιρίτια στους ώμους. Είχε μια σειρά κουμπιών -όλα τους, όπως πρόσεξε, ξύλινα αντί για μεταλλικά- καθώς επίσης και ένα παράξενο σχέδιο που έμοιαζε με ασπίδα πάνω από το δεξί του στήθος. Ήταν διακοσμημένη με κάτι που έμοιαζε με βέλος, ή ίσως με δόρυ. Παρά το σκληρό ύφασμα, το κόψιμο και το σχέδιο, ο Έλεντ εντυπωσιάστηκε όταν διαπίστωσε πόσο καλά του εφάρμοζε η στολή. «Είναι στο μέγεθος μου» παρατήρησε, φορώντας τη ζώνη και τραβώντας το κάτω μέρος του σακακιού, το οποίο του έφτανε μέχρι τους γοφούς του. «Πήραμε τα μέτρα σου από το ράφτη σου» είπε η Τίντουλ.


τίϋίίίηγάδι τηςοΑνόληψης

Ο Έλεντ βγήκε από το παραβάν και τον πλησίασαν αρκετές βοηθοί. Η μία από αυτές του έγνεψε ευγενικά να φορέσει ένα ζευγάρι γυαλιστερές μαύρες μπότες, και η άλλη στερέωσε μια κάπα στα σιρίτια στους ώμους του. Η τελευταία βοηθός τού έδω­ σε ένα στιλβωμένο ξύλινο ραβδί μάχης και ένα θηκάρι. Ο Έλεντ το στερέωσε στη ζώνη του και μετά το πέρασε μέσα από μια σχισμή στο σακάκι του, έτσι ώστε να κρέμεται προς τα έξω· αυτό, τουλά­ χιστον, το είχε ξανακάνει. «Ωραία» είπε η Τίντουιλ, κοιτάζοντάς τον από πάνω μέχρι κά­ τω. «Όταν μάθεις να στέκεσαι στητός, θα είναι μια αξιοπρεπής βελτίωση. Και τώρα, κάθισε». Ο Έλεντ άνοιξε το στόμα του να διαμαρτυρηθεί, αλλά το ξανασκέφτηκε. Κάθισε, και μια βοηθός πλησίασε για να στερεώσει ένα σεντόνι γύρω από τους ώμους του. Μετά έβγαλε ένα ψαλίδι. «Μια στιγμή» είπε ο Έλεντ. «Βλέπω πού πηγαίνει αυτό». «Τότε φέρε αντίρρηση» είπε η Τίντουλ. «Μη μιλάς αόριστα!» «Εντάξει, λοιπόν» είπε ο Έλεντ. «Μου αρέσουν τα μαλλιά μου». «Είναι πιο εύκολο να φροντίζεις τα κοντά μαλλιά από ό,τι τα μακριά» είπε η Τίντουιλ. «Και έχεις αποδείξει ότι δεν μπορούμε να σε εμπιστευτούμε στο θέμα της προσωπικής περιποίησης». «Δεν πρόκειται να μου κόψεις τα μαλλιά» είπε αποφασιστικά ο Έλεντ. Η Τίντουιλ απόμεινε για λίγο σιωπηλή, και μετά ένευσε. Η μαθητευόμενη οπισθοχώρησε και ο Έλεντ σηκώθηκε, βγάζοντας το σεντόνι. Η μοδίστρα έφερε έναν μεγάλο καθρέφτη και ο Έλεντ τον πλησίασε για να επιθεωρήσει τον εαυτό του. Και πάγωσε. Η διαφορά ήταν απίστευτη. Όλη του τη ζωή θεωρούσε τον εαυ­ τό του λόγιο και κοσμικό, αλλά και λίγο ανόητο. Ήταν ο Έλεντ - ο φιλικός, άνετος άντρας με τις αστείες ιδέες. Ίσως ήταν εύκολο να τον απορρίψεις, αλλά δύσκολο να τον μισήσεις. Ο άντρας που έβλεπε τώρα δεν ήταν ένας δανδής της αυλής. Ήταν ένας σοβαρός άντρας - ένας επίσημος. Ένας άντρας που άξιζε να τον πάρει κανείς στα σοβαρά. Η στολή τον έκανε να θέλει να σταθεί πιο στητός, να ακουμπήσει το ένα του χέρι στο ραβδί της


μονομαχίας του. Τα μαλλιά του -ελαφρώς σγουρά, μακριά στην κορυφή και τις άκρες, τα οποία θα ανέμιζαν από τον αέρα στην κορυφή του τείχους της πόλης- δεν ταίριαζαν. Ο Έλεντ γύρισε. «Εντάξει» είπε. «Κόψ' τα». Η Τίντουιλ χαμογέλασε, και μετά του ένευσε να καθίσει. Το έκανε, περιμένοντας υπομονετικά, ενώ η βοηθός δούλευε. Όταν σηκώθηκε ξανά, το κεφάλι του ταίριαζε με τη στολή του. Τα μαλ­ λιά του δεν ήταν υπερβολικά κοντά, σαν τα μαλλιά του Χαμ, αλ­ λά ήταν καλοκουρεμένα και περιποιημένα. Μία από τις βοη­ θούς πλησίασε και του έδωσε ένα ξύλινο στεφάνι βαμμένο με ασή­ μι μπογιά. Γύρισε στην Τίντουιλ, συνοφρυωμένος. «Ένα στέμμα;» ρώτησε. «Τίποτα το κραυγαλέο» είπε η Τίντουιλ. «Αυτή η εποχή είναι πιο απλή από κάποιες του παρελθόντος. Το στέμμα δεν είναι σύμ­ βολο του πλούτου σου, αλλά της εξουσίας σου. Θα το φοράς από εδώ και στο εξής, είτε σε ιδιωτικές συναντήσεις είτε δημοσίως». «Ο Μέγας Εξουσιαστής δεν φορούσε στέμμα». «Ο Μέγας Εξουσιαστής δεν χρειαζόταν να υπενθυμίζει στον κόσμο ότι είχε τον έλεγχο» είπε η Τίντουιλ. Ο Έλεντ απόμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά φόρεσε το στέμ­ μα. Δεν είχε πολύτιμα πετράδια ή διακοσμητικά· ήταν μια απλή κορόνα. Όπως το περίμενε, του εφάρμοζε τέλεια. Γύρισε ξανά προς την Τίντουιλ, η οποία έκανε στη μοδίστρα νόημα να τα μαζέψει και να φύγει. «Σε περιμένουν τρεις στολές σαν αυτή στα δωμάτιά σου» είπε η Τίντουιλ. «Μέχρι να τελειώσει η πολιορκία, δεν θα φοράς τίποτα άλλο. Αν θέλεις ποικιλία, να αλλάζεις το χρώμα της κάπας». Ο Έλεντ ένευσε. Πίσω του, η μοδίστρα και οι βοηθοί της γλί­ στρησαν από την πόρτα. «Ευχαριστώ» είπε στην Τίντουιλ. «Ήμουν διατακτικός στην αρχή, αλλά έχεις δίκιο. Αυτό κάνει τη διαφορά». «Αρκετή διαφορά ώστε να παραπλανήσει προς το παρόν τους άλλους» είπε η Τίντουιλ. «Να τους παραπλανήσει;» «Φυσικά. Πίστεψες ότι αυτό ήταν μόνο;» «Δηλαδή, εγώ ...»


τ(0 0 ηγάδι τηςοΑνάληψης

Η Τουίντιλ σήκωσε το ένα της φρύδι. «Μερικά μαθήματα και νομίζεις ότι τελείωσες; Σχεδόν δεν αρχίσαμε. Είσαι ακόμα ανό­ ητος, Έλεντ Βεντούρ - απλώς δεν φαίνεται πια. Ας ελπίσουμε ότι η παράστασή μας θα αρχίσει να διορθώνει λίγη από τη ζημιά που έχεις κάνει στη φήμη σου. Ωστόσο, θα χρειαστείς πολλή εκπαίδευ­ ση ακόμα προτού να είμαι πραγματικά σίγουρη ότι θα μπορέσεις να συζητήσεις με κόσμο χωρίς να γίνεις ρεζίλι». Ο Έλεντ κοκκίνισε. «Τι εν...» Έκανε μια παύση. «Πες μου τι σχεδιάζεις να με διδάξεις τότε». «Λοιπόν, πρώτον πρέπει να μάθεις να περπατάς». «Έχει κάτι ο τρόπος που περπατάω;» «Μα τους ξεχασμένους θεούς, ναι!» είπε η Τίντουιλ, και ακού­ στηκε σαν να το διασκεδάζει, αν και δεν χαράχτηκε κανένα χαμό­ γελο στα χείλη της. «Και η προφορά σου χρειάζεται δουλειά. Πέ­ ρα από αυτό, φυσικά, υπάρχει η ανικανότητά σου να χειρίζεσαι όπλα». «Έχω περάσει από λίγη εκπαίδευση» είπε ο Έλεντ. «Ρώτησε τη Βιν - την έσωσα από το παλάτι του Μεγάλου Εξουσιαστή τη νύχτα της Κατάρρευσης!» «Το ξέρω» είπε η Τίντουιλ. «Και, από όσα έχω ακούσει, ήταν θαύμα που επιβίωσες. Ευτυχώς ήταν εκεί το κορίτσι για να δώσει την πραγματική μάχη. Από ό,τι φαίνεται στηρίζεσαι πάρα πολύ πάνω της για τέτοιου είδους πράγματα». «Είναι Ομιχλογέννητη». «Αυτό δεν είναι δικαιολογία για την παντελή έλλειψη ικανο­ τήτων εκ μέρους σου» είπε η Τίντουιλ. «Δεν μπορείς να στηρίζεσαι πάντα στη γυναίκα σου για να σε προστατεύει. Δεν είναι μόνο ντροπή, αλλά και ο λαός σου -ο ι στρατιώτες σου- θα περιμένουν να είσαι σε θέση να πολεμήσεις μαζί τους. Αμφιβάλλω ότι θα γίνεις ποτέ ο τύπος του ηγέτη που θα μπορέσει να ηγηθεί μιας επίθεσης ενάντια στον εχθρό, αλλά τουλάχιστον θα πρέπει να είσαι σε θέση να προστατεύσεις τον εαυτό σου αν δεχτείς επίθεση». «Δηλαδή, θέλεις να αρχίσω να μονομαχώ με τη Βιν και με τον Χαμ κατά τη διάρκεια των εκπαιδευτικών τους συνεδριών;» «Θεέ μου, όχι! Φαντάζεσαι πόσο τρομερό θα ήταν για το ηθικό


των αντρών αν σε έβλεπαν να τρως ξύλο δημοσίως;» Η Τίντοοιλ κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, θα εκπαιδευτείς με διακριτικότητα, από έναν δάσκαλο μονομαχίας. Σε λίγους μήνες, θα είσαι ικα­ νός με το ραβδί και το σπαθί. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η μικρή σου πολιορκία θα κρατήσει για αρκετό διάστημα προτού ξεκινήσει η μάχη». Ο Έλεντ κοκκίνισε ξανά. «Συνεχώς μου μιλάς υποτιμητικά. Είναι σαν να μην είμαι βασιλιάς στα μάτια σου - σαν να με βλέ­ πεις σαν ένα είδος αναπληρωτή». Η Τίντουιλ δεν απάντησε, αλλά τα μάτια της άστραψαν με ικα­ νοποίηση. Εσύ το είπες, όχι εγώ, έμοιαζε να λέει η έκφρασή της. Ο Έλεντ κοκκίνισε ακόμα πιο βαθιά. «Μπορείς, ίσως, να μάθεις να είσαι βασιλιάς, Έλεντ Βεντούρ» είπε ο Τίντουιλ. «Ως τότε, θα πρέπει απλώς να μάθεις να προσποι­ είσαι τον βασιλιά». Η οργισμένη απάντηση του Έλεντ διακόπηκε από ένα χτύπη­ μα στην πόρτα. Ο Έλεντ έσφιξε τα δόντια του, γυρίζοντας. «Πε­ ράστε». Η πόρτα άνοιξε. «Υπάρχουν νέα» είπε ο Λοχαγός Ντεμού, με το νεανικό του πρόσωπο γεμάτο ενθουσιασμό καθώς μπήκε. «Εγώ-» Πάγωσε. Ο Έλεντ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Ναι;» «Εγώ... εε...» Ο Ντεμού έκανε μια παύση και κοίταξε ξανά τον Έλεντ πριν συνεχίσει. «Με έστειλε ο Χαμ, Μεγαλειότατε. Λέει ότι έφτασε ένας αγγελιοφόρος κάποιου από τους δύο βασιλείς». «Αλήθεια;» είπε ο Έλεντ. «Από τον Λόρδο Κετ;» «Όχι, Μεγαλειότατε. Ο αγγελιοφόρος είναι από τον πατέρα σας». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. «Λοιπόν, πες στον Χαμ ότι θα έρθω σε ένα λεπτό». «Ναι, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντεμού, οπισθοχωρώντας. «Εε, μου αρέσει η καινούρια στολή, Μεγαλειότατε». «Σ' ευχαριστώ, Ντεμού» είπε ο Έλεντ. «Μήπως κατά τύχη γνω­ ρίζεις πού βρίσκεται η Λαίδη Βιν; Δεν την είδα όλη μέρα». «Νομίζω ότι είναι στα διαμερίσματά της, Μεγαλειότατε».


Στα διαμερίσματα της; Δεν μένει ποτέ εκεί. Είναι άρρωστη; «Θέλετε να την καλέσω;» ρώτησε ο Ντεμού. «Όχι, ευχαριστώ» είπε ο ’Ελεντ. «Θα την βρω εγώ. Πες στον Χαμ να περιποιηθεί τον αγγελιοφόρο». Ο Ντεμού ένευσε και μετά αποσύρθηκε. Ο Ελεντ γύρισε στην Τίντουιλ, η οποία χαμογελούσε με ένα ύφος ικανοποίησης. Ο Έλεντ πέρασε ξυστά από δίπλα της, καθώς πήγε να πάρει το σημειωματάριό του. «Θα μάθω να κάνω περισ­ σότερα από το να "προσποιούμαι" απλώς το βασιλιά, Τίντουιλ». «Θα το δούμε». Ο Έλεντ αγριοκοίταξε τη μεσήλικη Τερίσια με τον χιτώνα της και τα κοσμήματά της. «Εξασκήσου σε εκφράσεις όπως αυτή» παρατήρησε η Τίντουιλ, «και ίσως να τα καταφέρεις». «Αυτό είναι όλο, λοιπόν;» ρώτησε ο Έλεντ. «Εκφράσεις και στολές; Αυτό κάνει έναν βασιλιά;» «Όχι, βέβαια». Ο Έλεντ σταμάτησε στην πόρτα, και γύρισε ξανά. «Τι κάνει έναν βασιλιά, λοιπόν; Τι πιστεύεις εσύ ότι κάνει έναν άντρα καλό βασιλιά, Τίντουιλ του Τέρις;» «Η εμπιστοσύνη» είπε η Τίντουιλ κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Καλός βασιλιάς είναι αυτός που χαίρει της εμπιστοσύνης του λαού του - και αυτός που αξίζει αυτή την εμπιστοσύνη». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά ένευσε. Καλή απά­ ντηση, παραδέχτηκε, και μετά άνοιξε την πόρτα και βγήκε να βρει τη Βιν.


Μακάρι η θρησκεία των Τερίσιων και η πίστη στην Προσμονή να μην είχαν διαδοθεί πέρα από το λαό μας.

17

/ /ΓΚΙ/ΣΤΌΙΒΕΣ ΤΩΝ ΧΑΡΤΙΩΝ ΕΜΟΙΑΖΑΝ να πολλαπλασιά[ ^ ί'ζ ο ν τ α ι καθώς η Βιν έβρισκε όλο και πιο πολλές ιδέες στο ημε­ ρολόγιο τις οποίες ήθελε να απομονώσει και να θυμηθεί. Τι έλεγαν οι προφητείες για τον Ήρωα των Αιώνων; Πώς ήξερε ο συγγρα­ φέας του ημερολογίου πού να πάει, και τι πίστευε ότι θα έπρεπε να κάνει όταν θα έφτανε εκεί; Τελικά, ξαπλωμένη ανάμεσα στο χάος -μ ε αναποδογυρισμέ­ νες στοίβες χαρτιών στραμμένες σε παράξενες κατευθύνσεις για να ξεχωρίζουν- η Βιν παραδέχτηκε ένα δυσάρεστο γεγονός. Θα έπρεπε να κρατήσει σημειώσεις. Με έναν αναστεναγμό, σηκώθηκε και διέσχισε το δωμάτιο, περ­ πατώντας προσεκτικά πάνω από διάφορες στοίβες και πλησιά­ ζοντας το γραφείο του δωματίου. Δεν το είχε ξαναχρησιμοποιήσει· μάλιστα, είχε παραπονεθεί γι' αυτό στον Έλεντ. Τι το χρειαζό­ ταν εκείνη ένα γραφείο; Έτσι νόμιζε. Διάλεξε μια πένα, μετά έβγαλε ένα μικρό δοχείο με μελάνι, ενώ θυμήθηκε την εποχή που ο Ριν τής είχε μάθει να γράφει. Είχε αγανακτήσει πολύ γρήγορα με τα ορνιθοσκαλίσματά


τ

της, και παραπονιόταν για το κόστος του μελανιού και του χαρ­ τιού. Της είχε μάθει να διαβάζει έτσι ώστε να μπορεί να αποκρυπτογραφεί συμβόλαια και να προσποιείται την ευγενή, αλλά εί­ χε θεωρήσει ότι η γραφή ήταν λιγότερο χρήσιμη. Σε γενικές γραμ­ μές, η Βιν συμφωνούσε με την άποψή του. Προφανώς, όμως, η γραφή είχε χρησιμότητα ακόμα και όταν κάποιος δεν ήταν γραφέας. Ο Έλεντ πάντοτε κρατούσε σημειώσεις και υπομνήματα για τον εαυτό του- πολύ συχνά την εντυπώσιαζε το πόσο γρήγορα μπορούσε να γράψει. Πώς έκανε τα γράμματα να δείχνουν τόσο εύκολα; Άρπαξε ένα-δυο κενά φύλλα χαρτιού και επέστρεψε στις τα­ ξινομημένες της στοίβες. Κάθισε σταυροπόδι και ξεβίδωσε το κα­ πάκι του μελανοδοχείου. «Αφέντρα» παρατήρησε ο Ορσούρ, ξαπλωμένος ακόμα με τα πέλματά του μπροστά του, «συνειδητοποιείς ότι μόλις άφησες το γραφείο για να καθίσεις στο πάτωμα;» Η Βιν σήκωσε το βλέμμα της. «Και;» «Ο σκοπός ενός γραφείου είναι η γραφή». «Μα όλα μου τα χαρτιά είναι εδώ». «Τα χαρτιά μπορούν να μεταφερθούν, νομίζω. Αν αποδει­ χτούν πολύ βαριά, μπορείς να κάψεις κασσίτερο για να αποκτή­ σεις μεγαλύτερη δύναμη». Η Βιν κοίταξε το γεμάτο θυμηδία πρόσωπό του καθώς βουτούσε την άκρη της πένας της στο μελάνι. Τουλάχιστον, εκφράζει και κάτι άλλο εκτός από την αντιπάθειά του για μένα. «Το πάτωμα είναι πιο άνετο». «Αν το λες εσύ, αφέντρα, θα πιστέψω ότι είναι αλήθεια». Έμεινε για λίγο σιωπηλή, προσπαθώντας να καταλάβει αν εξα­ κολουθούσε να την περιγελά ή όχι. Αναθεματισμένο σκυλίσιο πρό­ σωπο, σκέφτηκε. Είναι πολύ δύσκολο να το διαβάσω. Με έναν αναστεναγμό έσκυψε και άρχισε να γράφει την πρώτη λέξη. Έπρεπε να σχηματίζει την κάθε γραμμή με ακρί­ βεια έτσι ώστε να μην μουτζουρωθεί το μελάνι, και συχνά έπρε­ πε να σταματά για να προφέρει λέξεις και να βρίσκει τα σωστά γράμματα. Δεν είχε γράψει ούτε δύο προτάσεις όταν ακούστηκε


ένα χτύπημα στην πόρτα της. Σήκωσε το βλέμμα της συνοφρυω­ μένη. Ποιος την ενοχλούσε; «Εμπρός» φώναξε. Ακούσε μια πόρτα να ανοίγει στο άλλο δωμάτιο και η φωνή τού Έλεντ φώναξε. «Βιν;» «Εδώ» είπε, γυρίζοντας πίσω στο κείμενό της. «Γιατί χτύπη­ σες;» «Γιατί μπορεί να άλλαζες» είπε μπαίνοντας. «Και λοιπόν;» ρώτησε η Βιν. Ο Έλεντ γέλασε πνιχτά. «Δύο χρόνια, και ο ιδιωτικός χώρος είναι ακόμα μια παράξενη έννοια για σένα». Η Βιν σήκωσε το βλέμμα της. «Λοιπόν, έκανα-» Για μια απειροελάχιστη στιγμή νόμιζε ότι ήταν κάποιος άλ­ λος. Τα ένστικτά της πήραν τα ηνία πριν από τον εγκέφαλό της και πέταξε αντανακλαστικά την πένα, τινάχτηκε όρθια και έκαψε κασσίτερο. Μετά σταμάτησε. «Μεγάλη αλλαγή, ε;» ρώτησε ο Έλεντ, απλώνοντας τα χέρια του για να μπορέσει η Βιν να δει τη στολή καλύτερα. Η Βιν ακούμπησε το χέρι της στο στήθος της, τόσο σοκαρισμένη ώστε πάτησε πάνω σε μία από τις στοίβες της. Ήταν ο Έλεντ, αλλά δεν ήταν. Η αστραφτερή λευκή στολή, με τις ίσιες ταινίες της και τη στενή γραμμή, έδειχνε τόσο διαφορετική από το συνηθισμένο του φαρδύ σακάκι και το παντελόνι του. Έμοιαζε πιο επιβλητικός. Πιο βασιλικός. «Έκοψες τα μαλλιά σου» είπε, περπατώντας γύρω του αργά, και μελετώντας τη στολή του. «Ιδέα τής Τίντουιλ» είπε. «Πώς σου φαίνεται;» «Τώρα θα έχει λιγότερα να αρπάξει κάποιος σε μια μάχη» είπε η Βιν. Ο Έλεντ χαμογέλασε. «Αυτό σκέφτεσαι μόνο;» «Όχι» είπε η Βιν αφηρημένα, σηκώνοντας τα χέρια της για να τραβήξει την κάπα του. Βγήκε εύκολα, και ένευσε επιδοκιμαστικά. Έτσι ήταν και οι ομιχλοχιτώνες. Ο Έλεντ δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί μήπως αρπάξει κανείς την κάπα του σε μια μάχη.


τ(β$ΐήγάδι της^Ανάληψης

Έκανε ένα βήμα πίσω, με τα μπράτσα της διπλωμένα. «Αστό σημαίνει ότι μπορώ να κόψω κι εγώ τα μαλλιά μου;» Ο Έλεντ απόμεινε σιωπηλός για λίγο. «Είσαι ελεύθερη να κά­ νεις ό,τι θέλεις, Βιν. Αλλά νομίζω ότι είναι πιο όμορφα μακριά». Τότε θα μείνουν έτσι. «Τέλος πάντων» είπε ο Έλεντ. «Εγκρίνεις;» «Σίγουρα» είπε η Βιν. «Μοιάζεις με βασιλιά». Αν και υπο­ πτευόταν ότι εν μέρει θα της έλειπε ο ατημέλητος Έλεντ με τα μπερ­ δεμένα μαλλιά. Υπήρχε κάτι... αξιαγάπητο σε εκείνον το συνδυ­ ασμό συνετής ικανότητας και αφηρημένης ατημελησίας. «Ωραία» είπε ο Έλεντ. «Γιατί νομίζω ότι θα χρειαστούμε το πλεονέκτημα. Ένας αγγελιοφόρος μόλις...» Η φωνή του αργόσβησε καθώς κοίταξε τις στοίβες των χαρτιών. «Βιν; Έκανες έρευνα;» Η Βιν κοκκίνισε. «Απλώς κοιτούσα το ημερολόγιο, προσπα­ θώντας να βρω αναφορές για τη Βαθύτητα». «Έκανες έρευνα!» Ο Έλεντ έκανε ένα βήμα μπροστά με εν­ θουσιασμό. Προς μεγάλη της απογοήτευση, εντόπισε γρήγορα το χαρτί με τις πρόσφατες σημειώσεις της. Το οήκωσε, και μετά την κοίταξε. «Εσύ το έγραψες αυτό;» «Ναι» είπε. «Ο γραφικός σου χαρακτήρας είναι όμορφος» είπε, και ακού­ στηκε λίγο έκπληκτος. «Γιατί δεν μου είπες ότι μπορούσες να γράψεις έτσι;» «Δεν είπες κάτι για έναν αγγελιοφόρο;» Ο Έλεντ άφησε ξανά κάτω το φύλλο, δείχνοντας για έναν παράξενο λόγο σαν περήφανος γονιός. «Ναι, σωστά. Κατέφτασε ένας αγγελιοφόρος από το στρατό τού πατέρα μου. Τον άφησα να περιμένει για λίγο - δεν μου φάνηκε σοφό να εμφανιστώ υπερ­ βολικά ανυπόμονος. Αλλά, καλύτερα να πάμε να τον συνα­ ντήσουμε». Η Βιν ένευσε, κάνοντας νόημα στον Ορσούρ. Ο κάντρα ση­ κώθηκε και ήρθε δίπλα της, και οι τρεις τους άφησαν τα διαμερίσματά της. Αυτό ήταν το καλό με τα βιβλία και τις σημειώσεις. Μπο­ ρούσαν πάντα να περιμένουν για κάποια άλλη στιγμή.


Βρήκαν τον αγγελιαφόρο να περιμένει στο αίθριο του τρίτου πατώματος του Πύργου Βεντούρ. Ήταν εκείνος. Ο Παρατηρητής. Ο Έλεντ προχώρησε μπροστά για να συναντήσει τον άντρα και η Βιν άρπαξε το μπράτσο του. «Περίμενε» ψιθύρισε. Ο Έλεντ γύρισε, μπερδεμένος. Αν αυτός ο άντρας έχει άτιο, σκέφτηκε η Βιν με μια σουβλιά πα­ νικού, ο Έλεντ είναι νεκρός. Είμαστε όλοι νεκροί. Ο Παρατηρητής στεκύταν σιωπηλός. Δεν έμοιαζε και τόσο με αγγελιαφόρο ή μεταφορέα. Φορούσε μαύρα, ακόμα και ένα ζευ­ γάρι μαύρα γάντια. Φορούσε παντελόνι και ένα μεταξωτό που­ κάμισο, χωρίς χιτώνα ή κάπα. Το θυμόταν αυτό το πρόσωπο. Ή ­ ταν εκείνος. Μ α... σκέφτηκε, αν ήθελε να σκοτώσει τον Έλεντ, θα το είχε κάνει ήδη. Η σκέψη την φόβισε, αλλά έπρεπε να παραδεχτεί ότι ήταν αλήθεια. «Τι;» ρώτησε ο Έλεντ, καθώς στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας μαζί της. «Να προσέχεις» ψιθύρισε. «Αυτός δεν είναι ένας απλός αγγε­ λιοφόρος. Είναι Ομιχλογέννητος». Ο Έλεντ σταμάτησε, συνοφρυωμένος. Γύρισε προς τον Πα­ ρατηρητή, ο οποίος στεκόταν ήσυχα, με τα χέρια του πίσω από τη μέση του γεμάτος αυτοπεποίθηση. Ναι, ήταν Ομιχλογέννητος· μόνο ένας τέτοιος άντρας θα μπορούσε να μπει μέσα σε ένα εχθρικό παλάτι, τελείως περικυκλωμένος από φρουρούς, και να μην δείχνει ούτε στο ελάχιστο ανήσυχος. «Εντάξει» είπε ο Έλεντ, μπαίνοντας τελικά στο δωμάτιο. «Αν­ θρωπε του Στραφ, φέρνεις κάποιο μήνυμα για μένα;» «Όχι απλώς ένα μήνυμα, Μεγαλειότατε» είπε ο Παρατηρη­ τής. «Το όνομά μου είναι Ζέιν και είμαι κάτι σαν... πρέσβης. Ο πατέρας σας ικανοποιήθηκε ιδιαιτέρως που έλαβε την πρόσκλησή σας για μια συμμαχία. Χαίρεται που μπορείτε επιτέλους να δείτε την κατάσταση λογικά».


τ

Η Βιν μελέτησε τον Παρατηρητή, αυτόν τον «Ζέιν». Τι παι­ χνίδι έπαιζε; Γιατί να αποκαλύψει ποιος είναι; Ο Έλεντ ένευσε, κρατώντας μια απόσταση από τον Ζέιν. «Δύο στρατοί» είπε ο Έλεντ, «που έχουν κατασκηνώσει έξω από την πόρτα μου... δεν είναι κάτι που μπορώ να αγνοήσω. Θα ήθελα να συναντηθώ με τον πατέρα μου και να συζητήσω τις πιθανότητες για το μέλλον». «Νομίζω ότι θα χαρεί πολύ με αυτό» είπε ο Ζέιν. «Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που σας είδε, και λυπάται πολύ για τη ρήξη στις σχέσεις σας. Άλλωστε, είστε ο μοναχογιός του». «Ήταν δύσκολο και για τους δυο μας» είπε ο Έλεντ. «Ίσως θα μπορούσαμε να στήσουμε μια σκηνή στην οποία θα συναντη­ θούμε έξω από την πόλη;» «Φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι δυνατόν» είπε ο Ζέιν. Η Μεγαλειότητά του φοβάται δικαίως τους δολοφόνους. Αν θέλετε να μι­ λήσετε μαζί του, θα χαρεί να σας φιλοξενήσει στη σκηνή του στο στρατόπεδο Βεντούρ». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε. «Δεν νομίζω ότι αυτό είναι και πολύ λογικό. Αν φοβάται εκείνος τους δολοφόνους, δεν θα έπρεπε να τους φοβάμαι κι εγώ;» «Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε να σας προστατεύσει στο δικό του στρατόπεδο, Μεγαλειότατε» είπε ο Ζέιν. «Εκεί δεν θα έχε­ τε να φοβηθείτε τίποτα από τους δολοφόνους του Κετ». «Καταλαβαίνω» είπε ο Έλεντ. «Φοβάμαι ότι η Μεγαλειότητά του ήταν απόλυτη πάνω στο θέμα» είπε ο Ζέιν. «Εσείς είστε εκείνος που θέλετε διακαώς τη συμμαχία - αν επιθυμείτε μια συνάντηση, θα πρέπει να πάτε εσείς σε εκείνον». Ο Έλεντ κοίταξε τη Βιν. Εξακολουθούσε να παρακολουθεί τον Ζέιν. Ο άντρας συνάντησε τα μάτια της και μίλησε. «Έχω λά­ βει αναφορές για την όμορφη Ομιχλογέννητη που συνοδεύει τον κληρονόμο των Βεντούρ. Εκείνη που σκότωσε τον Μεγάλο Εξουσιαστή και εκπαιδεύτηκε από τον ίδιο τον Επιζώντα». Για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή στο δωμάτιο.


Τελικά μίλησε ο Έλεντ. «Πες στον πατέρα μου ότι θα σκεφτώ την πρότασή του». Ο Ζέιν απέστρεψε επιτέλους το βλέμμα του από τη Βιν. «Η Μεγαλειότητά του ήλπιζε ότι θα μπορούσαμε να κανονίσουμε ημε­ ρομηνία και ώρα, Μεγαλειότατε». «Θα στείλω άλλο μήνυμα όταν θα έχω πάρει την απόφασή μου» είπε ο Έλεντ. «Πολύ καλά» είπε ο Ζέιν, κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση, αν και εκμεταλλεύτηκε αυτή την κίνηση για να πιάσει ξανά το βλέμ­ μα της Βιν. Μετά ένευσε άλλη μία φορά στον Έλεντ και άφησε τους φρουρούς να τον συνοδεύσουν ως την έξοδο.

Μέσα στην κρύα ομίχλη του απογεύματος, η Βιν περίμενε πά­ νω στο χαμηλό τείχος του Πύργου Βεντούρ. Ο Ορσούρ καθόταν δίπλα της. Οι ομίχλες ήταν σιωπηλές. Οι σκέψεις της ήταν πολύ λιγότερο γαλήνιες. Για ποιον άλλο θα δούλευε; σκέφτηκε. Φυσικά και είναι ένας από τους άντρες του Στραφ. Αυτό εξηγούσε πολλά πράγματα. Είχε περάσει αρκετός χρό­ νος μετά την τελευταία τους συνάντηση. Η Βιν είχε αρχίσει να πι­ στεύει ότι δεν θα ξανάβλεπε τον Παρατηρητή. Θα μονομαχούσαν ξανά, λοιπόν; Η Βιν προσπάθησε να κατα­ πνίξει την ανυπομονησία της, προσπάθησε να πει στον εαυτό της ότι ήθελε απλώς να βρει αυτόν τον Παρατηρητή εξαιτίας της απειλής που έθετε. Αλλά ο ενθουσιασμός για την πιθανότητα άλ­ λης μιας μάχης μέσα στις ομίχλες -άλλης μιας ευκαιρίας να δο­ κιμάσει τις ικανότητές της ενάντια σε έναν Ομιχλογέννητο- την έκανε νευρική από την προσμονή. Δεν τον ήξερε, και σίγουρα δεν τον εμπιστευόταν. Αυτό κα­ θιστούσε την προοπτική μιας μάχης ακύμα πιο συναρπαστική. «Γιατί περιμένουμε εδώ, αφέντρα;» ρώτησε ο Ορσούρ. «Απλώς κάνουμε περιπολία» είπε η Βιν. «Παρακολουθού-


τ

με για τυχόν δολοφόνους ή κατασκόπους. Όπως κάνουμε κάθε βράδυ». «Με διατάζεις να σε πιστέψω, αφέντρα;» Η Βιν τον κοίταξε ανέκφραστη. «Πίστεψε ό,τι θέλεις, κάντρα». «Πολύ καλά» είπε ο Ορσούρ. «Γιατί δεν είπες στο βασιλιά ότι έχεις μονομαχήσει με αυτόν τον Ζέιν;» Η Βιν γύρισε ξανά προς τις σκοτεινές ομίχλες. «Οι δολοφόνοι και οι Κραματομάντεις είναι δική μου έγνοια, όχι του Έλεντ. Δεν χρειάζεται να τον ανησυχήσω ακόμα - αρκετά προβλήματα έχει αυτή τη στιγμή». Ο Ορσούρ κάθισε στα καπούλια του. «Καταλαβαίνω». «Δεν πιστεύεις ότι έχω δίκιο;» «Πιστεύω αυτό που θέλω» είπε ο Ορσούρ. «Αυτό δεν με πρό­ σταζες μόλις τώρα, αφέντρα;» «Τέλος πάντων» είπε η Βιν. Ο μπρούντζος της ήταν αναμμένος και κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για να μην σκέφτεται το πνεύ­ μα της ομίχλης. Μπορούσε να το νιώσει να περιμένει στο σκοτά­ δι στα δεξιά της. Δεν κοίταξε προς το μέρος του. Το ημερολόγιο δεν ανέφερε ποτέ τι απέγινε το πνεύμα. Παραλίγο να σκοτώσει έναν από τους συντρόφους του Ήρωα. Μετά από αυτό, δεν έγινε σχεδόν καμία αναφορά στο κείμενο. Αυτά είναι προβλήματα για κάποιαν άλλη νύχτα, σκέφτηκε καθώς ο μπρούντζος της συνέλαβε άλλη μια πηγή Κραματομαντείας. Μια πιο δυνατή, πιο οικεία πηγή. Ο Ζέιν. Η Βιν πήδηξε πάνω στους προμαχώνες, αποχαιρέτησε τον Ορσούρ με ένα νεύμα, και μετά χάθηκε μέσα στη νύχτα. Η ομίχλη στροβιλιζόταν στον ουρανό, με τα διάφορα ρεύμα­ τα του αέρα να σχηματίζουν σιωπηλά λευκά ρυάκια, σαν ποτά­ μια στον αέρα. Η Βιν γλίστρησε πάνω τους, τα διαπέρασε, τα καβαλίκεψε σαν να ήταν μια πέτρα που αναπηδούσε στην επιφά­ νεια του νερού. Έφτασε γρήγορα στο μέρος όπου εκείνη και ο Ζέιν είχαν χωριστεί την τελευταία φορά, στον μοναχικό, εγκα­ ταλειμμένο δρόμο. Εκείνος περίμενε στο κέντρο, φορώντας ακόμα μαύρα. Η


Βιν κατέβηκε στο λιθόστρωτο μπροστά του με τις λωρίδες του ομιχλοχιτώνα της να ανεμίζουν γύρω της. Σηκώθηκε όρθια. Δεν φοράει ποτέ χιτώνα. Γιατί; Οι δυο τους στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο για μερικές σιωπηλές στιγμές. Ο Ζέιν πρέπει να γνώριζε πόσες ερωτήσεις είχε να του κάνει, αλλά δεν έκανε καμία σύσταση, και δεν πρόσφερε ούτε χαιρετισμό ούτε εξήγηση. Τελικά, έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και έβγαλε ένα νόμισμα. Το πέταξε στο δρόμο ανάμεσά τους, και αυτό αναπήδησε -μ ε το μέταλλο να κουδουνίζει πάνω στηχ πέτρα- και σταμάτησε. Πήδηξε στον αέρα. Η Βιν έκανε το ίδιο, και Ώθησαν και οι δυο τους το νόμισμα. Το βάρος των δύο σωμάτων τούς έκανε να σκα­ ρώσουν σχεδόν ο ένας τον άλλο, και εκτινάχτηκαν πάνω και πί­ σω, σαν τα δύο σκέλη ενός «V». Ο Ζέιν στροβιλίστηκε, πετώντας ένα νόμισμα πίσω τους. Χτύ­ πησε στο πλάι ενός κτηρίου και Ώθησε, τινάζοντας το σώμα του προς τη Βιν. Ξαφνικά, εκείνη ένιωσε μια δύναμη να χτυπά πάνω στο πουγκί με τα νομίσματά της, απειλώντας να τη ρίξει πίσω στο έδαφος. Ποιο είναι το σχέδιο απόψε, Ζέιν; σκέφτηκε καθώς τραβούσε το κορδόνι από το πουγκί της, ελευθερώνοντάς το από τη ζώνη της. Το Ώθησε, και αυτό εκτινάχτηκε προς τα κάτω, πιεσμένο από το βάρος της. 'Οταν χτύπησε στο έδαφος, η Βιν απέκτησε καλύτερη ισχύ ανόδου: Ωθούσε το πουγκί κατευθείαν από πάνω, ενώ ο Ζέιν το ωθούσε μόνο από το πλάι. Η Βιν τινάχτηκε προς τα πάνω, περνώντας μπροστά από τον Ζέιν μέσα στον δροσερό νυχτερινό αέρα, και μετά έριξε το βάρος της στα νομίσματα που είχε στην τσέπη του. Ο Ζέιν άρχισε να πέφτει. Ωστόσο, άρπαξε τα νομίσματα -εμποδίζοντάς τα να βγουν από την τσέπη του- και Ώθησε το πουγκί της. Πάγωσε στον αέρα - με τη Βιν να τον Ωθεί από πάνω, και η δική του Ώθηση να τον σπρώχνει ψηλά. Και, επειδή σταμάτησε, η Ώθηση της Βιν ξαφνικά την πέταξε προς τα πίσω. Η Βιν ελευθέρωσε τον Ζέιν και άφησε τον εαυτό της να κατέβει. Ο Ζέιν, ωστόσο, δεν αφέθηκε να πέσει. Ώθησε και πάλι


τ<£$ίηγάδι τηςοΑνάληψης

το σώμα του στον αέρα, και μετά άρχισε να απομακρύνεται με άλματα, χωρίς να αφήνει τα πόδια τοο να ακουμποόν καθόλου σε στέγες και λιθόστρωτα. Προσπάθησε να με αναγκάσει να κατέβω στο έδαφος, σκέφτηκε η Βιν. Ο πρώτος που θα πέσει χάνει, αυτό είναι; Εξακολουθώντας να κα­ τρακυλά, η Βιν έκανε μια περιστροφή στον αέρα. Πήρε ξανά το πουγκί με τα νομίσματά της με μια προσεκτική Έλξη, και μετά το πέταξε κάτω προς το έδαφος και Ώθησε τον εαυτό της προς τα πάνω. Προσέλκυσε ξανά το πουγκί στο χέρι της καθώς πετούσε, και μετά όρμησε να κυνηγήσει τον Ζέιν, Ωθώντας απρόσεκτα μέσα στη νύχτα, προσπαθώντας να τον προλάβει. Στο σκοτάδι, η Λουθάντελ έμοιαζε πιο καθαρή από ό,τι τη μέρα. Δεν μπορούσε να δει τα λεκιασμένα με στάχτη κτήρια, τα σκοτεινά διυλιστήρια, τον καπνό από τα καμίνια. Γύρω της, οι άδειοι πύργοι της πα­ λιάς τάξης των ευγενών παρακολουθούσαν σαν σιωπηλοί μονό­ λιθοι. Κάποια από τα μεγαλοπρεπή κτίσματα είχαν δοθεί σε κα­ τώτερους ευγενείς και άλλα είχαν γίνει κυβερνητικά κτήρια. Τα υπόλοιπα -αφού λεηλατήθηκαν με εντολή του Έλεντ- απέμεναν αχρησιμοποίητα, με τα βιτρό παράθυρά τους σκοτεινά, τους θόλους τους, τα αγάλματά τους και τις τοιχογραφίες τους αγνο­ ημένα. Η Βιν δεν ήταν σίγουρη αν ο Ζέιν κατευθυνόταν σκόπιμα προς τον Πύργο Χέιστινγκ ή αν απλώς τον πρόλαβε εκεί. Όπως και να 'χει, το τεράστιο οικοδόμημα εμφανίστηκε επιβλητικό καθώς ο Ζέιν πρόσεξε ότι τον πλησίαζε και γύρισε, πετώντας της μια χούφτα νομίσματα. Η Βιν τα Ώθησε διστακτικά. Αμέσως όταν τα άγγιξε, ο Ζέιν κό­ ρωσε ατσάλι και Ώθησε πιο δυνατά. Αν η Βιν Ωθούσε δυνατά, η ισχύς τής επίθεσής του θα την είχε ρίξει προς τα πίσω. Ωστόσο, μπόρεσε να αποκρούσει τα νομίσματά στα πλαϊνά της. Ο Ζέιν Ώθησε αμέσως ξανά το πουγκί με τα νομίσματά της, εκτινάσσοντας τον εαυτό του προς τα πάνω, στα τείχη του Πύρ­ γου Χέιστινγκ. Η Βιν ήταν προετοιμασμένη και γι' αυτή την κί-


νηοη. Κορώνοντας κασσίτερο, άρπαξε το πουγκί και με τα δυο της χέρια και το έσκισε στη μέση. Τα νομίσματα έπεσαν από κάτω της και τινάχτηκαν προς το έδαφος σπρωγμένα από τη δύναμη της Ώθησης του Ζέιν. Διάλε­ ξε ένα και Ώθησε τον εαυτό της, κερδίζοντας ύψος αμέσως όταν το νόμισμα έπεσε στο έδαφος. Στριφογύρισε, κοιτάζοντας προς τα πάνω, με τα εντσχυμένα από τον λευκοσίδηρο αυτιά της να ακούνε μια βροχή από μέταλλο να χτυπά τις πέτρες από κάτω. Θα εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση στα νομίσματα, αλλά δεν χρειαζόταν να τα κουβαλάει πάνω της. Τινάχτηκε προς τον Ζέιν, με έναν από τους εξωτερικούς πύρ­ γους του οικοδομήματος να προβάλλει μέσα από τις ομίχλες στα αριστερά της. Το ανάκτορο Χέιστινγκ ήταν από τα πιο εντυ­ πωσιακά στην πόλη. Είχε έναν τεράστιο πύργο στο κέντρο -ψ η­ λό, επιβλητικό, πλατύ- με μια σάλα χορού στην κορυφή του. Επίσης είχε έξι μικρότερους πύργους χτισμένους σε ίση απόσταση γύρω από το κεντρικό οικοδόμημα, ο καθένας από τους οποίους συνδεόταν με τον κεντρικό μέσω ενός ισχυρού τείχους. Ηταν ένα κομψό, μεγαλοπρεπές κτήριο. Με κάποιον τρόπο, η Βιν υπο­ πτευόταν ότι ο Ζέιν είχε καταλήξει εκεί ακριβώς λόγω της ομορ­ φιάς του Πύργου. Η Βιν τον παρακολουθούσε τώρα, την Ώθησή του να χάνει δύναμη καθώς απομακρυνόταν πάρα πολύ από τα νομίσματα που αποτελούσαν το στήριγμά του. Στροβιλίστηκε ακριβώς από πάνω της, μια σκοτεινή μορφή πάνω από έναν ουρανό από κινούμενες ομίχλες, όμως ακόμα πολύ πιο χαμηλά από την κορυφή του τείχους. Η Βιν τράβηξε απότομα αρκετά νομίσματα από κάτω, Προσελκύοντάς τα στον αέρα σε περίπτωση που τα χρειαζόταν. Ο Ζέιν κατέβηκε προς το μέρος της. Η Βιν Ώθησε αντα­ νακλαστικά τα νομίσματα στην τσέπη του, και μετά συνειδητο­ ποίησε ότι πιθανότατα αυτό ακριβώς ήθελε εκείνος: του έδωσε ανύψωση, ενώ έσπρωξε την ίδια προς τα κάτω. Αφέθηκε καθώς έπεφτε, και σύντομα πέρασε την ομάδα των νομισμάτων που είχε Προσελκύσει στον αέρα. Προσέλκυσε ένα, φέρνοντάς το στο χέρι


τ(£3^ηγάδι τηςοΑνάληψης

της, και μετά Ώθησε ένα άλλο, στέλνοντάς το στα πλάγια, πάνω στο τείχος. Η Βιν τινάχτηκε στο πλάι. Ο Ζέιν πέρασε ξυστά από δίπλα της στον αέρα, με το πέρασμά του να αναδεύει τις ομίχλες. Τινάχτηκε αμέσως και πάλι προς τα πάνω -πιθανότατα χρησιμοποιώντας ένα νόμισμα από κάτω- και εκτόξευσε μια διπλή χούφτα νομί­ σματα κατευθείαν προς το μέρος της. Η Βιν στριφογύρισε, αποκρούοντας ξανά τα νομίσματα. Τινά­ χτηκαν γύρω της, και άκουσε αρκετά ντιν πάνω σε κάτι, μέσα στην ομίχλη, πίσω της. Αλλος ένας τοίχος. Εκείνη και ο Ζέιν μο­ νομαχούσαν ανάμεσα σε δύο από τους εξωτερικούς πύργους του κτηρίου. Στην κάθε τους πλευρά υπήρχε ένας γωνιακός τοίχος, με τον κεντρικό πύργο σε μικρή μόνο απόσταση μπροστά τους. Πολεμούσαν κοντά στη μύτη ενός πέτρινου, τριγωνικού προ­ μαχώνα. Ο Ζέιν όρμησε προς το μέρος της. Η Βιν έκανε να ρίξει το βάρος της πάνω του, αλλά συνειδητοποίησε έκπληκτη ότι εκείνος δεν κουβαλούσε πια νομίσματα. Ωθούσε κάτι πίσω του, όμως - το ίδιο νόμισμα που είχε ρίξει η Βιν πάνω στον τοίχο με το βάρος της. Ώθησε τον εαυτό της ψηλά, προσπαθώντας να βγει από το δρόμο του, αλλά έστριψε και εκείνος προς τα πάνω. Ο Ζέιν έπεσε πάνω της, και άρχισαν να πέφτουν. Καθώς στρο­ βιλίζονταν μαζί, ο Ζέιν την άρπαξε από τα μπράτσα, κρατώντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό του. Δεν φαινόταν θυμωμένος, ούτε καν επιθετικός. Φαινόταν ήρεμος. «Αυτό είμαστε, Βιν» είπε χαμηλόφωνα. Ο άνεμος και η ομί­ χλη τούς μαστίγωναν καθώς έπεφταν, με τις λωρίδες από τον ομιχλοχιτώνα της Βιν να ανεμίζουν γύρω από τον Ζέιν. «Γιατί παίζεις τα παιχνίδια τους; Γιατί τους αφήνεις να σε ελέγχουν;» Η Βιν ακούμπησε το χέρι της απαλά πάνω στο στήθος του Ζέιν, και μετά Ώθησε το νόμισμα που βρισκόταν στην παλάμη της. Η δύναμη της Ώθησης την απελευθέρωσε από τη λαβή του, τινάζοντάς τον προς τα πάνω και πίσω. Συγκρότησε το σώμα της


μερικά μόλις μέτρα από το έδαφος, Ωθώντας πεσμένα νομίσματα, και εκτοξεύοντας τον εαυτό της και πάλι προς τα πάνω. Προσπέρασε τον Ζέιν μέσα στη νύχτα, και είδε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του καθώς εκείνος έπεφτε. Η Βιν όρμησε προς τα κάτω, αρπάζοντας τις γαλάζιες γραμμές που εκτείνονταν προς το έδαφος κάτω, και μετά κόρωσε σίδηρο και τις Προσέλκυσε όλα ταυτόχρονα. Γαλάζιες γραμμές την περιέβαλαν, με τα νομίσματα να σηκώνονται όλο και πιο ψηλά και να περνούν δίπλα από τον έκπληκτο Ζέιν. Προσέλκυσε μερικά νομίσματα στα χέρια της. Για να δούμε αν μπορείς να μείνεις τώρα στον αέρα, σκέφτηκε η Βιν με ένα χαμόγελο, Ωθώντας προς τα έξω, και τινάζοντας τα άλλα νομίσματα μακριά μέσα στη νύχτα. Ο Ζέιν συνέχισε να πέφτει. Άρχισε να πέφτει και η Βιν. Έριξε από ένα νόμισμα δεξιά και αριστερά της και μετά Ώθησε. Τα νομίσματα εκτινάχτηκαν μέσα στις ομίχλες, πετώντας προς τους πέτρινους τοίχους στην κάθε της πλευρά. Νομίσματα χτύπησαν πάνω σε πέτρα, και η Βιν ακινητοποιήθηκε απότομα στον αέρα. Ωθησε δυνατά, μένοντας ακίνητη, περιμένοντας μια Έλξη από κάτω. Αν Έλξει, θα Έλξω κι εγώ, σκέφτηκε. Θα πέσουμε και οι δύο, και θα κρατήσω τα νομίσματα ανάμεσα μας στον αέρα. Θα χτυπήσει στο έδα­ φος πρώτος. Ένα νόμισμα πέρασε με ταχύτητα δίπλα της στον αέρα. Τι; Πού το βρήκε αυτό; Ήταν σίγουρη ότι είχε Ωθήσει μακριά όλα τα νομίσματα που υπήρχαν κάτω. Το νόμισμα υψώθηκε προς τα πάνω, μέσα στις ομίχλες, αφή­ νοντας πίσω του μια γαλάζια γραμμή ορατή μόνο στα κραματομαντικά της μάτια. Πέρασε πάνω από την κορυφή του τείχους στα δεξιά της. Η Βιν κοίταξε προς τα κάτω έγκαιρα για να δει τον Ζέιν να επιβραδύνει, μετά να τινάζεται προς τα πάνω - Προσελκύοντας το νόμισμα που τώρα είχε μείνει ακίνητο στην κορυ­ φή του τείχους δίπλα στο πέτρινο κιγκλίδωμα. Πέρασε από δίπλα της με ένα ύφος ικανοποίησης στο πρό­ σωπό του. Φιγουρατζή.


Η Βιν άφησε το νόμισμα στα αριστερά της, ενώ συνέχισε να Ωθεί εκείνο στα δεξιά της. Τινάχτηκε προς τα αριστερά, και κόντεψε να συγκρουστεί με τον τοίχο πριν του ρίξει άλλο ένα νόμισμα. Ώθησε αυτό το νόμισμα, τινάζοντας τον εαυτό της προς τα πάνω και δεξιά. Άλλο ένα νόμισμα την τίναξε και πάλι προς τα πάνω και αριστερά, και συνέχισε να αναπηδά από τον ένα τοίχο στον άλλο, μπρος πίσω, έως ότου έφτασε στην κορυφή. Χαμογέλασε καθώς στριφογύρισε στον αέρα. Ο Ζέιν -κ ρ ε­ μασμένος στον αέρα πάνω από την κορυφή του τείχους- ένευσε με εκτίμηση καθώς περνούσε από δίπλα του. Η Βιν πρόσεξε ότι είχε πάρει μερικά από τα νομίσματα που είχε πετάξει νω­ ρίτερα. Ήρθε η ώρα να κάνω κι εγώ μια μικρή επίθεση, σκέφτηκε η Βιν. Ώθησε τα νομίσματα στο χέρι του Ζέιν, και την εκτίναξαν προς τα πάνω. Ωστόσο, ο Ζέιν Ωθούσε ακόμα το νόμισμα στην κο­ ρυφή του τείχους από κάτω του, κι έτσι δεν έπεσε. Αντίθετα έμεινε κρεμασμένος στον αέρα ανάμεσα σε δύο δυνάμεις - τη δική του Ώθηση που τον έσπρωχνε προς τα πάνω, και την Ώθηση της Βιν που τον έσπρωχνε προς τα κάτω. Η Βιν τον άκουσε να μουγκρίζει εξουθενωμένος, και Ώθησε πιο δυνατά. Ωστόσο, ήταν τόσο συγκεντρωμένη, ώστε την τελευταία μόνο στιγμή τον είδε να ανοίγει το άλλο του χέρι και να Ωθεί ένα νόμισμα προς το μέρος της. Έκανε να το Ωθήσει, αλλά ευτυχώς ο Ζέιν δεν είχε σημαδέψει καλά, και το νόμισμα αστόχησε για μερικά εκατοστά. Ή ίσως και να μην αστόχησε. Αμέσως το νόμισμα τινάχτηκε ξανά προς τα πίσω και την πέτυχε στην πλάτη. Ο Ζέιν το Προσέλκυσε με δύναμη, και το κομμάτι του μετάλλου βυθίστηκε στο δέρμα τής Βιν. Εκείνη πήρε μια κοφτή ανάσα, κορώνοντας κασ­ σίτερο για να εμποδίσει το νόμισμα να σκίσει το δέρμα της. Ο Ζέιν δεν υποχώρησε. Η Βιν έσφιξε τα δόντια της, αλλά ζύγιζε πολύ περισσότερο από εκείνη. Άρχισε να κατεβαίνει σιγά σιγά προς το μέρος του μέσα στη νύχτα, με την Ώθησή της να πασχίζει να τους κρατήσει χωριστά, και το νόμισμα να βυθίζεται επίπονα στην πλάτη της.


Ποτέ να μην μπλεχτείς σε μια μονομαχία Ώθησης, Βιν, την είχε προειδοποιήσει ο Κέλσιερ. Δεν ζυγίζεις αρκετά - θα χάνεις κάθε φορά. Σταμάτησε να Ωθεί το νόμισμα στο χέρι τοσ Ζέιν. Αμέσως, έπεσε, σπρωγμένη από την Έλξη του νομίσματος στην πλάτη της. Το Ώθησε ελαφριά αποκτώντας λίγη ισορροπία, και μετά έριξε το τελευταίο της νόμισμα στο πλάι. Χτύπησε στο έδαφος την τε­ λευταία στιγμή, και η Ωθηση της Βιν, την τίναξε μακριά από τον Ζέιν και το νόμισμά σου. Το νόμισμα του Ζέιν τον χτύπησε στο στήθος, και γρύλισε: προφανώς προσπαθούσε να κάνει τη Βιν να συγκρουστεί μαζί του ξανά. Η Βιν χαμογέλασε, και μετά Προσέλκυσε το νόμισμα στο χέρι του Ζέιν. Ας του δώσω αυτό που θέλει, λοιπόν. Ο Ζέιν γύρισε έγκαιρα για να τη δει να πέφτει με τα πόδια της πάνω του. Η Βιν στριφογύρισε και τον ένιωσε να κατρακυ­ λάει από κάτω της. Ένιωσε θριαμβευτικά από τη νίκη της, στρι­ φογυρίζοντας στον αέρα πάνω από το διάδρομο του τείχους. Με­ τά πρόσεξε κάτι: αρκετές αμυδρές γαλάζιες γραμμές να εξαφα­ νίζονται στο βάθος. Ο Ζέιν είχε σπρώξει όλα της τα νομίσματα μακριά. Η Βιν άρπαξε απελπισμένα ένα από τα νομίσματα και το Προσέλκυσε πάλι πίσω. Ή ταν πολύ αργά, ωστόσο. Έψαξε φρε­ νιασμένα για μια πιο κοντινή πηγή μετάλλου, αλλά τα πάντα ήταν από πέτρα ή ξύλο. Αποπροσανατολισμένη, χτύπησε πάνω στο διάδρομο του πέτρινου τείχους, κατρακυλώντας μπλεγμένη μέσα στον χιτώνα της έως ότου σταμάτησε δίπλα στο πέτρινο κιγκλίδωμα του τείχους. Κούνησε το κεφάλι της και κόρωσε λευκοσίδηρο, καθαρίζοντας την όρασή της με μια λάμψη πόνου καθώς και άλλων αισθήσεων. Σίγουρα ο Ζέιν δεν πρέπει να τα πήγε καλύτερα. Θα πρέπει να είχε πέσει όπωςΟ Ζέιν κρεμόταν στον αέρα μερικά μέτρα μακριά. Είχε βρει ένα νόμισμα -η Βιν δεν μπορούσε να φανταστεί πώς- και το Ωθούσε από κάτω του. Ωστόσο, δεν τινάχτηκε μακριά. Αιωρούνταν πάνω από την κορυφή του τείχους, μερυ<ά μόλις μέτρα


τ<£ίίηγόδι τηςοΛνόληψης

συον αέρα, μισοαναποδογυρισμένος ακόμα από την κλωτσιά τής Βιν. Καθώς η Βιν τον κοιτούσε, ο Ζέιν περιστράφηκε αργά στον αέρα, με το χέρι του τεντωμένο από κάτω του, και στριφογύρισε σαν ένας επιδέξιος ακροβάτης πάνω σε έναν στύλο. Υπήρχε μια έκφραση έντονης συγκέντρωσης στο πρόσωπό του, και οι μύες του -όλοι τους, τα μπράτσα του, το πρόσωπό του, το στήθος τουήταν τεντωμένοι. Γύρισε στον αέρα έως ότου βρέθηκε αντικριστά με τη Βιν. Η Βιν κοιτούσε με δέος. Ήταν δυνατό να Ωθήσεις ελαφρά μόνο ένα νόμισμα, ρυθμίζοντας το μέγεθος της δύναμης με την οποία ρίχνεσαι προς τα πίσω. Ωστόσο, ήταν απίστευτα δύσκολο - τόσο δύσκολο ώστε είχε δυσκολευτεί ακόμα και ο Κέλσιερ. Τις περισσότερες φορές, οι Ομιχλογέννητοι απλώς χρησιμοποιούσαν σύντομες ωθήσεις. Όταν η Βιν έπεσε, για παράδειγμα, επιβράδυνε τον εαυτό της ρίχνοντας ένα νόμισμα και Ωθώντας το για λίγο αλλά με δύναμη- για να εξουδετερώσει την ορμή της. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ έναν Κραματομάντη με τόσο έλεγχο όπως ο Ζέιν. Η ικανότητά του να ωθεί ελαφριά εκείνο το νόμισμα δεν θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη σε μια μάχη· προφανώς απαιτούσε πάρα πολλή συγκέντρωση. Ωστόσο, είχε μια χάρη, μια ομορφιά στις κινήσεις του που έδειχναν κάτι που είχε νιώσει και η ίδια η Βιν. Η Κραματομαντεία δεν ήταν μόνο μάχες και σκοτωμοί. Ήταν και ικανότητα και χάρη. Ήταν κάτι όμορφο. Ο Ζέιν συνέχισε να περιστρέφεται έως ότου στάθηκε όρθιος, υιοθετώντας μια στάση ευγενούς. Μετά κατέβηκε στο διάδρομο του τείχους, με τα πόδια του να χτυπούν ήσυχα πάνω στις πέτρες. Κοίταξε τη Βιν -που ήταν ακόμα ξαπλωμένη στις πέτρες- με μια έκφραση που δεν είχε καμία περιφρόνηση. «Είσαι πολύ επιδέξια» είπε. «Και αρκετά δυνατή». Ήταν ψηλός, εντυπωσιακός. Όπως... ο Κέλσιερ. «Γιατί ήρθες στο παλάτι σήμερα;» ρώτησε καθώς σηκωνόταν όρθια. «Για να δω πώς σου φέρονται. Πες μου, Βιν. Τι έχουμε εμείς


οι Ομιχλογέννητοι που μας κάνει -παρά τη δύναμή μας- τόσο πρόθυμους να γίνουμε σκλάβοι των άλλων;» «Σκλάβοι;» είπε η Βιν. «Δεν είμαι σκλάβα». Ο Ζέιν κούνησε το κεφάλι του. «Σε χρησιμοποιούν, Βιν». «Μερικές φορές είναι καλό να είσαι χρήσιμος». «Αυτές οι λέξεις πηγάζουν από ανασφάλεια». Η Βιν έμεινε σιωπηλή για λίγο- μετά τον κοίταξε. «Πού βρήκες το νόμισμα, στο τέλος; Δεν υπήρχαν άλλα εδώ κοντά». Ο Ζέιν χαμογέλασε, και μετά άνοιξε το στόμα του και έβγαλε ένα νόμισμα. Το πέταξε στις πέτρες με ένα ντιν. Η Βιν γούρλωσε τα μάτια της. Το μέταλλο μέσα στο σώμα κάποιου δεν μπορεί να επηρεαστεί από έναν άλλο Κραματομάντη... Είναι τόσο εύκολο κόλπο! Γιατί δεν το σκέφτηκα; Γιατί δεν το σκέφτηκε ο Κέλσιερ; Ο Ζέιν κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ανήκουμε μαζί τους, Βιν. Δεν ανήκουμε στον δικό τους κόσμο. Ανήκουμε εδώ, στις ομί­ χλες». «Ανήκω με εκείνους που με αγαπούν» είπε η Βιν. «Σε αγαπούν;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Ζέιν. «Πες μου, σε κα­ ταλαβαίνουν, Βιν; Μπορούν να σε καταλάβουν; Και, μπορεί ένας άνθρωπος να αγαπήσει κάτι που δεν καταλαβαίνει;» Την κοίταξε για μια στιγμή. 'Οταν δεν απάντησε, της ένευσε ελαφρά, μετά Ώθησε το νόμισμα που είχε πετάξει πριν από λί­ γο, και εκτινάχτηκε ξανά στις ομίχλες. Η Βιν τον άφησε να φύγει. Τα λόγια του είχαν μεγαλύτερο βάρος από ό,τι πιθανώς θα καταλάβαινε ποτέ. Δεν ανήκουμε στον κόσμο τους... Δεν μπορούσε να ξέρει ότι κι εκείνη αναλογιζόταν ποια ήταν η θέση της, ότι αναρωτιόταν αν ήταν ευγενής, δο­ λοφόνος, ή κάτι άλλο. Τα λόγια του Ζέιν, λοιπόν, σήμαιναν κάτι σημαντικό. Θεωρού­ σε τον εαυτό του παρείσακτο. Όπως ένιωθε λίγο κι εκείνη. Αυτό ήταν σίγουρα μια αδυναμία του. Ίσως να μπορούσε να τον στρέ­ ψει ενάντια στον Στραφ - η προθυμία του να μονομαχήσει μαζί της, η προθυμία του να αποκαλύψει τον εαυτό του, αυτό έδειχναν. Ανάσανε βαθιά τον δροσερό αέρα της ομίχλης, με την καρ-


τ (£ $ ίη γ β δ ι τ η ς υ Α ν ά λ η ψ η ς

διά της να χτυπά ακόμα δυνατά από τη μονομαχία. Ένιωθε κουρασμένη αλλά ζωντανή, από τη μάχη με κάποιον που ίσως να ήταν στ' αλήθεια καλύτερος από εκείνη. Καθώς στεκόταν στις ομίχλες, στην κορυφή του τείχους ενός εγκαταλειμμένου πύργου, αποφάσισε κάτι. Έπρεπε να συνεχίσει να μονομαχεί με τον Ζέιν.


Μακάρι η Βαθύτητα να μην είχε έρθει τη στιγμή που ήρθε, για να γίνει μια απειλή που οδήγησε τους ανθρώπους στην απελπισία τόσο στην πράξη όσο και στην πίστη.

18

ΟΤΩΣΕ ΤΟΝ» ΨΙΘΥΡΙΣΕ Ο ΘΕΟΣ. 1Ζέιν κρεμόταν σιωπηλά στις ομίχλες, κοιτάζοντας από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του Έλεντ Βεντούρ. Οι ομίχλες στρο­ βιλίζονταν γύρω του, κρύβοντάς τον από τα μάτια του βασιλιά. «Πρέπει να τον σκοτώσεις» είπε ξανά ο Θεός. Κατά κάποιον τρόπο, ο Ζέιν μισούσε τον Έλεντ, παρ' όλο που δεν τον είχε συναντήσει ποτέ ξανά πριν από τη σημερινή μέρα. Ο Έλεντ ήταν όλα όσα θα έπρεπε να είναι ο Ζέιν. Ευνοημένος. Προ­ νομιούχος. Κακομαθημένος. Ήταν εχθρός του Ζέιν, ένα εμπόδιο στο δρόμο προς την εξουσία, εκείνος που εμπόδιζε τον Στραφ -και επομένως και τον Ζέιν- να κατακτήσει την Κεντρική Κυριαρχία. Ήταν, όμως, και αδελφός του Ζέιν. Ο Ζέιν αφέθηκε να κατέβει μέσα στις ομίχλες, να πέσει σιω­ πηλά στο έδαφος έξω από τον Πύργο Βεντούρ. Προσέλκυσε τα στηρίγματά του στο χέρι του - τρεις μικρές ράβδους που ωθούσε όλη αυτή την ώρα για να παραμείνει στον αέρα. Η Βιν θα επέ­ στρεφε σύντομα, και δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά στον πύρ­ γο όταν θα επέστρεφε. Είχε μια παράξενη ικανότητα να κατα­


τύΐΐίηγάδι τηςοΑνάληψης

λαβαίνει πού βρισκόταν εκείνος. Οι αισθήσεις της ήταν πολύ πιο οξείες από κάθε άλλου Κραματομάντη τον οποίο είχε γνωρίσει ή με τον οποίο είχε παλέψει. Φυσικά, είχε εκπαιδευτεί από τον ίδιο τον Επιζώντα. Θα ήθελα να τον είχα γνωρίσει, σκέφτηκε ο Ζέιν καθώς διέσχιζε γρήγορα την αυλή. Ήταν ένας άντρας που καταλάβαινε τη δύναμη του να είσαι Ομιχλογέννητος. Ένας άντρας που δεν άφηνε τους άλλους να τον ελέγχουν. Ένας άντρας που έκανε αυτό που έπρεπε να γίνει, όσο αδίστακτο κι αν φαινόταν. Ή έτσι τουλάχιστον έλεγαν οι φήμες. Ο Ζέιν σταμάτησε έξω από τον εξωτερικό τοίχο του πύργου, κά­ τω από ένα προπύργιο. Έσκυψε, μετακινώντας μια πέτρα από το λιθόστρωτο, και βρήκε το μήνυμα που είχε αφήσει εκεί ο κα­ τάσκοπός του στο παλάτι του Έλεντ. Ο Ζέιν το πήρε, έβαλε την πέτρα ξανά στη θέση της, και μετά έριξε ένα νόμισμα και εκτι­ νάχτηκε μέσα στη νύχτα.

Ο Ζέιν δεν κινούνταν αθόρυβα. Ούτε γλιστρούσε κρυφά, ούτε παραμόνευε, ούτε δείλιαζε. Στην πραγματικότητα, δεν του άρεσε καν να κρύβεται. Έτσι, πλησίασε το στρατόπεδο Βεντούρ με αποφασιστικό βήμα. Ένιωθε ότι για ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος της ύπαρξής τους, οι Ομιχλογέννητοι αναγκάζονταν να κρύβονται. Είναι αλή­ θεια ότι η ανωνυμία πρόσφερε κάποια περιορισμένη ελευθερία. Ωστόσο, η εμπειρία του ήταν ότι περισσότερο τους περιόριζε πα­ ρά τους ελευθέρωνε. Επέτρεπε στους άλλους να τους έχουν υπό τον έλεγχό τους, και επέτρεπε στην κοινωνία να προσποιείται ότι δεν υπήρχαν. Ο Ζέιν κατευθύνθηκε προς ένα φυλάκιο, όπου δύο στρατιώτες κάθονταν δίπλα σε μια μεγάλη φωτιά. Κούνησε το κεφάλι τουήταν ουσιαστικά άχρηστοι, τυφλοί από το φως της φωτιάς. Οι κα­ νονικοί άνθρωποι φοβούνταν τις ομίχλες, και αυτό τους έκανε λιγότερο πολύτιμους. Δεν ήταν αλαζονεία- ήταν ένα απλό γεγο­ νός. Οι Κραματομάντεις ήταν πιο χρήσιμοι και επομένως πιο


πολύτιμοι από τους συνηθισμένους ανθρώπους. Γι' αυτό ο Ζέιν είχε βάλει και Τσιγκομάτηδες να παρακολουθούν στο σκοτάδι. Η παρουσία των συνηθισμένων αυτών στρατιωτών ήταν μάλλον τυπική. «Σκότωσέ τους» διέταξε ο Θεός καθώς ο Ζέιν πλησίασε το φυ­ λάκιο. Ο Ζέιν αγνόησε τη φωνή, παρ' όλο που γινόταν όλο και πιο δύσκολο να τα καταφέρει. «Αλτ!» είπε ένας από τους φρουρούς, χαμηλώνοντας το δόρυ του. «Ποιος είναι;» Ο Ζέιν Ώθησε αμέσως το δόρυ, γυρίζοντας τη μύτη του προς τα πάνω. «Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;» είπε απότομα, πλησιάζοντας τη φωτιά. «Λόρδε Ζέιν!» είπε ο άλλος στρατιώτης. «Φώναξε τον βασιλιά» είπε ο Ζέιν, περνώντας από το φυλάκιο. «Πες του να με συναντήσει στη σκηνή του διοικητηρίου». «Μα, άρχοντά μου» είπε ο Ζέιν. «Είναι αργά. Η Μεγαλειότητά του μάλλον θα ...» Ο Ζέιν γύρισε, κοιτάζοντας ανέκφραστος τον φρουρό. Οι ομίχλες στροβιλίζονταν ανάμεσά τους. Ο Ζέιν δεν χρειάστηκε καν να χρησιμοποιήσει συναισθηματική κραματομαντεία στο στρατιώτη· ο άντρας απλώς χαιρέτησε στρατιωτικά και μετά έτρεξε μέσα στη νύχτα να εκτελέσει τη διαταγή. Ο Ζέιν διέσχισε με αποφασιστικό βήμα το στρατόπεδο. Δεν φο­ ρούσε στολή ή ομιχλοχιτώνα, αλλά οι στρατιώτες σταματούσαν και τον χαιρετούσαν καθώς περνούσε. Έτσι έπρεπε να είναι. Τον ήξεραν, ήξεραν τι ήταν, ήξεραν να τον σέβονται. Και ωστόσο, ένας μέρος του εαυτού του αναγνώριζε ότι αν ο Στραφ δεν είχε κρατήσει τον μπάσταρδο γιο του κρυμμένο, ίσως ο Ζέιν να μην είχε γίνει το πανίσχυρο όπλο που ήταν σήμερα. Αυτή η μυστικότητα είχε αναγκάσει τον Ζέιν να ζήσει μια ζωή μέσα στην εξαθλίωση, ενώ ο ετεροθαλής αδελφός του, ο Έλεντ, ήταν προνομιούχος. Αλλά σήμαινε επίσης ότι ο Στραφ είχε καταφέρει να κρατήσει τον Ζέιν κρυφό για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ακόμα και τώρα, ενώ κυκλοφορούσαν φήμες για την ύπαρξη


τ

του Ομιχλογέννητου του Στραφ, λίγοι συνειδητοποιούσαν ότι ο Ζέιν ήταν γιος του Στραφ. Επίσης, η σκληρή ζωή που είχε ζήσει είχε διδάξει στον Ζέιν να επιβιώνει μόνος του. Είχε γίνει σκληρός και δυνατός. Πράγ­ ματα που υποπτευόταν ότι ο Έλεντ δεν θα καταλάβαινε ποτέ. Δυ­ στυχώς, μια παρενέργεια της παιδικής ηλικίας του Ζέιν ήταν ότι προφανώς τον είχε κάνει να χάσει τα λογικά του. «Σκότωσέ τον» ψιθύρισε ο Θεός καθώς ο Ζέιν περνούσε μπρο­ στά από άλλον έναν φρουρό. Η φωνή μιλούσε κάθε φορά που έβλεπε κάποιον - ήταν ο σιωπηλός, μόνιμος σύντροφος του Ζέιν. Καταλάβαινε ότι ήταν παράφρων. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο να βγάλει αυτό το συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα. Οι φυσιολογικοί άνθρωποι δεν άκουγαν φωνές. Ο Ζέιν άκουγε. Ωστόσο, δεν θεωρούσε την παραφροσύνη δικαιολογία για παράλογη συμπεριφορά. Κάποιοι άνθρωποι ήταν τυφλοί, άλλοι ήταν ευέξαπτοι. Και άλλοι άκουγαν φωνές. Τελικά, δεν είχε μεγά­ λη διαφορά. Ο άνθρωπος κρινόταν όχι από τα ελαττώματά του, αλλά από τον τρόπο που τα υπερνικούσε. Κι έτσι, ο Ζέιν αγνοούσε τη φωνή. Σκότωνε όταν το ήθελε, όχι όταν τον διέταζαν. Κατά την εκτίμησή του, στην πραγματικότητα ήταν πολύ τυχερός. Άλλοι τρελοί έβλεπαν οράματα ή δεν μπο­ ρούσαν να ξεχωρίσουν τις ψευδαισθήσεις τους από την πραγ­ ματικότητα. Ο Ζέιν, τουλάχιστον, μπορούσε να ελέγξει τον εαυ­ τό του. Τις περισσότερες φορές. Ώθησε τις μεταλλικές πόρπες στις πάνινες πόρτες της σκη­ νής που λειτουργούσε ως διοικητήριο. Οι πόρτες τινάχτηκαν προς τα πίσω, ανοίγοντας γι' αυτόν καθώς οι στρατιώτες στις δυο πλευ­ ρές της σκηνής τον χαιρέτησαν. Ο Ζέιν έσκυψε και μπήκε μέσα. «Άρχοντά μου!» είπε ο αξιωματικός υπηρεσίας. «Σκότωσέ τον» είπε ο Θεός. «Δεν είναι και τόσο σημαντικός». «Χαρτί» διέταξε ο Ζέιν, καθώς κατευθύνθηκε στο μεγάλο τρα­ πέζι του δωματίου. Ο αξιωματικός έσπευσε να εκτελέσει τη δια­ ταγή, παίρνοντας μια στοίβα φύλλα. Ο Ζέιν Προσέλκυσε τη μύτη


μιας πένας, τραβώντας την από την άλλη άκρη του δωματίου στο χέρι του που περίμενε σηκωμένο. Ο αξιωματικός έφερε το μελάνι. «Αυτές είναι οι συγκεντρώσεις των στρατευμάτων και οι νυ­ χτερινές περιπολίες» είπε ο Ζέιν, γράφοντας μερικούς αριθμούς και διαγράμματα στο χαρτί. «Τους παρακολούθησα απόψε, ενώ ήμουν στη Λουθάντελ». «Πολύ καλά, άρχοντά μου» είπε ο στρατιώτης. «Εκτιμούμε τη βοήθειά σας». Ο Ζέιν έκανε μια παύση. Μετά συνέχισε να γράφει αργά. «Στρατιώτη, δεν είσαι ανώτερος μου. Δεν είσαι καν ισόβαθμός μου. Δεν σας "βοηθάω". Φροντίζω για τις ανάγκες του στρατού μου. Κατάλαβες;» «Φυσικά, άρχοντά μου». «Ωραία» είπε ο Ζέιν, ολοκληρώνοντας τις σημειώσεις του και δίνοντας το χαρτί στο στρατιώτη. «Τώρα, φύγε - διαφορετικά θα κάνω αυτό που μου πρότεινε ένας φίλος και θα καρφώσω αυτή την πένα στο λαιμό σου». Ο στρατιώτης δέχτηκε το χαρτί και μετά αποσύρθηκε γρή­ γορα. Ο Ζέιν περίμενε ανυπόμονα. Ο Στραφ δεν ήρθε. Στο τέ­ λος, ο Ζέιν βλαστήμησε χαμηλόφωνα και αφού Ώθησε τις πόρ­ τες της σκηνής βγήκε έξω. Η σκηνή του Στραφ ήταν ένας λα­ μπερός κόκκινος φάρος μέσα στη νύχτα, καλοφωτισμένη από πολυάριθμα φανάρια. Ο Ζέιν προσπέρασε τους φρουρούς, οι οποίοι ήξεραν πολύ καλά ότι δεν έπρεπε να τον ενοχλήσουν, και μπήκε στη σκηνή του βασιλιά. Ο Στραφ δειπνούσε παρά την προχωρημένη ώρα. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με καστανά μαλλιά όπως και οι δύο γιοι του - οι δύο σημαντικοί, τουλάχιστον. Είχε τα λεπτά χέρια ενός ευγενούς, τα οποία χρησιμοποιούσε για να τρώει με κομψύτητα. Δεν αντέδρασε όταν μπήκε ο Ζέιν. «Άργησες» είπε ο Στραφ. «Σκότωσέ τον» είπε ο Θεός. Ο Ζέιν έσφιξε τις γροθιές του. Ήταν πιο δύσκολο να αγνοήσει τη συγκεκριμένη διαταγή από τη φωνή. «Ναι» είπε. «Άργησα». «Τι συνέβη απόψε;» ρώτησε ο Στραφ.


τι£ίίηγάδι τηςιϊΑνάληψης

Ο Ζέιν κοίταξε τοος υπηρέτες. «Καλύτερα να τα πούμε στο διοικητήριο». Ο Στραφ συνέχισε να ρουφάει τη σούπα του, παραμένοντας εκεί που ήταν, θέλοντας να δείξει ότι ο Ζέιν δεν είχε καμιά ισχύ για να τον διατάζει. Ήταν εκνευριστικό, αλλά όχι απροσδόκητο. Ο Ζέιν είχε χρησιμοποιήσει την ίδια σχεδόν τακτική στον αξιω­ ματικό της νυχτερινής βάρδιας πριν από λίγα μόλις λεπτά. Είχε μάθει από τον καλύτερο. Τελικά, ο Ζέιν αναστέναξε και κάθισε σε μια καρέκλα. Ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι, και άρχισε να στριφογυρίζει αφηρημένα ένα μαχαίρι καθώς κοιτούσε τον πατέρα του να τρώει. Ένας υπηρέτης πλησίασε για να ρωτήσει τον Ζέιν αν ήθελε γεύμα, αλλά εκείνος τον έδιωξε με ένα νεύμα. «Σκότωσε τον Στραφ» διέταξε ο Θεός. «Εσύ θα έπρεπε να είσαι στη θέση του. Είσαι πιο δυνατός από εκείνον. Είσαι πιο ικανός». Αλλά δεν είμαι εξίσου λογικός, σκέφτηκε ο Ζέιν. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Στραφ. «Έχουν το άτιο του Μεγάλου Εξουσιαστή ή όχι;» «Δεν είμαι σίγουρος» είπε ο Ζέιν. «Σε εμπιστεύεται το κορίτσι;» ρώτησε ο Στραφ. «Αρχίζει να με εμπιστεύεται» είπε ο Ζέιν. «Την είδα να χρησι­ μοποιεί άτιο, εκείνη τη μία φορά, όταν πολεμούσε τους δολοφό­ νους του Κετ». Ο Στραφ ένευσε σκειίτικά. Ήταν πραγματικά ικανός βασιλιάς· χάρη σε εκείνον, η Βόρεια Κυριαρχία είχε αποφύγει το χάος που επικρατούσε στην υπόλοιπη Ύστατη Αυτοκρατορία. Οι σκάα του Στραφ παρέμεναν υπό έλεγχο, οι ευγενείς του καθυποταγμένοι. Ήταν αλήθεια ότι είχε αναγκαστεί να εκτελέσει αρκετούς ανθρώ­ πους για να αποδείξει ότι αυτός είχε τον έλεγχο. Αλλά, έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Αυτό ήταν ένα προσόν που ο Ζέιν σεβόταν περισσότερο από όλα σε έναν άντρα. Ειδικότερα τη στιγμή που ο ίδιος δεν το διέθετε. «Σκότωσέ τον!» φώναξε ο Θεός. «Τον μισείς! Σε κράτησε στην εξαθλίωση, σε ανάγκασε να παλέψεις για την επιβίωσή σου όταν ήσουν παιδί».


Με έκανε δυνατό, σκέφτηκε ο Ζέιν. «Τότε χρησιμοποίησε αυτή τη δύναμη για να τον σκοτώσεις!» Ο Ζέιν άρπαξε το μαχαίρι από το τραπέζι. Ο Στραφ σήκωσε το βλέμμα από το γεύμα του και μετά ζάρωσε ελαφρά καθώς ο Ζέιν χάραξε τη σάρκα του ίδιου του τού χεριού. Άνοιξε μια μακριά πληγή στο πάνω μέρος του βραχίονά του, από όπου έτρεξε αίμα. Ο πόνος τον βοηθούσε να αντισταθεί στη φωνή. Ο Στραφ τον κοίταξε για λίγο, και μετά έκανε νόημα σε έναν υπηρέτη να φέρει μια πετσέτα στον Ζέιν ώστε να μη λεκιάσει με αίμα το χαλί. «Πρέπει να την κάνεις να χρησιμοποιήσει ξανά άτιο» είπε ο Στραφ. «Ίσως ο Έλεντ να κατάφερε να συγκεντρώσει μια-δυο χάντρες. Θα ξέρουμε την αλήθεια μόνο αν της τελειώσει». Έκανε μια παύση, γυρνώντας ξανά στο γεύμα του. «Και μάλιστα, αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να την πείσεις να σου πει πού είναι κρυμμένο το απόθεμα, αν το έχουν δηλαδή». Ο Ζέιν καθόταν και παρακολουθούσε το αίμα να κυλάει από το τραύμα στο βραχίονά του. «Είναι πιο ικανή από ό,τι νομίζεις, πατέρα». Ο Στραφ σήκωσε το ένα του φρύδι. «Μη μου πεις ότι πιστεύεις εκείνες τις ιστορίες, Ζέιν; Τα ψέματα για εκείνη και τον Μεγάλο Εξουσιαστή;» «Πώς ξέρεις ότι είναι ψέματα;» «Εξαιτίας του Έλεντ» είπε ο Στραφ. «Αυτό το αγόρι είναι ανόητο· ελέγχει τη Λουθάντελ μόνο και μόνο επειδή όσοι ευγενείς είχαν μυαλό εγκατέλειψαν την πόλη. Αν εκείνο το κορίτσι ήταν αρκετά ισχυρό ώστε να νικήσει τον Μεγάλο Εξουσιαστή, ειλικρινά αμφιβάλλω ότι θα κατάφερνε ποτέ ο αδελφός σου να κερδίσει την αφοσίωσή της». Ο Ζέιν έκοψε ξανά το μπράτσο του. Δεν έκοψε αρκετά βαθιά ώστε να κάνει πραγματική ζημιά, και ο πόνος είχε αποτέλεσμα, ως συνήθως. Ο Στραφ γύρισε τελικά το κεφάλι του από το γεύμα του, με μια έκφραση ενόχλησης. Ένα μικρό, διεστραμμένο κομμάτι του Ζέιν ένιωσε ικανοποίηση όταν είδε το βλέμμα στα μάτια του πατέρα του. Ίσως να ήταν παρενέργεια της τρέλας του.


τ

«Τέλος πάντων» είπε ο Στραφ, «συναντήθηκες με τον Έλεντ;» Ο Ζέιν ένευσε. Στράφηκε προς μια υπηρέτρια. «Τσάι» είπε, ανεμίζοντας το καλό του χέρι. «Ο Έλεντ ξαφνιάστηκε. Ήθελε να συνα­ ντηθεί μαζί σου, αλλά προφανώς δεν του άρεσε η ιδέα να έρθει στο στρατόπεδό σου. Αμφιβάλλω ότι θα έρθει». «Ίσως» είπε ο Στραφ. «Αλλά μην υποτιμάς την ανοησία του αγοριού. Όπως και να 'χει, ίσως τώρα καταλαβαίνει πώς θα προ­ χωρήσει η σχέση μας». Τόση επιτήδευση, σκέφτηκε ο Ζέιν. Με αυτό το μήνυμα, ο Στραφ όρθωνε το ανάστημά του: δεν θα δεχόταν διαταγές από τον Έλεντ, δεν θα έκανε καν πράγματα που τον έβγαζαν από τη βολή του. Το να αναγκαστείς να πολιορκήσεις μια πόλη όμως σε έβγαλε από τη βολή σου, σκέφτηκε ο Ζέιν με ένα χαμόγελο. Αυτό που θα ήθελε να κάνει ο Στραφ ήταν να επιτεθεί ακαριαία, παίρνοντας την πόλη χωρίς συναντήσεις ή διαπραγματεύσεις. Η άφιξη του δεύτερου στρατού κατέστησε κάτι τέτοιο αδύνατον. Αν πραγματοποιούσε τώρα επίθεση, ο Στραφ θα γνώριζε την ήττα από τον Κετ. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να περιμένει, να περιμένει σε μια πολιορκία, έως ότου αρχίσει ο Έλεντ να βλέπει τα πράγματα λο­ γικά και να συμμαχήσει με τον πατέρα του οικειοθελώς. Αλλά, η αναμονή ήταν κάτι που δεν άρεσε καθόλου στον Στραφ. Τον Ζέιν δεν τον πείραζε και τόσο. 0 α του έδινε περισσότερο χρόνο για να μονομαχήσει με το κορίτσι. Χαμογέλασε. Καθώς έφτασε το τσάι, ο Ζέιν έκλεισε τα μάτια του και έκαψε λευκοσίδηρο για να ενιοχύσει τις αισθήσεις του. Τα τραύματά του ζωντάνεψαν απότομα, οι ασήμαντοι πόνοι έγιναν μεγάλοι, ξυ­ πνώντας τον με ένα σοκ. Υπήρχε κάτι που δεν έλεγε στον Στραφ. Εκείνη αρχίζει να με εμπι­ στεύεται, σκέφτηκε. Και υπάρχει και κάτι άλλο. Με συμπαθεί. Ίσως... να μπορούσε να με καταλάβει. Ίσως να μπορούσε να με σώσει. Αναστέναξε, ανοίγοντας τα μάτια του και χρησιμοποιώντας την πετσέτα για να καθαρίσει το χέρι του. Η παραφροσύνη του τον φόβιζε μερικές φορές. Αλλά, έδειχνε να είναι πιο αδύναμη


κοντά στη Βιν. Μονάχα αυτό είχε να στηριχτεί προς το παρόν. Δέχτηκε το τσάι του από την υπηρέτρια -η οποία είχε μια μακριά πλεξούδα, σφριγηλό στήθος, ασήμαντα χαρακτηριστικά- και ή­ πιε μια γουλιά από το ζεστό, σκουρόχρωμο υγρό. Ο Στραφ σήκωσε και το δικό του φλιτζάνι, και δίστασε, αφού μύρισε πρώτα το περιεχόμενο διακριτικά. Κοίταξε τον Ζέιν. «Δηλητηριασμένο τσάι, Ζέιν;» Ο Ζέιν δεν είπε τίποτα. «Και μάλιστα δηλητήριο σημύδας» παρατήρησε ο Στραφ. «Κα­ θόλου πρωτότυπη κίνηση εκ μέρους σου». Ο Ζέιν δεν είπε τίποτα. Ο Στραφ έκανε μια απότομη κίνηση. Το κορίτσι σήκωσε το βλέμμα του με τρόμο καθώς ένας από τους φρουρούς του Στραφ την πλησίασε. Κοίταξε τον Ζέιν, περιμένοντας κάποια βοήθεια, αλλά εκείνος απέστρεψε απλώς το βλέμμα του. Ούρλιαζε αξιο­ λύπητα καθώς ο φρουρός την πήρε για εκτέλεση. Ήθελε την ευκαιρία να τον σκοτώσει, σκέφτηκε. Της είπα ότι πτθανότατα δεν θα είχε αποτέλεσμα. Ο Στραφ κούνησε το κεφάλι του. Παρ' όλο που δεν ήταν ολο­ κληρωμένος Ομιχλογέννητος, ο βασιλιάς ήταν Τσιγκομάτης. Ω­ στόσο, ακόμα και για κάποιον με τέτοια ικανότητα, το να μυριστεί το δηλητήριο σημύδας μέσα στο αφέψημα ήταν ένα εντυπωσιακό κατόρθωμα. «Ζέιν, Ζ έιν...» είπε ο Στραφ. «Τι θα έκανες αν κατάφερνες σΤ αλήθεια να με σκοτώσεις;» Αν ήθελα στ' αλήθεια να σε σκοτώσω, σκέφτηκε ο Ζέιν, θα χρησι­ μοποιούσα αυτό το μαχαίρι, όχι δηλητήριο. Αλλά, άφηνε τον Στραφ να νομίζει αυτό που ήθελε. Ο βασιλιάς περίμενε απόπειρες δολο­ φονίας. Έτσι, ο Ζέιν τού τις πρόσφερε. Ο Στραφ σήκωσε κάτι ψηλά - μια μικρή χάντρα με άτιο. «Σκόπευα να σου το δώσω αυτό, Ζέιν. Αλλά βλέπω ότι πρέπει να περιμένουμε. Πρέπει να σταματήσεις αυτές τις ανόητες απόπειρες κατά της ζωής μου. Αν κάποια στιγμή πετύχεις, πού θα βρίσκεις το άτιό σου;» Ο Στραφ δεν καταλάβαινε, φυσικά. Νόμιζε ότι το άτιο ήταν


τ

κάτν σαν ναρκωτικό, και υπέθετε ότι οι Ομιχλογέννητοι απο­ λάμβαναν να το χρησιμοποιούν. Επομένως, πίστευε ότι μπορούσε να ελέγχει τον Ζέιν με αυτό. Ο Ζέιν άφηνε τον άντρα στην πλάνη του, χωρίς να του εξηγήσει ποτέ ότι είχε το δικό του απόθεμα ατίου. Αυτό, ωστόσο, τον έκανε να αντιμετωπίσει το πραγματικό ερώτημα που κυριαρχούσε στη ζωή του. Οι ψίθυροι του Θεού επέ­ στρεφαν, τώρα που ο πόνος έσβηνε. Και, από τους ανθρώπους για τους οποίους ψιθύριζε η φωνή, ο Στραφ Βεντούρ άξιζε πιο πολύ από όλους να πεθάνει. «Γιατί;» ρώτησε ο Θεός. «Γιατί δεν τον σκοτώνεις;» Ο Ζέιν χαμήλωσε το βλέμμα του στα πόδια του. Επειδή είναι ο πατέρας μου, σκέφτηκε, αποδεχόμενος επιτέλους την αδυναμία του. Αλλοι άνθρωποι έκαναν αυτό που έπρεπε. Ήταν πιο δυνατοί από τον Ζέιν. «Είσαι τρελός, Ζέιν» είπε ο Στραφ. Ο Ζέιν οήκωσε το βλέμμα του. «Πιστεύεις στ' αλήθεια ότι θα μπορούσες να κατακτήσεις την αυτοκρατορία μόνος σου, αν με σκότωνες; Δεδομένης της... ιδιαίτερης ασθένειάς σου, πιστεύεις ότι θα μπορούσες να κυβε­ ρνήσεις έστω και μία πόλη;» Ο Ζέιν απέστρεψε το βλέμμα του. «Όχι». Ο Στραφ ένευσε. «Χαίρομαι που το καταλαβαίνουμε και οι δύο αυτό». «Πρέπει να επιτεθείς» είπε ο Ζέιν. «Μπορούμε να βρούμε το άτιο από τη στιγμή που θα ελέγχουμε τη Λουθάντελ». Ο Στραφ χαμογέλασε, και μετά ήπιε λίγο τσάι. Το δηλητηρια­ σμένο τσάι. Μην μπορώντας να συγκρατηθεί, ο Ζέιν τινάχτηκε όρθιος. «Μην υποθέτεις ότι γνωρίζεις τι σχεδιάζω, Ζέιν» είπε ο Στραφ. «Δεν καταλαβαίνεις ούτε τα μισά από όσα φαντάζεσαι». Ο Ζέιν απόμεινε σιωπηλός, να κοιτάζει τον πατέρα του να πί­ νει το τσάι του μέχρι την τελευταία γουλιά. «Τι γίνεται με τον κατάσκοπό σου;» ρώτησε ο Στραφ.


Ο Ζέιν άφησε το σημείωμα στο τραπέζι. «Ανησυχεί ότι ίσως να τον υποπτεύονται. Δεν βρήκε καμία πληροφορία για το άτιο». Ο Στραφ ένευσε, αφήνοντας κάτω το άδειο του φλιτζάνι. «Θα επιστρέψεις στην πόλη και θα συνεχίσεις να καλλιεργείς τη φιλία σου με το κορίτσι». Ο Ζέιν ένευσε αργά, και μετά γύρισε και έφυγε από τη σκηνή.

Ο Στραφ ένιωθε ότι μπορούσε να αισθανθεί ήδη το δηλητήριο ση­ μύδας να εισχωρεί στις φλέβες του, κάνοντάς τον να τρέμει. Πίεσε τον εαυτό του να μείνει ψύχραιμος. Περιμένοντας για μερικές στιγμές. Όταν ήταν πλέον σίγουρος ότι ο Ζέιν είχε απομακρυνθεί, φώ­ ναξε έναν φρουρό. «Φέρε μου την Αμαράντα!» διέταξε ο Στραφ. «Γρήγορα!» Ο στρατιώτης έτρεξε να εκτελέσει τη διαταγή του αφέντη του. Ο Στραφ καθόταν σιωπηλά, με την τέντα της σκηνής να θροΐζει από το βραδινό αεράκι, και ένα σύννεφο ομίχλης να αιωρείται στο πάτωμα έχοντας μπει από την πόρτα που άνοιξε πριν από λίγο ο φρουρός. Έκαψε λευκοσίδηρο, ενισχύοντας τις αισθήσεις του. Ν αι... μπορούσε να νιώσει το δηλητήριο μέσα του. Να νε­ κρώνει τα νεύρα του. Είχε χρόνο, ωστόσο. Ίσως καμιά ώρα ακόμα, γι' αυτό ηρέμησε. Για κάποιον που ισχυριζόταν ότι δεν ήθελε να σκοτώσει τον Στραφ, ο Ζέιν σίγουρα κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες για να τα καταφέρει. Ευτυχώς, ο Στραφ είχε ένα εργαλείο που δεν γνώρι­ ζε ούτε καν ο Ζέιν - ένα εργαλείο με τη μορφή μιας γυναίκας. Ο Στραφ χαμογέλασε καθώς τα ενισχυμένα από τον λευκοσίδηρο αυτιά του άκουσαν απαλά βήματα να πλησιάζουν μέσα στη νύχτα. Οι στρατιώτες έστειλαν την Αμαράντα κατευθείαν μέσα. Ο Στραφ δεν είχε φέρει όλες τις ερωμένες του μαζί του στο ταξίδι - μόνο τις δέκα από τις δεκαπέντε αγαπημένες του. Ανάμεσα σε εκείνες με τις οποίες κοιμόταν αυτή την εποχή, ωστόσο, υπήρχαν κάποιες γυναίκες τις οποίες κρατούσε πιο πολύ για την αποτε-


τ

λεσματικότητά τους παρά για την ομορφιά τους. Η Αμαράντα ήταν ένα καλό παράδειγμα. Ήταν αρκετά ελκυστική πριν από μια δεκαετία, αλλά τώρα πλησίαζε τα τριάντα. Τα στήθη της είχαν αρχίσει να σακουλιάζουν από τις γέννες, και κάθε φορά που την κοιτούσε ο Στραφ, παρατηρούσε ρυτίδες να εμφανίζονται στο μέτωπό της και γύρω από τα μάτια της. Τις περισσότερες γυναίκες τις ξεφορτωνόταν πολύ πριν φτάσουν στην ηλικία της. Αυτή, ωστόσο, είχε χρήσιμες ικανότητες. Αν ο Ζέιν είχε ακού­ σει ότι ο Στραφ έστειλε να φωνάξουν τη γυναίκα απόψε, θα υπέθετε ότι ήθελε απλώς να κοιμηθεί μαζί της. Θα έκανε λάθος. «Άρχοντά μου» είπε η Αμαράντα, γονατίζοντας. Άρχισε να γδύνεται. Τουλάχιστον είναι αισιόδοξη, σκέφτηκε ο Στραφ. Ο Στραφ περίμενε ότι εφόσον είχαν περάσει τέσσερα χρόνια χωρίς να την καλέσει στο κρεβάτι του, η γυναίκα θα καταλάβαινε. Δεν συνειδη­ τοποιούσαν οι γυναίκες πότε ήταν πολύ μεγάλες για να είναι ελ­ κυστικές; «Μη βγάζεις τα ρούχα σου, γυναίκα» είπε απότομα. Η απογοήτευση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της Αμαράντα, και ακούμπησε τα χέρια της στην ποδιά της, αφήνοντας το φό­ ρεμά της μισοξεκούμπωτο, με το ένα στήθος εκτεθειμένο - σαν να προσπαθούσε να τον δελεάσει με τη γερασμένη της γύμνια. «Χρειάζομαι το αντίδοτό σου» είπε. «Γρήγορα». «Ποιο από όλα, άρχοντά μου;» ρώτησε. Δεν ήταν η μοναδική βοτανολόγος που είχε· ο Στραφ μάθαινε τις μυρωδιές και τις γεύ­ σεις από τέσσερις διαφορετικούς ανθρώπους. Η Αμαράντα, ωστό­ σο, ήταν η καλύτερη. «Για δηλητήριο σημύδας» είπε ο Στραφ. «Και... ίσως κάτι άλ­ λο. Δεν είμαι σίγουρος». «Άλλη μια γενναιόδωρη δόση, λοιπόν, άρχοντά μου;» ρώτησε η Αμαράντα. Ο Στραφ ένευσε κοφτά. Η Αμαράντα σηκώθηκε, πηγαίνοντας στο ντουλάπι με τα δηλητήρια. Άναψε την εστία στο πλάι, βρά­ ζοντας ένα μικρό κατσαρόλι με νερό καθώς ανακάτευε γρήγορα σκόνες, βότανα, και υγρά. Το μίγμα ήταν δικό της δημιούργημα


- αποτελούνταν από όλα τα αντίδοτα βασικών δηλητηρίων, και από τα φάρμακα και τα γιατρικά που είχε στη συλλογή της. Ο Στραφ υποπτευόταν ότι ο Ζέιν είχε χρησιμοποιήσει το δηλητήριο σημύδας για να καλύψει κάτι άλλο. Ό,τι κι αν ήταν, ωστόσο, το μίγμα της Αμαράντα θα το αντιμετώπιζε - ή τουλάχιστον θα το αναγνώριζε. Ο Στραφ περίμενε νιώθοντας άβολα καθώς η Αμαράντα δού­ λευε, μισόγυμνη ακόμα. Το μίγμα έπρεπε να ετοιμάζεται εκ νέου κάθε φορά, αλλά άξιζε την αναμονή. Τελικά του έφερε μια κού­ πα που άχνιζε. Ο Στραφ την ήπιε, πιέζοντας τον εαυτό του να κα­ τεβάσει το δυνατό υγρό παρά την πικρή του γεύση. Άρχισε αμέ­ σως να νιώθει καλύτερα. Αναστέναξε -έχοντας καταφέρει να αποφύγει άλλη μια πα­ γίδα- καθώς ήπιε και το υπόλοιπο περιεχόμενο της κούπας για να είναι σίγουρος. Η Αμαράντα γονάτισε ξανά με προσδοκία. «Φύγε» διέταξε ο Στραφ. Η Αμαράντα ένευσε σιωπηλά. Πέρασε το χέρι της ξανά από το μανίκι του φορέματος της, και μετά αποσύρθηκε από τη σκηνή. Ο Στραφ κάθισε εκνευρισμένος, με την άδεια κούπα να κρυώ­ νει στο χέρι του. Ήξερε ότι είχε το πλεονέκτημα. Για όσο εμφα­ νιζόταν δυνατός μπροστά στον Ζέιν, ο Ομιχλογέννητος θα συνέ­ χιζε να κάνει όπως τον διέταζε. Κατά πάσα πιθανότατα.


Μακάρι να είχα παραβλάψει τον Αλάνη όταν αναζητούσα βοηθό, πριν από τόσα χρόνια.

19

/

ΣΕΙΖΕΝΤ ΕΒΓΑΛΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΤΣΑΛΟΜΥΑΛΟ ΤΟΥ. Το κράτησε ψηλά και το μεταλλικό βραχιόλι άστρα­ ψε στον κόκκινο ήλιο. Για κάποιον άλλο, ίσως να έμοιαζε πολύ­ τιμο. Για τον Σέιζεντ τώρα ήταν άλλο ένα άδειο κουφάρι - ένα απλό ατσάλινο βραχιόλι. Μπορούσε να το ξαναγεμίσει αν ήθελε, αλλά προς το παρόν δεν θεωρούσε ότι άξιζε να κουβαλήσει το βάρος του. Πέταξε το βραχιόλι με έναν αναστεναγμό. Εκείνο έπεσε με έναν μεταλλικό ήχο, σηκώνοντας ένα σύννεφο στάχτης από το έδαφος. Πέντε μήνες το γέμιζα, περνούσα κάθε πέμπτη μέρα αποστραγ­ γισμένος από ταχύτητα, με το σώμα μου να κινείται λες και το εμπόδιζε μια παχιά μελάσα. Και τώρα χάθηκαν όλα. Η απώλεια, ωστόσο, του είχε εξασφαλίσει κάτι πολύτιμο. Σε έξι μόλις μέρες ταξιδιού, κατά τις οποίες χρησιμοποιούσε ατσα­ λομυαλά μόνο περιστασιακά, είχε διανύσει μια απόσταση που κανονικά θα χρειαζόταν έξι βδομάδες για να καλύψει. Σύμφωνα με το χαλκομυαλό της χαρτογράφησης, η Λουθάντελ βρισκόταν τώρα λίγο πάνω από μια βδομάδα μακριά. Ο Σέιζεντ ένιωθε καλά


για τη δαπάνη. Ίσως είχε αντιδράοει υπερβολικά στους θανάτους που είχε βρει στο μικρό νότιο χωριό. Ίσως να μην υπήρχε ανάγκη να βιαστεί. Όμως, είχε δημιουργήσει το ατσαλομοαλό για να το χρησιμοποιήσει. Σήκωσε το σακίδιό του, το οποίο τώρα ήταν πολύ πιο ελαφρύ από ό,τι πριν. Παρ' όλο που πολλά από τα μεταλλομυαλά του ήταν μικρά, όλα μαζί ήταν βαριά. Είχε αποφασίσει να πετάξει κά­ ποια από τα λιγότερο πολύτιμα ή λιγότερο γεμάτα καθώς έτρεχε. Όπως ακριβώς το ατσάλινο βραχιόλι, το οποίο άφησε να κάθεται στη στάχτη πίσω του καθώς ξεκίνησε και πάλι. Ήταν σίγουρα στην Κεντρική Κυριαρχία τώρα. Είχε περάσει το Φάλιστ και το Τίριαν, δύο από τα βόρεια Σταχτοβούνια. Το Τίριαν ήταν μετά βίας ορατό στα νότια - μια ψηλή, μοναχική βου­ νοκορφή με μια κομμένη στο πάνω μέρος, μαυρισμένη μύτη. Το τοπίο ήταν επίπεδο, τα καφέ πεύκα είχαν δώσει τη θέση τους στις ψηλές άοπρες λεύκες που ήταν τόσο κοινές στη Λουθάντελ. Οι λεύκες υψώνονταν σαν κόκκαλα που έβγαιναν μέσα από το μαύρο χώμα, συστρεμμένες, με τον καλυμμένο με στάχτη λευκό φλοιό τους στρεβλωμένο και γεμάτο σημάδια. ΑυτάΟ Σέιζεντ σταμάτησε. Στεκόταν κοντά στο κεντρικό κανάλι, μία από τις βασικές διόδους προς τη Λουθάντελ. Το κανάλι δεν εί­ χε πλοία αυτή τη στιγμή· οι ταξιδιώτες ήταν σπάνιοι αυτές τις μέρες, ακόμα πιο σπάνιοι από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια της Ύστατης Αυτοκρατορίας, γιατί οι ληστές ήταν πλέον πολυπλη­ θέστεροι. Ο Σέιζεντ είχε καταφέρει να ξεφύγει από πολλές ομάδες ληστών κατά τη γρήγορη πορεία του προς τη Λουθάντελ. Όχι, οι μοναχικοί ταξιδιώτες ήταν σπάνιοι. Οι στρατοί ήταν πολύ πιο συνηθισμένοι - και, κρίνοντας από τις αρκετές ντουζίνες γραμμές καπνού που είδε να υψώνονται μπροστά του, είχε πέσει πάνω σε έναν. Στεκόταν ακριβώς ανάμεσα σε εκείνον και τη Λουθάντελ. Απόμεινε να σκέφτεται σιωπηλά για ένα λεπτό, με τις νιφά­ δες της στάχτης να αρχίζουν να πέφτουν απαλά γύρω του. Ήταν μεσημέρι- αν εκείνος ο στρατός είχε ιχνηλάτες, ο Σέιζεντ θα δυ­ σκολευόταν πολύ να τον παρακάμψει. Επιπλέον, τα ατσαλομυα-


π£$ίηγάδι τηςαΑνάληψης

λά του ήταν άδεια. Δεν θα κατάφερνε να ξεφύγει αν τον κυνηγού­ σαν. Και ωστόσο, ένας στρατός σε απόσταση μιας βδομάδας από τη Λουθάντελ... Ποιανού ήταν και τι απειλή έθετε; Η περιέργειά του, η περιέργεια ενός λόγιου, τον ώθησε να αναζητήσει ένα πλεονεκτικό σημείο από το οποίο θα μπορούσε να μελετήσει τα στρατεύματα. Η Βιν και οι άλλοι θα μπορούσαν να χρησιμο­ ποιήσουν όποιες τυχόν πληροφορίες συγκέντρωνε. Έχοντας πάρει την απόφασή του, ο Σέιζεντ εντόπισε έναν λόφο με ένα ιδιαίτερα μεγάλο άλσος με λεύκες. Πέταξε το σακίδιό του στη βάση ενός δέντρου, μετά έβγαλε έξω ένα σιδηρομυαλό και άρχισε να το γεμίζει. Ένιωσε την οικεία αίσθηση του μειω­ μένου βάρους και σκαρφάλωσε εύκολα στην κορυφή του λεπτού δέντρου - καθώς το σώμα του τώρα ήταν αρκετά ελαφρύ και δεν χρειαζόταν πολύ μεγάλη δύναμη για να το τραβήξει προς τα πάνω. Κρεμασμένος από την κορυφή του δέντρου, ο Σέιζεντ άνοι­ ξε το λευκοσιδηρομυαλό του. Οι παρυφές της όρασής του θόλω­ σαν, όπως πάντα, αλλά με την ενισχυμένη όραση μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες για τη μεγάλη ομάδα που είχε εγκαταστα­ θεί μέσα σε ένα κοίλωμα μπροστά του. Είχε δίκιο όταν σκέφτηκε ότι ήταν στρατός. Έκανε λάθος όταν σκέφτηκε ότι αποτελούνταν από ανθρώπους. «Μα τους ξεχασμένους θεούς...» ψιθύρισε ο Σέιζεντ, τόσο σοκαρισμένος, ώστε παραλίγο να πέσει από το δέντρο. Ο στρατός ήταν οργανωμένος με τον πιο απλοϊκό και πρωτόγονο τρόπο. Δεν υπήρχαν σκηνές, ούτε οχήματα, ούτε άλογα. Μόνο εκατοντάδες μεγάλες φωτιές για μαγείρεμα, και γύρω από την κάθε μία βρί­ σκονταν φιγούρες. Και αυτές οι φιγούρες είχαν ένα βαθύ μπλε χρώμα. Ποίκιλλαν πολύ σε μέγεθος· κάποιες ήταν μόνο ενάμισι μέτρο, άλλες ήταν άχαρα τέρατα τριών μέτρων ή και ακόμα πιο ψηλές. Ανήκαν στο ίδιο είδος, αυτό το ήξερε ο Σέιζεντ. Κολοσσοί. Τα πλάσματα -παρ' όλο που έμοιαζαν με τους ανθρώπους στη βασική τους μορφήδεν σταματούσαν ποτέ να μεγαλώνουν. Απλώς συνέχιζαν να


γίνονταν όλο και μεγαλύτερα καθώς γερνούσαν, έως ότου η καρ­ διά τους δεν μπορούσε πια να στηρίξει το μέγεθος τους. Μετά πέθαιναν, οκοτώνονταν από την ανάγκη του ίδιου τους του σώμα­ τος να αναπτυχθεί. Πριν πεθάνουν, ωστόσο, γίνονταν πολύ μεγάλα. Και πολύ επικίνδυνα. Ο Σέιζεντ πήδηξε από το δέντρο, κάνοντας το σώμα του αρ­ κετά ελαφρύ ώστε να προσγειωθεί στο έδαφος απαλά. Έψαξε βια­ στικά τα χαλκομυαλά του. Όταν βρήκε εκείνο που ήθελε, το φό­ ρεσε στο αριστερό του μπράτσο, και μετά ανέβηκε ξανά στο δέ­ ντρο. Έψαξε γρήγορα σε ένα ευρετήριο. Κάπου, είχε κρατήσει σημειώσεις από ένα βιβλίο για τους κολοσσούς - το είχε μελετήσει προσπαθώντας να καταλάβει αν τα πλάσματα είχαν θρησκεία. Έβαλε κάποιον να του διαβάσει ξανά τις σημειώσεις, έτσι ώστε να τις αποθηκεύσει στο χαλκομυαλό του. Είχε απομνημονεύσει και το βιβλίο φυσικά, αλλά αν τοποθετούσε τόσες πολλές πληροφορίες κατευθείαν στο μυαλό του θα κατέστρεφε το ... Εκεί, σκέφτηκε, βρίσκοντας τις σημειώσεις. Τις άντλησε από το χαλκομυαλό, πλημμυρίζοντας το μυαλό του με γνώση. Τα σώματα των περισσότερων κολοσσών κατέρρεαν πριν κλείσουν τα είκοσι τους χρόνια. Τα πιο «αρχαία» πλάσματα συ­ χνά έφταναν τα τριάμισι μέτρα σε ύψος και είχαν γεροδεμένα, δυνατά σώματα. Ωστόσο, λίγοι κολοσσοί ζούσαν τόσο πολύ - και όχι μόνο επειδή σταματούσε η καρδιά τους. Η κοινωνία τους -αν μπορούσε να την αποκαλέσει έτσι κανείς- ήταν εξαιρετικά βίαιη. Με τον ενθουσιασμό να υπερνικά ξαφνικά το δισταγμό, ο Σέι­ ζεντ άνοιξε ξανά το λευκοσιδηρομυαλό της όρασης ψάχνοντας μέσα στα χιλιάδες μπλε ανθρωποειδή, για να βρει οπτική από­ δειξη γι' αυτά που είχε διαβάσει. Δεν δυσκολεύτηκε να εντοπίσει καβγάδες. Οι συμπλοκές γύρω από τις φωτιές έμοιαζαν συχνές, και το ενδιαφέρον ήταν ότι ξεσπούσαν πάντοτε ανάμεσα σε κολοσσούς που είχαν σχεδόν το ίδιο μέγεθος. Ο Σέιζεντ μεγιστο­ ποίησε την όρασή του ακόμα πιο πολύ -πιάνοντας το δέντρο σφι-


I

χτά για να υπερνικήσει τη ναυτία του- και για πρώτη φορά είδε καλά έναν κολοσσό. Ήταν ένα πλάσμα μικρότερου μεγέθους - περίπου ενάμισι μέτρο. Είχε ανθρώπινο σχήμα, με δύο χέρια και πόδια, παρ' όλο που ο λαιμός του δύσκολα ξεχώριζε. Ήταν τελείως φαλακρό. Το πιο παράξενο χαρακτηριστικό, ωστόσο, ήταν το μπλε του δέρμα, το οποίο κρεμόταν σε χαλαρές διπλές. Το πλάσμα έδειχνε όπως θα έμοιαζε ένας παχύς άντρας, αν είχε αποστραγγιστεί όλο του το λίπος, αφήνοντας πίσω του το ξεχειλωμένο δέρμα. Κ αι... το δέρμα δεν έμοιαζε να είναι πολύ καλά συνδεδεμένο. Γύρω από τα κόκκινα σαν αίμα μάτια του πλάσματος, το δέρμα σακούλιαζε, αποκαλύπτοντας τους μυς του προσώπου. Το ίδιο συνέβαινε και γύρω από το στόμα: το δέρμα σακούλιαζε μερικά εκατοστά κάτω από το πηγούνι, ενώ τα κάτω δόντια και το σαγόνι ήταν τελείως εκτεθειμένα. Ήταν ένα θέαμα που προκαλούσε αηδία, ειδικότερα σε έναν άνθρωπο που ένιωθε ήδη ναυτία. Τα αυτιά του πλάσματος κρέμο­ νταν χαμηλά, κάτω από τη γραμμή του σαγονιού του. Η μύτη του ήταν άμορφη και χαλαρή, χωρίς κόκκαλο για να τη στηρίζει. Το δέρμα κρεμόταν σακουλιασμένο από τα χέρια και τα πόδια του πλάσματος, και το μοναδικό του ρούχο ήταν ένα χοντροκομμένο πανί γύρω από τα λαγόνια του. Ο Σέιζεντ γύρισε, διαλέγοντας ένα μεγαλύτερο πλάσμα να μελετήσει - ένα πλάσμα που έφτανε ίσως τα δυόμισι μέτρα. Το δέρμα σε αυτό το τέρας δεν ήταν τόσο χαλαρό, αλλά ούτε και εδώ έμοιαζε να εφαρμόζει καλά. Η μύτη του ήταν στρεβλωμένη σε μια περίεργη γωνία, πατικωμένη πάνω στο πρόσωπο ενός υπερμεγέθους κεφαλιού που στηριζόταν σε έναν χοντρό λαιμό. Το πλάσμα γύρισε να αγριοκοιτάξει έναν σύντροφό του, και ξανά, το δέρμα γύρω από το στόμα του δεν εφάρμοζε καλά: τα χείλη δεν έκλειναν τελείως και οι τρύπες γύρω από τα μάτια του ήταν πολύ μεγάλες, αποκαλύπτοντας έτσι τους μυς από κάτω. Όπως... ένα άτομο που φορά μια μάσκα από δέρμα, σκέφτηκε ο Σέι­ ζεντ προσπαθώντας να καταπνίξει την αηδία του. Δηλαδή... το σώμα τους συνεχίζει να μεγαλώνει, αλλά το δέρμα τους όχι;


Η σκέψη του επιβεβαιώθηκε καθώς ένας τεράστιος κολοσσός τριών μέτρων μπήκε στην ομάδα. Τα μικρότερα πλάσματα σκορ­ πίστηκαν μπροστά σ' αυτόν τον νεοφερμένο, ο οποίος πλησίασε τη φωτιά, όπου ψήνονταν αρκετά άλογα. Το δέρμα αυτού του μεγαλύτερου πλάσματος ήταν τόσο πολύ τεντωμένο ώστε είχε αρχίσει να σκίζεται. Η άτριχη μπλε σάρκα εί­ χε ρωγμές γύρω από τα μάτια, στις άκρες του στόματος και γύρω από τους μυς του τεράστιου στήθους. Ο Σέιζεντ μπορούσε να δει μικρά ρυάκια κόκκινου αίματος να κυλούν από τις ρωγμές. Ακό­ μα και εκεί που το δέρμα δεν ήταν σχισμένο, ήταν τεντωμένο - η μύτη και τα αυτιά ήταν τόσο πατικωμένα ώστε με δυσκολία ξε­ χώριζαν από τη σάρκα γύρω τους. Ξαφνικά, η μελέτη του Σέιζεντ δεν έμοιαζε και τόσο ακαδημαϊ­ κή. Οι κολοσσοί είχαν έρθει στην Κεντρική Κυριαρχία. Πλάσμα­ τα τόσο βίαια και ανεξέλεγκτα ώστε ο Μέγας Εξουσιαστής είχε αναγκαστεί να τα κρατήσει μακριά από τον πολιτισμό. Ο Σέι­ ζεντ έσβησε το λευκοσιδηρομυαλό του, καλωσορίζοντας την επι­ στροφή στη φυσιολογική όραση. Έπρεπε να πάει στη Λουθάντελ και να προειδοποιήσει τους άλλους. Α ν... Ο Σέιζεντ πάγωσε. Ένα πρόβλημα με την ενίσχυση της όρασής του ήταν η προσωρινή απώλεια της ικανότητας να βλέπει κοντά - έτσι δεν ήταν παράξενο ότι δεν είχε προσέξει την περιπολία των κολοσσών που έκανε το γύρο του άλσους με τις λεύκες. Μα τους ξεχασμένους θεούς! Κρατήθηκε σφιχτά από την κορυφή του δέντρου, βάζοντας το μυαλό του να δουλέψει γρήγορα. Πολ­ λοί κολοσσοί έμπαιναν ήδη μέσα στο άλσος. Αν έπεφτε στο έδαφος δεν θα προλάβαινε να δραπετεύσει. Όπως πάντα, φορούσε ένα κασσιτερομυαλό· μπορούσε εύκολα να αποκτήσει τη δύναμη δέ­ κα αντρών, και να τη διατηρήσει για αρκετό διάστημα. 0 α μπο­ ρούσε να πολεμήσει, ίσως... Ωστόσο, οι κολοσσοί κουβαλούσαν χοντροκομμένα αλλά τεράστια σπαθιά. Οι σημειώσεις του Σέιζεντ, η μνήμη του και οι παραδόσεις του, όλα συμφωνούσαν: οι κολοσσοί ήταν πολύ επικίνδυνοι πολεμιστές. Ακόμα κι αν αποκτούσε τη δύναμη δέκα αντρών, ο Σέιζεντ δεν θα είχε την ικανότητα να τους νικήσει.


τ<£$ίηγάδι τηςοΑνάληψης

«Κατέβα κάτω» φώναξε μια βαθιά, βραχνή φωνή από χαμηλά. «Κατέβα τώρα». Ο Σέιζεντ κοίταξε προς τα κάτω. Ένας μεγάλος κολοσσός, το δέρμα του οποίου είχε μόλις αρχίσει να τεντώνεται, στεκόταν στη βάση του μεγάλου δέντρου. Κούνησε μία φορά τη λεύκα. «Κατέβα τώρα» επανέλαβε το πλάσμα. Τα χείλη δεν λειτουργούν πολύ καλά, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Ακούγεται σαν κάποιος που προσπαθεί να μιλήσει χωρίς να κουνήσει τα χείλη του. Δεν αιφνιδιάστηκε από το γεγονός ότι το πλάσμα μπορούσε να μιλήσει- οι σημειώσεις του το ανέφεραν αυτό. Ωστόσο, αιφνιδιάστηκε από το πόσο ήρεμο ακουγόταν. Θα μπορούσα να τρέξω, σκέφτηκε. Θα μπορούσε να παραμείνει στις κορυφές των δέντρων, και ίσως μάλιστα να κατάφερνε να διασχίσει την απόσταση ανάμεσα στα αλσύλλια με τις λεύκες πετώντας τα μεταλλομυαλά του και προσπαθώντας να καβαλικεύσει τα ρεύματα του ανέμου. Αλλά αυτό θα ήταν πολύ δύσκο­ λο - και πολύ απρόβλεπτο. Και θα έπρεπε να αφήσει τα χαλκομυαλά του -μια ιστορία χιλίων ετών- πίσω. Έτσι, με το κασσιτερομυαλό έτοιμο σε περίπτωση που χρεια­ ζόταν δύναμη, ο Σέιζεντ άφησε το δέντρο. Ο αρχηγός των κολοσ­ σών -αυτό τουλάχιστον υπέθετε ο Σέιζεντ ότι ήταν- παρακο­ λούθησε με κόκκινα μάτια τον Σέιζεντ να πέφτει στο έδαφος. Το πλάσμα δεν ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Ο Σέιζεντ αναρωτήθηκε αν μπορούσε καν να το κάνει, τόσο τεντωμένο που ήταν το δέρ­ μα του. Ο Σέιζεντ έπεσε στο έδαφος δίπλα στο δέντρο, και μετά έκανε να πιάσει το σακίδιό του. «Όχι» είπε απότομα ο κολοσσός, αρπάζοντας το σακίδιο με μια υπεράνθρωπα γρήγορη κίνηση του χεριού του. Πέταξε το σα­ κίδιο σε έναν άλλο κολοσσό. «Το χρειάζομαι αυτό» είπε ο Σέιζεντ. «Θα είμαι πολύ πιο συνεργάσιμος αν-» «Σιωπή!» φώναξε ο κολοσσός με μια τόσο ξαφνική οργή ώστε ο Σέιζεντ έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Οι Τερίσιοι ήταν ψηλοί


-ειδικότεροι οι ευνούχοι Τερίσιοι- και ήταν πολύ ενοχλητικό να νιώθει σαν νάνος δίπλα σε αυτό το θηριώδες πλάσμα το οποίο ξεπερνούσε κατά πολύ τα δυόμισι μέτρα σε ύψος, με σκούρο μπλε δέρμα και μάτια στο χρώμα του ήλιου το σούρουπο. Υψωνόταν θεόρατο πάνω από τον Σέιζεντ, και εκείνος ζάρωσε ενστικτωδώς. Προφανώς, αυτή ήταν η σωστή αντίδραση, γιατί ο αρχηγός κολοσσός ένευσε και γύρισε από την άλλη. «Έλα» είπε βραχνά, διασχίζοντας άχαρα το μικρό δάσος με τις λεύκες. Οι άλλοι κο­ λοσσοί -γύρω στους εφτά- ακολούθησαν. Ο Σέιζεντ δεν ήθελε να ανακαλύψει τι θα γινόταν αν παράκουγε. Διάλεξε έναν θεό -τον Ντούις, έναν θεό που λέγεται ότι κά­ ποτε προστάτευε τους κουρασμένους ταξιδιώτες- και είπε μια γρή­ γορη, σιωπηλή προσευχή. Μετά προχώρησε βιαστικά, μένοντας κοντά στην αγέλη των κολοσσών καθώς περπατούσαν προς το στρατόπεδο. Τουλάχιστον δεν με σκότωσαν αμέσως, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Κατά βάθος αυτό περίμενε, με όλα αυτά που είχε διαβάσει. Φυσικά, ακόμα και τα βιβλία δεν γνώριζαν πολλά. Οι κολοσσοί είχαν κρα­ τηθεί μακριά από την ανθρωπότητα για αιώνες· ο Μέγας Εξουσιαστής τούς καλούσε μόνο σε εποχές μεγάλης πολεμικής ανά­ γκης, για να καταπνίξουν εξεγέρσεις ή να κατακτήσουν νέες κοι­ νωνίες που είχαν ανακαλυφθεί στα εσωτερικά νησιά. Εκείνες τις εποχές, οι κολοσσοί είχαν προκαλέσει ανείπωτη καταστροφή και σφαγές - ή έτσι ισχυριζόταν η ιστορία. Είναι δυνατόν να ήταν προπαγάνδα όλα αυτά; αναρωτήθηκε ο Σέι­ ζεντ. Ίσως οι κολοσσοί να μην είναι τόσο βίαιοι όσο πιστεύαμε. Ένας από τους κολοσσούς δίπλα στον Σέιζεντ ούρλιαζε με ξαφνική οργή. Ο Σέιζεντ γύρισε απότομα καθώς ο κολοσσός όρμησε σε έναν από τους συντρόφους του. Το πλάσμα αγνόησε το σπαθί στην πλάτη του, και αντίθετα χτύπησε το κεφάλι του εχθρού του με την τεράστια γροθιά του. Οι άλλοι σταμάτησαν, γυ­ ρίζοντας για να δουν τον καβγά, αλλά κανείς τους δεν φάνηκε να ανησυχεί. Ο Σέιζεντ παρακολουθούσε με αυξανόμενο τρόμο τον επιτι­ θέμενο να σφυροκοπά επανειλημμένως τον εχθρό του. Ο αμυνό-


μένος προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του, βγάζοντας ένα μαχαίρι και καταφέρνοντας ένα κόψιμο στο μπράτσο του επιτιθέμενου. Το μπλε δέρμα σκίστηκε και κύλησε κατακόκκινο αίμα, καθώς ο επιτιθέμενος έβαλε τα χέρια του γύρω από το χο­ ντρό κεφάλι του αντιπάλου του και το έστριψε. Ακούστηκε ένα σπάσιμο. Ο αμυνόμενος σταμάτησε να κου­ νιέται. Ο επιτιθέμενος έβγαλε το σπαθί από την πλάτη του θύμα­ τός του, το πέρασε δίπλα στο δικό του όπλο, και μετά αφαίρεσε ένα μικρό πουγκί που ήταν δεμένο δίπλα στο σπαθί. Ύστερα ση­ κώθηκε, αγνοώντας το τραύμα στο μπράτσο του, και η ομάδα άρχισε να προχωρά ξανά. «Γιατί;» ρώτησε ο Σέιζεντ, σοκαρισμένος. «Γιατί έγινε αυτό;» Ο τραυματισμένος κολοσσός γύρισε. «Τον μισούσα» είπε. «Κουνήσου!» είπε απότομα ο αρχηγός στον Σέιζεντ. Ο Σέιζεντ πίεσε τον εαυτό του να αρχίσει να περπατάει. Άφη­ σαν το πτώμα να κείτεται στο έδαφος. Τα πουγκιά, σκέφτηκε, προ­ σπαθώντας να βρει κάτι να επικεντρωθεί πέρα από την κτηνωδία. Όλοι τους κουβαλούν αυτά τα πουγκιά. Οι κολοσσοί τα είχαν δεμένα με τα σπαθιά τους. Δεν είχαν τα όπλα τους μέσα σε θηκάρια· ήταν απλώς δεμένα στις πλάτες τους με δερμάτινα λουριά. Και σ' αυτά τα λουριά ήταν δεμένα πουγκιά. Μερικές φορές υπήρχε μόνο ένα, αν και τα δύο μεγαλύτερα πλάσματα στην ομάδα είχαν το καθένα τους από αρκετά. Μοιάζουν με πουγκιά για νομίσματα, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Αλλά οι κολοσσοί δεν έχουν οικονομία. Μήπως φυλάνε προσωπικά αντικείμενα μέσα; Αλλά τι μπορεί να θεωρούν πολύτιμο τέτοιου είδους κτήνη; Μπήκαν στο στρατόπεδο. Δεν φαίνονταν να υπάρχουν φρου­ ροί στα όρια του στρατοπέδου - αλλά και πάλι, γιατί να είναι αναγκαίοι; Θα ήταν πολύ δύσκολο να τρυπώσει ένας άνθρωπος σε αυτό το στρατόπεδο. Μια ομάδα από μικρότερους κολοσσούς -εκείνοι που είχαν ύψος ενάμισι μέτρο- όρμησαν μπροστά αμέσως όταν έφτασε η ομάδα. Ο δολοφόνος πέταξε το επιπλέον σπαθί του σε έναν από αυτούς και μετά έδειξε στο βάθος. Κράτησε το πουγκί για τον


εαυτό του, και οι μικροί κολοσσοί ξεκίνησαν, ακολουθώντας το δρόμο προς το πτώμα. Κάποια λεπτομέρεια των νεκρικών τους τελετών; αναρωτήθηκε ο Σέιζεντ. Περπατούσε αμήχανα πίσω από τους απαγωγείς του καθώς διέσχιζαν το στρατόπεδο. Στις φωτιές ψήνονταν σφαχτά κάθε εί­ δους, αν και ο Σέιζεντ δεν πίστευε ότι κάποιο από τα θηράματα αυτά ήταν ανθρώπινο. Επιπλέον, το έδαφος γύρω από το στρα­ τόπεδο είχε απογυμνωθεί τελείως από φυτά, λες και τα είχε βοσκή­ σει μια ομάδα από εξαιρετικά επιθετικές κατσίκες. Και, σύμφωνα με το χαλκομυαλό του, αυτό δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Προφανώς, οι κολοσσοί μπορούσαν να τρα­ φούν ουσιαστικά με τα πάντα. Προτιμούσαν το κρέας, αλλά θα έτρωγαν οποιοδήποτε είδος φυτού - ακόμα και χορτάρι, φτάνο­ ντας στο σημείο να το τραβήξουν με τη ρίζα και να το φάνε. Κάποιες αναφορές μάλιστα υποστήριζαν ότι τρώνε χώμα και στά­ χτη, αν και ο Σέιζεντ δυσκολευόταν κάπως να το πιστέψει αυτό. Συνέχισε να περπατά. Το στρατόπεδο μύριζε καπνό, λίγδα και μια παράξενη οσμή που υπέθεσε ότι ήταν η μυρωδιά των σω­ μάτων των κολοσσών. Καθώς περνούσε, κάποια από τα πλάσματα στρέφονταν να τον κοιτάξουν με σταθερά κόκκινα μάτια. Είναι λες και έχουν μόνο δύο συναισθήματα, σκέφτηκε, αναπηδώ­ ντας καθώς ένας κολοσσός δίπλα σε μια φωτιά ξαφνικά ούρλιαξε και επιτέθηκε σε έναν σύντροφό του. Είναι είτε αδιάφοροι είτε εξοργι­ σμένοι. Τι χρειάζεται για να οργιστούν αμέσως; Και... τι καταστροφή θα προκαλούσαν αν συνέβαινε αυτό; Αναθεώρησε με νευρικό­ τητα τις προηγούμενες σκέψεις του. Όχι, οι κολοσσοί δεν ήταν παρεξηγημένοι. Οι ιστορίες που είχε ακούσει -ιστορίες με κολοσσούς να ορμούν αγριεμένοι στη Μακρινή Κυριαρχία, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές και θάνατο- ήταν προφανώς αλήθεια. Αλλά κάτι κρατούσε αυτή την ομάδα σχεδόν χαλιναγωγημένη. Ο Μέγας Εξουσιαστής είχε καταφέρει να ελέγξει τους κολοσσούς, αν και κανένα βιβλίο δεν εξηγούσε πώς. Οι περισσότεροι συγ­ γραφείς απλώς αποδέχονταν αυτή την ικανότητα ως μέρος της


θεϊκής υπόστασης του Μεγάλου Εξουσιαστή. Ο άνθρωπος ήταν αθάνατος - συγκριτικά με αυτό, οι άλλες του δυνάμεις έμοιαζαν κοινότυπες. Η αθανασία του, ωστόσο, ήταν ένα κόλπο, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. Α­ πλώς ένας έξυπνος συνδυασμός φερειχημικών και κραματομαντικών δυ­ νάμεων. Ο Μέγας Εξουσιαστής δεν ήταν παρά ένας συνηθισμένος άνθρωπος - αν και διέθετε έναν ασυνήθιστο συνδυασμό ικανοτή­ των και ευκαιριών. Πώς είχε καταφέρει λοιπόν να ελέγξει τους κολοσσούς; Υπήρχε κάτι διαφορετικό στον Μέγα Εξουσιαστή. Κάτι περισσότερο από πς δυ­ νάμεις του. Κάτι έκανε στο Πηγάδι της Ανάληψης, κάτι που άλλαξε για πάντα τον κόσμο. Ίσως η ικανότητά του να ελέγχει τους κολοσσούς προερ­ χόταν από αυτό. Οι απαγωγείς του Σέιζεντ αγνοούσαν τις περιστασιακές συ­ μπλοκές που ξεσπούσαν γύρω από τις φωτιές. Δεν φαινόταν να υπάρχουν θηλυκοί κολοσσοί στο στρατόπεδο -ή , ακόμα κι αν υπήρχαν, δεν ξεχώριζαν από τους αρσενικούς. Ο Σέιζεντ, ωστόσο, πρόσεξε ένα πτώμα κολοσσού να κείτεται ξεχασμένο κοντά σε μία από τις φωτιές. Είχε γδαρθεί, το μπλε δέρμα έλειπε. Πώς μπορεί να ζει μια κοινωνία με αυτόν τον τρόπο; σκέφτηκε με τρόμο. Τα βιβλία του έλεγαν ότι οι κολοσσοί αναπαράγονταν και γερνούσαν γρήγορα - ευτυχής συγκυρία γι' αυτούς, αν αναλογιστεί κανείς πόσους θανάτους είχε δει ήδη. Ακόμα κι έτσι, του φαινόταν ότι αυτό το είδος σκότωνε πάρα πολλά από τα μέλη του ώστε να καταφέρνει να επιβιώνει. Και ωστόσο, επιβίωναν. Δυστυχώς. Ο Φύλακας μέσα του πί­ στευε με πεποίθηση ότι τίποτα δεν πρέπει να χάνεται, ότι οι άν­ θρωποι άξιζε να θυμούνται κάθε κοινωνία. Ωστόσο, η κτηνωδία του στρατοπέδου των κολοσσών -τα τραυματισμένα πλάσματα που κάθονταν, αγνοώντας τις ανοιχτές πληγές στο δέρμα τους, τα γδαρμένα πτώματα που έβλεπε στο διάβα του, οι ξαφνικές κραυ­ γές οργής και οι επακόλουθες δολοφονίες- έθεταν την πίστη του σε δοκιμασία. Οι απαγωγείς του τον οδήγησαν να κάνει το γύρο ενός μικρού


λόφου στην περιοχή, και ο Σέιζεντ σταμάτησε όταν είδε κάτι πολύ απροσδόκητο. Μια σκηνή. «Πήγαινε» είπε ο αρχηγός, δείχνοντας. Ο Σέιζεντ συνοφρυώθηκε. Υπήρχαν αρκετές ντουζίνες άνθρω­ ποι έξω από τη σκηνή, κρατώντας δόρατα, ενώ ήταν ντυμένοι με στολές βασιλικών φρουρών. Η σκηνή ήταν μεγάλη, και πίσω της υπήρχε μια σειρά από ογκώδη κάρα. «Πήγαινε» φώναξε ο κολοσσός. Ο Σέιζεντ έκανε αυτό που του είπε. Πίσω του, ένας από τους κολοσσούς πέταξε το σακίδιο του Σέιζεντ προς τους φρουρούς. Τα μεταλλομυαλά που υπήρχαν μέσα κουδούνισαν καθώς έπε­ σαν στο καλυμμένο με στάχτη έδαφος, κάνοντας τον Σέιζεντ να ζαρώσει. Οι στρατιώτες παρακολούθησαν επιφυλακτικά τους κο­ λοσσούς να αποχωρούν μετά ο ένας από αυτούς σήκωσε το σα­ κίδιο. Ένας άλλος έστρεψε το δόρυ του προς τον Σέιζεντ. Ο Σέιζεντ σήκωσε τα χέρια του ψηλά. «Είμαι ο Σέιζεντ, Φύλα­ κας του Τέρις, κάποτε οικονόμος, τώρα δάσκαλος. Δεν είμαι εχθρός σας». «Ναι, λοιπόν» είπε ο φρουρός, παρακολουθώντας ακόμα τους κολοσσούς που απομακρύνονταν. «Όπως και να 'χει πρέπει να έρθεις μαζί μου». «Μπορώ να έχω τα υπάρχοντά μου πίσω;» ρώτησε ο Σέιζεντ. Δεν φαίνονταν να υπάρχουν κολοσσοί σ' αυτό το κοίλωμα· προ­ φανώς, οι ανθρώπινοι στρατιώτες ήθελαν να κρατήσουν τις απο­ στάσεις τους. Ο πρώτος φρουρός γύρισε στο σύντροφό του, ο οποίος εξέτα­ ζε το σακίδιο του Σέιζεντ. Ο δεύτερος φρουρός σήκωσε το βλέμ­ μα του και ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν έχει όπλα. Μερικά βραχιόλια και δαχτυλίδια, που ίσως να αξίζουν κάτι». «Κανένα τους δεν είναι φτιαγμένο από πολύτιμα μέταλλα» είπε ο Σέιζεντ. «Είναι τα εργαλεία ενός Φύλακα, και ελάχιστη αξία έχουν για οποιονδήποτε άλλον εκτός από εμένα». Ο δεύτερος φρουρός σήκωσε τους ώμους του, δίνοντας την τσάντα στον πρώτο άντρα. Και οι δύο είχαν τα χαρακτηριστικά


τ(£$έηγάδι τηςοΑνβληψης

χρώματα της Κεντρικής Κυριαρχίας -σκούρα μαλλιά, ανοιχτόχρωμο δέρμα, το ανάστημα και το ύψος εκείνων που είχαν τραφεί καλά ως παιδιά. Ο πρώτος φρουρός ήταν ο μεγαλύτερος από τους δύο, και προφανώς ήταν ο ανώτερος. Πήρε την τσάντα από τον σύντροφό του. «Θα δούμε τι θα πει η Μεγαλειότητά του». Αα, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. «Ας μιλήσουμε μαζί του λοιπόν». Ο φρουρός γύρισε, τραβώντας στο πλάι την πόρτα της σκηνής και κάνοντας νόημα στον Σέιζεντ να μπει. Ο Σέιζεντ βγήκε από το κόκκινο φως του ήλιου και μπήκε σε μια σκηνή, χωρισμένη σε δωμάτια. Αυτό το πρακτικό -α ν και με λιγοστά έπιπλα- κυρίως δωμάτιο ήταν μεγάλο και περιείχε αρκετούς ακόμα φρουρούς. Ο Σέιζεντ είχε δει περίπου δύο ντουζίνες ως τώρα. Ο ανώτερος φρουρός προχώρησε μπροστά και έβαλε το κε­ φάλι του σε ένα δωμάτιο στο πίσω μέρος. Μετά από μερικές στιγ­ μές, έκανε νόημα στον Σέιζεντ να πλησιάσει και τράβηξε την πόρ­ τα της σκηνής στο πλάι. Ο Σέιζεντ μπήκε στο δεύτερο δωμάτιο. Ο άντρας μέσα φορού­ σε το παντελόνι και το σακάκι ενός ευγενούς της Λουθάντελ. Είχε αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του -τα οποία δεν ήταν πλέον πα­ ρά μόνο μερικές τούφες- παρά το νεαρό της ηλικίας του. Στεκό­ ταν, χτυπώντας το πλάι του ποδιού του με νευρικότητα, και ανα­ πήδησε ελαφρά όταν μπήκε ο Σέιζεντ. Ο Σέιζεντ αναγνώρισε τον άντρα. «Τζέιστ Λέκαλ». «Βασιλιάς Λέκαλ» είπε απότομα ο Τζέιστ. «Σε γνωρίζω, Τερί­ σιε;» «Δεν έχουμε γνωριστεί, Μεγαλειότατε» είπε ο Σέιζεντ, «αλλά είχα κάποιες δοσοληψίες με έναν φίλο σας, νομίζω. Τον βασιλιά Έλεντ Βεντούρ της Λουθάντελ;» Ο Τζέιστ ένευσε αφηρημένα. «Οι άντρες μου είπαν ότι σε έφε­ ραν οι κολοσσοί. Σε βρήκαν να ψαχουλεύεις στο στρατόπεδο;» «Ναι, Μεγαλειότατε» είπε προσεκτικά ο Σέιζεντ, κοιτάζοντας τον Τζέιστ να αρχίζει να βηματίζει πάνω κάτω. Αυτός ο άντρας δεν είναι περισσότερο σταθερός από το στρατό που προφανώς καθοδηγεί, σκέφτηκε δυσαρεστημένος. «Πώς πείσατε τα πλάσματα να σας υπηρετήσουν;»


«Είσαι αιχμάλωτος, Τερίσιε» είπε απότομα ο Τζέιστ. «Μην κά­ νεις ερωτήσεις. Σε έστειλε ο Έλεντ να με κατασκοπεύσεις;» «Δεν με έστειλε κανείς» είπε ο Σέιζεντ. «Έτυχε να βρεθείτε στο δρόμο μου, Μεγαλειότατε. Οι παρατηρήσεις μου δεν είχαν σκοπό να σας προσβάλλουν». Ο Τζέιστ έμεινε για λίγο σιωπηλός κοιτάζοντας τον Σέιζεντ, πριν αρχίσει να βηματίζει ξανά. «Τέλος πάντων. Εχω μείνει χω­ ρίς οικονόμο της προκοπής για πολύ καιρό. Θα υπηρετείς εμένα τώρα». «Ζητώ συγγνώμη, Μεγαλειότατε» είπε ο Σέιζεντ, κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση. «Αλλά αυτό δεν είναι δυνατό». Ο Τζέιστ συνοφρυώθηκε. «Είσαι οικονόμος - το καταλαβαίνω από το χιτώνα. Τόσο σπουδαίος αφέντης είναι ο Έλεντ ώστε αρνείσαι εμένα;» «Ο Έλεντ Βεντούρ δεν είναι αφέντης μου, Μεγαλειότατε» είπε ο Σέιζεντ, συναντώντας τα μάτια του νεαρού βασιλιά. «Τώρα που είμαστε ελεύθεροι, εμείς οι Τερίσιοι δεν αποκαλούμε κανέναν άνθρωπο πλέον αφέντη. Κρατήστε με ως αιχμάλωτο, αν πρέπει. Αλλά δεν θα σας υπηρετήσω. Ζητώ συγγνώμη». Ο Τζέιστ έμεινε ξανά σιωπηλός. Αντί να θυμώσει, ωστόσο, α­ πλώς έδειχνε... να ντρέπεται. «Καταλαβαίνω». «Μεγαλειότατε» είπε ήρεμα ο Σέιζεντ. «Καταλαβαίνω ότι με διατάξατε να μην κάνω ερωτήσεις, γι' αυτό θα κάνω μόνο πα­ ρατηρήσεις. Από ό,τι φαίνεται έχετε βρεθεί σε μια πολύ δύσκολη θέση. Δεν ξέρω πώς ελέγχετε αυτούς τους κολοσσούς, αλλά δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι η εξουσία σας είναι σαθρή. Κινδυνεύετε, και δείχνετε πρόθυμος να μοιραστείτε αυτόν τον κίνδυνο με άλλους». Ο Τζέιστ κοκκίνισε. «Οι "παρατηρήσεις" σου είναι λανθα­ σμένες, Τερίσιε. Έχω τον έλεγχο αυτού του στρατού. Με υπακούουν απόλυτα. Πόσους άλλους ευγενείς έχεις δει να συγκεντρώνουν στρατούς κολοσσών; Κανέναν - μόνο εγώ το πέτυχα». «Δεν δείχνουν να βρίσκονται και τόσο υπό έλεγχο, Μεγαλειό­ τατε». «Μπα;» ρώτησε ο Τζέιστ. «Και σε έκαναν κομματάκια όταν σε


τ<£$ίηγάδι τηςοΑνβληψης

βρήκαν; Σε χτύπησαν μέχρι θανάτου έτσι για πλάκα; Σε κάρ­ φωσαν με ένα ραβδί για να σε ψήσουν πάνω σε μία από τις φωτιές τους; Όχι. Δεν κάνουν αυτά τα πράγματα επειδή τους διέταξα εγώ να μην τα κάνουν. Μπορεί να μην φαίνεται σπουδαίο, Τερίσιε, αλλά πίστεψέ με - είναι ένδειξη μεγάλης αυτοσυγκράτησης και υπακοής για τους κολοσσούς». «Ο πολιτισμός δεν είναι σπουδαίο επίτευγμα, Μεγαλειότατε». «Μη δοκιμάζεις την υπομονή μου, Τερίσιε!» είπε απότομα ο Τζέιστ, περνώντας το χέρι του μέσα από ό,τι είχε απομείνει από τα μαλλιά του. «Για τους κολοσσούς μιλάμε - δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά από αυτούς». «Και τους πηγαίνετε στη Λουθάντελ;» ρώτησε ο Σέιζεντ. «Α­ κόμα και ο Μέγας Εξουσιαστής φοβόταν αυτά τα πλάσματα, Με­ γαλειότατε. Τα κρατούσε μακριά από τις πόλεις. Τα πηγαίνετε στην πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή σε όλη την Ύστατη Αυτο­ κρατορία!» «Δεν καταλαβαίνεις» είπε ο Τζέιστ. «Χρησιμοποίησα προσεγ­ γίσεις ειρήνης αλλά δεν ακούει κανείς παρά μόνο αν έχεις χρή­ ματα ή στρατό. Λοιπόν, το ένα το έχω, και σύντομα θα έχω και το άλλο. Ξέρω ότι ο Έλεντ έχει εκείνο το απόθεμα ατίου - και απλώς πηγαίνω να... να κάνω μια συμμαχία μαζί του». «Μια συμμαχία με την οποία θα πάρετε τον έλεγχο της πόλης;» «Πφφ!» είπε ο Τζέιστ ανεμίζοντας το χέρι του. «Ο Έλεντ δεν ελέγχει τη Λουθάντελ - είναι απλώς ένα υποκατάστατο που περι­ μένει να έρθει κάποιος πιο ισχυρός. Είναι καλός άνθρωπος, αλλά είναι ένας αθώος ιδεαλιστής. Θα χάσει το θρόνο του από τον έναν ή τον άλλο στρατό, και εγώ θα του προσφέρω μια καλύτερη συμφωνία από ό,τι ο Κετ ή ο Στραφ, αυτό είναι σίγουρο». Ο Κετ; Ο Στραφ; Σε πόσους μπελάδες έχει μπει ο νεαρός Βεντούρ; Ο Σέιζεντ κούνησε το κεφάλι του. «Για κάποιο λόγο αμφιβάλλω ότι μια "καλύτερη συμφωνία" συμπεριλαμβάνει τη χρήση κολοσσών, Μεγαλειότατε». Ο Τζέιστ συνοφρυώθηκε. «Σίγουρα πάντως ξέρεις να λες εξυπνάδες, Τερίσιε. Συμβολίζεις -ολόκληρος ο λαός σου συμβο-


λίζει- όλα όσα έχουν πάει στραβά με τον κόσμο. Κάποτε σεβόμουν το λαό του Τέρις. Δεν είναι ντροπή να είσαι καλός υπηρέτης». «Συνήθως δεν είναι ούτε πηγή περηφάνιας» είπε ο Σέιζεντ. «Όμως, ζητώ συγγνώμη για τη στάση μου, Μεγαλειότατε. Δεν είναι επίδειξη της ανεξαρτησίας των Τερίσιων. Πάντοτε ήμουν υπερβολικά ελεύθερος σε ό,τι αφορά τα σχόλιά μου, νομίζω. Πο­ τέ δεν ήμουν από τους καλύτερους οικονόμους». Ή από τους καλύ­ τερους Φύλακες, πρόσθεσε από μέσα του. «Πφφ» είπε ξανά ο Τζέιστ, αρχίζοντας να βηματίζει και πάλι. «Μεγαλειότατε» είπε ο Σέιζεντ. «Πρέπει να συνεχίσω το δρόμο μου ως τη Λουθάντελ. Υπάρχουν... γεγονότα τα οποία πρέπει να τακτοποιήσω. Σκεφτείτε ό,τι θέλετε για το λαό μου, αλλά πρέπει να ξέρετε ότι είμαστε ειλικρινείς. Η δουλειά που κάνω είναι πέρα από την πολιτική και τους πολέμους, τους θρόνους και τους στρα­ τούς. Είναι σημαντική για όλους τους ανθρώπους». «Οι λόγιοι πάντα λένε τέτοια πράγματα» είπε ο Τζέιστ. Έκανε μια παύση. «Ο Έλεντ πάντα έλεγε τέτοια πράγματα». «Όπως και να 'χει» συνέχισε ο Σέιζεντ, «πρέπει να μου επιτραπεί να φύγω. Ως αντάλλαγμα για την ελευθερία μου, θα παρα­ δώσω ένα μήνυμα από εσάς στη Μεγαλειότητά του, τον βασιλιά Έλεντ, αν το επιθυμείτε». «Μπορώ να στείλω δικό μου αγγελιοφόρο όποτε θέλω!» «Και να μείνετε με έναν άντρα λιγότερο να σας προστατεύει από τους κολοσσούς;» είπε ο Σέιζεντ. Ο Τζέιστ έκανε μια μικρή παύση. Α, ώστε όντως τους φοβάται. Ωραία. Τουλάχιστον δεν είναι τρελός. «Θα φύγω, Μεγαλειότατε» είπε ο Σέιζεντ. «Δεν θέλω να φα­ νώ αλαζόνας, αλλά μπορώ να δω ότι δεν έχετε τους πόρους να κρατήσετε αιχμαλώτους. Μπορείτε να με αφήσετε να φύγω, ή μπο­ ρείτε να με δώσετε στους κολοσσούς. Εγώ θα δίσταζα, ωστόσο, να τους οδηγήσω στη συνήθεια να σκοτώνουν ανθρώπινα όντα». Ο Τζέιστ τον κοίταξε. «Καλά» είπε. «Παρέδωσε αυτό το μήνυ­ μα, τότε. Πες στον Έλεντ ότι δεν με νοιάζει αν ξέρει ότι έρχομαι δεν με νοιάζει καν αν του αποκαλύψεις το μέγεθος του στρατού μου. Φρόντισε να είσαι ακριβής, όμως! Έχω πάνω από είκοσι


τ(£$ϊηγβδι τηςοΑνάληψης

χιλιάδες κολοσσούς σ' αυτόν το στρατό. Δεν μπορεί να τα βάλει μαζί μου. Ούτε με τους άλλους μπορεί να τα βάλει. Αλλά αν είχα εκείνα τα τείχη... θα μπορούσα να αποκρούσω και τους δύο άλλους στρατούς. Πες του να φανεί λογικός. Αν παραδώσει το άτιο, θα τον αφήσω ακόμα και να κρατήσει τη Λουθάντελ. Μπο­ ρούμε να είμαστε γείτονες. Σύμμαχοι». Ο ένας χρεωκοπημένος από χρήματα, ο άλλος χρεωκοττημένος από κοινή λογική, σκέφτηκε ο Σέιζεντ. «Πολύ καλά, Μεγαλειότατε. 0 α μιλήσω με τον Έλεντ. Ωστόσο, θα χρειαστώ να μου επιστραφούν τα πράγματά μου». Ο βασιλιάς ανέμισε το χέρι του ενοχλημένος και ο Σέιζεντ απο­ σύρθηκε, περιμένοντας υπομονετικά καθώς ο ανώτερος φρου­ ρός μπήκε ξανά στα δωμάτια του βασιλιά και έλαβε τις διαταγές του. Καθώς περίμενε να ετοιμαστούν οι φρουροί -το σακίδιό του ευτυχώς του επεστράφη- ο Σέιζεντ σκεφτόταν αυτό που είπε ο Τζέιστ. Ο Κετ ή ο Στραφ. Πόσες ακριβώς δυνάμεις προσπαθούσαν να πάρουν την πόλη από τον Έλεντ; Αν ο Σέιζεντ ήθελε ένα ήσυχο μέρος για να μελετήσει, προ­ φανώς είχε διαλέξει τη λάθος κατεύθυνση.

(2 9 °


Μονάχα μετά από μερικά χρόνια άρχισα να παρατηρώ τα σημάδια. Γνώριζα τις προφητείες - είμαι ένας Τερίσιος Κοσμοφέρτης, άλλωστε. Και ωστόσο, δεν εί­ μαστε όλοι μας θρησκευόμενοι ■κάποιοι, όπως εγώ, ενδιαφερόμαστε περισσότερο για άλλα θέματα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του διαστήματος που πέρασα με τον Αλέντι, δεν μπορούσα παρά να δείξω μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Προσμονή. Εκείνος έμοιαζε να ταιριάζει απόλυτα στα σημάδια.

20

ΥΤΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ επικίνδυνο, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντόξον. «Είναι η μοναδική μας επιλογή» είπε ο Έλεντ. Στεκόταν πί­ σω από το τραπέζι του- ως συνήθως ήταν φορτωμένο με βιβλία. Το παράθυρο του γραφείου φώτιζε το περίγραμμά του, και τα χρώ­ ματα του γυαλιού έπεφταν πάνω στο πίσω μέρος της λευκής του στολής, βάφοντάς την με ένα λαμπερό καστανοκόκκινο χρώμα. Σίγουρα δείχνει πιο επιβλητικός με αυτά τα ρούχα, σκέφτηκε η Βιν, καθισμένη στη βελούδινη πολυθρόνα του Έλεντ, με τον Ορσούρ να περιμένει υπομονετικά καθισμένος στο πάτωμα δίπλα της. Ακόμα δεν ήταν σίγουρη τι έπρεπε να σκεφτεί για τις αλλαγές του Έλεντ. Ήξερε ότι οι μεταβολές ήταν κατά κύριο λόγο οπτικές -καινούρια ρούχα, καινούριο κούρεμα- αλλά έδειχναν να αλ­ λάζουν κι άλλα πράγματα πάνω του. Στεκόταν πιο στητός όταν μιλούσε, και ήταν πιο δεσποτικός. Και μάλιστα εξασκούνταν στο σπαθί και το ραβδί. Η Βιν κοίταξε την Τίντουιλ. Η εντυπωσιακή Τερίσια καθό­ ταν σε μια σκληρή καρέκλα στο πίσω μέρος του δωματίου, παρα­ κολουθώντας τη διαδικασία. Είχε τέλεια στάση, και ήταν πολύ


τ

θηλυκή με τη χρωματιστή φούστα και τη μπλούζα της. Δεν κα­ θόταν με τα πόδια της διπλωμένα από κάτω της, όπως έκανε τώ­ ρα η Βιν, και δεν φορούσε ποτέ παντελόνι. Τι έχει αυτή η γυναίκα; σκέφτηκε η Βιν. Έναν χρόνο προσπαθώ να πείσω τον Έλεντ να εξασκηθεί στο σπαθί. Η Τίντουιλ είναι εδώ λιγότερο από έναν μήνα, και τον έχει ήδη βάλει να μονομαχεί. Γιατί ένιωθε πικρία η Βιν; Ο Έλεντ δεν θα άλλαζε τόσο πολύ, σωστά; Προσπάθησε να καθησυχάσει το μικρό μέρος του εαυτού της που ανησυχούσε γι' αυτόν τον καινούριο, καλοντυμένο, γε­ μάτο αυτοπεποίθηση βασιλιά-πολεμιστή- ανησυχούσε μήπως απο­ δειχτεί διαφορετικός από τον άντρα που αγαπούσε. Κι αν έπαυε να την έχει ανάγκη; Βυθίστηκε λίγο περισσότερο μέσα στην πολυθρόνα, καθώς ο Έλεντ συνέχιζε να μιλά με τον Χαμ, τον Ντοξ, τον Κλαμπς και τον Μπριζ. «Ελ» είπε ο Χαμ, «συνειδητοποιείς ότι αν πας στο στρατόπεδο του εχθρού, δεν θα μπορούμε να σε προστατεύσουμε;» «Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορείτε να με προστατεύσετε κι εδώ, Χαμ» είπε ο Έλεντ. «Όχι όταν έχουν κατασκηνώσει δύο στρατοί ακριβώς έξω από τα τείχη». «Αυτό είναι αλήθεια» είπε ο Ντόξον, «αλλά ανησυχώ ότι αν μπεις στο στρατόπεδο, δεν θα ξαναβγείς ποτέ». «Μόνο αν αποτύχω» είπε ο Έλεντ. «Αν ακολουθήσω το σχέ­ διο -α ν πείσω τον πατέρα μου ότι είμαστε σύμμαχοί του- θα με αφήσει να επιστρέψω. Δεν ασχολιόμουν και πολύ με την πο­ λιτική της αυλής όταν ήμουν μικρότερος. Ωστόσο, αυτό που έμα­ θα να κάνω ήταν να χειραγωγώ τον πατέρα μου. Ξέρω τον Στραφ Βεντούρ - και ξέρω ότι μπορώ να τον νικήσω. Άλλωστε, δεν με θέλει νεκρό». «Μπορούμε να είμαστε σίγουροι γτ' αυτό;» ρώτησε ο Χαμ, τρί­ βοντας το πηγούνι του. «Ναι» είπε ο Έλεντ. «Άλλωστε, ο Στραφ δεν έστειλε δολοφό­ νους για μένα, ενώ ο Κετ έστειλε. Είναι λογικό. Υπάρχει καταλ­ ληλότερο άτομο για να αφήσει ο Στραφ τον έλεγχο της Λουθάντελ από τον ίδιο του το γτο; Νομίζει ότι μπορεί να με ελέγχει


- φαντάζεται ότι μπορεί να με πείσει να του δώσω τη Λουθάντελ. Αν το εκμεταλλευτώ αυτό, θα μπορέσω να τον πείσω να επιτεθεί στον Κετ». «Έχει ένα δίκιο...» είπε ο Χαμ. «Ναι» είπε ο Ντόξον, «αλλά τι θα εμποδίσει τον Στραφ να σε πάρει όμηρο και να εισβάλλει στη Λουθάντελ;» «Και πάλι θα έχει να αντιμετωπίσει τον Κετ» είπε ο Έλεντ. «Αν μας πολεμήσει, θα χάσει άντρες -πολλούς άντρες- και θα αφήσει τα νώτα του εκτεθειμένα σε μια επίθεση». «Όμως θα έχει εσένα, αγαπητέ μου» είπε ο Μπριζ. «Δεν θα χρεια­ στεί να επιτεθεί στη Λουθάντελ - θα μπορούσε να μας αναγκάσει να παραδοθούμε». «Θα έχετε διαταγές να με αφήσετε να πεθάνω πρώτα» είπε ο Έλεντ. «Γι' αυτό συγκρότησα τη Σύνοδο. Έχει τη δύναμη να δια­ λέξει νέο βασιλιά». «Μα γιατί;» ρώτησε ο Χαμ. «Γιατί να πάρεις το ρίσκο, Ελ; Ας περιμένουμε λίγο ακόμα για να δούμε αν μπορούμε να πείσουμε τον Στραφ να σε συναντήσει σε ένα πιο ουδέτερο μέρος». Ο Έλεντ αναστέναξε. «Πρέπει να με ακούσεις, Χαμ. Με πολι­ ορκία ή χωρίς πολιορκία, δεν μπορούμε να καθίσουμε έτσι απλώς και να περιμένουμε. Αν το κάνουμε, είτε θα λιμοκτονήσουμε είτε ένας από αυτούς τους στρατούς θα αποφασίσει να σταματήσει την πολιορκία και να μας επιτεθεί, ελπίζοντας να πάρει τα τείχη μας, για να γυρίσει μετά και να αμυνθεί ενάντια στον εχθρό του. Δεν θα το κάνουν εύκολα, αλλά μπορεί να συμβεί. Σίγουρα θα συμβεί, αν δεν αρχίσουμε να στρέφουμε τον έναν βασιλιά εναντίον του άλλου». Το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή. Οι άλλοι γύρισαν αργά προς τον Κλαμπς, ο οποίος ένευσε. Συμφωνούσε. Καλή δουλειά, Έλεντ, σκέφτηκε η Βιν. «Κάποιος πρέπει να συναντηθεί με τον πατέρα μου» είπε ο Έλεντ. «Και αυτός πρέπει να είμαι εγώ. Ο Στραφ με θεωρεί ανό­ ητο, έτσι μπορώ να τον πείσω ότι δεν είμαι απειλή. Μετά, θα πάω και θα πείσω τον Κετ ότι είμαι με το μέρος του. Όταν τελικά επιτε­ θούν ο ένας στον άλλο -μ ε τον καθένα τους να νομίζει ότι είμα-


τ

στε με το μέρος του- εμείς θα αποσυρθούμε και θα τους αναγκά­ σουμε να πολεμήσουν μεταξύ τους. Ο νικητής δεν θα έχει αρκετή δύναμη για να μας πάρει την πύλη!» Ο Χαμ και ο Μπριζ κατένευσαν. Ο Ντόξον, ωστόσο, κουνούσε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. «Αυτό το σχέδιο είναι καλό στη θεωρία, αλλά να πας στο στρατόπεδο του εχθρού απροστάτευτος; Αυτό μοιάζει ανόητο». «Κοίταξε» είπε ο Έλεντ. «Νομίζω ότι αυτό λειτουργεί υπέρ μας. Ο πατέρας μου πιστεύει πάρα πολύ στον έλεγχο και την κυριαρ­ χία. Αν μπω στο στρατόπεδό του, ουσιαστικά θα του λέω ότι συμ­ φωνώ ότι έχει εξουσία πάνω μου. 0 α φαίνομαι αδύναμος, και εκείνος θα θεωρήσει ότι μπορεί να με σκοτώσει όποτε το θελήσει. Είναι ριψοκίνδυνο, αλλά αν δεν το κάνω, θα πεθάνουμε». Οι άντρες κοιτάχτηκαν. Ο Έλεντ ίσιωσε λίγο περισσότερο την πλάτη του και έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές στα πλευρά του. Πάντα το έκανε αυτό όταν ήταν νευρικός. «Φοβάμαι ότι δεν είναι υπό συζήτηση» είπε ο Έλεντ. «Έχω πά­ ρει την απόφασή μου». Δεν πρόκειται να δεχτούν μια τέτοια δήλωση, σκέφτηκε η Βιν. Τα μέλη της συμμορίας ήταν ανεξάρτητοι άνθρωποι. Κι όμως, αναπάντεχα, κανείς τους δεν έφερε αντίρρηση. Ο Ντόξον επιτέλους κατένευσε. «Εντάξει, Μεγαλειότατε» είπε. «Θα πρέπει να ακολουθήσεις έναν επικίνδυνο δρόμο - να κάνεις τον Στραφ να πιστέψει ότι μπορεί να βασίζεται στη στήριξή μας, αλλά και να τον πείσεις ότι μπορεί να μας προδώσει με την άνεσή του. Πρέπει να τον κάνεις να θελήσει τη δύναμη των όπλων μας, ενώ ταυτόχρονα θα απορρίπτει τη δύναμη της βούλησής μας». «Και» πρόσθεσε ο Μπριζ, «πρέπει να το κάνεις χωρίς να κατα­ λάβει ότι παίζεις παιχνίδια και με τις δύο πλευρές». «Μπορείς να το κάνεις αυτό;» ρώτησε ο Χαμ. «Ειλικρινά, Έ­ λεντ;» Ο Έλεντ ένευσε. «Μπορώ να το κάνω, Χαμ. Έχω βελτιωθεί πολύ στην πολιτική τον τελευταίο αυτό χρόνο». Διατύπωσε τα λό­ για με αυτοπεποίθηση, αν και η Βιν πρόσεξε ότι τα χέρια του ή-


ταν ακόμα σφιγμένα σε γροθιές. Θα πρέπει να μάθει να μην το κάνει αυτό. «Μπορεί να καταλαβαίνεις από πολιτική» είπε ο Μπριζ, «αλ­ λά αυτό είναι εξαπάτηση. Δέξου το, φίλε μου, είσαι τρομερά τίμιος - πάντοτε λες ότι θα υπερασπιστείς τα δικαιώματα των σκάα και τέτοια παρόμοια». «Τώρα είσαι άδικος» είπε ο Έλεντ. «Η τιμιότητα και οι καλές προθέσεις είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Μπορώ να αποδειχτώ εξίσου άτιμος όπως-» Έκανε μια παύση. «Γιατί προσπαθώ να σας πείσω; Παραδεχόμαστε τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει, και ξέ­ ρουμε ότι εγώ είμαι εκείνος που πρέπει να το κάνει. Ντοξ, θα γρά­ ψεις ένα γράμμα στον πατέρα μου; Πες του ότι θα ήταν μεγάλη μου χαρά να τον επισκεφτώ. Μάλιστα...» Ο Έλεντ σταμάτησε, κοιτάζοντας τη Βιν. Μετά συνέχισε. «Μά­ λιστα, πες του ότι θέλω να συζητήσω το μέλλον της Λουθάντελ, και θέλω να του συστήσω ένα ξεχωριστό άτομο». Ο Χαμ γέλασε πνιχτά. «Α, τι καλύτερο από το να φέρνεις στο σπίτι ένα κορίτσι για να γνωρίσει τον πατέρα». «Ειδικότερα όταν το κορίτσι τυγχάνει να είναι η πιο επικίν­ δυνη Κραματομάντισσα στην Κεντρική Κυριαρχία» πρόσθεσε ο Μπριζ. «Πιστεύεις ότι θα δεχτεί να τη φέρεις μαζί σου;» είπε ο Ντόξον. «Αν δεν δεχτεί, τότε δεν έχει συμφωνία» είπε ο Έλεντ. «Φρό­ ντισε να το καταλάβει αυτό. Όπως και να 'χει, νομίζω ότι θα δε­ χτεί. Ο Στραφ συνηθίζει να με υποτιμά - και ίσως να έχει τους λόγους του για αυτό. Ωστόσο, βάζω στοίχημα ότι αυτό το συναί­ σθημα εκτείνεται και στη Βιν. Θα υποθέσει ότι δεν είναι και τόσο καλή όσο λένε όλοι». «Ο Στραφ έχει δικό του Ομιχλογέννητο» πρόσθεσε η Βιν. «Για να τον προστατεύει. Θα είναι δίκαιο να φέρει ο Έλεντ εμένα. Και αν είμαι εκεί, θα μπορέσω να τον βγάλω έξω αν πάει κάτι στραβά». Ο Χαμ γέλασε ξανά πνιχτά. «Αυτό δεν θα ήταν και η πιο αξιο­ πρεπής αποχώρηση -να σε πετάξει η Βιν στον ώμο της και να σε μεταφέρει σε ασφαλές σημείο».


τ<0ί8ηγβδι της^νάληψ ης

«Είναι καλύτερο από το θάνατο» είπε ο Έλεντ, προσπαθώντας να δείχνει πρόσχαρος, αλλά ταυτόχρονα κοκκινίζοντας ελαφρώς. Με αγαπάει, αλλά δεν παύει να είναι άντρας, σκέφτηκε η Βιν. Πόσες φορές έχω πληγώσει την περηφάνια του όντας Ομιχλογέννητη, ενώ εκεί­ νος είναι ένα συνηθισμένο άτομο; Ένας όχι και τόσο ανώτερος άντρας δεν θα με ερωτευόταν ποτέ. Όμως, δεν αξίζει μια γυναίκα την οποία να νιώθει ότι μπορεί να προ­ στατεύσει; Μια γυναίκα που είναι περισσότερο... γυναίκα; Η Βιν βυθίστηκε ξανά στην πολυθρόνα της, αναζητώντας ζε­ στασιά μέσα στο βελούδο. Ωστόσο, ήταν η πολυθρόνα του γρα­ φείου του Έλεντ, εκεί που διάβαζε. Δεν άξιζε επίσης μια γυναίκα που να μοιράζεται τα ενδιαφέροντά του, μια γυναίκα που δεν θα έβρισκε το διάβασμα αγγαρεία; Μια γυναίκα με την οποία θα μπορούσε να μιλήσει για τις ευφυείς πολιτικές του θεωρίες; Γιατί σκέφτομαι τη σχέση μας τόσο πολύ τώρα τελευταία; αναρωτή­ θηκε η Βιν. Δεν ανήκουμε στον κόσμο τους, είχε πει ο Ζέιν. Ανήκουμε εδώ, στις ομίχλες. Δεν ανήκεις μαζί τους... «Υπάρχει και κάτι άλλο που θα ήθελα να αναφέρω, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντόξον. «Πρέπει να συναντηθείτε με τη Σύνοδο. Έχουν αρχίσει να ανυπομονούν να σας μιλήσουν - κάτι για με­ ρικά πλαστά νομίσματα που κυκλοφορούν στη Λουθάντελ». «Δεν έχω χρόνο για αστικές υποθέσεις αυτή τη στιγμή» είπε ο Έλεντ. «Ο βασικός λόγος που συγκρότησα τη Σύνοδο ήταν για να μπορεί να αντιμετωπίζει τέτοιου είδους θέματα. Στείλε τους ένα μήνυμα και πες τους ότι έχω εμπιστοσύνη στην κρίση τους. Ζήτησέ τους συγγνώμη εκ μέρους μου, και εξήγησέ τους ότι φροντίζω για την άμυνα της πόλης. Θα προσπαθήσω να παρευρεθώ στη συνάντηση της Συνόδου την επόμενη βδομάδα». Ο Ντόξον ένευσε, κρατώντας σημειώσεις. «Αν και» παρατή­ ρησε, «υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να σκεφτούμε. Όταν θα πας να συναντήσεις τον Στραφ, θα παραδώσεις την εξουσία σου στη Σύνοδο». «Δεν πρόκειται για επίσημες διαπραγματεύσεις» είπε ο Έ-


λεντ. «Είναι απλώς μια ανεπίσημη συνάντηση. Η προηγούμενη πρότασή μου θα εξακολουθεί να ισχύει». «Ειλικρινά, Μεγαλειότατε» είπε ο Ντόξον, «αμφιβάλλω ότι αυτοί θα το δουν έτσι. Ξέρετε πόσο θυμωμένοι είναι που θα μεί­ νουν χωρίς ένα άτομο στο οποίο να μπορούν να προσφύγουν μέ­ χρι να αποφασίσετε να κάνετε τις διαπραγματεύσεις». «Το ξέρω» είπε ο Έλεντ. «Αλλά αξίζει να το διακινδυνεύσουμε. Πρέπει να συναντηθούμε με τον Στραφ. Όταν η συνάντηση τε­ λειώσει, θα μπορέσω να επιστρέψω με καλά -ελπίζω- νέα για τη Σύνοδο. Σε εκείνο το σημείο θα μπορέσω να ισχυριστώ ότι η πρό­ ταση δεν ικανοποιήθηκε. Προς το παρόν, η συνάντηση θα προ­ χωρήσει». Όντως πολύ mo αποφασιστικός, σκέφτηκε η Βιν. Α λλάζει... Έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται τέτοια πράγματα. Αντί­ θετα, επικεντρώθηκε σε κάτι άλλο. Η συζήτηση στράφηκε σε συ­ γκεκριμένους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε ο Έλεντ να χειραγωγήσει τον Στραφ, με το κάθε μέλος της συμμορίας να του δίνει συμβουλές για το πώς να εξαπατήσει αποτελεσματικά. Η Βιν, ωστόσο, κατέληξε να τους παρακολουθεί, ψάχνοντας για ασυνέπειες στην προσωπικότητά τους, προσπαθώντας να απο­ φασίσει αν θα μπορούσε να είναι κάποιος από αυτούς ο κατά­ σκοπος κάντρα. Μήπως ο Κλαμπς ήταν πιο σιωπηλός από ό,τι συνήθως; Οι αλλαγές στον τρόπο ομιλίας του Τρομάρα οφείλονταν στο γε­ γονός ότι ωρίμαζε ή ήταν επειδή ο κάντρα δυσκολευόταν να μιμηθεί τη διάλεκτό του; Μήπως ο Χαμ ήταν κάπως υπερβολικά πρόσχαρος; Επίσης έμοιαζε λιγότερο επικεντρωμένος στα φιλο­ σοφικά του αινίγματα από ό,τι ήταν κάποτε. Οφειλόταν στο ότι ήταν πιο σοβαρός τώρα ή στο ότι ο κάντρα δεν ήξερε πώς να τον μιμηθεί σωστά; Δεν είχε νόημα. Αν σκεφτόταν πάρα πολύ, μπορούσε να εντο­ πίσει φαινομενικές ασυνέπειες σε όλους. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, όλοι τους έμοιαζαν φυσιολογικοί. Οι άνθρωποι ήταν υπερβολικά περίπλοκοι για να τους αναλύσεις σε απλά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Επίσης, ο κάντρα θα ήταν καλός - πολύ


τ

καλός. Θα εκπαιδευόταν όλη του τη ζωή στην τέχνη της μίμησης των άλλων, και πιθανότατα θα σχεδίαζε την είσοδό του πολύ καιρό. Η απάντηση, λοιπόν, ήταν η Κραματομαντεία. Με όλα όσα συνέβαιναν με την πολιορκία και τις μελέτες της για τη Βαθύτητα, όμως, δεν είχε βρει την ευκαιρία να δοκιμάσει τους φίλους της. Κα­ θώς το σκεφτόταν, παραδέχτηκε ότι η έλλειψη χρόνου ήταν μια κακή δικαιολογία. Η αλήθεια ήταν ότι πιθανότατα προσπαθούσε να απασχολήσει το μυαλό της επειδή η σκέψη ότι κάποιος από τη συμμορία -από την πρώτη ομάδα φίλων που είχε- μπορεί να είναι προδότης ήταν υπερβολικά δυσάρεστη. Έπρεπε να το ξεπεράσει αυτό. Αν υπήρχε στ' αλήθεια ένας κατά­ σκοπος στη ομάδα, αυτό θα ήταν το τέλος τους. Αν οι εχθρικοί βα­ σιλιάδες μάθαιναν για τα κόλπα που σχεδίαζε ο Έλεντ... Έχοντας αυτό στο μυαλό της έκαψε προσεκτικά μπρούντζο. Αμέσως ένιωσε έναν κραματομαντικό παλμό από τον Μπριζ - ο αγαπημένος της, αδιόρθωτος Μπριζ. Ήταν τόσο καλός στην Κρα­ ματομαντεία ώστε τον περισσότερο καιρό ούτε καν η Βιν δεν μπο­ ρούσε να εντοπίσει το άγγιγμά του, αλλά επίσης ήταν και πα­ ρορμητικός με τη χρήση της δύναμής του. Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, δεν τη χρησιμοποιούσε πάνω της. Έκλεισε τα μάτια της για να συγκεντρωθεί. Κάποτε, πριν από καιρό, ο Μαρς είχε προσπαθήσει να την εκπαιδεύσει στη λεπτή τέχνη της χρήσης μπρούντζου για να διαβάζει τους κραματομαντικούς παλμούς. Η Βιν δεν είχε συνειδητοποιήσει εκείνη την εποχή πόσο μεγάλο έργο είχε ξεκινήσει ο Μαρς. Όταν ένας Κραματομάντης έκαιγε ένα μέταλλο, ανέδιδε έ­ ναν αόρατο χτύπο, σαν από τύμπανο, που μόνο ένας άλλος Κρα­ ματομάντης που έκαιγε μπρούντζο μπορούσε να νιώσει. Ο ρυθμός αυτών των παλμών -το πόσο γρήγορα έρχονταν οι χτύποι, ο τρόπος που «ακούγονταν»- έλεγε ποιο ακριβώς μέταλλο και­ γόταν. Χρειαζόταν εξάσκηση, και ήταν δύσκολο, αλλά η Βιν γινόταν όλο και καλύτερη στο να διαβάζει παλμούς. Συγκεντρώθηκε. Ο


Μπριζ έκαιγε ορείχαλκο - το μέταλλο της εσωτερικής, πνευμα­ τικής Ώθησης. Κ αι... Η Βιν συγκεντρώθηκε πιο πολύ. Μπορούσε να νιώσει ένα μοτίβο να την πλημμυρίζει, έναν διπλύ χτύπο μαζί με κάθε παλ­ μό. Τον ένιωθε να προσανατολίζεται προς τα δεξιά της. Οι παλ­ μοί πλημμύριζαν και κάτι άλλο, κάτι που τους ρουφούσε μέσα. Ο Έλεντ. Ο Μπριζ ήταν επικεντρωμένος στον Έλεντ. Δεν εί­ ναι αναπάντεχο, αν σκεφτεί κανείς τη συζήτηση που γινόταν. Ο Μπριζ Ωθούσε πάντα τους ανθρώπους με τους οποίους ερχόταν σε επαφή. Ικανοποιημένη, η Βιν χαλάρωσε. Αλλά μετά έκανε μια παύση. Ο Μαρς υπονόησε ότι υπήρχαν πολλά περισσότερα στον μπρούντζο από αυτά που πίστευε ο πολύς κόσμος. Αναρωτιέμαι... Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά -αγνοώντας το γεγονός ότι όποιος την έβλεπε από τους άλλους θα έβρισκε τις πράξεις της παράξενες- και συγκεντρώθηκε ξανά στους κραματομαντικούς παλμούς. Κόρωσε τον μπρούντζο και συγκεντρώθηκε τόσο πολύ ώστε ένιωθε ότι θα άρχιζε να πονάει το κεφάλι της. Υπήρχε μια... δόνηση στους παλμούς. Αλλά δεν ήταν σίγουρη τι μπορεί να σήμαινε αυτό. Συγκεντρώσου! είπε στον εαυτό της. Ωστόσο, οι παλμοί αρνούνταν πεισματικά να αποκαλύψουν περαιτέρω πληροφορίες. Καλά, σκέφτηκε. Θα κάνω ζαβολιά. Έκλεισε τον κασσίτερό της -τον είχε ελαφρώς αναμμένο σχεδόν πάντα- και μετά έκαψε το δέκατο τέταρτο μέταλλο. Το σκληραργίλιο. Οι κραματομαντικοί παλμοί έγιναν τόσο δυνατοί... τόσο ισχυροί... ώστε θα ορκιζόταν ότι μπορούσε να νιώσει τις δονήσεις να τη διαλύουν. Έμοιαζαν με χτύπους από ένα τεράστιο τύμπανο που ήταν τοποθετημένο ακριβώς δίπλα της. Αλλά κατάφερε να πιάσει κάτι από αυτούς. Αγωνία, νευρικότητα, ανησυχία, ανασφάλεια, αγωνία, νευρικότητα, ανησυχία... Εξαφανίστηκε, ο μπρούντζος της έσβησε με μια τεράστια έκρη­ ξη ισχύος. Η Βιν άνοιξε τα μάτια της· δεν την κοιτούσε κανείς στο δωμάτιο εκτός από τον Ορσούρ.


τίί^ϊηγάδι τηςοΑνάληψης

Ένιωθε αποστραγγισμένη. Ο πονοκέφαλος που είχε προβλέψει νωρίτερα τώρα ήρθε με πλήρη ισχύ, βροντώντας μέσα στο κεφάλι της σαν τον μικρό αδελφό του τυμπάνου που πλέον είχε διώξει. Ωστόσο, κράτησε τις πληροφορίες που είχε μαζέψει. Δεν είχαν έρθει με τη μορφή λέξεων, αλλά συναισθημάτων - και ο πρώτος της φόβος ήταν ότι ο Μπριζ έκανε να εμφανιστούν αυτά τα συναισθήματα. Αγωνία, νευρικότητα, ανησυχία. Ωστόσο, συ­ νειδητοποίησε αμέσως ότι ο Μπριζ ήταν ένας Κατευναστής. Αν επικεντρωνόταν σε συναισθήματα, θα ήταν εκείνα που μετρίαζε. Εκείνα που χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του για να Κατευνάσει. Πήρε το βλέμμα της από εκείνον και το έστρεψε στον Έλεντ. Μ α... κάνει τον Έλεντ να νιώθει mo σίγουρος! Αν ο Έλεντ είχε μεγα­ λύτερη αυτοπεποίθηση, ήταν επειδή ο Μπριζ τον βοηθούσε σιω­ πηλά, Κατευνάζοντας την αγωνία του και την ανησυχία του. Και ο Μπριζ το έκανε αυτό, ενώ ταυτόχρονα διαφωνούσε και δια­ τύπωνε τα συνηθισμένα σαρκαστικά του σχόλια. Η Βιν μελέτησε τον στρουμπουλό άντρα, αγνοώντας τον πονοκέφαλό της, και νιώθοντας ένα καινούριο αίσθημα θαυμα­ σμού. Πάντοτε αναρωτιόταν λίγο για τη θέση του Μπριζ στην ομάδα. Όλοι οι άλλοι ήταν, ως έναν βαθμό, ιδεαλιστές. Ακόμα και ο Κλαμπς, κάτω από το πεισματάρικο παρουσιαστικό του, πάντοτε της φαινόταν ως ένας σταθερά καλός άνθρωπος. Ο Μπριζ ήταν διαφορετικός. Χειραγωγούσε, ήταν λίγο εγωι­ στής - έδειχνε να μπήκε στη συμμορία για την πρόκληση, όχι επειδή ήθελε στ' αλήθεια να βοηθήσει τους σκάα. Αλλά, ο Κέλσιερ ισχυριζόταν πάντα ότι είχε διαλέξει τη συμμορία του προσεκτικά, επιλέγοντας τους άντρες για την ακεραιότητά τους, όχι μόνο για την ικανότητά τους. Ίσως τελικά ο Μπριζ να μην ήταν εξαίρεση. Η Βιν τον παρα­ κολούθησε να στρέφει το ραβδί του προς τον Χαμ καθώς είπε κάτι επιπόλαιο. Και όμως, μέσα του, ήταν τελείως διαφορετικός. Είσαι καλός άνθρωπος, Μπριζ, σκέφτηκε, χαμογελώντας. Απλώς κάνεις ό,τι μπορείς για να το κρύψεις. Και επίσης δεν ήταν ο μιμητής. Αυτό φυσικά το ήξερε από πριν· ο Μπριζ δεν ήταν στην πόλη όταν ο κάντρα έκανε την


αλλαγή. Ωστόσο, αυτή η δεύτερη επιβεβαίωση σήκωνε ένα μικρό μέρος του βάρους από τους ώμους της. Τώρα, να μπορούσε μόνο να αποκλείσει και κάποιους από τους άλλους.

Ο Έλεντ αποχαιρέτησε τη συμμορία μετά τη συνάντηση. Ο Ντόξον πήγε να γράψει τα γράμματα που του ζήτησε, ο Χαμ πήγε να ελέγξει την ασφάλεια, ο Κλαμπς να εκπαιδεύσει τους στρατιώτες και ρ Μπριζ να προσπαθήσει να κατευνάσει τη Σύνοδο σχετικά με την έλλειψη προσοχής του Έλεντ. Η Βιν βγήκε από το γραφείο, ρίχνοντάς του μια ματιά, και μετά κοιτάζοντας την Τίντουιλ. Ακόμα την υποψιάζεται, ε; σκέφτηκε ο Έλεντ με θυμηδία. Ένευσε καθησυχαστικά και η Βιν συνο­ φρυώθηκε, δείχνοντας λίγο ενοχλημένη. Θα ήθελε να την αφήσει να μείνει αλλά... αρκετά αμήχανα ένιωθε αντιμετωπίζοντας και μόνος του την Τίντουιλ. Η Βιν βγήκε από το δωμάτιο, με το λαγωνικό κάντρα στο πλάι της. Από ό,τι φαίνεται αρχίζει να δένεται περισσότερο με το πλάσμα, σκέφτηκε ο Έλεντ με ικανοποίηση. Χαιρόταν που ήξερε ότι υπήρ­ χε κάποιος να την προσέχει. Η Βιν έκλεισε την πόρτα πίσω της και ο Έλεντ αναστέναξε, τρίβοντας τον ώμο του. Οι τόσες βδομάδες εκπαίδευσης με το σπαθί και το ραβδί τον είχαν κουράσει, και το σώμα του ήταν με­ λανιασμένο. Προσπάθησε να μην αφήσει τον πόνο να φανεί - ή μάλλον να μην αφήσει την Τίντουιλ να τον δει να πονάει. Τουλά­ χιστον απέδειξα ότι μαθαίνω, σκέφτηκε. Πρέπει να είδε πόσο καλά τα πή­ γα απόψε. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Έλεντ. «Είσαι σκέτη απελπισία» είπε η Τίντουιλ, καθώς στεκόταν μπροστά στην καρέκλα της. «Έτσι θέλεις να λες εσύ» είπε ο Έλεντ, προχωρώντας μπρο­ στά για να αρχίσει να τακτοποιεί μια στοίβα βιβλία. Η Τίντουιλ έλεγε ότι έπρεπε να αφήνει τους υπηρέτες να διατηρούν το γρα­ φείο του καθαρό, πράγμα στο οποίο εκείνος αντιδρούσε πάντα. Ο


τ(£$ηγάδι τηςοΑνάληψης

ήχος που έκαναν τα βιβλία και τα χαρτιά καθώς έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο τον έκανε να νιώθει καλά, και σίγουρα δεν ήθελε να τα αγγίζει κάποιος άλλος. Έτσι όπως στεκόταν εκείνη και τον κοίταζε, ωστόσο, ήταν δύ­ σκολο να μη νιώσει ντροπή για την ακαταστασία. Έβαλε άλλο ένα βιβλίο στη στοίβα. «Σίγουρα θα πρόσεξες πόσο καλά τα πήγα» είπε ο Έλεντ. «Τους έπεισα να με αφήσουν να πάω στο στρατόπεδο του Στραφ». «Είσαι βασιλιάς, Έλεντ Βεντούρ» είπε η Τίντουιλ, με τα χέρια της σταυρωμένα. «Κανείς δεν σε "αφήνει" να κάνεις τίποτα. Ο πρώ­ τος που πρέπει να αλλάξει συμπεριφορά πρέπει να είσαι εσύ - πρέ­ πει να σταματήσεις να σκέφτεσαι ότι χρειάζεσαι την άδεια ή τη συμφωνία των υπηκόων σου». «Ένας βασιλιάς πρέπει να ηγείται με τη συγκατάθεση των πο­ λιτών του» είπε ο Έλεντ. «Δεν θα γίνω άλλος ένας Μέγας Εξουσιαστής». «Ένας βασιλιάς πρέπει να είναι δυνατός» είπε η Τίντουιλ απο­ φασιστικά. «Δέχεται τις συμβουλές, αλλά μόνο όταν τις ζητάει. Καθιστά σαφές ότι η τελική απόφαση είναι δική του, όχι των συμβούλων του. Πρέπει να ελέγχεις περισσότερο τους συμβού­ λους σου. Αν δεν σε σέβονται εκείνοι, τότε δεν θα σε σεβαστούν ούτε οι εχθροί σου - ούτε και ο λαός θα το κάνει ποτέ». «Ο Χαμ και οι άλλοι με σέβονται». Η Τίντουιλ σήκωσε το ένα της φρύδι. «Με σέβονται!» «Πώς σε φωνάζουν;» Ο Έλεντ σήκωσε τους ώμους του. «Είναι φίλοι μου. Χρησιμο­ ποιούν το όνομά μου». «Ή ένα χαϊδευτικό. Σωστά, "Ελ";» Ο Έλεντ κοκκίνισε, αφήνοντας το τελευταίο βιβλίο στη στοί­ βα. «Θα με βάλεις να αναγκάσω τους φίλους μου να μου απευ­ θύνονται με τον τίτλο μου;» «Ναι» είπε η Τίντουιλ. «Ειδικότερα δημοσίως. Πρέπει να σε αποκαλούν "Μεγαλειότστο", ή τουλάχιστον "άρχοντά μου"».


«Αμφιβάλλω ότι ο Χαμ θα το δεχτεί καλά αυτό» είπε ο Έλεντ. «Έχει μερικά θέματα με την εξουσία». «Θα τα ξεπεράσει» είπε η Τίντουιλ, περνώντας το δάχτυλό της πάνω από μια βιβλιοθήκη. Δεν χρειαζόταν να το σηκώσει προς τον Έλεντ για να δει ότι θα υπήρχε σκόνη στην άκρη του. «Κι εσύ;» την προκάλεσε ο Έλεντ. «Εγώ;» «Με αποκαλείς "Έλεντ Βεντούρ", όχι "Μεγαλειότατο"». «Εγώ είμαι διαφορετική» είπε η Τίντουιλ. «Δεν καταλαβαίνω γιατί να είσαι. Από εδώ και στο εξής μπο­ ρείς να με αποκαλείς "Μεγαλειότατο"». Η Τίντουιλ γέλασε πονηρά. «Πολύ καλά, Μεγαλειότατε. Μπο­ ρείς να χαλαρώσεις τις γροθιές σου τώρα. Θα πρέπει να το δου­ λέψεις αυτό - ένας πολιτικός δεν πρέπει να δείχνει τη νευρικότητά του». Ο Έλεντ κοίταξε κάτω, χαλαρώνοντας τα χέρια του. «Εντάξει». «Επιπλέον» πρόσθεσε η Τίντουιλ, «εξακολουθείς να μασάς τα λόγια σου όταν μιλάς. Αυτό σε κάνει να φαίνεσαι ντροπαλός και διατακτικός». «Το δουλεύω αυτό». «Μη ζητάς συγγνώμη εκτός κι αν το εννοείς πραγματικά» εί­ πε η Τίντουιλ. «Και μη βρίσκεις δικαιολογίες. Δεν τις χρειάζεσαι. Ένας ηγέτης συχνά κρίνεται από το πόσο καλά αναλαμβάνει την ευθύνη. Σαν βασιλιάς, για όλα όσα συμβαίνουν στο βασίλειό σου -ανεξάρτητα από το ποιος διαπράττει την ενέργεια- φταις εσύ. Είσαι υπεύθυνος ακόμα και για αναπόφευκτα γεγονότα όπως είναι η σεισμοί ή οι καταιγίδες». «Ή οι στρατοί» είπε ο Έλεντ. Η Τίντουιλ ένευσε. «Ή οι στρατοί. Είναι ευθύνη σου να αντι­ μετωπίσεις αυτά τα πράγματα, και αν κάτι πάει στραβά, θα φταις εσύ. Πρέπει απλώς να το δεχτείς». Ο Έλεντ ένευσε, σηκώνοντας ένα βιβλίο. «Τώρα, ας μιλήσουμε για ενοχή» είπε η Τίντουιλ, και κάθισε. «Σταμάτα να καθαρίζεις. Αυτή δεν είναι δουλειά για έναν βα­ σιλιά».


τ<0$Ιηγάδι τηςοΑνάληψης

Ο ’Ελεντ αναστέναξε, αφήνοντας κάτω το βιβλίο. «Η ενοχή» είπε η Τίντουιλ, «δεν ταιριάζει σε έναν βασιλιά. Πρέπει να σταματήσεις να λυπάσαι τον εαυτό σου». «Μόλις μου είπες ότι για όλα όσα συμβαίνουν στο βασίλειο φταίω εγώ!» «Έτσι είναι». «Πώς να μην νιώθω ένοχος, λοιπόν;» «Πρέπει να έχεις την αυτοπεποίθηση ότι οι πράξεις σου είναι οι καλύτερες» εξήγησε η Τίντουιλ. «Πρέπει να ξέρεις ότι όσο άσχη­ μα κι αν είναι τα πράγματα, θα ήταν χειρότερα χωρίς εσένα. Όταν συμβεί η καταστροφή, θα αναλάβεις την ευθύνη, αλλά δεν θα σκυθρωπιάζεις, ούτε θα κλαψουρίζεις. Δεν έχεις αυτή την πολυ­ τέλεια. Η ενοχή είναι για κατώτερους άντρες. Απλώς πρέπει να κάνεις αυτό που αναμένεται από εσένα». «Και ποιο είναι αυτό;» «Να βελτιώσεις τα πράγματα». «Ωραία» είπε άτονα ο Έλεντ. «Κι αν αποτύχω;» «Τότε θα δεχτείς την ευθύνη, και θα βελτιώσεις τα πράγματα με τη δεύτερη προσπάθεια». Ο Έλεντ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω. «Κι αν δεν μπο­ ρέσω να βελτιώσω ποτέ τα πράγματα; Κι αν δεν είμαι το καλύτερο άτομο για βασιλιάς;» «Τότε αφήνεις αυτή τη θέση» είπε η Τίντουιλ. «Η προτιμώμενη μέθοδος είναι η αυτοκτονία - υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι έ­ χεις κληρονόμο. Ένας καλός βασιλιάς ξέρει ότι δεν πρέπει να δια­ κόπτει τη διαδοχή». «Φυσικά» είπε ο Έλεντ. «Λες λοιπόν ότι πρέπει απλώς να αυτοκτονήσω». «Όχι. Σου λέω να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου, Μεγαλειότατε». «Δεν σου φαίνεται πάντως. Κάθε μέρα μου λες πόσο κακός βα­ σιλιάς είμαι και πόσο θα υποφέρει ο λαός μου γι' αυτό! Τίντουιλ, δεν είμαι το καλύτερο άτομο γι' αυτή τη θέση. Αυτό σκοτώθηκε από τον Μέγα Εξουσιαστή».


«Αρκετά!» είπε απότομα η Τίντουιλ. «Είτε το πιστεύεις είτε όχι, Μεγαλειότατε, είσαι το καλύτερο άτομο γι' αυτή τη θέση». Ο Έλεντ ρουθούνισε. «Είσαι το καλύτερο άτομο» είπε η Τίντουιλ, «επειδή έχεις τώρα το θρόνο. Αν υπάρχει κάτι χειρότερο από έναν μέτριο βασιλιά, αυτό είναι το χάος - και αυτό ακριβώς θα ήταν τώρα αυτό το βα­ σίλειο αν δεν είχες πάρει εσύ το θρόνο. Οι άνθρωποι και στις δύο πλευρές, ευγενείς και σκάα, σε αποδέχονται. Μπορεί να μην πι­ στεύουν σε εσένα, αλλά σε αποδέχονται. Αν παραιτηθείς τώρα -ή ακόμα κι αν αιφνίδια πεθάνεις- θα επικρατούσε σύγχυση, κα­ τάρρευση και καταστροφή. Ακόμα κι αν έχεις ελάχιστη εκπαί­ δευση, ακόμα κι αν έχεις αδύναμο χαρακτήρα, ακόμα κι αν σε χλευάζουν, είσαι το μόνο που έχει αυτή η χώρα. Είσαι ο βασιλιάς, Έλεντ Βεντούρ». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Δεν... ξέρω αν με κάνεις να νιώθω καλύτερα για τον εαυτό μου, Τίντουιλ». «Το θέμα-» Ο Έλεντ σήκωσε το χέρι του. «Ναι, ξέρω. Το θέμα δεν είναι πώς νιώθω». «Δεν έχεις θέση για την ενοχή. Δέξου ότι είσαι βασιλιάς, δέξου ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα εποικοδομητικό για να το αλλάξεις αυτό και δέξου την ευθύνη. Ό,τι κι αν κάνεις, να έχεις αυ­ τοπεποίθηση - γιατί αν δεν ήσουν εδώ, θα υπήρχε χάος». Ο Έλεντ ένευσε. «Αλαζονεία, Μεγαλειότατε» είπε η Τίντουιλ. «Οι επιτυχημένοι ηγέτες μοιράζονται όλοι ένα κοινό χαρακτηριστικό - πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν καλύτερη δουλειά από ό,τι θα έκαναν άλλοι. Η ταπεινότητα είναι καλή όταν συλλογίζεσαι την ευθύ­ νη σου και το καθήκον σου, αλλά όταν έρχεται η ώρα να πάρεις μιαν απόφαση, δεν πρέπει να αμφισβητείς τον εαυτό σου». «Θα προσπαθήσω». «Ωραία» είπε η Τίντουιλ. «Ίσως τώρα μπορούμε να προχωρή­ σουμε σε ένα άλλο ζήτημα. Πες μου, γιατί δεν έχεις παντρευτεί εκείνο το κορίτσι;»


τί^έηγάδι τηςοΑνάληψης

Ο 'Ελεντ συνοφρυώθηκε. Δεν το περίμενα αυτό... «Αυτή είναι μια πολύ προσωπική ερώτηση, Τίντουιλ». «Ωραία». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε ακόμα πιο πολύ, αλλά εκείνη περίμενε, παρακολουθώντας τον με εκείνο το ανυποχώρητο βλέμμα της. «Δεν ξέρω» είπε τελικά ο Έλεντ, και ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του, αναστενάζοντας. «Η Βιν δεν είναι... σαν τις άλλες γυναίκες». Η Τίντουιλ σήκωσε το φρύδι της, με τη φωνή της να μαλακώνει κάπως. «Νομίζω ότι όσες περισσότερες γυναίκες γνωρίσεις, τόσο πιο πολύ θα καταλάβεις ότι αυτή η δήλωση ισχύει για όλες τους». Ο Έλεντ ένευσε συλλογισμένος. «Όπως και να 'χει» είπε η Τίντουιλ, «τα πράγματα δεν είναι καλά ως έχουν. Δεν θα ανακατευτώ άλλο στη σχέση σου, αλ­ λά -όπως έχουμε συζητήσει- τα προσχήματα είναι πολύ σημαντι­ κά για έναν βασιλιά. Δεν είναι πρέπον να θεωρούν ότι έχεις ερω­ μένη. Καταλαβαίνω ότι κάτι τέτοιο ήταν συνηθισμένο για τους βασιλικούς ευγενείς. Οι σκάα, ωστόσο, θέλουν να δουν κάτι καλύ­ τερο από σένα. Ίσως επειδή τόσοι πολλοί ευγενείς ήταν επιπό­ λαιοι με την ερωτική τους ζωή, οι σκάα εκτιμούσαν πάντα τη μο­ νογαμία. Θέλουν απελπισμένα να σεβαστείς τις αξίες τους». «Με εμάς θα πρέπει να περιμένουν» είπε ο Έλεντ. «Η αλήθεια είναι ότι θέλω να παντρευτώ τη Βιν, αλλά εκείνη δεν δέχεται». «Ξέρεις γιατί;» Ο Έλεντ κούνησε το κεφάλι του. «Τις περισσότερες φορές... είναι ακατανόητη». «Ίσως να μην είναι κατάλληλη για έναν άντρα της δικής σου θέσης». Ο Έλεντ σήκωσε το κεφάλι του απότομα. «Τι σημαίνει αυτό;» «Ίσως χρειάζεσαι κάποια λίγο πιο εκλεπτυσμένη» είπε η Τίντουιλ. «Είμαι σίγουρη ότι είναι καλή σωματοφύλακας, αλλά σαν κυρία είναι-» «Σταμάτα» είπε απότομα ο Έλεντ. «Η Βιν είναι μια χαρά όπως είναι».


Η Τίντουιλ χαμογέλασε. «Τι;» απαίτησε να μάθει ο Έλεντ. «Σε πρόσβαλλα όλο το απόγευμα, Μεγαλειότατε, και δεν στε­ νοχωρήθηκες καθόλου. Αναφέρθηκα στην Ομιχλογέννητή σου με έναν ελαφρώς υποτιμητικό τρόπο, και τώρα είσαι έτοιμος να με πετάξεις έξω». «Και λοιπόν;» «Λοιπόν, την αγαπάς;» «Φυσικά» είπε ο Έλεντ. «Δεν την καταλαβαίνω, αλλά ναι, την αγαπώ». Η Τίντουιλ ένευσε. «Ζητώ συγγνώμη, τότε, Μεγαλειότατε. Έ­ πρεπε να σιγουρευτώ». Ο Έλεντ συνοφρυώθηκε χαλαρώνοντας ελαφρώς στην καρέ­ κλα του. «Δηλαδή ήταν μια δοκιμασία; Ήθελες να δεις πώς θα αντιδρούσα στα λόγια σου για τη Βιν;» «Πάντοτε θα δοκιμάζεσαι από αυτούς που συναντάς, Με­ γαλειότατε. Καλά θα κάνεις να το συνηθίσεις». «Αλλά, γιατί νοιάζεσαι για τη σχέση μου με τη Βιν;» «Η αγάπη δεν είναι εύκολη για τους βασιλιάδες, Μεγαλειό­ τατε» είπε η Τίντουιλ με μια ασυνήθιστα ευγενική φωνή. «Θα ανα­ καλύψεις ότι τα συναισθήματά σου για το κορίτσι μπορούν να προκαλέσουν πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που έχουμε συζητήσει». «Και είναι αυτός λόγος για να την αφήσω;» ρώτησε ξερά ο Έλεντ. «Όχι» είπε η Τίντουιλ. «Όχι, δεν νομίζω». Ο Έλεντ έμεινε για λίγο σιωπηλός παρατηρώντας την επι­ βλητική Τερίσια, με τα τετράγωνα χαρακτηριστικά και την άκα­ μπτη στάση του σώματός της. «Ακούγεται παράξενο, να το λες εσύ. Και το βασιλικό καθήκον και τα προσχήματα;» «Πρέπει να επιτρέπουμε την εκάστοτε εξαίρεση» είπε η Τίντουιλ. Ενδιαφέρον, σκέφτηκε ο Έλεντ. Δεν θα φανταζόταν ότι είναι τύπος που θα συμφωνούσε σε κανένα είδος «εξαιρέσεων». Ίσως να έχει λίγο περισσότερο βάθος από ό,τι πίστευα.


«Λοιπόν» είπε η Τίντουιλ. «Πώς πηγαίνει η εκπαίδευσή σου;» Ο Έλεντ έτριψε το πονεμένο του μπράτσο. «Εντάξει, υποθέτω. Αλλά-» Τον διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. Μετά από μια στιγμή μπήκε ο Λοχαγός Ντεμού. «Μεγαλειότατε, κατέφταοε ένας επι­ σκέπτης από το στρατό του Λόρδου Κετ». «'Ενας αγγελιοφόρος;» είπε ο Έλεντ, και σηκώθηκε όρθιος. Ο Ντεμού έκανε μια παύση, δείχνοντας λίγο αμήχανος. «Δη­ λαδή.. . περίπου. Λέει ότι είναι κόρη του Λόρδου Κετ, και ψάχνει τον Μπριζ».


Γεννήθηκε από ταπεινή οικογένεια, ωστόσο παντρεύτηκε την κόρη ενός βασιλιά.

21

ΑΚΡΙΒΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΡΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ -ανοιχτό <κινο μετάξι με ένα σάλι και δαντελένια μανίκια- θα της χάριζε έναν αέρα αξιοπρέπειας, αν δεν είχε ορμήσει μπροστά αμέσως όταν μπήκε ο Μπριζ στο δωμάτιο. Με τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά της, που ήταν χτενισμένα σύμφωνα με το δυτικό στιλ, να τι­ νάζονται, έβγαλε μια στριγκλιά χαράς καθώς τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του Μπριζ. Ήταν, ίσως, δεκαοχτώ ετών. Ο Έλεντ κοίταξε τον Χαμ, ο οποίος στεκόταν άναυδος. «Από ό,τι φαίνεται είχες δίκιο για τον Μπριζ και την κόρη τού Κετ» ψιθύρισε ο Έλεντ. Ο Χαμ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν περίμενα... θέλω να πω ότι αστειευόμουν, επειδή επρόκειτο για τον Μπριζ, αλλά δεν πε­ ρίμενα να έχω δίκιο1.» Ο Μπριζ από την πλευρά του είχε, τουλάχιστον, την ευγέ­ νεια να δείχνει τρομερά αμήχανος στην αγκαλιά της νεαρής γυ­ ναίκας. Στέκονταν στο αίθριο του παλατιού, το ίδιο μέρος στο οποίο ο Έλεντ είχε συναντήσει τον αγγελιοφόρο του πατέρα του.


τ

Παράθυρα από το πάτωμα ως το ταβάνι άφηναν το απογευματι­ νό φως να μπει, και μια ομάδα υπηρετών στεκόταν στη μία πλευ­ ρά του δωματίου περιμένοντας τις διαταγές τού Έλεντ. Ο Μπριζ συνάντησε τα μάτια του Έλεντ, κοκκινίζοντας βαθιά. Δεν νομίζω ότι τον έχω ξαναδεί να το κάνει αυτό, σκέφτηκε ο Έλεντ. «Αγαπητή μου» είπε ο Μπριζ, καθαρίζοντας το λαιμό του, «ίσως πρέπει να συστηθείς στο βασιλιά;» Η κοπέλα άφησε επιτέλους τον Μπριζ. Έκανε ένα βήμα πίσω και υποκλίθηκε στον Έλεντ με τη χάρη μιας ευγενούς. Ηταν λίγο στρουμπουλή, τα μαλλιά της μακριά, σύμφωνα με τη μόδα που επικρατούσε πριν από την Κατάρρευση, και τα μάγουλά της κόκ­ κινα από τον ενθουσιασμό. Ήταν ένα χαριτωμένο πλάσμα, εμφανώς καλά εκπαιδευμένο για την αυλή - το είδος ακριβώς του κορι­ τσιού που ο Έλεντ είχε περάσει την εφηβεία του προσπαθώντας να αποφύγει. «Έλεντ» είπε ο Μπριζ, «μου επιτρέπεις να σου συστήσω την Αλριάν Κετ, κόρη του Λόρδου Ασγουέδερ Κετ, βασιλιά της Δυτι­ κής Κυριαρχίας;» «Μεγαλειότατε» είπε η Αλριάν. Ο Έλεντ ένευσε. «Λαίδη Κετ». Έκανε μια παύση, και μετά -με μια φωνή γεμάτη ελπίδα- συνέχισε. «Σας έστειλε ο πατέρας σας σαν πρέσβειρα;» Η Αλριάν έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Εε... δεν με έστειλε ακρι­ βώς, Μεγαλειότατε». «Ω, θεέ μου» είπε ο Μπριζ, βγάζοντας ένα μαντίλι για να σκου­ πίσει το μέτωπό του. Ο Έλεντ κοίταξε τον Χαμ, και μετά ξανά το κορίτσι. «Ίσως πρέ­ πει να μας εξηγήσετε» είπε, γνέφοντας προς τα καθίσματα του αίθριου. Η Αλριάν ένευσε με λαχτάρα, αλλά έμεινε κοντά στον Μπριζ καθώς κάθονταν. Ο Έλεντ έγνεψε στους υπηρέτες να φέ­ ρουν κρύο κρασί. Κάτι του έλεγε ότι θα ήθελε ένα ποτό. «Ζητώ άσυλο, Μεγαλειότατε» είπε η Αλριάν, μιλώντας γρήγο­ ρα. «Έπρεπε να φύγω. Θέλω να πω, ο Μπριζ πρέπει να σας είπε πώς φέρεται ο πατέρας μου!»


Ο Μπριζ καθόταν αμήχανα, και η Αλριάν ακούμπησε το χέρι της στοργικά στο γόνατό τοο. «Πώς φέρεται ο πατέρας σας;» ρώτησε ο Έλεντ. «Είναι εκμεταλλευτής» είπε η Αλριάν. «Πολύ απαιτητικός. Έδιω­ ξε τον Μπρίζι, και έπρεπε φυσικά να τον ακολουθήσω. Δεν ήθελα να περάσω ούτε λεπτό παραπάνω σε εκείνο το στρατόπεδο. Έ­ να στρατόπεδο! Έφερε εμένα, μια νεαρή κυρία, μαζί του στον πό­ λεμο! Ξέρετε πώς είναι να σε κοιτάζει πονηρά κάθε στρατιώ­ της που περνάει από δίπλα σου; Ξέρετε πώς είναι να ζεις σε μια σκηνή;» «Εγώ-» «Σπάνια είχαμε φρέσκο νερό» συνέχισε η Αλριάν. «Και δεν μπο­ ρούσα να κάνω ένα μπάνιο της προκοπής χωρίς να φοβάμαι μή­ πως με κρυφοκοιτάξουν οι στρατιώτες! Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μας δεν υπήρχε τίποτα να κάνω όλη μέρα παρά να κά­ θομαι μέσα στην άμαξα και να αναπηδάω, να αναπηδάω, να αναπηδάω. Μέχρι να έρθει ο Μπρίζι, δεν είχα κάνει μια εκλεπτυ­ σμένη συζήτηση για βδομάδες. Και μετά ο πατέρας τον έδιωξε...» «Επειδή;» ρώτησε ανυπόμονα ο Χαμ. Ο Μπριζ έβηξε. «Έπρεπε να ξεφύγω, Μεγαλειότατε» είπε η Αλριάν. «Πρέπει να μου δώσετε άσυλο! Ξέρω πράγματα που θα μπορούσαν να σας βοηθήσουν. Ας πούμε, έχω δει το στρατόπεδο τοο πατέρα μου. Βάζω στοίχημα πως δεν ξέρετε ότι λαμβάνει προμήθειες από το ερ­ γοστάσιο κονσερβοποιημένων τροφίμων στο Χάβερφρεξ! Πώς σας φαίνεται αυτό;» «Εε... εντυπωσιακό» είπε διατακτικά ο Έλεντ. Η Αλριάν ένευσε κοφτά. «Και, ήρθατε για να βρείτε τον Μπριζ;» ρώτησε ο Έλεντ. Η Αλριάν κοκκίνισε ελαφριά, κοιτάζοντας στο πλάι. Ωστόσο, όταν μίλησε, επέδειξε λίγο τακτ. «Έπρεπε να τον ξαναδώ, Μεγα­ λειότατε. Τόσο γοητευτικός, τόσο... όμορφος. Δεν θα περίμενα να καταλάβει ο πατέρας έναν άντρα σαν αυτόν». «Καταλαβαίνω» είπε ο Έλεντ. «Σας παρακαλώ, Μεγαλειότατε» είπε η Αλριάν. «Πρέπει να


τ

με δεχτείτε. Τώρα που άφησα τον πατέρα, δεν έχω πού αλλού να πάω!» «Μπορείτε να μείνετε - τουλάχιστον για λίγο» είπε ο Έλεντ, χαιρετώντας με ένα νεύμα τον Ντόξον που είχε μπει από τις πόρ­ τες του αίθριου. «Αλλά, είναι προφανές ότι είχατε ένα δύσκολο ταξίδι. Ίσως θα θέλατε να φρεσκαριστείτε...» «Ω, θα το εκτιμούσα αυτό, Μεγαλειότατε!» Ο Έλεντ κοίταξε τον Κέιντον, έναν από τους οικονόμους του παλατιού, ο οποίος στεκόταν στο πίσω μέρος του δωματίου με άλλους υπηρέτες. Ένευσε· τα δωμάτια ήταν έτοιμα. «Λοιπόν» εί­ πε ο Έλεντ, και σηκώθηκε όρθιος. «Ο Κέιντον θα σας οδηγήσει σε κάποια δωμάτια. Θα δειπνήσουμε απόψε στις εφτά, και θα ξανα­ μιλήσουμε τότε». «Σας ευχαριστώ, Μεγαλειότατε!» είπε η Αλριάν, και τινάχτη­ κε όρθια από την καρέκλα της. Αγκάλιασε ξανά τον Μπριζ και μετά προχώρησε μπροστά, σαν να σκόπευε να κάνει το ίδιο με τον Έλεντ. Ευτυχώς, το ξαναοκέφτηκε, αφήνοντας αντίθετα τους υπηρέτες να την οδηγήσουν έξω. Ο Έλεντ κάθισε. Ο Μπριζ αναστέναξε βαθιά, γέρνοντας πίσω εξουθενωμένος καθώς ο Ντόξον πλησίασε, παίρνοντας τη θέση του κοριτσιού. «Αυτό ήταν... απροσδόκητο» είπε ο Μπριζ. Ακολούθησε μια αμήχανη παύση, καθώς τα δέντρα του αί­ θριου θρόιζαν ελαφριά στο αεράκι που έμπαινε από το μπαλκόνι. Μετά -μ ε έναν απότομο καγχασμό- ο Χαμ άρχισε να γελάει. Ο ήχος επηρέασε τον Έλεντ, και -παρά τον κίνδυνο, παρά τη σοβα­ ρότητα του προβλήματος- κατέληξε να γελάει κι αυτός. «Ω, ειλικρινά» είπε ξεφυσώντας ο Μπριζ, πράγμα που απλώς τους έκανε να γελάσουν ακόμα πιο πολύ. Ίσως ήταν απλώς το παράλογο της κατάστασης, ίσως ήταν επειδή ήθελε να απελευ­ θερώσει την ένταση, αλλά ο Έλεντ κατέληξε να γελά τόσο δυνατά ώστε παραλίγο να πέσει από την καρέκλα. Ούτε ο Χαμ τα πήγαινε πολύ καλύτερα, και ακόμα και ο Ντόξον χαμογέλασε ελαφρώς. «Δεν βλέπω τι αστείο υπάρχει σ' αυτή την κατάσταση» είπε ο Μπριζ. «Η κόρη του Λόρδου Κετ -ενός άντρα που αυτή τη στιγμή


πολιορκεί την πατρίδα μας- μόλις απαίτησε άσυλο στην πόλη. Αν ο Κετ δεν ήταν αποφασισμένος να μας σκοτώσει προηγουμένως, τώρα θα είναι σίγουρα!» «Το ξέρω» είπε ο Έλεντ, παίρνοντας βαθιές ανάσες. «Το ξέρω. Είναι απλώς...» «Φταίει το πώς ήσουν» είπε ο Χαμ, «όταν σε αγκάλιαζε εκείνη η αριστοκρατική μπομπονιέρα. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πιο παράξενο από εσένα αντιμέτωπο με μια παράλογη νεαρή γυ­ ναίκα!» «Αυτό δίνει μια νέα τροπή στα πράγματα» παρατήρησε ο Ντόξον. «Αν και δεν έχω συνηθίσει να είσαι εσύ εκείνος που μας φέρ­ νει τέτοιου είδους προβλήματα, Μπριζ. Ειλικρινά, νόμιζα ότι θα καταφέρναμε να αποφύγουμε τις απρογραμμάτιστες σχέσεις με γυναίκες τώρα που ο Κελ είναι νεκρός». «Δεν φταίω εγώ» είπε με έμφαση ο Μπριζ. «Τα συναισθήματα της κοπέλας είναι τελείως άστοχα». «Αυτό είναι σίγουρο» μουρμούρισε ο Χαμ. «Εντάξει» είπε μια καινούρια φωνή. «Τι ήταν εκείνο το ροζ πράγμα που μόλις συνάντησα στο διάδρομο;» Ο Έλεντ γύρισε για να βρει τη Βιν να στέκεται, με τα χέρια της σταυρωμένα, στην πόρτα του αίθριου. Τόσο αθόρυβη. Γιατί κυκλοφο­ ρεί στα κρυφά ακόμα και μέσα στο παλάτι; Δεν φορούσε ποτέ παπού­ τσια που έκαναν θόρυβο, δεν φορούσε ποτέ φούστες για να θρο'ίζουν, και τα ρούχα της δεν είχαν ποτέ μέταλλο που να κουδουνί­ ζει ή να μπορεί να Ωθηθεί από Κραματομάντεις. «Δεν ήταν ροζ, αγαπητή μου» είπε ο Μπριζ. «Ήταν κόκκινο». «Κοντά έπεσα» είπε η Βιν και τους πλησίασε. «Έκανε κήρυγμα στους υπηρέτες για το πόσο ζεστό πρέπει να είναι το μπάνιο της, και ότι έπρεπε να καταγράψουν ποια ήταν τα αγαπημένα της φαγητά». Ο Μπριζ αναστέναξε. «Έτσι είναι η Αλριάν. Πιθανότατα θα πρέπει να προσλάβουμε καινούριο ζαχαροπλάστη - είτε αυτό εί­ τε να παραγγέλνουμε γλυκά. Είναι κάπως ιδιότροπη όταν πρό­ κειται για γλυκά». «Η Αλριάν Κετ είναι η κόρη του Λόρδου Κετ» εξήγησε ο Έλεντ


τχ£_ί?ίηγβδι τηςοΑνάληψης

καθώς η Βιν -αγνοώντας τις καρέκλες- κάθισε στην άκρη μιας γλάστρας δίπλα στην καρέκλα του, ακουμπώντας το χέρι της στο μπράτσο του. «Φαίνεται ότι εκείνη και ο Μπριζ είναι ζευγάρι». «Συγγνώμη;» είπε ο Μπριζ ξεφυσώντας. Η Βιν, ωστόσο, ζάρωσε τη μύτη της. «Αυτό είναι αηδιαστικό, Μπριζ. Εσύ είσαι γέρος. Αυτή είναι νέα». «Δεν υπήρξε καμία σχέση» είπε απότομα ο Μπριζ. «Άλλωστε, δεν είμαι και τόσο γέρος - ούτε αυτή είναι τόσο νέα». «Μιλούσε σαν να ήταν δώδεκα χρονών» είπε η Βιν. Ο Μπριζ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω. «Η Αλριάν μεγάλωσε σε μια επαρχιακή αυλή -λίγο αθώα, λίγο κακομαθημένη- αλλά δεν αξίζει να μιλούν έτσι για εκείνη. Στην πραγματικό­ τητα είναι αρκετά πνευματώδης, υπό τις κατάλληλες συνθήκες». «Λοιπόν, υπήρξε κάτι ανάμεσά σας;» τον πίεσε η Βιν. «Όχι βέβαια» είπε ο Μπριζ. «Δηλαδή, στην πραγματικότητα όχι. Τίποτα ιδιαίτερο, αν και θα μπορούσε να έχει άσχημη κα­ τάληξη. Και μάλιστα είχε άσχημη κατάληξη, όταν ο πατέρας της ανακάλυψε... Τέλος πάντων, ποια είσαι εσύ που μιλάς, Βιν; Θυ­ μάμαι κάποιο νεαρό κορίτσι να λιώνει για έναν γέρο Κέλσιερ πριν από δύο χρόνια». Ο Έλεντ τινάχτηκε όταν το άκουσε αυτό. Η Βιν κοκκίνισε. «Ποτέ δεν έλιωνα για τον Κέλσιερ». «Ούτε καν στην αρχή;» ρώτησε ο Μπρτζ. «Έλα τώρα, ένας γοη­ τευτικός άντρας όπως εκείνος; Σε έσωσε από τους ξυλοδαρμούς του αρχηγού της παλιάς σου συμμορίας, σε πήρε μαζί του...» «Είσαι άρρωστος» δήλωσε η Βτν, σταυρώνοντας τα χέρια της. «Ο Κέλσιερ ήταν σαν πατέρας για μένα». «Στο τέλος, ίσως» είπε ο Μπριζ, «αλλά-» Ο Έλεντ σήκωσε το χέρι του. «Αρκετά» είπε. «Αυτή η συζήτηση είναι άχρηστη». Ο Μπριζ ρουθούνισε αλλά σιώπησε. Η Τίντουιλ έχει δίκιο, σκέφτηκε ο Έλεντ. Θα με ακούσουν αν συμπεριφερθώ σαν να απαιτώ την προσοχή τους. «Πρέπει να αποφασίσουμε π θα κάνουμε» είπε ο Έλεντ.


«Η κόρη του ανθρώπου που μας απειλεί θα μπορούσε να είναι ένα πολύ ισχυρό διαπραγματευτικό ατού» είπε ο Ντόξον. «Εννοείς να την κρατήσουμε όμηρο;» είπε η Βιν, με τα μάτια της να μισοκλείνουν. Ο Ντόξον σήκωσε τους ώμους του. «Κάποιος πρέπει να διατυ­ πώσει το εμφανές, Βιν». «Όχι στ' αλήθεια όμηρο» είπε ο Χαμ. «Άλλωστε, εκείνη ήρθε σε εμάς. Αν την αφήσουμε απλώς να μείνει, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο με το να την κρατούσαμε όμηρο». <%Ετσι θα διακινδυνεύαμε να εκνευρίσουμε τον Κετ» είπε ο Έλεντ. «Το αρχικό μας σχέδιο ήταν να τον κάνουμε να νομίζει ότι είμαστε σύμμαχοί του». «Μπορούμε να την δώσουμε πίσω, τότε» είπε ο Ντόξον. «Έτσι θα κάναμε μεγάλη πρόοδο στις διαπραγματεύσεις». «Και το αίτημά της;» ρώτησε ο Μπριζ. «Η κοπέλα δεν ήταν ευτυ­ χισμένη στο στρατόπεδο του πατέρα της. Δεν πρέπει τουλάχιστον να σκεφτούμε τις επιθυμίες της;» Όλα τα μάτια στράφηκαν προς τον Έλεντ. Εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Πριν από μόλις μερικές βδομάδες, θα συνέχιζαν να διαφωνούν. Έμοιαζε περίεργο που είχαν αρχίσει τόσο γρήγορα να περιμένουν από εκείνον να πάρει τις αποφάσεις. Και ποιος ήταν εκείνος; Ένας άντρας που είχε καταλήξει τυ­ χαία στο θρόνο; Ένας κακός αντικαταστάτης του ευφυούς τους ηγέτη; Ένας ιδεαλιστής που δεν είχε σκεφτεί τους κινδύνους που θα έφερναν οι φιλοσοφίες του; Ένας ανόητος; Ένα παιδί; Ένας απατεώνας; Ηταν το καλύτερο που είχαν. «Θα μείνει» είπε ο Έλεντ. «Προς το παρόν. Ίσως να αναγκα­ στούμε να την στείλουμε πίσω στο τέλος, αλλά αυτός είναι ένας χρήσιμος τρόπος να αποσπάσουμε την προσοχή του στρατού του Κετ. Αφήστε τους να ιδρώσουν λίγο. Θα μας εξασφαλίσει λίγο πε­ ρισσότερο χρόνο». Τα μέλη της ομάδας ένευσαν, και ο Μπριζ έδειχνε ανακου­ φισμένος.


τ(£$Εηγάδι τηςοΑνάληψης

Θα κάνω ό,τι μπορώ, θα λαμβάνω η ς αποφάσεις όπως πιστεύω ότι πρέπει να ληφθούν, σκέφτηκε ο 'Ελεντ. Μετά θα δέχομαι τις συνέπειες.


Μπορούσε να συζητά με τους καλύτερους φιλοσόφους, και είχε εντυπωσιακή μνήμη. Σχεδόν το ίδιο καλή με τη δική μου. Ωστόσο, δεν ήταν αντιδραστικός.

22

Λ ^ Ο Σ ) Κ Α Ι ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ: Η ΟΜΙΧΛΗ ήταν και τα δύο. -^\Ηάνωαττη γη υπήρχε μια αυτοκρατορία, μέσα στην αυτοκρα­ τορία υπήρχαν μια ντουζίνα διααπασμένα βασίλεια, μέσα σ' αυ­ τά τα βασίλεια υπήρχαν πόλεις, κωμοπόλεις, χωριά, φυτείες. Και πάνω από όλα, μέσα σε όλα, γύρω από όλα, υπήρχε η ομίχλη. Ή ­ ταν πιο σταθερή από τον ήλιο, επειδή τα σύννεφα δεν μπορούσαν να την κρύψουν. Ήταν πιο ισχυρή από τις καταιγίδες, επειδή διαρκούσε περισσότερο από κάθε ξέσπασμα οργής του καιρού. Ήταν πάντα εκεί. Εναλλασσόμενη αλλά αιώνια. Η μέρα ήταν ένας ανυπόμονος αναστεναγμός, εν αναμονή της νύχτας. Ομως, όταν το σκοτάδι ερχόταν, η Βιν ανακάλυπτε ότι οι ομίχλες δεν την ηρεμούσαν όπως έκαναν κάποτε. Τίποτα δεν έμοιαζε βέβαιο πια. Κάποτε η νύχτα ήταν το καταφύγιό της- τώρα έπιανε τον εαυτό της να ρίχνει ματιές πίσω της, παρακολουθώντας μήπως δει φασματικά περιγράμματα. Κά­ ποτε ο Έλεντ ήταν η γαλήνη της, αλλά άλλαζε. Κάποτε ήταν σε θέση να προστατεύει τα πράγματα που αγαπούσε - αλλά τώρα φο­ βόταν όλο και πιο πολύ ότι οι δυνάμεις που κινούνταν ενάντια


τ

στη Λουθάντελ ήταν πέρα από τις ικανότητες της να τις σταμα­ τήσει. Τίποτα δεν την φόβιζε περισσότερο από τη δική της ανικα­ νότητα. Κατά τη διάρκεια της παιδικής της ηλικίας θεωρούσε δεδομένο ότι δεν μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, αλλά ο Κέλσιερ την είχε κάνει να νιώθει περήφανη για τον εαυτό της. Αν δεν μπορούσε να προστατεύσει τον Έλεντ, τότε σε τι χρη­ σίμευε; Υπάρχουν ακόμα κάποια πράγματα που μπορώ να κάνω, σκέφτηκε αποφασιστικά. Συσπειρώθηκε σιωπηλά στην άκρη του τείχους, με τις λωρίδες του ομιχλοχιτώνα της να κρέμονται και να ανεμίζουν ελαφρώς από τον αέρα. Ακριβώς από κάτω της, δαυλοί έκαιγαν ακανόνιστα μπροστά από τον Πύργο Βεντούρ, φωτίζοντας ένα ζευγάρι από τους φρουρούς του Χαμ. Στέκονταν σε επαγρύπνηση μέσα στις στροβιλιζόμενες ομίχλες, επιδεικνύοντας εντυπωσια­ κό ζήλο. Οι φρουροί δεν μπορούσαν να την δουν να κάθεται ακριβώς από πάνω τους. Μετά βίας κατάφερναν να δουν σε απόσταση πέ­ ντε μέτρων μέσα στις πυκνές ομίχλες. Δεν ήταν Κραματομάντεις. Εκτός από τη στενή ομάδα, ο Έλεντ είχε πρόσβαση σε σχεδόν μισή ντουζίνα Ομίχλιους - πράγμα που τον έκανε κραματομαντικά αδύναμο σε σύγκριση με τους περισσοτέρους από τους άλλους νέους βασιλιάδες στην Ύστατη Αυτοκρατορία. Υποτίθεται ότι η Βιν θα κάλυπτε τη διαφορά. Οι δαυλοί τρεμόπαιξαν καθώς οι πόρτες άνοιξαν και μια μορφή βγήκε από το παλάτι. Η φωνή του Χαμ αντήχησε σιωπηλά μέσα στην ομίχλη καθώς χαιρετούσε τους φρουρούς του. Ένας λόγος -ίσως ο βασικός λόγος- που οι φρουροί έδειχναν τέτοιο ζήλο ήταν ο Χαμ. Μπορεί στην καρδιά του να ήταν λίγο αναρ­ χικός, αλλά μπορούσε να γίνει πολύ καλός ηγέτης αν του δινόταν μια μικρή ομάδα. Παρ' όλο που οι φρουροί του δεν ήταν οι πιο πειθαρχημένοι, οι πιο τέλειοι στρατιώτες που είχε δει η Βιν, ήταν ωστόσο απίστευτα αφοσιωμένοι. Ο Χαμ μίλησε με τους άντρες για λίγο, μετά τους αποχαιρέτη­ σε και βγήκε στις ομίχλες. Η μικρή αυλή ανάμεσα στον πύργο και


το τείχος περιείχε κάνα-δοο φυλάκια και περιπολίες, και ο Χαμ θα επισκεπτόταν το καθένα με τη σειρά. Περπατούσε με τόλμη μέσα στη νύχτα, στηριζόμενος στο διάχυτο φως των άστρων για να βλέπει, αντί να έχει έναν δαυλό να τον τυφλώνει. Η συνήθεια ενός κλέφτη. Η Βιν χαμογέλασε, πηδώντας αθόρυβα στο έδαφος, και μετά ακολούθησε τον Χαμ. Εκείνος συνέχισε να προχωρά, αγνοώντας την παρουσία της. Πώς ήταν να έχεις μόνο μία κραματομαντική δύνα­ μη; σκέφτηκε η Βιν. Να μπορείς να γίνεσαι πιο δυνατός, αλλά τα αυτιά σου να είναι εξίσου αδύναμα με εκείνα οποιουδήποτε συνηθισμένου αν­ θρώπου; Είχαν περάσει μόνο δύο χρόνια, αλλά είχε αρχίσει ήδη να στηρίζεται πάρα πολύ στις δυνάμεις της. Ο Χαμ συνέχισε να περπατά, με τη Βιν να τον ακολουθεί δια­ κριτικά, έως ότου έφτασαν στο σημείο της ενέδρας. Η Βιν προε­ τοιμάστηκε, κορώνοντας τον μπρούντζο της. Ξαφνικά ο Ορσούρ αλύχτησε, πηδώντας μέσα από μια στοίβα με κουτιά. Ο κάντρα ήταν μια σκοτεινή σιλουέτα μέσα στη νύχτα με τη μη ανθρώπινη κραυγή του να τρομάζει ακόμα και τη Βιν. Ο Χαμ τινάχτηκε, βλαστημώντας χαμηλόφωνα. Και ενστικτωδώς κόρωσε κασσίτερο. Επικεντρωμένη στον μπρούντζο της, η Βιν επιβεβαίωσε ότι οι παλμοί έρχονταν σίγου­ ρα από εκείνον. Ο Χαμ γύρισε απότομα, ψάχνοντας μέσα στη νύχτα καθώς ο Ορσούρ προσγειώθηκε. Η Βιν, ωστόσο, απλώς χα­ μογέλασε. Η Κραματομαντεία του Χαμ σήμαινε ότι δεν ήταν ο μιμητής. Μπορούσε να διαγράψει άλλο ένα όνομα από τη λίστα της. «Όλα είναι εντάξει, Χαμ» είπε η Βιν, προχωρώντας μπροστά. Ο Χαμ για λίγο σιωπηλός, κατεβάζοντας το ραβδί της μονομαχίας. «Βιν;» ρώτησε, μισοκλείνοντας τα μάτια του μέσα στην ομίχλη. «Εγώ είμαι» είπε. «Συγγνώμη, τρόμαξες το λαγωνικό μου. Γί­ νεται λίγο νευρικός τη νύχτα». Ο Χαμ χαλάρωσε. «Όπως όλοι μας, υποθέτω. Συμβαίνει κάτι απόψε;» «Από ό,τι βλέπω, όχι» είπε. «Θα σε ειδοποιούσα».


Ο Χαμ ένευσε. «Θα το εκτιμούσα αυτό - αν και αμφιβάλλω ότι θα με χρειαστείς. Εγώ είμαι αρχηγός της φρουράς, αλλά εσύ είσαι εκείνη που κάνει όλη τη δουλειά». «Είσαι πολυτιμότερος από ό,τι νομίζεις, Χαμ» είπε η Βιν. «Ο Έλεντ σού εκμυστηρεύεται διάφορα. Από τότε που ο Τζέιστ και οι άλλοι τον άφησαν, χρειάζεται έναν φίλο». Ο Χαμ ένευσε. Η Βιν γύρισε, κοιτάζοντας μέσα στις ομίχλες, όπου ο Ορσούρ περίμενε καθισμένος στα καπούλια του. Έδειχνε να νιώθει όλο και πιο άνετα με το σώμα του λαγωνικού. Τώρα που ήξερε ότι ο Χαμ δεν ήταν ο μιμητής, υπήρχε κάτι που έπρεπε να συζητήσει μαζί του. «Χαμ» είπε, «η προστασία που παρέχεις στον Έλεντ είναι πιο πολύτιμη από ό,τι πιστεύεις». «Μιλάς για το μιμητή» είπε σιωπηλά ο Χαμ. «Ο Έλεντ με έχει βάλει να ψάξω το προσωπικό του παλατιού για να μάθω ποιος μπορεί να έλειπε για μερικές ώρες εκείνη τη μέρα. Είναι δύσκολο έργο, όμως». Ένευσε. «Υπάρχει και κάτι άλλο, Χαμ. Μου τελείωσε το άτιο». Απόμεινε να στέκεται σιωπηλός μέσα στις ομίχλες για μια στιγμή, και μετά τον άκουσε να μουρμουρίζει μια βλαστήμια. «Θα πεθάνω την επόμενη φορά που θα μονομαχήσω με έναν Ομιχλογέννητο» είπε. «Μόνο αν έχει άτιο» είπε ο Χαμ. «Ποιες είναι οι πιθανότητες να στείλει κάποιος έναν Ομιχλογέννητο να με αντιμετωπίσει χωρίς άτιο;» Εκείνος δίστασε. «Χαμ» είπε, «πρέπει να βρω έναν τρόπο να αντιμετωπίσω κά­ ποιον που καίει άτιο. Πες μου ότι ξέρεις κάποιον τρόπο». Ο Χαμ σήκωσε τους ώμους του μέσα στο σκοτάδι. «Υπάρχουν πολλές θεωρίες, Βιν. Κάποτε έκανα μια μεγάλη συζήτηση με τον Μπριζ γι' αυτό - αν και για το μεγαλύτερο μέρος της παραπονιό­ ταν ότι τον ενοχλούσα». «Λοιπόν;» ρώτησε η Βιν. «Τι μπορώ να κάνω;» Έτριψε το πηγούνι του. «Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι ο καλύτερος τρόπος για να σκοτώσεις έναν Ομιχλογέννητο με άτιο είναι να τον αιφνιδιάσεις».


«Αυτό δεν βοηθάει αν μου επιτεθεί πρώτος» είπε η Βιν. «Λοιπόν» είπε ο Χαμ, «αν αποκλείσουμε τον αιφνιδιασμό, δεν μένουν και πολλά. Κάποιοι πιστεύουν ότι ίσως να μπορέσεις να σκοτώσεις έναν Ομιχλογέννητο που χρησιμοποιεί άτιο αν τον πιάσεις σε μια αναπόφευκτη κατάσταση. Είναι σαν το παιχνίδι με τα πούλια - μερικές φορές, ο μοναδικός τρόπος για να πάρεις ένα πούλι είναι να το στριμώξεις έτσι ώστε σε όποια κατεύθυνση κι αν κινηθεί, θα πεθάνει. »'Ομως είναι πολύ δύσκολο να το κάνεις αυτό σε έναν Ομιχλογέννητο. Το ζήτημα είναι ότι το άτιο επιτρέπει στον Ομιχλογέννητο να βλέπει το μέλλον - ώστε να ξέρει πότε μια κίνηση θα τον παγιδεύσει, και έτσι να αποφύγει την κατάσταση. Υποτίθεται ότι το μέταλλο μπορεί να ενδυναμώσει και το μυαλό του». «Έτσι είναι. 'Οταν καίω άτιο, συχνά αποφεύγω τις επιθέσεις πριν καλά καλά τις δω να έρχονται». Ο Χαμ ένευσε. «Λοιπόν» είπε η Βιν, «τι άλλο;» «Αυτό είναι, Βιν» είπε ο Χαμ. «Οι Νταήδες μιλούν συχνά γι' αυ­ τό το ζήτημα - όλοι μας φοβόμαστε μήπως έρθουμε αντιμέτω­ ποι με έναν Ομιχλογέννητο. Αυτές είναι οι δύο επιλογές σου: τον αιφνιδιάζεις ή τον νικάς. Λυπάμαι». Η Βιν συνοφρυώθηκε. Καμία επιλογή δεν θα τη βοηθούσε και πολύ αν έπεφτε σε ενέδρα. «Τέλος πάντων, πρέπει να συνεχίσω. Υπόσχομαι να σε ενημερώσω για οποιαδήποτε τυχόν πτώματα αφήσω πίσω μου». Ο Χαμ γέλασε. «Τι θα έλεγες να προσπαθήσεις καλύτερα να αποφύγεις να μπλεχτείς σε καταστάσεις στις οποίες θα αναγκα­ στείς να αφήσεις πίσω σου πτώματα; Μόνο ο Μέγας Εξουσιαστής ξέρει τι θα γινόταν σε αυτό το βασίλειο αν σε χάναμε...» Η Βιν ένευσε, αν και δεν ήταν σίγουρη πόσο καλά μπορούσε να τη δει ο Χαμ στο σκοτάδι. Έγνεψε στον Ορσούρ, ενώ κατευθυνόταν προς το τείχος του πύργου, αφήνοντας τον Χαμ στο λιθό­ στρωτο μονοπάτι. «Αφέντρα» είπε ο Ορσούρ καθώς έφταναν στην κορυφή του τείχους, «μπορώ να μάθω για ποιο σκοπό αιφνιδιάσαμε έτσι τον


αφέντη Χάμοντ; Τόσο πολύ σου αρέσει να τρομάζεις τους φίλους σου;» «Ήταν μια δοκιμασία» είπε η Βιν, σταματώντας δίπλα στο κενό ενός προμαχώνα, και κοιτάζοντας την πόλη. «Μια δοκιμασία, αφέντρα;» «Για να δω αν θα χρησιμοποιούσε Κραματομαντεία. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να καταλάβω ότι δεν ήταν ο μιμητής». «Α» είπε ο κάντρα. «Έξυπνο, αφέντρα». Η Βιν χαμογέλασε. «Ευχαριστώ» είπε. Μια περίπολος φρουρών πλησίαζε προς το μέρος τους. Καθώς δεν ήθελε να τους μιλήσει, η Βιν έστρεψε το βλέμμα της προς το πέτρινο φυλάκιο στην κορυφή του τείχους. Πήδησε, ωθώντας ένα νόμισμα, και προσγειώθηκε πάνω του. Ο Ορσοόρ έφτασε δίπλα της χρησιμοποιώντας τους παράξενους μυς του κάντρα για να πηδήξει τρία μέτρα ψηλά. Η Βιν κάθισε σταυροπόδι για να σκεφτεί, και ο Ορσούρ πλη­ σίασε αλαφροπατώντας στην άκρη της ταράτσας και ξάπλωσε, με τα πέλματά του να κρέμονται από το χείλος. Καθώς κάθονταν, η Βιν σκέφτηκε κάτι. Ο Ορσούρ μού είπε ότι ένας κάντρα δεν αποκτούσε κραματομαντικές δυνάμεις αν έτρωγε έναν Κραματομάντη... αλλά μπορεί ένας κάντρα να είναι από μόνος του Κραματομάντη ς; Η αλήθεια είναι ότι δεν ολοκλήρωσα ποτέ εκείνη τη συζήτηση. «Αυτό θα μου πει αν ένα άτομο δεν είναι κάντρα, σωστά;» ρώτησε η Βιν, γυρίζοντας προς τον Ορσούρ. «Ο λαός σου δεν έχει κραματομαντικές δυνάμεις, σωστά;» Ο Ορσούρ δεν απάντησε. «Ορσούρ;» είπε η Βιν. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση, αφέντρα». Ναι, σκέφτηκε η Βιν με έναν αναστεναγμό. Το Συμβόλαιο. Πώς θα μπορέσω να πιάσω αυτόν τον άλλο κάντρα αν ο Ορσούρ δεν απαντά σε καμία από τις ερωτήσεις μου; Ξάπλωσε πίσω απογοητευμένη, κοι­ τάζοντας ψηλά τις ατελείωτες ομίχλες και χρησιμοποιώντας τον ομιχλοχιτώνα της ως μαξιλάρι. «Το σχέδιό σου θα πετύχει, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ χαμη­ λόφωνα.


Η Βιν έμεινε για λίγο σιωπηλή, γυρίζοντας το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. Είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο στα μπροστινά του πόδια, και ατένιζε την πόλη. «Αν αισθανθείς Κραματομαντεία από κάποιον, τότε δεν είναι ο κάντρα». Η Βιν ένιωσε έναν δισταγμό στα λόγια του, και δεν την κοι­ τούσε. Ήταν λες και μιλούσε απρόθυμα, δίνοντας πληροφορίες που κανονικά θα προτιμούσε να κρατήσει για τον εαυτό του. Πόσο μυστικοπαθής, σκέφτηκε η Βιν. «Σ' ευχαριστώ» είπε. Ο Ορσούρ σήκωσε τους σκυλίσιους ώμους του. «Ξέρω ότι θα προτιμούσες να μην έχεις δοσοληψίες μαζί μου» είπε. «Και οι δύο θα προτιμούσαμε να κρατήσουμε τις αποστάσεις μας ο ένας από τον άλλο. Αλλά θα πρέπει θα βρούμε έναν τρόπο να συνεργαστούμε». Ο Ορσούρ ένευσε ξανά, μετά γύρισε το κεφάλι του ελαφρώς και την κοίταξε. «Γιατί με μισείς;» «Δεν σε μισώ» είπε η Βιν. Ο Ορσούρ σήκωσε το σκυλίσιο φρύδι του. Υπήρχε μια σοφία σε αυτά τα μάτια, μια κατανόηση που ξάφνιασε τη Βιν όταν την παρατήρησε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοια πράγματα σε αυτόν. «Εγώ...» είπε η Βιν με τη φωνή της να αργοσβήνει, και αποστρέφεντας το βλέμμα της, «απλώς δεν ξεπέρασα ποτέ το γεγονός ότι έφαγες το πτώμα του Κέλσιερ». «Δεν είναι αυτό» είπε ο Ορσούρ και γύρισε ξανά προς την πό­ λη. «Είσαι υπερβολικά έξυπνη για να ενοχλείσαι από αυτό». Η Βιν συνοφρυώθηκε αγανακτισμένη, αλλά ο κάντρα δεν την κοιτούσε. Γύρισε, κοιτάζοντας ξανά τις ομίχλες. Γιατί το ανέφερε αυτό; σκέφτηκε. Πάνω που είχαμε αρχίσει να τα πηγαίνουμε καλά. Ήταν πρόθυμη να ξεχάσει. Θέλεις να μάθεις στ’ αλήθεια; σκέφτηκε. Ωραία. «Είναι επειδή ήξερες» ψιθύρισε. «Συγγνώμη, αφέντρα;» «Ήξερες» είπε η Βιν κοιτάζοντας ακόμα μέσα στις ομίχλες. «Ήσουν ο μοναδικός στη συμμορία που ήξερε ότι ο Κέλσιερ θα πέθαινε. Σου είπε ότι θα άφηνε τον εαυτό του να σκοτωθεί, και ότι εσύ έπρεπε να πάρεις τα κόκκαλά του».


τι£$έηγάδι τηςι^Ανβληψης

«Αα» είπε χαμηλόφωνα ο Ορσοόρ. Η Βιν έστρεψε τα γεμάτα κατηγορία μάτια της στο πλάσμα. «Γιατί δεν είπες κάτι; Ηξερες πώς νιώθαμε για τον Κέλσιερ. Σκά­ φτηκες καν να μας πεις ότι ο βλάκας σκόπευε να αυτοκτονήσει; Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι ίσως καταφέρναμε να τον στα­ ματήσουμε, ότι ίσως να βρίσκαμε έναν άλλο τρόπο;» «Είσαι αρκετά σκληρή, αφέντρα». «Λοιπόν, ήθελες να μάθεις» είπε η Βιν. «Ήταν χειρότερα μετά το θάνατό του. Οταν έγινες ο υπηρέτης μου, με δική του εντολή. Ούτε καν μίλησες ποτέ γι' αυτό που είχες κάνει». «Το Συμβόλαιο, Αφέντρα» είπε ο Ορσοόρ. «Μπορεί να μην θέλεις να το ακούσεις, αλλά ήμουν υποχρεωμένος. Ο Κέλσιερ δεν ήθελε να μάθεις τα σχέδιά του, γι' αυτό δεν μπορούσα να σου τα πω. Μίσησέ με αν πρέπει, αλλά δεν μετανιώνω για τις πράξεις μου». «Δεν σε μισώ». Το ξεπέρασα αυτό. «Αλλά, ειλικρινά, δεν θα έσπα­ γες το Συμβόλαιο ούτε για το δικό του καλό; Υπηρετούσες τον Κέλσιερ δύο χρόνια. Δεν στενοχωρήθηκες ποτέ γνωρίζοντας ότι θα πέθαινε;» «Γιατί να με νοιάζει αν θα πεθάνει ο ένας ή ο άλλος αφέντης;» είπε ο Ορσούρ. «Πάντα υπάρχει κάποιος άλλος για να πάρει τη θέση του». «Ο Κέλσιερ δεν ήταν τέτοιου είδους αφέντης» είπε η Βιν. «Δεν ήταν;» «Όχι». «Ζητώ συγγνώμη, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Θα πιστέψω αυ­ τό που θα με διατάξεις, λοιπόν». Η Βιν άνοιξε το στόμα της για να απαντήσει, και μετά το έκλει­ σε απότομα. Αν ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει να σκέφτε­ ται σαν βλάκας, τότε ήταν δικαίωμά του να το κάνει. Μπορούσε να συνεχίσει να αντιπαθεί αφέντες, όπως ακριβώς... Όπως ακριβώς τον αντιπαθούσε κι εκείνη. Επειδή κρατούσε το λόγο σου, επειδή τηρούσε το Συμβόλαιό του. Από τότε που τον γνώρισα, το μόνο που κάνω είναι να του φέρομαι άσχημα, σκέφτηκε η Βιν. Στην αρχή, όταν ήταν ο Ρενού, αντέδρασα


ενάντια στην περιφρονητική του στάση - αλλά αυτή η στάση δεν ήταν δι­ κή του, ήταν κομμάτι του ρόλου που έπρεπε να παίξει. Μετά, σαν Ορσούρ, τον απέφευγα. Τον μισούσα ακόμα, επειδή άφησε τον Κέλσιερ να πεθάνει. Τώρα τον ανάγκασα να πάρει το σώμα ενός ζώου. Και, στα δύο χρόνια που τον γνωρίζω, τις μοναδικές φορές που τον ρώτησα για το παρελθόν του, το έκανα για να αποκτήσω περισσότερες πληροφορίες για το λαό του έτσι ώστε να βρω το μιμητή. Η Βιν κοιτούσε τις ομίχλες. Από όλους τους ανθρώπους στη συμμορία, μόνο ο Ορσούρ ήταν παρείσακτος. Δεν τον καλούσαν στις συνεδριάσεις τους. Δεν είχε κληρονομήσει μια θέση στην κυβέρνηση. Είχε βοηθήσει το ίδιο με οποιονδήποτε άλλον, παίζο­ ντας έναν ζωτικό ρόλο - εκείνον του «πνεύματος» Κέλσιερ, που είχε επιστρέψει από τον τάφο για να παροτρύνει τους σκάα στην τελική τους επανάσταση. Ωστόσο, ενώ οι υπόλοιποι είχαν τίτλους, φιλίες και καθήκοντα, το μοναδικό πράγμα που είχε κερδίσει ο Ορσούρ από την ανατροπή της Ύστατης Αυτοκρατορίας ήταν άλλος ένας αφέντης. Ένας αφέντης που τον μισούσε. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που αντιδρά μ' αυτόν τον τρόπο, σκέφτηκε η Βιν. Τα τελευταία λόγια που της είπε ο Κέλσιερ επέστρεψαν στο μυαλό της: Έχεις ακόμα να μάθεις κάποια πράγματα για τη φιλία, Βιν... Ο Κελ και οι άλλοι την είχαν δεχτεί, της είχαν φερθεί με αξιο­ πρέπεια και φιλικότητα, ακόμα και όταν δεν το άξιζε. «Ορσούρ» είπε, «πώς ήταν η ζωή σου πριν σε στρατολογήσει ο Κέλσιερ;» «Δεν βλέπω τι σχέση έχει αυτό με την προσπάθεια να βρούμε το μιμητή, αφέντρα» είπε ο Ορσούρ. «Δεν έχει καμία σχέση με αυτό» είπε η Βιν. «Απλώς σκέφτηκα ότι ίσως μπορέσω να σε γνωρίσω καλύτερα». «Ζητώ συγγνώμη, αφέντρα, αλλά δεν θέλω να με γνωρίσεις». Η Βιν αναστέναξε. Πάει κι αυτό. Αλλά... ο Κέλσιερ και οι άλλοι δεν τα παράτησαν όταν ήταν κι εκείνη απότομη μαζί τους. Υπήρχε ένας οικείος τόνος στα λόγια του Ορσούρ. Είχαν κάτι που αναγνώριζε. «Ανωνυμία» είπε σιγανά η Βιν.


τ

«Αφέντρα;» «Ανωνυμία. Κρύβεσαι, ακόμα και όταν είσαι μαζί με άλλους. Είσαι αθόρυβος, διακριτικός. Πιέζεις τον εαυτό σου να μένεις σε απόσταση - συναισθηματικά, τουλάχιστον. Είναι ένας τρόπος ζω­ ής. Μια προστασία». Ο Ορσούρ δεν απάντησε. «Υπηρετείς αφέντες» είπε η Βιν. «Σκληρούς ανθρώπους που φοβούνται την ικανότητά σου. Ο μοναδικός τρόπος να τους εμποδίσεις να σε μισούν είναι να φροντίζεις να μη σε προσέχουν. Έτσι, κάνεις τον εαυτό σου να φαίνεται μικρός και αδύναμος. Ότι δεν αποτελείς απειλή. Αλλά μερικές φορές λες το λάθος πράγμα ή αφήνεις την επαναστατικότητά σου να φανεί». Στράφηκε προς το μέρος του. Την κοιτούσε. «Ναι» είπε τελικά, γυρίζοντας ξανά προς την πόλη. «Σε μισούν» είπε σιγανά η Βιν. «Σε μισούν εξαιτίας των δυνάμεών σου, επειδή δεν μπορούν να σε κάνουν να παραβιάσεις το λόγο σου ή επειδή ανησυχούν ότι είσαι πάρα πολύ δυνατός για να σε ελέγξουν». «Αρχίζουν να σε φοβούνται» είπε ο Ορσούρ. «Γίνονται παρα­ νοϊκοί - τρέμουν, παρ' όλο που σε χρησιμοποιούν, μήπως πάρεις τη θέση τους. Παρά το Συμβόλαιο, παρ' όλο που ξέρουν ότι κανέ­ νας κάντρα δεν θα παραβίαζε τον ιερό του όρκο, σε φοβούνται. Και οι άνθρωποι μισούν αυτό που φοβούνται». «Κι έτσι» είπε η Βιν, «βρίσκουν δικαιολογίες για να σε χτυπούν. Μερικές φορές, ακόμα και οι προσπάθειές σου να παραμείνεις άκακος μοιάζουν να τους προκαλούν. Μισούν τις ικανότητές σου, μισούν το γεγονός ότι δεν έχουν κι άλλους λόγους να σε χτυπή­ σουν, και γι' αυτό σε χτυπούν». Ο Ορσούρ στράφηκε ξανά να την κοιτάξει. «Πώς τα ξέρεις αυ­ τά;» ρώτησε. Η Βιν σήκωσε τους ώμους της. «Δεν φέρονται μόνο στους κάντρα έτσι, Ορσούρ. Με αυτόν τον τρόπο φέρονται οι αρχηγοί των συμμοριών σε ένα μικρό κορίτσι - μια ανωμαλία σε έναν ανδροκρατούμενο υπόκοσμο κλεφτών. Ένα παιδί που είχε μια πα­ ράξενη ικανότητα να κάνει διάφορα να συμβαίνουν - να επηρε-


άζει ανθρώπους, να ακούει πράγματα που δεν πρέπει, να κινείται πιο ήσυχα και πιο γρήγορα από άλλους. Ένα εργαλείο, και ταυτόχρονα μια απειλή». «Δεν... είχα συνειδητοποιήσει, αφέντρα...» Η Βιν συνοφρυώθηκε. Πώς μπορεί να μην ήξερε για το παρελθόν μου; Ήξερε ότι ήμουν ένα αλητάκι των δρόμων. Εκτός... κι αν δεν το ήξερε; Για πρώτη φορά, η Βιν συνειδητοποίησε πώς πρέπει να την έβλεπε ο Ορσούρ πριν από δύο χρόνια, όταν τον πρωτογνώρισε. Ο Ορσούρ είχε φτάσει στην περιοχή μετά τη στρατολόγησή της. Πιθανότατα θα είχε υποθέσει ότι η Βιν αποτελούσε μέλος της ομάδας τού Κέλσιερ για χρόνια, όπως οι άλλοι. «Ο Κέλσιερ με στρατολόγησε πρώτη φορά λίγες μόλις μέρες προτού σε γνωρίσω» είπε η Βιν. «Δηλαδή, δεν με στρατολόγησε ακρι­ βώς, μάλλον με έσωσε. Πέρασα την παιδική μου ηλικία υπηρε­ τώντας τη μία συμμορία κλεφτών μετά την άλλη, δουλεύοντας πάντα για τους λιγότερο ευυπόληπτους και τους πιο επικίνδυνους άντρες, επειδή εκείνοι ήταν οι μόνοι που ήταν πρόθυμοι να δε­ χτούν δυο περιπλανώμενα παιδιά σαν τον αδελφό μου κι εμένα. Οι έξυπνοι αρχηγοί συμμοριών μάθαιναν ότι ήμουν ένα καλό εργαλείο. Δεν είμαι σίγουρη αν συνειδητοποιούσαν ότι είμαι Κραματομάντισσα - κάποιοι πιθανώς ναι, άλλοι απλώς πίστευαν ότι ήμουν "τυχερή". Όπως και να 'χει, με χρειάζονταν. Και αυτό τους έκανε να με μισούν». «Και σε χτυπούσαν;» Η Βιν ένευσε. «Ειδικότερα ο τελευταίος. Τότε ήταν που άρχισα να καταλαβαίνω πραγματικά πώς να χρησιμοποιώ την Κραματομαντεία, παρ' όλο που δεν ήξερα τι ήταν. Ο Κάμον ήξερε, όμως. Και με μισούσε παρ' όλο που με χρησιμοποιούσε. Νομίζω πως φο­ βόταν ότι θα καταλάβαινα πώς να χρησιμοποιώ τις δυνάμεις μου πλήρως. Και εκείνη τη μέρα, ανησυχούσε ότι θα τον σκότωνα...» Η Βιν έστρεψε το κεφάλι της και κοίταξε τον Ορσούρ. «Οτι θα τον σκότωνα και θα έπαιρνα τη θέση του ως αρχηγός της συμμορίας». Τώρα ο Ορσούρ καθόταν αμίλητος στα καπούλια του, και την κοιτούσε. «Οι άνθρωποι δεν φέρονται άσχημα μόνο στους κάντρα»


τ<£$ίηγάδι τηςοΑνάληψης

είπε χαμηλόφωνα η Βιν, «Είμαστε πολύ καλοί στο να κακομεταχετριζόμαστε κατ ο ένας τον άλλο». Ο Ορσούρ ρουθούνισε. «Με εσένα, τουλάχιστον, έπρεπε να εί­ ναι συγκροτημένοι, από φόβο μήπως σε σκοτώσουν. Έχεις φάει ποτέ ξύλο από έναν αφέντη που ξέρει ότι όσο δυνατά κι αν σε χτυ­ πήσει, δεν θα πεθάνεις; Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να σου βρει νέα κόκκαλα, και θα είσαι έτοιμος να τον υπηρετήσεις και πάλι την επόμενη μέρα. Είμαστε οι τέλειοι υπηρέτες - μπορείς να μας σκοτώσεις στο ξύλο το πρωί και μετά να μας βάλεις να σου σερβίρουμε δείπνο το βράδυ. Όσο σαδισμό θέλεις, χωρίς κανένα κόστος». Η Βιν έκλεισε τα μάτια της. «Καταλαβαίνω. Δεν ήμουν κάντρα, αλλά είχα κασσίτερο. Νομίζω ότι ο Κάμον ήξερε ότι μπορούσε να με χτυπήσει πολύ πιο δυνατά από όσο με χτυπούσε». «Γιατί δεν το έσκασες;» ρώτησε ο Ορσούρ. «Δεν είχες ένα Συμ­ βόλαιο που να σε δένει μαζί του». «Δεν... δεν ξέρω» είπε η Βιν. «Οι άνθρωποι είναι παράξενοι, Ορ­ σούρ, και η αφοσίωση πολύ συχνά είναι κάτι διεστραμμένο. Έ­ μεινα με τον Κάμον επειδή τον γνώριζα, και φοβόμουν να φύγω περισσότερο από ό,τι φοβόμουν να μείνω. Εκείνη η συμμορία ήταν το μόνο που είχα. Ο αδελφός μου είχε φύγει και έτρεμα να μείνω μόνη. Τώρα που το σκέφτομαι, μου φαίνεται παράξενο». «Μερικές φορές μια κακή κατάσταση είναι καλύτερη από την εναλλακτική. Έκανες αυτό που έπρεπε για να επιβιώσεις». «Ίσως» είπε η Βιν. «Αλλά υπάρχει καλύτερος τρόπος, Ορσούρ. Δεν τον γνώριζα μέχρι που με βρήκε ο Κέλσιερ, αλλά η ζωή δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Δεν χρειάζεται να περάσεις τη ζωή σου δύσπιστος απέναντι στους άλλους, μένοντας στις σκιές και σε απόσταση». «Ίσως, αν είσαι άνθρωπος. Εγώ είμαι κάντρα». «Και πάλι μπορείς να δείξεις εμπιστοσύνη» είπε η Βιν. «Δεν χρειάζεται να μισείς τους αφέντες σου». «Δεν τους μισώ όλους, αφέντρα». «Αλλά δεν τους εμπιστεύεσαι». «Δεν είναι κάτι προσωπικό, αφέντρα».


«Ναι, είναι» είπε η Βιν. «Δεν μας εμπιστεύεσαι επειδή φοβάσαι ότι θα σου κάνουμε κακό. Το καταλαβαίνω αυτό - με τον Κέλσιερ αναρωτιόμουν για μήνες πότε θα πάθω και πάλι κακό». Έκανε μια παύση. «Αλλά, Ορσούρ, δεν μας πρόδωσε κανείς. Ο Κέλσιερ είχε δίκιο. Μου φαίνεται απίστευτο ακόμα και τώρα, αλλά οι άνθρωποι στη συμμορία του -ο Χαμ, ο Ντόξον, ο Μπριζείναι καλοί άνθρωποι. Και ακόμα κι αν με πρόδιδε κάποιος από αυτούς, εγώ θα προττμούσα να τους έχω δείξει εμπιστοσύνη. Μπο­ ρώ να κοιμηθώ το βράδυ, Ορσούρ. Μπορώ να νιώσω γαλήνη, μπο­ ρώ να γελάσω. Η ζωή είναι διαφορετική. Καλύτερη». «Εσύ είσαι άνθρωπος» είπε πεισματικά ο Ορσούρ. «Μπορείς να έχεις φίλους επειδή δεν ανησυχούν μήπως τους φας ή για διάφο­ ρες άλλες ανοησίες». «Δεν σκέφτομαι έτσι για σένα». «Όχι; Αφέντρα, μόλις παραδέχτηκες ότι με αντιπαθείς επει­ δή έφαγα τον Κέλσιερ. Πέρα από αυτό, μισείς το γεγονός ότι τήρη­ σα το Συμβόλαιό μου. Εσύ, τουλάχιστον, ήσουν ειλικρινής. »Τα ανθρώπινα όντα μάς βρίσκουν τρομακτικούς. Μισούν το γεγονός ότι τρώμε το είδος τους, παρ' όλο που παίρνουμε σώματα που είναι ήδη νεκρά. Οι άνθρωποι βρίσκουν το γεγονός ότι μπο­ ρούμε να πάρουμε τη μορφή τους ενοχλητικό. Μη μου πεις ότι δεν έχεις ακούσει τους θρύλους για το λαό μου. Ομιχλοστοιχειά, μας λένε - πλάσματα που κλέβουν τις μορφές των ανθρώπων που μπαίνουν στις ομίχλες. Πιστεύεις ότι ένα τέτοιο τέρας, ένας θρύ­ λος που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για να τρομάζουν τα παι­ διά, θα γίνει ποτέ αποδεκτός στην κοινωνία σας;» Η Βιν συνοφρυώθηκε. «Αυτός είναι ο λόγος του Συμβολαίου, αφέντρα» είπε ο Ορ­ σούρ, με την πνιχτή του φωνή να ακούγεται τραχιά καθώς μιλού­ σε μέσα από τα χείλη του οκύλου. «Αναρωτιέσαι γιατί απλώς δεν το σκάμε από εσάς; Να συγχωνευτούμε με την κοινωνία σας και να γίνουμε αόρατοι; Το δοκιμάσαμε αυτό. Πριν από καιρό, στις αρχές της Ύστατης Αυτοκρατορίας. Οι δικοί σας μας βρήκαν και άρχισαν να μας καταστρέφουν. Χρησιμοποίησαν Ομιχλογέννητους για να μας κυνηγήσουν, επειδή εκείνη την εποχή υπήρ-


τ(£ίίηγάδι τηςοΑνάληψης

χαν πολλοί περισσότεροι Κραματομάντεις. Οι δικοί σας μας μι­ σούσαν επειδή φοβούνταν μήπως τους αντικαταστήσουμε. Κατα­ στραφήκαμε σχεδόν τελείως - και μετά σκεφτήκαμε το Συμβό­ λαιο». «Όμως, τι διαφορά έχει;» ρώτησε η Βιν. «Εξακολουθείτε να κάνετε τα ίδια πράγματα, σωστά;» «Ναι, αλλά τώρα τα κάνουμε με δική σας εντολή» είπε ο Ορσούρ. «Στους ανθρώπους αρέσει η εξουσία, και λατρεύουν να ελέγ­ χουν κάτι ισχυρό. Οι δικοί μας προσφέρθηκαν να υπηρετούν και επινοήσαμε ένα δεσμευτικό συμβόλαιο - ένα συμβόλαιο που κάθε κάντρα ορκίστηκε να τηρήσετ. Δεν θα σκοτώνουμε ανθρώπους. Θα παίρνουμε κόκκαλα μόνο όταν έχουμε αυτή τη δταταγή. 0 α υπη­ ρετούμε τους αφέντες μας με απόλυτη υπακοή. Αρχίσαμε να κά­ νουμε αυτά τα πράγματα κατ οτ άνθρωποτ σταμάτησαν να μας σκοτώνουν. Συνέχτσαν να μας μτσούν και να μας φοβούνται - αλ­ λά ήξεραν επίσης ότι μπορούσαν να μας διατάζουν. »Γίναμε τα εργαλεία σας. Οσο παραμένουμε υποτακτικοί, αφέντρα, επιβιώνουμε. Και γι' αυτό υπακούω. Αν παραβίαζα το Συμβόλαιο θα πρόδιδα το λαό μου. Δεν μπορούμε να σας πολεμή­ σουμε, όχι τη στιγμή που έχετε Ομιχλογέννητους, κι έτσι πρέπει να σας υπηρετούμε». Ομιχλογέννητοι. Γιατί είναι τόσο σημαντικοί οι Ομιχλογέννητοι; Υπο­ νόησε ότι μπορούσαν να βρουν τους κάντρα... Κράτησε αυτή την παρατήρηση για τον εαυτό της· ένιωθε ότι αν το επεσήμαινε, εκείνος θα κλεινόταν ξανά στον εαυτό του. Αντί­ θετα, ανακάθισε και συνάντησε τα μάτια του μέσα στο σκοτάδι. «Αν το επιθυμείς, θα σε απαλλάξω από το Συμβόλαιό σου». «Και τι θα άλλαζε αυτό;» ρώτησε ο Ορσούρ. « 0 α έβρισκα ένα άλλο Συμβόλαιο. Σύμφωνα με τους νόμους μας πρέπει να πε­ ριμένω άλλη μια δεκαετία για να έχω χρόνο για ελευθερία - και αυτή μόνο για δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν θα μπορώ να φύγω από την Πατρίδα των κάντρα. Αν έκανα δια­ φορετικά θα διακινδύνευα να εκτεθώ». «Τότε, δέξου τουλάχιστον τη συγγνώμη μου» ζήτησε. «Ήμουν ανόητη που σε αντιπαθούσα επειδή τηρούσες το Συμβόλαιό σου».


Ο Ορσούρ έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Αυτό δεν διορθώνει τα πράγματα, αφέντρα. Πρέπει να συνεχίσω να φοράω αυτό το κατα­ ραμένο σώμα σκύλου - δεν έχω ούτε προσωπικότητα ούτε κόκκαλα να μιμηθώ!» «Φανταζόμουν ότι θα εκτιμούσες την ευκαιρία να είσαι απλώς ο εαυτός σου». «Νιώθω γυμνός» είπε ο Ορσούρ. Απόμεινε σιωπηλός για μια στιγμή. Μετά έσκυψε το κεφάλι του. «Αλλά... πρέπει να παρα­ δεχτώ ότι υπάρχουν πλεονεκτήματα σ' αυτά τα κόκκαλα. Δεν εί­ χα συνειδητοποιήσει ότι θα με βοηθούσαν τόσο πολύ να περνάω απαρατήρητος». Η Βιν ένευσε. «Υπήρχαν περίοδοι στη ζωή μου που θα έδινα τα πάντα για να μπορώ να πάρω τη μορφή ενός σκύλου και να ζήσω τη ζωή μου αγνοημένη από τους άλλους». «Αλλά όχι πια;» Η Βιν κούνησε το κεφάλι της. «Οχι. Τουλάχιστον τον περισ­ σότερο καιρό. Κάποτε έλεγα ότι όλοι ήταν όπως λες - γεμάτοι μί­ σος, κακία. Αλλά υπάρχουν καλοί άνθρωποι στον κόσμο, Ορ­ σούρ. Μακάρι να μπορούσα να σου το αποδείξω». «Μιλάς γι' αυτόν το βασιλιά σου» είπε ο Ορσούρ, κοιτάζοντας προς τον πύργο. «Ναι» είπε η Βιν. «Και άλλους». «Εσένα;» Η Βιν κούνησε το κεφάλι της. «Οχι, όχι εμένα. Εγώ δεν είμαι ού­ τε καλός άνθρωπος ούτε κακός. Είμαι εδώ απλώς για να σκο­ τώνω». Ο Ορσούρ την κοίταξε για μια στιγμή, και μετά κάθισε ξανά κάτω. «Όπως και να 'χει» είπε, «δεν είσαι ο χειρότερός μου αφέ­ ντης. Αυτό είναι, ίσως, κομπλιμέντο για το λαό μας». Η Βιν χαμογέλασε, αλλά τα ίδια της τα λόγια τη στοίχειωσαν λίγο. Είμαι εδώ απλώς για να σκοτώνω... Κοίταξε προς τα φώτα των στρατευμάτων έξω από την πόλη. Ένα μέρος του εαυτού της - το μέρος που είχε εκπαιδευτεί από τον Ριν, το μέρος που περιστασιακά χρησιμοποιούσε ακόμα τη φω­ νή του στο πίσω μέρος του μυαλού της- ψιθύριζε ότι υπήρχε κι


I

άλλος τρόπος να αντιμετωπίσουν αυτά τα στρατεύματα. Αντί να στηριχτούν στην πολιτική και τις διαπραγματεύσεις, η συμμορία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη Βιν. Να τη στείλει σε μια αθό­ ρυβη, νυχτερινή επίσκεψη που θα άφηνε τους βασιλιάδες και τους στρατηγούς των στρατευμάτων νεκρούς. Αλλά, ήξερε ότι ο Έλεντ δεν θα ενέκρινε ποτέ κάτι τέτοιο. Θα διαφωνούσε με τη χρήση του εκφοβισμού ως κίνητρο, ακόμα και ενάντια στους εχθρούς του. Θα επεσήμαινε ότι αν η Βιν σκότωνε τον Στραφ ή τον Κετ, άλλοι άντρες θα έπαιρναν απλώς τη θέση τους, άντρες ακόμα πιο εχθρικοί απέναντι στην πόλη. Ακόμα κι έτσι, έμοιαζε με μια πολύ σκληρή, λογική απάντηση. Ένα κομμάτι τής Βιν λαχταρούσε να το κάνει, απλώς και μόνο για να κάνει κάτι περισσότερο από το να περιμένει και να μιλάει. Δεν ήταν άτομο που άντεχε την πολιορκία. Όχι, σκέφτηκε. Δεν είναι αυτός ο τρόπος μου. Δεν χρειάζεται να είμαι όπως ήταν ο Κέλσιερ. Σκληρή. Ανυποχώρητη. Μπορώ να γίνω κάτι καλύτερο. Κάτι που δείχνει εμπιστοσύνη στον τρόπο του Έλεντ. Παραμέρισε το κομμάτι του εαυτού της που ήθελε απλώς να πάει και να δολοφονήσει τον Στραφ και τον Κετ, και έστρεψε την προσοχή της σε άλλα πράγματα. Συγκεντρώθηκε στον μπρούν­ τζο της, ψάχνοντας για ίχνη Κραματομαντείας. Παρ' όλο που της άρεσε να πηδάει εδώ κι εκεί και να «περιπολεί» στην περιο­ χή, η αλήθεια ήταν ότι το να μένει σε ένα σημείο ήταν εξίσου αποτελεσματικό. Οι τυχόν δολοφόνοι πιθανότατα θα εξερευνού­ σαν τις μπροστινές πύλες, επειδή εκεί ήταν που ξεκινούσαν οι περιπολίες και εκεί περίμενε ο μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών. Ωστόσο, αισθάνθηκε το μυαλό της να περιπλανιέται. Υπήρχαν δυνάμεις που κινούνταν στον κόσμο, και η Βιν δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να γίνει μέρος τους. Ποια είναι η θέση μου; σκέφτηκε. Ποτέ δεν ένιωσε ότι την είχε ανα­ καλύψει - ούτε τότε όταν προσποιούνταν τη Βαλέτ Ρενού, ούτε τώ­ ρα, ως η σωματοφύλακας του άντρα που αγαπούσε. Δεν της ταίριαζε τίποτα. Έκλεισε τα μάτια της, καίγοντας λευκοσίδηρο και μπρούντζο, νιώθοντας στο δέρμα της το άγγιγμα της ομίχλης που έφερνε ο


άνεμος. Και, παραδόξως, ένιωσε και κάτι άλλο, κάτι πολύ αμυδρό. Μακριά, μπορούσε να νιώσει κραματομαντικοός παλμούς. Ήταν τύσο πνιχτοί ώστε παραλίγο να μην τους προσέξει. Ήταν περίπου σαν τους παλμούς που ανέδιδε το πνεύμα της ομίχλης. Κι εκείνο μπορούσε να το ακούσει, πολύ πιο κοντά. Στη στέγη ενός κτηρίου στην πόλη. Είχε αρχίσει να συνηθίζει την πα­ ρουσία του, όχι ότι είχε κι άλλη επιλογή. Ωστόσο, εφόσον αυτό απλώς κοιτούσε... Προσπάθησε να σκοτώσει έναν από τους συντρόφους του Ήρωα, σκέφτη^ε. Τον μαχαίρωσε, με κάποιον τρόπο. Ή έτσι ισχυριζόταν το ημε­ ρολόγιο. Αλλά... τι ήταν αυτός ο μακρινός παλμός; Ήταν απαλός... και ωστόσο ισχυρός. Σαν ένα μακρινό τύμπανο. Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. «Αφέντρα;» είπε ο Ορσούρ, ζωηρεύοντας ξαφνικά. Η Βιν άνοιξε απότομα τα μάτια της. «Τι;» «Δεν το άκουσες αυτό;» Η Βιν ανακάθισε. «Τι-» Μετά το άκουσε. Βήματα έξω από το τείχος σε κοντινή απόσταση. Έγειρε πιο κοντά, παρατηρώντας μια σκοτεινή μορφή να διασχίζει το δρόμο προς τον πύργο. Ήταν τόσο συγκεντρωμένη στον μπρούντζο της ώστε είχε αποκλείσει τε­ λείως τους πραγματικούς ήχους. «Έκανες καλή δουλειά» είπε, πλησιάζοντας στην άκρη της στέγης του φυλακίου. Μονάχα τότε συνειδητοποίησε κάτι σημα­ ντικό. Ο Ορσούρ είχε πάρει μια πρωτοβουλία: την είχε προειδο­ ποιήσει για τον κίνδυνο χωρίς να τον έχει διατάξει προηγουμένως να κρατάει τα αυτιά του ανοιχτά. Ήταν κάτι μικρό, αλλά έμοιαζε σημαντικό. «Τι λες;» ρώτησε σιωπηλά, παρακολουθώντας τη μορφή να πλησιάζει. Δεν κρατούσε δαυλό, και έμοιαζε πολύ άνετος μέσα στις ομίχλες. «Κραματομάντης;» ρώτησε ο Ορσούρ, και συσπειρώθηκε δί­ πλα της. Η Βιν κούνησε το κεφάλι της. «Δεν υπάρχει κραματομαντικός παλμός».


τ

«Τότε αν είναι όντως Κραματομάντης, είναι Ομιχλογέννητος» είπε ο Ορσούρ. Ακόμα δεν ήξερε ότι εκείνη μπορούσε να διαπερ­ νά χαλκοσύννεφα. «Είναι πολύ ψηλός για να είναι ο φίλος σου ο Ζέιν. Να προσέχεις, αφέντρα». Η Βιν ένευσε, έριξε ένα νόμισμα, και μετά ρίχτηκε στις ομίχλες. Πίσω της, ο Ορσούρ πήδηξε από το φυλάκιο, και με ένα άλμα από το τείχος έπεσε γύρω στα εφτά μέτρα ως το έδαφος. Το σίγουρο είναι ότι του αρέσει να φτάνει αυτά τα κόκκαλα στα όρια, σκέφτηκε η Βιν. Φυσικά, εφόσον μια πτώση δεν μπορούσε να τον σκοτώσει, τότε ίσως να μπορούσε να κατανοήσει το θάρρος του. Καθοδήγησε τον εαυτό της Ωθώντας τα καρφιά στην ξύλινη στέγη, και προσγειώθηκε σε μικρή απόσταση από τη σκοτεινή μορφή. Έβγαλε τα μαχαίρια της και προετοίμασε τα μέταλλά της, αφού βεβαιώθηκε ότι είχε σκληραργίλιο. Μετά προχώρησε γρή­ γορα στο δρόμο. Αιφνιδιασμός, σκέφτηκε. Η πρόταση του Χαμ τής δημιουργούσε ακόμα νευρικότητα. Δεν μπορούσε να εξαρτάται πάντα από τον αιφνιδιασμό. Ακολούθησε τον άντρα, μελετώντας τον. Ήταν ψη­ λός - πολύ ψηλός. Και φορούσε χιτώνα. Και μάλιστα, αυτός ο χι­ τώνας. .. Η Βιν σταμάτησε απότομα. «Σέιζεντ;» ρώτησε σοκαρισμένη. Ο Τερίσιος γύρισε, με το πρόσωπό του τώρα ορατό στα ενδυ­ ναμωμένα από τον κασσίτερο μάτια της. Χαμογέλασε. «Α, Λαίδη Βιν» είπε με την οικεία, σοφή φωνή του. «Είχα αρχίσει να ανα­ ρωτιέμαι πόσο θα σου έπαιρνε να με βρεις. Είσαι-» Τα λόγια του διακόπηκαν απότομα καθώς η Βιν τον αγκάλια­ σε ενθουσιασμένη. «Δεν φανταζόμουν ότι θα επέστρεφες τόσο σύντομα!» «Δεν σκόπευα να επιστρέφω, Λαίδη Βιν» είπε ο Σέιζεντ. «Αλλά τα γεγονότα το έφεραν ώστε να μην μπορέσω να αποφύγω αυτό το μέρος, νομίζω. Έλα, πρέπει να μιλήσουμε με τη Μεγαλειότητά του. Έχω νέα δυσάρεστης μάλλον φύσης». Η Βιν τον άφησε από την αγκαλιά της, κοιτάζοντας το ευγε­ νικό του πρόσωπο και παρατηρώντας την κούραση στα μάτια του. Εξουθένωση. Ο χιτώνας του ήταν βρώμικος και μύριζε στά-


χτη και ιδρώτα. Ο Σέιζεντ συνήθως ήταν πολύ σχολαστικός, ακό­ μα και όταν ταξίδευε. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Βιν. «Προβλήματα, Λαίδη Βιν» είπε χαμηλόφωνα. «Προβλήματα και μπελάδες».


Οι Τερίσιοι τον απέρριψαν, αλλά εκείνος κατέληξε να γίνει ο ηγέτης τους.

23

ΑΣΙΛΙΑΣ ΛΕΚΑΛ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΕ ΟΤΙ έχει είκοσι χιλιάδες από αυτά τα πλάσματα στο στρατό του» είπε χαμηλόφωνα ο Σέιζεντ. Είκοσι χιλιάδες! σκέφτηκε ο'Ελεντ σοκαρισμένος. Αυτό ήταν εξί­ σου επικίνδυνο όσο οι πενήντα χιλιάδες άνδρες του Στραφ. Ίσως και πιο επικίνδυνο. Το τραπέζι βυθίστηκε στη σιωπή και ο Έλεντ κοίταξε τους άλ­ λους. Κάθονταν στην κουζίνα του παλατιού, όπου δύο μάγειρες ετοίμαζαν βιαστικά ένα νυχτερινό δείπνο για τον Σέιζεντ. Το λευ­ κό δωμάτιο είχε μια κόγχη στη μία του πλευρά, με ένα ταπεινό τρα­ πέζι για τα γεύματα των υπηρετών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Έλεντ δεν είχε δειπνήσει ποτέ στο δωμάτιο, αλλά ο Σέιζεντ είχε επιμείνει να μην ξυπνήσουν τους υπηρέτες που θα απαιτούνταν για την ετοιμασία της κεντρικής τραπεζαρίας, αν και προφανώς δεν είχε φάει όλη μέρα. Έτσι, κάθονταν στους χαμηλούς ξύλινους πάγκους περιμένοντας, ενώ οι μάγειρες δούλευαν - αρκετά μακριά ώστε να μην μπορούν να ακούσουν τη χαμηλόφωνη συζήτηση στην κόγχη. Η


Βιν καθόταν δίπλα στον Έλεντ, με το χέρι της γύρω από τη μέση του, και το λαγωνικό κόντρα στο πάτωμα δίπλα της. Ο Μπριζ κα­ θόταν στο άλλο του πλευρό και έδειχνε αναμαλλιασμένος. Είχε ε­ νοχληθεί αρκετά όταν τον ξύπνησαν. Ο Χαμ ήταν ήδη ξύπνιος, ό­ πως και ο ίδιος ο Έλεντ. Άλλη μια πρόταση χρειαζόταν δουλειά ένα γράμμα που θα έστελνε στη Σύνοδο, στο οποίο εξηγούσε ότι θα συναντούσε τον Στραφ ανεπίσημα, αντί για επίσημες διαπραγ­ ματεύσεις. Ο Ντόξον τράβηξε ένα σκαμνί, επιλέγοντας ένα σημείο μακριά από τον Έλεντ, ως συνήθως. Ο Κλαμπς καθόταν καμπουριασμέ­ νος στη δική του πλευρά του πάγκου, αν και ο Έλεντ δεν μπο­ ρούσε να καταλάβει αν η στάση του ήταν από κούραση ή από την κακοκεφιά του στρατηγού Κλαμπς. Έτσι έμενε μόνο ο Τρομάρας, ο οποίος καθόταν πάνω σε ένα από τα τραπέζια σερβιρίσματος λί­ γο πιο πέρα, με τα πόδια του να κρέμονται από την άκρη του τρα­ πεζιού, ενώ τσιμπολογούσε περιστασιακά λίγο φαγητό από τους ενοχλημένους μάγειρες. Όπως παρατήρησε ο Έλεντ με θυμηδία, φλέρταρε μάλλον ανεπιτυχώς με ένα νυσταγμένο κορίτσι που δούλευε στην κουζίνα. Και μετά ήταν ο Σέιζεντ. Ο Τερίσιος καθόταν ακριβώς απένα­ ντι από τον Έλεντ με την ήρεμη αίσθηση της αυτοκυριαρχίας που μόνο ο Σέιζεντ μπορούσε να επιδείξει. Ο χιτώνας του ήταν σκονισμένος, και έδειχνε αλλόκοτος χωρίς τα σκουλαρίκια του -τα είχε βγάλει για να μη βάλει σε πειρασμό τους κλέφτες, όπως υπέθετε ο Έλεντ- αλλά το πρόσωπο και τα χέρια του ήταν καθαρά. Ακόμα και βρώμικος από το ταξίδι, ο Σέιζεντ εξακολουθούσε να αναδίδει μια αίσθηση τακτ