Page 1


ΜΠΕΡΝΑΡ ΛΕΝΤ ΕΡΙΚ

ΟΙ ΦΟΥΡΝΑΡΑΙΟΙ μετάφραση ΝΤ ΙΝΑΣ ΣΙΔΕΡΗ 3η ΕΚΔΟΣΗ ΧΑΤ ΖΗΝΙΚΟΛΗ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Εκείνη τη νύχτα, στις 27 Φεβρουαρίου του 1930, ο Ζερόμ Κορμπιέρ ήταν ευτυχισμένος. Εκείνη τη νύχτα, σε πείσμα κάθε πόνου και δυστυχίας που γονατίζουν την ανθρωπότητα από το χάραμα του χρόνου, του φαινόταν πως μια καλόβολη και στοργική δύναμη κατηύθυνε ολόκληρο το σύμπαν. Μια θέληση θετική τραβούσε τον κόσμο προς το καλό και το ωραίο, την ευτυχία και την αρμονία και δεν ήταν δικό του λάθος αν έπρεπε ν’ αντιμετωπίζει αδιάκοπα μια ενάντια θέληση που γεννούσε την ασχήμια, την οδύνη και το θάνατο. Εκείνη τη νύχτα, ο πρωταθλητής του καλού θα νικούσε, έστω και για μια στιγμή τον σκοτεινό αντίπαλό του. Ο Ζερόμ Κορμπιέρ ζούσε αυτή τη νίκη σ’ όλο της το εύρος, με το μυαλό και το κορμί του. Προς τιμήν αυτού του απλοϊκού χωριάτη φούρναρη, οι κοσμικές σφαίρες γύριζαν με το ρυθμικό βουητό καλολαδωμένης μηχανής. Και συμπτωματικά, καθώς γυρνούσαν, έφτιαχναν χοντρές νιφάδες χιονιού, ανάλαφρες, πουπουλένιες, που έπεφταν στον κόσμο μ’ ένα ειρηνικό στροβίλισμα. Τ ούτο το όραμα της γαλήνης και αρμονίας δεν αφορούσε όλη τη γη και σίγουρα δε θα κρατούσε για πολύ, αλλά σε μια ακτίνα λίγων χιλιομέτρων γύρω από τον Ζερόμ Κορμπιέρ μπορούσε να εκτιμήσει κανείς πως όλα ήταν εντάξει, όλα ήταν σύμφωνα με τη θέληση του μυστηριώδους αρχιτέκτονα. Τ ούτη τη νύχτα, όπως όλες τις άλλες, ένα χρυσαφένιο και πεντανόστι-μο καρβέλι, το καλύτερο ψωμί της επαρχίας, θα έβγαινε από τα μεγάλα χέρια του Ζερόμ Κορμπιέρ. Κι ακόμα, σαν “ ψωμάκι από καθαρή φαρίνα, λαχταριστό και ξεροψημένο, ένας μικρός Κορ-μπιέρ, έξυπνος και στιβαρός, θα έβγαινε, λίγα μέτρα πιο πέρα, από την κοιλιά της Ζαν Κορμπιέρ σαν από φούρνο με σάρκινα τοιχώματα. Και σαν 0α ερχόταν η ώρα, θα έπαιρνε τη θέση του πατέρα του, μπροστά στο φούρνο κι έτσι η ισορροπία και η ειρήνη θα διαιωνίζονταν σε τούτο το κομμάτι του κόσμου.


Η Ζαν γεννούσε, αντίκρυ, στην άλλη μεριά της αυλής της «Λουβερί». Τ ο σπίτι, μια παλιά αγροικία, ονομαζόταν έτσι επειδή τον περασμένο αιώνα ο ιδιοκτήτης του είχε εξημερώσει δυο ορφανά λυκόπουλα που τα είχε βρει ένα πρωί κάτω από μια λόχμη. Ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που είχε δείξει ο Μαστρο-Αντελίν στον Ζερόμ, τότε: τη φωλιά των λύκων, μια μικρή καλύβα από πέτρες άταχτα στοιβαγμένες. Ο Ζερόμ την είχε κάνει το άντρο του. Είχε παίξει πολύ εκεί, πιτσιρίκος. Ο Ζερόμ χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την υπομονή του τεχνίτη που ξέρει πως τα πράγματα γίνονται με το δικό τους ρυθμό κι όχι με το δικό μας, για να μείνει ήσυχος μπροστά στο σκαφίδι του. Ήθελε σαν τρελός να διασχίσει τρέχοντας την αυλή και να ρωτήσει τη γριά Αστερία πού βρίσκονταν κι αν ήταν ώρα να καλέσουν το γιατρό. Μα ένα παιδί που γεννιέται, δεν το σπρώχνεις να βγει, θέλει την ώρα του, όπως κι η ζύμη του ψωμιού για ν’ ανέβει. Δε βγαίνει τίποτα καλό σαν βιάζεσαι. Κι ύστερα, η Αστερία θα τον είχε διώξει όπως τόσες και τόσες φορές, τότε που πήγαινε παιδί να της ζητήσει κρέπες ή πίτες πριν της ώρας τους. Όχι, δεν είχε άλλο να κάνει παρά να ζυμώνει λες και δε συνέβαινε τίποτα, λες και τούτη η νύχτα του Φλεβάρη δεν είχε τίποτα πιότερο από τις άλλες νύχτες. Μια νύχτα για να φτιάχνεις ψωμί, τι άλλο! Κι ένας Θεός ήξερε πόσο τις αγαπούσε τούτες τις νύχτες της μοναχικής δουλειάς. Είχε την αίσθηση πως ξαγρυπνούσε σαν σκοπός στις επάλξεις πολιορκημένης πόλης. Όλος ο κόσμος κοιμάται, μ’ αυτός ορθός, και χάρη σ’ αυτόν όλοι μπορούν να ονειρεύονται κουκουλωμένοι στα κρεβάτια τους… Κι όμως, στις αρχές της δεκαετίας του ’30 κανένας ξεχωριστός κίνδυνος δεν απειλούσε την ήσυχη γαλλική ύπαιθρο. Τ ο καλό με το Περπεζάκ, έλεγε καμιά φορά η Αστερία, είναι που σαν πεθάνεις, δε θα ’χεις να κάνεις πολύ δρόμο για τον παράδεισο. Είναι η διπλανή πόρτα! Υπήρχαν το δίχως άλλο πολλά μέρη πιο όμορφα από το Περπεζάκ πάνω στη γη, αλλά δε θα ’πρεπε να υπάρχουν πολλά τόσο γαλήνια. Γιά τους κατοίκους του, η κρίση ήταν ένας αχός αλαργινός. Ακουγαν


τον αντίλαλο στο ταχυδρομείο, μιλούσε κι η εφημερίδα γι’ αυτή. Κι έλεγαν: «Τ ς, τς! Τ ι κόσμος!» Και την άλλη στιγμή, ούτε που τον σκέπτονταν γιατί οι γαρίδες και οι πέστροφες που ψάρευαν στο ποτάμι του Περπεζάκ ήταν το ίδιο νόστιμες με τις χθεσινές, όπως και το ντόπιο κρασάκι, και το ψωμί του Ζερόμ Κορμπιέρ… Μα έτσι κι αλλιώς, ο Ζερόμ είχε την εντύπωση πως ξαγρυπνούσε για τη σωτηρία όλων με το δικό του τρόπο. Κι αυτή τη νύχτα που προμηνυόταν η πιο ευτυχισμένη της ζωής του, δεν μπόρεσε να μην ξανασκεφτεί τα περασμένα. Έτσι σάμπως στρέφεις φτάνοντας στην κορφή του λόφου, για να δεις πόσο δρόμο έκανες. Οι πιο σκληρές στιγμές ήταν τα πρώτα βήματα, τα πρώτα χρόνια. Τ α πρώτα δέκα. Και τα δέκα τελευταία, όσο περίμεναν με τη Ζαν το παιδί που ήταν να έρθει. Αυτά τα δέκα χρόνια ήταν δύσκολα, τα κατοικούσε ταυτόχρονα η ελπίδα και το αντίθετό της. Όταν έχεις μια γυναίκα που την αγαπάς και σ’ αγαπάει, όταν είσαστε νέοι κι οι δυο, ελπίζεις πως ένα παιδί θα έρθει να τα σφραγίσει όλ’ αυτά για ολόκληρη ζωή. Κι όταν το παιδί δεν έρχεται, απελπίζεσαι, υποφέρεις. Ο Ζερόμ ύψωσε τους ώμους του ζυμώνοντας πάντα με δύναμη το ψωμί. Τ έλος όλ’ αυτά… Τ έλος η προσμονή, τα χτυποκάρδια όταν η Ζαν άφηνε να εννοηθεί πως ίσως, αυτή τη φορά… Κι ύστερα, η λύπη όταν, με κουρασμένη φωνή και μάτια χαμηλωμένα, του ομολογούσε πως όχι, ούτε κι αυτή τη φορά… Τ έλος! Αυτή ήταν η καλή φορά. Τ ο παιδί ήταν εδώ, στην κοιλιά της Ζαν, έτοιμο να βγει στον κόσμο. Όλα πήγαιναν καλά, βεβαίωνε ο γιατρός Ντελμάς σε κάθε του επίσκεψη. Δεν ήξερε ακόμα αν θα ήταν κορίτσι ή αγόρι, αλλά μια πόρτα το χώριζε από τον Ζερόμ και τη Ζαν. Αυτή η πόρτα θ’ άνοιγε και το παιδί θα ’μπαίνε στη ζωή. Και στο κάτω κάτω δεν ήταν και τόσο κακό που περίμεναν δέκα χρόνια, γιατί θα το αγαπούσαν πιο πολύ… Αυτόν ή αυτή. Τ ο γιο, ή την κόρη… Γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και κορίτσι. Ένα κορίτσι στο φούρνο; Ο Ζερόμ δάγκωσε το χείλι του. Δεν είχε ματαγίνει τέτοιο πράγμα… Ε, λοιπόν, μα την πίστη του… Αν η Ζανέτ γεννούσε κορίτσι απόψε και δεν έκαναν άλλο παιδί, θα έβλεπαν μετά από δεκάξι χρόνια ένα θηλυκό μπροστά στο φούρνο! Θα της έβαζε την αγάπη για το ψωμί στο αίμα της θυγατέρας του! Θα της μάθαινε το επάγγελμα σαν να ήταν αγόρι,


πολύ απλά! Ήταν σκληρή δουλειά, μ’ αυτός δεν ήξερε άλλη καλύτερη. Ε, ναι, ήταν βαριά δουλειά. Τ α σακιά, το σκαφίδι για το ζύμωμα, οι πινακωτές, τα ξύλα για το φούρνο… Μ’ αν καταπιανόταν το κορίτσι, όλες αυτές τις αγγαρείες θα τις άφηνε σε κανένα παραγιό… Τ ο ψωμί ήταν άλλο πράγμα· ήταν το διάλεγμα του νερού, ήταν να κόβει το μάτι σου τις αναλογίες, να ελέγχεις το χρόνο και τη θερμοκρασία… Ήταν τέχνη η αρτοποιία κι ένα κορίτσι, μιλάμε για τη δική του κόρη, του Ζερόμ Κορμπιέρ, θα τα κατάφερνε τόσο καλά όσο κι οποιοσδήποτε γιος! Βέβαια, όλ’ αυτά τα σκεφτόταν για ν’ απασχολεί το μυαλό του καρτερώντας τη μαγική στιγμή, γιατί θα ήταν αγόρι, ήταν σίγουρος, δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά. Τ ου άξιζε ένας γιος. Έπρεπε ο ουρανός να τον αποζημιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για τα δέκα πρώτα χρόνια μιζέριας κι αθλιότητας, για την παιδική του ηλικία που την πέρασε σαν δαρμένο σκυλί. Ο καινούριος μικρός Κορμπιέρ θα τα ξεπλήρωνε όλα τούτα. Ο Ζερόμ θα τον μεγάλωνε σαν βασιλόπουλο. Ο γιος του δε θα γνώριζε τις φωνές του μπεκρή πατέρα του, ούτε τις ικεσίες της τρομοκρατημένης μητέρας του, ούτε την μπόχα του εμετού που έζεχνε κρασίλα και που είχε μολύνει τα δικά του παιδικά χρόνια. Δε θα περνούσε νύχτες ολόκληρες στη συμπονετική γειτόνισσα για να γλιτώσει τα χτυπήματα της λουρίδας, δε θα υπέμενε τα κοροϊδευτικά γέλια των παιδιών στο σχολείο. Δε θα τον φώναζαν «ο γιος του μπεκρούλιακα». Και κυρίως, κυρίως… Ο Ζερόμ Κορμπιέρ έσφιξε άθελά του τα δόντια και τα δυνατά του χέρια βάλθηκαν να μαλάζουν το ζυμάρι με μια αρρωστημένη φρενίτιδα… Και κυρίως, ο πατέρας του δε θα στραγγάλιζε τη μητέρα του μπροστά στα μάτια του παιδιού του, μια νύχτα κρασοκατάνυξης. Είσαι ηλίθιος! είπε μέσα του κι οι ώμοι του κρέμασαν για μια στιγμή, ενώ σταμάτησε το ζύμωμα. Δεν έπρεπε να τα ξανασκεφτεί αυτά! Τ ούτη η ανάμνηση έπρεπε να μείνει καταχωνιασμένη στα κατάβαθα της μνήμης του κάτω από στρώματα και στρώματα ευτυχίας. Ο Ζερόμ ύψωσε τα μάτια στο παλιό, στρογγυλό, πασπαλισμένο με αλεύρι ρολόι που είχε κρεμάσει ο ίδιος πάνω από το σκαφίδι εδώ και χρόνια. Δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα από τότε που η Αστερία του


είχε θυμίσει με την ξινισμένη φωνή της πως θα έκανε καλύτερα να πιάσει δουλειά, αντί να τριγυρίζει στην κάμαρα. «Σε λίγες ώρες…» του είχε πει. Λίγες ώρες! Μα σε λίγες ώρες θα είχε όλο τον καιρό να τρελαθεί. Έπρεπε ν’ απασχολήσει το μυαλό του με αναμνήσεις πιο ευχάριστες από… Ύψωσε και πάλι, τους ώμους. Τ α παιδικά του χρόνια δεν είχαν και πολλές καλές αναμνήσεις. Στην πραγματικότητα, πρώτη ήταν η φωνή του Μαστρο-Αντελίν. Μια φωνή σοβαρή και γλυκιά συνάμα. Μιλούσε λίγο λαχανιαστά και κόμπιαζε σαν να ‘θελε να πάρει ανάσα. Ε, η φαρίνα, βλέπεις! Ο φούρναρης, όση φαρίνα τρώει άλλη τόση ανασαίνει. Αυτός είχε κάνει τον Ζερόμ ό, τι ήταν σήμερα. Ακούγοντας τούτη την άγνωστη φωνή, ο Ζερόμ είχε υψώσει τα μάτια. Τ α κρατούσε συνήθως χαμηλωμένα, αλλά εκείνη τη φορά τα είχε υψώσει για να δει σε ποιο πρόσωπο ανήκε τούτη η τόσο αλλιώτικη φωνή. Οι δάσκαλοι κι οι επιτηρητές στο ορφανοτροφείο δεν ήταν ιδιαίτερα κακοί, αλλά έπρεπε να επιβληθούν σε μερικές εκατοντάδες χαμίνια που δεν ήταν όλα αγγελούδια. Τ ις πιο πολλές φορές μιλούσαν ψυχρά και κοφτά, λίγο όπως στο στρατό. Ήταν ήδη καλύτερα από τα γρυλίσματα του μπεκρή και το ρόγχο του θύματός του, αλλά δεν έφτανε για να ζεστάνει την καρδιά ενός δεκάχρονου ορφανού. Αυτή η φωνή, λοιπόν, είχε πέσει από τον ουρανό ή ερχόταν από έναν άλλο κόσμο όπου οι άνθρωποι δε μούγκριζαν βρισιές, δε γάβγιζαν διαταγές… Υψώνοντας τα μάτια ο Ζερόμ είχε αντικρίσει ένα γκρίζο μουστάκι λεκιασμένο από νικοτίνη κάτω ακριβώς από τη μύτη. Μια μεγάλη μύτη. Μια Οβερνιάτικη μυτάρα είχε ο ΜαστροΑντελίν, αλλά χωρίς εκείνες τις μαβιές φλεβίτσες που μαρτυρούσαν τον πότη. Κι ύστερα, τα μάτια. Δυο μάτια γαλανά, στοχαστικά και καλοσυνάτα. Τ ο ’βλεπες με την πρώτη πως αυτός ο άνθρωπος σκεφτόταν. Δεν το ’βλεπες σ’ όλο τον κόσμο, σ’ όλα τα βλέμματα. Ο Μαστρο-Αντελίν σκεφτόταν τα πλάσματα που κοίταζε. Δεν τα έβλεπε απλά σαν λεία, ή σαν εμπόδια βαλμένα τυχαία στο δρόμο του. Τ α έβλεπε σαν ανθρώπινα πλάσματα, με τα συμπλέγματά τους, με τ’ απωθημένα τους, με τα όσα είχαν υποφέρει… Και το μουστάκι που του έκρυβε το στόμα ξανακινήθηκε κι η φωνή ακούστηκε και πάλι το ίδιο σοβαρή και ζεστή, το ίδιο αλλόκοτα παρήγορη όπως την


πρώτη φορά: «Ε, πιτσιρίκο, θα σ’ άρεσε να μάθεις να ζυμώνεις το ψωμί μαζί μου;» «Ναι». Ο Ζερόμ δεν είχε καν συμβουλευτεί με το βλέμμα, προτού απαντήσει, τον διευθυντή του ορφανοτροφείου που τους είχε φέρει σ’ επαφή. Είχε σκεφτεί πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, τίποτα να χάσει έτσι κι αλλιώς, γιατί, αν ο άνθρωπος μ’ αυτή τη φωνή τον απογοήτευε όπως κι οι άλλοι, δεν άξιζε τον κόπο να χασομεράει και πολύ σ’ αυτή τη γη. «Με λένε Μαστρο-Αντελίν», συνέχισε η φωνή. «Αν συμφωνείς, πήγαινε πάρε το μπογαλάκι σου, σε μια ώρα φεύγει το τρένο μας…» Ο μικρός έκανε να τρέξει στον κοιτώνα, μα κοντοστάθηκε γεμάτος τύψεις. «Ε, λοιπόν, τι είναι;» «Ο Ζερεμί…» Ο διευθυντής μπήκε στη μέση. «Ο Ζερεμί Μαλβουαζέν, ο σύντροφός του… Όλα τα παιδιά επινοούν έναν αδερφό… Ο Ζερόμ θα μπορούσε να βρει καλύτερο…» Ο μικρός είχε χαμηλώσει τα μάτια. «Είναι ο φίλος μου!» «Ναι, το ξέρω, σου παίρνει ό,τι έχεις. Είναι ένα σκουλήκι!» «Και πού είναι τώρα αυτός ο Ζερεμί;» είχε ρωτήσει ο ΜαστροΑντελίν. «Τ ιμωρία, γι’ άλλη μια φορά».


Ο διευθυντής πήρε παράμερα τον Μαστρο-Αντελίν. «Έχω δει κάθε καρυδιάς καρύδι, αλλ’ αυτός ο Μαλβουαζέν είναι περίπτωση», του είπε χαμηλόφωνα. «Έχει το διάβολο μέσα του. Χαμογελάτε; Είναι βασικά κακός! Ο Κορμπιέρ δέθηκε μαζί του γιατί έχει καλή καρδιά και δε φοβάται τίποτα και κανένα. Αλλά θα του κάνετε μεγάλη χάρη αν τον χωρίσετε από τον Μαλβουαζέν… Μη σας παρασύρει το συναίσθημα… Θέλετε να υιοθετήσετε δυο;» «Όχι βέβαια… αλλ’ αν αισθάνονται αδέρφια…» Ο διευθυντής έκανε μια αρνητική κίνηση. «Ακούστε, θα μπείτε σε μπελάδες· είναι ένας δαίμονας. Θα σας δείξω το φάκελό του…» Ο Μαστρο-Αντελίν στέναξε βαθιά. «Όχι, σας πιστεύω… Λοιπόν, πρέπει να τελειώνουμε». Και γυρνώντας στον Ζερόμ: «Μόνο εσένα μπορώ να πάρω, το καταλαβαίνεις αυτό, ε; αλλά σου υπόσχομαι πως θα μπορεί να έρχεται ο φιλαράκος σου να σε βλέπει. Θα έρθει να περάσει τις διακοπές μαζί σου. Έτσι δεν είναι, κύριε Διευθυντά;» Ο διευθυντής συμφώνησε. «Βλέπεις; Άντε τώρα, βιάσου, πήγαινε πάρε τα πράγματά σου». Κι ο Ζερόμ είχε υποχωρήσει. Πιστεύοντας αυτή την υπόσχεση, είχε εγκαταλείψει τον Ζερεμί στην τύχη του. Δεν πρόφτασε καν να πάει να τον αποχαιρετίσει στην αίθουσα των τιμωρημένων, εκεί που μουντζούρωνε κάποιες σελίδες μαζί με κάποια άλλα καλόπαιδα, υπό την εποπτεία του πιο σκληρού υπαλλήλου του ιδρύματος. Είχαν ξαναϊδωθεί. Ο Ζερεμί είχε έρθει στο Περπεζάκ, για τις διακοπές, το επόμενο καλοκαίρι. Τ α γεγονότα είχαν επιβεβαιώσει πέρα για πέρα


τις προειδοποιήσεις του διευθυντή, αλλ’ αυτό ήταν μια άλλη ιστορία… Όταν γύρισε ο Ζερόμ από τον κοιτώνα, με τη βαλίτσα του — παραφουσκωμένη και δεμένη μ’ ένα σπάγκο βιαστικά— διέσχισαν την αυλή· ο Μαστρο-Αντελίν τον κρατούσε από το χέρι κι ο Ζερόμ είχε νιώσει πάνω του τα φθονερά βλέμματα των άλλων που θα κοιμόνταν τούτη τη νύχτα, και πολλές άλλες, στ’ ορφανοτροφείο, να τον παρακολουθούν από τα παράθυρα των τάξεων. Είχε σκεφτεί και πάλι τον Ζερεμί και κατάφερε με κόπο να μην κλάψει. Είχε αφεθεί μάλιστα να τον πλημμυρίσει η ευτυχία στη σκέψη πως ξέφευγε από τ’ ορφανοτροφείο, απ’ αυτούς τους μαύρους τοίχους που παραλίγο να σφίξουν και να πνίξουν όλη του την παιδική ηλικία. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει από κείνη τη μέρα, αλλά ο Ζερόμ τη θυμόταν σαν να ήταν χτες. Ήταν χειμώνας και χιόνιζε, σαν και τούτη τη νύχτα, με χοντρές νιφάδες. Ο Ζερόμ είχε στραφεί για μια στιγμή κι είχε δει τα χνάρια τους στο παρθένο χιόνι της αυλής, τα δικά του και του Μαστρο-Αντελίν. Αυτή η θύμηση ήταν σαν να εξαγόραζε όλες τις άλλες που προηγούνταν στη μνήμη του. Α! Δεν ήταν γραφτό να ζήσει αρκετά ο Μαστρο-Αντελίν, να είναι εδώ τούτη τη νύχτα!… Είχε πεθάνει πριν της ώρας του, είχε ανασάνει πάρα πολλή φαρίνα. Είχε προλάβει το γάμο του Ζερόμ με τη Ζαν κι ύστερα είχε φύγει αφήνοντας το φουρνάρικο στο θετό του γιο. Ο Ζερόμ δοκίμασε το ζυμάρι και κούνησε το κεφάλι: ήταν αλατισμένο όσο έπρεπε. Όπως όλοι οι καλοί φουρνάρηδες, δούλευε κατευθείαν το προζύμι κι αυτό του επέτρεπε να φουρνίζει δυο ώρες αφότου τέλειωνε το ανέβασμα. Δε ζύγιζε το αλάτι* έπιανε τις αναλογίες με το μάτι, τη θερμοκρασία με το πετσί του, όπως κι ο ΜαστροΑντελίν στον καιρό του. Θα μπορούσε να δουλέψει στα σκοτεινά, δε θα έπεφτε πολύ έξω ούτε στο αλάτι, ούτε στη μαγιά, ούτε στο νερό και στο αλεύρι. Κι ήταν περήφανος γι’ αυτό. Δεν είχε άλλη φιλοδοξία από το να κάνει καλά τη δουλειά του. Τ ράβηξε τη ζύμη. Ήθελε κι άλλο ζύμωμα, δεν ήταν αρκετά ελαστική και κολλούσε λίγο στα δάχτυλα. Ξαναβάλθηκε να ζυμώνει με δύναμη, σιγοτραγουδώντας…


Τ ου άρεσε αυτό, γι’ αυτό ήταν φτιαγμένα τα χέρια του. Κι αν ήταν κάποια που δεν είχε παράπονα —για χάδια μιλάμε— αυτή ήταν η Ζαν. Ευχάριστες σκέψεις του ήρθαν στο νου… Ήταν εγκρατείς αυτές τις τελευταίες βδομάδες, για να μην κάνουν κακό στο μωρό, μα σαν θα συνερχόταν από τη γέννα… Πήγαιναν δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι και δεν την είχε βαρεθεί, δεν την είχε χορτάσει ακόμα και φαίνεται πως αυτό θ’ αργούσε πολύ να γίνει… ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Μια ώρα αργότερα κι ενώ ο Ζερόμ τριγύριζε, αργόσχολος, στο σαλόνι σαν φυλακισμένος στο κελί του, η Αστερία του φώναξε από πάνω πως ήταν ώρα να πάει να φέρει το γιατρό Ντελμάς. Δεν τόλμησε ν’ ανέβει, έστρεψε μόνο προς τη σκάλα το πρόσωπό του που πάνω του διάβαζες δυο συναισθήματα: την ανησυχία, μιας «κι είχε αρχίσει η δουλειά» και την ανακούφισή του που μπορούσε να φανεί χρήσιμος σε κάτι, επιτέλους! Μα προτού ορμήσει έξω, στο αμάξι του που περίμενε ζεμένο από ώρες, ήθελε να μάθει κάτι περισσότερο. Ζητιάνεψε λοιπόν κάποιες συμπληρωματικές πληροφορίες. «Όλα πάνε καλά, Αστερία;» «Όλα θα πάνε καλά αν κάνεις αυτό που σου λέω, ξεμυαλισμένε! Τ ρέχα λοιπόν να φέρεις το γιατρό, αντί να χαζολογάς σαν χασομέρης!» του αποκρίθηκε η Αστερία από κει ψηλά, όπου εκτυλίσσονταν τα γυναικεία μυστήρια. «Ναι, ναι, πάω, τρέχω!» Τ ην επόμενη στιγμή άρπαζε από το πορτμαντό το φοδραρισμένο με γούνα σακάκι και το καπέλο κι έτρεχε προς το δίτροχο. Ο Κοπέρνικος, το πιο καλόβολο και το πιο γέρικο άλογο της περιοχής, σιγοχλιμίντρισε βλέποντας το αφεντικό του. Τ ο ζώο ήταν ανήσυχο μ’ όλα τούτα που συνέβαιναν από την αρχή της βραδιάς. Από τα χρόνια που έκανε τη διανομή του ψωμιού, πρώτα με τον ΜαστροΑντελίν κι ύστερα με τον Ζερόμ, ήξερε τόσο καλά το δρομολόγιο


που θα μπορούσε να το κάνει μόνο του. Μα ποτέ ως τώρα δεν το είχαν ζέψει τόσο αργά κι ούτε το είχαν αφήσει να περιμένει τόσες ώρες κάτω από το χιόνι. Ο Ζερόμ του χάιδεψε το λαιμό προτού ανάψει τα δυο φανάρια πετρελαίου και ρυθμίσει το φιτίλι τους. Ύστερα σκαρφάλωσε στο κάθισμα της άμαξας. «Πάμε, γέρο μου, αλλ’ απόψε οδηγώ εγώ: αλλάζουμε δρόμο, πάμε στο γιατρό Ντελμάς… Με καλπασμό!» Η ιδέα πως θα μπορούσε ο Κοπέρνικος να καλπάσει θα έκανε τους θαμώνες του Καφενείου των Εμπόρων, όπου ο Ζερόμ έπαιρνε το απεριτίφ του κάθε απόγευμα στις πέντε, να ξεραθούν από τα γέλια. Ωστόσο ο φούρναρης χτύπησε με το καμτσίκι τα μαδημένα καπούλια του ψαρή του που αναπήδησε κάτω απ’ αυτή την ασυνήθιστη μεταχείριση και πήρε το δρόμο μ’ ένα βήμα μόλις πιο γρήγορο από το κανονικό. Τ ότε κατάλαβε ο Ζερόμ πόσο γέρικο ήταν το άλογό του. Έπρεπε να το αλλάξει… Μα ο Κοπέρνικος δεν είχε να φοβάται τίποτα, θα υπήρχε πάντα άφθονος σανός για δυο άλογα στου Ζερόμ Κορμπιέρ, για το νέο που θα ’κανε τη δουλειά, και το γέρικο που θα ζούσε γαλήνια τη σύνταξή του… «Ε, κάνε μια προσπάθεια τέλος πάντων», γκρίνιαξε στο άλογο, «αλλιώς σε παρατάω και πάω με τα πόδια!» Σαν να κατάλαβε, ο Κοπέρνικος άνοιξε το βήμα και το αμάξι κουνήθηκε πιο γρήγορα. Οι νιφάδες του χιονιού στροβιλίζονταν στο φως των φαναριών. Κάτω από το μπορ του καπέλου του, ο Ζερόμ γούρλωνε τα μάτια για να σιγουρευτεί πως το άλογο δεν ξέφευγε από το δρόμο. Ο γιατρός Ντελμάς έμενε στο Φαβιόλ, στην άλλη άκρη του Περπεζάκ, πέντε χιλιόμετρα από το φουρνάρικο, που ήταν ήδη αρκετά ξέμακρα από το κέντρο της κωμόπολης. Από καιρό σκεφτόταν να εγκατασταθεί στην καρδιά του οικισμού, αντίκρυ στην εκκλησιά, την καλύτερη θέση για ένα μαγαζί σαν το δικό του… Κι όσο για την επιλογή του γιατρού, θα μπορούσε ν’ απευθυνθεί στο γιατρό Ντελμπέκ που έμενε πιο κοντά από το γιατρό Ντελμάς, αλλά


η Αστερία δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα. Τ ο φαντάζεσαι, ένα γιατρό που είχε μόλις είκοσι χρόνια στο Περπεζάκ! Τ ι μπορούσε να είναι; Αρχάριος κι ατζαμής! Ενώ ο γιατρός Ντελμάς δεν είχε φύγει από το Περπεζάκ παρά μόνο όσο χρειάστηκε για να κάνει τις σπουδές του και το στρατιωτικό του, εδώ και πενήντα χρόνια… Κι ύστερα ο Ντελμπέκ ήταν της ομάδας του Μελεν-σόν, του ριζοσπάστη-σοσιαλιστή δημάρχου. Ο Ντελμάς ήταν της Action Franpaise κι ο Ζερόμ έκλινε πιότερο προς τα κει. Ένας έμπορος σε μια μικρή πόλη πρέπει να είναι μετριοπαθής στις πολιτικές του απόψεις, αλλά όπως και να ’ναι, ο Μαστρο-Αντελίν δε συμπαθούσε τους κόκκινους. Έφηβος, ο Ζερόμ είχε υιοθετήσει τις πεποιθήσεις του θετού του πατέρα κι από τότε δεν είχε νιώσει την ανάγκη ν’ αλλάξει. Ο γιατρός Ντελμάς ήταν απ’ αυτούς τους γερο-γιατρούς με το λορνιόν και το παράσημο της Αεγεώνος της Τ ιμής, εμβλήματα μιας Γαλλίας βαθιάς κι αιώνιας. Είχε ασπρίσει κάτω από το χαλινάρι του Ασκληπιού κι είχε δει τόσα που ήξερε περίπου με την πρώτη ματιά με τι είχε να κάνει. Ακόμα κι αν δεν το έλεγε, ήξερε αν ο ασθενής του θα τα έβγαζε πέρα ή όχι… Ήξερε ακόμα, και το ’λεγε λιγότερο, πως η τέχνη του, η ιατρική, είχε συχνά πολύ λίγη σχέση μ’ αυτή την έκβαση, όποια κι αν αυτή ήταν. Ήξερε καλά τους Κορμπιέρ. Τ ους είχε κουράρει και τους δυο από παιδιά. Στην πραγματικότητα γνώριζε τα πάντα γι’ αυτούς, τις σωματικές και φυσιολογικές ιδιαιτερότητές τους. Ήταν ένα από τα πιο όμορφα ζευγάρια που είχε ακροαστεί σ’ όλη τη μακριά του καριέρα. Αλλά… Υπήρχε κι ένα αλλά, και πολύ σοβαρό μάλιστα. Η Ζαν δεν ήταν αυτό που λένε «καρπερή και καλόγεννη». Δεν ήταν τυχαίο που οι σύζυγοι προσπαθούσαν απεγνωσμένα ν’ αποκτήσουν παιδί εδώ και δέκα χρόνια. Παιδιά είχε χάσει δυο στο δρόμο, ίσως και πιο πολλά. Δεν ήταν μόνο απ’ αυτές για τις οποίες ορισμένες ανατομικές ιδιαιτερότητες καθιστούν δύσκολη τη σύλληψη, αλλά και σαν έμενε έγκυος κινδύνευε ν’ αποβάλλει από στιγμή σε στιγμή. Δε θα σου περνούσε από το νου έτσι που την έβλεπες, όμορφη και καλοφτιαγμένη… Ήταν εύθραυστη στην πραγματικότητα. Ο Ζερόμ,


αυτός ήταν ένα στοιχειό της φύσης. Θα είχε κιόλας μια ντουζίνα κουτσούβελα αν είχε παντρευτεί μια άλλη. Κι αυτό, σκέφτηκε ο γερο-γιατρός καθώς σκαρφάλωνε στο δίτροχο δίπλα στον φούρναρη, ήταν ένας πραγματικός κίνδυνος για τούτο το φαινομενικά τέλειο ζευγάρι. Ο άντρας ήθελε παιδιά. Αν η γυναίκα του δεν κατάφερνε να του τα δώσει τα πράγματα μπορεί να έπαιρναν άσχημη τροπή ανάμεσά τους… Και θα ήταν κρίμα γιατί αγαπιόνταν κι ήξερε πως ήταν ευτυχισμένοι, ξέχωρα από το θέμα των παιδιών. Τ έλος πάντων, αυτό το θέμα θα λυνόταν απόψε, το ήλπιζε… «Τ ι είπε η Αστερία;» ρώτησε. «Είπε μόνο πως είναι για τώρα», απάντησε ο Ζερόμ βιτσίζοντας άσκοπα τα καπούλια του Κοπέρνικου. «Ει, μην εκνευρίζεσαι, θα το σκοτώσεις το δύστυχο και πώς θα κάνεις τη διανομή σου μετά;» «Σέρνεται όλο και πιο πολύ. Τ ο αποφάσισα, θα πάρω άλλο». «Αλλο; Συνεννοήθηκες με τον Λέοπολντ;» «Τ ον Λέοπολντ; Όχι, όχι, ο γερο-Κοπέρνικος μου δε θα πάει στο σφαγείο. Θα τον βάλω να βοσκάει στο λιβάδι, πίσω από το σπίτι». «Α, μπράβο, έχεις καλή καρδιά. Μου το ’λεγε συχνά ο Αντε-λίν: ‘Αυτός ο μικρός δεν πιάνει πουλιά στον αέρα, αλλά έχει καλή καρδιά’». Ο Ζερόμ στράφηκε στο γιατρό και τον κοίταξε έκπληκτος και πληγωμένος. «Έλεγε τέτοιο πράγμα;» Ο γιατρός χαμογέλασε μέσ’ από τα μουστάκια του. «Μα, όχι, δεν έλεγε τέτοια πράγματα ο Αντελίν! Σε λάτρευε, το ξέρεις… Τ ο είπα έτσι για να σε κουρδίσω λιγάκι. Δεν άλλαξες, ε;


Αρπάζεσαι πάντα». Ο Ζερόμ γέλασε, καθησυχασμένος. Τ α πειράγματα του γιατρού Ντελμάς αποτελούσαν μέρος των παιδικών του αναμνήσεων. Ο γιατρός δεν είχε το ταίρι του για να διασκεδάζει την ανησυχία και να στρέφει αλλού την προσοχή των πιτσιρίκων που εξέταζε. Ο Ζερόμ αναστέναξε. Αγαπούσε το γερο-Νταλμάς και του είχε εμπιστοσύνη, αλλά Θεέ, τι ατέλειωτη του φαινόταν αυτή η νύχτα! Όταν έφτασαν στη «Λουβερί», ο Ζερόμ άφησε στο προσκέφαλο της Ζαν το γιατρό και βγήκε από το δωμάτιο. Μόνο που την έβλεπε, τόσο χλωμή, με τα σγουρά μαύρα μαλλιά κολλημένα στους κροτάφους από τον ιδρώτα, του έκανε κακό. Τ ης έστειλε ένα φιλί με τ’ ακροδάχτυλά του κι εξαφανίστηκε. Είχαν μιλήσει προτού την πιάσουν οι πόνοι· έπρεπε να την αφήσει ήσυχη. Η Αστερία κι ο γιατρός θα τη φρόντιζαν, όλα θα πήγαιναν καλά και στο τέλος της νύχτας το μωρό θα ήταν εδώ, σαν ολόζεστο ψωμάκι… Στην κάμαρα, η Αστερία παραμόνευε το πρόσωπο του γιατρού Ντελμάς. Αυτός, με το στηθοσκόπιο στ’ αυτιά, τα μάτια μισόκλειστα, ήταν ολότελα απορροφημένος, αφουγκραζόταν τούτη τη μικροσκοπική ζωή που αναζητούσε ψηλαφητά το δρόμο της προς το φως. Η Αστερία ήταν πανέτοιμη. Σαν της ζητούσε εκείνο ή τ’ άλλο θα το είχε με την πρώτη, στη στιγμή. Είχε παρασταθεί πολλές φορές σε τέτοιες περιπτώσεις, στις γειτόνισσες. Θα τα είχε βγάλει μια χαρά πέρα μόνη της, με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Αλλά εδώ είχε να κάνει με το παιδί του Ζερόμ και της Ζαν κι ευχαρίστησε το Θεό που είχε πάρει από πάνω της τούτη την ευθύνη. Κι ύστερα, φοβόταν. Τ ι κι αν δεν ήταν γιατρός, μια φτωχή κι ανίδεη γυναίκα ήταν, μα κάτι της έλεγε πως τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως θα έπρεπε. Από την ώρα που είχε στείλει τον Ζερόμ να φέρει το γιατρό, δεν είχε σημειωθεί καμιά πρόοδος. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τα πράγματα είχαν πάρει μια ανησυχητική τροπή: το μωρό ερχόταν με τα οπίσθια… Η Αστερία έπιασε μια φευγαλέα γκριμάτσα στα χαρακτηριστικά του γιατρού που επιβεβαίωσε τους φόβους της. Μα τι στην ευχή, θα τα έφερνε βόλτα και με τούτη τη γέννα. Τ ο παιδί του Ζερόμ ήταν τούτο


που θα γεννιόταν! Τ ου Ζερόμ, που τον είχε ταΐσει, πλύνει, μαλώσει και χαϊδέψει σαν να ήταν δικός της γιος, από δέκα χρονών. Θα έδινε και το δεξί της χέρι, αν γινόταν, για να πάνε όλα φυσιολογικά… «Έλα, έλα, θα τα καταφέρεις! Ξεκουράσου λίγο, Ζαν… Αστερία, δε μου κάνεις ένα ζεστό καφεδάκι, σε παρακαλώ; Πάγωσα όσο να έρθουμε, μέσα στο χιόνι…» Ο γιατρός, μιλώντας, είχε στρέψει τα μάτια του στην Αστερία κι αυτό που διάβασε η γυναίκα μέσα τους την πάγωσε. Ήθελε καφέ, ναι σύμφωνοι, μα κυρίως ήθελε χρόνο να σκεφτεί. Σκεφτόταν κι εκείνη, κατεβαίνοντας στην κουζίνα στο ισόγειο. Τ ο πιο κοντινό νοσοκομείο ήταν στο Βαλ-Μορίς, σε είκοσι δύο χιλιόμετρα. Και το πιο κοντινό αυτοκίνητο ήταν του Μελενσόν του δημάρχου. Έξω χιόνιζε όλο και πιο πολύ. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε μέσ’ από το τζάμι, τρυπώντας με το βλέμμα της τη νύχτα. Ο Ζερόμ μπόρεσε να πάει να φέρει το γιατρό, μα τώρα, δε χιόνιζε απλά, το γύριζε σε χιονοθύελλα. Έπρεπε ν’ αποφασίσουν γρήγορα. Ή θα συνέχιζαν εδώ, με τη χάρη του Θεού, ή θα επιχειρούσαν να πάνε τη Ζαν στο νοσοκομείο. Μα τότε έπρεπε να ειδοποιήσουν τον Μελενσόν, να έρθει εδώ και στη συνέχεια η Ζαν θα είχε ν’ αντιμετωπίσει τις ταλαιπωρίες ενός χιονισμένου δρόμου, τη θύελλα… Ο Μελενσόν είχε τηλέφωνό, όχι όμως κι ο Ζερόμ. Στο Περπεζάκ υπήρχαν μόνο καμιά δεκαπενταριά συνδρομητές. Ο Ζερόμ ήταν ο τελευταίος από τους προκρίτους του χωριού που δεν είχε ακόμα τηλέφωνο. Θα γινόταν κι αυτό μια μέρα, αλλά για την ώρα δεν εμπιστευόταν την πρόοδο. Αρνιόταν το τηλέφωνο όπως και το ηλεκτρικό ζυμωτήρι. Αλλη μια κληρονομιά του Μαστρο-Αντελίν. Απόψε, το τηλέφωνο θα ήταν πολύ χρήσιμο. Η Αστερία έβαλε τον καφέ στο δίσκο και ξανανέβηκε στην κάμαρα. Μπαίνοντας, αναζήτησε το βλέμμα του γιατρού Ντελμάς. Αυτός δεν το αποτράβηξε. Είχε κάνει την επιλογή του. Είχε βγάλει το σακάκι κι είχε πιάσει δουλειά. «Ο καφές σας, γιατρέ».


«Ευχαριστώ, Αστερία. Βάλ’ τον στο κομό, αν θέλεις!» ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Ο Ζερόμ έπλαθε τα μπαλάκια του ζυμαριού στο χέρι, όπως και ζύμωνε ακόμα με τα χέρια, έτσι όπως του είχε μάθει ο ΜαστροΑντελίν. Πολλοί φουρναραίοι χρησιμοποιούσαν κιόλας αυτόματα μηχανήματα για όλες αυτές τις δουλειές, αλλά ο Ζερόμ δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει. Κάθε καρβέλι που πουλιόταν από το φούρνο του, ήταν γέννημα των χεριών του. Όταν το ζύμωμα και το ανέβασμα, τούτο το πρώτο στάδιο της δουλειάς, τέλειωνε, έβγαζε τα πανιά που προορίζονταν για να κρατήσουν τη φυσική θερμοκρασία και να εμποδίσουν τη ζύμη να ξεραθεί. Έπαιρνε τότε την τριγωνική του σπάτουλα, λίγο κοφτερή στην εσωτερική επιφάνεια κι άρχιζε να χωρίζει το ζυμάρι. Η ζύμη χάνει βάρος με το ψήσιμο. Γιά να έχεις ένα καρβέλι 500 γραμμαρίων πρέπει να ετοιμάσεις ένα βόλο ζύμης 600 γραμμαρίων. Ο Ζερόμ θυμήθηκε τα χρόνια της μαθητείας του κάτω από το άγρυπνο μάτι του Μαστρο-Αντελίν. Στην αρχή, οι βόλοι του ζύγιζαν 725 γραμμάρια, ή 548, η 672, ποτέ 600 κι έπρεπε να τους διορθώσει πολλές φορές, πράγμα που του έπαιρνε τρομερό χρόνο. Ο Μαστρο-Αντελίν δεν του χαριζόταν σ’ αυτό το θέμα, τόσο που αυτά τα… μυθικά 600 γραμμάρια είχαν γίνει για τον Ζερόμ πραγματική πρόκληση. Τ ο παιδί, φιλότιμο κι εργατικό, είχε βάλει τα δυνατά του κι είχε βελτιώσει την επίδοσή του. Με τον καιρό, η διαφορά είχε μειωθεί. Ο βόλος του, κατά μέσον όρο, είχε πλησίασε το ιδανικό βάρος και δεν ξέφευγε πια παρά κατά μερικά γραμμάρια. Στα δώδεκά του, σου έβγαζε από το ζυμωτήρι, μια κι έξω, ένα βόλο ζύμης γύρω στα 602 ή στα 599 γραμμάρια. Ο Μαστρο-Αντελίν μπορούσε να είναι ικανοποιημένος: ο μαθητευόμενος του είχε μάτι και χέρι εξαιρετικό. Τ ώρα πια, ο Ζερόμ Κορμπιέρ σπάνια πρόσθετε ή αφαιρούσε το ελάχιστο στις αναλογίες της ζύμης του. Σαν έκοβε τους βόλους, παρατούσε τη σπάτουλα και τους έπλαθε «με τρεις κινήσεις σε δυο χρόνους» πάνω στην αλευρωμένη επιφάνεια της σανίδας του. Κι είχε αποκτήσει τόση επιδεξιότητα,


που αυτή η μάλαξη, τόσο δύσκολη για κάθε αδαή, γινόταν με μια ασύλληπτη γρηγοράδα. Τ α χέρια του Ζερόμ κινιόνταν στο τραπέζι και τα μπαλάκια του ζυμαριού, ολο-στρόγγυλα και λεία, προσγειώνονταν σαν από θαύμα μέσα σε κοφίνια από λυγαριά ντυμένα με ύφασμα από μέσα. Σαν τέλειωνε με τις μπάλες, έπιανε να φορμάρει τις φραντζόλες. Τ ις έπλαθε συμμετρικές, μακρουλές προτού τις αραδιάσει σε πινακωτές στρωμένες με λινάτσα. Και για να ξεχωρίζει η μια από την άλλη, δίπλωνε το ύφασμα ανάμεσα στις δυο φραντζόλες. Κι εδώ δούλευε γοργά, με απόλυτη σιγουριά. Δεν το ’χε ανάγκη ούτε να κοιτάζει τι έκανε και τούτη η δουλειά δεν κατάφερνε να του αποσπάσει το νου από τη σκέψη που τον κατέτρωγε. Τ ι γινόταν εκεί πάνω; Καθώς πήγαινε να φέρει το γιατρό Ντελμάς, έλεγε μέσα του πως το διπλό τους μαρτύριο, της Ζαν και το δικό του, πλησίαζε στο τέλος του. Υπόθεση μιας ώρας, ίσως και λιγότερο. Ίσα ίσα που θα τέλειωνε το ανέβασμα. Μα το ανέβασμα είχε τελειώσει, είχε τελειώσει και το χώρισμα και το πλάσιμο κι ακόμα δεν ήξερε τίποτα. Φυσικά, θα μπορούσε ν’ ανέβει πάνω. Αλλά η Αστερία δε θα το ’θελε, ούτε κι η Ζαν… Ούτε κι ο Ντελμάς, που δεν ήταν και πολύ βολικός και δεν του άρεσε να τον ενοχλούν. Σαν θα τέλειωναν όλα, θα έρχονταν να του το πουν. Στο μεταξύ, εκείνος δε θα χρησίμευε σε τίποτα εκεί πάνω. Κάλιο να ’μενε εδώ, να δούλευε ήσυχα ήσυχα. Ήσυχα; Εμένα μου λες; Ο Ζερόμ υπολόγισε με την άκρη του ματιού το ζυμάρι που απόμενε στον κάδο. Σε λίγο θα τέλειωνε και με τις φραντζόλες και δε θα είχε τίποτα να κάνει, ώσπου να ξανανέβει το ψωμί κι ο φούρνος προθερμαινόταν… Ήταν ο φούρνος που ο Αντελίν είχε χτίσει με τα χέρια του όταν εγκαταστάθηκε στο Περπεζάκ, εδώ και πόσα χρόνια… Εβδομήντα το λιγότερο! Τ ο πιο απλό μοντέλο τέτοιοι φούρνοι υπήρχαν από τότε που έφτιαχναν το ψωμί. Ένας φούρνος για ξύλα, που θερμαινόταν απευθείας, ένα απλό κτίσμα για ψήσιμο με τοιχώματα από τούβλο. Στοιβάζεις εκεί δεμάτια ξύλα και βάζεις φωτιά. Όταν η θερμοκρασία φτάσει στο σημείο που πρέπει, τραβάς τις στάχτες και τη χόβολη, καθαρίζεις τον κλίβανο μ’ ένα υγρό κλιβανόμακτρο κι ύστερα φουρνίζεις το ψωμί, όσο γίνεται πιο γρήγορα, για να μη σου φύγει η ζεστασιά. Θα πέσει από μόνη της από 30 με 40 βαθμούς, αλλά το σημαντικό είναι να ξεκινήσει από


τους 250 ή τους 280, για να φέρει την εσωτερική θερμοκρασία της ζύμης στους 95 βαθμούς περίπου… «Ζερόμ…» Ήταν τόσο απορροφημένος στη δουλειά του που δεν άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει. Χρειάστηκε να μπει μέσα για τα καλά η Αστερία και να τον φωνάξει για ν’ αντιληφθεί την παρουσία της. Στράφηκε προς το μέρος της κι εκείνη ξανάπε «Ζερόμ…» Κατάλαβε, από την άχρωμη φωνή της, από τη χαμένη της έκφραση, πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν ερχόταν να του αναγγείλει το καλό νέο που περίμενε. Η καρδιά του βάλθηκε να χτυπά άγρια, ενώ σκούπιζε σπασμωδικά τα πασαλειμμένα με ζυμάρι χέρια του στην ποδιά του. Δυο λέξεις χτυπούσαν τα τοιχώματα του κρανίου του, σαν το μονότονο κύμα που χτυπάει το γιαλό τις χειμωνιάτικες μέρες: είναι νεκρή, είναι νεκρή, είναι νεκρή… στο «είναι» το κύμα μαζευόταν και φούσκωνε και στο «νεκρή» ξεχυνόταν, ξέσπαζε. Θα πρέπει να είχε ύφος τρελού, γιατί η Αστερία, που τον ήξερε από παιδάκι, έκανε πίσω, τρομαγμένη. Ωστόσο κατάφερε να συγκρατηθεί, με τρομερή προσπάθεια. «Είναι νεκρή, ε;» «Όχι, γελιέσαι… Ο γιατρός Ντελμάς θέλει να σε δει…» Είχε ριχτεί κιόλας στην Αστερία, την παραμέριζε. Ήταν γριά κι αδύναμη κι αυτός δεν ήξερε τη δύναμή του. Τ ρέκλισε. Τ η συγκράτησε μηχανικά. Αυτή άφησε μια φωνούλα πόνου, τόσο δυνατά της είχε σφίξει το χέρι για να μη την αφήσει να πέσει. Χαλάρωσε το σφίξιμό του. «Δεν είναι νεκρή, τ’ ορκίζεσαι;» «Στ’ ορκίζομαι». «Τ ότε είναι το μωρό!»


Η Αστερία δεν απάντησε. Ο Ζερόμ την άφησε κι όρμησε έξω από το φούρνο. Η αυλή που χώριζε τα δυο τμήματα του κτίσματος δεν ήταν μεγάλη, είκοσι μέτρα το πολύ, μα η νύχτα ήταν τόσο σκοτεινή και το χιόνι έπεφτε τόσο πυκνό που δε διέκρινε τα φωτισμένα παράθυρα στον απέναντι τοίχο. Οι χοντρές νιφάδες στροβιλίζονταν γύρω του σαν ξετρελαμένο μελίσσι. Ο έξω κόσμος έπλεε στην ίδια σύγχυση, στον ίδιο ξετρελαμό όπως κι εκείνος. Είχε το συνήθειο να ζυμώνει ξυπόλυτος. Δεν είχε σταθεί να φορέσει τα παπούτσια του. Καθώς έτρεχε στο χιόνι, γλίστρησε, έπεσε, σηκώθηκε βρίζοντας και συνέχισε την τρεχάλα του στα τυφλά. Δεν είδε το φως που ξεγλιστρούσε από τις κουρτίνες της πόρτας παρά μόνο σαν έφτασε μπροστά. Τ ο χέρι του έπεσε στην πετούγια που του αντιστάθηκε. Τ η ζόρισε. Υποχώρησε. Αργότερα είδε πως την είχε σπάσει. Ετοιμαζόταν ν’ ανέβει τα σκαλοπάτια τέσσερα τέσσερα όταν τον σταμάτησε η φωνή του γιατρού Ντελμάς. «Ζερόμ…» Ο ηλικιωμένος άντρας ήταν στην τραπεζαρία, καθισμένος στο τραπέζι μπροστά σε κάτι χαρτιά, με τον κορμό στραμμένο προς το μέρος του. Ο Ζερόμ δίστασε. Η Ζαν ήταν εκεί πάνω, νεκρή ή ζωντανή. «Τ ι έγινε;» «Έλα, κοιμάται. Πρέπει να πάρεις κάτι φάρμακα από του Γκαφαρέλ, αύριο πρωί… Σου ετοιμάζω τη συνταγή». Ο Ζερόμ μπήκε στην τραπεζαρία. Ο γέρο Ντελμάς φαινόταν κουρασμένος, τ’ άσπρα μαλλιά του, καλοχτενισμένα συνήθως, κολλούσαν στο μέτωπό του από τον ιδρώτα. Κοίταξε τον Ζερόμ μια στιγμή ακόμα κι ύστερα χαμήλωσε τα μάτια. «Έκανα ό,τι μπορούσα, σου τ’ ορκίζομαι… αλλά ερχόταν με την έδρα… Για μια στιγμή πίστεψα, μα όχι, δεν είχα ό,τι χρειαζόταν στο ^(έρι… Ήταν πολύ επικίνδυνο, καταλαβαίνεις; Για κείνη… Τ ώρα είναι γερή και ζωντανή κι αυτό είναι το σπουδαιότερο, δεν είναι;»


Σώπασε. Ένα σιδερένιο χέρι έσφιγγε το λαιμό του Ζερόμ. Η Ζαν σωσμένη. Τ ο παιδί… Δεν υπάρχει παιδί. Αλλη μία χαμένη συνάντηση με τη ζωή. Πήγε να μιλήσει μα δεν κατάφερε να βγάλει παρά ένα πνιχτό βογκητό από το στόμα του. Ο Ντελμάς όμως κατάλαβε. Τ ο βογκητό ήταν μια ερώτηση. Μια ερώτηση άσκοπη κι οδυνηρή. «Τ ι σημασία έχει τι ήταν; Ήταν μια απατηλή ελπίδα. Δεν πρέπει ούτε να το σκέφτεσαι. Η γυναίκα σου είναι ζωντανή… Δεν ήμουν σίγουρος πως θα την έσωζα!» «Πείτε μου πάντως!» Ο γιατρός γύρισε και πάλι το βλέμμα του στον Ζερόμ. Τ α λόγια είχαν τιναχτεί από το στόμα του φούρναρη σαν τη λάβα από το ηφαίστειο. «Επιμένεις τόσο να μάθεις; Όπως θέλεις: ήταν αγόρι. Ένα μεγάλο παιδί, πολύ μεγάλο, υπερβολικά μεγάλο!» Η φωνή του Ντελμάς ήταν τραχιά. Όταν οι άνθρωποι θέλουν να μάθουν όλο το μέγεθος της δυστυχίας τους, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς, πρέπει να τους το πεις, όσο πιο ωμά γίνεται. Ο Ντελμάς σώπασε, δίστασε για λίγο και συνέχισε: «…Και θα σου πω και κάτι που πρέπει να το παραδεχτείς μια κι έξω: δεν πρέπει να ξαναεπιχειρήσεις. Θα πεθάνει. Μ’ ακούς; Δεν είναι φτιαγμένη για παιδιά, τώρα είμαι σίγουρος. Με κατάλαβες;» Όρθιος στο κατώφλι της τραπεζαρίας, με το κεφάλι σκυφτό, ο κολοσσός έκλαιγε σιγανά. Ο Ντελμάς πιέστηκε πολύ να μη σηκωθεί, να τον αγκαλιάσει από τους ώμους σαν πατέρας. Μα ήταν νωρίς ακόμα. Ο Ζερόμ έπρεπε να καταλάβει. Γιά τη Ζαν ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. «Με κατάλαβες;» Ο Ζερόμ κούνησε το κεφάλι. «Δε θέλω να ξανάρθω σ’ ένα χρόνο για να δω τη γυναίκα σου να


πεθαίνει στη γέννα. Δεν μπορεί να κάνει παιδιά, έτσι είναι, πρέπει να τα βολέψετε κάπως αλλιώς. Πες μου τις λέξεις, να τις ακούσω… Δεν μπορεί… Αν είναι να ξαναφτάσει ως τη γέννα, θα πεθάνει!» «Δεν μπορεί να κάνει παιδιά…» ψέλλισε ο Ζερόμ μέσ’ από τα δάκρυά του. Ένας λυγμός τον συγκλόνισε. Ο γιατρός σηκώθηκε κι ακούμπησε το χέρι στον ώμο του. «Σε ξέρω πολλά χρόνια, Ζερόμ… Ο Αντελίν κι εγώ είμαστε μαζί στο σχολείο. Όταν σ’ έφερε από τ’ ορφανοτροφείο, σε μένα ήρθε να σε ακροαστώ, να δω αν όλα πήγαιναν καλά! Αν χρειαζόταν λοιπόν να δώσω το δεξί μου χέρι για να σε γλιτώσω απ’ αυτό που ζεις τώρα, θα το έκανα… μα δεν μπορώ, κανένας δεν μπορεί να σε γλιτώσει απ’ αυτόν τον καημό. Πρέπει να κάνεις κουράγιο… Κι ύστερα, μια μέρα θα πρέπει να κάνεις ό,τι κι ο Μαστρο-Αντελίν, να υιοθετήσεις ένα… Μπορεί να είναι της μοίρας σου…» «Μα είναι άδικο! Θέλουμε ένα δικό μας, η Ζαν κι εγώ». Ο γιατρός ύψωσε τους ώμους του. «Αδικο, ξάδικο… Σου ομολογώ πως δεν τα πολυπιστεύω πια όλ’ αυτά. Έχω δει πολλούς να υποφέρουν και να πεθαίνουν, πολλούς που δεν το άξιζαν και το αντίθετο, σκουλήκια να τους πηγαίνουν όλα δεξιά! Έχω δει μανάδες να περιμένουν δέκα χρόνια ένα παιδί, κι όταν τους έρχεται να μην είναι άνθρωπος καλά καλά. Ούτε κι αυτές το άξιζαν». «Τ ότε τι; Τ ι κάνουμε; Γιατί ζούμε, ε;» «Ίσως το μάθουμε αυτό μια μέρα… Πρέπει να πας να κοιμηθείς. Εγώ θα μείνω εδώ. Θα μου στρώσει κάπου η Αστερία. Θέλω να είμαι εδώ όταν ξυπνήσει η Ζαν. Αλλά θα τα καταφέρει, της έχω εμπιστοσύνη. Πήγαινε πλάγιασε εσύ…»


«Όχι ακόμα, η φουρνιά δεν είναι έτοιμη». Ο Ζερόμ σκούπισε τα μάγουλά του με την ανάστροφη της αλευρωμένης παλάμης του. Ύστερα γύρισε την πλάτη στον γέροντα και τράβηξε για το φούρνο, παραπατώντας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Τ ο άλλο πρωί, όλο το χωριό παρήλασε από το φουρνάρικο. Δε χιόνιζε πια, αλλά δεν ήταν σίγουροι πως το κάρο θα έκανε τη διανομή σήμερα. Αποφάσισαν λοιπόν να πάρουν τα πόδια τους, αν ήθελαν ψωμί. Μα ήθελαν και να μάθουν τα νέα κι ακόμα κι όταν ο Μπασταβιέ, ο επιστάτης της σιδηροδρομι-κής γραμμής, γύρισε με άδεια χέρια, λέγοντας πως ο Ζερόμ είχε πουλήσει όλη τη φουρνιά, ο κόσμος συνέχισε να πηγαίνει στο μαγαζί. Αγόραζαν ό,τι έβρισκαν, παξιμάδια, μαγιά, αλεύρι… Πρόσχημα ήταν για να μπουν, να όουν τα μούτρα του, του Ζερόμ Κορμπιέρ, του άντρα που η γυναίκα του έχασε ένα νιογέννητο τούτη τη νύχτα. Δεν το έκαναν από κακία, η πράξη τους δεν είχε τίποτα το κακόβουλο. Αγαπούσαν τον φούρναρή τους, έστω κι αν ήταν μόνο από ευγνωμοσύνη της κοιλιάς. Οι γονείς το έλεγαν στα βλαστάρια τους όταν τους έκαναν τη ζωή δύσκολη: «Τ ρώγε, τούτο το ψωμί, το ψωμί του Ζερόμ Κορμπιέρ είναι καλύτερο κι από παντεσπάνι… Μακάρι να τρως τέτοιο σ’ όλη σου τη ζωή!» Ήξεραν τι είχε συμβεί. Η υπηρέτρια του γιατρού Ντελμάς, δεν μπόρεσε να κρατήσει το στόμα της κλειστό, το είχε πει σ’ όλο τον κόσμο. Ο κύριός της είχε γυρίσει σπίτι το πρωί, κατάκοπος, θλιμμένος. Κατά τα φαινόμενα, τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά στο σπιτικό των Κορμπιέρ και καθώς ο γιατρός της είχε παραγγείλει να πάει μια συνταγή στον Γκαφαρέλ, τον φαρμακοποιό, στ’ όνομα της Ζαν Κορμπιέρ, δε χρειάστηκε πολύ να καταλάβει πως το μωρό δεν επέζησε. Όλο το χωριό ήξερε πόσο το περίμεναν οι Κορμπιέρ τούτο το κουτσούβελο: σαν τον Μεσσία. Έτσι, οι περισσότεροι από συμπόνια, και μερικοί κι από περιέργεια —γιατί και η δυστυχία έχει τους ηδονοβλεψίες της— έρχονταν να δουν τα μούτρα του Ζερόμ. Όλοι έσπρωξαν την πόρτα κάποια στιγμή της μέρας, ακόμα κι αυτοί


που συνήθους δεν αγόραζαν ψωμί. ο μπάρμπα Λίντον ο τσιγκούνης που έτρωγε το μουχλιασμένο ψωμί που του πήγαινε ο γιος του για τα κουνέλια, και η Σουζάνα Οφλακέ που ζύμωνε μόνη της. και η γιαγιά Ντεμιζάν που έτρωγε πια μόνο χυλό… Ω, 6ε θα είχαν τολμήσει να του πουν κάτι το ξεχωριστό του Ζερόμ. Όχι, ήθελαν απλά να του δείξουν με την παρουσία τους πως το χωριό μοιραζόταν βουβά τον πόνο του. Ο Μελενσόν, ο ριζοσπάστης-σοσιαλιστής δήμαρχος, πήγε από τους πρώτους. Ο Μελενσόν κι ο Κορμπιέρ δε συμπορεύονταν, αυτό ήταν κοινό μυστικό. Αν το ήθελε ο Κορμπιέρ, θα μπορούσε να είναι η μόνη απειλή για τον Μελενσόν στις δημοτικές εκλογές. Όχι όπως εκείνος ο αρχοντοχωριάτης της περιοχής, ο βαρόνος Φρερέ ντυ Καστέλ, που δεν κατάφερνε να συγκεντρώσει όλους τους ψήφους της δεξιάς, παρά το γαρίφαλο στην μπουτονιέρα, τον τίτλο ευγενείας που κρατούσε από τις Σταυροφορίες και την άσπρη Ντελααί του. Μα μπήκαν όλοι σχεδόν άδικα στον κόπο, γιατί τούτο το πρωί ο Ζερόμ δε φάνηκε στο ταμείο. Η Αστερία, που δεν την έβλεπαν πια στο μαγαζί, ήταν αυτή που σέρβιρε τους περισσότερους πελάτες. Κάποιες από τις παλιές της συντρόφισσες επιχείρησαν να της πάρουν λόγια, μα του κάκου. Τ ην ήξεραν καλά την Αστερία: μια γυναίκα από σίδερο κάτω από το καχεκτικό σουλούπι της. Δεν παρέλειπε να κουτσομπολέψει κι εκείνη με τις άλλες καθώς έκαναν την πλύση τους, αλλά ό,τι άγγιζε τη μνήμη του Μαστρο-Αντελίν, το φουρνάρικο, τον Ζερόμ και συνεπώς και τη Ζαν, ήταν ταμπού, μυστικό ιερό. Εξυπηρέτησε λοιπόν την πελατεία χωρίς να ξεσφίξει τα δόντια, που λέει ο λόγος. Τ α χαρακτηριστικά της ήταν πιο βαθουλωμένα από συνήθως, μ’ αυτό ήταν όλο. «Ε, τούτη δω δε θα πρέπει να καλο-κοιμήθηκε απόψε!», μουρμούρισε η κυρά Σεντουζάκ βγαίνοντας από το μαγαζί, παρέα με τη δεσποινίδα Ντελούζ, την αδερφή του συμβολαιογράφου. Η δεσποινίς Ντελούζ είχε μείνει, γεροντοκόρη παρά την προίκα της, μια από τις πιο «βαρβάτες» της περιοχής. Ο συμβολαιογράφος τ’ ομολογούσε κι ο ίδιος με ύφος συντετριμμένο: «Τ ι να πεις; Η αδερφή μου η Κοραλία δεν είναι για παντρειά! Τ ην είδατε; Ποιος άντρας θα την ήθελε στο κρεβάτι του; Ω, δε λέω, αυτός που θα το αποφάσιζε, δε θα το μετάνιωνε! Είναι


γλυκιά και καλόβολη κι έχει και τον τρόπο της… Αλλά δεν το πιστεύω πια… έχουν αρχίσει να την παίρνουν και τα χρόνια!…» Η δεσποινίς Ντελούζ έμενε με τον αδερφό της. Δεν έβγαινε συχνά. Δεν της άρεσε να νιώθει τα βλέμματα του χωριού πάνω στην κακοσουλούπωτη, κυρτή της σιλουέτα. Στο σπίτι των Ντελούζ τα ψώνια τα έκανε η υπηρέτρια, αλλά για μια φορά είχε προθυμοποιηθεί εκείνη να πάει να πάρει το ψωμί. Είχε ακούσει να μιλούν για όσα είχαν συμβεί στους Κορμπιέρ. Παθιαζόταν με τις ιστορίες για παιδιά, γι’ αυτά που είχαν και κυρίως γι’ αυτά που δεν είχαν, γιατί αυτό ήταν το δράμα της ζωής της, τ’ ό,τι δεν είχε παιδιά. Κι υπολόγιζε να κάνει μια ωραία, τραγική διήγηση στον αδερφό και τη νύφη της, στο γυρισμό της στο σπίτι: πώς σιγόκλαιγε ο Ζερόμ σερβίροντας τους πελάτες του, δάκρυα καυτά που στάλαζαν στα καρβέλια του ψωμιού. Είχε καλπάζουσα φαντασία η δεσποινίς Ντελούζ. Ίσως επειδή δεν είχε ζήσει τίποτα. Έτσι αναπλήρωνε τα κενά, με το να διηγείται… αχαλίνωτες ιστορίες. Γιά την ώρα, καθώς κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι στα λεγόμενα της κυρα-Σεντουζάκ, αναμασούσε την απογοήτευσή της που δεν είχε δει τον Ζερόμ. Τ ου είχε αδυναμία του Ζερόμ, από πάντα. Ψηλός, δυνατός κι αξιαγάπητος. Τ ους φοβόταν τους ψηλόσωμους, γεροφτιαγμένους άντρες —θα μπορούσαν να τη λιώσουν!— μα τη γοήτευε η δύναμή τους. Και ειδικά του Ζερόμ. Α, αν μπορούσε, με τι χαρά, με τι φλόγα θα του χάριζε αυτή τα παιδιά που λαχταρούσε! Αλλά η μοίρα τής είχε δώσει τούτο το άχαρο κορμί και κανένας άντρας δε θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του. Η δεσποινίς Κοραλία πάσχισε ν’ αποδιώξει τις μαύρες σκέψεις. Σ’ αυτό βοήθησε και η εμφάνιση του Αριστείδη Φορζέ. Με τον Μελενσόν το δήμαρχο, το γιατρό Ντελμάς, το συμβολαιογράφο Ντελούζ, το βαρόνο Φρερέ ντυ Καστέλ και τον εφημέριο Ρομπιγιόν, ο Αριστείδης Φορζέ, ο εκπαιδευτικός, συμπλήρωνε τον κύκλο των προκρίτων του Περπεζάκ. Τ ύπος, ο Φορζέ. Τ ον έτρεμαν και τον λάτρευαν ταυτόχρονα οι μαθητές κι οι γονείς τους που ήξεραν την ελευθεροστομία και το αυστηρό, λαϊκό του ήθος. Ήταν ένας χοντρός άντρας, μόνιμα λαχανιασμένος και ιδρωμένος. Ο γιατρός Ντελμάς του έκανε χρόνια πλύση εγκεφάλου, πως έπρεπε να προσέχει, να τρώει λιγότερο. Ο Ντελμάς δε δίσταζε να του τονίζει πως δε θα έφτανε τα


εκατό αν συνέχιζε έτσι, με το φιλέ μινιόν και το γαλέο πλακί τις Κυριακές στο σπίτι του και τα τσιμπούσια κάθε Τ ετάρτη στου Λεμπεντέν, στο πανδοχείο της «Κόκκινης Πουλάδας», αλλά χαμένος κόπος. Ήταν φαγάς ο Φορζέ. Έλεγε ναι ναι στο γερο-γιατρό κι ύστερα έκανε του κεφαλιού του. Είχε κι αυτός κάτι ν’ αντισταθμίσει. Οι γυναίκες πού ήξεραν τη ζωή, κουνούσαν το κεφάλι σαν μιλούσαν γι’ αυτόν κι ιδίως για τη γυναίκα του, την Υβόν Φορζέ. Ένας άντρας σαν κι αυτόν, ένας επικούρειος, ένας γλεντζές με τα όλα του, δεν έπρεπε να παντρευτεί τούτη τη λιγομίλητη, την άχαρη κιτρινιάρα! Ε, λοιπόν, ήταν φυσικό να στραφεί κάπου αλλού. Τ ο είχε ρίξει στην κοιλιά… θα μπορούσε να το είχε πάει λίγο πάρα κάτω, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, αγαπητή μου! Οι κακοπαντρεμένοι άντρες, ή τρέχουν πίσω από τον ποδόγυρο, ή τρώνε. Αυτός έτρωγε. Δε θα τον κατηγορούσαν και γι’ αυτό! Τ α παιδιά που έβγαιναν από τα χέρια του Φορζέ ήξεραν γραμματική, αριθμητική και ορθογραφία όσο κανένα πριν απ’ αυτά στο Περπεζάκ. Τ ο ποσοστό επιτυχίας στις εξετάσεις για απολυτήριο ήταν ένα από τα καλύτερα της Γαλλίας. Ο Αριστείδης Φορζέ χαιρέτησε με μια κλίση του κεφαλιού τη δεσποινίδα Ντελούζ και την κυρία Σεντουζάκ. Αυτή η τελευταία δεν κρατήθηκε να μην τον ρωτήσει αν ήταν ενήμερος για τα συμβάντα της νύχτας. Ο Φορζέ και ο Κορμπιέρ ήταν μαζί στο σχολείο και η φιλία τους ήταν σ’ όλους γνωστή. Μπορεί ο Φορζέ να ήξερε κάτι περισσότερο από τους άλλους… Εκείνος κούνησε την κεφάλα του, με τα κάπως ορθωμένα μαλλιά. Δεν ήξερε παρά μόνο τα στοιχειώδη, απ’ όσα είχε πει η υπηρέτρια του Ντελμάς. Ούτε και τούτη, τη φορά θα πραγματοποιούνταν τ’ όνειρο του Κορμπιέρ… Τ ι άλλο να μάθει; Η δυστυχία είναι λιγόλογη… Αφησε τις δυο γυναίκες και τράβηξε για το φουρνάρικο. Ήταν κιόλας αργά. Η Αστερία είχε πουλήσει τα τελευταία καρβέλια, αλλά για τον παλιό του φίλο, ο Ζερόμ έβαζε πάντα ένα στην άκρη. Η κυρά Σεντουζάκ έμενε κοντά στους Φαβιόλ, ενώ το σπίτι του συμβολαιογράφου βρισκόταν στο κέντρο, στην οδό Δημοκρατίας. Οι δυο γυναίκες χωρίστηκαν και η δεσποινίς Ντελούζ συνέχισε μόνη το


δρόμο της. Έσφιγγε πάνω της το ψωμί που είχε αγοράσει. Ο Ζερόμ το είχε ζυμώσει με τα χέρια του. Σκέφτηκε τα δυνατά χέρια του φούρναρη, μ’ αυτά τα ίδια χέρια χάιδευε τη γυναίκα του… Η μεγαλοκοπέλα κοκκίνισε άθελά της, καταμεσής του δρόμου.


«Έλα τώρα, Κοραλί! τι ωφελεί να σκέφτεσαι τέτοια πράγμα-τα;» Ανασήκωσε τους ώμους της —τούτους τους ασύμμετρους εξαιτίας της καμπούρας ώμους— και τάχυνε το βήμα παρά το φρέσκο χιόνι που έκανε προβληματικές τις μετακινήσεις. Μπα! Η δεσποινίς Ντελούζ δεν κούτσαινε. Ασκημη, καμπούρα, στραβοκάνα, αλλά όχι και κουτσή η Κοραλία! Όπως και να ήταν δεν είχε κληρονομήσει κι όλες τις συμφορές του κόσμου! Σκέφτηκε την όμορφη γυναίκα που είχε αποτύχει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, που είχε απογοητεύσει τις προσδοκίες του Ζερόμ και που τώρα θα έπρεπε να κοιμάται εξαντλημένη στην κάμαρα πάνω από το φούρνο. Θα δεχόταν ν’ ανταλλάξει τη ζωή της με τη δική της; Δε δίστασε και πολύ. Αν γινόταν κάποιο θαύμα, θα το δεχόταν αδίσταχτα. Στην πραγματικότητα, η Κοραλία Ντελούζ θ’ άλλαζε τη ζωή της με οποιαδήποτε άλλη, με κλειστά μάτια. Κι ύστερα, η ζωή στο Περπεζάκ, φαινομενικά, ξαναπήρε την ήσυχη πορεία της. Ένα πρωί ξαναείδαν τον Ζερόμ να κάνει τη γύρα του με το κάρο που έσερνε ο γερο-Κοπέρνικος. Ο κόσμος βρήκε πως τα μάτια του είχαν κύκλους, το στόμα ήταν σκληρό. Θα του έπαιρνε λίγο χρόνο να του περάσει: ήταν σαν τα σημάδια της γροθιάς που του έδωσε η μοίρα. Ένα άλλο πρωί, ξαναείδαν και τη Ζαν στο φούρνο. Είχε αδυνατίσει. Κι η δική της έκφραση, στο βλέμμα, είχε αλλάξει. Είχε μια καρτερία στα μάτια, μια απογοήτευση. Καμιά σχέση με την έκφραση της Σιδω-νίας Μαλέ σαν κατάλαβε πως είχε παντρευτεί έναν αθεράπευτο μπεκρούλιακα, ή της Ραϊμόνδης Οστέν σαν έμαθε πως ο άντρας της την απατούσε με ό,τι φορούσε φουστάνι. Όχι, η Ζαν Κορμπιέρ ήταν απογοητευμένη με τον εαυτό της. Κι αυτή η απογοήτευση είναι η πιο οδυνηρή. Από κείνη τη στιγμή μόνο οι κακόβουλοι μπορούσαν να ρωτάνε τους Κορμπιέρ αν έλπιζαν ακόμα να κάνουν παιδί. Και πραγματικά κακοί δεν υπήρχαν πολλοί στο Περπεζάκ. Ωστόσο υπήρχε ένα κάθαρμα, στο Περπεζάκ ή στα περίχωρα, δεν ήταν σίγουροι ακριβώς. Ήταν χειρότερος από τη γριά Αουίζα Φαβιόλ που περνούσε τις ώρες της κακολογώντας τον έναν στον άλλο, χειρότερος απ’ αυτό τον πικρόχολο Τ ιμόθεο Λαντεμάν που χασκογελούσε σαν περνούσε καμιά κηδεία… Τ ούτος ο κακός, δεν τον ήξεραν ποιος είναι, αλλά θα πρέπει να είχε ψυχή νοσηρή,


διεστραμμένη για να κάνει κάτι τέτοιο δυο μέρες μετά από την άτυχη γέννα της Ζαν. Θα έπρεπε επίσης να ήταν της δουλειάς, φούρναρης, το είπαν όσοι είδαν το πράγμα, ήταν καλοψημένο, χρυσαφένιο, με κόρα τραγανή. Ούτε ο Ζερόμ δε 0α το είχε κάνει καλύτερο, τούτο το μωρό από ζυμάρι, με τα πόδια φασκιωμένα, τα μάτια κλειστά, το λαιμό και το στήθος ορθάνοιχτα. Ένα ψωμί σε σχήμα νεκρού παιδιού… πρέπει να ’χεις το μυαλό σκοτεινιασμένο από το μίσος για να φανταστείς κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; Μα και για να το φτιάξεις! Να ζυμώσεις, να πλάσεις, να του δώσεις σχήμα, να το βάλεις στο φούρνο και να το αφήσεις πρωί πρωί, με το χάραμα, έξω από την πόρτα του φούρναρη που μόλις έχασε το νιογέννητο του. Κανένας δεν πίστεψε πως μπορεί να ήταν κάποιος από το χωριό που έκανε αυτή τη φρικαλέα πράξη. Κι ήταν ο Φορζέ που την ανακάλυψε. Ήθελε να το κρύψει από τον Ζερόμ, αλλ’ αυτός ερχόταν ξοπίσω του και δεν μπόρεσε να το καλύψει. Σαν το είδε ο Ζερόμ έγινε κάτασπρος. Ζήτησε απ’ αυτούς που ήταν εκεί, τον Φορζέ, την Αστερία, τον Μπασταβιέ, να μην πουν τίποτα στη Ζαν. Αλλά μεταξύ τους, στο χωριό, μίλησαν γι’ αυτό μέρες ολόκληρες. Ποιος μπορούσε να μισεί τόσο τον Ζερόμ Κορμπιέρ; Κάτι θα πρέπει να είχε στο νου του ο Ζερόμ, αλλά θα περνούσε πολύς καιρός ώσπου να το μάθουν. Θα ’πρεπε να το κρατούσε στα τρίσβαθά του, τούτο το μίσος που ήταν σίγουρα μοιρασμένο, σαν ανοιχτό μαχαίρι μέσα στην τσέπη του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Στην κουζίνα, πάνω στο τραπέζι το καλυμμένο μ’ ένα μουσαμά με πουλάκια, η Ζαν είχε απλώσει ένα φύλλο της Action Franpaise. Όχι για να τη διαβάσει. Γιά να καθαρίσει τα λαχανικά χωρίς να λερώσει το μουσαμά. Τ α φλογερά άρθρα του Μοράς ή του Ντοντέ τα διάβαζε ο Ζερόμ. Ω, όχι κάθε μέρα, κάπου κάπου. Δεν πίστευε φανατικά όλα τα κηρύγματα της εφημερίδας. Ο αντικοινοβουλευτισμός κι ο αντισημιτισμός του «οργάνου της εθνικής δεξιάς» συχνά τον νεύριαζαν. Εβραίους σαν αυτούς που περιέγραφε η Action Franpaise δεν είχε δει ποτέ του. Αυτοί που ήξερε, δεν περνούσαν τον καιρό τους με το να «υποσκάπτουν τα θεμέλια του ωραίου πολιτισμού μας


και να ρυπαίνουν το φωτεινό πρόσωπο της γαλλικής ράτσας»· ξεθεώνονταν όπως όλος ο κόσμος για να κερδίσουν τον επιούσιο, ν’ αναθρέψουν τα παιδιά τους και να βάλουν δυο δεκάρες στην άκρη για τα γεράματά τους. Ο Ζερόμ δεν είχε νιώσει ποτέ να του απειλούν τον τρόπο της ζωής του και την εθνική του ταυτότητα αυτοί οι εγκληματίες. Αν εξακολουθούσε να ξεφυλλίζει την Action Franpaise το έκανε από πίστη στον Μαιτρ-Αντελίν. Όσο για τη Ζαν, προερχόταν από εργατική οικογένεια που η καρδιά της χτυπούσε στ’ αριστερά. Ανάμεσα στον Ζερόμ Κορμπιέρ, αρτοποιό της Action Franpaise, και τον Μπαζίλ Λεμέ, τον πατέρα της Ζαν, τορναδόρο και στρατευμένο κομμουνιστή, δεν υπήρχε και μεγάλη συμπάθεια. Ευτυχώς, η Ζαν ενδιαφερόταν τόσο λίγο για την πολιτική που αυτές οι αποκλίσεις δεν αποτελούσαν πρόβλημα ανάμεσα σε κείνη και τον Ζερόμ κι αφού οι δυο άντρες δε συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο, τόσο το χειρότερο· φρόντιζε να μη συναντιούνται και πολύ συχνά. Είχε, λοιπόν, απλώσει την Action Franpaise στο τραπέζι και καθάριζε ήσυχα ήσυχα πατάτες, καρότα, φασόλια, πράσα και κρεμμύδια, σιγοπίνοντας τον κρύο καφέ της. Τ ης άρεσαν αυτές οι δουλειές του νοικοκυριού «οι εύκολες κι οι βαρετές», όπ(ος έλεγε κι ο Βερλαίν. Όσο τα χέρια της καταγίνονταν, ο νους της περιδιάβαζε ελεύθερος. Συχνά, στην εγκυμοσύνη της, ονειρευόταν, καθώς πάστρευε τα ζαρζαβατικά, το παιδί που θ’ αποκτούσαν. Ήξερε πως ο Ζερόμ το ήθελε αγόρι. Οι πιο πολλοί άντρες θέλουν αγόρι για να διαιωνιστούν μέσ’ απ’ αυτό… Αλλά εκείνη ήξερε καλά τον Ζερόμ της· αν γεννιόταν κορίτσι, θα το έπαιρνε όπως ερχόταν, θα ορκιζόταν στ’ όνομά του. Έτσι λοιπόν, καθώς καταγινόταν δίχως βιασύνη με τις πιο ελαφριές δουλειές (ο Ζερόμ της είχε απαγορεύσει τις άλλες όσο κουβαλούσε το πολύτιμο φορτίο στην κοιλιά), φανταζόταν το παιδί… Σήμερα δε φανταζόταν τίποτα πια. Είχαν περάσει βδομάδες, ήταν πια εκτός κινδύνου, αλλά το παιδί που είχε φανταστεί δεν ήταν εδώ και δεν είχε πια ελπίδα. Ο γερο-Ντελμάς ήταν αδυσώπητος. «Αν ξαναεπιχειρήσεις, θα πεθάνεις!» Στη θύμηση αυτής της φράσης, η Ζαν σταμάτησε να καθαρίζει την πατάτα που κρατούσε στο χέρι και


δάγκωσε τα χείλια της. Ήταν σαν μια πόρτα κλειστή για πάντα και πίσω της της φαινόταν πως ένα παιδί, το φάντασμα ενός παιδιού, την καλούσε: το παιδί που αυτή κι ο Ζερόμ δε θ’ αποκτούσαν ποτέ και που θα στεφάνωνε την αγάπη τους. Απόδιωξε με κόπο τις έμμονες ιδέες της. Ανάμεσα στα δάχτυλά της, η πατάτα έμενε πάντα εκεί μισοκαθαρισμένη. Τ ην αποτέλειωσε, μια κι έξω, με μια κοφτή κίνηση. Έπρεπε να ζήσει. Να σφίξει τα δόντια και να ζήσει. Και πρώτα πρώτα ν’ αντέξει τον εαυτό της. Ν’ αντέξει και τον άλλον. Τ ον Ζερόμ, με την αποστέρηση και τον πόνο του. Υπάρχουν άντρες που αδιαφορούν για το αν θ’ αποκτήσουν παιδιά. Υπάρχουν κάποιοι που προτιμούν να μην κάνουν γιατί τα παιδιά είναι σκοτούρες, έγνοιες, φροντίδες, ατέλειωτα έξοδα… Κι υπάρχουν κι αυτοί που τα θέλουν, που γι’ αυτούς είναι το βασικό. .Είναι αυτοί που έχουν την κλίση του πατέρα μέσα τους, που δε θα είναι ποτέ ευτυχισμένοι, ολοκληρωμένοι αν δεν ξεπετάξουν ένα, δυο, τρία κουτσούβελα, αν δεν τα κάνουν άντρες. «Ε, σεις, πάρτε με το κατόπι, ακολουθήστε με - θα σας δείξω το δρόμο για το καλό, για το ωραίο, για το φως…» Η Ζαν ξαναδάγκωσε τα χείλια της. Τ έτοιος ήταν ο Ζερόμ. Τ ου είχε λείψει… Κι ύστερα είχε έρθει ο Μαιτρ-Αντελίν και για πρώτη φορά ένας μεγάλος είχε σκύψει πάνω του με πραγματική έγνοια. Ένας ενήλικος που του είχε αποδείξει πως ο κόσμος δεν ήταν ένα μέρος μαύρο κι άραχλο όπου οι άντρες ζέχνουν κρασίλα και σφίγγουν το λαιμό των τρομαγμένων γυναικών ώσπου να σβήσει κι η τελευταία τους πνοή. Ο Ζερόμ τα είχε διηγηθεί όλ’ αυτά στη Ζαν σαν πρωτοπαντρεύτηκαν. Μια φορά. Μία και μοναδική. Από τότε δεν είχε ξαναμιλήσει γι’ αυτά, αλλά ήταν εκεί, καταχωνιασμένα αλλά πάντα παρόντα, σαν πληγή που δε θα έπαυε ποτέ να ξεματώνει. Και για να μην απλωθεί σαν καρκίνωμα, έπρεπε να το κάψει με το δαυλό, να σιγουρέψει ένα παιδί, παιδιά, δικά του. Γιά να εξαγοράσει τη συμπεριφορά του δικού του πατέρα, αυτού του άθλιου αλκοολικού που πέθανε τρελός σ’ ένα ίδρυμα, αφού στραγγάλισε τη γυναίκα του.


Εδώ και δέκα χρόνια, παρά τα σκληρά χτυπήματα και τις στιγμές της αποθάρρυνσης, ο Ζερόμ κι η Ζαν ζούσαν με την ελπίδα. Αυτό είχε δέσει το ζευγάρι. Είχαν ένα στόχο. Όπως οι στρατιώτες, αντιμετώπιζαν κινδύνους κι εμπόδια. Τ ώρα όχι πια. Με μια φράση, ο γιατρός Ντελμάς δεν τους είχε αφήσει καμιά ελπίδα. Αν ξαναπροσπαθούσαν, θα πέθαινε. Δεν μπορούσαν να κάνουν σαν να μην είχε ποτέ ειπωθεί αυτή η φράση. Από τούτη τη στιγμή, ο κάθε οργασμός του Ζερόμ θα έβαζε τη ζωή της σε κίνδυνο. Κάθε φορά που θα τον κρατούσε μέσα της τη στιγμή της ηδονής, θα ήταν σαν ν’ αυτοκτονούσε. Αυτό που δεν είχαν πετύχει δέκα χρόνια προσμονής κι αποτυχιών, το πετύχαινε η μικρή φράση του Ντελμάς: να τους χωρίσει. Γιά πρώτη φορά τους τυραννούσε το ασύλληπτο μέχρι χθες ερώτημα: τι έκαναν μαζί; Υπήρχαν στη γη χιλιάδες γυναίκες ικανές να του χαρίσουν το παιδί που λαχταρούσε πάνω απ’ όλα. Δεν είχαν ακόμα μιλήσει γι’ αυτό. Ισως θα ’πρεπε να μιλήσουν. Και τι θα ’βγαίνε από μια τέτοια απίθανη συζήτηση; Δε μιλούσαν ούτε ο ένας, ούτε η άλλη για τίποτα, δεν έλεγαν ποτέ λόγια του αέρα. Τ ι θα μπορούσε λοιπόν να βγει από μια εξήγηση μεταξύ τους, στις παρούσες συνθήκες; Ο χωρισμός. Αυτό φοβόνταν κι οι δυο τους και γι’ αυτό σώπαιναν όλο και πιο συχνά, όλο και πιο πολύ. Ήξερε ο καθένας τι σκεπτόταν ο άλλος, ο καθένας φοβόταν μην ξεπροβάλλει η αλήθεια στη ροή μιας φράσης, μιας λέξης: δεν είχαν πια τίποτα να κάνουν μαζί, δεν τους έμενε παρά το διαζύγιο… Και μια σιγή πνιγης>ή έπεφτε όλο και πιο βαριά ανάμεσά τους. Η Ζαν άφησε την πατάτα να πέσει στο σωρό με τις άλλες, τις καθαρισμένες. Απλωσε το χέρι και πήρε μια άλλη. Ο Ζερόμ δεν ήταν μακριά. Έκοβε ξύλα στην αυλή εδώ και λίγη ώρα. Τ ον άκουγε να καταγίνεται. Τ ης άρεσε αυτό. Μια διαδοχή θορύβων που τους αναγνώριζε τέλεια. Ο γδούπος του ξύλου πάνω στο χοντρό κορμό, το φτύσιμο στις χούφτες προτού πιάσουν το τσεκούρι, η βαθιά ανάσα, το «χααα!» της εκπνοής καθώς πέφτει το τσεκούρι, το σκίσιμο του ξύλου στα δυο, το σύρσιμο των χωρισμένων κομματιών από τη μια και την άλλη πλευρά του κορμού καθώς σωριάζονται στο


πλακόστρωτο της αυλής. Τ ης άρεσε αυτό, ακόμα κι αν το παρακολουθούσε μόνο με την ακοή και το νου, γιατί φανταζόταν τον Ζερόμ στο μόχθο του, τόσο δυνατό, τόσο γαλήνιο και ταυτόχρονα ικανό για τούτη την τρομαχτική αντρίκεια βιαιότητα, που τη συνταύτιζε με τη σεξουαλική του δύναμη. Τ ο να σκίζεις το κούτσουρο, το να παίρνεις μια γυναίκα, το σεξ και το τσεκούρι… Ήταν γι’ αυτήν μια πηγή θολών ονειροπολήσεων, φαντασιώσεων που έβρισκαν εύκολα την πραγμάτωσή τους σαν γύριζε ο Ζερόμ, κάθιδρος, λαχανιασμένος, μισός-άντρας, μισός-κτήνος. Συχνά, τον έσερνε έτσι στην κάμαρά τους. Έτσι είχε συλλάβει το δύστυχο παιδί που δεν είχε δει ποτέ τη μέρα. Σήμερα, ο ρυθμός του Ζερόμ δεν ήταν ο ίδιος. Οι θόρυβοι δε μαρτυρούσαν πια την ίδια γαλήνια δύναμη. Σήμερα ο Ζερόμ δεν έκοβε ξύλα. Χτυπιόταν ενάντια σε κάτι ή σε κάποιον. Έδινε κάτι λυσσασμένες τσεκουριές, βιαστικές, αναρχικές. Ξεσπούσε τη λύσσα του στο ξύλο. Δεν ήταν εκείνα τα γνωστά «χαα!» του, ήταν κραυγές λύσσας. Σαν μπήκε μέσα, κόκκινος, με τον ιδρώτα να κυλάει από το πρόσωπό του παρά τη χαμηλή θερμοκρασία, πέταξε το βαρύ σακάκι του σε’μια καρέκλα και τράβηξε κατά τον μπουφέ. Τ ον άνοιξε, έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι κρασί, γέμισε ένα ποτήρι και το άδειασε μονορούφι. Καθισμένη μπροστά στο τραπέζι, η Ζαν κοίταζε την πλάτη του. Θεέ μου, τι μεγαλόσωμος που είναι! σκέφτηκε. Τ όσο ψηλός και γεροδεμένος που φόβιζε λιγάκι όλο τον κόσμο, άντρες και γυναίκες. Μόνο εκείνη ήξερε πόσο γλυκός και τρυφερός μπορούσε να είναι. Εκείνη μόνο… κατ’ αρχήν! Ως τα σήμερα, δεν της είχε περάσει ποτέ από το νου πως μπορεί να την απατούσε. Ω, ήξερε πολλές στο Περπεζάκ που δεν ήθελαν και πολλά παρακάλια για να του καθίσουν, αρχίζοντας από τη Συλβάνα Μανκούζο, την Ιταλίδα που είχε έρθει το 24 με τον πατέρα της, πολιτικό πρόσφυγα, αντίθετο του Μουσολίνι, που οι φασίστες τον είχαν ποτίσει τόσο ρετσινόλαδο που δε συνήλθε ποτέ εντελώς. Αλλ’ αν ο πατέρας είχε σακατευτεί, η κόρη έσφυζε από υγεία κι ήταν και καλοκαμωμένη. Τ α στήθια της Μανκούζο


ήταν το θέμα συζήτησης των αντρών στο Καφενείο των Εμπόρων. Κι ύστερα η Ζαν δεν ήταν πάντα εδώ, δεν είχε γεννηθεί στο Περπεζάκ. Ο πατέρας της δούλευε στο Μπλουά, στη βιομηχανία αεροπλάνων. Στο Περπεζάκ δεν υπήρχαν εργοστάσια. Είχε γνωρίσει τον Ζερόμ στο Μπλουά σε μια γιορτή που είχε οργανώσει το σωματείο των φουρναραίων. Ο Μαιτρ-Αντελίν ήταν μάστορας του είδους. Ο Ζερόμ είχε ακολουθήσει τα χνάρια του και σύχναζε στον κύκλο των συναδέλφων. Εκείνη δεν είχε καμιά σχέση. Οι σύντροφοι του σωματείου διοργάνωναν γιορτές και χορούς κι ένα βράδυ είχε πάει να χορέψει στο χορό των φουρναραίων, στο Μπλουά, κι είχε συναντήσει ένα νεαρό κολοσσό με τ’ όνομα Ζερόμ Κορμπιέρ… Θα είχε σίγουρα γνωρίσει κορίτσια και γυναίκες πριν από το γάμο τους, στο Περπεζάκ κι αλλού, αλλά ήταν πάντα πολύ διακριτικός σ’ αυτό το θέμα. Πάντως, δεν είχε φτάσει παρθένος στο γάμο, γι’ αυτό δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ο Ζερόμ είχε βάλει τόσο άχτι στο κόψιμο των ξύλων που έσκαζε από τη ζέστη. Μετά από το χοντρό, μακρύ πανωφόρι του, έβγαλε και το πουκάμισο. Σαν αντίκρισε τους φαρδιούς του ώμους και την τετράγωνη, όλο μούσκουλα, πλάτη του, η Ζαν άρχισε να κάνει σκέψεις… κάποιες ιδιαίτερες σκέψεις… Είχαν περάσει βδομάδες από κείνη τη μοιραία νύχτα. Από τότε δεν την είχε ξαναγγίξει. Αες να διορθώνονταν τα πράγματα, αν έκαναν έρωτα; «Ζερόμ…» ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Είχε προφέρει τ’ όνομά του με φωνή βραχνή, μια φωνή που έταζε και ζητούσε μαζί. Σαν έπαιρνε η φωνή της αυτό τον τόνο, τα λόγια δεν είχαν και πολλή σημασία, αυτός καταλάβαινε. Μα τώρα δε σάλεψε. Να μην άκουσε; «Ζερόμ;»


Θ’ απαντούσε, η Ζαν ήταν σίγουρη. Κι όποια κι αν ήταν τα λόγια του, κάτι το αλλαγμένο θα υπήρχε και στον δικό του τόνο. Στα ζευγάρια, υπάρχουν κάτι τέτοια σημάδια. Τ ο να μαθαίνεις να γνωρίζεις όταν αγαπάς, είναι και το να επεξεργάζεσαι τούτη την κρυφή διάλεκτο για δυο, να επινοείς τη γραμματική, το σιβυλλικό λεξιλόγιο. Αλλά ο Ζερόμ δεν απαντούσε. «Ζερόμ…» Στράφηκε προς το μέρος της. «Ακουσα. Συγχώρα με, τόσα ξύλα για κόψιμο… με κούρασαν». Η Ζαν χαμήλωσε τα μάτια. «Φυσικά… δεν έχει σημασία». «Κι ύστερα…» Αφησε τη φράση μετέωρη. Τ ην αποτέλειωσε εκείνη στο μυαλό της κι επαναστάτησε. Αυτό ήθελε να πει; Ήταν τόσο άδικο, τόσο κακό! Τ ι πίστευε; Πως μόνο εκείνος υπέφερε; Πως εκείνη δεν έδινε δεκάρα για το τι είχε γίνει την περασμένη νύχτα; «Ναι;» Ο Ζερόμ ύψωσε τους ώμους. «Όχι, τίποτα». «Ναι, άρχισες να λες κάτι… Είπες: ‘κι ύστερα…’ Κι ύστερα τι;» «Κι ύστερα τίποτα, σου λέω!» «Ναι, πες μου!» «Τ ίποτα, σου λέω. Με σκότισες!» Δεν της είχε μιλήσει ποτέ σ’ αυτό τον τόνο. Η Ζαν δίστασε. Τ ο


καλύτερο θα ήταν, σίγουρα, να μην πει τίποτα, να καταφύγει στη σιωπή. Μα κι αυτός το παράκανε! Είχε κι αυτή το φιλότιμο της και της το είχε πληγώσει. «Είσαι κουρασμένος; Δεν πάει και πολύς καιρός που δε σε κούραζε το κόψιμο των ξύλων…» Προτού βγουν καλά καλά τα λόγια από το στόμα της, ήξερε πως έκανε βλακεία. Έπρεπε να σωπάσει, να κάνει τον κουτό, ν’ αφήσει να περάσει η καταιγίδα… Αλλά δεν μπορείς ν’ αφήσεις και να σε ποδοπατούν, ακόμα κι αυτός που αγαπάς, ιδίως αυτός που αγαπάς. «Αλήθεια; Ε, λοιπόν, έτσι είναι, είμαι κουρασμένος…» Η φωνή του Ζερόμ μαλάκωσε στα τελευταία λόγια. Είχε κι αυτός καταλάβει πως είχαν άδικο. Μετά απ’ όσα έζησαν, οι μικροκαβγάδες έπαιρναν άλλο νόημα, άλλη βαρύτητα απ’ ό,τι ανάμεσα σ’ ένα φυσιολογικό ζευγάρι. Δεν ήταν πια ένα φυσιολογικό ζευγάρι, αλλά ένα ζευγάρι σε κίνδυνο. Έπρεπε να προσέχουν, να διπλασιάζουν την αγάπη τους ο ένας για τον άλλο. Μα φαίνεται πως ένα κακός άγγελος έβαζε τα δυνατά του να φαρμακώνει το καθετί μεταξύ τους. Κι ενώ ο Ζερόμ ήταν έτοιμος για ειρήνη, εκείνη κήρυξε τον πόλεμο: «Ξέρω τι πήγαινες να πεις!» «Σαν τι λοιπόν;» «Είπες: ‘κι ύστερα…’ Εννοούσες: ‘κι ύστερα, για ποιο λόγο;’. Αυτό δεν είναι;» Ε, ναι, είχε δίκιο! Αυτό είχε αρχίσει να λέει: «Κι ύστερα, για ποιο λόγο να κάνουμε έρωτα αφού δεν μπορείς να κάνεις παιδιά…» Μα συγκρατήθηκε έγκαιρα κι έπρεπε ν’ αποφύγει με κάθε θυσία να προφέρει αυτά τα λόγια που θα τους χώριζαν για πάντα. «Βάζεις ιδέες στο κεφάλι σου… Είμαι κουρασμένος, αυτό είν’ όλο. Δεν ξέρω καν τι άρχισα να λέω…»


Αλλά εκείνη, πεισματάρα, πικραμένη, είχε αποφασίσει να πάει ως το τέλος, τώρα. «Εγώ ξέρω! Θα έλεγες: ‘κι ύστερα γιατί να πλαγιάζουμε, αφού δε θα ωφελήσει σε τίποτα* είσαι ανίκανη να κάνεις παι-δίΓ Και δε βλέπω γιατί δεν τόλμησες να το πεις αφού είναι αλήθεια!» «Ζαν, σώπα!» «Α, όχι! Δεν έχω σκοπό να σωπάσι»! Σωπαίνω εδώ και βδομάδες. Πνιγόμαστε, εδώ και βδομάδες! Πρέπει να δούμε τα πράγματα κατάφατσα, στο τέλος: θέλεις ένα παιδί, δεν μπορώ να στο δώσω, δε λες λοιπόν τίποτα πια, είναι ζήτημα αν υπάρχω… Πιστεύεις πως μπορεί αυτό να τραβήξει πολύ; Μας βλέπεις να συνεχίζουμε έτσι, πες;» Όσο μιλούσε, άφηνε το θυμό της να τη συνεπαίρνει. Επιτέλους, οι λέξεις έβγαιναν, οι λέξεις που στριφογύριζαν στο κεφάλι της σαν φρενιασμένες σφήκες, από βδομάδες. «Θα πρέπει να βρούμε μια λύση, έτσι δεν είναι; Τ ι κάνει ο μπάρμπα Λαλαντέ όταν του πουλάνε μια στέρφα αγελάδα, ε;» «Ζαν, σταμάτα, σε παρακαλώ, σταμάτα!» «Τ ι κάνει κατά τη γνώμη σου! Δεν απαντάς; Ε, λοιπόν, την αλλάζει. Τ ην πάει πίσω στον έμπορο, τη στέλνουν στο σφαγείο και παίρνει μια άλλη, μια καλή αγελάδα που γεννοβολάει, που κάνει μοσχαράκια και δίνει γάλα! Τ ο ίδιο είναι και με τη γυναίκα! Αν δεν μπορεί να κάνει παιδιά, την αλλάζεις. Αυτό δε σκέφτεσαι; Μπας και διάλεξες κιόλας; Τ ι θα ’λεγες για τη Μανκούζο; Άλλο που δε θέλει». «Ζαν, πάψε!» Είχε φωνάξει κι αυτός· είχε αρχίσει κι ο δικός του θυμός να φουντώνει. Η Ζαν ήταν άδικη. Από κείνη τη νύχτα, δε σκεφτόταν άλλο από το νεκρό παιδί. Δεν του είχε περάσει ούτε στιγμή από το


νου το διαζύγιο. Χτυπιόταν μόνο σαν παγιδεμένος μέσα σε μερικές λέξεις: τις λέξεις του γιατρού Ντελμάς. «Αν η Ζαν ξαναγεννήσει, θα πεθάνει». Αυτές οι έξι λέξεις του είχαν απαγορεύσει την ελπίδα. Τ ου έφραζαν το μέλλον. Αυτός που ήταν πάντα ευτυχής που ζούσε, από τότε που συνάντησε τον Μαστρο-Αντελίν, τώρα δεν του έκανε τίποτα ευχαρίστηση. Γιατί να ξεμεσιάζεται, να σηκώνεται κάθε νύχτα, να κόβει ξύλα, να κουβαλάει σακιά το αλεύρι, να ζυμώνει τα ψωμιά, να ψήνει τα χέρια του ξεφουρνίζοντάς τα; Γιατί όλ’ αυτά αφού, στο κάτω της γραφής, δε θα υπήρχε ένας μικρός Κορμπιέρ για να επωφεληθεί, να πάρει τη σκυτάλη σαν θα ερχόταν η στιγμή; Γ ιατί να ζει, κατά βάθος; «Γιατί να σωπάσω; Μπας και δεν έχω το δικαίωμα να λέω πως υποφέρω; Ξέρεις τι είναι η ζωή μου τώρα;» Με το χέρι της που κρατούσε ακόμα το μαχαίρι, του έδειξε το σωρό με τις πατάτες στο τραπέζι. «Αγγαρείες του σπιτιού, ως το θάνατο… Δεν παραπονέθηκα ποτέ, γιατί από τη στιγμή που έχεις την ελπίδα, τίποτα δεν έχει σημασία. Περίμενα τούτο το μικρό μαζί σου, θα μας φώτιζε τη ζωή… Μα τώρα, τέλος, δεν πρόκειται να έρθει, δε θα έρθει ποτέ! Και τι μου απομένει; Να καθαρίζω πατάτες κι ένας σύζυγος που με παραμελεί. Φαντάζεσαι πως θα το αντέξω αυτό; Μα για ποια με περνάς;» Σηκώθηκε μ’ έναν πήδο και σάρωσε το τραπέζι με την ανάστροφη του χεριού. Φλούδια, πατάτες, κρεμμύδια, καρότα, πράσα και φασολάκια, φύρδην-μίγδην, ακόμα κι η εφημερίδα κι η κούπα του καφέ, προσγειώθηκαν στο πλακοστρωμένο δάπεδο. «Αυτό είναι το μέλλον; δες τι το κάνω!» «Είσαι τρελή» «Μπορεί! Ναι, αυτό θα είναι, είμαι τρελή!» Όρμησε έξω από το δωμάτιο κι ο Ζερόμ, άναυδος, με τα μπράτσα


κρεμασμένα, απόμεινε να κοιτάζει την καταστροφή. Τ ην άκουσε ν’ ανεβαίνει τέσσερα τέσσερα τα σκαλιά, να κλείνεται στο δωμάτιό τους. Τ ώρα θα έκλαιγε, σίγουρα. Στέναξε βαθιά. Ήταν δικό του λάθος όλ’ αυτά; Ίσως… Μα όχι, δεν έφταιγε μόνο αυτός! Τ ι είχε κάνει; Ποιο λάθος; Είχε κόψει ξύλα. Ύστερα ένιωσε κουρασμένος. Δεν είχε κέφι για… Ο Ζερόμ έσφιξε τις γροθιές του. Ποτέ τους δεν είχαν καβγαδίσει έτσι. Τ ι τους συνέβαινε, για το Θεό; Γονάτισε και βάλθηκε να μαζεύει τα σκορπισμένα λαχανικά από τα πασαλειμμένα καφέ πλακάκια. Η θέα αυτού του σκούρου λεκέ του θύμισε έναν άλλο, κόκκινο. Τ ο κρασί, το κρασί του πατέρα του. Τ ο κρασί από το ποτήρι του πατέρα του, που το τίναζε πέρα, μόνιμα, σαν τον έπιαναν οι κρίσεις του. Κι ύστερα, το κρασί που είχε χύσει το τελευταίο βράδυ, λίγο προτού στραγγαλίσει τη γυναίκα του. Τ α χέρια του Ζερόμ έπιασαν να τρέμουν. Ανασηκώθηκε κι έμεινε μια στιγμή γονατιστός παρατηρώντας τα να τρέμουν. Δεν του άρεσε να φωνάζουν, ν’ αναποδογυρίζουν πράγματα, να σπάνε ποτήρια. Όλ’ αυτά του θύμιζαν τα μαύρα παιδικά του χρόνια. Σηκώθηκε. Είχε ανάγκη να περπατήσει. Φόρεσε το πουκάμισό του. Ήταν η ώρα που πήγαινε στο Καφενείο των Εμπόρων. Αλλά σήμερα δεν του έκανε κέφι να ξαναβρεί τους άλ λ ους, τον Φορζέ, τον Μελενσόν, τον Ντελούζ τον συμβολαιογράφο… Θα πήγαινε να περπατήσει στην εξοχή ώσπου να ηρεμήσει κι όταν θα γύριζε θα ήταν εξαντλημένος, ίσα ίσα για να πέσει στο κρεβάτι να κοιμηθεί… Μα η Ζαν δε θα τον άφηνε ίσως να μπει στην κάμαρά τους… Ύψωσε τους ώμους. Είχε ένα κρεβάτι εκστρατείας στο φούρνο. Δεν είχε πλαγιάσει εκεί από τότε που παντρεύτηκε, μα δε θα τον πείραζε να ξαναρχίσει… Τ ράβηξε κατά την πόρτα, άρπαξε το βαρύ σακάκι του περνώντας και βγήκε με μεγάλες δρασκελιές από το δωμάτιο. «Μπα, τι κάνεις εσύ εδώ;» Ο μικρός δεν ταράχτηκε, δε γύρισε καν. Ακόμα κι αν ο Ζερόμ δεν είχε πει λέξη, ο Λα Φατίγκ θα ήξερε πως ήταν αυτός. Δεν είχε


γεννηθεί ακόμα αυτός που θα ξεγελούσε τον Λα Φατίγκ. Γάτα ο μικρός! Κεραμιδόγατα, ή μάλλον… αχυρόγατα μιας κι ο πιτσιρίκος περνούσε περισσότερο καιρό στα χωράφια, μες στα δεμάτια τ’ άχυρα, παρά στο χωριό. Μαδημένος και κατασημαδεμένος στα δέκα του χρόνια. Σωστό αγρίμι. Γ ιός της Μογκρέ, της φτωχιάς του Περπεζάκ, ένα πλάσμα ντυμένο στα κουρέλια που ζούσε σε μια καλύβα κοντά στο ποτάμι. Ζούσε όπως είχε ζήσει κι η μάνα της, με μικροκλεψιές και λαθροθηρία, και με κάποιες ελεημοσύνες, γιατί όλοι οι χωρικοί δεν είχαν καρδιά από πέτρα. Δε θα ήταν τόσο άσχημη, καθαρή και ντυμένη με κάτι άλλο πέρ’ από κείνα τα… ράσα που έφτιαχνε μόνη της από τα τσουβάλια της πατάτας. Πάντως, κι έτσι όπως ήταν, κατάφερε να σαγηνέψει τουλάχιστον έναν άντρα, αφού έφερε στον κόσμο τον Λα Φατίγκ. Όταν πήραν είδηση, στο χωριό, πως ήταν έγκυος, τα σχόλια και τα καλαμπούρια για λογαριασμό του δράστη αυτού του κατορθώματος, έδωσαν και πήραν στο Περπεζάκ για ολόκληρες βδομάδες. Μετά, ο καιρός πέρασε, η Μογκρέ γέννησε και δεν έμαθαν τίποτ’ άλλο. Κανένας δεν μπόρεσε να καυχηθεί πως ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας του Λα Φατίγκ. Ωστόσο, κάποιος έπρεπε να είναι, αλλά η Μογκρέ δεν έλεγε ποτέ τίποτα, σε κανένα, δε θ’ άρχιζε λοιπόν τις εκμυστηρεύσεις της μ’ αυτό το θέμα. Ο Λα Φατίγκ μεγάλωσε όπως μπορούσε, στην ακροποταμιά. Οι καλές ψυχές του Περπεζάκ του εξοικονομούσαν ρούχα, και ο πιτσιρίκος κατέληξε να λιώσει όλα τα βρακιά και τα πλεχτά της μαρίδας του χωριού. Μια μέρα, ο Μελενσόν, ο δήμαρχος, μπήκε στον κόπο, κατ’ απαίτηση του δασκάλου, του Αριστείδη Φορζέ και πήγε να εξηγήσει στη Μο-γκρέ πως ο Λα Φατίγκ έπρεπε να πάει στο σχολείο, όπως τ’ άλλα παιδιά, πως ήταν υποχρεωτικό και πως, αν δεν τον έστελνε, θα έδινε διαταγή στον Μπιντό τον δασοφύλακα να τον πάει στο Μπλουά, στο ορφανοτροφείο. Μεμιάς, η Μογκρέ άρχισε να στέλνει το γιο της στο σχολειό, όχι και πολύ ταχτικά, αλλά αρκετά συχνά για να μη μπορούν να της τον πάρουν. Έτσι αντιλήφθηκαν πως το παιδί έδινε δείγματα μιας κολοσσιαίας, ομηρικής τεμπελιάς, εξού και το παρατσούκλι του. Σύμφωνα με τη ληξιαρχική του πράξη, ονομαζόταν Ζαν Μπεργκαβόν. Και το Μογκρέ παρατσούκλι ήταν. Η Μογκρέ ονομαζόταν Λουιζέτ Μπεργκαβόν. Μα όλοι το είχαν ξεχάσει, από


χρόνια. Ο μικρός, λοιπόν, Ζαν Μπεργκαβόν ή Αα Φατίγκ, ήταν ένας οκνηρός, ένας τεμπελχανάς που όμοιό του δεν είχε ματαδεί το Περπεζάκ και σίγουρα ούτε όλο το καντόνι. Τ εμπέλης, αλλά όχι βλάκας. Στην πραγματικότητα, ήταν τέλεια προσαρμοσμένος στη ζωή των αγρών (ή τουλάχιστον γύρω από τους αγρούς γιατί δε γινόταν λόγος να τον βάλεις να σηκώσει μια διχάλα ή ένα κουβά) και τελείως απροσάρμοστος στη ζωή της πόλης. Δεν είχε το ταίρι του σαν ήταν να σκαρώσει ξόβεργες, θηλιές, δίχτυα, παγίδες και καλάμια για το ψάρεμα. Γρατζούνιζε και δάγκωνε σαν αγριόγατο κι αυτοί που είχαν ζήσει μια φορά αυτή την εμπειρία, φρόντιζαν να μη την επαναλάβουν. Ο μικρός στράφηκε στον Ζερόμ και του χαμογέλασε. Τ ο μούτρο του ήταν περίεργο, με μεγάλα μάτια λοξά, τραβηγμένα προς τους κροτάφους, σαν της γάτας ακριβώς, ένα μυτάκι ανασηκωτό κι ένα μεγάλο, άπληστο στόμα με στραβά δόντια. Τ ο σύνολο, φυσικά, καλοπασαλειμμένο με μύξες και λίγδα. «Μυρίζει ωραία». Ο φούρναρης σιγογέλασε. «Δε θα με ξάφνιαζε αν πεινούσες!» «Μυρίζει ωραία», ξανάπε το χαμίνι. «Ε, ναι, ωραία μυρίζει! Α, το χειμώνα θα έχετε πιότερο ζόρι εσύ κι η μάνα σου, ε; Έλα, θα δω τι μπορώ να κάνω», είπε ο Ζερόμ κι έγνεψε στο παιδί να τον ακολουθήσει. «Κι η Μογκρέ πώς τα πάει;» Ο Φατίγκ ύψωσε τους ώμους του. «Βήχει πολύ, μα δεν είναι τίποτα». Ο Ζερόμ μπήκε πρώτος στο φούρνο. Θυμήθηκε που είχε ακούσει τη Μογκρέ να βήχει, τις προάλλες την είχε συναντήσει στην άκρη του


δρόμου, καθώς έκανε τη διανομή. Ίσως θα ’πρεπε να μιλήσει στον Ντελμάς. Μα θα δεχόταν να τον αφήσει να την ακροαστεί; Με τη Μογκρέ, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ απλά Πήρε από το κοφίνι δυο καρβέλια, ζεστά ακόμα, τα έβαλε σε μια χαρτοσακούλα και τα ’δώσε στο παιδί. Ο πιτσιρίκος τα πήρε χωρίς ένα ευχαριστώ. Τ ου Ζερόμ δεν του κακοφάνηκε. Ποιος να του μάθαινε να λέει ευχαριστώ; «Άντε, δρόμο!» Μα ο Λα Φατίγκ δεν έφευγε. Στεκόταν εκεί, με τη ζεστή σακούλα σφιγμένη στο στήθος, με τα ρουθούνια να τρεμουλιά-ζουν, το μάτι λαμπερό, μέσα στο μισόφωτο του φούρνου. «Τ ι θέλεις;… Α! κατάλαβα». Ήταν τα κρουασάν. Ζεστά κι αυτά ακόμα. Φουσκωτά, καλοψημένα, χρυσαφιά γυαλισμένα σαν από πολύτιμο ξύλο, σαν από ακαζού, ένα ακαζού φαγώσιμο που σκόρπιζε μια υπέροχη μυρωδιά, ζαλιστική για τα έμπειρα μ’ αποστερημένα ρουθούνια του Λα Φατίγκ. «Θέλεις ένα κρουασάν, ε;» Τ ο παιδί κούνησε φρενιασμένα το κεφάλι. «Στοίχημα πως δεν έχεις ξαναφάει, ε;» Με το που τα ξεστόμισε τα λόγια, ο Ζερόμ το μετάνιωσε. Αυτός, ο Ζερόμ, ήταν ο φούρναρης του χωριού. Η Μογκρέ δεν είχε ποτέ τόσα χρήματα μαζί για ν’ αγοράσει ένα από τα κρουασάν του. Αν ο Λα Φατίγκ δεν είχε φάει ποτέ, ήταν γιατί αυτός, ο Ζερόμ, δεν είχε σκεφτεί ποτέ να του δώσει ένα. Ψωμί, ναι, συχνά, και κανένα λουκάνικο, και σούπα, και παξιμάδι… Αλλά ένα κρουασάν, ένα ζεστό κρουασάν ποτέ. Δεν είχε καν αναρωτηθεί… Λες και τα χαμίνια, σαν τον Λα Φατίγκ, είχαν γεννηθεί για να τρώνε κοινό ψωμί, στην ανάγκη, αλλά σε καμιά περίπτωση κρουασάν βουτύρου.


«Δώσε μου τη σακούλα!» Ο Λα Φατίγκ δίστασε. «Θα στη δώσω πίσω, μη φοβάσαι!» Ο πιτσιρίκος υπάκουσε. Ο Ζερόμ πήρε τη χαρτοσακούλα, την άνοιξε και πρόσθεσε δυο κρουασάν στα καρβελάκια. Ύστερα, την έδωσε πίσω στο παιδί. «Άντε, άδειαζέ μου τη γωνιά, τώρα», του είπε κατσούφικα. T o παιδί έκανε μεταβολή και το ’βάλε στα πόδια. Δεν τολμούσε να το πιστέψει. Είχε δει καλά; Είχε δει τον φούρναρη να βάζει δυο κρουασάν στη σακούλα; Δυο από κείνα τα υπέροχα, χρυσαφιά, μυρωδάτα κρουασάν; Γ ι’ αυτόν; Δε σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή πως η Μογκρέ θα μπορούσε να φάει το ένα. Έβηχε η Μογκρέ, δεν είχε πια όρεξη για τίποτα, βδομάδες τώρα… Στο δρόμο, ο Λα Φατίγκ στάθηκε. Ανοιξε τη χαρτοσακούλα κι έβγαλε το ένα κρουασάν. Τ ο οσμίστηκε, σαν μαγεμένος, το έγλειψε, έσυρε πάνω του τη γλώσσα, προσεχτικά, θρυμμάτισε ελαφρά την κρούστα για να λιώσουν κάτω από τα δόντια του τούτα τα μικροσκοπικά κομμάτια του θαύματος. Αυτός, πάντα ξάγρυπνος, πάντα σε συναγερμό, ήταν τόσο απορροφημένος από τούτη τη γευστική κι οσφρητική εξερεύνηση, που δεν άκουσε τον άντρα που ερχόταν στο δρόμο. Όταν ένιωσε την ανθρώπινη παρουσία, ο άντρας τον παρατηρούσε ήσυχα εδώ και μερικά λεπτά. Ο Λα Φατίγκ σήκωσε το κεφάλι κι αναπήδησε. Πήγε να το βάλει στα πόδια, μα όχι, ο άντρας ήταν μια οικεία παρουσία. Αν δεν ήταν πάντα καθησυχαστική, αυτό δεν είχε καμιά σχέση με τα φαγώσιμα. Ήταν γιατί του έκανε πάντα τρομερά μπερδεμένες ερωτήσεις, όπως, οχτώ επί οχτώ, ή δεκαπέντε μείον εφτά. Ήταν ο κύριος Φορζέ, ο δάσκαλος. Όπως και να ’ναι, ο Λα Φατίγκ προτίμησε να μη χασομερήσει κοντά του, γιατί είχε κάτι ασυνήθιστο: ο κύριος Φορζέ έκλαιγε κοιτάζοντας τον Λα Φατίγκ όπως δεν τον είχε κοιτάξει ποτέ άνθρωπος. Κι ένας μεγάλος που κλαίει, και κυρίως ο κύριος Φορζέ


που τον φοβόνταν και τον θαύμαζαν για την επιβολή και τις γνώσεις του, ήταν αλλόκοτο, ή μάλλον κάτι που σε φόβιζε. Ο Λα Φατίγκ έχωσε το μισοδαγκωμένο κρουασάν στο στόμα του, για να μην του πέσει κι έβαλε τα πόδια στους ώμους, κρατώντας σφιχτά τη σακούλα πάνω στην καρδιά του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Η Αστερία έστυψε το τελευταίο πουκάμισο της πλύσης με τα παραμορφωμένα από τους ρευματισμούς κι όλο στίγματα από την ηλικία χέρια της. Μέσα της, βλαστημούσε την περηφάνια της και την ξεροκεφαλιά της που την έκαναν να μην αφήνει τη Ζαν να πάρει τη θέση της στο πλυσταριό της κοινότητας. Η άνοιξη πλησίαζε, τα χιόνια είχαν λιώσει, μα το νερό ήταν παγωμένο. Τ ούτη την μπουγάδα, την πρώτη της χρονιάς στο κοινοτικό πλυσταριό, η Αστερία θα την πλήρωνε με καραμπινάτους πόνους. Τ α γέρικα κόκαλά της δεν άντεχαν πια τέτοια κρύα. Μα τότε, αν δεν μπορούσε πια να πάει να κουτσομπολέψει με τις άλλες, τι θα το έκανε το κορμί της; Και δεν ήταν η επιθυμία της μπας και χάσει τις παρτίδες κακογλωσσιάς ανάμεσα στις γυναίκες που υποχρέωνε την Αστερία να πηγαίνει στο πλυσταριό. Μια γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της, πλένει με τις άλλες τα ρούχα της όσο πιο πολύ καιρό μπορεί. Απ’ αυτό ξεχώριζαν τις γριές: δεν έπλεναν πια οι ίδιες. Τ ο να μην πηγαίνει η Ζαν ήταν φυσικό, μιας κι η Αστερία πήγαινε από πάντα. Φυσικά, η Αστερία θα μπορούσε να κάνει ό,τι κι η Μεμέ Ντε-μιζάν ή η Λεοπολδίνη Λ’ Ανσιέν, που δεν έρχονταν πια να πλύνουν, αλλά για να περάσουν την ώρα τους. Κάθονταν, με κάποιες άλλες κυράδες, συνομήλικές τους, λίγο πιο ξέμακρα από τις άλλες που δούλευαν γονατιστές, στον πέτρινο πάγκο. Κι από κει, κοίταζαν τις νιες που χτυπούσαν κι έστυβαν τα ρούχα. Τ η συζήτηση την παρακολουθούσαν κουτσά στραβά, μισόκουφες οι πιότερες. Πετούσαν κι αυτές κάπου κάπου το λογάκι τους, αλλά δεν ήταν πια μέσα στα πράγματα, και το δίδυμο τελετουργικό μπουγάδακουτσομπολιό παιζόταν πια χωρίς αυτές. Παιζόταν ανάμεσα σ’ αυτές που η γλώσσα τους πήγαινε ροδάνι όσο τα ρούχα στέναζαν στα χέρια


τους· κι αυτές ήταν η Σουζάνα Οφλακέ, η Ραϊμόνδη Οστέν, η Αστερία, φυσικά, η Μανκούζο η Ιταλίδα που τα είχε καταφέρει να γίνει δεκτή στον κλειστό κύκλο, η Ρομπέρτο Μπενινού, η υπηρέτρια του συμβολαιογράφου Ντελούζ, η Συλβί Σαρόν που έπλενε εδώ τα τραπεζομάντιλα του Αεμπεντέν, του πανδοχέα κι άλλες ακόμα που πέταγαν κι αυτές το λόγο τους. Γιά να λάμψεις έπρεπε να ’χεις θράσος, να ξέρεις να τα λες χοντρά. Τ ο φιλότιμο των καλών αστών του Περπεζάκ θα δεχόταν γερό πλήγμα, αν κατάφερναν να μεταμορφωθούν σε ζουζούνια και ν’ ακούσουν, κρυμμένοι μέσα στις πέτρες, τι τους έσερναν. Εδώ ήταν στην κυριολεξία τ’ άπλυτα που έβγαιναν στη φόρα. Μεταξύ τους, οι γυναίκες του Περπεζάκ, αυτές τουλάχιστον που δεν είχαν υπηρέτριες για να τους κάνουν αυτή τη βασική χοντροδουλειά, επιδίδονταν σ’ αυτό το άθλημα με την καρδιά τους. Κανένας δε γλίτωνε, άντρας ή γυναίκα. Δεν τους ξέφευγε τίποτα: ο αλκοολισμός του ενός, η τσαπατσουλιά της άλλης, η τσιγκουνιά του τάδε, οι ερωτοδουλειές του δείνα, η ανικανότητα κάποιων… Εδώ, η ατιμώρητη βλακεία ή κακία, έβρισκαν επιτέλους την ποινή τους: ένα σκληρό καλαμπούρι, ένα φονικό πείραγμα, ένα καλοταιριασμένο παρατσούκλι που συχνά έμενε άγνωστο στον ενδιαφερόμενο, ώσπου να του το πετάξει κάποιος στα μούτρα, ένα ωραίο πρωί, σαν κάδο με βρομόνερα. Κείνη τη μέρα, κατά τη γνώμη της Αστερίας, το ροδάνι δε γύριζε καταπώς θα ’πρεπε. Τ ο είχε νιώσει, η Σουζάνα Οφλακέ κι η Μανκούζο ήταν συγκρατημένες. Τ ούτες οι δυο, συνήθως δε σέβονταν τίποτα και κανένα. Σήμερα, μόλις που είχαν μπήξει τα δόντια τους στη ράχη του βαρόνου, το αγαπημένο ξόμπλι του «γυναικοκαφενέ» όπου κατασπαράζονταν οι πλούσιοι κι οι ισχυροί. Η Σουζάνα δούλευε στον πύργο, μα δε δίσταζε να κόψει κοστούμια στον εργοδότη της. Χάρη σ’ αυτήν, ήξεραν όλοι στην πόλη πως ο Ανρί Φρερέ ντυ Καστέλ την είχε μάλλον μαλακή και ζαρωμένη, πως τιμούσε την κυρία του μια φορά στις δέκα και πως εκείνη παρηγοριόταν όπως μπορούσε, η δύστυχη, αδειάζοντας αργά μα σταθερά την κάβα του συζύγου της. Τ ώρα πια η βαρόνη άρχιζε να τρεκλίζει πριν από το μεσημέρι. Η μέθη δεν ήταν κάτι άγνωστο στο Περπεζάκ, όπως και παντού αλλού στην όμορφη χώρα μας, αλλά


εκείνα τα χρόνια, ο γυναικείος αλκοολισμός ήταν φαινόμενο τόσο σπάνιο που οι πλύστρες μας το έβλεπαν σαν διπλό βίτσιο: «Η γυναίκα να πέφτει στο πιο κάτω σκαλοπάτι κι από το ζώο, ένα με τους άντρες, αυτό θα πει κατάντια!» κάγχαζε η Σουζάνα Οφλακέ. Όσο για τη Συλβάνα Μανκούζο, αυτή υπερασπιζόταν τον βαρόνο έτσι, από πνεύμα αντιλογίας. Ένας άντρας που δε βγάζει σπίθες… ε, δε θα πρέπει να ξέρει να τον τρίψει η γυναίκα του, διατεινόταν. Και καυχιόταν πως μπορούσε να ξυπνάει και τους πιο κοιμισμένους χάρη σε κάτι μαγικά κόλπα που είχε φέρει από την όμορφη Ιταλία της. Οι αυτόχθονες είχαν αγανακτήσει. Και στη Γαλλία οι γυναίκες ήξεραν πώς να το κάνουν αν ήθελαν να μπουν στον κόπο… Η Πολέτ Ντεμιζάν, η κόρη της Μεμέ, που όλοι την ήξεραν για σεμνότυφη, βάλθηκε να υπερασπίζεται την ερωτική τέχνη των Γαλλίδων: «Έλα, τώρα, Συλβάνα, τι θες να μας πεις; Από πού κι ως πού οι Ιταλίδες τα ξέρουν αυτά καλύτερα από μας; Ο έρωτας παντού είναι ο ίδιος, δεν είναι δα και τίποτα το σπουδαίο… η σφήνα στο…» «Ε, να, η απόδειξη!» ξεκαρδίστηκε η Μανκούζο. «Μη σας κακοφανεί αν καμιά μέρα, οι άντρες σας το γυρέψουν αλλού!» «Ας πάρουν τα μούτρα τους!» γρύλισε η Πολέτ Ντεμιζάν, θιγμένη στην ιδέα πως ο Ροζέ της θα μπορούσε να ενδιαφερθεί γι’ άλλου είδους ερωτική τεχνική από τη δική της. «Ο έρωτας δεν είναι δα να κάνεις τα μύρια όσα. Δεν είμαστε και ζώα!» «Ποιος μιλάει για ζώα; Τ ο μόνο που λέω είναι πως η κυρία βαρόνη μπορεί να μην έχει τον τρόπο… Και καθώς το μπουστά-κι της είναι άδειο σαν το πουγκί του φτίοχού…» «Α, ναι, όσο γι’ αυτό είναι αλήθεια!» τσίριξε η Σουζάνα Οφλακέ ανεμίζοντας ένα στηθόδεσμο της κυράς της. «Γία κοιτάξτε, ούτε αβγό πέρδικας δε χωράει εδώ μέσα!» Και το πράγμα τράβηξε λίγο ακόμα σ’ αυτό τον τόνο. Θα μπορούσε να είχε πάει πιο μακριά, συνήθως η κουβέντα καταντούσε ολωσδιόλου αισχρή, σκέφτηκε η Αστερία ζυγίζοντας το πανέρι της


προτού αποφασίσει να φύγει. Τ ης φάνηκε αδικαιολόγητα βαρύ. Σίγουρα δεν είχε στύψει καλά την πλύση: θα είχε τουλάχιστον τρία κιλά παραπανίσιο νερό! Έπρεπε να τα ξανα-στύψει, αλλά δεν της έκανε καρδιά, τα χέρια της είχαν μουδιάσει από το κρύο. Ίσιωσε τη ράχη, ανασήκωσε το πανέρι και τράβηξε κατά το ποδήλατο που το είχε αφήσει στηριγμένο στο τοιχάκι έξω από το πλυσταριό. «Μπορείς, Αστερία; Να σε βοηθήσω;» Ήταν η Ρομπέρτο Μπενινού. Καλό κουμάσι! Αμ δε, που ήθελε να τη βοηθήσει! Υπαινιγμός ήταν, πως τάχαμου η Αστερία γερνούσε κι ήταν καιρός να περάσει στις πίσω γραμμές, με τις ανήμπορες. Η Αστερία την κεραυνοβόλησε. «Θα τα βγάλω πέρα και χωρίς εσένα, άντε!» «Ε, πάντως, τώρα που συνήλθε η Ζαν θα μπορούσε να σε βοηθήσει… Στην ηλικία σου…» «Παράτα την ηλικία μου κατά μέρος!» της πέταξε η Αστερία. «Σε ρώτησα εγώ γιατί ο Μαρσέλ σου δεν έρχεται στο πλυσταριό να σου δώσει ένα χέρι; Μπας και είναι αδιάθετος;» Αυτή η μικρή φράση, ανώδυνη φαινομενικά, χτύπησε την Μπενινού καταπρόσωπο. Χλώμιασε, κοκκίνισε, άνοιξε το στόμα κι έχασε τον αέρα της κάτω από τα χαμόγελα των γυναικών, που γεύονταν την απάντηση με απόλαυση, Ο Μαρσέλ Μπενι-νού, ο γιος της Ρομπέρτας, ήταν γεροντοπαλίκαρο στα τριάντα πέντε του. Πολύ δεμένο στη φούστα της μαμάς του, αυτό το αγόρι! Οι άντρες της κλάσης του, αυτοί που είχαν κάνει μαζί του στρατιωτικό, είχαν κάτι να πουν για λογαριασμό του: να κι ένας που δεν είχε ποτέ του τρέξει πίσω από τον ποδόγυρο. Η Ρομπέρτο Μπενινού κατάφερε να ξαναβρεί κάπως την ■ψυχραιμία


της: «Κοίτα τη δουλειά σου, οχιά!» κατάφερε να προφέρει βρα-χνά. Η Αστερία ύψωσε τους ώμους της. «Ας μην άρχιζες, τσούχτρα!» Μ’ αυτά τα λόγια, που τα πέταξε περιφρονητικά πάνω από τον ώμο της, η Αστερία ακούμπησε το φορτίο της στη σχάρα του ποδηλάτου, το στερέωσε με μια ξεφτισμένη λουρίδα από καουτσούκ κι απομακρύνθηκε σπρώχνοντας το παλιό ποδήλατό της με βήμα χηρευάμενης αυτοκράτειρας. «Μα την ακούτε!» μούγκρισε η Ρομπέρτο Μπενινού σαν ξεμάκρυνε κάμποσο η Αστερία και δεν μπορούσε να την ακούσει. «Μα την πίστη μου, για ποια περνιέται; Η ξιπασμένη!» Η… διατριβή της δεν είχε απόηχο. Τ η χήρα του Μαστρο-Αντελίν τη σέβονταν οι γυναίκες του Περπεζάκ. Θαρραλέα, ντόμπρα, αφοσιωμένη στη μνήμη του άντρα της και στο θετό γιο της. Κομματάκι τραχιά στην όψη, στην αρχή, αλλά καλή σαν έξυνες λίγο την επιφάνεια. Η Μπενινού δαγκώθηκε. Δεν ήταν σίγουρη αν οι κουτσομπόλες θα έλεγαν κακό για λογαριασμό της, αν τις τσίγκλιζε. Ένα μοχθηρό χαμόγελο πέρασε φευγαλέα από τα χείλη της. Η Αστερία Αντελίν δε θα την έβγαζε καθαρή! Η Ρομπέρτο είχε ένα ατού για ρεζέρβα. Δεν είχε νόημα να κακολογήσει την Αστερία, δε θα της έβγαινε σε καλό. Να τη μειώσει όμως με τον οίκτο της, αυτό γινόταν κι είχε με το μέρος της κάτι στο οποίο οι καλές ψυχές που έπλεναν την μπουγάδα τους δεν μπορούσαν ν’ αντισταθούν: την περιέργεια. «Ε, εδώ που τα λέμε, τα νεύρα της είναι τεντωμένα, της δύστυχης», στέναξε η Ρομπέρτο Μπενινού, «με τις έγνοιες που έχει…» Δεν είπε περισσότερα και για λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν τα πιτσιλίσματα του νερού, το τρίψιμο του σαπουνιού πάνω στα ρούχα,


σε πουκάμισα και σώβρακα απλωμένα στη μουσκεμένη πλάκα. Η φράση έκανε το δρόμο της στα σκυμμένα κεφάλια. Η Αστερία είχε έγνοιες! Γιά δες! Τ ο ό,τι η Ζαν δεν είχε κάνει παιδί κι ό,τι του Ζερόμ του στοίχιζε πολύ, αυτό πια ήταν κοινό μυστικό, δεν άξιζε τον κόπο να το αναφέρει κανείς. Θα ’πρεπε λοιπόν να υπάρχει κάτι καινούριο. Σαν τι όμως; Η Ρο-μπέρτα δε θα είχε πετάξει το λογάκι της για το τίποτα. Κάτι θα ήξερε. Και τα μυαλά έπιασαν μεροκάματο, δούλευαν όσο και τα μπράτσα. Οι μικροί ντελικάτοι τροχοί πήραν να γυρίζουν τα γρανάζια τους πίσω από τα μέτωπα, τα σκυμμένα πάνω στην πλάκα όπου κυλούσαν τα σαπουνόνερα. Η Μανκούζο ήταν η πρώτη που έκανε την πρώτη αληθοφανή υπόθεση. Ήταν πονηρή η Ιταλίδα, κι ύστερα, ό,τι άγγιζε τον Ζερόμ Κορμπιέρ, την ενδιέφερε ιδιαίτερα… Μέσα στον ξύπνιο νου της, λοιπόν, οι οδοντωτές ροδίτσες γυρνούσαν μ’ εκπληκτική ταχύτητα. Αυτή η ψείρα η Ρομπέρτ δούλευε στου συμβολαιογράφου του Ντελούζ. Ο συμβολαιογράφος κι ο γιατρός Ντελμάς ήταν καλοί φίλοι κι ακόμα πιο κολλητές ήταν η γυναίκα του συμβολαιογράφου κι η θυγατέρα του γιατρού. Παιδικές φίλες, η Συλβέν Ντελούζ και η Αλμπερτίνα Ντεφλέρ, το γένος Ντελμάς. Κι ο Ντελμάς ήταν ο γιατρός των Κορμπιέρ. Ας πούμε λοιπόν πως ο γερο-Ντελμάς είχε αμελήσει λιγάκι το ιατρικό απόρρητο για χάρη της κόρης του και της είχε πει κάτι για τους Κορμπιέρ. Η Αλμπερτίνα μπορούσε κάλλιστα να το είχε μεταφέρει στη Συλβέν Ντελούζ. Ε, από κει και πέρα… ό,τι έμπαινε στο σπίτι των Ντελούζ, δεν ξέφευγε από τη Ρομπέρτα Μπενινού, την υπηρέτριά τους…. Η απαραίτητη διασύνδεση μεταξύ Ρομπέρτας και των αδύτων των Κορμπιέρ είχε αποκατασταθεί. Η τουλάχιστον μια πιθανή διασύνδεση. Τ ώρα δεν απέμενε άλλο από το να κάνουν τη Ρομπέρτα να μιλήσει. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο: άλλο που δεν ήθελε, δεν κρατούσε τη γλώσσα της. Περίμενε μόνο να την παρακαλέσουν για ν’ απολαύσει την εκδίκησή της, να βγάλει το άχτι της για την Αστερία. «Πφφ!» έκανε η Συλβάνα. «Έγνοιες, και ποιος δεν έχει!» «Ναι, δε λέω, ο καθένας έχει τα δικά του», παραδέχτηκε η Ρομπέρτα,


«μα είναι έγνοιες κι έγνοιες. Κι η κακομοίρα η Αστερία έχει απ’ αυτές που δεν ξεπερνιούνται… Για σκέψου μια νύφη στέρφα!» «Έλα, μην τα παραλές! Η Ζαν δεν είναι στέρφα… στενή είναι!» «Ναι, πως, στενή! Τ όσο στενή που κανένα μωρό δε θα περάσει ζωντανό… Και δεν τα λέω εγώ αυτά, αλλά ο γιατρός!» «Μη μου πεις πως ο γιατρός Ντελμάς σου είπε τα μυστικά του!» «Σ’ εμένα όχι… αλλά…» Η Ρομπέρτα δεν είπε περισσότερα, άφησε το βλέμμα της, που έλαμπε από ευχαρίστηση, να πλανηθεί στην ομήγυρη. Οι γυναίκες είχαν σταματήσει το τρίψιμο, όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω της, όλα τ’ αυτιά ορθάνοιχτα. «Μα τι, τέλος πάντων;» «Αντε, Ρομπέρτα, ξεγέννα το! Θα ’λεγε κανείς πως εσύ έχεις το ζόρι!» Τ ρανταχτά γέλια υποδέχτηκαν το καλαμπούρι της Σουζάνας Οφλακέ, που δεν της άρεσε να μονοπωλείται η προσοχή των γυναικών, στο πλυσταριό. Όταν συνέβαινε αυτό, φρόντιζε να θυμίζει την υπεροχή της, η πρώτη γλωσσού του χωριού! Η Ρομπέρτα την κοίταξε με κακία. Μια μέρα θα της το βούλωνε κι αυτηνής το στόμα, για τα καλά! «Ξέρω, ξέρω αυτό που σκέπτεται ο γιατρός Ντελμάς, σαν να το άκουσα από τα χείλια του. Δε θα κάνει ποτέ παιδί η Ζαν δεν είναι φτιαγμένη για παιδιά: αν ξαναγεννήσει, θα πεθάνει!» ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Τ ο καημένο το κορίτσι!» στέναξε η Μεμέ Ντεμιζάν που γινόταν καλόκαρδη όσο έχανε τα μυαλά της. Γιατί, πριν, σαν τα ’χε


τετρακόσια, η γλώσσα της τσάκιζε κόκαλα και δεν είχε εύκολη τη συμπόνια. Η Συλβάνα Μανκούζο είχε μαντέψει σωστά. Τ ο αυτί της Ρομπέρτας είχε πιάσει κάποια κουβέντα ανάμεσα στη Συλβέν Ντελούζ και την Αλμπερτίνα Ντεφλέρ… «Και να ’ταν μόνο αυτό!» συνέχισε η Ρομπέρτα. «Ο Ζερόμ δεν την αγγίζει πια!» Θριάμβευε. Κάθε λέξη που πρόφερε, κάθε λεπτομέρεια ήταν μια μαχαιριά στο μισητό στήθος της Αστερίας Αντελίν. «Δεν την αγγίζει πια! Τ ου κόπηκε η όρεξη μιας και δεν μπορεί να του κάνει παιδί. Κι ένας άντρας που δεν τιμά πια τη γυναίκα του… πόσο μπορεί να κρατήσει… Μία των ημερών, κάποιος από τους δυο θα ξενοκοιτάξει, τα ξέρουμε αυτά, έτσι δεν είναι; Ας σηκώνει λοιπόν τη μύτη της η Αστερία, το κάνει για να τα κρύψει όλα τούτα: που η νύφη της είναι στέρφα και που ο γιος της θ’ αλλάξει γυναίκα όπου να ’ναι! Μπράβο! Να καταντήσεις εκεί στα εξήντα πέντε σου! Η κατάρα συνεχίζεται, γιατί κι αυτή ήταν στέρφα, γι’ αυτό υιοθέτησαν, αυτή κι ο Αντελίν, τον μικρό, τότε… Δεν έχει παιδιά από το δικό της αίμα, δε θα ’χει ούτε κι εγγόνια, δεν είναι λοιπόν ανάγκη να παίρνει τέτοιο ύφος και να προσβάλλει τις άλλες, που αυτές, έχουν τουλάχιστον δικά τους παιδιά!» Η Μπενινού άδειασε το μίσος της. Δεν προσποιόταν πια πως λυπόταν την Αστερία, το θέμα ήταν πώς να την κάνει κομμάτια. Τ ης χρειαζόταν για να εκδικηθεί την προσβολή στον Μαρσέλ, το γιο της, αυτό το δύστυχο αγόρι που δεν ήταν ποτέ σίγουρη πως ήταν αγόρι με τα όλα του, αυτό ήταν αλήθεια, μα δεν ωφελούσε σε τίποτα να το λέει κανείς δημοσίως και μάλιστα να το πετάει στα μούτρα μιας μάνας! «Ε, δώσε τους λίγο χρόνο», πέταξε η Σουζάνα Οφλακέ. «Τ α ζευγάρια είναι πιο στέρεα απ’ ό,τι πιστεύει κανείς».


Οι περισσότερες γυναίκες ήταν αυτής της γνώμης. Σαν πόσες δεν είχαν περάσει συζυγικές μπόρες; Είχαν σκεφτεί πως πάει, ο γάμος διέλυσε, αλλά ο χρόνος είχε παίξει το ρόλο του κι όλα είχαν τακτοποιηθεί, κουτσά στραβά… Αλλά στην περίπτωση της Ζαν και του Ζερόμ, η Ρομπέρτο δεν ήθελε να τακτοποιηθούν τα πράγματα, α, όχι! Τ ους ευχόταν το χειρότερο, ένα καλό χωρισμό, σπαραχτικό, σκανδαλώδη, όσο γινόταν περισσότερο, για να βγει η Αστερία συντριμμένη, λιωμένη και ρεζιλεμένη τόσο που να μην έχει μούτρα να έρχεται να πλένει στο κοινοτικό πλυσταριό με τις τίμιες γυναίκες! Προτού την προφέρει τη λέξη, η Ρομπέρτο την έπαιξε στο στόμα της σαν εξαίσια καραμέλα. Μια λέξη που σήμαινε το αποκορύφωμα της ατίμωσης για μια οικογένεια. Μια λέξη που δε σήμαινε μόνο την αποτυχία μιας ζωής, αλλά και που δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα αμαρτίας και διαφθοράς· μια λέξη που στην επαρχία εκείνης της εποχής, αποτελούσε τη δυστυχία αυτού που την έσερνε πάνω του και που συχνά τον ακολουθούσε ως το τέλος των ημερών του. Η Ρομπέρτο αποφάσισε να την προφέρει τελικά. Ή μάλλον την πέταξε σαν φτυσιά ανάμεσα στα καθαρά ρούχα που στοιβάζονταν στο πεζούλι της γούρνας. «Θα δείτε αν μπορεί να κελαηδάει ακόμα η Αστερία μετά το διαζύγιο!» Τ α πάντα βουβάθηκαν μεμιάς. Στην καρδιά της Συλβάνα Μανκούζο, που είχε απομείνει κι αυτή άφωνη σαν τις άλλες, σπαρτάρισε μια τρελή ελπίδα. Τ ο να χωρίσει ο Ζερόμ με τη Ζαν δεν την ενοχλούσε καθόλου, αντίθετα μάλιστα! Τ ης είχε αρέσει τούτος ο άντρας με την πρώτη ματιά, από την πρώτη μέρα που τον είχε δει να μοιράζει το ψωμί του με το κάρο του, με το άλογό του, κοτσονάτο ακόμα τότε… Είχε φτάσει μόλις από τη γενέτειρά της τη Λομβαρδία, με τον πατέρα της. Ο Ζερόμ διαζευγμένος, σήμαινε ελεύθερος. Βάλθηκε να παρακαλάει να ήταν αλήθεια όσα έλεγε η Ρομπέρτο. Στις άλλες γυναίκες, η λέξη-ταμπού δεν προκάλεσε τα ίδια


συναισθήματα. Πολλές έκριναν πως η Ρομπέρτο το παρατραβούσε. T o να καβγαδίζουν τα ζευγάρια, να ξεσκίζονται, να κερατώνονται, να ξυλοκοπούνται, ή και να πλαγιάζουν μαζί χωρίς να τους το επιτρέπει ο εορημέριος, ε, όλ’ αυτά ήταν μέσα στη ζωή, ο παλιός πόλεμος των φύλο>ν και των καρδιών. Αλλά το διαζύγιο ήταν άλλο πράγμα. Και πρώτα πρώτα, πώς ήξερε η Ρομπέρτα αν οι Κορμπιέρ πήγαιναν για διαζύγιο; Η Μπενινού διάβασε την ερώτηση στα βλέμματα και στυλώθηκε με τις γροθιές στους γοφούς, μ’ ένα ειρωνικό, θριαμβευτικό χαμόγελο στα χείλια. «Δεν το πιστεύετε, ε; Εγώ ξέρω τι λέω! Γιατί να πήγε σε δικηγόρο στο Μπλουά ο Ζερόμ, αν δεν υπήρχε κάτι τέτοιο στον αέρα;» Η γριά Ντεμιζάν σαν να βγήκε από το λήθαργό της. «Ε, δα, ο δικηγόρος δεν είναι μόνο για διαζύγια! Είχε πάει κι ο μακαρίτης ο Ντεμιζάν να συμβουλευτεί τους ανθρώπους του νόμου, αλλά όχι γι’ αυτό. Τ ο φαντάζεστε, ο γερο-Σαρλ μου, διαζύγιο! Ποια άλλη θα τον έπαιρνε με τα μυαλά που είχε!… Όχι, ήταν εκείνος ο χαμένος ο Μπρεσονιέ, που έφερνε εξεπίτηδες τα γελάδια του στο βοσκοτόπι μας και χρειάστηκε να γίνει δίκη, κι ύστερα…» Η Ρομπέρτα Μπενινού έκοψε τις εξηγήσεις που προμηνύονταν μακριές και φλύαρες. «Σου λέω όχι, Μεμέ Ντεμιζάν! Ο Σαρλ σου δεν πήγε να συμβουλευτεί το δικηγόρο στα κρυφά, απ’ όσο ξέρω!» «Στα κρυφά; Ας έπαιρνε τα μούτρα του!» «Ε, λοιπόν, η Ζαν Κορμπιέρ δεν ξέρει πως ο Ζερόμ πήγε να δει έναν άνθρωπο των νόμων στο Μπλουά. Κι είναι ένα σημάδι, αυτό, ε;» Οι γυναίκες παρακολουθούσαν τη συζήτηση με πάθος. Είχε ό,τι τους άρεσε: αίσθημα, δυστυχία, μπλέξιμο, κι ίσως, τελικά, ένα ωραίο διαζύγιο. Αλλά η πιο προσεχτική ήταν η Συλβάνα Μανκούζο.


«Κι εσύ πώς το ξέρεις;» ρώτησε την Μπενινού. «Τ ο ξέρω επειδή την περασμένη Πέμπτη ήμουν στο Μπλουά. Είδα τον Ζερόμ να μπαίνει στο γραφείο του Μαιτρ-Λουιστε-ριόν, αυτουνού που είχε την υπόθεση του Λεμουάν… Η Μεμέ Ντεμιζάν κούνησε το κεφάλι. «Ο Μαιτρ-Λουιστεριόν, ναι, ναι… είναι ακριβός! Θυμάμαι που…» «Και βέβαια είναι ακριβός, αφού είναι καλός!» την έκοψε η Σουζάνα Οφλακέ. «Αλλά άσε τη Ρομπέρτα να τελειώσει, Μεμέ. Δε θα μάθουμε ποτέ τίποτα, αν τη διακόπτεις συνέχεια!» Η Ρομπέρτα, έκπληκτη, στράφηκε προς αυτή την ανέλπιστη σύμμαχο. Η Σουζάνα δεν έπαιρνε συνήθως το μέρος της, μα τώρα βιαζόταν να τελειώσει η Ρομπέρτα για να ξαναπιάσει τον κόπανο της… «Που λέτε, λοιπόν, βλέπω τον Ζερόμ να μπαίνει στου ΜαιτρΛουιστεριόν. Ωραία, λέω, θα έχει τίποτα υποθέσεις να ταχτοποιήσει, τίποτα το αφύσικο…» «Ναι, αλλά ο Μαιτρ-Λουιστεριόν είναι καλός, δε λέω, αλλά πανάκριβος! Εγώ θυμάμαι…» «Μεμέ! Επιτέλους! Σουτ!» Κάτω από τα θυμωμένα βλέμματα και τα οργισμένα «σουτ» η Μεμέ ζάρωσε. Ακόμα κι η ίδια της η κόρη την κοίταζε απηυ-δισμένη. Η Ρομπέρτα ύψωσε τα μάτια στον ουρανό κι ύστερα τα ξανακατέβασε στο ακροατήριό της. «Εντάξει», στέναξε, «θα σας τα πω με λίγα λόγια γιατί με τη γιαγιά εδώ δε θα τελειώσουμε ποτέ! Σαν έφτασα λοιπόν στο Περπεζάκ, πέρασα από το φούρνο για ψωμί· με σέρβιρε η Ζαν και τι μου λέει καθώς φλυαρούσαμε; Πως ο Ζερόμ είχε πάει στην Τ ουρ, στο Αλευροποιείο για να διαπραγματευτεί, τάχα, την τιμή της φαρίνας. Γ


ιατί μου είπε ψέματα; Γ ιατί αυτός της είπε ψέματα! Και γιατί, ε; Γ ιατί;» «Πφ! οι άντρες πάντα λένε ψέματα», δήλωσε η Σουζάνα Οφλακέ. «Πότε για να πάνε στο μπορντέλο, πότε για ένα ποτήρι κρασί με την παλιοπαρέα… Δεν το ’χουν σε τίποτα να σου διηγηθούν τα Μυστήρια των Παρισίων και το Ροκαμπόλ!» Οι γυναίκες συμφώνησαν: οι άντρες, όλοι ψεύτες και παλιοτόμαρα, εγωιστές, μπερμπάντηδες… Αλλά βλέπεις δεν είχε ακόμα βρεθεί τρόπος να κάνεις χωρίς την παλιοφάρα… Η συζήτηση ξεστράτιζε, κινδύνευε να της ξεφύγει. Η Ρομπέρτα βιάστηκε να τη βάλει στον ίσιο δρόμο. «Ακριβώς!» θριαμβολόγησε. «Εκείνη τη μέρα δεν πήγε ούτε στο μπορντέλο, ούτε στην ταβέρνα! Κι ένας άντρας που πάει στο δικηγόρο είναι πιο επικίνδυνος για τη γυναίκα του, απ’ ό,τι αν πήγαινε στις πουτάνες». «Α, να με συμπαθάς!» ξεσηκώθηκε η Μεμέ Ντεμιζάν, «σαν μου κουβάλησε ο δικός μου, το 1886, μια φαγούρα που του την κόλλησε μια πουτάνα, στο Μπλουά, την είχα άσχημα». «Μαμά!» Η Πολέτ Ντεμιζάν, κόκκινη σαν ντομάτα, κοίταξε τη μητέρα της ικετευτικά. Δεν ήταν ανάγκη να ξέρουν οι γυναίκες του χωριού τις μπερμπαντιές του Σαρλ Ντεμιζάν, περασμένες εξάλλου, μιας κι ο πατέρας της ξεπλήρωνε τα σφάλματά του στην κόλαση από το 1926, και μάλιστα στο λιγότερο αυστηρό τμήμα του βασιλείου του Σατανά: στη μεραρχία των άπιστων συζύγων, θαμώνων των μπορντέλων… ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Ενώ γινόταν αυτή η συζήτηση γύρω από το ασπριδερό νερό του


κοινοτικού πλυσταριού, μια σιλουέτα γλιστρούσε φευγαλέα, λίγο πιο πέρα, στον ορνιθώνα του συμβολαιογράφου Ντελούζ. Τ ο κοτέτσι, όπως ο οπωρόκηπος κι ο λαχανόκηπος που το πλαισίωναν δεν είχε πρόσβαση από την κατοικία των Ντελούζ. Τ ούτο το συγκρότημα, αποτελούσε, κοντά στο κέντρο της πόλης όπου ορθωνόταν το σπίτι του συμβολαιογράφου, κάτι σαν ανεξάρτητο κρατίδιο στη μέση μιας ζώνης με κηπευτικά που ανήκε στον Σεμπαστιάν Λαριβέ, έναν άλλο από τους προύχοντες του τόπου, Ο Λαριβέ προμήθευε σ’ ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων του Περπεζάκ φρούτα, αβγά, πουλερικά και κουνέλια. Ανάμεσα στους κατοίκους του Περπεζάκ μόνο ο Ντελούζ, χωρίς αμφιβολία, μπορούσε να περηφανευτεί πως δεν είχε φάει ποτέ τίποτ’ άλλο εκτός από προϊόντα του. Κι αυτό το όφειλε σε τούτο το ξεμοναχιασμένο κομμάτι γης ανάμεσα στα μποστάνια του Λαριβέ. Ο καλλιεργητής είχε πασχίσει είκοσι φορές να του το αγοράσει, Ο Ντελούζ αρνιόταν πάντα. Τ ου έκανε μεγάλη χαρά, εξωφρενικό προνόμιο για έναν αστό, να μπορεί να λέει: «Εγώ τρώω μόνο τα κεράσια μου, το σπανάκι μου, τα μαρούλια μου…» Φυσικά, είναι αυτονόητο πως ο συμβολαιογράφος δεν είχε πιάσει ποτέ στο χέρι του τσάπα και αξίνα. Είχε τον κηπουρό του, τον μπάρμπα Λαμπούρλ, ένα γέρο με μουστάκια και πρασινισμένα δάχτυλα, Ο Λαμπούρλ δε χώνευε τον Λαριβέ. Δεν είχαν την ίδια… κηπευτική νοοτροπία. Δεν παρέλειπε να τον πειράζει όταν τον έβλεπε, κάτω από το ψάθινο καπέλο του και πίσω από τους ολάνθιστους φράχτες του. Γιατί, χάρη στον Λαμπούρλ και το ταλέντο του, το μποστάνι του Ντελούζ ήταν κι ένας υπέροχος ανθόκηπος. Σ’ αυτόν το περιφραγμένο χώρο, ξέμακρα από τον ορνιθώνα, ορθωνόταν το καταφύγιο του κηπουρού, μια απ’ αυτές τις καλύβες με τα καλάμια και τα καδρόνια, όπου αποθηκεύει τους σπόρους και τα εργαλεία του, κι όπου καταφεύγει σαν πιάσει ξαφνικά νεροποντή. Ο Λαμπούρλ, που είχε γούστο, την είχε χτίσει με τα χέρια του κι είχε πολύ καλύτερη όψη από τις καλύβες που βρίσκει κανείς στην εξοχή. Ήταν πιο μεγάλη, στέρεα, καλοχτισμένη. Σωστό σπιτόπουλο, με γερτή στέγη, παράθυρα, μια μικροσκοπική βεράντα όπου μπορούσε να στήσει μια σεζλόνγκ και να ξαπλώσει στη σκιά, τις μέρες του


καύσωνα. Είχε και τζάκι, με τα όλα του, που κάπνιζε τις χειμωνιάτικες μέρες, όταν ο Λαμπούρλ ερχόταν να νοικοκυρέψει το χώρο και να επισκευάσει τα εργαλεία του. Μα κείνη τη μέρα το τζάκι δεν κάπνιζε, κι ας έκανε ακόμα ψύχρα, όπως το μαρτυρούσαν τα κοκκινισμένα από το παγωμένο νερό χέρια των γυναικών που έπλεναν λίγο πιο πέρα. Κι αυτό, γιατί απλά, ο Λαμπούρλ δεν ήταν εκεί. Ρέμβαζε σπίτι του, στο παραγώνι, διαβάζοντας την Ηχώ τον κηπουρού και τον Σύμβουλ ο κηπουρικής. Είχε τελειώσει την περασμένη βδομάδα όλες τις προετοιμασίες του για την άνοιξη και περίμενε γαλήνια να του γνέψει ο ουρανός για να ξαναπιάσει δουλειά. Έτσι, ο διακριτικός επισκέπτης του μικρού κομματιού γης, ήταν λίγο πολύ σίγουρος πως δε θα τον ενοχλούσε κανείς. Είχε κάτι από τη γάτα κι από τη νυφίτσα. Ήταν, σαν κι αυτές, αλαφροπάτητος κι αθόρυβος. Τ ου άρεσε, όπως και σ’ αυτές, να ξεγλιστράει από θάμνο σε θάμνο. Σαν κι αυτές, του άρεσε ν’ αρπάζει, να «σουφρώνει». Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε λεηλατήσει το περιβόλι του Ντελούζ, το τόσο φροντισμένο από τα χέρια του Λαμπούρλ… Ο επισκέπτης θα μπορούσε να δώσει γνώμη ειδικού σε αγροτικό διαγωνισμό. Ο κηπουρός ο μάστορας, αυτός που ήξερε να φυτεύει τα καλύτερα ραδίκια, τις καλύτερες σαλάτες, μα κι αυτός που έβγαζε τα πιο νόστιμα μήλα, τα πιο ζουμερά αχλάδια, ήταν, για τούτη τη σκιά που είχε πηδήξει σαν αγρίμι τον ξύλινο φράχτη που πάνω του σκαρφάλωνε αγκαθωτός θάμνος, σίγουρα ο Λαμπούρλ. Μα σήμερα, δεν είχε έρθει να κλέψει. Ξέροντας πως είχε όλο τον καιρό, μιας και γνώριζε τις συνήθειες του Λαμπούρλ, είχε την πρόθεση να χαρεί για λίγο με την ησυχία του τούτο το μαγευτικό μέρος. Ένα σπίτι. Ένα σπιτάκι, για παιδιά θα ’λεγες, μα με γερή στέγη, με το τζάκι του κι αυτή την όμορφη μικρή βεράντα. Αλλά, ακόμα και γι’ αυτόν τον ακαμάτη τον Λα Φατίγκ, με τ’ όνομα, η δουλειά ερχόταν πριν από την απόλαυση. Τ ο παιδί είχε ακούσει να λένε πως το κοτόζουμο κάνει καλό στους αρρώστους. Η μάνα του, λοιπόν, η Μογκρέ, ήταν άρρωστη. Έβηχε τόσο που θαρρείς πως θα της ξεριζωνόταν τα σπλάχνα, το μέτωπό της έκαιγε, τα πόδια της δεν την κρατούσαν, μα και δεν πάσχιζε πια να σηκωθεί από το στρώμα. Δεν είχε ούτε αυτός, ούτε η μάνα του δεκάρα τσακιστή, αλλά το χαμίνι ήξερε πού και πώς


να βρει την κότα που θα έδινε τον πολύτιμο ζωμό. Τ ο λουκέτο με την αλυσίδα που χρησιμοποιούσε ο Λαμπούρλ για να κλείνει την πόρτα του κοτετσιού, ήταν παλιό μοντέλο, καλό ίσα ίσα για ν’ αποθαρρύνει τις αλεπούδες. Για τον Λα Φατίγκ όμως, πιο πονηρό κι από μαϊμού, δε μετρούσε. Ο πιτσιρίκος το εξουδετέρωσε μέσα σε δευτερόλεπτα. Μισάνοιξε την πόρτα και γλίστρησε μέσα. Εκεί, διάλεξε μια κοκκινωπή πουλάδα, την έδρεψε σαν καρπό από τη διχάλα που κούρνιαζε, της έστριψε το λαρύγγι και την έχωσε στο τσουβάλι του. Ξαναβγήκε στα γρήγορα από τον ορνιθώνα και ξανάβαλε το λουκέτο στη θέση του. Οι άλλες κότες δεν πρόλαβαν να κάνουν ούτε κιχ. Ακόμα κι ο πετεινός, κορδωμένος και φουντωτός, ξεπερασμένος από τα γεγονότα, δεν πήρε καλά καλά είδηση πως έχασε μια από τις ευνοούμενές του. Και τώρα η απόλαυση. Ο Λα Φατίγκ έμενε σ’ ένα ερειπωμένο σπίτι έξω από την κωμόπολη. Τ ο σπίτι το είχε χτυπήσει κεραυνός πριν από είκοσι χρόνια κι ήταν από τότε εγκαταλελειμμένο. Κανένας δε γνοιάστηκε που εγκαταστάθηκε εκεί η Μογκρέ. Εκεί γεννήθηκε ο Λα Φατίγκ. Μεγάλωσε μέσα σ’ ένα σκηνικό από πρασινισμένους γύψους, σαπισμένα ερείπια, μισοκαμένη ξυλεία. Η Μογκρέ είχε φράξει όπως όπως τις χαραμάδες της σκεπής με κλαδιά κι άχυρα. Τ ’ άχυρα είχαν σαπίσει, τα κλαδιά είχαν κατακαθίσει κι από τη στέγη, χειμώνα και καλοκαίρι, έμπαιναν ο ήλιος κι η βροχή. Η Μογκρέ κι ο Λα Φατίγκ άναβαν ξερόκλαδα στο τζάκι και δεν ξεμάκραιναν από κει τις νύχτες του χειμώνα. Κι ήταν η μόνη τους παρηγοριά. Ζούσαν λίγο πολύ σαν τα ζώα σε τούτο το παλάτι των ρευμάτων. Οσο για έπιπλα, από την πυρκαγιά δεν είχαν γλιτώσει παρά μόνο ένα μπουφεδάκι της κουζίνας κι ένα τραπέζι, στα οποία είχαν προστεθεί μια καρέκλα κι ένα σκαμνί, μαζεμένα από τ’ άχρηστα της κοινότητας. Για μοναδικά στρωσίδια, η Μογκρέ κι ο γιος της διέθεταν τις δυο παλιές κουβέρτες που τους είχε δώσει η Αστερία. Απλυτες, αμπάλωτες, κουρελιάζονταν μέρα με τη μέρα κι έβριθαν από ζωύφια. Σε σύγκριση μ’ αυτή την αθλιότητα, το καλύβι του Ααμπούρλ ήταν


επίγειος παράδεισος, για τα μάτια του Λα Φατίγκ. Όχι πως είχε καμιά πολυτέλεια, μα ήταν καθαρό, στεγνό και νοικοκυρεμένο. Σαν σχολαστικό γεροντοπαλίκαρο, ο Λαμπούρλ είχε φροντίσει να υπάρχει κάποια άνεση σ’ αυτό το καταφύγιο του κήπου όπου περνούσε τις περισσότερες ώρες της μέρας. Είχε ακόμα και τραπεζομάντιλο στο τραπέζι κι αμπαζούρ στη λάμπα. Όπως και να ήταν, ο Λα Φατίγκ δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του σε κερωμένο παρκέ. Δεν ήξερε άλλο από το αδρό σανίδι του κοινοτικού σχολείου που ο νόμος τον ανάγκαζε να το πατάει κάπου κάπου. Τ ην πρώτη φορά που κατάφερε να παραβιάσει την κλειδαριά, του φάνηκε πως είχε βρεθεί στις Βερσαλλίες. Από τότε, σαν του δινόταν η ευκαιρία, ερχόταν από δω να κάνει τη βόλτα του και φρόντιζε να μην π’ειράζει τίποτα από φόβο μήπως το αντιληφθεί ο Λαμπούρλ και προσθέσει κανένα λουκέτο ή καμία αμπάρα. Εκείνη τη μέρα, αφού λαρύγγωσε την κότα, προχώρησε ήσυχα ήσυχα προς την καλύβα. Έβγαζε από την τσέπη του ένα αυτοσχέδιο πασπαρτού, όταν η έκτη αίσθηση του μικρού αγριμιού τον προειδοποίησε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν κάτι σαν μυρωδιά, ή μάλλον κάτι σαν κύμα που πλανιόταν στον αέρα. Τ η μυρωδιά του Λαμπούρλ, ο Λα Φατίγκ την ήξερε καλά- ήταν απλή, καθησυχαστική, θύμιζε λαχανόσουπα και ταμπάκο, σου έφερνε στο νου ένα γκρίζο μουστάκι λεκιασμένο από τη νικοτίνη, μια φωνή βαριά, γκρινιάρικη, που τις βλαστήμιες της δεν έπρεπε να τις παίρνεις και πολύ στα σοβαρά: ο άνθρωπος που τις ξεστόμιζε ήταν καλός στο βάθος, ένα πλάσμα με ζωτικό ρυθμό αργό και ήρεμο… Τ ούτο που έπιανε στον αέρα, τη συγκεκριμένη στιγμή ο Λα Φατίγκ, δεν είχε σχέση με τα προηγούμενα. Ήταν κάτι στυφό και μαύρο, κάτι σαν μια βαριά αποφορά που θύμιζε “ ψοφίμι. Οι νοερές εικόνες που άρχισαν να σχηματίζονται γύρω απ’ αυτή την πρώτη ανησυχία πήγαιναν προς την ίδια κατεύθυνση: βία, μίσος, σκληρότητα. Ο πιτσιρίκος έπιανε το καθετί με τη διαίσθηση, μαγικά σχεδόν. Καθώς ετοιμαζόταν να χώσει το σύρμα στην κλειδαριά της καλύβας, η κίνησή του έμεινε μετέωρη. Έπρεπε να το βάλει στα πόδια, γρήγορα, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Μα δεν πρόφτασε. Η πόρτα άνοιξε απότομα, βίαια, σαν αστραπή, τόσο


που το παιδί δε βρήκε την ευκαιρία να φύγει. Όλα εκτυλίχτηκαν όπως στους εφιάλτες, μ’ αυτή τη φριχτή φυσικότητα που μας δίνει η αίσθηση του αναπόφευκτου, ό,τι κι αν κάνουμε. Μια δύναμη, πολύ ανώτερη από τη δική μας δραστηριοποιείται και δε μας μένει άλλο από το να εγκαταλειφθούμε στον τρόμο. Μια σιδερένια τανάλια άρπαξε το παιδί από το γιακά και το τράβηξε μέσα. Τ ον Λα Φατίγκ τον έπιασε λόξιγκας. Μόλις που πρόφτασε να διακρίνει ένα πρόσωπο που μόρφαζε άσχημα, με μικρά, λαμπερά μάτια. Ο άγνωστος τον είχε πετάξει κιόλας στο δάπεδο της καλύβας κι είχε κλείσει την πόρτα. Από το στενό παράθυρο με τα κλειστά παντζούρια, ξεγλιστρούσαν κάποιες χλωμές αχτίδες. Ο Λα Φατίγκ κύλησε κάτω από το τραπέζι. Ο Λαμπούρλ είχε χώσει κάτω από το κοντό πόδι ένα τετράγωνο τάκο από ξύλο. Αυτή η αλλόκοτη λεπτομέρεια του ήρθε στο νου εκείνη τη στιγμή. Τ ην έδιωξε μεμιάς από τη σκέψη του. Ο Λα Φατίγκ δεν είχε μόνο τη μορφή και τη σουβλερή μύτη της νυφίτσας, είχε και τ’ αντανακλαστικά και την αγωνιστικότητά της. Πέθαινε από φόβο, η καρδιά του χτυπούσε να σπάσει, αλλά παρά το χτυποκάρδι που τον έπνιγε σχεδόν, ήταν έτοιμος να πουλήσει ακριβά τη ζωή. Στις αδιάκοπες περιπλανήσεις του είχε πέσει μερικές φορές σε τύπους επικίνδυνους, κακόβουλους βαγαπόντες, μα είχε νιώσει εγκαίρως τον κίνδυνο και το είχε σκάσει. Τ ούτη τη φορά ήταν στριμωγμένος. Αν ο άγνωστος ήθελε να τον κακοποιήσει ή να τον σκοτώσει, δε θα μπορούσε να τον εμποδίσει… Αλλά είχε αποφασίσει να του δυσκολέψει τα πράγματα, τ’ ορκίστηκε έτσι για να ξορκίσει το φόβο του, καθώς αναζητούσε φρενιασμένα μέσα στα κουρέλια τον κοφτερό σουγιά του που δεν τον αποχωριζόταν ποτέ. Τ ον βρήκε, τον άνοιξε τόσο απότομα που χάραξε το ένα του δάχτυλο χωρίς να νιώσει καν τον πόνο. Μα ο άγνωστος θα πρέπει να είχε γατίσια μάτια, γιατί μέσα στο μισόφωτο, μάντεψε τ’ όπλο στη χούφτα του παιδιού που λούφαζε κάτω από το τραπέζι. Αστείο στα χέρια οποιουδήποτε παιδιού της ηλικίας του, γινόταν επίφοβο σ’ αυτά του Λα Φατίγκ. Αλλ’ αυτό το


ήξερε ο άγνωστος; Ένας καγχασμός αντήχησε μέσα στη σιωπή. «Γία δες ένα γατί! Ένα αμωριάρικο βρομόγατο που βγάζει τα νύχια του!» Η φωνή ήταν τσιριχτή με μια παράξενη συρτή προς)θρά που ο Λα Φατίγκ δεν την είχε ξανακούσει. Κανένας δε μιλούσε έτσι στο Περπεζάκ. Ο άνθρωπος ερχόταν από μακριά. Από την κόλαση, σίγουρα! Ο Λα Φατίγκ θα έδινε ό,τι είχε σ’ αυτό τον κόσμο για να ξαναγυρνούσε ο άγνωστος εκεί. Μα ο Λα Φατίγκ δεν είχε και πολλά σ’ αυτό τον κόσμο! Ο άγνωστος ξαναγέλασε. Θα πρέπει να του άρεσε ο ήχος του γέλιου του. «Μη φοβάσαι γατάκι», ξανάπε με κείνη τη φωνή που θύμιζε πόρτα με σκουριασμένους μεντεσέδες. «Δε φοβάμαι!» απάντησε το παιδί ζορίζοντας τη φωνή του για να κρύψει το τρέμουλο της. Στην πραγματικότητα, τον έλουζε κρύος ιδρώτας. «Δε φοβάσαι; Είσαι ένας παλιοψεύτης, Λα Φατίγκ!» «Όχι, δε φοβάμαι, κι αν μ’ αγγίξεις, θα σου χαράξω τη μούρη, στο λόγο μου. Και πρώτα πρώτα, πώς με ξέρεις;» Ο άνθρωπος γέλασε. «Ξέρω πολύ κόσμο, πολλά πράγματα κι εμένα δε με ξέρεις κανένας… Κι εσύ είσαι ένα νούμερο!… Πάντως το λέει η καρδιά σου. Μ’ αρέσει αυτό. Θα συνεννοηθούμε καλά οι δυο μας». Με το σουγιά πάντα στραμμένο προς τον άγνωστο, ο Λα Φατίγκ σκεφτόταν πυρετωδώς. Μπορεί η νοημοσύνη του να ήταν μηδαμινή σ’ ό,τι είχε σχέση με τα γράμματα, προς απόγνωση του δασκάλου


Φορζέ, αλλά σε κάτι περιπτώσεις σαν κι αυτήν, το αγρίμι σκεφτόταν γρήγορα και σωστά. Ο άνθρωπος είχε πει: «Θα συνεννοηθούμε καλά…» Και δε συνεννοείσαι με τους πεθαμένους. Δεν είχε λοιπόν σκοπό να τον σκοτώσει, ή όχι αμέσως τουλάχιστον. Κάτι ήταν κι αυτό, ένας κερδισμένος πόντος. Τ ο χαμίνι ρούφηξε μια γερή γουλιά αέρα κι έσφιξε τη λαβή του σουγιά. Αν δεν ήθελε να τον σκοτώσει, τότε τι ήθελε; Να τον πηδήξει; Ο Λα Φατίγκ δεν ήταν ανίδεος στα σεξουαλικά. Έβλεπε τ’ άλογα και τις φοράδες στα χωράφια και καμιά φορά άντρες και γυναίκες, πίσω από τους φράχτες… Κι όχι μόνο… Μια μέρα είχε δει το γιο Μπενινού μ’ έναν εργάτη, έναν Ιταλό περαστικό, απ’ αυτούς που δούλευαν εποχιακά στους αγρούς… Τ έλος! Ο Λα Φατίγκ δεν το ’χε σκοπό να μιμηθεί τον Μπενινού με τον εργάτη… «Να συνεννοηθούμε για ποιο πράγμα;» «Ησύχασε, είναι εύκολο και δε θα βγεις χαμένος. Κοίτα αυτό!» Χωρίς να γυρίσει, ο άντρας μισάνοιξε την πόρτα κι άφησε να μπει λίγο φως της μέρας. Ύστερα ψαχούλεψε στην τσέπη του, έβγαλε κάτι που το τίναξε ψηλά μέσα στο ωχρό φως. «Έχεις ξαναδεί τέτοιο πράγμα, Λα Φατίγκ;» Ένας ήλιος, θα ’λεγες. Ένας μικρούτσικος, ολοστρόγγυλος ήλιος μινιατούρα. Κάθε φορά που ο άνθρωπος το έκανε να πηδάει μέσα στη χούφτα του, το πραγματάκι λαμποκοπούσε διαφορετικά, καθώς στριφογύριζε, Ο Λα Φατίγκ δεν είχε ξαναδεί τίποτα ωραιότερο. Δεν το είχε ξαναδεί, μα του είχε μιλήσει γι’ αυτό ο γιος του Ντελούζ, του συμβολαιογράφου. Ο πατέρας του είχε πολλά. Αυτό το πράγμα ήταν ένα χρυσό λουδοβίκειο. «Ωραίο δεν είναι;» «Ναι, και λοιπόν;» «Λοιπόν, μπορεί να γίνει δικό σου».


Ο Λα Φατίγκ ύψωσε τους ώμους. Πραγματιστής πάντα. Ένα χρυσό λουδοβίκειο δεν τρώγεται, δεν πίνεται, δε ζεσταίνει τα πόδια όταν παγώνουν το χειμώνα κάτω από τη βρομερή κουβέρτα. «Και τι να το κάνω;» «Τ ι να το κάνεις, κακόμοιρε;» Ο άγνωστος κούνησε το κεφάλι. Ήξερε πολλά για το Περπεζάκ και τους κατοίκους του. Και για τον Λα Φατίγκ. Δεν ήταν ο βλαμμένος του χωριού, αλλά ένα αγρίμι. Δεν ήταν χαζός, αλλ’ αμαθής. Είχε άγνοια του τι γίνεται στην κοινωνία. Αγνώστου πατρός, από μητέρα ελαφρών ηθών, ζούσε από την επαιτεία, τις μικροκλοπές, τη λαθροθηρία και πήγαινε αραιά και πού στο σχολείο… Ένας παρίας, ένας περιθωριακός, ίσως και κακοποιός κιόλας χωρίς να το ξέρει. Ό,τι του χρειαζόταν. Αλλά έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και γι’ αυτό ήταν ανάγκη να του εξηγήσει πως μερικά πράγματα έχουν αξία, πως είναι επιθυμητά, πως αξίζει να κάνεις τα πάντα για να τ’ αποκτήσεις. Όπως αυτό το χρυσό λουδοβίκειο. «Είναι χρυσάφι. Μ’ αυτό μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αν πεινάς, το κάνεις ψωμί και κρέας. Αν κρυώνεις, κάρβουνα. Αν είσαι άρρωστος, γιατρικά. Κι η μάνα σου είναι άρρωστη… Δε θα τη γιατρέψεις με το ζουμί της κότας», ο άγνίοστος έδειξε το τσουβάλι με το στραγγαλισμένο κοτόπουλο. Τ ο χαμίνι δάγκωσε το χείλι του. Τ ούτος ο τύπος ήταν μάγος. Διάβαζε τις σκέψεις… «Πού το ξέρεις πως είναι άρρωστη; Εμείς δε σε ξέρουμε κι εσύ λες πως ξέρεις όλο τον κόσμο!» «Τ α ξέρω όλα! Λοιπόν, τι λες, δεν είναι ώρα να βάλεις το σπαθί σου στο θηκάρι Ας μιλήσουμε σαν παλιοί φίλοι…»


«Δεν είμαστε φίλοι… κι εξάλλου, εγώ φίλους δεν έχω». Ο άντρας ζάρωσε τα μάτια. Να υπήρχε κάποιο αδύνατο σημείο; Να χτυπούσε μια καρδιά κάτω από τούτη τη λίγδα; Έπνιξε ένα σαρκαστικό γέλιο που έφτασε στα χείλια του. Τ ο είχε ανάγκη το χαμίνι. Έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Και του ανοιγόταν ένας δρόμος που άξιζε τον κόπο να τον ακολουθήσει. «Δεν έχεις φίλους; Κρίμα! Αν ήξερες τι δυνατός που νιώθεις σαν έχεις φίλους! Δεν είσαι πια μόνος, καταλαβαίνεις;» Τ ο παιδί ξανασήκωσε τους ώμους. Όταν είσαι δέκα χρονών κι οι άλλοι, στο σχολείο, κάνουν πως δε σε ξέρουν επειδή η μάνα σου πηδιέται στους αχυρώνες για ένα κομμάτι ψωμί κι ένα λουκάνικο… το κήρυγμα περί φιλίας, πφφ! Ο άνθρωπος κατάλαβε πως είχε πάρει λάθος δρόμο. Όχι θεωρίες. Συγκεκριμένα πράγματα. «Η μάνα σου βήχει, τα μάγουλά της είναι φουντωμένα, το κούτελό της καίει, τα χνότα της ζέχνουν». «Πώς το ξέρεις;» «Τ α ξέρω όλα, σου λέω. Λοιπόν, γελιέμαι;» Ο μικρός κούνησε το κεφάλι. «Όχι, μα θα της περάσει. Κι εγώ είχα τα ίδια πέρσι, αλλά μου πέρασε. Θα της περάσει κι αυτηνής». «Όχι, δε θα της περάσει αν δεν τη φροντίσουν. Δεν έχει ό,τι είχες εσύ. Αυτό που έχει εκείνη το λένε φυματίωση και πεθαίνεις, αν δεν πας στο γιατρό. Και δε θέλεις να πεθάνει η μάνα σου, ε;» Τ ο παιδί τινάχτηκε σαν να το είχε χτυπήσει βλήμα. Είχε χαλαρώσει κάπως με την κουβέντα, αλλά ο άγνωστος είχε αγγίξει ευαίσθητη χορδή. Όχι, όχι βέβαια! Ο Λα Φατίγκ δεν ήθελε να πεθάνει η Μογκρέ.


Μπορεί όμως, ταυτόχρονα, να το ευχόταν χωρίς να το ξέρει. Έτσι, για να είναι πια ολομόναχος χωρίς αυτή τη μητέρα που του ήταν βάρος και που έφταιγε γιατί τον είχε πετάξει σε τούτη την κοιλάδα των δακρύων όπου έκανε τόσο κρύο το χειμώνα κι είχε τόση πείνα ολοχρονίς. «Για τη θεραπεία της φυματίωσης», συνέχισε ο άγνωστος, «χρειάζεσαι χρήμα, χρυσά νομίσματα, πολλά. Για να πληρώσεις τα φάρμακα, το κρέας, τα φρούτα, το κάρβουνο και κυρίως, για να πληρώσεις το τρένο. Γιατί πρέπει να πας στα βουνά για να θεραπεύσεις τη φυματίωση…» Ο άντρας, όσο μιλούσε, αναρωτιόταν μήπως το παράκανε. Τ ο βουνό… Να ήξερε ο πιτσιρίκος τι ήταν; Κι η ιδέα ν’ απομακρυνθεί από το Περπεζάκ; Πώς θα την έβρισκε; Ελκυστική ή απωθητική; «Χρειάζεται καθαρός αέρας για τη φυματίωση», πρόσθεσε. Η φωνή του παιδιού ακούστηκε κάτω από το τραπέζι. «Μα έχεις μόνο ένα!» «Τ ι; Λουδοβίκειο; Όχι αγόρι μου, γελιέσαι. Έχω περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται. Κοίτα!» Ο άντρας ξανάχωσε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε μια χούφτα νομίσματα και τα κουδούνισε. «Κοίτα! Να για να πληρώσεις το γιατρό, όχι εδώ, του χωριού, το μεγάλο γιατρό, τον ειδικό που ξέρει τι πρέπει να κάνει. Να, για το ροσμπίφ…» «Όχι», τον έκοψε ο Λα Φατίγκ, «δεν κάνει ροσμπίφ, ζουμί κότας χρειάζεται». «Εντάξει, σύμφωνοι, ζουμί! Να λοιπόν και για τις κότες! Ολόκληρο κοτέτσι. Και για τα φάρμακα, κουτιά φάρμακα. Να και για το τρένο και το σανατόριο, ένα μεγάλο, άσπρο σπίτι στο βουνό, με νοσοκόμες


που θα φροντίζουν κάθε μέρα τη μαμά σου». Όσο μιλούσε, ο άντρας διασκέδαζε πετώντας ψηλά τα νομίσματα κι αρπάζοντάς τα στον αέρα, κάνοντάς τα να κουδουνίζουν εξαίσια, καθώς χτυπούσαν το ένα πάνω στο άλλο. «Τ α βλέπεις; Πες μου, τα βλέπεις;» «Και θα μου μείνει ένα;» «Ε;» «Μετά, όταν θα τα έχει όλ’ αυτά η μάνα μου, θα μείνει και για μένα κανένα;» «Ω, ναι, είναι εύκολο, αλλά…» «Θα μου μείνει ένα, αλήθεια;» «Στ’ ορκίζομαι, αλλά τι το θες; Τ ι θα το κάνεις;» «Θα το δείξω στο σχολείο, στους άλλους». Αν είχε ένα χρυσό λουδοβίκειο, ο Λα Φατίγκ θα το έδειχνε στους άλλους, στον Ντελούζ και τον Γκαφαρέλ που οι πατεράδες τους είχαν ολόγεμα σεντούκια από δαύτα. Και θα ’σκαζαν από το κακό τους στην ιδέα πως αυτός, ο Λα Φατίγκ, είχε ένα κατάδικο του. «Κατάλαβα, εκδίκηση», κάγχασε ο άγνωστος. «Σύμφωνοι, λοιπόν;» «Σύμφωνοι, για τι;» «Κάνεις αυτό που σου λέω και σου δίνω έξι χρυσά λουδοβίκεια. Έξι! Κι έτσι θα μείνει ένα και για σένα μετά τη θεραπεία της μητέρας σου». «Τ ι πρέπει να κάνω;»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Εκείνο το πρωί η καρδιά της Ζαν πλημμύριζε από ελπίδα. Τ ο είχε από μέρες αποφασίσει κι είχε κάνει τις προετοιμασίες με μεγάλη υπομονή. Είχε έρθει η στιγμή να περάσει στην πράξη. Είχε βασανίσει το πρόβλημα στο κεφάλι της τις νύχτες της ξαγρύπνιας της, μόνη στο συζυγικό κρεβάτι που είχε εγκαταλείψει ο Ζερόμ. Τ ώρα η απόφαση είχε ληφθεί. Φυσικά, ο Ζερόμ δε θα ήθελε ούτε να το ακούσει… Ε, λοιπόν, δε θα του μιλούσε, δε θα του έλεγε τίποτα. Φανταζόταν τις κουβέντες τους, μετά, σαν θα είχαν τελειώσει…. Θα του έλεγε, «Ε, βλέπεις, αν σε είχα ακούσει…» Κι αυτός θα της απαντούσε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. «Είναι αλήθεια, άγγελέ μου. Εσύ είχες δίκιο… Μα φοβόμουν για σένα, καταλαβαίνεις;» Φυσικά, με τα λόγια δε γινόταν, δεν ήταν απ’ αυτά τα πράγματα που τα κάνεις μόνος. Αλλά είχε την ιδέα της… Έστηνε από μέρες τις ξόβεργές της…. Ένα βλέμμα, μια κίνηση, μια βουβή φροντίδα… Τ ον ήξερε αυτή τον Ζερόμ της. Ήταν δυστυχισμένος, υπέφερε. Κι όπως πολλοί άντρες σε τέτοιες περιπτώσεις, προτιμούσε να βροντάει τις πόρτες, να σπάζει καρέκλες, παρά ν’ αναγνωρίσει την αδυναμία του. Έπρεπε να τον εξημερώσει, να μεταμορφώσει το αγρίμι σ’ ερωτευμένο σύζυγο, πράγμα που δεν είχε πάψει ποτέ να είναι. Κοιμόταν χώρια, εδώ και μήνες. Δεν την άγγιζε πια. Μόλις που μιλούσαν εξ αιτίας του νεκρού παιδιού, της άδικης μοίρας. Κι αυτός, μιας και δεν ήξερε με ποιον να τα βάλει, τα ’βάζε μαζί της κι ήταν ένας άλλος τρόπος να τα βάζει με τον εαυτό του. Λοιπόν, εδώ και πολλές μέρες καταγινόταν να τον κάνει να ξεχάσει τη βουβή μανία στην οποία είχε βυθιστεί βαθμιαία. Συνήθως, στους περισσότερους ανθρώπους, ο πόνος ξεθωριάζει, καταλαγιάζει όσο ξεμακραίνουν από το πένθος, από κάποια σοβαρή απογοήτευση. Στον Ζερόμ όμως είχε συμβεί το αντίθετο, το πράγμα είχε χειροτερέψει κι είχαν φτάσει ως εδώ: στη σιωπή, στην απόσταση, στην απομάκρυνση κορμιών και σκέψης, μοναξιά για δυο. Μια έρημος που έπρεπε να τη διασχίσουν τρέχοντας ο ένας προς τον


άλλον, αν ήθελαν να σώσουν την αγάπη τους. Ο Ζερόμ όμως δε φαινόταν διατεθειμένος να διανύσει το δικό του κομμάτι της διαδρομής. Κι η Ζαν θα έκανε τα πρώτα βήματα. Θα ’δίνε το σινιάλο, ελπίζοντας πως εκείνος θα καταλάβαινε και θα τη μιμούνταν. Πάλεψε με τον εαυτό της για να καταλήξει ως εκεί, γιατί ήταν περήφανη. Αλλά τι ήταν η περηφάνια μπροστά στην αγάπη και την ευτυχία που ήλπιζε να κερδίσει, ακόμα και δίνοντας μάχη, αδράχνοντας τη μοίρα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες; Ένα πρωί, ενώ αυτός ετοίμαζε μόνος το πρωινό του εδώ και καιρό, του το πήγε εκείνη στο φούρνο. Ακούμπησε το δίσκο με το αχνιστό μπολ κι έφυγε χωρίς λέξη. Τ ην άλλη μέρα, του έραψε ένα κουμπί στο χοντρό ζακέτο του, που κρεμόταν από βδομάδες, αξιολύπητο. Τ ις προάλλες, την ώρα που έλειπε, του είχε στολίσει κάπως τη γωνιά που πλάγιαζε, στο φούρνο. Και σήμερα, τέλος οι αβρότητες! Σήμερα θα έβαζε σ’ ενέργεια τα μεγάλα μέσα. Διέθετε φοβερό όπλο: τον εαυτό της. Τ ον είχαν συγκινήσει οι περιποιήσεις της, οι δειλές της προσπάθειες. Και η στιγμή προσφερόταν για ν’ αναπτύξει τη στρατηγική της, γιατί η Αστερία έλειπε στην πλύση, πράγμα που σήμαινε δυο ώρες όλες δικές τους. Θυμόταν κάτι τέτοιες κλεφτές στιγμές με νοσταλγία. Αλλά δεν ήταν ώρα για λύπηση. Έπρεπε να δράσει. Κι είχε κι ένα μυστικό όπλο. Πριν από δυο μέρες, αφού μελέτησε επισταμένως τα γυναικεία περιοδικά, πήγε στο Μπλουά κι αγόρασε προκλητικά εσώρουχα… πρόσφερε στον εαυτό της αυτή την πολυτέλειά. Και τώρα θα έβλεπαν… ό,τι ήταν να δουν. Βέβαια, το πράγμα δεν ήταν απλό. Είχε κι αυτός την περηφάνια του· μπορεί να στύλωνε τα ποδάρια μπροστά σε μια απροκάλυπτη επιχείρηση αποπλάνησης… Μα εκείνη είχε επεξεργαστεί ένα σχέδιο για να φανεί το πράγμα φυσικό, τυχαίο. Τ ο θέμα ήταν να τον φέρει κοντά της. Να τον έχει σε απόσταση βολής… κι όταν θα έφταναν εκεί… Διάλεξε την κουζίνα για θέατρο επιχειρήσεων. Χώρος απογυμνωμένος από σεξουαλική ατμόσφαιρα, δε θα ξυπνούσε την καχυποψία της λείας της. Και εξάλλου είναι εύκολο να τραβήξεις αιφνιδιαστικά έναν άντρα στην κουζίνα- αρκεί να φωνάξεις «Φωτιά!»


κι ο άντρας ακούγοντας την παλικαριά του και ξεχνώντας κάθε παρεξήγηση, τρέχει και πέφτει στην παγίδα… Η Ζαν βεβαιώθηκε πως ο Ζερόμ ήταν σε απόσταση… φωνής και πως τίποτα δε θα εμπόδιζε μια άμεση επέμβαση από μέρους του. Όλα καλά. Ετοίμαζε δεμάτια στην αυλή. Η Ζαν άνοιξε αθόρυβα το παράθυρο και τραβήχτηκε στο εσωτερικό της κουζίνας. Η καρδιά της χτυπούσε να σπάσει. Όπως και να ήταν, θα έβαζε φωτιά στο σπίτι της, επίτηδες…. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 Η Ζαν επιθεώρησε για τελευταία φορά την εμφάνισή της. Είχε φορέσει ένα πενιουάρ. Δεν ήταν το πιο βολικό ρούχο για τη δουλειά που σκόπευε να κάνει, αλλά ήταν αυτό που ταίριαζε. Έπρεπε ν’ ανοίξει το πενιουάρ για να μπει σ’ ενέργεια το μυστικό όπλο. Τ ο κορμί της Ζαν δηλαδή, στολισμένο με τα όμορφα, ολοκαίνουρια «ντεσού». Στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη της τραπεζαρίας και μισάνοιξε το πενιουάρ. Βρήκε τον εαυτό της πολύ ορεχτικό. Αν ήταν άντρας, δε θα ’θελε πολλά παρακάλια για να πάρει ένα τέτοιο πλάσμα στην αγκαλιά του! Αλλά το θέμα δεν ήταν ν’ αυτοθαυμάζεται. Ξαναγύρισε στην κουζίνα με βήμα σταθερό. Έπιασε με τα δυο χέρια, μ’ ένα πατσαβούρα το βαρύ τηγάνι με το λάδι που το είχε βάλει να βράσει πριν από λίγο. Δεν το είχε παραγεμίσει, για να μη δυσκολέψει και πολύ τον Ζερόμ. Ήθελε να του ανάψει την ερωτική φλόγα, όχι να βάλει πυρκαγιά σ’ ολόκληρο το σπίτι! Κάτω από το τηγάνι, η πλάκα της στόφας κοκκίνιζε. Τ ο λάδι έβραζε βγάζοντας πνιγηρούς αχνούς. Εμπρός λοιπόν! Τ α είχε σκεφτεί όλα. Μετά, δεν είχε να κάνει παρά ένα βήμα για να προστατευτεί στο διάδρομο. Εξάλλου είχε μουλιάσει σ’ ένα κάδο μια χοντρή κουβέρτα που την είχε βάλει εκεί κοντά, σ’ ένα πανέρι. Θα έπρεπε να βάλει ο διάβολος την ουρά του για να μην του κόψει του Ζερόμ να την αρπάξει και να σβήσει τη φοτυιά… Ένας ξαφνικός φόβος την έζωσε - μπας και χυνόταν το καυτό λάδι. πάνω


της, έπαιρνε φωτιά και καιγόταν σαν λαμπάδα μέσα στα σκανδαλιστικά εσώρουχά της; Μέσα στο φόβο της, μια σκέψη της πέρασε από το νου κι ένα θλιμμένο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της. Μήπως δεν ήταν διατεθειμένη να πάει στην κόλαση για να ξανακερδίσει τον Ζερόμ; Μπορεί λοιπόν να ήταν τώρα η κόλαση, σε δέκα δευτερόλεπτα…. Έκανε ένα βήμα πίσω, τουμπάρισε το τηγάνι κι άδειασε το περιεχόμενο στην πυρακτωμένη πλάκα. Έκλεισε τα μάτια κι οπισθοχώρησε βιαστικά. Ακουσε το θόρυβο του τηγανιού που χτύπησε στο μαντέμι της στόφας κι ένα τρομερό τσιτσίρισμα. Κάτι σαν κύμα από λάβα την έφτασε προτού προφτάσει να εξαφανιστεί πίσω από τον τοίχο του διαδρόμου. Ωστόσο η αίσθηση της ζέστης καταλάγιασε αμέσως. Ανοιξε τα μάτια κι είδε με ανακούφιση πως δεν την είχε αγγίξει ούτε σταγόνα λάδι. Βάλθηκε να φωνάζει με χαρά σχεδόν βοήθεια, γιατί, όπως και να ήταν, η κουζίνα είχε πάρει φωτιά. «Ζερόμ! Βοήθεια! Φωτιά!» Με τρεις πήδους ήταν εκεί. Η πόρτα της αυλής άνοιξε σαν να την είχε σπρώξει κοπάδι από βίσονες. Ο κολοσσός διέσχισε το χολ κι όρμησε στο διάδρομο. Τ α μάτια του είχαν γουρλώσει. Παραλίγο να της τσακίσει τον ώμο όταν την άρπαξε για να την τραβήξει πίσω, μακριά από τη φλεγόμενη κουζίνα, τυλιγμένη κιόλας στους καπνούς. «Έπαθες τίποτα;» «Όχι, όχι…» «Δόξα τω Θεώ!» Τ ην παραμέρισε βίαια κι όρμησε στην κουζίνα. Πέταξε μια βλαστήμια σαν είδε την καταστροφή. «Διάβολε! καίγεται για τα καλά. Πώς τα κατάφερες;»


«Τ ο λάδι, αναποδογύρισε το τηγάνι! Τ ην κουβέρτα, πάρε την κουβέρτα…» «Κουβέ… α, ναι!» Τ ην είχε σπρώξει στην άλλη άκρη του διαδρόμου, αλλ’ αυτή πλησίασε να δει τι γίνεται. Ο φούρναρης, εξοικειωμένος με τα προβλήματα της θερμοκρασίας, ξέρει να κρίνει μια φωτιά. Ο Ζερόμ κατάλαβε με την πρώτη ματιά πως δε θα ήταν σοβαρά τα πράγματα. Μια κηλίδα λαδιού καιγόταν πάνω στην πλάκα της στόφας κι είχαν σκορπιστεί και μερικές στο δάπεδο που καίγονταν κι αυτές, αλλά τα πλακάκια δεν κινδύνευαν να πάρουν φωτιά. Ο Ζερόμ άρπαξε τη μουσκεμένη κουβέρτα και την άπλωσε στις πιο ψηλές φλόγες για να τις καταπνίξει. Ύστερα, άνοιξε τη βρύση του νεροχύτη και με τη βοήθεια της σκούπας και της σφουγγαρίστρας ασχολήθηκε με τις μικρές κηλίδες λαδιού που οι κίτρινες γλώσσες τους έγλειφαν τα πόδια της στόφας. Η κουζίνα έμοιαζε με πεδίο μάχης μετά από επιδρομή ουσάρίον, το δάπεδο ήταν πλημμυρισμένο νερά, μια απαίσια μυρωδιά καμένου λαδιού γέμιζε την ατμόσφαιρα, οι τοίχοι θαρρείς κι ήταν πασαλειμμένοι κατράμι, αλλά το χειρότερο είχε περάσει. Ο Ζερόμ έτρεξε στο διάδρομο, στη Ζαν. «Δεν έχεις τίποτα, ε;» Είχαν κιόλας περάσει τρία ολόκληρα λεπτά που τον περίμενε για να λιγοθυμήσει στην αγκαλιά του. Τ ώρα δεν την εμπόδιζε τίποτα. Αναποδογύρισε τα μάτια μ’ απόλυτη φυσικότητα, φροντίζοντας ωστόσο να συγκρατήσει με το ένα χέρι τα πέτα του πενιουάρ. Ο Ζερόμ δεν έπρεπε να δει πολύ νωρίς τα φίνα εσώρουχα, τόσο παράκαιρα με τις δουλειές του νοικοκυριού που υποτίθεται πως έκανε όταν ξέσπασε η πυρκαγιά. Θεέ και Κύριε, τι δυνατός που ήταν! Αφέθηκε με τα μάτια κλειστά στα στιβαρά του μπράτσα, αναστατωμένη μετά από τόσων μηνών αποχή. Τ η σήκωσε σαν άχυρο και την ανέβασε στη σκάλα, την κουβάλησε στην κάμαρά της, στην κάμαρά τους. Εκεί, την ακούμπησε μαλακά στο κρεβάτι.


«Δεν είναι τίποτα», τον άκουσε να της ψιθυρίζει στ’ αυτί. «Είναι η συγκίνηση, μη φοβάσαι, αγάπη μου, δεν έχεις τίποτα…» Αγάπη μου… είχε ακούσει καλά: Αγάπη μου… Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Ώστε λοιπόν, πιστεύοντάς τη λιγοθυμισμένη, είχε πετάξει την παγερή μάσκα που της έδειχνε μετά από κείνο το φοβερό καβγά… Ένιωσε πως την άφηνε από την αγκαλιά του κι απομακρυνόταν λίγα βήματα. Παραλίγο να τον αρπάξει, μόλις που κρατήθηκε. Έπρεπε να συνεχίσει την κωμωδία. Εξάλλου ο Ζερόμ δεν πήγε μακριά. Ως την τουαλέτα όπου βάλθηκε να σκαλίζει το ντουλάπι του φαρμακείου. Κατάλαβε πως έψαχνε για άλατα ή κάτι τέτοιο. Δεν έπεσε έξω. Τ ον άκουσε να λέει: «Α, να τα!» και να ξαναγυρνάει κοντά της. Ένιωσε το στρώμα να βουλιάζει από το βάρος του, όταν κάθισε πλάι της. Μέσ’ από τις μακριές της βλεφαρίδες τον είδε ν’ ανοίγει το φιαλίδιο με την κίτρινη ετικέτα. Μια δυνατή μυρωδιά αμμωνίας ξεχύθηκε στο δωμάτιο. Η Ζαν τρεμόπαιξε δυο τρεις φορές τα βλέφαρα. Στην προσπάθειά του να τη συνεφέρει, θα της προκαλούσε τώρα εμετό! Όχι, αυτό δεν ταίριαζε με τα σχέδιά της! «Θα δεις, θα σου κάνει καλό…» «Όχι…» Τ ου έπιασε το χέρι από τον καρπό για να κρατήσει το φιαλίδιο μακριά από το πρόσωπό της. Μα ο Ζερόμ επέμεινε. «Άσε με, είναι για το καλό σου…» Τ ο παράκανε με την αμμωνία του! Τ ι στην ευχή, στη θέση που βρίσκονταν δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει από να της κουνάει αυτό το δύσοσμο μπουκαλάκι κάτω από τη μύτη; Ήταν η ώρα να καταφύγει στο μυστικό όπλο. Η αριστερή γροθιά της που ως τώρα


έσφιγγε σπασμωδικά το άνοιγμα του πενιουάρ, άνοιξε κι άφησε τα δυο φύλλα να χωρίσουν. Από την αισθητή αλλαγή στο ρυθμό της αναπνοής του Ζερόμ, μάντεψε πως είχε αντιληφθεί το φαινόμενο και παρατηρούσε τους νέους ορίζοντες που προσφέρονταν στα μάτια του. Η πίεση του μπράτσου του που πάσχιζε να φέρει το μπουκαλάκι της αμμωνίας κάτω από τα ρουθούνια της, εξασθένησε. «Ω, καλέ μου!» στέναξε με μια κοριτσίστικη φωνούλα. Κατάφερε να του πάρει το μπουκαλάκι που το ακούμπησε ψηλαφητά στο κομοδίνο. «Τ ι είναι τούτα τα κοκοτίστικα που φοράς;» τη ρώτησε με φωνή αλλοιωμένη. «Δε στα ’χω ξαναδεί…» Τ ου έκλεισε το στόμα με τα δυο δάχτυλα, βιαστικά. Τ ούτη η σκέψη ερχόταν πολύ γρήγορα. Δεν έπρεπε να συνειδητοποιήσει πως επρόκειτο για σκηνοθεσία. Τ ο μυστικό όπλο, διάβολε, το όπλο! Με τα μάτια κλειστά πάντα, ανάσανε βαθιά και μισοση-κώθηκε, τόσο που να φουσκώσουν τα στήθη της, να μισοξεχει-λίσουν από τα σατινένια μπαλκονάκια τους. «Πώς τρόμαξα!» μουρμούρισε. «Η καρδιά μου πάει να σπάσει… Να δες!» Τ ου πήρε το χέρι και το τράβηξε στο λαιμό της που παλλόταν. Κι αυτός την άφησε διχασμένος ανάμεσα στο σάστισμα που του προκαλούσε η διαγωγή της και τούτα τα εσώρουχα —ασυνήθιστα και τα δυο— και στο ξάναμμα που άρχιζε να φουντώνει μέσα του. «Μπας και τα έστησες όλ’ αυτά…» Όου, όου! Αυτό ήταν που φοβόταν η Ζαν. Ερωταποκρίσεις… Ένα λεκτικό πιγκ-πογκ που έτσι όπως ήταν οι σχέσεις τους, θα μπορούσε να καταλήξει σε καινούριε; προσβολές, σε καταφρόνια. Έπρεπε να τα παίξει όλα για όλα, αν ήθελε να σώσει την κατάσταση. Έπρεπε να τον κάνει να χάσει το μυαλό του, να τα ξεχάσει όλα και


να της κάνει έρωτα. Ύστερα, τίποτ’ απ’ όσα φοβόταν τώρα δε θα είχε πια σημασία· θα γελούσαν μαζί με το στρατήγημά της. Τ ο χέρι της κατέβηκε από τα χείλη του Ζερόμ στο λαιμό του. Γλίστρησε πιο κάτω, τσαλάκωσε το αδρό ύφασμα του καρό πουκάμισου, κατέβηκε ακόμα, ψηλάφισε τη ζώνη, δίστασε και βούτηξε ξαφνικά ως το σεξ· εκεί σταμάτησε, τυλίχτηκε γύρω του απαιτητικά, εξουσιαστικά. «Έλα», του μουρμούρισε, «μη μιλάς, πάρε με. Σε θέλϋ)». Τ ον άκουσε ν’ ανασαίνει πιο γρήγορα, ξαφνικά. Να είχε κερδίσει τάχα αυτή την τόσο δύσκολη κι επικίνδυνη παρτίδα; Τ ο χέρι της δεν έπαυε να ζυμώνει την κοιλιά του Ζερόμ. Δεν άργησε να νιώσει την αντίδρασή του. Δεν είχε πια να φοβάται τίποτα. Τ ην είχε αγκαλιάσει και ψέλλιζε λόγια τρελά στο αυτί της. Έχανε κι εκείνη τον έλεγχό της. Ήταν μια γυναίκα που ριγούσε στα μπράτσα του άντρα που αγαπούσε. Γυμνώθηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Τ ο πενιουάρ και τ’ ακριβά μεταξωτά από το Μπλουά, πέταξαν στην άλλη άκρη της κάμαρας κι ακολούθησαν το παντελόνι και το καρό πουκάμισο του Ζερόμ. Η Ζαν ανοίχτηκε σαν αφράτη γη κάτω από το υνί. Εκείνη τη στιγμή, μετά από τόσους μήνες ψυχρότητας και πόνου, μνησικακίας κι ενοχής, επιβεβαιωνόταν πως ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο και πως τίποτα δεν μπορούσε να τους χωρίσει. Κι ενώ μεθούσε για την ηδονή που του έδινε, από τη χαρά πως άγγιζε το στόχο της, να δεχτεί μέσα της το σπέρμα που της αρνιόταν από φόβο μη τη σκοτώσει, εκείνος έκανε να τραβηχτεί. Μ’ αυτή γαντζώθηκε άγρια πάνω του, ικετεύοντάς τον. «Όχι, όχι, μη φεύγεις, μην τραβιέσαι, μείνε, σε παρακαλώ!» «Είσαι τρελή! Άφησέ με!» «Μείνε!» Κολλημένη πάνω του, με τους μηρούς δεμένους γύρω από τη μέση


του και τα νύχια μπηγμένα στη σάρκα της πλάτης του, πάσχιζε να τον κρατήσει μέσα της. «Σταμάτα, είσαι τρελή! Θα πεθάνεις αν επιχειρήσεις άλλη γέννα!» «Και λοιπόν; Τ ο ίδιο μου κάνει! Κι εξάλλου δεν είναι αλήθεια. Μπορώ, μ’ ακούς; Μπορώ να κάνω αυτό το παιδί. Δοκτ’ το μου, λοιπόν! Δώσ’ το μου!» Πάλευαν, δυο χονδροειδείς, τραγικές φιγούρες κι αυτή η πάλη του αρσενικού που προσπαθεί ν’ απαγκιστρωθεί από το θηλυκό, δε θύμιζε σε τίποτα το ερωτικό αγκάλιασμα που τους έδενε πριν από λίγες στιγμές. «Αφησέ με! Για να σε προστατέψω το κάνω! Δε θέλω να πεθάνεις». «Φεύγοντας με σκοτώνεις! μείνε μέσα μου, σε ικετεύω. Δώσε μου αυτό το παιδί!» «Ασε με, με πονάς!» Με μια ύστατη προσπάθεια, ο Ζερόμ κατάφερε να λευτερώσει το δεξί του μπράτσο. Τ η στιγμή που θα εκσπερμάτωνε, χτύπησε τη Ζαν δυο φορές, στα τυφλά, μ’ όλη τη δύναμη της απελπισίας. Εκείνη, κατάπληκτη, άφησε μια κραυγή και χαλάρωσε το σφίξιμο. Ο Ζερόμ κύλησε στο πλάι, αποσβολωμένος από τη βιαιότητα της πράξης του απέναντι στο πλάσμα που αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο. «Συγχώρα με!» τραύλισε «Συγχώρα με, σε παρακαλώ, είναι για σένα, για να ζήσεις…» Τ ο σπέρμα ξεχυνόταν με σπασμωδικούς πίδακες από το πέος του και κυλούσε στο γυμνό γοφό της Ζαν και στα σεντόνια. Μέσα στο μισόφωτο, μάντεψε πως εκείνη πάσχιζε να μαζέψει τούτη την υγρή σπορά με τ’ ακροδάχτυλά της και να τη χώσει στον κόλπο της, στην κοιλιά της. «Κάθαρμα! Βρομιάρη!» ψέλλιζε «Μου… μου το αρνήθηκες, μου το στέρησες το παιδί μας».


Στο κάτωχρο πρόσωπό της δάκρυα κι αίμα κυλούσαν αντάμα. Η γροθιά του Ζερόμ την είχε βρει στο στόμα και κάτω από το φρύδι. «Συγχώρα με! Συγχώρα με, σε ικετεύω!» «Χάσου, κάθαρμα!» Εκείνος απόμεινε για μια στιγμή καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, με το κεφάλι στις χούφτες του. Κοντά του, η Ζαν έκλαιγε και βογκούσε σιγανά, σαν σκύλα που έχασε τα μικρά της. Ο Ζερόμ σηκώθηκε, μάζεψε τα ρούχα του κι έφυγε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 Τ ο άλλο πρωί, η Ζαν πήρε το λεωφορείο. Τ ο Περπεζάκ είχε δυο την ημέρα για το Μπλουά. Ένα το πρωί κι ένα το βράδυ. Έφευγαν από την πλατεία της αγοράς. Υπήρχε ένα στέγαστρο μπροστά στο «Καφενείο της Αγοράς», του Σαρπεντρό, με τα δρομολόγια κι ένα σκουριασμένο σιδερένιο παγκάκι. Αλλά σε κανένα, εκτός από ξένο περαστικό, δε θα περνούσε η ιδέα να περιμένει κάτω από το στέγαστρο. Θα είχε γούστο να ’βλεπες κάποιο ντόπιο να περιμένει το λεωφορείο κάπου αλλού εκτός από την αίθουσα του καφενείου του Σαρπεντρό! Εξάλλου, ο Μπαλιμπέρ, ο οδηγός, ερχόταν και μάζευε ο ίδιος τους επιβάτες του. Οι αναχωρήσεις ήταν στις 10 το πρωί και στις 4 το απόγευμα. Ο Μπαλιμπέρ εμφανιζόταν στου Σαρπεντρό στις 9 και 45 και στις 4 και 45 και ol προύχοντες που έπαιρναν το λεωφορείο το θεωρούσαν πρέπον να κεράσουν, κατά την ώρα, ένα καφέ ή μια μπίρα τον οδηγό προτού φύγουν. Αυτός που θα παρέβαινε τον κανόνα, θα ξέπεφτε στην εκτίμηση του Μπαλι-μπέρ, του Σαρπεντρό και των πεντακοσίων, εξακοσίων γνώρι-μών τους. Με λίγα λόγια, η αναχώρηση της Ζαν Κορμπιέρ δεν πέρασε απαρατήρητη. Δεν έσπρωξε καν την πόρτα του καφενείου. Έφτασε μπροστά στο στέγαστρο στις 9 και 40 κι έμεινε εκεί ως την ώρα που ξεκίνησε το λεωφορείο, όρθια, με τη βαλίτσα στα πόδια. Ήταν μια βαλίτσα βαριά, παραφουσκωμένη, δεμένη μ’ ένα δερμάτινο


λουρί. Βλέποντας τούτη τη βαλίτσα και τα μούτρα της ιδιοκτήτριάς της, όλος ο κόσμος καταλάβαινε πως η Ζαν έφευγε για τα καλά. Όλος ο κόσμος, σε κείνο το μέρος και σε κείνη ΐην ώρα, ήταν ο Σαρπεντρό, ο Μπαλιμπέρ, η Μαρία η καθαρίστρια κι ο Αγκλετόν ο πράκτορας που παραλάμβανε κάθε μέρα τις εφημερίδες κι έστελνε πίσω τις απούλητες της προηγουμένης. Ήταν κι αυτοί που πήγαιναν στο Μπλουά εκείνη τη μέρα. Ανάμεσά τους, για ν’ αναφέρουμε τους πιο σημαντικούς, ο εφημέριος Ρομπιγιόν, η δεσποινίς Κοραλία Ντελούζ, ο Τ ιμοτέ Λαντεμάν αυτή η πανούκλα, κι η Συλβάνα Μανκούζο, η όμορφη Ιταλίδα, με τον πατέρα της που πήγαιναν ν’ ανανεώσουν την άδεια παραμονής τους στη νομαρχία. Όλα μαθαίνονται γρήγορα στις μικρές πόλεις. Κι εξάλλου, ήταν και άνθρωποι που είχαν ιδιαίτερο λόγο να ενδιαφέρονται για τη Ζαν. Η Συλβάνα Μακούνζο και η Κοραλία Ντελούζ επειδή είχαν αδυναμία στον Ζερόμ. Ο εφημέριος Ρομπιγιόν επειδή ήταν παπάς. Η φήμη του διαζυγίου που είχε πετάξει η Ρομπέρτα Μπενινού είχε πάρει το δρόμο της. Κι είχε φτάσει και στ’ αυτιά του κληρικού. Είχε άλλωστε στο μάτι τον Κορμπιέρ από καιρό, Ο φούρναρης διάβαζε την Action Franpaise και ψήφιζε δεξιά, κι αυτό ήταν κάπως καθησυχαστικό, αλλά μετά το γάμο του, δεν τον έβλεπαν πια στην εκκλησία. Η Ζαν πάλι, από εργατική οικογένεια, κόρη κομμουνιστή, δεν ενέπνεε καμιά εμπιστοσύνη στον άνθρωπο του Θεού. Αυτό το ζευγάρι μύριζε διαζύγιο, πράγμα που ο εφημέριος απευχόταν και καταδίκαζε. Όσο για τον Τ ιμοτέ Ααντεμάν, αυτός ενδιαφερόταν για τη Ζαν, επειδή ήταν φανερό πως ήταν δυστυχισμένη. Κι ο Τ ιμοτέ αγαπούσε κι αναζητούσε τη δυστυχία του άλλου. Όχι για να τη συμπονέσει, να την καταπολεμήσει, αλλά για να την οσμιστεί και να ευφρανθεί, Ο Τ ιμοτέ Λαντεμάν ήταν κακός όπως άλλοι είναι κοκκινομάλληδες ή αριστερόχειρες, από φυσικού τους. Είναι αλήθεια, πως από τη σάλα του «Καφενείου της Αγοράς», η Ζαν παρουσίαζε θλιβερό θέαμα, με τη βαλίτσα, το μελανιασμένο μάτι και το σκίσιμο στη δεξιά κόχη των χειλιών. Και πέρα από την απελπισία, τούτη η φευγάλα αποτελούσε γι’ αυτήν δημόσια ταπείνωση. Απόψε


όλη η πόλη θα ήξερε πως ο Ζερόμ Κορμπιέρ είχε χτυπήσει τη γυναίκα του και πως την είχε παραμορφώσει άσχημα! Θα μπορούσε να είχε πάει με το αμάξι ως το σταθμό του Σαβέν-λε-Ζο, δέκα χιλιόμετρα από το Περπεζάκ. Κανένας δε θα είχε μάθει τίποτα. Παίρνοντας το πρωινό λεωφορείο, με το πρόσωπο ακάλυπτο, η Ζαν είχε επιλέξει να επιδείξει τα ίχνη της βίας που είχε υποστεί. Έδειχνε έτσι και το λόγο που έφευγε αποκλείοντας κάθε αποκατάσταση με τη συζυγική εστία. Έτσι τουλάχιστον το αντιλήφθηκαν οι πιο έξυπνοι από τους ταξιδιοΥτες που περίμεναν το προοινό λεωφορείο. Κι η Συλβάνα Μανκούζο κι η Κοραλία Ντελούζ, άθελά τους, συγκινήθηκαν απ’ αυτή την περήφανη επιβεβαίωση της δυστυχίας. Η αναχώρηση της Ζαν άφηνε ελεύθερο το πεδίο στη Μανκούζο. Τ ον Ζερόμ Κορμπιέρ θα τον είχε στο κρεβάτι της μια μέρα. Τ ο ένιωθε μ’ όλες της τις αισθήσεις, με τα στήθη της που σκλήραιναν, με το σεξ της που υγραινόταν κάθε φορά που το βλέμμα της έπεφτε στον Ζερόμ… Όσο για την Κοραλία Ντελούζ… αυτή δεν είχε καμιά πιθανότητα να σαγηνέψει τον Ζερόμ. Δεν έτρεφε αυταπάτες. Ο ωραίος φούρναρης θα έμενε γι’ αυτήν ένα φάντασμα, μια νοσταλγία, μια όμορφη εικόνα που τη χαϊδεύεις στα όνειρά σου… Ο εφημέριος Ρομπιγιόν εξέτασε λεπτομερώς τη σιλουέτα της Ζαν με μάτι ψυχρό κι αυστηρό. Τ ο παλτό που φορούσε ήταν ωραίο. Τ ο καλό της, σίγουρα. Αυτό που παίρνεις όταν εγκαταλείπεις τον σύζυγό σου. Η βαλίτσα. Τ ο χλωμό πρόσωπο. Τ α σημάδια από τα χτυπήματα. Ε, το είχε παρακάνει ο Ζερόμ! Και δεν είχε τη φήμη βίαιου άντρα. Δεν ήταν απ’ αυτούς που σηκώνουν χέρι σε γυναίκα. Κάτι σοβαρό θα πρέπει να μεσολάβησε μεταξύ τους. Αλίμονο, όλα έμοιαζαν να επιβεβαιώνουν τα προγνωστικά εκείνης της φαρμακόγλωσσας της Μπενινού. Διαζύγιο, διαζύγιο! Εφεύρεση του διαβόλου! Λες κι οι άνθρωποι, αυτά τ’ άθλια ζωάκια, έχουν δικαίωμα να λευτερώνονται από τα δεσμά που τους επέβαλλε ο παντοδύναμος δημιουργός τους! Μα προφανώς, τούτη η κοπέλα, κόρη εργατών, με τα μυαλά φαρμακωμένα από δηλητηριασμένες σκέψεις, ξενόφερτες, δεν μπορούσε να συλλάβει την αναγκαιότητα του σεβασμού της θείας θέλησης, ΐτσι θα κατέληγε ένα εξαθλιωμένο πλάσμα, αφού θα έσπαζε τους ιερούς όρκους του γάμου, μια γυναίκα της ευκαιρίας,


κορμί ξεπεσμένο που δίνεται ή νοικιάζεται στον πρώτο τυχόντα… Αυτές τις σκέψεις έκανε ο εφημέριος όταν το βλέμμα του στάθηκε στο πρόσωπο του Τ ιμοτέ Λαντεμάν. Κι αυτό που είδε τον τάραξε βαθιά. Ο Τ ιμοτέ ήταν πανευτυχής! Πετούσε στα ουράνια. Κοιτούσε τη Ζαν και το βλέμμα του χασομερούσε στη βαλίτσα, που συμβόλιζε την αποτυχία μιας ζωής, στο κάκαδο στην κόχη των χειλιών, στο μελανιασμένο μάτι που παραμόρφωνε μια από τις ωραιότερες γυναίκες του Περπεζάκ και χαμογελούσε. Γελούσε σχεδόν από ευχαρίστηση. Τ ο κάθαρμα! Ο εφημέριος Ρομπιγιόν δεν ενσάρκωνε πάντα τη χριστιανική στοργή κι επιείκεια, αλλά ήταν άνθρωπος ευθύς, χωρίς μικρότητες. Τ ο κακό χαμόγελο του Λαντεμάν του προκάλεσε φρίκη και θυμήθηκε το καθήκον του σαν ποιμένας ψυχών. Σηκώθηκε, βγήκε από το καφενείο και τράβηξε ίσια στη Ζαν. «Κυρία Κορμπιέρ…» «Α, εσείς είσαστε, κύριε εφημέριε… με τρομάξατε». «Αναρωτιόμουν…» Ο εφημέριος κόμπιασε. Δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Είναι πολύ ευγενικό να επιχειρείς να φέρεις το ξεστρατισμένο πρόβατο στο μαντρί, αλλά δεν ξέρεις πάντα πώς να καταπιαστείς. «Μάλιστα;» «Αναρωτιόμουν αν θα δεχόσαστε να πάρετε ένα καφέ μαζί μου… Κάνει ψύχρα ακόμα, θα είσαστε καλύτερα μέσα…» Η Ζαν κούνησε το κεφάλι. «Σας ευχαριστώ, κύριε εφημέριε, είμαι πολύ καλά εδώ». Ο άνθρωπος του Θεού πικαρίστηκε. Μπορεί να είχε βρεθεί σε αμηχανία σχετικά με τη στάση που έπρεπε να κρατήσει, με τα λόγια που έπρεπε να πει, αλλά δεν του είχε περάσει από το νου, ούτε για


μια στιγμή, πως θ’ αντιμετώπιζε μια άρνηση από μέρους της αμαρτωλής. Γιατί σαν αμαρτωλή την έβλεπε σ’ αυτή την ιστορία, κι ας είχε φάει δυο γροθιές, πράγμα που την κατέτασσε αυτοδικαίως στην κατηγορία του θύματος. Έπρεπε να το είχε μαντέψει: η αμαρτωλή δεν επιθυμούσε τη σωτηρία της. Τ υφλωμένη από τον Σατανά, απόδιωχνε το χέρι που της έτειναν. Αρνιόταν την ευσπλαχνία. Εμπρός λοιπόν, τις χαμένες ψυχές τις ξαναψαρεύεις μέσ’ από το βούρκο τους! «Επιμένω. Ελάτε, θα πιούμε ένα καφέ και θα μιλήσουμε… Δε θα πάρετε αυτό το λεωφορείο. Ούτ’ εγώ άλλωστε… Είχα ραντεβού στην επισκοπή, αλλά δεν πειράζει, θα πάω αύριο». Ζωήρευε όσο μιλούσε. Τ ο μεγαλείο της αποστολής του τον συνέπαιρνε. Αυτή η συνάντηση ήταν και γι’ αυτόν σημαντική. Γ ι’ αυτήν ήταν στην υπηρεσία του Θεού, όχι μόνο για να ψέλνει τη λειτουργία το πρωί της Κυριακής μπροστά στους ενορίτες που βιάζονταν να γυρίσουν σπίτι τους για τη δοξολογία της κοιλιάς, με το κυριακάτικο φαγοπότι. Επιτέλους, θα εκπλήρωνε την έφεση του κληρικού που αλιεύει ψυχές! Η ψυχή της Ζαν Κορμπιέρ κινδύνευε να βυθιστεί στη μαύρη άβυσσο του διαζυ-γιου και της διαφθοράς· θα την έφερνε πίσω στον Κύριο, ασθμαίνουσα, μετανοημένη. «Φοβάμαι πως δεν έγινα αντιληπτή, κύριε εφημέριε. Είμαι πολύ καλά έτσι όπως είμαι. Δεν έχω διάθεση για καφέ και δε σκοπεύω να συζητήσω μαζί σας. Και δεν είσαστε εσείς αυτός που θα μ’ εμποδίσει να πάρω το λεωφορείο… Αφήστε με λοιπόν ήσυχη…» «Μα φτωχό μου παιδί, ξέρετε πως…» Η Ζαν του γύρισε επιδειχτικά την πλάτη. Ο εφημέριος, βαθιά προσβλημένος, ξαναμπήκε στο καφενείο με μεγάλα βήματα. Πίσω από την τζαμαρία, ο Τ ιμοτέ Λαντεμάν, πετούσε από τη χαρά του. Στη δυστυχία της Ζαν είχε προστεθεί τώρα κι αυτή του απογοητευμένου, γελοιοποιημένου εφημέριου. Η Συλβάνα Μανκούζο κι η Κοραλία Ντελούζ είχαν παρακολουθήσει από μακριά τη σκηνή κι είχαν ερμηνεύσει όσο καλύτερα μπορούσαν τις μιμικές


της Ζαν και του Ρομπιγιόν. Κι οι δυο έριχναν δίκιο στη Ζαν, δικαίωναν την άρνησή της. Τ ι ήξερε αυτό το μαυροπούλι από τις αλήθειες της ζωής, ε; Τ ι ανακατευόταν; Μα και κάποια άλλη είχε παρακολουθήσει τη σκηνή με ακονισμένη περιέργεια: η Μαρία Ντομαζέ, η παραδουλεύτρα του Σαρπε-ντρό. Φανταζόταν κιόλας τον εαυτό της να ρητορεύει μπροστά στη Ρομπέρτα Μπενινού και τη Σουζάνα Οφλακέ, τις δυο μεγάλες βρομόγλωσσες, να τους διηγείται με το νι και με το σίγμα πώς είχε εγκαταλείψει η Ζαν το Περπεζάκ, πώς ο εφημέριος είχε επιχειρήσει να την κρατήσει και πώς αυτή τον είχε ξαποστείλει κι ας ήταν και παπάς! Ο εφημέριος λοιπόν ξαναμπήκε στο καφενείο. Περνώντας μπροστά από το ταμείο, παράγγειλε στον Σαρπεντρό να σερβίρει ένα καφέ στον οδηγό και να τον χρεώσει στο λογαριασμό του. Ο Μπαλιμπέρ ίσα που πρόφτασε να τον πιει, τσουρουφλίζοντας τα χείλια του: η ώρα ήταν 10. Ευχαρίστησε τον εφημέριο μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού και κατευθύνθηκε προς το λεωφορείο. Οι επιβάτες είχαν πληρώσει κιόλας τις παραγγελίες τους. Σηκώθηκαν κι ακολούθησαν τον Μαλιμπέρ. Αναγκαστικά, η Ζαν ήταν η πρώτη που ανέβηκε. Έβγαλε εισιτήριο για το Μπλουά —μιας διαδρομής, χωρίς επιστροφή— και πήγε και κάθισε στο βάθος του αυτοκινήτου. Κανένας δεν τόλμησε να καθίσει δίπλα της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 Τ ο βράδυ, το Σπίτι του Λαού του Περπεζάκ ήταν γεμάτο κόσμο. Οι δημοτικές εκλογές πλησίαζαν. Ο Αλέν Μελενσόν, ο ριζοσπάστης σοσιαλιστής δήμαρχος, ετοιμαζόταν να διεκδικήσει για τρίτη φορά την εντολή στο αξίωμα. Οι εκλογές θα παίζονταν γύρω από το θέμα των υπονόμων. Τ ο παλιό γα-λατο-ρωμαϊκό σύστημα με τους τούβλινους οχετούς και τους μολύβδινους αγωγούς δεν επαρκούσε πια στις ανάγκες ενός πληθυσμού σε διαρκή αύξηση από τις αρχές του αιώνα. Έπρεπε ν’ αλλάξουν όλ’ αυτά. Μ’ αυτός ο


εκσυγχρονισμός θα κόστιζε πολύ χρήμα. Ο Μελενσόν έμπαινε σε κίνδυνο. Θα μπορούσε να επανεκλεγεί όμορφα και καλά, ασχολούμενος με θέματα που δεν παρουσίαζαν ιδιαίτερα προβλήματα, όπως η επισκευή της στέγης της κοινοτικής σιταποθήκης ή η διαπλάτυνση από τη νομαρχία ενός κοινοτικού δρόμου στενού κι επικίνδυνου. Πολλά μέλη του δημοτικού συμβουλίου ήταν της γνώμης να μην ανακινηθεί το θέμα των υπονόμων. Η κατασκευή ενός καινούριου δικτύου ήταν πολυδάπανη και θα προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση. Θα έπρεπε να ξηλωθούν τα δρομάκια της παλιάς πόλης, να σκαφτεί η πλατεία της αγοράς για να τοποθετηθεί ένας μεγάλος συλλέκτης, να διευθετηθεί η δεξιά όχθη του Κρου-έλ, του ποταμού του Περπεζάκ… Ήταν έτοιμος ο πληθυσμός για όλ’ αυτά; Κι επιπλέον η αντιπολίτευση, αποτελούμενη από τον Ανρί Φρερέ ντυ Καστέλ, αυτόν τον έκφυλο αρχοντοχωριάτη, τον συμβολαιογράφο Ντελούζ και τον Ζερόμ Κορμπιέρ, το φούρναρη οπαδό του Μοράς και του Ντοντέ, θ’ αντιτασσόταν σθεναρά στο σχέδιο. Για όλους αυτούς τους λόγους, το επιτελείο του Μελενσόν τον πίεζε να είναι συνετός. Όχι πολύ φιλόδοξα προγράμματα που θα μπορούσαν να εξασθενήσουν τη σοσιαλοριζοσπαστική πλειοψηφία, πολύ αβέβαιη σε μια χώρα που την εξουσίαζε για πολλά χρόνια η δεξιά. Τ ο δεξί χέρι του Μελενσόν στη δημαρχία ήταν ο Γκαφαρέλ, ο φαρμακοποιός. Ικανός άνθρωπος. Υπερβολικά ικανός ίσως. Με το βλέμμα στραμμένο στο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Με το μυαλό δοσμένο τόσο στο επάγγελμα όσο και στα κοινά. Γι’ αυτόν η εκλογική νίκη ήταν πιο σημαντική από το καλό όλων. Με λίγα λόγια ήταν ένας πολύτιμος άνθρωπος, ο Μελενσόν δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτόν. Από το φαρμακείο του παρήλαυνε όλο το Περπεζάκ. Ακούραστος, ζωηρός, δημοφιλής, ο Γκαφαρέλ ήταν ένας από τους τέσσερις πέντε προκρίτους που συμπαρέσυραν την κοινή γνώμη. Θα μπορούσε να έχει βλέψεις στη δημαρχία, αν δεν υπήρχαν το θαυμαστό στρατιωτικό παρελθόν του Μελενσόν, το ωραίο παρουσιαστικό του και η κοινωνική του άνεση. Αλλά ο Γκαφαρέλ ήταν ένας αχαμνούλης με στενούς ώμους που αν δεν τον είχαν βγάλει ανίκανο, το χρώσταγε στο πτυχίο της φαρμακευτικής. Είχε υπηρετήσει σαν βοηθητικός, στη Διανομή


φαρμάκων κι επιδέσμων. Ενώ ο Μελενσόν, αυτός είχε κάνει πόλεμο, αληθινό πόλεμο. Αξιωματικός στην πρώτη σειρά, στο Σομ. Τ ρεις φορές τραυματίας, πέντε τιμητικές αναφορές, σκεπασμένος παράσημα. Κι ωραίος άντρας, άρεσε στις γυναίκες που μπορεί να μην είχαν δικαίωμα ψήφου αλλά επηρέαζαν αποτελεσματικά τους συζύγους. Πολύ δεμένος με τον νομάρχη Λα Βισάντ και το βουλευτή Ντελομπέρ. Μ’ αυτά τα ατού, ο Μελενσόν μπορούσε να ισοσταθμίσει τη δεξιά παράδοση της περιοχής και να κρατήσει τη δημαρχία για τριάντα χρόνια ακόμα, αν δεν έκανε λάθος. Κι αυτό το λάθος, η αντιπολίτευση ήλπιζε πως θα το έκανε με την υπόθεση των υπονόμων. Να βουτήξει στα χρέη την κοινότητα, να παρενοχλήσει με τα έργα την κυκλοφορία και το εμπόριο, να «παραμορφώσει» τον Κρουέλ… Από τότε που είχε προκύψει το θέμα της ανανέωσης των υπονόμων, η δεξιά, αγόμενη και φερόμενη από τον Ανρί Φρερέ ντυ Καστέλ, έριχνε το ανάθεμα στις κακόβουλες προθέσεις που απέδιδε στον Μελενσόν. Μ’ αυτός δεν ήταν άνθρωπος που θ’ απέφευγε τις ευθύνες του. Αν αποδεικνυόταν πως είχε έρθει η στιγμή, για την κοινότητα, να εκπονηθούν έργα απαραίτητα λόγω της δημογραφικής αύξησης και της υποβάθμισης του παλιού δικτύου, δε θα έκανε πίσω. Θα εξηγούσε ακούραστα στους συμπολίτες του πως έπρεπε να τελειώνουν με τις βλάβες και τους κινδύνους ενός ανεπαρκούς πια συστήματος. Τ ο καλοκαίρι, όταν κατέβαιναν τα νερά του Κρουέλ, η δυσοσμία απλωνόταν σε ορισμένες γειτονιές της πόλης. Τ ο φθινόπωρο με τις βροχές, το δίκτυο ξεχείλιζε και πλημμύριζε την πλατεία της αγοράς. Αυτό ακριβώς ήταν το θέμα στη συγκέντρωση στην οπ:οία ο δήμαρχος είχε καλέσει εκείνο το βράδυ τους ψηφοφόρους του Περπεζάκ, είτε ήταν οπαδοί είτε αντίπαλοί του. Ο Ανρί Φρερέ ντυ Καστέλ είχε αρπάξει την ευκαιρία ν’ αντιμετωπίσει την πλειοψηφία σ’ ένα πεδίο που του φαινόταν ευνοϊκό. Κι εδώ και μια ώρα δεν έπαυε να τρομάζει το εκλογικό σώμα περιγράφοντας με


ζοφερά χρώματα τα μειονεκτήματα που θα ανέκυπταν από τα έργα που σχεδίαζε ο Μελενσόν. Ο βαρόνος είχε πάρει φόρα και τα χοντρόκοβε ρητορεύοντας: «Κι αναγνωρίζουμε εδώ την παλιά κακή τακτική του κόμματός σας, κύριε Μελενσόν!…» Πρόφερε Μμμμμελενσόν, φορτώνοντας το «μ» με όλη την καταφρόνια για την οποία ήταν ικανός, και δεν ήταν και λίγη μιας και οι τίτλοι της οικογένειάς του ανέρχονταν στην εποχή της δεύτερης σταυροφορίας. Όλα κι όλα, οι Φρερέ ντυ Καστέλ ήξεραν από αριστοκρατική περιφρόνηση… «Μάλιστα, κύριε Μμμμελενσόν, αναγνωρίζουμε το αγαπημένο βίτσιο της αριστεράς, τη Δαπάνη. Τ ρελές Δαπάνες, δαπάνη πάση θυσία, αν τολμώ να το πω, κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος. Γιατί αυτό το χρήμα δεν σας ανήκει, κύριε Μμμμελενσόν! Όχι ακόμα! Αυτό το χρήμα είναι του Ααού κι εσείς ετοιμάζεστε να το πετάξετε από τα παράθυρα. Τ ο χρήμα αυτού του λαού που τον δελεάζετε με τη δημαγωγία σας και τα εξωφρενικά προγράμματά σας! Κι όταν θα έχετε κατασπαταλήσει αυτό το χρήμα, πού θ’ αναζητήσετε άλλο; Στην τσέπη του, όπως πάντα! Ο Μελενσόν, στωικός, είχε αφήσει τον Φρερέ ντυ Καστέλ να ξελαρυγγίζεται. Ο ευπατρίδης είχε χύσει όλη του τη χολή. Τ ώρα θα του απαντούσε. Ο Μελενσόν ήταν σίγουρος για την ορθότητα των επιχειρημάτων του, που ήταν πολύ πιο πειστικά από τις άδειες φράσεις αυτού του πολιτικού παπαγάλου. Όταν καταλάγιασαν τα χειροκροτήματα των ψηφοφόρων της δεξιάς, ο Αλέν Μελενσόν πήρε το λόγο με τη σειρά του. «Κύριε ντυ Καστέλ! Κύριε ντυ Καστέλ!» άρχισε κάνοντας με τα δυο του χέρια μια κατευναστική κίνηση στον υπερ-εξημμένο αντίπαλό του, «το ξέρουμε, έχετε τη συνήθεια να βλέπετε τα πράγματα από ψηλά. Είναι φυσικό, όταν ζει κανείς, όπως εσείς, στα υψώματα!» Ο υπαινιγμός στον πύργο του Περπεζάκ, ιδιοκτησία από αιώνες των


Φρερέ ντυ Καστέλ, που δέσποζε της πόλης, ήταν διάφανος. «Λοιπόν, το γεγονός, κύριε ντυ Καστέλ, πως ζείτε στα υψώματα σας απομακρύνει, αναμφίβολα, από κάποιες πραγματικότητες, οχληρές συχνά. Αν ζούσατε, για παράδειγμα, στην καρδιά της πόλης μας, θ’ αντιλαμβανόσαστε καλύτερα τις οχλήσεις που υφίστανται οι συμπολίτες σας από την αρχαιότητα του αποχετευτικού μας συστήματος…» Ως εδώ, ο Μελενσόν είχε μιμηθεί το επιτηδευμένο λεκτικό και τις μακριές, παραστολισμένες φράσεις του αντιπάλου του. Ξαφνικά, η φωνή του έγινε πιο κοφτή, πιο σκληρή και συνέχισε σφυροκοπώντας τις λέξεις, τινάζοντάς τις σαν βλήματα. «Αν ζούσατε στην πόλη κι όχι εκεί πάνω, στο καστέλο σας, κύριε ντυ Καστέλ, θα το ξέρατε! Τ ο καλοκαίρι, αυτή η πόλη ζέχνει! Και το φθινόπωρο, είναι ένας οχετός! Όταν θα ξαναέ-χουμε κρούσματα τυφοειδούς ή μηνιγγίτιδας, τι θα πείτε στους γονείς των άρρωστων παιδιών; Τ ι θα πείτε στους μικρούς παράλυτους; θα τους πληρώσετε τ’ αναπηρικά καροτσάκια με τις οικονομίες που θα κάνετε αρνούμενος την εξυγίανση του δικτύου;» Ο Ανρί Φρερέ ντυ Καστέλ τινάχτηκε. Αυτές οι επιθέσεις στόχευαν στους οικογενειάρχες που παρευρίσκονταν στη συγκέντρωση. Πήγε να τον διακόψει, αλλά ο δήμαρχος δεν είχε σκοπό να τον αφήσει. «Είχαμε κρούσματα, πέρσι, το ξέρετε! και θα έχουμε κι άλλα αν δεν ενεργήσουμε γρήγορα! Και θα είναι δικό μας το φταίξιμο… Δικό σας, κύριε ντυ Καστέλ! Παίζετε με την υγεία των παιδιών του Περπεζάκ, αντιπολιτευόμενος την πορεία της προόδου και την προώθηση της υγιεινής!» «Αυτό είναι απρέπεια, είναι ντροπή, είναι….» Ο βαρόνος ήταν στα πρόθυρα της αποπληξίας. Ο διπλανός του, ο συμβολαιογράφος Ντελούζ, ένας από τους υπασπιστές του, αποφάσισε να επέμβει. Αν μπορούσε ο Μελενσόν να δίνει τόσο


ύπουλα χτυπήματα στον αρχηγό της δεξιάς, μπορούσε και η δεξιά να κάνει το ίδιο!… Με την προϋπόθεση βέβαια πως θα κατάφερνε να διακόψει τον Μελενσόν, πράγμα που δεν το έβλεπε! Ο Ντελούζ, στα νιάτα του, ήταν βαρύτονος στην Όπερα του Μπορντό. Τ ου είχε μείνει ακόμα το μέταλλο στη φωνή και το χρησιμοποιούσε στις πολιτικές συγκεντρώσεις. «Ο κύριος Μελενσόν καλύπτεται πίσω από τη φροντίδα του για το κοινό καλό, αλλά οι προθέσεις του είναι τόσο αγνές όσο θέλει να τις παρουσιάσει;» βροντοφώνησε με αναντίρρητη μαεστρία. Ο Μελενσόν έσμιξε τα φρύδια. Ο Ντελούζ ήταν επικίνδυνος άνθρωπος. Πολύ πιο έξυπνος από τον Φρερέ ντυ Καστέλ. Αν δεν τον απασχολούσαν τόσο τα βίτσια του, θα ήταν επίφοβος αντίπαλος. Αλλά ο Ντελούζ, αξιοσέβαστος επαρχιακός συμβολαιογράφος, μισοενδιαφερόταν για την πολιτική. Τ ο μεγάλο του πάθος ήταν το Παρίσι, τα εκλεκτά δείπνα, τα καμπαρέ, τα παρασκήνια των επιθεωρήσεων και οι πουτάνες… Αλλά εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή κατέβαινε στην αρένα κι ένας Θεός ήξερε για τι ήταν ικανός! Υπήρχε χωρίς αμφιβολία κάποια παγίδα, αλλά ο Μελενσόν ήταν από τη φύση του ανίκανος να την αποφύγει: έβλεπε κόκκινα αστράκια όταν του αμφισβητούσαν την ακεραιότητά του. «Εξηγηθείτε, κύριε Ντελούζ! Δε μου αρέσουν τα υπονοούμενα!» Ο συμβολαιογράφος, μ’ ένα ύπουλο χαμόγελο, πέταξε την τορπίλα του: «Ήθελα να πω πως, αναγκαστικά, η επανακατασκευή του κοινοτικού αποχετευτικού δικτύου που απειλεί να γίνει πηγή σοβαρών δυσχερειών, θα εξασφάλιζε εργασία σε μια εταιρεία, έντιμη σίγουρα, αλλά που…» Ο Μελενσόν έσφιξε τις γροθιές του. Είχε καταλάβει πού το πήγαινε ο Ντελούζ. Η εν λόγω εταιρεία ήταν η εταιρεία οικοδομών και


δημοσίων έργων στην οποία ανήκε ο ίδιος. Όταν γύρισε από τον πόλεμο, είχε αναλάβει την πατρική επιχείρηση και της είχε ξαναδώσει την ευημερία που είχε χάσει με το πέρασμα των χρόνων. Ο Ντελούζ λοιπόν υπονοούσε ωραία και καλά πως ο Μελενσόν εκθειάζοντας τα έργα της ανακαίνισης του αποχετευτικού δικτύου, είχε υπ’ όψη του το προσωπικό του κέρδος. Εξάλλου, έτσι το είχε ερμηνεύσει όλος ο κόσμος στην αίθουσα και οι οπαδοί τον δημάρχου άρχιζαν να κοιτάζουν με πολεμοχαρές ύψος τους οπαδούς του ντυ Καστέλ, πράγμα που σήμαινε πως σε λίγο θα μιλούσαν οι γροθιές. Μα κι αυτό ήταν μια παγίδα. Τ ο ν’ αφήσεις την αγανάκτηση να σε κυριεύσει και να επιδοθείς σε βιαιότητες, θα ήταν σαν να παίζεις το παιχνίδι του Φρερέ ντυ Καστέλ, που κατηγορούσε μονίμως κι εκτός κάθε πραγματικότητας τους σοσιαλοριζοσπάστες πως επέβαλλαν την τρομοκρατία. Τ ο Λαϊκό Μέτωπο δεν ήταν μακριά, οι σπάνιοι κομμουνιστές της περιοχής είχαν προσφέρει τη φωνή και την υποστήριξή τους στον Μελενσόν, αλλά η μικρή πόλη δεν είχε γνωρίσει ποτέ την ατμόσφαιρα αντιπαράθεσης μεταξύ συνασπισμών και πολιτοφυλακών, κληρονομιά των μεγάλων πόλεων. Ο Μελενσόν έπρεπε να ηρεμήσει τους οπαδούς του, απαντώντας ταυτόχρονα στην επίθεση του Ντελούζ. «Κύριε Ντελούζ, αυτός ο υπαινιγμός σάς κατατάσσει ανάμεσα στα πιο ταπεινά πνεύματα που συνάντησα στον ήδη μακρύ πολιτικό μου βίο! Δεσμεύομαι, με ακούτε, δεσμεύομαι επισήμως να μην συμμετέχω στη δημοπρασία της κοινότητας. Και καθώς η εταιρεία Μελενσόν είναι η μόνη επιχείρηση δημοσίων έργων στο Περπεζάκ, η εκτέλεση των έργων θα κατοχυρωθεί σε ξένη προς την κοινότητα επιχείρηση. Δεν είχα ποτέ άλλη πρόθεση και σας περιφρονώ που μπορέσατε να σκεφτείτε το αντίθετο!» «Χε, χε!» κάγχασε ο Ντελούζ, «αυτά τα πράγματα άλλο να τα λες κι άλλο να τα κάνεις! Στα πόδια του τοίχου φαίνεται ο χτίστης. Θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτά, αν ξαναεκλεγείτε κι όταν ο πακτωλός του κοινοτικού χρήματος θ’ απειλεί να χυθεί σε άλλες τσέπες και όχι στις δικές σας!»


«Κάθαρμα! Θα δεις αν δε σε…» Η πολιτική φρόνηση του Μελενσόν λίγο έλειψε να μην αντισταθεί στην επίμονη επιθετικότητα του Ντελούζ. Ήταν έτοιμος να διασχίσει την αίθουσα και να πιαστεί στα χέρια με τον συμβολαιογράφο. Αλλά ένα γερό κράτημα τον εμπόδισε. Γύρι-σε κι έκανε μια κίνηση έκπληξης. Δεν ήταν κάποιος από τους ανθρώπους του αυτός που τον συγκρατούσε, δεν ήταν ο Γκαφαρέλ, ούτε ο γιος Ντεντουζάκ, ούτε ο πιστός Φορέ, ήταν ο Ζερόμ Κορμπιέρ. Γιά μια στιγμή του φάνηκε σαν ένα άσχημο κόλπο στημένο από τον Ντελούζ και τον Κορμπιέρ. Αλλά αυτά τα καμώματα δεν ήταν του χαρακτήρα του Κορμπιέρ, του Ντελούζ ναι, σίγουρα, αλλά όχι του Κορμπιέρ. Ήταν δεξιός αλλά δεν είχε υπάρξει ποτέ «κολλητός» της ομάδας Ντυ Καστέλ-Ντελούζ… Μα τότε τι γύρευε στο πλευρό του αριστερίζοντα δημάρχου, σε μια διαμάχη που οι φυσικοί του σύμμαχοι συσπειρώνονταν γύρω από τους άλλους δυο; ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 Ολη η πόλη ήξερε τους συζυγικούς καημούς του Ζερόμ. Τ ο νέο του φευγιού της Ζαν είχε τρέξει, σαν γραμμή από μπαρούτι από το «Καφενείο της Αγοράς» στο κοινοτικό πλυσταριό κι από κει σε όλες τις κουζίνες, τα μαγαζιά, τις αυλές και τα κατώφλια όπου ο πληθυσμός του Περπεζάκ επιδιδόταν στο αγαπημένο του βίτσιο, το κουτσομπολιό. Γιατί ήταν λίγο να πεις πως ήταν κουτσομπόληδες στο Περπεζάκ. Αν υπήρχε σαν άθλημα, η μεικτή κοινοτική ομάδα αποτελούμενη από τη Ρομπέρτα Μπενινού, τη Σουζάνα Οφλακέ και τον Τ ιμοτέ Λαντεμάν, θα έπαιρνε σίγουρα το παγκόσμιο κύπελλο. Ήξεραν πως η Ζαν είχε φύγει, το λόγο για τον οποίο είχε φύγει, κι εδώ και μερικές μέρες, και για πού είχε φύγει. Είχε γυρίσει, πολύ φυσικά, στους γονείς της, στο Μπλουά. Η κυρά Σεντουζάκ είχε πέσει πάνω της, τυχαία, τρεις βδομάδες μετά από την αναχώρησή της, στην παλιά εργατική συνοικία, όπου ο τορναδόρος πατέρας της έμενε πάντα. Οι δυο γυναίκες είχαν χαιρετηθεί, τίποτα περισσότερο. Η


Σεντουζάκ δεν ήταν του στενού κύκλου των Κορμπιέρ. Κι ύστερα τι να πεις σε μια γυναίκα που εγκαταλείπει τη συζυγική εστία μ’ ένα πρησμένο μάτι κι ένα σκίσιμο στο χείλι; Πιεσμένη από τις ερωτήσεις, η κυρά Σεντουζάκ είχε περιγράψει με συμπάθεια τη Ζαν στις κουτσομπόλες του πλυσταριού, που έσπευσαν να διαδώσουν τα όσα άκουσαν. Κατά την Ελβίρα Σεντουζάκ, η Ζαν είχε αδυνατίσει. «Η καημενούλα, σε τρεις βδομάδες θαρρείς κι έρεψε!» Αντίθετα, «η μελανιά είχε εξαφανιστεί σχεδόν, μόνο μια ελαφριά σκιά έμενε, σαν να το είχε βαμμένο. Μα τι κτήνη κι αυτοί οι άντρες, τέλος πάντων!» Και πώς ήταν το ύφος της; Απελπισμένο, αυτή ήταν η καυτή ερώτηση! Αλλά η αδυναμία που είχε περιγράψει η Ελβίρα Σεντουζάκ έδινε κατά μεγάλο μέρος την απάντηση.


«Τ ι ύφος να έχει η καημενούλα, σκέτη δυστυχία είναι! Τ ι ύφος θέλατε να έχει;» έλεγε η Ελβίρα που είχε καλή καρδιά. Αυτά από τη μεριά της Ζαν. Τ ον Ζερόμ δεν τον έβλεπαν πια καθόλου. Είχαν περάσει τρεις βδομάδες από την αναχώρηση της Ζαν ως τα… φρέσκα νέα που είχε φέρει η Σεντουζάκ κι άλλες δυο βδομάδες από τότε. Πέντε το λοιπόν συνολικά. Ε, αυτές τις πέντε βδομάδες, δεν είχαν δει τον Ζερόμ. Ήταν εκεί, αφού έφτιαχνε πάντα το ψωμί. Ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο από πριν, το ψωμί του. Υπέροχο όπως πάντα. Κι οι συμπολίτες του, χωρίς να το ομολογούν, το εκτιμούσαν που εξακολουθούσε να είναι τόσο καλός τεχνίτης ακόμα και στη δυστυχία του. Τ ο μαγαζί το κρατούσε η Αστερία κι αυτή έκανε και τη διανομή με τον γερο-Κοπέρνικο. Ο Ζερόμ ζύμωνε κι έψηνε, αλλά έμενε κλεισμένος στο σπίτι. Έτσι η δημόσια επανεμφάνισή του, επ’ ευκαιρία της ταραχώδους συζήτησης για ένα κρίσιμο θέμα για το Περπεζάκ, προκάλεσε την περιέργεια της ομήγυρης. Η σιωπή απλώθηκε στην αίθουσα, ως διά μαγείας, κι όλα τα βλέμματα στράφηκαν σ’ αυτόν που είχε σταθεί στο πλευρό του δημάρχου. Τ ον βρήκαν αδυνατισμένο κι αυτόν, με ρυτίδες που δεν τις είχαν ξαναδεί και κάποιες άσπρες τρίχες στην κατάμαυρη χαίτη του, πρωτοφανέρωτες. «Ε, λοιπόν, χαίρομαι που σε βλέπω εδώ», του είπε ο Μελενσόν χαμηλόφωνα, «αλλά σε νόμιζα από την άλλη μεριά, με τον Καστέλ και τον Ντελούζ… Πολιτικά, εννοώ!» Γνωρίζονταν από παιδιά, από τότε που ο Μαστρο-Αντελίν είχε φέρει τον Ζερόμ από τ’ ορφανοτροφείο. Από την πρώτη μέρα, στην τάξη του Αετούρκ, του προκατόχου του Φορζέ, τα δυο παιδιά είχαν αλληλοαναμετρηθεί. Δυο αρχηγοί, δυο ηγέτες. Αλλά ο ένας, ο Μελενσόν, ήταν κοινωνικός στο έπακρο, του άρεσε να είναι στο κέντρο των πραγμάτων και των αποφάσεων, να οργανώνει, να διευθύνει, να πείθει, να γοητεύει. Γεννη-μένος πολιτικός. Ο Ζερόμ, με το παρελθόν του παιδιού του ορφανοτροφείου, ήταν ένας


μοναχικός. Τ ον σέβονταν και τον αγαπούσαν όλοι σχεδόν, για την ευθύτητα του, για την ισορροπία που αναδυόταν από το άτομό του και γι’ αυτή τη φοβερή του δύναμη που τόσο λίγο την είχε καταχραστεί: μια φορά σε μια ζωή κι αυτό ενάντια στη γυναίκα του… Αυτή η αλληλοσυμπλήρωση χαρακτήρων είχε αποτρέψει τα δυο αγόρια από το να έρθουν αντιμέτωπα, πράγμα που θα είχε δυσάρεστες συνέπειες έτσι δυνατοί κι ισχυρογνώμονες που ήταν κι οι δυο. Στην πραγματικότητα, ήταν φίλοι και σύντροφοι από παιδιά. Μια φιλία λίγο απόμακρη, βασισμένη στην αλληλοεκτίμηση και την αναγνώριση του πεδίου του άλλου. Μια φιλία τελείως διαφορετική απ’ αυτή που έδενε τον Ζερόμ και τον Ζερεμί Μαλβουαζέν στο ορφανοτροφείο του Βερτύ. Παρά τη φιλία που φύλαγε μέσα του στο όνομα της ανάμνησης και των τύψεων επειδή τον είχε θυσιάσει, ο Ζερεμί συμβόλιζε τον παλιό κόσμο. Αυτόν της δυστυχίας, τον ανεπανόρθωτα σημαδεμένο από το δράμα που τον είχε ρίξει στην ορφάνια. Ναι, ο Ζερεμί ανήκε στον μαύρο κι αηδιαστικό κόσμο πριν από την εμφάνιση των απλών, καλών ανθρώπων όπως ο ΜαστροΑντελίν και η Αστερία, των πιστών φίλων όπως ο Μελενσόν κι ο Φορζέ. Αυτό έγινε φανερό όταν ο Ζερεμί ήρθε να περάσει τις διακοπές του στο Περπεζάκ, στου Μαστρο-Αντελίν, που είχε επιμείνει στον διευθυντή του Βερτύ κι είχε καταλήξει να τον πείσει να του στείλει τον Ζερεμί για ένα μήνα. Γ ι’ άλλη μια φορά ο διευθυντής τον είχε προειδοποιήσει, του είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. «Υποχωρώ στην αίτησή σας, αλλά να θυμόσαστε πως αναλαμβάνετε εξ ολοκλήρου την ευθύνη», του είχε γράψει. Ο Μαστρο-Αντελίν είχε χαμογελάσει μπροστά στην τόση… κινδυνολογία. Τ ι ήταν δα, ένας μήνας διακοπές στην εξοχή ενός δεκάχρονου χαμινιού! Κι έτσι ο Ζερεμί Μαλβουαζέν… ξεμπάρκαρε την 1 Ιουλίου στη στάση των λεωφορείων του Περπεζάκ. Θα ξανάφευγε πιο γρήγορα από το προβλεπόμενο, στις 15, διωγμένος κακήν κακώς από τους αγανακτισμένους κατοίκους, έξω φρενών με τα καμώματά του. Με το που πάτησε το πόδι του, είχε αρχίσει τα φριχτά παράπονα


στον Ζερόμ. Που τον είχε πουλήσει, που τον είχε προδώσει, που τον είχε παρατήσει ολομόναχο στο Βερτύ, όπου κανένας δεν τον αγαπούσε κι όλοι τον κατάτρεχαν! Και για να τον εκδικηθεί γι’ αυτή την προδοσία του, έσπασε όλα τα παιχνίδια που του είχε χαρίσει ο Αντελίν τότε που τον έφερε στο σπίτι του. Στους καινούριους φίλους του Ζερόμ, τον Μελενσόν, τον Φορζέ και τον μικρό Γκαφαρέλ, που θα γινόταν κι αυτός φαρμακοποιός σαν τον πατέρα του, ο Ζερεμί είχε κηρύξει ανοιχτό πόλεμο. Κάποια φορά που έλειπε ο Ζερόμ, χτύπησε τον Γκαφαρέλ και δάγκωσε τον Φορζέ. Όταν όμως ρίχτηκε στον Μελενσόν, βρήκε το μάστορή του. Ο μελλοντικός δήμαρχος του Περπεζάκ τον ξυλοφόρτωσε για τα καλά και μετά απ’ αυτό, ο Μαλβουαζέν έστρεψε την επιθετικότητά του ενάντια σ’ όλο το χωριό. Γιά δεκαπέντε μέρες, ώσπου μια αντιπροσωπεία εξαγριωμένων Περπεζακιωτών ν’ απαιτήσει την αναχώρηση του ενόχου, είχαν συμβεί τέρατα και σημεία: κότες και κουνέλια καρφωμένα ζωντανά στις πόρτες των αχυρώνων, θημωνιές πυρπολημένες, κλουβιά κουνελιών και κοτέτσια ορθάνοιχτα, αγελάδες παραταϊσμένες με άγουρα μήλα… Αν ο Ζερεμί δεν άρπαξε καμιά τουφεκιά εκείνο το καλοκαίρι, το χρωστούσε στο ό,τι υπάρχει πράγματι ένας Θεός για τους ληστές και τους άσωτους! Ο Ζερόμ, στην αρχή, είχε πάρει το μέρος του Ζερεμί, αλλά μπροστά στο μέγεθος των… ανομημάτων του φίλου του, είχε αναγκαστεί να παραιτηθεί, Ο Μαστρο-Αντελίν συνόδεψε τον Ζερεμί στο Βερτύ. Σαν έφτασαν, ο διευθυντής πέταξε απλά: «Σας είχα προειδοποιήσει, έτσι δεν είναι;» Κι ο Μαστρο-Αντελίν είχε κουνήσει απλά το κεφάλι. Στο Περπεζάκ ξέχασαν τον ταραξία. Ώσπου κηρύχτηκε ο πόλεμος όπου τα παιδιά του χωριού έχυσαν το αίμα τους και κέρδισαν το μερίδιό τους στη δόξα. Ο Ζερόμ κι ο Μελενσόν πολέμησαν παλικαρίσια, Ο Μελενσόν υπηρέτησε στα Γαλλικά σώματα, όπου έγινε γρήγορα αξιωματικός, ο Ζερόμ στο Αποικιακό, υπαξιωματικός στην αρχή κι ύστερα αξιωματικός κι αυτός, επικεφαλής ενός ουλαμού Σενεγαλέζος


ακροβολιστών υπό τον Μανζέν —τον χασάπη. Είχε περισσότερη τύχη και λιγότερα παράσημα από τον Μελενσόν που η αγάπη του για την εξουσία και το ρίσκο τον παρέσυραν συχνά σε τρομακτικές περιπέτειες. Κανένα τραύμα, πολεμικός Σταυρός και στρατιωτικό μετάλλιο, μόνο, ενώ ο Μελενσόν, Λεγεώνα της Τ ιμής… Ο Ζερεμί Μαλβουαζέν ξαναφάνηκε στο χωριό το 1916. Έφτασε ένα βράδυ στου Μαστρο-Αντελίν, με στολή. Στρατιώτης Πρώτης κλάσης. Στρατιωτικό παράσημο. Ειδική μονάδα: αυτούς που αποκαλούν «καθαριστές του χαρακώματος». Αυτή η έκφραση έφερνε στο νου του κόσμου την εικόνα μάχης σώμα με σώμα, με μαχαίρι και μπαγιονέτα και περιέβαλλε αυτή τη μονάδα μ’ ένα φωτοστέφανο βιαιότητας και ηρίοισμού. Ο Μαστρο-Αντελίν δέχτηκε τον στρατιώτη Μαλβουαζέν με καχυποψία. Είχε ανάψει φωτιές στο χωριό πριν από εφτά χρόνια… Αλλά εκείνη τη νύχτα δεν είχε πού να κοιμηθεί. Κι όταν ο γιος σου είναι στο μέτωπο, δεν αφήνεις έναν ήρωα να κοιμηθεί στο ύπαιθρο. Ο Μαλβουαζέν το ’σκάσε πριν το χάραμα, παίρνοντας μαζί όσα χρήματα υπήρχαν στο σπίτι και τα κοσμήματα. Η αγωγή που κατέθεσε ο Μαστρο-Αντελίν μεταβιβάστηκε στη στρατιωτική αστυνομία που με τη σειρά της τη μεταβίβασε στο διοικητή της μονάδας του Μαλβουαζέν. Μόνο που ο απατεώνας είχε εξανεμιστεί από μια γερμανική οβίδα των 155. Δε βρήκαν ούτε ίχνος του, λες και δεν υπήρξε ποτέ. Μετά το τέλος του πολέμου, η πολιτική τοποθέτηση χώρισε τους δυο άντρες, αλλά ο ανταγωνισμός τους δεν τους έκανε ποτέ να ξεχάσουν την παλιά τους φιλία. Εκτιμούσαν απεριόριστα ο ένας τον άλλον κι εξακολουθούσαν να είναι υπεράνω των μετριοτήτων της μικροπολιτικής ενός Φρερέ ντυ Καστέλ, ή ενός Γκαφαρέλ. «Θα ήθελα να μιλήσω πάνω σ’ αυτό…. στο θέμα της εξυγίανσης, αν δεν έχεις αντίρρηση», είπε ο Ζερόμ. «Η συζήτηση είναι δημόσια, μπορείς να λάβεις το λόγο… Τ ον θέλεις τώρα;» Ο Ζερόμ κούνησε το κεφάλι.


«Τ ώρα, έτσι, θ’ αποφύγεις να ξυλοφορτώσεις τον Ντελούζ και να καταλήξεις στο τμήμα». «Μα το άκουσες τι μου είπε το καθίκι;» «Μην εκνευρίζεσαι, δώσε μου καλύτερα το λόγο… και μην περιμένεις να σου σερβίρω τη σούπα στο πιάτο!» «Τ ο ξέρω, αλλά… τίμια, ε;» Οι ματιές τους έσμιξαν και κανένας δε χαμήλωσε τη δική του. «Τ ίμια», είπε ο Ζερόμ απλά. «Περίμενε, έχω να στείλω ένα μήνυμα. Ντελούζ, δε θα ξεχάσω αυτό που είπες» πέταξε στο συμβολαιογράφο. «Αυτή η φράση θα σου γυρίσει μπούμερανγκ, πίστεψέ με!» Ο Ντελούζ θύμωσε. «Ώστε μιλάμε και στον ενικό τώρα; Καινούριο κι αυτό! ΓΙά-ντως δε φοιτήσαμε μαζί στη σχολή στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος!» Ο Μελενσόν δεν είχε προσχωρήσει ποτέ στο κομμουνιστικό κόμμα, αλλά οι αντίπαλοί του υποστήριζαν το αντίθετο, για να του κολλήσουν τη φήμη του κόκκινου με το μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια. Η ατάκα του Ντελούζ έγινε δεκτή μ’ ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας από μέρους των ψηφοφόρων της δεξιάς. «Ναι, μιλάμε στον ενικό, χοντροκέφαλε! Είμαστε μαζί στην Κομυνάλ, θυμάσαι; και σου τις έπαιζα και τότε! όσο για τη σχολή των στελεχών, δεν έχω πατήσει ποτέ το πόδι μου. Ρώτα τον Μπαστιέν Οφλακέ να στο βεβαιώσει. Στις συγκεντρώσεις του δημοτικού συμβουλίου με φωνάζει ‘σοσιαλοπροδότη’! Ο Μπαστιέν Οφλακέ, ο γραμματέας της δημαρχίας, ήταν και ο γραμματέας του πυρήνα του Κάπα Κάπα. Οι σχέσεις του με τον


Μελενσόν ήταν δύσκολες —για την αλήθεια, μισούσε τον δήμαρχό του του οποίου ήταν ο κυριότερος σύμμαχος— κι έτσι τα γέλια αυτή τη φορά ήταν από τη μεριά του Μελενσόν. «Ο Ζερόμ Κορμπιέρ ζήτησε το λόγο», συνέχισε ο δήμαρχος, «του τον δίνω! Δε θα πείτε πως είναι κόκκινος κι αυτός!» Η προσοχή στράφηκε στον Ζερόμ. «Καλησπέρα. Ήρθα να σας πω πως πιστεύω στην αναγκαιότητα της ανακαίνισης του δικτύου των υπονόμων», είπε με φωνή σταθερή. «Ε; Τ ι; Τ ι λέει εκεί! Μα τρελάθηκε, μα την πίστη μου!» Η δεξιά αντάλλασσε έκπληκτες ματιές μπροστά στο μέγεθος αυτής της δήλωσης. Περίμεναν πως ο φούρναρης θα υποστήριζε τις θέσεις του Φρερέ ντυ Καστέλ και να που τώρα του πήγαινε κόντρα. Στο μεταξύ, η αριστερά, χειροκροτούσε και γελούσε με την καρδιά της: αυτός ο επίφοβος αντίπαλος έριχνε νερό στο μύλο των σοσιαλοριζοσπαστών! Ωστόσο, οι οργισμένοι συντηρητικοί άρχισαν να προβληματίζονται, ενώ η χαρά των ριζοσπαστικών ξεθώριαζε όσο συνέχιζε ο ομιλητής. Δεν ήταν όλα τόσο απλά όσο τους φάνηκαν από την πρώτη προσέγγιση. «Ήρθε η ώρα να κάνουμε έργα. Τ ο ξέρω πως θα κοστίσουν ακριβά, αλλά πρόκειται για την υγεία και την άνεση του πληθυσμού, για την καλή φήμη του Περπεζάκ και, χωρίς αμφιβολία, για το μέλλον του! Να γιατί εμείς, της δεξιάς, πρέπει να πάρουμε για λογαριασμό μας αυτή την ιδέα και να δεσμευτούμε, αν είμαστε νικητές στις προσεχείς εκλογές, να την πραγματοποιήσουμε, καλύτερα απ’ ύ,τι θα έκανε ο Μελενσόν κι η ομάδα του! Μην αφήσουμε στον αντίπαλο… Λέω, στον ‘αντίπαλο’», επέμεινε γυρνώντας στον Μελενσόν, «το μονοπώλιο να υπερασπίζεται την πρόοδο. Χρειάζεται καινούρια αποχέτευση το Περπεζάκ και καλώ τη δεξιά να του τη δώσει». «Θεέ και Κύριε!» του σφύριξε ο Μελενσόν, «σε ήξερα φιλόδοξο, Ζερόμ, αλλά σ’ αυτό το σημείο! Θα κάνεις την αντιπολίτευση


κομμάτια!» «Ας ξανακολλήσει στ’ όνομά μου, αν θέλει!» Στη μεριά του Ντυ Καστέλ, του Ντελούζ και των οπαδών τους, επικρατούσε γενική σύγχυση. Είχαν καταλάβει τις συνέπειες των λόγων του Κορμπιέρ. Επρόκειτο για πραξικόπημα ούτε λίγο, ούτε πολύ. Αυτός ο «αουτσάιντερ» της δεξιάς, που τον νόμιζαν εξουθενωμένο από τα συζυγικά του προβλήματα, εισέβαλε στην τοπική πολιτική σκηνή και μέσα σε λίγα λεπτά είχε κλονίσει τη θέση του βαρόνου στο εσωτερικό του δικού του κόμματος. Με λίγα λόγια, ο Ζερόμ έθετε τη δεξιά ενώπιον των ευθυνών της αναγκάζοντάς την ν’ αναθεωρήσει τις επιλογές της σ’ ό,τι αφορούσε την πολιτική της και τον ηγέτη της. Ο Φρερέ ντυ Καστέλ επιχείρησε, απεγνωσμένα, ν’ αφοπλίσει τη νάρκη που του είχε βάλει ο Ζερόμ. «Είναι τρελός!» γρύλισε. «Έχει χάσει τα μυαλά του από τις συμφορές του!» Ωστόσο, πολλοί σύμμαχοι του ευπατρίδη δεν ήταν σύμφωνοι με τη θέση του κόμματός τους στο θέμα της εξυγίανσης. Δεν τολμούσαν να το πουν, αλλά η τόλμη του Ζερόμ τους ελευθέρωνε και τους έδινε το θάρρος να επαναστατήσουν εναντίον του Καστέλ. «Η εξυγίανση είναι αναπόφευκτη», είπε ο εφημέριος στον Φρερέ ντυ Καστέλ. «Ο Κορμπιέρ είναι ο πρώτος που το είπε δυνατά, αλλά είναι πολλοί που το σκέπτονται- αυτή η ιστορία θα σας στοιχίσει τη θέση του αρχηγού». Ο ντυ Καστέλ ύψωσε τους ώμους του. Μήπως δεν ήταν ο πυργοδεσπότης του Περπεζάκ; Οι πρόγονοί του ήταν οι ηγέτες του τόπου από το 1100, εκτός από κείνη την καταραμένη περίοδο της Επανάστασης και του τωρινού επεισοδίου με τη σοσιαλοριζοσπαστική πλειοψηφία. Πώς μπορούσε ένας ταπεινός φούρναρης, ο μπάσταρδος ενός μεθύστακα εγκληματία που είχε βγει από τον παριζιάνικο βούρκο και τον είχε υιοθετήσει κάποτε ο Μαστρο-Αντελίν, να του διεκδικήσει τη φυσική του υπεροχή,


ριζωμένη στο αίμα και στην ιστορία; «Κουταμάρες!… Με όλο μου το σεβασμό, κύριε εφημέριε… Πρέπει να μείνουμε σταθεροί σ’ αυτό το σημείο, ν’ αρνηθούμε την ανακαίνιση και το εκλογικό σώμα θα μας ακολουθήσει. Ξέρει πολύ καλά ποιος θα πληρώσει και οι εκλογείς έχουν απαυδήσει με τις συνεχείς αυξήσεις των κοινοτικών φόρων…» «Έχουν απαυδήσει όμως και με τις μολύνσεις και τις επιδημίες» τον αντέκρουσε ο Ρομπιγιόν. «Τ α-τα-τα! Αστεία περιστατικά σε σύγκριση με το τεράστιο χρέος που μας ετοιμάζουν ετούτοι οι λεβέντες… Δεν θα υποχωρήσω, κύριε εφημέριε και θα δείτε… το μέλλον θα με δικαιώσει!» «Ισως… Τ ο εύχομαι, εν πάση περιπτώσει, αν και δεν είμαι βέβαιος», αναστέναξε ο εφημέριος. Ο Ρομπιγιόν, ανέκαθεν, δεν είχε σε ιδιαίτερα υψηλή εκτίμηση τον κληρονόμο του ονόματος και των προνομίων της οικογενείας Φρερέ ντυ Καστέλ. Ε, τι να γίνει! σκέφτηκε υψώνοντας αδιόρατα τους ώμους του, δεν μπορείς να υπηρετείς πάντα ένα Λουδοβίκο 14ο! Λίγα βήματα πιο πέρα, ο Ντελούζ άκουγε και παρατηρούσε. Πραγματιστής, άνθρωπος της καλοπέρασης, ήταν το αντίθετο του δογματικού. Είχε καταλάβει κι αυτός πως το πολιτικό μέλλον του βαρόνου είχε πάρει την κάτω βόλτα. Από δω κι εμπρός έπρεπε να υπολογίζουν τον Ζερόμ Κορμπιέρ. Θαύμασε τον άντρα που ξαναβρήκε τόσο απροσδόκητα τον εαυτό του. Η γυναίκα του τον είχε εγκαταλείψει, ζούσε εδώ και πέντε βδομάδες ταμπουρωμένος στο φούρνο του και να, ξαφνικά, με μια τόλμη που σπάνια συναντάται στην πολιτική ζωή, έβγαινε από την ποντικότρυπά του κι άρπαζε από τον Φρερέ ντυ Καστέλ το στάτους του αρχηγού. Τ ου έβγαζε το καπέλο! Ήταν σημάδι της τρομερής θέλησης ενός ανθρώπου που κινδύνεψε, το δίχως άλλο, να καταποντιστεί… Τ ου Ντελούζ του άρεσαν οι δυνατοί άνθρωποι- έριξε μια λοξή ματιά στο προφίλ του ντυ Καστέλ και το βρήκε πλαδαρό, ράθυμο, Ο Ντελούζ ήξερε πως ήταν αξεπέραστος στην πολιτική σκακιέρα. Αν ο Κορμπιέρ


ήθελε να διευθύνει τη δεξιά, θα τον είχε ανάγκη. Δε θα ήταν κακή ιδέα να δειπνούσαν μαζί στο πανδοχείο της «Κόκκινης Πουλάδας», έτσι για ν’ ανταλλάξουν απόψεις… ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 Οι δυο άντρες βάδιζαν πλάι πλάι μέσα στην ήσυχη νύχτα. Είχε πολύ καιρό να τους συμβεί αυτό. Σαν βγήκαν από τη συγκέντρωση, οι οπαδοί του ντυ Καστέλ ήρθαν ν’ ανταλλάξουν λίγα λόγια με τον Ζερόμ. Ακόμα κι ο Ντελούζ του είχε γνέψει με το χέρι από μακριά. Όσο για τον Φρερέ, αυτός τον είχε αγνοήσει επιδεικτικά. Ο Ζερόμ δεν πολυσκοτίστηκε. Δεν είχε τίποτα εναντίον του ντυ Καστέλ. Τ ον έβρισκε απλώς βλάκα και φανατικό. Ήταν ένας ηλίθιος της δεξιάς, όπως ο πατέρας της Ζαν ήταν ένας ηλίθιος του αντίθετου στρατοπέδου. Οι τελευταίες ομάδες είχαν σκορπιστεί. Ο Ζερόμ κι ο Μελενσόν βρέθηκαν μόνοι, απέναντι στη νύχτα. Και φυσικά, χωρίς να πουν λέξη, μιας κι έμεναν στην ίδια γειτονιά, πήραν το δρόμο μαζί. Ο Μελενσόν έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Λοιπόν, έκανες το μεγάλο βήμα; Θα σου ομολογήσω κάτι: σαν αντίπαλο στις εκλογές, προτιμώ τον Φρερέ ντυ Καστέλ. Είναι αμελητέος. Αν κατεβείς εσύ εναντίον μου, θα είναι διαφορετικά… Πιο δύσκολα. Αλλά θα σε πολεμήσω, όπως και να ’ναι!» κατέληξε μ’ ένα γέλιο ανθρώπου σίγουρου για τον εαυτό του. Έκαναν ακόμα λίγα μέτρα σιωπηλοί. Ο Ζερόμ δεν είχε πει τίποτα ακόμα. Μια ερώτηση έκαιγε τα χείλια του Μελενσόν, αλλά η σιωπή του Ζερόμ τον αποθάρρυνε. Στο τέλος δεν κρατήθηκε, την πέταξε: «Γία πες, λοιπόν τι σ’ έκανε να το αποφασίσεις;» «Ν’ αποφασίσω ποιο;» «Να βαδίσεις στ’ αχνάρια του ντυ Καστέλ. Μην κάνεις τον ανήξερο.


Με το να εκδηλωθείς υπέρ της ανακαίνισης, του έκανες ζημιά. Είσαι ο μόνος που μπορεί να τον αντικαταστήσει στη δεξιά, Ο Ντελούζ είναι ένας ντιλετάντης, ένας γλεντοκόπος». «Δεν το έκανα επίτηδες… Πιστεύω ειλικρινά πως πρέπει να ξαναγίνει η αποχέτευση… Είναι ένα μέτρο δημόσιας υγείας κι αν η δεξιά αντιτίθεται ξεπέφτει στα μάτια του πληθυσμού… Τ όσο το χειρότερο λοιπόν γι’ αυτό το βλάκα τον Φρερέ ντυ Καστέλ!» «Μα θα μπορούσες να του το πεις σε στενό κύκλο, να προσπαθήσεις να τον πείσεις…» «Δεν είναι από αυτούς που πείθονται, ο ντυ Καστέλ. Προκατειλημμένος, πολύ γεμάτος από τον εαυτό του, από την καταγωγή του… Εγώ τι είμαι; ένας φούρναρης, ένα τίποτα για τα μάτια του! Κι ύστερα, ίσως είχα ανάγκη να δείξω σε όλους πως υπάρχω ακόμα, πως δεν είμαι νεκρός…» Ο Ζερόμ σώπασε. «Ξέρεις πού είναι;» ρώτησε ο Μελενσόν μετά από κάποιο δισταγμό. «Στους γονείς της. Τ η συνάντησε τυχαία στο Μπλουά η Ελβίρα Σεντουζάκ. Τ ο είπε σε όλους και η Σουζάνα Οφλακέ το πέταξε της Αστερίας». «Χωρίς να θέλω να γίνω αδιάκριτος… τι σκοπεύεις να κάνεις;» Ο Ζερόμ αναστέναξε, ανήμπορος. Αυτός ο άνθρωπος από ατσάλι δειχνόταν ευάλωτος, χαμένος. «Τ ι να κάνω; Τ η χτύπησα, ξέρεις…» «Ναι, το ξέρω όπως όλος ο κόσμος. Τ ην είδαν να παίρνει το λεωφορείο, παραμορφωμένη, απ’ ό,τι φαίνεται… Τ ο παράκανες, ε;» «Ω, να ήξερες πόσο μετανιώνω! Καταριέμαι τον εαυτό μου όλη


μέρα, τον βρίζω κτήνος, ηλίθιο…» «Τ ότε, αν θέλεις να ξαναγυρίσει, πρέπει να της το πεις. Θα σε συγχωρέσει, σίγουρα…» «Δεν την ξέρεις καλά! Είναι τόσο περήφανη… Κι ύστερα, είναι σοβαρό, είναι πιο βαθύ… πρόκειται για το παιδί, βλέπεις. Θέλει να ξαναεπιχειρήσει κι εγώ δε θέλω…. Ο Ντελμάς μας το ξέκοψε: θα πεθάνει. Αλλ’ αυτή δε θέλει να το πιστέψει, ή αδιαφορεί, είναι έτοιμη να ρισκάρει τη ζωή της…» «Κι αν εσύ την απάλλασσες απ’ αυτό;» «Πώς». «Υιοθεσία» «Ω, το σκέφτηκα, αλλά δεν είναι απλό… Κι ύστερα…» «Κι ύστερα, ένα παιδί υιοθετημένο δεν είναι το ίδιο μ’ ένα παιδί δικό σου, αυτό δε θες να πεις;» «Ε, ναι, μάλλον…» Ο Μελενσόν ύψωσε τα μπράτσα του στον ουρανό. «Είναι αστείο να σκέφτεσαι εσύ έτσι! Από πού έρχεσαι; Πού θα ήσουν αν ο Μαστρο-Αντελίν δεν ερχόταν να σε πάρει, μιας και η Αστερία δεν μπορούσε να κάνει παιδιά;» «Ακριβώς!» Η φωνή του Ζερόμ ακούστηκε παραπονιάρικη. «Ακριβώς», επανέλαβε, «επειδή ήμουν υιοθετημένο παιδί, θα ήθελα να είναι όλα φυσιολογικά για τα δικά μου, καταλαβαίνεις; Θα ήθελα…» «Να επανορθώσεις, ή κάτι τέτοιο;»


Ο Ζερόμ σκέφτηκε λίγο προτού απαντήσει. «Ναι, κάτι τέτοιο», παραδέχτηκε. Τ ο όραμα του τρελού από το αλκοόλ πατέρα του που στραγγάλιζε τη μητέρα του, ξαναπέρασε μπροστά στα μάτια του. Τ α έκλεισε για μια στιγμή. Για να σβήσει αυτή τη σκηνή, ήθελε παιδιά δικά του, αίμα από το αίμα του, δική του σπορά. Αλλ’ αυτό δεν μπορούσε να το πει σε κανένα. Η φωνή του Μελενσόν υψώθηκε καθαρή και ήρεμη μέσα στη σιγή της νύχτας. «Δεν είναι περίπλοκα τα πράγματα· έχεις μόνο μια εναλλακτική λύση: ή κάνεις ό,τι ο Αντελίν, υιοθετείς ένα παιδί και το μεγαλώνεις με τη Ζαν, όπως σε μεγάλωσε εκείνος με την Αστερία… Ή βρίσκεις μια άλλη γυναίκα, καρπερή, και της κάνεις μια στάνη παιδιά!» «Ούτε λόγος. Τ η Ζαν…» Δεν τέλειωσε τη φράση του από σεμνότητα, αλλά ο Μελενσόν κατάλαβε: τη Ζαν αγαπούσε. «Τ ότε κατάληξε κάπου. Και για πες μου…» «Τ ι;» «Έχουμε την ίδια ηλικία εμείς οι δυο, έτσι δεν είναι; Τ ριανταπεντάρηδες, ε;» «Ναι, και λοιπόν;» «Λοιπόν, για ένα παιδί, τώρα είναι η ώρα, αν θέλεις να το δεις να μεγαλώνει κι όχι να το παρατήσεις στα μισά του δρόμου… Κι από αυτή την άποψη, 5ε θα ήταν άσχημο να κερδίσεις λίγο χρόνο, να εξοικονομήσεις τα πρώτα χρόνια. Κι εξάλλου θα είχες γρήγορα ένα μαθητευόμενο! Γιατί ένα νιάνιαρο στις πάνες, δεν μπορείς να το κολλήσεις στο φούρνο!»


«Ναι, αλλά η Ζαν, θέλει να γίνει φυσική μητέρα, να φέρει το παιδί στην κοιλιά της…» «Τ ο είπες και μόνος σου, δεν μπορεί. Είναι θλιβερό, αλλά έτσι είναι. Θα πρέπει να το πάρει απόφαση. Και θα το έπαιρνε πιο γρήγορα αν τη βοηθούσες φέρνοντάς της ένα έτοιμο παιδί, τις λες;» Όσο βάδιζε, ο Ζερόμ γυρνούσε και ξαναγυρνούσε στο νου του τα λόγια του Μελενσόν. Τ ο είχε σκεφτεί κι αυτός, προτού φύγει ακόμα η Ζαν. Αλλά δεν μπορούσε να το αποφασίσει να υιοθετήσει ένα παιδί κι αυτός, με τη σειρά του. Ήταν σαν να ’φερνε πίσω την κατάρα που βάραινε στη δική του ζωή. Μπορεί όμως να μην υπήρχε άλλος τρόπος να ξανακερδίσει τη Ζαν. «Μπορεί να έχεις δίκιο», είπε στο τέλος. «Μα, να φτάσαμε στο σπίτι σου… Είναι αστείο, είμαστε ‘εχθροί’ κι από σένα ήρθα να πάρω συμβουλή σε μια τόσο προσωπική υπόθεση…» «Δεν είμαστε εχθροί, πολιτικοί αντίπαλοι είμαστε», τον διόρθωσε ο Μελενσόν. «Και κατά τη γνώμη μου, αυτό δε μας υποχρεώνει να περιφρονούμε ο ένας τον άλλο, ή να βγάζουμε τα μάτια μας στην ιδιωτική μας ζωή». «Έτσι το βλέπω κι εγώ. Όπως και να ’ναι, ευχαριστώ. Η υιοθεσία μπορεί να είναι τελικά καλή λύση… Καληνύχτα» «Δε μου είπες… Θα είσαι υποψήφιος;» «Δεν το ξέρω ακόμα. Θα πρέπει οι ψηφοφόροι της δεξιάς να εγκαταλείψουν τον Φρερέ ντυ Καστέλ». «Θα το κάνουν αν τους το ζητήσεις κι αν εξασφαλίσεις την υποστήριξη των στελεχών: του Ντελούζ, του Λεμπεντέν του εστιάτορα, του Ρομπιγιόν…» «Θα το σκεφτώ κι αυτό». «Θα πρέπει να το ξέρω…»


«Θα είσαι ο πρώτος που θα το μάθει». «Καλό βράδυ, λοιπόν». «Καλό βράδυ». Ο Ζερόμ άφησε τον Μελενσόν έξω από την πόρτα του και συνέχισε μόνος το δρόμο. Λίγο πιο πέρα, είδε φως σ’ ένα από τα παράθυρα του σπιτιού του Στέφανο Μανκούζο. Ένας αριστερός κι αυτός. Ευτυχώς που δεν είχε γαλλική υπηκοότητα γιατί τότε ο Μελενσόν θα είχε ένα ψηφοφόρο πάρα πάνω. Η γαλλική δεξιά δεν ορκιζόταν στο όνομα του Μουσολίνι. Ο Στέφανο Μανκούζο ήξερε από την καλή και από την ανάποδη τις μεθόδους των ιταλών φασιστών. Παλιός δραστηριοποιημένος σοσιαλιστής, είχε πληρώσει γι’ αυτό - τον είχαν κρατήσει δεμένο έξι μέρες σ’ ένα σώμα καλοριφέρ, τον είχαν βρίσει, αυτόν κι όλο του το σόι, τον είχαν ξεφτιλίσει με κάθε τρόπο, τον είχαν ρημάξει στις γροθιές και τις κλοτσιές και στο τέλος τον είχαν ποτίσει τόσο ρετσινόλαδο που παραλίγο να τον ξεκάνουν. Από τότε, το στομάχι και τα έντερά του ήταν σε κακή κατάσταση: μα και ψυχολογικά τον είχε σημαδέψει αυτή η δοκιμασία. Ευτυχώς, η κόρη του η Συλβάνα τον είχε ακολουθήσει στην εξορία του, και τον φρόντιζε. Στη σκέψη της Συλβάνα Μανκούζο, οι ιδέες του Ζερόμ πήραν μια στροφή που απείχε πολύ από την πολιτική. Όχι πως την ποθούσε, όχι αυτό, αλλά, απλά την έβρισκε του γούστου του. «Νηστικός» εδώ και μήνες, όσο και να μην ήθελε δεν μπορούσε να μη φέρνει στο νου του τη σιλουέτα της Συλβάνα. Είχε όσα ξέρεις σε μια γυναίκα, κι όσα δεν ξέρεις μα τα φαντάζεσαι. Η μελαχρινή Συλβάνα θα πρέπει να είχε βελουδένια στήθια σαν τα ροδάκινα της Τ οσκάνης. Ο Ζερόμ απόδιωξε με λύπη αυτή την υπέροχη αναπόληση. Κι απόψε θα ξανάβρισκε ένα άδειο και κρύο κρεβάτι. Σκέφτηκε τη Ζαν. Θα κοιμόταν σίγουρα, τέτοια ώρα, στο κοριτσίστικο κρεβάτι,της, στο σπίτι του πατέρα της. Μ’ αυτό τον πεθερό, ο Ζερόμ δεν τα πήγε ποτέ καλά.


Ο πατέρας της Ζαν δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά είχε το κεφάλι παραγεμισμένο με μαρξιστικά σλόγκαν για τον πόλεμο των τάξεων, τον καπιταλισμό, την εξαθλίωση των μαζών κι ένα σωρό άλλα που ο Μαστρο-Αντελίν του είχε μάθει να τ’ απεχθάνεται. Δεν μπορούσες να κουβεντιάσεις μαζί του. Ισχυριζόταν πως ήξερε την αλήθεια, ή τουλάχιστον τα στελέχη του Κόμματος την κατείχαν για λογαριασμό του. Πολύ γρήγορα κάτι άρχισε να μην πηγαίνει καλά ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Ζερόμ. Σήμερα, θα έπρεπε να ήταν πανευτυχής γι’ αυτό το χωρισμό και την επιστροφή της κόρης του στο σπίτι. Η μητέρα της Ζαν, η Μαρί, ήταν άλλο πράγμα. Αυτή επιθυμούσε την ευτυχία της κόρης της. Μπορεί να την έβρισκε σύμμαχο, ο Ζερόμ, στις προσπάθειές του να ξανακατακτήσει τη Ζαν. Περήφανος, περίμενε πρώτα ένα όικό της σημάδι, που φυσικά, η δική της περηφάνια την εμπόδιζε να το κάνει. Έπρεπε λοιπόν να κάνει αυτός το πρώτο βήμα. Πασχίζοντας να κάνει ένα παιδί αιφνιδιαστικά, του είχε δώσει μια υπέροχη απόδειξη αγάπης, αφού μια νέα εγκυμοσύνη θα μπορούσε να ήταν μοιραία γι’ αυτήν. Αυτός, όχι μόνο δεν την κατάλαβε, αλλά αντέδρασε βίαια, σαν κτήνος. Έπρεπε όμως ν’ αποφευχθεί αυτή η καταστροφή και να μη μείνει η Ζαν έγκυος, αφού ο Ντελμάς ήταν κατηγορηματικός… Ο Ζερόμ έσφιξε τις γροθιές του. Θα ξανάπαιρνε αυτή τη γυναίκα, τη γυναίκα του. Θα έκανε ό,τι πρέπει για να ξανάρθει να ζήσει κοντά του, γιατί εδώ έπρεπε να ζει, αφού αυτός δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη. Κι αν ήταν ανάγκη να υιοθετήσει ένα παιδί για να το πετύχει αυτό, ε, λοιπόν, θα το υιοθετούσε!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 Ο Λα Φατίγκ ένιωθε ανακούφιση. Ο άντρας τον είχε αφήσει να φύγει


χωρίς δυσκολίες. Κι όμως ο μικρός του είχε πει όχι. Ο άγνωστος δεν είχε θυμώσει. Χαμογελούσε με ύφος καλόκαρδου ανθρωπάκου, με κατανόηση. «Εντάξει, δεν το αποφάσισες… Θα γυρίσεις σπίτι σου και θα το σκεφτείς… Θα δεις τη μάνα σου, θα την ακούσεις να βήχει και να βογκάει και δε θα μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτή. Θα καταλάβεις πως υπάρχει μόνο ένας τρόπος να τη θεραπεύσεις…» Ο άνθρωπος είχε κουδουνίσει το χρυσάφι στη χούφτα του, μισόκλειστη σαν κέρας αμαλθείας: «…και θα καταλάβεις πόσο εύκολο είναι να κερδίσεις αυτό το χρυσάφι. Δεν έχεις παρά να κάνεις αυτό που σου ζητάω». Ο Λα Φατίγκ είχε γνέψει αρνητικά. «Όχι, δε θέλω! Είναι καλός μαζί μου ο Ζερόμ. Μου δίνει ψωμί, και κρουασάν καμιά φορά. Δε θα του κάνω τίποτα!» «Γία πλάκα είναι, σου τ’ ορκίζομαι! Δε θα την κάνεις μόνο σ’ αυτόν… Γιά φαντάσου: να πιάσει όλο το χωριό… τσίρλα! Όλους μαζί! Τ ο δήμαρχο, το δάσκαλο, την κυρά Σεντουζάκ, το βαρόνο ντυ Καστέλ, όλους! Γιατί όλοι τρώνε ψωμί κι υπάρχει μόνο ένας φούρναρης στο Περπεζάκ… Κ εμείς οι δυο, πίσω από τους θάμνους θα κάνουμε πλάκα βλέποντάς τους να περπατούν στο δρόμο βιαστικά, σφίγγοντας τα πισινά τους. Τ ι λέω να περπατούν; Θα τρέχουν πιλαλώντας αν τους πιάσει, στο δρόμο…» Παρά τη δύσκολη θέση του και το φόβο που εξακολουθούσε να του σφίγγει την κοιλιά, ο πιτσιρίκος έβαλε τα γέλια. Ο άγνωστος μιμόταν πότε τον Φρερέ ντυ Καστέλ, με το στόμα σφιγμένο σαν τον πισινό της κότας, πότε τον εφημέριο Ρομπιγιόν να κρατάει τα ράσα του για να μην του μπλέκουν στα πόδια καθώς έτρεχε, πότε τη Σιντονί Μαλέ με τα τεράστια στήθια να τραμπαλίζονται… όλοι τρεχάτοι, να κάνουν την ανάγκη τους…


«Λοιπόν, τι λες; Δε θα είχε πλάκα να τους δεις σ’ αυτή την κατάσταση; Γιά να μη σου πω πως θα τα κατέβαζαν και θα τα ’καναν στη μέση του δρόμου! Εγώ στη θέση σου δε θα δίσταζα, ακόμα κι αν δεν ήταν στη μέση τα λουδοβίκεια… Έτσι για να γελάσω με το ρεζιλίκι τους! Γιά πες, τι κάνουν για σένα και για τη μάνα σου οι άνθρωποι του Περπεζάκ; Σας αφήνουν να ψοφάτε, στο ρημάδι σας, στην άκρη του δρόμου…» Σ’ αυτό, ο Λα Φατίγκ δεν είχε απαντήσει τίποτα. Η ελεημοσύνη του Περπεζάκ, ήταν αλήθεια, δεν ήταν αυτή που κήρυσσε ο Χριστός… Ποιος νοιαζόταν για τη Μογκρέ και το αγρίμι της; Μόνο οι Κορμπιέρ και η Σουζάνα Οφλακέ έδιναν πού και πού λίγο βραστό, ένα κομμάτι λουκάνικο, ή το κόκαλο από το χοιρομέρι με κάμποσο κρεατάκι πάνω του… Ο δάσκαλος Φορζέ, γλιστρούσε κάπου κάπου μια πλάκα σαπούνι, μια οδοντόβουρτσα κι οδοντόπαστα στο μαθητή του, χωρίς ωστόσο να τρέφει αυταπάτες. Οι άλλοι όμως, κι ιδίως αυτοί που μπορούσαν, οι πλούσιοι, οι ισχυροί, οι Ντελούζ, οι Μελενσόν, οι ντυ Καστέλ, αυτοί δεν έκαναν τίποτα. Αλλά ο Λα Φατίγκ ήταν τόσο αποστερημένος που δεν είχε ποτέ σκεφτεί πως το χωριό θα μπορούσε ν’ ασχοληθεί μ’ αυτόν και τη μητέρα του. Αλλοι το έκαναν, άλλοι όχι, έτσι ήταν η ζωή. Κι απέναντι σ’ αυτούς που έδειχναν την ελάχιστη γενναιοδωρία, το φούρναρη και τη γυναίκα του, την Οφλακέ, το δάσκαλο Φορζέ, ο Λα Φατίγκ ένιωθε κάποια αόριστη αφοσίωση που δεν απείχε πολύ από την ευγνωμοσύνη. Δεν ήθελε το κακό τους, αλλά μέσα στην αθωότητά του δεν ήθελε ούτε το κακό των άλλων. «Λοιπόν, πάρ’ το αυτό και βάλτο στην τσέπη σου», συνέχισε ο άγνωστος. «Σκέψου το καλά, κι όταν το αποφασίσεις, κάνε αυτό που θα σου πω και τα λουδοβίκεια θα είναι δικά σου!» Λέγοντας αυτά, και με χίλιες προφυλάξεις γιατί το χαμίνι κρατούσε πάντα στο χέρι τη λεπίδα, κούνησε κάτω από τη μύτη του Λα Φατίγκ ένα σωλήνα από γκρίζο μέταλλο, χωρίς καμιά επιγραφή, στο μέγεθος ενός μικρού πούρου.


Ο Λα Φατίγκ δίστασε. Η στάση του αγνώστου, τα λόγια του, τον είχαν κάπως καθησυχάσει. Μπορούσε να πάρει το σωληνάριο, να πει ναι-ναι και να το βάλει στα πόδια. Απλωσε το χέρι. «Και κυρίως μην το ανοίξεις! Μην κοιτάξεις τι έχει μέσα, δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον, μια άσπρη σκόνη είναι όπως το αλεύρι. Και προ παντός μην τη δοκιμάσεις γιατί θα σε πιάσει εσένα κόψιμο… Να το ανοίξεις την τελευταία στιγμή, πάνω από τη ζυμώστρα, όταν ο Κορμπιέρ θα κοιτάζει αλλού. Δε θα το καταλάβει, άσπρο είναι έτσι κι αλλιώς… Α! όταν το αποφασίσεις, κρέμασε ένα άσπρο κουρέλι στο παράθυρο του σπιτιού σου, ξέρεις, στο μόνο που κλείνει. Έτσι θα ξέρω. Θα περιμένω το θέαμα, κι όταν θα συμβεί, εσύ θα έχεις τα λουδοβίκειά σου» «Και ποιος μου λέει πως θα μου τα δώσεις;» Τ ο χαμόγελο του άγνωστου ακονίστηκε, τα μάτια του έγιναν θαρρείς δυο ατσάλινες λάμες ξυραφιού. «Εγώ στο λέω. Τ α βλέπεις, είναι δικά σου αν με υπακούσεις». Κι έπαιξε για τελευταία φορά τα νομίσματα στη χούφτα του. «Εμπρός, πάρε το σωληνάριο και δρόμο!» Είχε ανοίξει την πόρτα της καλύβας, ορθάνοιχτη, με μια κλοτσιά κι είχε παραμερίσει για να του αφήσει ελεύθερο το πέρασμα. Ο Λα Φατίγκ έδωσε ένα σάλτο, σαν παγιδευμένο ζώο που βλέπει ν’ ανοίγεται μπροστά του ο δρόμος της ελευθερίας. Γ ιατί είχε αρπάξει το σωληνάριο προτού ορμήσει έξω; Ο άγνωστος μόλις που γλίτωσε τη μαχαιριά που πήγε να του δώσει το χαμίνι περνώντας. Γέλασε ξερά, σαν να χαιρετούσε έναν όμοιό του στην αγριάδα. «Βρομιάρικο) Τ ο προσπάθησες, ε;» κάγχασε. «Μην ξεχνάς τι σου είπα!» Από τότε, ο Λα Φατίγκ πλανιόταν στην εξοχή με το σωληνάριο


καταχωνιασμένο στην τσέπη. Χάζευε, έκλεβε ό,τι του ’πεφτε στο χέρι, όπως συνήθως, μόνο που τώρα συλλογιόταν αυτή την αλλόκοτη συνάντηση και τη μοναδική χειροπιαστή απόδειξη που του είχε μείνει απ’ αυτή; το μεταλλικό σωληνάριο. Τ α θυμόταν όλα, και παράξενο, τη στιγμή που πήγαινε να τον χτυπήσει, είχε μισοδεί το πρόσωπό του στο φως της μέρας. Μαρμαρωμένο σαν μάσκα. Κι η αντίθεση με το βλέμμα που γυάλιζε σαν να είχε πυρετό, σου έκοβε την ανάσα. Μα είχε γλιτώσει από τα νύχια αυτού του μυστήριου τύπου και η ζωή συνεχιζόταν. Γυρνούσε λοιπόν στο σπίτι του, όπως συνήθως, δηλαδή όταν είχε ξετρυπώσει κάτι φαγώσιμο: αβγά, καμιά κότα, τίποτα λαχανικά βουτηγμένα από κανένα κελάρι… “ ψωμί όχι, τούτο τον καιρό. Δεν τολμούσε να πλησιάσει στου Ζερόμ Κορμπιέρ με το σωληνάριο στην τσέπη… Κι όταν γύριζε σπίτι, όπως το είχε πει ο άγνωστος, άκουγε τη Μογκρέ να βήχει. Δεν έτρωγε τίποτα σχεδόν, έβηχε συνέχεια, πνιγόταν στο βήχα. Στριφογυρ-νούσε στα ακατονόμαστα στρωσίδια της βογκώντας κι όταν κατάφερνε να κοιμηθεί, βογκούσε ακόμα και τότε, στον ύπνο της. Έφτυνε αίμα. Τ ο αίμα που ανέβαινε από το λαιμό και τα πνευμόνια της, έβαφε κόκκινα τα δόντια της. Τ ου Λα Φατίγκ δεν του άρεσε καθόλου αυτό. Όταν η μητέρα του μιλούσε κι έβλεπε το στόμα της, μέσα, πασαλειμμένο αίμα, του φαινόταν πως ήταν κιόλας νεκρή, πως ήταν ο ίδιος ο θάνατος που του μιλούσε. Έβγαζε τότε το μετάλλινο φιαλίδιο από την τσέπη του και σκεφτόταν τα έξι χρυσά νομίσματα κι έπεφτε σε βαθιά συλλογή. «Ασε τη λοιπόν! Δε βλέπεις πως τη φέρνεις στην απελπισία αντί να την παρηγορήσεις;» «Τ ης λέω αυτό που σκέφτομαι κι έχω κάθε δικαίωμα! Κόρη μου είναι! Αν δεν ήθελε ν’ ακούει αυτά που έχω να της πω, ας μην ξαναγύριζε!» Η Μαρί στέναξε απηυδισμένη. Πήρε από το τραπέζι τη σουπιέρα και την ακούμπησε στο μπουφέ. Τ ο γεύμα είχε τελειώσει, έπρεπε να μαζευτούν τα λερωμένα σερβίτσια. Κανένας δεν είχε αγγίξει το επιδόρπιο, μια πιατέλα με σιροπιασμένες φέτες ψωμιού


πασπαλισμένες κανέλα. Η Ζαν τρελαινόταν γι’ αυτές όταν ήταν μικρή. Από τότε που είχε γυρίσει η Ζαν στο σπίτι, τη βοηθούσε στο μάζεμα των πιάτων και στις δουλειές γενικά. Μα απόψε είχε σηκωθεί από το τραπέζι πριν από το επιδόρπιο και είχε βγει από το δωμάτιο με τις γροθιές σφιγμένες, βουρκωμένη. Απόψε είχαν μιλήσει για τον Ζερόμ. «Τ ι χοντροκομμένοι που είσαστε εσείς οι άντρες!» φώναξε η Μαρί. «Είναι κόρη μου! Είμαι πατέρας της! Έχω το δικαίωμα για τούτο, έχω το δικαίωμα για κείνο!» «Ε, ναι, έχω το δικαίωμα…» «Επειδή είσαι πατέρας της, έχεις το δικαίωμα να την κάνεις να κλαίει; Έχεις κυρίως το δικαίωμα να της είσαι χρήσιμος, να της διευκολύνεις τη ζωή, να της στεγνώνεις τα δάκρυα κι όχι να την κάνεις να κλαίει!» «Μα δεν κλαίει εξαιτίας μου! Γ ι’ αυτόν τον παλιο-φούρναρη κλαίει! Γι’ αυτό τον παλικαρά που χτυπάει τις γυναίκες! Μ’ εμπόδισες να πάω να του σπάσω τα μούτρα! Έπρεπε να κάνω αυτό που σκεπτόμουν. Να πάρω το λεωφορείο για το Περπεζάκ και να τον κάνω του αλατιού, τον αλήτη!» Η Μαρί ύψωσε τους ώμους της. «Είναι τριάντα χρόνια νεότερός σου κι ολόκληρο βουνό. Θα σε είχε ξεκάνει». «Μην είσαι σίγουρη! Στην οικογένειά μας είμαστε κοντοί, αλλά το λέει η καρδιά μας. Στα νιάτα μου είχα καταφέρει μερικούς…» Η Μαρί σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό. «Στα νιάτα σου μπορεί… Άκου, τα προβλήματα δε λύνονται ούτε με τις βρισιές ούτε με τις γροθιές. Πρέπει να κόβει λίγο το κεφάλι σου». «Μη μου πεις πως θα τον υπερασπιστείς κιόλας; Σου θυμίζω πως χτύπησε την κόρη σου! θα μπορούσε να τη σκοτώσει… Όσο το


σκέπτομαι… Εσένα δε σου λέει τίποτα; Χτυπάει τη Ζαν μας κι εσύ ούτε που σκοτίζεσαι…» «Σκοτίζομαι και πολύ μάλιστα, αυτό που θέλω να πω είναι…» Σώπασε για λίγο, ψάχνοντας απελπισμένα να βρει τις λέξεις που θα κατάφερναν να τον αγγίξουν, να διαπεράσουν το χο-ντροκάκαυλο του άντρα της. Γ ιατί έτσι ήταν ο Μπαζίλ, αυτό ήταν το μόνο πραγματικό και σοβαρό του ελάττωμα. Όταν πίστευε πως είχε δίκιο, τίποτα και κανένας δεν μπορούσαν να τον κάνουν ν’ αλλάξει γνώμη: σωστό γουρουνοκέφαλο - ήταν κάτι βράδια που της ερχόταν να του το σπάσει, να τον χτυπήσει χειρότερα απ’ ό,τι ο Ζερόμ τη Ζαν. «Προσπάθησε να καταλάβεις, που να πάρει ο διάβολος!» είπε στο τέλος. «Στα ζευγάρια δεν πάνε όλα ρολόι. Αυτό όμως δεν τα εμποδίζει ν’ αγαπιούνται… Ξαφνικά, νομίζουν πως μισούνται ενώ αγαπιούνται στ’ αλήθεια. Εσύ, τότε που με απάτησες με κείνη την αλόγα τη Ζιζέλ, νομίζεις πως δεν ήθελα να σε σκοτώσω; Είχα ετοιμάσει και το σίδερο κι είχα ορκιστεί πως αν ξαναρχόσουν ζέχνοντας από το άρωμα εκείνης της βρόμας, θα σου τσουρούφλιζα τα μούτρα!» Ο Μπαζίλ ζάρωσε. Δεν του άρεσε ν’ αναφέρει η Μαρί αυτή την ιστορία. Η Ζιζέλ, από το τμήμα περιέλιξης μετάλλων… Και συντρόφισσα στο Κόμμα! παράξενο κορίτσι! Ήταν αυτή που του είχε πέσει πλάι. Κι αυτός, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί για πολύ. Κι ήταν και μια νταρντάνα, καλοκαμωμένη… Κι ύστερα οι ζήλιες, τα κουτσομπολιά στο εργαστήρι, ένας Θεός ξέρει πώς τα μυρίστηκε η Μαρί και κηλιδώθηκε το μητρώο του… Έμπηξε τις φωνές για να μη δώσει της Μαρί την ευκαιρία να εμβαθύνει σ’ αυτή την καυτή ανάμνηση. «Ω, έλα τώρα! Αυτά είναι περασμένα, δε θα γυρίσουμε στα ίδια!» «Τ ότε κατάλαβε! Ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα που αγαπιούνται, υπάρχουν τα πάνω και τα κάτω, δράματα και ιστορίες. Ε, ο Ζερόμ κι η Ζαν είναι στα κάτω τους τώρα. Μ’ αυτό δε σημαίνει


τίποτα, δε χώρισαν για πάντα!» «Α, ώστε θα ήθελες να τα ξαναφτιάξουν, ε; Θα ήθελες να ξαναγυρίσει σ’ αυτό το καθίκι που σήκωσε χέρι πάνω της!» «Θέλω να είναι ευτυχισμένη. Και δεν είναι αυτός που την εμποδίζει να είναι ευτυχισμένη. Είναι που δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Αυτό τους βασανίζει, τους τρελαίνει και τους δυο». Ο Μπαζίλ ξαναπήρε το πεισμωμένο ύφος του. «Και ποιος μας λέει πως αυτή δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ε; Μπορεί να βρεθεί πως δεν κάνει αυτός! Εσύ κι εγώ είμαστε ικανοί, κι απόδειξη, έχουμε μια υπέροχη κόρη! Μπορεί να το έχουν στο σόι τους». «Α, μάλιστα, αυτό είναι!» πέταξε η Μαρί σαρκαστικά. «Στην οικογένειά του έχουν κληρονομική τη στειρότητα: πάει από πατέρα σε γιο! Μα ακούς τι λες; Δεν ακούς! βγάζεις λόγο και δε νοιάζεσαι και πολύ για την αλήθεια. Θαρρείς πως βρίσκεσαι σε συγκέντρωση του πυρήνα! ‘Σύντροφοι, χάρη στις ιδέες του συντρόφου Στάλιν εφαρμοσμένες στην κτηνοτροφία, οι σοβιετικές κότες γεννιούνται με τρία μπούτια!…» Ο Μπαζίλ γρύλισε, Ο Στάλιν και το κόμμα ήταν ιερά. «Μαρί, πρόσεχε, το παρατράβηξες!» «Κι εσύ πρόσεχε! την κόρη σου! την κόρη μας! Τ ο μόνο που βρίσκεις για να της ανεβάσεις το ηθικό, είναι να βρίζεις τον Ζερόμ. Αυτό την κάνει πιο δυστυχισμένη ακόμα, να το αποτέλεσμα. Θα κλαίει πάλι όλη νύχτα!» «Κλαίει… η μικρή μου Ζαν;» «Και γιατί νομίζεις πως είναι τα μάτια της σαν του βατράχου το πρωί; Επειδή είναι έγκυος, ε, μπουμπούνα!»


Η καρδιά του Μπαζίλ σφίχτηκε. Ήταν γλωσσάς, άξεστος, μονοκόμματος, χωρίς επιείκεια, αλλ’ αγαπούσε πραγματικά την κόρη του. Θα ριχνόταν στη φωτιά γι’ αυτήν, για την ευτυχία της. Δυστυχώς όμως, δεν του το ζητούσε κανείς. Τ ου ζητούσαν μόνο να δείξει κατανόηση κι αυτό δεν ήξερε να το κάνει. Σηκώθηκε, τσαλακώνοντας αδέξια την πετσέτα του. «Ανέβηκε στην κάμαρά της; Πάω να της μιλήσω…» «Τ ότε μη της μιλάς γι’ αυτόν!» «Όχι, όχι, στο υπόσχομαι. Δε θα της μιλήσω γι’ αυτή τη λέρα!» Η Μαρί ύψωσε και πάλι τα μάτια στον ουρανό. Είχε συλλογιστεί πολλές φορές τον ανταγωνισμό που είχε αναπτυχθεί μεταξύ πεθερού και γαμπρού μετά το γάμο της Ζαν με τον Ζερόμ. Υπήρχαν και πολιτικοί λόγοι, σίγουρα. Αλλά υπήρχε κυρίως, από τη μεριά του Μπαζίλ, μια αντιπάθεια έμφυτη, άγρια, αμετάβλητη απέναντι στον άντρα που του είχε «κλέψει» την κόρη του. Η Μαρί αναστέναξε βαθιά. Δε θα τα έφτιαχναν ποτέ αυτοί οι δυο. Αυτό που μετρούσε ήταν να ξανασμίξει το χωρισμένο ζευγάρι. Κι ο Μπαζίλ θα έκανε τα πάντα για να το εμποδίσει. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17 Τ ο Ορφανοτροφείο των Εταίρων του Στάχεως, στην οδό Βερτύ, είχε ιδρυθεί το 1862 από τη Συντεχνία των Φουρνα-ραίων μόλις δυο χρόνια μετά από τη γενική συνέλευση των συντεχνιών Εταίροι του Καθήκοντος. Σ’ αυτή την ιστορική συνέλευση είχε αναγνωριστεί επισήμως η συντεχνία των φουρνα-ραίων. Αυτή η αναγνώριση που είχε επιτευχθεί μετά από σκληρό αγώνα των φουρναραίων, αποτελούσε μεγάλη νίκη για ένα σωματείο που το είχαν σε χαμηλή εκτίμηση τ’ άλλα, τα λεγόμενα «ευγενή» επαγγέλματα. Οι ξυλουργοί, οι μαραγκοί, οι κλειθροποιοί αρνιόνταν να δεχτούν τους αρτοποιούς, όπως άλλωστε και τους υποδηματοποιούς, στις τάξεις των Εταίρων


του Καθήκοντος. Στα χρόνια που είχαν προηγηθεί, είχαν υπάρξει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, συμπλοκές με μπαστουνιές —αυτά τα πασίγνωστα σκαλιστά μπαστούνια των εταίρων— που εξελίσσονταν σε τακτικές μάχες μεταξύ των αντιπάλων. Για πολλά χρόνια η περιφρόνηση και το μίσος είχαν την πρώτη θέση μεταξύ της συντεχνίας των φουρναραίων και των άλλων. Οι σχέσεις τους είχαν περιοριστεί σε βρισιές, απειλές και χτυπήματα. Υπήρξαν τραυματίες και νεκροί και αστυνομικές διώξεις εξαιτίας της αναρχίας που προκαλούσαν αυτές οι συμπλοκές. Τ έλος, το 1860, η φρόνηση και η δικαιοσύνη είχαν επικρατήσει. Ύστερα από μακριούς αγώνες, οι φουρναραίοι είχαν γίνει ισότιμα δεκτοί μεταξύ των άλλων επαγγελματικών σωματείων κι είχε επιτέλους πάψει η διάκριση της οποίας ήταν για τόσα χρόνια θύματα. Όπως και οι άλλες συντεχνίες, οι αρτοποιοί είχαν ενισχυθεί με οργανισμούς προορισμένους να φέρουν λίγη ασφάλεια κι ανθρωπιά σ’ ένα κόσμο όπου η εργασία ήταν ακόμα τόσο λίγο προστατευμένη. Έτσι γεννήθηκε το ορφανοτροφείο της οδού Βερτύ. Καμιά εκατοστή ορφανά, από οχτώ μέχρι δώδεκα χρονών, προερχόμενα από την οικογένεια των φουρναραίοον, ζούσαν και μάθαιναν γράμματα εκεί από εκπαιδευτικούς που προσλαμβάνονταν και μισθοδοτούνταν από τους εταίρους. Αυτά τα παιδιά προορίζονταν για φουρνάρηδες. Εδώ είχε έρθει, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, ο Μαστρο-Αντελίν ν’ αναζητήσει τον Ζερόμ. Ο Ζερόμ μπήκε στην οδό Βερτύ. Ο λαιμός του σφίχτηκε. Στο τρένο είχε προετοιμαστεί για τούτο το ξανασμίξιμο με το παρελθόν του, για όλες τις αναμνήσεις που θα τον πλημμύριζαν. Και η πιο μαύρη ήταν η ανάμνηση της σκηνής που είχε βαρύνει την παιδική του ηλικία και που θα μπορούσε να του καταστρέψει όλη του τη ζωή. Γ ι’ αυτό είχε επιστρατεύσει το κουράγιο του, την απάθεια, την αδιαφορία. Αλλ’ αυτά ήταν λόγια. Η πραγματικότητα ήταν άλλο πράγμα. Ένα σιδερένιο χέρι του έσφιγγε το λαιμό και το στέρνο. Και το σφίξιμο δυνάμωνε όσο πλησίαζε στο ορφανοτροφείο και στην ψηλή ξύλινη πύλη, τη βαμμένη στο χρώμα της ώχρας, που τη θυμόταν τόσο καλά.


Ξαναείδε τον εαυτό του, στον ερχομό του, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, να τη διαβαίνει με το κεφάλι σκυφτό και την καρδιά τσακισμένη, και να την ξαναβγαίνει, δυο χρόνια αργότερα, με τον Μαστρο-Αντελίν, που χάρη σ’ αυτόν η ελπίδα είχε ξαναλάμψει στη ζωή του. Τ ου φάνηκε πως ήταν χθες. Δάγκωσε το χείλι του και κατάπιε ένα πικρό κόμπο που απειλούσε να τον πνίξει. Στάθηκε μπροστά στην πύλη και χτύπησε το κουδούνι. Ο θυρωρός ήρθε να του ανοίξει. Ήταν ένας πενηντάρης με στενό μέτωπο και στρυφνό βλέμμα, που προφανώς δεν πλενόταν κάθε μέρα. Απευθύνθηκε στον Ζερόμ χωρίς να βγάλει τη γόπα από την κόχη των χειλιών του. Ο Ζερόμ απόρησε. Φυσικά, ο θυρωρός ενός ορφανοτροφείου δεν ήταν ανάγκη να είναι ντυμένος σαν βαλές θεάτρου ούτε να εκφράζεται με τη χάρη μαρκήσιου, αλλά ετούτος εδώ το παράκανε! «Τ ι θέλετε;» γρύλισε ο άνθρωπος. «Οβερνιάτης, καθαρή καρδιά», συστήθηκε ο Ζερόμ με το όνομά του σαν εταίρος. «Έχω ραντεβού με τον Βαντομέζο, τον φιλ ότεχνο…» «Ο Βαντομέζος ο φιλότεχνος», ήταν ο Αλμπέν Περλαντό, ο διευθυντής του ορφανοτροφείου. Ο νέος διευθυντής. Ο Ζερόμ τον ήξερε από τότε που είχαν κάνει μαζί το γύρο της Γαλλίας, το 1913. Ήταν ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι, λίγο προτού κινήσουν για τον πόλεμο. Ωραίος τύπος ο Περλαντό. Τ ο πραγματικό του επίθετο ήταν Ντελαβό, αλλά είχε διαλέξει αυτό το παρατσούκλι, φίλος της τέχνης, επειδή τραγουδούσε καλά και τα κατάφερνε στο σχέδιο. Ο Ζερόμ θυμόταν με συγκίνηση την περιοδεία τους στη Γαλλία, από καγιέν, σε καγιέν, όπως ονόμαζαν τα κοινόβια που τα κρατούσαν οι Μητέρες, ξενοδόχες, καντινιέ-ρες και συγχρόνως πνευματικά στηρίγματα της συντεχνίας. Ο Ζερόμ κι ο Αλμπέν είχαν ζήσει τρελές περιπέτειες εκείνη την εποχή, είχαν κάνει φάρσες, είχαν σηκώσει φούστες και μεσοφόρια ενώ μάθαιναν ταυτόχρονα την τέχνη κάτω από την επιστασία διαφορετικών μαστόρων του είδους… Προς μεγάλη του έκπληξη, όταν ο Ζερόμ τηλεφώνησε στο ορφανοτροφείο (είχε πάει


επίτηδες στο ταχυδρομείο του Περπεζάκ), έπεσε πάνω στον Περλαντό. Αυτός φάνηκε ενθουσιασμένος όταν άκουσε τον παλιό του σύντροφο, αλλά όταν ο Ζερόμ του ανάγγειλε την άφιξή του, ο ενθουσιασμός του μαράθηκε. «Καταλαβαίνεις, μόλις ανέλαβα τη διεύθυνση του ιδρύματος και είμαι πνιγμένος στη δουλειά, παλιόφιλε…» «Ώστε έγινες διευθυντής! Κι όμως δεν είναι για σένα αυτά τα κόλπα… Είσαι πραγματικός φούρναρης. Δεν έχω ξαναφάει πιο φίνο σιμιγδαλόψωμο από το δικό σου!» Από την άλλη άκρη, ο Βαντομέζος ο φιλότεχνος, στέναξε βαθιά. «Πίστεψέ με, αν εξαρτιόταν από μένα, θα ήμουν ακόμα στο φούρνο… Αλλά η καγιέν του Παρισιού μου ζήτησε ν’ αναλάβω το ορφανοτροφείο και δεν μπόρεσα ν’ αρνηθώ». «Είναι μεγάλη τύχη για μένα». Ο Ζερόμ είχε ενθουσιαστεί. «Πώς αυτό;» «Θα σου εξηγήσω. Θα είσαι εκεί αύριο το απομεσήμερο;» «Ναι, γιατί;» «Θα είμαι κι εγώ εκεί, θα σου τα εξηγήσω όλα διά ζώσης… Λοιπόν, αύριο, σύμφωνοι!» Ο Ζερόμ έκλεισε μ’ αυτά τα λόγια. Τ ην άλλη μέρα, πήρε το λεωφορείο για το Μπλουά, χωρίς να ρίξει μια ματιά στον Μπαλιμπέρ, τον οδηγό που είχε δει τη Ζαν να φεύγει. Φτάνοντας στο Μπλουά, σκέφτηκε τη γυναίκα του που έμενε στους γονείς της. Η καρδιά τον σφίχτηκε, αλλ’ ακολούθησε το καθορισμένο πρόγραμμά του. Είχε αντισταθεί στην επιθυμία να τρέξει κοντά της. Πήρε το πρώτο τρένο για το Παρίσι και βρέθηκε, νωρίς το απόγευμα, στην οδό Βερτύ, απέναντι σ’ ένα κακότροπο θυρωρό.


«Βαντομέζος…» Ο άνθρωπος κοίταζε τον Ζερόμ με γουρλωμένα μάτια. Ν’ αγνοούσε το συντεχνιακό όνομα του διευθυντή, του αφεντικού του; «Ναι, Βαντομέζος ο φιλότεχνος, ο κύριος Περλαντό, ο διευθυντής!» Τ ’ όνομα Περλαντό άναψε μια σπίθα στα μάτια του πορτιέρη. «Α, ναι, Περλαντό, ο καινούριος διευθυντής. Περιμένετε εδώ, πάω να δω». Ο θυρωρός, στήνοντας τον επισκέπτη στην πόρτα, γύρισε να φύγει, αλλά δεν πρόφτασε να σπρώξει το πορτόφυλλο. Ο Ζερόμ δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει έναν κακότροπο υπάλληλο να του φερθεί σαν να ήταν κανένας πλανόδιος πωλητής. Έριξε το βάρος του στην πόρτα, εμποδίζοντάς τον να την ξανακλείσει και μετά γλίστρησε μέσα. «Ε, τι κάνετε εκεί! Απαγορεύεται να μπείτε», γκρίνιαξε ο θυρωρός. «Κι όμως μπήκα. Είμαι βλέπεις μέτοχος του ιδρύματος, και συνεπώς, εργοδότης σου… Έτσι δεχόσαστε τους επισκέπτες; Ορφανοτροφείο είναι εδώ, όχι φυλακή! Κάνε πέρα!» Η κορμοστασιά και η σιγουριά του Ζερόμ ήταν τέτοιες που ο άντρας του άφησε ελεύθερο το δρόμο. Ο Ζερόμ κατευθύνθηκε προς το κεντρικό κτίριο που έκλεινε την αυλή από τ’ αριστερά. Εκεί στεγάζονταν στον καιρό του τα γραφεία της διοίκησης κι εκεί υπήρχε και το διαμέρισμα του διευθυντή. Δεν του περίσσευε χρόνος για να παρευρεθεί στην απονομή των βραβείων, αλλά σαν μέλος του διοικητικού συμβουλίου λάβαινε κάθε χρόνο μια αναφορά πεπραγμένων. Σε καμιά απ’ αυτές δε γινόταν λόγος για καινούριες εγκαταστάσεις κι έτσι ο Περλαντό θα πρέπει να βρισκόταν κάπου εκεί. Αυτές τις σκέψεις έκανε ο Ζερόμ και προχωρούσε με μεγάλες


δρασκελιές κατά τα γραφεία, όταν διασταυρώθηκε με μια μικρή ομάδα παιδιών που το ντύσιμο και η όψη τους του ξύπνησαν την περιέργεια. Με το ξυρισμένο κρανίο τους, τα βαθουλωμένα μάγουλα και τις ομοιόμορφες μπλούζες τους, φθαρμένες και βρόμικες, έμοιαζαν πιότερο με μικρούς κατάδικους. Τ ο βλέμμα τους σου προκαλούσε τον οίκτο, Ο Ζερόμ στάθηκε για να περιεργαστεί τα παιδιά. Αυτά τον κοίταξαν φευγαλέα προτού χαμηλώσουν και πάλι τα μάτια, Ο Ζερόμ δαγκώθηκε. Αυτό που πρόφτασε να διαβάσει μέσα σε τούτα τα μάτια ήταν φόβος, ντροπή, μίσος, όλα ανακατεμένα… αλλά και κάτι άλλο… Πείνα; Ναι, ίσως! Φόβος και πείνα εδώ! Σπρωγμένος από μια παράλογη παρόρμηση, ο Ζερόμ έχωσε το χέρι στο σακίδιό του. Τ ου είχε μείνει ένα από τα σάντουιτς που του είχε ετοιμάσει η Αστερία για το δρόμο. Τ ο ξεδίπλωσε από το λαδόχαρτό του και το κούνησε προς το μέρος των παιδιών. «Ει, πιτσιρίκια! Ποιος πεινάει!» Όλα όρμησαν σαν σμήνος πάνω του. Ένας ψηλό αγόρι, γύρω στα δώδεκα, αδύνατο σαν σκιάχτρο, τον έφτασε πρώτο και του άρπαξε το σάντουιτς από τα χέρια. Ένας μικρός ξανθός που ερχόταν το κατόπι του του πήδηξε στην πλάτη κι επωφελούμενος από την πτώση του, του άρπαξε το ψωμί. Στη συνέχεια μπλέχτηκαν και τα άλλα κι έγινε ένα μπλέξιμο απερίγραπτο, το σάντουιτς άλλαξε πολλές φορές χέρια τρίφτηκε, διαλύθηκε, έγινε μια άμορφη μάζα που δεν τρωγόταν. «Σταματήστε! Σταματήστε, βρομόπαιδα, αλήτες!» Ο θυρωρός, έξαλλος, χτυπούσε τα πόδια γύρω από το μπουλούκι. Είχε βγάλει από την τσέπη του κάτι σαν λεπτό ραβδί που δεν τολμούσε να το χρησιμοποιήσει μπροστά στον επισκέπτη. Ήταν όμως φανερό πως δεν του έκανε οικονομία συνήθως. «Εσείς φταίτε!» τσίριξε γυρνώντας στον Ζερόμ. «Απαγορεύεται να τους δίνετε να τρώνε! Ορίστε τ’ αποτελέσματα!»


«Α, απαγορεύεται;»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

Ο Ζερόμ άρπαξε τον καρπό του άντρα και τον ακινητοποίησε για να εξετάσει καλύτερα τούτο το παράξενο ραβδί. Ήταν ένα πράγμα μακρύ, λεπτό, στριφτό, από σκουρόχρωμο υλικό. «Τ ι στην ευχή είναι αυτό; Μα… είναι νεύρο βοδιού!» Τ ο άρπαξε, κατάπληκτος, από τη χούφτα του θυρωρού. «Ε, και λοιπόν; Τ ι ανακατευόσαστε; Δε θα με μάθετε εσείς… Και πρώτα πρώτα δώστε μου αυτό πίσω!» «Ούτε λόγος! Μ’ αυτό επιβάλλετε εδώ την πειθαρχία;» «Δώστε το μου πίσω, σας λέω!» Ο θυρωρός, εκτός εαυτού, γινόταν απειλητικός. Τ α πιτσιρίκια παρακολουθούσαν χάσκοντας το επεισόδιο ανάμεσα στους δυο μεγάλους. Ένας ξανθούλης με πονηρά μάτια βρήκε την ευκαιρία να μοιράσει στα δυο το αξιοθρήνητο κομμάτι από το σάντουιτς που του είχε πέσει ως εκ θαύματος στα χέρια. Κατάπιε μεμιάς το μισό. Τ ο υπόλοιπο το έχωσε στην τσέπη, για να το απολαύσει αργότερα, προφανώς. Τ ο βλέμμα του Ζερόμ στάθηκε πάνω του καί τότε διέκρινε στο πρόσωπό του τα ίχνη ενός αιματώματος. «Γία πες μου αγόρι μου, ποιος στο έκανε αυτό;» τον ρώτησε. Ο μικρός, μασουλώντας πάντα, κούνησε το κεφάλι σαν να μην ήθελε ν’ απαντήσει.


Ο Ζερόμ επέμεινε. «Έπεσες; Χτύπησες πουθενά παίζοντας;» «Α, αρκετά τώρα, ε!» μπήκε στη μέση ο θυρωρός. «Δώστε μου πίσω το νεύρο μου, σας λέω… Κι εσείς, παιδιά, δρόμο, αλλιώς…» «Αλλιώς τι;» ρώτησε ο Ζερόμ γυρνώντας προς το μέρος του. «Αλλιώς θα τιμωρηθούν. Κι εξάλλου δεν έπρεπε να τους μιλάτε. Απαγορεύεται!» «Κι αυτό; Φαίνεται πως όλα απαγορεύονται εδώ!» Ο Ζερόμ ξαναστράφηκε στον ξανθούλη. Είχε καταπιεί το κομμάτι του σάντουιτς κι ετοιμαζόταν να το σκάσει, όσο πιο διακριτικά γινόταν, με το άλλο μισό. Ο Ζερόμ τον κράτησε από το μανίκι. «Δε θα το σκάσεις έτσι εσύ! Σου έκανα μια ερώτηση…» «Δε θ’ απαντήσει, κύριε». Ήταν ένα άλλο αγόρι, μεγαλύτερο, που μίλησε. Ήταν ένα μελαχρινό παιδί, με θεληματικό πρόσωπο, κάκαδα γύρω από τα χείλια και μια ουλή στο πιγούνι. «Και γιατί;» «Γιατί φοβάται, κύριε!» «Δε θα τον φάω!» «Εσείς όχι, αλλά…» Ο θυρωρός μπήκε στη μέση. «Σελεριέ, δρόμο! Δε σε ρώτησαν τίποτα!» «Μα πώς, τον ρώτησα κάτι», είπε ο Ζερόμ. «Λοιπόν, ποιος τον


χτύπησε;» Ο Σελεριέ έδειξε τον θυρωρό με το κεφάλι του. «Αυτός, κύριε, με τη Μιμίλ… Έτσι το λέει αυτό το βοϊδίσιο νεύρο: Μιμίλ!» «Σελεριέ, για τελευταία φορά, βούλωσ’ το!» γρύλισε ο θυρω-ρός. «Μπα που θα το βουλώσω! Τ η Μιμίλ την ξέρουν όλοι από την καλή, έτσι παιδιά;» Γύρω από τον επαναστάτη, που ο πορτιέρης τον κεραυνοβολούσε με το βλέμμα του, τα πιτσιρίκια στριμώχνονταν, ενωμένα από την ανάμνηση των κοινών παθών τους. «Σταμάτα τα ψέματα, Σελεριέ!» ούρλιαξε ο πορτιέρης. «Κι εσύ, Φαμπέρ, πες την αλήθεια στον κύριο, πως χτύπησες στο στύλο του υπόστεγου καθώς έτρεχες χωρίς να κοιτάζεις…» «Δεν είναι αλήθεια πως σκόνταψα στο στύλο! Εσείς με χτυπήσατε επειδή λέρωσα το χολ με τα παπούτσια μου! Μας χτυπάτε όλη την ώρα: για ένα λεκέ στο παρκέ, δέκα ξυλιές, για τούτο, δέκα ξυλιές, για τ’ άλλο, δέκα ξυλιές! Έτσι σας φωνάζουν: Δεκαξυλιές!» Ατσαλωμένος από το θάρρος του Σελεριέ κι από την παρουσία του επισκέπτη, ο ξανθούλης όρθωνε το αχαμνό ανάστημά του μέσα στα ρούχα του ορφανοτροφείου κι έφτυνε τις αλήθειες στα μούτρα του βασανιστή. Γύρω τους, τ’ άλλα πιτσιρίκια είχαν στήσει ένα πολεμικό χορό που τον συνόδευαν με βαρβαρικές ιαχές: Δεκαξυλιέςδεκαξυλιές-δεκαξυλιές… «Βρομιάρικα, ψεύτες!» ούρλιαζε ο θυρωρός. «Θα μου το πληρώσετε, τ’ ορκίζομαι!» Τ ρελός από λύσσα, ο άντρας ύψωσε τη γροθιά και ρίχτηκε στον ξανθούλη.


Η σιδερένια γροθιά του Ζερόμ τον άρπαξε από το γιακά και τον σταμάτησε. «Όχι τέτοια, μάγκα! Τ η Μιμίλ την κρατάω εγώ τώρα, μη με αναγκάσεις να τη χρησιμοποιήσω!» Η επέμβαση του Ζερόμ είχε τρομερή επίδραση στα παιδιά. Επιτέλους, ένας ενήλικος, μια δύναμη, ανάμεσα σ’ αυτά και τον διώχτη τους. Η χαρά τους δεν περιγραφόταν που έβλεπαν το θυρωρό να τινάζεται στην άκρη του τεντωμένου μπράτσου του Ζερόμ. Σπρώχνονταν, διέκοπταν τη λιτανεία τους, δεκαξυλιές, δεκαξυλιές, με σφυρίγματα και κραυγές ζώων. «Τ ι συμβαίνει εδώ;» Ίσιος σαν στέκα, αυστηρός, ο Βαντομέζος ο φιλότεχνος, στεκόταν μπροστά στη μικρή ομάδα. Μόλις τον αναγνώρισαν, τα παιδιά βουβάθηκαν. Εκείνος έκανε μια απλή κίνηση προς τη μεριά των κτιρίων και τα παιδιά σκόρπισαν αμέσως σαν σπουργίτια. «Λοιπόν, Καστέλι, σας ακούω!» «Κύριε διευθυντά, ο κύριος από δω ήρθε κι έφερε την.αναρχία στο ίδρυμα…» Όσο μιλούσε, ο ονομαζόμενος Καστέλι, πάσχιζε να ελευθερωθεί από το κράτημα του Ζερόμ. Αυτός, τον άφησε τελικά μ’ ένα περιφρονητικό χαμόγελο. «Γεια σου, Αλμπέν! Γνωρίζεις το παιδαγωγικό βοήθημα του θυρωρού σου; Σου παρουσιάζω τη Μιμίλ», είπε ο Ζερόμ τείνο-ντάς στον διευθυντή το βούνευρο του Καστέλι. «Καστέλι, τι είναι αυτό το απαίσιο πράγμα;» «Είναι… τίποτα… το χρησιμοποιώ για να ξεσκαλώνω την πόρτα του κελαριού… είναι κομματάκι σκληρή και πρέπει να τη χτυπάω για ν’ ανοίξει…»


«Αλήθεια;» Από το παγερό βλέμμα που έριχνε ο Περλαντό μια στο βούνευρο, μια στον ιδιοκτήτη του, ο Ζερόμ κατάλαβε πως ο παλιός του σύντροφος ήξερε, έστω κι εν μέρει, με ποιον είχε να κάνει, στην περίπτωση του Καστέλι. Αλλά τότε γιατί ανεχόταν αυτό το σκάνδαλο; «Τ ο χρησιμοποιεί, Αλμπέν! Αυτό το κάθαρμα το χρησιμοποιεί για να χτυπάει τα παιδιά, μου το είπαν!» «Δεν είναι αλήθεια, κύριε διευθυντά, δεν είναι αλήθεια…» «Σιωπή, Καστέλι!» τον έκοψε ο Περλαντό. «Κι εσύ», πρόσθεσε γυρνώντας στον Ζερόμ, «έλα μαζί μου - θα τα πούμε καλύτερα στο γραφείο μου… Καστέλι, θα έχουμε μια συζήτηση οι δυο μας, μια συζήτηση οριστική! Πέρασε να με δεις μετά το γεύμα των παιδιών». «Φυσικά, κύριε διευθυντά», είπε ο Καστέλι με φωνή άχρωμη. «Ε… μπορώ;…» Έδειξε με το κεφάλι το βούνευρο που κρατούσε ακόμα ο Ζερόμ στο χέρι του. «Όχι! Αυτό το αντικείμενο κατάσχεται!» Ο Περλαντό άπλωσε το χέρι του στη Μιμίλ. Ο Ζερόμ του την άφησε πρόθυμα. Αρκεί να μην ξανάπεφτε αυτό το νεύρο πάνω σε κάποιο παιδί! «Μπορείς να πηγαίνεις, Καστέλι!» Ο Περλαντό, χτυπώντας νευρικά το μηρό του με το βούνευρο, οδήγησε τον Ζερόμ στο κτίριο της διοίκησης. «Μπρος, κάθισε», του είπε στενάζοντας Έδειξε ένα κάθισμα στο φίλο του κι αυτός πήρε τη θέση του πίσω από το γραφείο του διευθυντή, Ο Ζερόμ τον κοίταξε προσεχτικά.


Είχε αλλάξει σ’ αυτά τα δεκαπέντε χρόνια, αλλά ήταν πάντα ο καλός, αγαπητός Περλαντό που είχαν περάσει μαζί αξέχαστες μέρες στην πρώτη νιότη τους. Ο Ζερόμ περιεργάστηκε τα χαρακτηριστικά του φίλου του με περιέργεια κι ανησυχία: ήταν ή όχι υπεύθυνος γι’ αυτή την απεχθή ατμόσφαιρα που φαινόταν να βασιλεύει στο ορφανοτροφείο; Αυτά τα δαρμένα, κακοταϊσμένα, επαναστατημένο με τη μοίρα τους παιδιά… Όχι, δεν ήταν δυνατό, ο Αλμπέν Περλαντό, ο «Βαντομέζος φιλότεχνος»… Ο Ζερόμ τον έφερνε συχνά στο νου του σαν την αφρόκρεμα των ανθρώπων που είχε γνωρίσει. Κι ύστερα, η καγιέν του Παρισιού θα πρέπει να ήξερε τι κάνει. Δε βάζουν τον οποιονδήποτε επικεφαλής ενός ορφανοτροφείου… Μα τότε, πώς είχαν φτάσει ως εδώ τα πράγματα; Τ ο Βερτύ που είχε γνωρίσει ο Ζερόμ, σαν ορφανό και σαν χρησιούχος. δεν ήταν ασφαλώς ξενοδοχείο πολυτελείας, ούτε οικογενειακή πανσιόν για παιδιά εκατομμυριούχων. Τ ο ορφανοτροφείο, όπως και να το κάνεις, είναι πάντα ένας σκληρός κόσμος. Αλλά στον καιρό του Ζερόμ, τα παιδιά του Βερτύ δεν υπέφεραν από πείνα, ούτε από ξύλο. Μπορεί να τους έκοβαν κοντά τα μαλλιά για λόγους υγιεινής, αλλά δεν τους έκαναν τα κεφάλια σαν γλόμπους όλο ουλές, σαν τους κατάδικους στα κάτεργα, τα μάγουλά τους δεν ήταν ρουφηγμένα, ούτε τα μάτια τους γεμάτα φόβο και μίσος! Ο Ζερόμ κοίταξε το φίλο του ίσια στα μάτια. «Αλμπέν, τι είναι τούτο εδώ το μπορντέλο;» Ο Περλαντό μόρφασε και πέταξε με απέχθεια το βούνευρο πάνω στο γραφείο του. «Τ ο ανακαλύπτω ταυτόχρονα με σένα… Είμαι τέσσερις μέρες εδώ, με διόρισαν άρον άρον. Ο παλιός διευθυντής είναι φευγάτος… Προέκυψαν ατασθαλίες κατά τον οικονομικό έλεγχο της διαχείρισής του. Η καγιέν διόρισε ένα λογιστή κι ο τύπος προτίμησε να τους προλάβει: το ’σκάσε. Έπρεπε λοιπόν να εξασφαλίσουν μια μεταβατική διεύθυνση. Εγώ ήμουν διαθέσιμος… το άσθμα των φουρναραίων, βλέπεις…. Τ έλος η φαρίνα για μένα… Γιατί λοιπόν να μη με κάνουν διευθυντή, για ένα διάστημα τουλάχιστον, δοκιμαστικά!» Ο Ζερόμ αναστέναξε, ανακουφισμένος.


«Ώστε λοιπόν δεν έχεις καμιά σχέση με τούτη την ατμόσφαιρα αναμορφωτηρίου! Πολύ το χαίρομαι, γέρο μου. Δεν μπορούσα να σε φανταστώ δεσμοφύλακα…» «Ούτ’ εγώ μπορούσα να με φανταστώ! Αλλά δεν έχεις ιδέα τι βρήκα φθάνοντας εδώ. Η λογιστική έρευνα δεν είναι της αρμοδιότητάς μου· βρίσκεται σ’ εξέλιξη και τα συμπεράσματα δε θ’ αργήσουν να βγουν. Εγώ είμαι επιφορτισμένος με την ανθρώπινη όψη κι είναι κι από αυτή την πλευρά, σκέτη καταστροφή. Στηριζόμενος στον Καστέλι και σε κάποιους ανίκανους και διεστραμμένους καθηγητές, ο παλιός διευθυντής μετέτρεψε το Βερτύ σε κόλαση…» «Μα γιατί ο Καστέλι είναι ακόμα στο πόστο του; Πρέπει να τον ξαποστείλεις αμέσως, να τον αναλάβει η δικαιοσύνη!» Ο Περλαντό έκανε μια κατευναστική κίνηση. «Μην εξάπτεσαι, Ζερόμ! Σου ορκίζομαι πως είμαι αποφασισμένος να κάνω τη δουλειά μου ο)ς το τέλος! Αλλά έπρεπε πρώτα να κατατοπιστώ. Ξέρεις λοιπόν πως τα παιδιά δε μιλάνε εύκολα… Σου το λέω εμπιστευτικά, υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά πράγματα να κατηγορήσεις τον Καστέλι απ’ αυτό», είπε ο Αλμπέν δείχνοντας το βούνευρο. «Σήμερα το απόγευμα, όταν θα μπει στο γραφείο μου, δε θα είμαι ο μόνος που θα τον υποδεχτώ. Θα είναι και δυο επιθεωρητές της αστυνομίας μαζί μου…» «Τ ι έκανε; Βρομιές σεξουαλικές;» «Μάλλον όχι αυτός, αλλά το αφεντικό του, ο πρώην διευθυντής. Ο Καστέλι έκανε τον προμηθευτή. Καταλαβαίνεις, αν κακομεταχειρίζεσαι ένα παιδί για καιρό, αν του κάνεις το βίο αβίωτο… Πάντως μην ασχολείσαι με τον Καστέλι, ζει τις τελευταίες ώρες της ελευθερίας του». «Τ ο σκουπίδι! Και ο παλιός διευθυντής, το έχει σκάσει;» «Ναι, είναι κάποιος Μασελάρ… Σου λέει τίποτα;»


«Όχι. Κάποιος του επαγγέλματος;» «Έτσι νομίζω. Παλιός πολεμιστής. Καλή διαγωγή, σπασμένα μούτρα και καμένα. Ήταν τυχερός, μόλις που διακρινόταν. Κατά τον διοικητικό που τον προσέλαβε, είχε μόνο πολύ χλωμό δέρμα και σαν τραβηγμένο πάνω στα κόκαλα. Οι αναθυμιάσεις από τη φωτιά του έκαψαν τα πνευμόνια. Δεν άντεχε πια ν’ αναπνεύσει αλεύρι. Ξέρεις, έχουμε πάντα κόσμο να βολέψουμε, μ’ αυτό μας το άσθμα…» «Ναι, είναι αλήθεια. Θυμάσαι το θετό μου πατέρα, τον ΜαστροΑντελίν; Και αυτός… Ελπίζω να σταμάτησες εγκαίρως…» «Οι γιατροί μου είπαν πως δεν έχω φόβο, αρκεί να μην ξαναπατήσω το πόδι στο φούρνο. Με κατάλαβες;» «Ευτυχώς για σένα… αλλά κρίμα για το σιμιγδαλόψωμό σου». «Α, ναι, το σιμιγδαλόψωμό ήξερα να το κάνω! Μα είχες κάτι να μου πεις, λέγε λοιπόν…» Ο Ζερόμ έσμιξε τα φρύδια του. «Ναι… Πράγματα που μου βαραίνουν την καρδιά…» Ο Ζερόμ έκοψε τη φράση του κι έμεινε βουβός για λίγο. Τ ούτος ο κολοσσός ήταν σεμνότυφος σαν παρθένα σε ορισμένα πράγματα. «Λοιπόν;» έκανε ανυπόμονα ο Περλαντό. «Πρέπει να σου πω πρώτα πως η γυναίκα μου δεν μπορεί να κάνει παιδιά…»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19


Ο Περλαντό κούνησε το κεφάλι. «Μου είχες μιλήσει γι’ αυτό την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε… Αλλά είχες κάποιες ελπίδες, έτσι δεν είναι;» «Ε, τώρα πάει, τέλος οι ελπίδες. Τ ην τελευταία φορά, το παιδί πέθανε και κόντεψε να πάει κι αυτή μαζί του». «Αυτό είναι ατυχία!» αναστέναξε ο Περλαντό. «Να σου πω, αν δεν μπορούσε η γυναίκα μου, δε θα μου πολυκακοφαινόταν: βρέξει χιονίσει, αραδιάζει ένα το χρόνο, καμιά φορά και δυο! Θυμάσαι, είχα τέσσερα, όταν πάψαμε να βλεπόμαστε. Ε, τώρα έχω οχτώ! Α, όταν έρχομαι εδώ το πρωί, δε χάνω τα νερά μου… Εκτός από το περιβάλλον, φυσικά… Ώστε λοιπόν, η γυναίκα σου δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ε;» «Ναι κι αυτός είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ. Αφού δεν μπορούμε να κάνουμε δικό μας, θα πάρουμε ένα έτοιμο. Είναι απλό. Έχω περάσει κι εγώ από το Βερτύ, στο έχω πει τόσες φορές…» «Ναι, ναι…» Στο χαμογελαστό κι ανοιχτό συνήθως πρόσωπο του Περλαντό φάνηκε μια έκφραση αμηχανίας. Ο Ζερόμ την πρόσεξε και ρώτησε το λόγο. «Γιατί αυτό το ύφος, τι συμβαίνει;» Ο Περλαντό ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. «Αν κατάλαβα καλά», άρχισε δισταχτικά, «ήρθες εδώ για…» «Ακριβώς! ήρθα εδώ για να υιοθετήσω ένα παιδί. Δε θα πρέπει να υπάρχει πρόβλημα. Η αυλή είναι γεμάτη ορφανά. Κάνω λοιπόν ό,τι κι ο Μαστρο-Αντελίν στον καιρό του, θα πάρω ένα από το χέρι και θα το πάω σπίτι μου… Και σου ορκίζομαι, ούτε αυτό θ’ απογοητευτεί από το ταξίδι! Στέγη, κρεβάτι, οι φροντίδες και τα ‘ψευτομαλώματα της Αστερίας, η μαγειρική της Ζαν και το ψωμί μου, το καλύτερο της


περιοχής… Κι ύστερα, το ξέρεις το Περπεζάκ. Παράδεισος! Δάση, χωράφια, λίμνη, ποτάμι… ήλιος και καθαρός αέρας. Θα μάθει τι θα πει πραγματική ζωή ο πιτσιρίκος. Θα καβαλάει τον Κοπέρνικο, θα κολυμπάει στον Κρουέλ, θα τον πηγαίνω για ψάρεμα, θα…» Η πένθιμη έκφραση του Περλαντό ερχόταν σε ζωηρή αντίθεση με τον ενθουσιασμό του Ζερόμ που άναβε όσο περιέγραφε το φωτεινό μέλλον του μελλοντικού προστατευομένου του. «Σιγά σιγά, Ζερόμ!» τον έκοψε ο διευθυντής του Βερτύ. «Νομίζεις πως είναι τόσο εύκολο; Έρχεσαι εδώ με τα χέρια στις τσέπες και ξαναφεύγεις μ’ ένα υιοθετημένο παιδί…» «Και πώς το έκανε ο Μαστρο-Αντελίν; Δεν τον ήξεραν από τον καιρό του Αδάμ και της Εύας όταν ήρθε εδώ. Και με πήρε ωραία και καλά εκείνη τη μέρα!» «Ναι, αλλά πότε ήταν αυτό;» «Ε… πάνε είκοσι πέντε, είκοσι εφτά χρόνια από τότε». «Ναι, ε λοιπόν, τα πράγματα άλλαξαν. Κι εξάλλου η υιοθεσία δεν έγινε εκείνη τη μέρα. Πέφτω έξω;» Ο Περλαντό είχε δίκιο. Η επίσημη υιοθεσία είχε γίνει πολύ αργότερα. Και κείνη τη μέρα είχε γίνει τρελό γλέντι στου Μαστρο-Αντελίν. Ο Ζερόμ θυμήθηκε τα δάκρυα χαράς που κύλησαν στα μάγουλα της Αστερίας, εκείνη τη μέρα, κι ένας κόμπος του στάθηκε στο λαιμό. Μα δεν ήταν ώρα για συγκινήσεις… «Είναι αλήθεια. Αλλά η επίσημη υιοθεσία ας γίνει αργότερα, ποιος σκοτίζεται; Εγώ αυτό που θέλω είναι ένα πιτσιρίκι. Τ ο παίρνω και φεύγω, με το χαρτομάνι θ’ ασχοληθούμε αργότερα. «Ούτε λόγος να γίνεται». Ο Ζερόμ τινάχτηκε.


«Τ ι είπες;» «Ούτε λόγος. Δεν είναι κατάστημα παιδιών εδώ. Δεν μπαίνεις όπως στο ποδηλατάδικο, διαλέγεις ένα, το παίρνεις και φεύγεις. Κι επιπλέον, με την παρούσα κατάσταση του ιδρύματος, φαντάζεσαι πως θα σ’ αφήσω να πάρεις ένα παιδί, έτσι; Γίνονται έρευνες. Η αστυνομία θ’ ανακρίνει τα παιδιά και θα σημειώσει τις καταθέσεις τους, θα γίνει κάποια δίκη, πράγμα που θα επισύρει μαρτυρίες… Με λίγα λόγια, αυτό που μου ζητάς είναι αδύνατο!» «Αδύνατο;» Ο Ζερόμ είχε προφέρει αυτή τη λέξη με φωνή αλλόκοτη, τραχιά, σαν γρύλισμα αγριμιού. «Αδύνατον;» Ο Περλαντό ζάρωσε, άθελά του. Ήξερε καλά τον Ζερόμ Κορμπιέρ. Από κείνο το γύρο τους στη Γαλλία, σαν μαθητευόμενοι φουρνάρηδες, είχαν δεθεί όσο μπορούν να δεθούν δυο έφηβοι. Ο Ζερόμ επιβαλλόταν πάντα στον Αλμπέν, τόσο με την τρομερή φυσική του δύναμη, όσο και με τη δύναμη του χαρακτήρα του. Ο Περλαντό είχε δει την πραγματικότητα να λυγίζει κάτω από τη θέληση του Κορμπιέρ. Όταν ήθελε κάτι, κατέληγε να το πετύχει, πάντα, χωρίς να καταφεύγει σε άνομα ή αμφίβολα μέσα. «Γιατί αδύνατο; Δεν είμαι τίμιος άνθρωπος, πες μου;» «Ναι, βέβαια…» «Μου έδωσαν τον Πολεμικό Σταυρό για τη διαγωγή μου στον πόλεμο. Δεν έχω δικαστεί ποτέ, έχω λευκό ποινικό μητρώο, δεν έχω κλέψει ούτε καρφίτσα. Δουλεύω με τα χέρια μου από δέκα πέντε χρονών, δε χρωστάω δεκάρα σε κανένα. Έχω γυναίκα, σπίτι κι είμαι ικανός ν’ αναθρέψω όχι ένα, αλλά δώδεκα παιδιά, όπως κι εσύ!» «Ε, όχι, εγώ έχω μόνο οχτώ… Για την ώρα, σημείωσε».


«Και με όλ’ αυτά δεν μπορώ να υιοθετήσω ένα παιδί; Ποιος έξυπνος το λέει αυτό;» «Μην εξάπτεσαι, κανένας δεν το λέει αυτό, απλά…» «Απλά τι; Υπάρχει και κάτι που δε σου το είπα ακόμα… Εξαιτίας του παιδιού που δεν μπορούμε ν’ αποκτήσουμε, η γυναίκα μου έφυγε. Είμαι μόνος, το καταλαβαίνεις; Αλλά όταν μάθει πως υπάρχει ένα παιδί στο σπίτι, θα ξαναγυρίσει, δε θα μπορέσει να μείνει μακριά… Αλλά αν δε θέλεις να μου κάνεις αυτή την εξυπηρέτηση εσύ, ο παλιός μου σύντροφος και φίλος…» «Δεν πρόκειται γι’ αυτό…» «Εγώ δε δίστασα ποτέ να σε βοηθήσω… Και μια φορά μάλιστα ήταν πολύ επείγον, ε; Α, μπορεί να μην το θυμάσαι. Είναι η αλήθεια πως πέρασε καιρός από τότε!» «Ζερόμ, άκου…» Ο Περλαντό είχε ενώσει τα χέρια του ικετευτικά, χωρίς να το καταλάβει. Είχε καταλάβει φυσικά πού το πήγαινε ο Ζερόμ. Χρόνια πίσω, ο Ζερόμ είχε σώσει τη ζωή του φίλου του με κίνδυνο της δικής του, χωρίς να διστάσει· και σήμερα του το θύμιζε, τι πιο νόμιμο; Αυτό είχε συμβεί τότε που περιόδευαν τη Γαλλία. Καθώς διέσχιζαν το Ζουρά, μεταξύ Πονταρλιέ και Μονμπενουά, ο Περλαντό είχε πέσει στον πλημμυρισμένο Ντουμπς. Θα είχε αφήσει εκεί τη στερνή του πνοή, γιατί εκείνη την εποχή του χρόνου, το ρεύμα των παγωμένων νερών που άφριζαν ανάμεσα στις όχθες ήταν τόσο ισχυρό που ο άτυχος που θα βρισκόταν μέσα τους, δεν είχε καμιά πιθανότητα… Ο Ζερόμ λοιπόν, χωρίς να διστάσει, είχε βουτήξει για να βοηθήσει το φίλο του. Ακόμα και για ένα κολυμβητή σαν κι αυτόν, ήταν σαν να πήγαινε


στο χαμό. Και πράγματι, παρά λίγο να μείνουν κι οι δυο εκεί, στα παγωμένα νερά. Όταν ο Περλαντό ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, είχε δει γονατισμένο πλάι του, πάνω στο παγωμένο έδαφος της όχθης, ένα Ζερόμ ξέπνοο, μισοπεθαμένο από το κρύο, αλλά πανευτυχή. «Ε, λοιπόν, γέρο μου, είχαμε τύχη!» Μα ο Περλαντό ήξερε πολύ καλά πως η τύχη δεν είχε καμιά δουλειά σ’ αυτή την ιστορία- ο Ζερόμ τα είχε κάνει όλα. «Ναι, θυμάμαι. Και δε σου ξεπλήρωσα ποτέ το χρέος μου, είναι αλήθεια». «Πάψε, ποιος μιλάει για χρέη!» «Εσύ, χωρίς να το λες. Αλλά καταλαβαίνιο, είναι ζωτικό για σένα να υιοθετήσεις ένα παιδί. Λοιπόν, άκου να δεις τι θα κάνουμε…» Ο Περλαντό είχε συνθηκολογήσει. Στο όνομα εκείνου του παλιού χρέους, αυτής της ζωής που χρωστούσε στον Ζερόμ, είχε δεχτεί. Αλλά έπρεπε να κάνουν γρήγορα και κυρίως να διαλέξει ένα παιδί που δεν είχε μπλεχτεί στις βρομερές ιστορίες του Μασελάρ και του Καστέλι, προτού φτάσει η αστυνομία. Έτσι καθώς βάδιζε πλάι στον Περλαντό, στο μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην τραπεζαρία, ο Ζερόμ ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Δεν είχε παρά λίγα δευτερόλεπτα για να διαλέξει ένα παιδί, αυτό που θα γινόταν παιδί του! Φυσικά, δε γινόταν λόγος για υιοθεσία, για την ώρα* επίσημα, το παιδί θα έφευγε για μαθητεία στου Ζερόμ Κορμπιέρ και στη συνέχεια θα έβλεπαν. Ωστόσο δεν επρόκειτο να διαλέξει ένα μαθητευόμενο, αλλά ένα γιο. Και δάγκωνε τα χείλια του κι η καρδιά του πήγαινε να σπάσει γιατί αυτό το γιο θα τον διάλεγε στα γρήγορα, ανάμεσα σε δυο πόρτες. Ο Περλαντό κι ο Ζερόμ είχαν συμφωνήσει στον τρόπο που θα γινόταν αυτή η παράξενη επιλογή του παιδιού. Τ α πιτσιρίκια θα περνούσαν από το διάδρομο. Ο Περλαντό δεν τα ήξερε όλα με τ’ όνομά τους αφού ήταν μόνο λίγες μέρες εδο’), αλλά είχε ένα


κατάλογο με τα δύστυχα που είχαν εκτεθεί από τον Μασε-λάρ και που θα τα ανέκρινε το τμήμα ανηλίκων, το απόγευμα. Ο Ζερόμ θα παρατηρούσε τα παιδιά κι αν κανένα τού χτυπούσε ξεχωριστά στο μάτι, θα έκανε νόημα στον Περλαντό που θα το ρωτούσε τ’ όνομά του και στη συνέχεια θα εξακρίβωνε αν τ’ όνομά του ήταν στη λίστα. Αν δεν ήταν, θα το καλούσαν στο γραφείο του διευθυντή στη διάρκεια του γεύματος για να κουβεντιάσουν μαζί του. Αν δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο, ο εκλεγμένος πιτσιρίκος θα έφευγε αμέσως και απολύτως φανερά, για το Περπεζάκ. Η τοποθέτηση των παιδιών για μαθητεία ήταν μια συνηθισμένη διαδικασία. Μ’ αυτό τον τρόπο γλίτωναν μερικά παιδιά από τη συλλογική ζωή του ορφανοτροφείου, η οποία ήταν συχνά μια δοκιμασία, ακόμα και υπό τις καλύτερες συνθήκες, για τις πολύ ευαίσθητες φύσεις. Απαιτούσε μόνο κάποιες πιο μακριές προθεσμίες καθώς και την εγγύηση μιας κοινωνικής εξασφάλισης. Αυτά ήταν τα δυο σημεία στα οποία θα μπορούσε να συναντήσει δυσκολία το σχέδιο του Περλαντό και του Ζερόμ. Αλλά με τον άψογο φάκελο του Ζερόμ και με τη διπλή του ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου και του ευεργέτη του ιδρύματος, ο Περλαντό θα νομιμοποιούσε εύκολα την κατάσταση. Οι δυο άντρες σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα της πελώριας αίθουσας μελέτης που ο Ζερόμ τη γνώριζε πολύ καλά. Είχε περάσει εδώ ώρες κι ώρες μελέτης, άλλοτε θλιβερές, άλλοτε χαρούμενες… Είχε παίξει τελίτσες και λαβύρινθο, είχε μάθει τους μύθους του Λαφονταίν, είχε σπάσει το κεφάλι του να λύσει τα προβλήματα… Αυτή η αίθουσα ήταν ένα από τ’ αγαπημένα μέρη της παιδικής του ηλικίας, προτού γνωρίσει τον Μαστρο-Αντελίν και την Αστερία… «Δε θ’ αργήσουν να βγουν», του είπε ο Περλαντό κοιτάζοντας το ρολόι του. «Γέρο μου, δε θα ήθελα να είμαι στη θέση σου… Ξεχώρισε δυο κι ύστερα, αφού τα κουβεντιάσεις στο γραφείο μου, διαλέγεις ποιο θα πάρεις». «Όχι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Να ξεχωρίσω δυο κι ύστερα να πάρω ένα… Τ ο φαντάζεσαι;»


«Μα δε θα ξέρει τίποτα». «Όχι, όπως και να ’ναι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό». «Όπως θέλεις. Αλλά τότε διάλεξε καλά με την πρώτη. Α, να, το κουδούνι…» Στριγκό, εκκωφαντικό, το κουδούνι αντήχησε στο διάδρομο ξεσκίζοντας τ’ αυτιά. Στον καιρό του, ο ήχος μια καμπάνας ρύθμιζε τη ζωή των οικοτρόφων. «Μαζέψτε τα πράγματά σας… Η πρώτη σειρά όρθιοι! Οι άλλοι περιμένετε… Πρώτη σειρά στη γραμμή, βγαίνετε!» Ο επιμελητής μιλούσε κοφτά, ξερά. Πίσω από τα θαμπά τζάμια της τάξης, ο Ζερόμ διέκρινε τις σιλουέτες των μαθητών της πρώτης σειράς. Ακούστηκε ο κρότος των βημάτων πάνω στα γυμνά σανίδια της αίθουσας. Η πόρτα άνοιξε. Οδηγημένοι από τον υπεύθυνο της σειράς, επιφορτισμένο να επιτηρεί τους συμμαθητές του στις μετακινήσεις τους στους διαδρόμους, οι πρώτοι μαθητές βγήκαν από την τάξη. Ο Ζερόμ κατάπιε το σάλιο του και οπισθοχώρησε. Πίσω του ο τοίχος, αδρός, πρασινωπός, μαυρισμένος από το τρίψιμο των χεριών και των αγκώνων των παιδιών. Τ ο βλέμμα του Περλαντό διασταυρώθηκε με το δικό του. Διάβασε στα μάτια του φίλου του ένα ενθαρρυντικό μήνυμα. Σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να γυρίσει μόνος στο Περπεζάκ. Αυτή η αποτυχία θα έφερε την υπογραφή μιας άλλης αποτυχίας, πολύ πιο σοβαρής: της αποτυχίας της ζωής του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20

Τ α παιδιά περνούσαν από μπροστά του, σαν σε παρέλαση. Ο Ζερόμ τα περιεργαζόταν, με το λαιμό σφιγμένο. Θεέ μου, ποιο; Αυτό εδώ; Εκείνο; Τ ο άλλο; Ποιο θα διάλεγε; Ποιο θα σωνόταν; Γιατί όχι αυτόν


τον χοντρούλη; Συνήθως οι χοντρουλοί είναι καλοί, βολικοί… Γιατί υφίστανται περισσότερα απ’ αυτά που μπορούν να κάνουν στους άλλους· μιας και δεν τους το επιτρέπει η φυσική τους δύναμη και σβελτάδα γίνονται πιο ήπιοι, πιο καρτερικοί μπροστά στις δύσκολες καταστάσεις σ’ ένα κόσμο αδιάκοπων συγκρούσεων… Μπορούν να βρουν μια θέση, αν είναι αρκετά έξυπνοι και πονηροί. «Τ ον μπουλούκο! Α, άσε τον αυτόν έχει πλάκα, είναι συμπαθητικός τυπάκος, όλο στο φαΐ έχει το νου του. Φαΐ και σκατό!».. Ή εκείνο τον κοντούλη που βάδιζε χοροπηδητά, τραμπαλίζοντας τους ώμους του; Αυτός δε θ’ άφηνε να πατήσουν πάνω στα πόδια του, μάλλον θα πατούσε αυτός στα πόδια των άλλων… Ε, δεν είναι και κακό ένα πιτσιρίκι με προσωπικότητα. Κι αυτό εκεί; Ξύπνιο μάτι, πονηρό μουτράκι… Δε θα πρέπει να έχει κοντή τη γλώσσα! Ένα πονηρούλη τον ξεχωρίζεις με την πρώτη ματιά… Πέρασε κιόλας! Έπρεπε ν’ αποφασίσει πιο γρήγορα… Ποιο; Ποιο; Ο Ζερόμ ιδροκοπούσε. Όχι, όχι αυτό… Ασκημό-φατσα! Μα πάλι, επειδή έχεις άσχημη φάτσα σε ρίχνουν για πάντα στα σκοτάδια, μακριά από τη ζεστασιά ενός σπιτικού. Μπορεί να είσαι άσχημος και να έχεις χρυσή καρδιά. Ο Ζερόμ θυμήθηκε τον Γκρανπέν, τον φιλαράκο του, εδώ στο Βερτύ… Μπουλντόγκ θα έλεγες μετ’ από ένα τροχαίο ατύχημα. Αλλά τι χαρούμενος και αστείος, τι έξυπνος και καλός! Είχε μια καλοσύνη, μια ζεστασιά γύρω του, την άγγιζες σχεδόν, σαν γύρω σε σόμπα… Ο Ζερόμ θα τον είχε κάνει σύντροφό του για πάντα, αλλά η τύχη είχε αποφασίσει διαφορετικά. Είχε στείλει τον Αντελίν, την Αστερία, το Περπεζάκ… Κι ύστερα είχε έρθει ο πόλεμος. Ο Γκρανπέν ήταν ένα από τα πρώτα θύματα. Και σήμερα, δεκατρία, δεκατέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, στο διάδρομο της αίθουσας μελέτης του Βερτύ, ο Ζερόμ έτρεμε στην ιδέα πως μπορεί να του ξέφευγε άλλος ένας Γκρανπέν. «Σελεριέ!» Τ ο παιδί σήκωσε το κεφάλι. «Σε μένα μιλάτε, κύριε;»


«Σελεριέ δε λέγεσαι; Ειδωθήκαμε πριν από λίγο, στην αυλή». «Μάλιστα, κύριε. Σεμπαστιέν Σελεριέ λέγομαι. Με θέλετε τίποτα;» «Όχι, τίποτα… Προχώρα, κλείνεις το πέρασμα στους συντρόφους σου». Τ ο παιδί ύψωσε τους ώμους. Αν δεν τον ήθελαν κάτι, γιατί τον φώναζαν; Αλλά ο τύπος ήταν συμπαθητικός. Είχε αρπάξει τη Μιμίλ από τον Καστέλι. Μα την αλήθεια κάτι γινόταν εδώ μέσα τελευταία: καινούριος διευθυντής κι ύστερα, σήμερα, ετούτος ο τύπος… Ενθαρρυντικό γιατί διαφορετικά, το Βερτύ ήταν το κατακάθι. Ο Σεμπαστιέν Σελεριέ είχε γνωρίσει κι άλλα ιδρύματα και οικοτροφεία, αλλά σαν το Βερτύ, ποτέ! Τ ρεις βδομάδες όλες κι όλες εδώ και δεν είχε παρά μόνο μια σκέψη, να φύγει! Ευτυχώς είχε προλάβει να πιάσει ένα φίλο. Τ α πήγαινε καλά με τον Ονορέ Φαμπέρ. Τ α μοιράζονταν όλα. Ακόμα κι από το σάντουιτς του τύπου που ο Ονορέ είχε καταφέρει να το βάλει στο χέρι, πριν από λίγο, μέσα στο μπέρδεμα, είχε πάρει κι ο Σεμπαστιέν το μερτικό του. Και τι σάντουιτς! Καλύτερο κι από γλύκισμα. Μετά απ’ αυτό, το συσσίτιο θα του φαινόταν σκέτο άχυρο, αν και τα πράγματα είχαν φτιάξει από τότε που ήρθε ο κύριος Περλαντό: τέλος τα σάπια λάχανα, τέλος τα ζουζούνια στη σούπα, τέλος οι πρασινισμένες ρέγκες. Ο Σεμπαστιέν άρχιζε να ξανατρώει κανονικά γιατί από τότε που ήρθε είχε χάσει κιόλας δυο κιλά. «Είναι στη λίστα σου;» ρώτησε ο Ζερόμ τον Περλαντό. «Όχι, είναι καινούριος. Φαίνεται πως γνώρισε μόνο τις τελευταίες μέρες της βασιλείας του Μασελάρ. Τ ον σημειώνω;» «Ναι». «Ξεχωρίζεις και κανέναν άλλο;» Ο Ζερόμ στράφηκε στον Περλαντό να του απαντήσει. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς πέρασε από μπροστά του ο μικρός Φαμπέρ, χωρίς να


τον πάρει είδηση. «Όχι, μου φάνηκε καλός, παλικάρι. Αψήφησε τον Καστέλι… Μου έκανε καλή εντύπωση». «Εντάξει, λοιπόν. Θα πω του Ντεμπρέν να τον φοονάξει την ώρα του φαγητού. Έλα πάμε να φάμε στα γρήγορα, στο διαμέρισμά μου… Η Φιφίν και τα παιδιά δεν έχουν εγκατασταθεί ακόμα, είμαστε λίγο εργένικα, δε φαντάζομαι να σε πειράζει;» «Ίσα ίσα που τρώγεται, ε; Πες μου ειλικρινά τη γνώμη σου!» Προτού απαντήσει στο φίλο του, ο Ζερόμ περιεργάστηκε το αρνί ραγού που άχνιζε στο πιάτο του. Κάθονταν στην τραπεζαρία, στο διαμέρισμα του διευθυντή. «Ειλικρινά… χωρίς να σε προσβάλλω… Αν έκανα δίαιτα, θα ήταν η ώρα να παραλείψω ένα γεύμα». «Και σκέψου, είναι βυζαντινό τσιμπούσι μπροστά σ’ αυτά που βρήκα όταν ήρθα. Κιβώτια με σάπια λαχανικά, ψυγεία γεμάτα αποφάγια, σακιά σκουληκιασμένο αλεύρι. Έδιωξα αμέσως τον οικονόμο και το μάγειρα. Θα τους αναλάβει το υγειονομικό και η αστυνομία. Αλλά έπρεπε να ταΐσω τα παιδιά. Προσέλαβα καινούριο σεφ, έρχεται την άλλη βδομάδα. Στο μεταξύ, μαγειρεύει η κυρία Βερλίν, που κρατάει τη λινοθήκη». «Είναι καλή ασπρορουχού;» «Καλύτερη από μαγείρισσα! Αλλά έχει μια σπάνια αρετή, σπανιότατη για το Βερτύ: είναι τίμια. Δε σουφρώνει τίποτα…» Ο Περλαντό άνοιξε μια μπουκάλα μπορντό. «Έλα, δώσε το ποτήρι σου, αυτό θα σε βοηθήσει να καταπιείς το συσσίτιο… Από την κάβα του Μασελάρ…» «Ματέν! Σατό κλο ντ’ Εστουρνέλ 1918! Μωρέ μπράβο! Δε


στερούνταν τίποτα, ο τύπος!» σχολίασε ο Ζερόμ. «Τ ίποτα! Με το χρήμα της Συντεχνίας, φυσικά… Η κάβα ήταν γεμάτη από τέτοια θαύματα, οι ντουλάπες φίσκα κοστούμια και μεταξωτές γραβάτες και κυκλοφορούσε με μια Ντελααί. Στο μεταξύ, τα παιδιά ψοφούσαν της πείνας. Α, χτυπάνε, θα πρέπει να είναι ο Ντεμπρέν… Εμπρός!» Ο Εντγκάρ Ντεμπρέν, ο επιμελητής, μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν από τους παλιούς, από την εποχή του Μασελάρ, αλλά δεν υπήρχε τίποτα εις βάρος του. Είχε μάλιστα σημάνει πολλές φορές συναγερμό στη Συντεχνία. Η δυσπιστία και η διοικητική δυσκαμψία είχαν παίξει το ρόλο τους και είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος. Πίσω από τον Ντεμπρέν, με το κασκέτο στο χέρι και ύφος ανήσυχο, ο Ζερόμ διέκρινε τον Σεμπαστιέν Σελεριέ. «Ευχαριστώ, κύριε Ντεμπρέν, μπορείτε να πηγαίνετε», είπε ο διευθυντής. «Κι εσύ, αγόρι μου, κάθισε». Τ ο παιδί δίστασε. Είχε ακούσει καλά; Να καθίσει στο τραπέζι του διευθυντή! Σαν θα το διηγιόταν αυτό στα φιλαράκια… «Μη φοβάσαι, κάθισε λοιπόν». Τ ο παιδί υπάκουσε. Μην ξέροντας τι να κάνει τα χέρια του, τα σταύρωσε όπως έκαναν συνήθως όταν έμπαινε ο διευθυντής στην τάξη. «Τ έλειωσες το φαγητό σου, Σελεριέ;» «Μάλιστα, κύριε διευθυντά, μόνο δεν πρόφτασα το φρούτο…» Ο Περλαντό χτύπησε ένα κουδουνάκι κι αμέσως μπήκε μια οικονόμος. «Κυρία Οπενχάιμ, φέρτε το επιδόρπιο, σας παρακαλώ… Είναι κομπόστα σήμερα. Προσθέστε κι ένα πιάτο για το παιδί…»


«Σου αρέσει η κομπόστα μήλο, Σελεριέ;» ρώτησε ο Περλαντό όταν η κυρία Οπενχάιμ έφερε την κομποστιέρα και το συμπληρωματικό σερβίτσιο. «Ω, ναι, κύριε… τέλος… εξαρτάται από την κομπόστα… γιατί ως τώρα είχε μια γεύση σκ…» Τ ο παιδί σταμάτησε απότομα κι έφερε το χέρι στο στόμα. Είχε πει πολλά, σίγουρα! Αλλά, προς μεγάλη του ανακούφιση, αντί να τον αποπάρουν για το θράσος του, ο Περλαντό κι ο άγνωστος έβαλαν τα γέλια. «Μια γεύση μουχλίλας, ήθελες να πεις, ε;» ρώτησε ο Περλαντό. «Ναι, ναι… αυτό, μουχλίλας!» βιάστηκε να συμφωνήσει το παιδί που το είχε λούσει κρύος ιδρώτας. «Ε, λοιπόν, θα δεις, αυτή είναι καλή», τον βεβαίωσε ο Περλαντό γεμίζοντάς του το πιάτο. «Παράγγειλα τετρακόσια κιλά στην κεντρική αγορά κι από δω κι εμπρός όλα θα είναι σωστά εδώ κι η τροφή και τα υπόλοιπα». «Α, ωραία!» μουρμούρισε επιφυλακτικά ο Σεμπαστιέν. «Για πες μου, δεν είσαι καιρό εδώ…» «Όχι, τρεις βδομάδες…» Παραλίγο να προσθέσει πως κι αυτές έφταναν και περίσσευαν, αλλά συγκρατήθηκε την τελευταία στιγμή. «Κι αν είχες την ευκαιρία να φύγεις για μαθητεία, αλλού, στην εξοχή, τι θα σου έλεγε αυτό;» Ο Σεμπαστιέν έφερε μια κουταλιά κομπόστα στο στόμα του και τη δοκίμασε. Τ ι ωραία που ήταν! Τ ούτος ο διευθυντής σαν να μην ήταν και τόσο κακός… Αλλά προσοχή!


«Στην εξοχή;» Ήταν ο άλλος, ο τύπος που είχε ξαρματώσει τον Καστέλι, που απάντησε αντί για τον διευθυντή. «Ναι, Σεμπαστιέν, στην εξοχή,.κοντά σε μια μικρή πόλη, κοντά σ’ ένα δάσος, σε μια λίμνη, δίπλα στο ποτάμι…» «Και θα μάθω τι;» «Να ζυμώνεις, τι άλλο! Όλοι φουρναραίοι και παιδιά φουρναραίων είμαστε εδώ. Κι εσύ, έτσι δεν είναι;» «Ω, εγώ…» Ο Σεμπαστιέν δεν είπε περισσότερα. Η ιστορία του δεν αφορούσε κανένα. Ο Ζερόμ κατάλαβε πως δεν έπρεπε να πάρει αυτό το δρόμο. Αργότερα, ίσως… «Θα είσαι στο σπίτι μου», είπε στο παιδί. «Στο σπίτι μου και στο φούρνο μου. Υπάρχουν άνθρωποι ν’ ασχοληθούν μαζί σου, η Αστερία που είναι σαν μάνα μου… και η Ζαν, η γυναίκα μου. Θα έχεις το δωμάτιό σου, θα πηγαίνεις σχολείο και θα σου μάθω τη δουλειά… Είμαι καλός φούρναρης, ξέρεις». Ο Ζερόμ χαμήλωσε τη φωνή του σαν να ντράπηκε ξαφνικά. «Είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσεις», είπε ο διευθυντής. «Οι περισσότεροι από τους συντρόφους σου θα την άρπαζαν από τα μαλλιά. Να μπεις σ’ ένα καλό σπίτι, σε μια καλή οικογένεια, μ’ ένα σωστό μάστορα… Ο κύριος Κορμπιέρ είναι άσος στο επάγγελμα, αγόρι μου. Δε θα μπορούσες να πέσεις καλύτερα. Λοιπόν, σύμφωνοι; …» Ακολούθησε μια παρατεταμένη σιωπή. Ο Σεμπαστιέν σκεφτόταν με τη μύτη χωμένη στο πιάτο της κομπόστας. Μια ευκαιρία, μια καλή ευκαιρία που θα τον έβγαζε από δω μέσα. Μια θέση σε μια οικογένεια, σ’ έναν μάστορα του είδους που δε θα τον απόπαιρνε,


που δε θα τον χτυπούσε, που θα του μάθαινε όμορφα και καλά το επάγγελμα· ένα επάγγελμα που θα τον έκανε μια μέρα άνθρωπο καλοστεκούμενο και σεβαστό: έναν καλό φούρναρη. Αυτό του πρότειναν και μόνο ο Θεός ήξερε γιατί είχε πέσει πάνω του αυτή η τύχη. Στη θέση του, ο οποιοσδήποτε πιτσιρίκος θα είχε δεχτεί μεμιάς. Μα κι αυτόν τον πλημμύριζε μια τρομερή επιθυμία να δεχτεί. Έπρεπε να σφίξει τα δόντια για να μην του ξεφύγουν από το στόμα οι λέξεις: ναι, ναι, ναι, θέλω να βγω από δω μέσα, να φνγο) από τον κοιτώνα, από την κοινή τραπεζαρία, από την αυλή, από τους απόπατους που ζέχνουν’ ναι, ναι, ναι, Θέλω ένα καλό κρεβάτι, με καθαρά, φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια, σ’ ένα δωμάτιο όλο δικό μου· Θέλω νοστιμιές και λιχουδιές και κρουασάν το πρωί της Κυριακής κι ένα καλό αφεντικό και μια καλή κυρά που δε Θα μου φωνάζουν… Αυτά τα λόγια ήθελε να ξεστομίσει. Αλλά δε γινόταν. Δεν μπορούσε να τα προφέρει κι έτσι δεν είχε νόημα να καθυστερεί την απάντησή του. «Όχι». Ο Περλαντό παρά λίγο να πνιγεί. Ο άλλος, ο Κορμπιέρ, χλώμιασε. Ήταν σαν να ’φάγε χαστούκι. «Πώς όχι;» «Όχι, όλ’ αυτά δε μου λένε τίποτα!»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

Μα είσαι τρελός! Δε συνειδητοποιείς τι ευκαιρία σου προσφέρεται; Προτιμάς να μείνεις εδώ για χρόνια; Κι ύστερα η επαγγελματική σχολή!… Δεν είναι κόλαση, αλλά όπως και να ’ναι, ποτέ μόνος, ποτέ ήσυχος και πάντα στην πόλη με τους καπνούς κι όχι στον καθαρό


αέρα… Όχι, πίστεψέ, πρέπει να το σκεφτείς, αγόρι μου!» «Με ρωτήσατε τη γνώμη μου, ε;» «Ναι, αλλά…» «Τ ότε σκέφτηκα, κύριε διευθυντά και είναι όχι». Ο Σεμπαστιέν στράφηκε στον Ζερόμ που το πρόσωπό του ήταν η ίδια η εικόνα της απογοήτευσης. «Με συγχωρείτε, κύριε, δεν είναι για σας, δεν έχω τίποτα εναντίον σας…» «Μα αν δεν είναι για μένα, τότε γιατί; Τ ι φταίει;» ξέσπασε ο Ζερόμ. Ο μικρός δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε πολύ καλά γιατί αρνιόταν αυτή την ανέλπιστη πρόταση, αλλά πώς να το πει; Τ ελικά τα λόγια του ήρθαν, δισταχτικά. «Δεν είναι… δε φταίει κάποιος ή κάτι, κύριε… Είναι για…» «Γιά ποιον; Γιά τι;» «Γία τον Φαμπέρ, κύριε». Ο Περλαντό ορθάνοιξε τα μάτια. «Φαμπέρ; Ποιος είναι ο Φαμπέρ;» Ο Ζερόμ είχε καταλάβει. Ο Φαμπέρ. Ο Φαμπέρ, φυσικά! Ο ξανθούλης με το σάντουιτς. Ο ατσίδας που είχε καταφέρει να ξεγελάσει τους πιο μεγάλους, που είχε μπουκώσει το μισό σάντουιτς κι είχε βάλει το άλλο μισό στην τσέπη γι αργότερα. Ο Φαμπέρ που ο Σελεριέ τον είχε υπερασπιστεί, καταγγέλλοντας τις κτηνωδίες του Καστέλι μπροστά στον Ζερόμ… Ο Φαμπέρ ήταν, απλά, ο φιλαράκος του Σελεριέ κι αυτός δε θα έφευγε χωρίς τον Φαμπέρ… Και για δες, μπας και το άλλο μισό σάντουιτς το γεύτηκε ο Σελεριέ;


«Γία πες μου, Σεμπαστιέν, μήπως έφαγες ένα κομματάκι σάντουιτς με χοιρομέρι, με κρεμμυδάκι, πιπεριές και φέτες βραστό αβγό;» Ήταν η σειρά του Σεμπαστιέν να γουρλώσει τα μάτια. «Πώς το ξέρετε;» «Μου το είπε το μικρό μου δαχτυλάκι. Και μήπως σου το έδωσε ο Φαμπέρ;» «Δεν το έκλεψε!» Ο Ζερόμ δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Και βέβαια δεν το έκλεψε, εγώ σας πρότεινα το σάντουιτς για να δω αν είσαστε πεινασμένοι… Και είσαστε». «Ει, τρώνε από τότε που είμαι εγώ εδώ!» διαμαρτυρήθηκε ο Περλαντό. Ο Ζερόμ του έγνεψε πως δεν αμφέβαλλε για την επιθυμία του να καλοταΐσει και πάλι τους οικοτρόφους του Βερτύ. «Λοιπόν, τι κάνουμε; Ο Σελεριέ δε θέλει να φύγει κι όπου να ’ναι θα σκάσει μύτη η αστυνομία. Σ’ αγαπώ και σ’ εκτιμώ, Ζερόμ, αλλά δεν έχω μόνο τα δικά σου προβλήματα να λύσω…» Ο Ζερόμ έσφιξε τις γροθιές του. «Είναι πολύ απλό. Ο Σελεριέ δε θέλει να εγκαταλείψει τον φίλο του. Θα τους πάρω και τους δυο. Έχει περισσευούμενο αέρα στο Περπεζάκ και για τους δυο». «Θέλεις να πάρεις δυο παιδιά;» «Ένα, δυο, τι αλλάζει; Συμπληρώνεις άλλο ένα έντυπο και τέλος! Έτσι κι αλλιώς, οι υπεύθυνοι του ιδρύματος προτιμούν τις πολλαπλές τοποθετήσεις: είναι μια εγγύηση σιγουριάς και ισορροπίας».


«Τ ο ξέρω, αλλά…» «Λοιπόν, ας μη χάνουμε την ώρα μας. Εσύ έχεις τους μπάτσους σε μια ώρα κι εγώ έχω να πάρω ένα τρένο… σε δυο!» είπε ο Ζερόμ κοιτάζοντάς το ρολόι του. «Δε νομίζεις πως θα μπορούσαμε να ζητήσουμε τη γνώμη του Φαμπέρ;» «Φυσικά! Τ ι καθόμαστε; Γρήγορα!» «Θα θέλει, κύριε!» πετάχτηκε ο Σελεριέ. «Αν είμαστε μαζί, δε θα πει όχι, σίγουρα!» Ο Ονορέ Φαμπέρ συμφώνησε. Όχι χωρίς επιφυλάξεις και κάποιους ανομολόγητους φόβους. Ήταν κι αυτός καινουριο-φερμένος στο Βερτύ και είχε εξοικειωθεί με τη ζωή του ορφανοτροφείου στα δυο προηγούμενα ιδρύματα από τα οποία είχε περάσει. Ήξερε πως σ’ αυτά χάνεσαι μέσα στον αριθμό. Είσαι λιγότερο εύκολος στόχος των συστηματικών ενοχλήσεων ενός και μόνου διώκτη. Ενώ όταν σε τοποθετήσουν κάπου —κατά τα λεγόμενα μεγαλύτερων παιδιών που είχαν γευτεί αυτή την εμπειρία— αν δεν τα πας καλά με το νοικοκύρη, τον έχεις στην πλάτη σου και πρέπει να τον υπομείνεις καμιά φορά για πολλά χρόνια. Αυτός λοιπόν, μιας και το περιβάλλον και οι συνθήκες διαβίωσης στο Βερτύ, απαίσιες στην αρχή, άλλαζαν, θα μπορούσε κάλλιστα να συνεχίσει εδώ, κάτω υπό τη διεύθυνση του κυρίου Περλαντό που φαινόταν εντάξει άνθρωπος. Ωστόσο ο Σελεριέ τον πίεζε να δεχτεί. Και καθώς ο Φαμπέρ σήκωνε από τράβηγμα στο αυτί, ο Σελεριέ ζήτησε από τους δυο άντρες να τον αφήσουν να πει δυο λόγια ιδιαιτέρως στο φίλο του, για να τον πείσει. Δέχτηκαν. Ο Ζερόμ έδειχνε έτοιμος για όλα κι ο Περλαντό δε σκεφτόταν άλλο από την επίσκεψη της αστυνομίας. Ο Σελεριέ κι ο Φαμπέρ βρέθηκαν μόνοι στο διάδρομο. «Μην είσαι βλάκας, Φαμπέρ, πες ναι! είναι καλό κόλπο!»


«Είσαι σίγουρος; Δεν τον ξέρουμε τον τύπο! Θα μας ζέψει σαν γαϊδούρια’στο φούρνο του… Κι ύστερα, πού είναι το χωριό του; Στην άλλη άκρη; Αμα είσαι μακριά από τη Διοίκηση, δεν μπορείς να παραπονεθείς, αν τα βρεις σκούρα, είσαι στριμωγμένος… Ακόμα και στο Παρίσι , δε σου χρησιμεύει και σε πολλά πράγματα…» «Έχε μου εμπιστοσύνη!» επέμενε ο Σελεριέ. «Τ ο Μπερπεζάκ, το Ααμπεζάκ του, πώς το λένε, δεν μπορεί να είναι χειρότερα από δω!» «Μα εδώ είναι καλύτερα από τότε που ήρθε ο Περλαντό στη θέση του Μασελάρ». «Και λοιπόν, τι νομίζεις πως θα γίνει, Βερσαλλίες; Θα είναι πάντα στρατώνας όπως στ’ άλλα. Ενώ εκεί πέρα υπάρχει μια πιθανότητα… θα μπορούσε να είναι σαν σπίτι… σαν οικογένεια!» Ο Ονορέ Φαμπέρ, ασυμπλήρωτα τα εννιά, έκανε ένα μορφασμό αμφιβολίας. Οικογένεια, μια πραγματική οικογένεια, όταν δεν την είχες με την πρώτη, με τη δική σου, είναι μάλλον απίθανο να βρεθεί. Αυτός είχε χάσει τη μάνα του από φυματίωση των οστών κι ο πατέρας του, τραυματίας πολέμου, είχε πεθάνει μετά από μια σύντομη διαμονή στο Υπρ το 1915… Κανένας συγγενής δεν είχε βρεθεί ν’ αναλάβει τον μικρό Ονορέ, κι ούτε είχε δει ν’ ανθίζουν στο διάβα του οικογένειες πρόθυμες να δεχτούν ορφανά· έτσι λοιπόν πέρασε από κάμποσα ορφανοτροφεία, εδώ και τρία χρόνια, ώσπου η Πρόνοια θυμήθηκε πως ο Φρανσουά Φαμπέρ ήταν φούρναρης προτού φύγει να πεθάνει για την πατρίδα κι έβαλαν το βλαστάρι του στη Συντεχνία. «Τ ο πιστεύεις στ 5 αλήθεια;» «Ακου, στο ξαναλέω, δεν μπορεί να είναι χειρότερα… Κι αν ήταν, τι θα κάναμε;» «Θα τα μαζεύαμε και θα φεύγαμε!» «Ωραία το είπες! Από ένα σπίτι, δυο μαζί, τίποτα πιο εύκολο.


Λοιπόν, είσαι;» Ο Ονορέ ήθελε πολύ να δεχτεί, Ο φούρναρης είχε καλή όψη. Κι ύστερα, το να βγει από δω μέσα ήταν ένας πειρασμός, μια πρόκληση. Και ιδίως με τον Σελεριέ. Τ α πήγαιναν μια χαρά οι δυο τους. «Έγινε!» «Κόλλα το! Πάμε να τους το πούμε!» Ο Σελεριέ άνοιξε την πόρτα της τραπεζαρίας. «Εντάξει, κύριε, σύμφωνοι!» Μια έκφραση ανακούφισης φώτισε τα χαρακτηριστικά του Ζερόμ. Όσο για τον Περλαντό, αυτός σκεφτόταν την έρευνα που θ’ άρχιζε σε λίγο. «Τ έλεια», φώναξε. «Πάμε στο γραφείο μου. Συμπληρώνω δυο πιστοποιητικά τοποθέτησης και δρόμο για το Περπεζάκ· μου αδειάζετε τη γωνιά και οι τρεις. Σελεριέ, Φαμπέρ, πηγαίνετε να πάρετε τα πράγματά σας από τον κοιτώνα. Ούτε λέξη! Σε κανένα, ε! Πήγατε κι ήρθατε σαν αστραπή…» Έτσι λοιπόν, μισή ώρα αργότερα, ο Ζερόμ διασκέλιζε την προβλήτα του μετρό συντροφιά με τους δυο προστατευόμενούς του. Να είχε κάνει μια τεράστια βλακεία; Καλά ένα μαθητευόμενο… ήταν ήδη μια περιπέτεια. Αλλά δύο; Δυο παιδιά… Τ ι ηλικία είχαν αλήθεια; Ο ξανθούλης οχτώ και κάτι, συμπληρωμένα τα εννιά ο μελαχρινός. Και τα ονόματά τους; Τ ους έμπλεκε αν δεν τους είχε μπροστά στα μάτια του. Ο ξανθούλης ήταν ο Φαμπέρ, Ονορέ Φαμπέρ κι ο ψηλός μελαχρινός, ο Σελεριέ. Σεμπαστιέν Σελεριέ. Ονορέ και Σεμπαστιέν. «Ο Ονορέ κι ο Σεμπαστιέν, οι δυο γιοι μου», σκέφτηκε και κοκκίνισε. Οι γιοι του! Ήταν τρελός! Είχε επινοήσει δυο γιους, έτσι, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Και τους είχε διαλέξει σε δυο. Δεν είχε συμβουλευτεί κανένα, ούτε δικηγόρο, ούτε την Αστερία, ούτε τη Ζαν! Τ ο είχε κάνει για τη Ζαν, για να ξαναγυρίσει, αλλά τι αποδείξεις


είχε πως θα ξαναγυρνούσε εξαιτίας δυο παιδιών που δεν τα είχε δει ποτέ στη ζωή της, δυο παιδιών που της ήταν εντελώς άγνωστα; Για να διασχίσουν το δρόμο, τα είχε πιάσει, πολύ φυσικά, από το χέρι. Κι αυτά είχαν αφεθεί. Ο Ζερόμ αναστατώθηκε, συγκινήθηκε. Τ α πιτσιρίκια χάζευαν συνεπαρμένο από το θέαμα του δρόμου — είχαν να βγουν από τότε που έφτασαν στο Βερτύ: τρεις βδομάδες για τον Σεμπαστιέν, πέντε για τον Ονορέ. Όλη τούτη η κίνηση, τ’ αυτοκίνητα, οι πεζοί, τα εμπορικά και τώρα το μετρό! Τ ους είχαν τάξει την εξοχή. Γ ι’ αυτούς τους δυο μικρούς αστούς, η εξοχή ήταν οι αγελάδες στο βιβλίο της φυσικής ιστορίας. Θα έβλεπαν αγελάδες, κότες και σίγουρα ένα σωρό άλλα ζώα. Τ ελικά μπορεί να είχε πλάκα! Κι όπως το είχε πει ο Σεμπαστιέν, αν το πράγμα χαλούσε, αν το αφεντικό τους έβγαινε σκάρτο, τα μάζευαν κι αντίο! Από δω παν και οι άλλοι! Ο συρμός του μετρό μπήκε στο σταθμό μ’ ένα υπόκωφο μουγκρητό. «Εμπρός, μαρίδα!» Ο Ζερόμ έσυρε τα παιδιά σ’ ένα πράσινο βαγόνι. Είχε κόσμο. Στριμώχτηκαν. Ο Ονορέ κι ο Σεμπαστιέν ήταν συνηθισμένοι να βρίσκονται κοντά με άλλους, με τους ομοίους τους, με παιδιά της ηλικίας τους. Αλλά όλοι ετούτοι οι μεγάλοι και άγνωστοι, ο ένας πάνω στον άλλο… ήταν κάτι που τους τρόμαζε και τους αηδίαζε κάπως. Σφίχτηκαν στον Ζερόμ, ασυναίσθητα. Τ ους χαμογέλασε. «Κατεβαίνουμε στο…» Ύψωσε τα μάτια στην ταμπέλα με τη διαδρομή και μέτρησε τις στάσεις. «Αλλάζουμε στην όγδοη. Μετά, άλλες έξι στάσεις και θα πάρουμε το τρένο…» «Κι εκεί;» ρώτησε ο Ονορέ.


«Α, εκεί θα είναι πιο μακριά. Έξι ώρες με το τρένο. Δεν πρέπει να το χάσουμε… Θα είμαστε σπίτι στις εννιά το βράδυ». Είχε αφήσει δυο λόγια της Αστερίας, της παράγγελνε να ετοιμάσει κάτι καλό γι’ απόψε. Χωρίς να της πει ούτε γιατί, ούτε για ποιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

Τ ο πρώτο βράδυ δεν είδαν και πολλά πράγματα. Ήταν σκοτάδι. Ήταν κατάκοποι από την κούραση. Παράξενο, γιατί δεν ήταν δα και σπουδαίο έξι ώρες με το τρένο και μια με το λεωφορείο. Δεν πρέπει να ήταν αυτό που τους εξάντλησε. Θα πρέπει να ήταν η αλλαγή του αέρα κι ύστερα… Μια απόσταση πιότερο ψυχολογική παρά φυσική. Χωρίς να το ξέρουν είχαν απομακρυνθεί από το ορφανοτροφείο πάνω από τετρακόσια χιλιόμετρα: εκατοντάδες έτη φωτός! Κατέβηκαν από το λεωφορείο με χασμουρητά, τρεκλίζοντας, και χρειάστηκε ακόμα να περπατήσουν, να διασχίσουν τους δρόμους του Περπεζάκ και ύστερα ένα χωματόδρομο. Είχε βρέξει. Είχαν νιώσει την υγρασία του χορταριού να τους παγώνει τα πόδια μέσ’ από τα λεπτόσολα παπούτσια του οικοτροφείου. Τ έλος, είχαν διασχίσει μια αυλή κι είχαν φτάσει μπροστά σ’ ένα μεγάλο κτίσμα. Στην αυλή, ένα μεγαλόσωμο σκυλί, μαύρο σαν κάρβουνο, τους είχε υποδεχτεί με πολλές επιφυλάξεις, στην αρχή. Τ ους είχε μυρίσει από κάθε μεριά, γυρνώντας κάθε τόσο ένα ερωτηματικό βλέμμα στον αφέντη του. Τ ι ήταν τούτα τα ζωντανά και τι έπρεπε να κάνει; «Ντιάμπολο, από δω ο Ονορέ κι ο Σεμπαστιέν, τα φιλαράκια σου… Κάτι μου λέει πως θα κάνετε πολλές τρέλες οι τρεις σας!» Ξεσηκωμένη από τις ομιλίες και τα σαστισμένα αλυχτίσματα του Ντιάμπολο, μια γυναίκα είχε βγει από το σπίτι με μια λάμπα


πετρελαίου στο χέρι. Μια γριά γυναίκα, σκέφτηκαν τα παιδιά. Μια γριά κι όχι πολύ συμπαθητική. Η Αστερία. Θα τη μάθαιναν και θα καταλάβαιναν πως δεν υπάρχουν πολλά πλάσματα τόσο «αξιαγάπητα» σαν κι αυτή, αλλά την πρώτη στιγμή τους φάνηκε μάλλον παγερή. «Ε, λοιπόν, πού τα βρήκες αυτά, Ζερόμ;» «Στο Βερτύ, Αστερία…» Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Βρίσκονταν εκεί, στη μέση της αυλής και οι τέσσερις, πέντε με τον Ντιάμπολο, και σώπαιναν, ακόμα κι ο Ντιάμπολο, ενώ η Αστερία εξέταζε τους νεοφερμένους στο φα>ς της λάμπας του πετρελαίου. Αφού τερμάτισε την εξέταση χωρίς το παραμικρό σχόλιο, η Αστερία χαμήλωσε τη λάμπα που την κρατούσε ψηλά. Γύρισε προς το άνοιγμα της πόρτας που φωτιζόταν από έναν ηλεκτρικό γλόμπο μέσα στο εμαγέ καπέλο του, στερεωμένο πάνω από το κατώφλι, κάτω ακριβώς από τη μαρκίζα. «Περάστε, το δείπνο είναι έτοιμο». Ήταν καλό. Πολύ απλό, αλλά ασύγκριτα καλύτερο απ’ ό,τι είχαν φάει ως τώρα από τον καιρό που γεννήθηκαν. Μια σαλάτα με πατάτες, αρωματικά χόρτα και λαρδί και συκώτι μοσχαρίσιο. Συκώτι μοσχαρίσιο δεν είχαν ξαναφάει κι ούτε ήξεραν τι ήταν. Και μετά από το συκώτι ένα κομμάτι νόστιμο τυρί κι ύστερα μια τάρτα με μήλα. «Παράξενο», είπε ο Ονορέ ενώ τα μάτια του έκλειναν από την κούραση. «Ποιο είναι το παράξενο;» ρώτησε η Αστερία. «Η τάρτα… έχει γεύση από βούτυρο!» «Ε και τι άλλο θέλεις να έχει; Χοιρινό λίπος;»


Τ ο κεφάλι του Ονορέ έγερνε. Ανοιξε με μύριους κόπους τα μάτια. «Λίπος; Μπορεί, πού να ξέρω εγώ;» «Δε θα πρέπει να έχεις φάει πολλές τάρτες…» «Ω, ναι μια φορά, θυμάμαι… αλλά δεν είχε γεύση βουτύρου εκείνη». Ο Ονορέ σώπασε. Η Αστερία κούνησε το κεφάλι κοιτάζοντας τον Ζερόμ. Αυτός ταράχτηκε. «Θα σου εξηγήσω». «Ω, δε χρειάζεται, είναι φως φανάρι! Καταλαβαίνω τώρα γιατί βόλεψες το δωμάτιο κάτα) από τη στέγη χωρίς να μου πεις τίποτα! Αλλά έχει ένα μονό κρεβάτι και να ’μαστέ με δύο νοικάρηδες…» «Έτσι βρέθηκε». «Κατάλαβα! Λαχείο, ευκαιρία που δεν τη χάνεις!» «Μην κοροϊδεύεις, Αστερία…» «Δεν κοροϊδεύω, αλλά θα μπορούσες να σκεφτείς, να προειδοποιήσεις. Πρέπει να τα κοιμίσουμε αυτά τα δυο, πώς θα τα βολέψουμε;» «Κάτι θα βρούμε… Να σου πω… το κρεβάτι του Ζυλ!» «Τ ου Ζυλ; Ποιανού Ζυλ;» «Εκείνου του μαθητευόμενου του μπαμπα-Αντελίν, όταν ήμουν μικρός… Δεν έμεινε πολύ, έκαψε δυο φουρνιές ψωμί και ο μπαμπαΑντελίν τον πέταξε έξω…» «Α, ναι, εκείνος ο άχρηστος!» «Τ ο κρεβάτι του είναι στο υπόγειο. Θα το φέρω εγώ…»


Η Αστερία γύρισε στον Ονορέ και στον Σεμπαστιέν. «Λοιπόν παιδιά, ώσπου να στηθεί το δεύτερο κρεβάτι στο δωμάτιό σας, θα κάνετε ένα πλυσιματάκι. Θα πλύνετε τα δόντια σας, θα τα τρίψετε καλά. Έχετε τα πράγματά σας;» Τ α παιδιά έγνεψαν καταφατικά. «Ωραία, θα σας δείξω που είναι η τουαλέτα… Και ύστερα πρέπει να βρω και σεντόνια!» Τ α δυο ορφανά, σαν υπνοβάτες, σηκώθηκαν από το τραπέζι κι ακολούθησαν την Αστερία. Τ α πήγε σε μια μικρή τουαλέτα που έβγαζε στον κεντρικό διάδρομο. «Γία πιπί, είναι στην αυλή, εκείνο το καλύβι στο βάθος. Αν χρειαστείτε κάτι, το δωμάτιό μου είναι αυτή η πόρτα κι εκείνη εκεί είναι του Ζερόμ… Αλήθεια, δεν ξέρω τα ονόματά σας. Εσύ, μεγάλε, πώς σε λένε;» «Σελεριέ Σεμπαστιέν, κυρία» «Δεν είσαι στο ορφανοτροφείο, εδώ μπορείς να λες πρώτα το μικρό σου… Σεμπαστιέν Σελεριέ λοιπόν. Κι εσύ;» «Ονορέ Φαμπέρ, κυρία». «Μη με λέτε κυρία, αλλά Αστερία, όπως τ’ αστέρια. Ωραίο δεν είναι;» «Μάλιστα, κυρία!» «Είπα πως… τέλος θα τα βρούμε αργότερα- πηγαίνετε τώρα να πλύνετε τα δόντια σας, θα ξανάρθω!» Ο Μπαζίλ στριφογύριζε το γράμμα στα χέρια του. Γνώριζε το γραφικό χαρακτήρα. Ήταν του Ζερόμ Κορμπιέρ. Ομορφα γράμματα για χειρώνακτα. Στρογγυλά, ίσια, καλοσχηματισμένα. Οχι τα δικά


του τα ορνιθοσκαλίσματα! Αλλά ο Κορμπιέρ δεν ήταν πραγματικός εργάτης. Ο φούρναρης είναι άλλο πράγμα, είναι τεχνίτης, έμπορος, αφεντικό σχεδόν. Αν το μαγαζί είναι σε καλή θέση, μόλις τα πράγματα πάνε καλά, παίρνει βοηθό, ταμεία, γίνεται επιχειρηματίας, εκμεταλλευτής. Ο Μπαζίλ ήταν απλός. Όταν δε δουλεύεις για τους άλλους, είναι γιατί οι άλλοι δουλεύουν για σένα, κι όταν οι άλλοι κερδίζουν το ψωμί σου για λογαριασμό σου, δεν είσαι και πολύ καθαρός! Με λίγα λόγια, ο Ζερόμ Κορμπιέρ δεν ήταν και πολύ καθαρός! Γιά να γυρίσουμε λοιπόν και πάλι στο γράμμα. Δεν ήταν το πρώτο. Από τότε που είχε γυρίσει η Ζαν στο πατρικό της είχαν προηγηθεί άλλα έξι. Όχι, εφτά. Τ ούτο εδώ ήταν το όγδοο. Οχτώ γράμματα σε δυο μήνες. Αυτός δεν είχε γράψει τόσα σ’ όλη του τη ζωή. Ναι, μα αυτόν δεν τον είχε παρατήσει η γυναίκα του. Απόδειξη πως ήταν ένας χαμένος τούτος ο φούρναρης της κατάρας. Λοιπόν, ήταν όγδοο. Ο Μπαζίλ είχε διαβάσει τα εφτά προηγούμενα. Προτού τα ρίξει στη φωτιά. Γιατί ήξερε καλά τις γυναίκες. Οι γυναίκες είναι ρομαντικές, ευάλωτες. Μπορείς να τις τυλίξεις με τα γλυκόλογα, όπως αγάπη μου, ζωή μου, σ’ αγαπώ. Είναι ικανές να ξαναγυρίσουν να ζήσουν με τον άντρα που δεν αγαπούν πια, από οίκτο, από βλακεία. Είναι ζώα οι γυναίκες· πιστεύουν τα λόγια που εφευρίσκουν οι άντρες για να τις γελάσουν. Αλλ’ αυτός, ο Μπαζίλ, παραμόνευε. Ας πούμε πως η Ζαν διαβάζει αυτά τα γράμματα, πείθεται και γυρίζει στον άντρα της, σε δυο, τρεις βδομάδες, σε τρεις μήνες, όλα θα ξαναρχίσουν, οι καβγάδες, τα χτυπήματα… Η Ζαν θα γύριζε στο σπίτι με τα μάτι μελανιασμένο και τότε αυτός θα έπρεπε να πάει να σπάσει τα μούτρα του Κορμπιέρ. Και καθώς ο Κορμπιέρ δε θα καθόταν να τις φάει, ο Μπαζίλ ρισκάριζε να φάει τις περισσότερες. Γιατί λοιπόν να μην κάνει οικονομία αυτούς τους τρεις μήνες, τα εισιτήρια του λεωφορείου και τις γροθιές στα μούτρα; Από τότε που γύρισε η Ζαν, ο Μπαζίλ το είχε κανονίσει να μη λείπει ποτέ την ώρα του ταχυδρόμου. Γιά να είναι σίγουρος πως θα έβαζε στο χέρι τα μηνύματα του Ζερόμ, έβγαινε από το σπίτι λίγα λεπτά


προτού περάσει ο ταχυδρόμος και πήγαινε να τον προϋπαντήσει. Η Μαρί είχε απορήσει. «Μπα, τώρα βγαίνεις και το πρωί;» «Ε, ναι, βλέπεις, βγαίνω να κάνω λίγο βάδην…» «Βάδην; Καπνίζοντας;» «Πέρασα την ηλικία του τροχάδην, ε. λέω λοιπόν, ένας μικρός γύρος το πρωί είναι καλύτερο από το τίποτα… Ο γιατρός μου είπε πως το ανθυγιεινό είναι να καπνίζω μέσα… Κι εξάλλου εσένα τι σε νοιάζει;» «Τ ίποτα, τίποτα! Αλλά αν ήσουν είκοσι χρόνια νεότερος, θα έβαζα ιδέες…» «Αν είχα είκοσι χρόνια λιγότερα, δε θα ήμουν στη σύνταξη, χαζούλα και δε θα είχα ανάγκη να περπατάω για να είμαι σε φόρμα. Δεν ξαπλώναμε την αρίδα μας στο εργοστάσιο, στου Καλμπουίρ, ξέρεις! Όσο σκέφτομαι τον ιδρώτα που έχω χύσει εκεί μέσα και που τον έκαναν χρυσάφι…» «Ω, άντε, θ? αρχίσεις πάλι να μας τσαμπουνάς για το Κεφάλ αιο…» Ο Μπαζίλ λοιπόν έβγαινε να προϋπαντήσει τον ταχυδρόμο. «Α, καλημέρα, ταχυδρόμε… Έχει τίποτα για μας σήμερα;» «Ναι, νομίζω, περιμένετε… Μια λυπητερή από την εφορία κι ένα γράμμα για την κόρη σας». «Δώστε τα μου. Θα γλιτώσετε έτσι μια στάση». «Δε λέω όχι, γιατί το πιο ζόρικο δεν είναι να τσουλάς, αλλά να σταματάς και να ξαναβάζεις μπρος…» Ο Μπαζίλ έχωσε το γράμμα του Ζερόμ, μαζί με τον άλλο φάκελο, στην τσέπη του παλιού, δερμάτινου σακακιού του. Τ α είχε διαβάσει


όλα τ’ άλλα. Κι ύστερα τα είχε κάψει στη στόφα, σαν μικρά άσπρα πτώματα. Θα μπορούσε να μην τα είχε διαβάσει. Πρώτα πρώτα γιατί έλεγαν όλα τις ίδιες βλακείες, αγάπη μου γύρνα, με συγχωρείς αγάπη μου, μετάνιωσα, αγάπη μου, αγάπη μου. Κι όλ’ αυτά του τάραζαν κάπως τη συνείδηση, παρά το μίσος που έτρεφε για τον Ζερόμ. Δεν τον ενοχλούσε που έπαιρνε την αλληλογραφία της κόρης, αυτό ήταν νόμιμη άμυνα, συμπαράσταση σε κάποιον που κινδύνευε. Αλλά το να διαβάσει αυτά που της έγραφε ο άντρας της, ήταν αδιακρισία, ήταν κακοήθεια. Τ ο έκανε με το ζόρι, κατά κάποιο τρόπο. Έπρεπε να το κάνει για να ξέρει αν ο άλλος επιχειρούσε κάποιο χτύπημα, να έρθει, δηλαδή, να προσπαθήσει να δει τη Ζαν, να της μιλήσει. Έπρεπε να το ξέρει για να είναι έτοιμος. Ο Μπαζίλ συνέχισε το δρόμο του. Δυο χιλιόμετρα από το σπίτι, υπήρχε μια πλατειούλα, Ο Θεός να την κάνει πλατεία, γκρίνιαζε ο γερο-κομμουνιστής. Γιά τούτες τις φτωχογειτονιές ή κοινότητα έκανε τα ελάχιστα! Τ ουλάχιστον εδώ θα ήταν σίγουρος πως ούτε η Ζαν ούτε η Μαρί θα τον τσάκωναν. Και κανένας άλλος γιατί έκανε ακόμα ψύχρα και η πλατειούλα ήταν σχεδόν πάντα έρημη. Μόνο μια δυο κυρούλες με τα χο-ντροπαλτά και τα σάλια τους έρχονταν να ρίξουν σπόρους στα πουλιά. Δεν είχε βρέξει. Τ όσο το καλύτερο, θα μπορούσε να καθίσει. Διάβαζε αργά, ξαναδιάβαζε την κάθε φράση για ν’ αφομοιώσει το περιεχόμενο του γράμματος. Για να εκτιμήσει ακριβώς το μέγεθος της απελπισίας του εχθρού του, για να χαρεί περισσότερο. Ο Ζερόμ τον ενοχλούσε και τον πάθιαζε ταυτόχρονα. Τ ου άρεσε να διαβάζει τα γράμματά του. Τ ου επιβεβαίωναν κάθε φορά τη νίκη του πάνω στο μισητό αντίπαλο, στον άντρα που του είχε κλέψει την κόρη. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι, έβγαλε το γράμμα από την τσέπη του και το ζύγισε μηχανικά. Ήταν ελαφρύ. Θα πρέπει να ήταν σύντομο. Μερικά ήταν μεγάλα, ατέλειωτα δακρύβρεχτα γράμματα, γράμματα απελπισίας, παιδικά σχεδόν. Και είχε και σύντομα, οργισμένα, πικρόχολα. Αυτά τον είχαν συγκινήσει. Αυτός, αν η Μαρί τον είχε παρατήσει, μάλλον έτσι θα της έγραφε… Θα της έγραφε! Ο Μπαζίλ


ύψωσε τους ώμους του. Αυτός δεν ήξερε να βάλει τρεις λέξεις στην αράδα. Κι ύστερα. θα είχε γούστο να τον είχε παρατήσει. Κλοτσιά στα πισινά κι έξω από το σπίτι! Κι εδώ που τα λέμε, παρά λίγο να τον ξαποστείλει τότε, με τη Ζιζέλ… Όπως κάθε φορά που σκεπτόταν τη Ζιζέλ μια φλόγα φούντωνε στην κοιλιά του. Α, η Ζιζέλ! Μ’ αυτές ήταν παλιές ιστορίες, τώρα είχε να κάνει με τη Ζαν κι εκείνο το μαντράχαλο το φούρναρή της και τα γράμματά του. Ο Μπαζίλ άνοιξε το φάκελο και διάβασε το γράμμα μονορούφι. Τ ο ξαναδιάβασε ζυγίζοντας κάθε λέξη. Μετά τη δεύτερη ανάγνωση, έμεινε για ώρα συλλογισμένος, ακίνητος στο παγκάκι, στην έρημη πλατεία που τη σάρωνε ο άνεμος. Ευτυχώς που το είχε προλάβει τούτο εδώ! Όλα ήταν επικίνδυνα, αλλά αυτό, το χειρότερο απ’ όλα. Η Ζαν δε θα το διάβαζε, όπως δεν είχε διαβάσει και τ’ άλλα. Αλλ’ αυτό δεν αρκούσε για να παραμεριστεί η απειλή. Ο Κορμπιέρ όπου να ήταν, θα ερχόταν εδώ, αυτοπροσώπως. Ήταν αναπόφευκτο. Δεν είχε τολμήσει ως τώρα, γιατί τον εμπόδιζαν οι τύψεις, αλλά μιας και δε λάβαινε απάντηση στα γράμματά του, θα ερχόταν να καθαρίσει ο ίδιος. Κι εκείνη τη στιγμή… Ο Μπαζίλ είδε την κόρη του να πέφτει στην αγκαλιά του Ζερόμ, να του τα συγχωρεί όλα μέσα στα δάκρυα και τα φιλιά. Έδιωξε αυτό το μισητό όραμα. Ήττα, θρίαμβος του αντιπάλου. Δε θα το ανεχόταν ποτέ! Μα τι μπορούσε να κάνει; Δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε στο φάκελο και το έχωσε στην τσέπη του. Ύστερα, για να ηρεμήσει, ακούμπησε τις παλάμες στα γόνατά του και πήρε βαθιές εισπνοές. Κι η ιδέα του ήρθε απλά, φαεινή. Έτριψε τα χέρια κι είπε, χαμογελαστός, μια καλή κουβέντα στις κυρούλες που τάιζαν τα πουλιά. «Πι-πι-πι! Τ ι χαριτωμένα που είναι!»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

Εκείνο το πρωί στο κοινοτικό πλυσταριό απουσία της Αστερίας, οι γλώσσες έκοβαν κι έραβαν. Γ ι’ άλλη μια φορά, ο φούρναρης του Περπεζάκ ήταν το επίκεντρο των συζητήσεων. Μετά από τη γέννηση του νεκρού παιδιού, την παρεξήγηση του ζευγαριού, το φευγιό της γυναίκας, τη μοναξιά του άντρα που είχε δώσει λαβή σε σκαμπρόζικα σχόλια σχετικά με το αδύνατο της αντρικής αγνότητας και τους διάφορους τρόπους για να διορθωθεί η κατάσταση, μετά από την απρόσμενη επιστροφή του Κορμπιέρ στο πολιτικό προσκήνιο, μια καινούρια, συναρπαστική περιπέτεια έδινε ώθηση σ’ αυτό που μπορούσε να λεχθεί η «σάγκα των Κορμπιέρ». «Δυο; Ένα πάει κι έρχεται, μα δυο! Μα το Θεό, ο Ζερόμ τα κάνει όλα υπερβολικά! Όταν χτυπάει τη γυναίκα του, τη σακατεύει κι όταν είναι να πάρει μαθητευόμενο, παίρνει δυο!» Η Σουζάνα Οφλακέ είχε ορθώσει τη ράχη της, είχε ακουμπήσει τον κόπανο που χειριζόταν με τρομερή ευρωστία και, με τις γροθιές στους γοφούς, επικαλούνταν τη μαρτυρία των κυρά-δων. «Εντάξει, μας αρέσει το ψωμί, αλλά δυο μαθητευόμενοι στο φούρνο, πέφτει πολύ, ναι ή όχι; Εκτός κι αν ο Κορμπιέρ, από την πολλή νηστεία, το ’ρίξε στο… Ξέρετε τι θέλω να πω, όπως τότε με τον παλιό καντηλανάφτη που του άρεσαν πολύ τ’ αγοράκια…» Η κυρα-Σεντουζάκ, δηλωμένη θεούσα, κοκκίνισε στη θύμηση εκείνων των επεισοδίων που παραλίγο να σπιλώσουν την Εκκλησία. Ακούγοντας μόνο την πίστη της, ανέβηκε στο τοιχάκι: «Σας θυμίζω πως ο παλιός εφημέριος, ο πατέρας Λεκουβιγιέ, δεν είχε καμιά ανάμειξη σ’ αυτά!» «Ε δικαιολογημένα!» γρύλισε η Σουζάνα Οφλακέ. «Δεν τον ενδιέφεραν τα παιδιά του κόρου, αυτός είχε την… γκουβερνάντα


του!» «Πώς μπορείς να λες…» «Α, μπορώ και παραμπορώ, δεν έχω πρόβλημα! Εξάλλου ήταν μια χαρά γυναίκα η Ελέν Μπερζερό…» «Θυμάσαι, Σουζάνα, τη λέγανε ‘Κυρία εφημερίου’;» είπε η Σιδωνία Μαλέ. «Τ ι σκάνδαλο!» συμφώνησε η Οφλακέ γελώντας στη θύμηση εκείνης της περίφημης υπόθεσης του παιδεραστή καντηλανάφτη, που είχε ακονίσει τις γλώσσες στο πλυσταριό για ολόκληρους μήνες. «Τ ι πλάκα σπάγαμε με κείνη την ιστορία!» «Ναι… αυτές που δεν τις αφορούσε γιατί δεν είχαν παιδιά στη χορωδία, έκαναν την πλάκα τους, οι άλλες όμως δε γέλασαν και τόσο!» είπε η Ρομπέρτα Μπενινού. «Να, η Ρεϊμόνδη λόγου χάρη, είμαι σίγουρη πως δε διασκέδασε και πολύ εκείνη την εποχή! Ψέματα, Ρεϊμόνδη;» Τ ο ηχηρό βρόντημα το κόπανου μέσα στο νερό, θα είχε κάνει μούσκεμα την Μπενινού, αν δεν είχε την ετοιμότητα να κάνει έγκαιρα πίσω. «Α, σου αρέσει να ξανάρχεσαι σ’ αυτό, ψοφίμι!» γρύλισε η Ρεϊμόνδη Οστέν. «Γιατί λένε πως ο μικρός μου Μπενουά… Αλλά δεν είναι αλήθεια, δεν τον άφησε ποτέ! Όταν ο καντηλανάφτης πήγε να τον πάρει στα γόνατά του, το ’σκάσε κι ήρθε και μου το είπε αμέσως…» «Κι εσύ δεν έκανες τίποτα, δεν είπες λέξη; Οι μπελάδες του καντηλανάφτη άρχισαν μήνες αργότερα, όταν ο μικρός Ντεμιζάν παραπονέθηκε στον πατέρα του κι αυτός μίλησε στο δήμαρχο που πήγε και βρήκε τον αστυνόμο…» «Οχι, εγώ δεν είπα τίποτα, γιατί αν είχα κάνει κουβέντα στον άντρα μου, έτσι αψοαίματος που είναι, θα είχε αρπάξει την καραμπίνα και


θα σάπιζε ακόμα στη φυλακή. Τ ο βούλωσα λοιπόν και πήρα απλά το παιδί από το κόρο». Μα η Ρομπέρτα Μπενινού δεν ήταν διατεθειμένη ν’ αφήσει τόσο εύκολα τη λεία της. Είχε άχτι τη Ρεϊμόνδη εξαιτίας μιας μεσοτοιχίας. Η υπόθεση είχε φτάσει στα δικαστήρια, η Ρομπέρτα είχε χάσει κι είχε αναγκαστεί να πληρώσει έξοδα και δαπάνες. Σαν ήρθε λοιπόν η κουβέντα στον καντηλανάφτη, βρήκε την ευκαιρία να τσούξει την αντίπαλό της. «Ναι, ναι… αλλά το κακό μπορεί να είχε γίνει…» «Βρόμα!» ούρλιαξε η Ρεϊμόνδη. «Σου απαγορεύω…» Η Σουζάνα Οφλακέ προσπάθησε να τις ηρεμήσει. «Έλα τώρα, κορίτσια, ήσυχα!» «Εσύ βούλωσ’ το!» τσίριξε η Ρεϊμόνδη. «Δε σου ζητήσαμε το λόγο: αυτή η βρόμα έχασε τη δίκη κι από τη λύσσα της ξερνάει πως ο Μπενουά μου καλοκάθισε στον καντηλανάφτη… Αλλά δεν είναι αλήθεια, ρουφιάνα, δεν είναι αλήθεια!» «Είσαστε πια ανυπόφορες με τους τσακωμούς σας!» είπε η γριά Μεμέ Ντεμιζάν. «Μιλούσαμε όμορφα και καλά για τους Κορμπιέρ κι εσείς το γυρίσατε τώρα στα παλιά ξινά σταφύλια. Σκοτούρα μας για τον καντηλανάφτη! θα πρέπει να έχει βγει πια από την ‘ψειρού. Ας πάει αλλού να κρεμαστεί!» Η κυρά Σεντουζάκ πήρε το μέρος της Μεμέ Ντεμιζάν. «Δίκιο έχεις, Μεμέ. Περασμένα ξεχασμένα, τι τα σκαλίζεις; Τ ο παρόν μας ενδιαφέρει… Να σας πω, εγώ απορώ που του εμπιστεύτηκαν δυο παιδιά τώρα που δεν είναι εδώ η γυναίκα του». «Ακριβώς! Κατά τη γνώμη μου, αυτό σημαίνει πως θα γυρίσει, αν δεν έγινε κιόλας».


«Θα το είχαμε μάθει». «Θα έρθει σίγουρα. Μπορεί να έχει τίποτα υποθέσεις να τακτοποιήσει στο Πορίσι ή στο Μπλουά… Τ ίποτα ‘ψώνια… Δυο παιδιά από τ’ ορφανοτροφείο, δε θα έχουν τι να φορέσουν. Τ α είδα, είναι χαριτωμένα», δήλωσε η Μεμέ Ντεμιζάν. Τ α παιδιά από την Κοινωνική Πρόνοια είχαν μια βδομάδα κιόλας στους Κορμπιέρ. Ωστόσο δεν έβγαιναν καθόλου, δε φαίνονταν στο φουρνάρικο. Όλο το χωριό είχε πληροφορηθεί τον ερχομό τους, αλλά η Μεμέ Ντεμιζάν ήταν η μόνη που τα είχε δει με τα μάτια της. Αυτό το προνόμιο την εξύψωνε στη θέση της βασίλισσας του πλυντηρίου, τούτο το πρωί, της ξανάδινε κάτι από την παλιά της δόξα, τότε που ήταν η ντίβα κι η πρώτη γλωσσοκοπάνα. «Αοιπόν, Μεμέ, πες μας, πώς είναι τα πιτσιρίκια;» «Ε, να, το ένα κοντούλη και ξανθό, το άλλο πιο ψηλό, μελαχρινό… Δείχνουν ευγενικά… Μου είπαν καλημέρα». «Και τι ηλικία έχουν;» «Θα έλεγα, εννιά, δέκα… Ξέρεις τώρα, αυτά τα παιδιά είναι λεπτοκαμωμένα. Δεν καλοτρώνε στα ορφανοτροφεία κι ύστερα είναι κι ο αέρας στο Παρίσι…» «Όσο γι’ αυτό, σε πιστεύουμε! Και πως τα λένε;» Η Μεμέ ομολόγησε με μισή καρδιά την άγνοιά της σ’ αυτό το σημείο. Είχε δει τα παιδιά καθώς έβγαιναν από τους Κορμπιέρ· τα είχε προσέξει, φυσικά, δυο άγνωστα παιδιά στο Περπεζάκ, δεν μπορεί να ήταν παρά οι προστατευόμενοι του Ζερόμ Κορμπιέρ. Γνώριζαν την ύπαρξή τους από τον Γκαφαρέλ το φαρμακοποιό, που η Αστερία του είχε κάνει κάποιες εκμυστηρεύσεις σαν πήγε ν’ αγοράσει αντιφθειρική σκόνη, για κάθε ενδεχόμενο, και Συνθόλ. Τ ις επόμενες μέρες τα είχε δει από μακριά, αλλά δε μιλούσαν παρά μόνο γι’ αυτά… Τ ρελή από περιέργεια τα είχε καλημερίσει κι αυτά την


αντιχαιρέτισαν πολύ ευγενικά… Η μαρτυρία της σταματούσε εδώ. Τ α παιδιά δεν είχαν χασομερήσει. «Εγώ ξέρω πώς τα λένε!» Ήταν η Συλβί Σαρόν, η παραδουλεύτρα του εστιάτορα Λε-μπεντέν που φλεγόταν να μοιραστεί με τις κυράδες του πλυσταριού την ολόφρεσκη γνώση της. Δεν είχε συχνά την ευκαιρία να λάμψει, η δύστυχη, και τώρα δεν εννοούσε να στερηθεί αυτή που της παρουσιαζόταν. «Κι από πού το ξέρει αυτή;» ρώτησε περιφρονητικά η Μπε-νινού. «Γιατί ο κύριος Κορμπιέρ το είπε στον κύριο Ντελούζ όταν έφαγαν παρέα στην ‘Κόκκινη Πουλάδα’. Ο κύριος Λεμπεντέν τους σέρβιρε εκείνη την ώρα και το άκουσε, το είπε στην κυρία Λεμπεντέν κι αυτό το είπε σε όλους εμάς στο πανδοχείο. Να πώς το ξέρω! Κι αν η κυρά Μπενινού συνεχίσει να μου μιλάει μ’ αυτό το ύφος δε θα σας το πω!» «Σκασίλα μας, θα το μάθουμε και χωρίς εσένα!» την αποπήρε η Μπενινού. Οι άλλες όμως περίμεναν με στημένο αυτί. Ήθελαν σώνει και καλά να στηρίξουν τη φήμη της κουτσομπόλας και να πουν γυρνώντας στο σπίτι τους: «Τ α μάθατε; οι μαθητευόμενοι του Κορμπιέρ ονομάζονται έτσι κι, έτσι…» Η Σουζάνα Οφλακέ έγινε το φερέφωνο όλων πετώντας το γάντι στην Μπενινού. «Ρομπέρτα, μας νευριάζεις, όταν ρίχνεσαι σ’ όλο τον κόσμο έτσι!» «Πώς ρίχνομαι, σε ποιόν, δε ρίχνομαι σε κανένα εγώ!» «Ναι. είσαι επιθετική! Τ ις προάλλες ρίχτηκες στην Αστερία, σήμερα στη Ρεϊμόνδη και τη Συλβί. Αν συνεχιστεί αυτό θα σου απαγορεύσουμε το πλυσταριό. Θα έρχεσαι να πλένεις τα ρούχα σου


το βράδυ, όταν δε θα είναι κανείς. Τ ι λέτε οι άλλες;» Ένας επιδοκιμαστικός ψίθυρος υψώθηκε κάτω από το θόλο του πλυσταριού, όχι μόνο από τη σειρά των σκυμμένοι πάνο3 στην πλάκα γυναικών, αλλά κι από τις γεροντότερες που κάθονταν στο τοιχάκι. «Οι καημενούλες! Να που τους ρίχνομαι τώρα, λες κι είναι αμάθητες! Λες και δεν τις δέρνουν ή δεν τις κερατώνουν οι άντρες τους!» «Μα σταμάτα, επιτέλους, κασίδα!» ξέσπασε η Σουζάνα. «Κλείσε το βρομόστομά σου, μας χαλάς το πρωινό!» Και η Σουζάνα στράφηκε στη Συλβί Σαρόν. «Λοιπόν, πώς τα λένε τα παιδιά;» «Λέγονται Ονορέ και Σεμπαστιέν, Ο ξανθούλης είναι ο Ονορέ κι ο ψηλός μελαχρινός είναι ο Σεμπαστιέν». «Καλά, αλλά τα επίθετά τους; Πώς είναι; Είναι του τόπου μας τουλάχιστον;» «Ω», έκανε η Μεμέ Ντεμιζάν, «εγώ που τα είδα μπορώ να σας πω πως δεν τα λένε ούτε Σλίμαν ούτε Μπεν Μόκρι!» «Ναι», πέταξε η Ρομπέρτα Μπενινού, «αλλά θα μπορούσαν να ονομάζονται Μανκούζο, Ντομπζίνσκι ή…» Η Συλβάνα Μανκούζο δεν είχε έρθει τούτο το πρωί. Διαφορετικά η Ρομπέρτα δε θα το είχε ρισκάρει να την προκαλέσει, γιατί η Ιταλίδα, αν κι από το Βορρά, αντιδρούσε σ’ ό,τι την έθιγε με τυπικά ναπολιτάνικο ταμπεραμέντο. Αλλά για να πούμε την αλήθεια, της Ρομπέρτας δεν της βγήκε καλύτερα με τη Σιδωνία Μαλέ που μια από τις κόρες της είχε παντρευτεί κάποιον Γκρισπάν, στο Παρίσι, ράφτη το επάγγελμα, με τον οποίον άλλωστε ήταν απόλυτα ευτυχισμένη. «Ή Γκρισπάν, ε;» ρώτησε η Σιδωνία Μαλέ. «Αν πας γυρεύοντας σου


κοπανάω μια με τα μαστάρια μου και πας να βουτήξεις μέσα στη γούρνα!» Τ ο ομηρικό στήθος της θειας-Μαλέ είχε κερδίσει τον… σκωπτικό σεβασμό όλων των κυράδων του Περπεζάκ. «Με τέτοια στήθια, μια γυναίκα γνωρίζει αναγκαστικά τη ζωή!» έλεγε πρό-θύμα η Σουζάνα Οφλακέ, που, μεταξύ μας, η φύση δεν την είχε αδικήσει σ’ αυτό τον τομέα. Η Ρομπέρτα Μπενινού οπισθοχώρησε και πάλι. «Ε, καλά, καλά! Δεν πάει να παντρευτεί όποιον γουστάρει η κόρη σου, πολύ που με νοιάζει!» «Έτσι μπράβο!» απάντησε ήρεμα η θεια-Μαλέ. «Λοιπόν, πώς λέγονται τα ψυχοπαίδια του Ζερόμ;» «Δεν ξέρω», απάντησε με ύφος αξιολύπητο η Συλβί Σαρόν. «Ο κύριος Κορμπιέρ δεν το είπε, παρεκτός κι αν δεν ήταν εκεί το αφεντικό να το ακούσει… παρεκτός κι αν δεν το είπε στην κυρά… ή πάλι…» «Καλά, καλά, καταλάβαμε!» την έκοψε η Ρομπέρτα. «Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που δε σε βάζουν στο ταμείο, στο πανδοχείο. Ο Λεμπεντέν θα μπορούσε να βγάλει τρίχες στο κεφάλι κι ας είναι σαν γλόμπος». Τ ο πείραγμα της Μπενινού άγγιξε τη Συλβί στο ευαίσθητο σημείο. Τ ο ταμείο του εστιατορίου ήταν αυτό που την άφηνε να ονειρεύεται ο Λεμπεντέν όταν τα κατάφερνε να τη στριμώχνει πότε στο κελάρι, πότε στη λινοθήκη του πανδοχείου, σαν έλειπε η κυρα-Λεμπεντέν. Τ ον άφηνε τότε να τη χαϊδολογάει χωρίς πολλές ιστορίες. Να τη χαϊδολογάει και καμιά φορά περισσότερα, σαν υπήρχε καιρός, γιατί το ταμείο ήταν τ’ όνειρό της. Να ήξερε κάτι η Μπενινού; Αδύνατο. Η Συλβί ήταν πάντα τάφος σ’ αυτό το θέμα. «Και γιατί όχι; Ξέρω να μετράω! Μα τι ανακατεύεται αυτή;»


«Τ ς, τς, τς. Σωπάστε επιτέλους! Κοιτάχτε ποιος περνάει… Κατά φωνή…» Οι γυναίκες σώπασαν κι έστρεψαν το βλέμμα τους στη λεωφόρο Ντενουγιέ που στην άκρη της ήταν χτισμένο το πλυσταριό. Λεωφόρος, τρόπος του λέγειν! Απλά, ο δρόμος σ’ αυτό το σημείο ήταν πιο φαρδύς. Η Σουζάνα Οφλακέ σιγοσφύριξε θαυμαστικά. «Μα είναι ο ωραίος μας φούρναρης! Ο Ζερόμ Κορμπιέρ!» «Και με τα κυριακάτικά του!» πρόσθεσε η Μπενινού. «Για δείτε τον! Μπας κι είναι το γαμπριάτικο του;» «Μπορεί. Πάντως είναι κομψό και καλοραμμένο. Και ξέρει να το φορέσει», παραδέχτηκε η Σιδωνία Μαλέ. «Όχι», την έκοψε η Μεμέ Ντεμιζάν, «εκείνο ήταν πιε-ντε-πουλ, το θυμάμαι πολύ καλά. Ήταν στη μόδα εκείνη τη χρονιά! Ετούτο είναι μπλε, μπλε… πώς το λένε;» «Μπλε πετρόλ», απόσωσε η Σουζάνα Οφλακέ. «Τ ο κοστούμι μπλε πετρόλ, παλτό καμιλό, καπέλο γκρι περλ, τα παπούτσια γυαλισμένα στην τρίχα… Κλάση, όχι αστεία. Τ ου πάνε, ε; Ευτυχώς που δεν είναι εδώ η Συλβάνα γιατί θα πάθαινε σπασμούς!» «Σπασμούς, όχι, οργασμό!» τη διόρθωσε η Μπενινού γλυκό-στομη πάντα… «Ορκάσ… τι;» ρώτησε η Συλβί Σαρόν που δεν είχε και πολύ πλούσιο λεξιλόγιο. «Ο οργασμός είναι όταν σε πηδάει ο Λεμπεντέν και χύνεις», της απάντησε μελιστάλαχτα η Μπενινού. «Ε; τι υπονοείς;»


«Δεν υπονοώ τίποτα, πουλάδα μου. Τ ο λέω στα ίσια!» «Θα σου…» «Αρκετά!» μπήκε στη μέση η Σουζάνα Οφλακέ. «Πάψτε να τρωγόσαστε. Κοιτάξτε έναν ωραίο άντρα που περνάει!» «Όσο για ωραίος, είναι!» μουρμούρισε η Μεμέ Ντεμιζάν πίσω από τις πλάτες τους. «Ει, Μεμέ, τι σ’ έπιασε; η άνοιξη;» «Θα μας κάνεις κανέναν οργασμό!» «Και πού να πηγαίνει, λέτε, ο φούρναρής μας έτσι ωραίος σαν θεός, μοσχοβολώντας λεβάντα;» «Πάει να βρει τη Ζαν του!» απάντησαν όλες εν χορώ. «Σίγουρα!» συνέχισε η Σουζάν. «Όλα είναι έτοιμα, τα πιτσιρίκια στο σπίτι κι αυτός, στην πένα, πάει να πάρει το λεωφορείο από το ‘Καφενείο της Αγοράς’. Πάει να τη βρει στο Μπλουά κι ελπίζω να τη φέρει πίσω!» κατέληξε στέλνοντας ένα φιλί με το χέρι της προς τη σιλουέτα του Ζερόμ που ξεμάκραινε. «Και γιατί; Εσένα τι σε νοιάζει;» τη ρώτησε η Ρομπέρτα. «Γιατί είναι ο πιο ωραίος άντρας του Περπεζάκ και δεν έχω καμιά πιθανότητα μαζί του… Αφού λοιπόν είναι έτσι, ας τα ξαναφτιάξει με τη γυναίκα του, για να μην επωφεληθεί καμιά γουρούνα!» Αν μπορούσαν να δουν τον Ζερόμ από κοντά, οι γυναίκες του Περπεζάκ, θα είχαν προσέξει πως δεν ήταν χαρούμενος. Η ρυτίδα στο μέτωπό του, η πίκρα στα χείλια του, η αγωνία στα μάτια του, όλα πρόδιναν το αντίθετο. Ήταν ένας άντρας απελπισμένος, τρελός από ανησυχία: καμιά απάντηση στο τελευταίο γράμμα που είχε στείλει στη Ζαν, όπως και στα προηγούμενα άλλωστε. Πήγαινε στο Μπλουά να δοκιμάσει την τελευταία του ευκαιρία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

Εδώ και τρεις μέρες ο Μπαζίλ ήταν ήσυχος. Τ α κανόνιζε πάντα να προλαβαίνει τον ταχυδρόμο, δεν αναπηδούσε πια κάθε φορά που άκουγε θόρυβο στο δρόμο, ή όταν χτυπούσαν την πόρτα. Κι όταν χτυπούσαν, σηκωνόταν ήσυχα ήσυχα από την πολυθρόνα του, όπου θρονιαζόταν για να διαβάσει την Ονμανιτέ και πήγαινε ν’ ανοίξει. Πήγαινε ο ίδιος, δεν άφηνε τη Μαρί. Από τότε που είχε φύγει η Ζαν, αυτή ήταν η μόνη του ανησυχία. Μήπως καταφθάσει ο Κορμπιέρ και τον δεχτεί η Μαρί. Τ ην είχε ικανή να τα τινάξει όλα στον αέρα και να ξεφουρνίσει του Ζερόμ τη διεύθυνση της Ζαν. Βολεύτηκε ακόμα πιο καλά στα μαξιλάρια του και σιγογέλα-σε ικανοποιημένος. Ωραίο κόλπο, Μπαζίλ! Μπορούσε να συγχαρεί τον εαυτό του. Κανένας δε θα το έκανε στη θέση του. Κι όμως, είχε σώσει την κόρη του. Ήταν σαν μια δύσκολη παρτίδα που την έπαιζε ενάντια σ’ έναν ολέθριο και σκληρό αντίπαλο, Ο αντίπαλος ήταν ο Ζερόμ Κορμπιέρ και το έπαθλο, η ευτυχία της Ζαν. Κι αυτή την παρτίδα την έπαιζε μόνος του. Δεν είχε να περιμένει καμιά βοήθεια από τη Μαρί, που δεν καταλάβαινε τίποτα, μα τίποτα. Αυτή σκεφτόταν πως μια συμφιλίωση ήταν η καλύτερη λύση. Γι’ αυτό δεν ήθελε ούτε ν’ ακούει να μιλούν. Τ ο μίσος του εναντίον του γαμπρού του ήταν ολοκληρωτικό, ήταν η συγχώνευση από πολλά μίση. Μισούσε τον Ζερόμ επειδή του είχε κλέψει την κόρη του και την είχε κάνει δυστυχισμένη. Τ ον μισούσε επειδή και στην πολιτική ήταν εχθρός του, γιατί ανήκε σε μια συντεχνία που οι μεταλλουργοί, σαν κι αυτόν, την περιφρονούσαν και την πολεμούσαν πάντα, Ο καιρός των μαχών με τα σιδερόμυτα μπαστούνια και των φόνων με τους διαβήτες δεν ήταν τόσο μακρινός, ούτε κι αυτός που ο φούρναρης ήταν, μαζί με τον εργοστασιάρχη, ο πιο άμεσος καταπιεστής, ο πιο ορατός: αυτός στον οποίο έπρεπε να δώσεις κάθε


μέρα το χρήμα σου για να επιβιώσεις. Εικοστός αιώνας πια, κι αυτές οι μνησικακίες ανήκαν στον παρελθόν, αλλά στο μυαλό του Μπαζίλ ήταν πάντα εκεί, άθικτες. Και κυρίως, έρχονταν να πλαισιώσουν το αρχικό του μίσος: αυτό που ο αρρωστημένα ερωτευμένος με την κόρη του πατέρας έτρεφε για τον άντρα που του την είχε αρπάξει και του την είχε λερώσει, μολύνει. Γιατί έτσι αντιλαμβανόταν ο Μπαζίλ την κοινή ζωή της Ζαν και του Ζερόμ: μια βρομισιά, κι ας είχαν παντρευτεί όσο πιο επίσημα γινόταν. Είχε παίξει λοιπόν το ρόλο του επιδέξια και είχε κερδίσει. Σαν θα ερχόταν ο Ζερόμ να χτυπήσει την πόρτα του με την ελπίδα να ξαναδεί τη Ζαν, να την ξαναπάρει πίσω στο Περπεζάκ. δε θα την έβρισκε, πολύ απλά! Αν ο Μπαζίλ ήταν πλούσιος, για να την απομακρύνει από τον Ζερόμ, θα την είχε βάλει σ’ ένα πλοίο για την Αμερική ή για κάποιον εξωτικό παράδεισο. Αλλά ήταν μόνο ένας συνταξιούχος εργάτης. Είχε μόλις καταφέρει ν’ αγοράσει αυτό το σπιτάκι με μισό αιώνα δουλειάς και οικονομίας. Είχε και μερικές χιλιάδες φράγκα στο Τ αμιευτήριο, αλλά δεν ήταν μ’ αυτά που θα έστελνε τη Ζαν στο Ρίο ή στην Τ αϊτή… Είχε σκεφτεί λοιπόν, είχε σπάσει το κεφάλι του και του είχε κατέβει μια ιδέα. Δεν ήταν τέλεια, αλλά ήταν η μόνη στα μέτρα του. Ένας αδερφός της Μαρί είχε πάνω από τη Μασσαλία, στα μεσόγεια, μια παράγκα όπου δεν πήγαινε πολύ συχνά, Ο Μπαζίλ και η Μαρί είχαν περάσει εκεί τη σελήνη του μέλιτος. Τ ο θυμόταν σαν ένα μέρος θαυμαστό, ξένο σχεδόν από τον κόσμο, από τις ασχήμιες και τους μπελάδες του. Μία των ημερών, η Ζαν θα έπρεπε να βρει μια δουλειά, αλλά για την ώρα, οι οικονομίες του Μπαζίλ μπορούσαν να χρησιμέψουν σ’ αυτό: να προσφέρουν στη Ζαν λίγους μήνες απόλυτης ανάπαυσης σ’ αυτόν τον μαρσεγιέζικο παράδεισο. Εκεί πέρα, θα τα ξεχνούσε όλα. Χρειάστηκε να δώσει μάχη για να δεχτεί να φύγει. Νοσταλγούσε άραγε τόσο την παλιά της ζωή που ήλπιζε να δει τον Ζερόμ να ξεπροβάλλει στην πόρτα της; Ο Μπαζίλ το φοβόταν τόσο όσο εκείνη το ήλπιζε. Είχε κάνει τα πάντα για να την πείσει, είχε βάλει σ’


ενέργεια επιμονή, υποσχέσεις, χάδια κι ικεσίες: τέσσερις μέρες μετά από το τελευταίο γράμμα του Ζερόμ, το αδιάβαστο, η Ζαν είχε πάρει το τρένο για τη Μασσαλία, με λίγα ρουχαλάκια σε μια ολοκαίνουρια βαλίτσα, Ο Μπαζίλ που είχε ασχοληθεί με όλα την είχε διαλέξει μπλε. «Σαν τον ουρανό της Μασσαλίας!» της είχε πει όταν της την έφερε, την παραμονή της αναχώρησής της. «Ω, ξέρεις και στο Περπεζάκ είναι ωραία…» Ο Μπαζίλ είχε κατσουφιάσει. «Ναι, καλά… λοιπόν, σήκωσα δυο χιλιάδες φράγκα… μ5 αυτά θα τα φέρεις βόλτα. Τ ηλεφώνησα και στον Ρενέ σήμερα το πρωί-δεν έχει πρόβλημα, μπορείς να μείνεις όσο σου κάνει κέφι. Επωφελήσου λοιπόν… Θα έρθουμε να σε δούμε, με τη μητέρα σου. Θα ξεκουραστείς, θα συνέλθεις… Είσαι πολύ αδύνατη, αγαπούλα μου». «Ναι, μπαμπά, αλλά δεν έχω καμιά διάθεση να πάιο…» «Μα είναι υπέροχα! Ο ήλιος, τα δέντρα, τα τζιτζίκια… Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι εκεί η μητέρα σου κι εγώ». «Εσείς αγαπιόσαστε!… Ενώ εγώ θα είμαι ολομόναχη». Ο Μπαζίλ, απηυδισμένος, στράφηκε στη Μαρί. «Μα πες της λοιπόν πως είναι το καλύτερο που έχει να κάνει για την ώρα. Αργότερα… βλέπουμε». Η Μαρί δε συμφωνούσε. Υποπτευόταν τον άντρα της πως ήθελε ν’ απομακρύνει τη Ζαν όσο γινόταν από το Περπεζάκ. Αλλά ήταν τόσο ξεροκέφαλος όταν του κολλούσε μια ιδέα, που κατέληξε να συμμαχήσει με την άποψή του. «Ακου, χρυσό μου, ο πατέρας σου θέλει το καλό σου…» Παραντού, έτσι την έλεγαν την παράγκα. Μια μικρή κρεβατοκάμαρα,


ένα μεγάλο δωμάτιο κουζίνα και καθιστικό, μια βεράντα που ο τοίχος της ήταν γεμάτος σαύρες και σαμιαμίδια, ένα πηγάδι σ’ ένα κομμάτι γης φυτεμένο μ’ ελιές και φτελιές. Ήταν αλήθεια πως μπορούσες να είσαι ευτυχισμένος εδώ, όπως πουθενά αλλού, αρκεί να μην κουβαλάς τη δυστυχία μέσα σου. Η Ζαν είχε το θάνατο στην ψυχή. Αλλά και γι’ αυτήν, τούτη η φευγάλα θα ήταν μια απολύτρωση. Δε θα είχε να υφίσταται τη συνεχή πίεση του πατέρα της. Μόνο στο Παραντού θα μπορούσε να σκεφτεί την περασμένη της ζωή και τη μελλούμενη, τη δική της και του Ζερόμ. Ναι, είχε εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη, ήταν αλήθεια. Αλλά όταν δυο άνθρωποι αγαπιούνται αληθινά, μετράνε αυτά τα πράγματα; Γιατί δεν της έγραφε; Τ ου κάκου παραμόνευε τον ταχυδρόμο. Ούτε μια φορά δε βρήκε στο κουτί τους ένα φάκελο στ’ όνομά της. με το δικό του γραφικό χαρακτήρα- αυτό το γράμμα που το περίμενε κάθε μέρα και με λιγότερη ελπίδα. Γιατί λοιπόν να μην εξοριστεί στη Μασσαλία; Είχε πει το ναι. Ο Μπαζίλ περιχαρής, την είχε πάει ο ίδιος στο σταθμό. «Δε θα σ’ αφήσω βέβαια να κουβαλάς τη βαλίτσα σου!» «Μα, μπαμπά, θα την κουβαλήσω φτάνοντας στη Μασσαλία! Κι εξάλλου δεν είναι βαριά, δε ζυγίζει τίποτα…» «Η Μασσαλία είναι Μασσαλία, εδώ είναι εδώ!» Στην πραγματικότητα, ήθελε να είναι απόλυτα σίγουρος πως θα έπαιρνε το τρένο για τη Μασσαλία κι όχι για το Περπεζάκ. Κι ο καλύτερος τρόπος ήταν να τη βάλει ο ίδιος στην αμαξοστοιχία και να περιμένει ώσπου να ξεκινήσει. Τ ώρα, ήσυχος, σίγουρος για τον εαυτό του —φοβόταν μόνο κάποια γκάφα, αθέλητη ή όχι, της Μαρί — περίμενε τον Ζερόμ Κορμπιέρ επί ποδός!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25


Ζερόμ είχε ξενυχτίσει στο φούρνο. Δεν ήξερε πόσο θ’ απουσίαζε. Καθώς ζύμωνε, τούτη τη νύχτα, ονειρευόταν μια ερωτική νύχτα με τη Ζαν, στο πιο ωραίο ξενοδοχείο του Μπλουά, προτού γυρίσουν μαζί στο Περπεζάκ. Δεν τολμούσε να το πολυπιστέψει, ωστόσο προτίμησε να ετοιμάσει, για κάθε ενδεχόμενο, ψωμί για δυο μέρες. Βέβαια, τίποτα δεν αξίζει το φρέσκο ψωμί, αλλά καλύτερα το μπαγιάτικο από το τίποτα. Κι εξάλλου, το ψωμί του Ζερόμ ήταν τόσο καλοζυμωμένο, τόσο καλοψημένο, τόσο προστατευμένο από την κόρα του, σαν κάστανο μέσα στο αγκαθερό του τσόφλι, που αργούσε να μπαγιατέψει. Έτσι λοιπόν, ο Ζερόμ είχε πάει να πάρει το λεωφορείο με την καρδιά γεμάτη αγωνία, αλλά με ήσυχη τη συνείδηση τουλάχιστον. Οι κουτσομπόλες του πλυσταριού δεν ήταν οι μόνες που τον είδαν και κατάλαβαν, από το ντύσιμό του, πως θα έλειπε ως το βράδυ ή και περισσότερο. Από τη διχάλα ενός ψηλού δέντρου, ιδεώδες παρατηρητήριο, τον είδε κι ο Λα Φατίγκ. Εδώ κι εβδομάδες, ο Λα Φατίγκ κακοκοιμόταν. Όσο περνούσε ο καιρός κι η κατάσταση της Μογκρέ χειροτέρευε, η συναλλαγή που του είχε προτείνει ο άγνωστος στο καλύβι του μπαρμπα-Λαμπούρλ κατέτρυχε τις σκέψεις του. Δεν ήταν πια μόνο η απαραίτητη νοσηλεία της Μογκρέ που απασχολούσε το μυαλό του. Τ ου φαινόταν πως όλα θ’ άλλαζαν στην ύπαρξή του και στη δική της. Θα γιατρευόταν κι αυτός αν έκανε ό,τι περίμενε απ’ αυτόν ο άγνωστος· θα γιατρευόταν από τούτη την κακιά αρρώστια που ήταν η ζωή του. Ως τώρα δεν είχε πολυ-υποφέρει, αλλά ξαφνικά, του παρουσιαζόταν σε όλη της τη φρίκη. Η Μογκρέ κι αυτός ζούσαν σαν ζώα’ αυτή η αλήθεια του είχε αποκαλυφθεί λίγες μέρες μετ’ απ’ αυτή την ανησυχητική συνάντηση, μέσα στα γυαλιστερά μάτια του άγνωστου. Κι ο τρόπος να ξαναγίνουν, ή μάλλον να γίνουν ανθρώπινα όντα, ήταν να κερδίσει αυτά τ’ αναθεματισμένα χρυσά νομίσματα που του είχε τάξει ο άγνωστος με τη ματιά του λύκου. Ο χειμώνας ήταν


ιδιαίτερα βαρύς, ο Λα Φατίγκ είχε βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα λύκο. Ένα πραγματικό λύκο με βαθουλωμένα παΐδια, με κίτρινα, λαμπερά μάτια. Τ ο ζώο δεν είχε ριχτεί πάνω του. Τ ον είχε κοιτάξει για μια στιγμή, ασάλευτο, κι ύστερα είχε κάνει μεταβολή κι είχε φύγει. Η εικόνα του λύκου και του ανθρώπου, μπλεκόταν διαδοχικά στο μυαλό του παιδιού… Αλλ’ αν ο Λα Φατίγκ σκεπτόταν κάθε μέρα τον άγνωστο και το μεταλλικό σωληνάριο που του είχε εμπιστευτεί, δεν τολμούσε ωστόσο να τον υπακούσει. Όπως και να ήταν, το να… ξεπατώσει όλη την πόλη, ήταν βρόμικο κόλπο. Θα μπορούσε να βάλει σε μεγάλο μπελά τον φούρναρη, αν συνέδεαν το ψωμί του με την επιδημία. Κι ο Λα Φατίγκ δεν είχε κανένα λόγο να βλάψει τον Ζερόμ, κάθε άλλο μάλιστα. Κι ύστερα, οι μεγάλοι, είναι τόσο πονηροί, τόσο επινοητικοί, που μπορεί να έχουν τα μέσα να μαντέψουν την αλήθεια και, μέσω του Ζερόμ, να φτάσουν ως αυτόν τον Λα Φατίγκ… Έβλεπε κιόλας να τον κατηγορούν, να τον καταδιώκουν… Και τη μάνα του!… Δεν ήξερε και πολλά για το πως λειτουργούσε η δικαιοσύνη, αλλά αν έμπαιναν στον κόπο να κάνουν μια έρευνα γι’ αυτούς; Θα μαζεύονταν και θα τους σκότωναν με το τσεκούρι, σαν βρομερά ζώα. Τ ότε, τα λουδοβίκεια; Τ α έξι ωραία χρυσά νομίσματα ικανά να ζεστάνουν μια ζωή; Δε θ’ ανήκαν ποτέ στον Λα Φατίγκ; Αυτό δεν μπορούσε να το δεχτεί. Ο άγνωστος, με τα ωραία λόγια του, είχε φαρμακώσει την ψυχή του αγριμιού. Αυτός, ο τόσο ξέγνοιαστος άλλοτε, ο τόσο χαρούμενος μέσα στη μιζέρια του, είχε μπει σε σκοτούρες που ούτε τις ήξερε, ούτε τις φανταζόταν. Να κάνει αυτό που του είχαν πει, ή όχι; Να ξεχάσει τα λουδοβίκεια και το σωληνάριο που θα του επέτρεπε να τα βάλει στο χέρι, ή να δράσει για να ικανοποιήσει τον άγνωστο και να δικαιούται την αμοιβή που του είχε υποσχεθεί; Ο Λα Φατίγκ βασάνιζε αυτές τις ερωτήσεις αδιάκοπα, από βδομάδες. Ανίκανος να δώσει απάντηση, έλιωνε, στέγνωνε στα πόδια του, σκαρφαλωμένος στα δέντρα ή κρυμμένος πίσω από τους θάμνους, απ’ όπου κατασκόπευε τον Ζερόμ


Κορμπιέρ. Και να που, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες, ο Ζερόμ απουσίαζε αφήνοντας αφύλαχτο το φούρνο… Αφύλαχτο, ε όχι δα! Ήταν η Αστερία κι επιπλέον, εδώ και μια βδομάδα, υπήρχαν και δυο νεοφερμένοι, δυο χαμίνια που είχε κουβαλήσει ο Ζερόμ από το Παρίσι. Αυτά, ο Λα Φατίγκ τα παρατηρούσε με ξεχωριστή περιέργεια. Ο ίδιος, στο σχολείο, σαν καταδεχόταν να πατήσει το πόδι του, δεν είχε φίλους. Ήταν πολύ αλλιώτικος από τους άλλους. Θα ντρέπονταν, σίγουρα, να τον δουν παρέα τους. Δεν κολλούσε. Ήταν πολύ βρόμικος, πολύ κακοντυμένος, πολύ κακός μαθητής, αδέξιος στα παιχνίδια… Όταν του δάνειζαν ένα παιχνίδι, το έσπαζε ή το κρατούσε. Προφασιζόταν πως το είχε χάσει. Δεν ήταν δημοφιλής; Μεγάλη του σκασίλα. Αυτός δεν έτρεφε φιλία για κανένα. Τ α «φυσιολογικά» παιδιά του ήταν ξένα. Αυτός κι εκείνα ζούσαν σε διαφορετικούς κόσμους. Γ ι’ αυτόν, οι σκαμμένοι δρόμοι και το δάσος γύρω από το Περπεζάκ, ο ήλιος κι η βροχή, το κρύο κι η πείνα. Γ ι’ αυτά, αυτή η αλλόκοτη χουχουλιασμένη ύπαρξη, της ζεστασιάς, της καλοφαγίας που πάσχιζε του κάκου να τη φανταστεί, αλλά που δεν κατάφερνε να τη ζηλέψει. Τ α παιδιά που πήγαιναν κανονικά στο σχολείο, που έτρωγαν τρία γεύματα την ημέρα και που κοιμόνταν κάθε νύχτα σ’ ένα ζεστό, καθαρό κρεβάτι κάτω από στέρεη στέγη, του φαίνονταν σαν άρρωστα ή βλαμμένα, δεν μπορούσε να μιλήσει κοινή γλώσσα μαζί τους. Τ α καινουριοφερμένα ήταν άλλο πράγμα. Είχε ενδιαφερθεί γι’ αυτά εξαιτίας της ξεχωριστής τους σχέσης με τον φούρναρη. Είχε ρωτήσει τη Σουζάνα Οφλακέ και το δάσκαλο Φορζέ. Από τη Σουζάνα είχε μάθει την προέλευσή τους. «Από ένα ορφανοτροφείο του Παρισιού», του είχε πει. Αυτά τα λόγια του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Ήξερε τι ήταν τα ορφανά. Παιδιά ακόμα πιο μοναχικά απ’ αυτόν. Παιδιά που δεν είχαν καν μια Μογκρέ. Τ ’ όνομα ορφανός το άξιζε όποιος δεν είχε ούτε αυτήν: τούτο το σημείο αναφοράς στη ζωή, μια μάνα αλκοολική και πόρνη, ζώον σχεδόν, αλλά με την οποία τον


έδενε ένα σκοτεινός κι απαραίτητος δεσμός… Κι ήταν και το γεγονός πως τα παιδιά έρχονταν από το Παρίσι. Δεν είχε πάει ποτέ στο Παρίσι. Κι αυτά έρχονταν από ένα τόπο μυθικό, όπου τα ορφανοτροφεία ήταν ακόμα χειρότερα, ή ακόμα πιο «φοβερά», δεν ήξερε ακριβώς, απ’ οπουδήποτε αλλού. Ορφανά, ναι, αλλ’ από το Παρίσι. Θα πρέπει να ήταν απίθανοι τύποι! Σαν δάσκαλος και διευθυντής του σχολείου, ο Αριστείδης Φορζέ ήξερε περισσότερα από τον καθένα γι’ αυτό το θέμα. Γιατί, προφανώς, αυτά τα δυο πιτσιρίκια θα έπρεπε να πάνε στο σχολείο, Ο Ζερόμ Κορμπιέρ είχε φέρει μαθητευόμενους φουρνάρηδες από το Παρίσι, αλλά ήταν πράγματι μαθητευόμενοι, με όλη τη σημασία της λέξεως. Έτσι το έβλεπε το πράγμα ο Φορζέ σαν καλός ουσάρος της Δημοκρατίας. Μόλις έμαθε το νέο από τον φαρμακοποιό Γκαφαρέλ, ο Φορζέ πήγε γραμμή στο φουρνάρικο. Κι εκεί, πολύ φιλικά —οι δυο άντρες που είχαν πάντα τις καλύτερες σχέσεις— ο Φορζέ είχε θυμίσει στον Κορμπιέρ την υποχρέωσή του να στείλει σχολείο τα δυο αγόρια. Ο Κορμπιέρ είχε υποσχεθεί να συμμορφωθεί. Είχε ζητήσει μόνο μια προθεσμία λίγων ημερών. «Αφησέ τα λίγο. Δεν έχουν ξαναδεί χωράφι και ζώο… Αφησε τα να εγκλιματιστούν! θα έρθουν στο σχολείο σου που βρομάει κάτουρο και κιμωλία, αλλ’ άφησέ τα λίγο να πάρουν λίγο καθαρό αέρα προτού κλειστούν μέσα!» «Είναι καθαρό το σχολείο μου! Είμαι άτεγκτος στα θέματα υγιεινής!» «Είναι καθαρό, αλλά βρομάει κάτουρο και κιμωλία. Έτσι μυρίζουν όλα τα σχολεία! Δεν το πρόσεξες ποτέ; Ε, δεν έχεις βγει ποτέ άπό το σχολείο, κι έτσι…» «Με συγχωρείς! Τ ο άφησα το σχολείο μου από το 1915 ως το 1918, όπως άφησες κι εσύ το φούρνο σου…» Ο χοντρο-Αριστείδης λαχάνιαζε από αγανάκτηση, Ο Ζερόμ τον χτύπησε στον ώμο, καθησυχαστικά.


«Έλα, έλα, μη νευριάζεις. Πολέμησες γενναία, το ξέρουμε και ξέρουμε πως το σχολείο σου μοσχοβολάει κάτουρο και κιμωλία και ξερά φύλλα το φθινόπωρο! Ακου, σου ορκίζομαι πως τα πιτσιρίκια μου θα παρακολουθήσουν τα μαθήματά σου. Μαθητευόμενοι είναι μια λέξη, έτσι, για να συμπληρωθούν τα χαρτιά, για τη γραφειοκρατία. Θα τους μάθω την τέχνη, σίγουρα, αλλά δε θα τους ρίξω στη δουλειά από τα εννιά τους χρόνια». «Δε σε συμφέρει, απαγορεύεται, έτσι κι αλλιώς! Κι όχι ς>ουρ-νιές το βράδυ, ε; Τ η νύχτα, ένα παιδί στην ηλικία τους πρέπει να κοιμάται, αλλιώς την επομένη κοιμάται στο θρανίο». «Στ’ ορκίζομαι, Αριστείδη! Στ’ ορκίζομαι, πως θα είναι στο κρεβάτι στις οχτώ το βράδυ και πως δε θα πίνουν κρασί στο τραπέζι ούτε τσικουδιά ανάμεσα στα γεύματα!» φώναξε ο Ζερόμ απηυδισμένος. «Καλά, καλά… Λοιπόν, πώς λέγονται τα πιτσιρίκια για να τα γράφω στο σχολείο;» Έτσι έγινε λοιπόν κι ο εκπαιδευτικός έμαθε πριν απ’ όλους πως τα παιδιά ονομάζονταν Ονορέ Φαμπέρ και Σεμπαστιέν Σελεριέ και το είχε πει στον Λα Φατίγκ. «Μα γιατί ενδιαφέρεσαι γι’ αυτά;» τον ρώτησε ο Φορζέ. «Πιστεύεις πως θα μπορέσεις να πιάσεις μαζί τους φιλίες;» «Φίλους, εγώ…» Τ ο παιδί δεν είχε τελειώσει τη φράση του κι η καρδιά του Φορζέ σφίχτηκε. Φίλους δεν είχε ο Λα Φατίγκ, σίγουρα, Ο Φορζέ ήταν σε θέση να το ξέρει. «Κοίτα, μπορεί αυτοί να είναι πιο καλοί μαζί σου… Ήρθαν τώρα, δεν ξέρουν κανένα…» «Δε μου χρειάζεται να είναι καλοί μαζί μου! Δεν έχω ανάγκη κανένα!»


«Καλά, καλά, εντάξει…» «Είναι ορφανά, ε; Αυτό σημαίνει πως…» «Ξέρω. Πως δεν έχουν κανένα να φροντίσουν». «Ε; Μα είναι το αντίθετο, είναι οι μεγάλοι που φροντίζουν τα παιδιά, όχι…» Σ’ αυτό το σημείο, ο Λα Φατίγκ παράτησε τον Φορζέ κι έφυγε, απρόβλεπτος σαν σπουργίτης. Από τότε, συλλογιόταν τα ονόματα των παιδιών, Ο μικρός ξανθός ήταν ο Φαμπέρ. Ονορέ Φαμπέρ. Ονορέ… Ονορέ (τιμημένος) για ποιο πράγμα, για τι; Επειδή ήταν ορφανός, τον είχε τιμήσει η μοίρα. Κι ο μελαχρινός, που ήταν μεγαλύτερος, ονομαζόταν Σεμπαστιέν Σελεριέ. Σε Σε! Σε Μπαστιέν, Σε Λεριέ! Ο Λα Φατίγκ έκανε κάτι τέτοια λογοπαίγνια στο μυαλό του κι υποσχόταν να τα πετάξει και στο σχολείο, αν τα θυμόταν ως τότε. Στο μεταξύ, κατασκόπευε τον Ονορέ και τον Σεμπαστιέν με πάθος. Αυτοί οι δυο ήταν γεννημένοι χωρίς γονείς, χωρίς στέγη. Κι είχαν βρει στέγη και κάτι σαν γονείς, ας πούμε, στον Ζερόμ και στη Ζαν. Η Ζαν δεν ήταν εδώ, αλλά θα ερχόταν σίγουρα. Δεν την είχαν θάψει, θα γύριζε λοιπόν. Μπορεί από κάπου να πήγαινε να τη φέρει ο Ζερόμ έτσι ντυμένος στην πένα. Κι ίσως ήταν μια ευκαιρία που δε θα έπρεπε να τη χάσει, μιας και θα έλειπε. Τ α κατατόπια του φούρνου, ο Λα Φατίγκ τα ήξερε, όπως ήξερε και τις συνήθειες της Αστερίας. Η Αστερία δεν πατούσε το πόδι της εκεί που ζύμωνε ο Ζερόμ. Ίσως επειδή της θύμιζε πολύ τον άντρα της, τον Μαστρο-Αντελίν, που ο Λα Φατίγκ μόλις τον θυμόταν, ή ίσως επειδή ο φούρνος δεν ήταν μέρος για γυναίκες. Όπως και να ήταν, η Αστερία δεν έμπαινε. Κι αν δεν ήταν ο Ονορέ κι ο Σεμπαστιέν, μια τέτοια μέρα. τα πράγματα θα ήταν σωστό παιχνίδι να πάει, ν’ ανακατέψει τη σκόνη του άγνωστου στη φαρίνα του Ζερόμ. Όχι στη ζύμη, γιατί ο φούρναρης δε θα είχε αφήσει, ασφαλώς, ζύμη για ν’ ανέβει. Αλλά ο Λα Φατίγκ ήξερε πού ήταν αποθηκευμένο το αλεύρι. Και η σκόνη, ανακατεμένη με το αλεύρι, θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα, το δίχως άλλο, όσο κι αν την έριχνε στο ζυμάρι. Μπορεί


κιόλας να ξεθύμαινε λιγάκι και να μείωνε το αποτέλεσμα. Έτσι αυτός θα είχε εκτελέσει την αποστολή του, θα του άξιζαν τα έξι λουδοβίκεια και θα ήταν ταυτόχρονα λιγότερο ένοχος απέναντι του Ζερόμ. Κι ίσως, για δες, καθόλου ένοχος… Αυτή η ιδέα τον ενθουσίασε. Όσο το σκεφτόταν, η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά. Η σκόνη. Τ ο αλεύρι. Τ ο λευκό πανί κρεμασμένο στο δυτικό παράθυρο. Λευκό πανί δεν είχε. Αλλά ένα κουρέλι, ένα οποιοδήποτε κουρέλι θα έκανε τη δουλειά. Η το πολύ πολύ θα έκλεβε ένα πουκάμισο από κανένα σκοινί και θα έσκιζε ένα μανίκι…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26

Ο Ονορέ έπαιζε στην τσιμεντένια αλέα. Από τους δυο, ήταν το πιο παιδί. Όχι μόνο στο μπόι και στην ηλικία, κι ας είχαν λίγους μήνες διαφορά. Όσο μπορείς να μείνεις «μωρό» λιώνοντας τα βρακιά σου στους πάγκους του ορφανοτροφείου, ο Ονορέ είχε μείνει. Κι είχε… ξαναμωραθεί από τότε που είχε φτάσει στου Ζερόμ Κορμπιέρ. Εδώ, κολυμπούσε σε μια ατμόσφαιρα ασφάλειας από καιρό ξεχασμένη κι ευνοϊκή για υπέροχες διαολιές. Στο Βερτύ, όπως και σε όλα τα ιδρύματα απ’ όπου είχε περάσει, δεν ήταν ποτέ μόνος, υπήρχε πάντα κάποιος να πέσει πάνω του και να του χαλάσει τις φανταστικές κατασκευές του, αυτές τις εύθραυστες σκαλωσιές από άχυρα, πούπουλα, φυσαλίδες και αραχνοπλέγματα. Στο Περπεζάκ τίποτα τέτοιο. Μπορούσε να παίζει με τις ώρες, να χάνεται στον εσωτερικό του κόσμο χωρίς να τον ενοχλεί κανείς. Κι αυτός το απολάμβανε, έπαιζε ξένοιαστος, χωρίς ανησυχία, σαν όλα τα παιδιά του κόσμου, μ’ αυτά τα δυσκολοεξήγητα στους ενήλικες παιχνίδια, αηδιαστικά καμιά φορά, ή και διεστραμμένα, αλλά διασκεδαστικά. Υπήρχε λοιπόν κατά μήκος του τοίχου του κυρίως κτίσματος μια τσιμεντένια αλέα που την είχε κάνει το αγαπημένο του πεδίο για παιχνίδι. Τ ο τσιμέντο είχε σκάσει από τις βροχές και τα χιόνια. Δεν


ήταν πια μονοκόμματο, αλλά είχε σπάσει σε μικρά και μεγάλα κομμάτια, φρούρια ή μπούνκερ, που μπορούσες να τα σηκώσεις σαν καπάκια. Κι αυτά τα φρούρια-κα-πάκια στέγαζαν από κάτω τους μια πληθώρα ζουζουνιών που παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον για τούτο το παιδί που δεν είχε ποτέ πλησιάσει τη φύση. Τ ούτα τα ζωύφια που έβριθαν και που σκορπίζονταν πανικόβλητα μόλις ανασήκωνε τη στέγη του καταφυγίου τους, ο Ονορέ τρελαινόταν να τα σκοτώνει. Μεγαλοφυώς! Τ α ξεμονάχιαζε μ’ ένα βότσαλο και τα τεμάχιζε μ’ ένα παλιό, σκουριασμένο μαχαίρι, τα έκαιγε όταν ήταν σίγουρος πως δεν τον έβλεπε κανείς με τα σπίρτα που είχε ξεκλέψει από την κουζίνα της Αστερίας και που μ’ αυτά άναβε και τις μακριές κληματίδες που τις κάπνιζε σαν τσιγάρα. Από μια ομαδική εκδρομή στο δάσος του Οζουάρ-λα-Φεριέρ, ήταν το μόνο που είχαν κουβαλήσει οι μικροί οικότροφοι, από τ’ αγαθά της φύσης: είχαν μαζέψει ξεραμένες κληματίδες που τις έκοβαν και τις κάπνιζαν σαν σιγκαρίλος… Δεν ήταν και άσχημες και ήταν λιγότερο βλαβερές για την καρδιά απ’ ό,τι ο πραγματικός καπνός. «Έχεις κληματίδες; Δώσε μου μια!» Ήταν ο Σεμπαστιέν που ήρθε να τον βρει. Τ α δυο αγόρια τα πήγαιναν πάντα καλά χωρίς να «κολλάει ο ένας στον κώλο του άλλου», όπως έλεγαν. Περνούσαν ώρες το καθένα στη γωνιά του. Η παλιά αγροικία των Κορμπιέρ ήταν αρκετά μεγάλη γι’ αυτή τη δουλειά. Ο Ονορέ ψαχούλεψε στην τσέπη του κι έδωσε στον σύντροφό του ένα κομμάτι κληματίδας σαν ραβδάκι γλυκόριζας. «Να, πάρε… Δεν έχει βρέξει εδώ και μέρες· έχουν ξεραθεί στο τσακ!» «Πρίμα!» Έλεγαν «πρίμα» για να πουν πως κάτι ήταν πραγματικά καλό. Δεν ήξεραν από που προερχόταν ίσως από τα γερμανικά ή τα ολλανδικά… Αποτελούσε μέρος της αργκό του ορφανοτροφείου.


Ο Σεμπαστιέν άναψε την κληματίδα του απ’ αυτή του Ονορέ. Τ η φύσηξε υπομονετικά κι ύστερα τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. «Δεν είναι και άσχημες. Τ ις βρίσκω πιο αρωματικές από του Οζουάρ…» «Σ’ έψαχνα πριν από λίγο, πού ήσουνα;» «Πέρασα μια στιγμή από το φούρνο». «Είναι σβηστός». «Τ ο ξέρω, αλλά μ’ αρέσει. Η ατμόσφαιρα… δεν ξέρω, μ’ αρέσει εκεί μέσα. Κι εσύ τι κάνεις;» «Βλέπεις, χαζολογάω…» «Χαζολογάς ξεκοιλιάζοντας σκουλήκια; Μωρέ μπας κι είσαι… βαρεμένος;» «Δεν είμαι βαρεμένος, παίζω το Ντουομόν! Η πέτρα είναι το οχυρό με τους Γάλλους μέσα κι εγώ κάνω το γερμανικό πυροβολικό…» «Τ ο αντίθετο, οι Γερμανοί ήταν μέσα!» «Α, ναι;» «Ε, ναι κάθε φορά που έπαιρναν το οχυρό, ήταν μέσα, ώσπου να τους πετάξουν οι στρατιώτες μας έξω…» «Α, πολύ ενδιαφέρον!» «Και βέβαια, είναι η Ιστορία! Ξέρεις, το αφεντικό, ο Ζερόμ δηλαδή, πολέμησε. Τ ον ρώτησα, πήρε και παράσημο». «Κι ο πατέρας μου πήγε στον πόλεμο· εκεί άρπαξε το χτικιό στα πνευμόνια. Τ ο αφεντικό, ο Ζερόμ,, τραυματίστηκε;» «Όχι, είχε τύχη, μου είπε».


«Εμένα μου λες! Και βέβαια είχε τύχη αν πήρε παράσημο χωρίς να τραυματιστεί. Κι εμένα πήρε παράσημο ο πατέρας μου. Τ ο Σταυρό της φθίσης ή κάτι τέτοιο. Κανονικά θα ’πρεπε να τον δώσουν και της μάνας μου, είχε κι αυτή το ίδιο. Όπως και να ’ναι, είναι πεθαμένοι κι οι δυο». «Τ ο ξέρω, μου το έχεις πει», Ο Σεμπαστιέν κάθισε στο τοι-χάκι πλάι στον Ονορέ. «Τ ι λες, δεν είμαστε κι άσχημα εδώ, ε;» «Όχι, έχω δει και χειρότερα». «Κι εγώ το ίδιο. Δεν μπορείς να πεις ακόμα, αλλά έχω την ιδέα πως δε θα χρειαστεί να τα μαζέψουμε και να του δίνουμε…» «Για την ώρα, δε βιαζόμαστε… Ό,τι τρώμε είναι καλό». «Ναι, κι είναι καλοί άνθρωποι η Αστερία και το αφεντικό… ο Ζερόμ». «Ναι, αλλά πήγε να φέρει τη γυναίκα του. Αν αυτή είναι καμιά γρουσούζα…» «Μπορεί. Τ ελικά είμαστε μια χαρά χωρίς αυτή. Καλύτερα να μη τη φέρει πίσω. Η Αστερία φτάνει για το νοικοκυριό» «Τ ο ξέρεις πως τη Δευτέρα είμαστε για το σχολείο, ε; Αυτή τη φορά δεν τη γλιτώνουμε». Ο Ονορέ έκανε ένα μορφασμό. «Παραήταν ωραίο για να κρατήσει!» Ο Σεμπαστιέν σηκώθηκε με την κληματίδα στην άκρη των χειλιών. «Έχω κέφι για μια βόλτα ως το ποτάμι. Η Αστερία μου είπε πως έχει κάτι γωνιές πολύ όμορφες για μπάνιο το καλοκαίρι. Έρχεσαι μαζί μου;»


«Έχουμε καιρό ως το καλοκαίρι. Μη μου πεις πως θα βουτήξεις με το κρύο που κάνει;» «Όχι βέβαια, πάω για να δω». Ο Ονορέ ύψωσε τους ώμους του. «Τ ρέχα μπροστά», του απάντησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τα λιωμένα ζουζούνια, «εγώ θ’ αποτελειώσω εδώ, θα ελευθερώσω το Ντουομόν» Ο Σεμπαστιέν ύψωσε τα μάτια στον ουρανό. «Μα είσαι μπιτ χαζός!» Ο μικρός γέλασε ξένοιαστα. «Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό…» «Καλά! Εγώ πάω…» «Πήγαινε…» Εκεί κοντά, αθέατος, ξαπλωμένος σαν τον Μοϊκανό του Φένιμορ Κούπερ πίσω από ένα πυκνό θάμνο, ο Λα Φατίγκ είχε παρακολουθήσει τη σκηνή χωρίς να χάσει λέξη από τη συζήτηση. Ο Σεμπαστιέν στην όχθη του Κρουέλ κι ο Ονορέ εδώ, απορροφημένος από το παιχνίδι του. Τ έλεια, Ο δρόμος ήταν ελεύθερος. Εντόπισε την Αστερία με το αυτί. Είχε εξαιρετική ακοή και όραση. Η Αστερία ήταν επάνω, έφτιαχνε τα δωμάτια στην άλλη μεριά του κτίσματος· δεν κινδύνευε λοιπόν να τον δει. Σβέλτος κι αθόρυβος, ο Λα Φατίγκ ξεγλίστρησε κατά το φούρνο. Η πόρτα ήταν κλειστή, αλλά στην ύπαιθρο οι άνθρωποι δεν είναι καχύποπτοι όπως στην πόλη. Κλείνουν συχνά τις πόρτες τους, αλλ’ αφήνουν το κλειδί κάπου εκεί κοντά για να μη το χάσουν κουβαλώντας το πάνω τους. Οι γείτονες ξέρουν πού είναι κι αυτό


είναι εξυπηρετικό καμιά φορά. Ο Λα Φατίγκ το ήξερε - ο Ζερόμ άφηνε το κλειδί σ’ ένα μικρό τρύπιο ποτιστήρι, στ’ αριστερά της πόρτας. Μα το είχε αφήσει εκεί, σήμερα που έφευγε για πολλές μέρες, ίσως; Τ ο παιδί, με τρελό χτυποκάρδι, έχωσε το χέρι στο ποτιστήρι κι ένα θριαμβευτικό χαμόγελο φώτισε το βρόμικο πρόσωπό του. Τ ο κλειδί ήταν εκεί! Τ ο πήρε, άνοιξε την πόρτα, μπήκε και την ξανάκλεισε πίσω του. Η επιχείρηση δεν είχε κρατήσει δυο δευτερόλεπτα. Πίσω από την πόρτα, μετά από ένα στενό πλατύσκαλο, μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε στο φούρνο που ήταν εγκατεστημένος στο υπόγειο που ήταν κάποτε κάβα. Ο Λα Φατίγκ κατέβηκε αθόρυβα τα σκαλοπάτια κι έσπρωξε μια δεύτερη πόρτα. Ορίστε λοιπόν, βρισκόταν στ’ άδυτα! Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν μόνος εκεί μέσα και η καρδιά του χτυπούσε, άθελά του. Όχι γιατί είχε μπει λαθραία… Τ ο να μπαίνει κρυφά σε κελάρια και κοτέτσια, το να λεηλατεί μποστάνια και περβόλια, το ν’ αρπάζει ό,τι του έπεφτε στο χέρι, ήταν τρόπος ζωής για τον Λα Φατίγκ. Έτσι περνούσε τον καιρό του. Όχι, ήταν ο χώρος που τον φόβιζε, που του προκαλούσε δέος. Τ ο φουρνάρικο ήταν τόπος ιερός, πιο ιερός κι από εκκλησιά για ένα χαμίνι που το κυβερνούσε το στομάχι κι όχι η ψυχή του. Εδώ δούλευε κι έφτιαχνε, με τα δυο του χέρια, ο Ζερόμ το ψωμί του Περπεζάκ που είχαν, αυτός κι η μάνα του, συχνά το μερτικό τους. Εδώ ετοίμαζε ο Ζερόμ αυτό, που για τον Λα Φατίγκ, ήταν η πεμπτουσία των Θεών: τα κρουασάν βουτύρου που τα είχε δοκιμάσει μια φορά. Για μια στιγμή, το παιδί, πνιγμένο από σεβασμό, δίστασε. Ένιωθε πάνω στο μηρό του, στο βάθος της τσέπης του, την επαφή, οικεία πια, του μετάλλινου σωληνάριου. Ο φούρνος ήταν βυθισμένος στο μισόφωτο, αλλά ο Λα Φατίγκ δε δυσκολεύτηκε να προσανατολιστεί. Τ ο σεντούκι με το αλεύρι ήταν


εκεί, στη γωνιά, στα δεξιά. Όπως όλοι οι φουρνάρηδες, ο Ζερόμ άφηνε τη φαρίνα να ξεκουραστεί προτού τη χρησιμοποιήσει. Πρώτης ποιότητας, αλεσμένη και κρισαρισμέ-νη με τον παλιό τρόπο, την προμηθευόταν από ένα μυλωνά με τον οποίο συνεργαζόταν ο Μαστρο-Αντελίν πριν απ’ αυτόν, Ο Ζερόμ είχε κληρονομήσει από το θετό του πατέρα τη δυσπιστία απέναντι στις περισσότερες προόδους που είχαν επέλθει από την αρχή του αιώνα στη βιομηχανική παρασκευή των υλικών, στην τεχνική αλευροποίησης. «Ναι, ναι», παραδεχόταν, «μπορεί το αλεύρι να είναι πιο άσπρο και πιο φίνο σήμερα, αλλ’ αυτό δε σημαίνει πως είναι καλύτερο από πριν… Ξεχνούν πως η φαρίνα είναι αλεσμένο στάρι και πως ποτέ δε θ’ αξίζει περισσότερα απ’ ό,τι το στάρι απ’ όπου βγήκε! Ας κρατήσουν τ’ όμορφο ζυμάρι τους οι μεγάλοι μαστόρηδες! Εδώ, στο φούρνο μου θα μπαίνει η ίδια παλιά φαρίνα που χρησιμοποιούσε ο Μαστρο-Αντελίν: στάρι αλεσμένο σε δυο μυλόπετρες. Ήταν αρκετά καλό για το τραπέζι των βασιλιάδων και οι κάτοικοι του Περπεζάκ δε θα ήθελαν άλλο! Τ ον καιρό του Μαστρο-Αντελίν, το καπάκι του μεγάλου δρύινου σεντουκιού είχε ένα κρίκο για να περνάει αλυσίδα με λουκέτο. Είχε φύγει από τη θέση του από καιρό κι ο Ζερόμ δεν είχε νοιαστεί να τον ξαναβάλει, Ο Λα Φατίγκ κατευθύνθηκε ίσια στο σεντούκι. Από ένα φεγγίτη, στον απέναντι τοίχο, έπεφτε μια αχτίδα ήλιου. Έπρεπε να δράσει γρήγορα και να το σκάσει, Ο Λα Φατίγκ έβλεπε κιόλας τον εαυτό του να κρεμάει το λευκό πανί στο δυτικό παράθυρο του καμένου σπιτιού, το κουρέλι που θ’ ανάγγελλε το θρίαμβό του… Σήκωσε σαν μεθυσμένος το βαρύ καπάκι. Ένα κομμάτι ξύλο χρησίμευε για να το κρατούν ανοιχτό. Τ ο παιδί το έχωσε στις εγκοπές, φτιαγμένες γι’ αυτό το λόγο. Μέσα στο μισόφωτο, το αλεύρι έμοιαζε ν’ ακτινοβολεί μ’ ένα δικό του γαλαζωπό φως. Ο Λα Φατίγκ έχωσε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε το μεταλλικό σωληνάριο. Τ ο άνοιξε γρήγορα γρήγορα κι άδειασε το περιεχόμενο στο σεντούκι. Με το αριστερό του χέρι, στα τυφλά, ανακάτεψε όπως όπως το αλεύρι. Τ ο είχε τραβήξει κι ετοιμαζόταν να το σκουπίσει στο λιγδιασμένο παντελόνι του, όταν άκουσε θόρυβο βημάτων στη σκάλα, πίσω από την πόρτα απ’ όπου είχε μπει. Η καρδιά του


σαλτάρισε στο στήθος του. Έκανε το γύρο του πελώριου σεντουκιού και κούρνιασε στη σκιά. Αναζήτησε με το βλέμμα την άλλη πόρτα, αυτή που έβγαζε σε μια δεύτερη σκάλα, η οποία οδηγούσε στο διαμέρισμα του φούρναρη. Αλλά δεν πρόλαβε να το σκάσει από κει, πράγμα που δε θα ήταν εύκολο γιατί αγνοούσε τη διαρρύθμιση των επάνω χώρων και κινδύνευε να πέσει πάνω στην Αστερία. Ακουσε την πόρτα να τρίζει στους μεντεσέδες της. Έχωσε το κεφάλι στους ώμους. Μέσα στο κρανίο του βούιζε ή λύσσα της γάτας που τη στριμώχνει ο σκύλος. Πώς αφέθηκε να παγιδευτεί έτσι, αυτός!… Ένα χέρι γύρισε το διακόπτη του ηλεκτρικού κι ένα φως ωμό, από δυο δυνατές λάμπες στο ταβάνι, πλημμύρισε όλο το φούρνο. Πρέπει να βλέπεις καλά για να δουλεύεις και να καθαρίζεις ασταμάτητα- ο φούρναρης περνάει τον καιρό του τρίβοντας και πλένοντας… Θόρυβος από βήματα, τώρα. Πολύ ελαφριά για ν’ ανήκουν σε μεγάλο. Θεέ και Κύριε ήταν… «Ει, ποιος είσαι του λόγου σου; Βγες από κει, σε είδα που μπήκες!» Η φωνή ήταν σταθερή, Ο Σεμπαστιέν Σελεριέ δε δείλιαζε. Μα ούτε κι ο Αα Φατίγκ. Τ ο αγρίμι ένιωσε ανακούφιση. Στριμωγμένος, σύμφωνοι, αλλ’ από αντίπαλο στα μέτρα του. Ο νεοφερμένος το αγνοούσε, αλλά στο σχολείο δεν του πήγαιναν και πολύ κόντρα. Ήξεραν πως στον καβγά, χτυπούσε στα τυφλά, πως δάγκωνε, πως γρατζούνιζε και πως έβαζε σημάδι τα μάτια και τ’ αχαμνά. Σηκώθηκε λοιπόν και στήθηκε μπροστά στον Σεμπαστιέν, λοξά, ελπίζοντας πως θα κρυβόταν το αριστερό του χέρι και το μπατζάκι, άσπρα και τα δυο από το αλεύρι. Τ ον είχαν βγάλει Αα Φατίγκ (ο Μουργέλας) κι όχι Αα Μαλίς (ο Πονήρας) κι υπήρχαν λόγοι γι’ αυτό· λόγοι που φάνηκαν με την πρώτη του αντίδραση: «Μπα, κι εσύ τι ζητάς εδώ; Σε νόμιζα φευγάτο για τον Κρου-έλ…» «Α, μαρτυρήθηκες! Ώστε έτσι, ε; Παραμόνευες! Γιατί; Απάντησε! Ποιος είσαι; Τ ι κάνεις εδώ;»


Η φωνή του Σεμπαστιέν δεν έτρεμε, Ο Λα Φατίγκ θυμήθηκε τα λόγια της Σουζάνας Οφλακέ: «Έρχονται από ένα ορφανοτροφείο του Παρισιού…» Αν του έλεγαν πως είχε βγει από την Αυλή των Θαυμάτων ή από το κάτεργο, την ίδια εντύπωση θα του έκανε του Λα Φατίγκ. Τ ο αγόρι που είχε μπροστά του είχε πάρει μαθήματα σ’ ένα τρομερό μέρος, δεν μπορούσε λοιπόν να είναι μαμμόθρεφτο. Αλλά κι αυτός ήξερε να παλέψει! Ο αγρο-πόντικας κι ο αρουραίος της πόλης θα έτρωγαν τα μουστάκια τους! Ας κέρδιζε ο πιο κακός! Εκτός από τον άγνωστο, που δε μετρούσε επειδή ήταν μεγάλος, ο Λα Φατίγκ δεν είχε συναντήσει άλλον πιο κακό από τον ίδιο. «Εμένα με λένε Λα Φατίγκ γιατί φαίνεται πως γεννήθηκα κουρασμένος… Αλλά όχι για όλα, να εξηγιόμαστε!» «Α, έτσι; Και τι ζητάς εδώ μέσα;» Ο Σεμπαστιέν έκανε την ερώτηση για τους τύπους. Με τα λιγδιάρικα κουρέλια του, τα βρόμικα χέρια και το πρόσωπο, ο Λα Φατίγκ δεν μπορεί να ήταν παρά κλέφτης. Και χωρίς να το καλοκαταλάβει αντιδρούσε σαν σκύλος-φύλακας. «Έρχομαι συχνά εδώ», είπε ο Λα Φατίγκ με προσποιητή αδιαφορία, «Ο Ζερόμ είναι φίλος». «Α, μπα;» Η δυσπιστία στη φωνή του Σεμπαστιέν εξόργισε τον Λα Φατίγκ. «Ναι! Τ ον ξέρω πολύ πριν από σένα, δικέ μου! Μου δίνει κάθε τόσο και κρουασάν…» «Και πρώτα πρώτα, δεν είμαι ‘δικός σου’. Κι ύστερα, αν σου δίνει κάθε τόσο κρουασάν, αναρωτιέμαι γιατί ήρθες εδώ τώρα που λείπει να του ‘σουφρώσεις’ αλεύρι». Ο Λα Φατίγκ δεν ήξερε την παρισινή αργκό. Δεν είχε ακούσει ποτέ τη λέξη «σουφρώνω», αλλά από τα συμφραζόμενα δεν μπορούσε να


του ξεφύγει η έννοια. Και αυτό τον έκανε να οργίζεται ακόμα πιο πολύ . «Ε, πού το πας; Δεν έκλεψα αλεύρι!» «Ναι; Και τότε τι είναι αυτή η άσπρη σκόνη στο χέρι και στο παντελόνι σου;» «Α… αυτό; Είναι… ε, ναι αλεύρι είναι, αλλά δεν έκλεβα… το δοκίμασα μόνο!» Ο Σεμπαστιέν χαμογέλασε περιφρονητικά. «Τ ο δοκίμαζες ε; Μπαίνεις εξεπίτηδες, στη ζούλα, μόνο και μόνο για να δοκιμάσεις ωμό αλεύρι, εσύ;» «Ε, ναι, αν μου κάνει κέφι! Και μη με σκοτίζεις με τις ερωτήσεις σου! Τ ι είσαι; Τ ης αστυνομίας; Παράτα με ήσυχο! Κάνε τόπο να περάσω!» Ο Λα Φατίγκ έκανε ένα βήμα κατά την πόρτα. Στα μάτια του είχε ανάψει μια απειλητική φλόγα. Ο Σεμπαστιέν καλοστήθηκε στ’ αδύνατα, αλλά μυώδη πόδια του. Ο Λα Φατίγκ δεν ήταν σίγουρα αμελητέος αντίπαλος… Πρόσεξε πως τα χέρια του ήταν άδεια. Αρα δεν είχε κλέψει τίποτα, ή τόσο λίγο που δεν άξιζε τον κόπο να κάνει και μεγάλο σαματά… Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα κι όρμησε μέσα ο Ονορέ. «Μην τον αφήνεις να το σκάσει, Σεμπαστιέν. Τ σάκωσέ τον! Δεν έκλεψε αλεύρι, κάτι έριξε μέσα!» «Τ ι είπες;» «Τ ον είδα από το φεγγίτη! Αδειασε ένα σωληνάριο μέσα! Μπορεί να είναι φαρμάκι! Τ ο είδα σου λέω! Τ σάκωσέ τον!» «Βρομιάρη!»


Ο Σεμπαστιέν ρίχτηκε μπροστά. «Μην πλησιάζεις, τομάρι!» Στο χέρι του Λα Φατίγκ άστραψε μια λάμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27

Οι δυο άντρες κοιτάζονταν ανάμεσα από τα κάγκελα του φράχτη. Στα μάτια του γεροντότερου έλαμπε ένας ανελέητος θρίαμβος. Είχε νικήσει στο μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στο μισητό γαμπρό του και χαιρόταν τη νίκη του. Κι επιπλέον είχε το κεφάλι του ήσυχο, Ο φόβος που έτρεφε τις τελευταίες μέρες μήπως ο Ζερόμ συναντήσει τη Μαρί κι αυτή δαγκώσει το δόλωμα, είτε από συναισθηματισμό είτε από γυναικεία βλακεία, είχε εκλείψει. Σήμερα η Μαρί βρισκόταν σαράντα χιλιόμετρα μακριά, στο Μπαζύς, στην αδερφή της. Θα γύριζε αύριο. Κι αυτή ακριβώς τη μέρα είχε διαλέξει ο άλλος να σκάσει την αλευρωμένη μύτη του… τρόπος του λέγειν. Ο Ζερόμ ήταν ανήμπορος απέναντι στον Μπαζίλ. Για κάποιο σκοτεινό λόγο, ο Μπαζίλ δεν τον συμπαθούσε. Υπήρχε βέβαια η πολιτική, αλλ’ αυτό δεν ήταν αρκετή εξήγηση για όλο τούτο το μίσος. Ο Ζερόμ θα ήθελε πολύ να τον συμπαθούν, ν’ αρέσει, αλλά κι ο ίδιος είχε σε πολύ λίγη εκτίμηση τον Μπαζίλ. Αλίμονο, ήταν ο πατέρας της Ζαν. Η Ζαν είχε εγκαταλείψει τη συζυγική εστία. Σ’ αυτό που θα έπρεπε να είναι ένα περαστικό καβγαδάκι, όπως συμβαίνει συχνά στα ζευγάρια, ο Ζερόμ δεν μπορούσε να υπολογίζει παρά μόνο στην εχθρότητα του Μπαζίλ. «Ναι;»


«Καλημέρα, θα…» Ο Ζερόμ σώπασε, Ο Μπαζίλ άφησε τη σιωπή να μακρύνει, ν’ απλωθεί ανάμεσά τους σαν κηλίδα βρόμικο νερό. «…Θα ήθελα να δω τη Ζαν», είπε ο Ζερόμ με κόπο. «Τ η Ζαν; Γιατί; Για να της μαυρίσεις και το άλλο μάτι;» Ο Ζερόμ κούνησε το κεφάλι σαν ζώο ενοχλημένο από σμήνος μύγες. «Μη μιλάτε έτσι, Μπαζίλ… Τ ο ξέρετε καλά πως λυπάμαι. Ήταν ατύχημα!» «Ατύχημα; Και ποιος νομίζεις πως θα το πιστέψει αυτό; Χτύπησες την κόρη μου, κάθαρμα κι αν ήμουν πιο νέος, θα σου έδειχνα…» Ο Ζερόμ ρίγησε στο άκουσμα της βρισιάς και της απειλής. Αν αυτός ο ηλίθιος δεν είχε άσπρα μαλλιά, θα τον έκανε να καταπιεί με τις γροθιές τα λόγια του… Ωστόσο κατάφερε να ηρεμήσει. Είχε έρθει με την ελπίδα να συμφιλιωθεί με τη Ζαν. Θα ήταν ήδη πολύ δύσκολο, δε χρειαζόταν να επιβαρύνει τη θέση του σπάζοντας τα μούτρα του πατέρα της! «Με τη Ζαν θέλω να μιλήσω, όχι με σας. Τ ης έγραψα. Δεν απάντησε στα γράμματά μου…» «Γιατί δεν άξιζαν τον κόπο! Μας τα διάβασε, φαντάσου, σπάζοντας πλάκα! Κάθε φορά που έφτανε ένα, μας το διάβαζε και μιμόταν το λυγμό στη φωνή σου… προτού τα πετάξει στα σκουπίδια!» Ο Ζερόμ έπιασε τα κάγκελα του φράχτη και τα έσφιξε μ’ όλη του τη δύναμη. «Κάθαρμα! Είναι ψέματα! Είμαι σίγουρος πως δεν το έκανε αυτό! Αφησέ με να μπω, θέλω να τη δω, θέλω να την ακούσω να το λέει πως το έκανε… Αν μου το πει η ίδια, δε θα το ξανασυ-ζητήσω. Θα φύγω».


«Να μπεις σπίτι μου; Ούτε λόγος! Είναι τίμιο σπίτι εδώ, δεν μπαίνει ο κάθε βρομοδεξιός που δέρνει τη γυναίκα του! Κι εξάλλου δεν είναι εδώ. Η Ζαν έφυγε και πίστεψέ με, δεν πρόκειται να την ξαναδείς!» «Έφυγε; Γιά πού;» «Και να το ’ξέρα, δε θα στο ’λεγα. Αλλά δεν τίθεται καν το θέμα. Έφυγε χωρίς να μας πει τίποτα. Μπορεί να πήγε στις Η.Π.Α… ή στη Βραζιλία. Αν σου βαστάει, πάρ’ την το κατόπι: δέκα μέρες ταξίδι με το βαπόρι! Αλλά ο φούρνος σου θα παγώσει, ψωροφούρναρη! Εκτός κι αν παραστήσεις τον Λίντμπεργκ και πας με το αεροπλάνο!» «Είσαι…» «Ναι, ακούω… Τ ι είμαι κατά τη γνώμη σου;» «Ένα βρόμικος τύπος… Η μάλλον ούτε κι αυτό: ένας κακομοίρης!» Ο Μπαζίλ, πικαρισμένος, πλησίασε στα κάγκελα για να του φτύσει καλύτερα την απάντηση κατάμουτρα. «Κι εσύ ξέρεις τι είσαι; Ένας κερατάς! Γιατί αν φαντάζεσαι βέβαια πως έφυγε μόνη της, γελιέσαι!» «Λες “ ψέματα!» «Μην το πιστεύεις, αν σου κάνει κέφι. Εγώ σου λέω πως κάνει τη ζωή της μ’ ένα καλό παλικάρι! Λοιπόν, άδειαζέ μου τώρα τη γωνιά γιατί θ’ αρχίσω να θυμώνω!» Εκτός εαυτού, ο Ζερόμ κοπάνησε μια κλοτσιά στη σιδερένια πόρτα που τους χώριζε και την έκανε ν’ αντηχήσει σαν γκογκ. «Έλα, λοιπόν, κάθαρμα! Βγες από την τρύπα σου και θα δεις πως θα σε κανονίσω!» Αν και προστατευμένος πίσω από την πόρτα, ο Μπαζίλ πισωπάτησε. Ήταν τόση η λύσσα του Ζερόμ που αν έβγαινε στο


δρόμο, θα τον έκανε κομμάτια, Ο Μπαζίλ φοβόταν κι αυτή η διαπίστωση διπλασίασε τη μανία του. «Περίμενε, καθίκι! Πάω να φέρω το τουφέκι μου! Γεμάτο, έτοιμο για το Μεγάλο Βράδυ, αλλά με την ευκαιρία θα το δοκιμάσεις εσύ! Μην κουνήσεις, έρχομαι!» Τ υφλωμένος από θυμό, ο Ζερόμ δεν είχε την πρόθεση να φύγει. Είχε ξαναρχίσει τις κλοτσιές στην πόρτα που το σιδερένιο πλαίσιό της κόντευε να ξεκολλήσει από τον πάσσαλο από μπετόν. Ο Μπαζίλ εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι και ξαναφάνηκε λίγο αργότερα με μια δίκαννη καραμπίνα. «Να, βόδι μου, έχω εδώ με τι να σε ξεκάνω! Θα δεις, μια στιγμή κι όλοι οι καημοί σου θα τελειώσουν!» «Μπαζίλ, σταμάτα! Μην είσαι ηλίθιος! Μπαζίλ!…..» Ήταν ένας γείτονας, εργάτης συνταξιούχος κι αυτός, που είχε ξεσηκωθεί από τα γαβγίσματα των δυο αντρών και τον τρομερό σαματά που έκανε ο Ζερόμ και είχε σκάσει μύτη στο παράθυρο. «Σταμάτα, Μπαζίλ! Αν του την ανάψεις, εσένα θα χώσουν μέσα!» «Σκασίλα μου! θα το έχω ξεκάνει, το καθίκι!» «Σταμάτα, σου λέω! Θα καλέσω την αστυνομία. Θα έρθουν να τον μαζέψουν». Ο Μπαζίλ σημάδευε τον Ζερόμ, ετοιμαζόταν να του αδειάσει την καραμπίνα στο κεφάλι, ανάμεσα από τα κάγκελα της κακοποιημένης πόρτας. Η κίνησή του έμεινε μετέωρη. Ο γείτονας του ο Λεπερτουί είχε τηλέφωνο. Σπάνιο πράγμα σε τούτη την εργατική συνοικία. Αλλά η γυναίκα του Λεπερτουί ήταν βαριά άρρωστη, μπορούσε να πεθάνει ανά πάσα στιγμή. Τ ου είχαν βάλει λοιπόν τηλέφωνο για να καλεί το ασθενοφόρο σε περίπτωση ανάγκης…


«Έχεις δίκιο, μπρος τηλεφώνησε! Ας φανούν σε κάτι χρήσιμοι για μια φορά!» «Μα ναι! Δε θα πας στα δικαστήρια για ένα χαμένο! Κράτα τον ώσπου να τηλεφωνήσω…» Ένα χαμόγελο φώτισε το συσπασμένο από μίσος πρόσωπο του Μπαζίλ. Οι μπάτσοι! Καλή ιδέα είχε ο Λεπερτουί. Η εικόνα του Ζερόμ με τις χειροπέδες στο κρατητήριο, του άρεσε πολύ. Στο μεταξύ ο Ζερόμ άρχιζε κι αυτός να ξεθυμαίνει. Κοπάνησε μια τελευταία κλοτσιά στην πόρτα, αποκάλεσε τον πεθερό του σκατόφατσα κι έκανε μεταβολή. Δεν είχε πια καμιά δουλειά εδώ. Ο Μπαζίλ όμως δεν το έβλεπε έτσι. Ήθελε σώνει και καλά την εκδίκησή του: τη σύλληψη του Ζερόμ, το δημόσιο εξευτελισμό του, την εκτέλεσή του στην πλατεία της Γκρεβ, αν ήταν δυνατό… Ε, όχι κι ως εκεί, δεν έπρεπε να κάνει υπερβολικά όνειρα… ένας εγκλεισμός σ’ ένα τρελοκομείο, για σκάνδαλο και βιαιότητα σε δημόσιο χώρο, θα τον ικανοποιούσε. «Ει, μην κάνεις βήμα! Θα περιμένεις ωραία και καλά την αστυνομία» Ο Ζερόμ ύψωσε τους ώμους του και συνέχισε να περπατάει. «Μην κουνιέσαι σου λέω, θα σου ρίξω!» «Στην πλάτη;» τον ρώτησε ο Ζερόμ κουρασμένα, χωρίς να γυρίσει. «Αν το κάνεις, θα ξαναδείς την αγαπημένη σου κόρη στο επισκεπτήριο κάποιας φυλακής!» «Ή σταματάς ή σου ρίχνω! Μη με βάζεις σε πειρασμό, με τρώει το χέρι μου!» «Αντε πηδήξου!»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28

Ηταν αργά. Η ώρα του τελευταίου τρένου είχε περάσει. Τ ο Μεγάλο Καφενείο της Βιομηχανίας ετοιμαζόταν να κλείσει. Η ταμίας έκλεινε ταμείο, Ο καταστηματάρχης, ο κύριος Λερεντού, μ’ ένα μπλοκ στο χέρι, μετρούσε τα μπουκάλια γι’ αντικατάσταση. Τ ο γκαρσόνι, ο κύριος Αλφόνσος, είχε αρχίσει να μαζεύει τις καρέκλες. Στη μεγάλη αίθουσα με τους καπιτονέ πάγκους από κόκκινο δέρμα και τις ασορτί ράχες (μια επένδυση για την οποία ο κύριος Λερεντού ήταν ιδιαίτερα περήφανος) απόμενε μόνο ένας πελάτης. Και δεν ήταν από τους θαμώνες. Οι θαμώνες μετά τη μία μετά τα μεσάνυχτα, γύριζαν στα σπίτια τους για ύπνο, τρεκλίζοντας οι περισσότεροι. Αυτός που είχε μείνει ήταν πελάτης Λεραστικός. Είχε πληρώσει το λογαριασμό του αδιαμαρτύρητα. Τ έτοιους πελάτες, ο Λερεντού μακάρι να είχε δέκα κάθε βράδυ. Τ ο τι είχε πιει! Δεκάξι βερμούτ, ούτε ένα λιγότερο. Σημείωσε «βερμούτ» στο μπλοκάκι του. Έπρεπε ν’ ανεβάσει από την κάβα. Πολύ ωραία. Τ ο εμπόρευμα πρέπει να γυρίζει. Περίεργος τύπος ετούτος εδώ, σκέφτηκε. Δεν έμοιαζε για πότης. Αυτούς ο Λερεντού τους ξεχώριζε από μακριά. Αυτός που πίνει βερμούτ δεν υποβιβάζεται σαν κι αυτόν που πίνει μπίρα, δεν ξεπέφτει σαν τον ρέκτη του ανίς… Ο καθένας έχει τον τρόπο του να μεθάει, τον τρόπο του να πεθαίνει. Τ έλος, όλοι πλήρωναν, αυτό είχε σημασία. Μήπως μια κίρρωση από μοσχάτο έχει διαφορά από ένα καρκίνο του στομάχου από ανίς; Μυστήριο! Εξαρτάται τόσο από τους πότες όσο κι από το αλκοόλ. Πάντως, ετούτος ο αποψινός… για να πίνει έτσι χωρίς να έχει σωριαστεί κατάχαμα, θα πρέπει να ήταν εκπαιδευμένος. Μα ο άνθρωπος δεν είχε ούτε φουσκωμένο πρόσωπο, ούτε διεσταλμένα τριχοειδή αγγεία στη μύτη, ούτε κοκκινισμένα μάτια, δεν έτρεμε το χέρι του, ούτε ψέλλιζε η γλώσσα του, όλ’ αυτά από τα οποία διακρίνεις τον πραγματικό πότη. Ήταν φρέσκος φρέσκος. Μόνο που δεν ήταν εύθυμος. Ήταν ένας πότης από πείσμα, σκέφτηκε ο κύριος Λερεντού. Ήξερε κι απ’ αυτούς. Είναι πότες περιστασιακοί και συνεπώς δεν αντέχουν το αλκοόλ. Κλαίνε, γελούν, μιλούν δυνατά


ή κλείνονται στον εαυτό τους για ν’ απολαύσουν καλύτερα τη δυστυχία τους, αλλά μετά από μερικά ποτήρια, ο οργανισμός, παρθένος κατά κάποιο τρόπο, επαναστατεί. Κάνει εμετό, ή λιγοθυμάει. Μα ετούτος εδώ δεν έμοιαζε έτοιμος να λιγοθυμήσει, κάθε άλλο μάλιστα! Τ ακτοποιούσε στο πορτοφόλι του τα ρέστα που του είχε φέρει ο Αλφόνσος. Ήταν γεροφτιαγμένος. Κοντά στα σαράντα. Ψηλός, φαρδιές πλάτες, κοιλιά ρουφηγμένη, χέρια και πόδια σαν κορμοί δέντρων… Τ ι να κάνουν δεκάξι βερμούτ σ’ ένα τέτοιο φυσικό; Και να, ο άνθρωπος-βουνό ετοιμαζόταν να σηκωθεί και να φύγει με βήμα σίγουρο, αφού κατέβασε αλκοόλ ικανό να ρίξει κάτω λεγεωνάριο. Είναι λεπτό, αν όχι αδιάκριτο να ρωτάς τους ανθρώπους γιατί μεθούν και κυρίως όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν καταφέρνουν να μεθύσουν, Ο Λερεντού θα ήθελε πολύ να εξακριβώσει αν ήταν σωστή η υπόθεσή του: πότης από πείσμα. Αλλά δεν τολμούσε. Κρίμα, με τις αϋπνίες που τον βασάνιζαν, θα έσπαζε το κεφάλι του όλη νύχτα. Ο Ζερόμ σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο χωρίς να τρεκλίζει, αλλά με το δισταχτικό βήμα του ανθρώπου που δεν ξέρει πού πάει. Αν και απλός υπάλληλος, ο κύριος Αλφόνσος ήταν πιο πραγματιστής από το αφεντικό του. Όταν ο Ζερόμ πέρασε από μπροστά του και του είπε μια καληνύχτα, δεν τον ρώτησε τίποτα. Αρκέστηκε να του γλιστρήσει στο χέρι μια καρτούλα, σφυρίζο-ντάς του: «Αν θέλετε να ξεδώσετε… είναι σοβαρό σπίτι. Πηγαίνετε εκ μέρους του κυρίου Αλφόνσου, θα σας κάνουν καλή τιμή… Έχουν και δωμάτια για ύπνο, αν δεν κλείσατε ξενοδοχείο…» Ο Ζερόμ πήρε την καρτούλα μηχανικά και βγήκε από το καφενείο. Ήταν ένα μπορντέλο, πολύ απλά. Ο Ζερόμ θα έπρεπε να το είχε μαντέψει. Αλλά κόντευε τα σαράντα και δεν είχε πατήσει το πόδι του σε τέτοιο μέρος. Ούτε στο στρατό. Ήταν από τους τυχερούς που βρίσκουν πάντα… παπούτσι στο πόδι τους, χωρίς ν’ αναγκαστούν να πληρώσουν, χάρη στην όψη και το θάρρος τους. Κι αυτά, φυσικά,


πριν από τη Ζαν. Χαμογέλασε σαν θυμήθηκε την καλή του τύχη, άλλοτε, σ’ αυτό τον τομέα. Δεν είχε καταλάβει ποτέ πως μπορείς να πας σε οίκο ανοχής όταν εκείνος, έφτανε πάντα να χαμογελάσει σε μια γυναίκα, να πιάσει κουβέντα μαζί της για να κερδίσει την εύνοιά της. Αλλά για τους τύπους που η φύση δεν τους είχε προικίσει όπως αυτόν δε θα πρέπει να ήταν κάθε μέρα εύκολο. Όταν κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, πήγε στο «ίδρυμα» που του σύστησε ο κύριος Αλφόνσος μόνο από περιέργεια. Ωστόσο, νηστικό από τότε που έφυγε η Ζαν, ένα μέρος του εαυτού του εκτιμούσε πως ίσως του έκανε καλό… Μπορεί να μην είχε μπει ποτέ σε μπορντέλο, αλλά είχε ακούσει να μιλούν γι’ αυτά. Βρήκε την ατμόσφαιρα πολύ πιο διεγερτική απ’ ό,τι θα το πίστευε. Μήπως επειδή ήταν μεθυσμένος; Μπορεί να μη του φαινόταν, αλλά ήταν τελικά, με τον τρόπο του. Ήταν ένα μεθύσι ψυχρό, μετρημένο σχεδόν. Η τρομερή απογοήτευση που είχε νιώσει το απόγευμα και η δυσάρεστη συνάντησή του με τον Μπαζίλ του είχαν κουρελιάσει τόσο τα νεύρα που δεν ήξερε πια τι έκανε. Θα έπρεπε να είχε γυρίσει στο Περπεζάκ με το τελευταίο λεωφορείο, αλλά μια ακαταμάχητη δύναμη τον είχε εμποδίσει. Βάδιζε από απραξία, σαν καράβι χωρίς άγκυρα και πηδάλιο, που τίποτα δεν μπορεί να το εμποδίσει να βουλιάξει, ένας Θεός ξέρει πού. Ο Ζερόμ πήγαινε λοιπόν για φούντο, ήταν αναπόφευκτο. Είχε επιχειρήσει να βουλιάξει στο αλκοόλ, αυτός που δεν έπινε ποτέ, με μόνο στόχο να περιορίσει τις ζημιές. Όσο πιο γρήγορα σωριαζόταν φαρδύς πλατύς κατάχαμα, τόσο το καλύτερο. Θα τον κουβαλούσαν στο τμήμα ή στο νοσοκομείο. Όταν θα ξυπνούσε, θα είχε πονοκέφαλο, αλλά όλα θα ξαναείχαν γίνει φυσιολογικά και δε θα είχε παρά να γυρίσει σπίτι του και ν’ ανάψει το φούρνο του. Αλλά είχε υπολογίσει χωρίς τη φυσική του δύναμη και χωρίς τα νεύρα του. Τ ο ζώο μέσα του αντιστεκόταν. Ε, λοιπόν, θα έβλεπε! Αν δεκάξι βερμούτ δεν ήταν αρκετά να το σκοτώσουν, θα του έδινε τριάντα δύο! Αλλά γιατί να μην του δώσει φρέσκια σάρκα;… Αν μπορούσες να χαρακτηρίσεις φρέσκια τη σάρκα που εξέθεταν με πολλή αυταρέσκεια τα κορίτσια τούτου του επαρχιακού μπορντέλου…


Παράγγειλε ένα βερμούτ κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στο παλιοκαιρίσιο ντεκόρ του σαλονιού και στα κορίτσια που το… διακοσμούσαν. Ήταν κι εδώ ώρα να κλείσουν. Τ α κορίτσια χασμουριόνταν κι οι πελάτες κοίταζαν το ρολόι τους. Για να ξαναζεσταθεί η ατμόσφαιρα, για να πειστεί το «κατάστημα» να μην κλείσει σε μισή ώρα, για να ξαναλάμψουν τα μάτια των κοριτσιών, σκέφτηκε ο Ζερόμ, πρέπει να κεράσω σαμπάνια όλο τον κόσμο… Και γιατί όχι; Είχε λεφτά… Είχε περισσότερα απ’ ό,τι συνήθιζε για την περίπτωση που θα περνούσαν με τη Ζαν μια νύχτα τρέλας και πάθους, για να γιορτάσουν το σμίξιμό τους… Η Ζαν! Μα γιατί σκεφτόταν ακόμα τη Ζαν; Γιά να πονάει; Να υποφέρει; Έπρεπε να τη διαγράψει από τη μνήμη του. Είχε φύγει, με γεια της με χαρά της. Χωρίς ν’ απαντήσει στα γράμματά του. Χωρίς μια λέξη, ένα σημάδι. Με κάποιον άλλον, είχε ισχυριστεί αυτή η λέρα ο Μπαζίλ. Αυτό, ο Ζερόμ, δεν κατάφερνε να το πιστέψει. Η Ζαν στην αγκαλιά ενός άλλου; Αδύνατο! Ήπιε μια γουλιά βερμούτ. Αδύνατο; Ηλίθιε! Ήταν καμιά κουτσή, καμιά χαζή, καμιά ψυχρή; Όχι, ήταν νέα, όμορφη, έξυπνη, θερμή… Αγαπούσε τον έρωτα. Αν της περνούσε από το νου να βρει έναν άντρα να τον αντικαταστήσει, δεν είχε παρά να κουνήσει το δαχτυλάκι της και θα έτρεχαν εκατό ξοπίσω της! «Παρακαλώ… Σαμπάνια!» Ο Ζερόμ δυσκολεύτηκε ν’ αναγνωρίσει τη φωνή του. Η ξανθούλα που του είχε σερβίρει το βερμούτ τον κοίταζε περίεργα. Φορούσε μια κοντή μαύρη ρόμπα, πολύ ντεκολτέ κι είχε ένα δέρμα γαλατένιο, λιμπιστικό, σκέφτηκε… «Πώς είπατε, κύριε;» «Σαμπάνια, δεσποινίς…» «Μα μόλις σας…» «Ναι, εγώ συνεχίζω με βερμούτ, αλλά σαμπάνια για όλους!»


«Είναι που… τέτοια ώρα πρέπει να ρωτήσω τη μαντάμ Ντε-νίζ…» «Ρωτήστε, ρωτήστε!» Η μαντάμ Ντενίζ ήταν μια ψηλή μελαχρινή, σπανιόλικος τύπος, ακαθόριστης ηλικίας, αλλά όμορφη ακόμα. Φορούσε ένα κομψό φόρεμα με διακριτικό ντεκολτέ κάτω από ένα σάλι από σαντούγκ μορντορέ. Περιεργάστηκε τον Ζερόμ προτού δώσει τη συγκατάθεσή της για τούτη την καθυστερημένη σπονδή στο Βάκχο. Η εξέταση της φάνηκε ιδιαίτερα ικανοποιητική γιατί θεώρησε πρέπον να ευχαριστήσει η ίδια τον γενναιόδωρο πελάτη. «Πολύ ευγενικό να σκέπτεστε τους άλλους, κύριε… Είσαστε περαστικός από το Μπλουά;» Ο Ζερόμ έγνεψε καταφατικά. «Είμαι βιομήχανος… Μηχανήματα, λαμαρίνες… Ήρθα ν’ αγοράσω ένα εργοστάσιο. Έκλεισε η υπόθεση. Μετά τη δουλειά, δικαιούται κανείς να χαλαρώσει λίγο, έτσι δεν είναι;» Ο Ζερόμ άκουγε τον εαυτό του να λέει ψέματα με την ίδια έκπληξη όπως όταν τον άκουσε να παραγγέλνει σαμπάνια για όλους. Ήταν άλλος άνθρωπος που μιλούσε!… Μα ήταν αυτός που θα πλήρωνε. Έδιωξε αυτή την οχληρή σκέψη. Στο διάβολο η τσιγκουνιά! Η Ζαν μπορεί να ήταν στην αγκαλιά κάποιου άλλου. Έπρεπε να μην το σκέπτεται, μ’ οποιονδήποτε τρόπο. «Φυσικά… Κι όσο για τη χαλάρωση… βρήκατε τη σωστή διεύθυνση! Έχω πολλές μικρές προστατευόμενες, πολύ ευχάριστες για μοναχικούς κυρίους. Επιτρέψτε μου να σας τις παρουσιάσω, κύριε… Κύριε;» «Ντελαβό. Ζουλιέν Ντελαβό» «Ζουλιέν… πολύ ωραίο όνομα! Θα σας παρουσιάσω τα κορίτσια μου. Μαμζέλ Ιρίνα! Μαμζέλ Ελέν! Ελάτε, παρακαλώ, έλατε, παιδιά


μου…» Οι δυο ενδιαφερόμενες σηκώθηκαν από τον καναπέ όπου φλυαρούσαν και πλησίασαν τον Ζερόμ και την πατρόνα. Πελάτης τέτοια ώρα; Έκαναν μια υπόκλιση μπροστά στον Ζερόμ σαν κορίτσια καλής οικογενείας. «Η μαμζέλ Ιρίνα είναι και καλλιτέχνης», είπε η πατρόνα για τη νεότερη από τις δυο, μια στρουμπουλή με ανασηκωτό μυτάκι. «Στις εύκαιρες ώρες της ζωγραφίζει, γράφει στίχους…» «Σοβαρά;» «Σας ορκίζομαι! Έχει μια ευαισθησία! Όσο για τη μαμζέλ Ελέν, έχει ένα ταμπεραμέντο… πώς να το πω; παρορμητικό… Ε, κορίτσια, όλο φλόγα δεν είναι η Ελέν μας;» Ένας ψίθυρος επιδοκιμασίας επιβεβαίωσε αυτά τα λόγια. Ήταν στ’ αλήθεια φλόγα και φωτιά η Ελέν! Τ ις πιεστικές μέρες, όταν οι αδειούχοι του 52 που στρατοπέδευε στο Μπλουά εξαπολύονταν στην πόλη, τους «ξεπετούσε» τρεις τρεις! Εκείνη τη στιγμή, η ξανθούλα έφερε δυο μπουκάλες σαμπάνια σ’ ένα κουβαδάκι με πάγο. Τ ο πρόσταγμα της πατρόνας. Δε θα χαζοξενυχτούσαν για μια μπουκάλα! Με την άκρη του ματιού της έκοψε την αντίδραση του υποτιθέμενου Ντελαβό. Δεν έδωσε δεκάρα! Ένας βιομήχανος που αγοράζει εργοστάσια, κολυμπάει στο χρήμα. «Ακούμπησέ τα στο τραπεζάκι, Ανί και σερβίρισε… Είναι η καινούρια μας μικρούλα», εξήγησε στον Ζερόμ και σκύβοντας προς το μέρος του, πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Δεν πηδιέται ακόμα, είναι πολύ νέα… αλλά για έναν κύριο σαν κι εσάς, μπορούμε να κάνουμε μια εξαίρεση. Αν σας πάει η καρδιά


σας… Φυσικά, ειδική ταρίφα, αλλά είναι, κατά κάποιον τρόπο, ολοκαίνουρια κι έχει πολύ ωραία επιδερμίδα…» «Μμμ, ναι, χαριτωμένη». Σ’ οποιαδήποτε άλλη στιγμή, ο Ζερόμ θα είχε στείλει τη μαστροπό στο διάβολο. Αλλά τώρα δεν ήταν ο ίδιος, δεν ήταν πια κανένας. Φεύγοντας, η Ζαν είχε πάρει μαζί της το νόημα και την πραγματικότητα της ζωής. «Αν προτιμάτε, απορείτε να την πάρετε με συνοδεία μιας μεγαλύτερης… που να έχει πείρα. Η μαμζέλ Ιρίνα, για παράδειγμα, είναι καλή παιδαγωγός. Ήταν άλλοτε δασκάλα…»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29

Στα μεγάλα λιμάνια υπάρχει πάντα ένας ανθρώπινος αφρός, φερμένος από τα καράβια, από τα ρεύματα της μιζέριας. Κι η Ζαν έπεσε πάνω του ακριβώς την ημέρα που έφτασε. Είχε μόλις κατέβει από το τρένο. Φορτωμένη, αναζητούσε ταξί μπροστά στο σταθμό ΣαινΣαρλ, όταν ένας άντρας της άρπαξε την τσάντα από το χέρι. Έμπηξε μια φωνή απελπισίας. Όλα τα χρήματα που της είχε δώσει ο πατέρας της ήταν σ’ αυτή την τσάντα. Συντριμμένη από την κακοτυχία της, έβλεπε τον άνθρωπο να το βάζει στα πόδια. Σε λίγο θα χανόταν μέσα στο πλήθος, πυκνό σε τούτο το μέρος, αυτή την ώρα. Ξαφνικά, μπροστά στα κατάπληκτα μάτια της, συντελέστηκε ένα θαύμα. Υπονοιασμέ-νος από την τρεχάλα του φυγάδα, ένας καλοντυμένος άντρας που βρισκόταν στο πέρασμά του, στηριγμένος σ’ ένα φανοστάτη του γκαζιού, με τη μύτη χωμένη στην εφημερίδα του, ύψωσε το κεφάλι κι εκτίμησε την κατάσταση με μια ματιά. Και μ’ εκπληκτικό φλέγμα, άπλωσε το πόδι του, απλά. Ο κλέφτης, σαν το στάχυ που το θερίζει το δρεπάνι, έκανε ένα θεαματικό βολ-πλανέ και


προσγειώθηκε στον πάγκο με τα ψάρια μιας πλανόδιας ιχθυοπώλισσας. Σηκώθηκε, με μια κραυγή λύσσας κι επιχείρησε να συνεχίσει την τρεχάλα του, αλλά ήδη, ο άντρας που είχε προκαλέσει την πτώση του είχε ριχτεί πάνω του. Η πάλη ήταν σύντομη. Με δυο καλοζυγισμένες γροθιές, ο καλοντυμένος κύριος εξουδετέρωσε τον κακοποιό. Ζαλισμένος, με τη μύτη ματωμένη, δεν προέβαλε πια καμιά αντίσταση, Ο κύριος μάζεψε την τσάντα της Ζαν μέσ’ από τα μπαρμπούνια και τα λυθρίνια που είχαν σκορπίσει στο πεζοδρόμιο, και την επέστρεψε στην κάτοχό της, μέσα στα μπράβο και στα ζήτω του πλήθους. «Κυρία, επιτρέψτε μου να σας επιστρέψω αυτό που σας ανήκει», είπε ο σωτήρας της με πολύ έντονο μαρσεγιέζικο «αξάν». Η Ζαν που δε φιλούσε εύκολα ξένους ανθρώπους, θα ήθελε πολύ να φιλήσει τούτον εδώ. «Ω, κύριε, αν ξέρατε πόσο φοβήθηκα! Πώς να σας ευχαριστήσω;» Ο άντρας έκανε μια κίνηση που σήμαινε περίπου: «ω, ελάτε τώρα, δεν αξίζει τον κόπο να μιλάμε…» «Να σας συστηθώ: Αλμπέρ Λε Μεντέκ, επιχειρηματίας και σπόρτσμαν», της είπε μ’ ένα κάπως αυτάρεσκο χαμόγελο. «Σαν Μαρσεγιέζος από κούνια, δε θα ήθελα αυτό το επεισόδιο να σας κάνει να κακοχαρακτηρίσετε τη γενέτειρά μου και τους κατοίκους της… Αυτός ο άθλιος κλεφτάκος, δεν είναι, προφανώς από τα μέρη μας», πρόσθεσε δείχνοντας τον κακοποιό που τον είχαν αρπάξει τώρα δυο αστυφύλακες. Ο κόσμος που χάζευε γύρω έβαλε τα γέλια: ο κλέφτης ήταν ένας Βιετναμέζος που ένας Θεός ήξερε τι έσερνε στον Λε Μεντέκ στα βιετναμέζικα. Προς γενική έκπληξη, ο τελευταίος τον καθήλωσε απαντώντας του στη γλώσσα του με μια κοφτή, κεραυνοβόλα φράση. «Έτσι γίνονται οι δουλειές!» είπε ο Λε Μεντέκ γυρνώντας στη Ζαν. «Πρέπει να ξέρεις να επιβάλλεσαι σ’ αυτή τη λέρα!»


Η Ζαν τον κοίταξε με πραγματικό θαυμασμό, που δεν εμπόδιζε ωστόσο την κριτική διάθεση, Ο άντρας ήταν εκπληκτικός, αλλά είχε στους τρόπους και στο ντύσιμο κάτι το δεύτερο, κάτι σαν μαγκιά. Τ α γάντια ήταν από κρεμ χοιρόδερμα, το κόψιμο του σακακιού και η τσάκιση του παντελονιού άψογα, ο παναμάς πρώτης ποιότητας, μαλλιά και μουστάκι τέλεια κατσαρωμένα, η καρφίτσα στη γραβάτα από πραγματικό χρυσάφι κι όμως, πίσω απ’ όλ’ αυτά διαισθανόσουν κάτι άλλο, κάτι που θα δυσκολευόσουν να το αναλύσεις. Να ήταν αυτό το υπερβολικά τονισμένο «αξάν», αυτή η ευφράδεια που μια πραγματικά καλή ανατροφή θα την είχε τιθασεύσει, που προκαλούσε αυτή την αίσθηση της δυσαρμονίας; Ο άνθρωπος μπορεί να μην ήταν αυθεντικός τζέντλεμαν ή μπορεί να μην ήταν από πάντα, σκέφτηκε η Ζαν. Αλλ’ αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Ήταν ο ευεργέτης της κι είχε δικαίωμα στην ευγνωμοσύνη της. «Κύριε, τα έχω χαμένα, δεν…» «Ελάτε, ελάτε, ας τ’ αφήσουμε αυτά! Είσαστε ακόμα αναστατωμένη… Αυτοί οι κύριοι θα σας ζητήσουν να κάνετε μήνυση σ’ αυτό το θλιβερό άτομο… Θα σας συνοδεύσω ως το τμήμα, γιατί θα ζητηθεί κι η κατάθεσή μου. Μου επιτρέπετε να σας προσφέρω ένα τονωτικό ποτό βγαίνοντας;» Η Ζαν δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις τυπικές διατυπώσεις της αστυνομίας. Τ ώρα που είχε πάρει πίσω την τσάντα και το περιεχόμενό της, θα μπορούσε να παραιτηθεί από τη μήνυση, αλλά δεν τόλμησε. Τ ο πλήθος που την περιστοίχιζε δείχνοντάς της συμπάθεια και που συνέχαιρε τον Λε Μεντέκ για την ετοιμότητα και το θάρρος του, δε θα της το επέτρεπε. Έτσι πέρασε τις πρώτες ώρες της παραμονής της στη Μασσαλία στο αστυνομικό τμήμα της συνοικίας Σαιν-Σαρλ, συντροφιά με τον σωτήρα της. Στην έξοδο (ο κλέφτης παρέμεινε στο κρατητήριο φυσικά) δεν μπόρεσε ν’ αρνηθεί την πρόσκληση του Λε Μεντέκ. Είχε αρκετή πείρα από άντρες για να μαντέψει πως ήλπιζε σε κάποια ανταμοιβή. Τ ου απάντησε με τρόπο


που δεν του άφηνε καμιά ελπίδα. Αυτός φάνηκε καλός παίχτης και, τελικά, τη συνόδεψε ως το σταθμό των ταξί. «Ορίστε, μικρή μου κυρία», της είπε δίνοντάς της ένα επισκεπτήριο τη στιγμή που θα χώριζαν, «η κάρτα μου κι ο αριθμός του τηλεφώνου μου. Μπορεί να έχω και πάλι την τιμή και την ευχαρίστηση να σας εξυπηρετήσω!» «Ποιος ξέρει; Σας ευχαριστώ και πάλι, κύριε». Τ η στιγμή που ξεκινούσε το ταξί για τις επάνω συνοικίες της Μασσαλίας, της χάρισε άλλο ένα από τα σαγηνευτικά του χαμόγελα. Κι η Ζαν γέλασε άθελά της. Τ ι τύπος αυτός ο κύριος…. Αλήθεια, πώς; Μια ματιά στην κάρτα του της θύμισε τ’ όνομά του: Λε Μεντέκ. Κι αυτό αστείο. Πάντως ήταν άνθρωπος δραστήριος και του χρωστούσε μεγάλη χάρη. Και παρά την κάποια κακογουστιά του, ήταν πολύ ωραίος άντρας. Αν δεν ήταν παντρεμένη… Μα ήταν ακόμα παντρεμένη; Μπορείς να σηκώνεις το οινόπνευμα όπως κανένας άλλος, αλλά μιας και το ρούφηξες, χρειάζεται χρόνος για να το αδειάσεις. Στο ξύπνημά του, ο Ζερόμ έκανε γνωριμία με μια αδιαθεσία κοινώς αποκαλούμενη «σούρα». Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. «Τ α χάλια σου έχεις, τζουτζούκο μου… Ε, φυσικό είναι, με τόσα που κατέβασες!…» Η φωνή, μελωδική παρά τον κοροϊδευτικό της τόνο, ξέσκισε τα τύμπανα του Ζερόμ. Στράφηκε προς τα κει που ερχόταν. Τ ο μυαλό του θαρρείς και σάλευε από τη μια άκρη του κρανίου ως την άλλη. Δεν είχε ακόμα τελειώσει αυτή η κίνηση, καθώς κι η αυχενική μετατόπιση που την ακολουθούσε, όταν μια άλλη φωνή απάντησε στην πρώτη. Λιγότερο μελωδική αυτή, έγδαρε τα νεύρα του Ζερόμ. «Ο καημενούλης! Μα τι ρούφηξε! Έχεις ξαναδεί τέτοια φάλαινα; Κι όσο σκέπτομαι πως μας τίμησε για τα καλά και τις δυο με τόσο οινόπνευμα που είχε ρίξει μέσα του!…..»


Ο Ζερόμ άνοιξε τα μάτια. Η πρώτη φωνή ήταν της Ανί κι η δεύτερη της… Ω, όχι! Κι όμως, ναι, ήταν της μαντάμ Ντενίζ! Είχε πηδήξει και την πατρόνα και τη νεότερη οικότροφο του μπορντέλου! Πάσχισε να θυμηθεί τις περιπέτειες της νύχτας, αλλά μια τέτοια πνευματική προσπάθεια ξεπερνούσε κατά πολύ τις παρούσες ικανότητές του. «Καλημέρα, κύριε Ντελαβό… μπορώ να σας λέω Ζουλιέν μετά από… Τ έλος πάντων τώρα που γνωριζόμαστε καλύτερα…. Ίσως όμως προτιμάτε το… Ζερόμ Κορμπιέρ;» Κατάφερε να σαλέψει το ένα βλέφαρο σαν αόριστη απόκριση, κι αυτή η ελάχιστη κίνηση του ήταν πολύ οδυνηρή. «Τ ι Ντελαβό, τι Κορμπιέρ, σκασίλα μας!» είπε η μαντάμ Ντενίζ. «Ανί, ετοίμασέ του το μπάνιο και ζήτα από τη Μα-ριέτ, στην κουζίνα, ένα καφέ πολύ δυνατό». Η Ανί σηκώθηκε, Ο Ζερόμ, με τα μάτια μισόκλειστα, διέκρινε τη γαλατερή γύμνια της. Τ ο κορίτσι φόρεσε ένα πενιουάρ και βγήκε. «Θα πρέπει να σκεφτείς να γυρίσεις και στο σπίτι σου, πουλάκι μου», συνέχισε η μαντάμ Ντενίζ. «Τ ο αφεντικό επιτρέπει τα εξτρά, αλλά για στέγη και φαγητό είναι άλλο πράγμα, πρέπει να κανονίσεις το λογαριασμό προκαταβολικά…» Ο Ζερόμ κατάφερε να κουνήσει το κεφάλι. Θα έπρεπε να προσπαθήσει να μιλήσει κάποια στιγμή. «Γι’ απόψε… πληρωθήκατε, φαντάζομαι;» Η φωνή του αντηχούσε παράξενα στο κρανίο του, αλλά θεώρησε ικανοποιητικό το ό,τι μπόρεσε να εκφραστεί. «Ο λογαριασμός ήρθε πάτσι και πόστα. Τ ύχη, ε; Μ’ όλη αυτή τη σαμπάνια και τα βερμούτ που κυκλοφόρησαν, δεν ήταν κι ευκαταφρόνητος!» Ο Ζερόμ δε χρειάστηκε να ζοριστεί για να κάνει μια γκριμάτσα. Τ ον


είχαν «μαδήσει». «Τ ο ρολόι μου;» Η μαντάμ Ντενίζ αγανάκτησε. «Τ ώρα τι τα σκαλίζεις; Εδώ είναι τίμιο σπίτι! Κατανάλωσες, πλήρωσες, χωρίζουμε σαν καλοί φίλοι!» Ο Ζερόμ είχε βγάλει από πριν το εισιτήριο της επιστροφής. Σωτήρια συνήθεια! Είχε βγάλει και εισιτήριο για τη Ζαν. Σκέψου κάτι άλλο. Μη σκέφτεσαι καθόλου, αν είναι δυνατό! «Λοιπόν, σύμφωνοι;» ξαναρώτησε η μαντάμ Ντενίζ. Δεν ανησυχούσε καθόλου. Είχε βάλει στο χέρι τις μερικές εκατοντάδες φράγκα του Ζερόμ. Τ ο αφεντικό, ο κύριος Μαρσέλ κι ο άνθρωπός του, ο Λουίτζι, ήξεραν πως να τα φέρνουν βόλτα με τους πελάτες που έκαναν το δύσκολο. Αλλά καλύτερα να τα βρίσκεις με τους ανθρώπους… «Σύμφωνοι», ψιθύρισε ο Ζερόμ. «Ωραία! Θα κάνεις ένα ζεστό μπανάκι, θα πιεις ένα ζεστό φλιτζάνι καφέ και θα φύγεις ωραία και καλά… Πάντως τι να σου πω, έχεις σιδερένια υγεία, μάγκα μου! Πάει πολύς καιρός που είχαν να με πηδήξουν έτσι! Και η μικρή το φχαριστήθηκε… Είναι καλές κάτι τέτοιες ευκαιρίες για τη διάπλαση των νέων…» Μια ώρα αργότερα, πλυμένος, ξυρισμένος χάρη σ’ ένα δανεικό ξυράφι, στυλωμένος από δυο μεγάλες κούπες καυτό καφέ, ο Ζερόμ, με βήμα δισταχτικό ακόμα, πήρε το δρόμο για το σταθμό των αυτοκινήτων. Στη διαδρομή λαγοκοιμήθηκε, εξουθενωμένος από την κούραση και τους τελευταίους ατμούς του αλκοόλ. Σαν έφτασε στο Περπεζάκ, έσφιξε τα δόντια κι αγνόησε τα βλέμματα αυτών που, από το «Καφενείο της Αγοράς», παρακολουθούσαν το μοναχικό γυρισμό


του. Πήρε το δρόμο για το φούρνο του με το κεφάλι ψηλά. Αλλά μέσα του, μέσα στους κροτάφους του που τους έσφιγγε ακόμα η μέγκενη του μεθυσιού, μέσα στο πονεμένο του σώμα, τίποτα δεν πήγαινε καλά. Γύριζε μόνος, νικημένος, βρομισμένος από τη νύχτα της «ακολασίας», όπως θα έλεγε ο εφημέριος Ρομπιγιόν. Και δεν ήταν τόσο για τη νύχτα του στο μπορντέλο που μετάνιωνε, όσο για το ό,τι είχε πιει σαν κτήνος. Η θύμηση του πατέρα του τού ξανάρθε στο νου. Τ ο αλκοόλ ήταν όλο το κακό. Ορκίστηκε να μην το ξαναβάλει στο στόμα. Ακόμα και χωρίς τη Ζαν, είχε υποχρεώσεις τώρα: τα δυο πιτσιρίκια που τον περίμεναν στο φούρνο… Να ήταν ήσυχα όσο έλειπε, τουλάχιστον; Τ α είχε πονέσει μέσα σε μια βδομάδα μόνο! Τ ο ίδιο και η Αστερία, παρά το σκυθρωπό της ύφος. Τ ους φερόταν όπως και σ’ εκείνον, κοντά τριάντα χρόνια πριν… Τ ο πρώτο που είδε, μόλις πήρε τη στροφή του δρόμου, ήταν το μόνιππο του γιατρού Ντελμάς στην αυλή του σπιτιού. Και τότε, παρά τον πονοκέφαλο και τις σουβλιές που του τρυπούσαν το μυαλό, άρχισε να τρέχει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30

Μαχαιριά; Μα ποιος το έκανε αυτό, για τ’ όνομα του Θεού!» Ο Ζερόμ, έξαλλος, βάδιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο όπου είχαν πλαγιάσει τον Σεμπαστιέν. Τ ο παιδί ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα, κατάχλωμο, με τον κορμό μπανταρισμένο —ο επίδεσμός ήταν φρέσκος προφανώς, κρίνοντας από έναν άλλο, ματωμένο, πεταμένο σε μια λεκάνη πλάι στο κρεβάτι, Ο γερο-Ντελμάς στεκόταν στο προσκέφαλό του κι εξέταζε το θερμόμετρο που του είχε βγάλει μόλις από το στόμα. Η Αστερία καθόταν στο κρεβάτι εκστρατείας που είχε


στήσει στην κάμαρα για να παραστέκει τον Σεμπαστιέν την προηγούμενη νύχτα, Ο Ονορέ, περίλυπος, δε σήκωνε το βλέμμα από τον πληγωμένο σύντροφό του. «Ο Λα Φατίγκ! Αυτός τον κατάντησε έτσι γιατί πέσαμε πάνω του στο φούρνο, χτες το πρωί…» «Μα τι είναι αυτή η ιστορία;» Η Αστερία μπήκε στη μέση. «Είναι αλήθεια, Ζερόμ· έγινε μόλις έφυγες… Δε θα πρέπει να είχες φτάσει ακόμα στο Μπλουά…» Τ α διηγήθηκε όλα στον Ζερόμ, με φωνή κουρασμένη. Πώς έτρεξε στο φούρνο ακούγοντας τις φωνές του Ονορέ και το φοβερό θέαμα που είχε αντικρίσει: ο Σεμπαστιέν, κατάχαμα, να κολυμπάει στο αίμα του κι ο Ονορέ να ουρλιάζει υστερικά, να καλεί βοήθεια. Πώς, σκύβοντας πάνω από το πεσμένο παιδί είδε πως είχε μια βαθιά πληγή στην κοιλιά, «Ο άλλος το έκανε, αυτός ο κουρελής που βρομοκοπάει, με το σουγιά του!» τσίριζε ο Ονορέ. «Έριξε κάτι στο αλεύρι, πήγαμε να τον πιάσουμε ο Σεμπαστιέν κι εγώ και τότε έβγαλε το σουγιά του…» Ο Ζερόμ έσκυψε πάνω από τον Σεμπαστιέν. Η καρδιά του σφίχτηκε βλέποντας τα τραβηγμένα από τον πόνο χαρακτηριστικά του παιδιού. «Πονάς;» «Όχι πολύ», έκανε ο Σεμπαστιέν αδύναμα. «Μόνο όταν κουνιέμαι». Ο Ζερόμ στράφηκε στον Ντελμάς. «Είναι βαθύ το τραύμα;» Ο γιατρός τον καθησύχασε. «Όχι… όχι, δηλαδή όχι και τόσο βαθύ! Δεν κινδυνεύει, το ξεπέρασε.


Αλλ’ αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στο σοκ. Έλα στη θέση του… Να τον μαχαιρώσουν!» «Δεν καταλαβαίνω! Ο Λα Φατίγκ δεν είναι άγγελος, αλλά ως αυτό το σημείο… Και κατ’ αρχήν, πού είναι;» Ο Ντελμάς κούνησε το κεφάλι. «Αφαντος. Η Αστερία ειδοποίησε την αστυνομία. Η υπόθεση είναι πολύ πιο σοβαρή από ένα παιδικό καβγά. Λίγο πιο βαθιά να χτυπούσε ο Λα Φατίγκ…» «Οι χωροφύλακες πήγαν στο καμένο σπίτι», συνέχισε η Αστερία, «βρήκαν τη Μογκρέ… ετοιμοθάνατη…» «Φυματίωση των πνευμόνων», επιβεβαίωσε ο Ντελμάς. «Χωρίς να μιλάμε για τις συνέπειες του αλκοολισμού της…. Τ ην έβαλα στο νοσοκομείο, στο Μπλουά… Δεν της μένει πολύς καιρός. Εκτός κι αν μια παραμονή στο βουνό της παρατείνει τη ζωή για μερικά χρόνια… Όπως και να ’ναι, θα ετίθετο το πρόβλημα του παιδιού από τη μια στιγμή στην άλλη! «Πάντως αυτόν δεν τον βρήκαν. Θα πρέπει να κρύβεται στο δάσος, το ξέρει σαν την τσέπη του. Δε θα είναι εύκολο να τον τσακώσουν». «Μα όλ’ αυτά είναι παράλογα», στέναξε ο Ζερόμ πέφτοντας σε μια καρέκλα. «Πρόκειται για παρεξήγηση! Τ ι θα μπορούσε να βάλει στο αλεύρι; Τ ίποτα!» Στράφηκε στον Ονορέ. «Νομίσατε πως έβαλε μέσα κάτι; Έτσι δεν είναι;» Τ ο πρόσωπο του Ονορέ κατσούφιασε. «Πιστεύω αυτό που βλέπω!» είπε πεισμωμένα. «Τ ον είδα από το φεγγίτη. Ανοιξε ένα σωληνάριο και το άδειασε μέσα στο σεντούκι με το αλεύρι κι ύστερα το ανακάτεψε με το χέρι… Τ ον είδα!»


«Είναι αλήθεια», είπε ο Σεμπαστιέν. «Εγώ νόμιζα πως είχε κλέψει αλεύρι… αλλά δεν ήταν αυτό, είχε προσθέσει!» «Αυτό δε στέκει! Τ ι θα μπορούσε να προσθέσει στο κάτω κάτω; Δεν το πιστεύω!» «Έχεις άδικο», είπε ο γερο-γιατρός με την ήρεμη φωνή του. «Τ ο βρήκα αυτό το σωληνάριο στην αυλή. Τ ου έπεσε του Αα Φατίγκ καθώς το ’βάζε στα πόδια… Είχε μείνει λίγη σκόνη μέσα. Μιας και δεν ήσουν εδώ, πήρα την πρωτοβουλία… πήρα αλεύρι από το σεντούκι σου… έβγαλα τις γυάλινες πλάκες μου και τα διαλύματά μου, τα έχωσα κάτω από το μικροσκόπιο και είδα!» «Τ ι είδατε; Τ ι ήταν;» «Αλεύρι». «Μα είναι βλακεία!» «Όχι, δεν είναι βλακεία, είναι τρομακτικό!» «Πώς δηλαδή;» «Γιατί δεν ήταν το ίδιο αλεύρι με το δικό σου. Ήταν ερυσίβη της σίκαλης. Σου λέει τίποτα αυτό;» Ο Ζερόμ, ακούγοντας αυτές τις λέξεις, έγινε πελιδνός. «Ερυσίβη! Είσαστε σίγουρος;» «Ναι. Γιά να μη χάσω χρόνο, έστειλα ένα δείγμα στα εργαστήρια της τοξικολογικής υπηρεσίας του νομού…» Ο Ζερόμ, εξουθενωμένος, έπιασε το κεφάλι με τα δυο του χέρια. Τ ι είχε κάνει στον καλό Θεό για να τον χτυπάει με τόση μανία; Χτες είχε πέσει πάνω σ’ αυτόν τον τρελό Μπαζίλ που τον μισούσε, είχε μάθει την εξαφάνιση της Ζαν, τελείωσε λαμπρά το βράδυ του μ’


ένα πρώτης τάξεως μεθύσι… και θα ήταν ευτυχής αν δεν είχε αρπάξει καμιά παλιο-αρρώστια, το μέλλον θα το έδειχνε. Και σήμερα το πρωί, βρήκε τον Σεμπαστιέν μαχαιρωμένο και το αλεύρι του δηλητηριασμένο… Ε, όσο φαρδιούς ώμους κι αν είχε, ήταν πολλά, πάρα πολλά! «Claviceps purpurea, ε; Τ ότε τέλειωσε! Η επιθεώρηση θα σφραγίσει το φούρνο, θα περάσω από το πειθαρχικό συμβούλιο, θα… Δε μου μένει πια παρά ν’ αλλάξω επάγγελμα- δυστυχώς, δεν ξέρω κανένα άλλο!» Ο Ντελμάς ύψωσε τα χέρια στον ουρανό. «Ζερόμ, μην το παρακάνεις, ε;» «Μα ξέρετε τι είναι η ερυσίβη;» «Αγόρι μου, γιατρός είμαι, νόμιζα) πως ξέρω τι είναι η ερυσίβη της σίκαλης…» «Είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σ’ έναν αρτοποιό». «Ναι, και στην πελατεία του το ίδιο, πρέπει να πούμε! Η δηλητηρίαση από αυτό το παράσιτο έχει αποκαλυπτικά αποτελέσματα. Αυτή ήταν η νόσος που στο Μεσαίωνα την αποκαλούσαν mal des ardents… Σπασμοί, καρδιακές, στομαχικές, αναπνευστικές, νευρικές διαταραχές, παραλήρημα, παραισθήσεις… Όλ’ αυτά προκαλούσαν τις περισσότερες φορές ακόμα και θάνατο. Σκέτη ευτυχία!» Παρά την τρομακτική περιγραφή του Ντελμάς, ο Ζερόμ ηρέμησε κάπως. Η μοίρα τού έστελνε άλλη μία δοκιμασία. Θα την αντιμετώπιζε. «Θα δώσω εξηγήσεις στην Υγειονομική Επιθεώρηση και στους χωροφύλακες». Ο Ντελμάς σήκωσε τους ώμους του.


«Ησύχασε, δεν είπα πως το δείγμα ήταν από το φούρνο σου. Να τι θα κάνεις: θ’ αλλάξεις το παλιό σεντούκι που φυλάς το αλεύρι μ’ ένα ολοκαίνουριο, θα κάψεις το παλιό μ’ όλο του το περιεχόμενο και τέλος! Στους χωροφύλακες του Περπεζάκ δε μίλησα για την ερυσίβη κι ύστερα, τους ξέρω καλά. Ο ενωμοτάρχης Ζενασέν δεν είναι καμιά ατσίδα, πίστεψέ με! Γιά την ώρα ψάχνουν να βρουν τον Λα Φατίγκ… Όταν θα έρθει η ώρα, αν ο Λα Φατίγκ μιλήσει για την ερυσίβη της σίκαλης, θα επέμβω στον Ζενασέν. Ένας γερο-γιατρός σαν κι εμένα είχε πολλές ευκαιρίες να φανεί χρήσιμος σ’ όλο τον κόσμο, ακόμα και σ’ ένα ενωμοτάρχη της χωροφυλακής…» «Με πονάει να συμπεριφέρομαι σαν ένοχος», μουρμούρισε ο Ζερόμ. Η Αστερία που στεκόταν πίσω του, του έδωσε μια παλαμιά στο κεφάλι. «Ει, δε θέλω να τ’ ακούω αυτά!» «Δε γίνεται λόγος να χάσεις το φούρνο σου!» δήλωσε ο Ντελμάς. «Τ ο ψωμί σου παραείναι καλό για να το στερηθούμε. Παραμένει όμως ένα σοβαρό ερώτημα: πού βρήκε ο Λα Φατίγκ την ερυσίβη της σίκαλης; Η claviceps purpurea δε φυτρώνει κάτω από το πέταλο του αλόγου, ευτυχώς! Χρειάζονται ιδιαίτερες συνθήκες για ν’ αναπτυχθεί αυτός ο δηλητηριώδης μύκητας… Θα έκοβα το κεφάλι μου πως ο Λα Φατίγκ αγνοεί τ’ αποτελεσματα και συνεπώς τη σοβαρότητα της πράξης του… Τ ης πρώτης του, τουλάχιστον… εννοώ το ό,τι ανακάτεψε αυτή τη βρομιά στ’ αποθέματα του αλευριού σου. Λοιπόν;» «Τ ο σωληνάριο… Τ ο εξετάσατε το σωληνάριο;» «Φυσικά! Είναι ένα σωληνάριο από πούρο. Μικρού μεγέθους. Ένα μισό short panatella, θα έλεγα… Η επιγραφή πάνω του ήταν ξυσμένη προσεχτικά, σβησμένη. Τ ο έδειξα σ’ ένα φίλο μου, γνώστη των πούρων. Βάζει κι αυτός στοίχημα πως ήταν ένα σορτ πανατέλ α, μάρκας Καρλ Ούπμαν. Κουβανέζικο, εκλεκτό και πανάκριβο… Πήρα πληροφορίες από την κυρία Λοραν-ζό, που έχει το καπνοπωλείο στην


πλατεία του δημαρχείου. Κανένας δεν καπνίζει τέτοια στο Περπεζάκ, εκείνη πάντως δεν έχει. Ο φίλος μου που καπνίζει πούρα μου εξήγησε πως αυτό το μέγεθος σε ατομική μεταλλική θήκη, είναι πολύ σπάνιο. Βρίσκεις μόνο σε μερικά πολύ σικ καταστήματα ειδών καπνιστού… Στην Κρουαζέτ στις Κάννες, ή στην Πλας ντε λ’ Οπερά, στο Παρίσι, για παράδειγμα… Υπό αυτές τις συνθήκες….» Αφησε τη φράση του μετέωρη. Και ο Ζερόμ τη συμπλήρωσε, με ύφος συλλογισμένο. «…μπορούμε να εκτιμήσουμε πως ο Λα Φατίγκ δεν καπνίζει σορτ πανατέλ α του Ούπμαν, αγορασμένα από τις μπουτίκ της Κρουαζέτ ή της Προμενάντ ντες Αγκλαί. Μιας κι αυτή η θήκη πρέπει να ήρθε στην κατοχή του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μπορούμε να κάνουμε δυο υποθέσεις: πρώτη, πως το βρήκε… δεύτερη, πως του το έδωσαν. Αν το βρήκε, το βρήκε εδώ, στο Περπεζάκ, ή στα περίχωρα, αφού δεν έχει βάλει το πόδι του αλλού… Και τι γύρευε εκεί μια θήκη από πούρο γεμάτη με ερυσίβη; Αν αντίθετα του το έδωσαν, ποιος το έκανε και γιατί;» «Αγόρι μου», είπε ο γιατρός Ντελμάς, «αν μια μέρα οι συμπολίτες μας σε διώξουν από το φούρνο σου, μπορείς ν’ ανοίξεις ένα γραφείο ιδιωτικού ντετέκτιβ. Όλ’ αυτά μου φαίνονται πολύ λογικά…. Γνωρίζεις τους εχθρούς σου;» «Ξέρετε εσείς έναν εχθρό μου;» «Μμμμ, πήρες θέση πριν από λίγες μέρες στην πολιτική ζωή της πόλης μας. Αυτό δε θα πρέπει να ευχαρίστησε όλο τον κόσμο…» «Σκεφτόσαστε τον Φρερέ ντυ Καστέλ;» «Δεν είπα αυτό…» «Δεν το πιστεύω. Ω, αν ο Φρερέ μπορούσε να με στείλει στο διάβολο χωρίς κίνδυνο, δε 0α δίσταζε ούτε λεπτό, είμαι σίγουρος… Αλλά αυτό όχι, είναι πολύ επικίνδυνο! Ο Φρερέ θέλει να τον ψηφίσουν οι


Περπεζακινοί, να τον εκλέξουν δήμαρχο στη θέση του Μελενσόν. Όχι να πεθάνουν μέσα σε φριχτούς πόνους, όπως θα γινόταν αν έφτιαχνα ψωμί μ’ αυτό το αλεύρι… Όχι, ειλικρινά, δεν μπορώ να το πιστέψω». «Πάντως κάποιος πρέπει να σου κρατάει κακία μέχρι θανάτου. Ο Λα Φατίγκ;…» «Είναι παιδί… Και επιπλέον νομίζω πως με αγαπάει. Τ ου δίνω συχνά ψωμί… και μια δυο φορές κρουασάν», είπε ο Ζερόμ χαμηλώνοντας τη φωνή του ενστικτωδώς γιατί ήξερε πως το «δύο» φορές ήταν υπερβολικό. Ο Ντελμάς χαμήλωσε κι αυτός τη φωνή του. «Κανένας απατημένος σύζυγος;» «Όχι μετά το γάμο μου… Βλέπετε πως αυτό αρχίζει να γίνεται… Πρέπει να υπάρχει μνησικακία!» «Πάντως πρέπει να έχεις κάποιο εχθρό, σοβαρό εχθρό που δεν οπισθοχωρεί μπροστά σε τίποτα. Η claviceps purpurea δεν είναι αστείο! Σκέψου λοιπόν, ψάξε στη μνήμη σου. Υπάρχει ασφαλώς κάτι, κάποιος… όπως και να ’ναι πρέπει να βρούμε οπωσδήποτε τον Λα Φατίγκ πριν από τον ενωμοτάρχη Ζενασέν αυτό θα μας απλούστευε τα πράγματα σχετικά με την ερυσίβη!» Ο Ζερόμ σήκωσε τους ώμους του. «Μπορεί να ζει επ’ άπειρον από μικροκλοπές χωρίς να φανεί καθόλου. Έτσι ζει πάντα. Στο μεταξύ, ο Σεμπαστιέν δε θα μπορέσει να πάει σχολείο αμέσως…» «Ω, δεν είναι και βιαστικό», πέταξε ο Σεμπαστιέν από το κρεβάτι του πόνου του. «Γία σένα όχι, φαντάζομαι», είπε ο Ζερόμ. «Αλλά ο Φορζέ θα κρεμάσει τα μούτρα του! Με ταλανίζει από τη μέρα που ήρθατε στο


Περπεζάκ…» «Δεν τον είχα για τόσο ευαίσθητο», είπε ο γιατρός. «Είναι κυριολεκτικά αναστατωμένος απ’ αυτή την υπόθεση…» «Είναι φυσικό», παρατήρησε ο Ζερόμ. «Ο Σεμπαστιέν πληγώθηκε, θα μπορούσε να πεθάνει…» Ο γιατρός έκανε ένα μορφασμό. «Ω, ναι, νοιάζεται για τον Σεμπαστιέν, αλλά νομίζω πως ανησυχεί ακόμα πιο πολύ για τον Λα Φατίγκ…»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31

Οι δυο τελευταίοι μαθητές μπήκαν στην τάξη. Ο προτελευταίος πήγε στο θρανίο του, ενώ ο τελευταίος ήρθε και στάθηκε μπροστά στην έδρα όπως του είχε πει ο Φορζέ προτού τους περάσει μέσα στην αίθουσα. Καινούριος στην τάξη, εκτεθειμένος σε όλα τα βλέμματα, δεν ήταν και πολύ άνετη η κατάσταση. Αλλά ο Ονορέ είχε δει και χειρότερα και δεν ίδρωνε το αυτί του. Όρθια τα είκοσι τρία παιδιά περίμεναν την άδεια του Φορζέ για να καθίσουν. Κάποια ‘ψιθυρίσματα καθυστέρησαν αυτή τη στιγμή, Ο Φορζέ χτένισε με το αυστηρό του βλέμμα την τάξη. Ένιωθε την έξαψη των μαθητών του, σαν να τους είχαν τσιμπήσει ψύλλοι. Θα τους έσφιγγε τα λουριά, Ο Ονορέ Φαμπέρ έπρεπε να καταλάβει ποιος διοικούσε εδώ μέσα. Δε φαινόταν ατίθασο παιδί, αλλά μ’ αυτά τα ορφανά που έχουν περάσει από ψυχρά και σκληρά ιδρύματα, δεν ξέρεις ποτέ… Κάλιο να δείχνεις τα δόντια παρά ν’ αναγκαστείς να δαγκώσεις! Να, ο Μαρτερό, εκείνος ο ξεμυαλισμένος, χασκογελούσε


κοιτάζοντας τον νεοφερμένο. Αυτός θα την πλήρωνε. Τ ιμωρία για παραδειγματισμό. Λόγος του Κράτους. «Μαρτερό, εκατό γραμμές!» «Μα, κύριε…. Ο Σεντουζάκ μου…» «Σεντουζάκ, εκατό γραμμές!» Σιωπή. Τ α παιδιά χαμήλωσαν το κεφάλι κάτω από την κοφτερή χατζάρα του Αριστείδη Φορζέ. «Καθίστε». Είκοσι τρία χοντροπάπουτσα μετατοπίστηκαν ένα βήμα στο πλάι, άλλο προς τα δεξιά, άλλο προς τ’ αριστερά. Είκοσι τρεις πισινοί με μαύρα ή γκρι παντελόνια απιθώθηκαν στους ξύλινους πάγκους. Άλλα είκοσι τρία παπούτσια ήρθαν να συναντήσουν τα είκοσι τρία πρώτα. Ψιθυρίσματα. Η κοφτή φωνή του Φορζέ. «Σιωπή! Οφλακέ, εκατό γραμμές!» Μετ’ απ’ αυτό, τα παιδιά έχωσαν το κεφάλι στους ώμους. Σήμερα ήταν σωστό Βερντέν. «Όπως θα παρατηρήσατε, σήμερα υποδεχόμαστε έναν καινούριο…» Αν το παρατήρησαν λέει! Και με τη φόρα που είχε πάρει και μοίραζε ο Φορζέ τιμωρίες, ευτυχώς που δεν τους ερχόταν ένας κάθε μέρα! «Υπολογίζω να του κάνετε καλή υποδοχή… και να διευκολύνετε την προσαρμογή του…» Ο Μαρτερό, ο Σεντουζάκ κι ο Οφλακέ, που είχαν ήδη αρπάξει εκατό γραμμές εξαιτίας του καινούριου, ορκίστηκαν μέσα τους να του ευκολύνουν την προσαρμογή με το δικό τους τρόπο. «Αγόρι μου, θα πεις στους συμμαθητές σου πώς ονομάζεσαι…»


«Με λένε Ονορέ Φαμπέρ», είπε ο Ονορέ γυρνώντας προς την τάξη, «κι ο φίλος μου που έπρεπε να είναι κι αυτός εδώ, αλλά λείπει επειδή είναι άρρωστος, ονομάζεται Σεμπαστιέν Σελεριέ». «Πολύ καλά», επιδοκίμασε ο Φορζέ. «Και τώρα…» «Και τώρα», δήλωσε επίσημα ο Ονορέ στους καινούριους συμμαθητές του, «πρέπει να σας προειδοποιήσω πως δεν είμαι και πολύ βολικός όταν μου κολλάνε και πως ο Σεμπαστιέν είναι χειρότερος από μένα! Μην ξεγελιόσαστε λοιπόν! Συνεννοημένα πράγματα…» «Έλα, έλα αγόρι μου, τι είναι όλ’ αυτά τα λόγια;» τον έκοψε ο Φορζέ τρομαγμένος. Είχαν συνεννοηθεί το προηγούμενο βράδυ με τον Κορμπιέρ να μην κάνει κουβέντα ο Ονορέ για τη μαχαιριά και τον Λα Φατίγκ. Γιά τα παιδιά, ο Σεμπαστιέν ήταν άρρωστος, Ο Κορμπιέρ είχε δώσει σήμα στον Ονορέ, αλλά το υπόλοιπο της δήλωσης του μικρού, είχε ξεφύγει από τον έλεγχό του… «Εδώ βρίσκεσαι σ’ ένα καθώς πρέπει σχολείο, στο σχολείο μου, και όλα θα πάνε καλά!» «Ναι, ναι, το είπα έτσι για την περίπτωση που θα του ερχόταν κάποιου η όρεξη να μου κάνει πλάκες…» «Είμαι σίγουρος πως κατάλαβαν όλοι πολύ καλά. Και τώρα πήγαινε να καθίσεις εκεί κάτω, δίπλα στον Γκρεγκουάρ Λαντεμάν, εκείνο τον χοντρούλη κοντά στο παράθυρο…» Η τάξη έβαλε τα γέλια, Ο Φορζέ χάρηκε, που χαλάρωσε η ατμόσφαιρα. Τ ο ν’ αποκαλέσεις ένα μαθητή «χοντρούλη», απ’ οποιονδήποτε άλλο θ’ αποτελούσε επαγγελματικό λάθος. Αλλ’ από το δικό του στόμα, με το ένα εξήντα ύφος του και τα 98 κιλά του, ήταν ένα καλοπροαίρετο καλαμπούρι… Καλή η χαλάρωση… αλλά κι


ο σεβασμός σεβασμός! «…Και δε θέλω να ξανακούσω τίποτα αν δε ρωτήσω, γιατί εγώ κάνω κουμάντο εδώ! Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι!» «Εμπρός, στη θέση σου!» Ο Ονορέ πήγε να καθίσει κοντά στο χοντρούλη που, φανερά θορυβημένος για το κακό που του έλαχε, τραβήχτηκε για να του κάνει τόπο. «Μη χολοσκάς, δεν είμαι μούτρο!» του σφύριξε ο Ονορέ. «Φαμπέρ, εκατό γραμμές!» «Καλωσόρισες στο κλαμπ!» του ψιθύρισε ο Οφλακέ από την απέναντι μεριά του διαδρόμου. «Τ ι πρέπει ν’ αντιγράψω, κύριε;» «Θα γράψεις εκατό φορές: ‘Δεν παίρνω το λόγο στην τάξη αν δε μου το επιτρέψει ο δάσκαλος’». «Ε, κύριε, αυτό πιάνει μιάμιση γραμμή!» «Να κάνεις μικρά γράμματα! Λοιπόν, ας πιάσουμε δουλειά. Βγάλτε τα τετράδιά σας και γράψτε τη σημερινή ημερομηνία. Τ ρίτη 22 Απριλίου 1930… Για πέστε μου, παιδιά, μήπως κάποιος από σας είδε τον Λα Φατίγκ, ε… τον Μπεργκαβόν ήθελα να πω;» Τ α παιδιά αλληλοκοιτάχτηκαν. Όχι, κανένα δεν είχε δει τον Λα Φατίγκ. «Κανένας; Καλά, καλά…» Ο Φορζέ ύψωσε τους ώμους του. Η ερώτηση δεν είχε τίποτα το ασυνήθιστο. Η επιμέλεια του μαθητή Ζαν Μπεργκαβόν, ή Λα


Φατίγκ, ήταν… παροιμιώδης, Ο Φορζέ κατέφευγε ταχτικά στις υπηρεσίες των μαθητών για να του περάσει το μήνυμα: «το σχολείο είναι υποχρεωτικό κι έχεις να πατήσεις μια (δυο) βδομάδες στην τάξη!».. Τ ο προηγούμενο βράδυ, προτού πάει να δει τον Ζερόμ, είχε συνεννοηθεί με τον ενωμοτάρχη Ζενασέν. Η υπόθεση του μαχαιρώματος δεν έπρεπε να διαδοθεί στον πληθυσμό της μικρής πόλης για να μην εκτεθεί ανεπανόρθωτα το μέλλον του Λα Φατίγκ. Ο ενωμοτάρχης είχε δείξει κάποιο σκεπτικισμό. Τ ο μέλλον του Λα Φατίγκ; Ωστόσο, μπροστά στην επιμονή του δασκάλου, ο ενωμοτάρχης είχε δεχτεί να κάνει συστάσεις στους άντρες του. Η διακριτικότητα της χωροφυλακής είναι αυτονόητη, αλλά σ’ ένα μικρό μέρος η διακριτικότητα σκοντάφτει στις συγγένειες, τις φιλίες, τα μίση και συνήθως δεν αντέχει σ’ αυτές τις δοκιμασίες. Γι’ αυτό ο Φορζέ είχε δώσει μάχη σ’ αυτό το σημείο. Κι εξάλλου, η υποτιθέμενη αρρώστια ενός από τους μαθητευόμενους του Ζερόμ και η πραγματική της Μογκρέ, καθώς και η μεταφορά της στο νοσοκομείο, αρκούσαν από μόνες τους να εξηγήσουν την αναστάτωση που είχε παρατηρηθεί γύρω από το καμένο σπίτι και το φουρνάρικο. «Αν τον δείτε», συνέχισε ο Φορζέ, «πείτε του να έρθει να με δει το βράδυ, μετά το σχολείο… Θα του πω νέα από τη μαμά του». Οι μαθητές κοιτάχτηκαν. Τ ους φαινόταν παράξενη η λέξη «μαμά» για τη Μονκρέ, τόσο μακρινή ήταν η εικόνα της… Αλλά ο πρώτος που θα ρισκάριζε το παραμικρό σχόλιο, θ’ άρπαζε εκατό γραμμές και ποιος τη χάρη του. Λέξη λοιπόν! Έβγαλαν τα τετράδια, τους κοντυλοφόρους και τα πήλινα μελανοδοχεία, βούτηξαν τις πένες κι άρχισαν να γράφουν, μερικοί βγάζοντας τη γλώσσα έξω: Τρίτη 22 Απριλ ίου 1930… Τ ο Παράντού άξιζε τ’ όνομά του. Αν είχε την ψυχική της ηρεμία, η Ζαν θα ήταν, το δίχως άλλο, απόλυτα ευτυχισμένη. Αλλά, «ένα και μόνο πλάσμα σου λείπει και όλη η γη είναι έρημη…» Τ ης έλειπε ο Ζερόμ. Κι είχε χάσει κάθε ελπίδα. Τ ον πρώτο καιρό περίμενε κάποιο σημάδι του. Θα πρέπει να ήξερε πού ήταν… Αν της είχε γράψει


εκείνη τη στιγμή, αν ήξερε να υπερασπιστεί το γάμο του, το γάμο τους, θα του είχε γυρίσει. Μα η σιωπή του σήμαινε πως έπαιρνε το μέρος του σ’ αυτό το χωρισμό. Γ ι’ αυτό και κείνη δέχτηκε αυτό τον θεραπευτικό εκπατρισμό που της είχε υποδείξει ο πατέρας της με τόση επιμονή. Ο καιρός είχε περάσει, ο Ζερόμ δε θα έγραφε πια, ούτε θα ερχόταν. Στο κάτω κάτω, έλεγε μόνη της, ένα παιδί ήθελε κι εκτός απ’ αυτήν οποιαδήποτε άλλη γυναίκα ήταν ικανή να του το δώσει. Σ’ αυτή τη σκέψη την έπνιγε ο καημός. Αισθανόταν μειονεκτικά, αποκλεισμένη από την ανθρώπινη κοινότητα. Ήταν λοιπόν το πιο άθλιο πλάσμα στον κόσμο; Η πιο ηλίθια, η πιο ασχημομούρα είχαν μπροστά τους ένα μεγάλο, ένα φανταστικό πλεονέκτημα: ήταν ικανές να δώσουν ζωή! Βουτηγμένη στη δυστυχία της, της φαινόταν πως έβλεπε νεογέννητα, παντού, όπου έπεφτε το μάτι της. Και καταριόταν τη στείρα κοιλιά της. Κι ύστερα αντιδρούσε, έπαιρνε την επάνω βόλτα. Συγκρατούσε τον πόνο της και σκούπιζε τα δάκρυά της. Αγωνιζόταν να δεχτεί τη μοίρα της, αλλά ήταν πολύ πιο δύσκολο τώρα που στη βεβαιότητα πως δε θα μπορούσε να κάνει ποτέ παιδί, μπλεκόταν κι αυτή πως είχε χάσει τον Ζερόμ. Έτσι παρά το θεληματικό της χαρακτήρα, πλανιόταν στο Παραντού σαν θλιμμένη ψυχή. Τ ο σπίτι δεν ήταν μεγάλο. Εξάλλου «Σπίτι» ήταν μεγάλη κουβέντα. Τ ο «παράγκα» ταίριαζε καλύτερα σε τούτο το ξύλινο κτίσμα, το σκαρφαλωμένο στα υψώματα της Μασσαλίας ανάμεσα στα δέντρα και στ’ αρωματικά φυτά. Τ ουλάχιστον εκεί, δεν έβλεπε ούτε εγκύους ούτε νιογέννητα. Οι πιο κοντινοί γείτονές της ήταν ένας γεροντάκος που περνούσε γαλήνια τις μέρες του φροντίζοντας τις ελιές του, και δυο λεσβίες, με κοντά μαλλιά και παντελόνια, που καλοπερνούσαν όλη μέρα μέσα στον κήπο της Εδέμ τους, χωρίς Αδάμ. Αυτές τουλάχιστον δε θα έκαναν παιδιά! Δε θα τους κακοφαινόταν αν η Ζαν τους έκανε παρέα κάποιο απομεσήμερο, στη σιέστα, αλλά η Ζαν δε γευόταν απ’ αυτό το πιάτο κι είχε αρνηθεί διακριτικά τις προσκλήσεις τους. Ο γέρος με τις ελιές είχε περάσει προ πολλού την ηλικία των πάντων σχεδόν εκτός από ένα ποτηράκι κρασί μετά το γεύμα κι ένα τσιγαράκι στο σκαλοπάτι της πόρτας του,


το βράδυ. Απόμενε το διάβασμα, η κηπουρική και ο ύπνος. Η Ζαν κοιμόταν ελάχιστα τη νύχτα γιατί την έζωναν οι μαύρες σκέψεις, αλλά περνούσε ώρες στο κρεβάτι την ημέρα. Παράξενο, εκείνες τις ώρες κοιμόταν. Και ξυπνούσε με μια αίσθηση γλυκύτητας και γαλήνης και με κάποια ακαθόριστα οράματα, πως περπατούσε τάχα στις όχθες μιας λίμνης. Ένα απόγευμα μια φωνή την ξύπνησε απ’ αυτό το λαγοκοί-μισμα. Μια φωνή που την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η ηχηρή και εύθυμη φωνή του Αλμπέρ Λέ Μεντέκ. Μα τι ζητούσε εδώ πάνω αυτός; Και πώς ήξερε τ’ όνομά της; Γ ιατί τη φώναζε με τ’ όνομά της, από τον ξύλινο φράχτη που χώριζε το Παραντού από το κακοτράχαλο μονοπάτι που έκανε το γύρο του κήπου; «Κυρία Κορμπιέρ! Κυρία Κορμπιέρ! Μέσα είσαστε;» Στο Παραντού, η Ζαν δε σκοτιζόταν και πολύ για κομψότητες. Έκανε ζέστη κι έτσι περνούσε τις μέρες της σχεδόν γυμνή. Φόρεσε τις παντόφλες της, πέρασε βιαστικά μια μπλε ρόμπα κι έσφιξε τη ζώνη γύρω από τη μέση της καθώς διέσχιζε τον κήπο. Ήταν πράγματι ο Μεντέκ. Πάντα στην πένα, με το κατακτητικό μουστάκι και τη γλώσσα να πηγαίνει ροδάνι! «Κυρία Κορμπιέρ! Χαίρομαι εξαιρετικά που σας βλέπω… Αλλά κάτι μου λέει πως σας χάλασα τη μεσημεριανή σας ανάπαυση. Λυπούμαι ειλικρινά. Θα έπρεπε να προειδοποιήσω για την επίσκεψή μου… Τ ο σκεφτόμουν πολλές μέρες να έρθω να σας βρω, αλλά σήμερα μ’ έπιασε κάτι σαν… Τ έλος, δεν έχει σημασία τι μ’ έπιασε. Λέω λοιπόν στον εαυτό μου: ‘Αλμπέρ, πρέπει να πας να τη δεις’ και να με!» «Μα πώς με βρήκατε;» Ο Λε Μεντέκ χαμογέλασε σεμνά. Αλλά το δικό του σεμνό χαμόγελο, έμοιαζε με θριαμβευτικό χαμόγελου Νομπελίστα. «Α, πώς κατάφερα να σας ξαναβρώ μέσα σ’ αυτή την τεράστια πόλη;


Είναι πολύ απλό, όταν χωριστήκαμε, δώσατε στον ταξιτζή τη διεύθυνσή σας και τη συγκράτησα. Έχω μνήμη ελέφαντα εγώ!… Σας αρέσουν οι πραλίνες;» «Οι πραλίνες; Ναι, πολύ…» «Ε, ορίστε λοιπόν είναι από τον καλύτερο ζαχαροπλάστη της Μασσαλίας. Ήμουν σίγουρος πως θα σας άρεσαν. Δεν ξέρω γυναίκα που να μην της αρέσουν οι πραλίνες!» Δεν είναι πολλές οι γυναίκες που τους αρέσουν οι αιφνιδιαστικές επισκέψεις. Αλλά η καλή διάθεση του Αλμπέρ Λε Μεντέκ ήταν ευπρόσδεκτη. Τ ι θα ήταν η μέρα της αν δεν του είχε περάσει η ιδέα να της κάνει επίσκεψη; Δεν ήταν και ζωή αυτή, σε τελική ανάλυση, Ο Λε Μεντέκ είχε έρθει με αυτοκίνητο. Η Ισπανό του τον περίμενε πιο κάτω, στην άκρη της αδιάβατης ανηφόρας όπου κρυβόταν το Παραντού. Τ ης πρότεινε μια βόλτα στην ενδοχώρα. Δε χρειάστηκε να την παρακαλέσει και πολύ. Αλλά έπρεπε ν’ αλλάξει. Δε θα έβγαινε έτσι, σαν ζητιάνα! Τ ης απάντησε αβρά πως θα ήταν η πιο γοητευτική ό,τι κι αν φορούσε και ορκίστηκε να την περιμένει υπομονετικά να ετοιμαστεί. Εκείνη, νευρική σαν κοριτσόπουλο που θα ξέφευγε από την πλήξη του σαββατοκύριακου, έτρεξε ν’ αλλάξει. Δεν είχε και πολλά πράγματα για να διαλέξει· ξαναφόρεσε το φουστάνι που φορούσε όταν έφτασε, αλλά κατάφερε να του προσθέσει μια καινούρια νότα μ’ ένα φουλάρι και μια καρφίτσα. Ετοιμάστηκε σε χρόνο ρεκόρ και συνάντησε τον Λέ Μεντέκ στη βεράντα. «Τ ο ξέρω αυτό το φόρεμα», της είπε μόλις την αντίκρισε, «είναι πολύ χαριτωμένο… Αλλά η καρφίτσα και το φουλάρι είναι καινούρια». «Καινούρια, όχι ακριβώς… Είσαστε πολύ παρατηρητικός στο ντύσιμο των γυναικών! Είναι σπάνιο στους άντρες…» «Ενδιαφέρομαι για την τουαλέτα των γυναικών που μ’ ενδιαφέρουν», τη διόρθωσε μ’ ένα κάπως κενόδοξο χαμόγελο.


«Να συμπεράνω λοιπόν πως σας ενδιαφέρω…» «Θα είχα έρθει ως εδώ, αν ήταν διαφορετικά;» Η Ζαν χαμήλωσε τα μάτια. «Σας το έχω ξαναπεί, νομίζω, πως είμαι παντρεμένη…» «Παντρεμένη αλλά μόνη… ωστόσο δε θέλω να είμαι αδιάκριτος ούτε ενοχλητικός. Η μέρα είναι υπέροχη, ο αέρας πεντακάθαρος, ο δρόμος πλατύς… Δικά μας, ο χώρος, η ταχύτητα και η μέθη!»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32

Ο άνθρωπος θα ’πρεπε να ’ξερε πως ο Λα Φατίγκ το είχε επιχειρήσει. Μπορεί να του έδινε, λοιπόν, αν όχι τα έξι χρυσά λουδοβίκεια που του είχε τάξει, τουλάχιστον το ένα, γι’ αποζημίωση… Μπορεί να βαυκαλιζόταν μ’ αυτή την ελπίδα ο Λα Φατίγκ, μα δεν την καλοπίστευε. Ο άνθρωπος δεν ήταν καλός. Δε θ’ «αποζημίωνε» τον Λα Φατίγκ επειδή δεν είχε πετύχει το κόλπο. Τ ι του απόμενε λοιπόν; Είχε δει από μακριά τους χωροφύλακες να μεταφέρουν τη Μογκρέ μ’ ένα φορείο ως το ασθενοφόρο με τον κόκκινο σταυρό. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που έμπαινε σε αυτοκίνητο. Αλλά θα πρέπει να ήταν πολύ άρρωστη για να φοβηθεί, Ο Λα Φατίγκ δεν ήξερε πού την πήγαιναν τη μάνα του. Στο νοσοκομείο; Στη φυλακή; Εκείνη δεν είχε κάνει τίποτα, ήταν όμως η μητέρα ενός εγκληματία. Κι ήταν σίγουρα «εγκληματίας» αφού τον έψαχναν οι χωροφύλακες. Ασε τους να ψάχνουν! Όλη αυτή η ιστορία είχε κι ένα θετικό αποτέλεσμα: θα φρόντιζαν τη Μογκρέ. Μια μέρα, στο διάλειμμα, είχαν μιλήσει για τη φυλακή με τον Οφλακέ και τους άλλους, Ο Οφλακέ υποστήριζε πως στη φυλακή νοσηλεύουν τους ανθρώπους όταν αρρωσταίνουν. Εκείνη την εποχή,


ο Λα Φατίγκ πίστευε πως τους αφήνουν να ψοφήσουν στο κελί τους. Λογικό, ένα στόμα λιγότερο. Τ ο ό,τι στη φυλακή ταΐζουν τους ανθρώπους τζάμπα ήταν κάτι που τον άφηνε κατάπληκτο. Σήμερα που το σκεφτόταν, παραδεχόταν πως ο Οφλακέ μπορεί να είχε δίκιο. Αυτό τουλάχιστον ήταν καλό για τη Μογκρέ. Θα τη φρόντιζαν. Μπορεί και να την έστελναν στα βουνά, σε κείνα τα μέρη που στοιχίζουν τόσο ακριβά! Πάντως θα ήταν παράξενο… Ο Λα Φατίγκ, ορισμένως, δεν καταλάβαινε και πολλά πράγματα από τον τρόπο που λειτουργούσε ο κόσμος των μεγάλων. Κανένας δεν είχε σκεφτεί να μαζέψει τη Μογκρέ με το ασθενοφόρο προτού μαχαιρώσει ο γιος της το ένα από τα δυο ορφανά που είχε περιμαζέψει ο Ζερόμ… Ήταν μια απόδειξη του παράλογου αυτού του κόσμου!… Γιά να επικοινωνήσει με τον άγνωστο, ο Αα Φατίγκ είχε ένα μόνο μέσο: το άσπρο κουρέλι στο δυτικό παράθυρο του καμένου σπιτιού. Τ ην επομένη της άτυχης προσπάθειάς του, πριν το χάραμα, γύρισε σπίτι του. Δεν έμεινε πολύ: ίσα ίσα για να κρεμάσει στο συμφωνημένο μέρος ένα λευκό εσώρουχο που είχε κλέψει από την μπουγάδα της κυρα-Σεντουζάκ. Οι χωροφύλακες είχαν σφραγίσει το σπίτι. Αλλά πώς να σφραγίσεις ένα σουρωτήρι; Σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο που τα κλαδιά του έπεφταν πάνω στη βουλιαγμένη στέγη, μπήκε από κει, έκανε με την ησυχία του ό,τι είχε να κάνει κι αθόρυβος σαν γάτα ξαναγύρισε στο δάσος. Μόνο ένας ήταν ικανός να τον ξαναβρεί: ο άγνωστος με τα χρυσά λουδοβίκεια. Τ ο είχε πει και μόνος του, τα έβλεπε όλα, τα ήξερε όλα. Αλλος στη θέση του Λα Φατίγκ θα το είχε πάρει για καυχησιά. Αυτός όμως όχι, το πίστευε. Τ ο ίδιο βράδυ, καθώς ονειροπολούσε στις όχθες του Κρουέλ σε μια απ’ αυτές τις κρυψώνες με την ωραία θέα που μόνο αυτός γνώριζε, ο άνθρωπος ξεπρόβαλε αιφνιδιαστικά μπροστά του. Μέσα στο μισόφωτο της καλύβας του μπαρμπα-Λαμπούρλ, τις προάλλες, ο Λα Φατίγκ δεν είχε την ευκαιρία να περιεργαστεί λεπτομερώς τον άγνωστο. Εδώ τον έβλεπε καλύτερα. Φορούσε ένα


χοντρό μάλλινο πουλόβερ, σακάκι και παντελόνι από βελούδο κοτλέ τριμμένα στους αγκώνες και τα γόνατα. Τ ο παιδί πρόσεξε πως οι τσέπες δεν ήταν στο σημείο που έπρεπε: το κοστούμι ήταν πολύ μεγάλο για τον άγνωστο. Γι’ άλλη μια φορά, ο Λα Φατίγκ εντυπωσιάστηκε από την πονηράδα και την κακία που έλαμπε στο βλέμμα του ανθρώπου. «Λοιπόν;» τον ρώτησε ο άγνωστος χωρίς προλόγους. Ο Λα Φατίγκ καθάρισε το λαιμό του. «Είδατε το σημάδι;» «Γι’ αυτό είμαι εδώ». Τ ο παιδί μπήκε στον πειρασμό να τον ρωτήσει πώς τα κατάφερε να τον βρει, αλλά, αμφιβάλλοντας αν θα έπαιρνε απάντηση, παραιτήθηκε, Ο άνθρωπος ήταν παντογνώστης, μπορεί να ήταν και πανταχού παρών… «Έκανα αυτό που μου είπατε…» «Α, ναι; Γι’ αυτό ο Ντελμάς πήγε άρον άρον στους Κορμπιέρ, γι’ αυτό πήραν τη μάνα σου με το ασθενοφόρο και οι χωροφύλακες χτενίζουν την περιοχή για να σε βρουν;» Η φωνή του άγνωστου έκοβε σαν μαχαίρι. Η φωνή του Φορζέ, όταν ήταν θυμωμένος, δεν έπιανε μπάζα μπροστά της… «Ε, δεν πήγαν καλά τα πράγματα… Τ α παιδιά… τα ορφανά του Κορμπιέρ, με είδαν. Πήγαν να μου ριχτούν αλλά δεν τους έκανα τη χάρη…» Τ όσο για να διευκρινίσει τη σκέψη του, όσο και για να δώσει στον άγνωστο να καταλάβει πως ήταν πιότερο από ποτέ έτοιμος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ο Αα Φατίγκ έβγαλε το μαχαίρι και το άνοιξε, Ο άνθρωπος δε φάνηκε να δίνει σημασία.


«Ορφανά, είπες;» Μπα! Γιά μια φορά δεν τα ήξερε όλα; «Ναι, δυο ορφανά από το Παρίσι. Τ α πήρε για μαθητευόμενους κι ακόμα…» «Κι ακόμα;» «Ε, δεν ξέρω εγώ απ’ αυτά… λένε πως η γυναίκα του δεν κάνει παιδιά, ετούτα λοιπόν του ήρθαν έτοιμα…» Ο άντρας, αντίκρυ στον Λα Φατίγκ, με τα μάτια μισόκλειστα, το στόμα συσπασμένο, τα φρύδια σμιγμένα, έμοιαζε χαμένος σε βαθιά συλλογή.


«Δηλαδή σαν υιοθετημένα, ε;» είπε στο τέλος. «Ναι, κάπως έτσι…» «Ξέρεις από ποιο ορφανοτροφείο έρχονται;» «Η κυρά Οφλακέ μου είπε γελώντας πως σ’ αυτή την οικογένεια, τα παιδιά τα ξεφουρνίζουν από το ίδιο μέρος!» «Από το ίδιο μέρος…» Τ α μάτια του άγνωστου, ορθάνοιχτα τώρα, πετούσαν αστραπές. Αυτές οι πληροφορίες τον είχαν επηρεάσει αφάνταστα. Αλλαζε κάθε τόσο στάση, ρίχνοντας το βάρος του πότε στο ένα πόδι πότε στο άλλο κι έστριβε τα χέρια του, ασυναίσθητα. Έκανε προσπάθεια για ν’ αυτοσυγκρατηθεί. «Και η σκόνη;» ρώτησε με φωνή παγερή και πάλι. «Τ ην ανακάτεψα με το αλεύρι. Αλλά τα παιδιά πρέπει να το είπαν γιατί δεν έγινε τίποτα…» «Και το σωληνάριο;» «Τ ο έχασα…» Τ α χαρακτηριστικά του αγνώστου παραμορφώθηκαν από τη λύσσα. «Βλάκα! Ηλίθιε! Σε τσάκωσαν, χτύπησες το ένα παιδί, έχασες το σωληνάριο… μα την αλήθεια δεν είσαι ικανός για τίποτα!» Φυσικά και δεν ήταν, αυτό το ήξερε όλος ο κόσμος. Αλλά δεν είχε ζητήσει τίποτα από κανέναν, αυτός, ο άλλος είχε έρθει να τον βρει! «Δεν έπρεπε να μου ζητήσετε να το κάνω αυτό! Αν δε μου είχατε ζητήσει τίποτα, δε θα είχα κάνει τίποτα!» «Έχεις δίκιο», είπε ο άντρας μ’ εκπληκτική ηρεμία. «Πώς λέγονται αυτά τα ορφανά;»


Ονορέ Φαμπέρ και Σεμπαστιέν Σελεριέ ονομάζονταν, Ο άγνωστος ζήτησε από τον Λα Φατίγκ να του τα περιγράφει. Τ ο παιδί υπάκουσε, Ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι. «Και ποιον χτύπησες;» «Τ ον μεγάλο, τον Σεμπαστιέν. Τ ου έχωσα μια γερή! Τ ώρα δε θα κάνει πια τον νταή…» «Σίγουρα!» «Γία πέστε μου…» «Τ ι;» Ο Λα Φατίγκ δίστασε λίγο προτού ρωτήσει: «Θα μου δώσετε ένα χρυσό λουδοβίκειο;» «Τ ι πράγμα;» «Όχι τα έξι! Ένα μόνο! Έβαλα τη σκόνη… Και τώρα πήραν τη μάνα μου και οι χωροφύλακες με ψάχνουν και δεν μπορώ να γυρίσω πια στο καμένο σπίτι!» Εδώ και λίγα λεπτά, ο άγνωστος έμοιαζε ν’ αναζητά κάτι με το βλέμμα. Τ α μάτια του γλιστρούσαν στα νερά του Κρουέλ που άρχιζαν να χάνονται μέσα στο βραδινό σύθαμπο, ξαναγυρνούσαν στον έδαφος του βράχου που πάνω του στέκονταν και που κρεμόταν πέντ’ έξι μέτρα πάνω από μια μικροσκοπική αμμουδιά, πολύ προστατευμένη, τριγυρισμένη από αγκαθερούς θάμνους. Είδε πως ο Λα Φατίγκ το είχε προσέξει και του χαμογέλασε. «Με συγχωρείς, λουδοβίκειο, ε;» «Ναι, ένα μόνο».

σκεφτόμουνα…

Ώστε

λοιπόν,

θέλεις

ένα


Αυτό το χρυσό νόμισμα που ζητούσε γέμιζε ξαφνικά όλη του τη σκέψη. Τ ο άξιζε, το είχε πληρώσει πολύ ακριβά μάλιστα! «Θυμάσαι τη συμφωνία που κάναμε;» «Ναι, αλλά έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω… Δε φταίω εγώ αν με τσάκωσαν αυτοί οι βλάκες! Θέλω ένα λουδοβίκειο!» «Ακου, δεν είμαι υποχρεωμένος να σου το δώσω, το καταλαβαίνεις, ε;» «Όχι! Έβαλα τη σκόνη! Θέλω ένα λουδοβίκειο!» Η φωνή του άγνωστου μαλάκωσε. «Ένα λουδοβίκειο… είναι πολύ, ξέρεις», είπε συγκαταβατικά. «Ένα χρυσό λουδοβίκειο τη στιγμή που δεν εκπλήρωσες την αποστολή σου! Κι εξάλλου, η μητέρα σου δεν έχει πια ανάγκη, θα της κάνουν θεραπεία, τζάμπα…» «Δεν είναι για τη μάνα μου, είναι για να το δείξω στους άλλους…» «Τ ους άλλους; Μα σε ψάχνει η αστυνομία, δεν μπορείς να πας στο σχολείο…» «Σκασίλα μου! Εγώ το θέλω!» «Καλά, καλά, αν επιμένεις… στο κάτω κάτω, γιατί όχι;» Ο άνθρωπος έβαλε το χέρι στην τσέπη του. Έβγαλε ένα λουδοβίκειο, το τίναξε ψηλά και το ξανάπιασε στη χούφτα του. «Αυτό είναι που θέλεις;» «Ναι». «Πιάσ’ το λοιπόν!» Ο άνθρωπος πέταξε το χρυσό νόμισμα στα πόδια του Αα Φατίγκ.


Αυτός έσκυψε στα γρήγορα να το μαζέψει.-Τ ότε, με μια απίστευτη σβελτάδα, ο άνθρωπος έσκυψε κι αυτός, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και χτύπησε τον Αα Φατίγκ στο κεφάλι. Τ ο παιδί έμπηξε μια φωνή και κύλησε στο έδαφος. Μ’ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο, ο άγνωστος, κρατώντας τη βαριά πέτρα με τα δυο του χέρια, ρίχτηκε πάνω του για να το αποτελειώσει. Αλλά ο Αα Φατίγκ ήταν μόνο ζαλισμένος και η άγρια επιθυμία του για ζωή τον εμψύχωνε. Τ ου είχε ξεφύγει το μαχαίρι από τα χέρια. Στριφογύριζε φρενιασμένα για να ξεφύγει το θανάσιμο χτύπημα, Ο άγνωστος, στην προσπάθειά του να σκοτώσει το παιδί, πετούσε βρισιές μέσ’ από τα δόντια του, βαριανασαίνοντας. «Περίμενε, βρομιάρη και θα δεις! Θα σου τσακίσω το κεφάλι… Ωραίο που θα είναι!» Ο Λα Φατίγκ, σαν μέσα σε μια ματωμένη αχλή, κατάλαβε πως θα πέθαινε κι εξακολούθησε να παλεύει. Με τα πόδια, με τα χέρια, με νύχια και με δόντια χτυπιόταν εναντίον ενός εχθρού πολύ πιο δυνατού. Τ α χτυπήματά του πετύχαιναν το στόχο του, καμιά φορά· άκουγε τον άγνωστο να βλαστημάει πιο δυνατά και να διπλασιάζει τις απειλές του. Μια τρελή λύσσα έπιασε το παιδί. Τ ο μαχαίρι του! Αν μπορούσε να πιάσει το μαχαίρι του, με τι χαρά θα του το έχωνε στην κοιλιά! Με τι αγαλλίαση θα του χάραζε το πρόσωπο, θα του έβγαζε τα μάτια! Μα τώρα πάλευαν στην άκρη της φυσικής πλατφόρμας που κρεμόταν πάνω από την όχθη. Δεν είχε καμιά πιθανότητα να τον αφήσει ο άγνωστος να ξαναπάρει τη λάμα του. Ξαφνικά μια ελπίδα ξεπήδησε, σαν λάμψη, στο μυαλό του Λα Φατίγκ. Ο Κρουέλ! Ήταν η μόνη του ευκαιρία! Κυλούσε, έξι μέτρα πιο κάτω, ορμητικός, φουσκωμένος από τα λιωμένα χιόνια. Αν κατάφερνε να πέσει στη στενή αμμουδερή λουρίδα χωρίς να σπάσει κανένα πόδι, θα ριχνόταν στο νερό. Αυτή την εποχή, το ποτάμι είχε πλάτος τριάντα μέτρα, Ο άγνωστος δε θα τολμούσε να τον ακολουθήσει. «Βρομιάρικο! Κασιδιάρικο! θα σε σκοτώσω!…»


Αλλά τα πράγματα δεν του ήρθαν τόσο βολικά όσο το ήλπιζε. Αρχισε να τον διακατέχει ο φόβος μήπως τους τσακώσει κανείς. Έπρεπε να κάνει γρήγορα! Οπισθοχώρησε μερικά βήματα για να πάρει φόρα και να τελειώνει με το χαμίνι. Ήταν η ευκαιρία που περίμενε ο Λα Φατίγκ. Κύλησε στο πλάι, κατάφερε ν’ ανασηκωθεί κι όρμησε στο κενό. Μια κραυγή λύσσας ξέφυγε από τ’ αφρισμένα χείλια του άγνωστου, Ο Λα Φατίγκ ρίχτηκε μπροστά με όλη τη δύναμή του. Ένιωθε στον αυχένα του τη λαχανιασμένη ανάσα του άντρα. Τ ρία βήματα, ακόμα, δύο, ένα… Τ ο κενό ανοιγόταν κάτω από τα πόδια του παιδιού. Πίσω του, το μπράτσο του άντρα τεντώθηκε. Τ ο χέρι οπλισμένο με την πέτρα διέγραψε μια μεγάλη καμπύλη μέσα στον ψυχρό αέρα του σούρουπου και χτύπησε το κρανίο του Λα Φατίγκ. Ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο, μια αιμάτινη κλωστή τινάχτηκε από το κεφάλι του παιδιού, το σώμα του στροβιλίστηκε στο κενό, ενώ ο άντρας μόλις που πρόφτασε ν’ αρπαχτεί από ένα θάμνο στην άκρη του γκρεμού. Εξαντλημένος, ο άνθρωπος σωριάστηκε στο έδαφος κι έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Τ ον είχε πετύχει! Είχε δει το αίμα να τινάζεται στον αέρα… Αυτή τη φορά θα πρέπει να είχε χάσει τις αισθήσεις του. Δεν του απόμενε παρά να κατέβει να το αποτελειώσει, αν ήταν ανάγκη, και να χαρεί το θρίαμβό του. Ξανάνοιξε τα μάτια κι έσκυψε πάνω από τον ορμίσκο. Τ ο σώμα του Αα Φατίγκ δε φαινόταν πουθενά, Ο άνθρωπος δάγκωσε τα χείλια του. Γιά τ’ όνομα του Θεού, που είχε πάει; Έπρεπε να είναι εκεί, άψυχο, νεκρό ίσως, μέσα στις λόχμες που πλαισίωναν τη μικρή αμμουδιά. Ανασηκώθηκε κι εξέτασε γύρω τη διάταξη του χώρου. Η όχθη, από κάτω, ήταν δύσκολα προσπελάσιμη από το σημείο που βρισκόταν… Δεν υπήρχε άλλη πρόσβαση από τον Κρουέλ. Έτσι και κατέβαινε, δεν κινδύνευε να τον δει κανείς. Απόμενε μόνο η απέναντι όχθη. Ύψωσε τους ώμους. Δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, και εξάλλου έπεφτε κιόλας το σκοτάδι. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης φώτισε το κάθιδρο και καταγρατζουνισμένο από την πάλη πρόσωπό του. Αρχισε την κατάβαση,


προσεχτικά, γαντζωμένος από τις ρίζες και τις κληματίδες. «Ζαν;» Ο άνθρωπος ήταν στα μισά της κατάβασης γαντζωμένος από μια γερή ρίζα. Η καρδιά του που είχε ξαναβρεί το ρυθμό της, ξανάρχισε να χτυπάει ξέφρενα. «Ζαν… Ζαν Μπεργκαβόν!» Η φωνή ερχόταν από πάνω. Κάποιος ανηφόριζε στην κορφή του βράχου, Ο νεοφερμένος δεν ήταν πολύ μακριά από το πλάτωμα όπου ο Λα Φατίγκ είχε υπερασπιστεί τόσο θαρραλέα τη ζωή του. Από τη μια στιγμή στην άλλη, θα έφτανε κι αν πλησίαζε στην άκρη κι έσκυβε, θα έβλεπε τον άνθρωπο που κατηφόριζε. «Ζαν… Λα Φατίγκ, αν είσαι εκεί, απάντησέ μου. Εγώ είμαι, ο Φορζέ! Μη φοβάσαι τίποτα!» Αρπαγμένος από τη ρίζα του, ο άντρας δαγκώθηκε ώσπου μάτωσε τα χείλια του. Ο Φορζέ, ο δάσκαλος! Έψαχνε το μαθητή του, φυσικά… Ζαν Μπεργκαβόν, ήταν ο Λα Φατίγκ! Κι ο άνθρωπος ήξερε πού ήταν ο Λα Φατίγκ. Κάπου κάτω από τα πόδια του, μέσα στους αγκαθερούς θάμνους, με το κρανίο ανοιγμένο. Έπρεπε να το σκάσει στα γρήγορα! Αν ξανανέβαινε, θα έπεφτε πάνω στο δάσκαλο. Αν εξακολουθούσε την κατάβαση, είχε μια πιθανότητα να κρυφτεί μέσα στους θάμνους και να περιμένει ώσπου να φύγει ο δάσκαλος. Μα ήταν τόσο πυκνοί οι θάμνοι ώστε να τον καλύψουν από τα βλέμματα; Θα έβλεπε, έτσι κι αλλιώς δεν είχε άλλη επιλογή, και στη χειρότερη περίπτωση, του έμενε η δυνατότητα να διασχίσει τον Κρουέλ κολυμπώντας… «Ζαν; Απάντησέ μου, μικρέ μου! Δεν μπορείς να τριγυρίζεις έτσι στην ύπαιθρο, ως πότε; Αν είσαι εκεί, βγες, όλα είναι κανονισμένα… Έλα λοιπόν!» Ο άνθρωπος έπνιξε μια βρισιά. Γλίστρησε όσο πιο αθόρυβα γινόταν,


συνεχίζοντας την κατάβασή του προς την όχθη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33 Ε! Τ ι κάνετε εκεί;» Ο άνθρωπος δεν έκανε το λάθος να γυρίσει και να σηκώσει το κεφάλι προς αυτόν που τον καλούσε. Αφέθηκε να γλιστρήσει ως τη ρίζα του βράχου κι έτρεξε κατά το ποτάμι. Η νύχτα έπεφτε, όλα άρχισαν να χάνονται μέσα στο μούχρωμα. Κι ύστερα, είχε περάσει τόσος καιρός… «Ε, ε, εκεί! Μα τι στην ευχή…» Μπροστά στα κατάπληκτα μάτια του Φορζέ, ο άνθρωπος ρίχτηκε στο νερό, χωρίς να διστάσει ούτε δευτερόλεπτο κι άρχισε να κολυμπάει προς την απέναντι όχθη. «Μα, είσαι τρελός! Τ ο νερό είναι παγωμένο! Θα πνιγείς…» Τ ο νερό ήταν όντως παγωμένο και το ρεύμα, ισχυρό, παρέσερνε τον άντρα, τον κρατούσε σε απόσταση από την αντίπερα όχθη. Για μια στιγμή, ο Φορζέ πίστεψε πως ο άγνωστος θα καταποντιζόταν. Αλλά θα πρέπει να είχε βαθιά ριζωμένη τη ζωή μέσα του γιατί με μια ύστατη προσπάθεια κατάφερε να νικήσει το ρεύμα και να φτάσει στην όχθη, καμιά εκατοστή μέτρα πιο πάνω. Βγήκε από το νερό, τινάχτηκε σαν μουσκεμένο σκυλί και, πάντα χωρίς να γυρίσει, το ’βάλε στα πόδια τρέχοντας. Η σιλουέτα χάθηκε σε λίγο μέσα στο σούρουπο. «Τ ι παράξενο καλούπι!» μουρμούρισε ο Φορζέ. Ξαφνικά, μια υποψία πέρασε από το νου του. Αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι να κρύψει, αλλά τι; Προφανώς, ο Φορζέ τον είχε αιφνιδιάσει πάνω που έκανε ή ετοιμαζόταν να κάνει κάποια εγκληματική πράξη… Μα τι κακό μπορείς να κάνεις ολομόναχος μέσα στη φύση; Ο Φορζέ ύψωσε τους ώμους του. Δεν υπήρχε τίποτα για να κλέψεις σ’ αυτή την καμπή του Κρουέλ.


Ισα ίσα που μπορούσες να κρυφτείς… Γι’ αυτό άλλωστε είχε έρθει εδώ. Από την κορφή των πιο ψηλών δέντρων αυτής της προεξοχής που ανήκε ακόμα στο δάσος αλλά σχημάτιζε ένα μπαλκόνι πάνω στον Κρουέλ, μπορούσε να παρακολουθήσει κανείς ένα μεγάλο μέρος της κωμόπολης και, παράξενο, το αστυνομικό τμήμα, παραμένοντας αθέατος, Ο Φορζέ είχε σκεφτεί πως ο Αα Φατίγκ μπορεί να κρυβόταν εδώ. Μετά από το επεισόδιο του φούρνου δεν έβρισκε ησυχία. Φανταζόταν τον Λα Φατίγκ μόνο, πεινασμένο, κουρελιασμένο, κυνηγημένο από τον ενωμοτάρχη Ζενασέν και τους άντρες του ενώ η μητέρα του αργοπέθαινε στο νοσοκομείο του Μπλουά, και μια τρομερή ενοχή, καταχωνιασμένη από χρόνια, τον ταλάνιζε τώρα… Αφήνοντας τον απόκρημνο όχθο, ξαναγύρισε στο κέντρο της πλατφόρμας. Όταν αντιλήφθηκε τον άγνωστο, αυτός είχε φτάσει κιόλας στη βάση του βράχου. Αρα δεν μπορεί παρά να ερχόταν από δω… Ο Φορζέ βλαστήμησε το σύθαμπο που όλο και πύκνωνε και που δεν του επέτρεπε να ερευνήσει καλά το χώρο. Κι όμως τα ψηλά χορτάρια που σκέπαζαν την πλατφόρμα ήταν ποδοπατημένα. Κάτι λαμπύρισε και τράβηξε την προσοχή του. Έσκυψε και το μάζεψε. Ένα νόμισμα. Ένα νόμισμα που έμοιαζε από χρυσάφι. Ήταν ένα αληθινό, ωραίο, χρυσό λουδοβίκειο! Θα έπρεπε να είχε πέσει πρόσφατα εκεί, κρίνοντας από την καθαριότητά του: ούτε σταγόνα βροχής, ούτε αχνός δροσιάς δεν είχαν θαμπώσει την αστραφτερή επιφάνειά του. Υπήρχε σίγουρα κάποια σχέση μεταξύ αυτού του χρυσού νομίσματος και του ανθρώπου που είχε δει να φεύγει. Παράξενο! Ο Φορζέ συνέχισε τις έρευνές του πυρετωδώς. Δε χρειάστηκε άλλωστε να ψάξει και πολύ: ένα μέτρο πέρα από κει που είχε βρει το λουδοβίκειο, βρήκε ένα μαχαίρι. Όχι οποιοδήποτε μαχαίρι. Τ ο σουγιά με τη γυριστή λάμα του Λα Φατίγκ. Αυτόν με τον οποίο ο Λα Φατίγκ κόντεψε να σκοτώσει τον Σεμπαστιέν Σελεριέ, κατά τη μαρτυρία του μικρού Φαμπέρ. Ήταν ανοιχτός. Η λάμα του ήταν καθαρή. Κανένα ίχνος υγρασίας ή πρόσφατης οξείδωσης που θα σ’


έκανε να σκεφτείς πως το μαχαίρι ήταν εδώ από μέρες… Ο Φορζέ έκοβε το κεφάλι του πως πριν από μια ώρα, ίσως και λιγότερο, το μαχαίρι βρισκόταν στην τσέπη του Λα Φατίγκ! Τ ο συμπέρασμα έβγαινε μόνο του. Ο άνθρωπος που είχε δει να φεύγει είχε κάποια σχέση με το νόμισμα και με το μαχαίρι, με τον Λα Φατίγκ δηλαδή. Κι αν ο φυγάδας κατηφόριζε προς την όχθη την ώρα που έφτασε ο Φορζέ, αυτό μπορεί να σήμαινε πως ο Λα Φατίγκ βρισκόταν ήδη εκεί κάτω… Με το νόμισμα και το μαχαίρι στη χούφτα, πλησίασε στην άκρη του γκρεμού. «Ζαν… Ζαν… Λα Φατίγκ! Είσαι εκεί; Απάντησέ μου, μικρέ μου!» Σώπασε, με όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Αλλά δεν πήρε άλλη απόκριση από το στεναγμό του ανέμου που φυσούσε μέσα στα κλαδιά και το αδιάκοπο μουγκρητό του ποταμού. Αν ο Λα Φατίγκ ήταν εκεί, δεν πρέπει να ήταν μακριά. Δεν υπήρχε λόγος να φωνάζει… Αντίθετα, έπρεπε να τον καθησυχάσει, να τον καλοπιάσει… Εκτός… εκτός κι αν ήταν εκεί, αλλά δεν μπορούσε ν’ απαντήσει Γιατί… γιατί… Η φυγή του αγνώστου είχε τώρα κάποια λογική εξήγηση. Ήταν η φυγή ενός επιτιθέμενου που είχε αιφνιδιαστεί, ενός δολοφόνου ίσως! «Ζαν! Μικρέ μου, Ζαν! Απάντησέ μου! Πού είσαι;» Ο Φορζέ σώπασε και πάλι. Ευχόταν να μπορούσε να βουβαθεί το ποτάμι κι ο άνεμος που σκέπαζαν ίσως μια μουρμουριστή απάντηση… Και ξαφνικά έγινε το θαύμα: άκουσε κάτι σαν πνιχτό κλαψούρισμα, τόσο σιγανό που δεν ακουγόταν σχεδόν… Να το είχε φανταστεί; Τ ου φάνηκε πως είχε έρθει από τη συστάδα των θάμνων, στα πόδια του βράχου. «Αα Φατίγκ; Είσαι εκεί;» Τ ο κλαψούρισμα ακούστηκε πάλι. Αυτή τη φορά, ο Φορζέ εντόπισε την πηγή. Ερχόταν από κάτω, πίσω από το ανάχωμα που σχημάτιζε


σαν ένα μικροσκοπικό χείλος στη βάση του βράχου. «Ζαν!» Κάθιδρος, με την καρδιά του να σπάσει, ο χοντρο-Φορζέ ρίχτηκε στην κατηφοριά. Είχε δεκαπέντε χρόνια να κάνει φυσική άσκηση, ζύγιζε ένα καντάρι μαλθακά κόκαλα, χαλαρά νεύρα και παραπανίσιο λίπος, πέθαινε από φόβο, αλλά τίποτα στον κόσμο δε θα τον εμπόδιζε να κατέβει. Χτύπησε τον αστράγαλό του, ξέγδαρε τα δάχτυλά του στον αδρό φλοιό των κλαδιών που τον βοηθούσαν να συνεχίσει την κατάβαση, αγκάθια και ξεσκλίδια χώθηκαν στα δάχτυλά του, αλλά κατέβαινε όλο και πιο γρήγορα, οδηγημένος από το κλαψούρισμα που ακουγόταν όλο και πιο καθαρά. «Ζαν! Ζαν! Γ ιέ μου!» Τ ο παιδί ήταν πεσμένο κοντά στο ανάχωμα, με το μέτωπο ματωμένο, όλο ξεγδάρματα και ίχνη πάλης. «Τ ο κτήνος! Τ ο κάθαρμα! Τ ι σου έκανε;» Ο Λα Φατίγκ σιγοβογκούσε. Γονατισμένος πλάι του ο Φορζέ τον εξέτασε στα γρήγορα. Διαπίστωσε δυο τραύματα στο κεφάλι, το ένα θα πρέπει να ήταν σοβαρό, κι ένα κάταγμα στη δεξιά κνήμη. Σαν έκανε την πρόχειρη διάγνωσή του, ο δάσκαλος ύψωσε τα μάτια ως την κορφή του βράχου. Έπρεπε να τον ξανανέβει. Με τον Λα Φατίγκ αναίσθητο, Ο Φορζέ είχε πολλές φορές μετανιώσει για το πάχος του και για την κακή φυσική του κατάσταση, τώρα την αναθεμάτιζε! Μήπως θα ήταν καλύτερα ν’ ανηφορίσει μόνος και να πάει να ζητήσει βοήθεια; Ζύγισε τα υπέρ και τα κατά προτού απορρίψει την ιδέα. Ακόμα κι αν κατάφερνε να ξανανηφορίσει χωρίς να χάσει πολύ χρόνο, ήθελε μισή ώρα για να φτάσει ως το Περπεζάκ. Κι ώσπου να βρει γιατρό και να ξαναγυρίσει… η αχνή πνοή ζωής που ανασήκωνε, αδιόρατα σχεδόν, το στήθος του Λα Φατίγκ μπορούσε να στερέψει, να σβήσει… Κι αυτό δε θα το συγχωρούσε στον εαυτό του. Αν κουβαλούσε ο ίδιος το παιδί, θα γλίτωνε μισή ώρα τουλάχιστον. Κι αν τον πρόδινε η καρδιά του, τόσο το χειρότερο! Στο κάτω κάτω,


αυτό θα ήταν δικαιοσύνη! Θα πλήρωνε για το έγκλημά του: που είχε δώσει ζωή σ’ αυτό το δυστυχισμένο παιδί κι από δειλία το είχε αφήσει να ζήσει ως τώρα μέσα στην ένδεια… Από σεξουαλικής πλευράς, ο γάμος του ήταν… φιάσκο. Χειρότερος από φιάσκο, μια οικτρή αποτυχία. Από την Υβόν δεν είχε πετύχει παρά το μίνιμουμ των συζυγικών καθηκόντων. Κι αυτό, στα πρώτα χρόνια του γάμου τους, γιατί εδώ και μια δεκαετία δεν του επέτρεπε ούτε να την αγγίξει. Αναγκαστικά λοιπόν, ένας άντρας με χάρη και γοητεία τσιτσιρίζεται στο ζουμί του και δε σκέφτεται παρά μόνο αυτό. Όταν κινούσε μόνος του για περίπατο γύρω από το Επαρβέ, ο Φορζέ συναντούσε συχνά τη Μογκρέ. Ήταν νέα ακόμα, φρέσκια ακόμα και είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη πως πλάγιαζε μ’ όποιον της το ζητούσε, Ο Φορζέ της έλεγε: «Ξάπλωσε εκεί!» κι εκείνη δεν του έκανε τη δύσκολη. Αυτό είχε κρατήσει ένα καλοκαίρι* στη διάρκεια των θερινών διακοπών. Τ ης πήγαινε ένα ψευτο-πραγματά-κι, καμιά φορά ένα κρουασάν αγορασμένο από του Κορμπιέρ που ήταν στο δρόμο του, κι αυτή του άνοιγε χέρια και πόδια. Δεν ήταν ασφαλώς ο μόνος που κέρδισε την εύνοιά της εκείνο το καλοκαίρι… Τ α καλοκαίρια υπάρχει κόσμος στα χωράφια και στους αγροτικούς δρόμους και η Μογκρέ, δε ζητούσεε πολλά· δεν είχες παρά να της χαμογελάσεις, να της πεις δυο καλές κουβέντες και να ξεκουμπώσεις τον καβάλο σου… Έτσι, όταν έγινε φανερό πως ήταν έγκυος, αλλά και αρκετό καιρό μετά τη γέννηση του Ζαν, ο δάσκαλος δεν είχε πολυσκοτιστεί. Ώσπου μια μέρα, με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού και μετά από πολλές διαβουλεύσεις με τη Μογκρέ (είχε πάψει από χρόνια να τη συναντάει κρυφά), είδε να μπαίνει στην τάξη του ο μικρός Ζαν Μπεργκαβόν, αυτό το νιάνιαρο που το φώναζαν κιόλας Αα Φατίγκ και που ήταν ίδιος αυτός στην αντίστοιχη ηλικία. Μια μέρα, μην αντέχοντας άλλο, πήγε στη μητέρα του και της ζήτησε να του δείξει παλιές του φωτογραφίες. Τ ο τεστ αποδείχτηκε άκρως διαφωτιστικό. Πατέρας του Λα Φατίγκ δεν μπορούσε να ήταν άλλος από τον Φορζέ! Είχε την ψευδαίσθηση πως μέσα στο Περπεζάκ ήταν ο μόνος που το είχε προσέξει. Στο ‘Καφέ των Κυριών’, στο πλυσταριό δηλαδή, δεν είχαν καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, αλλά καθώς όλος ο κόσμος αγαπούσε και σεβόταν τον Φορζέ, ακόμα και οι χειρότερες


φαρμακόγλωσσες έκαναν την πάπια γύρω από αυτό το θέμα. Μετά απ’ αυτή τη διαπίστωση, άρχισε ένα σωστό μαρτύριο για τον Φορζέ. Τ ούτο το παιδί, μαθητής του και νόθος γιος του μαζί, του ξύπνησε το πατρικό φίλτρο. Αρχισε να το αγαπάει. Όταν το έβλεπε να έρχεται το πρωί από το καμένο σπίτι όπου ζούσε με την άρρωστη μητέρα του, άπλυτο, αχτένιστο, ντυμένο με κουρελιασμένα αποφόρια, με την κοιλιά άδεια, η καρδιά του Φορζέ σφιγγόταν. Αλλά όταν δεν ερχόταν, πέντε έξι μέρες στη σειρά καμιά φορά, ήταν ακόμα χειρότερα. Αναρωτιόταν μήπως του είχε συμβεί κάτι, μήπως είχε τσακίσει το λαιμό του πέφτοντας από κάποιο δέντρο… Και στην τάξη, η αδιόρθαπη μηδαμινότητα του Λα Φατίγκ του ξέσκιζε την καρδιά, Ο γιος του, ο δικός του γιος, ήταν ο τελευταίος στην τάξη. Δεν άκουγε τίποτα, δε μάθαινε τίποτα, δεν καταλάβαινε σχεδόν τίποτα: ένα κούτσουρο. Με το να ζει σαν ζώο, ο Λα Φατίγκ είχε γίνει σχεδόν ένα αγρίμι, Ο Φορζέ δεν τολμούσε να τον ρωτήσει αν είχε γράψει τα μαθήματά του. Δεν τα έγραφε ποτέ. Ούτε έγραφε, ούτε διάβαζε. Έπρεπε να τον τιμωρήσει, αλλά ο Φορζέ δεν αναγνώριζε στον εαυτό του αυτό το δικαίωμα. Φυσικά, θα μπορούσε, όφειλε, να βοηθήσει τη Μογκρέ. Αλλά φοβόταν πως το πράγμα θα μαθευόταν, θα ’δίνε λαβή σε κουτσομπολιά που μπορεί να έφταναν στ’ αυτιά της γυναίκας του. Κι ύστερα, δεν ήταν εύκολο να βοηθήσεις τη Μογκρέ. Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που γεννήθηκε ο Ζαν. Ο χρόνος, το οινόπνευμα, η φτώχεια και τώρα η αρρώστια είχαν συμπληρώσει το έργο τους. Η Μογκρέ ήταν πια ένα ερείπιο, ένα ανθρώπινο απόβλητο που θα έπρεπε ν’ αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη του. Κι έτσι ο Φορζέ είχε αφήσει τα^εράγματα να κυλήσουν. Τ ώρα, σκυμμένος πάνω από τον Λα Φατίγκ που μπορεί να ήταν κι ετοιμοθάνατος, μετάνιωνε πικρά, τα ’βάζε με τον εαυτό του. Υπήρχε άραγε χρόνος να εξιλεωθεί; Ήταν αποφασισμένος να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του, ως τα όρια των δυνάμεών του, για να σώσει τον Αα Φατίγκ. Έφτιαξε ένα πρόχειρο σαμάρι με ξερές κληματίδες, χοντρο-φτιαγμένο μα γερό, χρησιμοποιώντας το μαχαίρι του Λα Φατίγκ. Ύστερα, ακούμπησε πάνω του με μύριες προφυλάξεις το αναίσθητο σώμα, και


κατάφερε να το κρεμάσει στην πλάτη του. Η νύχτα έπεφτε, σαν τέλειωσε. Έπρεπε να επωφεληθεί από τις τελευταίες αναλαμπές της μέρας για να σκαρφαλώσει το βράχο. Έφτυσε στις χούφτες του, και καταπιάστηκε με τη δύσκολη ανάβαση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34 Πώς τον πίνεις τον καφέ σου; Δυνατό;» Από το κρεβάτι, η Ζαν του απάντησε πως της άρεσε ελαφρύς. Μια απροσδιόριστη, εξωπραγματική, αίσθηση. Ένας άντρας της ετοίμαζε το πρωινό της μετά από μια ερωτική νύχτα, κι αυτός ο άντρας δεν ήταν ο Ζερόμ. «Λοιπόν, θα τον κάνω δυνατό και τον αραιώνουμε. Είναι πιο εύκολο έτσι, παρά το αντίθετο», είπε ο Λε Μεντέκ. «Πολύ απαλά τα σεντόνια σου, από τι είναι;» «Από μετάξι, μικρή μου κυρία! Στο σπίτι του Αλμπέρ Λε Μεντέκ είσαστε· από τι άλλο θα ήταν τα σεντόνια!» Καταγινόταν στην κουζίνα και κάθε τόσο εμφανιζόταν στο άνοιγμα της πόρτας για να τη ρωτήσει αν της άρεσε το μέλι, αν προτιμούσε φρυγανισμένο ψωμί ή μπισκότα. Ήταν γυμνός, μόνο με μια πετσέτα του μπάνιου τυλιγμένη γύρω από τα νεφρά του. Μια ταραχή την πλημμύρισε. Είχε δει μόνο έναν άντρα γυμνό ως τώρα, κι αυτός ήταν ο Ζερόμ. Ο Λε Μεντέκ κι ο Ζερόμ είχαν την ίδια κατασκευή: ολόκληρες ντουλάπες και οι δυο. Μόνο που ο Ζερόμ ήταν πιο γλυκός, πιο τρυφερός· ο Λε Μεντέκ ήταν πιο απότομος, πιο τραχύς… Αλλά αξιόλογος εραστής. Μπορούσε λοιπόν να νιώσει ηδονή και με άλλον άντρα εκτός από τον Ζερόμ! Τ ο μάτι του Λε Μεντέκ έλαμπε αυτάρεσκα. Είχε καταφέρει να τη φέρει στον οργασμό - η περηφάνια του μεσογειακού αρσενικού, κομματάκι παιδιάστικη, άνθιζε σ’ αυτή την ιδέα.


Η Ζαν είχε ανακαλύψει πως το σώμα του έφερε άφθονα τατουάζ. Αυτό ταίριαζε με τη μαγκιά που είχε μαντέψει σ’ αυτόν από την πρώτη τους συνάντηση. Στην οικειότητα του κρεβατιού, δε συνέχισε να παριστάνει τον τζέντλεμαν. Τ έτοια τατουάζ δεν τ’ αποκτάς ούτε στο Πολυτεχνείο, ούτε στη Φιλοσοφική, ούτε συχνάζοντας στην καλή μαροεγιέζικη κοινωνία: ένα ιστιοφόρο στο στήθος, μια γυμνή γυναίκα στον αριστερό βραχίονα, ένα κανόνι που πυροβολούσε στον δεξί. Σαν να ντρεπόταν γι’ αυτά τα διόλου διακριτικά τατουάζ. «Είναι λίγο… χυδαία, ε;» είπε της Ζαν απολογητικά. «Όχι, είναι πρωτότυπα…» «Είναι αυτό που λέω, τα βρίσκεις χυδαία! Ήμουν νέος, δεν πολυκαταλάβαινα… Αλλά ό,τι έγινε έγινε… Ξέρεις έκανε τρομερή ζέστη εκεί κάτω· δε δίναμε πολύ καιρό ζωή στον εαυτό μας κι έτσι τίποτα δεν είχε σημασία…» «Εκεί κάτω, πού;» «Στο Ριφ. Στα είκοσί μου, ήμουν ζουαγιέ… Σου λέει τίποτα αυτό;» «Αόριστα… Είναι οι τιμωρημένοι στρατιώτες, σωστά;» «Ζουαγιέ είναι τα πειθαρχικά τάγματα… Ήμουν στο 147 Σ.Γ.Κ. Τ ο 147 τάγμα, τροφή για τα κανόνια. Τ ο επιτελείο δεν πολυσκοτίζεται για τους ζουαγιέ, πίστεψέ με, δεν ασχολούνται και πολύ με τις απώλειες!» «Γιατί ήσουν εκεί κάτω;» «Μια βλακεία… Αρκεί! Αυτά είναι παρελθόν! Θα προτιμούσα να μη στα δείξω αλλά είναι δύσκολο να κρυφτούν. Σημείωσε πως μερικές γυναίκες τις ερεθίζει… Αλλά εσύ δεν είσαι απ’ αυτές». «Ω, δεν ξέρω πια από ποιες είμαι!» Αντί να τη γυρίσει σπίτι της, την είχε πάει στο δικό του και είχαν


κάνει έρωτα. Είχε έρθει πολύ φυσικά. Έμενε σ’ ένα ωραίο κτίριο που έβλεπε στην Κανεμπιέρ. Τ ο διαμέρισμα δεν ήταν πολύ μεγάλο —εργένικο— αλλά πολυτελώς διακοσμημένο κι επιπλωμένο μ’ ένα γούστο κάπως αμφίβολο. Η Ζαν δεν ήταν ειδική σε θέματα διακόσμησης, αλλά βρήκε τις γκρενά κουρτίνες και τους πίνακες με τις χρυσές κορνίζες κομματάκι φανταχτερά, σαν τον κάτοχό τους. «Καλά τα κατάφερες, για πρώην ζουαγιέ!» Ο Λέ Μεντέκ φούσκωσε. Τ ον είχε ευχαριστήσει. Η Ζαν χαμογέλασε. Ήταν αυτή η αφέλειά του που σε τραβούσε και που σ’ έκανε να του συγχωρείς την αλαζονεία του και τους νεοπλου-τίστικους τρόπους του. «Έτσι λέω κι εγώ! Όταν ξεμπαρκάρισα στη Μασσαλία, αφού απολύθηκα από το στρατό, σου ορκίζομαι, δεν είχα ούτε κορδόνι για τα δυο μου παπούτσια! Και να, δέκα χρόνια μετά, ωραίο διαμέρισμα, ιδιόκτητο, πίνακες ζωγράφων πεθαμένων από καιρό, μια Ισπανό στο γκαράζ, ένα πορτοφόλιο με μετοχές καλο-γεμισμένο… και τα κορίτσια των ονείρων μου στο κρεβάτι μου!» Αυτό ήταν για κείνη: η τελική αβρότητα, η φιλοφρόνηση που τη θεωρούσε πολύ κομψή… «Και τι δουλειά κάνεις;» «Ω, διάφορα. Ασχολούμαι με πολλά… χρηματιστήριο, πρώτες ύλες. Είναι ονειρεμένη πόλη για επιχειρήσεις». Η Ζαν κούνησε το κεφάλι. Ένας μικροχρηματιστής, ένας τυχοδιώκτης που εμπορευόταν και κερδοσκοπούσε με τα λάδια και τα κρασιά της Αλγερίας, με το σαπούνι, το στέαρ… Ό,τι απεχθανόταν ο πατέρας της. Ο καημένος ο Μπαζίλ που φανταζόταν πως ο γαμπρός του, ένας απλός και τίμιος φούρναρης ενσάρκωνε το «Μεγάλο Κεφάλαιο»! Αν ήξερε με ποιον πλάγιαζε τώρα! Με ποιον «πλάγιαζε»; Με ποιον


«είχε πλαγιάσει», μια φορά, υπάρχει διαφορά στην απόχρωση! Δεν ήταν ερωτευμένη με τον Λε Μεντέκ και η περιπέτειά της δε θα είχε επαύριο. Ήταν συμπαθητικός, διασκεδαστικός, έκανε ωραία έρωτα, αλλά εκείνη δε σκεπτόταν να πάει πιο μακριά, να δημιουργήσει μια σχέση. Αν του είχε περάσει κάτι τέτοιο από το νου, θα του εξηγούσε. Είχε χιούμορ. Εξάλλου, ούτε αυτός θα σκεφτόταν ένα μόνιμο δεσμό. Ο Λε Μεντέκ πλησίασε το κρεβάτι κρατώντας ένα δίσκο από λακαρισμένο ξύλο. «Ορίστε, πριγκίπισσα, το πρωινό σου! Αλήθεια, δε μου είπες… Πώς ήταν χτες το βράδυ;» Τ ι παιδί! Τ ον έτρωγε πραγματικά η αγωνία να μάθει πώς τον είχε κρίνει. Αλλά σ’ αυτό το σημείο, τουλάχιστον, μπορούσε να τον καθησυχάσει. «Ήταν…» Αφησε τη φράση της μετέωρη. Η κόρη του ματιού του σκοτείνιασε από την ανησυχία του αρσενικού που κρίνονται οι ερωτικές του ικανότητες. Έσμιξε τα φρύδια. «Ναι, λοιπόν; Ήταν, πώς;» «Ήταν πολύ καλά! Πάααρα πολύ καλά». Μια έκφραση ανακούφισης απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Α, ωραία, ησύχασα.. Λοιπόν στ’ αλήθεια, σ’ άρεσε;» «Ειλικρινά!» τον βεβαίωσε ανοίγοντας μεγάλα τα μάτια της, θαυμαστικά. Ο Λε Μεντέκ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού ικανοποιημένος. «Εγώ τις γυναίκες, τις ξετρελαίνω! Ορίστε ο καφές σου… περίμενε να


σου ρίξω λίγο ζεστό νερό. Γιά πες μου, είσαι παντρεμένη;» Πήρε το φλιτζάνι χωρίς να πει λέξη. Γ ιατί άλλωστε, αφού ήξερε την απάντηση. «Είσαι παντρεμένη… Τ έλος…» «Ο άντρας μου κι εγώ… είμαστε χωρισμένοι». «Ωραία… έτσι δε ξαναϊδωθούμε…»

θα

υπήρχε

πρόβλημα

αν

θέλαμε

να

«Όχι, δε θα υπήρχε…» Ο Λε Μεντέκ μπορεί να ήταν αφελής, αλλά όχι βλάκας. Η υποθετική που είχε χρησιμοποιήσει η Ζαν τον έβαλε σε σκέψη. Σώπασε, αποφεύγοντας μια απάντηση που θα έβαζε σε κίνδυνο μια πιθανή σχέση. Σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο. «Κοίτα μέρα! Δε θα το πίστευες πως είναι μόνο Μάιος! Αυτό είναι που μ’ αρέσει εδώ… Εσύ, από πού είσαι;» Τ ου μίλησε για το Περπεζάκ. Τ ου περιέγραψε το χωριό, το κοινοτικό πλυσταριό και την εκκλησία, τον πύργο των Φρερέ ντυ Καστέλ, τις όχθες του Κρουέλ… Μιλώντας, την έπιασε η νοσταλγία. Σώπασε σαν έσπασε η φωνή της, έτοιμη να δακρύσει… «Νοσταλγείς τον τόπο σου…» Η Ζαν σκούπισε φευγαλέα ένα δάκρυ. Δεν έπρεπε ν’ αφεθεί στον πόνο της. Ούτε μπροστά στον Λε Μεντέκ, ούτε σε κανέναν άλλο… «Όχι, όλα πάνε καλά… Πράγματι, θα κάνει μια υπέροχη μέρα. Θα μπορέσεις να με πας σπίτι, όχι πολύ αργά;» «Φυσικά. Έχω κι εγώ μια φορτωμένη μέρα- πελάτες, συνέταιροι, ένα


σωρό κόσμο να δω. Αλλά έχεις όλο το χρόνο να κάνεις ένα μπάνιο. Τ οίχοι και δάπεδο από μάρμαρο, μπανιέρα και νιπτήρας ζωγραφιστοί, ρομπινέ επίχρυσα… Υπάρχουν γυναίκες που έρχονται εδώ μόνο γι’ αυτό!» «Δέχεσαι πολύ, βλέπω…» «Δε θα έλεγα πως γίνεται παρέλαση, αλλά περίπου… Προσοχή! Ο Λε Μεντέκ δεν έχει καρδιά αγκινάρα. Αν μια μέρα συναντήσει μια αληθινή γυναίκα, θα μετράει μόνο αυτή!» «Τ ι εννοείς όταν λες αληθινή γυναίκα;» «Ε… μια γυναίκα άξια ν’ αγαπηθεί….» «Είμαστε σχεδόν όλες, ξέρεις;» «Μια γυναίκα άξια ν’ αγαπηθεί από τον Λε Μεντέκ, εννοώ». «Ε, τότε, δε θα πρέπει να κυκλοφορεί στους δρόμους». Ο Λε Μεντέκ ήπιε μια γουλιά καφέ και πλατάγισε τη γλώσσα στον ουρανίσκο του. «Με δουλεύεις τώρα». «Όχι, όχι.». «Ναι, με δουλεύεις, το βλέπω. Αλλά δεν ξέρεις τι απίθανος τύπος είμαι! Όχι κανένας άγγελος, α, αυτό όχι, αλλά απίθανος τύπος… Στο Ριφ, και ύστερα στη Συρία, στο Τ ονκίνο, στη Νότια Κίνα, έκανα αφάνταστα κόλπα». «Πήγες στην Κίνα; Να κάνεις τι;» «Επιχειρήσεις… Τ σάι, χοδιώχτης εγώ!»

πολύτιμους

λίθους… Είμαι

μεγαλοτυ-

Τ ον κοίταζε μην πιστεύοντας τ’ αυτιά της. Πώς μπορούσε να μιλάει


με τέτοια κενοδοξία, με τόση έπαρση για τον εαυτό του;… Ωστόσο, θυμήθηκε το επεισόδιο στο σταθμό - είχε μιλήσει ινδοκινέζικα στον κλέφτη που της είχε αρπάξει την τσάντα. Θα πρέπει να ήταν πράγματι περπατημένος. Αλλά συνηθισμένη στην απλότητα και τη σεμνότητα του Ζερόμ δεν μπορούσε να μη βρει τον Λε Μεντέκ λίγο γελοίο. Εκείνος, μ’ ένα σωρό παράσημα, αρνιόταν να μιλήσει όσο κι αν επέμεναν, για τ’ ανδρα-γαθήματά του στο μεγάλο πόλεμο. «Δείξε μου λοιπόν αυτό το μπάνιο… Στο Παραντού οι ανέσεις είναι μάλλον υποτυπώδεις!» «Θα δεις, είναι φανταστικό, θαρρείς και είσαι στο Χόλιγουντ!» Έβαλαν κι οι δυο τα γέλια. Τ ι παράξενος τύπος, σκέφτηκε η Ζαν. Μέσα σε δυο δευτερόλεπτα ήταν ικανός να πλέκει το εγκώμιό του και να κοροϊδεύει τον εαυτό του! «Ωραία, θα σου γεμίσω την μπανιέρα. Θέλεις άλατα; Αφρόλουτρο; Όλα του Ροζέ Γκαλέ». «Πώς, δεν έχει γαϊδουρινό γάλα;» «Α, όχι, όχι σήμερα, η γαϊδούρα έχει ρεπό… Αλλά μπορώ να κατέβω ν’ αρμέξω τη θυρωρίνα, αν θέλεις!» Η Ζαν που ετοιμαζόταν να καταπιεί μια γουλιά καφέ, παραλίγο να πνιγεί από τα γέλια. Σε λίγο, στο Παραντού, θα ξανάβρισκε την ανάμνηση του Ζερόμ, του Περπεζάκ, της ρημαγμένης ζωής της… Για την ώρα, καλά ήταν να λες και ν’ ακούς σαχλαμάρες, να ξεχνιέσαι… ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35 Η τοξικολογική υπηρεσία του διαμερίσματος είχε επιβεβαιώσει την παρουσία ερυσίβης της σικάλεως στα δείγματα που είχε στείλει ο γιατρός Ντελμάς. Ο καλός γιατρός είχε κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για να καθησυχάσει τον συνομιλητή του, που του είχαν σηκωθεί οι


τρίχες της κεφαλής όταν αναγνώρισε την claviceps purpurea κάτω από το φακό του μικροσκοπίου του. Δυστυχώς, το εγκληματολογικό έκανε έρευνες μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Λα Φατίγκ και δεν ήταν πια δυνατό να μείνει κρυφό από πού προέρχονταν τα δείγματα. Μια ομάδα ειδικών του υγειονομικού κατέφθασε στο φούρνο του Ζερόμ. Τ ου είχαν φερθεί σαν να ήταν εγκληματίας, είχαν πάρει καινούρια δείγματα και είχαν σφραγίσει το φούρνο. Τ ου κάκου τους εξηγούσαν ο Ζερόμ κι ο Ντελμάς πως δεν υπήρχε πια κανένας κίνδυνος· δεν ήθελαν ν’ ακούσουν τίποτα. Για δυο μέρες, οι κάτοικοι του Περπεζάκ στερήθηκαν το ψωμί. Τ ην τρίτη, ο Μελενσόν, ο δήμαρχος, έβαλε σ’ ενέργεια τα· μεγάλα μέσα. Τ ηλεφώνησε στον υπουργό Γεωργίας, που τηλεφώνησε στον υπεύθυνο του υπουργείου Υγείας, που τηλεφώνησε στον υπεύθυνο των τοπικών υγειονομικών υπηρεσιών, ο οποίος, κατά διαταγή του υπουργού του, απέσυρε την απαγόρευση λειτουργίας του φούρνου του Ζερόμ Κορμπιέρ. Ο Ζερόμ αντιμετώπιζε με κουράγιο τη συμφορά. Η Αστερία ήταν ανήσυχη. Μετά το φευγιό της Ζαν και τον τραυματισμό του Σεμπαστιέν, το κλείσιμο του φούρνου του είχε ταρακουνήσει τα θεμέλια. Θα ήταν αρκετή η ενέργεια που κατανάλωνε για τα δυο ορφανά για ν’ αποκαταστήσει την ισορροπία του; Ο Σεμπαστιέν συνερχόταν γρήγορα. Δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με τον Λα Φατίγκ. Τ ο αγρίμι πάλευε ακόμα μεταξύ ζωής και θανάτου στο νοσοκομείο του Μπλουά. Σε αφασία πάντα, δεν είχε μπορέσει να δώσει την παραμικρή πληροφορία γι’ αυτόν που του είχε επιτεθεί. Μόνη ένδειξη, το χρυσό λουδοβίκειο που είχε βρει ο Φορζέ επιτόπου. Από τότε που συνέβη το κακό, ο Φορζέ περνούσε τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του στο Μπλουά, στο πλευρό του Αα Φατίγκ, αλλά και της Μογκρέ, που ο θάνατός της φαινόταν πια αναπόφευκτος, Ο Φορζέ κρατούσε συντροφιά, όσο γινόταν περισσότερο, σ’ αυτήν που υπήρξε η ερωμένη του για ένα καλοκαίρι. Είχε επικοινωνήσει με το δικηγόρο του, για να του εκθέσει την πρόθεσή του ν’ αναγνωρίσει τον Αα Φατίγκ ούτως ώστε να κρατήσει την κηδεμονία του μετά το


θάνατο της Μογκρέ. Κάνοντάς το αυτό, ο Φορζέ ήξερε πως θα διέλυε τη ζωή του, αλλά δε σκοτιζόταν. «Αν το κρασί σου είναι ξινό, χύσ’ το, αν η ζωή σου είναι κακή, χάλασέ την!» είχε πει στον Ζερόμ που ανησυχούσε για τις συνέπειες της αναγνώρισης αυτής της πατρότητας. «Η γυναίκα μου θα ζητήσει διαζύγιο, και λοιπόν; Δεν είχαμε ποτέ τίποτα να πούμε. Επιτέλους, θα τα φτιάξω με τη συνείδησή μου… Δεν άντεχα πια αυτά τα ψέματα. Αν ο Ζαν επιζήσει, θα του αφοσιωθώ… Ας ζήσει, Θεέ μου!» «Ο Ντελμάς είναι αισιόδοξος». «Ναι, αλλά πρέπει να βγει από το κώμα… Πρέπει!» Η φωνή του Φορζέ έσπασε, Ο Ζερόμ έβαλε το χέρι του στον ώμο του φίλου του. «Καλέ μου Αριστείδη…» «Με συγχωρείς… τα νεύρα μου… Αλλά εσύ, έχεις νέα από τη Ζαν;» «Τ ίποτα. Νομίζω πως τέλειωσε…» «Έλα τώρα, για ένα καβγαδάκι;» «Δεν ήταν ένα καβγαδάκι. Τ η χτύπησα κι ύστερα…» «Ναι, ξέρω, αλλά όπως και να ’ναι, δεν καταφέρνω να το πιστέψω. Πήγες στα πεθερικά σου;» «Ανώφελο», ο Ζερόμ ύψωσε τους ώμους του. «Ο πεθερός μου με μισεί. Κι αν ξέρει κάτι, δε θα μου πει τίποτα». «Εγώ, στη θέση σου, θ’ απευθυνόμουν σ’ ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ». «Ε; Όπως για τις…» Ο Ζερόμ δεν τέλειωσε τη φράση του. Ο Φορζέ κατάλαβε το νόημα και τη συμπλήρωσε.


«Όπως στις μοιχείες; Όχι, όπως στις εξαφανίσεις. Η γυναίκα σου έφυγε, δεν ξέρεις πού είναι, ανησυχείς… Τ ι πιο φυσικό; Αν ένας ντετέκτιβ τη βρει και της μεταφέρει ένα μήνυμά σου, μπορεί ν’ αρνηθεί ν’ απαντήσει, αλλά θα έχεις προσπαθήσει… Τ ο χειρότερο είναι η σιωπή. Εξαιτίας της σιωπής μου, ίσως πεθάνει ο γιος μου και δε θα μάθει ποτέ πως είχε ένα πατέρα». Αυτά έλεγαν οι δυο άντρες όταν η Αστερία ανάγγειλε τον επιθεωρητή Γκιγιεμινό που είχε αναλάβει την έρευνα. Είχε εγκατασταθεί στο πανδοχείο του Αεμπεντέν, την «Κόκκινη Πουλάδα» κι εδώ και λίγες μέρες χτένιζε την περιοχή αναζητώντας ενδείξεις για τον παρ’ ολίγο δολοφόνο του Λα Φατίγκ. «Φέρ’ τον μέσα, μπορεί να έχει νέα», είπε ο Ζερόμ. «Ό,τι μάθεις, να μου το πεις, πρέπει να πηγαίνω», Ο Φορζέ σηκώθηκε. «Ελπίζω πως δεν είμαι εγώ η αφορμή που φεύγετε, κύριε δάσκαλε», είπε ο επιθεωρητής Γκιγιεμινό. «Όχι, δα, επιθεωρητά! Αλλά με τα πηγαινέλα μεταξύ Περπεζάκ και Μπλουά, έχω καθυστερήσει πολύ τη δουλειά του σχολείου…» «Τ ότε να μη σας κρατάω. Τ ι νέα από το μικρό;» Ο Φορζέ κούνησε το κεφάλι κι ο Γκιγιεμινό δεν επέμεινε. Οι δυο άντρες χαιρετήθηκαν κι ο Φορζέ έφυγε βιαστικά. «Λοιπόν, κύριε επιθεωρητά, είσαστε πάντα ευχαριστημένος από την κουζίνα του Λεμπεντέν;» «Αν μείνω καιρό ακόμα, θα πάρω δέκα κιλά και θα χάσω το σεξαπίλ μου. Πρέπει λοιπόν να λύσω αυτή την υπόθεση όσο πιο γρήγορα γίνεται… Αν δε σας κάνει κόπο, θα ήθελα να σας ζητήσω μερικές συμπληρωματικές διευκρινίσεις». «Στη διάθεσή σας… Θα πιείτε κάτι; Αστερία…»


«Όχι, τίποτα, ευχαριστώ. Λοιπόν, ήρθατε προσφάτως σ’ επαφή με το ορφανοτροφείο του Βερτύ, στο Παρίσι… πέρα από το γεγονός ότι περάσατε κι εσείς εκεί…» Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα σημειωματάριο από την τσέπη του και το συμβουλεύτηκε. «…δυο χρόνια, στην παιδική σας ηλικία». «Είμαι πολύ καιρό μέλος και δωρητής της ένωσης που το έχει υπό την προστασία της, της Συντεχνίας των Φουρναραίων… και μ’ αυτή την ιδιότητα, μέλος του διοικητικού Συμβουλίου. Αλλά σπανίως πηγαίνω στις συνελεύσεις. Τ ο Παρίσι είναι μακριά και ο φούρνος πιο απαιτητικός κι από μετρέσα». «Τ α ξέρω όλ’ αυτά, κύριε Κορμπιέρ. Αυτό που ήθελα να μάθω είναι αν ήρθατε προσωπικά σ’ επαφή με τον διευθυντή του ιδρύματος». Ο Ζερόμ ξεροκατάπιε. Κατά την επίσκεψή του στο Βερτύ είχε πιέσει τον Ντελαβό για να μπορέσει να πάρει τα παιδιά το ίδιο βράδυ. Τ ώρα τα πράγματα ζόριζαν. Έτρεμε για τον Ονορέ και τον Σεμπαστιέν. Θα του τους έπαιρναν… Α, αυτό όχι, ποτέ! Αλλά γιατί ασχολούνταν μ’ αυτό ο Γκιγιεμινό; «Ο διευθυντής, ο κύριος Ντελαβό, είναι παλιός φίλος». «Ο κύριος Ντελαβό είναι ο καινούριος. Εγώ σας μιλάω για τον παλιό, τον Μασελάρ». «Τ ον Μασελάρ; Αυτόν που το ’σκάσε;» Ο Γκιγιεμινό έγνεψε καταφατικά. «Δεν τον έχω συναντήσει ποτέ. Κατά την τελευταία μου επίσκεψη στο ορφανοτροφείο, πριν από μια βδομάδα, είχε ήδη απολυθεί και αντικατασταθεί από τον κύριο Ντελαβό». «Και δεν είχατε καμιά ανάμειξη στην απόλυση του Μασελάρ;»


«Καμιά… σας είπα πως εδώ και αρκετά χρόνια δεν πάω στις συνελεύσεις του διοικητικού Συμβουλίου. Αγνοούσα ακόμα και το όνομα του διευθυντή» «Ο Μασελάρ σας είναι άγνωστος;» «Εντελώς». «Θα μπορούσε για κάποιο λόγο να θέλει το κακό σας;» «Ποιο λόγο, αφού δεν τον γνωρίζω». Ο Γκιγιεμινό ζάρωσε το μέτωπό του. Τ α δάχτυλά του χτυπούσαν νευρικά το χαρτονένιο κάλυμμα του σημειωματάριού του. Έδειχνε απογοητευμένος. Κάτι άλλο περίμενε από την απάντηση του Ζερόμ. «Μ’ ενοχλεί αυτό. Δεν είναι λογικό. Πρέπει να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στον Μασελάρ και σε σας… Ένας δεσμός πιο ισχυρός από μια απλή σύμπτωση». «Μα γιατί;» «Επειδή πάνω στο χρυσό νόμισμα βρέθηκαν τα δαχτυλικά αποτυπώματα του Μασελάρ… Δηλαδή, αυτού που αυτοαποκαλούνταν Μασελάρ. Είναι θαύμα, που τους ήρθε να τα συγκρίνουν. Οι συνάδελφοί μου που έχουν αναλάβει την έρευνα σχετικά με τη δράση του Μασελάρ στο Βερτύ, διαπίστωσαν πως Μασελάρ δεν υπήρχε! Η ταυτότητα και τα πιστοποιητικά που παρουσίασε στη Συντεχνία και που εγκρίθηκαν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις είναι πλαστά. Σ’ αυτό χρησιμεύει η δικαστική ανθρωπομετρία: στο να βγάζει τις μάσκες, να ξεσκεπάζει τους κακόβουλους σαν τον Μασελάρ που σκαρώνουν μια ληξιαρχική πράξη για να καλύψουν τις δραστηριότητές τους. Πήραν τα αποτυπώματα του διευθυντή του Βερτύ και τα έστειλαν στη Σήμανση. Εκεί, τίποτα, λευκό! Τ ο πουλάκι μας δεν είχε απασχολήσει την αστυνομία ούτε με την πραγματική του ταυτότητα ούτε με καμιά άλλη. Κι ύστερα, από καθαρή σύμπτωση, ο τεχνικός που είχε


αναλάβει την εξακρίβωση της ταυτότητας των αποτυπωμάτων που βρέθηκαν στο Βερτύ, είχε αναλάβει κι αυτά που βρέθηκαν στο χρυσό λουδοβίκειο που έστειλα στο Παρίσι γι’ αυτό το σκοπό. Και τα συνέκρινε, έτσι, τυχαία. Είναι τα ίδια. Όποιο κι αν είναι το πραγματικό του όνομα, ο πρώην διευθυντής του ορφανοτροφείου άφησε τα δαχτυλικά του αποτυπώματα πάνω στο νόμισμα που βρέθηκε στο βράχο… Βλέπετε, μερικά κομμάτια του αινίγματος μοιάζουν να ταιριάζουν, άλλα όμως μένουν αχρησιμοποίητα. Αυτά που ταιριάζουν είναι, για παράδειγμα, λ ουδοβίκειο-Ζαν Μπεργκαβόνερνσίβη… Αν διαβάσουμε αυτή την ενότητα ως εξής: Ο Ζαν Μπεργκαβόν πήρε, ή επρόκειτο να πάρει το χρυσό λ ουδοβίκειο για ν’ ανακατέψει την ερυσίβη στο αλ εύρι υπάρχει συνοχή. Αν προσθέσουμε και Μασελ άρ, τότε έχουμε: Ο Μασελ άρ έδωσε ή υποσχέθηκε ένα χρυσό λ ουδοβίκειο στον Ζαν Μπεργκαβόν για ν’ ανακατέψει την ερυσίβη στο αλ εύρι. Αλλά όχι σε οποιοδήποτε αλεύρι, ε; Στο αλεύρι του Ζερόμ Κορμπιέρ. Μπορούμε να συνεχίσουμε προσθέτοντας τα στοιχεία αποτυχία του Ζαν Μπεργκαβόν κι απόπειρα δολ οφονίας’ λογικό… Με παρακολουθείτε;» «Νομίζω», είπε ο Ζερόμ. «Αυτό θα πρέπει να καταλήγει σε κάτι σαν Ο Μασελάρ έδωσε ή υποσχέθηκε στον Ζαν Μπεργκαβόν ένα χρυσό λουδοβίκειο για ν’ ανακατέψει την ερυσίβη στο αλεύρι του Ζερόμ Κορμπιέρ, αλλά επειδή απέτυχε επιχείρησε να τον δολοφονήσει…» «Πολύ σωστά! Θα έπρεπε να μπείτε στην αστυνομία, κύριε Κορμπιέρ, είσαστε προικισμένος!» «Ευχαριστώ, κύριε επιθεωρητά, αλλά μου πήρατε τη δουλειά». «Δεν τελειώσαμε, Ας μιλήσουμε για το κομμάτια του αινίγματος που δεν ταιριάζουν, που δείχνουν να μην ταιριάζουν. Ας πάρουμε τα στοιχεία Σεμπαστιέν Σελεριέ, Ονορέ Φαμπέρ. Και οι δυο έχουν σχέση με τον Μασελάρ, την ίδια που έχουν και με σας άλλωστε, το Βερτύ. Για έναν αστυνομικό, όλ’ αυτά είναι συναρπαστικά, λες πως βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο κι ύστερα, όχι, δεν κολλάνε! Ο μικρός Σεμπαστιέν τραυματίστηκε από τον Ζαν Μπεργκαβόν τυχαία! Τ ο


εξακρίβωσα από τους παρισινούς συναδέλφους που έχουν αναλάβει την έρευνα: ο Σελεριέ κι ο Φαμπέρ πέρασαν λίγες βδομάδες στο Βερτύ υπό τη διεύθυνση του Μασελάρ. Δεν εμπλέκονται στις υποθέσεις ηθών για τις οποίες κατηγορείται, εκτός των άλλων… Όπως βλέπετε, λοιπόν, έχουμε μια ωραία σπαζοκεφαλιά. Καταλαβαίνουμε μερικά πράγματα αλλά το κυριότερο θα μας διαφεύγει όσο δε θα ξέρουμε γιατί ο Μασελάρ ήθελε να δηλητηριάσει το αλεύρι σας, τη στιγμή που δε σας γνωρίζει προσωπικά». «Μπορεί να διάβασε το όνομά μου στα έγγραφα του διοικητικού συμβουλίου… Μπορεί ν’ αποφάσισε να εκδικηθεί αυτούς που τον ξεσκέπασαν και τον κατηγόρησαν για υπεξαίρεση και αποπλάνηση ανηλίκων…» «Ιδιαίτερα επαχθή, λόγω της εξουσίας που είχε», διευκρίνισε ο Γκιγιεμινό. «Τ ώρα έχει επιπλέον στην πλάτη του μια απόπειρα συλλογικής δηλητηριάσεως αν καταφέρω ν’ αποδείξω πως εξαγόρασε τον Ζαν Μπεργκαβόν. Κι οι πρώτες κατηγορίες, από το Παρίσι, είναι ήδη πολύ βαριές. Αλλά, συγνώμη, συνεχίστε.». «Ναι, αναρωτιόμουν… Μήπως πίστευε πως ήμουν απ’ αυτούς που ειδοποίησαν την αστυνομία; Απειλούνται και τ’ άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου;» «Τ ο σκέφτηκα κι αυτό. Αυτή τη στιγμή, μπορεί και τ’ άλλα μέλη ν’ απαντούν στις ίδιες ερωτήσεις, όπως εσείς… Είναι όλοι σχεδόν αρτοποιοί, δυο απ’ αυτούς είναι αλευροβιομήχανοι… Αυτή η βρομιά, η ερυσίβη, δεν αστειεύεται, ε; Θα είχαμε μια εκατόμβη…» Ο Ζερόμ ανατρίχιασε. «Θα χτυπούσε ανάπηρους…»

όλο

το

χωριό.

Θα είχαμε

νεκρούς,

ισόβια

«Έκτακτα! Τ έλος… ο τύπος είναι μοχθηρός, διεστραμμένος. Ήλπιζα πως θα μου δίνατε το κλειδί του αινίγματος, αλλ’ αφού δε


γνωρίζετε τον Μασελάρ…» «Λυπάμαι ειλικρινά, κύριε επιθεωρητά». «Και τα προσωπικά σας προβλήματα;… Τ ίποτα καινούριο;» «Τ α προβλήματά μου;…» «Η γυναίκα σας εγκατέλειψε τη συζυγική εστία μετά από μια βίαιη σκηνή, έτσι δεν είναι;» «Ακριβώς», είπε ο Ζερόμ παγερά, «αλλ’ αυτό δεν έχει καμιά σχέση… «Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενα». Ο Ζερόμ έπεσε από τα σύννεφα. Γιατί ανακάτευαν τη Ζαν σ’ αυτή την υπόθεση; «Τ ι ακριβώς εξετάζετε;» Ο επιθεωρητής αναστέναξε κι ύστερα εξήγησε υπομονετικά. «Τ α εξετάζουμε όλα, κύριε Κορμπιέρ… Αξίζει τον κόπο. Λίγο έλειψε να δηλητηριαστεί ολόκληρη κωμόπολη, επιχείρησαν να δολοφονήσουν ένα παιδί και όλ’ αυτά για να σας βλάψουν. Ψάχνουμε λοιπόν ποιος μπορεί να σας μισούσε τόσο για να φτάσει ως αυτά τα άκρα». «Αλλά η γυναίκα μου…» «Τ η χτυπήσατε. Ήταν μια ταπείνωση γι’ αυτήν. Μπορεί να θέλησε να εκδικηθεί». «Είναι παράλογο. Είναι ένας άνθρωπος που…» «Συμβαίνει, μια γυναίκα, να βρει εραστή… Ειδικά όταν ο άντρας της της έχει μαυρίσει το μάτι…»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36 Η γυναίκα μου δεν έχει εραστή!» είπε ο Ζερόμ, οργισμένος. «Μια υπόθεση είναι», είπε ο Γκιγιεμινό επιφυλακτικά. «Υπάρχουν κι άλλες που τις χρησιμοποιούμε γιοί εξακρίβωση. Επισκέφτηκα το δήμαρχο…» «Δε χάνετε τον καιρό σας!» «Ο κύριος Μελενσόν είναι πολιτικός σας αντίπαλος. Αν οι κάτοικοι του Περπεζάκ έπεφταν σαν μύγες αφού θα έτρωγαν το ψωμί σας, δε θα μπορούσα να εγγυηθώ για το εκλογικό σας μέλλον». «Φυσικά, αλλά γνωρίζω τον Μελενσόν από παιδί. Δε θα το έκανε ποτέ αυτό… Είναι σοσιαλοριζοσπάστης, αλλά πολύ εντάξει άνθρωπος!» «Ας το παραδεχτούμε… Κι ο Φρερέ ντυ Καστέλ, που του διεκδικείτε τη δεξιά;» Ο Ζερόμ έμεινε σιωπηλός. «Βλέπετε… δεν είναι απίθανο…» «Αυτός δεν είναι εντάξει, αλλά δεν τον βλέπω να έκανε κάτι τέτοιο ακόμα και για να κερδίσει τις εκλογές… Κι εξάλλου τον ξέρει όλος ο κόσμος εδώ!» «Ω, σ’ ένα μικρό μέρος το να σε ξέρουν όλοι ή κανένας, καταλήγει στο ίδιο, όπως και να ’ναι δεν περνάς ποτέ απαρατήρητος… Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Ο Φρερέ ντυ Καστέλ θα μπορούσε να βρίσκεται πίσω απ’ αυτά…» «Να είχε προσλάβει τον Μασελάρ; Μα θα έπρεπε να βρεθεί κάποια διασύνδεση μεταξύ τους… Τ ο ίδιο άλλωστε ισχύει και για τον Μελενσόν».


«Ψάχνουμε. Αλλά ψάξτε κι εσείς στη μνήμη σας. Είσαστε ο στόχος. Ανάμεσα στον ένοχο και σε σας υπάρχει κάτι πολύ βαρύ. Κάτι που ν’ αξίζει να σκοτώσουν γι’ αυτό». «Μ’ αν είναι τρελός;» «Ακόμα και οι τρελοί εγκληματίες δε χτυπούν στην τύχη. Είμαι σίγουρος πως γνωρίζετε το όνομα του δολοφόνου… Ή το πραγματικό όνομα του Μασελάρ ή εκείνου που χρησιμοποίησε τον Μασελάρ, αν δεν ενήργησε από δική του πρωτοβουλία». «Θα το σκεφτώ, αλλά εκ πρώτης όψεως δε βλέπω πως… Τ έλος, αν μου έρθει καμία ιδέα…» «Αυτό είναι, ειδοποιείστε με. Ξέρετε πού θα με βρείτε. Εις το επανιδείν, κύριε Κορμπιέρ». «Εις το επανιδείν, κύριε επιθεωρητά. Α! και κάτι άλλο…» «Ναι;» Ο Ζερόμ χαμήλωσε τη φωνή του. «Τ ι κι αν είσαστε αστυνομικός, αν ξαναπείτε πως η γυναίκα μου έχει εραστή, θα σας σπάσω τα μούτρα!» Τ α βλέμματα των δυο αντρών διασταυρώθηκαν χωρίς εχθρότητα. Αντάλλασσαν μηνύματα, απλά. «Θα το θυμάμαι, κύριε Κορμπιέρ», είπε τέλος ο επιθεωρητής. «Αλλά ξέρετε, σ’ αυτό το πεδίο, δεν ξέρεις ποτέ τι θ’ ανακαλύψεις…» Γύρισε την πλάτη στον Ζερόμ και βγήκε. Ο επιθεωρητής γύρισε με τα πόδια στο πανδοχείο του Λεμπεντέν. Προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τα πιο ενδεικτικά σημεία αυτής της συζήτησης. Όλα γυρνούσαν γύρω από το Βερτύ. Αλλά επειδή, ακριβώς, ήταν πάρα πολλοί οι δρόμοι που οδηγούσαν στο


ορφανοτροφείο, μπλέκονταν και συγχέονταν μεταξύ τους. Ο Ζερόμ υπήρξε οικότροφος στο Βερτύ, ο Μασελάρ, διευθυντής του, αλλά μέχρι νεοτέρων πληροφοριών, οι δυο άντρες δε γνωρίζονταν. Από την άλλη, ο Σεμπαστιέν κι ο Ονορέ προέρχονταν από το Βερτύ. Είχαν δει τον Μασελάρ, αλλά ο πρώην διευθυντής δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για τους δυο μικρούς… Τ ου έλειπε ένα κλειδί, αλλά η κλειδαριά ήταν εκεί, στο ορφανοτροφείο της συντεχνίας των φουρναραίων. Κι όλη αυτή η ιστορία ήταν αποκλειστικά μια ιστορία μεταξύ φουρναραίων, όσο γι’ αυτό έβαζε το χέρι του στο φούρνο! Γ ι’ αυτό και δεν πίστευε στην υπόθεση Λε Μεντέκ. Γιατί η αστυνομία είναι γρήγορη όταν θέλει, Ο καημένος ο Κορμπιέρ! Ο δύστυχος φούρναρης, παρατημένος, απατημένος από τη γυναίκα του! Τ ο ενδεχόμενο της μοιχείας είχε ήδη εξακριβωθεί. Κάποιος από το ανακριτικό είχε επισκεφτεί τους γονείς της Ζαν. Με την αστυνομία, ο Μπαζίλ δεν έκανε και τόσο το ζόρικο, όσο με τον Ζερόμ. Έδωσε τη διεύθυνση του Παραντού. Στη Μασσαλία, μία έρευνα στη γειτονιά απέδειξε πως η Ζαν Κορμπιέρ έβγαινε συχνά με τον κάτοχο μιας Ισπανό, που η αστυνομία δε δυσκολεύτηκε να τον εντοπίσει, Ο Λέ Μεντέκ δεν της ήταν άγνωστος. Πρώην μικροκλέφτης στο Παλιό Αιμάνι, εθελοντής στο πεζικό, είχε περάσει, μετά από μια υπόθεση μαστροπείας, από τη φημισμένη σχολή του βίτσιου: τις Λεγεώνες της Αφρικής… Δεν είχε βρει τίποτα καλύτερο να κάνει από το να βγάλει στο κλαρί τη σερβιτόρα του καφενείου που γειτόνευε με τον στρατώνα της Καρκασόν, όπου τον είχαν μεταθέσει. Τ ον τσάκωσε ένας γαλονάς της στρατιωτικής αστυνομίας που είχε σφετεριστεί το μονοπώλιο της μαστροπείας προς εξυπηρέτηση των στρατιωτών. Στρατιωτικό δικαστήριο. Πειθαρχικά τάγματα. Στο Ριφ, εξαίρετος στρατιώτης, αλλ’ απείθαρχος, είχαν εγκαταλείψει την ιδέα να τον κάνουν υπαξιωματικό, Ο ίδιος ο συνταγματάρχης του είχε παραδεχτεί πως ο Λε Μεντέκ παραήταν έξυπνος γι’ αυτό. Όταν απολύθηκε από το στρατό, αντί να γυρίσει να πλατσουρίζει στο μασσαλιώτικο τέλμα, αυτό το λαμπρό υποκείμενο άνοιξε πανιά, Ο γύρος του κόσμου με σκάλα πρώτα την Ινδοκίνα κι ύστερα τη Νότια Κίνα. Επιδόθηκε σε κάθε είδους εμπόρια με


ιδιαίτερη προτίμηση στο όπιο και τους πολύτιμους λίθους. Επιστροφή στη Μασσαλία το 1927, με περιουσία. Γραφεία και αποθήκες στο λιμάνι, ωραίο διαμέρισμα στην Κανε-μπιέρ, μια υπέροχη Ισπανό, ακριβά κοστούμια… Ασχολείται με κερδοφόρα λαθρεμπόρια σ’ όλο τον κόσμο. Έξυπνος, πραγματιστής, δεν κάνει ποτέ απρονοησίες. Παρά το παρελθόν του, αποφεύγει όσο το δυνατό τον υπόκοσμο. Διψασμένος για εκτίμηση και σεβασμό, εγκάρδιος, συμπαθητικός, έχει την τέχνη να συνάπτει δεσμούς. Έχει ισχυρούς προστάτες. Σκοπεύει να ζήσει μονίμως εδώ, εκτιμά η τοπική αστυνομία, που δεν τον αφήνει από το μάτι της. Να ο άνθρωπος που πάνω του έπεσε η κυρία Κορμπιέρ μόλις πάτησε το πόδι της στη Μασσαλία, σκέφτεται ο Γκιγιεμινό. Κι όμως αυτοί οι δυο δεν είχαν τίποτα το κοινό! Απλούστατα, εκείνη ήταν ευάλωτη κι ο Λε Μεντέκ ήξερε πώς να της φερθεί. Ευτυχώς για τη Ζαν, ο Λε Μεντέκ, από καιρό, δεν είχε πια βλέψεις προαγωγού. Δεν κινδύνευε λοιπόν να καταλήξει στο πεζοδρόμιο. Τ ην έβρισκε απλά του γούστου του. Βλέποντας το… γενεαλογικό του Λε Μεντέκ, οι ανακριτές πίστεψαν πως είχαν βάλει στο χέρι τον ένοχο. Ένας πρώην ζουαγιέ και λαθρέμπορος… Για τον Γκιγιεμινό, αυτή η υπόθεση δε στεκόταν. Ήξεραν ακριβώς πότε είχαν γνωριστεί ο Λε Μεντέκ και η Ζαν. Τ ο μαρτυρούσε η μήνυση που είχε υποβληθεί στο τμήμα του Σαιν-Σαρλ επ’ ευκαιρία του βιετναμέζου μικροκλέφτη στο σταθμό: ήταν την ίδια μέρα που ο Λα Φατίγκ είχε επιχειρήσει να δηλητηριάσει το αλεύρι… Εκτός κι αν επρόκειτο για μια σκηνοθεσία που την προετοίμαζαν από καιρό. Γιά την ώρα έπρεπε να σταθούν σ’ αυτό το σημείο: η σύζυγος του αρτοποιού Κορμπιέρ είχε μια σχέση μ’ ένα άτομο γνωστό στις αστυνομικές υπηρεσίες, τελ εία. Σύμπτωση. Αλλη μια. Κανένας λόγος να ενημερώσει τον Ζερόμ, αφού δεν υπήρχε απόλυτη ανάγκη. Αυτοί οι τίμιοι άνθρωποι της επαρχίας, παλιοί πολεμιστές, αψοαίματοι, μπορούσαν να βγάλουν το παλιό τους περίστροφο από την αποθήκη και να τινάξουν τα μυαλά της άπιστης, ώσπου να πεις τρία! Ασε πια που ο κερατωμένος σύζυγος του είχε τάξει μια γροθιά


στα μούτρα στην πρώτη αναφορά περί κεράτων… Και θα πρέπει να είχε τρομερό αριστερό κροσέ, ο άνθρωπος της δεξιάς! Ο επιθεωρητής έφτασε στην «Κόκκινη Πουλάδα», Ο Λεμπεντέν έσπευσε να τον προϋπαντήσει. «Τ ι θα λέγατε για μια γεμιστή μπεκάτσα, απόψε;» «Τ έτοια εποχή;» Ο Λεμπεντέν δαγκώθηκε. «Τ υχαίνει πού και πού και ξεπέφτει καμιά στο χωράφι μου, εδώ πίσω και τότε… Ε, τέλος πάντων, επιτρέπεται να τη μαζεύεις από το σπίτι σου, ε;» «Φυσικά, να την κυνηγάς απαγορεύεται, όχι να τη μαζεύεις!» Από τη στιγμή που έφυγε ο επιθεωρητής, ο Ζερόμ καθόταν στα καρφιά. Μπορεί η Ζαν να είχε εραστή!… Αυτό το ενδεχόμενο τον έκανε έξω φρενών. Έσφιξε τις γροθιές του. Κι αν ήταν αλήθεια; Κι αν ο Γκιγιεμινό ήξερε περισσότερα απ’ όσα ομολογούσε; Σκέφτηκε τη συμβουλή που του είχε δώσει ο Φορζέ. Να πάρει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ. Γιατί όχι, για να έχει την καρδιά του ήσυχη. Μ’ αν ο ντετέκτιβ επιβεβαίωνε τους φόβους του; Να ξέρει ή να μην ξέρει; Τ ι ήταν το καλύτερο; Κι εξάλλου τα πράγματα έχουν πάντα το νόημα που πιστεύουμε; Αν για παράδειγμα η Ζαν μάθαινε με τι συντροφιά είχε περάσει τη νύχτα του, στο Μπλουά, θα μπορούσε να βγάλει πλανερά συμπεράσματα. Είχε απλά αναζητήσει τη λησμονιά. Γ ιατί να μην ένιωθε κι εκείνη την ίδια ανάγκη;… Η εικόνα της Ζαν στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα του ήταν ανυπόφορη. Δεν έπρεπε ούτε να το σκέπτεται. Έπρεπε… Έπρεπε να δουλέψει! Να δουλέψει τόσο ώστε να πέσει στο κρεβάτι ξερός από την κούραση και να κοιμηθεί σαν κούτσουρο. Και να ελπίσει πως μια μέρα, ξυπνώντας, η Ζαν θα ήταν πλάι του. Κοίταξε το ρολόι του. Έπρεπε να κατέβει στο κέντρο, είχε πολλές


δουλειές… Θα ήταν και μια ευκαιρία να μιλήσει στη Συλβάνα Μανκούζο. Η πλύση είχε αρχίσει να γίνεται πρόβλημα στην Αστερία τώρα με τα δυο παιδιά. Τ ο σκύψιμο, το παγωμένο νερό δεν κάνουν καλό σε κανένα, όταν έχει πατήσει τα εβδομήντα. Έπρεπε να την απαλλάξει απ’ αυτό, να δίνει αλλού τα ρούχα για πλύσιμο. Είχε σκεφτεί τη Μανκούζο. Αντρικά αντανακλαστικά: απ’ όλες τις πλύστρες του Περπεζάκ ήταν η πιο ευχάριστη στην όψη κι έπλενε καλά. Όταν το πρότεινε στην Αστερία, δεν του είπε όχι. Ο Μανκούζο κι η κόρη του έμεναν σ’ ένα σπιτάκι στο βάθος ενός πυκνοφυτεμένου κήπου, στις παρυφές του χωριού, όχι πολύ μακριά από το φούρνο, Ο Ζερόμ έκανε πέντε λεπτά να φτάσει ως εκεί. «Είναι κανείς μέσα;» φώναξε από το πρασινοβαμμένο ξύλινο φράχτη. Ένα κεφάλι στεφανωμένο με άσπρα μαλλιά φάνηκε στο παράθυρο. «Ναι! Ναι! Συλβάνα, πήγαινε ν’ ανοίξεις…» Η όμορφη Ιταλίδα φάνηκε στον κήπο. Παρά τις έγνοιες του, ο Ζερόμ δεν μπόρεσε να μείνει αδιάφορος στη χάρη και τη γοητεία της. Ήταν μια δροσερή μελαχρινή, και τα πυκνά, ίσια μαλλιά της, χωρισμένα στη μέση, πλαισίωναν ένα πρόσωπο μαντόνας. Τ α ρούχα της ήταν απλά. Οι Μανκούζο, πολιτικοί φυγάδες, δεν ήταν πλούσιοι, κάθε άλλο, αλλά ήταν πολλές οι γυναίκες που θα επιθυμούσαν να τα φορούν με τόσο αέρα κι αισθησιασμό. Σαν είδε τον Ζερόμ, χαμογέλασε. «Καλημέρα… ήρθατε να δείτε τον πατέρα μου;» «Θα χαρώ πολύ να φλυαρήσω λίγο μαζί του… Αλλά ήρθα για σας». «Γία τα ρούχα;» «Ναι, για τα ρούχα…» «Τ ο περίμενα. Θέλω να πω, εγώ ή μια άλλη… Για την Αστερία, δυο


παιδιά που λερώνονται… σ’ αυτή την ηλικία… Περάστε… θα πάρετε μια γκράπα με τον πατέρα μου;» «Δε θέλω να τον ενοχλήσω». «Δεν τον ενοχλείτε, αντίθετα! Σας συμπαθεί πολύ. Τ ου αρέσει κι η γκράπα, αλλά προτιμάει να την πίνει με παρέα». «Έχει δίκιο… Πώς πάει;» «Όπως μπορεί… Αλλά θα σας τα πει. Η φυλακή, η υγεία του, μόνο γι’ αυτά μιλάει… Δεν είναι ευχάριστο πάντα. Περάστε… Θα συμφωνήσουμε και στα λεφτά της μπουγάδας». Ο Ζερόμ δεν ήθελε να μιλήσει για λεφτά μαζί της. «Γία την τιμή, θα συνεννοηθείτε με την Αστερία. Θα προσπαθήσει να σας κάνει παζάρια… Πείτε της λοιπόν την τιμή σας και πως είμαι σύμφωνος. Μόνο μην της ζητήσετε πάρα πολλά γιατί θα μου φέρει τον κόπανο στο κεφάλι!» «Μην ανησυχείτε… Λοιπόν, θα μπείτε; Ο πατέρας ξεβούλωσε κιόλας το μπουκάλι». Προηγήθηκε για να του δείξει το δρόμο. Ο Γκιουζέπε Μανκούζο είχε ακουμπήσει στο τραπέζι μια μπουκάλα ρακή του τόπου του και τρία ποτήρια. Τ α πήγαινε καλά με τον Ζερόμ. Οι Ιταλοί ξέρουν από -ψωμί και σέβονται αυτόν που ξέρει να το φτιάχνει. Αν και δεν ανήκαν στην ίδια πολιτική παράταξη, ο Ζερόμ άκουγε προσεχτικά τις διηγήσεις του εξόριστου και τα μπλεξίματά του με τους Ιταλούς φασίστες. Ο Γκιουζέπε Μανκούζο ήταν καθηγητής της φιλοσοφίας. Τ ο διανοητικό περιεχόμενο της συζήτησής του ήταν ανώτερο από πολλών στο Περπεζάκ. Θα μπορούσε να διδάσκει στη Γαλλία γιατί ήξερε τέλεια γαλλικά, αλλά οι δοκιμασίες που είχε υποστεί τον είχαν καταρρακώσει, αποζητούσε τη γαλήνη και τη λησμονιά, μακριά από τις μεγάλες ιδεολογικές


αναμετρήσεις… Τ ο Περπεζάκ ήταν ό,τι έπρεπε. «Περάστε, περάστε! Χαίρομαι που σας βλέπω. Θα πάρετε ένα ποτηράκι μαζί μας, έτσι δεν είναι;» «Ευχαρίστως, ντοτόρε. Ήρθα να ρωτήσω τη Συλβάνα αν ήθελε ν’ ασχοληθεί με τα ρούχα των δυο προστατευομένων μου… Αλλά πώς είσαστε;» Ο ηλικιωμένος Ιταλός ύψωσε τα χέρια στον ουρανό. «Αλίμονο, αυτά τα τέρατα με διέλυσαν! Έχω τυμπανισμούς, ξινίλες, καούρες… Είναι πολύ οδυνηρό! Κι ύστερα είναι κι οι αδιάκοπες ναυτίες… Λες και μου έμεινε μέσα στο σώμα το αναθεματισμένο ρετσινόλαδό τους! Και μόλις πιάσει υγρασία, με πονούν όλα μου τα κόκαλα. Αυτό είναι από τα χτυπήματα, τότε που με είχαν δεμένο σ’ ένα σώμα καλοριφέρ. Α, Ζερόμ, μην τους αφήσετε ποτέ να πάρουν την εξουσία στη χώρα σας. Δεν ξέρετε για τι είναι ικανοί!» «Μα, Γκιουζέπε, δεν έχουμε μελανοχίτωνες στη Γαλλία… Η δεξιά μας είναι νομιμόφρων, σέβεται τα δικαιώματα των ανθρώπων! Ξέρετε πως σ’ αυτήν ανήκω». «Ναι, ναι, ξέρω… Είναι αλήθεια, είμαστε στη Γαλλία, είμαστε ασφαλείς. Αλλά όπως και να ’ναι, προσέχετε…» «Μπαμπά, μη ζαλίζεις τον κύριο Κορμπιέρ! Βάλε να πιούμε…» «Έχεις δίκιο, κόρη μου. Θα πιούμε για τη Γαλλία… και για τη χώρα μου, τη φτωχή μου Ιταλία. Να δώσει ο Θεός ν’ απαλλαγεί μια μέρα απ’ αυτούς τους δολοφόνους!» Γέμισε τα ποτήρια με χέρι που έτρεμε ελαφρά. Ο Ζερόμ κι η Συλβάνα αντάλλαξαν ένα βλέμμα κι ύψωσαν τα ποτήρια τους ταυτόχρονα με τον Γκιουζέπε: «Στη Γαλλία, στην Ιταλία!»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37 Ο καθηγητής Μπελορζέ ήταν ένας κοντός, αδύνατος, στεγνός κι αυστηρός άντρας που τον κατέτρωγε ένα ήρεμο πάθος: το επάγγελμά του. Ειδικευμένος στον εγκέφαλο, διηύθυνε το τμήμα της εγκεφαλοραχιαίας χειρουργικής του νοσοκομείου του Μπλουά. Ήταν ένας από τους καλύτερους χειρούργους της Γαλλίας και θα μπορούσε αν ήθελε ν’ ασκεί το επάγγελμα και να διδάσκει την επιστήμη του στο Παρίσι. Τ α μεγαλύτερα νοσοκομεία έδιναν μάχη για να τον αποκτήσουν. Αλλά αυτός δεν αγαπούσε την πρωτεύουσα, τα σαλόνια, τις κοσμικότητες και τους αγώνες επιρροής· τ’ αποκαλούσε όλ’ αυτά «χαμένο χρόνο που ανήκει και τον οφείλουμε στους ασθενείς μας». Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, δεν ήταν αυτό που λέμε, έξω καρδιά. Τ ο περιβάλλον του και οι υφιστάμενοί του τον έλεγαν, πίσω από την πλάτη του, ο «Σκουντούφλης», αλλά την αυταπάρνησή του και το ταλέντο του τ’ αναγνώριζαν όλοι. Ο καθηγητής δέχτηκε τους επισκέπτες του, τους παρακάλεσε να καθίσουν στις καρέκλες απέναντι από το γραφείο του κι ύστερα κάθισε κι αυτός, με μια ήρεμη μεγαλοπρέπεια, στην πολυθρόνα του. «Κυρία, κύριοι», άρχισε, «σας ζήτησα να έρθετε για να σας ανακοινώσω ένα ευχάριστο νέο…» Ο Ζερόμ καθόταν ανάμεσα στον Φορζέ και την Αστερία. Στα δεξιά της, ο επιθεωρητής Γκιγιεμινό χτυπούσε αφηρημένα με τ’ ακροδάχτυλά του το αιώνιο σημειωματάριό του. Ο Ζερόμ άκουσε τον Φορζέ ν’ αναστενάζει από ανακούφιση, Ο βοηθός του καθηγητή δεν τους είχε δώσει καμιά διευκρίνιση στο τηλέφωνο κι εδώ και δυο μέρες τον έτρωγε η αγωνία, Ο Ζερόμ του άγγιξε ελαφρά το μπράτσο, Ο χοντρο-Φορζέ, που το μέτωπό του γυάλιζε από χοντρούς κόμπους ιδρώτα, του χαμογέλασε χωρίς να αφήνει τον Μπελορζέ από τα μάτια του. «Η εγχείρηση απέφερε καρπούς», συνέχισε ο χειρουργός. «Η διάνοιξη της κρανιακής κοιλότητας είχε σαν αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί η


συμφόρηση και ν’ αποκατασταθεί η φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου. Όλα εξελίχτηκαν όπως τα ήλπιζα. Ο μικρός Μπεργκαβόν βγήκε από το κώμα χθες το πρωί». «Κύριε καθηγητά, τον σώσατε! Σας είμαι ευγνώμων!» φώναξε ο Φορζέ. «Δεν έκανα παρά τη δουλειά μου», τον έκοψε ο Μπελορζέ. «Είσαστε ο κύριος…» «Είμαι ο Αριστείδης Φορζέ. Συναντηθήκαμε τις προάλλες στο διάδρομο… Είμαι ο πατέρας του!» «Ο πατέρας του!» Ο καθηγητής Μπελορζέ ήταν πιστός καθολικός και υπέρμαχος της ηθικής, Ο Φορζέ ταράχτηκε. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Ο Ζαν δεν ονομαζόταν όπως αυτός. Θα κατάφερνε ίσως να γίνει μια μέρα Ζαν Μπεργκαβόν-Φορζέ; Εν πάση περιπτώσει, ήταν η στιγμή —ή τώρα ή ποτέ— κάτω από το αυστηρό βλέμμα του καθηγητή να πάρει την απόφασή του. «Ναι», δήλωσε σταθερά, «είμαι ο πατέρας του!» Ο καθηγητής συμβουλεύτηκε το φάκελο του Λα Φατίγκ κι έκανε ένα φευγαλέο μορφασμό αποδοκιμασίας. «Καλά, καλά», του είπε με τον ίδιο τόνο που θ’ αναφωνούσε Ο tempora ο mores! στο ρωμαϊκό φόρουμ… «Υπολογίζω πως θα μπορέσει να βγει από το νοσοκομείο σε λίγες μέρες. Θα πρέπει να του εξασφαλίσουμε μια στέγη, γιατί, αν πιστέψω το φάκελό του, η μητέρα του είναι σοβαρά άρρωστη και εσείς κύριε, είσαστε… ο φυσικός του πατέρας;» «Ακριβώς. Θα τον αναλάβω εγώ». «Αυτό θα το αποφασίσει το δικαστήριο ανηλίκων… Υπάρχει εις βάρος του μια μήνυση, αν δεν κάνω λάθος».


«Ναι, αλλά θ’ αποσυρθεί» επενέβη ο Ζερόμ. «Μάλιστα, μάλιστα!» μουρμούρισε ο Μπελορζέ με πένθιμο ύφος. «Φυσική πατρότης, εφηβική εγκληματικότης, κατηγορία για βιαιοπραγία εναντίον παιδιού… Δόξα τω Θεώ, όλ’ αυτά δε με αφορούν παρά έμμεσα… Εγώ είχα την ευθύνη για τη ζωή του παιδιού, ο τρόπος με τον οποίο θα ζήσει δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία μου!» Ο καθηγητής στράφηκε προς τον επιθεωρητή Γκιγιεμινό. «Είσαστε της αστυνομίας, νομίζω;» Ο Γκιγιεμινό έκλινε το κεφάλι καταφατικά. «Μπορώ ν’ ανακρίνω τον τραυματία; Η μαρτυρία του ίσως είναι βασική σε μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση…» «Κύριε επιθεωρητά, μας τηλεφωνείτε κάθε μέρα… Επιτρέψτε μου να σας πω πως έχουμε κι άλλα πράγματα να κάνουμε εδώ από το ν’ απαντάμε στο τηλέφωνο. Θα κάνετε αυτό που θέλετε όταν το παιδί φύγει από το τμήμα μου, αλλά δε γίνεται λόγος να το ανακρίνετε όσο παραμένει στο νοσοκομείο». Ο Γκιγιεμινό έγινε άκαμπτος. «Κύριε καθηγητά, είσαστε αναμφίβολα ένας μεγάλος χειρούργος. Σώσατε τον Ζαν Μπεργκαβόν. Αλλά υπάρχουν κι άλλα πλάσματα εκτός του νοσοκομείου σας… Εμποδίζοντάς με να πάρω την κατάθεση του μικρού, βάζετε σε κίνδυνο έναν απροσδιόριστο αριθμό ανθρώπων! Είναι μια ευθύνη που θα δίσταζα ν’ αναλάβω στη θέση σας», κατέληξε ο επιθεωρητής με μια φωνή βαριά από απειλητικά υπονοούμενα. Ο Μπελορζέ ατένισε τον Γκιγιεμινό με ολοφάνερη περιφρόνηση, αλλά μόνο για να σώσει τα προσχήματα, το επιχείρημα του αστυνομικού είχε πιάσει τόπο.


«Καλά, καλά… Δε δικαιοσύνης!»

θα

φέρω

εμπόδια

στη

λειτουργία

της

Πάτησε ένα κουμπί στο γραφείο του. Μια επιβλητική προϊσταμένη μπήκε αμέσως στο δωμάτιο. «Ομπερσόν, οδηγήστε τους επισκέπτες στον μικρό Μπεργκαβόν, σας παρακαλώ, Ο αστυνομικός, από δω, μπορεί ν’ ανακρίνει τον ασθενή… φροντίστε όμως να μην υπερβεί τα όρια… Κυρία, κύριοι…» Με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού, ο καθηγητής έδειξε πως η συζήτηση είχε τελειώσει. Η νοσοκόμα, με ύφος μανδαρίνου, προηγήθηκε και οδήγησε τη μικρή ομάδα στο διάδρομο. «Σκληρό καρύδι το μεγάλο αφεντικό, ε;» σφύριξε ο Ζερόμ στον Φορζέ. «Μπα! Έσωσε τον Ζαν!… για μένα, και το σώβρακο στο κεφάλι να φορούσε, θα ήταν πάντα ένας μεγάλος άντρας…» Η προϊσταμένη στάθηκε έξω από μια πόρτα, στο τέλος του διαδρόμου. «Εδώ είναι. Η επίσκεψη να είναι σύντομη!» δήλωσε με ύφος δεσμοφύλακα. Τ ο μικρό, χλωμό πρόσωπο του Αα Φατίγκ, μόλις που ξεπερνούσε το κατάλευκο σεντόνι του νοσοκομείου. Για να μη τον τρομάξουν, είχαν αποφασίσει να παρουσιάσουν τον Γκιγιεμινό σαν φίλο του Ζερόμ. Έτσι είχαν περισσότερες πιθανότητες ν’ απαντήσει το παιδί πιο άνετα στις ερωτήσεις του αστυνομικού, όταν θα έσπαζε ο πάγος. Στη θέα του Ζερόμ, ο Λα Φατίγκ έκανε να κρυφτεί κάτω από τα σεντόνια, Ο Ζερόμ επιχείρησε να τον καθησυχάσει μιλώντας του φιλικά.


«Λοιπόν, νεαρέ, ξύπνησες επιτέλους. Μας κατατρόμαξες, ξέρεις!» Τ ο παιδί έμεινε βουβό, Ο Ζερόμ δεν έδειχνε θυμωμένος μαζί του, ενώ είχε κάθε λόγο… Τ ι έκρυβε αυτό; «Τ ον είδες τον κύριο Φορζέ; Αυτός σ’ έσωσε. Τ η γλίτωσες παρά τρίχα!» «Και είδα κι έπαθα!» είπε ο Φορζέ. «Δείχνει ελαφρύς σαν πούπουλο, αλλά είναι πολύ βαρύς αν πρέπει να τον κουβαλάς μισή ώρα…» Ο Φορζέ είχε αποφασίσει ν’ αναβάλλει για αργότερα την αποκάλυψη του δεσμού αίματος, Ο Λα Φατίγκ θα μάθαινε πολύ σύντομα πως είχε ένα πατέρα και πως αυτός ο πατέρας ήταν και δάσκαλός του… «…Να κι η Αστερία», συνέχισε ο Ζερόμ. «Σου έφερε μαρμελάδα… Σου έφερα κι εγώ κάτι… Κοίτα…» Ο Ζερόμ άπλωσε στο παιδί μια χαρτοσακούλα- ο Λα Φατίγκ μάντεψε το περιεχόμενο από τη μυρωδιά. «Κρουασάν!» «Πρωινά». Ο Λα Φατίγκ πήρε το πακέτο. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό του. Τ α κρουασάν ήταν γι’ αυτόν ό,τι καλύτερο υπήρχε στον κόσμο. Αν του έφερνε ο Ζερόμ κρουασάν, αυτό σήμαινε πως τον συγχωρούσε… Αλλά εκείνος ο άγνωστος πίσω από την Αστερία, τι έκανε εκεί; «Ποιος είναι αυτός;» μουρμούρισε δείχνοντας με το κεφάλι τον Γκιγιεμινό. «Ένας φίλος μου», είπε ο Ζερόμ. «Είναι ντετέκτιβ», πρόσθεσε σπρωγμένος από μια ξαφνική παρόρμηση. «Τ ου ζητήσαμε να κάνει μια έρευνα γι’ αυτό που σου συνέβη. Θα ήθελες να του απαντήσεις, έτσι δεν είναι;»


Τ ο παιδί δεν απάντησε, Ο Ζερόμ δαγκώθηκε. Είχε κάνει λάθος; Είδε τον Φορζέ να τον αγριοκοιτάζει. «Αοιπόν, ξέρεις», συνέχισε, «ο Σεμπαστιέν Σελεριέ πάει καλά. Σε λίγο θα είναι περδίκι!» Ο Αα Φατίγκ έσπασε τη σιωπή του. «Αλήθεια; Δεν πέθανε;» «Αφού σου λέω όχι! Θα πάει σχολείο την άλλη βδομάδα». Ο Λα Φατίγκ αναστέναξε ανακουφισμένος. Ώστε δεν ήταν δολοφόνος! Καλό αυτό, γιατί στους δολοφόνους, τους κόβουν το κεφάλι! Αλήθεια, τι κάνουν στους αποτυχημένους δηλητηριαστές; Τ ο παιδί έριξε και πάλι μια ματιά στον Γκιγιεμινό. «Αυτός, μπάτσος είναι;» Ο Γκιγιεμινό μπήκε στο παιχνίδι. «Όχι, ντετέκτιβ. Σαν το Νικ Κάρτερ, ξέρεις. Θα προσπαθήσω να βρω τον τύπο που σου το έκανε αυτό», του είπε δείχνοντας τον επίδεσμο γύρω από το κεφάλι του Λα Φατίγκ. «Αλλά έχουμε καιρό… θα τα πούμε οι δυο μας σε λίγο, σύμφωνοι;» «Και η μάνα μου; Γ ιατί δεν είναι εδώ;» Ο Γκιγιεμινό, αποθαρρημένος, δεν μπόρεσε ν’ απαντήσει. «Είναι άρρωστη, το ξέρεις, ξεκουράζεται», είπε ο Φορζέ. «Θα τη δεις σύντομα». «Μπούρδες μου λέτε! Είναι πεθαμένη! Κι εσύ είσαι ο μπάτσος που θα με χώσει μέσα!» «Μα τι είναι αυτά που λες;» «Αφήστε με ήσυχο! Δε θέλω να σας βλέπω. Φύγετε!»


Στο στρατόπεδο των μεγάλων έπεσε για μια στιγμή πανικός. «Ζαν, έλα τώρα…» «Αφήστε με ήσυχο! Δε θα σας πω τίποτα!» Η Αστερία, που είχε μείνει σιωπηλή ως τώρα, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. «Βγείτε και οι τρεις σας, αφήστε με μόνη μαζί του». «Μα…» «Τ ώρα που η αντρική φινέτσα έδωσε τα δείγματά της, μπορούμε να δοκιμάσουμε και κάτι άλλο, ε; Μπρος, βγείτε, αφήστε με με το μικρό». Στο διάδρομο, οι τρεις άντρες άναψαν τσιγάρο, λες και περίμεναν στην αίθουσα αναμονής κάποιου μαιευτηρίου. Ήταν σαν τρεις πατεράδες που περίμεναν τη γέννηση του ίδιου παιδιού που θα ονομαζόταν «Αλήθεια». «Αυπάμαι, νόμιζα πως τα πήγα καλά!» είπε ο Ζερόμ στον Φορζέ. Ο δάσκαλος έκανε μια κατευναστική κίνηση. «Δεν είναι τίποτα… Θέλει εξημέρωμα, θα πάρει χρόνο». «Φταίει αυτός ο γερο-χειρουργός! Τ ο έκανε επίτηδες να μας κουβαλήσει όλους μαζί», παρατήρησε ο Γκιγιεμινό. «Πάντως έσωσε τον Ζαν!» «Αυτό δεν είναι λόγος να περνιέται για Θεός! Έχω ξανασυναντήσει τέτοιους τύπους. Η εξουσία ζωής και θανάτου στους ασθενείς τους, τους τη δίνει στο κεφάλι…» Ο επιθεωρητής στράφηκε προς το παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Φύσηξε τον καπνό του τσιγάρου του και κλείστηκε σε μια


πεισμωμένη σιωπή. Κι οι άλλοι δυο σώπαιναν, χαμένοι στις σκέψεις τους. Κάτω από τα μάτια του επιθεωρητή, μια φυσαλίδα αέρα αιχμαλωτισμένη μέσα στο γυαλί του τζαμιού παραμόρφωνε το γαλήνιο θέαμα που πρόσφερε ο κήπος του νοσοκομείου. Λες και η πραγματικότητα είχε ένα κατασκευαστικό λάθος. Σκέφτηκε πως κι ο Μασελάρ ήταν το ίδιο. Μπορεί και χειρότερο. Αντιπροσώπευε ένα στοιχείο καταστροφικότητας που απειλούσε τη ζωή των ανθρώπων. Και η αποστολή του Γκιγιεμινό ήταν να το ανακαλύψει και να το αποσύρει από την κυκλοφορία. Και γρήγορα! Όσο το δυνατό πιο γρήγορα! Γιατί όσο ο Μασελάρ κυκλοφορούσε ελεύθερα, δε θα μπορούσαν να φάνε ένα κομμάτι ψωμί χωρίς να κινδυνεύουν από την τρομερή αρρώστια που προκαλούσε η ερυσίβη της σίκαλης· την τρέλα, την παράλυση, το θάνατο! Τ ο ψωμί, ανέκαθεν, εκπροσωπούσε για τους ανθρώπους το μακρύ δρόμο που διέτρεξαν από την αγριότητα των πρώτων εποχών ώς ένα πολιτισμό, πάντα απειλούμενο, που έπρεπε να επανακτούν πάντα… Τ ο ψωμί είχε φανεί στην ιστορία τη στιγμή που τα φύλα είχαν πάψει να είναι περιπλα-νώμενα. Τ ο ψωμί είναι η τροφή του γεωργού, όχι του πολεμιστή· εκείνων που ριζώνουν σ’ ένα τόπο και δουλεύουν τη γη, αντί να λεηλατούν και να σκοτώνουν. Και να που, εξαιτίας του Μασελάρ, το ψωμί, το σύμβολο της ζωής, γινόταν σύμβολο θανάτου! Και μόνο ένας άνθρωπος ήταν σε θέση να βοηθήσει τον Γκιγιε-μινό στην πρόοδο της έρευνάς του: τούτο το άμοιρο, τρομοκρατημένο, κλεισμένο στον εαυτό του παιδί, πίσω από τούτη την πόρτα. Βλαστήμησε από μέσα του. Δεν προχωρούσε, έχανε χρόνο, ενώ ο Μασελάρ ή όπως κι αν λεγόταν, το πνεύμα του κακού ενσαρκωμένο στο σώμα αυτού του διεστραμμένου, αλώνιζε με την ησυχία του τον κόσμο σπέρνοντας το δηλητήριο πίσω του! Ο Γκιγιεμινό τινάχτηκε. Η πόρτα του δωματίου του Λα Φατίγκ άνοιξε και βγήκε η Αστερία Αντελίν. «Κύριε επιθεωρητά, θα σας μιλήσει… Ξέρει πως είσαστε πραγματικός αστυνομικός. Τ ου είπα πως η υπόθεση του φούρνου έκλεισε, πως


δεν κινδυνεύει από κει. Ελπίζω να μην του έχω πει ψέματα;» «Όχι, σας το υπόσχομαι». «Λοιπόν, δική σας η σκυτάλη». Ο Γκιγιεμινό την ευχαρίστησε κουνώντας το κεφάλι και χώθηκε στο δωμάτιο του Λα Φατίγκ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38 Στη Μασσαλία οι μέρες περνούσαν χωρίς να καταφέρνει η Ζαν να βάλει τέλος στο δεσμό της με τον Λε Μεντέκ. Κάθε φορά που χώριζαν, ορκιζόταν πως ήταν η τελευταία, πως δε θα του δινόταν πια. Δεν τον αγαπούσε. Ήταν απλά ένας καλός σύντροφος, στο κρεβάτι, στο τραπέζι… Ω, η ζωή ήταν, το δίχως άλλο, πιο διασκεδαστική μαζί του, απ’ ό,τι με κείνη την αρκούδα τον Ζερόμ… Με τον Ζερόμ, για παράδειγμα, ο χορός ήταν δυο φορές το χρόνο: στο πανηγύρι του Αϊ-Γιαννιού και στις 14 Ιουλίου, στην πλατεία του Περπεζάκ. Ενώ με τον Αλμπέρ ήταν μέρα παρά μέρα. Τ ο ενδιάμεσο βράδυ θα πήγαιναν σε κάποιο θέαμα, σινεμά, θέατρο, τσίρκο… Ο Λε Μεντέκ είχε το τραπέζι του στα περισσότερα καμπαρέ και στα μεγάλα εστιατόρια, φώναζε τα γκαρσόνια και τις κοπέλες της γκαρνταρόμπας με το μικρό τους όνομα κι έσπερνε καλαμπούρια και πουρμπουάρ όπως οι άλλοι το στάρι. Μαζί του η Ζαν ανακάλυπτε μια ζωή σαν αυτή για την οποία μιλούν τα περιοδικά, αλλά που δεν την είχε ποτέ της ονειρευτεί, Ο φούρναρης του Περπεζάκ κέρδιζε τίμια τη ζωή του, αλλά τα εισοδήματά του δε θα του έφταναν ούτε για δέκα μέρες το μήνα, αν ήταν να ζει έτσι. Για να μη μιλήσουμε για τις τουαλέτες, τ’ αρώματα και τα κοσμήματα, Ο Λε Μεντέκ κατέκλυζε τη Ζαν με δώρα. Τ α πιο όμορφα αλλοτινά φορέματά της της φαίνονταν κουρέλια μπροστά σ’ αυτά που της χάριζε ο εραστής της. Όταν επιχείρησε να τ’ αρνηθεί, αυτός είχε ζαρώσει τα φρύδια του. Τ ον είχε προσβάλει. Τ α δώρα του της τα πρόσφερε χωρίς υστεροβουλία, δεν πάσχιζε να την εξαγοράσει, αφού την είχε ήδη δική του. Αν την κακομάθαινε, ήταν για να δείξει στον κόσμο πόσο


όμορφη ήταν… «Έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες. Όμορφες, νόστιμες, άσχημες… Στις πόλεις κοντά στα στρατόπεδα, στο Μπατ ντ’ Αφ, πηδάς ό,τι βρεθεί μπροστά σου, πίστεψέ με… Αλλά απ’ όλες τις γυναίκες που είχα, είσαι η πιο όμορφη, η πιο… κλασάτη! Και σου αξίζει ό,τι ωραιότερο υπάρχει!» «Είσαι πολύ καλός, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ… Όλ’ αυτά είναι τρομερά ακριβά!» Εκείνος είχε βάλει τα γέλια. «‘Τ ρομερά’ ακριβά! Τ ι αστείο! Υπέροχα ακριβά, μάλιστα. Ό,τι είναι ωραίο κοστίζει ακριβά… Κι εμένα μου αρέσει να ξοδεύω. Νιώθω να ζω, όταν τα ξοδεύω. Σιχαίνομαι τους σφιχτοχέρηδες. Ω, αυτές οι μετρημένες ζωές με τις δεκάρες στο Τ αμιευτήριο και τα κρατικά ομόλογα, πουφ!… Αυτό που θέλω εγώ είναι η μεγάλη ζωή. Όταν έχεις φάει σάπιο ποντίκι… δεν αντέχεις πια παρά φασιανό… Λοιπόν φόρεσε τα μεταξωτά σου ‘ντεσού’, το φόρεμα του Πουαρέ, τις καστορένιες γόβες σου κι έλα να το γλεντήσουμε!» «Μα βγήκαμε χτες βράδυ…» «Ε, θα ξαναβγούμε κι απόψε, θα το κάψουμε, στ’ ορκίζομαι! Κάνε γρήγορα, έχω κρατήσει τραπέζι στον ‘Κήπο των Εσπερίδων’. Κι ύστερα, χοπ! στο Αλκαζάρ! Έχουν φέρει καινούρια νούμερα…» Τ ον ακολουθούσε συνεπαρμένη από τη φανταστική ζωτικότητα αυτού του ανθρώπου για τον οποίο, κατά βάθος, ένιωθε μόνο μια αόριστη συμπάθεια. Στα τέλη της άνοιξης, ο Μπαζίλ ήρθε να τη δει. Δεν του είχε πει τίποτα για τον Αλμπέρ, αλλά δεν ήταν τυφλός. Είχε ανοίξει τυχαία την παλιά ντουλάπα του Παραντού και είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό μπροστά στα φορέματα των μεγάλων μόδιστρων, τα κουτιά με τα παπούτσια και τα καπέλα, από τις καλύτερες καπελούδες. Τ ης είχε ρίξει μια ματιά με σημασία.


«Βλέπω πως νοιάζεσαι για την τουαλέτα σου… Μπράβο, καλή μου. Κάποια στιγμή, το χειμώνα, είχες παραμελήσει τελείως τον εαυτό σου. Με πονούσε αυτό. Προτιμώ να σε βλέπω έτσι. Πρέπει να ζεις φυσιολογικά, να ντύνεσαι, να βγαίνεις, να βλέπεις κόσμο… Μήπως έχεις ανάγκη από λεφτά;» Τ ον είχε βεβαιώσει πως δεν είχε. Ήταν μια ομολογία. Τ ο ποσό που της είχε δώσει δεν έφτανε ούτε για το ένα τέταρτο του περιεχομένου της ντουλάπας. «Καλά, καλά… Θα πρέπει να σκεφτείς να βρεις μια δουλειά. Δε μας βιάζει τίποτα… Αλλά αν κάνεις γνωριμίες, θα βρεις σίγουρα. Έτσι βρίσκονται οι καλές θέσεις. Στη Μασσαλία θα πρέπει να είναι πιο εύκολο απ’ ό,τι στο Μπλουά». Είχε κρατηθεί να του πει πως δε σκόπευε να μείνει στη Μασσαλία, πως δε σκεφτόταν ούτε να επιστρέφει στο Μπλουά. Όχι, αυτό που είχε κατά νου ήταν το Περπεζάκ κι ο Ζερόμ. Αλλ’ αν του το έλεγε, θα γινόταν έξω φρενών και θα του χαλούσε την επίσκεψη του. «Αυπάμαι που δεν μπόρεσε να έρθει και η μαμά μαζί σου…. «Κι εκείνη λυπάται. Τ ην ξέρεις πώς είναι, την τρομάζουν τα ταξίδια, κι είναι κι οι δουλειές του νοικοκυριού που την κρατούν στο σπίτι. Ήθελε να έρθει αλλά δίσταζε… Μια άλλη φορά…» «Ναι, βέβαια…» Τ ης έλεγε ψέματα. Η Ζαν δεν το κατάλαβε. Ήταν μόνο απογοητευμένη που η μητέρα της δεν αποφάσισε ν’ αφήσει το σπίτι, το πλύσιμο και το σιδέρωμα για να έρθει να δει την κόρη της. Στην πραγματικότητα, ο Μπαζίλ είχε απαγορέψει στη Μαρί να έρθει. «Κανένα νέο από το Περπεζάκ;» Ο Μπαζίλ της είχε γυρίσει την πλάτη κι έκανε πως περιεργαζόταν ένα μπιμπελό από κεραμικό, ένα σκύλο, πάνω στο μπουφέ.


«Όχι, τίποτα», της είπε στο τέλος, χωρίς να στραφεί. «Καλύτερα. Μην το σκέφτεσαι πια καθόλου. Είσαι καλά εδώ, ζήσε, διασκέδασε!» Η Ζαν δεν είχε επιμείνει αλλά είπε μέσα της πως θα έγραφε στη μητέρα της για να την ρωτήσει εκείνη. Είχε βγάλει τον πατέρα της για φαγητό, στην πόλη, σ’ ένα όμορφο ταβερνάκι στο λιμάνι. Όχι σ’ ένα από τα εστιατόρια που σύχναζε ο Λέ Μεντέκ. Θα αισθανόταν πολύ άσχημα ο γέρος συνταξιούχος εργάτης μέσα σε τόση πολυτέλεια… Ήταν ικανός και ν’ ανοίξει πολιτική συζήτηση με τους σερβιτόρους… Από τη μεριά της, η Ζαν θα φοβόταν μήπως πέσει πάνω στον Λέ Μεντέκ. Για ποιον θα ντρεπόταν στην περίπτωση μιας απροσδόκητης συνάντησης; Γιά τον πατέρα της ή για τον εραστή της; Αναρωτήθηκε. Και μόνο το γεγονός πως έκανε την ερώτηση στον εαυτό της, πρόδινε την αμηχανία, τη δυσφορία μέσα στην οποία ζούσε. Ένιωθε σαν κάποιος που περιπλανιέται μέσα σε μια ζωή που δεν είναι δική του. Δεν είχε πια εμπιστοσύνη στον πατέρα της. Διαισθανόταν πως, σ’ αυτή τη ρήξη της με τον Ζερόμ, δεν είχε αποζητήσει ειλικρινά, τίμια, την ευτυχία της κόρης του, αλλά είχε παίξει τον εγωιστικό του ρόλο: αυτόν του ζηλιάρη πατέρα… Από την άλλη, με τον Λε Μεντέκ μοιραζόταν ένα τρόπο ζωής που δεν μπορούσε πια να κρύψει πως την ενοχλούσε. Δεν ήταν αυτή φτιαγμένη για τα στρας και τη σαμπάνια των νυχτερινών μπουάτ, δεν ήταν φτιαγμένη για να συχνάζει στον απατηλά λαμπερό κόσμο που συναντούσε στις πρεμιέρες και στα βερνισάζ. Κατά βάθος τους περιφρονούσε όλους αυτούς. Θα έκανε επιτέλους κάτι, θα ξανάφτιαχνε τους δεσμούς της μ’ αυτό που ήταν η πραγματική της ζωή; Όταν ο Μπαζίλ έφυγε για το Μπλουά, ένιωσε ανακούφιση. Είχε χαρεί που τον είδε, δεν ήταν όμως δυσαρεστημένη που έφυγε, Ο πατέρας της δεν είχε ρωτήσει να μάθει με ποιον τα είχε. Αυτό που μετρούσε γι’ αυτόν ήταν το γεγονός ότι απατούσε τον Ζερόμ. Ήλπιζε πως έτσι, το χαντάκι που υπήρχε ανάμεσά τους θα πλάταινε και θα βάθαινε ώσπου να γίνει αδιάβατο. Αν είχε γνωρίσει τον Λε Μεντέκ, δε θα τα πήγαινε καλύτερα μαζί του απ’ ό,τι με τον Ζερόμ…


Μάλλον θα τον είχε αντιπαθήσει περισσότερο γιατί, παρά τα ελαττώματά του, ήταν τίμιος άνθρωπος. Τ ο κακοκερδισμένο χρήμα, ο «νεοπλουτισμός» του Λε Μεντέκ θα τον είχαν αηδιάσει. Ο Μπαζίλ δεν είχε μιλήσει στην κόρη του για την κουβέντα του με τον αστυνομικό. Τ ον είχε ρωτήσει γι’ αυτήν, για τον Ζερόμ για την κατάσταση των σχέσεών τους. Όσο λιγότερο άκουγε η κόρη του να μιλούν για τον Ζερόμ, τόσο καλύτερα… Κάτι θα πρέπει να είχε συμβεί στο Περπεζάκ. Ωστόσο ο επιθεωρητής δεν είχε ξανοιχτεί σ’ εκμυστηρεύσεις. Επρόκειτο για μια έρευνα ρουτίνας και ο Μπαζίλ δε ζήτησε να μάθει περισσότερα. Ένα βράδυ, στο Παραντού, η Ζαν άρχισε να γράφει ένα γράμμα στον Ζερόμ. Τ ης είχε πάρει ένα μεγάλο μέρος της νύχτας, κι όταν έπεσε για ύπνο το γράμμα ήταν ακόμα ατέλειωτο. Και θα έμενε για καιρό. Η Ζαν επιχειρούσε σ’ αυτό το γράμμα να τα πει όλα στον Ζερόμ, να του τα ομολογήσει όλα. Τ ου περιέγραφε τ’ αντικρουόμενα συναισθήματά της από τότε που είχε φύγει, το μίσος της γι’ αυτόν, αρχικά, επειδή την είχε ταπεινώσει, απωθήσει, χτυπήσει, μα και την αγάπη που δεν είχε πάψει ποτέ να νιώθει γι’ αυτόν. Σ’ αυτό το γράμμα του διηγόταν πώς είχε ζήσει πρώτα στο Μπλουά και ύστερα στη Μασσαλία… Τ ου μιλούσε για τον Λέ Μεντέκ, ήταν ευκαιρία και γι’ αυτήν να καταλάβει καλύτερα τη σχέση της μ’ αυτό τον σύντροφο, απλό αναπληρωματικό εραστή, που τον συμπαθούσε, αλλά που δεν είχε κάνει ποτέ την καρδιά της να χτυπήσει. Αν το έστελνε μια μέρα αυτό το γράμμα, θ’ αφαιρούσε όσα αφορούσαν τον Λε Μεντέκ, αλλά έκανε έτσι την απογραφή της ύπαρξής της, των φόβων της, της μεταμέλειας και των ελπίδων της. Η Ζαν πήρε τη συνήθεια να επανέρχεται σ’ αυτό το γράμμα, να το διορθώνει, να το αναπτύσσει, να το ξαναντιγράφει καμιά φορά ολόκληρο μεταθέτοντας τα τμήματα που το αποτελούσαν. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, δούλευε αυτό το γράμμα, όπως η Πηνελόπη το περίφημο υφαντό της περιμένοντας το γυρισμό του Οδυσσέα… Με τη διαφορά πως η Πηνελόπη δεν υπέκυπτε στους μνηστήρες, ενώ η Ζαν δεν είχε αρνηθεί τίποτα στον Λε Μεντέκ. Μέσα στην απόγνωσή της, δεν είχε το κουράγιο να τον παρατήσει για ν’ αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη


κακή υποδοχή, μια άρνηση του Ζερόμ. Αν δεν την ξανάπαιρνε ο Ζερόμ, τι θ’ απογινόταν χωρίς τον Λε Μεντέκ; Φυσικά, θα μπορούσε να βρει μια δουλειά… Αλλά από τα είκοσί της που είχε παντρευτεί τον Ζερόμ, σερβίριζε τους πελάτες στο φούρνο, δεν ήξερε να κάνει τίποτ’ άλλο. Τ ο πολύ να γινόταν πωλήτρια σε κάποιο κατάστημα, ή εργάτρια. Θα έκανε μια φτωχική κι άχαρη ζωή, ώσπου να βρεθεί, ίσως, κάποιος άλλος άντρας να την ερωτευτεί και να την πάρει από κει μέσα. Ήταν τριάντα οχτώ χρονών και η ομορφιά της ήταν ανέπαφη, αλλά για πόσο ακόμα; Και θα έπεφτε σε μια τόσο καλή περίπτωση όσο ο Λε Μεντέκ; Ήταν δυνατός, ήταν πλούσιος, ήταν ανοιχτοχέρης, ήξερε να γελάει… Αυτά τα προσόντα σπάνια βρίσκονται μαζεμένα σ’ ένα άντρα. Εν αναμονή μιας αντιπαράταξης με τον Ζερόμ που την επιθυμούσε χωρίς να τολμάει να την προκαλέσει, το καλύτερο ήταν να παραμείνει ερωμένη του Λε Μεντέκ, αφού αυτός δεν έδειχνε να τη βαριέται. Μετά από την επίσκεψη του Μπαζίλ, η Ζαν ένιωθε έναν ασυνήθιστο εκνευρισμό στον Λε Μεντέκ. Απέναντί της δεν είχε αλλάξει. Τ ίποτα δεν ήταν αρκετά ωραίο για κείνη, εξακολουθούσε να την πηγαίνει στα μέρη της μόδας. Αλλά τύχαινε ν’ απαντάει αφηρημένα στους χαιρετισμούς του μικρόκοσμου της νύχτας που τον λάτρευε, ή να μη γελάει με την καρδιά του στους αστεϊσμούς των κωμικών του Αλκαζάρ. «Τ ι συμβαίνει, στενοχώριες;»

Αλμπέρ;»

τον

ρώτησε

«Εγώ; Τ ο φαντάζεσαι!» «Ναι, ναι! Έχεις σκοτούρες…» «Ο Λε Μεντέκ δεν έχει ποτέ σκοτούρες!» «Καλά, μη μου λες, κάνε ό,τι θέλεις». Τ ην είχε πιάσει από τη μέση.

στο

τέλος.

«Έχεις


«Αγγελέ μου, μην κρεμάς μούτρα, δε θέλω να σκοτίζεσαι με τις υποθέσεις μου… Τ ο είδος, ‘Ακου, γλυκιά μου, τώρα τελευταία ο προϊστάμενος του γραφείου μου’, δεν είναι δικό μου. Ο Λε Μεντέκ δεν έχει προϊστάμενο, δεν έχει κανένα στο κεφάλι του. Τ ον τελευταίο που είχε τον άφησε στη μαροκινή έρημο, μεταξύ Ιγκλί και Τ ανγκίτ, με τα ‘παπόρια’ του στο στόμα…» «Σταμάτα τις φρικαλεότητες!» Ο Λε Μεντέκ ξέσπασε σε γέλια. Μα η ευθυμία του δεν έφτασε να πείσει τη Ζαν πως αστειευόταν. Μ’ αυτόν τον άνθρωπο δεν ήξερες ποτέ… «Άκου», συνέχισε πιο σοβαρά, «ανακατεύομαι με μια σημαντική υπόθεση και, είναι αλήθεια, με απασχολεί. Αλλά δε θα το αφήσουμε αυτό να μας χαλάσει το κέφι, ε; Εμπρός, σαμπάνια!» Λίγο αργότερα, την είχε ρωτήσει αν θα της άρεσε να ζήσει στο εξωτερικό. «Σαν πού δηλαδή;» «Ω, κάπου συμπαθητικά, στις Βαλεαρίδες, στη Βραζιλία, τέτοια πράγματα… Ξενοδοχεία πολυτελείας, ήλιος, πισίνες, φοινικιές… Λοιπόν;» «Μπορεί… Οι χώρες που δε γνωρίζεις σε ελκύουν… Δεν ξέρω, θα πρέπει να το σκεφτώ». «Σκέψου το λοιπόν…» Είχαν περάσει πολλές μέρες χωρίς να ξαναμιλήσουν σχετικά. Αλλά ένα βράδυ, στο σπίτι του, η Ζαν είχε βρει στο τραπέζι του σαλονιού, ένα έντυπο της Κουνάρ, ένα άλλο της Τ ρανσάτ, καθώς και ένα τρίτο που διαφήμιζε τις ανέσεις και τη χλιδή μεγάλων ξενοδοχείων σε διάφορες ξένες χώρες. Τ ου τα είχε δείξει χαμογελώντας. «Σκέπτεσαι πάντα να εκπατριστείς;»


«Εκπατρισμός είναι μεγάλη λέξη για έναν άπατρι στην ψυχή σαν κι εμένα. Αλλά για να πάρω φρέσκο αέρα για λίγο καιρό, γιατί όχι. Τ έλος, δεν ξέρω ακόμα». «Είναι σχετικό με την υπόθεση που μου ανέφερες τις προάλλες;» Κούνησε το κεφάλι. Ήξερε να είναι τάφος όταν επρόκειτο για τις υποθέσεις του. «Αν σου ζητούσα να φύγεις μαζί μου μια μέρα…» Σώπασε και την κοίταξε για πρώτη φορά σοβαρά. «Λοιπόν;» «Θα πρέπει ν’ αποφασίσεις πολύ γρήγορα. Θα είναι ναι ή όχι στη στιγμή!» «Θέλεις να δεχτώ να το σκάσω μαζί σου;» «‘Εκπατρισμός’… ‘φυγή’… μεγάλα λόγια… Ησύχασε, θα έχεις τον καιρό να φτιάξεις τη βαλίτσα σου». «Κατάλαβα: όχι μπαούλο». «Βαλίτσα… Μία μικρή βαλίτσα…» Και γέλασε με κείνο το γέλιο του σκανταλιάρικου παιδιού. «Κι αν είναι από τώρα έτοιμη, τόσο το καλύτερο!» ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39 Είχε βρέξει, Ο δρόμος από το Μπλουά στο Περπεζάκ ήταν γλιστερός, Ο επιθεωρητής Γκιγιεμινό οδηγούσε προσεχτικά. Δίπλα του καθόταν ο Ζερόμ, πίσω η Αστερία και ο Φορζέ. Όλοι ήταν σιωπηλοί. Σαν έφυγαν από το νοσοκομείο, ο Γκιγιε-μινό είχε διηγηθεί στους


συνεπιβάτες του όσα του είχε πει ο Λα Φατίγκ, που επιβεβαίωναν τις υποψίες του, αλλά δεν έφερναν ένα καθοριστικό στοιχείο για τη συνέχιση της έρευνας. Ένας άντρας (ο Μασελάρ, ασφαλώς, γιατί η περιγραφή του Λα Φατίγκ ανταποκρινόταν στο πορτρέτο του φυγάδα διευθυντή και στη συνέχεια τον είχε αναγνωρίσει και στη φωτογραφία) είχε δωροδοκήσει το αγρίμι για να δηλητηριάσει το αλεύρι του Ζερόμ. Όταν μετά την αποτυχία του, ο μικρός είχε ζητήσει μέρος της αμοιβής που του είχε τάξει, ο Μασελάρ επιχείρησε να τον σκοτώσει —να τον σκοτώσει και να τον βιάσει, πράγμα που ταίριαζε με όσα ήξεραν για τον πρώην διευθυντή του Βερτύ. Δυστυχώς, ο Λα Φατίγκ δεν είχε τίποτ’ άλλο να προσθέσει. Δεν τον είχε ξανασυναντήσει αυτόν τον άνθρωπο πριν, αγνοούσε το όνομά του και δεν είχε ιδέα πού μπορεί να κρυβόταν. Η μόνη καινούρια ένδειξη βασιζόταν σε μια λέξη που είχε προφέρει ο Μασελάρ, στην πρώτη τους συνάντηση, στο καλύβι του Λαμπούρλ. Η λέξη έδινε μια ιδέα για το κίνητρο του Μασελάρ. Ήταν η λέξη «εκδίκηση», Ο Λα Φατίγκ δε θυμόταν πολύ καλά πώς το είχε τοποθετήσει, αλλά ήταν σίγουρος πως την είχε πει τη λέξη. «Λοιπόν, ειλικρινά, δε βλέπετε ποιος θα επιθυμούσε να σας εκδικηθεί;» Ο Γκιγιεμινό κολλούσε σ’ αυτή την καταραμένη λέξη κι εννοούσε να ξαναρωτήσει τον Ζερόμ γι’ αυτό το θέμα. «Δυστυχώς, όχι, κύριε επιθεωρητά!» αναστέναξε ο Ζερόμ. «Είσαστε λοιπόν ένας μικρός άγιος;» «Πώς είπατε;» «Ε, ναι, αφού κανένας δε θέλει το κακό σας! Μα πώς, με κάποιον έχουμε αρπαχτεί σ’ αυτή τη ζωή… Με κάποιο γείτονα, με κάποιον ανταγωνιστή στη δουλειά, μ’ έναν αντίζηλο στον έρωτα…» «Δεν παριστάνω τον άγιο. Η ζωή μου υπήρξε πολύ απλή, ξέρετε!»


«Όπως και να ’ναι… Δε ‘δανειστήκατε’ ποτέ τη γυναίκα κάποιου άλλου;» Ο Ζερόμ έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Όχι εδώ και πάρα πολ λ ά χρόνια», είπε αφού ξερόβηξε πρώτα. «Και στο στρατό; Πολεμήσατε. Ωραία, παρασημοφορηθήκατε. Μήπως πλάι σας υπήρχε ένας τύπος που έφτασε μαζί σας στις εχθρικές γραμμές ή κάτι τέτοιο; Τ έλος, δε θυμόσαστε αν σας προτίμησαν αντί κάποιου άλλου, μια φορά, με τρόπο τόσο καθοριστικό που να τρέφει εναντίον σας άσβηστο μίσος;» «Δε βλέπω πως… Αν συνέβη κάτι τέτοιο στο στρατό, πάνε τώρα δεκατέσσερα χρόνια. Κανείς πια δεν τα θυμάται αυτά, κανένας δε σκοτίζεται. Αν ο τύπος είναι πραγματικά διεστραμμένος, τότε δίνει κεφαλαιώδη σημασία σε πράγματα που όλος ο κόσμος τα θεωρεί ασήμαντα. Σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ο μόνος, ο μόνος στον κόσμο που ξέρει γιατί το έκανε…» «Τ ότε βαδίζουμε στο άγνωστο!» «Θα μπορούσατε να μου ξαναδείξετε τη φωτογραφία του Μασελάρ;» «Έχεις καμιά ιδέα, Αστερία;» ρώτησε ο Ζερόμ μισογυρίζο-ντας. «Όχι, όχι… Έτσι…» είπε η Αστερία. Οδηγώντας με το ένα χέρι, ο Γκιγιεμινό έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του τη φωτογραφία του Μασελάρ που την είχε φέρει για να τη δείξει στον Λα Φατίγκ. Τ ην έτεινε στην Αστερία πάνω από τον ώμο του. «Λοιπόν, αυτό το χαριτωμένο μουτράκι σας θυμίζει κάποιον;» Τ ο «χαριτωμένο μουτράκι» ήταν ευφημισμός. Σ’ αυτή τη φωτογραφία ταυτότητας, από το φάκελο του Μασελάρ στην έδρα της Συντεχνίας των Φουρναραίων, ο τύπος είχε ένα ύφος χαμένο και


μοχθηρό. Οι υπεύθυνοι της Συντεχνίας δεν είχαν φέρει δυσκολίες γιατί ο Μασελάρ ήταν ανάπηρος πολέμου, ήρωας. Αυτή η ιδιότητά του άλλωστε είχε διευκολύνει την πρόσληψή του. «Δεν μπορώ να πω… Θα μπορούσα να την κρατήσω;» «Όχι για πολύ. Ίσως τη χρειαστώ, δεν έχω άλλη απ’ αυτήν». «Θα σας την επιστρέψω γρήγορα, κύριε επιθεωρητά». «Τ ο αργότερο αύριο το πρωί. Γιατί φεύγω αύριο μεσημέρι». «Μα η έρευνα;». «Η έρευνα δεν τέλειωσε. Αλλά δε θα προχωρήσω μένοντας εδώ… Θα πάω στο ορφανοτροφείο, θ’ ακολουθήσω τα ίχνη του Μασελάρ από κει. Είναι πιο λογικό. Αντίο, λοιπόν, Λεμπεντέν, ‘Κόκκινη Πουλάδα’, γεμιστές μπεκάτσες και γαρίδες του Κρουέλ!…» Η Αστερία έβαλε προσεχτικά τη φωτογραφία στο τσαντάκι της. Είχε βάλει τα καλά της για να πάει να δει τον Λα Φατίγκ και είχε ξεθάψει από την ντουλάπα και τούτο το «αξεσουάρ» που είχε να το κρατήσει από την κηδεία του Μαστρο-Αντελίν. «Θα την έχετε αύριο το πρωί, σας το υπόσχομαι! Αν δεν έχετε χρόνο να περάσετε να μας πείτε ένα αντίο, θα σας τη στείλω με τον Ονορέ, στου Λεμπεντέν». «Πώς πάει ο Σεμπαστιέν; Θα σηκωθεί όπου να ’ναι;» «Ω, σηκώθηκε, περπατάει κιόλας. Είναι πολύ καλά παιδιά και τα δυο, κύριε επιθεωρητά…» Ακούγοντας την Αστερία να πλέκει το εγκώμιο του Σεμπαστιέν και του Ονορέ, ο Ζερόμ δεν πίστεψε στ’ αυτιά του. Τ όσα καλά δεν είχε πει ποτέ γι’ αυτόν εδώ και τριάντα χρόνια! Χαμογέλασε, Ο Ονορέ και ο Σεμπαστιέν είχαν κιόλας υιοθετηθεί.


Ο Γκιγιεμινό άφησε την Αστερία και τον Ζερόμ έξω από το σπίτι τους προτού συνεχίσει το δρόμο του με τον Φορζέ. Στην αυλή, μπροστά στην πόρτα, τους περίμενε ο Ονορέ παίζοντας με τον σκύλο. «Όλα καλά, Ονορέ;» «Στην τρίχα, αφεντικό!» Τ ης Αστερίας δεν της πολυάρεσαν αυτές οι εκφράσεις, στην τρίχα, πρίμα… Αυτή η αργκό ήταν καλή για τ’ ορφανοτροφείο, όχι για εδώ. Και δε δίστασε να το πει στον Ονορέ, Ο μικρός έσκυψε το κεφάλι. Τ α παιδιά ένιωθαν ήδη για την Αστερία ένα είδος θρησκευτικού σεβασμού. Όσο για τον Ζερόμ, ούτε κι εκείνου του άρεσε να τον λένε τα παιδιά «αφεντικό». Ωστόσο δεν τολμούσε να τους ζητήσει ακόμα να τον λένε «μπαμπά». Προσπάθησε να θυμηθεί πότε είχε αρχίσει να λέει τον Μαστρο-Αντελίν «μπαμπα-Αντελίν». Δεν τα κατάφερε. Αυτή η ανάμνηση χανόταν στην καταχνιά του χρόνου. «Ο Σεμπαστιέν ήταν ήσυχος, μήπως κουράστηκε;» ρώτησε το παιδί. «Όχι, δε σάλεψε σχεδόν. Διαβάσαμε εικονογραφημένα κι ύστερα κοιμήθηκε λίγο…» «Καλά, θ’ ανέβω να τον δω. Εσύ μείνε με την Αστερία, μπορεί να σε χρειαστεί… Αστερία;…» «Ναι;» «Τ ι την ήθελες τη φωτογραφία;» «Ο επιθεωρητής είπε πως πρέπει να προσπαθήσουμε να θυμηθούμε, προσπαθώ λοιπόν…» «Μ’ αυτό το είπε σε μένα… Με μένα τα έχει βάλει αυτός ο τρελός.». «Ναι, βέβαια… Πήγαινε να δεις τον Σεμπαστιέν!»


«Αστερία, εμένα θα με χρειαστείς;» ρώτησε ο Ονορέ. «Όχι αμέσως… Θα ξεκουραστώ λίγο προτού ετοιμάσω το δείπνο. Συνέχισε το παιχνίδι σου». Η Αστερία ανέβηκε στο δωμάτιό της. Γδύθηκε με την ησυχία της. Δεν ένιωθε βολικά μέσα σε τούτο το φόρεμα. Σαν έβαλε τα καθημερινά της, αισθάνθηκε πιότερο μέσα στο πετσί της. Κρέμασε τα ρούχα της και κάθισε λίγο στο κρεβάτι, πολύ μεγάλο γι’ αυτήν μετά το θάνατο του Αντελίν, για να ξεκουράσει τα πόδια τγ ]ζ> ρίχνοντας κάθε τόσο μια ματιά στη φωτογραφία του Μασελάρ. Στο τέλος σηκώθηκε και πλησίασε την καρυδένια ντουλάπα, απέναντι από το κρεβάτι. Ανοιξε την πόρτα, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών κι άπλωσε το χέρι της, του κάκου, στο πιο ψηλό ράφι. Αι! Άλλοτε έφτανε! Αυτό θα πει γεράματα, μαζεύεις, ζαρώνεις… Πήρε μια καρέκλα κι ανέβηκε για να φτάσει το ράφι. Τ ράβηξε ένα μικρό κασελάκι ντυμένο με ύφασμα ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία. Κατέβηκε από την καρέκλα, κρατώντας το στα χέρια της, και ξανακάθισε στο κρεβάτι για να περιεργαστεί το περιεχόμενο με την ησυχία της. «Τ ην άλλη βδομάδα, μάγκα μου, τέρμα τ’ αστεία! Σχολείο! Και θα δεις, με τον κύριο Φορζέ θα τα βρεις ζόρικα. Είναι πολύ αυστηρός, αν θες να μάθεις!» Ήταν ο Ονορέ που είχε ακολουθήσει τον Ζερόμ στο δωμάτιο του Σεμπαστιέν και προσπαθούσε να τρομοκρατήσει τον τελευταίο περιγράφοντάς του το δάσκαλο σαν τύραννο. Αλλά ο Σεμπαστιέν δεν έδειχνε να εντυπωσιάζεται. «Μπα, είναι ο Φορζέ σου χειρότερος από τον Καστέλι με τη Μιμίλ του; Σιγά τα λάχανα!» Ο Ζερόμ έκανε ένα μορφασμό. Τ ο λεξιλόγιο του Σεμπαστιέν και του Ονορέ ήταν ακόμα πολύ σημαδεμένο από το πέρασμά τους στα ορφανοτροφεία.


«Δε σε συμβουλεύω να του μιλάς έτσι, γιατί τότε θα δεις πως ξέρει να γίνεται σκληρός», είπε του Σεμπαστιέν. Ο Φορζέ ήταν γλυκύτατος άνθρωπος, αλλά μέσα στο σχολείο του δεν αστειευόταν: η πειθαρχία-πειθαρχία! «Αμέ το άλλο;» συνέχισε ο Ονορέ. «Αν γυρίσει ο Λα Φατίγκ θα ξαναβρεθούμε μαζί του στο σχολείο. Τ ο πάει ο νους σου; Ο μάγκας σού άνοιξε κουμπότρυπα! Και θα πρέπει να παίζουμε μαζί του στο διάλειμμα… Εγώ, πάντως, στο λέω, θα έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα. Αν τρέξει ξοπίσω μου, γυρνάω κι έτσι κι έχει το μαραφέτι του στο χέρι, του κολλάω μια στη μάπα και του την κάνω καλοκαιρινή!» Ο Ζερόμ θεώρησε χρέος του να συγκρατήσει τις λεκτικές υπερβάσεις του Ονορέ. «Ονορέ, δε λένε ‘μαραφέτι’, ούτε ‘μάπα’, ούτε ‘σου άνοιξε κουμπότρυπα’, όχι στο σπίτι μου τουλάχιστον!» Ο Ονορέ δαγκώθηκε. Λάτρευε τον Ζερόμ, φλεγόταν από την επιθυμία να είναι τέλειος, αλλά τα χρόνια στο ορφανοτροφείο δεν ξεχνιούνταν εύκολα. «Συγνώμη, αφεντικό, δεν ξέρω πώς αλλιώς να τα πω…» «Λένε: ‘μαχαίρι ή σουγιά’, λένε ‘πρόσωπο’ ή το πολύ ‘μούτρα’, λένε ‘σε μαχαίρωσε’. Και πά\|)ε να με λες αφεντικό, με νευριάζει. Λέγε με απλά Ζερόμ… Ή… ‘μπαμπα-Ζερόμ’. Καλό δεν είναι; Πώς σας φαίνεται;» Τ α δυο αγόρια δοκίμασαν δειλά το «μπαμπα-Ζερόμ» με την άκρη των χειλιών σαν άγνωστο φαγητό. «Λοιπόν;» «Αστείο ακούγεται», είπε ο Σεμπαστιέν. «Ναι, αστείο», συμφώνησε ο Ονορέ. «Τ ο ‘μπαμπά’ ακούγεται


αστείο, όχι το Ζερόμ». «Είναι που δεν το ’χουμε συνηθίσει!» πρόσθεσε ο Σεμπαστιέν. «Τ ι λέτε, νομίζετε πως θα τα καταφέρετε;» ρώτησε ο Ζερόμ κρύβοντας τη συγκίνησή του πίσω από ένα ψευτο-κοροϊδευτικό ύφος. «Ναι, μπορεί…» «Ε, ναι, μπορεί, γιατί όχι…» Ο Ζερόμ κατάλαβε πως αυτές οι αοριστολογίες ήταν αποτέλεσμα της συστολής που τα συγκρατούσε να δείξουν κι αυτά τη συγκίνησή τους. «Λοιπόν, εντάξει, έτσι θα γίνει. Και, μια και το ’φερε η κουβέντα για τον Λα Φατίγκ, τα ξεχνάμε όλα, ε; Είναι ένα φτωχό πλάσμα ο Λα Φατίγκ… Είναι πιο αξιολύπητος απ’ ό,τι ήσασταν εσείς στο ορφανοτροφείο. Πρέπει λοιπόν να είσαστε καλοί μαζί του, σύμφωνοι; Από δω κι εμπρός θα είναι συμμαθητής σας, σαν τους άλλους…» «Σαν τους άλλους, ε!» είπε ο Σεμπαστιέν χαϊδεύοντας τον επίδεσμό του. «Τ ο ξέρω, το ξέρω, αλλ’ αυτά τα ξεχνάμε, ε;» «Εντάξει, τα ξεχνάμε!» «Είναι αλήθεια πως θα πεθάνει η μαμά του;» «Είναι πολύ άρρωστη… Ίσως και να γιατρευτεί όμως». «Κι ώσπου να γιατρευτεί, θα μένει μόνος του;» «Θα τον αναλάβει ο κύριος Φορζέ». «Μη μου πεις, θα μένει κάθε μέρα στου δασκάλου του! Α, θα τα βρει μπαστούνια, ο Λα Φατίγκ!»


«Εγώ λέω πως θα τα βρει μπαστούνια ο κύριος Φορζέ!» πέταξε ο Ονορέ. Εκείνη τη στιγμή, η Αστερία όρμησε μέσα στην κάμαρα. Αναστατωμένη, κρατούσε στο ένα χέρι τη μικρή φωτογραφία που της είχε δώσει ο επιθεωρητής και στο άλλο μια μεγάλη ομαδική φωτογραφία. «Ζερόμ…» «Ε, τι σου συμβαίνει;» «Ζερόμ, κοίταξε! Νομίζω…» Τ ου άπλωσε τη μεγάλη φωτογραφία, Ο Ζερόμ της έριξε μια ματιά. «Είναι η φωτογραφία της τάξης στο Βερτύ, την τελευταία χρονιά που πέρασα εκεί… Λοιπόν;» «…Νομίζω πως είναι αυτός!» «Ποιος αυτός;» «Ο Ζερεμί Μαλβουαζέν!» Ο Ζερόμ τινάχτηκε. «Είσαι τρελή! Ο Ζερεμί σκοτώθηκε το 1916 στο Βερντέν!» ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40 Ο Ζερόμ, εμβρόντητος, κοίταζε μια την Αστερία, μια τις φωτογραφίες που του έδειχνε. «Μα τι λες… Είναι πεθαμένος, το ξέρεις! Τ ον εξανέμισε μια οβίδα…» Η Αστερία, πεισματάρα, δεν το έβαζε κάτω. «Ακριβώς! Εξανεμίστηκε! Τ ι σημαίνει αυτό; πως δεν τον βρήκαν. Αν


είχαν βρει το πτώμα του, τον είχαν θάψει, θα σου έλεγα, καλά, είναι κάτω από τη γη, ξέρουμε πού, δεν υπάρχει πρόβλημα!… Ο Ζερόμ έκανε ένα μορφασμό. «Άκου, έχω πολεμήσει. Μπορώ να σου πω πως δεν ήταν τόσο εύκολο να εξαφανιστείς χωρίς ν’ αφήσεις ίχνη και να κάνεις να πιστέψουν πως πέθανες…» «Ναι, αλλά όλοι αυτοί με την αμνησία, στρατιώτες που έπαθαν σοκ και τρελάθηκαν, που τους βρήκαν χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτα… τ’ άσυλα είναι γεμάτα από δαύτους μετά από δεκαπέντε χρόνια! Δεν ξέρουν ούτε τ’ όνομά τους…» «Δεν είναι αδύνατο, αλλά…» «Μα κοίταξε, που να πάρει η ευχή! Σου λέω, αυτός είναι! Ο Μασελάρ δεν υπάρχει, κατά τον επιθεωρητή. Κανένα ίχνος του Μασελάρ! Κι αυτό επειδή δεν υπήρχε ποτέ Μασελάρ· υπήρχε μόνο ένας Μαλβουαζέν, τραυματισμένος στο πρόσωπο στο Βερντέν, αδύνατο ν’ αναγνωριστεί, που κατάφερε να γίνει Μασελάρ με ψεύτικα χαρτιά…» «Μα οι στρατιωτικές αρχές δεν άφηναν έτσι τους ανθρώπους! Επειδή τους έβρισκαν γυμνούς και παραμορφωμένους δε σημαίνει πως τους άφηναν και χωρίς ταυτότητα…» «Μα θα κοιτάξεις τις φωτογραφίες, ξεροκέφαλε;» Ο Ζερόμ σώπασε. Στην γκριζωπή, ομαδική φωτογραφία, τριάντα παιδιά με ομοιόμορφες μπλούζες πόζαραν μπροστά στην εξωτερική σκάλα του σχολείου, τριάντα προσωπάκια που αντικαθρέφτιζαν κάθε δυνατή έκφραση, αδιαφορία, πονηριά, χαζομάρα, κακοκεφιά. Δίπλα στο πιτσιρίκι που ήταν τότε, ο Ζερόμ αναγνώρισε τον Ζερεμί Μαλβουαζέν. Τ ο παρελθόν ξύπνησε μέσα του, ο λαιμός του σφίχτηκε.


«Θεέ και Κύριε, ο Ζερεμί!» μουρμούρισε. «Ναι, αυτός είναι, έχει και τ’ όνομά του πίσω από τη φωτογραφία! Αυτά τα μούτρα είχε κι όταν τα ρήμαξε όλα εδώ, την επόμενη χρονιά* δε γίνεται να τον ξεχάσεις. Κοίτα και την άλλη φωτογραφία!» Αλλά ο Ζερόμ δεν κατάφερε ν’ αποσπάσει το βλέμμα του από τα βαθουλωμένα μάγουλα του Μαλβουαζέν, από τη διαπεραστική ματιά του που έλαμπε από εξυπνάδα και μοχθηρία… «Ξέρεις, τον έλεγαν λύκο…» «Ναι, ναι… Κοίτα την άλλη φωτογραφία!» Ο Ζερόμ υπάκουσε. Η άλλη φωτογραφία ήταν αυτή που της είχε δανείσει ο Γκιγιεμινό, η φωτογραφία του Μασελάρ. Βάλθηκε να τη μελετάει αναζητώντας κάποια πιθανή ομοιότητα με το αγόρι που είχε γνωρίσει στο Βερτύ. Στην αρχή δε διέκρινε τίποτα. Πώς ν’ αντιπαραθέσεις τη μια στην άλλη δυο εικόνες τόσο απομακρυσμένες μέσα στο χρόνο; Ένα παιδί δέκα χρονών κι έναν άντρα τριάντα πέντε που το πρόσωπό του ξαναπλάστη-κε, κουτσά στραβά, από ένα χειρούργο αφού πρώτα παραμορφώθηκε… Ωστόσο, πέρα από τις διαφορές τους, φάνηκαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά: το γενικό σχήμα, τ’ αυτιά, η γραμμή της μύτης, το οβάλ του πιγουνιού… Αλλά ήταν αρκετά για να συμπεράνεις, αδίσταχτα, όπως η Αστερία, πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο; «Λοιπόν;» τον πίεσε εκείνη. «Δε… δεν ξέρω… Μπορεί εδώ, ναι, κι εκεί….» «Βλέπεις!» «Ναι, αλλά είναι τόσο υποκειμενικό. Βλέπω τις φωτογραφίες μια στιγμή κι έχω την εντύπωση πως, ναι, αυτός είναι κι αμέσως μετά σαν να χάνονται οι ομοιότητες και λέω πως είναι αδύνατο!»


«Μα εγώ τον είδα τον Μαλβουαζέν πολύ μετά από σένα! Εσύ δεν τον ξαναείδες από τότε… από τα δέκα σόι», και τώρα κοντεύεις σαράντα! Τ ον είχες δει μόνο παιδί. Εγώ όμως τον είδα όταν πέρασε από δω, με άδεια από το μέτωπο, τότε που μας έκλεψε… Ήταν άντρας τότε, το πρόσωπό του δεν είχε τίποτα το παιδικό και σου λέω πως είναι αυτός, ο Μασελάρ!» «Μα γιατί να το κάνει αυτό; Γ ιατί ν’ αλλάξει ταυτότητα; Δεν είχε να κερδίσει τίποτα με το να ονομάζεται Μασελάρ…» «Κι εσύ τι ξέρεις; Αντε να δεις τι είχε κάνει με το πραγματικό του όνομα! Τ ον καταζητούσαν ήδη για κλοπή, αφού ο μπαμπα-Αντελίν κι εγώ είχαμε κάνει μήνυση. Και η στρατιωτική αστυνομία δεν αστειευόταν εκείνο τον καιρό! Αυτό μόνο ήταν αρκετό… Να γλιτώσει την καταδίωξη…» «Μπορεί να έχεις δίκιο… Αλλά δεν καταφέρνω να…» «Ο Μαλβουαζέν ήταν η ενσάρκωση του κακού. Θυμάσαι; Κάρφωνε τα ζώα στις πόρτες των αχυρώνων… Μια φορά μάλιστα πήρε και την Μπενουάτ Οφλακέ, τη μικρή αδερφή της Σουζάν, μωρό τότε… Αν δεν του είχε ριχτεί ο πατέρας τους με το ραβδί, ποιος ξέρει αν δεν το είχαμε βρει το κοριτσάκι καρφωμένο σε καμιά πόρτα!» «Δε νομίζεις πως υπερβάλλεις;» «Όχι, όχι, καθόλου. Ξέρω τι λέω. Είναι ο Διάβολος! Κι απόδειξη, αυτό που έκανε! Είναι δηλητήριο η ερυσίβη, ε;» «Ναι, φοβερό, αλλά…» «Αλλά τι;» «Ίσως να μην έχει καμιά σχέση μ’ όλ’ αυτά, αφού μάλλον σκοτώθηκε στο Βερντέν…» «Ήταν ο καταραμένος αδερφός σου, το κακό σου πνεύμα! Ήταν τόσο κακός και διεστραμμένος, όσο εσύ ήσουν καλός και τίμιος! Και


το ό,τι σε διάλεξε ο μπαμπα-Αντελίν δε στο συγχώρεσε ποτέ.. Κι αν είναι ζωντανός, πρέπει όλοι να φοβόμαστε…» «Έλα τώρα, Αστερία, ηρέμησε, παραλογίζεσαι! Θα μιλήσουμε στον επιθεωρητή…» «Να δούμε κι εμείς τη φωτογραφία;» πετάχτηκαν τα παιδιά. «Θα πρέπει να ήταν καλό κουμάσι αυτός ο Μαλβουαζέν!» «Ήταν ο Διάβολος!» μούγκρισε η Αστερία. «Και ήταν στο Βερτύ με τον μπαμπα-Ζερόμ; Έχει πλάκα να γίνεις διευθυντής αφού ήσουνα πρώτα οικότροφος! Μπορεί να γίνω κι εγώ μια μέρα!» είπε ο Σεμπαστιέν. «Ή εγώ! Και θα σου κάνω τον κανονισμό με τα κρεμμυδάκια!» συμπλήρωσε ο Ονορέ. «Ναιαι!… Και πρώτα πρώτα, τέρμα η Μιμίλ! Ο Καστέλι θα σερβίρει τους οικότροφους με φουστίτσα μπαλαρίνας… Ζεστή σοκολάτα, κρουασάν, μπριός…» «Τ ον Καστέλι τον απέλυσαν», είπε ο Ζερόμ, «κι ούτε θα χρησιμοποιηθεί ποτέ πια βούνευρο για τιμωρία των μαθητών. Λοιπόν, ηρεμήστε τώρα!» Ο Ζερόμ έβγαλε από το συρτάρι ένα μικρό, δερμάτινο ντοσιέ, έβαλε μέσα τις φωτογραφίες και τράβηξε προς την πόρτα. «Πού πας;» τον ρώτησε η Αστερία. «Στου Λεμπεντέν, να δω τον Γκιγιεμινό. Θα του μιλήσω για την ιδέα σου». «Βλέπεις! Πιστεύεις κι εσύ, όπως κι εγώ πως είναι αυτός…» «Δεν ξέρω τι πρέπει να πιστέψω! Αλλά δεν ξέρεις ποτέ. Αυτό που έκανε ο Μασελάρ είναι πολύ σοβαρό για ν’ αφήσουμε να ξεφύγει κι η


παραμικρή ευκαιρία να τελειώνουμε μαζί του… Θα μιλήσω στον Γκι^ ιεμινό, θα του δείξω τη φωτογραφία της τάξης με τον Μαλβουαζέν. Θα δει αυτός, είναι η δουλειά του… Κι ύστερα, θέλω να τον ρωτήσω και κάτι άλλο, εκτός απ’ αυτά…» «Σαν τι;» «Κάτι… θα τα πούμε σε λίγο. Ήσυχα, παιδιά, ε;» «Έγινε!» φώναξε ο Ονορέ. «Θα παίξουμε τον Μαλβουαζέν… Κι αυτή τη φορά θα ρίξουμε ποντικοφάρμακο στο ζυμωτήρι σου!» «Αν σε πιάσω, παλιομασκαρά!» Ο Γκιγιεμινό καθόταν στο μπαρ της «Κόκκινης Πουλάδας» έχοντας μπροστά του μια ρακή με κασίς. «Δε φανταζόμουν πως θα σας έβλεπα τόσο σύντομα. Τ ι συμβαίνει;» «Μια ιδέα της Αστερίας…» «Α! επιτέλους, κάποιο φως!» «Καλησπέρα, Ζερόμ. Τ ι θα σου σερβίρω;» Ήταν ο Λεμπεντέν. Αλλος παιδικός φίλος του Ζερόμ. Τ ις προάλλες, τότε που ο Ζερόμ είχε δειπνήσει στο πανδοχείο με τον Γκαφαρέλ, ο Λεμπεντέν του είχε δώσει να καταλάβει πως τον προτιμούσε από τον Φρερέ ντυ Καστέλ για να οδηγήσει τη δεξιά στη νίκη. Αλλά, φυσικά, ήταν και το εμπόριο στη μέση: διακριτικά, την τελευταία στιγμή… «Γεια σου, Μαξ! Βάλε μου κι εμένα ένα μελεκάς. Με περισσότερο κασίς, σε παρακαλώ!» «Ναι, ναι, όπως στις κυρίες», τον πείραξε ο Αεμπεντέν κι απομακρύνθηκε. «Λοιπόν, η ιδέα…»


Ο Γκιγιεμινό δεν κρατιόταν, Ο Ζερόμ ακούμπησε το δερμάτινο ντοσιέ στον πάγκο, το άνοιξε κι έβγαλε τις φωτογραφίες. «Ορίστε… Κοιτάξτε!» Ο Γκιγιεμινό έσκυψε πάνω τους. «Αυτή την ξέρω… Ένας Θεός ξέρει πόσες φορές την έχω μελετήσει! Κι αυτή τι είναι; Μια φωτογραφία της τάξης;» Ο Ζερόμ έγνεψε καταφατικά. «Α, να, εδώ είσαστε! Σας αναγνωρίζει κανείς αμέσως. Λοιπόν;» «Ψάξτε». «Να ψάξω; Τ ι; Όχι τον Μασελάρ βέβαια! Θα ήταν πολύ ωραίο…» «Ψάξτε πάντως!» «Καλά, καλά…» Ο επιθεωρητής βυθίστηκε στη μελέτη της φωτογραφίας. Αφού έριξε μια ματιά στο σύνολο, βάλθηκε να περιεργάζεται ένα ένα τα παιδιά, βάζοντας το δάχτυλό του απάνω, περνώντας το από το ένα στο άλλο, σαν να φοβόταν μήπως ξεχάσει κάποιο. Στο μεταξύ, ο Μαξ Λεμπεντέν σέρβιρε στον Ζερόμ το μελεκάς του.


«Λοιπόν, καλό, έτσι σ’ αρέσει, πριγκίπισσα;» «Εσένα θα σου δείξω!» του πέταξε ο Ζερόμ απειλώντας τον με την παλάμη του. Δοκίμασε το ποτό, σκούρο από τη γερή δόση του κασίς, και πλατάγισε τα χείλια του. «Ό,τι πρέπει. Έτσι θα μου το σερβίρεις από δω κι εμπρός». «Α, είναι πιο ζαχαρωμένο έτσι». «Πρέπει να το νιώθεις το κασίς. Αν θέλω σκέτη ρακή, θα σου πω: ‘Μαξ, μια ρακή, σκέτη’. Τ ο μαλεκάς είναι άλλο πράγμα…» Ο Γκιγιεμινό σήκωσε το κεφάλι του. «Εμένα μ’ αρέσει λίγο δυνατό». «Ο καθένας κατά τα γούστα του… Λοιπόν, τι βγαίνει από δω;» Ο Ζερόμ του έδειξε τη φωτογραφία. «Υπάρχει ένας». «Που του μοιάζει, κατά τη γνώμη σας;» «Υπάρχει ένας που θα μπορούσε να του μοιάζει. Πρέπει να μελετήσει και τις δυο φωτογραφίες ένας φυσιογνωμιστής-αν-θρωπολόγος… Θα κρατήσω τη φωτογραφία της τάξης;» «Ναι, αλλά προσέχτε την, είναι ενθύμιο». «Τ ο φαντάζομαι». «Ποιος θα μπορούσε να είναι ο Μασελάρ κατά τη γνώμη σας;» Ο Γκιγιεμινό ξανακοίταξε τη φωτογραφία για κάμποση ώρα. Στο τέλος ακούμπησε το δείχτη του σ’ ένα από τα πρόσωπα. «Πώς ονομάζεται αυτός;»


Ο Ζερόμ ένιωσε ένα κόμπο να του σφίγγει το λαιμό. «Ονομαζόταν Ζερεμί Μαλβουαζέν. Πέθανε το 1916, στο πεδίο της τιμής…» Ο επιθεωρητής έπνιξε μια βρισιά. «Τ όσο το χειρότερο! Θα έβαζα στοίχημα γι’ αυτόν! Αλλ’ αφού είναι νεκρός εδώ και δεκαπέντε χρόνια…» «Εξαφανισθείς. Φέρεται ως εξαφανισθείς». Ο Γκιγιεμινό φούσκωσε τα μάγουλα του σαν μπαμπουίνος. «Εξαφανισθείς, ε; Και τι χαρακτήρα είχε ο τύπος;» «Αν ρωτήσετε τον καθένα, με κάποια ηλικία, στο χωριό, θα σας απαντήσει πως ήταν ο Διάβολος. Όχι ένα ‘μικρό, χαριτωμένο διαβολάκι’, Ο Διάβολος, Ο Σατανάς». «Αστειεύεστε;» «Όχι, δυστυχώς… Τ ον γνώριζα πολύ καλά. Ήταν ο.καλύτερος φίλος μου, στο Βερτύ». ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41 Τ ι σκέφτεστε;» Ήταν κιόλας στο τρίτο μελεκάς τους. Ο Ζερόμ είχε διηγηθεί στον Γκιγιεμινό τη σκοτεινή ιστορία του Ζερεμί Μαλβουαζέν. Όσα ήξερε τουλάχιστον. «Είναι λίγο παρατραβηγμένο… Αλλά έχουμε ξαναδεί τέτοια πράγματα. Εξάλλου είναι ο μόνος δρόμος που έχουμε και δεν είναι και τόσο αμελητέος, Ο δεσμός με το Βερτύ υπάρχει. Και με σας… και με το χωριό επίσης… Υπάρχει κίνητρο: η ζήλια, το μίσος, επιθυμία


εκδίκησης, Ο άνθρωπος ήταν μοχθηρός, βίαιος, δεν οπισθοχωρούσε μπροστά σε τίποτα. Θα πρέπει να ερευνήσω προς αυτή την πλευρά. Ευχαριστήστε την Αστερία εκ μέρους μου* δεν ήξερα πια τι να κάνω!» «Κύριε επιθεωρητά, υπάρχει και κάτι άλλο…» Ο Ζερόμ σώπασε. Ήταν τόσο δύσκολο, τόσο ταπεινωτικό! Τ ι ανόητη ιδέα να μιλήσει στον επιθεωρητή, ιδίως μετά από μια κάποια συζήτηση… Όχι, ούτε λόγος! Δεν μπορούσε να καταφύγει σ’ αυτόν. «Ναι;» «Όχι, τίποτα…» Οι ιδέες του Γκιγιεμινό είχαν συνοχή και συνέχεια. Υποχρεωτικά, στην αστυνομία δε σου ζητούν να είσαι ούτε πονηρός, ούτε πολύ μορφωμένος: μόνο να έχεις συνέχεια στις ιδέες σου! «Μα πως, κάτι θα μου λέγατε». «Όχι». «Ναι». Ο Ζερόμ σαν να λύγισε, Ο επιθεωρητής το αντιλήφθηκε. «Ελάτε, κύριε Κορμπιέρ! Όλα μπορούν να μου φανούν χρήσιμα». «Όχι, αυτό δεν έχει καμιά σχέση…» «Αλλά σας βαραίνει την καρδιά;» «Ναι…» «Τ ότε μπορεί να σας είναι χρήσιμο. Ελάτε… μιλάμε εμπιστευτικά. Πρόκειται για τη γυναίκα σας;» Ο Ζερόμ τον κοίταξε διαπεραστικά.


«Τ ο ξέρετε πως έχει φύγει… Αναρωτιόμουν μήπως ξέρετε κάποιον, ιδιωτικό, που θα μπορούσα να τον επιφορτίσω να τη βρει. Κάποιον σοβαρό…» Ο Γκιγιεμινό δαγκώθηκε. Ήταν δύσπιστος, αλλά είχε αρχίσει να συμπαθεί ιδιαίτερα τον Ζερόμ. Αυτό που θ’ ανακάλυπτε ένας ιδιωτικός, αυτός το ήξερε ήδη. Θα το μάθαινε και ο Ζερόμ μια μέρα, αλλά η δυστυχία μπορούσε να περιμένει… «Ιδιωτικό;…» ρώτησε για να κερδίσει χρόνο και να μπορέσει να σκεφτεί. «Ε, ναι, ένα ντετέκτιβ…» «Και γιατί ιδιωτικό ντετέκτιβ; Η αστυνομία γι’ αυτό είναι εδώ: ‘Οικογενειακές αναζητήσεις’… Υπάρχει το σχετικό άρθρο». «Ναι, αλλά…» «Αλλά έτσι παίρνει δημοσιότητα, ε; Κάνοντας έκκληση στην αστυνομία, θα έχετε την εντύπωση πως υποθηκεύετε το μέλλον, αυτό είναι;» Ο Ζερόμ έσκυψε το κεφάλι. «Ναι… κάτι’τέτοιο…» «Έχετε δίκιο. Οι άνθρωποι φεύγουν, άλλοτε γυρίζουν,·άλλοτε όχι… Έτσι είναι η ζωή! Δεν πρέπει να βιαζόμαστε, ούτε να ζητάμε να μάθουμε πού πήγαν, ούτε να τους αναγκάζουμε να επιστρέψουν. Η επέμβασή μας δε φέρνει πάντα καλά αποτελέσματα. Δίνοντας δημοσιότητα στα πράγματα, μπορεί να τα κάνουμε μη αναστρέψιμα… Σημειώστε, ένας ιδιωτικός, είναι το ίδιο πράγμα, στο ακριβότερο. Εμείς τουλάχιστον είμαστε δωρεάν, στην υπηρεσία του φορολογούμενου, έστω κι αν του αναγγέλλουμε καταστροφές». «Δεν με απασχολούν τα λεφτά. Δεν μπορώ πια να ζω έτσι, αυτό είν’ όλο».


Τ α δύσκολα πλησίαζαν. Ένας άντρας σαν αυτόν τον φούρναρη δε μιλάει στο βρόντο. Δεν ήταν κανένας άβουλος. Αν έλεγε πως ήθελε να μάθει πού ήταν η γυναίκα του, ήταν αλήθεία. Έπρεπε λοιπόν να του το πει και το πράγμα δεν θα ήταν καθόλου ευχάριστο, Ο Γκιγιεμινό ύψωσε τους ώμους του. Στο επάγγελμά του, έπρεπε να ξέρει να χτυπάει. Σωματικά και ηθικά. Είχε ανακοινώσει ένα σωρό θανάτους. Σε συζύγους, μητέρες, πατεράδες… Τ ο ν’ αναγγείλει μια μοιχεία, ήταν πιο εύκολο. Αλλά με τούτον το χεροδύναμο, καλύτερα να λάβαινε κανείς τα μέτρα του… «Τ α νέα δεν είναι πάντοτε ευχάριστα…» «Πρέπει να μάθω», αναστέναξε ο Ζερόμ «Ακόμα και το χειρότερο είναι προτιμότερο από την αβεβαιότητα». Οι δυο άντρες έμειναν βουβοί για λίγο. Ο Γκιγιεμινό έσπασε τη σιωπή. «Είναι στη Μασσαλία». Ο Ζερόμ χλώμιασε. Ώστε ο Γκιγιεμινό ήξερε… «Ζει μόνη;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε. Ο Γκιγιεμινό δίστασε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Αλλά του Ζερόμ του άξιζε η αλήθεια. «Βγαίνει συχνά. Πάντα με τον ίδιο άντρα. Κοιμούνται πότε στο σπίτι του, πότε στο δικό της». Ο αστυνομικός σώπασε. Περιεργάστηκε το συνομιλητή του. Ο Ζερόμ, αν είχε δεχτεί μια σφαίρα στην κοιλιά, δε θα ήταν πιο χλωμός. Πελιδνός, αλλά ήρεμος. Ούτε δάκρυα, ούτε φωνές, ούτε απειλές. «Είναι πλούσιος», συνέχισε. Ο Ζερόμ αγανάκτησε.


«Η Ζαν δεν είναι…» Ο Γκιγιεμινό τον διέκοψε. «Και βέβαια όχι! Αλλά σε μια στιγμή απόγνωσης, η πολυτέλεια, η άνεση, η φροντίδα, παίζουν το ρόλο τους…» «Τ ι δουλειά κάνει;» «Αυτό πολύ θα ήθελαν να το ξέρουν οι συνάδελφοι της Μασσαλίας… Επισήμως είναι επιχειρηματίας. Στην πραγματικότητα, οι ‘επιχειρήσεις’ του ακροβατούν στα όρια του νόμου. Αλλά είναι πολύ επιδέξιος κι έχει υψηλούς προστάτες». Ο Ζερόμ πέρασε το χέρι στο μέτωπό του. «Η Ζαν… μ’ ένα τέτοιο τύπο!» «Υπάρχουν και χειρότεροι απ’ αυτόν. Φαίνεται ερωτευμένος μαζί της. Τ ην πάει παντού… Τ ους βλέπουν στα κοσμικά μέρη». «Και… κι αυτή; Είναι ερωτευμένη;» «Α, τώρα μου ζητάτε πολλά! Αυτό που ξέρω είναι πως της προσφέρει μια ζωή που συγκινεί τις περισσότερες γυναίκες: τουαλέτες, κοσμήματα, εστιατόρια, θεάματα… Μετά από το νεανικό του σφάλμα, δεν καταγίνεται πια με τη μαστροπεία. Αποζητάει το σεβασμό και την εκτίμηση. Με λίγα λόγια, φαίνεται ειλικρινής… Να τι προκύπτει από την επιτόπου έρευνα». «Πώς λέγεται;» «Προσοχή, όχι αστεία!» «Ησυχάστε, δεν είμαι δολοφόνος… Σκότωσα στον πόλεμο με την ευλογία των αρχών». «Ονομάζεται Λε Μεντέκ. Αλμπέρ Λε Μεντέκ. Ό,τι κι αν συμβεί, δε


σας έχω πει τίποτα γι’ αυτόν, έτσι;» «Δε θα συμβεί τίποτα. Είμαι… τσακισμένος, αυτό είναι όλο». «Τ ι θα κάνετε;» Ο Ζερόμ άδειασε το ποτήρι του. «Τ ίποτα… Ή μάλλον ναι, ψωμί. Φούρναρης είμαι. Θα ετοιμάσω τη φουρνιά μου. Φεύγετε αύριο;» «Ναι, αύριο πρωί. Θα σάς κρατώ ενήμερο, για τη φωτογραφία… Ζερεμί Μαλβουαζέν, ε;» «Ναι, έτσι προφέρεται. Καληνύχτα, κύριε επιθεωρητά». «Καληνύχτα». Ο Ζερόμ έβγαλε από την τσέπη του μερικά κέρματα, τ’ άφησε στο ταμείο και βγήκε χωρίς να πει άλλη λέξη. Ο Γκιγιεμινό τον κοίταζε καθώς διέσχιζε την αίθουσα του εστιατορίου. Απίθανος τύπος. Ατσαλένια νεύρα. Είχε εξετάσει το φάκελό του. Τ ίμιος άνθρωπος. Ένας τίμιος άνθρωπος από ατσάλι. Πάντως, ατσάλι ή όχι, η νύχτα του δε θα ήταν ευχάριστη, Ο Γκιγιεμινό αναστέναξε και κάλεσε τον Λεμπεντέν μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού. «Άλλο ένα μελεκάς, κύριε επιθεωρητά;» «Όχι, ευχαριστώ, αρκεί… Τ ι καλό έχετε γι’ απόψε;» «Χοιρινά λουκάνικα στη σχάρα, κύριε επιθεωρητά. Εξαιρετικά. Τ α ετοιμάζει ο ξάδερφός μου ο Φαβιόλ». «Ωραία λοιπόν, λουκάνικα του Φαβιόλ!» Γιά πολλές βδομάδες, ο Ζερόμ έζησε σαν ρομπότ. Τ α χέρια του έκαναν τις συνηθισμένες κινήσεις, το σώμα του σηκωνόταν, καθόταν, τρεφόταν, πλάγιαζε σαν ήταν η ώρα, μα το κοχύλι ήταν


άδειο. Δεν είχε πει τίποτα στην Αστερία. Μα εκείνη τον ήξερε αρκετά για να μαντέψει πως είχε μάθει κάτι για τη Ζαν. Αν ήταν νεκρή, θα είχε καταρρεύσει, δε θα είχε ξαναφάει. Δεν ήταν δύσκολο να φανταστεί την εναλλακτική εκδοχή. Αν δεν ήταν νεκρή, ζούσε μ’ έναν άλλο και κάτι μέσα στον Ζερόμ αργοπέθαινε. Θα μπορούσε ν’ αφεθεί να πεθάνει για τα καλά, γιατί η απελπισία είχε πλημμυρίσει την ψυχή του. Τ ον έσωσε η παρουσία των δυο παιδιών, Ο Σεμπαστιέν κι ο Ονορέ είχαν εγκλιματιστεί θαυμάσια. Ο Σεμπαστιέν είχε συνέλθει πια και πήγαινε κι αυτός σχολείο. Μεταμορφωμένος από την ανάρρωση του Λα Φατίγκ και την προοπτική να τον αναγνωρίσει σαν γιο του, ο Αριστείδης Φορζέ έδινε στην τάξη τον καλύτερο εαυτό του. Μπρος στα θαυμαστικά μάτια των μαθητών του, οι παραδόσεις έμοιαζαν με παραστάσεις όπερας. Είχε βρει στον Σεμπαστιέν και τον Ονορέ δυο άξιους μαθητές, Ο Σεμπαστιέν ιδίως, υποσχόταν πολλά. Τ ούτο το παιδί του ορφανοτροφείου αποκάλυπτε μέρα με τη μέρα ανεπτυγμένη νοημοσύνη κι ανεξάντλητη δίψα για μάθηση, πράγμα που δεν τον εμπόδιζε να είναι από τους πρώτους στο παιχνίδι και στις σκανταλιές στο διάλειμμα. Λιγότερο λαμπερός στα μαθήματα, πιο ονειροπόλος, προικισμένος με μεγάλη ευαισθησία και σαρωτικό χιούμορ, ο Ονορέ διακρινόταν κυρίως στα γαλλικά. Τ α δυο παιδιά, είχαν γρήγορα ενσωματωθεί στην τάξη, με κάθε τρόπο. Μα δε μάθαιναν μόνο στην τάξη του Αριστείδη Φορζέ. Η καταπράσινη φύση γύρω από το Περπεζάκ, τα πλούσια χωράφια, τα μονοπάτια, οι άγριες όχθες του Κρουέλ αποτελούσαν γι’ αυτά ένα γήινο παράδεισο που τον εξερευνούσαν πυρετωδώς. Προέρχονταν και τα δυο από τις καπνισμένες και γκρίζες γειτονιές του Παρισιού. Εδώ, ο ουρανός ήταν απέραντος, το κοντινό δάσος έστελνε χειμάρρους καθαρού αέρα φορτωμένου πότε με ανάλαφρα αρώματα, πότε με δυνατές μυρωδιές που φούσκωναν τα πνευμόνια τους, καταταλαιπωρημένα ως τώρα από την περιορισμένη ατμόσφαιρα της αυλής του ορφανοτροφείου… Με οδηγούς τον γιο του Λεμπεντέν, τον μικρό Σεντουζάκ, τον


Οφλακέ και τον Μπεσταβιέ, που χωρίς να συναγωνίζονται τον Λα Φατίγκ —στο νοσοκομείο ακόμα— ήξεραν κι αυτοί πολλά, ο Σεμπαστιέν κι ο Ονορέ ανακάλυψαν την πραγματική ζωή. Στα όσα διδάσκονταν από τους νέους συντρόφους τους, πρόσθεταν την προσωπική τους συνεισφορά: την πονηριά και την τόλμη των παιδιών των προαστίων της μεγαλούπολης. Μέσα σε λίγο καιρό δεν είχαν το ταίρι τους στο να ξεφωλιάζουν αβγά από τα πιο ψηλά δέντρα, στο κυνήγι με τις πέτρες, στο ψάρεμα με το χέρι ή το ραβδί στα ξέβαθα των παραπόταμων του Κρουέλ. Και σε λιγότερο ακόμα χρόνο, είχαν κάνει κόκκινα μάγουλα σαν χωριατόπουλα, Ο Σεμπαστιέν είχε κάνει μυς, ακόμα κι ο αδυνατούλης Ονορέ ψήλωνε και δυνάμωνε. Ένα βράδυ, στο φούρνο, τα δυο παιδιά που είχαν πια εξοικειωθεί με την τέχνη του ζυμώματος, παρευρέθηκαν σ’ ένα μεγάλο γεγονός, Ο Ζερόμ, πρωτομάστορας στην τέχνη του ψωμιού, δεχόταν συχνά μαθητευόμενους και συναδέλφους του, περαστικούς. Κάθε χρόνο, η συνέλευση των φουρναραίων του καντονιού γινόταν σπίτι του. Εκείνη τη χρονιά, ο Βαγιάν, φημισμένος φούρναρης κι αυτός, «Πρώτος στην Πόλη», φίλος του Ζερόμ από χρόνια, του πέταξε το γάντι. Από καιρό παρότρυνε τον Ζερόμ να εγκαταστήσει στο φούρνο του έναν ηλεκτρικό ζυμωτήρα. Αυτός αρνιόταν πεισματικά· το επιχείρημά του ήταν πως το καλό ψωμί πρέπει να έχει τη γεύση του ιδρώτα αυτού που το ζυμώνει. Εξάλλου, ο Μαστρο-Αντελίν, ο μεγαλύτερος ψωμάς της γης, δεν είχε ποτέ του χρησιμοποιήσει αυτά τα… μαραφέτια για γυναικούλες! Πικαρισμένος, ο Βαγιάν, είχε επωφεληθεί από μια ολιγόλεπτη απουσία του Ζερόμ για να στήσει στο φούρνο έναν ηλεκτρικό ζυμωτήρα που είχε κουβαλήσει από το Μπλουά μέσα στην καμιονέτα του. Ο Ζερόμ, ανακαλύπτοντας το μηχάνημα, στο γυρισμό του, παραλίγο να θυμώσει. «Τ ι είναι τούτο το βρομόπραγμα!» φώναξε. «Νομίζεις πως θα το ανεχτώ μέσα στο φούρνο μου;» Ο Βαγιάν, «Πρώτος της πόλης», ήξερε πώς να τον καλμάρει. «Φαντάστηκες πως θα σου κάνω δώρο αυτό το θαύμα; Τ ο συνέδεσα


μόνο και μόνο για να σου δείξω πως δε φτιάχνεις καλύτερο ψωμί απ’ αυτό… Όπως βλέπεις, δε χρειάζεται παρά μόνο μια πρίζα και, ω του θαύματος, υπάρχει μία σε τούτο το μπουντρούμι!» «Μπουντρούμι ο φούρνος του Μαστρο-Αντελίν; Μα, κύριε Βαγιάν, αυτός ο φούρνος είναι υπερσύγχρονος!» «Ήταν υπερσύγχρονος την εποχή του Βερσεζετορίξ, τότε μάλιστα! Να τι σου προτείνω: εσύ θα ζυμώσεις με το χέρι, εγώ θα χρησιμοποιήσω τον ηλεκτρικό ζυμωτήρα… Μετά θα ψήσουμε, θα δοκιμάσουμε και θα κρίνουμε. Λοιπόν;» Ο Ζερόμ, δε δίστασε, δέχτηκε σίγουρος πως θα κερδίσει. Ετοίμασαν τη ζύμη ώσπου να πεις τρία. Κι ενώ ο Ζερόμ άρχισε να ζυμώνει με τις δυνατές χερούκλες του, το μηχάνημα πήρε μπρος μ’ ένα σιγανό σφύριγμα. Μετά από ένα τέταρτο, όταν ο ηλεκτρικός ζυμωτήρας σταμάτησε, ο Ζερόμ, κάθιδρος, αγωνιζόταν ακόμα, Ο Βαγιάν απόρησε. «Και το βογκητό; Πού είναι το βογκητό; Ο φούρναρης που ζυμώνει, βογκάει, αλλιώς το πράγμα δεν έχει αξία! Δε βογκάς, Ζερόμ;» «Μπα, είναι πολύ περήφανος!» πέταξε ο Ονορέ. «Άντε από δω! Μπας και βογκάει η μηχανή σας; Ρουθουνίζει σαν γάτα!» τους αντέκρουσε ο Ζερόμ. Όταν η ζύμη ξεκουράστηκε όσο έπρεπε, ο Βαγιάν, με τη συγκατάθεση του Ζερόμ άναψε το φούρνο, ενώ ο Σεμπαστιέν και ο Ονορέ έκοβαν από ένα κομμάτι ζυμάρι, ο πρώτος από το χειροποίητο του Ζερόμ, ο δεύτερος από το δουλεμένο στο μηχάνημα του Βαγιάν. Αργότερα, αφού τα καρβέλια βγήκαν από το φούρνο και κρύωσαν, τα έκοψαν και τα δοκίμασαν στα τυφλά, Ο Ζερόμ, με τα μάτια δεμένα, δοκίμασε δυο λεπτές φέτες από κάθε καρβέλι. Ένα ελαφρό, ντόπιο


κρασάκι κι ένα σιτεμένο λουκάνικο, από το κελάρι του ξάδερφου του Λεμπεντέν, τον βοήθησαν να ζυγίσει με ακρίβεια και να συγκρίνει τα δυο ψωμιά. Πολύ γρήγορα, κατάλαβε πως ήταν αδύνατο να πει με σιγουριά ποιο ήταν το δικό του. Πάνω στη γλώσσα του οι δυο ψίχες είχαν την ίδια γεύση, την ίδια υφή… Αν εκφραζόταν για τη μια από τις δυο, διεκδικώντας την, υπήρχε μια περίπτωση στις δύο να γελαστεί και να ντροπιαστεί… Κι αυτό το ενδεχόμενο δεν του άρεσε καθόλου. Προτίμησε, με μισή καρδιά, ν’ αναγνωρίσει πως από το πείραμα δεν προέκυπτε καμιά χτυπητή διαφορά. «Ε, ναι, οφείλω να ομολογήσω πως το… μαραφέτι σου μπορεί να κάνει δουλειά όταν είσαι βιαστικός… η αν είσαι κομματάκι τεμπέλης», πέταξε στο τέλος, κακόπιστα. Ένας χείμαρρος από γέλια υποδέχτηκε αυτή τη συγκαλυμμένη συνθηκολόγησή του. «Λοιπόν, πότε θα εγκαταστήσεις ένα;» «Α, αυτά δεν είναι γι’ αύριο!» διαμαρτυρήθηκε βγάζοντας το λουρίδι που του έκλεινε τα μάτια. «Έχω ακόμα τα μπράτσα μου, είμαι ικανός να ζυμώσω! Κι ύστερα, θα κάνει καλό στους μικρούς να μάθουν να ζυμώνουν όπως οι παλιοί. Κάνει μούσκου-λα», κατέληξε δείχνοντας τον Σεμπαστιέν και τον Ονορέ. Τ α δυο παιδιά ευημερούσαν. Σε κάθε τους ανακάλυψη, σε κάθε τους πρόοδο, ο Ζερόμ θυμόταν τη δική του μύηση στη ζωή της υπαίθρου. Θυμόταν τις πρώτες του ξόβεργες, τα πρώτα του τρυγόνια, τον πρώτο λαγό, την πρώτη του αλεπού… Ξανάβλεπε τον εαυτό του να φεύγει για κυνήγι με τον Μαστρο-Αντελίν, χάραμα, με τις λαστιχένιες μπότες, το τουφέκι στον ώμο, το πλατύγυρο, ξεφορμαρισμένο καπέλο να του πέφτει ως τα βαμμένα από τη νικοτίνη μουστάκια, το σκυλί να τρέχει, ερεθισμένο, μέσα στα πόδια τους. Γιά μια στιγμή ξεχνούσε την απουσία της Ζαν και, χωρίς να το λέει, ευχαριστούσε τα δυο παιδιά που υπήρχαν… Υπήρχε τουλάχιστον αυτό για να τον κρατάει πάνω στη γη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42 Ενα δεκαπενθήμερο μετά την αναχώρησή του, ο Γκιγιεμινό έστειλε ένα γράμμα στον Ζερόμ. Οι ειδικοί που είχαν μελετήσει τα χαρακτηριστικά του Ζερεμί Μαλβουαζέν και τα είχαν συγκρίνει μ’ αυτά του Μασελάρ, διχάζονταν. Δυο απ’ αυτούς έβρισκαν πως υπήρχε έντονη μορφολογική ομοιότητα, Ο τρίτος υποστήριζε πως ο Μασελάρ κι ο Μαλβουαζέν δεν είχαν καμιά σχέση μεταξύ τους. Είναι το χαρακτηριστικό των ειδικών, ν’ αλληλοαντικρούονται, σχολίαζε ο Γκιγιεμινό στο γράμμα του. Υπήρχε, ωστόσο, πιθανότητα εβδομήντα τοις εκατό, να είναι ο Μαλβουαζέν κι ο Μασελάρ ένα και το αυτό πρόσωπο, Ο στρατιωτικός του φάκελος είχε ερευνηθεί εξονυχιστικά, χωρίς ν’ αποφέρει τίποτα νεότερο, Ο στρατιώτης της 1ης κλάσης Ζερεμί Μαλβουαζέν, στρατιωτικό παράσημο επ’ ανδραγαθία αλλά ελεεινό υποκείμενο, κατηγορούμενο για σωρεία κλοπών, φερόταν εξαφανισθείς μετά από μια ισχυρή επίθεση πυροβολικού που είχε δεχτεί η μονάδα του στο Βερντέν. Ήταν απολύτως πιθανό να χάθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της επίθεσης, γιατί η θέση που καταλάμβανε μαζί με τους συντρόφους του είχε κυριολεκτικά οργωθεί από μια γιγάντια έκρηξη. Η γερμανική έφοδος που επακολούθησε προκάλεσε τέτοια σύγχυση στις γαλλικές γραμμές που, αρχικά, δε νοιάστηκαν για τις απώλειες. Δεν αποκλειόταν τελείως η εκδοχή να περιπλανήθηκε ο Μαλβουαζέν, τραυματισμένος, καμένος, σε κλονισμό πιθανόν, στην ουδέτερη ζώνη ώσπου να τον συμμάζεψαν μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα οι υγειονομικές υπηρεσίες κάποιας άλλης μονάδας. Θα πρέπει ωστόσο να είχε χάσει κάθε ίχνος που θα επέτρεπε ν’ αναγνωριστεί η ταυτότητά του, ή να είχε πάρει επίτηδες τα χαρτιά κάποιου άλλου στρατιώτη. Αλλά οι στρατιωτικές αρχές, παρά τις συστηματικές τους έρευνες, δεν κατάφεραν να βρουν ίχνη κάποιου Μασελάρ που να είχε υπηρετήσει στο Βερντέν την ίδια εποχή. Η αντικατάσταση ταυτοτήτων, αν είχε όντως συμβεί, θα πρέπει να είχε γίνει κάπου αλλού, μετά τον πόλεμο. Η έρευνα συνεχιζόταν στις -ψυχιατρικές κλινικές και τα άσυλα που θα μπορούσαν να είχαν φιλοξενήσει έναν ανώνυμο, με καμένο πρόσωπο και παραμορφωμένο, μετά από την ημερομηνία της εξαφάνισης του


Μαλβουαζέν. Ο Γκιγιεμινό πίστευε πως ο άνθρωπος που είχε επιχειρήσει να δηλητηριάσει το ψωμί του Ζερόμ, μέσω του Λα Φατίγκ, θα φρόντιζε να ξεχαστεί, για λίγο καιρό τουλάχιστον. Αλλά ο Ζερόμ έπρεπε να επαγρυπνεί: ένας άγνωστος που τον μισούσε, κυκλοφορούσε ατιμώρητος, μπορούσε να ξαναεμφανιστεί και να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή. Με τους δυο μικρούς ταραξίες μέσα στο σπίτι, η Αστερία δεν επαρκούσε πια για τις δουλειές του νοικοκυριού. Η Συλβάνα Μανκούζο που είχε αναλάβει το πλύσιμο, το σίδερο κι ένα σωρό άλλες αγγαρείες, περνούσε όλο και πιο πολύ καιρό στο σπίτι. Χωρίς να την πολυπροσέχει, στην αρχή, ο Ζερόμ εκτιμούσε αυτή τη διακριτική και αποτελεσματική παρουσία. Κι εκείνη, πανέξυπνη, πρόσεχε να μην του μπαίνει πολύ στο μάτι. Άντρας δεν ήταν; Ε, κάποια στιγμή θα ερχόταν σ’ αυτήν, αναπόφευκτα. Πώς ν’ αντισταθεί στη ζωώδικη παρουσία της, στη φρέσκια οσμή της σάρκας της, στο θαμπό, σταρένιο δέρμα της; Με το να τη βλέπει .διαρκώς γύρω του, όμορφη και ποθητή, αργά ή γρήγορα θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του, πολύ φυσικά. Ήταν σίγουρη πως έτσι θα έρθουν τα πράγματα, και έτσι ήρθαν, στην καρδιά του καλοκαιριού, τότε που η κάψα του ήλιου σπρώχνει τους ανθρώπους ν’ αναζητήσουν τη δροσερή σκιά των σπιτιών. Σκιά που ευνοεί τα ψηλαφίσματα, τα ψιθυρίσματα, τα κρυφα-γκαλιάσματα, ενώ τα παιδιά τρέχουν στην εξοχή, ή ξεγελούν τις γαρίδες και τα νεροκάβουρα. Ένα τέτοιο απομεσήμερο, σε μια στιγμή ανάπαυλας ανάμεσα σε δυο φουρνίσματα, ο Ζερόμ μπήκε στη λινοθήκη. Η υγεία της Αστερίας είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα. Κοιμόταν συχνά στη διάρκεια της μέρας. Η Συλβάνα ήταν μόνη στο δωμάτιο - σιδέρωνε τα ρούχα των παιδιών. Σαν μπήκε ο Ζερόμ, δεν είπε τίποτα. Η καρδιά της όμως άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Επιτέλους, η ευκαιρία που περίμενε τόσο καιρό! «Μπα, δουλεύεις στο μισόφωτο;» απόρησε ο Ζερόμ. Η Συλβάνα είχε κουφώσει τα παντζούρια για να διατηρεί το σπίτι τη


δροσιά του και μια αχτίδα ήλιου που έπεφτε πάνω στη σιδερώστρα, φώτιζε αρκετά τη δουλειά της. «Όταν ξέρεις τι κάνεις, σου φτάνει το φως για να βλέπεις…» «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Ζερόμ. «Πάει καλά τότε…» Η κοπέλα δάγκωσε το χείλι της. Ε, όχι, δε θα την έστηνε τώρα, τούτος ο χαζοπαίδαρος! Μα τέλος πάντων τι είχε στο νου του; Δεν την ήθελε, όπως τον ήθελε εκείνη; Ναι, φυσικά, σκεπτόταν άλλα πράγματα, σκεπτόταν κάποια άλλη… Δεν ήλπιζε να τον κάνει να ξεχάσει τη Ζαν για τα καλά, όχι τόσο γρήγορα τουλάχιστον. Αλλά το κορμί ξεχνάει πριν από την καρδιά. Είχε εμπιστοσύνη στις χάρες της. Γερή και σαρκωμένη, όλο αισθησιασμό, τραβούσε πιότερο κι από το αλκοόλ αν τη γευόταν μια φορά ένας άντρας. Τ ο παν ήταν να τη γευτεί ο Ζερόμ! Έπρεπε να τον κρατήσει, να μην τον αφήσει να φύγει έτσι… «Ωραίες μέρες, ε;» Ήταν χαζό, αλλά καλύτερο από τη σιωπή. Κι εξάλλου, στη σκιά που τους χώριζε, μπορεί ο πόθος της να τον είχε αγγίξει γιατί δεν έλεγε ν’ απομακρυνθεί. Στεκόταν εκεί, με τα χέρια κρεμασμένα, ρίχνοντας το βάρος του πότε στο ένα πόδι, πότε στο άλλο, ψάχνοντας να βρει τα λόγια του. «Ναι», είπε στο τέλος… «Είναι οι ωραιότερες του χρόνου». Θα πρέπει να είχε κάνει έρωτα της Ζαν κάτι τέτοιες στιγμές που η γαλήνη έπεφτε πάνω στον κόσμο, μέσα στη σκιά και τη σιωπή των πιο όμορφων ημερών του καλοκαιριού. «Ναι, είναι οι πιο όμορφες της ζωής», του είπε με τη σειρά της, με φωνή πνιχτή. Δεν έπρεπε να τον αφήσει να της ξεφύγει… «Τ ώρα πρέπει ν’ αγαπηθούμε». Ακούμπησε το σίδερο στην πλάκα και γύρισε προς το μέρος του.


Αυτός ρίγησε. Αναρωτιόταν αν είχε καταλάβει, αν το είχε πει πράγματι αυτό. «Τ ώρα…» επανέλαβε εκείνη σιγανά, ικετευτικά. Ανοιξε την αγκαλιά της κι αυτός ρίχτηκε μέσα της. Είχαν μιλήσει ελάχιστα, μέσα στην όμορφη, γαλάζια Ισπανο-Σουίζα, από τότε που άφησαν πίσω τους τη Μασσαλία, Ο Λε Μεντέκ ήταν οδηγός πρώτης τάξης. Λίγο φιγουρατζής, αλλά διέθετε εκπληκτική ακρίβεια και ψυχραιμία. Θα μπορούσε να διεκδικήσει το βραβείο στο ράλεϋ, και για να μην αμφιβάλλει κανένας, δήλωνε μ’ αυτό το φαμφαρονισμό που θα ήταν ανυπόφορος σε οποιονδήποτε άλλο: «Εγώ, αν το θέλω, τους παίρνω όλους αυτούς τους πιτσιρίκους της Μπουγκάτι! Τ ι φαντάζονται;» Μα εκείνη τη μέρα οδηγούσε σιωπηλός, συγκεντρωμένος φαινομενικά στο δρόμο και στο τιμόνι του, αλλά στην πραγματικότητα, απορροφημένος από σκέψεις που η Ζαν, αμίλητη κι αυτή, δε δυσκολευόταν να μαντέψει. Όλα συνοψίζονταν σε λίγες φράσεις. Μια από τις αμέτρητες κομπίνες του Λε Μεντέκ είχε εξελιχθεί άσχημα, η άσφαλτος της Μασσαλίας άρχισε απότομα να ζεματάει κάτω από τα ακριβά του σκαρπίνια* έπρεπε να φύγει από τη Γαλλία για λίγο καιρό. Τ ης ζήτησε να πάει μαζί του. Αυτή αρνήθηκε. Βρήκε επιτέλους το κουράγιο που της έλειπε εδώ και μήνες, το κουράγιο να πει του Αλμπέρ πως δεν είχε πάψει ποτέ ν’ αγαπάει τον Ζερόμ, πως θα γύριζε στο Περπεζάκ και θα του ζητούσε συγνώμη… Είχε εμπιστοσύνη… Κι ενώ είχε τόσο αργήοει να κάνει αυτό το διάβημα, τώρα της ήταν αδύνατο να φανταστεί μια άρνηση από μέρους του Ζερόμ. Δεν μπορεί, η ανάμνηση των παλιών καλών ημερών, της ευτυχίας τους, θα τον εμπόδιζε να την αποδιώξει. Θα την ξανάπαιρνε αμέσως, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς δισταγμό, θα τα ξεχνούσαν όλα και θα ήταν και πάλι ευτυχισμένοι! Ο Αλμπέρ Λε Μεντέκ αντέδρασε με μια σπάνια γι’ άντρα μεγαλοψυχία. Γιά μια φορά, είχε αφήσει κατά μέρος τη μεγαλοστομία του. Κάθονταν στην άκρη του κρεβατιού της, στο Παραντού —εκεί


είχε γίνει αυτή η συζήτηση— και της είπε πως καταλάβαινε, πως το περίμενε και πως δεν της κρατούσε κακία. «Αφού μόνο μαζί του μπορείς να είσαι ευτυχισμένη… τότε γύρνα κοντά του!» Από ευγνωμοσύνη, του είχε χαϊδέψει τα μαλλιά, πολύ τρυφερά. «Σ’ αγαπώ, Αλμπέρ, τι κι αν είσαι κατεργάρης, εγώ ξέρω πως…» «Κατεργάρης; Είμαι ένα αυθεντικό παλιοτόμαρο του υποκόσμου! Να μη τα συγχέουμε!» «Όπως και να ’ναι, είσαι ωραίος τύπος…» «Καλά, καλά… Ας μη το ρίξουμε στη συγκίνηση. Λίγο ακόμα και θα κάναμε έρωτα για να γιορτάσουμε το χωρισμό μας! Ακου, θυμάσαι τι σου είχα πει; Πρέπει να φύγω, γρήγορα: σήμερα, αμέσως! Έχω διαφορές με κάποιους που δεν είναι τύποι της υπομονής. Θα μπλεχτεί κι η αστυνομία, αφού μ’ εγκαταλείπουν οι προστάτες μου. Ο σταθμός θα πρέπει ήδη να ελέγχεται. Δε θα ξαναπεράσω από το σπίτι μου. Θα περάσω στο Βέλγιο και στην Ολλανδία». «Μ’ αφού η αστυνομία…» «Έχω λάβει τα μέτρα μου… Χρειάζεσαι πάντα κάποια πλαστά διαβατήρια, εκ των προτέρων», της είπε γελώντας. «Οι μπάτσοι εδώ με γνωρίζουν, αλλά όχι και οι τελωνοφύλακες στο Βορρά. Θα διασχίσω τη Γαλλία με το αυτοκίνητο. Θέλεις να σε αφήσω στο Περπεζάκ;» Θα ήταν προτιμότερο, σκέφτηκε η Ζαν. Εκείνο που επιθυμούσε κυρίως ήταν ν’ αποφύγει το λεωφορείο Μπλουά-Περπε-ζάκ. Να βρεθεί εκτεθειμένη στα βλέμματα αυτών που τη γνώριζαν, χωρίς να ξέρει ακόμα πώς θα τη δεχόταν ο Ζερόμ… «Μα το αυτοκίνητό σου… Μια κόκκινη Ισπανό δεν περνάει απαρατήρητη…»


Εκείνος γέλασε αλαζονικά. «Δεν είναι βλάκας ο Λε Μεντέκ! Έχει και άλλη Ισπανό, για την περίπτωση που το πράγμα θα μυρίσει μπαρούτι. Κι αυτή είναι γαλάζια. Πονηρό, ε; Ο μπάτσος ή ο τελωνοφύλακας υπακούει στις διαταγές… Τ ου λένε ψάξε για κόκκινο αμάξι, και ψάχνει για κόκκινο! Και στο μεταξύ, ο Λε Μεντέκ, αντίο, με το γαλάζιο!» Και πράγματι, είχαν ταξιδέψει από τη Μασσαλία στο Μπλουά χωρίς κανένα εμπόδιο. Στην Αβινιόν μάλιστα τους είχε χαιρετήσει κι ένας της τροχαίας, θαυμαστής των ωραίων αυτοκινήτων. Τ ώρα πλησίαζαν στο Περπεζάκ. Οι παλάμες της Ζαν ήταν υγρές. Λίγα χιλιόμετρα ακόμα και θα ήξερε τι άξιζαν τα όνειρά της. Θα ξανάβλεπε τον Ζερόμ. Θεέ μου! Κι αν αρνιόταν να δεχτεί; Αν της έκλεινε την πόρτα του, αν της γυρνούσε την πλάτη σαν να ήταν καμιά λεπρή; Η Ζαν έσπασε τη σιωπή. «Θα με αφήσεις στο δρόμο, σ’ ένα σημείο που θα σου δείξω. Θα συνεχίσω με τα πόδια». «Και τα πράγματά σου;» Προτού φύγουν από το Παραντού, είχε στοιβάξει μόνος του τις τουαλέτες, τα εσώρουχα, τα παπούτσια, τ’ αξεσουάρ που της είχε χαρίσει σε δυο μεγάλες βαλίτσες που έπιαναν μόνες τους σχεδόν το πίσω μέρος της Ισπανό. Αυτός είχε πάρει μαζί του το ελάχιστο: μια μεταξωτή πιτζάμα, ένα ζευγάρι παντόφλες από δέρμα της Κόρδοβας κι ένα ξυράφι με λαβή από χρυσό κι έβενο… Η Ζαν ύψωσε τους ώμους της. «Κράτησέ τα…» «Και τι να τα κάνω; Με βλέπεις να φοράω τα ντεσού σου; Ωραίος θα είμαι!» «Θα βρεις να τα δώσεις… Συγχώρεσέ με… Καταλαβαίνεις;»


«Καταλα βαίνω…» Σώπασαν και πάλι. Τ ο μεγάλο γαλάζιο αυτοκίνητο κατάπινε τις στροφές με ταχύτητα. Η Ζαν σκεφτόταν τον Αλμπέρ, τη σχέση τους. Ήταν ο μόνος άλ λ ος άντρας της ζωής της. Είχε σκιρτήσει στην αγκαλιά του από ηδονή. Αλλά μόνο ο Ζερόμ μετρούσε. Στο δέρ·ια της, τα χάδια του Αλμπέρ είχαν γλιστρήσει σαν τη βροχή. Δεν έμενε τίποτα εκτός από λίγη τρυφερότητα. Θα έβρισκε μια άλλη όμορφη γυναίκα, είκοσι άλλες, να βγαίνει μαζί τους, να τις γεμίζει δώρα… Η καρδιά της βάλθηκε να χτυπάει δυνατά. Αναγνώριζε τη γραμμή των λόφων πάνω από τον Κρουέλ. Είχε φτάσει, ήταν στον τόπο της! «Εκεί!» φώναξε. Προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα. «Εκεί πέρα… Σταμάτα εκεί, στη γωνιά αυτού του- μικρού δρόμου». «Είσαι σίγουρη πως δεν είναι μακριά;» «Ναι, ένα χιλιόμετρο το πολύ. Προτιμώ να το κάνω πεζή…» « Καταλα βα ί νω…» «Ναι. Τ α καταλαβαίνεις όλα». «Όλα». Έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε. Η Ζαν άνοιξε την πόρτα. «Δε θα πάρεις ούτε το φουλάρι, γι’ ανάμνηση;» Τ ου χαμογέλασε. «Τ ις αναμνήσεις τις έχω στο κεφάλι μου». «Όπως θέλεις… Λοιπόν, αντίο;» «Αντίο».


Έπρεπε να ξεκόψει. Έκλεισε την πόρτα, γύρισε και πήρε με βήμα γοργό το δρομάκι. Εκείνος τη φώναξε. Δίστασε. Κοντοστάθηκε, χωρίς να γυρίσει. «Ναι;» «Θ’ ανάψω ένα πούρο και θα πάρω έναν υπνάκο για μια ωρίτσα, εκεί στη δροσιά, κάτω από τα δέντρα». «Όπως θέλεις». «Ναι, θα τον ξεκλέψω λίγο… Είναι φρόνιμο όταν οδηγείς. Ας πούμε πως θα είμαι εδώ για μια ώρα. Είναι τρεις και τέταρτο. Στις τέσσερις και τέταρτο θα ξαναπάρω το δρόμο μου… Μα ως τότε, σε περίπτωση ανάγκης, θα με βρεις εδώ. Ακουσες;» «Ναι, άκουσα. Σ’ ευχαριστώ, Αλμπέρ, αλλά δε θα ξανάρθω». «Εντάξει, εντάξει, αλλά εγώ θα πάρω έναν υπνάκο ως τις τέσσερις και τέταρτο, για καλό και για κακό. Μπρος, δρόμο τώρα!» Ξαναπήρε το δρόμο της μηχανικά. Αλλά μετά από λίγα μέτρα, άρχισε να τρέχει. Ένιωθε αφάνταστα ανάλαφρη, η χαραγμένη άσφαλτος του παλιού, γνώριμου δρόμου έφευγε κάτω από τα πόδια της χωρίς να το καταλαβαίνει, λες και δεν έκανε καμιά προσπάθεια. Έτρεχε στον άντρα που αγαπούσε, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Σε μια στιγμή, οι μήνες του χωρισμού τους δε θα ήταν παρά μια κακή ανάμνηση. Η συγκεχυμένη ανάμνηση ενός κακού ονείρου. Εκατό μέτρα ακόμα από το σπίτι, της φάνηκε πως ένιωσε τη μυρωδιά του Ζερόμ. Γέλασε μόνη της. Ήταν τρελή, μα την αλήθεια! Είχε παραισθήσεις… Ανυπόμονη, έτρεξε ακόμα πιο γρήγορα. Θα τον ξάφνιαζε, θα ριχνόταν στην αγκαλιά του κι όλες οι ερωτήσεις, ανώφελες πια, θα πετούσαν σαν ξερά φύλλα σαρωμένα από την ερωτική θύελλα. Έτρεξε. Τ ο σπίτι δεν είχε αλλάξει. Με την άκρη του ματιού της πρόσεξε πως ο Κοπέρνικος ήταν εκεί, στο στάβλο του, απ’ όπου ατένιζε τον κόσμο με φιλοσοφημένο βλέμμα. Στο χώμα της


αυλής, πρόσεξε κάποια παιχνίδια. Παιχνίδια;… Κάποιο γειτονόπουλο που η μητέρα του θα το εμπιστεύτηκε στην Αστερία για να κάνει τα ψώνια της, σίγουρα… Η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή. Η Ζαν χώθηκε μέσα. Μπροστά της η σκάλα. Ως τώρα δεν είχε συναντήσει ψυχή. Στάθηκε ακίνητη. Όλα σιωπηλά. Πού μπορεί να ήταν τέτοια ώρα; Τ ο απομεσήμερο, μετά το πρωινό καθάρισμα και συγύρισμα, κι ώσπου να έρθει η ώρα να ετοιμάσει την επόμενη φουρνιά, έπαιρνε έναν υπνάκο. Η καρδιά της φτερούγισε. Τ ον φαντάστηκε κοιμισμένο στην κάμαρά τους. Τ ι καλά που θα ήταν να… Ανέβηκε τη σκάλα νυχοπατώντας. Επάνω, η πόρτα της κάμαράς τους έχασκε μισάνοιχτη. Τ έντωσε το αυτί. Μια ανάσα, ακανόνιστη, λαχανιαστή… Μια ανάσα, όχι… Στάθηκε για μια στιγμή, μην καταλαβαίνοντας, χωρίς να κατορθώνει να διατυπώσει την ασύλληπτη αλήθεια. Δεν ήταν μια ανάσα, μα δυο* δυο ανάσες που μπλέκονταν, που αποκρίνονταν η μια στην άλλη, κομμένες από ψιθυριστά λόγια. Έσπρωξε απαλά την πόρτα και, χωρίς να μπει, έσκυψε να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο που κολυμπούσε στο ημίφως. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία· πάνω στο μεγάλο κρεβάτι, στο ίδιο κρεβάτι που λίγους μήνες πριν είχε χάσει το παιδί, ένα ζευγάρι έκανε έρωτα. Κι αυτό το ζευγάρι ήταν ο Ζερόμ κι η Συλβάνα. Τ ην αναγνώρισε από τα κατάμαυρα μαλλιά, από τις χάλκινες ανταύγειες της σάρκας της, από την ιταλική προφορά της καθώς μουρμούριζε λόγια τρελά στον Ζερόμ. Η Ζαν έκανε πίσω. Κατέβηκε, σφίγγοντας τα δόντια, τις σκάλες, διέσχισε το χολ και βρέθηκε έξω στο δυνατό φως της ημέρας, Ο ήλιος ράγιζε την πέτρα, έκανε πάντα ζέστη, μ’ αυτή ένιωθε παγωμένη, πεθαμένη. Συνέχισε να περπατάει σαν αυτόματο. Συνάντησε δυο αγοράκια που την κοίταξαν με περιέργεια. Στη διασταύρωση του κοινοτικού δρόμου με την εθνική οδό, η γαλάζια Ισπανό ήταν πάντα εκεί. Ο Αλμπέρ της άνοιξε την πόρτα. Μπήκε μέσα. Εκείνος έβαλε .μπρος χωρίς να ρωτήσει. Στα διακόσια μέτρα, χωρίς να κόψει ταχύτητα, αμίλητος πάντα, της πέρασε ένα μεταξωτό μαντίλι. Τ ο πήρε και σκούπισε τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της.


Τ ΕΛΟΣ Τ ΗΣ ΠΡΩΤ ΗΣ ΕΠΟΧΗΣ Ευχαριστώ, αγαπητέ Lionel Poildne, για τις πολύτιμες συμβουλές σου.

Profile for Μενέλαος Τσαλκιτζής

Bernard Lenteric - ΟΙ ΦΟΥΡΝΑΡΑΙΟΙ - ΤΟΜΟΣ Α  

Bernard Lenteric - ΟΙ ΦΟΥΡΝΑΡΑΙΟΙ - ΤΟΜΟΣ Α  

Profile for 9221072
Advertisement