Page 1


ΜΠΕΡΝΑΡ ΛΕΝΤ ΕΡΙΚ

ΡΕΝΤΑ μετάφραση ΝΤ ΙΝΑΣ ΣΙΔΕΡΗ

ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ


ΠΡΟ ΛΟ ΓΟ Σ Τράβηγμα στην τύχη 1

Στα σφαγεία του Σαν Φρανσίσκο, για να φτάσεις ως το μικρό δωμάτιο το ντυμένο όλο με λευκά πλακάκια, έπρεπε να διασχίσεις όλα τα κτίσματα. Αυτό έκαναν, εκείνη τη νύχτα του Γενάρη. Κόντευαν μεσάνυχτα. Μπήκαν στους χώρους σταβλισμού που ήταν άδειοι από ζώα. Κι όμως, ο αέρας ήταν ακόμα γεμάτος από την μπόχα τους, από τότε που τα είχαν μαντρώσει εδώ, ζωντανά. Στις επόμενες αίθουσες, η οσμή επέμενε, μπορεί λίγο πιο φαρμακευτική — εκεί όπου είχαν γίνει οι υγειονομικοί έλεγχοι— κι ύστερα χάθηκε. Τ η θέση της πήρε μια άλλη οσμή, ανούσια, κρύα, σαν σε μετέωρη ακινησία. «Τ ο σφαγείο, έχουμε δουλέψει εδώ, ο Μάξι κι εγώ, από δω αρχίσαμε μάλιστα», εξήγησε ο πρώτος από τους δυο χασάπηδες. Και βάλθηκε να μιμείται τις κινήσεις, με τον άλλο χασάπη τον εραστή του στο ρόλο του μοσχαριού: κίνηση του πιστολιού στο μέτωπο του ζώου, κίνηση του αμφίστομου μαχαιριού που χώνεται με την πρώτη ανάμεσα στο κρανίο και τον πρώτο σπόνδυλο. «Σκοτώναμε μαζικά, για πλάκα». Διέσχισαν την αίθουσα όπου αποστράγγιζαν τα ζώα από το αίμα τους, αυτή που τ’ αποκεφάλιζαν, που τα ξεκοίλιαζαν για να βγάλουν τα εντόσθια και τέλος από την αίθουσα που τα διαμέλιζαν. «Είμαστε στο τεμάχισμα, ο Μάξι κι εγώ. Πρώτα στο σφάξιμο κι ύστερα στο λέβητα».


Όσο προχωρούσαν, η μυρωδιά γινόταν στυφή, έπιανε στο λαιμό, έφερνε εμετό. «Ζέχνει, ε;» Στην αρχή, ο Μάξι δεν άντεχε, ξερνούσε συνέχεια. «Έτσι δεν είναι, Μάξι;» Οι δυο χασάπηδες κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν τα χοντρά δάχτυλά τους, φορτωμένα με δαχτυλίδια, έσμιξαν σε μια τρυφερή κίνηση. Η θερμοκρασία όλο και μεγάλωνε. «Πλησιάζουμε στο λέβητα, θα ζέχνει όλο και πιο πολύ, αναγκαστικά, ε Μάξι;» Η δυσοσμία έγινε πιο βαριά, πράγματι, μέσα στη ζέστη που όλο και φούντωνε, ενώ ακουγόταν το μουγκρητό της φωτιάς, που δεν απείχε πια παρά μερικά μέτρα. «Σας είχαμε προειδοποιήσει! βρομάει τρομερά, πρέπει να ’χεις κότσια για να τ αντέξεις, αρχίζουν να χλωμιάζουν, ε; Είδες, Μάξι, άσπροι σαν χαρτί έγιναν!» Χρησιμοποιούσαν το λέβητα για ν’ αποτεφρώνουν τα εντόσθια και τα μολυσμένα κρέατα. Η θέα τούτων των σπλάχνων ανακάτεψε το στομάχι του Σολ Αμπράμοβιτς που έκανε τον πρώτο εμετό. «Εμείς ξηγηθήκαμε, το είχαμε πει πως δε θα το αντέχατε, μπορούσατε να κάνετε πίσω. Εύκολο πράγμα. Μας δίνατε πίσω το χρήμα κι ούτε σας ξέραμε ούτε μας ξέρατε!» Διακόσια εβδομήντα δολάρια, συνολικά: αυτό το ποσό είχαν κερδίσει ο Σολ κι ο σύντροφός του με τη σεβαλιέρ, πριν από πέντε μέρες από τούτα τα δυο μαστόδοντα. Ο Σολ είχε εντοπίσει το ζευγάρι των ομοφυλόφιλων —δυο τύπους σαν αρσιβαρίστες— είχε οργανώσει εκείνη την παρτίδα στην οποία συμμετείχαν, εκτός από τον ίδιο και


τον σύντροφό του, τρεις παίχτες από τη Μίσιον Στρητ. Ο Σολ, σε υπερένταση όπως πάντα, είχε ένα πραγματικό χάρισμα να «κόβει» έναν παίχτη με την πρώτη ματιά: «Διάβολε, αυτοί οι δυο είναι ιδανικοί για ‘μάδημα’!» Τ ο προγνωστικό επιβεβαιώθηκε: ακόμα κι οι τύποι της Μίσιον Στρητ έφυγαν με εκατόν πενήντα δολάρια και κάτι, χαμένα από τους χασάπηδες. Είχαν ζητήσει τη ρεβάνς, αλλά στο δικό τους «χωράφι» αυτή τη φορά: είχαν τη γωνίτσα τους, είχαν πει ξεκαρδισμένοι στα γέλια. «Πολύ ζεστή, μάλιστα!» Οι παίχτες της Μίσιον Στρητ είχαν αρνηθεί την πρόκληση, που ο Σολ έσπευσε να την αρπάξει παρασύροντας και το αγόρι με τη σεβαλιέρ, ένα χρόνο μικρότερό του, στα δεκαεφτά. Έφτασαν αντίκρυ στη διπλή πόρτα από χυτοσίδηρο του τεράστιου λέβητα. Ο ένας χασάπης άνοιξε το ένα φύλλο. «Επίδειξη», ανάγγειλε. Άδειασε στο τσιμεντένιο δάπεδο το περιεχόμενο ενός μεγάλου πλαστικού κουβά, άρπαξε ένα τετράγωνο φτυάρι και φτυάρισε τον αηδιαστικό σωρό από τα ματωμένα κι όλο βλέννες έντερα που έβγαζαν μια απαίσια μπόχα. Ο χασάπης είχε καρφωμένο το βλέμμα του στον Σολ μόνο, έχοντας καταλάβει πως από τα δυο αγόρια, ήταν αυτός που θα τσάκιζε πρώτος. Τ ο φτυάρι έξυσε το τσιμέντο καθώς έφτιαχνε ένα συμμετρικό σωρό. «Μάξι;» Ο άλλος κολοσσός, με το τατουάζ, άδραξε το φτυάρι, μάζεψε το σωρό με μια κίνηση και τον άδειασε ίσια μέσα στη θράκα. Η μπόχα της καμένης σάρκας έγινε πιο δυνατή, ενώ οι φλόγες λαμπάδιασαν, πορτοκαλιές. Σιγή. «Εντάξει», είπε’ το αγόρι με τη σεβαλιέρ με μια φωνή απίθανα μακρινή κι αδιάφορη. «Κι ύστερα;»


Ο πρώτος χασάπης χαμογέλασε, χωρίς να τραβάει το βλέμμα από τον Σολ. Και το χαμόγελο έγινε πιο πλατύ, βλέποντας πως οι ελπίδες τους επιβεβαιώνονταν. «Κι ύστερα, παίζουμε, φιλαράκο». 2 Τ ο καμαράκι ήταν πέντε μέτρα πιο πέρα, πλάι στο λέβητα’ τ’ ασπρα πλακάκια θύμιζαν τον αρχικό του προορισμό: ήταν τα ντους. Τ α μόνα του έπιπλα εκτός από το μεγάλο ψυγείο, ένα στρογγυλό τραπέζι κι οχτώ καρέκλες. Ένας πέμπτος άντρας ήταν κιόλας καθισμένος κι έπαιζε, αφηρημένα, με την τράπουλα. Περασμένα τα τριάντα, πολύ ξανθός, υπερβολικά χλωμός, πελιδνός’ είχε ένα ξεχωριστό τρόπο να χειρίζεται τα τραπουλόχαρτα, λες κι είχε κάτι το γλοιώδες στα δάχτυλα· τα χείλια του ήταν κατακόκκινα και τα μάτια τόσο ανοιχτόχρωμα που φαίνονταν λευκά, ένα βλέμμα τυφλού σχεδόν σαν ύψωνε τα βλέφαρα. Ο πρώτος από τους χασάπηδες: «Θα είμαστε πέντε. Αυτός, τον λένε Χάσεκ, είναι από το Σικάγο. Έχει μπίρα στο ψυγείο. Ποιος θέλει;» Αρχισαν αμέσως το παιχνίδι κι έγινε φανερό πως ο Σολ Αμπράμοβιτς δεν ήταν, όλο και λιγότερο όσο περνούσαν τα λεπτά, στη φυσιολογική του κατάσταση. Ο Σολ Αμπράμοβιτς είχε αδύνατο και παλλόμενο πρόσωπο, ένα από αυτά τα τεντωμένα πρόσωπα που θαρρείς και τα βλέπεις πάντα προφίλ, στεφανωμένο από πυκνά, σγουρά μαλλιά, που οι μπούκλες τους σκλάβωναν το φως’ κράτησε όπως όπως τις πρώτες δυο ώρες κι ύστερα έκανε απανωτά τρία λάθη, αφού πρώτα ξέρασε την πολύ παγωμένη μπίρα που κανονικά δεν έπρεπε να είχε πιει. Όταν γύρισε στο τραπέζι φάνηκε να είχε ξαναβρεί το συνηθισμένο διαισθητικό, κεραυνοβόλο παίξιμό του, αλλά ήταν η τελευταία αναλαμπή πριν από την κατάρρευση. Είχε φίνα χέρια, ντελικάτα, κοριτσίστικα’ αυτά τα χέρια έδειξαν ένα


στιγμιαίο δισταγμό, μα εκείνη τη φορά δεν πήγαν πιο πέρα. Ωστόσο, σε λίγο, ήρθε η σειρά του να μοιράσει και δεν υπήρχε ούτ’ ένας γύρω από το τραπέζι που ν’ αμφιβάλλει πως θα επιχειρούσε να κάνει κάποια τρέλα. Τ ην έκανε, λίγο αργότερα, μετά τον τρίτο του εμετό’ κι αυτή τη φορά, τα δάχτυλά του δε δίστασαν. Η κλέφτικη κίνηση ήταν σβέλτη κι επιδέξια, αλλά ευδιάκριτη, αναμφίβολα. Αφού μοίρασε ένα φύλλο σε κάθε παίχτη, ήρθε κι η σειρά του. Δυο από τα δάχτυλά του, αστραπιαία σχεδόν, αναζήτησαν ένα χαρτί από το κάτω μέρος του πακέτου, το τελευταίο. Τ ο τραπουλόχαρτο ανασηκώθηκε ελάχιστα χιλιοστά, ζωντανεμένο θαρρείς από δική του, αυτόνομη ζωή, σαν ηλεκτρισμένο και ξανάπεσε αργά, σαν ξερό φύλλο. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα! μια τεράστια παλάμη του καθήλωσε τον καρπό, μια άλλη τον γράπωσε από το γιακά, τον τράβηξε, τον σήκωσε από την καρέκλα. Τ ο πρώτο αίμα ξεπήδησε όταν το ξυράφι που είχε βγάλει ο Σολ άνοιξε ένα ξώφαλτσο αυλάκι στο στέρνο του Μάξι. Τ ον άφησαν κι ο Σολ έτρεξε στην πόρτα, αλλά τον πρόλαβαν στο κατώφλι κι εκεί έφαγε το πρώτο χτύπημα. Έπεσε, σηκώθηκε, ξανάτρεξε. Τ ον ξαναχτύπησαν, δέκα μέτρα πιο πέρα, σαν ξυλοκόποι που κατεβάζουν το τσεκούρι μ’ ένα τρομερό επιφώνημα. Εκείνος ζύγιζε το πολύ πενήντα κιλά κι ο καθένας από τους δυο αντιπάλους του, το διπλό. Τ ου τσάκισαν τον καρπό και του πήραν το ξυράφι, με το οποίο είχε καταφέρει να τους χαρακώσει τις γάμπες. Ξετρελαμένα από λύσσα, τα μαστόδοντα του κατάφεραν κλοτσιές και γροθιές, απανωτά, απορημένα που μπορούσε ακόμα να σαλεύει και να σέρνεται. Και, χωρίς να το συνειδητοποιεί, να σέρνεται προς το λέβητα. Στο στρογγυλό τραπέζι, στο καμαράκι με τ’ άσπρα πλακάκια, είχαν απομείνει δυο που δεν είχαν κουνήσει, δεν είχαν κάνει την παραμικρή κίνηση. Τ ’ ασπρουλιάρικα ματόφυλλα σηκώθηκαν, ξεσκεπάζοντας το τυφλό βλέμμα. «Κι ύστερα, θα καταπιαστούν με σένα». Είχε κάτι το παράξενο το πρόσωπο του αγοριού με τη σεβαλιέρ: σ’


αυτό το σημείο, δεν ήταν πια ούτε καν απάθεια· ήταν το πρόσωπο κάποιου που ονειρεύεται, που είναι απών. Τ α μεγάλα σκούρα μπλε μάτια του έκλεισαν φευγαλέα. «Δεν έκανα τίποτα». Ο Χάσεκ χαμογέλασε, εξακολουθώντας να τον καρφώνει με κείνο το βλέμμα τυφλού, γεμάτο ειρωνεία και περιφρόνηση. «Δεν έκανα τίποτα», ξαναείπε το αγόρι. Σηκώθηκε, ταυτόχρονα, τινάζοντας τη νάρκη που τον είχε παραλύσει ως τώρα. Πήγε ως την πόρτα βαδίζοντας κι ύστερα άρχισε να τρέχει. Σαν βγήκε, άρπαξε το τετράγωνο φτυάρι και χτύπησε. Αν είχε χρησιμοποιήσει την κοφτερή πλευρά, θα είχε αποκεφαλίσει, σίγουρα, τον Μάξι που ξεσπούσε τη λύσσα του πάνω στο τσακισμένο κορμί του Σολ Αμπράμοβιτςαλλά το χτύπημα του ατσαλιού, μ’ ένα υπόκωφο ήχο, πέτυχε τον χασάπη στο πίσω μέρος του κρανίου. Ο Μάξι έπεσε στα γόνατα, μισοαναίσθητος, υψώνοντας τα δυο τεράστια, όλο μυς μπράτσα του, προς τα κει που τον είχε πετύχει το φτυάρι, αλλά δεν απόσωσε την κίνηση, έμεινε έτσι σαν στρατιώτης που παραδίνεται, στα γόνατα πάντα. Τ ο αγόρι έκανε να ξανασηκώσει το φτυάρι, να χτυπήσει και πάλι. Δεν πρόφτασε’ το πρώτο από τα χτυπήματα που δέχτηκε τον άγγιξε στο αριστερό πλευρό. Πιότερο από τον πόνο, δοκίμασε την αίσθηση πως κάτι του είχε χωθεί στο στήθος, πως φώλιαζε εκεί, τσακίζοντας ίσως τα παΐδια. Έπεσε πίσω’ κάποιος ούρλιαξε: «Μάξι!» Κι άλλα χτυπήματα, στην κοιλιά, στο μηρό, στον ώμο. «Μάξι!» Ωστόσο, το αγόρι κατάφερε να σηκωθεί. Κρατούσε ακόμα το φτυάρι· το στριφογύρισε κόβοντας τη φόρα του χασάπη. Ακούμπησε σ’ ένα


τοίχο. «Δεν έκανα τίποτα», είπε με κείνη την απόμακρη φωνή, με την ίδια έκφραση απουσίας στο πρόσωπο. «Μάξι, από πίσω εσύ, κύκλωσέ τον!» Τ ο αγόρι πισωπάτησε. Ο Μάξι είχε σηκωθεί και προχωρούσε σκουπίζοντας με την παλάμη του το αίμα που κυλούσε από τον αυχένα του. «Θα τους αδειάσουμε και τους δυο στο λέβητα, αυτό θα γίνει…» Τ ο αγόρι σκόνταψε κι έπεσε’ παράτησε το φτυάρι, έφαγε μια με το γόνατο που τον στριφογύρισε, αλλά τον γλίτωσε. Μπόρεσε να κυλήσει ανάμεσα στους δυο κολοσσούς. Έτρεξε προς τη μόνη πόρτα που του φάνηκε ανοιχτή, κέρδισε έδαφος και ξαναγύρισε: «Δεν έκανα τίποτα». Ο Χάσεκ βγήκε από το καμαράκι, ακούμπησε στο πρεβάζι, μια στάση απλού παρατηρητή. «Εντάξει, Μάξι, πάμε», είπε ο πρώτος χασάπης, «και μην μπεις στον κόπο να τρέξεις. Τ α έκλεισα όλα πίσω μας, μπαίνοντας. Δε θα πάει μακριά η πουτανίτσα». Τ ο αγόρι μπήκε στην πρώτη αίθουσα όπου διακρίνονταν ακόμα μερικές φωτεινές γραμμές. Αλλά πιο πέρα, μετ’ από άλλη μια πόρτα, το σκοτάδι απόλυτο. Έκοψε βήμα, αναγκαστικά, μη βλέποντας τίποτα’ ο αέρας είχε δροσίσει. «Σαν ποντίκι θα πιαστεί, η πουτανίτσα!» Τ α βήματα των χασάπηδων πλησίαζαν. Τ α τεντωμένα δάχτυλα του αγοριού συνάντησαν κάτι κρύο που κουδούνισε ελαφρά: ένας γάντζος, ένα χασάπικο τσιγκέλι…


«Μάξι;» «Στα δεξιά σου». «…Μην ξεμακραίνεις, γατούλα μου». … Κι άλλα τσιγκέλια, μια αλυσίδα κρεμόταν από το ταβάνι: το αγόρι έπεσε κατάχαμα, με την κοιλιά, ο πόνος του φλόγιζε τα βουλιαγμένα παΐδια, τον εξαρθρωμένο ώμο. «Άναψε το φως, Μάξι». Τ ο αγόρι διέκρινε ένα μεταλλικό στύλο με χοντρά μπουλόνια. Τ ον γυρόφερε και κρύφτηκε πίσω του τη στιγμή που άναβε το φως. «Τ ον βλέπεις, Μάξι;» «Όχι». «Πήγαινε στις πόρτες του βάθους, δες αν είναι κλειστές». «Είπες πως τις έκλεισες μόνος σου». Γλυκά, υπομονετικά. «Πήγαινε έλεγξέ το, πουλάκι μου…» Ο στύλος σχημάτιζε ένα Χ από ατσάλι, με ορθές γωνίες’ πρόσφερε συνεπώς τέσσερις βαθιές κόχες’ το αγόρι πέρασε από τη μια στην άλλη, καθώς πλησίαζαν οι διώχτες του, κρατώντας πάντα το στύλο ανάμεσά τους. «Δεν μπορεί να είναι μακριά’ θα τον τσακώσουμε, Μάξι. Σε πόνεσε;» «Πολύ. Θα το αδειάσω στο λέβητα, το καθίκι!» Οι δυο άντρες πέρασαν, πηγαίνοντας προς το βάθος της αίθουσας. Τ ο αγόρι, αντίθετα, ξαναγύρισε τα μπρος πίσω, προς το μέρος του


λέβητα, χρησιμοποιώντας πάντα τους αραδιασμένους στύλους για καταφύγιο, γλιστρώντας από τον ένα στον άλλο. «Θα τον πιάσουμε, Μάξι, στο λόγο μου. Θα πληρώσει ακριβά το χτύπημα στο κεφαλάκι σου». Στα δεξιά του αγοριού, πόρτες με χοντρούς αστραφτερούς σύρτες, καμιά εικοσαριά στο σύνολο, απ’ όπου έφερναν τα τεμαχισμένα ζώα. «Ψυκτικοί θάλαμοι». Παραμόνεψε τη στιγμή που οι στύλοι του πρόσφεραν το μάξιμουμ της προστασίας κι άνοιξε τη μια πόρτα. Ένα κόκκινο λαμπιόνι έπιασε ν’ αναβοσβήνει, τρία μέτρα ψηλά. Τ ο αγόρι τρύπωσε στον καταψύκτη και βρέθηκε μπροστά σε κρεμασμένα κομμάτια κατεψυγμένο κρέας. Έσπρωξε με το γερό του χέρι’ τα κρέατα πήγαν κι ήρθαν ταλαντεύοντας την αλυσίδα. Τ ο αγόρι βγήκε στη στιγμή και ξαναρίχτηκε στο κούφωμα του στύλου. «Μάξι! Τ ο κόκκινο λαμπιόνι!» Τ ρεχαλητά: οι χασάπηδες ξαναπλησίασαν. «Λες να μπήκε;» «Κουνιούνται ακόμα εκεί μέσα…» Στιγμιαία σιγή. «Φτάνει να κλείσουμε την πόρτα’ δεν ανοίγει από μέσα. Αυτό θα κάνουμε, Μάξι. Κλείσε αυτή την πουτάνα την πόρτα, να κοκαλώσει». Στην πλάτη του αγοριού, ξαφνικά, αυτή η ακαθόριστη αίσθηση μιας παρουσίας, μιας ματιάς. Στράφηκε κι ανακάλυψε το βλέμμα του Χάσεκ καρφωμένο πάνω του.

3


«Η πουτανίτσα, το βρήκε έξυπνο να κρυφτεί στον καταψύκτη», είπε ο πρώτος χασάπης. «Δε χρειάζεται να πάμε να τον βρούμε. Χρειάζονται ειδικά κόλπα… έχει μεγάλη πλάκα!» Ο Χάσεκ, πάντα με τα μάτια καρφωμένα στο αγόρι με τη σεβαλιέρ. «Και πόσο μπορεί να ζήσει εκεί μέσα;» ρώτησε. «Ένα μπουφανάκι φοράει: σε δέκα λεπτά θα είναι πάγος». «Και θα τον αφήσετε;» «Ο ένας στο λέβητα —κανένα ίχνος— ο άλλος κατεψυγμένος. Κι αν τον βρουν, θα έχουν περάσει μέρες κι εμείς, πάνε μήνες που δε δουλεύουμε εδώ. Γιατί να πονοκεφαλιάσουμε;» «Μα είσαστε σίγουροι πως είναι μέσα;» ρώτησε ο Χάσεκ. Σιωπή. Τ ο αγόρι έκλεισε τα μάτια, ακούμπησε τον αυχένα πάνω στο ατσάλι, ζάρωσε περισσότερο’ τα μπλε του μάτια κοίταζαν το κενό. Λαχάνιαζε βουβά από τον πόνο. «Και πού να είναι;» Ο Χάσεκ χαμογέλασε. «Φεύγω», είπε μετ’ από λίγο. Πλησίασε το αγόρι, τόσο που το άγγιξε σχεδόν. Τ ο απαίσιο πλαδαρό του στόμα, με τα σαρκώδη, κατακόκκινα χείλια, έφτυσε κι η ροχάλα πέτυχε το αγόρι στο πρόσωπο. «Κλέφτη», είπε σιγανά και στο βλέμμα του έκαιγε άγρια καταφρόνια. Απομακρύνθηκε αργά, ήρεμα. «Πήγαινε να του ανοίξεις, Μάξι». Πέρασε μισό λεπτό. Ο Μάξι ξαναγύρισε.


«Ο Χάσεκ ο γυμνοσάλιαγκας. Μου ανακατεύει τ’ άντερα, στ’ ορκίζομαι». «Δε θα τον ξαναδούμε. Θα φύγουμε από αυτή την πόλη». Οι δυο άντρες τράβηξαν και πάλι κατά το λέβητα. Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν —αυτό ήταν τ’ όνομα του αγοριού— αφέθηκε να κυλήσει στο δάπεδο, βαρανασαίνοντας πάντα από τον πόνο, με κείνη την απίθανη απουσία έκφρασης πάντα στο πρόσωπο. Προτού λιγοθυμήσει, θυμήθηκε την απαγορευμένη κίνηση του Σολ και την υπέρμετρη τιμωρία του. Τ ον μάζεψε ένα περιπολικό της αστυνομίας δυο ώρες αργότερα. Τ ον πήγαν στο νοσοκομείο της Βέρμοντ Άβενιου κι όταν, στο ξύπνημά του, τον ρώτησαν, είπε πως του επιτέθηκαν άγνωστοι, σ’ ένα άγνωστο σημείο, γι’ άγνωστους λόγους. Είχε κάποιον που μπορούσε να εγγυηθεί γι’ αυτόν; Είπε ναι. Ο Βασιλιάς, είπε. ΠΡΩΤΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Χαρτί

1

Εφτά χρόνια αργότερα, στη Νέα Υόρκη, στην καρδιά του Μανχάταν, στο «down town», κοντά στη Γουόλ Στρητ, υπήρχαν συνολικά ογδόντα οχτώ ράβδοι σε νοτιοαφρικάνικες διαστάσεις, δηλαδή τετρακόσιες τριάντα ουγκιές, πιο αναλυτικά, δεκατρία κιλά και τριάντα εφτά γραμμάρια η καθεμιά. Αυτό αντιπροσώπευε, εν όλω, ένα εκατομμύριο πεντακόσιες πενήντα χιλιάδες και τετρακόσια σαράντα δολάρια.


Οι δυο τελευταίες ράβδοι ήταν ακόμα στο καροτσάκι. «Μαζί», είπε ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν. Ο Οτσόα έγνεψε, με τα βλέφαρα χαμηλωμένα πάνω στο ινδιάνικο πρόσωπό του. Οι δυο άντρες έσκυψαν με μια κίνηση, σήκωσαν τις δυο ράβδους, τις μετέφεραν και τις ακούμπησαν στο εσωτερικό του θησαυροφυλακίου. «Ογδόντα εφτά και ογδόντα οχτώ», ανάγγειλε ο Γουεϊνράιτ, σημειώνοντας δυο τετραγωνάκια στο κατάστιχό του. Ο Γουεϊνράιτ ήταν ένας ψηλός ξανθός τύπος με τάση για φαλάκρα. «Και τώρα, φεύγουμε», δήλωσε. Έδωσε το παράδειγμα της αποχώρησης. Πήγε ως τα πρώτα κάγκελα, περίμενε να περάσουν πρώτα ο Σαρκισιάν κι ο Οτσόα, βγήκε κι ο ίδιος και ενεργοποίησε την ηλεκτρονική κλειδαριά. Οι τρεις άντρες διέσχισαν ένα διάδρομο από μπετόν κι ατσάλι κι ύστερα ένα δεύτερο κιγκλίδωμα. «Τ αυτότητα», είπε από ένα μικρόφωνο στον τοίχο η φωνή ενός από τους φύλακες. Οι τρεις άντρες έδωσαν ο καθένας τα στοιχεία του μπροστά στο στόμιο της κάμερας. Τ ο κιγκλίδωμα μισάνοιξε και πέρασαν σε μια αίθουσα στρογγυλή γεμάτη κάμερες. Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν τσεκάρισε τις ενδείξεις σ’ ένα κατάστιχο, διευκρινίζοντας τη μέρα, την ώρα, τον αριθμό και το νούμερο των ράβδων, τον κωδικό του χυτηρίου και τον τίτλο. Υπέγραψε. Ο Οτσόα επιβεβαίωσε τα ίδια κι υπέγραψε με τη σειρά του. Ο Γουεϊνράιτ επικύρωσε και προσυπέγραψε. «Τ αυτότητα», επανέλαβε το μικρόφωνο. Αυτή τη φορά τοποθέτησαν τις ατομικές τους κάρτες σ’ ένα παραλληλόγραμμο άνοιγμα φτιαγμένο γι’ αυτό το σκοπό: η βαριά θωρακισμένη πόρτα άνοιξε με μια περιστροφή. «Τ αυτότητα». Και δεύτερη θωρακισμένη πόρτα, οι κάρτες λειτούργησαν και πάλι. Βγήκαν κι οι τρεις από την αίθουσα των θησαυροφυλακίων. «Πολύ νωρίς τελειώσαμε», είπε ο Γουεϊνράιτ. «Τ ι σας έπιασε τους δυο σας;…»


«Ο Μπεν έχει φωτιά στον κώλο του», είπε ο Οτσόα. «Αλήθεια; Έχεις φωτιά στον κώλο, Μπεν;» Ανελκυστήρας. Βγήκαν στο πρώτο υπόγειο, όπου βρισκόταν η αίθουσα των θυρίδων των πελατών. Ένα εκκρεμές έδειχνε τρεις και κάτι. «Μα το Θεό, Μπεν, δε θα φύγετε από τώρα!» είπε ο Γουεϊνράιτ. «Μιάμιση ώρα νωρίτερα;» «Τ ελειώσαμε, ναι ή όχι;» είπε ο Οτσόα. «Τ ελειώσαμε, πάμε σπίτι μας! Λογικό!» Χαιρέτησαν τους φύλακες των θυρίδων και πέρασαν από μια σειρά πόρτες σ’ ένα σύνολο από μικρά δωμάτια. Από κει, κατευθείαν στο βεστιάριο. Ο Σαρκισιάν κι ο Οτσόα άρχισαν ν’ αλλάζουν, στη στιγμή’ έβγαλαν τα κίτρινα πουκάμισα με τ’ αρχικά της τράπεζας κεντημένα στην τσέπη και τ’ ασορτί παντελόνια. «Μα δεν έδωσα ακόμα τη συγκατάθεσή μου!» διαμαρτυρήθηκε ο Γουεϊνράιτ. «Σου διέφυγε, απλά», του είπε ο Οτσόα. «Σου παραπονεθήκαμε, ο Μπεν κι εγώ; Βλέπεις;» Ακολούθησε τον Μπεν στα ντους. Μικρόσωμος, με δυνατούς ώμους, με μαύρα κοντά μαλλιά και λεπτό μουστάκι, ο Οτσόα καταγόταν από κοιλάδα της Να ’πα, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο. Ήταν στη Νέα Υόρκη από δεκατεσσάρων χρονών, κι εδώ και πέντε χρόνια, δούλευε στην τράπεζα. Ήταν τώρα είκοσι τριών, συνομήλικος του Μπένεντικτ Σαρκισιάν’ οι δυο νέοι είχαν γνωριστεί στο λεωφορείο που τους έφερνε από την Καλιφόρνια στην Ανατολική ακτή. Βγήκαν από την τράπεζα στις τρεις και είκοσι. Πέρασαν από το Μπροντγουέϊ αφήνοντας πίσω τους τη Φούλτον Στρητ κι ανηφόρισαν


προς το Άνω Μανχάταν. Ο Οτσόα καταβρόχθιζε κιόλας το τρίτο του λουκάνικο. Μίλησε με το στόμα γεμάτο. «Τ ι ώρα πρέπει να τηλεφωνήσεις;» «Κατά τις τέσσερις». «Θες ένα λουκάνικο;» «Όχι». «Νευρικός;» «Όχι». Διέσχισαν τρέχοντας το οδόστρωμα της γέφυρας του Μπρούκλιν. «Είμαι σίγουρος πως είσαι εκνευρισμένος», επέμεινε ο Οτσόα. Ο Μπεν έβαλε τα γέλια, ύψωσε τους ώμους, το πρόσωπό του ξαναβρήκε την ακινησία του για τρία δευτερόλεπτα και ξανάβαλε τα γέλια. Ο Μπεν Σαρκισιάν είχε ύψος ένα κι εβδομήντα οχτώ, ζύγιζε το πολύ εβδομήντα κιλά’ τα μαλλιά του ήταν μαύρα με χωρίστρα στ’ αριστερά κι ένα τσουλούφι που έπεφτε ελαφρά στο δεξί κρόταφο’ τα μάτια του είχαν ένα μπλε βαθύ χρώμα, το χρώμα του ωκεανού. Μ’ αυτό δεν ήταν το ξεχωριστό χαρακτηριστικό του’ το χαρακτηριστικό του ήταν ο τρόπος που περπατούσε, που έκανε οποιαδήποτε κίνηση δείχνοντας να μένει διαρκώς ακίνητος: πράγματι, ήταν ικανός να μένει απόλυτα ακίνητος, με τα μπράτσα ίσια κατά μήκος του κορμού, με τα χέρια ασάλευτα και να δείχνει φυσικός. Φορούσε στον παράμεσο του αριστερού χεριού ένα δαχτυλίδι μ’ ένα πολύ μεγάλο αζουρίτη, ακριβώς στο χρώμα των ματιών του, δεμένο με ατσάλι. Τ ο πρόσωπό του δεν ήταν πραγματικά απαθές, είχε μάλλον το ύφος κάποιου που σκέπτεται κάτι άλλο, που είναι αλλού’ του μιλούσες, απαντούσε, μπορεί και να χαμογελούσε, αλλά κοίταζε αλλού. Αυτό ήταν εκνευριστικό. Ήταν μερικοί που εκνευρίζονταν το έβρισκαν


θεατρικό. Κι οι γυναίκες. Με όλα εναντίον του τούτος ο αδύνατος κι ωραίος τύπος έκανε έρωτα αρκετή ώρα ώστε να φτάσουν σε οργασμό κι ύστερα ν’ ανοίξουν τα μάτια και ν’ ανακαλύψουν αυτό το αφηρημένο, το αλαργινό πρόσωπο, χίλια χιλιόμετρα μακριά. Η αντίδρασή τους κλιμακωνόταν από τη μανία ως την ταπείνωση’ μερικές το έπαιρναν σαν πρόκληση κι επινοούσαν απίθανα χάδια. Αυτός χαμογελούσε ευγενικά, λέγοντας. «Μου άρεσε». Τ ίποτα περισσότερο. Χρειάστηκε να σχηματίσει έξι φορές το νούμερο του συνομιλητή του, λίγο μετά τις τέσσερις. Αλλά όταν επικοινώνησε, τελικά, η συνδιάλεξη ήταν σύντομη. Έκλεισε και γύρισε στο μπαρ όπου τον περίμενε ο Οτσόα. Σιωπή. «Εντάξει, καθίκι», είπε ο Οτσόα, «σε ρωτάω». «Απόψε, στις δέκα».

2 Στις τέσσερις κι είκοσι πέντε, λίγο προτού κλείσουν τα ταμεία, τράβηξε τις είκοσι χιλιάδες δολάρια που είχε στο λογαριασμό του. «Δε σε ήξερα για τόσο πλούσιο», παρατήρησε γελώντας η Λίντα Πέρσικο, η ταμίας. Έκπληξη», είπε ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν χαμογελώντας. Πήρε τα δύο φάκελα που είχε ζητήσει και που του έτεινε η κοπέλα. Σήκωσε τα καπάκια και, μεθοδικά, άρχισε να ταχτοποιεί τα χαρτονομίσματα των χιλίων δολαρίων σε δυο όμοιες δεσμίδες. Ενεργούσε χωρίς βιασύνη κι οι αργές, συγκεκριμένες κινήσεις των δαχτύλων του είχαν κάτι το σαγηνευτικό.


«Εντάξει ο λογαριασμός;» «Ναι, ευχαριστώ, Λίντα». Συνάντησε τον Οτσόα στο χολ. Ο μικρόσωμος Μεξικάνος που χοροπηδούσε από ανυπομονησία, φώναξε. «Δε σου τυχαίνει ποτέ να βιάζεσαι;» «Τ ο σπουδαιότερο έγινε». «Είκοσι χιλιάδες ακριβώς;» «Ακριβώς» Ο Οτσόα κούνησε το κεφάλι. «Είσαι βλαμμένος, Μπεν» Ο Μπεν τοποθετούσε τα φάκελα στις εσωτερικές τσέπες του μαύρου πέτσινου μπουφάν του, ένα στη δεξιά, έναν αριστερά. «Όπως και να ’ναι, είναι μια θεοπάλαβη ιδέα», πρόσθεσε ο Οτσόα. Βγήκαν και πάλι από την τράπεζα. «Κι αν βρεθεί, δε θα καταλάβουν τίποτα. Ποιος θα φανταζόταν τέτοιο κόλπο;» Πήραν τον υπόγειο από το Φούλτον, άλλαξαν μια φορά στο Μπρούκλιν, κατεβαίνοντας στο σταθμό της Ανεξαρτησίας, στην άκρη της Κλίντον Στρητ, έμειναν εκεί μια στιγμή, με το ύφος ανθρώπων που δεν τους κάνει καρδιά να χωριστούν. «Θα μπορούσα να σε συνοδέψω, απόψε». «Δε χρειάζεται». «Τ ουλάχιστον μέχρι την είσοδο του κτιρίου. Για φαντάσου να σου


την ανάψουν!» «Ευχαριστώ, όπως και να ’ναι». «Κι αύριο παίρνεις το αεροπλάνο για το Σαν Φρανσίσκο;» «Τ ων εφτά». «Πάντως θα ήθελα να ξέρω τι έγινε. Κάνε μου ένα τηλεφώνημα». «Στις πέντε το πρωί;» «Οποιαδήποτε ώρα. Ίσα ίσα να μου πεις τι έγινε. Τ ι στο διάβολο, θα περιμένω να γυρίσεις από τις διακοπές;» «Εντάξει. Φίλησέ μου τη Μαρία». Ο Οτσόα ύψωσε τους βαριούς του ώμους. «Πάντως είναι μια βλαμμένη ιδέα». «Αυτό το ξαναείπες», απάντησε ο Μπεν. Ο Μπεν είχε ένα διαμέρισμα, ένα σωστό διαμέρισμα, όχι μια κάμαρα, δυο βήματα από την Κλίντον Στρητ. Τ ο είχε νοικιάσει κενό και το είχε αφήσει έτσι’ δεν έβρισκες μέσα τίποτ’ άλλο από ένα κρεβάτι και μια καρέκλα, τρεις κρεμάστρες που χρησιμοποιόταν μονο η μια κι απ οπού κρέμονταν ένα τζιν, τρία τέσσερα άσπρα Τ -σερτ, μερικά εσώρουχα, ένα πουλόβερ με γυριστό λαιμό κι ένα κοστούμι αφόρετο ακόμα μέσα στην πλαστική του θήκη. Ούτε ράδιο, ούτε τηλεόραση’ ούτε βιβλίο, ούτε περιοδικό’ αντί για βαλίτσα, ένας μεγάλος, δερμάτινος σάκος κι ένα μαύρο βαλιτσάκι που έμοιαζε καινούριο. Μόνο το μπάνιο έδειχνε κατοικημένο, με τη στοίβα από αφράτες, χνουδωτές πετσέτες και τη συλλογή από λοσιόν για μετά το ξύρισμα, τα σαμπουάν και τα σαπουνάκια. Στους τοίχους, τίποτα. Πάνω από το κρεβάτι ήταν καρφωμένη προσεχτικά, με πινέζες, μια κιτρινισμένη φωτογραφία, σαράντα


εκατοστά επί πενήντα, με δαντελωτές άκριες, σημάδι πως την είχαν τυλίξει και ξετυλίξει ρολό πολλές φορές’ μια φωτογραφία του όρους Αραράτ, με όψη από τη μεριά της τουρκικής Αρμενίας. Όταν μπήκε στο διαμέρισμα, έκανε μια κίνηση να βγάλει το μπουφάν του, αλλά το μετάνιωσε. Ξαναβγήκε, πήγε με τα πόδια ως το Πολυτεχνικό Ινστιτούτο της Λίβιγκστον Στρητ, στο Μπρούκλιν πάντα, όπου έφτασε κατά τις έξι. Ακολούθησε ένα διάδρομο στο υπόγειο ως τη στιγμή που αναγνώρισε τη φωνή της νέας γυναίκας: έλεγε:… οι εκφυλιστικές ασθένειες της καρδιάς και των αγγείων…» Πλησίασε με κείνο τον παράξενο χορευτικό του τρόπο. Άνοιξε την πόρτα τη στιγμή που η νέα γυναίκα πρόφερε τη λέξη «υπεραγγεία». Σώπασε απότομα, έκπληκτη, και τον κοίταξε’ το ίδιο έκαναν και τ’ άλλα δέκα δώδεκα άτομα που την άκουγαν. Εκείνος δε σάλεψε, έμεινε ακίνητος στο άνοιγμα της πόρτας με τα μπράτσα κατά μήκος του κορμού. Αναγκάστηκε να κατέβει από την έδρα της, να έρθει κοντά του, να τον σπρώξει στο διάδρομο μαλακά, να ξανακλείσει την πόρτα ώστε να μείνουν μόνοι στο διάδρομο. «Τ ι σ’ έπιασε, για το Θεό!» «Αυπάμαι». «Εμένα μου λες!» Τ ον κοίταξε, απηυδισμένη. Ήταν μια ψηλή, ξανθή γυναίκα, γύρω στα τριάντα, με κοντά μαλλιά, φαρδιούς ώμους, μεγάλα χέρια με κοντοκομμένα νύχια. Όχι άσχημη, ούτε εξαιρετικά ωραία: ήταν αθλητική κι έδινε μια αίσθηση φρεσκάδας κι υγείας. Τ η φανταζόσουν πιότερο με μαγιό παρά γυμνή. Εκείνος πάντα ακίνητος. Η κοπέλα ύψωσε το ένα χέρι και του χάιδεψε το μάγουλο. «Μπεν». «Αργείς πολύ;»


«Τ ελειώνω στις εξίμισι». Εκείνος γύρισε το κεφάλι, με ύφος αφηρημένο. Τ ον πλησίασε και του φίλησε τα χείλια. «Ε, όχι δα και τώρα, Μπεν;» Τ ης χαμογέλασε. «Τ ώρα». Τ ου δάγκωσε το κάτω χείλι. «Και πιστεύεις πως θα τρέξω έτσι, σαν ξαναμμένη σκύλα, παρατώντας το τμήμα μου; Τ ο πιστεύεις στ’ αλήθεια; Μα για ποια με περνάς;» Τ ου ψηλάφισε την κοιλιά, χαμηλά. Στην πραγματικότητα, φώναζε, ψιθυρίζοντας κι έριχνε ματιές, νευρικά, δεξιά αριστερά στο διάδρομο και στη μισάνοιχτη πόρτα, που πίσω της οι ερασιτέχνες της διαιτητικής και των απισχναντικών θεραπειών την περίμεναν. «Και θα πρέπει να φύγω αμέσως, ε; Τ ο ξέρεις πως στις εφτά πρέπει να πάρω την κόρη μου από τη Λίζι;» Τ ης γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. «Έρχομαι», του πέταξε βιαστικά. Μπήκε στην τάξη, μάζεψε τη σπορ τσάντα της, ψέλλισε κάποιες δικαιολογίες που δεν τις κατάλαβε κανένας από τους παρισταμένους και ξαναβγήκε σαν να την κυνηγούσαν. Τ ης έκανε, αρχικά, έρωτα γλυκά, υπομονετικά, συγκεκριμένα και τρυφερά ώσπου άρχισε να λαχανιάζει, μετά να βογκάει και στο τέλος να ξεφωνίζει. Και τότε ξάπλωσε ανάσκελα, με το μπράτσο κάτω από το κεφάλι, τα μπλε σκοτεινά μάτια καρφωμένα στο κενό, το ισχνό πρόσωπο γαληνεμένο κι ονειροπόλο, πάντα.


Ξέπνοη ακόμα, τον ρώτησε. «Η σειρά μου τώρα;» Τ ης έγνεψε καταφατικά, με τα βλέφαρα. Στα τριάντα λεπτά που ακολούθησαν ασχολήθηκε αποκλειστικά με αυτόν, του έκανε μασάζ με τα μεγάλα αθλητικά της χέρια, λαξεύοντας τους γυμνασμένους μυς, χαϊδεύοντας και γλείφοντας το δέρμα του. Τ ον πήρε στο στόμα της, χωρίς το χέρι, που εκείνος είχε πάντα κάτω από το κεφάλι, να κάνει την παραμικρή σύσπαση. Παρά τη φαινομενική αδιαφορία του Μπεν, τα μάτια της νέας γυναίκας γελούσαν. Μπήκε στο μπάνιο, ξαναγύρισε στο δωμάτιο όπου αυτός κειτόταν ασάλευτος πάντα. «Αυτό ήθελες;» «Μμμμ» Η γυναίκα κούμπωσε το πουκάμισό της. Έσκυψε και φίλησε το πεσμένο σεξ του. «Και με περιμένει η Λίζι!» Κοίταξε το ρολόι της: εφτά και τέταρτο. Φόρεσε τη φούστα της κι ύστερα ρώτησε, απορημένη. «Γελιέμαι ή δεν ήταν εντελώς όπως τις άλλες φορές;» «Δεν καταλαβαίνω». «Καταλαβαίνεις πολύ καλά». Τ εντώθηκε. «Όχι εντελώς».


«Έχεις μια ξεχωριστή βραδιά μπροστά σου;» Εκείνος, πάντα με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. «Έναν ξεχωριστό αντίπαλο». Η γυναίκα κάθισε στο κρεβάτι, τον φίλησε ξανά στο ίδιο σημείο, χασομερώντας. «Όχι, σε παρακαλώ», της είπε. Η γυναίκα έσυρε τον τετράγωνο αντίχειρά της στο γυμνό κορμί του, από την άκρη του ποδιού ως το μέτωπο, χασομερώντας στο στόμα. «Αν σου δοθεί η ευκαιρία να ξαναπεράσεις… μια από αυτές τις μέρες;» «Στις έξι και μισή». Η γυναίκα έφυγε, χωρίς εκείνος να στρέψει το κεφάλι, χωρίς να διακόψει την περισυλλογή του. Στο τέλος σηκώθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Έπλυνε σχολαστικά την μπανιέρα, εξαλείφοντας κάθε ίχνος από το πέρασμα της νέας γυναίκας. Ύστερα, έκανε ένα ντους, μετά ένα αφρόλουτρο κι άλλο ένα ντους, φροντίζοντας μεθοδικά την τουαλέτα του. Από τη στιγμή που μπήκε στο μπάνιο, είχε καλύψει τον καθρέφτη με μια πετσέτα που δεν την έβγαλε ούτε για να ξυριστεί και να χτενιστεί. Ντύθηκε με την ίδια σχολαστική φροντίδα. Φόρεσε τα καινούρια ρούχα, βγάζοντάς τα από τη συσκευασία που είχε κάνει ο πωλητής. Φόρεσε ένα λευκό πουκάμισο, μαύρη πλεχτή γραβάτα, γκρι κοστούμι’ και στα πόδια, μοκασίνια από μαύρο σεβρό. Πήρε το βαλιτσάκι από την κρεμάστρα, το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ένα ασημένιο ρολόι της τσέπης, πολύ παλιό, σίγουρα, με ελαφρά βουλιαγμένο καπάκι. Τ ο έβαλε στο τσεπάκι του αναπτήρα, στο μέσα μέρος του σακακιού του κι ύστερα τοποθέτησε στο βαλιτσάκι τους


δυο φακέλους με τα δέκα χιλιάδες δολάρια στον καθένα. Στις οχτώ και σαράντα πέντε, θρονιάστηκε στο ταξί που είχε καλέσει με το τηλέφωνο.

3 Τ ο ταξί τον πήγε σ’ ένα στέικ-χάουζ, στο 52 της Ανατολικής οδού, όπου δείπνησε με την ησυχία του —μια βοδινή μπριζόλα και καφέ χωρίς ζάχαρη. Στην έξοδο, αφού βούρτσισε τα δόντια κι έπλυνε τα χέρια στις τουαλέτες του εστιατορίου, ξαναπήρε το ταξί που τον είχε φέρει από το Μπρούκλιν. «Και πού πάμε τώρα;» ρώτησε ο οδηγός. «Ένα γύρο στο Σέντραλ Παρκ». «Γουστάρω!» Επέστρεψαν από την Πέμπτη Λεωφόρο, τρία λεπτά πριν από τις δέκα. «Kαι τώρα, στην είσοδο του 89, στη Μάντισον». Ο οδηγός υπάκουσε. Σταμάτησε μπροστά από ένα κτίριο με πορτιέρη και μια μεγαλόπρεπη θολωτή σκέπη που προστάτευε όλο το πεζοδρόμιο. Ο οδηγός έσβησε το κοντέρ. «Βιάζεσαι;» ρώτησε ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν με το βλέμμα στυλωμένο στα δάχτυλά του. «Καθόλου. Τ ο γλεντάω. Θα περνούσα εδώ όλη τη νύχτα». Ξανάβαλε μπρος το κοντέρ. Κύλησαν άλλα τρία τέσσερα λεπτά. «Έχει πλάκα!» είπε ο οδηγός.


Μελετούσε μέσα στο καθρεφτάκι τον πελάτη του που δεν κουνούσε, σωστό άγαλμα, με τα λεπτά, μακριά του χέρια ακουμπισμένα στους μηρούς, το βαλιτσάκι πλάι, το βλέμμα χαμένο. «Φονιάς;» Τ ο ταξίμετρο έδειχνε δέκα εφτά δολάρια κι εβδομήντα πέντε σεντς, όταν ο Μπένεντικτ αποφάσισε, επιτέλους, να κινηθεί. Ήταν δέκα κι εφτά λεπτά. Ο Μπεν Σαρκισιάν διέσχισε την 86η Οδό, περπάτησε γύρω στα σαράντα μέτρα κι έδωσε τ’ όνομά του στο θυρωρό. Αυτός εξακρίβωσε από το εσωτερικό τηλέφωνο πως περίμεναν τον επισκέπτη. «Τ έταρτος όροφος δεξιά», είπε ο θυρωρός. Η πόρτα στο πλατύσκαλο άνοιξε με την άφιξη του ασανσέρ. «Είχα στενοχωρεθεί», φώναξε ο θ’ Κήηφ. «Μου είχες πει πως μένετε στο Μπρούκλιν, αλλά χωρίς άλλη διευκρίνιση· δεν κατάφεραν να μου βρουν τον αριθμό του τηλεφώνου σου». «Γιατί, ακυρώθηκε η παρτίδα;» «Όχι, απλά καθυστέρησε. Πέρασε, έχουμε ώρα για ένα ποτήρι. Δεν παίζουμε εδώ αλλά στο πάνω πάτωμα. Σαμπάνια ή ουίσκι;» «Τ ίποτα, ευχαριστώ». Ο Ο’ Κήηφ ήταν Αμερικανοϊρλανδός. Ασχολούνταν με τα πετρέλαια της Βενεζουέλας και ζύγιζε καμιά δεκαριά εκατομμύρια δολάρια. Είχε τόσο ιρλανδέζικο ύφος που φαινόταν μεταμφιεσμένος. Τ α συλλογισμένα, πρασινογάλανα μάτια του περιεργάστηκαν τον Μπεν Σαρκισιάν. «Έτοιμος όπως πάντα, ε;» «Όπως βλέπεις», απάντησε ο Μπεν ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο.


Ο Ο’ Κήηφ σερβιρίστηκε, πρόσθεσε πάγο στο ποτό του και κοίταξε το αλκοόλ με ύφος συλλογισμένο. Είπε: «Συναντηθήκαμε πριν από τρία χρόνια, σχεδόν. Τ υχαία, θα έλεγα. Εκτός κι αν ήσουν εσύ αυτός που προκάλεσε την ομίχλη η οποία εμπόδισε το αεροπλάνο μας ν’ απογειωθεί από το Σαν Φρανσίσκο. Δεν ξέρω πως βρεθήκαμε έξι εφτά γύρω από ένα τραπέζι και μου τσίμπησες χίλια πεντακόσια δολάρια σε δυο ώρες. Και μ’ ένα ύφος σαν να μη σου καιγόταν καρφί. Σίγουρα δε θέλεις να πιες κάτι;» «Σίγουρα». Ο Ο’ Κήηφ έβρεξε τα χείλια του στο ουίσκι. «Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ποτέ. Παίζω πόκερ από δέκα χρονών, θα πρέπει να ’παιζα και πριν’ είμαι σαράντα έξι, υπολόγισε μόνος σου. Ποτέ δεν τσάκισα. Αμύνομαι, απλά. Πήρα χρήμα και μου πήραν. Η διαφορά είναι πως τώρα δεν μπορώ να πληρώσω τις χασούρες μου. Αλλά κανένας δε με εξόντωσε όπως εσύ, εκείνη τη φορά στο Σαν Φρανσίσκο. Για το Θεό, Μπεν, κάθισε! Μου σπας τα νεύρα έτσι που στέκεις ακίνητος. Μ’ ακούς;» «Πολύ καθαρά», απάντησε ο Μπεν χαμογελώντας. «Και τι ώρα παίζουμε;» «Στις δέκα και μισή. Ο Λεμόρ ζήτησε μια αναβολή μισής ώρας. Όλοι οι άλλοι ήταν σύμφωνοι εκτός από σένα, αφού δεν μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε. Μπορώ να τελειώσω αυτό που έλεγα; Μπεν, δεν έχω δει άλλο τύπο να παίζει πόκερ σαν κι εσένα. Στην αρχή σε πήρα για επαγγελματία που δεν του φαινόταν η ηλικία του. Αλλά όχι, δεν έπαιζες σαν επαγγελματίας. Ήταν κάτι άλλο. Γι’ αυτό θέλησα να σε ξαναδώ στη Νέα Τ όρκη, γι’ αυτό ξαναπαίξαμε μαζί, δεν ξέρω πια πόσες φορές…» «Εννιά». «Σύμφωνοι. Γι’ αυτό, επειδή ήθελα να μάθω. Και ξέρω».


Ο Ο’ Κήηφ ήπιε και συνέχισε! «Είναι όπως όταν ρίχνουμε μια ματιά, περνώντας, σ’ ένα τερέν, σ’ ένα οποιοδήποτε στάδιο κι εντοπίζουμε έναν τύπο που παίζει γκολφ, τένις ή μπάσκετ τρέχοντας ή κάνοντας άλματα μήκους. Κι αν είσαι παθιασμένος με το γκολφ, το τένις, το μπάσκετ ή τον αθλητισμό, νιώθεις μεμιάς αυτό το ανατρίχιασμα στη ραχοκοκαλιά. Γιατί ξέρεις πως αναγνώρισες την Κλάση με κεφαλαίο Κ. Τ ο ρίγος που ένιωσα την πρώτη φορά που είδα τον Τ ζακ Νίκλαους να υπολογίζει τον χλοοτάπητα. Αυτό ένιωσα μπροστά σου, Μπεν». Ο Ο’ Κήηφ άδειασε το ποτήρι του, συμβουλεύτηκε το ρολόι του, πλησίασε ένα παράθυρο που έβλεπε σ’ ένα τμήμα του Σέντραλ Παρκ. Μετά από λίγο, ρώτησε με την πλάτη γυρισμένη. «Δουλεύεις πάντα στη Γουόλ Στρητ;» «Στην ίδια τράπεζα». «Παρ’ όλο το χρήμα που μπορείς να κερδίσεις παίζοντας χαρτιά;» «Ναι». «Μπεν, πάει μια ώρα που, καθώς σε σκεπτόμουνα, μου πέρασε μια παράξενη ιδέα: αναρωτιέμαι αν σου αρέσει στ’ αλήθεια αυτό…» Σιωπή. «Εννοώ το να παίζεις πόκερ». Σιωπή. Ο Ο’ Κήηφ στράφηκε. Ο Μπεν δεν είχε σαλέψει από το σημείο όπου είχε σταθεί μπαίνοντας. Ο Ο’ Κήηφ έβαλε τα γέλια. Και ξαναγέμισε το ποτήρι του. «Άλλη μια ερώτηση. Τ ι υπάρχει ανάμεσα σε σένα και τον Άλεξ Βαν Χέερεν;»


«Τ ίποτα». «Σ’ έχει ξαναδεί;» «Ποτέ». «Επέμενες όμως να οργανώσω αυτή την παρτίδα για να είσαι στο ίδιο τραπέζι μαζί του. Επιδέξια, σημείωσε.’ δεν υπάρχει τίποτα το κακό να γίνουν όλα με τον τρόπο σου. Στην πραγματικότητα, είμαι σχεδόν σίγουρος πως μου πρωτομίλησες για τον Άλεξ Βαν Χέερεν πριν από τρία χρόνια. Τ ρία χρόνια, Μπεν, τρία χρόνια που βρίσκεσαι στα ίχνη του. Τ ι είσαι, κυνηγός κεφαλών;» Συνάντησε το απύθμενο μπλε βλέμμα. «Δε θα μου κάνεις καμιά μαλακία, ε; Τ ίποτ’ άλλο από πόκερ απόψε, έτσι;» «Τ ίποτ’ άλλο από πόκερ». «Έχω δέκα δώδεκα εκατομμύρια δολάρια», είπε ο Ο’ Κήηφ. «Δεν είμαι ολότελα στο δρόμο. Αλλ’ αν αύριο αποφάσιζε ο Άλεξ Βαν Χέερεν να με ξετινάξει, οικονομικά, θα βρισκόμουν με το σώβρακο. Μην το πας πολύ δυνατά απόψε, Μπεν, σε παρακαλώ». Στην 89η Οδό φάνηκε ένα αυτοκίνητο με σοφέρ’ σταμάτησε έξω από το κτίριο. Ήταν δέκα και είκοσι πέντε. «Ο Γουίλιαμσον», ανάγγειλε ο Ο’ Κήηφ. «Προηγείται λίγο, όπως συνήθως. Τ ράπεζα κι ασφαλιστική εταιρεία. Έχει άνεση, γενικά. Αλλ’ απόψε είναι εδώ επειδή έχει ανάγκη τον Βαν Χέερεν για τις υποθέσεις του. Λυγίζοντας στο πόκερ, υπολογίζει να κερδίσει κάποιες πιστώσεις. Γιατί έτσι είναι ο Βαν Χέερεν. Γι’ αυτόν το πόκερ είναι σαν το ‘μπρα ντε φερ’. Ή σπας αμέσως ή σε κυνηγάει ώσπου να σου στραγγίσει το αίμα. Μερικοί επιχείρησαν να σηκώσουν κεφάλι, έτσι, από φιλότιμο. Σφαγή! Τ ους σφαγίασε κι όχι μόνο στο πόκερ. Έχει τα μέσα: τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια, ε, βοηθάνε πολύ! Αν


είχε γεννηθεί πενήντα χρόνια νωρίτερα, θα είχε φτιάξει το δίχως άλλο την περιουσία της οικογένειας, ένας δεύτερος ΠιέρπονΜόργκαν. Μα γεννήθηκε πολύ αργά: είχε κιόλας δυο δισεκατομμύρια στην κούνια του, το καημένο το αγγελούδι. Χρειάστηκε ν’ ακονίσει αλλού τα δόντια του». Τ ηλέφωνο. Ο Ο’ Κήηφ το σήκωσε. «Ν’ ανέβουν κατευθείαν στον πέμπτο». «Μπεν, κανονικά, ένας Βαν Χέερεν δε θα ’πρεπε να πατήσει το πόδι του στο σπίτι ενός Ο’ Κήηφ, έστω και σ’ ενός Ο’ Κήηφ με δώδεκα εκατομμύρια δολάρια. Ένας Βαν Χέερεν δεν απευθύνει καν το λόγο σ’ έναν Ο’ Κήηφ. Αλλά είναι το πόκερ. Για μερικούς είναι οι χορεύτριες, τα γιαπωνέζικα εκμαγεία, τ’ αγοράκια. Για τον Βαν Χέερεν είναι το πόκερ. Κι επιπλέον, παίζει εξαιρετικά καλά, το κάθαρμα. Είναι ο καλύτερος παίχτης που έχω δει, εκτός από σένα, Μπεν. Γιατί νόμισες πως το ρισκάρισα να σας στήσω τον έναν αντίκρυ στον άλλο; Μα τον άγιο Ίμον του Βαλέρα, πεθαίνω από ανυπομονησία να δω τι θα βγάλει αυτό το αντίκρισμα, αυτός εναντίον σου». Δέκα και τριάντα ακριβώς. Ένα δεύτερο αμάξι σταμάτησε μπροστά στο κτίριο. «Ο Λάμερς», είπε ο Ο’ Κήηφ. Αεροπορικές εταιρείες, κοντέινερ, νταλίκες. Τ ρώει κανονικά το χυλό, μπροστά στον Βαν Χέερεν, αλλά πιστεύει πως θα του γυρίσει η τύχη, ο άμοιρος! Μπεν, ο Λάμερς με βοήθησε να γίνει απόψε δεκτή η παρουσία σου από τον Βαν Χέερεν, όπως μου επέτρεψε, εδώ κι έξι εφτά χρόνια, να έχω το δικαίωμα να χάσω το χρήμα μου με τη θεϊκή συντροφιά τους. Και ξέρεις γιατί ένας Γουίλιαμσον, ένας Λάμερς, ένας Χιουμ, που θα έρθει, ένας Βαν Χέερεν δέχονται για μια βραδιά να στήσουν τους σεπτούς πισινούς τους πλάι στα κοινά σου κωλομέρια; Γιατί τους είπα το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να τους πείσει’ τους είπα πως ήσουν κάτι σαν τέρας, ένα αξιοπερίεργο, κατηγορία Μπάρνουμ. Εδώ κι εκατό χρόνια, στα πολυτελή ξενοδοχεία του Λονδίνου, για να ψυχαγωγηθούν οι


αξιότιμοι λόρδοι, ερωτευμένοι με το σπορ, κουβαλούσαν ιρλανδέζους μποξέρ, στους οποίους έδιναν δυο λίρες για να σκοτωθούν. Έτσι, με τις γροθιές. Σωστό μακελειό! Δυο Ο’ Κήηφ πέθαναν έτσι. Απόψε είσαι ο ιρλανδέζος μποξέρ της υπηρεσίας. Όταν με ρώτησε ο Βαν Χέερεν τ’ όνομά σου κι απάντησα Σαρκισιάν, παρατήρησε: ‘Αρμένης; Και γιατί όχι ένας νέγρος, μιας και καταπιανόσαστε μ’ αυτά;’ Αλλά δέχτηκε να έρθει. Έφτασε μάλιστα…» Ένα τρίτο κι ένα τέταρτο αμάξι μπήκαν στην 89η Οδό. Οι σωματοφύλακες βγήκαν πρώτοι. Ύστερα, φάνηκε μια ψηλή, γεροφτιαγμένη σιλουέτα που ο θυρωρός έσπευσε να χαιρετήσει με μια υπόκλιση. «Βαν Χέερεν Αλεξάντερ Βέντελ. Τ ράπεζες, τράπεζες, τράπεζες, τράπεζες. Και ξέχασα. Αν δεν είναι εξ ολοκλήρου κάτοχος, είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος. Μα τον άγιο Τ ζον Φιτζέραλντ Κένεντι, Μπεν, ελπίζω πως θα του χώσεις κλοτσιά στον πισινό. Τ ο ελπίζω και το φοβάμαι». Πέμπτο αμάξι. «Ο Χιουμ, πάντα καθυστερημένος· και δεν το κάνει επίτηδες. Έχει δικούς του κάποιους δρόμους στη Βοστόνη και τη Φιλαδέλφεια, πακέτα μετοχών ικανά να συντηρήσουν τη φωτιά ενός λέβητα για βδομάδες. Έλα, Μπεν, αλλάζουμε όροφο. Θα δεις πως τα κανόνισα καλά τα πράγματα! ένας απίθανος δανικός μπουφές, με πραγματικές Δανέζες που μπορείς να τις… βουτυρώσεις παντού. Έλα πάμε». Ο Ο’ Κήηφ άνοιξε έναν ψεύτικο μπουφέ κι αποκάλυψε μια σκάλα. «Αλήθεια, πόσα σκοπεύεις να του πάρεις του Βαν Χέερεν;» Ο Μπεν ύψωσε τους ώμους του κι άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα. «Ένα δισεκατομμύριο δολάρια… περίπου». Βγήκαν σ’ ένα πλατύσκαλο, όπου έφταναν ανδρικές φωνές και


γυναικεία γουργουρίσματα. «Σε πολλές φορές», πρόσθεσε ο Μπεν.

5 Τ ο τράβηγμα στην τύχη για τις θέσεις στο τραπέζι έγινε με το σύστημα των ζευγαριών! από μια καινούρια τράπουλα, ο Ντένις Ο’ Κήηφ διάλεξε ένα ζευγάρι άσους, ένα ζευγάρι ρηγάδες, ένα ντάμες, ύστερα βαλέδες, δεκάρια και τέλος εννιάρια μιας κι οι παίχτες ήταν έξι. Στη συνέχεια, χώρισε τα ζευγάρια σχηματίζοντας έτσι δυο δέσμες από έξι χαρτιά, που μόνο η μια δέσμη ήταν καλυμμένη. Τ οποθέτησε ύστερα τ’ ανοιχτά φύλλα από ένα σε κάθε κάθισμα, ο άσος πρώτος, μετά ο βαλές, η ντάμα και τα λοιπά. Στη συνέχεια, ο κάθε παίχτης τράβηξε ένα από τα κλειστά φύλλα και κάθισε στη θέση όπου βρισκόταν το αντίστοιχο χαρτί. Αυτή η παρτίδα που έλαβε χώρα στις 7 Ιουνίου στην 89η Οδό του Μανχάταν, στη Νέα Τ όρκη, εκτυλίχτηκε με τον κλασικό τρόπο! κράτησε τέσσερις ώρες, πραγματικό παιχνίδι, διαμοιρασμένο σε δύο περιόδους με μια παύση μιας ώρας ανάμεσα, στη διάρκεια της οποίας οι παίχτες επισκέφτηκαν τον δανέζικο μπουφέ με τις έξι κοπέλες, έτοιμες για παν ενδεχόμενο. Αυτή η παρτίδα ήταν η πρώτη που έπαιξε ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν με αντίπαλους παίχτες ικανούς για ρελάνς εκατό χιλιάδων δολαρίων και άνω. Αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο, το επίσημο ντεμπούτο στην εκπληκτική καριέρα του αγοριού με τη σεβαλιέρ από το Σαν Φρανσίσκο. Ήταν η πρώτη φορά που ο Μπεν Σαρκισιάν έκανε μια σειρά κινήσεις που θα τον χαρακτήριζαν στη συνέχεια! αρχικά, όσον αφορά το τράβηγμα στην τύχη για τις θέσεις, ο Σαρκισιάν τράβηξε το ρήγα καρό, πράγμα που θα επαναλαμβανόταν, τυχαία και συστηματικά, μια φορά στις δυο στις επόμενες παρτίδες.


Όταν καθορίστηκε η θέση του, ο Σαρκισιάν κάθισε, τοποθετώντας προσεχτικά την καρέκλα του αφού υπολόγισε διακριτικά την απόσταση της κοιλιάς του από την άκρη του τραπεζιού, απόσταση που την εξακρίβωσε με το πλάτος της παλάμης του. Είχε ακουμπήσει το βαλιτσάκι όρθιο στο πάτωμα, δίπλα στο πρώτο αριστερό πόδι της καρέκλας του. Από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του, έβγαλε το ασημένιο ρολόι που είχε χαραγμένα στη ράχη του τ’ αρχικά ΗΤ Σ. Τ ο κούρδισε και, λίγα δευτερόλεπτα πριν από την πρώτη μοιρασιά, έβαλε τις βελόνες σε ώρα και λεπτό μηδέν’ ύστερα το ακούμπησε μπροστά του, λίγο προς τα δεξιά. Στη συνέχεια έστριψε το δαχτυλίδι του, επανατοποθετώντας το στον άξονα του δαχτύλου κι ύστερα, ακούμπησε τις παλάμες του, με τα δάχτυλα σε διάσταση πάνω στην τσόχα, θυμίζοντας κάπως την κίνηση των παιχτών του πιγκ-πογκ. «Θα παίξουμε λοιπόν τέσσερις ώρες». Τ έλος, το βαθύ γαλανό βλέμμα, τόσο μακρινό, έκανε το γύρο του τραπεζιού, περνώντας διαδοχικά από πρόσωπα και χέρια χωρίς να δείχνει πως τα βλέπει. Αυτή η παρτίδα γνώρισε δυο πολύ ξεχωριστές στιγμές. Η πρώτη ήταν, όταν, μετά από την ερώτηση του Λάμερς σχετικά με την απασχόλησή του, ο Μπεν Σαρκισιάν απάντησε με κείνη την αδιάφορη φωνή του, στυλώνοντας το βλέμμα κάπου πάνω από το κεφάλι του Βαν Χέερεν! «Είμαι υπάλληλος στην τράπεζα του κυρίου Βαν Χέερεν, στο κεντρικό κατάστημα της Γουόλ Στρητ. Σπρώχνω τα καρότσια στην αίθουσα του θησαυροφυλακίου. Για ένα διάστημα, προτού μου παραχωρήσουν αυτή την εμπιστευτική θέση, σκούπιζα διαδρόμους, φυσικά όχι αυτούς της γενικής διεύθυνσης, όπου χρησιμοποιούνται


έμπειροι καθαριστές». «Έτσι εξηγείται, αναμφίβολα, το ό,τι ο κύριος Βαν Χέερεν κι εγώ δεν είχαμε ως τώρα την ευκαιρία να συναντηθούμε». Η δεύτερη στιγμή ήταν στις τρεις και σαράντα πέντε το πρωί, παρά κάτι δευτερόλεπτα, το Σάββατο, 8 Ιουνίου. Ο Μπεν Σαρκισιάν άπλωσε το χέρι του και πήρε το ρολόι της τσέπης. «Παίξαμε τέσσερις ώρες», είπε με την ήρεμη, μελωδική φωνή του. «Κι έχασα είκοσι χιλιάδες δολάρια ακριβώς». Χαμογελούσε, με ύφος ονειροπόλο σαν να σκεπτόταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Στεκόταν στητός, με τους αγκώνες κοντά στο στέρνο, τα μακριά του δάχτυλα ακουμπισμένα στην άκρη της τσόχας. «Κι είσαστε ο μόνος που κερδίσατε, κύριε Βαν Χέερεν». Σηκώθηκε χωρίς να φανεί πως κινήθηκε. Έσκυψε, σήκωσε το βαλιτσάκι, το ακούμπησε στο τραπέζι, το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα τους δυο φακέλους με τα δέκα χιλιάδες δολάρια που έσπρωξε μαλακά μπροστά στον Βαν Χέερεν. «Σας παρακαλώ, ελέγξτε τα, αν έχετε την καλοσύνη». Ο καθένας από τους πέντε άντρες που κάθονταν στο ίδιο τραπέζι με τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν, είχαν δει πολλές φορές, τούτο το βράδυ, να κερδίζει κάποιος και να χάνει. Είχαν κερδίσει ή χάσει οι ίδιοι πολύ περισσότερα από είκοσι χιλιάδες δολάρια. Δεν μπορεί λοιπόν να είχε σημασία το ποσό, ελάχιστο γι’ αυτούς. Κι ούτε το γεγονός πως αυτά τα χρήματα είχαν χαθεί από ένα νεαρό αγόρι για το οποίο είκοσι χιλιάδες δολάρια αντιπροσώπευαν, χωρίς άλλο, ένα σημαντικό κεφάλαιο. Κανένα συναίσθημα. Αυτό που σημάδεψε, στο νου τους, τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής της παρτίδας, ήταν η βεβαιότητα πως ο Μπένεντικτ είχε παίξει μ’ ένα μόνο στόχο! να χάσει αποκλειστικά για χάρη του Βαν Χέερεν


χωρίς να μπορέσει ν’ αποδειχθεί καμιά στιγμή η πρόθεσή του. Φυσικά, δε γινόταν λόγος για απάτη, ούτε για κανένα χονδροειδές χαρτοπαιχτικό κόλπο. Κι ήταν το χειρότερο. Για τον Βαν Χέερεν, τουλάχιστον, ήταν ένα τρομερό χτύπημα στον εγωισμό του. Για να χάσει ακριβώς είκοσι χιλιάδες δολάρια, να τα χάσει με τρόπο ώστε να τα κερδίσει μόνο αυτός, να τα χάσει σε τέσσερις ακριβώς ώρες, το τελευταίο δολάριο στο τελευταίο λεπτό, ο Σαρκισιάν έπρεπε να είχε «ακτινογραφήσει» κυριολεκτικά το παιχνίδι του τραπεζίτη, σε κάθε μοιρασιά, μαντεύοντας τις στιγμές που ο Βαν Χέερεν μπορούσε να κερδίσει κι αυτές που θα έχανε. Αυτό σήμαινε πως ο Σαρκισιάν είχε τον έλεγχο της παρτίδας σε κάθε δευτερόλεπτο, στο καθένα από τα διακόσια διαδοχικά μοιράσματα. Κι ήταν μια οχληρή διαπίστωση ακόμα και για έναν Ο’ Κήηφ που, πάντως, δεν έπαιζε το φιλότιμο του στο τραπέζι. Αυτό όμως σήμαινε, επιπλέον, πως ο Μπεν θα μπορούσε να κερδίσει οποιονδήποτε από τους αντιπάλους του, να κερδίσει… α βολοντέ. «Είμαι τρελός» σκέφτηκε ο Ο’ Κήηφ. «Τ ίποτ’ από αυτά δε συνέβη. Απλά, τον μάδησαν τον πιτσιρίκο. Τ ι ψάχνω; Η αλήθεια είναι πως τούτος ο αδυνατούτσικος καλιφορνέζικος λύκος, που ξεπρόβαλλε από την καταχνιά του Γκόλντεν Γκέιτ, είναι εκπληκτικός, μ’ αυτό το διαβολικά χαριτωμένο, δειλό σχεδόν χαμόγελό του, μ’ αυτό το ύφος του λες και πλανιέται στα σύννεφα… Μ’ αυτή την αναθεματισμένη του αδιάφορη νωχέλεια —που έχει και κάτι το αβρό επιπλέον και δεν μπορείς καν να τον μισήσεις. Μ’ όλα τούτα είναι ικανός να σπάσει τα νεύρα οποιουδήποτε. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια. Όσο για τα υπόλοιπα…» «Ειλικρινά, πρέπει να φύγω», είπε ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν, γλυκά. Ο Ο’ Κήηφ σηκώθηκε με τη σειρά του. Ανάμεσα στον νεαρό κι αυτόν υπήρχαν πάνω από είκοσι χρόνια απόσταση, ένα τέταρτο του αιώνα σχεδόν. Ο Ο’ Κήηφ δεν είχε φτιάξει τα δώδεκα εκατομμύρια


του, σε δολάρια, με το γλυκό και το μαλακό. Ήταν ικανός να σκοτώσει, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Κι όμως, ξαφνικά, ήταν συγκινημένος. Ήταν, είτε το ήθελε, είτε όχι. Ίσως επειδή στον νεαρό Σαρκισιάν υπήρχε κάτι το θεατρικό, το αδέξιο, το υπερβολικό. «Θα σε συνοδέψω», είπε στον νεαρό. «Μα δεν έφαγες, δεν ήπιες τίποτα. Κι ο μυθικός, δανέζικος μπουφές μου; Κι οι Δανέζες μου; Δε σου αρέσουν οι ξανθές;» «Λίγο νερό», είπε ο Μπεν. Βγήκαν στο χολ. αφήνοντας πίσω τους το τεράστιο σαλόνι με την τζαμαρία όπου είχε στηθεί η παρτίδα. «Σκέτο ή ανθρακούχο;» «Σκέτο, παρακαλώ». Μια από τις κοπέλες γέμισε ένα ποτήρι. «Και φαντάσου, λέει, ‘να τα τσίμπησε τα είκοσι χιλιάρικα από την τράπεζα Βαν Χέερεν!» σκέφτηκε ο Ο’ Κήηφ. «Αυτό πια θα είναι το… μπουκέτο!» Παραλίγο να βάλει τα γέλια. Βγήκε στο πλατύσκαλο, κάλεσε το ασανσέρ και σήκωσε το εσωτερικό τηλέφωνο που επικοινωνούσε με τον θυρωρό. «Θα σου καλέσω ένα ταξί». «Ευχαριστώ». Ο Σαρκισιάν άδειασε το ποτήρι του. Τ ο ασανσέρ άνοιξε αθόρυβα. Ο Ο’ Κήηφ έβαλε το ακουστικό του τηλεφώνου στη θέση του και ρώτησε. «Χρειάζεσαι λεφτά;» Τ ο σκούρο μπλε βλέμμα πέρασε φευγαλέα από πάνω του.


«Όχι. Πάντως ευχαριστώ», είπε ο Μπεν Σαρκισιάν σιγανά. «Τ ηλεφώνησέ μου μια από αυτές τις μέρες. Μην το αμελήσεις, σε παρακαλώ». «Θα λείψω δέκα μέρες από τη Νέα Τ όρκη. Έχω άδεια. Φεύγω για το Σαν Φρανσίσκο με το πρώτο αεροπλάνο, σε τρεις ώρες. Αλλά μόλις γυρίσω…» «Μην το ξεχάσεις!» Τ ο ασανσέρ φωτίστηκε. «Θα τα ξαναπούμε». «Σίγουρα». Ο Ο’ Κήηφ είδε για τελευταία φορά το λεπτό πρόσωπο με τα μπλε μάτια να κοιτούν το κενό. Οι πόρτες γλίστρησαν, το ασανσέρ έκλεισε και ξεκίνησε. Ο Ο’ Κήηφ γύρισε στο χολ πιάνοντας από τη μέση, στο πέρασμά του, μια από τις κοπέλες με την οποία σκόπευε να τελειώσει τη νύχτα. Μπήκε στο σαλόνι κι είδε δυο πράγματα. Πρώτα το παγωμένο από μανία, μια μανία επιθετική αλλά ελεγχόμενη, πρόσωπο του Αλεξ Βαν Χέερεν που είχε μείνει μόνος καθισμένος στο τραπέζι, τυλιγμένος στο σύννεφο από τον καπνό του πούρου του. Ο Λάμερς, ο Γουίλιαμσον κι ο Χιουμ είχαν σηκωθεί κι είχαν μάλιστα ξεμακρύνει, όπως ξεμακραίνει κανείς από κάτι που κινδυνεύει να εκραγεί. Κι ύστερα, τους φακέλους. Ήταν αναποδογυρισμένοι’ δεν ήταν έτσι όπως τους είχε ακουμπήσει ο Σαρκισιάν. Κι η επιγραφή που έφερε ο καθένας, ήταν τώρα εμφανής κι ευανάγνωστη: «Με τις ευχαριστίες της Τ ράπεζας Βαν Χέερεν».


Μια απίστευτη ιλαρότητα πλημμύρισε τον Ο’ Κήηφ, μεμιάς, ένα τρελό γέλιο, μια άγρια έξαψη: «Μα όλους του αγίους της Άγιας Ιρλανδίας, ωραία του την έφερε του μεγάλου Βαν Χέερεν τούτος ο Αρμένης πιτσιρίκος! Τ ώρα πια είμαι σίγουρος!» Θα το ’θελε πολύ να ουρλιάξει από τα γέλια, αλλά προτίμησε να χώσει τη μύτη του στα στήθια της Δανέζας. «Πάντως, η υπόθεση δε θα τελειώσει καλά!»

6 «Είμαι ο Βασιλιάς Χοβ», είπε ο Βασιλιάς Χοβ. «Ο Βασιλιάς Χοβ αυτοπροσώπως! Θα έπρεπε να σου γεμίζω το μάτι, παλικάρι μου!» «Εγώ δε δίνω δεκάρα», απάντησε ο οδηγός. «Όχι επισημότητες μεταξύ μας, λέγε με απλά Σερ», είπε ο Βασιλιάς. «Κι από πότε εργάζεσαι σε τούτο το σεβάσμιο μηχάνημα;» «Εδώ και τρεις μήνες», αποκρίθηκε ο οδηγός του τραμ. «Τ ο εισιτήριό σου, παππού». «Τ ο θυμάμαι τόσο καθαρά που μου κόβεται η ανάσα», συνέχισε ο Βασιλιάς Χοβ. «Ήταν στις 27 Απριλίου του 1920, στις έξι και τριάντα τέσσερις το πρωί. Ο άνθρωπος ήταν περίπου σαράντα εφτά χρονών, εννιά μηνών κι ίσως εφτά οχτώ ημερών. Τ ο δεξιό εμπρός μέρος αυτής της ίδιας της μηχανής όπου βρισκόμαστε —η ίδια ακριβώς, αναγνωρίζω τα μάτια της— του έκοψε το λαιμό, το κεφάλι από τη μια, το σώμα από την άλλη». «Εγώ αυτό που θέλω», επανέλαβε υπομονετικά ο οδηγός του τραμ του Σαν Φρανσίσκο, «είναι το εισιτήριό σου. Όχι πληροφορίες». «Και παρ’ όλ’ αυτά», πρόσθεσε ο Βασιλιάς Χοβ, «θα το πίστευες; ο τύπος θέλησε ν’ ανέβει στο τραμ, εδώ ακριβώς σ’ αυτή τη θέση που


βρίσκομαι. Φυσικά του το απαγόρεψαν. Δεν είχε πια κεφάλι! Τ α κεφάλι του κατρακυλούσε. Τ έλος, είχε αρχίσει να κυλάει, έκανε γκέλες, κατηφόρισε την Καλιφόρνια Στρητ σ’ όλο της το μήκος, θα το πίστευες; Διέσχισε την Τ σάιναταουν σαν βόμβα και καθάρισε μια κι έξω τον υποδιευθυντή της Γουέλς Φάργκο που ό,τι έβγαινε από το γραφείο του…» «Χωρίς εισιτήριο, δεν έχει να πας πουθενά. Τ έρμα!» δήλωσε σταθερά ο οδηγός του τραμ του Σαν Φρανσίσκο, στο ύψος της Πάουελ Στρητ λίγα λεπτά πριν από το μεσημέρι, το Σάββατο, 8 Ιουνίου. Ο Βασιλιάς Χοβ κατέβηκε. Τ ο τραμ ξεκίνησε χωρίς αυτόν, όλο κλυδωνισμούς και τριξίματα, αρχαϊκό. «Και, θα το πιστεύατε», είπε ο Βασιλιάς Χοβ στο όχημα που είχε κιόλας ξεμακρύνει, «αν δεν ήταν αυτός ο υποδιευθυντής, που στο μεταξύ είχε πάθει χρυσή, θα είχε, σίγουρα, διασχίσει μ’ ένα σάλτο το Σαν Φρανσίσκο Μπέι —σάλτο πάνω από τον Κόλπο— Τ ι απίστευτη ιστορία!» Ήταν λοιπόν στην Πάουελ Στρητ, στο ύψος της Γιούνιον Σκουέαρ. Αφιέρωσε μερικά λεπτά συζητώντας για τη διεθνή πολιτική με δυο χίπηδες, σ’ ένα παγκάκι κι ανέβηκε στο επόμενο τραμ. Ο οδηγός ήταν εξηντάρης. «Φαντάσου πως ο οδηγός της προηγούμενης άμαξας μου ζήτησε εισιτήριο». «Τ ι θράσος!» απόρησε ο οδηγός. «Λοιπόν, τι άλλα νέα;» «Να σου πω, δε θα με ξάφνιαζε πολύ το νέο του θανάτου μου», αποκρίθηκε ο Βασιλιάς με μια φωνή που θαρρείς κι έβγαινε από μνήμα. Κατέβηκε στη γωνία στης οδού Βαγιέχο, κατηφόρισε το δρόμο, διέσχισε τη λεωφόρο Κολάμπους και λίγο πιο πέρα στις πρώτες κατηφοριές του Τ έλεγκραφ Χιλ, πήρε την οδό Βαρέν και μπήκε σ’


ένα σκοτεινό μαγαζί. Ένα στρώμα σκόνης σκέπαζε προσεχτικά τα τραπέζια-βιτρίνες με τα παλιά νομίσματα. Ο Βασιλιάς μπήκε σ’ ένα δεύτερο δωμάτιο, όλο σεντούκια γεμάτα, προφανώς κι αυτά, με παλιά νομίσματα κι ύστερα πέρασε σ’ ένα τρίτο δωμάτιο: εκεί, κάποιος καθόταν σε μια μπαμπού πολυθρόνα, μπροστά σε μια παλιά σόμπα με κάρβουνα. Πάνω στη σόμπα, ένας βραστήρας σφύριζε κι έφτυνε με μανία. «Πάνω στην ώρα», είπε ο Βασιλιάς Χοβ. «Δυο δευτερόλεπτα ν’ αργούσα και θα έσκαζε ο βραστήρας προκαλώντας σίγουρα κατακλυσμό. Θα πιεις τσάι;» «Καλημέρα, παππού. Όχι τσάι».

7 Διέσχισαν τη Χρυσή Πύλη, αποβιβάστηκαν στη Μαρίν Πενίνσουλα στην άλλη πλευρά του κόλπου, πέρασαν την υπόγεια διάβαση και βγήκαν στον ήλιο, στο Σαοσαλίτο. Τ ο μικρό ξύλινο σπιτάκι του Βασιλιά, βρισκόταν στο Σαοσαλίτο, στα ψηλά, πάνω από το συγκρότημα του Βίλατζ Φέαρ. Δυο δωμάτια όλο κι όλο, με μια βεράντα, ένα μπαλκόνι πιότερο, που πάσχιζε ύπουλα να το πνίξει η βλάστηση ενός γιαπωνέζικου κήπου. «Πάντως θα πρέπει να διαλέξω», είπε ο Βασιλιάς. «Τ ην οδό Βαρέν ή εδώ. Εδώ, χωρίς αμφιβολία. Τ ώρα που ψόφησε ο Ντράκουλα και δεν έχω πια να ζαλίζω τους ανθρώπους του Φίσερμα Γουάρφ να μου φυλάνε τα ψαροκέφαλα… Εδώ που τα λέμε, χωρίς τον Ντράκουλα και τα ενοχλητικά νιαουρίσματά του, δεν έχει πια ενδιαφέρον το πηγαινέλα με το φέρι. Να γερνάω τάχα; Αναρωτιέμαι, ξέρεις…» Ο Βασιλιάς ήταν εβδομήντα τεσσάρων χρονών κι είχε μια μεγάλη άσπρη γενειάδα. Δεν ήταν πολύ ψηλός αλλά φαινόταν θεόρατος! ευρύστερνος, μ’ ένα κεφάλι με πυκνά μαλλιά. Καθισμένο, τον έκανες


δυο μέτρα. Κουρασμένος από τα συνεχόμενα σκαλοπάτια που τους είχαν οδηγήσει ως εδώ πάνω από το Μπρίτζγουεϊ Μπούλβαρ, κάθισε, μεγαλοπρεπής και πελώριος και κάρφωσε το γερακίσιο μάτι του στον εγγονό του. «Μου έγραψες για τα Χριστούγεννα;» «Ναι». «Καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά, μιας και το ’φερε η κουβέντα. Τ σάι;» «Όχι τσάι». Η κουπαστή του μπαλκονιού ήταν από έβενο, όπως και το πολύ μακρύ τραπέζι στη μέση του δωματίου. Ο Μπεν είπε: «Δουλεύω πάντα σ’ αυτή την τράπεζα, σπρώχνω τα καρότσια με τον Οτσόα, αυτόν από την κοιλάδα της Να ’πα. Κοιμάμαι πάντα στο Μπρούκλιν, σε κείνο το διαμέρισμα της οδού Κλίντον. Δεν είμαι παντρεμένος, δεν έχω κανένα δεσμό που να με κρατάει κατά κάποιο τρόπο. Θα μπορούσα να φύγω αύριο, να παρατήσω τη δουλειά μου, να τα παρατήσω όλα. Δεν αφήνω τίποτα πίσω μου». «Εκτός από μένα». «Εκτός από σένα». Ο Βασιλιάς Χοβ είχε δυο δυνατά χέρια γίγαντα, τερατώδη σχεδόν. Τ ο ένα, λες και λειτουργούσε αυτόνομα, απλώθηκε κι έπιασε ένα τηλεσκόπιο από κόκκινο χαλκό, από μια εταζέρα. Ο Βασιλιάς το έφερε στο μάτι του. Από το μπαλκόνι, ανοιχτό πάνω από τον Κόλπο, έβλεπες το Αλκατράζ, ένα τμήμα της Γκόλντεν Γκέιτ και τη γυάλινη προεξοχή της Τ ρανζαμέρικα, στην πόλη. Αλλά ο Βασιλιάς παρακολουθούσε ένα υπέροχο δικάταρτο ιστιοφόρο με μαύρη καρίνα που έμπαινε στον Κόλπο από τον Ειρηνικό. «Να τώρα που κλαιγόμαστε. Να που λυπόμαστε τον Μπένεντικτ!»


είπε. Ο Μπεν χαμογέλασε αφηρημένα. Ακολούθησε την κατεύθυνση του τηλεσκόπιου και, γυρνώντας, ανακάλυψε κι αυτός το ιστιοφόρο. «Όχι ως αυτό το σημείο», είπε. «Μα ναι». «Εντάξει». Τ ο ιστιοφόρο προχωρούσε με ταχύτητα, σπρωγμένο από τον αέρα που ερχόταν από τον ωκεανό’ τα πανιά του δεν ήταν λευκά, αλλά στο χρώμα της καπνιάς με δυο ρίγες, στην κορφή, μια μαύρη και μια πορτοκαλί. «Ανήκει σ’ ένα δικηγόρο του Σαν Φρανσίσκο, του Ζούμπαλ Γουίν. Τ ον ξέρεις». Ο Μπένεντικτ κούνησε το κεφάλι του. «Τ ον ξέρεις», επανέλαβε ο Βασιλιάς. Ο Μπεν βγήκε στο μπαλκόνι κι ακούμπησε στην κουπαστή, μα καταλαβαίνοντας πως έκοβε τη θέα του παππού του, παραμέρισε προς τη γωνία και μισοκάθισε στο ξύλο αδιαφορώντας για τα δώδεκα μέτρα κενό, από κάτω του. «Πλησιάζω. Έχω κάνει μεγάλη πρόοδο. Πριν από δυο μήνες έπαιξα μ’ έναν από το Σικάγο που θα μπορούσα να του είχα πάρει, αν ήθελα, τριάντα με σαράντα χιλιάδες δολάρια. Ήταν έτοιμος, ψυχολογικά, να τα χάσει. Αποσύρθηκα εγκαίρως από την παρτίδα. Ήταν κι αυτοί οι δυο τύποι από το Μπρονξ που θα μπορούσα να τους πάρω τα ίδια. Και πολλοί άλλοι». Τ ο τερατώδες χέρι του Βασιλιά έκλεισε το τηλεσκόπιο, το ξανάβαλε στην εταζέρα κι ήρθε κι έπιασε το χοντρό ξύλο του τραπεζιού, απομεινάρι από ένα σκάφος που είχε κάνει το δρόμο του τσαγιού’ τα


χοντρά του δάχτυλα έσφιξαν το ξύλο λες κι ήθελαν να χωθούν μέσα του. «Για ακούστε τον, το νεαρό φανφαρόνο! Για ακούστε τον!» είπε ο Βασιλιάς. «Είναι πανευτυχής. Αποτραβιέται εγκαίρως από μια παρτίδα, όπως τραβιέσαι από την κοιλιά μιας γυναίκας πριν εκσπερματώσεις. Και καμαρώνει κιόλας! Είναι περήφανος για τον εαυτό του!» Ο Μπεν κούνησε το κεφάλι του, χαμογελώντας πάντα. «Όχι». «Ακούστε τον. Θυσιάστηκε· θα προτιμούσε να πάρει τις σαράντα χιλιάδες δολάρια από τον τύπο του Σικάγο, τόσα και περισσότερα από τους άλλους, απ’ όλα τούτα τα γελοία ανθρωπάκια. Αλλά όχι, ακολούθησε αυστηρά τις συμβουλές του τρελού γερο-παππού του, που του δίδαξε χίλιες φορές τι έπρεπε να κάνει». Τ ο δικάταρτο έστριψε απότομα κι έβαλε πλώρη για το Εμπαρκαντέρο. Τ ο χέρι του Βασιλιά σερνόταν σαν ζώο πάνω στο τραπέζι. «Μπένεντικτ;» «Ναι, παππού». «Ο Σολ δε θα έκλαιγε για τον εαυτό του». Όλα έγιναν λες κι η απότομη αλλαγή πορείας του δικάταρτου είχε σημάνει το τέλος της μέρας. Η καταχνιά πλημμύρισε τον κόλπο με μια εκπληκτική ταχύτητα κι η νύχτα άρχισε να πέφτει. Ο Βασιλιάς έχωσε το πιγούνι στο στήθος του. «Αν ήθελα απλά να σε κάνω έναν επαγγελματία παίχτη, Μπένεντικτ, όλα θα ήταν διαφορετικά. Και πολύ πιο εύκολα και για τους δυο μας. Θα είχες κερδίσει αυτές τις σαράντα χιλιάδες δολάρια, και πολλά ακόμα. Τ ίποτα δε σ’ εμποδίζει να το κάνεις. Μπορείς να το κάνεις


από δω κι εμπρός, μπορείς να φύγεις, να γίνεις νταβατζής, ζιγκολό, μπορείς να κερδίσεις πολλά λεφτά. Αρκεί να φύγεις από δω και ν’ αφήσεις τον Βασιλιά Χοβ να βγει από τη μνήμη σου». Ο Μπεν στήριξε τον πισινό του στη στενή κουπαστή κι ισορρόπησε’ τα πόδια του δεν πατούσαν πια στο πάτωμα, το μπράτσο και το χέρι του κρέμονταν στο κενό. «Πεινάω, δεν έφαγα για μεσημέρι», είπε. Τ α γερακίσια μάτια ήταν καρφωμένα με μια απίστευτη ένταση πάνω του. «Πλησίασε, Μπένεντικτ». Τ ο πελώριο χέρι άπλωσε πάνω στο μαύρο τραπέζι τρεις Χρυσούς Αετούς, νομίσματα των είκοσι δολαρίων εκατό χρόνοι τουλάχιστο· τα έκανε να γλιστρήσουν εκπληκτικά μαλακά, χωρίς το παραμικρό κουδούνισμα. «Θέλεις να ξαναδοκιμάσεις, Μπένεντικτ;» Ο Βασιλιάς άναψε μια χάλκινη ναυτική λάμπα που σχημάτισε ένα φωτεινό κύκλο. Μέσα σ’ αυτό τον κύκλο φάνηκαν τα μακριά, λεπτά χέρια του Μπεν κι ακούμπησαν με τις παλάμες πάνω στο ξύλο. «Δεν τα κατάφερες ποτέ, Μπένεντικτ. Και κανένας δεν τα κατάφερε εκτός από τον Σολ Αμπράμοβιτς, μια φορά, δέκα μέρες πριν από το θάνατό του. Μα ο Σολ δεν ήταν… εντελώς ανθρώπινος. Άντε να καταλάβεις τ’ απύθμενα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης: είμαι εδώ, ελπίζοντας πως ο μοναδικός μου εγγονός θα πετύχει και ταυτόχρονα φοβάμαι μήπως πετύχει, ένας Θεός ξέρει γιατί. Είμαι ο Χοβχανές Τ ιγκράν Σαρκισιάν, ο ίδιος ο Βασιλιάς Χοβ, γεννημένος στην Αρμενία, που επέζησε σαν από θαύμα από τις διαδοχικές προσπάθειες του Αβδούλ Χαμίτ του Κόκκινου και του Τ αλαάτ του Σφαγέα που θέλησαν να τον σκοτώσουν στα νιάτα του. Είμαι ο Βασιλιάς Χοβ, και δε με καταλαβαίνω ούτε ο ίδιος. Προσπάθησε, γιε


μου. Τ ι ωφελεί να περιμένεις; Από τούτη τη στιγμή, δε σαλεύω, δεν αναπνέω, σε κοιτάζω…» Είχε σηκώσει τα χέρια του από το τραπέζι κι είχε παραμερίσει λίγο, έτσι που στον φωτισμένο κύκλο δεν υπήρχαν πια παρά τα τρία χρυσά νομίσματα και τα χέρια του Μπεν, ενώ το υπόλοιπο σώμα του έμενε στη σκιά. «Τ ώρα», είπε ο Βασιλιάς. «Τ ώρα κι όχι όταν θα είσαι έτοιμος. Δε διαλέγεις τη στιγμή σου». Τ ο ένα από τα χέρια του Μπεν σάλεψε σε μια κίνηση διαρκείας. Τ σάκωσε το πρώτο νόμισμα κι αποτραβήχτηκε, αφήνοντάς το να ισορροπεί πάνω στην κόψη του. «Αυτό το πέτυχες, σύμφωνοι», είπε ο Βασιλιάς Χοβ, «αλλά και ποιος δε θα το έκανε; Τ ο δεύτερο δε θα το καταφέρεις. Σου είχα υποσχεθεί πως θα βουβαθώ. Είναι αλήθεια. Και μιλάω. Αλλά δεν πρέπει να με ακούς, ό,τι κι αν λέω. Τ ι νομίζεις; Θα επιχειρήσουν τα πάντα για να αναστατώσουν, για να ταρακουνήσουν την αυτοπεποίθησή σου, να πνίξουν το ένστικτο του θανάτου μέσα σου. Δεν καπνίζεις; Θα σου φυσήξουν καπνό στα μούτρα, για ώρες, καπνό από τα χειρότερα πούρα, που φέρνει αναγούλα, θα ρεύονται κρασίλα, φαγίλα, θα χτυπούν το τραπέζι, θα κουνάνε νευρικά το πόδι, θα ρουθουνίζουν, θα σκαλίζουν τη μύτη, θα επαναλαμβάνουν το ένα ή το άλλο τικ ατέλειωτα, θα σου μιλάνε, θα ψάξουν να βρουν τ’ αδύνατα σημεία σου, θα σε πουν Αρμένη, μέτοικο, θα τα βάλουν μαζί σου με κάθε τρόπο που εγώ δεν μπορώ να τον φανταστώ. Και θα είσαι, ίσως είσαι ήδη, άφθαρτος. Πάρε το δεύτερο νόμισμα και στήσε το. Ο Σολ το έκανε. Ο Σολ ήταν ο καλύτερος, δε θα τον φτάσεις ποτέ. Πάρ’ το!» Τ α δυο χέρια του Μπεν κινήθηκαν μ’ εκπληκτικό συγχρονισμό. Οι δείχτες απλώθηκαν, άρπαξαν κι ανασήκωσαν τον Χρυσό Αετό, τον απόθεσαν με εξωπραγματική ακρίβεια στην κόψη του και πάνω στην κόψη του πρώτου νομίσματος, όχι στην ίδια γραμμή, αλλά έτσι ώστε να σχηματίζεται ένας τέλειος σταυρός. Τ α χέρια τραβήχτηκαν στη σκιά. Και τίποτα δεν έπεσε.


«Μόνο που, να», είπε ο Βασιλιάς Χοβ, «μένει και το τρίτο. Ο Σολ το είχε καταφέρει κι αν δεν τον είχαν σκοτώσει, θα το είχε επαναλάβει αμέτρητες φορές. Μα εσύ δεν είσαι αντάξιός του, δε θα τον φτάσεις ποτέ. Τ ι περιμένεις, Μπένεντικτ; Τ ο ξέρεις καλά πως δεν μπορείς». Κι αυτή τη φορά που ξαναφάνηκαν τα χέρια μεταφέροντας το τρίτο νόμισμα ο Βασιλιάς δεν περιορίστηκε στην κουβέντα. Ούρλιαξε τη στιγμή που θα έρχονταν σ’ επαφή, σε σχήμα σταυρού, η κόψη του δεύτερου και του τρίτου νομίσματος. Ο Βασιλιάς ούρλιαξε και βουβάθηκε, το βλέμμα του αρπαχτικού, κάτω από τα δασιά, χιονάτα φρύδια, αρνιόταν να εγκαταλείψει τα τρία νομίσματα, σκαρφαλωμένα τώρα το ένα πάνω στο άλλο, το πρώτο και το τρίτο σε τέλεια ευθεία, στο έλεος της ελάχιστης πνοής ανέμου, αλλά σε απόλυτη ισορροπία. Ο Βασιλιάς έκλεισε τα μάτια. «Πεινάω», είπε ο Μπεν απαθέστατα.

8 Πέρασε τις επόμενες μέρες ανάμεσα στις σεκόγιες του όρους Τ αμαλπάις, τρέχοντας κάθε πρωί είκοσι χιλιόμετρα ανάμεσα στα μεγάλα δέντρα που είχαν εβδομήντα πέντε μέτρα ύψος κι ηλικία είκοσι δύο αιώνες. Τ ο απόγευμα διέσχιζε τον κόλπο με το φέρι και πήγαινε στο μαγαζί της οδού Βαρέν. Έπαιζε, με τον Βασιλιά, ατέλειωτες παρτίδες ντάμα, χάνοντας τη μια μετά την άλλη, πράγμα που έκανε έξαλλο τον Βασιλιά που ήταν σίγουρος πως έχανε επίτηδες. Κι όχι αδικαιολόγητα. Θα έπρεπε να ξαναπιάσει δουλειά στην τράπεζα τη δεύτερη Πέμπτη από τον ερχομό του, Σάββατο 8 Ιουνίου. Τ ην παραμονή της


αναχώρησής του πήγαν να δειπνήσουν, με τον Βασιλιά, στην αρχή του Μπρίτζγουεϊ Μπούλβαρ’ έφαγαν ψάρι που τους σέρβιρε ένας νεαρός μαύρος ο οποίος λικνιζόταν σαν «τρελή» —κι αυτό ήταν. Ήπιαν μάλιστα και λίγο κρασάκι, πράγμα που δεν το συνήθιζαν. Για τον καφέ, ξαναγύρισαν στο μπαλκόνι τους. Ο Βασιλιάς ήταν εξαιρετικά απαιτητικός στο θέμα του καφέ: τον έπινε μόνο φτιαγμένο από τα χέρια του, ανακατεύοντας το νερό —όχι οποιοδήποτε νερό— τον καφέ —όχι οποιονδήποτε καφέ, αλλά ένα καφέ μοναδικό, αγορασμένο αποκλειστικά από έναν μοναδικό Κινέζο της Τ σάιναταουν στον οποίο είχε κάποια εμπιστοσύνη— και τέλος τη ζάχαρη. Με λίγα λόγια, ήταν τούρκικος καφές, αλλά ο Βασιλιάς θα το αρνιόταν ακόμα και στην ηλεκτρική καρέκλα. «Σου έχω μιλήσει για τον Ο’ Κήηφ», είπε ο Μπεν. «Με τη μεσολάβησή του τα κατάφερα κι αυτό μου πήρε τρία χρόνια». Διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τη βραδιά στο ντούμπλεξ της 89ης Οδού, περιγράφοντας κάθε μοιρασιά, ικανός ν’ απαριθμήσει τα φύλλα που έδειχνε κάθε παίχτης, τους στατιστικούς υπολογισμούς που του επέτρεπαν να εκτιμήσει τα κρυμμένα φύλλα, χωρίς να παραλείψει ούτε μία ρελάνς, ούτε ένα τικ. «Ο Βαν Χέερεν απομακρύνεται ελαφρά από το τραπέζι, σε κάποια στιγμή». Ο Βασιλιάς τον είχε βάλει να τραβήξει ως το μπαλκόνι μια μεγάλη πολυθρόνα-παγόνι από μπαμπού, στην οποία καθόταν στητός. Τ ο βλέμμα, κάτω από τα δασιά φρύδια, ήταν πιο διαπεραστικό από ποτέ. «Και πιστεύεις πως μπορείς να τον εξουσιάζεις αυτόν τον άνθρωπο κάθε φορά;» «Ναι». «Λες πως είναι πολύ καλός». «Είναι».


«Είσαι όμως καλύτερος από αυτόν». «Ναι». Παύση. «Πήγαινε φέρε μου το ντοσιέ, Μπένεντικτ». Ο Μπεν επέστρεψε μ’ ένα χαρτοκιβώτιο’ το ακούμπησε στα γόνατα του Βασιλιά κι αυτός το άνοιξεμέσα υπήρχαν εκατοντάδες αποκόμματα εφημερίδων προσεχτικά κομμένα, μερικά κιτρινισμένα από το χρόνο κι όλα αναφέρονταν στον ίδιο άνθρωπο, τον Αλεξάντερ Βέντελ Βαν Χέερεν. Ο Βασιλιάς έδειξε μια φωτογραφία που είχε δημοσιευτεί στο Time Magazine: «Έχει αλλάξει;» «Ελάχιστα». «Κοιτάζει πάντα τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο;» «Τ ον ίδιο». «Τ ον φοβάσαι;» Ο Μπεν χαμογέλασε. «Όχι». Τ α γερακίσια μάτια τον πυρπόλησαν. «Πρόσεξε, Μπένεντικτ. Είσαι ο μόνος σου εχθρός». Σιγή· «Πήγαινε φέρε μου ένα ποτήρι νερό». Ο Μπεν απομακρύνθηκε και γύρισε σε λίγο με δυο ποτήρια κι ένα θερμός. Αρχισαν να πίνουν σιωπηλοί —γουλιά καφέ, γουλιά


παγωμένο νερό— θαυμάζοντας τη νύχτα που έπεφτε στον κόλπο και τα φώτα του Σαν Φρανσίσκο. «Σκότωσέ τον, Μπένεντικτ. Λιώσε τον, τον Τ ούρκο». Ο Μπεν άφησε να κυλήσει μια σταγονίτσα νερό στην παλάμη του αριστερού χεριού του κι ύστερα, με τα μάτια στο κενό, έπιασε να παίζει νωχελικά κυλώντας την από τη μια άκρη στην άλλη της παλάμης του. «Με άκουσες, Μπένεντικτ;» «Ναι, παππού». «Θα τον σκοτώσεις;» «Αρχισα κιόλας», είπε ο Μπένεντικτ με την αλαργινή φωνή του.


ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Δύο Ό μοια

1

Τ ο Σάββατο, μετά το γυρισμό του στη Νέα Υόρκη, ο Οτσόα τον κάλεσε για δείπνο. Ο Οτσόα ήταν παντρεμένος με τη Μαρία που καταγόταν από το Νέο Μεξικό, από το Τ άος, κι είχε στις φλέβες της αίμα από τους Ινδιάνους Πουέμπλο. Οι Ινδιάνοι Πουέμπλο δεν είναι Απάτσι κι απ’ ό,τι φαίνεται ήταν πάντα φιλήσυχοι, διαλλακτικοί και καθόλου καβγατζήδες. Η Μαρία Οτσόα ήταν η μόνη Ινδιάνα Πουέμπλο που δεν ήταν ούτε φιλήσυχη ούτε διαλλακτική, ήταν όμως κάτι πάρα πάνω από καβγατζού’ ήταν εκρηκτική. Δεν ήταν ούτε μια ούτε δυο φορές που είχε επιχειρήσει να σπάσει το κεφάλι του Οτσόα. Χωρίς επιτυχία. Γιατί αν και δεν ήταν πρώτο μπόι, ο Οτσόα ζύγιζε ογδόντα πέντε κιλά, ενώ εκείνη, με το ένα πενήντα πέντε της, δε ζύγιζε πάνω από σαράντα πέντε κιλά. Ο αγώνας ήταν άνισος. Τ ους μαγείρεψε, το Σάββατο το βράδυ, ένα είδος habichuelas rojas con bacalao, μπακαλιάρο με κόκκινα φασόλια με άλλα λόγια. Δεν ήξερε να φτιάχνει τίποτ’ άλλο. Έφαγαν οι τρεις τους και μιας κι ήταν οχτώμισι η ώρα κι η ζέστη ήταν υγρή κι αφόρητη, αποφάσισαν να πάνε να κολυμπήσουν. Προτίμησαν το Ροκγουέι αντί για το Κόνεϊ Άιλαντ. Και καθώς κατηφόριζαν τη Φλάτμπας Άβενιου η Μαρία διαπίστωσε πως τους παρακολουθούσαν. «Είμαι σίγουρη. Τ ο μπλε αμάξι με τους δυο τύπους μέσα». «Η Ινδιάνα Φαρμακόγλωσσα έχει παραισθήσεις», είπε ο Οτσόα, αλλά το βλέμμα του αναζήτησε το βλέμμα του Μπεν μέσα στο καθρεφτάκι. «Ενώ ο Ινδιάνος Γλυκομίλητος έχει μάτι που κόβει», του αντιμίλησε η Μαρί.


Πριν από το γάμο της, δούλευε σαν γυμνό μοντέλο σε σχολές ζωγραφικής. Είχε αρνηθεί δυναμικά να τα παρατήσει επειδή είχε παντρευτεί ένα ζηλιάρη Μεξικάνο, α Και τι σε πειράζει εσένα αν βλέπουν, αφού δεν αγγίζουν;» τον είχε αντικρούσει. «Μα για το Θεό, έχω κι Ισπανούς προγόνους, δικαιούμαι λοιπόν να είμαι ζηλιάρης. Κι είμαι και άγριος, μάλιστα! Γίνομαι έξαλλος όταν σκέπτομαι όλους αυτούς που τρώνε με τα μάτια τους την τσίτσιδη γυναίκα μου!» Τ ου είχε δώσει μια σκουντιά με τον αγκώνα αντί γι’ άλλη απάντηση. Τ ο μπλε αυτοκίνητο ήταν ακόμα πίσω τους στη διασταύρωση με τον Περιφερειακό και πέρασε και τα διόδια στην είσοδο του Τ ζαμάικα Μπέι. Ωστόσο εξαφανίστηκε όταν ο Οτσόα πάρκαρε το αυτοκίνητό του στο Τ ζάκομπ Ρίις Παρκ. Κολύμπησαν με την ησυχία τους, γυμνοί κι οι τρεις. «Μα έλα τώρα, ο Μπεν είναι φίλος», εξήγησε η Μαρία. Ξαναγύρισαν στο Μπρούκλιν. Οι Οτσόα έμεναν από την άλλη μεριά του Βοτανικού Κήπου. Άφησαν τον Μπεν σπίτι του και έφυγαν. Τ σακώνονταν κάτω από το ντους, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Μπεν που τους ζητούσε να πάνε σπίτι του. Μπήκαν χωρίς δυσκολία στο διαμέρισμα, ή πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Βρήκαν τον Μπεν ξαπλωμένο μπρούμυτα στο κρεβάτι —δεν είχε καν τη δύναμη να βάλει το ακουστικό στη θέση του. Αλλά είχε τις αισθήσεις του, τα μπλε του μάτια ήταν ορθάνοιχτα και μπορούσε να μιλήσει. «Ούτε γιατρό, ούτε αστυνομία». Τ ο πιο εντυπωσιακό ήταν τ’ απομεινάρια του Τ -σέρτ ανακατεμένα με σάρκα κι αίμα, πάνω στην πλάτη του’ μερικά κομμάτια είχαν κυριολεκτικά σφηνωθεί μέσα στ’ αυλάκια που είχε σκάψει το μαστίγιο στις ωμοπλάτες, ξεγυμνώνοντας σχεδόν το κόκαλο. «Ούτε γιατρό, ούτε αστυνομία», επανέλαβε ο Μπεν. Ο Οτσόα έφυγε να βρει ένα φαρμακείο ανοιχτό και γύρισε κουβαλώντας, στην τύχη, οινόπνευμα, οξυζενέ, αιθέρα, γάζες και


βαμβάκι σε απίθανες ποσότητες. Ξανάφυγε αμέσως ενώ η Μαρία, μ’ ένα τσιμπιδάκι των φρυδιών και μπαμπάκι στριμμένο σε ραβδάκια, βάλθηκε να καθαρίζει τις πληγές, βγάζοντας ό,τι ξένο σώμα έβλεπε μέσα τους. Ο Οτσόα ξαναγύρισε κατά τις δύο το πρωί, κουβαλώντας αυτή τη φορά ενέσεις μορφίνης και τέσσερα δισκία πάλφιουμ. «Ούτε λόγος», είπε ο Μπεν. «Μην είσαι βλάκας, ξόδεψα μια περιουσία». «Θα στα ξεπληρώσω». «Βλάκα!» Ο Μπεν, λουσμένος στον ιδρώτα, είχε στο βλέμμα μια σταθερότητα, μια ακινησία, σαν ζώο που υποφέρει τα μαρτύρια, ανίκανο να βογκήσει ή να παραπονεθεί. Ωστόσο, δέχτηκε να πάρει μια ασπιρίνη και κατάφερε να κοιμηθεί λιγάκι. Όταν ξύπνησε, τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Οι δυο άντρες τον περίμεναν στις σκάλες, οπλισμένοι κι οι δυο με περίστροφα, βουβοί. Δεν είχαν ανοίξει ούτε στιγμή το στόμα, έδιναν διαταγές ο ένας στον άλλο με νοήματα. Τ ον ανάγκασαν να μπει στο διαμέρισμά του και να ξαπλώσει κατάχαμα, με χέρια και πόδια ανοιχτά, σαν σταυρωμένος. Τ ου είχαν χώσει ένα σαπουνάκι στο στόμα, του είχαν δέσει καρπούς κι αστραγάλους με καλώδιο που είχαν κουβαλήσει μαζί τους, ολόκληρο ρολό, τον είχαν γυρίσει μπρούμυτα. Είχαν ψάξει με την ησυχία τους το διαμέρισμα προτού ασχοληθούν μαζί του. Δέκα χτυπήματα ο καθένας κι ανάμεσα σε κάθε χτύπημα, το γλένταγαν, γλιστρώντας του στο πρόσωπο το μαστίγιο με τα ψήγματα από μολύβι για να καταλάβει καλά με τι τον χτυπούσαν. Μετά, τον είχαν λύσει κι αντικατέστησαν το καλώδιο με λουρίδες από μια σκισμένη πετσέτα, αρκετά χαλαρά για να λυθεί μόνος του. Κι είχαν φύγει, αμίλητοι πάντα. Από αναλογίες, ο Οτσόα δεν τα πήγαινε καλά: τα μπράτσα του ήταν


πολύ κοντά για την κατηγορία του· σ’ ένα ρινγκ, δε θα κατάφερνε ποτέ να φτάσει τον αντίπαλό του. Αλλά η γροθιά του ήταν αρκετή να τσακίσει κάθε σαγόνι. Επωφελήθηκε από μια απουσία της Μαρίας, η οποία είχε διαπιστώσει —όπως το προέβλεπε άλλωστε— πως το ψυγείο ήταν άδειο και βγήκε να φέρει κάποιες προμήθειες. Έδωσε, μια γροθιά σε μια πόρτα και το ξύλο ράϊσε. «Και δε θα κάνεις τίποτα;» «Όχι, για την ώρα». «Αυτά τα καθίκια τα έστειλε ο Βαν Χέερεν». Ο Μπεν σώπαινε. «Μη μου πεις όχι, Μπεν. Θα τον σκοτώσω αυτόν τον πούστη της Παρκ Αβενιου, που στέλνει τους μπράβους του να σε τσακίσουν επειδή τον γελοιοποίησες στο πόκερ!» Και δεύτερη γροθιά στην πόρτα’ η ρωγμή μεγάλωσε. «Ηρεμία. Μη σπάσεις το σπίτι, σε παρακαλώ». Ο Μπεν κατάφερε ν’ ανασηκωθεί στηριγμένος στους αγκώνες. Κατέβασε τα πόδια του από το κρεβάτι και σηκώθηκε. «Πού πας;» «Μπορώ να περπατήσω». Πήγε και πήρε μόνος του ένα ποτήρι νερό. Τ ο ήπιε. «Η παρτίδα μόλις αρχίζει», είπε. Ο Οτσόα κι η γυναίκα του έκαναν βάρδιες στο προσκέφαλό του και διαμαρτυρήθηκαν σθεναρά, όταν εκείνος αποφάσισε να σηκωθεί, να βγει μάλιστα, να πάει ως το Μανχάταν, ως τη Γουίλιαμς Στρητ, από το άλλο πρωί κιόλας.


«Θα ξανανοίξουν οι πληγές σου! Τ ι θα ξανανοίξουν; Σάμπως έκλεισαν καλά καλά;» Μα ήταν σαν να μιλούσαν σε ντουβάρι. Τ η Δευτέρα το πρωί, ο Μπεν σηκώθηκε, φόρεσε το συνηθισμένο άσπρο Τ -σερτ του πάνω από ένα κατάπλασμα επιδέσμων, και πάνω απ’ όλα έβαλε το πέτσινο μπουφάν του, παρά τη ζέστη. Στην αρχή ήταν κατάχλωμος και τρέκλιζε, αλλά σιγά σιγά ξαναβρήκε το χρώμα του. Ο Οτσόα του χρησίμευε για σωματοφύλακας στο μετρό, έμπαινε ανάμεσα κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τον Μπεν. Ο Οτσόα, αγριεμένος, είχε ξεθάψει το παλιό μαχαίρι με την οδοντωτή λάμα, των πρώτων του χρόνων στη Νέα Τ όρκη. Έφυγαν νωρίτερα από το συνηθισμένο κι έτσι βρίσκονταν στις οχτώ και τριάντα στην επίσημη είσοδο της τράπεζας, από κει που έμπαιναν μόνο οι μεγαλόσχημοι της διοίκησης. Ήταν κοινό μυστικό πως ο Αλεξάντερ Βαν Χέερεν, όταν ήταν στη Νέα Υόρκη, το είχε κανόνα τιμής να φτάνει πάντα ένα τέταρτο νωρίτερα από τους υπαλλήλους του. Κι εκείνη τη Δευτέρα, δεν παρέβηκε τη συνήθειά του. Η μαύρη λιμουζίνα με τους σωματοφύλακες σταμάτησε στο πεζοδρόμιο στις οχτώ και σαράντα πέντε. Οι σωματοφύλακες εντόπισαν με την πρώτη τον τύπο με το χλωμό πρόσωπο και τα χέρια στις τσέπες του δερμάτινου μπουφάν’ αναπτύχθηκαν σε στρατιωτικό σχηματισμό. «Όχι», τους είπε ο Βαν Χέερεν. «Εντάξει». Είχε το ίδιο ύψος με τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν, μα ζύγιζε είκοσι γεμάτα κιλά πάρα πάνω. Τ ο σιωπηλό αντίκρισμά τους κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, κι ήταν ήδη πολλά. Ο Άλεξ Βαν Χέερεν ήταν πενηντάρης, γεροδεμένος, κοκκινόξανθος, με τα πιο ανοιχτόχρωμα και παγωμένα μάτια που μπορούσες να βρεις στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης’ είχε πολλές φορές αναφερθεί ανάμεσα στους πιο καλοντυμένους άντρες του κόσμου’ οι συλλογές του ήταν διάσημες. Είχε αρνηθεί τη θέση του γραμματέα του Εθνικού Θησαυροφυλακίου’ υπήρξε διευθυντής της Διεθνούς Τ ράπεζας’ υπήρξε πρόεδρος του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Τ ο βλέμμα


του έσμιξε με αυτό του Σαρκισιάν, στάθηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου κι ύστερα, προχώρησε απαθής προς το ατομικό του ασανσέρ. Ο Οτσόα πλησίασε. «Και λοιπόν; Τ ι κέρδισες». «Σ’ αυτόν μένει να κάνει ρελάνς».

2 Δεν υπήρξε μία ρελάνς αλλά πολλές. Κι ήταν όλες ασυνήθιστες, καμιά ίδια με την άλλη. Για κάμποσες μέρες, δε φάνηκε να σαλεύει τίποτα, εκτός από την πληροφορία που μετέφερε η Λίντα Πέρσικο, η ταμίας. Είπε στον Μπεν και τον Οτσόα. «Αυτό που μου έβαλε ψύλλους στ’ αυτιά, είναι πως μπήκε στον κόπο να κατέβει από τα ύψη της διοίκησης αυτή η μέγαιρα, η Εύα Μόρισον, να κάνει τις ερωτήσεις». Η Εύα Μόρισον είχε απαιτήσει πλήρη έρευνα για τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν, σαν πελάτη της τράπεζας, για τον τρόπο που είχαν φτάσει στο λογαριασμό του οι είκοσι χιλιάδες δολάρια και πώς εξελισσόταν ο εν λόγω λογαριασμός. Είχαν ελέγξει και το ποιόν του Μπένεντικτ σαν υπαλλήλου της τράπεζας! πώς είχε προσληφθεί, ποια ημερομηνία, τι έκανε, πόσα κέρδιζε, αν ήταν ή όχι υπάλληλος υπόδειγμα. Πέρασε ακόμα μια βδομάδα και τέλος η Εύα Μόρισον εκδηλώθηκε, αυτοπροσώπως, ένα πράγμα με μπλε ταγέρ, κι αισθησιακή σαν ηλεκτρικό τρυπάνι. Μιλούσε με το «αξάν» της Νέας Αγγλίας. Είπε


πως επρόκειτο για μια έρευνα, για μια μελέτη αγοράς, κάτι πολύ συνηθισμένο, πως δεν ήταν υποχρεωμένος ν’ απαντήσει, πως μπορούσε μάλιστα να φύγει, αν το ήθελε. Ο Μπεν απάντησε με το συνηθισμένο, αδιάφορο κι ονειροπόλο ύφος του πως δεν έβλεπε τίποτα κακό στο ν’ απαντήσει. «Κερδίζετε εκατόν ενενήντα εφτά δολάρια τη βδομάδα», είπε. «Κι εργάζεστε σε μας δεκατέσσερις μήνες ακριβώς. Κι εδώ και δεκατέσσερις μήνες, δηλαδή, εδώ και εξήντα δύο βδομάδες, και κάθε βδομάδα, προεισπράττετε πενήντα δολάρια από τα εκατόν ενενήντα εφτά του μισθού σας. Σωστά;» «Σωστά». «Ήτοι, τρεις χιλιάδες εκατό δολάρια. Και την ημέρα που αρχίσατε να εργάζεστε σ’ εμάς, ανοίξατε ένα τρέχοντα λογαριασμό στο ίδιο κατάστημα, στον οποίο καταθέσατε έξι χιλιάδες τριακόσια δολάρια. Σωστά;» «Σωστά». «Σ’ αυτή την αρχική κατάθεση, προσθέτατε άλλες, κάθε Δευτέρα πρωί, διάφορης σπουδαιότητας, η λιγότερο σημαντική ήταν εβδομήντα εννέα δολάρια, η μεγαλύτερη διακόσια πενήντα έξι’ ο γενικός μέσος όρος ανέρχεται σ’ εκατό εξήντα τρία δολάρια και ογδόντα εφτά σεντς’ τ’ αναφέρω από μνήμης και μπορεί να γελιέμαι, αλλ’ αυτό θα με εξέπληττε. Σωστά;» «Πιθανόν», είπε ο Μπεν με τα μάτια στο ταβάνι. «Είχατε λοιπόν, σ’ αυτό το λογαριασμό, πριν από τρεις βδομάδες, το ποσό των είκοσι χιλιάδων δολαρίων. Ακριβώς. Ούτε είκοσι χιλιάδες δολάρια και τριάντα τέσσερα σεντς, ούτε δεκαεννέα χιλιάδες δολάρια κι εννιακόσια ενενήντα σεντς. Είκοσι χιλιάδες ακριβώς. Κατά προσέγγιση σεντς. Κι από τη στιγμή που φτάσατε σ’ αυτόν τον αριθμό, δεν κάνατε καμιά κατάθεση».


«Αλήθεια;» είπε ο Μπεν. «Και τότε, ρευστοποιήσατε ξαφνικά αυτό το λογαριασμό». Μια παύση. «Κύριε Σαρκισιάν, υπήρξε κάτι που σας δυσαρέστησε σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτησή σας;» Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν, που είχε πάψει ν’ αποθαυμάζει το ταβάνι, περιεργαζόταν τώρα, από το παράθυρο της Εύας Μόρισον, την πρόσοψη του τεράστιου κτιρίου της Ομοσπονδιακής Τ ράπεζας Παρακαταθηκών. Για μια στιγμή, φάνηκε σαν να μην άκουσε την ερώτηση. Στο τέλος ρώτησε: «Είπατε πως θα μπορούσα να φύγω, αν το επιθυμούσα». «Σωστά», είπε η Εύα Μόρισον. Έφυγε. Η δεύτερη ρελάνς του Αλεξάντερ Βαν Χέερεν πήρε τη μορφή ενός άντρα γύρω στα τριάντα πέντε’ ήταν ένας δικηγόρος, νομικός σύμβουλος σ’ έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς οργανισμούς του Μανχάταν. Πίσω από τα γυαλιά του με τον κοκάλινο σκελετό, το βλέμμα του ήταν κοφτό, διαπεραστικό κι έπαιζε θαυμάσιο πόκερ —οι επιθέσεις του ήταν υπέροχες κι η άμυνά του εξαιρετικά αποτελεσματική. Τ ον έλεγαν Σκόπι. Ήταν ο ένας από τους έξι που είχε συγκεντρώσει ο Νέβιλ Λάμερς το βράδυ της 5ης Ιουλίου στο διαμέρισμά του στα Μπρούκλιν Χάιτς, από την άλλη μεριά του Ιστ Ρίβερ, με υπέροχη θέα στο φωτισμένο Μανχάταν. Οι άλλοι που συμμετείχαν στην παρτίδα, εκτός από τον Σκόπι και τον Λάμερς, ήταν ο Γουίλιαμσον, ο Ντένις Ο’ Κήηφ, ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν κι ο έκτος, ένας γιατρός. Από τα πρώτα μοιράσματα, φάνηκε καθαρά πως ο γιατρός ήταν ένας συνηθισμένος παίχτης’ ήταν εκεί όπως καλείς κάποιον για να κάνει


τον τέταρτο στο μπριτζ. Από τον Λάμερς και τον Γουίλιαμσον, όπως κι από τον Ο’ Κήηφ, ο Μπεν ήξερε τι μπορούσε να περιμένει: καμιά έκπληξη από τους δυο πρώτους που έπαιξαν χαρτιά, όπως θα έπρεπε να παίζουν γκολφ, για να περάσουν το βράδυ, τίποτα περισσότερο. Ο Ντένις Ο’ Κήηφ ήταν ο πιο απρόβλεπτος, πιο επιρρεπής στην μπλόφα. Ήταν ικανός να την προετοιμάσει υπομονετικά, κάνοντας πρώτα δυνατές ρελάνς, ή υποτιθέμενα δυνατές, σαν τους αδέξιους μπλοφαδόρους, με υπολογισμούς όπου άφηνε ελεύθερη την κέλτικη φαντασία του’ αλλά του έλειπε το σθένος κι έφτανε μια στιγμή που μπερδευόταν, στην προσπάθειά του να θολώσει τα νερά. Ο δικηγόρος, ο Σκόπι, ήταν άλλης κλάσης. Συμμετείχε στην παρτίδα με μοναδικό στόχο να εκτιμήσει την αξία του νεαρού ΣανΦρανσισκανού, το πράγμα φάνηκε γρήγορα. Δεν το έκρυβε, εξάλλου. Όλα είχαν αρχίσει πέντε μέρες νωρίτερα μ’ ένα τηλεφώνημα του Λάμερς, χάραμα σχεδόν. Φοβόταν πως δε θα τον έβρισκε αλλιώς, είπε ο Λάμερς, ξέροντας πως εργαζόταν… γι’ αυτό άφησε κατά μέρος τις επιφυλάξεις. «Δε γίνεται λόγος για χρήματα, Σαρκοσιάν…» «Σαρκισιάν…» «Σαρκισιάν, δεν είναι θέμα χρημάτων. Δεν έχετε; Πόσα θέλετε; Θα σας δανείσω. Θέλω, απλά, να παίξω μαζί σας κι είμαι έτοιμος να πληρώσω γι’ αυτό όπως θα πλήρωνα για μια διαδρομή με τον Άρνολντ Πάλμερ. Θα έρθει να σας πάρει ο σοφέρ μου, στις εννιά και τριάντα, σας βολεύει; Εξάλλου, μένουμε κι οι δυο στο Μπρούκλιν…» Μια παγίδα που δεν μπήκαν καν στον κόπο να κρύψουν. Τ ην πρώτη ώρα του παιχνιδιού, ο δικηγόρος μπήκε ελάχιστες φορές. Τ ο τράβηγμα για τις θέσεις, τους είχε φέρει πλάι πλάι, τον Μπεν κι αυτόν και πολλές φορές είχε πάρει φύλλο που θα ικανοποιούσε και τον πιο δύσκολο. Είχε πάει πάσο όμως, αποφεύγοντας να κάνει ρελάνς, ήταν μάλιστα φορές που δεν είχε ανοίξει καν τα κρυφά χαρτιά


του. Αντίθετα, μιλούσε. Μίλησε για το Σαν Φρανσίσκο, που έδειχνε να το ξέρει καλά, κι ανέφερε μάλιστα ονόματα παιχτών του πόκερ. Είπε στον Μπεν: «Είσαστε από κει, έτσι δεν είναι; Τ ότε θα πρέπει να έχετε συναντήσει…» Κι απαριθμούσε ονόματα. Ο Μπεν κουνούσε το κεφάλι: όχι, κανένα από αυτά τα ονόματα δεν του ήταν γνωστό. Όχι, δεν είχε παίξει σ’ αυτόν τον κύκλο της Πασίφικ Άβενιου, ούτε στο Όκλαντ, ούτε στο Μπέρναλ Χάιτς, όχι δεν ήξερε κανένα από αυτά τα μέρη. «Κι όμως, είναι μέρη όπου παίζεται υψηλού επιπέδου πόκερ». «Πολύ πιθανό», απάντησε ο Μπεν. Μετά την πρώτη ώρα, ο Σκόπι μπήκε για καλά στο παιχνίδι. Άρχισε με δυο λάθη, που τα έκανε, σίγουρα, οικειοθελώς —την πρώτη απέφυγε να χτυπήσει έχοντας την καλύτερη χαρτωσιά στο τραπέζι και στη συνέχεια, έκανε, αντιθέτως, ρελάνς στον Μπεν που είχε, φως φανάρι, τρία φύλλα ανώτερα από τα δικά του. Τ ότε άρχισε η πραγματική μάχη’ ο Λάμερς κι ο Γουίλιαμσον αποσύρθηκαν αμέσως, όχι από το τραπέζι, αλλά από μια μονομαχία όπου δεν είχαν τίποτα να κάνουν. Ο Ο’ Κήηφ, κλείνοντας πονηρά το μάτι, συνέχισε να παίζει κανονικά, με ξαφνικές αναλαμπές που μπορούσαν να σημαίνουν οτιδήποτε. Όσο για το γιατρό, αυτός ούτε είδε, ούτε μάντεψε τίποτα. Έπαιξαν όπως είχε συμφωνηθεί, τέσσερις ώρες, από τις δέκα ως τις δυόμισι το πρωί με μια σύντομη διακοπή τα μεσάνυχτα, Τ ριάντα μία χιλιάδες δολάρια άλλαξαν χέρια. Ο Λάμερς έχασε χίλια πεντακόσια, ο Γουίλιαμσον δύο χιλιάδες, ο γιατρός χίλια περίπου. Ο Ο’ Κήηφ έβαλε στην τσέπη του τέσσερις χιλιάδες. «Σας χρωστάω, συνεπώς είκοσι τέσσερις χιλιάδες εννιακόσια


δολάρια», είπε ο Σκόπι στον Μπεν. Τ α είχε μετρητά πάνω του. Έβγαλε είκοσι ένα χαρτονομίσματα των χιλίων δολαρίων από μια δέσμη που θα πρέπει να περιείχε πενήντα χιλιοδόλαρα. «Κι είσαστε ικανός να παίζετε έτσι κάθε φορά;» «Δοκιμάστε», είπε ο Μπεν αφηρημένα. «Κάνετε το πιο εκπληκτικό παιχνίδι που έχω δει. Εντυπωσιακό, ειλικρινά» Ο O’ Κήηφ επέμεινε να συνοδέψει τον Μπεν, που πήρε από τους άλλους χαμένους, τα δυο χιλιάδες εκατό δολάρια που είχε κερδίσει. Σαν βγήκαν έξω, ο Ιρλανδός παρατήρησε! «Πόσα στο σύνολο; Είκοσι εννιά χιλιάδες; Είκοσι εφτά; Μπορώ να σου πω πως εντυπωσιάστηκα γι’ άλλη μια φορά; Τ ον τσάκισες τον Σκόπι. Και δεν είναι ο οποιοσδήποτε». «Κανένας δεν είναι ο οποιοσδήποτε», είπε ο Μπεν. Ο Ιρλανδός οδηγούσε αργά. Στο στήριγμα της κεφαλής του καθίσματος του, ο Μπεν έμοιαζε να κοιμάται Ο Ο’ Κήηφ του έριξε μια λοξή ματιά. «Θα κατάλαβες βέβαια πως δεν έπαιζε για λογαριασμό του… Ανόητη ερώτηση. Μπεν, ξεσήκωσες τη μήνι του Βαν Χέερεν. Δεν αστειεύομαι. Μπλέχτηκες σε δύσκολη παρτίδα. Είδα τα μούτρα του, εκείνο το βράδυ, σαν έφυγες. Δε θα σε αφήσει σε χλωρό κλαρί. Με τον Σκόπι σε…. βυθομέτρησε. Θέλησε να βεβαιωθεί πως δεν είχε πέσει έξω και τώρα εξακρίβωσε πως είσαι παίχτης ανώτερης κλάσης. Μ’ αυτό δε θα τον ησυχάσει. Κάθε άλλο. Ένας Θεός ξέρει τι θα κάνει, τώρα. Μα τον άγιο Σον Κόνερι, κηρύχτηκε πόλεμος. Ελπίζω να μην είμαι στην πρώτη σειρά…»


3

Η επόμενη ρελάνς πήρε και πάλι τη στεγνή, γωνιώδη, αποστειρωμένη παγερή μορφή της Εύας Μόρισον. «Κάνατε σήμερα το πρωί, στον τρέχοντα λογαριασμό σας, δυο καταθέσεις σε μετρητά, μία είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων δολαρίων, και δεύτερη δύο χιλιάδων εκατό, αλλά σε δύο ξεχωριστές καταθέσεις, σε διάστημα λεπτού. Είναι πρωτότυπο. Είκοσι εφτά χιλιάδες δολάρια! Γινόσαστε σημαντικός πελάτης». Ο Μπεν έβαλε ευγενικά το χέρι μπροστά στο στόμα και χασμουρήθηκε: «Μου είπαν πως θέλετε να με δείτε». Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά. «Πράγματι. Εργάζεστε στην αίθουσα των θησαυροφυλακίων εδώ και δέκα μήνες, μετά από τέσσερις μήνες στην υπηρεσία συντήρησης. Η ποιότητα της εργασίας τράβηξε την προσοχή των ανωτέρων σας στην ιεραρχία. Σας προτείνουν μια άμεση προαγωγή. Μετατίθεστε στον τεσσαρακοστό δεύτερο όροφο, τον όροφο της προεδρίας, με την ιδιότητα του υπεύθυνου ασφαλείας. Θα είσαστε με πολιτικά και θα οπλοφορείτε». «Δυστυχώς, δεν μπορώ να δεχτώ», είπε ο Μπεν. «Ο μισθός σας σήμερα είναι εκατόν ενενήντα εφτά δολάρια την εβδομάδα. Και στην καινούρια σας θέση, θα είναι διακόσια σαράντα πέντε». «Λυπάμαι ειλικρινά», επανέλαβε ο Μπεν. «Τ α διακόσια σαράντα πέντε δολάρια είναι ένα πρώτο βήμα, σε τρεις μήνες θα γίνει αναπροσαρμογή».


«Δεν πρόκειται για τα χρήματα. Είναι θέμα… φιλίας». Τ ον κοίταξε επίμονα και ρώτησε. «Πρόκειται για κάποιο συγκεκριμένο άτομο;» «Ο Φρανσίσκο Ναρβάεζ Οτσόα. Εργαζόμαστε μαζί». «Και προτιμάτε να μη χωρίσετε’ αυτό είναι;» «Ακριβώς». Σιγή. Η γυναίκα με το μπλε ταγέρ σηκώθηκε, έκανε με αργά βήματα το γύρο του γραφείου, στάθηκε για λίγο μπροστά στο παράθυρο, περιεργάστηκε το κτίριο της Ομοσπονδιακής Τ ράπεζας Παρακαταθηκών, και ξαναγύρισε στη θέση της, απαθής κι ανέκφραστη. Ήταν η μόνη κίνηση με την οποία έδειξε πως έβραζε, ίσως, από λύσσα. «Αρχίζετε αύριο. Κι οι δυο», είπε. Η παρτίδα του πόκερ που οργάνωσε ο Νέβιλ Λάμερς είχε λάβει χώρα την Παρασκευή 5 Ιουλίου, η δεύτερη συνάντηση με την Εύα Μόρισον, τη Δευτέρα 8. Τ ην Τ ρίτη, 9η Ιουλίου, ο Οτσόα ανακάλυψε μ’ ενδιαφέρον πως η καινούρια του εργασία συνίστατο στο να μην κάνει τίποτα. Έμαθε ακόμα πως αυτό το πόστο είχε δημιουργηθεί ειδικά γι’ αυτόν.’ του ζητούσαν, σε γενικές γραμμές, ν’ αγρυπνεί για την ασφάλεια ενός χώρου, ανάμεσα στο τεσσαρακοστό πρώτο πάτωμα, που φυλαγόταν από τις κανονικές υπηρεσίες ασφαλείας της τράπεζας, και τον τεσσαρακοστό δεύτερο. Ο τεσσαρακοστός δεύτερος όροφος κι οι επόμενοι προορίζονταν για τη γενική διεύθυνση και τον πρόεδρο. «Εσύ, Μπένεντικτ Σαρκισιάν από το Σαν Φρανσίσκο, ποιον έχεις αναλάβει να προσέχεις;» «Επιβλέπω, γενικά, ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει».


Είχε στεγαστεί σ’ ένα γραφείο του τεσσαρακοστού δεύτερου ορόφου. Τ ο κτίριο της τράπεζας, ένα τέλειο παραλληλόγραμμο ως αυτό το ύψος, άλλαζε σχήμα! έπαιρνε τη μορφή ενός κεφαλαίου L και μέσα στην ορθή γωνία που σχηματιζόταν ανάμεσα στις δυο πλευρές, είχε δημιουργηθεί ένας κήπος και μια πισίνα, προορισμένα αποκλειστικά για την προεδρεία. «Τ ουλάχιστον για σένα δε χρειάστηκε να φτιάξουν ένα ειδικό πόστο, υπήρχε ήδη. Αλλά ο τύπος που το είχε πριν από σένα, τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα του Τ όκιο, μιας και δεν έχουμε ανοίξει ακόμα στο Φεγγάρι». Τ ο γραφείο που είχαν παραχωρήσει στον Μπένεντικτ βρισκόταν στο σημείο που ενώνονταν οι δυο πλευρές του ορθογώνιου, στο τμήμα που καταλάμβανε ο Βαν Χέερεν’ σημάδευε τα όρια, κατά κάποιο τρόπο’ δεν μπορούσε να πάει κανείς στα οχτώ δωμάτια που κρατούσε ο Πρόεδρος χωρίς να περάσει μπροστά από την τζαμόπορτά του, εκτός κι αν χρησιμοποιούσε τον ειδικό ανελκυστήρα που έβγαζε κατευθείαν στο ιδιαίτερο διαμέρισμα. «Η δουλειά σας θα είναι», του εξήγησε η Εύα Μόρισον, «η προσωπική ασφάλεια του προέδρου. Εξήντα δύο άτομα, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού υπηρεσίας, και εγώ, έχουν άδεια εισόδου σ’ αυτόν τον όροφο’ μόνο οχτώ, κι εγώ μεταξύ τους, μπορούν να μπαίνουν στο ιδιαίτερο διαμέρισμα. Γ ία το καθένα από αυτά τα εξήντα δύο άτομα, οι φάκελοί τους θα σας τα πουν όλα. Έχετε πείρα από όπλα». «Ό,τι έμαθα στο στρατό». «Εν πάση περιπτώσει, από σήμερα θα πηγαίνετε κάθε εργάσιμη μέρα, από τις μία έως τις δύο μετά το μεσημέρι, σ’ αυτό το κέντρο της 34ης Οδού. Ορίστε η διεύθυνση σας περιμένουν. Ο εκπαιδευτής σας ονομάζεται Φρανκ Μάτζιο. Θα σας συμβουλεύσει για την επιλογή όπλου. Δε θα πληρώσετε τίποτα. Ερωτήσεις;» «Πού είναι ο κύριος Βαν Χέερεν;»


«Θ’ απουσιάσει δέκα μέρες». Ο Άλεξ Βαν Χέερεν επέστρεψε πράγματι στις 19 Ιουλίου από ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του με το ειδικό ασανσέρ κι έτσι ο Μπεν δεν τον είδε, αλλά το έμαθε απλά από την ασταμάτητη παρέλαση, δυόμισι ώρες, προσώπων που κάθε φορά τους έπαιρνε τα στοιχεία. Έτσι κύλησε όλο σχεδόν το πρωί. Ήταν δώδεκα παρά είκοσι όταν βόμβισε το ίντερκομ. «Σαρκισιάν», είπε ο Μπεν. «Στο γραφείο μου», είπε η φωνή του Βαν Χέερεν.

4 Δεν ήταν ένα γραφείο μόνο’ το δωμάτιο ήταν πραγματικά πελώριο. Από τις ανοιχτές πόρτες μπορούσες να δεις μια βιβλιοθήκη, δυο κρεβατοκάμαρες, δυο μπάνια, μια μικρή αίθουσα συνεδριάσεων και μια αίθουσα γυμναστικής. Μεγάλες συρόμενες τζαμόπορτες έβγαζαν στον κήπο και την πισίνα. Ο αρχιτέκτονας είχε διευθετήσει έτσι τους χώρους ώστε να έχουν θέα, ανάμεσα στο φαράγγι των κτιρίων και τους δίδυμους πύργους του Διεθνούς Επαγγελματικού Κέντρου, στον κόλπο της Νέας Υόρκης, στη συμβολή του Χάντσον και Ιστ Ρίβερ. «Έχεις ξαναμπεί εδώ;» «Όχι, κύριε». «Κάνε ένα γύρο». Ο Μπεν έκανε ένα ημικύκλιο, αργά, στο δωμάτιο, ενώ ο Βαν Χέερεν καθόταν γερμένος ελαφρά στην ψηλή ράχη της δερμάτινης πολυθρόνας του, με τους αγκώνες στα μπράτσα και τα χέρια ενωμένα. Στη συνέχεια, πέρασε στη βιβλιοθήκη, στα υπνοδωμάτια, στα μπάνια, στις αίθουσες συνεδριάσεων και γυμναστικής.


«Και στον κήπο;» «Αφού είσαι επιφορτισμένος με την ασφάλειά μου…» Καινούρια περιήγηση. Ο Μπεν έκανε το γύρο της πισίνας, που το νερό της ήταν ακίνητο, προστατευμένη από τον ενδεχόμενο αέρα μ’ ένα πυκνό φράχτη από λουλούδια και δενδρύλλια τοποθετημένα σε κερκίδες, που οι κηπουροί τα μετέφεραν και τα ανανέωναν κατά την εποχή. Με το δάχτυλό του, έλεγξε τη θερμοκρασία του νερού: η πισίνα θερμαινόταν. Ξαναγύρισε στο γραφείο. «Νομίζεις πως τα είδες όλα;» «Ναι». «Τ ι βιβλίο υπήρχε στο κομοδίνο μου;» «Ήταν δύο. Τ ο πράσινο δερματόδετο, το Μαγικό Βουνό του Τ όμας Μαν. Τ ο άλλο, με το λευκό δέρμα, το Φύλ λ α από χορτάρι του Γουόλτερ Χουίτμαν». «Τ α έχεις διαβάσει;» «Όχι». Σιωπή. Ο Βαν Χέερεν δεν είχε σαλέψει. «Είσαι οπλισμένος;» Ο Μπεν παραμέρισε το αριστερό φύλλο του σακακιού του, δείχνοντας ένα Σμιθ & Γουέσον, από τα ειδικά της αστυνομίας, στη δερμάτινη θήκη του. «Ξέρεις να το χρησιμοποιείς;» «Ναι. Εκπαιδεύομαι».


Καινούρια σιωπή. «Ακούμπησε το όπλο στο γραφείο μου, σε παρακαλώ». Ο Μπεν υπάκουσε. «Και τώρα, βγάλε το σακάκι και το πουκάμισό σου». Οι άντρες κοιτάχτηκαν κατάματα για μια στιγμή κι ύστερα τα μάτια του Μπεν στράφηκαν στην πισίνα και στάθηκαν εκεί, αφηρημένα. Γύμνωσε το στέρνο του. «Γύρισε. Θέλω να δω την πλάτη σου». Μετά από λίγο. «Μπορείς να γυρίσεις». Μετά από λίγο. «Μπορείς να ντυθείς». Τ ’ όπλο βρισκόταν πάντα στο γραφείο, με την κάννη στραμμένη στον Βαν Χέερεν. «Έχεις πολύ ωραίο σώμα», είπε ο Βαν Χέερεν άτονα. «Αεπτό, μυώδες, μπρούντζινο. Τ ι σπορ κάνεις;» «Τ ρέχω». «Σε αγώνες;» «Όχι». «Μπορείς να ξαναπάρεις το όπλο σου». Ο Μπεν ξανάβαλε το 38 στη θήκη του. «Τ ίποτ’ άλλο, κύριε;» ρώτησε.


Δεν πήρε απάντηση’ έκανε μεταβολή. Τ η στιγμή που έφτανε στην πόρτα! «Σαρκισιάν». Δε στράφηκε εντελώς, έμεινε μισογυρισμένος, αντίκρυ στον κήπο, με τον τραπεζίτη στα δεξιά του. «Γιατί εμένα, Σαρκισιάν; Είναι φανερό πως δε με προκάλεσες τυχαία. Γιατί εμένα; Επειδή απ’ όλους τους παίχτες πόκερ των Η.Π. Α, ή μάλλον του κόσμου, είμαι ίσως ο πιο πλούσιος;» «Είναι ήδη ένας καλός λόγος», είπε ο Μπεν με την αδιάφορη φωνή του. «Είναι ο Ο’ Κήηφ που προσπαθεί να σε βάλει στα πόδια μου;» «Δεν έχει καμιά σχέση». «Αυτός δε βοήθησε;» «Ήταν απλά το μέσο». Σιγή. «Και πού ελπίζεις να φτάσεις;» «Ρελάνς απεριόριστη», είπε ο Μπεν. Και νέα σιγή. «Μέτοικος», είπε ο Βαν Χέερεν με ήσυχη φωνή. «Ζέχνεις μέτοικος από μακριά!» Πλάι στην πόρτα, υπήρχε ένας πίνακας του Ουτριλό —ο Μπεν δεν ήξερε ποιος ήταν ο Ουτριλό, αλλά διάβασε την υπογραφή— ένας Ουτριλό κρεμασμένος στην ξύλινη επένδυση του τοίχου. Ο Μπεν ίσιωσε ελαφρά το κάδρο και δείχνοντας να του μιλάει:


«Ένας παίχτης, αν κρίνει πως το παιχνίδι δεν υπόσχεται πολλά κρίνοντας από τις ρελάνς, έχει δικαίωμα ν’ αποσυρθεί από την παρτίδα. Χάνοντας όσα έχει ποντάρει». Ο Ουτριλό δεν αποκρίθηκε. Ο Μπεν Σαρκισιάν έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω του.

5 Πέρασε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο με τους Ο’ Κήηφ, πατέρα, μητέρα και γιο. Η γυναίκα του Ο’ Κήηφ ήταν Γαλλίδα, ο γιος μιλούσε αγγλικά με γαλλική προφορά και το αντίστροφο. Οι Ο’ Κήηφ είχαν ένα μεγάλο ιστιοφόρο αραγμένο στο Φλάσινγκ Μπέι. «Μπεν», είπε ο Ο’ Κήηφ καθώς έκαναν ηλιοθεραπεία, «ο Αλεξάντερ Βαν Χέερεν μου έκανε τη μεγάλη τιμή να μου τηλεφωνήσει ο ίδιος, με τη φωνή του, κρατώντας το ακουστικό με το χέρι του. Ήθελε να τα μάθει όλα, πού, πώς, πότε, γιατί, μέσω ποίου γνωριστήκαμε. Μα τον άγιο Πάτρικ Μακ Νη και το μελόν καπέλο του, εκείνη τη στιγμή θαρρείς κι άδειασε το μυαλό μου. Δε θυμόμουν τίποτα. Νόμισε πως το έκανα επίτηδες. Έκλεισε. Μετά, προτίμησα να του τηλεφωνήσω εγώ κι έκανα ώρες για να τον πετύχω. Τ ου τα είπα όλα, για την ομίχλη στο Σαν Φρανσίσκο, πώς σε γνώρισα, πως σου πρόσφερα δουλειά, πως αρνήθηκες. Μπεν;» «Ναι;» «Υπάρχει κάτι το αφύσικο στον Βαν Χέερεν. Τ ο ήξερες;… «Ναι. Μου το είχε πει κάποιος». «Κάποιος που τον γνωρίζω;»


«Ένας βασιλιάς». Ο Ο’ Κήηφ τον κοίταξε έκπληκτος. «Από κεφάλι πας καλά;» «Πολύ καλά». Μια γυναίκα έφερε παγωμένα ποτά’ ακούμπησε τα ποτήρια στη γυμνή κοιλιά τους. Τ ινάχτηκαν. «Μπεν». «Ναι;» «Γιατί τον Βαν Χέερεν, μέσα σε τόσους;… Σιγή. Ο Μπεν, ακίνητος, άφηνε το πρόσωπό του στον ήλιο. Ύστερα, τα μάτια του άνοιξαν, γύρισαν αργά, πιο ονειροπόλα από ποτέ’ σαν τον πυργίσκο άρματος μάχης… αυτή η εικόνα σχηματίστηκε ανεξήγητα στο μυαλό του Ντένις Ο Κήηφ. Κι ο Μπεν έδωσε την απάντηση που άφησε τον άλλον άφωνο για μερικά δευτερόλεπτα. «Ας πούμε πως είμαι σαν ένας πύραυλος, προγραμματισμένος για καθορισμένο στόχο, για ένα μοναδικό στόχο. Θα βουτήξουμε;»

6 Η επόμενη ρελάνς του Άλεξ Βαν Χέερεν ήρθε μια Παρασκευή, 24 Ιουλίου. Λίγο μετά τις τέσσερις το απόγευμα. «Μπορείτε ν’ αρνηθείτε», είπε η Εύα Μόρισον. «Μόνο που ο κύριος Βαν Χέερεν φεύγει για ταξίδι και θα χρειαστεί επειγόντως κάποια έγγραφα που πρέπει να του τα πάμε… μόλις ετοιμαστούν».


Στεκόταν όρθια στο κατώφλι του γραφείου του Μπεν, με τα χέρια σταυρωμένα στην κοιλιά της, σαν κάτι κακές γκουβερνάντες σε ταινίες τρόμου. «Αύριο, δηλαδή, πριν το μεσημέρι…» Από την ανοιχτή πόρτα του Μπεν, παρ’ όλο που στεκόταν η Μόρισον στο κατώφλι, φαινόταν άνετα ο φαρδύς διάδρομος. Και σ’ αυτό το διάδρομο εμφανίστηκε μια θεαματική γυναίκα. Είχε περασμένα τα τριάντα, σίγουραήταν ψηλή, λεπτή, με κίνηση κι αέρα μανεκέν’ μαλλιά καστανά, μάτια βιολετιά, καλοντυμένη. «Δεν έχω τίποτα στο αρχείο μου γι’ αυτή τη γυναίκα», είπε ο Μπεν. Η Εύα Μόρισον γύρισε κι αναγνώρισε τη νεοφερμένη σε κλάσμα δευτερολέπτου. «Αυτή δεν τη βλέπετε. Είναι διαταγή». Η γυναίκα προχωρούσε στο διάδρομο, τα χυτά, μακριά της πόδια διαγράφονταν σε κάθε βήμα μέσ’ από τη στενή φούστα, τα στήθη της χόρευαν ελεύθερα. Προχωρούσε κοιτάζοντας τον Μπεν, καθισμένο απέναντί της, με τη γαλήνια μεγαλοπρέπεια βασιλικής καραβέλας. Στα μαβιά της μάτια υπήρχε μια πονηρή λάμψη, λες και… «Δυο δακτυλογράφοι θα δουλέψουν απόψε μαζί μου για να ετοιμαστούν αυτά τα έγγραφα», έλεγε η Εύα Μόρισον. … λες και γνώριζε τον Μπεν Σαρκισιάν, σαν να ήξερε τα πάντα γι’ αυτόν. Και να τα έβρισκε πολύ αστεία. «Τ α έγγραφα θα είναι έτοιμα αύριο στις εννέα και τριάντα». Η νέα γυναίκα προσπέρασε κι έστριψε δεξιά, προς το άβατο του Βαν Χέερεν. «Ποια είναι;» ρώτησε ο Μπεν.


«Δεν ξέρω για ποια μιλάτε», απάντησε η Εύα Μόρισον παγερά. «Μπορείτε να είσαστε εδώ αύριο το πρωί στις εννέα και τριάντα;» Έθιξε το θέμα των υπερωριών, κάποιου ξεχωριστού πριμ και των εξόδων, που φυσικά, θα καλύπτονταν. «Εννέα και μισή, Σαρκισιάν;» Ο Μπεν έγνεψε καταφατικά. «Θα σας δώσω γραπτά κάθε χρήσιμη οδηγία. Και το κυριότερο, θα μπορέσετε να επιστρέψετε το βράδυ στη Νέα Τ όρκη, ωστόσο…» «Πού πρέπει να πάω;» «…ωστόσο είναι δυνατό να το κρίνει ο κύριος Βαν Χέερεν σκόπιμο να σας κρατήσει. Έχω προβλέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο’ θα σας εξασφαλιστεί στέγη και φαγητό. Και το πριμ σας θα είναι μεγαλύτερο». «Πού πρέπει να πάω;» Αφουγκραζόταν το βήμα της γυναίκας με τα βιολετιά μάτια’ την άκουσε να σταματάει μπροστά στη βαριά, δρύινη πόρτα του διαμερίσματος του Βαν Χέερεν που άνοιγε μόνο από μέσα όταν εκείνος βρισκόταν εκεί. Είχε χτυπήσει! «Μα ναι, Αλεξ, εγώ είμαι, η Καλλιόπη», τα λόγια συνόδεψε ένα ζεστό, εύθυμο γέλιο. Κι η πόρτα άνοιξε και ξανάκλεισε αμέσως. Ο Μπεν κοίταξε την Εύα Μόρισον που απόθεσε ένα φάκελο μπροστά του. «Λεπτομερής λογαριασμός εξόδων στην επιστροφή σας. Ορίστε, πεντακόσια δολάρια προκαταβολή». «Πού θα πάω;» «Στο Κέιπ Κοντ, στη Μασαχουσέτη. Στο Χαγιάνι Πορτ».


7

Τ ο Σάββατο πρωί, παρουσιάστηκε στις εννέα και τριάντα ακριβώς στο έρημο κτίριο —εκτός από τους φύλακες. Ανέβηκε κατευθείαν στον τεσσαρακοστό τρίτο όροφο, όπου τον περίμενε η Εύα Μόρισον’ μαζί της δυο δακτυλογράφοι με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. «Είσαστε στην ώρα σας». «Πάντα». Τ ου έδωσε ένα σφραγισμένο φάκελο κι ένα χαρτοφύλακα που το εξωτερικό του δέρμα ήταν ντουμπλαρισμένο με ατσάλι, όπως αποδείχτηκε’ Έκλεινε με συνδυασμό και δενόταν στον καρπό αυτού που τη μετέφερε με μεταλλική αλυσίδα. «Πάρτε και το όπλο σας». «Η άδεια ισχύει μόνο για την πολιτεία της Νέας Υόρκης». «Όχι, έχουν γίνει τ’ απαραίτητα». Ξαναβγήκε από την τράπεζα, χαιρέτησε και πάλι τους φύλακες που τον είχαν ακολουθήσει στο πέρασμά του από τους διαδρόμους μέσ’ από τις οθόνες τους. Στη Γουίλιαμ Στρητ, τον περίμενε ένα αυτοκίνητο με σοφέρπέρασαν από το Μπρούκλιν αλλ’ αυτή τη φορά με κατεύθυνση το αεροδρόμιο Φλάσινγκ, όπου τον περίμενε ένα αεροσκάφος με δυο αντιδραστήρες που απογειώθηκε στη στιγμή, μέσα σ’ ένα καταγάλανο ουρανό. Πέταξε πάνω από το Λονγκ Αιλαντ και τον πορθμό του, άφησε στ’ αριστερά του το Κονέκτικατ, το Ροντ Αιλαντ και τη Μασαχουσέτη. Τ ο νησί Μάρθας Βάινγιαρντ ξεπρόβαλλε από τη θάλασσα και σε λίγο φάνηκε το παράξενο άγκιστρο του Κέιπ Κοντ. Προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο Μπάτνστεϊμπλ. Ένα άλλο αμάξι με σοφέρ τον περίμενε εκεί’


διέσχισαν ένα φροντισμένο κτήμα που κάλυπτε μερικές δεκάδες εκτάρια. Βρέθηκε στο εσωτερικό μιας μεγάλης και πολυτελούς κατοικίας που η ατμόσφαιρα κι οι θόρυβοί της μαρτυρούσαν πως, για την ώρα, φιλοξενούσε μια ομάδα σημαντικών προσώπων. Τ ον οδήγησαν στον πρώτο όροφο, και τον πέρασαν σε μια βιβλιοθήκη. «Καθίστε, παρακαλώ. Επιθυμείτε να πιείτε κάτι;» Αλλά είχε πάρει το πρόγευμα στο αεροπλάνο 1 τον άφησαν μόνο. Και τότε, μπήκε εκείνη. «Τ ου μοιάζω, έτσι δεν είναι;» «Στα μάτια, κυρίως», είπε ο Μπεν. Είκοσι δύο, το πολύ είκοσι τριών, με μάτια πολύ ανοιχτά, ακονισμένα, η μύτη και το στόμα του πατέρα της, το μέτωπό του, εκείνη η υπεροπτική, περιφρονητική πτυχή στο στόμα, εκείνο το αισθησιακό κάτω χείλι… Είχε ένα κορμί γερό, σφιχτό, μπρούντζινο, παρ’ όλο που ήταν ξανθή το δέρμα της ήταν το πιο αξιοθαύμαστο. Ήταν ξυπόλυτη, φορούσε ένα λευκό σορτς κατάσαρκα κι ένα σκούρο μπλε μακό με τέσσερα κόκκινα γράμματα σταμπωμένα πάνω του. ΜΟΝΑ.

«Τ ’ όνομά μου». Η ομοιότητα ανάμεσα σ’ εκείνη και τον πατέρα της ήταν όπως αυτή της Τ ζέιν και του Χένρι Φόντα κι ίσως πιο έντονη, πιο διφορούμενη. «Παντρεμένος;» «Όχι». «Ομοφυλόφιλος;» «Θα το είχα αντιληφθεί», της απάντησε νωχελικά.


Ο χαρτοφύλακας ήταν ακόμα δεμένος στον καρπό του με την ατσαλένια αλυσίδα, είχε αγνοήσει την πολυθρόνα που του είχαν προτείνει κι ακούμπησε στην επιφάνεια ενός βαριού τραπεζιού. «Μαιτρέσα;» «Μερικές…» Η κοπέλα έσκυψε πάνω από το τραπέζι που τους χώριζε, ανασήκωσε το μανίκι του μπουφάν του για να δει πού κατέ-λήγε η αλυσίδα, παραμέρισε το ένα φύλλο του ίδιου, μαύρου, βαμβακερού μπουφάν, αποκαλύπτοντας την παρουσία του 38χταριού. «Οπλισμένος». «Από κάθε άποψη», της είπε. Ο Βαν Χέερεν μπήκε στο δωμάτιο με λευκό παντελόνι και σκούρο μπλε μπλέιζερ με το έμβλημα του ναυτικού ομίλου. «Μόνα, άφησέ μας!» «Ναι, μπαμπάκα μου!» Πλησίασε τον Μπεν, κάνοντας το γύρο του τραπεζιού, έσκυψε πάνω του, τον οσμίστηκε, ανασηκώθηκε. «Άφησέ μας». Ο τόνος του Βαν Χέερεν ήταν ήρεμος. Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι κι έφυγε, προσφέροντας τη θέα των στρογγυλών γλουτών της σφιγμένων μέσα στο λευκό σορτς. «Ευχαριστώ που ήρθες σε μέρα αργίας». Ο Μπεν τραβήχτηκε από το τραπέζι, ανασήκωσε το χαρτοφύλακα κι άπλωσε το δεξί του καρπό. Ο Βαν Χέερεν τον ελευθέρωσε, χρησιμοποιώντας ένα κλειδάκι’ τα δάχτυλά του κύκλωσαν για ένα


δευτερόλεπτο τον καρπό του Μπεν. «Δεν ξέρω πόσο καιρό θα μου πάρει να εξετάσω όλα αυτά τα έγγραφα. Τ ι σου είπε η Μόρισον;» «Πως θα πρέπει να περιμένω, έως αύριο, ίσως…» Ο Βαν Χέερεν έγνεψε. Θα μπορούσε να πει κανείς, αν δεν τον ήξερε καλά πως ένιωθε αμήχανα, πως δίσταζε να συνεχίσει. Στο τέλος είπε: «Θα πρέπει να περιμένετε ως αργά το απόγευμα, σίγουρα, ίσως κι ως αύριο». Γ ία πρώτη φορά, περιεργάστηκε τον Μπεν που φορούσε εκτός από το τζιν και τ’ αθλητικά παπούτσια, ένα λευκό Τ -σερτ κι ένα μπουφάν από μαύρο βαμβακερό. Τ ο χλωμό βλέμμα του τραπεζίτη στάθηκε για λίγο στη σεβαλιέρ κι ύστερα ξανανηφόρισε στο πρόσωπο: «Παίζεις τένις;» «Όχι». «Γκολφ;» «Όχι». Χωρίς σαρκασμό: «Κολυμπάς όμως;» «Ναι». «Έχει δυο πισίνες στο κτήμα. Θα σε παρακαλούσα να μη χρησιμοποιήσεις αυτή που βρίσκεται μπροστά στο σπίτι. Έχω καλεσμένους. Η άλλη, όμως, είναι στη διάθεσή σου. Ο Όλιβερ που σε έφερε εδώ, θα σου δείξει το δρόμο». Αυτό που ο Βαν Χέερεν αποκαλούσε δεύτερη πισίνα, ήταν μια οβάλ δεξαμενή, μ’ ένα μικροσκοπικό νησάκι στη μέση, σαν παράξενο


στολίδι, που πάνω του φύτρωναν μερικά δεντράκιανάνοι. Η δεξαμενή βρισκόταν στο βάθος ενός είδους κρατήρα, έτσι που το νερό ήταν πέντε, έξι μέτρα κάτω από το γενικό επίπεδο του κτήματος. «Είναι μια πισίνα που ο κύριος Βαν Χέερεν έβαλε να τη φτιάξουν για τα παιδιά, όταν ήταν μικρά. Εδώ μπορούσαν να κάνουν όση φασαρία ήθελαν χωρίς να ενοχλούν. Θα βρείτε μαγιό και πετσέτες στις καμπίνες». «Ευχαριστώ», είπε ο Μπεν. Περίμενε να φύγει ο μπάτλερ· βρέθηκε μόνος σε μια απόλυτη σιωπή. Έκανε πολύ ζέστη στο βάθος αυτού του αμφιθεάτρου που προστατευόταν από τον αέρα. Σε μια καμπίνα βρήκε μια στοίβα ολοκαίνουρια μαγιό στο νούμερό του. Φόρεσε ένα. Όταν ξαναβγήκε, η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη σ’ ένα στρώμα της πλαζ, στην άκρη της δεξαμενής, γυμνόστηθη’ οι γάμπες της σταυρωμένες, η φτέρνα της μιας ακουμπούσε στα δάχτυλα της άλλης, τα χέρια της διπλωμένα κάτω από τον αυχένα. Ο Μπεν βάδισε κατά μήκος της πισίνας και πήγε και κάθισε πλάι σ’ ένα μικρό βατήρα· βούτηξε τα πόδια του στο νερό. Γύρω στους είκοσι δύο βαθμούς… «Πεινάς;» «Έτσι νομίζω». «Έχει προβλεφθεί». Μάζεψε από κάτω ένα παραλληλόγραμμο κουτάκι και πάτησε ένα κουμπί: ένα τραπεζάκι με ρόδες βγήκε από ένα μικρό υπόστεγο, προχώρησε αθόρυβα στο μωσαϊκό κι ήρθε κι ακινητοποιήθηκε κοντά της. «Έχει κι ένα ψυγείο. Σαμπάνια;» «Όχι, ευχαριστώ».


Ο Μπεν μελετούσε τον πέτρινο τοίχο, αντίκρυ του 1 είχε τέσσερα μέτρα ύψος κι ήταν σκεπασμένος, τόπους τόπους, μ’ ένα κύμα από βιολετιές κληματίδες. Σηκώθηκε, χωρίς να φανεί πως κινήθηκε, έκανε τη διαδρομή, πλάι στο νερό από την αντίθετη φορά. Η πισίνα ήταν ανάμεσα στον τοίχο κι εκείνος, συνεπώς ανάμεσα στον τοίχο και τη Μόνα. Κι η Μόνα είχε διαλέξει τη θέση της στο διάμεσο άξονα της δεξαμενής. «Γιατί δε βγάζεις αυτό το μαγιό;» του είπε. «Θα ήθελα να σε δω γυμνό. Γι’ αυτό ήρθα». Ο Μπεν έφτασε στο ύψος της κοπέλας και στάθηκε ακίνητος, κοιτάζοντας πάντα τον τοίχο, συλλογισμένος. «Δε θα μας ενοχλήσει κανείς. Ο Όλιβερ πήρε διαταγές». «Αν βγάλεις το σορτς σου», της είπε αδιάφορα κι αφού έκανε και πάλι το γύρο της πισίνας ξανάρθε κοντά στο μικρό βατήρα. «Έχεις βήμα χορευτή. Κι η κοιλιά σου είναι όλο μυς, επίπεδη». Γέλασε. «Όχι παντού επίπεδη». Ο Μπεν πρόσεξε τρεις μικρούτσικες τρυπούλες στον τοίχο, κρυμμένες μέσα στην κουρτίνα από κληματίδες. Όχι όμως αρκετά για να κρύβεται το στρογγυλό, μαύρο μάτι τριών μηχανών λήψεως. «Τ ο μαγιό σου, Μπεν». Τ εντώθηκε κι είπε με φωνή πεντακάθαρη, χαμογελώντας: «Τ α βλέπω».’ Γύρισε την πλάτη στις κάμερες, έβγαλε το μαγιό του, στάθηκε ακίνητος για μια στιγμή κι ύστερα βούτηξε. Η πισίνα έφτανε τα τριάντα μέτρα στο μεγαλύτερο μήκος της’ τη διέτρεξε δυο φορές


κολυμπώντας κάτω από το νερό χωρίς να βγει στην επιφάνεια. Η κοπέλα έσκυψε πάνω από το χείλος για να τον παρακολουθεί, καθώς κολυμπούσε. Ανάσαινε λαχανιαστά, δάγκωνε το κάτω χείλι της κι έριχνε κάθε τόσο κλεφτές ματιές στον πέτρινο τοίχο. Τ α χρώμα στα μάτια ήταν ακόμα πιο ανοιχτό. Τ ελικά, ο Μπεν βγήκε στον αέρα κι άφησε μια δυνατή εκπνοή’ οι μακριές μαύρες βλεφαρίδες του γυάλιζαν σαν να ήταν περασμένες με ρίμελ και φώτιζαν το σκούρο μπλε των ματιών του. Θα μπορούσε να είχε κολυμπήσει ως το κέντρο της πισίνας, αντί γι’ αυτό, όμως, προτίμησε να βγει από το νερό, να περπατήσει στον ήλιο, που έκανε τις σταγονίτσες να στραφταλίζουν πάνω στο μπρούντζινο κορμί του, αδιαφορώντας, φαινομενικά, για το ορθωμένο σεξ του. Η Μόνα μπήκε σε κίνηση, ξαφνικά, άνοιξε το ψυγειάκι, έβγαλε μια μπουκάλα σαμπάνια που την ξεβούλωσε μ’ εκπληκτική δεξιοτεχνία, γέμισε δυο ψηλά ποτήρια σαμπάνιας και του έτεινε το ένα. «Η σαμπάνια που σου υποσχέθηκα». Η φωνή της έτρεμε ελαφρά. Ο Μπεν πήρε το ποτήρι κι έβρεξε τα χείλια του’ ήπιε κι εκείνη. «Άσπρο πάτο». Πέταξε το ποτήρι πίσω της. «Ντύσου τώρα. Είδα αυτό που ήθελα να δω». Τ ο χαστούκι την ανέτρεψε, κυριολεκτικά. Αντέδρασε με απίθανη σβελτάδα, κύλησε στο πλάι, ανακουρκούδισε, βρήκε κάτω από το χέρι της το πόδι του σπασμένου ποτηριού κι έκανε να το χρησιμοποιήσει για να του ξεσκίσει την κοιλιά. Εκείνος αναγκάστηκε να παραμερίσει βιαστικά, σαν ματαντόρ που ξεφεύγει το κέρατο, αλλά την έφτασε ξανά με τρία βήματα. Έτρεχε κατά μήκος της πισίνας. Τ ην άρπαξε από τον αστράγαλο, κάνοντάς τη να πέσει και να κυλήσει σαν λαγός πάνω στο χώμα, κάτω από το φράχτη με τα λιγούστρα. Ένα κλαδί γρατζούνισε το μέτωπο του κοριτσιούη θέα


του αίματος τον έκανε να διστάσει. Εκείνη επωφελήθηκε για να το σκάσει. Τ ην ξανάπιασε κι αυτή τη φορά από τη μέση, μόνο τρόπο για να ξεφύγει από τα νύχια τηςτην ξανάφερε στο στρώμα, την ξάπλωσε μπρούμυτα, την κράτησε καθηλωμένη με το αριστερό του χέρι, ενώ με το δεξί της τράβηξε το λευκό σορτς. Εκείνη πολεμούσε, χτυπιόταν με μανία, ωστόσο η φωνή της ήταν απίστευτα ήρεμη όταν είπε: «Δε θα ’πρεπε να βάλει να σε μαστιγώσουν μόνο…» Ο Μπεν τράβηξε τα τελευταία κουρέλια από το λευκό βαμβακερό, την ξεγύμνωσε και τη γύρισε προς το μέρος του. «Θα έπρεπε να σ’ ευνουχίσει». Πάλεψαν άγρια, σιωπηλά, ενώ εκείνος πάσχιζε να της ανοίξει τα χέρια, στην έκταση, σε σχήμα σταυρού. Τ ης χαμογέλασε. «Δεν το έκανε όμως». Τ ης έσφιξε τις γάμπες ανάμεσα στις δικές του, την έπιασε επιτέλους, από τους ώμους. «Κι είμαι ακέραιος», πρόσθεσε ο Μπεν. Η κοπέλα λαχάνιαζε, ασφυκτιούσε. Ήταν τώρα με τα χέρια τεντωμένα, σαν σταυρωμένη, κρατημένα από τους καρπούς. Επιχείρησε να τον δαγκώσει, και το πέτυχε, δυο φορές. Πάλευε ακόμα. Και ξαφνικά, έμεινε ακίνητη, με τα διάφανα μάτια της ορθάνοιχτα. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Τ ον κοίταζε επίμονα. «Μη μ’ εμπιστεύεσαι. Είμαι τρελή». Εκείνος έγνεψε, λαχάνιαζε κι αυτός, αλλά η φωνή του δεν είχε ίχνος


ειρωνείας. «Τ ο ξέρω». Παραμέρισε ελαφρά, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί για την υποταγή της κι αυτή δε φρόντισε να χρησιμοποιήσει αυτή την πρόσκαιρη ελευθερία. Ένα αχνό χαμόγελο χάραξε τα χείλη της’ τα μάτια της έλαμπαν. Ο Μπεν ανασηκώθηκε τελείως σχεδόν και με μια απαλή πίεση του γοφού της ζήτησε να κάνει μισή περιστροφή. Βρέθηκε ξαπλωμένη ανάσκελα, κάθετα στον πέτρινο τοίχο, με τον αυχένα έξω από το στρώμα, το κεφάλι πεσμένο πίσω. Έτσι που να βλέπει τον τοίχο. Και τις κάμερες. Τ ης φίλησε, γλυκά, απαλά τις ρόδινες κορφές, μία μία, κι ύστερα τον τεντωμένο λαιμό. «Ναι», του είπε. Τ ην άφησε εντελώς, έσκυψε πάνω της, τη φίλησε στο μέσα μέρος των μηρών. «Ναι, Μπεν». Έδεσε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, τον τράβηξε πάνω της, με το κεφάλι πάντα γερμένο πίσω. Μπήκε μέσα της αργά, καρφώνοντας τις κάμερες.

8 Ο Χούπερ Ο’ Κήηφ τράβηξε ταυτόχρονα τη γλώσσα του και το δέκα σπαθί. «Και μ’ αυτό τι κάνουμε;»


«Ζευγάρια», είπε ο Μπεν. Ο Χούπερ σκέφτηκε. «Και κερδίζουν τα δύο;» «Εσύ τι λες;» «Και από πάνω είναι τα τρία. Μπορώ να έχω διπλά τριάρια;» «Δύσκολα, όταν ο τύπος απέναντί σου σου έχει μοιράσει μόνο πέντε φύλλα. Τ ο πράγμα θα κινούσε υποψίες…» «Σωστά», παραδέχτηκε ο Χούπερ που ήταν εννιά χρονών, είχε τα ιρλανδέζικα μάτια του πατέρα του και το γυριστό μυτάκι της μητέρας του. «Ζαν-Φρανσουά», είπε η Φρανσουάζ Ο’ Κήηφ με τη χαριτωμένη φραντσέζικη προφορά της. «τον ζαλίζεις τον κύριο Σαρκισιάν με τις ερωτήσεις σου!» Ο Ντένις Ο’ Κήηφ τηλεφωνούσε πάντα, μέσα στην καμπίνα με τον γυάλινο θόλο. Τ ο μεγάλο ιστιοφόρο, βαφτισμένο Χούπερ, βρισκόταν στα νοτιοανατολικά του Πλαμ Πόιντ, στην είσοδο του κόλπου του Μανχάσετ, στον πορθμό του Λονγκ Αιλαντ. «Ο Μπεν είναι ο καλύτερη παίχτης πόκερ στον κόσμο. Τ ο λέει ο μπαμπάς. Μορφώνομαι, λοιπόν», δήλωσε ο Χούπερ. «Δε με ζαλίζει», της είπε ο Μπεν χαμογελώντας. «Αν το παρακάνει, θα τον αδειάσω στη θάλασσα». «Τ α κατάλαβα όλα», δήλωσε ο Χούπερ σμίγοντας τα φρύδια του: «Μονό φύλλο, δύο, ζευγάρια, τρία, κέντα, χρώμα, φουλ, καρέ, φλος ρουαγιάλ. Η κέντα είναι όταν έχεις πέντε φύλλα στη σειρά που δεν έχουν όμως το ίδιο χρώμα, το χρώμα είναι όταν είναι το ίδιο χρώμα, αλλά όχι στη σειρά και το φλος ρουαγιάλ είναι όταν έχεις ταυτόχρονα πέντε φύλλα στη σειρά και το ίδιο χρώμα. Τ α κατάλαβα όλα».


Ο Μπεν κοίταζε τον Ντένις που τηλεφωνούσε, μέσ’ από το τζάμι της οροφής. Δεν άκουγε τι έλεγε ο Ιρλανδός που, πιάνοντας το βλέμμα του, του έκλεισε φιλικά το μάτι’ το πρόσωπό του όμως ήταν τεντωμένο. «Σχεδόν», είπε Μπεν στο αγόρι. «Η τάξη των συνδυασμών αλλάζει σύμφωνα με τον αριθμό των χαρτιών. Αυτά που λες, είναι η σειρά που ακολουθείται όταν παίζεις με πενήντα δύο χαρτιά. Όταν παίζεις με σαράντα ή λιγότερα, το χρώμα παίρνει το φουλ». Ο Χούπερ κούνησε το κεφάλι, σοβαρά. Πήρε την τράπουλα στα χέρια του. «Ο κάθε παίχτης παίρνει πέντε φύλλα, έτσι; Και τα κρατάει κρυφά για να μην τα ξέρουν οι άλλοι, ε;» «Περίπου», είπε ο Μπεν. «Αυτό είναι το κλειστό πόκερ. Σε τούτη τη χώρα παίζουν το σταντ…» Πήρε την τράπουλα από τα χέρια του παιδιού: «Μπορείς να παίξεις με πολλούς τρόπους, αρκεί να το συμφωνήσεις από την αρχή…» «Κι εσύ, πώς παίζεις;» Ο Μπεν ακούμπησε την τράπουλα στο κατάστρωμα. «Ένα φύλλο για μένα, ένα για σένα, ένα για μένα, ένα για σένα. Αυτά πρέπει να τα κρατήσεις κρυφά. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι». «Μετά, πέντε φύλλα για κάθε παίχτη, όλα φανερά, μπορούν να τα βλέπουν όλοι». «Μα τότε είναι εφτά για τον καθένα!» διαμαρτυρήθηκε ο Χούπερ.


«Ναι, αλλά έχεις δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις μόνο τα πέντε για να φτιάξεις κάποιο συνδυασμό. Και διαλέγουμε αυτά που θέλουμε. Κατάλαβες;» Τ ου έδωσε ένα κροσέ, χαϊδευτικά, στα σαγόνι, σηκώθηκε και χαμογέλασε στη Φρανσουάζ Ο’ Κήηφ. «Θα συνεχίσουμε σε λίγο, Χούπερ. Μικρότερη ρελάνς: πενήντα εκατομμύρια δολάρια. Και σε προειδοποιώ, όχι επιταΤ’ ]>)· , Πήγε και βρήκε τον Ο’ Κήηφ. Έπιασαν να βηματίζουν στην πλώρη. Τ ο σκάφος είχε αλλάξει πορεία, τραβούσε κατά τα βορειοανατολικά, προς το Νιου Ροσέλ και το Μαμαρόνεκ. Ήταν 26 Ιουλίου, Κυριακή. Ο Μπένεντικτ είχε γυρίσει τη νύχτα από το Κέιπ Κοντ. Στις εφτά το πρωί, είχε χτυπήσει το τηλέφωνο στο δίχως έπιπλα διαμέρισμα της Κλίντον Στρητ κι η φωνή του Ο’ Κήηφ: «Μπεν, κάτι σοβαρό, Πάρε ένα αυτοκίνητο και να είσαι στο Λόκαστ Πόιντ στις δέκα και μισή’ είναι εκεί που το Ιστ Ρίβερ γίνεται ο πορθμός του Λονγκ Άιλαντ. Θα είμαι στο σκάφος». Καί τώρα ήταν ο ένας αντίκρυ στον άλλο. «Μπεν, είναι μια ιστορία για τρελούς. Τ ο ξέρεις πως ανακατεύομαι με τα πετρέλαια. Έκανα λεφτά στη Βενεζουέλα και στο Μεξικό. Εδώ και λίγο καιρό έχω στήσει μια δουλειά με κάτι τύπους από τα εμιράτα του Περσικού. Δε σε ζαλίζω με λεπτομέρειες, ας πούμε πως συνεταιριστήκαμε, αυτοί κι εγώ, βάζοντας κι οι δυο χρήματα. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να βρω πολύ γρήγορα μερικά εκατομμύρια δολάρια. Και να που η τράπεζά μου, ανακαλύπτει πως δε μου έχει πια εμπιστοσύνη». «Ο Βαν Χέερεν». «Ο Βαν Χέερεν. Δε λέω πως θα σαλτάρω, Μπεν, αλλ’ αν αρχίσουν όλες οι τράπεζες να με βρίσκουν αντιπαθητικό, θα έχω σοβαρά μπλεξίματα. Κι όταν σκέπτομαι πως όλα προέρχονται από κείνα τα είκοσι χιλιάδες δολάρια που τον έκανες να κερδίσει!»


Σιγή, για λίγο. «Λυπάμαι πολύ», είπε ο Μπεν. «Και δεν καταφέρνω να σου κρατήσω κακία!» «Δε βλέπω τι θα μπορούσα να κάνω. Πότε έγινε αυτό;» «Γίνεται τώρα, ετούτη τη στιγμή, τρέχει στον κόσμο. Αυτό το καθίκι έχει τρομερά μέσα. Αλλά η ιστορία άρχισε την Παρασκευή. Από τότε, παλεύω». Στη σιωπή που ακολούθησε ακουγόταν μόνο ο ήχος του νερού καθώς το έσχιζε η πλώρη. Ξαφνικά, ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν άρχισε να μιλάει. Τ α είπε όλα, από την επίθεση με το μαστίγωμα κι ό,τι επακολούθησε από τότε, ώς τη σκηνή της πισίνας. Τ ο ιστιοφόρο άφησε στ’ αριστερά του το νησί Τ ουίν. Τ α ιρλανδέζικα μάτια του Ο’ Κήηφ όλο και γούρλωναν. «Κι αυτό εσύ το λες ‘παρτίδα’;» Ο Μπεν έγνεψε καταφατικά. Ο Ο’ Κήηφ, δίσταζε, αμήχανος σχεδόν. «Μπεν, πιστεύεις πως ο Βαν Χέερεν ήταν πίσω από τις κάμερες και σας έβλεπε;» «Ναι». Σιγή. «Μα τον Άγιο Φέργκους Σλάτερι!» αναφώνησε ο Ο’ Κήηφ. «Ένα είδος παρτίδας πόκερ», είπε σιγανά ο Μπεν κοιτάζοντας τη θάλασσα. «Χωρίς τραπουλόχαρτα. Απλά αυτός κι εγώ, σ’ ένα μπρα ντε φερ. Κάνει ρελάνς κ εγώ ακολουθώ, μέσα, τα βλέπω, κάθε φορά. Κι αυτό που έκανε μια ρελάνς ήταν. Κι η κόρη του, ρελάνς. Και το


μαστίγωμα, μια ρελάνς ακόμα. Ρελάνς κι αυτό το περίστροφο που μου έδωσε για να με προκαλέσει να του το αδειάσω στην κοιλιά. Τ όσες ρελάνς. Κι εγώ τις βλέπω, και θα τις βλέπω ως το τέλος. Και θα κερδίσω». Πρόφερε τις τελευταίες λέξεις, «και θα κερδίσω», με μια φωνή, λίγο βραχνή, σιγανή, που δεν ήταν δική του. Ο Ο’ Κήηφ από την πρώτη τους συνάντηση, είχε νιώσει συμπάθεια για τον νεαρό από το Σαν Φρανσίσκο, τον είχε σαγηνέψει σχεδόν, τόσο ο άνθρωπος όσο κι ο παίχτης. Η συμπάθεια, είχε γίνει με τους μήνες φιλία, παρά τη διαφορά ηλικίας. Αυτό το κάτι θεατρικό του Μπένεντικτ Σαρκισιάν τον έκανε να χαμογελάει’ παίζει κανείς συχνά τέτοιους ρόλους σ’ αυτή την ηλικία κι ύστερα, μπορεί να μην ήταν εύκολο να είσαι Αρμένης. Αλλά τα τελευταία λόγια, η φωνή και τα μάτια του Σαρκισιάν, τούτη τη στιγμή, άλλαξαν κάθε γνώμη που είχε σχηματίσει. Ήταν σαν να βαδίζεις σε γνώριμο έδαφος, ν’ ανακαλύπτεις μια καταπακτή, να την ανοίγεις και να βρίσκεις από κάτω ένα τρομερό ηφαίστειο, έτοιμο να εκραγεί. Ο Ντένις Ο’ Κήηφ είδε εκείνη τη μέρα τον Σαρκισιάν όπως ήταν: μια φοβερή απάνθρωπη σχεδόν μηχανή γεννημένη ή καλά προετοιμασμένη για το κέρδος, στο σημείο να φτάσει στο αποκορύφωμα της αποτελεσματικότητάς της’ μια μηχανή που τη ζωντάνευε μια μανία για νίκη, στα όρια της παραφροσύνης. Ο Ο’ Κήηφ αναρωτήθηκε απεγνωσμένα πώς θα μπορούσε να το αποκαλέσει αυτό. Ρέντα;

ΤΡΙΤΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Ζεύγη


1

Ο Άλεξ Βαν Χέερεν δε φάνηκε στο γραφείο του τις τρεις επόμενες μέρες’ ήταν στην Ουάσιγκτον κι επέστρεψε την Πέμπτη. Κάλεσε αμέσως τον Μπεν: «Μπορείς να λείψεις από τη Νέα Υόρκη; Φεύγουμε αμέσως». Έφυγαν από το παλιό αεροδρόμιο του Λα Γκουάρντια. Τ ο αεροσκάφος που τους πήρε ήταν ένα Μπόιγκ ειδικά διαρρυθμισμένο’ περιλάμβανε ένα γραφείο, αίθουσα συνεδριάσεων, ένα σαλόνι-μπαρ και μια μικρή αίθουσα προβολών. Όταν έφτασε ο τραπεζίτης, είχαν κιόλας επιβιβαστεί άλλα πέντε, έξι άτομα: ήταν ανώτερα στελέχη της αυτοκρατορίας Βαν Χέερεν. Η συνεδρίαση άρχισε προτού ακόμα απογειωθεί το αεροπλάνο. Είπαν στον Μπεν πως η θέση του ήταν στο πίσω μέρος κι εκεί πήγε. Δεν υπήρχε αεροσυνοδός. Βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα στην αίθουσα προβολών, μύρισε το άρωμά της, ανθισμένο αγιόκλημα, προτού τη δει. Στράφηκε κι αντίκρισε τα βιολετιά μάτια. Η γυναίκα είπε εύθυμα: «Βαλίτσα Ένα στη Βαλίτσα Δύο, ετοιμαστείτε για την απογείωση». «Μπένεντικτ Σαρκισιάν». «Ξέρω. Ελάτε να καθίσετε κοντά μου». Υπάκουσε. Η γυναίκα κοίταξε τη σεβαλιέρ στο δάχτυλό του μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο. Ο Μπένεντικτ ακολούθησε το βλέμμα της, και, σαν ν’ ανακάλυπτε το δαχτυλίδι για πρώτη φορά, το περιεργάστηκε προσεχτικά κι ύστερα το έβγαλε αργά από το δάχτυλό του. Έπεσε, έκανε γκελ και χάθηκε κάτω από ένα κάθισμα. Έφτασαν στο Ντένβερ, στο Κολοράδο, νωρίς το απομεσήμερο’ το συνηθισμένο σάλι από γκρίζα ομίχλη με γαλάζιες και κοκκινωπές ανταύγειες στεφάνωνε τα Βραχώδη Όρη. Ένα άλλο αεροπλάνο, πιο μικρό, τους πήρε και τους μετέφερε πάνω στα βουνά. Βρέθηκαν εννιά, χώρια το υπηρετικό προσωπικό, σ’ ένα μεγάλο υπέροχο σπίτι


από πέτρα και ξύλο’ εννιά, κι από αυτούς μόνο δυο γυναίκες, η νέα γυναίκα με τα μαβιά μάτια που ονομαζόταν Καλλιόπη Ζόρντααν και μια άλλη, αγέλαστη, που άκουγε στο όνομα Σελέστ Καρκομπλόνσκι, επιχειρηματίας. «Δηλαδή, είμαι η μόνη του είδους μου», είπε η Καλλιόπη. «Ελάτε. Έχω ξαναβρεθεί σε τέτοιου είδους συγκεντρώσεις, θα συζητούν για ώρες. Διστάζετε;» Σήκωσε το τηλέφωνο. «Άλεξ; Μη με ψάχνεις, θα είμαι με το αγόρι που σε συνοδεύει». Έκλεισε το τηλέφωνο, χαμογέλασε κι είπε στον Μπεν! «Κανονίστηκαν όλα. Λοιπόν, μου κάνει κέφι να περπατήσω στο βουνό, ν’ ανασάνω έλατο!» Χασομέρησαν όσο χρειάστηκε για να πάει στο δωμάτιό της ν’ αλλάξει’ ξανακατέβηκε σε χρόνο ρεκόρ, με τζιν, στρώθηκε πίσω από το βολάν ενός Ρέιντζ Ρόβερ και ξεκίνησαν’ πήραν το φιδωτό δρόμο του Ιντιπέντενς Πας, κατά μήκος του Αρκάνσας, σ’ ένα μεγαλειώδες τοπίο, μέσα στα γαλάζια βουνά. Φαινόταν να τα ξέρει σχεδόν όλα γι’ αυτόν. Ήξερε το Σαν Φρανσίσκο, είχε μείνει ένα χρόνο στο Τ ζαπαντάουν μίλησε για τον εαυτό της! ήταν αρχιτέκτων-διακοσμήτρια, γνωστή και πλούσια. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ, ή μάλλον μια φορά που δεν μετρούσε, ήταν ερωμένη του Άλεξ Βαν Χέερεν εδώ και δεκατέσσερα χρόνια περίπου, χωρίς να υπάρχει ανάμεσα σε κείνη και τον τραπεζίτη η παραμικρή ιδέα υποτέλειας’ είχε η ίδια αρκετά χρήματα. «Μπορεί να σας φανεί παράξενο», είπε, «αλλά νιώθω στοργή για τον Άλεξ, τρυφερότητα, φιλία. Ειλικρινά». Άφησαν την άσφαλτο και πήραν ένα χωματόδρομο μέσα στο δάσος που ωστόσο είχε μια πινακίδα που έλεγε πως απαγορευόταν η


πρόσβαση. («Είμαστε στην ιδιοκτησία του Άλεξ, του ανήκουν όλ’ αυτά»). Σταμάτησαν, τέλος, κάτω από τα μεγάλα δέντρα, ένα ναό σιωπής. «Ας περπατήσουμε, σας παρακαλώ». Ακόμα και με τζιν, σανδάλια και καρό πουκάμισο είχε, καθώς βάδιζε, αυτοκρατορική χάρη. «Μας μίλησε για σας. Τ ο ‘μαζ’ είμαστε η Μόνα κι εγώ. Ξέρω πως συναντήσατε τη Μόνα το Σάββατο, και τώρα να με! Δεν είμαι εδώ, τυχαία, θέλησα να έρθω μόνο και μόνο για να σας γνωρίσω». Η πλαγιά κάτω από τα δέντρα γινόταν όλο και πιο ανηφορική, μετ’ από λίγο κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα. «Θα μου πείτε, γιατί η Μόνα κι εγώ; Τ ο συνηθίζει τάχα να μας εμπιστεύεται εμάς τις δυο; Η απάντηση είναι ναι. Δεύτερο σημείο: η Μόνα. Είναι κλινικά τρελή, αν και κανένας δε θέλει ν’ ακούει να μιλούν γι’ αυτό. Υπάρχει μια παράξενη συνενοχή ανάμεσα σ’ αυτήν και στον πατέρα τηςο ένας είναι η άλλη, κατά κάποιο τρόπο. Μη με ρωτήσετε αν πατέρας και κόρη υπήρξαν ποτέ εραστές. Θα πρέπει ν’ αναρωτηθήκατε. Αλλά δε θα σας απαντήσω’ και το ό,τι δε σας απαντώ, δε σημαίνει τίποτα. Ξέρω την απάντηση, αλλά την κρατώ για τον εαυτό μου». Ξαναπήραν το δρόμο’ σε λίγο ξανασταμάτησε, λαχανιασμένη: «Θεέ μου, γερνάω! Πριν από δέκα χρόνια, θα το διέσχιζα τρέχοντας». Τ α βιολετιά της μάτια έλαμπαν στο μισόφωτο, κάτω από τα δέντρα. «Πώς σας φωνάζουν, Μπεν». «Μπεν». «Διέταξε να κάνουν κάθε είδους έρευνα για σας, στη Νέα Υόρκη, στην Ινδοκίνα όπου υπηρετήσατε, στη Νότιο Αμερική όπου


μετατεθήκατε, και φυσικά στο Σαν Φρανσίσκο. Για μια στιγμή πίστεψε πως υπέθαλπαν κάποια σκευωρία εναντίον του. Γνωρίζετε τη λέξη ‘υποθάλπω’; Δεν πειράζει. Αυτό είναι, χαμογελάστε! Λοιπόν, εν πάση περιπτώσει, κάτι τέτοιο πίστεψε. Όχι τώρα πια». Σώπασε για μια στιγμή κι ύστερα συνέχισε: «Ο Άλεξ ξέρει τώρα πως αντιπροσωπεύετε ένα κίνδυνο γι’ αυτόν. Δέχεται να γοητευτεί από σας, να παίξει με την ιδέα πως παίζει μαζί σας και μπορεί ανά πάσα στιγμή να σας κονιορτοποιήσει, μόλις θα του κάνει κέφι, μόλις θα πάψετε να τον σαγηνεύετε. Έχει άδικο. Δεν πιστεύω, τώρα που σας γνώρισα, πως θα είναι ο κύριος του παιχνιδιού». Η πλαγιά άρχισε να γίνεται πιο ήπια, το δάσος αραίωσε’ έφταναν σ’ ένα ξέφωτο, σ’ ένα λιβάδι… «Σας φανταζόμουν λίγο διαφορετικό. Σας φανταζόμουν πιο… τραχύ. Αλλά, αντίθετα… πώς να το πω; Λιγότερο άγριο. Είσαι ένας άγριος, Μπένεντικτ Σαρκισιάν, ένας βάρβαρος. Και σε θέλω». Μια καλύβα από καλαμιές ήταν στημένη στο λιβάδι, ακουμπισμένη θαρρείς στο δάσος. «Κι ελπίζω να με θέλεις κι εσύ». Η καλύβα είχε μόνο δυο χώρους, ένα βοηθητικό και μια κρεβατοκάμαρα. Η Καλλιόπη κάθισε στο ζωηρόχρωμο κλινοσκέπασμα, έβγαλε τα σανδάλια της, το πουκάμισο, κούνησε με χάρη τους γοφούς της για να γλιστρήσει το τζιν και ν’ απομείνει γυμνή. Ξάπλωσε και κοίταξε τον Μπένεντικτ τρυφερά, σοβαρά: «Καλωσόρισες, βάρβαρε». Δεν έκλεισε ούτε στιγμή τα μάτια’ ακόμα και στα πιο δυνατά χτυπήματα, στις πιο βίαιες ωθήσεις, δεν έπαψε να τον κοιτάζει, παραμονεύοντας του κάκου την παραμικρή συγκίνηση στο απαθές


πρόσωπο, κατάπληκτη από τούτη την απίθανη απάθεια. Ωστόσο, κάποια στιγμή ξέφυγε κάτι σαν λόξιγκας από τα χείλη της, σαν να της κόπηκε η ανάσα’ και περίμενε να περάσει ένα λεπτό σχεδόν προτού ξαναμιλήσει, αφού εκείνος τραβήχτηκε από μέσα της. «Ω, Θεέ μου!» μουρμούρισε. «Μέχρις αυτού του σημείου, λοιπόν!… Μπεν, μια μέρα κάποια γυναίκα θα την πετάξει αυτή τη μάσκα. Σου το εύχομαι». Και ξαφνικά, εντελώς απρόβλεπτα, άρχισε να γελάει, να ξεκαρδίζεται —ένα γέλιο τρελό, μέχρι που δάγκωσε το μαξιλάρι για να σοβαρευτεί. «Εδώ που τα λέμε…» Δεν μπορούσε να μιλήσει από τα γέλια. «Εδώ που τα λέμε, κάνεις στ’ αλήθεια έρωτα σαν άγριος». Καινούρια γέλια. Στο τέλος ηρέμησε, του έπιασε το χέρι, το έφερε στο στόμα της, το φίλησε. «Μπεν, έχεις κάποια μικροπράγματα να μάθεις. Σε κάθε τομέα». Εκείνος κοίταξε τα νεφρά της νέας γυναίκας. Με το ελεύθερο χέρι του, χάιδεψε τις απαλές καμπύλες. Εκείνη έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και είπε: «Θα ξαναϊδωθούμε στη Νέα Τ όρκη, Μπεν, αν το θέλεις. Θα βλεπόμαστε ταχτικά». Επιτέλους, χαμογέλασε: «Θα είσαι η καθηγήτρια;» «Μμμ», του απάντησε με τα μάτια πάντα κλειστά, αλλά με μια έκφραση προσμονής στο πρόσωπο.


«Για να μου μάθεις πως να κάθομαι στο τραπέζι;» «Και την έννοια της λέξης ‘υποθάλπω’» «Και να προστατεύεις τον Βαν Χέερεν», της είπε πολύ σιγά με κείνη την αλαργινή φωνή του. Έσκυψε κι έγλειψε με την άκρη της γλώσσας του το μικρό, γλυκό λακκουβάκι πάνω από το γλουτό. «Και παρ’ όλ’ αυτά, αποτελεσματικά;» είπε με κάπως βραχνή φωνή. Τ ου κρατούσε πάντα το χέρι κι έγλειφε την παλάμη του. Κι αυτός τη χάιδευε με το άλλο χέρι, ακολουθώντας με τον αντίχειρά του τη γραμμή του αυλακιού. Εκείνη επανέλαβε: «Και παρ’ όλ’ αυτά…» Ξάπλωσε αργά πάνω της, ακουμπώντας τη σκληρή κοιλιά του ανάμεσα στους σφιχτούς, λείους λοβούς. «Είναι ήδη καλύτερα», είπε η γυναίκα. Κι έχωσε ολόκληρο τον αντίχειρα του Μπεν στο στόμα της. Γύρισαν την άλλη μέρα στη Νέα Υόρκη, με τα ίδια αεροπλάνα. Η Καλλιόπη έμενε σ’ ένα ντούμπλεξ με θέα το Σέντραλ Παρκ. Από τα παράθυρά του έβλεπες την Ακίδα της Κλεοπάτρας, τον οβελίσκο από ροζ γρανίτη να ξεπροβάλλει μέσ’ από τις φυλλωσιές. Η Καλλιόπη είχε ενώσει τα δυο, πολύ μεγάλα ήδη, αρχικά διαμερίσματα, καταργώντας το ταβάνι που τα χώριζε, όχι σε όλη την επιφάνεια, αλλά κόβοντάς το σαν καταπακτή δεκαπέντε επί έξι μέτρα, που στην άκρη της είχε τοποθετήσει μια σκαλιστή κουπαστή. Στο κάτω πάτωμα το γραφείοατελιέ της Καλλιόπης, μια τραπεζαρία, οφίς, δωμάτια του προσωπικού, δυο σαλόνια που το ένα σχημάτιζε κεκλιμένο επίπεδο έως την κουπαστή. Στον επάνω όροφο, εκτός από τα τρία δωμάτια,


υπήρχε μια μυθική τετράγωνη γαλαρία, γύρω γύρω από την κουπαστή, τέσσερα μέτρα πλάτος, ομοιόμορφα. Η πρωτοτυπία βασιζόταν στο υλικό που είχε χρησιμοποιηθεί στο ‘ντούμπλεξ’, του οποίου οι τοίχοι, τα πατώματα, τα ταβάνια ήταν επενδυμένα με ματ έβενο’ και τα έπιπλα ήταν καλυμμένα με πάνθηρα κι ένα χρώμα κυριαρχούσε! το ιώδες. Η γαλαρία ήταν διακοσμημένη με βιβλία, χιλιάδες. Κι ανάμεσα στα βιβλία, κρεμασμένοι έξι πίνακες: ένας Ρενουάρ, ένας Βλάμινκ, ένας Πιζάρο, ένας Μονέ, ένας Σίσλεϊ, ένας Σεζάν. Η μόνη διακόσμηση τοίχου, στο κάτω πάτωμα, ήταν τρία τέσσερα βάζα Μινγκ και δυο τοπία σε μετάξι του Βαγκ-Χουέι. Τ α δυο μοναδικά χαλιά ήταν κι αυτά κινέζικα. Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν ήρθε για πρώτη φορά, λίγο μετά το γυρισμό τους από το Κολοράδο. Τ ου άνοιξε την πόρτα μια νεαρή Μαύρη με πονηρό μάτι, που φορούσε ένα φόρεμα-τουνίκ σε μια ορισμένη βιολετιά απόχρωση —αυτή των ματιών της Καλλιόπης Ζόρντααν— κι από κάτω, προφανώς, μόνο την αιδημοσύνη της. Και δεύτερη νεαρή Μαύρη, ολόιδια με την πρώτη. «Είναι τρεις συνολικά. Η Λέα, η Μπέα, η Ρέα. Τ ζαμαϊκανές. Έχεις δοκιμάσει σαμπάνια;» «Μια φορά». «Φουά γκρα;» «Όχι φουά γκρα», είπε ο Μπεν. Φορούσε κι εκείνη το ίδιο φόρεμα-τουνίκ, όπως κι ot Τ ζαμαϊκανές της, αλλά το βαθύ ντεκολτέ της δικιάς της είχε μια θαυμάσια τρέσα από λεπτό χρυσό. «Κοίτα», του είπε. Πάτησε ένα κουμπί στο μπράτσο του καναπέ: τα παράθυρα που


έβλεπαν στο Σέντραλ Παρκ σκοτείνιασαν, παρ’ όλο που έξω η μέρα έλαμπε. Η σκιά έπεσε στο διαμέρισμα. Κι άλλο κουμπί: τα τζάμια φωτίστηκαν. «Δεν υπάρχουν παντζούρια, σκουραίνει απλά το γυαλί, όπως στ’ αεροπλάνα. Κι ούτε κουρτίνες, αλλ’ από την άλλη μεριά δε φαίνεται παρά ένας καθρέφτης». Ο Μπεν σήκωσε το κεφάλι του να θαυμάσει τη γαλαρία. «Θέλεις να δεις το σπίτι;» Κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Πέρασαν στην τραπεζαρία: τρία σερβίτσια στο τραπέζι. «Δε θυμόμουν αν καπνίζεις ή όχι», είπε η Καλλιόπη. «Ασφαλώς, επειδή δεν το έμαθα ποτέ». «Δεν καπνίζω». Κοίταζε τα τρία σερβίτσια. Εκείνη έκλεινε το κεφάλι χαμογελώντας, κοροϊδευτικά: «Μα ναι, φυσικά. Εκείνος θα έρθει. Ποιος άλλος; Ξέρει πως είσαι εδώ. Δε λέω ποτέ ψέματα, Μπεν. Ποτέ. Και μια και το ’φερε η κουβέντα, να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα: δε με συντηρεί. Δε μου έδωσε ποτέ, τίποτα, εκτός από δώρα που του τα ανταπέδωσα. Η Καλλιόπη Ζόρντααν είναι ελεύθερη όσο μπορεί να είναι κανείς». Τ ης χαμογέλασε, ονειροπόλα. «Θα έπρεπε να παντρευτείς τον Βασιλιά Χοβ». Τ ον ρώτησε ποιος ήταν ο Βασιλιάς’ της είπε. Ο Άλεξ Βαν Χέερεν έφτασε λίγο αργότερα, συνοδευόμενος από τους δυο σωματοφύλακές του ως το κατώφλι. Μπαίνοντας στο μεγάλο σαλόνι, κούνησε απλά το κεφάλι προς το μέρος του Σαρκισιάν. Κάθισε απέναντί του και τον κοίταξε: «Τ ι ωραία μέρα είχαμε σήμερα!»


«Τ πέροχη», είπε ο Μπεν. «Καλύτερη από την αντίστοιχη περσινή». «Ω, ναι, ασυγκρίτως καλύτερη», απάντησε ο Μπεν. Μια από τις Τ ζαμαϊκανές ξεπρόβαλλε αθόρυβα, τα γυμνά της πόδια γλιστρούσαν στο μαύρο παρκέ. Κρατούσε ένα μικρό χρυσό δίσκο, μ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι, σε σχήμα τουλίπας, με ασημένιο πόδι. Τ ο ποτήρι περιείχε λίγο κρασί, στο χρώμα του χρυσαφιού. Έφερε το δίσκο στον Βαν Χέερεν που δοκίμασε το κρασί. «Ναι, τέλειο», είπε. «Ο Μπεν θα φάει για πρώτη φορά φουά γκρα», είπε η Καλλιόπη διακριτικά. «Ελπίζω να σου αρέσει», παρατήρησε ο Βαν Χέερεν. «Είμαι σίγουρος», μουρμούρισε ο Μπεν. Η Καλλιόπη καθόταν στο μπράτσο ενός καναπέ σκεπασμένου με πάνθηρα. Σηκώθηκε και προχώρησε προς την τραπεζαρία’ οι δυο άντρες την ακολούθησαν. Κάθισε στη μια άκρη του τραπεζιού αντίκρυ στις φυλλωσιές του Σέντραλ Παρκ που τις φώτιζε ο ήλιος καθώς έγερνε στη δύση, με τον Άλεξ Βαν Χέερεν στα δεξιά και τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν στ’ αριστερά της. Σιωπηλές, σαν σκιές, με τα μαύρα υγρά τους μάτια να λάμπουν εύθυμα και πονηρά, οι τρεις Τ ζαμαϊκανές πήραν στρατηγικές θέσεις, έτοιμες να προσφέρουν υπηρεσίες. Η Καλλιόπη ύψωσε το ποτήριτουλίπα με το ασημένιο πόδι, μισογεμισμένο με Σοτέρν Σατό ντ’ Ικιέμ. «Οικογενειακά», είπε μ’ ένα χαμόγελο.

2


Εκείνο το καλοκαίρι, ως τα μέσα του Σεπτέμβρη, ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν έπαιξε έξι φορές κι έφυγε και τις έξι κερδισμένος, συνολικά εκατόν δέκα χιλιάδες δολάρια. Έπαιξε εναντίον ανθρώπων ικανών ν’ αντέξουν οικονομικά αυτές τις απώλειες: γνώρισε βιομηχάνους, διάσημους ηθοποιούς, ένα γνωστό συγγραφέα, ένα φημισμένο ψυχαναλυτή, άνεργους εκατομμυριούχους. Μπορούσαν να χάσουν πολλά χρήματα, πολύ περισσότερα από εκατό και κάτι χιλιάδες και δέχτηκαν να το κάνουν. Τ ους φάνηκε, δίκαια ή άδικα, πως το ν’ ακολουθούν τις ρελάνς του Σαρκισιάν, ν’ αυτοκτονούν δηλα-δη, ήταν ένας τρόπος για ν’ αρέσουν στον Βαν Χέερεν. Τ έσσερα δισεκατομμύρια δολάρια είναι βαρύ φορτίο. Αυτή, τουλάχιστον, ήταν η πρώτη τους δικαιολογία. Ο Βαν Χέερεν κι ο Σαρκισιάν δεν εμφανίζονταν ποτέ μαζί στο ίδιο τραπέζι. Αντιμετώπιζαν πότε τον ένα, πότε τον άλλο. Οι δυο τους, απέφευγαν να συναντηθούν, σαν να είχαν κάνει μια συμφωνία για την οποία κανένας δεν ήξερε τίποτα, που ίσως δε διατυπωνόταν αναγκαστικά. Μίλησαν, φυσικά, για ομοφυλοφιλία —ο νεαρός Σαρκισιάν ήταν ωραίος, με το ύφος του του άγριου λύκου. Είχε υπέροχα μάτια, λυγερό κορμί που θύμιζε αιλουροειδές, μια νωχέλεια που θα μπορούσε να περάσει για γυναικεία ηδυπάθεια. Έφτασαν μάλιστα να μιλήσουν γι’ αυτό, όχι μπροστά στον Βαν Χέερεν (πολύ επικίνδυνο), αλλά μπροστά στον Σαρκισιάν. Ένας διάσημος ηθοποιός, έκανε όλο και πιο σαφείς υπαινιγμούς, λυσσομανώντας από τη χασούρα του κι απηυδισμένος από τη σιωπή και την απουσία του Μπεν. Αυτά συνέβαιναν στην Καλιφόρνια, σ’ ένα σπίτι του Μπέβερλι Χιλς. Πέρασαν δυο ώρες που στη διάρκειά τους ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν θαρρείς κι ήταν έτη φωτός μακριά, αδιάφορος σε ό,τι έλεγαν γι’ αυτόν λες κι ήταν κουφός ή δεν καταλάβαινε τη γλώσσα. Και μπροστά του, στο τραπέζι, το ασημένιο ρολόι τσέπης που έδειξε το τέλος της παρτίδας. Προτού προλάβει να κινηθεί κανείς, ο Μπεν Σαρκισιάν άπλωσε το χέρι του και χτύπησε δυο φορές με το δάχτυλό του την άκρη του τραπεζιού μπροστά στον ηθοποιό.


«Τ ώρα», είπε με κείνη την αλαργινή φωνή του. Βγήκαν μαζί, ο ηθοποιός δώδεκα πόντους πιο ψηλός, τριάντα κιλά πιο βαρύς. Πέρασαν ένα δυο λεπτά. ‘Υστερα, ο Μπένεντικτ επέστρεψε στην αίθουσα, ενώ καλούσαν το ασθενοφόρο να μεταφέρει τον τραυματία που είχε ένα φρύδι σκισμένο, ένα κάταγμα στη μύτη, τέσσερα δόντια σπασμένα και την αριστερή σιαγόνα βουλιαγμένη. Μετά από αυτό, ο Μπεν, με το ύφος πιότερο από ποτέ ονειροπόλο, μάζεψε τα δέκα εφτά χιλιάδες δολάρια που είχε κερδίσει και έβαλε προσεχτικά στη θήκη του το παλιό ρολόι του Βασιλιά Χοβ που δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Δέχονταν να παίζουν με τον Σαρκισιάν και δέχονταν να χάνουν γιατί είχε τις πλάτες, κοινωνικά κι οικονομικά, του Άλεξ Βαν Χέερεν. Είχαν μιλήσει για ομοφυλοφιλία’ μίλησαν επίσης και για έναν τζόκεϊ, ένα υποκατάστατο, έναν αντικαταστάτη που είχε επιλέξει ο Βαν Χέερεν για να τον χρησιμοποιεί, έτσι όπως ο κάτοχος ενός αλόγου καταφεύγει σ’ έναν επαγγελματία με μόνο στόχο να κερδίσει το πουλάρι του ένα ντέρμπι. Ύστερα, άρχισαν να τον αναζητούν για τον ίδιο. Έβαλαν στο νου τους να τον αντιμετωπίσουν, χωρίς καμιά ελπίδα νίκης. Κι ήταν έτοιμοι να πληρώσουν γι’ αυτό.

3 «Εκτελώ τις διαταγές που μου έδωσαν», είπε η Εύα Μόρισον με φωνή ικανή να παγώσει Εσκιμώο. «Τ ίποτα περισσότερο». Πάνω

στη

γυάλινη

επιφάνεια

του

γραφείου

απόθεσε

ένα


σημειωματάριο κι ένα μολύβι. Κι έβαλε ταχτικά το μολύβι στην άκρη του μπλοκ. «Πόσα έχετε στη διάθεσή σας;» «Εκατόν είκοσι χιλιάδες δολάρια», είπε ο Μπεν. «Τ ι ξέρετε για σπέκουλο πάνω στα μερίσματα;» «Τ ίποτα». Η γυναίκα περιεργάστηκε το πρόσωπό του Μπεν κι ύστερα το βλέμμα της στράφηκε στο παράθυρο, αλλά το τοπίο δεν είχε αλλάξει. Η τράπεζα ήταν ίδια και τον Σεπτέμβρη. «Ωραία», είπε. «Στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για την πώληση δολαρίων έναντι γερμανικών μάρκων, βραχυπρόθεσμα, μέσα σε τρεις μήνες. Αυτό σημαίνει πως θα δεσμευτείτε να προμηθεύσετε, μέσα σε τρεις μήνες, ένα ορισμένο ποσό δολαρίων και πως σ’ αντάλλαγμα ο αγοραστής αυτών των δολαρίων θα σας παραδώσει γερμανικά μάρκα. Καταλάβατε;» «Απόλυτα». «Αυτή η πώληση υπό προθεσμία θα συμφωνηθεί με βάση μια δεδομένη τιμή του δολαρίου σε σχέση με το μάρκο. Καταλάβατε;» Ο Μπεν χαμογέλασε. Στους τοίχους του γραφείου της Εύας Μόρισον, δυο φωτογραφίες, στη μια, ο Άλεξ Βαν Χέερεν τριγυρισμένος από το επιτελείο του, με την Εύα ποντίκι σε μια γωνιά, στην άλλη ένα γκρο πλαν με αφιέρωση. «Στην πιστή μου Εύα», του ίδιου του Βαν Χέερεν. «Ας υποθέσουμε τώρα», συνέχισε η Εύα Μόρισον, «πως αυτούς τους τρεις μήνες, από τη στιγμή που υπογράψατε το συμβόλαιο με τον αγοραστή σας και τη στιγμή που θα πρέπει να του παραδώσετε αυτά τα δολάρια, η τιμή του δολαρίου σε σχέση με του μάρκου αλλάζει. Τ ι θα συμβεί;»


«Θα κερδίσω ή θα χάσω, σύμφωνα με το αν θα πέσει ή ανέβει το δολάριο». Η γυναίκα έγνεψε, απόλυτα ικανοποιημένη. «Ας υποθέσουμε τώρα πως τη στιγμή που συμφωνείτε γι’ αυτή την πώληση ο τόκος είναι 2,25. Δηλαδή, χρειάζονται δύο μάρκα είκοσι πέντε για την αγορά ενός δολαρίου. Ας υποθέσουμε πως αυτή η συμφωνία ανέρχεται σε είκοσι χιλιάδες δολάρια’ ο αγοραστής σας θα πρέπει να σας δώσει, μετά από τρεις μήνες, το ποσό των…» Έκλεισε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τα μάτια κι είπε! «Διακόσιες εβδομήντα χιλιάδες μάρκα» Έγραψε το ποσό στο μπλοκ. «Ας υποθέσουμε τώρα πως προκύπτει κάτι το εξαιρετικό σ’ αυτό το διάστημα και το δολάριο πέφτει, υφίσταται, ας πούμε, μια υποτίμηση του δεκαπέντε της εκατό και πως έχουμε μια υπερτίμηση του μάρκου. Αυτά τα φαινόμενα θα πρέπει να συμβούν ταυτόχρονα. Ο αγοραστής σας θα πρέπει να σας καταβάλει πάντα διακόσιες εβδομήντα χιλιάδες μάρκα, εσείς δε θα πληρώσετε στην πραγματικότητα παρά ογδόντα πέντε τοις εκατό’ θα έχετε κερδίσει το δεκαπέντε τοις εκατό της πτώσης. Κατανοητό;» «Απόλυτα». «Αυτό είναι το πρώτο μέρος. Τ ο δεύτερο τώρα. Αυτή την κερδοσκοπική επιχείρηση δε θα την πραγματοποιήσετε μόνος». «Α, ναι;» «Όχι, θα επιφορτίσετε τον τραπεζίτη σας». «Εσάς», είπε ο Μπεν. Η Εύα Μόρισον, ακόμα πιο παγερά:


«Αν χαίρω της εμπιστοσύνης σας, κύριε Σαρκισιάν». «Μην αμφιβάλετε», είπε ο Μπεν κοιτάζοντας το ταβάνι. «Κι ο τραπεζίτης σας, επειδή έχει ομοίως εμπιστοσύνη σ’ εσάς, θα δεχτεί να πραγματοποιήσει αυτή την επιχείρηση όχι για είκοσι χιλιάδες δολάρια αλλά, για δέκα φορές περισσότερα, ίσως. Είναι μια υπηρεσία που προσφέρουν συχνά οι τράπεζες στους καλούς πελάτες τους. Χωρίς μεγάλο ρίσκο: η πραγματική κατάθεση του δέκα τοις εκατό καλύπτει τις διακυμάνσεις του νομίσματος ή του προϊόντος επί των οποίων λαμβάνει χώρα η κερδοσκοπία. Και στην περίπτωση που αυτές οι διακυμάνσεις ξεπερνούσαν την κατάθεση του πελάτη, θ’ αρκούσε στην τράπεζα να του ζητήσει μια συμπληρωματική κατάθεση. Βλέπετε, είναι πολύ απλό. Ωστόσο…» «Ναι;» ρώτησε ο Μπεν. «Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις που ο πελάτης μιας τράπεζας χαίρει τέτοιας εύνοιας, που η τράπεζα δε φτάνει στο σημείο να του ζητήσει αυτή την κατάθεση του δέκα τοις εκατό». Σιγή· «Συμβαίνει ν’ αρκεστεί… ας πούμε στο ένα τοις εκατό». «Ένα τοις εκατό», είπε ο Μπεν. «Ένα τοις εκατό». «Δώδεκα εκατομμύρια δολάρια». Η Εύα Μόρισον έβγαλε διάφορα έγγραφα από ένα συρτάρι. «Υπογράψτε εδώ, σας παρακαλώ. Ω, διαβάστε, αν το θεωρείτε αναγκαίο. Είναι ένα έγγραφο καθ’ όλα εντάξει, με το οποίο μας ζητάτε να επιτελέσουμε εξ ονόματός σας μια επιχείρηση πώλησης αμερικανικών δολαρίων έναντι γερμανικών μάρκων. Διάρκεια: τρεις μήνες. Ύψος της επιχείρησης: δώδεκα εκατομμύρια δολάρια,


εγγυημένα από ένα πραγματικό απόθεμα εκατόν είκοσι χιλιάδων δολαρίων. Θα προσέξατε πως η ημερομηνία της μεταβίβασης έχει μείνει κενή. Εύκολο να εξηγηθεί’ τυχαίνει, αυτή τη στιγμή, να μην έχουμε… να μην έχετε στην κατοχή σας κάποιες εξαιρετικά εμπιστευτικές πληροφορίες. Κατανοητό;» «Κατανοητό». Ο Μπεν υπέγραψε. «Όλα εντάξει», είπε η Μόρισον. Ξανάβαλε τα έγγραφα στο συρτάρι πήρε το μολύβι, έγραψε τους αριθμούς. «Εκατόν είκοσι χιλιάδες πραγματική κατάθεση, καμιά πιθανότητα επιπρόσθετης αύξησης του συνολικού ποσού του συμβολαίου: δώδεκα εκατομμύρια δολάρια σε τρεις μήνες. Είναι ξεκάθαρο. Σημαίνει πως σ’ ενενήντα ακριβώς μέρες από την υπογραφή της συμφωνίας αυτής σας της επιχείρησης —που η ημερομηνία της μας είναι ακόμα άγνωστη— θα έχετε στην κατοχή σας ένα κέρδος ενός εκατομμυρίου οχτακοσίων χιλιάδων δολαρίων, από τα οποία θα πρέπει ν’ αφαιρέσετε, φυσικά, κάποιες δαπάνες. Κι όλ’ αυτά χάρη στην οξυδέρκειά σας. Μπορώ να σας συγχαρώ;» «Είναι πολύ φυσικό», είπε ο Μπεν. «Ένα εκατομμύριο οχτακόσιες χιλιάδες δολάρια στα οποία πρέπει να προσθέσουμε, εννοείται, το αρχικό σας κεφάλαιο, εκατόν είκοσι χιλιάδες δολάρια. Συνολικά, ένα εκατομμύριο εννιακόσιες είκοσι χιλιάδες δολάρια». «Αλλ’ αγνοώ ακόμα την ημερομηνία αυτής της επιχείρησης;» «Οι πληροφορίες που έχετε σήμερα, δε σας επιτρέπουν να τη γνωρίζετε». «Αλλά αυτή η ημερομηνία είναι πολύ κοντινή, φαίνεται;»


«Ναι, πολύ κοντινή», είπε η Εύα Μόρισον. «Ευχαριστώ για τα καλά νέα», κατέληξε ο Μπεν. 1 Προφανώς ο χαρτοπαιχτικός όρος όταν ο παίχτης απαντάει στη ρελάνς του άλλου. Λέμε συνήθως «τα βλέπω» ή «μέσα» (Σημ. Μετ.)


4

Εκείνη την ίδια μέρα του Σεπτέμβρη, η Καλλιόπη Ζόρντααν κατέπλευσε στο Σαν Φρανσίσκο. Ο αρχικός της προορισμός ήταν το Λος Άντζελες όπου την καλούσαν οι δουλειές της. Ωστόσο υπέκυψε στην παρόρμηση κι άλλαξε πορεία, αναβάλλοντας τα επαγγελματικά ραντεβού της για είκοσι τέσσερις ώρεςτράβηξε κατά το βορρά, αντί για το νότο, αν και πάντα στην Καλιφόρνια. Στο κατώφλι του μαγαζιού της οδού Βαρέν, κοντοστάθηκε, δισταχτική. Τ ο μαγαζί ήταν σκοτεινό και παρ’ όλο που η πόρτα ήταν ανοιχτή, η σκόνη κι η σιωπή θα σ’ έκαναν να πιστεύεις πως ο χώρος ήταν έρημος, αν όχι εγκαταλελειμμένος. Μπήκε, πάντως, και διέσχισε τα δυο πρώτα συνεχόμενα δωμάτια. Παρ’ όλο που ο καιρός ήταν χλιαρός, η σόμπα έκαιγε’ η κοκκινωπή της χόβολη διακρινόταν πίσω από το δικτυωτό πλέγμα κι είχε πάνω της ένα βραστήρα. Ο γιγαντόσωμος γέροντας που καθόταν στο τραπέζι μπροστά σε μια σκακιέρα, δε γύρισε κ αν το κεφάλι, όταν πλησίασε. «Αν πρόκειται για ληστεία, οι πιθανότητές σας να μ’ εντυπωσιάσετε είναι μηδενικές». Η Καλλιόπη έβαλε τα γέλια. «Τ ι υπέροχη γενειάδα που έχετε!» Δεν της απάντησε. Τ ο χέρι του κινήθηκε προς τον μαύρο τρελό, αλλά έμεινε μετέωρο. «Πολύ αργά», είπε η Καλλιόπη. «Πρέπει να γίνει ανταλλαγή. Τ ο άσπρο άλογο μου φαίνεται αχτύπητο». «Ένα γκαμπέτο», είπε ο Βασιλιάς εκφράζοντας μεγαλόφωνα τη σκέψη του.


«Η μια ανάπαυλα. Ο πύργος στο β5 θα τον έκλεινε, αδιάκοπα». «Μπροστάιν-Τ αρτακόβερ, 1948». «Ακριβώς», είπε η Καλλιόπη. Κάθισε σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, ίδια με κείνη του Σαοσαλίτο. Σταύρωσε τις γάμπες. Για πρώτη φορά ο Βασιλιάς έστρεψε το κεφάλι και την περιεργάστηκε. Τ α γερακίσια μάτια κυριολεκτικά την έγδυσαν, ψυχρά. «Μου σηκώνεται ακόμα, ξέρετε», είπε ο Βασιλιάς. Εκείνη γέλασε, με ύφος όλο ενδιαφέρον. «Με λένε Καλλιόπη Ζόρντααν, με δύο α. Πλαγιάζω με τον Αλεξ Βαν Χέερεν και με τον εγγονό σας, τον Μπένεντικτ, εναλλακτικά: δεν είμαι η Λουκρητία Βοργία. Ο Μπεν μου μίλησε για σας και θέλησα να σας γνωρίσω». Ο Βασιλιάς άνοιξε το πρώτο μπαούλο. «Τ ο 1915, τον Μάιο του 1915, οι Τ ούρκοι σκότωσαν δυο στους τρεις Αρμένιους. Ενάμιση εκατομμύριο. Κατοικούσαμε κοντά στο Εντα’ιντζάν. Πρώτα αποκεφάλισαν τον πατέρα μου και δυο από τους θείους μου, βίασαν τη μητέρα, τις αδερφές μου, τις θείες μου και τον μικρότερο αδερφό μου που ήταν μόλις έξι χρονών και πέθανε, φυσικά. Στη συνέχεια τους πήραν όλους στα φαράγγια του Ευφράτη και τους γκρέμισαν. Εκτός από μένα. Εμένα, με πούλησαν: ήμουν δωδεκάμισι χρονών κι ωραίος, ωραίος σαν τον Μπένεντικτ σχεδόν. Με πούλησαν σε κάποιον που έμενε στο Ντιγιαρμπακίρ και που στη συνέχεια με πήγε στην Κωνσταντινούπολη γιατί ήταν ερωτευμένος μαζί μου. Περίμενα τρία χρόνια για να τον σκοτώσω, αλλά τον σκότωσα στον ύπνο του. Ήμουν εκδικητικός εκείνη την εποχή. Λιγότερο από τώρα, αλλά αρκετά πάντως». Έβγαλε μέσα από το μπαούλο μια μεταλλική θήκη. Τ ην άνοιξε κι


έβγαλε τα πρώτα νομίσματα. «Δεν έχω πια παρά μόνο αυτά, τα πιο όμορφα. Ατόφιο χρυσάφι, αλλά δεν είναι το χρυσάφι που τα κάνει όμορφα». Τ ’ άπλωσε πάνω στη σκακιέρα, που την είχε αδειάσει από τα φιλντισένια πιόνια της. «Από την Πόλη, τη Μακεδονία, τη Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Χάβρη, απ’ όπου έφυγα για την Αμερική. Τ ο 1918». Ο Βασιλιάς στύλωσε το βλέμμα του εκεί που έχασκε το πουκάμισο της Καλλιόπης, ανάμεσα σε δυο κουμπιά, και φαινόταν το στήθος. «Και μου σηκώνεται ακόμα», πρόσθεσε. «Κοιτάξτε αυτό: ένα χρυσό μασίφ, κομμένο την εποχή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Είμαι ο βασιλιάς Χοβ, κι ένας από τους προγόνους μου συμμάχησε με τον Μιθριδάτη, τον βασιλιά των Πάρθων και του Πόντου για να πολεμήσουν τον Πομπήιο. Τ α ξέρεις αυτά τα ονόματα, Πομπήιο, Μιθριδάτη…» «Ναι», του είπε η Καλλιόπη χαμογελώντας. «Να, ένα νόμισμα εκείνης της εποχής, ένας στάτηρος… Τ ο πρόσωπο είναι του Μιθριδάτη του Έκτου, του Ευπάτορος. Στην άλλη όψη, ένα ελάφι που πίνει νερό. Προέρχομαι από μια γενιά βασιλέων που αριθμεί είκοσι έναν αιώνες. Θα ήθελα πολύ να δω τα στήθια σου. Δε θα σε αγγίξω». Η Καλλιόπη έπιασε ένα νόμισμα και το έσφιξε στη χούφτα της. «Δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, ένας Βαν Χέερεν είναι, για σας, Τ ούρκος», είπε. «Ο κόσμος είναι γεμάτος Τ ούρκους». «Γιατί αυτόν ειδικά τον Τ ούρκο;»


«Τ ο αριστερό στήθος», είπε ο Βασιλιάς. «Και κυρίως αρχαία χαρτονομίσματα’ είμαι ο μόνος στις Ηνωμένες Πολιτείες που έχει πολλά αυτού του είδους». Η Καλλιόπη ακούμπησε τον στάτηρο. Τ ο δωμάτιο που βρίσκονταν θα ήταν θεοσκότεινο χωρίς τη μοναδική λάμπα που κρεμόταν από το ταβάνι, πάνω ακριβώς από τη σκακιέρα και το τραπέζι. Στον αέρα πλανιόταν μια μυρωδιά φωτιάς και σκόνης κι ένα ακαθόριστο άρωμα, που προερχόταν ίσως από τα έπιπλα μπαμπού, και που είχε κάτι το θαλασσινό και το εξωτικό. Η Καλλιόπη ξεκούμπωσε ένα κουμπί του πουκαμίσου της. «Γιατί τον Αλεξ;» Ο γέροντας δίσταζε, αλλά η κοπέλα μάντεψε πως ο δισταγμός οφειλόταν στο ό,τι έψαχνε την απάντησή του κι όχι επειδή την αρνιόταν. «Γιατί είναι πολύ αλαζών, πολύ πλούσιος και κυρίως επειδή παίζει πόκερ», είπε στο τέλος ο Βασιλιάς. «Πώς το ξέρετε; Για το πόκερ μιλάω». Τ α γερακίσια μάτια ανηφόρισαν στο πρόσωπο και ξανακατέβηκαν στο στήθος. Η Καλλιόπη ξεκούμπωσε κι άλλο κουμπί. «Έψαξα πολύ», είπε. «Ήθελα κάποιον πολύ πλούσιο και πολύ ισχυρό». Η Καλλιόπη προσπάθησε να παραμερίσει το πέτο του πουκάμισού της, αλλά δεν τα κατάφερε. Ξεκούμπωσε και τρίτο κουμπί. «Έγραφαν σ’ ένα περιοδικό για τον Βαν Χέερεν, έλεγαν πως του άρεσε πολύ το πόκερ. Τ ον ρώτησαν: ‘Ποιο είναι το αγαπημένο σας σπορ;’ κι απάντησε: ‘Τ ο πόκερ’». Τ α μάτια του Βασιλιά δεν την άφηναν ούτε στιγμή. Σιωπή.


«Ώστε δεν τον έχετε δει ποτέ τον Άλεξ;» «Ποτέ». «Δε σας έχει κάνει τίποτα, προσωπικά;» Εκείνος κοιτούσε επίμονα το στήθος της Καλλιόπης. «Υποσχέθηκα πως δε θα σε αγγίξω». Άπλωσε και τα υπόλοιπα νομίσματα και το χρυσάφι έλαμψε απαλά κάτω από το φως της λάμπας. «Δεν έχω μόνο αυτά. Κοίταξε». Πήγε κι έφερε άλλη μια θήκη, την άνοιξε όπως και την προηγούμενη κι άδειασε τα νομίσματα στο τραπέζι: «Χρυσάφι και ήλεκτρον’ προέρχεται από τη Λυδία κι είναι δύο χιλιάδων χρόνων’ τετράδραχμα του Περικλή’ τάλιρα του Σύλλα’ Κωνσταντινάτα’ κι ακόμα μερικά πρόσφατα νομίσματα: αυτό είναι ένα ασημένιο δολάριο του 1806’ υπάρχουν μόνο έξι στον κόσμο. Να κι ένα χρυσό σκούδο του Αγίου Λουδοβίκου, του βασιλιά της Γαλλίας’ υπάρχουν μόνο εννιά, αξίζει τουλάχιστο εκατό χιλιάδες δολάρια. Πάρ’ το, αν θέλεις». Η Καλλιόπη έπιασε να κουμπώνει το πουκάμισό της. Κι αυτός να ταχτοποιεί τα νομίσματα. «Θέλεις ένα;» Διάλεξε ένα στην τύχη, ένα από τα πιο μικρά, από αυτά που υπήρχαν σε πολλά αντίτυπα. Ο γέροντας της γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς τα μπαούλα. «Σου αρέσει να κάνεις έρωτα με τον Μπένεντικτ;» «Ναι, πολύ».


«Είναι πολύ ωραίος, ε;» «Καμιά γυναίκα δε θα ισχυριζόταν το αντίθετο». «Και το πρόσωπό του, πάντα ασάλευτο, ακόμα και στον έρωτα, έτσι δεν είναι;» «Όχι, ποτέ». Κούνησε το κεφάλι του και σώπασε για λίγο. Η Καλλιόπη έβαλε το νόμισμα στην τσάντα της. «Παράξενο», είπε ο Βασιλιάς. «Μεγάλωσα τον Μπένεντικτ από τεσσάρων χρονών, από τότε που πέθαναν οι γονείς του. Είναι στ’ αλήθεια εγγονός μου σάρκα της σάρκας μου. Τ ον αγαπώ και τον μισώ μαζί. Τ ον αγαπώ και με φοβίζει. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό;» «Ναι, απόλυτα», είπε η Καλλιόπη.

5

Ο Άλεξ Βαν Χέερεν είχε τέσσερα παιδιά. Ο Άλαν ήταν ο πρωτότοκος, είκοσι πέντε χρονών μετά ερχόταν η Μόνα, είκοσι τριών. Ακολουθούσε ο Πίτερ-Τ ζον και τέλος η Τ ζαμάικα που ζούσε στην Ευρώπη με τη μητέρα της, χωρισμένη αλλά όχι διαζευγμένη από τον Βαν Χέερεν. Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν γνώρισε τον Άλαν και τον ΠίτερΤ ζον στη δεύτερη επίσκεψή του στο σπίτι του Κέιπ Κοντ, μ’ ένα ακόμα πιο ευτελές πρόσχημα από την πρώτη φορά: για να φέρει ένα επείγον, υποτίθεται, ντοσιέ. Ο Βαν Χέερεν του είπε: «Δεν ξέρω πόσο θα χρειαστεί να το μελετήσω. Πολύ γρήγορα, ίσως. Αλλά είμαι κουρασμένος κι ο αέρας είναι ό,τι πρέπει για ιστιοπλοΐα. Σαρκισιάν, θα μπορούσες να περάσεις τη νύχτα στο Χαγιάνις, αν


χρειαστεί;» «Τ ίποτα δε με δένει, τίποτα δε με κρατάει», είπε ο Μπεν. «Έλα». Τ ους έφεραν ένα αυτοκίνητο. «Πάρε το τιμόνι. Έχεις το όπλο σου;» Ο Μπεν κατευθύνθηκε προς τα δυτικά του Χαγιάνις Πορτ, αφήνοντας στα δεξιά του το γήπεδο του γκολφ κι ύστερα ακολουθώντας τις ενδείξεις του τραπεζίτη, προς μία ιδιωτική προβλήτα όπου περίμεναν δυο ναύτες, σ’ ένα μικρό κότερο με το πανί υψωμένο κιόλας. Μετά από λίγα λεπτά, το μικρό σκάφος ξεμύτιζε στον πορθμό του Νάντουκετ. Ο Βαν Χέερεν κρατούσε το δοιάκι. «Έχεις ξανακάνει ιστιοπλοΐα;» «Ποτέ». Ένα παραφορτωμένο κρουαζιερόπλοιο διασταυρώθηκε με το κότερο κι οι άντρες του πληρώματος χαιρέτησαν τον Βαν Χέερεν. «Ήσουν στο Βιετνάμ;» «Στην Ινδοκίνα». «Πού είναι η διαφορά;» «Ήμουν και στην Καμπότζη» «Σε ποια χώρα τραυματίστηκες;» «Στην Καμπότζη». «Δυο σφαίρες στο στήθος»» «Στην κοιλιά», διευκρίνισε ο Μπεν αδιάφορα, παρακολουθώντας τα θαλασσοπούλια που πετούσαν από πάνω τους.


Πέρασαν το Πόιντ Γκάμον κι ο Βαν Χέερεν έβαλε πλώρη προς τ ανατολικά, προς το μακρόστενο, χαμηλό και πυκνοφυτεμένο νησάκι του Μόνομου. Κύλησε μια ώρα χωρίς ν’ αλλάξουν λέξη. Ύστερα, ο τραπεζίτης έστριψε απότομα κατά τα νότια, βάζοντας πλώρη κατευθείαν για το φάρο του Κέιπ Ποτζ, το βόρειο σημείο του Τ σαοπακουίντικ. «Κατάλαβες αυτά που σου εξήγησε η Εύα Μόρισον;» «Ναι». «Θα έχεις στην κατοχή σου δυο εκατομμύρια δολάρια. Είναι απλά θέμα χρόνου. Πρόκειται για μια παραξενιά μου, τίποτα περισσότερο, μια επίδειξη της παντοδυναμίας μου. Υπάρχουν σάντουιτς κι ένα θερμός με καφέ στο ντουλαπάκι μπροστά σου, μπίρα και νερό στο ψυγείο. Δώσε μου ένα σάντουιτς με ζαμπόν, και σερβιρίσου». Αυτή τη φορά διασταυρώθηκαν μ’ ένα φέρι, το τελευταίο της εποχιακής γραμμής, που έκανε τη διαδρομή Λιούις ΜπέιΝάντουκετ. Ο Βαν Χέερεν μασούσε το σάντουιτς του ζωηρά, με την ίδια ενεργητικότητα που έδειχνε στο καθετί. «Δεν υπάρχουν πάνω από έξι άνθρωποι στον κόσμο που να μπορούν να κάνουν αυτό που έκανα εγώ για σένα. Αλλ’ αυτά τα χρήματα μπορώ να στα πάρω ανά πάσα στιγμή, Σαρκισιάν, όπου κι αν τα καταθέσεις, όπου κι αν τα κρύψεις. Έχω καταστρέψει ανθρο^πους που είχαν εκατό φορές περισσότερα. Στην πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, θα στα πάρω πίσω αυτά τα λεφτά. Πότε; Δεν ξέρω ακόμα». Αδειασε μονορούφι την πλαστική κούπα του καφέ και την έλιωσε στη χούφτα του. «Θα σου τα πάρω όλα, απολύτως. Γυρίζουμε». «Οι δυο γιοι μου είναι ηλίθιοι», είπε ο Βαν Χέερεν κοιτάζοντας τον Άλαν και τον Πίτερ-Τ ζον που κάθονταν αντίκρυ του. «Ιδίως ο Άλαν επειδή μου μοιάζει λίγο, επειδή έχει την κοψιά μου και μερικά


χαρακτηριστικά του προσώπου μου, περνιέται πως είμαι εγώ τριάντα χρόνια πριν. Σαρκισιάν, μπορείς να παίξεις μ’ αυτούς τους δύο βλάκες και με τους φίλους τους που δεν αξίζουν πιότερο. Παίξε μαζί τους και λιώσε τους». «Δε θα είναι τόσο εύκολο», είπε ο Άλαν χαμογελώντας. Και το χαμόγελό του μπορούσε να σημαίνει πως έπαιρνε για καλοπροαίρετο αστείο την παρατήρηση του πατέρα του ή πως, αντίθετα, ζυγίζοντάς τη σωστά, προτίμησε να χαμογελάσει. Ήταν εννιά μέσα στην τεράστια βιβλιοθήκη με τους επενδυμένους τοίχους. Εκτός από τον Άλαν και τον Πίτερ-Τ ζον, υπήρχαν άλλοι τέσσερις νεαροί της ίδιας ηλικίας, όλοι φοιτητές ή απόφοιτοι του Χάρβαρντ, όπως κι οι γιοι του Βαν Χέερεν. Εφτά από αυτούς πήραν θέση γύρω από το τραπέζι μαζί με τον Μπεν. «Ολιβιέ», είπε ο Βαν Χέερεν, «ειδοποίησε την κουζίνα πως δε θα περάσουμε στο τραπέζι. Θέλω ένα κρύο μπουφέ, σερβιρισμένο εδώ, σε δυόμισι ώρες». Ο Ολιβιέ βγήκε. «Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν», συνέχισε ο Βαν Χέερεν, «είναι μια τέλεια μηχανή που τίποτα δεν μπορεί να την ταράξει και σας προκαλώ, και τους έξι, να τον απορυθμίσετε, όσο γίνεται. Φέρε την τράπουλα, Άλαν και τράβηξε φύλλα για τις θέσεις. Τ ο ασημένιο ρολόι βγήκε από τη θήκη του και τα μακριά δάχτυλά του Μπεν έπιασαν να το κουρδίζουν. «Θα παίξει τέσσερις ώρες», είπε ο Βαν Χέερεν. «Θα έχει είκοσι χιλιάδες δολάρια σε μάρκες κι ο καθένας από σας, εκατό. Και θα χάσετε όλοι». Ο Πίτερ-Τ ζον μοίρασε πρώτος φύλλα. «Λιώσε τους, Σαρκισιάν» είπε ο Βαν Χέερεν. «Λιώσε τις αυτές τις…


κουραδίτσες». Κι αυτό έκανε ο Σαρκισιάν σε λιγότερο από τρεις ώρες. Η παρτίδα τέλειωσε, λες και δεν είχε αρχίσει ποτέ. Εκτυλίχθηκε κάτω από το απαθές βλέμμα του Άλεξ Βαν Χέερεν, θρονιασμένου σε μια μπερζέρα κοντά στο τζάκι, και της κόρης του. Ο Μπεν αράδιασε τις στοίβες με τις μάρκες, που ήταν όλες πια στην κατοχή του. «Κέρδισες εξακόσιες χιλιάδες δολάρια, θεωρητικά», του είπε ο Βαν Χέερεν. Ο Μπεν μάζεψε το ρολόι του, το έβαλε στο τσεπάκι του μπουφάν του, σηκώθηκε, πλησίασε τον μπουφέ που ήταν στημένος σ’ ένα πολύ μακρύ τραπέζι, φορτωμένο χίλια πιάτα. «Στην πραγματικότητα, δεν κέρδισες τίποτα», συνέχισε ο Βαν Χέερεν, «εκτός από τα τετρακόσια δολάρια που δικαιούσαι για τις επιπλέον νυχτερινές ώρες εργασίας. Είμαι δίκαιος άνθρωπος, ο μόχθος πρέπει να πληρώνεται. Κι ιδίως όταν πρόκειται για υπαλλήλους μου». Ο Μπεν στεκόταν μπροστά στα ποτά. «Όχι τυπικότητες μεταξύ μας», είπε ο Βαν Χέερεν. «Αν σου κάνει κάτι κέφι, σερβιρίσου». Τ ο χέρι του Μπεν έπιασε ένα ποτήρι. «Δυστυχώς δε θα έχω προλάβει να τελειώσω το ντοσιέ πριν από αύριο. Θα κοιμηθείς λοιπόν στο Κέιπ Κοντ. Μπορείς να επιλέξεις: ή να φιλοξενηθείς στα διαμερίσματα του προσωπικού ή να νοικιάσεις ένα δωμάτιο στο γειτονικό μοτέλ». Ο Μπεν έπιασε μια καράφα με νερό, γέμισε το ποτήρι κι ήπιε αργά, με τα ονειροπόλα μάτια του στυλωμένα στα φατνώματα της οροφής. Ο Άλαν Βαν Χέερεν σηκώθηκε απότομα και βγήκε βροντώντας πίσω του την πόρτα. Μετά από λίγο.


«Μπορώ να πάρω λίγο νερό ακόμα;» ρώτησε ο Μπένεντικτ μέσα στη σιωπή που είχε ξαναπέσει στο δωμάτιο. «Παρακαλώ, σαν στο σπίτι σου». «Ευχαριστώ πάρα πολύ», είπε ο Μπένεντικτ.

6 «Τ ι θέλετε να κάνετε, λέει;» Η γυναίκα του μοτέλ γούρλωσε τα μάτια. Ο Μπεν επανέλαβε αυτό που ζητούσε, κρατώντας κάποια απόσταση: η γυναίκα έζεχνε αλκοόλ να σου σπάσει τη μύτη. Τ ελικά, κατάλαβε, έβγαλε ένα παλιό οδικό χάρτη και του έδειξε’ μπορούσε να κάνει το γύρο της κωλολίμνης, ήταν δυνατό, αν παράβλεπες το κωλοσκοτάδι, περνώντας από το έλος του Σάλοου, την πλαζ του Μπιρς, κι ακολουθώντας το δρόμο του Σουτινγκφλάινγκ Χιλ για να φτάσεις στο Φίνεϊ Λέιν, αλλ’ αγόρι μου, είναι μια κωλοι’δέα κι ας έχει και φεγγάρι’ κοίτα μη χαθείς, παλικάρι μου! Τ ον κοίταζε να φεύγει, παίρνοντας το μονοπάτι κάτω από τα δέντρα, αποφασισμένος να κάνει το γύρο της λίμνης Γουέκακετ μέσα στη νύχτα, τρέχοντας, πράγμα που δεν ήταν και πολύ συνηθισμένη ιδέα. Κάθισε στα σκαλοπάτια, στη βεράντα του μπανγκαλόου της ρεσεψιόν, με την κωλομπουκάλα ανάμεσα στα σκέλια, μισογεμάτη ακόμα, δόξα τω Θεώ. Έτρεξε πρώτα χωρίς να ζοριστεί, χωρίς να υψώνει τα γόνατα, με τον κορμό ορθό, τα χέρια χαλαρά να φτάνουν μόλις ως το ύψος των γοφών, σε όλο το μήκος της πλαζ του Μπιρς. Τ ο χωματένιο μονοπάτι έγινε ασφαλτοστρωμένο δρομάκι κι έπιασε ν’ ανηφορίζει ελαφρά. Ο Μπεν άρχισε τότε να επιταχύνει την κούρσα του,


βαθμιαία. Όταν έφτασε στην κορυφή της πλαγιάς, μεγάλωσε το διασκελισμό του και ξαναβρήκε τον πραγματικό του ρυθμό. Δυο αυτοκίνητα τον πέρασαν απανωτά, λούζοντάς τον με τους προβολείς τους. Έτρεχε γύρω στα πενήντα λεπτά όταν συνάντησε, όπως το είχε προβλέψει, ένα νέο χωματόδρομο στ’ αριστερά του που ξεκινούσε από την επαρχιακή οδό του Σουτφλάινγκ Χιλ και πλησίαζε στην όχθη της λίμνης. Κάλυψε διακόσια μέτρα τροχάδην, χωρίς να κόψει ούτε στιγμή ταχύτητα’ ο μόνος θόρυβός μέσα στη νύχτα εκτός από τον πνιχτό ήχο των βημάτων του, ήταν η μηχανική του ανάσα, απόλυτα συγχρονισμένη με το ρυθμό των βημάτων του, τέσσερις εισπνοές μια εκπνοή. Βγήκε στην άσφαλτο του Φίνεϊ Λέιν ταυτόχρονα με το περιπολικό της αστυνομίας που τον έφτασε και ρύθμισε την ταχύτητα του με τη δική του 1 ο αστυνομικός που καθόταν στο τιμόνι, του έριξε το φακό στο πρόσωπο. Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό. «Τ ο πας μακριά έτσι;» Πέταξε μόνο τ’ όνομα του μοτέλ για να μη διαταράξει το ρυθμό της αναπνοής του. «Τ ηλεφώνησαν δυο, τουλάχιστον, για ένα βλαμμένο που τρέχει μέσα στη νύχτα. Έτσι, ε; έκανες το γύρο της λίμνης;» Τ α φώτα φάνηκαν στην καμπή του δρόμου, αριστερά. «Βλέπεις είναι που κοντεύουν μεσάνυχτα», επέμεινε ο αστυνομικός. Τ ου έμεναν περίπου οχτακόσια μέτρα να διανύσει: επιτάχυνε απότομα, σηκώνοντας ψηλά τα γόνατα, με τον κορμό απόλυτα στητό, χρησιμοποιώντας τέλεια τους μυς των ώμων για το τελικό σπριντ. Άφησε πίσω του, για μερικά δευτερόλεπτα, τον οδηγό που αιφνιδιάστηκε από τούτη την απότομη αλλαγή ταχύτητας. Αυτός και το περιπολικό, με το φως ν’ αναβοσβήνει, μπήκαν μαζί στον περίβολο του μοτέλ. Ο Μπεν πέρασε σαν βολίδα μπροστά από τη γυναίκα με την μπουκάλα. Πιο πέρα, έκοψε φόρα κι άρχισε να βαδίζει με τα χέρια στους γοφούς, το στόμα ανοιχτό, αποζητώντας αέρα. Ήταν ελάχιστα ιδρωμένος. «Αυτό το μπανγκαλόου, εκεί;» τον ρώτησε ο αστυνομικός. Έγνεψε ναι, με το κεφάλι. «Τ ο αμάξι σου;» Κι έδειξε την οκτακύλινδρη Τ ζάγκουαρ. «Όχι», πάντα με το κεφάλι. «Κι όμως είναι παρκαρισμένη έξω από το μπανγκαλόου σου, ναι η όχι;» Ο ένας από τους αστυνομικούς μπήκε στο φωτισμένο


μπανγκαλόου ενώ ο άλλος έμενε όρθιος έξω από το αυτοκίνητο, με το χέρι στο όπλο, για κάθε περίπτωση, κοιτάζοντας καχύποπτα τον Μπεν που πηγαινοερχόταν στην ακρολιμνιά με τα χέρια πάντα στους γοφούς. Ο μπάτσος ξαναβγήκε, τραβώντας αμήχανα το αυτί του. «Μας συγχωρείτε… αλλά παραδεχτείτε το, δεν είναι φυσιολογικό να τρέχεις έτσι νυχτιάτικα!— Τ ο παραδέχομαι», είπε ο Μπεν’ έβγαλε το μακό του και σκούπισε το λιγοστό ιδρώτα που γυάλιζε σαν λούστρο πάνω στους μυώνες του. Οι μπάτσοι μπήκαν στο περιπολικό, έκαναν όπισθεν κι έφυγαν. Ο Μπεν έβγαλε τα σπορτέξ του, τις κάλτσες το σορτς και το σλιπ του. Μπήκε στο νερό της λίμνης προχώρησε ώσπου του έφτασε στη μέση και μόνο τότε άρχισε να κολυμπάει. Τ ο νερό ήταν παγωμένο. Τ ο σκοτάδι πύκνωνε, σύννεφα κάλυπταν τη σελήνη. Βγήκε αργά από το νερό μάζεψε τα ρούχα του και γύρισε στο μπανγκαλόου. Η Μόνα ήταν καθισμένη στο ένα από τα δίδυμα κρεβάτια και κάπνιζε. «Θα σε είχαν μαζέψει, αν δεν ήμουν εδώ». Κούνησε το κεφάλι και μπήκε στο μπάνιο’ ξαναβγήκε με μια χνουδωτή πετσέτα. Καθώς περνούσε, η Μόνα έσυρε τα δάχτυλά της στο γοφό του. «Μα είσαι παγωμένος!» Μόλις ξάπλωσε, βρέθηκε πλάι του. Γδύθηκε σβέλτα και ξάπλωσε στο πλευρό του. «Είσαι κρύος σαν το θάνατο». Τ ον χάιδευε γλυκά, μητρικά σχεδόν. «Σαν το θάνατο. Είσαι πένθιμος, άλλωστε. Μπορεί να είσαι ο θάνατός μου. —Σταμάτα, Μόνα!» Εκείνη γέλασε σιγανά. Σηκώθηκε να σβήσει το φως της βεράντας, του μπάνιου, του δωματίου, τέλος. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι κι έριξε πάνω τους σεντόνι και κουβέρτα. Ακούμπησε το μάγουλό της στο στήθος του.


«Πού ήσουνα;» «Είχα ανάγκη να τρέξω». «Εξαιτίας του Άλεξ;» «Γιατί μ’ αρέσει να τρέχω». Απόθεσε τα καυτά της χείλη στο παγωμένο δέρμα του. «Ήμουν με το μέρος σου, όλη την ώρα, μπροστά στον πατέρα και τ’ αδέρφια μου. Ήθελα να σου κάνω έρωτα, μπροστά τους». Βάλθηκε να τον χαϊδεύει, περνώντας το χέρι της στο κοιμισμένο σεξ του. Ανασήκωσε τα σκεπάσματα, χώθηκε από κάτω και τον φίλησε κι ύστερα ξαναπήρε τη θέση της, με το μάγουλο στο στήθος του. Γέλασε σιγανά, και το γέλιο της είχε κάτι το παιδιάστικο. «Μπεν;» «Ναι». Τ α μάτια του ήταν ορθάνοιχτα μέσα στο σκοτάδι. «Μπεν, είμαι πλούσια, ξέχωρα από τον Άλεξ. Έχω εκατό εκατομμύρια δολάρια, ίσως και περισσότερα, κατάδικά μου». Ξαναγέλασε και πάλι, σιγανά. «Μου τα έδωσε όταν έγινα είκοσι ενός κι έκανα κάτι που δεν το είχε προβλέψει: τα είδα όλα καθαρά μονομιάς και μετέφερα το χρήμα μου από τις τράπεζές του. Τ ώρα βρίσκεται σ’ έναν από τους σπάνιους οργανισμούς που δε φοβάται την εξουσία του. Πήρα όλες τις προφυλάξεις: αν θελήσει να μου τα ξαναπάρει, δε θα μπορέσει. Έχω εκατό, ίσως εκατόν είκοσι, εκατομμύρια δολάρια. Δικά μου». Σιγή.


«Μπεν;» Τ ην παραμέρισε απαλά, και γλίστρησε έξω από το κρεβάτι. Τ ον άκουσε να πίνει νερό από τη βρύση του μπάνιου. Μετά από λίγο, ξαναγύρισε και πλάγιασε. «Άκουσες τι είπα, Μπεν;» «Ναι». «Είναι πάρα πολλά λεφτά» «Ναι, πράγματι». Άπλωσε και πάλι το χέρι της στην κοιλιά του. Και γέλασε, ένα γελάκι ικανοποίησης. «Σαν να μου φαίνεται πως ξεπαγώνουμε». Έκανε για δεύτερη φορά να σηκώσει την κουβέρτα να φιλήσει το κορμί του, αλλά δεν αποτέλειωσε την κίνηση’ αντίθετα, τραβήχτηκε λίγο από κοντά του κι έμεινε σιωπηλή για λίγο. Στο τέλος είπε, με φωνή καθαρή: «Επιχείρησε να με κλείσει σε ίδρυμα, εδώ κι ένα χρόνο… Εξετάσεις… τα σχετικά…» Και ξαφνικά, άρχισε να κλαίει, ασταμάτητα, ακίνητη, ξαπλωμένη στην πλάτη’ δεν έκανε καμία κίνηση για να σκουπίσει τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της, σπαραγμένη από μια αταπείνωτη, βουβή απελπισία. «Μόνα…» Εξακολουθούσε να κλαίει, ξαπλωμένη σαν νεκρή, συντριμμένη. Ο Μπεν γλίστρησε το χέρι του κάτω από τον αυχένα της και την τράβηξε πάνω του. Δε φάνηκε να το συνειδητοποιεί.


«Ω, Θεέ μου, Θεέ μου!» μουρμούρισε. Τ ης χάιδεψε το μάγουλο, τη φίλησε αγγίζοντας μόλις τα χείλη της, γλυκά. «Μόνα». Στην αρχή δεν έδειχνε να καταλα βαίνει πως πάσχιζε να την παρηγορήσει. Στο τέλος, έστρεψε το πρόσωπό της και του ανταπέδωσε το φιλί, έπιασε το χέρι του, το έκλεισε στη χούφτα της και κούρνιασε στην αγκαλιά του. Και του ψιθύρισε με μια τρεμάμενη φωνούλα! «Γλυκά, αυτή τη φορά, Μπεν, σε παρακαλώ. Πολύ γλυκά. Προσποιήσου λίγη τρυφερότητα, σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ, Μπεν».

7

Ήταν μέσα Οκτωβρίου όταν έκαναν το πρώτο τους ταξίδι στην Ευρώπη. Ο Βαν Χέερεν κι ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν, δηλαδή. Πήγαν κατευθείαν στο Βέλγιο, στις Βρυξέλλες, όπου ο τραπεζίτης είχε διαπραγματεύσεις με τους οικονομολόγους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Από τις Βρυξέλλες όπου έμειναν μόνο μιάμιση μέρα, πήγαν στη Φραγκφούρτη’ εκεί στάθηκαν μόλις τρεις ώρες. Έφτασαν το ίδιο βράδυ στη Ζυρίχη κι εκεί ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν έπαιξε τις πρώτες του παρτίδες στην Ευρώπη. Κι εκεί, στη Ζυρίχη, ανακάλυψε πως ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Άλεξ Βαν Χέερεν υπήρχε κάτι το τόσο απίστευτο όσο μία φιλία που άρχιζε να γεννιέται δειλά δειλά. Έστω κι αν τα γεγονότα των επόμενων ημερών έδειξαν να πηγαίνουν κόντρα σ’ αυτή την εντύπωση. Στη Ζυρίχη, αυτός που τους υποδέχτηκε ήταν ένας Ελβετός τραπεζίτης: ο Αλουσιους Μούτερ. Ήταν με τον Άλεξ στο Χάρβαρντ. Διατηρούσε με τον «αγαπητό γερο-Άλεξ» μια φιλία που κρατούσε από τα παιδικά τους χρόνια. ,Η οικογένεια Μούτερ είχε φιλοξενήσει


το νεαρό Βαν Χέερεν για χρόνια στην Ελβετία. Ο Αλουσιους πάλι είχε μείνει αμέτρητες φορές στους Βαν Χέερεν, είτε στο μέγαρο της Παρκ Άβενιου, είτε στο Κέιπ Κοντ, ή σε κάποια από τις αναρίθμητες ιδιοκτησίες των Βαν Χέερεν και των συγγενών τους σ’ όλο τον κόσμο. Γνώριζε τον Άλαν, τον Πίτερ-Τ ζον, τη Μόνα: γνώριζε και την Καλλιόπη κι ίσως είχε πλαγιάσει μαζί της ή το φιλοδοξούσε τρελά. Μιλούσε πολύ, με τη ζέση ηθοποιού που ζητάει απασχόληση, αλλά με μάτι χειρούργου που ψάχνει τι άλλο θα βρει να κόψει. Έπιασε τον Βαν Χέερεν από τους ώμους και θέλησε, σώνει και καλά, να του δείξει την καινούρια του σέρα, που είχε επιφάνεια ενός ιπποδρομίου, πάνω κάτω. Ήταν ψηλός, αδύνατος με ασκητική όψη, μ’ ένα στόμα σαν σχισμή, χωρίς χείλη, και μάτια χωμένα βαθιά στις κόγχες, λες και φοβόταν μη του τα κλέψουν. Περιεργάστηκε τον Μπεν σαν να εξέταζε ένα καινούριο σκυλί. «Γραμματέας;» «Κατά κάποιο τρόπο», απάντησε ο Βαν Χέερεν εύθυμα. «Αντικαθιστά τη Μόρισον;» «Κάθε άλλο. Θα σου εξηγήσω». Τ ο μέγαρό του (είχε τρία, συνεχόμενα, μπορούσες να περάσεις από το ένα στο άλλο), βρισκόταν στο Σόνενμπεργκ, Αουροραστράσε, και δέσποζε στην πόλη με απεριόριστη θέα της λίμνης και των Άλπεων. «Ποιος θα παίξει απόψε;» ρώτησε ο Βαν Χέερεν. Ο Μούτερ ανέφερε τα ονόματα: «Κομπάρσοι». Ο Ελβετός πρόσφερε πούρο στον Βαν Χέερεν αγνοώντας τελείως τον Μπεν, όπως αγνοείς έναν υπηρέτη. «Σου αρέσουν πάντα οι Μαύρες;» είπε ο Μούτερ.


«Πάντα, αλλά δε θα παίξω». Σιγή. «Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Μούτερ. «Δε θα παίξω, αλλά θα είμαι εκεί, θα παρευρίσκομαι στην παρτίδα, στην επίδειξή σου, αλλά δε θα παίξω». Έδειξε τον Μπεν. «Αυτός, ναι».

8 Τ ο άλλο πρωί, ο Μπένεντικτ κι ο Βαν Χέερεν διέσχιζαν την Παράντεπλατζ, στο κέντρο της Ζυρίχης, όπου παρατάσσονταν στη σειρά οι επιβλητικές προσόψεις του Οργανισμού Ελβετικών Τ ραπεζών, της Ελβετικής Πίστεως, της Εθνικής Τ ράπεζας και μερικών άλλων’ κι ανάμεσά τους, αυτή του Αλούσιους Μούτερ. «Σε είδα να τρέχεις το πρωί. Τ ι ώρα σηκώθηκες;» «Στις έξι», είπε ο Μπεν. «Και πόση ώρα έτρεξες;» «Δυο ώρες». Τ ρεις από τους διευθυντές του Μούτερ παραμόνευαν τον ερχομό τους, επικεφαλής μιας διμοιρίας συνοδών και γραμματέων. Ο Βαν Χέερεν παρήλασε ανάμεσα στις δυο σειρές. Τ ους οδήγησαν σ’ ένα σαλόνι του πρώτου ορόφου πνιγμένο στο χρυσό και το κόκκινο βελούδο, όπου τεσσάρων αιώνων Μούτερ, ζωγραφισμένοι με λάδι, κάρφωναν πάνω τους τα τραπεζικά, ελβετικά τους μάτια, ανάμεσα σε κουρτίνες με κρόσσια και χρυσοϋφασμένα μακραμέ. Μεγάλη


κινητικότητα γύρω από τον Βαν Χέερεν: δεν τον περίμεναν τόσο νωρίς, ο κύριος Αλουσιους Μούτερ δε θ’ αργούσε, θα χαίρονταν πολύ να του φανούν χρήσιμοι, μήπως επιθυμούσε καφέ, τσάι; «Τ ο λάθος είναι δικό μου», είπε ο Βαν Χέερεν. «Ήρθα σαράντα λεπτά νωρίτερα. Όχι, ούτε καφέ, ούτε τσάι, τίποτα». Επιθυμούσε, απλά, να επισκεφτεί τις διάφορες υπηρεσίες της τράπεζας. Ναι μόνος, με τον κύριο Σαρκισιάν. Αν αυτό δεν παρενοχλούσε την υπηρεσία. Κάθε άλλο, αντίθετα μάλιστα, τι τιμή! Στο τέλος τους άφησαν μόνους. Ο Βαν Χέερεν πήγε ως το παράθυρο και βάλθηκε να περιεργάζεται την Παράντεπλατζ. Σιγή. Ο Μπεν, ακίνητος στην άλλη άκρη του δωματίου. «Και τρέχεις συχνά;» «Όποτε μπορώ. Δυο τρεις φορές την εβδομάδα». «Πόσα χιλιόμετρα κάθε φορά;» «Είκοσι πέντε, περίπου». Σιγή και πάλι στο δωμάτιο. «Έχετε να μου πείτε κάτι;» ρώτησε ο Μπεν κι η φωνή του αντήχησε γλυκιά κι ονειροπόλα μέσα στο σιωπηλό, βαρύ, πλούσιο δωμάτιο που μύριζε σκόνη. Ο Βαν Χέερεν κοίταζε πάντα έξω. Στο τέλος ρώτησε. «Διάβασες τα βιβλία από τον κατάλογο που σου έδωσε η Μόρισον;» «Ναι». «Όλα;» «Ναι». «Και τα κατάλαβες;»


«Νομίζω». «Τ ι είναι μια αθροιστική προνομιούχος μετοχή; ‘Μια μετοχή την οποία ο φέροντας μπορεί ν’ αξιοποιήσει συμπληρωματικά σ’ ένα μέρος των κερδών που απομένουν μετά από την αφαίρεση των φόρων που επιβαρύνουν αυτά τα ίδια κέρδη’. «T o gearing». «Άλλη ονομασία του leverage, του μοχλού: δανεισμός κεφαλαίων για να επιταχυνθεί η αξία μιας μετοχής. Έχει κι άλλες έννοιες. «Απαγγέλλεις από μνήμης ή καταλαβαίνεις πραγματικά τι σημαίνουν όλ’ αυτά;» « Καταλαβαίνω ». Ο Βαν Χέερεν στράφηκε. Με φόντο το φως της μέρας, τα μάτια του έδειχναν ακόμα πιο ανοιχτά κι ήταν τα μάτια της Μόνα. Τ ο ανοιχτογάλανα βλέμμα περιεργάστηκε το ισχνό, αδιαπέραστο πρόσωπο του Μπένεντικτ. «Έλα», είπε. Γύρισαν την τράπεζα από τη μια άκρη ως την άλλη, μεθοδικά, σε κάθε τμήμα, σε κάθε υπηρεσία, κάτι που κανένας άλλος εκτός από τον Βαν Χέερεν δε θα μπορούσε να κάνει, χασομερώντας ιδιαίτερα στις αίθουσες με τα τηλέφωνα και τα τέλεξ όπου συνωθούνταν μεσίτες εμπορικών συναλλαγών, υπερκινητικοί κι ήρεμοι ταυτόχρονα. «Η Ελβετία είναι μοναδική», είπε ο Βαν Χέερεν. «Ακόμα κι η τρέλα είναι οργανωμένη εδώ». Τ ο ξεκάθαρο μάτι του εξέτασε τον πελώριο ηλεκτρονικό πίνακα όπου εγγράφονταν τα περιθώρια κέρδους της παγκόσμιας αγοράς, στις ατέλειωτες σελίδες που έφτυναν οι τηλεκτυπωτές και τέλος στάθηκε στο επίτοιχο πέντουλουμ που έδινε με απόλυτη ακρίβεια την ώρα


της Ζυρίχης: δέκα κι οχτώ λεπτά. «Ανεβαίνουμε». Τ ους πρότειναν να πάρουν το αρχαϊκό ασανσέρ, αποκλειστική χρήση των Μούτερ. Ανέβηκαν μαζί κι αναγκάστηκαν να στριμωχτούν, στο εσωτερικό, ν’ αγγίξουν ο ένας τον άλλο. Κι ήταν η πρώτη φορά, από τότε που γνωρίστηκαν, που βρέθηκαν τόσο κοντά. Βγήκαν από το κλουβί και ξαναγύρισαν στο σαλόνι του πρώτου ορόφου όπου ολόκληρες γενεές Μούτερ τους παρακολουθούσαν από τις επίχρυσες κορνίζες τους. Ο Βαν Χέερεν στρογγυλοκάθισε σε μια πολυθρόνα κι άναψε ένα πούρο. «Έχω κάτι να σου πω». Περιεργάστηκε την πυρακτωμένη άκρη του πούρου του. «Σχετικά με τον Αλοόσιους Μούτερ;» ρώτησε ο Μπεν. «Ναι. Οι έντεκα χιλιάδες δολάρια που κέρδισες στη χθεσινοβραδινή παρτίδα θα παραμείνουν στην κατοχή σου. Τ ο θέμα δεν είναι εκεί. Ο Αλοόσιους εντυπωσιάστηκε με το παίξιμό σου. Θα έλεγα μάλιστα, γοητεύτηκε. Ο Βαν Χέερεν έκανε μια σύντομη παύση, τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το πούρο του και συνέχισε. «Θα ήθελε να σε βλέπει να παίζεις πιο συχνά. Κατά κάποιο τρόπο, θα επιθυμούσε να περάσεις λίγο καιρό κοντά του». Τ α ρεμβαστικά μάτια του Μπεν περιεργάζονταν ένα ένα τα οικογενειακά πορτρέτα. Είπε, με την αργή, μελωδική φωνή του! «Και σας ζήτησε να με δανείσετε σ’ αυτόν». «Ακριβώς», απάντησε ο Βαν Χέερεν αδιάφορα.


«Όπως δανείζονται δυο κυνηγοί ένα καλό λαγωνικό». Τ ο χοντρό χέρι με το κοκκινωπό τρίχωμα του Βαν Χέερεν έσφιξε σπασμωδικά το πούρο. Αλλά ύψωσε το κεφάλι και χαμογέλασε, με μάτι παγερό. «Ή όπως μια μαιτρέσα που κάνει καλό κρεβάτι», είπε ξερά. Σιγή. «Σαρκισιάν, υπάρχουν λίγα μέρη στον κόσμο όπου θα είχες τις ευκολίες να μάθεις το μεγάλο παιχνίδι του χρήματος». «Δεν παίζετε το παιχνίδι», είπε ο Μπένεντικτ. «Διακόπτετε την παρτίδα απομακρύνοντάς με από κοντά σας. Με το πρόσχημα αυτού του είδους της εξάσκησης». «Αντίθετα, χρησιμοποιώ την, ας πούμε, παρτίδα μας του ‘μπρα ντε φερ’ για να σου προσφέρω αυτό που αποκαλείς εξάσκηση σε μια από τις καλύτερες τράπεζες του κόσμου. Από συμπάθεια». Χαμογέλασε, σαρκαστικά. «Γιατί είσαι ο γιος που θα ήθελα να έχω». Από την άλλη μεριά της βαριάς δρύινης πόρτας έφτασε θόρυβος βημάτων και μια αυταρχική φωνή. «Έρχεται ο Αλούσιους. Και κάτι ακόμα, Σαρκισιάν: η επιχείρηση για την οποία σου μίλησε η Εύα Μόρισον και που θα σε κάνει πλούσιο, θα γίνει εδώ, σ’ αυτά τα γραφεία. Κάθε μέρα, μας φέρνει πιο κοντά στην έκβασή της. Αυτό είναι το πρώτο σημείο». Η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ο Μούτερ. «Δυο λεπτά, Αλουσιους», είπε ήρεμα ο Βαν Χέερεν χωρίς να γυρίσει το κεφάλι προς τον Ελβετό.


Ο Μούτερ χαμογέλασε και ξαναβγήκε κλείνοντας την πόρτα. «Τ ο δεύτερο σημείο, Σαρκισιάν. Ο Αλουσιους κι εγώ τα μοιραζόμαστε πάντα όλα. Όλα. Θέλω να παίξεις γι’ αυτόν, ό, τι κι αν σου ζητήσει. Είτε σου αρέσει είτε όχι». Σιγή. Η στάχτη του πούρου είχε φτάσει τα τρία εκατοστά. «Όταν ένας παίχτης κρίνει πως δεν έχει ελπίδες, και σε συνάρτηση πάντα με τις ρελάνς που έχουνε γίνει, έχει το δικαίωμα να αποσυρθεί, εγκαταλείποντας αυτά που έχει ήδη ποντάρει». Σιγη· Η πόρτα άνοιξε και πάλι και φάνηκε το ασκητικό πρόσωπο του Αλουσιους Μούτερ. «Τ ελειώσαμε», είπε ο Βαν Χέερεν. «Μένει μαζί σου».

ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Τρία

1 Ο Ντένις Ο’ Κήηφ κι η Καλλιόπη Ζόρντααν συναντήθηκαν εντελώς συμπτωματικά στην Ευρώπη, τις πρώτες μέρες του Νοέμβρη. Τ ο ταξίδι του ενός δεν είχε καμιά σχέση με του άλλου —δε γνωρίζονταν άλλωστε. Υπήρχε όμως ένας κοινός παράγοντας: ο ιρλανδο-αμερικανός κι η νέα


γυναίκα συνάντησαν τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν. «Σιχαίνομαι τη Ζυρίχη», είπε ο Ο’ Κήηφ στον Μπεν. «Είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Αυτό το ξενοδοχείο, το Μπορ Ω Λακ, απ’ όπου παρελαύνουν οι μεγαλοεπιχειρηματίες όλου του κόσμου, μου τη δίνει! Έτσι μου ’ρχεται να βάλω ένα φτερό εκεί που ξέρεις και να κάνω τον χίπι». Περιεργάστηκε με διαπεραστικό βλέμμα τον Μπεν. «Γιατί όλα τούτα τα μυστήρια». Ο Ο’ Κήηφ είχε φτάσει πριν από μιάμιση ώρα, από τη Νέα Υόρκη μέσω Λονδίνου. Με βροχή. Στο αεροδρόμιο ΖυρίκΚλότεν είχε νοικιάσει μια Μερσεντές: δεν του άρεσε να οδηγούν άλλοι κι απεχθανόταν τα ταξί κι εξάλλου του είχε συστήσει ο Μπεν να ενεργήσει έτσι. Είχε διασχίσει το κέντρο της Ζυρίχης, είχε πάρει από τη βόρεια όχθη της λίμνης το δρόμο του Ράπεσβιλ. Κάτω από τη βροχή. Πριν από το Ράπεσβιλ, σ’ έναν οικισμό που ονομαζόταν Κίνσναχτ, κοντά στον τηλεφωνικό θάλαμο είχε εντοπίσει, όπως ήταν συμφωνημένο, το Βολγκσβάγκεν του Μπένεντικτ. Ο τελευταίος, σαν βεβαιώθηκε πως τον είχε δει, ξανακάθισε πίσ(υ από το βολάν, ξεκίνησε κι ο Ο’ Κήηφ τον ακολούθησε. T o ένα πίσω από το άλλο, τα δυο αυτοκίνητα είχαν κάνει πολλά χιλιόμετρα, προτού φτάσουν σ’ ένα πανδοχείο ανάμεσα στους αμπελώνες. Κάτω από τη βροχή. «Χαίρομαι που μπόρεσες να έρθεις. Τ ι κάνουν η Φρανσουάζ κι ο Χούπερ-Ζαν-Φρανσουά;» «Θαυμάσια και σε φιλούν. Αυτό θα έκαναν δηλαδή αν ήξεραν πωςθα συναντηθούμε. Δεν είπα τίποτα, σεβάστηκα τις οδηγίες σου, δεν το είπα ούτε στον εαυτό μου, φάτσα στον καθρέφτη».


Η φωτιά τριζοβολούσε στο τζάκι. Τ ους έφεραν ένα υπέροχο ζεστό κρασί αρωματισμένο με κανέλα κι άλλα μπαχαρικά. Ο Ο’ Κήηφ χαμογέλασε. «Αναθεματισμένε μου Αρμένη, ας το χασομερήσουμε, δε μας βιάζει τίποτα. Δεν έχω τίποτ’ άλλο να κάνω σ’ αυτή τη ζωή από το να πίνω ζεστό κρασί σ’ έναν ελβετικό αμπελώνα». Ο Μπεν που χάζευε τις φλόγες στο τζάκι του αντιγύρισε το χαμόγελο. «Όπως και να ’ναι, δεν έχεις άλλο αεροπλάνο να φύγεις ως τις δυόμισι». «Μα με περιμένουν στο Καράκας! Ή μάλλον με περίμεναν». «Μίλησέ μου για τις δουλειές σου». «Παραλίγο να ήμουν ένας πρώην εκατομμυριούχος. Τ ην έφαγα κατάμουτρα, με παράτησαν όλοι. Κάθε μέρα της βδομάδας, Μεγάλη Παρασκευή!» «Ο Βαν Χέερεν;» «Όχι, η αδερφή μου! Ποιος άλλος; Η δύναμη αυτού του καθικιού είναι τρομερή. Όχι να το παινευτώ, αλλά οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τον φοβερό Ο’ Κήηφ θα ήταν κιόλας ταπί’ έγινε μια τρομερή ανακατωσούρα και τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να πέσω νοκάουτ, το θαύμα! όλα σταμάτησαν!» «Τ έλειωσαν;» «Σταμάτησαν. Σ’ εκκρεμότητα. Δεν τέλειωσαν». «Πότε;» «Εδώ κι ένα μήνα περίπου. Τ ι έγινε μεταξύ σας εδώ κι ένα μήνα περίπου;»


«Φτάσαμε μαζί στη Ζυρίχη, εγώ κι αυτός και ξανάφυγε μόνος». «Αυτό είναι όλο;» «Κατά κάποιο τρόπο», είπε ο Μπεν. Για λίγα δευτερόλεπτα ακουγόταν μόνο το τριζοβόλημα της φωτιάς. Η αίθουσα του πανδοχείου ήταν έρημη. «Ωραία», είπε τέλος ο Ο’ Κήηφ, «αλλά είμαι ακόμα με το κεφάλι στην γκιλοτίνα να περιμένω να πέσει το λεπίδι. Που μπορεί να πέσει ανά πάσα στιγμή. Πολύ ευχάριστο, στ’ ορκίζομαι!» Κούνησε το κεφάλι λες και δεν κατάφερνε να το πιστέψει, κι ύστερα κοίταξε εύθυμα το ταβάνι, για να παραμονέψει τάχα το λεπίδι. «Κι όλ’ αυτά, επειδή ο καλός γερο-Ο’ Κήηφ έβαλε αντίκρυ, στο ίδιο τραπέζι τον μεγάλο Άλεξ Βαν Χέερεν κι ένα μικρό Αρμένη από τις φτωχογειτονιές του Σαν Φρανσίσκο. Δε θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου γι’ αυτή την ιδέα». Ήπιε λίγο ζεστό κρασί. «Μπεν, αν το λεπίδι δεν πέσει πριν… από τρεις τέσσερις μήνες, θα τα βγάλω πέρα. Όχι θεαματικά πράγματα! Μαδημένος, ξεπουπουλιασμένος, αλλά θα τα βγάλω πέρα». Σιγή. «Εδώ και λίγο καιρό», είπε ο Μπένεντικτ, «μου μίλησαν για μια επιχείρηση πάνω στο συνάλλαγμα που θα μου έφερνε μεγάλα κέρδη… Περίμενε, άσε με να τελειώσω. Μου την προανήγγειλαν την επιχείρηση χωρίς να μου πουν την ημερομηνία που θα γινόταν. Πρόκειται για μια επιχείρηση με τρίμηνη προθεσμία». «Ποιο συνάλλαγμα;» «Αμερικάνικο δολάριο, Γερμανικό μάρκο».


Τ ο πρασινογάλανο μάτι του Ο’ Κήηφ πάγωσε. «Τ ρεις μήνες, ε;» «Τ ρεις μήνες». «Και πότε θα γίνει αυτό;» «Σήμερα έχουμε 11. Αύριο». «Τ ρεις μήνες…. δηλαδή φτάνουμε στα μέσα του Υποτίμηση του δολαρίου ή υπερτίμηση του μάρκου;»

Φλεβάρη.

«Και τα δυο». «Μα την πουτάνα μου!» μουρμούρισε ο Ο’ Κήηφ. «Μα τον άγιο Μπάρι Φίτζερλαντ κι όλη την Άγια Ιρλανδία…» Άφησαν το πανδοχείο και γύρισαν στη Ζυρίχη από τα βορειοανατολικά, από το Φάλεντεν και το Ντίμπεντορφ’ Κόντευαν να φτάσουν στο αεροδρόμιο, μέσ’ από σοκάκια και καντούνια. Είχαν παρκάρει τ’ αυτοκίνητα κι ο Μπεν είχε τρυπώσει στη Μερσεντές του Ο’ Κήηφ. Έβρεχε πάντα. «Κι αν είναι μια μπλόφα του αναθεματισμένου σου Βαν Χέερεν, σ’ αυτή την αναθεματισμένη σας παρτίδα;» Η φωνή του Μπεν ακούστηκε αδιάφορη πάνω από το ρυθμικό θόρυβο της βροχής στο παρμπρίζ όπου είχαν σταματήσει οι τζαμοκαθαριστήρες. Οι διαταγές για μετατροπή έρχονται απανωτές. Εκατομμύρια δολάρια». «Κι από πού έρχονται οι διαταγές;» «Από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως». Ανέφερε ονόματα παγκοσμίως γνωστά, μεγάλες πολυεθνικές. Ο Ο’


Κήηφ τον κοίταζε διχασμένος ανάμεσα στη δυσπιστία και την κατάπληξη. «Κι είσαι εσύ ενήμερος;» «Απόδειξη». «Οι Ελβετοί τραπεζίτες δεν το συνηθίζουν να φωνάζουν τα μυστικά τους πάνω από τις στέγες». Σιγή. Η βροχή δυνάμωνε. «Μαζεύοντας και το τελευταίο μου σέντσι, πουλώντας τη συλλογή με τις άσεμνες φωτογραφίες μου και σπρώχνοντας κάθε ενδεχόμενο πέρα του δυνατού, μπορώ να συγκεντρώσω τέσσερα εκατομμύρια δολάρια», είπε ο Ο’ Κήηφ, βαθιά συλλογισμένος. «Και πάλι! Αλλ’ ας πούμε… Δεν είμαι αυτός που ήμουνα, αλλά τέσσερα εκατομμύρια, αν διπλασιάσω τη μίζα μου, μπορεί να μου βγάλουν άλλα τόσα, αρκεί να βρω μια τράπεζα που θα δεχτεί το συμβόλαιό μου με δέκα τοις εκατό κατάθεση, δηλαδή σαράντα εκατομμύρια δολάρια. Και μπορώ να παίξω ταυτόχρονα σε μια υποτίμηση δέκα τοις εκατό του δολαρίου και μια υπερτίμηση δέκα τοις εκατό για το μάρκο… Τ έσσερα εκατομμύρια κέρδη σε τρεις μήνες, μείον τις δαπάνες. Αυτό θα μπορούσε να με σώσει. Εκτός κι αν ο φιλαράκος σου του Κέιπ Κοντ έχει πάλι τα ρούχα του». Ξανάβαλε μπρος τους καθαριστήρες με μια μηχανική κίνηση. «Υπό τον όρο πως καταφέρνω να πειστώ πως όλ’ αυτά είναι πραγματικά, πως δεν είσαι μπιτ βλαμμένος, πως συνέβησαν στ’ αλήθεια όλα τούτα, αυτό το ταξίδι στη Ζυρίχη, μεταμφιεσμένος σε σπιούνο, αυτός ο παρανοϊκός δισεκατομμυριούχος που με κατατρέχει με το μίσος του, τούτος ο Ελβετός, κώλος και βρακί του προηγούμενου και που είναι προφανώς πιο τρελός από κείνον, για να μη μιλήσουμε γι’ αυτούς τους σούπερτραπεζίτες που ρίχνονται σε παιχνίδια που με ξεπερνούν κι εσύ με τούτο τ’ ονειροπόλο ύφος, λες


και μόλις ξύπνησες. Κι εγώ κάθομαι εδώ και σαχλαμαρίζω, και θα χάσω τη συμφωνία για τον τσίγκο του Καράκας!» Σταμάτησε τους καθαριστήρες, άναψε τη μηχανή, ξανάβαλε μπρος τους καθαριστήρες. «Θα το παίξω το κόλπο, Μπεν. Ποντάρω πάνω σου. Στο κάτω κάτω, είσαι ο καλύτερος παίχτης πόκερ του κόσμου’ θα πρέπει να έχει κάποια σημασία». Ο Μπεν ακούμπησε το χέρι στη λαβή της πόρτας. Ο Ο’ Κήηφ ρώτησε! «Τ ι είναι αυτός ο Μούτερ;» Ο Μπένεντικτ στεκόταν έξω, στη βροχή, ντυμένος μόνο, παρά το κρύο, μ’ ένα γκρι κοστούμι κι ένα μαύρο πόλο. «Μια λέρα», απάντησε αδιάφορα. Ξανάκλεισε την πόρτα κι απομακρύνθηκε, λεπτός κι ευθυτενής με την αργή, ευλύγιστη, χορευτική περπατησιά του, σαν να μην έβρεχε με το τουλούμι.

2 Η πρώτη παρτίδα που οργάνωσε ο Αλοόσιους Μούτερ έγινε στο σπίτι του Σόνενμπεργκ. Παρευρίσκονταν γυναίκες και νεαρά κορίτσια αλλά έπαιζαν πιότερο ρόλο κομπάρσου. Κι αυτή τη φορά έπαιξαν πραγματικά και χοντρό παιχνίδι. Η παρτίδα είχε προετοιμαστεί κατόπιν «συγκλήσεως» που έκανε ο Μούτερ στον Μπεν Σαρκισιάν, ο οποίος είχε ήδη καταλάβει στο τμήμα συναλλάγματος, στο υπόγειο της τράπεζας της Παράντεπλατζ, το πόστο που του είχαν παραχωρήσει. Σύγκληση κι όχι πρόσκληση, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, και στη βίλα του Σόνενμπεργκ.


«Ώστε είσαστε Αρμένιος, ε; Από πατέρα και μητέρα; Και γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο; Οι Τ ούρκοι έκαναν, σίγουρα, μισές δουλειές!» Τ α υπερβολικά λαμπερά μάτια του Μούτερ είχαν ερευνήσει το λεπτό πρόσωπο χωρίς να διαβάσουν τίποτα στην έκφρασή του. «Φαίνεται πως είσαστε εξαιρετικός παίχτης. Παίξατε αξιοπρόσεκτα τις προάλλες, αλλά θέλω να δω περισσότερα». Καμιά απάντηση. «Κλέψατε;» «Όχι». «Ξέρετε να κλέβετε;» «Όχι». Μια σύντομη παύση. «Σύμφωνοι, με κερδίσατε, αλλ’ αυτό δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Μ’ έχουν κερδίσει κι άλλη φορά». «Θα σας κερδίζω κάθε φορά αυτή είναι η διαφορά. Σαν παίχτης, δε μετράτε». Η λύσσα σπίθισε στα μάτια του Μούτερ, ήταν έτοιμος να τον πετάξει έξω. Αλλά συγκρατήθηκε: «Και συναντήσατε κάποιον που να μετράει εναντίον σας;» «Όχι». «Ούτε ο Βαν Χέερεν;» «Ούτε». «Σας εκτιμά πολύ, σαν παίχτη του πόκερ τουλάχιστο, αλλά είναι σίγουρος πως σε μια παρτίδα όπου θα έβαζε τα δυνατά του, όπου δε θα τον αιφνιδιάζατε, θα κατέληγε να σας κερδίσει».


«Γελιέστε». «Ο Άλεξ Βαν Χέερεν είναι ο καλύτερος παίχτης που ξέρω. Κι έχει τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια». Σιγή. Ο Μούτερ επέμεινε. «Και θα κερδίσετε τον Άλεξ;» «Ναι». «Κάθε φορά;» «Κάθε φορά». Ο Μούτερ τον κοίταζε βράζοντας από λύσσα και περιφρόνηση! «Έχει δίκιο ο Άλεξ: είσαστε ένας ξιπασμένος μέτοικος!» Ο Μπεν, με το βλέμμα χαμένο στ’ όνειρο: «Θα τον κερδίζω. Κάθε φορά». Σε τούτη την παρτίδα, τη δεύτερή του στην Ευρώπη, κέρδισε σαράντα τρεις χιλιάδες δολάρια έχοντας αντίπαλους τρεις Ελβετούς και τρεις Γερμανούς. Ο Μούτερ δεν έπαιξε. Αλλά κράτησε το ενενήντα τοις εκατό των κερδών… Όχι πως τα είχε ανάγκη αυτά τα χρήματα! Η προσωπική του περιουσία ήταν σεβαστή, η τράπεζά του του απέφερε σίγουρα και σημαντικά κέρδη. Στην περίπτωσή του επρόκειτο για καθαρή πλεονεξία. Τ ούτη η παρακράτηση δικαιολογούνταν μέχρις ενός σημείου, εφόσον ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν ήταν υπάλληλός του αλλά δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος: για τον Αλουσιους Μούτερ, το πόκερ ήταν το ιδανικό πεδίο για να μανουβράρει τους ανθρώπους κι αυτή ήταν η αγαπημένη του ασχολία.’ υπήρχε στο μυαλό του τραπεζίτη η δυνατότητα να


συνδέσει και την ισχύ της τράπεζάς του και την ακαταμάχητη δύναμη του ΣανΦρανσισκανού μπροστά σ’ ένα τραπέζι. Έγιναν είκοσι τρεις παρτίδες από την τελευταία βδομάδα του Οκτωβρίου ως τις αρχές Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου. Εκατό μέρες, περίπου. Αλλ’ αυτές οι εκατό μέρες ήταν αρκετές για να κατοχυρωθεί ο θρύλος του Μπένεντικτ Σαρκισιάν. Υπάρχει κάτι το σαγηνευτικό στο απόλυτα αήττητο, στο θέαμα μια τέλειας μηχανής που λειτουργεί χωρίς φανερή προσπάθεια. Κι ο Μπένεντικτ ήταν αυτή η μηχανή. Αυτή την περίοδο, έφτασε στο απόγειο της κεραυνοβόλου πορείας του, δηλαδή, στην τελειότητα. Φυσικά το ν’ αποκαλύπτεται κάθε φορά ο καλύτερος, δε σήμαινε πως κέρδιζε όλα τα χτυπήματα. Δεν μπορούσε, προφανώς, να κάνει τίποτα ενάντια σε κάποιον που τον ευνοούσε σκανδαλωδώς η τύχη κι είχε —καθαρή υπόθεση— φλος ρουαγιάλ σε κάθε μοιρασιά. Υποκλινόταν όπως ο καθένας. Αλλά ήταν άλλο πράγμα να κρατάς την απόσταση εναντίον του. Και, ακόμα και στην περίπτωση που η τύχη τού γύριζε συστηματικά την πλάτη, τα κατάφερνε, πρώτα επειδή πάντα εγκατέλειπε προτού καταγράψει σημαντικές απώλειες, μ’ ένα στιγμιαίο υπολογισμό πιθανοτήτων που δε θα τον έκανε κι ο πιο πολύπλοκος υπολογιστής, και στη συνέχεια επειδή ήταν αδύνατο να τον μπλοφάρουν, να τον παρασύρουν σε οποιαδήποτε παγίδα, όσο επιδέξια κι αν είχε στηθεί: αυτός ο τόσο νέος ακόμα άντρας έμοιαζε να μη βλέπει τους αντιπάλους του κι όμως μάντευε τα χτυπήματά τους με μια παράξενη και μεγαλοφυή πρόγνωση, που δυσκολευόσουν να την εξηγήσεις. Ήταν επίπονο ν’ αντιστέκεσαι ψυχολογικά σε μια τέτοια επίδειξη: ή γελούσες και δεχόσουν το μάθημα, όπως έκανε ο Ο’ Κήηφ, ή μάνιαζες και, αργά ή γρήγορα, τσάκιζες, συντριβόσουν. Ο Μπένεντικτ έπαιξε την τρίτη του παρτίδα στη Γερμανία, την τέταρτη στο Μιλάνο, την πέμπτη στη Ζυρίχη, την έκτη πάλι στο Μιλάνο, την επόμενη στο Παρίσι. Στο Παρίσι όπου μόλις είχε φτάσει η Καλλιόπη.


3

Η Καλλιόπη είχε καταλύσει στο Ριτζ με τις δυο Τ ζαμαϊκανές της. Είπε στον Μπεν: Ετοιμαζόμουν να βγω αλλά θα χαιρόμουν πολύ αν με συνόδευες. Αν δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις». «Δεν παίζουμε απόψε». Ήταν Παρασκευή. «Αύριο όμως;» «Αύριο, ναι». Η Καλλιόπη είχε ένα ραντεβού στην οδό Φομπούρ-ΣεντΟνορέ κι ένα στη λεωφόρο Κουρσέλ. «Ήρθα να διαλέξω υφάσματα, θα μου φέρουν δείγματα στο ξενοδοχείο». Εκείνος δεν απάντησε. Τ ον ρώτησε: «Διάβασες τα βιβλία που σου έστειλα;» «Τ α περισσότερα». «Ποιον ζωγράφο προτιμάς;» «Τ ον Γκόγια». «Γιατί;» «Τ α μάτια των προσώπων του». Η Καλλιόπη είχε νοικιάσει αυτοκίνητο με σοφέρ· τον έβαλε να


σταματήσει στην όχθη του Σηκουάνα, κοντά στην Ορανζερι. «Ας περπατήσουμε, σε παρακαλώ… Μπεν, ξαναπήγα στο Σαν Φρανσίσκο και ξαναείδα τον Βασιλιά. Με γοητεύει. Είναι καλά, ή μάλλον, περίπου… για την περίπτωση που θα με ρωτούσες νέα του». Περπατούσε κοντά της και δεν την είχε ακόμα αγγίξει, δεν την είχε καν φιλήσει. «Έχει κάτι πόνους στο στήθος, εδώ κι αρκετό καιρό», είπε η Καλλιόπη. «Θέλησα να τον… παρασύρω σ’ ένα γιατρό: δεν έπιασε το κόλπο. Μα που να πάρει, Μπεν, φίλησέ με, για το Θεό!» Έκλεισε το πρόσωπό της στις χούφτες του και τη φίλησε. Τ ραβήχτηκε εκείνη πρώτη, μελέτησε τα χαρακτηριστικά του και κούνησε το κεφάλι με απόγνωση. «Είναι απίστευτο. Σ’ αυτό το βαθμό, καταντάει αναπηρία». «Και τι άλλο ακόμα;» «Τ ι δεν πάει καλά, Μπεν;» «Όλα καλά». Μπήκαν στον κήπο του Κεραμικού, από την πύλη της Πασερέλ και πήραν την κεντρική αλέα, με το Καρουζέλ ίσια μπροστά τους. Η Καλλιόπη προχωρούσε προς το σιντριβάνι με κείνη την αυτοκρατορική περπατησιά της που έκανε άντρες και γυναίκες να στρέφουν το κεφάλι. «Μπεν, θα έπρεπε να γυρίσεις στο Σαν Φρανσίσκο. Γερνάει και σ’ έχει ανάγκη έστω κι αν θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να το παραδεχτεί. Ξέρω τι κάνεις στη Ζυρίχη, μου τα είπε όλα ο Άλεξ. Τ ον ξέρω τον Αλουσιους Μούτερ, δε θα μπορούσες να μου μάθεις κάτι γι’ αυτόν που να μην το ξέρω. Γύρνα, Μπεν. Μαζί μου, αν θες. Φεύγω αύριο».


Ένα αγοράκι όρμησε φωνάζοντας και γελώντας πάνω τους· ρίχτηκε στα πόδια του Μπεν που το σήκωσε, αφού έπεσε, το έστησε στα πόδια του, του ξεσκόνισε τρυφερά τα μαλλιά, χαμογελώντας. «Δεν κέρδισα ακόμα», της είπε. Η Καλλιόπη έμεινε ακίνητη, παλεύοντας με το θυμό της. «Άντε στο διάβολο!» Τ ης έδωσε τη μόνη απάντηση που μπορούσε να την αφοπλίσει και κυρίως, να τη συγκινήσει: «Εκεί βρίσκομαι ήδη». Δείπνησαν μαζί σ’ ένα καλό εστιατόριο. Τ ους έφεραν το κρασί που ζήτησε η Καλλιόπη, ένα Ποντέ- Κανέ 1945. «Δοκίμασε. Όχι! Όχι έτσι. Πάρε μια γουλιά… Όχι, λίγο περισσότερο, Έτσι. Κράτησέ τη στο στόμα σου, κύλησέ την πάνω στη γλώσσα σου ρουφώντας λίγο αέρα… χωρίς να σφυρίζεις σε παρακαλώ, δεν είμαστε σε σταθμό. Και τώρα, κατάπιε και μέτρα, νοερά, πόση ώρα θα μείνει η γεύση στον ουρανίσκο σου: στα έξι εφτά δευτερόλεπτα, το κρασί είναι ήδη καλό’ στα δέκα, είναι υπέροχο, πάρα πάνω, πρόκειται για θαύμα… ή για λευκό κρασί ζαχαρωμένο. Λοιπόν;» «Δεν είναι άσχημο», είπε ο Μπεν. Δοκίμασε κι εκείνη, με τη σειρά της. «Δεν είναι άσχημο; Θεέ και Κύριε! Είναι ασύγκριτο!» Τ ον κοίταξε καχύποπτα: «Δε μου λες, το γλεντάς;» «Μάλιστα, κυρία».


Τ ου είχε μάθει να κρατάει μαχαίρι και πιρούνι, έτσι που είχε εγκαταλείψει την παλιά συνήθεια, πολύ αμερικάνικη, να κρατάει το πιρούνι όπως κρατάμε τον ιστό σημαίας με όλη τη χούφτα και να το φυτεύει στο κρέας με τη φανερή πρόθεση να το καρφώσει στο πιάτο. Τ ου χαμογέλασε: «Αρχίζεις και γίνεσαι πια του κόσμου. Αν μιλούσες και λίγο λιγότερο…» «Σε θέλω». Τ α μαβιά μάτια έλαμψαν κι η ομορφιά της έκοβε την ανάσα. «Είναι το μεντόκ, το κρασί». Σαν γύρισαν στο Ριτς, έκαναν έρωτα δυο φορές, τρυφερά. Η Καλλιόπη ξάπλωσε ανάσκελα. «Κι εξάλλου, να κερδίσεις τι;» είπε. «Απ’ όσο ξέρω, δεν πρόκειται για χρήματα». Οι δυο Τ ζαμαϊκανές πηγαινοέρχονταν στη σουίτα, αδιάφορες για το ζευγάρι στο ξέστρωτο κρεβάτι. «Πόσων χρονών με κάνεις, Μπεν; Είμαι σαράντα τριών. Πλαγιάζω με τον Άλεξ δεκαεφτά χρόνια. Όχι για τα λεφτά του, έχω πιο πολλά απ’ όσα μου χρειάζονται. Τ ον πονάω, νιώθω στοργή γι’ αυτόν πολύ περισσότερη απ’ ό,τι θα έχω ποτέ για σένα. Τ ον φόβιζα, πριν από δέκα εφτά χρόνια, και τον φοβίζω ακόμα. Μετά την πρώτη μας νύχτα, επέστρεψε μ’ ένα διαμαντένιο κολιέ, ικανό να θρέψει χίλιους πεινασμένους Τ ου το έδωσα πίσω’ δεν είχε καταλάβει τίποτα γι’ αυτό έβαλα στο κρεβάτι μου τον πρώτο τυχόντα, στην προκειμένη περίπτωση το θυρωρό της πολυκατοικίας, και κάναμε οι δυο μας ένα σωρό παιχνίδια, κάτω από το βλέμμα του Άλεξ, που τα δέχτηκε, αφού ξεπέρασε την αρχική οργή του. Στα είκοσι τέσσερά μου, μετ’ από ένα πρώτο σύζυγο χωρίς ιστορία, δε θέλησα άλλο σύζυγο ούτε παιδί, ούτε οτιδήποτε θα μου δημιουργούσε υποχρεώσεις. Παρ’ όλ’


αυτά, μπορεί να παντρευτώ τον Άλεξ μια μέρα, αν πάρει διαζύγιο. Είναι πιο γυναίκα από μένα. Λοιπόν, πάμε να κάνουμε το μπάνιο μας». «Ο Αλοόσιους Μούτερ!» συνέχισε η Καλλιόπη. «Ο Άλεξ μου είχε πει στον εμπιστευτικό τόνο που ομολογούμε, ‘ξέρεις, αυνανίζομαι: Τ α μοιραζόμουν όλα, ανέκαθεν, με τον Αλοόσιους’. Προφανώς, αυτό το ‘όλα’ περιλάμβανε και μένα. Είπα όχι, κι ύστερα ναι. Ο ερωτισμός είναι όπως η κουζίνα: πρέπει να δοκιμάσεις προτού πεις δε μ’ αρέσει. Αλλά το μενού που συνέθεσε ο καημένος ο Αλουσιους είχε τόση ερεθιστική ποικιλία όσο ένα γεύμα του Σταφορντσάιρ. Τ ου παραχώρησα μια βδομάδα, με κάθε εξουσία πάνω μου. Σκλάβα. Θα μπορούσε να είναι διασκεδαστικό. Τ ο τέρας! Μ’ έβαλε να περπατάω με τα τέσσερα με κολάρο, με ξάπλωσε γυμνή σ’ ένα τραπέζι, με μασκάρεψε σε Χριστουγεννιάτικο δέντρο για ένα δείπνο μεταξύ ανδρών, με πήρε κι έβαλε να με πάρουν ένας Θεός ξέρει ποιος, μ’ έβγαλε στη λοταρία ώσπου κόντεψε να πάθει αποπληξία. Όχι εγώ, αυτός. Εγώ, γελούσα απλά, τρελό γέλιο». Βγήκε από το νερό, τεντώθηκε, ξανάδεσε τα μακριά μαλλιά της, ρούσα, στο χρώμα του χαλκού. «Ας τελειώνουμε με τον Αλουσιους Μούτερ! το τρελό γέλιο μου τον νίκησε, κατέρρευσε σαν κάστρο. Τ έσσερις μέρες μόνιμης ιλαρότητας κι αναγκάστηκε να καταθέσει τα όπλα, παραιτήθηκε από την υπόλοιπη βδομάδα. Από τότε, κάθε φορά που συναντιόμαστε, αλλάζει, μεταφορικά, πεζοδρόμιο, παίρνει ύφος κολεγιόπαιδου σε στύση. Δεν τον συμπαθώ καθόλου». Κοιτάχτηκε σ’ ένα καθρέφτη. «Γερνάς, Καλλιόπη. Είσαι ήδη μια μεσόκοπη γυναίκα». Ήπιε σαμπάνια. «Και να λοιπόν, εσύ κι ο Αλεξ, δεσμευμένοι σ’ ένα είδος μονομαχίας, να παίζετε για το ποιος δε θα υποχωρήσει ποτέ. Μα όχι, λάθος! οι


πραγματικοί αντίπαλοι είναι ο Άλεξ κι ο Βασιλιάς Χοβ. Εσύ είσαι, απλά, το όπλο. Ο Άλεξ μου μίλησε για την επιχείρηση με το συνάλλαγμα που σχεδίασε για σένα. Σ’ αυτό το σημείο, λέει οτιδήποτε και δελεάζεται μόνος του! η αλήθεια είναι πως αισθάνεται φιλία για σένα. Όπως κι εσύ για κείνον. Ω! Δεν είναι τόσο απλό. Είμαστε όλοι άντρες και γυναίκες, ταυτόχρονα». Χαμογέλασε στην Καλλιόπη Ζόρντααν, στο είδωλό της στον καθρέφτη. «Θα επιστρέψεις μαζί μου αύριο;» «Όχι» είπε ο Μπεν.

4 Ο Φρανσίσκο Ναρβάεζ Οτσόα σκότωσε τη γυναίκα του στις 10 Ιανουαρίου, το βράδυ: ήταν περασμένες οι εντεκάμισι. Η Μαρία η γυναίκα του, που δούλευε σαν γυμνό μοντέλο σε μια σχολή ζωγραφικής, έκανε πραγματικά ό,τι περνούσε από το χέρι της, και πάρα πάνω ακόμα, για να οδηγήσει τον Οτσόα στη φονική τρέλα. Και το πέτυχε πέρ’ από κάθε ελπίδα. Και δεν είναι άτοπο να πει κανείς πως πέθανε διακατεχόμενη από αίσθημα βαθιάς ικανοποίησης. Τ ο ό,τι η γυναίκα του περνούσε τέσσερις ώρες την ημέρα, τέσσερις φορές την εβδομάδα, όλο το χρόνο, τσιτσίδι, μπροστά στα βλέμματα ορδών Νεοϋορκέζων, ήταν κάτι που είχε προκαλέσει ήδη βίαιες οικογενειακές σκηνές. Ο Οτσόα ήταν θερμόαιμος από κληρονομικότητα κι επειδή πίστευε σοβαρά πως ήταν στον χαρακτήρα του. Από τη μεριά της, η Μαρία, εκτός από ένα κακό χαρακτήρα ικανό να τα βάλει με μια διμοιρία πεζοναύτες, ήταν και τόσο πνεύμα αντιλογίας που ξεπερνούσε κάθε όριο. Αρκούσε να παρατηρήσει ο Οτσόα πως το ντεκολτέ της ήταν πολύ βαθύ, για να


πετάξει αμέσως και την κιλότα της. Τ ο αίμα είχε κυλήσει για πρώτη φορά όταν, χάρη στον Μπεν, ο Οτσόα είχε πάρει προαγωγή στην τράπεζα. «Τ ώρα κερδίζω αρκετά, δεν έχεις πια ανάγκη να δουλεύεις. Αν μπορείς να το πεις αυτό δουλειά…» Δυναμική αντίδραση της Μαρίας. Είχαν καταλήξει στο νοσοκομείο, αυτός μ’ ένα πιρούνι μπηγμένο στα πλευρά, αυτή μ’ ένα κάταγμα στο σαγόνι. Θα πρέπει να είχαν συμφιλιωθεί κάποια στιγμή. (Χώρια από τη μανία της να τσιτσιδώνεται σε κάθε ευκαιρία, η Μαρία ήταν πιστή γυναίκα). Στις 10 Ιανουαρίου το βράδυ, εκείνος πήγε να την πάρει από τη σχολή ζωγραφικής του Γκρίνουϊτς όπου πόζαρε. Τ σακώθηκαν μπροστά στους μαθητευόμενους ζωγράφους, που ενθουσιάστηκαν από το θέαμα. Ο Οτσόα μιλούσε για τη «μητέρα των παιδιών του». Χαστούκι της Μαρίας: η τελευταία της δημόσια κίνηση. Και δεν ήταν μόνο έγκυος, όπως απέδειξε η νεκροψία, αλλά είχε κι ένα βραχίονα σπασμένο, αρκετά πλευρά βουλιαγμένα και τσακισμένο τον αυχένα. Όσο για τον Οτσόα, έφερε βαθιά τραύματα από ένα τραπεζομάχαιρο. Χρειάστηκαν τέσσερις αστυνομικοί για να τον αποσπάσουν από το κορμί της γυναίκας του’ έκλαιγε γαντζωμένος πάνω του. Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν έλαβε το τηλεφώνημα στις 3 ή 4 Φεβρουαρίου, στις δέκα και μισή ώρα Νέας Υόρκης. Ο συνομιλητής του συστήθηκε σαν Λάρι Μενέντεζ ξάδερφος του Οτσόα. Τ ον θυμόταν μήπως ο Μπεν; Είχαν φάει ένα βράδυ μαζί στους Οτσόα. Ο Μενέντεζ ήταν ανήσυχος… «Δεν είμαι ενήμερος», είπε ο Μπεν.


Ο Μενέντεζ του είπε τα νέα. Ο Οτσόα, ακόμα στο νοσοκομείο, αρνιόταν ν’ απαντήσει σε κάθε ερώτηση. «Δεν είναι στα συγκαλά του, κύριε Σαρκισιάν. Για λίγο, πιστέψαμε πως τις μαχαιριές τις είχε κάνει μόνος του…. Κι ένας λόγος παρά πάνω που η Μαρία ήταν έγκυος… Δε θέλει ν’ ακούσει για δικηγόρο…» Ο Μπεν άκουγε τη μακρινή φωνή, με τη ζεστή προφορά, ίδια μ’ αυτή του Οτσόα. «Δεν έχει άλλον από σας, κύριε Σαρκισιάν, μόνο εσάς θ’ άκουγε…» «Δεν ξέρω», είπε ο Μπεν. Έκλεισε το τηλέφωνο. Στη Ζυρίχη, η ώρα πλησίαζε τις τέσσερις και μισή κι ο καθημερινός πυρετός είχε καταλαγιάσει. Ετοιμάζονταν να κλείσουν. Ανέβηκε στου Μούτερ. «Θα ήθελα να επικοινωνήσω με τον κύριο Βαν Χέερεν». «Θα πρέπει να μου αποδείξετε πως ο κύριος Βαν Χέερεν επιθυμεί να επικοινωνήσει μαζί σας». Ο Ελβετός ζάρωσε τα μάτια του. «Προσωπική υπόθεση;» Ο Μπεν έγνεψε καταφατικά. «Υπό τον όρο πως θα τηλεφωνήσετε εδώ, μπροστά μου». Και πάλι καταφατικό γνέψιμο. «Και σας θυμίζω πως σε δυο ώρες παίρνουμε το αεροπλάνο μου για τη Γερμανία. Δε θα περιμένω».


Στάθηκαν ο ένας αντίκρυ στον άλλο όση ώρα χρειάστηκε η γραμματέας του Μούτερ να συνδεθεί με τον Βαν Χέερεν, πράγμα που έγινε πολύ γρήγορα. Η φωνή του Αμερικανού αντήχησε στο μεγάφωνο του τηλεφώνου και πλημμύρισε όλο το γραφείο. «Κι έχεις την αξίωση να ενδιαφερθώ για την τύχη αυτού του ανθρώπου;» «Μοιάζει να πιστεύει πως είναι χρέος σου», είπε ο Μούτερ που χαμογελούσε στον Μπεν σαρκαστικά. Σιγή. Από την άλλη άκρη της γραμμής ακουγόταν ο θόρυβος της κυκλοφορίας γύρω από το αυτοκίνητο του Βαν Χέερεν που έτρεχε κάπου στο Μανχάταν. «Αλουσιους;… «Ναι, Άλεκ;» «Παίζετε απόψε;» «Ναι. Στο Μέλανα-Δρυμό. Στο Τ ίτιζε. Στου Ούγκο» «Δεν έχω τον αριθμό του τηλεφώνου του». Μια παύση ώσπου να το σημειώσει κι ύστερα: «Τ ι ώρα θα είσαστε εκεί;» «Γύρω στις εννέα, το αργότερο. Τ οπική ώρα». «Θα τηλεφωνήσουν στον Σαρκισιάν εκεί. Καλό βράδυ».

5

Ο Μέλανας Δρυμός ήταν σκεπασμένος χιόνι αλλά τα εκχιονιστικά είχαν ανοίξει ένα μονοπάτι κι η 600άρα Μερσεντές πέρασε με


δυσκολία, παρά τις αλυσίδες. Φάνηκε το πρώτο σαλέ, σχετικά… ταπεινών διαστάσεων’ αλλά επρόκειτο μόνο για το σπίτι του φύλακα. Υψώθηκε μια μπάρα και μια ορδή γερμανικά τσοπανόσκυλα έδειξαν τα δόντια τους. Και νέα συστοιχία από πανύψηλα μαύρα έλατα. Τ ο αυτοκίνητο χώθηκε σ’ ένα υπόγειο γκαράζ, όπου βρισκόταν ήδη ένας στόλος από αυτοκίνητα, πολυτελή όλα, από Ρολς Ρόις ως τις αναπόφευκτες Μερσεντές, περνώντας από τις Πόρσε. «Πολύς κόσμος», παρατήρησε ο Μούτερ. «Θα κάνουμε, σίγουρα, δύο τραπέζια». Ο Μούτερ κι ο Μπένεντικτ, βγαίνοντας από το γκαράζ, πήραν ένα ασανσέρ που τους έβγαλε σε μια γυάλινη κλειστή γαλαρία ή οποία οδηγούσε απευθείας στο κύριο κτίριο. Κι ήταν ένας πύργος. Ο Μούτερ έπιασε τον Μπεν από το μπράτσο: «Ακούστε. Είναι εδώ ένας Γάλλος με τίτλο ευγενείας, που έχει πολλά λεφτά και χάνει ακόμα περισσότερα κι είναι ένας βλάκας. Θέλω να τον ξετινάξετε, να τον σπρώξετε στα άκρα’ πρέπει να χάσει όσα δεν έχει χάσει ποτέ. Εξάλλου, του έχουν μιλήσει για σας, τον προκάλεσαν να σας κερδίσει και θα το επιχειρήσει». «Αφήστε μου το μπράτσο», είπε ο Μπεν. «Ασήμαντο πραγματάκι», είπε ο Μούτερ με μάτια που έλαμπαν «δεν έχεις άλλο λόγο ύπαρξης». «Μη με αγγίζετε!» «Είσαι ένα τίποτα, δεν έχεις επιλογή. Τ ο χρήμα που θα σε κάνουμε να κερδίσεις, το ό,τι σε προσέλαβα στην υπηρεσία μου, το ό,τι είσαι απόψε εδώ, σε τούτο τον…» Ο Μούτερ έπεσε στα γόνατα, μετ’ από ένα πρώτο χτύπημα στο συκώτι, ένα δεύτερο στο μέρος της καρδιάς κι ένα τρίτο στο πλέξους, και τα τρία συνδυασμένα με κεραυνοβόλο ταχύτητα. Με το ένα χέρι στο στήθος και το άλλο στο δάπεδο, για να μη σωριαστεί ολότελα, ο


Ελβετός έβγαζε κάτι ήχους ανθρώπου που πνίγεται. Πάνω στην ώρα, άνοιξε η θολωτή πόρτα, στο βάθος του γυάλινου διαδρόμου, και φάνηκε ένας νέος ξανθός, χαμογελαστός άντρας. Τ ο βλέμμα του έπεσε στον πεσμένο άντρα κι ύστερα αναζήτησε τα μάτια του Σαρκισιάν. Χαμογέλασε: «Είμαι ο Ούγκο. Και τα κατάλαβα όλα. Σκόνταψε σ’ ένα εντελβάις», είπε. «Ακριβώς», είπε ο Μπεν. Μόνο το πρεβάζι του τζακιού είχε πέντε μέτρα πλάτος και δέκα ύψος. Κι ανάμεσα στ’ άλλα στολίδια, είχε πάνω του κι ένα κεφάλι λύκου, μαύρο σε πορτοκαλί φόντο. «Τ ο οικόσημο της οικογένειας», είπε πίσω από τον Μπεν η φωνή του νεαρού Ούγκο. «Οι μακρινοί πρόγονοί μου το έφεραν, υπό τον Μπαρμπαρόσα, στις σταυροφορίες και στον τελικό του παγκόσμιου πρωταθλήματος βασκικής πελότας. Είμαστε της πιο υψηλής αριστοκρατίας, η Μαμά δεν παύει να το διατυμπανίζει σε όλο τον κόσμο. Αλλά η αλήθεια είναι πως ο προ-προ-πάππος μου ήταν θηροφύλακας στα δάση με τους λύκους κι είχε πολύ ωραίες κνήμες και καθώς ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο II της Βαυαρίας ήταν φανατικός παιδεραστής, κάναμε την τύχη μας. Τ ου σπάσατε στ’ αλήθεια τα μούτρα του Αλουσιους Μούτερ; «Τ ’ όνειρό μου», συνέχισε. «Δεν μπόρεσα ποτέ να τον χωνέψω αυτό τον Ελβετό μαντράχαλο. Λέγετέ με Ούγκο, θα τα πάμε καλά εμείς οι δυο. Πότε γεννηθήκατε; Ποιο μήνα; Για δες, συνομήλικος, μ’ εφτά μέρες διαφορά! Πρέπει να το γιορτάσουμε αυτό. Πριν από την Αποκάλυψη!» «Δεν πίνω», είπε ο Μπεν χαμογελώντας. «Ώστε είσαστε ο περίφημος Μπένεντικτ Σαρκισιάν, ο Νιζίνσκι του πόκερ; Προσωπικά, παίζω λίγο, αλλ’ άκουσα αυτές τις λέρες να μιλούν για σας. Δεν τρώτε κιόλας;»


«Ποιος είναι ο Νιζίνσκι;» «Ένας τύπος της Όπερας που πηδούσε τόσο ψηλά ώστε έπρεπε να τον μαζέψεις με το λάσο για να τελειώσει την παράσταση. Στο τέλος τον έριξαν κάτω με μια τουφεκιά. Ούτε λίγο φασιανό;» «Ειλικρινά, όχι», είπε ο Μπεν. Χαμογέλασαν χωρίς να μιλούν, σαν τους ανθρώπους που δε γνωρίζουν ο ένας τον άλλο ακόμα αλλ’ αναγνωρίζονται και ξέρουν πως η φιλία θα έρθει με την ώρα της. Γύρω τους κουβέντιαζαν, κινιόνταν θα ήταν γύρω στα είκοσι τέσσερα άτομα. «Μπορώ να σε λέω Μπεν;… Λοιπόν, Μπεν, διάλυσέ τους. Πάρε τους όσα γίνεται περισσότερα. Όχι δεκάρες…» Ένας μαιτρ ντ’ οτέλ πλησίασε τον Ούγκο και κάτι του είπε στα γερμανικά. «Και σε ζητούν στο τηλέφωνο. Μου υπόσχεσαι πως θα τους τσακίσεις;» «Γι’ αυτό ήρθα», είπε ο Μπεν. «Αποκλειστικά». Στο τηλέφωνο, αναγνώρισε τη φωνή της Εύας Μόρισον: «Οι διαταγές του κυρίου Βαν Χέερεν είναι να παρασχεθούν στον Οτσόα οι υπηρεσίες του μεγαλύτερου δικηγορικού γραφείου των Ηνωμένων Πολιτειών. Τ ο πρόσωπο που θα σας μιλήσει εκπροσωπεί αυτό το γραφείο. Πείτε του ό,τι έχετε να πείτε». Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε μια αντρική φωνή στη γραμμή. «Ονομάζομαι Γέιτς, Ρίτσαρντ Γέιτς. Έχω ήδη στην κατοχή μου τις αναφορές τις αστυνομίας. Αλλά το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο Οτσόα που αρνείται ν’ ανοίξει το στόμα του. Δε λέω πως είναι αδύνατο να τον υπερασπιστεί κανείς υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αλλά δε θα μας


διευκολύνει τη δουλειά μας. Όχι, περιμένετε, θα καταγράψω όσα μου πείτε, αν είσαστε σύμφωνος. Αρχίστε». Ο Μπένεντικτ περιέγραψε τις σχέσεις του Οτσόα με τη Μαρία, ανέφερε ονόματα ενδεχομένων μαρτύρων, μίλησε συνολικά γύρω στα δέκα λεπτά. «Θα πρέπει να έρθετε να καταθέσετε σαν μάρτυρας», είπε ο Γέιτς. «Θα έρθω». «Μένει το πρόβλημα της σιωπής του Οτσόα. Μπορούμε βέβαια να επιχειρήσουμε, οικοδομώντας την υπεράσπισή του, να χρησιμοποιήσουμε τη στάση του: να μιλήσουμε για έναν άνθρωπο τόσο συντριμμένο από το θάνατο της γυναίκας του που υιοθετεί μια στάση αυτοκτονίας κ.λ. π… Αλλά είναι δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα σ’ ένα σώμα Αγγλοσαξόνων ενόρκων». «Πείτε του πως θα του γράψει ο Βασιλιάς και πως του ζητάει να υπερασπιστεί τον εαυτό του από δω κι εμπρός». «Ο Βασιλιάς; Δηλαδή… πώς βασιλιάς;» «Ο Βασιλιάς. Θα καταλάβει». Μετά από τρεις ώρες παιχνίδι, σε τούτη την παρτίδα που ήταν η τελευταία του Μπένεντικτ Σαρκισιάν επ’ ευκαιρία της πρώτης του παραμονής στην Ευρώπη, ο Γάλλος, που είχε από μόνος του υποδειχθεί σαν ο κύριος αντίπαλός του Μπεν, έχανε λίγο πάνω από διακόσιες χιλιάδες δολάρια, περίπου ένα εκατομμύριο γαλλικά φράγκα. Είχε κάνει κάτι ξέφρενες ρελάνς, είχε επιχειρήσει να μπλοφάρει κι είχε παγιδευτεί μόνος του. Δεν ήταν μέτριος παίχτης. Με το πόκερ συμβαίνει ό,τι και με τ’ αυτοκίνητα: τα χειρότερα ατυχήματα δεν τα παθαίνουν οι αρχάριοι, που φοβούνται την απειρία τους, αλλά οι καλοί οδηγοί που είναι


σίγουροι για τον εαυτό τους’ ο Γάλλος είχε τη σιγουριά και την ασφάλεια αυτών που, οδηγώντας καλά και γρήγορα, σαν πάθουν ένα ατύχημα είναι, αναγκαστικά, καταστροφικό. Είχε ήδη υποστεί αποτυχίες σ’ ένα τραπέζι, τεράστιες χασούρες, είχε δει πως η τύχη δεν ήταν με το μέρος του και δεν του πέρασε η ιδέα πως μπορεί να ήταν κι αυτός υπεύθυνος. Ο Μούτερ είχε δίκιο σ’ αυτό το σημείο: ήταν βλάκας. Και το χειρότερο ήταν πως δεν του έλειπε η εξυπνάδα. Ήταν ένας άντρας στα σαράντα, ψηλός, αθλητικός, ωραίος. Στη διάρκεια της τέταρτης ώρας, πήρε τρελά ρίσκα. Τ ο αποτέλεσμα, απέναντι στον Μπεν, ήταν άμεσο και θεαματικό: διπλασίασε τη χασούρα του. Όρθιος, ήταν πιο ψηλός από τον Μπεν. Κοίταξε τον ΣανΦρανσισκανό, με το καταγάλανο μάτι του που μέσα του έπαιζε μια τρελούτσικη λάμψη. «Θα πάρω σύντομα τη ρεβάνς». Ο Μπεν που έβαζε στην τσέπη του το ασημένιο ρολόι του Βασιλιά Χοβ, απάντησε γαλήνια. «Σας το εύχομαι». Κοίταζε τον Μούτερ χωρίς να δείχνει πως τον βλέπει. Ο τραπεζίτης είχε απουσιάσει για πολύ’ είχε μπει πριν από λίγο στο μικρό, κυκλικό δωμάτιο στην ανατολική πτέρυγα του πύργου, όπου γινόταν το παιχνίδι. Η πρώτη του ματιά έπεσε στο τραπέζι, να βεβαιωθεί πως οι μάρκες ήταν στοιβαγμένες στη σωστή θέση, η δεύτερη για τον ίδιο τον Μπεν. Τ ον πλησίασε, με μάτια που έλαμπαν πιότερο από ποτέ, με την έκφραση του καλού μαθητή που έρχεται να πληροφορήσει το σκάνδαλο της τάξης πως τον ζητάνε στο γραφείου του διευθυντή. «Τ ηλέφωνο. Θέλει να σας μιλήσει».


«Σαρκισιάν;» «Ναι». «Τ ον χτύπησες στ’ αλήθεια;» «Ναι». «Ένα χτύπημα ή πολλά;» «Πολλά». Στιγμιαία παύση. «Μίλησες με το δικηγόρο… ξεχνάω τ’ όνομά του». «Γέιτς» «Είναι ο καλύτερος. Έβαλα μεγάλα μέσα για την περίπτωση του». «Ευχαριστώ». Μετά από λιγόλεπτη σιωπή. «Τ ι ώρα είναι στη Γερμανία;» «Δύο και σαράντα το πρωί». Και νέα παύση. Κι ύστερα, ο Βαν Χέερεν είπε, κάπως απότομα. «Θα σε ξαναπάρω αργότερα». Κι έκλεισε το τηλέφωνο. «Τ ρακόσιες εξήντα δύο χιλιάδες δολάρια», είπε ο Μούτερ στο Γάλλο. «Ένα εκατομμύριο οχτακόσιες τριάντα τέσσερις χιλιάδες εξήντα δύο φράγκα, με τη χθεσινή ισοτιμία. Θέλετε να ξανακάνετε το λογαριασμό;» Ο Γάλλος έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, τα ξανάνοιξε και κοίταξε


προς το μέρος της γυναίκας του που καθόταν λίγο πιο πέρα. «Ανώφελο», είπε. Σηκώθηκε. Μέσα στο δωμάτιο βρίσκονταν έξι άτομα, εκτός από το ζευγάρι! ήταν ο Μούτερ, τέσσερις άλλοι άντρες που είχαν πάρει μέρος στην παρτίδα, και τέλος ο Μπένεντικτ. Η μικρή ομάδα των έξι είχε απομονωθεί και κανένας από τους άλλους καλεσμένους δε φάνηκε να θέλει να πάει κοντά τους. Ο Γάλλος βάλθηκε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο που ήταν μια απέραντη βιβλιοθήκη, επιπλωμένη σε γαλλικό στιλ Δεύτερης Αυτοκρατορίας, με άφθονους καπιτονέ καναπέδες, πολυθρόνες, βενετσιάνικα σκαμνάκια, δυο περίεργα κρεβάτια από χυτοσίδηρο, τραπέζια, σεκρετέρ, βιβλιοθήκες. Ο Γάλλος πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ ένα παράθυρο, παραμέρισε τις διπλές, τριπλές κουρτίνες και πάσχισε να διακρίνει κάτι μέσα στη νύχτα, μέσ’ από το χιόνι που είχε ξαναρχίσει να πέφτει. Όλα τα βλέμματα τον είχαν ως τώρα ακολουθήσει, όλα εκτός από του Μπεν αυτά τα ίδια βλέμματα στράφηκαν μαζί μ’ ένα παράξενο συγχρονισμό, στη νέα γυναίκα. «Δεν τα έχω αυτά τα χρήματα», είπε ο Γάλλος. «Όχι στο σύνολό τους, τουλάχιστο». Η νέα γυναίκα καθόταν σε μια πολυθρόνα με φιλντισένια μαρκετερί. Δε θα πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι πέντε χρονών. Είχε μια ομορφιά αγέρωχη, παγερή σχεδόν, παρά το χρυσαφένιο χρώμα από τον ήλιο του βουνού. Τ α βαριά καστανά μαλλιά της μαζεμένα σ’ ένα απλό κότσο αλά κατογκάν όπου η παραδοσιακή κορδέλα είχε αντικατασταθεί μ’ ένα φιλέ από πλατινένια νήματα κατάστικτα από μικρές ροζ πέρλες. Φορούσε μακριά, μαύρη βελούδινη φούστα κι ένα πουκάμισο με φουσκωτά μανίκια από ακατέργαστο μετάξι και δυο ολόιδια ροζ διαμάντια, ένα στον αριστερό παράμεσο κι ένα, σε παντατίφ, εκεί που άρχιζαν τα στήθη.


«Συνηθίζεται να πληρώνονται τα χρέη την επομένη, την ώρα που ανοίγουν οι τράπεζες», είπε ο Μούτερ, «κι είμαστε ήδη στην επομένη». «Τ ι ανακατευόσαστε, Μούτερ;» είπε ο άντρας από το παράθυρο, χωρίς να γυρίσει καν. «Λόγω των συνθηκών, του μέρους που βρισκόμαστε, της απομόνωσης αυτής της κατοικίας, συμφωνούμε σε μια πρόσθετη παράταση: αύριο στις δέκα. Έχετε λοιπόν τριάντα ώρες επιπλέον». «Τ ι ανακατευόσαστε, Μούτερ;» Ο άντρας γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα του στον Ελβετό. Αλλά μιλούσε με την κούραση αυτού που ξέρει πως έχει ηττηθεί. «Δεν είσαστε καν στο τραπέζι». Τ α μάτια του Μούτερ έλαμπαν άγρια. Χαμογέλασε δείχνοντας τα κιτρινισμένα από τον καπνό δόντια του. «Εκπροσωπώ τον Σαρκισιάν». Ο Μπένεντικτ κρατιόταν μακριά, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο με τη μεταξωτή ταπετσαρία. «Εκπροσωπώ τον Σαρκισιάν, ενεργώ εξ ονόματός του για το καθετί», πρόσθεσε ο Μούτερ. «Και μας χρωστάτε ένα εκατομμύριο οχτακόσιες τριάντα τέσσερις χιλιάδες εκατόν εξήντα γαλλικά φράγκα. Θα είσαστε σε θέση να καταβάλετε αυτό το ποσό, αύριο, στο Παρίσι;» «Όχι». «Σε άλλο μέρος, εκτός από το Παρίσι;» «Όχι».


«Επιθυμείτε μια παράταση χρόνου;» «Ναι». «Εξυπακούεται πως θα πρέπει να πληρώσετε επιπλέον τη διαφορά των συνήθων αξιών». Ο Γάλλος δέχτηκε, σκύβοντας το κεφάλι. «Θα χρειαστώ τρεις βδομάδες. Όχι, ένα μήνα». Αναζήτησε το βλέμμα της γυναίκας του που τον κάρφωνε με τα μεγάλα, μαύρα μάτια της. Στράφηκε απότομα και κόλλησε το μέτωπό του στο τζάμι. «Ωραία», είπε ο Μούτερ. «Τ ώρα ξέρουμε που πάμε και πού βρισκόμαστε. Τ ο έχετε ξανακάνει για να πετύχετε παρόμοιες προθεσμίες και κάποια έκπτωση, που σίγουρα δε θα την πετύχετε εδώ. Τ ο έχετε ξανακάνει. Είσαστε έτοιμος να το επαναλάβετε;» Ο Μούτερ κοίταζε τώρα μόνο τη νέα γυναίκα. «Ναι ή όχι;» «Ναι». Ο Μούτερ κινήθηκε, προχώρησε προς τη γυναίκα. Σαν έφτασε στο ύψος της, έκανε το γύρο της πολυθρόνας, ακινητοποιήθηκε. Τ ο χέρι του υψώθηκε ως τα μαλλιά της, σαν για να τα χαϊδέψει, αλλά δεν έφτασε ως το τέρμα. «Ελάτε κοντά στη γυναίκα σας. Θα σας έχει ανάγκη». Τ ο ίδιο χέρι ξανακινήθηκε, ψαύοντας χωρίς ν’ αγγίξει το ακίνητο κορμί. Έφτασε στο άνοιγμα του μεταξωτού πουκάμισου, στο ύψος του παντατίφ με το ροζ διαμάντιγλίστρησε, τρύπωσε διακριτικά προσπαθώντας ν’ ανοίξει πέρασμα χωρίς ν’ αγγίξει ούτε το δέρμα, ούτε το μετάξι.


Κι ύστερα, τραβήχτηκε. «Εμπρός», είπε ο Μούτερ. Η νέα γυναίκα σηκώθηκε, τα μάτια της φάνταζαν ακόμα πιο σκοτεινά πάνω στο κάτασπρο πρόσωπό της. Ο άντρας της ήρθε κοντά της, την πήρε στην αγκαλιά του, την έσφιξε πάνω του, φιλώντας ανάλαφρά τα μαλλιά, το μέτωπο, τα χείλη της. Εκείνη αφηνόταν, άψυχη. Τ ην έσυρε ως το κέντρο του δωματίου, τη στιγμή που ο Μπένεντικτ έκλεινε την πόρτα πίσω του, βγαίνοντας από το δωμάτιο. Τ η φίλησε και πάλι στα χείλη, γλυκά, τρυφερά. «Σ’ αγαπώ». Έπιασε να τη γδύνει. «Όλα εκτός από τη φούστα», είπε ο Μούτερ. «Ας κρατήσει τη φούστα». Τ ης ξεκούμπωσε τα κουμπιά του μεταξωτού πουκάμισου, της γύμνωσε τα στήθη, πέρασε το χέρι κάτω από τη φούστα, τράβηξε τη δαντελένια κιλότα. «Ανασηκώστε τη φούστα», είπε ο Μούτερ. Ο άντρας υπάκουσε, τρέμοντας, κλαίγοντας, αλλά μ’ ένα παράξενο πυρετό στο βλέμμα. «Στο τραπέζι», είπε ο Μούτερ. «Να σκύψει μόνο, με τα στήθια στο τραπέζι». Η γυναίκα αφέθηκε άβουλη. «Η φούστα», είπε ο Μούτερ. «Βλέπετε πως μ’ ενοχλεί». Στα διπλανά δωμάτια, χόρευαν. Μια νεαρή κι ύστερα μια δεύτερη κρεμάστηκαν στο μπράτσο του Μπεν. Αυτός ξεγλίστρησε μ’ ένα


γλυκό χαμόγελο, χωρίς λέξη. Διέσχισε κάμποσα σαλόνια, βυθισμένα στο μισόφωτο, τα περισσότερα, όπου ζευγάρια αγκαλιασμένα κείτονταν στους καναπέδες, μερικά εντελώς γυμνά. Δυο γυναίκες τον φώναξαν, τον κάλεσαν να γίνει ο τρίτος στο ντουέτο’ εκείνος δε σταμάτησε, προχώρησε, λεπτός κι ευθυτενής, με κείνο το αργό, περήφανο περπάτημα που θύμιζε χορευτή, ντυμένος στα μαύρα, εκφράζοντας πιότερο από ποτέ ό,τι πιο δραματικό μα και προσποιητό είχε η προσωπικότητά του’ πέρασε στο μεγάλο σαλόνι με το μνημειώδες τζάκι, άνοιξε μια από τις μπαλκονόπορτες και βγήκε στη βεράντα. Έξω, οι πλάκες ήταν σκεπασμένες με χιόνι, εκτός από το σημείο που προστατευόταν από τα μπαλκόνια. Πήγε ως το πέτρινο πεζούλι κι ακούμπησε τα χέρια του, τα έχωσε στο χιόνι που άρχιζε να παγώνει με το πλησίασμα της αυγής. Μετά από ένα δυο λεπτά, άνοιξε και πάλι η ίδια μπαλκονόπορτα και φάνηκε ο νεαρός, σαρκαστικός Ούγκο, κρατώντας δυο όμορφα κορίτσια από τους γοφούς. «Θα παγώσεις ζωντανός. Βέβαια το θέαμα αξίζει, ποιος θα ’λεγε το αντίθετο; Έφερα κορίτσια, ένα για σένα, ένα για μένα. Διάλεξε, θα κρατήσω την άλλη». «Διάλεξέ την εσύ για μένα», του απάντησε ο Μπεν χωρίς να γυρίσει. «Ας πούμε την Έρικα… Εμπρός καλέ μου, Μπεν, έλα. Πριν από την Αποκάλυψη». Βρισκόταν σ’ ένα κρεβάτι με ουρανό και παραπετάσματα και το κορίτσι στο πλάι του κοιμόταν από ώρα, όταν χτύπησε, επιτέλους, το τηλέφωνο. «Κοιμόσουν;» «Όχι».


«Ήθελα να σκεφτώ», είπε ο Βαν Χέερεν. Μια σιωπή που κράτησε, θαρρείς, αιώνα. «Πόσα κέρδισες για τον Αλουσιους;» «Ενάμιση εκατομμύριο δολάρια κι ίσως πάρα πάνω». «Εκ των οποίων το δέκα τοις εκατό δικό σου, σωστά;» «Ναι». «Κι έμαθες τίποτα δουλεύοντας στην τράπεζά του;» «Πολλά». Καινούρια παύση. «Θέλεις να γυρίσεις, Σαρκισιάν;» «Ναι». Σιγή «Θα είμαι στο Λονδίνο, σ’ έντεκα μέρες, Τ ρίτη, στο Κλάριτζες. να είσαι εκεί».


ΠΕΜΠΤΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Κέντα

1

Η υποτίμηση του αμερικάνικου δολάρια πραγματοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου. Αγγιξε το δέκα τοις εκατό, για την ακρίβεια, εννιά κόμμα πενήντα δύο τοις εκατό, έτσι που χρειάζονταν σαράντα δύο δολάρια κι είκοσι δύο σεντς αντί για τριάντα οχτώ για την αγορά μιας ουγκιάς χρυσού.. Τ ην επομένη 13, η Βόνη, η πρωτεύουσα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, ανακοίνωσε την υπερτίμηση του μάρκου της, που η τιμή του αυξήθηκε κατά έντεκα κόμμα ένα τοις εκατό. Με αποτέλεσμα να περνάει η τιμή του αμερικάνικου δολαρίου, μετατρεπόμενη σε γερμανικά μάρκα, από τα τρία κόμμα είκοσι δύο, στα δύο κόμμα ενενήντα. Η Εύα Μόρισον επικοινώνησε με τον Μπεν Σαρκισιάν: «Φαίνεται πως είσαστε πια ικανός να κάνετε μόνος σας τους υπολογισμούς, έτσι δεν είναι;» «Ναι». «Και τι αριθμούς βγάζετε;» «Ένα εφτά έξι έξι τρία οχτώ πέντε». «Σωστά. Συν την προμήθεια». «Ακριβώς». «Σας υπενθυμίζω το προσεχές ραντεβού σας στο Λονδίνο», είπε στο τέλος η Εύα Μόρισον με τη μηχανική φωνή της.


«Δεν το ξέχασα». Ένα εκατομμύριο εφτακόσιες εξήντα έξι χιλιάδες τρακόσια ογδόντα πέντε δολάρια. Στα οποία έπρεπε, φυσικά, να προστεθεί η αρχική προμήθεια, δηλαδή, εκατόν είκοσι χιλιάδες δολάρια. Κι επιπλέον οι εκατόν ογδόντα τέσσερις χιλιάδες που είχε κερδίσει στην Ευρώπη και που ο Αλουσιους Μούτερ του είχε παραχωρήσει σαν μερίδιό του από τα κέρδη. Συνολικά δυο εκατομμύρια εβδομήντα χιλιάδες δολάρια, συν έντεκα εκατομμύρια —ένα δισεκατομμύριο και εκατό εκατομμύρια σαντίμ — γαλλικά. Τ ηλεφώνησε κι ο Ο’ Κήηφ, μια ώρα μετά την Εύα Μόρισον. Παραληρούσε από τη χαρά του. «Μα τον άγιο Μπέρναρ Σο, Μπεν, ήταν τόσο εύκολο! Η Φρανσουάζ κι ο Χούπερ σε φιλούν πολύ». «Φίλησέ τους κι από μέρους μου». «Θα πρέπει να το γιορτάσουμε μαζί». «Κι οι μπίζνες;» Σύντομος δισταγμός. «Τ ίποτα καινούριο». «Παρ’ όλο που πέτυχε αυτή η επιχείρηση;» «Παρ’ όλ’ αυτά. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μου έκαναν;» «Πάντα η γκιλοτίνα μετέωρη;» «Πάντα. Αλλά ο χρόνος δουλεύει για μένα. Μπεν;»


«Ναι». «Δε θα σε μεμφθώ ποτέ, για τίποτα». Στο αεροπλάνο που τον πήγαινε στο Λονδίνο, ο Μπένεντικτ τέλειωσε ένα από τα βιβλία που του είχε συστήσει η Καλλιόπη’ το Μια Μελ έτη Ιστορίας του Τ όινμπι, στην περιληπτική παραλλαγή της από τον Ντ. Σ. Σόμεργουελ. Έφτασε στο Κλάριτζες όπου η Εύα Μόρισον του είχε κρατήσει ένα απλό δωμάτιο, στις 14 Φεβρουαρίου, νωρίς το απόγευμα.

2 Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και διάβαζε όταν χτύπησαν την πόρτα. «Εμπρός». Τ ίποτα. Σηκώθηκε, πήγε κι άνοιξε και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Αλεξ Βαν Χέερεν. Που τον κοίταξε για μια στιγμή κι ύστερα το βλέμμα του περιέτρεξε το δωμάτιο και στάθηκε στο ανοιχτό βιβλίο, πάνω στο κάλυμμα του κρεβατιού, με το σελιδοδείχτη στη θέση του. «Τ ι διάβαζες;» «Τ ο Γκάτσμπι». «Σου αρέσει;» «Όχι». Κούνημα του κεφαλιού του τραπεζίτη που δε σήμαινε τίποτα συγκεκριμένο.


«Πότε έφτασες;…» «Πριν από μια ώρα». «Έχω διάθεση να περπατήσω», είπε Βαν Χέερεν. Ο καιρός ήταν κρύος, ξερός κι ο ήλιος έλαμπε. Περπάτησαν προς το Χάιντ Παρκ, ο Βαν Χέερεν ογκώδης κοκκινόξανθος, ζεστά ντυμένος με ένα ανοιχτόχρωμο παλτό με γούνινο γιακά, ο Μπεν Σαρκισιάν μ’ ένα πόλο κι ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν. Ο Βαν Χέερεν, τη στιγμή που περνούσαν το Γκρόσβενορ Γκέιτ, είπε.’ «Είχες νέα από αυτόν τον δικηγόρο, τον Γέιτς;» «Τ ου τηλεφώνησα πριν από λίγο. Είδε τον Οτσόα κι αυτός δέχτηκε τελικά να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο Γέιτς είναι λογικά αισιόδοξος». «Τ ι σημαίνει αυτό;» «Πιστεύει πως θα καταφέρει να πείσει οποιοδήποτε σώμα ενόρκων, ακόμα και μορμόνων ή πρεσβυτεριανών πως ο Οτσόα ήταν ανεύθυνος τη στιγμή που σκότωσε τη γυναίκα του κι όχι μόνο ανεύθυνος, αλλ’ ανίκανος να φέρει κάθε ευθύνη της ανευθυνότητάς του, αφού η Μαρία Οτσόα είναι η μόνη που, με τη φοβερά αναξιοπρεπή συμπεριφορά της, θα επωμιστεί και θα φέρει την ευθύνη της ανευθυνότητας του συζύγου της». Απάγγειλε τη φράση με το συνηθισμένο αδιάφορα τόνο του. Ο Βαν Χέερεν τον κοίταξε με περιέργεια. «Έχεις αλλάξει. Όχι στον τόνο, αυτός είναι ο ίδιος, αλλά στην επιλογή των λέξεων. Ίσως επειδή διαβάζεις Φιτζέραλντ». Περπατούσαν στο πάρκο, κατά τη Σερπαντίνα. «Η Καλλιόπη μου είπε πως ο παππούς σου είναι άρρωστος. Εξάλλου, συνδικαλιστικά, δικαιούσαι διακοπές».


Ο Βαν Χέερεν στάθηκε ακίνητος, με τα δυνατά του χέρια βυθισμένα στις τσέπες του παλτού, το λαιμό χωμένο στους προτεταμένους ώμους του. Τ ’ ανοιχτόχρωμα μάτια του είχαν μια συλλογισμένη έκφραση, χωρίς αυτή τη σπίθα έπαρσης που πετούσαν τόσο συχνά’ είχαν αυτή την παράξενη αναλαμπή των ανθρώπων που τους χτυπάει ξαφνικά μια θύμηση. Ρώτησε. «Είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι στο Λονδίνο, ε; Εγώ πρωτοήρθα στα δεκαοχτώ μου. Οι προηγούμενες δε μετρούσαν, ήμουν νήπιο»» Κοίταξε γύρω του με ύφος βαθιάς ικανοποίησης. «Ήμουν δέκα οχτώ χρονών κι είχα έρθει εδώ μ’ ένα κορίτσι. Πάνε τριάντα χρόνια από τότε και δεν ξαναήρθα ποτέ. Τ σάι & Τ ηγανίτες, ακριβώς η ίδια επιγραφή, τα ίδια έπιπλα, ο ίδιος διάκοσμος, ή ίδια γαλήνη». Ήταν πραγματικά ωραίο το μέρος: καλοκερωμένο δρύινο δάπεδο, δοκάρια και καδρόνια από το ίδιο ξύλο, ολόιδια κι η σκάλα’ και τα έπιπλα με το γούστο του Χέπλχουαϊτ, πολυθρόνες με θυρεούς, πορσελάνινα φωτιστικά Νάντγξάρβ και Σουάνσι, λουλούδια κατακόκκινα ή σε κίτρινο της ζαφοράς στερεωμένα στους τοίχους ή ακουμπισμένα στα δαντελένια τραπεζομαντιλάκια. Ο Βαν Χέερεν είχε χτυπήσει το μπρούντζινο ρόπτρο στη λακαρισμένη πόρτα, σε σκοτωμένο κόκκινο χρώμα’ η νέα κοπέλα που ήρθε να τους ανοίξει, τους δήλωσε πως ήταν λίγο νωρίς για το τσάι, πως οι τηγανίτες, οι λουκουμάδες και τα κέικ δεν ήταν ακόμα έτοιμα, αλλά μπορούσαν να μπουν και να περιμένουν. «Έχω τα κέφια μου», είπε ο Βαν Χέερεν. «Η Καλλιόπη ισχυρίζεται πως εσύ κι εγώ παίζουμε ένα παιχνίδι που δεν το καταλαβαίνει, που το αποδοκιμάζει κι εκτιμά πως θα τελειώσει άσχημα. Τ ρέφω μεγάλο σεβασμό σε όσα σκέπτεται η Καλλιόπη Ζόρντααν. Είναι, από κάθε άποψη, μια εξαιρετική γυναίκα».


Η κοπέλα ήρθε να τους αναγγείλει πως τα γλυκίσματα ήταν καθ’ οδόν και δε θ’ αργούσαν. Ο Βαν Χέερεν συνέχισε την κουβέντα από κει που την είχε αφήσει. «Ίσως έχει δίκιο η Καλλιόπη. Θα δούμε. Έχω να σου κάνω μια πρόταση…» Έβγαλε ένα πούρο από μια ψυχόμενη θήκη. «Να η πρότασή μου: εξακολουθείς να δουλεύεις για μένα, όχι στην ίδια θέση, βέβαια. Η Μόρισον μου έδωσε μια εκτεταμένη αναφορά της δραστηριότητάς σου στην τράπεζα του Αλοόσιους: είναι προφανές πως μαθαίνεις τα οικονομικά μ’ εκπληκτική ταχύτητα». Άναψε το πούρο του. «Σαρκισιάν, θα δουλέψεις εδώ, στο Λονδίνο, σ’ αυτή την τράπεζα που μου ανήκει. Ας πού(1ε μια μετάθεση ενός χρόνου. Κι ύστερα, αν όλα πάνε καλά, επιστρέφεις στη Νέα Υόρκη». Τ ράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το πούρο του, απολαυστικά. «Θ’ αρχίσεις την πρώτη Μαρτίου. Πάρε πρώτα δέκα μέρες άδεια. Σε βολεύει η πρότασή μου;» «Ναι», είπε ο Μπένεντικτ. «Είσαι τώρα κάτοχος δύο εκατομμυρίων δολαρίων. Είμαι, συνεπώς, δυο χιλιάδες φορές πλουσιότερος από σένα κι από κάμποσες γενιές. Με λίγα λόγια, μπορώ να σε καταστρέψω ανά πάσα στιγμή. Με πιστεύεις, έτσι δεν είναι;» Ο Μπένεντικτ χαμογέλασε. «Ναι». Ο Βαν Χέερεν τον κοίταξε διαπεραστικά και κούνησε το κεφάλι του.


«Είσαι πολύ έξυπνος για να με υποτιμήσεις». Η κοπέλα έφερε τσάι, τηγανίτες, κέικ, λουκουμάδες, βούτυρο και πέντ’ έξι ειδών μαρμελάδες. Ο Βαν Χέερεν κοίταξε με όρεξη τα γλυκίσματα, πήρε μια τηγανίτα και την καταβρόχθισε χωρίς να σταματήσει το κάπνισμα. Πήρε κι ο Μπεν μια τηγανίτα κι άρχισε να την τρώει μ’ επιμέλεια. Είπε σιγά, μελωδικά: «Δεν έχω ξαναφάει τηγανίτες, αλλά αυτές είναι, σίγουρα οι καλύτερες που θα μπορούσα να δοκιμάσω». Ο Βαν Χέερεν τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά από το πούρο του, το έσβησε προσεχτικά κι ύστερα, κοίταξε τον Μπένεντικτ. Κι είπε με μια παράξενη φωνή, βαριά από συγκίνηση. «Και να σκεφτεί κανείς πως θα μπορούσες να είσαι…» Έκοψε τη φράση στη μέση. Ο Μπεν, έκπληκτος, τον ρώτησε με το βλέμμα. «Ο κόσμος δεν είναι καλά φτιαγμένος», συνέχισε ο Βαν Χέερεν. Ήταν μέσα του Φλεβάρη κι η τύχη το ’θελε να κάνει καλό καιρό, εκείνη τη μέρα στο Λονδίνο. Και μέσα στην παράξενη κι εκπληκτική πορεία των σχέσεων μεταξύ του Άλεξ Βαν Χέερεν και του Μπένεντικτ Σαρκισιάν, κάτι σαν φιλία θαρρείς και ξεμύτισε δειλά τούτη την ηλιόλουστη μέρα. Κι ήταν ήδη ένα θαύμα. Μα το θαύμα δεν επαναλήφθηκε. Γιατί, στα μέσα του Φλεβάρη, έμεναν ακόμα τέσσερις βδομάδες μέρα μέρα, ως το περιστατικό που θα έβαζε τέλος στην κεραυνοβόλο


άνοδο του Μπεν Σαρκισιάν.

3 Τ α στρογγυλά μάτια που δε βλεφάριζαν ποτέ, τόσο διαπεραστικά που προκαλούσαν δυσφορία, τα γερακίσια μάτια του Βασιλιά Χοβ. «Και χτύπησες τον Μούτερ;» «Ναι». «Με άλλα λόγια, έσπασαν τα νεύρα σου». Ο Μπεν χαμογέλασε. «Όχι». Ο Βασιλιάς δίστασε. «Και πώς είναι αυτός ο Μούτερ, σωματικά;» «Ψηλός και κοκαλιάρης. Σκληρός». «Τ ον χτύπησες στο πρόσωπο;» «Όχι». «Δεν του έκανες σημάδια;» «Όχι». «Θα μπορούσες να τον σκοτώσεις;» «Ναι». «Εξηγήσου», είπε ο Βασιλιάς.


«Είχε έρθει η στιγμή», είπε ο Μπεν με τον αδιάφορο τόνο. «Ο Βαν Χέερεν ήταν έτοιμος να με φέρει πίσω, ένα πρόσχημα περίμενε, του το έδωσα λοιπόν. Είχα αρχίσει να χάνω τον καιρό μου στη Ζυρίχη. Θα έπρεπε να σε δει ένας γιατρός». Τ α μάτια του Βασιλιά έκλεισαν’ το πρόσωπό του θύμιζε πτώμα. Ήταν καθισμένος στη μεγάλη μπαμπού πολυθρόναπαγόνι κι ο φριχτός πόνος που τον ξέσκιζε προδινόταν μόνο από ένα ελαφρό σφίξιμο των χειλιών και μια αδιόρατη σύσπαση των τερατώδικων χεριών που έσφιγγαν τα μπράτσα της πολυθρόνας. «Θέλεις τσάι;» ρώτησε ο Μπεν. Καμιά απάντηση. Από το μαγαζί της οδού Βαρέν, ο Μπένεντικτ είχε φέρει τις κασετίνες που περιείχαν τα κυριότερα κομμάτια της συλλογής των παλαιών νομισμάτων. Τ α είχε βγάλει από τις θήκες τους και τα είχε σκουπίσει. Τ α ξανάβαζε στη θέση τους. «Ειλικρινά, δε θες τσάι;» Πάντα καμιά απάντηση. Ο Μπεν ετοίμασε τον βραστήρα, τον έβαλε στο ηλεκτρικό μάτι, ετοίμασε δυο πήλινες κούπες, έβγαλε γάλα, την κινέζικη γαλαζοπράσινη τσαγιέρα. Τ ράβηξε ένα τραπεζάκι μπροστά στα γόνατα του Βασιλιά κι έβαλε πάνω του ένα τάβλι. «Δεν ελπίζεις βέβαια να με κερδίσεις, Μπένεντικτ;» «Τ α μαύρα ή τ άσπρα;» «Τ ’ άσπρα. Δε μ’ έχεις κερδίσει ποτέ, όχι τουλάχιστον εδώ και δέκα δεκαπέντε χρόνια, ακόμα κι όταν το έκανες καμία φορά επίτηδες να χάσεις». «Παίζουμε το γιατρό. Κερδίζω, έρχεται». Ήρθαν οι γιατροί: είπαν πως ο Βασιλιάς θα πέθαινε, πως κατά τη


γνώμη τους ήταν θέμα μηνών, μπορεί και βδομάδων. Μπορούσαν βέβαια να επιβραδύνουν την πορεία της ασθένειας, υπό ορισμένες συνθήκες, με τις κατάλληλες αγωγές, που όλες απαιτούσαν νοσηλεία. «Όχι νοσοκομείο», είπε ο Μπεν. Τ ον κοίταξαν έκπληκτοι. «Αντιτίθεστε;» «Εγώ, όχι, αυτός όμως, ναι». Η νωχέλειά του νευρίασε Παρατήρησαν ξινισμένα.’

τους ανθρώπους της επιστήμης.

«Παππούς σας είναι, στο κάτω κάτω. Κι είσαστε ο μόνος που έχετε κάποια ελπίδα να τον μεταπείσετε». Ο Μπεν κούνησε το κεφάλι. «Είναι ελεύθερος άνθρωπος». «Και θα τον αφήσετε να πεθάνει μέσα στους πόνους; Πονάει ήδη φριχτά κι ο πόνος θα γίνεται κάθε μέρα και πιο ανυπόφορος». Ο Μπεν δεν απάντησε. Οι γιατροί έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους συνταγές που ο Μπεν τις εκτέλεσε με κάθε ακρίβεια. Αλλά ο Βασιλιάς χασκογέλασε όταν πάσχισε να του δώσει να πιει κάτι. «Και μην επιχειρήσεις να παίξεις τη ζωή μου στα ζάρια», είπε. Η Καλλιόπη τηλεφώνησε την επομένη να μάθει νέα. Κι όταν τα έμαθε, ρώτησε: «Μπορώ να έρθω;» Έφτασε δώδεκα ώρες αργότερα. Βρήκε τον Βασιλιά όρθιο να χαζεύει τα βαπόρια, στο Μπρίτζγουε’ι Μπούλβαρ.


«Πάλι εσείς;» είπε ο Βασιλιάς. «Είμαι αδικαιολόγητη», απάντησε η Καλλιόπη. «Τ ην πρώτη φορά, δε σας γνώριζα και μπορούσα να τρέφω μερικές αυταπάτες για λογαριασμό σας. Αλλά σήμερα που σας ξέpoj… Ποιος είναι αυτός ο ύπουλος τύπος δίπλα σας;» Έκλεισε το ένα από τα εκθαμβωτικά μαβιά της μάτια στον Μπεν που βάδιζε πλάι στον παππού του. «Μου προκαλεί δυσάρεστη έκπληξη το ό,τι δε με αναγνωρίσατε», είπε ο Βασιλιάς. «Αυτός ο τύπος είμαι εγώ, μόνο εγώ και σε δυο πρόσωπα. Εγώ όταν δεν ήμουν ακόμα στο άνθος της ηλικίας μου, όπως τώρα. Ελάτε μετά από εκατό χρόνια. Θα είμαι απίθανος!» Η Καλλιόπη πέρασε το μπράτσο της κάτω από του γέροντα. «Άδειασέ μας τη γωνιά, Μπεν». Σαν έμεινε μόνη με τον Βασιλιά, του μίλησε ενώ πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω στη μακριά προβλήτα όπου ήταν δεμένα αμέτρητα γιοτ. Όση ώρα επιχειρούσε να τον πείσει, δεν έκανε καμιά χειρονομία κι ο τρόπος που ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω της, έδειξε στον Μπεν πως είχε τελειώσει και μπορούσε να πάει κοντά τους. Κι αυτό έκανε. Γύρισαν σπίτι μετ’ από λίγο, αλλά ούτε ο Μπεν ούτε η Καλλιόπη έκαναν την παραμικρή κίνηση να βοηθήσουν τον Βασιλιά να σκαρφαλώσει τα σκαλοπάτια. Ήξεραν πως θ’ αρνιόταν τη βοήθειά τους. Βάδιζαν πίσω του, ξέροντας πως ο Βασιλιάς δεν ήθελε να βλέπουν το πρόσωπό του με ζωγραφισμένη πάνω του την αγωνία — τόσο τον ταλάνιζε ο πόνος, σκαλί με σκαλί. «Μπεν», είπε η Καλλιόπη, «δοκίμασα τα πάντα. Θα έμενα εδώ, στο Σαοσαλίτο αν πίστευα πως είχα την παραμικρή πιθανότητα να τον πείσω. Θα έμενα ένα χρόνο. Αλλά είχες δίκιο, δε θα ωφελούσε σε τίποτα. Θεέ μου, από τι είσαστε φτιαγμένοι εσείς οι δυο;»


Τ α μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα κι η έκφρασή της έδειχνε δέος και δυσπιστία. «Τ ουλάχιστον πέτυχα να τον κάνω να δεχτεί ένα πράγμα: κάποιον να τον φροντίζει. Συμφώνησε, υπό τον όρο —η Καλλιόπη χαμογέλασε μέσ’ από τα δάκρυά της— να είναι ένα όμορφο κορίτσι. Στην πραγματικότητα, θα χρειαστούν δυο, ν’ αλλάζουν βάρδιες». «Θα το φροντίσω αύριο κιόλας». Θα μπορούσε να περάσει τη νύχτα της στο Σαοσαλίτο, αλλά δεν της το πρότειναν ούτε ο Βασιλιάς, ούτε ο Μπεν. Κατάλαβε πως επιθυμούσαν να μείνουν μόνοι οι δυο τους. Ο Μπεν τη συνόδεψε ως το ταξί που ήρθε να την πάρει από το Μπρίτζγουεϊ Μπούλβαρ. «Τ ελικά, θα φύγεις για το Λονδίνο;» Ο Μπεν κούνησε το κεφάλι. Η Καλλιόπη κατάφερε να χαμογελάσει. «Θα πιστέψεις πως σε παίρνω το κατόπι αλλά τυχαίνει να πρέπει να πάω κι εγώ στην Αγγλία. Πότε θα είσαι εκεί;» «Στις 26 Φεβρουαρίου». «Θα είμαι ήδη εκεί, ή στην Ιρλανδία. Θα πρέπει να βρεις ένα διαμέρισμα της προκοπής. Δεν μπορείς να στεγάζεσαι διαρκώς σε φριχτά δωμάτια. Θέλεις ν’ ασχοληθώ;» «Πολύ ευχαρίστως», της απάντησε ατάραχος. Τ ο ταξί περίμενε. Ο Μπεν έκανε τότε μια κίνηση που της έκοψε την ανάσα: ύψωσε το χέρι και της χάιδεψε απαλά το μάγουλο. Όσο καιρό τον ήξερε, ήταν η μόνη φορά, έξω από το κρεβάτι, που της έδειχνε τι ήταν τρυφερότητα. «Ευχαριστώ. Ευχαριστώ για όλα», της είπε.


Κι αυτό που την αναστάτωσε σ’ αυτή την κίνηση, ήταν η δειλία, που της φάνηκε πως διέκρινε κάτω από τη μάσκα, η οποία έπεσε για μια σύντομη στιγμή. Και πάλι δεν ήταν σίγουρη πως δεν το είχε ονειρευτεί.

4

Στο Λονδίνο, η τράπεζα όπου ανέλαβε υπηρεσία ο Μπένεντικτ βρισκόταν, πού αλλού; στη Ρίτζεντ Στρητ. Τ ου παραχώρησαν ένα γραφείο και γραμματέα· ήταν, επίσημα, αποσπασμένος στη διεύθυνση. Για να δημιουργήσουν τη θέση, έδιωξαν έναν υπάλληλο που ήταν υπεύθυνος σχέσεων με την Ασία’ το θύμα δεν παραπονέθηκε’ ήταν ευκαιρία να ξεκολλήσει επιτέλους μια προαγωγή και διαμονή στο Χονγκ Κονγκ. Ο Μπεν κι ο προκάτοχός του πέρασαν μια ολόκληρη βδομάδα σκυμμένοι πάνω από τα οργανογράμματα των υπερπόντιων βρετανικών τραπεζών με διεθνή εμβέλεια: Στάνταρ Τ σάρτερντ, Αουστράλια & Νιου Ζίλαντ Μπ. Σ, αυτή η περίφημη θυγατρική του Χονγκ Κονγκ και της Σαγκάη που ήταν η Βρετανική Τ ράπεζα της Μέσης Ανατολής, κι η πρώην Μπόρσα που είχε γίνει η Ιντερνάσιοναλ Λόιντ Μπανκ. Εκεί βρίσκονταν όταν κατέφθασε η Μόνα στο Λονδίνο. Στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε με κείνο το όλο πυρετό πρόσωπό της και το βλέμμα του πατέρα της. «T t το παράξενο έχει η παρουσία μου στο Λονδίνο; Έρχομαι συχνά. Εξάλλου η μητέρα μου μένει στην Αγγλία. Μάλιστα, η μητέρα μου’ ο Άλεξ δεν επέμεινε και πολύ για να πάρουν διαζύγιο». Όταν μιλούσε για τον πατέρα της, τον αποκαλούσε πάντα με το μικρό του όνομα. «Να πάρει διαζύγιο για ποιαν; Η μόνη γυναίκα που θα μπορούσε να παντρευτεί θα ήταν αυτή η Καλλιόπη, που δεν τη συμπαθώ καθόλου,


είναι ανάγκη να το καθορίσω. Αλλ’ αναγνωρίζω πως έχει κάνει καλή δουλειά…» Και το βλέμμα της έκανε ένα γύρο στο μικρό διαμέρισμα της Μπελγκράβια που η Καλλιόπη είχε βρει σε χρόνο ρεκόρ, νοικοκυρέψει, εξοπλίσει, επιπλώσει, διακοσμήσει αξιοθαύμαστα. Σε σκούρο μπλε και λευκό, στο τρίτο και τελευταίο πάτωμα ενός μικρού ακίνητου που το μοιραζόταν μ’ ένα ζωγράφο, γιο λόρδου, κι ένα ζευγάρι συνταξιούχων πολύ σνομπ. Η Μόνα πέρασε από το ένα δωμάτιο στο άλλο. «Καθόλου άσχημο. Δε θα το είχα κάνει καλύτερο. Αστειεύομαι! Η Καλλιόπη έχει απίθανο γούστο». Χάιδεψε αδιάφορα το μάγουλο του Μπεν. «Λοιπόν, εντάξει, θα εγκατασταθώ εδώ». Και πράγματι έτσι έγινε’ βολεύτηκε σαν στο σπίτι της δίνοντάς του την εντύπωση πως εκείνος ήταν ο περαστικός. Αφού το χρήμα του Βαν Χέερεν πλήρωνε για όλα. «Αλλά δε θα πεις τίποτα, έτσι δεν είναι Μπεν; Κι άλλωστε δεν έχεις λόγο να παραπονιέσαι! Ορίστε, είσαι μέσα στα έπιπλά σου, μ’ έναν ενδιαφέροντα λογαριασμό στην τράπεζα, απ’ ό,τι φαίνεται κι όλες τις πόρτες της υψηλής οικονομίας ανοι-χτες. Τ ι πορεία μέσα σε λίγους μήνες! Δε χωράει αμφιβολία, έχεις ρέντα. Κι η κόρη του αφεντικού στο κρεβάτι σου». Τ α πρωινά ήταν πιο ήρεμη, απαθής μάλλον, υπό την επήρεια ίσως ακόμα των ηρεμιστικών που κατάπινε με τις χούφτες’ όσο περνούσαν οι ώρες θαρρείς κι ανέβαινε ο πυρετός, καθώς η τρέλα που φώλιαζε μέσα της άνοιγε πέρασμα προς την επιφάνεια. Τ η δεύτερη νύχτα του έπαθε κρίση, ένα πραγματικό ντελίριο, που μέσα στον παροξυσμό της επιχείρησε να σκοτωθεί. Κατάφερε να τη δαμάσει και την ανάγκασε να πιει ένα υπνωτικό, αφού δίστασε για το αν έπρεπε να καλέσει ένα γιατρό —αλλά ποιο γιατρό;


«Κι έκανες καλά, Μπεν. Ποτέ, μ’ ακούς; Ό,τι κι αν πω, ό,τι κι αν κάνω. Αν με κλείσουν σε κανένα ίδρυμα, θ’ αποτρελαθώ». Είχε ακολουθήσει μια συγκινητική σκηνή τρυφερότητας, σαν να επιζητούσε να τη συχωρέσει, αφοπλισμένη ξαφνικά, ευάλωτη σαν παιδούλα. «Δεν ξέρω πια πού βρίσκομαι. Θα γελάσεις! είναι στιγμές που αναρωτιέμαι μήπως είμαι πραγματικά ερωτευμένη μαζί σου. Είναι να ξεραίνεσαι στα γέλια. Εμπρός, γέλα! Γέλα, Μπεν. Συγνώμη, ξέχασα, ο κύριος δε γελάει ποτέ. Μπεν είσαι τόσο τρελός όσο κι εγώ, με τον τρόπο σου». Έβγαινε λίγο, καθόλου σχεδόν, επιχειρώντας —κάπως συγκεχυμένα — να εγκαταστήσει ένα συζυγικό καθεστώς, παίζοντας την υποδειγματική σύζυγο, όταν εκείνος επέστρεφε από την τράπεζα. Δεν είχε προσχεδιάσει τίποτα. Δεν ήταν άλλωστε το ψέμα στις συνήθειές της. Και μια τόσο συγκεκριμένη εξέλιξη των πραγμάτων δεν μπορούσε να είναι δικό της έργο. Ήταν σίγουρο πως μόνο η τύχη έπαιξε ρόλο σ’ αυτό που συνέβη. Έφυγε μετά από τέσσερις μέρες λέγοντας πως πήγαινε να βρει τη μητέρα της’ έκανε αόριστα λόγο για μια κρουαζιέρα στην Καραϊβική, χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες κι ο Μπεν δεν ένιωσε την ανάγκη να ρωτήσει περισσότερα. Ήταν 12 Μαρτίου. Ο Άλεξ Βαν Χέερεν κι η Εύα Μόρισον ταξίδευαν επαγγελματικούς λόγους στην Άπω Ανατολή, στην Κίνα.

για

Η Καλλιόπη Ζόρντααν είχε επιστρέψει στη Νέα Τ όρκη δυο μέρες προτού φτάσει η Μόνα στο Λονδίνο. Οι δυο γυναίκες λοιπόν, τυχαία ή όχι, δεν είχαν συναντηθεί. Ο Ντένις Ο’ Κήηφ είχε τηλεφωνήσει —κατάσταση πάντα η ίδια. Η


γυναίκα κι ο γιος του είχαν κάνει ένα σύντομο σταθμό στο Λονδίνο, απ’ όπου τελικά περνούσε όλος ο κόσμος, πηγαίνοντας στη Γαλλία, στα περίχωρα του Αιξ-αν-Προβάνς όπου η Φρανσουάζ είχε το σπίτι της και τους γονείς της. Ο Οτσόα ήταν πάντα φυλακή, αν είχε βγει από το νοσοκομείο. Αλλά ο Γέιτς, ο δικηγόρος, είχε πολλές ελπίδες· είχε φτιάξει ένα ικανοποιητικό ντοσιέ και περίμενε από την τράπεζα Βαν Χέερεν μια ένορκο κατάθεση των υπαλλήλων οι οποίοι θα έδιναν ένα ιδανικό πορτρέτο του Οτσόα. «Ο φίλος σας θα τη γλιτώσει», βεβαίωσε ο Γέιτς τον Μπεν, τη μέρα που η Μόνα έφυγε για την Καραϊβική. Ο Βασιλιάς Χοβ είχε έρθει ο ίδιος στο τηλέφωνο. «Θες να πεις πως τηλεφωνάς από την Αγγλία μόνο και μόνο για να μάθεις αν είμαι καλά; Μπένεντικτ, το μυαλό σου λασκάρισε’ τρέχεις πολύ, στο έλεγα πάντα, δεν είναι υγιεινό. Τ ούτες οι δυο Κινέζες που μου έφερες, η Πινγκ κι η Πονγκ έχουν υπέροχα κωλομέρια. Μου σηκώνεται ακόμα». Αλλά ο γέροντας λαχάνιαζε, η φωνή του ήταν σπασμένη από την τρομερή προσπάθεια που θα πρέπει να έκανε για να ξεπεράσει τον πόνο του. «Πού βρίσκεσαι, Μπένεντικτ; Κερδίζεις; Κερδίζεις στ’ αλήθεια;» Η Μόνα έφυγε στις 12, το απόγευμα. Ο Μπεν την πήγε στο Χίθροου με το μικρό Ρενό που είχε αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας, αντίθετα με τη γνώμη της Μόνα που θα προτιμούσε να τον βλέπει να κυκλοφορεί με Τ ζάγκουαρ. Τ ην επομένη 13, ήταν Παρασκευή κι ο Μπεν ήταν καλεσμένος για δείπνο στο Χάμπστεντ που το έδινε ο προκάτοχος του, αυτός που θ’ αντικαθιστούσε στην τράπεζα, γιορτάζοντας έτσι την προαγωγή του και την πολυπόθητη αναχώρηση του


για το Χονγκ Κονγκ. Στο δείπνο συγκεντρώθηκαν οχτώ άτομα κι ανάμεσά τους μια νεαρή γιατρίνα που ο Μπεν τη συνόδεψε στην πόλη στο τέλος της βραδιάς κι η οποία δε γύρευε τίποτα καλύτερο από το να του αφιερώσει περισσότερο χρόνο. «Και θα περάσετε ολομόναχος το τριήμερο του Πάσχα;» «Έχω πολλή δουλειά». Τ ον άφησε να φύγει, περίλυπη. Ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα όταν γύρισε σπίτι του, στο Λονδίνο και φαίνεται πως όλες οι βρετανικές νήσοι ήταν βυθισμένες εκείνη τη στιγμή σε μια τρομερή καταιγίδα’ η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς κι αστραπές φώτιζαν λες κι ήταν μέρα, τις πελούζες του Χάιντ Παρκ. Ανακάλυψε πρώτα τις δυο βαλίτσες, παραλίγο να σκοντάψει πάνω τους προτού ανάψει το φως στο χολ. Είδε το δερμάτινο παλτό, τις ασορτί μπότες, το καπελάκι με τ’ αυτιά που πήγαινε με το σύνολο, κι όλ’ αυτά πεταμένα στις τέσσερις γωνιές του χολ, να στάζουν νερό. Στο τραπέζι του καθιστικού, ένα τεράστιο πακέτο δεμένο με κορδέλες και τη φίρμα μιας γνωστής σοκολατοποιίας της Γενεύης. Δίπλα στο πακέτο μια κάρτα όπου ήταν γραμμένο με ροζ γράμματα: ΓΙΑ ΣΕΝΑ. Στην κουζίνα ένα ποτήρι που θα πρέπει να είχε χρησιμοποιηθεί για γάλα και χαρτάκια από καραμέλες. Και μια φέτα ψωμί με βούτυρο που έφερε ίχνη μικρών δοντιών. Η κρεβατοκάμαρα ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι. Αλλά η φωνή που αντήχησε από κει ήταν μιας άγνωστης γυναίκας, μια κοριτσίστικη φωνή, γλυκιά και δροσερή που θα είχε ηχήσει ευχάριστα στ’ αυτιά οποιουδήποτε αλλά που στον Μπένεντικτ Σαρκισιάν, από κάποια παράξενη αλχημεία προκάλεσε σοκ.


Η φωνή είπε πρόσχαρα. «Εγώ είμαι, η Τ ζαμάικα».

ΕΚΤΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Χρώμα

1

Δρόμο ή μπήζω τις φωνές», είπε. Σάλεψε τα χείλη της και προφανώς κάτι τέτοιο θα πρέπει να είπε. «Θα ουρλιάξω στ’ αλήθεια, ξέρετε». «Πολύ καλά», της είπε. Είχε πατήσει στο κατώφλι της κάμαρας κι είχε μαρμαρώσει εκεί, μόλις άναψε το φως του κομοδίνου. «Κι αν ουρλιάξω θ’ ακουστώ ως το Τ σόμνεϊ, τουλάχιστον». Είχε τα χέρια χωμένα στις τσέπες της μαύρης του καμπαρντίνας, τα μαλλιά του γυάλιζαν και σγούραιναν από τη βροχή’ ακούμπησε τον ώμο του στο κούφωμα της πόρτας και ρώτησε με σοβαρότητα και περιέργεια, χωρίς την παραμικρή προσποίηση: «Πού είναι το Τ σόμνεϊ;» Εκείνη σκέφτηκε μια στιγμή.


«Δεν έχω ιδέα», ομολόγησε. Κούνησε το κεφάλι του σαν να του είχε δώσει σημαντική πληροφορία. Τ ην κοίταζε με μια ένταση που θ’ άφηνε κατάπληκτη την Καλλιόπη, ή όποιον τον γνώριζε καλά. Κι ήταν ασφαλώς η πρώτη φορά που κοίταζε πραγματικά κάποιον, στη ζωή του. Τ ο κορίτσι αναγκάστηκε να επαναλάβει την ερώτησή του. «Τ ι την κάνατε την αδερφή μου;» «Τ η Μόνα;» «Μια έχω». «Είναι κρουαζιέρα στην Καραϊβική. Έφυγε χθες… όχι προχθές». «Κι εσείς ποιος είσαστε;» Τ ης είπε. «Είσαστε Αρμένης;» «Κανένας δεν είναι Αρμένης. Είμαι Αμερικανός. Από το Σαν Φρανσίσκο… Και μια και το ’φερε η κουβέντα, μένω εδώ». Μεμιάς, κοίταξε γύρω της λες κι ανακάλυπτε το διαμέρισμα για πρώτη φορά. Φορούσε μια πιτζάμα του Μπεν, το σακάκι τουλάχιστο, γιατί τα υπόλοιπα δε φαίνονταν. Ήταν μισοσηκωμένη, στηριγμένη στον αγκώνα και κρατούσε τα σκεπάσματα ψηλά, κάτω από το πιγούνι της σχεδόν. Τ α μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά. Αρχισε να μιλάει. Είπε πως είχε φτάσει στο Λονδίνο από τη Λωζάνη αλλά μέσω Γενεύης γιατί δεν υπήρχε κατ’ ευθεία πτήση Λωζάνη-Λονδίνο, πως είχε τηλεφωνήσει στο Χένλεϊ στης μητέρας της, αλλά δεν απαντούσε κανείς, ύστερα είχε τηλεφωνήσει εδώ στην Μπελγκράβια αλλά κι εδώ δεν είχε απαντήσει κανείς κι έτσι πήρε ένα ταξί κι είχε έρθει κατευθείαν εδώ, γιατί δεν άντεχε άλλο να μένει σ’ αυτό το βρομοαεροδρόμιο που όλο το επισκεύαζαν, όπως συνήθως· και πως εδώ, στην Μπελγκράβια είχε περιμένει κάμποση ώρα στο


πλατύσκαλο ώσπου ο Τ ρελός Ζωγράφος, εκείνος ο τύπος με τον κρίκο στο αυτί, της άνοιξε την πόρτα, λίγο πριν τις έντεκα. «Πώς γίνεται κι έχει τα κλειδιά σας;» «Μοιραζόμαστε την ίδια παραδουλεύτρα». «Έχει στ’ αλήθεια ύφος Τ ρελού Ζωγράφου. Είναι τρελός, ε;» «Εντελώς». Τ ράβηξε λίγο πιο πάνω το σεντόνι. «Μπορώ να μείνω εδώ, ε;» Ο Μπεν αποφάσισε να τραβήξει επιτέλους τα μάτια του από πάνω της κι έριξε μια ματιά από το παράθυρο. «Τ ώρα, όσο για τη βροχή, βρέχει καρεκλοπόδαρα», είπε η κοπέλα με ικανοποίηση. Εκείνος έκανε μεταβολή και τράβηξε κατά την κουζίνα, τον άκουσε ν’ ανοίγει το ψυγείο, να μετακινεί μπουκάλια. Πετάχτηκε από το κρεβάτι, φόρεσε το τζιν της και πήγε και τον βρήκε. «Πεινάω φοβερά». Τ ης είχε στραμμένη την πλάτη κι έπινε παγωμένο νερό. Αδειασε το ποτήρι του, το ξαναγέμισε, το άδειασε ξανά. «Βρήκα μόνο ψωμί και βούτυρο. Στ’ αλήθεια, δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο;» Ξανάνοιξε το ψυγείο με το χέρι που κρατούσε το ποτήρι. «Μπέικον και αβγά».


Η κοπέλα ύψωσε τους ώμους κι άνοιξε τα χέρια, με ύφος ψευτοαπελπισμένο. Έμοιαζε δεκάξι, δέκα εφτά χρονών κι ήταν απίστευτα όμορφη· όμορφη να σου ραγίσει την καρδιά, όμορφη και χαριτωμένη και γλυκιά και πρόσχαρη. «Είναι που δεν έχω ιδέα από μαγειρική, ειλικρινά, δεν ξέρω να βράσω ούτε νερό». Γύρισε και την κοίταξε. «Πόσων χρονών είσαστε;» «Είκοσι». «Δε σας πιστεύω». Η κοπέλα έγειρε με χάρη το κεφάλι. «Εσείς ξέρετε να ψήνετε αβγά;» Κοίταξε το πιάτο που της είχε βάλει μπροστά της: «Όχι και φοβερός μάγειρας, ε;» Η βροχή ακουγόταν στην κουζίνα πιότερο από οπουδήποτε αλλού εξαιτίας της τζαμαρίας που κάλυπτε το ατελιέ του Τ ρελού Ζωγράφου, στο κάτω πάτωμα. «Και τι κάνετε στη ζωή σας;» Τ ης εξήγησε τι έκανε και πού. «Με άλλα λόγια, εργάζεστε για τον μπαμπά». «Ακριβώς». Βάλθηκε να τρώει τα καρβουνιασμένο μπέικον.

παραψημένα

αβγά

και

το

σχεδόν


«Πεινάω τρομερά, είναι αλήθεια». Τ ου έριχνε ματιές, ενώ κατάπινε τις μπουκιές της. «Θα μπορούσατε τουλάχιστο να βγάλετε αυτό το αδιάβροχο, στάζει, γέμισε ο κόσμος νερά. Και καθίστε. Πόσο χρονών είσαστε;» «Σαράντα πέντε». «Ωχ το μάτι μου!» του πέταξε με το στόμα γεμάτο. «Όχι και τόσο γέρος! Πού είναι οι ρυτιδούλες εδώ;» Τ ου έδειξε με το πιρούνι την κόγχη των ματιών, εκεί που σχηματίζεται το «πέλμα της χήνας». «Έχουμε πείρα από άντρες, ε;» της είπε. «Ε, πώς! Μεγάλη!» «Στη Λωζάνη;» «Στη Λωζάνη. Κάνουν ουρά έξω από την πόρτα μου. Κι εσείς;» «Εγώ, τι;» «Είσαστε εραστής της Μόνα;» «Προφανώς». Έπνιξε ένα γέλιο. Ο Μπεν χαμογέλασε. Εκείνη άρχισε να γελάει κανονικά κι αυτός δίστασε. Η κοπέλα γελούσε τώρα με την καρδιά της κι έπιασε να γελάει κι αυτός, δισταχτικά στην αρχή, με κάποια δειλία κι ύστερα, ξαφνικά, αυθόρμητα, ελεύθερα. Ηρέμησε πρώτη και τον κοίταξε σοβαρή. «Μου αρέσει όταν γελάτε», του είπε. «Αλλάζετε τρομερά». Σταμάτησε κι αυτός να γελάει, απότομα’ το πρόσωπό του


ξαναβρήκε τη συνηθισμένη, απόμακρη έκφρασή του. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες της καμπαρντίνας, αλλά δεν τράβηξε τα μάτια του από τα δικά της. «Καλύτερα να σας αφήσω το διαμέρισμα. Θα κοιμηθείτε εδώ». Έφυγε αμέσως. Γύρισε το άλλο πρωί κατά τις εννιάμισι κι εκείνη κοιμόταν ακόμα. Χωρίς τον παραμικρό θόρυβο, έκλεισε την πόρτα της κάμαρας και κουβάλησε στην κουζίνα τ’ αβγά, το ζαμπόν, τα λουκάνικα, το πόριτζ, τα δημητριακά, τις οχτώ μπουκάλες γάλα, το βούτυρο, το ψωμί —ζεστό ακόμα— τις δώδεκα φετες κρύο ροσμπίφ, τα φρούτα, που είχε παρατήσει στο χολ και στο διάδρομο. Έβαλε νερό να ζεσταθεί, για κάθε ενδεχόμενο, και θρονιάστηκε στον καναπέ του καθιστικού, με το βιβλίο του Η νύχτα των Βασιλ έων στο χέρι. Πέρασε πάνω από μια ώρα, εκεί, ακίνητος —εκτός από τη μια φορά που σηκώθηκε να σβήσει την ηλεκτρική κουζίνα και να σώσει τον βραστήρα που ήταν έτοιμος να εκραγεί. Διάβαζε αργά, μεθοδικά, υψώνοντας κάθε τόσο τα μάτια προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Τ ελικά, ακούστηκε κάποιος θόρυβος και τη στιγμή που έκανε ν’ ανοίξει την πόρτα, ο Μπεν είπε απλά: «Είμαι εδώ», κι έτσι εκείνη δε βγήκε αμέσως αλλά ντύθηκε πρώτα κι εμφανίστηκε ξυπόλυτη, με τζιν κι από πάνω ένα Τ -σερτ —τα στηθάκια της θαρρείς κι ήταν έτοιμα να τρυπήσουν το βαμβακερό. Αυτή τη φορά δοκίμασε να τον βοηθήσει στην ετοιμασία του κοινού τους «μπρέκφαστ», αλλά τα ταλέντα τους, ενωμένα, είχαν αξιοθρήνητα αποτελέσματα. Προσπάθησαν να φτιάξουν κάτι που το ονόμασαν σπεσιαλιτέ Σαρκισιάν, ανακατεύοντας νιφάδες δημητριακών, λίγο μέλι, ξηρούς καρπούς, ένα αβγό ωμό, γάλα, πόριτζ και μια δόση από ένα πράγμα που βρισκόταν στο ψυγείο, παρατημένο από τη Μόνα, κάτι ροζ και τρεμουλιαστό και που μπορούσε να είναι είτε ζελέ βατόμουρο ή κάποιο από τα… σκατολοΐδια που πουλούσε η Ελίζαμπεθ Άρντεν. Αλλά όταν περιεργάστηκαν το μείγμα, ανατρίχιασαν από φρίκη και το πέταξαν,


μαζί με το μπολ, στο τενεκέ των σκουπιδιών. «Κι αυτή η παραδουλεύτρα, δεν έρχεται;» «Όχι σήμερα, είναι Σάββατο». Έριξε μια ματιά στο βιβλίο που διάβαζε ο Μπεν. «Σαίξπηρ; Α, ναι, κάναμε στο κολέγιο, στη Λωζάνη. Είναι καλό;» «Καλή ιστορία». «Ευχάριστη ή λυπητερή». «Και τα δυο. Τ ο τελειώνω». Με τη μεγαλύτερη φυσικότητα, σαν να ήταν αδερφός κι αδερφή, μοιράστηκαν το μπάνιο πρώτα η μια, ύστερα ο άλλος και το υπνοδωμάτιο, όπου ο Μπεν μπήκε ν’ αλλάξει. «Απίθανο το μπουφάν σου. Πού το πήρες;» Κατά το μεσημέρι, μπήκαν στο μικρό Ρενό και πήραν το δρόμο για του Σλουγκ, στα δυτικά. Δεν έβρεχε, αλλά έδειχνε πως η καταιγίδα δεν είχε ξεθυμάνει κι ήταν έτοιμη να ξαναρχίσει από στιγμή σε στιγμή. Διέσχισαν το Μέιντενχεντ κι έφτασαν στο Χένλε’ι. Τ ο κτήμα βρισκόταν στην όχθη του Τ άμεση, το σπίτι μεγάλο και πολυτελές αλλά δεν είχε παρά δυο φύλακες που βαριόνταν να πάρουν τα πόδια τους. «Τ ι σου έλεγα; Κάθε φορά που η μαμά λείπει κρουαζιέρα, εδώ γίνεται του… κουτρούλη το πανηγύρι!» Ομολόγησε πως είχε ακόμα μια θεία που έμενε στου «διαβόλου τη μάνα», στα βόρεια, στη Σκωτία σχεδόν κι υπογράμμισε πως δεν είχε καμιά διάθεση να πάει εκεί πέρα, χώρια που η εν λόγω θεία έμενε σ’ ένα πύργο που θύμιζε οικογενειακό μαυσωλείο, δεν είναι για γέλια, στ’ ορκίζομαι! Τ ράβηξαν λίγο ακόμα προς τα δυτικά, προς τις πηγές του Τ άμεση, κι όσο δεν έβρεχε, άφησαν το αυτοκίνητο και περπάτησαν πάνω στο μουσκεμένο γρασίδι. Όχι, δεν ήξερε κανέναν άλλο στο Λονδίνο, δεν ερχόταν συχνά.


Διέσχισαν ένα ρυάκι, της έπιασε το χέρι να τη βοηθήσει και δεν το άφησε. Τ ης μίλησε για τον Βασιλιά Χοβ. «Μπορεί και να μην πεθάνει», του είπε. Τ ον φίλησε στο μάγουλο. «Είσαι πολύ γλυκός, ξέρεις». Βρήκαν ένα πανδοχείο με αναμμένη φωτιά στο τζάκι. Τ ους σέρβιραν σάντουιτς με μαύρο ψωμί και μπέικον ψημένο στη θράκα. Ύστερα, ξαναμπήκαν στο Ρενό και, κάτω από τη βροχή, περιπλανήθηκαν στην τύχη, πέρασαν από το Γουόλινγκφορντ, το Κίνγκστον επί του Τ άμεση, το Λεχλέιντ. «Κι ύστερα, εσύ τουλάχιστον, δε βάζεις χέρι στον κώλο», είπε με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα. Τ ην κοίταξε άναυδος, ελαφρά σοκαρισμένος. «Τ ι είπα;» τον ρώτησε. «Τ ίποτα». Ήταν απλά η ίδια η έκφραση κι από το δικό της στόμα… κάπως ωμή αν κι όχι πολύ πρόσφατη σαν αργκό. Δεν οδηγούσε γρήγορα κι έκοψε κι άλλο ταχύτητα’ τους προσπέρασαν ένα σωρό αυτοκίνητα κορνάροντας δαιμονισμένα. Κοίταξε μια το δρόμο, μια το κορίτσι δίπλα του. «Ακου, χέρι στον κώλο». Τ ον έπιασαν τα γέλια, ένα γέλιο που τον τράνταξε ολόκληρο’ γέλασε κι εκείνη, επειδή γελούσε αυτός, μιας και το γέλιο είναι κολλητικό. Ο Μπεν έκοψε τελείως ταχύτητα, το γέλιο τον συγκλόνιζε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Για


πρώτη φορά στη ζωή του, αφέθηκε. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, οι δυο τους, μέσα στο μικρό αυτοκίνητο ούρλιαζαν από τα γέλια, προκαλώντας τ’ αθέλητα χαμόγελα αυτών που τους προσπερνούσαν’ έκλαιγαν από τα γέλια, κάτω από την κωλοβροχή που δεν έλεγε να σταματήσει. Πέρασε ό,τι απόμενε από το Σάββατο κι ήρθε η Κυριακή. Κι η Δευτέρα, ακριβώς η ίδια. Τ ον είχε ρώτησε αν είχε το «Let it be», ανάμεσα στους δίσκους του’ της απάντησε όχι, δεν είχε τίποτα των Μπιτλς. Αλλά καθώς τα μαγαζιά ήταν κλειστά, για το τριήμερο του Πάσχα, ο Μπεν σκέφτηκε να κάνουν ένα γύρο και να περάσουν από το Χίθροου, στο γυρισμό για το Λονδίνο. Εκεί, σε μια μπουτίκ του αεροδρομίου, αγόρασε καμιά εικοσαριά δίσκους τριάντα τριών στροφών, αρκετούς των Μπιτλς και φυσικά το «Let it be». Που το έπαιξαν και το ξανάπαιξαν, όπως και το «Across the universe», τόσες φορές που κόντεψαν να τρελάνουν τον Τ ρελό Ζωγράφο, ο οποίος πάσχιζε να ζωγραφίσει μια φιάλη υγραερίου σ’ ένα μουσαμά’ σε τέτοιο σημείο μάλιστα, που αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο τριήμερο στης γυναίκας του, στο Λέιτον Μπούζαρ στα βορειοδυτικά του Λονδίνου’ κι όπως δήλωσε επιθετικά θα πρέπει να του την «έδωσε» για καλά για να φτάσει σ’ αυτά τα άκρα… Ο Μπένεντικτ έφυγε το βράδυ, πήγε και κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο, όπως την προηγούμενη και την επόμενη νύχτα. Τ ην Κυριακή και τη Δευτέρα βγήκαν περίπατο, με τα πόδια αυτή τη φορά. Πήγαν σ’ ένα κινέζικο εστιατόριο, στο Σόχο, αλλά όχι σε παμπ —ήταν πολύ νέα. Περπάτησαν πιασμένοι χέρι χέρι κι έφτασαν να μη μιλούν, γιατί, απλά, δεν υπήρχε λόγος. Δεν την άγγιξε, ούτε για μια στιγμή, ούτε κι όταν του είπε, με μια


φωνούλα πως δεν ήταν αλήθεια, όλοι αυτοί οι τύποι που έκαναν ουρά έξω από την πόρτα της, στη Λωζάνη. Δεν ήταν παρά ένας τύπος αξύριστος, πως αυτό είχε γίνει δυο τρεις φορές και πως δεν ήταν δα και τίποτα το σπουδαίο. Ούτε κι όταν του είπε, κοιτάζοντάς τον με θάρρος στα μάτια, πως ήξερε ό,τι μαζί του θα ήταν διαφορετικά, ναι, ένας άλλος κόσμος «across the universe», πως αυτή τη φορά θα έβλεπε τον ήλιο με τα μάτια κλειστά. «Let it be», είπε ταυτόχρονα με τον Πολ Μακάρθυ. Let it be, let it be… Κι ας σφιγγόταν πάνω του, κι ας τον φιλούσε στα χείλη και στο λαιμό, αρκετά επιδέξια μάλιστα, τόσο που έπιασαν να τρέμουν τα χέρια του. Δεν την άγγιξε, αλλ’ αυτό δεν εμπόδισε την Καλλιόπη να καταλάβει, σαν έφτασε την επομένη, Τ ρίτη, από τη Νέα Υόρκη. Η Καλλιόπη πήγε κατευθείαν στο διαμέρισμα της Μπελγκράβια υπολογίζοντας πως θα το έβρισκε άδειο: ήταν ώρα γραφείου κι ο Μπεν θα έπρεπε να βρίσκεται στην τράπεζα, στη Ρίτζεντ Στρητ. Στην αρχή, πίστεψε πως ήταν η παραδουλεύτρα κι έσπασε το μυαλό της να θυμηθεί αν η γυναίκα πήγαινε το πρωί στον Τ ρελό Ζωγράφο και το απόγευμα στον Μπεν, ή το αντίστροφο. Κι εκεί που στεκόταν δίβουλη, η Τ ζαμάικα Βαν Χέερεν ξεπρόβαλλε από το μπάνιο, γυμνή, τρίβοντας τα στήθη και τις μασχάλες της, με την αμεριμνησία ανθρώπου που πιστεύει πως είναι μόνος. Η Τ ζαμάικα δεν τη γνώριζε την Καλλιόπη, η οποία αντίθετα, την ήξερε επειδή την είχε δει μικρούλα. Για την Καλλιόπη, από τούτη τη στιγμή, το αν ο Μπένεντικτ είχε πλαγιάσει με την Τ ζαμάικα ή όχι, δεν είχε καμιά διαφορά. Όλα ήταν καθαρά και ξάστερα και πολύ δραματικά. Ήξερε τι έμελλε να γίνει.


Και πάγωσε. Ήταν Τ ρίτη 17 Μαρτίου.

2 Τ ην Τ ρίτη 17 Μαρτίου η Εύα Μόρισον έφτασε από το Χονγκ Κονγκ. Έκανε μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο διευθυντή της τράπεζας κι ύστερα πήγε στο γραφείο του Μπένεντικτ Σαρκισιάν. Επιθεώρησε τα πάντα, τους τοίχους, τη μοκέτα, το γραφείο. Ίσιωσε ένα κάδρο που παρίστανε ένα σκύλο. Δοκίμασε τις δυο πολυθρόνες. «Η διαταγή ήταν» είπε, «να σας παραχωρήσουν το δεύτερο καλύτερο γραφείο μετ’ από αυτό του διευθυντή. Είδα ένα δωμάτιο στον τέταρτο που θα ταίριαζε καλύτερα». «Πολύ καλό είναι αυτό». «Μα δεν έγιναν σεβαστές οι διαταγές». Τ ην άγγιξε με τ’ ονειροπόλο βλέμμα του και τη ρώτησε σιγανά: «Σας έχει βάλει ποτέ κανείς χέρι;» Λιγόλεπτη σιγή κι ύστερα, η φωνή της Εύας Μόρισον, σαν κλωστή παγωμένο νερό: «Ο κύριος Βαν Χέερεν αναγκάστηκε να κάνει ένα σύντομο σταθμό στη Ρώμη. Θα είναι εδώ, στο Λονδίνο στις τρεις. Επιθυμεί να δειπνήσετε μαζί του’ ασχολήθηκα με την κράτηση τραπεζιού. Θα ήθελε να σας μιλήσει για ένα σχέδιο που αφορά τα κεφάλαια που διαθέτετε. Μπορεί να καρποφορήσουν αυτά τα κεφάλαια σε


σημαντικές αναλογίες. Πρόκειται για μια επιχείρηση…» Let it be. «…όχι πλέον με συνάλλαγμα, ούτε με χρυσό. Με σιτηρά…» Let it be. «____ με την αγορά χρειαστείτε…»

σιτηρών.

Εδώ

είναι το

ντοσιέ.

Θα

And when the broken hearted people living in the world agree, there will be an anwer, let it be… H φωνή της Εύας Μόρισον ξεμάκραινε, γινόταν μουρμουρητό, απόμακρο σαν τον ήχο του ραδιοφώνου που κάποιος τον χαμηλώνει σιγά σιγά. Και στη θέση της: let it be. «…κι αυτή τη φορά, περισσότερο από ποτέ, θα ενεργήσουμε βάσει εξαιρετικά εμπιστευτικών πληροφοριών…» Ο Μπεν σηκώθηκε. «…. αλλά το αποτέλεσμα που μπορούμε να περιμένουμε λογικά…» Ο Μπεν βγήκε. Χρησιμοποιώντας το κέντρο της γραμματέως του, σχημάτισε τον αριθμό της Μπελγκράβια: κατειλημμένος. Κατέβηκε, ξανακάλεσε από το ισόγειο: κατειλημμένο. Βγήκε στο δρόμο, κατευθύνθηκε προς το Πικαντίλι, παρακάλεσε να τον αφήσουν να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο του Μαροκινού Γραφείου Τ ουρισμού: κατειλημμένο. Έστριψε αριστερά, στην οδό Βίγκο, προς τη Σάβιλ Ρόου μπήκε στο ράφτη του, που του είχε υποδείξει η Καλλιόπη. Μα και βέβαια μπορούσε να τηλεφωνήσει! Τ ο τηλέφωνο ηχούσε στο κενό, ατέλειωτα.


Ολντ Μποντ Στρητ, Γκρόσβενορ Κρέσεντ, γύρισε σπίτι του με τα πόδια, βρήκε το διαμέρισμα άδειο, χωρίς μια λέξη, χωρίς ίχνος της Τ ζαμάικα ούτε καν τις αποσκευές της. «Έφυγαν πριν από δέκα, δεκαπέντε λεπτά», του είπε ο Τ ρελός Ζωγράφος. «Κάλεσαν ένα ταξί και το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει πάνω που το ταξί ξεκινούσε. Εσύ ήσουν; Τ ις έχασες παρά τρίχα. Μπεν, μ’ αυτή την αμερικανίδα αρχιτεκτόνισσα, τη Θεία Καλλιόπη, νόμιζα πως τα είχα δει όλα: είναι να πέφτεις στα τέσσερα και να γλείφεις τ’ αχνάρια, εκεί που πάτησαν τα πόδια της. Όχι, δεν είμαι αποστάτης, αδερφέ μου, είναι πάντα η θεά μου. Αλλά η άλλη! Τ ο σαββατοκύριακό μου στο Λέιτον Μπούζαρ, σκαρφάλωνα στα δέντρα τη νύχτα με το φεγγάρι κι ούρλιαζα σαν λύκος, σαν τις σκεπτόμουν. Ε, ναι, καλά φεγγάρι και κουραφέξαλα! Που να φανεί με τόσα σύννεφα… κι οι λύκοι δε σκαρφαλώνουν στα δέντρα’ στη μόνη που σκαρφάλωσα αυτές τις δυο μέρες ήταν στη δύστυχη τη γυναίκα μου! Τ ο θες αυτό το μήνυμα, τελικά;» Διάβασε την ερώτηση στα μάτια του Μπεν. «Από την Καλλιόπη με τα μαβιά μάτια, ίδια τρικάταρτο καράβι στ’ ανοιχτά. Ναι, από την Καλλιόπη, όχι από την άλλη. Αλήθεια, πώς τη λένε;» «Τ ο μήνυμα», είπε ο Μπεν. «Τ άδε έφη Καλλιόπη: ‘Μπεν είσαι τρελός. Είναι αυτοκτονία. Ξέχνα τα όλα. Δε συνέβη τίποτα’» Σιγή· «Μήνυμα-τέλος», δήλωσε ο Τ ρελός Ζωγράφος. Σιγή· «Έλα να πιούμε ένα ποτήρι, Μπεν, να γίνουμε φέσι οι τρεις μας, εσύ, εγώ εμείς κι ύστερα θα κατουρήσουμε τον ουρανό. Δεν έβαλα


πινελιά εδώ και μια βδομάδα. Σκόνταψα τη φιάλη υγραερίου και κάτι με τρώει μέσα μου, μη νομίζεις πως είμαι κι εγώ στα κέφια μου». Ο Μπεν ανέβηκε ένα πάτωμα, άλλαξε, έβγαλε το κοστούμι του Σάβιλ Ρόου, το άλλαξε μ’ ένα τζιν κι ένα μπουφάν. Ξαναβγήκε μ’ ένα αθλητικό σάκο, τη στιγμή που άρχισε να χτυπάει το τηλέφωνο· δεν το σήκωσε, ήξερε πως ήταν η Καλλιόπη που τηλεφωνούσε, η Καλλιόπη που ήθελε να του πει πως είχε βολέψει την Τ ζαμάικα κάπου σίγουρα, πως δεν είχε συμβεί τίποτα, πως θα μπορούσαν να διηγηθούν οποιαδήποτε ιστορία, λόγου χάρη, πως η Καλλιόπη είχε έρθει νωρίτερα στο Λονδίνο, από την Παρασκευή και πως είχε πάρει υπό την κηδεμονία της τη μικρή, γιατί τι άλλαζε που ο Μπεν δεν την είχε αγγίξει; Ποιος θα το πίστευε; Όχι πάντως ο Άλεξ Βαν Χέερεν που γι’ αυτόν η Τ ζαμάικα ήταν ένα κομμάτι τ’ ουρανού. «Και γιατί όχι;» είπε ο Τ ρελός Ζωγράφος βλέποντας την αθλητική τσάντα. «Θα πείραζε αν πηγαίναμε μαζί;» Ανέβηκαν στο μικρό Ρενό, και τράβηξαν, μέσ’ από τις ήπιες κοιλάδες του Ντόουνς, προς αυτό το ηλίθιο Εγγλέζικο Κανάλι που έβρισκε τρόπο να είναι γκρίζο παρά το γαλανό ουρανό. Στρίβοντας δεξιά, σαν έφτασαν στο Ίστμπουρν, ξεπρόβαλλαν στο Μπίτσι Χιντ που δεν ήταν ακριβώς η Καλιφόρνια, αλλά μύριζε τουλάχιστον θαλασσινή αλμύρα… Ειρηνικός σχεδόν… Βάλθηκαν να τρέχουν πλάι πλάι. Όταν έκαναν τα πέντε πρώτα χιλιόμετρα, ο Τ ρελός Ζωγράφος, που ήταν είκοσι πέντε χρονών, έφτυσε τα πνευμόνια του, ξάπλωσε καταγής κι ακολούθησε με το βλέμμα τη σιλουέτα που είχε ανοίξει βήμα: τη μοναχική τώρα σιλουέτα που συνέχιζε την πορεία της μ’ ένα ρυθμό μηχανικό, σκαρφαλώνοντας στους αμμόλοφους, κλοτσώντας τους σαν να ήθελε να τους γκρεμίσει, να τους ξεκοιλιάσει από λύσσα κι απελπισία. Ο Μπένεντικτ έτρεξε όπως δεν είχε τρέξει ποτέ ως τώρα. Έτρεξε δυόμισι ώρες ασταμάτητα. Έφτασε στα όρια των δυνάμεών του. Σε τέτοιο σημείο που στην τελευταία πλαγιά, του τελευταίου


υψώματος, τριάντα μέτρα από το Ρενό, σωριάστηκε, ξέπνοος στην άμμο όπου βυθιζόταν ως τους αστραγάλους. «Όρθιος, υποκριτή», είπε ο Τ ρελός Ζωγράφος που έσπευσε, ανήσυχος. Ο Μπεν λευτέρωσε το μπράτσο του, που το κρατούσε ο άλλος. «Είμαι εντάξει». Ανασήκωσε πρώτα το κεφάλι, με το στόμα ορθάνοιχτο, με τα χείλη πασπαλισμένα άμμο κι αναζήτησε με το βλέμμα την κορφή του αμμόλοφου, μέσ’ από την ομίχλη που του σκοτείνιαζε την όραση. «Θα πάει». Στηρίχτηκε στους αγκώνες του, καμπύλωσε τα νεφρά, ανασηκώθηκε έτσι όπως οι σαύρες. Ανέβασε τα γόνατα, πρώτα το ένα, μετά το άλλο και στάθηκε όρθιος. Πλησίασε το αυτοκίνητο και κάθισε στο καπό. Γυμνόστερνος, δε φορούσε παρά ένα σορτς και σπορτέξ παπούτσια χωρίς κάλτσες. Οι λαξεμένοι μυώνες του έδιναν μια απίστευτη αίσθηση σκληράδας. «Εντάξει». Κατηφόρισε στη θάλασσα από το μονοπάτι, μπήκε μέσα σιγά σιγά κι έμεινε βουτηγμένος κάμποσο, με το κεφάλι κάτω από το νερό, τόσο που ο Τ ρελός Ζωγράφος ετοιμάστηκε να βουτήξει με τη σειρά του. Τ ελικά, αναδύθηκε. «Τ ο παράσημο το θέλεις τώρα ή μετά το φαγητό;» Τ ο Ίστμπουρν, το Μάρτη και καθημερινή, δεν ήταν δα και χαρά Θεού! Ωστόσο βρήκαν μία παμπ όπου ήπιαν ο ένας μπίρα κι ο άλλος παγωμένο νερό κι ο μαγαζάτορας τους σέρβιρε κάτι που, όπως τους βεβαίωσε με κάθε σοβαρότητα, ήταν μοσχαρίσια γλώσσα με πικάντικη σάλτσα.


Από την παμπ, ο Μπένεντικτ τηλεφώνησε στο Κλάριτζες, στο Λονδίνο. Όχι, ο κύριος Βαν Χέερεν δεν είχε φτάσει ακόμα. Όχι, η δεσποινίς Τ ζαμάικα Βαν Χέερεν δεν είχε κρατήσει δωμάτιο. Όχι, δεν την είχαν δει. Ούτε και την κυρία Καλλιόπη Ζόρντααν. Άδειασαν τα ποτήρια τους κι ο ταβερνιάρης τους πέταξε έξω γιατί ήταν η νόμιμη ώρα. Περιπλανήθηκαν στους έρημους δρόμους, κατά μήκος της θάλασσας. Ο Τ ρελός Ζωγράφος βάλθηκε να μιλάει για τη ζωγραφική του’ εξήγησε πως κάποιες στιγμές πολύ σπάνιες, ανέλπιστες, θαυμαστές, κατάφερνε να ζωγραφίζει μέσα σε απόλυτη σιωπή, ακόμα κι αν όλα τ’ άλογα της βασιλικής φρουράς κάλπαζαν κάτω από τα παράθυρά του. Ήταν σαν να βρισκόταν σε μια γυάλα, ή κάτω από το νερό, μ’ εκείνο το ντελικάτο τρίξιμο στ’ αυτιά, όπως σαν τσακίζονται φύλλα από μαρκάσι, δεν έβρισκε καλύτερη εικόνα, πιο ανάλαφρη, ασύλληπτη σχεδόν. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αυτό που ζωγράφιζε δεν ήταν και τόσο πολύ για πέταμα. Μιλούσε για να γεμίσει τη σιωπή. Και δεύτερο τηλεφώνημα στο Κλάριτζες, από ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Ο Βαν Χέερεν δεν είχε φτάσει ακόμα. «Και στο πόκερ, κάτι τέτοιο αισθάνεσαι;» Ο Μπεν χαμογέλασε, τα μάτια του όμως έδειχναν πως, στην πραγματικότητα, ήταν σε άλλο πλανήτη. «Κάτι τέτοιο». «Συχνά;» «Συνέχεια».


«Διάβολε!» έκανε ο Τ ρελός Ζωγράφος εντυπωσιασμένος. Συνέχεια, αυτό ήταν απίστευτο, κι όμως, το πίστευε, αφού το έλεγε ο Μπένεντικτ. Τ ρίτο τηλεφώνημα από έναν άλλο θάλαμο, στην είσοδο του Μπράιτον, στο δρόμο του γυρισμού για το Λονδίνο. Κι αυτή τη φορά, ο Βαν Χέερεν…

3 «Μην κλείσετε, μη με διακόψετε, ούτε λέξη», είπε ο Μπένεντικτ. Χωρίς να παραλείψει τίποτα, διηγήθηκε τι είχε συμβεί, από τη στιγμή που, επιστρέφοντας από το δείπνο στο Χάμπστεντ, ανακάλυψε τις βαλίτσες, τις σοκολάτες για τη Μόνα, την παρουσία της στην κρεβατοκάμαρά του. Και τη βροχή. Και το πώς πήγαινε κάθε φορά να κοιμηθεί σ’ ένα ξενοδοχείο κοντά στο Νοσοκομείο Σεντ Τ ζορτζ’ μπορούσε να το εξακριβώσει. Πώς αυτός κι η Τ ζαμάικα είχαν τηλεφωνήσει πρώτα κι ύστερα πήγαν στο Χένλεϊ, είχαν βρει την πόρτα κλειστή χωρίς έναν υπηρέτη. Τ ου είπε και για τη θεία στο Βορρά, για τους δίσκους των Μπιτλς, για τους περιπάτους στο έρημο Λονδίνο, τα κινέζικα εστιατόρια, τους δίσκους και τις ώρες φλυαρίες, κι όλ’ αυτά, πέρ’ από την κρεβατοκάμαρα. Κι ύστερα, είχε έρθει η Καλλιόπη. Όλη την αλήθεια, την καθαρή αλήθεια χωρίς να προσθέσει, χοορίς να παραλείψει τίποτα. Σιγή στην άκρη της γραμμής.


Μέτρησε νοερά, ένα, δύο, τρία. Κι έκλεισε. Ο Μπεν γύρισε μόνος στο διαμέρισμα της Μπελγκράβια και για ώρες, δεν έγινε τίποτα’ ακόμα και το τηλέφωνο έμεινε βουβό. Βάλθηκε να διαβάζει. Μετά το Νύχτα των βασιλ έων είχε αρχίσει τον Βασιλ έα Ληρ. «Διάβαζε αυτό που θέλεις», του είχε πει η Καλλιόπη, «μόνο τον πρώτο στίχο και ή ξανακλείνεις το βιβλίο ή πας ως το τέλος. Εμένα μου άρεσε. Αλλά κρίνε το μόνος σου». Είχε φτάσει στην τρίτη πράξη, σκηνή εφτά, στην είσοδο του Γκλόστερ πλαισιωμένου από τους λακέδες του, όταν αντήχησε το κουδούνι της πόρτας. Κινήθηκε αργά, έβαλε το σελιδοδείχτη, έκλεισε προσεχτικά το βιβλίο, το απόθεσε στο χαμηλό τραπεζάκι και πήγε ν’ ανοίξει του Βαν Χέερεν. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή, ο τραπεζίτης με τα χέρια χωμένα στις τσέπες ενός ελαφρού αδιάβροχου, με τους ώμους προτεταμένους. «Επρόκειτο να δειπνήσουμε μαζί απόψε», είπε ο Βαν Χέερεν. Ο Μπεν κούνησε αόριστα το κεφάλι. «Μπορώ να περάσω;» Ο Μπεν παραμέρισε, ελευθερώνοντας το πέρασμα. «Θέλω να σου μιλήσω», είπε ο τραπεζίτης. Ο Μπεν ξανάκλεισε την πόρτα και προηγήθηκε, δείχνοντας το δρόμο για το σαλόνι. Δεν είδε την κίνηση, την ένιωσε μ’ ένα δέκατο του δευτερολέπτου καθυστέρηση. Ωστόσο, έσκυψε κι έτσι ξέφυγε το χτύπημα που θα του συνέτριβε το κρανίο. Αλλά το πλεγμένο με δέρμα και μολύβι κλομπ τον άγγιξε στη βάση του λαιμού. Έπεσε με τα μούτρα στο δάπεδο, αλλά κύλησε λίγο στ’ αριστερά κι έφαγε το επόμενο χτύπημα στην κλείδα που έσπασε’ αλλά και πάλι γλίτωσε παρά τρίχα. «Θα σε σκοτώσω».


Ο Βαν Χέερεν δε φώναζε. Χτύπησε κι αυτή τη φορά πέτυχε το μπράτσο, ρίχνοντάς τον πίσω κι επιδεινώνοντας το κάταγμα της κλείδας. «Η Καλλιόπη, η Μόνα, τα λεφτά μου, δε σου έφταναν. Έπρεπε ν’ αγγίξεις κι αυτή;» Ο Μπεν δεν επιχείρησε να σηκωθεί, ήταν ήδη μισοαναίσθητος’ άπλωσε το χέρι κι άδραξε ένα τραπεζάκι στο χολ της εισόδου. «Όχι αυτή. Αυτή δεν έπρεπε να την αγγίξεις. Κανένας δε θα την αγγίξει, ποτέ». Διπλό χτύπημα, στα πεταχτά, με εκατό κιλά ξοπίσω του, τον πέτυχαν και τα δυο στο γοφό. «Μέτοικε». Ο Μπεν κατέρρευσε, παρασέρνοντας το τραπεζάκι, το μεγάλο μπλε, κινέζικο βάζο κι ένα κρυστάλλινο σταχτοδοχείο. Κι άλλα χτυπήματα, στην τύχη, το δρύινο τραπεζάκι προστάτευε σαν από θεία πρόνοια το κεφάλι. Ως τη στιγμή που ο Τ ρελός Ζωγράφος, ο οποίος είχε γυρίσει λίγα λεπτά νωρίτερα, τρομαγμένος από το σαματά, ανέβηκε τρέχοντας και κατάφερε να συγκρατήσει τον Βαν Χέερεν, μισοπνίγοντάς τον.

ΕΒΔΟ ΜΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Φουλ


1 Τ ου είπα ψέματα, Μπεν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου. Τ ου είπα πως έφτασα στο Λονδίνο την Παρασκευή πως είχα περάσει όλο το τριήμερο με την Τ ζαμάικα. Με πίστεψε, γιατί όχι; Η Καλλιόπη Ζόρντααν δεν ψεύδεται ποτέ». Μια παύση. «Δε θα περιοριστεί σ’ αυτό, Μπεν, είναι τρελός, αλλά το ήξερες. Γιατί λοιπόν, Μπεν;» Ξανάρθε στην άκρη του κρεβατιού. «Είχες κερδίσει, αν ο στόχος σου ήταν να πετύχεις. Μετά το χοντρό μου ψέμα, μου μίλησε για τα σχέδιά του για σένα’ σ’ έβαζε μπροστά κι από τους γιους του. Κι εσύ τα τίναξες όλα στον αέρα. Όλα». Κάθισε στο κρεβάτι. «Γιατί, Μπεν;» Σιγή· Ανασηκώθηκε απότομα, δαγκώνοντας το χείλι της. «Η Τ ζαμάικα». Γι άλλη μια φορά έπιασε να πηγαινόρχεται στο δωμάτιο του εγγλέζικου νοσοκομείου. Ήταν τώρα πιο ήρεμη, της ερχόταν να κλάψει μαζί και να γελάσει. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι, γονάτισε, τον φίλησε απαλά τρυφερά, στα χείλη, στο μέτωπο, στα ματια, στη μύτη, στη σκληρή γραμμή της σιαγόνας. «Ω, Μπεν, μπορείς κι εσύ να κεραυνοβοληθείς! Νομίζω πως είμαι ευτυχισμένη». Απρίλης, τέσσερις βδομάδες αργότερα. Στο Σαν Φρανσίσκο. Ο


Βασιλιάς λέει: «Αυτή είναι η Πιγκ, η άλλη η Πογκ, ή το αντίθετο. Από πίσω ξεχωρίζω τα πισινά τους, Τ ης μιανής είναι σαν μήλα, της άλλης σαν αναποδογυρισμένα αχλάδια, πώς να γελαστείς;» Οι δυο Κινέζες του χαμογέλασαν στοργικά. «Όπως και να ’ναι, μου σηκώνεται ακόμα». «Παλιόγερε!» είπαν εν χορώ οι Κινέζες, αλλά χαμογελούσαν. «Έχει τίποτ’ άλλο να κάνουμε;» ρώτησαν. Ο Μπεν κούνησε το κεφάλι. «Όχι, ευχαριστώ». Έφυγαν. Για λίγο επικράτησε η σιωπή. Ύστερα, από τη στέγη του σπιτιού έφτασαν κάτι θόρυβοι σαν φτερουγίσματα, από μεγάλα πουλιά. «Γλάροι», είπε ο Βασιλιάς. «Ήρθε πρώτα ένας, δεν ξέρω γιατί. Ένα πρωί τον βρήκα εκεί, στην κουπαστή κι εννοούσε σώνει και καλά να με κάνει να χαμηλώσω τα μάτια. Τ ου εξήγησα πως είμαι ο Βασιλιάς Χοβ, ο ίδιος, αυτοπροσώπως. Τ ο πήρε πατριωτικά, ήταν φανερό. Επέμεινε τρεις μέρες κι ύστερα τσάκισε το ηθικό του. Ξαναήρθε στη στέγη με τους συντρόφους του. Η Πιγκ κι η Πογκ τους έδωσαν καντονέζικο ρύζι. Μπένεντικτ, ο δικηγόρος Ζούμπαλ Γουίν ήρθε και μου είπε πως αρνιέσαι οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του Βαν Χέερεν. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο». «Δεν υπάρχει άλλο». «Δεν κουτσαίνεις πια». «Είμαι εντάξει».


«Πήγαινε φέρε μου ένα ποτήρι νερό». Ο Βασιλιάς ήπιε και το μόνο που πρόδινε τους πόνους του ήταν η ασπρίλα στ’ αποσαρκωμένα δάχτυλα που έσφιγγαν το ποτήρι να το σπάσουν. «Είμαι έξαλλος από θυμό», είπε στο τέλος με τη βαριά, βραχνή φωνή του. «Εναντίον του, φυσικά, αλλά κυρίως εναντίον σου, Μπένεντικτ. Δεν έκανες τίποτ’ απ’ όσα περίμενα από σένα, τίποτα. Κέρδισες χρήματα, αλλά ποιος σου το ζήτησε αυτό; Στο τέλος, ο Βαν Χέερεν θα βγει κερδισμένος. Αυτά τα πενήντα χρόνια δε χρησίμεψαν σε τίποτα. Οι Τ ούρκοι θριαμβεύουν». Τ ο ποτήρι τσάκισε μέσα στο χέρι του. Ο Βασιλιάς κοίταξε τα θραύσματα που είχαν μείνει στα δάχτυλά του και τ’ ακούμπησε ήρεμα στο κοντινό τραπέζι. «Μην κουνιέσαι, δε σ’ έχω ανάγκη». Έβγαλε το φουλάρι από το λαιμό του και τύλιξε τη ματωμένη χούφτα του. «Είμαι τρελός από θυμό και ντροπή, Μπένεντικτ». Σύντομη παύση. «Θα σου πάρει πίσω τα λεφτά που σ’ έκανε να κερδίσεις;» «Θα το επιχειρήσει». «Τ ο χρήμα δεν είναι τίποτα. Αλλά κάνοντάς το αυτό, θα σου αποδείξει πως τα μπορεί όλα». Σιγή«Τ α μπορεί όλα στ’ αλήθεια, Μπεν; Μήπως απέτυχες;»


Ο Μπεν δεν απάντησε. Τ ραβήχτηκε από την κουπαστή, έβγαλε το μακό του, ξάπλωσε με την κοιλιά πάνω στο μαύρο πάτωμα του μπαλκονιού και βάλθηκε να κάνει κάμψεις. Στην ογδοηκοστή έβδομη δεν κατάφερε να σηκωθεί κι έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα, με το μάγουλο κόντρα στο ξύλο, το πρόσωπο απαθές, τα μάτια κλειστά.

2 Η Εύα Μόρισον: «Οφείλω να σας πληροφορήσω για ενέργειες που έγιναν εναντίον σας για να καταλάβετε ως ποιο σημείο θα είναι αμείλικτη η συντριβή σας». Ο Μπένεντικτ κι εκείνη περπατούσαν στη γέφυρα του Γκόλντεν Γκέιτ. Η κυκλοφορία ήταν πυκνή κι ήταν φορές που η Εύα Μόρισον αναγκαζόταν να φωνάζει για ν’ ακουστεί πάνω από το στόλο των φορτηγών. Είχε ομίχλη, όπως πάντα και το ζευγάρι πότε έμπαινε, πότε έβγαινε σ’ αυτή, σε τακτά διαστήματα. «Πρέπει, τέλος, να βεβαιωθώ πως έχετε αποκατασταθεί πλήρως. Έχετε;» «Ναι». Από την τσάντα που δεν την εγκατέλειπε ποτέ, η Εύα Μόρισον έβγαλε κάποια χαρτιά. «Πάμε λοιπόν. Ας μιλήσουν οι αριθμοί. Στις 30 Απριλίου είχατε στη διάθεσή σας δυο εκατομμύρια εβδομήντα χιλιάδες εκατόν έντεκα δολάρια. Διαμοιρασμένα, το είχατε φροντίσει. Κακώς διαμοιρασμένα, αλίμονο! Αρχικά, αυτές οι οχτακόσιες χιλιάδες δολάρια που είχατε καταθέσει σε λογαριασμό όψεως σε μια τράπεζα των Μπαχάμας, με το κόλπο μιας ανώνυμης εταιρείας που ιδρύσατε ο ίδιος στον


Παναμά. Πιστέψατε πως αυτή η επιχείρηση ήταν απόλυτα διακριτική. Λάθος. Κάποιος ήταν ενήμερος: ο εκπρόσωπός σας σ’ αυτή την επιχείρηση τον οποίο είχατε εξουσιοδοτήσει με πληρεξούσιο: ένας ελβετός τραπεζίτης ονόματι Αλουσιους Μούτερ. Αγνοούσατε αυτό το πληρεξούσιο; Έκπληξη. Αλλά είναι όλα εντάξει, ο κύριος Μούτερ είναι σε θέση να σας τα δείξει όλα, ως και τα αντίγραφα των επιστολών που του απευθύνατε κι αυτών που σας έστειλε σαν απάντηση κι όπου σας προειδοποιούσε για τον κίνδυνο αυτών των τοποθετήσεων. Δυστυχώς, δεν τον ακούσατε και χάσατε τα πάντα εκτός από τους τίτλους, χωρίς αξία σήμερα». Τ ο Γκόλντεν Γκέιτ, η Χρυσή Πύλη έχει είκοσι εφτά μέτρα πλάτος· δεσπόζει του Ειρηνικού από εξήντα εφτά μέτρα, οι κολόνες της υψώνονται σε διακόσια είκοσι εφτά μέτρα. Έχει μήκος δυο χιλιάδες εφτακόσια μέτρα. Ο Μπεν Σαρκισιάν κι η Εύα Μόρισον είχαν διατρέξει μόλις το ένα δέκατο της διαδρομής. «Οχτακόσιες χιλιάδες μείον από τα δυο εκατομμύρια εβδομήντα χιλιάδες εκατόν έντεκα, μας μένουν ένα εκατομμύριο διακόσιες εβδομήντα χιλιάδες εκατόν έντεκα. Από τα οποία πρέπει ν’ αφαιρεθούν εβδομήντα τέσσερις χιλιάδες εξακόσια ογδόντα δολάρια που αντιπροσωπεύουν τα μεσιτικά της τράπεζας που πραγματοποίησε στ’ όνομά σας την επιχείρηση με το συνάλλαγμα. Κάποιες καθυστερήσεις εμπόδισαν την αφαίρεση αυτών των δαπανών. Τ ώρα έγινε. Σας μένει λοιπόν ένα εκατομμύριο εκατόν ενενήντα πέντε χιλιάδες ογδόντα εφτά δολάρια». Η ομίχλη τύλιξε τις κολόνες. «Θεωρητικά τουλάχιστον. Γιατί υπάρχει κι αυτή η διαταγή που δώσατε στον χρηματιστή σας στη Νέα Τ όρκη. Δεν ξέρατε πως είχατε χρηματιστή: κι άλλη έκπληξη. Όπως και να ’ναι, αυτή η διαταγή ήταν ολέθρια: επενδύσατε σε μια επιχείρηση που, δυστυχώς, ο διευθυντής της το ’σκάσε μαζί με το ταμείο: Απώλεια: τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες δολάρια συν τα έξοδα, υπάρχουν πάντα. Και κυκλοφορούν φήμες πως, ανάμεσα σ’ αυτόν τον απατεώνα που έφυγε με το ταμείο


κι εσάς, υπάρχει κάποια παράξενη συνενοχή, έχετε ανταλλάξει επιστολές, κάποιες ενυπόγραφες συμφωνίες που είναι πολύ… θολές. Φυσικά, όλα τα χαρτιά είναι στη διάθεσή σας, ή των δικηγόρων σας». Οι κολόνες ξαναφάνηκαν ξαφνικά, αλλά τούτη τη φορά ήταν το νησάκι του Αλκατράζ, στα δεξιά, που βυθίστηκε στην ομίχλη. «Μένουν εφτακόσιες εβδομήντα οχτώ χιλιάδες εκατόν εξήντα εφτά δολάρια». Τ ο κύμα των αυτοκινήτων σταμάτησε στην κάθοδο συνεπεία κάποιου μποτιλιαρίσματος στα διόδια. Δυο όμορφα κορίτσια σ’ ένα καμπριολέ χαμογέλασαν στον Μπεν. «Από τα οποία θα πρέπει φυσικά ν’ αφαιρέσετε αυτές τις τέσσερις επιταγές των εβδομήντα πέντε χιλιάδων η καθεμιά, που έχετε υπογράψει κι έτσι αδειάζετε μόνος σας το λογαριασμό που είχατε ανοίξει σε μια τράπεζα με έδρα τη Σιγκαπούρη, λογαριασμό ανοιγμένο με το όνομα Φρανσίσκο Ναρβάεζ». Βαδίζοντας πάντα, ο Μπεν γύρισε κι ανταπέδωσε το χαμόγελο στα δυο κορίτσια. «Μένουν τετρακόσιες εξήντα χιλιάδες πεντακόσια είκοσι εφτά δολάρια», είπε η Εύα Μόρισον, «αλλά υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να το ξεχνάτε». Ο Μπεν, που ως τώρα προχωρούσε με μηδενική ταχύτητα, έγνεψε αντίο στα κορίτσια και ξαναπήρε το κανονικό του βάδισμα. «Οι φόροι», συνέχισε η Εύα Μόρισον. «Έχουν γίνει σοβαρά λάθη στη δήλωσή σας. Οι εφοριακοί, μετά από καταγγελία ίσως, μελετούν το φάκελό σας. Μόνο και μόνο για να σας φανώ χρήσιμη, ζήτησα από τις οικονομικές μας υπηρεσίες να υπολογίσουν τον κίνδυνο που διατρέχετε: είναι μεγάλος. Εκτός από τις συνηθισμένες κρατήσεις, θα έχετε να πληρώσετε ένα μεγάλο πρόστιμο. Σας έχουν στο μάτι στο υπουργείο Οικονομικών, ένας Θεός ξέρει γιατί. Στην


πραγματικότητα, αυτές οι κάποιες χιλιάδες δολάρια που έχετε ακόμα δε θα φτάσουν, σίγουρα, για να τακτοποιήσετε όλες τις εκκρεμότητες». «Έτσι δε μου μένει λοιπόν τίποτα». «Τ ίποτα». Από τα δύο χιλιάδες εφτακόσια μέτρα της διαδρομής, είχαν διανύσει το πολύ τα πεντακόσια. «Εξηγήσεις», συνέχισε η Εύα Μόρισον. «Σας παρακολουθούσαν διαρκώς. Σας παρατηρούσαν, σας άκουγαν, σας φωτογράφιζαν. Δεκάδες άνθρωποι πίσω σας, πίσω από αυτούς που συναντούσατε. Είμαι πολύ ικανή γυναίκα, κύριε Σαρκισιάν. Οι διαταγές μου ήταν καθορισμένες, τα μέσα στη διάθεσή μου απεριόριστα και δεν υπάρχει τραπεζικό ίδρυμα στον κόσμο που να μην έχω πρόσβαση σε κάθε πληροφορία. Ωραία, υποθέτω πως θα ισχυριστείτε —και μεταξύ μας, δίκαια— πως πέσατε θύμα πλαστογραφίας, πως όλα τούτα τα γράμματα δε γράφτηκαν και κυρίως δεν υπογράφηκαν από σας’ πως δεν περιβάλλατε ποτέ, για παράδειγμα, τον Αλουσιους Μούτερ με την εμπιστοσύνη σας. Πάντα μεταξύ μας, θα έχετε απόλυτο δίκιο, αλλά άλλο αυτό κι άλλο να το αποδείξετε. Κύριε Σαρκισιάν, το σχέδιο της καταστροφής σας έχει στηθεί εδώ και μήνες. Ό,τι γράψατε, υπογράψατε, μουντζουρώσατε, βγήκε σε αντίγραφο, ξαναγράφτηκε από τους καλύτερους πλαστογράφους που μπόρεσα να βρω. Τ ι θα κάνει η δικαιοσύνη που θα δεχτεί την αγωγή σας; Θα διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Από πού; Από παλιά σας γραφόμενα. Μα αυτά είναι που ξεσηκώσαμε συστηματικά. Δεν υπάρχει τίποτα που να μη μπορείς να το πετύχεις με το χρήμα. Τ ι μπορείτε να κάνετε; Να γράψετε στο φυσικό πρόσωπο του δικαστή στον οποίο θα έχετε προσφύγει; Θα πουν πως αλλάξατε τη γραφή σας, επίτηδες ή όχι. Και τι θ’ αξίζει ο λόγος σας απέναντι στο λόγο ενός Βαν Χέερεν κι ενός Μούτερ κι όλου του επιτελείου τους; Απέναντι του χρηματιστή σας, πολύ γνωστού και σεβαστού στη Νέα Υόρκη, απέναντι στο δικό μου;»


Ο Μπεν σταμάτησε. Η ομίχλη διαλυόταν μεμιάς, κι όλος σχεδόν ο κόλπος του Σαν Φρανσίσκο ήταν τώρα ορατός. Μια μαύρη Κάντιλακ φάνηκε από μακριά, με κατεύθυνση από νότο προς βορρά, προς τη Χερσόνησο Μαρίν. «Και κάτι τελευταίο, κύριε Σαρκισιάν. Στο γραφείο του κυρίου Βαν Χέερεν υπήρχε ένας πίνακας ενός Γάλλου ζωγράφου, ονόματι Ουτριλό. Ανακαλύφθηκε μόλις πως ο πίνακας αντικαταστάθηκε από έναν πλαστό. Δεν καλέσαμε την αστυνομία, την έρευνα τη διεξήγαγε η δική μας υπηρεσία ασφαλείας. Με μεγάλη επιτυχία: ανακαλύψαμε τον παλαιοπώλη στον οποίο κάποιος επιχείρησε να πουλήσει τον κλεμμένο πίνακα. Αυτός ο παλαιοπώλης σας αναγνώρισε επίσημα. Ένα μέλος των υπηρεσιών ασφαλείας σας συνάντησε: πέτυχε διακριτικά από σας την επιστροφή του πίνακα, την παραίτησή σας και την ομολογία σας. Ορίστε τ’ αντίγραφα. Η υπογραφή είναι η ίδια που υπάρχει και στ’ άλλα έγγραφα. Ο κύριος Βαν Χέερεν, μεγαλόψυχος, δεν κατέθεσε αγωγή. Αλλά επιχειρήστε με οποιονδήποτε τρόπο να επικοινωνήσετε με τη νεότερη κόρη του κι αυτή η αγωγή θα κατατεθεί αμέσως». Η μαύρη Κάντιλακ απείχε μόλις πενήντα μέτρα και προχωρούσε πολύ αργά. «Τ έλειωσα, κύριε Σαρκισιάν. Εξετέλεσα τις διαταγές που είχα λάβει». Ο Μπεν δε σάλευε. «Όλες τις διαταγές», επανέλαβε η Εύα Μόρισον. Η Κάντιλακ ήταν πια στα είκοσι μέτρα. «Ξέρω πως ο παππούς σας είναι άρρωστος», είπε η Εύα Μόρισον. «Τ α ξέρω όλα». «Θα πεθάνει», είπε ο Μπεν απλά.


Η Εύα Μόρισον έσκυψε το κεφάλι. Η Κάντιλακ, στα πέντε μέτρα. Ο σοφέρ σταμάτησε. Κατέβηκε κι άνοιξε την πόρτα. Κάτι σαν ρίγος πέρασε στο χλομό και μαραμένο πρόσωπο της Εύας Μόρισον. Είπε σιγανά. «Παίξατε και χάσατε, Μπεν». Δεν της απάντησε, έγειρε πίσω το κεφάλι για να θαυμάσει τους μεγαλόπρεπους στύλους του Γκόλντεν Γκέιτ, βαμμένους με το κραυγαλέο κόκκινο του μίνιου. Η Εύα Μόρισον ανέβηκε στην Κάντιλακ κι έφυγε αφήνοντας τον Μπένεντικτ στη μέση της γέφυρας.

3 Μετά από αυτό, ο Μπεν έκανε κι έλαβε τέσσερα τηλεφωνήματα. Πρώτα στον Ο’ Κήηφ: «Μπεν, το λεπίδι έπεσε. Και πονάει. Είναι εκατό φορές χειρότερο απ’ ό,τι φανταζόμουν. Έχω την εντύπωση πως έχω εναντίον μου όλους τους οικονομικούς οργανισμούς του κόσμου, συνασπισμένους, να μανιάζουν, παράλογα, εναντίον του καημένου γερο-Ο’ Κήηφ. Από την Αμέρικαν Μπανκ ως την Τ σέιζ, περνώντας από την Μπέρκλεϊ, τη Μιτσουμπίσι, την U.B.S. και την Μπάμπουλα Μπανκ του Μπαμπουμπανταντούμ, όλες με κατατρέχουν και με παγιδεύουν. Είναι τόση η έκταση αυτού του κυνηγητού που καταντάει κωμικό. Είναι σαν να στέλνεις τον Έκτο Στόλο ν’ αναχαιτίσει ένα κανόκαγιάκ. Και φυσικά, ούτε σεντς πίστωση στον τραπεζικό ορίζοντα’ κατεστραμμένος». Σιγή. «Μπεν; Μπεν;»


«Ακουσα», είπε ο Μπεν με την αδιάφορη φωνή του. «Δεν είσαι κι εσύ στα ‘πάνω’ σου, ε;» «Ε, δε λέω…» «Ο παππούς σου;» «Τ α ίδια». «Για το Θεό, Μπεν, δώσ’ του μια, ζάλισέ τον και κουβάλα τον στο νοσοκομείο! Να τον παραγεμίσουν με κείνα τα βρομοαναλγητικά τους. Παγώνει το αίμα μου και μόνο που το σκέπτομαι». Σιγή. «Τ ι θα κάνεις;» «Με τέτοια θύελλα, ζητάς καταφύγιο. Τ α παρατάω όλα και φεύγω για την Ευρώπη. Στης Φρανσουάζ στη μεσημβρινή Γαλλία. Έλα». «Μπορεί» «Έλα». Και τέλος. «Μπεν, δε θα πεθάνω. Στο είπα και στο ξαναλέω, οι Ο’ Κήηφ δεν έχουν τίποτα εναντίον σου. Οι Ο’ Κήηφ σ’ αγαπούν, λέρα!» Δεύτερο τηλεφώνημα από τον Ρίτσαρντ Γέιτς, τον Νεοϋορκέζο δικηγόρο. «Κύριε Σαρκισιάν, συμβαίνει κάτι δυσάρεστο. Για να υπερασπιστώ καλύτερα τον πελάτη μου έκανα μια έρευνα για λογαριασμό του, την πιο συγκεκριμένη κι ολοκληρωμένη που μπορούσε να γίνει. Με παρακολουθείτε;» «Συνεχίστε».


«Λοιπόν τ αποτελέσματα αυτής της έρευνας, αποκαλύπτονται δραματικά. Για τον Φρανσίσκο Οτσόα τουλάχιστο. Όλες οι μαρτυρίες που συλλέξαμε συγκλίνουν: πρόκειται για ένα διεφθαρμένο νέον άντρα, με φυσική ροπή στη βία, βλέπε σαδισμό. Μ’ ένα τέτοιο φάκελο στα χέρια του εισαγγελέα, ο φίλος σας είναι χαμένος. Και δεν είναι μόνο αυτό: όλες οι φεμινιστικές οργανώσεις δραστηριοποιήθηκαν ξαφνικά και ξεκινούν εκστρατεία εναντίον του δολοφόνου της εγκύου συζύγου του. Η οικογένεια του θύματος είναι ενάγουσα κι ο τύπος τη στηρίζει. Και δυστυχώς, οι πληροφορίες που συνέλεξα προσωπικά για τον πελάτη μου, από τους πρώην εργοδότες του —απολύθηκε φυσικά— δεν τον ευνοούν καθόλου». «Κι εσείς;» ρώτησε ο Μπεν. «Αυτό είναι το άλλο δυσάρεστο που σας αναγγέλλω με λύπη. Βγαίνω από το γιατρό μου. Μου επιβάλλει απόλυτη ανάπαυση, η υγεία μου είναι κλονισμένη. Ήλπιζα να μπορέσω να βρώ έναν αντικαταστάτη μεταξύ των καλύτερων ποινικολόγων συναδέλφων μου, αλλά είναι όλοι παραφορτωμένοι. Κι όμως, ο χρόνος πιέζει». Σιγή. «Κύριε Σαρκισιάν;» Τ ρίτο τηλεφώνημα, ο δικηγόρος από το Σαν Φρανσίσκο, ο φίλος του Βασιλιά με το μαύρο ιστιοφόρο: ο Ζούμπαλ Γουίν. «Μπεν, δεν είναι θέμα χρημάτων, πάψε λοιπόν να το συζητάς. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να σέβομαι, να εκτιμώ και ν’ αγαπώ πιο πολύ από τον Βασιλιά Χοβ. Είσαι εγγονός του κι αυτό φτάνει, παρ’ όλο που δε γνωριζόμαστε. Θα μπορούσα να σου πω πως έχω άλλους πελάτες που οι υποθέσεις τους δεν είναι λιγότερο επείγουσες. Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που με κάνει να διστάζω’ είμαι δικηγόρος ειδικευμένος στο αστικό δίκαιο, δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με έγκλημα, ούτε από μακριά». «Σας παρακαλώ».


Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. «Ο Θεός να το προστατεύει αυτό το παλικάρι, τον Οτσόα», είπε τέλος ο Ζούμπαλ Γουέιν. «Ο Θεός να προστατεύει ειδικά αυτόν και να με βοηθήσει κι εμένα, αν έχει ένα δυο λεφτάκια να μου αφιερώσει. Γιατί φεύγω. Παίρνω το πρώτο αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη. Μπεν, θα κάνω το καλύτερο».


4

Τ έταρτο τηλεφώνημα, η Καλλιόπη. «Πάψε. Πού βρίσκεσαι;» Τ ης είπε. Ήταν απλά, στου Βασιλιά, γι’ αυτό μιλούσε χαμηλόφωνα γιατί είχε καταφέρει να κλέψει έναν υπνάκο. «Δώσε μου ένα άλλο νούμερο και θα σε πάρω σε τρία λεπτά». Τ ης έδωσε τον αριθμό του «Ανώνυμου Μπαρ», στην άκρη του Σαοσαλίτο. «Σε τρία λεπτά». Έκλεισε κι έτρεξε όλη την απόσταση’ έφτασε πέντε δευτερόλεπτα προτού χτυπήσει το τηλέφωνο. Η λαχανιασμένη φωνή της Καλλιόπης. «Τ ηλεφωνώ από θάλαμο. Μπεν, η δύναμή του ξεπερνάει κατά πολύ αυτή του τύπου στο Λευκό Οίκο. Κι είναι τρελός. Ξόδεψε εκατομμύρια δολάρια για να σε ανεβάσει και τώρα για να σε τσακίσει. Με απείλησε κι εμένα! Εμένα, την Καλλιόπη Ζόρντααν. Πρόκειται περί παράνοιας. Θα ήταν να ουρλιάξεις από τα γέλια αν το πράγμα δε γυρνούσε στο τραγικό. Για τον φίλο σου τον Οτσόα, για παράδειγμα. Πού βρίσκεται η υπόθεσή του; Έμαθα πως αυτός ο άθλιος ο Γέιτς αποσύρθηκε». «Βρήκα αντικαταστάτη». «Καλό αυτό». Σιωπή κι ύστερα η μακρινή, αδιάφορη φωνή του Μπένεντικτ. «Θα κερδίσω στο τέλος. Η παρτίδα δεν τέλειωσε».


«Ω, Θεέ μου!» έκανε η Καλλιόπη. «Καλλιόπη, πού είναι;» «Μπεν…» «Πού είναι; Πού είναι η Τ ζαμάικα;» «Για τ όνομα του Θεού, Μπεν». «Πού είναι;» «Δεν ξέρω». α Καλ λ ιόπης «Σου ορκίζομαι». «Καλλιόπη, θα κερδίσω. Τ ίποτα και κανείς δε θα μ’ εμποδίσει». Οι λυγμοί της Καλλιόπης στην άλλη άκρη της γραμμής. «Μπεν, δεν το ξέρω κι ακόμα κι αν το ήξερα, δε θα στο έλεγα. Μπεν! Μπεν!» Ο Βασιλιάς είχε βεβαιώσει πως ήταν ικανός να περπατήσει, όχι απλά από το ένα δωμάτιο στο άλλο, να περπατήσει. Αρνήθηκε κάθε βοήθεια ως το αυτοκίνητο, κάθισε και κατέβηκε και μόνος όταν έφτασαν. Περπάτησαν με τον Μπεν, πλάι πλάι, κάτω από τις σεκόγιες. Παρακολουθούσε τον Μπεν να τρέχει ατέλειωτα, θαύμασε το πανόραμα που δε θα το ξανάβλεπε.’ όλο τον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, το βουνό Ντιάμπλο, τους λόφους της Κόντρα Κόστα, τα βουνά της Σάντα Κρουζ, τη σιέρα Νεβάδα, το Κοστ Ρέιντ, τον Ειρηνικό και τις πλαγιές του Τ αμαλπέ όπου και βρισκόταν. Ο Μπεν εξήγησε στο Βασιλιά τι επρόκειτο να κάνει, με κάθε λεπτομέρεια. «Και θα τον σκοτώσεις αυτό τον Τ ούρκο», είπε ο Βασιλιάς με μάτια που έλαμπαν.


«Θα τον σκοτώσω». «Σε πόσο καιρό;» «Σ’ έξι μήνες περίπου». Κοιτάχτηκαν. «Θα είμαι ακόμα ζωντανός. Στ’ ορκίζομαι. Θα περιμένω για να πεθάνω, έχεις το λόγο μου». Ο Φιλιππινέζος Μπάτλερ παραμέρισε, του έδειξε το δρόμο για την αλέα με τα πυκνά τροπικά φυτά. Ήταν στη Φλόριδα, στα περίχωρα του Μαϊάμι. Ο Μπεν τον ακολούθησε. Άκουγε φωνές και γέλια και μουσική. Βγήκε στην πισίνα. Η πολυτέλεια παντού, απίστευτη κι ολόγυρα νεόκοσμος, καμιά τριανταριά. Προχωρούσε ανάμεσά τους με το μαύρο, βαμβακερό μπουφάν και το λευκό πλεχτό μπλουζάκι του. Τ ην ανακάλυψε ξαπλωμένη στο κέντρο της αυλής της. Ήταν κι αυτή γυμνόστηθη, και δε φορούσε και πολλά στο υπόλοιπο κορμί της — ένα λουριδάκι μπροστά με δυο κορδόνια που χώνονταν ανάμεσα στους γλουτούς της. Πλάι της ήταν ξαπλωμένος ένας ξανθός, ψηλός κι αθλητικός Βίκιγκ. Γελούσε, μπρούντζινη από τον ήλιο, μ’ εκείνο τον πυρετό στο βλέμμα, όπως πάντα. Γύρισε το κεφάλι κι είδε τον Μπεν έπαψε να γελάει κι η ομοιότητά της με τον πατέρα της φάνηκε ακόμα πιο έντονη, πιο απόκοσμη. Τ ην πλησίασε. «Θέλω να σου μιλήσω, Μόνα» Γύρω τους, οι κουβέντες σταμάτησαν. «Ωραία, μίλα». «Μόνοι, οι δυο μας».


«Είμαστε καλά εδώ, Μπεν. Δεν έχω καμιά διάθεση να κουνήσω». Ήταν τριάντα αυτοί που άκουγαν. Ο Μπεν ίσιωσε την πλάτη του, με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν του. Έμοιαζε χαμένος στ’ όνειρο. Κούνησε το κεφάλι. «Ήρθα να σε παντρευτώ», είπε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Ξέσπασε σε γέλια, ξαφνικά, μα το γέλιο ήταν σύντομο, κοφτό. «Έτσι, Μπεν;» «Έτσι». «Και πότε;» «Τ ώρα». «Θα μας χρειαστεί κάποιος χρόνος να βρούμε ένα δικαστή». Οι άλλοι γέλασαν. Αυτός χαμογέλασε ονειροπόλα. «Έφερα ένα μαζί μου. Περιμένει έξω από την καγκελόπορτα». Σιγή. Νέο ξέσπασμα γέλιου, το ίδιο σύντομο όπως και το προηγούμενο. «Και λένε πως εγώ είμαι η τρελή!» Σιγή. Η Μόνα χτύπησε την κοιλιά του Βίκιγκ. «Εσύ, άδειασέ μου τη γωνιά». Σηκώθηκε’ δεν υπήρχε εκατοστό του κορμιού της που να μην ήταν τέλεια μαυρισμένο, παντού, κι ιδίως οι στρογγυλοί, σφιχτοί γλουτοί. Έβγαλε το λουριδάκι που κάλυπτε το σεξ της και χτύπησε τα δάχτυλά της’ της έφεραν ένα φόρεμα-τουνίκ που το πέρασε από το κεφάλι. Πήρε το χέρι του Μπεν. «Έλα».


Απομακρύνθηκαν. «Και πρώτα, η Τ ζαμάικα», του είπε. «Κατά την Καλλιόπη, είσαι τρελός. Κι η Καλλιόπη, όπως κι ο Τ ζορτζ Ουάσιγκτον, δε λέει ψέματα ποτέ». Ένα ζευγάρι ξεπρόβαλλε στην ίδια αλέα: «Δρόμο», είπε η Μόνα και συνέχισε. «Ύστερα έχουμε τον Άλεξ. Σε παρακολουθούσε, παντού και πάντα. Τ ο ήξερες;» «Τ ο ξέρω». «Τ ο ψέμα της Καλλιόπης στο Λονδίνο δε θα χρησίμευε σε τίποτα, έτσι κι αλλιώς. Ο Άλεξ θα ήξερε πως είδες την Τ ζαμάικα μόνη». Μ ετά από μια σύντομη παύση. «Ξέρουν πως είσαι εδώ;» «Δε νομίζω». «Δε θ’ αργήσουν να σε βρουν. Είναι ολόκληρο στράτευμα και χρησιμοποιούν υπολογιστές. Ας μιλήσουμε για τον πατέρα μου, τον αγαπητό Αλεξ: χτύπησε την Καλλιόπη, αυτό τα λέει όλα. Ανώφελο να ψάξεις να βρεις από πού κρατάει η τρέλα μου. Είμαι σίγουρη πως θυμάσαι: έχω μια ολόκληρη περιουσία δική μου που δεν μπορεί να την αγγίξει. Πόσα θέλεις; Πενήντα εκατομμύρια; Είναι δικά σου·. Όπως και να ’ναι δε θα μπορέσω να τα ξοδέψω όλα’ θα με κλείσουν σε κάποια κλινική, πρωτύτερα, εκτός κι αν σκοτωθώ μόνη μου κι αυτή είναι η καλύτερη ιδέα. Τ α λεφτά δε θέλεις, Μπεν;» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Τ ότε τι άλλο, Μπεν; Εμένα; Μπορείς να μ’ έχεις και χωρίς βέρα. Με θέλεις επειδή είμαι κόρη του και κάθε φορά που θα μπαίνεις μέσα μου θα διαπερνάς εκείνον;»


Μια σύντομη παύση. «Η μήπως με το να γίνεις επίσημα γαμπρός του θα του δίνεις λιγότερο στόχο, για να ετοιμάσεις καλύτερα την αντεκδίκησή σου;» Στάθηκε ακίνητη, στην άκρη της αλέας, έκοψε βίαια ένα λουλούδι, το μάδησε. «Μπεν, είσαι ο μόνος άντρας που αγάπησα. Νωρίτερα, μπορεί να με είχες βοηθήσει». Τ ον πλησίασε κι ακούμπησε το μέτωπό της στο στήθος του· άρχισε να κλαίει, με λυγμούς, με τα μάτια κλειστά, ενώ τα δάχτυλά της συνέχιζαν να κακοποιούν το ντελικάτο λουλούδι. «Ω, Μπεν, γιατί δεν ήρθες πιο νωρίς; Πάνε χρόνια…» Σιγή. «Μπεν, μη με παντρευτείς, Φύγε, σε ικετεύω…» Δε σάλευαν, τα μπράτσα τους κρέμονταν άψυχα κατά μήκος του κορμού τους. «Γιατί αν μου το ζητήσεις να σε παντρευτώ, θα το κάνω, Μπεν. Και θα σε τρελάνω». Παντρεύτηκαν στο ημίωρο που ακολούθησε κι ύστερα από είκοσι λεπτά εμφανίστηκαν τρεις άντρες, με παγερό πρόσωπο, με τα χαρακτηριστικά μάτια των αστυνομικών. Που δεν ήταν, τουλάχιστον της επίσημης αστυνομίας. Η Μόνα τους ανάγγειλε το νέο. Κούνησαν το κεφάλι: «Είμαστε επιφορτισμένοι να το εμποδίσουμε αυτό. Πολύ αργά». Προτίμησαν να κάνουν πως δεν είδαν τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν, σαν να μην ήταν εκεί. Στο τέλος, έφυγαν.


Αυτό έγινε στις II Μαΐου. Τ ο βράδυ της ίδιας μέρας, το ζευγάρι πετούσε για την Ευρώπη.

5

Προσγειώθηκαν στη Γαλλία με καμαριέρες, γραμματείς κι αποσκευές, στη Νίκαια, στην Κυανή Ακτή, όπου τους περίμενε ένας στολίσκος από Ρολς Ρόις. Κι ήταν κι ο Ούγκο στο αεροδρόμιο’ ο νεαρός Γερμανός με τον πύργο στο Μέλανα Δρυμό, πολλά λεφτά, κοινωνικές γνωριμίες και μεγάλη ροπή στο σαρκασμό. «Ευχαριστώ που ήρθες, Ούγκο». «Μπένεντικτ Σαρκισιάν δεύτερη θριαμβευτική τουρνέ στην Ευρώπη και θα την έχανα;» Επωφελήθηκε από τη σύντομη απουσία της Μονάς για να διευκρινίσει. «Ασχολήθηκα με όλα, όπως μου το ζήτησες. Όλα έτοιμα. Θέλω να παρευρίσκομαι σε κάθε παρτίδα.’ τώρα ξέρουν ποιος είσαι. Άλλο που δε θέλουν να παίξουν μαζί σου. Είναι η παλιά ιστορία του Πιο Γρήγορου Πιστολιού της Δύσης. Ποιος δεν ονειρεύεται να είναι ο πρώτος που θα νικήσει; Α, αλήθεια τις πιο θερμές ευχές μου». Χαμογέλασε στη Μόνα που ερχόταν να τους συναντήσει. «Γνωριζόμαστε εμείς οι δυο, έχουν ξανασμίξει τα πεπρωμένα μας. Κι η αγαπημένη μου μαμά, γνωρίζει τη δική σου: συχνάζουν κι οι δυο στους ίδιους κύκλους του Άσκοτ, του Γκάρμις κι όλα τα παρεμφερή…» Έριξε μια συλλογισμένη ματιά στο ζευγάρι. Κάτι το αλλόκοτο…


Η βίλα στο δρόμο της Λα Τ ουρμπί δεν ήταν ακόμα εντελώς έτοιμη· οι γραμματείς των Βαν Χέερεν αναγκάστηκαν να τρέξουν να μαζέψουν τους σκορπισμένους υπηρέτες. Πέρασαν τη νύχτα στο Οτέλ ντε Παρί, πήγαν στο καζίνο. Η Μόνα έχασε είκοσι με τριάντα χιλιάδες δολάρια παίζοντας όπως 07>.ως, αλλά μέσα στη χαρά. «Εσύ δεν μπαίνεις στον πειρασμό;» ρώτησε τον άντρα της. «Όχι». Δεν έβλεπε αντίπαλο, μόνο μηχανές, τράπουλες και ζάρια. Τ ην επομένη η βίλα ήταν έτοιμη, οι υπηρέτες συγκεντρωμένοι’ οχτώ συνολικά. Εγκαταστάθηκαν στα είκοσι δύο δωμάτια, μερικά αρκετά μεγάλα για να φουσκώσεις μέσα τους αερόστατο, με μοναδική θέα στη Μεσόγειο και το πριγκιπάτο. Αγνώριστη, για όποιον την ήξερε, η Μόνα ήταν μια νιόπαντρη ερωτευμένη, χαρούμενη, χαδιάρα, παρθένα ξανά. Σε σημείο που ο Ούγκο ξεγελάστηκε. Θα έμενε για πολύ καιρό με την ανάμνηση αυτού του πρώτου καιρού, και στη συνέχεια, αναγκαστικά, δυσκολεύτηκε να καταλάβει. Ο Ούγκο τους διηγήθηκε μια ιστορία: «Πριν από πενήντα περίπου χρόνια φτάνει στο Μόντε Κάρλο ένας κάποιος Σλουμπφ, Αμερικάνος, πλούσιος κατασκευαστής απορρυπαντικών. Θέλει να τα αγοράσει όλα και του λένε πως δεν είναι δυνατό. Αλλά μπορεί, αν θέλει, να προσφέρει τη βοήθειά του στην τοπική όπερα που πνέει τα λοίσθια. Σύμφωνοι, λέει ο Σλουμπφ. «Θα κάνω τα πάντα, αν παίξετε τον Οβελ ό». «Γιατί Οβελ ό κι όχι Τραβιάτα’,η Γιατί ο Σλουμπφ έχει μια ιδέα.’ στην πρώτη πράξη, ο τύπος που παίζει τον Οθέλο είναι μαύρος σαν το κάρβουνο’ στη δεύτερη, είναι κάπως πιο ανοιχτός, στην τρίτη πιάνει το καφέ-ο-λε’ τέλος, στην τέταρτη, είναι άσπρος, Σουηδός θαρρείς και τη στιγμή που στραγγαλίζει τη Δυσδαιμόνα, δυο μηχανικοί διασχίζουν τη σκηνή μ’ ένα πανό που γράφει: ‘Βλέπετε τι πετυχαίνει η σκόνη Σλουμπφ;’» Η Μόνα ξεκαρδίστηκε στα γέλια, ακόμα κι ο Μπεν χαμογέλασε. Ο


Ούγκο έσκυψε το κεφάλι. «Έτοιμος για την πρώτη παρτίδα;» Η πρώτη παρτίδα παίχτηκε στο κτήμα του Ούγκο, στο Σαν Τ ροπέ. Οι νέοι που είχε συγκεντρώσει εκεί ήταν διατεθειμένοι να χάσουν ένα χρήμα που δεν είχαν κοπιάσει για να το κερδίσουν κι έχασαν, μέσα στη χαρά, εξήντα χιλιάδες δολάρια. «Ξέρω», είπε αργότερα στον Μπεν, «είναι μίζερη παρτίδα. Αλλά έκανες την καινούρια ‘είσοδό’ σου κατά κάποιο τρόπο και δεν ήθελα να σε ρίξω στα βαθιά. Αλλά γελάστηκα. Μα δεν παίζεις ποτέ για την απόλαυση;» «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση». Ο Ούγκο κούνησε το κεφάλι, μελετώντας το αδύνατο πρόσωπό του. «Κι όμως, έχω την αίσθηση πως έχεις αλλάξει. Ίσως είναι ο γάμος. Αλήθεια, θα παρευρίσκεται κι η Μόνα σε όλες τις παρτίδες;» Τ ο τελετουργικό έγινε σεβαστό: χαρτοφύλακας στο δάπεδο, πλάι στο μπροστινό αριστερό πόδι της καρέκλας, ο τρόπος που έπαιρνε τις αποστάσεις του από το τραπέζι, το παλιό ασημένιο ρολόι τσέπης ακουμπισμένο πρώτα στην τσόχα κι ύστερα, μετά το τράβηγμα στην τύχη για τις θέσεις, ξανά στο χέρι, κούρδισμα, οι λεπτοδείχτες στην ώρα μηδέν, μηδέν δευτερόλεπτα, τα χέρια ανοιχτά πάνω στο τραπέζι: «Θα παίξουμε τέσσερις ώρες». Ως τώρα, τίποτα το ασυνήθιστο. Ήταν μέρος του θρύλου του Μπένεντικτ Σαρκισιάν, το περίμεναν. Ο Ούγκο, οικοδεσπότης, είχε αρνηθεί να παίξει (δε θα έπαιζε ποτέ του στο ίδιο τραπέζι με τον Σαρκισιάν) κι είχε αφοσιωθεί στην τροφοδοσία και στα κορίτσια. Τ α είχε εγκαταστήσει σ’ ένα άλλο δωμάτιο. Μήπως ήθελαν να δουν κάποια ταινία; Τ ο πιο εύκολο. Η μηχανή προβολής ήταν έτοιμη, λειτουργούσε μόνη της, δε χρειάζονταν καν υπηρέτες.


Αλλά η Μόνα…. Ήδη με την παρουσία της σαν νόμιμη σύζυγος δημιουργούσε πρόβλημα. Δεν έπρεπε να είναι εδώ. Αλλά η Μόνα είχε κάνει κάτι περισσότερο. Είχε θρονιαστεί, όχι στο δωμάτιο που έπαιζαν, αλλά στο διπλανό, σε μια πολυθρόνα. «Δε θα μείνετε βέβαια εδώ τέσσερις ώρες;» Είχε μείνει, τέσσερις ώρες, χωρίς να κάνει τίποτα, περιμένοντας. «Μπεν, δε θα το κάνει αυτό κάθε φορά;» «Δε μ’ ενοχλεί». «Μα θα ταξιδεύουμε, θα πάμε παντού στην Ευρώπη, θα πηδάμε από το ένα αεροπλάνο στο άλλο, σωστή κούρσα! Κι ύστερα, μπορεί να ενοχλούνται οι άλλοι παίχτες. Μια νόμιμη γυναίκα στη μέση της διακοπής, είναι να σου σπάει το ηθικό». «Αν είναι έτσι, θα το πούνε». Δε χρειάζονταν πολλά για ν’ αναστατωθεί ο Ούγκο. «Δικό του πρόβλημα», είπε ο Μπεν. Άλλο σημείο στο οποίο ο Ούγκο πέτυχε λίγο πολύ κάποιες εξηγήσεις. Με τι λεφτά έπαιζε ο Μπένεντικτ τις πρώτες παρτίδες. Ήταν ενήμερος για το κόλπο που του είχε παίξει ο Βαν Χέερεν παίρνοντάς του όλα τα κεφάλαια που διέθετε για ένα διάστημα. Πίστεψε πως έπαιζε με τα λεφτά της γυναίκας του, πράγμα που δε θα τον σκανδάλιζε, φυσικά. Μα ήταν η Μόνα που του αποκάλυψε την αλήθεια’ δεν είχε δώσει ούτε δολάριο στον άντρα της. Και τα πενήντα χιλιάδες δολάρια που αποτελούσαν το κεφάλαιο για τις πρώτες παρτίδες του Μπεν, σ’ αυτή τη «δεύτερη τουρνέ», προέρχονταν από την πώληση μερικών αρχαίων νομισμάτων του Βασιλιά Χοβ. Πήγαν στη Ρώμη για την επόμενη παρτίδα. Τ οπική σπεσιαλιτέ: η


κοκαΐνη, κατά προτίμηση μετά το γεύμα. Η τάξη των παιχτών, αριστοκράτες κυρίως με ύφος καρδιναλίου και, το πιο πιθανό, ένας «μονσινιόρος» καμουφλαρισμένος σε πολίτη. Με μια απίστευτη απληστία. Πρόσφεραν κοκαΐνη στον Μπεν, που την αρνήθηκε. Και τους πήρε τριάντα χιλιάδες δολάρια, σε λιρέτες. Έκαναν κάποιες δυσκολίες στο θέμα της πληρωμής.’ δεν περιμέναμε να χάσουμε τόσα, είπαν, με μόνη εξαίρεση τον μονσινιόρο, που πλήρωσε ως την τελευταία δεκάρα, αφημένος στα τολμηρά χαϊδολογήματα μιας κοκκινομάλλας. Όσο για τους άλλους, ο Ούγκο ανέλαβε να τους συνοδέψει έναν έναν το άλλο πρωί στις τράπεζές τους, εξηγώντας στη συνέχεια: «Δεν είναι πως δεν έχουν τον τρόπο τους. Αυτοί οι τύποι έχουν περιουσίες από το Βατικανό. Είναι, απλά τσιφούτηδες. Αλλά δεν είχε παρτενέρ για σένα, αυτή την ημερομηνία». Η Μόνα παρευρέθηκε στην παρτίδα, την παρακολούθησε απευθείας, μέσ’ από μια σειρά συνεχόμενες αίθουσες ενός σκοτεινού ρωμαϊκού «παλάτσο». Κι ο καμουφλαρισμένος μονσινιόρος, είχε και την πρόσθετη ηδονή να χαϊδεύεται μπροστά στα μάτια αυτής της απαθέστατης γυναίκας. Μετά την παρτίδα, ο Μπεν έτρεξε μέσα στην πόλη, με τις πρώτες ανταύγειες της αυγής και τα πιτσιλίσματα των βυτιοφόρων του δήμου που έπλεναν τους δρόμους. Κίνησε από το Στόμα της Αλήθειας, έκανε το γύρο του Παλατινού και του Κολοσσαίου ως τις Θέρμες του Τ ραϊανού ξανάρθε προς το Φόρουμ, του οποίου διέτρεξε όλα σχεδόν τα σοκάκια, και τέλος, διέτρεξε το μεγάλο δρόμο των Τ εσσάρων Σιντριβανιών, όπου άρχιζαν ν’ ανοίγουν τα πρώτα μαγαζιά και συνέχισε από τους κήπους της βίλα-Μέντιτσις, με μια τρομερή επιτάχυνση ως την κορφή των σκαλοπατιών του Πίντσιο. Από φυσική άποψη, είχε ξαναβρεί εντελώς τον εαυτό του.

6


Μετά τη Ρώμη, το Μιλάνο. Εκεί θα επέστρεφε συχνά. Απέναντί του, οι πιο ισχυροί βιομήχανοι της Ιταλίας, ένας μάλιστα, αυτοκινητοβιομήχανος. Ο Ούγκο: «Μπεν, η πρώτη παρτίδα ήταν για να γελάσουμε, η δεύτερη για το φολκλόρ. Αυτό όμως σου επέτρεψε να αυξήσεις το κεφάλαιό σου. Πού βρίσκεσαι; Θέλεις να σε δανείσω μήπως;» «Όχι, ευχαριστώ». «Πρόσεχε, Μπεν, οι Μιλανέζοι δεν κάνουν πίσω στις ρελάνς. Παίζουν χοντρά». Ο Μπεν είχε γύρω στις εκατό χιλιάδες δολάρια. Τ ο προγνωστικό του Ούγκο βγήκε σωστό: έγινε χοντρό παιχνίδι. Δυο από τους παίχτες παραπονέθηκαν πως σε τέσσερις ώρες δεν μπόρεσαν να παίξουν σοβαρά’ έκαναν λοιπόν μια παρτίδα το Σάββατο βράδυ κι άλλη μια την επομένη, αφού ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν αρνιόταν να παίξει πάνω από τέσσερις ώρες. «Θέμα αρχής». Ο πιο χαμένος ήταν ένας βιομήχανος αλλαντικών, επικεφαλής μίας επίσης ανθούσας επιχείρησης μεταφοράς παράνομου συναλλάγματος. Καθαρό κέρδος του Μπεν Σαρκισιάν αυτό σαββατοκύριακο: εκατό είκοσι χιλιάδες δολάρια.

το

μιλανέζικο

Τ α μεγάλα γαλάζια μάτια του Ούγκο έλαμπαν από αθωότητα’ το πρόσωπο του κοινωνούντος που τον άγγιξε η θεία χάρη, οι συγκινητικοί τρόποι του νεαρού γόνου καλής οικογενείας, όλα σ’ ενέργεια. Είχε τα πάντα για να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στις γηραιές κυρίες. Στην πραγματικότητα ήταν ένας σαρδόνιος διάβολος, που είχε πισωστρέψει από τα ναρκωτικά, εκτός από λίγο χασίσι που και που, εθελοντικά παιδεραστής στις στιγμές του, πλαγιάζοντας στην ουσία με όποιον κι οποιανδήποτε, με ξαδέλφες στις βασιλικές οικογένειες,


με θείους, ξαδέρφια κι αδέρφια στα διοικητικά συμβούλια των ισχυρότερων οργανισμών, για να μην αναφέρουμε τις λιγότερο φανερές θυγατρικές, που τις είχε ωστόσο στο κατάστιχό του, για κάθε περίπτωση. «Όταν ήμουν δέκα χρονών, ορκίστηκα να μην κάνω τίποτα και κράτησα το λόγο μου. Από τότε που ήρθες όμως μου φαίνεται πως εργάζομαι’ είναι μια καινούρια αίσθηση. Δε με ρώτησες ποτέ γιατί σε βοηθάω. Η απάντηση είναι απλή: ή εσύ ή ο Αντρέας Μπάαντερ. Έφτασες πάνω στην ώρα για να μην κάνω κόσκινο κάποιον σκουπιδοτενεκέ, αστοχώντας κάποιον ανακριτή. Δεν ήμουν ικανός ούτε τα νύχια μου να κόψω μόνος. Σκέψου, ένοπλη εξέγερση… Κι ύστερα, με σένα το πράγμα είναι πολύ πιο διασκεδαστικό. Πριν από την Αποκάλυψη!» Μετά το Μιλάνο, επιστροφή στο Μόντε Κάρλο για ένα διάστημα: οι παρτίδες, η μια πίσω από την άλλη. Καλούσαν τον Μπεν, όλες οι πόρτες ανοιχτές. Ο Μπεν θυμόταν τι του έλεγε πάντα ο Βασιλιάς: «Μπένεντικτ, υπάρχουν πολλά είδη πόκερ. Μιλάω αποκλειστικά γι’ αυτό που πρέπει να υποκρίνεσαι. Σε κάθε άντρα, υπάρχει μια γυναίκα. Αυτοί που κάθονται στο ίδιο τραπέζι μαζί σου, το γεγονός πως έχουν ατέλειωτα χρήματα δεν τους καθιστά λιγότερο θηλυκούς, αντίθετα μάλιστα. Θα σε καλέσουν επειδή τους γοητεύεις, γιατί τους φοβίζεις, γιατί σε ποθούν. Θα σε βλέπουν να περπατάς, να κάθεσαι, να κάνεις ορισμένες κινήσεις για να τους σαγηνέψεις. Έχουν χρήματα και δύναμη. Μπορούν να τα προσφέρουν όλα στον εαυτό τους, εκτός από αυτή την ηδονή που προσμένουν από σένα, αυτοί οι Τ ούρκοι! Σοδόμισέ τους!» Τ έλη Μάιου κι όλη την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου, έπαιξαν κυρίως στο Παρίσι, στην Αβενί Φος, σε δυο κλειστούς κύκλους, κοντά στην Πλας ντ’ Ετουάλ. Συν τα προηγούμενα κέρδη, η γκανιότα έφτανε τότε πάνω από τετρακόσιες χιλιάδες δολάρια. Πλησίαζε το μισό εκατομμύριο μετά από λίγες μέρες, στη διάρκεια μιας παραμονής στο Μαρμπέλα Κλαμπ,


στον ισπανικό νότο, κοντά στο Τ ορεμολίνος. Πέρασε τις εξακόσιες πενήντα χιλιάδες στις 20 Ιουνίου. Ο Μπεν έπαιζε με ρυθμό μια παρτίδα κάθε δυο, τρεις μέρες, στο πλαίσιο ενός προγράμματος που είχε σχολαστικά καθιερώσει ο Ούγκο, ο οποίος τους έκανε να διατρέχουν όλη τη δυτική Ευρώπη. Στις 21 Ιουνίου στη Φραγκφούρτη, την επομένη στη Βόνη, δυο μέρες αργότερα στο Άμστερνταμ. Ο Ούγκο είχε προβλέψει να μείνουν στην Ολλανδία, για την ακρίβεια, να κατέβουν ως το Νότο, ως τη Βαυαρία, να περάσουν τρεις μέρες στον πατρογονικό πύργο. «Μετά πρέπει να πάμε οπωσδήποτε στο Λονδίνο». Είχε πράγματι οργανώσει τέσσερις παρτίδες στη βρετανική πρωτεύουσα, πράγμα που θα τους κρατούσε στη Μεγάλη Βρετανία ως το τέλος της πρώτης βδομάδας του Ιουλίου. Αλλά η Μόνα ήθελε να γυρίσουν οπωσδήποτε στη βίλα του Μόντε Κάρλο. «Χιλιόμετρα για το τίποτα», σχολίασε ο Ούγκο, όχι πολύ ξινισμένα. Τ ην επομένη, η Μόνα βγήκε μόνη και γύρισε ίσα ίσα για το δείπνο. Είχε πιει, όπως έκανε συχνά. Κι ανακοίνωσε στους δυο άντρες πως ήταν έγκυος.

7 Ωστόσο, τους ακολούθησε στο Λονδίνο. Για να πούμε την αλήθεια, δεν εγκατέλειψε το Ντόρτσεστερ όπου ο Ούγκο τους είχε κρατήσει μια σουίτα. Στο Λονδίνο, όπως το ήθελαν τα έθιμα, δεν ήταν τόσο κορίτσια που πεταλούδιζαν γύρω από τους παίχτες, την ώρα της παύσης, αλλά έφηβοι που βρίσκεις συνήθως να ψωνίζονται στις γωνιές του Τ ζέιμς Παρκ, το σούρουπο. Η Μόνα τους κοίταζε σαν να έβλεπε αγελάδες.


Ο Μπεν δεν έφευγε από το τραπέζι την ώρα της ανάπαυσης, δεν έτρωγε τίποτα, έπινε μόνο λίγο νερό, εντελώς ερμητικός σε ότι γινόταν γύρω του, μοιάζοντας να μη βλέπει το βλέμμα της γυναίκας του που δεν τον άφηνε ούτε δευτερόλεπτο, όσο απασχολούσε τα χέρια του χτίζοντας ιλιγγιώδεις πύργους με τραπουλόχαρτα. Μετά το Λονδίνο, το ύψος των κερδών του ανερχόταν στις οχτακόσιες ογδόντα χιλιάδες δολάρια. Μόντε Κάρλο, Μόναχο, Παρίσι, Γενεύη, Μιλάνο. Μιλάνο δυο φορές απανωτά. Ένα εκατομμύριο δώδεκα χιλιάδες δολάρια κέρδη. Κι ύστερα, Μαδρίτη, όπου έπαιξε με Ισπανούς ενορχηστρωτές της Όπους Ντέι φανατικούς της Φάλαγγας και μάτια έτοιμα θαρρείς να ρίξουν στο πλήθος. Ξαναέκαναν ένα ταξίδι στο Τ ορεμολίνο, έτσι για να χαρούν τον ήλιο του καλοκαιριού. Από κει, μετ’ από μια ιδέα που του είχε έρθει στα ξαφνικά, όπως εξήγησε αθώα, ο Ούγκο έκανε ένα τηλεφώνημα στην Τ αγγέρη, όπου είχε περάσει ένα παραμυθένιο βράδυ σ’ έναν Αμερικάνο δισεκατομμυριούχο. Από θαύμα, ο δισεκατομμυριούχος ήταν εκεί, στο μαυριτανικό παλάτι του, περαστικός. «Πάμε;» Ο Ούγκο ρωτούσε τον Μπεν με το βλέμμα. «Μπεν, γνωρίζει σίγουρα τον Βαν Χέερεν προσωπικά. Ναι ή όχι;» Ο Μπεν δέχτηκε τελικά. «Και τι θα λέγατε για μια παρτίδα πόκερ με τον καλύτερο παίχτη του κόσμου;» είπε ο Ούγκο στον αμερικάνο δισεκατομμυριούχο, ο οποίος απάντησε αμέσως πως ετοίμαζε μπουρμπόν και πάγο κι έστελνε το προσωπικό του ΝτιΣι. Διέσχισαν το Γιβραλτάρ.


Στην Τ αγγέρη, επρόκειτο για ένα αυθεντικό παλάτι, το οποίο είχε επεκταθεί με την αγορά των γειτονικών επαύλεων, έτσι που μπορούσε να φιλοξενηθεί ολόκληρος πληθυσμός. Υπήρχε άλλωστε πλήθος. Έκαναν πολλά τραπέζια, ο Μπεν Σαρκισιάν έπαιξε διαδοχικά και στα τρία, σε λιγότερο από σαράντα ώρες. Ο δισεκατομμυριούχος λεγόταν Κάμπελ’ ήταν ιδιοκτήτης μιας αλυσίδας εφημερίδων και γνώριζε τον Βαν Χέερεν προσωπικά. Κοίταξε τη Μόνα έκπληκτος. «Μα ναι, σας θυμάμαι πολύ καλά. Πέρασα ένα γουικέντ στο Κέιπ Κοντ, εδώ και μερικά χρόνια κι είχατε ακόμα κοτσίδες. Αλλά δεν ήξερα πως είχατε παντρευτεί». «Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας», είπε η Μόνα με φαινομενική γαλήνη. Ήταν πάντα λεπτή, μυώδης’ η εγκυμοσύνη της αν και δε φαινόταν ακόμα, την είχε αλλάξει λίγο: τα στήθη της είχαν φουσκώσει, αλλά το υπόλοιπο σώμα της, αντίθετα, είχε λεπτύνει, ήταν αδύνατη σχεδόν. Κι η εγκυμοσύνη δε διόρθωνε τίποτα, εκείνος ο πυρετός που είχε καταλαγιάσει κάπως στο Μόντε Κάρλο, ήταν τώρα εμφανής κι ακόμα πιο έντονος από άλλοτε. Αλλά φυσικά, αυτό μπορεί να οφειλόταν στην κατάστασή της, στην κούραση, στις αδιάκοπες μετακινήσεις. Φυσικά. Ο Ούγκο δεν το πίστευε. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ανησυχητικό. Ο Κάμπελ κοίταζε μια τον Μπεν μια τη Μόνα. Μπορούσες σχεδόν να δεις την ιδέα που περνούσε από το μυαλό του. «Είναι εκπληκτικό», είπε στο τέλος. «Θέλω να πω, αυτός ο μυστικός γάμος κι όλα τ άλλα». «Όχι και τόσο μυστικός», είπε η Μόνα μ’ ένα χαμόγελο, ενώ τα δάχτυλά της θρυμμάτιζαν τα ζακούσκι που τους είχαν σερβίρει με το μπουρμπόν.


Κι ο Κάμπελ πέταξε την ιδέα του’ είπε πως θα έκανε ένα απίθανο ρεπορτάζ σε όλες τους τις εφημερίδες στην Αμερική, πως θα τηλεφωνούσε στον αρχισυντάκτη του να κρατήσει κενές οχτώ δέκα σελίδες στο περιοδικό που κυκλοφορούσε με τ’ όνομά του, Κάμπελ’ όχι όποιο κι όποιο περιοδικό, κι ας έκανε τιράζ πεντακόσιες χιλιάδες αντίτυπα, όχι και κανένας τεράστιος αριθμός, αλλά «ένας στους δώδεκα αναγνώστες είναι εκατομμυριούχος, σε δολάρια, αυτό μην το ξεχνάτε». Θα τους πάθιαζε, όλους αυτούς τους εκατομμυριούχους, αυτή η θαυμαστή ερωτική ιστορία που ζείτε’ διάβολε, πώς έγινε και δε μίλησε κανείς ως τώρα; «Δε θα μου πείτε όχι;» Η Μόνα άδειασε το ποτήρι της. «Ακούστε», είπε ο Ούγκο χωρίς να ξέρει τι σκόπευε να πει. Αλλά κανένας δεν του έδωσε την παραμικρή προσοχή. Υπήρχαν εκεί δέκα δώδεκα πρόσωπα που κοίταζαν τη Μόνα που κοίταζε τον Μπεν. «Αν συμφωνεί ο άντρας μου, δεν έχω αντίρρηση». Ο Μπεν ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα στρώμα στην άκρη της πισίνας. «Μπεν;» του φώναξε η Μόνα. Δεν άνοιξε καν τα μάτια. «Γιατί όχι;» είπε. Σε δώδεκα ώρες παιχνίδι, στην Τ αγγέρη, είχε προσθέσει ογδόντα εφτά χιλιάδες δολάρια στα προηγούμενα κέρδη του. Γύρισαν στο Μόντε Κάρλο μέσω Νίκαιας, όπου τους άφησε το ΝτιΣι 9 («είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για την κόρη του αγαπητού μου Αλεξ»)


Στο Μόντε Κάρλο η ομάδα των δημοσιογράφων που είχαν σπεύσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν άργησε να τους συναντήσει’ τους οδηγούσε μια γυναίκα που μιλούσε ένρινα και πρόσταζε σαν τον Μακ Άρθουρ. Από την αρχή, το παιχνίδι ήταν ολοφάνερο: πρώτον, πως θεωρούσε τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν σαν ένα είδος «ραστακουέρο» λιγάκι ζιγκολό, που είχε καταφέρει από κάποια βάσκανη τύχη να εισχωρήσει στα παρθενικά σεντόνια μιας από τις πιο όμορφες, δύσκολες και πολύφερνες νύφες της Αμερικής’ δεύτερο, πως χρησιμοποιούσε όλο το ταλέντο της, όχι και αμελητέο άλλωστε, στο να παρουσιάσει τον εν λόγω «ραστακουέρο» σαν ένα ζωντανό σύμβολο αυτού που προσφέρει η Ελεύθερη Αμερική —μια ευκαιρία για όλους και το τέλειο παράδειγμα του πώς μπορεί ένας ικανός νέος Αμερικανός ν’ ανέβει στις ανώτερες τάξεις. Κι αυτό, χωρίς να γίνει λόγος για την πριγκίπισσα και το βοσκό. «Ελάτε κοντά ο ένας στον άλλο, έτσι, το κεφάλι στον ώμο του, κυρία Σαρκισιάν. Δυο τόσο όμορφοι νέοι άνθρωποι που αγαπιούνται τρελά, έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους κι αδιαφορούν για τα σχόλια που μπορεί να προκύψουν για τη διαφορά περιουσίας, κοινωνικής θέσης. Οι αναγνώστες μας τρελαίνονται να τους λένε πως το χρήμα δεν έχει καμιά αξία, ιδίως όταν είναι εκατομμυριούχοι. Τ ο χέρι μόλις ν’ ακουμπάει το μηρό κι η παλάμη στον αέρα, παρακαλώ, γιατί αλλιώς θα φαινόταν ερωτικό». Φωτογραφία του Μπεν και της Μόνα που παίρνουν το πρωινό τους, μέσα στην πισίνα, στο Κάντρι Κλαμπ, να κάνουν ψώνια, να παίζουν ήσυχα ήσυχα κανάστα σαν ηλικιωμένο αντρόγυνο. Στα σκαλοπάτια μιας μεγάλης σκάλας που οδηγεί στη βεράντα. Η Μόνα θέλησε να καθίσει στα πόδια του άντρα της. «Δε μου φαίνεται καλή ιδέα», είπε η δημοσιογράφος που μιλούσε με τη μύτη. «Είναι κάπως λεπτό να το εξηγήσω…. αλλά εσείς, στα πόδια του…» «Μπορώ να γυμνωθώ και να του γλείφω την κοιλιά», είπε η Μόνα με την πυρετώδη φωνή της. «Θέλετε;…»


Η δημοσιογράφος τρέκλισε. «Είναι μια φωτογραφία που θ’ άρεσε πολύ στον πατέρα μου». Η δημοσιογράφος τα μάζεψε κι έφυγε. Τ ο βράδυ, για πρώτη φορά από τότε που παντρεύτηκαν, η Μόνα έπαθε κρίση. Μην καταφέρνοντας να την κάνει καλά, ο Μπεν έφερε ένα γιατρό που της έκανε μια ένεση για να ηρεμήσει. Ο Ούγκο στον Μπεν, την επομένη. «Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Μου ζήτησες να οργανώσω αυτό το ρεπορτάζ. Εκείνη τη στιγμή, η ιδέα μου άρεσε. Είχε πλάκα. Αλλά το πράγμα παίρνει άσχημη τροπή. Η Μόνα δεν είναι καλά. Φοβάμαι». Όσο μιλούσε ο Ούγκο, ο Μπεν στοίβαζε τραπουλόχαρτα σ’ ένα τραπέζι με πράσινη τσόχα. Κατάφερε να τοποθετήσει τέσσερα επιπλέον συμπληρώνοντας το πέμπτο πάτωμα του κάστρου του. «Τ ο θέλαμε αυτό το άρθρο και σ’ αυτό το συγκεκριμένο περιοδικό. Έγινε. Ο Κάμπελ δάγκωσε το δόλωμα που του ρίξαμε. Θα έπρεπε να είμαι ευχαριστημένος. Κι όμως….» Σιγή· «Ο επόμενος σταθμός;» ρώτησε ο Μπένεντικτ. «Μιλάνο, αύριο. Σε λατρεύουν εκεί. Δε χάνουν την ελπίδα τους πως θα σε λιώσουν μια μέρα. Καλύτερα να πεις στη Μόνα να μείνει εδώ. Να ξεκουραστεί». Ο Μπεν σηκώθηκε κι έβγαλε την μπλούζα. Ένα λεπτό αργότερα, έτρεχε μ’ ένα σορτς κι αθλητικά παπούτσια, ανηφορίζοντας με κανονικό ρυθμό τις απότομες πλαγιές της Λα Τ ουρμπί, κάτω από έναν ήλιο που πύρωνε την πέτρα. Έφυγαν για το Μιλάνο, με τη Μόνα, κι από το Μιλάνο πήγαν στο Παρίσι όπου δεν έπαιξαν μόνο στην Αβενί Φος αλλά και σ’ έναν από


τους κύκλους κοντά στο Ετουάλ και σ’ ένα αρχοντικό στη Νορμανδία και μετά πάλι στην Αβενί Φος, μετά στις Κάννες στ’ ανοιχτά της Κυανής Ακτής, στο γιοτ του Ούγκο που το καλοκαίρι ήταν αραγμένο στο Σεν Τ ροπέζ. Ο ρυθμός ήταν πυρετώδης. Ήταν αρχές Αυγούστου. Στις 10 Αυγούστου το κεφάλαιο του Μπένεντικτ ήταν ένα εκατομμύριο πεντακόσιες είκοσι τρεις χιλιάδες δολάρια. Τ ο ρεπορτάζ στο Κάμπελ Μάγκαζιν είχε δημοσιευτεί με δέκα σελίδες και φωτογραφίες. Τ ο είχαν πάρει και τ’ άλλα εβδομαδιαία περιοδικά στην Ευρώπη κι έτσι τώρα, σε όλα τα μεγάλα ξενοδοχεία και στα θέρετρα της μόδας αναγνώριζαν τον Μπεν και τη Μόνα μόλις πατούσαν το πόδι τους, γυρνούσαν το κεφάλι και ψιθύριζαν στο πέρασμά τους. Αλλά το ρεπορτάζ δεν είχε ξεσηκώσει ακόμα την αντίδραση, φαινομενικά τουλάχιστο, του Άλεξ Βαν Χέερεν. Όταν ξαναγύρισαν, γι’ άλλη μια φορά, στο Μόντε Κάρλο, βρήκαν ένα μήνυμα του Ντένις και της Φρανσουάζ Ο’ Κήηφ που τους καλούσαν για πρόγευμα, γεύμα, δείπνο, παραμονή, από μια νύχτα έως ένα χρόνο στο σπίτι τους. Από το επόμενο σαββατοκύριακο. «Ποιο είναι το πρόγραμμα;» ρώτησε ο Μπεν τον Ούγκο. «Σάββατο βράδυ Γενεύη και Κυριακή στον υπέροχο πατρογονικό μου πύργο στο Μέλανα Δρυμό. Δυο κλασικές παρτίδες, με τύπους που τους έχεις ξανασυναντήσει». Γ ία ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, ο Ούγκο ήλπισε, με μια βιαιότητα που τον ξάφνιασε και τον ίδιο, πως ο Μπεν θα δεχόταν την πρόσκληση των Ο’ Κήηφ και θ’ ακύρωνε το ταξίδι τους στη Γενεύη και στο Τ ίτιζε. Ο Ούγκο έριξε μια ματιά στη Μόνα που είχε αδυνατίσει κι άλλο, από τότε που ήταν στην Τ αγγέρη, και που το ισχνό πρόσωπό της πρόδινε κούραση. Έδειχνε μόνιμα σε υπερένταση


κι έπινε πολύ. Ακόμα κι ο ίδιος ο Ούγκο άρχιζε να αισθάνεται τις συνέπειες αυτής της τρελής αδιάκοπης κούρσας. Έστρεψε το βλέμμα του στον Μπεν: τίποτα, η συνηθισμένη αλαργινή του έκφραση. «Να τον πάρει ο διάβολος!» Ο Μπένεντικτ προχώρησε προς την πισίνα. «Ακύρωσέ τες. Θα περάσουμε τρεις μέρες στους Ο’ Κήηφ, η Μόνα κι εγώ», είπε.

8 «Ελπίζω να μη γελάστηκα υπολογίζοντας τη διαφορά της ώρας», είπε η φωνή του Ζούμπα Γουέιν, του δικηγόρου από το Σαν Φρανσίσκο. «Κανένα πρόβλημα», είπε ο Μπένεντικτ. «Εδώ, στην Καλιφόρνια, είναι δέκα το πρωί. Στο Μόντε Κάρλο;» «Εφτά το βράδυ». Μεσολάβησε μια σύντομη παύση. «Δέκα χρόνια, Μπεν. Ήταν ό,τι μπορούσα να κάνω». «Ελευθερία υπό όρους;» «Μ’ αυτό καταγίνομαι τώρα. Σε τρία, τέσσερα χρόνια». Ο Μπεν, μετ’ από σύντομη παύση. «Είναι καλύτερο απ’ όσο φανταστική δουλειά».

ήλπιζα. Πολύ

καλύτερο. Κάνατε

«Όλοι, από τον δημόσιο κατήγορο ως τον τελευταίο δημοσιογράφο, όλοι μάνιαζαν εναντίον του δύστυχου παλικαριού, με μια απίστευτη


αγριότητα. Λες κι ο Φρανσίσκο Οτσόα ήταν ο μεγαλύτερος εγκληματίας στ’ αμερικάνικα χρονικά. Σωστή υστερία. Στο τέλος αυτή η λύσσα έγινε μπούμερανγκ, στράφηκε εναντίον τους.’ τις τελευταίες ώρες της δίκης, ο δικαστής κατάλαβε απότομα αυτό που προσπαθούσα να του πω, χωρίς να το λέω, από την αρχή της δίκης’ πως υπήρχε μια συνωμοσία εναντίον του άμοιρου αυτού νέου. Έτσι πιστεύω! δε θα σου κάνει εκμυστηρεύσεις ένας δικαστής! Μήπως φλυαρώ πολύ;» «Αντίθετα». «Δεν είναι για να σου δείξω πόσο λαμπρός ήμουν. Θέλω απλά να υπογραμμίσω την απίστευτη λύσσα αυτού που ξέρεις εναντίον του φίλου σου. Ο τύπος είναι παρανοϊκός!» Η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει η Καλλιόπη, σχετικά με τον Άλεξ Βαν Χέερεν. «Μου το ξαναείπαν αυτό», απάντησε ο Μπεν. «Θα ιδωθούμε γρήγορα». «Είδα τον παππού σου πριν από μια ώρα». «Ναι;» «Τ ον βρήκα όρθιο να χαϊδολογάει τις Κινέζες του. Αλλά έχει αδυνατίσει τρομερά. Μπεν, μην αργήσεις να γυρίσεις». «Τ ο ξέρω». «Στενοχώριες, Μπεν;» «Και ναι και όχι. Ευχαριστώ για τις σημειώσεις που μου στείλατε». «Θα σου χρησιμέψουν». «Σίγουρα. Θα με βοηθήσουν. Πετύχατε ένα ανέλπιστο αποτέλεσμα. Ευχαριστώ και πάλι. Θα τα ξαναπούμε».


«Τ ο βουνό Σεντ Βικτουάρ», είπε ο Ο’ Κήηφ. Ο Μπένεντικτ κούνησε το κεφάλι, ξαναβρίσκοντας την ανάσα του μετ’ από τροχάδην δύο ωρών στους λόφους γύρω από το Αιξ-ανΠροβάνς. «Πολ Σεζάν», είπε ο Ο’ Κήηφ, «είναι ένας ζωγράφος, ήταν, δηλαδή. Είναι πεθαμένος». Ο Μπεν ξάπλωσε ανάσκελα, με τον αυχένα στις παλάμες, καρφώνοντας το βλέμμα στον καταγάλανο ουρανό χωρίς να τρεμοπαίξει καν τα βλέφαρα. «Μεγάλος ζωγράφος», συνέχισε ο Ο’ Κήηφ. «Ζωγράφιζε ατέλειωτα τούτο τον τόπο». «1839-1906», είπε ο Μπένεντικτ. «Σεζάν Πολ: Ιμπρεσιονιστής. Αλλοι ιμπρεσιονιστές: Εντουάρ Μανέ, Κλοντ Μονέ, Ογκίστ Ρενουάρ, Τ ζον Μπάρντχολντ Ζόνγκιντ, Φρέντερικ Μπαζίλ, Ευζέν-Λουίς Μουντέν, Εντγκάρ Ντεγκά, Καμίλ Πισαρό, Αλφρέντ Σίσλεϊ…» Σύντομη παύση. «Μπερτ Μορισό, Αρμάν Γκιγιομέν…» Σιγή. «Φοβερό!» είπε ο Ο’ Κήηφ. «Κι ο Καγεμπότ, αλλά ξεχνάω το μικρό του όνομα», πρόσθεσε ο Μπεν. «Κόφ’ το!» Ο Ο’ Κήηφ σηκώθηκε με πόδια που έτρεμαν από την προσπάθειά του ν’ ακολουθήσει για λίγα λεπτά τον Μπεν. Σηκώθηκε κι ο Μπεν κι οι δυο άντρες πήραν την κατηφοριά κάτω από τα πεύκα, κάτω από τον εκκωφαντικό ήχο των τζιτζικιών. Στα πόδια της πλαγιάς μια


μεγάλη έπαυλη με πυργίσκους, των αρχών του 17 αιώνα, με ανεξάρτητα κτίσματα ολόγυρα, μέσα σ’ ένα πάρκο τεσσάρων εκταρίων. «Τ ’ αγόρασε ο προπάππος της Φρανσουάζ μετά την Επανάσταση’ τη Γαλλική, όχι τη δική μας». «Πολύ όμορφο», μουρμούρισε ο Μπένεντικτ. «Είμαι κατεστραμμένος, Μπεν, λιωμένος κυριολεκτικά. Γλίτωσα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια αλλά μου τα ζητάει η εφορία της Ουάσιγκτον. Έτσι και πατήσω το πόδι μου στο αγιασμένο χώμα της πατρίδας, με τσάκωσαν. Αν δεν αποκτήσει το Μπρούκλιν την ανεξαρτησία του, δεν μπορώ να γυρίσω στον τόπο μου». Σκυλιά έτρεξαν προς το μέρος τους γαβγίζοντας χαρούμενα. «Η Φρανσουάζ θα το ήθελε να μείνουμε εδώ. Και γιατί όχι; Οι δικηγόροι μου μιλούν για ένα συμβιβασμό, αργότερα, όταν θα έχουν καλμάρει τα πράγματα. Και να πού ήθελα να καταλήξω: Μπεν όλ’ αυτά εξαρτώνται από το δικό σου ματς. Δε σου ζητάω να μου μιλήσεις, θέλω απλά να ξέρω πόσο καιρό θα κρατήσει ακόμα. Ο Βαν Χέερεν με χτυπάει μόνο και μόνο εξαιτίας σου, μου επιτρέπεις να σου το θυμίσω. Έχω δικαίωμα να ξέρω». «Δε θα είναι για πολύ ακόμα». «Ένα, δύο χρόνια;» Τ ο σπίτι φάνηκε στο τέλος μιας δεντροστοιχίας με πλατάνια διακοσίων πενήντα χρόνων κι ίσια μπροστά τους, κάτω από κίτρινες ομπρέλες, με κατάλευκα φορέματα, η Φρανσουάζ κι η Μόνα, ένα τόσο χαριτωμένο θέαμα που σου λίγωνε την καρδιά. Όχι», απάντησε ο Μπεν. «Αίγες βδομάδες το πολύ». Ο Ο’ Κήηφ κοκάλωσε.


«Λίγες βδομάδες;» «Σεπτέμβρη, Οκτώβρη το πολύ, όλα θα έχουν τελειώσει». «Και τι θα γίνει τότε;» Ο Μπεν ξεκίνησε, αναγκάζοντας τον Ο’ Κήηφ να τον μιμηθεί. «Τ ο τέλος. Τ ο τέλος της παρτίδας». Η Φρανσουάζ τους είχε παραχωρήσει ένα πολύ ωραίο δωμάτιο με ασβεστωμένους τοίχους και κερωμένο πάτωμα. Τ ο ξύλινο κρεβάτι, πελώριο, σκαλιστό, με δαντελένια μαξιλάρια κι ολοκέντητα σεντόνια που μύριζαν θυμάρι. Ξύπνησε και την άκουσε να κλαίει. Από τις κλειστές γρίλιες τρύπωνε το φως της μέρας. «Μόνα». Τ ου γύριζε την πλάτη, πλαγιασμένη στο πλευρό. Τ α δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα σχεδόν. «Μόνα». Είχε ξανακλάψει, συγκεκριμένα μια φορά στο μπανγκαλόου στις όχθες της λίμνης του Κέιπ Κοντ, άλλη μια φορά στο Μαϊάμι, όταν ξεπρόβαλε μπροστά της και της ζήτησε να τον παντρευτεί. «Μόνα, ηρέμησε». Αλλά ο τρόπος που έκλαιγε τώρα ήταν διαφορετικός. Τ ραγικός. Τ ο να κλαίει έτσι σιωπηλά, κρυφά, δεν μπορούσε να σημαίνει παρά μόνο ένα πράγμα! έφτανε πια στην ολοκληρωτική απογοήτευση. Χωρίς γιατρειά. Απλωσε το χέρι κι έσυρε τρυφερά τα δάχτυλα στο γοφό της. Καμιά αντίδραση.


«Έλα τώρα, Μόνα». Άφησε να περάσει μια στιγμή κι ύστερα γύρισε, ανάσκελα. «Θα σκοτωθώ, Μπεν». «Όχι!» «Αργά ή γρήγορα». «Μα όχι». Τ ην πλησίασε, έκανε να περάσει το μπράτσο του κάτω από τον αυχένα της, να την τραβήξει πάνω του, αλλά εκείνη έμεινε άκαμπτη. «Δεν ωφελεί σε τίποτα», του είπε με ήρεμη αποφασιστικότητα. «Σε τίποτα». «Ας προσπαθήσουμε, όπως και να ’ναι». Είχε πάψει να κλαίει. «Μη με αγγίζεις, Μπεν, μη με αγγίζεις!» «Εντάξει». Σύντομη παύση. «Από τότε που παντρευτήκαμε, έκανες ειλικρινά ό,τι μπορούσες και περισσότερα. Δεν υπάρχει άντρας με τη δική σου υπομονή. Ευχαριστώ». Η αυγή πλημμύριζε το δωμάτιο. «Σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα, στη βιβλιοθήκη του Κέιπ Κοντ. Αλλά ύστερα, ήταν η πισίνα… αυτό που κάναμε, με…» Σώπασε για λίγο και γέλασε μ’ ένα γελάκι που έμοιαζε πιότερο


τρίξιμο: «Τ ι ξεκίνημα κάναμε, φτωχέ μου Μπεν! Και θέλαμε να είμαστε ευτυχισμένοι!» Σηκώθηκε, πήγε και πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε και ξαναπλάγιασε. «Για χάρη μου βρισκόμαστε εδώ. Εσύ, δεν κουράστηκες από αυτή την τρελή ζωή, ποτέ δεν ήσουν σε καλύτερη φόρμα, ποτέ δεν ήταν τόσο ωραίο το κορμί σου. Και κερδίζεις. Ποιος θα σε σταματούσε; Θα ήθελες να μείνω εδώ λίγο καιρό, έτσι δεν είναι;» «Ήλπιζα πως θα δεχόσουν» Κάπνιζε νευρικά, με μεγάλες ρουφηξιές. Ο Μπεν σηκώθηκε και της έφερε ένα σταχτοδοχείο. Και καθώς δε φαινόταν να το βλέπει, της το πήρε μαλακά από τα δάχτυλα, τίναξε τη στάχτη και το ξαναέβαλε στη θέση του. «Βαρέθηκες να μ’ έχεις μαζί σου, Μπεν;» «Δεν είναι αυτός ο λόγος και το ξέρεις». «Kt εσύ ξέρεις πως σ’ έχω ανάγκη». «Όχι ως αυτό το σημείο». Τ ου χαμογέλασε με μια παράξενη λάμψη στα μάτια. Τ ης είπε σιγανά. «Κανένας δεν έχει ανάγκη κανένα, ως αυτό το σημείο». Έτσι όπως καθόταν, ακούμπησε τον αυχένα της στο λουστραρισμένο ξύλο. «Δε μου είπες ποτέ τι θα κάνεις του πατέρα μου» «Όχι». «Τ ι όχι;»


«Δε στο είπα ποτέ». ‘ Η Μόνα έσβησε με μια πυρετώδη κίνηση το τσιγάρο στο τασάκι κι άναψε αμέσως άλλο. «Διασκεδαστικό. Πολύ αστείο. Λατρεύω τον τρόπο που απαντάς». Μετά από λίγο. «Όχι. Και βέβαια όχι». «Είναι ο άνθρωπος που μισώ περισσότερο στον κόσμο, το ξέρεις;» «Ηρέμησε, Μόνα». «Θα τον τσακίσεις, Μπεν; Χτύπα τον σκληρά». «Θα είναι ή εγώ ή αυτός». «Ω, όχι! Όχι! Θα κερδίσεις! Θα κερδίσεις! Αλλά με αφήνεις μόνη, Μπεν. Και παίρνεις μεγάλο ρίσκο. Ένα τρελό ρίσκο!»

9 Τ ο γιοτ ήταν τριάντα μέτρα κι αγκυροβολημένο στον κόλπο του Σεν Τ ροπέζ, στα βόρεια του ακρωτηρίου Μπερτό’ από τη γέφυρα, διακρινόταν ο πυλώνας με το πράσινο, άσπρο και κόκκινο φως στην κορφή. Ήταν τρεις το απομεσήμερο, 26 Αυγούστου κι είχαν περάσει κιόλας δώδεκα μέρες που ο Μπεν είχε αφήσει τη Μόνα στους Ο’ Κήηφ. Ο Ούγκο έδειξε τον πυλώνα. «Είμαστε, περίπου, στη ζώνη βολής. Κερνάω σαμπάνια σ’ όποιον μου δείξει την τορπίλα που θα μπορούσε να μας βυθίσει».


«Τ ι είναι αυτή η ιστορία με την τορπίλα;» ρώτησε ο Μπένεντικτ. «Τ ο γαλλικό ναυτικό. Εκείνη η κινητή γέφυρα εκεί κάτω, χρησιμεύει για να δοκιμάζει τις τορπίλες του. Βλέπεις τον πυργίσκο; Αυτόν του ύφαλου; Από κει αρχίζει η βολή, το πεδίο σημειώνεται με σωσίβια. Σκύψε, θα τα δεις τα σωσίβια, είναι πάνω στην καρίνα μας. Κι όταν αποφασίσουν να κάνουν τα γυμνάσιά τους, μισή ώρα πριν υψώνουν μια γαλάζια σημαία. Τ ο βλέμμα του Μπεν στράφηκε στο μόλο! η γαλάζια σημαία ήταν υψωμένη. «Τ έλειωσε τον καφέ σου, πριν από την Αποκάλυψη», είπε ο Ούγκο. «Χθες βράδυ έφυγα προτού τελειώσετε…» «Κέρδισα κάτι πάρα πάνω από τριάντα χιλιάδες δολάρια», είπε ο Μπεν αδιάφορα. Ο Ούγκο έσμιξε τα φρύδια του, πασχίζοντας να θυμηθεί στο συνολικό ποσό των κερδών. Στο τέλος κούνησε το κεφάλι. «Δε θυμάμαι πια». «Ένα εκατομμύριο εννιακόσιες ογδόντα έξι χιλιάδες δολάρια», του θύμισε ο Μπεν. Εκείνη τη στιγμή υψώθηκε στο μόλο κόκκινη σημαία ενώ ένα βραχνό κλάξον βάλθηκε να γαβγίζει διακεκομμένα. «Θα ρίξουν. Σε πέντε λεπτά από τώρα». Ο Ούγκο όμως κοίταζε τον Μπεν. «Έχασα το λογαριασμό μέσα σε τούτο τον κολασμένο γύρο». Προχώρησε κι ακούμπησε τους αγκώνες του στην κουπαστή’ τα μεταξένια μαλλιά είχαν ασπρίσει σχεδόν από τον ήλιο και την αρμύρα. Ο αντικαθρεφτισμός του νερού φώτιζε το αγγελικό πρόσωπό


του. Είπε στοχαστικά, σαν να μιλούσε στον εαυτό του. «Να, λοιπόν. Μια παρτίδα ακόμα και τελειώσαμε». Έσκυψε πάνω στο γαλαζοπράσινο νερό που γύριζε στο βιολετί. «Δεν κατάφερα ποτέ να δω μια από τις τορπίλες του κι όμως προσπαθώ τόσο!» Ένας ναύτης με λευκά βγήκε βιαστικά από την καμπίνα του ασύρματου. «Τ ο γαλλικό ναυτικό σας παρακαλεί να εκκενώσετε γρήγορα τη ζώνη. Η πρώτη βολή σε τρία λεπτά!» Ο Ούγκο έγειρε πίσω το κεφάλι κι αγνάντεψε τα σύννεφα που άρχιζαν να μαζεύονται στα νοτιοανατολικά. «Μπεν, έχω προβλέψει μια παρτίδα στις Κάννες με τους Λιβανέζους και κάτι φιλαράκους τους με τουρμπάνια, για αύριο βράδυ. Μετά άλλη μια φορά στο Πρίγκιπας της Σαβοΐας που δε χορταίνω να το βλέπω κι ύστερα….» «Θα πρέπει να αρκεί», είπε ο Μπεν. «Σίγουρα; Σίγουρα δε θέλεις να συνεχίσουμε;» Ο Μπεν ύψωσε τους ώμους. Ο Ούγκο συμβουλεύτηκε το χρυσό του ρολόι καταδύσεων. «Εβδομήντα πέντε δευτερόλεπτα. Μπεν, θα ήθελα να έρθω μαζί σου μετά από αυτή την τελευταία παρτίδα, είτε αυτή στις Κάννες, ή του Μιλάνου. Θα ήθελα να παρευρεθώ στη συνέχεια, σε ό,τι γίνει μετά, με το τι θα κάνεις μ’ αυτά τα δυο εκατομμύρια δολάρια. Θέλω να παρευρίσκομαι στην Αποκάλυψη. Δεν το έχω κλέψει», πρόσθεσε ο Ούγκο δειλά σχεδόν, «μου το χρωστάς αυτό. Τ ριάντα δευτερόλεπτα» Ο Μπένεντικτ πλησίασε στην κουπαστή. Η θάλασσα ασάλευτη


σχεδόν, ανάσαινε με μια βαθιά, ήρεμη φουσκοθαλασσιά, αλλά είχε σκοτεινιάσει κι είχε τώρα το χρώμα των ματιών της Καλλιόπης Ζόρντααν. Στον αέρα υπήρχε αυτό το αλλόκοτο ρίγος, ερεθιστικό κι ηδονικό μαζί, που προηγείται των κυκλώνων. Ο Μπένεντικτ άδειασε το ποτήρι με το νερό, στο χέρι του. Ο Ούγκο έσκυψε περισσότερο, μαγεμένος: «Τ ώρα, Μπεν, είναι τώρα η Αποκάλυψη».

Ο ΓΔΟ Η ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ Καρέ

1

Η πρώτη παρτίδα που έπαιξε ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν στη διάρκεια αυτής που ο Ούγκο ονόμαζε δεύτερη ευρωπαϊκή τουρνέ παίχτηκε στις 17 Μαΐου στο Σεν Τ ροπέζ. Στις 26 του επόμενου Αυγούστου, όταν διαπίστωσαν πως χρειάζονταν μόνο δεκατέσσερις χιλιάδες δολάρια για να συμπληρωθεί το κεφάλαιο των δύο εκατομμυρίων, σκέφτηκαν πως η επόμενη παρτίδα θα ήταν η τελευταία, πως θα έφερνε τη διαφορά που έλειπε. Και πως η αρπαγή μπορούσε να πάρει τέλος. Αυτή η παρτίδα παίχτηκε στις Κάννες, στο μεγαλύτερο ξενοδοχείο της Κρουαζέτ και συγκέντρωσε εκτός από τους δυο Λιβανέζους και κάποιους εμίρηδες που μύριζαν έρημο. Θέλησαν να παίξουν με γαλλικά φράγκα. Στις μάρκες δεν υπήρχε διαφορά, αλλά ο Ούγκο αναγκάστηκε να κάνει τέσσερις φορές τους λογαριασμούς προτού


απευθυνθεί στα ταλέντα των υπαλλήλων τις ρεσεψιόν που έκαναν τις μετατροπές συναλλάγματος. Κι η αλήθεια αποκαλύφθηκε σε όλη της τη φρίκη: έλειπαν είκοσι δύο δολάρια για να στρογγυλέψει ο αριθμός των δύο εκατομμυρίων. «Μπεν, τα βάζω από την τσέπη μου, στα κάνω δώρο». Ο Μπεν έκανε όχι με το κεφάλι. «Για τ’ όνομα του Θεού, θα με κουβαλήσεις στο Μιλάνο για είκοσι δύο δολάρια; Σου έστριψε;» Επέστρεψαν στο Μιλάνο για είκοσι δύο δολάρια. Γ ία τελευταία φορά. Είχαν βρει τη συνηθισμένη τους σουίτα στο Πρίντσιπε ντι Σαβοΐα. Στο Μιλάνο, ο Ούγκο έκανε τη συνηθισμένη του παρτίδα του εκαρτέ, που είναι ένα παιχνίδι με δύο παίχτες και τριάντα δύο χαρτιά, όπου οι φιγούρες παίρνουν τον άσο —ο Ούγκο ήταν ίσως ο καλύτερος σπεσιαλίστας του κόσμουέπαιξε με τον συνηθισμένο του αντίπαλο, ένα πανίσχυρο βιομήχανο αυτοκινήτων και τον κέρδισε, του πήρε τρία ή τέσσερα εκατομμύρια λιρέτες, σκέτη μιζέρια, αλλά δεν είχε το ανάλογο ηθικό. «Κι εσύ;» ρώτησε τον Μπεν. «Δέκα χιλιάδες σαράντα πέντε δολάρια. —Δεν έχεις ξανακάνει τόσο μικρή μπάζα. Είναι καιρός να σταματήσουμε —Τ ελειώσαμε». Ένα ρίγος κύλησε στη ραχοκοκαλιά του Ούγκο. Μόλις συνειδητοποιούσε τι είχε συμβεί. Δυο εκατομμύρια δολάρια. «Τ έλος στ’ αλήθεια, Μπεν;» «Ναι». Ο Ούγκο δεν κατάφερνε να το πιστέψει. Ήταν οι δυο τους στο αεροδρόμιο που τους έφερνε από το Μιλάνο στη Νίκαια. Η Μεσόγειος φαινόταν κιόλας από το φινιστρίνι. «Μπεν, είμαι κουρασμένος, άδειος, εξουθενωμένος. Δε θ’ άντεχα για πολύ ακόμα». Η παρτίδα στις Κάννες είχε παιχτεί τη νύχτα της 26 προς 27, του Μιλάνου την επομένη. Στις 28, Κυριακή βρίσκονταν στου Ούγκο, στο Σεν Τ ροπέζ. Ο Μπένεντικτ πέρασε τη μέρα τηλεφωνώντας προς πάσα κατεύθυνση, στέλνοντας τηλεγραφήματα, μέσα στην πιο μεγάλη μυστικότητα. Στο τέλος δήλωσε:


«Όλα εντάξει. Έτοιμα. Θα πάω στους Ο’ Κήηφ να δω τη Μόνα κι από κει, την Τ ρίτη, θα πάρω το αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη. Επιστρέφω. Θέλεις πάντα να έρθεις μαζί;» «Για να παρευρεθώ σε τι, Μπεν;» Μόνο τότε του εξήγησε ο Μπεν τι θα επακολουθούσε. Όλα ή εν μέρει, άντε να ξέρεις!

2 Δεν υπήρχε ικανοποιητική ανταπόκριση μεταξύ Νίκαιας και Ζυρίχης για τη Δευτέρα 29. Αποφάσισαν ν’ αποβιβαστούν στη Γενεύη κι από κει να νοικιάσουν ένα αυτοκίνητο. Νοίκιασαν μια Πόρσε κι ο Ούγκο κάθισε στο τιμόνι. Διακόσια εβδομήντα χιλιόμετρα θα πρέπει να γίνουν σε δυο ώρες, είπε ο νεαρός Γερμανός. Έκαναν λίγο περισσότερο, ας όψονται οι χωροφύλακες που έβρισκαν αφύσικο το γεγονός πως έτρεχαν με διακόσια είκοσι χιλιόμετρα την ώρα. «Μα τι μου τσαμπουνάτε εκεί!» διαμαρτυρήθηκε ο Ούγκο αγανακτισμένος. «Τ ο κοντέρ μου έδειχνε διακόσια πενήντα ισχυρίζεστε δηλαδή πως μ’ έκλεβε σ’ αυτό το σημείο;» Μετά από κάποιες διατυπώσεις, κι αφού τον αντικατέστησε ο Μπεν στο βολάν μπήκαν στη Ζυρίχη σε τρεις ώρες ακριβώς. Παρκάρισαν νομιμόφρονα στο πάρκιν της γέφυρας του Μούνστερ και στις τρεις και δέκα έμπαιναν στην τράπεζα. Κι εφτά λεπτά αργότερα, στο γραφείο του Αλουσιους Μούτερ. «Έχεις απόλυτο δίκιο, Μπεν», είπε ο Ούγκο. «Έχει στ’ αλήθεια μούρη τσακαλιού». «Έχω δυο εκατομμύρια στο λογαριασμό μου», είπε ο Μπεν. «Δεν έχετε λογαριασμό σε μας», δήλωσε ο Αλουσιους Μούτερ.


«Λάθος. Έχω ένα λογαριασμό σε σας εδώ και τέσσερα λεπτά και πενήντα δευτερόλεπτα». Ο Μούτερ έβαλε σε λειτουργία το ίντερφον κι έδωσε διαταγές. Ο Ούγκο κοίταξε γύρω του κι ανατρίχιασε από φόβο: «Τ ι απαίσιο ντεκόρ! Κι αυτά τα κεφάλια!» Σηκώθηκε. Κάτω από τα πορτρέτα των προγόνων Μούτερ και πάνω σ’ ένα έπιπλο του Μπουλ με ένθετες διακοσμήσεις από ταρταρούγα και χαλκό υπήρχε ένα πολύ ωραίο βάζο του Λόβενφικ, του 18 αιώνα. Τ ο χέρι του Ούγκο το έσπρωξε’ το βάζο έπεσε. Ο Μούτερ έμεινε άκαμπτος, έκανε να σηκωθεί. «Είμαι πολύ αδέξιος!» είπε ο Ούγκο. «Τ ο έσπασα κατά λάθος, ατύχημα!» «Ούγκο». «Ναι Μπεν;» «Όλα καλά;» «Πολύ καλά, Μπεν, ευχαριστώ». «Κλείσ’ το, Ούγκο». «Ναι, Μπεν». Χτύπημα στην πόρτα και μπήκε η ιδιαιτέρα του Μούτερ αποφεύγοντας να κοιτάξει τον Μπεν, που τον γνώριζε από παλιά. Απόθεσε ένα χαρτί στο γραφείο του Μούτερ και ξαναβγήκε. Ο Μούτερ διάβασε το χαρτί. Έμεινε σιωπηλός για λίγο κι ύστερα ύψωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Μπεν Σαρκισιάν. «Σωστά. Δυο εκατομμύρια δέκα χιλιάδες είκοσι τρία δολάρια, κατατεθειμένα σήμερα σε ρευστό σε τρέχοντα λογαριασμό. Λοιπόν;»


Ο Μπεν χαμογέλασε ρεμβαστικά. «Θα χρειαστώ τις υπηρεσίες σας». «Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Μούτερ. «Θα ήθελα μια εγγυητική επιστολή επικυρωμένη για ένα ποσό δύο εκατομμυρίων δολαρίων». Ο Μούτερ έσμιξε τα φρύδια του και ρώτησε: «Διάρκεια εγκυρότητας;» «Τ ρεις βδομάδες». «Προορισμός;» «Νέα Υόρκη». Μια σύντομη παύση. «Θα ήθελα», είπε ο Μπεν, «να τονίζεται καθαρά πως αυτά τα δύο εκατομμύρια δολάρια δε θα μπορούν σε καμία περίπτωση να γίνουν αντικείμενο οποιασδήποτε επιχείρησης χωρίς την υπογραφή, σε κάθε πράξη, δύο τουλάχιστον από τα τρία πρόσωπα, των οποίων το όνομα και το δείγμα υπογραφής υπάρχουν σε ένα άλλο έγγραφο, καταχωρημένο και κατατεθειμένο σε μια θυρίδα της Τ ράπεζας Γουέλς Φάργκο, στο 420 της Καλιφόρνια Στρητ, στο Σαν Φρανσίσκο». Ο Αλοόσιους Μούτερ προσπαθούσε μάταια να ξεκουμπώσει το αναχρονιστικό κολάρο του. «Θα ήθελα», είπε ο Μπεν, «ο Νεοϋορκέζος εντολοδόχος στον οποίο θ’ απευθύνετε, σαν τραπεζίτης, την επικυρωμένη εγγυητική επιστολή να είναι ο Αλεξάντερ Βέντελ Βαν Χέερεν». Μια παύση.


«Η ταυτότητα των τριών προσώπων που έχουν την αρμοδιότητα να διατάξουν τη χρησιμοποίηση αυτών των δύο εκατομμυρίων δολαρίων θα κρατηθεί για την ώρα μυστική», είπε ο Μπεν. Από την τσέπη του βαμβακερού μπουφάν του, έβγαλε μερικά χαρτιά. «Εδώ είναι τ’ απαραίτητα έγγραφα για την επιχείρηση, διατυπωμένα κι ελεγμένα από το δικηγόρο Ζούμπαλ Γουίν, του Σαν Φρανσίσκο ειδικευμένο στο αστικό δίκαιο. Υπάρχει κι ένα πρότυπο που σύμφωνα με αυτό επιθυμώ να συνταχθεί η επικυρωμένη πιστωτική επιστολή, με τους ειδικούς της όρους. Υπάρχει επίσης και μια νόμιμα καταχωρημένη πράξη που καθορίζει πως τα τρία ονόματα των ζώντων προσώπων και των δειγμάτων γραφής των, έχουν κατατεθεί σε μία τράπεζα, διευκρινίζοντας πως αυτά και μόνο τα τρία πρόσωπα είναι αρμόδια να διαθέσουν αυτά τα δύο εκατομμύρια δολάρια, υπό τον όρο πως δύο από αυτά τουλάχιστον θα είναι παρόντα ταυτόχρονα για να είναι νόμιμη οποιαδήποτε επιχείρηση που αφορά αυτά τα δύο εκατομμύρια δολάρια». Σύντομη παύση. «Τ ελευταίο σημείο», είπε ο Μπεν. «Επιθυμώ όλες οι διευθετήσεις που ανέφερα, όπως κι οι περιστάσεις της αιτήσεώς μου να γίνουν αντικείμενο καταχώρισης ενώπιον μαρτύρων της επιλογής μου». Σιγή. «Κι άντε πηδήξου, τσακάλι!» είπε ο Ούγκο.

3 Ζυρίχη-Παρίσι, Παρίσι-Νέα Υόρκη. Έφτασαν στο ξενοδοχείο Πιερ την Τ ρίτη 30 Αυγούστου, μέσα σε μια από κείνες τις βαριές κι υγρές ζέστες, σπεσιαλιτέ της Νέας Υόρκης.


«Ποιοι ήταν αυτοί οι τύποι που υπέγραψαν μαζί μου στη Ζυρίχη, σαν μάρτυρες;» ρώτησε ο Ούγκο. «Γνώριζα τον ένα, τον διευθυντή της Ελβετικής Πίστεως· είναι θείος μου… έτσι νομίζω τουλάχιστον. Είναι ο τρίτος ή ο τέταρτος άνδρας της θείας μου». «Ο θειος. Κι οι άλλοι αντιπροσώπευαν τον Οργανισμό Ελβετικών Τ ραπεζών και την Εθνική Τ ράπεζα της Ελβετίας». Βγήκαν από το ξενοδοχείο μια ώρα μετά την άφιξή τους, ίσα ίσα που πρόλαβαν ν’ αλλάξουν. Πήγαν πεζή στη Πέμπτη Λεωφόρο, το Σέντραλ Παρκ, στ’ αριστερά τους, έπαιρνε κιόλας τα χρώματα του φθινοπώρου. Πέρασαν το Ναό Εμανου-Ελ, το κτίριο του Μουσείου Χαρτονομισμάτων. Ανέβηκαν στης Καλλιόπης Ζόρντααν. Οι τρεις Τ ζαμαϊκανές χαμογελούσαν πονηρά, τρισχαριτωμένες με τις μαβιές τουνίκ τους. Κι οι εβένινοι τοίχοι με το παράξενο φως που έπεφτε από τα χρωματιστά τζάμια των παραθύρων που έβλεπαν στο Σέντραλ Παρκ. «Μπεν, εδώ είμαι». Οι δυο άντρες ύψωσαν ταυτόχρονα τα μάτια κι αντίκρισαν την Καλλιόπη στη γαλαρία ντυμένη με το ίδιο φόρεμα-τουνίκ όπως και τα κορίτσια της. «Ανεβαίνουμε ή κατεβαίνεις;» «Ανεβείτε, σας παρακαλώ» Σαν έφτασαν επάνω, ο Μπεν τη φίλησε στο μάγουλο, την έσφιξε πάνω του τρυφερά. Μετά, την παραμέρισε, κρατώντας την πάντα από τα μπράτσα. Πρόσεξε την ουλή, στο μήλο της παρειάς, εκεί που την είχε χτυπήσει ο Βαν Χέερεν. «Δεν είναι τίποτα», είπε η Καλλιόπη.


Τ ο βλέμμα του Μπεν είχε σκοτεινιάσει. Εκείνη ήρθε πιο κοντά και τον φίλησε, αγγίζοντας μόλις τα χείλη του. «Με λένε Ούγκο», πετάχτηκε ο χαριτωμένος και πολύ συμπαθητικός».

νεαρός Γερμανός.

«Είμαι

«Να σου συστήσω τον Ούγκο, Καλλιόπη», είπε ο Μπεν. «Ήλπιζα πως θα είχα κι εγώ ένα φιλί», είπε ο Ούγκο χαμογελώντας αγγελικά. Η Καλλιόπη τον φίλησε. «Είναι ενήμερος», είπε ο Μπεν. «Ελάτε». Τ ους οδήγησε κατά μήκος της ταπετσαρισμένης γαλαρίας· βιβλία και πίνακες εμπρεσιονιστών μέσα στις φωτισμένες εσοχές της· διέσχισαν την κάμαρά της, τους πέρασε στο μπάνιο που έμοιαζε εξωτικός κήπος. «Πότε φύγατε;» «Τ ην προηγουμένη, από τη Ζυρίχη, από το Σεν Τ ροπέζ στην πραγματικότητα». «Δεν πεινάτε, δε διψάτε; Αλλά έχετε ανάγκη να χαλαρώσετε. Ιδίως εσύ, Μπεν». Τ ον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε. Τ ο μπάνιο πνιγμένο στα λουλούδια ήταν στρωμένο με φελλό’ ήταν τεράστιο υπερυψωμένο πάνω από ένα μέτρο, στο μισό της επιφάνειας, έτσι ώστε να βυθίζεται σ’ αυτό το τμήμα η μπανιέρα, τρία μέτρα, οβάλ, από ιβουάρ πορσελάνη με χρυσές παγιέτες. Πίσω από ένα φράχτη με ορχιδέες ξεπρόβαλλαν οι τρεις Τ ζαμαϊκανές.


«Απαντώ στην ερώτηση που δε μου έκανες», είπε η Καλλιόπη. «Έκανα ακριβώς αυτό που μου ζήτησες να κάνω». Κάθισε σ’ ένα μέτρο απόσταση από το χείλος της μπανιέρας κι άναψε ένα από τα μακριά της σιγκαρίλος. Οι Τ ζαμαϊκανές έγδυσαν τον Ούγκο και τον Μπεν, με την ησυχία τους, χαμογελώντας συνωμοτικά. Οι δυο άντρες ήταν γυμνοί. Οι Τ ζαμαϊκανές τους έβαλαν στο χλιαρό νερό κι άρχισαν το μασάζ. «Φτάσαμε ακριβώς στο σημείο που προέβλεψες», είπε η Καλλιόπη. «Από δω κι εμπρός, όλα είναι έτοιμα». Κοίταζε με ύφος συλλογισμένο και λυπημένο τους δυο άντρες, ένα μέτρο μακριά τους, που έξι μαύρα χέρια τους χάιδευαν απαλά. Βγαίνοντας από την ονειροπόλησή της, κάρφωσε ιδιαίτερα το βλέμμα της στον Ούγκο σαν ν’ ανακάλυπτε μόλις την παρουσία του, και στο τέλος του χαμογέλασε. «Είσαστε καλά;» «Ναι, μα την πίστη μου. Δεν έχω λόγο να παραπονεθώ». «Τ ι ακριβώς ξέρει;» ρώτησε η Καλλιόπη τον Μπεν δείχνοντας με το κεφάλι το νεαρό Γερμανό. «Ως και την ενέγγυο πίστωση». «Δηλαδή τίποτα περισσότερο από μένα; Μπεν φοβάμαι. Πού είναι η Μόνα;» Τ ης είπε κι ύστερα σηκώθηκε, βγήκε από την μπανιέρα, ευχαρίστησε μ’ ένα χαμόγελο μια από τις Μαύρες που ήθελε να τον βοηθήσει να σκουπιστεί. Πήρε περνώντας μια πετσέτα και μπήκε στο δωμάτιο της Καλλιόπης. Σκουπίστηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. «Περίμενε».


Τ ου σήκωσε τα σκεπάσματα κι εκείνος γλίστρησε μέσα. Η Καλλιόπη γονάτισε και τα μοναδικά βιολετιά της μάτια θαρρείς και φώτιζαν από μόνα τους το ημίφως. «Με χτύπησε, παραλίγο να με παραμορφώσει. Αλλά του είπα ψέματα. Είναι μια υπόθεση ανάμεσα στους δυο μας αυτή. Γερνάω, Μπεν, είμαι μεσόκοπη σχεδόν, μόνη’ είναι κι αυτός μόνος. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό. Ω! συγνώμη, το ξέχασα…» Ο καπνός του σιγκαρίλο ανέβαινε αργά, σε μικρές τουλούπες. Η Καλλιόπη το άφησε σ’ ένα τασάκι κι αυτή τη φορά ήρθε και κάθισε στο κρεβάτι, δίπλα στον Μπεν κι ακούμπησε την παλάμη της στο υγρό ακόμα στήθος του. «Δε θέλησες να μου πεις τι θα κάνεις. Δεν είσαι από αυτούς που σκοτώνουν. Δε θα έλεγα το ίδιο για τον Βασιλιά, αλλά εσύ είσαι διαφορετικός». Ο Μπεν άπλωσε το χέρι’ τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο μισάνοιγμα της τουνίκ. «Φοβάμαι», είπε η Καλλιόπη. Τ ο άλλο χέρι του τύλιξε τον αυχένα της και την ανάγκασε, μαλακά, να σκύψει. Τ η φίλησε στα χείλη χωρίς εκείνη να του ανταποδώσει το φιλί. «Ύστερα, θα μου ξαναγυρίσει», είπε η Καλλιόπη. «Εδώ. Πού αλλού θα πήγαινε;» Τ α μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια της ήταν γεμάτα πόνο. Τ η φίλησε ξανά, πολύ γλυκά, πεταχτά φιλιά σε όλο το πρόσωπο, κυρίως στο σημείο της ουλής. «Καλλιόπη…» «Πάψε Μπεν».


Έλυσε τα μαλλιά της που απλώθηκαν χείμαρρος, έβγαλε το ρολόι της. «Θα είναι η τελευταία φορά, Μπεν. Ας βάλουμε λοιπόν τα δυνατά μας».

4 Τ ην επομένη, Τ ετάρτη 31 Αυγούστου, ο Μπεν πήγε να τρέξει στο Σέντραλ Παρκ. Στο τέρμα ενός περίπλου δέκα περίπου χιλιομέτρων, ξανάρχισε από την αρχή. Ο Ούγκο πήγε κι ήρθε από το Μητροπολιτικό ως το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, με ήσυχο βηματισμό και το θεώρησε αυτό, σαν άσκηση, αρκετό. Λίγο μετά το μεσημέρι, ξαναπήγαν στο ντυμένο με έβενο διαμέρισμα. Η Καλλιόπη και τα κορίτσια της ήταν εκεί. Τ α κορίτσια, εξήγησε η Καλλιόπη, θα έφευγαν την άλλη μέρα για το Κίνγκστον, στην Τ ζαμάικα, σε διακοπές, στη βίλα που είχε εκεί, στο Μοντέγκο Μπέι. «Κι εσύ;» ρώτησε ο Μπεν. «Περίμενα πως θα είχες φύγει ήδη». «Θα περάσουν να με πάρουν στις δύο» «Θα…. περάσουν; Ποιος;» «Εκείνος, αλλά δε θ’ ανέβει». Δεν ανέβηκε, πράγματι. Κοιτάζοντας από το παράθυρο, ο Ούγκο είδε το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο που σταμάτησε μπροστά στο κτίριο. Από μέσα βγήκε ο σοφέρ. Μετά από λίγο χτύπησε το εσωτερικό τηλέφωνο, του θυρωρού: «Ναι, κατεβαίνω αμέσως», απάντησε η Καλλιόπη. Οι Τ ζαμαϊκανές είχαν βαλθεί κιόλας να κουβαλούν τις αποσκευές. Ο Ούγκο, πάντα στο παράθυρο, είδε την Καλλιόπη να βγαίνει από το κτίριο, να μπαίνει στο αυτοκίνητο που ξεκίνησε στη στιγμή. Από το πίσω παράθυρο, έπιασε τη σιλουέτα ενός


κοκκινόξανθου ογκώδη άντρα, που έδινε την εντύπωση δύναμης κι ισχύος. Ένα ρίγος κύλησε στη ράχη του’ ήταν σαν να μισοέβλεπε από μακριά, για πρώτη φορά, τον εχθρό, τις παραμονές της μάχης. Ο Μπεν δεν είχε σαλέψει. Μετά την αναχώρηση της Καλλιόπης, είχε καταπιαστεί με την ανάγνωση του Θερβάντες. Ο Ούγκο ρώτησε, έτσι, για να σπάσει τη σιωπή. «Τ ελικά φεύγουμε απόψε στις δέκα;» «Αφού σου το είπα». Οι Τ ζαμαϊκανές είχαν εξαφανιστεί. Μια βουβή νευρικότητα, μια αγωνία σχεδόν, άρχιζε να κυριεύει τον Ούγκο. Πήγε στο οφίς, το βρήκε άδειο: φυσικά, ο Μπεν κι εκείνος ήταν μόνοι. Γύρισε στο σαλόνι πάνω στην ώρα να σηκώσει το τηλέφωνο που χτυπούσε. «Ούγκο, εγώ είμαι, η Μόνα. Δώσε μου τον Μπεν, σε παρακαλώ» «Ναι;» είπε ο Μπεν στο τηλέφωνο. Άκουσε για κάμποση ώρα και στο τέλος είπε ένα «Σύμφωνοι». Και κατέβασε το ακουστικό. Ξαναξάπλωσε και ξανάπιασε τον Δ ον Κιχώτη του. Όχι για πολύ. Μετά από λίγο, έκλεισε το βιβλίο με τη συνηθισμένη του φροντίδα, βολεύτηκε καλύτερα, δείχνοντας πως ετοιμαζόταν να κοιμηθεί. «Μη μου πεις πως θα κοιμηθείς τώρα;» «Θα έπρεπε να κάνεις το ίδιο». «Είμαι νευρικός σαν παρθένα». «Γι’ αυτό ακριβώς». Ο Μπεν γύρισε στο πλάι, με την πλάτη στο παράθυρο. Σε λίγο: «Μπεν;»


«Ναι;» «Δε θ’ αρκεστείς να παίξεις στο πόκερ τα δυο εκατομμύριά σου εναντίον του Βαν Χέερεν. Βρήκες κάτι άλλο;» «Ναι». Σιγή. Ο Ούγκο ξαναρώτησε: «Κι αν τηλεφωνήσουν ή χτυπήσουν;» «Δε θα γίνει τίποτα πριν από τις εφτά». Ήταν δύο και τέταρτο το απόγευμα. «Πες πως σου γίνομαι φόρτωμα… αλλά ποιος θα έρθει στις εφτά;» ρώτησε ο Ούγκο. «Οι δημοσιογράφοι», αποκρίθηκε ο Μπεν μισοκοιμισμένος. Ο Ούγκο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Έτσι εξηγούνται όλα». Τ α είχε εντελώς χάσει. Στις έξι και τριάντα, ο Μπεν άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ρολόι του. «Ούτε ίχνος δημοσιογράφου», παρατήρησε ο Ούγκο. «Δεν είναι η ώρα ακόμα». Ο Μπεν μπήκε στο μπάνιο, πλύθηκε, ξυρίστηκε, με σχολαστικότητα. Φόρεσε ένα πόλο μπλε-νουάρ, ένα γκρι σκούρο κοστούμι και μοκασίνια από μαύρο σεβρό. Έφερε στο σαλόνι το χαρτοφύλακα και το ρολόι. Οι πρώτοι δημοσιογράφοι έφτασαν μετ’ από λίγο. Σωστό ράλι: συνεργεία από τα τέσσερα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια, τοπικά κανάλια, ο νεοϋορκέζικος τύπος, ο τύπος των υπόλοιπων Ηνωμένων


Πολιτειών, από τη Βοστόνη ως τη Νέα Ορλεάνη, περνώντας από το Σαν Φρανσίσκο. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ναι, οι δημοσιογράφοι ήξεραν ποιος ήταν, τι είχαν να κάνουν, πώς να το κάνουν, σε ποια ώρα. Ο Μπεν έδωσε τη δήλωση που είχε ετοιμάσει —«με την Καλλιόπη», σκέφτηκε ο Ούγκο που αναγνώρισε πίσω από όλ’ αυτά, το χέρι της όμορφης αρχιτεκτόνισσας και την επιρροή των προσωπικών της σχέσεων. Ο Μπεν ποζάρισε για τους φωτογράφους, καθισμένος σ’ ένα τραπέζι, με τα μακριά του χέρια ακίνητα γύρω στο παλιό ασημένιο ρολόι. Οχτώ και τριάντα.’ οι δημοσιογράφοι αποσύρθηκαν. Ο Ούγκο τα είχε ακούσει όλα και δεν έλεγε να συνέλθει. «Θα το κάνεις στ’ αλήθεια αυτό;» «Η απόδειξη». Λίγο πριν τις εννιά, καινούριο τηλεφώνημα: το σήκωσε ο Μπεν. Ο Ούγκο μάντεψε πως στη γραμμή ήταν η Καλλιόπη. Η επικοινωνία κράτησε μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Από την ώρα που έφυγαν οι δημοσιογράφοι, ο Μπεν άναψε την τηλεόραση, παρακολουθούσε μια αθλητική συνάντηση μεταξύ Ρώσων κι Αμερικανών. Αυτό έγραφε τουλάχιστον στις φόρμες τους; «Κι αν θέλω να μάθω περισσότερα;» «Θα περιμένεις». Τ ύποι με σορτσάκια πηδούσαν πάνω από φράχτες, κάποιοι άλλοι πετούσαν κάτι. Γελοία πράγματα! σκέφτηκε ο Ούγκο. «Μπεν;» «Περίμενε». Ο Ούγκο βγήκε με κρεμασμένα μούτρα και πήγε να κάνει ντους.


Ξαναγύρισε. Δέκα παρά οχτώ ή εννιά. Ο Μπεν πάντα μπροστά στη μικρή οθόνη. «Ξέρω», είπε ο Ούγκο. «Περιμένω». Παρακολουθούσε τον τύπο που έτρεχε, μ’ ένα κοντάρι, λες και τον κυνηγούσαν. Μπορεί να το έχει κλέψει το κοντάρι, πού ξέρεις; Κι ύστερα, οι τύποι έπαψαν να τρέχουν και ρίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο Μπεν πάτησε το τηλεκοντρόλ κι η οθόνη έσβησε. Σηκώθηκε. Δέκα παρά δύο. Ώρα είναι, σκέφτηκε ο Ούγκο. Είδε τον Μπεν να παίρνει τον χαρτοφύλακα, να γυρίζει, να κοιτάζει το ρολόι του. Τ ηλέφωνο. Τ ο σήκωσε ο Μπεν. «Έρχομαι». Πήρε το ασημένιο ρολόι που είχε μείνει στο τραπέζι και το έβαλε στο τσεπάκι του. «Πάμε», είπε στον Ούγκο.

5

Τ ο αεροπλάνο ήταν ένα Φάλκον 10’ μπορούσε να μεταφέρει εφτά, οχτώ επιβάτες, αλλά ο Μπεν κι ο Ούγκο ήταν οι μόνοι στο αεροσκάφος εκτός από τα δύο μέλη του πληρώματος. «Και το αεροπλάνο είναι δικό σου;» «Κάποιου Ντίτριχ». «Έχω ακουστά κάποιον Ντίτριχ που ανακατεύεται με πετρέλαια. Πολύ καλοστεκούμενος». «Αυτός είναι. Προσωπικός φίλος της Καλλιόπης».


«Σπουδαία πρόσωπα γνωρίζει! Εμένα, εσένα, τον Ντίτριχ. Τ ην αφρόκρεμα! Άσε πια όλους τους ιδιοκτήτες εφημερίδων». Τ ο αεροπλανάκι πετούσε προς τη Μασαχουσέτη με εννιακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Άρχισε να χαμηλώνει γύρω στα μεσάνυχτα. «Μπεν, είναι μια εξωφρενική ιδέα». Καμιά απάντηση. Ο Μπεν, με το χαρτοφύλακα στα γόνατα, τις παλάμες ακουμπισμένες πάνω του και τα μάτια ανοιχτά, έμοιαζε να ταξιδεύει μακριά. «Πιο τρελή δε γίνεται», είπε ο Ούγκο. Τ ο αεροπλάνο ακινητοποιήθηκε. «Κι όμως, ξέρω κόσμο». Ο ένας από τους δύο άντρες του πληρώματος τους άνοιξε και, μέσα στο μισόφωτο της πίστας, ένα αυτοκίνητο πλησίασε λούζοντας το Φάλκον με τους προβολείς του. «Μπεν, ας υποθέσουμε…» Ο Μπεν σηκώθηκε με τον χαρτοφύλακα στο χέρι. Πήδηξε στο έδαφος προτού ακόμα προλάβει ο Ούγκο να λύσει τη ζώνη του. Έτρεξε ξοπίσω του. «Ας υποθέσουμε πως…» Ο Μπεν ανέβηκε στο αυτοκίνητο, στο μπροστινό κάθισμα. Ο Ούγκο πήρε θέση πίσω χωρίς να προσέχει τίποτα, θαμπωμένος απ’ όσα του είχαν μόλις αποκαλυφθεί. «Καλημέρα, Ούγκο», του είπε η Μόνα.


6 Η Μόνα οδήγησε το αυτοκίνητο κατά μήκος του γηπέδου του γκολφ. Οδηγούσε όπως το συνήθιζε! με ταχύτητα αυτοκτονίας. Λίγα λεπτά πρωτύτερα, καθώς άφηναν το αεροδρόμιο του Μπάρνστεϊμπλ, τους είχε εξηγήσει πως η ιδιοκτησία του Βαν Χέερεν στο Κέιπ Κοντ, όπως και όλες οι άλλες, σε όλο τον κόσμο —ο ιστορικός πύργος στη Σκοτία, το σπίτι του Άμστερνταμ, η βίλα στο Κάπρι (αυτή του Μόντε Κάρλο ήταν προσωπική περιουσία της Μόνας), το νησί στα Φίτζι, το στέκι για ψάρεμα στην Τ αϊτή, τα εκατό χιλιάδες εκτάρια στην Αριζόνα, τα είκοσι χιλιάδες στο Κολοράδο, το μέγαρο της Νέας Υόρκης— όλα φυλάσσονταν μέρα νύχτα με τη ρητή εντολή: απαγορευόταν η είσοδος στον Μπένεντικτ Σαρκισιάν. Η Μόνα έκοψε ταχύτητα. «Για το θόρυβο». Τ ους είχε εξηγήσει επίσης πως οι φρουροί που φύλαγαν, αυτό που αποκαλούσαν Πύλη του Γκολφ, είχαν πληρωθεί από την ίδια. Αλλά έκανε περιπολία κι άλλη μια ομάδα και γι’ αυτή, δεν εγγυόταν. «Μην ξεγελιέσαι, Μπεν. Είναι ικανοί να σου ρίξουν. Και γιατί όχι; θα μιλήσουν για ατύχημα. Ναι, ο Άλεξ φτάνει ως εκεί. Τ ο παιχνίδι που παίξατε οι δυο σας τέλειωσε. Φτάνουμε». Μια καγκελόπορτα άνοιξε κι ο άνθρωπος που χειριζόταν το μηχανισμό έδειξε μια θαυμαστή έλλειψη ενδιαφέροντος για την ταυτότητα των επιβατών του αυτοκινήτου. Η Μόνα γλίστρησε αθόρυβα μέσ’ από το πάρκο, σταμάτησε στο πίσω μέρος του τριώροφου σπιτιού, όπου μόνο τα δωμάτια του ισογείου ήταν φωτισμένα. «Παίζουν κιόλας δυο ώρες. Τ ώρα βρίσκονται στο διάλειμμα. Τ ους σερβίρουν το ‘σουπέ’ κι όσοι υπηρέτες είναι ξύπνιοι, βρίσκονται μαζί τους. Καλύτερα να πάμε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρά μου».


Η εν λόγω κρεβατοκάμαρα ήταν ένα διαμέρισμα τριών δωματίων. Σ’ ένα γιγάντιο κάδρο, μια φωτογραφία, σε φυσικό σχεδόν μέγεθος, του Μπένεντικτ στην ακροθαλασσιά, να βγαίνει από το νερό, γυμνός, κατάφατσα. «Πρέπει κάπως να παρηγορούμαι που έχω έναν άντρα ο οποίος προτιμάει τα χαρτιά από μένα», είπε η Μόνα βάζοντας τα δυνατά της να το ρίξει στο αστείο. Πλησίασε τον Μπεν. «Δε με φίλησες καν». «Συγχώρεσέ με. Λυπάμαι, ειλικρινά». Τ η φίλησε. Εκείνη τον παραμέρισε, αμέσως σχεδόν, κοιτάζοντάς τον με μάτι σκληρό, διαπεραστικό. «Δεν υπάρχω. Δε με βλέπεις καν». «Τ ι ζητάω εγώ εδώ πέρα;» σκέφτηκε ο Ούγκο παγωμένος. Κοίταξε το ρολόι του: ώρα μηδέν και τριάντα τρία, η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη.


7

Ο Ούγκο λαγοκοιμόταν σε μια μπερζέρα. Τ ον ξύπνησε ένας θόρυβος. Ανοιξε τα μάτια κι είδε τη Μόνα να μισανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος που έβγαζε στο διάδρομο. Είπε «ευχαριστώ», και την ξανάκλεισε. Μετά από κάποιο δισταγμό, στράφηκε στον Μπεν. «Παίζουν το προτελευταίο χτύπημα». «Θα έπρεπε να μείνεις εδώ», είπε ο Μπεν στον Ούγκο. Τ ρεις παρά τέσσερα λεπτά. «Ω. όχι!» φώναξε ο Ούγκο. Κατέβηκε πίσω από τον Μπεν, πατώντας κατά κάποιο τρόπο πάνω στα βήματά του, νευρικός, αλλά χωρίς υπερβολές. Ήταν πιότερο κάτι σαν φόβος μπροστά στη φάρσα που ετοιμαζόμαστε να κάνουμε σε κάποιον. Ούτε ψυχή ως το πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου όπου έπεσαν πάνω σε μια νεαρή καμαριέρα, που αναγνώρισε τον Μπεν και γούρλωσε τα μάτια. Στο ισόγειο, το χολ ήταν κι αυτό έρημο. Ο Μπεν διάλεξε μια πόρτα, απέναντι από τη σκάλα και την άνοιξε. Μπήκε σ’ ένα μεγάλο σαλόνι όπου δυο υπηρέτες καταγίνονταν να βάλουν τάξη. Τ ο διέσχισε. Πιο πέρα, άλλο σαλόνι με μια σειρά ανοιχτές πόρτες. Στο βάθος, ο Ούγκο είδε μια ομάδα γυναικών. Έκανε να περάσει, ακολουθώντας πάντα τον Μπεν, όταν είδε την Καλλιόπη να τους κοιτάζει, ακίνητη. Έκανε να της γνέψει φιλικά, αλλά συγκρατήθηκε, σίγουρος εκ των προτέρων πως η Καλλιόπη δε θα του το ανταπέδιδε. Έτρεξε σχεδόν να προλάβει τον Μπεν, που κατευθυνόταν ολοταχώς προς το δωμάτιο απ’ όπου ακούγονταν κοφτές ομιλίες κι ο γλυκός ήχος που έκαναν οι μάρκες. Ο Μπεν έφτασε στην τελευταία πόρτα, γύρισε το πόμολο, την άνοιξε και μπήκε στο δωμάτιο με κείνη τη νωχέλεια, τη σιγουριά που είχε όταν επρόκειτο για το παιχνίδι.


Στο τραπέζι, δυο από τους παίχτες, ο Ντίτριχ ο ένας, τον γνώριζαν. Σήκωσαν το κεφάλι, αλλά δε μίλησε κανένας. Ωστόσο ήξεραν, αρκούσε να δεις τα μάτια τους για να πειστείς. Υπήρχε στις κόρες τους η ίδια έκφραση ήρεμης προσμονής, μια κάποια ειρωνεία, αυτών που ξέρουν πως το λιοντάρι θα φάει τον θηριοδαμαστή και δε θέλουν να χάσουν το θέαμα για τίποτα στον κόσμο. Ο Μπεν πλησίασε τον Βαν Χέερεν, τον άγγιξε σχεδόν. Ακούμπησε το χαρτοφύλακα στο τραπέζι, τον άνοιξε, αποκαλύπτοντας το περιεχόμενό του: τίποτ’ άλλο από την εγγυητική επιστολή. Τ ην έπιασε και την απόθεσε στην τσόχα. «Ορίστε», είπε. «Λέγομαι Μπένεντικτ Σαρκισιάν. Έχω προηγούμενα με τον Βαν Χέερεν κι απευθύνομαι μόνο σ’ αυτόν. Ήρθε η ώρα να κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας. Εδώ είναι δυο εκατομμύρια δολάρια. Όλα όσα έχω. Απόψε, ήρθα να σας προτείνω να παίξετε όπως δεν παίξατε ποτέ σας, όπως δεν έπαιξε ποτέ κανείς από τότε που υπάρχει το πόκερ». Σιγή. Ο Βαν Χέερεν, με το κεφάλι σκυφτό, τα χέρια σταυρωμένα στην άκρη του τραπεζιού, δε σάλευε. «Τ ο θέμα δεν είναι να παιχτούν τα δυο μου εκατομμύρια ενάντια στα τέσσερα δισεκατομμύριά σας. Θα ήταν σαν να σας ζητούσα να ρισκάρετε υπερβολικά κι εξάλλου, μόνο με τις ρελάνς σας, θα μπορούσατε να με συντρίψετε. Πρόκειται γι’ άλλο πράγμα. Θα σας αποδείξω, θ’ αποδείξω σε όλους σας πως οι πιθανότητές σας να με κερδίσατε κανονικά στο πόκερ είναι μηδέν. Δε θα με κερδίσετε ποτέ, ακόμα κι αν παίξουμε χίλια χρόνια». Ο Μπεν βάλθηκε να βαδίζει αργά γύρω από το τραπέζι. «Θα παίξουμε ο ένας εναντίον του άλλου, τετ-α-τετ, με τριάντα δύο φύλλα. Θα παίξουμε τέσσερις ώρες, κατά προσέγγιση δευτερολέπτου, χωρίς διακοπή. Ο καθένας σας θα έχει στη διάθεσή του μία κάβα από χίλιες μάρκες. Κι αυτές οι μάρκες δε θα έχουν καμιά αξία. Αλλά στο


τέλος των τεσσάρων ωρών, όποιος θα έχει περισσότερες μάρκες, θα έχει κερδίσει την παρτίδα και το σύνολο της μίζας». Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα. «Ακόμα κι αν η διαφορά μεταξύ μας είναι μια και μόνη μάρκα». Ο Μπένεντικτ στάθηκε ακίνητος αντίκρυ στον Βαν Χέερεν. «Ποντάρω δυο εκατομμύρια δολάρια, Βαν Χέερεν, στο αποτέλεσμα αυτής της παρτίδας. Αλλά είναι μόνο η αρχή». Ξανάρχισε να περπατάει, με κείνο το χορευτικό του βήμα. «Στο τέλος αυτής της παρτίδας, αφού θα την κερδίσω ασφαλώς, θα έχω τέσσερα εκατομμύρια δολάρια. Και θα τα ξαναπαίξω, Βαν Χέερεν, στην επόμενη παρτίδα, που θα είναι ακριβώς η ίδια: τέσσερις ώρες κατά προσέγγιση δευτερολέπτου, τετ-α-τετ, χίλιες μάρκες κι ο νικητής αυτός που έχει μία μάρκα περισσότερη». Πέρασε πίσω από τον δυνατό λαιμό, τους ογκώδεις ώμους. «Και θα κερδίσω και πάλι, Έτσι που, στην τρίτη παρτίδα, μετ’ από ένα χρόνο ανάπαυσης που θα κρίνουμε απαραίτητο, θα ποντάρω οχτώ εκατομμύρια δολάρια. Και δεκάξι στην τέταρτη, τριάντα δύο στην πέμπτη και ούτω καθεξής, Βαν Χέερεν». Στεκόταν ακίνητος, με ύφος ονειροπόλο. Μα ξανάρχισε να περπατάει. «Και ούτω καθεξής. Βασικό σημείο! δεσμεύομαι να μην αποσυρθώ, όποιο κι αν είναι το ύψος των κερδών μου. Δεσμεύομαι να παραιτηθώ απ’ όλα μου τα κέρδη αν η απόφαση να μπει τέλος στην παρτίδα προέλθει από μένα. Συνεπώς, εσείς θα πρέπει να τη σταματήσετε. Και τη στιγμή που θα το κάνετε, θα είσαστε τελειωμένος άνθρωπος, θα σας έχω συντρίψει». Τ έλειωσε το δεύτερο γύρο του τραπεζιού.


«Πιστεύετε πως είσαστε ικανός να με κερδίσετε, Βαν Χέερεν; Να με κερδίσετε μια φορά; Μία και μόνη φορά; Γιατί μια φορά θα σας αρκούσε. Θ’ αρκούσε να με κερδίσετε μια φορά, με μία μόνο μάρκα για να γίνω σκόνη. Μία και μόνη φορά, Βαν Χέερεν». Σιγή. Ο Βαν Χέερεν ακίνητος πάντα και για μια στιγμή θα ’λεγες πως οι εννιά άντρες —ο Ούγκο είχε μείνει στο κατώφλι— είχαν μαρμαρώσει για πάντα. Πρώτος κινήθηκε ο Ντίτριχ. Σηκώθηκε και τον μιμήθηκαν κι οι άλλοι. Όλοι εκτός από τον Βαν Χέερεν. «Πάρτε τη θέση μου», είπε ο Ντίτριχ. Ο Μπένεντικτ κάθισε.

8 Τ α λόγια του Βασιλιά: «Μπενεντικτ, στο πόκερ, παίζονται λεφτά. Εναντίον σου, θα παίξουν για την απόλαυση ή για να σου πάρουν πέντε, έξι χιλιάδες δολάριά, δεν έχει σημασία. Θα τους κερδίσεις, πάντα σχεδόν. Χωρίς αναλαμπές, αλλά επειδή θα παίζεις σαν μια μηχανή που δεν κάνει ποτέ λάθη και που τίποτα δεν μπορεί να την αποσυγχρονισει. Κι όμως, αυτό θα είναι ένα συνηθισμένο πόκερ, Μπενεντικτ. Θα υπάρξει ένα άλλο που θα είναι σαν να περπατάς στο φεγγάρι. Γιατί θα έρθει, μοιραία, μια μέρα που κάποιος, απέναντί σου, θα παίξει κάτι άλλο κι όχι λεφτά, θα παίξει τον εαυτό του, θα παίξει κάτι πάρα πάνω από τη ζωή του, θα παίξει το εγώ του, την ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Θα είναι μια σπάνια, μια απίστευτη στιγμή αυτή η μονομαχία, Μπένεντικτ. Πρέπει να προετοιμάζεσαι, θα πρέπει να την κάνεις μια τελετή θανάτου. Μη γελιέσαι: θα πρέπει να μπεις κι εσύ στο παιχνίδι. Κι αν χάσεις, θα είσαι σαν πεθαμένος».


Κι είχαν περάσει, πράγματι, τέσσερις ώρες όταν σηκώθηκε ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν. Πήγε ως το παράθυρο. Είχε ξημερώσει. Ο ουρανός ήταν γκριζωπός, συννεφιασμένος, όπως κι ο Ατλαντικός στον πορθμό του Νάντουκετ. «Ντίτριχ, παρακαλώ, μετρήστε τις μάρκες». Και πάλι ο απαλός ήχος από τις κοκάλινες μάρκες. Ο Ντίτριχ ανακοίνωσε τον αριθμό. Ο Μπεν ξαναγύρισε στο τραπέζι, μάζεψε την εγγυητική επιστολή και την επιταγή των δύο εκατομμυρίων δολαρίων, τις έβαλε στο χαρτοφύλακα και τον έκλεισε. «Μπορούμε να παίξουμε την επόμενη παρτίδα όποτε θέλετε. Δική σας η επιλογή, Βαν Χέερεν». Καμιά απάντηση. Ο Βαν Χέερεν τον κάρφωνε με τα μάτια του, ίδια γαλαζωπό ατσάλι, κι αρνιόταν να χαμηλώσει το βλέμμα. «Θα το φροντίσω εγώ», είπε ο Ντίτριχ. «Θα είμαι στο ξενοδοχείο Πιερ». Ο Ντίτριχ έγνεψε καταφατικά. Η επόμενη παρτίδα θα γινόταν σε δυο τρεις μέρες, στη Νέα Τ όρκη, στο Μανχαταν. Ο Μπεν βγήκε από το δωμάτιο με τον Ούγκο ξοπίσω του. Στο χολ, ξεπρόβαλλε μπροστά τους ο Όλιβερ, ο μαιτρ ντ οτελ. «Σας περιμένει ένα αυτοκίνητο που θα εγκαταλείψετε το κτήμα», τους ανάγγειλε.

σας επιτρεψει να

Ο Μπεν κοίταξε προς τη σκάλα που οδηγούσε στους οροφους. «Πού είναι η γυναίκα μου;» «Η δεσποινίς Μόνα…» «Η κυρία Σαρκισιάν».


«Η δεσποινίς Μόνα έφυγε πριν από μια ώρα», είπε ο Όλιβερ ατάραχος. «Περίμενε εδώ», παράγγειλε ο Μπεν στον Ούγκο. Ανέβηκε τις σκάλες δυο δυο. Ξαναφάνηκε μετ’ από λίγα δευτερόλεπτα. «Πάμε» Κάθισε στο βολάν και ξεκίνησε χωρίς να περιμένει να κλείσει ο Ούγκο την πόρτα. Ωστόσο, δεν έτρεχε. Τ ο αυτοκίνητο κυλούσε αργά, περπατητά σχεδόν, όσο βρισκόταν στην ιδιοκτησία Βαν Χέερεν, ως τη στιγμή που πέρασε την κύρια είσοδο κάτω από το ψυχρό βλέμμα των φρουρών. Στο Νιου Μπέντφορντ, καθ’ οδόν για τη Νέα Υόρκη, σταμάτησαν για ν’ αγοράσουν τις πρωινές εφημερίδες. Οι περισσότερες είχαν… εξορίσει την πληροφορία στις εσωτερικές σελίδες. Η Γκλ ομπ της Βοστόνης, μάλιστα, την είχε αποσιωπήσει. Η Νιον Γιορκ Ντέιλ ι Νιονζ την είχε κάνει δίστηλο. Και σε κάθε περίπτωση, η βασική ιδέα του τίτλου ήταν η ίδια. «Πρόκληση-παραλήρημα στον δισεκατομμυριούχο». Κι ανάπτυξη στο άρθρο που ακολουθούσε του μηχανισμού της πρόκλησης: διαδοχικές παρτίδες, τα κέρδη της προηγούμενης παρτίδας θα έμπαιναν στο τραπέζι της επόμενης παρτίδας: τέσσερα, οχτώ, δεκάξι, τριάντα δύο, εξήντα τέσσερα εκατομμύρια δολάρια…. «ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΣΠΑΣΕΙ ΠΡΩΤ ΟΣ;» Ο Ούγκο δεν είχε ανοίξει το στόμα του. Ήταν κουρασμένος, άδειος, εξουθενωμένος νευρικά’ ένιωθε μια βαθιά αγωνία, είχε ένα κακό προαίσθημα. Είχε κουρνιάσει στη γωνιά του αυτοκινήτου, σαν να ήθελε να μείνει όσο πιο μακριά γινόταν από τον Μπεν. Στο τέλος, τον πήρε ο ύπνος. Μονο η συμπεριφορά των γκρουμ του ασανσέρ του Πιερ τους εδωσε να καταλάβουν πως τα τηλεοπτικά κανάλια είχαν εξαπολύσει το νέο σε όλη την επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ντίτριχ τηλεφώνησε το βράδυ, κατά τις οχτώ. Πρότεινε την


επομένη, 2 Σεπτεμβρίου, βράδυ, και σαν τόπο το διαμέρισμα του Βαν Χεερεν στην κορφή του κτιρίου της τράπεζας του Μανχάταν. «Σύμφωνοι, Σαρκισιάν;» «Ναι». «Στη συνέχεια, ο κύριος Βαν Χέερεν θα πρέπει ν’ απουσιάσει για υποθέσεις τέσσερις μερες, μια μετακίνηση προγραμματισμένη από καιρό». Σύντομη παύση. «Μου ζήτησαν να υπογραμμίσω αυτό το ‘προγραμματισμένη από καιρό’. Δεν πρόκειται για φυγή». «Πολύ καλά». «Ο κύριος Βαν Χέερεν θ’ απουσιάσει, λοιπόν, από τις 3 έως τις 7 Σεπτεμβρίου. Η τρίτη παρτίδα μπορεί να γίνει στις 8, στο ίδιο μέρος». «Σύμφωνοι». Σύντομη παύση. «Δεν έπρεπε ν’ ανακατέψετε τον τύπο και την τηλεόραση σ’ αυτή την υπόθεση». «Δεν είμαι της άποψής σας», είπε ο Μπένεντικτ με κείνη την αλαργινή φωνή του. «Τ ο κακό έγινε. Σαρκισιάν;» «Ναι». «Σας κάνω την ερώτηση προσωπικά: πού είναι η Μόνα;» «Δεν ξέρω».


«Εξαφανίστηκε. Χωρίς αποσκευές. Μόνη. Σήμερα το πρωί απέσυρε από την τράπεζά της πενήντα εκατομμύρια δολάρια σε ρευστό. Πενήντα εκατομμύρια δολάρια!» «Δεν ξέρω τίποτα». Μετά από τη δεύτερη παρτίδα, μέσα στη νύχτα 2 προς 3 του Σεπτέμβρη, η θέση που απασχολούσε η υπόθεση στον τύπο και στην τηλεόραση μεγάλωσε απότομα. Ο Μπεν κι ο Ούγκο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Πιερ που το πολιορκούσαν πια οι δημοσιογράφοι. Άλλαξαν πολλές φορές ξενοδοχείο και κατέληξαν να χωρίσουν’ ο Ούγκο κατέλυσε στο Γουόλντορφ Αστάρια, στο οποίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία —συναισθηματικοί λόγοι μιας κι είχε μείνει εκεί για πρώτη φορά σε ηλικία τεσσάρων χρονών. Όσο για τον Μπένεντικτ, αυτός κατάφερε να παραπλανήσει τους ρεπόρτερ. «Πού στο διάβολο θα πας,» ανησύχησε ο Ούγκο. «Πρόβλημά μου», απάντησε ο Μπεν με ύφος πιο αφηρημένο από ποτέ. «Κι αν θέλω να επικοινωνήσω μαζί σου;» Ο Μπεν κούνησε το κεφάλι. Τ ελικά, ο Ούγκο το έμαθε αργότερα, αφού κατάφερε για ένα διάστημα να στεγαστεί στο παλιό του διαμέρισμα της Κλίντον Στρητ, βρήκε καταφύγιο στου Αάρι Μενέντεζ, του εξάδελφου του Οτσόα, που του είχε τηλεφωνήσει στη Ζυρίχη. Ο Ούγκο συνάντησε τον Ντίτριχ χωριστά’ οι δυο άντρες γευμάτισαν στο «πριβέ» εστιατόριο στην κορφή του Ροκφέλερ Σέντερ· κάτι η προφανής γερμανική καταγωγή του Ντίτριχ, κάτι το γεγονός πως ψευτομιλούσε λίγα γερμανικά, η ανάγκη τους ν’ ανοίξουν την καρδιά τους ο ένας στον άλλο σαν μάρτυρες κι έμπιστοι των μονομάχων, ήταν αρκετοί λόγοι προσέγγισης. «Είναι συναρπαστικό, είναι τρελό, είπε ο Ντίτριχ. Να με πάρει ο διάβολος αν ξέρω πώς θα τελειώσει. — Τ ότε, στην προκειμένη περίπτωση γιατί διευκολύνατε τον Μπεν;— Γιατί μου το ζήτησε η Καλλιόπη. Κι επειδή ο Άλεξ, αν και παλιός σύντροφος, δεν υπήρξε ποτέ φίλος μου. Ένα μάθημα δε θα του κάνει κακό. Αλλά δε θα υποχωρήσει, είναι έτοιμος να φτάσει στ’ άκρα.


Κάνατε το λογαριασμό, Ούγκο; Εγώ τον έκανα! διπλασιάζοντας κάθε φορά, αν κερδίζει ο φίλος σας, θα μαζευτούν τέσσερα δισεκατομμύρια ενενήντα έξι εκατομμύρια δολάρια κέρδη μετ’ από δώδεκα παρτίδες. Πρόκειται για μυθώδες ποσό». «Μέσα σε σαράντα οχτώ εργάσιμες ώρες, τόσο κάνει τέσσερις ώρες επί δώδεκα. Ωραίο μεροκάματο!» είπε ο Ούγκο που ενιωθε κι αυτός κρύα ρίγη στην πλάτη. Η τρίτη παρτίδα έγινε στις 8 Σεπτεμβρίου, τη νύχτα της ογδοης προς την ενάτη. Δε χρειάστηκε καν να παίξουν τέσσερις ώρες! είκοσι πέντε λεπτά πριν από το τέλος της καθορισμένης ώρας, ο Βαν Χέερεν δεν είχε ούτε μάρκα μπροστά του. Οχτώ εκατομμύρια δολάρια. Δεκάξι, δυο μέρες αργότερα, στις 11 Σεπτεμβρίου, στις δύο και τριαντα το πρωί, στο τέλος της τέταρτης παρτίδας. Τ ριαντα δυο τη μεθεπομένη, 13, την ίδια ώρα. Οι εφημερίδες, τα περιοδικά, η τηλεόραση ασχολούνταν τώρα συστηματικά με την υπόθεση. Όλα τα μέσα διέθεταν ομάδες με μόνο σκοπό να παρακολουθούν την εξέλιξη της «κόντρας». Οι ρεπόρτερ δεν άργησαν να εντοπίσουν το μέρος πού παίζονταν οι παρτίδες, στην κορφή του κτιρίου της Γουίλιαμ Στρητ. Κι άρχισε αμέσως ένας τρελός διαγωνισμός σκαρφαλώματος, στα γειτονικά ακίνητα για να στηθούν οι τηλεοπτικές κάμερες. Δεν ήταν και τόσο απλό άλλωστε: τα γειτονικά κτίρια ανήκαν στην Τ ράπεζα της Νέας Υόρκης, στη Φερστ Νάσιοναλ Σίτι Μπανκ, στο Βιομηχανικό Τ ραστ του Ανοβέρου, στην Τ ράπεζα Μόργκαν. Από τις στέγες αυτών των ακινήτων μπορούσες να δεις, κι ιδίως τη νύχτα, όταν ήταν φωτισμένο, το γραφείο του Βαν Χέερεν και τους δυο άντρες καθισμένους αντικριστά. Μπορούσες, τουλάχιστον, ως τη στιγμή που τραβιόνταν οι κουρτίνες κι έκοβαν τη θέα. Αυτό που ακολούθησε φάνηκε λογικό:


Στις 14 Σεπτεμβρίου, κατατέθηκε αγωγή κατά του Αλεξάντερ Βέντελ Βαν Χέερεν, από ένα συνδικάτο αποτελούμενο από τους δυο γιους του, τη νόμιμη σύζυγό του και το σύνολο των ανώτερων στελεχών των διαφόρων επιχειρήσεών του και μελών των πολυάριθμων διοικητικών του συμβουλίων. Αιτία: η παραφροσύνη. Με αίτηση άμεσα εκτελεστής οδηγίας που θ’ αφαιρούσε από τον Βαν Χέερεν κάθε δυνατότητα απόφασης. Σε λιγότερο από μια ώρα, από την κατάθεση της αγωγής, οι δικηγόροι του Βαν Χέερεν εκδήλωναν την αντίθεσή τους, τόσο για τη διαδικασία, όσο και για την ουσία του πράγματος. Αποτέλεσμα της παρτίδας της 15 Σεπτεμβρίου’ εξήντα τέσσερα εκατομμύρια δολάρια. Αλλά τότε κάτι εγινε. Η τύχη που συνόδευε αδιάκοπα τον Μπενεντικτ Σαρκισιαν, ενισχύοντας την άψογη τεχνική του, η που δεν του πήγαινε, τουλάχιστον, κόντρα, γύρισε. Σαράντα λεπτά πριν από το τέλος της έκτης παρτίδας, οι δυο άντρες ισοψηφούσαν σε μάρκες. Ο Μπένεντικτ κέρδισε μόλις με τριαντα μάρκες διάφορά. Τ ίτλος σε πέντε στήλες τη 17 Σεπτεμβρίου, σε όλες τις βραδινές εφημερίδες: «ΠΡΟΚΛΗΣΗ: 128 ΕΚΑΤ ΟΜΜΥΡΙΩΝ ΠΑΤ ΟΝ ΜΠΕΝ;» Άλλος τίτλος: «Ο Α.Β. Χ ΥΠΟΚΕΙΤ ΑΙ ΣΕ ΔΙΑΝΟΗΤ ΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ. ΠΟΛΕΜΟΣ Τ ΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ». Η έβδομη συνεχόμενη νίκη του Μπεν επιτεύχθηκε τα τελευταία λεπτά της παρτίδας, μ’ έξι μάρκες διαφορά, μόνο. Η τύχη που παραστεκόταν στην αρχή στο νεαρό από το Σαν Φρανσίσκο, ευνοούσε τώρα σκανδαλωδώς τον Βαν Χέερεν. Οποιοσδήποτε άλλος παίχτης εκτός από τον Σαρκισιάν θα είχε σαρωθεί τούτη τη νύχτα της 16 προς 17 Σεπτεμβρίου. Η αντίδραση των γιων, της συζύγου και του κλαν Βαν Χέερεν στο σύνολό του, που επαναστάτησαν κατά του αρχηγού, ήταν


δικαιολογημένη: φρόντιζαν να διαφυλαχτεί η πατρική κληρονομιά. Τ ο ίδιο δικαιολογημένη ήταν κι η δεύτερη κίνηση του κλαν, στις 18 Σεπτεμβρίου. Εκείνη τη μέρα, η Μόνα έκλεινε δυο βδομάδες που είχε εξαφανιστεί χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

9 Τ ην πρώτη φορά τον είχαν ακολουθήσει οι δημοσιογράφοι. Με αυτοκίνητο, φυσικά. Τ ους είχε δοθεί έτσι η ευκαιρία να τραβήξουν μια πολύ ωραία φωτογραφία του Μπεν που έτρεχε, στις πρώτες ανταύγειες της αυγής, μοναχικός, στην ιλιγγιώδη γέφυρα του Βεραζάνο, που συνδέει το Στάτεν Άιλαντ με το Μπρούκλιν και στεφανώνει την είσοδο του κόλπου της Νέας Τ ορκης, στις παρυφές του Ατλαντικού. Τ ους είχε ζητήσει να τον αφήσουν μόνο κι είχαν δεχτεί, στο τέλος. Γιατί, μέσα στην πρόκληση, αυτός ήταν το «underdog», το σκυλί που είναι από κάτω το πιο αδύναμο, υποτίθεται, γιατί προαισθάνονταν — κι οι αποδείξεις έφταναν σωρηδόν με το ταχυδρομείο πως η μεγάλη πλειοψηφία των αναγνωστών κι αναγνωστριών, των νέων ιδίως κι αδιακρίτως φύλου, ήταν έτοιμη να λατρέψει σαν είδωλο τούτο το νεαρό λύκο με το ρεμβαστικό βλέμμα. Και πιο απλά ακόμα επειδή τον πίστεψαν όταν τους είπε πως έτρεχε μόνος ή καθόλου. T o πρωί της 18, βγήκε από το σπίτι των Μενέντεζ στο Μπρούκλιν, προτού χαράξει η μέρα. Φορούσε αθλητικά παπούτσια με χοντρές σόλες για ν’ αντέχει το σκληρό σφυροκόπημα της ασφάλτου και φόρμα μπλε σκούρα με τριπλή, λευκή λουρίδα. Οι τρεις τέσσερις ρεπόρτερ, η ομάδα του Α. Μπε, Σε Νιουζ, που βρίσκονταν εκεί, νωχελικοί φρουροί, τον είδαν να περνάει χωρίς να επιχειρήσουν να τον ακολουθήσουν, σεβόμενοι τη συμφωνία τους.


Έτρεξε κατά μήκος της 4ης Λεωφόρου —τον ακολούθησε για λίγο ένα περιπολικό αλλά δεν επέμεινε. Διέσχισε την Μπέι Ριτζ και κατευθύνθηκε προς την 86η για να περάσει τη διάβαση για το Βεραζάνο. Οι δυο άντρες πάνω στη μεγάλη Γιαμάχα, περίμεναν δυο λεπτά από τη στιγμή που πέρασε κι ύστερα, πήραν με τη σειρά τους το ατέλειωτο οδόστρωμα που δέσποζε του Ατλαντικού από αρκετές δεκάδες μέτρα. Ο ανθρωπάκος με τα γκρίζα μαλλιά που καθόταν πίσω από τον οδηγό της μοτοσικλέτας, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ένα όπλο μέσα στο μαύρο, δερμάτινο σακίδιό του. Στην πραγματικότητα, είχε μια φωτογραφική μηχανή είκοσι τέσσερα τριάντα έξι έγχρωμη κι οπλισμένη. Μα το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Ένα πιστόλι δε θα είχε κάνει καλύτερη δουλειά. Εκείνο το πρωί, δε φυσούσε δυνατά κι οι διπλές κολόνες, ύψους διακοσίων ογδόντα μέτρων, μόλις που φωτίζονταν από τις πρώτες αχτίδες του ήλιου που ξεμύτιζε από το Κόνεϊ Άιλαντ. Τ ο μαύρο εξάπορτο αυτοκίνητο έφτασε στο ύψος του αντρα που έτρεχε. Τ ον προσπέρασε κόβοντας ταχύτητα, Σταμάτησε είκοσι μέτρα πιο πέρα κι άνοιξε η μια πόρτα. Ο Άλαν Βαν Χέερεν, ο πρωτότοκος του Άλεξ, πάτησε το πόδι του στη γη, τη στιγμή που ο Μπένεντικτ βρισκόταν τρία μέτρα μακριά του. Και βοήθησε την Τ ζαμάικα να βγει, με τη σειρά της. «Καθίστε πίσω», πρότεινε ο Άλαν. Ο Μπένεντικτ, ακίνητος, γύρισε το κεφάλι. Τ ο γιγάντιο οδόστρωμα ζωντάνευε, η κυκλοφορία πύκνωνε. Είδε μια μοτοσικλέτα με δυο άντρες, αλλά βρισκόταν εξακόσια, εφτακόσια μέτρα πιο πέρα κι οι δυο μοτοσικλετιστές ήταν σκυμμένοι πάνω στη μηχανή. «Ευχαριστώ, Άλαν», είπε η Τ ζαμάικα. «Ο Μπεν κι εγώ προτιμάμε να περπατήσουμε».


Προχώρησαν πλάι πλάι κι απομακρύνθηκαν από το αυτοκίνητο όπου βρίσκονταν, εκτός από τον οδηγό κι ένα σωματοφύλακα, ο Άλαν κι ο Πίτερ-Τ ζον Βαν Χέερεν. Περπάτησαν σιωπηλοί καμιά πενηνταριά μέτρα, σταμάτησαν χωρίς να τολμούν να κοιταχτούν. Ξεκίνησαν και πάλι, βουβοί. Άλλα πενήντα μέτρα. Καινούρια στάση. Σιγή. Μίλησε εκείνη πρώτη. «Επιχείρησαν τα πάντα, Μπεν. Δεν ξέρω πώς να το πω… Τ α δοκίμασαν όλα, για σένα και για μένα, εννοώ…» Έκαναν ταυτόχρονα την ίδια κίνηση, πλησίασαν στο κιγκλίδωμα και βάλθηκαν να παρατηρούν μια φορτηγίδα που περνούσε από κάτω — σαν παιχνιδάκι θαρρείς από την απόσταση. «Αμφιβάλλεις για το τι περιμένουν από μένα; Να σε πείσω να σταματήσεις την παρτίδα. Πρώτα μου εξήγησαν πόσο τιποτένιος είσαι. Ύστερα μου είπαν πως ο μπαμπάς είναι τρελός. Μου έφεραν μάλιστα και γιατρούς που το βεβαίωσαν» Σταμάτησε λίγο να πάρει ανάσα και συνέχισε: «Η οικογένεια επέμεινε να έρθω σήμερα το πρωί. Γιατί; Γ ιατί, στο τέλος θα έκανες αυτό που θα σου ζητούσα, αφού είσαι ερωτευμένος μαζί μου. Τ α κουβέντιαζαν όλη νύχτα, τ’ αδέρφια μου, η μητέρα κι ο παππούς μου. Πριν από μια ώρα ακόμα, αρνιόμουν. Ήθελα, όμως, τόσο πολύ να σε ξαναδώ». Εσκυψε το κεφάλι κι είπε με παιδιάστικη φωνούλα. «Μπεν, προσπάθησα να σε ξεχάσω, κι ιδίως όταν έμαθα πως παντρευτήκατε με τη Μόνα. Μα δεν έγινε τίποτα. Κι αν θες τη γνώμη μου, δεν πρόκειται να γίνει τίποτα, ποτέ». Στέναξε. «Έτσι είναι, Μπεν». Σήκωσε το κεφάλι κι άρχισε να τρέμει. Είχε ακουμπήσει το μέτωπο της στο ατσάλι της κολόνας, τα μάτια της, ορθάνοιχτα, ήταν γεμάτα


δάκρυα. Τ ον άγγιξε τότε για πρώτη φορά, τον ανάγκασε να κάνει μίση στροφή, να σταθεί αντίκρυ της και τότε πατώντας στις μύτες των ποδιών της τον φίλησε στα χείλη, ανάλαφρα, φευγαλέα, με τα δυο της χέρια στα μάγουλά του. Εκείνη τη στιγμή τράβηξαν τη φωτογραφία κι η Γιαμάχα ξεμάκρυνε σαν αστραπή, μουγκρίζοντας.

10 Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε την επομένη, κιόλας 19. Τ ις επόμενες μέρες την αναδημοσίευσαν δεκάδες ημερήσια φύλλα και περιοδικά, όχι μόνο στις Η.Π.Α., αλλά και στην Ευρώπη. Η λεζάντα που τη συνόδευε, σε κάθε περίπτωση, περιείχε την ίδια ιδέα! «Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ!))

«Θέλω να του μιλήσω», είπε ο Μπεν. «Δεν πρόκειται για μένα αλλά για τη Μόνα». «Δεν είναι η πρώτη φορά που εξαφανίζεται έτσι», είπε από την άλλη άκρη της γραμμής η παγερή φωνή της Εύας Μόρισον. «Βρίσκεται σε κίνδυνο, πραγματικά». «Εξαιτίας της φωτογραφίας στη γέφυρα του Βεραζάνο;» «Ναι». Μια παύση. «Περάστε μου τον στη γραμμή, σας παρακαλώ», επέμεινε ο Μπεν. Για ένα λεπτό, στο ακουστικό, εκείνη η αλλιώτικη σιωπή, το πνίξιμο του ήχου από την παλάμη. Κι ύστερα, το ηχητικό πεδίο ξανάγινε


φυσιολογικό, Η φωνή της Εύας Μόρισον. «Με ακούτε;» «Ναι». «Η απάντηση είναι όχι, Σαρκισιάν». «Ακούστε με, αν πέσει στα μάτια της Μονάς η φωτογραφία, είναι πια θέμα ζωής ή θανάτου. Ο Βαν Χεερεν εχει μέσα που δεν έχω εγώ. Ας τα χρησιμοποιήσει, τουλάχιστον. Κινδυνεύει η ζωή της». Και νέα διακοπή, πιο παρατεταμένη από την πρώτη. Και πάλι η Μόρισον στην άκρη της γραμμής. «Είμαι επιφορτισμένη να σας επαναλάβω αποκλειστικά και μόνο αυτό, Σαρκισιάν. Ή θα είσαστε απόψε στις δέκα καθισμένος στο τραπέζι, ή δε θα είσαστε. Κανένα πρόσχημα δε θα γίνει δεκτό». Έκλεισε. Ο Μπεν έκλεισε κι αυτός με τη σειρά του. Πήγε και γέμισε ένα ποτήρι νερό. «Ως την Αποκάλυψη», μουρμούρισε ο Ούγκο. Ο Βασιλιάς έλεγε! «Η τύχη παίζει ένα ρόλο, Μπένεντικτ. Υπέρ σου ή εναντίον σου. Εσύ, αρκεί να την αναγνωρίσεις, να κάνεις τη διαλογή, να καθορίσεις τι ακριβώς της χρωστάς στη νίκη ή στην ήττα σου. Είναι τρελή, δεν έχει λογική. Μπορεί να σ’ εγκαταλείψει για δεκαπέντε χρόνια. Αγνόησέ την, Μπένεντικτ, αγνόησέ τη μόλις την αναγνωρίσεις, μη βασιστείς ποτέ πάνω της, μη την υπολογίσεις ποτέ, παρά μόνο για να πολεμήσεις και να περιορίσεις τ αποτελέσματά της όταν βοηθάει τους άλλους. Τ ο να φαντάζεσαι πως παίζει συστηματικά εναντίον σου, είναι σαν να πιστεύεις πως η βροχή σε στοχεύει προσωπικά. Και μια κι έγινε λόγος για βροχή, να θυμάσαι πως το όρος Αραράτ γλίτωσε από τον Κατακλυσμό».


Η όγδοη παρτίδα παίχτηκε τη νύχτα της 18 προς τη 19 Σεπτεμβρίου και το ποτ θα έφτανε τα διακόσια πενήντα έξι εκατομμύρια δολάρια. Στις δυο προηγούμενες συναντήσεις, η τύχη είχε γυρίσει με το μέρος του Βαν Χέερεν: τον είχε ευνοήσει σκανδαλωδώς τη νύχτα της 17ης προς τη 18η, σπρώχνοντάς τον όπως σπρώχνει η παλίρροια το πλεούμενο, τόσο που ήταν θαύμα ψυχραιμίας και τεχνικής που ο Μπένεντικτ κατάφερε να επιπλεύσει. Τ ην αυγή της 19ης Σεπτεμβρίου, η παλίρροια που είχε φτάσει στο μάξιμουμ της έδωσε τη θέση της στην άμπωτη. Πενήντα λεπτά πριν από το καθορισμένο τέλος, ο Βαν Χέερεν προηγούνταν κατα εβδομήντα μάρκες. Τ ις έχασε. Έχασε πολύ περισσότερα, κατέρρευσε. Τ ο πλατύ, δυνατό πρόσωπό του ρουφήχτηκε, ξαφνικά η αναλλοίωτη, απαθής έκφρασή του έσπασε, ράγισε σαν πρόσοψη που της πέφτουν οι σοβάδες: ιδρώτας στους κροτάφους, βαθουλωμένα μάτια, ρουθούνια που πάλλονταν, σύσπαση στο χείλι. Και τα χέρια. Έκανε πάντα μια ασυναίσθητη κίνηση, απομακρυνόταν ένα δύο χιλιοστά από το τραπέζι όταν έπιανε ανέλπιστο χαρτί· ο Μπεν το είχε προσέξει από την πρώτη τους συνάντηση, στου Ντένις Ο’ Κήηφ. Αλλά τα χέρια δεν τον είχαν ποτέ προδώσει: έμεναν πάντα άψυχα. Αυτή τη φορά ένα αδιόρατο τρεμούλιασμα έπιασε πρώτα το ένα δάχτυλο κι ύστερα μεταδόθηκε στ’ άλλα. Τ ο τέλος είχε έρθει. Τ ο μπλε, ονειροπόλο βλέμμα του Μπένεντικτ κατέγραψε την κατάρρευση με χειρουργική ακρίβεια. Αν είχε δείξει, εκείνη τη στιγμή, το παραμικρό σημάδι θριάμβου, μπορεί ο τραπεζίτης, από περηφάνια, να είχε βρει μέσα στη λύσσα του τον τρόπο να συνεχίσει την παρτίδα. Αλλά ο Βαν Χέερεν δε διάβασε τίποτα στο αδύνατο, ηλιοκαμένο πρόσωπο του Μπεν. Ήταν αυτή η απάνθρωπη, μεταλλική αδιαφορία που έκανε τα


υπόλοιπα. Πενήντα λεπτά πριν από το τέλος, ο Βαν Χέερεν προηγούνταν με εβδομήντα μάρκες, με πενήντα δέκα λεπτά αργότερα. Από τότε, το έλλειμμά του δεν έπαψε ν’ αυξάνεται. Είχαν συμφωνήσει να παίξουν ως τις δύο και τριάντα: από τις αρχικές χίλιες μάρκες της κάβας του, δεν του έμεναν, εννιά λεπτά πριν από το τέλος, παρά μερικές δωδεκάδες. Ο ξετρελαμός του ήταν τέτοιος που επιχείρησε το αδύνατο. Ήρθε η σειρά του να μοιράσει. Πήρε την τράπουλα με χέρια που έτρεμαν φανερα. Τ ρία δευτερόλεπτα ακινησίας. Κοίταξε το παιχνίδι που είχε ανοίξει ο ίδιος και το ξαναπόθεσε. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, τα ξανάνοιξε, χαμήλωσε το κεφάλι. «Σταματάω», είπε. Σηκώθηκε. Η Εύα Μόρισον βγήκε ξοπίσω του και την ακολούθησαν ο Γουόρεν Νας, ο Άμπι Λέβιν, ο Λεινς Μπιτι κι ο Ντίτριχ. Ο Ντίτριχ, στο κατώφλι κοντοστάθηκε και κοίταξε για μια στιγμή τον Μπένεντικτ προτού βγει με τη σειρά του. Τ ο αριστερό χέρι του Μπεν σάρωσε ήρεμα τις μάρκες, το δεξί του μάζεψε τα φύλλα που είχε εγκαταλείψει ο Βαν Χέερεν. Τ α δυο χέρια κινήθηκαν τότε συγχρονισμένα, βάλθηκαν με μια τρομακτική ακρίβεια να στήνουν τα τραπουλόχαρτα με την κόψη, τα στήριξαν με το πλάι, τα έβαλαν στη γραμμή έτσι που ορθώθηκε ένα πύργος. Ο Ούγκο έσβησε με χέρι που έτρεμε ό,τι απόμεινε από το πούρο του. Έτοιμος να κλάψει, με το λαιμό σφιγμένο, πλησίασε τις τεράστιες τζαμόπορτες και τράβηξε μια μια τις βαριές κουρτίνες, αποκαλύπτοντας τη νύχτα του Μανχάταν, γεμάτη από ανθρώπους που παραμόνευαν με τις κάμερες και τους τηλεφακούς, τούτο το πελώριο, κατάφωτο γραφείο στην κορφή τούτου του μεγάρουπύργου, στο οποίο, καθισμένος στο τραπέζι, καθόταν μόνο ο


νικητής.

11 Οι δυο Μεξικάνοι, άντρας και γυναίκα, κοίταξαν θαμπωμένοι τη χοντρή δέσμη με τα χαρτονομίσματα. Έψαξαν λέξεις να εκφραστούν, στα εγγλέζικα, κούνησαν το κεφάλι1 δε μιλούσαν αγγλικά, κανένας από τους δυο τους, δεν ήξεραν να διαβάζουν είχαν περάσει λαθραία τα σύνορα, πριν από πέντε βδομάδες και δεν είχαν άδεια παραμονής. Είπαν στα ισπανικά: «Mucho dinero!)) (Πολλά λεφτά)» Η Μόνα τους χαμογέλασε. «Πηγαίνετε, τώρα, φύγετε». Η χειρονομία είπε πιότερα από τα λόγια. Μάζεψαν τα χρήματα κι έφυγαν, διέσχισαν το κηπάκι, έκλεισαν προσεχτικά την καγκελόπορτα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά σε τούτο το σπίτι, στην κορφή του λόφου Σούτρο όπου είχαν περάσει δυο βδομάδες, συντροφεύοντας αυτή τη νέα, μοναχική γυναίκα. Η Μόνα ξανάκλεισε την πόρτα του σπιτιού. Γύρισε δυο φορές το κλειδί, τράβηξε την αμπάρα. Έλεγξε ένα ένα όλα τα παραθυρα κι υστέρα ανέβηκε στον όροφο. Τ ο δωμάτιο στο οποίο είχε εγκατασταθεί είχε παράθυρα κι από τις δυο πλευρές, βόρεια και δυτικά. Στα βόρεια, έβλεπε από ψηλά το ιατρικό κέντρο του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, το Γκόλντεν Γκέιτ Παρκ, το Κέτζαρ Στάντιουμ, κάποιες άλλες πράσινες εκτάσεις, αυτή του Πρεζίντιουμ ανάμεσά τους και τέλος, στην άκρη του ορίζοντα, τη Χερσόνησο Μαρίν, όπου βρισκόταν το Σαοσαλίτο. Άνοιξε τις τρεις μεγάλες βαλίτσες κι έβγαλε από μέσα τα λεφτά.


Χώρισε σε δεσμίδες τα σχεδόν πενήντα εκατομμύρια δολάρια και τα σκόρπισε εδώ κι εκεί μέσα στην κάμαρα σταματώντας μόνο για να μασουλήσει άλλο ένα δισκίο πάλφιουμ. Ανάμεσα στα δυο παράθυρα, απέναντί της, είχε καρφιτσώσει τη φωτογραφία που είχε κόψει από ένα περιοδικό, τη φωτογραφία του Μπεν και της Τ ζαμάικα, στη γέφυρα του Βεραζάνο. Στα δυτικά, ο ήλιος ετοιμαζόταν να βουτήξει στα νερά του Ειρηνικού. Προσπάθησε να επιταχύνει τις κινήσεις της που τις έλεγχε με κόπο, παραπαίοντας. Τ α χαρτονομίσματα των χιλίων δολαρίων στοιβάζονταν κανονικά στα πάτωμα, σχημάτιζαν ένα πράσινο χαλί γύρω στα δεκαπέντε εκατοστά πάχος. Κι όσο καταγινόταν, δεν έπαυε να χαμογελάει στο κενό. Δυσκολεύτηκε να γδυθεί. Αναγκάστηκε να ξεσκίσει το πουκάμισο και το σλιπ της. Αγνάντευε τον κόκκινο ήλιο που χασομερούσε πάνω από τη θάλασσα. Τ α δάχτυλά της ψηλάφισαν τη γυμνή κοιλιά της, πιέζοντας την ελαφρά ως τη στιγμή που εντόπισε αυτό που έκρινε πως θα έπρεπε να είναι το κεφάλι του εμβρύου. Σημάδεψε το σημείο με τον αντίχειρα του αριστερού χεριού, και με το δεξί ακούμπησε τη μύτη του μεγάλου τραπεζομάχαιρου. Περίμενε, μασουλίζοντας το τελευταίο χάπι πάλφιουμ, παλεύοντας να κρατήσει τα μάτια ανοιχτά, στυλωμένα στο ηλιοβασίλεμα. Έμπηξε τη λάμα. Μόνο η ξύλινη λαβή προεξείχε από την κοιλιά της τη στιγμή που ο πορφυρένιος δίσκος βυθίστηκε ολότελα στα νερά. Με τα μάτια κλειστά, η Μόνα εμοιαζε να χαμογελάει στο θάνατο. Όταν σωριάστηκε στο πλάι, εριξε με την ίδια κίνηση τη λάμπα πετρελαίου, άνοιξε τα μάτια κι είδε τη φλόγα ν’ αρπάζει τα μαλλια της.


12 Στη Νέα Υόρκη, λόγω της διαφοράς της ώρας ανάμεσα στις δυο αμερικάνικες ακτές, τα ρολόγια έδειχναν δέκα το βράδυ. Ο Λέινς Μπίτι μπήκε στο γραφείο κι είπε στην Εύα Μόρισον! «Είναι εδώ». «Αφήστε με μόνη μαζί του. Θα τα πούμε αύριο». «Θα προτιμούσα να περιμένω δίπλα». «Όχι, φύγετε. Αύριο». Περίμενε να σβήσουν τα βήματα του Μπίτι στο διάδρομο. Κι ύστερα, με την παγερή φωνή της! «Περάστε». Είχε βγάλει ένα ντοσιέ από το συρτάρι του γραφείου της. Τ ου έριξε μια ματιά στα βιαστικά. «Χρειαστήκαμε έρευνες μηνών για να μάθουμε την ύπαρξή σας και να σας ξαναβρούμε. Είσαστε σαράντα τεσσάρων χρονών. Σύμφωνα με τον ιατρικό σας φάκελο, έχετε μόλις έξι μήνες ζωή και το ξέρετε. Έχω εδώ αντίγραφα όλων των ιατρικών αναφορών καθώς και το χαρτί που υπογράψατε στους γιατρούς του Σικάγο όταν αρνηθήκατε να μείνετε στο νοσοκομείο. Είσαστε σύμφωνος;» «Ναι» «Τ όνομά σας μας το έδωσε ένας κρατούμενος στο Σιάτλ, που καυχήθηκε πως είχε συναντήσει τον Μπένεντικτ Σαρκισιαν και τον είχε κερδίσει στο πόκερ. Πετύχαμε την υπό όρους απελευθέρωσή του, τον πληρώσαμε και μας διηγήθηκε μια ιστορία η οποία, κατ’ εκείνον, συνέβη στα σφαγεία του Σαν Φρανσίσκο πριν από μερικά


χρόνια. Ομολόγησε πως κομπορρημονούσε λέγονταςπως κέρδισε τον Σαρκισιάν, αλλά ισχυρίστηκε πως ήξερε κάποιον ο οποίος μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει και να νικήσει τον Σαρκισιάν». Μια σύντομη παύση. «Εσείς». Από μια παλιά συνήθεια, η Εύα Μόρισον, με το στυλό στο χέρι, διόρθωνε τα λάθη γραφομηχανής στην αναφορά. Ύψωσε τα μάτια, αντίκρισε τον άντρα και της ήρθε αναγούλα. Ήταν τόση η απέχθεια, η αηδία που την πλημμύρισε που της ήρθε εμετός. Σηκώθηκε, πήγε στη μικρή, συνεχόμενη τουαλέτα, έπλυνε τα χέρια και ξαναγύρισε στη θέση της, κρατώντας πεισματικά το βλέμμα καρφωμένο στα χαρτιά της. «Πιστεύετε πως μπορείτε να κερδίσετε τον Σαρκισιάν, υποθέσουμε πως σας εμπιστευόμαστε τ’ απαραίτητα χρήματα;»

αν

Σιγή. Η γυναίκα πάλεψε άγρια με τον εαυτό της και κατάφερε να νικήσει την απέχθειά της. Ύψωσε για δεύτερη φορά το κεφάλι και τον κοίταξε. Ο άντρας ήταν πολύ ξανθός, άσπρος σχεδόν, μ’ εκείνη τη λευκότητα των αλμπίνων είχε πάνω του κάτι το απερίγραπτο, κάτι το γλοιώδες, το βλεννώδες. Τ α πλαδαρά του χείλια ήταν κόκκινα σαν αίμα. Τ α μάτια ξέθωρα, είχαν ένα βλέμμα τυφλού και μέσα τους άστραφτε μια ειρωνεία, μια καταφρόνια, μια αφύσικη και φανατική επιθετικότητα. Η σάρκα του ήταν φουσκωμένη, πρησμένη από την αρρώστια που τον κατέτρωγε κι από την κορτιζόνη —εναίσιμη σε μεγάλες δόσεις. Ήταν ένα τερατώδες σάρκινο μνημείο, ένα παραμορφωμένο πλάσμα που σου προκαλούσε απέχθεια, αδιαθεσία. Κι αυτό το βλέμμα… «Απαντήστε στην ερώτησή μου».


Τ ο χαμόγελο έδειξε ακόμα πιο πλατιά τα πλαδαρά χείλια. «Ο Σαρκισιάν με φοβάται. Θα τον κερδίσω». Σιγή; ,

,

,

,

,

«Από πού αντλείτε αυτή την εμπιστοσύνη στον εαυτό σας;» «Είμαι εξίσου καλός, κι ίσως καλύτερος. Μόνο που εγώ, δεν είχα τύχη. Δε θέλησαν ποτέ να παίξουν μαζί μου. Είμαι το ίδιο καλός όσο κι ο Σαρκισιάν. Και με φοβαται… Είναι τα περασμένα, βλέπεις». «Συνέβη κάτι ανάμεσά σας;» Χαμόγελο. «Ναι». «Στα σφαγεία του Σαν Φρανσίσκο;» «Ναι». Τ ην Εύα Μόρισον την ξανάπιασε τάση για εμετό. Και για πρώτη φορά από τα παιδικά της χρόνια, ένιωθε μια ακατανόητη ανάγκη να κλάψει. Πέταξε, για να πει κάτι. «Ονομάζεστε Χάσεκ». Τ ο τρομαχτικό τυφλό βλέμμα, φορτωμένο με απίστευτο σαρκασμό. «Ναι. Γυμνοσάλιαγκας. φωνάζουν».

Χάσεκ

ο

Γυμνοσάλιαγκας,

ΕΝΑΤΗ… ΚΑΙ ΣΤΕΡΝΗ ΜΟ ΙΡΑΣΙΑ

έτσι

με


Φλος Ρουαγιάλ

1 Ο Βασιλιάς ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με τα μπράτσα κατά μήκος του κορμού, τα τερατώδη χέρια του κλειστά, τα δάχτυλα συσπασμένα από τον πόνο. Πριν από δέκα μήνες ζύγιζε ογδόντα κιλά σήμερα δεν ξεπερνούσε τα πενήντα, ένας σκελετός όλο ρόζους κι εξογκώματα που πάνω του το γκρίζο, σκασμένο δέρμα απλωνόταν σαν άδειο σακί, όλο πτυχές. Από το πρόσωπο, μόνο η μεγάλη μύτη προεξείχε, σαν προέκταση των προτεταμένων μήλων. Οι Κινέζες κάτι είπαν ψιθυριστά. Άνοιξε τα βλέφαρα και φάνηκαν οι στρογγυλές, γερακίσιες κόρες. «Να φύγουν». Έφυγαν κι ο Μπεν έμεινε μόνος. Κάθισε στο μακρύ τραπέζι, λάφυρο από ένα παλιό ιστιοφόρο, και κύλησε πάνω του τους Χρυσούς Αετούς. «Είχα υποσχεθεί πως θα περίμενα για να πεθάνω». «Και κράτησες το λόγο σου». «Έκανα πιο πολλά». «Ναι, πολύ περισσότερα. Κανένας άλλος δε θα μπορούσε να κάνει τόσα, αλλά εσύ είσαι ο Βασιλιάς». Ο Βασιλιάς είπε κάτι, κατάλαβε πως τα λόγια του ήταν ακατάληπτα και τα επανέλαβε. «Δεν ήταν εύκολο». Ο Μπένεντικτ έκλεισε τα μάτια κι είπε σιγανά, τρυφερά.


«Να τώρα που μας πιάνει αυτολύπηση!» Μια σπίθα χαράς σαν να πέρασε από τα γερακίσια ματια. Τ ηλέφωνο. «Κύριε Σαρκισιάν, πρόκειται για εκείνη την παρτίδα που…» Ο Μπεν έκλεισε. Ήταν 22 Δεκεμβρίου, εφτά το βράδυ. Αναζήτησε τα μάτια του Βασιλιά. «Όχι αμέσως…. την αυγή)), του είπε εκείνος. Τ ηλέφωνο: οι Κινέζες ρωτούσαν αν έπρεπε να έρθουν πιο νωρίς το άλλο πρωί. «Όχι, μην έρθετε», απάντησε ο Μπεν. «Θα σας τηλεφωνήσω». Ο Βασιλιάς είχε σφαλίσει τα μάτια. Ο Μπεν πήρε ένα βιβλίο, το Έρημος των Τατάρων του Μπουζάτι, κάθισε κι άρχισε να διαβάζει. Τ ηλέφωνο: ο Ούγκο. «Μπεν, πάλι ο Ντίτριχ, για κείνη την παρτίδα, τη μεγαλύτερη όλων των εποχών». «Όχι τώρα», είπε ο Μπεν. «Μπεν, δεν είσαι υποχρεωμένος να την παίξεις αυτή την παρτίδα». «Όχι τώρα». «Θέλεις να έρθω;» «Όχι». Ξανάπιασε να διαβάζει. Πέρασε μια ώρα’ το μοναδικό φως τώρα έπεφτε από τη χάλκινη ναυτική λάμπα. Ο θόρυβος της κυκλοφορίας καταλάγιαζε. Τ ηλέφωνο.’ πάλι οι δημοσιογράφοι. Ο Μπεν έκλεισε


χωρίς ν’ απαντήσει. Στράφηκε κι είδε τα ματια του Βασιλιά στυλωμένα πάνω του. «Τ ίποτα σπουδαίο». Αλλά το διαπεραστικό βλέμμα είχε μια αλλιώτικη ένταση. «Ναι, κι εγώ», είπε ο Μπεν. «Και θα μου λείψεις». Απλωσε το χέρι και τ’ ακροδάχτυλά τους αγγίχτηκαν, έσμιξαν δυο τρία δευτερόλεπτα κι ύστερα χώρισαν. Τ ηλέφωνο: ο ίδιο^ ο Ντίτριχ. Ο Μπεν έκλεισε, άφησε το ακουστικό κατεβασμένο, πλάι στη συσκευή. Ξαναπιασε το βιβλίο του μα δεν κατάφερνε να διαβάσει. Κάτι εψαυσε το γοφό του. Χαμήλωσε τα μάτια κι είδε το χέρι του Βασιλιά. «Ναι, παππού;» Τ α χείλη του Βασιλιά σάλεψαν, μα δε βγήκε παρά ένας ήχος βραχνός, ακατάληπτος. Ο Μπεν έσκυψε πάνω στον ετοιμοθάνατο, πλησίασε το αυτί του. «Μόνος», ψέλλισε ο Βασιλιάς. «Μόνος». Ο Μπεν ανασηκώθηκε αλλά δεν κούνησε. «Μόνος», επανέλαβε ο Βασιλιάς καθαρά αυτή τη φορά. «Θέλω να πεθάνω μόνος». Ο Μπεν έκανε μεταβολή, έσβησε τη λάμπα και βγήκε στο ξύλινο μπαλκόνι παίρνοντας το βιβλίο στο πέρασμά του. Κάθισε αντίκρυ στο Σαν Φρανσίσκο και τη φωτεινή αλυσίδα του Εμπαρκαντέρο, γυρνώντας την πλάτη στην κάμαρα. Ανοιξε το βιβλίο χωρίς να συνειδητοποιεί πως το σκοτάδι τον εμπόδιζε να διακρίνει τις γραμμές. Πίσω του άκουγε τη βραχνή κοντανασεμιά του Βασιλιά,


μέσ’ από το σκοτεινό δωμάτιο. Οι ώρες κύλησαν, τα φώτα έσβησαν ένα ένα, στο Σαοσαλίτο, στο Σαν Φρανσίσκο, στο νησί Τ ρεζόρ, στη Γιέρμπα Μπουένα. Η σιωπή έγινε πυκνή, συντριπτική με το απόλυτο σκοτάδι, ο αέρας ψύχρανε, η νύχτα πέρασε. Μια πρώτη, γκρίζα ανταύγεια ξεμύτισε πίσω από τα υψώματα του Σαν Πάμπλο και του Αλμέδα κι η μέρα έπιασε να χαράζει. Η ανάσα κόπηκε εκείνη τη στιγμή. Ο Μπένεντικτ απόθεσε το ανοιχτό, αδιάβαστο βιβλίο. Περίμενε μια στιγμή ακόμα, κόντρα σε κάθε ελπίδα. Ύστερα γύρισε στο δωμάτιο κι έκλεισε τα μάτια του νεκρού Βασιλια. Βγήκε λίγο αργότερα, ενώ το τηλέφωνο δε σταματούσε να χτυπάει. Έτρεξε πρώτα στο Μπρίτζγουει Μπουλβαρ, υστέρα στο US ΙΟΙ, από τ’ αριστερά δυο φορές. Η μέρα είχε ανεβεί για τα καλά, όταν ξεπρόβαλλε στα διακόσια εκτάριά με τις γιγάντιες σεκόγιες. Από κείνη τη στιγμή δεν επαψε να επιταχύνει το ρυθμό του, ως τη στιγμή που σωριάστηκε ξέπνοος στα πόδια ενός γιγάντιου κορμού. Κι εκεί βάλθηκε να ουρλιάζει τον καημό του.

2 Στις 29 Δεκεμβρίου, ο Μπένεντικτ εγκατέλειψε τις Ηνωμένες Πολιτείες για την Ευρώπη. Ο Ούγκο ήταν μαζί του. Λίγο πριν από την αναχώρησή τους από τη Νέα Τ όρκη, σε μια αίθουσα του αεροδρομίου Κένεντι, είδαν την Καλλιόπη. Είπε στον Μπεν.’ «Αυτή η υποτιθέμενη μεγαλύτερη παρτίδα του κόσμου, κρύβει κάποια παγίδα, δεν ξέρω ποια. Κι όμως…» Ο Μπεν κούνησε το κεφάλι. «Δε θα παίξω. Δε θα ξαναπαίξω».


Η Καλλιόπη ζήτησε από τον Ούγκο να την αφήσει μόνη με τον Μπένεντικτ. «Μπεν, παραλίγο ν’ αυτοκτονήσει. Έφτασα πάνω στην ώρα. Παίξε αυτή την παρτίδα και χάσε την» Τ ης χαμογέλασε. «Όχι». «Για μένα, Μπεν». «Όχι». «Θα σε αναγκάσουν να την παίξεις. Ή θα σε σκοτώσουν. Δεν είναι πια μόνο ο Άλεξ. Έχουν επιστρατεύσει τον Λέινς Μπίτι για ν’ ασχοληθεί μαζί σου». «Όχι». «Ο Άλαν κι ο Πίτερ-Τ ζον θέλουν πίσω τα λεφτά. Δε θα σε αφήσουν σε ησυχία»» «Δεν τα έχω πια». «Δεν κατάλαβα», είπε η Καλλιόπη. «Κατέθεσα διακόσια πενήντα εκατομμύρια δολάρια στο Τ αμείο των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες. Μείον τους φόρους». Η Καλλιόπη έμεινε άναυδη για μια στιγμή κι ύστερα κούνησε το κεφάλι της. «Δεν αρκεί αυτό. Θα σε αναγκάσουν να παίξεις». Τ ην πήρε στην αγκαλιά του, την έσφιξε πάνω του. «Θα τον παντρευτείς;»


Εγνεψε ναι, με τα μάτια κλειστά για να μην κλάψει, φανερά τουλάχιστον. «Παντρέψου τον. Και ξεχάστε με κι οι δυο». Βγήκε και συνάντησε τον Ούγκο. Οι δημοσιογράφοι όρμησαν πάνω τους: «Μήπως το βάζετε στα πόδια, Σαρκισιάν; — Είναι αλήθεια πως φοβόσαστε να παίξετε αυτή την παρτίδα; — Ακούγεται πως κλέψατε για να κερδίσετε τον Βαν Χέερεν…» Τ η μέρα που έφτασαν στο Λονδίνο, οι βρετανικές κι οι αμερικάνικες εφημερίδες είχαν τίτλους όπως: «Ο Σαρκισιάν σε φυγή». «Ο Σαρκισιάν πανικόβλητος».

3

Στο Λονδίνο τον περίμεναν άλλοι δημοσιογράφοι, των τοπικών εφημερίδων καθώς κι ειδικοί απεσταλμένοι. Τ ου έθεσαν τις ίδιες ερωτήσεις. Πήγαν και πιο μακριά: «Κλέψατε, Σαρκισιάν;» «Μπεν, έκλεψες;» «Σας προτείνουν μια εξαιρετική παρτίδα, με όλους τους κανόνες, γιατί την αρνείστε; Φοβόσαστε;» Δεν τον άφησαν ούτε στιγμή. Ο Μπεν πήγε τον Ούγκο στον Τ ρελό Ζωγράφο, το μόνο φίλο του στην πόλη. Ο Ούγκο κι ο Τ ρελός Ζωγράφος τα βρήκαν με την πρώτη: το κοινό τους σημείο; η απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης στο ανθρώπινο είδος κι ο σαρκασμός. «Δε μας φτάνουν όλα, έχουμε κι αυτούς τους βλαμμένους από κάτω που δε θα μας αφήσουν να κλείσουμε μάτι», είπε ο Τ ρελός Ζωγράφος. «Τ ολμώ να πω πως το καλύτερο θα ήταν να πάμε στης γυναίκας μου. Στο Λέιτον Μπούζαρ. Έχει και κήπο». Ο εν λόγω κήπος έπιανε τριάντα, σαράντα εκτάρια, πράγμα που κράτησε τους δημοσιογράφους σε απόσταση. Ο Μπεν έτρεξε σ’ αυτά


τα τριάντα, σαράντα εκτάρια, ο Ούγκο επαιξε ντάμα με τον πεθερό του Τ ρελού Ζωγράφου, ο οποίος ήταν ναύαρχος και λόρδος και παρ’ όλ’ αυτά το μάτι του σπίθιζε που και που από εξυπνάδα. Έμειναν εκεί δυο βδομάδες, ώσπου ο Τ ρελός Ζωγράφος θέλησε ν’ αλλάξει αέρα, μιας κι είχε εκπληρώσει, προκαταβολικά, τα συζυγικά του καθήκοντα για τα επόμενα πέντε χρόνια. «Εξάλλου, η Μάργκαρετ πρεπει ν αρχίσει την προπόνηση για τον Μεγάλο Εθνικό του Λίβερπουλ. Μα όχι, σαν τζόκεϊ, φυσικά!» Έφυγαν κι οι τρεις για τη Γαλλία στις 14 Ιανουαρίου. Οι γαλλικές εφημερίδες: «Ο Σαρκισιάν βρέθηκε». «Ο Σαρκισιάν διαχειμάζει». Πήγαν να εγκατασταθούν σ’ ένα διαμέρισμα που τους είχαν παραχωρήσει, στην οδό ντε λ’ Ινιβερσιτέ, αλλά σε μίση ώρα κατέφθασαν οι φωτογράφοι και μια ομάδα ιδιωτικών ντετέκτιβ. Θα μπορούσε να έχει πλάκα η υπόθεση, όλη τούτη η φοβερή εκστρατεία που δεν είχε άλλο στόχο από το να σπρώξει τον Μπένεντικτ σε μια συμπληρωματική παρτίδα πόκερ, μία και μόνη, την τελευταία, κι ύστερα, τίποτα, θα τους άφηναν ήσυχους. Στην αρχή, ο Ούγκο κι ο Τ ρελός Ζωγράφος είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια κι είχαν κάνει και φανταστεί τα πάντα για να «δουλέψουν» τους διώχτες τους. Μα στο τέλος κουράστηκαν, κι αυτοί ακόμα. Είχαν βαρεθεί, είχαν μπουχτίσει. Ο Τ ρελός Ζωγράφος έσπασε πρώτος. Ήταν στο χαρακτήρα του ν’ αποφεύγει τα δύσκολα. Γύρισε στην Αγγλία και βρήκε την ησυχία του στην Μπελγκράβια. Ο Ούγκο ήθελε να τα έχει καλά με τη συνείδησή του. «Εγώ δεν το πιστεύω πως αυτοί οι τύποι του Τ ύπου θα μας ακολουθούν ολόκληρες βδομάδες. Ακόμα κι αν έχουν οργανώσει εκστρατεία γύρω από το άτομό σου, οι εφημερίδες θα κουραστούν


στο τέλος. Ας ταξιδέψουμε. Όπως και να ’ναι, Μπεν, η παρτίδα, θα έλεγα, πως δεν έχει τελειώσει». «Έχει τελειώσει». «Τ ο πράγμα βγάζει μάτι». Αφησαν το Παρίσι στις 26 Ιανουαρίου, πήγαν πρώτα στη Γερμανία, στον πύργο του Τ ίτιζε, μ’ ένα μικρό, ιδιωτικό αεροπλάνο. Οι δημοσιογράφοι ήταν πριν από αυτούς στο Μέλανα Δρυμό. Με τον ίδιο τρόπο, ήταν πριν από αυτούς στη Μεζέβ, μια βδομάδά αργότερα, και στη Ρώμη και δεν ξεγελάστηκαν ούτε στο ελάχιστο από τις περίπλοκες μανούβρες του Ούγκο που πάσχιζε να τους μπερδέψει και να χάσουν τα ίχνη τους. Ξενοδοχείο Λα Μαμούνια στο Μαρακές, 20 Φεβρουαρίου: δυο ντουζίνες ενθουσιασμένοι ρεπόρτερ. Οι οποίοι εξήγησαν στον Ούγκο πως όλα τους τα έξοδα, ο μισθός κι ένα ειδικό πριμ καλύπτονταν όχι από τις εφημερίδες τους, αλλά από μια ελβετική τράπεζα, που ενεργούσε εξ ονόματος ενός ιδρύματος, πρόσφατα συσταθέντος, και το οποίο στόχευε «στη βελτίωση και την ανάπτυξη του τύπου, του ρεπορτάζ και της ανεξαρτησίας τους». Οι ίδιοι οι ρεπόρτερ, δεδομένων των πριμ που εισέπρατταν, ήταν ικανοί, δήλωναν, ν’ αντέξουν είκοσι χρόνια μ’ αυτό το ρυθμό. Ο Μπεν κι ο Ούγκο προσπάθησαν να δώσουν την εντύπωση ενός ταξιδιού μακράς διάρκειας: από το Μαρακές στη Μαδρίτη, σαν να επρόκειτο να επιστρέψουν στην Ευρώπη και, ξαφνικά, στη Βομβάη. Έφτασαν στις 27 Φεβρουαρίου κι οι δεκαπέντε φωτογράφοι που τους περίμεναν στο ξενοδοχείο Τ αζ Μαχάλ, τους έκαναν μια μάλλον σαρκαστική υποδοχή. Αλλά ήταν εκείνη τη μέρα, στις 27 Φεβρουαρίου, που κυκλοφόρησε η πρώτη πραγματική πληροφορία σχετικά με την παρτίδα: ανακοινώθηκε πως θα έπαιζαν οι αδερφοί Νας, ο Γουόρεν κι ο Ζάροντ, που κι οι δυο μαζί ζύγιζαν γύρω στα δέκα δισεκατομμύρια δολάρια, Τ εξανοί, διάσημοι κι εξαιρετικοί παίχτες.


Πέταξαν από τη Βομβάη στο Μανταλέ κι από κει στο Κολόμπο κι ύστερα σ’ ένα μικρό φιλιππινέζικο νησάκι του Σαμάρ όπου ο Ούγκο γνώριζε κάποιον που ήξερε κάποιον που είχε ένα σπίτι. Ήταν 10 Μαρτίου και πίστεψαν πως οι διώχτες τους είχαν χάσει για καλά τα ίχνη τους: ένα γιοτ που είχε νοικιάσει ο Ούγκο με δανεικό όνομα, ήρθε να τους παραλάβει, με προορισμό τα Τ ουακότου, μέσω των νήσων Ζιλμπερ και Λα Λιγν, που ήταν πραγματικά χαμένα στην άλλη άκρη του Ειρηνικού. Ο Ούγκο είχε κουβαλήσει και μερικά κορίτσια του γούστου του. Και πίστευε πως η μακρια καταδίωξη θα έπαιρνε τέλος. «Κουράστηκαν, μας βαρέθηκαν, στο κάτω κάτω». Αλλά την επομένη έφτασε στο νησί ένα υδροπλάνο, που αποβίβασε ανταποκριτές καμιά εκατοστής εφημερίδων, αντί να καταλαγιάσει, τούτη η φανταστική δημοσιογραφική μάχη οργανωμένη γύρω από τη μεγαλύτερη παρτίδα πόκερ που είχε παιχτεί ποτέ στον κόσμο, είχε, αντίθετα, αναζωπυρωθεί με απίστευτο σφρίγος. Από βδομάδα σε βδομάδα, είχαν διοχετεύσει στον τύπο, με τρόπο που να συντηρεί το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού, συμπληρωματικές πληροφορίες. Η πιο μεγάλη παρτίδα πόκερ που είχε παιχτεί ποτέ, θα λάβαινε χώρα στη Νέα Υόρκη, στην Πέμπτη Λεωφόρο, στο ύψος του Σέντραλ Παρκ, σ’ ένα ιδιωτικό διαμέρισμα! Θα συμμετείχαν επτά παίχτες. Αυτή η παρτίδα θα παιζόταν με μια κάβα! ο κάθε παίχτης θα είχε στη διάθεσή του έναν καθορισμένο αριθμό από μάρκες που θα ήταν αδύνατο να τις ανανεώσει. Κάθε παίχτης που θα έχανε την κάβα του, θ’ αποκλειόταν από το παιχνίδι. Κατά συνέπεια, οι παίχτες, από εφτά, θα γίνονταν έξι, πέντε, τέσσερις… Θα ερχόταν μια στιγμή που θα καθόταν μόνο ένας στο τραπέζι κι αυτός θα ήταν ο νικητής κι ο καλύτερος παίχτης του κόσμου. Αυτή η παρτίδα θα παιζόταν όσο θα υπήρχαν αντίπαλοι’ δεν υπήρχε λοιπόν αμφιβολία πως θα διαρκούσε ώρες, δεκάδες ώρες. Ο ρυθμός


του παιχνιδιού θα ήταν τέσσερις ώρες, μια ώρα ανάπαυσης, τέσσερις ώρες παιχνίδι, μια ώρα ανάπαυση… και ούτω καθ’ εξής. Κάθε διακοπή του παιχνιδιού από ένα παίχτη, για οποιονδήποτε λόγο, θα προκαλούσε την άμεση εξάλειψή του. Τ ο ύψος της μοναδικής κάβας θα ήταν ένα εκατομμύριο δολάρια ανά παίχτη. Τ ο μικρότερο τσιπ που θα έπεφτε στην τσόχα πριν από κάθε μοιρασιά θα ήταν των χιλίων δολαρίων. Τ ο τσιπ θα ήταν υποχρεωτικό! κάθε παίχτης ήταν υποχρεωμένος να ποντάρει το ελάχιστο τσιπ, διαφορετικά θ’ αποκλειόταν από το παιχνίδι. (Ολες οι εφημερίδες υπογράμμιζαν τη σημασία αυτού του κανονισμού, που θα είχε σαν συνέπεια να εμποδιστεί ένας παίχτης κουρασμένος, ή με διαρκή γκίνια, ν’ αποσυρθεί προσωρινά από το παιχνίδι). Σε τέσσερις ώρες παιχνίδι, θα μοίραζαν περίπου διακόσιες φορές, και φυσικά, τ’ ανάλογα χτυπήματα’ με αλλα λόγια, σ’ αυτές τις τέσσερις ώρες, ακόμα κι αν ένας παίχτης αρνιόταν συστηματικά να κάνει ρελάνς, θα ήταν αναγκασμένος να ποντάρει διακόσιες χιλιάδες δολάρια, το πέμπτο, δηλαδή, της κάβας του. Η παρτίδα θα παιζόταν με τους όρους του high seven cards studpoker. Τ α φύλλα 0α μοιράζονταν κανονικά, ένα ένα κάθε παίχτης θα έπαιρνε αρχικά δύο φύλλα κλειστά κι ύστερα το πρώτο ανοιχτό. Τ α χτυπήματα θα ήταν δυνατά μετ’ από την εμφάνιση αυτού του τρίτου χαρτιού και θα συνεχίζονταν με κάθε καινούριο’ κάθε παίχτης θα έπαιρνε εφτά φύλλα, δυο κλειστά στην αρχή, τα τέσσερα επόμενα ανοιχτά, το τελευταίο κλειστό κι έτσι κάθε παίχτης θα είχε τη δυνατότητα, για να κάνει τους καλύτερους συνδυασμούς, να επιλέξει πέντε από τα εφτά φύλλα του. Η παρτίδα θα παιζόταν με πενήντα δύο φύλλα. Ως το τέλος. Ακόμα κι όταν οι δυο παίχτες θα βρίσκονταν αντίκρυ ο ένας στον άλλο, μόνοι επιβιώσαντες της σφαγής. Ο καθένας από τους εφτά παίχτες θα είχε μάρκες διαφορετικού χρώματος. Τ α χρώματα του ουράνιου τόξου: πράσινο, κίτρινο,


γαλάζιο, πορτοκαλί, κόκκινο, κυανό και ιώδες. Η θέση των παιχτών γύρω από το τραπέζι καθώς και το χρώμα είχαν γίνει αντικείμενο τραβήγματος στην τύχη. Τ α ονόματα των εφτά παιχτών ήταν γνωστά κι ο καθένας είχε δικαίωμα ν’ αντικατασταθεί υπό τον όρο πως η αντικατάσταση θα γινόταν προτού και σε καμιά περίπτωση κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της παρτίδας. Οι εφτά παίχτες ήταν! Παίχτης αριθμός ένα, κόκκινες μάρκες, Ζάροντ Νας, από το Ντάλας του Τ έξας, βιομήχανος. Παίχτης αριθμός δύο, πράσινες μάρκες, Ζοζέφ Α. βιομήχανος, από τη Νέα Ορλεάνη, Λουιζιάνα.

Ντίτριχ,

Παίχτης αριθμός τρία, μοβ μάρκες, Γουόρεν Νας, από το Ντάλας του Τ έξας, βιομήχανος. Παίχτης αριθμός τέσσερα, κίτρινες μάρκες. Αλεξάντερ Βεντελ Βαν Χέερεν, Νέα Τ όρκη, τραπεζίτης. Παίχτης αριθμός πέντε, κυανές μάρκες, Ααρον Σταινμπεργκ, Αας Βέγκας, Νεβάδα, δικηγόρος. Παίχτης αριθμός έιι, πορτοκαλιές μάρκες Αλβιν Σ. Γιαροου, Λος Αντζελες. Καλιφόρνια, παραγωγός κινηματογράφου. Παίχτης αριθμός εφτά, γαλάζιες μάρκες, Μπένεντικτ Σαρκισιάν, Σαν Φρανσίσκο, Καλιφόρνια, τραπεζικός υπάλληλος. Στο τέλος της παρτίδας, το σύνολο των μιζών, όποιος κι αν είναι ο νικητής, θα καταβληθεί για την έρευνα της καταπολέμησης του καρκίνου. Τ ο μόνο άγνωστο σημείο: η ημερομηνία της παρτίδας, η μέρα και ώρα της έναρξής της. Αυτή η αβεβαιότητα προερχόταν αποκλειστικά από τη στάση του υπ’ αριθμόν εφτά παίχτη, του Μπένεντικτ


Σαρκισιάν, ο οποίος είχε καταφύγει, για την ώρα, σ’ ένα νησί των Δυτικών Θαλασσών κι οποίος, αφού είχε δώσει όχι μόνο τη συγκατάθεσή του, αλλά είχε ζητήσει να γίνει αυτή η παρτίδα, αρχικά, τώρα έδειχνε να φοβάται τον αγώνα της κορφής. Κι ήταν αλήθεια πως τον απόφευγε. Παρά τις εγγυήσεις νομιμότητας που προσέφεραν τα ονόματα των άλλων παιχτών. Ίσως εξαιτίας των φημών που είχαν κυκλοφορήσει και κυκλοφορούσαν ακόμα σχετικά με την τήρηση των κανόνων της συνάντησης που τον είχε φέρει αντίθετο με τον Βαν Χέερεν, πριν από μερικούς μήνες.

4

Στην Παπαετέ, στην Τ αϊτή, οι δημοσιογράφοι ήταν εκεί. Περίμεναν υπομονετικά. «Ξέραμε πάντα πού είσαστε», είπαν στον Ούγκο. Και στον Μπεν: «Δε θα μπορέσετε να ξεφουσκώνετε για πολύ ακόμα». Οι τίτλοι τους ήταν ιδιαίτερα επιθετικοί, μιλούσαν ανοιχτά για κλοπή στις προηγούμενες παρτίδες. «Ο Σαρκισιάν είναι ο μεγαλύτερος χαρτοκλέφτης που πέρασε ποτέ από την πράσινη τσόχα;» Και δωσ του πολλαπλασιάζονταν οι μαρτυρίες της απίστευτης δεςιοτεχνιας των δαχτύλων του, ακόμα κι έξω από το χαρτοπαιχτικό τραπέζι. Τ ον είχαν δει να κάνει θαυμαστά πράγματα με νομίσματα. Κι ακολουθούσαν γκροπλάν των χεριών του, που ήταν πράγματι εντυπωσιακά. Ο Ούγκο: «Και φυσικά, δε θες ούτε ν’ ακούσεις να μιλούν για δίκη, ε;» «Όχι». Τ ου τηλεφώνησε κι ο Ζούμπαλ Γουέιν, ο δικηγόρος. «Μπεν, υπάρχει υλικό για δίκη, θα την κερδίσεις άνετα». «Όχι». 9 Απριλίου, τηλεφώνημα από τον Ντίτριχ:


«Σαρκισιάν, με γνωρίζετε. Σας βοήθησα μάλιστα στο ματς με τον Βαν Χέερεν. Και δεν έχω καμιά ανάμειξη σ’ αυτές τις συκοφαντίες εις βάρος σας. Σας εγγυώμαι προσωπικά πως η παρτίδα θα είναι με όλους τους κανόνες. Δεχτείτε να τελειώνουμε». «Όχι». «Ο Βαν Χέερεν είναι παλαβός. Όχι όμως εγώ, ούτε οι δυο Νας, ούτε ο Γιάροου κι ο Στάινμπεργκ. Αυτός μάλιστα, είναι ένας τύπος της μαφίας, μην αμφιβάλλετε. Και φανταστικός παίχτης. Σαρκισιάν…» «Όχι». «Σαρκισιάν, πιστεύετε πως θα ρισκάραμε σε μια παρτίδα απ’ όπου δε θα κερδίσουμε τίποτα, μόνο για τη δόξα; Σαρκισιάν, θα είναι ένα απίθανο παιχνίδι! Εγώ δεν έχω καμιά πιθανότητα να κερδίσω, το ξέρω, ιδίως απέναντι σε σας και τον Στάινμπεργκ. Αλλά θέλω να είμαι εκεί κι είμαι έτοιμος να πληρώσω ένα εκατομμύριο δολάρια γι’ αυτό. Και δεν εκπίπτουν από τους φόρους μου». «Όχι».

5 11 Απριλίου, στη Χονολουλού’ στις 13, στο Σαν Φρανσίσκο. Ο Μπένεντικτ πήγε στον τάφο του Βασιλιά, κάνοντας πως δε βλέπει, ίσως και να μην έβλεπε, τις δεκάδες φωτογράφους μαζεμένους, σαν τα σκυλιά έτοιμα ν’ αρπάξουν το θήραμα’ τους φωτογράφους που δε σταμάτησαν τα φλας τους οσο εκείνος προσευχόταν πάνω στον τάφο, και που τον τσαλαπάτησαν μόλις ξεμάκρυνε. Στις 13 το βράδυ, τηλεφώνημα από την Καλλιόπη. «Μπεν, θα παίξεις; Γι’ αυτό γύρισες;» «Όχι».


«Μπεν, θα γίνει σπίτι μου. Τ α έχω ελέγξει όλα. Πιστεύεις πως θα μπορούσαν να με παγιδέψουν κι εμένα;» «Δεν είναι αυτό το θέμα». «Μπεν, ο Άλεξ κοντεύει να τρελαθεί. Θα εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις του, μου ορκίστηκε πως θα τα παρατήσει όλα, τη σημερινή του ζωή κι ιδίως εσένα. Είπε πως θέλει απλά να παίξει μια τελευταία παρτίδα εναντίον σου, για να έχει ήσυχη την καρδιά του, με τους καλύτερους παίχτες που μπόρεσε να συγκεντρώσει. Δε βλέπω να υπάρχει παγίδα. Θα είναι καθαρή η παρτίδα και το ξέρεις. Τ ι φοβάσαι λοιπόν;» «Δε θα ξαναπαίξω». «Μπεν, θα παντρευτώ τον Άλεξ». «Έχεις κάθε λόγο να το κάνεις». «Σκέψου το, Μπεν». «Όχι». «Μπεν!» «Όχι» Στο Σαοσαλίτο, κάποιος είχε νοικιάσει πληρώνοντας χρυσάφι, τα σπίτια γύρω από το σπίτι του Βασιλιά, τα είχε αδειάσει από τους ενοίκους τους και τα είχε γεμίσει δημοσιογράφους. Ο Ούγκο ήταν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, δεν είχε πια κέφι να γελάσει. «Μπεν, ας αδειάσουμε τη γωνιά. —Είμαι στο σπίτι μου. —Με πενήντα τηλεφακούς στυλωμένους πάνω του όλο το εικοσιτετράωρο ;— Ούγκο, φύγε αν θέλεις. Ξαναγύρνα στον πύργο σου. Δε θα σε πάρουν το κατόπι. —Σκατά!» Εφτασε η 19η του Απρίλη, μια μέρα όπως οι άλλες, φαινομενικά. Ο Μπεν πήγε να τρέξει, ο Ούγκο πήγε να τον δει να τ Ρ εΧει> 01


δημοσιογράφοι ακολούθησαν. Τ α κλασικά. Στο γυρισμό, ο Μπεν έπιασε να διαβάζει’ διάβασε ένα μέρος του απομεσήμερου, όλο το βράδυ κι ένα μέρος της νύχτας, απορροφημένος από το Πόλ εμος και Ειρήνη του Τ ολστόι. Ο Ούγκο πήγε και βρήκε τους δημοσιογράφους —είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Τ ους κέρδισε πεντακόσια δολάρια και κάτι στο εκαρτέ, που τους το είχε μάθει ο ίδιος. Πλάγιασε κατά τη μιάμιση το πρωί. Τ ον ξύπνησε το τηλέφωνο στις τέσσερις. Ίσα που πρόφτασε να δει τον Μπεν, να μπαίνει από το μπαλκόνι όπου διάβαζε και να σηκώνει το τηλέφωνο. Τ α μάτια του Μπεν σκοτείνιασαν. «Σας ακούω, Βαν Χέερεν». Ο Ούγκο ανακάθισε. Σιγή, όσο μιλούσε ο Βαν Χέερεν. Αλλά ο Ούγκο δεν έπιανε παρά ένα ακαθόριστο μουρμουρητό. «Συνεχίστε», είπε ο Μπεν στο τηλέφωνο. Ο Ούγκο ανατρίχιασε. «Συνεχίστε», ξαναείπε ο Μπεν. Ο Ούγκο σηκώθηκε εντελώς. Ήταν γυμνός’ φόρεσε ένα σλιπ και ξανακάθισε στο κρεβάτι. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Ο Μπεν, βουβός, ακίνητος, στύλωνε το βλέμμα του στη νύχτα. Κι όμως, κάτι επρόκειτο να συμβεί. «Αυτό είναι! Αυτό είναι!» σκέφτηκε ο Ούγκο γεμάτος έξαψη. Τ ην επόμενη στιγμή, ο Μπεν, γύρισε αργά, βάζοντας ασυνείδητα το σώμα του ανάμεσα στον Ούγκο και τη συσκευή, κυρτώνοντας αδιόρατα σχεδόν τους ώμους· άλλαξε κι η φωνή του, πήρε μια γλυκύτητα που ο Ούγκο δεν την είχε ξανακούσει ποτέ: «Ναι, Τ ζαμάικα», είπε ο Μπεν. Πέρασε μια στιγμή.


«Τ ο ξέρω, Τ ζαμάικα». Ο Ούγκο σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Με μιας, οι τηλεφακοί τον σημάδεψαν. Σήκωσε το χέρι, σαν να τους ελεγε.’ «Εγώ είμαι!» «Δεν ξέρω», έλεγε ο Μπεν στο τηλέφωνο. «Ειλικρινά, δεν ξέρω». Μετά από λίγο. «Ναι, ναι», είπε ο Μπεν. Και καινούρια σιωπή κι ύστερα το κουδούνισμα του ακουστικού που έκλεινε. Ο Ούγκο ακούμπησε τους αγκωνές του στην κουπαστή. Ένιωσε πιότερο, παρά άκουσε τον Μπεν που ερχόταν να τον συναντήσει. Στο οπτικο του πεδίο, φανήκαν πρώτα τα χέρια του Μπεν που ήρθαν κι ακούμπησαν στο δικό του. «Στις 21 Απριλίου», είπε ο Μπεν με την αδιάφορη φωνή του. «Μεθαύριο. Στις 21, στις δέκα το βράδυ, ώρα Νέας Υόρκης. Μπορείς να τους το ανακοινώσεις».

6 Υπήρχε πλήθος στο πεζοδρόμιο της Πέμπτης Λεωφόρου. Πλήθος, που άνοιξε μπροστά τους, μέσα στο βουητό από τις τηλεοπτικές κάμερες και τις αστραπές των φλας. Στην είσοδο του κτιρίου που έμενε η Καλλιόπη, βρίσκονταν δυο αστυνομικοί με στολή και δυο φύλακες με πολιτικά’ αναγνώρισαν κι οι τέσσερις τον Σαρκισιάν. Παραμέρισαν για να τον αφήσουν να περάσει, με τον Ούγκο, κι έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Αλλοι δυο ιδιωτικοί φύλακες μπροστά στο ασανσέρ. Άλλοι δυο στο πλατύσκαλο.


«Ήταν δέκα η ώρα κι έξι λεπτά, το βράδυ της 21ης Απριλίου. Μέσα στο χολ του διαμερίσματος, άλλοι δυο φύλακες κι η Καλλιόπη που φίλησε τον Μπεν στο μάγουλο και του είπε: Άργησες. Αλλά ξέρω πως το έκανες επίτηδες. Είναι όλοι εδώ και σε περιμένουν». Τ ου έδειξε την πόρτα που οδηγούσε στο σαλόνι, παραμέρισε λίγο, τον κοίταξε και τον ξαναφίλησε στο μάγουλο: «Πήγαινε». Στη συνέχεια, έπιασε τον Ούγκο από το μπράτσο, τον έσυρε προς τη σκάλα που οδηγούσε στο δεύτερο πάτωμα του ντούμπλεξ. «Καλλιόπη… Ακολουθήστε με». Ανέβηκαν τις σκάλες. Επάνω, υπήρχαν δεκάδες άτομα που έτρωγαν, έπιναν και φλυαρούσαν με μια κάπως νευρική ευθυμία. «Ελάτε, Ούγκο». Η Καλλιόπη προχωρούσε, αυτοκρατορική’ τον οδηγησε στη γαλαρία με τα βιβλία και τους πίνακες, ως την κουπαστή όπου μπόρεσε ν’ ακουμπήσει και να σκύψει. Είδε τότε πως είχαν εντελώς απομονώσει το ένα από το άλλο, τα δυο πατώματα του διαμερίσματος, με μια τεράστια πλακα^ από γυαλί που έκοβε και τον παραμικρό ήχο. Κάτω, στο βάθος αυτου του αμφιθεάτρου, ένα στρογγυλό τραπέζι με τις εφτά του πολυθρόνες, με φόντο το χαλί στο χρώμα των ςερων φύλλων. Από κει, ο Ούγκο, μαζί με τριάντα άλλους προνομιούχους καλεσμένους, θα παρακολουθούσε τη μεγαλύτερη παρτίδα του κόσμου, όπως την αποκαλούσαν οι εφημερίδες. «Από ψηλά, σαν μέσα από ένα σύννεφο, σαν να ήμουν ο Θεός», σκέφτηκε. Και τότε ήταν που δοκίμασε, πίσω από την πλάτη του, την αίσθηση μιας παρουσίας. Ανασηκώθηκε και γύρισε το κεφάλι κι ανακάλυψε τον Αλεξ Βαν Χέερεν. Οι ματιές τους έσμιξαν κι ακολούθησαν την ίδια πορεία ώσπου συνάντησαν την τερατώδη, παχυδερμική σιλουέτα, αποκρουστική ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο, η οποία πλησίαζε εκείνη τη στιγμή το τραπέζι· ο τερατώδης όγκος πήρε πρώτος θέση απλώνοντας τις πλαδαρές του σάρκες στην πολυθρόνα και στην άκρη του τραπεζιού, με κινήσεις και τρεμουλιάσματα που θύμιζαν γυμνοσάλιαγκα.


Κι ο Ούγκο, αν και δεν ήξερε απολύτως τίποτα για τον Χάσεκ, ένιωσε αστραπιαία πως μια αμείλικτη παγίδα είχε κλειστεί γύρω από τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν.

7

Στα δεξιά του Μπένεντικτ κάθονταν με την ακόλουθη σειρά: ο Ζάροντ Νας, ο Ζοζέφ Ντίτριχ, ο Γουόρεν Νας, μετά ο χοντρός, πρησμένος πελιδνός άντρας με τα κλειστά βλέφαρα, που είχε προφανώς αποφασίσει πως δεν ήθελε να δει τιποτ άλλο εκτός από το τραπέζι, ο Άαρον Στάινμπεργκ και τέλος ο Γιάροου από την Καλιφόρνια. Έξι βλέμματα πέρασαν μ’ έκπληξη κι απέχθεια, αλλα φευγαλέα κι άλλα πιο επίμονα, πάνω από τούτο τον άγνωστο άντρα. Ωστόσο δεν τέθηκε καμιά ερώτηση’ είχε προβλεφθεί πως κάθε παίχτης μπορούσε ν’ αντικατασταθεί προτού αρχίσει το παιχνίδι. Κι ο Βαν Χέερεν είχε αυτό το δικαίωμα, όπως και οι άλλοι. Είχε συμφωνηθεί κι η ιεραρχία των συνδυασμών: δυο όμοια, ζεύγη, τρία, κέντα, χρώμα, φουλ, καρέ, φλος ρουαγιάλ. Έπεσε στον Μπένεντικτ να μοιράσει πρώτος. Έβγαλε από το τσεπάκι του σακακιού του το παλιό, ασημένιο ρολόι, το κούρδισε, έβαλε τους δείχτες στο μηδέν, το ακούμπησε μπροστά του, οι μάρκες —γαλάζιες, των πεντακοσίων δολαρίων η καθεμιά— στ’ αριστερά του. Και μοίρασε. Έδωσε πρώτα τα δυο κρυφά φύλλα, ύστερα ένα ρήγα σπαθί στον Ζάροντ Νας, ένα βαλέ σπαθί στο Ντίτριχ, ένα έξι μπαστούνι στον Γουόρεν Νας, μια ντάμα καρό στον πλαδαρό άντρα, έναν άσο σπαθί στον Στάινμπεργκ, ένα ρήγα καρό στον Γιάροου κι ένα εφτά σπαθί


στον εαυτό του. Τ α μακριά, ευκίνητα δάχτυλά του κινήθηκαν αδιόρατα σχεδόν κι έλεγξε την αξία των κρυφών χαρτιών του: οχτώ σπαθί κι έξι καρό. Μιλούσε πρώτος ο Στάινμπεργκ, με το μεγαλύτερο χαρτί (άσο)’ πήγε πάσο. Πάσο κι ο Γιάροου. Ο Ζάροντ Νας μπήκε με δέκα χιλιάδες δολάρια, ο Ντίτριχ πάσο, ο Γουόρεν Νας πάσο, ο όγκος με τα κλειστά μάτια ακολούθησε αμέσως’ ο Στάινμπεργκ χαμογέλασε, δίστασε κι ακολούθησε, ο Γιάροου πάσο. Ο Μπεν ακολούθησε. Στο τραπέζι υπήρχαν εκείνη τη στιγμή σαράντα εφτά χιλιάδες δολάρια, δηλαδή εφτά χιλιάδες δολάρια σε τσιπ. Ο Μπεν μοίρασε το τέταρτο φύλλο: ντάμα κούπα στον Ζάροντ Νας, εννιά μπαστούνι στον χοντρό, δέκα μπαστούνι στον Στάινμπεργκ, τέσσερα σπαθί στον εαυτό του. Με το έξι κάρο, το εφτά και το οχτώ σπαθί που κρατούσε ήδη υπήρχε η τριπλή πιθανότητα κέντας, χρώματος, κι ενός φλος στα σπαθιά. ^ Ο Ζαροντ Νας μιλούσε πρώτος, κι εφόσον είχε βελτιώσει το φύλλο του με μια ντάμα, έκανε ρελάνς πενήντα χιλιάδες δολάρια. Ο χοντρος τον ακολούθησε μετ’ από σύντομο δισταγμό. Κι ο Στάινμπεργκ αδίσταχτα. Ο Μπεν είπε: «Οχτακόσιες χιλιάδες δολάρια». Τ ρία δευτερόλεπτα. «Τ α βλέπω», είπε ο Ζάροντ Νας. Ο χοντρός πέταξε τα φύλλα του χωρίς να υψώσει τα βλέφαρα. Ο Στάινμπεργκ έβαλε τα γέλια. «Η ατομική βόμβα, ε; Πάσο»


Ο Μπεν μοίρασε το πέμπτο χαρτί: ρήγα μπαστούνι για τον Ζάροντ Νας, πέντε καρό για τον εαυτό του. Είχε κέντα: τέσσερα-πέντε-έξιεφτά-οχτώ. Ο Ζάροντ Νας πήγε πάσο. «Τ απί», είπε ο Μπεν σπρώχνοντας τις υπόλοιπες μάρκες του στο κέντρο του τραπεζιού, όπου βρίσκονταν ήδη ένα εκατομμύριο εφτακόσιες ενενήντα εφτά χιλιάδες δολάρια. «Μέσα», είπε ο Ζάροντ Νας άχρωμα. Ο Μπεν μοίρασε το έκτο και το έβδομο χαρτί: δέκα καρό και τρία σπαθί για τον Νας, δύο κούπα κι οχτώ κούπα για τον εαυτό του. Ανοιξαν τα κλειστά τραπουλόχαρτα. Ο Μπεν έδειξε την κέντα του. Ο Νας τους τρεις ρηγάδες του. Χαμένος. Ο Ζάροντ Νας, όταν κάθισε, ακούμπησε στο τραπεζάκι δίπλα του την ψυχόμενη θήκη με τα πούρα του. Στο πρώτο φύλλο είχε βγάλει ένα, το είχε κόψει’ ετοιμαζόταν να το καπνίσει, να καπνίσει αυτά τα πούρα στις ώρες που θ’ ακολουθούσαν. Δεν πρόφτασε ούτε να το ανάψει. Τ ο παλιό ασημένιο ρολοι με το βαθουλωμένο καπάκι το μαρτυρούσε: από την αρχή της πρώτης μοιρασιάς ως το τέλος της δεν είχαν περάσει πάνω από εβδομήντα πέντε δευτερόλεπτα. Ο Ζάροντ Νας ήταν καμένος. Τ ο εκατομμύριο δολάρια του Τ εξανού, σε κόκκινες μάρκες, στοιβάχτηκε πλάι στις γαλάζιες του Μπεν Σαρκισιαν. Ο Ζαροντ Νας σηκώθηκε κι εγκατέλειψε το δωμάτιο. Έμεναν μόνο έξι παίχτες. Μοίρασε ο Ντίτριχ.


Δέκα καρό στον Γουόρεν Νας, δυο κάρο στον χοντρο, εννεα κούπα στον Στάινμπεργκ, δέκα καρό στον Γιάροου, ντάμα πίκα στον Μπεν, τέσσερα κούπα στον εαυτό του. Πήγαν πάσο όλοι, εκτός από τον χοντρό που ποντάρισε πέντε χιλιάδες στο δύο καρό του. Ο Μπεν, ο Ντίτριχ κι ο Γιάροου ακολούθησαν. Μοιράστηκε το τέταρτο χαρτί. «Πενήντα χιλιάδες», είπε ο Μπεν που κρατούσε κρυφά έναν άσο κι ένα ρήγα κούπα κι ανοιχτά μια ντάμα μπαστούνι κι ένα εννέα καρό. Ο Ντίτριχ κι ο Γιάροου πήγαν πάσο. Τ α βλέμματα στράφηκαν στον αποκρουστικό χοντρό με την πλαδαρή, ασπρουλιάρικη σάρκα, απ’ όπου αναδυόταν μια οσμή σήψης και θανάτου. Τ α ίδια βλέμματα στάθηκαν στο τρία που του είχε έρθει να προστεθεί, σαν τέταρτο χαρτί, στο δύο του ιδίου χρώματος. Ο χοντρός, ακίνητος, τα χοντρά πέλματά του που η εφίδρωσή τους λέκιαζε το χαλί, ήταν άψυχα, σταυρωμένα. Δεν είχαν δει ακόμα τα μάτια του. Ο χοντρός είπε! «Τ απί». Τ α χέρια του Μπεν ήταν ακουμπισμένα με τις παλάμες ανοιχτές πάνω στο τραπέζι’ το πρόσωπό του είχε τη συνηθισμένη ρεμβαστική, αλαργινή έκφραση, τόσο ανεξιχνίαστη όσο κι ένα σύννεφο. Ο Μπεν Σαρκισιάν σκεπτόταν αλλ’ αυτό δεν κράτησε παρά μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου! ο χοντρός είχε ποντάρει από την αρχή εκατόν δεκαεφτά χιλιάδες δολάρια. Τ ο ταπί του λοιπόν ήταν ένα εκατομμύριο μείον αυτές οι εκατόν δεκαεφτά χιλιάδες. Μπορούσε να τα πληρώσει. Μπορούσε εφόσον είχε μπροστά του, λίγο προς τ’ αριστερά, τις κόκκινες μάρκες που είχε κερδίσει από τον Ζάροντ Νας. Δεν ήταν καν ανάγκη να χρησιμοποιήσει τις δικές του γαλάζιες μάρκες. Αλλα θα τα έπαιζε κορόνα-γράμματα’ αυτά τα δύο και τρία κάρο, μπορούσαν να είναι μια κέντα φλος. Κι ήταν κι αυτό που ελεγε ο


Βασιλιάς: «Μπένεντικτ, είσαι και πρέπει να είσαι ένας νικητής κι όχι ένας παίχτης που ρισκάρει. Οι παίχτες χάνουν πάντα». «Πάσο», είπε ο Μπεν.

8 Από τεχνική άποψη, ο Άαρον Στάινμπεργκ θεωρούνταν κι ήταν πιθανόν, ο καλύτερος παίχτης πόκερ του κόσμου. Δεν υπήρεε τίποτα που να μην το ξέρει πάνω σ’ αυτό το θέμα. Ήταν πενήντα οχτώ χρονών κι επίσημα, δικηγόρος. Διατηρούσε στενές σχέσεις με τους ανθρώπους του Λας Βέγκας και με τις οικογένειες στις δυο ακτές και στο Σικάγο. Ανεπίσημα, ήταν γνωστός σαν εκπαιδευτής και μάνατζερ των «λέινς», των επαγγελματιών παιχτών που χρησιμοποιούσε η μαφία. Όταν τον κάλεσαν σ’ αυτή την παρτίδα, δέχτηκε αμέσως, τόσο από ειλικρινή περιέργεια (δεν είχε ποτέ του συναντήσει τον Σαρκισιάν), όσο και με την ελπίδα μιας νίκης που θα τον καθιέρωνε. Είχε λοιπόν παρευρεθεί σε δυο μοιράσματα μέσα σε τρία λεπτά παιχνιδιού κι είχε καταλάβει. Τ ούτο το πόκερ ήταν από άλλο πλανήτη. Και συνειδητοποίησε, με απόλυτη βεβαιότητα, πως δεν είχε θέση σ’ αυτό… φυσικά δε γινόταν λόγος για τον Γιάροου, τον Ντρίτριχ ή τους αδερφούς Νας, που ο νεότερος τα είχε «τινάξει» σε λιγότερο από εκατό δευτερόλεπτα. Τ ο βλέμμα του πέρασε από το νεαρό από το Σαν Φρανσίσκο, πολύ όμορφος αναμφισβήτητα, στον πρησμένο χοντρό, στ’ αριστερά του, για τον οποίο δεν ήξερε απολύτως τίποτα εκτός από το ότι έπαιζε στη θέση του Βαν Χέερεν. «Αυτός ο άνθρωπος είναι άρρωστος, σίγουρα. Θαρρείς και σαπίζει όρθιος. Ζέχνει τόσο που σου έρχεται αναγούλα». Αλλά η απάντηση αυτού του μισοπτώματος ήταν κεραυνοβόλα, στην παγερή επίθεση του Σαρκισιάν. Μία σου και μία μου: «Πρόσεξε, είμαι εδώ κι αξίζω όσο κι εσύ». Ο πάνθηρας κι ο καϊμάνος. Σ’ ένα δευτερόλεπτο,


ανάμεσα στο «ταπί» του χοντρού και το «πάσο» του Σαρκισιάν, ο Στάινμπεργκ είχε συλλάβει, είχε ακούσει σχεδόν, το τερατώδες τρίξιμο μιας σιαγόνας κροκόδειλου που κλείνει στο κενό, μιας κι ο πάνθηρας πρόλαβε να πηδήξει, την τελευταία στιγμή. Αλλά οι ώρες που έρχονταν υπόσχονταν πολλά. Ο Στάινμπεργκ ήξερε ποια θα ήταν η ταχτική του από δω κι εμπρός: η διάρκεια. Έπρεπε να κρατήσει οσο γινόταν περισσότερο, χωρίς ελπίδα νίκης, αλλά με το μόνο στόχο να παραμείνει το μάξιμουμ στο πεδίο της μάχης. Χαμογέλασε στον Σαρκισιάν, που δε φάνηκε να τον προσέχει, αλλά που τον έβρισκε συμπαθητικό. Κι ύστερα, η ματιά του στράφηκε, φυσικά, στον χοντρό. Κι αυτός άνοιξε τα μάτια για πρώτη φορά. Ανασήκωσε τα βλέφαρα και το άχρωμο βλέμμα —βλέμμα τυφλού— καρφώθηκε στον Σαρκισιάν με μια επιθετικότητα και μια περιφρόνηση πραγματικά τρομερές’. «Είμαι ο Χάσεκ ο Γυμνοσάλιαγκας, ο άνθρωπος από το Σικάγο».

9

Οι ώρες που θα έρχονταν υπόσχονταν πολλά, είχε σκεφτεί ο Στάινμπεργκ. Κι αυτές οι ώρες συσσωρεύονταν. Τ έσσερις ώρες παιχνίδι, μία παύση, τέσσερις παιχνίδι, μία παύση, τέσσερις παιχνίδι… Ο Άλβιν Γιάροου ξόφλησε στη μέση του τρίτου τετράωρου και μια ώρα αργότερα, ποντάροντας σε τρία δεκάρια, που τα είχε περί πολλού, τα «τίναξε» κι ο δεύτερος Νας όπως κι ο αδερφός του, νωρίτερα. Κι ο χρόνος περνούσε. Είχαν κυλήσει είκοσι πέντε ώρες και τριάντα λεπτά όταν αποσύρθηκε κι ο Ντίτριχ με τη σειρά του. Ο Λουιζιανός είχε βάλει τα δυνατά του για να κρατήσει, εφαρμόζοντας —με λιγότερη τεχνική— την τακτική του Ααρόν Στάινμπεργκ.


Από κει και πέρα, έμειναν τρεις στο τραπέζι κι η τύχη φάνηκε συγκρατημένη για ώρα, σαν να ξαπόστανε. Ηταν ο Χάσεκ που πρότεινε να γίνει το υποχρεωτικό τσιπ δυο χιλιάδες δολάρια. Ο Στάινμπεργκ ήξερε πως τα λεπτά του ήταν μετρημένα. Δεν του εμενε καμιά αμφιβολία. Ο επόμενος που θα τα «τίναζε» ήταν αυτός. Είχε προσκολληθεί για τριάντα ώρες στην τακτική του! διάρκειά. Και το έκανε με γνώση και περίσκεψη. Τ ριαντα ώρες παρά κάτι, Κι ύστερα έγινε. Ο Στάινμπεργκ στη συνέχεια το σκέφτηκε πολύ, σαγηνευμένος. Και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η πρώτη ραγισματιά προκλήθηκε όταν ο Χάσεκ ο Γυμνοσάλιαγκας άρχισε να μιλάει για κάποιον Σολ. «Σολ», είπε ο Χάσεκ καρφώνοντας με το απαίσιο βλέμμα του τον Μπένεντικτ Σαρκισιάν. «Σολ τον έλεγαν, μια πουτανίτσα, Σολ… κάπως, να δεις, ένα εβραίικο όνομα πάντως…» «Πάσο», είπε ο Μπεν. «Κάπως σε βιτς», συνέχισε ο Χάσεκ. «Ένας μικρός εβραίος, θυμάμαι. Δεκαπέντε χιλιάδες». Στη σημείο που ακουμπούσαν τα χέρια κι οι γυμνοί βραχίονες του Χάσεκ, παρ’ όλο που άλλαζαν τσόχα σε κάθε παύση, ένας σκούρος λεκές απλωνόταν και μεγάλωνε αδιάκοπα: ο ιδρώτας του. Γιατί ιδροκοπούσε σαν τεράστια πληγή, αναδίδοντας μια δυσοσμία που δεν ήταν μόνο από τον ιδρώτα αλλά κι από κάτι άλλο, κάτι γλοιώδες σαν βλέννα που βρομούσε απαίσια. Τ ρεις φορές, στη διάρκεια των παύσεων, είχε έρθει ένας γιατρός και του είχε κάνει ένεση. «Τ α βλέπω», είπε ο Ααρόν Στάινμπεργκ που το έξυπνο μάτι του περνούσε από το ένα «τέρας» στο άλλο.


Τ ο ημερολόγιό του έδειχνε πως η παρτίδα είχε αρχίσει πριν από είκοσι εννιά ώρες και σαράντα ένα λεπτά. Οι μάρκες ήταν διαμοιρασμένες ως εξής, τότε: Σαρκισιάν, στα εφτά εκατομμύρια της κάβας, είχε μαζέψει τα τέσσερα περίπου, ο Χάσεκ κρατούσε λίγο περισσότερα από τα δυόμισι και τη διαφορά, ο ίδιος, δηλαδή γύρω στις τετρακόσιες και κάτι χιλιάδες δολάρια. Ο Στάινμπεργκ σκεπτόταν πως θα είχε μείνει ταπί πριν από την παύση στη χειρότερη περίπτωση, και με λίγη αισιοδοξία, στη διάρκεια του επόμενου τετράωρου. «Πάσο», είπε ο Μπεν. «Αμπράμοβιτς», είπε ο Χάσεκ. «Σωστή πουτανίτσα ο Εβραίος! Πού τον συνάντησα να δεις; Δε θυμάμαι. Εκατό χιλιάδες». «Μέσα», είπε ο Στάινμπεργκ που είχε δυο δεκάρια κρυφά, ένα τρίτο δεκάρι στο τέταρτο φύλλο, ένα έξι στο πέμπτο, ένα εννιά στο έκτο και που, βλέποντας τ ανοιχτα φύλλα, δε θα παραξενευόταν αν έκανε καρέ του δέκα. Στο τραπέζι υπήρχαν… «Τ ον έκαψαν», συνέχισε ο Χάσεκ, «τον έκαψαν, ζωντανό, κατά πώς μου είπαν». … Υπήρχαν στο τραπέζι διακόσιες σαράντα οχτώ χιλιάδες δολάρια. Τ ’ άχρωμα μάτια κοίταζαν τον Μπένεντικτ χωρίς να βλεφαρίζουν, μάτια τυφλού σαν δυο πιστόλια γεμάτα μ’ όλη την καταφρόνια του κόσμου. Κι ήταν κι αυτή η μπόχα… «Ζωντανό», είπε ο Χάσεκ, «κι είχε κι ορθάνοιχτα τα μάτια… καταπώς μου είπαν». «Μέσα», είπε ο Μπεν. Δεν είχε κουνήσει· δεν είχε σαλέψει ούτε βλέφαρο, δεν είχε αναριγήσει και το ρεμβαστικό του βλέμμα κρατούσε πάντα την ίδια έκφραση.


Ωστόσο, ο Χάσεκ κι ο Στάινμπεργκ ήξεραν πως το «μέσα» του Μπεν Σαρκισιάν, σε τούτο το μοίρασμα, ήταν λάθος, το πρώτο που καταγράφηκε στην παρτίδα’ ίσως το πρώτο που είχε κάνει ποτέ. Κι όλα έγιναν σαν ν’ άρχισε ξαφνικά η μηχανή να γυρνάει στο κενό. Ο Στάινμπεργκ ήταν παίχτης πάνω απ’ όλα. Η προφανής κι ειλικρινής συμπάθεια που ένιωθε για τον Μπεν, στην αρχή του ενέπνευσε οίκτο. Κι αυτός ο οίκτος φούντωσε και κόρωσε κι υστέρα έσβησε σαν τη φωτιά στ’ άχυρα. Ο παίχτης είναι παίχτης κι ο Χάσεκ φαινόταν πως κρατούσε ένα όπλο ενάντια στον Σαρκισιάν, κάτι από τα περασμένα. Αλλ’ αυτό δεν είχε σημασία! όποιο κι αν ήταν αυτό το όπλο, ήταν υπαρκτό κι αποτελεσματικό κι αυτό μετρούσε. Τ όσο που ο Στάινμπεργκ άρχισε να διαβλέπει στον ορίζοντα την ελπίδα μιας δικής του νίκης. «Βοηθάω αυτή τη βρομερή μάζα να βγάλει από τη μέση το νεαρό κι υστέρα, επίθεση στο τελευταίο ζωντανό τέρας. Εναντίον του, έχω μια πιθανότητα, με τον Σαρκισιάν όμως, δεν έχω καμία». ‘ Συμπληρωματικό σημάδι! άλλο ένα έξι που του ήρθε στο έβδομο χαρτίβρέθηκε τότε μ’ ένα φουλ του δέκα με εξάρια, πράγμα που του έφερε τριακόσιες σαράντα οχτώ χιλιάδες δολάρια σε μάρκες. Παύση. Η έβδομη, την 23 Απριλίου μεταξύ εννέα και δέκα το πρωί —εξαιτίας την αρχικής καθυστέρησης του Σαρκισιάν δεν έπαιζαν την ώρα ακριβώς αλλά δέκα λεπτά αργότερα. Είχαν τριάντα τέσσερις ώρες στο τραπέζι δηλαδή είκοσι οχτώ πραγματικό παιχνίδι. Τ ο πρώτο δευτερόλεπτο αυτής της έβδομης παύσης, ο Στάινμπεργκ σηκώθηκε, βγήκε από το δωμάτιο, πήγε κι έκανε ένα ντους κι άλλαξε ρούχα. Έφαγε με την ησυχία του, δυο φέτες κρύο μοσχάρι, ανάλατο, και λίγο άζυμο ψωμί. Ήπιε ένα μεγάλο ποτήρι νερό στο οποίο έριξε πενήντα σταγόνες καρμπαμάτ μενθυπενθυμόλ που τον ηρεμούσε —είχε πιει την ανάλογη δόση και την προηγουμένη. Ήταν λίγο κουρασμένος, αλλά τίποτα περισσότερο. Ένιωθε ικανός να παίξει δώδεκα ώρες ακόμα. Επέστρεψε στο σαλόνι, στο τραπέζι. Ο


Χάσεκ φαίνεται πως δεν είχε κουνήσει. Είχε έρθει ο γιατρός, του είχε κάνει άλλες δυο ενέσεις και ξανάφυγε αμίλητος. Ο Στάινμπεργκ ύψωσε το κεφάλι και κοίταξε τη γυάλινη στέγη· διέκρινε πρόσωπα που έμοιαζαν σκυμμένα πάνω τους. Ύστερα, χαμήλωσε τα μάτια κι αντίκρισε το άχρωμο, τυφλό βλέμμα του Χάσεκ. «Μην ξεγελιέσαι, Εβραίε, δε σ’ έχω ανάγκη», είπε ο Χάσεκ. Και καθώς ο Στάινμπεργκ τον κοίταξε κατάπληκτος από τούτη την ξαφνική επιθετικότητα, ο Χάσεκ πρόσθεσε. «Θα τον τσακίσω μόνος. Χωρίς εσένα. Εξάλλου θα τσακίσω πρώτα εσένα κι αυτόν μετά». Τ ο διάλειμμα τέλειωσε και ξανάρχισαν το παιχνίδι. Σ αυτό το σημείο της παρτίδας, ο Ααρόν Στάινμπεργκ είχε περίπου εννιακόσιες χιλιάδες δολάρια, τα οποία τα είχε πάρει μονο από τον Σαρκισιάν, που είχε χάσει κι από τον Χάσεκ, τον Σαρκισιάν που έχανε και θα έχανε ακόμα. Εκείνη τη στιγμή ο Στάινμπεργκ μπορούσε να τρέφει μια ελπίδα, που μειωνόταν όσο περνούσαν τα λεπτά. Ο Ααρόν Στάινμπεργκ έχασε σαν άρχοντας, παραδέχτηκε χαμογελώντας αυτό για το οποίο ήταν βέβαιος από την αρχή: του ήταν αδύνατο να κερδίσει. Άφησε τις τελευταίες του εκατό χιλιάδες δολάρια μ’ ένα μηδαμινό ζευγάρι από τριάρια, που τ’ άπλωσε ξεκαρδισμένος στα γέλια σαν ήρθε η ώρα των λογαριασμών. Βγαίνοντας από το σαλόνι, πήγε κατευθείαν στη γαλαρία που τη βρήκε κατάμεστη από θεατές. Τ ον πλησίασε ο Ντίτριχ· οι δυο άντρες που δε γνωρίζονταν πριν από δυο μέρες, ξανάσμιξαν εγκάρδια, παλιοί πολεμιστές λαβωμένοι στο πεδίο της τιμής. Ο Ντίτριχ είπε: «Κάνατε πάρα πολλά». Ο Στάινμπεργκ χαμογέλασε εύθυμα. «Τ ο κατά δύναμη. Αλλά δεν ήταν αρκετό».


Τ α βλέμματά τους χαμήλωσαν προς το σαλόνι, έπεσαν στο στρογγυλό τραπέζι όπου τώρα κάθονταν δυο. Ο Ντίτριχ ρώτησε.’ «Έχουμε την ίδια εντύπωση;» «Ναι. Ο Σαρκισιάν σπάει. Κάτι υπάρχει ανάμεσά τους, κάτι από τα περασμένα. Δεν έχω ιδέα τι είναι. Αλλά σπάει, αν και αμύνεται και παλεύει αξιοθαύμαστα με τον εαυτό του. Θα πάρει ώρες αυτή η ιστορία, αλλά θα χάσει. Τ ι αποκρουστικός τύπος αυτός ο Χάσεκ!» «Κρίμα!» είπε ο Ντίτριχ μετ’ από λίγο. Ο Στάινμπεργκ κούνησε το κεφάλι, ξεχνώντας —μα έτσι είναι το παιχνίδι— ξεχνώντας πως, τρεις ώρες νωρίτερα, του είχε περάσει η σκέψη να βοηθήσει αυτόν τον ίδιο αποκρουστικό τύπο. «Όχι απλά κρίμα, είναι θλιβερό», μουρμούρισε.


10 Η Καλλιόπη κοιμόταν πέντε ώρες σχεδόν. Τ ην ξύπνησαν. Ανοιςε τα ματια κι αναγνώρισε τον Άλεξ Βαν Χέερεν. «Τ ελείωσε», είπε ο τραπεζίτης. Ηταν αδυνατισμένος κι έδειχνε εξαντλημένος και γερασμένος. Μια κρυάδα θανάτου, αλλά και μια ανακούφιση πλημμύρισαν την Καλλιόπη Ζόρντααν. «Τ έλειωσε η παρτίδα;» «Λίγο θέλει ακόμα. Τ έλειωσε σχεδόν». Η Καλλιόπη ανακάθισε στο κρεβάτι. «Θα ’πρεπε να ξαπλώσεις να κοιμηθείς, Αλεξ. Έλα»» Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Τ ον ρώτησε με τόνο ουδέτερο. « Ευτυχισμένο ς;» Ο Βαν Χέερεν κάθισε στο κρεβάτι, ξάπλωσε, ακούμπησε το κεφάλι στο μαξιλάρι, έκλεισε τα μάτια και το πρόσωπό του πήρε εκείνη τη σχεδόν παιδιάστικη έκφραση που παίρνουν οι άντρες στον ύπνο τους. «Συχώρεσέ με», είπε η Καλλιόπη, «δεν έπρεπε να την κάνω αυτή την τελευταία ερώτηση. Αλλά, δόξα τω Θεώ, πάει τέλειωσε. Τ ο τέλος μιας μακριάς κούρσας που μόνο η ανοησία των ανδρών μπορεί να την επινοήσει». Μετά από λίγο. «Όμως μου έδωσες μια υπόσχεση, Αλεξ. Κάτι υποσχέθηκες σε μένα


και τον Μπεν». «Είναι στο δρόμο. Φτάνει από στιγμή σε στιγμή. Κι υπέγραψα όλα τα χαρτιά. Μπορούν να παντρευτούν σε μια ώρα, αν το επιθυμούν». «Και θα πας σ’ αυτό το γάμο. Θα πάμε». Κούνησε το κεφάλι, με τα μάτια πάντα κλειστά. Τ ο διαμέρισμα κάτω από το ντούμπλεξ της Καλλιόπης ανήκε σ’ έναν αντικέρη. Είχε διστάσει να το παραχωρήσει για τρεις μέρες, αλλά του το είχε ζητήσει η ίδια η Καλλιόπη που είχε εγγυηθεί προσωπικά για τα έπιπλα και τα έργα τέχνης. «Αυτό είναι ένα σεντούκι γάμου», είπε η Καλλιόπη. «Ο πλούτος της διακόσμησης κι η κατασκευή του είναι σπανίας τέχνης, πρόκειται για κάτι το εξαιρετικό κι αυτό το μεγάλο πιάτο, από πάνω, είναι επίσης ιταλικό! είναι ένα πιάτο της Φαέντσα που χρονολογείται από το 1491, ένα χρονο πριν από την ανακάλυψη της Αμερικής». Η Τ ζαμάικα γύρισε —δεν είχε ακούσει, προφανώς, τίποτα. «Πού είναι;» ρώτησε. «Θα έρθει και θα σ’ έχει ανάγκη». Κοιτάχτηκαν μ’ αυτό το ξεχωριστό βλέμμα των γυναικών που αναμετριούνται. Η Τ ζαμάικα κούνησε το κεφάλι. «Εξήγησέ μου, γιατί δέχτηκε; Θ’ αρκούσε να περιμένουμε οχτώ μήνες για να παντρευτούμε κι ο μπαμπάς δε θα μπορούσε να φέρει αντίρρηση». Η Καλλιόπη κάθισε, κουρασμένη. Έτριψε το πρόσωπό της, τον αυχένα, τα βλέφαρά της. «Αναρωτήθηκα κι εγώ», είπε. «Η αλήθεια είναι πως το ήθελε να την παίξει αυτή την παρτίδα, που θα είναι σίγουρα η τελευταία του, να


την παίξει και να την κερδίσει. Γιατί είναι ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν». Χαμογέλασε, ξαφνικά, στην Τ ζαμάικα και τα βιολετιά της μάτια άστραψαν. «Αυτό που δεν ξέρει ο ίδιος, όπως κι ο άλλος ανόητος, ο Άλεξ, είναι πως δεν έχει καμιά σημασία αν την κερδίσει ή όχι, τώρα. Ανάμεσα στον Άλεξ κι αυτόν…» Ξάπλωσε σε μια υπέροχη σκαλιστή πολυθρόνα ρυθμού «σεϊτσέντο», της εποχής του Μπερνίνι, και στέναξε βαθιά, ικανοποιημένη. «Στο τέλος θα πάνε κοντά ο ένας στον άλλο, Τ ζαμάικα. Και θα είμαστε εκεί, να τους βοηθήσουμε».

11 Να τι έλεγε ο Βασιλιάς! «Μπένεντικτ, φαντάζομαι τη ζωή σαν μια τεράστια ρόδα, που ρυθμίζεται ίσως από το νόμο των μεγάλων αριθμών. Και γιατί όχι; Για παράδειγμα. Ο χρόνος έτσι όπως τον γνωρίζου με, δεν υπάρχει κι οι οχτώ ώρες ύπνου ισοδυναμούν μ’ ένα δευτερόλεπτο πόνου. Φαντάσου πως, για καθένα από μας, υπάρχει μια θέση σ’ ,αυτή τη ρόδα, που είναι ρυθμισμένη για την αιωνιότητα’ σκέψου πως αυτή η θέση έχει μια διάρκεια με ιδανικό μάξιμουμ μιας ανθρώπινης ύπαρξης εκατό σαράντα χρονών. Φαντάσου μας, ριγμένους σ’ αυτή τη θέση από το χέρι ενός τυφλού κρουπιέρη, σ’ αυτή την πλαζ που προορίζεται αποκλειστικά για μας. Μα ζούμε εκατό σαράντα χρόνια; Όχι. Δε ζούμε παρά έξι μήνες, πέντε χρόνια, σαράντα, ή εκατό, ποτέ περισσότερα. Να λοιπόν που μένει μια τρύπα, Μπένεντικτ, ένα μεγάλο κομμάτι ζωής που δε θα χρησιμέψει ποτέ σε τίποτα. Αλλά ποιο κομμάτι; Εκεί είναι όλο το μυστήριο. Κι αν όλη μας η τύχη ήταν μέσα σ’ εκείνο το κομμάτι, όπως το φλουρί στην πίτα; Ή φαντάσου πως πεθαίνουμε την ίδια μέρα ή, πως η διαδρομή μας στην ιδιωτική


μας πλαζ θα καταλήξει, επιτέλους, στο δικό μας μερίδιο στην ευτυχία; Είναι ο άνθρωπος που πεθαίνει την τελευταία στιγμή ενός πολέμου, ή την παραμονή της μέρας που ανακαλύπτεται το εμβόλιο που θα τον σώσει. Τ ι αποδεικνύει αυτό, Μπένεντικτ; Τ ίποτα. Μόνο την τύχη. Ωστόσο, η ρόδα μπορεί ν’ αρχίσει να γυρίζει τη στιγμή που εσύ θα πιστεύεις πως ακινητοποιήθηκε οριστικά». «Πάσο», είπε ο Μπεν. Ήταν η σειρά του να μοιράσει. Μοίρασε. Εβδομήντα δύο χιλιάδες δολάρια στο τραπέζι. «Πάσο», είπε ο Χάσεκ. Η ειρωνεία κι η περιφρόνηση στις άχρωμες κόρες του είχαν κάτι το φανταστικό, το εξωπραγματικό. Δεν είχε καν κοιτάξει το τρίτο φύλλο που του είχε δώσει ο Μπεν, ούτε και τα δυο κρυφά του, άλλωστε. Κάρφωνε με το βλέμμα του τον Σαρκισιάν και δεν έβλεπε τίποτ’ άλλο. «Πάσο», είπε ο Μπεν απαθής. Μοίρασε ο Χάσεκ. Εβδομήντα έξι χιλιάδες δολάρια σε τσιπς στο τραπέζι. «Πάσο», είπε ο Μπεν. «Πάσο», κι ο Χάσεκ. Μοίρασε ο Μπεν. Ογδόντα χιλιάδες δολάρια. «Πάσο», είπε ο Χάσεκ. Ο Μπεν γύρισε ο κεφάλι, λες και τούτο το τυφλό, επίμονα καρφωμένο πάνω του βλέμμα, τον εκαιγε. Ηταν ακόμα 23 Απριλίου, αλλ’ από τότε που είχε εξουδετερωθεί ο Σταινμπεργκ, γύρω στο μεσημέρι, είχαν περάσει οχτώ ώρες. Η παρτίδα διαρκούσε ήδη σαράντα τρεις ώρες και λόγω του ό,τι είχαν μείνει, μόνο δύο


αντίπαλοι, ο αριθμός των χτυπημάτων που είχαν παιχτεί στο διάστημα των τεσσάρων ωρών είχε αυξηθεί φανταστικά, περνώντας από τα διακόσια που ήταν όταν υπήρχαν εφτά παίχτες, στα οχτακόσια ή εννιακόσια τώρα.

Τ ο «πάσο» του Χάσεκ ήταν το εικοστό στη συνέχεια. Σε κανένα από τα είκοσι τελευταία χτυπήματα δεν είχε δει τα φύλλα του. Η ταχτική του ήταν φανερή: πήγαινε πάσο, απριόρι: εδραιωνόταν στη δέσμευση να πέσουν στο τραπέζι υποχρεωτικά, σε κάθε μοίρασμα, δυο χιλιάδες δολάρια σε τσιπς. Με τη σιγουριά πως αν ή παρτίδα συνέχιζε την πορεία της, όπως έδειχνε, θα ερχόταν μοιραία η στιγμή που ο νεαρός από το Σαν Φρανσίσκο δε θα είχε τίποτα: μια ώρα πριν από το τέλος αυτής της ένατης παρτίδας, ο Μπεν Σαρκισιάν είχε μπροστά του μόνο οχτακόσιες εξήντα χιλιάδες δολάρια, έναντι στα έξι εκατομμύρια εκατόν σαράντα χιλιάδες του Χάσεκ. Ο Μπένεντικτ έχασε διακόσιες σαράντα χιλιάδες ακόμα πριν από την παύση. Τ η μόνη φορά που επιχείρησε μια ρελάνς κι ο Χάσεκ ακολούθησε, το καρέ του ρήγα του συντρίφτηκε πάνω στο καρέ του άσου του βρομερού όγκου. Δεν ήταν κατάρρευση: υποχωρούσε βήμα βήμα, εκατοστό εκατοστό, πανικόβλητος, σίγουρα, μέσα του, αλλά όχι αφανισμένος, η τέλεια μηχανή που ήταν, μπορεί να εξακολουθούσε να γυρίζει, από συνήθεια ίσως κι από απίστευτη εξάσκηση. Στο πρόσωπό του, τίποτα εκτός από ένα αόρατο σχεδόν ίχνος ίδρωτα. Αλλά που δε συγκρινόταν στο ελάχιστο με τις αναγουλιαστικές εκκρίσεις του Χάσεκ που μούσκευαν την τσόχα καθώς ο αποκρουστικός όγκος, σωριασμένος σαν σακί στην πολυθρόνα του μούσκευε ολόκληρος, υποστηριζόμενος από φαρμακα, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά επιθετικός, όλο και πιο επιθετικός, σαρκαστικός, με όλο αυξανόμενη αυτοπεποίθηση καθώς περνούσαν οι ώρες κι η μηχανή, αντίκρυ του, επιβράδυνε βαθμιαία το ρυθμό της.


Τ ην ώρα της διακοπής, ο Μπεν είχε μπροστά του πεντακόσιες δεκαπεντε χιλιάδες δολάρια, ενάντια στα έξι εκατομμύρια τριακόσιες ογδοντα πέντε χιλιάδες του Χάσεκ. Στο τραπέζι, μετ’ από πενήντα δύο συνεχόμενα «πάσο», υπήρχαν διακόσιες οχτώ χιλιάδες δολάρια σε τσιπς. «Τ ελείωσε», είπε ο Ααρόν Στάινμπεργκ. Ο Ούγκο του χαμογέλασε ευγενικά. «Δεν πάτε να κρεμαστείτε; θα μου κάνετε μεγάλη χάρη!» Όρμησε στις σκάλες του ντούμπλεξ και βρέθηκε κάτω τη στιγμή που ο Μπεν έβγαινε από το σαλόνι. «Μπεν!» «Όχι τώρα». «Δεν είναι τόσο σοβαρό, Μπεν». Ο Μπεν τον παραμέρισε χωρίς να τον κοιτάξει, όπως θα παραμέριζε μια καρέκλα’ βγήκε στο χολ. Εκεί τον περίμενε η Καλλιόπη. «Είναι εδώ, Μπεν. Σε περιμένει. Στον κάτω όροφο». Δε φάνηκε να την ακούει. Βγήκε στο πλατύσκαλο, αγνόησε το ασανσέρ. Παραμέρισαν μπροστά του, μπροστά σ’ αυτή τη δραματική αύρα που τον περιέβαλλε. Κατέβηκε από τις σκάλες. Κι όμως, περπατούσε χωρίς βιασύνη, με το πρόσωπο απαθές, με κείνο το ύφος του υπνοβάτη. Η Καλλιόπη τον ακολούθησε. «Μπεν, σταμάτα. Η Τ ζαμάικα είναι εδώ. Όλα αρχίζουν για σας». Πίστευε κι ήλπιζε πως ο Μπεν θα έμπαινε στο διαμέρισμα του αντικέρη. Τ ο περίμενε μάλιστα τόσο που είχε προηγηθεί για να


σπρώξει την πόρτα, που έχασκε κιόλας μισάνοιχτη. Μ αυτός πέρασε’ δεν είχε δει τίποτα. «Μπεν!» Τ ον άρπαξε από το μπράτσο. Εκείνος ίσα που κοντοστάθηκε. «Όχι τώρα». «Σταμάτα». «Όχι τώρα». Ελευθερώθηκε από το κράτημά της, κατέβηκε τη σκαλα, βγήκε στην Πέμπτη Λεωφόρο. Κι άρχισε να τρεχει. Η Καλλιόπη κι ο Ούγκο βγήκαν κι αυτοί το κατόπι του, τον είδαν να ξεμακραίνει με τον κορμό στητό, τα χέρια στο ύψος των γοφών, με άνετες, μηχανικές δρασκελιές. Προς το Μανχαταν. Έτρεξε κατά μήκος της Πέμπτης Λεωφόρου, στο ακίνητο πρόσωπό του καθρεφτίζονταν διαδοχικά τα φώτα από τους έρημους ουρανοξύστες. Τ ον ακολούθησαν για λίγο μερικά κίτρινα ταξί που ψάρευαν πελάτες. Κάποιοι οδοκαθαριστές, μαύροι ή πορτορικανοί, του φώναξαν από μακριά. Προσπέρασε το Σεν Πάτρικ και το Ροκφέλερ Σέντερ, άφησε στα δεξιά του το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντιγκ. Έτρεχε ίσια στην αψίδα του θριάμβου της Ουάσιγκτον Σκουέαρ. Έκανε το γύρο, ξαφνιάζοντας τα μαύρα περιστέρια που πέταξαν τρομαγμένα. Ξαναπήρε την Πέμπτη Λεωφόρο χωρίς να κόψει ταχύτητα, κατ’ αντίθετη φορά, ίσια στο Σέντραλ Παρκ. Επέστρεψε μετ’ από πενήντα εννιά λεπτά, αφού συμβουλεύτηκε το παλιό, ασημένιο ρολόι. Που το απόθεσε στο τραπέζι, ξαναπαίρνοντας τη θέση του. Μοίρασε.


Δυο κλειστά φύλλα για τον Χάσεκ, δύο για τον εαυτό του. Λαχάνιαζε ακόμα από το τρέξιμο κι ήταν λουσμένος στον ιδρώτα. Μοίρασε τις τρεις κάρτες μιας μοιρασιάς που θα έμενε διάσημη: άσο καρό για τον Χάσεκ, δύο καρό για τον εαυτό του. «Πάσο», είπε ο Χάσεκ χωρίς να κοιτάξει καν τα φύλλα του. Ο Μπεν μελέτησε για λίγο τα δικά του, όσο ξανάβρισκε την ανασα του: δύο σπαθί, δύο μπαστούνι. Με το ανοιχτό δύο καρό, τρία όμοια. «Πάσο», είπε ο Μπεν. Μοίρασε το τέταρτο φύλλο: ρήγας καρό για τον Χάσεκ, εφτά κούπα για τον ίδιο. «Πάσο», είπε Χάσεκ. «Πενήντα χιλιάδες», χτύπησε ο Μπεν. Σιγή. Ο ασπρουλιάρικος λαιμός του Χάσεκ βούλιαξε λίγο ακόμα στις πτυχές του τερατώδικου κορμιού του. «Τ α βλέπω». Πέμπτο φύλλο: ντάμα σπαθί για τον Χάσεκ, δύο κούπα για τον Μπεν. Καρέ στα δυάρια. «Πάσο», είπε ο Μπεν. Μοίρασε το έκτο φύλλο 1 άσο σπαθί για τον Χάσεκ, οχτώ κούπα για τον εαυτό του. «Πάσο», ξανάπε ο Χάσεκ χαμογελώντας. «Τ απί», είπε ο Μπεν με κείνη την αλαργινή φωνή του,


Μοίρασε και το έβδομο χαρτί: ρήγα μπαστούνι για τον Χάσεκ, άσο κούπα για τον εαυτό του. Και πάλι σιωπή. Ο Χάσεκ άρχισε να γελάει κι όλη η πελώρια μάζα της σάρκας του βάλθηκε να τρεμουλιάζει και να τραντάζεται βγάζοντας μια απαίσια μπόχα. Αλλά το ξέθωρο βλέμμα του θάμπωσε ξαφνικά. Έπαψε να γελάει. Για πρώτη φορά, εδώ και τόσες ώρες, δίστασε. Στο τέλος είπε, απρόθυμα. «Μέσα». Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα. Ο Μπεν, εντελώς ακίνητος. Ο Χάσεκ άπλωσε το ασπριδερό, λιγδερό του χέρι και, με ύφος άφατης περιφρόνησης, άνοιξε τα κλειστά του φύλλα. Άσος μπαστούνι και ρήγας σπαθί. Στο σύνολο, τρία και τρία, φουλ του άσου με ρηγάδες. Ο Μπεν έδειξε το νικηφόρο καρέ του στα δυάρια. Στο τραπέζι υπήρχαν ένα εκατομμύριο τετρακόσιες τριάντα οχτώ χιλιάδες δολάρια. Ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν άπλωσε αργά, απαλά το χέρι κι έπιασε με τα μακριά δάχτυλά του το ρολόι του Βασιλιά Χοβ. Τ ο ρολόι κύλησε, σαν από μόνο του, στην παλάμη του. Ο Μπεν ακούμπησε και τους δυο αγκώνες του στο τραπέζι, ένωσε τις κλειστές γροθιές του και στήριξε πάνω τους το πιγούνι του. Τ α μπλε, σκοτεινά του μάτια στυλώνονταν στο κενό, του μισοφωτισμένου σαλονιού, κάπου πίσω από τον Χάσεκ. «Γνώριζα κι εγώ κάποιον Σολ Αμπράμοβιτς», είπε σαν να μιλούσε στον εαυτό του. «Πάνε χρόνια από τότε… Αλλα δε θα είναι, σίγουρα, ο ίδιος μ’ αυτόν που μου μιλούσατε πρωτύτερα. Θα μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Ο Σολ Αμπράμοβιτς που γνώρισα εγώ, στα


σφαγεία του Σαν Φρανσίσκο, είχε αξεπέραστο ταλέντο, αλλά…» Ο Μπεν έστρεψε αργά το βλέμμα και κοίταξε τον Χάσεκ. «…αλλά ο Σολ Αμπράμοβιτς που γνώρισα εγώ ήταν ένα πολύ προικισμένο παιδί που θα έμενε παιδί για πάντα. Δεν είχε ούτε νεύρο, ούτε τόλμη’ δεν ήταν άντρας. Σε σημείο που…» Χαμογέλασε στον Χάσεκ.” «Σε σημείο που, θα το πιστεύατε; Μια μέρα επιχείρησε να κλέψει στα χαρτιά. Τ ιμωρήθηκε και πολύ σκληρά μάλιστα. Αλλά παραβίασε ένα κανόνα· ένα κανόνα που εγώ δεν τον παρέβηκα ποτέ». Τ ο χαμόγελο έγινε πιο έντονο. «Ούτε κατά διάνοια». Ο Μπεν άνοιξε τη δεξιά του παλάμη και κοίταξε το ρολόι. Τ ο έβαλε, αργά στο τσεπάκι του σακακιού του. Και πρόσθεσε: «Κι είναι καιρός να τελειώνουμε αυτή την παρτίδα, δε βρίσκετε; Με περιμένουν». Από κείνη τη στιγμή, κανένας δε φαντάστηκε ούτε για ένα λεπτό πως ο Μπένεντικτ Σαρκισιάν μπορούσε να ηττηθεί. Ακόμα κι από τον Χάσεκ. Ιδίως από τον Χάσεκ. Δυο ώρες κι είκοσι λεπτά αργότερα, σωριαζόταν πάνω στο τραπέζι, έχοντας χάσει εκείνη τη στιγμή πάνω από πέντε εκατομμύρια δολάρια, σε μια κάθετη πτώση προς την κόλαση, με αντίπαλο μια μηχανή τρομαχτικής τελειότητας.

12


Είχε πολύ αέρα, οι ριπές έρχονταν σε άτακτα διαστήματα από τον Ειρηνικό. Τ ο υφασματένιο μπουφάν του Μπεν χτυπούσε και φούσκωνε σαν πανί στα ξάρτια. Περπάτησε σ’ όλο το μήκος της αλέας και στάθηκε ακίνητος μπροστά στον τάφο. Το γρασίδι που τον σκέπαζε ήταν ομοιόμορφο, κουρεμένο, φροντισμένο. Μόνο λίγα ξερά φύλλα ευκαλύπτου, σκόρπια, εδώ κι εκεί. Ο Μπεν γονάτισε. «Βασιλια Χοβ… Κέρδισα», είπε. Εγειρε πίσω το Κεφάλι κι αγνάντεψε τα σύννεφα στον ουρανο. Ύστερα, έσκαψε μια μικρή, τετράγωνη τρυπούλα, με προσοχή, και παραμέρισε την τούφα του γρασιδιού. Μέσα στην τρύπα, απόθεσε το ασημένιο ρολόι. Τ η βούλωσε, ξανάβαλε στη θέση της τη δροσερή, πράσινη τούφα. Και τότε ανασηκώθηκε κι έφυγε. Έξω από το κοιμητήριο, ανέβηκε στο αυτοκίνητο, έγειρε το κεφάλι στον ώμο της Τ ζαμάικα που καθόταν στο τιμόνι και είπε: «Όπου θέλεις εσύ».

Profile for Μενέλαος Τσαλκιτζής

Bernard Lenteric - ΡΕΝΤΑ  

Bernard Lenteric - ΡΕΝΤΑ

Bernard Lenteric - ΡΕΝΤΑ  

Bernard Lenteric - ΡΕΝΤΑ

Profile for 9221072
Advertisement