Page 1


Asa Larsson Ηλιακή καταιγίδα _______________________ μετάφ ραση απο τα σουηδικά Γρηγόρης Κονδύλης


Αστυνομικό Ψηφ ιακή Έκδοση Μάιος 2012 Τίτλος πρωτοτύπου Asa Larsson, Solstorm, Albert Bonniers Forlag 2003 © 2003, Asa Larsson © 2011, Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-960-501-789-7 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 5789 Κ.Ε.Π. 2148, Κ.Π. 2096

First published by Albert Bonniers Forlag Stikholm, Sweden Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόμου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.


Τρανεύει σαν δέντρο της οργής πίσω απ’ το κούτελό μου με φύλλα κόκκινα στραφταλιστά, φύλλα κυανά, λευκά! Δέντρο που στον άνεμο ακόμα τρεμουλιάζει. Συντρίμμια θα τον κάνω τον οίκο σου, και τίποτα δεν θα μου ’ναι ξένο, ούτε καν τ’ ανθρώπινο. Σαν δέντρο από μέσα ξεχύνεται και συντρίβει τον οίκο του κρανίου. Και φωτίζει ‒σαν φανάρι στα βάθια του δάσους‒ στο σκοτάδι. Γιέραν Σένεβι


και εγένετο εσπέρα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

7

και εγένετο πρωί, ημέρα μία

Σ

την πραγματικότητα, δεν είναι η πρώτη φορά που πεθαίνει ο Βίκτορ Στράντγκορντ. Είναι ξαπλωμένος ανάσκελα στην εκκλησία της Πηγής της Δύναμης και κοιτάζει ψηλά μέσα απ’ τους τεράστιους φεγγίτες. Είναι σαν να μην τον χωρίζει τίποτα από τον σκοτεινό χειμωνιάτικο ουρανό που ξανοίγεται πάνω του. Πιο κοντά δεν μπορεί να φτάσει κανείς, σκέφτεται. Σαν έχεις φτάσει στην εκκλησία πάνω στο βουνό, στην άκρη του κόσμου, τότε ο ουρανός είναι τόσο κοντά, που μπορείς σχεδόν ν’ απλώσεις το χέρι σου και να τον αγγίξεις. Το Βόρειο Σέλας περιδινείται σαν χαρταετός εκεί έξω στη νυχτιά. Τ’ αστέρια και οι πλανήτες παραμερίζουν μπροστά στο μεγάλο θαύμα του φανταχτερού φωτός, που δίχως βιάση καμιά χαράζει τη ρότα του πάνω στον ουράνιο θόλο. Ο Βίκτορ Στράντγκορντ ακολουθεί με το βλέμμα την περιπλάνησή του. Αναρωτιέται: Να τραγουδάει άραγε κι αυτό, όπως οι μοναχικές φάλαινες κάτω από το νερό; Σαν να διάβασε τη σκέψη του, το Βόρειο Σέλας σταματάει για μια στιγμή. Διακόπτει την αμετάθετη πορεία του. Κοιτάζει τον Βίκτορ Στράντγκορντ με παγωμένα χειμωνιάτικα μάτια. Γιατί φαίνεται, μα την αλήθεια, όμορφος έτσι όπως είναι ξαπλωμένος. Το σκούρο αίμα σαν φωτοστέφανο γύρω από τα μακριά, κατάξανθα μαλλιά του. Τώρα δεν αισθάνεται πια τα πόδια του. Πέφτει σε αποκάρωμα. Δεν πονάει.


8

ASA LARSSON

Παρόλο που είναι παράξενο να βρίσκεται εκεί ξαπλωμένος, ατενίζοντας τα μάτια του δράκου, σκέφτεται τον πρώτο του θάνατο. Τότε ο θάνατος τον είχε συναντήσει πάνω στο ποδήλατο, με το έβγα του χειμώνα και το έμπα της άνοιξης. Κατηφόριζε τον μεγάλο λόφο προς το σταυροδρόμι των οδών Άντολφ Χεντίν και Γιάλμαρ Λούντμπουμ. Χαρούμενος και λυτρωμένος, με την κιθάρα κρεμασμένη στον ώμο. Θυμάται τις ρόδες του ποδηλάτου να γλιστρούν ανεξέλεγκτα πάνω στον πάγο καθώς προσπαθούσε απελπισμένα να φρενάρει. Την είδε να έρχεται από τα δεξιά τη γυναίκα με το κόκκινο Φίατ Ούνο. Θυμάται πώς κοιτάχτηκαν, είδε τη διαίσθηση στα μάτια της, τώρα συμβαίνει η παγωμένη διολίσθηση προς τον θάνατο. Μ ε αυτήν την εικόνα στον αμφιβληστροειδή, ο Βίκτορ Στράντγκορντ πεθαίνει για δεύτερη φορά. Τα βήματα πλησιάζουν, δεν τα ακούει όμως. Τα μάτια του δεν χρειάζεται να στραφούν ξανά στη στραφταλιστή λάμα του μαχαιριού. Το κορμί του, ίδιο κέλυφος, βρίσκεται ακόμη στο πάτωμα της εκκλησίας και δέχεται τα χτυπήματα του μαχαιριού. Αλλεπάλληλα κι ασταμάτητα. Κι ο δράκος ξαναρχίζει ατάραχος την περιπλάνησή του στο στερέωμα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

9

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου

Η

Ρεμπέκα Μ άρτινσον ξύπνησε με μια βαθιά, σπασμωδική ανάσα, μόλις ένιωσε σαν κεντρί την ανησυχία στο κορμί της. Άνοιξε τα μάτια της προς το σκοτάδι. Κάπου ανάμεσα στο όνειρο και στον ξύπνο ένιωσε έντονα την παρουσία κάποιου στο διαμέρισμα. Έμεινε ακίνητη κι αφουγκράστηκε, αλλά το μόνο που κατάφερε ν’ ακούσει ήταν οι χτύποι της καρδιάς της, που χοροπηδούσε στο στήθος της σαν κατατρομαγμένος λαγός. Έψαξε στα τυφλά να βρει το ξυπνητήρι πάνω στο κομοδίνο και βρήκε το μικρό κουμπί που φώτιζε το καντράν. Τέσσερις παρά τέταρτο. Είχε πέσει για ύπνο πριν από τέσσερις ώρες κι αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ξυπνούσε. Η δουλειά φταίει, σκέφτηκε. Δουλεύω πολύ. Γι’ αυτό και οι σκέψεις μου τα βράδια ακούγονται σαν αλάδωτος τροχός σε κλουβί χάμστερ. Το κεφάλι της και ο αυχένας πονούσαν. Πρέπει να έτριζε τα δόντια στον ύπνο της. Αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερα να σηκωθεί. Τυλίχτηκε με το πάπλωμα και πήγε στην κουζίνα. Τα πόδια της βρήκαν μόνα τους τον δρόμο, δεν χρειάστηκε ν’ ανάψει το φως. Άναψε την καφετιέρα και άνοιξε το ραδιόφωνο. Το σήμα του σταθμού σε μουσική του Μ πέλμαν άρχισε να επαναλαμβάνεται σαν ψαλμουδιά επίπεδη, ενώ το νερό έπεφτε αργά στο φίλτρο του καφέ κι εκείνη έκανε ένα ντους. Άφησε τα μακριά μαλλιά της να στεγνώσουν μόνα τους. Ήπιε τον καφέ ενώ ντυνόταν. Το Σαββατοκύριακο είχε σιδερώσει και


10

ASA LARSSON

κρεμάσει στην γκαρνταρόμπα τα ρούχα της εβδομάδας. Τώρα ήταν Δευτέρα. Στην κρεμάστρα της Δευτέρας κρεμόταν μια ιβουάρ μπλούζα κι ένα κουστούμι μπλε μαρέν μάρκας Μ αρέλα. Έφερε τις χτεσινές της κάλτσες στη μύτη. Φοριόνταν και σήμερα. Είχαν σακουλιάσει λίγο στους αστραγάλους, αλλά αν τις τέντωνε όμως και τις δίπλωνε λίγο στα παπούτσια δεν θα φαίνονταν. Απλώς δεν θα έβγαζε τα παπούτσια της σήμερα. Δεν την ενοχλούσε αυτό. Τα εσώρουχα και οι κάλτσες θα την ενδιέφεραν αν είχε λόγο να πιστεύει ότι κάποιος θα την έβλεπε να γδύνεται. Τα εσώρουχά της είχαν πλυθεί πάμπολλες φορές και είχαν αποκτήσει έναν γκριζωπό τόνο. Μ ια ώρα αργότερα καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του γραφείου. Το κείμενο έρεε σαν βουνίσιος χείμαρρος στο μυαλό, περνούσε στα χέρια της και ξεχυνόταν από τα δάχτυλα που πετούσαν πάνω από το πληκτρολόγιο. Το μυαλό χαλάρωνε με τη δουλειά. Η πρωινή δυσφορία είχε εξαφανιστεί. Παράξενο, σκέφτηκε. Παραπονιέμαι σαν συζητάω με τους άλλους νεότερους δικηγόρους ότι η δουλειά με κάνει δυστυχισμένη. Αλλά όταν δουλεύω νιώθω γαλήνη. Σχεδόν χαρά. Όταν δεν δουλεύω, νιώθω την αγωνία να σέρνεται πάνω μου. Ο φωτισμός του δρόμου διαπερνούσε με δυσκολία τα μεγάλα υπέρθυρα. Μ πορούσες ακόμη να διακρίνεις τον θόρυβο από το πέρασμα κάποιων μεμονωμένων αυτοκινήτων, αλλά σύντομα ο δρόμος θα αποκτούσε τον υπόκωφο και συνεχή ήχο της ασταμάτητης κυκλοφορίας. Η Ρεμπέκα έγειρε πίσω στην καρέκλα και πληκτρολόγησε μια εντολή εκτύπωσης. Έξω στον διάδρομο με τα σβησμένα φώτα ο εκτυπωτής ξύπνησε και εκτέλεσε την πρώτη παραγγελία της ημέρας. Ακούστηκε η πόρτα της εισόδου να κλείνει. Αναστέναξε και κοίταξε το ρολόι της. Έξι παρά δέκα. Η μοναξιά είχε τελειώσει. Δεν μπορούσε να ακούσει ποιος είχε έρθει. Τα μαλακά χαλιά του διαδρόμου έπνιγαν όλα τα βήματα, αλλά σε λίγο άνοιξε η πόρτα του γραφείου της. «Μ πορώ να ενοχλήσω;» Ήταν η Μ αρία Τομπ. Άνοιξε την πόρτα με τον γοφό της


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

11

ισορροπώντας ταυτόχρονα ένα φλιτζάνι καφέ σε κάθε χέρι. Είχε το κείμενο που είχε εκτυπώσει η Ρεμπέκα κάτω από τη δεξιά μασχάλη της. Οι δύο γυναίκες είχαν πρόσφατα πιάσει δουλειά ως δικηγόροι, με ειδίκευση στο φορολογικό δίκαιο, στην εταιρεία Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ. Το γραφείο βρισκόταν στον τελευταίο όροφο, σ’ ένα ωραίο κτίριο των αρχών του αιώνα, στην οδό Μ πίργερ Γιαρλ. Στους διαδρόμους υπήρχαν περσικά χαλιά, σχεδόν αντίκες, και μερικοί σκόρπιοι ογκώδεις καναπέδες και άνετες πολυθρόνες από γνήσια παλιωμένο δέρμα. Τα πάντα απέπνεαν κύρος, εμπειρία, χρήμα και επαγγελματική ικανότητα. Ήταν ένα γραφείο που γέμιζε τους πελάτες με ένα ισορροπημένο μείγμα ασφάλειας και δέους. «Όταν θα πεθάνουμε, θα έχουμε τέτοια κούραση, που θα ευχόμαστε να μην υπάρχει επέκεινα» είπε η Μ αρία κι απίθωσε το ένα φλιτζάνι στο γραφείο της Ρεμπέκα. «Αλλά αυτό δεν ισχύει για σένα, Μ άγκι Θάτσερ. Πότε ήρθες το πρωί; Ή μάλλον πήγες καθόλου σπίτι;» Είχαν μείνει στο γραφείο το απόγευμα της Κυριακής και οι δυο τους για να δουλέψουν. Η Μ αρία είχε φύγει πρώτη. «Μ όλις πριν λίγο ήρθα» είπε ψέματα η Ρεμπέκα και πήρε την εκτύπωση που της έδωσε η Μ αρία. Η Μ αρία βούλιαξε στον καναπέ των επισκεπτών, έβγαλε τα πανάκριβα δερμάτινα παπούτσια της και κάθισε σταυροπόδι. «Τι καιρός κι αυτός» είπε. Η Ρεμπέκα κοίταξε έξω κάπως έκπληκτη. Μ ια παγωμένη βροχή σφυροκοπούσε το παράθυρο. Δεν το είχε προσέξει νωρίτερα. Δεν θυμόταν αν έβρεχε την ώρα που ήρθε στη δουλειά. Η αλήθεια είναι πως δεν θυμόταν αν είχε έρθει με τα πόδια ή είχε πάρει το μετρό το πρωί. Σαν υπνωτισμένο το βλέμμα της καρφώθηκε στο νερό που τυμπάνιζε και κυλούσε πάνω στο τζάμι. Χειμώνας Στοκχόλμης, σκέφτηκε. Δεν είναι τόσο παράξενο που «απενεργοποιείσαι» σαν βγαίνεις από το σπίτι. Πάνω στα μέρη μας είναι αλλιώς. Μ πλάβα σούρουπα του μεσοχείμωνου, με το τριζάτο χιόνι. Ή το έμπα της άνοιξης και το έβγα του χειμώνα.


12

ASA LARSSON

Είδε τον εαυτό της να κάνει με σκι τη διαδρομή κατά μήκος του ποταμού από το σπίτι της γιαγιάς στην Κούραβαρα μέχρι το σπιτάκι στο Γιέκαγιερβι και να κάθεται να ξαποστάσει στο πρώτο ξέφωτο κάτω από ένα έλατο. Η φλούδα του δέντρου λάμπει σαν κοκκινωπός χαλκός στον ήλιο. Το χιόνι αναστενάζει κουρασμένο όταν λιώνει από τη ζέστη. Καφές, πορτοκάλι και σάντουιτς στον γυλιό. Η φωνή της Μ αρίας τη συμμάζεψε σαν απόχη. Οι σκέψεις σπαρταρούσαν και θέλανε να ξεγλιστρήσουν, αλλά η Ρεμπέκα ανέκτησε τον έλεγχο και κοίταξε το ελαφρώς υψωμένο φρύδι της συναδέλφου. «Ξυπναρούδια! Ρωτάω αν θ’ ακούσεις ειδήσεις». «Βεβαίως». Η Ρεμπέκα έγειρε πίσω στην καρέκλα και άπλωσε το χέρι της προς το ράδιο στο περβάζι του παραθύρου. Θεέ μου, πετσί και κόκαλο είναι, σκέφτηκε η Μ αρία, παρατηρώντας το στέρνο που διαγραφόταν κάτω από το σακάκι της Ρεμπέκα. Ακτινογραφία σκέτη! Η Ρεμπέκα δυνάμωσε την ένταση του ραδιοφώνου και οι δυο γυναίκες κάθισαν με τα φλιτζάνια στα χέρια, το κεφάλι σκυμμένο, σαν σε προσευχή. Η Μ αρία ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Την έτσουζαν από την κούραση. Σήμερα έπρεπε να τελειώνει με την έφεση για την υπόθεση Στένμαν, έπρεπε να την καταθέσει στη νομική υπηρεσία της νομαρχίας. Ο Μ ονς θα τη σκότωνε αν του ζητούσε κι άλλο χρόνο. Ένιωσε καούρα κάπου στο στομάχι. Δεν θα έπινε άλλον καφέ πριν από το μεσημεριανό. Καθόταν εκεί, σαν πριγκιπέσα σε πύργο, μέρα νύχτα, βράδια και Σαββατοκύριακα, σ’ αυτό το φανταχτερό γραφείο με όλη τη μακρά του ιστορία, που μπορούσε κάλλιστα να πάει στον αγύριστο, και με όλους τους μεθυσμένους εταίρους, που την έγδυναν με τα μάτια τους, ενώ η ζωή εκεί έξω συνέχιζε να κυλάει χωρίς την ίδια. Δεν ήξερε αν ήθελε να βάλει τα κλάματα ή τις φωνές ή να επαναστατήσει. Το μόνο που άντεχε να κάνει μετά ήταν να συρθεί μέχρι το σπίτι, ν’ ανοίξει την τηλεόραση και να κοιμηθεί μπροστά στο ελεήμον φως της οθόνης που καταλάγιαζε το άγχος της.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

13

«Η ώρα είναι έξι κι ακούτε τις πρωινές ειδήσεις. Γνωστός θρησκευτικός ηγέτης, γύρω στα τριάντα, βρέθηκε σήμερα το πρωί δολοφονημένος στην εκκλησία της Πηγής της Δύναμης στην Κίρουνα. Οι αστυνομικές αρχές της Κίρουνα δεν θέλουν ακόμη να κάνουν κάποιο σχόλιο για τον φόνο, ανακοίνωσαν ωστόσο ότι κανείς δεν κρατείται ως ύποπτος κι ότι το όπλο του εγκλήματος δεν βρέθηκε ακόμη. Όλο και περισσότεροι δήμοι δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τον νόμο περί κοινωνικών υπηρεσιών, όπως δείχνει μια νέα έρευνα…». Η Ρεμπέκα στριφογύρισε με δύναμη την καρέκλα της και χτύπησε το χέρι της στο περβάζι. Έκλεισε το ραδιόφωνο, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να πιτσιλίσει τα γόνατά της με καφέ. «Ο Βίκτορ!» φώναξε. «Δεν μπορεί να ’ναι άλλος». Η Μ αρία την κοίταξε παραξενεμένη. «Ο Βίκτορ Στράντγκορντ; Το Παιδί του Παραδείσου; Τον ήξερες;» Η Ρεμπέκα έστρεψε το κεφάλι της για να αποφύγει το βλέμμα της Μ αρίας και κοίταξε τη λερωμένη φούστα της. Το πρόσωπό της ήταν κάτωχρο κι απρόσιτο. Τα χείλη της μια γραμμή από το σφίξιμο. «Ήξερα ποιος είναι, φυσικά. Αλλά έχω να πάω στη γενέτειρά μου Κίρουνα εδώ και πολλά χρόνια. Τώρα πια δεν ξέρω κανέναν εκεί». Η Μ αρία σηκώθηκε από την πολυθρόνα, πλησίασε τη Ρεμπέκα και απομάκρυνε το φλιτζάνι από τα μουδιασμένα χέρια της. «Αν λες ότι δεν τον ήξερες, κανένα πρόβλημα για μένα, γλυκιά μου, αλλά σε τριάντα δευτερόλεπτα σε βλέπω να λιποθυμάς. Το πρόσωπό σου είναι κατάχλωμο. Σκύψε μπροστά και βάλε το κεφάλι σου ανάμεσα στα πόδια». Η Ρεμπέκα υπάκουσε σαν σχολιαρόπαιδο. Η Μ αρία πήγε στην τουαλέτα να φέρει χαρτί, μήπως σώσει το ταγιέρ από τον λεκέ. Όταν επέστρεψε, η Ρεμπέκα καθόταν γερμένη στην καρέκλα της. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε. «Ναι» της απάντησε η Ρεμπέκα χαμένη στον κόσμο της, κοιτώντας ανήμπορη τη Μ αρία που έτριβε μανιασμένη τον λεκέ


14

ASA LARSSON

στη φούστα με το βρεγμένο χαρτί. «Τον ήξερα» είπε ύστερα από λίγο. «Χμμμ, δεν λέω ότι χρειάστηκα ανιχνευτή ψεύδους για να το καταλάβω» αντιγύρισε η Μ αρία δίχως να πάρει το βλέμμα της από τον λεκέ. «Στενοχωρήθηκες;» «Να στεναχωρηθώ; Δεν ξέρω. Όχι, ίσως να φοβήθηκα κάπως». «Φοβήθηκες;» Η Μ αρία είχε σταματήσει να τρίβει τον λεκέ. «Τι πράγμα φοβήθηκες;» «Δεν ξέρω. Ότι κάποιος θα–» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και ένας διαπεραστικός ήχος ακούστηκε από τη συσκευή του τηλεφώνου. Η Ρεμπέκα σκίρτησε φοβισμένη κι έμεινε να το κοιτάζει, δίχως να σηκώνει το ακουστικό. Μ ετά το τρίτο κουδούνισμα απάντησε η Μ αρία. Σκέπασε με την παλάμη της το ακουστικό για να μην την ακούσουν στην άλλη άκρη της γραμμής και ψιθύρισε: «Εσένα θέλουν. Πρέπει να τηλεφωνούν από την Κίρουνα, γιατί ακούω ένα Μ ούμιν 1 στην άλλη άκρη της γραμμής».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

15

επιθεωρήτρια της αστυνομίας Άννα-Μ αρία Μ έλα ήταν ήδη ξύπνια όταν χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού της. Το χειμωνιάτικο φεγγάρι γέμιζε το δωμάτιο με το έντονο λευκό φως του, ενώ έξω από το παράθυρο οι βουνίσιες σημύδες του βουνού έριχναν τις μπλάβες σκιές των αρθριτικών κορμών τους πάνω στους τοίχους. Πριν να εκπνεύσει το πρώτο κουδούνισμα εκείνη είχε αρπάξει το ακουστικό. «Σβεν-Έρικ εδώ. Ξύπνησες κιόλας;» «Ναι, αλλά είμαι ακόμη στο κρεβάτι. Λοιπόν;» Άκουσε τον Ρόμπερτ να στενάζει και του έριξε μια λοξή ματιά. Μ ήπως είχε ξυπνήσει; Μ πα, η ανάσα έγινε ξανά κανονική και βαριά. Τέλεια. «Πιθανή δολοφονία στην εκκλησία της Πηγής της Δύναμης» είπε ο Σβεν-Έρικ. «Και; Κι εγώ έχω δουλειά γραφείου από την περασμένη Παρασκευή, ή μήπως το ξέχασες;» «Καλά, καλά, το ξέρω» ο Σβεν-Έρικ ακουγόταν απελπισμένος «αλλά τούτο εδώ είναι άλλο πράγμα, που να πάρει ο διάβολος, Άννα-Μ αρία, άλλο πράγμα. Έλα απλώς να ρίξεις μια ματιά. Οι τεχνικοί σε λίγο θα είναι έτοιμοι και θα μας αφήσουν να μπούμε μέσα. Ο Βίκτορ Στράντγκορντ είναι ο νεκρός και ο χώρος εκεί μέσα θυμίζει σφαγείο. Υποθέτω ότι έχουμε μόνο μια ώρα στη διάθεσή μας πριν να πέσουν εδώ σαν τα κοράκια όλα τα κανάλια με τις κάμερες και όλα τα συμπράγκαλα». «Θα είμαι εκεί σε είκοσι λεπτά». Τι παράξενο, διάβολε,


16

ASA LARSSON

σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία. Μ ε παίρνει και ζητάει από μένα βοήθεια. Κάτι έχει αλλάξει. Ο Σβεν-Έρικ δεν απάντησε, αλλά εκείνη άκουσε τον ανεπαίσθητο στεναγμό ανακούφισης πριν να κλείσει το τηλέφωνο. Στράφηκε στον Ρόμπερτ και άφησε το βλέμμα της να χαϊδέψει το κοιμισμένο του πρόσωπο. Είχε την παλάμη κάτω από το μάγουλο και τ’ άλικα χείλη του μισάνοιχτα. Απέπνεε σεξουαλικότητα με τις πρώτες αραιές γκρίζες τρίχες στο μουστάκι και στους κροτάφους. Ο ίδιος όμως φαινόταν πολύ ενοχλημένος όταν στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου και μελετούσε εξονυχιστικά τους ορμίσκους που είχαν αρχίσει να σχηματίζονται εκεί όπου ξεκινούσαν τα μαλλιά στο μέτωπο. «Η έρημος επεκτείνεται» συνήθιζε να γκρινιάζει. Τον φίλησε στο στόμα. Η κοιλιά την εμπόδιζε, αλλά τα κατάφερε. Δύο φορές. «Σ’ αγαπώ» τη διαβεβαίωσε μισοκοιμισμένος ακόμη. Τέντωσε το χέρι του κάτω από το πάπλωμα για να την τραβήξει προς το μέρος του, εκείνη όμως είχε ήδη καθίσει στην άκρη του κρεβατιού. Ξαφνικά, ένιωσε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Διαολεμένη συχνουρία. Είχε ήδη κάνει δύο επισκέψεις κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ένα τέταρτο αργότερα η Άννα-Μ αρία βγήκε από το Φορντ Έσκορτ στο πάρκινγκ που βρισκόταν στην κατηφόρα έξω από την εκκλησία της Πηγής της Δύναμης. Έκανε ακόμη ένα κρύο του κερατά. Ο παγωμένος αέρας χαστούκισε τα μάγουλά της. Αν ανέπνεε από το στόμα, πονούσαν ο λαιμός και τα πνευμόνια της. Αν ανέπνεε από τη μύτη, πάγωναν οι μικρές τρίχες στα ρουθούνια της και κολλούσαν με κάθε ανάσα που έπαιρνε. Τύλιξε καλά το κασκόλ της γύρω από το στόμα και κοίταξε το ρολόι της. Είχε μισή ώρα στη διάθεσή της, μετά το αμάξι δεν θα έπαιρνε με τίποτα μπροστά. Το πάρκινγκ ήταν μεγάλο, χωρούσε τουλάχιστον τετρακόσια αυτοκίνητα. Το δικό της κοκκινωπό Έσκορτ φάνταζε μικρό και αξιοθρήνητο δίπλα στο Βόλβο 740 του Σβεν-Έρικ. Δίπλα στο Βόλβο ήταν παρκαρισμένο περιπολικό. Κατά τα άλλα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

17

υπήρχαν μόνο καμιά δεκαριά αμάξια στο πάρκινγκ, όλα καλυμμένα από το χιόνι. Οι τεχνικοί πρέπει ήδη να είχαν φύγει. Πήρε το μονοπάτι για την εκκλησία στον λόφο Σάντστεν. Η πάχνη κάλυπτε τις σημύδες σαν λεπτή μαρέγκα και στην κορφή του λόφου δέσποζε η εντυπωσιακή εκκλησία των κρυστάλλων με φόντο τον σκοτεινό ουρανό, στεφανωμένη από αστέρια και πλανήτες. Σαν ένα πελώριο, αυτόφωτο κομμάτι πάγου στεκόταν εκεί και ανταγωνιζόταν σε λαμπρότητα το Βόρειο Σέλας. Διαβολεμένα φιγουρατζίδικο κτίριο, σκέφτηκε καθώς ανέβαινε τον λόφο. Αυτή η ενορία έχει χεστεί στο χρήμα και έπρεπε να διαθέσει και λίγα ψιλά στην οργάνωση «Σώστε τα παιδιά». Αλλά είναι βέβαια καλύτερα να τραγουδάς το Ευαγγέλιο σε μια συναρπαστική εκκλησία από το να σκάβεις πηγάδια στην Αφρική. Eίδε σε απόσταση τον συνάδελφό της Σβεν-Έρικ Στόλνακε, τον αστυφύλακα Τόμι Ραντακίρε και τον επιθεωρητή Φρεντ Ούλσον έξω από την πόρτα της εκκλησίας. Ο Σβεν-Έρικ, ξεσκούφωτος όπως πάντα, στεκόταν ακίνητος με την πλάτη τεντωμένη και με τα χέρια χωμένα στις ζεστές τσέπες του πουπουλένιου μπουφάν. Οι δύο νεότεροι άντρες πηγαινοέρχονταν γύρω του ξαναμμένοι σαν παιχνιδιάρικα κουτάβια. Δεν μπορούσε να ακούσει τι λέγανε, έβλεπε όμως ανυπόμονα λόγια να ξεπηδούν από το στόμα του Ραντακίρε και του Ούλσον σαν άσπρες τούφες καπνού. Τα κουτάβια, μόλις την είδαν, την καλωσόρισαν με χαρούμενα γαβγίσματα. «Γεια σου» γάβγισε ο Τόμι Ραντακίρε «πώς πάει;» «Μ ια χαρά πάει» του απάντησε κι εκείνη εγκάρδια. «Έτσι όπως έγινες, η κοιλιά σου εμφανίζεται ένα τέταρτο πριν από σένα» είπε ο Φρεντ Ούλσον. Η Άννα-Μ αρία γέλασε. Κοίταξε προς τον Σβεν-Έρικ και είδε τη σοβαρότητα στο βλέμμα του. Είχαν αρχίσει να σχηματίζονται κρυσταλλάκια πάγου στο μεγάλο μουστάκι του, που ήταν σαν μουστάκι θαλάσσιου ίππου. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες» της είπε. «Ελπίζω να έχεις χωνέψει το πρωινό σου, γιατί αυτό που θα αντικρίσεις είναι ένα κι ένα για


18

ASA LARSSON

να σου κόψει την όρεξη. Πάμε μέσα;» «Θέλετε να σας περιμένουμε;» Ο Φρεντ Ούλσον χτύπησε τα πόδια του στο χιονισμένο έδαφος. Το βλέμμα του πήγαινε μια στον Σβεν-Έρικ μια στην Άννα-Μ αρία και τανάπαλιν. Ο Σβεν-Έρικ θα αντικαθιστούσε την Άννα-Μ αρία, οπότε εκείνος ήταν ο αρχηγός τώρα, και τυπικά. Από τη στιγμή όμως που βρισκόταν κι εκείνη εδώ, δεν ήταν τόσο εύκολο να ξέρεις ποιος αποφασίζει. Η Άννα-Μ αρία κράτησε το στόμα της κλειστό και κάρφωσε το βλέμμα της στον Σβεν-Έρικ. Δεν ήταν εκεί για υπηρεσιακούς λόγους, απλώς σαν προσκεκλημένη. «Καλά θα ήταν να μένατε εδώ» έκανε ο Σβεν-Έρικ «για να μην μπει μέσα κάποιος αναρμόδιος πριν έρθουν να παραλάβουν τον νεκρό. Εξάλλου, αν κρυώνετε πολύ, μπορείτε να μπείτε και να σταθείτε πίσω από την πόρτα». «Όχι, διάβολε, θα περιμένουμε απέξω, απλώς ήθελα να ξέρω» διαβεβαίωσε ο Φρεντ Ούλσον. «Βέβαια» είπε χαμογελώντας με τα μελανιασμένα από το κρύο χείλη του κι ο Τόμι Ραντακίρε. «Άντρες είμαστε. Κι οι άντρες δεν κρυώνουν». Ο Σβεν-Έρικ ακολούθησε την Άννα-Μ αρία κι έκλεισε τη βαριά πόρτα της εκκλησίας πίσω του. Διέσχισαν το βεστιάριο στο οποίο επικρατούσε μισοσκόταδο. Ατέλειωτες σειρές άδειες κρεμάστρες άφησαν ένα κροτάλισμα, σχεδόν σαν άηχο κουδούνισμα, από το ρεύμα που δημιουργούνταν κάθε φορά που ο παγωμένος αέρας απέξω συναντιόταν με τον ζεστό μέσα στην εκκλησία. Δύο περιστρεφόμενες πόρτες οδηγούσαν στην κύρια αίθουσα. Ο Σβεν-Έρικ χαμήλωσε ασυνείδητα τη φωνή του μόλις βρέθηκαν μέσα. «Η αδερφή του Βίκτορ Στράντγκορντ ήταν που τηλεφώνησε στην αστυνομία στις τρεις. Τον βρήκε νεκρό και τηλεφώνησε από το γραφείο της ενορίας». «Πού είναι τώρα; Στο Τμήμα;» «Μ πα, όχι. Ιδέα δεν έχουμε πού είναι. Είπα στο κέντρο επικοινωνιών του Τμήματος να βάλουν κάποιον να τη βρει. Δεν υπήρχε κανείς στην εκκλησία όταν ήρθαν ο Τόμι και ο Φρέντε».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

19

«Οι τεχνικοί τι είπαν;» «Κοιτάξτε, αλλά μην αγγίζετε». Το πτώμα κείτονταν στη μέση του διαδρόμου. Η Άννα-Μ αρία σταμάτησε λίγο πριν να φτάσει σ’ αυτό. «Ω, γαμώ τον διάολό μου» της ξέφυγε. «Αυτό εννοούσα» ακούστηκε ο Σβεν-Έρικ, που στεκόταν ακριβώς πίσω της. Η Άννα-Μ αρία έβγαλε ένα μικρό κασετόφωνο από την εσωτερική τσέπη του πουπουλένιου μπουφάν. Δίστασε για μια στιγμή. Συνήθιζε να μαγνητοφωνεί τις παρατηρήσεις της αντί να κρατάει σημειώσεις. Τώρα όμως, ουσιαστικά, δεν ήταν δική της τούτη η υπόθεση. Μ ήπως θα ήταν καλύτερα να μη μιλάει και να κάνει απλώς παρέα στον Σβεν-Έρικ; Σταμάτα να περιπλέκεις συνεχώς τα πράγματα, μάλωσε τον εαυτό της και άνοιξε το κασετόφωνο δίχως να ρίξει ούτε μια ματιά στον συνάδελφό της. «Η ώρα είναι πέντε και τριάντα πέντε» είπε στο μικρόφωνο. «Δεκαέξι, όχι, δεκαεφτά Ιανουαρίου. Βρίσκομαι στην εκκλησία της Πηγής της Δύναμης και κοιτάζω κάποιον που, απ’ όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, είναι ο Βίκτορ Στράντγκορντ, γνωστός σε όλους ως Παιδί του Παραδείσου. Ο νεκρός βρίσκεται καταμεσής στον διάδρομο της εκκλησίας. Φαίνεται πως τον ξεκοίλιασαν κανονικά, γιατί μυρίζει απαίσια και το χαλί κάτω από το πτώμα είναι μουσκεμένο. Προφανώς από αίμα, αλλά δύσκολα μπορεί να το επιβεβαιώσει κανείς με μια πρώτη ματιά, αφού και το χρώμα του χαλιού είναι κι αυτό κόκκινο. Τα ρούχα του είναι ματωμένα και δεν διακρίνεται καθαρά η πληγή στην κοιλιά, φαίνεται όμως ότι τμήμα των εντέρων έχει πεταχτεί έξω, αλλά αυτό θα μας το πει αργότερα ο ιατροδικαστής. Φοράει τζιν παντελόνι και μπλούζα. Οι σόλες των παπουτσιών του είναι στεγνές, στεγνό και το χαλί κάτω από τα παπούτσια. Τα μάτια του είναι βγαλμένα...» Η Άννα-Μ αρία σταμάτησε να μιλάει κι έκλεισε το κασετόφωνο. Κινήθηκε γύρω από το πτώμα κι έσκυψε πάνω από το πρόσωπο του νεκρού. Ήταν έτοιμη να πει ότι επρόκειτο για ένα όμορφο πτώμα, αλλά υπήρχαν και όρια για το ποιες σκέψεις


20

ASA LARSSON

μπορούσε να λέει φωναχτά μπροστά στον Σβεν-Έρικ. Το πρόσωπο του νεκρού τής έφερε στο μυαλό τον βασιλιά Οιδίποδα. Είχε δει το θεατρικό Οιδίπους Τύραννος σε βίντεο, όταν πήγαινε ακόμη στο γυμνάσιο. Τότε, δεν είχε ταραχτεί ιδιαίτερα από τη σκηνή όπου ο Οιδίποδας βγάζει τα μάτια του, αλλά τώρα η εικόνα επέστρεψε με μια παράξενη ένταση. Την έπιασε πάλι κατούρημα. Και δεν έπρεπε να ξεχάσει το αυτοκίνητο. Μ ισή ώρα. Έπρεπε να βιαστεί. Άνοιξε πάλι το κασετόφωνο. «Τα μάτια είναι βγαλμένα και τα μακριά μαλλιά ματωμένα. Πρέπει να υπάρχει κάποια πληγή στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Βλέπω κοψίματα στη δεξιά πλευρά του λαιμού, αλλά δεν βλέπω να τρέχει αίμα από αυτό το σημείο. Και τα χέρια λείπουν...» Η Άννα-Μ αρία στράφηκε απορημένη στον Σβεν-Έρικ, που έδειχνε προς τις σειρές των καθισμάτων. Έσκυψε με δυσκολία και κοίταξε το δάπεδο κάτω από τις καρέκλες. «Μ άλιστα, ένα χέρι βρίσκεται τρία μέτρα μακριά, ανάμεσα στις καρέκλες. Το άλλο πού είναι όμως;» Ο Σβεν-Έρικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Καμιά καρέκλα δεν είναι αναποδογυρισμένη» συνέχισε εκείνη. «Δεν υπάρχουν δείγματα πάλης. Έτσι δεν είναι, ΣβενΈρικ;» «Όχι, δεν υπάρχουν» απάντησε ο Σβεν-Έρικ απρόθυμος να μιλάει σε ένα κασετόφωνο. «Ποιος τεχνικός τράβηξε φωτογραφίες;» «Ο Σίμον Λάρσον». Ωραία, σκέφτηκε εκείνη. Οι φωτογραφίες θα είναι σίγουρα καλές. «Κατά τ’ άλλα η εκκλησία φαίνεται εντάξει. Πρώτη φορά βρίσκομαι εδώ. Εκατοντάδες ημιδιαφανείς λάμπες φθορίου στους τοίχους, στα σημεία που δεν είναι από μπετόν και γυαλί. Πόσο να είναι το ύψος μέχρι την οροφή; Σίγουρα πάνω από δέκα μέτρα. Πελώριοι φεγγίτες στην οροφή. Οι μπλε καρέκλες είναι τοποθετημένες σε απολύτως ευθείες αράδες. Πόσοι άνθρωποι να χωράνε εδώ μέσα; Δύο χιλιάδες;» «Συν τον εξώστη» απάντησε ο Σβεν-Έρικ. Περιπλανιόταν παντού στον χώρο και σάρωνε με το βλέμμα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

21

του τα πάντα, σαν ηλεκτρική σκούπα. Η Άννα-Μ αρία έκανε μεταβολή και περιεργάστηκε τον εξώστη που δέσποζε πίσω της. Οι αυλοί του εκκλησιαστικού οργάνου ορθώνονταν στα ύψη μέχρι ν’ ανταμωθούν με το είδωλό τους στους φεγγίτες. Ήταν ένα εντυπωσιακό θέαμα. «Δεν υπάρχει και τίποτα άλλο να πούμε» πρόφερε με κάποια διστακτικότητα τις λέξεις η Άννα-Μ αρία, σαν να την καθυστερούσε κάποια σκέψη από το υποσυνείδητο έτοιμη να ξεπηδήσει από κάποια καταπακτή των συλλαβών. Κάτι... κάτι με απογοητεύει όταν κοιτάζω αυτά εδώ. Εκτός, βέβαια, από το γεγονός ότι αυτός εδώ είναι το πιο κατακρεουργημένο πτώμα που έχω δει... «Εϊ, για δώστε προσοχή! Ο κύριος αναπληρωτής εισαγγελέας ανηφορίζει προς τα εδώ». Ήταν ο Τόμι Ραντακίρε –ή μάλλον το κεφάλι του– που εμφανίστηκε από την πόρτα. «Και ποιος διάολος τον πήρε τηλέφωνο;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ ενοχλημένος, αλλά ο Τόμι είχε ήδη εξαφανιστεί. Η Άννα-Μ αρία τον κοίταξε. Πριν από τέσσερα χρόνια, που είχε γίνει προϊσταμένη, ο Σβεν-Έρικ δεν της μιλούσε και πολύ το πρώτο εξάμηνο. Είχε νιώσει βαθιά προσβεβλημένος επειδή εκείνη είχε πάρει τη θέση που διεκδικούσε και ο ίδιος. Και τώρα που είχε συνηθίσει να είναι το δεξί της χέρι δεν τολμούσε να πάρει πρωτοβουλίες. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι, κάποια στιγμή, θα έπρεπε να τον εμψυχώσει. Τώρα όμως θα τον άφηνε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Όταν ο αναπληρωτής εισαγγελέας Καρλ φον Ποστ πέρασε σαν σίφουνας την πόρτα της εκκλησίας, η ΆνναΜ αρία έριξε μια ενθαρρυντική ματιά στον Σβεν-Έρικ. «Τι στον διάολο είναι αυτό εδώ;» φώναξε ο Φον Ποστ. Έβγαλε το γούνινο καπέλο του και το χέρι του από συνήθεια χάιδεψε τη λιονταρίσια χαίτη του. Χτύπησε δυνατά τα πόδια του στο πάτωμα για να τα ζεστάνει. Η μικρή διαδρομή από το πάρκινγκ ήταν αρκετή για να παγώσουν τα πόδια του, μέσα στα ωραία παπούτσια από του Τσερτς. Πλησίασε την Άννα-Μ αρία και τον Σβεν-Έρικ, αλλά πισωπάτησε μεμιάς μόλις αντίκρισε το πτώμα στο πάτωμα.


22

ASA LARSSON

«Γαμώ τον διάολό μου» ξεφώνισε και κοίταξε ανήσυχος τα παπούτσια του για να δει μήπως λερώθηκαν. «Γιατί δεν μου τηλεφώνησε κανείς;» συνέχισε κοιτώντας τον Σβεν-Έρικ. Αποδώ και πέρα αναλαμβάνω εγώ υπεύθυνος έρευνας, και να υπολογίζεις σε μια σοβαρή συζήτηση με τον επιθεωρητή του Εγκληματολογικού επειδή με κράτησες έξω από την υπόθεση». «Κανείς δεν σε κράτησε απέξω, δεν ξέραμε τι ακριβώς είχε συμβεί, για την ακρίβεια ακόμη δεν ξέρουμε τίποτα» έκανε απολογητικά ο Σβεν-Έρικ «Βλακείες!» τον έκοψε ο εισαγγελέας. «Κι εσύ τι κάνεις εδώ;» Η τελευταία ερώτηση ήταν για την Άννα-Μ αρία, η οποία στεκόταν σιωπηλή και με το βλέμμα καρφωμένο στα ακρωτηριασμένα χέρια του Βίκτορ Στράντγκορντ. «Εγώ της τηλεφώνησα» διευκρίνισε ο Σβεν-Έρικ. «Έτσι λοιπόν» μούγκρισε ο Φον Ποστ μέσα από τα δόντια του. «Τηλεφώνησες σ’ αυτήν και όχι σε μένα, ε;» Ο Σβεν-Έρικ σώπασε και ο Καρλ φον Ποστ στράφηκε στην Άννα-Μ αρία, η οποία, πολύ ήρεμα, γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Καρλ φον Ποστ έσφιξε τα δόντια του τόσο δυνατά, που αισθάνθηκε τα σαγόνια του να πονάνε. Πάντα δυσκολευόταν να αποδεχτεί ότι αυτή η γυναίκα νάνος ήταν αστυνομικός. Οι άντρες συνάδελφοί της του Τμήματος Ερευνών υπάκουαν στις εντολές της προθυμότατα και δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει γιατί. Κι ύστερα, η γυναίκα αυτή δεν βλεπόταν! Ένα και πενήντα με τα χέρια σε ανάταση και με μια μακριά αλογίσια μούρη, που έμοιαζε να καλύπτει το μισό της σώμα. Αυτόν τον καιρό η εμφάνισή της ήταν ό,τι έπρεπε για το τσίρκο, μ’ αυτήν την πελώρια κοιλιά. Σαν τερατώδης κύβος με το ίδιο φάρδος και ύψος. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας σειράς αιμομιξιών σε μικρές απομακρυσμένες κοινωνίες. Κούνησε το χέρι του σαν να ήθελε να αποδιώξει αυτές τις σκέψεις, κι έπιασε νέο τροπάριο. «Πώς είσαι, Άννα-Μ αρία;» τη ρώτησε μ’ ένα τρυφερό και συμπονετικό χαμόγελο.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

23

«Καλά» έκανε εκείνη ανέκφραστη. «Κι εσύ;» «Υπολογίζω ότι ο Τύπος θα αρχίσει να μας κυνηγάει σε καμιά ώρα περίπου. Θα γίνει χαμός, οπότε πείτε μου τι γνωρίζετε ως τώρα, τόσο για τον φόνο όσο και για τον νεκρό. Το μόνο που εγώ ξέρω είναι ότι ήταν θρησκευτική διασημότητα». Ο Καρλ φον Ποστ κάθισε σε μια από τις μπλε καρέκλες κι έβγαλε τα γάντια του. «Μ πορεί να σου πει ο Σβεν-Έρικ» απάντησε η Άννα-Μ αρία κοφτά αλλά φιλικά «εγώ θα καθίσω στο γραφείο μέχρι να έρθει η ώρα να φύγουμε. Ήρθα με τον Σβεν-Έρικ γιατί με παρακάλεσε. Εξάλλου, δυο ζευγάρια μάτια βλέπουν περισσότερα από... ναι, ξέρεις. Και τώρα πρέπει να πάω να κατουρήσω. Αν μου επιτρέπετε». Καθώς πήγαινε στην τουαλέτα, πρόσεξε ευχαριστημένη το σφιγμένο χαμόγελο στο πρόσωπο του Φον Ποστ. Παράξενο που η λέξη «κατουρήσω» χτυπούσε τόσο άσχημα στ’ αυτιά του. Θα ’βαζε και στοίχημα ότι η γυναίκα του όταν κατουρούσε στόχευε την πορσελάνη κι όχι το κέντρο της λεκάνης, για να μην ενοχλεί ο ραντιστικός ήχος των ούρων τα μεταξωτά αυτιά του καημένου του εισαγγελέα. Τι μαλάκας! «Λοιπόν» έκανε ο Σβεν-Έρικ μόλις απομακρύνθηκε η ΆνναΜ αρία «δες και μόνος σου. Ούτε εμείς ξέρουμε τίποτα περισσότερο. Κάποιος τον σκότωσε. Κι έκανε καλή δουλειά, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι. Ο νεκρός είναι ο Βίκτορ Στράντγκορντ, ή αλλιώς το Παιδί του Παραδείσου, όπως τον φώναζαν. Ήταν το μεγάλο ατού τούτης της τεράστιας ενορίας. Πριν από εννιά χρόνια είχε ένα τρομακτικό αυτοκινητικό δυστύχημα. Στο νοσοκομείο διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Η καρδιά του είχε σταματήσει, αλλά τον επανέφεραν, κι έτσι μπόρεσε να αφηγηθεί όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια της εγχείρησης και της ανάστασής του, ότι του γιατρού τού είχαν πέσει τα γυαλιά και κάτι τέτοια. Επίσης είπε ότι είχε βρεθεί στον ουρανό, όπου συνάντησε αγγέλους και τον Χριστό. Ναι. Και μετά, μία από τις νοσοκόμες που ήταν στο χειρουργείο, καθώς και η γυναίκα που τον πήγε με το αμάξι της στο νοσοκομείο είδαν το φως του Κυρίου, που λένε, και ξαφνικά στην Κίρουνα άρχισαν


24

ASA LARSSON

όλοι τα “αλληλούια”. Οι τρεις μεγάλες Ελεύθερες Εκκλησίες ενώθηκαν σε μία, στη λεγόμενη Πηγή της Δύναμης. Αυτό το νέο ποίμνιο έγινε τόσο μεγάλο, που τα τελευταία χρόνια έχτισαν αυτήν την εκκλησία, δικό τους σχολείο, δικό τους παιδικό σταθμό και κάνουν πολυπληθείς εβδομαδιαίες λειτουργίες. Συγκεντρώνουν πολλά χρήματα και έρχεται να τους ακούσει κόσμος απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Ο Βίκτορ Στράντγκορντ δουλεύει, ή ορθότερα δούλευε, αποκλειστικά γι’ αυτήν την εκκλησία. Έγραψε κι ένα μπεστ σέλερ...» «Στον ουρανό μετ’ επιστροφής, Heaven and back». «Όπως το είπες. Έγινε ο χρυσούς μόσχος τους. Έχουν γράψει γι’ αυτόν και η Εξπρέσεν και η Αφτονμπλάντετ, όποτε τώρα θ’ αρχίσουν και πάλι να γράφουν. Και σίγουρα θα υπάρξει και τηλεοπτική κάλυψη». «Ακριβώς» είπε ο Φον Ποστ και σηκώθηκε ενοχλημένος κάνοντας μια γκριμάτσα. «Δεν θέλω να γίνουν διαρροές στον Τύπο. Θα αναλάβω εγώ τις επαφές με τα μέσα ενημέρωσης κι από σένα ζητώ να μου δίνεις τακτικές αναφορές για τα αποτελέσματα της ανάκρισης και τα λοιπά. Μ ε κατάλαβες; Θέλω αναφορά για τα πάντα. Όταν θ’ αρχίσουν να τηλεφωνούν οι δημοσιογράφοι, να τους πεις ότι θα δώσω συνέντευξη Τύπου στη σκάλα της εκκλησίας στις δώδεκα το μεσημέρι. Το δικό σου πρόγραμμα τι περιλαμβάνει;» «Εμείς πρέπει να μιλήσουμε με την αδερφή του, εκείνη τον βρήκε νεκρό. Μ ετά θα πρέπει να μιλήσουμε με τους τρεις πάστορες της ενορίας. Ο ιατροδικαστής έρχεται με το αυτοκίνητό του από το Λούλεο, θα είναι εδώ από στιγμή σε στιγμή». «Καλώς. Θέλω ως τις εντεκάμισι ένα πόρισμα για τις αιτίες θανάτου και μια πειστική εξήγηση για το πώς έγινε. Να είσαι στο τηλέφωνο εκείνη την ώρα. Αυτά είναι όλα. Αν έχετε τελειώσει εσείς αποδώ, θα ρίξω και μόνος μου μια ματιά λίγο».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

τώρα» είπε η Άννα-Μ αρία Μ έλα στον «Έ λα Στόλνακε «καλύτερο αυτό εδώ από το να

25

Σβεν-Έρικ ανακρίνεις

μεθυσμένους οδηγούς σκούτερ». Το Φορντ Έσκορτ δεν ήθελε να πάρει μπρος και την πήγε ο Σβεν-Έρικ στο σπίτι. Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία, μια που ο Σβεν-Έρικ χρειαζόταν εμψύχωση για να μη χάσει την όρεξή του για δουλειά. «Έχουμε κι αυτόν τον μαλάκα τον Φον “Πόστη”» είπε ο Σβεν-Έρικ μορφάζοντας. «Κάθε φορά που νταραβερίζομαι μαζί του, νιώθω πως θέλω να τα παρατήσω όλα και να το κωλοβαράω μέχρι να φτάσει η ώρα να πάω στο σπίτι μου». «Δεν χρειάζεται να τον σκέφτεσαι τώρα αυτόν. Σκέψου καλύτερα τον Βίκτορ Στράντγκορντ. Κυκλοφορεί κάποιος τρελός που τον σκότωσε κι εσύ πρέπει να τον βρεις. Άσε τον Φον “Πόστη” να φωνάζει και να χτυπιέται και να μιλάει στις εφημερίδες. Εμείς οι υπόλοιποι ξέρουμε ποιος κάνει όλη τη δουλειά». «Πώς να σταματήσω να τον σκέφτομαι; Αφού όλη την ώρα είναι αποπάνω μας σαν το γεράκι». «Το ξέρω». Κοίταξε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Τα σπίτια εκατέρωθεν του δρόμου εξακολουθούσαν να κοιμούνται στο σκοτάδι. Μ όνο σε ελάχιστα παράθυρα είχαν ανάψει τα φώτα. Εδώ κι εκεί ξεχώριζαν τα χάρτινα πορτοκαλόχρωμα χριστουγεννιάτικα άστρα. Φέτος δεν είχε αρπάξει κανένας φωτιά


26

ASA LARSSON

μέσα στο σπίτι. Γίνονταν βέβαια ξυλοδαρμοί και φασαρίες, αλλά όχι τίποτα χειρότερο από τα συνήθη. Δεν αισθανόταν πολύ καλά. Καθόλου παράξενο. Είχε ξυπνήσει εδώ και μία ώρα και δεν είχε φάει τίποτα. Αντιλήφθηκε ότι ήταν αφηρημένη και δεν πρόσεχε όσα της έλεγε ο Σβεν-Έρικ, γι’ αυτό ανέτρεξε στη μνήμη της για να καλύψει την απόσταση. Την είχε ρωτήσει πώς κατάφερνε να συνεργάζεται με τον Φον Ποστ. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχαμε και πολλές κοινές υποθέσεις» απάντησε. «Άννα-Μ αρία, θα χρειαστώ τη βοήθειά σου, γαμώτο. Μ ’ αυτόν τον αυταρχικό τύπο πάνω από τα κεφάλια μας, και με τη δουλειά που έπεσε, θα δεχτούμε μεγάλη πίεση όσοι δουλεύουμε σ’ αυτήν την υπόθεση. Τώρα είναι που χρειάζομαι τη βοήθεια ενός συναδέλφου». «Αυτό λέγεται εκβιασμός». Η Άννα-Μ αρία δεν μπόρεσε να μη βάλει τα γέλια. «Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου. Εκβιασμούς και απειλές. Άσε που θα σου κάνει καλό λίγη κίνηση. Μ πορείς λοιπόν να είσαι παρούσα όταν θα μιλήσουμε με την αδερφή του. Βοήθησέ με να πάρω μπροστά, τουλάχιστον». «Φυσικά, μόλις τη βρείτε τηλεφωνήστε μου». Ο Σβεν-Έρικ έσκυψε πάνω από το τιμόνι και κοίταξε ψηλά τον νυχτερινό ουρανό. «Τι ωραίο φεγγάρι» γουργούρισε απολαυστικά. «Τώρα θα έπρεπε να είμαι εκεί έξω και να στήνω καρτέρι σε αλεπούδες».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Σ

27

την εταιρεία Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ, η Ρεμπέκα Μ άρτινσον πήρε το ακουστικό από το χέρι της Μ αρίας Τομπ. Κάποιο Μ ούμιν, είχε πει η Μ αρία. Αλλά Μ ούμιν μόνο ένα υπήρχε. Στη μέσα μεριά των βλεφάρων της πρόβαλε η εικόνα ενός κουκλίστικου προσώπου με μύτη πλακουτσωτή. «Ρεμπέκα Μ άρτινσον». «Η Σάνα είμαι, δεν ξέρω αν το άκουσες κιόλας στις ειδήσεις, αλλά ο Βίκτορ είναι νεκρός». «Ναι, το άκουσα πριν από λίγο. Λυπάμαι». Ασυνείδητα η Ρεμπέκα πήρε ένα στιλό από το γραφείο και σ’ ένα κίτρινο αυτοκόλλητο έγραψε «Πες όχι! ΟΧΙ!» Στην άλλη άκρη της γραμμής, η Σάνα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το ξέρω ότι δεν έχουμε πια επαφή. Εξακολουθείς όμως να είσαι η πιο στενή μου φίλη. Δεν ήξερα σε ποιον να τηλεφωνήσω. Εγώ βρήκα τον Βίκτορ στην εκκλησία και εγώ... αλλά μήπως είσαι απασχολημένη;» Απασχολημένη; σκέφτηκε η Ρεμπέκα κι ένιωσε το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι της σαν υδράργυρος σε καυτό θερμόμετρο. Τι ερώτηση ήταν αυτή; Περίμενε στ’ αλήθεια η Σάνα ότι υπήρχε περίπτωση να της απαντήσει καταφατικά; «Φυσικά και δεν είμαι απασχολημένη, όταν μου τηλεφωνείς γι’ αυτό το πράγμα» απάντησε μαλακά και πίεσε με το χέρι τα μάτια της. «Είπες ότι τον βρήκες εσύ;» «Ήταν φρικτό». Η φωνή της Σάνα ακουγόταν χαμηλή και άχρωμη. «Πήγα στην εκκλησία στις τρεις το πρωί. Ήταν να έρθει


28

ASA LARSSON

στο σπίτι να φάει μαζί μας το βράδυ, με μένα και τα κορίτσια, αλλά δεν ήρθε ποτέ. Σκέφτηκα απλώς ότι θα το είχε ξεχάσει. Ξέρεις πώς γίνεται όταν προσεύχεται μόνος του στην εκκλησία, ξεχνάει και χρόνο και χώρο. Εγώ του το λέω, μπορεί να είναι κανείς τόσο παθιασμένος μόνον όταν είναι ακόμη νέος, παιδί, και δεν έχει την ευθύνη παιδιών. Εγώ βρίσκω χρόνο να προσευχηθώ μόνον όταν πηγαίνω στην τουαλέτα». Σώπασε για μια στιγμή κι η Ρεμπέκα αναρωτήθηκε αν η Σάνα είχε καταλάβει ότι μιλούσε για τον Βίκτορ σαν να ζούσε ακόμη. «Αλλά ξύπνησα μέσα στη νύχτα» συνέχισε η Σάνα «νιώθοντας ότι κάτι είχε συμβεί». Σταμάτησε να μιλάει κι άρχισε να μουρμουρίζει έναν ψαλμό. Κάτι για τον Θεό που φροντίζει τα σπουργίτια. Η Ρεμπέκα κάρφωσε το βλέμμα της στην οθόνη του υπολογιστή, όπου τρεμόπαιζε το κείμενο. Τα γράμματα αποκόπτονταν από τις θέσεις τους και μετατοπίζονταν σχηματίζοντας την εικόνα του αγγελικού προσώπου του Βίκτορ Στράντγκορντ καλυμμένου με αίμα. Η Σάνα Στράντγκορντ άρχισε και πάλι να μιλάει. Η φωνή της ακούστηκε λεπτή σαν τους πρώτους πάγους του Σεπτέμβρη. Η Ρεμπέκα αναγνώριζε αυτήν τη φωνή. Ήξερε για το μαύρο και κρύο νερό που κυλούσε κάτω από τη λεία επιφάνεια. «Του είχαν κόψει τα χέρια. Και τα μάτια του ήταν… ναι, ήταν όλα τόσο αφύσικα. Όταν τον γύρισα μπρούμυτα, το πίσω μέρος του κεφαλιού του ήταν εντελώς... Νομίζω πως θα τρελαθώ. Κι η αστυνομία με ψάχνει. Ήρθαν στο σπίτι μου σήμερα το πρωί, αλλά είπα στα κορίτσια να μη βγάλουν άχνα και δεν ανοίξαμε. Η αστυνομία πιστεύει, βεβαίως, ότι εγώ σκότωσα τον αδερφό μου. Μ ετά πήρα τα κορίτσια και φύγαμε από εκεί. Φοβάμαι τόσο πολύ, που νομίζω ότι θα καταρρεύσω. Αυτό όμως δεν είναι το χειρότερο». «Δεν είναι;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Ήταν και η Σάρα μαζί μου όταν τον βρήκα. Ήταν κι η Λούβα, βέβαια, αλλά κοιμόταν στο έλκηθρο έξω από την εκκλησία. Κι η Σάρα έχει υποστεί μεγάλο σοκ. Δεν μιλάει. Προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί της, αλλά εκείνη απλώς


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

29

κάθεται και κοιτάζει έξω από το παράθυρο και τακτοποιεί τα μαλλιά πίσω από τ’ αυτί της». Η Ρεμπέκα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Μ α για τ’ όνομα του Θεού, Σάνα. Ζήτα βοήθεια, καλή μου. Πάρε ένα τηλέφωνο στο ψυχιατρικό τμήμα του νοσοκομείου και πίεσέ τους να σας δεχτούν στα επείγοντα. Τόσο εσύ όσο και τα κορίτσια χρειάζεστε βοήθεια αυτήν τη στιγμή. Το ξέρω ότι ακούγεται δραματικό, αλλά…» «Μ α δεν μπορώ, το ξέρεις καλά αυτό» έκανε μ’ έναν λυγμό η Σάνα. «Η μαμά και ο μπαμπάς θα πουν ότι τρελάθηκα και θα προσπαθήσουν να μου πάρουν τα παιδιά. Τους ξέρεις. Κι η ενορία είναι κατά των ψυχολόγων και των νοσοκομείων και όλων αυτών. Ποτέ δεν θα καταλάβαιναν. Δεν τολμώ να μιλήσω με την αστυνομία· απλώς θα κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Ούτε στο τηλέφωνο τολμώ να απαντήσω, φοβάμαι μήπως είναι κανένας δημοσιογράφος. Τότε που είχε αναστηθεί, δεν βρίσκαμε ησυχία με όλους αυτούς που τηλεφωνούσαν κι έλεγαν ότι ο Βίκτορ είχε παραισθήσεις κι ότι ήταν τρελός». «Καταλαβαίνεις πάντως ότι δεν μπορείς να κρύβεσαι συνέχεια» είπε με παρακλητικό ύφος η Ρεμπέκα. «Δεν θα τα βγάλω πέρα, δεν θα τα βγάλω πέρα» έκανε η Σάνα, σαν να μονολογούσε. «Συγγνώμη που σου τηλεφώνησα και σ’ ενόχλησα, Ρεμπέκα. Τώρα πρέπει να συνεχίσεις τη δουλειά σου». Η Ρεμπέκα βλαστήμησε από μέσα της. Σκατά, γαμώ τον διάολό μου. «Θα έρθω εκεί» αναστέναξε. «Θα πρέπει όμως ν’ αφήσεις την αστυνομία να σε ανακρίνει. Θα έρθω να σου κρατήσω συντροφιά. Εντάξει;» «Εντάξει» ψιθύρισε η Σάνα. «Θα τα καταφέρεις να οδηγήσεις; Μ πορείς να πας μέχρι το σπίτι της γιαγιάς στην Κούραβαρα;» «Θα παρακαλέσω κάποιον φίλο να με πάει». «Ωραία. Όλο και κάποιον θα βρεις εκεί τώρα τον χειμώνα. Πάρε μαζί σου και τη Σάρα και τη Λούβα. Το κλειδί θυμάσαι πού είναι, υποθέτω. Άναψε τη σόμπα. Θα είμαι εκεί το απόγευμα. Θ’


30

ASA LARSSON

αντέξεις μέχρι τότε;» Η Ρεμπέκα είχε μείνει να κοιτάζει το τηλέφωνο από τότε που είχε κατεβάσει το ακουστικό. Ένιωθε άδεια και μπερδεμένη. «Είναι απίστευτο, γαμώτο μου» είπε αποκαρδιωμένη στη Μ αρία Τομπ. «Δεν χρειάστηκε ούτε να με παρακαλέσει καν». Κοίταξε το ρολόι της. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά αναπνοή από τη μύτη, έκανε μερικές κινήσεις με το κεφάλι της στρέφοντάς το αριστερά δεξιά, έβγαλε τον αέρα από το στόμα της και άφησε τους ώμους της να χαλαρώσουν. Η Μ αρία την είχε δει να το κάνει αυτό πριν από διαπραγματεύσεις και σημαντικές συναντήσεις, ή όταν καθόταν και δούλευε τη νύχτα, με μια προθεσμία που την πίεζε. «Πώς είσαι;» τη ρώτησε. «Προτιμώ να μην ξέρω πώς είμαι». Η Ρεμπέκα κούνησε το κεφάλι κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί έξω από το παράθυρο, για ν’ αποφύγει το προβληματισμένο βλέμμα της Μ αρίας. Δάγκωσε δυνατά τα χείλη της από μέσα. Η βροχή είχε σταματήσει. «Κορίτσι μου, δεν χρειάζεται να είσαι πρώτη σε όλα» της είπε η Μ αρία με απαλή φωνή. «Καμιά φορά είναι καλό να αφήνεσαι και να ξεφωνίζεις λίγο». Η Ρεμπέκα σταύρωσε τα χέρια πάνω στα γόνατά της. Να αφήνομαι; σκέφτηκε. Και τι θα γίνει αν ανακαλύψω ότι δεν σταματάω να πέφτω; Και τι θα γίνει αν δεν μπορώ να σταματήσω να ξεφωνίζω; Ξαφνικά γίνεσαι πενήντα. Γεμάτος από ενέσιμα φάρμακα, κλεισμένος σε κάποιο τρελοκομείο. Κι οι φωνές μέσα στο κεφάλι σου δεν σταματούν ποτέ. «Ήταν η αδερφή του Βίκτορ Στράντγκορντ» είπε και ξαφνιάστηκε κι η ίδια από το πόσο ήρεμη ακουγόταν. «Προφανώς εκείνη τον βρήκε μέσα στην εκκλησία. Φαίνεται πως αυτή και οι δύο κόρες της χρειάζονται υποστήριξη τώρα. Θα πάρω άδεια και θ’ ανέβω για μερικές μέρες. Θα πάρω μαζί μου και τον υπολογιστή να δουλέψω αποκεί». «Αυτός ο Βίκτορ Στράντγκορντ ήταν μεγάλος και τρανός εκεί πάνω, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Μ αρία.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

31

Η Ρεμπέκα έγνεψε καταφατικά. «Είχε μια μεταθανάτια εμπειρία και ως εκ τούτου οι θρήσκοι στην Κίρουνα γνώρισαν εκρηκτική αύξηση». «Το θυμάμαι» είπε η Μ αρία. «Το είχαν γράψει οι απογευματινές εφημερίδες. Έλεγε ότι είχε βρεθεί στον ουρανό και ότι όταν έπεφτε δεν τραυματιζόταν, για παράδειγμα, γιατί το έδαφος τον δεχόταν σαν αγκαλιά. Αυτό μου φάνηκε υπέροχο». «Χμ» έκανε η Ρεμπέκα. «Κι έλεγε επίσης ότι επέστρεψε στη ζωή για να πει στους πιστούς ότι ο Θεός είχε μεγάλα σχέδια για τους χριστιανούς της Κίρουνα. Μ ια μεγάλη θρησκευτική αφύπνιση θα ξεκινούσε από εκεί και θα εξαπλωνόταν από τον Βορρά σε όλον τον κόσμο. Αν τα εκκλησιάσματα ενώνονταν και πίστευαν, θα γίνονταν πράματα και θάματα». «Αν πίστευαν σε τι;» «Στη δύναμη του Θεού. Στο όραμα. Τελικά, όσοι πίστεψαν σε όλα αυτά ενώθηκαν και έφτιαξαν μια νέα Εκκλησία, την Πηγή της Δύναμης. Και, τελικά, όλη η πάλαι ποτέ κόκκινη Κίρουνα μεταμορφώθηκε σε ενορία αφύπνισης. Ο Βίκτορ έγραψε ένα βιβλίο, που μεταφράστηκε σ’ ένα κάρο γλώσσες. Σταμάτησε τις σπουδές του κι άρχισε να κηρύττει τον λόγο του Θεού. Η ενορία έχτισε νέα εκκλησία, που ονομάστηκε Κρυστάλλινη, επειδή ήθελαν να θυμίζει την εκκλησία και τα γλυπτά από πάγο που φτιάχνουν στο Γιουκασγιέρβι κάθε χειμώνα. Βασικά, δεν ήθελαν να θυμίζει την εκκλησία της Κίρουνα, που το εσωτερικό της είναι πολύ σκοτεινό». «Κι εσύ; Συμμετείχες κι εσύ σε όλα αυτά;» «Ήμουν μέλος της Αποστολικής Εκκλησίας ήδη πριν από το ατύχημα του Βίκτορ. Οπότε στην αρχή συμμετείχα». «Και τώρα;» τη ρώτησε η Μ αρία. «Τώρα είμαι παγανίστρια» χαμογέλασε η Ρεμπέκα άκεφα. «Οι πάστορες και οι πρεσβύτεροι με παρότρυναν να φύγω από την Εκκλησία τους». «Γιατί;» «Μ ια άλλη και μεγάλη ιστορία». «Εντάξει λοιπόν» είπε η Μ αρία τραβώντας λίγο τις λέξεις. «Τι νομίζεις πως θα πει ο Μ ονς που θα του ζητήσεις άδεια χωρίς να


32

ASA LARSSON

τον έχεις ειδοποιήσει νωρίτερα;» «Τίποτα. Απλώς θα με σκοτώσει, θα με ακρωτηριάσει και με το κορμί μου θα ταΐσει τα ψάρια στο Νιμπρουβίκεν. Μ όλις έρθει θα το κουβεντιάσω μαζί του, αλλά πρώτα θα τηλεφωνήσω στην αστυνομία της Κίρουνα για να μη συλλάβουν τη Σάνα, γιατί δεν πρόκειται να το αντέξει».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο

33

αναπληρωτής εισαγγελέας Καρλ φον Ποστ στεκόταν στην κεντρική είσοδο της Κρυστάλλινης Εκκλησίας και περιεργαζόταν τους ανθρώπους που τοποθετούσαν σε σακούλα πτωμάτων το κορμί του Βίκτορ Στράντγκορντ. Ο ιατροδικαστής Λαρς Πόγιανεν στεκόταν ως συνήθως και ρουφούσε ένα τσιγάρο, ενώ μουρμούριζε κάτι στη βοηθό του Άννα Γκράνλουντ και σε δύο μεγαλόσωμους άντρες που κρατούσαν ένα φορείο. «Προσπαθήστε να μαζέψετε τα μαλλιά, για να μην πιαστούν στο φερμουάρ. Τυλίξτε καλά το πλαστικό γύρω από το σώμα και σηκώστε τον προσεκτικά ώστε να παραμείνουν τα έντερα στη θέση τους. Άννα, βρες μια χάρτινη σακούλα για το χέρι». Φόνος, σκεφτόταν ο Φον Ποστ, και μάλιστα φόνος φρικτός. Δεν πρόκειται για τη λυπητερή ιστορία ενός ανόητου αλκοολικού, που στο τέλος σκοτώνει κατά λάθος τη μεθυσμένη γυναίκα του έπειτα από μια βδομάδα ασταμάτητης μέθης. Είναι ένας απαίσιος φόνος. Ή μάλλον ο απαίσιος φόνος μιας διασημότητας. Τα πάντα ήταν δικά του. Του ανήκαν. Το μόνο που έμενε ήταν να στηθεί στο πηδάλιο, ν’ αφήσει τους προβολείς όλου του κόσμου να πέσουν πάνω του και να πλεύσει απευθείας προς τη δημοσιότητα. Μ ετά, θα μπορούσε να φύγει από την τρύπα ορυχείου. Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί να μείνει εδώ για πάντα. Αλλά μετά τις σπουδές του στη Νομική το πτυχίο του αρκούσε μόνο για τη θέση στο Ειρηνοδικείο του Γέλιβαρε. Αργότερα έπιασε δουλειά στην εισαγγελία. Είχε κάνει αιτήσεις σε πολλά γραφεία στη Στοκχόλμη, αλλά δεν τον είχαν πάρει πουθενά. Και


34

ASA LARSSON

ξαφνικά τα χρόνια είχαν περάσει. Έκανε στην άκρη αφήνοντας χώρο να περάσουν οι νεαροί άντρες που κρατούσαν το φορείο με τον νεκρό, μέσα στον καλά κλεισμένο γκρι πλαστικό σάκο. Ακολούθησε ο ιατροδικαστής Λαρς Πόγιανεν σέρνοντας το βήμα του. Οι ώμοι του ήταν λίγο ανασηκωμένοι σαν να κρύωνε και το βλέμμα του καρφωμένο στην κατηφόρα. Το τσιγάρο κρεμόταν ακόμη στην άκρη των χειλιών του. Τα μαλλιά του, που συνήθως ήταν κολλημένα πάνω στη γυαλιστερή καράφλα, τώρα κρέμονταν κουρασμένα πάνω από τ’ αυτιά του. Τον ακολουθούσε καταπόδας η Άννα Γκράνλουντ, τεχνικός νεκροψιών. Κρατούσε μια χάρτινη σακούλα με το χέρι του Βίκτορ Στράντγκορντ. Όταν το βλέμμα της συνάντησε τον Φον Ποστ έσφιξε τα χείλη της. Καθώς κατευθύνονταν προς την έξοδο, ο Φον Ποστ τους σταμάτησε. «Λοιπόν;» έκανε απαιτητικά. Ο Πόγιανεν τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε. «Τι έχεις να πεις μέχρι αυτό εδώ το στάδιο;» ρώτησε ο Φον Ποστ ανυπόμονα. Ο Πόγιανεν έπιασε με τον αντίχειρα και τον δείκτη το τσιγάρο που κρεμόταν από το στόμα του και ρούφηξε με δύναμη πριν το απομακρύνει από τα λεπτά του χείλη. «Μ α δεν έχω κάνει καμία αυτοψία ακόμη» απάντησε αργά. Ο Καρλ φον Ποστ ένιωσε τον σφυγμό του να αφηνιάζει. Δεν θα επέτρεπε εμπόδια και κόλπα σε κανέναν. «Κάτι θα έχεις παρατηρήσει μέχρι τώρα, έτσι δεν είναι; Θέλω τακτική και λεπτομερή πληροφόρηση ανά πάσα στιγμή». Κροτάλισε τα δάχτυλά του για να αναπαραστήσει την ταχύτητα με την οποία θα έπρεπε να προωθούνται όλες οι πληροφορίες. Η Άννα Γκράνλουντ βλέποντας τη χειρονομία αυτή σκέφτηκε πώς η ίδια κροτάλιζε τα δάχτυλα για να την ακολουθήσουν τα σκυλιά της. Ο Πόγιανεν παρέμενε σιωπηλός κοιτάζοντας κάτω στο δάπεδο. Η ηχηρή, κάπως λαχανιασμένη ανάσα του σταμάτησε ν’ ακούγεται μόνον όταν έφερε και πάλι το τσιγάρο στα χείλη του, και μετά έστρεψε όλη την προσοχή του στον καπνό. Ο Καρλ φον


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

35

Ποστ είδε το γεμάτο μίσος βλέμμα της Άννας Γκράνλουντ. Για κοίτα, σκέφτηκε. Πριν από έναν χρόνο, ο τρόπος που με κοίταζε στη χριστουγεννιάτικη γιορτή της αστυνομίας ήταν εντελώς διαφορετικός. Θεέ και Κύριε, τον περιτριγύριζαν μόνο ανάπηροι και ηλίθιοι. Ο Πόγιανεν φαινόταν πολύ χειρότερα μετά την εγχείρηση και την αναρρωτική άδεια. «Ακούω!» ξανάπε απαιτητικά, επειδή του φάνηκε πως ο ιατροδικαστής το παράκανε με τη σιωπή του. Ο Λαρς Πόγιανεν σήκωσε το βλέμμα και αντίκρισε το ανασηκωμένο φρύδι του εισαγγελέα. «Όσα ξέρω τώρα είναι» είπε με τη βραχνή φωνή του, που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από δυνατός ψίθυρος, «πρώτον ότι είναι νεκρός και δεύτερον ότι ο θάνατός του έχει προκληθεί πιθανότατα από άσκηση εξωτερικής σωματικής βλάβης. Αυτά είναι όλα, και τώρα επίτρεψέ μας να περάσουμε». Ο εισαγγελέας είδε τα χείλη της Άννας Γκράνλουντ να σφίγγονται στην προσπάθειά της να πνίξει ένα χαμόγελο καθώς τον προσπερνούσαν. «Και πότε θα έχω το πόρισμα της αυτοψίας;» φώναξε ο Φον Ποστ, που τους ακολούθησε καταπόδας μέχρι την έξοδο. «Όταν θα είμαστε έτοιμοι» απάντησε ο Πόγιανεν και άφησε την πόρτα της εκκλησίας να κλείσει κατάμουτρα στον εισαγγελέα Ο Φον Ποστ σήκωσε το δεξί του χέρι για να πιάσει την πόρτα που έκλεινε, ενώ με το αριστερό έψαχνε στην αριστερή εσωτερική τσέπη του για το κινητό του, που μόλις είχε αρχίσει να δονείται. Ήταν η κοπέλα από το τηλεφωνικό κέντρο της αστυνομίας. «Έχω μια Ρεμπέκα Μ άρτινσον στη γραμμή, που λέει ότι ξέρει πού βρίσκεται η αδερφή του Βίκτορ Στράντγκορντ και ότι θέλει να κλείσει ραντεβού για ανάκριση. Ο Τόμι Ραντακίρε και ο Φρεντ Ούλσον έχουν ήδη πάει να τη βρουν, και δεν ήξερα αν έπρεπε να τη συνδέσω μ’ εκείνους ή μ’ εσένα». «Σωστά έπραξες, σύνδεσέ με». Ο Φον Ποστ άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω από την είσοδο της εκκλησίας, ενόσω περίμενε να τον συνδέσουν. Ήταν προφανές ότι ο αρχιτέκτονας κάτι συγκεκριμένο σκεφτόταν όταν


36

ASA LARSSON

επέλεγε εκείνο το μακρύ χειροποίητο κόκκινο χαλί που απλωνόταν από την είσοδο μέχρι την Αγία Τράπεζα. Και στις δύο πλευρές υπήρχαν σειρές από μπλε καρέκλες με σπιράλ σχέδια στις πλάτες. Η σκέψη του πήγε κατευθείαν στον χωρισμό της Ερυθράς Θάλασσας στα δύο για να περάσει ο Μ ωυσής. Άρχισε να περπατάει πάνω στο χαλί. «Εμπρός» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στο τηλέφωνο. Εκείνος απάντησε με τίτλο και όνομα κι εκείνη συνέχισε. «Λέγομαι Ρεμπέκα Μ άρτινσον και τηλεφωνώ εκ μέρους της Σάνα Στράντγκορντ. Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, θα θέλατε να μιλήσετε μαζί της για τον φόνο». «Ναι, κι εσύ ξέρεις πού μπορούμε να τη βρούμε». «Ε, όχι ακριβώς» συνέχισε με τον ευγενικό και σχεδόν υπερβολικά ορθοφωνητικό λόγο της η Ρεμπέκα. «Επειδή η Σάνα Στράντγκορντ μου ζήτησε να είμαι μαζί της κατά τη διάρκεια της προανάκρισης και αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι στη Στοκχόλμη, σκέφτηκα να μιλήσω με τον υπεύθυνο προανάκρισης αν θα βόλευε να έρθουμε απόψε, ή μήπως θα ήταν καλύτερα αύριο;». «Όχι». «Μ ε συγχωρείτε;» «Όχι» είπε ο Φον Ποστ, δίχως να ενδιαφέρεται να κρύψει την ενόχλησή του, «δεν βολεύει ούτε απόψε ούτε αύριο. Δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει, Ρεμπέκα τάδε, αλλά διενεργείται στην πραγματικότητα μια έρευνα για φόνο, για την οποία υπεύθυνος είμαι εγώ, και θέλω να μιλήσω με τη Σάνα Στράντγκορντ τώρα. Θα συμβούλευα τη φίλη σου να μην κρύβεται, γιατί είμαι έτοιμος να της απαγγείλω κατηγορία ερήμην της και να βγάλω ένταλμα βίαιης προσαγωγής τώρα αμέσως. Κι όσο για σένα, υπάρχει μια παράβαση του νόμου που λέγεται βοήθεια σε ύποπτο φυγής.2 Αν καταδικαστείς, μπορεί να μπεις στη φυλακή. Γι’ αυτό θέλω να μου πεις τώρα αμέσως πού βρίσκεται η Σάνα Στράντγκορντ». Στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε για μερικά δευτερόλεπτα σιωπή. Μ ετά ξανακούστηκε η φωνή της νεαρής γυναίκας. Μ ιλούσε πάρα πολύ αργά, σχεδόν αργόσυρτα και με φανερή προσπάθεια αυτοκυριαρχίας. «Φοβάμαι πως έχει γίνει μια μικρή παρεξήγηση. Δεν σας


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

37

παίρνω για να ζητήσω την άδειά σας να έρθω με τη Σάνα Στράντγκορντ για προανάκριση αργότερα, αλλά για να σας ενημερώσω ότι σκοπεύει να επιτρέψει στην αστυνομία να την ανακρίνει κι ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί νωρίτερα από σήμερα το βράδυ. Εγώ και η Σάνα Στράντγκορντ δεν είμαστε φίλες. Είμαι δικηγόρος στην εταιρεία Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ, δεν ξέρω αν σας είναι γνωστό το όνομα εκεί πάνω…» «Άκου, έχω γεννηθεί–» «Και θα πρόσεχα πολύ πριν αρχίσω τις απειλές» τον διέκοψε η Ρεμπέκα. «Έχω την εντύπωση ότι υποπέσατε σε υπηρεσιακό σφάλμα όταν προσπαθήσατε να με τρομάξετε για να σας αποκαλύψω πού βρίσκεται η Σάνα Στράντγκορντ, όπως είναι σφάλμα να την καταζητείτε χωρίς να είναι ύποπτη φόνου, μόνο και μόνο επειδή καθυστερεί να εμφανιστεί και θέλει τον δικηγόρο της παρόντα. Αυτό σημαίνει ότι μπορώ κάλλιστα να σας καταγγείλω στο Συμβούλιο Ελέγχου». Πριν προλάβει να απαντήσει ο Φον Ποστ, η Ρεμπέκα Μ άρτινσον συνέχισε ξαφνικά σε φιλικό τόνο. «Η Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ δεν επιθυμεί να δημιουργεί προβλήματα ή να τσακώνεται. Συνήθως έχουμε πολύ καλή σχέση με τις εισαγγελικές αρχές. Αυτό μαρτυρεί τουλάχιστον η εμπειρία μας εδώ, στην περιοχή της Στοκχόλμης. Ελπίζω να μου επιτρέψετε να εγγυηθώ ότι η Σάνα Στράντγκορντ θα έρθει για την ανάκριση, όπως συμφωνήθηκε. Να πούμε στις οχτώ στο αστυνομικό τμήμα;» Και με τα λόγια αυτά έδωσε τέλος στη συνομιλία. «Να πάρει ο διάολος» ξέσπασε ο Φον Ποστ μόλις αντιλήφθηκε ότι είχε πατήσει πάνω σε αίμα και σε κάτι άλλο που κολλούσε και που δεν ήθελε να φανταστεί τι θα μπορούσε να ήταν. Πριν να βγει από την περιστρεφόμενη πόρτα εξόδου, σκούπισε μετά μανίας και αηδιασμένος τις σόλες των παπουτσιών του πάνω στο χαλί. Αυτήν την αλαζονική γκόμενα θα την κανόνιζε το βράδυ, όταν θα εμφανιζόταν. Τώρα όμως έπρεπε να ετοιμαστεί για τη συνέντευξη Τύπου. Πέρασε το χέρι από τα μάγουλά του. Έπρεπε να ξυριστεί. Σε τρεις μέρες θα είχε συνάντηση με τους


38

ASA LARSSON

δημοσιογράφους και τότε καλά θα ήταν να δείχνει αξύριστος, ταλαιπωρημένος, ένας άντρας που τα έδινε όλα στο κυνήγι του δολοφόνου. Σήμερα όμως έπρεπε να είναι ξυρισμένος και με το μαλλί λίγο ανέμελο. Θα τον λάτρευαν. Δεν θα μπορούσαν κάνουν κι αλλιώς.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο

39

δικηγόρος Μ ονς Βένγκρεν, εταίρος στη Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ, καθόταν πίσω από το γραφείο του κοιτάζοντας με ξινισμένο ύφος τη Ρεμπέκα Μ άρτινσον. Η όλη στάση του σώματός της τον εκνεύριζε. Δεν ήταν αμυντική με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο στήθος. Αντίθετα, τα χέρια της κρέμονταν στα πλάγια, λες και περίμενε στην ουρά να πάρει παγωτό. Του είχε πει τι ήθελε και τώρα περίμενε απάντηση. Το βλέμμα της έπεσε ανέκφραστο πάνω στην ερωτική γιαπωνέζικη ξυλογραφία που κρεμόταν στον τοίχο. Ένας νεαρός άντρας, τόσο νεαρός ώστε να έχει ακόμη μακριά μαλλιά, ήταν γονατισμένος μπροστά σε μια ιερόδουλη και είχαν και οι δύο εκτεθειμένα τα γεννητικά τους όργανα. Άλλες γυναίκες απέφευγαν συνήθως να κοιτάξουν αυτό το σχεδόν διακοσίων ετών έργο τέχνης. Ο Μ ονς Βένγκρεν παρατηρούσε συχνά το βλέμμα τους, που καρφωνόταν στον πίνακα και θύμιζε λαγωνικά που είχαν οσφρανθεί κάτι καλό. Μ όνο που δεν κρατούσε πολύ. Συνήθως το βλέμμα στρεφόταν σχεδόν αμέσως κάτω ή κάπου αλλού μέσα στον χώρο. «Πόσες μέρες θα λείψεις;» τη ρώτησε. «Δικαιούσαι δύο μέρες μετ’ αποδοχών για οικογενειακά ζητήματα. Φτάνουν;» «Όχι» απάντησε η Ρεμπέκα Μ άρτινσον. «Και δεν πρόκειται για την οικογένειά μου, αλλά εγώ τυχαίνει απλώς να είμαι... πώς να το πω, παλιός οικογενειακός φίλος». Κάτι στον τρόπο που μιλούσε έδινε στον Μ ονς Βένγκρεν την εντύπωση ότι του έλεγε ψέματα. «Δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι σίγουρη πόσο θα λείψω»


40

ASA LARSSON

συνέχισε η Ρεμπέκα κοιτάζοντάς τον ήρεμα στα μάτια. «Μ ου έχει απομείνει αρκετή άδεια, που μπορώ να πάρω και…» Σταμάτησε να μιλάει. «Και, τι;» ρώτησε το αφεντικό της. «Ελπίζω να μην είχες σκοπό να μου μιλήσεις για υπερωρίες, Ρεμπέκα, γιατί θα με απογοήτευες. Το έχω πει χίλιες φορές και το ξαναλέω: αν εσείς οι βοηθοί νομίζετε ότι δεν προλαβαίνετε να ανταποκριθείτε στις επαγγελματικές σας υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια του ωραρίου σας, τότε θα πρέπει να παραιτηθείτε από αυτές. Οι υπερωρίες είναι προαιρετικές και δεν αμείβονται. Αλλιώς θα μπορούσα κάλλιστα να σε αφήσω να πάρεις έναν χρόνο άδεια μετ’ αποδοχών». Το τελευταίο το πρόσθεσε μ’ ένα φιλικό γέλιο, γρήγορα όμως ξαναπήρε το ενοχλημένο ύφος του, καθώς είδε ότι εκείνη δεν μπήκε στον κόπο ούτε να χαμογελάσει. Η Ρεμπέκα περιεργάστηκε σιωπηλή το αφεντικό της πριν του απαντήσει. Εκείνος είχε αρχίσει να διαβάζει αφηρημένα κάποια χαρτιά που είχε μπροστά του, σαν να ήθελε να δηλώσει ότι η ακρόασή της είχε τελειώσει. Πάνω στο γραφείο ήταν στοιβαγμένη η αλληλογραφία της ημέρας και στην άκρη του, τοποθετημένα στη σειρά, κάποια αντικείμενα μάρκας Γκέοργκ Γιένσεν. Φωτογραφίες πουθενά. Ήξερε ότι κάποτε ήταν παντρεμένος κι ότι είχε δύο ενήλικους γιους. Αυτά μόνο. Δεν τους ανέφερε ποτέ. Και κανείς άλλος δεν μιλούσε γι’ αυτούς. Κάτι τέτοια αργούσαν να γίνουν γνωστά στο γραφείο. Οι μέτοχοι και οι υπόλοιποι δικηγόροι λάτρευαν το κουτσομπολιό, αλλά ήταν αρκετά έξυπνοι ώστε να κουτσομπολεύουν μόνο μεταξύ τους κι όχι με τους νεότερους δικηγόρους. Και οι γραμματείς ήταν πολύ δειλές για να τολμήσουν ν’ αποκαλύψουν κάποιο μυστικό. Πού και πού όλο και κάποιος θα μεθούσε σε κάποιο πάρτι και θα έλεγε πράγματα που δεν έπρεπε να πει. Έτσι, σιγά σιγά, γινόσουν κι εσύ ένας από τους μυημένους. Ήξερε ότι ο Μ ονς έπινε πολύ, αλλά αυτό ήταν ήδη γνωστό σε όλους σχεδόν. Ήταν βέβαια εμφανίσιμος άντρας, με μαύρα κατσαρά μαλλιά και μπλε μάτια που θύμιζαν χάσκι. Αν και είχε ήδη αρχίσει να φθείρεται. Σακούλες κάτω από τα μάτια και επιπλέον βάρος. Εξακολουθούσε να είναι ένας από τους


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

41

καλύτερους δικηγόρους στη χώρα για φορολογικές υποθέσεις. Στο ποινικό και στο αστικό δίκαιο επίσης. Όσο όμως έφερνε χρήμα στην εταιρεία, οι συνάδελφοί του του επέτρεπαν να μεθάει με την ησυχία του. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το χρήμα. Και θα κόστιζε πολύ στην εταιρεία να βοηθήσει κάποιον να σταματήσει το ποτό. Το κέντρο απεξάρτησης και η αναρρωτική άδεια κοστίζουν. Αυτό συμβαίνει σε πολλούς. Η προσωπική ζωή είναι το πρώτο που καταρρέει όταν πίνεις. Ένιωθε ακόμη ταπεινωμένη κάθε φορά που σκεφτόταν το περσινό χριστουγεννιάτικο πάρτι της εταιρείας. Ο Μ ονς είχε φλερτάρει κι είχε χορέψει με όλες τις άλλες γυναίκες δικηγόρους κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Τελικά την πλησίασε κι αυτή. Μ ε ρούχα τσαλακωμένα, τύφλα στο μεθύσι και γεμάτος αυτολύπηση, είχε βάλει το χέρι του στον αυχένα της και μιλούσε ακατάληπτα σε μια αξιολύπητη προσπάθεια να την πάει στο σπίτι του ή ίσως να την ξεμοναχιάσει απλώς στο γραφείο του, άγνωστο τι απ’ όλα. Από αυτό το συμβάν συνειδητοποίησε πώς την έβλεπε. Σαν την ύστατη επιλογή. Σαν κάποια που στριμώχνεις, αφού έχεις πηδήξει όλες τις άλλες και απέχεις ελάχιστα από τη λιποθυμία. Έπειτα από αυτό το συμβάν, οι σχέσεις της με τον Μ ονς ψυχράνθηκαν. Δεν μιλούσε και δεν γελούσε ποτέ μαζί της όπως με τις άλλες κοπέλες. Επικοινωνούσαν κυρίως μέσω ιμέιλ και σημειωμάτων που άφηνε στο γραφείο του όταν εκείνος έλειπε. Φέτος δεν είχε πάει στο χριστουγεννιάτικο πάρτι. «Ας τις πούμε διακοπές, τότε» είπε εκείνη ανέκφραστα. «Θα πάρω μαζί μου και τον υπολογιστή για να δουλέψω κι αποκεί όσο μπορώ». «Τέλος πάντων, εμένα το ίδιο μου κάνει» είπε ο Μ ονς βαριεστημένα. «Οι συνάδελφοί σου είναι εκείνοι που θα επιβαρυνθούν. Θα αναθέσω, λοιπόν, την υπόθεση Βίκμαν Εργοστασιακές Εφαρμογές ΑΕ σε κάποιον άλλον». Η Ρεμπέκα πίεσε τον εαυτό της να μη σταυρώσει τα χέρια. Ο παλιομαλάκας. Η εταιρεία Βίκμαν Εργοστασιακές Εφαρμογές ΑΕ ήταν δικοί της πελάτες. Εκείνη είχε τρέξει για να τους κάνουν πελάτες, εκείνη είχε δημιουργήσει μια καλή σχέση μαζί τους, και μόλις τέλειωναν με την πρόσθετη εκτίμηση για τα


42

ASA LARSSON

καθυστερούμενα θα ξεκινούσαν να προετοιμάζουν την αλλαγή φρουράς στο ολιγομελές συμβούλιο της ιδιωτικής ΑΕ. Άλλωστε τη συμπαθούσαν. «Κάνε ό,τι νομίζεις σωστό» απάντησε εκείνη μ’ ένα ανεπαίσθητο σήκωμα των ώμων, και με το βλέμμα της περιεργάστηκε τα φθαρμένα κρόσσια του κινέζικου χαλιού Κεσάν. «Αν προκύψει κάτι μπορείς να μου στείλεις ιμέιλ». Ενστικτωδώς του ήρθε να την πλησιάσει, να την πιάσει από τα μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι της προς τα πίσω, και να την αναγκάσει να τον κοιτάξει στα μάτια. Ή απλώς να τη χαϊδέψει. Εκείνη έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε στην πόρτα. «Πώς θα πας εκεί πάνω;» τη ρώτησε πριν εκείνη προλάβει να βγει από το γραφείο. «Υπάρχει πτήση ως την Κίρουνα ή θα πρέπει ν’ ακολουθήσεις κανένα καραβάνι ταράνδων από το Ούμεο;» «Έχει αεροπλάνο» απάντησε η Ρεμπέκα με ουδέτερο ύφος. Σαν να μην είχε καταλάβει την προσπάθειά του να αστειευτεί.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

43

επιθεωρήτρια Άννα-Μ αρία Μ έλα έγειρε προς τα πίσω στην καρέκλα του γραφείου της, κοιτάζοντας ανόρεχτα τα έγγραφα που ήταν σκόρπια μπροστά της. Παλιά ξινά σταφύλια. Έρευνες σε στασιμότητα. Παλιές ανεξιχνίαστες κλοπές καταστημάτων και αυτοκινήτων. Έπιασε ένα στην τύχη. Σοβαρές σωματικές βλάβες σε ενδοοικογενειακό περιβάλλον, αλλά η γυναίκα απέσυρε αργότερα τις κατηγορίες της, ισχυριζόμενη με αποφασιστικότητα ότι είχε πέσει από τις σκάλες. Γερό πέσιμο πάντως, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία, καθώς θυμήθηκε τις αποτρόπαιες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν στο νοσοκομείο. Πήρε έναν άλλο φάκελο. Αφορούσε κλοπή ελαστικών αυτοκινήτου από μια επιχείρηση στη βιομηχανική περιοχή. Ένας μάρτυρας είχε δει τον δράστη που έκοψε το σύρμα του φράχτη και φόρτωσε τα λάστιχα στο δικό του Τογιότα Χάιλουξ. Σε επόμενη ανάκριση, όμως, ο μάρτυρας δεν θυμόταν ξαφνικά τίποτα. Ήταν ολοφάνερο ότι δεχόταν απειλές. Η Άννα-Μ αρία αναστέναξε. Δεν υπήρχαν κονδύλια για την προστασία μαρτύρων ή για άλλες ενέργειες όπως αυτή η ασήμαντη κλοπή ελαστικών αυτοκινήτου. Πληκτρολόγησε τις λέξεις Τογιότα Χάιλουξ στον υπολογιστή και συγκράτησε στη μνήμη της το όνομα του ιδιοκτήτη του. Μ ικροαπατεώνες της πλάκας που παίρνουν ό,τι γουστάρουν. Οι πιθανότητες να πέσει πάνω του στο μέλλον, σε κάποια άλλη υπόθεση, ήταν πολλές. Έτρεξε το ποινικό του μητρώο και βρήκε ότι τον βάραινε η


44

ASA LARSSON

κατηγορία για σωματική βλάβη και παράνομη οπλοκατοχή. Το όνομά του φιγουράριζε σε πολλές λίστες υπόπτων. Κάνε κάτι, προέτρεψε τον εαυτό της. Μ ην κάθεσαι απλώς ν’ ανοιγοκλείνεις φακέλους και να βολτάρεις στο διαδίκτυο. Έβαλε τον φάκελο για την κλοπή των ελαστικών στην άκρη. Δεν έβγαζε πουθενά. Καλά που τα παράτησε ο εισαγγελέας. Άκουγε τους θορύβους από το αυτόματο μηχάνημα του καφέ έξω από το γραφείο της, το πλαστικό ποτήρι να πέφτει στην κατάλληλη θέση και μετά με ένα μουγκρητό να γεμίζει με άνοστο καφέ. Για μια στιγμή, είχε την ελπίδα ότι έξω θα ήταν ο ΣβενΈρικ κι ότι θα είχε κάποια νέα για την υπόθεση Βίκτορ Στράντγκορντ. Έπειτα από λίγο όμως άκουσε τα βήματα να χάνονται στον διάδρομο και κατάλαβε ότι ήταν κάποιος άλλος. «Μ ην το σκέφτεσαι» είπε χαμηλόφωνα και πήρε έναν άλλο φάκελο από τη στοίβα. Το βλέμμα της παράτησε το κείμενο και περιπλανήθηκε αφηρημένα πάνω στο γραφείο. Έριξε μια θλιμμένη ματιά στην κούπα με το κρύο τσάι. Και μόνο η σκέψη του καφέ τής έφερνε αναγούλα αυτόν τον καιρό. Πάντως ούτε το τσάι τής άρεσε ιδιαίτερα. Το ξεχνούσε συνέχεια στο ποτήρι και κρύωνε. Κι η κόκα κόλα τής προκαλούσε αέρια. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο σήκωσε το ακουστικό νομίζοντας ότι θα ακούσει τον Σβεν-Έρικ. Ήταν ο Λαρς Πόγιανεν, ο ιατροδικαστής. «Έχω έτοιμο ένα προκαταρκτικό πόρισμα της νεκροψίας» είπε με τη βραχνή φωνή του, που ακουγόταν σαν μηχανή φιλτραρίσματος καφέ. «Θα κατέβεις;» «Μ πα, όχι, την υπόθεση έχει ο Σβεν-Έρικ» απάντησε εκείνη διστάζοντας. «Και ο Φον Ποστ». Ο Πόγιανεν ακούστηκε ξαφνικά απότομος. «Εγώ πάντως δεν σκέφτομαι να κυνηγήσω τον Σβεν-Έρικ σ’ ολόκληρη την πόλη και ο κύριος εισαγγελέας μπορεί να διαβάσει το ολοκληρωμένο πόρισμα. Θα τα μαζέψω και θα επιστρέψω στο Λούλεο». «Όχι, γαμώτο! Έρχομαι» έκανε η Άννα-Μ αρία, ενώ ήδη άκουγε από την άλλη άκρη της γραμμής τον χαρακτηριστικό ήχο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

45

του τηλεφώνου που έκλεινε. Ελπίζω ο γερο-γκρινιάρης ν’ άκουσε τι είπα, σκέφτηκε καθώς φορούσε τις μπότες της. Γιατί αλλιώς θα ’χει φύγει μέχρι να φτάσω στο νοσοκομείο. Βρήκε τον Λαρς Πόγιανεν στο καπνιστήριο του προσωπικού στο νοσοκομείο. Καθόταν μαζεμένος σ’ έναν φθαρμένο πράσινο καναπέ της δεκαετίας του εβδομήντα. Είχε τα μάτια του κλειστά και το μόνο σημάδι που έδειχνε πως ήταν ζωντανός, ή έστω ξύπνιος, ήταν το αναμμένο τσιγάρο στο χέρι του. «Ώστε έτσι» είπε χωρίς καν ν’ ανοίξει τα μάτια του. «Ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ για τον νεκρό Βίκτορ Στράντγκορντ; Πώς γίνεται να πιστεύω ότι η υπόθεση είναι κομμένη και ραμμένη για σένα;» «Μ έχρι να γεννήσω θα ασχολούμαι μόνο με φακέλους» είπε η Άννα-Μ αρία και στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας. «Αλλά καλύτερα να μιλήσεις μαζί μου πριν φύγεις παρά να μη μιλήσεις με κανέναν». Εκείνος γέλασε βραχνά και το γέλιο του μετατράπηκε σε αδύναμο βήχα. Άνοιξε τα γαλάζια μάτια του και την κάρφωσε με το διαπεραστικό του βλέμμα. «Αν σε ξέρω καλά, θα τον βλέπεις και στον ύπνο σου τα βράδια, Μ έλα. Μ είνε μαζί μας όσο θα ερευνούμε αυτήν την καταραμένη υπόθεση, αλλιώς θα τρέχεις αποδώ κι αποκεί με το καρότσι και θα ανακρίνεις υπόπτους όταν θα έχεις γονική άδεια. Πάμε λοιπόν;» Έκανε μια εξεζητημένη χειρονομία πρόσκλησης προς το νεκροτομείο. Το νεκροτομείο ήταν μια τακτοποιημένη αίθουσα. Καθαρό πέτρινο πάτωμα, τρεις ανοξείδωτοι πάγκοι, κόκκινοι πλαστικοί σάκοι ταξινομημένοι κατά μέγεθος κάτω από τους πάγκους, δύο νιπτήρες, δίπλα στους οποίους η Άννα Γκράνλουντ φρόντιζε να υπάρχουν πάντα καθαρές πετσέτες. Η τράπεζα νεκροψίας ήταν πάντα πλυμένη και στεγνή. Στην αίθουσα όπου ξέπλεναν τα εργαλεία δούλευε το πλυντήριο πιάτων. Το μόνο που θύμιζε


46

ASA LARSSON

θάνατο ήταν μια μακριά σειρά από μαρκαρισμένα πλαστικά βάζα, με γκρι και καφέ ανοιχτόχρωμα κομμάτια μυαλού και άλλων εσωτερικών οργάνων μέσα, διατηρημένα σε φορμόλη, απ’ όπου στη συνέχεια θα έπαιρναν δείγματα. Και το πτώμα του Βίκτορ Στράντγκορντ. Τον είχαν ξαπλώσει ανάσκελα σ’ έναν από τους πάγκους. Μ ια τομή στο πίσω μέρος του κεφαλιού ξεκινούσε από το ένα αυτί και κατέληγε στο άλλο. Είχε τραβηχτεί όλο το δέρμα από το κεφάλι πάνω από το μέτωπο, αφήνοντας γυμνό το κρανίο. Δύο μεγάλες τομές διέτρεχαν την κοιλιά, την οποία συγκρατούσαν χοντρά ράμματα. Τη μια τομή την είχε κάνει η βοηθός του ιατροδικαστή για να εξετάσει τα εσωτερικά όργανα. Υπήρχαν κι άλλα, μικρότερα τραύματα στο σώμα, και η ΆνναΜ αρία είχε ξαναδεί τέτοια. Μ αχαιριές. Ο Στράντγκορντ ήταν καθαρός, ραμμένος, ξεπλυμένος και χλωμός κάτω από τις λάμπες φθορίου. Την επηρέασε άσχημα η εικόνα του λεπτού γυμνού σώματος πάνω στον ψυχρό ανοξείδωτο πάγκο. Η ίδια δεν είχε βγάλει καθόλου το πουπουλένιο μπουφάν της. Ο Λαρς Πόγιανεν φόρεσε μια πράσινη χειρουργική ρόμπα, έχωσε τα πόδια του στα ξύλινα τσόκαρα, που διατηρούσαν ακόμη κάποια υπολείμματα του λευκού χρώματος που είχαν κάποτε, και φόρεσε λεπτά, ελαστικά πλαστικά γάντια. «Τα παιδιά τι κάνουν;» τη ρώτησε. «Η Τζένη και ο Πέτερ είναι καλά. Ο Μ άρκους είναι ερωτευμένος και τις περισσότερες ώρες είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με ακουστικά και προσπαθεί ν’ αποκτήσει εμβοή». «Τον καημένο» είπε ο Πόγιανεν με πραγματική συμπόνια και στράφηκε προς τον Βίκτορ Στράντγκορντ. Η Άννα-Μ αρία αναρωτήθηκε αν εννοούσε τον Μ άρκους ή τον νεκρό. «Μ πορώ;» ρώτησε κι έβγαλε το κασετόφωνο από την τσέπη της. Ώστε να τ’ ακούσουν και οι άλλοι μετά. Ο Πόγιανεν έδωσε τη συγκατάθεσή του σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. Η Άννα-Μ αρία πάτησε το κουμπί. «Χρονολογικά» είπε. «Αρχικά, βίαιο χτύπημα με αμβλύ αντικείμενο στην πίσω πλευρά τού κεφαλιού. Εγώ κι εσύ δεν είμαστε σε θέση να τον μετακινήσουμε, αλλά έλα εδώ να δεις».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

47

Πήρε μια αξονική τομογραφία και την τοποθέτησε στη φωτεινή οθόνη. Η Άννα-Μ αρία κοίταξε τις τομογραφίες σιωπηλά και σκέφτηκε τις ασπρόμαυρες εικόνες που είχε δει από τον υπέρηχο του παιδιού της. «Βλέπεις τη ρωγμή στο κρανίο εδώ. Και το υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Εδώ». Το δάχτυλο του ιατροδικαστή έδειξε μια μαύρη περιοχή στις εικόνες. «Πιθανώς, θα μπορούσε να είχε σωθεί αν είχε χτυπηθεί μόνο στο κεφάλι, αλλά μάλλον όχι» είπε. «Ο δολοφόνος που ψάχνεις είναι πιθανότατα δεξιόχειρας» συνέχισε ο Πόγιανεν. «Εν πάση περιπτώσει, αφού τον χτύπησαν πρώτα στο κεφάλι, δέχτηκε και δύο μαχαιριές στην κοιλιά και στο στήθος». Έδειξε δύο από τα τραύματα στο κορμί του Βίκτορ Στράντγκορντ. «Είναι αδύνατον να συμπεράνουμε το ύψος του δράστη από το χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ούτε από τις μαχαιριές, δυστυχώς. Έχουν γίνει από ψηλά, οπότε μαντεύω ότι ο Βίκτορ Στράντγκορντ ήταν γονατιστός όταν δέχτηκε αυτά τα χτυπήματα. Ή αυτό ή ο δράστης ήταν σκέτος γίγαντας, σαν αμερικανός μπασκετμπολίστας. Το πιθανότερο είναι ότι το πρώτο χτύπημα το δέχτηκε ο Βίκτορ Στράντγκορντ στο κρανίο. Μ παμ». Ο γιατρός έδωσε μια στο φαλακρό του κεφάλι για να αναπαραστήσει το χτύπημα. «Το χτύπημα τον ρίχνει στα γόνατα –δεν υπάρχουν γρατζουνιές ή κάποιο αιμάτωμα στα γόνατα, αλλά το χαλί ήταν αρκετά μαλακό– και μετά ο δράστης τον μαχαιρώνει δύο φορές. Γι’ αυτό τα σημάδια είναι λοξά αποπάνω προς τα κάτω. Είναι δύσκολο λοιπόν να πούμε κάτι για το ύψος του δράστη». «Οπότε πέθανε από το χτύπημα και αυτές τις δύο μαχαιριές;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Μ άλιστα» συνέχισε ο Πόγιανεν καταπνίγοντας έναν βήχα. «Αυτό το τραύμα που προκλήθηκε από ένα μαχαίρι που μπήκε στο στήθος έκοψε το έβδομο πλευρό στην αριστερή πλευρά, τρύπησε το περικάρδιο–»


48

ASA LARSSON

«Στα σουηδικά;» «…τον μεμβρανώδη σάκο της καρδιάς και τη δεξιά κοιλία, ε… την κάτω μικρή κοιλότητα της καρδιάς. Προκάλεσε μια αιμορραγία στον μεμβρανώδη σάκο της καρδιάς και στον δεξί υπεζωκότα, τη λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τους πνεύμονες. Η άλλη μαχαιριά διαπέρασε το συκώτι και προκάλεσε αιμορραγία στην κοιλιακή περιοχή και στο μεσεντέριο». «Πέθανε ακαριαία;» Ο Πόγιανεν ανασήκωσε τους ώμους. «Και τα υπόλοιπα τραύματα;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Αυτά τα απέκτησε αφού είχε πεθάνει. Όλα αυτά τα τραύματα στην περιοχή του κορμού και της κοιλιάς. Αυτές οι μαχαιριές καταφέρθηκαν από μπροστά, αφού είχε πεθάνει. Μ αντεύω πως ο Βίκτορ Στράντγκορντ ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα όταν τις δέχτηκε. Υπάρχει και αυτή η μακριά τομή στην κοιλιά». Έδειξε τη μεγάλη πληγή στην κοιλιά, που τώρα την κρατούσαν κλειστή χοντρά ράμματα. «Και τα μάτια;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία και περιεργάστηκε τις άδειες κόγχες στο πρόσωπο του Βίκτορ Στράντγκορντ. «Κοίταξε εδώ» είπε ο Πόγιανεν και στερέωσε μια ακτινογραφία στην οθόνη. «Εδώ! Βλέπεις το κοκαλάκι που έχει ξεκολλήσει από το κρανίο ακριβώς στην κοιλότητα του ματιού; Κι εδώ; Στην αρχή δεν το πρόσεξα στις φωτογραφίες, αλλά στη συνέχεια καθάρισα λίγο την περιοχή και παρατήρησα το κόκαλο, το σημάδι στο κόκαλο δίπλα από τα μάτια. Ο δολοφόνος πίεσε το μαχαίρι μέσα στα μάτια και το στριφογύρισε. Τα ξερίζωσε, μπορεί να πει κανείς». «Τι στον διάβολο ήθελε να πετύχει;» έκανε η Άννα-Μ αρία ταραγμένη. «Και τα χέρια;» «Κι αυτά κόπηκαν μετά θάνατον. Το ένα άλλωστε βρέθηκε επιτόπου». «Δακτυλικά αποτυπώματα;» «Ίσως στα κολοβώματα των χεριών, αλλά αυτό θα το επιβεβαιώσει το Κρατικό Εργαστήριο Εγκληματολογίας στο Λινσέπινγκ. Αν κι εγώ δεν θα εναπόθετα πολλές ελπίδες σ’ αυτό. Υπάρχουν κάποια έντονα σημάδια από λαβές γύρω από τους


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

49

καρπούς, αλλά από όσα μπορώ να δω δεν υπάρχουν αποτυπώματα. Νομίζω ότι από το Λινσέπινγκ θα μας πουν ότι αυτός που έκοψε τα χέρια φορούσε γάντια». Η Άννα-Μ αρία ένιωσε αποκαρδιωμένη. Την κυρίεψε μια έντονη ανάγκη να πιάσει τον δολοφόνο. Σαν να μην μπορούσε ν’ αντέξει στην ιδέα ότι σε κάνα χρόνο η προανακριτική διαδικασία θα κατέληγε χωρίς αποτέλεσμα στο αρχείο. Ο Πόγιανεν είχε δίκιο. Πιθανότατα θα έβλεπε τον Βίκτορ Στράντγκορντ στον ύπνο της. «Τι μαχαίρι ήταν;» τον ρώτησε. «Μ εγάλο, κυνηγετικό μοντέλο. Πολύ φαρδύ για να είναι κουζινομάχαιρο. Όχι δίκοπο». «Και το βίαιο χτύπημα από αμβλύ αντικείμενο στο πίσω μέρος του κεφαλιού από τι έγινε;» «Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε» είπε ο Πόγιανεν. «Ένα φτυάρι, μια μεγάλη πέτρα…» «Δεν είναι παράξενο που πρώτα δέχεται ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού με ένα αντικείμενο και μετά μαχαίρωμα από μπροστά;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Ναι, αλλά εσύ είσαι η αστυνομικός» απάντησε ο Λαρς Πόγιανεν. «Ίσως να ήταν και περισσότεροι από ένας» σκέφτηκε φωναχτά η Άννα-Μ αρία. «Υπάρχει κάτι άλλο;» «Όχι, προς το παρόν. Δεν υπάρχουν ίχνη ναρκωτικών. Ούτε αλκοόλ. Και ήταν νηστικός για αρκετά εικοσιτετράωρα». «Τι; Αρκετά εικοσιτετράωρα;» Η ίδια ήταν υποχρεωμένη να τρώει κάθε δύο ώρες. «Δεν ήταν αφυδατωμένος, οπότε δεν είχε πρόβλημα στο στομάχι, ούτε νηστεία μπορείς να πεις ότι είχε κάνει. Φαίνεται όμως σαν να είχε πάρει μόνο υγρή τροφή. Το εργαστήριο θα μας πει αργότερα τι βρέθηκε στο στομάχι του. Μ πορείς να κλείσεις το κασετόφωνο τώρα». Της έδωσε ένα αντίγραφο από την προκαταρκτική νεκροψία. Η Άννα-Μ αρία έκλεισε το κασετόφωνο. «Δεν μου αρέσει να κάνω υποθέσεις» είπε ο Πόγιανεν και καθάρισε τον λαιμό του. «Τουλάχιστον όχι όταν αυτό


50

ASA LARSSON

καταγράφεται». Έκανε ένα νεύμα προς το κασετόφωνο, που εξαφανίστηκε στην τσέπη της Άννα-Μ αρίας. «Πάντως οι χαρακιές στους καρπούς ήταν αρκετά προσεκτικές» συνέχισε. «Ίσως να ψάχνεις για κυνηγό, Μ έλα». «Α, εδώ είσαι λοιπόν;» ακούστηκε μια φωνή από το άνοιγμα της πόρτας. Ήταν ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε. «Ναι» απάντησε η Άννα-Μ αρία, και ο φόβος ότι ο συνάδελφός της θα νόμιζε ότι ενεργούσε πίσω από την πλάτη του της έκοψε τα ήπατα. «Ε… τηλεφώνησε ο Πόγιανεν και επειδή ήταν έτοιμος να φύγει…» Σταμάτησε. Θύμωσε που είχε αρχίσει να δίνει εξηγήσεις και να απολογείται. «Καλά έκανες» είπε ο Σβεν-Έρικ χαρούμενα. «Θα μου τα πεις στο αυτοκίνητο. Προέκυψαν προβλήματα με τους πάστορες της ενορίας. Σε ψάχνω τόση ώρα, γαμώτο. Τελικά ρώτησα τη Σόνια στο τηλεφωνικό κέντρο ποιοι σου είχαν τηλεφωνήσει. Πρέπει να έρθεις μαζί μου». Η Άννα-Μ αρία έριξε στον Πόγιανεν μια ερωτηματική ματιά κι εκείνος σήκωσε τους ώμους και το φρύδι του ταυτόχρονα σαν να της έλεγε ότι είχαν τελειώσει. «Το Λούλεο άρπαξε τα γκολάκια του από τη Φέργιεσταντ» χαμογέλασε ο Σβεν-Έρικ αποχαιρετώντας τον γιατρό, ενώ έσπρωχνε σχεδόν την Άννα-Μ αρία προς την έξοδο. «Ναι, κι εσύ πρέπει να μου το θυμίζεις» αναστέναξε ο Λαρς Πόγιανεν και έψαξε στην τσέπη του για το πακέτο με τα τσιγάρα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Τ

51

ο αεροπλάνο για Κίρουνα ήταν σχεδόν γεμάτο. Αγέλες από ξένους τουρίστες, που ήθελαν να κάνουν έλκηθρο με σκυλιά και να κοιμηθούν σε δέρμα ταράνδων στο ξενοδοχείο από πάγο του Γιουκασγιέρβι, στριμώχνονταν με κουρασμένους επιχειρηματίες, που κρατούσαν τώρα στα χέρια τους φρούτα και εφημερίδες, δώρο της αεροπορικής εταιρείας. Η Ρεμπέκα χύθηκε στη θέση της και έδεσε τη ζώνη ασφαλείας. Η φασαρία που έκαναν οι επιβάτες, ο ψηφιακός ήχος από τις επιγραφές της οροφής που αναβόσβηναν και ο μονότονος θόρυβος των μηχανών την έκαναν να βυθιστεί σε ύπνο ανήσυχο. Κοιμόταν σε όλη τη διαδρομή. Στο όνειρό της είδε ότι έτρεχε σε έναν βάλτο με βατόμουρα. Ήταν μια καυτή αυγουστιάτικη μέρα. Οι ηλιαχτίδες έδιωχναν την υγρασία από τα βρύα. Αντικουνουπικό και ιδρώτας κυλούν από το μέτωπο στα μάτια της. Την τσούζουν. Αρχίζει να δακρύζει. Ένα μαύρο σύννεφο μικροσκοπικές σκνίπες χώνεται στα ρουθούνια της και τ’ αυτιά της. Δεν μπορεί να δει. Κάποιος την ακολουθεί. Βρίσκεται ακριβώς από πίσω της. Όπως συμβαίνει πάντα στα όνειρά της, τα πόδια της δεν την υπακούουν. Δεν έχει δύναμη και ο βάλτος υποχωρεί. Τα πόδια της βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά στον βάλτο και κάποιος, ή κάτι, την κυνηγάει. Τώρα δεν μπορεί να σηκώσει καθόλου τα πόδια της. Βουλιάζει στον υγρό βάλτο. Προσπαθεί να φωνάξει τη μαμά της, αλλά από το στόμα της βγαίνει μια λεπτή, αδύναμη τσιρίδα. Νιώθει το χέρι που πέφτει βαριά στον ώμο της.


52

ASA LARSSON

«Συγγνώμη, σας τρόμαξα;» Η Ρεμπέκα άνοιξε τα μάτια της και είδε μια αεροσυνοδό σκυμμένη αποπάνω της. Η αεροσυνοδός τής χαμογέλασε κάπως αβέβαια και πήρε το χέρι από τον ώμο της. «Σε λίγο προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο της Κίρουνα, πρέπει να ισιώσετε την καρέκλα σας». Η Ρεμπέκα έβαλε αυθόρμητα το χέρι της στο στόμα. Μ ήπως της είχαν τρέξει τα σάλια; Ή μήπως –ακόμα χειρότερα– είχε ουρλιάξει στον ύπνο της; Δεν τολμούσε να κοιτάξει τον συνεπιβάτη της στο διπλανό κάθισμα κι έστρεψε το βλέμμα στο σκοτάδι έξω από το παράθυρο. Εκεί κάτω ήταν. Η πόλη. Σαν φανταχτερό κόσμημα στον πάτο ενός πηγαδιού, ξεχώριζε φωτισμένη και περιτριγυρισμένη από το σκοτάδι των βορινών βουνών. Ένιωσε ένα τσίμπημα στο στομάχι και στην καρδιά. Η πόλη μου, σκέφτηκε με τη μελαγχολία, τη χαρά, τον θυμό και τον φόβο του νόστου, όλα σε ένα παράξενο συνονθύλευμα. Είκοσι λεπτά αργότερα καθόταν στο νοικιασμένο Άουντι στον δρόμο για την Κούραβαρα. Το χωριό βρισκόταν ενάμισι μίλι έξω από την Κίρουνα. Παιδί ακόμη, είχε πάει πολλές φορές με το χιονοπάτινο από την Κίρουνα στο χωριό. Το θυμόταν με χαρά. Ειδικά στο έβγα του χειμώνα και στο έμπα της άνοιξης ο δρόμος ήταν καλυμμένος με παχύ, υπέροχο, αφράτο χιόνι, και κανείς δεν το κατέστρεφε με άμμο, αλάτι ή χαλίκι. Το φεγγάρι φώτιζε το χιονισμένο δάσος γύρω της. Οι σωροί χιονιού δημιουργούσαν όμορφες μπορντούρες εκατέρωθεν του δρόμου. Δεν είναι δίκαιο, σκέφτηκε. Δεν έπρεπε να τους επιτρέψω να μου τα πάρουν αυτά εδώ. Πριν να φύγω θα κάνω οπωσδήποτε χιονοπάτινο, γαμώ το κέρατό μου. Από ποια στιγμή και μετά έπρεπε να είχα φερθεί διαφορετικά; συνέχισε τις σκέψεις της, καθώς το αυτοκίνητο διέσχιζε το δάσος. Πάντως, αν ήθελα να ταξιδέψω πίσω στον χρόνο, θα ήμουν άραγε αναγκασμένη να φτάσω μέχρι το πρώτο καλοκαίρι; Ή κι ακόμα πιο πίσω; Τότε θα πρέπει να φτάσω σ’ εκείνη την άνοιξη. Όταν γνώρισα για πρώτη φορά τον Τούμας Σέντερμπεργ.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

53

Όταν μας επισκέφτηκε στο Γυμνάσιο Γιάλμαρ Λούντμπουμ. Ήδη από τότε θα έπρεπε να είχα πράξει διαφορετικά. Να τον είχα καταλάβει από τότε, και όχι να είμαι τόσο αφελής. Οι υπόλοιποι στην τάξη πρέπει να ήταν πολύ εξυπνότεροι από μένα. Αυτοί γιατί δεν γοητεύτηκαν; «Γεια σας, παιδιά, να σας συστήσω τον Τούμας Σέντερμπεργ. Είναι ο νέος πάστορας της Αποστολικής Εκκλησίας. Τον κάλεσα ως εκπρόσωπο των διαφορετικών Ελεύθερων Εκκλησιών». Αυτή που μιλάει είναι η Μαργκαρέτα Φράνσον. Η καθηγήτρια θρησκευτικών. Συνέχεια χαμογελάει, σκέφτεται η Ρεμπέκα, γιατί το κάνει αυτό; Δεν είναι ένα χαρούμενο χαμόγελο, είναι απλώς ταπεινό και ήρεμο. Αγοράζει όλα της τα ρούχα από το «Μ ια χείρα βοηθείας», τη Μ ΚΟ που πουλάει προϊόντα από γυναικείους συνεταιρισμούς τριτοκοσμικών χωρών. «Τον Έβερτ Άρονσον τον έχετε ξανασυναντήσει, είναι ιερέας στη Σουηδική Εκκλησία, όπως και τον Αντρέας Γκάουλτ, ιερέας στην Καθολική Εκκλησία» συνεχίζει η Μαργκαρέτα Φράνσον. «Εγώ θα προτιμούσα έναν βουδιστή ή έναν μουσουλμάνο ή κάτι άλλο» λέει η Νίνα Έρικσον. Γιατί να συναντούμε συνέχεια έναν σωρό χριστιανούς;» Η Νίνα Έρικσον είναι η εκπρόσωπος της τάξης και βασική καθοδηγήτριά της. Πολλοί συμφωνούν και το δείχνουν με ψιθύρους. «Η Κίρουνα δεν έχει και πολλές επιλογές» απολογείται η Μαργκαρέτα Φράνσον. Κατόπιν δίνει τον λόγο στον πάστορα Τούμας Σέντερμπεργ. Είναι όμορφος, αυτό είναι γεγονός. Σκούρα και σγουρά καστανά μαλλιά και μαύρες μακριές βλεφαρίδες. Γελάει και κάνει αστεία, αλλά πού και πού σοβαρεύει πολύ. Είναι νέος για παπάς, ή μάλλον πάστορας, όπως αυτοαποκαλείται. Φοράει τζιν και πουκάμισο. Ζωγραφίζει στον πίνακα. Μια γέφυρα. Για να δείξει πώς ο Χριστός θυσίασε τη ζωή του γι’ αυτούς. Χτίζει μια γέφυρα προς τον Θεό. Διότι τόσο πολύ αγαπούσε ο Θεός τον κόσμο, ώστε θυσίασε τον μονάκριβο γιο του. Προσφωνεί την τάξη «εσύ»,


54

ASA LARSSON

παρόλο που μιλάει ταυτόχρονα σε είκοσι τέσσερα άτομα. Θέλει να τους κάνει να διαλέξουν τη ζωή που θα ζήσουν. Να πουν ναι. Και έχει απαντήσεις για όλες τις ερωτήσεις που του κάνουν στο τέλος. Κάποιες ερωτήσεις τον κάνουν να σωπαίνει για λίγο, να ζαρώνει τα φρύδια του και να κουνάει το κεφάλι του σκεπτικός. Σαν να είναι η πρώτη φορά που του κάνουν αυτήν την ερώτηση. Σαν να του δίνουν την ευκαιρία να σκεφτεί. Πολύ αργότερα η Ρεμπέκα θα ανακαλύψει ότι δεν είναι καθόλου η πρώτη φορά που ακούει αυτές τις ερωτήσεις. Κι ότι οι απαντήσεις ήταν ξεκάθαρες εδώ και πολύ καιρό. Αυτός όμως που θέτει την ερώτηση θα πρέπει να νιώθει ξεχωριστός. Ολοκληρώνει την επίσκεψή του προσκαλώντας τα παιδιά στην καλοκαιρινή κατασκήνωση της Αποστολικής Εκκλησίας στο Γέλιβαρε. Τρεις εβδομάδες εργασία αμισθί και μελέτη της Βίβλου, με δωρεάν σίτιση και διαμονή. «Τολμήστε να είστε περίεργοι» τους παροτρύνει. «Δεν μπορείς να ξέρεις αν η χριστιανική πίστη σού ταιριάζει, προτού μάθεις τι πραγματικά σημαίνει». Η Ρεμπέκα έχει την εντύπωση ότι την κοιτάζει έντονα όταν μιλάει. Κι εκείνη ανταποδίδει. Και νιώθει μέσα της τη φωτιά. Ο δρόμος ήταν καθαρισμένος σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι και το γκρι σπίτι της γιαγιάς από αμιαντοτσιμέντο. Είχε φως στον πάνω όροφο. Η Ρεμπέκα σήκωσε την τσάντα της και τη σακούλα από το σουπερμάρκετ Κόνσουμ με τα φαγητά. Είχε ψωνίσει καθ’ οδόν. Ίσως να μην ήταν απαραίτητο, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Κλείδωσε το αυτοκίνητο. Έγινα κι εγώ μία από αυτούς, σκέφτηκε. Απ’ αυτούς που πάντα κλειδώνουν. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξε μπαίνοντας. Δεν πήρε απάντηση, αλλά πιθανώς η Σάνα και τα παιδιά είχαν κλείσει την πόρτα για τον πάνω όροφο και γι’ αυτό δεν την άκουγαν. Άφησε κάτω τα πράγματα που κρατούσε στα χέρια της και έκανε μια βόλτα στο ισόγειο δίχως ν’ ανάψει φώτα. Το σπίτι μύριζε όπως όλα τα παλιά σπίτια. Λινοτάπητα και υγρασία.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

55

Κλεισούρα. Τα έπιπλα σαν κουρασμένα φαντάσματα στέκονταν ακουμπισμένα στους τοίχους μέσα στο σκοτάδι, καλυμμένα με τα λινά σεντόνια της γιαγιάς, στριφωμένα στο χέρι. Ανέβηκε προσεκτικά τη σκάλα φοβούμενη μην πέσει, μια που το χιόνι είχε λιώσει κάτω από τις σόλες των παπουτσιών και γλιστρούσε. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξε προς τα πάνω, αλλά ούτε αυτήν τη φορά πήρε απάντηση. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος στον επάνω όροφο και μπήκε στον στενό, σκοτεινό διάδρομο. Όταν γονάτισε ν’ ανοίξει το φερμουάρ από τις μπότες της, ένα μαύρο πράγμα έπεσε πάνω στο πρόσωπό της. Ξεφώνισε κι έπεσε προς τα πίσω. Δυο χαρούμενα γαβγίσματα και ξαφνικά το μαύρο πράγμα απέκτησε τη μορφή ενός χαριτωμένου σκύλου. Μ ια ροδαλή γλώσσα άρπαξε την ευκαιρία να γνωριστεί με το πρόσωπό της. Δυο νέα ενθαρρυντικά γαβγίσματα και μετά ο σκύλος άρχισε και πάλι να τη γλείφει. «Σαπ, έλα εδώ!» Ένα τετράχρονο κορίτσι εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Το σκυλί έκανε μια πιρουέτα ακουμπώντας τα μπροστινά πόδια στην κοιλιά της Ρεμπέκα, χοροπήδησε μέχρι το κορίτσι, το έγλειψε κι αυτό και, κουνώντας την ουρά του, επέστρεψε στη Ρεμπέκα. Εκείνη όμως είχε προλάβει να σηκωθεί και ο σκύλος έχωσε τη μύτη του στη σακούλα με τα φαγητά. «Εσύ πρέπει να είσαι η Λούβα» είπε η Ρεμπέκα κι άναψε το φως του χολ, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να διώξει με το πόδι το σκυλί από τη σακούλα. Το φως έπεσε πάνω στο κορίτσι. Είχε τυλιγμένη γύρω του μια κουβέρτα και η Ρεμπέκα συνειδητοποίησε ότι στο σπίτι έκανε κρύο. «Εσύ ποια είσαι;» τη ρώτησε η Λούβα. «Τ’ όνομά μου είναι Ρεμπέκα» απάντησε μεμιάς. «Πάμε στην κουζίνα». Στάθηκε λίγο στο κατώφλι κι έμεινε σιωπηλή κοιτάζοντας μέσα. Οι καρέκλες ήταν αναποδογυρισμένες, τα χαλάκια της γιαγιάς πεταμένα φύρδην μίγδην κάτω από το τραπέζι. Η Σαπ


56

ASA LARSSON

έτρεξε σε έναν σωρό σεντόνια, που κάποτε κάλυπταν τα έπιπλα. Γρύλισε και κούνησε την ουρά της παιχνιδιάρικα. Το σπίτι μύριζε έντονα σαπούνι και Άζαξ. Όταν η Ρεμπέκα έριξε μια προσεκτικότερη ματιά είδε ότι το πάτωμα ήταν πασαλειμμένο με απορρυπαντικό. «Τι στο καλό» έκανε. «Τι έγινε εδώ; Πού είναι η μαμά και η μεγάλη αδερφή σου;» «Πλύθηκα» παραδέχτηκε η Λούβα. «Έπλυνα και τη Σαπ». Έβγαλε το μικρό της χέρι μέσα από τη μεγάλη κουβέρτα, που είχε τυλίξει γύρω της, κι έπιασε ένα από τα γυαλιστερά κουμπιά στο παλτό της Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα παραμέρισε ανυπόμονα το παιδικό χέρι από πάνω της. «Πού είναι η μαμά και η αδερφή σου;» την ξαναρώτησε. Η Λούβα έδειξε την ντιβανοκασέλα σε μια εσοχή του χώρου. Εκεί καθόταν ένα εντεκάχρονο κορίτσι, που φορούσε ένα μακρύ γκρι παλτό από προβιά, το οποίο μπορεί να ήταν της Σάνα. Κοίταξε πάνω από το οικογενειακό περιοδικό που διάβαζε με μισόκλειστα μάτια και το στόμα σφιγμένο σε σημείο που φάνταζε με γραμμή. Η Ρεμπέκα ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται. Η Σάρα, σκέφτηκε. Έχει μεγαλώσει πολύ. Και μοιάζει στη Σάνα. Τα ίδια ξανθά μαλλιά, αν και τα δικά της είναι ίσια, σαν του Βίκτορ. «Γεια σου» της είπε η Ρεμπέκα. «Τι ακριβώς έκανε η αδερφή σου; Πού είναι η Σάνα;» Η Σάρα σήκωσε τους ώμους της, σαν να ήθελε να δείξει ότι δεν ήταν δική της δουλειά να προσέχει τη μικρότερη αδερφή της. «Η μαμά θύμωσε» είπε η Λούβα και τράβηξε τη Ρεμπέκα από το μανίκι του παλτού. «Είναι στη φούσκα. Είναι ξαπλωμένη εκεί μέσα». Έδειξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. «Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε η Σάρα καχύποπτα. «Μ ε λένε Ρεμπέκα κι αυτό το σπίτι είναι δικό μου. Εν μέρει δικό μου, τουλάχιστον». Στράφηκε προς τη Λούβα. «Τι εννοείς “στη φούσκα”;» «Όταν μπαίνει στη φούσκα, δεν σου απαντάει, ούτε σε


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

57

κοιτάζει» εξήγησε η Λούβα, που δεν μπόρεσε ν’ αφήσει σε ησυχία τα κουμπιά της Ρεμπέκα. «Θεέ μου» αναστέναξε εκείνη. Έβγαλε το παλτό της και το κρέμασε στην κρεμάστρα που υπήρχε στο χολ. Έκανε όντως ψοφόκρυο στο σπίτι. Έπρεπε να ανάψει τη σόμπα. «Γνωρίζω τη μαμά σας» είπε η Ρεμπέκα και έβαλε τις μπότες στη θέση τους. «Ο παππούς και η γιαγιά μου έμεναν εδώ, όταν ζούσαν. Μ α έχεις σαπούνι και στα μαλλιά;» Κοίταξε τα μαλλιά της Λούβα που είχαν γίνει σαν μαραμένα πράσα. Το σκυλί κάθισε κάτω, προσπαθώντας να γλείψει την πλάτη του, και η Ρεμπέκα γονάτισε κι εκείνη φωνάζοντάς του στον ίδιο τόνο που φώναζε και η γιαγιά της τα σκυλιά. «Εεπ!» Η σκυλίτσα πήγε γρήγορα προς το μέρος της και έδειξε την υπακοή της προσπαθώντας να φτάσει και να γλείψει τη Ρεμπέκα στο στόμα. Τώρα η Ρεμπέκα κατάλαβε ότι ήταν ημίαιμο Πομερανίας. Η παχιά μαύρη γούνα πλαισίωνε σαν μαλλιαρή κορνίζα το μικρό θηλυκό κεφαλάκι της. Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα και χαρούμενα. Τη χάιδεψε και μετά μύρισε τα δάχτυλά της. Μ ύριζε σαπούνι για πατώματα. «Ωραία σκυλίτσα» είπε η Ρεμπέκα στη Σάρα. «Δικιά σου είναι;» Η Σάρα δεν μίλησε. «Κατά τα δύο τρίτα ανήκει στη Σάρα και κατά ένα σε μένα» απάντησε η Λούβα σαν να είχε αποστηθίσει τα λόγια. «Τώρα θα ήθελα να μιλήσω με τη Σάνα» είπε η Ρεμπέκα και σηκώθηκε. Η Λούβα την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. Στον πάνω όροφο ήταν μόνο η κουζίνα με την εσοχή για την ντιβανοκασέλα και την κάμαρα που ήταν παλιά για να κοιμούνται τα παιδιά. Ο παππούς και η γιαγιά κοιμόνταν στην ντιβανοκασέλα της κουζίνας. Η Σάνα ήταν ξαπλωμένη στο πλάι, σ’ ένα από τα κρεβάτια, με τα πόδια μαζεμένα τόσο πολύ, που ακουμπούσαν σχεδόν στο πιγούνι της. Είχε το πρόσωπο στραμμένο προς τον τοίχο, φορούσε ένα μπλουζάκι κι ένα


58

ASA LARSSON

λουλουδάτο βρακί. Τα μακριά αγγελικά μαλλιά της κάλυπταν το μαξιλάρι. «Γεια σου, Σάνα» είπε η Ρεμπέκα διστακτικά. Η γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι δεν απάντησε. Ανάσαινε όμως, αυτό μπορούσε να το δει η Ρεμπέκα. Η Λούβα πήρε μια κουβέρτα που ήταν τυλιγμένη στο κάτω μέρος των ποδιών της μαμάς της και τη σκέπασε. «Είναι στη φούσκα» είπε ψιθυριστά. «Καταλαβαίνω» απάντησε η Ρεμπέκα με σφιγμένα χείλη. Πίεσε δυνατά την πλάτη της Σάνα με τον δείκτη του χεριού της. «Έλα εδώ» είπε η Ρεμπέκα οδηγώντας τη Λούβα στην κουζίνα. Η Σαπ τις πήρε στο κατόπι, αφού σιγουρεύτηκε ότι η αφεντικίνα της είναι καλά εκεί που είναι ξαπλωμένη. «Έχετε φάει;» τις ρώτησε η Ρεμπέκα. «Όχι» απάντησε η Λούβα. «Εγώ κι εσύ γνωριστήκαμε όταν ήσουν πολύ μικρή» είπε η Ρεμπέκα στη Σάρα. «Εγώ δεν είμαι μικρή» φώναξε η Λούβα. «Είμαι τεσσάρων χρόνων». «Τώρα θα κάνουμε αυτό που θα σας πω» είπε αποφασιστικά η Ρεμπέκα. «Θα καθαρίσουμε την κουζίνα, θα σας μαγειρέψω και θα ζεστάνουμε νερό στη φωτιά για να πλύνουμε τη Λούβα και τη Σαπ». «Εγώ πρέπει ν’ αλλάξω και μπλούζα» είπε η Λούβα. «Κοίτα!» Άνοιξε την κουβέρτα κι έδειξε την μπλούζα της, που ήταν γεμάτη σαπούνι για πατώματα. «Κι εσύ πρέπει ν’ αλλάξεις μπλούζα» αναστέναξε η Ρεμπέκα κουρασμένη. Μ ια ώρα αργότερα, η Λούβα και η Σάρα έτρωγαν ζεστά λουκάνικα με έτοιμο πουρέ. Η Λούβα φορούσε κάποιο τζιν, που ανήκε στα ξαδέρφια της Ρεμπέκα, και μια ξεθωριασμένη μπλούζα με τον Αστερίξ και τον Οβελίξ. Η Σαπ καθόταν στα πόδια των κοριτσιών περιμένοντας υπομονετικά το μερίδιό της. Το μόνο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

59

που ακουγόταν ήταν η φωτιά στην ξυλόσομπα. Η Ρεμπέκα κοίταξε το ρολόι. Ήταν ήδη εφτά. Έπρεπε να πάνε με τη Σάνα στο αστυνομικό τμήμα. Το άγχος τής προκαλούσε στομαχόπονο. Η Σάρα μύρισε την μπλούζα της Λούβα. «Μ υρίζεις απαίσια» της είπε. «Δεν είναι καθόλου έτσι» αναστέναξε η Ρεμπέκα. «Τα ρούχα μυρίζουν λίγο παράξενα, γιατί ήταν διπλωμένα στο ντουλάπι πολύ καιρό. Τα δικά της όμως ήταν ακόμα χειρότερα, οπότε δεν πειράζει. Δώστε στη Σαπ τα λουκάνικα που περισσεύουν». Άφησε τα κορίτσια στην κουζίνα και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα κλείνοντας πίσω της την πόρτα. «Σάνα» φώναξε. Η Σάνα δεν κουνήθηκε. Ήταν ξαπλωμένη στην ίδια θέση, με το βλέμμα καρφωμένο στον τοίχο. Η Ρεμπέκα πλησίασε στο κρεβάτι και στάθηκε εκεί με τα χέρια σταυρωμένα. «Ξέρω ότι με ακούς» της είπε με σκληρό ύφος. «Δεν είμαι όπως ήμουν παλιά, Σάνα. Έχω γίνει πιο κακιά και πιο ανυπόμονη. Δεν πρόκειται να καθίσω, να σου χαϊδέψω τα μαλλιά και να σε ρωτήσω τι φταίει. Σήκω τώρα αμέσως και ντύσου. Αλλιώς θα πάρω τις κόρες σου και θα τις πάω στην κοινωνική πρόνοια και θα τους πω ότι δεν είσαι ικανή να τις φροντίσεις προσώρας. Μ ετά, θα πάρω την επόμενη πτήση για Στοκχόλμη». Καμία απάντηση. Καμία κίνηση. «Εντάξει» είπε η Ρεμπέκα ύστερα από λίγο. Αναστέναξε, σαν να ήθελε να τονίσει ότι η υπομονή της είχε εξαντληθεί, και στράφηκε προς την πόρτα. «Δεν κατάφερα και πολλά πράγματα», σκέφτηκε. «Θα πάρω τηλέφωνο στην αστυνομία και θα τους πω πού βρίσκεται. Ας την πάρουν σηκωτή». Μ όλις ακούμπησε το χέρι της στο πόμολο, άκουσε πίσω της τη Σάνα ν’ ανακάθεται στο κρεβάτι. «Ρεμπέκα» ήταν το μόνο που είπε. Η Ρεμπέκα κοντοστάθηκε για μισό δευτερόλεπτο. Μ ετά γύρισε και κοίταξε τη Σάνα, ακούμπησε στην πόρτα και σταύρωσε


60

ASA LARSSON

τα χέρια στο στήθος. Είχε το αυστηρό ύφος της μαμάς που έλεγε «δεν θα μου σπάσεις εσύ τα νεύρα». Η Σάνα, σαν μικρό κορίτσι, δάγκωσε το κάτω χείλος της και την κοίταξε με ύφος ικετευτικό. «Συγγνώμη» μουρμούρισε με πνιγμένη φωνή. «Το ξέρω ότι είμαι η χειρότερη μαμά του κόσμου και ακόμα χειρότερη φίλη. Θα πρέπει να με μισείς, έτσι δεν είναι;» «Έχεις πέντε λεπτά να ντυθείς και να έρθεις στην κουζίνα για φαγητό» τη διέταξε η Ρεμπέκα και βγήκε από το δωμάτιο.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο

61

Σβεν-Έρικ Στόλνακε είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του έξω από τα επείγοντα. Η Άννα-Μ αρία στηρίχτηκε στην πόρτα του αυτοκινήτου, όσο εκείνος έψαχνε στην τσέπη του για το κλειδί του αμαξιού. Δεν της ήταν εύκολο να παίρνει βαθιές αναπνοές με τόσο παγωμένο αέρα, έπρεπε όμως να προσπαθήσει να χαλαρώσει. Η κοιλιά της είχε γίνει σκληρή σαν χιονόμπαλα κατά τη διάρκεια αυτής της μικρής βόλτας από το νεκροτομείο μέχρι το αυτοκίνητο. «Υπάρχουν τρεις πάστορες στην Πηγή της Δύναμης» είπε ο Σβεν-Έρικ κι έψαξε και στην άλλη του τσέπη. «Μ ας διαμήνυσαν ότι μπορούν να δεχτούν την αστυνομία για ερωτήσεις. Θα μας διαθέσουν μία ώρα. Δεν θα επιτρέψουν να τους κάνουμε ερωτήσεις κατ’ ιδίαν. Προτιμούν να μας μιλήσουν και οι τρεις μαζί. Λένε ότι θέλουν να συνεργαστούν, αλλά–» «Αλλά δεν θέλουν να συνεργαστούν» συμπλήρωσε η ΆνναΜ αρία. «Αναρωτιέμαι τι διάβολο πρέπει να κάνουμε» είπε ο ΣβενΈρικ. «Να τους ζορίσουμε λες, μπας και συνεργαστούν ευκολότερα;» «Όχι, γιατί θα αντιμετωπίσουμε μια ενορία που θα είναι κλειστή σαν τεράστιο στρείδι. Αν και αναρωτιέμαι γιατί δεν θέλουν να μας μιλήσουν κατ’ ιδίαν». «Ιδέα δεν έχω. Ένας από αυτούς έδωσε κάποια εξήγηση. Κάποιος ονόματι Γκούναρ Ίσακσον. Αν και δεν κατάλαβα λέξη απ’ όσα είπε. Ρώτησέ τους κι εσύ όταν συναντηθούμε. Γαμώτο,


62

ASA LARSSON

Άννα-Μ αρία, έπρεπε να τους έχω σηκώσει από τα κρεβάτια τους από τα χαράματα σήμερα». «Όχι» απάντησε εκείνη κουνώντας σκεφτική το κεφάλι της. «Δεν θα μπορούσες να είχες κάνει τίποτα άλλο πέρα από αυτό που κάνουμε». Το Βόρειο Σέλας εξακολουθούσε να διασχίζει το στερέωμα ντυμένο με τους λευκούς και πράσινους πέπλους του. «Είναι πραγματικά απίστευτο» είπε εκείνη κι έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω. «Όλο τον χειμώνα Βόρειο Σέλας είχαμε. Σου έχει ξανατύχει κάτι παρόμοιο;» «Όχι, αλλά οφείλεται σ’ αυτές τις ηλιακές καταιγίδες» απάντησε ο Σβεν-Έρικ. «Είναι όμορφο, σύντομα όμως θα μας πουν ότι ακόμα κι αυτό προκαλεί καρκίνο. Μ άλλον θα πρέπει όλοι να κυκλοφορούμε με μια ασημόχρωμη ομπρέλα για την ακτινοβολία». «Θα σου πήγαινε» έκανε γελώντας η Άννα-Μ αρία. Μ πήκαν στο αυτοκίνητο. «Μ ια που το αναφέραμε» συνέχισε ο Σβεν-Έρικ «πώς είναι τα πράγματα με τον Πόγιανεν;» «Δεν ξέρω, δεν βρήκα την κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω». «Όχι, φυσικά, το καταλαβαίνω». Τράβα να τον ρωτήσεις εσύ, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία ενοχλημένη. Ο Σβεν-Έρικ πάρκαρε κάτω από την εκκλησία κι άρχισαν ν’ ανηφορίζουν περπατώντας τον λόφο. Οι σωροί του χιονιού που βρίσκονταν εκατέρωθεν του μονοπατιού δεν υπήρχαν πια, και παντού στο χιόνι γύρω από το εκκλησιαστικό οικοδόμημα υπήρχαν χνάρια από ανθρώπους και σκύλους. Είχαν χτενίσει όλη την περιοχή και τις χιονόμαζες αναζητώντας κάποιο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιήθηκε στον φόνο. Ήλπιζαν ότι εκείνος που σκότωσε τον Βίκτορ Στράντγκορντ θα είχε πετάξει το όπλο έξω από την εκκλησία ή ότι θα το είχε παραχώσει σε κάποιον λοφίσκο χιονιού. Ωστόσο, ακόμη δεν είχαν βρει τίποτα. «Τι γίνεται αν δεν βρούμε κάποιο όπλο;» είπε ο Σβεν-Έρικ και επιβράδυνε τον βηματισμό του μόλις κατάλαβε ότι η Άννα-Μ αρία


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

63

είχε λαχανιάσει. «Μ πορεί κανείς να καταδικάσει κάποιον για φόνο στις μέρες μας χωρίς πειστήρια;» «Ε… όχι… εκτός βέβαια αν είναι ο Κρίστερ Πέτερσον 3 στο Πολιτικό Πρωτοδικείο» είπε λαχανιασμένα η Άννα-Μ αρία. Ο Σβεν-Έρικ γέλασε συγκρατημένα. «Ναι, αυτό κι αν είναι παρηγοριά». «Την αδερφή του θύματος την έχετε βρει;» «Όχι, ο Φον Ποστ ανέφερε ότι συνεννοήθηκε μαζί της να παρουσιαστεί για ανάκριση στις οχτώ σήμερα το βράδυ, οπότε θα δούμε τι θα προκύψει απ’ αυτό». Η Άννα-Μ αρία Μ έλα και ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε μπήκαν στην Πηγή της Δύναμης στις πέντε και δέκα το απόγευμα. Οι τρεις πάστορες κάθονταν στη σειρά στο μπροστινό μέρος της εκκλησίας και με τα πρόσωπα στραμμένα προς το ιερό. Υπήρχαν τρία ακόμα άτομα μέσα στον χώρο της εκκλησίας. Μ ια μεσήλικη γυναίκα που σκούπιζε με μια ογκώδη ηλεκτρική σκούπα, η οποία έκανε θόρυβο και μούγκριζε όταν την περνούσε πάνω από τα χαλιά. Η Άννα-Μ αρία σκέφτηκε ότι η γυναίκα εκείνη φαινόταν κοκαλιάρα, μ’ εκείνο το παλιομοδίτικο κολάν και την πλεκτή, ξεθωριασμένη βαμβακερή μπλούζα, που έφτανε σχεδόν ως τα γόνατά της. Πού και πού η γυναίκα έκλεινε τη σκούπα κι αναγκαζόταν να σκύβει ώστε να πιάσει κάποιο σκουπίδι που ήταν πολύ μεγάλο για να το ρουφήξει η σκούπα. Εκεί υπήρχε κι άλλη μια γυναίκα, μεσήλικη και πιο κομψή, με ωραία φούστα, καλοσιδερωμένη μπλούζα και ασορτί ζακέτα με πέτα. Περπατούσε ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων αφήνοντας από ένα φωτοτυπημένο φυλλάδιο σε κάθε κάθισμα. Το τρίτο άτομο ήταν ένας νεότερος άντρας. Περπατούσε φαινομενικά άσκοπα μέσα στον χώρο κι έμοιαζε να μιλάει μόνος του. Στο χέρι του κρατούσε μια Βίβλο. Πού και πού σταματούσε μπροστά σε μια καρέκλα, τέντωνε το χέρι του πάνω από την καρέκλα και φαινόταν σαν να μιλούσε στην καρέκλα ταραγμένος, χωρίς όμως να βγάζει ήχο από τα χείλη του. Ή στεκόταν ακίνητος, με τη Βίβλο υψωμένη προς την οροφή, φωνάζοντας δυνατά ακατανόητες φράσεις, παντελώς ακατανόητες για τον Σβεν-Έρικ και την Άννα-Μ αρία.


64

ASA LARSSON

Όταν πέρασαν από δίπλα του, ο νεαρός τούς έριξε ένα μοχθηρό βλέμμα. Το υγρό χαλί ήταν ακόμη στρωμένο στην εκκλησία, αλλά κάποιος είχε μετακινήσει τις καρέκλες, έτσι που να μπορεί κανείς να περνάει με ευκολία χωρίς να χρειάζεται να πατήσει στο σημείο όπου νωρίτερα κείτονταν ο νεκρός. «Λοιπόν, ιδού και η Αγία Τριάδα» είπε ο Σβεν-Έρικ προσπαθώντας να ελαφρύνει κάπως την ατμόσφαιρα, όταν οι τρεις πάστορες σηκώθηκαν για να τους χαιρετήσουν με σοβαρό ύφος. Κανείς τους δεν χαμογέλασε. Όταν κάθισαν η Άννα-Μ αρία έγραψε τα ονόματά τους στο μπλοκάκι της, για να θυμάται αργότερα ποιος ήταν ποιος και τι είχε πει. Το μαγνητόφωνο δεν θα ήταν καλή ιδέα σε τούτη την περίπτωση. Ούτως ή άλλως δύσκολα θα τους κατάφερναν να μιλήσουν. «Τούμας Σέντερμπεργ» έγραψε «μελαχρινός, όμορφος, με μοντέρνα γυαλιά. Γύρω στα σαράντα. Βέσα Λάρσον, σαράντα και κάτι, ο μόνος που δεν φοράει κουστούμι και γραβάτα. Μ ε βαμβακερό πουκάμισο και δερμάτινο γιλέκο. Γκούναρ Ίσακσον. Παχουλός με μούσι. Γύρω στα πενήντα». Σκεφτόταν τις χειραψίες των αντρών. Ο Τούμας Σέντερμπεργ της είχε σφίξει το χέρι και την είχε κοιτάξει σταθερά στα μάτια για μερικές στιγμές. Ήταν συνηθισμένος να εμπνέει εμπιστοσύνη στους άλλους. Η Άννα-Μ αρία αναρωτήθηκε πώς θα αντιδρούσε αν η αστυνομία αντιμετώπιζε με καχυποψία τα λεγόμενά του. Το κουστούμι του φαινόταν ακριβό. Η χειραψία του Βέσα Λάρσον ήταν αδύναμη. Δεν ήταν συνηθισμένος να χαιρετάει με αυτόν τον τρόπο. Όταν έπιασε το χέρι της, είχε ήδη ολοκληρώσει τον χαιρετισμό του μ’ ένα μικρό νεύμα και το βλέμμα του είχε προλάβει να στραφεί προς τον Σβεν-Έρικ. Ο Γκούναρ Ίσακσον κόντεψε να της συνθλίψει το χέρι. Δεν ήταν όμως εκείνη η αυθόρμητη δύναμη που έχουν συχνά οι άντρες. Φοβάται να φανεί αδύναμος, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία. «Προτού ξεκινήσουμε, θα ήθελα να ξέρω γιατί θελήσατε να


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

65

μας μιλήσετε και οι τρεις ταυτόχρονα» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Αυτό που συνέβη είναι φρικτό» είπε ο Βέσα Λάρσον έπειτα από μια στιγμή σιωπής. Πιστεύουμε ωστόσο ακράδαντα, ως ενορία, ότι πρέπει να είμαστε ενωμένοι αυτήν την περίοδο. Και αυτό ισχύει για μας τους πάστορες ακόμα περισσότερο. Υπάρχουν δυνάμεις που θα επιδιώξουν να σπείρουν τη διχόνοια και έχουμε την πρόθεση να μην προσφέρουμε κανένα άνοιγμα στις δυνάμεις αυτές». «Καταλαβαίνω» είπε ο Σβεν-Έρικ με έναν τόνο στη φωνή που πρόδιδε πως δεν είχε καταλάβει γρι. Η Άννα-Μ αρία κοίταξε τον Σβεν-Έρικ, που είχε σουφρώσει τα χείλη του τόσο πολύ, ώστε το μεγάλο μουστάκι του να προεξέχει σαν τεράστια βούρτσα κάτω από τη μύτη του. Ο Βέσα Λάρσον έπαιξε αμήχανα με το κουμπί του δερμάτινου γιλέκου του και κοίταξε λοξά τον Τούμας Σέντερμπεργ. Ο Τούμας Σέντερμπεργ ωστόσο δεν του ανταπέδωσε το βλέμμα, απλώς κούνησε το κεφάλι του καταφατικά για να δείξει ότι συναινούσε σ’ αυτό που μόλις είχε ειπωθεί. Έτσι, λοιπόν, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία, η απάντηση του Βέσα εγκρίθηκε από τον πάστορα Σέντερμπεργ. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιος είναι το μεγάλο κεφάλι σ’ αυτήν την ομάδα. «Πώς είναι δομημένη η ενορία σας, από οργανωτικής πλευράς δηλαδή;» ρώτησε. «Πάνω απ’ όλους βρίσκεται ο Θεός» απάντησε ο Γκούναρ Ίσακσον με δυνατή φωνή και έδειξε με το δάχτυλό του ψηλά. Έπειτα η ενορία διαθέτει τρεις πάστορες –εμάς– και πέντε πρεσβύτερους. Αν μπορούσαμε να συγκρίνουμε την ενορία μας με μια εταιρεία, θα λέγαμε ότι ο Θεός είναι ο ιδιοκτήτης, εμείς οι τρεις γενικοί διευθυντές και οι πρεσβύτεροι το διοικητικό συμβούλιο». «Νόμιζα ότι θέλατε να μας ρωτήσετε για τον Βίκτορ Στράντγκορντ» τους διέκοψε ο πάστορας Τούμας Σέντερμπεργ. «Θα φτάσουμε και σ’ αυτό, θα φτάσουμε» τους καθησύχασε ο Σβεν-Έρικ σχεδόν ψιθυριστά. Ο νεαρός με τη Βίβλο είχε σταματήσει μπροστά σε μια


66

ASA LARSSON

καρέκλα και με δυνατή φωνή έψελνε, ενώ κουνούσε το δάχτυλό του προς την άδεια θέση. Ο Σβεν-Έρικ τον κοίταξε παραξενεμένος. «Επιτρέπεται να ρωτήσω τι κάνει;» είπε δείχνοντας προς το μέρος του άντρα. «Προσεύχεται για την εσπερινή συνάντηση» εξήγησε ο Τούμας Σέντερμπεργ. «Η γλωσσολαλία μπορεί ν’ ακούγεται λίγο παράξενη για κάποιον που δεν είναι συνηθισμένος να την ακούει, αλλά δεν είναι τίποτα άμπρα κατάμπρα, σας το εγγυώμαι». «Είναι σημαντικό να είναι έτοιμη η αίθουσα πνευματικά» διευκρίνισε ο πάστορας Γκούναρ Ίσακσον χαϊδεύοντας το παχύ, περιποιημένο μούσι του. «Καταλαβαίνω» είπε ο Σβεν-Έρικ και αναζήτησε απελπισμένος το βλέμμα της Άννα-Μ αρίας. Το μουστάκι του βρισκόταν τώρα σε γωνία σχεδόν ενενήντα μοιρών ως προς το πρόσωπό του. «Πείτε μας δυο λόγια για τον Βίκτορ Στράντγκορντ» είπε η Άννα-Μ αρία. «Πώς ήταν σαν άτομο; Τι γνώμη έχεις εσύ, Βέσα Λάρσον;» Ο πάστορας Βέσα Λάρσον έδειξε να τα χάνει. Ξεροκατάπιε μια φορά πριν απαντήσει. «Ήταν απόλυτα αφοσιωμένος. Πολύ ταπεινός. Αγαπητός σε όλους τους πιστούς της ενορίας. Είχε αφεθεί απλώς στα χέρια του Θεού. Παρ’ όλη την –πώς να την πω;– υψηλή θέση που κατείχε στην ενορία, δεν προσπαθούσε να κερδίσει κάτι, ακόμα και σε πρακτικά ζητήματα. Ήταν καταχωρισμένος στη λίστα της καθαριότητας της εκκλησίας, μπορούσες να τον δεις μ’ ένα ξεσκονόπανο να καθαρίζει τις καρέκλες εκεί πέρα. Έγραφε τις ανακοινώσεις για τις συναντήσεις–» «Πρόσεχε τα παιδιά» παρενέβη ο Γκούναρ Ίσακσον «διότι έχουμε διαμορφώσει ένα κυλιόμενο πρόγραμμα ώστε οι γονείς μικρών παιδιών να μπορούν ν’ ακούν τον λόγο του Θεού αναπόσπαστοι». «Ναι, όπως χτες» συνέχισε ο Βέσα Λάρσον «μετά τη συνάντηση δεν ήρθε να πιει καφέ στην καφετέρια, αλλά παρέμεινε εδώ για να τακτοποιήσει τις καρέκλες. Αυτό είναι το


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

67

ενοχλητικό όταν δεν έχεις πάγκους, δίνουν εύκολα την εντύπωση αταξίας αν δεν τις τοποθετήσεις ξανά στη θέση τους σε κανονικές αράδες». «Φαίνεται χρονοβόρα δουλειά» είπε η Άννα-Μ αρία «επειδή οι καρέκλες είναι πάρα πολλές. Δεν έμεινε κανείς να τον βοηθήσει;» «Όχι, είπε ότι ήθελε να μείνει μόνος» απάντησε ο Βέσα Λάρσον. «Δυστυχώς δεν κλειδώνουμε την πόρτα όταν είμαστε εδώ, οπότε κάποιος τρελός θα πρέπει να…» Σταμάτησε να μιλάει και κούνησε το κεφάλι του. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, ο Βίκτορ Στράντγκορντ ήταν μειλίχιος άνθρωπος» είπε η Άννα-Μ αρία. «Ναι, αυτό είναι αλήθεια» επιβεβαίωσε με ένα λυπημένο χαμόγελο ο Τούμας Σέντερμπεργ. «Γνωρίζετε αν είχε εχθρούς ή κάποια αντιδικία με κάποιον;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Όχι, δεν είχε» απάντησε ο Βέσα Λάρσον. «Φαινόταν να τον απασχολεί κάτι; Έδειχνε ανήσυχος;» συνέχισε ο Σβεν-Έρικ. «Όχι» απάντησε και πάλι ο Βέσα Λάρσον. «Τι δουλειά έκανε ακριβώς εδώ στην ενορία; Υποθέτω ότι είχε πλήρη απασχόληση, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Δουλειά του ήταν να υπηρετεί τον Θεό» είπε ο Γκούναρ Ίσακσον τονίζοντας ιδιαίτερα τη λέξη Θεός. «Και με το να εργάζεται υπηρετώντας τον Θεό αποκόμιζε και κάποια χρήματα για την ενορία» πρόσθεσε η Άννα-Μ αρία επιφυλακτικά. «Πού πήγαν τα χρήματα από το βιβλίο του; Πού θα πάνε τώρα που είναι νεκρός;» Ο Γκούναρ Ίσακσον και ο Βέσα Λάρσον στράφηκαν προς τον συνάδελφό τους Τούμας Σέντερμπεργ. «Αυτά τα στοιχεία πώς χρησιμεύουν σε μια έρευνα για φόνο;» ρώτησε εκείνος με ευγενικό ύφος. «Ε, δεν έχει σημασία, απαντήστε απλώς στην ερώτηση» είπε ο Σβεν-Έρικ καλοδιάθετα, αλλά και με μια έκφραση στο πρόσωπό του που έδειχνε ότι δεν ανεχόταν υπεκφυγές. «Ο Βίκτορ Στράντγκορντ παραχώρησε πριν από πολύ καιρό όλα τα δικαιώματα του βιβλίου του στην ενορία. Μ ια που πέθανε,


68

ASA LARSSON

όλα τα έσοδα θα συνεχίζουν να περνούν στην ενορία. Καμία διαφορά δηλαδή με αυτό που ίσχυε και πριν». «Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το βιβλίο;» ρώτησε η ΆνναΜ αρία. «Πάνω από ένα εκατομμύριο, μαζί με τις μεταφράσεις» απάντησε ο πάστορας Σέντερμπεργ ξερά «αλλά εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω…» «Υπάρχει και κάτι άλλο που έχετε πουλήσει;» συνέχισε ο Σβεν-Έρικ. «Αφίσες με το πορτρέτο του ή κάτι τέτοιο;» «Εδώ είναι ενορία, δεν είναι καμιά λέσχη οπαδών του Βίκτορ Στράντγκορντ» απάντησε ο Τούμας Σέντερμπεργ αυστηρά. «Δεν πουλάμε πορτρέτα, έχουμε όμως κι άλλα έσοδα από πωλήσεις – βιντεοταινιών, για παράδειγμα». «Τι είδους βιντεοταινίες;» Η Άννα-Μ αρία άλλαξε θέση στην καρέκλα της. Την είχε πιάσει πάλι συχνουρία. «Βιντεοσκοπημένα κηρύγματα κάποιου από τους τρεις μας ή του ίδιου του Βίκτορ Στράντγκορντ ή άλλων επισκεπτών ιεροκηρύκων. Βιντεοσκοπημένα κηρύγματα και λειτουργίες» απάντησε ο πάστορας Σέντερμπεργ, ο οποίος έβγαλε τα γυαλιά του και τράβηξε ένα μικρό μαντίλι από την τσέπη του παντελονιού του. «Βιντεοσκοπείτε τις συναντήσεις σας;» ρώτησε η ΆνναΜ αρία κι ανακάθισε πάλι στην καρέκλα της. «Ναι» απάντησε ο Βέσα Λάρσον μια που ο Τούμας Σέντερμπεργ δεν μιλούσε και φαινόταν πολύ απασχολημένος με το καθάρισμα των γυαλιών του. «Είχατε και χθες συνάντηση» είπε η Άννα-Μ αρία «και ο Βίκτορ Στράντγκορντ συμμετέσχε. Υπάρχει αυτή η συνάντηση καταγεγραμμένη σε βίντεο;» «Ναι» απάντησε ο πάστορας Λάρσον. «Τη θέλουμε αυτήν την κασέτα» είπε αποφασιστικά ο ΣβενΈρικ. «Κι αν έχετε συνάντηση και απόψε, θέλουμε και την αποψινή. Λοιπόν, θέλουμε όλες τις κασέτες του τελευταίου μήνα. Τι λες κι εσύ, Άννα-Μ αρία;» «Καλά θα ήταν» απάντησε εκείνη κοφτά.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

69

Κοίταξαν προς τα πάνω όταν σταμάτησε ο θόρυβος από την ηλεκτρική σκούπα. Η γυναίκα που σκούπιζε την είχε κλείσει και είχε πλησιάσει τώρα την καλοντυμένη κυρία. Κάτι έλεγαν ψιθυριστά μεταξύ τους και κοίταζαν προς το μέρος των παστόρων. Ο νεαρός άντρας είχε καθίσει σε μία από τις καρέκλες και ξεφύλλιζε τη Βίβλο του. Τα χείλη του κινούνταν ακατάπαυστα. Η καλοντυμένη γυναίκα, βλέποντας ότι η συνομιλία μεταξύ παστόρων και αστυνομίας είχε διακοπεί, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και τους πλησίασε. «Μ πορώ να σας διακόψω;» είπε σε φιλικό τόνο στραμμένη προς τους πάστορες, και συνέχισε να μιλάει αφού κανείς δεν τη σταμάτησε. «Ενόψει της αποψινής συνάντησης, τι θα κάνουμε με…» Σταμάτησε κι έκανε μια χειρονομία με το δεξί της χέρι προς το αιματοβαμμένο σημείο, όπου είχε βρεθεί το σώμα του Βίκτορ Στράντγκορντ. «Μ ια που το δάπεδο δεν είναι γυαλισμένο, δεν θα είναι εύκολο να φύγουν όλα τα ίχνη… Μ πορούμε να πάρουμε από εκεί το χαλί και να ρίξουμε κάτι αποπάνω, μέχρι να πάρουμε καινούργιο». «Καλή ιδέα» απάντησε ο πάστορας Γκούναρ Ίσακσον. « Όχι, σε παρακαλώ, Ανν-Γκουλ» διέκοψε ο πάστορας Σέντερμπεργ κι έριξε ταυτόχρονα μια σχεδόν απαρατήρητη ματιά στον Γκούναρ Ίσακσον. «Θα το φροντίσω εγώ αυτό, σύντομα. Άφησέ το προς το παρόν. Η αστυνομία τελειώνει όπου να ’ναι μαζί μας, έτσι δεν είναι;» Απηύθυνε τα τελευταία λόγια του προς την Άννα-Μ αρία και τον Σβεν-Έρικ. Δεν πήρε όμως απάντηση και τότε ο Τούμας Σέντερμπεργ χαμογέλασε στη γυναίκα σαν να της έλεγε ότι η κουβέντα τους είχε ολοκληρωθεί προς το παρόν. Εκείνη αποχώρησε με φανερά υπάκουο πνεύμα και πήγε πέρα στην άλλη γυναίκα. Σύντομα η ηλεκτρική σκούπα ακούστηκε ξανά. Οι πάστορες και οι αστυνομικοί κάθονταν τώρα σιωπηλοί και κοιτάζονταν. Χαρακτηριστική περίπτωση, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία οργισμένη. Ακατέργαστο ξύλινο πάτωμα, παχύ χαλί με


70

ASA LARSSON

χειροποίητα κρόσσια, χύμα καρέκλες αντί για πάγκους. Όμορφο φαίνεται, αλλά δεν καθαρίζεται καθόλου εύκολα. Είναι τυχεροί που έχουν τόσο πολλές υπάκουες γυναίκες που καθαρίζουν τζάμπα για τον Θεό. «Δεν έχουμε απεριόριστο χρόνο» είπε ο Τούμας Σέντερμπεργ. Η φωνή του είχε χάσει τη φιλικότητά της. «Θα γίνει λειτουργία εδώ απόψε και σίγουρα καταλαβαίνετε ότι πρέπει να γίνουν ένα σωρό προετοιμασίες» είπε όταν δεν πήρε καμία απάντηση από τους δύο αστυνομικούς. «Λοιπόν» είπε ο Σβεν-Έρικ δείχνοντας να το σκέφτεται, σαν να είχαν στη διάθεσή τους όλο τον χρόνο του κόσμου. «Αν ο Βίκτορ Στράντγκορντ δεν είχε εχθρούς, θα πρέπει να είχε φίλους. Ποιοι ήταν οι πιο κοντινοί του;» «Ο Θεός» απάντησε αμέσως ο πάστορας Ίσακσον μ’ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο. «Η οικογένειά του, φυσικά. Η μητέρα και ο πατέρας του» είπε ο Τούμας Σέντερμπεργ αγνοώντας το σχόλιο του συναδέλφου του. «Ο πατέρας του Βίκτορ, ο Ούλοφ Στράντγκορντ, είναι πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης των χριστιανοδημοκρατών και δημοτικός σύμβουλος. Η ενορία έχει μεγάλη εκπροσώπηση στο δημοτικό συμβούλιο, κυρίως μέσω των χριστιανοδημοκρατών, που είναι και το μεγαλύτερο συντηρητικό κόμμα στην Κίρουνα. Η επιρροή μας σε ολόκληρο τον δήμο γίνεται όλο και μεγαλύτερη και υπολογίζουμε ότι στις επόμενες εκλογές θα έχουμε την πλειοψηφία. Επίσης, θέλουμε να πιστεύουμε ότι η αστυνομία δεν θα έκανε κάτι που θα μπορούσε να βλάψει την εμπιστοσύνη που εμπνέουμε στους ψηφοφόρους. Υπάρχει και η αδερφή του Βίκτορ, η Σάνα Στράντγκορντ. Μ ιλήσατε μαζί της;» «Όχι, όχι ακόμα» απάντησε ο Σβεν-Έρικ. «Να προσέξετε όταν θα το κάνετε, είναι πολύ ευαίσθητη» είπε ο πάστορας Σέντερμπεργ. «Στους κοντινούς του ανθρώπους θα πρέπει να συμπεριλάβω και τον εαυτό μου» συνέχισε ο Τούμας Σέντερμπεργ. «Ήσασταν ο πνευματικός του;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Όχι ακριβώς» απάντησε εκείνος χαμογελώντας πάλι. «Δεν το ονομάζουμε έτσι. Μ άλλον ο πνευματικός του μέντορας, θα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

71

έλεγα». «Ξέρετε αν ο Βίκτορ Στράντγκορντ είχε την πρόθεση ν’ αποκαλύψει κάτι πριν πεθάνει;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Ίσως κάτι για τον εαυτό του; Ή για την ενορία;» «Όχι» απάντησε ο Τούμας Σέντερμπεργ έπειτα από παύση ενός δευτερολέπτου. «Δηλαδή, τι θα μπορούσε να ήταν;» «Μ ε συγχωρείτε» είπε η Άννα-Μ αρία και σηκώθηκε «αλλά πρέπει να πάω στην τουαλέτα». Άφησε τους άντρες μόνους και κατευθύνθηκε προς το βάθος της εκκλησίας όπου βρίσκονταν οι τουαλέτες. Ούρησε μόλις ελάχιστα και μετά έμεινε καθισμένη εκεί κοιτώντας τους τοίχους με τα λευκά πλακάκια. Μ ια σκέψη τριβέλιζε ασταμάτητα το μυαλό της. Όλα αυτά τα χρόνια που ήταν αστυνομικός είχε μάθει ν’ αναγνωρίζει τα σημάδια του άγχους και της νευρικότητας. Τα πάντα, από εφιδρώσεις μέχρι ζαλάδες. Γενικά οι άνθρωποι έδειχναν νευρικότητα όταν επρόκειτο να μιλήσουν με την αστυνομία. Το ενδιαφέρον ωστόσο ήταν να τους προσέχεις όταν άρχιζαν να κρύβουν το άγχος τους. Υπήρχε ένα σύμπτωμα νευρικότητας, το οποίο είχες μόνο μια ευκαιρία ν’ ανακαλύψεις. Που εκδηλωνόταν μόνο μια φορά. Και αυτό ήταν που είχε ακούσει σε τούτη εδώ την περίπτωση. Ακριβώς μετά την ερώτηση αν ο Βίκτορ Στράντγκορντ ήταν έτοιμος να αποκαλύψει κάτι. Κάποιος από τους τρεις πάστορες – δεν είχε προλάβει να αντιληφθεί ποιος– είχε πάρει μια βαθιά ανάσα. Μ ία μόνο φορά. Μ ια βαθιά εισπνοή. «Ναι, όντως, ρε γαμώτο» είπε δυνατά κι έμεινε έκπληκτη που ένιωθε τόση ευχαρίστηση βρίζοντας κρυφά μέσα στην εκκλησία. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά κάτι. Το γεγονός δηλαδή ότι κάποιος ανασαίνει. Φυσικά, δεν έχουν καθαρά τα χαρτιά τους. Και ποια διοίκηση μεγάλης οργάνωσης έχει καθαρά χαρτιά; Εδώ δεν έχει η διοίκηση της αστυνομίας. Πόσο μάλλον ετούτη εδώ η παρέα. «Αυτό, βέβαια, δεν τους κάνει αυτόματα και δολοφόνους» μονολόγησε η Άννα-Μ αρία συνεχίζοντας να κουβεντιάζει με τον εαυτό της καθώς τραβούσε το καζανάκι. Υπήρχε και κάτι άλλο που την παραξένευε. Γιατί, για


72

ASA LARSSON

παράδειγμα, είχε απαντήσει ο Βέσα Λάρσον ότι τίποτα δεν απασχολούσε τον Βίκτορ Στράντγκορντ, αν «πνευματικός μέντορας» του Στράντγκορντ ήταν ο Τούμας Σέντερμπεργ, ο οποίος όφειλε να τον γνωρίζει πολύ καλύτερα; Όταν ο Σβεν-Έρικ και η Άννα-Μ αρία βγήκαν από την εκκλησία και πήγαιναν προς το πάρκινγκ, τους ακολούθησε τρέχοντας εκείνη η γυναίκα που σκούπιζε. Φορούσε από εκείνες τις κάλτσες σωλήνα4 και τσόκαρα, και μια έτρεχε μια γλιστρούσε, καθώς έτρεχε στην κατηφόρα. «Άκουσα ότι ρωτήσατε αν είχε εχθρούς» είπε με την ψυχή στο στόμα. «Ναι;» έκανε ο Σβεν-Έρικ. «Είχε» είπε εκείνη και έσφιξε σπασμωδικά το χέρι του ΣβενΈρικ. «Και τώρα που πέθανε ο εχθρός γίνεται ισχυρότερος. Νιώθω κι εγώ κυριευμένη». Άφησε τον Σβεν-Έρικ και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το σώμα της σε μια άκαρπη προσπάθεια να προστατευτεί κάπως από την παγωνιά. Δεν φορούσε πανωφόρι. Λύγισε λίγο τα γόνατά της για να μη χάσει την ισορροπία της, καθώς στεκόταν σε κατηφορικό έδαφος. Μ όλις έγερνε λίγο προς τα πίσω, τα τσόκαρα άρχιζαν να γλιστράνε. «Κυριευμένη;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Από δαίμονες» είπε η γυναίκα. «Θέλουν να με κάνουν να ξαναρχίσω το κάπνισμα. Μ ε είχε κυριεύσει και παλιά ένας από τους δαίμονες του τσιγάρου, αλλά ο Βίκτορ Στράντγκορντ εναπέθεσε πάνω μου τα χέρια του και με απελευθέρωσε». Η Άννα-Μ αρία την κοιτούσε δίχως όρεξη ν’ αντιδράσει. Δεν άντεχε και τους τρελούς αποπάνω. «Θα το σημειώσουμε κι αυτό» είπε κοφτά και άρχισε να πηγαίνει προς το αυτοκίνητο. Ο Σβεν-Έρικ έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του πουπουλένιου μπουφάν το σημειωματάριο. «Αυτός σκότωσε τον Βίκτορ» είπε η γυναίκα. «Ποιος αυτός;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Ο πρίγκιπας του σκότους» είπε η γυναίκα ψιθυριστά. «Ο Σατανάς. Προσπαθεί να εισβάλει μέσα μας».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

73

Ο Σβεν-Έρικ έβαλε το σημειωματάριο πίσω στην τσέπη του κι έπιασε τα παγωμένα χέρια της γυναίκας. «Σ’ ευχαριστώ» της είπε. «Τώρα καλύτερα να επιστρέψεις μέσα, μην ξεπαγιάσεις κιόλας». «Απλώς, ήθελα να σας το πω» φώναξε η γυναίκα πίσω τους. Μ έσα στην εκκλησία, οι πάστορες είχαν αρχίσει να συζητούν μεταξύ τους σε έντονο τόνο. «Δεν γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο» φώναζε ο Γκούναρ Ίσακσον ταραγμένος τρέχοντας πίσω από τον Τούμας Σέντερμπεργ, που έκοβε βόλτες γύρω από τη σκούρα κηλίδα στο πάτωμα και μετακινούσε τις καρέκλες, έτσι ώστε το σκούρο αποτύπωμα από τον θάνατο του Βίκτορ Στράντγκορντ να βρεθεί στο μέσον της πίστας ενός κύκλου. «Βεβαίως και γίνεται» του απάντησε ο Τούμας Σέντερμπεργ ήρεμα και, στρέφοντας το βλέμμα του προς την καλοντυμένη γυναίκα, συνέχισε: «Βγάλτε το χαλί από τον διάδρομο της εκκλησίας. Αφήστε το σημάδι από το αίμα όπως είναι. Αγοράστε τρία τριαντάφυλλα και απιθώστε τα στο πάτωμα. Θα γίνει ολοκληρωτική αλλαγή στις θέσεις των αντικειμένων στον χώρο. Εγώ θα στέκομαι δίπλα στο σημείο όπου δολοφονήθηκε και θα κηρύττω. Οι καρέκλες θα είναι τοποθετημένες ολόγυρα». «Θα έχεις ακροατές παντού γύρω σου» έσκουξε ο Γκούναρ Ίσακσον. «Ο κόσμος, δηλαδή, θα κάθεται και θα βλέπει την πλάτη σου;» Ο Τούμας Σέντερμπεργ πλησίασε τον κοντόχοντρο άντρα κι ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους του. Ασήμαντο σκατό, είπε από μέσα του. Δεν διαθέτεις το χάρισμα της ρητορείας για να μιλήσεις από μια αρένα. Από ένα θέατρο. Από μια πλατεία. Πρέπει να τους έχεις όλους μπροστά σου ταυτόχρονα και να υπάρχει κι ένα βήμα για να κρατιέσαι αν τα πράγματα στριμωχτούν. Αλλά δεν θ’ αφήσω την ανικανότητά σου να σταθεί εμπόδιο στον δρόμο μου. «Θυμάσαι τι είχαμε πει, αδελφέ;» είπε ο Τούμας Σέντερμπεργ στον Γκούναρ Ίσακσον. «Τώρα πρέπει να μείνουμε ενωμένοι.


74

ASA LARSSON

Σου υπόσχομαι ότι όλα θα πάνε καλά. Θα αφήσουμε τον κόσμο να κλάψει, να προσευχηθεί, να επικαλεστεί τον Θεό κι εμείς –ο Θεός– απόψε θα θριαμβεύσουμε. Πες στη γυναίκα σου να φέρει μαζί της κι ένα λουλούδι, το οποίο θα αφήσει στο σημείο όπου βρέθηκε ο νεκρός». Η ατμόσφαιρα θα είναι απίστευτη, σκέφτηκε ο Τούμας Σέντερμπεργ. Υπενθύμισε στον εαυτό του να παροτρύνει κι άλλους να πάρουν μαζί τους λουλούδια και να τ’ αφήσουν στο πάτωμα. Θα ήταν όπως ακριβώς στο σημείο όπου είχε δολοφονηθεί ο Ούλοφ Πάλμε. Ο πάστορας Βέσα Λάρσον παρέμενε στην ίδια θέση, γερμένος προς τα μπρος, ακριβώς όπως και κατά τη διάρκεια της συνομιλίας με τους αστυνομικούς. Δεν συμμετείχε τώρα στην έντονη συζήτηση που γινόταν και καθόταν απλώς εκεί με το πρόσωπο χωμένο μέσα στα χέρια του. Πιθανώς να έκλαιγε, ήταν δύσκολο να το καταλάβει κανείς.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

75

Ρεμπέκα και η Σάνα κατευθύνονταν με το αυτοκίνητο στο κέντρο της πόλης. Χιονοσκέπαστα γκρίζα πεύκα περνούσαν με ταχύτητα δίπλα τους στο φως των προβολέων του αυτοκινήτου. Η ενοχλητική σιωπή ήταν σαν δωμάτιο που όλο και στένευε, με τους τοίχους και τη σκεπή να κινούνται προς τα μέσα και προς τα κάτω. Κάθε λεπτό που περνούσε έκανε την ανάσα δυσκολότερη. Οδηγούσε η Ρεμπέκα. Κοιτούσε μια το κοντέρ μια τον δρόμο. Έκανε μάλιστα τέτοιο κρύο, ώστε να μην αφήνει ούτε τον δρόμο να γίνει γλιστερός, παρά το γεγονός ότι ήταν καλυμμένος από συμπιεσμένο χιόνι. Η Σάνα είχε ακουμπήσει το μάγουλό της στο ψυχρό τζάμι κι έπαιζε τυλίγοντας σφιχτά μια τούφα μαλλιά γύρω από το δάχτυλό της. «Δεν μπορείς να πεις κάτι;» παρακάλεσε λίγο μετά. «Δεν είμαι συνηθισμένη να οδηγώ σε επαρχιακούς δρόμους» της απάντησε η Ρεμπέκα. «Δυσκολεύομαι να μιλάω και να οδηγώ ταυτόχρονα». Άκουσε και η ίδια το ψέμα της να γίνεται αντιληπτό μέσα από τα λόγια, όπως γίνεται ένας ύφαλος ακριβώς κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Δεν την πείραζε όμως. Ίσως να ήταν ακριβώς αυτή η πρόθεσή της. Κοίταξε το ρολόι. Οχτώ παρά τέταρτο. Μ ην αρχίσεις τη φασαρία τώρα, μάλωσε νοερά τον εαυτό της. Πήρες κι έβαλες τη Σάνα στη βάρκα, μαζί σου. Τώρα πρέπει να τη βγάλεις στη στεριά.


76

ASA LARSSON

«Νομίζεις ότι τα κορίτσια μπορούν να τα καταφέρουν μόνα τους;» ρώτησε. «Πρέπει να τα καταφέρουν» απάντησε η Σάνα και κάθισε καλύτερα στο κάθισμα. «Σε λίγο θα επιστρέψουμε άλλωστε, έτσι δεν είναι; Δεν τολμάω να τηλεφωνήσω σε κανέναν και να ζητήσω βοήθεια, όσο λιγότεροι ξέρουν πού είμαι τόσο το καλύτερο». «Γιατί;» «Φοβάμαι τους δημοσιογράφους. Ξέρω πώς μπορούν να φερθούν. Και μετά είναι η μαμά και ο μπαμπάς... Αλλά ας μιλήσουμε καλύτερα για κάτι άλλο». «Θέλεις να μιλήσεις για τον Βίκτορ; Γι’ αυτό που έγινε». «Όχι. Σε λίγο θα μιλήσω στην αστυνομία. Να μιλήσουμε για σένα, αυτό θα με ηρεμήσει. Πώς είσαι; Πέρασαν όντως εφτά χρόνια από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε;» «Χμ» έκανε η Ρεμπέκα «αν και μιλήσαμε στο τηλέφωνο κάποια στιγμή». «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχετε ακόμη το σπίτι στην Κούραβαρα». «Ναι, ο θείος Άφε και η Ίνγκα Λιλ πιστεύουν ότι δεν έχουν χρήματα για ν’ αγοράσουν το μερίδιό μου. Νομίζω πως έχουν θυμώσει γιατί μόνο αυτοί φροντίζουν το σπίτι και χαλάνε χρήματα για να το συντηρούν. Από την άλλη, βέβαια, είναι και οι μόνοι που το χαίρονται. Θα το πουλούσα ευχαρίστως. Σ’ αυτούς ή σε άλλους, το ίδιο μου κάνει». Σκέφτηκε αν αυτό που μόλις είχε πει ήταν αλήθεια. Δεν της πρόσφερε, άραγε, καμία χαρά το σπίτι της γιαγιάς ή η καλύβα στο Γιέκαγιερβι; Μ ήπως επειδή δεν πήγαινε ποτέ; Αλλά η σκέψη και μόνο της καλύβας, το γεγονός ότι υπήρχε ένα μέρος που ήταν δικό της μακριά από τον πολιτισμό, στην ερημιά του δάσους και των βάλτων, δεν ήταν άραγε χαρά αυτό; «Έχεις γίνει τόσο –πώς να το πω;– γοητευτική» είπε η Σάνα. «Και σίγουρη, κατά κάποιον τρόπο. Πάντα πίστευα, βέβαια, ότι ήσουν όμορφη. Αλλά τώρα φαίνεσαι σαν να έχεις ξεπεταχτεί από το καστ κάποιας τηλεοπτικής σειράς. Υπέροχα μαλλιά, επίσης. Τα δικά μου απλώς μεγαλώνουν μέχρι να τα κόψω η ίδια». Η Σάνα χάιδεψε με έναν αέρα αυτοπεποίθησης τις μεγάλες,


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

77

ξανθιές μπούκλες της. Το ξέρω, Σάνα, έκανε μέσα της η Ρεμπέκα οργισμένη. Το ξέρω ότι είσαι η ομορφότερη σε τούτο εδώ τον τόπο. Και δίχως να σπαταλάς ένα κάρο λεφτά σε κομμωτήρια και σε ρούχα. «Δεν μπορείς να μιλήσεις λίγο;» την παρακάλεσε η Σάνα με αξιολύπητο ύφος. «Αισθάνομαι ότι τα έκανα πολύ μούσκεμα, αλλά ζήτησα συγγνώμη. Ο φόβος μ’ έχει παγώσει. Πιάσε τα χέρια μου, είναι παγωμένα». Έβγαλε το ένα της χέρι από το γάντι προβιάς και το έτεινε προς το μέρος της Ρεμπέκα. Δεν πρέπει να είναι με τα καλά της, σκέφτηκε θυμωμένη η Ρεμπέκα και έσφιξε τα χέρια της πάνω στο τιμόνι. Είναι τελείως τρελή, που να πάρει ο διάβολος. Πιάσε το χέρι μου, Ρεμπέκα, όλο τρέμει. Είναι πολύ παγωμένο. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, Ρεμπέκα. Αν ήσουν αγόρι θα σ’ ερωτευόμουν, το ξέρεις; «Πολύ όμορφη η σκυλίτσα που έχετε» είπε η Ρεμπέκα πιέζοντας τον εαυτό της να διατηρήσει τη φωνή της ήρεμη. Η Σάνα τράβηξε το χέρι της. «Ναι» είπε. «Η Σαπ. Τα παιδιά τη λατρεύουν. Μ ας την έδωσε ένας νεαρός Λάπωνας που ξέρουμε. Επειδή δεν τη φρόντιζε ο πατέρας του. Τουλάχιστον δεν τη φρόντιζε όταν έπινε. Και έπινε σχεδόν πάντα. Δεν κατάφερε όμως να της κάνει κακό. Είναι τόσο χαρούμενη κι υπάκουη. Και αγαπάει πραγματικά τη Σάρα, το ’χεις σκεφτεί αυτό; Παρατήρησες ότι ακουμπάει συνεχώς το κεφάλι της στα γόνατα της Σάρας; Είναι ευχάριστο, γιατί τα κορίτσια στάθηκαν άτυχα με τα κατοικίδια τον τελευταίο χρόνο». «Μ πα;» «Ναι, αν και δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς άτυχες. Ή αν φταίει που είναι συχνά ανεύθυνες. Δεν ξέρω τι μπορεί να είναι. Την άνοιξη το έσκασε το κουνέλι μας, γιατί η Σάρα είχε ξεχάσει να κλείσει καλά την πόρτα του κλουβιού του. Και αρνιόταν να παραδεχτεί ότι το λάθος ήταν δικό της. Κατόπιν αποκτήσαμε γάτα. Το φθινόπωρο έγινε κι αυτή άφαντη. Πάντως γι’ αυτό δεν έφταιγε φυσικά η Σάρα. Έτσι γίνεται με τις αδέσποτες γάτες. Πρέπει να την πάτησε αυτοκίνητο ή κάτι τέτοιο. Είχαμε και


78

ASA LARSSON

αρουραίους της ερήμου, που επίσης εξαφανίστηκαν. Δεν τολμώ να σκεφτώ πού μπορεί να πήγαν. Μ άλλον βρίσκονται πίσω από τους τοίχους και κάτω από τα πατώματα και τρώνε αργά και σταθερά το σπίτι μέχρι να το ρημάξουν. Αλλά η Σάρα και η Λούβα με τρελαίνουν. Όπως προηγουμένως, όταν η Λούβα πασαλείφτηκε με σαπούνι για τα πιάτα και πασάλειψε και τον σκύλο. Και η Σάρα απλώς κοιτάζει χωρίς να αναλαμβάνει καμία ευθύνη. Δεν αντέχω. Η Λούβα πάντα γίνεται χάλια αν την αφήσεις. Τέλος πάντων, ας μιλήσουμε για κάτι πιο ευχάριστο». «Κοίτα το Βόρειο Σέλας» είπε η Ρεμπέκα και έσκυψε πάνω απ’ το τιμόνι για να δει τον ουρανό. «Ναι, αυτός ο χειμώνας ήταν απίστευτος. Δημιουργούνται συνεχώς καταιγίδες στον ήλιο, γι’ αυτό. Νοσταλγείς καθόλου τούτο τον τόπο;» «Όχι. Μ άλλον. Δεν ξέρω». Η Ρεμπέκα γέλασε. Από μακριά φάνηκε η Κρυστάλλινη Εκκλησία. Έμοιαζε να αιωρείται σαν διαστημόπλοιο πάνω από τα φώτα του δρόμου. Σύντομα τα σπίτια άρχισαν να πυκνώνουν. Ο επαρχιακός δρόμος μετατράπηκε σε δρόμο πόλης. Η Ρεμπέκα έσβησε τα μεγάλα φώτα. «Περνάς καλά εκεί κάτω;» ρώτησε η Σάνα. «Τις περισσότερες ώρες δουλεύω» απάντησε η Ρεμπέκα. «Και οι άνθρωποι; Πώς είναι;» «Δεν ξέρω. Δεν νιώθω σαν στο σπίτι μου, αν ρωτάς αυτό. Νιώθω συνεχώς ότι είμαι μαθημένη σε πιο απλές καταστάσεις. Μ αθαίνεις να κοιτάς προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση όταν κάνεις μια πρόποση, μαθαίνεις να γράφεις ευχαριστήριες κάρτες για μια πρόσκληση, αλλά δεν μπορείς να κρύψεις ποιος είσαι. Οπότε έχεις συνεχώς την αίσθηση του κάπως παρείσακτου. Και πάντα τρέφεις μια μικρή δυσαρέσκεια για εκείνους τους καθωσπρέπει ανθρώπους. Ύστερα, ποτέ δεν ξέρεις τι πιστεύουν για σένα. Είναι πάντα ευγενικοί του κερατά, είτε τους αρέσει ο άλλος είτε όχι. Τουλάχιστον εδώ σε μας ξέρεις ποιοι είναι οι φίλοι σου και ποιοι οι εχθροί σου». «Ξέρεις;» ρώτησε η Σάνα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

79

Έμειναν σιωπηλές και βυθίστηκαν η καθεμιά στις δικές της σκέψεις. Προσπέρασαν το νεκροταφείο και πλησίαζαν σ’ ένα βενζινάδικο. «Να πάρουμε κάτι να πιούμε;» ρώτησε η Ρεμπέκα. Η Σάνα έγνεψε καταφατικά κι η Ρεμπέκα έστριψε στο βενζινάδικο. Έμειναν καθισμένες στο αυτοκίνητο δίχως να λένε λέξη. Καμία από τις δύο δεν έκανε την κίνηση να βγει έξω για να ψωνίσει και καμία από τις δύο δεν γύρισε να κοιτάξει την άλλη. «Δεν έπρεπε να μετακομίσεις ποτέ» είπε η Σάνα λυπημένα. «Ξέρεις γιατί μετακόμισα» είπε η Ρεμπέκα και έστρεψε το κεφάλι της από την άλλη για να μη βλέπει η Σάνα το πρόσωπό της. «Νομίζω ότι ήσουν η μοναδική αγάπη του Βίκτορ, το ξέρεις αυτό;» ξέσπασε η Σάνα. «Νομίζω ότι δεν σε ξεπέρασε ποτέ. Αν είχες μείνει…» Η Ρεμπέκα στράφηκε προς το μέρος της απότομα. Η οργή διαπέρασε το σώμα της σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ίδρωνε και έτρεμε και οι λέξεις που βγήκαν από το στόμα της ακούστηκαν μισές κι ακανόνιστες. Αλλά βγήκαν. Δεν μπόρεσε να τις συγκρατήσει. «Για περίμενε» φώναξε. «Βγάλε τον σκασμό για ένα δευτερόλεπτο για να το ξεκαθαρίσουμε αυτό». Μ ια γυναίκα μ’ ένα υπέρβαρο Λαμπραντόρ Ριτρίβερ σταμάτησε όταν άκουσε τις φωνές της Ρεμπέκα και κοίταξε με περιέργεια μέσα στο αυτοκίνητο. «Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς» συνέχισε η Ρεμπέκα χωρίς να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής της. «Ο Βίκτορ ποτέ δεν με αγάπησε, ούτε καν με ερωτεύτηκε. Δεν θέλω να ξανακούσω λέξη γι’ αυτό. Δεν πρόκειται να κατηγορήσω τον εαυτό μου που δεν γίναμε ζευγάρι. Και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται κατηγορήσω τον εαυτό μου που δολοφονήθηκε. Γαμώτο σου, δεν είσαι με τα καλά σου, που κάθεσαι και επινοείς τέτοια πράγματα. Ζήσε αν θέλεις στο δικό σου παράλληλο σύμπαν, αλλά εμένα άσε με απέξω». Σώπασε. Μ ε τα δυο της χέρια χτύπησε το τζάμι του παραθύρου. Μ ετά χτύπησε το κεφάλι της. Η γυναίκα με τον σκύλο έκανε φοβισμένη ένα βήμα πίσω κι εξαφανίστηκε.


80

ASA LARSSON

Θεέ και Κύριε. Πρέπει να ηρεμήσω, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Δεν μπορώ να οδηγήσω έτσι. Θα βγω έξω από τον δρόμο. «Δεν το εννοούσα έτσι» παραπονέθηκε η Σάνα. «Ποτέ δεν νόμισα ότι έφταιγες εσύ για κάτι. Αν κάποιος φταίει, αυτή είμαι εγώ». «Για τι πράγμα; Που δολοφονήθηκε ο Βίκτορ;» Κάτι μέσα της σταμάτησε και περίμενε τη συνέχεια. «Για όλα» μουρμούρισε η Σάνα. «Που αναγκάστηκες να μετακομίσεις. Για όλα!» «Παράτα με» φώναξε η Ρεμπέκα νιώθοντας μια νέα οργή να διώχνει την τρεμούλα από το κορμί της και να μεταμορφώνει τα πόδια της σε ατσάλι και πάγο. «Δεν πρόκειται να κάτσω να σε παρηγορήσω και να σε διαβεβαιώσω ότι δεν έφταιξες σε τίποτα. Το έχω κάνει ήδη εκατό φορές. Είμαι ενήλικος άνθρωπος. Έκανα του κεφαλιού μου και πλήρωσα τις συνέπειες». «Ναι» απάντησε η Σάνα υπάκουα. Η Ρεμπέκα έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και βγήκε γλιστρώντας στην οδό Μ αλμ. Η Σάνα έφερε τα χέρια της στο στόμα, όταν ένας εξαγριωμένος οδηγός από το αντίθετο ρεύμα άρχισε να κορνάρει. Από την οδό Γιάλμαρ Λούντμπουμ είδαν τα γραφεία της μεταλλευτικής εταιρείας ΛΚΑΕ5 να ξεχωρίζουν μπροστά στο ορυχείο. Η Ρεμπέκα παραξενεύτηκε που δεν της φαινόταν πια τόσο μεγάλο. Όταν έμενε εκεί, τα γραφεία της εταιρείας φαίνονταν τεράστια. Προσπέρασαν την επιβλητική τούβλινη πρόσοψη του δημαρχείου με τον πύργο του ρολογιού, ο οποίος δέσποζε σαν μαύρος ατσάλινος σκελετός που έφτανε στον ουρανό. Όπως τα λέω είναι, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Ποτέ δεν ήταν ερωτευμένος μαζί μου. Αλλά καταλαβαίνω γιατί όλοι πιστεύουν πως ήταν έτσι. Αυτό τους δώσαμε να πιστεύουν ο Βίκτορ κι εγώ. Αυτό ξεκίνησε ήδη από το πρώτο καλοκαίρι. Στην καλοκαιρινή κατασκήνωση της εκκλησίας με τον Τούμας Σέντερμπεργ στο Γέλιβαρε. Θα επιλεγούν έντεκα νέοι τελικά για την καλοκαιρινή εκκλησία. Θα εργαστούν για τρεις βδομάδες, θα μελετήσουν τη Βίβλο και θα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

81

ζήσουν όλοι μαζί. Ο πάστορας Τούμας Σέντερμπεργ και η γυναίκα του η Μάγια είναι οι αρχηγοί. Η Μάγια είναι έγκυος. Έχει μακριά γυαλιστερά μαλλιά και είναι πάντα αμακιγιάριστη, γλυκιά και χαρούμενη. Καμιά φορά, η Ρεμπέκα τη βλέπει να κάνει παραπέρα και να πιέζει τη γροθιά στη μέση της. Καμιά φορά, ο Τούμας την αγκαλιάζει και της λέει: «Θα τα καταφέρουμε και χωρίς εσένα. Πήγαινε να κοιμηθείς για να ξεκουραστείς λίγο». Τότε εκείνη τον κοιτάζει με ανακούφιση κι ευγνωμοσύνη. Δύσκολη δουλειά να είσαι γυναίκα πάστορα χωρίς αμοιβή. Η αδερφή της Μάγιας, η Μαγκνταλένα, συμμετέχει στην ομάδα και βοηθάει. Είναι σβέλτη σαν ποντικάκι χαρούμενο. Ξέρει να παίζει και κιθάρα και να τους μαθαίνει ύμνους. Ο Βίκτορ και η Σάνα Στράντγκορντ είναι ανάμεσα στους έντεκα. Τους προσέχει κανείς από την πρώτη ματιά. Μοιάζουν πολύ. Και οι δύο έχουν ξανθά, μακριά μαλλιά. Της Σάνα είναι από φυσικού τους σγουρά. Η κοντή μύτη της και τα μεγάλα μάτια της την κάνουν να μοιάζει με κούκλα. Θα εξακολουθεί να μοιάζει με παιδί όταν θα είναι ογδόντα χρόνων, σκέφτεται η Ρεμπέκα και αναγκάζει τον εαυτό της να μην κοιτάζει τόσο έντονα. Η Σάνα είναι η μόνη από τους νέους που έχει ασπαστεί τον χριστιανισμό. Είναι μόλις δεκαεπτά χρόνων κι έχει μαζί της ένα μικρό παιδί. Τη Σάρα, που είναι τριών μηνών. «Εγώ και ο Ιησούς έχουμε μια συναρπαστική σχέση αγάπης» λέει η Σάνα με ένα στραβό χαμόγελο. Η Σάνα και ο Τούμας Σέντερμπεργ έχουν διαφορετικά είδη πίστης. Ο Τούμας προβάλλει την πίστη του ως αποδεικτικό στοιχείο σε διάφορα επίπεδα. «Η λέξη “πίστη”» λέει «είναι το ίδιο με το να εμπιστεύεσαι, να είσαι πεπεισμένος. Αν πω “πιστεύω σ’ εσένα, Ρεμπέκα”, εννοώ ότι είμαι πεπεισμένος πως θα ικανοποιήσεις τις προσδοκίες μου». «Δεν ξέρω» διαμαρτύρεται η Σάνα. Πίστη νομίζω ότι σημαίνει να πιστεύεις. Να μη γνωρίζεις. Ν’ αμφισβητείς καμιά φορά. Και παρ’ όλα αυτά να επενδύεις στη σχέση σου με τον Θεό. Ν’ ακούς τον ψίθυρό του στο δάσος».


82

ASA LARSSON

Ο Βίκτορ σκύβει μπροστά κι ανακατεύει τα μαλλιά της μεγαλύτερης αδερφής του. «Οι ψίθυροι και τα θροΐσματα υπάρχουν στο κεφάλι σου, Σάνα» λέει και σκάει στα γέλια. Εκείνος δεν πιστεύει. Του αρέσει όμως να κουβεντιάζει. Συνήθως έχει πιασμένα τα μακριά μαλλιά του κότσο. Το δέρμα του είναι τόσο λευκό, που μοιάζει σχεδόν σαν γαλάζιο. Τα υπόλοιπα κορίτσια τον τρώνε με τα μάτια, αλλά εκείνος όμως θα βρει σύντομα έναν τρόπο να τις κρατάει σε απόσταση. Παίζει ένα παιχνίδι με τη Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα δεν είναι χαζή. Καταλαβαίνει ότι οι ματιές που της ρίχνει δεν σημαίνουν τίποτα και ότι δεν της επιτρέπεται να ανταποδίδει τα σύντομα χάδια του στα μαλλιά ή στα χέρια της. Μαθαίνει να κάθεται ακίνητη και να προσποιείται ότι είναι το αντικείμενο του ανικανοποίητου πόθου του. Κάτι κερδίζει κι αυτή από το παιχνίδι. Ο θαυμασμός που της δείχνει ο Βίκτορ τής προσφέρει ένα υψηλότερο κύρος ανάμεσα στα υπόλοιπα κορίτσια της ομάδας. Τις έχει βγάλει εκτός συναγωνισμού και αυτό τις κάνει να τη σέβονται. Αρχικά, κατά τη διάρκεια της μελέτης της Βίβλου, οι απόψεις του Τούμας και των παιδιών διίστανται. Τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν. Γιατί είναι η ομοφυλοφιλία αμαρτία; Γιατί είναι μόνο η χριστιανική πίστη σωστή; Τι γίνεται, για παράδειγμα, με όλους τους μουσουλμάνους, καταλήγουν στην κόλαση; Γιατί δεν επιτρέπεται να κάνεις έρωτα πριν από τον γάμο; Ο Τούμας ακούει κι εξηγεί. «Πρέπει να επιλέξετε» διευκρινίζει. «Ή πιστεύεις σε όλη τη Βίβλο ή μπορείς να επιλέξεις κάποια κομμάτια και να πιστεύεις μόνο σ’ αυτά. Τι είδους πίστη όμως θα είναι αυτή; Αποδυναμωμένη και αναποτελεσματική θα γίνει». Τις φωτεινές, καλοκαιρινές νύχτες, κάθονται στην προβλήτα της λίμνης και κοπανούν τα κουνούπια που προσγειώνονται στα χέρια και στα πόδια τους. Συζητούν και προβληματίζονται. Η Σάνα νιώθει ασφαλής με τον Θεό της. Η Ρεμπέκα νιώθει σαν να βρίσκεται μέσα σε ορμητικά νερά ποταμού. «Είναι επειδή είσαι η εκλεκτή» λέει η Σάνα. «Σε θέλει. Αν δεν


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

83

πεις ναι τώρα, μπορεί να χαθείς για πάντα. Δεν μπορείς να αναβάλλεις αυτήν την απόφαση για το μέλλον, γιατί τότε μπορεί να μη νιώθεις καμία λαχτάρα». Όταν τελειώνουν οι τρεις εβδομάδες, όλα τα παιδιά, εκτός από δύο, έχουν αφεθεί στα χέρια του Θεού. Ανάμεσα στους νεοφώτιστους βρίσκονται ο Βίκτορ και η Ρεμπέκα. «Εσύ και ο Βίκτορ λοιπόν;» ρωτάει ο Τούμας τη Ρεμπέκα, όταν η εκκλησιαστική κατασκήνωση έχει τελειώσει. «Τι συμβαίνει με σας;» Εκείνος και η Ρεμπέκα περπατούν μαζί ως το σουπερμάρκετ για ν’ αγοράσουν γάλα. Η Ρεμπέκα ανασαίνει την όμορφη μυρωδιά της ζεστής και σκονισμένης ασφάλτου. Είναι χαρούμενη που ο Τούμας ήθελε να πάει μαζί της. Γιατί συνήθως πρέπει να τον μοιράζεται με τους υπόλοιπους. «Δεν ξέρω» λέει η Ρεμπέκα διστακτικά, επειδή έχει αποφασίσει να μην πει την αλήθεια. «Ίσως να ενδιαφέρεται, εγώ όμως αυτόν τον καιρό έχω χρόνο μόνο για τον Θεό. Θέλω ν’ αφιερωθώ στον Θεό ολοκληρωτικά για ένα διάστημα». Κόβει ένα μικρό κλαδί μιας σημύδας που βρίσκεται στον δρόμο τους. Τα λεπτά πράσινα φύλλα μυρίζουν σαν ευτυχισμένο καλοκαίρι. Βάζει ένα φύλλο στο στόμα της κι αρχίζει να το μασουλάει. Ο Τούμας κλέβει ένα φύλλο από το κλαράκι της και το φέρνει κι αυτός στο στόμα του. Της χαμογελάει. «Είσαι έξυπνο κορίτσι, Ρεμπέκα. Ο Θεός έχει μεγάλα σχέδια για σένα, το ξέρω. Είναι πολύ ωραία εποχή όταν έχεις μόλις ερωτευτεί τον Θεό. Καλά κάνεις και την απολαμβάνεις». Άκουσε τη φωνή της Σάνα, αρχικά απόμακρη και στη συνέχεια δίπλα της. Το χέρι της Σάνα στο μπράτσο της. «Κοίτα» τσίριξε η Σάνα. «Ωχ, όχι». Είχαν φτάσει στο αστυνομικό τμήμα. Η Ρεμπέκα πάρκαρε. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι ακριβώς κοιτούσε η Σάνα. Κατόπιν είδε μια δημοσιογράφο να πλησιάζει τρέχοντας το αυτοκίνητό τους, κραδαίνοντας το μικρόφωνο. Πίσω από τη δημοσιογράφο στεκόταν ένας άντρας. Σήκωσε την κάμερα προς το μέρος τους


84

σαν να ήταν ένα μαύρο όπλο.

ASA LARSSON


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Σ

85

την Κρυστάλλινη Εκκλησία, η γυναίκα του πάστορα Γκούναρ Ίσακσον, η Κάριν, καθόταν με μισόκλειστα μάτια κι έκανε πως προσεύχεται. Μ ια ώρα είχε απομείνει μόνο μέχρι τη βραδινή συνάντηση. Μ προστά στη σκηνή, η χορωδία που θα ερμήνευε γκόσπελ έκανε πρόβα. Τριάντα γυναίκες και άντρες νεαρής ηλικίας. Μ αύρα παντελόνια. Μ οβ μπλουζάκια με μια έκρηξη χρυσών και πορτοκαλί χρωμάτων και με τη λέξη «χαρά», στ’ αγγλικά, στο στέρνο. Παλιότερα ήταν σχεδόν οδυνηρά ερωτευμένη με αυτήν την αίθουσα. Μ ε τη θεϊκή ακουστική της. Όπως τώρα. Μ ακρόσυρτα φωνήεντα που στροβιλίζονταν προς τη στέγη και τα οποία χάνονταν κατόπιν σ’ ένα βάθος όπου μόνο οι μπάσοι μπορούσαν να φτάσουν. Μ ε το ζεστό φως. Η πολική νύχτα έξω από τα τεράστια γυάλινα παράθυρα. Μ ια μεγάλη φυσαλίδα από τη δύναμη του Θεού στην αγκαλιά του σκοταδιού και της παγωνιάς. Ο κιθαρίστας και ο μπασίστας κούρδιζαν τα όργανά τους. Ακούστηκε ένας υπόκωφος θόρυβος όταν οι τεχνικοί φωτισμού άναψαν τους προβολείς της σκηνής. Τα παιδιά που φρόντιζαν τον ήχο είχαν καταπιαστεί με ένα μικρόφωνο που δεν έλεγε να δουλέψει. Μ ιλούσαν σ’ αυτό δίχως ν’ ακούγεται τίποτα, ώσπου ξαφνικά έβγαλε έναν διαπεραστικό ήχο. Ένιωσε φαγούρα στα χέρια. Το πρωί τα εξανθήματα ήταν πρησμένα και κατακόκκινα. Αναρωτιόταν αν αυτό μπορούσε να είναι ψωρίαση. Αρκεί να μην τα έβλεπε ο Γκούναρ. Δεν ήθελε τις προσευχές του.


86

ASA LARSSON

Είχαν αλλάξει τη διαρρύθμιση των επίπλων μέσα στην εκκλησία. Οι καρέκλες ήταν τώρα τοποθετημένες κυκλικά γύρω από το σημείο όπου είχε βρεθεί νεκρός ο Βίκτορ. Ακριβώς σαν σε τσίρκο. Κοίταξε τον άντρα της που καθόταν στην πρώτη σειρά. Ο χοντρός σβέρκος του δίπλωνε πάνω στον γιακά. Δίπλα του καθόταν ο Τούμας Σέντερμπεργ, που προσπαθούσε να συγκεντρωθεί πριν από το βραδινό του κήρυγμα. Είδε τον Γκούναρ να πιέζει τον εαυτό του να προσηλωθεί στη Βίβλο, αποφασισμένος να μην ενοχλήσει, μόνο και μόνο για να ξεχαστεί αμέσως μετά και να αρχίσει τη φλυαρία. Το δεξί του χέρι τινάχτηκε και διέγραψε σαρωτικές κινήσεις στον αέρα. Μ ετά τα Χριστούγεννα ο Γκούναρ είχε πάρει την απόφαση να χάσει βάρος. Το απόγευμα είχε παραλείψει το γεύμα του. Εκείνη είχε καθίσει στο τραπέζι της κουζίνας και τύλιγε σπαγγέτι στο πιρούνι της, ενώ εκείνος είχε φάει τρία αχλάδια όρθιος στον πάγκο της κουζίνας. Η φαρδιά πλάτη του ήταν σκυμμένη πάνω από τον νεροχύτη. Δάγκωνε βουλιμικά και καταβρόχθιζε. Κι ο ήχος από τους χυμούς των αχλαδιών που έσταζαν μέσα στον νεροχύτη. Το αριστερό του χέρι που πίεζε σταθερά τη γραβάτα του πάνω στην κοιλιά του. Εκείνη κοίταξε το ρολόι. Σ’ ένα τέταρτο ο Γκούναρ θα εγκατέλειπε τον Τούμας Σέντερμπεργ, θα πήγαινε απαρατήρητος στο αυτοκίνητό του και θα οδηγούσε μέχρι το Έμπες, για να φάει κρυφά ένα χάμπουργκερ. Μ ετά θα γύριζε με το στόμα γεμάτο τσίχλες μέντας. Πες ψέματα σε κάποιον που τον νοιάζει, ήθελε να ουρλιάξει η Κάριν. Γιατί εμένα δεν μου καίγεται καρφί. Παλιά ήταν διαφορετικός. Είχε αντικαταστήσει προσωρινά τον επιστάτη στο σχολείο Μ πέργια, όπου δούλευε κι εκείνη ως καθηγήτρια. Εκείνη ήταν απόφοιτη ανώτερης σχολής, κι αυτό του άρεσε πολύ. Η πολιορκία της έγινε με έντονο και προφανή τρόπο. Έβρισκε δικαιολογίες για να εισβάλλει στην αίθουσα των καθηγητών όταν εκείνη είχε κενό. Αστεία και γέλια και μια αστείρευτη γκάμα κρύων ανεκδότων. Και όσο συνέβαιναν όλα αυτά, τόσο εκείνη ένιωθε ανασφάλεια. Θυμάται τα ενθουσιώδη σχόλια των συναδέλφων της. Θυμάται πώς εκείνος


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

87

χειροκροτούσε συνεπαρμένος όταν έκοβε τα μαλλιά της ή αγόραζε καινούργια μπλούζα. Τον έβλεπε να παίζει με τα παιδιά στην αυλή τού σχολείου. Τον συμπαθούσαν. Ήταν καλός επιστάτης. Τι σημασία είχε που δεν άνοιγε βιβλίο; Αργότερα όμως, όταν επισκιάστηκε από τον Τούμας Σέντερμπεργ και τον Βέσα Λάρσον, ξύπνησε μέσα του η ανάγκη για αναγνώριση. Άρχισε λοιπόν να τον ακολουθεί στην Εκκλησία των Βαπτιστών. Τότε η ενορία αυτή κινδύνευε να αφανιστεί. Λάθος, ήταν καταδικασμένη να αφανιστεί. Οι εκκλησιαζόμενοι έμοιαζαν να ρίχνουν απλώς μια ματιά στην εκκλησία για να ξεκουραστούν λίγο καθ’ οδόν προς τους τάφους τους. Ο Σίγκνε Πέρσον, με τα πολύ διάφανα, κυματιστά μαλλιά του. Το δέρμα του κεφαλιού του φαινόταν, σημαδεμένο από καφετιές κηλίδες. Ο Άρβιντ Κάλα, κάποτε φορτοεκφορτωτής στη μεταλλευτική ΛΚΑΕ. Τώρα μισοκοιμισμένος στον πάγκο της εκκλησίας, με τα μεγάλα του χέρια πεσμένα στα γόνατα. Φυσικά και δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα για πάστορες – εδώ δεν υπήρχαν ούτε χρήματα για τη θέρμανση της εκκλησίας. Ο Γκούναρ Ίσακσον φρόντιζε την ενορία σαν να ήταν δική του ατομική επιχείρηση. Επισκεύαζε και συντηρούσε όσα η ενορία μπορούσε ν’ αντέξει. Όλα τ’ άλλα τα άφηνε έτσι, με έναν αναστεναγμό. Όπως, για παράδειγμα, την υγρασία στην γκαρνταρόμπα. Τον τοίχο που είχε φουσκώσει λες κι είχε αποκτήσει ένα γιγάντιο καρούμπαλο. Την ταπετσαρία που όλη την ώρα ξεκολλούσε. Το σκεπτικό ήταν να εναλλάσσονται όλα τα μέλη της ενορίας στο κήρυγμα κάθε δεύτερη Κυριακή που είχε λειτουργία. Κι επειδή κανείς δεν το αναλάμβανε οικειοθελώς, το επωμίστηκε ο Γκούναρ Ίσακσον. Στα κηρύγματά του δεν ήξερες από πού να πιαστείς, ν’ αρχίσεις ή να τελειώσεις. Τους οδηγούσε, κατά το δοκούν, πότε εδώ και πότε εκεί στο τοπίο των ελεύθερων αιρέσεων, το οποίο γνώριζε από τα εφηβικά του χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, το δρομολόγιο ήταν κάθε φορά παρόμοιο, με υποχρεωτικές στάσεις σε γνωστούς τόπους, όπως «βάπτισμα του πνεύματος», «κοίτα, τα κάνω όλα καινούργια», «αναβλύζω κατευθείαν από την πηγή». Το


88

ASA LARSSON

ταξίδι τελείωνε, πάντα και χωρίς εξαίρεση, με ένα κήρυγμα αφύπνισης για τους φιλικά διακείμενους και για τους προ πολλού μυημένους. Παρηγορητικό ήταν το γεγονός ότι η κατάσταση στις υπόλοιπες ενορίες της πόλης δεν ήταν και πολύ καλύτερη. Ο ναός του Θεού στην Κίρουνα ήταν μια ετοιμόρροπη καλύβα, όπου ο μπαγιάτικος αέρας στεκόταν εντελώς ακίνητος. Τώρα ο Γκούναρ είχε σηκωθεί και κατευθυνόταν στην έξοδο. Περνώντας δίπλα από το σημείο όπου είχε βρεθεί το πτώμα του Βίκτορ Στράντγκορντ, βράδυνε το βήμα του από σεβασμό. Στο σημείο αυτό είχε ήδη σχηματιστεί ένας λόφος από λουλούδια και κάρτες. Της χάρισε ένα σύντομο χαμόγελο και της έκλεισε το μάτι. Σαν να της έκανε νόημα ότι θα πήγαινε απλώς στην τουαλέτα ή ότι θ’ αντάλλαζε δυο κουβέντες με κάποιον στο βεστιάριο. Δεν ήταν ανόητος. Το αντίθετο μάλιστα, αφού είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι εδώ. Στην κορυφή αυτής της ενορίας, μαζί με τον Τούμας Σέντερμπεργ και τον Βέσα Λάρσον. Χωρίς να έχει εκπαιδευτεί για πάστορας. Και δίχως το ταλέντο του αλιέα ανθρώπων. Διότι αυτό από μόνο του απαιτούσε ιδιαίτερο χάρισμα. Θυμήθηκε την ημέρα που ο Γκούναρ της είχε πει ότι η Αποστολική Εκκλησία είχε αποκτήσει καινούργιο πάστορα. Της είχε μιλήσει για ένα νεαρό ζευγάρι, τον πάστορα και τη γυναίκα του. Μ ια βδομάδα μετά ο Τούμας Σέντερμπεργ παρακολούθησε μια λειτουργία στην Εκκλησία των Βαπτιστών. Είχε καθίσει στη δεύτερη σειρά και κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του για το κήρυγμα του Γκούναρ. Μ ε σοβαρότητα και στοχαστικότητα. Μ ε τη γυναίκα του τη Μ άγια στο πλευρό του, σαν υποδειγματική μαθήτρια. Κατόπιν έκαναν μια στάση στην καφετέρια της εκκλησίας. Έξω επικρατούσε το χειμωνιάτικο σκοτάδι. Σύννεφα γιομάτα χιόνι. Η μέρα έφευγε πριν καλά καλά προλάβει να φανεί. Η Μ άγια μιλούσε δυνατά κι αργά στο αυτί του Άρβιντ Κάλα. Ζητούσε από την Έντιτ Σβόνι τη συνταγή για τα ζαχαρωτά.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

89

Ο Τούμας Σέντερμπεργ και ο Γκούναρ είχαν επιδοθεί σε μια θερμή συνομιλία με δύο από τους αδελφούς της διοίκησης. Τα γεμάτα σοβαρότητα νεύματα και τα εγκάρδια γέλια εναλλάσσονταν σαν μια πλήρως εναρμονισμένη και προσεκτικά προετοιμασμένη χορευτική παράσταση. Και η υποχρεωτική ερώτηση προς τους ανθρώπους από τον Νότο: Πώς τα περνάτε; Μ ε την παγωνιά και το σκοτάδι; Και η απάντηση ερχόταν ομόφωνη: Περνούσαν υπέροχα. Δεν τους έλειπε καθόλου η λασπουριά και η βροχή. Τα επόμενα οικογενειακά Χριστούγεννα θα τα γιόρταζαν στην Κίρουνα. Και το πιο απλό γεγονός. Πως δεν ένιωθαν ότι τους είχαν φέρει με το ζόρι σ’ ένα απομακρυσμένο μέρος, πέρα από το όριο των αντοχών. Καμία γκρίνια και κανένα παράπονο για τον τσουχτερό άνεμο και το σκοτάδι που κατακάθεται στο μυαλό. Οι απαντήσεις έκαναν τα πρόσωπα των ενοριτών να μαλακώνουν. Καθώς έφευγαν, ο Γκούναρ της είπε: «Ωραίος κόσμος. Έχει πολλές ιδέες το αγόρι». Ήταν η τελευταία φορά που αποκαλούσε τον, κατά δέκα χρόνια νεότερό του, Τούμας Σέντερμπεργ «αγόρι». Δύο εβδομάδες αργότερα συνάντησε τον Τούμας Σέντερμπεργ έξω στην πόλη. Εκείνη τραβούσε το παιδικό καροτσάκι μέσα στη χιονοθύελλα. Ο Αντρέας ήταν δυόμισι μηνών, και κοιμόταν μόνο στο καρότσι. Τον πήγαινε βόλτα διασχίζοντας όλους τους δρόμους της Κίρουνα. Η Άννα, που ήταν δύο χρόνων, σερνόταν πίσω της σαν χολωμένο πακέτο. Κρύωναν και τα πόδια και τα χέρια της. Αισθανόταν δυστυχισμένη. Η κούραση φούσκωνε μέσα της σαν ζύμη. Από στιγμή σε στιγμή νόμιζε πως θα εκραγεί και θα καταρρεύσει. Μ ισούσε τον Γκούναρ. Έχανε συνεχώς την υπομονή της με την Άννα. Ήθελε συνεχώς να κλαίει. Ο Τούμας ερχόταν πίσω της. Ακούμπησε το αριστερό του χέρι στον αριστερό της ώμο. Και βρέθηκε δίπλα της. Για μια στιγμή, καθώς στάθηκε ακριβώς στο πλευρό της, τύλιξε το χέρι του γύρω της. Μ ισό αγκάλιασμα που κράτησε ένα σπάραγμα χρόνου παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Όταν γύρισε το κεφάλι της να κοιτάξει τον είδε να της χαμογελάει πλατιά. Χαιρετήθηκαν σαν φίλοι από


90

ASA LARSSON

τα παλιά. Εκείνος χαιρέτησε και την Άννα, που είχε κολλήσει πάνω στο πόδι της και αρνιόταν να του απαντήσει. Έριξε μια ματιά και στον Αντρέας, που κοιμόταν σαν αγγελούδι στο καροτσάκι του. «Προσπαθώ να πείσω τη Μ άγια να κάνουμε παιδιά» ομολόγησε «αλλά…». Δεν ολοκλήρωσε τη φράση του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά το χαμόγελό του έσβησε. Ξαναβρήκε όμως την καλή του διάθεση. «Πάντως, την καταλαβαίνω» είπε. «Εσείς είστε που σηκώνετε το μεγαλύτερο φορτίο. Ας γίνει όταν γίνει». Ο Αντρέας κουνιόταν στο καροτσάκι του. Είχε φτάσει η ώρα να επιστρέψουν στο σπίτι. Ήθελε να προσκαλέσει και τον Τούμας για φαγητό, αλλά δεν τολμούσε να τον ρωτήσει. Τη συνόδεψε ως ένα σημείο. Ήταν εύκολη η συζήτηση μαζί του. Καινούργια θέματα προέκυπταν από μόνα τους και έδεναν με τα προηγούμενα σαν ν’ αποτελούσαν κομμάτια μιας αλυσίδας. Ξαφνικά βρέθηκαν να στέκονται στο σταυροδρόμι όπου οι δρόμοι τους χώριζαν. «Θα ήθελα να έκανα περισσότερα πράγματα για τον Θεό» του είπε. «Αλλά είναι τα παιδιά. Απορροφούν όλη την αντοχή που διαθέτω και λίγη παραπάνω». Το χιόνι στροβιλιζόταν γύρω τους σαν σμήνος από αιχμηρά βέλη. Τον έκανε ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Ήταν ένας μελαχρινός, σγουρομάλλης αρχάγγελος, με μπλε πουπουλένιο μπουφάν από συνθετικό ύφασμα, που θρόιζε κι έδειχνε φτηνιάρικο. Τα μπατζάκια του τζιν του χωμένα στις μπότες του. Πλεχτός σκούφος με σχέδια των Ίνκας. Αναρωτιόταν αν του τον είχε πλέξει η Μ άγια. Αν έπιαναν τόσο τα χέρια της Μ άγιας. Της Μ άγιας που δεν ήθελε να κάνει παιδιά. «Κάριν» της είπε «δεν έχεις καταλάβει ότι κάνεις αυτό ακριβώς που θέλει ο Θεός. Φροντίζεις τα παιδιά. Αυτό είναι το σημαντικότερο αυτήν τη στιγμή. Έχει σχέδια για σένα, αλλά τούτη τη στιγμή… ακριβώς τώρα, πρέπει να είσαι δίπλα στην Άννα και στον Αντρέας». Έξι μήνες μετά ήταν υπεύθυνος για την πρώτη του καλοκαιρινή εκκλησία. Μ ια μικρή, χαρωπή και καμαρωτή ακολουθία από νεοφώτιστα παπάκια τον ακολουθούσε παντού


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

91

καταπόδας. Τον θεωρούσαν πνευματικό γονιό. Ένα από τα παιδιά ήταν και ο Βίκτορ Στράντγκορντ. Εκείνη, ο Γκούναρ, ο Βέσα Λάρσον και η γυναίκα του η Άστριντ προσκλήθηκαν να μοιραστούν τη χαρά μιας βάπτισης. Ο Γκούναρ κατάπιε την πικρή ζήλια του και πήγε. Κατάλαβε ότι έπρεπε να μπει στη νικήτρια ομάδα. Ταυτόχρονα ξεκίνησε μια αέναη σύγκριση. Η προθυμία να προσπαθήσει να λάμψει κι ο ίδιος. Το βλέμμα του απέκτησε μια νότα πανουργίας. Αλλά κι εκείνη κουβαλούσε τις ενοχές της. Είχε προειδοποιήσει χιλιάδες φορές τον άντρα της: «Μ ην αφήσεις τον Τούμας να σε ξεπεράσει, δεν μπορεί ν’ αποφασίζει εκείνος για τα πάντα». Είχε πείσει τον εαυτό της ότι στήριζε τον άντρα της. Μ ήπως όμως ήθελε –για να λέμε την αλήθεια– να είναι κάποιος άλλος; Τώρα ο Τούμας Σέντερμπεργ σηκώθηκε και πλησίασε τη χορωδία. Φορούσε μαύρο κουστούμι. Συνήθως οι γραβάτες του ήταν χρωματιστές, ίσως και λίγο φανταχτερές. Απόψε φορούσε μια διακριτική γκρι. Ένα ανάποδο θαυμαστικό μέσα από το σακάκι του. Απέπνεε ευμάρεια τόσο αβίαστα όσο κάποτε απέπνεε… όχι φτώχεια, σκέφτηκε, αλλά έλλειψη χρημάτων. Δύο άνθρωποι ζούσαν με τον μισθό ενός πάστορα. Αυτό όμως δεν τους εμπόδιζε σε τίποτα. Ούτε ακόμα και όταν έκαναν τα παιδιά. Κι ύστερα τα πράγματα άλλαξαν. Τώρα στεκόταν εκεί, με το ωραίο μάλλινο κουστούμι του, και μιλούσε με τη χορωδία. Έλεγε ότι αυτό που είχε συμβεί ήταν φρικτό. Μ ια από τις κοπέλες άρχισε να κλαίει δυνατά. Εκείνοι που στέκονταν δίπλα της την αγκάλιασαν. «Είναι καλό να κλαίμε» είπε ο Τούμας. «Πρέπει κανείς να πενθεί. Αλλά» εδώ πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να τονίζει κάθε λέξη, καθώς μιλούσε με σύντομες παύσεις ενδιάμεσα, «δεν είναι καλό να τα χάνεις. Δεν είναι καλό να το βάζεις κάτω. Δεν είναι καλό να οπισθοχωρείς. Δεν άντεχε ν’ ακούσει τα υπόλοιπα. Ήξερε περίπου τι θ’ ακολουθούσε. «Γεια σου, Κάριν. Πού τον έχεις τον Γκούναρ;»


92

ASA LARSSON

Η Μ άγια, η γυναίκα του Τούμας Σέντερμπεργ, κάθισε δίπλα της. Λαμπερά μακριά μαλλιά, στο χρώμα της άμμου. Λίγο, διακριτικό μακιγιάζ. Όχι κραγιόν, όχι σκιά. Μ όνο λίγη μάσκαρα και ρουζ. Όχι ότι τον Τούμας τον πείραζε να μακιγιάρονται οι γυναίκες, αλλά η Κάριν μάντευε ότι προτιμούσε να βλέπει τη γυναίκα του αμακιγιάριστη. Πριν από κάνα χρόνο, η Μ άγια ήθελε να κόψει τα μαλλιά της κοντά, ο Τούμας όμως είχε αντιδράσει. «Εδώ ήταν πριν από λίγο, θα επιστρέψει σύντομα». Η Μ άγια κούνησε το κεφάλι της. «Και ο Βέσα με την Άστριντ πού να πήγαν;» ρώτησε. Αυστηρός ο έλεγχος των παρόντων και απόντων απόψε. Η Κάριν σήκωσε το φρύδι της και κούνησε το κεφάλι της για απάντηση. «Είναι πολύ σημαντικό ν’ αγκαλιαστούμε όλοι τώρα» είπε η Μ άγια χαμηλόφωνα. Η Κάριν είδε το κόκκινο τριαντάφυλλο που είχε η Μ άγια στα γόνατά της. «Θα το βάλεις μαζί με τα υπόλοιπα;» Η Μ άγια κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Θα περιμένω όμως λίγο, για να το κάνω κατά τη διάρκεια της σύναξής μας. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Είναι τόσο εξωπραγματικό». Ναι, είναι απίστευτο, σκέφτηκε η Κάριν. Πώς θα πάνε τα πράγματα χωρίς τον Βίκτορ; Ο Βίκτορ που αρνιόταν να κόψει τα μαλλιά του και να φορέσει κουστούμι. Ο Βίκτορ που δεν ήθελε να πάρει αύξηση κι υποχρέωνε τον Τούμας να δωρίζει αυτά τα χρήματα στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Θυμάται όταν η ίδια είχε πάει, πριν από εφτά χρόνια, σε κάποιο συνέδριο στη Στοκχόλμη. Πόσο παραξενεύτηκε όταν είδε ένα σωρό νεαρούς άντρες που έμοιαζαν με τον Βίκτορ Στράντγκορντ. Στο μετρό και στις καφετέριες. Μ ε άκομψους πλεκτούς σκούφους. Μ ε μαλακά σακίδια ώμου. Μ ε χαμηλοκάβαλα τζιν. Μ ε δερμάτινα μπουφάν της δεκαετίας του εξήντα. Μ ε το αργό, μπλαζέ περπάτημα. Ένα είδος αντίστασης στη μόδα, ειδικά για ανθρώπους όμορφους και γεμάτους αυτοπεποίθηση.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

93

Ο Βίκτορ ήταν μέλος της αυλής του Τούμας Σέντερμπεργ, δίχως να εξελιχθεί κατ’ εικόνα και ομοίωση του Τούμας. Μ άλλον το αντίθετο της εικόνας του Τούμας έγινε. Απέρριπτε την ιδιοκτησία και απεχθανόταν τη φιλοδοξία. Ζούσε με απόλυτη εγκράτεια. Ίσως όμως αυτό να είχε σχέση με το γεγονός ότι η Ρεμπέκα Μ άρτινσον τον είχε συνθλίψει με τη βλακώδη συμπεριφορά της. Ποιος ξέρει. Τώρα η Μ άγια έσκυψε προς το μέρος της. Καυτή και σφυριχτή η φωνή της στο αυτί της Κάριν. «Να, τώρα έρχεται η Άστριντ. Αλλά πού είναι ο Βέσα;» Η γυναίκα του πάστορα Βέσα Λάρσον, η Άστριντ, διέσχιζε την πόρτα της Κρυστάλλινης Εκκλησίας. Στη σκηνή, ο Τούμας Σέντερμπεργ έκανε μια προσευχή με όλη τη χορωδία ενόψει της βραδινής συνάντησης. Το γρήγορο περπάτημα από το πάρκινγκ ως τον λόφο έκανε την μπλούζα της να κολλάει στα μπράτσα της. Ήταν τυχερή που φορούσε ζακέτα αποπάνω. Πέρασε βιαστικά το δάχτυλο κάτω από τα μάτια της σε περίπτωση που είχε τρέξει η μάσκαρα. Μ ια φορά είχε δει τον εαυτό της σε μια από τις βιντεοσκοπημένες λειτουργίες της ενορίας. Χιόνιζε τότε, καθώς πήγαινε στην εκκλησία, και στη βιντεοταινία φαινόταν να περνάει από όλους τους πιστούς για έρανο μοιάζοντας με εκπαιδευμένο πάντα. Έπειτα από αυτό κοιταζόταν πάντα στον καθρέφτη. Αλλά τώρα είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στο βεστιάριο και η ίδια ήταν πολύ αγχωμένη. Μ προστά, στο κέντρο της αίθουσας, είχε σχηματιστεί ένας σωρός από λουλούδια και κάρτες. Ο Βίκτορ είναι νεκρός, σκέφτηκε. Προσπάθησε να κάνει τον εαυτό της να δει την πραγματικότητα. Ο Βίκτορ έχει πεθάνει στ’ αλήθεια. Τώρα είδε την Κάριν και τη Μ άγια. Η Μ άγια της κουνούσε ανυπόμονα το χέρι από μακριά. Δεν υπήρχε περίπτωση να τη γλιτώσει. Το μόνο που της έμενε ήταν να πάει εκεί. Εκείνες φορούσαν σκουρόχρωμα ταγέρ. Η ίδια είχε κάνει ανασκαφές


94

ASA LARSSON

στην ντουλάπα της για μια ώρα. Όλα της τα ταγέρ ήταν κόκκινα, ροζ και κίτρινα. Μ όνο ένα σκουρόχρωμο υπήρχε. Ένα μπλε μαρέν. Αλλά το φερμουάρ της φούστας είχε χαλάσει και δεν ανέβαινε. Στο τέλος, επέλεξε μια πλεκτή ζακέτα που την αδυνάτιζε κι εξαφάνιζε ως διά μαγείας γοφούς και πισινό. Τώρα που είδε την Κάριν και τη Μ άγια ένιωσε ατημέλητη. Ατημέλητη και ιδρωμένη. «Ο Βέσα πού είναι;» της ψιθύρισε η Μ άγια, πριν προλάβει καλά καλά να καθίσει. Φιλικό χαμόγελο. Επικίνδυνο βλέμμα. «Είναι άρρωστος» της απάντησε εκείνη. «Γρίπη». Μ πόρεσε να δει ότι δεν την πίστεψαν. Η Μ άγια έκλεισε πάλι το στόμα της και ανέπνευσε από τη μύτη. Είχαν δίκιο άλλωστε. Ένιωθε με όλο της το σώμα ότι δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί, και παρ’ όλα αυτά βούλιαξε στην καρέκλα δίπλα στη Μ άγια. Ο Τούμας είχε ολοκληρώσει την προσευχή με τη χορωδία κι ερχόταν προς το μέρος τους. Ώρα να λογοδοτήσω και σ’ αυτόν, σκέφτηκε. Ένιωσε ένα τσίμπημα, όταν ο Τούμας ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της Μ άγιας και της χάρισε ένα γρήγορο χαμόγελο για χαιρετισμό. Στη συνέχεια, ρώτησε για τον Βέσα. Η Άστριντ απάντησε και πάλι: Άρρωστος. Γρίπη. Την κοίταξε συμπονετικά. Αλίμονο σε με τη δύσμοιρη με τέτοιο φιλάσθενο άντρα, σκέφτηκε. «Αν ανησυχείς για κείνον μην κάθεσαι εδώ» είπε ο Τούμας. Εκείνη κούνησε το κεφάλι υπάκουα. Ανήσυχη. Δοκίμασε τη λέξη. Όχι, έπρεπε να είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί πριν από χρόνια. Αλλά τότε πνιγόταν με το χτίσιμο του σπιτιού και τα παιδιά. Και όταν ανακάλυψε ότι είχε αρκετούς λόγους για ν’ ανησυχεί, ήταν ήδη πολύ αργά και καιρός για ν’ αρχίσει τον θρήνο. Να ξεπεράσει τη θλίψη που της προκαλούσε το γεγονός ότι ένιωθε εγκαταλειμμένη στον γάμο της. Είχε φτάσει ο καιρός να μάθει να ζει με την ντροπή ότι δεν ήταν αρκετά καλή για τον Βέσα. Η ντροπή. Αυτή η ντροπή ήταν που την ανάγκαζε να κάθεται


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

95

δίπλα στη Μ άγια, αν και δεν το ’θελε. Αυτή η ντροπή ήταν που την έκανε να στέκεται μπροστά στην ανοιχτή πόρτα της κατάψυξης και να τρώει παγωμένα τσουρέκια όταν τα παιδιά ήταν στο σχολείο. Φυσικά και ξάπλωναν μαζί ακόμη, έστω κι αν αυτό συνέβαινε σπάνια. Και γινόταν στο σκοτάδι. Στη σιωπή. Και τώρα, σήμερα το πρωί. Τα παιδιά είχαν φύγει για το σχολείο. Ο Βέσα είχε κοιμηθεί στο ατελιέ του. Όταν του πήγε το πρωινό του, εκείνος καθόταν στην άκρη του κρεβατιού φορώντας ακόμη τις φανελένιες πιτζάμες του. Ήταν αξύριστος, με κουρασμένα μάτια. Έντονες γραμμές γύρω από τα σφιγμένα χείλη του. Τα όμορφα, μεγάλα χέρια, χέρια καλλιτέχνη, ακίνητα πάνω στα γόνατά του. Γύρω από το κρεβάτι το πάτωμα ήταν γεμάτο βιβλία. Ακριβά, δερματόδετα βιβλία τέχνης, με ιλουστρασιόν χοντρές σελίδες. Πολλά με θέμα την αγιογραφία. Πολλά βιβλία τσέπης των δικών τους εκδόσεων. Στην αρχή ο Βέσα σχεδίαζε τα εξώφυλλα. Ξαφνικά ισχυρίστηκε ότι δεν είχε χρόνο. Μ όλις είχε ακουμπήσει τον δίσκο με τον καφέ και το σάντουιτς στο πάτωμα. Κατόπιν πήγε από πίσω του και γονάτισε. Οι γοφοί του ανάμεσα στα σκέλια της. Είχε αφήσει τη ρόμπα της να γλιστρήσει και πίεσε τα στήθια και το πιγούνι της στην πλάτη του, ενώ τα χέρια της γλίστρησαν στους σκληρούς του ώμους. «Άστριντ» ήταν το μόνο που είπε. Προβληματισμένος και βασανισμένος. Το όνομά της γέμισε με δικαιολογίες κι ενοχές. Εκείνη είχε καταφύγει στην κουζίνα. Άνοιξε το ράδιο κι έβαλε το πλυντήριο πιάτων. Πήρε την Μ παλού στα πόδια της κι έκλαψε πάνω στη γούνα της σκυλίτσας. Ο Τούμας Σέντερμπεργ έσκυψε πάνω από τις τρεις γυναίκες και ρώτησε χαμηλώνοντας τη φωνή του: «Έχετε ακούσει τίποτα για τη Σάνα;» Η Άστριντ, η Κάριν και η Μ άγια κούνησαν αρνητικά το κεφάλι τους. «Ρώτα τον Κουρτ Μ πέκστρεμ» είπε η Άστριντ. «Αυτός την ακολουθεί καταπόδας όλη την ώρα». Οι γυναίκες των παστόρων έστρεψαν τα κεφάλια τους σαν


96

ASA LARSSON

περισκόπια. Η Μ άγια ήταν η πρώτη που εντόπισε τον Κουρτ. Άρχισε να κουνάει το χέρι της για να τη δει, μέχρι που εκείνος σηκώθηκε, παρά τη θέλησή του, και πλησίασε νωχελικά προς το μέρος τους. Η Κάριν τον παρατηρούσε. Έδειχνε πάντα τόσο αγχωμένος. Προχωρούσε πάντα κάπως αργόσυρτα. Σχεδόν σαν κάβουρας. Λες και το γρήγορο και ευθύ βάδισμα φάνταζε επιθετικό. Τις κοίταζε πάντα λοξά, αλλά κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιόνταν εκείνος έστρεφε το δικό του αλλού. «Μ ήπως ξέρεις πού βρίσκεται η Σάνα;» ρώτησε ο Τούμας Σέντερμπεργ. Ο Κουρτ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Αλλά βιάστηκε να συμπληρώσει για να μην υπάρξει αμφιβολία: «Όχι». Ήταν φανερό ότι έλεγε ψέματα. Τα μάτια του έδειχναν φόβο, αλλά και αποφασιστικότητα. Δεν σκεφτόταν ν’ αποκαλύψει το μυστικό του. Σαν το σκυλί που βρίσκει ένα κόκαλο στο δάσος, σκέφτηκε η Κάριν. Ο Κουρτ τους κοίταξε μουλωχτά. Είχε σχεδόν καμπουριάσει. Θαρρείς και νόμιζε ότι ο Τούμας θα φώναζε ξαφνικά «δρόμο» και θα τον χτυπούσε στη μουσούδα. Ο Τούμας Σέντερμπεργ έδειξε να ταράζεται. Κουνούσε αριστερά δεξιά το κορμί του, σαν να ήθελε να απαλλαγεί από τις γυναίκες των παστόρων. «Θέλω απλώς να ξέρω αν είναι καλά» είπε. «Δεν θέλω να της συμβεί απολύτως τίποτα». Ο Κουρτ κούνησε το κεφάλι του και έστρεψε το βλέμμα στους εξώστες, που είχαν αρχίσει να γεμίζουν με κόσμο. Σήκωσε τη Βίβλο που κρατούσε στα χέρια του και την πίεσε πάνω στο στήθος του. «Θέλω να καταθέσω μια μαρτυρία» είπε χαμηλόφωνα. «Ο Θεός έχει κάτι να πει». Ο Τούμας Σέντερμπεργ κούνησε συναινετικά το κεφάλι του. «Αν ακούσεις κάτι από τη Σάνα, πες της ότι ρώτησα για κείνη» του είπε.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

97

Η Άστριντ κοίταξε τον Τούμας Σέντερμπεργ. Κι αν ακούσεις κάτι από τον Θεό, σκέφτηκε, μήνυσέ του ότι ρωτάω συνεχώς γι’ αυτόν.


98

Τ

ASA LARSSON

ο αφεντικό της Ρεμπέκα Μ άρτινσον, ο δικηγόρος Μ ονς Βένγκρεν, επέστρεψε στο σπίτι του πολύ αργά, ή πολύ νωρίς, ανάλογα πώς το έβλεπε κανείς. Ήταν στο Σόφις και είχε καλέσει για ποτό δύο νεαρές κυρίες και τον εκπρόσωπο μιας εταιρείας η οποία ήταν πελάτης του, επρόκειτο για μια νεοεισηγμένη εταιρεία στο χρηματιστήριο με ειδικότητα στη βιομηχανική πληροφορική. Ήταν ευχάριστο να συναναστρέφεται κανείς τέτοιους πελάτες. Ήταν ευγνώμονες για κάθε κορόνα που κατάφερνε να τους γλιτώνει από τον εφοριακό. Οι πελάτες που κατηγορούνταν για διπλά βιβλία και φοροδιαφυγή σπάνια είχαν τη διάθεση να κάθονται στα μπαρ με τον δικηγόρο τους. Κάθονταν σπίτι και τα έπιναν. Αφού έκλεισε το Σόφις, ο Μ ονς έδειξε στη μία από τις νεαρές κυρίες, ονόματι Μ αρίκα, το ωραίο του γραφείο και κατόπιν τοποθέτησε την εν λόγω μικρή σ’ ένα ταξί, δίνοντάς της κάποιο χαρτζιλίκι, ενώ ο ίδιος πήρε ένα άλλο. Όταν ανέβηκε στο σκοτεινό διαμέρισμά του, στην οδό Φλούρα, σκέφτηκε ως συνήθως ότι έπρεπε να μετακομίσει σ’ ένα μικρότερο σπίτι. Δεν ήταν παράξενο που κάθε φορά που έμπαινε μέσα ένιωθε –όπως στον διάολο κι αν νιώθει κανείς–, εν πάση περιπτώσει, όπως όταν μπαίνει κανείς σε ένα τόσο έρημο διαμέρισμα. Πέταξε το γκρι κασμιρένιο παλτό του σε μια καρέκλα και πάτησε όλους τους διακόπτες που βρήκε μπροστά του πηγαίνοντας προς το υπνοδωμάτιο. Επειδή σπάνια γύριζε στο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

99

σπίτι πριν από τις έντεκα, το βίντεο ήταν πάντα προγραμματισμένο να γράφει τις ειδήσεις. Το άνοιξε και, όσο ακουγόταν η μουσική από το σήμα των ειδήσεων στο Κανάλι 4, πήγε στην κουζίνα και κοίταξε το ψυγείο. Η Ρίτβα είχε ψωνίσει. Ωραία. Πρέπει να ήταν από τις πιο εύκολες δουλειές της να καθαρίζει το διαμέρισμά του και να φροντίζει να υπάρχουν πάντα φρέσκα τρόφιμα στο σπίτι του. Ποτέ δεν τα έκανε άνω κάτω, εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις που είχε καλεσμένους. Το φαγητό που αγόραζε η Ρίτβα ήταν σχεδόν ανέγγιχτο όταν το αντικαθιστούσε. Υπέθετε ότι έπαιρνε το φαγητό στο σπίτι της, για την οικογένειά της, προτού χαλάσει. Αυτή η διευθέτηση ήταν που του ταίριαζε απόλυτα. Άνοιξε ένα χάρτινο κουτί με γάλα και ήπιε απευθείας από τη συσκευασία, ενώ συγχρόνως άκουγε και τις ειδήσεις από την τηλεόραση στο σαλόνι. Ο φόνος του Βίκτορ Στράντγκορντ ήταν η μεγαλύτερη είδηση της βραδιάς. Γι’ αυτό η Ρεμπέκα ανέβηκε στην Κίρουνα, σκέφτηκε ο Μ ονς Βένγκρεν κι επέστρεψε στο σαλόνι. Βούλιαξε στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση κρατώντας το κουτί με το γάλα στο χέρι του. «Η διασημότητα από τον χώρο της θρησκείας, ο Βίκτορ Στράντγκορντ, βρέθηκε απόψε δολοφονημένος στην εκκλησία της Πηγής της Δύναμης στην Κίρουνα» είπε η δημοσιογράφος των ειδήσεων. Ήταν μια καλοντυμένη μεσήλικη γυναίκα που παλιότερα ήταν παντρεμένη με κάποιον γνωστό του. «Γεια σου, Μ πεάτα, τι χαμπάρια;» είπε ο Μ ονς και σηκώνοντας το κουτί το γάλα προς την οθόνη της τηλεόρασης κατέβασε μια γερή γουλιά στην υγειά της. «Σύμφωνα με πηγές της αστυνομίας, η αδερφή του Βίκτορ Στράντγκορντ τον βρήκε νεκρό στην εκκλησία και οι ίδιες πηγές αποκαλύπτουν ότι ο φόνος ήταν πολύ βίαιος» συνέχισε η δημοσιογράφος. «Όλα αυτά τα ξέρουμε ήδη, Μ πεάτα, μπες στο ψητό» είπε ο Μ ονς. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο ζαλισμένος ήταν. Το μυαλό


100

ASA LARSSON

του δούλευε με ταχύτητα σαλιγκαριού. Αποφάσισε να κάνει ντους αμέσως μετά τις ειδήσεις. Τώρα διαδέχτηκε την παρουσιάστρια το σχετικό ρεπορτάζ. Η φωνή ενός ρεπόρτερ αφηγούνταν, ενώ η κάμερα έδειχνε βιντεοσκοπημένα στιγμιότυπα. Πρώτα γαλάζιες, χειμωνιάτικες εικόνες από την εντυπωσιακή Κρυστάλλινη Εκκλησία πάνω στο βουνό. Στη συνέχεια, την αστυνομία να ανοίγει δρόμο στην περιοχή γύρω από την εκκλησία. Είχανε μοντάρει και κάποια πλάνα από λειτουργία της εκκλησίας και έδωσαν ένα σύντομο ιστορικό του Βίκτορ Στράντγκορντ. «Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι το γεγονός προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Κίρουνα» συνέχισε η φωνή του ρεπόρτερ. «Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν η αδερφή του Βίκτορ Στράντγκορντ, η Σάνα Στράντγκορντ, συνοδευόμενη από τη δικηγόρο της προσήλθε για ανάκριση στο αστυνομικό τμήμα απόψε». Η εικόνα έδειχνε έναν χώρο πάρκινγκ καλυμμένο από το χιόνι. Μ ια λαχανιασμένη δημοσιογράφος, που θύμιζε μια νεότερη και δυναμικότερη εκδοχή της Κλερ Βίκχολμ, έτρεχε προς το μέρος δύο γυναικών που έβγαιναν από ένα κόκκινο Άουντι. Τα κόκκινα μαλλιά της δημοσιογράφου έμοιαζαν με ουρά αλεπούς όπως ξεπηδούσαν από τον σκούφο της. Αν και σκοτεινά, μπορούσε κανείς να διακρίνει την πρόσοψη με τα κόκκινα τούβλα στο βάθος. Σίγουρα ήταν το αστυνομικό τμήμα. Η μία από τις δύο γυναίκες που βγήκαν από το Άουντι είχε το κεφάλι της σκυφτό και το μόνο που μπορούσε να διακρίνει κανείς ήταν ένα μακρύ πανωφόρι από προβιά κι έναν σκούφο, από το ίδιο υλικό, κατεβασμένο μέχρι τα μάτια. Η άλλη γυναίκα ήταν η Ρεμπέκα Μ άρτινσον. Ο Μ ονς δυνάμωσε τη φωνή κι έσκυψε μπροστά ν’ ακούσει καλύτερα. «Τι διάβολο» μονολόγησε. Η Ρεμπέκα του είχε πει ότι θα πήγαινε εκεί πάνω γιατί γνώριζε τους συγγενείς του θύματος, ήταν η πρώτη του σκέψη. Η πληροφορία ότι ήταν η δικηγόρος της αδερφής πρέπει να ήταν λανθασμένη. Παρατήρησε το σφιγμένο πρόσωπο της Ρεμπέκα, που


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

101

κατευθυνόταν με γρήγορα βήματα προς την είσοδο του αστυνομικού τμήματος, ενώ κρατούσε την άλλη –που πρέπει να είναι η αδερφή του Βίκτορ Στράντγκορντ– σφιχτά από τη μέση. Μ ε το ελεύθερο χέρι της προσπαθούσε να κρατήσει μακριά τη γυναίκα με το μικρόφωνο που έτρεχε πίσω τους. «Αληθεύει ότι του είχαν βγάλει τα μάτια;» ρώτησε η ρεπόρτερ με τη χαρακτηριστική προφορά του Λούλεο. «Πώς αισθάνεσαι, Σάνα;» συνέχισε μην παίρνοντας καμία απάντηση. «Είναι αλήθεια ότι είχες και τα παιδιά μαζί σου στην εκκλησία όταν τον βρήκες;» Όταν είχαν φτάσει πια στην είσοδο του αστυνομικού τμήματος, η κόκκινη αλεπού μπήκε αποφασισμένη μπροστά τους. «Θεός φυλάξοι, κοπέλα μου» αναστέναξε ο Μ ονς. «Τι είναι τούτο πάλι; Αμερικάνικο ρεπορτάζ αλά Λαπωνία;» «Πιστεύετε ότι ήταν τελετουργικός φόνος;» ρωτούσε τώρα η ρεπόρτερ. Η κάμερα έκανε ζουμ στ’ αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα και μετά ένα κοντινό στα πρόσωπα της Ρεμπέκα και της άλλης γυναίκας. Η Σάνα Στράντγκορντ κρατούσε τα χέρια της στα πλάγια του προσώπου της σαν παρωπίδες. Τα γκρίζα μάτια της Ρεμπέκα καρφώθηκαν άγρια πρώτα στην κάμερα κι έπειτα στη δημοσιογράφο. «Πάρε δρόμο» της είπε αυστηρά. Τα λόγια της Ρεμπέκα και οι εκφράσεις του προσώπου της ξύπνησαν στον Μ ονς μια δυσάρεστη ανάμνηση. Θυμήθηκε τη χριστουγεννιάτικη γιορτή της εταιρείας πέρσι. Είχε προσπαθήσει να κουβεντιάσει μαζί της, να είναι ευγενικός, αλλά εκείνη του είχε ρίξει ένα βλέμμα λες και ήταν κάποιος που τον είχε βρει στον πάτο της τουαλέτας καθώς την καθάριζε. Αν δεν τον απατούσε η μνήμη του, τα ίδια ακριβώς είχε πει και σ’ εκείνον. Μ ε τον ίδιο αυστηρό τόνο στη φωνή: «Πάρε δρόμο». Μ ετά το γεγονός αυτό, είχε κρατήσει τις αποστάσεις του. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να νιώσει η Ρεμπέκα ενοχλημένη και να δηλώσει παραίτηση. Ούτε ήθελε να της περάσει από το μυαλό κάτι που ο ίδιος δεν εννοούσε. Αν δεν της άρεσε, δεν πειράζει.


102

ASA LARSSON

Ξαφνικά όλα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα μπροστά στον φακό. Ο Μ ονς συγκέντρωσε την προσοχή του και έβαλε το χέρι του πάνω στο πλήκτρο της παύσης του τηλεχειριστηρίου. Η Ρεμπέκα σήκωσε το χέρι της για ν’ ανοίξει δρόμο και ξαφνικά η δημοσιογράφος χάθηκε από το πλάνο. Η Ρεμπέκα και η Σάνα Στράντγκορντ πέρασαν λίγο πολύ από πάνω της, κατευθυνόμενες προς το αστυνομικό τμήμα. Η κάμερα ακολουθούσε τις πλάτες τους, όταν ακούστηκε η θυμωμένη φωνή της δημοσιογράφου. «Ωχ, το χέρι μου, γαμώτο! Το τράβηξες αυτό;» Ακούστηκε και πάλι η αντρική φωνή του ρεπόρτερ από το Κανάλι 4. «Η δικηγόρος είναι από τη γνωστή εταιρεία νομικών συμβούλων Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ, αλλά κανείς από τα γραφεία τους δεν θέλησε να σχολιάσει τα αποψινά συμβάντα». Ο Μ ονς κοίταζε σοκαρισμένος την εικόνα αρχείου με την πρόσοψη της εταιρείας. Πάτησε παύση. «Όχι βέβαια, που να σε πάρει ο διάβολος» βλαστήμησε και τινάχτηκε τόσο απότομα από τον καναπέ, ώστε το γάλα χύθηκε στο πουκάμισο και το παντελόνι του. Τι στον διάολο έκανε εκεί; σκέφτηκε. Ανέλαβε πράγματι την υπεράσπιση της Σάνα Στράντγκορντ χωρίς τη συγκατάθεση της εταιρείας; Θα πρέπει να έχει γίνει παρεξήγηση. Δεν μπορεί να είναι τόσο απερίσκεπτη. Πήρε το κινητό του και σχημάτισε έναν αριθμό. Καμία απάντηση. Πίεσε με τον δεξί δείκτη και τον αντίχειρα τη βάση της μύτης του προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. Ενώ πήγαινε στο χολ για να πάρει τον φορητό υπολογιστή του, σχημάτισε έναν νέο αριθμό. Καμία απάντηση κι από εκεί. Ένιωσε λαχανιασμένος και ιδρωμένος. Πέταξε τον υπολογιστή πάνω στο τραπέζι του καθιστικού και ξεκίνησε ξανά το βίντεο από εκεί που το είχε σταματήσει. Τώρα έδειχναν τον εισαγγελέα Καρλ φον Ποστ μπροστά στην είσοδο της Πηγής της Δύναμης. «Γαμώ το κέρατό μου» έβρισε ο Μ ονς προσπαθώντας να ξεκινήσει τον υπολογιστή και παράλληλα να κρατάει σταθερό το κινητό του ανάμεσα σε ώμο και αυτί. Ένιωσε τα χέρια του αδέξια και τρεμάμενα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

103

Ο Μ ονς βρήκε το ακουστικό κι έτσι μπορούσε τώρα να χρησιμοποιεί το κινητό και ταυτόχρονα να πατάει τα πλήκτρα του υπολογιστή του. Αλλά στις κλήσεις που έκανε δεν έπαιρνε απάντηση. Τα τηλέφωνα θα είχαν πάρει σίγουρα φωτιά αμέσως μετά τις ειδήσεις. Οι άλλοι μέτοχοι θ’ αναρωτιόνταν πώς στο καλό μια βοηθός δικηγόρος φορολογικών θεμάτων βρισκόταν εκεί πάνω και ξάπλωνε κάτω δημοσιογράφους. Κοίταξε το τηλέφωνό του και είδε ότι είχε δεκαπέντε μηνύματα. Δεκαπέντε. Ο Καρλ φον Ποστ κοίταξε τον Μ ονς κατάματα μέσα από την οθόνη κι εξήγησε πώς προχωρούσε η έρευνα. Τα γνωστά δηλαδή: ότι οι έρευνες συνεχίζονταν πυρετωδώς, χτυπούσαν πόρτες, ανέκριναν μέλη της εκκλησίας και αναζητούσαν το όπλο του εγκλήματος. Ο εισαγγελέας ήταν ντυμένος κομψά, με γκρι μάλλινο πανωφόρι, ασορτί γάντια και κασκόλ. «Μ αλάκα φιγουρατζή» σχολίασε ο Μ ονς Βένγκρεν δίχως να συνειδητοποιήσει ότι ο Φον Ποστ ήταν ντυμένος σχεδόν πανομοιότυπα με τον ίδιο. Τώρα, κάποιος σήκωσε επιτέλους το ακουστικό. Ήταν ο οργισμένος σύζυγος μιας μετόχου. Εκείνη είχε ξαναπαντρευτεί έναν πολύ νεότερο άντρα, που ζούσε καλά με την επιτυχημένη του σύζυγο, ενώ υποτίθεται ότι σπούδαζε ή τι σκατά έκανε. Δεν πάει στον διάολο, που θέλει να γκρινιάξει κιόλας, σκέφτηκε ο Μ ονς. Όταν η συνάδελφός του πήρε το ακουστικό, η συνομιλία τους δεν κράτησε πολύ. «Γιατί δεν μπορούμε να συναντηθούμε αμέσως;» έκανε ο Μ ονς ενοχλημένος. «Τι εννοείς νυχτιάτικα;» Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν τέσσερις και τέταρτο. «Εντάξει τότε» έκανε ύστερα από λίγο. «Στις εφτά λοιπόν. Συνάντηση για πρόωρο πρόγευμα. Ας προσπαθήσουμε να μαζέψουμε και τους άλλους». Όταν η συνομιλία ολοκληρώθηκε, έστειλε ένα ιμέιλ στη Ρεμπέκα Μ άρτινσον. Ούτε εκείνη είχε απαντήσει στο τηλέφωνο. Έκλεισε τον υπολογιστή και, καθώς σηκώθηκε, ένιωσε το παντελόνι του να κολλάει πάνω στα πόδια του. Κοίταξε κάτω και ανακάλυψε το γάλα που είχε χύσει πάνω του.


104

ASA LARSSON

«Διαβολοκόριτσο» μούγκρισε ανασηκώνοντας το παντελόνι του. «Διαβολοκόριτσο».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

και εγένετο εσπέρα

105


106

ASA LARSSON

και εγένετο πρωί, ημέρα δευτέρα

Η

αστυνομική επιθεωρήτρια Άννα-Μ αρία Μ έλα κοιμάται ανήσυχα το χάραμα. Τα σύννεφα έχουν καλύψει τον ουρανό και το δωμάτιο είναι σκοτεινό. Λες κι ο Θεός έχει κουπώσει όλη την πόλη με την παλάμη του, κατά τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί κουπώνει ένα έντομο για να μην του φύγει. Τώρα όποιος μπήκε στο παιχνίδι δεν πρόκειται να ξεφύγει. Η Άννα-Μ αρία κουνάει το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, για ν’ αποφύγει τις φωνές και τα πρόσωπα της προηγούμενης μέρας που έχουν μετακομίσει στ’ όνειρό της. Το παιδί στην κοιλιά της κλοτσάει με μανία. Στο όνειρο, ο εισαγγελέας πλησιάζει το πρόσωπό του στο πρόσωπο της Σάνα Στράντγκορντ προσπαθώντας να της αποσπάσει απαντήσεις που εκείνη δεν είναι ικανή να δώσει. Την πιέζει και την απειλεί λέγοντάς της ότι θ’ ανακρίνει τις κόρες της αν δεν απαντήσει. Κι όσο πιο πολύ τη ρωτάει, τόσο περισσότερο εκείνη κλείνεται στον εαυτό της. Στο τέλος, μοιάζει σαν να μη θυμάται τίποτα. «Τι έκανες στην εκκλησία μέσα στη νύχτα; Τι σ’ έκανε να πας εκεί; Κάτι θα πρέπει να θυμάσαι. Είδες κάποιον άλλον εκεί; Θυμάσαι ότι τηλεφώνησες στην αστυνομία; Ήσουν θυμωμένη με τον αδερφό σου;» Η Σάνα κρύβει το πρόσωπό της μες στα χέρια της. «Δεν θυμάμαι. Δεν ξέρω. Ήρθε και με συνάντησε μέσα στη νύχτα. Ξαφνικά, ο Βίκτορ στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι μου.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

107

Φαινόταν λυπημένος. Μ όλις τον είδα να διαλύεται και να χάνεται, κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί…» «Διαλύθηκε και χάθηκε;» Ο εισαγγελέας δείχνει να μην ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να τη χτυπήσει. «Για περίμενε, μου λες δηλαδή ότι σε επισκέφτηκε ένα φάντασμα και κατάλαβες ότι κάτι είχε συμβεί στον αδερφό σου;» Η Άννα-Μ αρία ροχαλίζει τόσο δυνατά, που ο Ρόμπερτ την ξυπνάει. Στηρίζεται στον αγκώνα του και με το άλλο χέρι τής χαϊδεύει τα μαλλιά. «Σσς… Μ ία‐Μ ία» προσπαθεί να την ηρεμήσει. Επαναλαμβάνει το όνομά της και χαϊδεύει συνεχώς τα κατάξανθα μαλλιά της, ώσπου ξαφνικά εκείνη παίρνει μια βαθιά ανάσα και χαλαρώνει. Το πρόσωπό της μαλακώνει και το ροχαλητό υποχωρεί. Όταν η αναπνοή της γίνεται πάλι ήρεμη και κανονική, εκείνος ξανακοιμάται. Όσοι γνωρίζουν τον Καρλ φον Ποστ σίγουρα θα νομίζουν ότι κοιμάται ήσυχος αυτήν τη νύχτα. Ότι έχει χορτάσει από την τόση προβολή και ότι βλέπει υπέροχα όνειρα για όσα του επιφυλάσσει το μέλλον. Θα έπρεπε να κοιμάται τώρα στο κρεβάτι του μ’ ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Αλλά ακόμα και ο Φον Ποστ αλλάζει ανήσυχος πλευρό. Σφίγγει τόσο πολύ τα σαγόνια στον ύπνο του, ώστε οι επιφάνειες των δοντιών του να τρίβονται η μια πάνω στην άλλη και να φθείρονται, και να παράγουν έτσι έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Πάντα τέτοιος είναι ο ύπνος του. Τα γεγονότα της ημέρας δεν τον λύτρωσαν. Και η Ρεμπέκα Μ άρτινσον. Κοιμάται βαθιά στην ντιβανοκασέλα της κουζίνας στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Οι ανάσες της είναι ήρεμες και κανονικές. Η Σαπ πήγε και ξάπλωσε με χαρά δίπλα της και η Ρεμπέκα κοιμάται με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το ζεστό σώμα του σκυλιού και με τη μύτη της χωμένη στη μαύρη μαλλιαρή γούνα του. Εδώ δεν υπάρχουν ήχοι από τον έξω κόσμο. Ούτε αυτοκίνητα ούτε αεροπλάνα. Δεν ακούγονται φωνακλάδες


108

ASA LARSSON

διαβάτες ούτε κάποια έντονη χειμωνιάτικη βροχή να μαστιγώνει τα τζάμια. Μ έσα στην κάμαρη η Λούβα παραμιλάει στον ύπνο της και κουλουριάζεται πιο κοντά στη Σάνα. Το σπίτι τρίζει λίγο, σαν ν’ αλλάζει κι αυτό πλευρό μέσα στον ύπνο του.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

109

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου

Λ

ίγο πριν από τις έξι, η Σαπ ξύπνησε τη Ρεμπέκα πιέζοντας στο πρόσωπό της τη μύτη της. «Γεια σου, κορίτσι μου» ψιθύρισε η Ρεμπέκα «τι θέλεις; Είναι το πρωινό φιλί αυτό;» Έψαξε στα τυφλά για το πορτατίφ στο κομοδίνο και το άναψε. Η σκυλίτσα έτρεξε ως την εξώπορτα, κλαψούρισε λιγάκι, γύρισε πίσω πάλι στη Ρεμπέκα και ξαναπλησίασε τη μύτη της στο πρόσωπό της. «Κατάλαβα, κατάλαβα». Η Ρεμπέκα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, αλλά κράτησε το πάπλωμα τυλιγμένο γύρω στο σώμα της. Στην κουζίνα έκανε κρύο. Όλα εδώ μέσα θυμίζουν γιαγιά, σκέφτηκε. Είναι σαν να κοιμήθηκα μόλις μαζί της στην ντιβανοκασέλα και να μ’ άφησε να χουζουρέψω στο ζεστό κρεβάτι ώσπου ν’ ανάψει τη φωτιά στην ξυλόσομπα και να ετοιμάσει καφέ. Έβλεπε μπροστά της την Τερέσια Μ άρτινσον να κάθεται στο τραπέζι και να στρίβει το πρωινό τσιγάρο της. Η γιαγιά χρησιμοποιούσε χαρτί εφημερίδας αντί για τα πανάκριβα χαρτάκια του εμπορίου. Έσκιζε προσεκτικά ένα κομμάτι μιας σελίδας από τον χτεσινό Νορμποτενσκουρίρ. Ήταν φαρδύ και δίχως μελάνι και ως εκ τούτου αρκετά κατάλληλο για τον σκοπό που το ήθελε. Άπλωνε πάνω του λίγο καπνό κι έστριβε ένα λεπτό τσιγάρο ανάμεσα στους αντίχειρες και τους δείκτες. Τα ασημένια


110

ASA LARSSON

της μαλλιά ήταν χτενισμένα κάτω από το τσεμπέρι και φορούσε μια μαύρη και μπλε καρό αγροτική ποδιά από συνθετικό ύφασμα. Έξω στον στάβλο οι αγελάδες μούγκριζαν για να πάει κοντά τους. «Γεια σου, πίκου πίικα» συνήθιζε να της λέει μ’ ένα χαμόγελο. «Ξύπνια κιόλας;» Πίκου πίικα – μικρή παραδουλεύτρα στα φιλανδικά. H Σαπ γάβγιζε ανυπόμονα. «Ναι, ναι, τώρα» απάντησε η Ρεμπέκα. «Ν’ ανάψω μια στιγμή την κουζίνα». Είχε κοιμηθεί με τις μάλλινες κάλτσες στα πόδια της και τυλιγμένη με το πάπλωμα πήγε στην παλιά κουζίνα και την άναψε. Η Σαπ κάθισε υπομονετικά στην πόρτα και περίμενε. Πού και πού γρύλιζε προσεκτικά για να μην την ξεχάσει. Η Ρεμπέκα πήρε ένα μαχαίρι, από το παραδοσιακό είδος που κατασκευάζουν στη Μ ούρα, και με εξοικειωμένο χέρι έκοψε σκλήθρες από ένα κομμάτι ξύλο που βρήκε δίπλα στη σόμπα. Έβαλε δύο κούτσουρα πάνω από μερικές φλούδες σημύδας και σκλήθρων και τα άναψε. Η φωτιά φούντωσε γρήγορα. Έσπρωξε μέσα ένα κούτσουρο σημύδας, που θα καιγόταν πιο αργά από το πεύκο, κι έκλεισε το πορτάκι. Θα έπρεπε να σκέφτομαι τη γιαγιά πιο συχνά, είπε μέσα της. Ποιος έχει αποφασίσει ότι είναι καλύτερα να συγκεντρωνόμαστε στο παρόν; Έχω πολλούς χώρους στη μνήμη μου στους οποίους ζει η γιαγιά. Αν κι εκεί μέσα δεν περνάω πολύ χρόνο μαζί της. Και το τώρα τι έχει, άραγε, να μου προσφέρει; Η Σαπ γρύλισε ξανά τώρα κι έκανε και μια μικρή πιρουέτα μπροστά στην πόρτα. Η Ρεμπέκα φόρεσε τα ρούχα της. Ήταν παγωμένα κι αυτό έκανε τις κινήσεις της βιαστικές και σπασμωδικές. Έχωσε τα πόδια της σ’ ένα ζευγάρι μπότες που βρήκε στο χολ. «Θα είναι σύντομη η βόλτα» είπε στη Σαπ. Βγαίνοντας, άναψε τα εξωτερικά φώτα του σπιτιού και του στάβλου. Ο καιρός ήταν λίγο ηπιότερος. Το θερμόμετρο έδειχνε μείον δεκαπέντε και ο ουρανός βρισκόταν κολλημένος πάνω στη γη, αποκρύπτοντας το φως από τα ουράνια σώματα. Η Σαπ χαμήλωσε


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

111

τα πίσω πόδια της λίγο παράμερα και η Ρεμπέκα κοίταξε τριγύρω. Το χιόνι στο αγρόκτημα ήταν καθαρισμένο με φτυάρι μέχρι πέρα στους στάβλους. Είχαν πετάξει το χιόνι γύρω στους τοίχους, για να προστατεύεται έτσι το σπίτι από το κρύο. Ποιος να φτυάρισε άραγε; αναρωτήθηκε η Ρεμπέκα. Μ ήπως ο Πόλμη Φιέλμποργ; Να καθαρίζει άραγε ακόμη το αγρόκτημα της γιαγιάς, παρόλο που εκείνη έχει πεθάνει; Ο Πόλμη θα πρέπει να είναι γύρω στα εβδομήντα τώρα. Προσπάθησε να διακρίνει το σπίτι του Πόλμη μέσα στο σκοτάδι, στην άλλη πλευρά του δρόμου. Μ όλις θα φώτιζε λίγο, θα πήγαινε να δει αν το γραμματοκιβώτιο είχε ακόμη το όνομα Φιέλμποργ. Πήρε το μονοπάτι που περνούσε μπροστά από τους στάβλους. Τα εξωτερικά φώτα έριχναν την αναλαμπή τους πάνω στα τριανταφυλλοειδή σχήματα που είχε αφήσει ο παγετός στα τζάμια των υπέρθυρων. Στην άλλη πλευρά των στάβλων βρισκόταν το θερμοκήπιο της γιαγιάς. Αρκετά σπασμένα τζάμια κοίταζαν κούφια και παραπονεμένα τη Ρεμπέκα. Θα έπρεπε να είσαι εδώ, της λέγανε, θα έπρεπε να περιποιείσαι το σπίτι και το κτήμα. Κοίτα τον στόκο που έχει φύγει από τα τζάμια. Φαντάσου τι όψη θα έχουν τα κεραμίδια της στέγης κάτω από το χιόνι. Ραγισμένα και ξεκολλημένα. Η γιαγιά ήταν τόσο προσεκτική. Τόσο δουλευταρού. Η Σαπ, σαν να διάβασε τις μελαγχολικές σκέψεις της, διέσχισε τρέχοντας το σκοτάδι γαβγίζοντας χαρούμενα και την πήρε στο κατόπι. «Σσσς» έκανε γελώντας η Ρεμπέκα. «Θα ξυπνήσεις όλο το χωριό». Ακούστηκαν κάνα δυο γαβγίσματα από πολύ μακριά. Η μαύρη σκυλίτσα τέντωσε τ’ αυτιά της κι αφουγκράστηκε. «Ούτε να σου περάσει από το μυαλό» την προειδοποίησε η Ρεμπέκα. Ίσως θα έπρεπε να είχε πάρει μαζί της ένα λουρί. Η Σαπ της έριξε ένα χαρούμενο βλέμμα και αποφάσισε ότι η Ρεμπέκα μπορούσε να γίνει καλή παρέα για ένα παιχνιδιάρικο σκυλί σαν αυτήν. Έχωσε τη μουσούδα της στο ανάλαφρο σαν


112

ASA LARSSON

πούπουλο χιόνι, τη σήκωσε πάλι και κούνησε το κεφάλι της. Μ ετά άρχισε ένα παιχνίδι χτυπώντας με θόρυβο τα μπροστινά πόδια στο έδαφος και χαμηλώνοντας τον κυρίως κορμό της. Έλα λοιπόν, έλεγαν τα κατάμαυρα, λαμπερά μάτια της. «Τώρα θα δεις!» της φώναξε η Ρεμπέκα χαρούμενα και καμώθηκε πως ορμούσε στη σκυλίτσα. Αλλά, αμέσως, γλίστρησε κι έπεσε. Η Σαπ ήρθε τρέχοντας σαν σίφουνας. Πήδηξε από πάνω της σαν σκυλί τσίρκου, έκανε μια σχεδόν επιτόπια στροφή και, μισό δευτερόλεπτο μετά, στεκόταν με τη ρόδινη γλώσσα της να κρέμεται έξω από το χαμογελαστό σκυλίσιο στόμα της, προτρέποντας τη Ρεμπέκα να σηκωθεί και να ξαναπροσπαθήσει. Η Ρεμπέκα όντως σηκώθηκε κι έκανε μια νέα προσπάθεια. Η Σαπ πέταξε σχεδόν πάνω από τον σωρό του χιονιού, με τη Ρεμπέκα να σκαρφαλώνει από πίσω. Βούλιαξαν στο ανέγγιχτο χιόνι πίσω τους, που είχε κάνα μέτρο βάθος. «Παραδίνομαι» έκανε λαχανιασμένη η Ρεμπέκα έπειτα από δέκα λεπτά. Κάθισε μέσα στα χιόνια. Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα και ήταν όλη καλυμμένη με χιόνι. Όταν γύρισαν πίσω, η Σάνα είχε σηκωθεί και είχε ετοιμάσει καφέ. Η Ρεμπέκα έβγαλε τα ρούχα της. Τα πανωφόρια ήταν βρεγμένα από το χιόνι και τα υπόλοιπα ρούχα μούσκεμα από τον ιδρώτα. Βρήκε ένα μπλουζάκι μάρκας Χέλι-Χάνσεν και μια σκελέα του θείου Άφε σ’ ένα συρτάρι. «Ωραίο» σχολίασε η Σάνα μ’ ένα γελάκι. «Έχει πλάκα να βλέπει κανείς πόσο γρήγορα προσαρμόζεσαι με την κλασική μόδα εδώ πάνω». «Μ ια αυθεντική φόρμα από το Γέλιβαρε ταιριάζει στον καθένα» απάντησε η Ρεμπέκα και κούνησε τον πισινό της, με αποτέλεσμα το πίσω μέρος της σκελέας ν’ ανοίξει και ν’ ανεμίσει ελεύθερο. «Θεέ μου, είσαι πολύ αδύνατη» ξεφώνησε η Σάνα. Η Ρεμπέκα σηκώθηκε αμέσως, έκρυψε τον πισινό της κι έβαλε να πιει καφέ εντελώς σιωπηλή. «Και φαίνεσαι τόσο αφυδατωμένη επίσης» συνέχισε η Σάνα. «Θα έπρεπε να τρως και να πίνεις καλύτερα».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

113

Η φωνή της ήταν τρυφερή και προβληματισμένη. «Τέλος πάντων» αναστέναξε σαν δεν πήρε απάντηση από τη Ρεμπέκα. «Κάποιες άλλες είναι τυχερές που αρέσουν στ’ αγόρια τα μεγάλα στήθη και οι πισινοί. Αν κι εμένα μου αρέσει περισσότερο να είναι κανείς πλάκα, όπως εσύ». Ε, τότε είμαι πολύ τυχερή, είπε η Ρεμπέκα από μέσα της σαρκαστικά, που με θεωρείς εσύ όμορφη. Η σιωπή της έκανε τη Σάνα φλύαρη και ανασφαλή. «Κοίτα τι λέω» είπε. «Σαν μαμά κλώσα. Σε λίγο θα σε ρωτήσω τι βιταμίνες παίρνεις». «Σε πειράζει να δω λίγο ειδήσεις;» ρώτησε η Ρεμπέκα. Χωρίς να περιμένει απάντηση, πήγε και άνοιξε την τηλεόραση. Η εικόνα ήταν θολή. Προφανώς η κεραία είχε καλυφθεί με χιόνι. Έπειτα από μια είδηση για κάποιο επίδομα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που το είχαν εξαφανίσει επιτήδειοι, ακολούθησε ο φόνος του Βίκτορ Στράντγκορντ. Ο δημοσιογράφος εξήγησε ότι οι έρευνες για την εύρεση του δολοφόνου συνεχίζονται με τις γνωστές διαδικασίες και ότι η αστυνομία δεν είχε ακόμη κάποιον ύποπτο για τον φόνο. Οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη. Αστυνομικοί και σκυλιά που ερευνούσαν την περιοχή γύρω από την Κρυστάλλινη Εκκλησία ψάχνοντας για το όπλο που χρησιμοποιήθηκε στον φόνο. Ο αναπληρωτής εισαγγελέας Καρλ φον Ποστ είπε ότι θα πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα και θα ρωτούσαν, ότι θα ανέκριναν όλα τα μέλη της ενορίας και τους επισκέπτες. Αμέσως μετά εμφανίστηκε στην οθόνη το νοικιασμένο κόκκινο Άουντι της Ρεμπέκα. «Ωχ, όχι» ξέσπασε η Σάνα και ακούμπησε με δύναμη το φλιτζάνι με τον καφέ πάνω στο τραπέζι. «Ακόμα και η αδερφή του Βίκτορ Στράντγκορντ, που βρήκε τον νεκρό στον τόπο του εγκλήματος, επισκέφθηκε κάτω από δραματικές συνθήκες το αστυνομικό τμήμα για να την ανακρίνουν χθες το βράδυ». Η τηλεόραση έδειξε το περιστατικό με πολλές λεπτομέρειες, αλλά στις πρωινές ειδήσεις παραλείπονταν όλοι σχεδόν οι ήχοι από τα βίντεο του ρεπορτάζ. Το μόνο που ακούστηκε ήταν το υπόκωφο «Πάρε δρόμο» της Ρεμπέκα. Το γεγονός ότι η


114

ASA LARSSON

δημοσιογράφος είχε μηνύσει τη δικηγόρο για κακοποίηση το ανέφεραν λίγο πριν ο παρουσιαστής και ο μετεωρολόγος ανταλλάξουν μερικές κουβέντες για την πρόγνωση του καιρού, που θ’ ακολουθούσε μετά τις διαφημίσεις. «Δεν έδειξαν όμως πόσο επίμονη και απαίσια ήταν αυτή η ρεπόρτερ» έκανε η Σάνα έκπληκτη. Η Ρεμπέκα ένιωσε έναν πόνο να την καίει στο διάφραγμα. «Τι έπαθες;» ρώτησε η Σάνα. Τι να της πω, αναρωτήθηκε η Ρεμπέκα και κάθισε βαριά σε μια καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας. Ότι φοβάμαι μήπως χάσω τη δουλειά μου; Ότι θα μου κάνουν πόλεμο μέχρι να παραιτηθώ. Αυτή έχει χάσει τον αδερφό της, τι να πω εγώ; Πρέπει να την ξαναρωτήσω για τον Βίκτορ. Να τη ρωτήσω αν θέλει να μου μιλήσει γι’ αυτό. Δεν θέλω να παρασυρθώ στα βάσανα της δικής της ζωής και ν’ αναγκαστώ να ξανασηκώσω τα δικά της βάρη. Θέλω να πάω σπίτι μου. Θέλω να καθίσω μπροστά στον υπολογιστή μου και να συντάξω ένα έγγραφο που να αφορά τον ειδικό φόρο εισοδήματος για το κόστος παροχής συντάξεων. «Τι ακριβώς νομίζεις ότι συνέβη, Σάνα;» τη ρώτησε. «Μ ε τον Βίκτορ εννοώ. Είπες ότι ήταν εντελώς κατακρεουργημένος. Ποιος μπορεί να έκανε κάτι τέτοιο;» H Σάνα ξεροστρίφτηκε γεμάτη δυσαρέσκεια. «Δεν ξέρω. Ακριβώς όπως είπα στην αστυνομία. Πραγματικά δεν ξέρω». «Δεν φοβήθηκες όταν τον βρήκες;» «Δεν σκέφτηκα καν έτσι». «Τι σκέφτηκες τότε;» «Δεν ξέρω» είπε η Σάνα κι έφερε τα χέρια στο κεφάλι της σαν να ήθελε να παρηγορήσει τον εαυτό της. «Νομίζω ότι ούρλιαξα, αλλά ούτε και γι’ αυτό είμαι σίγουρη». «Είπες στην αστυνομία ότι σε ξύπνησε ο Βίκτορ, ότι γι’ αυτό πήγες εκεί;» Η Σάνα σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τη Ρεμπέκα στα μάτια. «Σου φαίνεται πράγματι τόσο παράξενο; Πιστεύεις ότι όλα τελειώνουν επειδή σταματούν οι σωματικές λειτουργίες;


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

115

Στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι μου, Ρεμπέκα. Φαινόταν πολύ θλιμμένος. Κι εγώ κατάλαβα ότι δεν ήταν καθαρά σωματικό, αν μπορώ να το πω έτσι. Ήξερα ότι κάτι είχε συμβεί». Όχι, δεν μου φαίνεται τόσο παράξενο, έκανε μέσα της η Ρεμπέκα. Πάντα η Σάνα έβλεπε και καταλάβαινε περισσότερα από όλους τους άλλους. Ένα τέταρτο πριν εμφανιστεί κάποιος που δεν τον περίμεναν, κι ενώ η Σάνα ετοίμαζε καφέ, μπορούσε να πει «Τώρα θα έρθει ο Βίκτορ». «Παρ’ όλα αυτά…» άρχισε να λέει η Ρεμπέκα. «Σε παρακαλώ» της είπε η Σάνα «δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Δεν τολμώ. Όχι ακόμη. Πρέπει να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Για τα κορίτσια. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες εδώ. Παρά το γεγονός ότι είσαι μια γυναίκα που φτιάχνει την καριέρα της. Μ πορεί να νομίζεις ότι έχουμε χάσει την επαφή μας, εγώ όμως σε σκέφτομαι πολύ συχνά. Μ ου δίνει δύναμη η σκέψη ότι βρίσκεσαι εκεί κάτω». Τώρα ξεροστρίφτηκε η Ρεμπέκα στο κάθισμά της. Σταμάτα, σκέφτηκε. Δεν είμαστε φίλες. Παλιά η γνώμη της μετρούσε για μένα πολύ. Όταν έλεγε πόσο πολύτιμη ήμουν για τη ζωή της. Αλλά τώρα… Τώρα νιώθω σαν να υφαίνει δεσμά γύρω από το κορμί μου. Η Σαπ ήταν η πρώτη που αντιλήφθηκε τον ήχο του χιονοσκούτερ και τις διέκοψε με ένα γάβγισμα. Σήκωσε τ’ αυτιά της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Έρχεται κάποιος προς τα εδώ;» ρώτησε η Ρεμπέκα. Αβέβαιη για την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο ήχος, σχημάτισε την εντύπωση ότι κάποιος είχε αφήσει το σκούτερ με τη μηχανή στο ρελαντί λίγο πιο κάτω από το σπίτι. Η Σάνα έσκυψε προς το παράθυρο, βάζοντας τα χέρια της σαν παρωπίδες δίπλα στα μάτια για να μη βλέπει το είδωλό της στο τζάμι. «Ωχ, όχι» ξεφώνισε μ’ ένα ενοχλητικό γέλιο. «Ο Κουρτ Μ πέκστρεμ. Αυτός μας έφερε μέχρι εδώ. Νομίζω ότι του αρέσω κάπως. Αλλά είναι κι αυτός αρκετά ωραίος. Μ οιάζει κάπως με τον Έλβις. Ίσως να είναι κάτι για σένα, Ρεμπέκα». «Κόφ’ το» είπε η Ρεμπέκα κάπως επιφυλακτικά.


116

ASA LARSSON

«Τι έγινε; Τι έκανα;» «Αυτό που κάνεις πάντα, από τότε που σε γνώρισα. Προσελκύεις ένα σωρό τρελαμένους και μετά νομίζεις ότι είναι κάτι για μένα. Σ’ ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω». «Να με συγχωρείς πολύ» είπε η Σάνα με προσβεβλημένο ύφος. «Λυπάμαι αν όλοι όσους γνωρίζω και συναναστρέφομαι δεν είναι ωραίοι τύποι ή δεν είναι αρκετά καλοί για σένα. Πώς μπορείς να τον αποκαλείς τρελαμένο; Δεν τον ξέρεις καν». Η Ρεμπέκα πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε πέρα στο αγρόκτημα. «Κάθεται πάνω στο σκούτερ του, κυριολεκτικά μέσα στη νύχτα, και φυλάει το σπίτι που μένεις χωρίς ν’ ανεβαίνει επάνω» είπε. «I rest my case – Είπα ό,τι είχα να πω». «Και έχε υπόψη σου ότι δεν φταίω εγώ που μερικοί άντρες παθαίνουν κόλλημα με μένα» συνέχισε η Σάνα. «Εκτός αν πιστεύεις το ίδιο με τον Τούμας, ότι είμαι πουτάνα». «Όχι, αλλά να σταματήσεις να σχολιάζεις την εμφάνισή μου και να μου πασάρεις τους ξεπεσμένους θαυμαστές σου». Η Ρεμπέκα πήρε τη βαλίτσα της και όρμησε στην τουαλέτα. Έκλεισε βίαια πίσω της την πόρτα και η κόκκινη ξύλινη επιγραφή με την καρδιά, που έγραφε “Εδώ είναι”, τραντάχτηκε δυνατά. «Πες του ν’ ανέβει» φώναξε προς την κουζίνα. «Δεν μπορεί να κάθεται έξω στο κρύο σαν αδέσποτο σκυλί». Θεέ και Κύριε, σκέφτηκε κλειδώνοντας την πόρτα της τουαλέτας. Οι παλαβοί θαυμαστές της Σάνα. Το έκλυτο ντύσιμό της. Δεν είναι δικό μου πρόβλημα πια. Αλλά τάραξε τον Τούμας Σέντερμπεργ. Και τότε, όταν εγώ και η Σάνα μοιραζόμασταν το διαμέρισμα, τότε έφταιγα εγώ, για κάποιον περίεργο λόγο. «Θα επιθυμούσα να μιλούσες με τη Σάνα για τον τρόπο που ντύνεται» λέει ο Τούμας Σέντερμπεργ στη Ρεμπέκα. Είναι δυσαρεστημένος μαζί της. Αυτό το νιώθει με κάθε πόρο του σώματός της. Και νιώθει σαν να τη σπρώχνουν στο έδαφος. Όταν εκείνος χαμογελάει, ο ουρανός ανοίγει κι εκείνη μπορεί να νιώθει την αγάπη του Θεού, παρόλο που δεν μπορεί ν’ ακούσει τη φωνή του. Όταν όμως τα μάτια του Τούμας παίρνουν αυτήν την


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

117

έκφραση δυσαρέσκειας, εκείνη νιώθει να σκοτεινιάζουν τα πάντα. Ερημώνει το ίδιο το μέσα της. «Έχω προσπαθήσει» υπερασπίζεται τον εαυτό της. «Της έχω πει ότι πρέπει ν’ αρχίσει να προσέχει περισσότερο τον τρόπο του ντυσίματός της. Να μη φοράει μπλούζες με τόσο μεγάλο ντεκολτέ. Να φοράει σουτιέν και πιο μακριές φούστες, κι εκείνη το καταλαβαίνει αλλά… Είναι σαν να μη βλέπει τι είναι αυτό που φοράει κάθε πρωί. Όταν δεν είμαι εκεί να την παρακολουθώ, ξεχνιέται. Μετά τη συναντάω στο κέντρο της πόλης και μοιάζει με…» Διστάζει και αποφεύγει τη λέξη «πουτάνα». Ο Τούμας θα δυσαρεστούνταν αν την άκουγε να ξεστομίζει αυτήν τη λέξη. «…και μοιάζει σαν δεν ξέρω κι εγώ τι» συνεχίζει εκείνη. «Της λες τι είναι αυτά που φοράς και τότε μόνο κοιτάζει έκπληκτη τον εαυτό της. Δεν το κάνει επίτηδες». «Δεν με νοιάζει αν το κάνει επίτηδες ή όχι» λέει ο Τούμας Σέντερμπεργ με σκληρό ύφος. «Όσο δεν ντύνεται ευπρεπώς δεν μπορώ να την αφήσω να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην ενορία. Πώς θα της επιτρέψω να μιλήσει ή να τραγουδήσει στη χορωδία, όταν θα ξέρω ότι το ενενήντα τοις εκατό των αντρών που κάθονται κι ακούν κοιτάνε τις ρώγες της, που προεξέχουν κάτω από την μπλούζα της, και ότι το μόνο που σκέφτονται είναι πως θα ήθελαν να βάλουν το χέρι τους ανάμεσα στα σκέλια της». Εκείνος σωπαίνει και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Κάθονται στο προσευκτήριο, πίσω από την κυρίως αίθουσα της Αποστολικής Εκκλησίας. Το άπλετο φως του, που εμφανίζεται στο έβγα του χειμώνα και στην αρχή της άνοιξης, ξεχύνεται μέσα από τα ψηλά, στενά παράθυρα. Η εκκλησία βρίσκεται σε μια πολυκατοικία που έχει σχεδιάσει ο Αγγλοσουηδός Ραλφ Έρσκιν. Οι κάτοικοι της Κίρουνα αποκαλούν το καφετί τσιμεντένιο σπίτι «ταμπακιέρα». Έτσι, η εκκλησία ονομάστηκε «Κυρίου Τέρψις». Η Ρεμπέκα πιστεύει ότι το εσωτερικό της εκκλησίας ήταν ομορφότερο παλιά. Αυστηρό και λιτό. Σαν μοναστήρι με τσιμεντένιους τοίχους, τσιμεντένιο πάτωμα και σκληρούς ξύλινους πάγκους. Αλλά ο Τούμας Σέντερμπεργ έβαλε να αντικαταστήσουν τον σταθερό άμβωνα του κηρύγματος με έναν


118

ASA LARSSON

ξύλινο, κινητό άμβωνα. Επίσης, στο μπροστινό μέρος της αίθουσας, ζήτησε να βάλουν ξύλινο δάπεδο. Για να μην είναι η αίθουσα τόσο καταθλιπτική. Μέχρι που έγινε κι αυτή σαν όλες τις Ελεύθερες Εκκλησίες. Ο Τούμας αφήνει το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο ταβάνι, όπου υπάρχει μια μεγάλη κηλίδα από υγρασία. Εμφανίζεται πάντα όταν μπαίνει η άνοιξη, όταν τα χιόνια από τη σκεπή λιώνουν. Είναι ο τρόπος που σωπαίνει και το γεγονός ότι δεν την κοιτάζει κατάματα που κάνουν τη Ρεμπέκα να καταλάβει. Ο Τούμας Σέντερμπεργ έχει θυμώσει με τη Σάνα, γιατί τον βάζει κι αυτόν σε πειρασμό. Είναι κι ο ίδιος ένας από εκείνους τους άντρες που θα ήθελαν να βάλουν το χέρι τους στο εσώρουχό της και… Ο θυμός φουντώνει σαν καυτό μπουμπούκι στο στήθος της. Καταραμένη Σάνα, λέει από μέσα της. Πουτανάκι. Ξέρει ότι δεν είναι εύκολο να είσαι πάστορας. Ο Τούμας δέχεται ποικιλότροπους πειρασμούς. Το μόνο που θα ήθελε ο εχθρός του είναι να τον δει να αμαρτάνει. Και στο θέμα του σεξ είναι αδύναμος. Αυτό το έχει πει ανοιχτά στα παιδιά, όταν κάνανε μελέτη στη βιβλιοθήκη. Θυμάται πως τους έλεγε ότι, χωρίς τη θέλησή του, είχε δεχθεί επίσκεψη από δύο αγγέλους. Ο ένας τον είχε σαγηνέψει, κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Κι εκείνη το γνώριζε καλά αυτό. «Είναι ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί» είχε πει ο άγγελος. «Έπρεπε να γίνω το αντίθετό μου. Να αποτελούμαι από ίσα μέρη σκότους και φωτός». Η Σάνα χτύπησε διακριτικά την πόρτα. «Ρεμπέκα» έκανε. «Κατεβαίνω για να πω στον Κουρτ ν’ ανέβει. Θα βγεις κάποια στιγμή από εκεί μέσα; Θα προτιμούσα να μη μείνω μόνη μου μαζί του, και τα κορίτσια κοιμούνται…» Όταν η Ρεμπέκα βγήκε από την τουαλέτα, ο Κουρτ Μ πέκστρεμ καθόταν στο τραπέζι. Όταν έπινε, κρατούσε το φλιτζάνι με τον καφέ και με τα δυο του χέρια και, καθώς το σήκωνε από το τραπέζι, έσκυβε παράλληλα και το κεφάλι του, για να μη


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

119

χρειάζεται να σηκώνει το φλιτζάνι τόσο ψηλά. Τις μπότες του δεν τις είχε βγάλει, απλώς είχε ξεκουμπώσει το πάνω μέρος της ολόσωμης φόρμας που φορούσε για το σκούτερ, και κρεμόταν τώρα κάτω από τη μέση του. Έριξε μια λοξή ματιά στη Ρεμπέκα και τη χαιρέτησε χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια. Πού να πήγε άραγε η ομοιότητα με τον Έλβις; αναρωτήθηκε η Ρεμπέκα. Μ ήπως εννοούσε ότι έχει δύο μάτια και μια μύτη στη μέση του προσώπου. Μ αλλιά, βεβαίως. Και μια μελαγχολική έκφραση. Ο Κουρτ είχε σγουρά μαύρα μαλλιά. Το χοντρό σκουφί του τα είχε πατικώσει και ήταν τώρα κολλημένα πάνω στο κούτελό του. Οι άκρες των ματιών του παρουσίαζαν μια μικρή πτώση. «Ουάου» έκανε η Σάνα και κοίταξε τη Ρεμπέκα από την κορφή ως τα νύχια. «Τι όμορφη που είσαι. Παράξενο, γιατί φοράς μόνο τζιν και μπλούζα και φαίνεται σαν να πήρες ό,τι έτυχε να βρεις μπροστά σου. Κι όμως, δίνεις την εντύπωση σαν να φοράς τα καλύτερα ρούχα στον κόσμο». «Συγγνώμη» συνέχισε ευθύς μετά κι έκρυψε με την παλάμη της ένα αμήχανο χαμόγελο. «Ξέχασα ότι μου απαγόρευσες να σχολιάζω την εμφάνισή σου». «Να, εγώ ήθελα, όπως σου είπα, να δω πώς τα πας» είπε ο Κουρτ στη Σάνα. Έσπρωξε λίγο το φλιτζάνι του, για να δείξει ότι ετοιμαζόταν να φύγει. «Καλά τα πάω» απάντησε η Σάνα. «Καλά και καλά, δηλαδή... τρόπος του λέγειν. Η Ρεμπέκα όμως μου στάθηκε πολύ. Αν δεν είχε έρθει μαζί μου στο αστυνομικό τμήμα, δεν ξέρω αν θα τα είχα καταφέρει». Το χέρι της τινάχτηκε κι άγγιξε απαλά το μπράτσο της Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα πρόσεξε τους μυς γύρω από το στόμα του Κουρτ να σφίγγονται. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του για να σηκωθεί. Καλά τα πας Σάνα, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Πες του πόσο ωραία είμαι ντυμένη. Πόσο σε στήριξα. Και άγγιξέ με έτσι, ώστε να καταλάβει πόσο κοντά είμαστε η μία στην άλλη. Οπότε εσύ μένεις απέξω και εκείνος θυμώνει μόνο με μένα. Σαν να είμαι εκείνο το


120

ASA LARSSON

πιόνι που βάζεις μπροστά στη βασίλισσα που απειλείται στο σκάκι. Αλλά δεν θα γίνω εγώ ο γαμημένος μανδύας προστασίας σου. Το πιόνι παραιτείται. Ακούμπησε βιαστικά το χέρι της στην πλάτη του Κουρτ. «Μ είνε, σε παρακαλώ» του είπε. «Μ είνε να κάνεις παρέα στη Σάνα. Θα βγάλει ψωμί, τυρί και τα λοιπά, να φάτε λίγο πρωινό. Εγώ πρέπει να κατέβω στο αυτοκίνητο και να φέρω το κινητό και τον υπολογιστή μου. Θα είμαι κάτω στο ισόγειο για να κάνω ορισμένα τηλεφωνήματα και να στείλω μερικά ιμέιλ». Η Σάνα την κοίταξε μ’ ένα δυσερμήνευτο βλέμμα την ώρα που πήγαινε στο χολ να φορέσει τις μπότες της. Ήταν βρεγμένες, αλλά το αυτοκίνητο ήταν κοντά, μια σύντομη βόλτα θα έκανε. Άκουγε τη Σάνα και τον Κουρτ να μιλάνε χαμηλόφωνα στο τραπέζι τής κουζίνας. «Φαίνεσαι κουρασμένος» είπε η Σάνα. «Ήμουν ξύπνιος και προσευχόμουν στην εκκλησία όλη τη νύχτα» απάντησε ο Κουρτ. «Έχουμε ξεκινήσει μια αλυσίδα προσευχών, ώστε να βρίσκεται πάντα εκεί κάποιος και να προσεύχεται. Κι εσύ θα πρέπει να πας. Γράψου στη λίστα, για μισή ώρα μόνο. Ο Τούμας Σέντερμπεργ ρώτησε για σένα». «Δεν του είπες όμως πού ήμουν;». «Όχι βέβαια. Δεν πρέπει όμως να αποφεύγεις την ενορία αυτήν τη στιγμή, αλλά να αναζητάς εκεί καταφύγιο. Και θα πρέπει να επιστρέψεις στο σπίτι σου». Η Σάνα αναστέναξε. «Δεν ξέρω ποιον μπορώ να εμπιστευτώ πια. Γι’ αυτό δεν πρέπει να πεις σε κανέναν πού είμαι». «Δεν θα το πω. Κι αν υπάρχει κάποιος που μπορείς να εμπιστευτείς, Σάνα, αυτός είμαι εγώ». Η Ρεμπέκα στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας την κατάλληλη στιγμή, για να δει τα χέρια του Κουρτ να αναζητούν τα χέρια της Σάνα πάνω από το τραπέζι. «Τα κλειδιά μου» είπε η Ρεμπέκα. «Τα κλειδιά του αυτοκινήτου και του σπιτιού χάθηκαν. Πρέπει να μου έπεσαν στα χιόνια όταν έπαιζα με τη Σαπ».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

121

Ρεμπέκα, η Σάνα και ο Κουρτ άρχισαν να ψάχνουν για τα κλειδιά μέσα στα χιόνια, με τους φακούς αναμμένους. Δεν είχε φωτίσει ακόμη και οι φακοί έριχναν το φως τους στην αυλή, στους σωρούς χιονιού και στα χνάρια πάνω στα χιόνι. «Δεν έχουμε καμία ελπίδα» αναστέναξε η Σάνα σκαλίζοντας γύρω της στα κουτουρού. «Τα κλειδιά βυθίζονται πολύ βαθιά όταν το χιόνι δεν είναι συμπιεσμένο». Η Σαπ στάθηκε δίπλα στη Σάνα και άρχισε να σκαλίζει κι αυτή με μανία. Βρήκε ένα κλαδί κι άρχισε να τρέχει σαν σίφουνας. «Κι αυτή δεν είναι να την εμπιστεύεσαι» είπε η Σάνα ψάχνοντας με τα μάτια τη σκυλίτσα, που ύστερα από μερικά μέτρα απόσταση ήταν σαν να την είχε καταπιεί το σκοτάδι. «Μ πορεί να πήρε τα κλειδιά στο στόμα και να τ’ άφησε οπουδήποτε, μόλις είδε κάτι πιο ενδιαφέρον». «Καλύτερα εσύ και ο Κουρτ να πάτε μέσα με το σκυλί» είπε η Ρεμπέκα προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό της. «Σε λίγο θα ξυπνήσουν και τα κορίτσια και δεν θα ξέρω ποια ίχνη είναι δικά μου και ποια δικά σας». Τα πόδια της ήταν παγωμένα και υγρά. « Όχι, εγώ δεν θέλω να μπω μέσα» γκρίνιαξε η Σάνα. «Θέλω να σε βοηθήσω να βρεις τα κλειδιά σου. Θα τα βρούμε. Κάπου εδώ πρέπει να είναι». Ο Κουρτ ήταν ο μόνος που φαινόταν να έχει καλή διάθεση. Λες και το σκοτάδι τον προστάτευε από την ντροπαλοσύνη του. Άλλωστε η κίνηση κι ο κρύος αέρας τον είχαν ξυπνήσει για τα


122

ASA LARSSON

καλά. «Ήταν απίστευτη η αποψινή νύχτα!» είπε στη Σάνα εκστατικός. «Ο Θεός μού έδειχνε συνέχεια τη δύναμή του. Μ ε πλημμύρισε. Κι εσύ θα έπρεπε να πας στην εκκλησία, Σάνα. Όσο προσευχόμουν ένιωθα τη δύναμή Του να με κατακλύζει. Η γλωσσολαλία έδινε κι έπαιρνε. Σάκα μπαράι. Κι είχα στήσει νοερό χορό. Πού και πού καθόμουν στο πάτωμα και άνοιγα τη Βίβλο στα σημεία που ήθελε ο Θεός να διαβάσω. Κι όλα ήταν υποσχέσεις για το μέλλον. Μ παμ, μπαμ, μπαμ. Μ ε βομβάρδιζε με υποσχέσεις». «Προσευχηθείτε τώρα να βρω τα κλειδιά μου» μουρμούρισε η Ρεμπέκα. «Ήταν σαν να αποτύπωνε με λέιζερ στα μάτια αποσπάσματα από τη Βίβλο» συνέχισε ο Κουρτ. «Για να τα μεταφέρω και σε άλλους. Ησαΐας 43:19: “Ἰδοὺ ποιῶ καινὰ ἃ νῦν ἀνατελεῖ, καὶ γνώσεσθε αὐτά· καὶ ποιήσω ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν καὶ ἐν τῇ ἀνύδρῳ ποταμούς”». «Μ πορείς να προσευχηθείς μόνη σου για να βρεις τα κλειδιά σου» είπε η Σάνα στη Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα γέλασε. Αν και ακούστηκε περισσότερο σαν ειρωνικό ξεφύσημα. «Ή Ησαΐας 48:9» είπε τραγουδιστά ο Κουρτ: «“Ἠκούσατε πάντα, καὶ ὑμεῖς οὐκ ἔγνωτε· ἀλλὰ καὶ ἀκουστά σοι ἐποίησα τὰ καινὰ ἀπὸ τοῦ νῦν, ἃ μέλλει γίνεσθαι, καὶ οὐκ εἶπας”». Η Σάνα σήκωσε το κορμί της κι έστρεψε τον φακό κατευθείαν στο πρόσωπο της Ρεμπέκα. «Άκουσες τι είπα;» τη ρώτησε σοβαρά. «Γιατί δεν προσεύχεσαι για τα κλειδιά σου μόνη σου;» H Ρεμπέκα έφερε το χέρι της μπροστά στο εκτυφλωτικό φως. «Σταμάτα το αυτό!» της είπε. «Πιστεύω ότι ο Θεός μού έδειξε κάθε σημείο της Καινής Διαθήκης που λέει ότι “Οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς”» είπε ο Κουρτ στη Σαπ, που καθόταν τώρα πάνω στα πόδια του κι έμοιαζε να είναι ο μοναδικός ακροατής του. «Γιατί τότε θα σκάσουν. Και όλα τα χωρία που λένε ότι δεν μπορείς να μπαλώσεις ένα παλιό ρούχο μ’ ένα καινούργιο κομμάτι ύφασμα,


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

123

γιατί το καινούργιο θα σκίσει το παλιό και η τρύπα θα φαίνεται χειρότερα». «Αν θέλεις να προσευχηθούμε για να βρεις τα κλειδιά σου, θα το κάνουμε» είπε η Σάνα χωρίς να απομακρύνει τον φακό από το πρόσωπο της Ρεμπέκα. «Μ ην προσποιείσαι όμως ότι ο Θεός θα εισακούσει τις δικές μου προσευχές και του Κουρτ και όχι τις δικές σου. Μ ην ποδοπατάς το αίμα του Χριστού». «Κόφ’ το αυτό, είπα» ξέσπασε η Ρεμπέκα κι έστρεψε τον φακό της προς το πρόσωπο της Σάνα. Ο Κουρτ κοιτούσε και τις δύο σιωπηλός. «Κουρτ» τον ρώτησε η Ρεμπέκα κοιτάζοντάς τον μέσα από το εκτυφλωτικό φως που έριχνε στα μάτια της ο φακός της Σάνα «πιστεύεις ότι ο Θεός εισακούει το ίδιο τις προσευχές όλων των ανθρώπων;» «Ναι» είπε εκείνος «ποτέ δεν τον ξεγελάει η ακοή του. Μ πορεί όμως να υπάρχουν εμπόδια για να γίνει το θέλημά του ή εμπόδια στο να εισακούσει τις προσευχές». «Όταν, για παράδειγμα, κάποιος δεν ζει όπως θέλει ο Θεός. Ο Θεός τότε δεν μπορεί να επηρεάσει τη ζωή αυτού του ανθρώπου κατά τον ίδιο τρόπο, έτσι δεν είναι;» «Ακριβώς». «Ναι, αλλά τότε πάμε στη διδαχή περί καλών πράξεων» ξέσπασε η Σάνα απελπισμένα. «Τι θέση έχει όμως η ευσπλαχνία σε αυτήν τη διδαχή; Και ο ίδιος ο Θεός, τι νομίζεις ότι πιστεύει για εκείνο το “προσευχή και ανάγνωση της Βίβλου μια ώρα την ημέρα για μια επιτυχημένη πίστη”; Προσεύχομαι και διαβάζω τη Βίβλο όταν τον χρειάζομαι. Εμένα έτσι μ’ αρέσει να μ’ αγαπούν. Γιατί να ’ναι διαφορετικός ο Θεός; Αμ το άλλο; Το να ζούμε σύμφωνα με τη θέλημά του. Αυτό είναι ένας από τους σκοπούς της ζωής. Όχι ένα μέσον να πιάσεις τον πρώτο λαχνό με την προσευχή». Ο Κουρτ δεν απάντησε. «Συγγνώμη, Σάνα» είπε η Ρεμπέκα στο τέλος κι έσβησε τον φακό. «Δεν θέλω να τσακωθώ για τη χριστιανική πίστη. Τουλάχιστον όχι μαζί σου». «Γιατί ξέρεις ότι θα κερδίσω» είπε η Σάνα με μειλίχια φωνή


124

ASA LARSSON

και κατέβασε κι αυτή τον φακό της. Κάθισαν για λίγο σιωπηλοί, με το βλέμμα στραμμένο στη λάμψη των φακών πάνω στο χιόνι. «Αυτό με τα κλειδιά με τρελαίνει» είπε η Ρεμπέκα. «Ηλίθιο σκυλί! Εσύ φταις για όλα». Η Σαπ γάβγισε συμφωνώντας. «Όχι, μην την ακούς» είπε η Σάνα κι αγκάλιασε τον λαιμό της Σαπ. «Δεν είσαι ηλίθιο σκυλί. Είσαι το καλύτερο και το πιο υπέροχο σκυλί που υπάρχει. Και σ’ αγαπώ πάρα πολύ». Αγκάλιασε τη Σαπ, που ανταπέδιδε τις τρυφερότητες προσπαθώντας να γλείψει τη Σάνα στο στόμα. Ο Κουρτ τις παρατηρούσε με ζήλια. «Το αυτοκίνητο είναι νοικιασμένο, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. «Μ πορώ να πάω στην πόλη και να φέρω ένα εφεδρικό κλειδί». Μ ιλούσε στη Σάνα, εκείνη όμως έμοιαζε να μην τον ακούει. Ήταν εντελώς αφοσιωμένη στη Σαπ. «Το εκτιμώ πραγματικά» είπε η Ρεμπέκα στον Κουρτ. Λες και σε νοιάζει εσένα τι εκτιμώ εγώ και τι όχι, σκέφτηκε, καθώς παρατηρούσε τους κυρτούς ώμους του, εκεί που ο Κουρτ στεκόταν πίσω από τη Σάνα, περιμένοντας να του δώσει κάποια σημασία. Ο Πόλμη Φιέλμποργ, σκέφτηκε μετά. Αυτός έχει αντικλείδι του σπιτιού. Τουλάχιστον είχε παλιά. Πρέπει να πάω σ’ αυτόν.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

125

ώρα ήταν περασμένες εφτά όταν η Ρεμπέκα μπήκε στο σπίτι του Πόλμη Φιέλμποργ χωρίς να χτυπήσει την εξώπορτα, ακριβώς όπως συνήθιζε να κάνουν όταν ήταν με τη γιαγιά της. Τα παράθυρα ήταν εντελώς σκοτεινά, οπότε πιθανότατα να κοιμόταν ακόμη. Έπρεπε ωστόσο να τον βρει. Άναψε το φως στο μικρό χολ. Στο καφέ πλαστικό του δαπέδου υπήρχε ένα χαλάκι, όπου σκούπισε τα παπούτσια της. Είχε χιόνια και στο επάνω μέρος των παπουτσιών, πιο μούσκεμα δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει. Μ ια σκάλα οδηγούσε στο επάνω πάτωμα και δίπλα ήταν μια σκουροπράσινη πόρτα για το υπόγειο. Η πόρτα της κουζίνας ήταν κλειστή. Στράφηκε προς τα σκοτάδια του πάνω ορόφου και φώναξε. «Είναι κανείς εδώ;» Ακούστηκε ένα υπόκωφο γάβγισμα από το υπόγειο, που συνοδεύτηκε από τη δυνατή φωνή του Πόλμη. «Σιωπή, Μ πέλα! Κάθισε! Στο σκυλί το λέω! Περίμενε!» Ακούστηκαν βήματα στη σκάλα και η πόρτα του υπογείου άνοιξε κι εμφανίστηκε ο Πόλμη. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει εντελώς και ίσως να είχαν αραιώσει λίγο ψηλά στο κεφάλι. Κατά τ’ άλλα ήταν ολόιδιος. Τα φρύδια του βρίσκονταν αρκετά πιο πάνω από τα μάτια του, σαν να ήταν πάντα έτοιμος ν’ ανακαλύψει κάτι απρόσμενο ή ν’ ακούσει κάποια χαρούμενη είδηση. Φορούσε ένα καρό βαμβακερό πουκάμισο μπλε και άσπρο, το οποίο τσίτωνε επικίνδυνα πάνω στη μεγάλη κοιλιά του, και ήταν χωμένο καλά σε ένα στρατιωτικό παντελόνι. Η καφέ


126

ASA LARSSON

δερμάτινη ζώνη που κρατούσε το παντελόνι στη θέση του είχε γυαλίσει από την πολλή χρήση. «Μ η μου πεις ότι είσαι η Ρεμπέκα!» είπε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. «Μ πέλα, έλα!» φώναξε πάνω από τον ώμο του και σε δύο δευτερόλεπτα εμφανίστηκε σαν σίφουνας ένα θηλυκό σκυλί πόιντερ από τις σκάλες. «Γεια σου» είπε γελώντας η Ρεμπέκα και χαιρέτησε το σκυλί. «Εσύ έχεις τόσο βροντερή φωνή;» «Ναι, γαβγίζει σαν άντρας» είπε ο Πόλμη. «Πάντως διώχνει αυτούς που πουλάνε λαχεία, γι’ αυτό δεν πρέπει να παραπονιέμαι. Πέρασε μέσα!» Άνοιξε την πόρτα της κουζίνας και άναψε και τα φώτα. Όλα ήταν καθαρά και με σχολαστική τάξη, αν και μύριζε λίγο κλεισούρα. «Κάθισε» της είπε κι έδειξε προς τον καναπέ. Η Ρεμπέκα υπάκουσε και, όσο ο Πόλμη έλειψε για να φέρει αντικλείδι, έριξε μια ματιά στον χώρο γύρω της. Το φρεσκοπλυμένο χαλάκι με τις πράσινες και λευκές ρίγες ήταν τέλειο πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Το τραπέζι δεν ήταν καλυμμένο με μουσαμά, αλλά μ’ ένα καλοσιδερωμένο λινό τραπεζομάντιλο, που το στόλιζε ένα μικρό βάζο από σφυρήλατο χαλκό με αποξηραμένες νεραγκούλες και αντενάριες. Υπήρχαν παράθυρα σε τρεις πλευρές, και από το παράθυρο που βρισκόταν πίσω της φαινόταν το σπίτι της γιαγιάς. Την ημέρα, φυσικά. Τώρα, το μόνο που φαινόταν ήταν το είδωλο της λάμπας που κρεμόταν στο ταβάνι. Όταν ο Πόλμη της έδωσε το κλειδί, πήγε και κάθισε απέναντί της στο τραπέζι της κουζίνας. Έδειχνε να μην αισθανόταν άνετα στην ίδια του την κουζίνα. Κάθισε στην άκρη της κόκκινης καρέκλας. Ούτε η Μ πέλα φαινόταν να βρίσκει ησυχία. Πήγαινε πέρα δώθε και κουνούσε την ουρά της σαν ανήσυχο πνεύμα. «Χρόνια και ζαμάνια» είπε χαμογελαστά ο Πόλμη και παρατήρησε τη Ρεμπέκα προσεκτικά. «Μ όλις θα έπινα τον πρωινό μου καφέ. Θέλεις;» «Ευχαρίστως» είπε η Ρεμπέκα κι έφτιαξε ένα πρόγραμμα στο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

127

μυαλό της. Δεν θα της έπαιρνε πάνω από πέντε λεπτά να φτιάξει τη βαλίτσα της. Το καθάρισμα και συμμάζεμα το πολύ μισή ώρα. Θα προλάβαινε την πτήση των δέκα και μισή, αν ο Κουρτ έφτανε έγκαιρα με το κλειδί του αυτοκινήτου. «Έλα μαζί μου» είπε ο Πόλμη και σηκώθηκε. Βγήκε από την κουζίνα και κατέβηκε τη σκάλα για το υπόγειο, με την Μ πέλα να τον ακολουθεί καταπόδας. Και πίσω τους η Ρεμπέκα. Στο υπόγειο η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη. Κολλητά στον έναν τοίχο υπήρχε ένα στρωμένο κρεβάτι. Η Μ πέλα πήγε κατευθείαν στη δική της θέση, που ήταν δίπλα στο κρεβάτι. Τα μπολ για το νερό και το φαγητό του σκύλου έλαμπαν φρεσκοπλυμένα. Μ προστά από το θερμοσίφωνο ένας νιπτήρας με βάση και πάνω σ’ ένα μικρό πτυσσόμενο τραπέζι ένα ηλεκτρικό μάτι. «Πάρε το σκαμνάκι αποκεί να καθίσεις» είπε ο Πόλμη δείχνοντάς της. Έβγαλε ένα μικρό θερμός για καφέ και δύο φλιτζάνια από κάτι ράφια. Η μυρωδιά του καφέ ανακατευόταν με τη μυρωδιά του σκυλιού, του υπογείου και του απορρυπαντικού. Σ’ ένα σκοινί κρέμονταν δύο εσώρουχα, δύο βαμβακερά πουκάμισα κι ένα μπλουζάκι που έγραφε «Κίρουνα Τρακ». «Να με σχωρνάς για τούτα» είπε ο Πόλμη δείχνοντας τα εσώρουχα «αλλά δεν ήξερα ότι θα έχω υψηλούς επισκέπτες». «Για στάσου» είπε η Ρεμπέκα μπερδεμένη. «Εδώ κοιμάσαι;» «Ε» έκανε ο Πόλμη και έστρωσε με το χέρι του τη γενειάδα του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να συγκεντρωθεί για να μετρήσει σωστά τις κουταλιές του καφέ που έβαζε στην κανάτα. «Η M άι-Λις πέθανε πριν από δύο χρόνια». Η Ρεμπέκα μουρμούρισε κάτι σε στιλ «λυπάμαι». «Ναι, είχε καρκίνο στο στομάχι. Την ανοίξανε, αλλά δεν είχε νόημα και τη ράψανε ξανά. Το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο για μένα. Για τον Θεό, δηλαδή, τι να έκανα; Τα παιδιά είχαν φύγει εδώ και πολλά χρόνια, και σαν έφυγε κι η Μ άι-Λις… να, σταμάτησα στην αρχή να χρησιμοποιώ τον πάνω όροφο. Η κουζίνα και το


128

ASA LARSSON

καμαράκι κάτω έφταναν. Μ ετά, εγώ και η Μ πέλα ανακαλύψαμε ότι καθόμασταν συνέχεια στην κουζίνα. Τότε μετέφερα και την τηλεόραση και κοιμόμουν εκεί, στον καναπέ της κουζίνας. Έτσι, σταμάτησα να χρησιμοποιώ και το καμαράκι». «Τελικά, εγκαταστάθηκες εδώ κάτω». «Ναι, είναι πολύ πιο εύκολο το συμμάζεμα. Κι εδώ κάτω έχω και πλυντήριο και ντους. Αγόρασα κι αυτό το μικρό ψυγείο. Φτάνουν και περισσεύουν για μένα». Έδειξε ένα μικρό ψυγείο στη γωνία. Πάνω στο ψυγείο ήταν ακουμπισμένη μια πιατοθήκη. «Τι λένε όμως η Λένα και ο…» Η Ρεμπέκα προσπάθησε να θυμηθεί πώς έλεγαν τον γιο του Πόλμη. «Μ ατς. Ωπ, τώρα βράζει ο καφές. Ναι, η Λένα με μαλώνει και φωνάζει μαζί μου, και λέει πως το έχω χάσει. Όταν έρχεται να με δει με τα παιδιά, εκείνα τρεχοβολάνε σ’ όλο το σπίτι. Αυτό είναι καλό, γιατί διαφορετικά θα μπορούσα και να το πουλήσω. Έχει μετακομίσει στο Γέλιβαρε κι έχει κάνει τρία αγόρια. Τώρα όμως μεγαλώνουν κι αυτά κι αρχίζουν να έχουν τη δική τους ζωή. Πάντως τους αρέσει το ψάρεμα, κι έτσι την άνοιξη έρχονται συχνά εδώ για ψάρεμα στον πάγο. Γάλα; Ζάχαρη;» «Σκέτο». «Ο Μ ατς χώρισε, έχει όμως δύο παιδιά. Τον Ρόμπιν και τη Γιούλια. Έρχονται κι αυτοί στις διακοπές. Εσύ πως τα πας, Ρεμπέκα; Άντρα; Παιδιά;» Η Ρεμπέκα ρούφηξε προσεκτικά μια μικρή γουλιά καυτό καφέ. Της έκανε καλό στα παγωμένα της πόδια. «Όχι, τίποτα από τα δύο». «Όχι, ε; Και, απ’ ό,τι υποθέτω, μάλλον δεν θα κοτάνε να πλησιάσουν». «Τι πράγμα;» είπε γελώντας η Ρεμπέκα. «Το ταμπεραμέντο σου, κοπέλα μου» είπε ο Πόλμη και σηκώθηκε για να φέρει μια σακούλα με κουλουράκια κανέλας από το ψυγείο. «Εσύ είχες πάντα λυμένο το ζωνάρι σου για καβγά. Πάρε ένα τσουρέκι. Ωχ, Θεέ μου, σαν θυμάμαι εκείνη τη φορά που έβαλες φωτιά στο χαντάκι. Δεν ήσουν ούτε μια σπιθαμή. Στεκόσουν σαν κυρ αστυνόμος, με το χέρι σηκωμένο, όταν


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

129

φτάσαμε τρέχοντας με τη γιαγιά σου. “Στοπ! Ως εδώ και μη παρέκει!” βρυχήθηκες με φωνή αυταρχική, και, Χριστέ μου, πόσο θύμωσες που τη σβήσαμε. Είχες σκεφτεί να ψήσεις ψάρια σ’ αυτήν τη φωτιά». Ο Πόλμη γέλασε τόσο, μέχρι που του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Μ ε ανασηκωμένο το κεφάλι της η Μ πέλα γάβγιζε χαρούμενα. «Ή εκείνη τη φορά, πάλι, που πέταξες μια πέτρα στο κεφάλι του Έρικ, γιατί δεν σε άφησε ν’ ανέβεις με τ’ άλλα αγόρια στη σχεδία» συνέχισε ο Πόλμη, ο οποίος γελούσε τόσο πολύ, που τρανταζόταν η κοιλιά του. «Παραγράφονται όλα» είπε χαμογελώντας η Ρεμπέκα κι έδωσε στην Μ πέλα ένα κομμάτι από το τσουρέκι της. «Εσύ φτυάρισες το χιόνι από τον κήπο;» «Ναι, είναι καλό για την Ίνγκα Λιλ και τον Άφε ν’ ασχολούνται και με άλλα πράγματα όταν έρχονται εδώ. Κι εγώ χρειάζομαι γυμναστική». Χάιδεψε την κοιλιά του. «Είναι κανείς εδώ!» Ήταν η φωνή της Σάνα από τη σκάλα. Η Μ πέλα τινάχτηκε προς τα εκεί γαβγίζοντας. «Εδώ κάτω» φώναξε η Ρεμπέκα. «Γεια σας» είπε η Σάνα και μπήκε μέσα. «Δεν έχω πρόβλημα, τ’ αγαπάω τα σκυλιά». Τα τελευταία λόγια τα απηύθυνε στον Πόλμη, που κρατούσε την Μ πέλα από το περιλαίμιο. Η Σάνα γονάτισε κι άφησε το σκυλί να εξοικειωθεί με το πρόσωπό της. Ο Πόλμη έδειχνε σοβαρός. «Σάνα Στράντγκορντ» είπε. «Διάβασα για τον αδερφό σου. Ήταν φρικτό. Συλλυπητήρια». «Ευχαριστώ» είπε η Σάνα, που κρατούσε πλέον στην αγκαλιά της ένα ήσυχο σκυλί. «Ρεμπέκα, τηλεφώνησε ο Κουρτ. Έρχεται με το κλειδί». Ο Πόλμη σηκώθηκε. «Καφέ;» ρώτησε. Η Σάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και πήρε ένα


130

ASA LARSSON

φλιτζάνι από χοντρή πορσελάνη, με μια μπορντούρα από καφέ και κίτρινα λουλούδια στην κορυφή. Ο Πόλμη την προέτρεψε να πάρει βουτήματα και της έδειξε τη σακούλα με τα τσουρέκια. «Ήταν νόστιμα τα τσουρέκια» είπε η Ρεμπέκα. «Ποιος τα ζύμωσε; Εσύ;» «Ω, η Μ άρι Κουόπα. Δεν μπορεί ν’ αντέξει στη σκέψη ότι μπορεί να υπάρχει έστω και μια κατάψυξη στο χωριό που να μην είναι γεμάτη με τσουρέκια της προκοπής». Η Ρεμπέκα γέλασε με τον τρόπο που πρόφερε ο Πόλμη το όνομα «Μ άρι». Το είπε έτσι που να κάνει ρίμα με το Χάρι. «Μ εέρι τη λένε, την καημένη» είπε η Σάνα γελώντας. «Ναι, αυτό έλεγε και ο δάσκαλος παλιά που πηγαίναμε σχολείο» είπε ο Πόλμη και σκούπισε μερικά ψίχουλα από το τραπεζομάντιλο, τα οποία η Μ πέλα έσπευσε να εξαφανίσει με τη γλώσσα της. «Αλλά η Μ άρι κοίταζε έξω από το παράθυρο και καμωνόταν ότι δεν καταλάβαινε πως απευθυνόταν σ’ αυτήν όταν πρόφερε το όνομά της Μ εέρι». Το τελευταίο το πρόφερε σαν να μιμούνταν βέλασμα προβάτου. Η Ρεμπέκα και η Σάνα χασκογέλασαν και κοιτάχτηκαν σαν κοριτσάκια. Ό,τι τις χώριζε μέχρι τώρα είχε ξαφνικά χαθεί. Παρ’ όλα αυτά, την αγαπάω, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. «Δεν υπήρχε κάποιος στο χωριό που τον έλεγαν Σλαρκ;» ρώτησε. «Επειδή ο Σλαρκ Γκέιμπλ, όπως τον πρόφεραν οι γονείς του, ήταν το είδωλό τους;» «Μ πα» γέλασε ο Πόλμη «μάλλον κάπου αλλού πρέπει να ζούσε. Γιατί σ’ αυτό το χωριό, δεν υπήρχε ποτέ κανένας Σλαρκ. Πάντως η γιαγιά σου, όταν ήταν νέα, ήξερε μια κοπέλα που ήταν για λύπηση. Ήταν ασθενική όταν γεννήθηκε και, επειδή πίστευαν ότι δεν θα ζήσει, είπαν στον δάσκαλο του σχολείου να τη βαφτίσει. Τον δάσκαλο τον έλεγαν Φρέντρικ κάτι. Το κορίτσι έζησε κι έτσι έπρεπε να βαφτιστεί και κανονικά, με παπά. Ο παπάς μιλούσε μόνο σουηδικά, οι γονείς μόνο φιλανδικά της περιοχής Τόρνενταλ. Ο παπάς πήρε το κορίτσι και ρώτησε τους γονείς πώς θα την ονομάσουν. Οι γονείς νόμιζαν ότι τους ρώτησε ποιος είχε βαφτίσει το παιδί εσπευσμένα κι απάντησαν “Φέκι σε κάστι”, δηλαδή ο Φρέντρικ τη βάφτισε. “Ωραία”, είπε ο παπάς κι έγραψε


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

131

«Φεκισεκάστι» στο βιβλίο της εκκλησίας. Κι εκείνη την εποχή ξέρεις τι σήμαινε σεβασμός προς τον παπά. Την κοπέλα τη φώναζαν Φεκισεκάστι σε όλη της τη ζωή». Η Ρεμπέκα κοίταξε το ρολόι της. Τώρα ο Κουρτ θα είχε έρθει. Έπρεπε να προλάβει την πτήση, ακόμα κι αν δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της. «Ευχαριστώ για τον καφέ» είπε και σηκώθηκε. «Αναχωρείς κιόλας;» ρώτησε ο Πόλμη. «Για τόσο λίγο μας ήρθες;» «Ήρθα χτες και φεύγω σήμερα» απάντησε η Ρεμπέκα χαμογελώντας δειλά. «Ξέρεις πώς είναι οι γυναίκες καριέρας» είπε η Σάνα στον Πόλμη. «Τρέχουν και δεν φτάνουν». Η Ρεμπέκα με νευρικές κινήσεις φόρεσε τα γάντια της. «Δεν ήρθα ακριβώς για λόγους αναψυχής» είπε. «Θα κρεμάσω το κλειδί στο συνηθισμένο μέρος» συνέχισε απευθυνόμενη στον Πόλμη. «Να μας ξανάρθεις την άνοιξη» είπε ο Πόλμη. «Να πάμε στην παλιά σας καλύβα στο Γιέκαγιερβι. Θυμάσαι που πηγαίναμε; Εγώ κι ο παππούς σου παίρναμε το σκούτερ, κι εσύ μαζί με τη γιαγιά σου, τη Μ άι-Λις και τα υπόλοιπα πιτσιρίκια πηγαίνατε με τα σκι». «Πολύ θα το ήθελα» είπε η Ρεμπέκα κι ένιωσε ότι έλεγε αλήθεια. Το καλυβάκι, σκέφτηκε. Ήταν το μόνο μέρος όπου η γιαγιά επέτρεπε στον εαυτό της να μην κάνει τίποτα. Αφού, βέβαια, είχαμε καθαρίσει όσα βατόμουρα είχαμε μαζέψει. Ή είχαμε ξεπουπουλιάσει και ξεκοιλιάσει τα πουλιά. Έβλεπε τη γιαγιά βυθισμένη σε κάποια ιστοριούλα από το Οικιακό περιοδικό, ενώ η Ρεμπέκα έπαιζε Φιδάκι ή ξερή με τον παππού. Επειδή το καλυβάκι είχε πολύ υγρασία, μια που δεν το επισκέπτονταν, η τράπουλα φούσκωνε και γινόταν διπλάσια. Το Φιδάκι είχε φουσκώσει κι αυτό και σκεβρώσει, και δύσκολα στέκονταν τα πιόνια στη θέση τους. Αλλά δεν πείραζε. Ύστερα ήταν κι εκείνη η ασφάλεια που ένιωθε σαν την έπαιρνε ο ύπνος δίπλα στους μεγάλους, που κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα καθισμένοι γύρω από το τραπέζι. Ή όταν


132

ASA LARSSON

γλιστρούσε στ’ όνειρο συνοδευόμενη από τον ήχο του πλυσίματος πιάτων, μέσα στην κόκκινη πλαστική λεκάνη, και από τη ζέστη που ακτινοβολούσε η σόμπα. «Όπως και να ’χει, χάρηκα πολύ που βρεθήκαμε» είπε ο Πόλμη. «Ήταν πραγματικά ωραία. Έτσι, Μ πέλα;»


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

133

Ρεμπέκα πήγε τη Σάνα και τα παιδιά στο σπίτι και πάρκαρε απέξω. Αυτό που πραγματικά θα ήθελε ήταν να πει ένα βιαστικό αντίο, δίχως να κατέβει από το αυτοκίνητο, και να φύγει. Οι σύντομοι αποχαιρετισμοί είναι οι καλύτεροι. Όταν κάθεσαι μέσα στο αυτοκίνητο δύσκολα μπορείς ν’ αγκαλιαστείς. Ειδικά όταν φοράς ζώνη. Οπότε τις αγκαλιές τις γλιτώνεις. Μ έσα στο αυτοκίνητο εξάλλου βρίσκεις κι άλλα θέματα να συζητήσεις, κι όχι μόνον ότι πρέπει να ξαναϊδωθούμε και ότι δεν πρέπει ν’ αφήσουμε τον καιρό να περάσει. Λίγα λόγια σχετικά με το να μην ξεχάσεις την τσάντα που έχεις στο πίσω κάθισμα, ή τη βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ, και αν τα πήρες όλα τώρα και δεν ξέχασες τίποτα. Κατόπιν, όταν το κλείσιμο της πόρτας θα έχει αφήσει απέξω όσα δεν ειπώθηκαν, μπορείς να κουνήσεις το χέρι για αντίο και να πιέσεις το πόδι πάνω στο γκάζι δίχως καμία άσχημη γεύση στο στόμα. Γλιτώνεις να στέκεσαι εκεί σαν ηλίθια, με τις σκέψεις σου να στροβιλίζονται μέσα στο μυαλό σου σαν σμήνος κουνουπιών, αναζητώντας τα κατάλληλα λόγια. Όχι, λοιπόν, θα έμενε καθισμένη μέσα στο αυτοκίνητο. Και δεν θα έλυνε τη ζώνη της. Όταν όμως σταμάτησε το αμάξι, η Σάνα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω χωρίς να πει λέξη. Η Σαπ την ακολούθησε στο δευτερόλεπτο. Έτσι, η Ρεμπέκα αναγκάστηκε, αυτό ένιωσε τουλάχιστον, να βγει κι αυτή. Σήκωσε τον γιακά της ψηλά ως τ’ αυτιά, αν κι αυτό δεν την προστάτεψε ιδιαίτερα από την παγωνιά, που έψαχνε να τρυπώσει κάτω από το ύφασμα και που, εντέλει,


134

ASA LARSSON

γαντζώθηκε σαν μανταλάκι στους λοβούς των αυτιών της. Κοίταξε ψηλά στο διαμέρισμα της Σάνα. Ένα μικρό νοικιασμένο σπίτι, με πράσινη ξύλινη επένδυση και κόκκινη μεταλλική σκεπή. Ο κήπος είχε να οργωθεί πάρα πολύ καιρό. Τα ελάχιστα παρκαρισμένα αυτοκίνητα είχαν αφήσει βαθιά σημάδια στο χιόνι. Ένα παλιό Ντοντζ είχε πέσει σε χειμερία νάρκη κάτω από μια χιονοστιβάδα. Ήλπιζε να μην κολλήσει καθώς θα έφευγε. Το σπίτι ανήκε στη μεταλλευτική ΛΚΑΕ. Σ’ αυτά τα σπίτια έμενε όμως απλός κόσμος, οπότε η ΛΚΑΕ εξοικονομούσε χρήματα με το να μην καθαρίζει τους δρόμους όσο συχνά έπρεπε. Αν κάποιος ήθελε να φύγει το πρωί με το αυτοκίνητο, θα έπρεπε να καθαρίσει μόνος του τον δρόμο. Η Σάρα και η Λούβα κάθονταν ακόμη στο πίσω κάθισμα. Τα χέρια και οι αγκώνες τους είχαν συναντηθεί σε ένα έμμετρο παραδοξολόγημα που η Σάρα γνώριζε τέλεια και που η Λούβα προσπαθούσε να μάθει με μεγάλη προσπάθεια. Η μικρή έκανε λάθος πολλές φορές και κάθε φορά έσκαζαν και οι δυο στα γέλια κι άρχιζαν πάλι από την αρχή. Η Σαπ έτρεχε σαν ανεμοστρόβιλος κι έπαιρνε από παντού πληροφορίες με το να χώνει το μαύρο μουσούδι της στο χώμα: έκανε κύκλους γύρω από δύο άγνωστα αυτοκίνητα στην αυλή, διάβασε με ενδιαφέρον και κολακευμένη ένα χαϊκού που είχε ζωγραφίσει ο σκύλος του γείτονα με χρυσοκίτρινα στοιχεία πάνω στον λευκό σωρό χιονιού, ακολούθησε τα ενοχλητικά χνάρια ενός ποντικού μέχρι κάτω από τη βεράντα· παραπέρα δεν μπορούσε να προχωρήσει. Η Σάνα έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω κι οσφράνθηκε τον αέρα. «Μ υρίζει χιόνι» είπε. «Θα χιονίσει. Πολύ». Στράφηκε στη Ρεμπέκα. Πόσο μοιάζει στον Βίκτορ, είπε από μέσα της η Ρεμπέκα και πήρε μια βαθιά ανάσα. Η διάφανη γαλαζωπή επιδερμίδα τραβηγμένη πάνω από τα προτεταμένα ζυγωματικά. Αν και τα μάγουλα της Σάνα ήταν λίγο πιο στρογγυλά, σαν ενός παιδιού. Και η στάση του σώματος, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Ίδια σαν του


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

135

Βίκτορ. Το κεφάλι λίγο γερτό, πότε από τη μια πότε από την άλλη πλευρά, σαν να ήταν κάπως χαλαρωμένο. «Μ άλιστα… εγώ φεύγω τώρα» είπε η Ρεμπέκα, στην προσπάθειά της να ξεκινήσει τον αποχαιρετισμό, αλλά η Σάνα είχε καθίσει ανακούρκουδα και φώναξε στη Σαπ: «Εδώ, κούκλα! Έλα εδώ, μικρό μου ξωτικό». Η Σαπ διέσχισε το χιόνι σαν μαύρος σίφουνας. Είναι σαν εικόνα από κάποιο βιβλίο παραμυθιών, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Το χαριτωμένο μαύρο σκυλί με μικρές νιφάδες χιονιού που φαντάζουν σαν άστρα στην κορυφή του τριχώματός του. Και ίδια σειρήνα του δάσους η Σάνα με το μακρύ γκρίζο πανωφόρι και τον σκούφο από προβιά πάνω στην ξανθιά της χαίτη. Υπήρχε κάτι στη Σάνα που τη βοηθούσε να τα πηγαίνει καλά με τα ζώα. Έμοιαζαν κατά κάποιον τρόπο η Σάνα και το σκυλί. Αυτή η μικρή σκυλίτσα που είχε κακοποιηθεί και ταλαιπωρηθεί για πολλά χρόνια… Πού να πήγε άραγε τόση λύπη; Είχε κυλήσει από πάνω της και είχε αντικατασταθεί με την ευτυχία να χώνει τη μύτη της σε φρέσκο χιόνι ή να γαβγίζει έναν τρομαγμένο σκίουρο πάνω στο έλατο. Αλλά και η Σάνα… Αυτή που μόλις χτες είχε βρει τον αδερφό της κατακρεουργημένο μέσα στην εκκλησία. Τώρα στεκόταν εδώ στο χιόνι κι έπαιζε με τη σκυλίτσα. Δεν έχω δει δάκρυ να κυλάει στο πρόσωπό της, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Τίποτα δεν τη συγκινεί. Ούτε η θλίψη ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα ίδια της τα παιδιά, πιθανώς. Αν και δεν είναι δικό μου πρόβλημα πια. Δεν έχω κάποιο χρέος να ξοφλήσω. Σε λίγο θα φύγω και δεν πρόκειται να σκεφτώ ξανά ούτε αυτήν ούτε τα παιδιά της ούτε τον αδερφό της, ούτε κι αυτόν εδώ τον λάκκο μεταλλεύματος που τον είπαν πόλη. Πλησίασε στο αυτοκίνητο κι άνοιξε την πίσω πόρτα. «Ώρα να βγείτε κορίτσια» είπε στη Σάρα και τη Λούβα «γιατί πρέπει να φύγω για το αεροδρόμιο». «Γεια σας» φώναξε στις γυρισμένες πλάτες τους που χάνονταν στις σκάλες προς την πόρτα του σπιτιού. Η Λούβα γύρισε το κεφάλι της πίσω και κούνησε το χέρι. Η Σάρα έκανε ότι δεν άκουσε. Εδιωξε την αίσθηση εγκατάλειψης που ένιωσε όταν χάθηκε


136

ASA LARSSON

και το κόκκινο μπουφάν της Σάρας στην ίδια πόρτα. Μ ια σειρά από νοερές εικόνες, από την εποχή που κατοικούσε μαζί με τη Σάνα και τη Σάρα, φώτισε μια σκοτεινή γωνιά της μνήμης της. Καθόταν με τη Σάρα στην αγκαλιά της και της διάβαζε το παραμύθι Ο λύκος και τα εφτά κατσικάκια. Το μάγουλό της ακουμπούσε τα απαλά μαλλιά της μικρής. Το δάχτυλο της Σάρας έδειχνε τις εικόνες. Έτσι είναι όμως, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Εγώ πάντα θα τα θυμάμαι. Εκείνη έχει ξεχάσει. Η Σάνα στεκόταν ξαφνικά δίπλα της. Τα γαλαζωπά της μάγουλα είχαν αλλάξει χρώμα κι είχαν γίνει σαν δυο θερμά τριαντάφυλλα σε ξέθωρο ροζ από το παιχνίδι της με τη Σαπ. «Πρέπει ν’ ανέβεις να φας κάτι πριν φύγεις». «Το αεροπλάνο φεύγει σε μισή ώρα, οπότε…» Η Ρεμπέκα ολοκλήρωσε την πρότασή της με ένα αρνητικό κούνημα του κεφαλιού. «Φεύγουν ένα σωρό αεροπλάνα» έκανε παρακλητικά η Σάνα «κι ακόμη δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να σ’ ευχαριστήσω που ήρθες. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν…» «Εντάξει, μη σε απασχολεί» είπε χαμογελώντας η Ρεμπέκα. «Αλλά πρέπει να φύγω, πραγματικά». Το στόμα της διατηρούσε ακόμη το χαμόγελο όταν άπλωσε το χέρι της να την αποχαιρετήσει. Αλλά αυτή ήταν μια χαρακτηριστική χειρονομία και το συνειδητοποίησε τη στιγμή που το χέρι της γλίστρησε έξω από το γάντι. Η Σάνα χαμήλωσε τα μάτια κι αρνήθηκε να δώσει το χέρι της. Γαμώτο, έκανε από μέσα της η Ρεμπέκα. «Εσύ κι εγώ» είπε η Σάνα χωρίς να σηκώσει τα μάτια «ήμασταν σαν αδερφές. Τώρα έχασα και τον αδερφό και την αδερφή μου». Γέλασε με ένα γέλιο σύντομο και χωρίς καμιά χαρά. Πιότερο σαν αναφιλητό ακούστηκε. «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτως καὶ ἐγένετο· εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».6 Η Ρεμπέκα κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να μην ενδώσει


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

137

στην ξαφνική παρόρμηση να τυλίξει τα χέρια της γύρω από τη Σάνα και να την παρηγορήσει. Άσ’ τα αυτά σε μένα, σκέφτηκε θυμωμένη κι άφησε το χέρι της να πέσει. Κάποια πράγματα δεν διορθώνονται. Και σίγουρα δεν διορθώνονται μέσα στα τρία λεπτά που στέκεσαι στο κρύο και αποχαιρετίζεσαι. Τα πόδια της άρχισαν να παγώνουν. Τα παπούτσια που είχε μαζί της από τη Στοκχόλμη ήταν πολύ λεπτά. Μ όλις πριν λίγο είχε νιώσει έναν πόνο στα δάχτυλα. Και τώρα τα ένιωθε σαν να είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται. Προσπάθησε να τα κάμψει λίγο. «Θα σου τηλεφωνήσω μόλις φτάσω» είπε και μπήκε στο αυτοκίνητο. «Αυτό να κάνεις» της απάντησε αδιάφορα η Σάνα, με το βλέμμα προσηλωμένο στη Σαπ, που είχε σκύψει στη γωνιά του σπιτιού και απαντούσε σε έναν χαιρετισμό αποτυπωμένο στο χιόνι. Ίσως του χρόνου, σκέφτηκε η Ρεμπέκα και γύρισε το κλειδί. Όταν σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε στον καθρέφτη, το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω στη Σάρα και τη Λούβα, που είχαν βγει και πάλι έξω στη βεράντα. Κάτι στα μάτια τους έκανε τη γη κάτω από το αυτοκίνητο να κουνιέται. Όχι, όχι, σκέφτηκε. Όλα είναι μια χαρά. Τίποτα δεν συμβαίνει. Φύγε γρήγορα αποδώ. Τα πόδια της όμως δεν εγκατέλειπαν τον συμπλέκτη για να πατήσουν γκάζι. Το βλέμμα της έμεινε καρφωμένο στον καθρέφτη να κοιτάζει τα μικρά κοριτσάκια στην εξωτερική βεράντα. Είδε τα τρομαγμένα μάτια τους, είδε τα χείλη τους ν’ ανοιγοκλείνουν και να λένε κάτι στη Σάνα που η ίδια δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Είδε να σηκώνουν τα χέρια τους και να δείχνουν με το δάχτυλο ψηλά στο διαμέρισμα και μετά να σκύβουν το κεφάλι, όταν εμφανίστηκε ένα άλλο άτομο πάνω στη βεράντα. Ήταν ένας ένστολος αστυνομικός, που με μερικά γρήγορα βήματα έφτασε και στάθηκε μπροστά στη Σάνα. Δεν ήταν δυνατόν ν’ ακούσει τι της έλεγε. Η Ρεμπέκα κοίταξε το ρολόι της. Δεν είχε κανένα νόημα να


138

ASA LARSSON

προσπαθήσει να προλάβει την πτήση της. Τώρα δεν μπορούσε να φύγει. Μ ’ έναν βαθύ αναστεναγμό κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Το κορμί της κινήθηκε απρόθυμα προς τη Σάνα και τον αστυνομικό. Οι κοπέλες στέκονταν ακόμη στην εξωτερική βεράντα, σκυμμένες πάνω από τη χιονισμένη κουπαστή της. Η Λούβα έτρωγε κομμάτια χιόνι που είχαν κολλήσει πάνω στα πλεχτά λαπωνικά γάντια της. «Τι έρευνα κατ’ οίκον μού λες;» Ο τόνος της φωνής της Σάνα έκανε τη Σαπ να σταματήσει και να πλησιάσει ανήσυχη την αφεντικίνα της. «Δεν νομίζω ότι επιτρέπεται να μπείτε στα καλά καθούμενα στο σπίτι μου χωρίς άδεια; Μ πορούν;» Την τελευταία ερώτηση την απηύθυνε στη Ρεμπέκα. Την ίδια στιγμή εμφανίστηκε ο αναπληρωτής εισαγγελέας Καρλ φον Ποστ. Τον ακολουθούσαν δύο αστυνομικοί ντυμένοι με πολιτικά. Η Ρεμπέκα τους αναγνώρισε. Ήταν εκείνη η κοντή γυναίκα με την αλογίσια μούρη – πώς την έλεγαν; Μ έλα; Κι ο άντρας με το μουστάκι θαλάσσιου ίππου. Θεέ και Κύριε, κι αυτή που είχε την εντύπωση ότι κάτι τέτοια μουστάκια είχαν εξαφανιστεί μαζί με τη δεκαετία του εβδομήντα. Έμοιαζε πάντως σαν να είχε κολλήσει ψόφιο σκίουρο κάτω από τη μύτη του. Ο εισαγγελέας πλησίασε τη Σάνα. Στο χέρι του κρατούσε μια σακούλα, απ’ όπου έβγαλε μια μικρότερη διάφανη σακούλα. Μ έσα στη δεύτερη σακούλα βρισκόταν ένα μαχαίρι. Ήταν περίπου είκοσι εκατοστά. Η λαβή του ήταν κατάμαυρη και η άκρη της λεπίδας του ελαφρά λυγισμένη προς τα πάνω. «Σάνα Στράντγκορντ» της είπε κρατώντας τη διάφανη σακούλα με το μαχαίρι πολύ κοντά στο πρόσωπο της Σάνα. «Μ όλις βρήκαμε αυτό στο σπίτι σου. Το αναγνωρίζεις;» «Όχι» απάντησε η Σάνα. «Μ οιάζει με κυνηγετικό μαχαίρι. Εγώ δεν κυνηγάω». Η Σάρα και η Λούβα ήρθαν τώρα και στάθηκαν δίπλα στη Σάνα. Η Λούβα ακούμπησε το χέρι της πάνω στην προβιά της Σάνα για να τραβήξει την προσοχή της. «Μ αμά» είπε γκρινιάζοντας. «Περίμενε λίγο, κορίτσι μου» της απάντησε απούσα η Σάνα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

139

Η Σάρα πισωπάτησε και έπεσε πάνω στη μαμά της με τόση δύναμη, που η Σάνα αναγκάστηκε να πισωπατήσει κι αυτή για να μη χάσει την ισορροπία της. Το εντεκάχρονο κορίτσι παρακολουθούσε τις κινήσεις του εισαγγελέα προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε ανάμεσα σ’ αυτούς τους σοβαρούς ενήλικες που είχαν περικυκλώσει τη μαμά της. «Είσαι σίγουρη;» ξαναρώτησε ο Φον Ποστ. «Κοίταξέ το καλά» έκανε δείχνοντάς της το μαχαίρι κι από την άλλη πλευρά. Η πλαστική σακούλα έτριζε από την παγωνιά, καθώς ο εισαγγελέας τής έδειχνε το μαχαίρι και από τις δύο πλευρές κρατώντας το μια από τη λεπίδα μια από τη λαβή. «Ναι, σίγουρη είμαι» απάντησε η Σάνα κι έκανε ένα βήμα πίσω και μακριά από το μαχαίρι. Απέφυγε να το ξανακοιτάξει. «Ίσως να κάνουμε λίγο αργότερα τις ερωτήσεις» είπε η ΆνναΜ αρία Μ έλα στον Φον Ποστ μ’ ένα νεύμα προς τα παιδιά, που είχαν κολλήσει πάνω στη Σάνα. «Μ αμά» έλεγε και ξανάλεγε η Λούβα τραβώντας τη Σάνα από το χέρι. «Μ αμά, θα κατουρηθώ πάνω μου». «Κρυώνω» τσίριξε η Σάρα. «Θέλω να μπω μέσα». Η Σαπ στριφογύριζε ανήσυχη και προσπαθούσε να χωθεί ανάμεσα στα πόδια της Σάνα. Εικόνα δύο στο βιβλίο με τα παραμύθια, είπε μέσα της η Ρεμπέκα. Η σειρήνα του δάσους αιχμαλωτίζεται από τους χωρικούς. Την έχουν περικυκλώσει και κάποιοι την κρατούν ακίνητη από τα χέρια και την ουρά. «Στην ντιβανοκασέλα της κουζίνας βάζεις πετσέτες και σεντόνια, έτσι δεν είναι;» συνέχισε ο Φον Ποστ. «Μ ήπως συνηθίζεις να κρύβεις και μαχαίρια εκεί μέσα, ανάμεσα στις πετσέτες;» «Περίμενε λίγο, κορίτσι μου» είπε η Σάνα στη Σάρα που την τραβούσε από το παλτό. «Πρέπει να κατουρήσω» παραπονέθηκε η Λούβα. «Θα κατουρηθώ πάνω μου». «Θα μου απαντήσεις στην ερώτηση;» επέμενε πιεστικά ο Φον Ποστ. Η Άννα-Μ αρία Μ έλα και ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε αντάλλαξαν


140

ASA LARSSON

ματιές πίσω από την πλάτη του Φον Ποστ. «Όχι» είπε η Σάνα με ένταση στη φωνή. «Δεν κρύβω μαχαίρια στην ντιβανοκασέλα». «Κι αυτό εδώ;» συνέχισε ο Φον Ποστ με την ίδια επιμονή κι έβγαλε άλλη μια διάφανη σακούλα μέσα από τη μεγάλη σακούλα. «Το αναγνωρίζεις αυτό εδώ;» Στη διάφανη σακούλα υπήρχε μια Βίβλος. Εξώφυλλο από καφέ δέρμα, που έλαμπε από την πολυχρησία. Κάποτε οι άκρες των φύλλων πρέπει να ήταν επίχρυσες, αλλά τώρα δεν υπήρχε πολύ από αυτήν την επιχρύσωση και οι σελίδες του βιβλίου είχαν σκουρύνει από το πολύ πασπάτεμα και τα πολλά ξεφυλλίσματα. Σχεδόν παντού στη Βίβλο σωρός οι διαφορετικοί σελιδοδείκτες, οι καρτ ποστάλ, τα πλεκτά κορδόνια, τα αποκόμματα από εφημερίδες. Μ ε μια κραυγή σαν κλαψούρισμα, η Σάνα έπεσε κάτω ανήμπορη κι έμεινε καθισμένη στο χιόνι. «Από τη μέσα μεριά του εξωφύλλου γράφει “Βίκτορ Στράντγκορντ”» συνέχισε ο Καρλ φον Ποστ αμείλικτα. «Μ πορείς να μου πεις αν η Βίβλος ήταν δικιά του και πώς βρέθηκε στην ντιβανοκασέλα της κουζίνας σου; Μ ήπως δεν ισχύει ότι την είχε μαζί του παντού, ότι την είχε και κατά το τελευταίο βράδυ της ζωής του μαζί του στην εκκλησία;» «Όχι» ψιθύρισε η Σάνα «όχι». Έφερε τα χέρια στα μάγουλά της και τα πίεσε με δύναμη. Η Λούβα προσπάθησε να τραβήξει τα χέρια της Σάνα από το πρόσωπό της για να κοιτάξει τη μητέρα της στα μάτια. Όταν δεν τα κατάφερε ξέσπασε σε γοερό κλάμα. «Μ αμά, θέλω να φύγωωω» έλεγε ανάμεσα στ’ αναφιλητά. «Σήκω όρθια αμέσως» είπε με σκληρό τόνο στη φωνή του ο Φον Ποστ «συλλαμβάνεσαι ως σοβαρά ύποπτη για τον φόνο του Βίκτορ Στράντγκορντ». Η Σάρα στράφηκε απότομα στον εισαγγελέα. «Παράτα την ήσυχη» φώναξε. «Μ πορείς να πάρεις τα παιδιά αποδώ» είπε ο φον Ποστ ανυπόμονα στον αστυφύλακα Τόμι Ραντακίρε. Εκείνος έκανε ένα βήμα προς τη Σάνα. Τότε η Σαπ μπήκε


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

141

μπροστά από την αφεντικίνα της, χαμήλωσε το κεφάλι της, τ’ αυτιά της τραβήχτηκαν πίσω και άρχισε να δείχνει τα κοφτερά της δόντια γρυλίζοντας απειλητικά. Ο Τόμι Ραντακίρε έκανε πίσω. «Εντάξει, αρκετά ως εδώ, γαμώτο!» είπε η Ρεμπέκα στον Καρλ φον Ποστ. «Θέλω να κάνω μια καταγγελία». Το τελευταίο το απηύθυνε στην Άννα-Μ αρία Μ έλα, που στεκόταν δίπλα της και κοίταζε εξεταστικά γύρω τα σπίτια. Σε όλα τα παράθυρα οι κουρτίνες κουνιόνταν γεμάτες περιέργεια. «Θέλεις να κάνεις…» ξεκίνησε να λέει ο Φον Ποστ αλλά σταμάτησε αμέσως με ένα κούνημα του κεφαλιού του. «Όσον αφορά εσένα, μπορείς επίσης να μας ακολουθήσεις στο αστυνομικό τμήμα για προανάκριση, μια που εκκρεμεί μια μήνυση εις βάρος σου για άσκηση σωματικής βλάβης σε δημοσιογράφο του Καναλιού 4 Νορμπότεν». Η Άννα-Μ αρία Μ έλα ακούμπησε απαλά το μπράτσο του Φον Ποστ. «Αρχίζουμε να αποκτάμε κοινό» του είπε. «Δεν θα φαινόταν καθόλου όμορφο αν κάποιος από τους γείτονες τηλεφωνούσε στον Τύπο κι έκανε λόγο για αστυνομική βία και τα τοιαύτα. Μ πορεί να μην είδα καλά, αλλά αναρωτιέμαι αν εκείνος ο τύπος στο διαμέρισμα στ’ αριστερά μας δεν έχει αρχίσει να μας βιντεοσκοπεί». Σήκωσε το χέρι της και έδειξε ένα από τα παράθυρα. «Ίσως είναι καλύτερα να φεύγουμε εγώ κι ο Σβεν-Έρικ, για να μη φαίνεται ότι υπάρχει ολάκερος στρατός εδώ πάνω» συνέχισε. «Μ πορούμε να τηλεφωνήσουμε στους τεχνικούς. Γιατί θα ήθελες, φαντάζομαι, ν’ ερευνήσουν το διαμέρισμα, έτσι δεν είναι;» Το επάνω χείλος του Φον Ποστ έτρεμε από δυσαρέσκεια. Προσπάθησε να διακρίνει κάτι στο παράθυρο που του είχε δείξει η Άννα-Μ αρία Μ έλα, αλλά επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι στο διαμέρισμα. Μ ετά όμως συνειδητοποίησε ότι ίσως εκείνη την ώρα να κοιτούσε απευθείας στον φακό μιας κάμερας, κι έστρεψε απότομα αλλού το βλέμμα. Το μόνο που δεν ήθελε ήταν να συνδέσουν το όνομά του με αστυνομική βία ή να γίνει ο κακός


142

ASA LARSSON

των μέσων ενημέρωσης. «Όχι, θα μιλήσω εγώ με το τεχνικό τμήμα. Εσύ και ο ΣβενΈρικ πάρτε τη Σάνα Στράντγκορντ στο Τμήμα. Φροντίστε να σφραγιστεί το διαμέρισμα». «Εμείς θα τα ξαναπούμε αργότερα» είπε στη Σάνα πριν μπει στο αυτοκίνητό του, μια Βόλβο Κρος Κάουντρι. Η Ρεμπέκα είδε πώς η Άννα-Μ αρία Μ έλα κοίταζε το αυτοκίνητο του εισαγγελέα που χανόταν στο βάθος του δρόμου. Γαμώτο, σκέφτηκε έκπληκτη. Η αλογομούρα τον ξεγέλασε. Αυτό ήθελε. Ήθελε να τον διώξει και... βέβαια, διάβολε, είναι πολύ έξυπνη. Μ ε το που έφυγε ο Φον Ποστ, επικράτησε απόλυτη ησυχία. Ο Τόμι Ραντακίρε στεκόταν άπρακτος, περιμένοντας ένα σήμα από την Άννα-Μ αρία ή τον Σβεν-Έρικ. Η Σάρα και η Λούβα είχαν γονατίσει στο χιόνι κι είχαν τυλίξει τα χέρια τους γύρω από τη μαμά τους, η οποία εξακολουθούσε να κάθεται στο χιονισμένο έδαφος. Η Σαπ καθόταν κι αυτή δίπλα τους κι έγλειφε το χιόνι. Όταν η Ρεμπέκα γονάτισε και τη χάιδεψε, η Σαπ κούνησε την ουρά της, σαν να ήθελε να δείξει ότι όλα ήταν καλά. Ο Σβεν-Έρικ έριξε στην Άννα-Μ αρία μια ερωτηματική ματιά. «Τόμι» είπε η Άννα-Μ αρία σπάζοντας τη σιωπή «μπορείς ν’ ανέβεις μαζί με τον Ούλσον να σφραγίσετε το διαμέρισμα; Βάλε κι ένα επιπλέον σημάδι στη βρύση της κουζίνας, ώστε να μη χρησιμοποιηθεί πριν να έρθουν οι τεχνικοί». «Γεια σου» είπε ο Σβεν-Έρικ προσεκτικά στη Σάνα. «Λυπόμαστε για όλον αυτόν τον σαματά. Τώρα όμως η κατάσταση είναι αυτή που είναι. Πρέπει να μας ακολουθήσεις στο Τμήμα». «Υπάρχει κάποιο μέρος όπου μπορούμε να πάμε τα παιδιά;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Όχι» είπε η Σάνα και σήκωσε το κεφάλι της. «Θέλω να μιλήσω με τη δικηγόρο μου, τη Ρεμπέκα Μ άρτινσον. Η Ρεμπέκα αναστέναξε. «Σάνα, δεν είμαι η δικηγόρος σου…» «Είσαι δεν είσαι εγώ θα μιλήσω μαζί σου». Ο Σβεν-Έρικ έριξε στη συνάδελφό του μια αβέβαιη ματιά.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

143

«Δεν ξέρω…» είπε εκείνη. «Αμάν πια, τελειώνετε καμιά φορά» ξέσπασε η Ρεμπέκα. «Έχει συλληφθεί. Δεν είναι φυλακισμένη ούτε υπόκειται σε περιορισμούς. Έχει το δικαίωμα να κουβεντιάσει μαζί μου. Σταθείτε εδώ δίπλα μας κι ακούστε. Δεν πρόκειται να πούμε μυστικά». Η Λούβα έβγαλε έναν παραπονιάρικο ήχο δίπλα στο αυτί της Σάνα. «Τι είπες, αγάπη μου;» «Κατουρήθηκα πάνω μου» φώναξε η Λούβα. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν στη μικρή. Πράγματι ένας σκούρος λεκές είχε φανεί πάνω στο παλιό τζιν. «Η Λούβα πρέπει ν’ αλλάξει παντελόνι» είπε η Ρεμπέκα στην Άννα-Μ αρία Μ έλα. «Ακούστε κορίτσια» είπε η Άννα-Μ αρία στη Σάρα και τη Λούβα. «Θέλετε να έρθετε μαζί μου επάνω, να βρούμε παντελόνι στη Λούβα και μετά να ξανακατέβουμε στη μαμά; Όση ώρα θα λείπουμε, δεν θα πάει πουθενά. Σας το υπόσχομαι». «Κάντε αυτό που σας λέει η θεία» είπε η Σάνα. «Τα καταφέρνετε περίφημα, μικρά μου λουλουδάκια. Βρείτε μερικά ρούχα και για μένα. Και φέρτε και το φαγητό της Σαπ». «Δυστυχώς» είπε η Άννα-Μ αρία στη Σάνα. «Όχι δικά σου ρούχα. Άλλωστε ό,τι φοράς ο εισαγγελέας θα θέλει να το στείλει στο Λινσέπινγκ». «Εντάξει, εντάξει» βιάστηκε ν’ απαντήσει η Ρεμπέκα. «Θα σου βρω εγώ καινούργια ρούχα, Σάνα. Σύμφωνοι;» Τα κορίτσια πήγαν στο σπίτι με την Άννα-Μ αρία. Ο ΣβενΈρικ καθόταν κάτω, λίγο πιο μακριά από τη Σάνα και τη Ρεμπέκα, και τα ’λεγε με τη Σαπ. Έδειχναν να έχουν πολλά κοινά. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Σάνα» είπε η Ρεμπέκα. «Ασχολούμαι με τα φορολογικά, δεν αναλαμβάνω ποινικές υποθέσεις. Αν χρειάζεσαι επίσημο συνήγορο, μπορώ να σε βοηθήσω να βρεις έναν καλό». «Μ α δεν καταλαβαίνεις;» μουρμούρισε η Σάνα. «Πρέπει να είσαι εσύ. Αν δεν με βοηθήσεις εσύ δεν θα με βοηθήσει κανένας. Και τότε πρέπει να με αναλάβει ο Θεός».


144

ASA LARSSON

«Έλα, σταμάτα τώρα» την παρακάλεσε η Ρεμπέκα. «Όχι, εσύ πρέπει να σταματήσεις» είπε η Σάνα με έντονο ύφος. «Σε χρειάζομαι, Ρεμπέκα. Και τα παιδιά μου σε χρειάζονται. Δεν μου καίγεται καρφί τι πιστεύεις για μένα, αλλά τώρα στέκομαι εδώ και σε παρακαλάω. Τι θέλεις να κάνω; Να πέσω στα γόνατα; Να σου πω ότι πρέπει να το κάνεις για χάρη της παλιάς φιλίας μας; Πρέπει να είσαι εσύ». «Τι εννοείς όταν λες ότι τα παιδιά με χρειάζονται;» Η Σάνα έπιασε τη Ρεμπέκα από το παλτό και με τα δυο της χέρια. «Η μαμά και ο μπαμπάς θα μου τις πάρουν» είπε λυπημένα. «Δεν πρέπει να συμβεί αυτό. Κατάλαβες; Δεν θέλω η Λούβα και η Σάρα να περάσουν ούτε πέντε λεπτά με τους γονείς μου. Και τώρα δεν μπορώ να το εμποδίσω αυτό. Μ πορείς όμως εσύ. Για χάρη της Σάρας». Οι γονείς της. Στο μυαλό της Ρεμπέκα εικόνες και σκέψεις ανταγωνίζονταν για το ποια θα έρθει πρώτη στην επιφάνεια. Ο πατέρας της Σάνα. Καλοντυμένος. Αντιπροσωπευτικός τύπος. Μ ε την ικανότητα να νιώθει τους άλλους. Κατάφερε να γίνει δημοφιλής ως τοπικός πολιτικός. Η Ρεμπέκα τον είχε δει και στα εθνικά μέσα ενημέρωσης κάποτε. Στις επόμενες εκλογές θα ήταν πιθανότατα εκλέξιμος στη λίστα της Βουλής με τους Χριστιανοδημοκράτες. Όμως, πίσω από αυτήν την εικόνα θαλπωρής κρυβόταν ένας σκληρός αρχηγός αγέλης. Ακόμα και ο πάστορας Τούμας Σέντερμπεργ του είχε δείξει σεβασμό και υπακοή σε πολλά θέματα της ενορίας. Και η Ρεμπέκα θυμόταν με δυσαρέσκεια ότι η Σάνα της είχε διηγηθεί με πραγματική ελαφρότητα –λες και όλα αυτά είχαν συμβεί σε κάποιον άλλο– ότι της σκότωνε πάντοτε τα κατοικίδια ζώα της. Πάντα χωρίς προειδοποίηση. Σκύλους, γάτες, πουλιά. Ούτε καν το ενυδρείο που της είχε χαρίσει ένας δάσκαλος στο δημοτικό δεν της επέτρεψε να κρατήσει. Καμιά φορά η μητέρα της, που ήταν υποταγμένη σ’ εκείνον, έλεγε ότι αυτά γίνονταν επειδή η Σάνα ήταν αλλεργική. Άλλοτε πάλι μπορεί να έφταιγε το γεγονός ότι δεν ήταν καλή στα μαθήματα. Συνήθως δεν της έδιναν καμιά εξήγηση. Η σιωπή δεν επέτρεπε να διατυπωθεί καν η ερώτηση. Η


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

145

Ρεμπέκα θυμάται τη Σάνα να κάθεται κάποια βράδια, έχοντας τη Σάρα μικρή στα γόνατά της, επειδή δεν ήθελε να κοιμηθεί. «Δεν θέλω να γίνω σαν κι αυτούς» της είχε πει. «Μ ου κλείδωναν την πόρτα του δωματίου μου απέξω». «Πρέπει να μιλήσω με το αφεντικό μου» είπε η Ρεμπέκα. «Θα μείνεις;» τη ρώτησε η Σάνα. «Λίγο» απάντησε η Ρεμπέκα με πνιχτή φωνή. Το πρόσωπο της Σάνα μαλάκωσε. «Είναι το μόνο που ζητάω» είπε. «Και πόσο καιρό μπορεί να πάρει δηλαδή; Aφού είμαι αθώα. Δεν φαντάζομαι να πιστεύεις ότι το έκανα εγώ;» Στο μυαλό της Ρεμπέκα σχηματίστηκε η εικόνα της Σάνα να περπατάει μέσα στη νύχτα, κάτω από το φως του δρόμου, μ’ ένα ματωμένο μαχαίρι στο χέρι. Γιατί όμως να πάει ξανά πίσω; σκέφτηκε. Γιατί να ήθελε να πάρει μαζί της τη Λούβα και τη Σάρα στην εκκλησία για να τον «βρουν»; «Φυσικά όχι» είπε.


146

Α

ASA LARSSON

ριθμός φύλλου, ώρες. Αριθμός φύλλου, ώρες. Αριθμός φύλλου, ώρες. Η Μ αρία Τομπ καθόταν στο γραφείο της, στην εταιρεία νομικών συμβούλων Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ, και συμπλήρωνε την αναφορά εργασίας της εβδομάδας. Εντάξει είναι, διαπίστωσε όταν πρόσθεσε το σύνολο των χρεωμένων ωρών στο τετραγωνάκι στο κάτω μέρος της σελίδας. Σαράντα δύο. Το να ικανοποιήσει κάποιος τον Μ ονς ήταν δύσκολο, αλλά τουλάχιστον δεν θα έμενε δυσαρεστημένος. Είχε δουλέψει περισσότερο από εβδομήντα ώρες την τελευταία εβδομάδα, για να μπορέσει να χρεώσει τις σαράντα δύο. Έκλεισε τα μάτια της και ακούμπησε πίσω στην πλάτη της καρέκλας. Η φούστα την έσφιγγε τρομερά στο ύψος της κοιλιάς. Πρέπει ν’ αρχίσω να γυμνάζομαι, σκέφτηκε. Όχι μόνο να κάθομαι στον πισινό μου και να τρώω για παρηγοριά μπροστά στον υπολογιστή. Είναι Τρίτη πρωί. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή. Τέσσερις μέρες μέχρι το Σάββατο. Τότε θα πάω γυμναστήριο. Και μετά θα κοιμηθώ. Θα βγάλω το τηλέφωνο από την πρίζα και θα πέσω για ύπνο νωρίς. Η βροχή χτυπούσε το τζάμι ρυθμικά και είχε αρχίσει να την κοιμίζει. Ακριβώς τη στιγμή που το κορμί της αποφάσισε να ξεκουραστεί λίγο και είχαν χαλαρώσει οι μύες, χτύπησε το τηλέφωνο. Ένιωσε σαν να την ξυπνούσε κάποιος από βαθύ ύπνο με μια κλοτσιά στο κεφάλι. Κάθισε σωστά στην πολυθρόνα με μια μόνο κίνηση κι άρπαξε το ακουστικό. Ήταν η Ρεμπέκα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

147

Μ άρτινσον. «Γεια σου, μικρή!» είπε η Μ αρία με την απαλή φωνή της. Τσούλησε την καρέκλα μακριά από το γραφείο της και κλότσησε την πόρτα προς τον διάδρομο για να κλείσει. «Αποφάσισες, επιτέλους, να πάρεις τηλέφωνο!» είπε όταν σήκωσε ξανά το ακουστικό. «Προσπάθησα σαν τρελή να σου τηλεφωνήσω». «Το ξέρω» απάντησε η Ρεμπέκα. «Έχω εκατό μηνύματα στον τηλεφωνητή μου, αλλά δεν έχω καν αρχίσει να τ’ ακούω. Κλείδωσα κατά λάθος το κινητό μέσα στο αυτοκίνητο και… αν και δεν αντέχω να αρχίσω πάλι τις κλάψες. Υποθέτω ότι κάποια από αυτά τα τηλεφωνήματα είναι από έναν έξαλλο Μ ονς Βένγκρεν». «Χμ, δεν είναι να σου λέω ψέματα. Οι μέτοχοι έκαναν πρωινή σύσκεψη για όλα αυτά που έδειξαν στις ειδήσεις. Δεν είναι δα και τόσο χαρούμενοι που το Κανάλι 4 πρόβαλλε εικόνες της εταιρείας και έκανε λόγο για επιθετικούς δικηγόρους της. Η δραστηριότητα θυμίζει κυψέλη εδώ μέσα σήμερα». Η Ρεμπέκα έγειρε στο τιμόνι και πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα. Ένιωσε ξαφνικά έναν κόμπο στον λαιμό της, που πονούσε και τη δυσκόλευε να μιλήσει για οτιδήποτε. Στον κήπο έπαιζαν η Σαπ, η Σάρα και η Λούβα μ’ ένα χαλί που ήταν κρεμασμένο για τίναγμα έξω από το σπίτι. Ευχήθηκε μέσα της ν’ ανήκε στη Σάνα και όχι σε κάποιον από τους γείτονες. «Εντάξει» είπε στη Μ αρία λίγο μετά. «Υπάρχει λόγος να μιλήσω με τον Μ ονς ή με θέλει απλώς για να υποβάλω την παραίτησή μου;» «Όχι δα, για σύνελθε. Πρέπει να μιλήσεις μαζί του. Απ’ ό,τι κατάλαβα, οι περισσότεροι από τους άλλους μετόχους ήθελαν να σε ξεφορτωθούν, αλλά αυτή η επιλογή μάλλον δεν υπήρχε στη λίστα του Μ ονς. Οπότε έχεις ακόμη μια δουλειά». «Να καθαρίζω τουαλέτες και να σερβίρω καφέ;» «Ναι, και θα φοράς μόνο στρινγκ. Μ α τις λες! Σοβαρά τώρα, ο Μ ονς σε υπερασπίστηκε κανονικά. Υποθέτω όμως ότι ήταν παρεξήγηση η πληροφορία ότι πήγες εκεί ως δικηγόρος της αδερφής του Παιδιού του Παραδείσου. Σαν φίλη πήγες, έτσι δεν


148

ASA LARSSON

είναι;» «Ναι, αλλά μόλις συνέβη κάτι και…» Η Ρεμπέκα καθάρισε με το χέρι της το παράθυρο του αυτοκινήτου που είχε θαμπώσει πάλι από τη μέσα πλευρά. Η Σάρα και η Λούβα μιλούσαν μεταξύ τους καθισμένες στην κορυφή ενός σωρού από χιόνι. Η Σαπ δεν φαινόταν. Που είχε πάει το σκυλί; «Αυτό θα το συζητήσω με τον Μ ονς» είπε «γιατί δεν έχω πολύ χρόνο τώρα. Μ πορείς να με συνδέσεις;» «Ναι, αλλά δεν χρειάζεται να φανεί ότι γνωρίζεις κάτι για τη σύσκεψη». «Όχι, ε; Αλλά πού τα ξέρεις όλα αυτά εσύ;» «Μ ου τα είπε η Σόνια. Ήταν κι αυτή στη συνάντηση». Η Σόνια Μ περγ ήταν μία από τις παλιότερες γραμματείς της Μ έγιερ & Ντίτσινγκερ. Το προτέρημά της, που είχε εκτιμηθεί περισσότερο από τα άλλα, ήταν η ικανότητά της να σωπαίνει, να είναι τάφος σε ό,τι αφορούσε τις υποθέσεις της εταιρείας. Πολλοί κατά καιρούς την είχαν πιέσει για να της αποσπάσουν πληροφορίες, αλλά αντιμετώπισαν πάντα την άρνησή της, τον εκνευρισμό και μια απολύτως πειστική ανικανότητα να καταλαβαίνει τι ακριβώς ήθελαν από εκείνη. Σε μυστικές συσκέψεις –πριν από συγχωνεύσεις εταιρειών, για παράδειγμα– εκείνη κρατούσε πάντα το πρωτόκολλο. «Είσαι εντελώς απίστευτη» της είπε η Ρεμπέκα εντυπωσιασμένη. «Μ ήπως μπορείς να βγάζεις νερό στύβοντας πέτρες επίσης;» «Αυτά είναι για πολύ αρχάριους. Το να κάνω όμως τη Σόνια να μιλήσει, ε, αυτό είναι για διδακτορικό. Μ η μου μιλάς εμένα όμως για δύσκολα κόλπα. Πες μου τι ακριβώς έκανες εσύ στον Μ ονς. Λοβοτομή; Βουντού; Αν με είχε δείξει εμένα η τηλεόραση να κλοτσάω δημοσιογράφο θα ήμουν τώρα δεμένη στην ιδιωτική του αίθουσα βασανιστηρίων και θα ζούσα τις τελευταίες μαρτυρικές είκοσι τέσσερεις ώρες της ζωής μου». Η Ρεμπέκα γέλασε άχρωμα. «Κάτι ανάλογο θα συμβεί τώρα που θα δουλεύω γι’ αυτόν. Θα με συνδέσεις;»


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

149

«Όπως επιθυμείς, αλλά σε προειδοποιώ. Μ πορεί να σε υπερασπίστηκε, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα χαρούμενος». Η Ρεμπέκα κατέβασε το παράθυρο και φώναξε στη Σάρα και στη Λούβα. «Η Σαπ που είναι; Σάρα, βρείτε την και καθίστε κάπου να σας βλέπω. Σε λίγο θα φύγουμε». «Γιατί, είναι ποτέ χαρούμενος;» είπε στη συνέχεια. «Ποιος δεν είναι ποτέ χαρούμενος;» Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε η ψυχρή φωνή του Μ ονς Βένγκρεν. «Α… γεια» είπε η Ρεμπέκα προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. «Η Ρεμπέκα είμαι». «Μ άλιστα» ήταν η μοναδική του απάντηση. Μ πορούσε να ακούει τον ρυθμό της ανάσας του από τη μύτη, που πρόδιδε θυμό. Το σίγουρο ήταν ότι θα της έκανε τη ζωή δύσκολη. «Ήθελα απλώς να ξεκαθαρίσω ότι από καθαρή παρεξήγηση θεωρήθηκα δικηγόρος της Σάνα Στράντγκορντ». Επικράτησε σιωπή. «Μ άλιστα» είπε ο Μ ονς έπειτα από λίγο. «Κι αυτό ήταν όλο;» «Όχι…» Μ ίλα που να σε πάρει, είπε από μέσα της η Ρεμπέκα προσπαθώντας να εμψυχώσει τον εαυτό της. Μ ην το πας λάου λάου. Πες αυτά που πρέπει να πεις και κλείσε το τηλέφωνο. Τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα. «Η αστυνομία βρήκε ένα μαχαίρι και τη Βίβλο του Βίκτορ Στράντγκορντ στο διαμέρισμα της Σάνα Στράντγκορντ» είπε. «Έχουν συλλάβει τη Σάνα ως ύποπτη για τον φόνο και μόλις πριν από λίγο την πήραν μαζί τους. Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι έξω από το σπίτι της. Το σφραγίζουν κι εγώ ετοιμάζομαι να πάω τις κόρες της στο σχολείο και στον παιδικό σταθμό αντίστοιχα». Η εκνευρισμένη ανάσα στην άλλη άκρη της γραμμής καταλάγιασε και η Ρεμπέκα επέτρεψε στον εαυτό της να κάνει ένα διάλειμμα πριν συνεχίσει. «Θέλει να είμαι η συνήγορος υπεράσπισής της, αρνείται να προσλάβει οποιονδήποτε άλλον κι εγώ δεν μπορώ να της το


150

ASA LARSSON

αρνηθώ. Οπότε η διαμονή μου εδώ θα παραταθεί». «Είσαι θρασύτατη, που να με πάρει ο διάβολος!» ξέσπασε ο Μ ονς Βένγκρεν. «Κινείσαι και αποφασίζεις πίσω από την πλάτη μου. Προσβάλλεις την εταιρεία στα μέσα ενημέρωσης. Και τώρα σκέφτεσαι ν’ αναλάβεις μια υπόθεση εκτός εταιρείας; Αυτό θεωρείται ανταγωνιστική δραστηριότητα και μπορεί ν’ αποτελέσει και λόγο απόλυσης. Το αντιλαμβάνεσαι αυτό;» «Μ ονς, θέλω ν’ αναλάβω την υπόθεση για λογαριασμό της εταιρείας, δεν το καταλαβαίνεις;» είπε η Ρεμπέκα ξαναμμένη. «Δεν σου ζητώ όμως την άδεια. Δεν μπορώ να κάνω πίσω τώρα. Και νομίζω ότι είμαι σε θέση να τα καταφέρω. Γιατί πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Θα παρευρεθώ σε μερικές ανακρίσεις, δεν νομίζω να είναι και τόσο πολλές. Εκείνη δεν ξέρει και δεν θυμάται τίποτα. Έχουν βρει το όπλο του φόνου, αν τελικά ήταν εκείνο το μαχαίρι, και τη Βίβλο του Βίκτορ στο διαμέρισμά της. Εκείνη βρισκόταν στην εκκλησία την ώρα ακριβώς που έγινε το έγκλημα. Ούτε ο Πέτερ Αλτίν 7 δεν θα μπορούσε να την απαλλάξει αν εκδοθεί εις βάρος της ένταλμα προφυλάκισης. Αν συμβεί τελικά το απίθανο να της απαγγελθούν κατηγορίες, ελπίζω να με βοηθήσει κάποιος από τους δικηγόρους μας του ποινικού, ο Μ πενγκτ Ούλοφ Φαλκ ή ο Γιέραν Κάρλστρεμ. Θα υπάρξει ενδιαφέρον από τα μέσα ενημέρωσης για την υπόθεση και νομίζω ότι θα κάνει καλό στο γραφείο λίγη δημοσιότητα σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις, το ξέρεις αυτό. Ακόμα κι αν τα πολλά λεφτά προέρχονται από τα φορολογικά και από το επιχειρησιακό δίκαιο, οι μεγάλες ποινικές υποθέσεις είναι που κάνουν μια εταιρεία γνωστή στις εφημερίδες και στην τηλεόραση». «Α, ευχαριστώ πολύ» είπε ο Μ ονς επιφυλακτικά. «Έχεις ήδη αρχίσει τη δουλειά για τη δημοσιότητα του γραφείου. Γιατί, που να πάρει ο διάβολος, δεν επικοινώνησες μαζί μου χτες, όταν κλότσησες εκείνη τη δημοσιογράφο και την πέταξες κάτω;» «Δεν την κλότσησα και δεν την πέταξα κάτω» υπερασπίστηκε τον εαυτό της η Ρεμπέκα. «Προσπάθησα να την προσπεράσω κι εκείνη γλίστρησε…» «Άσε με να ολοκληρώσω!» βρυχήθηκε ο Μ ονς. «Ξόδεψα μιάμιση ώρα από το πρωινό μου σε μια σύσκεψη για σένα. Αν είχα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

151

καταφέρει να περάσει η δική μου άποψη, αυτήν τη στιγμή θα σου ζητούσα την έγγραφη παραίτησή σου. Για καλή σου τύχη, όμως, υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι εκεί μέσα που συγχωρούν πιο εύκολα». Η Ρεμπέκα προσποιήθηκε ότι δεν άκουσε όσα της είπε και συνέχισε. «Χρειάζομαι βοήθεια μ’ εκείνην τη δημοσιογράφο. Μ πορείς να επικοινωνήσεις με τη σύνταξη των ειδήσεων και να την πείσεις ν’ αποσύρει τη μήνυση;» Ο Μ ονς γέλασε και ακουγόταν πολύ έκπληκτος. «Ποιος νομίζεις, γαμώ τον διάολό μου, ότι είμαι; Ο δον Κορλεόνε;» Η Ρεμπέκα άρχισε και πάλι να καθαρίζει το τζάμι. «Αυτή είναι μια καλή ερώτηση» είπε. «Πρέπει να κλείσω. Προσέχω τα δύο παιδιά της Σάνα και η μικρότερη άρχισε να βγάζει όλα της τα ρούχα». «Άφησέ τη να γδυθεί» είπε ο Μ ονς φανερά ενοχλημένος. «Δεν τελειώσαμε ακόμη». «Θα σου τηλεφωνήσω ή θα σου στείλω ιμέιλ αργότερα. Τα παιδιά είναι έξω και κάνει ψοφόκρυο. Το τελευταίο που χρειάζομαι τώρα είναι ένα τετράχρονο με πνευμονία. Γεια». Κατέβασε το ακουστικό πριν προλάβει να της πει κάτι άλλο. Δεν με απέκλεισε, σκέφτηκε ανακουφισμένη. Δεν μου απέκλεισε την περίπτωση να συνεχίσω και έχω ακόμη τη δουλειά μου. Πώς και εξελίχθηκαν τόσο απλά τα πράγματα; Εκείνη τη στιγμή όμως σκέφτηκε τα παιδιά και πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητο. «Τι κάνετε;» φώναξε στη Σάρα και τη Λούβα. Η Λούβα είχε βγάλει το παλτό της, τα γάντια της και τις δύο μπλούζες της. Στεκόταν έξω στο χιόνι, φορώντας μόνο τον σκούφο στο κεφάλι της και το μικρό άσπρο φανελάκι της. Δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό της. «Η Σάρα μου είπε ότι είμαι σαν ηλίθια με την μπλούζα που μου δάνεισες» έλεγε κλαίγοντας η Λούβα. «Είπε ότι τα παιδιά στον παιδικό σταθμό θα με κοροϊδεύουν». «Φόρεσε αμέσως τα ρούχα σου» τη διέταξε η Ρεμπέκα


152

ASA LARSSON

ανυπόμονα. Έπιασε αγριεμένη τη Λούβα από το χέρι και της φόρεσε και πάλι τις μπλούζες της. Το κοριτσάκι έκλαιγε απαρηγόρητο. «Αυτή είναι η αλήθεια» είπε σκληρά η Σάρα. «Μ ’ αυτά που φοράει είναι σαν χαζή. Μ ια φορά στο σχολείο ήρθε ένα κοριτσάκι που φορούσε μια τέτοια μπλούζα. Τ’ αγόρια την έπιασαν κι έβαλαν το κεφάλι της μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας και τραβούσαν συνέχεια το καζανάκι. Παραλίγο να την πνίξουν». «Δεν θέλω!» ούρλιαζε η Λούβα, αλλά η Ρεμπέκα την έντυσε με το ζόρι. «Γρήγορα μέσα στο αυτοκίνητο!» τους είπε η Ρεμπέκα αυστηρά. «Θα σας πάω στον παιδικό σταθμό και στο σχολείο». «Δεν μπορείς να μας αναγκάσεις» φώναξε η Σάρα. «Δεν είσαι η μαμά μας!» «Μ ήπως θέλετε να βάλετε στοίχημα;» έκανε γρυλίζοντας η Ρεμπέκα κι έβαλε τα δυο παιδιά, που ούρλιαζαν, να καθίσουν πίσω. Η Σαπ πήδησε κι αυτή μέσα κι άρχισε να πηγαίνει πέρα δώθε ανήσυχη. «Κι εγώ πεινάω» γκρίνιαξε η Λούβα. «Ακριβώς» φώναξε η Σάρα. «Δεν έχουμε φάει πρωινό κι αυτό σημαίνει παραμέληση. Δώσε μου το κινητό να τηλεφωνήσω στον παππού μου». Άρπαξε το κινητό της Ρεμπέκα. «Αμ δεν θα τηλεφωνήσεις, που να σε πάρει ο διάολος» της είπε η Ρεμπέκα και με μια κίνηση πήρε πίσω το τηλέφωνο. Βγήκε από το αυτοκίνητο κι άνοιξε απότομα την πίσω πόρτα. «Έξω!» τις πρόσταξε, τράβηξε τη Σάρα και τη Λούβα έξω και τις πέταξε στο χιόνι. Και τα δύο παιδιά σώπασαν απότομα και την κοίταζαν με τα μάτια γουρλωμένα από την έκπληξη. «Αλήθεια είναι» είπε η Ρεμπέκα και προσπάθησε να ελέγξει τη φωνή της «πως δεν είμαι η μαμά σας. Η Σάνα όμως με παρακάλεσε να σας προσέχω, οπότε ούτε εσείς ούτε κι εγώ έχουμε άλλη επιλογή. Θα κάνουμε μια συμφωνία. Πρώτα θα πάμε στον σταθμό λεωφορείων και θα φάμε πρωινό. Θα διαλέξετε ό,τι θέλετε, επειδή περάσαμε ένα πολύ άσχημο πρωινό σήμερα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

153

Έπειτα θα πάμε ν’ αγοράσουμε καινούργια ρούχα για τη Λούβα. Και για τη Σάνα φυσικά. Θα με βοηθήσετε να διαλέξω κάτι ωραίο για κείνη. Και τώρα μπείτε στο αυτοκίνητο». Η Σάρα κοιτούσε απλώς τα πόδια της χωρίς να βγάζει κιχ. Μ ε ένα ανασήκωμα των ώμων πήγε και κάθισε στο αυτοκίνητο. Η Λούβα την ακολούθησε και η μεγαλύτερη αδερφή βοήθησε τη μικρότερη να φορέσει τη ζώνη. Η Σαπ έγλειφε μερικά αλμυρά δάκρυα από το πρόσωπο της Λούβα. Η Ρεμπέκα Μ άρτινσον έβαλε μπροστά τη μηχανή κι έκανε όπισθεν για να βγει από την αυλή του σπιτιού της Σάνα. Μ εγαλοδύναμε Θεέ, επικαλέστηκε τον Θεό για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια. Μ εγαλοδύναμε Θεέ μου, βοήθησέ με.


154

Ο

ASA LARSSON

ι βίλες από κοκκινότουβλο στην οδό Γκασέλ έμοιαζαν με πλαστικά τουβλάκια για παιχνίδι σε όμορφες αράδες κατά μήκος του δρόμου. Παρτέρια γεμάτα χιόνι, σωροί χιονιού και κουρτίνες κουζίνας κάλυπταν το κάτω μέρος των παραθύρων, με αποτέλεσμα να εμποδίζουν τις αδιάκριτες ματιές στο εσωτερικό των σπιτιών. Κι αυτή εδώ η οικογένεια χρειάζεται οπωσδήποτε προστασία από περίεργα βλέμματα, σκεφτόταν η Άννα-Μ αρία Μ έλα, καθώς η ίδια και ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε βγήκαν από το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά στο νούμερο τριάντα πέντε της οδού Γκασέλ. «Πάντως εδώ νιώθεις για τα καλά το βλέμμα του γείτονα καρφωμένο στην πλάτη σου» είπε ο Σβεν-Έρικ σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη της. «Τι νομίζεις ότι έχουν να μας πουν οι γονείς του Βίκτορ και της Σάνα Στράντγκορντ;» «Θα δείξει. Χτες πάντως δεν ήθελαν να μας δεχτούν, αλλά τώρα που έμαθαν ότι συλλάβαμε την κόρη τους, πήραν τηλέφωνο και μας ζήτησαν να ’ρθουμε». Τίναξαν το χιόνι από τα παπούτσια τους και χτύπησαν την πόρτα. Άνοιξε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. Φορούσε καλοσιδερωμένα ρούχα και έδωσε ένα δείγμα ορθοφωνίας όταν τους ζήτησε να περάσουν. Τους χαιρέτησε διά χειραψίας, πήρε τα τζάκετ τους και τα κρέμασε. Είχε περάσει τη μέση ηλικία, δίχως να κουβαλάει ωστόσο και τα περιττά κιλά που βαραίνουν συνήθως έναν άντρα της μέσης ηλικίας.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

155

Σίγουρα έχει κωπηλατική μηχανή και βάρη στο υπόγειό του, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία. «Όχι, όχι, μην τα βγάζετε, δεν πειράζει» είπε ο Ούλοφ Στράντγκορντ στον Σβεν-Έρικ, που είχε γονατίσει για να βγάλει τα παπούτσια του. Η Άννα-Μ αρία παρατήρησε ότι ο Ούλοφ Στράντγκορντ φορούσε παπούτσια για μέσα στο σπίτι, τα οποία έλαμπαν από το λουστράρισμα. Τους οδήγησε στο σαλόνι. Στη μια πλευρά του δωματίου δέσποζε μια μεγάλη τραπεζαρία γουσταβιανού ρυθμού. Στη σκούρα μαονένια επιφάνειά της καθρεφτίζονταν ασημένια κηροπήγια κι ένα βάζο της Ουλρίκα Χίντμαν-Βαλίν. Από το ταβάνι κρεμόταν ένας μικρός κρυστάλλινος πολυέλαιος που έμοιαζε καινούργιος. Στην άλλη πλευρά του σαλονιού υπήρχε ένα καθιστικό αποτελούμενο από έναν ανοιχτόχρωμο δερμάτινο γωνιακό καναπέ και ασορτί πολυθρόνα. Το τραπέζι ήταν από φιμέ τζάμι με μεταλλικά πόδια. Τα πάντα ήταν ξεσκονισμένα και τακτοποιημένα. Βυθισμένη στην πολυθρόνα καθόταν η Κριστίνα Στράντγκορντ. Χαιρέτησε αφηρημένα τους δύο αστυνομικούς που εμφανίστηκαν στο καθιστικό της. Είχε τα ίδια πυκνά, κατάξανθα μαλλιά με τα παιδιά της. Η Κριστίνα Στράντγκορντ όμως τα είχε κομμένα παζ, παράλληλα προς τη γραμμή του σαγονιού της. Πρέπει να ήταν πολύ όμορφη κάποτε, σκέφτηκε η ΆνναΜ αρία. Πριν να την αδράξει το αλύπητο χέρι της κόπωσης. Κάτι που δεν έγινε σίγουρα πρόσφατα, αλλά πριν από πολύ καιρό μάλλον. Ο Ούλοφ Στράντγκορντ έγειρε προς τη σύζυγό του. Η φωνή του ήταν απαλή, αλλά το χαμόγελο στα χείλη του δεν έφτανε στα μάτια. «Τι θα έλεγες να προσφέραμε στην επιθεωρήτρια Μ έλα την αναπαυτική πολυθρόνα;» της είπε. Η Κριστίνα Στράντγκορντ πετάχτηκε από τη θέση της λες και κάποιος την είχε τσιμπήσει με βελόνα. «Αχ, συγγνώμη, βεβαίως».


156

ASA LARSSON

Χαμογέλασε γενναιόδωρα στην Άννα-Μ αρία και στάθηκε όρθια για μια στιγμή λες και είχε ξεχάσει πού βρισκόταν και τι σκόπευε να κάνει. Ξαφνικά φάνηκε να προσγειώνεται στο παρόν και βούλιαξε στον καναπέ δίπλα στον Σβεν-Έρικ. Η Άννα-Μ αρία κάθισε με κόπο στην πολυθρόνα που της πρόσφεραν. Ήταν πολύ βαθιά και η πλάτη πολύ πίσω για να θεωρείται άνετη. Πίεσε τα χείλη της να χαμογελάσουν σε μια προσπάθεια να τους ευχαριστήσει. Το έμβρυο πίεζε το διάφραγμα κι εκείνη ένιωσε αμέσως να την πιάνει καούρα στον λαιμό και πόνος στη μέση. «Τι θα πάρετε;» ρώτησε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Καφέ; Τσάι; Νερό;» Λες και είχε ακούσει το σύνθημα, η γυναίκα του τινάχτηκε πάλι πάνω. «Ναι, βεβαίως» είπε ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στον σύζυγό της. «Θα σας ρωτούσα, βεβαίως… Ο Σβεν-Έρικ και η Άννα-Μ αρία έγνεψαν αρνητικά. Η Κριστίνα Στράντγκορντ ξανακάθισε, αυτήν τη φορά όμως στην έξω άκρη του καναπέ, για να είναι σ’ ετοιμότητα να σηκωθεί αν προέκυπτε και πάλι κάτι. Η Άννα-Μ αρία την παρατηρούσε. Δεν έμοιαζε με γυναίκα που είχε χάσει πρόσφατα το παιδί της. Τα μαλλιά της ήταν φρεσκολουσμένα και στεγνωμένα με πιστολάκι. Μ πλουζάκι, ζακέτα και παντελόνι ταίριαζαν μεταξύ τους, όλα σε αποχρώσεις του μπεζ και του καφέ. Το μεϊκάπ ήταν απλωμένο καλά γύρω από τα μάτια και το στόμα. Δεν φαινόταν να μην ξέρει πού να βάλει τα χέρια της από την απελπισία. Και στο τραπεζάκι του καθιστικού δεν υπήρχαν τσαλακωμένα χαρτομάντιλα. Έδειχνε, απεναντίας, σαν να έκλεινε όλον τον άλλον κόσμο απέξω. Μ πα, δεν πρέπει να είναι έτσι, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία που ένιωσε ξαφνικά πολύ άβολα. Δεν κλείνει όλον τον άλλον κόσμο απέξω. Εκείνη μάλλον κλείνεται στον εαυτό της. «Σας είμαστε υπόχρεοι που μπορέσατε κι ήρθατε αμέσως» είπε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Πριν από λίγο μάθαμε ότι συλλάβατε τη Σάνα. Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι έχει γίνει λάθος. Εγώ και η γυναίκα μου ανησυχούμε πολύ».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

157

«Λογικό» είπε ο Σβεν-Έρικ. «Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Να σας κάνουμε πρώτα μερικές ερωτήσεις για τον Βίκτορ και μετά μιλάμε για την κόρη σας». «Βεβαίως» είπε ο Ούλοφ Στράντγκορντ χαμογελώντας. Μ πράβο, Σβεν-Έρικ, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία. Πάρε το πάνω χέρι από τώρα, γιατί διαφορετικά θα φύγουμε και απαντήσεις δεν θα ’χουμε πάρει. «Μ πορείτε να μας πείτε μερικά πράγματα για τον Βίκτορ;» είπε ο Σβεν-Έρικ. «Τι άνθρωπος ήταν;» «Μ ε ποιον τρόπο σάς βοηθάει στη δουλειά σας η πληροφορία αυτή;» ρώτησε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Είναι μια ερώτηση που την κάνουμε πάντα» είπε ο ΣβενΈρικ, χωρίς να δείξει ότι αντιλήφθηκε την πρόκληση. «Πρέπει να φτιάξουμε μια εικόνα για εκείνον, μια που δεν τον γνωρίζαμε όσο ζούσε». «Ήταν χαρισματικός» είπε ο πατέρας με σοβαρότητα. «Πολύ χαρισματικός. Υποθέτω ότι αυτό ισχυρίζεται κάθε γονιός για το παιδί του, αν ρωτήσετε όμως τους παλιούς δασκάλους του θα επιβεβαιώσουν αυτό που λέω. Είχε τους υψηλότερους βαθμούς στο γυμνάσιο, σε όλα τα μαθήματα, και ιδιαίτερη κλίση στη μουσική. Είχε το χάρισμα να συγκεντρώνεται όποτε ήθελε. Στα μαθήματα του σχολείου. Στα μαθήματα κιθάρας. Και μετά το ατύχημα συγκεντρώθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό». Έγειρε πίσω στον καναπέ και τράβηξε ελαφρά με το χέρι του τη δεξιά τσάκιση του παντελονιού πριν να βάλει το δεξί του πόδι πάνω στο αριστερό. «Δεν ήταν εύκολη η αποστολή που ανέθεσε ο Θεός σ’ αυτό το παιδί» συνέχισε. «Εγκατέλειψε όσα έκανε μέχρι τότε. Παράτησε το γυμνάσιο και σταμάτησε τη μουσική. Κήρυττε και προσευχόταν. Είχε την απόλυτη πεποίθηση, που τον έκαιγε σαν φλόγα, ότι η Κίρουνα θα ζούσε μια αφύπνιση. Επίσης, ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι, για να συμβεί αυτό, θα έπρεπε όλες οι Ελεύθερες Εκκλησίες να ενωθούν. Η ισχύς εν τη ενώσει, που λένε. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμία ενότητα ανάμεσα στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, την Αποστολική και την Εκκλησία των Βαπτιστών, ήταν όμως πεισματάρης. Δέχτηκε το κάλεσμα όταν ήταν μόλις


158

ASA LARSSON

δεκαεφτά χρόνων. Τότε έπεισε τους πάστορες ν’ αρχίσουν να συναντιούνται και να προσεύχονται μαζί, τον Τούμας Σέντερμπεργ από την Αποστολική Εκκλησία, τον Βέσα Λάρσον από την Εκκλησία της Πεντηκοστής και τον Γκούναρ Ίσακσον από την Εκκλησία των Βαπτιστών». Η Άννα-Μ αρία ανακάθισε στην πολυθρόνα. Καθόταν εντελώς άβολα και το παιδί είχε κάνει την ουροδόχο κύστη της σάκο του μποξ. «Δέχτηκε το κάλεσμα όταν έπαθε το ατύχημα;» ρώτησε. «Ναι. Το παιδί έκανε ποδήλατο μέσα στο καταχείμωνο και το χτύπησε αμάξι. Τέλος πάντων, από την Κίρουνα είστε, τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Η ενορία απλώς μεγάλωσε κι έτσι ήμασταν σε θέση να χτίσουμε την Κρυστάλλινη Εκκλησία. Η εκκλησία είναι τόσο γνωστή όσο και το αγόρι. Η Καρόλα έκανε τη χριστουγεννιάτικη συναυλία της εκεί τον Δεκέμβριο». «Πώς ήταν η σχέση σας;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Ήσασταν δεμένοι μεταξύ σας;» Η Άννα-Μ αρία παρατήρησε πως, αν και ο Σβεν-Έρικ προσπαθούσε πολύ να κινήσει την προσοχή της Κριστίνα Στράντγκορντ με τις ερωτήσεις του, το βλέμμα της γυναίκας είχε καρφωθεί, απλανές οπωσδήποτε, στα στρογγυλά σχέδια του χαλιού. «Είμαστε πολύ δεμένοι σαν οικογένεια» είπε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Έκανε παρέα με κανέναν, είχε ενδιαφέροντα εκτός από την εκκλησία;» «Όχι, αλλά, όπως σας είπα, η απόφασή του ήταν να παραμερίσει προς το παρόν όλα τ’ άλλα και ν’ αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό». «Κι αυτό δεν σας ανησύχησε; Εννοώ το γεγονός ότι απέκλεισε τα κορίτσια και τα άλλα ενδιαφέροντα». «Όχι, καθόλου δεν μας ανησύχησε». Ο πατέρας γέλασε, λες κι αυτό που μόλις είχε πει ο Σβεν-Έρικ ήταν πραγματικά γελοίο. «Ποιοι ήταν οι πιο κοντινοί του φίλοι;» Ο Σβεν-Έρικ κοίταξε τις φωτογραφίες στους τοίχους. Πάνω


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

159

από την τηλεόραση κρεμόταν μια μεγάλη φωτογραφία της Σάνα και του Βίκτορ. Δύο παιδιά με μακριά κατάξανθα, σχεδόν ασημένια, μαλλιά. Της Σάνα ήταν σγουρά και σχημάτιζαν αγγελικά μπουκλάκια. Του Βίκτορ ήταν ίσια, σαν καταρράκτης. Η Σάνα πρέπει να ήταν στην αρχή της εφηβείας. Φαινόταν ότι δεν ήθελε με τίποτα να χαμογελάσει στον φωτογράφο. Υπήρχε κάτι επιθετικό στα σφιγμένα χείλη της. Και ο Βίκτορ ήταν σοβαρός, αλλά πιο φυσικός. Σαν να σκεφτόταν κάτι άλλο και είχε ξεχάσει πού βρισκόταν. «Η Σάνα ήταν δεκατριών και το αγόρι δέκα» είπε ο Ούλοφ, που πρόσεξε τον Σβεν-Έρικ την ώρα που κοίταζε τη φωτογραφία. «Είναι φανερό πόσο θαύμαζε την αδερφή του. Ήθελε να έχει μακριά μαλλιά σαν τα δικά της από τότε που ήταν μικρός και έσκουζε σαν γουρουνάκι όταν η μητέρα του τον πλησίαζε με το ψαλίδι. Στην αρχή τον πείραζαν στο σχολείο, εκείνος όμως τα ήθελε μακριά τα μαλλιά του». «Οι φίλοι του» του υπενθύμισε η Άννα-Μ αρία. «Θέλω να πιστεύω ότι η οικογένειά του ήταν οι πιο κοντινοί του φίλοι. Ήταν πολύ δεμένος μ’ εμάς και τη Σάνα. Και λάτρευε τα κορίτσια». «Τις κόρες της Σάνα;» «Ναι». «Κριστίνα» είπε ο Σβεν-Έρικ. Η Κριστίνα Στράντγκορντ σκίρτησε ξαφνιασμένη. «Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να προσθέσεις; Για τον Βίκτορ» διευκρίνισε ο Σβεν-Έρικ όταν εκείνη τον κοίταξε με απορία. «Τι να πω» είπε με αβεβαιότητα και κοίταξε τον άντρα της. «Δεν έχω κάτι να προσθέσω. Ο Ούλοφ τον περιέγραψε τόσο ωραία». «Έχετε κάποιο άλμπουμ με δημοσιεύματα που να αναφέρονται στον Βίκτορ;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Θέλω να πω ότι έγραφαν συχνά και αρκετά γι’ αυτόν οι εφημερίδες». «Εκεί» είπε η Κριστίνα Στράντγκορντ και έδειξε. «Εκείνο το μεγάλο καφέ άλμπουμ στο κάτω ράφι». «Μ πορώ να το δανειστώ;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία και σηκώθηκε αμέσως να το πάρει από το ράφι. «Θα σας το


160

ASA LARSSON

επιστρέψω το συντομότερο δυνατόν». Κράτησε για λίγο το άλμπουμ στα χέρια της πριν να το ακουμπήσει στο τραπέζι. Ήλπιζε να σχηματίσει κι άλλες εικόνες του Βίκτορ στο μυαλό της εκτός από εκείνη του λευκού κατακρεουργημένου σώματος με τις σκαμμένες οφθαλμικές κόγχες. «Θα θέλαμε να μας γράψετε σ’ ένα χαρτί τα ονόματα όσων τον γνώριζαν» είπε ο Σβεν-Έρικ. «Θέλουμε να τους μιλήσουμε». «Θα βγει μια πολύ μεγάλη λίστα» είπε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Τον γνώριζαν όλοι στη Σουηδία. Και πολλοί περισσότεροι». «Εννοώ εκείνους που τον γνώριζαν προσωπικά» είπε ο ΣβενΈρικ υπομονετικά. «Θα στείλουμε κάποιον να παραλάβει τη λίστα απόψε. Ποια ήταν η τελευταία φορά που είδατε τον γιο σας ζωντανό;» «Την Κυριακή το απόγευμα, στη λειτουργία». «Το βράδυ πριν από τη νύχτα της δολοφονίας του δηλαδή. Μ ιλήσατε εκείνο το βράδυ μαζί του;» Ο Ούλοφ Στράντγκορντ κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι του. «Όχι, συμμετείχε στην ομάδα προσεπικλήσεων και ήταν πολύ απασχολημένος». «Ποια ήταν η τελευταία φορά που συναντηθήκατε και είχατε χρόνο για να κουβεντιάσετε;» «Την Παρασκευή το απόγευμα, σχεδόν δύο εικοσιτετράωρα πριν από…» Ο πατέρας σταμάτησε να μιλάει και κοίταξε τη σύζυγό του. «…του είχες μαγειρέψει, Κριστίνα. Την Παρασκευή δεν ήταν;» «Ναι, βεβαίως» απάντησε εκείνη. «Τότε άρχιζε το Συνέδριο των Θαυμάτων. Ξέρω ότι ξεχνάει να φάει, επειδή πάντοτε βάζει τους άλλους πριν από τον εαυτό του. Έτσι πήγαμε στο σπίτι του και του γεμίσαμε την κατάψυξη. Συνήθιζε να με αποκαλεί υπερπροστατευτική μητέρα». «Έδειχνε να ανησυχεί για κάτι;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Τον προβλημάτιζε κάτι;» «Όχι» απάντησε ο Ούλοφ.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

161

«Προφανώς είχε αρκετό καιρό να φάει όταν πέθανε» είπε η Άννα-Μ αρία. «Ξέρετε για ποιον λόγο; Είναι δυνατόν να ξεχνούσε να φάει;» «Πιθανότατα να νήστευε» είπε ο πατέρας. Μ άλλον θα πρέπει να ρωτήσω σύντομα για το πού είναι η τουαλέτα, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία. «Νήστευε;» ρώτησε και σφίχτηκε για να κρατηθεί. «Γιατί;» «Έχουμε και λέμε» απάντησε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Στη Βίβλο λέει ότι ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες και ότι ο διάβολος τον έβαλε σε πειρασμό στην έρημο πριν να εμφανιστεί στη Γαλιλαία και να ορίσει τους πρώτους μαθητές του. Επίσης, γράφει ότι οι απόστολοι προσευχήθηκαν και νήστεψαν πριν να επιλέξουν τους πρεσβύτερους των πρώτων χριστιανικών εκκλησιών και να τους παραδώσουν στον Θεό. Και στην Παλαιά Διαθήκη ο Μ ωυσής και ο Ηλίας νήστευαν πριν εμφανιστεί μπροστά τους ο Θεός. Προφανώς, ο Βίκτορ ένιωθε ότι είχε μια σημαντική αποστολή μπροστά του, στο Συνέδριο των Θαυμάτων, και ήθελε να συγκεντρωθεί ενόψει αυτού με νηστεία και προσευχή». «Τι είναι αυτό το Συνέδριο των Θαυμάτων;» ρώτησε ο ΣβενΈρικ. «Ξεκίνησε την Παρασκευή το απόγευμα και θα τελειώσει την Κυριακή το απόγευμα. Το πρωί γίνονται σεμινάρια και τ’ απογεύματα συναντήσεις. Θέμα είναι ακριβώς τα θαύματα. Θεραπείες, ανακούφιση του πόνου, θαύματα, προσεπικλήσεις, διάφορα πνευματικά χαρίσματα… Δώστε μου μισό λεπτό». Ο Ούλοφ Στράντγκορντ σηκώθηκε κι εξαφανίστηκε στον διάδρομο. Επέστρεψε αρκετά σύντομα κρατώντας ένα γυαλιστερό, έγχρωμο φυλλάδιο. Το έδωσε στον Σβεν-Έρικ. Εκείνος το πήρε κι έσκυψε προς το μέρος της Άννα-Μ αρίας για να βλέπει κι εκείνη. Ήταν μια πρόσκληση σε σχήμα Α4 διπλωμένο. Στις φωτογραφίες, που ήταν τραβηγμένες με φακό απάλυνσης, έβλεπε κανείς χαρούμενους ανθρώπους με υψωμένα τα χέρια. Σε μια φωτογραφία μια γελαστή γυναίκα κρατούσε ψηλά το παιδάκι της. Σε μια άλλη ο Βίκτορ Στράντγκορντ προσευχόταν για έναν άντρα


162

ASA LARSSON

που ήταν γονατιστός και με τα χέρια του υψωμένα προς τον ουρανό. Ο Βίκτορ ακουμπούσε δύο από τα δάχτυλα του χεριού του, τον δείκτη και τον μεσαίο, στο μέτωπο του άντρα και είχε τα μάτια του σφαλιστά. Στο κείμενο έγραφε ότι τα σεμινάρια θα ασχολούνταν, μεταξύ άλλων, και με τα εξής θέματα: «Έχεις τη δύναμη να απαιτείς να εισακούονται οι προσευχές σου», «Ο Θεός έχει ήδη νικήσει την ασθένειά σου» και «Εκμαίευσε τα ελέω Θεού πνευματικά σου χαρίσματα». Κατά τ’ άλλα έγραφε για τις βραδινές συναντήσεις όπου μπορούσε κανείς να χορέψει, να γελάσει, να τραγουδήσει και να δει τον Θεό να κάνει θαύματα στη δική του ζωή και στις ζωές των άλλων. Όλο αυτό θα στοίχιζε τέσσερις χιλιάδες διακόσιες κορόνες, δίχως διατροφή και διαμονή. «Ποιος είναι ο αριθμός των συμμετεχόντων στο Συνέδριο;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ; «Δεν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια» είπε ο Ούλοφ αφήνοντας να φανεί κάποια περηφάνια «αλλά είναι οπωσδήποτε μέχρι και δύο χιλιάδες». Η Άννα-Μ αρία είδε τον Σβεν-Έρικ να υπολογίζει νοερά τα έσοδα της ενορίας από το Συνέδριο. «Θα θέλαμε μια λίστα με τους συμμετέχοντες» είπε η ΆνναΜ αρία. «Σε ποιον θα πρέπει να απευθυνθούμε;» Ο Ούλοφ Στράντγκορντ της έδωσε ένα όνομα κι εκείνη το σημείωσε στο μπλοκ της. Ο Σβεν-Έρικ θα έπρεπε να βρει κάποιον να συγκρίνει τα ονόματα της λίστας με τα αστυνομικά ποινικά μητρώα. «Η σχέση του με τη Σάνα πώς ήταν;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Πώς;» έκανε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Ναι, μήπως θα μπορούσατε να μας περιγράψετε τη σχέση τους;» «Ήταν σχέση αδερφού και αδερφής». «Ναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει εξ ορισμού καλές σχέσεις» αντέτεινε η Άννα-Μ αρία. Ο πατέρας πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Η Σάνα όμως είναι ευαίσθητο άτομο. Τόσο εγώ και η γυναίκα μου όσο και ο γιος μας χρειάστηκε


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

163

να φροντίσουμε κι εκείνη και τα κορίτσια». Πολλή γκρίνια, βρε παιδί μου, για το πόσο αδύναμη είναι, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία. «Τι εννοείτε όταν λέτε πως είναι ευαίσθητη;» ρώτησε και είδε την Κριστίνα να ξεροστρίβεται λίγο. «Δεν μας είναι τόσο εύκολο να μιλάμε γι’ αυτό» είπε ο Ούλοφ. «Αλλά, κατά περιόδους, δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα σαν ενήλικος άνθρωπος. Δυσκολεύεται να βάλει κάποια όρια στα κορίτσια. Και καμιά φορά δεν είναι σε θέση να φροντίζει ούτε τον εαυτό της ούτε τα κορίτσια, έτσι δεν είναι, Κριστίνα;» «Ναι» απάντησε η γυναίκα του υπάκουα. «Έχει μείνει ξαπλωμένη σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο για μια ολόκληρη εβδομάδα» συνέχισε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. «Δεν απαντούσε όταν της μιλούσαμε. Τότε αναλάβαμε να φροντίζουμε τα κορίτσια και ο Βίκτορ τάιζε τη Σάνα με το κουταλάκι, σαν να ήταν μωρό». Έκανε μια παύση και κοίταξε την Άννα-Μ αρία. «Δεν θα μπορούσε να είχε κρατήσει τα κορίτσια χωρίς τη στήριξη της οικογένειάς της» της δήλωσε. Μ άλιστα, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία. Εσύ θέλεις τώρα να μας πείσεις ότι είναι εύθραυστη και αδύναμη. Γιατί άραγε; Μ ια τόσο καθωσπρέπει οικογένεια θα έπρεπε να διατηρεί ένα πολύ χαμηλό προφίλ ειδικά για ένα τέτοιο θέμα. «Τα κορίτσια δεν έχουνε μπαμπά;» Ο Ούλοφ Στράντγκορντ αναστέναξε. «Φυσικά» είπε. «Όταν έκανε τη Σάρα ήταν μόλις δεκαεφτά. Κι εγώ…» Κούνησε το κεφάλι του με την ανάμνηση. «…επέμενα να παντρευτούν. Έπρεπε να νομιμοποιήσουν τον δεσμό τους. Ο όρκος όμως ενώπιον του Θεού δεν εμπόδισε τον εν λόγω νεαρό άνδρα να εγκαταλείψει και τη γυναίκα και το παιδί του, όταν η Σάρα ήταν μόλις ενός έτους. Ο μπαμπάς της Λούβα ήταν μια περιστασιακή αδυναμία». «Πώς λέγονται; Θα θέλαμε πολύ να επικοινωνήσουμε μαζί τους», είπε ο Σβεν-Έρικ. «Βεβαίως. Ο Ρόνι Μ πγιέρνστρεμ, ο μπαμπάς της Σάρας, μένει


164

ASA LARSSON

στο Νάρβικ. Έτσι νομίζουμε, τουλάχιστον. Δεν έχει επαφή με την κόρη του. Ο Σάμι Άντερσον, ο μπαμπάς της Λούβα, πέθανε πριν από δύο χρόνια σε ένα τραγικό δυστύχημα χιονοσκούτερ. Οδηγούσε πάνω σε μια λίμνη και ο πάγος δεν άντεξε. Φρικτή ιστορία». Όχι, φτάνει, αν είναι να μην τα κάνω πάνω στον ωραίο καναπέ…, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία και σηκώθηκε αργά. «Μ ε συγχωρείτε, αλλά πρέπει να χρησιμοποιήσω…» άρχισε να λέει. «Στο χολ αριστερά» είπε ο Ούλοφ Στράντγκορντ και σηκώθηκε την ώρα που εκείνη έβγαινε από το δωμάτιο. Το μπάνιο ήταν τόσο καθαρό όσο και το υπόλοιπο σπίτι. Μ ύριζε συνθετικό άρωμα λουλουδιών. Πιθανότατα κάποιο από εκείνα τα σπρέι που είναι αραδιασμένα πάνω στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Μ έσα στη λεκάνη κρεμόταν ένα πλαστικό με κάτι μπλε, που χρωμάτιζε το νερό κάθε φορά που τραβούσες το καζανάκι. Απόλυτη καθαριότητα παντού, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία περνώντας απ’ το χολ για να πάει στο καθιστικό. «Ανησυχούμε πολύ που η Ρεμπέκα Μ άρτινσον έχει τα κοριτσάκια μας» έκανε ο Ούλοφ Στράντγκορντ, όταν η ΆνναΜ αρία ξανακάθισε στην πολυθρόνα. «Είναι προφανώς σοκαρισμένα και φοβισμένα λόγω αυτού που έχει συμβεί. Χρειάζονται ασφάλεια και ηρεμία γύρω τους». «Η αστυνομία δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό» είπε η Άννα-Μ αρία. «Η κόρη σας έχει την κηδεμονία των κοριτσιών, και αν η κόρη σας τις άφησε στη Ρεμπέκα Μ άρτινσον, τότε…» «Ναι, αλλά πρέπει να πω ότι η Σάνα δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για τις πράξεις της. Αν δεν ήμουν εγώ και η γυναίκα μου δεν θα είχε την κηδεμονία τους σήμερα». «Εξακολουθεί ωστόσο να μην είναι δουλειά της αστυνομίας» είπε η Άννα-Μ αρία σε ουδέτερο τόνο. «Είναι οι κοινωνικές υπηρεσίες και το Διοικητικό Πρωτοδικείο που αποφασίζουν να αφαιρέσουν την κηδεμονία από ακατάλληλους γονείς». Εκείνη τη στιγμή χάθηκε μεμιάς η απαλότητα στη φωνή του Ούλοφ Στράντγκορντ. «Δηλαδή να μην περιμένουμε καμία βοήθεια από την


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

165

αστυνομία. Φυσικά και θα έρθω σε επαφή με την κοινωνική υπηρεσία αν χρειαστεί». «Μ α δεν καταλαβαίνετε;» ξέσπασε εντελώς ξαφνικά η Κριστίνα Στράντγκορντ. «Η Ρεμπέκα είχε προσπαθήσει να διαλύσει την οικογένεια και παλιότερα. Θα κάνει το παν για να στρέψει τα κορίτσια εναντίον μας. Όπως και τότε με τη Σάνα». Αυτήν την τελευταία φράση την είπε στον άντρα της. Ο Ούλοφ Στράντγκορντ καθόταν με τα σαγόνια του σφιγμένα και κοιτούσε έξω από το παράθυρο του καθιστικού. Είχε πάρει μιαν άκαμπτη στάση με τα χέρια πλεγμένα πάνω στα γόνατα. «Τι ακριβώς εννοείτε με το “τότε με τη Σάνα”;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ απαλά. «Όταν η Σάρα ήταν τριών τεσσάρων χρόνων, η Σάνα συγκατοικούσε με τη Ρεμπέκα Μ άρτινσον» συνέχισε με μια αφύσικη ένταση η Κριστίνα Στράντγκορντ. «Προσπάθησε να διαλύσει την οικογένειά μας. Είναι και εχθρός της Εκκλησίας και του έργου του Θεού εδώ στην πόλη μας. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πώς νιώθουμε όταν γνωρίζουμε ότι τα κορίτσια βρίσκονται στο έλεός της;» «Καταλαβαίνω» είπε ο Σβεν-Έρικ με κατανόηση. «Μ ε ποιον τρόπο προσπάθησε να διαλύσει την οικογένεια και να αντιταχθεί στην Εκκλησία;» «Μ ε το να…» Το βλέμμα που της έριξε ο άντρας της την έκανε να δαγκώσει τη γλώσσα της σχετικά με την υπόλοιπη πρόταση. «Μ ε το να… τι;» προσπάθησε και πάλι ο Σβεν-Έρικ, αλλά το πρόσωπο της Κριστίνα Στράντγκορντ είχε γίνει τώρα πέτρα και το βλέμμα της ήταν αγκιστρωμένο στη λεία επιφάνεια του γυάλινου τραπεζιού. «Δεν είναι δικό μου λάθος» είπε με σπασμένη φωνή. Αυτό το είπε και το ξανάπε με το βλέμμα καρφωμένο στο τραπέζι, δίχως να τολμάει να κοιτάξει τον Ούλοφ Στράντγκορντ. «Δεν είναι δικό μου λάθος, δεν είναι δικό μου λάθος». Δικαιολογείται στον άντρα της ή τον κατηγορεί για κάτι τώρα; διερωτήθηκε η Άννα-Μ αρία. Ο Ούλοφ Στράντγκορντ ξαναβρήκε τον ήρεμο, συγκροτημένο


166

ASA LARSSON

εαυτό του. Ακούμπησε απαλά το χέρι του στο μπράτσο της γυναίκας του κι εκείνη σταμάτησε να μιλάει και λίγο μετά σηκώθηκε. «Νομίζω ότι αυτό εδώ ήταν πολύ περισσότερο απ’ όσο αντέχαμε πραγματικά» είπε στην Άννα-Μ αρία και στον ΣβενΈρικ, σηματοδοτώντας έτσι και το κλείσιμο της συνομιλίας τους. Όταν ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε και η Άννα-Μ αρία Μ έλα βγήκαν από το σπίτι, άνοιξαν οι πόρτες δύο αυτοκινήτων που ήταν παρκαρισμένα στον δρόμο. Από μέσα βγήκαν δύο δημοσιογράφοι με μικρόφωνα καλυμμένα με χοντρές μάλλινες κάλτσες. Τον έναν τον ακολουθούσε καταπόδας ένας καμεραμάν. «Άντερς Γκράπε, από την τοπική σύνταξη της Σουηδικής Ραδιοφωνίας» συστήθηκε ο πρώτος που τους πλησίασε. «Συλλάβατε την αδερφή του Παιδιού του Παραδείσου· μπορείτε να το σχολιάσετε;» «Λένα Βέστερμπεργ, Κανάλι 3» είπε η άλλη ρεπόρτερ με τον καμεραμάν. «Ήσασταν οι πρώτοι που φτάσατε στο σημείο της δολοφονίας· μπορείτε να μας δώσετε μια περιγραφή;» Ο Σβεν-Έρικ και η Άννα-Μ αρία δεν απάντησαν, απλώς μπήκαν στο αυτοκίνητο κι έφυγαν. «Θα πρέπει να είχαν παρακαλέσει τους γείτονες να τους ενημερώσουν όταν εμφανιστούμε» είπε η Άννα-Μ αρία και είδε από τον καθρέφτη τους δημοσιογράφους να πλησιάζουν το σπίτι των γονιών και να χτυπάνε το κουδούνι. «Την καημένη τη γυναίκα» είπε ο Σβεν-Έρικ μόλις στρίψανε στην οδό Μ πέβερ. «Κι αυτός εκεί ο Ούλοφ Στράντγκορντ ήταν ψυχρός σαν πάγος». «Σου πέρασε καθόλου από τον νου ότι δεν αποκάλεσε τον Βίκτορ με το όνομά του; Έλεγε “το παιδί” και “το αγόρι” όλη την ώρα» είπε η Άννα-Μ αρία. «Πρέπει να μιλήσουμε μαζί της άλλη μια φορά, όταν δεν θα είναι αυτός στο σπίτι» έκανε ο Σβεν-Έρικ σκεφτικός. «Εσύ να το κάνεις» είπε η Άννα-Μ αρία «μια που τα πας καλά με τις γυναίκες». «Γιατί υπάρχουν τόσες όμορφες γυναίκες που γίνονται


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

167

θύματα;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Ερωτεύονται τον λάθος άντρα και κάθονται σαν δύσμοιρες φυλακισμένες στα ίδια τους τα σπίτια όταν τα παιδιά τους φεύγουν». «Δεν είναι περισσότερες οι όμορφες από τις άλλες που πέφτουν στην ίδια παγίδα» έκανε η Άννα-Μ αρία ξερά. «Αλλά οι όμορφες είναι που τραβούν όλη την προσοχή». «Τώρα τι σκέφτεσαι να κάνεις;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Θα κοιτάξω το άλμπουμ και τις βιντεοκασέτες από την εκκλησία» απάντησε η Άννα-Μ αρία. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Ο ουρανός ήταν βαρύς και γκρίζος πάνωθέ τους. Όταν το φως του ήλιου δεν μπορούσε να διαπεράσει τα σύννεφα, ήταν σαν να εξαφανίζονταν όλα τα χρώματα και η πόλη να γινόταν σαν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία.


168

ASA LARSSON

να συμβαίνει αυτό» είπε η Ρεμπέκα κι έριξε μια «Δενματιάμπορεί μέσα από την πόρτα του κελιού, όταν ο φύλακας την άνοιξε για να βγει η Σάνα Στράντγκορντ στον διάδρομο. Το κελί ήταν στενό και οι πέτρινοι τοίχοι είχαν ένα απροσδιόριστο μπεζ χρώμα, διάσπαρτο με μαύρες και άσπρες πιτσιλιές. Δεν υπήρχαν έπιπλα στο μικρό αυτό δωμάτιο, μόνο ένα παλιό στρώμα κάτω στο πάτωμα. Τα γυάλινα παράθυρα έβλεπαν σ’ ένα μονοπάτι που κατέληγε σε μια πολυκατοικία με πράσινη πρόσοψη. Μ ύριζε ελαφρώς ξινίλα από παλιά μεθύσια και βρομιά. Ο φύλακας ακολούθησε τη Σάνα και τη Ρεμπέκα στην αίθουσα συνομιλιών. Εκεί υπήρχαν τρεις καρέκλες κι ένα τραπέζι μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Την ώρα που οι γυναίκες κάθονταν, ο φύλακας έψαξε τις σακούλες με τα ρούχα και τα υπόλοιπα πράγματα που είχε φέρει μαζί της η Ρεμπέκα για τη Σάνα. «Χαίρομαι πολύ που μου επιτρέπουν να είμαι εδώ» είπε η Σάνα. «Ελπίζω να μη με μεταφέρουν στις πραγματικές φυλακές στο Λούλεο. Για χάρη των κοριτσιών. Πρέπει να μπορώ να τις συναντάω. Υπάρχουν κι επιπλωμένα κελιά, αλλά ήταν όλα πιασμένα κι έτσι μου έδωσαν το κελί για τους μεθύστακες προσωρινά. Είναι πρακτικό πάντως. Αν κάποιος κάνει εμετό ή οτιδήποτε, μπορείς να ξεπλύνεις απευθείας τις βρομιές μ’ ένα λάστιχο. Αυτό θα έπρεπε να κάνουμε και στα σπίτια μας. Να βγάζουμε το λάστιχο και να ξεπλένουμε. Θα ξεμπερδεύαμε έτσι με τη βδομαδιάτικη γενική καθαριότητα στο πιτς φιτίλι. Η ΆνναΜ αρία Μ έλα, ξέρεις, εκείνη η κοντούλα που είναι έγκυος, μου


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

169

είπε ότι θα άδειαζε ένα κανονικό κελί σήμερα. Πάντως έχει αρκετό φως. Από το παράθυρο του διαδρόμου μπορείς να δεις τo ορυχείo και το όρος Κεμπνεκάισε – το είδες;» «Εμ βέβαια το είδα» είπε η Ρεμπέκα. «Αν μάλιστα φωνάξουμε το Άλλαξέ το, σύντομα θα μπορεί να μετακομίσει στη θαλπωρή μια οικογένεια με τρία παιδιά». Ο φύλακας επέστρεψε τις σακούλες στη Ρεμπέκα, το περιεχόμενο των οποίων ενέκρινε με ένα νεύμα. Μ ετά απομακρύνθηκε. Η Ρεμπέκα τις έδωσε στη Σάνα κι εκείνη άρχισε να τις ψαχουλεύει όπως κάνουν τα παιδιά με τα χριστουγεννιάτικα δώρα. «Α, κοίτα τι ωραία ρούχα» χαμογέλασε η Σάνα και τα μάγουλά της ρόδισαν από χαρά. «Κι αυτή η μπλούζα! Κοίτα! Τι κρίμα που δεν υπάρχει εδώ καθρέφτης». Κρατούσε ψηλά μια κόκκινη μπλούζα κεντημένη εδώ κι εκεί με χρυσαφιά κλωστή και γύρισε να κοιτάξει τη Ρεμπέκα. «Αυτήν τη διάλεξε η Σάρα» είπε η Ρεμπέκα. Η Σάνα βούτηξε ξανά στις σακούλες. «Κι εσώρουχα και σαπούνι και σαμπουάν και τα πάντα» είπε. «Θα πρέπει να σου δώσω τα λεφτά». «Όχι, όχι, είναι δώρο» απάντησε η Ρεμπέκα. «Δεν ήταν και τόσο ακριβά. Ψωνίσαμε στο Λίντεξ». «Δανείστηκες και βιβλία από τη βιβλιοθήκη… Αγόρασες γλυκά». «Αγόρασα και μια Βίβλο» είπε η Ρεμπέκα κι έδειξε μια μικρή σακούλα. «Είναι η καινούργια μετάφραση. Ξέρω ότι σου αρέσει περισσότερο η παλιά μετάφραση του 1917, αλλά εκείνη την ξέρεις ήδη απέξω. Σκέφτηκα ότι θα έχει ενδιαφέρον να τις συγκρίνεις». Η Σάνα πήρε στα χέρια της το κόκκινο βιβλίο και το κοίταξε πολλές φορές απ’ όλες τις πλευρές πριν να το ανοίξει κι αρχίσει να ξεφυλλίζει τα λεπτά του φύλλα. «Ευχαριστώ» είπε. «Όταν είχε βγει η μετάφραση της Καινής Διαθήκης από την Επιτροπή για την Ανάγνωση της Βίβλου και τη διάβασα, μου είχε φανεί ότι είχε χαθεί όλη η ομορφιά από τη γλώσσα. Θα έχει όμως ενδιαφέρον να τη διαβάσω κι αυτήν. Αν και μου φαίνεται παράξενο να διαβάσω μια καινούργια Βίβλο.


170

ASA LARSSON

Συνηθίζει κανείς τη δική του, με όλες τις υπογραμμίσεις και τις σημειώσεις. Βέβαια, θα είναι αρκετά χρήσιμο να δω νέες διατυπώσεις και σελίδες χωρίς επισημάνσεις. Θα είναι πιο απροκατάληπτο κατά κάποιον τρόπο». Η παλιά μου Βίβλος, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Θα πρέπει να βρίσκεται σε κάποιο χαρτοκιβώτιο στη σοφίτα του αχερώνα της γιαγιάς. Δεν θα πρέπει να την πέταξα, βέβαια. Είναι σαν παλιό ημερολόγιο. Μ ε όλες τις κάρτες και τα αποκόμματα από τα περιοδικά. Και όλα τα αμήχανα σημεία που υπογράμμιζα με κόκκινο, αυτά αποκαλύπτουν πολλά. «Ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρὸς σέ, ὁ Θεός», «Ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου τὸν Θεὸν ἐξεζήτησα, ταῖς χερσίν μου νυκτὸς ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠπατήθην· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου».8 «Καλά τα πήγες με τα κορίτσια σήμερα;» ρώτησε η Σάνα. «Τελικά, ναι» απάντησε η Ρεμπέκα κοφτά. «Τις έπεισα να πάνε στο σχολείο και στον παιδικό σταθμό, τουλάχιστον». Η Σάνα δάγκωσε το κάτω χείλος της και έκλεισε τη Βίβλο. «Τι έγινε πάλι;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Σκέφτομαι τη μαμά και τον μπαμπά. Μ πορεί να πάνε να πάρουν τα κορίτσια από το σχολείο». «Τι γίνεται με σένα και τους γονείς σου;» «Όπως τα ’ξερες. Εκτός από το ότι έχω κουραστεί να είμαι ιδιοκτησία τους. Θυμάσαι τι γινόταν όταν η Σάρα ήταν μικρή». Θυμάμαι, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα ανεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες του διαμερίσματος όπου μένει με τη Σάνα. Έχει αργήσει. Θα έπρεπε να βρίσκονται στο παιδικό πάρτι εδώ και δέκα λεπτά. Και θέλουν τουλάχιστον είκοσι λεπτά για να φτάσουν. Και ίσως και περισσότερο, τώρα που έχει χιονίσει. Μπορεί η Σάνα και η Σάρα να έφυγαν χωρίς εκείνη. Μακάρι, σκέφτεται, παρατηρώντας ότι τα χειμωνιάτικα παπούτσια της Σάρας δεν είναι στην παπουτσοθήκη του χολ. Αν έχουν φύγει, θα σταματήσω να έχω και τύψεις. Οι μπότες όμως της Σάνα είναι εκεί. Η Ρεμπέκα ανοίγει την πόρτα και παίρνει μια βαθιά ανάσα για να της φτάσει ο αέρας για


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

171

όλες τις δικαιολογίες και τις εξηγήσεις που έχει από ώρα στο μυαλό της. Η Σάνα κάθεται κάτω στο πάτωμα του χολ, μέσα στο σκοτάδι. Η Ρεμπέκα περνάει σχεδόν από πάνω της, έτσι όπως είναι καθισμένη, με τα γόνατα μαζεμένα και τα χέρια τυλιγμένα γύρω από τα πόδια της. Κουνιέται πέρα δώθε. Σαν να θέλει να παρηγορηθεί. Ή λες κι αυτός ο ρυθμός στο κούνημα να μπορεί να κρατάει μακριά τις κακές σκέψεις. Η Ρεμπέκα χρειάζεται λίγο χρόνο για να την πλησιάσει. Και να την κάνει να μιλήσει. Και τότε είναι που αρχίζουν τα κλάματα «Ήταν η μαμά και ο μπαμπάς» λέει μες στα αναφιλητά της. «Ήρθαν στα καλά καθούμενα και πήραν τη Σάρα. Τους είπα ότι θα πηγαίναμε σε ένα παιδικό πάρτι και ότι είχαμε προγραμματίσει να κάνουμε ένα σωρό ωραία πράγματα το Σαββατοκύριακο, αλλά δεν με άκουγαν. Απλώς την πήραν κι έφυγαν». Ξαφνικά θυμώνει και χτυπάει τον τοίχο με τις γροθιές της. «Το τι θέλω εγώ δεν τους νοιάζει» ουρλιάζει. «Δεν παίζει κανέναν ρόλο τι λέω εγώ. Είμαι ιδιοκτησία τους. Και το παιδί μου ιδιοκτησία τους είναι. Ακριβώς όπως ήταν ιδιοκτησία τους και τα σκυλιά μου. Η Λάικα, την οποία ο μπαμπάς απλώς εξαφάνισε. Φοβούνται τόσο πολύ να μείνουν μόνοι οι δυο τους, που…» Σταματάει να μιλάει· ο θυμός και το κλάμα της γίνονται ρόγχος. Τα χέρια της πέφτουν άτονα στο πάτωμα. «…ήρθαν και την πήραν, στα καλά καθούμενα» τσιρίζει. «Θα φτιάχναμε τζιτζερομπίσκοτα και μετά ένα σπιτάκι μ’ αυτά, εσύ, εγώ κι αυτή». «Σσς» λέει η Ρεμπέκα και παραμερίζει τα μαλλιά που κρύβουν το πρόσωπο της Σάνα. «Όλα θα πάνε καλά. Σου το υπόσχομαι». Σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάγουλα της Σάνα με την ανάστροφη της παλάμης της. «Τι σόι μάνα είμαι εγώ» ψιθυρίζει η Σάνα «που δεν μπορώ να υπερασπιστώ το ίδιο μου το παιδί;» «Είσαι πολύ καλή μαμά» την παρηγορεί η Ρεμπέκα. «Οι γονείς σου έχουν κάνει λάθος. Τ’ ακούς; Όχι εσύ». «Δεν θέλω να ζήσω έτσι. Μπαίνει με το κλειδί του και παίρνει αυτό που θέλει. Τι να κάνω; Δεν θέλω ν’ αρχίσω να φωνάζω και


172

ASA LARSSON

να τραβάω τη Σάρα. Θα πέθαινε από τον φόβο του, το κοριτσάκι μου». Η εικόνα του Ούλοφ Στράντγκορντ αρχίζει να παίρνει μορφή στο μυαλό της Ρεμπέκα. Η βαθιά ήρεμη φωνή του. Δεν είναι συνηθισμένος να τον κοντράρουν. Το μόνιμο χαμόγελό του πάνω από τον κολλαριστό γιακά του. Η γυναίκα του, διακοσμητικό στοιχείο. Θα τον σκοτώσω, σκέφτεται. Θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. «Έλα, πάμε» λέει στη Σάνα με φωνή που δεν σηκώνει αντιρρήσεις. Η Σάνα ντύνεται και την ακολουθεί σαν υπάκουο παιδάκι. Οδηγάει όπου θέλει η Ρεμπέκα. Η Κριστίνα Στράντγκορντ ανοίγει την πόρτα. «Ήρθαμε να πάρουμε τη Σάρα» λέει η Ρεμπέκα. «Θα πάμε σ’ ένα παιδικό πάρτι και έχουμε ήδη καθυστερήσει σαράντα λεπτά». Ο φόβος περνάει φευγαλέα από το βλέμμα της Κριστίνα. Ρίχνει μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο της, στο εσωτερικό του σπιτιού, αλλά δεν παραμερίζει στο πλάι για να περάσουν. Η Ρεμπέκα μπορεί ν’ ακούσει ότι έχουν καλεσμένους. «Μα αφού συμφωνήσαμε ότι αυτό το Σαββατοκύριακο τα παιδιά θα μείνουν μαζί μας» λέει η Κριστίνα προσπαθώντας να κοιτάξει τη Σάνα στα μάτια. Η Σάνα κοιτάζει επίμονα την κατηφόρα. «Από ό,τι έχω καταλάβει δεν κάνατε καμιά συμφωνία» λέει η Ρεμπέκα σκληρά. «Περιμένετε λίγο» λέει η Κριστίνα δαγκώνοντας νευρικά το κάτω χείλος της. Πηγαίνει στο σαλόνι και σε λίγο εμφανίζεται ο Ούλοφ Στράντγκορντ στην πόρτα. Δεν χαμογελάει. Τα μάτια του καρφώνονται πρώτα στη Ρεμπέκα. Έπειτα στρέφεται προς την κόρη του. «Μα τι ανοησίες είναι αυτές» βρυχιέται. «Νόμιζα πως είχαμε κάνει μια συμφωνία, Σάνα. Δεν είναι καλό για τη Σάρα να την τραβολογάτε αποδώ κι αποκεί. Με δυσαρεστεί ιδιαίτερα που


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

173

αφήνεις τη Σάρα να πληρώνει τις δικές σου βλακείες». Η Σάνα ανασηκώνει τους ώμους της, εξακολουθώντας να κοιτάζει προς τον κατηφορικό δρόμο. Το χιόνι πέφτει πάνω στα μαλλιά της σχηματίζοντας κάτι σαν παγωμένο κράνος στο κεφάλι της. «Θα μου απαντήσεις σε αυτό που σε ρωτάω ή ούτε σ’ αυτό μπορείς να με σεβαστείς;» λέει ο Ούλοφ με φωνή που δείχνει πως δύσκολα συγκρατιέται. Φοβάται να κάνει σκηνή τώρα που έχουν καλεσμένους, σκέφτεται η Ρεμπέκα. Τρέμει το φυλλοκάρδι της, αλλά παρ’ όλα αυτά κάνει ένα βήμα μπροστά. Η φωνή της τρέμει όταν απευθύνεται στον Ούλοφ. «Δεν ήρθαμε εδώ για να ανοίξουμε κουβέντα» του λέει. «Ή πας μέσα τώρα και φέρνεις τη Σάρα ή θα πάω με την κόρη σου κατευθείαν στην αστυνομία και θα σας καταγγείλω για απαγωγή. Το ορκίζομαι στη Βίβλο ότι θα το κάνω. Και πριν να πάω στην αστυνομία θα μπω στο σαλόνι σας και θα κάνω μεγάλη φασαρία. Η Σάρα είναι κόρη της Σάνα και η Σάνα τη θέλει. Διάλεξε και πάρε. Ή μας τη φέρνετε εσείς ή μας τη φέρνει η αστυνομία». Η Κριστίνα Στράντγκορντ κοιτάζει ανήσυχα προς το σαλόνι. Ο Ούλοφ Στράντγκορντ χαμογελάει περιπαικτικά στη Ρεμπέκα. «Σάνα!» λέει επιτακτικά στην κόρη του, δίχως να πάρει το βλέμμα του από τη Ρεμπέκα. «Σάνα!» Η Σάνα κοιτάζει κάτω. Κουνάει σχεδόν ανεπαίσθητα το κεφάλι της. Και τότε όλα αλλάζουν. Η διάθεση του Ούλοφ αλλάζει. Η όψη του δείχνει ότι είναι ταραγμένος και πληγωμένος. «Έλα μέσα» της λέει και κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω στο χολ. «Αφού είναι τόσο σημαντικό για σένα, μπορούσες να μας το πεις» λέει ο Ούλοφ στη Σάνα την ώρα που φοράει στη Σάρα τη φόρμα για το χιόνι και τις μπότες της. «Δεν μπορώ να διαβάζω τις σκέψεις των άλλων. Πίστευα ότι θα σε ευχαριστούσε να είσαι ελεύθερη χωρίς το παιδί ένα Σαββατοκύριακο». Η Σάνα, χωρίς να μιλάει, φοράει στη Σάρα τον σκούφο και τα


174

ASA LARSSON

γάντια της. Ο Ούλοφ μιλάει με χαμηλωμένη τη φωνή για να μην τον ακούσουν οι καλεσμένοι του. «Δεν υπήρχε λόγος να έρθεις εδώ πέρα και να μας απειλείς και αποπάνω» της λέει αυστηρά. «Πραγματικά, δεν σε αναγνωρίζω, Σάνα» της λέει ψιθυριστά η Κριστίνα, αλλά το βλέμμα της είναι καρφωμένο πάνω στη Ρεμπέκα, που είναι ακουμπισμένη με την πλάτη στην εξώπορτα. «Αύριο θα αλλάξουμε κλειδαριά» λέει η Ρεμπέκα καθώς κατευθύνονται προς το αυτοκίνητο. Η Σάνα κρατάει τη Σάρα στην αγκαλιά της και δεν μιλάει. Την κρατάει σαν να μην πρόκειται ποτέ να την αποχωριστεί. Θεέ μου, πόσο είχα θυμώσει, σκέφτεται η Ρεμπέκα. Κανονικά, η Σάνα έπρεπε να είχε θυμώσει, όχι εγώ. Αλλά δεν μπορούσε. Αλλάξαμε κλειδαριά, βέβαια, αλλά έπειτα από δύο βδομάδες έδωσε στους γονείς της έξτρα κλειδί. Η Σάνα της έπιασε το χέρι και την επανέφερε στο παρόν. «Όσο θα είμαι υπό κράτηση» είπε «οι γονείς μου θα θέλουν να πάρουν εκείνοι τα παιδιά». «Μ ην ανησυχείς» έκανε αφηρημένα η Ρεμπέκα. «Θα μιλήσω εγώ με το σχολείο». «Πόσον καιρό πρέπει να μείνω εδώ;» Η Ρεμπέκα ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν μπορούν να σε κρατήσουν περισσότερο από τρία εικοσιτετράωρα. Έπειτα, πρέπει ο εισαγγελέας να ζητήσει τη σύλληψή σου. Και η απόφαση πρέπει να παρθεί μέχρι και το τέταρτο εικοσιτετράωρο από τη στιγμή που μπήκες στο κρατητήριο. Δηλαδή μέχρι το Σάββατο». «Θα με συλλάβουν τότε;» «Δεν ξέρω» είπε η Ρεμπέκα και ανακάθισε. «Μ πορεί. Δεν ήταν και τόσο καλό που βρήκαν τη Βίβλο του Βίκτορ και εκείνο το μαχαίρι στην ντιβανοκασέλα σου». «Ναι, αλλά εκεί μπορεί να τα έβαλε οποιοσδήποτε όταν πήγα στην εκκλησία» ξέσπασε η Σάνα. «Ξέρεις ότι ποτέ δεν κλειδώνω την πόρτα». Σώπασε και ψηλάφισε το κόκκινο πουλόβερ.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

175

«Σκέψου όμως να ήμουν εγώ» είπε ξαφνικά. Η Ρεμπέκα ένιωσε αμέσως πόσο δυσκολεύτηκε η ανάσα της. Σαν να μην υπήρχε καθόλου οξυγόνο στο μικρό κελί. «Τι εννοείς;» τη ρώτησε. «Δεν ξέρω» είπε η Σάνα και πίεσε τα χέρια της πάνω στα μάτια της. «Κοιμόμουν και δεν ξέρω τι συνέβη. Για σκέψου όμως να ήμουν εγώ… Πρέπει να το ερευνήσεις». «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς» είπε η Ρεμπέκα. «Αν κοιμόσουν…» «Αφού με ξέρεις! Ξεχνάω. Όπως όταν έμεινα έγκυος στη Σάρα. Δεν θυμόμουν καν ότι ο Ρόνι και εγώ είχαμε κάνει έρωτα. Εκείνος μου το είπε. Και πόσο ωραία ήταν. Ακόμα και τώρα δεν μπορώ να το θυμηθώ. Αλλά αφού έμεινα έγκυος πρέπει να ήταν αλήθεια». «Μ άλιστα» έκανε αργόσυρτα η Ρεμπέκα. «Αλλά δεν νομίζω ότι ήσουν εσύ. Το ότι έχεις κάποιες τρύπες στον χάρτη της μνήμης δεν σημαίνει ότι μπορείς και να σκοτώσεις κάποιον. Αλλά πρέπει να κάτσεις να το σκεφτείς». Η Σάνα την κοίταξε με ερωτηματικό ύφος. «Αν δεν ήσουν εσύ» είπε πάλι αργά η Ρεμπέκα «τότε κάποιος έβαλε τη Βίβλο και το μαχαίρι μέσα στην ντιβανοκασέλα. Κάποιος που ήθελε να σε ενοχοποιήσει. Κάποιος που ξέρει ότι δεν κλειδώνεις ποτέ την πόρτα. Καταλαβαίνεις; Δεν ήταν κανένας τρελός που ήρθε ξαφνικά από τον δρόμο». «Πρέπει να μάθεις τι έγινε» είπε η Σάνα. Η Ρεμπέκα κούνησε το κεφάλι της. «Αυτό είναι δουλειά της αστυνομίας στην πραγματικότητα». Σώπασαν και οι δύο σαν άνοιξε η πόρτα και είδαν το κεφάλι του φύλακα στο άνοιγμα. Δεν ήταν ο ίδιος που τους είχε οδηγήσει στην αίθουσα των επισκεπτών. Αυτός ήταν ψηλός με φαρδιούς ώμους και στρατιωτικό κούρεμα. Παρ’ όλα αυτά η Ρεμπέκα σκέφτηκε ότι έμοιαζε με αμήχανο αγοράκι όπως στεκόταν εκεί στην πόρτα. Χαμογέλασε ντροπαλά στη Ρεμπέκα και μετά έδωσε ένα μικρό χάρτινο πακέτο στη Σάνα. «Συγγνώμη που ενοχλώ» είπε «αλλά σε λίγο τελειώνει η βάρδια μου και… Ναι… να… σκέφτηκα ότι θα ήθελες να έχεις


176

ASA LARSSON

κάτι να διαβάσεις. Αγόρασα επίσης κι ένα σακουλάκι καραμέλες». Η Σάνα του χαμογέλασε. Μ ’ ένα χαμόγελο ειλικρινές και με μάτια που σπίθιζαν. Κατόπιν χαμήλωσε αμέσως τα μάτια της, σαν να ντράπηκε ξαφνικά. Οι βλεφαρίδες σκίαζαν τα μάγουλά της. «Α, ευχαριστώ πολύ» είπε. «Πολύ ευγενικό αυτό». «Δεν ήταν τίποτα» είπε ο φύλακας και μετακίνησε το βάρος του σώματός του από το ένα πόδι στο άλλο. «Σκέφτηκα απλώς ότι ο χρόνος κυλάει πολύ βαρετά εδώ μέσα». Σώπασε για λίγο, αλλά όταν καμιά από τις δύο γυναίκες δεν μίλησε συνέχισε αμήχανα: «Ώρα να πηγαίνω». Όταν έφυγε, η Σάνα άνοιξε τη σακούλα και κοίταξε να δει τι της είχε φέρει. «Εσύ αγόρασες πολύ νοστιμότερες καραμέλες» είπε. Η Ρεμπέκα αναστέναξε αποκαρδιωμένη. «Δεν χρειάζεται να μου πεις ότι τα δικά μου μπιχλιμπίδια ήταν πιο καλά» είπε. «Το κάνω, έτσι κι αλλιώς».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Φ

177

εύγοντας από τη Σάνα, η Ρεμπέκα πήγε να βρει την ΆνναΜ αρία Μ έλα. Η Άννα-Μ αρία καθόταν σε μια αίθουσα συσκέψεων στο κτίριο της αστυνομίας και έτρωγε μια μπανάνα τόσο βιαστικά, λες και κάποιος θα ερχόταν να της την αρπάξει σύντομα. Μ προστά της, πάνω στο τραπέζι, ήταν τα υπολείμματα από τρία φαγωμένα μήλα. Στο βάθος της αίθουσας υπήρχε μια τηλεόραση. Το βίντεο που έπαιζε έδειχνε μια λειτουργία στην Κρυστάλλινη Εκκλησία. Όταν η Ρεμπέκα μπήκε μέσα η ΆνναΜ αρία τη χαιρέτησε εγκάρδια. Σαν να ήταν παλιές γνώριμες. «Θέλεις καφέ;» τη ρώτησε. «Πήγα και πήρα καφέ, αν και δεν ξέρω γιατί. Δεν μπορώ να πιω καφέ τώρα που…» Ολοκλήρωσε την πρόταση με μια χειρονομία προς την κοιλιά της. Η Ρεμπέκα στάθηκε όρθια στην πόρτα. Το παρελθόν ξύπνησε μέσα της. Ενεργοποιήθηκε από τα πρόσωπα στη μικρή οθόνη που τρεμόπαιζε. Άρπαξε το κούφωμα της πόρτας για να κρατηθεί. Η φωνή της Άννα-Μ αρίας ακούστηκε απόμακρη. «Τι έχεις; Έλα, κάθισε». Το βίντεο έδειχνε τον Τούμας Σέντερμπεργ να μιλάει στα μέλη της ενορίας. Η Ρεμπέκα βυθίστηκε σε μια καρέκλα. Ένιωσε πάνω της το εξεταστικό βλέμμα της Άννα-Μ αρίας. «Είναι από τη συνάντηση πριν από τη νύχτα που δολοφονήθηκε» είπε εκείνη. «Θέλεις να δεις λίγο;» Η Ρεμπέκα έγνεψε καταφατικά. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να πει κάτι σαν εξήγηση. Ότι δεν είχε φάει ή κάτι τέτοιο. Παρέμεινε


178

ASA LARSSON

ωστόσο σιωπηλή. Πίσω από τον Τούμας Σέντερμπεργ η χορωδία είχε πάρει τη θέση της. Κάποια από τα μέλη της φώναζαν επιδοκιμαστικά την ώρα που εκείνος μιλούσε. Κάθε μήνυμα συνοδευόταν από τα αλληλούια και τα αμήν των μελών της χορωδίας και του εκκλησιάσματος. Άλλαξε, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Παλιότερα κυκλοφορούσε με ριγέ πουκάμισο χωρίς γιακά από το κατάστημα εργατικών ρούχων, δερμάτινο γιλέκο και παντελόνι τζιν. Τώρα, με κουστούμι Όσκαρ Τζάκομπσον και μοντέρνα γυαλιά, μοιάζει με χρηματιστή. Και το εκκλησίασμα αποτελείται από φτηνιάρικες απομιμήσεις –με ρούχα από το Χένες & Μ άουριτς– της γενικής ιδέας περί επιτυχίας. «Είναι ικανός ομιλητής» είπε η Άννα-Μ αρία. Ο Τούμας Σέντερμπεργ χρησιμοποιούσε εναλλάξ ανάλαφρα αστεία και σοβαρές κουβέντες. Το θέμα της ομιλίας του ήταν να είναι κανείς ανοιχτός στα πνευματικά δώρα. Στο τέλος του σύντομου κηρύγματος κάλεσε όλους τους πιστούς να πλησιάσουν και να αφήσουν το Άγιο Πνεύμα να τους γεμίσει. «Πλησιάστε και θα προσευχηθούμε για σας» είπε. Σαν να είχε δώσει κάποιο σύνθημα, έσπευσαν αμέσως κοντά του ο Βίκτορ Στράντγκορντ, οι άλλοι δύο πάστορες της εκκλησίας και οι γέροντες. «Σαβάλα σάλα αμήν» φώναξε ο πάστορας Γκούναρ Ίσακσον. Πηγαινοερχόταν ανάμεσα στον κόσμο κουνώντας τα χέρια του. «Πλησίασε εσύ που υποφέρεις από αρρώστιες και πόνους. Δεν είναι θέλημα Θεού να μείνεις άρρωστος. Κάποιος εδώ υποφέρει από ημικρανίες. Ο Κύριος σε βλέπει. Έλα μπροστά. Ο Κύριος μας λέει πως ανάμεσά μας είναι μια αδελφή που υποφέρει από έλκος στομάχου. Τώρα ο Θεός θα σταματήσει το μαρτύριό σου. Δεν χρειάζεσαι πια τα χάπια σου. Ο Κύριος εξουδετέρωσε το οξύ που καίει το σώμα σου. Έλα μπροστά και δέξου το δώρο της θεραπείας. Αλληλούια». Ένα σωρό άνθρωποι πέρασαν μπροστά. Έπειτα από λίγα λεπτά όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω από τα κάγκελα του βωμού είχαν περιπέσει σε έκσταση. Ορισμένοι κείτονταν στο πάτωμα. Άλλοι


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

179

σηκώνονταν με τα χέρια ψηλά και λικνίζονταν σαν γρασίδι στον άνεμο. Προσεύχονταν, γελούσαν και έκλαιγαν. «Μ α τι κάνουν αυτοί;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία Μ έλα. «Υποκύπτουν στη δύναμη του πνεύματος» απάντησε κοφτά η Ρεμπέκα. «Τραγουδούν, μιλούν και χορεύουν υπό την επήρεια του Αγίου Πνεύματος. Κάποιοι θ’ αρχίσουν σε λίγο να προφητεύουν. Και η χορωδία θα ψάλλει ύμνους για να ακομπανιάρει τα πάντα». Ακούστηκε η χορωδία που άρχισε να τραγουδάει ύμνους κάπου στο παρασκήνιο, ενώ όλο και περισσότεροι συγκεντρώνονταν. Ορισμένοι λικνίζονταν μπροστά στον βωμό σαν μεθυσμένοι. Ο φακός εστίαζε συχνά στον Βίκτορ Στράντγκορντ. Στο ένα χέρι κρατούσε τη Βίβλο και προσευχόταν με ένταση για έναν παχύ άντρα που περπατούσε με δεκανίκια. Μ ια γυναίκα πίσω από την πλάτη του είχε ακουμπήσει τα χέρια της πάνω στα μαλλιά του και προσευχόταν και αυτή. Σαν να ήθελε να αυξήσει τη δύναμη του Θεού. Τώρα ο Βίκτορ πήρε το μικρόφωνο να μιλήσει. Άρχισε όπως έκανε πάντα: «Για τι θα μιλήσουμε;» ρώτησε το εκκλησίασμα. Έτσι έκανε τα κηρύγματά του. Προετοιμαζόταν με προσευχές. Κατόπιν άφηνε το εκκλησίασμα να αποφασίσει για το θέμα του κηρύγματος. Άλλωστε μεγάλο μέρος του κηρύγματος ήταν μια συνομιλία με το κοινό. Ακόμα κι αυτό τον έκανε διάσημο. «Πες μας για τον ουρανό» φώναξε κάποιος από τους πιστούς. «Τι να σας πω για τον ουρανό;» απάντησε με ένα κουρασμένο χαμόγελο. «Αγοράστε το βιβλίο μου και διαβάστε το. Ελάτε, βρείτε κάτι άλλο!» «Πες μας για την επιτυχία!» πετάχτηκε κάποιος άλλος. «Επιτυχία» είπε ο Βίκτορ. «Δεν υπάρχουν παράδρομοι προς την επιτυχία στο βασίλειο του Θεού. Θυμηθείτε την ιστορία με τον Ανανία και τη Σαπφείρα. Και προσευχηθείτε για μένα. Προσευχηθείτε γι’ αυτό που τα μάτια μου βλέπουν και γι’ αυτό που θα δουν. Προσευχηθείτε για να συνεχίσει η δύναμη του Θεού να ρέει μέσα στα χέρια μου».


180

ASA LARSSON

«Τι ήταν αυτό που είπε πριν» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Ανα…» Κούνησε ανυπόμονα το κεφάλι της πριν να συνεχίσει: «…και Σαφίρα, ποιοι είναι αυτοί;» «Ο Ανανίας και η Σαπφείρα· αναφέρονται στις Πράξεις των Αποστόλων» απάντησε η Ρεμπέκα χωρίς να πάρει τα μάτια της από την οθόνη. «Έκλεψαν χρήματα από την πρώτη ενορία και ο Θεός τους τιμώρησε με θάνατο». «Α, μπα! Και εγώ που νόμιζα ότι ο Θεός ρίχνει τους ανθρώπους νεκρούς μόνο στην Παλαιά Διαθήκη». Η Ρεμπέκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ο Βίκτορ μίλησε για λίγο και κατόπιν συνεχίστηκαν οι προσεπικλήσεις. Ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι πέντε, φορώντας μπουφάν με κουκούλα και χαλαρό, ελαφρώς φθαρμένο τζιν, διαγκωνίστηκε για να φτάσει στον Βίκτορ Στράντγκορντ. Ο Πάτρικ Μ άτσον, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Είναι ακόμη μαζί τους λοιπόν. Ο νεαρός με το μπουφάν έπιασε τα χέρια του Βίκτορ και τα έσφιξε. Πριν να στραφεί ο φακός προς τα μέλη της χορωδίας, η Ρεμπέκα είδε τον Βίκτορ να προσπαθεί να απαλλαγεί από τον Πάτρικ Μ άτσον. Τι είναι αυτό; σκέφτηκε. Τι συμβαίνει ανάμεσά τους; Έριξε μια λοξή ματιά στην Άννα-Μ αρία Μ έλα. Εκείνη ήταν σκυμμένη πάνω από ένα χαρτοκιβώτιο στο πάτωμα κι έψαχνε στις βιντεοκασέτες. «Εδώ είναι η χτεσινοβραδινή κασέτα» είπε η Άννα-Μ αρία κι αναδύθηκε πάνω από την επιφάνεια του τραπεζιού. «Θέλεις να δεις λίγο;» Στην κασέτα από τη βραδιά αμέσως μετά τη δολοφονία, έβγαζε κήρυγμα ξανά ο Τούμας Σέντερμπεργ. Τα σανίδια κάτω από τα πόδια του ήταν σκουρόχρωμα από το αίμα και ένα σωρό λουλούδια ήταν ριγμένα στο πάτωμα. Η παρουσίαση του θέματος ήταν σοβαρή και παθιασμένη. Ο Τούμας Σέντερμπεργ καλούσε τα μέλη της ενορίας να εξοπλίζονται για πνευματικό πόλεμο. «Τώρα περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε αυτό το Συνέδριο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

181

των Θαυμάτων» φώναξε. «Δεν θα αφήσουμε τον Σατανά να πάρει το πάνω χέρι». Οι πιστοί απάντησαν κραυγάζοντας αλληλούια. «Αυτό το πράγμα είναι απίστευτο» είπε η Ρεμπέκα σοκαρισμένη. «Σκεφτείτε σοβαρά ποιον εμπιστεύεστε» φώναξε ο Τούμας Σέντερμπεργ. «Μ ην ξεχνάτε πως “Ὁ μὴ ὢν μετ’ ἐμοῦ, κατ’ ἐμοῦ ἐστιν”». «Μ όλις προέτρεψε τον κόσμο να μη μιλήσει με την αστυνομία» έκανε η Ρεμπέκα σκεπτική. «Θέλει το εκκλησίασμα να παραμείνει σιωπηλό». Η Άννα-Μ αρία την κοίταξε έκπληκτη και σκέφτηκε αμέσως τους συναδέλφους της που όλη την ημέρα γύριζαν από σπίτι σε σπίτι για να μιλήσουν με τους ενορίτες. Στη σύσκεψη που έγινε μετά, όλοι οι αστυνομικοί παραπονέθηκαν για το πόσο δυσκολεύτηκαν να κάνουν τον κόσμο να τους πει έστω και μια κουβέντα. Κατά τη διάρκεια των προσεπικλήσεων βγήκε και ο δίσκος. «Αν είχες σκεφτεί να δώσεις μόνο δέκα, κάνε τα εκατό!» φώναζε ο πάστορας Γκούναρ Ίσακσον. Μ ίλησε ακόμα και ο Κουρτ Μ πέκστρεμ. «Για τι πράγμα θέλετε να μιλήσουμε;» ρώτησε τους πιστούς, ακριβώς όπως έκανε ο Βίκτορ Στράντγκορντ. Να το έχει χάσει άραγε; σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Το κοινό παρατηρούσε αμήχανο. Κανείς δεν είπε κουβέντα. Στο τέλος, παρενέβη και έσωσε την κατάσταση ο Τούμας Σέντερμπεργ. «Πες μας για τη δύναμη της προσεπίκλησης» είπε. Η Άννα-Μ αρία έγνεψε προς την οθόνη, εκεί που ο Κουρτ δίδασκε τους ενορίτες. «Ήταν στην εκκλησία και προσευχόταν την ώρα που μιλούσαμε με τους πάστορες» είπε. «Ξέρω ότι ήσουν μέλος της ενορίας παλιά. Γνώριζες τους πάστορες και τους ενορίτες;» «Ναι» είπε η Ρεμπέκα με φανερά απρόθυμη φωνή, για να δηλώσει πως δεν είχε καμία διάθεση ν’ ανοίξει αυτό το θέμα. Ορισμένους, με την καθαρά βιβλική έννοια της λέξης,


182

ASA LARSSON

σκέφτηκε η Ρεμπέκα· ξαφνικά το πλάνο άλλαξε και ο Τούμας Σέντερμπεργ κοιτούσε κατάματα τον φακό και την ίδια. Η Ρεμπέκα κάθεται στην πολυθρόνα στο γραφείο του Τούμας Σέντερμπεργ και κλαίει. Είναι η περίοδος των εκπτώσεων μετά τα Χριστούγεννα. Η πόλη είναι γεμάτη κόσμο. Ταμπέλες χειρόγραφες, στις οποίες αναγράφεται το ποσοστό της έκπτωσης με κόκκινα γράμματα, διακοσμούν το εσωτερικό των βιτρινών. Όλο αυτό το κλίμα αφήνει ένα μεγάλο κενό μέσα σου. «Νιώθω ότι δεν με αγαπάει» λέει κλαίγοντας. Μιλάει για τον Θεό. «Νιώθω σαν υιοθετημένο παιδί» λέει. «Σαν παιδί που οι νεράιδες αντικατέστησαν με κάποιο άλλο». Ο Τούμας Σέντερμπεργ χαμογελάει διακριτικά και της δίνει άλλο ένα χαρτομάντιλο. Φυσάει τη μύτη της που τρέχει. Αν και έχει κλείσει μόλις τα δεκαοχτώ, κλαψουρίζει σαν μικρό παιδί. «Γιατί να μην μπορώ ν’ ακούσω τη φωνή του» λέει μ’ αναφιλητά. «Εσύ τον ακούς και συνομιλείς μαζί του κάθε μέρα. Η Σάνα τον ακούει, ο Βίκτορ τον έχει συναντήσει κιόλας…» «Με τον Βίκτορ είναι αλλιώς τα πράγματα, είναι ιδιαίτερος» παρεμβαίνει ο Τούμας Σέντερμπεργ. «Ακριβώς» κλαψουρίζει η Ρεμπέκα. «Και εγώ θα ήθελα να νιώσω ότι είμαι κάπως ιδιαίτερη». Ο Τούμας Σέντερμπεργ μένει για λίγο σιωπηλός κι αφουγκράζεται μέσα του για τις σωστές λέξεις. «Θέμα εξάσκησης είναι, Ρεμπέκα» της λέει. «Πρέπει να με πιστέψεις. Στην αρχή, που νόμιζα ότι άκουγα τη φωνή του, άκουγα απλώς τη φαντασία μου». Δένει τα χέρια του πάνω στο στήθος, υψώνει το βλέμμα του προς το ταβάνι και με παιδιάστικη φωνή λέει: «Μ’ αγαπάς, Θεέ μου;» Και απαντάει στον εαυτό του με πιο μπάσα φωνή: «Ναι, Τούμας, το ξέρεις. Απείρως πολύ». Η Ρεμπέκα γελάει μέσα στα δάκρυά της. Αφήνεται σε ένα σχεδόν υπερβολικό γέλιο. Το αφήνει να ξεχειλίσει γιατί έχει την ανάγκη να γεμίσει το κενό που της προκάλεσε το κλάμα με κάποιο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

183

άλλο συναίσθημα. Επηρεάζεται και ο Τούμας και γελάει κι αυτός. Ξαφνικά, όμως, γίνεται σοβαρός και την κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια. «Πίστεψέ με, Ρεμπέκα, έχεις και εσύ κάτι το ιδιαίτερο, Πίστεψέ με, είσαι ξεχωριστή». Και τότε αρχίζουν πάλι να τρέχουν τα δάκρυα. Σιωπηλά κυλούν στα μάγουλά της. Ο Τούμας Σέντερμπεργ απλώνει το χέρι του και τα σκουπίζει. Η παλάμη του αγγίζει τα χείλη της. Η Ρεμπέκα μένει ακίνητη. Μάλλον για να μην τον τρομάξει, σκέφτηκε αργότερα. Ο Τούμας Σέντερμπεργ απλώνει και το άλλο χέρι προς την πλευρά της και με τον αντίχειρα σκουπίζει τα δάκρυά της, ενώ με τα άλλα δάχτυλα πιάνει μια τούφα από τα μαλλιά της. Ξαφνικά η ανάσα του είναι πολύ κοντά. Τρέχει σαν ζεστό νερό πάνω στο πρόσωπό της. Αποπνέει μπαγιάτικο καφέ, γλυκό τζιτζερομπίσκοτο και κάτι άλλο που είναι μόνο αυτός. Έπειτα γίνονται όλα τόσο γρήγορα. Το στόμα του είναι μέσα στο δικό της. Τα χέρια του μπλέκονται μέσα στα μαλλιά της. Το ένα της χέρι τυλίγεται στον λαιμό του και το άλλο προσπαθεί μάταια να ξεκουμπώσει ένα κουμπί στο πουκάμισό του. Εκείνος ψαχουλεύει τα στήθη της και προσπαθεί να μπει κάτω από τη φούστα της. Βιάζονται. Βιάζονται να μπουν ο ένας στο σώμα του άλλου, πριν να τους προλάβει η λογική. Πριν να έρθει η ντροπή. Τον αγκαλιάζει από τον λαιμό κι εκείνος τη σηκώνει από την πολυθρόνα. Την ξαπλώνει πάνω στο γραφείο του και με μια κίνηση σηκώνει τη φούστα της. Εκείνη θέλει να μπει μέσα του. Τον πιέζει πάνω της. Τη στιγμή που της κατεβάζει το καλσόν την γρατζουνάει στον μηρό. Αλλά αυτό το αντιλαμβάνεται πολύ αργότερα. Δεν μπορεί να της βγάλει το σλιπάκι. Δεν υπάρχει χρόνος. Το ξεχειλώνει στο πλάι ενώ ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Πάνω από τον ώμο του εκείνη βλέπει το κλειδί που είναι στην κλειδαριά. Σκέφτεται ότι έπρεπε να κλειδώσουν, αλλά τώρα είναι μέσα της. Το στόμα της είναι ανοιχτό πάνω στο αυτί του και σε κάθε κίνηση κρατάει την αναπνοή της. Γαντζώνεται πάνω του σαν πιθηκάκι στη μαμά του. Εκείνος εκσπερματώνει σιωπηλά και συγκρατημένα, σαν σε τελευταίο σπασμό. Σκύβει τόσο πολύ πάνω


184

ASA LARSSON

της, ώστε εκείνη αναγκάζεται να στηριχτεί με το ένα χέρι της στο γραφείο για να μην πέσει προς τα πίσω. Και την αφήνει. Κάνει αρκετά βήματα πίσω, ώσπου να πέσει πάνω στην πόρτα. Την κοιτάζει ανέκφραστα και κουνάει το κεφάλι του. Έπειτα της στρέφει την πλάτη και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Η Ρεμπέκα αφήνει το κορμί της να γλιστρήσει και κατεβαίνει από το γραφείο. Σηκώνει το καλσόν της και τακτοποιεί τη φούστα της. Η πλάτη του Τούμας Σέντερμπεργ είναι σαν τοίχος. «Συγγνώμη» του λέει χαμηλόφωνα. «Δεν το έκανα επίτηδες». «Σε παρακαλώ, φύγε» της λέει με βραχνή φωνή. «Απλώς σήκω και φύγε από εδώ». Καλύπτει τρέχοντας όλη την απόσταση για το διαμέρισμα της ίδιας και της Σάνα. Περνάει τρέχοντας τα σταυροδρόμια χωρίς να κοιτάζει. Είναι Ιανουάριος και κάνει ψόφο. Η παγωνιά κάνει τον λαιμό της να πονάει. Κάτι κολλώδες ανάμεσα στους μηρούς της. Η πόρτα άνοιξε απότομα για να φανεί το θυμωμένο πρόσωπο του εισαγγελέα Καρλ φον Ποστ. «Τι στον διάολο γίνεται εδώ πέρα;» ρωτάει. Κι αφού δεν παίρνει απάντηση, στρέφεται προς το μέρος της Άννα-Μ αρίας και συνεχίζει: «Μ ε τι ασχολείσαι εσύ; Μ ελετάς το υλικό της προανάκρισης μαζί της;» Έγνεψε προς την πλευρά της Ρεμπέκα. «Μ α δεν είναι και τίποτα απόρρητο» λέει η Άννα-Μ αρία ήρεμα. «Όποιος θέλει μπορεί να αγοράσει τις βιντεοταινίες στο βιβλιοπωλείο της Πηγής της Δύναμης. Απλώς κουβεντιάζαμε λίγο. Ή δεν επιτρέπεται;» «Α, έτσι» έκανε νευριασμένα ο Φον Ποστ. «Τώρα όμως θα μιλήσεις μαζί μου! Στο γραφείο μου. Σε πέντε λεπτά». Έκλεισε την πόρτα με πάταγο. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν. «Η δημοσιογράφος που σε κατήγγειλε για σωματικές βλάβες απέσυρε τη μήνυσή της» είπε η Άννα-Μ αρία Μ έλα. Μ ιλούσε με απαλή φωνή. Σαν να ήθελε να δείξει ότι είχε


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

185

αλλάξει θέμα και ότι αυτό που συζητούσε δεν είχε καμιά σχέση με τον Καρλ φον Ποστ. Αλλά το μήνυμα πέρασε. Αυτό θα τον έκανε έξω φρενών, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. «Είπε ότι γλίστρησε και πως σίγουρα δεν είχες καμία πρόθεση να την πετάξεις κάτω» συνέχισε η Άννα-Μ αρία και σηκώθηκε αργά από τη θέση της. «Πρέπει να πηγαίνω. Θέλεις κάτι από μένα;» Οι σκέψεις φτερούγιζαν μέσα στο μυαλό της Ρεμπέκα. Σκέψεις που άρχιζαν από τον Μ ονς –που μάλλον θα είχε μιλήσει με τη δημοσιογράφο– κι έφταναν στη Βίβλο του Βίκτορ. «Τη Βίβλο» είπε στην Άννα-Μ αρία. «Τη Βίβλο του Βίκτορ, την έχετε εδώ;» «Όχι» της απάντησε εκείνη «δεν είναι ακόμη έτοιμη με τη Βίβλο στο Λινσέπινγκ. Θα την κρατήσουν αυτοί προς το παρόν. Γιατί;» «Θα ήθελα να τη δω, αν γίνεται. Μ πορούν να τη φωτοτυπήσουν εκεί κάτω; Όχι όλες τις σελίδες, φυσικά, μόνον όσες έχουν σημειώσεις. Και αντίγραφα από όλα τα σημειώματα, καρτούλες και τα σχετικά». «Βέβαια» είπε η Άννα-Μ αρία σκεπτική. «Δεν βλέπω να υπάρχει πρόβλημα. Σε αντάλλαγμα, όμως, θα μπορούσες κι εσύ να μου δώσεις κάποιες απαντήσεις σχετικά με την ενορία, αν υπάρξουν κάποια ερωτήματα;» «Εφόσον δεν αφορούν τη Σάνα, γιατί όχι;» είπε η Ρεμπέκα και κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ώρα να πάει για να πάρει τη Σάρα και τη Λούβα. Χαιρέτησε την Άννα-Μ αρία και πριν βγει από το κτίριο κάθισε για λίγο στον καναπέ της εισόδου. Έβγαλε τον υπολογιστή της και μπήκε στο διαδίκτυο με το κινητό της τηλέφωνο. Πληκτρολόγησε την ηλεκτρονική διεύθυνση της Μ αρίας Τομπ και έγραψε: Γεια σου, Μαρία. Αν θυμάμαι καλά, γνωρίζεις έναν ελεγκτή στην εφορία που σε συμπαθεί. Μπορείς να του ζητήσεις να ελέγξει για λογαριασμό μου έναν μη κερδοσκοπικό σύλλογο; Έστειλε το γράμμα και πριν κλείσει τον υπολογιστή είχε έρθει


186

ASA LARSSON

η απάντηση στην οθόνη. Γεια σου, καλή μου. Θα τον παρακαλέσω να ελέγξει αυτά που ζήτησες, αρκεί να μην έχουν καταχωριστεί ως απόρρητα./Μ. Μ α γι’ αυτό ακριβώς το ζητάω από σένα, σκέφτηκε η Ρεμπέκα απογοητευμένη και έκλεισε τον υπολογιστή. Τα στοιχεία που δεν είναι απόρρητα μπορώ να τα βρω μόνη μου. Μ ε το που έκλεισε τον υπολογιστή, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Μ αρία Τομπ. «Κι εγώ που σε θεωρούσα έξυπνη» της είπε. «Τι;» απάντησε η Ρεμπέκα με έκπληξη. «Δεν ξέρεις πως όλα τα ιμέιλ στη δουλειά μπορεί να ελέγχονται; Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να ελέγχει όλη την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία. Θέλεις να μάθουν όλοι οι συνεργάτες μου ότι μου ζητάς να σου βρω απόρρητες πληροφορίες από την εφορία; Έχεις την εντύπωση ότι θέλω να το μάθουν;» «Όχι, βέβαια» απάντησε η Ρεμπέκα σαν ντροπιασμένο μαθητούδι. «Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις;» Η Ρεμπέκα συγκέντρωσε τις σκέψεις της και της απάντησε βιαστικά: «Πες του να μπει στο ΤΣ και στο ΚΣ και να ελέγξει–» «Περίμενε, πρέπει να τα γράψω» είπε η Μ αρία. «ΤΣ και ΚΣ, τι είναι αυτά;» «Τοπικό και κεντρικό σύστημα συναλλαγών. Πες του να ελέγξει την ενορία της Πηγής της Δύναμης και τους πάστορες που εργάζονται εκεί, τον Τούμας Σέντερμπεργ, τον Βέσα Λάρσον και τον Γκούναρ Ίσακσον. Πες του να ελέγξει επίσης και τον Βίκτορ Στράντγκορντ. Θέλω το ισοζύγιο και το τελικό ποσό της Πηγής της Δύναμης. Και θέλω να μάθω ποια είναι η οικονομική κατάσταση των παστόρων και του Βίκτορ. Μ ισθός, πόσος και από ποιον. Τοποθετήσεις σε ακίνητα, ομόλογα, περιουσιακά στοιχεία γενικώς». «Εντάξει» είπε η Μ αρία και σημείωσε.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

187

«Κάτι ακόμα. Μ πορείς να μπεις στην Υπηρεσία Καταχωρίσεων και Ευρεσιτεχνιών, την ΥΚΕ, και να ελέγξεις την οργάνωση γύρω από την ενορία; Όλα πάνε πολύ αργά όταν μπαίνεις στο διαδίκτυο με το κινητό. Δες αν η Πηγή της Δύναμης έχει μετοχές σε μη εισηγμένη εταιρεία ή αν έχει μερίσματα σε κάποια εμπορική εταιρεία. Δες για τους πάστορες και τον Βίκτορ επίσης». «Μ πορώ να ρωτήσω γιατί;» «Δεν ξέρω» είπε η Ρεμπέκα. «Μ ια ιδέα που μου πέρασε από το μυαλό. Καλά θα ήταν να κάνω και κάτι όσο βρίσκομαι εδώ πάνω και σουλατσάρω». «Πώς το λένε αυτό;» ρωτάει η Μ αρία. «Κουνάς το δέντρο και βλέπεις τι θα πέσει; Κάτι τέτοιο πας να κάνεις;» «Ίσως» είπε η Ρεμπέκα. Έξω είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει. Η Ρεμπέκα έβγαλε τη Σαπ από το αυτοκίνητο. Η σκυλίτσα έτρεξε σε έναν σωρό χιονιού κι έχωσε μέσα τη μουσούδα της. Τα φανάρια του δρόμου είχαν ανάψει και το φως έπεφτε πάνω σε κάτι άσπρο και τετράγωνο που ήταν πιασμένο στον υαλοκαθαριστήρα του Άουντι. Το πρώτο που πέρασε από το μυαλό της Ρεμπέκα ήταν ότι είχε πάρει πρόστιμο για παράνομο παρκάρισμα. Έπειτα όμως είδε έναν φάκελο με το όνομά της πάνω γραμμένο με χοντρά γράμματα, προφανώς με μολύβι. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και άφησε τη Σαπ να καθίσει στη θέση του συνοδηγού. Η ίδια κάθισε πίσω από το τιμόνι και άνοιξε τον φάκελο. Βρήκε ένα χειρόγραφο μήνυμα. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν αδέξιος, ασύμμετρος. Σαν ο συντάκτης να φορούσε γάντια ή να χρησιμοποίησε λάθος χέρι: «Ἐν τῷ λέγειν με τῷ ἀνόμῳ Θανάτῳ ΘΑΝΑΤΩΘΗΣΗι, καὶ οὐ διεστείλω αὐτῷ οὐδὲ ἐλάλησας τοῦ διαστείλασθαι τῷ ἀνόμῳ ἀποστρέψαι ἀπὸ τῶν ὁδῶν αὐτοῦ τοῦ ζῆσαι αὐτόν, ὁ ἄνομος ἐκεῖνος τῇ ἀδικίᾳ αὐτοῦ ΑΠΟΘΑΝΕΙΤΑΙ, καὶ τὸ ΑΙΜΑ αὐτοῦ ἐκ χειρός σου ἐκζητήσω. Καὶ σὺ ἐὰν διαστείλῃ τῷ ἀνόμῳ, καὶ μὴ ἀποστρέψῃ ἀπὸ τῆς ἀνομίας αὐτοῦ καὶ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ, ὁ ἄνομος ἐκεῖνος


188

ASA LARSSON

ἐν τῇ ἀδικίᾳ αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καὶ σὺ τὴν ψυχήν σου ῥύσῃ. ΕΛΑΒΕΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΣΟΥ!» Η Ρεμπέκα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται από τον φόβο. Της σηκώθηκαν οι τρίχες στον αυχένα και στα χέρια, αλλά δεν ενέδωσε στην παρόρμηση να γυρίσει το κεφάλι της για να δει μήπως την παρακολουθούσε κάποιος. Τσαλάκωσε το χαρτί σε σχήμα βόλου και το πέταξε κάτω στο πάτωμα του αυτοκινήτου. «Φανερωθείτε, δειλά καθάρματα» φώναξε δυνατά στον εαυτό της μόλις άφησε πίσω της το πάρκινγκ. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σχολείο Μ πουλάγκ είχε συνεχώς την αίσθηση ότι κάποιος την παρακολουθούσε.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

189

διευθύντρια του παιδικού σταθμού, νηπιαγωγείου και δημοτικού Μ πουλάγκ κοίταξε τη Ρεμπέκα από το γραφείο όπου καθόταν μ’ ένα φανερά αποδοκιμαστικό βλέμμα. Ήταν μια ώριμη γυναίκα γύρω στα πενήντα. Τα πυκνά μαλλιά της, βαμμένα μαύρα, έδιναν την εντύπωση κράνους ζωγραφισμένου με σπρέι πάνω από το τετράγωνο πρόσωπό της. Τα γυαλιά της, που θύμιζαν μάτια γάτας, κρέμονταν γύρω από τον λαιμό της, από ένα κορδόνι ελαφρώς μπερδεμένο με ένα κολιέ από δερμάτινο κορδόνι, κεραμικές πέτρες και φτερά. «Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τι νομίζεις πως μπορεί να κάνει το σχολείο σε μια τέτοια περίπτωση» είπε και τίναξε μια τρίχα από τη μάλλινη ζακέτα της με τα μεγάλα σχέδια. «Μ α το εξήγησα ήδη» είπε η Ρεμπέκα προσπαθώντας να κρύψει την ανυπομονησία της. «Το προσωπικό δεν πρέπει να δίνει σε κανέναν άλλον εκτός από εμένα τη Σάρα και τη Λούβα». Η διευθύντρια χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Δεν επιθυμούμε να αναμειγνυόμαστε σε οικογενειακές υποθέσεις και αυτό το έχω ήδη εξηγήσει στη μητέρα των κοριτσιών, τη Σάνα Στράντγκορντ». Η Ρεμπέκα σηκώθηκε όρθια και έσκυψε πάνω από το γραφείο της διευθύντριας. «Δεν μου καίγεται καρφί για το τι επιθυμείς ή δεν επιθυμείς» της είπε με δυνατή φωνή. «Έχεις την αναθεματισμένη την υποχρέωση ως διευθύντρια να φροντίζεις για την ασφάλεια των παιδιών όσο βρίσκονται στον χώρο του σχολείου και μέχρι να


190

ASA LARSSON

έρθουν οι γονείς ή όποιος έχει την ευθύνη γι’ αυτά. Αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω και δεν δώσεις σαφείς οδηγίες στο προσωπικό να παραδίδει τα παιδιά μόνο σε μένα, το όνομά σου θα φιγουράρει σε όλες τις εφημερίδες για συνέργεια σε αυθαιρεσία κατά παιδιών. Και πίστεψέ με, τα μέσα ενημέρωσης θα πέσουν πάνω σου. Το κινητό μου είναι ήδη γεμάτο με μηνύματα δημοσιογράφων που θέλουν να μου πάρουν συνέντευξη για τη Σάνα Στράντγκορντ». Το δέρμα της διευθύντριας τσιτώθηκε γύρω από το στόμα και τα σαγόνια. «Έτσι γίνεται όποιος δουλεύει σε γνωστό δικηγορικό γραφείο και ζει στη Στοκχόλμη;» «Όχι» απάντησε η Ρεμπέκα ψυχρά. «Έτσι γίνεται κανείς όταν έχει να κάνει με ανθρώπους σαν και σένα». Αλληλοκοιτάχτηκαν σιωπηλά πριν η διευθύντρια ενδώσει με ένα τίναγμα των ώμων. «Για να πούμε την αλήθεια, δεν είναι εύκολο να ξέρεις τι θα γίνει τελικά με αυτά τα παιδιά» είπε κοφτά. «Στην αρχή μπορούσαν να τα παίρνουν τόσο οι γονείς όσο και ο αδερφός. Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε τρέχοντας εδώ η Σάνα Στράντγκορντ και είπε ότι τα παιδιά θα τα έπαιρνε μόνο εκείνη και κανένας άλλος, και τώρα πρέπει να τα δίνουμε μόνο σε σας». «Είπε η Σάνα την προηγούμενη εβδομάδα ότι θα τα παίρνει μόνο εκείνη;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Είπε γιατί;» «Δεν έχω ιδέα. Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως οι γονείς της είναι πολύ καλοί άνθρωποι. Πάντα τη βοηθούν όταν χρειάζεται». «Ναι, αυτό είναι που ξέρεις εσύ» είπε η Ρεμπέκα εκνευρισμένη. «Τώρα πάω να πάρω τα παιδιά από τον παιδικό και το νηπιαγωγείο». Στις έξι το απόγευμα η Ρεμπέκα καθόταν στην κουζίνα της γιαγιάς της στην Κούραβαρα. Ο Πόλμη στεκόταν όρθιος, με ανασηκωμένα τα μανίκια, πάνω από τα μάτια της κουζίνας και τηγάνιζε λεπτές φλούδες από κρέας ταράνδου στο βαρύ μαύρο μαντεμένιο τηγάνι. Όταν οι πατάτες έβρασαν έριξε γάλα, βούτυρο και δύο κρόκους αυγών στο αλουμινένιο κατσαρόλι και τις έκανε πουρέ με το μίξερ χειρός. Στο τέλος τις νοστίμισε με αλάτι και


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

191

πιπέρι. Η Σαπ και η Μ πέλα κάθονταν σαν εκπαιδευμένα σκυλάκια τσίρκου στα πόδια του, υπνωτισμένες από τις υπέροχες μυρωδιές. Η Λούβα και η Σάρα ήταν ξαπλωμένες σε ένα στρώμα μπροστά στην τηλεόραση και παρακολουθούσαν μια παιδική εκπομπή. «Πήρα μαζί μου βιντεοταινίες, αν θέλετε να δείτε» είπε ο Πόλμη στα κορίτσια. «Τον βασιλιά των λιονταριών και κάποια άλλα κινούμενα σχέδια. Είναι μέσα στη σακούλα». Η Ρεμπέκα ξεφύλλιζε αφηρημένα ένα παλιό περιοδικό. Η κουζίνα είχε γίνει ευχάριστη και μικρή, με τον Πόλμη να καταλαμβάνει όλο τον χώρο πάνω από το τηγάνι. Τους είχε ρωτήσει αμέσως αν πεινούσαν και προσφέρθηκε να ετοιμάσει φαγητό όταν ήρθαν για δεύτερη φορά την ίδια μέρα να πάρουν το κλειδί. Η φωτιά έκαιγε και τριζοβολούσε και ο αέρας στην καμινάδα έβγαινε με ένα ελαφρό σφύριγμα. Κάτι ιδιαίτερο συνέβη στην οικογένεια Στράντγκορντ, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Δεν θα τη γλιτώσει αύριο η Σάνα. Κοίταξε τη Σάρα. Ο Πόλμη δεν φαινόταν να ενοχλείται από την απόμακρη σιωπή της. Αμ δεν θα πασχίσω και πολύ, είπε στον εαυτό της. Θα την αφήσω στην ησυχία της. «Μ πορεί να χρειάζονται κάτι για να περάσουν την ώρα τους» είπε ο Πόλμη και έδειξε προς τη μεριά των κοριτσιών. «Αν και τώρα πια τα παιδιά δεν ξέρουν τι να παίξουν έξω, μ’ όλες αυτές τις βιντεοταινίες και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ξέρεις τον Μ άνφρεντ που μένει πέρα από το ποτάμι. Μ ου είπε ότι το περασμένο καλοκαίρι τον είχαν επισκεφτεί τα εγγόνια του. Στο τέλος, τ’ ανάγκασε να βγουν έξω για να παίξουν. “Το καλοκαίρι επιτρέπεται να μένουμε μέσα μόνον όταν ρίχνει καρεκλοπόδαρα” είπε στα παιδιά. Και τα παιδιά βγήκαν έξω. Αλλά δεν είχαν ιδέα πώς και τι να παίξουν. Στέκονταν απλώς σαν χαμένα στην αυλή. Ύστερα από λίγο, ο Μ άνφρεντ τα είδε να έχουν σχηματίσει έναν κύκλο με τα χέρια σταυρωμένα. Όταν τα ρώτησε τι έκαναν, εκείνα απάντησαν ότι προσεύχονταν στον Θεό να βρέξει καρεκλοπόδαρα». Έβγαλε το τηγάνι από το μάτι.


192

ASA LARSSON

«Για ορίστε, ώρα για φαγητό». Έβαλε στο τραπέζι το κρέας, τον πουρέ και ένα ανακυκλώσιμο γυάλινο δοχείο με μαρμελάδα από άγρια μούρα. «Α πα πα πα, Θεούλη μου, τι παιδιά κι εκείνα!» έκανε γελώντας. «Τον παλάβωσαν τον Μ άνφρεντ».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο

193

Μ ονς Βένγκρεν καθόταν σ’ ένα σκαμπό, στο χολ του σπιτιού του, και άκουγε ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή του. Ήταν από τη Ρεμπέκα. Φορούσε ακόμη το παλτό του και δεν είχε ανάψει το φως. Τρεις φορές άκουσε το μήνυμα. Πρόσεξε τη φωνή της. Ακουγόταν κάπως διαφορετική. Σαν να μην μπορούσε να την ελέγξει. Στη δουλειά η φωνή της ήταν πολύ υπάκουη. Δεν της επιτρεπόταν ποτέ ν’ ακολουθεί ανεξέλεγκτα τα συναισθήματα του αφεντικού της και να αποκαλύπτει ό,τι γινόταν μέσα της. «Σ’ ευχαριστώ που τακτοποίησες το θέμα με τη δημοσιογράφο» την άκουσε να λέει. «Δεν φαίνεται να σου πήρε χρόνο για να βρεις ένα κεφάλι αλόγου, ή μήπως το έλυσες με κάποιον άλλον τρόπο; Έχω συνεχώς το τηλέφωνό μου κλειστό γιατί με παίρνουν ένα κάρο δημοσιογράφοι. Αλλά ακούω όλα τα μηνύματα και βλέπω όλα τα ιμέιλ μου. Σ’ ευχαριστώ και πάλι. Καληνύχτα». Αναρωτήθηκε αν η Ρεμπέκα είχε αλλάξει και εμφάνιση επίσης. Όπως εκείνη τη φορά που τη συνάντησε στη γραμματεία στις πέντε το πρωί. Εκείνος είχε μείνει σε μια ολονύκτια διαπραγμάτευση κι εκείνη μόλις είχε έρθει. Είχε έρθει περπατώντας. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και ένα τσουλούφι είχε κολλήσει στο μάγουλό της. Τα μάγουλά της ήταν ροδοκόκκινα από τον κρύο αέρα και τα μάτια της φωτεινά και σχεδόν χαρούμενα. Θυμάται με πόση έκπληξη τον κοίταξε. Και μάλιστα σαν να ντρεπόταν λίγο. Εκείνος κοντοστάθηκε να της μιλήσει, αλλά εκείνη είπε κάτι βιαστικό και μπήκε γρήγορα στο


194

ASA LARSSON

γραφείο της. «Καληνύχτα» είπε ο Μ ονς φωναχτά προς το άδειο διαμέρισμα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

και εγένετο εσπέρα

195


196

ASA LARSSON

και εγένετο πρωί, ημέρα τρίτη

Σ

τις τρεις και τέταρτο τη νύχτα αρχίζει να χιονίζει. Στην αρχή απαλά, κατόπιν όλο και πιο έντονα. Πάνω από τα παχιά σύννεφα κυλιέται στον απέραντο ουρανό το Βόρειο Σέλας. Ελίσσεται σαν φίδι. Απλώνεται προς όλους τους αστερισμούς. Η Κριστίνα Στράντγκορντ κάθεται μέσα στο γκρι μεταλλικό Βόλβο του άντρα της, στο γκαράζ, κάτω από το σπίτι της. Το γκαράζ είναι σκοτεινό. Το μόνο φως εκεί μέσα είναι πάνω από τη θέση του συνοδηγού. Η Κριστίνα φοράει μια γυαλιστερή καπιτονέ ρόμπα και παντόφλες. Το αριστερό της χέρι είναι ακουμπισμένο στα γόνατά της και με το δεξί κρατάει σφιχτά τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Έχει τυλίξει ρολό κάτι κουρελούδες και μ’ αυτές έφραξε τις χαραμάδες στην πόρτα του γκαράζ. Η άλλη πόρτα, που οδηγεί στο σπίτι, είναι κλειστή και κλειδωμένη. Τις χαραμάδες αυτής της πόρτας τις έχει καλύψει με κολλητική ταινία. Θα έπρεπε να κλαίω, σκέφτηκε. Θα έπρεπε να είμαι σαν τη Ραχήλ: «Φωνὴ ἐν ῾Ραμᾶ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς, ῾Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν». Αλλά εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα. Από μέσα μου είμαι σαν ένα άγραφο τσαλακωμένο χαρτί. Εγώ είμαι η άρρωστη στην οικογένειά μας. Δεν το πίστευα πως ήταν έτσι, αλλά τελικά εγώ είμαι η άρρωστη της οικογένειας. Βάζει το κλειδί στη μίζα. Όμως τα δάκρυά της ούτε και τώρα θέλουν να τρέξουν. Η Σάνα Στράντγκορντ βρίσκεται στο κελί της, με το μέτωπό


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

197

της πιεσμένο στα κρύα, πλατιά κάγκελα που υπάρχουν μπροστά από το υαλότουβλο του παραθύρου της. Κοιτάζει προς το μονοπάτι κάτω από τις πράσινες λαμαρινένιες προσόψεις της οδού Κοντουκτέρ. Κάτω από τον φωτεινό κώνο ενός φαναριού βλέπει τον Βίκτορ μέσα στο χιόνι. Είναι γυμνός εκτός από δυο τεράστια γκρίζα φτερά τυλιγμένα γύρω από το σώμα του ως ελάχιστο κάλυμμα. Οι νιφάδες πέφτουν σαν βροχή άστρων πάνω του. Σπιθοβολούν στο φως του φαναριού. Δεν λιώνουν όταν πέφτουν πάνω στη γυμνή επιδερμίδα του. Σηκώνει το βλέμμα και κοιτάζει τη Σάνα. «Δεν μπορώ να σε συγχωρήσω» ψιθυρίζει η Σάνα σχεδιάζοντας κάτι με το δάχτυλο πάνω στο τζάμι του παραθύρου. «Αλλά η συγχώρεση είναι ένα θαύμα που συντελείται στην καρδιά. Οπότε, αν με συγχωρήσεις εσύ, τότε ίσως…» Κλείνει τα μάτια και βλέπει τη Ρεμπέκα. Τα χέρια και τα μπράτσα της Ρεμπέκα είναι καλυμμένα με αίμα μέχρι πάνω. Τώρα απλώνει τα χέρια της και ακουμπά προστατευτικά το ένα στο κεφάλι της Σάρας και το άλλο στο κεφάλι της Λούβα. Λυπάμαι, Ρεμπέκα, λέει από μέσα της η Σάνα. Αλλά πρέπει να το κάνεις εσύ. Όταν το ρολόι του Δημαρχείου χτυπάει πέντε, η Κριστίνα Στράντγκορντ βγάζει το κλειδί από τη μίζα και βγαίνει από το αυτοκίνητο. Τραβάει τις κουρελούδες από την πόρτα του γκαράζ. Ξεκολλάει την κολλητική ταινία, την κάνει κουβάρι και τη βάζει στην τσέπη της ρόμπας της. Έπειτα ανεβαίνει στην κουζίνα και φτιάχνει ένα ζυμάρι. Στο μείγμα του αλευριού ρίχνει λιναρόσπορους, επειδή ο Ούλοφ είναι λίγο δυσκοίλιος.


198

ASA LARSSON

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου

Ν

ωρίς το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι της ΆνναΜ αρίας Μ έλα. «Μ ην το σηκώνεις» λέει βραχνά ο Ρόμπερτ. Αλλά το χέρι της Άννα-Μ αρίας είχε ήδη, λόγω της πολύχρονης συνήθειας, απλωθεί και σηκώσει το ακουστικό. Ήταν ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε. «Εγώ είμαι» είπε βιαστικά. «Ακούγεσαι λαχανιασμένη». «Μ όλις ανέβηκα τις σκάλες». «Κοίταξες καθόλου έξω; Χιόνιζε όλη τη νύχτα». «Χμμμ». «Ήρθε η απάντηση από το Λινσέπινγκ» είπε ο Σβεν-Έρικ. «Δεν υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα στο μαχαίρι. Το ξέπλυναν και το σκούπισαν. Αλλά αυτό είναι το όπλο του φόνου. Κάποια ίχνη από το αίμα του Βίκτορ Στράντγκορντ βρέθηκαν στο μέρος της λάμας που είναι πιο κοντά στη λαβή. Ίχνη από το αίμα του Βίκτορ Στράντγκορντ βρέθηκαν και στον νεροχύτη της Σάνα». Η Άννα-Μ αρία πλατάγισε συλλογισμένη τη γλώσσα της στον ουρανίσκο αντί ν’ απαντήσει. «Και ο Φον Ποστ έχει μελανιάσει από το κακό του. Ήθελε φυσικά να έχουμε καταλήξει σε δεσμευτικά τεχνικά στοιχεία. Μ ου τηλεφώνησε στις πεντέμισι και κάτι ουρλιάζοντας περί κινήτρου και ότι πρέπει να βρούμε το αμβλύ αντικείμενο που χρησιμοποιήθηκε στο κεφάλι του νεαρού».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

199

«Ε, δίκιο έχει γι’ αυτό» απάντησε η Άννα-Μ αρία. «Πιστεύεις ότι το έκανε αυτή;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Θα μου φαινόταν πολύ παράξενο αν ήταν έτσι. Αλλά δεν είμαι και κανένας ψυχολόγος». «Ο Φον “Πόστης” σκέφτεται πάντως να της τη φέρει». Η Άννα-Μ αρία ανέπνευσε ενοχλημένη από τη μύτη. «Τι εννοείς να της τη φέρει;» «Ιδέα δεν έχω» είπε ο Σβεν-Έρικ. «Θα την ανακρίνει ξανά, εννοείται. Κάτι είπε ότι θα τη μεταφέρει στο Λούλεο όταν τη συλλάβει». «Μ α, που να πάρει ο διάβολος» ξέσπασε απότομα η ΆνναΜ αρία. «Δεν καταλαβαίνει ότι δεν βοηθάει να τη φοβίζει; Θα έπρεπε να φωνάξουμε κάποιον ειδικό να της μιλήσει. Σκέφτομαι άλλωστε να κουβεντιάσω κι εγώ η ίδια μαζί της. Να κάθεσαι και να παρακολουθείς την ανάκριση του εισαγγελέα δεν προσφέρει τίποτα». «Μ ε το μαλακό» τη συμβούλεψε ο Σβεν-Έρικ. «Δεν έχει νόημα να την ανακρίνεις εσύ πίσω από την πλάτη του εισαγγελέα, γιατί τότε θα γίνει κόλαση η κατάσταση». «Κάτι θα προφασιστώ. Καλύτερα να το παρατραβήξω εγώ παρά εσύ». «Πότε θα έρθεις στο γραφείο;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Σου έχουν στείλει έναν ολόκληρο τόνο φαξ από το Λινσέπινγκ, τα οποία πρέπει να δεις. Τα κορίτσια στη γραμματεία τρέχουν και δεν προλαβαίνουν να τα μαζεύουν. Αναρωτιούνται αν πρέπει να τα πρωτοκολλήσουν και έχουν κατσουφιάσει γιατί το φαξ ήταν κατειλημμένο όλο το πρωί». «Είναι αντίγραφα από τη Βίβλο του Βίκτορ. Πες τους ότι δεν χρειάζεται να τα πρωτοκολλήσουν». «Δηλαδή, πότε λες να ’ρθεις;» ξαναρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Θα πάρει κάμποσο» έκανε η Άννα-Μ αρία αποφεύγοντας επιτήδεια ν’ απαντήσει ευθέως. «Ο Ρόμπερτ πρέπει να φτυαρίσει το χιόνι για να βγει το αυτοκίνητο και τα γνωστά». «Καλά, καλά» είπε ο Σβεν-Έρικ «θα τα πούμε, λοιπόν, όταν τύχει να τα πούμε». Κατέβασε το ακουστικό.


200

ASA LARSSON

«Και πού είχαμε μείνει;» ρώτησε γελώντας η Άννα-Μ αρία κοιτώντας κάτω προς τον Ρόμπερτ. «Εδώ» απάντησε εκείνος, επίσης με γελαστή φωνή. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, γυμνός, κάτω από την ΆνναΜ αρία, και άφησε τα χέρια του να ακολουθήσουν την καμπύλη της μεγάλης κοιλιάς μέχρι να φτάσουν στα στήθια της. «Ακριβώς εδώ ήμασταν» είπε και χάιδεψε κυκλικά τις σκούρες θηλές της. «Ακριβώς εδώ».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

201

Ρεμπέκα Μ άρτινσον στεκόταν στην αυλή του σπιτιού της γιαγιάς της και καθάριζε το αυτοκίνητό της από το χιόνι με μια βούρτσα με μακρύ κοντάρι. Είχε ρίξει πολύ χιόνι τη νύχτα και δεν ήταν εύκολη δουλειά το καθάρισμα του αυτοκινήτου. Ίδρωνε κάτω από τον σκούφο. Ήταν ακόμη σκοτεινά και το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Πάρα πολύ χιόνι φρέσκο στον δρόμο και μηδενική ορατότητα. Δεν θα ήταν ευχάριστο να οδηγήσει ως την πόλη. Αν τελικά κατάφερνε να βγάλει το αυτοκίνητο από την αυλή. Η Σάρα και η Λούβα κάθονταν στο παράθυρο της κουζίνας και την κοιτούσαν από ψηλά. Δεν υπήρχε λόγος να τις βγάλει έξω στα χιόνια ή να τις έχει να κάθονται μέσα στο παγωμένο αυτοκίνητο. Η Σαπ είχε ήδη κάνει μια γυροβολιά το σπίτι και είχε εξαφανιστεί. Το κινητό της χτύπησε, εκείνη έβαλε το ακουστικό στο αυτί της κι απάντησε βιαστικά: «Ρεμπέκα». Ήταν η Μ αρία Τομπ. «Ναι;» είπε με χαρούμενη διάθεση η Μ αρία. «Ώστε απαντάς στο τηλέφωνο. Κι εγώ νόμιζα ότι θα μιλούσα με τον τηλεφωνητή σου». «Μ όλις πήρα τον γείτονα και τον παρακάλεσα να με βοηθήσει να βγάλω το αυτοκίνητο από την αυλή» είπε η Ρεμπέκα λαχανιασμένη. «Τα παιδιά πρέπει να πάνε στον παιδικό σταθμό και στο σχολείο και το χιόνι δεν λέει να σταματήσει. Δεν μπορώ να βγάλω το αυτοκίνητο». «Τα παιδιά πρέπει να πάνε στον παιδικό σταθμό» τη μιμήθηκε


202

ASA LARSSON

η Μ αρία Τομπ. «Σίγουρα μιλάω με τη Ρεμπέκα Μ άρτινσον; Διότι σε μένα ακούγεται περισσότερο σαν ταλαιπωρημένη μαμά μικρών παιδιών. Μ ε το ένα πόδι στον παιδικό σταθμό, το άλλο στη δουλειά, και ευτυχώς που πλησιάζει η Παρασκευή, για να αράξουμε και να δούμε κάνα ριάλιτι μ’ ένα κοκτέιλ και μια σακούλα πατατάκια». Η Ρεμπέκα έβαλε τα γέλια. Μ έσα από τη συνεχή χιονόπτωση εμφανίστηκαν τρέχοντας με ακάθεκτη ορμή η Σαπ και η Μ πέλα. Η Μ πέλα έτρεχε πιο γρήγορα, γιατί η Σαπ είχε κοντότερα ποδαράκια και δυσκολευόταν στο παχύ χιόνι. Ο Πόλμη έπρεπε να ερχόταν. «Σου βρήκα τις πληροφορίες που ήθελες για την ενορία» της είπε η Μ αρία. «Και για να ευχαριστήσω τον Γιούχαν Ντάλστρεμ, του υποσχέθηκα γεύμα. Τώρα εσύ μου χρωστάς μια μπαρότσαρκα ή κάτι τέτοιο. Έχω την ανάγκη να πάω στο Στούρεχοφ και να τραβήξω μερικά βλέμματα». «Καθόλου άσχημη συμφωνία αυτή για σένα» είπε η Ρεμπέκα με λαχανιασμένη φωνή κι ενώ προσπαθούσε να σκουπίσει το καπό του αυτοκινήτου. «Πρώτα θα επιμείνει ο Γιούχαν σου να φάτε μαζί για να τον ευχαριστήσεις και μετά θα σε βγάλω εγώ σε μπαρότσαρκα για να επιδείξεις τα υπέροχα πόδια σου». «Κατ’ αρχάς δεν είναι ο Γιούχαν μου. Αν δεν είσαι ευγνώμων και ευγενική πληροφορίες δεν έχει». «Είμαι ευγνώμων και ευγενική λοιπόν» είπε η Ρεμπέκα υπάκουα. «Λέγε τώρα». «Εντάξει. Είπε ότι η ενορία έβαλε Χ μόνο στο σημείο που λέει “ειδικοί λόγοι”». «Γαμώτο» έκανε η Ρεμπέκα. «Δεν έχω ασχοληθεί ξανά με μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα συλλόγους, ιδρύματα και άλλα παρόμοια. Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε η Μ αρία. «Ότι πρόκειται για έναν κοινωφελή μη κερδοσκοπικό σύλλογο, που δεν υποχρεούται να υποβάλλει φορολογική δήλωση και να πληρώνει φόρο περιουσίας. Δεν κάνει δήλωση στην εφορία ούτε κρατάει βιβλία. Συνεπώς, δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις δραστηριότητές του».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

203

«Όσον αφορά τον Βίκτορ Στράντγκορντ, ο μισθός του από την ενορία ήταν πολύ μικρός. Ο Γιούχαν έλεγξε τα δύο τελευταία χρόνια. Άλλα εισοδήματα δεν είχε. Περιουσιακά στοιχεία δεν είχε. Ακίνητα ή ομόλογα δεν είχε». Ο Πόλμη εμφανίστηκε στην αυλή. Είχε κατεβάσει τον γούνινο σκούφο του μέχρι πάνω από τα φρύδια και έσερνε πίσω του μια μικρή εκχιονιστική μηχανή. Τα σκυλιά έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν πηδώντας παιχνιδιάρικα στα πόδια του. Η Ρεμπέκα κούνησε το χέρι της, αλλά εκείνος είχε στραμμένη την προσοχή του στην κατηφόρα και δεν την είδε. «Οι πάστορες κερδίζουν σαράντα πέντε χιλιάδες κορόνες τον μήνα». «Παραείναι πολλά για παπάδες» σχολίασε η Ρεμπέκα. «Ο Τούμας Σέντερμπεργ έχει μετοχές γύρω στο μισό εκατομμύριο. Και ένα άδειο ακίνητο στο νησί Βερμντέ». «Το Βερμντέ έξω από τη Στοκχόλμη;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Ναι, η εφορία το έχει εκτιμήσει στις τετρακόσιες είκοσι χιλιάδες κορόνες. Είναι όμως ανυπολόγιστης αξίας. Το σπίτι του Βέσα Λάρσον εκτιμάται στα 1,2 εκατομμύρια. Είναι σχετικά καινούργιο. Πέρσι χαρακτηρίστηκε φορολογητέα ύλη με ειδικό φόρο κατοικίας. Έχει πάρει δάνειο περίπου ένα εκατομμύριο. Μ άλλον για το σπίτι». «Και ο Γκούναρ Ίσακσον;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Τίποτα το ιδιαίτερο. Κάτι ομόλογα και μερικές καταθέσεις στην τράπεζα». «Εντάξει» είπε η Ρεμπέκα. «Τι άλλο έχουμε για την ενορία; Μ ήπως είχε τίποτα εταιρείες ή κάτι τέτοιο;» Ο Πόλμη εμφανίστηκε ξαφνικά πίσω από την πλάτη της. «Εεε!» ακούστηκε η στεντόρεια φωνή του. «Μ ε τον εαυτό σου μιλάς;» «Περίμενε λίγο» είπε η Ρεμπέκα στη Μ αρία. Στράφηκε στον Πόλμη. Μ όνο ένα μικρό τμήμα του προσώπου του διέκρινες πάνω από το κασκόλ. Πάνω στον σκούφο του είχε ήδη σχηματιστεί ένα βουναλάκι χιόνι. «Μ ιλάω στο τηλέφωνο» εξήγησε η Ρεμπέκα και του έδειξε το καλώδιο για το μικρό ακουστικό. «Δεν μπορώ να ξεκολλήσω το


204

ASA LARSSON

αυτοκίνητο. Σαν έβαλα μπροστά οι ρόδες γύριζαν απλώς στον αέρα». «Μ ιλάς στο τηλέφωνο από το σύρμα;» έκανε εκείνος έκπληκτος. «Θεός φυλάξει! Όπου να ’ναι θα τοποθετούν καλώδια με εγχείρηση στα κεφάλια των μωρών – από το μαιευτήριο κιόλας! Καλά, μίλα εσύ μέχρι να καθαρίσω το χιόνι». Άρχισε τη δουλειά με την εκχιονιστική στην περιοχή μπροστά από το αυτοκίνητο. «Έλα» είπε η Ρεμπέκα στο τηλέφωνο. «Εδώ είμαι ακόμη» της απάντησε η Μ αρία. «Η ενορία δεν έχει περιουσιακά στοιχεία, αλλά έλεγξα τους πάστορες και τις οικογένειές τους. Οι γυναίκες των παστόρων είναι συνέταιροι σε μια εμπορική εταιρεία με την επωνυμία Βίκτορι Πριντ ΕΠΕ». «Το έλεγξες;» «Όχι, αλλά τα φορολογικά στοιχεία είναι δημόσια, οπότε μπορείς να περάσεις από την εφορία και να ρίξεις μια ματιά. Δεν ήθελα να ξαναρωτήσω τον Γιούχαν. Δεν ήταν και τόσο ευχαριστημένος που υποχρεώθηκε να ζητήσει τις πληροφορίες από το δίκτυο συναλλαγών μιας άλλης εφορίας». «Χίλια ευχαριστώ» είπε η Ρεμπέκα. «Πρέπει να βοηθήσω τον Πόλμη να καθαρίσει το χιόνι τώρα. Θα σου τηλεφωνήσω». «Να προσέχεις» της είπε η Μ αρία και έκλεισε το τηλέφωνο.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

205

Α

ργά και σταθερά εγκατέλειψε η νύχτα τη Σάνα Στράντγκορντ. Έφυγε μακριά. Χάθηκε από το παράθυρο και τη βαριά ατσάλινη πόρτα δίνοντας τη θέση της στην αδυσώπητη μέρα. Ωστόσο, θα αργούσε ακόμη να φωτίσει. Ένα ασθενικό φως από τα φανάρια του δρόμου έμπαινε από το παράθυρο και απλωνόταν σαν μισοσκόταδο ως το ταβάνι. Η Σάνα παρέμεινε ακίνητη στην κουκέτα. Λίγο ακόμη, παρακάλεσε, αλλά ο παρήγορος ύπνος είχε εξαφανιστεί. Ένιωσε ένα μούδιασμα στο πρόσωπο. Το χέρι της βγήκε κάτω από το πάπλωμα και χάιδεψε τα χείλη της. Άφησε το χέρι ν’ αγγίξει τ’ απαλά μαλλιά της Σάρας. Άφησε τη μύτη να θυμηθεί τη μυρωδιά της Λούβα. Μ οσχοβολούσε ακόμη σαν μωρό, παρόλο που είχε αρχίσει πια να μεγαλώνει. Το σώμα χαλάρωσε, βούλιαξε στη μνήμη. Το υπνοδωμάτιο στο διαμέρισμα. Και οι τέσσερις στο κρεβάτι. Η Λούβα τυλίγει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό της. Η Σάρα κουλουριασμένη πίσω στην πλάτη της. Και η Σαπ πάνω από τα πόδια της Σάρας. Οι μικρές μαύρες πατούσες που έτρεχαν στον ύπνο. Όλα ήταν αποτυπωμένα πάνω στην επιδερμίδα της, χαραγμένα στην εσωτερική επιφάνεια των χεριών και των χειλιών της. Ό,τι κι αν συνέβη, το σώμα θα το θυμόταν. Ρεμπέκα, σκέφτηκε. Δεν θα τους χάσω. Η Ρεμπέκα θα το φροντίσει. Δεν πρέπει να κλαίω. Δεν εξυπηρετεί σε τίποτα. Έπειτα από μια ώρα η πόρτα του κελιού μισάνοιξε προσεκτικά.


206

ASA LARSSON

Από τη χαραμάδα μπήκε φως και κάποιος ψιθύρισε: «Είσαι ξύπνια;» Ήταν η Άννα-Μ αρία Μ έλα. Η αστυνομικός με τη μακριά πλεξούδα και τη μεγάλη κοιλιά. Η Σάνα απάντησε καταφατικά και στην πόρτα φάνηκε το πρόσωπο της Άννα-Μ αρίας. «Ήθελα να σε ρωτήσω αν θέλεις πρωινό. Τσάι και σάντουιτς». Η Σάνα απάντησε καταφατικά και η Άννα-Μ αρία εξαφανίστηκε. Άφησε την πόρτα του κελιού μισάνοιχτη. Έξω στον διάδρομο, η Σάνα άκουσε την απελπισμένη φωνή του φύλακα. «Γαμώτο, Μ έλα!» Άκουσε την Άννα-Μ αρία να του απαντάει: «Έλα, μην κάνεις έτσι! Τι νομίζεις ότι θα κάνει δηλαδή; Να βγει τρέχοντας και να ανατινάξει την πόρτα ασφαλείας για να βγει έξω;» Πρέπει να είναι καλή μαμά, σκέφτηκε η Σάνα. Από εκείνες που αφήνουν την πόρτα μισάνοιχτη, για να την ακούνε τα παιδιά να κάνει δουλειές στην κουζίνα. Από αυτές που αφήνουν το πορτατίφ ανοιχτό, όταν το σκοτάδι φοβίζει. Λίγο αργότερα η Άννα-Μ αρία επέστρεψε κρατώντας στο ένα χέρι δύο σάντουιτς με φέτες από αγγούρι και στο άλλο ένα φλιτζάνι τσάι. Κάτω από τη μασχάλη της κρατούσε σφιχτά ένα ντοσιέ. Έκλεισε την πόρτα με το πόδι. Το φλιτζάνι ήταν λίγο χτυπημένο στο χείλος και κάποτε ανήκε «Στην καλύτερη γιαγιά του κόσμου». «Ω!» είπε η Σάνα με ευγνωμοσύνη και ανακάθισε στο στρώμα. «Νόμιζα ότι στη φυλακή σού δίνουν μόνο νερό και ψωμί». «Μ α αυτό που σου έφερα νερό και ψωμί είναι» είπε η ΆνναΜ αρία γελώντας. «Μ πορώ να καθίσω;» Η Σάνα της έκανε νεύμα να καθίσει στην κάτω άκρη της κουκέτας. Ακούμπησε το ντοσιέ στο πάτωμα. «Έχει κατέβει» είπε η Σάνα ανάμεσα στις γουλιές τσαγιού και έγνεψε προς την κοιλιά της Άννα-Μ αρίας. «Είναι σχεδόν ώρα». «Ναι» έκανε χαμογελώντας η Άννα-Μ αρία. Μ ετά άφησαν τη σιωπή να πέσει ανάμεσά τους. Η Σάνα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

207

έτρωγε το σάντουιτς σε μικρές μπουκιές. Το αγγούρι κριτσάνιζε ανάμεσα στα δόντια της. Η Άννα-Μ αρία κοίταξε το πυκνό χιόνι που έπεφτε έξω από το παράθυρο. «Η δολοφονία του αδερφού σου ήταν τόσο –πώς να το πω;– θρησκευτική» είπε εντέλει η Άννα-Μ αρία συλλογισμένη. «Τελετουργική, κατά κάποιον τρόπο». Η Σάνα σταμάτησε να μασάει. Το κομμάτι του ψωμιού έμεινε σαν γρόμπος στο στόμα της. «Τα βγαλμένα μάτια, τα κομμένα χέρια, οι πολλές μαχαιριές» συνέχισε η Άννα-Μ αρία. «Η θέση που βρέθηκε το πτώμα. Καταμεσής στον διάδρομο. Και κανένα ίχνος πάλης ή βίας». «Ως αμνός επί σφαγήν» είπε χαμηλόφωνα η Σάνα. «Ακριβώς» συμφώνησε η Άννα-Μ αρία. «Θυμήθηκα και ένα εδάφιο από τη Βίβλο, το “ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῡ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος”». «Είναι από το βιβλίο της Εξόδου» είπε η Σάνα και άπλωσε το χέρι της να πιάσει τη Βίβλο που ήταν στο πάτωμα, δίπλα στην κουκέτα. Έψαξε για λίγο και έπειτα διάβασε δυνατά: «... ἐὰν δὲ ἐξεικονισμένον ἦν, δώσει ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος...» Έκανε μια μικρή παύση και διάβασε για λίγο σιωπηλά πριν να συνεχίσει: «…χεῖρα ἀντὶ χειρός, πόδα ἀντὶ ποδός, κατάκαυμα ἀντὶ κατακαύματος, τραῦμα ἀντὶ τραύματος, μώλωπα ἀντὶ μώλωπος». «Είχε κάποιος λόγο να τον εκδικηθεί;» ρώτησε η ΆνναΜ αρία. Η Σάνα δεν απάντησε, αλλά ξεφύλλιζε φαινομενικώς αφηρημένα τη Βίβλο. «Στην Παλαιά Διαθήκη βγάζουν συχνά τα μάτια των ανθρώπων» είπε μετά. «Οι Φιλισταίοι έβγαλαν τα μάτια του Σαμψών. Οι Αμμωνίτες πρόσφεραν ειρήνη στους πολιορκημένους της Ιαβές με τον όρο να βγάλουν σε όλους το δεξί τους μάτι». Σώπασε όταν η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μπήκε ο φύλακας με τη Ρεμπέκα Μ άρτινσον να τον έχει πάρει στο κατόπι. Τα


208

ASA LARSSON

μαλλιά της Ρεμπέκα κρέμονταν σε βρεγμένες τούφες πάνω από τους ώμους της. Η μάσκαρα είχε τρέξει σχηματίζοντας μαύρα σημάδια κάτω από τα μάτια της. Η μύτη της ήταν μια οργισμένη κατακόκκινη βρύση που έσταζε. «Καλημέρα» είπε κι έριξε μια ενοχλημένη ματιά στις δύο χαμογελαστές γυναίκες πάνω στην κουκέτα. «Δεν θέλω ερωτήσεις!» Ο φύλακας επέστρεψε στη θέση του και η Ρεμπέκα έμεινε όρθια στο άνοιγμα της πόρτας. «Έχετε πρωινή προσευχή;» ρώτησε. «Μ ιλούσαμε για βγαλμένα μάτια στη Βίβλο» είπε η Σάνα. «“Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος”, για παράδειγμα…» πρόσθεσε η Άννα-Μ αρία. «Χμμ» έκανε η Ρεμπέκα. «Μ ετά υπάρχει και εκείνο το εδάφιο στο Ευαγγέλιο που λέει “καὶ ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε” και τα λοιπά. Πού ακριβώς το λέει αυτό;» Η Σάνα ξεφύλλισε τη Βίβλο. «Στο Κατά Μ άρκον» έκανε. «Εδώ, Κατά Μ άρκον 9:43 και εντεύθεν: “Καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλόν ἐστίν σε κυλλὸν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον. Καὶ ἐὰν ὁ πούς σου σκανδαλίζῃ σε, ἀπόκοψον αὐτόν· καλόν ἐστίν σε εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν χωλὸν ἢ τοὺς δύο πόδας ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὴν γέενναν. Καὶ ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε, ἔκβαλε αὐτόν· καλόν σέ ἐστιν μονόφθαλμον εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ ἢ δύο ὀφθαλμοὺς ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὴν γέενναν, ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται”».9 «Αμάν!» έκανε η Άννα-Μ αρία συνεπαρμένη. «Γιατί αρχίσατε να μιλάτε γι’ αυτό;» ρώτησε η Ρεμπέκα βγάζοντας το παλτό της. Η Σάνα άφησε κάτω τη Βίβλο. «Η Άννα-Μ αρία είπε πως νομίζει ότι η δολοφονία του Βίκτορ έγινε με τελετουργικό τρόπο» απάντησε. Μ ια σιωπή γεμάτη ένταση επικράτησε στον μικρό χώρο. Η Ρεμπέκα κοίταξε την Άννα-Μ αρία Μ έλα με ύφος σοβαρό. «Δεν θέλω να μιλάς με τη Σάνα για τη δολοφονία όταν δεν


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

209

είμαι παρούσα εγώ» της είπε σε αυστηρό τόνο. Η Άννα-Μ αρία έσκυψε με δυσκολία και σήκωσε το ντοσιέ της από το πάτωμα. Σηκώθηκε όρθια και κάρφωσε το βλέμμα της στη Ρεμπέκα. «Δεν το είχα σχεδιάσει» της είπε. «Απλώς συνέβη. Θα σας συνοδέψω στο ανακριτικό γραφείο. Ρεμπέκα, μπορείς να ζητήσεις από τον φύλακα να πάει τη Σάνα στο ντους όταν τελειώσετε· θα τα πούμε ξανά στο δωμάτιο ανακρίσεων σε σαράντα λεπτά». Έδωσε το ντοσιέ στη Ρεμπέκα. «Ορίστε» της είπε με ένα συμφιλιωτικό χαμόγελο. «Τα αντίγραφα από τη Βίβλο του Βίκτορ που ζήτησες. Ελπίζω όντως σε μια καλή συνεργασία». Ένα μηδέν υπέρ σου, σκέφτηκε η Ρεμπέκα κοιτάζοντας την Άννα-Μ αρία, που κατευθυνόταν στην πόρτα. Όταν έμειναν μόνες η Ρεμπέκα κάθισε βαριά σε μια καρέκλα και κοίταξε προβληματισμένη τη Σάνα, που χάζευε το χιόνι από το παράθυρο. «Ποιος μπορεί να έβαλε το όπλο του εγκλήματος στο διαμέρισμά σου;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον» απάντησε η Σάνα. «Ό,τι ήξερα πριν ξέρω και τώρα. Ήμουν ξαπλωμένη και κοιμόμουν. Ο Βίκτορ στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι μου. Έβαλα τη Λούβα στο ελκηθράκι, πήρα τη Σάρα από το χέρι και πήγαμε στην εκκλησία. Κι εκεί τον βρήκαμε στο πάτωμα». Έπεσε σιωπή. Η Ρεμπέκα άνοιξε το ντοσιέ που της είχε δώσει η Άννα-Μ αρία. Η πρώτη σελίδα ήταν το πίσω μέρος μιας φωτοτυπημένης κάρτας. Δεν υπήρχε γραμματόσημο. Η Ρεμπέκα πρόσεξε τον γραφικό χαρακτήρα. Τη διαπέρασε ένα κύμα ψύχους. Ήταν ο ίδιος όπως στο σημείωμα που είχαν αφήσει στο αυτοκίνητό της. Αδέξιος. Σαν εκείνος που το είχε γράψει να φορούσε γάντια ή να έγραφε με λάθος χέρι. Διάβασε: «Αυτό που κάναμε δεν ήταν λάθος στα μάτια του Θεού. Σε αγαπώ». «Τι συμβαίνει;» ρώτησε έντρομη η Σάνα βλέποντας το πρόσωπο της Ρεμπέκα να χλωμιάζει. Δεν μπορώ να πω τίποτα για το σημείωμα στο αυτοκίνητο,


210

ASA LARSSON

σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Θα τρελαθεί από την ανησυχία της. Θα είναι πάντα με την έγνοια μήπως συμβεί κάτι στα κορίτσια. «Τίποτα» είπε «αλλά για άκου αυτό εδώ». Διάβασε δυνατά το περιεχόμενο της κάρτας. «Ποιος τον αγαπούσε, Σάνα;» ρώτησε. «Δεν ξέρω» της απάντησε εκείνη. «Ένα σωρό άνθρωποι». «Τελικά εσύ δεν ξέρεις τίποτα» έκανε η Ρεμπέκα νευριασμένη. Ένιωθε ταραγμένη. Κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι. «Ήσασταν μαλωμένοι με τον Βίκτορ όταν πέθανε;» τη ρώτησε. «Γιατί δεν επέτρεπες ούτε σ’ αυτόν ούτε στους γονείς σου να πάρουν τα κορίτσια;» «Σου το έχω εξηγήσει» είπε η Σάνα εκνευρισμένη. «Ο Βίκτορ απλώς τις έπαιρνε και τις άφηνε στη μαμά και στον μπαμπά». Η Ρεμπέκα έμεινε βουβή και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Σκεφτόταν τον Πάτρικ Μ άτσον. Στο βίντεο από τη λειτουργία είχε πιάσει και τα δυο χέρια του Βίκτορ. Και ο Βίκτορ τα τράβηξε απότομα. «Πρέπει να κάνω ντους τώρα αν θέλω να είμαι έτοιμη πριν από την ανάκριση» είπε η Σάνα. Η Ρεμπέκα έγνεψε αφηρημένα. Θα μιλήσω με τον Πάτρικ Μ άτσον, σκέφτηκε. Την έβγαλε από τις σκέψεις της η Σάνα όταν της χάιδεψε βιαστικά τα μαλλιά. «Σ’ αγαπώ, Ρεμπέκα» της είπε απαλά. «Είσαι η αγαπημένη μου αδερφή». Χμ, διάβολε, κοίτα να δεις που όλοι σ’ αγαπούν, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Σου λένε ψέματα, σε απατούν και σε τρώνε για πρωινό από καθαρή αγάπη. Η Ρεμπέκα και η Σάνα κάθονται στο τραπέζι της κουζίνας. Η Σάρα είναι ξαπλωμένη στο πάτωμα, μέσα σε έναν υπνόσακο, και ακούει τον Γιόγιε Βαντένιους.10 Αυτό είναι το πρωινό τελετουργικό της. Φρουτόκρεμα και Γιόγιε στον υπνόσακο. Στην κουζίνα το ράδιο στο Πρώτο Πρόγραμμα. Το πορτοκαλί, χάρτινο άστρο των Χριστουγέννων κρέμεται ακόμη στο παράθυρο,


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

211

παρόλο που έχει μπει ο Φεβρουάριος. Αλλά χρειάζεται κανείς να διατηρεί κάποια ίχνη από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και κεριά για να τα βγάζει πέρα μέχρι το έμπα της άνοιξης. Η Σάνα στέκεται πλάι στην ηλεκτρική κουζίνα και ετοιμάζει σάντουιτς. Η καφετιέρα βγάζει έναν τελευταίο ρόγχο και έπειτα σωπαίνει. Σερβίρει τον καφέ σε δύο κούπες και τις ακουμπάει στο τραπέζι. Η τάση για εμετό διατρέχει τα σωθικά της Ρεμπέκα σαν ένα τεράστιο κύμα. Πετάγεται από τη θέση της στο τραπέζι και ορμάει τρέχοντας στο μπάνιο. Δεν προλαβαίνει ν’ ανοίξει το καπάκι της τουαλέτας κανονικά. Τα ξερατά καταλήγουν στο καπάκι και στο πάτωμα. Πίσω της έρχεται η Σάνα. Στέκεται στο άνοιγμα της πόρτας, φορώντας την αφράτη πράσινη βελουτέ ρόμπα της, και κοιτάζει με βλέμμα ανήσυχο τη Ρεμπέκα. Εκείνη καθαρίζει με την ανάποδη του χεριού της μια αράδα μύξας και ξερατού από το στόμα της. Μόλις στρέφει το πρόσωπό της προς τη Σάνα αντιλαμβάνεται ότι η Σάνα έχει καταλάβει. «Ποιος είναι;» ρωτάει η Σάνα. «Ο Βίκτορ;» «Δικαιούται να το μάθει» λέει η Σάνα. Κάθονται πάλι στο τραπέζι της κουζίνας. Τον καφέ τον έχυσαν στον νεροχύτη. «Γιατί;» απαντάει η Ρεμπέκα με σκληρό ύφος. Νιώθει σαν κλεισμένη σε γυάλα. Νιώθει έτσι εδώ και πολύ καιρό τώρα. Το σώμα της ξυπνάει το πρωί πολύ πιο νωρίς από την ίδια. Το στόμα της ανοίγει για την οδοντόβουρτσα. Τα χέρια στρώνουν το κρεβάτι. Τα πόδια την οδηγούν στο σχολείο Γιάλμαρ Λούντμπουμ. Καμιά φορά σταματάει στη μέση του δρόμου κι αναρωτιέται μήπως είναι Σάββατο. Μήπως δεν πρέπει να πάει στο σχολείο. Περίεργο όμως. Τα πόδια έχουν πάντα δίκιο. Φτάνει στη σωστή τάξη, τη σωστή μέρα και τη σωστή ώρα. Το σώμα τα καταφέρνει καλά και χωρίς αυτήν. Έχει αποφύγει την εκκλησία. Ρίχνει το φταίξιμο στα πολλά μαθήματα, σε κάποια γρίπη, ότι πήγε δήθεν στην Κούραβαρα στη γιαγιά. Και ο Τούμας Σέντερμπεργ ούτε που τηλεφώνησε ούτε που την αναζήτησε. «Γιατί είναι το παιδί του» λέει η Σάνα. «Θα το καταλάβει,


212

ASA LARSSON

όπως κι αν έχει το πράγμα. Εννοώ ότι σε λίγους μήνες θα φαίνεται». «Όχι» λέει η Ρεμπέκα ξέπνοα.«Δεν θα φαίνεται». Βλέπει ότι το περιεχόμενο αυτού που μόλις είπε αρχίζει να γίνεται κατανοητό στη Σάνα. «Όχι, Ρεμπέκα» της λέει και κουνάει το κεφάλι της. Δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια της Σάνα και πιάνει το χέρι της Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα όμως σηκώνεται και φοράει παπούτσια και μπουφάν. «Σ’ αγαπώ, Ρεμπέκα» της λέει ικετευτικά η Σάνα. «Δεν καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για δώρο; Θα σε βοηθήσω εγώ να…» Το περιφρονητικό βλέμμα της Ρεμπέκα την κάνει να σωπάσει. «Ξέρω» της λέει χαμηλόφωνα. «Εσύ δεν με θεωρείς καν ικανή να φροντίσω τον εαυτό μου και τη Σάρα». Η Σάνα κρύβει το πρόσωπο στα χέρια της και αρχίζει να κλαίει απαρηγόρητα. Η Ρεμπέκα σηκώνεται και φεύγει από το διαμέρισμα. Η οργή έχει θεριέψει μέσα της. Τα δάχτυλά της σφίγγονται μέσα στα γάντια. Νιώθει ότι θα μπορούσε να σκοτώσει κάποιον. Οποιονδήποτε. Μόλις φεύγει η Ρεμπέκα, η Σάνα σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου και καλεί έναν αριθμό. Απαντάει η γυναίκα του Τούμας Σέντερμπεργ, η Μάγια.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο

213

Πάτρικ Μ άτσον ξύπνησε στις έντεκα και τέταρτο το πρωί από τον ήχο ενός κλειδιού που γύριζε στην κλειδαριά του διαμερίσματός του. Έπειτα ακούστηκε η φωνή της μητέρας του. Εύθραυστη, σαν φθινοπωρινός πάγος. Γεμάτη αγωνία. Φώναξε το όνομά του και την άκουσε να διασχίζει το χολ και να προσπερνάει την τουαλέτα, όπου εκείνος ήταν ξαπλωμένος κάτω στο πάτωμα. Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας του καθιστικού και ξαναφώναξε το όνομά του. Έπειτα από λίγο χτύπησε την πόρτα της τουαλέτας. «Πάτρικ!» Θα πρέπει ν’ απαντήσω, σκέφτηκε. Μ ετακινήθηκε λίγο και τα πλακάκια του δαπέδου έστειλαν λίγη δροσιά στο πρόσωπό του. Τελικά, πρέπει να τον πήρε ο ύπνος εκεί, στο πάτωμα του μπάνιου. Κουλουριασμένος σαν έμβρυο. Φορούσε τα ρούχα του. Πάλι η φωνή της μητέρας του. Επίμονα χτυπήματα στην πόρτα. «Σε παρακαλώ, Πάτρικ, άνοιξε την πόρτα, σε παρακαλώ. Είσαι καλά;» Όχι, δεν είμαι καθόλου καλά, σκέφτηκε. Ποτέ πια δεν θα είμαι καλά. Τα χείλη του σχημάτισαν ένα όνομα. Αλλά δεν έβγαινε κανένας ήχος. Βίκτορ, Βίκτορ, Βίκτορ. Η μητέρα του άρχισε να τραβάει το χερούλι της πόρτας.


214

ASA LARSSON

«Πάτρικ, άνοιξε αμέσως, αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία να σπάσει την πόρτα». Θεέ και Κύριε. Σηκώθηκε στα γόνατά του. Το αίμα στους κροτάφους του είχε αρχίσει να σφυροκοπά σαν κρουστικό τρυπάνι. Ο γοφός του, με τον οποίο στηριζόταν νωρίτερα στα πλακάκια, τον πονούσε. «Έρχομαι» έκανε με μια φωνή σαν κρώξιμο. «Απλώς… αρρώστησα. Περίμενε». Μ όλις άνοιξε την πόρτα εκείνη πισωπάτησε. «Μ α τι όψη είναι αυτή!» ξέσπασε. «Είσαι άρρωστος;» «Ναι» απάντησε εκείνος. «Να τηλεφωνήσω και να πω ότι θα μείνεις στο σπίτι;» «Όχι, πρέπει να φύγω τώρα». Κοίταξε το ρολόι του. Τον ακολούθησε στο σαλόνι. Στο πάτωμα σπασμένες γλάστρες. Το χαλί είχε καταλήξει στη γωνία και μία από τις πολυθρόνες αναποδογυρισμένη. «Τι έγινε εδώ μέσα;» ρώτησε με αδύναμη φωνή. Στράφηκε προς το μέρος της και την έπιασε από τους ώμους. «Εγώ τα έκανα όλα αυτά, μαμά. Μ ην ανησυχείς όμως, τώρα νιώθω καλύτερα». Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, αλλά εκείνος είδε πως ήταν έτοιμη να κλάψει. Γύρισε το πρόσωπό του από την άλλη πλευρά. «Πρέπει να πάω στα μανιτάρια» της είπε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. «Εγώ θα μείνω εδώ να τακτοποιήσω όσα έκανες άνω κάτω» του απάντησε πίσω από την πλάτη του εκείνη και έσκυψε να μαζέψει ένα ποτήρι από το πάτωμα. Ο Πάτρικ ένιωσε άσχημα με την περιποιητική της διάθεση. «Όχι, όχι, σε παρακαλώ, μαμά, δεν χρειάζεται» της είπε. «Για μένα το κάνω» του ψιθύρισε προσπαθώντας να συναντήσει το βλέμμα του. Έσφιξε το κάτω χείλος της σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει το κλάμα. «Ξέρω ότι δεν θέλεις να μου εκμυστηρευτείς το πρόβλημά


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

215

σου» συνέχισε η μητέρα του. «Αν με αφήσεις όμως να τακτοποιήσω εδώ μέσα…» Ξεροκατάπιε μια φορά. «…να κάνω και εγώ κάτι για σένα» είπε τελικά. Ο Πάτρικ χαμήλωσε τους ώμους του και πίεσε τον εαυτό του να την αγκαλιάσει βιαστικά. «Εντάξει» της είπε. «είσαι πολύ καλή». Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Μ πήκε στο Γκολφ του και έβαλε μπροστά. Άφησε τη μηχανή να πάρει στροφές και με πατημένο τον συμπλέκτη προσπάθησε να διώξει τις σκέψεις του. Μ ην κλάψεις τώρα, είπε στον εαυτό του. Έστριψε το καθρεφτάκι και παρατήρησε το ίδιο του το πρόσωπο. Τα μάτια του ήταν πρησμένα. Τα μαλλιά του κρέμονταν με μορφή κατάκοπων τσουλουφιών στο κεφάλι του. Έβγαλε ένα κοφτό, λυπημένο γέλιο. Ακούστηκε πιότερο σαν βήξιμο. Μ ε μια απότομη κίνηση ίσιωσε το καθρεφτάκι. Ποτέ δεν θα τον ξανασκεφτώ, είπε μέσα του. Ποτέ πια. Κατευθύνθηκε στην οδό Γκρουσβέγκεν και επιτάχυνε στην κατηφόρα προς τη Λάπγκαταν. Οδηγούσε σχεδόν από μνήμης, μια που δεν έβλεπε τίποτα μέσα στη χιονοθύελλα. Είχαν καθαρίσει τον δρόμο το πρωί, αλλά μετά είχε χιονίσει και το μαλακό φρέσκο χιόνι συχνά υποχωρούσε αναπάντεχα και ύπουλα κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου. Πάτησε γκάζι. Μ ερικές φορές οι ρόδες στριφογύριζαν στον αέρα και το αυτοκίνητο γλιστρούσε προς το αντίθετο ρεύμα του δρόμου. Δεν τον ένοιαζε. Στη διασταύρωση της Λάπγκαταν έχασε πλέον τον έλεγχο και το αυτοκίνητο κατευθύνθηκε ακυβέρνητο στην απέναντι πλευρά. Μ ε την άκρη του ματιού του είδε μια γυναίκα με ένα χιονοπάτινο, πάνω στο οποίο είχε κι ένα παιδάκι. Η γυναίκα έσπρωξε κακήν κακώς το χιονοπάτινο πάνω στους σωρούς χιονιού και σήκωσε το χέρι της προς τη μεριά του. Μ άλλον του έδειχνε το μεσαίο της δάχτυλο. Όταν πέρασε μπροστά από το λεσταδιανό-λουθηρανικό παρεκκλήσι, το οδόστρωμα άλλαξε. Τα χιόνια είχαν συμπιεστεί από το βάρος των αυτοκινήτων, αλλά είχαν σχηματιστεί βαθιές αυλακώσεις και το Γκολφ θέλησε ν’


216

ASA LARSSON

ακολουθήσει τη δική του πορεία. Εκ των υστέρων δεν θυμόταν καθόλου πώς τα κατάφερε στη διασταύρωση Γκρουσβέγκεν και Γιάλμαρ Λουντμπουμσβέγκεν. Να είχε σταματήσει άραγε στο φανάρι; Κάτω στο ορυχείο προσπέρασε το φυλάκιο με ένα νεύμα. Ο φύλακας ήταν βυθισμένος στην εφημερίδα του και δεν μπήκε καν στον κόπο να σηκώσει το βλέμμα. Σταμάτησε μπροστά στην μπάρα εισόδου του τούνελ που οδηγούσε στο ορυχείο. Το σώμα του έτρεμε. Τα δάχτυλά του δεν ήθελαν να υπακούσουν όταν προσπάθησε να βγάλει από την τσέπη του μπουφάν του ένα τσιγάρο. Ένιωσε κενός μέσα του. Αυτό ήταν καλό. Τα τελευταία πέντε λεπτά δεν είχε σκεφτεί τον Βίκτορ Στράντγκορντ ούτε μια φορά. Τράβηξε μέσα του τον καπνό ρουφώντας άπληστα. «Ηρέμησε» ψιθύρισε καθησυχαστικά στον εαυτό του «ηρέμησε». Ίσως θα έπρεπε να είχε μείνει στο σπίτι. Αν έμενε όμως κλεισμένος όλη τη μέρα στο διαμέρισμα, θα πηδούσε από το μπαλκόνι. Σιγά μην έκανες κάτι τέτοιο, είπε μέσα του λοιδορώντας τον ίδιο του τον εαυτό. Λες και θα είχες τα κότσια να το κάνεις. Το μόνο που καταφέρνεις είναι να σπας κάνα φλιτζάνι και να αναποδογυρίζεις γλάστρες. Άνοιξε το τζάμι του αυτοκινήτου κι έβγαλε το χέρι του έξω από το παράθυρο για να περάσει το πάσο του από το μηχάνημα. Κάποιος του έσφιξε τον καρπό. Τινάχτηκε. Η καύτρα του τσιγάρου έπεσε στα γόνατα. Στην αρχή δεν είδε ποιος ήταν και το στομάχι του σφίχτηκε από τον φόβο. Έπειτα είδε να εμφανίζεται ένα γνώριμο πρόσωπο εκεί έξω. «Ρεμπέκα Μ άρτινσον» είπε. Το χιόνι έπεφτε στα σκούρα μαλλιά της, οι νιφάδες έλιωναν πάνω στη μύτη της. «Θέλω να σου μιλήσω» του είπε εκείνη. Εκείνος έγνεψε προς τη θέση του συνοδηγού. «Μ πες μέσα, τότε». Η Ρεμπέκα δίσταζε. Σκεφτόταν το σημείωμα που κάποιος είχε βάλει στο αυτοκίνητό της: «Πρέπει να πεθάνεις», «Έλαβες την


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

217

προειδοποίησή σου». «“Its now or never – Τώρα ή ποτέ” όπως λέει και ο βασιλιάς»11 είπε ο Πάτρικ Μ άτσον και τεντώθηκε προς τη θέση του συνοδηγού για ν’ ανοίξει την πόρτα. Η Ρεμπέκα κοίταξε μπροστά της τον διάδρομο του ορυχείου. Μ ια μαύρη τρύπα στα έγκατα της γης. «Εντάξει, αλλά έχω το σκυλί στο αυτοκίνητο, σε μια ώρα πρέπει να είμαι πίσω». Πήγε από την άλλη πλευρά, κάθισε δίπλα του και έκλεισε την πόρτα. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκομαι, σκέφτηκε όταν ο Πάτρικ Μ άτσον πέρασε το πάσο του στο μηχάνημα και η μπάρα που έφραζε τον δρόμο για τα βάθη του ορυχείου σηκώθηκε αργά. Ο Πάτρικ άφησε τον συμπλέκτη και κατηφόρισαν στο ορυχείο. Μ προστά τους φωσφόριζαν τα αντανακλαστικά στα τοιχώματα του τούνελ. Και πίσω τους απλωνόταν σαν μαύρη βελούδινη κουρτίνα ένα βαθύ σκοτάδι. Η Ρεμπέκα προσπάθησε να μιλήσει, ένιωθε όμως σαν να τραβούσε το λουρί ενός σκύλου που αρνιόταν να μετακινηθεί. «Βούλωσαν τ’ αυτιά μου. Γιατί;» «Η υψομετρική διαφορά». «Πόσο θα κατέβουμε;» «Πεντακόσια σαράντα μέτρα». «Το έριξες στην καλλιέργεια μανιταριών λοιπόν;» Καμιά απάντηση. «Τα μανιτάρια σιτάκε δεν τα έχω δοκιμάσει ποτέ. Μ όνος σου το κάνεις;» «Όχι». «Α, είστε πολλοί λοιπόν; Είναι και άλλοι που είναι εκεί τώρα;» Καμιά απάντηση. Οδηγούσε γρήγορα προς τα κάτω. Ο Πάτρικ Μ άτσον πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω από ένα υπόγειο συνεργείο. Δεν υπήρχε πόρτα, μόνο ένα τεράστιο άνοιγμα στον βράχο. Εκεί μέσα η Ρεμπέκα είδε άντρες με φόρμες και κάσκες. Στα χέρια τους κρατούσαν εργαλεία. Τεράστια γεωτρύπανα της


218

ASA LARSSON

Άτλας Κόπκο ήταν παρατεταγμένα στη σειρά για επισκευή. «Αποδώ» είπε ο Πάτρικ και προχώρησε. Η Ρεμπέκα τον ακολούθησε. Κοίταξε τους άντρες του συνεργείου με την ελπίδα ότι κάποιος θα τη δει και θα την προσέξει. Τα τοιχώματα του βουνού δεξιά και αριστερά ήταν μαύρα. Εδώ κι εκεί ανάβλυζε νερό, αφήνοντας πράσινους λεκέδες. «Είναι ο χαλκός που πρασινίζει στην επαφή του με το νερό» της εξήγησε ο Πάτρικ όταν τον ρώτησε. Έσβησε με το πόδι του το τσιγάρο κάτω στο δάπεδο και ξεκλείδωσε μια βαριά ατσάλινη πόρτα στον τοίχο. «Νόμιζα πως απαγορευόταν το τσιγάρο εδώ κάτω» είπε η Ρεμπέκα. «Γιατί;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Εδώ δεν υπάρχουν επικίνδυνα αέρια ή κάτι τέτοιο». Η Ρεμπέκα γέλασε. «Ωραία, τότε μπορείς να κρύβεσαι εδώ μέσα, πεντακόσια μέτρα κάτω από τη γη, και να καπνίζεις χωρίς να σε παίρνει είδηση κανείς». Κράτησε με το ένα χέρι του ανοιχτή τη βαριά πόρτα και άπλωσε το άλλο με την παλάμη προς τα πάνω κάνοντάς της νόημα να περάσει πρώτη. «Ποτέ δεν κατάλαβα αυτήν τη λίστα των αμαρτιών που υπάρχει στην Ελεύθερη Εκκλησία» είπε και στράφηκε προς το μέρος του, για να μην τον έχει πίσω από την πλάτη της καθώς περπατούσε. «Μ ην καπνίζεις, μην πίνεις, μην πηγαίνεις σε ντισκοτέκ. Από πού τους ήρθαν όλα αυτά; Αλλά το να περιδρομιάζεις και να μη μοιράζεσαι τίποτα με τους φτωχούς, αμαρτίες πραγματικές, που τις αναφέρει και η Βίβλος, δεν τις λαμβάνουν καν υπόψη τους». Η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Ο Πάτρικ άναψε τον φωτισμό. Το δωμάτιο έμοιαζε με τεράστιο καταφύγιο. Από το ταβάνι κρέμονταν ατσάλινα ράφια στερεωμένα σε ράγες. Στα ράφια υπήρχαν αντικείμενα που έμοιαζαν με λουκάνικα πακεταρισμένα σε πλαστικό ή με μικρά πακέτα καυσόξυλων. Η Ρεμπέκα τον ρώτησε κι ο Πάτρικ Μ άτσον την


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

219

πληροφόρησε. «Είναι πακεταρισμένο πριονίδι. Έχουμε εγχύσει μέσα σπόρους. Μ όλις περάσει λίγος καιρός, αφαιρούμε το πλαστικό και χτυπάμε λίγο το ξύλο με το χέρι. Τότε αυτά αρχίζουν ν’ αναπτύσσονται και σε πέντε μέρες έχεις σοδιά». Εξαφανίστηκε πίσω από μια μεγάλη πλαστική κουρτίνα στο βάθος του χώρου. Έπειτα από λίγο εμφανίστηκε πάλι με περισσότερους τάκους από πριονίδι γεμάτους μανιτάρια σιτάκε. Ακούμπησε τους τάκους πάνω στο τραπέζι και με έμπειρο χέρι άρχισε να κόβει τα μανιτάρια. Στη συνέχεια τα έριχνε σε χαρτόκουτα. Η μυρωδιά μανιταριών και υγρού ξύλου απλώθηκε στο δωμάτιο. «Εδώ κάτω έχει το κατάλληλο κλίμα» είπε. «Και οι λάμπες είναι ρυθμισμένες να εναλλάσσονται ανάμεσα σε φωτισμό πολύ σύντομων νυχτών και ημερών. Αλλά αρκετά με τις εξηγήσεις τώρα, Ρεμπέκα. Τι θέλεις;» «Ήθελα να μιλήσουμε για τον Βίκτορ». Την κοίταξε ανέκφραστος. Η Ρεμπέκα σκέφτηκε ότι έπρεπε να είχε ντυθεί πιο απλά. Τώρα στέκονταν ο ένας αντίκρυ στον άλλον και ήταν σαν να προέρχονταν από διαφορετικούς πλανήτες. Εκείνη ήταν ντυμένη με το αναθεματισμένο παλτό της και τα λεπτά, ακριβά γάντια της. «Όταν ζούσα εδώ, κάναμε παρέα» του είπε. «Ναι». «Πώς ήταν; Εννοώ μετά τη μετακόμισή μου». Πίσω από την κουρτίνα άρχισε να λειτουργεί το σύστημα ποτίσματος μ’ έναν υπόκωφο συριγμό. Η υγρασία ψεκαζόταν από το ταβάνι κι έρεε στο σκληρό διαφανές πλαστικό. «Ήταν τέλειος. Ωραίος. Πιστός. Ένας καλός ομιλητής. Αλλά ο Θεός του ήταν σκληρός. Αν είχε ζήσει στον Μ εσαίωνα, θα αυτομαστιγωνόταν και θα πήγαινε με πόδια καταματωμένα σε τόπους ιερούς». Έκοψε τα μανιτάρια από τον τελευταίο τάκο και τα άπλωσε ομοιόμορφα στο χαρτόκουτο. «Και με ποιον τρόπο βασάνιζε τώρα τον εαυτό του;» ρώτησε η Ρεμπέκα.


220

ASA LARSSON

Ο Πάτρικ Μ άτσον τακτοποιούσε τα μανιτάρια του και ήταν σαν να μιλούσε πιο πολύ με αυτά παρά μ’ εκείνη. «Ξέρεις. Απορρίπτοντας οτιδήποτε που δεν συνδέεται με τον Θεό. Μ ε το να μην ακούει τίποτα άλλο πέρα από χριστιανική μουσική, γιατί αλλιώς θα τον επηρέαζαν τα κακά πνεύματα. Ένα διάστημα ήθελε πολύ να πάρει σκύλο, αλλά ο σκύλος απαιτεί χρόνο και ο χρόνος ανήκει στον Θεό, και, φυσικά, δεν έγινε τίποτα». Κούνησε το κεφάλι του. «Έπρεπε να το είχε πάρει εκείνο το σκυλί» είπε. «Ναι, αλλά πώς ήταν;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Μ α σου το είπα. Τέλειος. Όλοι τον αγαπούσαν». «Κι εσύ;» Ο Πάτρικ Μ άτσον δεν απάντησε. Δεν ήρθα εδώ για να μάθω καλλιέργεια μανιταριών, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. «Έχω την εντύπωση πως και εσύ τον αγαπούσες» του είπε. Ο Πάτρικ πήρε ανάσα από τη μύτη. Έσφιξε τα χείλη του και στύλωσε το βλέμμα του στην οροφή. «Μ ια μπλόφα ήταν» είπε με ένταση. «Τίποτα δεν έχει σημασία πια. Και χαίρομαι που πέθανε». «Τι εννοείς; Γιατί μπλόφα;» «Σταμάτα» της είπε απότομα. «Παράτα τα, Ρεμπέκα». «Μ ήπως του έστειλες μια κάρτα όπου του έγραφες ότι τον αγαπούσες και ότι αυτό που κάνατε δεν ήταν λάθος;» Ο Πάτρικ Μ άτσον έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Είχατε σχέση, ναι ή όχι;» Άρχισε να κλαίει. «Ρώτα τον Βέσα Λάρσον» είπε ρουφώντας τη μύτη του. «Αυτόν να ρωτήσεις για τη σεξουαλική ζωή του Βίκτορ». Έκοψε την κουβέντα και άρχισε να ψάχνει στην τσέπη του για μαντίλι. Όταν δεν βρήκε μαντίλι, σκουπίστηκε με το μανίκι του πουλόβερ του. Η Ρεμπέκα έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Μ η με αγγίζεις!» της φώναξε. Εκείνη σταμάτησε αμέσως, παραμένοντας ακίνητη στο σημείο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

221

όπου βρισκόταν. «Ξέρεις τι μου ζητάς; Εσύ, που την κοπάνησες όταν άρχισαν να δυσκολεύουν τα πράγματα». «Ναι» έκανε εκείνη ψιθυριστά. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά στον αέρα. «Καταλαβαίνεις ότι μπορώ να τινάξω όλη την εκκλησία στον αέρα; Μ όνο στάχτη θα μείνει από την Πηγή της Δύναμης, την κίνηση, το σχολείο και… απ’ όλα! Ο δήμος θα κάνει την Κρυστάλλινη Εκκλησία γήπεδο χόκεϊ». «“Καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” γράφει». Εκείνος δεν μίλησε. «Θα μας ελευθερώσει!» ξεστόμισε σαν να έφτυνε τις λέξεις. «Ελεύθερη είσαι κι εσύ;» Γύρισε το κεφάλι του σαν να έψαχνε με το βλέμμα του κάτι. Για μαχαίρι ψάχνει, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Έκανε μια κίνηση με το χέρι του –δάχτυλα ενωμένα και την παλάμη προς το μέρος της– που έμοιαζε σαν να της έκανε νόημα να περιμένει. Μ ετά εξαφανίστηκε σε μια πόρτα στο βάθος της αίθουσας. Μ ε το που την έκλεισε πίσω του, ακούστηκε ένα βαρύ κλικ. Επικράτησε σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος από τις σταγόνες που κυλούσαν πάνω στις καλλιέργειες πίσω από τις πλαστικές κουρτίνες. Ο συριγμός του ρεύματος στις λάμπες φθορίου. Πέρασε ένα λεπτό. Της ήρθε στο μυαλό ο άνθρωπος που εξαφανίστηκε μέσα στο ορυχείο τη δεκαετία του εξήντα. Είχε κατέβει κάτω και ποτέ δεν ξανανέβηκε στην επιφάνεια. Το αυτοκίνητό του είχε μείνει στο πάρκινγκ, αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί. Χωρίς ν’ αφήσει ίχνος. Ποτέ δεν βρέθηκε το σώμα του. Τίποτα. Ποτέ δεν ξαναβρέθηκε. Και η Σαπ στο αυτοκίνητο, στο μεγάλο πάρκινγκ, πόση ώρα θα τα κατάφερνε μόνη της χωρίς τη Ρεμπέκα; Θα άρχιζε να γαβγίζει μέχρι να την ανακάλυπτε κάποιος περαστικός; Ή θα την έπαιρνε ο ύπνος μέσα στο χιονισμένο αυτοκίνητο; Προχώρησε στην πόρτα που οδηγούσε στον διάδρομο του ορυχείου και τη δοκίμασε. Προς μεγάλη της ανακούφιση διαπίστωσε ότι ήταν ξεκλείδωτη. Προσπάθησε να συγκρατηθεί


222

ASA LARSSON

και να μην πάει τρέχοντας προς το συνεργείο. Μ όνον όταν είδε τους ανθρώπους εκεί μέσα και άκουσε τον θόρυβο από τα μηχανήματα που λύγιζαν και διαμόρφωναν τη λαμαρίνα, ένιωσε να φεύγει ο φόβος. Κάποιος βγήκε από το συνεργείο. Έβγαλε την κάσκα του και πλησίασε ένα από τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα απέξω. «Θα ανέβεις επάνω;» τον ρώτησε η Ρεμπέκα. «Γιατί;» της είπε χαμογελαστά. «Θέλεις να έρθεις μαζί μου;» Ανέβηκε με τον νεαρό από το συνεργείο, ο οποίος φαινόταν να το διασκεδάζει, καθώς της έριχνε συνεχώς λοξές και γεμάτες περιέργεια ματιές, αν και μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να δει και πολλά. «Λοιπόν;» έκανε εκείνος. «Έρχεσαι συχνά εδώ κάτω;»


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

H

223

Σαπ έδειχνε παραπονεμένη όταν η Ρεμπέκα επέστρεψε στο αυτοκίνητο στο πάρκινγκ του ορυχείου. «Συγγνώμη, κούκλα μου» της είπε η Ρεμπέκα νιώθοντας ένα τσίμπημα ενοχής. «Σε λίγο θα περάσουμε να πάρουμε τη Σάρα και τη Λούβα κι έπειτα θα παίξουμε έξω αρκετή ώρα, σου το υπόσχομαι. Πρώτα όμως θα πάμε στην εφορία να ρίξουμε μια ματιά στους υπολογιστές τους, εντάξει;» Οδήγησε με το χιόνι να πέφτει ασταμάτητα και έφτασε στην εφορία της περιοχής. «Ελπίζω να τελειώσουν όλα γρήγορα» είπε απευθυνόμενη στη Σαπ. «Αν και για την ώρα σκούρα τα βλέπω τα πράγματα. Δεν μπορώ να ταιριάξω πράγματα και γεγονότα». Η Σαπ καθόταν δίπλα της στο μπροστινό κάθισμα και την άκουγε προσεκτικά. Το κεφάλι της έγερνε ανήσυχα στο πλάι κι έμοιαζε να καταλαβαίνει κάθε λέξη που έλεγε η Ρεμπέκα. Είναι σαν το σκυλί της γιαγιάς, τον Γιούσι, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Έχει το ίδιο έξυπνο βλέμμα. Θυμήθηκε τους άντρες στο χωριό που κάθονταν και μιλούσαν για τον Γιούσι, ο οποίος περιπλανιόταν στο χωριό δίχως περιορισμούς. «Μ όνο η μιλιά τού λείπει» συνήθιζαν να λένε στενάζοντας. «Η αφεντικίνα σου δεν ένιωθε τόσο καλά σήμερα στην ανάκριση» συνέχισε η Ρεμπέκα. «Δίνει την εντύπωση ότι συρρικνώνεται και γίνεται καπνός μόλις την πιέσουν λίγο. Δείχνει απούσα και μπλαζέ. Τρελαίνει τον εισαγγελέα».


224

ASA LARSSON

Η εφορία στεγαζόταν στο ίδιο τούβλινο κτίριο με το αστυνομικό τμήμα. Η Ρεμπέκα πάρκαρε, ρίχνοντας συγχρόνως μια ματιά γύρω τριγύρω. Η νευρικότητα από την προηγούμενη μέρα, όταν βρήκε το σημείωμα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της, δεν έλεγε να την αφήσει. «Πέντε λεπτά» είπε στη Σαπ. Βγήκε από το αυτοκίνητο και κλείδωσε την πόρτα. Επέστρεψε ύστερα από δέκα λεπτά. Έβαλε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου τέσσερα αντίγραφα και χάιδεψε τη Σαπ ανάμεσα στ’ αυτιά. «Τώρα θα δουν» είπε θριαμβευτικά. «Τώρα καλά θα κάνουν ν’ απαντούν σε ό,τι τους ρωτάω. Προλαβαίνουμε άλλη μια δουλειά πριν να πάμε να πάρουμε τα κορίτσια». Οδήγησε μέχρι την Κρυστάλλινη Εκκλησία, στον λόφο Σάντστεν, και άφησε τη Σαπ να βγει πρώτη από το αυτοκίνητο. Χρειάζομαι κάποιον στο πλευρό μου, σκέφτηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά, καθώς ανέβαινε την ανηφόρα προς το καφέ και το βιβλιοπωλείο. Υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να τη δει κάποιος γνωστός. Μ ακάρι να μην έπεφτε σε κάποιον από τους πάστορες ή τους πρεσβύτερους. Δεν έχει σημασία, έπεισε τον εαυτό της. Ας γίνει μια ώρα αρχύτερα. Η Σαπ έτρεχε από φανοστάτη σε φανοστάτη, διάβαζε και απαντούσε σε μηνύματα. Από εδώ είχαν περάσει ένα σωρό αρσενικά σκυλιά που δεν τα γνώριζε. Στο βιβλιοπωλείο δεν υπήρχε κανείς εκτός από την κοπέλα του ταμείου. Η Ρεμπέκα δεν την είχε ξανασυναντήσει. Είχε μαλλιά τσακιστά, κομμένα κοντά, και στον λαιμό της κρεμόταν ένας μεγάλος σταυρός στολισμένος με γυάλινες χάντρες. Χαμογέλασε στη Ρεμπέκα. «Θέλετε να σας βοηθήσω σε κάτι» ρώτησε με μελωδική φωνή. Ήταν φανερό πως αναγνώριζε τη Ρεμπέκα, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού. Από την τηλεόραση ίσως, σκέφτηκε η Ρεμπέκα, κούνησε το κεφάλι της στην κοπέλα, διέταξε τη Σαπ να καθίσει στην είσοδο,


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

225

τίναξε το χιόνι από το παλτό της και κατευθύνθηκε στο κοντινότερο ράφι. Από τα μεγάφωνα έρεαν ασταμάτητα δημοφιλή χριστιανικά τραγούδια. Από την οροφή κρέμονταν φωτιστικά από το ΙΚΕΑ και σποτ έριχναν δυνατό φως στα ράφια με τα σιντί και τα βιβλία. Τα ράφια στο κεντρικό μέρος του καταστήματος ήταν τόσο χαμηλά, που δεν μπορούσε κανείς να κρυφτεί πίσω τους. Η Ρεμπέκα κάρφωσε το βλέμμα στις τζαμένιες πόρτες που οδηγούσαν στο καφέ. Το ξύλινο πάτωμα ήταν σχεδόν στεγνό. Φαίνεται πως σήμερα δεν το είχαν επισκεφτεί πολλοί με μουσκεμένα από το χιόνι παπούτσια. «Πολλή ησυχία έχει» είπε στην κοπέλα του ταμείου. «Είναι όλοι σε σεμινάρια» απάντησε η κοπέλα. «Έχουμε το Συνέδριο των Θαυμάτων». «Αποφασίσατε να το κάνετε, παρόλο που ο Βίκτορ Στράντγκορντ…» «Ναι» απάντησε δίχως καθυστέρηση η κοπέλα. «Θα το ήθελε κι εκείνος. Και ο Θεός το ήθελε. Χτες και προχτές είχαν έρθει εδώ πολλοί δημοσιογράφοι. Έκαναν ερωτήσεις και αγόρασαν κασέτες και βιβλία, αλλά σήμερα έχουμε ησυχία». Εδώ ήταν. Η Ρεμπέκα βρήκε στο ράφι το βιβλίο του Βίκτορ Στον ουρανό μετ’ επιστροφής. Υπήρχε στα αγγλικά, στα γερμανικά και στα γαλλικά. Το γύρισε από την πίσω πλευρά: «Τυπώθηκε από τη Βίκτορι Πριντ ΕΠΕ». Στις βιντεοταινίες έγραφε: «Πνευματική ιδιοκτησία της Βίκτορι Πριντ ΕΠΕ». Διάνα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω της μια φωνή: «Ρεμπέκα Μ άρτινσον» είπε η φωνή πολύ δυνατά. «Πώς αποδώ;» Γύρισε το κεφάλι της και είδε τον πάστορα Γκούναρ Ίσακσον σχεδόν κολλημένο πάνω της. Επίτηδες στεκόταν τόσο κοντά. Η κοιλιά του σχεδόν την άγγιζε. Μ εγαλοπρεπής και χρήσιμη κοιλιά, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Σαν μια ανεξάρτητη εμπροσθοφυλακή προεξείχε πάνω από τη ζώνη και φαινόταν ότι μπορούσε να χωθεί στον προσωπικό χώρο των άλλων ανθρώπων, ενώ ο ίδιος ο Γκούναρ Ίσακσον προστατευόταν πίσω της σε ασφαλή απόσταση. Η Ρεμπέκα


226

ASA LARSSON

κατέπνιξε την ενστικτώδη αντίδραση να κάνει ένα βήμα πίσω. Ανέχτηκα τα χέρια σου στο κορμί μου όταν προσευχόσουν για μένα, σκέφτηκε. Τώρα λοιπόν, που να πάρει ο διάβολος, μπορώ να αντέξω και το γεγονός ότι κολλάς πάνω μου. «Γεια σου, Γκούναρ» έκανε εκείνη με άνετο ύφος. «Το περίμενα ότι θα εμφανιστείς» της είπε. «Σκέφτηκα ότι θα ερχόσουν στις απογευματινές μας συναντήσεις τώρα που είσαι στην πόλη». Η Ρεμπέκα δεν είπε τίποτα. Από μια αφίσα στον τοίχο τούς κοιτούσε ο Βίκτορ Στράντγκορντ. «Λοιπόν, πως σου φαίνεται το βιβλιοπωλείο μας;» συνέχισε ο Γκούναρ Ίσακσον και κοίταξε περήφανα γύρω του. «Το ανακαινίσαμε πέρσι. Το συνδέσαμε με την καφετέρια για να μπορεί κανείς να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο την ώρα που πίνει τον καφέ του. Μ πορείς να κρεμάσεις το παλτό σου εκεί μέσα αν θέλεις. Έχω προτείνει μάλιστα και μια επιγραφή για το ράφι που αφήνουμε τα καπέλα: “Αφήστε τη λογική σας εδώ”». Η Ρεμπέκα τον παρατηρούσε. Οι μέρες της ευμάρειας ήταν ορατές πάνω του. Μ εγαλύτερη κοιλιά. Ακριβό πουκάμισο, ακριβή γραβάτα. Μ ούσι και μαλλιά περιποιημένα. «Η γνώμη που έχω για το βιβλιοπωλείο» έκανε η Ρεμπέκα. «Πιστεύω πως η ενορία οφείλει να κάνει γεωτρήσεις για πηγάδια και να στέλνει τα παιδιά που πουλάνε το κορμί τους στο σχολείο». Ο Γκούναρ Ίσακσον την κοίταξε αφ’ υψηλού. «Ο Θεός δεν ασχολείται με την τεχνητή ύδρευση» της είπε με δυνατή φωνή τονίζοντας τη λέξη Θεός. «Σ’ αυτήν την ενορία άνοιξε μια πηγή των πλούσιων ελεών του. Μ ε τις προσευχές μας, θ’ αναβλύσουν πηγές σε όλον τον κόσμο». Έριξε μια ματιά στην κοπέλα πίσω από το ταμείο και διαπίστωσε ικανοποιημένος ότι είχε τραβήξει την προσοχή της. Του άρεσε να βάζει τη Ρεμπέκα στη θέση της παρουσία κοινού. «Αυτά εδώ» είπε κάνοντας μια μεγαλόπρεπη χειρονομία, σαν να αγκάλιαζε όλη την Κρυστάλλινη Εκκλησία μαζί με τις επιτυχίες της ενορίας, «είναι μόνο η αρχή». «Τώρα λες πραγματικά γνήσιες μαλακίες» του απάντησε η


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

227

Ρεμπέκα στεγνά. «Οι φτωχοί οφείλουν να προσεύχονται για ν’ αποκτήσουν την προσωπική τους περιουσία, αυτό εννοείς; Ο Χριστός δεν λέει ότι “Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε”;12 Και τι είπε ότι θα πάθουν αυτοί που άφησαν τους ενδεείς στην τύχη τους; “Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον”». Τα μάγουλα του Γκούναρ Ίσακσον έγιναν κατακόκκινα. Έσκυψε από πάνω της και η ανάσα του έπεσε με γδούπο στο πρόσωπό της. Μ ύριζε μέντα και πορτοκάλι. «Και εσύ εννοείς ότι ανήκεις στους δίκαιους;» της ψιθύρισε ειρωνικά. «Όχι» απάντησε η Ρεμπέκα επίσης ψιθυριστά. «Αλλά μήπως θα έπρεπε να ετοιμάζεσαι να μου κάνεις παρέα στην κόλαση;» Και πριν να προλάβει εκείνος να απαντήσει, η Ρεμπέκα συνέχισε: «Βλέπω ότι η Βίκτορι Πριντ ΕΠΕ τυπώνει πάρα πολλά από αυτά που πουλιούνται εδώ. Η γυναίκα σου είναι συνεταίρος σ’ αυτήν την εμπορική εταιρεία». «Και λοιπόν;» είπε ο Γκούναρ Ίσακσον καχύποπτα. «Το έψαξα στην εφορία. Η εμπορική αυτή εταιρεία φρόντισε να της επιστραφεί το ΦΠΑ από το κράτος – και πρόκειται για τεράστια ποσά. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον λόγο παρά μόνον ότι έγιναν πολύ μεγάλες επενδύσεις στην εταιρεία. Αλλά με ποιον τρόπο έγινε δυνατό κάτι τέτοιο; Βγάζει πολλά λεφτά η γυναίκα σου; Παλιά δούλευε δασκάλα, έτσι δεν είναι;» «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να σκαλίζεις τις υποθέσεις της Βίκτορι Πριντ» είπε απότομα ο Γκούναρ Ίσακσον. «Τα πορίσματα της εφορίας είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου» απάντησε η Ρεμπέκα δυνατά. «Θα ήθελα να μου απαντήσεις σε μερικές ερωτήσεις. Από πού προέρχονται τα επενδυτικά κεφάλαια της Βίκτορι Πριντ; Υπήρχε μήπως κάτι που απασχολούσε τον Βίκτορ πριν πεθάνει; Είχε μήπως σχέση με κάποιον; Μ ε κάποιον άντρα της ενορίας, για παράδειγμα». Ο Γκούναρ Ίσακσον έκανε ένα βήμα πίσω και την κοίταξε με αηδία. Έπειτα σήκωσε το χέρι του και με τεντωμένο δείκτη της


228

ASA LARSSON

έδειξε την πόρτα. «Έξω» ούρλιαξε. Η κοπέλα πίσω από το ταμείο αναπήδησε και τους κοίταξε κατατρομαγμένη. Η Σαπ σηκώθηκε όρθια και άρχισε να γαβγίζει. Ο Γκούναρ Ίσακσον κινήθηκε απειλητικά προς τη Ρεμπέκα αναγκάζοντάς την να οπισθοχωρήσει. «Μ ην έρχεσαι εδώ με απειλές για το έργο του Θεού και τους πιστούς» βρυχήθηκε. «Εις το όνομα του Ιησού ποδοπατώ τα σχέδια σου. Ακούς τι σου λέω; Έξω!» Η Ρεμπέκα έκανε μια απότομη στροφή και βγήκε βιαστικά από το βιβλιοπωλείο. Η καρδιά της βροντοκοπούσε στο στέρνο της. Η Σαπ την ακολουθούσε καταπόδας.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Τ

229

ο βράδυ, ο ουρανός πάνω από το αγρόκτημα της γιαγιάς είχε πάρει ένα σκούρο μπλε χρώμα. Η Ρεμπέκα καθόταν πάνω σ’ ένα έλκηθρο και έβλεπε τη Λούβα και τη Σαπ που έπαιζαν στο χιόνι. Η Σάρα ήταν ξαπλωμένη στο υπνοδωμάτιο και διάβαζε. Δεν της είπε ούτε ένα όχι, όταν η Ρεμπέκα τη ρώτησε αν ήθελε να βγούνε βόλτα. Απλώς είχε κλείσει την πόρτα και τεντώθηκε στο κρεβάτι. «Κοίτα με, Ρεμπέκα» φώναξε η Λούβα. Στεκόταν στον κορφιά της στέγης της υπόγειας αποθήκης. Μ ετά έκανε μεταβολή και ρίχτηκε με την πλάτη στο χιόνι. Η στέγη δεν ήταν ιδιαίτερη ψηλή. Έμεινε ξαπλωμένη στο χιόνι κουνώντας χέρια και πόδια, ώστε να σχηματιστεί στο χιόνι ένας άγγελος. Είχαν μείνει έξω κι έπαιξαν περίπου μια ώρα, φτιάχνοντας μια πίστα με εμπόδια. Η πίστα περνούσε κάτω από έναν σωρό χιονιού, που ήταν προς τη μεριά του αχυρώνα, έκανε τρεις στροφές γύρω από τη μεγάλη σημύδα, συνέχιζε πάνω από τη στέγη της υπόγειας αποθήκης, όπου έπρεπε κανείς να κρατάει την ισορροπία του, και αποκεί ξαναγύριζε κάτω στον σωρό με το χιόνι κι επέστρεφε στην αφετηρία. Στο τελευταίο κομμάτι έπρεπε να τρέχει κανείς πισωπατώντας στο βαθύ χιόνι, το είχε αποφασίσει η Λούβα. Τώρα ήταν απασχολημένη επειδή οριοθετούσε τη διαδρομή με κλαδιά από έλατο. Είχε πρόβλημα με τη Σαπ, η οποία θεωρούσε ότι ήταν υποχρέωσή της να κλέβει όλα τα σπασμένα κλαδιά και να τα κρύβει σε μέρη μυστικά, όπου δεν έφτανε ποτέ


230

ASA LARSSON

το φως του εξωτερικού φωτισμού. «Σταμάτα, σου λέω!» φώναξε η Λούβα λαχανιασμένη στη Σαπ, που έτρεχε πανευτυχής κρατώντας ένα ακόμα τρόπαιο στο στόμα. «Άντε, τι λες για λίγη ζεστή σοκολάτα και σάντουιτς;» προσπάθησε να την πείσει για τρίτη φορά. Η Ρεμπέκα είχε κουραστεί σκάβοντας το τούνελ στον σωρό με το χιόνι. Τώρα είχε σταματήσει να ιδρώνει και είχε αρχίσει να παγώνει. Ήθελε να πάει μέσα. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει. Αλλά η Λούβα διαμαρτυρήθηκε έντονα. Η Ρεμπέκα έπρεπε να τη χρονομετρήσει όταν θα έκανε τη διαδρομή. «Ας το κάνουμε τώρα λοιπόν» της είπε η Ρεμπέκα. «Μ πορείς να τρέξεις κι ας μην έχει κλαδιά. Ξέρεις τη διαδρομή». Το τρέξιμο στο χιόνι δεν ήταν εύκολο. Η Λούβα κατάφερε να τρέξει μόνο δύο φορές γύρω από τη σημύδα, και στο τελευταίο κομμάτι δεν έτρεξε ανάποδα. Όταν τερμάτισε έπεσε ξερή στην αγκαλιά της Ρεμπέκα. «Παγκόσμιο ρεκόρ» ξεφώνισε η Ρεμπέκα. «Τώρα η σειρά σου». «Ούτε γι’ αστείο. Ίσως αύριο. Εμπρός, μέσα τώρα!» «Σαπ» φώναξε η Λούβα πηγαίνοντας στο σπίτι. Το σκυλί δεν φαινόταν πουθενά. «Πήγαινε μέσα εσύ» της είπε η Ρεμπέκα «και θα πάω εγώ να τη βρω». «Και φόρα πιτζάμες και κάλτσες» φώναξε καθώς είδε την πλάτη του κοριτσιού να χάνεται στις σκάλες. Έκλεισε την εξώπορτα και άρχισε να φωνάζει. Προς τη μεριά του σκοταδιού. «Σαααπ!» Ένιωθε τη φωνή της να μη φτάνει μακρύτερα από μερικά μέτρα. Η χιονόπτωση έπνιγε όλους τους ήχους κι όταν προσπαθούσε ν’ αφουγκραστεί η ίδια άκουγε μόνο μια δυσοίωνη σιωπή. Συγκέντρωσε όλο το κουράγιο της για να φωνάξει άλλη μια φορά. Την τρόμαζε το γεγονός ότι στεκόταν ακάλυπτη στο φως της βεράντας και ότι φώναζε προς τη μεριά ενός θεοσκότεινου δάσους αφόρητα σιωπηλού.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

231

«Σαααπ, έλα εδώ! Σαααπ!» Αναθεματισμένο σκυλί. Έκανε ένα βήμα για να κατέβει από τη βεράντα και να φέρει μια βόλτα το αγρόκτημα, αλλά σταμάτησε. Σταμάτα τα παιδιαρίσματα, μάλωσε τον εαυτό της, αλλά δεν τόλμησε να απομακρυνθεί από τη βεράντα ή να ξαναφωνάξει. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της το χαρτάκι που είχαν βάλει στο αυτοκίνητό της. Τη λέξη «ΑΙΜ Α» γραμμένη με αδέξια γράμματα. Σκέφτηκε τον Βίκτορ. Και τα παιδιά στο σπίτι. Ανέβηκε πισωπατώντας τα σκαλιά της βεράντας. Δεν τολμούσε να στρέψει την πλάτη της προς το άγνωστο που παραμόνευε εκεί έξω. Μ όλις μπήκε μέσα, κλείδωσε καλά την πόρτα και έτρεξε στη σκάλα που ανέβαινε στον δεύτερο όροφο. Στάθηκε στο χολ και τηλεφώνησε στον Πόλμη. Εκείνος ήρθε ύστερα από πέντε λεπτά. «Μ άλλον θα ψάχνει γαμπρό» της είπε. «Δεν θα πάθει τίποτα. Πιθανότατα να συμβεί ακριβώς το αντίθετο». «Μ α κάνει τόσο κρύο» είπε με δυσπιστία η Ρεμπέκα. «Άμα κρυώνει θα επιστρέψει στο σπίτι». «Μ άλλον έχεις δίκιο» είπε μ’ έναν αναστεναγμό η Ρεμπέκα. «Είναι λίγο τρομακτικά εδώ χωρίς αυτήν». Δίστασε για ένα δευτερόλεπτο. «Θέλω να σου δείξω κάτι» του είπε μετά. «Περίμενε εδώ στο χολ. Δεν θέλω να το δουν τα κορίτσια». Έτρεξε στο αυτοκίνητο και έφερε το σημείωμα που είχαν βάλει στο αυτοκίνητό της. Ο Πόλμη το διάβασε και μια ρυτίδα σχηματίστηκε ανάμεσα στα φρύδια του. «Το έδειξες στην αστυνομία;» τη ρώτησε. «Όχι, τι μπορούν να κάνουν κι αυτοί;» «Δεν ξέρω. Να βάλουν κάποιον να σε προσέχει ή κάτι τέτοιο». Η Ρεμπέκα έβγαλε ένα ξερό γέλιο. «Γι’ αυτό εδώ; Α, δεν έχουν τέτοιες δυνατότητες. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα». Του είπε για την κάρτα στη Βίβλο του Βίκτορ. «Αν αυτός που έγραψε την κάρτα στη Βίβλο του είναι κάποιος


232

ASA LARSSON

που ήταν ερωτευμένος μαζί του;» «Λοιπόν;» «“Αυτό που κάναμε δεν ήταν λάθος στα μάτια του Θεού”. Δεν ξέρω, αλλά ο Βίκτορ δεν είχε ποτέ φιλενάδα. Και σκέφτομαι ότι ίσως… να, μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως να υπήρχε κάποιος που τον αγάπησε, αλλά που δεν του επιτρεπόταν να το κάνει. Ίσως το ίδιο άτομο να απειλεί τώρα εμένα, επειδή απειλείται ο ίδιος». «Ένας άντρας;» «Ακριβώς. Αυτό δεν θα το δέχονταν ποτέ στην ενορία. Θα τον έδιωχναν αμέσως. Αν είναι έτσι και αν ο Βίκτορ ήθελε να το κρατήσει μυστικό, δεν θέλω να τρέξω και να το φανερώσω στην αστυνομία δίχως να χρειάζεται. Φαντάζεσαι τι θα γράψουν οι εφημερίδες…» O Πόλμη γρύλισε προβληματισμένος και χάιδεψε το κεφάλι του. «Δεν μ’ αρέσει καθόλου η κατάσταση» είπε. «Σκέψου να σου συμβεί κάτι». «Τίποτα δεν πρόκειται να μου συμβεί. Ανησυχώ όμως για τη Σαπ». «Θέλεις να έρθω με την Μ πέλα και να κοιμηθούμε μαζί σας απόψε;» Η Ρεμπέκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όπου να ’ναι θα επιστρέψει» της είπε ο Πόλμη καθησυχαστικά. «Θα βγω έτσι κι αλλιώς μια βόλτα με την Μ πέλα. Θα τη φωνάξω, μπας και μας ακούσει». Ο Πόλμη όμως κάνει λάθος. Η Σαπ δεν θα επιστρέψει. Είναι ξαπλωμένη σε μια κουρελού στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Το μουσούδι της είναι κλεισμένο με ασημί κολλητική ταινία. Το ίδιο δεμένα είναι και τα πόδια της, μπρος και πίσω. Η καρδιά της χτυπάει στο μικρό στέρνο της και τα μάτια ατενίζουν το κατάμαυρο σκοτάδι. Μ ε τα νύχια της προσπαθεί μάταια να συρθεί στον στενό χώρο και τρίβει το μουσούδι στο δάπεδο για να βγάλει την ταινία που της κλείνει το στόμα. Της έχει σπάσει ένα δόντι, ενώ θραύσματα του δοντιού μαζί με αίμα κυλούν στο λαρύγγι της. Πώς είναι δυνατόν να πιάστηκε τόσο εύκολα αυτό το σκυλί;


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

233

Αυτό το σκυλί που βασανίστηκε επανειλημμένα από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του; Γιατί δεν αναγνωρίζει την κακία όταν τρέχει κατευθείαν πάνω της; Επειδή έχει την ικανότητα να ξεχνάει. Όπως και η αφεντικίνα της. Ξεχνάει. Χώνει το μουσούδι της στο απαλό χιόνι και δέχεται το χάδι κάθε αγνώστου που σκύβει και απλώνει το χέρι. Και τώρα βρίσκεται δεμένη εδώ μέσα.


234

ASA LARSSON

και εγένετο εσπέρα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

235

και εγένετο πρωί, ημέρα τετάρτη

Ο

δικηγόρος Μ ονς Βένγκρεν ξύπνησε μ’ ένα τίναγμα. Η καρδιά του χτυπάει σαν σφυρί σε αμόνι. Τα πνευμόνια του πασχίζουν να πάρουν αέρα. Μ ε το χέρι του ψάχνει στα τυφλά το πορτατίφ και το ανάβει. Η ώρα είναι τρεις και είκοσι. Πώς να κοιμηθεί όταν ο εγκέφαλός του προβάλλει ασταμάτητα ταινίες γκραν γκινιόλ δίχως διακοπή; Πρώτα ήταν ένα αυτοκίνητο που έπεσε στον λεπτό πάγο της λίμνης έξω από το καλοκαιρινό του σπίτι. Εκείνος στεκόταν στην όχθη και κοίταζε χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι. Από το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου διέκρινε το χλωμό, κατατρομαγμένο πρόσωπο της Ρεμπέκα. Και τώρα, την τελευταία φορά που κατόρθωσε να ξανακοιμηθεί, ήρθε πάλι η Ρεμπέκα στον ύπνο του και τύλιξε τα χέρια της γύρω του. Όταν τα χέρια του γλίστρησαν στην πλάτη της και ακούμπησαν τα μαλλιά της τα ένιωσε υγρά και ζεστά. Όλο το πίσω μέρος του κρανίου της έλειπε, αποτέλεσμα ενός πυροβολισμού. Σέρνεται προς τα πίσω, ανακάθεται και ακουμπάει στην πλάτη του κρεβατιού. Κάποτε ήταν όλα διαφορετικά. Τα παιδιά του και η δουλειά τον απασχολούσαν πλήρως. Κοιμόταν ελάχιστα, αλλά ήταν τουλάχιστον πραγματικός ύπνος. Τώρα τελευταία σπάνια πέφτει σε ύπνο όταν αποκαρώνεται κατά τις πρωινές ώρες. Αντίθετα, γλιστράει σε μια βαριά απώλεια αισθήσεων δίχως όνειρα. Και τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά όταν ξαπλώνει χωρίς να έχει πιει. Ξυπνάει συνεχώς τη νύχτα με τον πανικό να σφυροκοπά όλο του κορμί και να ιδροκοπά σαν γουρούνι.


236

ASA LARSSON

Το διαμέρισμα είναι σιωπηλό σαν τάφος. Το μόνο που ακούγεται είναι η ανάσα του και ο μονότονος θόρυβος του εξαερισμού. Κατά τ’ άλλα όλοι οι άλλοι ήχοι υπάρχουν εκεί έξω. Ο βόμβος από τον μετρητή του ηλεκτρικού στο κλιμακοστάσιο. Τα καλογυμνασμένα βήματα του διανομέα πρωινών εφημερίδων στη σκάλα. Ανεβαίνει ανά δύο τα σκαλιά και τα κατεβαίνει ανά τρία. Αυτοκίνητα και νυχτερινοί διαβάτες στον δρόμο. Όταν τα αγόρια του ήταν μικρά, το υπνοδωμάτιο γέμιζε από τους ήχους τους. Η σύντομη κοφτή αναπνοή του μικρού Γιούχαν. Το γουργούρισμα του Κάλε κάτω από ένα βουνό λούτρινα ζωάκια. Και, βέβαια, η Μ αντελέν, που ροχάλιζε ακόμα και ελάχιστα κρυωμένη. Αργότερα άρχισε να επικρατεί όλο και περισσότερη σιωπή. Τα αγόρια μετακόμισαν σε δικά τους δωμάτια. Η Μ αντελέν δεν έβγαζε κιχ από το στόμα της και προσποιούνταν ότι κοιμόταν όταν αυτός επέστρεφε αργά στο σπίτι. Όχι, δεν πάει άλλο. Θα βάλει μια παλιά βιντεοταινία με τον Κλιντ Ίστγουντ και ένα ουίσκι Μ ακάλαν. Ίσως έτσι να μπορέσει ν’ αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα. Το χιόνι εξακολουθεί να πέφτει στα βουνά. Στην Κούραβαρα τα αυτοκίνητα και τα σπίτια είναι θαμμένα κάτω από ένα παχύ άσπρο πάπλωμα. Στον καναπέ της κουζίνας, στο σπίτι της γιαγιάς, βρίσκεται ξαπλωμένη η Ρεμπέκα. Θα έπρεπε να σηκωθώ να ψάξω για το σκυλί, σκέφτεται. Μ πορεί να στέκεται έξω στα χιόνια και να έχουν παγώσει οι πατούσες της. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να ξανακοιμηθεί. Κλείνει τα μάτια και αλλάζει θέση, γυρίζει στο πλάι. Αλλά το μυαλό της είναι εντελώς ξύπνιο μέσα στο κουρασμένο σώμα. Κάτι παράξενο συμβαίνει με το μαχαίρι. Γιατί ήταν ξεπλυμένο; Aν κάποιος ήθελε να ενοχοποιήσει τη Σάνα βάζοντας το μαχαίρι στον καναπέ της, γιατί να το ξεπλύνει; Θα ήταν καλύτερα να είχε καθαρίσει μόνο τη λαβή από τυχόν αποτυπώματα και ν’ αφήσει τη λάμα με τα αίματα. Τώρα υπήρχε κίνδυνος να μη συνδεθεί το μαχαίρι με τη δολοφονία. Κάτι δεν βλέπει. Σαν μία εικόνα από εκείνες που αποτελούνται από χιλιάδες κουκκίδες. Και ξαφνικά


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

237

βλέπεις το μοτίβο. Έτσι νιώθει και τώρα. Όλες οι κουκκίδες βρίσκονται εκεί. Δεν μένει παρά ν’ ανακαλύψει το σχέδιο που τις ενώνει. Ανάβει το πορτατίφ και σηκώνεται προσεκτικά από τον καναπέ. Εκείνος, σαν σε απάντηση, τρίζει. Αφουγκράζεται για να σιγουρευτεί ότι δεν έχουν ξυπνήσει τα παιδιά. Βάζει τα πόδια της στα παγωμένα παπούτσια και βγαίνει στη σκάλα να φωνάξει τη Σαπ. Μ ένει για λίγη ώρα εκεί έξω στη χιονόπτωση και φωνάζει το όνομα ενός σκύλου που δεν έρχεται. Όταν ξαναμπαίνει στο σπίτι βλέπει τη Σάρα όρθια στην κουζίνα. Στρέφεται με μια άκαμπτη κίνηση προς τη Ρεμπέκα. Το σώμα της φαίνεται τόσο μικρό μέσα στο τεράστιο μάλλινο πουλόβερ και την ξεχειλωμένη σκελέα. «Τι συμβαίνει;» ρωτάει η Ρεμπέκα. «Είδες όνειρο;» Την ίδια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι η Σάρα κλαίει. Άσχημο κλάμα. Ένα κλάμα δίχως δάκρυα, αλλά με ισχυρά αναφιλητά. Το πιγούνι της ανεβοκατεβαίνει σπασμωδικά όπως σε ένα ξύλινο νευρόσπαστο. «Τι συμβαίνει;» ξαναρωτάει η Ρεμπέκα και βγάζει βιαστικά τα παπούτσια της. «Κλαις επειδή έφυγε η Σαπ;» Απάντηση δεν παίρνει. Το πρόσωπό της είναι ακόμη παραμορφωμένο από αυτό το περίεργο κλάμα. Κούνησε τα χέρια της λίγο προς τα μπρος, σαν να ήθελε να τα απλώσει προς τη Ρεμπέκα αν μπορούσε. Η Ρεμπέκα τη σήκωσε στα χέρια της. Η Σάρα δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση. Η Ρεμπέκα κρατάει στην αγκαλιά της ένα παιδάκι. Όχι μια σχεδόν έφηβη, αλλά ένα μικρό κοριτσάκι. Και είναι τόσο ελαφριά. Η Ρεμπέκα την ξαπλώνει στον καναπέ της κουζίνας και κουλουριάζεται δίπλα της. Απλώνει τα χέρια της γύρω από το κορμάκι της Σάρας, που τεντώνεται επειδή πονάει από ένα κλάμα το οποίο δεν λέει να ξεσπάσει. Τελικά αποκοιμιούνται και οι δύο. Γύρω στις πέντε η Ρεμπέκα ξυπνάει από τα βήματα της Λούβα. Ξαπλώνει και αυτή δίπλα στη Ρεμπέκα, σφίγγεται πάνω


238

ASA LARSSON

της, χώνει το χέρι της κάτω από την μπλούζα της Ρεμπέκα και αποκοιμιέται. Ο καναπές κάτω από όλα τα παπλώματα γίνεται σαν φούρνος, αλλά η Ρεμπέκα δεν κουνιέται από τη θέση της. Μ ένει εντελώς ακίνητη.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

239

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου

Σ

τις πεντέμισι το πρωί ο γάτος Μ άνε πήρε την απόφαση να ξυπνήσει τον Σβεν-Έρικ Στόλνακε. Περπάτησε κάμποσο πάνω στο κοιμισμένο σώμα βγάζοντας πού και πού ένα απαίσιο νιαούρισμα. Όταν όλα αυτά απέτυχαν, πλησίασε το πρόσωπο του Σβεν-Έρικ και έβαλε προσεκτικά την πατούσα του πάνω στο μάγουλό του. Αλλά ο Σβεν-Έρικ κοιμόταν πολύ βαθιά. Ο Μ άνε έβαλε την πατούσα του στις ρίζες των μαλλιών του και έβγαλε λίγο τα νύχια του, ίσα που να πιαστούν λίγο στο δέρμα του αφεντικού του και να το ξύσουν απαλά. Ο Σβεν-Έρικ άνοιξε αμέσως τα μάτια του και απομάκρυνε τις πατούσες του γάτου από το κεφάλι. Χάιδεψε τρυφερά την γκρίζα ράχη του. «Ώστε έτσι, παλιόγατε;» είπε με κέφι. «Θέλεις να σηκωθώ, ε;» O Μ άνε νιαούρισε επιτιμητικά, πήδηξε από το κρεβάτι και βγήκε από το υπνοδωμάτιο. Ο Σβεν-Έρικ τον άκουσε τώρα να νιαουρίζει μπροστά στην εξώπορτα. «Έρχομαι, έρχομαι». Τον Μ άνε τον είχε πάρει από την κόρη του, όταν εκείνη μετακόμισε με τον σύντροφό της για το Λούλεο. «Έχει συνηθίσει στην ελευθερία» του είχε πει. «Δεν θα του άρεσε να ζει σ’ ένα διαμέρισμα μέσα στην πόλη. Είναι σαν και σένα, μπαμπά. Χρειάζεται πολύ δάσος γύρω του για να ζήσει». Ο Σβεν-Έρικ σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα στον γάτο. Ο Μ άνε, όμως, όταν ένιωσε με το μουσούδι του το χιόνι, έκανε πάραυτα μεταβολή και μπήκε στο χολ. Μ όλις ο Σβεν-Έρικ


240

ASA LARSSON

έκλεισε την πόρτα, ο γάτος νιαούρισε ξανά. «M α τι θέλεις να κάνω;» ρώτησε ο Σβεν-Έρικ. «Εγώ φταίω που χιονίζει και λυσσομανάει εκεί έξω; Ή βγαίνεις λοιπόν ή μένεις μέσα και δεν βγάζεις άχνα». Πήγε στην κουζίνα και έβγαλε από το ντουλάπι μια κονσέρβα με γατοτροφή. Ο γάτος νιαούριζε επιδοκιμαστικά και τριβόταν στα πόδια του μέχρι που η τροφή μπήκε στο μπολ του. Έπειτα ο Σβεν-Έρικ έβαλε καφέ στην καφετιέρα. Το μηχάνημα ξεκίνησε με ένα γουργουρητό. Όταν η Άννα-Μ αρία Μ έλα του τηλεφώνησε, μόλις είχε προλάβει να δαγκώσει την πρώτη μπουκιά από το σάντουιτς που είχε ετοιμάσει. «Άκουσέ με» του είπε φουριόζα. «Μ ίλησα με τη Σάνα Στράντγκορντ χτες το πρωί και είπαμε πως η δολοφονία μοιάζει να έγινε με τελετουργικό τρόπο και συζητήσαμε επίσης κάποια χωρία της Βίβλου που αναφέρονται σε κομμένα χέρια και βγαλμένα μάτια». Ο Σβεν-Έρικ μουρμούρισε καταφατικά ανάμεσα σε δυο μπουκιές και η Άννα-Μ αρία συνέχισε. «Η Σάνα μου διάβασε δυνατά από το Κατά Μ άρκον Ευαγγέλιο, 9:43-48: “Καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλόν ἐστίν σε κυλλὸν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον. Καὶ ἐὰν ὁ πούς σου σκανδαλίζῃ σε, ἀπόκοψον αὐτόν· καλόν ἐστίν σε εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν χωλὸν ἢ τοὺς δύο πόδας ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὴν γέενναν. Καὶ ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε, ἔκβαλε αὐτόν· καλόν σέ ἐστιν μονόφθαλμον εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ ἢ δύο ὀφθαλμοὺς ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὴν γέενναν, ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται”». «Ώστε έτσι;» είπε ο Σβεν-Έρικ και ένιωσε πως δεν είχε να πει κάτι έξυπνο. «Δεν μου διάβασε όμως την αρχή του κειμένου!» συνέχισε η Άννα-Μ αρία ανυπόμονα. «Στο Κατά Μ άρκον 9:42 λέει: “Καὶ ὃς ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων [εἰς ἐμέ], καλόν ἐστιν αὐτῷ μᾶλλον εἰ περίκειται μύλος ὀνικὸς περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ βέβληται εἰς τὴν θάλασσαν”».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

241

Ο Σβεν-Έρικ σταθεροποίησε το ακουστικό ανάμεσα στο αυτί και στον ώμο του και πήρε στα χέρια του τον Μ άνε, που τριβόταν στα πόδια του. «Υπάρχουν ανάλογα σημεία στα ευαγγέλια του Λουκά και του Μ ατθαίου» είπε η Άννα-Μ αρία. «Στο Κατά Μ ατθαίον γράφει ότι οι άγγελοι των παιδιών στον ουρανό βλέπουν πάντοτε το πρόσωπο του Θεού. Όταν άνοιξα τη Βίβλο που μου είχαν δώσει στην πρώτη μου μετάληψη, έγραφε σε ένα σχόλιο ότι αυτό σημαίνει πως ο Θεός προστατεύει ιδιαίτερα τα παιδιά. Σύμφωνα με την ιουδαϊκή πίστη της εποχής κάθε άνθρωπος έχει τον άγγελό του, που διαμεσολαβεί ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Θεό, και ότι μόνο οι ανώτεροι άγγελοι είχαν το δικαίωμα να πλησιάζουν τον θρόνο του Θεού». «Πιστεύεις δηλαδή ότι κάποιος τον σκότωσε επειδή ο Βίκτορ αποπλάνησε κάποιο από τα μικρά» είπε ο Σβεν-Έρικ σκεπτικός. «Λες, με άλλα λόγια, ότι αυτός…» Σταμάτησε νιώθοντας να τον πλημμυρίζει η δυσφορία. Τελικά, συνέχισε. «…πήγε με τις κόρες της Σάνα;» «Γιατί δεν μου διάβασε το προηγούμενο εδάφιο;» ρώτησε η Άννα-Μ αρία. «Εν πάση περιπτώσει, ο Φον Ποστ έχει δίκιο. Πρέπει να μιλήσουμε με τα παιδιά της Σάνα Στράντγκορντ. Ίσως είχε έναν πολύ καλό λόγο να μισεί τον αδερφό της. Να επικοινωνήσουμε με το τμήμα παιδοψυχιατρικής. Ας μας βοηθήσουν αυτοί να μιλήσουμε με τα κορίτσια». Όταν τελείωσε η συνομιλία τους ο Σβεν-Έρικ εξακολουθούσε να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας με τον γάτο στα γόνατά του. Γαμώτο, είπε μέσα του. Ας ήταν οτιδήποτε, αλλά όχι αυτό.


242

Η

ASA LARSSON

γραμματέας των παστόρων Ανν-Γκουλ Κίρε απάντησε στο τηλέφωνο από τη γραμματεία της Πηγής της Δύναμης όταν τηλεφώνησε η Ρεμπέκα στις οχτώ και τέταρτο το πρωί. Η Ρεμπέκα είχε μόλις αφήσει τα παιδιά και πήγαινε προς το αυτοκίνητό της. Όταν ζήτησε να μιλήσει με τον Τούμας Σέντερμπεργ, άκουσε τη γυναίκα στην άλλη άκρη της γραμμής να παίρνει βαθιά ανάσα. «Δυστυχώς» είπε η Ανν-Γκουλ «έχει κάποια πρωινή συνάντηση με τον Γκούναρ Ίσακσον και δεν μπορώ να τους διακόψω». «Ο Βέσα Λάρσον πού είναι;» «Είναι άρρωστος σήμερα, δεν μπορώ να τον ενοχλήσω». «Μ πορώ μήπως ν’ αφήσω ένα μήνυμα για τον Τούμας Σέντερμπεργ; Θα ήθελα να μου τηλεφωνήσει στο–» «Λυπάμαι» τη διέκοψε η Ανν-Γκουλ ευγενικά. «Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου των Θαυμάτων οι πάστορες δεν προλαβαίνουν να τηλεφωνήσουν σε όσους τους αναζητούν». «Ναι, αλλά πρέπει να τονίσω» προσπάθησε η Ρεμπέκα «ότι είμαι η δικηγόρος της Σάνα Στράντγκορντ και–» Η γυναίκα στην άλλη γραμμή τη διέκοψε πάλι. Τώρα υπήρχε μια κάποια δηκτικότητα στον φιλικό τόνο. «Ξέρω πολύ καλά ποια είσαι, Ρεμπέκα Μ άρτινσον» είπε. «Αλλά όπως σου είπα οι πάστορες δεν έχουν χρόνο όσο διαρκεί το Συνέδριο». Η Ρεμπέκα έσφιξε τις γροθιές της.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

243

«Πες στους πάστορες ότι δεν πρόκειται να εξαφανιστώ επειδή με αγνοούν» είπε θυμωμένα. «Εγώ–» «Δεν σκοπεύω να τους πω τίποτα» τη διέκοψε ξανά η ΑννΓκουλ Κίρε. «Και δεν μπορείς να με απειλείς. Τώρα διακόπτω αυτήν τη συνομιλία. Αντίο». Η Ρεμπέκα έβγαλε το ακουστικό από το αυτί της και το έχωσε στην τσέπη του παλτού της. Είχε φτάσει στο αυτοκίνητό της. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε προς τον ουρανό αφήνοντας τις χιονονιφάδες να πέσουν στα μάγουλά της. Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα είχε μουσκέψει και κρύωνε. Που να σας πάρει ο διάολος, σκέφτηκε. Δεν θα κάνω πίσω σαν δαρμένο σκυλί. Θα μιλήσετε μαζί μου για τον Βίκτορ. Λέτε πως δεν μπορώ να σας απειλήσω. Θα το δούμε αυτό.


244

Ο

ASA LARSSON

Τούμας Σέντερμπεργ έμενε μαζί με τη γυναίκα του Μ άγια και τις δύο κόρες τους σ’ ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, πάνω από την μπουτίκ ρούχων Σέντρουμ. Τα βήματα της Ρεμπέκα αντηχούσαν στο κλιμακοστάσιο καθώς ανέβαινε στον τελευταίο όροφο. Στην καφετιά πέτρα της σκάλας διέκρινε ένθετα από χρωματιστά απολιθώματα κοχυλιών. Όλες οι πινακίδες με τα ονόματα ήταν μπρούντζινες και γραμμένες με πανομοιότυπους καλλιγραφικούς χαρακτήρες. Ήταν ένα από εκείνα τα σιωπηλά κλιμακοστάσια στα οποία νομίζεις ότι υπάρχουν γέροι κλεισμένοι στα διαμερίσματά τους κι ότι έχουν το αυτί κολλημένο στην πόρτα για ν’ ακούνε ποιος έρχεται. Έλα τώρα, είπε στον εαυτό της η Ρεμπέκα. Δεν έχει νόημα να περιμένεις να δεις αν θέλεις να το κάνεις ή όχι. Καλύτερα να τελειώνεις με την υπόθεση αυτή. Σαν να πηγαίνεις στον οδοντογιατρό. Άνοιξε το στόμα σου και σε λίγο θα είσαι έτοιμη. Έβαλε το δάχτυλό της στο κουδούνι που έγραφε Σέντερμπεργ. Για ένα δευτερόλεπτο φαντάστηκε πως την πόρτα θα την άνοιγε ο Τούμας και κατέπνιξε την παρόρμηση να κάνει μεταβολή και να κατέβει τη σκάλα τρέχοντας. Την πόρτα άνοιξε η Μ αγκνταλένα, αδερφή της Μ άγιας Σέντερμπεργ. «Ρεμπέκα» είπε μόνο. Δεν φάνηκε να εκπλήσσεται από την άφιξή της. Η Ρεμπέκα σκέφτηκε ότι ίσως να την περίμεναν. Ίσως ο Τούμας να είχε πει στην κουνιάδα του να πάρει άδεια από τη δουλειά της και να


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

245

κάτσει σαν πιστό σκυλί να φυλάει τη μικρή του οικογένεια. Η Μ αγκνταλένα δεν είχε αλλάξει. Τα μαλλιά της ήταν πρακτικά κομμένα σε παζ όπως και πριν από δέκα χρόνια. Φορούσε παλιομοδίτικο τζιν και είχε χώσει τα μπατζάκια σε μακριές χειροποίητες μάλλινες κάλτσες. Διατηρεί το στιλ της, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Αν υπάρχει γυναίκα που δεν θα ενδώσει ποτέ στις απαιτήσεις της μόδας και δεν θα φορέσει ποτέ ψηλοτάκουνα, αυτή είναι η Μ αγκνταλένα. Αν είχε γεννηθεί τον δέκατο ένατο αιώνα, θα ήταν μονίμως ντυμένη με κολλαριστή στολή νοσοκόμας και θα διέσχιζε ποτάμια με κωπήλατη βάρκα για να φτάσει σε ξεχασμένα κι από τον Θεό χωριά, με ενέσεις για τίγρεις στην τσάντα. «Ήρθα να μιλήσω στη Μ άγια» είπε η Ρεμπέκα. «Δεν νομίζω ότι εσείς οι δύο έχετε να πείτε κάτι» απάντησε η Μ αγκνταλένα, κρατώντας με το ένα χέρι της το πόμολο και στηρίζοντας το άλλο στην κάσα της πόρτας, ώστε να εμποδίζει την πιθανή είσοδο της Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα ύψωσε τη φωνή της για να ακουστεί μέσα στο διαμέρισμα. «Πες στη Μ άγια ότι θέλω να της μιλήσω για τη Βίκτορι Πριντ. Θέλω να της δώσω την ευκαιρία να με πείσει να μην πάω στην αστυνομία». «Τώρα θα κλείσω την πόρτα» είπε η Μ αγκνταλένα θυμωμένα. Η Ρεμπέκα έβαλε το χέρι της στο κούφωμα. «Τότε θα μου σπάσεις τα δάχτυλα» της είπε δυνατά και η φωνή της αντήχησε στη σκάλα. «Έλα τώρα, Μ αγκνταλένα, ρώτα τη Μ άγια αν θέλει να μου μιλήσει. Πες της ότι αφορά τα μερίσματά της στην ΕΠΕ». «Κλείνω» είπε η Μ αγκνταλένα ανοίγοντας λίγο περισσότερο την πόρτα, σαν να ήθελε να κοπανήσει δυνατά. «Αν δεν πάρεις το χέρι σου εσύ θα φταις». Αμ δεν θα την κλείσεις, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Νοσοκόμα είσαι άλλωστε. Η Ρεμπέκα κάθεται και ξεφυλλίζει ένα περιοδικό. Είναι περσινό. Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς, δεν το διαβάζει. Έπειτα από λίγο


246

ASA LARSSON

μπαίνει η νοσοκόμα που την ανέλαβε και κλείνει την πόρτα πίσω της. Ροσίτα τη λένε. «Είσαι έγκυος, Ρεμπέκα» της λέει η Ροσίτα. «Κι αν έχεις αποφασίσει να κάνεις έκτρωση, να σου κλείσω ένα ραντεβού για απόξεση». Απόξεση. Θα αποξέσουν τη Γιοχάνα. Συνέβη την ώρα που η Ρεμπέκα ετοιμαζόταν να φύγει αποκεί. Πριν να προλάβει να προσπεράσει τη ρεσεψιόν συναντάει τη Μαγκνταλένα. Η Μαγκνταλένα σταματάει στον διάδρομο και τη χαιρετάει. Σταματάει και η Ρεμπέκα και της ανταποδίδει τον χαιρετισμό. Η Μαγκνταλένα τη ρωτάει αν θα έρθει στη χορωδία την Πέμπτη και η Ρεμπέκα αποφεύγει να απαντήσει ευθέως και αρχίζει τις δικαιολογίες. Η Μαγκνταλένα δεν τη ρωτάει τι δουλειά έχει η Ρεμπέκα στο νοσοκομείο. Τότε καταλαβαίνει η Ρεμπέκα πως η Μαγκνταλένα τα γνωρίζει όλα. Όλα εκείνα που δεν λέει κανείς. Και είναι πάντα αυτά που ξεσκεπάζουν έναν άνθρωπο. «Άφησέ τη να μπει. Οι γείτονες θα αναρωτιούνται τι συμβαίνει μ’ εμάς». Η Μ άγια εμφανίστηκε πίσω από τη Μ αγκνταλένα. Τα τελευταία χρόνια είχε αποκτήσει δύο έντονες ρυτίδες γύρω από το στόμα. Οι ρυτίδες βάθυναν καθώς παρατηρούσε τη Ρεμπέκα. «Μ η βγάζεις το παλτό σου» είπε η Μ άγια. «Δεν θα μείνεις πολύ». Κάθισαν στην κουζίνα. Ήταν ευρύχωρη. Μ ε καινούργια άσπρα ντουλάπια και πάγκο στη μέση. Η Ρεμπέκα αναρωτήθηκε αν τα παιδιά ήταν στο σχολείο. Η Ράκελ πρέπει να είχε μπει στην εφηβεία και η Άννα να είχε αρχίσει το γυμνάσιο. Είχαν περάσει κι εδώ τα χρόνια. «Να βάλω για τσάι;» ρώτησε η Μ αγκνταλένα. «Όχι, ευχαριστώ» απάντησε η Μ άγια. Η Μ αγκνταλένα βούλιαξε ξανά στην καρέκλα της. Τα χέρια της ακουμπήσανε στο τραπεζομάντιλο και τίναξαν μερικά ψίχουλα που ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα. Καημενούλα, σκέφτηκε η Ρεμπέκα και κοίταξε τη Μ αγκνταλένα. Θα έπρεπε να είχες φτιάξει τη ζωή σου αντί να


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

247

είσαι απλώς ένα εξάρτημα αυτής της οικογένειας. Η Μ άγια έριξε ένα σκληρό βλέμμα στη Ρεμπέκα. «Τι θέλεις από μένα;» τη ρώτησε. «Θέλω να ρωτήσω για τον Βίκτορ» είπε η Ρεμπέκα. «Ήταν–» «Μ όλις τώρα μας έκανες ρεζίλι στους γείτονες και ωρυόσουν για τη Βίκτορι Πριντ. Τι έχεις να μας πεις γι’ αυτό;» Η Ρεμπέκα κράτησε την αναπνοή της. «Θα σου πω τι νομίζω ότι ξέρω. Και εσύ θα μου πεις αν έχω δίκιο». Η Μ άγια άφησε ένα ηχηρό, ειρωνικό ρουθούνισμα. «Από τα χαρτιά της εφορίας προκύπτει ότι η Βίκτορι Πριντ είχε επιστροφή ΦΠΑ από το κράτος» είπε η Ρεμπέκα. «Μ ιλάμε για πολλά λεφτά. Αυτό σημαίνει ότι έγιναν μεγάλες επενδύσεις στην εμπορική εταιρεία». «Δεν βλέπω πώς αυτό μπορεί να είναι λάθος» έκανε αποδοκιμαστικά η Μ άγια. Η Ρεμπέκα κοίταξε και τις δύο αδερφές με πολύ ψυχρό βλέμμα. «Η ενορία της Πηγής της Δύναμης κάνει δήλωση στην εφορία ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός προκειμένου να απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος και τον ΦΠΑ. Αυτό είναι υπέροχο για την ενορία μια που βγάζει, πιθανότατα, έναν σωρό χρήματα. Μ όνο το κέρδος από τις πωλήσεις των εντύπων και των βιντεοταινιών πρέπει να είναι τεράστιο. Μ εταφραστικά έξοδα δεν έχει διότι οι πιστοί μεταφράζουν δωρεάν ως προσφορά στον Θεό. Ούτε συγγραφικά δικαιώματα πληρώνονται, εν πάση περιπτώσει όχι στον Βίκτορ. Δηλαδή, όλο το κέρδος πρέπει να πηγαίνει στην ενορία». Η Ρεμπέκα έκανε μια μικρή παύση. Η Μ άγια την κοίταζε δίχως να παίρνει το βλέμμα από πάνω της. Το πρόσωπό της ήταν σαν μια σκληρή μάσκα. Η Μ αγκνταλένα κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Σ’ ένα δέντρο, ακριβώς έξω από το παράθυρο, μια παπαδίτσα ράμφιζε επίμονα ένα κομματάκι από τον φλοιό. Η Ρεμπέκα συνέχισε: «Το θέμα είναι πως, από τη στιγμή που η ενορία απαλλάσσεται από τους φόρους, δεν της επιτρέπεται να αφαιρεί τα έξοδά της.


248

ASA LARSSON

Και ούτε μπορεί να έχει επιστροφή ΦΠΑ. Τι μπορεί να κάνει λοιπόν κανείς; Μ ια έξυπνη λύση είναι να ιδρύσει μια εταιρεία, τοποθετώντας εκεί δαπάνες και έξοδα που δικαιολογούν επιστροφή ΦΠΑ. Όταν λοιπόν η ενορία αποφασίζει πως τη συμφέρει να τυπώνει τα βιβλία και τα έντυπά της και να αντιγράφει βιντεοταινίες, ξεκινάει μια εμπορική εταιρεία. Οι σύζυγοι των παστόρων εμφανίζονται ως ιδιοκτήτριες, πάντα τυπικά. Η εμπορική εταιρεία αγοράζει τον εξοπλισμό που χρειάζεται για τις δραστηριότητές της. Και ο εξοπλισμός αυτός κοστίζει πολλά χρήματα. Το είκοσι τοις εκατό των δαπανών επιστρέφονται από το κράτος. Έτσι, μπαίνει πολύ χρήμα στις τσέπες των οικογενειών των παστόρων. Η εμπορική εταιρεία πουλάει υπηρεσίες, αναλαμβάνει εκτυπώσεις και άλλα για λογαριασμό της ενορίας σε πολύ χαμηλές τιμές και έτσι παρουσιάζει έλλειμμα. Αυτό είναι καλό, γιατί έτσι δεν υπάρχει φορολογήσιμο κέρδος. Υπάρχει κάτι ακόμα που είναι καλό. Εσείς οι μέτοχοι μπορείτε να αφαιρέσετε έως και εκατό χιλιάδες κορόνες για απώλεια εισοδήματος τα πρώτα πέντε χρόνια. Είδα ότι εσύ Μ άγια έκανες μηδενική δήλωση και φέτος και πέρσι. Η γυναίκα του Βέσα Λάρσον και του Γκούναρ Ίσακσον δήλωσαν ελάχιστα φορολογήσιμα εισοδήματα. Πιστεύω πως εκμεταλλευτήκατε τις απώλειες της εμπορικής εταιρείας για να αποκρύψετε τους μισθούς σας και να μην πληρώσετε καθόλου φόρο». «Φυσικά» είπε η Μ άγια ενοχλημένη. «Όλα αυτά είναι τελείως νόμιμα και δεν καταλαβαίνω τι θέλεις, Ρεμπέκα. Θα έπρεπε να ξέρεις ότι ο φορολογικός προγραμματισμός–» «Μ η με διακόπτεις» την έκοψε η Ρεμπέκα. «Πιστεύω πως η εμπορική εταιρεία πρόσφερε πάμφθηνες υπηρεσίες στην ενορία ώστε να δημιουργηθεί οικονομική ζημιά. Επίσης, αναρωτιέμαι από πού προήλθαν τα χρήματα για τις επενδύσεις στην εμπορική εταιρεία. Από όσο γνωρίζω καμία από εσάς τους μετόχους δεν έχει περιουσία. Ίσως να πήρατε κάποιο μεγάλο δάνειο από την τράπεζα, αν και δεν το πιστεύω. Δεν είδα κανένα έλλειμμα στο κεφάλαιο από τα έσοδα. Έχω την εντύπωση πως τα χρήματα για την αγορά τυπογραφικών μηχανημάτων και άλλων υλικών


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

249

προέρχονται από την ενορία, αλλά δεν δηλώθηκαν. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν μιλάμε για φορολογικό προγραμματισμό. Μ ιλάμε για φοροδιαφυγή. Αν η εφορία και ο εισαγγελέας για τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος αρχίσουν να σκαλίζουν την υπόθεση, να τι θα μπορούσε να συμβεί: αν εσείς οι μέτοχοι δεν μπορείτε να αποδείξετε από πού προέρχονται τα επενδυτικά κεφάλαια, θα πληρώσετε τους φόρους για εμπορικές δραστηριότητες της εταιρείας. Η ενορία πλήρωσε μια προκαταβολή που θα έπρεπε να έχει δηλωθεί ως έσοδο». Η Ρεμπέκα έσκυψε μπροστά και κάρφωσε το βλέμμα της στη Μ άγια Σέντερμπεργ. «Καταλαβαίνεις, Μ άγια;» είπε. «Σχεδόν τα μισά από αυτά που σας έδωσε η ενορία θα αποδοθούν ως φόρος. Έπειτα προστίθενται κοινωνικές και ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές κυρώσεις. Θα αναγκαστείς να κηρύξεις προσωπική πτώχευση και θα σε κυνηγάει ο δικαστικός κλητήρας μια ζωή. Επιπλέον θα καταλήξεις στη φυλακή για αρκετό καιρό. Η κοινωνία τιμωρεί αυστηρά το οικονομικό έγκλημα. Και αν πίσω από όλα αυτά είναι οι πάστορες, κάτι που πιστεύω ακράδαντα, τότε ο Τούμας είναι ένοχος για απάτη και απιστία, και ένας Θεός ξέρει τι άλλο ακόμα. Διότι εξαπάτησε την ενορία και μετέφερε χρήματα στην εμπορική εταιρεία της συζύγου του. Αν καταλήξει και αυτός στη φυλακή, ποιος θα φροντίζει τα παιδιά; Θα σας επισκέπτονται στη στενή. Σ’ έναν άθλιο χώρο επισκέψεων μερικές ώρες κάθε Σαββατοκύριακο. Κι όταν βγείτε, τι δουλειά θα κάνετε άραγε;» Η Μ άγια κοίταξε τη Ρεμπέκα. «Τι ζητάς από μένα; Έρχεσαι εδώ, στο σπίτι μου, με τις υποψίες σου και τις απειλές σου. Μ ε απειλείς. Εμένα και όλη μας την οικογένεια. Τα παιδιά μου». Σώπασε και έφερε το χέρι της στο στόμα. «Αν θέλεις να εκδικηθείς, Ρεμπέκα, εκδικήσου εμένα» είπε η Μ αγκνταλένα. «Σταματήστε, που να σας πάρει ο διάβολος!» φώναξε η Ρεμπέκα και είδε τις αδερφές να τινάζονται από τη θέση τους στο άκουσμα της βρισιάς.


250

ASA LARSSON

Αυτό της άνοιξε την όρεξη να ξαναβρίσει. «Και βέβαια θέλω εκδίκηση, γαμώτο μου» συνέχισε «αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που βρίσκομαι εδώ». Η Ρεμπέκα είναι μόνη στο σπίτι όταν ακούγεται το κουδούνι. Έξω στέκεται ο Τούμας Σέντερμπεργ. Έχει μαζί του τη Μάγια και τη Μαγκνταλένα. Τώρα καταλαβαίνει η Ρεμπέκα γιατί η Σάνα βιαζόταν τόσο πολύ να φύγει από το σπίτι. Και γιατί επέμενε να μείνει η Ρεμπέκα στο σπίτι και να μελετήσει. Η Σάνα ήξερε ότι θα έρθουν. Εκ των υστέρων, η Ρεμπέκα σκέφτηκε ότι δεν έπρεπε να τους έχει ανοίξει. Ότι έπρεπε να τους έχει κλείσει την πόρτα στα καλοπροαίρετα μούτρα τους. Ξέρει πολύ καλά γιατί ήρθαν. Το βλέπει στα πρόσωπά τους. Στο ανήσυχο και σοβαρό βλέμμα του Τούμας. Στης Μάγιας τα σφιγμένα χείλη. Και στη Μαγκνταλένα, που δεν τολμάει να την κοιτάξει κατάματα. Δεν θέλουν να τους τρατάρει κάτι. Αλλά μετά ο Τούμας αλλάζει γνώμη και ζητάει ένα ποτήρι νερό. Στη συζήτηση που ακολουθεί κάνει παύσεις και πίνει από το ποτήρι. Όταν κάθονται στο καθιστικό ο Τούμας αναλαμβάνει τα ηνία. Παρακαλεί τη Ρεμπέκα να καθίσει στην ψάθινη καρέκλα και κατευθύνει τη σύζυγο και την κουνιάδα του στις άκρες του γωνιακού καναπέ. Ο ίδιος κάθεται στο κέντρο του καναπέ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να έχει οπτική επαφή και με τις τρεις ταυτόχρονα. Η Ρεμπέκα είναι αναγκασμένη να στρέφει συνεχώς το κεφάλι για να βλέπει τη Μάγια και τη Μαγκνταλένα. Ο Τούμας Σέντερμπεργ μπαίνει απευθείας στο ψητό. «Η Μαγκνταλένα μου είπε ότι σε συνάντησε στο νοσοκομείο» λέει στη Ρεμπέκα κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Μου είπε επίσης για ποιον λόγο ήσουν εκεί. Ήρθαμε εδώ για να σε πείσουμε να μην το κάνεις». Η Ρεμπέκα δεν απαντάει και εκείνος συνεχίζει. «Ξέρω πως μπορεί να είναι δύσκολο για σένα, αλλά σκέψου το παιδί. Μέσα σου κουβαλάς μια ζωή, Ρεμπέκα. Δεν έχεις το δικαίωμα να τη σβήσεις. Η Μάγια κι εγώ μιλήσαμε γι’ αυτό και με συγχώρεσε».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

251

Σταματάει για λίγο και ρίχνει ένα βλέμμα όλο αγάπη και ευγνωμοσύνη στη Μάγια. «Θέλουμε να αναλάβουμε τη φροντίδα του παιδιού» της λέει. «Να το υιοθετήσουμε. Κατάλαβες, Ρεμπέκα; Θα έχει την ίδια θέση στην οικογένειά μας, όπως η Ράκελ και η Άννα. Ένας μικρός αδερφός». Η Μάγια του ρίχνει μια βιαστική ματιά. «Αν φυσικά γεννηθεί αγόρι» συμπληρώνει εκείνος. Έπειτα από λίγο ρωτάει. «Τι απαντάς, λοιπόν, Ρεμπέκα;» H Ρεμπέκα σηκώνει το βλέμμα της από το τραπέζι και κοιτάζει κατάματα τη Μαγκνταλένα. «Τι να απαντήσω…» λέει κουνώντας αργά το κεφάλι της. «Το ξέρω» λέει η Μαγκνταλένα. «Διάβασα τη γνωμάτευση του γιατρού, παρόλο που ήταν απόρρητη. Μπορείς φυσικά να με καταγγείλεις στο Πειθαρχικό Συμβούλιο». «Καμιά φορά πρέπει να επιλέγει κανείς ανάμεσα στον νόμο του Καίσαρα και στον νόμο του Θεού» λέει ο Τούμας. «Είπα στη Μαγκνταλένα ότι θα δείξεις κατανόηση. Έτσι δεν είναι, Ρεμπέκα; Ή σκέφτεσαι να την καταγγείλεις;» Η Ρεμπέκα κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. Η Μαγκνταλένα δείχνει ανακουφισμένη. Χαμογελάει σχεδόν. Η Μάγια δεν χαμογελάει. Τα μάτια της έχουν μαύρους κύκλους. Κοιτάζει επίμονα τη Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα νιώθει άσχημα, της έρχεται εμετός. Θα έπρεπε να έχει φάει κάτι, αυτό θα τη βοηθούσε κάπως. Θ’ αναλάβει αυτή το δικό μου παιδί; σκέφτεται η Ρεμπέκα. «Τι λες, λοιπόν, Ρεμπέκα;» επιμένει ο Τούμας. «Μπορώ να φύγω αποδώ έχοντας πάρει την υπόσχεση πως θ’ ακυρώσεις το ραντεβού στο νοσοκομείο;» Δεν μπορεί να συγκρατήσει τον εμετό. Ξεχύνεται ξαφνικά μέσα από το κορμί της. Η Ρεμπέκα χτυπάει το γόνατό της στο τραπέζι όταν σηκώνεται απότομα από την ψάθινη καρέκλα και τρέχει στην τουαλέτα. Το περιεχόμενο του στομαχιού βγαίνει με τέτοια ορμή που την πονάει. Όταν τους ακούει να σηκώνονται από το καθιστικό κλείνει την πόρτα της τουαλέτας και την κλειδώνει.


252

ASA LARSSON

Την επόμενη στιγμή είναι και οι τρεις έξω από την πόρτα της τουαλέτας. Τη ρωτούν πώς αισθάνεται και την παρακαλούν να τους ανοίξει. Τα αυτιά της είναι βουλωμένα. Το πόδια της τρέμουν και κάθεται στο καπάκι της τουαλέτας. Στην αρχή οι φωνές ακούγονται ταραγμένες, την παρακαλούν να βγει. Ακόμα και η Μάγια στέκεται μπροστά στην πόρτα της τουαλέτας και της λέει: «Σ’ έχω συγχωρήσει, Ρεμπέκα. Θέλουμε απλώς να σε βοηθήσουμε». Η Ρεμπέκα δεν απαντάει. Απλώνει το χέρι και ανοίγει τις βρύσες στο φουλ. Το νερό πέφτει με γδούπο στην μπανιέρα, οι σωλήνες χτυπούν και το πανδαιμόνιο καλύπτει τις φωνές τους. Ο Τούμας εκνευρίζεται αρχικά. Έπειτα εξοργίζεται. «Άνοιξε!» ουρλιάζει και κοπανάει την πόρτα. «Δικό μου παιδί είναι, Ρεμπέκα. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα, ακούς τι σου λέω; Δεν θα σου επιτρέψω να σκοτώσεις το παιδί μου. Άνοιξε, αλλιώς θα σπάσω την πόρτα». Ακούει απέξω τις προσπάθειες που κάνουν η Μάγια και η Μαγκνταλένα για να τον ηρεμήσουν. Τον τραβούν μακριά από την πόρτα. Στο τέλος ακούει την εξώπορτα να κλείνει και τα βήματά τους να χάνονται στη σκάλα. Η Ρεμπέκα βυθίζεται στην μπανιέρα και κλείνει τα μάτια. Πολύ αργότερα ακούγεται ξανά η εξώπορτα. Είναι η Σάνα που επιστρέφει. Το νερό της μπανιέρας έχει κρυώσει από ώρα. Η Ρεμπέκα σηκώνεται και πάει στην κουζίνα. «Το ήξερες» λέει στη Σάνα. Η Σάνα την κοιτάζει γεμάτη ενοχές. «Μπορείς να με συγχωρέσεις;» λέει. «Το έκανα επειδή σε αγαπώ, μπορείς να το καταλάβεις;» «Και γιατί ήρθες τότε;» ρώτησε η Μ άγια. «Θέλω να μάθω γιατί πέθανε ο Βίκτορ» είπε η Ρεμπέκα με σκληρή φωνή. «Η Σάνα θεωρήθηκε ύποπτη, τη συνέλαβαν και κανείς δεν φαίνεται να δίνει δεκάρα γι’ αυτό. Οι ενορίτες χορεύουν και τραγουδούν ύμνους στις συγκεντρώσεις τους και αρνούνται να συνεργαστούν με την αστυνομία».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

253

«Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτά που λες» ξέσπασε η Μ άγια. «Έχεις την εντύπωση ότι τον σκότωσα εγώ; Ή ο Τούμας; Ότι του κόψαμε τα χέρια και του βγάλαμε τα μάτια; Τρελάθηκες;» «Τι να ξέρω εγώ;» απάντησε η Ρεμπέκα. «Ήταν στο σπίτι ο Τούμας τη βραδιά που δολοφονήθηκε ο Βίκτορ;» «Σταμάτα πια» έκανε η Μ αγκνταλένα. «Κάτι συνέβαινε με τον Βίκτορ τον τελευταίο καιρό» είπε η Ρεμπέκα. «Φαίνεται πως είχε μαλώσει με τη Σάνα. Ο Πάτρικ Μ άτσον είχε θυμώσει μαζί του. Θέλω να ξέρω γιατί. Είχε σχέση με κάποιον στην ενορία; Κάποιον άντρα; Αυτό έγινε κι έπεσε τέτοια βουβαμάρα στον οίκο του Θεού;» H M άγια Σέντερμπεργ σηκώθηκε. «Δεν ακούς τι σου λέω;» ούρλιαξε. «Δεν έχω ιδέα! Ο Τούμας ήταν ο πνευματικός μέντορας του Βίκτορ. Και ο Τούμας δεν θα αποκάλυπτε ποτέ κάτι που του εξομολογήθηκε κάποιος. Ούτε σε μένα ούτε στην αστυνομία». «Ναι, αλλά τώρα όμως ο Βίκτορ είναι νεκρός!» αντιγύρισε θυμωμένα η Ρεμπέκα. «Χέστηκε αν ο Τούμας παραβιάσει την υποχρέωσή του ως πνευματικός. Έχω την εντύπωση ότι όλοι εσείς ξέρετε πολύ περισσότερα απ’ όσα λέτε. Και είμαι διατεθειμένη να πάω στην αστυνομία και να τους αποκαλύψω όσα εγώ ξέρω, οπότε θα δούμε τι καινούργιο θα προκύψει από μια προανάκριση». Η Μ άγια την κοίταξε στα μάτια. «Έχεις τρελαθεί τελείως» ξεφώνισε. «Γιατί με μισείς; Μ ήπως πίστευες ότι θα εγκατέλειπε εμένα και τα παιδιά για το χατίρι σου; Αυτός είναι ο λόγος;» «Δεν σε μισώ» απάντησε κουρασμένα η Ρεμπέκα και σηκώθηκε από τη θέση της. «Απλώς σε λυπάμαι. Σιγά μην πίστεψα ότι θα σε εγκατέλειπε. Ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι ήμουν η μόνη, και ήταν πραγματική ατυχία που το έμαθες. Μ όνο για μένα έμαθες, ή ξέρεις και γι’ άλλες…» Η Μ άγια τραντάχτηκε σαν να τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Σήκωσε αμέσως το δάχτυλό της και το έστρεψε στη Ρεμπέκα. «Είσαι μια…» έκανε έξαλλη. «Είσαι μια παιδοκτόνος! Έξω αποδώ!»


254

ASA LARSSON

Η Μ αγκνταλένα ακολούθησε τη Ρεμπέκα μέχρι την πόρτα. «Μ ην το κάνεις, Ρεμπέκα» την παρακάλεσε. «Μ ην πας στην αστυνομία και δημιουργήσεις πρόβλημα. Ποιο το νόημα; Σκέψου τα παιδιά». «Τότε, βοήθησέ με» την έκοψε απότομα η Ρεμπέκα. «Η Σάνα κινδυνεύει να πάει φυλακή και κανένας μαλάκας δεν βγάζει άχνα. Και εσύ θέλεις να φερθώ καλά». Η Μ αγκνταλένα έσπρωξε ελαφρά τη Ρεμπέκα μέχρι το κλιμακοστάσιο. Μ όλις βγήκαν έκλεισε πίσω τους την πόρτα. «Έχεις δίκιο» είπε ψιθυριστά. «Κάτι συνέβαινε με τον Βίκτορ τον τελευταίο καιρό. Είχε αλλάξει. Είχε γίνει επιθετικός». «Τι εννοείς;» ρώτησε η Ρεμπέκα και πάτησε τον φωτεινό κόκκινο διακόπτη στον τοίχο για ν’ ανάψει τον φωτισμό. «Να, ξέρεις, ήταν κυρίως ο τρόπος που προσευχόταν και που απευθυνόταν στους ενορίτες. Δυσκολεύομαι να βγάλω κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Έδειχνε ανήσυχος. Προσευχόταν συχνά τις νύχτες στην εκκλησία και δεν ήθελε παρέα. Δεν φερόταν έτσι πριν. Άφηνε κι άλλους να τον συντροφεύουν στην προσευχή. Νήστευε και έκανε αυτά που συνήθιζε. Μ ου έδωσε την εντύπωση ενός πολύ ταλαιπωρημένου ανθρώπου». Αυτό είναι αλήθεια, είπε μέσα της η Ρεμπέκα, καθώς επανέφερε στο μυαλό της το πώς έδειχνε ο Βίκτορ στις βιντεοταινίες. Κουρασμένα μάτια. Κατάκοπος. «Και γιατί νήστευε;» ρώτησε. Η Μ αγκνταλένα σήκωσε τους ώμους. «Πού να ξέρω» είπε. «Κάποιοι δαίμονες μπορούν να εκδιωχθούν από μέσα σου μόνο με νηστεία και προσευχή, λένε οι Γραφές. Αναρωτιέμαι όμως αν ξέρει πραγματικά κανείς τι ήταν αυτό που τον προβλημάτιζε. Ο Τούμας δεν νομίζω να ξέρει, δεν τα πήγαιναν και τόσο καλά τελευταία». «Μ πα; Τι συνέβαινε μ’ αυτούς;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Τίποτα πάντως που θα έκανε τον Τούμας να θέλει να σκοτώσει τον Βίκτορ» είπε η Μ αγκνταλένα. «Μ ια που μιλάμε σοβαρά τώρα, Ρεμπέκα, δεν πιστεύεις βέβαια κάτι τέτοιο; Φαινόταν ότι ο Βίκτορ είχε απομακρυνθεί απ’ όλους. Και από τον Τούμας. Το μόνο που θέλω να σου πω είναι ν’ αφήσεις ήσυχη


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

255

αυτήν την οικογένεια. Ούτε ο Τούμας ούτε η Μ άγια έχουν κάτι να πουν». «Και ποιος έχει κάτι να μου πει;» ρώτησε η Ρεμπέκα. Η Μ αγκνταλένα δεν μίλησε και η Ρεμπέκα συνέχισε: «Μ ήπως ο Βέσα Λάρσον;» Όταν η Ρεμπέκα βγήκε έξω στον δρόμο, πρόλαβε να κάνει τη σκέψη πως έπρεπε να βγάλει τη Σαπ από το αυτοκίνητο για να κάνει την ανάγκη της, πριν να θυμηθεί πως η Σαπ είχε εξαφανιστεί. Σκέψου να της έχει συμβεί κάτι κακό. Είδε με τη φαντασία της το παγωμένο κουφάρι της Σαπ πεταμένο στα χιόνια. Κάργιες ή κοράκια τής είχαν φάει τα μάτια και μια αλεπού είχε προτιμήσει τα νοστιμότερα μέρη των σπλάχνων της. Πρέπει να το πω στη Σάνα, σκέφτηκε και ξαφνικά ένιωσε την καρδιά της να βαραίνει στο στέρνο. Την προσπέρασε ένα ζευγάρι με παιδικό καροτσάκι. Η κοπέλα ήταν νέα. Ίσως να μην είχε κλείσει καν τα είκοσι. Η Ρεμπέκα παρατήρησε ότι το κορίτσι κοίταζε με ζήλια τις μπότες της. Πέρασε μπροστά από το παλιό Παλάντιουμ. Υπήρχαν ακόμη εκεί γλυπτά από πάγο και χιόνι, που είχαν ξεμείνει από το φεστιβάλ χιονιού που γινόταν στα τέλη Ιανουαρίου. Τρεις αγριόγαλοι από μπετόν, μισό μέτρο ύψος, έκλειναν την κυκλοφορία στην οδό Γκεολογκάταν. Στα κεφάλια τους είχαν σχηματιστεί μικροί σκούφοι από χιόνι. Ένιωσε άβολα στην ιδέα να μπει στο άδειο αυτοκίνητο. Αντιλήφθηκε ότι είχε ήδη συνηθίσει στα παιδιά και στο σκυλί. Κόφ’ το πια, μάλωσε τον εαυτό της. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ήδη δωδεκάμισι. Σε δυο ώρες θα πήγαινε να πάρει τη Σάρα και τη Λούβα. Τους είχε υποσχεθεί να τις πάει στο κολυμβητήριο το απόγευμα. Έπρεπε κάτι να φάει όμως. Το πρωί είχε δώσει στα κορίτσια κακάο και τους είχε φτιάξει σάντουιτς, αλλά η ίδια όμως είχε βάλει στο στόμα της μόνο δυο καφέδες. Ήθελε να προλάβει και τον Βέσα Λάρσον. Εκτός αυτού έπρεπε να δουλέψει και λίγο. Ένιωσε έναν πόνο στο στομάχι όταν θυμήθηκε ότι ακόμη δεν είχε γράψει το υπόμνημα για το καταστατικό ιδιωτικής ΑΕ. Έτρεξε μέσα στο κιόσκι


256

ASA LARSSON

Μ αύρος Αρκούδος και αγόρασε μια σοκολάτα γκοφρέτα, μια μπανάνα και μια κόκα κόλα. Το πρωτοσέλιδο μιας απογευματινής εφημερίδας κραύγαζε ότι «Ο Βίκτορ Στράντγκορντ δολοφονήθηκε από σατανιστές». Πάνω από τα μεγάλα γράμματα του τίτλου η εφημερίδα πληροφορούσε με πολύ μικρά και δυσανάγνωστα στοιχεία: «Ανώνυμος ενορίτης υποστηρίζει ότι...». «Ω, τι παγωμένο χέρι» είπε η γυναίκα που πήρε τα χρήματα. Μ ε τη ζεστή και στεγνή παλάμη της έπιασε τα δάχτυλα της Ρεμπέκα και της έσφιξε λίγο το χέρι για κάνα δευτερόλεπτο. Η Ρεμπέκα της χαμογέλασε έκπληκτη. Έχω ξεσυνηθίσει, σκέφτηκε. Να πιάνω κουβεντούλα με αγνώστους. Το αυτοκίνητο είχε προλάβει να παγώσει. Καθάρισε την μπανάνα και την κατάπιε με μεγάλες μπουκιές. Ένιωσε τα δάχτυλά της ακόμα πιο κρύα. Σκέφτηκε τη γυναίκα στον Μ αύρο Αρκούδο. Ήταν γύρω στα εξήντα. Δυνατά χέρια, μεγάλο στήθος, τυλιγμένη σε μια ροζ μοχέρ ζακέτα. Τα κοντοκομμένα μαλλιά της με τη σπιτίσια περμανάντ ήταν της μόδας τη δεκαετία του ογδόντα. Τα μάτια της ήταν καλοσυνάτα. Έπειτα σκέφτηκε τη Σάρα και τη Λούβα. Το πόση ζέστη απέπνεαν όταν κοιμόνταν. Και τη Σαπ. Τη Σαπ με το βελούδινο βλέμμα και το μαλλιαρό μαύρο τρίχωμα. Κατακλύστηκε ξαφνικά από μια ξαφνική θλίψη. Έστρεψε τα μάτια της προς την οροφή του αυτοκινήτου και σκούπισε τα δάκρυα από τα βλέφαρά της με τον δείκτη για να μην τρέξει η μάσκαρα κάτω από τα μάτια. Σταμάτα πια, μάλωσε τον εαυτό της και γύρισε το κλειδί στη μίζα. Η Σαπ είναι μέσα στα σκοτάδια. Μ ετά ανοίγει η πόρτα από πάνω της και το φως ενός φακού σχεδόν την τυφλώνει. Η καρδιά της σφίγγεται από τον φόβο, αλλά δεν προσπαθεί να αντισταθεί όταν δύο γερά χέρια την αρπάζουν και τη σηκώνουν ψηλά. Η δίψα την έχει κάνει παθητική και υπάκουη. Στρέφει ωστόσο τον λαιμό της προς τον άντρα που τη σηκώνει και τη βγάζει από το πορτμπαγκάζ. Του δείχνει όσο περισσότερη υποταγή μπορεί και της επιτρέπει η ασημί κολλητική ταινία που σφίγγει τη μουσούδα και τα ποδαράκια της. Άδικα όμως εκθέτει το λαρύγγι της και


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

257

πιέζει την ουρά ανάμεσα στα σκέλια της. Διότι δεν υπάρχει πλέον κανένα έλεος για κείνη.


258

Η

ASA LARSSON

νεόκτιστη βίλα του πάστορα Βέσα Λάρσον, λειτουργικού ρυθμού, βρισκόταν πίσω από την Ανώτερη Σχολή Δεύτερης Ευκαιρίας. Η Ρεμπέκα πάρκαρε στον δρόμο και έριξε μια ματιά στο επιβλητικό κτίριο. Τα λευκά γεωμετρικά μπλοκ που το απάρτιζαν ταίριαζαν απόλυτα με το λευκό τοπίο τριγύρω. Έτσι και έπεφτε χιόνι θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει χωρίς καν να το προσέξει, αν δεν υπήρχαν τα συνδετικά του τμήματα, που έλαμπαν υπέροχα με το καθαρό κόκκινο, κίτρινο και γαλάζιο χρώμα τους. Ήταν φανερό πως ο αρχιτέκτονας που το σχεδίασε είχε στον νου του τις χιονισμένες οροσειρές και τα χρώματα της φορεσιάς των Λαπώνων, ή των Σάαμι όπως αυτοαποκαλούνται. Την πόρτα άνοιξε η γυναίκα του Βέσα Λάρσον, η Άστριντ. Την ακολουθούσε ένα μικρό τσοπανόσκυλο Σέτλαντ, που άρχισε να γαβγίζει τη Ρεμπέκα σαν τρελό. Τα μάτια της Άστριντ στένεψαν όταν κατάλαβε ποιος είχε χτυπήσει την πόρτα και το στόμα της έπεσε σε έναν μορφασμό αποστροφής. «Τι ζητάς εσύ;» τη ρώτησε. Είχε πάρει σίγουρα δεκαπέντε κιλά από την τελευταία φορά που είχαν συναντηθεί. Τα μαλλιά της ήταν πρόχειρα πιασμένα σε αλογοουρά με ένα λάστιχο. Φορούσε παντελόνι αθλητικής φόρμας και ένα ξεπλυμένο φούτερ. Η Άστριντ είχε προλάβει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο να καταγράψει το μακρύ καμηλό παλτό της Ρεμπέκα, το μαλακό σάλι Μ αξ Μ άρα και το καινούργιο Άουντι που ήταν παρκαρισμένο στον δρόμο. Μ ια υποψία αβεβαιότητας πέρασε από το βλέμμα της.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

259

Καλά το είχα καταλάβει, σκέφτηκε χαιρέκακα η Ρεμπέκα, ότι με τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους θα έχανε τον έλεγχο. Εκείνη την εποχή η Άστριντ ήταν παχουλή αλλά νόστιμη. Σαν τα παχουλά αγγελάκια των σελιδοδεικτών που είναι αραγμένα στα σύννεφα. Και ο Βέσα Λάρσον ήταν ο ανύπαντρος πάστορας, που τον διεκδικούσαν τα ομορφότερα κορίτσια της Εκκλησίας της Πεντηκοστής. Μ ε ανακουφίζει αφάνταστα το γεγονός που δεν είμαι υποχρεωμένη να τους αγαπώ όλους, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Άλλωστε τούτη εδώ ποτέ δεν τη συμπάθησα πραγματικά. «Ήρθα να μιλήσω στον Βέσα» είπε η Ρεμπέκα και μπήκε μέσα πριν προλάβει να αντιδράσει η Άστριντ. Το σκυλί δείλιασε και οπισθοχώρησε, αλλά τώρα γάβγιζε τόσο δυνατά, που βράχνιασε από την προσπάθεια. Ακουγόταν σαν να το είχε πιάσει παροξυσμός ξερόβηχα. Δεν υπήρχε χολ ούτε κανένας άλλος προθάλαμος. Όλος ο κάτω όροφος ήταν ενιαίος και η Ρεμπέκα, από τη θέση της στο άνοιγμα της πόρτας, μπορούσε να δει την κουζίνα, την τραπεζαρία, το καθιστικό μπροστά στο μεγάλο τζάκι και τις επιβλητικές τζαμαρίες με την πανοραμική θέα προς το χιονισμένο τοπίο. Μ ε καθαρό καιρό, με το μάτι θα μπορούσε να δει κανείς τόσο τη Βιτάνγκιβαρα και τη Λουόσαβαρα όσο και την Κρυστάλλινη Εκκλησία στον λόφο Σάντστεν. «Είναι μέσα;» ρώτησε η Ρεμπέκα, που προσπαθούσε να ακούγεται περισσότερο από τον σκύλο δίχως να φωνάζει. Η Άστριντ απάντησε με στυφό ύφος. «Ναι, μέσα είναι. Πάψε πια!» Το τελευταίο το είπε στον σκύλο, που γάβγιζε θυμωμένα. Έψαξε στην τσέπη της κι έβγαλε κάτι καφετιές κροκέτες για σκύλους και τις πέταξε στο πάτωμα. Το σκυλί σώπασε και όρμησε να φάει. Η Ρεμπέκα κρέμασε το παλτό της σε έναν γάντζο και έχωσε τα γάντια και τον σκούφο της στις τσέπες. Όταν θα ερχόταν η ώρα να τα ξαναφορέσει θα ήταν σίγουρα μουσκεμένα από το λιωμένο χιόνι, αλλά δεν γινόταν διαφορετικά. Η Άστριντ άνοιξε το στόμα της σαν να ’θελε να διαμαρτυρηθεί, αλλά το έκλεισε πάλι.


260

ASA LARSSON

«Δεν ξέρω αν μπορεί να σε δεχτεί» είπε με ξινισμένο ύφος. «Έχει γρίπη». «Κι εγώ δεν φεύγω αν δεν του μιλήσω» είπε η Ρεμπέκα με απαλή φωνή. «Είναι σημαντικό». Το σκυλί, που είχε φάει όλες τις κροκέτες, επέστρεψε στην αφεντικίνα του, ανασηκώθηκε στα δυο του πόδια και άρχισε να τρίβεται πάνω της, ενώ άρχισε πάλι να γαβγίζει θυμωμένα. «Σταμάτα πια, Μ παλού» διαμαρτυρήθηκε τρυφερά η Άστριντ. «Δεν είμαι σκυλίτσα». Προσπάθησε να διώξει το σκυλί, αλλά αυτό είχε γαντζωθεί στο πόδι της με τα μπροστινά του πόδια. Τι τύραννος, Θεέ μου, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. «Εννοώ αυτό που λέω» είπε η Ρεμπέκα. «Θα κοιμηθώ εδώ στον καναπέ. Θα αναγκαστείς να τηλεφωνήσεις στην αστυνομία για να με πάρουν από εδώ». Η Άστριντ παραιτήθηκε. Ο συνδυασμός Ρεμπέκα και σκύλου ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. «Είναι στο ατελιέ» της είπε. «Ανέβα τη σκάλα, πρώτη πόρτα αριστερά». Η Ρεμπέκα ανέβηκε τη σκάλα με πέντε δρασκελιές. «Χτύπα πρώτα την πόρτα» φώναξε η Άστριντ πίσω της. Ο Βέσα Λάρσον καθόταν σ’ ένα σκαμπό ντυμένο με γούνα μπροστά στο μεγάλο λευκό τζάκι του δωματίου. Σε ένα από τα πλακάκια του τζακιού ήταν γραμμένο με καλλιγραφικά πράσινα γράμματα «Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου». Ωραίο ήταν. Προφανώς το είχε γράψει ο ίδιος ο Βέσα Λάρσον. Δεν ήταν ντυμένος για να δεχτεί κόσμο. Πάνω από κάτι φανελένιες πιτζάμες φορούσε μια χοντρή πετσετέ ρόμπα. Τα μάτια του κοίταξαν κουρασμένα τη Ρεμπέκα μέσα από δυο γκρίζες κόγχες πάνω από τα αξύριστα μάγουλα. Άρρωστος είναι σίγουρα, σκέφτηκε η Ρεμπέκα, αλλά όχι από γρίπη. «Ώστε ήρθες να με απειλήσεις» της είπε. «Σήκω και πήγαινε από εκεί που ήρθες, Ρεμπέκα. Άσ’ τα αυτά που ξέρεις». Μ άλιστα, ήταν η πρώτη σκέψη της Ρεμπέκα. Δεν άργησαν να


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

261

τον πάρουν τηλέφωνο για να τον προειδοποιήσουν. «Ωραίο ατελιέ» του είπε αντί άλλης απάντησης. «Χμ» έκανε εκείνος. «Ο αρχιτέκτονας κόντεψε να πάθει αποπληξία, όταν του είπα ότι ήθελα απλό ξύλινο δάπεδο εδώ μέσα. Είπε πως το πάτωμα θα καταστραφεί αμέσως από τα χρώματα, το μελάνι και απ’ ό,τι άλλο πέσει επάνω. Αυτή ήταν κι εμένα η ιδέα μου. Να αποκτήσει το πάτωμα την πατίνα της δημιουργικότητας». Η Ρεμπέκα κοίταξε γύρω της. Το ατελιέ ήταν μεγάλο. Παρά τον μουντό καιρό, το φως της μέρας έρεε άφθονο μέσα από τα μεγάλα παράθυρα. Επικρατούσε τάξη και νοικοκυροσύνη. Πάνω σε ένα καβαλέτο μπροστά στο πανοραμικό παράθυρο υπήρχε ένας σκεπασμένος καμβάς. Στο πάτωμα δεν υπήρχε ούτε ένας λεκές, από όσο μπορούσε να δει. Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά όταν ο Βέσα δούλευε στο υπόγειο της εκκλησίας. Τότε υπήρχαν σκίτσα σκορπισμένα σε όλο το πάτωμα και δεν τολμούσες να κινηθείς μήπως και αναποδογυρίσεις τα δοχεία με το νέφτι και τα πινέλα. Η μυρωδιά από το νέφτι προκαλούσε ελαφρύ πονοκέφαλο έπειτα από λίγο. Εδώ υπήρχε τώρα μια ανάλαφρη μυρωδιά καπνού από το τζάκι. Ο Βέσα Λάρσον παρατήρησε το εξεταστικό της βλέμμα και χαμογέλασε στραβά. «Ξέρω» της είπε. «Όταν τελικά αποκτά κανείς το ατελιέ που όλοι ονειρεύονται, τότε…» Ολοκλήρωσε τη φράση του μ’ ένα σήκωμα των ώμων. «Ο πατέρας έκανε ελαιογραφίες, που λες» συνέχισε. Το Βόρειο Σέλας, την κοιλάδα Πύλη της Λαπωνίας, το εξοχικό στο Μ έρασγερβι. Ποτέ δεν βαριόταν. Αρνιόταν επίμονα να πιάσει μια κανονική δουλειά και έβγαινε με τους φίλους του και τα κοπανούσαν. Μ ε χάιδευε στο κεφάλι και έλεγε: “Το αγόρι μου πιστεύει ότι θα γίνει φορτηγατζής ή κάτι τέτοιο, αλλά εγώ του είπα ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από την Τέχνη”. Αλλά δεν ξέρω, τώρα πια νιώθω αξιολύπητος που κάθομαι απλώς εδώ και ονειρεύομαι ζωγραφικούς άθλους. Προφανώς δεν ήταν και τόσο δύσκολο να ξεφύγω από την Τέχνη». Κοιτάχτηκαν σιωπηλοί. Χωρίς να ξέρουν ότι ο ένας σκεφτόταν τα μαλλιά του άλλου. Ότι ήταν πιο όμορφα παλιά.


262

ASA LARSSON

Όταν τα είχαν μακριά και ελεύθερα. Όταν φαινόταν πως τους τα έκοβαν φίλοι. «Ωραία θέα» είπε η Ρεμπέκα και συμπλήρωσε: «Αλλά όχι τώρα, μάλλον». Το μόνο που μπορούσε να δει κανείς τώρα ήταν το παραπέτασμα από το χιόνι που έπεφτε αδιάκοπα. «Γιατί όχι;» έκανε ο Βέσα Λάρσον. «Αυτή είναι ίσως η πιο όμορφη θέα. Το χιόνι και ο χειμώνας είναι όμορφα. Όλα γίνονται πιο απλά. Λιγότερες εντυπώσεις. Λιγότερα χρώματα. Λιγότερες μυρωδιές. Συντομότερες μέρες. Αναπαύεται το μυαλό». «Τι συνέβαινε με τον Βίκτορ;» ρώτησε η Ρεμπέκα. Ο Βέσα Λάρσον κούνησε το κεφάλι του. «Τι σου είπε η Σάνα;» ρώτησε. «Τίποτα» απάντησε η Ρεμπέκα. «Πώς τίποτα;» έκανε ο Βέσα Λάρσον με δυσπιστία. «Κανείς δεν μου λέει το παραμικρό» είπε η Ρεμπέκα θυμωμένα. «Πάντως δεν πιστεύω πως το έκανε αυτή. Μ πορεί να είναι σαν να ζει στον Άρη καμιά φορά, αλλά δεν μπορεί να το έχει κάνει αυτή». Ο Βέσα Λάρσον καθόταν σιωπηλός και κοίταζε το χιόνι που έπεφτε. «Γιατί μου είπε ο Πάτρικ Μ άτσον να σε ρωτήσω για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του Βίκτορ;» ρώτησε η Ρεμπέκα. Ο Βέσα Λάρσον δεν απάντησε και εκείνη συνέχισε: «Είχατε σχέσεις; Του έστειλες καμιά κάρτα;» Μ ήπως έγραψες ένα απειλητικό σημείωμα και το έβαλες στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου; σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Ο Βέσα Λάρσον της απάντησε χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια. «Αυτό δεν θα μπω στον κόπο ούτε να το σχολιάσω». «Α, έτσι» είπε η Ρεμπέκα με αυστηρό ύφος. «Σύντομα θα με κάνεις να πιστέψω πως τον ξεκάνατε εσείς οι πάστορες. Επειδή ήθελε να αποκαλύψει τις οικονομικές ατασθαλίες σας. Ή επειδή ετοιμαζόταν ίσως να μιλήσει στη γυναίκα σου για σας τους δύο». Ο Βέσα Λάρσον έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του. «Δεν το έκανα εγώ» μουρμούρισε. «Δεν τον σκότωσα εγώ».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

263

Δεν πάω καθόλου καλά, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Τρέχω εδώ κι εκεί κατηγορώντας ανθρώπους. Πίεσε το χέρι της γροθιά πάνω στο μέτωπο και προσπάθησε να κάνει το μυαλό της να γεννήσει κάποια λογική σκέψη. «Δεν καταλαβαίνω» του είπε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί σωπαίνετε. Δεν καταλαβαίνω γιατί πήγε κάποιος κι έβαλε το μαχαίρι στην ντιβανοκασέλα της Σάνα». Τώρα ο Βέσα Λάρσον στράφηκε και την κοίταξε με τρόμο. «Τι εννοείς;» είπε. «Ποιο μαχαίρι;» Η Ρεμπέκα ευχήθηκε να είχε δαγκώσει τη γλώσσα της πριν να το πει αυτό. «Η αστυνομία δεν το έχει ανακοινώσει ακόμα στον Τύπο» είπε. «Βρήκαν πάντως το όπλο του εγκλήματος στο διαμέρισμα της Σάνα. Στην ντιβανοκασέλα της κουζίνας». Ο Βέσα Λάρσον είχε μείνει ακίνητος και την κοίταζε. «Θεέ μου» είπε. «Ω, Θεέ μου!» «Τι;» Το πρόσωπο του Βέσα Λάρσον έμοιαζε με παγωμένη μάσκα. «Υποσχέθηκα απόλυτη εχεμύθεια και την παραβίασα ήδη μια φορά» είπε. «Χέσε την εχεμύθεια» ξέσπασε η Ρεμπέκα. «Ο Βίκτορ πέθανε. Χέστηκε αν εσύ παραβιάσεις την απόλυτη εχεμύθεια απέναντί του!» «Έχω την ίδια υποχρέωση απέναντι στη Σάνα». «Αα, τι υπέροχα λοιπόν!» φώναξε η Ρεμπέκα. «Εντάξει, μη μου λες τίποτα! Αλλά να ξέρεις πως είμαι διατεθειμένη να αναποδογυρίσω κάθε πέτρα για να δω τι θα βγει έρποντας από κάτω. Και θα αρχίσω με την ενορία και τις οικονομικές σας υποθέσεις. Κατόπιν θα ανακαλύψω ποιος ήταν ερωτευμένος με τον Βίκτορ. Και θα πιέσω τη Σάνα να μου πει την αλήθεια σήμερα το απόγευμα κιόλας». Ο Βέσα Λάρσον την κοίταξε και φαινόταν να βασανίζεται μέσα του. «Γιατί δεν μπορείς να αφήσεις τα πράγματα όπως είναι, Ρεμπέκα; Φύγε και πήγαινε στο σπιτάκι σου. Μ ην επιτρέπεις να σε χρησιμοποιούν».


264

ASA LARSSON

«Τι θέλεις να πεις μ’ αυτό;» Κούνησε συντετριμμένος το κεφάλι. «Ωραία, λοιπόν, κάνε αυτό που νομίζεις ότι πρέπει να κάνεις» της είπε. «Αλλά δεν μπορείς να μου πάρεις κάτι που ήδη έχω χάσει». «Που να σας πάρει ο διάολος όλους» είπε η Ρεμπέκα δίχως να έχει την αντοχή να προσθέσει έστω κι ένα ίχνος συναισθήματος στα λόγια της. «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος…» είπε ο Βέσα Λάρσον. Ε, βέβαια, σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Εγώ είμαι μια φόνισσα. Μ ια παιδοκτόνος. Η Ρεμπέκα κόβει ξύλα στην αποθήκη καυσόξυλων της γιαγιάς. Όχι, «κόβει» δεν είναι η σωστή λέξη. Έχει ξεχωρίσει τα πιο χοντρά και τα πιο βαριά κομμάτια και τα κόβει στα δύο, σε μια κατάσταση πυρετώδους αλλοφροσύνης. Κατεβάζει το τσεκούρι με όλη της τη δύναμη πάνω στο ξύλο. Κατόπιν σηκώνει το τσεκούρι, με το ξύλο σφηνωμένο στην κόψη του, και κοπανάει με δύναμη την κάτω μεριά του πάνω στο κούτσουρο κοπής. Το βάρος και η δύναμη κάνουν το τσεκούρι να διαπερνάει το καυσόξυλο σαν σφήνα. Τώρα πρέπει να το κουνήσει και να το ανοίξει στα δύο. Στο τέλος, το ξύλο σχίζεται. Ύστερα κόβει τα μισά σε άλλα δύο κομμάτια και στη συνέχεια τοποθετεί ένα καινούργιο καυσόξυλο στο κούτσουρο. Ο ιδρώτας τρέχει στην πλάτη της. Οι ώμοι και τα χέρια της πονούν από την προσπάθεια, αλλά δεν σταματάει. Αν είναι τυχερή, το παιδί θα πέσει. Κανείς δεν της είπε ότι απαγορεύεται να κόβει ξύλα. Ίσως τότε ο Τούμας θα πει ότι δεν ήταν θέλημα Θεού να γεννηθεί το κορίτσι. Το παιδί, λέει η Ρεμπέκα μέσα της διορθώνοντας τον εαυτό της. Ότι δεν ήταν θέλημα Θεού να γεννηθεί το παιδί. Αν και μέσα της ξέρει πως ήταν κορίτσι. Η Γιοχάνα. Όταν ακούει τη φωνή του Βίκτορ, η μνήμη της κάνει όπισθεν και αντιλαμβάνεται ότι εκείνος στεκόταν εδώ και ώρα πίσω της φωνάζοντας το όνομά της πολλές φορές δίχως εκείνη να τον ακούει. Είναι περίεργο να τον βλέπει καθισμένο εκεί, στη χαλασμένη


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

265

ξύλινη καρέκλα, που δεν την έκαναν ποτέ καυσόξυλα. Η πλάτη της καρέκλας λείπει και στο πίσω μέρος έχουν μείνει μόνο οι τρύπες από τις βέργες. Χρόνια περίμενε αυτή η καρέκλα να γίνει καυσόξυλα. «Ποιος σου το είπε;» ρωτάει η Ρεμπέκα. «Η Σάνα» της απαντάει. «Μου είπε ότι θα θυμώσεις πολύ». Η Ρεμπέκα σηκώνει τους ώμους της. Δεν έχει καν την όρεξη να θυμώσει. «Και ποιοι άλλοι το ξέρουν;» ρωτάει. Τώρα είναι η σειρά του να σηκώσει τους ώμους. Άρα διαδόθηκε. Φυσικά. Τι πίστευε δηλαδή; Φοράει το δερμάτινο σακάκι του, από κατάστημα μεταχειρισμένων, και ένα μακρύ κασκόλ, που του το έπλεξε κάποια κοπέλα. Προσεγμένη χωρίστρα στα μαλλιά, που χάνονται μέσα στο κασκόλ. «Παντρέψου με» της λέει. Η Ρεμπέκα τον κοιτάζει ενοχλημένη. «Τρελάθηκες; Είσαι με τα καλά σου;» «Σ’ αγαπώ» της λέει. «Αγαπώ το παιδί». Μυρίζει πριονίδι και ξύλο. Έξω ακούει το νερό που στάζει στη σκεπή. Το κλάμα έχει κολλήσει στο λαρύγγι της και την πονάει. «Με τον ίδιο τρόπο που αγαπάς τους αδελφούς και τις αδελφές σου, τους φίλους και τους εχθρούς σου;» του λέει. Όπως και η αγάπη του Θεού. Το ίδιο σε όλους. Έτοιμη, πακεταρισμένη διανέμεται σε όλους αυτούς που θα σταθούν στην ουρά. Ίσως τέτοιος έρωτας να είναι γι’ αυτήν. Ίσως θα έπρεπε να πάρει αυτό που μπορεί. Εκείνος μοιάζει πολύ κουρασμένος. Πού χάθηκες, Βίκτορ; σκέφτεται. Έπειτα από το ταξίδι σου στον Θεό, απείρως πολλοί περιμένουν στην ουρά και θέλουν να πάρουν μια μικρή μπουκιά από σένα. «Ποτέ δεν θα σε εγκατέλειπα» της λέει. «Το ξέρεις». «Μα δεν καταλαβαίνεις τίποτα» λέει η Ρεμπέκα και δάκρυα ανακατεμένα με μύξες πλημμυρίζουν το πρόσωπό της δίχως να μπορεί να τα συγκρατήσει. «Μόλις πω το ναι θα με έχεις κιόλας εγκαταλείψει».


266

ASA LARSSON

Στις έξι και μισή η Ρεμπέκα μαζί με τη Σάρα και τη Λούβα πήγαν στο αστυνομικό τμήμα. Είχαν περάσει το απόγευμά τους στο κολυμβητήριο. Η Σάνα ήρθε στο δωμάτιο επισκέψεων και κοίταξε τη Ρεμπέκα σαν να της είχε κλέψει κάτι. «Α, τώρα ήρθατε;» έκανε. «Νόμιζα πως με είχατε ξεχάσει». Τα κορίτσια έβγαλαν τα παλτά τους και κάθισαν στις καρέκλες. Η Λούβα γέλασε που μια τούφα από τα μαλλιά της, που δεν ήταν μέσα στον σκούφο, είχε παγώσει «Κοίτα, μαμά» είπε κουνώντας το κεφάλι της, κάνοντας τα κομμάτια πάγου στα μαλλιά της να κροταλίσουν. «Μ ετά το μπάνιο, φάγαμε λουκάνικο με πουρέ» συνέχισε η Λούβα. «Και παγωτό. Θα συναντήσω την Ίντα το Σάββατο. Έτσι δεν είναι, Ρεμπέκα;» «Η Ίντα είναι ένα συνομήλικο κοριτσάκι. Τη συναντήσαμε στη μικρή πισίνα» εξήγησε στη Σάνα η Ρεμπέκα. Η Σάνα την κοίταζε παράξενα και η Ρεμπέκα δεν της είπε ότι η Ίντα ήταν κόρη μιας παλιάς της συμμαθήτριας. Γιατί νιώθω ενοχή και θεωρώ ότι πρέπει πάντα να δίνω εξηγήσεις και να απολογούμαι; αναρωτήθηκε θυμωμένα και σιωπηλά. Δεν έκανα κάτι κακό. «Έκανα βουτιά από την τρίτη εξέδρα» είπε η Σάρα και πήγε κι έκατσε στην αγκαλιά της Σάνα. «Η Ρεμπέκα με έμαθε». «Έτσι ε;» είπε η Σάνα αδιάφορα. Είχε ήδη χαθεί. Ήταν σαν να είχε μείνει μόνο το κέλυφός της στην καρέκλα. Δεν φάνηκε να αντιδρά ακόμα και όταν της είπαν πως η Σαπ εξαφανίστηκε. Τα κορίτσια το κατάλαβαν και άρχισαν τη φλυαρία. Η Ρεμπέκα άρχισε να νιώθει άβολα. Έπειτα από λίγο η Λούβα ανέβηκε πάνω στην καρέκλα της και άρχισε να χοροπηδάει και να φωνάζει: «Εγώ κι η Ίντα το Σάββατο. Εγώ κι η Ίντα το Σάββατο». Χοροπηδούσε πάνω κάτω και κινδύνευσε αρκετές φορές να πέσει. Η Ρεμπέκα αγχώθηκε. Αν έπεφτε, θα χτυπούσε το κεφάλι της στο τσιμεντένιο περβάζι του παραθύρου. Θα τραυματιζόταν σοβαρά. Η Σάνα δεν φαινόταν να την προσέχει. Δεν θα επέμβω, αποφάσισε μέσα της η Ρεμπέκα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

267

Στο τέλος, η Σάρα άρπαξε τη μικρή την αδερφή από το χέρι και φώναξε: «Σταμάτα το αυτό!» Η Λούβα όμως τράβηξε το χέρι της και συνέχισε αδιάφορη να χοροπηδάει. «Είσαι στενοχωρημένη, μαμά;» τη ρώτησε η Σάρα ανήσυχη κι αγκάλιασε τη Σάνα από τον λαιμό. Εκείνη απέφυγε να κοιτάξει τη Σάρα στα μάτια όταν της απάντησε. Χάιδεψε τα απαλά ξανθά μαλλιά της κόρης της. Της ίσιωσε τη χωρίστρα με το χέρι της και της έστρωσε τα μαλλιά πίσω από τα αυτιά. «Ναι» είπε χαμηλόφωνα. «Είμαι στενοχωρημένη. Ξέρεις ότι ίσως με βάλουν φυλακή και να μην μπορώ πια να είμαι η μαμά σας. Γι’ αυτό στενοχωριέμαι». Το πρόσωπο της Σάρας χλώμιασε. Τα μάτια της μεγάλωσαν από τον φόβο. «Μ α θα επιστρέψεις σύντομα στο σπίτι» της είπε. Η Σάνα την έπιασε από το πιγούνι και την κοίταξε κατάματα. «Όχι, αν με καταδικάσουν, Σάρα. Κι αν γίνει αυτό, θα με καταδικάσουν ισόβια και θα βγω όταν θα έχεις μεγαλώσει και δεν θα χρειάζεσαι πια μαμά. Ή μπορεί να αρρωστήσω στη φυλακή και να πεθάνω χωρίς να ξαναβγώ ποτέ». Τα τελευταία λόγια τα είπε με ένα γέλιο που μόνο γέλιο δεν ήταν. Τα χείλη της Σάρας σφίχτηκαν, έγιναν δυο ευθείες γραμμές. «Και ποιος θα μας φροντίσει εμάς;» ψιθύρισε. Έπειτα φώναξε απότομα στη Λούβα, που εξακολουθούσε να χοροπηδάει σαν τρελή στην καρέκλα. «Σταμάτα το αυτό σου είπα!» Η Λούβα σταμάτησε αμέσως να χοροπηδάει, βούλιαξε στην καρέκλα της. Έχωσε το μισό χέρι της στο στόμα. Η Ρεμπέκα γύρισε και κοίταξε τη Σάνα με μάτια που πετούσαν φωτιές. «Η Σάνα είναι στενοχωρημένη» είπε στη Λούβα, που καθόταν αμίλητη και κοιτούσε τη μαμά και τη μεγάλη αδερφή της. Μ ετά στράφηκε προς το μέρος της Σάρας και συνέχισε:


268

ASA LARSSON

«Γι’ αυτό τα λέει αυτά. Σας δίνω τον λόγο μου ότι δεν πρόκειται να πάει φυλακή. Σε λίγο θα την έχετε και πάλι κοντά σας στο σπίτι». Το μετάνιωσε την ίδια στιγμή που το είπε. Πώς διάβολο μπόρεσε να τους υποσχεθεί κάτι τέτοιο; Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, η Ρεμπέκα παρακάλεσε τα κορίτσια να πάνε στο αυτοκίνητο και να την περιμένουν. Τα δόντια της έτριζαν από συγκρατημένη οργή. «Πώς μπόρεσες;» της φώναξε. Πήγαν στο κολυμβητήριο και πέρασαν καλά για λίγη ώρα, αλλά εσύ…» Κουνούσε το κεφάλι της αδυνατώντας να βρει τις σωστές λέξεις. «Μ ίλησα σήμερα με τη Μ άγια, με τη Μ αγκνταλένα και με τον Βέσα. Ξέρω ότι κάτι συνέβαινε με τον Βίκτορ. Και εσύ ξέρεις τι ήταν. Έλα, Σάνα. Πρέπει να μου πεις». Η Σάνα δεν μίλησε. Ακούμπησε στον πρασινωπό τσιμεντένιο τοίχο και άρχισε να τρώει το ήδη φαγωμένο νύχι του αντίχειρα. «Μ ίλα μου, που να σε πάρει» έκανε η Ρεμπέκα απειλητικά. «Τι συνέβαινε με τον Βίκτορ; Ο Βέσα μου είπε ότι δεν μπορούσε να παραβιάσει την υπόσχεση εχεμύθειας που σου είχε δώσει». Η Σάνα εξακολουθούσε να μη μιλάει. Έτρωγε με μανία περισσή το νύχι στον αντίχειρα. Δάγκωσε λίγη από την πέτσα στο πλάι και το δάχτυλο μάτωσε. Η Ρεμπέκα άρχισε να ιδρώνει μέσα από το παλτό. Της ερχόταν να την αρπάξει από τα μαλλιά και να της κοπανήσει το κεφάλι στον τσιμεντένιο τοίχο. Όπως είχε κάνει ο Ρόνι Μ πγιέρνστρεμ, ο μπαμπάς της Σάρας. Μ έχρι που βαρέθηκε να την κοπανάει και έφυγε. Αλλά τώρα περίμεναν τα κορίτσια στο αυτοκίνητο. Η Ρεμπέκα σκέφτηκε τη Λούβα που δεν είχε μαζί της γάντια. «Να σε πάρει ο διάβολος» της είπε έξαλλη στο τέλος, της γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Η Σάνα δεν είναι πια στο κελί της. Έχει εξαφανιστεί διαπερνώντας την τσιμεντένια στέγη. Στριμώχτηκε ανάμεσα σε άτομα και μόρια και γλίστρησε έξω στον αστρικό χώρο, πάνω στα σύννεφα του χιονιού. Ήδη έχει ξεχάσει την επίσκεψη. Δεν έχει


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

269

παιδιά. Είναι απλώς ένα κοριτσάκι. Και ο Θεός είναι η τεράστια μαμά της, που την πιάνει από τις μασχάλες και την ανεβάζει ψηλά στο φως κάνοντας το στομάχι της ν’ ανακατευτεί. Αλλά δεν την αφήνει. Ο Θεός δεν αφήνει το κοριτσάκι του να πέσει. Η Σάνα δεν πρέπει να φοβάται. Δεν πρόκειται να πέσει.


270

Ο

ASA LARSSON

Κουρτ Μ πέκστρεμ στέκεται μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη του καθιστικού και παρατηρεί προσεκτικά το γυμνό του σώμα. Τον φωτίζει το φως που έρχεται από κάποιες λάμπες, τις οποίες έχει καλύψει με διαφανή κόκκινα υφάσματα, και το φως είκοσι περίπου κεριών. Στα παράθυρα έχει κρεμάσει με πινέζες μαύρα σεντόνια ώστε κανείς να μη βλέπει μέσα. Το δωμάτιο είναι επιπλωμένο λιτά. Στο διαμέρισμα δεν υπάρχει τηλεόραση, ραδιόφωνο ή φούρνος μικροκυμάτων. Είχε αρρωστήσει παλιότερα από την ακτινοβολία και τα σήματα που εξέπεμπαν. Ξυπνούσε μες στη νύχτα από τις φωνές που ακούγονταν από τις ηλεκτρικές συσκευές, παρόλο που ήταν κλειστές. Τώρα δεν μπορεί τίποτα πια να τον βλάψει και ξανάβαλε το ψυγείο και την κατάψυξη σε λειτουργία. Αλλά δεν χρειάζεται καθόλου τηλεόραση και ραδιόφωνο. Εκπέμπουν μόνο αθεϊστικά σκουπίδια, ούτως ή άλλως. Μ ηνύματα από τον Σατανά όλο το εικοσιτετράωρο. Μ πορεί να δει ότι έχει αλλάξει. Το τελευταίο εικοσιτετράωρο ψήλωσε δέκα πόντους. Και τα μαλλιά του μάκρυναν με μεγάλη ταχύτητα, σύντομα θα μπορεί να τα πιάνει με ένα λαστιχάκι πίσω στον σβέρκο. Τα έχει κάνει χωρίστρα και σκύβει μπροστά στον καθρέφτη. Είναι τρομακτικά ίδιος με τον Βίκτορ Στράντγκορντ. Κοιτάζει για μια στιγμή προσεκτικά μέσα στον καθρέφτη για να δει αν μπορεί να ανακαλύψει τον εαυτό του. Τον παλιό του εαυτό. Ίσως να υπάρχει κάτι εκεί στα μάτια, αλλά αμέσως χάνεται. Η εικόνα μετακινείται προς τα έξω και θολώνει. Είναι


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

271

εντελώς αναμορφωμένος. Στρέφει τα χέρια του προς τον καθρέφτη. Στο κόκκινο φως βλέπει αίμα και λάδι να τρέχουν από τις πληγές στις παλάμες του. Η Σάνα Στράντγκορντ θα έπρεπε να ήταν εκεί. Θα έπρεπε να είναι γονατισμένη γυμνή μπροστά του και να συλλέγει το λάδι που τρέχει από τα χέρια του σ’ ένα μικρό μπουκαλάκι. Τη βλέπει μπροστά του. Τη βλέπει ν’ ανοίγει αργά το καπάκι του πράσινου μπουκαλιού. Το βλέμμα της είναι συνεχώς καρφωμένο στο δικό του και τα χείλη της σχηματίζουν τη λέξη «῾Ραββουνί».13 Σίγουρα αμφέβαλλε κι ο ίδιος μερικές φορές. Αμφέβαλλε ότι είναι, πραγματικά, ο εκλεκτός. Ή δεν πίστευε ότι μπορούσε να χωράει μέσα του όλη η δύναμη του Θεού. Μ όλις και μετά βίας τα έβγαλε πέρα στην πρόσφατη Θεία Κοινωνία. Οι άνθρωποι γύρω του κακάριζαν και χόρευαν σαν κότες, ενώ εκείνος έγινε περισσότερο ένα με τον Θεό. Οι λέξεις έρχονταν βροντερές καταπάνω του: Τοῦτό ἐστι τὸ ΣΩΜ Α μου. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ΑΙΜ Α μου. Επέστρεψε τρεκλίζοντας στη θέση του με τα αυτιά του βουλωμένα. Δεν άκουγε τη χορωδία. Τα χέρια του είχαν αποκτήσει τόση δύναμη, που χόντρυναν. Η επιδερμίδα γύρω από τα δάχτυλα τέντωσε, τα δάχτυλα έγιναν σαν μπαλόνια. Το δέρμα των χεριών άκαμπτο και γυαλιστερό. Φοβήθηκε ότι θα έσκαζε, σαν τα λουκάνικα στη χύτρα. Την επόμενη μέρα αγόρασε γάντια, το μεγαλύτερο νούμερο που βρήκε. Θα αναγκαστεί να τα φοράει και μέσα στο σπίτι καμιά φορά. Μ έχρι να έρθει ο καιρός να τον αντικρίσουν οι άνθρωποι. Όταν πλήρωνε τα γάντια, ένιωσε ξαφνικά πολύ δυσάρεστα. Η γυναίκα στο ταμείο τού είχε χαμογελάσει. Από καιρό τώρα είχε αποκτήσει την ικανότητα να διακρίνει τα πνεύματα, κι όταν εκείνη του επέστρεψε τα ρέστα, η όψη της άλλαξε. Είδε τα δόντια της να κιτρινίζουν, τα μάτια της να αναποδογυρίζουν και να θολώνουν, να γίνονται σαν παγωμένο γυαλί. Τα κόκκινα νύχια στα χέρια που του έδιναν τα νομίσματα μάκρυναν κι έγιναν νύχια αρπακτικού. Περίμενε αρκετές ώρες στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Έπειτα όμως έλαβε το μήνυμα ότι δεν χρειαζόταν να τη σκοτώσει, αλλά


272

ASA LARSSON

να κρατήσει τις δυνάμεις του για κάτι σημαντικότερο. Τώρα ο Κουρτ προχωράει προς στο μπάνιο. Στο φως των κεριών οι υδρατμοί στροβιλίζονται πάνω από την μπανιέρα και κατακάθονται σαν υγρές σταγόνες στα λευκά πλακάκια. Ο αέρας είναι βαρύς από τη μυρωδιά του αίματος που θυμίζει χαλκό και την έντονη μυρωδιά από βρεγμένο μαλλί. Στη λευκή πλαστική απλώστρα πάνω από την μπανιέρα κρέμεται το άψυχο σώμα της Σαπ. Τα πίσω πόδια της είναι δεμένα στα σύρματα. Το αίμα της στάζει αργά μέσα στο νερό. Στο δάπεδο, δίπλα στην μπανιέρα, είναι τοποθετημένο το κεφάλι της. Το μουσούδι της είναι ακόμη δεμένο με την ασημόχρωμη ταινία. Όταν βουλιάζει στο κόκκινο νερό νιώθει αμέσως τις ιδιότητες του σκύλου να διαπερνούν το κορμί του. Τα πόδια του αποκτούν σβελτάδα και ευλυγισία. Σκιρτούν ανυπόμονα εκεί που είναι ξαπλωμένος. Θα μπορούσε να σηκωθεί και να κάνει παγκόσμιο ρεκόρ στα εκατό μέτρα. Νιώθει και τη Σάνα. Νιώθει τα χείλη της ν’ αγγίζουν το αυτί του σκύλου. Τώρα αγγίζουν το δικό του αυτί. Το ψιθύρισμά της σ’ αγαπώ. Έχει ήδη πάρει το κουνέλι της, τη γάτα της, ακόμα και δυο αρουραίους της ερήμου. Και ο έρωτάς της γι’ αυτόν συνεχώς μεγαλώνει. Πίνει από το κόκκινο νερό της μπανιέρας με μεγάλες γουλιές. Τα χέρια του τρέμουν. Χάνει εντελώς τον έλεγχο των χεριών του όταν τον κυριεύει ο Θεός. Και ο Θεός πιάνει το χέρι του και το σηκώνει ψηλά. Βουτάει τα δάχτυλά του στο αίμα, σαν να ήταν μελάνι, και γράφει με αδέξιο χέρι πάνω στα πλακάκια. Τα γράμματα σχηματίζουν ένα όνομα. Και έπειτα: «Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

και εγένετο εσπέρα

273


274

ASA LARSSON

και εγένετο πρωί, ημέρα πέμπτη

Η

Μ άγια Σέντερμπεργ κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας μέσα στη νύχτα. Ίσως η λέξη «κάθεται» να μην ταιριάζει τόσο, διότι ο πισινός της μπορεί να βρίσκεται πάνω στην καρέκλα, αλλά το επάνω μέρος του κορμού είναι γερμένο στο τραπέζι και τα πόδια της κρέμονται ελεύθερα από την καρέκλα. Μ ε το ένα της χέρι, στηριγμένο με τον αγκώνα πάνω στο τραπέζι, κρατάει το μάγουλό της και κοιτάζει με προσήλωση τα σχέδια της ταπετσαρίας, που μεγαλώνουν και μικραίνουν, ξεθωριάζουν και επανεμφανίζονται. Μ προστά της έχει ένα μπουκάλι βότκα. Σαν άμαθη στο ποτό, δεν πρέπει να ήταν εύκολο να κατεβάσει μια τόσο μεγάλη ποσότητα. Εντούτοις, τα κατάφερε. Στην αρχή έκλαιγε και ρουφούσε τη μύτη της. Αλλά τώρα… ε, τώρα νιώθει καλύτερα. Τώρα που κάποια ευγενική ψυχή τής νάρκωσε με μια ένεση το μυαλό. Ακούει τα βήματα του Τούμας από το κλιμακοστάσιο. Οι βραδινές συναντήσεις κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου των Θαυμάτων τραβάνε σε μάκρος. Βασικά, η συνεδρίαση αργεί συνήθως να τελειώσει. Μ ετά ο κόσμος πηγαίνει στην καφετέρια, όπου η συζήτηση συνεχίζεται. Και υπάρχουν πάντα κάποιες φλογερές ψυχές που προσεύχονται μέχρι τις πρωινές ώρες. Έχει σημασία να μένει μαζί τους ο Τούμας. Η Μ άγια το καταλαβαίνει αυτό. Όλα τα καταλαβαίνει η Μ άγια. Ακούει πόσο προσεκτικά πατάει στις σκάλες για να μην ξυπνήσει τους γείτονες νυχτιάτικα. Δείχνει μεγάλη κατανόηση,


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

275

που να πάρει ο διάβολος. Στους γείτονες. Τα βήματά του ξυπνούν μέσα της τον θυμό. Σταμάτα, λέει μέσα της. Αλλά ο θυμός δεν ησυχάζει. Έχει ξυπνήσει και τραβάει την αλυσίδα του. Άσε με να βγω, γρυλίζει σιωπηλά. Άσε με να βγω και θα τον τελειώσω εγώ, μία και καλή. Ξαφνικά στέκεται εκεί, στο τραπέζι της κουζίνας. Τα μάτια και το στόμα του ανοίγουν διάπλατα από τον τρόμο. Μ οιάζει εντελώς γελοίος. Τρεις ορθάνοιχτες τρύπες κάτω από το δερμάτινο καπέλο του. Εκείνη χαμογελάει στραβά. Νιώθει την ανάγκη να φέρει το χέρι στο στόμα της, να το νιώσει. Ναι, το στόμα της είναι στραβό πάνω στο πρόσωπό της. Μ α πώς βρέθηκε εκεί; «Τι κάνεις;» τη ρωτάει. Τι κάνει; Μ α καλά, δεν βλέπει; Μ εθάει, φυσικά. Πήγε στην κρατική κάβα και ξόδεψε τα λεφτά όλης της εβδομάδας. Αρχίζει να εκτοξεύει κατηγορίες και ερωτήσεις: Πού είναι τα παιδιά; Δεν καταλαβαίνει ότι ζουν σε μια μικρή πόλη; Πώς να εξηγήσει στον κόσμο ότι η γυναίκα του πηγαίνει στην κρατική κάβα και αγοράζει αλκοόλ; Τότε το στόμα της ανοίγει και ουρλιάζει. Το μούδιασμα από το στόμα και από το μυαλό χάνεται μεμιάς. «Σκάσε, μαλάκα!» του φωνάζει. «Η Ρεμπέκα ήταν εδώ. Το ’πιασες; Θα καταλήξω στη φυλακή». Της λέει να ηρεμήσει. Να σκεφτεί τους γείτονες. Ότι είναι όλοι μια ομάδα, μια οικογένεια. Ότι θα τα βγάλουν πέρα μαζί. Αλλά εκείνη δεν μπορεί πια να σταματήσει να φωνάζει. Κατηγορίες και φοβέρες που ποτέ άλλοτε δεν ξεστόμισε ξεχύνονται τώρα από μέσα της. Μ αλάκα! Υποκριτή! Μ πάσταρδε! Γαμημένο γουρούνι! Λίγο αργότερα, όταν έχει σιγουρευτεί ότι η Μ άγια κοιμάται σαν νεκρή, ο Τούμας πάει στο τηλέφωνο και σχηματίζει ένα νούμερο. «Πρόκειται για τη Ρεμπέκα» λέει στο τηλέφωνο. «Δεν μπορώ να της επιτρέψω να συνεχίσει αυτό το βιολί».


276

ASA LARSSON

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου

Ε

ίχε σταματήσει να χιονίζει και είχε αρχίσει να φυσάει. Ένας βασανιστικός, ορμητικός και παγωμένος άνεμος τραβούσε πάνω από δάση και δρόμους. Στο πέρασμά του παρέσερνε το χιόνι και ισοπέδωνε όλο το τοπίο μετατρέποντάς το σε ένα παχύ λευκό πάπλωμα. Το πρωινό τρένο για το Λούλεο είχε ακινητοποιηθεί για πολλές ώρες και οι σωροί χιονιού που είχαν φτυαρίσει οι ιδιοκτήτες μπροστά από τις βίλες τους μετακινήθηκαν αποκλείοντας ξανά τις εισόδους των γκαράζ. Ο άνεμος χωνόταν σε κάθε τρύπα και γωνιά αναζητώντας χιόνι απάτητο, όπως και κάτω από τους γιακάδες των διανομέων των πρωινών εφημερίδων, που έβριζαν ασταμάτητα. Η Ρεμπέκα Μ άρτινσον πάσχιζε να φτάσει στο σπίτι του Πόλμη. Είχε σκύψει τους ώμους της προς τον άνεμο και κρατούσε το κεφάλι της χαμηλά, σαν ταύρος που ορμούσε. Ο άνεμος της έριχνε καταπρόσωπα το χιόνι και δεν την άφηνε να δει. Στο ένα χέρι κουβαλούσε τη Λούβα σαν μπόγο και στο άλλο το σακίδιο της κοπελίτσας από ύφασμα τζιν βαμμένο ροζ. «Μ πορώ να περπατήσω και μόνη μου» είπε η Λούβα. «Το ξέρω, αγάπη μου» της απάντησε η Ρεμπέκα. «Αλλά δεν προλαβαίνουμε. Θα φτάσουμε πιο γρήγορα αν σε κρατάω αγκαλιά». Μ ε τον αγκώνα της άνοιξε την πόρτα του Πόλμη και απίθωσε τη Λούβα καταμεσής στο χολ σαν ένα σωρό από ρούχα. «Γεια» φώναξε και αμέσως ακούστηκαν τα ζωηρά γαβγίσματα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

277

από την Μ πέλα. Ο Πόλμη πρόβαλε από την πόρτα του υπογείου. «Σ’ ευχαριστώ που δέχτηκες να την κρατήσεις» είπε η Ρεμπέκα λαχανιασμένη κι ενώ προσπαθούσε μάταια να βγάλει τα παπούτσια της Λούβα χωρίς να λύσει τα κορδόνια. «Είναι ηλίθιοι αυτοί οι άνθρωποι. Θα μπορούσαν να με είχαν ενημερώσει χτες, που πήγα να την πάρω». Όταν είχε πάει στον παιδικό σταθμό με τη Λούβα της είπαν ότι το προσωπικό θα είχε ημέρα εκπαίδευσης και δεν θα δέχονταν κανένα παιδάκι. Την ώρα που το έμαθε είχε στη διάθεσή της μόνο μια ώρα μέχρι ν’ αρχίσει η διαδικασία για την έκδοση ή μη εντάλματος σύλληψης της Σάνα· τώρα όμως είχαν αρχίσει να στενεύουν σοβαρά τα χρονικά περιθώρια. Σε πολύ λίγο ο άνεμος θα είχε σωριάσει τόσο πολύ χιόνι πάνω στο αμάξι, που θα της ήταν αδύνατον να το βγάλει στον δρόμο. Και τότε, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να προλάβει. Προσπάθησε να χαλαρώσει τα κορδόνια των παπουτσιών χωρίς να τα λύσει, αλλά η Σάρα, που είχε βοηθήσει τη μικρή της αδερφή να ντυθεί, είχε κάνει διπλούς κόμπους. «Άσε, θα τα λύσω εγώ. Εσύ βιάσου» της είπε ο Πόλμη. Σήκωσε τη Λούβα από το πάτωμα και, κρατώντας την στην αγκαλιά του, κάθισαν σε μια μικρή πράσινη καρέκλα, που χάθηκε εντελώς κάτω από το τεράστιο κορμί του. Μ ε υπομονή, άρχισε να ξεκομποδιάζει τα κορδόνια. Η Ρεμπέκα τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη. Το τρεχαλητό από τον παιδικό σταθμό στο αυτοκίνητο και από το αυτοκίνητο στο σπίτι του Πόλμη την είχε κάνει να ζεσταθεί και να ιδρώσει. Ένιωθε την μπλούζα της να κολλάει στην πλάτη, αλλά δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να προλάβει να κάνει ντους και να αλλάξει. Τώρα είχε μόνο μισή ώρα στη διάθεσή της. «Θα μείνεις με τον Πόλμη και θα έρθω να σε πάρω σε λίγο, εντάξει;» είπε στη Λούβα. Η Λούβα έγνεψε καταφατικά και έστρεψε το κεφάλι προς τον Πόλμη, καταφέρνοντας να βλέπει μόνο το κάτω μέρος του πιγουνιού του. «Γιατί σε λένε Πόλμη;» ρώτησε. «Είναι παράξενο όνομα».


278

ASA LARSSON

«Ναι, είναι παράξενο» είπε γελώντας ο Πόλμη. «Στην πραγματικότητα ονομάζομαι Έρικ». Η Ρεμπέκα γύρισε και τον κοίταξε παραξενεμένη, ξεχνώντας ότι βιαζόταν. «Τι;» έκανε. «Δεν σε λένε Πόλμη; Τότε, γιατί σε φωνάζουν έτσι;» «Α, δεν ξέρεις;» χαμογέλασε ο Πόλμη. «Δουλειές της μάνας μου. Σπούδασα μηχανικός μεταλλειολόγος στο Πολυτεχνείο της Στοκχόλμης. Μ ετά επέστρεψα στο χωριό μου και θα έπιανα δουλειά στη μεταλλευτική ΛΚΑΕ. Η μάνα καταχάρηκε. Όπως καταλαβαίνεις, ήταν πολύ περήφανη για μένα. Άσε που είχε ανεχτεί τα κουτσομπολιά των συγχωριανών μας όταν κατέβηκα στη Στοκχόλμη για σπουδές. Μ όνο οι πλούσιοι, βλέπεις, έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν, και όλοι θεώρησαν τη μάνα μου ψηλομύτα». Όσο μιλούσε για τα παλιά, ο Πόλμη διατηρούσε το χαμόγελό του. «Εν πάση περιπτώσει, νοίκιασα ένα δωμάτιο στην οδό Άρεντ Γκράπε και η μάνα μου ήθελε να βάλουμε τηλέφωνο. Έδωσε μάλιστα και τον τίτλο μου για τον τηλεφωνικό κατάλογο: Πολ. Μ ηχ. Δηλαδή πολιτικός μηχανικός. Ε, καταλαβαίνεις πώς ακουγόταν αυτό στην αρχή: “Α, μα δεν είναι ο κύριος Πολ. Μ ηχ., που μας τιμά με την παρουσία του;” έλεγαν όταν πήγαινα κάπου. Τελικά έπειτα από κάμποσο ο κόσμος ξέχασε από πού προερχόταν εκείνο το “Πολ. Μ ηχ.” και άρχισαν να με φωνάζουν Πόλμη. Το συνήθισα κι εγώ. Αφού ακόμα και η Μ άι-Λις με φώναζε Πόλμη». Η Ρεμπέκα τον κοιτούσε με ένα χαμόγελο όλο έκπληξη. «Ω, διάβολε» έκανε. «Εσύ δεν ήσουν που βιαζόσουν;» τη ρώτησε ο Πόλμη. Εκείνη τινάχτηκε και βγήκε τρέχοντας από την πόρτα. «Μ ην πας και σκοτωθείς με τ’ αμάξι» φώναξε πίσω της μέσα στο ουρλιαχτό του ανέμου. «Μ η μου βάζεις ανεπιθύμητες ιδέες στο κεφάλι» αντιγύρισε κι εκείνη φωνάζοντας και χώθηκε γρήγορα στο αυτοκίνητο. Θεέ μου, πώς είμαι έτσι, είπε στον εαυτό της την ώρα που το


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

279

αυτοκίνητο διέσχιζε τον γεμάτο στροφές δρόμο προς την πόλη. Κρίμα που δεν είχα μισή ωρίτσα ακόμη για να κάνω ντους και ν’ αλλάξω ρούχα. Είχε αρχίσει να συνηθίζει τη διαδρομή για την πόλη τώρα. Δεν χρειαζόταν να συγκεντρωθεί ιδιαίτερα και μπορούσε να αφήσει τις σκέψεις να τη συνεπάρουν. Η Ρεμπέκα είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα χέρια σφιγμένα πάνω στην κοιλιά της. Δεν ήταν και τόσο φοβερό, λέει στον εαυτό της. Πάει τώρα, τέλειωσε. Ασπροντυμένοι άνθρωποι με μαλακά απρόσωπα χέρια. («Γεια σου, Ρεμπέκα, και τώρα θα σου βάλω μια βελόνα στο χέρι για τον ορό» ένα κρύο βαμβάκι στην επιδερμίδα της, είναι και τα δάχτυλα της νοσοκόμας κρύα, μάλλον θα είχε ξεκλέψει μερικά λεπτά για να καπνίσει ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι, κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, «θα νιώσεις ένα μικρό τσίμπημα, μπράβο, τελειώσαμε».) Ήταν ξαπλωμένη και κοίταζε τον ήλιο που φώτιζε το χιόνι κι έκανε τον κόσμο απέξω σχεδόν οδυνηρά φωτεινό. Η ευτυχία ήρθε μέσα από ένα πλαστικό σωληνάκι κατευθείαν στο μπράτσο της. Ό,τι τη βάραινε και την απασχολούσε χάθηκε μονομιάς κι έπειτα από λίγο εμφανίστηκαν δυο ασπροντυμένοι και την πήραν με το φορείο στο χειρουργείο. Αυτά έγιναν χτες το πρωί. Τώρα είναι ξαπλωμένη εδώ και η κοιλιά της καίει από τον πόνο. Έχει πάρει πολλά Αλβεντόν, αλλά δεν κάνουν τίποτα. Κρυώνει, κρυώνει πολύ. Αν κάνει ντους θα ζεσταθεί. Μπορεί και να την αφήσουν οι κράμπες στην κοιλιά. Στο ντους βλέπει να στάζει πηκτό αίμα από μέσα της. Έντρομη βλέπει το αίμα να κυλάει στο πόδι της. Επιστρέφει στο νοσοκομείο. Πάλι της βάζουν ορό και πρέπει να μείνει όλη τη νύχτα. «Μη φοβάσαι» της λέει μια νοσοκόμα που βλέπει τα σφιγμένα χείλη της. «Καμιά φορά τυχαίνει οι εκτρώσεις να προκαλούν μόλυνση. Δεν φταίει η έλλειψη καθαριότητας ή κάτι που έκανες εσύ. Τα αντιβιοτικά που θα πάρεις θα το ρυθμίσουν κι αυτό».


280

ASA LARSSON

Η Ρεμπέκα προσπαθεί να της ανταποδώσει το χαμόγελο, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να κάνει έναν παράξενο μορφασμό. Δεν είναι τιμωρία, σκέφτεται. Δεν είναι τέτοιος. Δεν είναι τιμωρία.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

281

Σάνα Στράντγκορντ προφυλακίστηκε την Παρασκευή στις 21 Φεβρουαρίου στις δέκα και είκοσι πέντε το πρωί ως ευλογοφανώς ύποπτη για τη δολοφονία του αδερφού της Βίκτορ Στράντγκορντ. Ο Τύπος και η τηλεόραση άρπαξαν την είδηση σαν πεινασμένες αλεπούδες. Ο διάδρομος έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου άστραψε από τα φλας των φωτορεπόρτερ και τους προβολείς της τηλεόρασης την ώρα που βγήκε να μιλήσει στα μέσα ενημέρωσης ο εισαγγελέας Καρλ φον Ποστ. Η Ρεμπέκα Μ άρτινσον ήταν μαζί με τη Σάνα στο κρατητήριο πίσω από την αίθουσα. Δύο φύλακες περίμεναν να συνοδέψουν τη Σάνα στο αυτοκίνητο που θα την οδηγούσε πίσω στο Τμήμα. «Θα κάνουμε φυσικά έφεση» είπε η Ρεμπέκα. Η Σάνα έστριβε αφηρημένα μια μπούκλα από τα μαλλιά της ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη. «Θεέ μου, είδες πώς με κοίταζε ο νεαρός που κρατούσε τα πρακτικά της δίκης;» είπε. «Το σκέφτηκες πώς με κοίταζε;» «Θέλεις να κάνω έφεση, έτσι δεν είναι;» «Μ ε κοίταζε λες και γνωριζόμασταν, αλλά εγώ δεν τον γνωρίζω». Η Ρεμπέκα έκλεισε τον χαρτοφύλακά της με θόρυβο. «Σάνα, κατηγορείσαι για δολοφονία. Όλοι στην αίθουσα σε κοίταζαν. Να κάνω έφεση ή όχι;» «Φυσικά, εννοείται» είπε η Σάνα και κοίταξε τους φύλακες. «Θα φύγουμε;» Όταν έφυγαν, η Ρεμπέκα έμεινε στη θέση της κοιτάζοντας την


282

ASA LARSSON

πόρτα που οδηγούσε στο πάρκινγκ. Η πόρτα της αίθουσας του δικαστηρίου άνοιξε. Όταν γύρισε πίσω να δει ποιος ήταν αντίκρισε το εξεταστικό βλέμμα της Άννα-Μ αρίας Μ έλα. «Πώς είσαι;» «Έτσι κι έτσι» παραδέχτηκε η Ρεμπέκα μ’ έναν μορφασμό. «Εσύ πώς είσαι;» «Α… Κι εγώ, έτσι κι έτσι». Η Άννα-Μ αρία σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Άνοιξε το φερμουάρ του τεράστιου πουπουλένιου μπουφάν κι άφησε την κοιλιά της ελεύθερη. Έβγαλε τον γκριζόλευκο σκούφο της χωρίς να ισιώσει τα μαλλιά της». «Για να πω την αλήθεια, λαχταράω να ξαναγίνω άνθρωπος» είπε. «Να ξαναγίνεις άνθρωπος; Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε η Ρεμπέκα με ένα υποτονικό χαμόγελο. «Να μασήσω ταμπάκο και να πιω καφέ όπως όλος ο κόσμος» είπε γελώντας η Άννα-Μ αρία. Στο άνοιγμα της πόρτας εμφανίστηκε ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, κρατώντας ένα μπλοκ στο χέρι του. «Η Ρεμπέκα Μ άρτινσον;» ρώτησε. «Μ ήπως έχεις ένα λεπτό;» «Σε λίγο» του είπε η Άννα-Μ αρία ευγενικά. Σηκώθηκε και έκλεισε την πόρτα. «Θα μιλήσουμε με τις κόρες της Σάνα» είπε χωρίς περιστροφές η Άννα-Μ αρία και ξανακάθισε. «Μ α… θα αστειεύεσαι, φαντάζομαι» στέναξε η Ρεμπέκα. «Αφού δεν ξέρουν τίποτα. Ήταν στα κρεβάτια τους και κοιμόνταν όταν έγινε η δολοφονία. Αυτός εκεί… Θα ασκήσει ο Φον Ποστ την τσαμπουκαλίδικη τεχνική ανάκρισης σε δυο κοριτσάκια έντεκα και τεσσάρων χρόνων; Και ποιος θα τις φροντίσει μετά; Θα τις αναλάβεις εσύ;» Η Άννα-Μ αρία έγειρε προς τα πίσω την πλάτη της και πίεσε το δεξί της χέρι κάτω από το πλευρό της. «Καταλαβαίνω ότι ενοχλήθηκες από τον τρόπο που μιλούσε στη Σάνα–» «Ναι! Εσένα δεν σε ενόχλησε δηλαδή;» «…αλλά θα προσπαθήσω να είναι η ανάκριση με τα κορίτσια


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

283

όσο το δυνατόν πιο ήπια. Θα είναι παρών και ένας παιδοψυχίατρος από το νοσοκομείο». «Γιατί;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Γιατί πρέπει να τις ανακρίνουν;» «Καταλαβαίνεις ότι είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε. Στο σπίτι της Σάνα βρέθηκε ένα όπλο εγκλήματος, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να το συνδέουν μαζί της. Το άλλο δεν έχει βρεθεί ακόμη. Έχουμε μόνο ενδείξεις. Η Σάνα μας είπε ότι η Σάρα ήταν μαζί της όταν βρήκε τον Βίκτορ και ότι η Λούβα κοιμόταν στο έλκηθρο. Μ πορεί τα κορίτσια να είδαν κάτι σημαντικό». «Να είδαν τη μαμά τους να σκοτώνει τον Βίκτορ εννοείς;» «Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να το αποκλείσουμε αυτό από την έρευνά μας» είπε η Άννα-Μ αρία κοφτά. «Θέλω να είμαι και εγώ παρούσα» είπε η Ρεμπέκα. «Φυσικά» της απάντησε η Άννα-Μ αρία καλοπροαίρετα. «Θα το πω και στη Σάνα. Άλλωστε στο Τμήμα θα πάω τώρα. Μ ου φάνηκε πως ήταν αρκετά συγκεντρωμένη». «Δεν ήταν καν εδώ» αντιγύρισε η Ρεμπέκα βαρύθυμα. «Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι περνάει κάποιος όταν στέκεται στο εδώλιο». «Ναι» είπε η Ρεμπέκα. Έχουν συγκεντρωθεί στο σπίτι του Γκούναρ Ίσακσον. Οι πάστορες, οι πρεσβύτεροι και η Ρεμπέκα. Η Ρεμπέκα φτάνει τελευταία, αν και έχει έρθει δέκα λεπτά νωρίτερα. Ακούει πώς σταματούν οι κουβέντες όταν ο Γκούναρ ανοίγει την πόρτα. Ούτε η γυναίκα του Γκούναρ, η Κάριν, ούτε τα παιδιά τους είναι στο σπίτι. Στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας όμως υπάρχουν δύο θερμός. Το ένα περιέχει καφέ, το άλλο τσάι. Σ’ έναν στρογγυλό επάργυρο δίσκο υπάρχουν κέικ και κουλούρια σκεπασμένα με μια ασπροκίτρινη καρό πετσέτα. Η Κάριν έχει φροντίσει να υπάρχουν φλιτζάνια, πιατάκια και κουταλάκια. Έχει γεμίσει και μια μικρή κανάτα με γάλα. Αλλά καφέ θα πιουν μετά. Πρώτα θα μιλήσουν. «Θα αναρωτιέσαι βέβαια γιατί σε καλέσαμε να έρθεις». Ο Φρανς Ζάκρισον κάνει την εισήγηση. Ένας από τους


284

ASA LARSSON

πρεσβύτερους. Συνήθως δεν της ρίχνει ούτε μια ματιά. Δεν συμπαθεί ούτε τη Σάνα ούτε τη Ρεμπέκα. Αλλά τώρα το βλέμμα του είναι προβληματισμένο και ήπιο. Η φωνή του γεμάτη έγνοια και θέρμη. Αυτό την τρομάζει. Δεν απαντάει, αλλά πάει και κάθεται όταν της το ζητάει. Κάποιοι από τους άλλους πρεσβύτερους την κοιτάζουν αυστηρά. Είναι όλοι μεσήλικες ή μεγαλύτεροι. Ο Βέσα Λάρσον και ο Τούμας Σέντερμπεργ είναι οι νεότεροι εκεί μέσα με τα τριάντα τους χρόνια. Ο Βέσα Λάρσον έχει προσηλωμένο το βλέμμα του στο τραπέζι. Ο Τούμας Σέντερμπεργ είναι σκυμμένος προς τα μπρος, με τους αγκώνες του στα γόνατα. Στηρίζει το μέτωπό του στα πλεγμένα σαν σε δέηση χέρια του και έχει τα μάτια του κλειστά. «Ο Τούμας υπέβαλε την παραίτησή του» λέει ο Φρανς Ζάκρισον. «Έπειτα από αυτό που συνέβη, νιώθει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι πάστορας στην ενορία όπου ανήκεις και εσύ, Ρεμπέκα». Οι πρεσβύτεροι γνέφουν καταφατικά και ο Φρανς Ζάκρισον συνεχίζει: «Θεωρώ πολύ σοβαρό αυτό που συνέβη, αλλά πιστεύω και στη συγχώρεση. Συγχώρεση από τον Θεό και τους ανθρώπους. Ξέρω ότι ο Θεός συγχώρεσε τον Τούμας και τον έχω συγχωρέσει κι εγώ. Όπως όλοι μας, εξάλλου». Σωπαίνει. Σκέφτεται προς στιγμήν αν πρέπει να μιλήσει και για τη συγχώρεση της Ρεμπέκα. Αλλά είναι μια μπερδεμένη περίπτωση. Έκανε την έκτρωση παρά τις ανιδιοτελείς εκκλήσεις του Τούμας Σέντερμπεργ. Και εκείνη δεν δείχνει ίχνος μεταμέλειας. Μπορεί να υπάρξει συγχώρεση χωρίς μεταμέλεια; Η Ρεμπέκα κάνει μεγάλη προσπάθεια να σηκώσει τα μάτια της και να αντιμετωπίσει το βλέμμα του Φρανς Ζάκρισον. Αλλά δεν το κατορθώνει. Είναι πάρα πολλοί. Δεν μπορεί να τους νικήσει. «Προσπαθήσαμε να πείσουμε τον Τούμας να αποσύρει την παραίτησή του, αλλά δεν το έκανε. Είναι δύσκολο γι’ αυτόν να συνεχίσει, μια και όλα θα του θυμίζουν πάντα το λάθος του…» Σωπαίνει πάλι, και με την ευκαιρία αυτήν τον λόγο παίρνει ο πάστορας Γκούναρ Ίσακσον. Η Ρεμπέκα κοιτάζει λοξά προς το


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

285

μέρος του. Ο Γκούναρ κάθεται αναπαυτικά στον δερμάτινο καναπέ. Το βλέμμα του είναι σχεδόν… ναι, άπληστο. Λες και πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να απλώσει το παχύ μικρό χέρι του να την αρπάξει και να την καταβροχθίσει ολάκερη. Αντιλαμβάνεται ότι ο Γκούναρ Ίσακσον είναι ευχαριστημένος που ο Τούμας την έχει άσχημα. Ο Τούμας παραείναι διανοούμενος για τα γούστα του Γκούναρ. Ο Τούμας Σέντερμπεργ ξέρει ελληνικά και τους επισημαίνει συνεχώς τι γράφει το πρωτότυπο κείμενο. Έχει σπουδάσει θεολογία στο πανεπιστήμιο. Ο Γκούναρ έχει τελειώσει μόνο τη Σχολή Δεύτερης Ευκαιρίας. Θα πρέπει να ήταν για τον ίδιο ιδιαίτερα απολαυστική η ευκαιρία να συζητήσει από κοινού με τους άλλους αδελφούς τις «αδυναμίες» του Τούμας Σέντερμπεργ. Ο Γκούναρ Ίσακσον παραδέχεται ότι μπήκε κι αυτός σε πειρασμό, αλλά ότι σε αυτές τις περιπτώσεις είναι που δοκιμάζεται η σχέση με τον Θεό. Λέει πως όταν ρωτήθηκε από τους πρεσβύτερους αν ένιωθε ακόμη εμπιστοσύνη για τον Τούμας Σέντερμπεργ ζήτησε μια μέρα περισυλλογής για να πει το τελικό «ναι». Ήθελε η απόφασή του να είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τον Θεό. Έλπιζε ότι η Ρεμπέκα καταλάβαινε ότι έτσι ακριβώς ήταν. «Πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει μεγάλα σχέδια για την Κίρουνα» λέει ο Αλφ Χέντμαν, ένας από τους πρεσβύτερους, και διακόπτει τον Γκούναρ. «Και πιστεύουμε πως ο Τούμας έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αυτά τα σχέδια». Η Ρεμπέκα καταλαβαίνει ακριβώς γιατί την κάλεσαν να έρθει. Ο Τούμας δεν μπορεί να συνυπάρξει μαζί της στην ίδια ενορία επειδή θα του θυμίζει συνεχώς το αμάρτημά του. Και όλοι θέλουν να παραμείνει ο Τούμας. Η Ρεμπέκα τους κάνει αμέσως τη χάρη. «Δεν χρειάζεται να φύγει» τους λέει. «Έτσι κι αλλιώς, είχα αποφασίσει να αποχωρίσω από την ενορία, μια και θα ξεκινήσω σπουδές στην Ουψάλα». Τη συγχαίρουν για την απόφασή της. Στην Ουψάλα, εξάλλου, υπάρχει μια πολύ καλή ενορία, αν θελήσει να γίνει μέλος. Τώρα θέλουν να προσευχηθούν γι’ αυτήν. Η Ρεμπέκα και ο Τούμας κάθονται σε δυο καρέκλες ο ένας δίπλα στον άλλον και οι


286

ASA LARSSON

υπόλοιποι σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω τους, τοποθετώντας τα χέρια τους πάνω τους για να προσευχηθούν. Σύντομα η γλωσσολαλία τους ξεχύνεται από τα παράθυρα και κατευθύνεται στον ουρανό. Τα χέρια τους είναι σαν έντομα που σέρνονται πάνω της. Παντού. Όχι, μάλλον είναι σαν καυτές πλάκες από ασφαλτόπισσα, που την καίνε διατρυπώντας τα ρούχα και το δέρμα της. Εκεί η ψυχή της αδειάζει. Νιώθει άσχημα. Θέλει να ξεράσει, αλλά δεν μπορεί. Είναι εγκλωβισμένη κάτω απ’ αυτούς τους άντρες, που έχουν βάλει τα χέρια τους πάνω στο κορμί της. Ένα πράγμα κάνει. Δεν κλείνει τα μάτια της. Τα κλείνει κανείς μόνον όταν δέχεται την προσεπίκληση. Ανοίγεται. Προς τα μέσα και προς τα άνω. Αλλά εκείνη έχει ανοιχτά τα μάτια. Γαντζώνεται από την πραγματικότητα με το να καρφώνει το βλέμμα στα γόνατά της. Σε έναν μόλις και μετά βίας ορατό λεκέ στη φούστα της. «Θα μείνεις για καφέ, έτσι δεν είναι;» τη ρωτάει ο Γκούναρ Ίσακσον όταν τελειώνουν. Κι εκείνη το κάνει υπάκουα. Οι πάστορες και οι πρεσβύτεροι τρώνε με απόλαυση το κέικ που τους έφτιαξε η Κάριν. Όλοι εκτός από τον Τούμας, που εξαφανίζεται αμέσως μετά το τέλος της προσευχής. Οι άλλοι μιλούν για τον καιρό και για όλες τις συναθροίσεις τους που θα γίνουν κατά τη διάρκεια του Πάσχα. Κανείς δεν μιλάει με τη Ρεμπέκα. Είναι σαν να μην υπάρχει. Η ίδια τρώει ένα γλυκό με καρύδα. Το νιώθει στεγνό και εύθρυπτο στο στόμα της και πίνει μεγάλες γουλιές τσάι για να το καταπιεί. Όταν έχει φάει το γλυκό της, αφήνει κάτω το φλιτζάνι, μουρμουρίζει ένα αντίο, περνάει την εξώπορτα και εξαφανίζεται απαρατήρητη. Σαν κλέφτης.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

287

Άννα-Μ αρία Μ έλα κόπιασε πολύ να φτάσει μέχρι το σπίτι της. Το ανηφορικό δρομάκι είχε γεμίσει χιόνια ξανά και το αυτοκίνητο κόλλησε ακριβώς αφού πέρασε την καγκελόπορτα. Κλότσησε το χιόνι που είχε μαζευτεί μπροστά στην πόρτα και την άνοιξε με ένα τράνταγμα. Φώναξε προς την πλευρά του σπιτιού: «Ρόμπερτ!» Καμιά απάντηση. Από το δωμάτιο του Μ άρκους ακουγόταν δυνατή μουσική. Δεν είχε νόημα να τον φωνάξει να κατέβει για να φτυαρίσει το χιόνι. Το μόνο που θα κέρδιζε θα ήταν μια μισάωρη συζήτηση. Προτιμούσε να το φτυαρίσει μόνη της. Αλλά δεν είχε αντοχές. Το φρέσκο κι απάτητο χιόνι σφηνωνόταν στη μισάνοιχτη πόρτα κι αναγκάστηκε να την τραβήξει πολύ δυνατά για να κλείσει. Ο Ρόμπερτ πρέπει να είχε πάει κάπου μαζί με την Τζένη και τον Πέτερ. Ίσως στη μητέρα του. Ο Μ άρκους είχε φίλους στο σπίτι. Μ άλλον συμπαίκτες από την ομάδα μπάντι. Το σακίδιο με τα αθλητικά του ήταν πεταμένο στο πάτωμα του χολ και κολυμπούσε στο νερό του λιωμένου χιονιού από τα παπούτσια τους. Δίπλα στο σακίδιο του Μ άρκους ήταν και άλλα δύο, που δεν τα αναγνώρισε. Δρασκέλισε πάνω από τα μπαστούνια του μπάντι, πήρε τα βρεγμένα σακίδια και τα έβαλε στην τουαλέτα. Έβγαλε από το σακίδιο του Μ άρκους τα αθλητικά του ρούχα. Μ ετά καθάρισε τα νερά από το πάτωμα και τακτοποίησε όμορφα τα μπαστούνια και τα παπούτσια στην είσοδο.


288

ASA LARSSON

Πηγαίνοντας στο πλυντήριο με τα βρεγμένα ρούχα αγκαλιά, πέρασε από την κουζίνα. Στο τραπέζι υπήρχε ένα μπουκάλι με γάλα και ένα κουτάκι με κακάο. Να είχαν μείνει εκεί από το πρωί; Ή να τα είχαν χρησιμοποιήσει ο Μ άρκους και οι φίλοι του; Μ ύρισε το γάλα· ήταν εντάξει. Το έβαλε στο ψυγείο. Έριξε ένα κουρασμένο βλέμμα στον γεμάτο νεροχύτη και κατευθύνθηκε στην πόρτα για το υπόγειο. Δύο κούτες από μπανάνες γεμάτες χριστουγεννιάτικα στολίδια βρίσκονταν ακόμη στη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο. Υποτίθεται ότι ήταν δουλειά του Ρόμπερτ να τα πάει στην αποθήκη. Καθώς κατέβαινε τα σκαλοπάτια πατούσε σε άπλυτα ρούχα, που τα άλλα μέλη της οικογένειας είχαν σωριάσει στη σκάλα. Άρχισε να τα μαζεύει αναστενάζοντας και τα πήρε και αυτά μαζί της για το πλυντήριο. Είχαν περάσει αιώνες από τότε που είχε ακόμη όρεξη να σιδερώνει και να διπλώνει ρούχα. Δεν άντεχε πια. Η στοίβα με τα καθαρά ρούχα πάνω στον πάγκο για το σιδέρωμα είχε αποκτήσει το ύψος του όρους Τόλπαγκορνι. Άπλυτα ρούχα σε σωρούς στο πάτωμα μπροστά από το πλυντήριο. Σκονόμπαλες παντού στις γωνίες. Παχουλές και γκρίζες ποντικομαμές που δεν φοβούνται άνθρωπο. Υγρές, σκούρες τούφες τριχών και χνουδιών γύρω από το φρεάτιο. Όταν θα πάρω άδεια μητρότητας, σκέφτηκε. Τότε θα έχω χρόνο. Πέταξε μέσα στο πλυντήριο άσπρες κάλτσες, εσώρουχα, μερικά σεντόνια και πετσέτες. Το έβαλε στους εξήντα βαθμούς και στο δεύτερο πρόγραμμα. Το πλυντήριο μπήκε σε λειτουργία μ’ ένα παρατεταμένο βουητό και η Άννα-Μ αρία περίμενε ν’ ακούσει το συνηθισμένο κλικ, σαν να ήταν σήμα μορς, όταν θα ξεκινούσε το πρόγραμμα και αμέσως μετά το νερό να τρέχει στον κύλινδρο. Αλλά δεν έγινε τίποτα. Το πλυντήριο συνέχιζε τον μονότονο βόμβο του. «Ξεκίνα λοιπόν!» είπε και χτύπησε το πλυντήριο με τη γροθιά της. Όχι καινούργιο πλυντήριο τώρα. Θα τους κόστιζε χιλιάδες κορόνες. Το πλυντήριο συνέχιζε τον βασανιστικό βόμβο του. Η Άννα-


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

289

Μ αρία το έκλεισε και το άνοιξε ξανά. Προσπάθησε με άλλο πρόγραμμα, Στο τέλος του έριξε μια κλοτσιά. Και μετά ήρθαν τα δάκρυα. Όταν ο Ρόμπερτ κατέβηκε μιαν ώρα αργότερα στο υπόγειο, βρήκε την Άννα-Μ αρία να κάθεται στον πάγκο. Δίπλωνε ρούχα, ήταν έξω φρενών και έκλαιγε. Τα απαλά του χέρια χάιδεψαν την πλάτη και τα μαλλιά της. «Τι έχεις, Μ ία-Μ ία;» «Παράτα με!» του είπε θυμωμένα. Μ ετά όμως, όταν την αγκάλιασε, εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και μέσα από αναφιλητά τού είπε για το πλυντήριο. «Κι εδώ μέσα γίνεται ο χαμός του κερατά» πρόσθεσε. «Μ ε το που θα περάσω την πόρτα για να μπω στο σπίτι, βλέπω μόνο πράγματα που πρέπει να γίνουν. Κι έπειτα αυτό…» Έβγαλε από το βουνό με τα καθαρά ρούχα μια μικρή μπλε φόρμα έξτρα σμολ με άσπρες ρίγες. Το μπλε είχε ξεθωριάσει και το ύφασμα είχε ξεφτίσει από τα πολλά πλυσίματα. «Το καημένο το παιδάκι. Θα φοράει σε όλη του τη ζωή ξεθωριασμένα ρούχα και θα τον πειράζουν στο σχολείο». Ο Ρόμπερτ χαμογέλασε μέσα από τα μαλλιά της. Αυτήν τη φορά τα ξεσπάσματά της ήταν ελάχιστα. Όταν ήταν έγκυος στον Πέτερ τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. «Είναι κι η δουλειά» συνέχισε εκείνη. «Μ ας ήρθε μια λίστα με όλους τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο των Θαυμάτων. Είχαμε σκεφτεί να τους τσεκάρουμε, αλλά η Σάνα Στράντγκορντ προφυλακίστηκε σήμερα και ο Φον Ποστ θέλει τώρα να ρίξουμε όλες τις δυνάμεις μας στην υπόθεση. Υποσχέθηκα λοιπόν στον Σβεν-Έρικ να κοιτάξω τη λίστα, αν και τυπικά δεν ασχολούμαι με αυτήν την υπόθεση. Απλώς δεν ξέρω πώς θα τα προλάβω όλα». «Έλα» της είπε ο Ρόμπερτ. «Πάμε πάνω στην κουζίνα για να μας φτιάξω λίγο τσάι». Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον στο τραπέζι της κουζίνας. Η Άννα-Μ αρία ανακάτευε αφηρημένα με το κουτάλι της το μέλι που είχε βάλει στο χαμομήλι της και το παρακολουθούσε να λιώνει. Ο Ρόμπερτ καθάρισε ένα μήλο, το


290

ASA LARSSON

έκοψε σε κομμάτια και της το ’δωσε. Εκείνη άρχισε να το τρώει χωρίς δεύτερη σκέψη. «Όλα θα τακτοποιηθούν» της είπε. «Μ η μου λες ότι όλα θα τακτοποιηθούν». «Τότε να μετακομίσουμε. Εσύ, εγώ και το μωρό. Ας το αφήσουμε αυτό το ακατάστατο σπίτι. Τα παιδιά θα τα καταφέρουν για λίγο. Μ ετά θα έρθει η κοινωνική πρόνοια να τα πάρει και να τα δώσει σε θετούς γονείς». Η Άννα-Μ αρία γέλασε και έπειτα φύσηξε δυνατά τη μύτη της σ’ ένα τραχύ χαρτί κουζίνας. «Ή θα πούμε στη μαμά μου να μετακομίσει εδώ» είπε ο Ρόμπερτ. «Σε καμία περίπτωση». «Θα συγύριζε». Η Άννα-Μ αρία γέλασε. «Σε καμία απολύτως περίπτωση». «Θα άδειαζε το πλυντήριο πιάτων. Θα σιδέρωνε τις κάλτσες μου. Θα σου έδινε χρήσιμες συμβουλές». Ο Ρόμπερτ σηκώθηκε και πέταξε τα φλούδια από το μήλο στον νεροχύτη. Γιατί δεν μπορεί να τα πετάξει απευθείας στα σκουπίδια, σκέφτηκε η Άννα-Μ αρία κουρασμένα. «Έλα να φωνάξουμε τα παιδιά και να πάμε ν’ αγοράσουμε πίτσα» της είπε. «Μ ετά θα σε αφήσουμε στο Τμήμα για να ελέγξεις απόψε αυτήν τη λίστα με τους θαυματοποιούς». Όταν η Σάρα και η Ρεμπέκα μπήκαν στην κουζίνα του Πόλμη, το απόγευμα της Παρασκευής, ο Πόλμη και η Λούβα ασχολούνταν με το κέρωμα των σκι. Ο Πόλμη κρατούσε ένα λευκό κομμάτι παραφίνη μπροστά σε ένα μικρό σίδερο σιδερώματος. Έπειτα την άφηνε να στάζει πάνω στο κάτω μέρος των πέδιλων του σκι, τα οποία είχε στερεώσει σε μια βάση κερώματος. Μ όλις έπεφταν οι σταγόνες της παραφίνης τις άπλωνε με το σίδερο και με έμπειρο χέρι σε όλη την επιφάνεια. Έπειτα άφηνε το σίδερο και άπλωνε το χέρι του προς την πλευρά της Λούβα χωρίς να την κοιτάζει. Σαν χειρουργός πάνω από τον ασθενή του.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

291

«Ξέστρο» έλεγε. Η Λούβα του έδινε το ξέστρο. «Κερώνουμε τα σκι» εξήγησε η Λούβα στη μεγάλη της αδερφή, ενώ ο Πόλμη πλάνιζε το περίσσευμα της παραφίνης, το οποίο έπεφτε από τα πέδιλα υπό μορφή λευκών, στριφτών ξυσμάτων. «Εμ καλά, το βλέπω» είπε η Σάρα και έσκυψε να χαϊδέψει την Μ πέλα, που ήταν ξαπλωμένη σε μια κουρελού κάτω από το παράθυρο και κουνούσε την ουρά της, με αποτέλεσμα το καλοριφέρ πίσω της ν’ αρχίσει να «τραγουδάει». «Μ άλιστα» είπε η Ρεμπέκα στον Πόλμη «κάνατε κατάληψη στην κουζίνα, βλέπω». «Ναι» απάντησε εκείνος. «Χρειαζόμασταν χώρο γι’ αυτήν τη δουλειά. Καλύτερα να πεις κι εσύ ένα “γεια” στην Μ πέλα, γιατί διαφορετικά τη βλέπω ν’ αρχίζει τις παλαβομάρες. Την έδεσα εκεί για να μη μας τα ρίξει όλα κάτω ή αρχίσει να τρέχει πάνω στα ξύσματα παραφίνης. Έτσι μπράβο, Λούβα, δώσε μου τώρα την παραφίνη». Πήρε το σίδερο από τον νεροχύτη και έλιωσε μια καινούργια δόση παραφίνης στα σκι. «Εντάξει, ομορφούλα μου, πάρε τώρα τα δικά σου σκι και πέρνα τους μια στρώση». Η Ρεμπέκα έσκυψε πάνω στην Μ πέλα και τη χάιδεψε λίγο κάτω από τον λαιμό. «Πεινάτε;» ρώτησε ο Πόλμη. «Έχουμε κουλούρια και γάλα». Η Ρεμπέκα και η Σάρα κάθισαν στον ξύλινο καναπέ κρατώντας από ένα ποτήρι γάλα. Περίμεναν το κουδούνισμα από τον φούρνο μικροκυμάτων. «Θα βγείτε για σκι;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Μ πα» είπε ο Πόλμη. «Σίγουρα αύριο θα πέσει ο αέρας. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα μπορούσαμε να πάμε με το σκούτερ από τον δρόμο δίπλα στο ποτάμι μέχρι την καλύβα στο Γιέκαγιερβι. Εκεί μπορείτε να κάνετε σκι. Εσύ άλλωστε έχεις να πας εκεί εδώ και πολλά χρόνια». Η Ρεμπέκα έβγαλε τα τσουρεκάκια από τον φούρνο και τα ακούμπησε κατευθείαν πάνω στο τραπέζι από πευκόξυλο. Ήταν


292

ASA LARSSON

πολύ καυτά, αλλά αυτή και η Σάρα έκοβαν μικρά κομματάκια και τα βουτούσαν στο κρύο γάλα. Η Λούβα έτριβε ζωηρά το κερί πάνω στα μικρά της σκι. «Πάω ευχαρίστως στο Γιέκαγιερβι, αλλά πρέπει να δουλέψω και αύριο» είπε η Ρεμπέκα και έκλεισε τα μάτια. Ο πονοκέφαλος την τρυπούσε σαν καλέμι πίσω από τα βλέφαρα. Μ ε τον αντίχειρα και τον δείκτη πίεσε σε κάποια σημεία στη ρίζα της μύτης. Ο Πόλμη την κοίταξε. Μ ετά κοίταξε το μισοφαγωμένο τσουρεκάκι δίπλα στο ποτήρι με το γάλα. Έδωσε στη Λούβα το ξέστρο και οδηγίες πώς να το απλώνει κάτω από τα σκι. «Άκουσέ με» έκανε στη Ρεμπέκα «πήγαινε πάνω και πέσε στο κρεβάτι όπως είσαι. Εγώ και τα κορίτσια θα βγάλουμε έξω την Μ πέλα και μετά θα ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό». Η Ρεμπέκα ανέβηκε στον επάνω όροφο και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Το διπλό κρεβάτι του Πόλμη και της Μ άι-Λις έστεκε στρωμένο στην εντέλεια και κενό στο σιωπηλό δωμάτιο. Οι τορνευτές μπάλες στο ξύλινο κεφαλάρι είχαν σκουρύνει με τα χρόνια αποκτώντας μια γυαλάδα από την επαφή. Της δημιουργήθηκε η διάθεση να τις αγγίξει. Ο γκρίζος ουρανός άφηνε απέξω το περισσότερο φως της ημέρας και στο δωμάτιο επικρατούσε μισοσκόταδο. Ξάπλωσε πάνω στα στρωσίδια και έριξε πάνω της το κουβερτάκι που ήταν διπλωμένο στα πόδια του κρεβατιού. Ήταν κουρασμένη, κρύωνε και το κεφάλι της σφυροκοπούσε. Μ ην μπορώντας να βρει ησυχία, πήρε το κινητό της τηλέφωνο και κοίταξε τα μηνύματα. Το πρώτο ήταν από τον Μ ονς Βένγκρεν. «Δεν χρειάστηκε κανένα κομμένο κεφάλι αλόγου» τον άκουσε να λέει αργόσυρτα. «Υποσχέθηκα ωστόσο στη δημοσιογράφο να της δώσω την είδηση αν αποσύρει τη μήνυση για ξυλοδαρμό». «Ποια είδηση;» έκανε σφυριχτά η Ρεμπέκα. Περίμενε ότι ο Μ ονς θα έλεγε κάτι ακόμα, αλλά το μήνυμα τέλειωσε και μια άχρωμη φωνή την ενημέρωσε για την ώρα που έφτασε το επόμενο μήνυμα. Εμ τι νόμιζες; είπε στον εαυτό της. Ότι θα άρχιζε την κουβεντούλα και τα αστειάκια;


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

293

Το επόμενο μήνυμα ήταν από τη Σάνα. «Γεια σου» έλεγε η Σάνα με κοφτή φωνή. «Μ όλις τώρα έμαθα από την Άννα-Μ αρία ότι θα ανακρίνουν τα κορίτσια. Μ ε παρέμβαση παιδοψυχιάτρου και με όλα τα σχετικά. Δεν το θέλω και έχω μείνει έκπληκτη που δεν μου είπες τίποτα γι’ αυτό. Κρίμα που δεν λειτουργεί η σχέση μας, και γι’ αυτό αποφάσισα να φροντίζουν η μαμά και ο μπαμπάς τα παιδιά προς το παρόν». Η Ρεμπέκα έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να ακούσει τα υπόλοιπα μηνύματα. Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και στο άνοιγμα φάνηκε το κεφάλι του Πόλμη. Την είδε που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα μάτια καρφωμένα στο κινητό που κρατούσε στο χέρι. «Μ ου φαίνεται πως πρέπει να το αλλάξεις αυτό πια με ένα λούτρινο αρκουδάκι» της είπε. «Θα σου κάνει καλό να έρθεις στο Γιέκαγιερβι. Εκεί δεν θα πιάνει καλό σήμα κι έτσι μπορείς να αφήσεις τη συσκευή στο σπίτι. Ήθελα μόνο να σου πω ότι το φαγητό θα είναι έτοιμο σε μια ώρα. Τότε θα έρθω να σε ξυπνήσω. Κοιμήσου τώρα». «Μ η φεύγεις» του είπε η Ρεμπέκα. «Πες μου κάτι για τη γιαγιά μου». Ο Πόλμη πήγε στην ντουλάπα, έβγαλε ακόμα μια κουβέρτα, την ξεδίπλωσε και την έριξε πάνω στη Ρεμπέκα. Έπειτα πήρε το κινητό από το χέρι της και το ακούμπησε στο κομοδίνο. «Ο κόσμος εδώ δεν πίστευε ότι ο Άλμπερτ, ο παππούς σου, θα παντρευόταν ποτέ» της είπε. «Όταν πήγαινε επίσκεψη σε κάποιο σπίτι καθόταν σιωπηλός σε μια γωνιά με τον σκούφο στα χέρια. Ήταν ο μόνος από τ’ αδέρφια που είχε μείνει στο κτήμα με τον πατέρα του. Και ο πατέρας –ο προπάππους σου– ήταν σκληρός άνθρωπος. Εμείς τα παιδιά τον τρέμαμε. Διάβολε, μια φορά που μας έπιασε να παίζουμε πόκα έξω στην αυλή, νόμιζα ότι θα μου το ξερίζωνε τ’ αυτί. Ήταν φανατικός λουθηρανός, και μάλιστα λεσταδιανός λουθηρανός. Εν πάση περιπτώσει. Ο Άλμπερτ έφυγε να πάει σε μια κηδεία στο Γιουνουσουάντο και όταν επέστρεψε... ναι, κάτι είχε αλλάξει. Ήταν βέβαια σιωπηλός, όπως και στο παρελθόν. Αλλά έδειχνε σαν να καθόταν και να χαμογελούσε μόνος του, παρόλο που τα χείλη του δεν κουνιόνταν, αν


294

ASA LARSSON

καταλαβαίνεις τι εννοώ. Είχε συναντήσει τη γιαγιά σου. Και εκείνο το καλοκαίρι πήγε πολλές φορές στο Κουόκσου να επισκεφτεί τους συγγενείς του. Ο Έμιλ γινόταν πυρ και μανία που ο Άλμπερτ εξαφανιζόταν όταν ήταν να κόψουν και ν’ αποξηράνουν τον σανό. Τελικά, ήρθε και εκείνη να τον επισκεφτεί. Και ξέρεις τι σόι πράγμα ήταν η Τερέσια. Σαν ήταν για δουλειά δεν την ξεπερνούσε κανένας. Στο τέλος, δεν ξέρω τι έγινε, αλλά ο Έμιλ και η Τερέσια πήγαν να θερίσουν στο παλιό βοσκοτόπι, ξέρεις, το χωράφι ανάμεσα στο πατατοχώραφο και στο ποτάμι. Από μισό ο καθένας. Ήταν σαν διαγωνισμός. Το θυμάμαι πολύ καλά. Το καλοκαίρι κόντευε να τελειώσει, είχε γεμίσει ο τόπος σκνίπες, και, επειδή ήταν λίγο πριν το βραδινό φαγητό, τσιμπούσαν σαν μανιασμένες. Όλα ήταν ήρεμα. Εμείς τα παιδιά είχαμε μαζευτεί εκεί και τους κοιτάζαμε. Ο Ίσακ, ο αδερφός του Έμιλ, ήταν κι αυτός εκεί. Δεν πρόλαβες να τον γνωρίσεις. Κρίμα. Προχωρούσαν λοιπόν σιωπηλοί και θέριζαν, καθένας με το δρεπάνι του, ο Έμιλ και η Τερέσια. Όλοι τούς κοιτάζαμε σιωπηλοί. Μ όνο τα έντομα ακούγονταν και τα τιτιβίσματα των χελιδονιών». «Νίκησε εκείνη;» ρώτησε η Ρεμπέκα. «Όχι, αλλά κατά κάποιον τρόπο ούτε και ο Έμιλ νίκησε. Τέλειωσε βέβαια πρώτος, αλλά κι η γιαγιά σου τελείωσε αμέσως μετά. Θυμάμαι τον Ίσακ που χάιδεψε το γενάκι του και είπε: “Εντάξει, Έμιλ, μάλλον θα πρέπει να βάλουμε το κριάρι να βοσκήσει στο δικό σου κομμάτι”. Ο Έμιλ είχε χειριστεί το δρεπάνι του με αστραπιαία ταχύτητα, αλλά δεν ήταν και τόσο όμορφο το αποτέλεσμα. Αλλά το μισό της γιαγιάς σου ήταν λες και είχε κόψει το χόρτο πεσμένη στα γόνατα και με το ψαλιδάκι των νυχιών. Λοιπόν, τώρα έμαθες πώς κατάφερε να κερδίσει τον σεβασμό του πεθερού της, του προπάππου σου». «Πες μου κι άλλα» τον παρακάλεσε η Ρεμπέκα. «Κάποια άλλη φορά» της είπε χαμογελαστά ο Πόλμη. «Κοιμήσου τώρα λίγο». Έκλεισε πίσω του την πόρτα. Πώς να κοιμηθώ; σκέφτηκε η Ρεμπέκα. Είχε μια σαφή αίσθηση πως η Άννα-Μ αρία Μ έλα της είχε πει


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

295

ψέματα. Ή, αν δεν της είχε πει ψέματα, κάτι της είχε κρύψει. Γιατί η Σάνα αντέδρασε όταν άκουσε πως θα ανακρίνουν τα κορίτσια; Μ ήπως για τον ίδιο λόγο που αντέδρασε και η ίδια; Επειδή δεν εμπιστευόταν τον Φον Ποστ; Ή επειδή ανακάτεψαν και τον παιδοψυχίατρο; Γιατί είχε στείλει κάποιος κάρτα στον Βίκτορ, γράφοντάς του ότι αυτό που είχαν κάνει δεν ήταν λάθος στα μάτια του Θεού; Γιατί αυτό το ίδιο άτομο την είχε απειλήσει; Ή μήπως δεν ήταν απειλή, αλλά μια απλή προειδοποίηση; Προσπάθησε να θυμηθεί ακριβώς τι έγραφε το σημείωμα. Θεέ μου, δεν γίνεται να κοιμηθώ τώρα, σκέφτηκε και κοίταξε το ταβάνι. Αλλά την επόμενη στιγμή είχε πέσει σε βαθύ ύπνο. Την ξύπνησε μια σκέψη. Έστρεψε το βλέμμα στο μισοσκόταδο του ταβανιού κι έμεινε εντελώς ακίνητη κάτω από το σκέπασμα, για να μη διώξει τη σκέψη αυτή. Ήταν κάτι που είχε πει η Άννα-Μ αρία Μ έλα: «Έχουμε μόνο ενδείξεις». «Αν κανείς έχει μόνο ενδείξεις, τι άλλο χρειάζεται;» ψιθύρισε προς τη μεριά του ταβανιού. Κίνητρο. Και ποιο κίνητρο θα μπορούσαν ν’ ανακαλύψουν αν ανέκριναν τις κόρες της Σάνα; Η σκέψη έπεσε μέσα της όπως ένα νόμισμα στο σιντριβάνι των επιθυμιών. Έπεσε στο νερό και κάθισε στον πάτο. Οι κυκλικοί κυματισμοί στην επιφάνεια του νερού χάθηκαν και η εικόνα εμφανίστηκε καθαρή. Ο Βίκτορ και τα κορίτσια. Η Ρεμπέκα προσπάθησε να αμυνθεί ενάντια στη σκέψη. Δεν είναι δυνατόν. Κι όμως, ήταν τόσο φρικτά δυνατόν. Σκέφτηκε τι έγινε όταν έφτασε στην Κούραβαρα. Πώς η Λούβα πασαλείφτηκε και πασάλειψε και το σκυλί με υγρό καθαρισμού. Η Σάνα ήταν επίσης που της είπε ότι έτσι έκανε πάντα η Λούβα. Αυτό όμως είναι κάτι που το κάνουν συνήθως τα παιδιά που… Δεν άντεχε να το σκεφτεί κι άλλο. Ξαφνικά της ήρθε στο μυαλό η εικόνα της Σάνα. Η Σάνα με τα


296

ASA LARSSON

προκλητικά της ρούχα. Και τον βαρύ, επικίνδυνο μπαμπά. Πώς και δεν το αντιλήφθηκα νωρίτερα, σκέφτηκε. Η οικογένεια. Το οικογενειακό μυστικό. Δεν μπορεί να είναι έτσι. Κι όμως, έτσι πρέπει να είναι. Αλλά και πάλι, δεν μπορεί να σκότωσε η Σάνα τον Βίκτορ. Η Σάνα δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει μόνη της, όσο και να το ήθελε. Θυμήθηκε τότε που η Σάνα είχε αγοράσει μια φρυγανιέρα η οποία βγήκε ελαττωματική. Δεν μπόρεσε καν να την επιστρέψει στο κατάστημα, σκέφτηκε. Αν δεν το είχα αναλάβει εγώ, θα την κρατούσε και δεν θα έλεγε κουβέντα. Ανακάθισε στο κρεβάτι και άρχισε να συλλογίζεται. Αν η Σάνα δεν θέλει να ανακρίνουν τα παιδιά της, τότε κατά πάσα πιθανότητα οι γονείς της έρχονται προς τα εδώ. Σίγουρα θα πήγαν και στο σπίτι της γιαγιάς και θα προσπάθησαν ν’ ανοίξουν. Και σίγουρα θα επιστρέψουν όπου να ’ναι. Πήρε το κινητό της και τηλεφώνησε στην Άννα-Μ αρία Μ έλα. Εκείνη απάντησε στην απευθείας γραμμή της δουλειάς. Ακουγόταν κουρασμένη. «Δεν μπορώ να σου εξηγήσω» της είπε η Ρεμπέκα. «Αν όμως θέλεις εσύ να ανακρίνεις τα παιδιά, μπορώ να τα φέρω αύριο. Μ ετά θα είναι δύσκολο για σας». Η Άννα-Μ αρία Μ έλα δεν έκανε καμία ερώτηση. «Καλώς» της είπε. «Θα το κανονίσω». Έκλεισαν ραντεβού για την επομένη και η Ρεμπέκα της υποσχέθηκε να έχει μαζί της και τα παιδιά. Αυτό ήταν, σκέφτηκε η Ρεμπέκα και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Λυπάμαι, Σάνα, αλλά μέχρι αύριο το απόγευμα δεν πρόκειται να πάρω κανένα μήνυμα στο κινητό. Οπότε δεν ξέρω ακόμη ότι θέλεις να έρθουν οι γονείς σου και να πάρουν τα κορίτσια. Έπρεπε να κρυφτεί κάπου μέχρι την επομένη. Εδώ δεν μπορούσε να μείνει με τα παιδιά. Η Σάνα είχε πάει στο σπίτι του Πόλμη.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

297

Στο αστυνομικό τμήμα, η Άννα-Μ αρία Μ έλα καθόταν μπροστά στον υπολογιστή της και συνέκρινε τις φωτογραφίες από τα δικά τους αρχεία για τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο των Θαυμάτων. Το χολ έξω από το γραφείο της ήταν σκοτεινό. Δίπλα της, πάνω στο γραφείο, υπήρχε μια μισοφαγωμένη πίτσα με τόνο στο λιγδιασμένο κουτί της. Ο αριθμός των συμμετεχόντων στο Συνέδριο των Θαυμάτων που διέθεταν ποινικό μητρώο ή που ήταν καταγραμμένοι στο μητρώο υπόπτων ήταν παραδόξως μεγάλος. Τα περισσότερα αδικήματα αφορούσαν ναρκωτικά, καταχρήσεις και βιαιοπραγίες. Μ ετανιωμένοι ναρκομανείς και αλήτες, σκέφτηκε η ΆνναΜ αρία. Είχε σημειώσει τα ονόματα κάποιων που θεωρούσε ότι άξιζε να τους ελέγξει. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να τηλεφωνήσει στον Ρόμπερτ, το μάτι της έπεσε πάνω σε μια σημείωση για κάποια δολοφονία. Η καταδικαστική απόφαση προερχόταν από το Πρωτοδικείο του Γιέβλε. Πριν από δώδεκα χρόνια. Ποινή: εγκλεισμός σε ψυχιατρείο. Ούτε μια αναφορά έκτοτε. Για στάσου, είπε. Βρίσκεται εδώ με άδεια εξόδου ή έχει αφεθεί ελεύθερος; Πρέπει να τον ελέγξω. Σήκωσε το ακουστικό και τηλεφώνησε στο σπίτι της. Της απάντησε ο Μ άρκους. Απογοητεύτηκε που ήταν η μάνα του. «Πες στον μπαμπά ότι θ’ αργήσω» του είπε. Η Ρεμπέκα κατέβηκε στην κουζίνα. Βρήκε τον Πόλμη να ετοιμάζεται να στρώσει τραπέζι. Είχε βγάλει εκείνα τα ίδια ντουραλέξ ποτήρια, τα μαχαιροπίρουνα με λαβές μαύρου βακελίτη και τα καθημερινά πιάτα με τα κίτρινα λουλουδάκια που θυμόταν η Ρεμπέκα από μικρή. Καθόταν συχνά σ’ αυτήν εδώ την κουζίνα και κουβέντιαζε με τη Μ άι-Λις και τον Πόλμη. «Έχουμε κεφτεδάκια» της είπε. «Πεινάω μέχρι λιποθυμίας» είπε ανυπόμονα η Ρεμπέκα. «Μ υρίζει υπέροχα». «Δύο τρίτα κιμά από τάρανδο και ένα τρίτο χοιρινό». «Πού είναι τα κορίτσια;»


298

ASA LARSSON

Ο Πόλμη έγνεψε προς το μεγάλο δωμάτιο. «Δεν μου λες;» έκανε η Ρεμπέκα. «Μ ήπως μπορώ να δανειστώ το σκούτερ σου με το έλκηθρο. Λέω να πάω με τα κορίτσια στην καλύβα στο Γιέκαγιερβι απόψε κιόλας». Ο Πόλμη ακούμπησε τη μαντεμένια κατσαρόλα πάνω στο τραπέζι. Για βάση χρησιμοποίησε μια πετσέτα με τα αρχικά της Μ άι-Λις κεντημένα με κόκκινη κλωστή. «Συνέβη κάτι;» ρώτησε. Η Ρεμπέκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Δεν είναι κάτι σοβαρό» του είπε. «Αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο εδώ. Αν έρθουν οι γονείς της Σάνα και μας ζητήσουν, εσύ δεν ξέρεις πού είμαστε». «Μ άλιστα» έκανε ο Πόλμη. «Εδώ έχω φόρμες για το σκούτερ, και για σένα και για τα παιδιά. Θα σας δώσω και φαγητό και ξύλα για τη φωτιά να τα πάρετε μαζί σας. Θα έρθω να σας βρω αύριο το πρωί με την Μ πέλα. Αλλά δεν θα σας αφήσω να φύγετε απόψε χωρίς να βάλετε μια μπουκιά μέσα σας». Η Ρεμπέκα πήγε στο μεγάλο δωμάτιο. Η Λούβα και η Σάρα είχαν απλώσει εφημερίδες πάνω στο πτυσσόμενο τραπέζι και ζωγράφιζαν βαθιά συγκεντρωμένες πάνω σε πέτρες. Στη μέση του τραπεζιού υπήρχε μια ζωγραφισμένη πέτρα που την είχαν για μοντέλο. Ήταν μεγάλη σαν αντρική γροθιά και παρίστανε μια κουλουριασμένη γάτα με τιρκουάζ μάτια. «Την έφτιαξαν τα εγγόνια μου το περασμένο καλοκαίρι που ήταν εδώ» φώναξε ο Πόλμη από την κουζίνα. «Σκέφτηκα ότι θα το χαίρονταν και η Λούβα με τη Σάρα. Η Μ πέλα γάβγισε προειδοποιητικά από το εσωτερικό της κουζίνας. «Σταμάτα το πια αυτό!» τη μάλωσε ο Πόλμη. «Δεν καταλαβαίνω τι την έχει πιάσει» είπε απευθυνόμενος στη Ρεμπέκα. «Πριν από μισή ώρα περίπου είχε αρχίσει πάλι να γαβγίζει κατά τον ίδιο εκνευριστικό τρόπο. Καμιά αλεπού θα μυρίστηκε ή κάτι τέτοιο. Δεν σε ξύπνησε, έτσι;» Η Ρεμπέκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Κοίτα, Ρεμπέκα, ζωγραφίζω τη Σαπ!» φώναξε η Λούβα. «Χμμ, πολύ όμορφο» έκανε η Ρεμπέκα αφηρημένα. «Να


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

299

πάρετε μαζί σας τις πέτρες και τα χρώματα, γιατί απόψε με το σκούτερ θα πάμε να κοιμηθούμε στην καλύβα της γιαγιάς μου».


300

Σ

ASA LARSSON

τις έξι και τέταρτο το απόγευμα η Ρεμπέκα ξεκίνησε με το σκούτερ από το σπίτι του Πόλμη και πήρε τον δρόμο για το ποτάμι. Φορούσε ολοπρόσωπη κουκούλα και αποπάνω γούνινο καπέλο. Παρ’ όλα αυτά, αναγκαζόταν να ανοιγοκλείνει συνεχώς τα μάτια της κόντρα στο χιόνι που μαστίγωνε το πρόσωπό της. Το φως από τους προβολείς του σκούτερ αντικατοπτριζόταν στο χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα και δεν την άφηνε να δει πάνω από κάνα μέτρο μπροστά. Η Σάρα και η Λούβα ήταν κουκουλωμένες στο έλκηθρο κάτω από κουβέρτες και δέρματα ταράνδου μαζί με τα πράγματά τους. Μ όλις και μετά βίας ξεχώριζες τις άκρες από τις μύτες τους. Έκοψε δρόμο μέσα από την αυλή της γιαγιάς και σταμάτησε το σκούτερ έξω από το σπίτι. Κανονικά θα έπρεπε να τρέξει πάνω και να πάρει τις πιτζάμες των παιδιών. Κι αν οι γονείς της Σάνα παρουσιάζονταν φάντης μπαστούνι στη στιγμή; Αυτό της έλειπε τώρα. Όχι, καλύτερα να μην καθυστερούσε καθόλου. Αν μπορούσε να κρατήσει τα κορίτσια μακριά από όλους μέχρι την επόμενη μέρα, θα δινόταν η ευκαιρία στον παιδοψυχίατρο να μιλήσει μαζί τους. Έπειτα ας αναλάμβαναν οι κοινωνικές υπηρεσίες την ευθύνη, ή όποιος άλλος διάολος ήταν αρμόδιος. Τουλάχιστον τότε θα είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι της για τα κορίτσια. Πάτησε γκάζι και κατευθύνθηκε προς το ποτάμι. Το σκοτάδι έκλεινε πίσω της σαν μαύρη κουρτίνα. Και ο άνεμος έσβηνε αμέσως τα ίχνη του σκούτερ.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

301

Ο Κουρτ Μ πέκστρεμ στέκεται σαν σκιά πάνω στην κουζίνα της γιαγιάς. Είναι ακουμπισμένος στον τοίχο δίπλα στο παράθυρο και κοιτάζει τα φώτα του σκούτερ που χάνονται προς το ποτάμι. Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα μαχαίρι. Μ ε τον δείκτη αγγίζει την κόψη για να νιώσει τον αθέρα του. Στη μία τσέπη της φόρμας του έχει τρεις μαύρες σακούλες. Στην άλλη το κλειδί του σπιτιού που έκλεψε από την τσέπη του παλτού της Ρεμπέκα. Έμεινε ώρα πολλή στο σκοτάδι και περίμενε. Τώρα αφήνει τα βλέφαρά του να κλείσουν για λίγο. Είναι υπέροχα. Τα μάτια του είναι στεγνά και ζεματάνε. Οι αλεπούδες έχουν λαγούμια και τα πτηνά του ουρανού φωλιές, αλλά ο Υιός του ανθρώπου δεν έχει καμιά γωνιά να γείρει το κεφάλι του.


302

Η

ASA LARSSON

Άννα-Μ αρία Μ έλα ακολουθούσε ανατολική πορεία προς το Λόμπολο. Η ώρα ήταν δέκα και τέταρτο το βράδυ. Οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Ο Σβεν-Έρικ τίναξε ενστικτωδώς το χέρι του για να πιαστεί στο ντουλαπάκι του συνοδηγού την ώρα που το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο να γλιστρήσει πάνω στις λωρίδες του οδοστρώματος, οι οποίες καλύπτονταν με φρέσκο χιόνι. Το χέρι μέσα στο χοντρό γάντι δεν βρήκε κάτι απ’ όπου θα μπορούσε να πιαστεί. Στη δεξιά πλευρά το πολυκατάστημα Ομπς, την παρουσία του οποίου μαρτυρούσαν κάποια αδύναμα φωτεινά σημεία πίσω από το παραπέτασμα χιονιού. Το στοπ πριν από την πλατεία και οι ρόδες να πλανάρουν στο πάτημα του γκαζιού. Αριστερά το Διαστημικό Κτίριο, σαν ένα μόνιμα ναυαγισμένο, εξωγήινο διαστημόπλοιο σε χρώμα ασημί. Πινακίδα σε αστραφτερό κόκκινο χρώμα. Η περιοχή με τις βίλες, η οδός Λίθου, η οδός Βράχου, ο οδός Ογκολίθου, με τα αγροκτήματα όπου το χιόνι φτυαριζόταν επιμελώς και οι ταΐστρες για τα πουλιά ήταν μονίμως γεμάτες. «Ονομάζεται Κουρτ Μ πέκστρεμ» είπε η Άννα-Μ αρία. «Πριν από δώδεκα χρόνια καταδικάστηκε για φόνο με εγκλεισμό σε ίδρυμα ψυχιατρικής παρακολούθησης, όπως το αποκαλούσαν τότε. Έκτοτε δεν υπάρχει καμιά αναφορά γι’ αυτόν». «Εντάξει, και τι είδους φόνος ήταν;» «Σκότωσε με μαχαίρι τον πατριό του. Πολλές μαχαιριές. Η μάνα του ήταν αυτόπτης μάρτυς και κατέθεσε εναντίον του στο δικαστήριο. Στην κατάθεσή της δήλωσε πως φοβόταν το παιδί».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

303

«Το παιδί;» «Ήταν μόνο δεκαεννιά χρόνων. Και δεν είναι εδώ ως επισκέπτης στο Συνέδριο. Εδώ ζει, στο Λόμπις. Τάλπλαν 5Β. Μ ια συνάδελφος από το Γιέβλε ήξερε κάποιον στη γραμματεία των δικαστηρίων. Πήγε εκεί μετά τη δουλειά της και μου έστειλε με φαξ τις αποφάσεις. Καμιά φορά είναι καλό να γνωρίζεις κόσμο». Έστριψε και μπήκε στο πάρκινγκ. Σειρές τα γκαράζ. Δίπατα ενοικιαζόμενα ξύλινα σπίτια από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα. Βγήκαν από το αυτοκίνητο και άρχισαν να περπατούν. Ούτε ένας άνθρωπος δεν ήταν έξω, παρόλο που ήταν Παρασκευή βράδυ. «Πριν από δύο χρόνια βγήκε από το ψυχιατρείο με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου» συνέχισε η Άννα-Μ αρία. «Είχε επαφή με το σύστημα ανοιχτής περίθαλψης στο νοσοκομείο του Γιέβλε. Έκανε συχνά ενέσεις φαρμάκου σε μορφή ντεπότ κι έπιασε δουλειά. Αλλά όπως προκύπτει από το Δημοτολόγιο μετακόμισε στην Κίρουνα πέρσι τον Ιανουάριο. Και, όπως μας είπε ο υπεύθυνος γιατρός στο ψυχιατρικό τμήμα του Γέλιβαρε, δεν ήρθε σε επαφή με το σύστημα ανοιχτής περίθαλψης στην Κίρουνα». «Οπότε…» «Οπότε… δεν ξέρω, φαίνεται πάντως ότι για έναν χρόνο δεν έχει πάρει τα φάρμακα που χρειάζεται. Αλλά το θεωρείς παράξενο αυτό; Εννοώ, είδες τη βιντεοταινία της ενορίας: “Πέτα τα χάπια σου! Ο Θεός είναι ο γιατρός σου!”». Έμειναν για λίγο ακίνητοι μπροστά στην πόρτα για το κλιμακοστάσιο. Δύο από τα διαμερίσματα ήταν σκοτεινά. Ο ΣβενΈρικ έβαλε το χέρι του στο πόμολο. Η Άννα-Μ αρία χαμήλωσε τη φωνή της. «Ρώτησα τον υπεύθυνο γιατρό τι γίνεται με τους ασθενείς που σταματούν τη χορήγηση ενέσεων φαρμάκου σε μορφή ντεπότ». «Και;» «Και... ξέρεις πώς είναι μ’ αυτούς, δεν μπορούν να μιλήσουν για τη συγκεκριμένη περίπτωση… είναι διαφορετικά από άτομο σε άτομο… αν και στο τέλος κατάφερα να τον κάνω να μου πει πως το πιθανότερο είναι να χειροτερέψει. Ακόμα και να αρρωστήσει


304

ASA LARSSON

τελείως. Και ξέρεις τι μου είπε όταν του ανέφερα ότι κάποια εκκλησία προτείνει να πετάνε οι άνθρωποι τα φάρμακά τους;» Ο Σβεν-Έρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Είπε: “Οι αδύναμοι χαρακτήρες καταφεύγουν συνήθως στην εκκλησία. Αλλά εκεί καταφεύγουν και οι άνθρωποι που θέλουν να εξουσιάζουν αυτούς τους αδύναμους χαρακτήρες”». Έμειναν για μια στιγμή σιωπηλοί. Η Άννα-Μ αρία κοιτούσε πώς ο άνεμος κάλυπτε αμέσως τα χνάρια τους με χιόνι στη βεράντα της εισόδου. «Δεν πάμε μέσα τώρα;» είπε μετά. Ο Σβεν-Έρικ μπήκε στον διάδρομο της σκάλας και η ΆνναΜ αρία άναψε το φως. Σε έναν μικρό πίνακα δεξιά έγραφε το όνομα Μ πέκστρεμ στον πρώτο όροφο. Ανέβηκαν τη σκάλα. Και οι δύο είχαν έρθει σ’ αυτό το κτίριο πολλές φορές, όταν οι γείτονες τηλεφωνούσαν για να καταγγείλουν οικογενειακούς καβγάδες και φασαρίες στα διαμερίσματα. Η μυρωδιά που κυριαρχούσε ήταν η συνηθισμένη· των ούρων κάτω από τη σκάλα. Επίσης επικρατούσε η αψιά οσμή απορρυπαντικού και μπετόν. Χτύπησαν το κουδούνι, αλλά κανείς δεν άνοιξε. Έστησαν αυτί στην πόρτα, αλλά το μόνο που ακουγόταν ήταν η μουσική από το απέναντι διαμέρισμα. Τα παράθυρα ήταν σκοτεινά. Η ΆνναΜ αρία άνοιξε την ταχυδρομική του θυρίδα στην πόρτα και προσπάθησε να δει μέσα από τη σχισμή. Το διαμέρισμα ήταν κατασκότεινο. «Θα πρέπει να ξανάρθουμε» είπε εκείνη.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

και εγένετο εσπέρα

305


306

ASA LARSSON

και εγένετο πρωί, ημέρα έκτη

Η

ώρα είναι τέσσερις και είκοσι τα ξημερώματα. Η Ρεμπέκα κάθεται στο τραπεζάκι της κουζίνας στο καλυβάκι, στο Γιέκαγιερβι. Στο τζάμι του παραθύρου βλέπει τα μάτια της να την κοιτάζουν. Θα μπορούσε όμως να είναι και κάποιος απέξω και να την κοιτάζει στα μάτια δίχως εκείνη να μπορεί να τον δει. Το άτομο αυτό θα μπορούσε να κολλήσει ξαφνικά το πρόσωπό του στο τζάμι και η εικόνα του προσώπου του να γίνει ένα με την αντανάκλαση του δικού της προσώπου. Σταμάτα πια, λέει στον εαυτό της. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω. Ποιος θα έβγαινε έξω στο σκοτάδι και στη χιονοθύελλα; Η φωτιά τρίζει στη σόμπα και από το μπουρί ακούγεται ένας μακρόσυρτος απομονωμένος ήχος που συνοδεύεται από το ουρλιαχτό του ανέμου, αντάμα με τον υπόκωφο συριγμό της λάμπας του γκαζιού. Σηκώνεται και ρίχνει άλλα δυο κούτσουρα στη φωτιά. Μ ε τέτοια χιονοθύελλα πρέπει να κρατάς τη σόμπα αναμμένη. Αλλιώς η καλύβα θα έχει παγώσει μέχρι το πρωί. Ο δυνατός αέρας χάνεται ανάμεσα από τις ρωγμές του τοίχου και ανάμεσα από το κούφωμα και την παλιά ωχροκίτρινη εξώπορτα με τον καθρέφτη. Κάποτε, όταν γεννήθηκε η Ρεμπέκα, η πόρτα αυτή έκλεινε το χοιροστάσιο. Της το είπε η γιαγιά της. Και πριν από το χοιροστάσιο, κάπου αλλού. Η πόρτα αυτή είναι όμορφη και καλοφτιαγμένη για να τη φανταστεί κανείς σε χοιροστάσιο. Θα ανήκε προφανώς σε κάποιο αστικό σπίτι που είχε κατεδαφιστεί. Και κάποιος την πήρε.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

307

Στο πάτωμα είναι απλωμένες οι κουρελούδες της γιαγιάς σε πολλές στρώσεις. Μ ονώνουν και προφυλάσσουν από το κρύο. Ακόμα και το χιόνι, που είναι στοιβαγμένο στους εξωτερικούς τοίχους, λειτουργεί σαν μόνωση. Ο βορινός τοίχος προστατεύεται επιπλέον από μια στοίβα ξύλα σκεπασμένα με μουσαμά. Δίπλα στη σόμπα είναι ο εμαγιέ κουβάς με το ανοξείδωτο κύπελλο και ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο ξύλα. Δίπλα, ακουμπισμένες πάνω σε κάτι παλιά περιοδικά, οι ζωγραφιστές πέτρες της Σάρας και της Λούβα με τις γατούλες. Αν και η πέτρα της Λούβα έχει ζωγραφισμένο έναν σκύλο, φυσικά. Κάθεται κουλουριασμένος με το μουσούδι του χωμένο στις μπροστινές πατούσες και κοιτάζει επίμονα τη Ρεμπέκα. Για σιγουριά, η Λούβα έγραψε πάνω στη μαύρη του ράχη «Σαπ». Τώρα τα δυο κορίτσια κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, με τα δάχτυλα γεμάτα μπογιές. Σκεπασμένες με διπλά παπλώματα και κουκουλωμένες μέχρι τ’ αυτιά. Πριν ξαπλώσουν, βοήθησαν και οι τρεις να κάνουν ρολό τα στρώματα για να βγει από μέσα όλος ο κρύος αέρας. Η Σάρα κοιμάται με το στόμα ανοιχτό και η Λούβα έχει γείρει πάνω στο μπράτσο της αδερφής της. Τα μάγουλά τους είναι ροδοκόκκινα. Η Ρεμπέκα αφαιρεί ένα πάπλωμα και το ακουμπά στην επάνω κουκέτα. Δεν είναι δουλειά μου να τις προστατεύω, σκέφτεται. Από αύριο και μετά δεν θα υπάρχει τίποτα περισσότερο να κάνω γι’ αυτές. Η Άννα-Μ αρία Μ έλα κάθεται στο κρεβάτι της με το πορτατίφ αναμμένο. Ο Ρόμπερτ κοιμάται δίπλα της. Πίσω από την πλάτη της έχει βάλει δυο μαξιλάρια και έχει γείρει στο κεφαλάρι. Στα γόνατά της έχει το άλμπουμ της Κριστίνα Στράντγκορντ με αποκόμματα εφημερίδων και φωτογραφίες του Βίκτορ Στράντγκορντ. Το παιδί κλοτσάει στην κοιλιά της. Νιώθει ένα πόδι να πιέζει. «Γεια σου, βρομόπαιδο» λέει και σκουντά το σκληρό εξόγκωμα κάτω από την επιδερμίδα της, που είναι το πόδι. «Μ ην κλοτσάς την καημένη τη μάνα σου». Κοιτάζει μια φωτογραφία του Βίκτορ Στράντγκορντ που τον


308

ASA LARSSON

δείχνει να κάθεται στη σκάλα της Κρυστάλλινης Εκκλησίας μέσα στο καταχείμωνο. Στο κεφάλι του φοράει έναν πλεκτό πράσινο σκούφο απερίγραπτης κακογουστιάς. Τα μακριά μαλλιά του κρέμονται μπροστά από τον αριστερό του ώμο. Δείχνει το βιβλίο του προς το μέρος του φακού: Στον ουρανό μετ’ επιστροφής. Γελάει. Φαίνεται ήρεμος και χαρούμενος. Μ α είναι δυνατόν να έκανε κάτι με τα παιδιά της Σάνα; διερωτάται η Άννα-Μ αρία. Κι αυτός ένα αγόρι είναι μόνο. Την προβληματίζει η αυριανή μέρα, η ανάκριση με τις κόρες της Σάνα Στράντγκορντ. Εσύ πάντως θα έχεις έναν πολύ καλό μπαμπά, λέει μέσα της απευθυνόμενη στο παιδί που έχει στην κοιλιά της. Την πιάνει ξαφνικά μια απίστευτη συγκίνηση. Σκέφτεται αυτήν τη μικρή ζωούλα. Σχηματισμένη, βιώσιμη κι έτοιμη να βγει στον κόσμο. Μ ε δέκα δάχτυλα στα χέρια και στα πόδια. Και με μια εντελώς δική της προσωπικότητα. Γιατί άραγε να είναι πάντα κλαψιάρα και υπερβολική; Ούτε μια ταινία του Ντίσνεϊ δεν αντέχει να δει δίχως να μπήξει τα κλάματα στην πιο συγκινητική στιγμή, πριν όλα να τελειώσουν υπέροχα. Μ α πώς πέρασαν κιόλας δεκατέσσερα χρόνια από τότε που ο Μ άρκους ήταν στην κοιλιά της; Και η Τζένη και ο Πέτερ, κι αυτά μεγάλωσαν. Πόσο απίστευτα γρήγορα κυλάει η ζωή; Νιώθει να τη γεμίζει ένα αίσθημα βαθιάς ευγνωμοσύνης. Στην πραγματικότητα δεν έχω κανένα παράπονο, σκέφτεται και στρέφει τη σκέψη της προς κάποιον εκεί έξω στο σύμπαν. Μ ια υπέροχη οικογένεια και μια καλή ζωή. Έχω ήδη περισσότερα από όσα έχει κανείς δικαίωμα να ζητήσει. «Ευχαριστώ» λέει δυνατά στο δωμάτιο. Ο Ρόμπερτ αλλάζει θέση, γυρίζει στο πλάι, τυλίγεται μέσα στο πάπλωμά του και θυμίζει ντολμά. «Παρακαλώ» της απαντάει μέσα στον ύπνο του.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

309

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου

Η

Ρεμπέκα βάζει καφέ από ένα θερμός και κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας. Αν αληθεύει πως ο Βίκτορ κακοποίησε τα κορίτσια της Σάνα, σκέφτεται, θα μπορούσε άραγε η Σάνα, πάνω στην τρέλα της, να τον σκοτώσει; Ίσως να πήγε να τον βρει και να τον σκυλοβρίσει και τότε… Και τότε τι; διακόπτει τον ίδιο της τον εαυτό. Έχασε την ψυχραιμία της και εμφάνισε ένα κυνηγετικό μαχαίρι από το πουθενά και τον μαχαίρωσε; Και μετά του τσάκισε το κεφάλι με κάτι βαρύ, που έτυχε να το έχει στην τσέπη της; Όχι, δεν μπορεί να έγινε έτσι. Και ποιος να έγραψε εκείνη την κάρτα που βρέθηκε μέσα στη Βίβλο του Βίκτορ: «Αυτό που κάναμε δεν ήταν λάθος στα μάτια του Θεού». Παίρνει τα βαζάκια με τα χρώματα που χρησιμοποίησαν τα κορίτσια και απλώνει μια παλιά εφημερίδα πάνω στο τραπέζι. Ζωγραφίζει τη Σάνα. Φαντάζει περισσότερο σαν παραμυθένια γριούλα με μακριά σγουρά μαλλιά. Κάτω από τη Σάνα γράφει «Σάρα» και «Λούβα». Ζωγραφίζει και τον Βίκτορ παραδίπλα. Του βάζει κι ένα φωτοστέφανο να κάθεται κάπως στραβά στο κεφάλι του. Έπειτα συνδέει με μια γραμμή το όνομα του Βίκτορ με τα ονόματα των κοριτσιών. Συνδέει επίσης με μια γραμμή τον Βίκτορ και τη Σάνα. Αλλά τώρα αυτή η σχέση έχει σπάσει, σκέφτεται και διαγράφει


310

ASA LARSSON

με ένα Χ τη γραμμή που συνδέει τον Βίκτορ με τη Σάνα και τα κορίτσια. Γέρνει πίσω στην καρέκλα και αφήνει το βλέμμα της να περιπλανηθεί στη λιγοστή επίπλωση, στις χειροποίητες πράσινες διώροφες κουκέτες, στο τραπέζι της κουζίνας με τις τέσσερις παράταιρες καρέκλες, στον πάγκο με την κόκκινη πλαστική λεκάνη για πλύσιμο πιάτων και στο σκαμνάκι που είναι ακουμπισμένο στη γωνιά ακριβώς μέσα από την πόρτα. Μ ια φορά κι έναν καιρό, όταν την καλύβα τη χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο για το κυνήγι, ο θείος Άφε συνήθιζε να στηρίζει το όπλο του στο σκαμνάκι και στον τοίχο. Θυμάται τη ρυτίδα δυσαρέσκειας του παππού, που αυλάκωνε το μεσόφρυδο. Διότι ο παππούς τοποθετούσε πάντα σχολαστικά το όπλο στη θήκη του και την έσπρωχνε κάτω από το κρεβάτι. Τώρα πάνω στο σκαμνάκι είναι ακουμπισμένο το τσεκούρι. Και από ένα γάντζο κρέμεται το πριόνι. Η Σάνα, σκέφτεται η Ρεμπέκα και στρέφει ξανά το βλέμμα στη ζωγραφιά της. Πάνω από το κεφάλι της Σάνα ζωγραφίζει σπείρες και αστέρια. Σάνα-Σάνα-τρελοκαμπέρω-μάνα. Που τίποτα δεν καταφέρνει να κάνει από μόνη της. Σ’ όλη της τη ζωή παρενέβαιναν διάφοροι ηλίθιοι και της έκαναν όλα τα χατίρια. Είμαι κι εγώ μέσα σ’ αυτούς τους αναθεματισμένους ηλίθιους. Δεν χρειάστηκε καν να με παρακαλέσει να έρθω εδώ πάνω. Παρ’ όλα αυτά έτρεξα κοντά της σαν κουτάβι. Εξαφανίζει τα χέρια και τα πόδια της Σάνα μουτζουρώνοντάς τα με μαύρη μπογιά. Ορίστε, τώρα είναι εντελώς ανίκανη να κάνει οτιδήποτε. Μ ετά ζωγραφίζει τον εαυτό της και γράφει αποπάνω «ΗΛΙΘΙΑ». Η επίγνωση αναδύεται από την εικόνα. Το πινέλο ακολουθεί τρεμουλιαστά τις φιγούρες που ζωγράφισε. Η Σάνα δεν μπορεί να κάνει τίποτα από μόνη της. Να τη, στέκει εκεί δίχως χέρια και πόδια. Όταν η Σάνα χρειάζεται κάτι, όλο και κάποιος ηλίθιος θα εμφανιστεί να την εξυπηρετήσει. Η Ρεμπέκα Μ άρτινσον είναι χαρακτηριστικό δείγμα ενός τέτοιου ηλιθίου. Και ο Βίκτορ κακοποιεί τα παιδιά της Σάνα…


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

311

…και εκείνη γίνεται τόσο έξαλλη, ώστε να θέλει να τον σκοτώσει. Τι γίνεται τότε; Τότε έρχεται ένας ηλίθιος και τον σκοτώνει για λογαριασμό της. Μ πορεί άραγε να είναι έτσι; Πρέπει να είναι έτσι. Η Βίβλος. Ο δολοφόνος έβαλε τη Βίβλο του Βίκτορ στην ντιβανοκασέλα της Σάνα στην κουζίνα. Μ α και βέβαια. Δεν το έκανε για να την ενοχοποιήσει. Ήταν δώρο για κείνη. Το μήνυμα, η κάρτα με τον αδέξιο γραφικό χαρακτήρα ήταν γραμμένο για τη Σάνα, όχι για τον Βίκτορ. «Αυτό που κάναμε δεν ήταν λάθος στα μάτια του Θεού». Το να σκοτώσουν τον Βίκτορ δεν ήταν λάθος στα μάτια του Θεού. «Ποιος όμως;» μονολογεί η Ρεμπέκα και ζωγραφίζει μια άδεια καρδιά δίπλα στην εικόνα της Σάνα. Μ έσα στην καρδιά ζωγραφίζει ένα ερωτηματικό. Αφουγκράζεται. Προσπαθεί να ακούσει έναν ήχο μέσα από τη χιονοθύελλα. Έναν ήχο που δεν ανήκει στη χιονοθύελλα. Και αμέσως τον ακούει, είναι το μουγκρητό ενός σκούτερ. Ο Κουρτ. Ο Κουρτ Μ πέκστρεμ, που καθόταν πάνω στο σκούτερ του κάτω από το παράθυρο και κοιτούσε τη Σάνα εκεί πάνω. Σηκώνεται από το τραπέζι και κοιτάζει τριγύρω στο δωμάτιο. Το τσεκούρι, σκέφτεται πανικόβλητη. Να πάρω το τσεκούρι. Αλλά τώρα δεν ακούει πια ήχο κινητήρα. Η φαντασία σου ήταν, ηρέμησε τώρα, λέει στον εαυτό της. Κάτσε κάτω. Είσαι στρεσαρισμένη και φοβισμένη και άκουσες λάθος. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω. Κάθεται, αλλά δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από το πόμολο της πόρτας. Θα έπρεπε να σηκωθεί και να κλειδώσει. Μ ην αρχίζεις τα ίδια τώρα, επαναλαμβάνει τη σκέψη της σαν σε ξόρκι. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω. Την επόμενη στιγμή το πόμολο γυρίζει. Η πόρτα ανοίγει. Το μουγκανητό της θύελλας εισβάλλει αντάμα με έναν χείμαρρο παγωμένου αέρα και ένας άντρας με σκούρα μπλε φόρμα σκούτερ μπαίνει βιαστικά. Σπρώχνει την πόρτα πίσω του. Στην αρχή δεν μπορεί να δει ποιος είναι. Έπειτα βγάζει την κάσκα και την


312

ASA LARSSON

ολοπρόσωπη κουκούλα. Δεν είναι ο Κουρτ Μ πέκστρεμ. Είναι ο Βέσα Λάρσον.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

313

Άννα-Μ αρία ονειρεύεται. Βλέπει να πηδάει έξω από το αυτοκίνητο και να τρέχει μαζί με τους συναδέλφους της στον αυτοκινητόδρομο Ε10 ανάμεσα στην Κίρουνα και στο Γέλιβαρε. Όλοι μαζί κατευθύνονται προς ένα αναποδογυρισμένο αμάξι, που βρίσκεται δέκα μέτρα έξω από τον δρόμο. Δυσκολεύεται να τρέξει. Οι συνάδελφοί της στέκονται ήδη δίπλα στο σμπαραλιασμένο αυτοκίνητο και της φωνάζουν. «Κάνε γρήγορα! Εσύ έχεις το πριόνι. Πρέπει να τους βγάλουμε από εδώ μέσα!» Συνεχίζει να τρέχει με το πριόνι κοπής μετάλλων στο χέρι. Κάπου ακούει μια γυναίκα να φωνάζει σπαραχτικά. Επιτέλους, φτάνει. Βάζει μπροστά το μηχανοκίνητο πριόνι. Ακούγεται ένα διαπεραστικός ήχος σαν συνεχές ουρλιαχτό καθώς κόβει τη λαμαρίνα. Το βλέμμα της πέφτει πάνω στο παιδικό καρεκλάκι που κρέμεται ανάποδα μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά δεν μπορεί να δει αν εκεί μέσα υπάρχει κάποιο παιδί. Το πριόνι συνεχίζει το ουρλιαχτό του, αλλά ξαφνικά ακούγεται ένας άλλος ήχος, εξίσου διαπεραστικός. Σαν από τηλέφωνο. Ο Ρόμπερτ σκουντάει ελαφρά την Άννα-Μ αρία και τον ξαναπαίρνει ο ύπνος μόλις εκείνη σηκώνει το ακουστικό. Η φωνή του Σβεν-Έρικ Στόλνακε ακούγεται στην άλλη άκρη της γραμμής. «Εγώ είμαι» λέει. «Πήγα ξανά στο σπίτι του Κουρτ Μ πέκστρεμ χτες. Αλλά δεν φάνηκε στο σπίτι όλη τη νύχτα. Εν πάση περιπτώσει κανείς δεν άνοιγε την πόρτα». «Χμμ» μουρμουρίζει η Άννα-Μ αρία.


314

ASA LARSSON

Νιώθει ακόμη τη δυσφορία από το όνειρο. Κοιτάζει με μάτια μισόκλειστα το ραδιόφωνο-ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι. Πέντε παρά είκοσι πέντε. Σέρνεται προς τα πίσω στο κρεβάτι και ανακάθεται ακουμπώντας την πλάτη της στο κεφαλάρι του κρεβατιού. «Δεν πιστεύω να πήγες μόνος σου εκεί;» του λέει. «Μ ην αρχίζεις τώρα, Μ έλα. Άκουσέ με. Όταν κατάλαβα ότι δεν ήταν μέσα ή, εν πάση περιπτώσει, δεν άνοιγε την πόρτα, πήγα στην Κρυστάλλινη Εκκλησία να δω αν είχαν καμιά ολονυχτία, αλλά δεν ήταν κανείς εκεί. Τότε τηλεφώνησα στους πάστορες, στον Τούμας Σέντερμπεργ, τον Βέσα Λάρσον και τον Γκούναρ Ίσακσον, με τη σειρά που τους αναφέρω. Σκέφτηκα πως ίσως να ελέγχουν το ποίμνιό τους και να ήξεραν αν εκείνος ο Κουρτ Μ πέκστρεμ περνάει κάπου αλλού το εικοσιτετράωρό του εκτός από το σπίτι του». «Και;» «Ο Τούμας Σέντερμπεργ και ο Βέσα Λάρσον δεν ήταν στο σπίτι τους. Οι γυναίκες τους ήταν σίγουρες πως βρίσκονταν στην εκκλησία, μια και αυτό το Συνέδριο συνεχίζεται, αλλά, σου το ξαναλέω, Άννα-Μ αρία, κανείς δεν ήταν στην εκκλησία. Φυσικά, μπορεί να είχαν λουφάξει μέσα στο σκοτάδι, σε καμιά γωνία, αθόρυβοι σαν τα ποντίκια, αλλά δεν το πιστεύω. Ο πάστορας Γκούναρ Ίσακσον ήταν στο σπίτι του. Ύστερα από δέκα χτυπήματα το σήκωσε το τηλέφωνο, και όπως ήταν μισοκοιμισμένος δεν καταλάβαινες τι έλεγε». Η Άννα-Μ αρία έμεινε για λίγο σκεφτική. Νιώθει ζαλισμένη κι έχει μια μικρή τάση για εμετό. «Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αρκούν για μια κατ’ οίκον έρευνα» του λέει. «Πολύ θα θέλαμε να μπούμε στο διαμέρισμα του Κουρτ Μ πέκστρεμ. Πάρε τηλέφωνο τον Φον Ποστ και ρώτησέ τον». Ο Σβεν-Έρικ αναστενάζει από την άλλη άκρη της γραμμής. «Αυτός έχει κολλήσει στη Σάνα Στράντγκορντ. Κι εμείς δεν έχουμε κανένα στοιχείο να του δώσουμε. Τέλος πάντων. Διαισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά με αυτόν τον τύπο. Σκέφτομαι να μπω μέσα τώρα». «Στο σπίτι του; Ούτε να το σκέφτεσαι».


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

315

«Θα τηλεφωνήσω στην εταιρεία “Μ πένι – Κλειδαριές και Συστήματα Ασφαλείας”. Ο Μ πένι δεν ρωτάει τι και πώς όταν του πω να μη στείλει τον λογαριασμό στην αστυνομία». «Δεν θα είσαι με τα καλά σου!» Η Άννα-Μ αρία κατεβάζει τα πόδια της στο πάτωμα. «Περίμενέ με» του λέει. «Θα πω στον Ρόμπερτ να φτυαρίσει το χιόνι για να βγω».


316

ASA LARSSON

Ρεμπέκα» λέει ο Βέσα Λάρσον. «Θέλουμε μόνο να «Ηρέμησε, σου μιλήσουμε. Μ ην κάνεις καμιά βλακεία». Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, απλώνει στα τυφλά το χέρι του προς τα πίσω, πιάνει το πόμολο της πόρτας και το κατεβάζει. Να σου μιλήσουμε; σκέφτεται η Ρεμπέκα. Ποιοι; Αμέσως αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει έρθει μόνος του. Μ πήκε πρώτος για να ελέγξει την κατάσταση. Ο Βέσα Λάρσον ανοίγει την πόρτα και μέσα στο δωμάτιο μπαίνουν άλλοι δύο άντρες. Η πόρτα κλείνει πίσω τους. Φορούν σκούρα ρούχα. Κανένα σημείο του σώματος δεν είναι ακάλυπτο. Ολοπρόσωπες κουκούλες. Προστατευτικά γυαλιά. Η Ρεμπέκα προσπαθεί να σηκωθεί από την καρέκλα της, αλλά τα πόδια της δεν υπακούνε. Είναι σαν να ’χει πάψει να λειτουργεί ολόκληρο το σώμα της. Τα πνευμόνια της δεν κατορθώνουν να τραβήξουν αέρα. Το αίμα που τρέχει στις φλέβες της από τότε που γεννήθηκε σταματάει να ρέει. Σαν ποτάμι έπειτα από φράγμα. Το στομάχι της δένεται κόμπος. Όχι, όχι, γαμώτο. Ο ένας από τους δύο βγάζει την κουκούλα του και αφήνει να φανούν οι λαμπερές μελαχρινές μπούκλες. Είναι ο Κουρτ Μ πέκστρεμ. Η φόρμα του είναι γυαλιστερή μαύρη. Στα πόδια φοράει ειδικές μπότες για το σκούτερ με ενισχυμένες μύτες. Στον ώμο του κουβαλάει ένα όπλο, ένα δίκαννο. Τα ρουθούνια του και οι κόρες των ματιών του έχουν μεγαλώσει σαν να ανήκουν σε


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

317

πολεμικό άτι. Εκείνη κοιτάζει κατευθείαν τα μάτια του, γυαλίζουν. Βλέπει τον πυρετό μέσα τους. Σ’ αυτόν πρέπει να φερθείς διαβολεμένα προσεκτικά, λέει στον εαυτό της. Ρίχνει μια λοξή ματιά στα κορίτσια. Κοιμούνται βαθιά. Αναγνωρίζει τον δεύτερο, πριν ακόμη εκείνος βγάλει την κουκούλα και τα προστατευτικά γυαλιά. Τι σημασία έχει τι φοράει; Θα τον αναγνώριζε όπου κι αν τον συναντούσε. Είναι ο Τούμας Σέντερμπεργ. Είναι ο τρόπος που κινείται. Ο τρόπος με τον οποίο δεσπόζει στον χώρο. Είναι σαν να έχουν κάνει πρόβα. Ο Κουρτ Μ πέκστρεμ και ο Βέσα Λάρσον πιάνουν ο καθένας από μια πλευρά της πόρτας του χοιροστασίου. Ο Βέσα Λάρσον κοιτάζει πέρα από αυτήν. Ή ίσως διαμέσου αυτής. Έχει το ίδιο βλέμμα που έχουν οι γονείς των μικρών παιδιών όταν πάνε με τα τέκνα τους στα σουπερμάρκετ. Οι μύες κάτω από το δέρμα του προσώπου που μοιάζουν παραιτημένοι. Το νεκρό βλέμμα. Τραβούν το καρότσι με τα ψώνια από ράφι σε ράφι, σαν γαϊδούρια που έχουν φάει το ξύλο της ζωής τους, και κωφεύουν στο κλάμα των παιδιών τους ή στην ακατάσχετη φλυαρία τους. Ο Τούμας Σέντερμπεργ κάνει ένα βήμα μπροστά. Στην αρχή δεν την κοιτάζει. Μ ε νευρικές, διστακτικές κινήσεις κατεβάζει το φερμουάρ της φόρμας του και βγάζει τα γυαλιά του. Είναι καινούργια από την τελευταία φορά που τον είχε ξαναδεί, αλλά έχει περάσει τόσος καιρός. Περιεργάζεται τον χώρο σαν στρατηγός σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, καταγράφει τα πάντα, τα παιδιά, το τσεκούρι στη γωνία, και την ίδια, να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας. Έπειτα χαλαρώνει. Οι ώμοι του χαμηλώνουν. Οι κινήσεις του γίνονται απαλότερες, σαν αρσενικού λιονταριού που γυροφέρνει στη σαβάνα. Και στρέφεται προς τη Ρεμπέκα. «Θυμάσαι εκείνο το Πάσχα που κάλεσες εμένα και τη Μ άγια εδώ;» τη ρωτάει. «Σαν σε μια άλλη εποχή. Νόμισα, για μια στιγμή, ότι μέσα στο σκοτάδι και στη χιονοθύελλα δεν θα έβρισκα το σπίτι».


318

ASA LARSSON

Η Ρεμπέκα τον παρατηρεί. Βγάζει τον σκούφο του και τα γάντια του και τα χώνει στις τσέπες της φόρμας. Τα μαλλιά του δεν έχουν αραιώσει. Κάτι γκρίζες τρίχες φυτρώνουν ανάμεσα στις καστανές τούφες. Κατά τα άλλα δεν έχει αλλάξει καθόλου. Λες και ο χρόνος σταμάτησε. Ίσως να πάχυνε λίγο, αλλά κι αυτό δύσκολα φαίνεται. Ο Βέσα Λάρσον ακουμπάει στην κάσα της πόρτας. Αναπνέει με ανοιχτό στόμα και κρατάει το πρόσωπό του ψηλά, σαν να τον έχει πειράξει η διαδρομή με το σκούτερ. Το βλέμμα του περιφέρεται από τον Κουρτ στον Τούμας και πάλι σ’ εκείνην. Τα παιδιά δεν τα κοιτάζει. Γιατί δεν κοιτάζει τα παιδιά; Ο Κουρτ λικνίζεται απαλά μπρος πίσω. Το βλέμμα του καρφώνεται μια στη Ρεμπέκα και μια στον Τούμας. Και τώρα τι θα γίνει; Θα κατεβάσει ο Κουρτ το δίκαννο από τον ώμο του και θα τη σκοτώσει; Ένα, δύο, τρία και τέλειωσε. Κι ύστερα όλα μαύρα. Πρέπει να κερδίσει χρόνο. Μ ίλα τώρα, Ρεμπέκα. Σκέψου τη Σάρα και τη Λούβα. Η Ρεμπέκα στηρίζεται με τα δυο της χέρια στο τραπέζι και σηκώνεται από την καρέκλα της. «Κάθισε κάτω» τη διατάζει ο Τούμας και εκείνη κάθεται στον πισινό της σαν σκυλί που φοβάται μην τις αρπάξει. Η Σάρα βγάζει έναν ακατάληπτο ήχο, αλλά δεν ξυπνάει. Αλλάζει πλευρό και η ανασαιμιά της γίνεται ξανά βαθιά και χαλαρή. «Εσύ ήσουν;» του λέει με βραχνή φωνή η Ρεμπέκα. «Γιατί;» «Ο ίδιος ο Θεός ήταν, Ρεμπέκα» της λέει ο Τούμας με σοβαρό ύφος. Εκείνη αναγνωρίζει το σοβαρό ύφος και τη στάση του. Έτσι φαίνεται και έτσι ακούγεται όταν θέλει να μεταδώσει σημαντικά νοήματα στους ακροατές του. Όλη η ύπαρξή του αλλοιώνεται. Μ οιάζει με ένα κομμάτι βράχο που πετάχτηκε από τα έγκατα της γης. Όλη αυτή η σοβαρότητα, η δύναμη, η ορμή. Και συγχρόνως η ταπεινότητα απέναντι στον Θεό. Προς τι τώρα αυτό το θέατρο, για την ίδια; Αλλά όχι, δεν είναι για τη Ρεμπέκα. Είναι για τον Κουρτ. Τον Κουρτ… τον


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

319

Κουρτ χειραγωγεί. «Και τα παιδιά;» τον ρωτάει. Ο Τούμας κατεβάζει το κεφάλι. Τώρα υπάρχει κάτι εύθραυστο στον τόνο του. Κάτι ευάλωτο. Η φωνή φαίνεται να μην αντέχει να τα βγάλει πέρα με τις λέξεις πραγματικά. «Αν εσύ δεν…» αρχίζει «…δεν ξέρω αν μπορώ να σε συγχωρήσω, Ρεμπέκα, που με ανάγκασες να κάνω αυτό εδώ». Σαν να έχει πάρει αόρατο σήμα, ο Κουρτ τραβάει το δεξί του γάντι και βγάζει από την τσέπη της φόρμας του ένα κομμάτι κανναβόσχοινο. Η Ρεμπέκα στρέφεται προς τον Κουρτ. Πιέζει τον εαυτό της να προσπεράσει τον κόμπο που κλείνει τον λαιμό της. «Αφού την αγαπάς τη Σάνα» του λέει. «Πώς είναι δυνατόν να την αγαπάς και να σκοτώνεις τα παιδιά της;» Ο Κουρτ κλείνει τα μάτια του και συνεχίζει να λικνίζεται μπρος πίσω σαν να μην την άκουσε. Έπειτα τα χείλη του κινούνται χωρίς λέξεις πριν να της απαντήσει. «Είναι παιδιά σκιάς» λέει εκείνος. «Πρέπει να παραμεριστούν». Αν μπορούσε να τον κάνει να μιλήσει. Να κερδίσει χρόνο. Πρέπει να σκεφτεί. Εδώ υπάρχει ένα νήμα. Ο Τούμας θα τον αφήσει να μιλήσει, δεν τολμάει να κάνει διαφορετικά. «Παιδιά σκιάς; Τι εννοείς;» Βάζει το χέρι της κάτω από το μάγουλό της, γέρνει ελαφρά το κεφάλι, ακριβώς όπως συνηθίζει να κάνει η Σάνα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να ακουστεί ήρεμη η φωνή της. Ο Κουρτ μιλάει προς το δωμάτιο με το βλέμμα καρφωμένο στη λάμπα του γκαζιού. Σαν να ήταν μόνος. Ή σαν να υπήρχε μέσα στη λάμπα ένα πνεύμα που τον άκουγε. «Έχω τον ήλιο πίσω μου» λέει. «Μ προστά πέφτει η σκιά μου. Προπορεύεται. Όταν όμως εμφανίστηκα εγώ εκείνος έπρεπε να κάνει πέρα. Η Σάνα θα αποκτήσει άλλα παιδιά. Θα μου γεννήσει δυο γιους». Τώρα θα ξεράσω, σκέφτεται η Ρεμπέκα, καθώς αισθάνεται τον κιμά από τάρανδο ανακατεμένο με χολή να κινείται προς τα πάνω μέσα στο κορμί της.


320

ASA LARSSON

Σηκώνεται. Το πρόσωπό της είναι λευκό σαν χιόνι. Τα πόδια της τρέμουν. Το κορμί της είναι τόσο βαρύ. Ζυγίζει πολλούς τόνους. Τα πόδια της είναι σαν οδοντογλυφίδες. Ο Κουρτ την πλησιάζει αστραπιαία. Το πρόσωπό του έχει αλλοιωθεί από τον θυμό. Της ουρλιάζει με τέτοια δύναμη, που υποχρεώνεται να παίρνει καινούργια ανάσα σε κάθε λέξη. «Εσύ… θα… έπρεπε… να… κάθεσαι… κάτω!» Τη χτυπάει με δύναμη στην κοιλιά και η Ρεμπέκα διπλώνεται σαν σουγιάς. Τα πόδια της χάνουν όποια δύναμη τους απέμεινε. Το πάτωμα ορμάει πάνω στο πρόσωπό της. Κι η κουρελού της γιαγιάς στο μάγουλό της. Αφόρητος πόνος στην κοιλιά. Αποπάνω της φωνές αναστατωμένες. Ακούει βουητά και καμπανάκια. Πρέπει να κλείσει τα μάτια, έστω για λίγο. Μ όνο για λίγο. Έπειτα θα τ’ ανοίξει ξανά. Το υπόσχεται. Η Σάρα και η Λούβα. Η Σάρα και η Λούβα. Ποια από τις δύο φωνάζει; Η Λούβα είναι που φωνάζει έτσι; Μ όνο για λίγο…


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο

321

Μ πένι από το «Μ πένι – Κλειδαριές και Συστήματα Ασφαλείας» ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος του Κουρτ Μ πέκστρεμ και μετά εξαφανίζεται από εκεί. Ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε και η Άννα-Μ αρία Μ έλα στέκονται ακίνητοι στο σκοτεινό κλιμακοστάσιο. Μ όνον ο εξωτερικός φωτισμός διεισδύει από το παράθυρο που βλέπει προς την αυλή. Επικρατεί σιωπή. Κοιτάζονται και κάνουν νόημα ο ένας στον άλλον. Η Άννα-Μ αρία έχει απασφαλίσει το πιστόλι της, ένα Ζιγκ-Ζάουερ. Πρώτος μπαίνει ο Σβεν-Έρικ. Εκείνη τον ακούει να λέει διστακτικά: «Είναι κανείς εδώ;». Η ίδια βρίσκεται σ’ επιφυλακή στο άνοιγμα της πόρτας. Δεν πρέπει να είμαι στα καλά μου, σκέφτεται. Νιώθει έναν έντονο πόνο στη μέση. Ακουμπάει στον τοίχο και παίρνει μερικές ανάσες. Τι γίνεται αν εκείνος βρίσκεται εκεί μέσα στα σκοτάδια; Ίσως να είναι νεκρός. Ή να παραμονεύει κάπου. Να ορμήσει ξαφνικά από μέσα και να τη σπρώξει στη σκάλα. Ο Σβεν-Έρικ ανάβει το φως του χολ. Εκείνη ρίχνει μια ματιά μέσα. Είναι γκαρσονιέρα. Μ πορεί να δει απευθείας το ενιαίο καθιστικό και υπνοδωμάτιο από το χολ. Είναι ένα παράξενο διαμέρισμα. Κατοικεί όντως κάποιος άνθρωπος εδώ μέσα; Στο χολ δεν υπάρχει ούτε ένα έπιπλο. Ούτε ράφι με μικροπράγματα επάνω και την αλληλογραφία της μέρας. Κανένα χαλί. Από την κρεμάστρα, κάτω από το ράφι για τα καπέλα, δεν κρέμεται ούτε ένα ρούχο. Και το καθιστικό είναι άδειο. Σχεδόν


322

ASA LARSSON

άδειο. Μ όνο κάτι λάμπες ακουμπισμένες στο πάτωμα και ένας μεγάλος καθρέφτης που κρέμεται στον τοίχο. Τα παράθυρα σκεπασμένα με μαύρα σεντόνια. Τίποτα στα περβάζια. Πουθενά κουρτίνες. Ένα μονό κρεβάτι από πευκόξυλο δίπλα στον έναν τοίχο. Γαλάζιο κάλυμμα καπιτονέ φτιαγμένο στη μηχανή. Ο Σβεν-Έρικ βγαίνει από την κουζίνα. Κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι του. Τα βλέμματά τους συναντιούνται. Γεμάτα ερωτήματα και άσχημα προαισθήματα. Πηγαίνει προς την τουαλέτα και ανοίγει την πόρτα. Ο διακόπτης βρίσκεται στη μέσα πλευρά. Απλώνει το χέρι του. Εκείνη ακούει το κλικ, αλλά το φως δεν ανάβει. Ο Σβεν-Έρικ μένει ακίνητος στην πόρτα. Τον κοιτάζει με την άκρη των ματιών της. Βλέπει το χέρι που τραβάει από την τσέπη το μπρελόκ με τα κλειδιά. Εκεί κρέμεται ένας μικρός φακός. Από το λαμπάκι χύνεται λίγο φως. Τα μάτια του στενεύουν για να οξύνουν την όραση. Ίσως η Άννα-Μ αρία κάνει κάποια κίνηση που εκείνος την αντιλαμβάνεται με την άκρη του ματιού του, διότι το χέρι του σηκώνεται κάνοντάς της νόημα να σταματήσει. Ο Σβεν-Έρικ κάνει ένα βήμα μπροστά. Το ένα πόδι περνάει το κατώφλι του μπάνιου. Τώρα πονάει πάλι η μέση της, αφόρητα. Μ ε τη γροθιά της πιέζει στο ύψος του κόκκυγα. Εκείνος βγαίνει από το μπάνιο. Γρήγορος βηματισμός. Το στόμα ορθάνοιχτο. Οι κόρες των ματιών ξαγρυπνούν διεσταλμένες πάνω σ’ ένα πρόσωπο από πάγο. «Πάρε τηλέφωνο» της λέει βραχνά. «Σε ποιον;» ρωτάει εκείνη. «Σε όλους! Ξύπνα τους όλους!»


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Η

323

Ρεμπέκα ανοίγει τα μάτια της. Πόση ώρα έχει περάσει; Κάτω από το ταβάνι αιωρείται το πρόσωπο του Τούμας Σέντερμπεργ. Μ οιάζει με έκλειψη ηλίου. Το πρόσωπό του αναπαύεται στη σκιά και η λάμπα του γκαζιού κρέμεται στραβά πάνω από το κεφάλι του, σχηματίζοντας μιαν άλω γύρω από τις καστανές του μπούκλες. Ακόμη εκείνος ο πόνος στην κοιλιά. Χειρότερα από πριν. Και πάνω από τον πόνο, απέξω, όλα είναι ζεστά και υγρά. Αίμα. Τώρα καταλαβαίνει κατατρομαγμένη ότι ο Κουρτ δεν τη χτύπησε. Τη μαχαίρωσε. «Αυτό δεν ήταν ακριβώς ό,τι είχαμε προγραμματίσει» λέει ο Τούμας με σφιγμένα δόντια. «Πρέπει να ξανασκεφτούμε λίγο». Στρέφει το κεφάλι της. Η Σάρα και η Λούβα είναι ξαπλωμένες πάνω στο κρεβάτι με τα πόδια αντικριστά. Τα χέρια τους δεμένα στα πόδια του κρεβατιού με κανναβόσχοινο. Από το στόμα τους εξέχουν κομμάτια από άσπρο βαμβακερό ύφασμα. Στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι, πεταμένο ένα σκισμένο σεντόνι. Κομμάτια αυτού του σεντονιού έχουν στο στόμα τους. Μ πορεί να δει τα στέρνα τους ν’ ανεβοκατεβαίνουν στην προσπάθειά τους να αναπνεύσουν από τις μύτες. Η Λούβα είναι συναχωμένη. Αλλά αναπνέει. Ηρέμησε, αναπνέει. Γαμώτο, γαμώτο. «Είχαμε σκεφτεί» κάνει ο Τούμας Σέντερμπεργ με σοβαρότητα «είχαμε σκεφτεί να βάλουμε φωτιά στην καλύβα. Και θα έπαιρνες, βέβαια, το κλειδί του σκούτερ για να φύγεις με το


324

ASA LARSSON

νυχτικό ή το μπλουζάκι μόνο. Θα άρπαζες βέβαια την ευκαιρία, ποιος δεν θα το έκανε; Μ ε τη χιονοθύελλα και την παγωνιά, που πολλαπλασιάζεται όταν χρησιμοποιεί κανείς σκούτερ, δεν θα κάλυπτες περισσότερο από εκατό μέτρα. Μ ετά θα έπεφτες κάτω και θα πέθαινες από την παγωνιά μέσα σ’ ένα λεπτό. Το γεγονός θα καταγραφόταν στα χαρτιά της αστυνομίας σαν ένα απλό δυστύχημα. Η καλύβα πιάνει φωτιά, καταλαμβάνεσαι από πανικό, παρατάς τρομοκρατημένη τα παιδιά και πετάγεσαι έξω με το εσώρουχο. Προσπαθείς να φύγεις με το σκούτερ και πεθαίνεις από το κρύο λίγα μέτρα πιο κάτω. Καμιά σχολαστική έρευνα, καμιά ανάκριση. Τώρα όμως είναι κάπως δυσκολότερα τα πράγματα». «Σκέφτεστε ν’ αφήσετε τα παιδιά να καούν ζωντανά εδώ μέσα;» Ο Τούμας δαγκώνει συλλογισμένος τα χείλη του σαν να μην την άκουσε. «Μ ου φαίνεται πως πρέπει να σε πάρουμε μαζί μας» της λέει. «Ακόμα και αν σ’ αφήσουμε εδώ να καείς, μπορεί να μείνουν σημάδια από το μαχαίρωμα. Δεν μπορώ να το ρισκάρω». Διακόπτει τη συζήτηση και στρέφει το κεφάλι, όταν ο Βέσα Λάρσον μπαίνει κρατώντας ένα κόκκινο πλαστικό ντεπόζιτο με βενζίνη. «Όχι βενζίνη» λέει ο Τούμας εκνευρισμένος. «Ούτε οινόπνευμα ούτε άλλο χημικό. Αυτά όλα φαίνονται στην τεχνική έρευνα. Θα βάλουμε φωτιά στις κουρτίνες και στα σκεπάσματα με ένα σπίρτο». Γνέφει προς τη Ρεμπέκα. «Θα την πάρουμε μαζί μας. Εσείς φροντίστε να βάλετε έναν μουσαμά πάνω από το έλκηθρο του σκούτερ». Ο Βέσα Λάρσον και ο Κουρτ εξαφανίζονται. Η θύελλα βρυχιέται μια φορά και μετά σταματάει απότομα με το κλείσιμο της πόρτας. Τώρα είναι μόνη μαζί του. Η καρδιά της χτυπάει. Πρέπει να βιαστεί. Το ξέρει. Αλλιώς το σώμα της θα την εγκαταλείψει. Τι το έκανε ο Κουρτ το δίκαννο; Δύσκολο να ανοίξει και να απλώσει έναν βαρύ μουσαμά μέσα στη θύελλα, έχοντας το όπλο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

325

κρεμασμένο στον ώμο του. Έλα πιο κοντά. «Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να το έχεις αυτό μέσα σου;» του λέει η Ρεμπέκα. «Δεν λέει στη Βίβλο “ου φονεύσεις”;» Ο Τούμας αναστενάζει. Έχει σκύψει πλάι της. «Παρ’ όλα αυτά, και η Βίβλος είναι γεμάτη με παραδείγματα που δείχνουν πόσες ζωές έχει αφαιρέσει ο Θεός» της λέει. «Δεν το καταλαβαίνεις, Ρεμπέκα; Εκείνος δικαιούται να καταπατά τους ίδιους του τους νόμους. Και εγώ δεν το έχω μέσα μου. Του το είπα. Τότε Εκείνος έστειλε τον Κουρτ στον δρόμο μου. Ήταν κάτι περισσότερο από σημάδι. Ήμουν υποχρεωμένος να υπακούσω». Σωπαίνει, για να σκουπίσει τις μύξες που τρέχουν από τη μύτη του. Το πρόσωπό του έχει αρχίσει να κοκκινίζει από τη ζέστη της σόμπας. Πρέπει να έχει ανάψει μέσα στη φόρμα του. «Δεν έχω το δικαίωμα να σε αφήσω να κατεδαφίσεις το έργο του Θεού. Τα μέσα ενημέρωσης θα υπερέβαλλαν σε αυτό το οικονομικό θέμα και θα ξεσπούσε σκάνδαλο, και τότε θα τελείωναν όλα. Αυτό που έχει συμβεί στην Κίρουνα είναι πολύ μεγάλο. Ωστόσο, ο Θεός μού έδωσε να καταλάβω ότι είναι μόνο η αρχή». «Σε απειλούσε ο Βίκτορ;» «Τελικά αποτέλεσε απειλή για όλους. Και πολύ περισσότερο για τον ίδιο του τον εαυτό. Αλλά ξέρω ότι είναι κοντά στον Θεό». «Πες μου τι συνέβη». Ο Τούμας κουνάει ανυπόμονα το κεφάλι του. «Δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε λόγος να σου πω, Ρεμπέκα». «Και τα κορίτσια;» «Μ πορεί να πουν διάφορα για τον θείο τους, πράγματα που… Τον Βίκτορ τον χρειαζόμαστε ακόμη. Το όνομά του δεν πρέπει να συρθεί στη λάσπη. Ξέρεις πόσους βοηθάμε κάθε χρόνο να ξεφύγουν από τα ναρκωτικά; Ξέρεις πόσα παιδιά ξαναβρίσκουν χαμένες μητέρες και χαμένους πατέρες; Ξέρεις πόσοι καταλήγουν να πιστέψουν; Ευκαιρίες εργασίας. Μ ια καθωσπρέπει ζωή. Γάμοι που σώζονται. Τις νύχτες, ο Θεός μού μιλούσε συνεχώς για όλα αυτά».


326

ASA LARSSON

Σταματάει και απλώνει το χέρι του προς το μέρος της. Τα δάχτυλά του αγγίζουν το στόμα της, κατεβαίνουν στον λαιμό της. «Σ’ αγαπούσα, όπως αγαπώ την ίδια την κόρη μου. Κι εσύ…» «Ναι, ξέρω» του λέει με τσιριχτή φωνή. «Συγχώρα με». Έλα πιο κοντά. «Και τώρα;» του λέει κλαίγοντας. «Μ ’ αγαπάς τώρα;» Το πρόσωπό του γίνεται σκληρό σαν πέτρα. «Σκότωσες το παιδί μου». Ο άντρας που είχε κόρες. Και που ήθελε γιο. «Ξέρω. Τον σκέφτομαι κάθε μέρα. Αλλά δεν ήταν…» Γυρίζει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά και βήχει κρατώντας την κοιλιά της. Στρέφεται ξανά προς το μέρος του. Εκεί ήταν. Την έβλεπε τώρα. Τριάντα εκατοστά από το κεφάλι της. Η πέτρα πάνω στην οποία η Λούβα είχε ζωγραφίσει τη Σαπ. Όταν εκείνος πλησιάσει κι άλλο. Να την πιάσει και να τον χτυπήσει. Καμία σκέψη. Κανένας δισταγμός. Να την πιάσει και να τον χτυπήσει. «Υπήρχε και κάποιος άλλος επίσης. Δεν ήσουν ο…» Η φωνή της χάνεται σ’ έναν κουρασμένο ψίθυρο. Εκείνος τεντώνει τον λαιμό του προς το μέρος της. Σαν αλεπού που αφουγκράζεται για αρουραίους μέσα στο χιόνι. Αφήνει τα χείλη της να σχηματίσουν λέξεις που εκείνος δεν μπορεί να ακούσει. Επιτέλους, σκύβει επάνω της. Μ η διστάζεις, μέτρα ως το τρία. «Προσευχήσου για μένα…» του ψιθυρίζει στο αυτί. Ένα… «…δεν ήσουν ο μόνος με τον οποίον…» δύο… «…δεν ήταν δικό σου παιδί». Τρία! Για μια στιγμή εκείνος παγώνει και αυτό της αρκεί. Το χέρι της τινάζεται σαν κόμπρα, αρπάζει την πέτρα, κλείνει τα μάτια και τον χτυπάει με όση δύναμη διαθέτει. Απευθείας στο μηνίγγι. Μ ε τη φαντασία της βλέπει την πέτρα να κινείται σαν βλήμα και να διαπερνάει το κεφάλι του και να βγαίνει από τον τοίχο. Αλλά όταν ανοίγει τα μάτια της κρατάει ακόμη στο χέρι της την πέτρα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

327

Ο Τούμας είναι σωριασμένος δίπλα της. Ίσως τα χέρια του να κάνουν μια κίνηση για να προστατέψουν το κεφάλι. Κι η ίδια δεν ξέρει πραγματικά. Πάντως έχει σηκωθεί στα γόνατα και ξαναχτυπάει. Τον ξαναχτυπάει. Όλη την ώρα. Στο κεφάλι. Φτάνει. Τώρα πρέπει να βιαστεί. Αφήνει την πέτρα και προσπαθεί να στηριχτεί στα πόδια της, αλλά αυτά δεν την αντέχουν. Μ πουσουλώντας στο πάτωμα φτάνει μέχρι τη γωνία της πόρτας. Δίπλα στο τσεκούρι είναι το δίκαννο του Κουρτ. Σέρνεται στα γόνατα με τη βοήθεια του δεξιού χεριού της. Μ ε το αριστερό κρατάει την κοιλιά της. Να προλάβει μονάχα. Αν μπουν τώρα, χάθηκε. Παίρνει το όπλο. Στηρίζεται στα γόνατά της. Ψαχουλεύει. Τα χέρια της αρχίζουν να τρέμουν και να γίνονται αδέξια. Ανοίγει το όπλο. Το ελέγχει. Είναι γεμάτο. Το κλείνει και το απασφαλίζει. Σέρνεται προς τα πίσω, στη μέση του δωματίου. Οι κουρελούδες είναι λεκιασμένες με αίμα. Μ εγάλοι λεκέδες σαν νομίσματα της μιας κορόνας, από το δικό της αίμα. Θολά ίχνη από το δεξί χέρι που κρατούσε την πέτρα. Αν κάνουν τον γύρο του σπιτιού θα τη δουν από το παράθυρο. Δεν το κάνουν όμως. Γιατί να μπουν στον κόπο να κάνουν τον γύρο; Είναι χάλια. Δεν πρέπει να κάνει εμετό. Πώς θα αντέξει τότε να κρατήσει το όπλο; Σέρνεται ακόμα λίγο προς τα πίσω, τώρα πια μισοκάθεται, κι εξακολουθεί να κρατάει με το ένα χέρι την κοιλιά. Το άλλο χέρι το κατευθύνει προς το τραπέζι, ενώ σπρώχνει με τα πόδια. Πιάνει το όπλο και το τραβάει προς το μέρος της. Τώρα κάθεται κανονικά και στηρίζει την πλάτη της στο πόδι του τραπεζιού. Έχει τα γόνατά της ελαφρά λυγισμένα. Βάζει το κοντάκι στον γοφό και σημαδεύει την πόρτα. Και περιμένει. «Μ είνετε ήσυχες» λέει στη Λούβα και τη Σάρα, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από την πόρτα. «Κλείστε τα μάτια και μείνετε ήσυχες». Πρώτος μπαίνει ο Κουρτ. Πίσω του, λοξά, ακολουθεί ο Βέσα. Ο Κουρτ προλαβαίνει να τη δει με το δίκαννο, καταγράφει τις δυο μαύρες τρύπες που τον σημαδεύουν. Σε κλάσματα δευτερολέπτου το πρόσωπό του αλλάζει έκφραση. Δεν είναι πια


328

ASA LARSSON

το πρόσωπο που έχει εκνευριστεί για το χιόνι, την παγωνιά, τον άκαμπτο μουσαμά, δεν είναι φοβισμένο – κάτι άλλο είναι τώρα. Στο πρόσωπο αυτό αντικαθρεφτίζεται πρώτα η επίγνωση ότι δεν θα προλάβει να φτάσει κοντά της. Μ ετά, το βλέμμα του θαμπώνει. Κενό και ρηχό. Δεν σηκώνει αρκετά το όπλο και το κλότσημα σπάει τα κάτω πλευρά της ενώ ανοίγει μια τρύπα στην κοιλιά του Κουρτ. Εκείνος πέφτει πίσω, πάνω στην πόρτα. Από το άνοιγμα της πόρτας μπαίνει μέσα ορμητικό το χιόνι. Ο Βέσα μένει ακίνητος, σκέτη παγοκολόνα. Είναι όλος μια έγκλειστη κραυγή. «Μ έσα!» βρυχιέται εκείνη και τον σημαδεύει με το δίκαννο. «Τράβα κι αυτόν. Κάθισε!» Κάνει αυτό που της λέει και κάθεται ανακούρκουδα ακουμπώντας στην πόρτα. «Στον πισινό σου κάθισε!» τον διατάζει. Πέφτει με γδούπο στον πισινό του. Η φόρμα είναι άβολη. Δεν μπορεί να σηκωθεί εύκολα από εκεί. Χωρίς να του πει η Ρεμπέκα, εκείνος βάζει τα χέρια του πίσω στον σβέρκο. Ανάμεσά τους είναι ξαπλωμένος ο Κουρτ. Όταν έκλεισε η πόρτα, έπαψε να ακούγεται η χιονοθύελλα και τώρα ακούει την ανάσα του σαν ρόγχο. Σαν σύντομα, λαχανιασμένα σφυρίγματα. Γέρνει το κεφάλι προς τα πίσω. Είναι πολύ κουρασμένη. Πολύ κουρασμένη. «Τώρα» λέει στον Βέσα Λάρσον «θα μου τα πεις όλα. Όσο μιλάς και θα λες την αλήθεια, θα σε αφήνω να ζεις». «Η Σάνα Στράντγκορντ ήρθε και με βρήκε» λέει ο Βέσα βραχνά. «Ήταν διαλυμένη… από το κλάμα. Ναι, ξέρω πως είναι γελοία έκφραση, αλλά έπρεπε να την είχες δει». Τη βλέπω ακριβώς μπροστά μου, σκέφτεται η Ρεμπέκα. Μ ε τα μαλλιά λυτά κι ανακατωμένα. Τα δάκρυα και οι μύξες είναι το χαρακτηριστικό της. «Είπε ότι ο Βίκτορ είχε κακοποιήσει τις κόρες της». Η Ρεμπέκα κοιτάζει τα κορίτσια. Είναι δεμένες στο κρεβάτι με τα κουρέλια στο στόμα. Φοβάται μήπως λιποθυμήσει αν


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

329

προσπαθήσει να πάει προς τα εκεί. Και αν πει στον Βέσα να τις λύσει, μπορεί την ώρα που θα σηκώνεται να κλοτσήσει το όπλο και να το πάρει από το χέρι της. Πρέπει να περιμένει. Αναπνέουν. Ζουν. Σε λίγο θα σκεφτεί τι πρέπει να κάνει. «Τι εννοείς κακοποίησε;» «Δεν ξέρω, ήταν κάτι που είπε η Σάρα και που την έκανε να καταλάβει. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι έγινε. Της υποσχέθηκα πάντως πως θα μιλούσα στον Βίκτορ. Εγώ…» Διακόπτει απότομα τη φράση του μπερδεμένος. Η Σάνα μπερδεύει τους ανθρώπους, σκέφτεται η Ρεμπέκα. Τους παρασύρει στο δάσος και τους κλέβει τον μπούσουλα. «Ναι, και μετά;» «Εγώ ήμουν πολύ ηλίθιος» λέει κλαψιάρικα. «Την παρακάλεσα να μη στραφεί στην αστυνομία ή στις αρμόδιες αρχές. Είχε μιλήσει με τον Πάτρικ Μ άτσον. Του τηλεφώνησα και του είπα ότι η Σάνα έκανε λάθος. Τον απείλησα μάλιστα ότι θα τον διέγραφα από την ενορία, αν άφηνε να διαδοθούν τέτοιες φήμες». «Συνέχισε» του λέει η Ρεμπέκα ανυπόμονα. «Μ ίλησες με τον Βίκτορ;» Το όπλο βαραίνει όλο και περισσότερο πάνω στα πόδια της. «Δεν ήθελε ούτε να με ακούσει καν. Ουσιαστικά δεν έγινε καμιά συζήτηση. Έσκυψε πάνω από το γραφείο μου και άρχισε να με απειλεί. Μ ου είπε πως οι μέρες μου ως πάστορας στην ενορία ήταν μετρημένες. Πως δεν ήταν διατεθειμένος να ανεχτεί το γεγονός ότι οι πάστορες επωφελούνταν από τη δραστηριότητα». «Την εμπορική εταιρεία εννοούσε;» «Ναι. Όταν ξεκινήσαμε τη Βίκτορι Πριντ, νόμιζα ότι ήταν καθαρή δουλειά. Ή, μάλλον, δεν το σκέφτηκα καθόλου, για να είμαι ειλικρινής. Την πληροφορία μας την έδωσε ένας ελεύθερος επαγγελματίας, μέλος της ενορίας. Μ ας είπε ότι αυτό που θέλαμε να κάνουμε ήταν τελείως νόμιμο. Προσθέσαμε τα έξοδά μας στη δήλωση της εταιρείας και το κράτος μάς επέστρεψε το ΦΠΑ. Βέβαια, η ενορία χρηματοδοτούσε ανεπίσημα τις επενδύσεις που κάναμε, αλλά εμείς θεωρούσαμε πως όλη η περιουσία ανήκε στην εταιρεία Πηγή της Δύναμης. Όπως το έβλεπα τότε, δεν πίστευα


330

ASA LARSSON

ότι εξαπατούσαμε κανέναν. Όταν έσπασα το απαραβίαστο της εξομολόγησης και μίλησα στον Τούμας για τις υποψίες της Σάνα, αλλά και για τον Βίκτορ που με απείλησε, κατάλαβα ότι είχαμε μπλέξει άσχημα. Ο Τούμας φοβήθηκε. Καταλαβαίνεις; Μ έσα σε τρεις ώρες είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Ο Βίκτορ ήταν επιθετικός και επικίνδυνος για τα παιδιά. Αυτός, που πάντα λάτρευε τα παιδιά. Που βοηθούσε στο κατηχητικό και τα παρόμοια… Μ ου ερχόταν να ξεράσω! Και ο Τούμας φοβόταν. Αυτός, που ήταν πάντα χαλκέντερος. Κι εγώ ήμουν ξαφνικά εγκληματίας. Μ πορώ να κατεβάσω τα χέρια μου; Πονάνε οι ώμοι μου και το κεφάλι». Του γνέφει καταφατικά. «Αποφασίσαμε να του μιλήσουμε από κοινού» συνέχισε ο Βέσα. «Ο Τούμας είπε ότι ο Βίκτορ χρειαζόταν βοήθεια και ότι θα του προσφέραμε αυτήν τη βοήθεια στην ενορία. Εκείνο το βράδυ, λοιπόν…» Σωπαίνει. Και οι δύο κοιτάζουν τώρα τον Κουρτ, που είναι ξαπλωμένος στο πάτωμα ανάμεσά τους. Η κουρελού έχει βαφτεί κόκκινη. Ο σφυριχτός ρόγχος έχει γίνει τώρα ένα σχεδόν ανεπαίσθητο φύσημα. Και μετά παύει ν’ αναπνέει. Ησυχάζει. Ο Βέσα Λάρσον τον κοιτάζει επίμονα. Οι κόρες των ματιών του διαστέλλονται από τον φόβο. Έπειτα στρέφει το βλέμμα του στη Ρεμπέκα και στο δίκαννο στα γόνατά της. Η Ρεμπέκα κλείνει τα μάτια. Αρχίζει να παραλύει και νιώθει απαθής. Είναι σαν να μην την αφορούν πια όσα της αφηγείται ο Βέσα. Τώρα όμως δεν χρειάζεται πια να τον παρακινεί να της πει κι άλλα, μια που εκείνος αρχίζει ξαφνικά να μιλάει ακατάσχετα. «Ο Βίκτορ δεν ήθελε να μας ακούσει. Είπε ότι είχε προσευχηθεί και είχε νηστέψει και πως ήταν ώρα για ένα καλό ξεκαθάρισμα στην ενορία. Ξαφνικά βρεθήκαμε εμείς από κατήγοροι κατηγορούμενοι. Είπε ότι είμαστε οι έμποροι που έπρεπε να πετάξει έξω από τον ναό. Ότι αυτό ήταν έργο του Θεού και ότι εμείς ετοιμαζόμασταν να το χαρίσουμε στον Μ αμωνά. Και μετά… Ω, Θεέ μου, μεγαλοδύναμε… Μ ετά ήρθε ο Κουρτ. Δεν ξέρω αν άκουσε τι λέγαμε ή αν μόλις είχε μπει στην εκκλησία… Ο Βέσα κλείνει τα μάτια του και με το στόμα του κάνει μια γκριμάτσα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

331

«Ο Βίκτορ έδειχνε με το δάχτυλό του τον Τούμας και ούρλιαζε, δεν θυμάμαι τι ακριβώς. Ο Κουρτ κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί στα χέρια του, δεν ήταν ανοιχτό. Είχαμε κοινωνήσει κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Χτύπησε τον Βίκτορ στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο Βίκτορ έπεσε στα γόνατα. Ο Κουρτ φορούσε ένα φαρδύ πουπουλένιο μπουφάν. Έχωσε το μπουκάλι στη μέσα τσέπη του μπουφάν του. Μ ετά, έβγαλε το μαχαίρι από τη ζώνη του και τον μαχαίρωσε. Δύο ή τρεις φορές. Ο Βίκτορ έπεσε προς τα πίσω κι έμεινε πεσμένος ανάσκελα». «Και εσείς τον κοιτάζατε» λέει ψιθυριστά η Ρεμπέκα. «Προσπάθησα να επέμβω, αλλά ο Τούμας με εμπόδισε». Πιέζει με τις γροθιές του τα μάτια. «Όχι, δεν είναι αλήθεια» λέει. «Μ ου φαίνεται πως έκανα ένα βήμα μπροστά. Αλλά ο Τούμας έκανε μια απλή κίνηση με το χέρι του. Κι εγώ σταμάτησα. Σαν εκπαιδευμένος σκύλος. Μ ετά ο Κουρτ στράφηκε προς το μέρος μας και μας πλησίασε. Κόντεψα να πεθάνω από τον φόβο μου επειδή νόμιζα ότι θα σκότωνε κι εμένα. Ο Τούμας είχε μείνει στήλη άλατος, ανέκφραστος. Θυμάμαι ότι τον κοίταξα και ότι μου πέρασε από το μυαλό αυτό που είχα διαβάσει κάπου, ότι έτσι πρέπει να αντιδράς όταν σου επιτίθενται άγρια σκυλιά. Δεν πρέπει να το βάζεις στα πόδια, δεν πρέπει να φωνάζεις, απλώς να στέκεσαι ακίνητος, ήρεμος. Έτσι σταθήκαμε κι εμείς. Ούτε ο Κουρτ μιλούσε, απλώς μας κοιτούσε με το μαχαίρι έτοιμο στο χέρι. Και ξαφνικά μας γύρισε την πλάτη και πήγε στον Βίκτορ. Τον…» Ένα κλαψούρισμα ξέφυγε μέσα από τα δόντια του. «…τον χτύπησε πολλές φορές. Έχωσε το μαχαίρι στα μάτια του. Μ ετά έβαλε τα δάχτυλά του στις κόγχες και με το αίμα πασάλειψε τα δικά του μάτια. “Ό,τι είδε αυτός το είδα κι εγώ τώρα” φώναζε. Κι έγλειφε το μαχαίρι σαν ένα… ζώο! Νομίζω πως πρέπει να κόπηκε η γλώσσα του, γιατί έτρεχε αίμα από το στόμα του. Κι έπειτα του έκοψε τα χέρια. Τα τραβούσε και τα έστριβε. Το ένα το έβαλε στην τσέπη του, το άλλο δεν χωρούσε και του έπεσε στο πάτωμα και… Ναι, μετά δεν θυμάμαι ακριβώς. Ο Τούμας με έβαλε στο αυτοκίνητό του και πήραμε τη δημοσιά


332

ASA LARSSON

που οδηγεί στα σύνορα με τη Νορβηγία, τη Νοργεβέγκεν. Στεκόμουν μέσα στο κρύο νυχτιάτικα και ξερνούσα πάνω στο χιόνι. Κι όλη την ώρα ο Τούμας δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα. Μ ιλούσε για τις οικογένειές μας. Για την ενορία. Ότι το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε ήταν να μη μιλήσουμε. Αργότερα αναρωτήθηκα αν ήξερε ότι ο Κουρτ ήταν εκεί. Ή μήπως είχε ο ίδιος φροντίσει να είναι εκεί». «Και ο Γκούναρ Ίσακσον;» «Δεν ήξερε τίποτα. Είναι ένας άχρηστος». «Δειλέ, κάθαρμα!» του λέει η Ρεμπέκα αποκαμωμένη. «Έχω παιδιά» κλαψουρίζει εκείνος. «Όταν έχεις παιδιά όλα αλλάζουν. Θα το δεις και εσύ». «Άσ’ τα αυτά» έκανε η Ρεμπέκα. «Όταν σε επισκέφτηκε η Σάνα. Τότε έπρεπε να πας στην αστυνομία και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Εσύ όμως… δεν ήθελες να δημιουργηθεί σκάνδαλο. Δεν ήθελες να χάσεις το ωραίο σου σπίτι, την καλοπληρωμένη δουλειά σου». Δεν αντέχει να κρατάει άλλο το πόδι της σηκωμένο προς το μέρος της και να στηρίζει το όπλο. Αν το ακουμπήσει κάτω εκείνος προλαβαίνει να ορμήσει και να την κλοτσήσει στο κεφάλι πριν η Ρεμπέκα να τον σημαδέψει. Δεν βλέπει καλά. Μ αύρες κουκκίδες απλώνονται σε όλο το οπτικό της πεδίο. Σαν να πυροβόλησε κάποιος με όπλο χρωματοσφαίρισης σε τζάμι βιτρίνας. Τώρα κοντεύει να λιποθυμήσει. Πρέπει να βιαστεί. Τον σημαδεύει με το δίκαννο. «Μ ην το κάνεις αυτό, Ρεμπέκα, της λέει. Δεν θα μπορείς να ζήσεις μετά με τον εαυτό σου. Δεν το ήθελα, Ρεμπέκα. Όλα τέλειωσαν τώρα». Εύχεται να έκανε μια κίνηση ο Βέσα, κάτι. Μ ια προσπάθεια να σηκωθεί. Ή να τεντωθεί να πιάσει το τσεκούρι. Ίσως θα έπρεπε να τον εμπιστευτεί. Ίσως να έπαιρνε την ίδια και τα παιδιά μαζί του στο έλκηθρο για την πόλη. Για να παραδοθεί στην αστυνομία. Ίσως και όχι. Και τι απέμενε; Το μουγκρητό της φωτιάς. Τα έντρομα μάτια των παιδιών, που θα προσπαθούν να λύσουν τα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

333

σχοινιά που τα κρατάνε δεμένα χειροπόδαρα στο κρεβάτι. Οι φλόγες που τρώνε τις σάρκες από το κόκαλο. Αν ο Βέσα βάλει φωτιά, δεν θα υπάρξει κανένας μάρτυρας. Θα τα φορτώσει όλα στον Τούμας και τον Κουρτ και εκείνος θα μείνει ελεύθερος. Ήρθε εδώ για να μας σκοτώσει, λέει στον εαυτό της. Να το θυμάσαι αυτό. Τώρα εκείνος κλαίει. Ο Βέσα Λάρσον. Δεν πάει πολύς καιρός που η Ρεμπέκα ήταν δεκαέξι χρόνων και καθόταν μαζί του στο υπόγειο της Εκκλησίας της Πεντηκοστής, ανάμεσα στις ζωγραφιές του, συζητώντας για τον Θεό, τη Ζωή, τον Έρωτα και την Τέχνη. «Σκέψου τα παιδιά μου, Ρεμπέκα». Αυτός ή τα κορίτσια. Τη στιγμή που το δάχτυλο πιέζει τη σκανδάλη κλείνει τα μάτια. Ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός. Όταν τα ξανανοίγει, ο Βέσα είναι καθισμένος πάντα στην ίδια στάση. Αλλά δεν έχει πια πρόσωπο. Περνάει ένα δευτερόλεπτο, μετά το κορμί σωριάζεται στο πλάι. Να μην τον κοιτάζει. Να μη σκέφτεται. Η Σάρα και η Λούβα. Παρατάει το δίκαννο και προσπαθεί να σηκωθεί στα τέσσερα. Όλο το κορμί της τρέμει από την προσπάθεια καθώς σέρνεται μέτρο το μέτρο προς το κρεβάτι. Τα αυτιά της βουίζουν και κουδουνίζουν. Το ένα χέρι της Σάρας. Ένα χέρι φτάνει. Αν μπορέσει να πιάσει ένα χέρι… Μ πουσουλάει πάνω από το άψυχο σώμα του Κουρτ. Ψαχουλεύει τη ζώνη της φόρμας του. Βάζει το χέρι της και ψάχνει κάτω από το κορμί του. Βρίσκει το μαχαίρι. Ξεκουμπώνει τη θήκη και το βγάζει. Μ οιάζει σαν να έχει βουτήξει το χέρι της στο αίμα του. Τώρα έχει φτάσει στο κρεβάτι. Σταθερό χέρι τώρα. Μ ην κόψεις τη Σάρα. Κόβει το κανναβόσχοινο και το αφαιρεί από τον καρπό της Σάρας. Βάζει το μαχαίρι στο ελεύθερο χέρι της Σάρας και βλέπει τα δάχτυλά της να σφίγγουν τη λαβή του. Τώρα. Ξεκούραση. Σωριάζεται στο πάτωμα. Έπειτα από λίγο τα πρόσωπα της Λούβα και της Σάρας είναι


334

ASA LARSSON

αποπάνω της. Πιάνει τη Σάρα από το μανίκι της μπλούζας. «Θυμηθείτε» λέει βραχνά. «Να μείνετε εδώ στην καλύβα. Κλειδώστε την πόρτα. Φορέστε τις φόρμες σας και κουκουλωθείτε με τα παπλώματα. Το πρωί θα έρθει ο Πόλμη με την Μ πέλα. Να τους περιμένετε. Μ ε ακούς, Σάρα; Εγώ τώρα θα ξεκουραστώ λιγάκι». Δεν πονάει πια πουθενά. Αλλά τα χέρια της είναι παγωμένα. Το μανίκι της Σάρας γλιστράει από τα δάχτυλά της. Τα πρόσωπά τους απομακρύνονται. Η ίδια βυθίζεται σε ένα πηγάδι κι αυτά στέκουν εκεί πάνω στο φως του ήλιου και την κοιτάζουν από ψηλά. Όλα σκοτεινιάζουν και όλα παγώνουν πιο πολύ. Η Σάρα και η Λούβα κάθονται ανακούρκουδα δίπλα στη Ρεμπέκα, η καθεμία στην πλευρά της. Η Λούβα στρέφεται προς τη μεγάλη της αδερφή. «Τι είπε;» τη ρωτάει. «Νομίζω πως ακούστηκε σαν “Θα με δεχτείς;”» της απαντάει η Σάρα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο

335

χειμωνιάτικος άνεμος έξω από το νοσοκομείο της Κίρουνα λύγιζε με δύναμη τις ψηλόλιγνες σημύδες. Τραβούσε τους ροζιασμένους βραχίονές τους που έτειναν προς έναν σκούρο μπλε ουρανό. Έσπαγε τα ξυλιασμένα κοκαλιάρικα δάχτυλά τους. Ο Μ ονς Βένγκρεν προσπέρασε με τεράστιες δρασκελιές τη γραμματεία της εντατικής μονάδας. Το ψυχρό φως από τις λάμπες φθορίου αναπηδούσε πάνω στο καλογυαλισμένο δάπεδο και τον κιτρινωπό τσιμεντένιο τοίχο του διαδρόμου με τα απερίγραπτα και κακόγουστα μπορντό μοτίβα. Όλο του το είναι αντιστεκόταν στις εντυπώσεις από τον χώρο. Η οσμή του υγρού για καθαρισμό και απολύμανση ανακατευόταν μ’ εκείνη τη διαρρέουσα μπαγιάτικη μυρωδιά σωμάτων σε αποσύνθεση. Ο μόνιμος θόρυβος από τα μεταλλικά καροτσάκια που μετέφεραν φαγητό, δείγματα, και ένας Θεός ξέρει τι άλλο. Τουλάχιστον δεν είναι Χριστούγεννα, σκέφτηκε. Ο πατέρας του είχε υποστεί το τελευταίο του έμφραγμα ανήμερα τα Χριστούγεννα. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά ο Μ ονς μπορούσε ακόμη να δει μπροστά του τις οδυνηρά ανεπιτυχείς προσπάθειες του προσωπικού να δημιουργήσει μια χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στην κλινική. Φτηνά μπισκότα του κιλού για να συνοδεύουν τον καφέ σερβιρισμένα σε χαρτοπετσέτες με χριστουγεννιάτικα μοτίβα. Και στο βάθος του διαδρόμου ένα πλαστικό έλατο. Οι βελόνες του ψευτοέλατου προς λάθος κατεύθυνση και τσαλακωμένες έπειτα από έναν χρόνο στο χαρτόκουτο, σε κάποιο από τα πάνω ράφια


336

ASA LARSSON

της αποθήκης. Κάτι μπάλες παράταιρες κρέμονταν με κλωστή ραψίματος από τα κλαδιά. Και κάτω από τα χαμηλότερα κλαδιά φανταχτερά πακέτα που ήξερες ότι δεν περιείχαν τίποτα. Έδιωξε εικόνες από τη μνήμη πριν να έρθει η σειρά των γονιών του. Έκανε μια απότομη στροφή χωρίς να σταματήσει. Το μάλλινο παλτό του ανέμισε σαν μανδύας. «Ψάχνω τη Ρεμπέκα Μ άρτινσον!» βρυχήθηκε. «Δουλεύει κανείς εδώ τελικά ή όχι;» Το πρωί τον είχε ξυπνήσει το τηλέφωνο. Τον είχαν πάρει από την αστυνομία της Κίρουνα και ήθελαν να μάθουν αν όντως αλήθευε πως ήταν ο προϊστάμενος της Ρεμπέκα Μ άρτινσον. Ναι, αλήθευε. Δεν είχαν βρει κάποιον συγγενή της στο Κρατικό Αρχείο Προσωπικών Δεδομένων. Μ ήπως ήξεραν στο δικηγορικό γραφείο αν είχε σύντροφο ή φίλο; Όχι, δεν το γνώριζαν αυτό στο γραφείο. Εκείνος ρώτησε τι είχε συμβεί. Τελικά του είπαν από την αστυνομία ότι η Ρεμπέκα είχε χειρουργηθεί. Αλλά έπειτα από αυτό δεν κατόρθωσε να πάρει άλλη πληροφορία. Ο Μ ονς τηλεφώνησε στο νοσοκομείο της Κίρουνα. Εκεί δεν ήθελαν καν να του πουν ότι είχε γίνει εισαγωγή. «Απόρρητο» ήταν η μοναδική λέξη που κατάφερε να τους βγάλει από το στόμα. Έπειτα τηλεφώνησε σε μία από τις δύο συνεργάτιδες του γραφείου. «Μ α Μ ονς» του είχε πει εκείνη «η Ρεμπέκα είναι βοηθός σου». Τελικά πήρε ταξί και πήγε στο αεροδρόμιο της Αρλάντα. Στα μισά του διαδρόμου τον πρόλαβε μια νοσοκόμα. Τον είχε πάρει εδώ και ώρα από πίσω και του μιλούσε ακατάπαυστα, ενώ εκείνος άνοιγε διάφορες πόρτες θαλάμων και κοιτούσε μέσα. Έπιασε μόνο μερικές λέξεις και φράσεις από το ασταμάτητο παραλήρημά της: Απόρρητο. Αναρμόδιος. Θα καλέσω την ασφάλεια. «Είμαι ο σύντροφός της» μπλοφάρισε καθώς συνέχιζε ν’ ανοίγει πόρτες και να κοιτάζει μέσα. Βρήκε τη Ρεμπέκα μόνη της σ’ έναν θάλαμο για τέσσερις ασθενείς. Δίπλα στο κρεβάτι στεκόταν μια βάση ορού με μια


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

337

πλαστική σακούλα μισογεμάτη μ’ ένα διαφανές υγρό. Τα μάτια κλειστά. Το πρόσωπο λευκό από έλλειψη αίματος, τα χείλη το ίδιο. Τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι, αλλά δεν κάθισε. Αντιθέτως, γύρισε και κοίταξε με ένα γρύλισμα τη μικρόσωμη γυναίκα που τον ακολουθούσε. Εκείνη εξαφανίστηκε αμέσως. Τα σανδάλια Μ πίρκενστοκ κροτάλισαν βιαστικά στον διάδρομο. Ένα λεπτό αργότερα εμφανίστηκε μια άλλη γυναίκα με άσπρη ρόμπα και άσπρο παντελόνι. Ο Μ ονς έκανε δυο μεγάλα βήματα και βρέθηκε ακριβώς μπροστά στην ταμπελίτσα με το όνομά της που είχε κρεμασμένη στο τσεπάκι του στήθους της. «Λοιπόν, αδελφή Φρίντα» είπε επιθετικά πριν εκείνη προλάβει να ανοίξει το στόμα της «θα σε παρακαλούσα πολύ να μου εξηγήσεις τι είναι αυτό εδώ». Έδειξε τα χέρια της Ρεμπέκα. Ήταν και τα δύο δεμένα με γάζες στα πλαϊνά του κρεβατιού. Η αδελφή Φρίντα ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια πριν ν’ απαντήσει. «Έλα μαζί μου, πρέπει να φύγουμε από εδώ» του είπε απαλά. «Να ηρεμήσουμε λίγο για να μπορέσουμε να μιλήσουμε». Ο Μ ονς έκανε μια χειρονομία με το χέρι του σαν να ήθελε να διώξει μια μύγα. «Φέρτε μου τον γιατρό που είναι υπεύθυνος γι’ αυτήν» είπε εκνευρισμένος. Η αδελφή Φρίντα ήταν όμορφη. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν γνήσια. Είχε έντονα ζυγωματικά και τα χείλη της ήταν ελαφρώς βαμμένα μ’ ένα διαφανές ροζ χρώμα. Ήξερε ότι ο κόσμος υπάκουε συνήθως στον ήρεμο τόνο της φωνής της. Ήταν γνωστή γι’ αυτό. Κανείς δεν την πέρασε ποτέ για μύγα. Σκέφτηκε μήπως έπρεπε να τηλεφωνήσει στον φύλακα ασφαλείας. Ή πιθανώς στην αστυνομία, λόγω της ιδιαίτερης περίστασης. Αλλά γύρισε και κοίταξε τον Μ ονς Βένγκρεν. Το βλέμμα της ξεκίνησε από το απίστευτα καλοσιδερωμένο λευκό γιακά του πουκαμίσου, πέρασε στη ριγέ ασπρόμαυρη γραβάτα του κι έφτασε στο διακριτικό μαύρο κουστούμι του και στα λουστραρισμένα παπούτσια. «Έλα λοιπόν μαζί μου να μιλήσεις με τον γιατρό» του είπε


338

ASA LARSSON

κοφτά, του γύρισε την πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο με τον Μ ονς στο κατόπι της. Ο γιατρός ήταν ένας κοντός άντρας, με πυκνά, γκριζόξανθα μαλλιά. Ηλιοκαμένο πρόσωπο και μια μύτη που είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει. Προφανώς είχε κάνει πρόσφατα διακοπές στο εξωτερικό. Η ιατρική ρόμπα ήταν ξεκούμπωτη και φαινόταν το τιρκουάζ μπλουζάκι και το τζιν παντελόνι του. Στην τσέπη της ρόμπας στριμώχνονταν στιλό, μολύβια, μπλοκ και γυαλιά. Ηλικιακό άγχος με συμπτώματα χιπισμού, σκέφτηκε ο Μ ονς και τον πλησίασε πολύ όταν χαιρετήθηκαν, ώστε ο γιατρός ν’ αναγκαστεί να κοιτάξει ψηλά σαν παρατηρητής άστρων. Μ πήκαν μαζί στο γραφείο των γιατρών. «Είναι για το καλό της» εξήγησε ο γιατρός στον Μ ονς. «Στην αίθουσα ανάνηψης τράβηξε τον ορό από το χέρι της. Τώρα της δώσαμε κάτι να κοιμηθεί, αλλά–» «Είναι κρατούμενη;» ρώτησε ο Μ ονς. «Ή προφυλακισμένη;» «Δεν ξέρω». «Έχει ληφθεί κάποια απόφαση αναγκαστικής νοσηλείας; Υπάρχει βεβαίωση νοσηλείας;» «Όχι». «Ουάου! Άγρια Δύση δηλαδή» έκανε ο Μ ονς περιφρονητικά. «Την έχετε εδώ δεμένη στο κρεβάτι χωρίς γραπτή απόφαση της αστυνομίας, του εισαγγελέα ή του διευθυντή κλινικής. Αυτό σημαίνει παράνομη κράτηση. Μ ήνυση, πρόστιμο και μομφή για σένα από το πειθαρχικό συμβούλιο. Ωστόσο, δεν ήρθα εδώ για να κάνω φασαρία. Πες μου τι έχει συμβεί, η αστυνομία θα πρέπει να σε ενημέρωσε, λύστε την και φέρτε μου έναν καφέ. Σε αντάλλαγμα θα καθίσω δίπλα της και θα φροντίσω να μην κάνει καμιά ανοησία όταν ξυπνήσει. Ούτε θα τα βάλω με το νοσοκομείο. «Μ α οι πληροφορίες που έχω από την αστυνομία είναι απόρρητες» είπε ο γιατρός διστακτικά. «Give some, get some – Όταν δίνεις κάτι, παίρνεις κάτι» απάντησε ο Μ ονς αδιάφορα. Λίγο αργότερα ο Μ ονς καθόταν γερμένος στη ράχη της


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

339

άβολης καρέκλας δίπλα στο κρεβάτι της Ρεμπέκα. Το αριστερό του χέρι ακουμπούσε απαλά τα δάχτυλά της. Στο άλλο χέρι κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι σε περίβλημα με καυτό καφέ. «Διαολοκόριτσο» μουρμούρισε. «Ξύπνα για να τ’ ακούσεις από την καλή».


340

Σ

ASA LARSSON

κοτάδι. Έπειτα σκοτάδι και πόνος. Η Ρεμπέκα ανοίγει προσεκτικά τα μάτια. Στον τοίχο πάνω από την πόρτα υπάρχει ένα μεγάλο ρολόι. Ο λεπτοδείκτης τρέμει κάθε φορά που πηδάει προς την επόμενη γραμμή. Εκείνη μισοκλείνει τα μάτια, αλλά δεν μπορεί να δει τι ώρα δείχνει, αν είναι μέρα ή νύχτα. Το φως τρυπάει τα μάτια της σαν μαχαίρι. Ανοίγει μια καυτή τρύπα πόνου στο κεφάλι της, το οποίο γίνεται χίλια κομμάτια. Κάθε ανάσα είναι πόνος και οδύνη. Η γλώσσα κολλάει στον ουρανίσκο. Κλείνει τα μάτια και βλέπει μπροστά της το έντρομο πρόσωπο του Βέσα Λάρσον. «Μ ην το κάνεις Ρεμπέκα. Δεν θα μπορέσεις να συγχωρέσεις τον εαυτό σου». Επιστροφή στο σκοτάδι. Βαθύτερα, μέσα. Κάτω. Μ ακριά. Ο πόνος υποχωρεί. Και εκείνη ονειρεύεται. Είναι καλοκαίρι. Ο ήλιος στέλνει καυτές ακτίνες από έναν καταγάλανο ουρανό. Οι μέλισσες στροβιλίζονται σαν μεθυσμένες ανάμεσα στα λουλούδια του μεσοκαλόκαιρου και στα χιλιόφυλλα. Η γιαγιά είναι γονατισμένη στην προβλήτα πέρα στον όχτο του ποταμού και πλένει κουρελούδες. Το σαπούνι το έχει φτιάξει μόνη της από λίπος και αλισίβα. Τρίβει δυνατά τη βούρτσα πάνω στα ριγωτά κουρέλια. Η απαλή αύρα από το ποτάμι κρατά μακριά τα κουνούπια. Στην άκρη της προβλήτας κάθεται ένα παιδάκι με τα πόδια βουτηγμένα στο νερό. Έχει ένα σκαθάρι σ’ ένα βαζάκι με τρυπημένο καπάκι. Μ ε θαυμασμό κοιτάζει το σκαθάρι που προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο γυαλί. Η Ρεμπέκα κατεβαίνει προς το ποτάμι. Ξέρει πολύ καλά ότι ονειρεύεται και


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

341

μουρμουρίζει σιγανά στον εαυτό της: «Άσε με να δω το πρόσωπό της. Άσε με να δω πώς μοιάζει». Και ξαφνικά η Γιοχάνα στρέφεται προς το μέρος της κι εκείνη τη βλέπει. Κρατάει θριαμβευτικά το βαζάκι ψηλά και τα χείλη της σχηματίζουν τη λέξη «Μ αμά».


342

Σ

ASA LARSSON

χεδόν μια χριστουγεννιάτικη κάρτα. Αν και δεν είχε καμία σχέση με κάρτα. Τρεις μάγοι που κοιτούσαν το κοιμισμένο παιδί. Αλλά το παιδί είναι η Ρεμπέκα Μ άρτινσον και οι τρεις μάγοι ο αναπληρωτής εισαγγελέας Καρλ φον Ποστ, ο δικηγόρος Μ ονς Βένγκρεν και ο αστυνομικός επιθεωρητής Σβεν-Έρικ Στόλνακε. «Σκότωσε τρεις ανθρώπους» έκανε ο Φον Ποστ. «Δεν μπορώ να την αφήσω απλά ελεύθερη να σηκωθεί να φύγει». «Μ α εδώ πρόκειται για κλασικό παράδειγμα αυτοάμυνας» επιμένει ο Μ ονς Βένγκρεν. «Το καταλαβαίνεις, υποθέτω. Εξάλλου είναι η ηρωίδα της ημέρας. Πίστεψέ με, οι εφημερίδες έχουν ήδη ξεκινήσει να μαγειρεύουν μια ιστορία αλά Μ όντεστι Μ πλέιζ. Έσωσε δυο παιδιά και σκότωσε τρεις εγκληματίες… Ρώτα λοιπόν τον εαυτό σου ποιον ρόλο θέλεις να παίξεις. Του μαλάκα, που την καταδιώκει και προσπαθεί να τη χώσει μέσα, ή του εντάξει τύπου, που θέλει να μοιραστεί τη δόξα μαζί της;» Ο αναπληρωτής εισαγγελέας άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο δωμάτιο. Κοίταξε τον Σβεν-Έρικ, αλλά εκείνος δεν του πρόσφερε καμία βοήθεια, ούτε ένα κλαδάκι να πατήσει. Το βλέμμα ξαναγύρισε στην κίτρινη κουβέρτα του νοσοκομείου με τα κυψελοειδή σχέδια, της οποίας οι άκρες ήταν άψογα διπλωμένες κάτω από το στρώμα της Ρεμπέκα. «Σκεφτήκαμε να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε τους δημοσιογράφους έξω από την υπόθεση» έκανε μια προσπάθεια ο Φον Ποστ. «Οι νεκροί πάστορες είχαν οικογένειες. Μ ια κάποια


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

343

διακριτικότητα θα ήταν–» Κάτω από το μουστάκι του ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε ρούφηξε αέρα ανάμεσα από τα δόντια. «Θα είναι πολύ δύσκολο να κρατήσουμε τον Τύπο και την τηλεόραση απέξω» είπε ο Μ ονς με απαλή φωνή. «Κατά κάποιον τρόπο, η αλήθεια πάντα γίνεται γνωστή». Ο Φον Ποστ κούμπωσε το παλτό του. «Τέλος πάντων, αλλά θα περάσει από ανάκριση. Πριν να γίνει αυτό δεν θα πάει πουθενά». «Φυσικά. Αυτό θα γίνει μόλις πουν οι γιατροί ότι αντέχει να μιλήσει. Τίποτε άλλο;» «Τηλεφώνησέ μου όταν θα είναι σε θέση για ανάκριση» είπε ο Φον Ποστ στον Σβεν-Έρικ και εξαφανίστηκε από την πόρτα. Ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε έβγαλε το πουπουλένιο του μπουφάν. «Πάω να καθίσω στον διάδρομο» είπε. «Φώναξέ με όταν ξυπνήσει. Θέλω κάτι να της πω. Πάω να πάρω καφέ και ένα γλυκάκι από τον αυτόματο πωλητή. Θέλεις;»


344

ASA LARSSON

Η

Ρεμπέκα ξύπνησε. Μ έσα σε μισό λεπτό στεκόταν ένας γιατρός σκυμμένος αποπάνω της. Μ εγάλη μύτη και μεγάλα χέρια. Φαρδιά πλάτη. Έμοιαζε με μασκαρεμένο σιδερά με την ξεκούμπωτη άσπρη ρόμπα του. Τη ρώτησε πώς αισθάνεται. Εκείνη δεν απάντησε. Πίσω του στεκόταν μια νοσοκόμα με ένα καλοσυνάτο, αλλά όχι μεγάλο χαμόγελο στα χείλη. Ο Μ ονς δίπλα στο παράθυρο. Κοιτούσε έξω, αλλά ήταν αδύνατο να δει κάτι άλλο πέρα από το είδωλό του και το είδωλο του δωματίου στο τζάμι. Έστριβε τις περσίδες. Τις άνοιγε και τις έκλεινε. Και ξανά το ίδιο. «Πέρασες αρκετά» της είπε ο γιατρός. «Και σωματικά και ψυχικά. Η αδελφή Μ αρί εδώ θα σου δώσει ένα ηρεμιστικό και λίγο παυσίπονο αν πονάς». Αυτό το τελευταίο ήταν ερώτηση, αλλά η Ρεμπέκα δεν απάντησε. Ο γιατρός όρθωσε το σώμα του και έκανε ένα νεύμα στη νοσοκόμα. Η ένεση επέδρασε έπειτα από λίγο. Μ πορούσε να παίρνει κανονικές αναπνοές χωρίς να πονάει. Ο Μ ονς καθόταν δίπλα στο κρεβάτι της και την κοίταζε σιωπηλός. «Διψάω» ψιθύρισε. «Δεν κάνει να πιεις τίποτα ακόμη. Παίρνεις ό,τι χρειάζεσαι με τον ορό, αλλά περίμενε λίγο». Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Η Ρεμπέκα τον άγγιξε στο


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

345

χέρι. «Μ ην είσαι θυμωμένος» του είπε βραχνά. «Άσ’ τα αυτά» της είπε πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Έχω γίνει μπαρούτι». Έπειτα από λίγο ξαναγύρισε. Κρατούσε δυο πλαστικά ποτήρια. Στο ένα είχε νερό, που της το έδωσε για να ξεπλύνει το στόμα της. Στο άλλο δυο παγάκια. «Μ πορείς να ρουφάς αποδώ» της είπε κουνώντας τα παγάκια. «Απέξω είναι ένας αστυνομικός που θέλει να σου μιλήσει. Αντέχεις;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι. Ο Μ ονς έκανε νόημα στον Σβεν-Έρικ, που ήρθε και κάθισε δίπλα στο κρεβάτι της. «Τα κορίτσια;» τον ρώτησε. «Καλά είναι» της είπε ο Σβεν-Έρικ. «Φτάσαμε στην καλύβα αρκετά γρήγορα, λίγο ύστερα από… τότε που τέλειωσαν όλα». «Πώς;» «Μ πήκαμε στο διαμέρισμα του Κουρτ Μ πέκστρεμ και καταλάβαμε ότι έπρεπε να σε βρούμε. Τέλος πάντων, αυτά θα τα πούμε αργότερα, αλλά εκεί βρήκαμε απαίσια πράγματα. Στο ψυγείο και στην κατάψυξή του, μεταξύ άλλων. Πήγαμε στο σπίτι στην Κούραβαρα, στη διεύθυνση που είχες δώσει στην αστυνομία. Δεν ήταν κανείς εκεί. Για να μπούμε, αναγκαστήκαμε να σπάσουμε την κλειδαριά. Έπειτα πήγαμε στον κοντινότερο γείτονα». «Τον Πόλμη». «Εκείνος μας οδήγησε τελικά στην καλύβα. Το μεγαλύτερο κορίτσι μάς περιέγραψε τι συνέβη». «Είναι καλά τα κορίτσια;» Εντάξει είναι. Μ όνο που πάγωσαν τα μάγουλα της Σάρας. Είχε βγει έξω και προσπαθούσε να βάλει μπροστά το σκούτερ». Η Ρεμπέκα βόγκηξε. «Μ α αφού της το είπα». «Δεν είναι τίποτα σοβαρό. Τα κορίτσια είναι εδώ στο νοσοκομείο, με τη μαμά τους». Η Ρεμπέκα έκλεισε τα μάτια.


346

ASA LARSSON

«Θέλω να συναντήσω τα κορίτσια». Ο Σβεν-Έρικ έτριψε το πιγούνι του και κοίταξε τον Μ ονς. Ο Μ ονς ανασήκωσε τους ώμους. «Μ ην ξεχνάς ότι τους έσωσε τη ζωή». «Βέβαια, εντάξει» είπε ο Σβεν-Έρικ και σηκώθηκε όρθιος. «Ας μιλήσουμε με τον γιατρό και ας αφήσουμε απέξω τον εισαγγελέα. Μ ετά βλέπουμε». Ο Σβεν-Έρικ Στόλνακε έσπρωχνε το κρεβάτι της Ρεμπέκα στον διάδρομο. Ο Μ ονς τους ακολουθούσε κρατώντας την ξεχαρβαλωμένη βάση με τον ορό. «Η δημοσιογράφος που απέσυρε τη μήνυση για κακοποίηση μου έχει κολλήσει σαν βδέλλα» είπε ο Μ ονς στη Ρεμπέκα. Ο διάδρομος έξω από τον θάλαμο της Σάνα και των κοριτσιών ήταν σχεδόν απόκοσμα έρημος. Η ώρα ήταν δέκα και μισή το βράδυ. Από την αίθουσα ψυχαγωγίας, λίγο πιο πέρα, απλωνόταν ένα γαλάζιο φως που ερχόταν από την αναμμένη τηλεόραση, αλλά δεν ακουγόταν τίποτα. Ο Σβεν-Έρικ χτύπησε την πόρτα και μαζί με τον Μ ονς έκαναν λίγα βήματα πίσω. Την πόρτα άνοιξε ο Ούλοφ Στράντγκορντ. Το πρόσωπό του σφίχτηκε σε μια γκριμάτσα αποστροφής μόλις είδε τη Ρεμπέκα. Στο βάθος του δωματίου διακρίνονταν η Σάνα και η Κριστίνα. Τα παιδιά δεν φαίνονταν. Ίσως να κοιμόνταν. «Είναι εντάξει, μπαμπά» έκανε η Σάνα και πέρασε το κατώφλι. «Μ είνε εδώ εσύ με τη μαμά και τα κορίτσια». Έκλεισε την πόρτα πίσω της και πήγε και στάθηκε δίπλα στη Ρεμπέκα. Πίσω από την πόρτα αντήχησε η φωνή του Ούλοφ Στράντγκορντ: «Αυτή έβαλε τη ζωή των παιδιών σε κίνδυνο» είπε. «Έγινε και ηρωίδα τώρα;» Και μετά ακούστηκε η Κριστίνα Στράντγκορντ. Ένα ακατάληπτο μουρμουρητό, αλλά οπωσδήποτε κατευναστικό. «Μ πα; Τι μου λες;» ακούστηκε πάλι ο Ούλοφ. «Αν πετάξω δηλαδή κάποιον σε μια τρύπα στον πάγο και μετά τον βγάλω έξω, του έχω σώσει τη ζωή;» Η Σάνα έκανε έναν μορφασμό προς το μέρος της Ρεμπέκα.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

347

Μ ην του δίνεις σημασία, είμαστε όλοι κουρασμένοι και αναστατωμένοι, σήμαινε. «Η Σάρα» είπε η Ρεμπέκα «και η Λούβα». «Κοιμούνται, δεν θέλω να τις ξυπνήσω. Θα τους πω ότι ήρθες». Δεν θα με αφήσει να τις συναντήσω, σκέφτηκε η Ρεμπέκα και έσφιξε τα χείλη της. Η Σάνα άπλωσε το χέρι της και της χάιδεψε το μάγουλο. «Δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου» της είπε. «Καταλαβαίνω ότι έκανες αυτό που νόμιζες ότι ήταν καλύτερο για τα κορίτσια». Το χέρι της Ρεμπέκα σφίχτηκε κάτω από την κουβέρτα με το κυψελοειδές μοτίβο. Ξαφνικά τινάχτηκε προς τα έξω κι άρπαξε τον καρπό της Σάνα όπως αρπάζει ο λύκος το πρόβατο από τον λαιμό. «Άκουσέ με…» έκανε αγριεμένα η Ρεμπέκα. Η Σάνα προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της, αλλά η Ρεμπέκα την κρατούσε γερά. «Τι συμβαίνει;» της λέει η Σάνα. «Τι έκανα;» Ο Μ ονς και ο Σβεν-Έρικ συνέχιζαν να συζητούν μεταξύ τους λίγο πιο κάτω στον διάδρομο, αλλά ήταν φανερό πως είχαν χάσει το ενδιαφέρον τους για τη συζήτηση. Η προσοχή τους ήταν τώρα στραμμένη στη Ρεμπέκα και στη Σάνα. Η Σάνα μαζεύτηκε. «Μ α τι έκανα;» είπε με τσιριχτή φωνή. «Δεν ξέρω τι έκανες» της απάντησε η Ρεμπέκα κρατώντας το χέρι της όσο πιο γερά μπορούσε. «Πες μου εσύ τι έκανες. Ο Κουρτ σε αγαπούσε, έτσι δεν είναι; Μ ε τον δικό του τρελό τρόπο. Ίσως να του μίλησες για τις υποψίες σου για τον Βίκτορ. Ίσως να υποκρίθηκες την αβοήθητη, να του είπες ότι δεν ήξερες τι να κάνεις. Μ πορεί να του κλάφτηκες λιγάκι και να είπες ότι θα ήθελες να εξαφανιστεί ο Βίκτορ από τη ζωή σου». Η Σάνα τινάχτηκε σαν κάποιος να την είχε χτυπήσει. Για μια στιγμή, μια σκοτεινή και παράξενη σκιά πέρασε από τα μάτια της. Θυμός. Φαινόταν σαν να λαχταρούσε να γίνουν τα νύχια της γαμψά και σιδερένια για να τα χώσει βαθιά μέσα στο κορμί της Ρεμπέκα και να της ξεσκίσει τα σωθικά. Όταν πέρασε εκείνη η


348

ASA LARSSON

στιγμή το κάτω χείλος της άρχισε να τρέμει. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. «Δεν ήξερα, στην πραγματικότητα…» άρχισε να τραυλίζει. «Πώς να γνώριζα τι θα έκανε ο Κουρτ… Πώς είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι…» «Δεν είμαι καν σίγουρη αν ήταν ο Βίκτορ» έκανε η Ρεμπέκα. «Ίσως να ήταν απλώς ο Ούλοφ. Κάθε φορά. Αλλά αυτόν δεν τολμάς να τον πειράξεις. Και τώρα εμπιστεύεσαι και πάλι τα παιδιά σου σ’ αυτόν. Σκέφτομαι να τον καταγγείλω. Ας το διερευνήσει η κοινωνική υπηρεσία». Είχαν συναντηθεί πάνω σε εύθραυστο ανοιξιάτικο πάγο. Σ’ ένα κομμάτι πάγου, σε ένα υπόλοιπο που δεν υπήρχε πια. Αυτό το κομμάτι είχε τώρα ραγίσει ανάμεσά τους. Η καθεμιά γλιστρούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ανεπιστρεπτί. Η Ρεμπέκα γύρισε απ’ την άλλη το κεφάλι της και άφησε τη Σάνα, σχεδόν πέταξε το άσπρο της χέρι μακριά. «Κουράστηκα» είπε. Ο Μ ονς και ο Σβεν-Έρικ έσπευσαν αμέσως κοντά της. Χαιρέτησαν και οι δύο σιωπηλά τη Σάνα. Ο Μ ονς κούνησε το κεφάλι. Ο Σβεν-Έρικ της έγνεψε με χαμογελαστά μάτια. Άλλαξαν θέσεις. Τώρα ο Μ ονς έσπρωχνε το κρεβάτι και ο Σβεν-Έρικ κρατούσε τον ορό. Χωρίς να βγάλουν λέξη από το στόμα τους, έφυγαν σπρώχνοντας το κρεβάτι της Ρεμπέκα στον διάδρομο. Η Σάνα Στράντγκορντ έμεινε ακίνητη να τους κοιτάει μέχρι που χάθηκαν στη γωνία του διαδρόμου. Ακούμπησε την πλάτη της στην κλειστή πόρτα. Το καλοκαίρι, σκέφτηκε η Σάνα. Θα πάρω τα κορίτσια να κάνουμε διακοπές με ποδήλατα. Θα δανειστώ ένα καρότσι ποδηλάτου και για τη Λούβα. Η Σάρα μπορεί να τα καταφέρει μόνη της. Θα διασχίσουμε όλη την Τορνεντάλεν. Θα τους αρέσει. Ο Σβεν-Έρικ τους χαιρέτησε και έφυγε προς την αντίθετη πλευρά. Ο Μ ονς πάτησε το κουμπί του ασανσέρ και η πόρτα άνοιξε με ένα κουδούνισμα. Έβρισε όταν τράκαρε το κρεβάτι στο τοίχωμα του ασανσέρ. Καθώς τεντωνόταν για να πιάσει τη βάση του ορού, έβαλε το πόδι του στο φωτοκύτταρο για να μπλοκάρει


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

349

την πόρτα. Μ ε όλη αυτήν τη γυμναστική λαχάνιασε. Πολύ θα ήθελε τώρα ένα ουίσκι. Κοίταξε τη Ρεμπέκα. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Ίσως να είχε αποκοιμηθεί. «Θα το ανεχτείς αυτό;» ρώτησε με ένα στραβό χαμόγελο. «Να σε κυλάει πέρα δώθε ένας γέρος;» Από ένα μεγάφωνο στην οροφή του ασανσέρ ακούστηκε μια μηχανική φωνή να λέει «τρίτος όροφος» και η πόρτα άνοιξε ήσυχα. Η Ρεμπέκα δεν άνοιξε τα μάτια. Σπρώχνε εσύ, σκέφτηκε. Δεν μπορώ να έχω πολλές απαιτήσεις. Παίρνω αυτό που μου δίνουν.


350

ASA LARSSON

και εγένετο εσπέρα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

351

και εγένετο πρωί, ημέρα εβδόμη

Η

Άννα-Μ αρία Μ έλα στηρίζεται στα γόνατά της στην αίθουσα τοκετών. Κρατιέται σφιχτά από τα κάγκελα του κρεβατιού, με αποτέλεσμα ν’ ασπρίσουν οι αρθρώσεις στα χέρια της. Πιέζει τη μύτη στη μάσκα με το υποξείδιο του αζώτου και ανασαίνει. Ο Ρόμπερτ της χαϊδεύει τα ιδρωμένα της μαλλιά. «Τώρα» φωνάζει εκείνη «τώρα έρχεται». Οι πόνοι της εξώθησης έρχονται σαν χιονοστιβάδα που κυλάει ορμητικά στην πλαγιά του βουνού. Απομένει να συμπορευτεί. Πιέζει και σφίγγεται, και σπρώχνει όσο πιο πολύ μπορεί. Πίσω της είναι δυο μαμές. Φωνάζουν και την ενθαρρύνουν σαν να είναι το άλογό τους στον ιππόδρομο. «Έλα τώρα, Άννα-Μ αρία! Άλλη μια φορά. Άλλη μια φορά! Είσαι φοβερή!» Όταν εμφανίζεται το κεφαλάκι του μωρού, νιώθει να καίγεται σαν από φωτιά. Κι όταν το κεφάλι επιτέλους βγαίνει, το μωρό γλιστράει από μέσα της σαν χέλι. Δεν αντέχει να στρέψει το κεφάλι. Αλλά ακούει το θυμωμένο κι απαιτητικό κλαματάκι. Ο Ρόμπερτ της πιάνει το κεφάλι με τα δυο του χέρια και τη φιλάει στο πρόσωπο. Κλαίει. «Φυσικά και μπόρεσες!» της λέει μέσα στα δάκρυά του. «Είναι ένα αγοράκι».


352

ASA LARSSON

Ευχαριστίες

Η Ρεμπέκα Μ άρτινσον θα επανέλθει, δεν την εξαφανίζεις εύκολα αυτή. Δώστε της μόνο λίγο χρόνο. Μ ην ξεχνάτε όμως ότι αυτή η ιστορία είναι φανταστική, όπως και τα πρόσωπα. Ορισμένοι τόποι σ’ αυτό το βιβλίο είναι επίσης φανταστικοί, όπως η Κρυστάλλινη Εκκλησία, για παράδειγμα, ή το κλιμακοστάσιο στο σπίτι της οικογένειας Σέντερμπεργ. Υπάρχουν πολλά άτομα που θα ήθελα να ευχαριστήσω, και θέλω ν’ αναφέρω μερικά από αυτά εδώ. Την πτυχιούχο Νομικής Karina Lundström, που στην προηγούμενη ζωή της ήταν ερευνήτρια στην αστυνομία και την έλεγαν Κρίταν. Τη συμβουλεύτηκα, για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τα όπλα και τις βάσεις δεδομένων της αστυνομίας. Την αναπληρώτρια πρωτοδίκη Viktoria Lindgren και την πρωτοδίκη M aria Widebäck. Τον επιμελητή γιατρό Jan Lindberg και τον ιατροδικαστή Kjell Edh, που η συνεισφορά τους ήταν πολύτιμη στην περιγραφή του νεκρού και της αίθουσας όπου πραγματοποιούνται οι νεκροψίες. Την Birgitta Holmgren, που με ενημέρωσε για την ψυχιατρική περίθαλψη στην Κίρουνα. Τον Sven-Ivan M ella, παραγωγό μανιταριών σιτάκε, για όλα όσα μου αφηγήθηκε για τα μανιτάρια, το ορυχείο και τον άνθρωπο που εξαφανίστηκε. Τυχόν λάθη στο βιβλίο οφείλονται αποκλειστικά σε μένα. Δεν ρώτησα για ορισμένα πράγματα τους προαναφερθέντες και ορισμένα δεν τα κατάλαβα σωστά, και αρκετές φορές αρνήθηκα να υπακούσω. Το σημαντικότερο για μένα ήταν να κάνω τα


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

353

ψέματά μου πιστευτά, και όταν το παραμύθι ερχόταν αντιμέτωπο με την πραγματικότητα, κέρδιζε το παραμύθι, πάντα. Ευχαριστώ ακόμα: Τη λογοτεχνική χειρουργική ομάδα αποτελούμενη από τους Hans-Olov Öberg, M arcus Tull και Sören Bondeson (που στέναζαν, αναστέναζαν, κουνούσαν το κεφάλι τους και, ενίοτε, γρύλιζαν συναινετικά). Επίσης, τον εκδότη Gunnar Nirstedt για τις απόψεις του. Την Elisabeth Ohlson Wallin και τον John Eyre για το εξώφυλλο. Τη μαμά και την Eva Jensen που φώναζαν «Γράφε γρηγορότερα» και που πίστευαν ότι ΟΛΑ ήταν ΤΕΛΕΙΑ. Τη Lena Andersson και τον Thomas Carlsen Andersson για τη φιλία και τη φιλοξενία τους όταν ήμουν στην Κίρουνα. Και τέλος: Per. Πάρε αποδώ την τίγρη…


354

ASA LARSSON

Σημειώσεις:.

1. Σ.τ.Μ.: Τα Μούμιν είναι μια σειρά βιβλίων και κινουμένων σχεδίων που έχει δημιουργήσει η Φιλανδοσουηδή Τούβε Γιάνσον. Αυτό που υπονοεί εδώ η Μαρία είναι η προφορά των κατοίκων της Κίρουνα, που μοιάζει με τα φιλανδοσουηδικά που μιλούν τα Μούμιν. 2. Σ.τ.Μ.: Είναι φανερό ότι εδώ ο εισαγγελέας υπερβάλλει, διότι το μόνο που μπορεί να προσάψει στη δικηγόρο σε αυτήν τη φάση είναι απλή συνέργεια σε λιπομαρτυρία. Αλλά προφανώς το κάνει για να την «ψαρώσει», μη γνωρίζοντας ακόμη ότι είναι δικηγόρος. Βέβαια, όλα αυτά είναι σχετικά, μια που δεν υπάρχει αντιστοιχία του δικού μας δικαίου με το σουηδικό. Χρησιμοποιούμε την πλησιέστερη εκδοχή γι’ αυτό που οι Σουηδοί ονομάζουν «παρακίνηση σε φυγή». 3. Σ.τ.Μ.: Ο Κρίστερ Πέτερσον είναι το άτομο που καταδικάστηκε για τον φόνο του Ούλοφ Πάλμε από μια διχασμένη επιτροπή του Πολιτικού Πρωτοδικείου (είναι χαρακτηριστικό ότι τα μέλη της δικαστικής επιτροπής που ήταν νομικοί τον αθώωσαν) σε φυλάκιση. Αργότερα ωστόσο αθωώθηκε από το Πολιτικό Εφετείο. 4. Σ.τ.Μ.: Κάλτσες, συνήθως άσπρες βαμβακερές και λίγο χοντρές, στις οποίες δεν ξεχωρίζει το τμήμα της φτέρνας και τις φοράς όπως θέλεις. Χρησιμοποιούνται κυρίως ως συμπλήρωμα ενδυμασίας εργασίας. 5. Σ.τ.Μ.: Λουόσαβαρα-Κιρούναβαρα ΑΕ (LuossavaaraKiirunavaara AB – ΛΚΑΕ): Διεθνώς γνωστή σουηδική εταιρεία σιδηρομεταλλεύματος στην Κίρουνα και στο Μαλμπέργετ, που ιδρύθηκε το 1890 και παρέμεινε κρατική μέχρι τη δεκαετία του ’50. Σήμερα τροφοδοτεί σχεδόν όλο τον κόσμο με προϊόντα εξόρυξης. 6. Σ.τ.Μ.: Ιώβ 1:21.


ΗΛΙΑΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

355

7. Σ.τ.Μ.: Διάσημος και επιτυχημένος δικηγόρος της Σουηδίας. 8. Σ.τ.Μ.: Ψαλμοί 41:2 και 76:3. 9. Σ.τ.Μ.: Κατά Μάρκον 9:43-48. Το κείμενο είναι από τη Bibliotheca Augustana. 10. Σ.τ.Μ.: Γκέοργκ «Γιόγιε» Βαντένιους (Georg «Jojje» Wadenius) – Διεθνούς φήμης μπασίστας της ροκ & μπλουζ και τζαζ-ροκ μουσικής από τη Σουηδία. 11. Σ.τ.Μ.: Αναφέρεται βεβαίως στον Έλβις Πρίσλεϊ. 12. Σ.τ.Μ.: Κατά Ματθαίον 25:45. 13. Σ.τ.Μ.: Διδάσκαλε. Βλ. Κατά Ιωάννην 20:16.