Page 1


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ βιβλία για νέους

Ψηφιακή έκδοση Μάρτιος 2015

Tίτλος πρωτοτύπου Salla Simukka, Musta Kuin Eebenpuu, Kustannusosakeyhtiö Tammi

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Θοδωρής Τσώλης ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ Ιωάννα Γιουντέρη

ISBN 978-618-03-0159-5 © 2014, Salla Simukka (για το κείμενο)


© 2014, Εκδόσεις ΜΕΤAΙΧΜΙO (για την ελληνική γλώσσα) Κατόπιν συμφωνίας με τον εκδοτικό οίκο Tammi και το πρακτορείο Elina Ahlback Literary, Helsinki, Finland.

Eκδόσεις ΜΕΤAΙΧΜΙO Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500, fax: 211 3003562 http://www.metaixmio.gr • e-mail: metaixmio@metaixmio.gr Κεντρική διάθεση: Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562


Bιβλιοπωλεία ΜΕΤAΙΧΜΙO Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα, τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562 Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Οξυγόνο, Ολύμπου 81, 546 31 Θεσσαλονίκη τηλ.: 2310 260085 www.oxygonometaixmio.gr

ΣΑΛΑ ΣΙΜΟΥΚΑ

Μαύρη σαν τον έβενο


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΚΑ Μαρία Μαρτζούκου Σε όσους αγαπούν Σε όσους είναι μόνοι


Σε παρακολουθούσα. Σε παρακολουθούσα χωρίς να το ξέρεις. Πρόσεχα κάθε σου κίνηση και κάθε σου έκφραση. Νόμιζες πως ήσουν αόρατη, πως δε σε προσέχει κανείς, όμως εγώ έχω καταγράψει όλες σου τις κινήσεις. Σε ξέρω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Καλύτερα κι από εσένα την ίδια. Ξέρω τα πάντα για σένα.

8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


1

Η Χιονάτη ξύπνησε από ένα βλέμμα. Το βλέμμα ήταν φλογερό. Ζεστό. Έκαιγε το δέρμα και τον νου. Τα μάτια τής φάνηκαν πιο γνωστά κι από γνωστά. Γαλάζια σαν πάγος, νερό, ουρανός, φως. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή τα μάτια χαμογελούσαν, παρότι το βλέμμα παρέμενε σοβαρό. Ένα χέρι σηκώθηκε και της χάιδεψε τα μαλλιά, συνέχισε στο μάγουλο, κατέβηκε στον λαιμό. Η Χιονάτη ένιωσε τον πόθο να της τρυπάει πρώτα το στομάχι και μετά να κατεβαίνει παρακάτω. Η επιθυμία ήταν τόσο έντονη, ώστε δεν ήταν σίγουρη αν ήταν υπέροχο ή επώδυνο συναίσθημα. Ήταν έτοιμη στο δευτερόλεπτο. Ο Λίεκι μπορούσε να της κάνει ό,τι ήθελε. Ήταν ανοιχτή σε όλα, στα πάντα. Τον εμπιστευόταν απόλυτα και ήξερε ότι όλα όσα θα έκανε θα ήταν σκέτη απόλαυση. Περνούσαν καλά μαζί, γιατί ήθελαν να προσφέρουν ο ένας στον άλλον το καλύτερο. Τίποτα λιγότερο δεν ήταν αρκετό.


Ο Λίεκι την ακουμπούσε ελαφρά στον λαιμό με το χέρι του ενώ συνέχιζε να την κοιτάζει. Η Χιονάτη ένιωθε ήδη υγρή. Η αναπνοή της επιταχύνθηκε. Ο σφυγμός στον λαιμό της χτυπούσε κάτω από τα δάχτυλά του. Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της και άγγιξε με τα χείλη του τα δικά της, περνώντας τη γλώσσα του από το κάτω χείλος της χωρίς να τη φιλήσει ακόμη κανονικά. Η Χιονάτη έκανε μεγάλη προσπάθεια να μην τον αρπάξει με τα δυο της χέρια και να ρουφήξει λαίμαργα τα χείλη του. Τελικά ο Λίεκι ακούμπησε ελαφρά το στόμα του στο δικό της και άρχισε να τη φιλάει τόσο ακαταμάχητα, όσο μόνο εκείνος ήξερε. Αν ήταν σε θέση να βγάλει ήχο, θα είχε βογκήξει. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε πως θα παραδινόταν άνευ όρων. Ξαφνικά το φιλί άλλαξε. Έγινε πιο απαλό, πιο ήπιο, πιο έμπειρο. Δεν ήταν πια το φιλί του Λίεκι. Άνοιξε τα μάτια της κι αυτός που τη φιλούσε τραβήχτηκε λίγο. Η Χιονάτη τον κοίταξε στα μάτια. Στα καστανά, φιλικά, χαρούμενα μάτια του. Τα μάτια ήταν του Σάμψα.


«Καλημέρα, Ρούουσουνεν, Ωραία μου Κοιμωμένη» είπε ο Σάμψα κι έσκυψε να την ξαναφιλήσει. «Παλιό ανέκδοτο» μουρμούρισε εκείνη και τέντωσε τα χέρια της που τα ένιωθε πιασμένα. «Τουλάχιστον εκατό χρόνων». Το γέλιο του Σάμψα τη γαργάλησε στον λαιμό. Και της άρεσε. «Για να πω την αλήθεια, είναι ακόμα πιο παλιό. Ο Περό έγραψε τη δική του εκδοχή τον 17ο αιώνα και οι αδελφοί Γκριμ τον 19ο. Η ιστορία όμως κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα ακόμα πιο παλιά. Το ’ξερες ότι μια παλιότερη εκδοχή λέει πως ο πρίγκιπας δεν ξύπνησε την Ωραία Κοιμωμένη μ’ ένα απαλό φιλί, αλλά τη βίασε; Η Ωραία Κοιμωμένη όμως δεν ξύπνησε τότε, αλλά όταν γέννησε δίδυμα, που…» Ο Σάμψα είχε χώσει το χέρι του κάτω από τα σκεπάσματα και χάιδευε τώρα τον μηρό της, προχωρώντας σιγά σιγά όλο και πιο ψηλά ανάμεσα στα πόδια της. Η Χιονάτη δυσκολευόταν να συνεχίσει την κουβέντα. Ο πόθος που την είχε κατακλύσει στον ύπνο της ήταν ακόμη φλογερός.


«Άσε τη διάλεξη για το σχολείο» της ψιθύρισε ο Σάμψα και τη φίλησε πιο έντονα. Η Χιονάτη δε σκεφτόταν πια τίποτα άλλο παρά μόνο τα χείλη του Σάμψα και τα δάχτυλά του. Και δεν είχε λόγο να σκεφτεί κάτι άλλο. Ή κάποιον άλλο. Η Χιονάτη καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και κοίταζε την πλάτη του Σάμψα που της έφτιαχνε εσπρέσο, ενώ στο άλλο μάτι ζέσταινε γάλα για το κακάο του. Ο Σάμψα είχε όμορφη πλάτη, με αρμονική κατατομή. Το καρό παντελόνι της πιτζάμας του κρεμόταν στους γοφούς του και αποκάλυπτε τα δύο βαθουλώματα ανάμεσα στην πλάτη και τους μηρούς του. Συγκράτησε την επιθυμία της να πάει και να πιέσει το δάχτυλό της σ’ αυτό το σημείο. Τα σκούρα καστανά μαλλιά του ήταν όμορφα ανακατεμένα. Σφύριζε ένα παραδοσιακό τραγούδι που έκανε πρόβα εκείνη την περίοδο με το συγκρότημά του, τους Vainio. Το συγκρότημα έπαιζε σύγχρονη δημοτική μουσική και ο Σάμψα ήταν ο βιολονίστας και σολίστας του. Η Χιονάτη τούς είχε ακούσει να παίζουν δύο φορές σε εκδηλώσεις του σχολείου. Δεν ήταν ακριβώς η αγαπημένη της μουσική, αλλά είχε γρήγορο ρυθμό,


ήταν χαρούμενη και γεμάτη ενέργεια. Πολύ καλή για το είδος της. Στο παράθυρο της κουζίνας έπεφτε το πρώτο χιονόνερο του Δεκέμβρη. Η Χιονάτη έβαλε τα πόδια στην καρέκλα, έδεσε ολόγυρά τους τα χέρια της και ακούμπησε το σαγόνι στα γόνατα. Από πότε είχε αρχίσει να της φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό που ένα ημίγυμνο αγόρι τριγύριζε τα πρωινά στην κουζίνα του μικροσκοπικού της διαμερίσματος; Φαίνεται πως όλα ξεκίνησαν στην αρχή του φθινοπωρινού εξαμήνου, στα μέσα Αυγούστου. Ή μάλλον όχι αμέσως, γιατί τις πρώτες μέρες όλοι, μα όλοι, ήθελαν να κουβεντιάσουν μαζί της και ν’ ακούσουν πώς είχε καταφέρει να σώσει τους ανθρώπους από τη φωτιά στην Πράγα, όπου μια αίρεση είχε προσπαθήσει να οργανώσει μια ομαδική αυτοκτονία. Πώς ένιωθε που ήταν ηρωίδα; Πώς ένιωθε που ήταν διάσημη; Πώς ένιωθε που έβλεπε τη φωτογραφία της σε όλες τις εφημερίδες; Για την υπόθεση είχε γράψει και ο φινλανδικός Τύπος και μάλιστα αρκετές εφημερίδες τής είχαν ζητήσει συνέντευξη μόλις γύρισε. Αυτή είχε αρνηθεί.


Η Χιονάτη απαντούσε με λίγα λόγια στους περίεργους συμμαθητές, μέχρι που εκείνοι βαρέθηκαν, αφού δεν τους έδινε περισσότερες πληροφορίες. Τότε εμφανίστηκε ο Σάμψα. Ήταν από την αρχή στο ίδιο σχολείο.

Περπατούσαν

στους

ίδιους

διαδρόμους,

παρακολουθούσαν τα ίδια μαθήματα. Η Χιονάτη ήξερε το όνομά του, αλλά ποτέ δεν ήταν γι’ αυτήν κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο ανάμεσα στα άλλα. Ο Σάμψα είχε καθίσει δίπλα της στο κυλικείο. Της μίλησε πριν το μάθημα και μετά περπάτησε μαζί της μέχρι την κεντρική πλατεία. Τα έκανε όλα αυτά λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Δεν μπήκε στη ζωή της βίαια ούτε ενοχλητικά. Αν παρατηρούσε ότι κάποια φυσιολογική συζήτηση τελείωνε, δεν προσπαθούσε να την παρατείνει με το ζόρι. Δεν πληγωνόταν από τις ξινές καμιά φορά απαντήσεις της. Απλά της μιλούσε, την κοίταζε φιλικά και ειλικρινά, ήταν παρών και ήξερε να φεύγει πριν η ατμόσφαιρα γίνει ενοχλητική. Όλες οι πράξεις του έλεγαν: «Δεν περιμένω τίποτα από σένα. Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν απαιτώ τίποτα. Μπορείς να είσαι αυτή που είσαι. Απλά μου αρέσει να είμαι μαζί σου. Η αυτοπεποίθησή


μου δεν εξαρτάται από το χαμόγελό σου, αλλά δε θα μου κακοφανεί κιόλας αν μου χαμογελάσεις». Σιγά σιγά η Χιονάτη πρόσεξε ότι περίμενε να τον δει. Αισθανόταν πολύ ζεστά όταν καθόταν δίπλα της και την κοίταζε στα μάτια ειλικρινά και χαρούμενα. Στο στομάχι της είχαν αρχίσει να φτερουγίζουν μικρές ανάλαφρες πεταλούδες όταν ο Σάμψα τής άγγιζε το χέρι. Έτσι άρχισαν να συναντιούνται και εκτός σχολείου. Να κάνουν μεγάλους περιπάτους, να πηγαίνουν για καφέ, σε εκδηλώσεις. Η Χιονάτη αισθανόταν σαν φτερό στον άνεμο, που πήγαινε εδώ κι εκεί ανάλογα με τη στιγμή και την περίπτωση. Χέρι χέρι με τον Σάμψα. Λίγο δειλό αλλά ζεστό το πρώτο φιλί ένα σκοτεινό απόγευμα του Νοέμβρη. Το χέρι του που της χάιδευε τα μαλλιά και την πλάτη την πρώτη φορά που κοιμήθηκε στο σπίτι της. Ο Σάμψα ήταν υπομονετικός. Δεν προσπαθούσε να την αναγκάσει να κάνει πράγματα για τα οποία δεν ήταν ακόμη έτοιμη. Έπειτα, ένα βράδυ, η Χιονάτη ένιωσε πως ήταν έτοιμη. Και δεν της προκάλεσε καμιά έκπληξη το γεγονός ότι η φυσική


επαφή με τον Σάμψα ήταν τόσο καλή και ασφαλής και σωστή όπως και καθετί άλλο μ’ αυτό το αγόρι. Στις αρχές Δεκέμβρη ήταν και επίσημα ζευγάρι. Η Χιονάτη αισθανόταν ότι τα πράγματα ήταν ακριβώς έτσι όπως έπρεπε. Τελικά, είχε καταφέρει να ερωτευτεί έναν άλλον άνθρωπο. Είχε ξεπεράσει τον Λίεκι και τον χωρισμό τους, έστω κι αν είχε κρατήσει πολύ, περισσότερο από έναν χρόνο. Ο Λίεκι είχε εξαφανιστεί εντελώς από τη ζωή της ακριβώς τη στιγμή που είχε νιώσει ότι η αλλαγή φύλου που επρόκειτο να κάνει, από κορίτσι να γίνει αγόρι, ήταν στην πιο δύσκολη φάση. Ο Λίεκι πίστευε ότι σ’ αυτή τη φάση δεν μπορούσε να είναι με κανέναν, ούτε καν με την αγαπημένη του. Κι εκείνη δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχτεί την απόφασή του, παρότι δεν την καταλάβαινε. Τώρα όμως στην κουζίνα της ήταν ο Σάμψα, που έφτιαχνε κακάο και σφύριζε και η Χιονάτη ήθελε πολύ να του φιλήσει την πλάτη. Η ζωή ήταν εδώ. Και ήταν όμορφη.


Δεν την ενοχλούσε καν που το χιονόνερο έπεφτε με τόση δύναμη πάνω στο παράθυρο, ώστε έδινε την εντύπωση πως κάποιος προσπαθούσε να σπάσει το τζάμι και να μπει μέσα.

2

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κλειδί. Το κλειδί ήταν μεταλλικό, χωρούσε ακριβώς στην παλάμη και κατέληγε σε μια όμορφη σκαλιστή καρδιά. Το κλειδί είχε κατασκευαστεί

το

1898.

Την

ίδια

χρονιά

που

είχε

κατασκευαστεί και ένα μικρό κασελάκι, στην κλειδαριά του οποίου ταίριαζε. Η επιφάνεια του κλειδιού γυάλιζε ύστερα από τόσα χρόνια επαφής με τους ανθρώπους. Πρώτος το άγγιξε ο σιδεράς που το έφτιαξε. Έπειτα ο πρώτος ιδιοκτήτης του. Είχε εφτά παιδιά και όλα τους με τη σειρά το είχαν αγγίξει. Σ’ εκείνη τη φάση το κλειδί το είχαν ήδη πιάσει τόσο πολλοί, που ήταν


αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς κάποιο ιδιαίτερο δαχτυλικό αποτύπωμα. Το κλειδί το είχαν αγγίξει για τελευταία φορά πριν από δεκαπέντε χρόνια. Δύο άτομα, το ένα μετά το άλλο, πολλές φορές. Ήταν βαρύ στο χέρι τους. Και όταν το έβαλαν για τελευταία φορά στην κλειδαριά του σεντουκιού, ένιωσαν σαν κάποιος να τους στριφογύριζε ένα κοφτερό μαχαίρι στην καρδιά. Εκείνη την τελευταία φορά είχαν πέσει πάνω στο κλειδί αλμυρές σταγόνες. Έπειτα το έκρυψαν. Κι εκεί, στην κρυψώνα, έμεινε παρατημένο και μόνο του για χρόνια. Αλλά δεν ξεχάστηκε. Υπήρχαν δύο άνθρωποι στον κόσμο που το σκέφτονταν καθημερινά. Ήταν κολλημένο στο μυαλό τους και τους έκαιγε σαν πυρωμένο σίδερο. Αν η σκέψη τους μπορούσε να το κάνει να λάμψει, αυτό το φως θα αποκάλυπτε την κρυψώνα από χιλιόμετρα μακριά. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κρυμμένο κλειδί. Στα παραμύθια, όπως και στην κανονική ζωή, όλα τα κρυμμένα πράγματα θέλουν κάποια στιγμή να βγουν στο φως.


Το κλειδί περίμενε να το αγγίξουν πάλι και να ανοίξουν το κασελάκι. Το κλειδί περίμενε υπομονετικά, στη θέση του, βουβό. Σύντομα θα ερχόταν η ώρα.


3

Αυτό ήταν το δάσος της Χιονάτης. Τα κλαδιά ήταν μαύρες σκιές, οι μαύρες σκιές ήταν κλαδιά, οι ρίζες των δέντρων πάνω στη γη στριφογύριζαν σαν φίδια κι έμπαιναν έπειτα στο χώμα για να σχηματίσουν ένα ευρύ πυκνό δίχτυ. Η μια ρίζα μπλεκόταν με την άλλη, απομυζούσαν την ίδια δύναμη. Τα κλαδιά σχημάτιζαν τους δικούς τους χάρτες ανάμεσα στα δέντρα και ανέβαιναν τόσο πυκνά στον ουρανό, ώστε το φως ήταν αδύνατον να τα διαπεράσει. Τα κλαδιά ήταν μπράτσα, πινελιές, μαλλιά. Λεπτεπίλεπτα, αδύναμα, χοντρά, δυνατά, όμορφα. Το δάσος ήταν το παιχνίδι των σκιών, ο χορός του φωτός και της ομίχλης, ψίθυροι και αναστεναγμοί, από κοντά ανάσες που σήκωναν ολόρθες τις τρίχες των χεριών. Όλα τα σκοτεινά πλάσματα του δάσους, τα αγρίμια, τα όντα που ζούσαν στο σκοτάδι, καλωσόρισαν τη Χιονάτη. Κι εκείνη βρέθηκε πάλι ανάμεσα στους δικούς της.


Ολόγυρα και μέσα στη Χιονάτη εγκαταστάθηκε το σκοτάδι, οικείο και ξένο συγχρόνως. Εκείνη έτρεχε στο δάσος πιο ελεύθερη. Ανάσανε βαθιά. Οι κορδέλες που συγκρατούσαν τα μαλλιά της λύθηκαν, οι πλεξούδες άνοιξαν· τα άρπαξε ο αέρας του δάσους και τα ’κανε ό,τι ήθελε. Κλαδιά και φύλλα κολλούσαν πάνω της. Το μεταξένιο φόρεμά της σκίστηκε. Τα μπράτσα της γρατζουνίστηκαν. Μύριζε χώμα και σάπια φύλλα. Κοίταξε πιο προσεκτικά∙ έβλεπε και τις πιο ανεπαίσθητες κινήσεις των σκιών. Στα χέρια της είχε αίμα, που σιγά σιγά σκούραινε, μέχρι που έγινε κι αυτό μαύρο. Μάταιος κόπος να το ξεπλύνει. Θα έμενε στα χέρια της για πάντα, γιατί η Χιονάτη ήταν φονιάς, αγρίμι. Αυτό ήταν το δάσος της Χιονάτης. Μέσα στη σκοτεινιά του χωρούσαν ο ζήλος και ο φόβος, η απελπισία και ο θρίαμβος. Ο αέρας του γέμιζε τα πνευμόνια της με δύναμη. Στην αγκαλιά του δάσους ένιωθε να ολοκληρώνεται. Ένιωθε περισσότερο ο εαυτός της, περισσότερο ελεύθερη. Ξάπλωσε πάνω στις ρίζες, πίεσε τις παλάμες της πάνω στο υγρό χώμα και ευχήθηκε να μπορούσε να μεταμορφωθεί, να γίνει ένα με τις ρίζες, να χωθεί στη γη, να ανακαλύψει την πηγή της καρδιάς.


Το δάσος ολόγυρά της αναστέναζε, παλλόταν σαν να είχε έναν και μοναδικό σφυγμό. Τον σφυγμό της.

«Υπέροχα! Το χτυποκάρδι είναι τόσο έντονο, τέλειο για το τέλος αυτής της σκηνής». Η φωνή της Τίνκα αφύπνισε τη Χιονάτη. Σηκώθηκε και κάθισε στη σκηνή. Ένιωθε σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από βαθύ ύπνο. Αυτή η σκηνή του έργου την επηρέαζε πάντα πολύ. Βυθιζόταν τόσο απόλυτα, ώστε ξεχνούσε για λίγο ότι βρισκόταν στη μικρή σκηνή του λυκείου κι έκανε πρόβα για το έργο που είχαν ονομάσει «Το μαύρο μήλο». Η Χιονάτη δεν ήταν ακόμη εντελώς σίγουρη αν ήταν καλή ιδέα που δέχτηκε να παίξει στο θεατρικό. Ο Σάμψα την είχε πείσει. «Κοίτα, είναι μια νέα εκδοχή του παραμυθιού της Χιονάτης. Δεν μπορείς ν’ αφήσεις την ευκαιρία! Ο ρόλος είναι κομμένος και ραμμένος για σένα» της είχε πει με το χαρούμενο και


ενθαρρυντικό χαμόγελό του, που όταν το έβλεπε η Χιονάτη ήταν έτοιμη να κάνει σχεδόν οτιδήποτε. Τουλάχιστον ήταν έτοιμη να πάρει μέρος στην παράσταση, παρότι η σκέψη πως θα έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο την έκανε να αισθάνεται άσχημα. Η Τίνκα, που είχε γράψει το «Μαύρο μήλο» και το σκηνοθετούσε κιόλας, την έπεισε αμέσως μετά την πρώτη πρόβα ότι το έργο ήταν υπέροχο και η παράσταση θα ήταν πολύ καλή. Η ίδια είχε αρχίσει να φοιτά στο καλλιτεχνικό λύκειο το φθινόπωρο, αλλά είχε το θάρρος και την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν ώστε να σκηνοθετήσει ακόμα και δυο χρόνια μεγαλύτερούς της μαθητές. Εξωτερικά η Τίνκα αποτελούσε το στερεότυπο μαθητή του καλλιτεχνικού λυκείου, που αλλάζει κάθε μέρα τα μαλλιά και τα περίεργα ρούχα του. Τη μια μέρα μπορεί να ερχόταν στο σχολείο με τούλινη φούστα και τα κόκκινα μαλλιά της μπούκλες και δεμένα ψηλά, την άλλη με μπότες, φθαρμένο τζιν, τεράστια κουκούλα και ανακατεμένα μαλλιά, και την τρίτη με κοστούμι και ρεπούμπλικα. Ωστόσο αυτές τις αλλαγές δεν τις έκανε για να διαφέρει ούτε για να το παίξει άνετη. Ήταν άμεση, φυσική και αποφασιστική μ’ έναν τρόπο που η Χιονάτη εκτιμούσε.


Το «Μαύρο μήλο» άρχιζε με τον πρίγκιπα να κοιτάζει τη Χιονάτη μέσα στο γυάλινο φέρετρο και να ερωτεύεται παράφορα την όμορφη ακίνητη κόρη. Έπειτα το φέρετρο

μεταφερόταν στο παλάτι του. Στον δρόμο ένας από αυτούς που το μετέφεραν σκόνταφτε, το φέρετρο ταλαντευόταν, το κομμάτι από το δηλητηριασμένο μήλο ξεσκάλωνε από τον λαιμό της Χιονάτης κι εκείνη ξυπνούσε. Μέχρι εκείνο το σημείο το έργο ακολουθούσε την πλοκή του κλασικού παραμυθιού. Ωστόσο στο θεατρικό της Τίνκα, όταν η Χιονάτη ξυπνούσε δε χαιρόταν καθόλου με τον ρόλο της αρραβωνιαστικιάς του πρίγκιπα. Είχε προλάβει να συνηθίσει τη ζωή στο δάσος, τις σκιές και τα αγρίμια του. Δεν ήθελε να ζει σ’ ένα χρυσό παλάτι, να την υπηρετούν, να είναι βασίλισσα και να μην μπορεί να πάει όπου θέλει. Ο πρίγκιπας λάτρευε μόνο την ομορφιά της και δεν τον ενδιέφεραν καθόλου οι σκέψεις της.

Το θεατρικό έργο της Τίνκα είχε δυνατό φεμινιστικό υπόβαθρο, ωστόσο δεν έκανε κήρυγμα. Προκαλούσε δυνατά συναισθήματα και ενοχλούσε. Κανένα από τα πρόσωπα του έργου δεν ήταν ο τυπικός ενάρετος ήρωας. Ούτε καν ο κυνηγός


που προσπαθούσε να σώσει τη Χιονάτη, γιατί κι αυτός ενεργούσε κυρίως με βάση τις δικές του επιθυμίες. Η Χιονάτη επέστρεψε, αίσθηση την αίσθηση, στον συνηθισμένο πραγματικό κόσμο. Της πήρε ώρα να συνέλθει από την τελευταία σκηνή του έργου. Ήταν μια εντυπωσιακή σκηνή: Εκείνη έμενε πεσμένη στο έδαφος. Τα φώτα έσβηναν. Η σκηνή και η αίθουσα βυθίζονταν για λίγο μέσα στο σκοτάδι, όπου το καρδιοχτύπι αντηχούσε όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά. Η Χιονάτη είχε μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του κυνηγού και είχε σκοτώσει τον πρίγκιπα με μια ασημένια χτένα με αιχμηρά δόντια. Έπειτα είχε δραπετεύσει από το παλάτι και είχε γυρίσει στο αγαπημένο της δάσος, συντροφιά με το σκοτάδι, τις σκιές και τα θηρία. Όταν έκαναν για πρώτη φορά πρόβα τη σκηνή με το σκηνικό, τους ήχους και τα φώτα, κανένας δεν μπορούσε να βγάλει άχνα για πολλή ώρα. Κοίταζαν απλά ο ένας τον άλλο δύσπιστα, λες και ήθελαν να ρωτήσουν: «Το νιώσατε κι εσείς; Βρεθήκαμε για λίγο κάπου αλλού;». «Επόμενη πρόβα τη Δευτέρα το απόγευμα, την ίδια ώρα και στο ίδιο μέρος!» τους υπενθύμισε η Τίνκα.


«Δεν είναι σχεδόν έτοιμο πια; Γιατί να μην έχουμε ένα απόγευμα ελεύθερο;» πρότεινε ο Άλεξι που έπαιζε τον ρόλο του πρίγκιπα. Η Τίνκα τού έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα. «Δύο βδομάδες μείνανε για την πρεμιέρα κι έχουμε πολλή δουλειά ακόμα. Κάποιοι καλά θα κάνουν να κάτσουν να μάθουν τα λόγια τους, ώστε να πάει επιτέλους μια κι έξω». Ο Άλεξι ανασήκωσε τους ώμους και βγήκε από την αίθουσα. Ο Σάμψα πλησίασε τη Χιονάτη και της χάιδεψε την πλάτη. «Ήσουν καταπληκτική. Πάλι». «Ευχαριστώ» απάντησε εκείνη δένοντας τα κορδόνια στις αρβύλες της. Τα χέρια της έτρεμαν μια ιδέα ακόμη. «Θα τα πούμε μεθαύριο. Τώρα πρέπει να τρέξω, γιατί έχω αργήσει και η μάνα μου θα ’χει φρικάρει». Ο Σάμψα τη φίλησε στο μέτωπο, έριξε το σακίδιό του στον ώμο κι έφυγε. Στις δύο τελευταίες σκηνές του έργου είχε


προλάβει να βγάλει τα ρούχα του κυνηγού και να βάλει τα δικά του. Στην οικογένειά του συνήθιζαν να μαζεύονται όλοι κάθε Παρασκευή βράδυ για φαγητό. Έρχονταν και οι παππούδες και μια θεία που ζούσε στο Τάμπερε. Η παράδοση αυτή κρατούσε πολλά χρόνια και του Σάμψα δεν του περνούσε καν από το μυαλό να λείψει. Κάποιες φορές είχε ζητήσει από τη Χιονάτη να πάει μαζί του, όμως εκείνη είχε αρνηθεί. Η σκέψη πως όλοι θα την κοίταζαν εξεταστικά δεν της άρεσε καθόλου. Του είχε όμως υποσχεθεί να πάει για καφέ την Κυριακή που θα ήταν στο σπίτι μόνο οι γονείς του και η μικρή του αδελφή. Ήταν κι αυτό ένα αρκετά μεγάλο βήμα. Το έρημο και σκοτεινό σχολείο ήταν εντελώς σιωπηλό καθώς η Χιονάτη και η Τίνκα κατέβαιναν τη σκάλα που οδηγούσε στην αυλή. Τα βήματά τους αντηχούσαν στους άδειους διαδρόμους, που φαίνονταν παράξενοι. Κατά τη διάρκεια της μέρας ήταν γεμάτοι μαθητές και το επίπεδο των ντεσιμπέλ ξεπερνούσε τα όρια ασφαλείας. Η Τίνκα ανέλυε μεγαλόφωνα τις ελλείψεις σε κάθε σκηνή του έργου, αλλά η Χιονάτη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να την παρακολουθήσει. Μήπως ήταν λάθος που δέχτηκε να πάρει


μέρος στην παράσταση; Δεν της άρεσε καθόλου που είχε μπει βαθιά στο πετσί του ρόλου και που ο πραγματικός κόσμος ολόγυρά της χανόταν. Δεν έπαιζε τη Χιονάτη που έτρεχε στο δάσος. Ήταν η Χιονάτη που έτρεχε∙ ένιωθε και μύριζε το αίμα στα χέρια της. Η καρδιά που χτυπούσε ήταν η δική της. Δεν είχε συνηθίσει να χάνει τον έλεγχο κι αυτό την τρομοκρατούσε. Φαίνεται πως η Τίνκα πρόσεξε τελικά ότι δεν την παρακολουθούσε, κι έτσι φόρεσαν τα πανωφόρια τους σιωπηλά. Η Χιονάτη τύλιξε στον λαιμό της ένα κόκκινο κασκόλ που της είχε πλέξει η παλιά της συμμαθήτρια, η Έλισα, και της το είχε στείλει

με

το

ταχυδρομείο.

Κρατούσαν

επαφή.

Τον

προηγούμενο χειμώνα δε θα το πίστευε με τίποτα πως η Έλισα θα γινόταν πραγματική φίλη της. Έξω χιόνιζε. Μεγάλες νιφάδες έπεφταν από τον ουρανό, αλλά έλιωναν αμέσως μόλις ακουμπούσαν στη μαύρη γη. Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ντυθεί σύντομα ο Δεκέμβρης στα λευκά. «Μπορεί κάποιοι να μην είναι ακόμη έτοιμοι, όχι όμως εσύ. Είσαι καταπληκτική» είπε η Τίνκα καθώς έβγαιναν από την αυλή του σχολείου.


Έπειτα κούνησε το χέρι της κι έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη Χιονάτη, που δεν πρόλαβε να της απαντήσει. Η λάσπη κάτω από τις αρβύλες της έτριζε καθώς συνέχιζε προς τη Χαμεενκάτου. Λίγο πιο πέρα είδε να περπατούν

μαζί ο

καθηγητής της ψυχολογίας και ο

μαθηματικός, που είχαν φύγει κι αυτοί αργά από το σχολείο. Αυτή την περίοδο δούλευαν ως αργά και οι καθηγητές. Έμεναν στο σχολείο και διόρθωναν τεστ και εκθέσεις. Κάποιοι δεν ήθελαν να κουβαλούν δουλειά στο σπίτι και προτιμούσαν να μένουν στα γραφεία τους ως αργά. Ήταν λίγο αστείο να τους βλέπεις να κουβεντιάζουν και να γελούν μεταξύ τους έξω από το σχολείο. Ωστόσο η Χιονάτη ήταν ευχαριστημένη που βρισκόταν αρκετά μακριά και δεν άκουγε τι έλεγαν. Πίστευε πως όσο λιγότερα ήξερε για την προσωπική τους ζωή, τόσο το καλύτερο. Η φωτισμένη εκκλησία με τα κόκκινα τούβλα υψωνόταν μπροστά της στιβαρή και οικεία. Ήταν τόσο σκοτεινά, που οι λίγες ταφόπλακες στο παρκάκι ολόγυρά της δε διακρίνονταν από τον δρόμο. Οι τεράστιες νιφάδες έμοιαζαν με φτερά καθώς στροβιλίζονταν μπροστά στα μαύρα κλαδιά. Σαν να είχαν πέσει


από τις φτερούγες των αγγέλων. Η Χιονάτη έβαλε τα χέρια βαθιά στις τσέπες και επιτάχυνε τα βήματά της. Στην αριστερή τσέπη ακούστηκε ένα παράξενο τρίξιμο. Η Χιονάτη τράβηξε έξω ένα άσπρο χαρτί Α4 διπλωμένο στα τέσσερα. Το ξεδίπλωσε σιγά σιγά. Ήταν ένα σύντομο σημείωμα γραμμένο σε υπολογιστή. Σταμάτησε κάτω από τη λάμπα του δρόμου για να το διαβάσει.

Χιονάτη μου,

Ο πρίγκιπάς σου δε σε ξέρει. Ούτε στο έργο ούτε στην πραγματική ζωή. Βλέπει μόνο το κέλυφός σου. Βλέπει μόνο ένα κομμάτι σου. Εγώ βλέπω πιο βαθιά, ως την ψυχή σου. Τα χέρια σου είναι βαμμένα με αίμα, Χιονάτη. Το ξέρεις. Κι εγώ το ξέρω.


Σύντομα θα τα ξαναπούμε. Να θυμάσαι όμως ένα πράγμα: Αν μιλήσεις σε κανέναν για το μήνυμά μου, ακόμα και σε έναν και μοναδικό άνθρωπο, το αίμα θα είναι πολύ περισσότερο. Δε θα επιζήσει κανείς στην πρεμιέρα.

Με αγάπη, Ο θαυμαστής σου, η Σκιά σου

Η Χιονάτη πήρε βαθιά αναπνοή και σήκωσε το βλέμμα από το γράμμα. Κάτι πετάρισε στην άκρη του οπτικού της πεδίου. Κάτι μαύρο. Όταν όμως κοίταξε προς τα εκεί, δεν είδε τίποτα άλλο εκτός από τις μακριές σκοτεινές σκιές των δέντρων.

4


Όλα τα βράδια η πριγκίπισσα αφηνόταν στα χάδια. Όποιος όμως χαϊδεύει ικανοποιεί μόνο τις δικές του ορέξεις και ο δικός της πόθος ήταν μια ντροπαλή μιμόζα, ένα παραμύθι με μεγάλα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα. Τα καινούρια χάδια γέμιζαν την καρδιά της με πικρό ενθουσιασμό και το σώμα της με πάγο, αλλά η καρδιά της ήθελε περισσότερα. Η πριγκίπισσα γνώριζε τα σώματα, αλλά έψαχνε τις καρδιές, δεν είχε δει ποτέ άλλη καρδιά πέρα από τη δική της.

Η

Χιονάτη

διάβαζε

χαμηλόφωνα

το

ποίημα

«Η

πριγκίπισσα». Την ηρεμούσε. Είχε διαβάσει τόσο πολλές φορές τη συλλογή της Έντιθ Σέντεργκραμ Η χώρα που δεν υπάρχει, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, ώστε στην πραγματικότητα


ήξερε κάθε ποίημα απέξω. Ή μάλλον οι πρώτες λέξεις τής έφερναν κάθε φορά στη μνήμη ολόκληρο το ποίημα. Τα ποιήματα που ήξερε λειτουργούσαν σαν τα μάντρα. Την ηρεμούσαν γιατί οι λέξεις έρρεαν στη σωστή σειρά η μια μετά την άλλη, χωρίς εκπλήξεις και αλλαγές. Δεν μπορούσε να πάει κατευθείαν στο σπίτι αφού διάβασε το σημείωμα. Μήπως κάποιος παρακολουθούσε κάθε της βήμα; Είχε προσπαθήσει να διώξει τον φόβο με τη λογική. Κατά πάσα πιθανότητα το γράμμα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια άσχημη φάρσα. Μαύρο χιούμορ. Ψυχρό παιχνίδι. Κάποιος κάπου θα την έφερνε στο μυαλό του τρομοκρατημένη και θα γελούσε. Σύντομα μάλιστα θα της αποκάλυπτε την αλήθεια. Πλάκα της έκανε. Αν όμως το γράμμα ήταν πραγματικό; Αν υπήρχε όντως κάποιος τρελός που μέσα σ’ όλα ήταν έτοιμος να βάψει τα χέρια του με αίμα; Η Χιονάτη δεν μπορούσε να ρισκάρει και να μην πάρει στα σοβαρά την απειλή. Της είχαν συμβεί τόσο πολλά στη ζωή της, ώστε δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι οι άνθρωποι ήταν ικανοί για κάθε φρίκη. Είχε αντέξει για πολλά χρόνια τον εκφοβισμό στο σχολείο και είχε αναγκαστεί να δει από κοντά τις


αποτρόπαιες πράξεις των ανθρώπων που εμπλέκονταν στο διεθνές κύκλωμα των ναρκωτικών. Το καλοκαίρι, στην Πράγα, είχε δει πώς ένας χαρισματικός ηγέτης μπορούσε να χειραγωγήσει τα μέλη μιας θρησκευτικής κοινότητας με τον φόβο και να σχεδιάσει την ομαδική αυτοκτονία τους. «Ένας τρελός μου ’λειπε» μουρμούρισε πικρά. Οι ήχοι ολόγυρά της ήταν ευχάριστα απαλοί. Ήρεμα βήματα, θρόισμα σελίδων, χαμηλόφωνες κουβέντες χωρίς να ξεχωρίζει τις λέξεις. Η Χιονάτη ήξερε ότι, αν στεκόταν στη βάση ενός θόλου, μπορούσε να ακούσει κάθε λέξη που έλεγε όποιος βρισκόταν στην άλλη πλευρά του, μολονότι η απόσταση ήταν μεγάλη. Έτσι είχαν σχεδιάσει την κεντρική βιβλιοθήκη του Τάμπερε οι αρχιτέκτονες Ρέιμα και Ράιλι Πίετιλα. Ωστόσο τώρα δεν ήθελε να ακούσει τις προσωπικές συζητήσεις κανενός. Ήθελε

να

βρεθεί

συνηθισμένων

ήχων

στην της

ασφάλεια

των

βιβλιοθήκης,

γνωστών ανάμεσα

και

στους

ανθρώπους αλλά και μόνη, να ηρεμήσει και να βρει το θάρρος για να πάει σπίτι της. Γι’ αυτό και από την εκκλησία είχε στρίψει προς τη βιβλιοθήκη, απ’ όπου το σπίτι της ήταν μόνο δύο λεπτά με τα πόδια.


Το θολωτό κτίριο το συμπαθούσε πάντα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Ανάμεσα στα ράφια υπήρχε αρκετός χώρος για να περπατήσεις, αν ήθελες όμως μπορούσες ακόμα και να κρυφτείς. Υπήρχαν στρογγυλά τραπέζια για να καθίσεις να διαβάσεις, αλλά και μυστικές κρυψώνες όπου δε σ’ ενοχλούσε κανένας. Η Χιονάτη θα ήθελε να τεστάρει τον Σάμψα και να του ζητήσει να έρθει να κοιμηθεί στο σπίτι της μετά την οικογενειακή συγκέντρωση. Όσο αργά κι αν ήταν. Όμως δεν το είχε ξανακάνει και ο Σάμψα θ’ άρχιζε να αναρωτιέται τι συμβαίνει. Τότε εκείνη θα αναγκαζόταν να του πει ψέματα και δεν ήθελε να του το κάνει αυτό. Όχι, έπρεπε ν’ αντέξει, να περάσει αυτό το βράδυ μόνη της και μετά να ανακαλύψει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ποιος είχε βάλει το σημείωμα στην τσέπη της. Κι αυτό μόνη έπρεπε να το κάνει. Η Χιονάτη νόμιζε πως δε θα ήταν πια τόσο μόνη. Μάλλον έκανε λάθος. Ξαφνικά ένιωσε να απλώνεται μέσα της η γνωστή ερημιά. Τελικά, πάντα μόνη. Κάρφωσε τα μάτια στους στίχους του ποιήματος, χωρίς όμως να τους διαβάζει.


Την ίδια στιγμή μια βαθιά έντονη μυρωδιά πευκοδάσους την τύλιξε κι ένα ζεστό χέρι χάιδεψε απαλά τον λαιμό της. «Έντιθ Σέντεργκραμ. Αυτό δεν είναι το βιβλίο μας;» Η Χιονάτη το ήξερε πριν στραφεί. Το ήξερε πριν της μιλήσει. Το ήξερε από τη μυρωδιά και το άγγιγμα. Ο Λίεκι. Στεκόταν πίσω της. Χαμογελαστός. Αληθινός. Έμοιαζε περισσότερο με αγόρι απ’ ό,τι πριν από ενάμιση χρόνο. Πιο κοντά και πιο ανοιχτόχρωμα μαλλιά, ήρεμος και γεμάτος αυτοπεποίθηση. Κατά τα άλλα ήταν ίδιος. Τα μάτια του, στο γαλάζιο χρώμα του πάγου, ήταν όπως τα θυμόταν, και η Χιονάτη χάθηκε μέσα τους στη στιγμή, σαν να είχε σπάσει το λεπτό στρώμα πάγου της συνείδησης και να είχε βουτήξει στο νερό. Μια καταιγίδα συναισθημάτων τη χτύπησε. Ήθελε να πέσει στην αγκαλιά του, να του πει τα πάντα για το σημείωμα και για τον φόβο και για όλα όσα είχαν γίνει αυτό τον ενάμιση χρόνο, για τη λαχτάρα και τη νοσταλγία της, τα όνειρα και τις μαύρες σκέψεις της, να του ζητήσει να την προστατέψει από τη μοναξιά και το κακό, να τον πάρει σπίτι της και να του βγάλει όλα τα


ρούχα, να βγάλει και τα δικά της, να τα πετάξει στο πάτωμα στην είσοδο, να τον φιλήσει, να τον φιλήσει, να τον φιλήσει, ν’ ακουμπήσει κάθε πεινασμένο εκατοστό του δέρματός της στο δέρμα του, να ανάψει όλο και πιο πολύ, όλο και πιο έντονα, να ξεχάσει τον εαυτό της, να ξεχάσει τον κόσμο, να ξεχάσει πως αυτοί οι δύο ήταν ξεχωριστά όντα, γιατί όταν αγκαλιάζονταν γίνονταν ένα, και η Χιονάτη θα ήθελε να ανάψει, να ανάψει, να ανάψει, να γίνει για λίγο μόνο φωτιά. Κατάπιε με δυσκολία. Έτρεμε. Δεν μπόρεσε να βγάλει λέξη. «Χαίρομαι που σε βλέπω ύστερα από τόσο καιρό. Πάμε για κανέναν καφέ; Ή μήπως βιάζεσαι;» ρώτησε ο Λίεκι με τον πιο φυσικό τρόπο. «Όχι» κατάφερε να πει εκείνη. «Ωραία. Πάμε πάνω, στην καφετέρια;» «Εννοούσα ότι δε θα πάμε για καφέ». Ο Λίεκι την κοίταξε κάπως παραξενεμένος, μετά όμως χαμογέλασε πονηρά.


«Μπορούμε να κάνουμε και κάτι άλλο». Η Χιονάτη έβαλε με τρεμάμενα χέρια το βιβλίο πίσω στο ράφι και φόρεσε τον σκούφο της. «Δε γίνεται. Βιάζομαι. Δεν μπορώ να σε δω. Τώρα». Άκουγε τις λέξεις να βγαίνουν από το στόμα της σπασμένες, λαχανιασμένες. «Εντάξει. Μια άλλη μέρα τότε. Σίγουρα θα ’χεις το ίδιο τηλέφωνο ακόμη. Θα σου στείλω μήνυμα». Η φωνή του ήταν ζεστή και ήρεμη. «Όχι» έπρεπε να του πει. Αυτό θα ’πρεπε να θέλει. Αλλά δεν το ήθελε. «Πρέπει να φύγω. Γεια». Τα πόδια της θα ήθελαν να τρέξουν έξω από τη βιβλιοθήκη, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον Λίεκι. Ωστόσο αναγκάστηκε να περπατήσει. Γρήγορα και αποφασιστικά. Χωρίς να κοιτάξει πίσω της.


Μόνο όταν βγήκε έξω, στον καθαρό αέρα, συνειδητοποίησε πως έπρεπε να του είχε πει πως έχει σχέση. Δεν του το είπε. Το ξέχασε εντελώς για λίγο καθώς βυθίστηκε στα φλογερά του μάτια.

Σ’ αγαπώ. Δύο λέξεις που είναι εύκολο να τις πεις, αλλά δύσκολο να τις εννοείς. Εγώ τις εννοώ. Ανασαίνω μέσα από κάθε λέξη κι έτσι αυτές γίνονται κομμάτι του εαυτού μου. Τις λέω σ’ εσένα κι έτσι γίνονται κομμάτι και του δικού σου εαυτού. Η αγάπη μου μεταφέρεται σ’ εσένα. Σε κάνει να λάμπεις πιο όμορφη, πιο δυνατή, πιο λαμπερή από πριν. Θα σε κάνω να λάμψεις περισσότερο κι από το πιο λαμπερό αστέρι του νυχτερινού ουρανού. Θα γίνεις όλη δική μου. Έτσι όπως ήταν γραφτό από πάντα. Γιατί αυτή είναι η μοίρα σου. Και η δική μου μοίρα.


9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟ


5

Αδελφή, αδελφή, αδελφή. Η λέξη χτυπούσε σαν σφυρί μέσα στο μυαλό της Χιονάτης, όπως συνέβαινε τελευταία κάθε φορά που επισκεπτόταν τη μητέρα και τον πατέρα της στο Ριιχιμάκι. Ωστόσο δεν κατάφερνε να την ξεστομίσει, ούτε αυτή τη φορά. Η μητέρα της είχε μαγειρέψει λαζάνια με κατσικίσιο τυρί, ένα από τα αγαπημένα φαγητά της, αλλά σήμερα δεν της έκανε καμιά εντύπωση. Αισθανόταν λες και κάθε καλό μέσα της είχε αμβλυνθεί ή είχε σβήσει. Το φαγητό ήταν απλά το απαραίτητο καύσιμο. Ούτε ο καφές τής άρεσε. Η Χιονάτη θεωρούσε πως είχε να κάνει με το γράμμα. Ήταν ακόμη πεπεισμένη πως ήταν μια φάρσα σε βάρος της, αλλά παρ’ όλα αυτά το μήνυμα της τριβέλιζε το μυαλό και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Αυτή η ιστορία έκανε τα χρώματα πιο


γκρίζα και τον κόσμο πιο ομιχλώδη, εξαφάνιζε τις γεύσεις. Αν κατάφερνε να ανακαλύψει ποιος είχε στείλει το σημείωμα, θα τον εκδικούνταν, με κάποιον πολιτισμένο τρόπο βέβαια, αλλά εντελώς ψυχρό. Ωστόσο, όταν βρισκόταν στους γονείς της δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο, παρά μόνο ότι δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει αν κάποτε είχε όντως αδελφή. Οι μνήμες που είχαν αφυπνιστεί το καλοκαίρι στην Πράγα με το ψέμα της Λένκα τής φαίνονταν πολύ αληθινές. Τότε ήταν σίγουρη ότι κάποτε είχε πραγματικά μια αδελφή. Όταν όμως γύρισε στη Φινλανδία δεν ήταν πια τόσο σίγουρη. Είχε σκεφτεί να θέσει ευθέως το ερώτημα στους γονείς της όταν θα επέστρεφε, αλλά δεν το είχε κάνει. Όταν μίλησε στους γονείς της για τη Λένκα, δεν τους ανέφερε ότι είχε ισχυριστεί πως ήταν αδελφή της. Το φθινόπωρο είχαν ανταλλάξει μερικά e-mails. Η Λένκα είχε αρχίσει να μελετάει μόνη της μαθηματικά, χημεία και βιολογία. Ήθελε να σπουδάσει ιατρική. Επίσης ανέφερε ότι δεν είχε φύγει από το σπίτι του Γίρι. Οι δυο τους είχαν συνειδητοποιήσει ότι ζούσαν πολύ καλά μαζί. Ο Γίρι είχε βρει δουλειά σε μια τοπική εφημερίδα. Από τα


συμφραζόμενα η Χιονάτη κατάλαβε ότι από τη στιγμή που έσωσαν με τον Γίρι τη Λένκα από τη φωτιά, εκείνος ήθελε να τη φροντίζει γενικότερα. Πραγματικά χαιρόταν για λογαριασμό τους. Μερικές φορές η Λένκα υπέγραφε τα μηνύματά της με τη φράση «η πνευματική σου αδελφή». Αδελφή, μια λέξη που γέμιζε τις σκέψεις της Χιονάτης. Ωστόσο απέφευγε να την ξεστομίσει. Γιατί; Δε θα ήταν πιο εύκολο να μιλήσει ανοιχτά; Δεν ήξερε τι τη συγκρατούσε. Ίσως ήταν κάτι στη φροντίδα των γονιών της, στην αγάπη και τη στοργή που της έδειχναν από τότε που γύρισε από την Πράγα. Ασυνήθιστα κοντά της. Η ίδια αισθανόταν πως θα ήταν λάθος να αρχίσει τις ερωτήσεις. Ακόμα και το ταξίδι του πατέρα της στην Πράγα πριν από πολλά χρόνια ήταν τυχαίο και μάλλον δεν είχε καμιά σχέση με το θέμα αδελφή, οπότε η Χιονάτη δεν το τράβηξε περισσότερο. Για να λέμε την αλήθεια, την απολάμβανε αυτή τη ζεστασιά. Και δεν ήθελε να τη χαλάσει μιλώντας για κάτι που σε τελική


ανάλυση μπορεί να ήταν μόνο στη φαντασία της. Ο άνθρωπος, άλλωστε, μπορεί να επινοήσει αναμνήσεις αν θέλει να πιστεύει ότι κάτι έχει όντως συμβεί. Οι μέρες γίνονταν βδομάδες, οι βδομάδες μήνες και η Χιονάτη δε μιλούσε. Ξαφνικά κατάλαβε πως δεν μπορούσε να βρει κάποιο φυσικό τρόπο να ξεκινήσει τη συζήτηση. Η φροντίδα των γονιών της είχε αρχίσει σιγά σιγά να ελαττώνεται και οι τρεις τους να επιστρέφουν στους παλιούς γνωστούς ρόλους τους, να μιλάνε δηλαδή με γενικότητες, να διατηρούν μόνο τις απαραίτητες επαφές ώστε όλα να φαίνονται φυσιολογικά και να προσπαθούν να αποφεύγουν τις ενοχλητικές σιωπηλές στιγμές, που έτσι κι αλλιώς ήταν πολλές στα σαββατιάτικα κοινά τους γεύματα. «Θέλεις λίγο ακόμα;» ρώτησε η μητέρα της για να γεμίσει ένα τέτοιο κενό. «Όχι, ευχαριστώ» απάντησε η Χιονάτη. «Μπορώ να ρίξω μια ματιά στις παλιές φωτογραφίες;» «Πάλι;» αναρωτήθηκε ο πατέρας της. «Δεν έχουμε άλλες από αυτές που έχεις ήδη δει».


«Σκέφτηκα ότι με βάση αυτές τις φωτογραφίες θα μπορούσα να κάνω κάτι στο σχολείο, στο μάθημα της αισθητικής αγωγής» εξήγησε η Χιονάτη. «Βάζω καφέ» είπε η μητέρα της κι άρχισε να μαζεύει γρήγορα τα πιάτα. Η Χιονάτη κάθισε στον καναπέ του σαλονιού, με το φωτογραφικό άλμπουμ στα πόδια της, και γύριζε αργά τις σελίδες. Φυσικά και θυμόταν κάθε φωτογραφία. Τις είχε δει πολλές φορές, ιδιαίτερα αυτό το φθινόπωρο. Προσπαθούσε να ανακαλύψει μια ένδειξη, ένα κλειδί. Μια φωτογραφία από τον γάμο των γονιών της. Φωτογραφίες από το εξοχικό στην Αχβενανμάα. Δύο κουνημένες φωτογραφίες από το σπίτι τους στο Τούρκου, απ’ όπου μετακόμισαν στο Ριιχιμάκι όταν η Χιονάτη ήταν τεσσάρων χρονών. Το σπίτι το θυμόταν αμυδρά. Ήταν ένα δίπατο ειδυλλιακό ξύλινο σπίτι στο Τούρκου, στο Πορτ Άρθουρ. Εντελώς διαφορετικό από αυτό εδώ, στο Ριιχιμάκι. Της φαινόταν παράξενο που είχαν μετακομίσει σε τόσο φτηνότερο σπίτι. Με τα χρήματα που είχαν πάρει από την πώληση του σπιτιού στο Τούρκου θα μπορούσαν να είχαν αγοράσει στο


Ριιχιμάκι μια μεγάλη μονοκατοικία. Κατά πάσα πιθανότητα υπήρξαν προβλήματα με τα οικονομικά τους, για τα οποία δεν της είχαν μιλήσει ποτέ. «Γιατί φύγαμε από το Τούρκου;» ρώτησε. Ο πατέρας της, που ήταν απορροφημένος με την ανάγνωση της εφημερίδας, ξαφνιάστηκε από την ερώτηση και ζάρωσε το μέτωπό του. «Λόγω της δουλειάς μου». Αυτή η εξήγηση της φάνηκε παράξενη. Ο πατέρας της έτσι κι αλλιώς ταξίδευε πολύ λόγω της δουλειάς του, κυρίως στο Ελσίνκι. Από την άλλη, η μάνα της μπορούσε να βρει πιο εύκολα δουλειά σε μια βιβλιοθήκη στο Τούρκου παρά στο Ριιχιμάκι. Ωστόσο δε ρώτησε περισσότερα. Αναρωτήθηκε επίσης γιατί οι φωτογραφίες ήταν τόσο λίγες. Δυο τρεις από κάθε χρονιά κι αυτές όχι και τόσο καλές. Όχι βέβαια πως θα ’θελε να έχει εκατοντάδες ή χιλιάδες μωρουδιακές φωτογραφίες, όπως συνηθιζόταν τώρα, παρ’ όλα αυτά ήταν παράξενο που ήταν τόσο λίγες. Οι συνομήλικοί της είχαν πολύ περισσότερα φωτογραφικά άλμπουμ από την παιδική


τους ηλικία. Ίσως οι γονείς της δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τις φωτογραφίες. Ή μπορεί και να μην ενδιαφέρονταν να φωτογραφίσουν την ίδια. Σε μια φωτογραφία η Χιονάτη στάθηκε για περισσότερη ώρα. Ήταν εφτά χρονών. Στεκόταν στην αυλή του σχολείου. Ήταν χειμώνας. Θυμήθηκε πως της είχε κάνει μεγάλη έκπληξη που η μητέρα της ήθελε να τη βγάλει φωτογραφία όταν την πήγε στο σχολείο. «Χαμογέλασε λίγο!» την είχε παροτρύνει. Στη φωτογραφία η Χιονάτη κοίταζε απευθείας την κάμερα σοβαρή, χωρίς ούτε μια ιδέα χαμόγελου. Πολύ απλά δεν είχε κανέναν λόγο να κάνει γκριμάτσες στην αυλή του σχολείου. Εκείνο τον χειμώνα είχαν αρχίσει και οι εκφοβισμοί και στην πραγματικότητα μισούσε κάθε μέρα που έπρεπε να πάει στο σχολείο. Καθώς τώρα κοίταζε τη φωτογραφία, κάτω από το συνοφρυωμένο βλέμμα είδε να κρύβεται ο φόβος. Δε θα ήθελε να έχει ποτέ ξανά τέτοιο βλέμμα. Παρ’ όλα αυτά ήξερε πως το ’βλεπε ακόμη πολλές φορές στον καθρέφτη. Έκλεισε το άλμπουμ. Δε θα της έλεγε τίποτα καινούριο. Δε θα της αποκάλυπτε μυστικά κρυμμένα βαθιά στο παρελθόν.


Μετά τον καφέ η μητέρα της τη ρώτησε: «Θα μείνεις για σάουνα;» Η ερώτηση ήταν περισσότερο ρητορική παρά πραγματική. Απλά έπρεπε να γίνει. «Όχι. Έχω να διαβάσω» της απάντησε. Ακριβώς αυτή ήταν η αναμενόμενη απάντηση. Καθώς περπατούσε προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, η Χιονάτη προσπέρασε το παλιό της γυμνάσιο. Κάθε φορά που έβλεπε το κτίριο και την αυλή τής ερχόταν μια γεύση από σίδερο στο στόμα. Εκείνα τα χρόνια η βία και η υποταγή ήταν στο φόρτε τους. Ξύλο και φωνές. Απομόνωση. Ψέματα, με αποτέλεσμα να πηγαίνει στο σχολείο λάθος ώρα, να φέρνει μαζί της λάθος όργανα, να κάνει λάθος ασκήσεις. Εκείνη προσπαθούσε να είναι ακριβής και να πιστεύει μόνο ό,τι είχε ακούσει με τα ίδια της τα αυτιά από τους καθηγητές, παρ’ όλα αυτά όμως είχαν καταφέρει πολλές φορές να την εξαπατήσουν. Για εκείνες ήταν εύκολο να παραποιούν τα μηνύματα και να κάνουν κι άλλους να συμμετέχουν στις φάρσες.


Το ίδιο αηδίαζε κι όταν θυμόταν το ξύλο που είχε ρίξει τελικά στην Άννα-Σοφία και τη Βανέσα. Οργή. Απώλεια ελέγχου. Επιθυμία να σκοτώσει. Ύστερα από αυτό η Χιονάτη δεν ήταν σίγουρη ποιον φοβόταν περισσότερο, τους τραμπούκους ή τον εαυτό της. Μέχρι πού μπορούσε να φτάσει η ίδια και πόσο εύκολα μπορούσε να αφαιρέσει μια ζωή για να σταματήσει η δική της κόλαση; Δεν ήταν καθόλου περήφανη για τα αισθήματά της, αλλά δεν μπορούσε και ν’ αρνηθεί ότι της είχε περάσει από το μυαλό. Γι’ αυτό και ήθελε να μάθει να συγκρατείται και να συμπεριφέρεται ήρεμα. Δεν ήθελε να αφήνει τους άλλους να της ανεβαίνουν στο σβέρκο, ούτε όμως και να ενεργεί εν θερμώ. Αυτό τουλάχιστον προσπαθούσε να το τηρεί, αλλά δεν ήταν πάντα τόσο εύκολο. Ελάχιστες ήταν οι όμορφες αναμνήσεις από το Ριιχιμάκι. Μία από αυτές ήταν και το θέατρο της πόλης, όπου είχε πάει να δει ένα έργο στα έντεκα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πια ποιο ήταν το έργο, αλλά δεν είχε σημασία. Η Χιονάτη λάτρεψε τη μυρωδιά της αίθουσας, τις φωνές που σιγά σιγά έσβηναν κι εκείνη τη


σύντομη στιγμή που τα φώτα χαμήλωναν αλλά η παράσταση δεν είχε αρχίσει ακόμη. Αγωνία και προσμονή την ώρα που όλα ήταν ακόμη ανοιχτά και πιθανά. Καθόταν στην πρώτη σειρά κι έπρεπε να γέρνει πίσω το κεφάλι για να βλέπει καλά. Οι ηθοποιοί ήταν πολύ κοντά. Έβλεπε και την παραμικρή τους έκφραση. Θυμόταν μια καστανομάλλα ηθοποιό που χόρευε, πηδούσε κι έτρεχε ανάλαφρα και αβίαστα. Η πρασινογάλαζη φούστα της κυμάτιζε σαν θάλασσα. Κάποια στιγμή που αναπήδησε στην άκρη της σκηνής, κάτω από τη φούστα φάνηκε το πόδι της και η Χιονάτη πρόσεξε ότι ήταν δεμένο με επίδεσμο. Άρχισε τότε να παρατηρεί τις εκφράσεις του προσώπου της. Κάτω από το φωτεινό χαμόγελο και το μαγευτικό γέλιο διέκρινε μια ιδέα πόνου. Έπειτα από κάθε πήδημα, κάθε βήμα, μια αδιόρατη σκιά περνούσε από το πρόσωπο της ηθοποιού, που σίγουρα δεν την έβλεπε κανένας άλλος. Σαν να σκέπαζε τα μάτια της για ένα δευτερόλεπτο η ομίχλη. Η Χιονάτη κοίταζε την ηθοποιό γοητευμένη. Είχε ξεχάσει το υπόλοιπο έργο. Η πλοκή δεν την ενδιέφερε πια. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στα γκρίζα μάτια της ηθοποιού και σκεφτόταν ότι


μπορούσε να γίνει κι αυτό. Να παίζεις έναν ρόλο και οι άλλοι να μη βλέπουν παραπέρα. Τον πόνο μπορούσες να τον κρύβεις. Ο ανάλαφρος χορός και το γέλιο που γέμιζαν τη σκηνή σαν λουλούδια μηλιάς έγιναν για τη Χιονάτη το σημάδι της κρυφής δύναμης και υπεροχής. Σκεφτόταν πως κάποτε θα γινόταν κι αυτή σαν εκείνη την ηθοποιό. Θα μπορούσε να διαλέξει ρόλο, να ανεβεί στη σκηνή ή να μείνει στην πλατεία. Μπορούσε να είναι κι αυτή οποιοσδήποτε. Καθώς κοίταζε μέσα από το παράθυρο του τρένου, η δεκεμβριάτικη νύχτα ερχόταν όλο και πιο γρήγορα. Όλα ήταν γκρίζα. Γκρίζα όπως ήταν και ολόκληρο τον Οκτώβρη, τον Νοέμβρη και τώρα, αρχές του Δεκέμβρη. Σήμερα δεν έριχνε χιονόνερο, ψιλόβρεχε. Η γη ήταν σκοτεινή. Τα γυμνά κλαδιά των δέντρων σκοτεινά. Στο παράθυρο έβλεπε να αντανακλάται το είδωλό της. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά. Μετά την Τόιγιαλα ένιωσε πολύ έντονη την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα και αποφάσισε να μην περιμένει μέχρι να φτάσει στο σπίτι, μολονότι θα έφτανε στον προορισμό της σύντομα. Όταν επέστρεψε, βρήκε στη θέση της μια κόλλα χαρτί Α4 διπλωμένη στη μέση. Έριξε μια ματιά ολόγυρά της. Στο βαγόνι


δεν υπήρχε κανένας άλλος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο συρμός σταμάτησε στη Λέμπααλα. Η Χιονάτη άνοιξε το χαρτί κι ένιωσε τα χέρια της να τρέμουν.

Χιονάτη μου,

Ξέρω πόσο άσχημα αισθάνεσαι όταν περνάς έξω από αυτό το κτίριο. Ξέρω τι έχεις περάσει εκεί μέσα. Κι αυτό με κάνει να γίνομαι έξαλλος για λογαριασμό σου. Αν ήθελες, θα μπορούσα να τις κάνω να υποφέρουν. Αν ήθελες, θα μπορούσα να βάψω τους τοίχους με το αίμα τους. Θα μπορούσα να φέρω σε πέρας αυτό που άρχισες εσύ, τη δικαιωματική εκδίκηση. Μια σου λέξη και θα γίνει.


Τα ονόματά τους τα ξέρω. Άννα-Σοφία και Βανέσα. Μη νομίζεις πως αστειεύομαι. Αλλά, μιας και μιλάμε για ονόματα, ξέρω κι άλλα. Είσαι η Χιονάτη, θυμάσαι όμως ότι υπήρχε και κάποια άλλη, κάποια που την έλεγαν κάτι σαν Ρούουσουνεν; Θυμήσου. Θα το βρεις σίγουρα μέσα σου το όνομα. Δεν το έχεις ξεχάσει, παρότι όλα τ’ άλλα τα ξέχασες.

Σε παρακολουθώ συνεχώς. Η Σκιά σου

Της ήρθε να κάνει εμετό. Όποιος είχε αφήσει το γράμμα σίγουρα δεν ήταν πια στο τρένο. Σίγουρα είχε κατεβεί στη Λέμπααλα. Το είχε σχεδιάσει τέλεια.


Την αηδίαζε η σκέψη ότι αυτός που είχε γράψει το σημείωμα την είχε ακολουθήσει ως το Ριιχιμάκι, είχε παραφυλάξει πότε θα επιστρέψει, περίμενε αν θα πάει στην τουαλέτα… Μόνο και μόνο για να της αφήσει ένα ανώνυμο γράμμα. Όλα αυτά δεν ήταν αστεία. Κανένας δεν μπορούσε να ξέρει όσα ανέφερε το γράμμα. Υπήρχαν πράγματα που η Χιονάτη δεν τα είχε πει σε κανέναν. Ούτε τα ονόματα αυτών που τη βασάνιζαν. Παραλίγο να της πέσει το κινητό από τα χέρια έτσι που έτρεμαν. Ευτυχώς ο Σάμψα απάντησε αμέσως. «Θα βρεθούμε σήμερα;» τον ρώτησε προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της χαρούμενη και ξέγνοιαστη. «Όχι». Η Χιονάτη ξεροκατάπιε. «Γιατί όχι;»


«Γιατί το απόγευμα έχω πρόβα με την μπάντα και τώρα έχω μια σπουδαία αποστολή. Ψάχνω να σου πάρω δώρο για τα Χριστούγεννα» της είπε γελώντας. «Υπομονή μέχρι αύριο λοιπόν, αγάπη μου». «Οκέι». Η Χιονάτη ήθελε να παρατείνει το τηλεφώνημα, να κρατηθεί από τη ζεστή και γεμάτη ασφάλεια φωνή του Σάμψα. Δεν τόλμησε όμως να πει κάτι που θα αποκάλυπτε ότι δεν ήταν καλά. Μίλησε λοιπόν περί ανέμων και υδάτων, για τις διακοπές που σχεδίαζαν οι γονείς της και για τις σκέψεις τους να κάνουν ανακαίνιση στο σπίτι. Κουβεντούλα που δε συνήθιζε ποτέ. Ωστόσο ο Σάμψα βιαζόταν, οπότε κι αυτή έμεινε σύντομα σιωπηλή, με το κινητό στο χέρι και τα μάτια καρφωμένα στο είδωλό της στο παράθυρο. Στα μάτια της ο ίδιος απειλητικός φόβος όπως τότε, στα εφτά της.

6


Κάθε γροθιά, κάθε κλοτσιά, έπρεπε να χτυπήσει τον αντίπαλο έτσι που να τον αποδυναμώσει αισθητά. Οι χλιαρές κινήσεις δεν είχαν κανένα όφελος. Απλά σπαταλούσαν δυνάμεις, χωρίς να βοηθάνε να νικηθεί ο εχθρός. Η Χιονάτη έσφιξε τις γροθιές της. Αριστερά, αριστερά, δεξιά. Αριστερά, αριστερά, δεξιά. Και να θυμάσαι να καλύπτεσαι. Να κινείσαι συνεχώς. Φαντάσου πώς η μύτη αρχίζει να τρέχει αίμα όταν την πετυχαίνει η γροθιά. Πώς σπάει το κόκαλο στο μάγουλο όταν το χτυπά μια δυνατή κλοτσιά. Τα πόδια του αντιπάλου τρέμουν. Πέφτει. Είναι στο έλεός σου. Ξαφνικά η Χιονάτη ένιωσε πως δεν είχε δυνάμεις να συνεχίσει. Τα πόδια της αρνούνταν να κινηθούν. Οι υπόλοιποι συνέχιζαν το μάθημά τους ενώ η μουσική έπαιζε και ο γυμναστής έδινε οδηγίες, εκείνη όμως ήταν αδύνατον να χτυπήσει έστω και μία φορά ακόμα τον φανταστικό αντίπαλο. Φυσικά, όλα αυτά ήταν απλά μια άσκηση, ομαδική γυμναστική με μια ιδέα από πολεμικές τέχνες∙ ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή όμως οι αναμνήσεις την κατέκλυζαν.


Έβλεπε μπροστά της πεσμένες στο χιόνι την Άννα-Σοφία και τη Βανέσα. Τις είχε χτυπήσει και ήταν μισοπεθαμένες. Όχι, δεν έγινε ακριβώς έτσι, όμως έτσι το φαντάστηκε. Να είχε δίκιο η Σκιά; Ήθελε άραγε να τις εκδικηθεί; Η Χιονάτη θεώρησε ότι αν πήγαινε στο γυμναστήριο θα ξεχνούσε τα γράμματα, αλλά δεν τα κατάφερε. Η μουσική έπαιζε δυνατά. Ο ιδρώτας βρομούσε. Μερικοί άλλοι άρχισαν να την κοιτάζουν εκνευρισμένοι που στεκόταν ακίνητη στη μέση της αίθουσας ακουμπώντας τα χέρια στα γόνατά της. «Φύγε από τη μέση» έλεγαν τα βλέμματά τους. Αμέσως μόλις ένιωσε λίγο καλύτερα τα πόδια της, η Χιονάτη βγήκε από την αίθουσα. Δεν έκανε καν τον κόπο να ζητήσει συγγνώμη, παρότι έπεσε πάνω σε μερικά κορίτσια που κλοτσούσαν με ενθουσιασμό. Όταν έφτασε στα αποδυτήρια, μπήκε στην πρώτη τουαλέτα. Μόλις που πρόλαβε να κλειδώσει την πόρτα και να σηκώσει το καπάκι πριν αρχίσει να ξερνάει. Κρατιόταν από τις άκρες της λεκάνης κι έβγαζε κομμάτια από τα λαζάνια και το κατσικίσιο τυρί. Όλο το σώμα της έτρεμε. Δε θυμόταν πότε είχε κάνει εμετό τελευταία φορά. Ήταν το ίδιο απαίσιο όπως παλιά.


Στο ντους ήταν μόνη. Άκουγε από μακριά πως η γυμναστική συνεχιζόταν. Ήταν κακή ιδέα να έρθει. Έπρεπε να βρει έναν άλλον τρόπο να αποσπάσει τις σκέψεις της. Στεκόταν για ώρα κάτω από το ζεστό νερό, ακόμα και όταν το σαμπουάν και το σαπούνι είχαν ξεπλυθεί εντελώς από τα μαλλιά και το δέρμα της. Η επαφή με το νερό ήταν σαν χάδι. Μια αγκαλιά που μέσα της μπορούσες να νιώσεις ασφαλής. Last Christmas I gave you my heart, but the very next day you gave it away. This year to save me from tears I’ll give it to someone special.

Η Χιονάτη προσπαθούσε να εντοπίσει με το βλέμμα τα ηχεία του καταστήματος. Σκέφτηκε πως αν κατάφερνε να τα κοιτάξει αρκετά άγρια, το χειρότερο χριστουγεννιάτικο τραγούδι θα σταματούσε, αφού τα ηχεία θα αχρηστεύονταν. Το σουξέ του


συγκροτήματος Wham! Από το 1984. Δεν ήταν καιρός να θαφτεί στο νεκροταφείο με τα απαίσια τραγούδια; Στα πολυκαταστήματα όμως φαίνεται πως είχαν άλλη γνώμη για τα Χριστούγεννα. Ίσως κάπου κάποια έρευνα να είχε δείξει ότι

το

«Last

Christmas»

έκανε

τους

ανθρώπους

να

καταναλώνουν περισσότερο. Η πίκρα της ραγισμένης καρδιάς και ο πόνος, η επιθυμία για εκδίκηση και η σκέψη ότι αυτά τα Χριστούγεννα θα δώσω τα δώρα μου σε κάποιον ιδιαίτερο, που ξέρει να τα εκτιμάει. Θα αγοράσω το πιο όμορφο. Το πιο ακριβό. Θα δηλώσω την αγάπη μου με τόσο πολλά ευρώ, που κανένας δε θα μπορεί να αμφιβάλλει για τα πραγματικά μου αισθήματα. Και συγχρόνως θα νιώθω μια γλυκιά μελαγχολία ξέροντας ότι η ραγισμένη καρδιά χτυπάει ακόμη γι’ αυτόν που τη ράγισε.

Now I know what a fool I’ve been. But if you kissed me now, I know you’d fool me again.


Η Χιονάτη το μισούσε αυτό το σουξέ. Μισούσε τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα των πολυκαταστημάτων. Όλο αυτό το βουνό από γκλίτερ που υποτίθεται ότι μιμούνταν το χιόνι, αλλά στην πραγματικότητα θύμιζε ζάχαρη άχνη. Τα Χριστούγεννα των πολυκαταστημάτων ήταν αυτά που έδειχναν οι αμερικάνικες ρομαντικές κωμωδίες, στις οποίες μέσα σε λίγες χειμωνιάτικες μέρες συμπυκνώνονταν η πιο γλυκιά ευτυχία, η αγάπη και η συντροφικότητα που είχαν πραγματική αξία, μέσα στο ανάλογο σκηνικό. Φωτιά στο τζάκι, γκι, χρυσόσκονη, ψεύτικο χιόνι κι ένας τεράστιος σωρός από καλοδιαλεγμένα δώρα και πλήρες χριστουγεννιάτικο μενού και μαλακές κάλτσες και χειροποίητη σοκολάτα και χριστουγεννιάτικα τραγούδια και μυρωδιά κανέλας και τζίντζερ, και όλα τόσο όμορφα που δεν μπορούσες να τ’ αντέξεις. Τέτοιο

χριστουγεννιάτικο

πολυκαταστήματα,

και

το

όνειρο Στόκμαν

πουλούσαν

τα

του Τάμπερε δεν

αποτελούσε εξαίρεση. Η Χιονάτη μισούσε και την αγορά χριστουγεννιάτικων δώρων. Το θεωρούσε κουραστικό, ψεύτικο και άσκοπο. Προτιμούσε να δίνει δώρα όταν εκείνη ένιωθε την ανάγκη να το


κάνει.

Χωρίς

να

τη

νοιάζουν

οι

μέρες.

Η

αγορά

χριστουγεννιάτικων δώρων ήταν μια τελετουργία που γινόταν επειδή έτσι έπρεπε. Ήξερε πως δεν μπορούσε να μην αγοράσει δώρο στον Σάμψα. Ένιωθε ήδη άσχημα για τη στιγμή που εκείνος θα της έδινε κάτι όμορφο, επιλεγμένο με προσοχή κι ύστερα από σκέψη, κι εκείνη θα του έδινε κάτι άχρηστο και απρόσωπο, αγορασμένο βιαστικά. Ο Σάμψα ήξερε ν’ αγοράζει και να προσφέρει δώρα – το είχε ήδη παρατηρήσει. Με κάποιο θαυματουργό ένστικτο της είχε προσφέρει ως τώρα ένα τέλειο κολιέ –μια απλή ασημένια αλυσίδα, από την οποία κρεμόταν μια μικρή μαύρη πέτρα–, το ωραιότερο σημειωματάριο του κόσμου κι ένα ζευγάρι γάντια χωρίς δάχτυλα, που η Χιονάτη τα φορούσε στο σπίτι κάθε φορά που έμπαινε κρύο από τις χαραμάδες στο παράθυρο. Ο Σάμψα πρόσφερε τα δώρα του ανάλαφρα, χωρίς να το κάνει τεράστιο θέμα. Τα πρόσφερε έτσι όπως προσφέρονται τα καλύτερα δώρα, χωρίς την παραμικρή προσδοκία ανταπόδοσης. Ήξερε να το κάνει έτσι που ο άλλος να μη νιώθει υποχρέωση ούτε ενοχή. Η Χιονάτη το εκτιμούσε αυτό πάρα πολύ, ήξερε όμως ότι δεν μπορούσε να προσπεράσει έτσι τα Χριστούγεννα.


Ακριβώς εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να χωθεί για λίγο μέσα στα λαμπερά φώτα και τα κουραστικά τραγούδια. Να ξεχάσει τα γράμματα. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει μ’ αυτά, κι επειδή δεν άντεχε την αβεβαιότητα, προσπάθησε να τα ξεχάσει. Τουλάχιστον για λίγο. Ίσως το υποσυνείδητο να της έδινε κάποια λύση. «Απαίσια πράγματα» σχολίασε μια φωνή πίσω της. Η Χιονάτη στράφηκε και είδε την Τίνκα και τον Άλεξι. Περίεργο που αυτοί οι δύο ήταν μαζί το Σάββατο, εκτός σχολείου. Νόμιζε πως δεν τα πήγαιναν καλά. «Ποιος τρελός θα ’θελε,

ας πούμε,

κάτι τέτοιο;»

αναρωτήθηκε ο Άλεξι κι έδειξε ένα αντικείμενο που μάλλον ήταν διακοσμητικό τραπεζιού, με την καλλιγραφική επιγραφή I love you ν’ αναβοσβήνει με κόκκινο φως. «Για σκέψου να χτυπήσει τη νύχτα το κουδούνι και να ξυπνήσεις, κι ανοίγοντας την πόρτα να σε περιμένει κάτι τέτοιο» είπε η Τίνκα βάζοντας τα γέλια. «Τρομακτικό στη νιοστή». Η Χιονάτη ανατρίχιασε.


«Δε νομίζω πως θα κάνω εδώ μέσα τα χριστουγεννιάτικα ψώνια μου» είπε προσπαθώντας να δώσει στη φωνή της τόνο ανάλαφρο. «Ψάχνεις δώρο για τον Σάμψα;» ρώτησε η Τίνκα. Η Χιονάτη κούνησε το κεφάλι της. «Τυχερούλης! Είμαι σίγουρη πως θα του πάρεις κάτι τέλειο». Στο χαμόγελο της Τίνκα η Χιονάτη νόμισε πως είδε έναν περίεργο θλιμμένο τόνο. Ωστόσο δεν είχε ούτε χρόνο ούτε διάθεση να το αναλύσει περισσότερο. «Καλά ψώνια!» τους ευχήθηκε κι έφυγε πριν της προτείνουν να συνεχίσουν παρέα τις αγορές τους. Η

Χιονάτη

άφησε

πίσω

της

το

τμήμα

με

τα

χριστουγεννιάτικα και κατέβηκε με τις κυλιόμενες σκάλες στον κάτω όροφο. Ίσως έβρισκε κάτι στο βιβλιοπωλείο. Στα μάτια της δεν είχε πέσει τίποτα ακόμη που να είναι σίγουρη ότι θα αρέσει ιδιαίτερα στον Σάμψα. Μήπως δεν ήξερε τι αρέσει στο αγόρι της; Δεν ήθελε να το πιστέψει. Αυτή η πίεση για συνεχή


κατανάλωση την έκανε να τα χάνει. Όλα τής φαίνονταν ανόητα και κακόγουστα. Το χέρι της χάιδευε αφηρημένα τα βιβλία. Κανένα τους δεν έδειχνε να ψιθυρίζει το όνομα του Σάμψα. «Πρέπει να πάψουμε να βρισκόμαστε έτσι». Οι τρίχες στα χέρια της Χιονάτης σηκώθηκαν αμέσως κάγκελο. Δίπλα της στεκόταν ο Λίεκι. «Δεύτερη φορά σε τόσο μικρό διάστημα. Σίγουρα είναι μοιραίο. Τι λες, πάμε για καφέ;» Η Χιονάτη κοίταξε τα χαμογελαστά του μάτια κι ένιωσε να γνέφει καταφατικά πριν προλάβει να σκεφτεί αν έπρεπε να δεχτεί.

7


Δύο ώρες και τέσσερις μεγάλες κούπες καφέ αργότερα η Χιονάτη αναρωτήθηκε πού είχε χαθεί ένας χρόνος και βάλε. Της φαινόταν λες και είχαν συνεχίσει από εκεί που είχαν μείνει. Ή μάλλον, όχι ακριβώς από εκεί. Όχι από τις σπαρακτικές στιγμές του χωρισμού. Από λίγο πιο πριν, από τότε που μιλούσαν μεταξύ τους φυσικά και ανεμπόδιστα. Κάθονταν και τώρα στο τραπέζι της κουζίνας όπως και τότε. Έπιναν καφέ. Μιλούσαν. «Μέρα με τη μέρα είμαι όλο και πιο ευτυχισμένος, πιο ολοκληρωμένος» της είπε, και από το ευθύ και ήρεμο βλέμμα του η Χιονάτη κατάλαβε πως έλεγε την αλήθεια. Ο Λίεκι της ανέφερε ελάχιστες λεπτομέρειες για την αλλαγή φύλου στην οποία είχε υποβληθεί, και η Χιονάτη δεν τον ρώτησε περισσότερα από σεβασμό στην επιθυμία του να πει ό,τι ήθελε εκείνος. Έτσι κι αλλιώς το θέμα είχε να κάνει με το δικό του σώμα, τη δική του φυσική υπόσταση. «Όλη αυτή τη μοναξιά και την απομόνωση τη χρειαζόμουν. Έτσι τα ’βγαλα πέρα. Η μοναξιά μ’ έκανε πιο δυνατό. Το ξέρω ότι σε πλήγωσα πολύ και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που σ’ έκανα να πονέσεις».


Μιλούσε τίμια και καθαρά. Παρ’ όλα αυτά η Χιονάτη δεν μπορούσε να απαντήσει, γιατί δεν ήξερε τι να πει. Αντίθετα, του μίλησε για τα γεγονότα του περασμένου χειμώνα και του καλοκαιριού, για τα εγκλήματα στα οποία βρέθηκε μπλεγμένη χωρίς να το θέλει, τις επικίνδυνες καταστάσεις από τις οποίες είχε καταφέρει να ξεφύγει, το πόσο κοντά στον θάνατο είχε βρεθεί. «Για την υπόθεση της Πράγας διάβασα στις εφημερίδες. Τρελή ιστορία» είπε ο Λίεκι κουνώντας το κεφάλι του. «Φαίνεται πως έχω μια τάση προς τον κίνδυνο» απάντησε η Χιονάτη προσπαθώντας να το γυρίσει στην πλάκα, αλλά δεν ήταν σε θέση να χαμογελάσει. Κάλυψε τον εκνευρισμό της πίνοντας μια μεγάλη γουλιά καφέ, που ήταν ήδη χλιαρός. Έτσι γινόταν πάντα. Ο καφές κρύωνε χωρίς να το πάρουν είδηση, αφού είχαν τόσο πολλά να πουν. Ωστόσο η Χιονάτη δεν του είπε πως θυμήθηκε ότι κάποτε είχε μια αδελφή. Ούτε βέβαια για τα απειλητικά γράμματα που λάμβανε, παρότι ήθελε πολύ να μιλήσει και να ξαλαφρώσει. Δεν


μπορούσε να πάρει το ρίσκο να υλοποιήσει η Σκιά τις αιματηρές εικόνες που περιέγραφε στο σημείωμα. Πρόσεξε πώς επιδρούσαν στον Λίεκι τα λεγόμενά της. Είδε στα μάτια του την επιθυμία να την προστατέψει. Πρόσεξε το χέρι του που πλησίαζε το δικό της κι ετοιμαζόταν να το πιάσει. «Αυτά λοιπόν… Ξέρεις, έχω σχέση» του είπε στα γρήγορα. Ο Λίεκι τράβηξε το χέρι του κι έπιασε δήθεν ανέμελα την κούπα. «Πολύ ωραία!» σχολίασε μ’ ένα στραβό χαμόγελο στα χείλη. Η Χιονάτη βιάστηκε να πλέξει το εγκώμιο του Σάμψα. Ο Λίεκι άκουγε ήρεμος. Το ύφος του όμως έλεγε ότι αυτό τον Σάμψα δεν τον θεωρούσε σημαντικό παράγοντα στη ζωή της. Εκείνη θίχτηκε λίγο. Τι νόμιζε, πως θα ξανάμπαινε στη ζωή της έπειτα από τόσο καιρό κι αυτή θα τον υποδεχόταν με ανοιχτές αγκάλες και θα ξεχνούσε όλα τα υπόλοιπα; Αν αυτό είχε στο μυαλό του, ήταν πολύ εκνευριστικό. Κι έκανε μεγάλο λάθος.


Ο

Λίεκι

σηκώθηκε

να

πάρει

ένα

ποτήρι

νερό.

Επιστρέφοντας στο τραπέζι δεν κάθισε, αλλά έβαλε τα χέρια του στους ώμους της κι άρχισε να της κάνει μασάζ επιδέξια και φυσικά. «Είσαι εντελώς σφιγμένη» της είπε. Η Χιονάτη μουρμούρισε κάτι αόριστο. Ήξερε ότι έπρεπε να του ζητήσει να σταματήσει. Το μασάζ στους ώμους και τον αυχένα ήταν ένα αθώο άγγιγμα μεταξύ φίλων, αυτοί όμως δεν ήταν φίλοι. Δεν ήταν τελικά. Απλά δεν ήταν. Όχι ακόμη. Ίσως ποτέ. Δεν του ζήτησε να σταματήσει. Το μασάζ τής έκανε καλό αφού οι ώμοι της ήταν πιο σφιγμένοι από ποτέ. Το οικείο άγγιγμά του την έκανε να χαλαρώσει κι ένιωσε το αίμα να κυκλοφορεί καλύτερα και το σώμα της να λύνεται. Τα χέρια του Λίεκι ήταν ζεστά, την άγγιζε απαλά και αποφασιστικά. Δεν πίεζε ούτε έβαζε δύναμη για να χαλαρώσουν οι μύες. Έτριβε πρώτα ελαφρά και μετά όλο και πιο δυνατά και πιο βαθιά. Σταματούσε στα δύσκολα σημεία και προσπαθούσε να τα ζεστάνει με τα δάχτυλά του.


Δεν έλεγαν λέξη. And the only solution was to stand and fight. And my body was bruised and I was set alight. But you came over me like some holy rite. And although I was burning, you’re the only light. Only if for a night.

Με μουσική υπόκρουση Florence and the Machine. Η Χιονάτη ένιωσε άβολα με την επιλογή. Αλλά δε μετάνιωσε. Ήξερε τι έκανε όταν έβαζε αυτή τη μουσική. Ήξερε τι ατμόσφαιρα θα δημιουργούσε. Το άγγιγμα του Λίεκι την έκανε να πέσει σε μια γλυκιά, σχεδόν ονειρική κατάσταση. Για λίγο ξέχασε τα πάντα. Φόβο. Ανησυχία. Δε χρειαζόταν να σκέφτεται τίποτα. Χαλάρωσε εντελώς.


Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει ως τη στιγμή που αφυπνίστηκε επειδή το μασάζ ήταν πια διαφορετικό, περισσότερο χάδι. Ο Λίεκι της χάιδευε απαλά το σβέρκο και σε κάθε του άγγιγμα ένιωθε μια ανατριχίλα στην πλάτη ως κάτω χαμηλά. Σιγά σιγά έπαψε να είναι χαλαρή. Μέσα της άναψε μια δυνατή φλόγα. Τα χέρια του χάιδευαν τον λαιμό και τα αυτιά της κι έπειτα πάλι το σβέρκο. Μια ζεστή ανάσα πάνω στο δέρμα της. Οι δυο τους αγκαλιά, λαχανιασμένες ανάσες, χείλη που αγγίζονταν. Οι δυο τους στο ντους, γυμνό βρεγμένο δέρμα, υγρασία, ο σκληρός τοίχος με τα πλακάκια πίσω από την πλάτη, κραυγές να αντηχούν στον περιορισμένο χώρο. Οι δυο τους στο στρώμα της, ζαρωμένα σεντόνια, λαχάνιασμα, δόντια στον ώμο, κραυγές που δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν. Οι δυο τους στο δικό τους δάσος, ολόγυρα μυρίζει πεύκο, κρυμμένοι, αθέατοι μέσα στις σκιές, κολλημένοι ο ένας στον


άλλο, κάπου μακριά, ψηλά, πέρα από τα κλαδιά των δέντρων, τ’ αστέρια που τρεμοσβήνουν. Η Χιονάτη τρόμαξε με τις φαντασιώσεις της. Σηκώθηκε γρήγορα και απομακρύνθηκε. «Πρέπει να φύγεις». Κάρφωσε το βλέμμα της αποφασιστικά πάνω από το κεφάλι του. Δεν έπαιρνε το ρίσκο να τον κοιτάξει στα μάτια. Ίσως τότε δε θα είχε τη δύναμη να τον διώξει από το σπίτι της. Ο Λίεκι δε ρώτησε τίποτα. Βγήκε ήρεμα στον διάδρομο και φόρεσε σιωπηλά το πανωφόρι του. Ωστόσο στην εξώπορτα στράφηκε και είπε: «Θα ξαναβρεθούμε σύντομα, πριγκίπισσά μου. Το ξέρεις. Δεν μπορούμε να μείνουμε χώρια για πολύ καιρό». Έπειτα έφυγε χωρίς να περιμένει την απάντησή της. Η Χιονάτη έμεινε με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα. Ήξερε πως ο Λίεκι είχε δίκιο.


Έχω δει πολλές φορές πόσο απίστευτα σκληροί μπορεί να είναι οι άνθρωποι απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Ιδιαίτερα στο σχολείο. Τα παιδιά και οι έφηβοι ανακαλύπτουν τα τρωτά σημεία των άλλων και τους χτυπούν ανελέητα. Είναι αγρίμια. Το σχολείο είναι πραγματικό πεδίο μάχης. Μόνο οι πιο δυνατοί καταφέρνουν να επιβιώσουν και να βγουν νικητές. Γι’ αυτό τον λόγο ονειρευόμουν να πραγματοποιήσω την απειλή μου. Να είναι όλοι παρόντες και να βλέπουν το έργο. Όλοι σιωπηλοί στην αίθουσα. Πρώτα η σκηνή γεμάτη κραυγές και αίμα και πτώματα. Πανικός. Οι πόρτες κλειδωμένες. Έπειτα όλο το κοινό. Ένας ένας. Κανένας να μην μπορεί να ξεφύγει. Θα ’βαφα όλη την αίθουσα κόκκινη. «Η ζωή δεν είναι παρά μια περιπλανώμενη σκιά, ένας φτωχός θεατρίνος. Που εξάπτεται και καμαρώνει για λίγο πάνω στη σκηνή. Και πια δεν ξανακούγεται ποτέ. Είναι ένα παραμύθι που


το λέει ένας ηλίθιος, γεμάτο παραφορά και φασαρία. Χωρίς 1 κανένα νόημα».

Θα μάθαιναν κι αυτοί ότι ακόμα και οι πιο δυνατοί, ακόμα και οι πιο σκληροί, οι πιο έξυπνοι δεν είναι ανίκητοι. Θα το μάθαιναν με τον πιο σκληρό τρόπο. Με τον νόμο της ζωής και του θανάτου.

10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ


8

Η Χιονάτη ζήλευε. Πρώτη φορά στη ζωή της το ένιωθε τόσο έντονα. Παλιότερα είχε θελήσει πολλές φορές να είναι κάποια άλλη. Κάποια που δε θα χρειαζόταν να καλύπτει τις μελανιές στο σπίτι και να ρουφάει το αίμα από το κάτω χείλος της, να λέει πως είχε σκοντάψει και είχε πέσει. Ωστόσο, ήταν περισσότερο μια απελπισμένη επιθυμία ν’ απαλλαγεί από τη ζωή της παρά ζήλια. Ο πατέρας του Σάμψα έφερε στο τραπέζι ένα πιάτο γεμάτο κρέπες. «Δεν έχουν και το καλύτερο σχήμα» σχολίασε. «Και πώς να ’χουν αφού με το ένα μάτι έπαιζες όλη την ώρα παιχνίδια στο iPad» παρατήρησε η μητέρα του και χάιδεψε το χέρι του άντρα της.


Η μικρή αδελφή του Σάμψα, η Σάαρα, κουνιόταν στην καρέκλα της. «Θα φάω τουλάχιστον σπέντε σκρέπες!» ανακοίνωσε δυνατά. «Σπέντε σκρέπες!» είπε ο Σάμψα. «Ευτυχώς που δε θα φας έξι». «Γιατί;» αναρωτήθηκε η Σάαρα. «Θα μάθεις όταν μεγαλώσεις». «Παράτα με» απάντησε εκείνη ικανοποιημένη. «Εσύ της τα ’μαθες αυτά;» Ο πατέρας του Σάμψα σήκωσε δήθεν αδιάφορα τους ώμους του. «Τα παιδιά μαθαίνουν ό,τι ακούνε» ισχυρίστηκε. Η Χιονάτη παρακολουθούσε την κουβέντα ξαφνιασμένη. Δεν ήταν συνηθισμένη να βρίσκεται σε μια τέτοια οικογένεια, που τα μέλη της μιλούν γλυκά και με αγάπη μεταξύ τους και γελούν συνεχώς. Στην οικογένεια του Σάμψα μιλούσαν ασταμάτητα. Τα


λόγια πετούσαν εδώ κι εκεί σαν μπάλες∙ κάποιες έπεφταν κάτω αλλά κανένας δε νοιαζόταν. Η επικοινωνία μπορεί να φαινόταν χαώδης, αλλά μάλλον δεν ήταν. Όλα ήταν υπό έλεγχο. Ακόμα και η Σάαρα, που ήταν μόλις τεσσάρων χρονών. Αυτό που θα περιέγραφε το σπίτι του Σάμψα ήταν ένα ζεστό χάος. Όσο καλή διάθεση και να είχες, δε θα το ’λεγες τακτοποιημένο. Τα πράγματα ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί, παιχνίδια στο πάτωμα, ρούχα στις καρέκλες, στοίβες εφημερίδες, μισάνοιχτα κιβώτια και συσκευασίες που δεν μπορούσες να καταλάβεις αν έρχονταν ή έφευγαν. Στο σπίτι των δικών της γονιών δεν ήταν ποτέ έτσι. Η Χιονάτη ζήλεψε την οικογένεια του Σάμψα τόσο, που η καρδιά της ράγισε. Όλα έδειχναν ότι ζούσαν το παρόν. Φρόντιζαν ο ένας τον άλλον και περνούσαν καλά μαζί. Συμπεριφέρονταν φυσικά και ελεύθερα, χωρίς να πιέζονται ή να υποκρίνονται, παρότι ανάμεσά τους υπήρχε μια ξένη. Την είχαν υποδεχτεί σαν συγγενή που είχε χαθεί για πολύ καιρό και θα έμπαινε στους ρυθμούς τους γρήγορα. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο ευπρόσδεκτη, όσο τη στιγμή που πάτησε το πόδι της στο σπίτι των γονιών του Σάμψα. Το φινλανδοσουηδικό σόι του πατέρα


της το ένιωθε πάντα απόμακρο, παρότι είχαν κι αυτοί τα χαρούμενα τραγούδια και τις κουβέντες τους. Ανάμεσά τους ένιωθε πάντα σαν το μαύρο πρόβατο, καθώς όλοι θα ήθελαν να είναι πιο χαρούμενη και πιο κοινωνική. Η οικογένεια του Σάμψα όμως ήταν όπως ο Σάμψα. Χωρίς απαιτήσεις και χωρίς προσδοκίες. Η Χιονάτη κοίταξε τον Σάμψα, που άνετος και χαμογελαστός έβαζε κρέπες στο πιάτο της αδελφής του. Ήξερε πως τέτοια εικόνα δε θα τη ζούσε ποτέ στη δική της οικογένεια. Στη ζωή του Σάμψα όλα ήταν τόσο καλά. Η ευτυχία του ήταν αυτονόητη και του άξιζε. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ψυχικά αποθέματα και μπορούσε να είναι φιλικός και ζεστός με τους άλλους. Ο κόσμος του δεν είχε μυστικά ούτε απειλητικά σημειώματα ούτε τον φόβο του θανάτου. Στον δικό του κόσμο δεν επιτρεπόταν ν’ αφήσεις τον πρώην φίλο σου να σου κάνει μασάζ στους ώμους, ξέροντας πως αυτό το άγγιγμα θα ξυπνούσε την απαγορευμένη επιθυμία. Η Χιονάτη παρακολουθούσε τις δραστηριότητες της οικογένειας του Σάμψα και ξαφνικά αισθάνθηκε πολύ μόνη. Ο φόβος της, τα σκοτεινά της σημεία, το κόκκινο σαν αίμα μίσος της, οι πιο σκοτεινές σκιές του δάσους της, τα σκοτεινά νερά και


οι σκοτεινοί βυθοί της. Όλα αυτά δε θα μπορούσαν ποτέ να είναι η ζωή αυτών των ανθρώπων. Αυτών των ευτυχισμένων και φωτεινών ανθρώπων που αστειεύονταν, έπαιζαν, φώναζαν, μπορεί και να ενοχλούσαν με την πολυλογία τους, αλλά ήταν υπέροχοι. «Τα χέρια μου κολλάνε!» είπε η Σάαρα κι έδειξε τις κόκκινες παλάμες της. Τελικά είχε καταφέρει να φάει μόνο τρεις κρέπες. «Ήθελες να βάλεις και μισό κιλό μαρμελάδα φράουλα. Κι έφαγες και με τα χέρια». Ο Σάμψα έσκυψε να σκουπίσει τα χέρια της αδελφής του με μια χαρτοπετσέτα. Κόκκινη μαρμελάδα. Κολλώδης. Ζεστή. Αίμα. Οι εικόνες εναλλάσσονταν στο μυαλό της Χιονάτης τόσο γρήγορα, που δεν μπορούσε να τις πιάσει. Είδε τη μαρμελάδα να στάζει στο πάτωμα. Είδε μια λίμνη αίμα που μεγάλωνε και μεγάλωνε. Κούνησε λίγο το κεφάλι. Από πού είχαν έρθει αυτές οι εικόνες;


«Μπορώ να πάω να παίξω;» ρώτησε ανυπόμονα η Σάαρα. «Μπορείς» απάντησε η μητέρα της. «Χιονάτη, έλα να παίξουμε τις πριγκίπισσες» είπε η Σάαρα επιτακτικά και την άρπαξε από το χέρι. Το δικό της χέρι κολλούσε ακόμη λίγο. Η Χιονάτη τινάχτηκε από το άγγιγμα. Ματωμένο χέρι. Χέρι που δεν κουνιόταν, παρότι προσπάθησε να το απωθήσει. Χέρι που σιγά σιγά πάγωνε. «Η Χιονάτη μπορεί να θέλει να φάει ακόμα. Ρώτησέ την ευγενικά» είπε ο πατέρας του Σάμψα. «Πάμε» απάντησε γρήγορα η Χιονάτη. Ήθελε ν’ αποσπάσει τις σκέψεις της από τις παράξενες αναμνήσεις που έρχονταν κι έφευγαν γρήγορα σαν αστραπές. Η Σάαρα της έβαλε ένα τούλινο πέπλο στο κεφάλι και η ίδια φόρεσε πάνω από τα ρούχα της ένα ροζ φόρεμα και πήρε στο χέρι το μαγικό της ραβδί.


«Είναι μαγικό ραβδί και σπαθί μαζί» είπε γεμάτη περηφάνια στη Χιονάτη δείχνοντάς της το πασπαλισμένο με γκλίτερ ραβδί. «Αυτό είναι πολύ βολικό. Αν πέσεις πάνω σε τέρατα, μπορείς να τα μεταμορφώσεις σε καλά ή να πολεμήσεις εναντίον τους» σχολίασε η Χιονάτη. Το τούλινο πέπλο την έτρωγε στο κεφάλι, αλλά δεν την πείραζε. Θ’ άντεχε αυτή τη μικρή ενόχληση όση ώρα έπαιζαν. «Τα τέρατα είναι φίλοι μου. Αν όμως έρθει κάποιος κακός πρίγκιπας, θα του κόψω το κεφάλι. Κι έπειτα θα τον μεταμορφώσω σε καλό βάτραχο». Η Χιονάτη χαμογέλασε. Σ’ αυτή την οικογένεια φαίνεται πως είχαν αναποδογυρίσει τα παραμύθια πολλές φορές. Η Σάαρα άρχισε να χορεύει τρελά μέσα στο ροζ φουστάνι της. Μια μικρή Ρούουσουνεν. Στο μυαλό της ήρθε πάλι το σημείωμα και προσπάθησε να το διώξει. Αλλά δεν έφευγε. Τα λόγια του έμπαιναν πάλι βίαια στο κεφάλι της, χτυπούσαν όπως τα κύματα την ακτή το ένα μετά το άλλο. Όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο αφρισμένα. Ρούουσουνεν. Ρόοσανεν.


Αναγκάστηκε να καθίσει στο πάτωμα, γιατί τα πόδια της έτρεμαν. Δεν ήταν πια όνειρο ούτε φαντασία. Ήταν πραγματικότητα, πεντακάθαρη ανάμνηση. Ρόοσανεν. Ρόοσα. Την αδελφή της την έλεγαν Ρόοσα.


11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΔΕΥΤΕΡΑ


9

Η Χιονάτη κόλλησε πάνω στον πέτρινο τοίχο του πύργου σιωπηλή και εντελώς ακίνητη. Στην αρχή έγινε σκιά και μετά μέρος του πέτρινου τοίχου, με τον οποίο έγινε ένα. Έπειτα κοκάλωσε. Τα πόδια και τα χέρια της κοκάλωσαν. Η καρδιά της έγινε πέτρα. Η αναπνοή της δεν ακουγόταν. Δεν υπήρχε. Ήξερε ότι σαν άνοιγε η πόρτα θα είχε στη διάθεσή της μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Έπρεπε να χτυπήσει αμέσως. Έσφιξε στο χέρι την ασημένια χτένα και χάιδεψε τα αιχμηρά της δόντια. Αν πίεζε πάνω τους τα δάχτυλά της, θα τρυπούσαν το δέρμα και θα πετάγονταν μεγάλες σταγόνες αίμα. Τα όμορφα σκαλίσματα της χτένας τής έδιναν μια αίσθηση ασφάλειας και παρηγοριάς. Σχημάτιζαν τριαντάφυλλα μπλεγμένα μεταξύ τους. H Ρούουσουνεν. Που τρύπησε με το αδράχτι το δάχτυλό της και κοιμήθηκε για εκατό χρόνια. Η Ρόοσα, που είχε κοιμηθεί για


πάντα. Η αδελφή της Χιονάτης. Όχι, δεν ήταν τώρα ώρα για τέτοιες σκέψεις. Έπρεπε να επικεντρώσει την προσοχή της στην πόρτα. Πότε θα άνοιγε; Όλες οι αισθήσεις και οι σκέψεις της έπρεπε να επικεντρωθούν εκεί. Η Χιονάτη άκουσε να πλησιάζουν βήματα. Από τον ρυθμό τους κατάλαβε ότι ερχόταν αυτός που περίμενε. Το μίσος που ένιωθε γι’ αυτόν την τύφλωνε. Αυτός που την είχε φυλακίσει, που την είχε πνίξει, που είχε σκοτώσει τον μόνο άνθρωπο που θα μπορούσε ίσως να αγαπήσει. Τον μισούσε τόσο πολύ, που ήταν έτοιμη να τον σκοτώσει. Τα βήματα έφτασαν στην πόρτα. Το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά βασανιστικά αργά. Έσφιξε στο χέρι της τη χτένα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο πρίγκιπας. Εκείνη δε φαινόταν πίσω από το πορτόφυλλο. Ο πρίγκιπας κοίταξε ολόγυρά του το άδειο δωμάτιο και αναρωτήθηκε πού να είναι. Η Χιονάτη έκλεισε την πόρτα με μια κλοτσιά και όρμησε πάνω του. Με ένα δυνατό χτύπημα του έχωσε στον λαιμό τα αιχμηρά δόντια της χτένας. Ο πρίγκιπας έπεσε κάτω κρατώντας τον λαιμό του.


Αίμα. Κόκκινο και ζεστό. Υγρό ζωής που ανάβλυζε από τον λαιμό του πρίγκιπα με κάθε χτύπο της καρδιάς του. Κάθε σταγόνα τον έφερνε όλο και πιο κοντά στον θάνατο. «Βοήθησέ με» την παρακάλεσε καθώς πέθαινε. «Ποτέ». Η Χιονάτη στεκόταν δίπλα στον πρίγκιπα και κοίταζε τη ζωή που χανόταν από το κορμί του. Δε βιαζόταν. Απολάμβανε τη στιγμή. Πέθανε, βασανιστή μου. Ήθελες να με κάνεις να κοιμηθώ αιώνια και να με κλείσεις πάλι στο γυάλινο φέρετρο. Ήθελες μόνο να με κοιτάζεις, όμορφη και σιωπηλή, ένα διακοσμητικό αντικείμενο. Όχι σαν ζωντανό άνθρωπο με σκέψεις, αισθήματα και επιθυμίες, που δυσκολεύεσαι να τον χειριστείς. Ένα ανεξάρτητο πλάσμα που δεν υπακούει στις επιθυμίες σου. «Καλό, καλό. Πολύ καλό. Έτσι ακριβώς, Χιονάτη». Η Τίνκα ανέβηκε ενθουσιασμένη στη σκηνή κι έπιασε τη Χιονάτη από το μπράτσο. Εκείνη τρόμαξε. Πρόσεξε πως ανάσαινε έντονα. Τα χέρια της έτρεμαν κι έμεινε σχεδόν έκπληκτη που δεν ήταν ματωμένα. Είχε νιώσει πάνω τους το


ζεστό κολλώδες αίμα. Κολλώδες όπως η μαρμελάδα φράουλα. Είχε βρεθεί πάλι κάπου αλλού, είχε μπει τόσο βαθιά στον ρόλο της, που νόμιζε ότι όλα συνέβαιναν στην ίδια. «Και δε μου λέτε, είναι ρεαλιστικό να κάθεται και να με κοιτάζει που πεθαίνω; Δεν έπρεπε να φύγει τρέχοντας;» ρώτησε ο Άλεξι τρίβοντας τον λαιμό του. «Αυτή είναι η σπουδαιότερη σκηνή. Η εκδίκηση της Χιονάτης. Φυσικά και πρέπει να σταματήσει εκεί για λίγο. Αυτό πρέπει να κάνουν και οι θεατές. Άλλωστε, δεν κάνουμε κάποιο ρεαλιστικό δράμα». Η φωνή της Τίνκα έγινε πάλι έντονη, όπως και άλλες φορές όταν μιλούσε στον Άλεξι. «Οκέι, οκέι, εσύ είσαι ο σκηνοθέτης. Η δική σου άποψη επικρατεί» απάντησε εκείνος. Έπειτα έσκυψε προς τη Χιονάτη. «Μήπως λίγο πιο απαλά την άλλη φορά με τη χτένα; Με γρατσούνισες».


Της έδειξε τις κόκκινες γραμμές στον λαιμό του. «Εντάξει. Σόρι». Η Χιονάτη απόρησε λίγο που ο λαιμός του Άλεξι δεν έτρεχε αληθινό αίμα. Δε θυμόταν καθόλου αν σταμάτησε την κίνησή της τη σωστή στιγμή. «Ας τελειώσουμε γι’ απόψε» είπε η Τίνκα χτυπώντας τα χέρια της. Όλοι άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους. Ο Σάμψα πλησίασε τη Χιονάτη και την αγκάλιασε. «Απόψε θα ’ρθω στο σπίτι σου να παίξουμε τη Χιονάτη και τον κυνηγό» της ψιθύρισε στο αυτί. «Μα ο κυνηγός πέθανε» είπε εκείνη χαμογελώντας. «Πολύ νεκροφιλικό δεν είναι;» «Θα μπορούσα και ν’ αναστηθώ, αν με παρακαλούσες». Η Τίνκα κοίταζε τα σαλιαρίσματά τους και τα μάτια της μισόκλεισαν.


«Και δε θα φύγουμε αν δεν κλείσουμε δωμάτιο γι’ αυτούς τους δύο». Ο Άλεξι γέλασε. Η Χιονάτη δεν κατάλαβε τι εννοούσε η Τίνκα από τον τόνο της φωνής της. Ίσως ήταν ζήλια, μπορεί όμως να ήταν και κάτι άλλο; Κάτι πιο σκοτεινό; Πιο αιχμηρό; Στον διάδρομο τους περίμενε ένα παράξενο θέαμα. Το δάπεδο ήταν σπαρμένο με κόκκινα ροδοπέταλα. «Ποιος έκανε αυτή την πλάκα;» ρώτησε η Τίνκα. Όλοι κοιτάχτηκαν κι ανασήκωσαν τους ώμους. «Δεν πρέπει να ’ναι κανένας άλλος εδώ εκτός από μας» παρατήρησε ο Σάμψα. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξε δυνατά η Τίνκα. Κανείς, κανείς, κανείς, αντήχησε η φωνή στους άδειους διαδρόμους. Κανένας δεν απάντησε. «Παράξενο» είπε ο Άλεξι.


Η Χιονάτη κοίταξε τα ροδοπέταλα κι ένιωσε τη μεθυστική και αηδιαστική μυρωδιά τους. Ήξερε πως τα ροδοπέταλα ήταν γι’ αυτήν. Ο διώκτης της ήθελε να της θυμίσει τη Ρούουσουνεν. Δεν ήξερε ότι η Χιονάτη είχε ήδη θυμηθεί το όνομα. Αυτό την ικανοποίησε λίγο. Ήξερε ότι σε κάποιο σημείο ήταν πιο μπροστά απ’ ό,τι νόμιζε εκείνος.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κλειδί που ταίριαζε σ’ ένα μικρό κασελάκι. Δυο κοριτσάκια έπαιζαν συχνά με το κασελάκι. Έκρυβαν εκεί τους θησαυρούς τους, κοσμήματα και πετράδια και φτερά και ωραία κουκουνάρια και όμορφα φθινοπωρινά φύλλα και καπάκια μπουκαλιών και βόλους και τα δικά τους μυστικά. Ήταν πριγκίπισσες και όταν μεγάλωναν θα ταξίδευαν με τα πλούτη αυτά σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Έπειτα ήρθε η στιγμή που το κασελάκι άδειασε. Όλοι οι θησαυροί των κοριτσιών χάθηκαν. Το κασελάκι γέμισε με άλλους θησαυρούς και άλλα μυστικά. Αυτά όμως δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει κανείς για να ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο.


Κι εκτός αυτού, το ένα από τα δύο κορίτσια δε θα πήγαινε πια πουθενά. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κλειδί που περίμενε πολύ. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κλειδί που ήθελε ν’ ανοίξει ακόμα μια φορά το κασελάκι και ν’ αποκαλύψει τα μυστικά. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κλειδί που το πήραν από την παλιά του κρυψώνα και το άφησαν να περιμένει σε μια άλλη, σε μια κρύα τρύπα.


12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΤΡΙΤΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ


10

Η Χιονάτη ξύπνησε από τη ζέστη και το άγχος. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του κινητού. Ήταν 3.20. Ώρα που έπρεπε να κοιμάται βαθιά ευχαριστημένη. Το χέρι του Σάμψα την είχε αγκαλιάσει. Το κορμί του ήταν ζεστό. Συνήθως αυτό της άρεσε, όμως τώρα ζεσταινόταν πολύ. Γλίστρησε κάτω από το χέρι του και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ο Σάμψα τινάχτηκε λίγο στον ύπνο του, αλλά μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε να κοιμάται ήρεμα. Ένας άνθρωπος που κοιμάται ευτυχισμένος και ασφαλής. Κοίταξε τα ανασηκωμένα μαλλιά στο πίσω μέρος του κρανίου του και αφέθηκε να την πλημμυρίσει η τρυφερότητα που ένιωθε γι’ αυτόν. Ο γλυκύτατος Σάμψα. Κοιμόταν σαν αθώο παιδί. Παράξενα αθώος ήταν και στον ξύπνιο του. Άφοβος, γιατί δεν είχε αισθανθεί ποτέ φόβο. Με αυτοπεποίθηση, γιατί δεν είχε


αμφισβητήσει ποτέ κανείς την αξία του ούτε τον είχε κοροϊδέψει. Η Χιονάτη έκλεισε την πόρτα πίσω της καθώς πήγαινε στην κουζίνα. Άναψε το φως και αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να φτιάξει καφέ. Σ’ αυτή την περίπτωση βέβαια δε θα κοιμόταν πια, αλλά ακριβώς τώρα επιθυμούσε τη δυνατή μυρωδιά και τη γνωστή γεύση του καφέ. Η πρώτη δυνατή γουλιά θα τη χαλάρωνε και θα την αναζωογονούσε συγχρόνως. Θα της αφύπνιζε τις αισθήσεις. Ήταν έτοιμη να πιάσει την εσπρεσιέρα, όταν παρατήρησε ότι η οθόνη του κινητού άναψε. Μήνυμα. Ποιος στο καλό έστελνε μηνύματα τέτοια ώρα; Χιονάτη μου. Είσαι ξύπνια. Βλέπω φως στο παράθυρό σου. Μη σου περάσει από το μυαλό να ξυπνήσεις τον φίλο σου. Το θέμα είναι δικό μας, όπως όλα τα σοβαρά θέματα.

Το στόμα της Χιονάτης στέγνωσε. Κατάπινε με δυσκολία. Ανάσαινε με δυσκολία. Το μήνυμα είχε σταλεί με απόκρυψη και


δε φαινόταν ο αριθμός. Ο διώκτης της δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Να χαθεί. Να κρυφτεί. Να σβήσει τα φώτα. Αυτή ήταν η πρώτη της αντίδραση, αλλά κατάλαβε ότι ήταν μάταιη και άχρηστη. Την είχε ήδη δει. Δεν μπορούσε να κρυφτεί. Έτσι πλησίασε με όσο πιο σταθερά βήματα μπορούσε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Πρόσταξε τα χέρια της να μην τρέμουν και τα ακούμπησε στο τζάμι για να μπορέσει να δει στον έξω κόσμο. Στο πάρκο δεν ήταν κανένας. Οι σκιές των δέντρων δεν κινούνταν. Ωστόσο υπήρχαν τόσο πολλά σκοτεινά σημεία, όπου ο διώκτης της μπορούσε να κρυφτεί. Ή μπορεί να βρισκόταν και στο απέναντι σπίτι. Οπουδήποτε. Την έβλεπε, εκείνη όμως όχι. Δεύτερο μήνυμα. Έλα έξω. Θέλω να σου δείξω κάτι.


Ποτέ. Η Χιονάτη ήταν έτοιμη να πετάξει το κινητό στον τοίχο. Τι νόμιζε, ότι δεν είχε καθόλου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης; Ότι θα ’βγαινε μέσα στη νύχτα μόνη εξαιτίας των μηνυμάτων που της έστελνε κάποιος παρανοϊκός; Ήξερε πως ενεργούσε πολλές φορές απερίσκεπτα, αλλά τόσο τρελή δεν ήταν. Κάθισε στο τραπέζι κι έπιασε το κινητό. Σκόπευε να το κλείσει. Ο διώκτης μπορούσε να συνεχίσει να στέλνει τα μηνύματά του όλη την υπόλοιπη νύχτα, εκείνη όμως δε θα διάβαζε πια ούτε ένα. Εκείνη τη στιγμή ήρθε το τρίτο μήνυμα. Βλέπω πως δε σκοπεύεις να έρθεις. Κρίμα. Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να κάνω απόψε κάτι άλλο. Έχω τη διεύθυνση της Άννας-Σοφίας. Θα περάσω να της πω ένα γεια. Θέλεις να της στείλεις χαιρετίσματα; Αν ναι, στείλ’ τα τώρα. Το πρωί δε θα μπορεί να τα ακούσει πια. Ούτε και τίποτα άλλο.


Η Χιονάτη σηκώθηκε γρήγορα και η καρέκλα έπεσε κάτω με κρότο. Αυτός που έστελνε τα μηνύματα πρέπει να μπλόφαρε. Η απειλή ήταν ψεύτικη. Δε θα πήγαινε να σκοτώσει την ΆνναΣοφία. Δεν ήταν δυνατόν. Απλά προσπαθούσε να την ξεγελάσει. Αν όμως το εννοούσε;… Μήπως άλλαξες γνώμη; Έχεις δύο εναλλακτικές, Χιονάτη μου. Ή θα βγεις έξω ή η Άννα-Σοφία θα πεθάνει πριν ξημερώσει. Ίσως και να εύχεσαι τον θάνατό της. Αν

είναι έτσι, θα το κάνω με χαρά. Ό,τι θέλεις εσύ, αγάπη μου.

Η Χιονάτη συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να πάρει το ρίσκο. Δεν ήξερε με ποιον είχε να κάνει, ήξερε όμως ένα πράγμα, ότι ο διώκτης γνώριζε απίστευτα πολλά πράγματα για την ίδια. Και μπορεί να ήταν όντως έτοιμος για οτιδήποτε.


Ντύθηκε. Πανωφόρι. Αρβύλες. Ακόμα μια προσεκτική ματιά ώστε να βεβαιωθεί ότι ο Σάμψα κοιμόταν ήρεμα. Στο δωμάτιο ακουγόταν μόνο η σταθερή ανάσα του. Έγραψε στα γρήγορα ένα σημείωμα που έλεγε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί και είχε βγει να περπατήσει. Ευχόταν από τα βάθη της καρδιάς της να μην ξυπνήσει ο Σάμψα πριν επιστρέψει η ίδια. Αν επέστρεφε.

Όχι, δε θα άφηνε ούτε αυτή τη φορά να την καταλάβει ο φόβος του θανάτου, έστω κι αν προσπαθούσε να της επιτεθεί σαν τεράστιο κύμα. Έξω έριχνε παγωμένο ψιλόβροχο. Έπιασε με τόση δύναμη το χερούλι της εξώπορτας που την πόνεσε το χέρι της. Κοίταξε ολόγυρά της αλλά δε φαινόταν κανένας. Τι παιχνίδι ήταν αυτό; Βγήκε. Έκανε ό,τι της είπε. Πάλι μήνυμα.

Καλό κορίτσι. Αλλά η νύχτα είναι κρύα. Θα ήθελα να σε ζεστάνω. Ξέρω πως τρέχεις γρήγορα. Έχεις ακριβώς δεκαπέντε λεπτά για να φτάσεις στο ανάκτορο Νάσι. Αν δεν


είσαι στην ώρα σου, θα αλλάξω το σχέδιό μου και θα πάω να σκοτώσω την Άννα-Σοφία. Φύγε τώρα.

Η Χιονάτη είχε ήδη αρχίσει να τρέχει από τη στιγμή που διάβασε τις τελευταίες λέξεις. Το βρεγμένο μονοπάτι γλιστρούσε κάτω από τις αρβύλες της. Γιατί δεν έβαλε πάλι τα αθλητικά της; Έπρεπε να είχε μάθει πια ότι κάποια στιγμή θ’ αναγκαζόταν να τρέξει. Αυτή ήταν η ζωή της από τον περασμένο Φλεβάρη. Αναρωτήθηκε στα γρήγορα ποιος να ήταν ο πιο σύντομος δρόμος. Από τη Ναϊστενλαχντενκάτου στη Λάπιντιε κι έπειτα ευθεία ως την Τάμπελα. Τσαλαβουτούσε στην γκρίζα λάσπη. Κρύες σταγόνες βροχής διαπερνούσαν τον σκούφο και το πανωφόρι της και θόλωναν το οπτικό της πεδίο. Τα φώτα του δρόμου έριχναν το αδύναμο φως τους και όπου αυτό δεν έφτανε ήταν θεοσκότεινα. Καθώς η Χιονάτη έτρεχε κοιτάζοντας κατά διαστήματα το ρολόι της, αναρωτιόταν αν όλα αυτά είχαν κανένα νόημα. Γιατί


το έκανε; Γιατί την ένοιαζε ακόμα κι αν ο διώκτης της πραγματοποιούσε την απειλή του; Είχε πάνω από δύο χρόνια να δει την Άννα-Σοφία και δεν είχαν καμιά σχέση μεταξύ τους. Δεν έπρεπε να της καίγεται καρφί για το τι μπορεί να πάθαινε κάποια που παλιά την κακοποιούσε. Όταν μπήκε στην Γιουχλαταλοκάτου, κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, γιατί βαθιά μέσα της ήθελε να πεθάνει η Άννα-Σοφία. Το είχε φανταστεί πολλές φορές, είχε δει και όνειρα. Ακόμα και όταν απαλλάχτηκε από αυτήν και μετακόμισε στο Τάμπερε. Κάπου βαθιά μέσα της διψούσε για εκδίκηση. Εξαιτίας της Άννας-Σοφίας και της Βανέσας όλα αυτά τα χρόνια που είχαν περάσει παρακαλούσε να πεθάνει παρά να βασανίζεται έτσι. Είχε δικαίωμα να θέλει εκδίκηση. Αν είχε μείνει στο σπίτι να κοιμηθεί και η Άννα-Σοφία έχανε τη ζωή της, θα αισθανόταν υπεύθυνη. Θα αισθανόταν ενοχές, γιατί ένα κομμάτι του εαυτού της το ήθελε. Ακόμα πέντε λεπτά. Η Χιονάτη έβαλε τα δυνατά της να τρέξει πιο γρήγορα. Βρισκόταν στη γέφυρα που οδηγούσε από την


Τάμπελα στο Φίνλαϊσον. Γλιστρούσε. Η παγωμένη υγρασία τρυπούσε τα πνευμόνια. Θα έφτανε στην ώρα της. Έπρεπε να φτάσει. Το πάρκο αυτό δεν ήταν από τα αγαπημένα μέρη της. Ήταν ένα όμορφο πάρκο που κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα πάνω στον σχεδόν γυμνό βράχο. Τα καλοκαίρια ήταν καταπράσινο και υπέροχο, με καταπληκτική θέα στη λίμνη. Είχε διάφορα κακτοειδή και ξερολιθιές. Εκεί φύτρωνε και η μεγαλύτερη λεύκα της Φινλανδίας. Υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να είναι το αγαπημένο της πάρκο στο Τάμπερε. Εκεί όμως την είχε παρατήσει ο Λίεκι. Γι’ αυτό και η Χιονάτη δεν μπόρεσε ποτέ να συνδέσει το πάρκο με τίποτα άλλο εκτός από στενοχώρια. Τώρα ήταν θεοσκότεινο και επικρατούσε νεκρική ησυχία. Εφιαλτικό. Το ανάκτορο Νάσι υψωνόταν στο κέντρο του πάρκου, στο ψηλότερο σημείο, μόνο του, ανοιχτόχρωμο και μισοερειπωμένο. Τα πνευμόνια της πονούσαν καθώς αγωνιζόταν με τις τελευταίες της δυνάμεις ν’ ανεβεί.


Μιλαβίντα. Αυτό ήταν το αρχικό του όνομα, όμορφο όνομα. Η ιστορία του ήταν τραγική. Το είχε χτίσει ο Πέτερ φον Νότμπεκ, γιος του Βίλχελμ φον Νότμπεκ, διευθυντή της βαμβακοβιομηχανίας Φίνλαϊσον. Το αρχικό κτίσμα ήταν μια ξύλινη βίλα δίπλα στον βράχο. Ωστόσο η οικογένεια Νότμπεκ δεν πρόλαβε να κατοικήσει στην καινούρια Μιλαβίντα, που ολοκληρώθηκε το 1898, γιατί η γυναίκα του Πέτερ, Όλγα, πέθανε αφού γέννησε δίδυμα, κι εκείνος πέθανε μισό χρόνο αργότερα σ’ ένα παρισινό νοσοκομείο ύστερα από εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Το ανάκτορο πουλήθηκε το 1905 στον δήμο του Τάμπερε. Μέσα στο σκοτάδι της δεκεμβριάτικης

νύχτας

έμοιαζε

με

φάντασμα,

εντελώς

εξωπραγματικό. Ένα παλάτι φαντασμάτων. Ίσως να είχαν εγκατασταθεί εκεί οι Νότμπεκ μετά τον θάνατό τους. Η Χιονάτη κοίταξε την ώρα. Είχε προλάβει. Είχε την παρόρμηση να φωνάξει με όλη της τη δύναμη στον διώκτη να εμφανιστεί επιτέλους. Εκείνη τη στιγμή όμως ήρθε καινούριο μήνυμα.


Ένα λεπτό πιο γρήγορα. Είσαι γρηγορότερη απ’ ό,τι φανταζόμουν. Αξίζεις το βραβείο σου. Κοιτώντας από τη μεριά της λίμνης, αριστερά, στην άκρη του παλατιού, υπάρχει μια μικρή τρύπα. Εκεί υπάρχει κάτι για σένα. Παιχνιδάκια. Πρώτα τρέξιμο και μετά κρυφτούλι. Ο διώκτης πρέπει να το απολάμβανε αρρωστημένα. Η Χιονάτη πήγε στο αριστερό άκρο του παλατιού κι άρχισε να ψηλαφεί με τα δάχτυλα την κρύα πέτρα. Τίποτα. Καμία τρύπα. Είχε αρχίσει να κουράζεται με όλα αυτά. Κι εκεί που ήταν έτοιμη να τα παρατήσει και τα δάχτυλά της είχαν παγώσει, βρήκε την τρύπα σχεδόν πάνω στο έδαφος. Έβαλε μέσα το δάχτυλό της κι έπιασε κάτι μεταλλικό. Το τράβηξε έξω. Μέσα στην παλάμη της κρατούσε ένα μικρό μπρούτζινο κλειδί.

Συγχαρητήρια. Είναι το κλειδί για το μεγάλο μυστικό της ζωής σου. Σίγουρα όταν θυμηθείς αρκετά, θα θυμηθείς και πού ταιριάζει. Τώρα όμως είναι ώρα να πας στο σπίτι σου


και να δεις τον πρίγκιπά σου που κοιμάται ασφαλής. Δε νομίζω να θέλεις να του συμβεί κάτι κακό; Αν και δεν είναι αυτός που σ’ αγαπάει πραγματικά.

Η Χιονάτη δε φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε να τρέξει τόσο γρήγορα πίσω. Ωστόσο ο φόβος έβαλε στα πόδια της ακόμα δυνατότερα φτερά από πριν. Αν αυτός ο τρελός έκανε κάτι στον Σάμψα… Στο σπίτι ήταν όλα εντάξει. Ο Σάμψα κοιμόταν. Η Χιονάτη γδύθηκε, τσαλάκωσε το σημείωμα που του είχε αφήσει και το πέταξε στα σκουπίδια. Έπειτα ξάπλωσε με προσοχή δίπλα του. Εκείνος μέσα στον ύπνο του στράφηκε προς το μέρος της και την αγκάλιασε. Τα μαλλιά στο μέτωπό του ήταν υγρά. Να είχε άραγε δει κανέναν εφιάλτη και είχε ιδρώσει; Η Χιονάτη ένιωσε ξαφνικά τόσο κουρασμένη, που τα μάτια της έκλεισαν απότομα. Αποκοιμήθηκε και δεν είδε εφιάλτες ούτε όνειρα για το μυστικό κλειδί που την περίμενε στην τσέπη του πανωφοριού της. Για το κλειδί που κατέληγε σε μια καρδιά.


Οι άνθρωποι είναι τόσο ευκολόπιστοι. Αν είσαι αρκετά πειστικός, καταπίνουν κάθε σου λέξη θεωρώντας την αληθινή. Γι’ αυτό και τελικά μου ήταν πολύ εύκολο να πάρω στα χέρια μου το κλειδί. Οι άνθρωποι με εμπιστεύονται και μιλούν. Έτσι κι εκείνος μίλησε όταν δημιούργησα ατμόσφαιρα αρκετά χαλαρή και εμπιστευτική. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι το αλκοόλ κάνει τους ανθρώπους να ανοίγονται. Το κλειδί ήταν κρυμμένο εκεί που πίστευε ότι ήταν. «Δεν είναι αρρωστημένο που συνεχίζουν ακόμη να το κρύβουν στη βιβλιοθήκη, πίσω από το βιβλίο με τα παραμύθια;» Έτσι είπε, μεθυσμένος. Έγνεψα καταφατικά, αν και κατά τη γνώμη μου σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχουν και πιο νοσηρά πράγματα. Τι είμαι εγώ για να κρίνω τις αποφάσεις των άλλων; Όλοι μας θέλουμε να κρατήσουμε τα μυστικά μας με τον δικό μας τρόπο. Ήθελα να σου το δώσω για να θυμηθείς. Θα μπορούσα να σου πω ευθέως όλα όσα ξέρω, αλλά θα ήταν βαρετό. Προτιμώ να τα βρεις μόνη σου. Έτσι θα είναι πιο σημαντικά. Θα επιστρέψουν και οι δικές σου μνήμες.


Ίσως δεν είσαι ακόμη σε θέση να το σκεφτείς, αλλά εγώ σου προσφέρω δώρα. Σου τα δίνω ένα ένα. Τα μεγαλύτερα δώρα που σου έχουν δώσει ποτέ. Σου δωρίζω το παρελθόν σου. Σου δωρίζω το μυστικό σου. Σου δωρίζω αυτό που όντως είσαι. Σου δωρίζω τον εαυτό σου ολόκληρο. Επιτέλους. Κι έπειτα θα είσαι έτοιμη να δεχτείς και το τελευταίο δώρο, την αιώνια αγάπη μου, γιατί καταλαβαίνεις ότι είμαι ο μοναδικός που μπορεί να σ’ αγαπάει τόσο πολύ. Τότε θ’ αρχίσεις να μ’ αγαπάς κι εσύ. Είμαστε ίδιοι. Είμαστε ένα.


12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΤΡΙΤΗ


11

Το σκοτεινό νερό τραβούσε τη Χιονάτη όλο και πιο βαθιά. Δε θα ξανάβγαινε στην επιφάνεια ακόμα κι αν προσπαθούσε. Αλλά δεν ήθελε να προσπαθήσει. Κάτω από το νερό υπήρχε ένα δάσος. Διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο δάσος πάνω στη γη. Οι κορμοί και τα κλαδιά των δέντρων βρίσκονταν σε διαρκή κίνηση. Ήταν ευέλικτα. Ήταν μαλακά υδρόβια φυτά. Η Χιονάτη βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά. Ξαφνικά είδε κάτι να γυαλίζει στον βυθό. Ένα μικρό κασελάκι. Κάπου το θυμόταν. Έπειτα συνειδητοποίησε ότι το μπρούτζινο κλειδί άνοιγε την κλειδαριά του. Προσπάθησε να πλησιάσει το κασελάκι, αλλά ξαφνικά τα πόδια της κόλλησαν στον μαύρο βούρκο. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Το οξυγόνο τελείωνε.


Ήξερε πως σύντομα τα πνευμόνια της θα γέμιζαν νερό και θα πέθαινε.

«Φόβος». Η τονισμένη λέξη έκανε τη Χιονάτη να ξυπνήσει τρομαγμένη. Είχε αποκοιμηθεί. Χρειάστηκε να περάσει λίγη ώρα μέχρι να καταλάβει ότι βρισκόταν στο μάθημα της ψυχολογίας και ότι είχε ξυπνήσει από τη φωνή του καθηγητή Χένρικ Βίρτα. Τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας ήταν γι’ αυτήν

ένας

μακρινός

εφιάλτης,

υπήρχαν

όμως

δύο

συγκεκριμένες αποδείξεις. Η εξάντληση που αισθανόταν και το μικρό μπρούτζινο κλειδί στην τσέπη της. Τα δάχτυλά της αποζητούσαν συνεχώς να το αγγίξουν. Το κασελάκι. Θυμήθηκε το κασελάκι. Αλλά πού το είχε δει;… «Ο φόβος είναι ένα από τα πράγματα που καθοδηγούν περισσότερο τους ανθρώπους» συνέχισε ο Χένρικ.


«Σκέφτομαι πως είναι μάταιο να μιλάμε για το θάρρος. Δεν υπάρχει θάρρος. Μόνο φόβος υπάρχει». «Και πώς δικαιολογείται αυτό;» ρώτησε χωρίς χρονοτριβή η Τίνκα. «Λέγεται συχνά ότι το θάρρος είναι η νίκη επί του φόβου. Κατά τη γνώμη μου, ο φόβος μάς κάνει να ενεργούμε και να κάνουμε πράγματα που αλλιώς δε θα κατορθώναμε να κάνουμε. Έτσι ο φόβος εμφανίζεται σαν θάρρος». Η φωνή του Χένρικ ήταν βαθιά κι ευχάριστη. Ήταν πάντα ένας από τους αγαπημένους καθηγητές της Χιονάτης, ακριβώς επειδή ήξερε να μιλάει έτσι που να σε κάνει να σκέφτεσαι, χωρίς να σε προβοκάρει υπερβολικά. «Όμως ο φόβος δε σε κάνει να το βάζεις στα πόδια και το θάρρος να μένεις και να πολεμάς;» σχολίασε ο Άλεξι. «Μπορείς να το πεις κι έτσι. Από την άλλη, μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι ο φόβος μάς δείχνει τι είναι καλύτερο να κάνουμε κάθε φορά. Ο φόβος του θανάτου είναι ένας από τους ισχυρότερους φόβους. Μερικές φορές μπορεί να μας κάνει να


τρέξουμε για να ξεφύγουμε κι άλλες να μας ενθαρρύνει ν’ αγωνιστούμε» είπε ο Χένρικ. Η Χιονάτη ήταν ακόμη κουρασμένη. Ήθελε τόσο πολύ να βάλει τα χέρια στο θρανίο και το κεφάλι ανάμεσά τους και να κοιμηθεί, να κοιμηθεί, να κοιμηθεί. Ο Σάμψα, που καθόταν δίπλα της, της χάιδεψε το μπράτσο και της ψιθύρισε: «Μετά το μάθημα πήγαινε σπίτι να κοιμηθείς. Είσαι σαν πεθαμένη». «Ευχαριστώ» απάντησε εκείνη χαμογελώντας. Το πρωί ο Σάμψα είχε αναρωτηθεί γιατί φαινόταν τόσο κουρασμένη. Εκείνη του είχε απαντήσει πως δεν είχε κοιμηθεί καλά. Τι άλλο να του πει; Ο διώκτης ήταν ξεκάθαρος. Δεν έπρεπε να μιλήσει σε κανέναν για τα μηνύματά του. Ο Σάμψα τής είπε να μείνει σπίτι και να κοιμηθεί, αλλά η Χιονάτη είχε την αίσθηση πως δε θ’ άντεχε τη μοναξιά. Τώρα όμως ήθελε πολύ να ξεκουραστεί. Το χρειαζόταν. Όταν τελείωσε το μάθημα, ο Χένρικ τής ζήτησε να μείνει για λίγο στην αίθουσα. Ο Σάμψα βιαζόταν να πάει στο επόμενο


μάθημα, οπότε σήκωσε απλά το χέρι στο αυτί, σημάδι πως θα της τηλεφωνούσε. Του απάντησε μ’ ένα νεύμα. «Ήθελα απλά να βεβαιωθώ ότι την άνοιξη, στις απολυτήριες εξετάσεις, θα δώσεις και ψυχολογία» είπε ο Χένρικ. «Έτσι λέω» απάντησε εκείνη. «Δε θα σε ρωτούσα, αλλά είσαι η πιο χαρισματική μαθήτριά μου τα τελευταία χρόνια. Συνήθως δεν τα λέμε αυτά, αλλά ήθελα να το ξέρεις». Ο Χένρικ τη χτύπησε φιλικά στους ώμους. «Οκέι. Ευχαριστώ» είπε η Χιονάτη έκπληκτη. Ανακουφίστηκε όταν ο Χένρικ γύρισε το βλέμμα στα χαρτιά του, δείχνοντας ότι η συζήτηση είχε λήξει. Η Χιονάτη ένιωθε πως χρειαζόταν ύπνο απελπισμένα.


Το κουδούνι χτύπησε ακριβώς τη στιγμή που η Χιονάτη έβλεπε στον ύπνο της ότι φιλούσε τον Λίεκι. Ένιωθε στον ύπνο της το μπρούτζινο κλειδί να πηγαίνει από το στόμα της στο στόμα του. Σηκώθηκε μισοκοιμισμένη. Κοίταξε από το ματάκι της πόρτας. Ο Λίεκι. Βέβαια. Η Χιονάτη δεν έδειξε καν έκπληξη. Άνοιξε την πόρτα, παρότι είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι δε θα το έκανε ποτέ. Ωστόσο, αισθανόταν ακόμη το φιλί που είχαν ανταλλάξει στο όνειρό της. Στην αρχή ο Λίεκι δεν είπε τίποτα. Έβγαλε τα πορτοκαλί του γάντια και της χάιδεψε ελαφρά το μάγουλο με τα δροσερά του δάχτυλα. «Έπρεπε να ’ρθω» είπε μετά. «Έπειτα από την τελευταία μας συνάντηση είχα την αίσθηση πως κάτι φοβάσαι. Έπρεπε να ’ρθω να δω ότι είσαι καλά. Ξέρεις πως είμαι έτοιμος να σε προστατέψω απ’ οποιοδήποτε κακό».

Αυτές οι λέξεις τη χτύπησαν σαν πύρινα βέλη. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα της έσπασε.


Επειδή κάποιος την έβλεπε τόσο καθαρά. Επειδή αναγνώριζε τις σκέψεις που προσπαθούσε τόσο πολύ να κρατήσει μυστικές. Η Χιονάτη έβαλε το χέρι της στον λαιμό του και τον τράβηξε κοντά της. Τον κοίταξε στα μάτια όσο πιο βαθιά μπορούσε. Βούτηξε στο παγωμένο γαλάζιο τους. Αναπήδησε ως τον ουρανό. Χώθηκε στη φωτιά. Έπειτα τον φίλησε. Άφησε τα χείλη, το στόμα και τη γλώσσα της να του πουν τα πάντα για τη λαχτάρα, τη νοσταλγία, τον πόθο και το πάθος που της έσκιζαν τα σωθικά από τότε που χώρισαν. Με το που άρχισε να τον φιλάει, η Χιονάτη ήξερε. Εδώ ήταν το δάσος τους. Εδώ η λίμνη τους. Εδώ ο σκοτεινός κι ο έναστρος ουρανός τους. Όλα αυτά τους περιέβαλλαν συγχρόνως. Τίποτα δεν είχε χαθεί. Το φως που βρίσκει τον δρόμο του ανάμεσα από τα πυκνά κλαδιά των δέντρων. Το σούρουπο που σε ηρεμεί. Θροΐσματα, τριξίματα, το τραγούδι των πουλιών, το βουητό του ανέμου, ο παφλασμός των κυμάτων που πάνε κι έρχονται ανάλαφρα, τα δροσερά ρεύματα και τα πιο ζεστά σημεία, μια αίσθηση έλλειψης βαρύτητας, μια ζάλη, το άπειρο, ο χρόνος και η


αιωνιότητα, ο αέρας που μπαίνει στα πνευμόνια ελεύθερος, ο παλμός του σύμπαντος, ο δικός τους κοινός παλμός. Η Χιονάτη δε θυμόταν πότε τον τελευταίο καιρό είχε αισθανθεί τόσο άβολα όσο τώρα που έπρεπε να αποσπαστεί από το φιλί. Αλλά έπρεπε. Πώς είναι δυνατόν κάτι που φαίνεται τόσο σωστό να είναι συγχρόνως και τόσο λάθος; «Δεν μπορούμε να βλεπόμαστε. Τουλάχιστον για λίγο. Είμαι με τον Σάμψα» κατάφερε να του πει. Αναγκάστηκε να κάνει ένα βήμα πίσω. Η απόστασή της από τον Λίεκι της φαινόταν οδυνηρά μεγάλη. Έπρεπε να μπορούν να είναι κολλημένοι ο ένας στον άλλον. Αλλά δεν μπορούσαν. «Τον αγαπάς;» τη ρώτησε ο Λίεκι. Τη ρώτησε τόσο σοβαρά, που άξιζε μια τίμια απάντηση. «Δεν είμαι πια σίγουρη αν ξέρω τι σημαίνει αγάπη» του απάντησε.


«Και τότε γιατί είσαι μαζί του; Γιατί με διώχνεις; Επειδή αυτός είναι πραγματικό αγόρι;» Μέσα της αισθάνθηκε κουρασμένη. «Όχι βέβαια. Μην το κάνεις αυτό». «Αν δε σου φτάνω, πες το στα ίσια. Αν είμαι πολύ εφήμερος για σένα, πολύ ελλιπής». Η Χιονάτη αναγνώρισε στη φωνή του Λίεκι την προσβολή και τη θλίψη, αυτή όμως δεν είχε καμιά διάθεση να τον παρηγορήσει. Όχι τώρα. «Δεν πάει έτσι» απάντησε απλά. Πώς θα μπορούσε να του εξηγήσει ότι μαζί του όλα της φαίνονταν τέλεια; Σαν να μην έλειπε τίποτα. Εκείνη όμως ήταν με τον Σάμψα, τον ευγενικό και γλυκό και καλό και αξιόπιστο Σάμψα. Με τον Σάμψα, που δε θα της ράγιζε ποτέ την καρδιά. Η Χιονάτη ήξερε ότι αν έμπαινε έστω κι ένα βήμα πιο βαθιά στο δάσος, αν κολυμπούσε δυο απλωτές πιο μέσα στη λίμνη, αν άφηνε τον έναστρο ουρανό να κατεβεί και να την πλημμυρίσει,


δε θα μπορούσε να ξεφύγει ποτέ. Δε θα ήθελε ποτέ να φύγει. Και πίστευε ότι δε θ’ άντεχε να της τα πάρουν ξανά όλα αυτά. Ο Λίεκι το ’χε κάνει ήδη μια φορά. Είχε φύγει και είχε πάρει μαζί του το δάσος και τη λίμνη και τ’ αστέρια. Δεν μπορούσε να τον εμπιστευτεί πως δε θα το ’κανε ξανά. Δεν μπορούσε να επιτρέψει να την πληγώσουν πάλι. «Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό» είπε ο Λίεκι. «Άντεξα να τα περάσω όλα για χάρη σου. Για να βρεθούμε ξανά μαζί. Και τώρα μου γυρίζεις την πλάτη». Εσύ μου γύρισες την πλάτη, σκέφτηκε η Χιονάτη. Αυτό όμως δεν είναι εκδίκηση. Δεν το κάνω σ’ εσένα. Το κάνω για μένα. Εμένα τιμωρώ περισσότερο. Αρνιέμαι την ευτυχία γιατί με φοβίζει. Απλά δεν μπορώ να ορμήσω και να πέσω πάλι. Θα πεθάνω. Θα τρελαθώ. Ωστόσο, είπε μόνο: «Για σένα τα πέρασες όλα και άντεξες. Έτσι πρέπει να είναι. Κανένας άλλος εκτός από σένα τον ίδιο δεν μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο και ολοκληρωμένο».


Τον είδε να βουρκώνει και να καταφέρνει με κόπο να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Αυτό την πόνεσε περισσότερο παρά αν έβαζε τα κλάματα. Έπρεπε να προσπαθήσει για να μην του κάνει μια μεγάλη μεγάλη αγκαλιά. «Είσαι πολύ ψυχρό πλάσμα, Χιονάτη. Νόμιζα πως σε ήξερα». Η Χιονάτη δεν απάντησε. Δεν είχε λόγια. Αν ο Λίεκι τη μισούσε ή ένιωθε πίκρα, θα τη διευκόλυνε. Θα την προσπερνούσε πιο εύκολα. Όταν έκλεισε πίσω του η πόρτα, τα πόδια της την πρόδωσαν. Σωριάστηκε στο δάπεδο κι ένιωσε να της ορμούν μαύρες σκιές. Έμπαιναν μέσα της από τα αυτιά και τα ρουθούνια, γλιστρούσαν από τον λαιμό στους πνεύμονες και το στομάχι και την κατέκλυζαν. Δυσκολευόταν ν’ ανασάνει. Της φαινόταν πως ο αέρας τελείωνε. Τελικά, κατάφερε να σηκωθεί και να πάει στην κουζίνα. Χρειαζόταν έναν δυνατό καφέ. Σκέτο, κατάμαυρο, σαν τη μαυρίλα που είχε φωλιάσει μέσα της. Καθώς ετοίμαζε τον καφέ στην καφετιέρα, άκουσε κάτι να πέφτει από τη γραμματοθυρίδα. Ο γνωστός φόβος έχωσε τα νύχια του στο σβέρκο της.


Διαφημιστικά σίγουρα, σκέφτηκε. Στο δάπεδο της εισόδου όμως υπήρχε ένα άσπρο φύλλο Α4 διπλωμένο στη μέση. Η Χιονάτη άνοιξε αστραπιαία την πόρτα και όρμησε στον διάδρομο. Κανένας. Ούτε καν βήματα στις σκάλες. Το ασανσέρ σταματημένο. Δίστασε λίγο, αλλά τελικά ξαναμπήκε στο σπίτι. Δε θα ’τρεχε πίσω από τη Σκιά. Αν έπεφτε στα χέρια της, ίσως συνέβαινε το χειρότερο. Δεν ήθελε ν’ ανοίξει το σημείωμα, αλλά δεν μπορούσε και να μην το κάνει. Έλεγε μόνο:

Σ’ αγαπάω περισσότερο από κάθε άλλον. Πάντα.

Το άγγιγμά σου με κάνει να αισθάνομαι ζωντανός. Τότε έχει νόημα η ζωή.


Σε ονειρευόμουν καιρό. Έχω διαβάσει όσα έγραψε ο Τύπος για σένα. Όσα γράφτηκαν το περασμένο καλοκαίρι, όταν έσωσες τους ανθρώπους από το σπίτι που καιγόταν. Διαβάζοντάς τα σκέφτηκα πως είσαι ηρωίδα, αλλά οι δημοσιογράφοι δε σε ξέρουν. Γράφουν σαν να είσαι πολυμήχανη και γενναία. Δεν είδαν το άγριο βλέμμα σου. Ξέρω πως είσαι σαν εμένα. Ένα κομμάτι σου θα ήθελε να παρακολουθήσει τη φωτιά να καίει το κτίριο και τους ανθρώπους. Έχεις μέσα σου το στοιχείο της καταστροφής. Το κρύβεις όμως, γιατί δεν είναι αποδεκτό στην κοινωνία μας. Όμως εμείς, τα παιδιά της καταστροφής και της εξολόθρευσης, αναγνωριζόμαστε μεταξύ μας. Έχω ονειρευτεί όλα όσα θα ήθελα να σου κάνω αν μου παραδινόσουν ολοκληρωτικά. Με ποιους τρόπους να σ’ αγγίξω. Τρόπους που δεν μπορείς να φανταστείς. Ξέρω πως θα σε κάνω να χάσεις τελείως τον έλεγχό σου. Να με παρακαλάς να σταματήσω. Να με παρακαλάς να συνεχίσω. Όταν σ’ αγγίζω ξυπνά μέσα μου το θηρίο.


Θηρία όμως είμαστε και οι δύο, Χιονάτη μου. Αυτά που στα παραμύθια θέλουν να τα σκοτώσουν. Μα δεν πεθαίνουμε. Υπάρχουμε πάντα στις σκοτεινές γωνιές, πίσω από τα δέντρα, κάτω από τη γη, στα βαθιά νερά. Θα ’ρθει μια μέρα που θα είσαι εντελώς δική μου. Και θα ’ρθει πιο γρήγορα απ’ ό,τι φαντάζεσαι.


13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΤΕΤΑΡΤΗ


12

Η Χιονάτη χώθηκε πιο βαθιά κάτω από το πάπλωμα. Δεν ήθελε να βγει με τίποτα από τη ζεστή φωλιά της. Εκεί μπορούσε να βρίσκεται για λίγο μακριά από τον κακό κόσμο. Το χιονόνερο χτυπούσε το τζάμι και το κρύο προσπαθούσε να μπει στο σπίτι από τις χαραμάδες. Ένιωθε ασφαλής κάτω από το πάπλωμά της κι ας ήταν ψεύτικη ασφάλεια. I play dead, it stops the hurting. I play dead and hurting stops.


Το τραγούδι της Μπιορκ έπαιζε μέσα στο κεφάλι της παρότι στο διαμέρισμα επικρατούσε ησυχία. Η Χιονάτη φανταζόταν ένα μπράτσο ολόγυρά της, μια ζεστή ανάσα στο σβέρκο της, ένα κορμί να ακουμπάει στην πλάτη της. Το αισθανόταν. Αισθανόταν το χέρι που της χάιδευε τον ώμο. Αισθανόταν το δέρμα πάνω στο δέρμα της. Αισθανόταν τα χείλη που άγγιζαν τα δικά της, το φιλί που έκανε το στόμα της ν’ ανοίξει, που έκανε την ίδια ν’ ανοιχτεί. It’s sometimes just like sleeping, curling up inside my private tortures. I nestle into pain. Hug

suffering,

caress every ache.

Η Χιονάτη αισθανόταν τον Λίεκι. Τόσο έντονα, σαν να βρισκόταν πραγματικά δίπλα της. Στο τέλος κατάλαβε ότι έτσι ήταν όντως. Ο Λίεκι βρισκόταν μαζί της, παρότι ήταν χώρια.


Παρότι δε θα ξαναβλέπονταν ποτέ. Το δικό του χέρι ένιωθε να σφίγγει το δικό της όταν φοβόταν στο σκοτάδι. Η δική του θέρμη τη ζέσταινε όταν καθόταν μόνη στην πολυθρόνα και διάβαζε. Το δικό του χάδι την αποκοίμιζε όταν έπεφτε για ύπνο μόνη. Όχι του Σάμψα. Η Χιονάτη αισθανόταν τον Σάμψα όταν ήταν παρών. Όταν την αγκάλιαζε. Όταν τα χέρια του ήταν στη μέση της και τα χείλη του άγγιζαν τον λαιμό της. Τότε δεν αισθανόταν ούτε σκεφτόταν άλλον. Ήταν εκεί μόνο οι δυο τους. Όταν όμως ο Σάμψα έλειπε, έλειπε. Δεν τον αισθανόταν κοντά της όπως τον Λίεκι. Άραγε, ήταν λάθος; Μπορούσε να ζήσει έτσι; Όμως με τα αισθήματά της δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Δεν μπορούσε να τα αρνηθεί ούτε να τα σταματήσει. Δεν ήταν σε θέση να σβήσει τον Λίεκι μόνο με τη δύναμη της θέλησής της, αφού δεν μπόρεσε να το κάνει ούτε ένας χρόνος χωρισμού. Τα αισθήματά της ήταν πραγματικά.


Αλλά μπορούσε ν’ αποφασίσει για τις πράξεις της. Μπορούσε να κάνει τις επιλογές της. Είχε επιλέξει τον Σάμψα. Έτσι ήταν. Πέταξε από πάνω της το πάπλωμα κι ένιωσε αμέσως ένα έντονο ρίγος. Το σκληρό και κρύο δάπεδο την έκανε να επιστρέψει σιγά σιγά στην καθημερινότητα. Έπρεπε να βγει στον έξω κόσμο, να πάει στο σχολείο, να δει το λαμπερό και σκληρό φως των ηλεκτρικών λαμπτήρων που θα ’διωχνε τα όνειρα και θα ’σβηνε από πάνω της τη μνήμη της επαφής.

Λάμπουν τ’ αστέρια στον ουρανό, στέλνουν το μήνυμα για τον Χριστό, σ’ όλα τα μήκη, τα πλάτη της γης ανάβουν κεριά, μια φλόγα ζωής.


Στις σκάλες του σχολείου υπήρχαν αναμμένα κεριά. Όλα τα άλλα φώτα ήταν σβηστά. Έτσι όπως οι φλόγες τους τρεμόπαιζαν ζωηρά, όπως το φως τους χόρευε τρυφερά, σου έδινε για λίγο την εντύπωση πως το σχολείο ήταν ένα παραμυθένιο κάστρο του 1800. Η Χιονάτη δε θυμόταν ότι ήταν η γιορτή της Αγίας Λουτσία. Η παράδοση είχε αρχίσει να απλώνεται από τους σουηδόφωνους κύκλους και στους φινλανδόφωνους. Αυτή η μέρα τής προκαλούσε αντιφατικά συναισθήματα. Συνοδευόταν από μία αίσθηση ζεστασιάς και ασφάλειας που την ένιωθε σ’ όλη τη σπονδυλική στήλη, αλλά και με πολλές άσχημες αναμνήσεις. Κάποτε, λίγο πριν πάει στο σχολείο, ήθελε να υποδυθεί στο σπίτι την Αγία Λουτσία. Στο νηπιαγωγείο του Ριιχιμάκι δεν ακολουθούσαν αυτή την παράδοση. Η μητέρα της είχε χαρεί πολύ και είχε υποσχεθεί να ψήσει το πρωί το γλυκό που συνηθιζόταν εκείνη τη μέρα. Ωστόσο, ο πατέρας της είχε καρφώσει πάνω της τα μάτια του και το πρόσωπό του είχε πάρει ένα χρώμα γκρι, που έκανε όλες τις εκφράσεις του να χαθούν. «Στην οικογένειά μας δεν πρόκειται να γιορτάσουμε μια νεαρή γυναίκα που έβγαλε τα μάτια της για να κάνει τον άντρα που τα είχε ερωτευτεί να σταματήσει να την ενοχλεί. Που τη


δολοφόνησαν μ’ ένα στιλέτο στον λαιμό, αφού δεν κατάφεραν να την κάψουν στην πυρά». Η Χιονάτη θυμόταν ακόμη τα λόγια του πατέρα της. Θυμόταν πώς είχε χαθεί ο ενθουσιασμός της. Σαν να την είχαν υποχρεώσει να καταπιεί ολόκληρα παγάκια. Η μάνα της είχε γίνει έξαλλη. Πώς μιλούσε στο παιδί για τέτοια φρικιαστικά πράγματα; Για τη Χιονάτη όμως το χειρότερο δεν ήταν τα λόγια του πατέρα της. Το χειρότερο ήταν το διαπεραστικό του βλέμμα, λες και αυτή, ο ενθουσιασμός και η χαρά της δεν υπήρχαν. Έκτοτε δεν πρότεινε ποτέ ξανά να γιορτάσουν την Αγία Λουτσία. Και τώρα κοίταζε μια ομάδα μαθητριών του λυκείου να κατεβαίνουν τη σκάλα ντυμένες με άσπρα μακριά φορέματα, με στεφάνια από πράσινο γυαλιστερό χαρτί στο κεφάλι και μικρά κεριά στα χέρια. Μπροστά ήταν η Τίνκα. Τα κόκκινα μακριά μαλλιά της σχημάτιζαν αυτή τη φορά ένα αγγελικό σύννεφο από μπούκλες. Καθώς την προσπέρασαν, η Χιονάτη χαμογέλασε και μισόκλεισε τα μάτια.


Όταν η πομπή συνέχισε τον δρόμο της και το τραγούδι των κοριτσιών ακουγόταν πιο απόμακρο, συνειδητοποίησε πως έλεγε από μέσα της το ίδιο τραγούδι στα σουηδικά.

Stjärnor som leda oss, vägen att finna, bli dina klara bloss, fagra prästinna. Drömmar med vingesus, under oss sia,

tänd dina vita ljus, Sankta Lucia.

2

Τα φινλανδικά ήταν η μητρική γλώσσα της. Τα σουηδικά τα χρησιμοποιούσε λίγο, κυρίως με τον πατέρα της και τους συγγενείς του. Ωστόσο τα σουηδικά ήταν γι’ αυτήν η γλώσσα της

ποίησης

και

του

τραγουδιού

και

της

συναισθήματα που δεν μπορούσε να κατονομάσει.

ξυπνούσε


Drömmar med vingesus.

Vingesus. Πώς σε μια λέξη χωρούσε τόση ομορφιά; Φτερά. Το θρόισμα των φτερών. Ή βουητό, όπως το βουητό του ανέμου. Βοή, όπως η βοή του καταρράκτη ή της φωτιάς. Η Χιονάτη είχε στ’ αυτιά της μια καθαρή παιδική φωνή να τραγουδάει αυτή τη λέξη. Η φωνή ήταν γνωστή, αλλά δεν ήταν η δική της. Ξαφνικά είδε μπροστά της τη σκάλα ενός ξύλινου σπιτιού κι ένα μικρό κορίτσι να την κατεβαίνει τραγουδώντας στα σουηδικά το τραγούδι της Αγίας Λουτσία. Η Ρόοσα. Πρέπει να ήταν η χαμένη αδελφή της, η Ρόοσα. Θυμήθηκε πόσο όμορφη της είχε φανεί, κάπως υπερφυσική, και πώς είχε σκεφτεί ότι την επόμενη χρονιά ήθελε να είναι και αυτή μαζί της και να τραγουδάει. Γιατί δε θυμόταν τίποτα από την επόμενη χρονιά; Μήπως η επόμενη χρονιά δεν ήρθε; Στη μνήμη της η Ρόοσα τής χαμογελούσε γλυκά. Έτσι όπως μια μεγαλύτερη αδελφή μπορεί να χαμογελάσει. Ο πρίγκιπας έσφιξε τον κορσέ της ακόμα πιο σφιχτά.


Λίγο ακόμα και θα γίνεις πιο υπάκουη σύζυγος. Λίγο ακόμα και θα μάθεις να συμπεριφέρεσαι σεμνά και συγκρατημένα. Δεν είσαι πια το κορίτσι του δάσους, αλλά βασίλισσα. Πρέπει να περπατάς αργά και όμορφα. Να σιωπάς όταν μιλάω εγώ. Δεν επιτρέπεται να φωνάζεις και να γελάς, δεν είναι πρέπον. Έχεις όμορφα ρούχα και πολύτιμα κοσμήματα και χρυσά δωμάτια. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν είσαι ευτυχισμένη. Γιατί δε σου αρκούν αυτά; Τα λόγια του πρίγκιπα αντηχούσαν στ’ αυτιά της Χιονάτης. Ένιωθε πως δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει. Ο κορσές τής έσφιγγε τα πνευμόνια. Τα μάτια της θόλωσαν. «Λίγο πιο σφιχτά και ίσως πέσεις πάλι σε ύπνο αιώνιο. Θα σε ξαναβάλω στο γυάλινο φέρετρο. Ήσουν πιο όμορφη εκεί μέσα. Καλύτερη και πιο βολική. Ερωτεύτηκα την κόρη στο γυάλινο φέρετρο και όχι την απερίσκεπτη, εξωφρενική και αγενή κοπέλα, τόσο συνηθισμένη και πραγματική» της ψιθύρισε ο πρίγκιπας στο αυτί. Δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω. Το οξυγόνο τελειώνει.


Η Χιονάτη προσπάθησε να αναπνεύσει. Δεν τα κατάφερε. Πολύ απλά, δεν μπορούσε να γεμίσει τα πνευμόνια της με αέρα. Αισθανόταν να πνίγεται. Να λιποθυμά. Το σκοτάδι άπλωσε τα φτερά του μπροστά στα μάτια της. Έπεσε κάτω. Το κεφάλι της χτύπησε στο δάπεδο. Το βλέμμα της σάρωσε την επιφάνεια της σκηνής και ξαφνικά θυμήθηκε πού είχε δει το κασελάκι στο οποίο ταίριαζε το κλειδί. Στο δωμάτιο των γονιών της, κάτω από το κρεβάτι, σκεπασμένο με ένα ύφασμα. Το είχε δει πριν από πολλά χρόνια, μια φορά που είχε πάει να πάρει το θερμόμετρο και της είχε πέσει κάτω από το κρεβάτι. Είχε αναρωτηθεί τότε τι ήταν κρυμμένο κάτω από το πανί, το ανασήκωσε λίγο και είδε ένα ξύλινο κασελάκι. Για μια στιγμή νόμισε πως ήταν κρυμμένοι εκεί μέσα κάποιοι θησαυροί της παιδικής της ηλικίας· όμως τότε γύρισαν σπίτι οι γονείς της, και έτσι βγήκε με προσοχή από το δωμάτιο σαν να έκανε κάτι απαγορευμένο. Και ούτε ρώτησε ποτέ για το κασελάκι. Όχι βέβαια. Κατάλαβε πως ήταν κάποιο μυστικό που δεν είχε σχέση με την ίδια. Τώρα όμως είχε. Γιατί κρατούσε το κλειδί.


Αυτή ήταν η τελευταία της σκέψη πριν χάσει τις αισθήσεις της.

Σταγόνες νερού στο πρόσωπο. Σαν καλοκαιρινή βροχή. Η Χιονάτη άνοιξε τα μάτια και είδε το ανήσυχο βλέμμα του Σάμψα. «Μια χαρά είμαι» κατάφερε να πει. Ήταν ψέμα, αλλά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που καταλάβαινε ο Σάμψα. Βρισκόταν ξαπλωμένη πάνω σ’ ένα μαλακό στρωσίδι, σίγουρα κάποια κουβέρτα από την αποθήκη με τα σκηνικά. Της είχαν σηκώσει τα πόδια ψηλά. Εκτός από τον Σάμψα, δίπλα της ήταν ο Άλεξι και η Τίνκα, που κρατούσε ένα μπουκάλι νερό. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτή της είχε ρίξει τις σταγόνες στο πρόσωπο. «Σου ’πα να προσέχεις με τον κορσέ» φώναξε η Τίνκα στον Άλεξι.


«Δεν τον έσφιξα και τόσο» είπε εκείνος προσπαθώντας να δικαιολογηθεί. «Δε φταίει αυτό» ισχυρίστηκε η Χιονάτη και προσπάθησε να σηκωθεί. Άρχισε να ζαλίζεται, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Έπρεπε να τους πείσει όλους ότι ήταν καλά, αλλιώς δε θα την άφηναν να φύγει. «Μάλλον δεν έχω φάει καλά σήμερα. Κι έχω κοιμηθεί άσχημα». Ο Σάμψα και η Τίνκα κοιτάχτηκαν. Ο Άλεξι έδειξε ανακουφισμένος. Η Τίνκα ζάρωσε τα φρύδια και κοίταξε τη Χιονάτη εξεταστικά. Τέλος, είπε αργά: «Οκέι. Συμβαίνει καμιά φορά. Καλά που συνήλθες». Η Χιονάτη ευχόταν να μην παρατηρήσει κανείς πως τα πόδια της έτρεμαν. Ο Σάμψα τής χάιδεψε την πλάτη καθησυχαστικά. Ένιωσε την ανάγκη να ακουμπήσει πάνω του και να τον αφήσει να τη στηρίξει, αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. «Ας τελειώσουμε για σήμερα» είπε η Τίνκα.


«Καλή ιδέα» είπε η Χιονάτη. «Όμως αυτή η σκηνή έπρεπε να τελειώσει μ’ εμένα να σπάω τα κορδόνια του κορσέ και να εξαφανίζομαι στο δάσος. Δεν έγινε κι ακριβώς έτσι». Κατάφερε να κάνει τους άλλους να γελάσουν. Ωραία. «Μεθαύριο τότε. Γεια χαρά, παιδιά. Η παράστασή μας θα είναι καταπληκτική!» Η Τίνκα μετέδωσε την ενέργεια και τον ενθουσιασμό της και στους άλλους. Οι φωνές τους γέμισαν την αίθουσα. Ο Άλεξι χτύπησε ελαφρά τη Χιονάτη στον ώμο και μουρμούρισε: «Σόρι». «Δεν πειράζει» απάντησε εκείνη. «Και τώρα θα σε πάρω σπίτι και θα σε περιποιηθώ κατάλληλα» ψιθύρισε ο Σάμψα στο αυτί της. Εκείνη ξέφυγε προσεκτικά από το αγκάλιασμά του. «Ακούγεται υπέροχο, αλλά πρέπει να πάω στο Ριιχιμάκι».


Προσπάθησε να τον κοιτάξει στα μάτια, παρότι ήταν δύσκολο. «Απόψε ειδικά;» αναρωτήθηκε εκείνος. «Είναι παράδοση να περνάμε όλη η οικογένεια μαζί τη γιορτή της Αγίας Λουτσία». Δεύτερο ψέμα ήδη. Αλλά ίσως και όχι. Αν και ο πατέρας της είχε πει ότι στην οικογένειά του δε γιόρταζαν αυτή τη μέρα, τα τελευταία δύο χρόνια ένας ξάδελφός του στο Τούρκου κανόνιζε να συναντιούνται ακριβώς τότε. Η Χιονάτη ήξερε πως οι γονείς της έλειπαν και θα επέστρεφαν το πρωί. Θα είχε τη δυνατότητα να ψάξει με την ησυχία της για το κασελάκι. Ο Σάμψα έδειχνε απογοητευμένος. Της ήταν δύσκολο ν’ αντέξει το λυπημένο και ανήσυχο βλέμμα του. Αλλά έπρεπε. Έπρεπε να βρει απαντήσεις απόψε, αλλιώς θα τρελαινόταν. Τον φίλησε ελαφρά στα χείλη και προσπάθησε να μη σκέφτεται πως αυτό ήταν το φιλί του Ιούδα.

13


Αισθανόταν ότι είναι λάθος να βρίσκεται στο σπίτι χωρίς να το ξέρουν οι γονείς της. Τα βήματά της αντηχούσαν στους τοίχους παράξενα. «Το λάθος κορίτσι στο λάθος σπίτι» ψιθύριζε η ηχώ. Ένα κορίτσι-φάντασμα, που δεν έπρεπε να μπαινοβγαίνει μόνο του στα δωμάτια. Φυσικά και θα της έδιναν την άδεια οι γονείς της, αν τους είχε ρωτήσει, αλλά δεν ήθελε να το ξέρουν. Δεν ήθελε ν’ αρχίσουν τις ερωτήσεις κι αυτή να απαντάει πάλι με ψέματα. Δεν ήθελε να λέει ψέματα στους πιο κοντινούς της ανθρώπους. Ωστόσο, την είχε υποχρεώσει ο διώκτης με τις απειλές του. Η Χιονάτη έλπιζε ότι, μόλις ανακάλυπτε το μυστικό, η Σκιά θα την άφηνε στην ησυχία της. Μακάρι ο διώκτης της να γνώριζε κάτι που η ίδια αγνοούσε και να τον ένοιαζε κυρίως να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Συγκράτησε μια φωνή μέσα της που προσπαθούσε να της ψιθυρίσει ότι κάποιος που είχε τόσο αρρωστημένη περιέργεια για όλα μάλλον δε θα ικανοποιούνταν μόνο μ’ αυτό.


Στο υπνοδωμάτιο των γονιών της εισέπνευσε τη γνωστή μυρωδιά. Λεβάντα, καθαρά ασπρόρουχα, μια ιδέα χώμα από τα φυτά, η λοσιόν ξυρίσματος του πατέρα, οι παλιές δαντελένιες κουρτίνες της γιαγιάς. Η Χιονάτη σήκωσε μια γωνία από το κάλυμμα του κρεβατιού και κοίταξε από κάτω. Το πανί που θυμόταν βρισκόταν εκεί. Σύρθηκε κάτω από το κρεβάτι. Είχε σκόνη. Φαίνεται πως ο πατέρας της δε σκούπιζε πια τόσο σχολαστικά με την ηλεκτρική σκούπα όσο παλιά, όταν εκείνη έμενε ακόμη εκεί. Ανασήκωσε το πανί. Ξαφνικά η καρδιά της χτύπησε πολύ έντονα. Τα χέρια της ήταν κρύα και ιδρωμένα. Κάτω από το πανί βρισκόταν ένα συνηθισμένο χαρτοκιβώτιο. Όχι το κασελάκι. Ένα καφετί χαρτοκιβώτιο που περιείχε ερωτικά περιοδικά. Η Χιονάτη το έσπρωξε πίσω στη θέση του και το σκέπασε. Το κιβώτιο περιείχε μυστικά, αλλά όχι αυτά που έψαχνε. Η κρεβατοκάμαρα των γονιών της δεν την ενδιέφερε κι ευχόταν να μην είχε κάνει ούτε αυτή την αθώα ανακάλυψη. Σύρθηκε έξω βήχοντας και καθάρισε τη σκόνη από το τζιν της. Απογοήτευση. Κενό. Μήπως θυμόταν λάθος; Μήπως όλη αυτή την ιστορία με το κασελάκι την είχε απλά φανταστεί;


Μήπως σκεφτόταν τόσο πολύ το κλειδί που είχε στα χέρια της, ώστε είχε πιστέψει και η ίδια ότι υπήρξε όντως κάποιο κασελάκι με κλειδαριά; Όχι. Δεν ήταν δυνατόν. Δεν το δεχόταν. Πού λοιπόν, μέσα στο σπίτι των γονιών της, θα μπορούσε να κρύψει κανείς ένα κασελάκι που δεν ήθελε να βρεθεί κατά λάθος; Η Χιονάτη έψαξε στα ντουλάπια της κουζίνας, στις ντουλάπες, στο καθιστικό και στον διάδρομο, στο υπόγειο και στην αποθηκούλα της πίσω αυλής. Τίποτα. Ούτε ίχνος. Είχε νυχτώσει.

Η ελπίδα της

άρχισε να μετατρέπεται σε

απογοήτευση.

Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν καθισμένη στον καναπέ του σαλονιού. Έτριβε ελαφρά τα μηνίγγια της προσπαθώντας να διώξει έναν υφέρποντα πονοκέφαλο. Έβγαλε από την τσέπη της το κλειδί και το κράτησε στην παλάμη της.

Πες μου, κλειδί, πες μου. Δείξε μου πού είναι η κλειδαριά στην οποία ανήκεις. Οδήγησέ με εκεί.


Το κλειδί όμως ήταν απλά ένα άψυχο βάρος στο χέρι της. Δεν είχε απαντήσεις. Πολλές φορές αυτό που ψάχνεις είναι πολύ πιο κοντά απ’ όσο φαντάζεσαι. Η Χιονάτη μισούσε όλα αυτά τα αυτονόητα. Τώρα κάτι τέτοιο χτυπούσε μέσα στο μυαλό της ενοχλητικά μονότονα. Πόσο πιο κοντά; Μήπως από κάτω της; Πριν καν τελειώσει τη σκέψη της, είχε σηκώσει το μαξιλάρι του καναπέ που γινόταν κρεβάτι. Και είχε βρει το κασελάκι. Το κρεβάτι έβγαινε έξω αν το τραβούσες. Μέσα στον καναπέ, ανάμεσα στο κρεβάτι και το πάτωμα, υπήρχε ένα μικρό κενό όταν το έπιπλο χρησιμοποιούνταν ως καναπές. Εκεί μπορούσε κανείς να βάλει, για παράδειγμα, κουτιά με κλινοσκεπάσματα. Όμως η Χιονάτη ανακάλυψε εκεί το γνωστό κασελάκι. Το σήκωσε με ιδρωμένα χέρια. Δεν έμεινε να θαυμάσει τον εξωτερικό του διάκοσμο. Το περιεχόμενο την ενδιέφερε. Παραλίγο να της πέσει από τα χέρια το κλειδί. Γύριζε δύσκολα, μιας και δεν είχε χρησιμοποιηθεί για χρόνια. Προσπάθησε πολύ μέχρι να καταφέρει ν’ ανοίξει την κλειδαριά.


Δεν ήξερε τι περίμενε. Δεν μπορούσε να πει τι πίστευε ή τι ευχόταν να βρει. Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά στην παιδική της ηλικία, που δεν τη θυμόταν καθόλου. Φωτογραφίες ενός κοριτσιού με ξανθά μαλλιά και γκρίζα μάτια που της έμοιαζε, αλλά δεν ήταν αυτή. Που έμοιαζε στους γονείς της αλλά και όχι. Ρόοσα. Η αδελφή της, η Ρόοσα. Όταν η Χιονάτη είδε τις φωτογραφίες, θυμήθηκε ξαφνικά τη μυρωδιά της αδελφής της, πώς ανέπνεε όταν κοιμόταν και πώς την αγκάλιαζαν τα χέρια της, αλλά καμιά φορά την τσιμπούσαν κιόλας. Το τραγουδιστό της γέλιο. Το υστερικό της κλάμα. Το τραγούδι της που έμοιαζε με κελάηδημα αηδονιού. Οι φωτογραφίες των δύο κοριτσιών μαζί. Η μία μικρότερη, καστανή. Η Χιονάτη. Στέκονταν δίπλα δίπλα. Τσαλαβουτούσαν στη θάλασσα. Έτρεχαν. Χόρευαν στη βροχή. Σταμάτησε να τις κοιτάζει. Ξαφνικά όλες οι αισθήσεις της γέμισαν αναμνήσεις. Φράουλες το καλοκαίρι. Η Ρόοσα της έδινε τις πιο μεγάλες και πιο κόκκινες. Στη σοφίτα της γιαγιάς μύριζε πάντα φθινόπωρο, παρότι ήταν καλοκαίρι. Τα παλιά παπούτσια της


γιαγιάς ήταν πολύ μεγάλα. Έβαζαν και τα δυο τους πόδια σε ένα. Ήταν αδύνατον να περπατήσουν χωρίς να πέσουν. Τα μαλλιά της Ρόοσα μπερδεύονταν εύκολα. Της Χιονάτης όχι. Η Ρόοσα τα χτένιζε εκατό φορές κι άλλες εκατό ακόμα. Η βροχή χτυπούσε το παράθυρο κι αυτές έκαναν σπιτάκι κάτω από μια πορτοκαλί κουβέρτα. Όταν κάποιο παιδικό πρόγραμμα στην τηλεόραση είχε τρομακτικές σκηνές, η Ρόοσα έκλεινε τα μάτια της Χιονάτης με τα χέρια της για να μην το δει και της ψιθύριζε πως ήταν απλά ένα παραμύθι. Τα τριαντάφυλλα είχαν μεθυστική μυρωδιά, αλλά τα αγκάθια τους τσιμπούσαν. Οι μεγάλοι δεν καταλάβαιναν τα καλύτερα παιχνίδια. Μερικές φορές έπρεπε να βρέξουν όλο το πάτωμα του δωματίου τους. Γιατί ήταν θάλασσα. Τα μάγουλα της Ρόοσα ήταν αλμυρά όταν έκλαιγε. Η Χιονάτη έγλειφε το αλάτι από τα μάγουλα της αδελφής της. Ήταν γάτα. Κρατιόνταν από το χέρι κι έλεγαν πως δε θα χωρίσουν ποτέ. Έλεγαν πως θα μένουν στο ίδιο σπίτι και θα κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο. Η Ροδούλα και η Χιονούλα. Κι αν έβλεπαν κακά όνειρα, θα κοιμούνταν δίπλα δίπλα. Πλάτη με πλάτη. Μια ανάσα. Αν κοιμάσαι κολλητά με κάποιον, οι εφιάλτες δε χωρούν να περάσουν.


Η Χιονάτη δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ήταν δεκαοχτώ χρονών, καθισμένη στο δάπεδο του καθιστικού των γονιών της ανάμεσα σε φωτογραφίες. Ολόγυρά της βρίσκονταν ανακατεμένες πολλές δεκάδες φωτογραφίες που γέμιζαν το δάπεδο. Λες κι ένας καινούριος ουρανός είχε ανοίξει από πάνω της κι έβρεχε χρωματιστές τετράγωνες νιφάδες χιονιού. Δεν ήταν πια τριών χρονών. Δεν την κρατούσε πια από το χέρι η κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδελφή της, η Ρόοσα. Αισθανόταν σαν να την είχε αρπάξει ένα παλιρροϊκό κύμα, που είχε πάρει μαζί του και τη σκεπή, το δάπεδο και τους τοίχους του σπιτιού, και την είχε πετάξει στο κενό. Δεν υπήρχε πουθενά ασφαλές σημείο, σταθερή βάση. Όλα όσα είχε πιστέψει ήταν ψέμα, σκοτάδι μαύρο. Είχε ζήσει μέχρι τώρα πιστεύοντας πως ήταν μοναχοπαίδι, μόνη… Πώς μπόρεσαν να της αρπάξουν την αδελφή της; Πώς μπόρεσαν να της κρατήσουν μυστικό ότι υπήρξε ένα πλάσμα που λεγόταν Ρόοσα; Και πάνω απ’ όλα, γιατί; Τι είχε απογίνει η Ρόοσα;


Η Χιονάτη σηκώθηκε. Αναγκάστηκε να πιαστεί από τον καναπέ για να μην πέσει. Ζαλιζόταν. Της ερχόταν να κάνει εμετό. Να κλάψει. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Έψαξε το κινητό της πάνω στο τραπεζάκι. Έπρεπε να τηλεφωνήσει αμέσως στους γονείς της. Ανεξάρτητα από την ώρα. Δεν την ένοιαζε αν είχαν πέσει ήδη για ύπνο. Οι ψεύτες. Οι προδότες. Πώς μπορεί κανείς να κάνει κάτι τέτοιο σε κάποιον που αγαπά; Πώς; Πώς μπόρεσαν να της κρύψουν ένα τόσο σπουδαίο ζήτημα που είχε να κάνει με τη ζωή της; Έπρεπε να τους ρωτήσει. Τώρα. Έπρεπε να μάθει τι είχε απογίνει η Ρόοσα. Την ίδια στιγμή έλαβε στο κινητό της ένα ακόμα μήνυμα. Κατάλαβε από ποιον ήταν πριν καν το διαβάσει.

Σε βλέπω. Κάθεσαι με το τηλέφωνο στο χέρι. Αλλά δεν τηλεφωνείς, γιατί δε θέλεις το αίμα που θα βάψει τους τοίχους να έχει τον πρώτο ρόλο στην πρεμιέρα. Το αίμα που θα τρέχει στη σκηνή. Που θα γεμίσει την πλατεία. Δε θέλεις


ο ευγενικός αλλά ανόητος φίλος σου να πέσει στη σκηνή κοιτάζοντας το ταβάνι με μάτια άψυχα. Και ξέρεις ότι η ακύρωση της παράστασης δε θα βοηθήσει. Θα σας βρω όλους σας και θα παίξω το δικό μου έργο. Είσαι όμορφη τώρα. Ο άνθρωπος που βλέπει την αλήθεια είναι όμορφος.

Η Χιονάτη όρμησε κι έσβησε τα φώτα, παρότι ήξερε πως αυτό δε βοηθούσε. Στεκόταν ακίνητη στο σκοτεινό δωμάτιο, με τα μάτια καρφωμένα στην αυλή, προσπαθώντας να δει κάτι. Εκείνη την κοίταζε μόνο το σκοτάδι. Έπειτα άφησε κάτω το τηλέφωνο. Ήξερε πως δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει. Η γνώση είναι υπέροχη και σκληρή, αγαπημένη μου Χιονάτη. Με τη βοήθεια της γνώσης μπορείς να κάνεις οτιδήποτε. Η γνώση μάς κάνει να ενεργούμε και να πιστεύουμε και να εμπιστευόμαστε. Μας παρέχει πραγματική εξουσία.


Όταν γνωρίζεις τους σωστούς ανθρώπους, παίρνεις συνεχώς καινούριες γνώσεις και βρίσκεις ακριβώς αυτό που ζητάς. Ξέρω τόσο πολλά για σένα γιατί ήθελα να τα μάθω. Διψούσα να μάθω, όπως κάποιος που δεν έσβησε ποτέ τη δίψα του. Ήξερα να κάνω τις σωστές ερωτήσεις στους σωστούς ανθρώπους. Βρήκα τους τρόπους και τα μέσα για να αποκτήσω πρόσβαση σε πληροφορίες που έπρεπε να είναι μυστικές. Τίποτε δε μένει μυστικό σε όποιον διψάει για γνώση τόσο λαίμαργα όσο εγώ. Οι άνθρωποι είναι πάντα έτοιμοι να κάνουν την εξαίρεση όταν τους πείσεις πως αξίζει τον κόπο να μοιραστούν τη γνώση. Μερικές φορές μπορεί να χρειάζονται χρήματα, κι άλλες κάτι διαφορετικό. Τις περισσότερες φορές όμως δε χρειάζεται κάτι, γιατί οι άνθρωποι θέλουν να μοιραστούν τις γνώσεις τους, ακόμα και τις απόρρητες, ακόμα και τις κρυφές. Είναι στην ανθρώπινη φύση. Έχω συγκεντρώσει πληροφορίες για σένα με υπομονή, μία μία. Δε βιαζόμουν. Ήξερα πως έχω χρόνο και όταν ερχόταν η ώρα θα ήσουν έτοιμη να τις δεχτείς.


Η γνώση σε κάνει δυνατό. Η αλήθεια σε κάνει όμορφο. Θα σε κάνω δυνατή και όμορφη όσο καμιά άλλη.

14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΠΕΜΠΤΗ


14

«Περπάτα πάντα στο φως, Χιονάτη». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της γιαγιάς της, της μάνας της μάνας της. Ο καρκίνος στο πάγκρεας την είχε πάρει γρήγορα πριν από πέντε χρόνια. Η Χιονάτη είχε πάει να τη δει στο νοσοκομείο, κι έσκυψε κοντά της έτσι ώστε εκείνη να μπορέσει να της χαϊδέψει το πρόσωπο με το στεγνό ρυτιδιασμένο χέρι της. Αγαπούσε χωρίς όρους τη γιαγιά της, μια γυναίκα δυνατή και εύθραυστη συγχρόνως, που είχε χηρέψει νέα και είχε μεγαλώσει μόνη της τέσσερα παιδιά. Και η γιαγιά την αγαπούσε, δεν αμφέβαλλε ποτέ γι’ αυτό. Αντίθετα, οι γονείς του πατέρα της ήταν

πιο

απόμακροι.

Έμεναν

στην

Αχβενανμάα,

στο

αρχιπέλαγος, και η Χιονάτη δεν τους έβλεπε συχνά. Πώς η γιαγιά μπόρεσε να της κρύψει ότι είχε αδελφή; Η Χιονάτη αισθανόταν σαν να βρίσκεται σε μια εντελώς παράξενη


και τεχνητή πραγματικότητα, όπου όλοι οι άλλοι συνωμοτούσαν εναντίον της. Σαν να της έκαναν πλάκα με κρυφή κάμερα. Σαν να έπαιζε σε θεατρικό έργο. Σαν να βρισκόταν σε ριάλιτι σόου με σενάριο που μόνο εκείνη δε γνώριζε. «Να περπατάς πάντα στο φως». Τα λόγια της γιαγιάς τής ήρθαν στο μυαλό καθώς περπατούσε στη Χαμεενκάτου γυρνώντας από το σχολείο στο σπίτι. Ήταν η «εβδομάδα των φώτων» και τα φωτεινά σχήματα που προβάλλονταν έκαναν όλο τον δρόμο να κολυμπάει σε κίτρινες και χρυσαφιές λάμψεις. Λουλούδια και νιφάδες, φωτάκια γύρω από τους κορμούς των δέντρων, τα φώτα των καταστημάτων και οι βιτρίνες τους σ’ έκαναν να ξεχνάς ότι, αν γινόταν μια ξαφνική διακοπή ρεύματος στην πόλη, οι άνθρωποι θα αναγκάζονταν να περπατήσουν μέσα στο μαύρο σκοτάδι. Όταν το φως ήταν πολύ, περισσότερο κι απ’ ό,τι χρειαζόταν, δε θυμόταν κανείς ότι υπήρχε και σκοτάδι. Η Χιονάτη αναρωτήθηκε αν έτσι είχε σκεφτεί και η γιαγιά. Ότι αν έκανε τη ζωή της όσο πιο φωτεινή και χαρούμενη μπορούσε, θα εξαφανιζόταν η παλιά τραγωδία.


Ήταν σίγουρο: παλιά είχε συμβεί κάποια τραγωδία. Η Χιονάτη το καταλάβαινε τώρα, έχοντας δει τις φωτογραφίες. Μόνο μια μεγάλη τραγωδία θα μπορούσε να εξηγήσει κάπως αυτό το ακατανόητο γεγονός. Ότι είχε μια αδελφή και της το είχαν κρύψει. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί καθόλου. Έπειτα από το μήνυμα του διώκτη είχε κλείσει τα φώτα, είχε τραβήξει τις κουρτίνες, είχε πάρει από την κουζίνα το πιο κοφτερό μαχαίρι και είχε καθίσει στον καναπέ με τα μάτια καρφωμένα στην είσοδο. Αφουγκραζόταν με μεγάλη προσοχή κάθε φύσημα του ανέμου, κάθε τρίξιμο στο σπίτι, το χιονόνερο που έπεφτε στο τζάμι. Φοβόταν τόσο πολύ, ώστε νόμιζε πως θα πεθάνει από τον φόβο. Ήθελε να τηλεφωνήσει στον Σάμψα ή στον Λίεκι ή στους γονείς της ή στην αστυνομία, αλλά δεν ήταν σε θέση. Ο διώκτης τής είχε δέσει τα χέρια και την είχε κάνει να παραλύσει, της είχε κλέψει τον χώρο της και τον αέρα που ανέπνεε. Καθώς οι ώρες περνούσαν αργά, η Χιονάτη προσπαθούσε να σκεφτεί ποιος να ήταν ο διώκτης της, αλλά δεν της ερχόταν στο μυαλό κανένας. Κάποιος τρελός. Κάποιος αρρωστημένος. Ποιος


όμως μπορούσε να ξέρει τόσα πράγματα; Ποιος μπορούσε να ξέρει για το κασελάκι και τις φωτογραφίες και το κλειδί; Ποιος μπορούσε να το έχει πάρει; Οι γονείς της βέβαια αλλά, παρότι είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για την αγάπη τους, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν δυνατόν να βρίσκονται πίσω από μια τέτοια ιστορία. Οι ίδιοι οι γονείς της, η μάνα και ο πατέρας της. Όχι, δεν ήταν δυνατόν. Η Χιονάτη όμως δεν μπορούσε να σκεφτεί σωστά ποια ήταν η ταυτότητα του διώκτη, γιατί το μυαλό της το πλημμύριζε μόνο μια σκέψη: Τι είχε συμβεί στη Ρόοσα και γιατί; Αυτό ήταν το σπουδαιότερο εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να πάρει μια απάντηση πριν μπορέσει να σκεφτεί κάτι άλλο. Ο διώκτης τής είχε δώσει το κλειδί, όμως είχε αφήσει τη μεγαλύτερη κλειδαριά κλεισμένη. Η Χιονάτη συνειδητοποίησε πως ήταν στο έλεός του. Ήταν σίγουρη ότι ο ίδιος άνθρωπος είχε και την απάντηση. Όταν η αυγή κατάφερε να ρίξει το γκρίζο κουρασμένο βλέμμα της στο βόρειο ημισφαίριο, η Χιονάτη σηκώθηκε με δυσκολία από τον καναπέ. Τα χέρια και τα πόδια της είχαν μουδιάσει. Βρισκόταν στα πρόθυρα της λιποθυμίας. Έβαλε το


μαχαίρι πίσω στη θέση του, στην κουζίνα, και καθάρισε, ώστε να μη φαίνεται πως κάποιος βρισκόταν στο σπίτι. Οι κινήσεις της ήταν μηχανικές. Μερικές φορές, όταν κάποιος δεν έχει πια δυνάμεις, πρέπει να βάζει τον αυτόματο. Κάνε μόνο τα απαραίτητα. Τίποτ’ άλλο. Έπειτα επέστρεψε με το πρωινό τρένο στο Τάμπερε, πήγε στο σπίτι της, άλλαξε και ήπιε καφέ, κι ύστερα περπάτησε μέχρι το σχολείο. Συνηθισμένα πράγματα, κανονική ζωή, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Οι άνθρωποι ολόγυρά της ζούσαν την καθημερινότητά τους, έτρεχαν βιαστικά στη δουλειά και στο σχολείο. Η Χιονάτη είχε την αίσθηση πως τους έβλεπε μέσα από ένα τζάμι, από το γυάλινο φέρετρο. Παρούσα, αλλά τελικά όχι. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι που δεν υπήρχε. Η Ρόοσα, που είχε εξαφανιστεί. Η Χιονάτη, που περπατούσε κι ανέπνεε κι εξωτερικά έδειχνε ζωντανή, αν και μέσα της ένιωθε απέραντη μαυρίλα. Μόνο το ανθρώπινο κέλυφος. Ο πρώτος που συνάντησε στο σχολείο ήταν ο Χένρικ Βίρτα. Την κοίταξε ανήσυχος.


«Δεν πιστεύω να ’σαι άρρωστη;» τη ρώτησε ο καθηγητής της ψυχολογίας. «Όχι. Απλά, ο καιρός» απάντησε εκείνη. «Αυτή την εποχή πρέπει να φροντίζεις να μη σου λείπουν ο ύπνος και το φως» της είπε ο Χένρικ χαμογελώντας θερμά. Η Χιονάτη απάντησε μ’ ένα νεύμα. Αμέσως μετά είδε τον Σάμψα, που ανησύχησε ακόμα περισσότερο βλέποντάς την εξαντλημένη. «Πήγε ως αργά» δικαιολογήθηκε. Είχε την εντύπωση πως, αν αναγκαζόταν να πει άλλο ένα ψέμα, θα ξερνούσε. «Άγρια

πάρτι

κάνουν

οι

Σουηδοφινλανδοί»

πέταξε

χαμογελώντας ο Σάμψα. Απ’ αυτό μάλλον ξεκίνησε ο καβγάς. Η Χιονάτη θύμωσε με τα λόγια του, με το χαμόγελό του, με τον τόνο της φωνής του, με όλα. Εκνευρίστηκε που ο Σάμψα τής είπε πως θα την περιμένει


μετά το σχολείο στη βιβλιοθήκη για να περπατήσουν μαζί μέχρι το σπίτι της. «Είμαι τόσο κουρασμένη, που το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ και να δω τα σουηδοφινλανδικά όνειρά μου στην ησυχία μου» του απάντησε. «Σου υπόσχομαι πως δε θα σ’ ενοχλήσω» της απάντησε εκείνος ήρεμα. «Όχι. Θέλω να μείνω μόνη μου». «Τελευταία όλο μόνη σου θέλεις να μένεις». «Αυτή είμαι. Το ’ξερες όταν τα ’φτιαξες μαζί μου», του πέταξε. «Μερικές φορές νομίζω πως είμαι πολύ ασήμαντος για σένα». Η Χιονάτη είδε τη θλίψη στο βλέμμα του. Σε άλλη περίπτωση θα είχε πληγωθεί. Όχι όμως εκείνη τη μέρα. Ήταν τόσο κουρασμένη και τόσο εκνευρισμένη, κι ένιωθε τέτοια πίεση, που η θλίψη του Σάμψα την ενοχλούσε.


Τι να του πει; Δε σε θέλω κοντά μου γιατί κάθε λέξη που σου λέω είναι ψέμα; Σου λέω ψέματα για να σε προστατέψω, σήμερα όμως δεν μπορώ. Δεν μπορείς να με σώσεις. Κανείς δεν μπορεί. Όλη τη μέρα στο σχολείο ήταν στις μαύρες της. Τώρα περνούσε τη γέφυρα Χάμε, όπου δυο σειρές φωτεινά άλογα σχημάτιζαν τιμητική παράταξη. Κατά τη γνώμη της, ήταν το πιο όμορφο σημείο απ’ όλα. Τα άλογα στέκονταν στα πίσω πόδια τους, οι μπροστινές οπλές τους κλοτσούσαν τον αέρα και είχες την εντύπωση πως άκουγες τα χλιμιντρίσματά τους. Να περπατάς πάντα στο φως. Δε θα ’βγαινε από τη μαυρίλα αν δε μάθαινε. Αποφάσισε λοιπόν να έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τον διώκτη της με δική της πρωτοβουλία. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη της και του έστειλε ένα μήνυμα.

Θέλω να σε συναντήσω.


Η Χιονάτη πίστευε πως η πρόσκλησή της θα ήταν αρκετά προκλητική για τη Σκιά. Αν είχε μάθει κάτι για τις σκέψεις του διώκτη της, ήταν ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό. Ήξερε πως έπαιζε επικίνδυνο παιχνίδι, αλλά έπρεπε να ανακαλύψει ποιος κρυβόταν πίσω απ’ όλα αυτά. Στην πόρτα του σπιτιού της την περίμενε μια έκπληξη. Ο Σάμψα. Καθόταν στα σκαλιά μ’ ένα καλάθι για πικνίκ δίπλα του. «Αν θέλεις να φύγω, φεύγω. Σκέφτηκα όμως πως θα σου ’κανε καλό να φας κάτι. Ίσως και λίγο μασάζ στον αυχένα». Ο Σάμψα ήταν τόσο γλυκός με τον πράσινο σκούφο του και τα μάτια γεμάτα ελπίδα, που η καρδιά της ράγισε. Τι είχε κάνει για να της αξίζει μια τόσο ανεπιτήδευτη και γεμάτη καρτερικότητα αγάπη; «Σκέφτηκες στ’ αλήθεια να με πας για πικνίκ μες στον Δεκέμβρη;» τον ρώτησε. «Βεβαίως. Έχω μαζί μου κουβέρτα και όλα τα σχετικά. Θα βρούμε λίγο χώρο στο πάτωμά σου».


Ο Σάμψα χαμογέλασε. Η Χιονάτη τον έπιασε από τον λαιμό και τον φίλησε γλυκά. Του άξιζε περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Όταν μπήκαν μέσα, ο Σάμψα άπλωσε όντως την κουβέρτα στο πάτωμα κι έβγαλε από το καλάθι μια μπαγκέτα, τυρί, σταφύλια και μάφιν σοκολάτας. Έπειτα έβαλε το CD της Σάνα Κούρκι-Σούονιο, Μαύρο. Την τράβηξε να καθίσει κάτω, της έφτιαξε ένα σάντουιτς, έβαλε κρασί στο ποτήρι και τα χέρια του στους ώμους της. «Απλά απόλαυσέ το» της ψιθύρισε. Η Χιονάτη έκλεισε τα μάτια. Ήταν τόσο καλός και ευγενικός μαζί της, που φοβήθηκε ότι θα βάλει τα κλάματα.

Ξέρω τον άνεμο, ξέρω τον άνεμο, την ησυχία, ξέρω τη σκιά, ξέρω τη σκιά της άλλης όχθης.


Πού με πάνε, πού με πάνε δε γνωρίζω, πού θα βρεθώ, πού θα βρεθώ, πού θα μπλεχτώ.

Δεν μπορώ, δεν μπορώ να κρυφτώ, να μη με βρει, να μη με βρει η αρρώστια, μέσα στον βάλτο, μέσα στον βάλτο να χωθώ, θα σκοτωθώ, θα σκοτωθώ, θα σκοτωθώ. Να κοιμηθώ, να κοιμηθώ, μα δε νυστάζω, να πιω νερό, να πιω νερό, μα δε διψώ.

Η μελωδία και οι στίχοι του τραγουδιού, το απαλό άγγιγμα του Σάμψα, η θέρμη του κόκκινου κρασιού στις φλέβες της. Όλα μαζί σχημάτισαν γύρω από τη Χιονάτη έναν κόσμο


παραμυθένιο. Μακάρι να μπορούσε να μείνει εδώ. Μακάρι να μπορούσε να τα ξεχάσει όλα. Έστω και για μια στιγμή. Το μασάζ του Σάμψα τής άρεσε. Δεν μπορούσε να μη σκέφτεται όμως κάτι άλλα χέρια που έκαναν το δέρμα της να ηλεκτρίζεται διαφορετικά κι έστελναν ηδονικά ερεθίσματα σ’ όλο της το κορμί μόνο με μερικά ανάλαφρα χάδια. Ο Λίεκι. Σκεφτόταν τον Λίεκι, παρότι μόνο αυτόν δε θα έπρεπε να σκέφτεται. Δεν ήταν σωστό για τον Σάμψα. Την ίδια στιγμή ήρθε στο κινητό της ένα μήνυμα. Τεντώθηκε για να το φτάσει. «Ασ’ το τώρα» της είπε ο Σάμψα. «Πρέπει». Τα χέρια του Σάμψα γλίστρησαν από τους ώμους της. Ο παραμυθένιος κόσμος είχε χαθεί έτσι κι αλλιώς και η καρδιά της Χιονάτης χτυπούσε από φόβο κι ελπίδα ταυτόχρονα. Το μήνυμα όμως δεν ήταν από τον διώκτη. Ήταν από τον Λίεκι.


Σε σκέφτομαι συνέχεια. Πρώτη μου σκέψη το πρωί και τελευταία το βράδυ. Και όλη την ώρα ενδιάμεσα. Σ’ αγαπάω ακόμη. Σ’ αγαπάω πάντα.

Η Χιονάτη ένιωσε να κοκκινίζει. Άραγε ήταν τόσο ισχυρός ο δεσμός τους, ώστε όταν τον σκεφτόταν εκείνος το καταλάβαινε; Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. «Από ποιον ήταν;» ρώτησε ο Σάμψα. «Από τη μάνα μου. Ξέχασα ένα μπλουζάκι». Ψέμα, ψέμα, ψέμα, ψέμα. Πάλι ψέμα. Η Χιονάτη άνοιξε ενστικτωδώς εκείνο το συρτάρι της κουζίνας όπου φύλαγε τον δράκο που της είχε χαρίσει ο Λίεκι και τον πήρε στα χέρια της. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν τα υπέροχα λέπια. Μακάρι να μπορούσε να καρφιτσώσει το κόσμημα στον γιακά του παλτού της και να το φοράει περήφανα. Γιατί να μην είναι απλή η ζωή της;

Άκουσε τον Σάμψα να σηκώνεται από την κουβέρτα. Έκρυψε βιαστικά το κόσμημα στην τσέπη της. Έπειτα έσβησε το μήνυμα


του Λίεκι. Κανονικά θα έπρεπε να σβήσει και το τηλέφωνό του. Αλλά δεν μπορούσε ακόμη. Έλα, φίλε μου, πάρε με εκεί που πάνε τα φίδια και οι σκορπιοί.

Έλα, φίλε μου, πάρε με εκεί που κάποιος από τ’ αγκάθια θα πληγωθεί.

Έλα, φίλε μου, παραπλάνησέ με αυτό θέλω, ξεγέλασέ με.


Η φωνή της Σάνα Κούρκι-Σούονιο γέμισε το κεφάλι της Χιονάτης. «Μπορώ να κλείσω τη μουσική;» ρώτησε τον Σάμψα. «Και βέβαια μπορείς. Τι θα ’θελες να κάνεις;» «Να κοιμηθώ» του απάντησε χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια. Ξαφνικά ένιωσε τέτοια κούραση, που δεν μπορούσε να σταθεί όρθια. Έπεσε στο στρώμα με τα ρούχα, τυλίχτηκε με το πάπλωμα και αποκοιμήθηκε αμέσως.

Η Χιονάτη δε συνειδητοποίησε αμέσως πού βρισκόταν. Έριξε μια ματιά δίπλα της. Ο Σάμψα κοιμόταν γυρισμένος στο πλάι. Ανασηκώθηκε στους αγκώνες και κοίταξε ολόγυρά της. Ο Σάμψα είχε μαζέψει τα πράγματα και είχε διπλώσει την κουβέρτα. Η ίδια κοιμόταν τόσο βαθιά, που δεν είχε ακούσει τίποτα.


Κοιτώντας στο κινητό της την ώρα, κατάλαβε ότι την είχε ξυπνήσει ένα μήνυμα. Ήταν 22.15. Αυτή τη φορά το μήνυμα ήταν από τη Σκιά. Έλα στο λούνα παρκ του Σαρκανίεμι. Είναι το καλύτερο μέρος για να συναντηθούμε. Εκεί θα σου τα πω όλα.

Σε κοιτάζω πολλές φορές ακόμα και όταν δε σε βλέπω πραγματικά. Έχω έναν προσωπικό χώρο γι’ αυτό. Έχω φωτογραφίες σου. Τις έχω πάρει κρυφά. Στις φωτογραφίες είσαι τόσο γλυκιά και σκεφτική. Νομίζεις πως δε σε βλέπει κανείς. Τις έχω κρεμάσει στους τοίχους του κρυφού δωματίου μου. Χαϊδεύω με τα δάχτυλά μου το μέτωπό σου. Αγγίζω το τέλειο τόξο του κάτω χείλους σου και σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να σε φιλήσω. Έχω κρατήσει και όλα τα αποκόμματα από τις εφημερίδες που μιλούν για σένα. Κι ακόμα πολλά χαρτιά που δεν ξέρεις καν την ύπαρξή τους. Έχω γεμίσει έναν τοίχο με ντοκουμέντα από τη ζωή σου σε χρονολογική σειρά. Δε σου έχουν συμβεί και λίγα.


Νομίζεις πως εκείνο το πορτοκαλί γάντι σου το έχασες; Εγώ το έχω. Όπως και το ασημένιο στιλό σου κι ένα κουμπί από το λευκό σου πουκάμισο. Είναι οι μικροί θησαυροί μου και τους φροντίζω, αφού δεν μπορώ ακόμη να φροντίσω εσένα. Μερικές φορές μπαίνω στο δωμάτιο «Χιονάτη» με κεριά και σου μιλάω. Κοιτάζω πώς η φλόγα των κεριών κάνει στις φωτογραφίες τα μάγουλά σου να κοκκινίζουν. Είσαι τόσο όμορφη. Είσαι η πιο όμορφη που ξέρω. Ωστόσο, οι φωτογραφίες δεν αρκούν. Τα μικροπράγματα είναι απλά υποκατάστατα. Σε θέλω ολοκληρωτικά με όλες μου τις αισθήσεις. Θέλω να σε βλέπω, να σε μυρίζω, να σε γεύομαι, να σ’ αγγίζω. Ποτέ δεν έχω ποθήσει κάτι ή κάποιον τόσο πολύ. Είσαι ο σκοπός της ζωής μου και το νόημα της ύπαρξής μου, Χιονάτη μου.


15

Η Χιονάτη σκαρφάλωσε στην περίφραξη του λούνα παρκ ελπίζοντας πως δε θα χτυπήσει κανένας συναγερμός. Η θερμοκρασία είχε αρχίσει να πέφτει κάτω από το μηδέν και η περίφραξη γλιστρούσε. Ωστόσο, κατάφερε να περάσει από την άλλη μεριά χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Η παγωμένη πάχνη έλαμπε πάνω απ’ όλα σαν μαγική σκόνη. Κατά τα άλλα, το έρημο σιωπηλό λούνα παρκ έδειχνε απειλητικό και τρομακτικό. Τα σκοτεινά παιχνίδια υψώνονταν μέσα στη νύχτα σαν τέρατα. Ήταν ακίνητα, αλλά έδιναν την εντύπωση ότι μπορούσαν να ξεκολλήσουν ανά πάσα στιγμή από τη γη και να φύγουν. Ότι το καρουσέλ μπορούσε ν’ αρχίσει να γυρίζει ξέφρενα και οι αλυσίδες που κρατούσαν τις κούνιες να σπάσουν και να πεταχτούν εδώ κι εκεί. Ότι το μαγικό χαλί μπορούσε να πετάξει στον αέρα, να καταλήξει στη λίμνη και να βυθιστεί στο νερό.


Τα παιχνίδια βρίσκονταν σε χειμερία νάρκη. Δεν έπρεπε να τα ξυπνήσει, γιατί μπορεί και να θύμωναν. Η Χιονάτη είχε καταφέρει πάλι να φύγει από το σπίτι χωρίς να ξυπνήσει ο Σάμψα. Ευλογημένος ο βαθύς ύπνος του. Αυτή τη φορά είχε φύγει τόσο βιαστικά, που δεν του είχε αφήσει καν σημείωμα. Δεν μπορούσε να πάρει το ρίσκο να του δημιουργήσει υποψίες. Έπρεπε να πάει να συναντήσει τη Σκιά. Έπρεπε να πάρει απαντήσεις. Τώρα βρισκόταν μέσα στο λούνα παρκ, αλλά ο διώκτης δε φαινόταν. Αυτό το κρυφτούλι την είχε κουράσει. «Εδώ είμαι» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ηχώ αναπήδησε πάνω στα παιχνίδια. Κανείς δεν απάντησε.

Έλα στη Μέτκουλα.


Μήνυμα. Πάλι. Γιατί ο διώκτης τής έκανε καψώνια; Αφού ήταν ήδη εδώ. Έτοιμη για τη συνάντηση. Η πόρτα της Μέτκουλα ήταν ανοιχτή. Η Χιονάτη έβαλε μια φωνή. Τίποτα. Μπήκε μέσα. Έδαφος κατηφορικό, σκοινιά, δάπεδο που βουλιάζει, παραμορφωτικοί καθρέφτες που σε δείχνουν ψηλό και κοντό, παχύ και αδύνατο. Το ήξερε καλά αυτό το μέρος. Μπορούσε να τρέξει γρήγορα από τη μια μεριά στην άλλη. Ακόμα και στον θεοσκότεινο διάδρομο και τον γυάλινο λαβύρινθο. Και τέλος στους κινούμενους λόφους. Επόμενο μήνυμα. Ωραία. Πέρασες την παράξενη φάση που λέγεται παιδική ηλικία. Είναι στρεβλή και παραποιημένη. Δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι εντελώς τις αναμνήσεις, οι καθρέφτες ψεύδονται. Ήρθε η ώρα να προχωρήσεις στο τρένο του τρόμου. Η Χιονάτη ήταν ήδη απογοητευμένη και απελπισμένη. Θα ήθελε να σταματήσει. Ίσως όμως αυτό να ήταν πραγματικά το τελευταίο σκέλος. Ίσως όταν ολοκλήρωνε την αποστολή να έπαιρνε τις απαντήσεις που ήθελε.


Το τρένο του τρόμου ήταν το πιο άγριο παιχνίδι του λούνα παρκ. Τα βαγόνια έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στις γραμμές και ήταν στιγμές που οι επιβάτες βρίσκονταν με το κεφάλι κάτω. Σε κάποιο σημείο έκανε επίσης κι έναν τεράστιο κύκλο. Επόμενη οδηγία. Σκαρφάλωσε στο τρένο.

Ο διώκτης πρέπει να ήταν εντελώς ανισόρροπος. Μόνο ένας τρελός θα πήγαινε να σκαρφαλώσει εκεί πάνω. Αυτή τη φορά όμως τρελή ήταν η Χιονάτη, επειδή έκανε ό,τι τη διέταζε η Σκιά. Ήταν δύσκολο να σκαρφαλώσει πάνω στις παγωμένες σιδηροτροχιές. Η μεταλλική επιφάνεια γλιστρούσε και ήταν δύσκολο να κρατηθεί. Τα πρώτα μέτρα κατάφερε να τα διασχίσει μπουσουλώντας, αλλά μόλις άρχισε η ανηφόρα η αναρρίχηση ήταν σχεδόν αδύνατη. Ύστερα από λίγο οι δυνάμεις της σχεδόν εξαντλήθηκαν. Μπουσουλούσε και μετά κρεμόταν εκεί που η σιδηροτροχιά γύριζε ανάποδα και κρατιόταν με τα


πόδια. Σε άλλα σημεία έπρεπε να βασιστεί μόνο στη δύναμη των χεριών της. Έσφιξε όμως τα δόντια και δεν τα παράτησε. Κάποια στιγμή έκανε το λάθος να κοιτάξει κάτω. Βρισκόταν ψηλά. Πάρα πολύ ψηλά. Πόσο ψηλά την ήθελε ο διώκτης της; Έκλεισε για λίγο τα μάτια και πήρε βαθιά αναπνοή. Ο παγωμένος αέρας τη χτυπούσε δυνατά στο πρόσωπο. Δεν είχαν κανένα νόημα όλα αυτά. Ανά πάσα στιγμή μπορούσε να πέσει και να σκοτωθεί. Ξαφνικά κάποιος από κάτω φώναξε: «Χιονάτη!» Θα την αναγνώριζε αυτή τη φωνή οπουδήποτε. Ωστόσο, της ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι είχε ακούσει σωστά. Έριξε μια ματιά κάτω. Είχε ακούσει όντως σωστά. Ο Λίεκι. «Κατέβα αποκεί! Με προσοχή!» Ξαφνικά η Χιονάτη έχασε κάθε αίσθηση στα χέρια, τα πόδια, τα μάγουλα και την καρδιά. Ο Λίεκι. Ο άνθρωπος που αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλον στον κόσμο. Ο άνθρωπος τον οποίο τελικά εμπιστευόταν περισσότερο στον κόσμο. Ήταν ο


Λίεκι;… Μπορούσε να είναι;… Δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει τη σκέψη της. Ποια όμως ήταν η εξήγηση; Συγχρόνως άκουσε και μια άλλη φωνή. Σχεδόν το ίδιο γνωστή. «Τι στο καλό κάνεις; Κατέβα πριν τηλεφωνήσω στην πυροσβεστική». Ο Σάμψα. Η Χιονάτη δεν καταλάβαινε πια τίποτα. Πώς είχαν βρεθεί εκεί και οι δύο; Οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν όλο και πιο πολύ. Αποφάσισε να κατεβεί. Η κατάβαση ήταν πιο δύσκολη από την ανάβαση. Η μεταλλική επιφάνεια γινόταν όλο και πιο γλιστερή. Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη σιδηροτροχιά, αλλά γλίστρησαν. Έμεινε κρεμασμένη από τα χέρια στο κενό κι ένιωσε τη λαβή της να χαλαρώνει. Ωστόσο ο Σάμψα και ο Λίεκι είχαν προλάβει να πλησιάσουν και την έπιασαν. Για μια στιγμή βρέθηκε στην αγκαλιά και των δύο, μέσα στα προστατευτικά μπράτσα τους. Την προστάτευαν ή τη φυλάκιζαν; Δεν ήξερε πια. Ξέφυγε από τα χέρια τους κι έκανε δυο βήματα πιο πέρα.


«Τι στο διάολο κάνετε εδώ;» ρώτησε. «Το ίδιο μπορούμε να ρωτήσουμε και για σένα» απάντησε προκλητικά ο Λίεκι. «Εγώ ρώτησα πρώτη, οπότε θ’ απαντήσετε εσείς». Δεν προσπάθησε ν’ αποφύγει το βλέμμα του Λίεκι. Τελικά εκείνος απέστρεψε πρώτος τα μάτια του. «Οκέι. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ και ήρθα κάτω από το σπίτι σου. Μάλλον έλπιζα να δω έστω και τη σκιά σου στο παράθυρο» παραδέχτηκε. «Κι όταν σε είδα να βγαίνεις, αποφάσισα να σ’ ακολουθήσω». Της φάνηκε ειλικρινής. Αλλά δεν ήταν σίγουρη αν μπορούσε να τον εμπιστευτεί ξανά. Έπειτα κοίταξε τον Σάμψα. «Κι εσύ;» «Διάβασα το μήνυμα που πήρες. Δεν ξύπνησες αμέσως. Κι όταν ξύπνησες έκανα πως κοιμάμαι και ύστερα σ’ ακολούθησα. Είναι καιρός που έχω την αίσθηση ότι τα ’χεις με άλλον».


Στην αρχή ο Σάμψα ήταν αμήχανος, έπειτα όμως ύψωσε το πιγούνι του προκλητικά. «Και φαίνεται πως δεν έκανα λάθος. Ήρθες να συναντήσεις αυτόν». Τόνισε την τελευταία λέξη με περιφρόνηση κι έγνεψε προς τη μεριά του Λίεκι. «Δεν ήρθα γι’ αυτόν» είπε η Χιονάτη. «Και τότε γιατί ήρθες;» Η Χιονάτη δεν απάντησε. Τα είχε χαμένα. Έλεγε αλήθεια ο Λίεκι; Έλεγε αλήθεια ο Σάμψα; Μήπως ο διώκτης ήταν κάποιος από αυτούς τους δύο; Μήπως και οι δύο μαζί; Κοινή μηχανορραφία; «Όπως και να ’χει, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Δε χρειάζεσαι πια εδώ» είπε ο Λίεκι στον Σάμψα. Ο Σάμψα στράφηκε απειλητικά προς το μέρος του. «Θέλω να σου θυμίσω ότι η Χιονάτη είναι το κορίτσι μου» του είπε.


«Που προχτές με φίλησε». Ο Σάμψα κοίταξε τη Χιονάτη σαν να τη ρωτούσε αν ήταν αλήθεια. Η Χιονάτη δεν απάντησε ούτε αυτή τη φορά. Το βλέμμα της όμως έλεγε πολλά. Ο Σάμψα έσπρωξε τον Λίεκι. «Χάσου από τη ζωή μας!» γρύλισε. «Την άφησες ήδη μια φορά. Έχασες την ευκαιρία». Ο Λίεκι χαμογέλασε στραβά κι έσπρωξε απαλά τον Σάμψα σαν να έπαιζαν. «Η πραγματική αγάπη δεν τα βλέπει αυτά. Η Χιονάτη κι εγώ είμαστε ένα. Είναι η μοίρα μας». «Μεγάλα λόγια! Δεν ήσουν άντρας για να μείνεις κοντά της». «Φαίνεται πως ήρθε η ώρα να δούμε ποιος είναι άντρας». Σε κλάσματα δευτερολέπτου ο Λίεκι και ο Σάμψα είχαν πιαστεί στα χέρια. Βλαστημούσαν και οι δύο και ο καθένας με τη σειρά του ισχυριζόταν πως η Χιονάτη αγαπάει μόνο αυτόν. Εκείνη παρακολουθούσε την παράσταση εξαντλημένη, σαν να


μην την αφορούσε το θέμα. Δεν υποστήριζε κανέναν ούτε ευχόταν να χάσει ένας από τους δύο. Η αντίδρασή τους της φαινόταν άσκοπη και ανόητη. Ανώριμη. «Δεν τ’ αντέχω αυτά» είπε τελικά αναστενάζοντας. «Καθίστε εδώ και βγάλτε τα μάτια σας όσο θέλετε. Φεύγω. Και μη μ’ ακολουθήσει κανένας σας». Έπειτα το ’βαλε στα πόδια χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Ήθελε να αισθανθεί την προσπάθεια που έκαναν οι κουρασμένοι μύες της. Ήθελε να νιώσει στα πνευμόνια της τον παγωμένο αέρα. Λαχταρούσε κάτι που θ’ αλάφραινε τις αμφιβολίες στο κεφάλι της. Μπορεί κάποιος να τρελαθεί χωρίς να το καταλάβει; Ή μήπως γενικά έτσι τρελαίνονται οι άνθρωποι; Κι αν είχε χάσει εντελώς την επαφή με την πραγματικότητα; Αν τα είχε φανταστεί όλα; Κι αν δεν υπήρχαν σημειώματα ούτε μηνύματα ούτε διώκτης; Αν όλα ήταν στο κεφάλι της, στη δική της τρέλα; Η Χιονάτη σκαρφάλωσε στην περίφραξη και βγήκε. Συνέχισε να τρέχει. Όταν έφτασε στο Μουσταλάχτι, κάποιος της φώναξε:


«Γεια σου, κούκλα! Έλα στην παρέα μας!» Ήταν μια ομάδα μεσήλικες που γύριζαν μάλλον από κάποιο πάρτι. Αυτό τουλάχιστον έδειχναν οι κόκκινοι σκούφοι αλλά και οι κόκκινες μύτες τους. Η Χιονάτη συνέχισε να τρέχει. Ήθελε να ξεφύγει απ’ όλα, να ξεφύγει από τη ζωή της, από την τρελή τροπή που είχε πάρει η ζωή της. Τελικές απαντήσεις δεν είχε πάρει ακόμη. Δεν είχε ανακαλύψει την ταυτότητα του διώκτη. Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της, το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει στο πάτωμα και να κλάψει. Πόσο ν’ αντέξει ένας άνθρωπος; Πόσα να κουβαλήσει; Πότε ξεπερνούσε το όριο και χανόταν; Ήταν τόσο συγχυσμένη, που κατάλαβε πολύ αργά ότι στο σπίτι

της

υπήρχε

μια

ξένη

μυρωδιά.

Μέχρι

να

το

συνειδητοποιήσει, τα χέρια της είχαν βρεθεί ακινητοποιημένα πίσω από την πλάτη, το στόμα της φιμωμένο μ’ ένα δερμάτινο γάντι και το μανίκι της τραβηγμένο ψηλά.


Το τελευταίο που κατάλαβε ήταν ένα τσίμπημα στο γυμνό της μπράτσο και κάτι να εισχωρεί στις φλέβες της. Έπειτα όλος ο κόσμος σκοτείνιασε.


15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ 16

Η Σκιά πλησίαζε και απομακρυνόταν. Το περίγραμμά της ήταν ασαφές και κινούνταν. Η Χιονάτη δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν. Προσπάθησε να εστιάσει το βλέμμα της. Όλα ήταν τόσο θολά. Το κεφάλι της πονούσε και τα πόδια της ήταν βαριά όπως οι πιο σκοτεινοί εφιάλτες. Τα βλέφαρά της ήθελαν να κλείσουν πάλι. Τα κράτησε ανοιχτά με μεγάλη προσπάθεια. Βρισκόταν ξαπλωμένη ανάσκελα. Απομάκρυνε λίγο το αριστερό της χέρι από το σώμα της και βρήκε ένα εμπόδιο. Το


ίδιο έγινε και με το δεξί. Και με τα δυο της πόδια. Μόλις που μπόρεσε να σηκώσει ελάχιστα το ένα της χέρι για να διαπιστώσει ότι και προς τα πάνω υπήρχε εμπόδιο. Παράξενο. Ωστόσο έβλεπε ολόγυρά της. Ή μάλλον θα μπορούσε να δει καλά, αν δεν ήταν όλα τόσο θολά. Θολά μάτια. Θολές σκέψεις που ούτε αυτές ξεκαθάριζαν. «Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άνοιξε τα μάτια της». Η φωνή ακούστηκε από πάνω. Ερχόταν από τη Σκιά που κινούνταν. Η Χιονάτη συνειδητοποίησε ότι η φωνή ήταν γνωστή, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τίνος ήταν. «Ήξερα πως θα είσαι πιο δυνατή από την πριγκίπισσα του παραμυθιού. Κανένα δηλητήριο δε θα σ’ επηρέαζε για πολύ. Ξέρεις να μάχεσαι. Σ’ όλη σου τη ζωή αγωνίζεσαι. Πολέμησες γενναία κι εμένα. Δεν έδειξες τον φόβο σου. Δε μίλησες σε κανέναν». Τα μάτια της Χιονάτης άρχισαν σιγά σιγά να ξεθολώνουν. Επιτέλους, κατάλαβε τι εμπόδιζε τα χέρια και τα πόδια της να κινηθούν. Βρισκόταν μέσα σ’ ένα φέρετρο. Στο γυάλινο φέρετρο της παράστασης.


«Τώρα όμως η μάχη σου τελείωσε» συνέχισε η φωνή της Σκιάς. «Δε χρειάζεται πλέον ν’ αγωνίζεσαι. Μπορείς να παραδοθείς εντελώς και να γίνεις δική μου». Η Χιονάτη προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί. Ένιωθε λες και μέσα στις φλέβες της είχε χυθεί μαύρο μολύβι, που εμπόδιζε όλες τις φυσιολογικές κινήσεις της. Το κεφάλι της χτύπησε στο γυάλινο καπάκι. Τέντωσε το χέρι και δοκίμασε να το σπρώξει. Έπρεπε να είναι εύκολο. Το ’ξερε. Το ’ξερε από τις πρόβες. Το καπάκι δεν κουνιόταν. «Αχ, μικρή Χιονάτη! Πολλές φορές η ζωή μάς εκπλήσσει. Δε γίνονται όλα όπως τα φαντάζεσαι. Άλλες φορές βγαίνεις εύκολα από το γυάλινο φέρετρο. Όμως αυτό εδώ δεν είναι θέατρο. Δεν είναι παραμύθι. Είναι η πραγματικότητα. Και το καπάκι στο γυάλινο φέρετρο είναι βιδωμένο». Η Χιονάτη προσπάθησε να συγκεντρωθεί και να καταλάβει σε ποιον ανήκε η φωνή. Ήταν τόσο γνωστή. Έπρεπε να ξέρει. Έπρεπε να θυμηθεί το όνομα. Το όνομα που της ήταν τόσο γνωστό.


Το όνομα που το είχε πει τόσες φορές. Αλλά το όνομα δεν ερχόταν στο θολωμένο της μυαλό. Για ένα πράγμα ήταν βέβαιη, η φωνή δεν έλεγε ψέματα. Το καπάκι ήταν όντως βιδωμένο. «Η έκπληξη μπορεί να είναι άλλη. Ότι ένα γυάλινο φέρετρο με βιδωμένο το καπάκι είναι εντελώς αεροστεγές. Στη θέση σου θα προσπαθούσα να εξοικονομήσω αέρα. Το οξυγόνο δε θα φτάσει για πάντα. Είμαι σίγουρος πως θέλεις να ’χεις τις αισθήσεις σου όση ώρα θα σου λέω τι έμαθα για σένα». Η Χιονάτη ακούμπησε την πλάτη της κάτω. Χαλάρωσε, είπε στον εαυτό της. Παίρνε μικρές αναπνοές. Να είσαι ήρεμη και ήσυχη. Αλλιώς δε θα τα καταφέρεις. Δε θα τα καταφέρεις. Μόλις σκέφτηκε αυτές τις λέξεις, η Χιονάτη φρίκαρε εντελώς. Μπορούσαν κάλλιστα να αποδειχθούν αληθινές. «Σίγουρα έχεις διαβάσει όλα τα μηνύματά μου, οπότε ξέρεις πολύ καλά πόσα γνωρίζω για σένα. Τα ’χω μάθει εδώ και πολύ καιρό.

Σε παρακολουθούσα και σε παρατηρούσα,

σε


παραφύλαγα και σε φύλαγα, σε κατασκόπευα και επιτηρούσα τα βήματά σου. Κι όλα αυτά τα ’κανα γιατί εδώ και καιρό είχα την αίσθηση πως εμείς οι δύο είμαστε ίδιοι. Μέσα μας ζει το σκοτάδι». Η Χιονάτη ανακατευόταν. Δεν ήταν σίγουρη αν έφταιγαν όσα έλεγε η Σκιά ή το ναρκωτικό που μάλλον της είχε δώσει. Προσπάθησε ν’ ανασάνει ήρεμα κι ελαφρά. Να ρίξει τον καρδιακό παλμό της στο επίπεδο της ανάπαυσης. «Ίσως σε ξάφνιασαν τα λόγια μου για σκοτωμούς και αίματα. Είδα μερικές φορές την έκφρασή σου όταν διάβαζες τα μηνύματά μου. Φαινόσουν ταραγμένη και τρομοκρατημένη. Δεν έπρεπε. Δε θα τα είχα γράψει έτσι αν δεν ήξερα πως είσαι κι εσύ δολοφόνος. Για να πω την αλήθεια, από τους δυο μας μόνο εσύ είσαι δολοφόνος. Εμένα απλά με ιντριγκάρει η ιδέα να γίνω. Νομίζω πως είναι αναπόφευκτο να πραγματοποιήσω κάποια στιγμή το όνειρό μου. Ωστόσο δεν έχει γίνει ακόμη. Αν ήσουν ηλίθια και μιλούσες για τα σημειώματα και τα μηνύματα, θα είχα πραγματοποιήσει την απειλή μου. Θα είχα κάθε λόγο και δικαίωμα. Ποιος είναι ο δικός σου λόγος και το δικαίωμά σου, αγάπη μου; Απλά η επιθυμία να σκοτώσεις;


Το κακό που κρύβεις μέσα σου; Μην ανησυχείς, και τα δύο κατά τη γνώμη μου είναι το ίδιο συναρπαστικά». Η Σκιά πήγαινε γύρω γύρω από το φέρετρο σαν θηρίο γύρω από το θήραμά του, που σκέφτεται πότε θα επιτεθεί και σε ποιο σημείο. Να βυθίσει τα δόντια του στη γάμπα, στο μπράτσο ή στον λαιμό; «Δεν ξέρω αν παίζεις θέατρο ή δε θυμάσαι πραγματικά. Πίστευα όμως ότι τουλάχιστον από τα σημειώματά μου θα ’χες αρχίσει να θυμάσαι. Τα ματωμένα χέρια σου. Πώς σκότωσες την αδελφή σου, τη Ρόοσα». Η καρδιά της Χιονάτης άρχισε εκείνη τη στιγμή να χτυπάει σε ρυθμό πανικού. Λες να ήξερε η Σκιά; Ήταν αλήθεια; Είχε σκοτώσει όντως την αδελφή της; «Αχ! Χιονάτη μου, πόσο χλωμή φαίνεσαι. Ίσως δε θυμόσουν. Ότι χτύπησες την αδελφή σου στην κοιλιά μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι κι έμεινες να την κοιτάζεις ψυχρά να πεθαίνει. Δε φώναξες την νταντά. Όταν εκείνη ήρθε, ήταν ήδη πολύ αργά. Τα διάβασα όλα στα πρακτικά της ανάκρισης».


Οι θολές σκέψεις και οι ακόμα πιο θολές αισθήσεις της Χιονάτης δεν ξεκαθάρισαν καθόλου. Τα λόγια της Σκιάς ωστόσο την έκαναν να θυμηθεί πολύ καθαρά το παρελθόν. Έκλεισε τα μάτια κι έγινε τριών χρονών.

Ήταν τριών χρονών και η Ρόοσα πέντε. Οι γονείς της κάπου έλειπαν, μάλλον είχαν πάει στο θέατρο, και τις φύλαγε μια έφηβη γειτονοπούλα που βαριόταν, η Γένικα. Εκείνο το απόγευμα είχε μαλώσει με τον φίλο της και μιλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο πότε με τους δικούς του φίλους και πότε με τους δικούς της. Η Χιονάτη και η Ρόοσα έτρωγαν για βραδινό ξαναζεσταμένες τηγανίτες με μαρμελάδα φράουλα. «Και γιατί εσύ έχεις δικαίωμα να γλείφεσαι με οποιαδήποτε, ενώ εγώ, αν μιλήσω απλά σε κάποιο άλλο αγόρι, είμαι πουτάνα;» φώναζε η Γένικα στο τηλέφωνο, αυτή τη φορά στο αγόρι της. «Τι είναι πουτάνα;» ρώτησε η Χιονάτη.


«Κάποια που έχει πολλούς φίλους» απάντησε η Ρόοσα με τη σιγουριά της μεγάλης αδελφής. Η Γένικα τις κοίταξε βαριεστημένα. «Πρόσεχέ την» είπε στη Ρόοσα δείχνοντας τη Χιονάτη. «Προσπαθήστε για δυο λεπτά να μη σκοτωθείτε». Έπειτα ανέβηκε στον πάνω όροφο για να μιλήσει με την ησυχία της. «Ας παίξουμε τις πεθαμένες!» είπε η Ρόοσα. «Και πώς παίζεται;» ρώτησε η Χιονάτη. «Έτσι» είπε η Ρόοσα κι έριξε μαρμελάδα φράουλα στο λευκό της νυχτικό, στο μέρος του στήθους της. «Αίμα!» Έκανε το ίδιο και η Χιονάτη. Η μαρμελάδα ήταν γλιστερή κι έπεσε στο πάτωμα. Τα χέρια της κολλούσαν. Έβαλε τα γέλια. Αλλά η Ρόοσα δεν ήταν ευχαριστημένη. «Χρειάζεται και όπλο για να βγει αίμα» είπε και πήγε στο ντουλάπι με τα κουζινικά. Η Χιονάτη τρόμαξε όταν την είδε να κρατάει ένα κοφτερό μαχαίρι.


«Απαγορεύεται ν’ αγγίζουμε τα μαχαίρια» ψιθύρισε. «Η μαμά κι ο μπαμπάς λείπουν. Κι έπειτα, απλά παίζουμε» είπε η Ρόοσα. «Καλά» ψιθύρισε αβέβαια η Χιονάτη. «Η Γένικα είναι πολύ δυστυχισμένη. Θέλει να πεθάνει» της εξήγησε η Ρόοσα. «Γιατί;» «Την παράτησε ο φίλος της». Η Ρόοσα έσκισε με το μαχαίρι τον αέρα. «Δε θέλω να ζω άλλο!» είπε δραματικά. «Θα σκοτωθώ!» Έπειτα κατεύθυνε το μαχαίρι προς την κοιλιά της, στον αέρα, σε απόσταση ασφαλείας από το νυχτικό. Μετά όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Η Ρόοσα πάτησε τη μαρμελάδα και γλίστρησε. Έπεσε μπρούμυτα κρατώντας το μαχαίρι κι αυτό χώθηκε στην κοιλιά της. Δεν ξανασηκώθηκε.


Η Χιονάτη έτρεξε κοντά στην αδελφή της. Η Ρόοσα δεν αντιδρούσε. Από κάτω της άρχισε να τρέχει κόκκινο αίμα. «Αυτό το παιχνίδι είναι πολύ χαζό» είπε η Χιονάτη. Η Ρόοσα δεν απάντησε. «Μίλα μου!» της είπε η Χιονάτη και την έσπρωξε μ’ όλη της τη δύναμη να γυρίσει ανάσκελα. Τα μάτια της αδελφής της ήταν ανοιχτά, αλλά δεν την κοίταζε. Από το στόμα της έτρεχε αίμα. Η Χιονάτη κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έτρεξε, έτρεξε, έτρεξε στον πάνω όροφο. Φώναξε τη Γένικα. Εκείνη βρισκόταν στο μπάνιο, έκλαιγε και φώναζε: «Δεν έχω αγαπήσει κανέναν άλλον όσο εσένα!» Η Χιονάτη χτύπησε την πόρτα. «Τι συμβαίνει;» γρύλισε η Γένικα. «Η Ρόοσα. Η Ρόοσα. Πολύ χαζό παιχνίδι. Πολύ χαζό».


«Πες της να παίξετε κάτι άλλο. Αφήστε με δυο λεπτά ήσυχη» απάντησε εκείνη κλαμένη. Και η Χιονάτη ήθελε να κλάψει, αλλά δεν μπορούσε. Έτρεξε στο δωμάτιο των γονιών της και πήρε από το φαρμακείο ένα πακέτο τσιρότα. Αφού έτρεχε αίμα, έπρεπε να βάλει τσιρότο. Πήρε εκείνα με τον Μίκυ και τη Μίννι. Της άρεσαν της Ρόοσα. Έπειτα κατέβηκε τρέχοντας. Η αδελφή της ήταν ακόμη ξαπλωμένη στο πάτωμα. Το αίμα ήταν πολύ. Το μαχαίρι είχε μείνει καρφωμένο στην κοιλιά της. Φαινόταν επικίνδυνο. Δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Η Χιονάτη προσπάθησε να το βγάλει, αλλά δεν τα κατάφερε. Έβαλε γύρω από το μαχαίρι τσιρότα, αλλά γέμισαν αμέσως αίμα. Το λευκό νυχτικό της Ρόοσα ήταν μούσκεμα στο αίμα. Τα τσιρότα δε βοήθησαν. Δεν έκαναν καλά το βαβά. Το αίμα ήταν γλιστερό όπως η μαρμελάδα φράουλα, αλλά δεν ήταν κρύο. Ήταν ζεστό. Κάποια στιγμή κατέβηκε και η Γένικα μυξοκλαίγοντας, με τα μάτια κόκκινα. Κοντοστάθηκε στο κατώφλι της κουζίνας.


«Τι στο διάολο;…» «Παίζαμε τις πεθαμένες» είπε η Χιονάτη. «Χαζό παιχνίδι».

Η Χιονάτη ήξερε πως η ανάμνηση ήταν αληθινή. Δεν ήταν φανταστικά όλα αυτά ούτε αποτέλεσμα επήρειας ναρκωτικών. Όλα είχαν συμβεί έτσι ακριβώς. Έτσι εξηγούνταν και οι εφιάλτες της. Είχε μια αδελφή που είχε πεθάνει. Αλλά ήταν ατύχημα. Η ίδια δεν ήταν δολοφόνος. Μήπως όμως αυτό πίστευαν οι γονείς της; Μήπως νόμιζαν ότι είχε πάρει το μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας και το είχε μπήξει στην κοιλιά της Ρόοσα; Γι’ αυτό δεν της είχαν μιλήσει ποτέ για την αδελφή της και για όσα συνέβησαν; Έπρεπε να τους μιλήσει. Τώρα, αμέσως. Έπρεπε να βγει από το γυάλινο φέρετρο. Δοκίμασε με προσοχή αν μπορούσε να κουνήσει λίγο τα χέρια και τα πόδια της. Δεν μπορούσε. Επιπλέον, δυσκολευόταν περισσότερο να αναπνεύσει. Το οξυγόνο τελείωνε.


«Όλοι είχαν την άποψη πως ήσουν πολύ μικρή για να καταλάβεις την πράξη σου. Το θεώρησαν ατύχημα. Συμβαίνει καμιά φορά στα παιχνίδια των παιδιών. Όμως, ποιο συνηθισμένο παιδί δε θα ’τρεχε να καλέσει αμέσως σε βοήθεια την νταντά; Σύμφωνα με το πόρισμα του παιδοψυχολόγου, το παιδί ήταν πολύ κλειστό, ακόμα και άγριο. Έλεγες και ξανάλεγες πόσο χαζή ήταν η Ρόοσα. Διαβάζοντας τα χαρτιά σου, είδα βαθιά μες στην ψυχή σου. Είναι το ίδιο μαύρη με τη δική μου. Μαύρη σαν τον έβενο. Και τότε άρχισα να σ’ ερωτεύομαι». Όχι, όχι, όχι. Η Χιονάτη κούνησε το κεφάλι της. Δεν έγιναν έτσι. Η Γένικα είπε ψέματα. Θυμήθηκε πως είχε αναρωτηθεί και τότε. Μισούσε τη Γένικα που έλεγε ψέματα και τους γονείς της που έλειπαν και τη Ρόοσα που ήθελε να παίξει τέτοια παιχνίδια που έγιναν πραγματικότητα. Μισούσε την αδελφή της γιατί είχε πεθάνει. Μισούσε τη Ρόοσα γιατί την αγαπούσε τόσο πολύ και ξαφνικά δεν υπήρχε πια.


Προσπάθησε να αναπνέει αργά για να εξοικονομεί οξυγόνο. Άρχισε να νιώθει την έλλειψή του γιατί ζαλιζόταν και τα μάτια της θόλωναν. Άραγε το γυάλινο φέρετρο θα γινόταν τελικά το φέρετρό της; Άρχισε να ψάχνει στα ρούχα της μήπως βρει κάτι που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει σαν όπλο και μέσο διαφυγής. Δεν είχε ζώνη για να χρησιμοποιήσει την αγκράφα της. Ούτε καν τσιμπιδάκι στα μαλλιά της. Το ένα χέρι της άρχισε να ψαχουλεύει την τσέπη του παντελονιού της. Κάτι μεταλλικό. Κάτι κρύο. Κάτι που η επιφάνειά του της φάνηκε πολύ γνωστή στην αφή. Ο δικός της προσωπικός δράκος. Ήταν η καρφίτσα, και η καρφίτσα είχε παραμάνα. Αν κατάφερνε με την παραμάνα να χαράξει το γυαλί; Έσφιξε τον δράκο στο χέρι της. Έψαξε την παραμάνα και την άνοιξε. Ήταν αιχμηρή. Την έβγαλε αργά και προσεκτικά από την τσέπη της. Η Σκιά ήταν στη δεξιά πλευρά του φέρετρου. Η Χιονάτη πίεσε την παραμάνα στην αριστερή με όση δύναμη είχε κι έπειτα την έσυρε. Η λεπτή βελόνα της παραμάνας στράβωσε. Αχρηστεύτηκε.


Η Χιονάτη ήταν έτοιμη να κλάψει από τον φόβο και την απογοήτευση. Δε θα ’βγαινε ποτέ από το γυάλινο φέρετρο. Ίσως αναρωτιέσαι γιατί εσύ. Γιατί είσαι ξεχωριστή, Χιονάτη μου. Έχεις μέσα σου και το φως και το σκοτάδι. Δεν είσαι σαν τους άλλους. Είσαι πιο δυνατή από κάθε άλλον, παρότι είσαι συγχρόνως εύθραυστη και ευάλωτη. Δε φοβάσαι τη μοναξιά. Ξέρεις ότι οι άλλοι δεν είναι σαν και σένα. Εσύ είσαι πολύπλευρη και πολυεπίπεδη. Έχεις επίπεδα που άλλοι δε θα τα αποκτήσουν ποτέ. Έχεις βιώσει τη θλίψη και το μίσος. Δεν είσαι μόνο καλή. Ξέρω πως εμείς οι δύο θα συναντηθούμε ως ίσοι, γιατί έχουμε και οι δυο μας μαύρο αίμα, κάτι που οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν. Το συνειδητοποίησα αμέσως όταν σε πρωτοείδα. Πάνε χρόνια τώρα. Τότε δεν ήξερα ακόμη πόσο βαθιά και πραγματικά σε είδα. Μόλις είχε φύγει από κοντά μου ένα πρόσωπο που δεν ήταν σε θέση να δει μέσα μου ούτε να εκτιμήσει τις σκέψεις μου και τον


εσωτερικό μου κόσμο. Από τότε πίστευα πως δε θα ’βρισκα ποτέ κάποιον σαν κι εμένα. Έπειτα ήρθες εσύ. Ήρθες σαν ήρεμη καταιγίδα. Οι άλλοι δεν κατάλαβαν τη δύναμή σου, αλλά εγώ ένιωσα τον άνεμο και τα σύννεφα της καταιγίδας και τους κεραυνούς και όλη αυτή τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά που διαθέτει μόνο ένας τυφώνας. Riders on the storm. Αυτό είμαστε. Καβαλάρηδες του τυφώνα. Οι νόμοι και οι νόρμες αυτού του κόσμου και αυτής της κοινωνίας δε μας αγγίζουν. Είμαστε ιδιαίτερα άτομα. Είμαι τόσο ευτυχισμένος που σύντομα θα είσαι δική μου. Μόνο δική μου.

17


I was looking for a breath of life. A little touch of heavenly light. But all the choirs in my head sang, No oh oh. Όταν μέσα στην αίθουσα άρχισε να αντηχεί το τραγούδι των Florence and the Machine «Breath of Life», η Χιονάτη ένιωσε την καρδιά της να σταματάει. «Είναι το αγαπημένο σου, έτσι; Μη δείχνεις τόσο έκπληκτη, αγάπη μου. Σου είπα ήδη ότι παρακολουθούσα κάθε σου βήμα. Ξέρω τι μουσική ακούς. Και σκέφτηκα πως αυτό το τραγούδι θα ταίριαζε γάντι με την περίσταση. Χρειάζεσαι μια βαθιά ανάσα, οξυγόνο, αέρα. Σε λίγο θα τα έχεις. Πρέπει απλά να σιγουρευτώ πρώτα πως μ’ αγαπάς κι εσύ πραγματικά και καταλαβαίνεις ότι εμείς οι δυο πρέπει να είμαστε μαζί». Η φωνή της Σκιάς είχε αλλάξει, έδειχνε εκνευρισμό. Η Χιονάτη δεν μπορούσε ακόμη να θυμηθεί σε ποιον ανήκε.


Ποιος ήταν τελικά αυτός ο τρελός και τι σκόπευε να της κάνει; Ήξερε πως δεν μπορούσε απλά να περιμένει. Έπρεπε να κάνει κάτι. It’s a harder way and it’s come to claim her. And I always say, we should be together. And I can see below, ‘cause there’s something in here. And if you are gone, I will not belong here. (belong, belong, belong)

Η Χιονάτη ένιωθε ακόμη στην παλάμη της τα λέπια του δράκου. Το κόσμημα στο χέρι της ήταν παρηγοριά, παρότι η παραμάνα του είχε στραβώσει. Χάιδεψε με τα δάχτυλά της την επιφάνειά του, το κεφάλι και τα αυτιά του, τις φτερούγες και την ουρά που κατέληγε σε αιχμηρό άκρο. Τόσο αιχμηρό, που πόνεσε το δάχτυλό της καθώς το άγγιξε.


Η ουρά. Ήταν σίγουρα πιο γερή από την παραμάνα. Προσπάθησε να καταλαγιάσει τους χτύπους της καρδιάς της. Έπρεπε να είναι ήρεμη. Όσο πιο δυνατά χτυπούσε η καρδιά της, τόσο περισσότερο οξυγόνο χρειαζόταν. Και τώρα δεν είχε. Υποξία. Έλλειψη επαρκούς οξυγόνωσης. Αρνήθηκε να σκεφτεί τι θα επακολουθούσε και πόσο γρήγορα. Πίεσε την ουρά του δράκου πάνω στο γυάλινο τοίχωμα με όλη της τη δύναμη και την έσυρε. Ένιωσε το μέταλλο να χώνεται στο γυαλί. Θα έκανε καλή γρατσουνιά. Πόσο βαθιά; Θα χάραζε αρκετά την επιφάνεια; Η Χιονάτη ήξερε πως είχε μόνο μία προσπάθεια στη διάθεσή της. Έπρεπε να τα καταφέρει με την πρώτη. Το κόσμημα γρατσούνισε βαθιά το γυαλί. Το χέρι της έτρεμε καθώς το έβαζε πίσω στην τσέπη της. Μάζεψε τις δυνάμεις της. Έπρεπε να αντέξει λίγο ακόμα. Το οξυγόνο έπρεπε να κρατήσει ακόμα μια στιγμή. And I started to hear it again. But this time it wasn’t the end.


And the room is so quiet, oh oh oh oh. And my heart is a hollow plain. For the devil to dance again. And the room is too quiet, oh oh oh oh.

Η Χιονάτη ρούφηξε όλο το οξυγόνο που είχε απομείνει. Έπειτα έβαλε όλη της τη δύναμη και χτύπησε με τον αγκώνα της το γυάλινο φέρετρο στο σημείο της γρατσουνιάς. Πόνεσε τόσο πολύ που είδε αστράκια. Το γυαλί έσπασε. Η πλαϊνή πλευρά του φέρετρου έγινε θρύψαλα και η Χιονάτη βγήκε καλύπτοντας το πρόσωπό της. Τα αιχμηρά σπασμένα γυαλιά ξέσκισαν τα ρούχα και τα μπράτσα της. Μικρά κομματάκια γυαλιού χώθηκαν στο δέρμα της. Δεν την ένοιαξε. Η Σκιά βρέθηκε δίπλα της σε δευτερόλεπτα. Όπως το περίμενε.


«Έπρεπε να το μαντέψω πως δε θα ’χες υπομονή…» είπε σκύβοντας προς το μέρος της. Η Χιονάτη τον χτύπησε με τον αγκώνα στη μύτη, και καθώς η Σκιά ανασηκώθηκε ξεφωνίζοντας από τον πόνο, κατάφερε να σηκωθεί από κάτω τόσο ώστε να τον χτυπήσει με τον άλλο αγκώνα ανάμεσα στα πόδια. Δούλεψε. Ο διώκτης διπλώθηκε στα δύο φωνάζοντας. Η Χιονάτη σύρθηκε μέχρι την άκρη της σκηνής και κατέβηκε. Προσπάθησε να πέσει όσο πιο μαλακά γινόταν, αλλά το σκληρό δάπεδο την έκανε να πονέσει. Τα πόδια της ήταν ακόμη βαριά σαν μολύβι. Ήξερε πως δε θα μπορούσε να σταθεί όρθια. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Άρχισε λοιπόν να μπουσουλάει. Έπρεπε να φύγει γρήγορα. Να κρυφτεί. Αλλά πού; Δίπλα βρισκόταν η αίθουσα διδασκαλίας της γλώσσας. Άρχισε να μπουσουλάει προς τα κει οδυνηρά αργά. Οι αγκώνες της την πονούσαν. Τα σπασμένα γυαλιά χώνονταν όλο και πιο βαθιά στο δέρμα της.


Κάπου πίσω της η Σκιά αγκομαχούσε. Σύντομα θα της περνούσε ο πόνος και με δυο βήματα θα την έφτανε. Η πόρτα της αίθουσας ήταν μισάνοιχτη. Η Χιονάτη άκουσε τον διώκτη να κινείται. Έσπρωξε την πόρτα με το χέρι, μπήκε μέσα, ανασηκώθηκε με δυσκολία για να φτάσει το πόμολο κι έκλεισε την πόρτα από μέσα. Συγχρόνως ένιωσε πως η Σκιά είχε πιάσει το πόμολο από την άλλη μεριά. Σφίγγοντας τα δόντια κατάφερε με το άλλο χέρι να κλειδώσει. Έπειτα οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν κι έπεσε με την πλάτη στην πόρτα αγκομαχώντας. «Αχ, Χιονάτη μου. Μικρή μου Χιονάτη» είπε γελώντας η Σκιά πίσω από την πόρτα. «Φαντάστηκες όντως ότι δε θα είχα κλειδί; Και βέβαια έχω. Περίμενε μια στιγμή και θα το φέρω από τα αποδυτήρια. Έπειτα θα κουβεντιάσουμε κι άλλο με την ησυχία μας». Η Χιονάτη άρχισε να νιώθει πάλι ότι δεν μπορούσε ν’ ανασάνει.


18

Ο φόβος του θανάτου ήταν παράξενο πράγμα. Η επιθυμία για ζωή έδωσε ξανά δύναμη σε όλους τους μυς της. Ξαφνικά τα χέρια και τα πόδια της Χιονάτης άρχισαν πάλι να λειτουργούν. Το μυαλό της έδινε εντολές στους μυς τόσο γρήγορα, που δεν είχε καν χρόνο να καταστρώσει κάποια στρατηγική. Απλά ενεργούσε. Έσπρωξε όσο περισσότερα θρανία και καρέκλες γινόταν μπροστά στην πόρτα. Θα καθυστερούσαν για λίγο τη Σκιά. Μάζεψε κοντά της όλα τα κινητά αντικείμενα που μπορούσε να πετάξει. Άνοιξε το παράθυρο. Το κλειδί στην κλειδαριά γύρισε. «Βοήθεια!» φώναξε η Χιονάτη από το παράθυρο όσο πιο δυνατά μπορούσε.


Έξω δεν υπήρχε κανείς. Δεν μπορεί όμως, στο πάρκο έπρεπε να βρίσκονται περιπατητές, άνθρωποι που έβγαζαν βόλτα τα σκυλιά τους, άλλοι που πήγαιναν στο κέντρο ή στη βιβλιοθήκη. Η πόρτα μισάνοιξε αργά. Τα πόδια από τα θρανία και τις καρέκλες έτριζαν πάνω στο δάπεδο καθώς μετακινούνταν. «Έβαλες εμπόδια ανάμεσά μας, αγάπη μου. Κι εγώ που νόμιζα πως όλα τα εμπόδια είχαν ήδη φύγει». Η Σκιά αγκομαχούσε και έσπρωχνε και τελικά κατάφερε ν’ ανοίξει την πόρτα. Δύο θρανία και μερικές καρέκλες αναποδογύρισαν. Ο θόρυβος αντήχησε στην αίθουσα και στον διάδρομο. «Βοήθεια!» φώναξε πάλι η Χιονάτη. Έξω χιόνιζε. Ελαφρύ, απαλό λευκό χιόνι. Το πρώτο κανονικό χιόνι του φετινού χειμώνα. «Κανένας δε σ’ ακούει» ισχυρίστηκε η Σκιά. Ωστόσο η φωνή του ήταν αβέβαιη κι αυτό έδωσε περισσότερη δύναμη στη Χιονάτη που έτρεμε. Ο διώκτης μπήκε


στην αίθουσα αλλά δεν άναψε τα φώτα. Ήθελε να είναι ένα με το σκοτάδι. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η Χιονάτη τον αναγνώρισε. Το μυαλό της ξεθόλωσε και κατάλαβε ποιος την κυνηγούσε. Ο Χένρικ Βίρτα. Ο καθηγητής της ψυχολογίας. Μόλις το συνειδητοποίησε, ανατρίχιασε. Πώς ήξερε τόσα πράγματα για τη ζωή της; Και πώς ένας καθηγητής που ήταν πάντα τόσο φιλικός και με τόση κατανόηση και συμπάθεια για τον άλλον μπορούσε να είναι τόσο τρελός και σκληρός; Η Χιονάτη όμως δεν είχε καιρό να σκεφτεί τέτοια πράγματα, γιατί ο Χένρικ έσπρωχνε οργισμένος θρανία και καρέκλες. «Σατανική γυναίκα!» φώναξε. «Γιατί μου το κάνεις αυτό; Το μόνο που θέλω είναι να σ’ αγαπώ και να σε προστατεύω. Να σε πάρω μακριά από κάθε κακό. Είμαστε μια ψυχή εσύ κι εγώ». Η Χιονάτη άρπαξε ένα συρραπτικό και του το πέταξε μ’ όλη της τη δύναμη. Εκείνος κατάφερε να το αποφύγει σκύβοντας την τελευταία στιγμή και το συρραπτικό βρήκε τον τοίχο.


«Αστόχησες» είπε ο Χένρικ με ικανοποίηση. «Όπως και η ψυχολογική σου εκτίμηση». Η Χιονάτη δεν μπορούσε να μην απαντήσει. «Τίποτα κοινό δεν έχουμε. Ποτέ δε με γνώρισες κι ούτε θα με γνωρίσεις. Αυτό δεν είναι αγάπη. Είναι αρρωστημένη εμμονή». Ο φόβος της είχε χαθεί. Χάθηκε τη στιγμή που αναγνώρισε τον διώκτη της και συνειδητοποίησε ότι δε γνώριζε τις βαθύτερες σκέψεις και τα συναισθήματά της. Και δε θα τα μάθαινε ποτέ. «Αν δεν μπορώ να σ’ έχω εγώ, δε θα σ’ έχει κανένας». Ο Χένρικ μιλούσε πια χαμηλόφωνα. Η Χιονάτη ήξερε πως το εννοούσε. Αν την έπιανε, θα τη σκότωνε. Περφορατέρ. Το πέταξε πάνω του. Τώρα ο Χένρικ δεν πρόλαβε να κάνει εντελώς στην άκρη και η αιχμηρή γωνία τον χτύπησε στο μηνίγγι. Σήκωσε έκπληκτος το χέρι και άγγιξε το πρόσωπό του.


«Τώρα τρέχει κι από αλλού αίμα εκτός από την καρδιά μου» ψιθύρισε. Η δραματικότητά του την ανακάτευε. Έμοιαζε σαν να φανταζόταν ότι παίζει σ’ ένα έργο που απαιτούσε να ξεστομίζει τις πιο σκοτεινές και φρικτές ατάκες. «Βοήθεια!» φώναξε ακόμα μια φορά η Χιονάτη με βραχνή πια φωνή. Ο Χένρικ κατάφερε να παραμερίσει το τελευταίο εμπόδιο. Δυο βήματα ακόμα και θα βρισκόταν δίπλα της. «Δε θα ξεφύγεις» μούγκρισε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί δε μου παραδίνεσαι». Ποτέ, σκέφτηκε η Χιονάτη κι ανέβηκε στο περβάζι. «Τι κάνεις;» ρώτησε κατατρομαγμένος. Η Χιονάτη κάθισε στο περβάζι και πλησίασε στην άκρη. Έπειτα κρεμάστηκε από το παγωμένο χείλος του. Έριξε μια ματιά κάτω. Ήταν ψηλά. Πολύ ψηλά. Αλλά δεν είχε επιλογή. «Τρελάθηκες;» φώναξε ο Χένρικ.


«Εσύ τρελάθηκες» του απάντησε. Πρόλαβε να νιώσει τα δάχτυλά του στα χέρια της και τις νιφάδες να πετούν ολόγυρά της. Προσπάθησε να είναι όσο το δυνατόν πιο χαλαρή καθώς έπεφτε στην αυλή του σχολείου. Ύστερα, όντας πεσμένη ανάσκελα πάνω στο φρέσκο χιόνι, η Χιονάτη πρόλαβε για λίγο να αναρωτηθεί πώς και δεν πονούσε πουθενά. Οι νιφάδες αιωρούνταν στον αέρα σαν να χόρευαν μινουέτο, έπεφταν στο πρόσωπό της κι έλιωναν. Μετά ήρθε ο πόνος.


28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΥΟ ΒΔΟΜΑΔΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ 19

Στην αρχή η Χιονάτη κινούσε μόνο τα χέρια της. Με αργές και ήρεμες κινήσεις, σηκώνοντας ίσια τα μπράτσα, σχεδόν μέχρι το ύψος των αυτιών, και κατεβάζοντάς τα πάλι κάτω, σχεδόν μέχρι τα πλευρά. Το χιόνι ήταν μαλακό και αφράτο και παραμέριζε εύκολα με τις κινήσεις της. Έπειτα θυμήθηκε ότι έπρεπε να κινήσει και τα πόδια.


Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε ξανακάνει αυτές τις κινήσεις. Όταν ήταν μικρή. Πριν πάει σχολείο; Μάλλον. Στο σχολείο οι τραμπούκοι την είχαν πετάξει τόσες φορές στο χιόνι, που δεν την ενθουσίαζε καθόλου η ιδέα να πάει και να ξαπλώσει από μόνη της. Χιονάγγελος. Η λέξη ήταν όμορφη, μολονότι σε τελική ανάλυση σήμαινε απλά το αποτύπωμα που άφηνε το σώμα της στο χιόνι. Φτερούγες που σχηματίζονταν από την κίνηση των χεριών. Ποδόγυρος που σχηματιζόταν από την κίνηση των ποδιών. Χιονάγγελος. Παλιά έκαναν χιονάγγελους με τη Ρόοσα σ’ όλη την αυλή. Μια φορά, πριν κοιμηθούν, η Ρόοσα της είχε πει ένα παραμύθι για ένα σμήνος αγγέλων που θα κατέβαινε το βράδυ στην αυλή να κοιμηθεί, μιας και είχαν φτιάξει για τον καθένα τους μια θέση ύπνου. Της είχε πει ότι θα ’μενε ξάγρυπνη μέχρι να δει να έρχονται αυτά τα όντα που εκπέμπουν φως. Η Χιονάτη την είχε βάλει να ορκιστεί ότι θα την ξυπνούσε και εκείνη. Η Ρόοσα της το είχε υποσχεθεί και της είχε κρατήσει το χέρι. Κι έτσι είχε αποκοιμηθεί με το χέρι της μέσα στο ζεστό χέρι της αδελφής της.


Από τα μάτια της Χιονάτης κυλούσαν δάκρυα που έφταναν μέχρι τ’ αυτιά της. Κάθε μέρα θυμόταν όλο και περισσότερα. Σαν να υπήρχε μέσα της ένα σεντούκι με πολλά πολλά κουτάκια, που άνοιγαν ένα ένα. Όλα αυτά τα κουτάκια που ήταν αμπαρωμένα για χρόνια. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κρυμμένο κορίτσι. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι που δεν υπήρχε. Τώρα η Ρόοσα δεν ήταν πια κρυμμένη. Και παρότι ήταν νεκρή, υπήρχε πάντα στις αναμνήσεις, στις φωτογραφίες, στις κουβέντες. Δεν είχε σβήσει, δεν είχε εξαφανιστεί. Της Χιονάτης της ήταν δύσκολο να κατανοήσει ότι της είχαν κρατήσει μυστική την ύπαρξη της αδελφής της. Ήταν παράξενο και απαίσιο. Ποτέ δε θ’ αποδεχόταν την απόφαση των γονιών της. Όταν πήραν αυτή την απόφαση ήταν σοκαρισμένοι, τα είχαν χαμένα από τη θλίψη. Πίστευαν ότι η Χιονάτη είχε όντως σκοτώσει τη Ρόοσα. Κατά λάθος βέβαια, μέσα στο παιχνίδι. Αυτό υποστήριζε η Γένικα στην κατάθεσή της, ενώ οι παιδοψυχολόγοι από τις συζητήσεις τους με το τρίχρονο κορίτσι


δεν είχαν καταφέρει να μάθουν κάτι που θα τους έπειθε για το αντίθετο. Επαναλάμβανε απλά ότι «έπαιζαν τον θάνατο». Οι γονείς της είχαν θεωρήσει ότι το βάρος μιας τέτοιας ενοχής θα ήταν αβάσταχτο για ένα παιδί και ήταν προτιμότερο να εξαφανίσουν το παρελθόν. Η Χιονάτη όμως πίστευε ότι μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η ανικανότητά τους να το αντιμετωπίσουν. Είχαν χάσει την κόρη τους και τους ήταν πιο εύκολο να θεωρήσουν ότι δεν την είχαν ποτέ. Απλά απωθούσαν την αλήθεια γιατί δεν την άντεχαν. Έτσι έφτιαξαν μια καινούρια οικογένεια με ένα παιδί και εξαφάνισαν όλα τα ίχνη της Ρόοσα. Μόνο τις φωτογραφίες είχαν κρατήσει, κρυμμένες στο κασελάκι που φύλαγαν παλιά τα κορίτσια τους θησαυρούς τους. Μετακόμισαν κι από το Τούρκου. Όρκισαν μάλιστα όλους τους συγγενείς να μη μιλήσουν ποτέ για τη Ρόοσα. Όρκος σιωπής. Σιωπηλή οικογένεια. Ήταν αδιανόητο που όλο αυτό το σκηνικό είχε αποτέλεσμα. Στην αρχή η Χιονάτη ρωτούσε για την αδελφή της, αλλά αφού δεν της απαντούσαν ή της έλεγαν πως δεν είχε ποτέ αδελφή, σταμάτησε. Οι γονείς της θεώρησαν ότι θα το ξεχνούσε,


γιατί τα παιδιά ξεχνούν εύκολα. Και όντως έτσι έγινε για πολλά χρόνια. Το παρελθόν όμως δεν μπορούσε να σβήσει εντελώς. Όλα τα πράγματα αφήνουν τα σημάδια τους στον άνθρωπο. Όλη αυτή η διαδικασία είχε κάνει τον πατέρα της να μην μπορεί να εργαστεί για ένα διάστημα. Είχε πάει μόνος του στην Πράγα για να σκεφτεί τι ήθελε να κάνει στη ζωή του. Οι γονείς της είχαν συζητήσει ακόμα και το διαζύγιο. Όλα αυτά η Χιονάτη τα ’μαθε εκ των υστέρων. Η οικογένεια είχε καταστραφεί οικονομικά, κι έτσι δεν είχε πια τη δυνατότητα να ζει σε τόσο μεγάλο και όμορφο σπίτι όπως αυτό στο Τούρκου. Έπαψαν επίσης να μιλούν ανοιχτά για θέματα σημαντικά. Μια οικογένεια σκέτο σκηνικό.

Παραμονή Χριστουγέννων, τέσσερις μέρες νωρίτερα. Η Χιονάτη καθόταν στον καναπέ με τα μάτια καρφωμένα στο τζάκι. Τώρα πάνω στη μετώπη του, εκτός από τη φωτογραφία


της μιας κόρης, βρισκόταν και μια άλλη με τα δύο κορίτσια μαζί. Έτσι όπως έπρεπε να είναι πάντα. Η μάνα της της έφερε ένα ποτήρι γκλογκ. Πριν από λίγο είχαν φάει το χριστουγεννιάτικο δείπνο. Έπειτα της άγγιξε με προσοχή τα μαλλιά. Αυτό το άγγιγμα έλεγε περισσότερα από κάθε μακρύ μονόλογο. Ήταν η συγγνώμη για όλα αυτά τα χρόνια που δεν είχε μπορέσει να είναι σωστή μάνα.

Άγια νύχτα, σε προσμένουν με χαρά οι Χριστιανοί. Και με πίστη αγρυπνούνε, τον Θεό δοξολογούνε. Ο πατέρας της σιγοτραγουδούσε κι αυτός. Η Χιονάτη πρόσεξε πως απ’ τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα.


Συνειδητοποίησε ότι ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε να κλαίει. Ή ίσως η πρώτη φορά που το θυμόταν. Ίσως ερχόταν κάποια στιγμή που σε μια ανάλογη περίπτωση η Χιονάτη θα σηκωνόταν από τον καναπέ, θα πλησίαζε την πολυθρόνα όπου καθόταν ο πατέρας της και θα του έκανε μια μεγάλη παρηγορητική αγκαλιά. Αλλά δεν ήταν ακόμη ώρα για τέτοια. Συνέχιζαν να είναι μια σιωπηλή οικογένεια. Η σιωπή χρόνων δεν αλλάζει σε δύο βδομάδες. Ωστόσο, τώρα η σιωπή ήταν διαφορετική, πιο ήρεμη και πιο ειλικρινής. Δεν ήταν πια βαριά και αποπνικτική. Δεν έκλεινε το στόμα ούτε έσφιγγε τον λαιμό, αλλά σου άφηνε το περιθώριο να αναπνεύσεις. Μέσα σ’ αυτήν εδώ τη σιωπή μπορούσες να μένεις ήρεμος και να πιστεύεις πως όταν έρθει η ώρα θα ’ρθουν και τα λόγια. Ευτυχώς, τη στιγμή που η Χιονάτη έπεσε από το παράθυρο, περνούσε από το σχολείο κάποιος που είχε βγάλει βόλτα τον σκύλο του. Αυτός τηλεφώνησε αμέσως στο ασθενοφόρο κι έτσι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Για καλή της τύχη δεν είχε σπάσει τίποτα, είχε μόνο μώλωπες και θλάσεις. Για μια βδομάδα είχε αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει κολάρο. Μικροπράγματα.


Όταν πήγαν στο νοσοκομείο οι γονείς της, η Χιονάτη τους τα είπε

όλα.

Ένα

κύμα

ανακούφισης

σάρωσε

τους

αποστειρωμένους τοίχους του νοσοκομειακού δωματίου όταν η μητέρα και ο πατέρας της κατάλαβαν ότι ο θάνατος της Ρόοσα ήταν ατύχημα. Επικοινώνησαν και με τη Γένικα που έπειτα από τόσα χρόνια ανακουφίστηκε λέγοντας την αλήθεια. Το ψέμα τη βάραινε κι αυτή. Ο θάνατος της Ρόοσα ήταν ένα τραγικό ατύχημα και δεν έφταιγε κανείς. Οι εικασίες δε θα την έφερναν πίσω. Η κατανόηση και η αποδοχή θα βοηθούσε όλους όσους είχε αγγίξει η τραγωδία. Κομμάτι κομμάτι, βήμα βήμα, θα μπορούσαν να κάνουν μέρος της ζωής και του εαυτού τους το παρελθόν που είχαν απωθήσει. Η Χιονάτη δοκίμασε τα μπαχαρικά στο ζεστό και γλυκό γκλογκ. Κανέλα, γαρύφαλλο, τζίντζερ. Παρατήρησε την αργή ονειρική κίνηση ενός στολιδιού που κρεμόταν από το ταβάνι. Έξω έριχνε χιόνι. Σύντομα θα τελείωνε ο δίσκος με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια και θα πήγαιναν για ύπνο. Ήταν σίγουρη πως ύστερα από πολύ καιρό θα κοιμόταν βαθιά, χωρίς εφιάλτες, απολύτως ασφαλής.


Η Χιονάτη συνέχισε να κάνει χιονάγγελους, τελειοποιώντας τις φτερούγες. Σκεφτόταν τον Χένρικ. Σκιά. Διώκτης. Άνθρωπος με εμμονές. Η παθιασμένη τρέλα του αποκαλύφθηκε σε όλη της την έκταση όταν τον συνέλαβαν. Όταν η Χιονάτη έπεσε από το παράθυρο, ο καθηγητής έφυγε από το σχολείο και γύρισε στο σπίτι του. Δύο ώρες αργότερα η αστυνομία μπήκε στο διαμέρισμά του. Τον βρήκαν αναίσθητο στο κρεβάτι. Είχε πάρει υπερβολική δόση υπνωτικών, ωστόσο κατάφεραν να τον σώσουν. Στο σπίτι του δε βρέθηκε αρχικά τίποτα ενοχοποιητικό, στη συνέχεια όμως διαπιστώθηκε ότι στην αποθήκη του, στη σοφίτα, είχε φτιάξει το «δωμάτιο της Χιονάτης», έχοντας καλύψει το συρματόπλεγμα ως επάνω με χαρτόνι, για να μη βλέπει κανείς μέσα. Όταν επιτέλους μπόρεσαν να τον ανακρίνουν, αποκαλύφθηκε ότι η εμμονή του με τη Χιονάτη είχε αρχίσει πριν από δύο χρόνια, όταν εκείνη πήγε στο λύκειο. Η γυναίκα με την οποία συζούσε τον είχε παρατήσει και η ψυχική του υγεία κλονίστηκε. Είχε προσέξει τη Χιονάτη γιατί διέφερε από τους άλλους


μαθητές και την ερωτεύτηκε. Άρχισε λοιπόν να συγκεντρώνει πληροφορίες για τη ζωή της. Ο Χένρικ ήταν απίστευτα υπομονετικός, επίμονος και ραδιούργος. Είχε μιλήσει με ανθρώπους που τη γνώριζαν στο γυμνάσιο. Κάποιοι παλιοί συμμαθητές της του μίλησαν για τον εκφοβισμό και τη βία που είχε βιώσει. Μετά έμαθε ποιοι ήταν οι τραμπούκοι και τι της έκαναν. Ήξερε να εντυπωσιάζει τους ανθρώπους. Ήταν ήρεμος, χαρισματικός και πειστικός. Παρουσιαζόταν πότε ως ψυχολόγος, όπως ήταν, πότε σαν δημοσιογράφος, πότε σαν υπεύθυνος της τάξης της Χιονάτης ή σαν θεραπευτής της, κι έτσι τον εμπιστεύονταν. Ανακάλυψε και τους συγγενείς της. Ένας ξάδελφος του πατέρα της, ο Ματς Άντερσον, του αποκάλυψε επιτέλους ένα βράδυ σ’ ένα μπαρ ότι η Χιονάτη είχε μια μεγαλύτερη αδελφή που είχε πεθάνει. Ο Χένρικ είχε χρησιμοποιήσει όλες τις ικανότητές του και τελικά είχε καταφέρει να πάρει στα χέρια του την αναφορά της αστυνομίας για τον θάνατο της Ρόοσα. Πάντα υπάρχει κάποιος που ξέρει. Η Φινλανδία είναι μικρή χώρα. Αν θέλεις να μάθεις κάτι, αρκεί να είσαι αποφασιστικός και πονηρός. Η ψυχοπάθεια του Χένρικ ήταν τέτοια, που τον


ωθούσε να χρησιμοποιεί την ευφυΐα και τη γοητεία του για την επίτευξη του στόχου του, όσο χρόνο κι αν του έπαιρνε. Όταν η Χιονάτη έκανε σχέση, ο Χένρικ αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί. Η εμμονή του πήρε τεράστιες διαστάσεις. Την ήθελε δική του με κάθε τρόπο. Ήθελε να μάθει τα πάντα γι’ αυτήν, να την έχει κτήμα του, να την εξουσιάζει με τη βοήθεια των γνώσεών του. Αυτό ήταν κομμάτι του άρρωστου παιχνιδιού εξουσίας που έπαιζε. Άρχισε λοιπόν να την κατασκοπεύει. Να την παρακολουθεί. Είχε γίνει η σκιά της. Μάθαινε την κάθε της κίνηση. Η πιο τολμηρή πράξη του ήταν όταν πήγε να μιλήσει στους γονείς της. Τους είχε πει ότι, εκτός από καθηγητής ψυχολογίας, ήταν και ο ψυχολόγος του σχολείου, και ότι η Χιονάτη είχε πάει μερικές φορές και του είχε μιλήσει για κάποιες σκοτεινές σκέψεις της. Τους είχε ορκίσει μάλιστα να μην της πουν τίποτα για την επίσκεψή του. Εκείνη τη φορά έκλεψε και το κλειδί από το κασελάκι. Την κρυψώνα του την είχε αποκαλύψει ο Ματς Άντερσον. Η Χιονάτη δεν ήξερε όλα αυτά που είχε κάνει ο Χένρικ. Και δεν ήθελε να τα ξέρει. Το σημαντικότερο ήταν πως εκείνος βρισκόταν στη φυλακή και δεν την κυνηγούσε πια.


Η πρεμιέρα του «Κόκκινου μήλου» αναβλήθηκε και τελικά το έργο παρουσιάστηκε μία μέρα πριν από τις διακοπές των Χριστουγέννων. Η Χιονάτη ήθελε να γίνει η παράσταση παρά τα όσα συνέβησαν. Έπαιξε τον ρόλο της φορώντας το κολάρο και τελικά η παράσταση ήταν ακόμα καλύτερη απ’ ό,τι μπορούσε κανείς να φανταστεί. Εκείνη η βραδιά ήταν πολύ σημαντική για τη Χιονάτη. Της έκανε καλό που όλα αυτά τα φρικιαστικά πράγματα που έγραφε ο Χένρικ δεν πραγματοποιήθηκαν. Ήταν μόνο η αρρωστημένη φαντασία του και ευτυχώς δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα.

Το χιόνι κάτω από την πλάτη της δεν το ένιωθε κρύο. Όχι ακόμη. Η Χιονάτη αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμα ξαπλωμένη κοιτάζοντας τον καθαρό έναστρο ουρανό από πάνω της, σκοτεινό και μακρινό, γεμάτο φωτεινές κουκκίδες. Δεν πίστευε ότι οι άνθρωποι γίνονται άγγελοι όταν πεθαίνουν. Δε θεωρούσε ότι η Ρόοσα θα την κοίταζε από το άπειρο και θα


την προστάτευε. Της ήταν δύσκολο να σκεφτεί ότι υπήρχε ζωή μετά τον θάνατο, τουλάχιστον όχι στην ίδια μορφή με την παρούσα ζωή. Η σκέψη δεν της φαινόταν άσχημη ούτε θλιβερή. Απλά έτσι ήταν. Η ανθρώπινη ζωή έχει συγκεκριμένη διάρκεια, έχει αρχή και τέλος. Και μέσα της χωρούν εκπληκτικά πολλά πράγματα. Κάθε ανάσα περιέχει περισσότερα απ’ ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Η Χιονάτη ήξερε ότι, αν η απόφασή της ήταν διαφορετική, θα βρισκόταν τώρα ξαπλωμένη στο χιόνι χέρι χέρι με τον Σάμψα. Κι αν η απόφασή της ήταν άλλη, θα βρισκόταν ξαπλωμένη στο χιόνι χέρι χέρι με τον Λίεκι. Τα χέρια της όμως ήταν άδεια. Ήταν μόνη. Είχε αναγκαστεί να πει στον Σάμψα ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Της άρεσε πραγματικά και περνούσε καλά μαζί του. Τον αγαπούσε με τον τρόπο της. Ωστόσο ο Σάμψα δεν είδε ποτέ βαθιά μέσα της, στις σκιές του δάσους της. Και δεν μπορούσε να δει, γιατί εκείνος δεν είχε σκιές. Ο δικός του κόσμος ήταν διαφορετικός, πιο φωτεινός.


Η Χιονάτη αναγκάστηκε να πει και στον Λίεκι ότι δεν μπορούσε να γυρίσει κοντά του. Τον είχε αγαπήσει και τον αγαπούσε ακόμη με πάθος. Ο Λίεκι την ήξερε και την καταλάβαινε πολύ καλά. Μπορούσε όμως και να την πληγώσει τόσο πολύ, ώστε δεν της περνούσε καν η σκέψη να το διακινδυνεύσει. Ωστόσο, ο σημαντικότερος λόγος που η Χιονάτη έπρεπε να αποχαιρετήσει και τον Σάμψα και τον Λίεκι ήταν πως δεν εμπιστευόταν εντελώς κανέναν από τους δύο. Της είχε περάσει από το μυαλό πως ένας από αυτούς ήταν ο διώκτης της. Μολονότι ήταν μόνο για μια φευγαλέα στιγμή στο Σαρκανίεμι και μολονότι οι υποψίες της τελικά διαλύθηκαν. Αυτό όμως έδειχνε ότι δεν τους εμπιστευόταν με όλη της την καρδιά. Πώς μπορούσε να είναι με έναν τέτοιον άνθρωπο, να τον κοιτάζει στα μάτια; Με έναν άνθρωπο που είχε φανταστεί έστω και για μια στιγμή ότι ήταν ικανός για τόσο μεγάλο κακό, για τόση σκληράδα; Κανένας δεν πρέπει να είναι με κάποιον άνθρωπο για τον οποίο είχε τέτοιες υποψίες. Τα δάκρυά της συνέχιζαν να τρέχουν και η Χιονάτη τ’ άφηνε να κυλούν ελεύθερα.


Έκλαιγε για πολλά πράγματα συγχρόνως. Για τη νεκρή αδελφή της που δεν είχε μπορέσει να την κλάψει τόσα χρόνια. Για την οικογένειά της που δε θα γινόταν ποτέ μια ζεστή, εμπιστευτική και σφιχτή αγκαλιά, όπως πρέπει να είναι μια καλή οικογένεια. Για την ευτυχία και την αγάπη που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. Γιατί ήταν μόνη. Ο έναστρος ουρανός τής φάνηκε ξαφνικά πολύ κοντινός. Το φως των μακρινών ήλιων ήταν πιο λαμπερό και παρηγορητικό. Το σύμπαν ήταν τεράστιο. Τα δάκρυά της σταμάτησαν. Ξαφνικά ένιωσε καλύτερα. Ένιωσε τόσο μικρή δίπλα στην απεραντοσύνη του κόσμου. Τελικά σ’ αυτό το σύμπαν τα πάντα ήταν μόνα αλλά τίποτα δεν ήταν μόνο του. Όλα αποτελούνταν από τα ίδια αρχέγονα στοιχεία. Η Χιονάτη ήταν το ίδιο δυνατή και το ίδιο αδύναμη με τα βράχια και τα κύματα και τα καλάμια, το γρασίδι και τα σάπια φύλλα, τον καυτό πυρήνα του ήλιου και το ψύχος του διαστήματος.


Ήταν το ίδιο πολυεπίπεδη και με πολλές διακλαδώσεις, όπως τα πανάρχαια παραμύθια. Που είχαν αρχίσει πολύ πριν τη φράση «μια φορά κι έναν καιρό» και θα συνεχίζονταν και για πολύ μετά τη φράση «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν υπήρχε μόνο μία φορά. Όλες οι ιστορίες επαναλαμβάνονταν αλλάζοντας μορφή. Και κανένας δεν έζησε ευτυχισμένος όλη του ζωή. Ή δυστυχισμένος. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι και δυστυχισμένοι σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και άλλες φορές και τα δύο μαζί. Αυτό ήταν το σύμπαν της Χιονάτης. Στο σκοτάδι και στο φως του χωρούσαν το πάθος και ο φόβος, η απελπισία και η χαρά. Ο αέρας του γέμιζε οξύς τα πνευμόνια της. Στην αγκαλιά του έναστρου ουρανού ένιωσε να ολοκληρώνεται. Έγινε πιο πολύ ο εαυτός της. Ήταν ελεύθερη. Πίεσε την παλάμη της πάνω στο χιονισμένο έδαφος κι ευχήθηκε να μπορούσε να γίνει ένα με τις νιφάδες του χιονιού που μόλις είχαν πέσει. Ένας ελαφρύς νυχτερινός αέρας φυσούσε πάνω από το πάρκο και κουνούσε τα μαύρα κλαδιά των δέντρων και τις σκιές τους πάνω στο χιόνι.


Ο κόσμος γύρω από τη Χιονάτη αναστέναζε και η καρδιά του χτυπούσε σε έναν και μοναδικό παλμό. Τον παλμό της.


ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΡΙΑΣ

Ουίλιαμ Σέξπιρ, Μακμπέθ, πράξη Ε΄, σκηνή V. Μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, Εξάντας 1999. Άστρα που μας οδηγούν τον δρόμο να βρούμε, / θα γίνουν οι καθαρές σου φλόγες, σεπτή ιέρεια. / Όνειρα με ψιθύρισμα φτερού μάς προαγγέλλουν το θαύμα, / άναψε τα λευκά κεριά, Αγία Λουτσία.

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 3  

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 3

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 3  

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 3

Advertisement