Page 1


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ βιβλία για νέους Πρώτη έκδοση Απρίλιος 2014

Tίτλος πρωτοτύπου Salla Simukka, Punainen kuin veri, Kustannusosakeyhtiö Tammi

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Θοδωρής Τσώλης ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ Ιωάννα Γιουντέρη

ISBN 978-960-566-659-0

© 2013, Salla Simukka (για το κείμενο) © 2013, Εκδόσεις ΜΕΤAΙΧΜΙO (για την ελληνική γλώσσα) Κατόπιν συμφωνίας με τον εκδοτικό οίκο Tammi και το πρακτορείο Elina Ahlback Literary, Helsinki, Finland.

Η μετάφραση έγινε με την επιχορήγηση του

Eκδόσεις ΜΕΤAΙΧΜΙO Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500, fax: 211 3003562 http://www.metaixmio.gr • e-mail: metaixmio@metaixmio.gr

Κεντρική διάθεση: Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562


Bιβλιοπωλεία ΜΕΤAΙΧΜΙO Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα, τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562 Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Οξυγόνο, Ολύμπου 81, 546 31 Θεσσαλονίκη τηλ.: 2310 260085


ΣΑΛΑ ΣΙΜΟΥΚΑ

Κόκκινη σαν το αίµα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Μαρία Μαρτζούκου


Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στο καταχείμωνο, την ώρα που μεγάλες νιφάδες χιον ιού ελαφριές σαν πούπουλα έπεφταν από τον ουρανό, μια βασίλισσα καθόταν και κεντούσε στο παράθυρο του παλατιού της, που ήταν φτιαγμένο από μαύρο έβενο. Καθώς κεντούσε και κοιτούσε από το παράθυρο, τρύπησε με τη βελόνα το δάχτυλό της και τρεις σταγόνες αίμα έπεσαν στο χιόνι. Το κόκκινο αίμα έμοιαζε τόσο όμορφο πάνω στο χιόνι και τότε η βασίλ ισσα σκέφτηκε: «Αχ και να ’χα ένα παιδί με δέρμα άσπρο σαν το χιόνι, με χείλη κόκκινα σαν το αίμα και µαλλιά µαύρα σαν τον έβενο!» Από τη «Χιονάτη», των αδελφών Γκριµ


1

Το χιόνι έλαμπε κάτασπρο. Εδώ και δεκαπέντε λεπτά πάνω στο παλιό χιόνι είχε πέσει καινούριο, καθαρό και απαλό. Εδώ και δεκαπέντε λεπτά όλα ήταν ακόμη πιθανά. Ο κόσμος φαινόταν όμορφος και το μέλλον τρεμόπαιζε κάπου μπροστά, πιο φωτεινό, πιο ήρεμο, πιο ελεύθερο. Το μέλλον που για χάρη του άξιζε να πάρει κανείς μεγάλο ρίσκο, να τα ποντάρει όλα σ’ ένα φύλλο, να προσπαθήσει να ξεφύγει µια και καλή. Δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα είχε πέσει χιόνι ανάλαφρο και είχε σκεπάσει το παλιό σαν λεπτό πουπουλένιο πάπλωμα. Έπειτα είχε σταματήσει έτσι ξαφνικά όπως είχε αρχίσει κι ανάμεσα από τα σύννεφα είχε ξεπεταχτεί μια ηλιαχτίδα. Τόσο όμορφη μέρα δεν είχε ξαναφανεί όλο τον χειμώνα. Σιγά σιγά όλο και περισσότερο κόκκινο έσμιγε με το λευκό, απλωνόταν, κυριαρχούσε παντού, γλιστρούσε πάνω στις πεσμένες νιφάδες και τις έβαφε. Μικρές κόκκινες κηλίδες είχαν ξεφυτρώσει και πιο μακριά, πάνω στο στρωμένο χιόνι. Το κόκκινο ήταν τόσο έντονο, που αν είχε φωνή θα διαλαλούσε την πορφυρότητά του. Η Νατάλια Σμιρνόβα κάρφωσε τα καστανά μάτια της πάνω στις κόκκινες κηλίδες του χιονιού χωρίς να βλέπει τίποτα. Δε σκεφτόταν τίποτα. Δεν ήλπιζε τίποτα. Δε φοβόταν τίποτα. Δέκα λεπτά νωρίτερα η Νατάλια ήλπιζε και φοβόταν περισσότερο από ποτέ στη ζωή της. Με τρεμάμενα χέρια είχε


χώσει τα χαρτονομίσματα στη γνήσια Louis Vuitton τσάντα της. Όλη την ώρα προσπαθούσε ν’ αφουγκραστεί ακόμα και το παραμικρό τρίξιμο. Προσπαθούσε να ηρεμήσει και να πείσει τον εαυτό της πως δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχεί. Αφού τα είχε προσχεδιάσει όλα. Συγχρόνως όμως ήξερε πως κανένα σχέδιο δεν είναι απολύτως σίγουρο. Ολόκληρη η κατασκευή, που την είχε μελετήσει προσεκτικά για μήνες, θα μπορούσε να καταρρεύσει και να καταστραφεί µε την παραµικρή ώθηση. Στην τσάντα της είχε ένα διαβατήριο κι ένα αεροπορικό εισιτήριο για τη Μόσχα. Τίποτα άλλο δε θα ’παιρνε μαζί της. Στο αεροδρόμιο της Μόσχας θα την περίμενε ο αδελφός της μ’ ένα νοικιασµένο αυτοκίνητο. Ο αδελφός της θα την έπαιρνε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στο εξοχικό, που την ύπαρξή του ήξεραν μόνο λίγοι. Εκεί βρίσκονταν η μητέρα της και η τρίχρονη Όλγα, η μικρή της κόρη, που είχε πάνω από έναν χρόνο να τη δει. Άραγε θα τη θυμόταν ακόμη; Εκεί, στο εξοχικό, όπου έπρεπε να μείνουν κρυμμένες για έναν ή δύο μήνες, θα είχαν τον χρόνο να γνωριστούν ξανά. Μέχρι να σιγουρευτεί ότι θα είναι ασφαλής. Μέχρι να την ξεχάσουν. Η Νατάλια είχε φιμώσει εκείνη τη φωνή που της έλεγε ότι δε θα την ξεχνούσαν. Ότι δε θα την άφηναν να εξαφανιστεί. Είχε πείσει τον εαυτό της ότι δεν ήταν τόσο σημαντική και ότι στη θέση της θα ’φερναν στη στιγμή κάποια άλλη. Δε θα ’μπαιναν καν στον κόπο να την ψάξουν. Σ’ αυτή τη δουλειά από καιρό σε καιρό όλο και κάποιος χανόταν. Και μαζί του χάνονταν και λεφτά. Ήταν μέσα στο ρίσκο της επιχείρησης, αναπόφευκτη απώλεια, όπως τα φρούτα που σαπίζουν σ’ ένα μανάβικο και πρέπει να πεταχτούν στα σκουπίδια. Η Νατάλια δεν είχε μετρήσει τα χρήματα. Απλά είχε χώσει στην τσάντα της όσο πιο πολλά μπορούσε. Ένα μέρος από τα χαρτονομίσματα είχαν τσαλακωθεί, αλλά δεν πείραζε. Ένα


τσαλακωμένο χαρτονόμισμα των πεντακοσίων ευρώ είχε την ίδια αξία μ’ ένα κολλαριστό. Μ’ αυτά τα χρήματα θα μπορούσε ν’ αγοράσει τρόφιμα για τρεις μήνες, ακόμα και για τέσσερις αν ήταν προσεκτική και οικονόμα όσο έπρεπε. Θα μπορούσε να εξαγοράσει τη σιωπή ενός ατόμου για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Πεντακόσια ευρώ ήταν το αντίτιμο της σιωπής αρκετών ανθρώπων. Η Νατάλια Σμιρνόβα, είκοσι χρονών, ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα στο χιόνι, με το μάγουλο παγωμένο. Δεν ένιωθε το κρύο στο δέρμα της. Δεν ένιωθε την παγωνιά των μείον είκοσι πέντε βαθµών στα γυµνά αυτιά της.

Ξένη η χώρα και κρύα η άνοιξη, κρυώνεις, Νατάλια…1

Ο άντρας τής είχε τραγουδήσει το τραγούδι με τραχιά παράφωνη φωνή. Δεν της άρεσε. Η Νατάλια του τραγουδιού ήταν από την Ουκρανία, αυτή ήταν από τη Ρωσία. Της άρεσε όμως που ο άντρας τής τραγούδησε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Είχε προσπαθήσει να μην ακούει τις λέξεις και ευτυχώς τα είχε καταφέρει σχετικά εύκολα. Ήξερε λίγα φινλανδικά, καταλάβαινε περισσότερα απ’ όσα μιλούσε · όταν όμως σταματούσε η ένταση και η σκέψη της χαλάρωνε, οι ξένες λέξεις γίνονταν μια μάζα, έχαναν τη σημασία τους, ήταν απλοί συνδυασμοί ήχων που έβγαιναν από το στόμα του άντρα και βούιζαν πάνω στον λαιμό της. Πέντε λεπτά νωρίτερα η Νατάλια είχε φέρει στο μυαλό της τον άντρα και τα αδέξια χέρια του. Να του έλειπε άραγε; Λίγο, ίσως. Ελάχιστα. Όχι όμως αρκετά, γιατί ο άντρας δεν την αγαπούσε πραγματικά. Αν την αγαπούσε, θα είχε διευθετήσει τις υποθέσεις της όπως της είχε υποσχεθεί τόσες φορές. Τώρα


ήταν αναγκασµένη να τις φροντίσει µόνη της. Δύο λεπτά νωρίτερα η Νατάλια είχε κλείσει την τσάντα της. Ήταν φουσκωμένη από τα χαρτονομίσματα. Είχε καλύψει στα γρήγορα τα ίχνη της και είχε ρίξει μια ματιά στον καθρέφτη της εισόδου. Ξανθά βαμμένα μαλλιά, καστανά μάτια, λεπτά φρύδια και χείλη κόκκινα λαμπερά. Ήταν χλωμή. Κάτω από τα μάτια είχε μαύρους κύκλους από την αϋπνία. Έφευγε. Είχε γευτεί την ελευθερία και τον φόβο. Είχαν τη γεύση του σίδερου. Δύο λεπτά νωρίτερα είχε καρφώσει τα μάτια στο είδωλό της στον καθρέφτη και είχε σηκώσει το πιγούνι της. Θ’ άρπαζε την ευκαιρία από τα µαλλιά. Ύστερα η Νατάλια είχε ακούσει το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά. Είχε παγώσει στη θέση της. Είχε ξεχωρίσει τα βήματα ενός, έπειτα άλλου, κι άλλου. Το τρίο. Ερχόταν το τρίο. Κι αυτή δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να το σκάσει. Ένα λεπτό νωρίτερα η Νατάλια είχε ορμήσει στην πόρτα της βεράντας μέσα από την κουζίνα. Είχε ψηλαφίσει το μάνταλο. Τα χέρια της έτρεμαν τόσο, που δεν μπορούσε ν’ ανοίξει. Έπειτα όμως η πόρτα άνοιξε σαν από θαύμα και τρέχοντας διέσχισε τη χιονισμένη βεράντα και συνέχισε στην αυλή. Οι δερμάτινες μπότες της βυθίστηκαν στο χιόνι, αλλά αυτή προχώρησε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Δεν είχε ακούσει τίποτα. Για μια στιγμή είχε σκεφτεί ότι μπορεί και να τα καταφέρει, να πετύχει, να ξεφύγει και να νικήσει. Τριάντα δευτερόλεπτα νωρίτερα είχε ακουστεί ο πνιχτός κρότος ενός όπλου εφοδιασμένου με σιγαστήρα και η σφαίρα είχε διαπεράσει το παλτό της Νατάλια, είχε περάσει ξυστά από τη σπονδυλική της στήλη, είχε ξεσκίσει τα εντόσθιά της και τέλος το χερούλι της τσάντας Louis Vuitton που έσφιγγε πάνω στην κοιλιά της. Κι εκείνη είχε πέσει πάνω στο καθαρό, ανέγγιχτο χιόνι. Μια κόκκινη λίμνη απλώθηκε κάτω από το κορμί της και καταβρόχθισε το λευκό ολόγυρά της. Το κόκκινο ήταν ακόμη


λαίμαργο και ζεστό, κρύωνε όμως γρήγορα. Βαριά βήματα πλησίασαν τη Νατάλια Σμιρνόβα που ήταν ξαπλωμένη στο χιόνι. Εκείνη δεν τα άκουσε.


2

Στην πόρτα έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο. Ο καθένας προσπαθούσε να περάσει πρώτος. «Κάντε λίγο χώρο να βάλω το κλειδί στην τρύπα». «Τίποτα δε θα καταφέρεις να βάλεις στην τρύπα». Γέλια, «σσσς, σσσς», έπειτα κι άλλα γέλια. «Μια στιγμή. Έτσι πάει. Εδώ πάει το κλειδί. Και γυρίζει αργά αργά. Πολύ αργά. Ουάου. Δεν το χωράει το μυαλό μου. Συνειδητοποιείτε ότι με μία στροφή του κλειδιού η κλειδαριά ανοίγει; Ότι κάποιος κάποτε ανακάλυψε αυτό το σύστημα; Κι αν θέλετε τη γνώμη μου, αυτό είναι το δέκατο τρίτο θαύμα του κόσµου». «Βούλωσ’ το τώρα κι άνοιξε την πόρτα». Το τρίο άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ο ένας παραλίγο να πέσει. Η άλλη άρχισε να βγάζει μικρές στριγκλιές κι έπειτα, ακούγοντας τη φωνή της ν’ αντηχεί στον τεράστιο άδειο χώρο, έβαλε τα γέλια. Ο τρίτος προσπάθησε να θυμηθεί τον κωδικό του συναγερµού και πληκτρολόγησε τον αριθµό. «Ένα… εφτά… τρία… δύο. Σωστό είναι, ρε πούστη μου! Αυτό είναι το δέκατο τέταρτο θαύμα του κόσμου. Να πατάς τα νούμερα και να κλείνεις τον συναγερμό. Τώρα ξέρω τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, ρε πούστη! Κλειδαράς. Επάγγελμα δεν είναι; Να κάνεις κλειδαριές. Ή φύλακας».


Οι άλλοι δεν τον άκουγαν. Έτρεχαν στους άδειους σκοτεινούς διαδρόμους φωνάζοντας και γελώντας. Έτρεξε κι αυτός ξωπίσω τους. Το γέλιο αντηχούσε στους τοίχους, περιπλανιόταν πάνω στις σκάλες. «Είµαστε γαµάτοι!» Γαµάτοι. Φευγάτοι. Γάτοι. Πάτοι. «Και πλούσιοι, ρε γαµώτο!» Έπεσαν επίτηδες ο ένας πάνω στον άλλο και βρέθηκαν όλοι µαζί στο πάτωµα. Στριφογύριζαν και χασκογελούσαν, έκαναν τα αγάλματα σαν να ήταν ξαπλωμένοι στο χιόνι. Έπειτα ο ένας θυµήθηκε: «Είµαστε πλούσιοι, αλλά τα λεφτά µας είναι βρόµικα». «Ακριβώς. Dirrrty money». «Στον σκοτεινό θάλαµο πηγαίναµε. Γι’ αυτό ήρθαµε εδώ». Μακάρι να θυμόταν πια τι είχε γίνει. Τα γεγονότα ήταν θολά, μεμονωμένες εικόνες έρχονταν στο μυαλό του. Κάποιος ξερνούσε. Κάποιοι κολυμπούσαν γυμνοί στην πισίνα. Μια πόρτα κλειδωμένη που δεν έπρεπε. Ένα σπασμένο κρυστάλλινο βάζο και τα θρύψαλα. Κάποιος τα πάτησε κι έκοψε το πόδι του. Αίμα. Μουσική στη διαπασών. Oops, I did it again. Το ξεχασμένο χιτ, που ήθελαν να το παίζουν ξανά και ξανά. I played with your heart, got lost in a game. Κάποιος έκλαιγε απαρηγόρητα, με λυγμούς, δεν ήθελε βοήθεια. Το πάτωμα γλιστρούσε από το χυµένο ρούµι. Μύριζε έντονα και γλυκερά συγχρόνως. Οι μνήμες του αρνούνταν να μπούνε σε μια λογική σειρά. Ποιος είχε φέρει τη σακούλα; Πότε; Ποιος την είχε ανοίξει, είχε χώσει μέσα το χέρι του κι έπειτα είχε γλείψει τα δάχτυλά του; Πότε κατάλαβαν; Χρειαζόταν κάτι. Τώρα. Αµέσως. «Έµεινε τίποτα; Θέλω λίγο ακόµα». «Εγώ τα ’χω». Τρία κουμπιά. Ένα για τον καθένα. Έβαλαν τα χάπια και οι τρεις µαζί στο στόµα τους και τ’ άφησαν να λιώσουν.


«Δουλεύει, ρε, δουλεύει. Ω, γιες! Μια χαρά δουλεύει». Στον σκοτεινό θάλαμο. Σκοτάδι. Έπειτα ο ένας άναψε το φως. «Γενηθήτω φως. Και εγένετο φως». Η σακούλα στο τραπέζι. Ανοιχτή. «Βροµάνε, ρε γαµώτο». «Τα λεφτά δε βροµάνε. Τα λεφτά ευωδιάζουν». «Είναι πάρα πολλά». «Θα τα µοιράσουµε στα τρία ακριβώς». «Είναι υπέροχο! Δε μου ’χει ξανασυμβεί. Σας λατρεύω. Λατρεύω όλο τον κόσµο». «Μην αρχίσεις τώρα τα φιλιά. Δεν µπορώ να συγκεντρωθώ και θέλω να το κάνω». «Μπορούµε να το κάνουµε εδώ». «Όχι τώρα εδώ µέσα. Έχουµε µπουγάδα». Νερό στο σκαφάκι. Τα χαρτονομίσματα μέσα. Κι έπειτα κρεµασµένα ένα ένα να στεγνώσουν. «Αυτό λέω εγώ ξέπλυµα, αληθινό ξέπλυµα χρηµάτων».


3

«Ξύπνα! Ξύπνα! Σήκω! Στη θέση σου δε θα τολμούσα να ξανακλείσω τα µάτια µου!» Ο βρυχηθμός έσπασε τα τύμπανα της Χιονάτης Άντερσον. Η φωνή τής ήταν δυστυχώς γνωστή. Ήταν η δική της. Την είχε καταγράψει στο ξυπνητήρι του κινητού θεωρώντας πως έτσι θα σηκωνόταν πιο εύκολα απ’ το ζεστό της κρεβάτι. Το κόλπο δούλευε. Δεν ξανακοιµόταν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της μισοναρκωμένη κι έριξε μια ματιά στο ημερολόγιο που κρεμόταν στον τοίχο. Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου. Δίσεκτη μέρα. Η πιο άχρηστη μέρα του κόσμου. Γιατί να μην είναι διεθνής αργία; Έτσι κι αλλιώς ήταν μια επιπλέον μέρα. Κανένας δε χρειαζόταν να κάνει κάτι ουσιαστικό και παραγωγικό. Έχωσε τα πόδια στις μαλακές γαλάζιες παντόφλες της και σύρθηκε ως την κουζίνα. Έβαλε στην καφετιέρα νερό και καφέ. Δύσκολα θα στεκόταν όρθια χωρίς έναν δυνατό εσπρέσο. Ήταν πάρα πολύ σκοτεινά ακόμη, πολύ σκοτεινά για να ’χει ξυπνήσει. Παρότι όλα τριγύρω ήταν χιονισμένα, δε φώτιζε ιδιαίτερα. Το σκοτάδι δε θα εγκατέλειπε τόσο νωρίς τη χώρα, θα την αγκάλιαζε ασφυκτικά ως τον Μάρτη. Μισούσε αυτή την περίοδο του χειμώνα. Το χιόνι και το κρύο. Πολύ χιόνι, πολύ κρύο… Η άνοιξη αργούσε ακόμη. Ο


χειμώνας συνεχιζόταν και συνεχιζόταν, καμιά ελπίδα πως θα τελείωνε, τα πάγωνε όλα αργά και βαρετά. Μέσα κρύωνε, έξω κρύωνε, στο σχολείο κρύωνε. Ήταν παράδοξο, αλλά υπήρχαν στιγμές που ένιωθε ότι μόνο σε μια τρύπα στον πάγο δε θα κρύωνε, όμως δεν μπορούσε να περάσει εκεί όλες τις μέρες της. Φόρεσε ένα μεγάλο γκρι μάλλινο πουλόβερ κι έβαλε καφέ στο φλιτζάνι. Κάθισε να τον πιει στο μοναδικό δωμάτιο της γκαρσονιέρας που ήταν δεκαεφτά ολόκληρα βασιλικά τετραγωνικά. Χώθηκε στη φθαρμένη πολυθρόνα και προσπάθησε να ζεσταθεί. Το παράθυρο έμπαζε, μολονότι το φθινόπωρο είχε προσθέσει κι άλλη µονωτική ταινία. Ο καφές είχε τη γεύση καφέ. Αυτό ακριβώς ήθελε. Σιχαινόταν όλους αυτούς τους παράξενους καφέδες με φουντουκοσοκολατοβανίλιες. Ο καφές σκέτος και δυνατός, τα σύκα σύκα και η σκάφη σκάφη. Η μητέρα της είχε σοκαριστεί πάλι την τελευταία φορά που είχε πάει να τη δει. «Δε θέλεις να το σουλουπώσεις λίγο αυτό το αχούρι; Να δείχνει σπίτι;» Η Χιονάτη δεν ήθελε. Ενάμιση χρόνο έμενε σ’ αυτό το σπίτι. Δεν είχε τίποτα άλλο από ένα παχύ στρώμα στο πάτωμα για κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα λάπτοπ και την πολυθρόνα. Τους πρώτους μήνες η μάνα της ήθελε να της αγοράσουν κρεβάτι και βιβλιοθήκη, αλλά εκείνη αρνήθηκε την προσφορά κατηγορηματικά. Τα βιβλία βρίσκονταν στοίβες στο πάτωμα. Το μοναδικό διακοσμητικό στοιχείο ήταν ένα ασπρόμαυρο ημερολόγιο τοίχου με Μούμιντρολ. Γιατί να χάσει τον καιρό της φτιάχνοντας μια «φωλιά»; Δε γούσταρε να παίξει το «Άλλαξέ το». Σ’ αυτό το διαμέρισμα θα έμενε μόνο όσο πήγαινε στο λύκειο. Δεν ήταν το σπίτι της με την έννοια πως θα ζούσε εκεί για πολλά χρόνια. Μόλις τέλειωνε το λύκειο, θα ήταν ελεύθερη να πάει όπου ήθελε χωρίς να της λείπει κανείς και τίποτα. Σπίτι της δεν ήταν ούτε αυτό στο Ριιχιµάκι, στους γονείς της. Τελευταία ένιωθε εντελώς ξένη εκεί πέρα. Τα έπιπλα και τα


αντικείμενα της θύμιζαν καταστάσεις που προτιμούσε να ξεχάσει. Τις θυμόταν όμως, έρχονταν στον ύπνο και στους εφιάλτες της αρκετά συχνά. Οι γονείς της είχαν αντιδράσει πολύ αντιφατικά στην απόφασή της να φύγει από το σπίτι. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε ότι ήταν ανακουφισμένοι. Είναι αλήθεια ότι η ατμόσφαιρα εκεί ήταν συχνά τεταμένη, όμως πάντα έτσι ήταν. Τουλάχιστον όσο θυμόταν η Χιονάτη. Ποτέ δεν είχε καταλάβει τι ήταν αυτό που προκαλούσε την ένταση, αφού η μάνα και ο πατέρας της δεν είχαν μεταξύ τους ορατές διαφορές κι εκείνη δεν τους είχε υψώσει ποτέ τη φωνή. Καθώς πλησίαζε η µέρα που θα ’φευγε, οι γονείς της την αγκάλιαζαν πολύ, πράγμα παράξενο και ενοχλητικό. Δεν τα συνήθιζαν αυτά στην οικογένειά τους. Μετά τις αγκαλιές, η µάνα έπαιρνε το πρόσωπο της Χιονάτης στα χέρια της και την κοίταζε εξεταστικά και παράξενα για πολλή ώρα. «Μόνο εσένα έχουµε, µόνο εσένα». Η μητέρα της επαναλάμβανε τη φράση έτοιμη να βάλει τα κλάματα από στιγμή σε στιγμή. Η Χιονάτη είχε αρχίσει να ενοχλείται. Όταν επιτέλους κατάφερε να μεταφέρει τα πράγματά της στο Τάμπερε με τη βοήθεια των γονιών της κι έκλεισε για πρώτη φορά την πόρτα πίσω τους, ένιωσε σαν να είχε πέσει από τους ώμους της ένα βαρύ φορτίο, που δεν ήξερε καν ότι κουβαλούσε. «Είσαι σίγουρη πως θα τα καταφέρεις;» ρωτούσε πάντα η µάνα της. Ο πατέρας της όμως ήταν πιο πρακτικός. «Flickan blir snart myndig. Hon m åste ju klara sig».2 Και η Χιονάτη τα κατάφερνε. Κάθε µέρα και καλύτερα. Εκείνο το πρωί από τον καθρέφτη του μπάνιου την κοίταξε ένα κουρασμένο κορίτσι. Η καφεΐνη αργούσε πολύ να δράσει. Έπλυνε το πρόσωπό της με κρύο νερό και μάζεψε τα καστανά


μαλλιά της αλογοουρά. Οι γονείς της της είχαν φορτώσει ένα όνομα που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Τα μαλλιά της δεν ήταν μαύρα, το δέρμα της δεν ήταν λευκό, τα χείλη της δεν ήταν κόκκινα έτσι που να τραβούν την προσοχή. Θα μπορούσε να βάψει τα μαλλιά της και να μακιγιαριστεί, ώστε το είδωλό της να ανταποκρίνεται στο όνομα, αλλά δεν έβλεπε τον λόγο. Αυτό που έβλεπε στον καθρέφτη τής άρεσε και οι απόψεις των άλλων δεν είχαν καµία σηµασία. Η Χιονάτη σκέφτηκε για τρία λεπτά τι να φορέσει για να πάει στο σχολείο. Τελικά αποφάσισε να κρατήσει το γκρι πουλόβερ που φορούσε ήδη κι έβαλε το τζιν της. Μπότες, μαύρο μάλλινο παλτό από πάνω, πράσινο κασκόλ και γάντια, γκρι σκούφο. Σακίδιο µάρκας Fjällräven στην πλάτη. Πεινούσε. Το ψυγείο δεν είχε φως. Η λάμπα είχε καεί εδώ και δυο βδομάδες και δεν είχε το κουράγιο να την αλλάξει. Έπρεπε ν’ αγοράσει ένα σάντουιτς από την καντίνα του σχολείου, µπορεί και δύο. Και οπωσδήποτε κι άλλο καφέ.

Στην είσοδο του σχολείου η γνωστή στιγμιαία αναταραχή. Όλοι βιάζονταν και ήθελαν να κάνουν το νούμερό τους. Πανέξυπνοι και εξαιρετικά δημιουργικοί μαθητές ενός καλλιτεχνικού λυκείου! Η Χιονάτη ήξερε πως η σκέψη της ήταν υπερβολικά κακοήθης, αλλά κάποια πρωινά τής ήταν πολύ δύσκολο να ανεχτεί όλα αυτά τα πολύχρωμα ρούχα, τις δραματικές χειρονομίες και τις εκκεντρικότητες που ακολουθούσαν κάποια σιωπηρή συμφωνία. Αλλά κάτω από τον εκνευρισμό της υπέβοσκε η ευγνωμοσύνη που μπορούσε να πάει σ’ αυτό το σχολείο. Δε χρειαζόταν να μένει πια στο Ριιχιμάκι. Είχε ζητήσει να πάει στο καλλιτεχνικό λύκειο για να φύγει από εκεί. Αλλιώς οι γονείς της δύσκολα θα της επέτρεπαν να μείνει μόνη στο Τάμπερε. Μια θέση στο καλλιτεχνικό σχολείο ήταν πολύ καλός λόγος. Τους πρώτους μήνες η Χιονάτη είχε την


εντύπωση πως βρισκόταν στον παράδεισο. Τα συναισθήματα όμως είχαν αρχίσει σιγά σιγά να αμβλύνονται όταν η σχολική ζωή έγινε καθημερινότητα, και πίσω από τα χαρούμενα χαμόγελα είχε αρχίσει να βλέπει πολλή ζήλια, υποκρισία, επίδειξη, αυτοπροβολή και αβεβαιότητα. Εκτός από την αναταραχή, μέσα στο κτίριο είχε ευτυχώς και ζέστη, που έκανε τα κρύα άκρα της να ξαναζωντανέψουν. Ήξερε ότι πολύ σύντομα, καθώς το αίμα θ’ άρχιζε να κυκλοφορεί, θα ’νιωθε τα πόδια και τα χέρια της να μυρμηγκιάζουν. Έπρεπε να είχε φορέσει δύο ζευγάρια κάλτσες. Πέταξε το παλτό της στην κρεμάστρα κι ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες που οδηγούσαν στην καντίνα και το κυλικείο. «Σάντουιτς με λαχανικά ή σκέτο ψωμί;» ρώτησε η μαγείρισσα όταν την είδε. «Καλύτερα και τα δύο» απάντησε. «Κι έναν διπλό καφέ». «Και να μην αφήσω χώρο για γάλα» είπε γελώντας η µαγείρισσα και γέµισε το χάρτινο ποτήρι ως επάνω. Η Χιονάτη κάθισε σ’ ένα τραπέζι και άφησε τη ζεστασιά να καταλάβει σιγά σιγά τα μέλη της. Οχ, οχ, οχ! Το μυρμήγκιασμα δεν μπορούσε να το αποφύγει. Κράτησε για λίγο τα χέρια της πάνω στο χάρτινο ποτήρι κι έπειτα δάγκωσε το ψωμί. Το σάντουιτς ήταν μεγάλο και καλό. Η ντομάτα ώριμη και η πάπρικα τραγανή. Η Χιονάτη ήταν παράξενη χορτοφάγος. Δεν αγόραζε κρέας με δικά της λεφτά. Αν το αγόραζαν και το μαγείρευαν οι άλλοι, το έτρωγε. Ίσως ήταν υποκρισία, ήταν όµως πρακτικό. Στο διπλανό τραπέζι όρμησαν τρία κορίτσια. Τα ξανθά μαλλιά ανέμισαν. Τα κοντά μαύρα ανασηκώθηκαν με το χέρι. Τα μακριά κόκκινα στριφογύρισαν στα δάχτυλα. Ολόγυρά τους μύρισε Baby Doll του YSL, Fantasy της Britney Spears και Chérie της Miss Dior. «Το κεφάλι μου θα σπάσει αν συνεχίσει να με γράφει. Νοµίζει πως στα πάρτι µπορεί να κάνει µαζί µου ό,τι γουστάρει,


αλλά στο σχολείο δε λέει ούτε ένα γεια. Δε θα το πιστέψεις, ο τύπος έχει κλείσει τα δεκαοχτώ». «Το δικό μου κεφάλι θα σπάσει έτσι κι αλλιώς. Δεν έπρεπε να πιω εκείνα τα τελευταία ποτά. Δεν ξέρω καν τι ήταν». «Ναι, εµείς τουλάχιστον µόνο ποτά ήπιαµε». Δήθεν τροµαγµένες εκφράσεις. Μάτια ορθάνοιχτα. «Δεν εννοείς…» «Καλά, εσύ στραβώθηκες; Δεν πρόσεξες τα μάτια της Έλισα, τις κόρες της; Άρχισε να λέει και µαλακίες». «Πάντα µαλακίες λέει αυτή». «Αυτή τη φορά το παράκανε». Βλέμματα ολόγυρα. Τρία κεφάλια μαζί, ψίθυροι. Η Χιονάτη τέλειωσε τον καφέ κι έριξε µια µατιά στο ρολόι. Είχε ακόµα δέκα λεπτά μέχρι ν’ αρχίσει το μάθημα. Σηκώθηκε και πήρε μαζί της το υπόλοιπο σάντουιτς. Δεν άντεχε ν’ ακούει τις κουβέντες της αρωματισμένης μαφίας από το διπλανό τραπέζι, ούτε τη µυρωδιά τους. Κορίτσια με μέτρια εξωτερική εμφάνιση που σκόπευαν να δώσουν εξετάσεις στη Νομική ή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο. Είχαν έρθει στο καλλιτεχνικό λύκειο επειδή ο μέσος όρος επίδοσης ήταν ψηλός κι εκείνες ήταν, λέει, «πολύ δηµιουργικές». Μεγάλοι καλλιτέχνες και ακόμα μεγαλύτεροι διανοούμενοι, για τους οποίους το σχολείο ήταν ένας τρόπος να ξεχωρίσουν. Μαθηματικές ιδιοφυΐες που ήταν πάντα λίγο στον κόσμο τους. Συνηθισμένοι μαθητές του μέσου όρου, που γέμιζαν τους διαδρόμους, συνωστίζονταν στις σκάλες, σχημάτιζαν μεγάλες ουρές στην καντίνα, μιλούσαν, συμπεριφέρονταν και μύριζαν όλοι ίδια. Κανένας δε θα θυμόταν τα ονόματά τους μετά από χρόνια. Κανένας δεν τους θυµόταν και τώρα. Συμπαθητικοί και έξυπνοι, υπήρχαν βέβαια και τέτοιοι. Συνήθως η Χιονάτη δεν κοίταζε κανέναν αφ’ υψηλού. Ήξερε


πως για τους περισσότερους ο ρόλος ήταν μια προστατευτική μάσκα, που τη φορούσαν κάθε πρωί πριν πάνε στο σχολείο, ώστε να βρουν πιο εύκολα τη θέση τους ανάμεσα σ’ εκατοντάδες άλλους. Κι εκείνη δεν τους επέκρινε. Όμως είχε αποφασίσει από την πρώτη κιόλας μέρα ότι δε θα δεχόταν να μπει σε καμιά από αυτές τις κατηγορίες, βάσει των οποίων θα τη χαρακτήριζαν οι άλλοι. Η Χιονάτη παρακολουθούσε χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη δημιουργία τμημάτων, ομάδων, κλικών, το διασκέδαζε μάλιστα και λίγο. Είχε μείνει στο περιθώριο, απέξω. Όμως δεν ήταν κάποιο μοναχικό φρικιό με μαύρα ρούχα, που πήγαινε τοίχο τοίχο. Το όνοµά της δεν το ξεχνούσε κανείς. Χιονάτη Άντερσον. Σουηδόφωνη Φινλανδή από το Ριιχιµάκι. Αυτή, που είχε ζυγισµένη άποψη για κάθε θέµα. Αυτή, που σάρωνε τα άριστα τόσο στη φυσική όσο και στη φιλοσοφία. Που έπαιξε τον ρόλο της Οφηλίας έτσι ώστε δυο καθηγητές εκνευρίστηκαν και οι υπόλοιποι συγκινήθηκαν. Αυτή, που δεν έπαιρνε μέρος σε καμιά κοινή εκδήλωση του σχολείου. Που έτρωγε πάντα µόνη, αλλά δεν έδειχνε ποτέ µοναχική. Ήταν το κομμάτι ενός ξένου παζλ που δεν είχε δική του θέση, αλλά ξαφνικά θα μπορούσε να ταιριάξει σχεδόν οπουδήποτε. Δεν ήταν σαν τους άλλους. Ήταν ακριβώς σαν τους άλλους. Η Χιονάτη έφτασε στην είσοδο του σκοτεινού θαλάμου κι έριξε μια ματιά ολόγυρά της. Δεν είδε κανέναν. Μπήκε στον προθάλαμο κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Σκοτείνιασε. Άνοιξε επιδέξια την πόρτα του θαλάμου χωρίς να ψηλαφίσει. Το χέρι της αισθανόταν τις αποστάσεις από πριν. Πυκνό σκοτάδι. Σιωπή. Ησυχία. Η δική της στιγμή πριν την έναρξη της σχολικής μέρας. Να ξαναγεννηθεί. Να φορτίσει τις μπαταρίες της. Μια καθημερινή τελετουργία που δεν ήξερε κανείς. Όπως έκανε


παλιά και συνέχιζε να κάνει. Για πολλά χρόνια αναγκαζόταν να ψάχνει για κρυψώνες επειδή φοβόταν. Ήταν γι’ αυτή θέμα επιβίωσης να βρίσκει κρυφές γωνιές κι ασφαλή καταφύγια. Σήμερα το θέμα δεν ήταν ο φόβος, αλλά η επιθυμία της ν’ αποκτήσει τη δική της γωνιά ακόμα και μέσα σ’ έναν δημόσιο χώρο. Ο σκοτεινός θάλαμος ήταν η ασφάλειά της. Εκεί μπορούσε να ηρεμήσει για λίγο πριν συγχρωτιστεί με τους άλλους ανθρώπους, τις ομιλίες, τις φωνές, τα συναισθήματά τους. Η Χιονάτη ακούμπησε στον τοίχο και κάρφωσε τα μάτια της στο σκοτάδι. Το μυαλό της άδειασε από κάθε σκέψη. Το πιο εύκολο ήταν να απελευθερωθεί από τις καθημερινές, ασήμαντες ως επί το πλείστον σκέψεις, που ο ορίζοντάς τους έφτανε μέχρι την επόμενη ώρα, των μαθηματικών, μέχρι την πιθανή επίσκεψή της στο σούπερ μάρκετ μετά το σχολείο, ίσως μέχρι το γυμναστήριο το βράδυ. Οι καθημερινές έγνοιες όμως δεν ξεκολλούσαν από το μυαλό της. Κάτι τις εμπόδιζε. Κάτι την ενοχλούσε. Μυρωδιά. Στον σκοτεινό θάλαμο μύριζε διαφορετικά απ’ ό,τι συνήθως. Όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι. Προχώρησε ένα βήμα μπροστά. Κάτι άγγιξε ελαφρά το μάγουλό της κι εκείνη έκανε πίσω και άναψε το κόκκινο φως. Ένα χαρτονόµισµα των πεντακοσίων ευρώ. Δεκάδες χαρτονοµίσµατα των πεντακοσίων ευρώ κρεµασµένα στον σκοτεινό θάλαμο για να στεγνώσουν. Ήταν άραγε γνήσια; Η Χιονάτη άγγιξε το κοντινότερο. Το χαρτί τουλάχιστον έδειχνε γνήσιο. Κοίταξε μήπως στο σκαφάκι υπήρχαν φωτογραφίες που εμφανίζονταν κι ύστερα άναψε την κανονική λάμπα. Παρατήρησε το χαρτονόμισμα στο φως. Το υδατογράφημα υπήρχε, το ίδιο και το ημιτελές σχεδίασμα. Υπήρχαν επίσης η ταινία ασφαλείας και το ολόγραμμα. Αν τα χαρτονομίσματα δεν ήταν γνήσια, τότε ήταν εξαιρετικά καλοφτιαγμένα πλαστά. Το


υγρό στο σκαφάκι ήταν κοκκινωπό. Το δοκίμασε με το δάχτυλο. Νερό. Το βλέμμα της έπεσε στο δάπεδο του θαλάμου. Πρόσεξε μερικές κοκκινοκαφετιές κηλίδες. Παρατήρησε πως το ίδιο χρώμα υπήρχε και στις άκρες των χαρτονομισμάτων. Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που την είχε ενοχλήσει µόλις µπήκε. Μύριζε µπαγιάτικο αίµα.


4

Η Χιονάτη κάρφωσε τα μάτια της έξω από το παράθυρο της τάξης, στα παγωμένα δέντρα και τις παλιές μικρές επιτύμβιες στήλες. Το λευκό τοπίο που έμοιαζε με καρτ ποστάλ δεν την ενδιέφερε καθόλου. Απλά, όταν το μυαλό της έπρεπε ν’ ασχοληθεί με κάτι άλλο πέρα από τα μαθηματικά, ήταν πιο εύκολο να ξεκουράσει τα μάτια της καρφώνοντάς τα εκεί, παρά στις ασκήσεις του πίνακα που απαιτούσαν συγκέντρωση. Τα χαρτονομίσματα τα είχε αφήσει στον σκοτεινό θάλαμο. Είχε φύγει κλείνοντας την πόρτα πίσω της και είχε έρθει στο μάθημα. Δεν είχε πει λέξη σε κανέναν. Είχε μπροστά της μία ολόκληρη διδακτική ώρα για να σκεφτεί τι θα κάνει. Στη ζωή τα καταφέρνεις καλύτερα όταν ανακατεύεσαι όσο λιγότερο µπορείς. Αυτό ήταν για πολλά χρόνια το μότο της Χιονάτης. Να μην παρεμβαίνει, να μην ανακατεύεται στις υποθέσεις των άλλων. Όταν δε μιλούσε παρά μόνο αφού πρώτα είχε ζυγίσει καλά το θέμα, είχε την ησυχία της. Έτσι και τώρα, το μόνο που ήθελε ήταν να ξεχάσει την όλη υπόθεση. Να ξεχάσει τα χαρτονομίσματα που είχαν πλυθεί για να φύγει το αίμα. Δυστυχώς ήξερε ότι αυτό δεν ήταν επιλογή. Το μυαλό της είχε μείνει κολλημένο στα χαρτονομίσματα, όπως είχε μείνει κολλημένη πάνω τους και η μυρωδιά από το αίμα. Δε θα ’βρισκε


ησυχία αν δεν έκανε κάτι για να λύσει το µυστήριο. Σίγουρα έπρεπε να το πει στον διευθυντή. Μόνο έτσι θα το ’βγαζε από το μυαλό της. Ίσως αυτά τα χαρτονομίσματα να είχαν σχέση με κάποιο καλλιτεχνικό πρότζεκτ. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση δε θα ήταν γνήσια. Γιατί όμως κάποιος να κάτσει να φτιάξει ψεύτικα χαρτονομίσματα; Έμοιαζαν τόσο πολύ με γνήσια, ώστε η αστυνομία θα τα θεωρούσε πλαστά και η παραχάραξη χαρτονοµισµάτων ήταν έγκληµα. Μπορεί όµως και να ήταν γνήσια. Η Χιονάτη δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν λόγο για τον οποίο κάποιος είχε αποφασίσει να πλύνει τόσο πολλά χαρτονομίσματα στον σκοτεινό θάλαμο του λυκείου. Και πάνω απ’ όλα τα είχε αφήσει εκεί, πίσω από μια ξεκλείδωτη πόρτα. Η πράξη ήταν ανόητη. Πάλευε να βρει μια λογική εξήγηση, αλλά μάταια. Έκλεισε τα μάτια και είδε τα χαρτονομίσματα να κρέμονται στο σκοινί. Ένιωθε πως από την εικόνα έλειπε κάτι ουσιώδες, ο καθοριστικός παράγοντας που θα της αποκάλυπτε την απάντηση. Και η ίδια δεν ήταν κανένας Σέρλοκ Χολμς, ο οποίος με μια μόνο ματιά θα μπορούσε να βάλει στη θέση του το κομμάτι του παζλ που οδηγούσε στα κρεμασμένα χαρτονοµίσµατα. Έπρεπε να πάει στον διευθυντή. Έπρεπε να πάρει τα χαρτονομίσματα και να πάει στον διευθυντή. Ή μήπως δεν έπρεπε να τ’ αγγίξει; Ο ήλιος έλαμπε σκληρός πάνω στα κλαδιά των δέντρων, που απαντούσαν αστράφτοντας εκτυφλωτικά. Η παγωνιά αντανακλούσε ως μέσα στη ζεστή αίθουσα. Η Χιονάτη ανατρίχιασε. Ο αέρας μέσα στην κλειστή τάξη ήταν βαρύς, οι σκέψεις της προχωρούσαν αργά. Τελικά πήρε την απόφασή της.

Προχώρησε προς τον σκοτεινό θάλαμο. Ήθελε να βεβαιωθεί


πως είχε δει καλά. Το όλο θέαμα ήταν τόσο παράλογο, που ίσως το είχε απλά φανταστεί. Ή το είχε παρεξηγήσει. Μήπως μόνο ένα χαρτονόµισµα ήταν γνήσιο και τα υπόλοιπα ψεύτικα; Μη βγάζεις ποτέ βιαστικά συμπεράσματα. Αυτό ήταν το δεύτερο µότο της. Καλά, ίσως η λέξη μότο ήταν υπερβολικά στομφώδης. Κυρίως επρόκειτο για αρχές ή ιδέες που είχαν αποδειχτεί εφικτές και χρήσιµες, καµιά φορά ακόµα και σωτήριες. Ξαφνικά τρόμαξε όταν εμφανίστηκε πίσω από τη γωνία ένα αγόρι, ο Τούουκα, δεκαοχτώ χρονών, που έβαζε τον εαυτό του σχεδόν αμέσως μετά τον Θεό. Ήταν εκκολαπτόμενος ηθοποιός και γιος του διευθυντή. Είχε πλάκα που οι καθηγητές ανέχονταν τον αλαζονικό τρόπο που μιλούσε και την καθημερινή του αργοπορία. Ακόμα και τώρα έδειχνε να βιάζεται. Αν η Χιονάτη δεν είχε κάνει στην άκρη, σίγουρα θα την είχε χτυπήσει με τον αγκώνα ή το σακίδιό του. Είχε μάθει να κάνει στην άκρη με τρόπο που ο άλλος να μην το καταλαβαίνει. Η κίνηση έπρεπε να γίνει τη σωστή στιγμή και να είναι ανεπαίσθητη. Έπρεπε να φαίνεται φυσική και όχι σαν να την προκάλεσε ο άλλος. Η Χιονάτη είχε μάθει να συμπεριφέρεται με τρόπο που να μην εκνευρίζει κανέναν, αλλά ούτε και να ταπεινώνεται. Ο Τούουκα συνέχισε τον δρόμο του σχεδόν τρέχοντας. Μάλλον δεν την είχε καν προσέξει. Παρ’ όλα αυτά θεώρησε πως ήταν καλύτερα να περιμένει μέχρι το αγόρι να χαθεί απ’ το οπτικό της πεδίο, πριν συνεχίσει προς τον σκοτεινό θάλαμο. Έπειτα άνοιξε την πόρτα του προθαλάμου, την έκλεισε, μπήκε στον σκοτεινό θάλαµο και άναψε το κόκκινο φως. Ανοιγόκλεισε τα µάτια της δύο φορές. Το θέαμα συνέχιζε να είναι το ίδιο. Τα χαρτονομίσματα έλειπαν. Η Χιονάτη έβρισε από μέσα της. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα, αφού δεν ενήργησε αμέσως. Τι θα έκανε τώρα; Θα πήγαινε να


πει ότι μέσα στον σκοτεινό θάλαμο είχε δει χαρτονομίσματα, αλλά δεν μπορούσε να το αποδείξει με τίποτα; Να τα ξέχναγε όλα και να θεωρούσε πως ήταν μια παραίσθηση που της είχε προκαλέσει η πρωινή κούραση; Ακούμπησε στον τοίχο του θαλάμου κι έκλεισε τα μάτια της. Κάτι την ενόχλησε πάλι. Κάτι διαφορετικό, κάτι παράξενο. Κάτι της είχε κολλήσει στο κεφάλι και το μυαλό της προσπαθούσε τώρα να καταλάβει πού ήταν το λάθος. Όταν το κατάλαβε, η Χιονάτη άνοιξε τα µάτια της. Το σακίδιο. Ο Τούουκα δε χρησιμοποιούσε ποτέ σακίδιο. Είχε πάντα μια μαύρη δερμάτινη τσάντα ώμου μάρκας Marimeko, στην οποία μόλις που χωρούσαν τα βιβλία της ημέρας. Κι αν δε χωρούσαν, τ’ άφηνε σκόπιμα στο σπίτι. Οι χρωματιστές υφασμάτινες τσάντες Marimeko ανήκαν στον βασικό εξοπλισμό των μαθητών, δερμάτινη όμως έκδοση η Χιονάτη δεν είχε ξαναδεί παρά μόνο στον Τούουκα. Ταίριαζε ακριβώς με τον κώδικα, αλλά παρ’ όλα αυτά ξεχώριζε. Μια κίνηση καλά μελετημένη, ώστε να ακολουθεί τη μάζα, κάνοντας όμως και τον κατάλληλο ελιγμό. Αλλά αυτή τη φορά ο Τούουκα είχε κρεμασμένο στον ώμο του ένα φθαρμένο γκρι σακίδιο με ξεφτισμένες και βρόμικες άκρες. Σίγουρα δεν ταίριαζε στο ίματζ ενός θεού που είχε πέσει από τον ουρανό ανάμεσα στους θνητούς. Επιπλέον, έδειχνε γεµάτο και βαρύ. Αυτή την εξίσωση η Χιονάτη θα την έλυνε αµέσως.

Στο Coffee House της κεντρικής πλατείας είχαν μαζευτεί οι συνηθισμένοι θαμώνες: μαμάδες με τα μωρά και τις κρέμες τους, που κουβέντιαζαν στους ρυθμούς του ύπνου των παιδιών τους, φοιτήτριες που ο καφές λάτε τούς ροκάνιζε το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου προϋπολογισμού, οι οποίες υποτίθεται ότι διάβαζαν για τις εξετάσεις αν και στην πραγματικότητα


ονειρεύονταν το μέλλον, και δύο άντρες με κοστούμι και λάπτοπ. Υποτίθεται ότι δούλευαν, αλλά στις οθόνες τους έβλεπες το Facebook ή τα Angry Birds. Οι μηχανές του καφέ σφύριζαν και κόχλαζαν. Στην ατμόσφαιρα αιωρούνταν η μυρωδιά του καπουτσίνο και του φουντουκιού. Τα γλυκά έδειχναν πιο γευστικά απ’ ό,τι ήταν. Η Χιονάτη είχε ιδρώσει αµέσως κάτω από το χειµωνιάτικο παλτό. Καθισμένη σ’ ένα γωνιακό τραπέζι, με την πλάτη γυρισμένη στους άλλους θαµώνες, ξεφύλλιζε ένα περιοδικό κι έπινε τσάι. Σ’ ένα κοντινό τραπέζι κάθονταν ο Τούουκα, η Έλισα και ο Κάσπερ. Όταν η Χιονάτη συνειδητοποίησε ότι τα χαρτονομίσματα βρίσκονταν στο σακίδιο του Τούουκα, έτρεξε αμέσως πίσω του, αφού πρώτα άρπαξε από την κρεμάστρα το παλτό, τα γάντια, το κασκόλ και τον σκούφο της. Βγήκε τρέχοντας από το σχολείο, γλίστρησε σ’ ένα σημείο της αυλής, έφτασε στο πάρκο της εκκλησίας κι άρχισε να ψάχνει με το βλέμμα το αγόρι. Διέκρινε το γκρίζο σακίδιο κρεμασμένο στον ώμο του στο βάθος του μονοπατιού, σχεδόν στην αρχή της Χαμεενκάτου. Συνέχισε να τρέχει χωρίς να τη νοιάζει ο παγωμένος αέρας που έμπαινε στα πνευμόνια της, μετατρέποντας σιγά σιγά το τρέξιμο σ’ ένα γρήγορο περπάτημα. Φρόντισε να κρατάει την κατάλληλη απόσταση. Να βλέπει, αλλά να µην τη βλέπουν. Η λαχανιασμένη ανάσα της πάγωσε πάνω στις βλεφαρίδες και στα μαλλιά που πετάγονταν κάτω από τον σκούφο. Μ’ αυτές τις χαμηλές θερμοκρασίες όλοι οι άνθρωποι έδειχναν σαν να είχαν γκριζάρει πριν την ώρα τους. Τελικά είδε τον Τούουκα να μπαίνει στο Coffee House. Περίμενε λίγα λεπτά κι ύστερα μπήκε κι αυτή. Ο Τούουκα ήταν ήδη απορροφημένος από την κουβέντα με την Έλισα και τον Κάσπερ. Η Χιονάτη έκανε ό,τι μπορούσε για να μείνει απαρατήρητη. Ήξερε να παριστάνει πως ήταν κάποια άλλη. Μόλις μπήκε στο


καφέ πήγε αμέσως στην τουαλέτα, έβγαλε το παλτό και το πουλόβερ της, έλυσε την αλογοουρά κι έκανε τα μαλλιά της δύο κοτσίδες, κάτι που δε συνήθιζε ποτέ. Δεν πήρε καφέ αλλά τσάι. Άρχισε να ξεφυλλίζει ένα γυναικείο περιοδικό, παρότι υπό νορμάλ συνθήκες θ’ άρπαζε μια αθλητική εφημερίδα ή το Image. Καθόταν με διαφορετικό τρόπο, κρατούσε τα χέρια της αλλιώς, έγερνε το κεφάλι της στο πλάι σαν κάποια άλλη. Οι άνθρωποι νομίζουν πως μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τους άλλους από μακριά, απ’ τα ρούχα ή από τα μαλλιά τους. Εκ πρώτης όψεως μπορεί και να συμβαίνει, στην πραγματικότητα όμως η αναγνώριση ενός ατόμου είναι πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, που την επηρεάζουν εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες παράγοντες. Το ύψος, το παράστημα, το περπάτημα, οι στάσεις, οι αναλογίες του σώματος και του προσώπου, οι εκφράσεις, ακόμα και οι πιο ανεπαίσθητες, που έσβηναν τόσο γρήγορα ώστε δεν προλάβαιναν να εγγραφούν στη συνείδηση. Γι’ αυτό ήταν δύσκολο να προσποιηθεί κανείς κάποιον άλλο. Ορισμένοι μάλιστα υποστήριζαν πως ήταν αδύνατον χωρίς μια σηµαντική πλαστική εγχείρηση και πολυετή εξάσκηση. Η Χιονάτη όμως ήξερε τι έκανε. Με μερικές πολύ μικρές αλλαγές μπορούσε να αφαιρεί κάποιες χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Αν κάποιος την αναζητούσε με το βλέμμα ξέροντας πως βρίσκεται στο καφέ, θα την αναγνώριζε. Αν όμως κοίταζε απλά ως συνήθως τους άγνωστους θαμώνες, θα θεωρούσε τη Χιονάτη ένα ήσυχο κοριτσάκι με ψιλοχίπικο στιλ, που έπινε τσάι. Ένα συνηθισμένο κορίτσι που δεν προκαλούσε την προσοχή. Έτσι λοιπόν ο Τούουκα, η Έλισα και ο Κάσπερ δεν της έδωσαν καμιά σημασία, μολονότι καθόταν σχεδόν δίπλα τους. Εκτός αυτού, είχαν ν’ ασχοληθούν με πιο σημαντικά πράγματα. Είχαν ένα πρόβληµα. «Τι θα κάνουµε µ’ αυτά;» ρώτησε τ’ αγόρια η Έλισα. Από την ώρα που μπήκε στο καφέ η Χιονάτη είχε προσέξει


ότι η Έλισα είχε τα χάλια της. Το πρόσωπό της ήταν έτσι κι αλλιώς ανοιχτόχρωμο, εκείνη τη στιγμή όμως ήταν κατάχλωμο. Είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και είχε αφαιρέσει το μακιγιάζ της απρόσεκτα ή είχε πλύνει το πρόσωπό της. Τα βαμμένα ξανθά μαλλιά της κρέμονταν άλουστα. Τα ρούχα της δεν αποτελούσαν ένα κομψό σύνολο, αλλά έδειχναν ότι είχε φορέσει ό,τι είχε βρει μπροστά της. Η Έλισα δε θα εμφανιζόταν ποτέ έτσι στο σχολείο. Περίεργο που είχε βγει έξω τόσο απεριποίητη. Η Έλισα ήταν ένα από τα πιο όμορφα κορίτσια του σχολείου. Το ίδιο άψογη ήταν και η συμπεριφορά της, πράγμα που έκανε τους άλλους να τη θεωρούν ακόμα πιο όμορφη. Βλέποντάς την έτσι, κουρασμένη και φοβισμένη, καταλάβαινες ότι η εμφάνισή της ήταν μια προσεκτικά κατασκευασμένη μάσκα, της οποίας το σπουδαιότερο στοιχείο δεν ήταν η κατάλληλη απόχρωση του λιπγκλός, αλλά μια γερή δόση αυτοπεποίθησης και η ικανότητά της να φλερτάρει. Το χαμόγελο της Έλισα έκανε τις καρδιές των αγοριών να χτυπούν και τις παλάµες τους να ιδρώνουν. Η Χιονάτη δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν η πραγματική σχέση ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Τούουκα. Μάλλον παλιότερα τα είχαν, αλλά τώρα ήταν απλά δυο καλοί φίλοι. Φίλοι που μπορεί να περνούσαν και τη νύχτα μαζί, στο ίδιο κρεβάτι. Η Έλισα έκανε ό,τι ήθελε τον πολύ μικρό αντρικό πληθυσμό του καλλιτεχνικού λυκείου και ο Τούουκα, που είχε προσγειωθεί εκεί από μια ανώτερη σφαίρα, αποτελούσε το όνειρο κάθε κοριτσιού. Φαινόταν όμως ότι κάτι τους έδενε σφιχτά αυτούς τους δύο. Ίσως νόμιζαν πως ήταν μακράν το πιο επιθυμητό αρσενικό και θηλυκό του λυκείου και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να πέσουν σε σοβαρές σχέσεις µε άλλους. «Τι να κάνουμε; Θα τα μοιραστούμε βέβαια. Και θα κρατήσουµε βουλωµένο το στόµα µας» είπε ο Κάσπερ. Η Χιονάτη σκεφτόταν με ποια κριτήρια να είχε περάσει ο Κάσπερ στο καλλιτεχνικό λύκειο. Έδειχνε ν’ ασχολείται


περισσότερο με τις κοπάνες παρά με τα μαθήματά του. Στους διαδρόμους ψιθυριζόταν ότι τον απειλούσαν πως θα τον διώξουν αν δεν άλλαζε συμπεριφορά. Ο Κάσπερ ντυνόταν στα μαύρα και φορούσε εντυπωσιακά χρυσά κοσμήματα. Τα μαλλιά του τα κόλλαγε πίσω με μια μεγάλη δόση τζελ και σίγουρα πίστευε ότι ήταν κάποιος bling bling καλλιτέχνης της ραπ, που όμως οι παραστάσεις του έκαναν τους θεατές περισσότερο να ντρέπονται παρά να ενθουσιάζονται. Γενικά ήταν περίεργος τύπος και δεν μπορούσες να καταλάβεις αν ήταν ηλίθιος ή μικροαπατεώνας. Η Χιονάτη αναρωτιόταν από καιρό γιατί η Έλισα και ο Τούουκα έκαναν παρέα µαζί του. Η Έλισα έριξε µια µατιά ολόγυρα και χαµήλωσε τη φωνή της. «Δεν µπορούµε να τα κρατήσουµε» είπε. Η φωνή της έδειχνε πανικό. «Και τι λες να κάνουμε;» ρώτησε ο Τούουκα. «Να πάμε στην αστυνοµία;» Ο Κάσπερ χλιμίντρισε. Ο πατέρας της Έλισα ήταν αστυνομικός. Και γι’ αυτό τον λόγο οι συμμαθητές της πότε αστειεύονταν και πότε την κορόιδευαν. «Δεν είναι δικά µας. Πέσανε στα χέρια µας κατά λάθος. Κατά πάσα πιθανότητα κάποιος τα ψάχνει και τότε την έχουμε βαµµένη» είπε η Έλισα προσπαθώντας να πείσει τ’ αγόρια. «Για σκέψου! Τι μπορούμε να κάνουμε ακριβώς; Πώς θα εξηγήσουμε ό,τι έγινε χωρίς να μας συλλάβουν; Έπρεπε να το ’χαµε κάνει αµέσως» σχολίασε ο Τούουκα. «Αυτό κάναµε» κάγχασε ο Κάσπερ. «Καλά. Μεγάλη εξυπνάδα» είπε αναστενάζοντας η Έλισα. «Εκείνη τη στιγμή μάς φάνηκε λογικό» είπε ο Τούουκα. «Καταλαβαίνεις όμως τι εννοώ, έτσι; Αν το πούμε αυτό, πρέπει να πούµε και τ’ άλλα. Εµένα τουλάχιστον δε µε παίρνει». «Ούτε εµένα» πρόσθεσε ο Κάσπερ. Η Χιονάτη άκουγε τα νύχια της Έλισα που χτυπούσαν νευρικά πάνω στο τραπέζι.


«Όλα είναι ακόμη τόσο θολά, που δεν μπορώ να πω τίποτα με σιγουριά. Δεν ξέρω τι έγινε και πότε. Το μόνο που ξέρω είναι πως το πρωί το σπίτι ήταν χάλια. Δε θα θέλετε ν’ ακούσετε μέχρι πού βρήκα ξερατά» είπε στο τέλος το κορίτσι. «Σίγουρα έκανες μεγάλη φασίνα για να μην καταλάβει ο πατέρας σου πως δε διάβαζες όλο το Σαββατοκύριακο φυσική σαν καλό κορίτσι». Ο Κάσπερ ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του μ’ ένα σαρδόνιο χαµόγελο στα χείλη. «Είσαι τρελός; Ευτυχώς σήμερα είναι η μέρα που έρχεται η καθαρίστρια. Βολοδέρνει τώρα εκεί πέρα. Υποσχέθηκα να της δώσω τα διπλά αν καταφέρει να τελειώσει στον μισό χρόνο απ’ ό,τι συνήθως. Αν τα θυµόµουν όλα καλά, θα µπορούσα ίσως…» «Να µας βάλεις όλους σε πολύ πολύ µεγάλους µπελάδες;» «Το σχέδιο είναι πολύ καλό». Η φωνή του Τούουκα είχε σκληρή, απειλητική χροιά. Η Έλισα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Στο διπλανό τραπέζι κάποιος πέρασε στο επόμενο επίπεδο των Angry Birds κι έβγαλε µια κραυγή ικανοποίησης. «Εντάξει» είπε η Έλισα. «Ας μην πούμε λέξη. Για την ώρα. Να δούμε τι θα γίνει. Σας λέω όμως πως έχω κακό προαίσθημα για όλα αυτά». «Τα δέκα χιλιάρικα μπορεί και να σε ζεστάνουν» είπε ο Τούουκα. «Τι; Αλήθεια λέω, δεν τα θέλω». «Και βέβαια τα θέλεις. Εδώ τα ’χω, σε τρία σακουλάκια. Δέκα για τον καθένα. Στο ίδιο ζουµί βράζουµε όλοι». Ακούστηκε ένα θρόισμα κι ο ήχος του φερμουάρ καθώς ο Τούουκα άνοιγε το σακίδιό του κάτω από το τραπέζι. Η Χιονάτη γύρισε ελαφρά το κεφάλι της και είδε με την άκρη του ματιού δυο μαύρες αδιαφανείς σακούλες να κυκλοφορούν κάτω από το τραπέζι, από το σακίδιο του Τούουκα στις τσάντες της Έλισα και του Κάσπερ. Η Έλισα έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της και αναστέναξε με


αγωνία. «Ρε γαμώτο! Το πρωί που ξύπνησα ευχόμουν όλα αυτά να ’ναι ένα κακό όνειρο». «Δε σε είδε κανείς;» ρώτησε ο Κάσπερ τον Τούουκα. «Όχι». «Δεν πιστεύω να µπήκε κανένας στον σκοτεινό θάλαµο;» «Λες να τ’ άφηνε εκεί πέρα κρεµασµένα; Δε νοµίζω». Ωστόσο το γέλιο του Τούουκα έκρυβε ένταση. Ξαφνικά σηκώθηκε και είπε: «Το συµβούλιο τελείωσε. Μπορείτε ν’ αποχωρήσετε». «Ακόµη δεν ήπια το τσάι µου» παρατήρησε η Έλισα. «Στη θέση σου δε θα τριγύριζα στην πόλη σ’ αυτά τα χάλια περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται» είπε ο Τούουκα. «Με όλη μου την αγάπη, µπέιµπι». «Ακριβώς. Τώρα έχεις τον τρόπο σου να το λες» του πέταξε η Έλισα, αλλά τελικά σηκώθηκε. Η Χιονάτη περίμενε να φύγουν. Έπειτα προσπάθησε να τελειώσει το τσάι της. Τι αηδία! Υπήρχε κόσµος που έπινε τέτοια πράγματα με τη θέλησή του; Αποφάσισε ν’ αφήσει το υπόλοιπο υπερτιμημένο νερό στο φλιτζάνι. Όταν πέρασε ένα ασφαλές χρονικό διάστημα, ντύθηκε και βγήκε έξω στο κρύο. Είχε καιρό να σκεφτεί στον δρόµο για το σπίτι.


5

Στη γέφυρα Χάμε φυσούσε ένας τσουχτερός αέρας και η Χιονάτη επιτάχυνε το βήμα της. Άρχισε να αναλύει όσα είχε ακούσει. Τα χρήματα είχαν καταλήξει με κάποιον τρόπο στον Τούουκα, την Έλισα και τον Κάσπερ το περασμένο βράδυ. Πώς, η Χιονάτη δεν ήξερε. Τίνος ήταν αυτά τα χρήματα; Ήξερε άραγε το τρίο; Ίσως όχι. Κατά πάσα πιθανότητα όχι. Φαινόταν μάλιστα πως αντιλαμβάνονταν ακόμα λιγότερα για όσα είχαν συμβεί το προηγούµενο βράδυ. Τα χρήματα ήταν κατά πάσα πιθανότητα γεμάτα αίμα και οι τρεις τους είχαν τη φαεινή ιδέα να τα ξεπλύνουν στον σκοτεινό θάλαμο του σχολείου. Αυτό η Χιονάτη δύσκολα το καταλάβαινε. Ποιος θα σκεφτόταν να πάει το βράδυ στο σχολείο να πλύνει χρήµατα; Εµείς τουλάχιστον µόνο ποτά ήπιαµε. Στο κεφάλι της άρχισαν ν’ αντηχούν οι κουβέντες της αρωματισμένης μαφίας. Στο χτεσινό πάρτι λοιπόν είχαν στη διάθεσή τους κι άλλα εκτός από αλκοόλ. Τουλάχιστον κάποιοι. Ίσως αυτοί οι τρεις, η Έλισα, ο Τούουκα και ο Κάσπερ. Αυτό εξηγούσε γιατί είχαν καταλήξει σ’ αυτή την τόσο παράτολμη απόφαση, αλλά και γιατί δεν ήταν τώρα σε θέση να μιλήσουν για τα γεγονότα. Η κόρη του αστυνομικού. Ο γιος του διευθυντή. Το σχήμα


ήταν τόσο κλασικό, που η Χιονάτη ανατρίχιασε. Παιδιά καλών οικογενειών που είχαν επαναστατήσει; Επικίνδυνα παιχνίδια, αφού τα υπόλοιπα δεν τους πρόσφεραν την απαραίτητη συγκίνηση; Ή µήπως ήθελαν απλά να τη βρουν; Στα φανάρια της διασταύρωσης του σιδηροδροµικού σταθµού οι περαστικοί γλιστρούσαν. Μολονότι τα συνεργεία του δήμου είχαν ρίξει πολλή άμμο, δεν ήταν αρκετή γι’ αυτό το σημείο που το γυάλιζαν χιλιάδες βήματα καθημερινά. Η Χιονάτη πάτησε βαριά µε τις αρβύλες της. Η κατάσταση περιπλεκόταν άσχημα. Δεν ήθελε να μιλήσει στον διευθυντή. Ούτε στην αστυνομία. Δεν ήθελε με τίποτα ν’ ανακατευτεί, µολονότι το τρίο δεν ήταν φίλοι της. Κανένας τους δεν είχε σημασία γι’ αυτήν. Δεν ήθελε να βρεθεί στο επίκεντρο ενός κυκεώνα, κάτι που θα συνέβαινε αναµφίβολα αν µιλούσε. Να έκανε ανώνυμη καταγγελία στην αστυνομία; Ήταν κι αυτό μια δυνατότητα. Θα την έπαιρναν όμως στα σοβαρά; Μάλλον, αν τύχαινε να υπάρχει κάποια καταγγελία για κλοπή τριάντα χιλιάδων ευρώ. Κι αν δεν την έπαιρναν, το πρόβλημα δε θα ’ταν δικό της. Εκείνη θα είχε κάνει το καθήκον της. Η Χιονάτη ένιωσε μέσα της ένα παράξενο σκίρτημα καθώς πλησίαζε στην Τάμελα. Ήταν σαφές πως το διαμέρισμα όπου έμενε δεν το ένιωθε σπίτι της, μήπως όμως είχε αρχίσει να της αρέσει η γειτονιά; Η σκέψη τής φάνηκε αστεία. Λουκάνικα και 3 στο γάλα στην πλατεία. Οι φωνές των υποστηρικτών της TPV στάδιο. Συνηθισμένα πράγματα στο Τάμπερε. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν μερικά παλιά ξύλινα σπίτια. Ο θαυμασμός της για το παλιό εργοστάσιο παπουτσιών Άαλτονεν με τα κόκκινα τούβλα. Όλα αυτά δε θύμιζαν και τόσο τη Χιονάτη Άντερσον, που απέφευγε τα υπερβολικά συναισθήματα… Για κάποιο λόγο εδώ αισθανόταν πιο χαλαρά και πιο ζεστά από αλλού. Η αγάπη για τον τόπο της ήταν έννοια που δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό της, υπήρχαν όμως χειρότερα πράγματα στον κόσμο από το ν’ αγαπάει κανείς τη γειτονιά του. Ίσως αυτή η


γειτονιά μπορούσε να γίνει το σπίτι της, οι δρόμοι της το σαλόνι της. Και έτσι µάλλον συνέβαινε ασυνείδητα, µολονότι η Χιονάτη δεν ήθελε να δένεται µε τους τόπους. Από τη αυλή του δημοτικού σχολείου της γειτονιάς ακούγονταν οι φωνές και τα γέλια των παιδιών. Η Χιονάτη κοίταξε τ’ αγόρια και τα κορίτσια που έτρεχαν, πηδούσαν, έκαναν κούνια και σκαρφάλωναν, με την ανάσα τους να βγαίνει παγωμένη και τα μάγουλα κόκκινα από το κρύο. Με τα χοντρά μπουφάν τους, έμοιαζαν σαν παχουλοί χρωματιστοί χιονάνθρωποι. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στην αυλή προσπαθώντας να βρει μοναχικά παιδιά, που τα άλλα δεν τα έκαναν παρέα. Προσπάθησε μέσα από τις φωνές να ξεχωρίσει εκείνες που δεν προέρχονταν από χαρά, αλλά από πραγματικό φόβο. Η Χιονάτη ήξερε πως για ορισμένα παιδιά η αυλή του σχολείου δεν ήταν μια παιδική χαρά που έλαμπε στον ήλιο, αλλά πραγματικό βασίλειο του τρόμου, όπου οι μέρες ήταν μεγάλες και μαύρες όπως η νύχτα. Ένα κοριτσάκι έκανε μόνο του τον γύρο του σχολικού κτιρίου, που ήταν σε στιλ Art Nouveau και βαμμένο ανοιχτό κίτρινο. Περπατούσε αργά με το κεφάλι κάτω. Η Χιονάτη παρατήρησε για λίγο την πορεία του. Μήπως σταματούσε σε κάθε γωνιά για να κοιτάξει πίσω; Μήπως κάθε λίγο αναπηδούσε τρομαγμένο; Μήπως στα κατεβασμένα μάτια του κατοικούσε ο φόβος; Όχι. Όταν τελικά κατάφερε να δει το πρόσωπο της μικρής, πρόσεξε πως χαμογελούσε μόνη της. Τα χείλη της κινούνταν. Κατά πάσα πιθανότητα έφτιαχνε σιωπηρά στο μυαλό της μια ιστορία, που έκανε τα μάτια να χαμογελούν μαζί με το στόµα της. Το κορίτσι δεν είναι όπως ήμουν εγώ κάποτε , σκέφτηκε η Χιονάτη. Ευτυχώς όχι. Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάποιος ήταν πολύ κοντά της. Το συνειδητοποίησε όμως


πολύ αργά. Δυο δυνατά χέρια την άρπαξαν και την τράβηξαν στη σκοτεινιά μιας κοντινής στοάς. Έπειτα την έσπρωξαν με δύναμη πάνω στον πέτρινο τοίχο. Το μάγουλο της Χιονάτης κόλλησε στην παγωμένη πέτρα. Τα χέρια της παράλυσαν από την ξαφνική επίθεση. Αυτός που της επιτέθηκε τα ’στριψε με δύναμη πίσω από την πλάτη της. Με δυσκολία κατάφερε να καταπιεί ένα ουρλιαχτό. Τον αναγνώρισε από τη μυρωδιά του πριν εκείνος προλάβει να πει λέξη. Ο Τούουκα. «Ξέρουν κι άλλοι να παρακολουθούν». Τα λόγια του τα ένιωσε στο μάγουλό της σαν αποκρουστική ζεστασιά. Η ανάσα του μύριζε τον καφέ που είχε πιει προηγουμένως και τσιγάρο. Η Χιονάτη ήθελε να ρίξει μια σφαλιάρα στον εαυτό της. Πώς είχε κάνει ένα τόσο στοιχειώδες λάθος; Γιατί δεν πρόσεξε καθόλου βγαίνοντας από την καφετέρια; Μην υπερεκτιμάς ποτέ την ευστροφία σου. Μη νομίζεις ποτέ πως είσαι απόλυτα ασφαλής. Έπρεπε να της είχε γίνει μάθημα. Φαίνεται πως οι ικανότητές της είχαν σκουριάσει εδώ στο Τάµπερε, αφού δεν τις χρειαζόταν πια κάθε µέρα. «Σε πρόσεξα στο καφέ. Όχι εσένα βέβαια, το σακίδιό σου. Και συνειδητοποίησα πως είχα πέσει σχεδόν πάνω σου κοντά στον σκοτεινό θάλαμο. Απίστευτη σύμπτωση» είπε ο Τούουκα σφίγγοντας τα χέρια της. Η Χιονάτη εκτίµησε γρήγορα την κατάσταση. Με μια αιφνιδιαστική κίνηση θα μπορούσε ν’ απαλλαγεί από τη λαβή του. Ωστόσο δεν ήταν σίγουρη για τη συνέχεια. Ο Τούουκα ήταν γρήγορος και μάλλον θα την ξανάπιανε. Καλύτερα να μην έκανε κόλπα, να μην ξόδευε άσκοπα τις δυνάµεις της και ν’ άκουγε τι είχε να της πει. «Τι είδες; Τι ξέρεις;» ρώτησε ο Τούουκα. «Τα είδα, στον σκοτεινό θάλαμο. Και σας άκουσα στο καφέ.


Αυτά» απάντησε ήρεμα η Χιονάτη. Δεν άξιζε τον κόπο να τον προκαλέσει. «Γαµώτο!» έβρισε ο Τούουκα. «Μην πεις λέξη». Η Χιονάτη δεν απάντησε. Η παγωμένη τραχιά επιφάνεια της πέτρας τρίφτηκε πάνω στο μάγουλό της. Προσπάθησε να κουνηθεί λίγο. «Δε θ’ ανοίξεις το στόμα σου, κατάλαβες; Δε θα πεις λέξη σε κανέναν. Δεν ξέρεις τίποτα. Έτσι κι αλλιώς κανένας δε θα σε πιστέψει». Ο Τούουκα προσπάθησε να φανεί απειλητικός, αλλά η φωνή του ήταν αβέβαιη. Ούτε αυτή τη φορά απάντησε η Χιονάτη. «Άκουσες;» Ύψωσε τη φωνή του, που ακούστηκε ακόμα πιο αβέβαιη. Φοβόταν. Φοβόταν πολύ περισσότερο από τη Χιονάτη. «Άκουσα» απάντησε εκείνη. Ο Τούουκα σκέφτηκε για λίγο. «Εντάξει. Πόσα θέλεις;» ρώτησε τελικά. Δεν προσπαθούσε πια να την πιέσει. Ο τύπος ήταν σαφώς τροµοκρατηµένος µη χάσει τη φήµη του. «Τίποτα» απάντησε η Χιονάτη. «Και τώρα παράτα µε». Δεν ήταν παράκληση ούτε εντολή, αλλά δήλωση. Γεγονός. Να μη δίνεις στον άλλον επιλογές, αλλά σαφείς οδηγίες. Να μην παρακαλάς ούτε να απαιτείς, αλλά να λες πώς έχουν τα πράγματα. Η σιγουριά της Χιονάτης έκανε τον Τούουκα να την αφήσει. Στράφηκε κι άρχισε να τρίβει αργά τους καρπούς της. «Λοιπόν» είπε και κοίταξε το αγόρι έντονα στα μάτια. «Δεν έχω καμιά διάθεση να ανακατευτώ. Δεν άκουσα, δεν είδα. Εκτός αν κάποιος µε ρωτήσει. Δε θα σας µαρτυρήσω, αλλά δε θα πω και ψέματα. Πιστεύω πως θα ’χετε προβλήματα και δε σκοπεύω να σας σώσω». Ο Τούουκα την κοίταξε διστακτικά. Τα αυτιά του είχαν κοκκινίσει από το κρύο. Δε φορούσε σκούφο. Η ματαιοδοξία ωθούσε πια πολλούς να μην ακολουθούν τις πρακτικές του


παρελθόντος. Σίγουρα ζύγιζε τα λόγια της Χιονάτης, υπολόγιζε το ρίσκο και τις δυνατότητές του. «Οκέι. Ντιλ» είπε στο τέλος και της έτεινε το χέρι. Η Χιονάτη δεν το έπιασε. Ο Τούουκα έφτιαξε τα µαλλιά του κι έβαλε τα γέλια. «Είσαι σκληρό καρύδι. Μάλλον σ’ είχα υποτιµήσει». Πολλοί το κάνουν, σκέφτηκε η Χιονάτη. Ο Τούουκα προσπάθησε να ξαναπάρει το παιχνίδι στα χέρια του και με μια αλαζονική κίνηση έκανε τα μαλλιά της στην άκρη. «Ξέρεις κάτι; Θα ’σουν πολύ όμορφη αν άλλαζες αυτό το απαίσιο χτένισμα και το χρώμα των μαλλιών σου, κι αυτά τα ρούχα που θυμίζουν ακτιβιστή οικολόγο, κι αν μάθαινες να βάφεσαι» σχολίασε χαµογελώντας στραβά. Η Χιονάτη χαµογέλασε. «Να σου πω, κι εσύ θα μπορούσες να ’σαι έξυπνος και συµπαθητικός αν άλλαζες εντελώς τον απαίσιο χαρακτήρα σου». Έφυγε χωρίς να περιμένει ν’ ακούσει την απάντησή του και συνέχισε τον δρόμο της χωρίς να κοιτάξει πίσω. Ήξερε πως δε θα την ακολουθούσε.

***

Φτάνοντας στο σπίτι, η Χιονάτη κοίταξε στον καθρέφτη του μπάνιου το μάγουλό της, που ήταν κόκκινο και μουδιασμένο. Τα σημάδια θα ’μεναν για λίγο. Μικρό το κακό. Ήπιε κρύο νερό απευθείας από τη βρύση και αποφάσισε να μην πάει την άλλη μέρα στο σχολείο. Μπορούσε να μείνει μια μέρα στο σπίτι. Έπειτα όλα θα συνεχίζονταν κανονικά. Θα πήγαινε σχολείο. Θα ξεχνούσε τα χαρτονοµίσµατα. Δε θ’ ανακατευόταν σ’ αυτή την ιστορία µε τίποτα.


6

Η ώρα ήταν 3:45 το πρωί. Ο Μπαρίς Σοκόλοβ κάρφωσε τα μάτια στο κινητό του που έμοιαζε με υπερμεγέθη κατσαρίδα. Είχε όλη τη διάθεση να το πετάξει στον τοίχο. Τον είχαν ξυπνήσει. Του είχαν πει ψέματα. Τον είχαν απειλήσει. Το ξύπνημα το ανεχόταν, το ψέμα τον έκανε ν’ αηδιάζει. Εκείνο όμως που μισούσε ήταν οι απειλές. Ιδιαίτερα όταν τις ξεστόμιζε ένας άντρας που δεν έπρεπε να έχει περιθώριο για την παραµικρή απειλή. Βλαστημώντας άλλαξε την κάρτα SIM στο κινητό του και κάλεσε τον αριθµό. Ο Εσθονός απάντησε έπειτα από τρία χτυπήματα. Και από τη δική του φωνή κατάλαβε πως τον ξύπνησε. Ακουγόταν γλοιώδης και µακρινή, αν κι έµενε µόνο δύο χιλιόµετρα µακριά. «Λοιπόν;» Ο Μπαρίς άρχισε να του µιλάει στα ρώσικα. «Τηλεφώνησε. Ισχυρίστηκε ότι δεν πήρε τα λεφτά». «Τι λέει, μωρέ;» έκανε ο Εσθονός. «Αφού του τα πήγαμε στο σπίτι». Ο Μπαρίς σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το παράθυρο του υπνοδωματίου. Το παρκέ ήταν κρύο. Έπρεπε να ’χε βάλει μοκέτα, ακόμα κι αν λερωνόταν. Θα μπορούσε να την αλλάζει κάθε δύο χρόνια. Το φεγγάρι έλαμπε μ’ ένα φως αποκρουστικό.


Την αυλή τη διέσχιζαν σταυρωτά ίχνη λαγών. Κάποια άλλα ίχνη τα είχε καθαρίσει με τη βοήθεια των Εσθονών από τη μια άκρη ως την άλλη. Είχε αποµακρύνει όσο χιόνι δεν ήταν κάτασπρο. «Ισχυρίστηκε πως είχε υπηρεσία όλη τη νύχτα». «Τι στο διάολο; Μας είπαν τη συνηθισμένη ώρα, αλλά σε άλλο µέρος». Ο Εσθονός είχε αρχίσει να ξυπνάει για τα καλά. «Κάτι είπε για παρεξήγηση. Ότι χτες ήταν 29 Φλεβάρη και τελευταία µέρα του µήνα» µούγκρισε ο Μπαρίς. Άρχισε να χτυπάει τα δάχτυλά του στο περβάζι. Λες να ’χουν πάει οι λαγοί και να ’χουν ροκανίσει τον κορμό της μηλιάς; Πρέπει να βάλω προστατευτικό πλέγμα στη ρίζα. Ή να στήσω καρτέρι κανένα βράδυ και να τροφοδοτήσω τον καταψύκτη μου με δυο λαγουδίσια μπούτια. Τον δικό μου αυτή τη φορά. «Ήταν, ήταν. Αλλά η 28 του μήνα δε γίνεται 29 μόνο και μόνο επειδή είναι δίσεκτο έτος. Και γιατί σε πήρε απόψε, αφού τα λεφτά τα παραδώσαµε χτες;» «Έλα ντε! Λέει πως δεν τα στείλαμε. Πως δεν είδε τίποτα. Nada». Ο Εσθονός έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ο Μπαρίς περίμενε ν’ ακούσει αν θα κατέληγε κι αυτός στο ίδιο συμπέρασμα που είχε καταλήξει ο ίδιος. «Προσπαθεί να μας κοροϊδέψει. Τα πήρε τα λεφτά. Και κατάλαβε τι έχει γίνει. Τώρα προσπαθεί να παίξει σκληρό παιχνίδι». Μάλιστα. Το ίδιο συµπέρασµα. «Το κάθαρµα µε απείλησε. Είπε πως θα τ’ αποκαλύψει όλα». Ο Μπαρίς ένιωθε να φουντώνει πάλι μόνο και μόνο επειδή ξεστόμιζε αυτές τις λέξεις. Έσφιξε δυνατά το κινητό. Μπορεί και να φανταζόταν πως έλιωνε την κατσαρίδα στη γροθιά του. «Δε θα το κάνει, ρε γαµώτο!» Εξοργίστηκε κι ο Εσθονός. Καλό αυτό. Ήταν μαζί του. Δύο περιπτώσεις λουφαδόρων μέσα στις τελευταίες τριάντα οκτώ


ώρες ήταν αρκετές. Όχι, ήταν πολλές. Δύο περισσότερες απ’ ό,τι έπρεπε. Η καλοσχεδιασμένη μηχανή που είχε στήσει δεν μπορούσε να σταματήσει να δουλεύει. Έπρεπε να βρεθούν αµέσως ανταλλακτικά. «Δε θα το κάνει. Θα φροντίσουµε εµείς». Ο Μπαρίς πρόφερε τις λέξεις με ευχαρίστηση. Κανένας δεν τον είχε απειλήσει ποτέ χωρίς συνέπειες. Κανένας απ’ όσους είχαν προσπαθήσει να τον εξαπατήσουν δεν την είχε βγάλει καθαρή. Είχε σκεφτεί ότι μια σακούλα ματωμένα χαρτονομίσματα θ’ αρκούσαν για προειδοποίηση. Προφανώς δεν αρκούσαν. Ήξεραν όμως να παίζουν κι αυτοί σκληρό παιχνίδι, με τη διαφορά πως αυτοί θα νικούσαν.

***

Ο Τέρχο Βάισανεν ήξερε πως αυτή τη νύχτα δε θα ξανακοιμόταν. Είχε ξαπλώσει στη μια άκρη του διπλού κρεβατιού, παρότι θα μπορούσε ν’ απλωθεί. Ένιωθε ότι κάποιος είχε ροκανίσει τον πάτο του στρώματος και από στιγμή σε στιγμή υπήρχε το ενδεχόμενο να πέσει στο πάτωμα, όμως ούτε αυτό θα τον κρατούσε. Κάτι γκρεμιζόταν, κάτι που ο ίδιος είχε θεωρήσει πως θ’ άντεχε. Δεν μπορούσε να πει πως ήταν περήφανος για τον εαυτό του. Υπήρχαν πρωινά που δυσκολευόταν να τον κοιτάξει στα μάτια, συνήθως όμως αυτό το συναίσθημα υποχωρούσε μόλις πήγαινε στη δουλειά και θυμόταν πόσα καλά είχε προσφέρει τα τελευταία δέκα χρόνια. Πόσες υποθέσεις είχαν διαλευκανθεί χάρη σ’ εκείνον. Μολονότι όλα αυτά είχαν το κόστος τους. Τράβηξε το πάπλωμα μέχρι το πιγούνι και μύρισε την


παπλωματοθήκη που ευωδίαζε καθαριότητα. Ήθελε ν’ αγκαλιάσει κάποιον, να κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά του έναν ζεστό άνθρωπο. Προσπάθησε να τηλεφωνήσει ακόμα μια φορά. Το τηλέφωνο χτυπούσε και χτυπούσε, αλλά δεν απαντούσε κανείς. Ένιωσε να τον κυριεύει ένας απροσδιόριστος τρόμος. Καταλάβαινε πως έπειτα από αυτό το βράδυ όλα θα ήταν διαφορετικά.


7

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια νύχτα που δεν τελείωνε ποτέ. Κατάπινε με το σκοτάδι της τον ήλιο, έπνιγε όλο το φως και άπλωνε τα κρύα μαύρα μπράτσα της πάνω στον κόσμο. Έκλεινε για πάντα τα μάτια των ανθρώπων, έκανε τα όνειρά τους πιο βαθιά και πιο παράξενα, τους έκανε να ξεχνούν το εγώ τους, να μπερδεύονται με τα όντα των ονείρων τους, να χάνουν τη μνήμη τους. Η νύχτα ζωγράφιζε στους τοίχους των σπιτιών εικόνες τρομακτικές, από τις οποίες είχαν δραπετεύσει τα χρώματα. Η νύχτα ανάσαινε πάνω στα πρόσωπα των κοιμισμένων έναν κρύο, αποπνικτικό αέρα, που εισχωρούσε στα πνευµόνια τους και τα µαύριζε.

Η Χιονάτη ρούφηξε λαίμαργα μέσα της τον αέρα και άνοιξε τα μάτια της. Ήταν καταϊδρωμένη κι ένιωθε πως το βάρος του παπλώματος της προκαλούσε ασφυξία. Έπρεπε να το πετάξει από πάνω της και να σηκωθεί. Τα πόδια στις παντόφλες. Στο παράθυρο, να ρίξει μια ματιά στο πάρκο απέναντι, για να ξαλαφρώσει από τους εφιάλτες και ν’ αλλάξει η διάθεσή της. Το φεγγάρι φώτιζε τους σωρούς του χιονιού, τις κούνιες και τα μονόζυγα της παιδικής χαράς, τις στέγες των σπιτιών, βάφοντάς τα ασημένια. Οι σκιές παρέμεναν στη θέση τους σαν µαύρες µορφές ζωγραφισµένες στο χιόνι.


Στα παράθυρα δύο σπιτιών υπήρχε φως. Ήταν και κάποιοι άλλοι ξάγρυπνοι αυτή τη νύχτα, στις 3:45. Παράλογη ώρα να είναι κανείς ξύπνιος, αντίθετη με την ανθρώπινη φύση. Αυτή την ώρα κυκλοφορούσαν μόνο οι εφιάλτες, που όποιος ήταν ξύπνιος δεν τους ξεχώριζε από τις μαύρες σκιές. Στο κάτω μέρος του παραθύρου ο παγετός είχε ζωγραφίσει λουλούδια. Η Χιονάτη άγγιξε ενστικτωδώς το κρύο τζάμι, αν και ήξερε πως οι κρύσταλλοι βρίσκονταν από την άλλη μεριά. Η θερμότητα του χεριού της δε θα τους έλιωνε. Ένας παγωμένος αέρας φύσηξε πάνω στα δάχτυλά της από τις χαραμάδες. Τράβηξε το χέρι της τρέµοντας από το κρύο. Υπήρχε μια εποχή που ξυπνούσε τις νύχτες κι ευχόταν να μην ξημερώσει ποτέ. Τότε είχε δει και το όνειρο για την ατέλειωτη νύχτα, ένα άπιαστο όνειρο. Τώρα όμως ήταν εφιάλτης. Πολλά πράγματα είχαν αλλάξει. Τότε η Χιονάτη ξυπνούσε το πρωί απογοητευμένη που έπρεπε να σηκωθεί και ν’ αντιμετωπίσει τη μέρα, που κατά πάσα πιθανότητα δε θα της έφερνε τίποτα καλό. Ήξερε πως το κακό υπήρχε σε μεγαλύτερη έκταση απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Κι όμως, εκείνη είχε αντέξει, είχε αντέξει πολλά χρόνια. Ίσως τελικά να μην ήταν φυσιολογική, ακριβώς όπως ισχυρίζονταν κάποιοι. Αυτή τη φορά η Χιονάτη χώθηκε πάλι κάτω από το πάπλωμα, στο κρεβάτι που ήταν ακόμη ζεστό. Η κούραση της έκλεισε τα μάτια και την υπόλοιπη νύχτα δεν ξαναείδε εφιάλτες. Δεν είδε κανένα όνειρο, τουλάχιστον όχι από αυτά που θα θυµόταν την επόµενη µέρα.

Η Χιονάτη ξύπνησε πάλι όταν ο ήλιος έλαμπε. Ήταν περασμένες δέκα. Αισθανόταν παράξενα ξεκούραστη και σε εγρήγορση. Έτσι έπρεπε να αισθάνεται ένας άνθρωπος και όχι σαν ζόμπι που έχει βγει πολλές φορές στο φως. Δεν ήταν της


κοπάνας, αυτή τη φορά όμως ήταν σίγουρα καλή ιδέα. Δεν είχε καμιά διάθεση να δει την αυτάρεσκη φάτσα του Τούουκα. Τέντωσε τα πόδια και τα χέρια της πάνω στο στρώμα. Τι θα μπορούσε να κάνει; Μήπως να πάει στο γυμναστήριο; Η θεία Κάισα της είχε κάνει δώρο τα Χριστούγεννα μια ετήσια συνδρομή. Η Χιονάτη δεν αισθανόταν άνετα ανάμεσα στα γεμάτα ζωή κορίτσια που γυμνάζονταν, αλλά της έκανε καλό η εφίδρωση και χρειαζόταν δυνάµεις. Ο Τούουκα είχε καταφέρει να την αιφνιδιάσει και να πάρει για μια στιγμή το πάνω χέρι. Αν μπορούσε να εμπιστευτεί τη δύναμη των μυών της, θα κατάφερνε να απελευθερωθεί και να τον αναγκάσει να τρίψει το δικό του μάγουλο πάνω στον κρύο πέτρινο τοίχο. Μην ψάχνεις δύναμη για να εκδικηθείς, αλλά για να μην μπλεχτείς σε καταστάσεις που θα σε κάνουν να θέλεις να εκδικηθείς. Ακουγόταν πολύ σπουδαίο. Στην πραγματικότητα σήμαινε µόνο πως δεν ήθελε να ξαναβρεθεί σε δύσκολη θέση. Δεν ήθελε να σκέφτεται τα χτεσινά. Ήθελε να σκέφτεται μόνο τη σηµερινή µέρα. Τη δική της µέρα. Η μητέρα και η θεία της έλεγαν συχνά μεταξύ τους πόσο σημαντικό ήταν για τις γυναίκες να αφιερώνουν και καμιά μέρα στον εαυτό τους, να τον νταντεύουν. Και η λέξη ντάντεμα ήταν συνώνυμη με τις λέξεις ψώνια, σοκολάτα, αφρόλουτρο, γυναικεία περιοδικά και μανικιούρ. Η Χιονάτη ανατρίχιασε. Μια τέτοια μέρα δε θα ήταν γι’ αυτήν ντάντεμα, αλλά κούραση και υποκρισία. Ντάντεμα για εκείνη σήμαινε κόμικς, γλυκόριζα, ιδρώτα στο γυμναστήριο, λαχανικά με κάρυ και πάνω απ’ όλα μοναξιά. Η μητέρα της αναρωτιόταν πάντα πώς και της άρεσε να μένει μόνη. Δε βαριόταν ποτέ; Η Χιονάτη δεν τολμούσε να της πει ότι πιο εύκολα βαριόταν με παρέα, ακούγοντας άσκοπες κουβέντες. Καλύτερα μόνη παρά με κακή παρέα. Όταν ήταν μόνη, μπορούσε να είναι ο εαυτός της. Ελεύθερη. Κανένας δεν απαιτούσε τίποτα. Κανένας δε μιλούσε όταν ήθελε ησυχία.


Κανένας δεν την άγγιζε, όταν δεν ήθελε να την αγγίζουν. Της Χιονάτης της άρεσε επίσης να πηγαίνει σε εκθέσεις τέχνης. Περνούσε πολλές ώρες σε εκθέσεις, αφού πρώτα κατέβαζε στο κινητό της αρκετή μουσική, κατά προτίμηση Massive Attack, και πήγαινε χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς να έχει μελετήσει ιδιαίτερα από πριν τον καλλιτέχνη ή το θέμα. Αφού πλήρωνε το εισιτήριό της, έμπαινε στην πρώτη αίθουσα με τα μάτια καρφωμένα στο δάπεδο, έβαζε μουσική στ’ ακουστικά κι έκλεινε τα μάτια της. Άδειαζε το μυαλό της και γέμιζε το κεφάλι της με μουσική. Συγκεντρωνόταν κι ανάσαινε ήρεμα και σταθερά μέχρι ο σφυγμός της να πέσει σχεδόν σε επίπεδο αταραξίας. Όταν κατάφερνε να χαθεί εντελώς η καθημερινότητα γύρω της, άνοιγε τα μάτια της και άφηνε τον πρώτο πίνακα να την απορροφήσει. Μέσα σε μια έκθεση η Χιονάτη έχανε πολλές φορές την αίσθηση του χρόνου. Οι εικόνες, τα χρώματα, τα συναισθήματα, η αίσθηση της κίνησης πάνω στον καμβά ή στο χαρτί ή στις φωτογραφίες, η αίσθηση του βάθους, η τραχύτητα της επιφάνειας και η υφή την τραβούσαν βαθιά σε κάποιον κόσμο που δεν τον ήξερε απόλυτα ούτε τον καταλάβαινε, αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν δικός της. Ήταν η λίμνη της και το δάσος της, το τοπίο της ψυχής της. Η ζωγραφική τής μιλούσε σε μια γλώσσα που έσμιγε με τη μουσική και διαμόρφωνε μονοπάτια που οδηγούσαν στο σκοτάδι ή στο φως. Σπάνια θεωρούσε σημαντικά τα θέματα. Δεν την ένοιαζε τι έδειχναν οι εικόνες ή αν έδειχναν κάτι. Μόνο το συναίσθηµα είχε σηµασία. Σπάνια έφευγε από κάποια έκθεση με την αίσθηση πως δεν είχε αποκομίσει κάτι. Καμιά φορά συνέβαινε βέβαια κι αυτό, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις έφταιγε κάποιος εξωτερικός παράγοντας όπως πείνα ή κούραση ή στρες. Ακόμα και οι άλλοι επισκέπτες, που τις φωνές τους δεν μπορούσε να τις αποφύγει εντελώς με τη μουσική. Κάποιες εκθέσεις έμοιαζαν με τυφώνες, από τους οποίους έφευγε λαχανιασμένη, με τα πόδια της να


τρέμουν. Ύστερα από άλλες αισθανόταν για καιρό μια θαλπωρή. Άλλες έμεναν χαραγμένες στο μυαλό της. Τα χρώματα εγγράφονταν στον αμφιβληστροειδή και ζωγράφιζαν στα όνειρά της καινούριες αποχρώσεις. Δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος όπως πριν την έκθεση. Σήμερα όμως δε θα πήγαινε σε κάποια έκθεση, γιατί είχε ήδη επισκεφτεί το Μουσείο Τέχνης της πόλης, το Sara Hilden Art Museum, αλλά και τις περιοδικές εκθέσεις στο TR1 Kunsthalle I. Προσπαθούσε να πηγαίνει συνήθως στις αρχές κάθε περιόδου, όχι όμως τις πρώτες βδομάδες. Όταν οι πιο φανατικοί είχαν ήδη πάει και οι καθυστερηµένοι δεν είχαν ξεκινήσει ακόµη. Ο ήλιος έκανε τον πάγο πάνω στο τζάμι να λάμπει. Η Χιονάτη αναρωτήθηκε μήπως ήταν καλό να πάει για τρέξιμο πριν πάρει το πρωινό της. Κοίταξε το θερμόμετρο. Έδειχνε 25 βαθμούς υπό το μηδέν. Όχι, ευχαριστώ. Το λαχάνιασμα σε τέτοια θερµοκρασία είναι επικίνδυνο για τους πνεύµονες. Ξαφνικά άρχισε να χτυπάει το κινητό της. Το πήρε στο χέρι της. Δεν ήξερε τον αριθµό. Μην απαντάς σε άγνωστους αριθμούς. Ποτέ. Αυτή ήταν η αρχή της κάποτε, αλλά όχι πια. Τώρα έπρεπε να τολμάει να απαντάει, αφού έμενε μόνη της και είχε η ίδια την ευθύνη του εαυτού της. «Χιονάτη Άντερσον» απάντησε τυπικά. «Γεια, η Έλισα είµαι». Η Έλισα; Γιατί της τηλεφωνούσε η Έλισα; «Ο Τούουκα μου ’πε ότι ξέρεις» συνέχισε το κορίτσι στα γρήγορα. Η Χιονάτη αναστέναξε. Λες να ’θελε κι αυτή διαβεβαιώσεις ότι δε θα µιλούσε σε κανέναν; «Δεν ήξερα ποιον άλλο να πάρω. Τα αγόρια δε θέλουν να το συζητήσουν. Έχω φρικάρει. Πρέπει να ’ρθεις εδώ. Δεν αντέχω µόνη µου. Φοβάµαι. Βοήθησέ µε». Η Έλισα µιλούσε µε στριγκή, απελπισµένη φωνή. Ήταν σίγουρα πανικοβληµένη.


«Δεν…» άρχισε η Χιονάτη, αλλά δεν πρόλαβε να συνεχίσει, γιατί η Έλισα έβαλε τα κλάµατα. Η Χιονάτη κάρφωσε τα μάτια της στο παγωμένο τζάμι. Κι αν της έκλεινε το τηλέφωνο; Κι αν έπειτα απενεργοποιούσε και τη συσκευή; Μην παρεμβαίνεις. Μην μπλέκεσαι. Κοίτα τη δουλειά σου. Γιατί δυσκολευόταν τόσο πολύ να κρατήσει την απόφαση που είχε πάρει; Ίσως επειδή η Έλισα έκλαιγε. Ίσως επειδή κανένας δεν είχε ζητήσει τη βοήθειά της µέχρι τώρα. «Εντάξει, θα ’ρθω» άκουσε τον εαυτό της να λέει στο τηλέφωνο. Πάει η δική της µέρα.

Η Έλισα έμενε στο Πίινικι, την πιο ακριβή περιοχή του Τάμπερε. Καθώς η Χιονάτη στεκόταν στην εξώπορτα με το φθαρμένο της παλτό, ένιωθε πως βρισκόταν σε εντελώς λάθος μέρος. Από την πλευρά του δρόμου η μεγάλη αυλή ήταν περιφραγμένη με πέτρινο τοίχο. Απέναντι άρχιζε το μονοπάτι για τους δρομείς, που ανέβαινε την πλαγιά. Το σπίτι ήταν τεράστιο, φωτεινό και πανέμορφο. Η Χιονάτη φανταζόταν πάντα ότι σε τέτοια σπίτια έμεναν τουλάχιστον δύο οικογένειες, όχι όμως σ’ αυτό εδώ. Ωστόσο δεν έγραφε πουθενά όνομα. Οι κάτοικοι της περιοχής δεν ήθελαν να φωνάζουν οι πινακίδες και τα γραµµατοκιβώτια ποιος έµενε εκεί. Επιβεβαίωση ακόμα μια φορά της διεύθυνσης από το γραπτό μήνυμα. Σωστή. Στους πέτρινους ορθοστάτες της αυλόπορτας στέκονταν δύο σκαλιστά λιοντάρια που ακουμπούσαν προστατευτικά τα πόδια τους σε μπρούντζινες μπάλες. Εδώ είµαστε φύλακες εµείς. Χτύπησε το κουδούνι. Ύστερα από λίγο άνοιξε την πόρτα η Έλισα και κατέβηκε γρήγορα φορώντας ένα ροζ ρούχο που θύμιζε φόρμα μωρού. Η Χιονάτη φορούσε παλιά, ξεφτισμένα ρούχα, τουλάχιστον όμως δεν έδειχνε σαν να έχει δραπετεύσει από ψυχιατρείο. Η Έλισα ξεκλείδωσε την αυλόπορτα κι έπεσε


στην αγκαλιά της, πριν εκείνη προλάβει να την αποφύγει. «Ευτυχώς που ήρθες! Δεν ήξερα πώς θ’ αντιδράσεις. Δε γνωριζόµαστε και πολύ καλά» είπε. Μύριζε ένα λουλουδένιο ακριβό άρωμα. Η Χιονάτη δε χρησιμοποιούσε αρώματα, αλλά είχε εξασκήσει τη μύτη της να τ’ αναγνωρίζει. Είχε γίνει πολύ καλή. Κάποτε, έτυχε να αναγνωρίσει ένα άτομο από μακριά μόνο από τη μυρωδιά, κι αυτό της είχε δώσει δυο κρίσιμα δευτερόλεπτα επιπλέον χρόνο για να ξεφύγει. «Joy, του Jean Patou» είπε και τραβήχτηκε γρήγορα από το αγκάλιασμα. Αυτή τη συνήθεια, ν’ αγκαλιάζονται άνθρωποι ξένοι μεταξύ τους, τη θεωρούσε κάτι σαν άσχημη γρίπη, που έπρεπε να θεραπευτεί αμέσως. Η Έλισα την κοίταξε παραξενεµένη. «Δεν ήξερα ότι έχεις ασχοληθεί με αρώματα. Μου το χάρισε τα Χριστούγεννα ο πατέρας μου. Είναι, λέει, το ακριβότερο άρωµα του κόσµου». «Ακριβώς». Η Χιονάτη δεν είχε καμιά διάθεση ν’ αρχίσει να κουβεντιάζει άσκοπα για αρώματα και χριστουγεννιάτικα δώρα. Ούτε να κουτσοµπολέψει. Είχε έρθει επειδή η Έλισα ήταν πανικοβληµένη κι έκλαιγε. Αν την ήθελε μόνο για να κάνει το σκυλάκι της, θα γύριζε και θα ’φευγε επιτόπου. Θα προλάβαινε να πάει και στο γυµναστήριο. Η Έλισα χοροπηδούσε σαν κουρδισμένη, ένα ροζ λαγουδάκι. Τελικά έδειξε σαν να κατάλαβε μόλις εκείνη τη στιγμή ότι είχαν ξεπαγιάσει. «Πάµε µέσα» είπε. Η Χιονάτη αρκέστηκε σ’ ένα νεύµα. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν ακόμα πιο μεγαλοπρεπές από το εξωτερικό. Ψηλοτάβανα δωμάτια, παράθυρα σε προεξοχές, ανοιχτόχρωμες επιφάνειες, έπιπλα που κόστιζαν περισσότερο απ’ όσο ενοίκιο πλήρωνε η Χιονάτη για όλο τον χρόνο, άπλετο


φως που πλημμύριζε το δάπεδο και όλες τις επιφάνειες χωρίς να φαίνεται ούτε ένα μόριο σκόνης. Η καθαρίστρια που είχε αναφέρει η Έλισα την προηγούμενη μέρα στο καφέ είχε κάνει εξαιρετική δουλειά µε το διπλό µεροκάµατο που είχε πάρει. «Κάτω έχει σάουνα και πισίνα» θεώρησε απαραίτητο να προσθέσει η Έλισα όταν η Χιονάτη έβγαλε τις αρβύλες και το παλτό της και πέταξε τα γάντια, το κασκόλ και τον σκούφο σ’ ένα ράφι. «Δεν ήρθα για να κολυµπήσω» της απάντησε κοφτά. Η Έλισα ντράπηκε. «Όχι βέβαια. Σόρι. Θέλεις κάτι; Καπουτσίνο, μοκατσίνο, λάτε;» «Έναν συνηθισµένο καφέ. Σκέτο». «Οκέι. Σου φέρνω. Μπορείς να πας πάνω, στο δωμάτιό μου, να µε περιµένεις» πρόσθεσε η Έλισα. Η Χιονάτη ανέβηκε τη σκάλα. Στον πάνω όροφο υπήρχε ένας καθρέφτης, μέσα από τον οποίο την κοίταζε ένα κορίτσι που βρισκόταν σε λάθος μέρος. Τι στο καλό έκανε εδώ; Ήταν σφάλμα που ήρθε. Θα ’μπλεκε χωρίς να το θέλει σε μια ιστορία που βρόµαγε όλο και πιο πολύ. Το δωμάτιο της Έλισα έμοιαζε σαν να ’χει εκραγεί εκεί μέσα κάτι μαύρο και ροζ. Αυτά τα δύο χρώματα επικρατούσαν από το δάπεδο ως το ταβάνι και από τις κουρτίνες ως το λάπτοπ. Μήπως η φάση με τις πριγκίπισσες είχε παρατραβήξει, μολονότι είχε ήδη ξεκινήσει μια ροκ περίοδος; Το δωμάτιο ήταν όσο δύο φορές η γκαρσονιέρα της. Είχε επίσης πρόσβαση σ’ ένα μικρό μπαλκόνι. Η Έλισα είχε μια ατέλειωτη σειρά από κοσμήματα και είδη μακιγιάζ. Ένα ράφι ήταν γεμάτο με ταινίες, θρίλερ και ρομαντικές κωμωδίες. Η Χιονάτη έψαξε με το βλέμμα της να βρει κάποιο λάθος. Κάτι που δεν ταίριαζε στη γενική εικόνα του δωµατίου. Υπήρχαν δύο αταίριαστα πράγµατα. Στο κάτω μέρος της βιβλιοθήκης βρισκόταν ένας σεβαστός αριθμός βιβλίων αστρονομίας. Είχαν τοποθετηθεί εκεί σαν να


’πρεπε να κρυφτούν, όμως ήταν τόσο πολλά, που δεν μπορεί να ήταν τυχαίο. Η Χιονάτη θυμήθηκε ξαφνικά ότι η Έλισα ακολουθούσε θετική κατεύθυνση. Το άλλο ήταν δυο βελόνες πλεξίματος κι ένα αρχινισμένο πλεκτό. Η Έλισα λοιπόν δεν ήθελε ν’ αγοράζει έτοιμα τα πάντα. Ενδιαφέρον. Ή μάλλον θα ήταν ενδιαφέρον αν η Χιονάτη είχε τη διάθεση να τη γνωρίσει καλύτερα. Τώρα κατέγραφε απλά στο µυαλό της όσα έβλεπε. «Καφές σκέτος!» είπε η Έλισα από την πόρτα και της πρόσφερε μια κούπα. Η κούπα ήταν μαύρη. Η κούπα της Έλισα ροζ. Η Χιονάτη το διασκέδασε για λίγο, αλλά η κοινωνιολογική έρευνα σταµάτησε εκεί. «Γιατί µου ’πες να ’ρθω εδώ;» ρώτησε. Η Έλισα κάθισε στο κρεβάτι και αναστέναξε. «Είµαι τροµοκρατηµένη και δεν ξέρω τι να κάνω». «Τι θυµάσαι από το πάρτι;» «Ελάχιστα. Ή μάλλον θυμάμαι διάφορα, αλλά δεν μπορώ να τα βάλω σε σειρά». «Πες μου όσα θυμάσαι από την αρχή, με λεπτομέρειες, τι έγινε στο πάρτι και πώς έφτασαν στα χέρια σας τα λεφτά» είπε η Χιονάτη. «Έπειτα θα σκεφτούμε μαζί τι είναι καλύτερο να κάνουµε». Μισούσε τον δασκαλίστικο τόνο της φωνής της, αυτή τη στιγμή όμως έπρεπε να μιλήσει στην άλλη κοπέλα σαν να ήταν παιδί. Έβλεπε τα χέρια της που έτρεμαν καθώς κρατούσε σφιχτά την κούπα. Η Έλισα άρχισε να περιγράφει αργά, με ανακολουθίες και λοξοδρομήσεις, πως όταν έμαθε ότι την Κυριακή οι γονείς της θα έλειπαν αποφάσισε να κάνει πάρτι. Η μάνα της είχε φύγει ήδη από το Σάββατο σε επαγγελματικό ταξίδι για μια βδομάδα και ο πατέρας της θα ήταν στη δουλειά όλη τη νύχτα. Συνέχισε να φλυαρεί για το πώς είχε σκεφτεί ποιους να καλέσει και τι ποτά και φαγητά να προσφέρει. Στο θέμα, σκέφτηκε η Χιονάτη.


Όταν μίλησα για λεπτομέρειες δεν εννοούσα ακριβώς αυτό. Γι’ αυτά καλύτερα να µιλούσες µε κάποιον άλλο. «Ήθελα να ’ναι κάπως πιο ανεβασμένο το πάρτι. Είπα λοιπόν στον Κάσπερ να φέρει κανένα χαπάκι για μένα και τον Τούουκα. Το ’χουμε ξανακάνει οι τρεις μας. Είναι καλύτερα απ’ το ποτό. Όταν πίνω πολύ, αρχίζω και ξερνάω». Η Χιονάτη διασκέδασε με την κατσουφιασμένη έκφραση της Έλισα. Ποιος δε θα ξερνούσε αν έπινε πολύ; Αυτό δεν ήταν το βασικό χαρακτηριστικό του αλκοόλ; «Και πού τα βρίσκει ο Κάσπερ;» ρώτησε. «Δεν ξέρω κι ούτε θέλω να μάθω. Έχει κάποιες περίεργες παρέες. Καλύτερα να µένεις µακριά». Ξαφνικά η φωνή της έγινε σεμνή. Μάλλον θυμήθηκε πως ήταν κόρη αστυνοµικού. «Πήρε και κανένας άλλος;» «Όχι απ’ ό,τι ξέρω. Ο Κάσπερ προσέχει πολύ σε ποιον τα σπρώχνει. Δε θέλει να τον πιάσουν». Φυσικά και δε θέλει. Η Χιονάτη θα μπορούσε να της πει ότι τουλάχιστον η αρωματισμένη μαφία ήξερε πολύ καλά πως στα πάρτι κάποιοι την έβρισκαν και μ’ άλλα πράγματα εκτός από ποτό. «Οι περισσότεροι άρχισαν να το διαλύουν μετά τα μεσάνυχτα. Βλέπεις, οι καλοί μαθητές δεν ήθελαν να πάνε την άλλη μέρα στο σχολείο πιωμένοι» είπε η Έλισα βάζοντας τα γέλια. Η Χιονάτη δε γέλασε µαζί της. Έτσι σοβάρεψε κι εκείνη. «Οκέι, εκ των υστέρων σκέφτομαι πως λογικά έτσι έπρεπε να ’χα κάνει κι εγώ. Οι υπόλοιποι της παρέας άρχισαν να πίνουν πολύ. Εγώ δεν την πάλευα πάλι. Οι εικόνες είναι θολές. Αρκετοί ξερνούσαν εδώ κι εκεί. Κάποιος έσπασε ένα κρυστάλλινο βάζο και τραυματίστηκε από τα θρύψαλα. Στο σπίτι γινόταν της πουτάνας. Νοµίζω πως ζήτησα από τον Τούουκα να πετάξει έξω δυο µεθυσµένους».


Η Έλισα είχε αφήσει την κούπα της στο γραφείο. Έτρωγε τα νύχια της. Το έντονο ροζ μανό ήταν ξεφτισμένο στις άκρες. Τα χέρια της έτρεμαν λίγο. Η Χιονάτη δε μιλούσε. Προτιμούσε να την αφήσει να συνεχίσει μόνη της, χωρίς βοηθητικές ερωτήσεις. Οι μνήμες είναι πιο αξιόπιστες αν ο άλλος δε σε καθοδηγεί στην κατεύθυνση που θέλει. «Ως τις δύο είχαν φύγει όλοι εκτός από τον Κάσπερ και τον Τούουκα. Ήμασταν εδώ, στο δωμάτιό μου, χορεύαμε και κάναμε μαλακίες. Δε χρειαζόταν να δείχνουμε πια στους άλλους ότι µόνο πίναµε. Ύστερα… Ήταν περίπου τρεις». Η Έλισα ξαφνικά σταμάτησε να μιλάει. Ξεροκατάπιε. Ζάρωσε τα φρύδια της. «Βγήκα σίγουρα στο μπαλκόνι, για τσιγάρο» συνέχισε. «Ναι, τότε ήταν. Είδα στην αυλή μας μια παράξενη σακούλα… Δεν πρέπει να βρισκόταν εκεί πάνω από μισή ώρα, γιατί κάθε μισή ώρα έβγαινα για τσιγάρο. Συνήθως δεν καπνίζω, στα πάρτι όμως µ’ αρέσει». Και πάλι ο ίδιος ενάρετος τόνος στη φωνή, και στο πρόσωπο μια ψεύτικη μάσκα. Η Χιονάτη θα μπορούσε να θαυμάσει τις επιδόσεις της, αν δεν την είχε εκνευρίσει τόσο πολύ. «Κι έπειτα τι έκανες;» Δεν μπορούσε να μην της κάνει αυτή την ερώτηση. Η Έλισα άρχισε ν’ ανοιγοκλείνει το φερμουάρ της ροζ φόρμας της, από το οποίο κρεμόταν μια χρυσή καρδιά. Το άνοιγε δύο εκατοστά κι ύστερα το έκλεινε. Άνοιξε κλείσε. Άνοιξε κλείσε. Η Χιονάτη ήπιε µια γουλιά καφέ. Ήταν απαίσια ελαφρύς. «Αυτή η σακούλα είχε πλάκα. Ήταν τόσο αστεία μέσα στο χιόνι. Δεν ξέρω πώς να το πω. Μάλλον τα ’χα χαμένα. Άφησα τ’ αγόρια πάνω και πήγα να τη μαζέψω. Όταν γύρισα, την άνοιξα εδώ, στην είσοδο». Η Έλισα ξεροκατάπιε πάλι. «Στην αρχή δεν κατάλαβα τι είχε μέσα. Νόμιζα πως ήταν σκουπίδια. Έπειτα έβγαλα ένα χαρτί και είδα πως ήταν


χαρτονόμισμα. Λερωμένο με αίμα. Η σακούλα ήταν γεμάτη ματωμένα πεντακοσάρικα. Όπως τα ’πιασα, τα χέρια μου γέμισαν αίμα. Αηδιάζω που το σκέφτομαι. Εκείνη τη στιγμή όµως γελούσα. Μου φάνηκε πως είχε πολλή πλάκα». Η Έλισα κάρφωσε τα μάτια της στο ροζ χαλί πάνω στο μαύρο δάπεδο. Τα συναισθήματα στο πρόσωπό της εναλλάσσονταν, από αηδία σε απέχθεια, από ντροπή σε φόβο. «Δεν αναρωτήθηκα ούτε στιγμή γιατί αυτά τα λεφτά ήταν ματωμένα. Φώναξα στ’ αγόρια να ’ρθουν να δουν. Έβαλαν κι αυτά τα γέλια. Άρχισαν να λένε και να ξαναλένε πως είμαστε πλούσιοι. Δεν τα μετρήσαμε εκείνη την ώρα, αλλά μέσα στη σακούλα ήταν τριάντα χιλιάρικα. Δε σκεφτήκαμε τίποτα, παρά µόνο ότι έπρεπε να τα καθαρίσουµε». Σκέφτηκαν πως δεν μπορούσαν να τα πλύνουν στο σπίτι τους, γιατί έπρεπε να τα στεγνώσουν κρυφά. Έπειτα ο Τούουκα θυμήθηκε τον σκοτεινό θάλαμο του σχολείου, μιας και είχε κάνει μαθήματα φωτογραφίας. Παλιότερα είχε βγάλει κι ένα αντικλείδι από τα κλειδιά του πατέρα του. Ήξερε και τον κωδικό του συναγερµού. «Μας φάνηκε πως ήταν η πιο έξυπνη ιδέα του κόσμου» είπε η Έλισα και κοίταξε τη Χιονάτη παρακλητικά. «Μπορείς να το καταλάβεις;» Όχι, σκέφτηκε η Χιονάτη, αλλά δεν το είπε δυνατά. «Και το πρωί ο Τούουκα βιαζόταν να πάει να μαζέψει τα λεφτά» είπε τελικά. «Όσο με αφορά, μπορούσε να τα παρατήσει εκεί. Δεν ήθελα να τα ξαναγγίξω. Δεν μπορώ να σταματήσω ν’ αναρωτιέμαι από πού ήταν το αίμα. Ανθρώπινο; Γιατί ήταν στην αυλή μας η σακούλα; Ποιος την είχε φέρει; Δε θα ξαναπάρω τίποτα, ρε γαμώτο! Αν ήμουν στα καλά μου, μπορεί να ’χα δει ποιος την έφερε». Η Έλισα σηκώθηκε κι άρχισε να πηγαίνει πέρα δώθε εκνευρισμένη. Σηκώθηκε και η Χιονάτη, πλησίασε στην


μπαλκονόπορτα και την άνοιξε. Κρύος αέρας τής επιτέθηκε αμέσως, αλλά δεν την ένοιαξε. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε κάτω στην αυλή. «Η πόρτα της αυλής ήταν κλειδωµένη το βράδυ;» ρώτησε. «Ναι» απάντησε η Έλισα. «Σιγουρεύτηκα εκείνη την ώρα, στις δύο τη νύχτα». Η Χιονάτη μέτρησε με το βλέμμα της την απόσταση από τον δρόμο ως την αυλή. Κάποιος θα μπορούσε να πετάξει με δύναµη τη σακούλα πάνω από την περίφραξη. «Βλέπει η κάµερα τον δρόµο;» Η Έλισα κούνησε το κεφάλι της. «Βλέπει την αυλόπορτα και την εξώπορτα του σπιτιού, αλλά όχι τον δρόµο». Η Χιονάτη συνέχισε να σκέφτεται. Άφησε τον κρύο αέρα να της ροκανίζει τα δάχτυλα. Αυτό κρατούσε το μυαλό της σε εγρήγορση. Κάποιος είχε πετάξει τη νύχτα στην αυλή μια σακούλα γεμάτη ματωμένα χαρτονομίσματα. Τα λεφτά σημαίνουν αμοιβή. Το αίμα προειδοποίηση. Να ήταν τελικά απειλή ή έκφραση ευγνωμοσύνης; Και σε ποιον; Να είχαν πετάξει τη σακούλα στη σωστή αυλή; Από τον δρόμο το σπίτι δεξιά φαινόταν εντελώς διαφορετικό και η αυλή του πιο μέσα. Στο ύψος του σπιτιού της Έλισα ο δρόµος έκανε µια µικρή στροφή. «Ποιος µένει εκεί πέρα;» ρώτησε η Χιονάτη δείχνοντάς το. «Δύο οικογένειες µε παιδιά… Νοµίζω πως και οι δύο µανάδες είναι δικηγόροι. Της μιας ο πατέρας είναι καλλιτέχνης και της άλλης δημόσιος υπάλληλος. Τα παιδιά δεν πάνε ακόμη σχολείο». Η Χιονάτη διέτρεξε με το βλέμμα της το σπίτι και την αυλή του. Φαινόταν απίθανο να το μπέρδεψε κάποιος με το σπίτι της Έλισα. Αντίθετα, το σπίτι στα αριστερά, αν και ήταν σαφώς πιο καινούριο, ως προς το μέγεθος, το σχήμα και το ανοιχτό του χρώμα ανήκε στην ίδια κατηγορία. Ακόμα και η περίφραξη ήταν


ίδια και οι αυλές στο ίδιο επίπεδο. Υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να είχε γίνει λάθος. «Κι εκεί;» Η Έλισα ήταν δίπλα της στο µπαλκόνι και κρύωνε. «Ένας τρελός καμιά σαρανταριά, που το παίζει νεότερος. Πιστεύει, νομίζω, πως είναι κάποιος χαρακτήρας από το Λυκόφως.4 Ντύνεται με μακριά δερμάτινα, θεωρώντας ότι δείχνει σαν πρίγκιπας των βαμπίρ. Στην πραγματικότητα είναι για λύπηση. Δεν έχω ιδέα τι κάνει. Κάπου δουλεύει, γιατί φεύγει το πρωί και γυρίζει το απόγευμα. Μένει μόνος του σ’ αυτό το τεράστιο σπίτι, ποτέ δεν έχω δει κάποιον επισκέπτη. Κι αν συναντήσει κάποιο γείτονα στον δρόμο, ούτε που τον χαιρετάει». Η Χιονάτη γύρισε να κοιτάξει την Έλισα, που συνέχισε να µιλάει µε τα µάτια ορθάνοιχτα… «Γι’ αυτόν ήταν σίγουρα τα λεφτά! Απλά ήρθανε σε λάθος αυλή. Είναι ακριβώς ο τύπος που σίγουρα ανακατεύεται με ύποπτες δουλειές ή ανθρωποθυσίες». Η Έλισα ήταν σχεδόν χαρούµενη. «Είναι μια πιθανότητα» διαπίστωσε η Χιονάτη. «Όχι όμως η µοναδική». Αν τα χρήματα τα είχαν πετάξει στη σωστή αυλή, τότε προορίζονταν για τον πατέρα ή τη µάνα της Έλισα. Στράφηκε πάλι να την κοιτάξει. Τα δόντια της είχαν αρχίσει να χτυπούν. Έμοιαζε με λούτρινο ζωάκι που είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος της γέμισής του. Ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μπορεί να είχε ανακατευτεί σε κάτι που θα της έδινε τριάντα χιλιάρικα. Αν και ποτέ κανείς δεν ξέρει. Η Χιονάτη πίστευε πως μπορούσε να καταλάβει έναν ψεύτη. Η Έλισα δεν έδειχνε να λέει ψέματα. Τουλάχιστον δεν ήταν τόσο καλή ώστε να καταφέρει να την ξεγελάσει. Της είχαν πει τόσο πολλά ψέματα στη ζωή της, που είχε μάθει να ξεχωρίζει τον μέσο ψεύτη από τον τόνο της φωνής και τις αλλαγές στην έκφρασή


του. «Όπως και να ’χει, φοβάμαι πως κάποιος θα τα θέλει αυτά τα λεφτά. Τώρα, αµέσως» ψιθύρισε η Έλισα. Η Χιονάτη δεν μπορούσε να πει τίποτα για να την παρηγορήσει. Είχε κι αυτή την ίδια άποψη.


8

Ο Βίιβο Ταμ έτρεμε. Δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που κρύωνε τόσο πολύ. Προσπάθησε να κάνει πηδηματάκια για να κρατηθεί ζεστός, αλλά οι μύες του, άκαμπτοι από το κρύο, δε δέχονταν να συνεργαστούν. Μόνο μία ώρα στεκόταν εκεί, στην άκρη του μονοπατιού στο Πίινικι, και παραφύλαγε, και τώρα του φαινόταν πως οι αντοχές του είχαν φτάσει στα όριά τους. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, από κάτω ένα ζεστό μάλλινο πουλόβερ, και στο κεφάλι έναν ισοθερμικό σκούφο φορεμένο βαθιά – το κρύο όμως έψαχνε τον δρόμο του κάτω από τα ρούχα. Ορμούσε κι από την παραμικρή χαραμάδα, από κάθε τρυπίτσα του πλεχτού, και κατέτρωγε ανελέητα το σώμα του, που έκανε ό,τι μπορούσε για να διατηρήσει τη ζωτική θερμοκρασία του. Τελικά αποφάσισε να τηλεφωνήσει. Τα άκαμπτα δάχτυλά του πατούσαν αδέξια τα παγωμένα πλήκτρα του κινητού. Ούτε λόγος να βγάλει τα δερμάτινα γάντια του. Πέντε λεπτά του πήρε να βρει το σωστό όνομα στη λίστα και να πατήσει το πράσινο κουµπί. «Λοιπόν;» απάντησαν σαν να περίµεναν το τηλεφώνηµα. «Κανένα ίχνος. Δεν μπορώ να μείνω πολύ ακόμα. Θα πεθάνω από το κρύο». «Πρέπει να μείνεις!» ούρλιαξε ο Μπαρίς Σοκόλοβ κι έκλεισε


το τηλέφωνο. Ο Βίιβο κάρφωσε για μια στιγμή τα μάτια του στο κινητό κι έσφιξε τα δόντια του. Ο Μπαρίς Σοκόλοβ και ο Λίναρτ Κασκ κάθονταν σ’ ένα βαν από τη μεριά της Παλομαεντίε. Μια χαρά έδιναν εντολές αποκεί. Κι αν το κορίτσι δεν έβγαινε καθόλου έξω σήμερα; Ή, τουλάχιστον, αν δεν έβγαινε σύντομα; Ήξεραν και οι τρεις ότι η παρακολούθηση δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολλές ώρες. Θα προκαλούσε υποψίες και ίσως κάποιος να έπαιρνε είδηση το αυτοκίνητο. Θα συνειδητοποιούσε τότε ότι στη γειτονιά δεν είχε κανένας ανάγκη για υδραυλικό εκείνη την ώρα. Μια ακόμα αλλαγή των πινακίδων και της φίρμας θα τους κόστιζε κυρίως σε χρόνο και κανείς τους δεν ήταν πρόθυμος να δουλέψει περισσότερο. Να πάρει, γαμώτο, να πάρει!… Ήταν σίγουροι πως το αίμα θα ήταν αρκετό. Ο τύπος όμως φαίνεται πως ήταν ψύχραιμος. Προσπαθούσε να παίξει πιο σκληρά απ’ ό,τι τον έπαιρνε. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Κανείς τους δεν μπορούσε. Ούτε καν ο Μπαρίς Σοκόλοβ, παρότι του άρεσε πολύ να παριστάνει το μεγάλο αφεντικό. Τον κρατούσαν κι αυτόν όπως και όλους τους άλλους. Η θηλιά στον λαιμό δεν παύει να είναι θηλιά, ακόμα κι αν είναι στολισμένη με διαµάντια. Ίσως ο Φινλανδός δε νοιαζόταν τόσο πολύ, όσο νόμιζαν. Ίσως έπαιζε θέατρο. Είχαν την εντύπωση πως η απαγωγή της κόρης του θα τον έκανε να καταλάβει ότι δεν ήταν τόσο δυνατός όσο πίστευε.

Η Χιονάτη κάρφωσε τα μάτια στα νουντλς μπροστά της. Το χρώμα τους ήταν κάτι ανάμεσα σε γκρι και μπεζ. Η Έλισα δεν είχε πει ψέματα πως δεν ήξερε να μαγειρεύει. Στην κατάψυξη, εξήγησε, υπήρχαν διάφορα φαγητά που είχε ετοιμάσει η μάνα


της, αλλά ήταν «τόσο δύσκολο» να τα ζεστάνει, ώστε προτιμούσε να τρώει νουντλς της στιγμής. Η Χιονάτη δοκίμασε τις μαλακές ταινίες που κολυμπούσαν στο αλμυρό ζουμί κι αποφάσισε να το αντέξει. Ή μάλλον η κοιλιά της που γουργούριζε αποφάσισε γι’ αυτήν. Πεινούσε σαν λύκος. Το πρωί είχε γίνει απόγευμα και το μόνο που σκεφτόταν ήταν πότε θα πήγαινε σπίτι της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να φύγει, η Έλισα έβρισκε μια δικαιολογία για να την κρατήσει εκεί. Φοβόταν πραγµατικά να µείνει µόνη της. Η συζήτηση δεν προχωρούσε. Είχαν μιλήσει για όλα όσα είχαν σχέση με τα χρήματα. Είχαν συζητήσει την πιθανότητα να προορίζονταν για τον άντρα του διπλανού σπιτιού με το δερµάτινο. Η Έλισα ήταν σίγουρη. «Η μαμά κι ο μπαμπάς μου δεν μπορεί να ’χουν ανακατευτεί σε τίποτα περίεργο. Δεν είναι τέτοιοι άνθρωποι». Η Χιονάτη όμως δεν μπορούσε ν’ αποκλείσει την πιθανότητα τα λεφτά να προορίζονταν γι’ αυτούς. Ρώτησε λοιπόν την Έλισα τι δουλειά έκανε η μάνα της. Δούλευε, λέει, σε μια εταιρεία καλλυντικών, στην ομάδα που χειριζόταν τις διεθνείς υποθέσεις. Όχι κανένα μεγάλο αφεντικό, αλλά, σύμφωνα με την Έλισα, έπαιρνε καλά λεφτά. «Λείπει σε ταξίδια σχεδόν τον μισό χρόνο» της είχε πει κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Η Χιονάτη είχε διακρίνει στην έκφρασή της ενόχληση και θλίψη. «Ευτυχώς ο μπαμπάς μου είναι σχεδόν πάντα στο σπίτι» είχε συνεχίσει χαμογελώντας η Έλισα. «Εκτός βέβαια από αυτό το Σαββατοκύριακο». Και ο µπαµπάς ήταν βέβαια αστυνοµικός. «Και πού υπηρετεί;» είχε ζητήσει διευκρινίσεις η Χιονάτη. Η Έλισα είχε κατεβάσει τα µάτια αµήχανη. «Στη Δίωξη Ναρκωτικών» είχε απαντήσει. Του τσαγκάρη τα παιδιά και τα λοιπά. Η Χιονάτη θα το διασκέδαζε, αν δεν ήταν τόσο πολύ εκνευρισμένη με την


ηλιθιότητα της Έλισα. Κόρη μπάτσου της Δίωξης κι έπαιζε με απαγορευμένα. Θα νόμιζε κανείς πως δεν είχε ανάγκη να παίρνει τόσο μεγάλο ρίσκο. Δεν είχε πει τίποτα, αλλά η Έλισα είχε ερµηνεύσει σωστά τη σιωπή της. «Κοίτα, αυτό γίνεται περιστασιακά, για πλάκα!» είχε προσπαθήσει ν’ αμυνθεί. «Δεν είμαι κανένα πρεζόνι. Ξέρω τα όριά µου. Άλλωστε, σου ’πα ήδη ότι δε θα ξαναπάρω τίποτα. Θα το κόψω µαχαίρι». «Ρώτα καμιά φορά τον πατέρα σου πόσοι περιστασιακοί χρήστες ακόμα και σ’ αυτήν εδώ την πόλη τα σκάτωσαν εντελώς. Όμως δεν ήρθα εδώ για να σου κάνω μάθημα για τα ναρκωτικά. Ήρθα για να βρούµε άκρη µε τα λεφτά». «Όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορώ να μιλήσω στον μπαμπά. Αν είναι ανακατεμένος σε τίποτα;» είπε αναστενάζοντας για πολλοστή φορά η Έλισα. «Πράγμα που δεν πιστεύω βέβαια. Αν, όμως; Δε γίνεται να τον εμπιστευτώ. Θα μπορούσε να μου πει οποιοδήποτε ψέμα. Ούτε σε κανέναν άλλον αστυνομικό μπορώ να μιλήσω. Στο κάτω κάτω, πατέρας μου είναι. Ακόμα κι αν έχει μπλεχτεί σε κάτι, δεν μπορώ να τον προδώσω. Ίσως να ’ναι και κάποια προσπάθεια συγκάλυψης. Αχ, το κεφάλι μου θα σπάσει». «Τι ώρα θα γυρίσει στο σπίτι σήµερα;» ρώτησε η Χιονάτη. «Σε δύο ώρες». «Συµπεριφερόταν κανονικά χτες;» «Έτσι νομίζω. Από την άλλη, είχα τόσο πολύ στο μυαλό μου να κρύψω τα ίχνη από το πάρτι, αλλά κι ένα τεράστιο μυστικό χωμένο στο βάθος της ντουλάπας, που δε θα ’χα προσέξει τίποτα, ακόµα κι αν χόρευε φορώντας αυτιά Μίκι Μάους». «Παρατήρησέ τον. Μίλα του. Μην τον ρωτήσεις ευθέως, προσπάθησε όμως να καταλάβεις τι λένε οι εκφράσεις και οι χειρονομίες του. Οι άνθρωποι μιλούν πάρα πολύ χωρίς να λένε τίποτα. Και έχε τον νου σου στον γείτονα. Αν τα λεφτά ήταν δικά του, θ’ αρχίσει να συμπεριφέρεται διαφορετικά, αφού δεν


τα πήρε». Η Έλισα την κοίταξε, σηκώθηκε από το τραπέζι και την πλησίασε. «Ευχαριστώ» είπε και της έκανε µια γρήγορη αγκαλιά. Η Χιονάτη παραξενεύτηκε που αυτή τη φορά δεν αισθάνθηκε τόσο άσχημα. Η Έλισα γύρισε στη θέση της και συνέχισε να τρώει τα νουντλς ρουφώντας τα με δύναμη. Ξαφνικά έδινε την εντύπωση πως ήταν ένα µικρό κορίτσι. «Θα συζητήσω με τον μπαμπά. Και θα παρακολουθώ τον γείτονα. Μπορεί να βρεθεί κάποια λογική εξήγηση. Κι έπειτα θα σκεφτώ τι πρέπει να κάνουμε με τα λεφτά. Ο Τούουκα κι ο Κάσπερ δε θα τα δώσουν εύκολα πίσω. Αν το βάλω στόχο όμως, θα τους καταφέρω» είπε η Έλισα και χαµογέλασε. Η αυτοπεποίθησή της ήταν πολύ συγκινητική. «Ακόµη φοβάσαι;» ρώτησε η Χιονάτη. «Όχι πια τόσο πολύ». «Οκέι. Τότε θα πάω σπίτι». Η Έλισα προσπάθησε να πάρει την έκφραση δαρμένου σκυλιού, αλλά η Χιονάτη δε μάσησε. Αυτό το παιχνίδι φιλίας ήταν καλό να σταματήσει εδώ. Ό,τι μπορούσε να κάνει το είχε κάνει. Φόρεσε το παλτό της, έσφιξε τα κορδόνια στις αρβύλες της και τύλιξε σφιχτά το κασκόλ στον λαιμό της. Έπιασε από το ράφι τα γάντια κι έψαξε για τον σκούφο της, που είχε πέσει πιο πίσω. Έπρεπε να ανασηκωθεί στις μύτες των ποδιών για να πιάσει την άκρη του. Τον τράβηξε με δύναμη και την ίδια στιγµή άκουσε έναν ήχο που προµηνούσε κάτι κακό. «Ω, όχι!» είπε η Έλισα όταν η Χιονάτη τράβηξε τον ξεσκισμένο σκούφο. «Εκεί στο βάθος είναι ακόμη παρατημένη µια κρεµάστρα. Έχει σκίσει και δύο δικούς µου σκούφους». «Καλά, θα τυλίξω με το κασκόλ και τ’ αυτιά μου» είπε η Χιονάτη. «Όχι, θα σου δανείσω έναν δικό μου. Έχω μπόλικους» είπε η


Έλισα και φόρεσε στο κεφάλι της Χιονάτης έναν κόκκινο σκούφο. «Θα σου φτιάξω τον δικό σου ή θα σου πλέξω έναν καινούριο». «Εντάξει. Ευχαριστώ». Η Χιονάτη στάθηκε στην πόρτα για μια στιγμή. Ένιωθε πως ήθελε να της πει κάτι ακόµα, κάτι ενθαρρυντικό. «Να ’σαι καλά» είπε στο τέλος, αφού δεν της ερχόταν τίποτα άλλο. Δεν ήταν καθόλου καλή στον ρόλο της επιστήθιας φίλης. «Ναι» είπε η Έλισα. «Αν θέλεις, μπορείς να φύγεις από πίσω. Τα σκαλιά µπροστά γλιστράνε πολύ». Δάγκωσε τα χείλη της σαν να ’θελε να προσθέσει κάτι, αλλά δεν το είπε. Η Χιονάτη δε ρώτησε τίποτα άλλο. Είχε ένα άσχημο προαίσθηµα πως αυτή η επίσκεψη στο σπίτι της Έλισα θα ήταν η τελευταία. Ήταν λάθος που είχε έρθει.


9

Ο Μπαρίς Σοκόλοβ απάντησε στο κινητό του πριν αυτό προλάβει να παίξει ως το τέλος την πρώτη στροφή από το «You Only Live Twice». «Λοιπόν;» «Μόλις βγήκε από την πίσω πόρτα. Έρχεται προς την πλαγιά» είπε ο Βίιβο Ταµ. Ο Μπαρίς έγνεψε στα γρήγορα στον Εσθονό που καθόταν δίπλα του κι αυτός έβαλε αµέσως µπροστά το αυτοκίνητο. «Είναι σίγουρα το σωστό κορίτσι;» ρώτησε. «Ναι. Ο ίδιος κόκκινος σκούφος που φοράει συνήθως» απάντησε ο Ταµ. «Όταν δεις πως είμαστε αρκετά κοντά, τρέξε και πιάσ’ την. Και μην τα κάνεις μαντάρα. Πρέπει να τα καταφέρουμε με την πρώτη» πρόσταξε ο Μπαρίς και σταµάτησε την κουβέντα. Άρχισε να τρίβει τα παγωμένα χέρια του. Έπρεπε να καταφέρουν να πιάσουν το κορίτσι εν ριπή οφθαλμού και να το χώσουν στο αυτοκίνητο χωρίς να τους πάρει είδηση κανένας. Και όσο λιγότερα έβλεπε η ίδια, τόσο καλύτερα. Και όχι βία. Το κορίτσι δεν έπρεπε να το πειράξουν. Για έναν δυο μώλωπες βέβαια δεν υπήρχε πρόβλημα. Να καταλάβει κι αυτή ότι τα πράγµατα ήταν σοβαρά. Και ήταν όντως. Λίγο διαφορετικά βέβαια απ’ ό,τι θα πίστευε


εκείνη. Όταν θα την είχαν στα χέρια τους, θα ’στελναν ένα βίντεο στο κινητό του μπαμπά της. Θα ήταν περίεργο αν δεν τον έκανε να χάσει τα λογικά του. Κατά πάσα πιθανότητα θα το μετάνιωνε την ίδια στιγμή που είχε προσπαθήσει να παίξει με μεγαλύτερα αγόρια. Θα υποσχόταν ότι αποδώ και πέρα θα συμπεριφερόταν σωστά. Και θα δεχόταν να κάνει την επόμενη δουλειά χωρίς αμοιβή, γι’ αποζημίωση. Θα ορκιζόταν να κάνει ό,τι του ζητούσαν. Αυτό θα αρκούσε. Τότε θ’ άφηναν το κορίτσι και θα πήγαιναν ν’ αλλάξουν τα αυτοκόλλητα και τις πινακίδες. Μεγάλη επένδυση για έναν εκφοβισμό, σ’ αυτή την περίπτωση όμως άξιζε. Ο Μπαρίς Σοκόλοβ είχε πάρει οδηγίες από τον ανώτερό του, που είχε υποσχεθεί να πληρώσει όλα τα έξοδα και κάτι παραπάνω. Δεν είχαν το περιθώριο να χάσουν τον άνθρωπό τους στην αστυνομία. Πάνω απ’ όλα όμως ούτε αυτός είχε το περιθώριο να χάσει εκείνους. Το κορίτσι θα ’τρεχε βέβαια αμέσως στο σπίτι να πει στον μπαμπά του ότι το είχαν πιάσει άνθρωποι κακοί. Ο μπαμπάς θα ’κανε τον έκπληκτο και τον σοκαρισμένο, θα ρωτούσε λεπτομέρειες και χαρακτηριστικά, θα υποσχόταν πως θα ’κανε καταγγελία και πως τους κακούς θα τους έπιαναν. Όχι, το κορίτσι δε θα χρειαζόταν να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Αρκούσε να μιλήσει στον μπαμπά. Ο μπαμπάς ήξερε πόσο τραυματική ήταν μια τέτοια εμπειρία και δε θα ’θελε µε τίποτα να την υποβάλουν σε ανάκριση ξένοι αστυνοµικοί. Ο Μπαρίς σχεδόν γέλασε όταν τον φαντάστηκε να προσπαθεί να συγκρατήσει την οργή του. Να μην μπορεί να μιλήσει σε κανέναν για το συµβάν. Όπως στρώσεις θα κοιµηθείς, όµως.


Η Χιονάτη αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι κάνοντας τον γύρο του λοφίσκου. Έπρεπε να διώξει τον πονοκέφαλο που της είχαν προκαλέσει το άρωμα της Έλισα και οι πολλές ερωτήσεις. Όμως ο κόκκινος σκούφος ήταν ποτισμένος με το ίδιο άρωμα κι αυτό δεν τη βοηθούσε καθόλου. Αν όμως κυκλοφορούσε χωρίς σκούφο, θα πάγωναν σίγουρα τ’ αυτιά της στη στιγµή. Θυμήθηκε πως πριν από ενάμιση χρόνο, που μόλις είχε μετακομίσει στο Τάμπερε, είχε έρθει να τρέξει για πρώτη φορά εδώ, σ’ αυτό τον λόφο. Μεθυσμένη από την ελευθερία, είχε ανεβεί όλη την πλαγιά μέχρι το παρατηρητήριο, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν τα πόδια της. Οι μηροί της έτρεμαν και η μυρωδιά των φρέσκων ντόνατς τής φώναζε ν’ αφήσει το τρέξιμο και να σταματήσει για ένα ζαχαρένιο γλυκό κι έναν σκέτο καφέ. Η Χιονάτη όμως είχε συνεχίσει κι έπειτα από λίγο είχε πάρει το μονοπάτι που κατέβαινε πατώντας με δύναμη τα αθλητικά παπούτσια της. Η κούραση είχε υποχωρήσει και στα πόδια της άρχισε να επανέρχεται η χαρά του τρεξίµατος. Το μονοπάτι την είχε φέρει πάλι λίγο ψηλότερα και ξαφνικά στα αριστερά είχε ανοιχτεί μπροστά της μια απίστευτη θέα στη λίμνη. Ο αυγουστιάτικος ήλιος χάιδευε την επιφάνεια του νερού, κάτω μακριά, ως πίσω από τα κτίρια της κλωστοϋφαντουργίας με τα κόκκινα τούβλα. Όταν βγήκε από το μονοπάτι κι ανέβηκε σ’ έναν βράχο για να δει τη θέα, την περικύκλωσαν τα αρώματα της φύσης, τέλος καλοκαιριού. Είχε κοιτάξει τη λίµνη, το νησί, τη Χάρµαλα στην απέναντι όχθη, και είχε αισθανθεί πως έπειτα από πολύ καιρό ήταν για μια στιγμή απόλυτα ευτυχισμένη. Από εδώ θ’ άρχιζε η δική της ζωή. Από εδώ θ’ άρχιζε η ελευθερία. Τώρα η ευτυχία και η ελευθερία ήταν μακριά. Η Χιονάτη προσπάθησε να μη σκέφτεται. Οι σκέψεις της έκαναν κύκλο. Δεν υπήρχε λύση ούτε διέξοδος. Ή βέβαια υπήρχε μια λύση. Η πιο καθαρή και απλή. Να πάει να τα πει όλα στην αστυνομία. Να μην τη νοιάξει αν θα ’χαν


μπλεξίματα η Έλισα ή η οικογένειά της. Η Έλισα όμως την είχε εμπιστευτεί. Κι ήξερε πως δεν μπορούσε να την προδώσει. Αδιέξοδο. Άρχισε ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι που οδηγούσε στο παρατηρητήριο, στην κορυφή του λόφου Πίινικι. Είχε συννεφιάσει. Σκοτείνιαζε. Τα κλαδιά των δέντρων, άσπρα από τον παγετό, πετάγονταν προς κάθε κατεύθυνση. Η δασωμένη πλαγιά έμοιαζε σαν να ’χει βγει από κάποιο παραμύθι, αλλά οι σκιές ήταν γνωστό πως μπορούσαν να κλείσουν μέσα τους τα πιο τρομακτικά όντα των παραμυθιών. Πλάσματα φρικιαστικά που τα τρέφει ο φόβος, που έρχονται πίσω σου ακροπατώντας και σε τραβούν μέσα στο χιόνι, στον κρύο θάνατο. Ή, ακόμα χειρότερα, σε μεταμορφώνουν σε ζωντανό άγαλμα από πάγο, που δεν μπορεί να κουνηθεί ή να μιλήσει. Αιώνια ζωντανό. Αιώνια νεκρό. Η ανάσα της Χιονάτης πάγωνε. Προσπάθησε να διώξει τις σκέψεις της, ν’ αδειάσει το μυαλό της εντελώς, ώστε να γεννηθούν νέες ιδέες. Κι εκεί που σχεδόν τα είχε καταφέρει, κατάλαβε ότι την ακολουθούσαν. Πάλι. Δε χρειαζόταν καν να κοιτάξει πίσω για να βεβαιωθεί. Ωστόσο κοίταξε. Ο άντρας που περπατούσε πίσω της φορούσε τον σκούφο του βαθιά και είχε σηκώσει το κασκόλ ψηλά, έτσι που να σκεπάζει το στόμα και τη μύτη. Πίσω του ανέβαινε ένα βαν. Η Χιονάτη δεν το σκέφτηκε καθόλου. Άρχισε να τρέχει. Κατάλαβε ότι έτρεχε κι ο άντρας. Το βαν ανέπτυξε ταχύτητα. Ο κρύος αέρας τής ξέσκιζε τα πνευμόνια. Οι αρβύλες γλιστρούσαν πάνω στον παγωμένο δρόμο. Πρόλαβε να δει ότι στο βαν ήταν δύο άντρες. Είχαν κι αυτοί καλυμμένα τα πρόσωπά τους, έτσι που μόνο τα μάτια τους φαίνονταν. Ίδιο σινάφι. Μπροστά δεν υπήρχε ψυχή. Στο πλάι ψυχή. Αν φώναζε, δε θα την άκουγε κανείς.


Έτρεξε γρήγορα όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Ο άντρας που ερχόταν πεζός έμεινε πίσω, αλλά το βαν την έφτασε αμέσως. Άνοιξε η πόρτα κι ο ένας από τους δύο άντρες προσπάθησε να την αρπάξει. Την έπιασε μάλιστα από κάπου. Η Χιονάτη άκουσε κάτι να σκίζεται. Η παραμάνα του ανακλαστήρα πήρε μαζί της κι ένα κομμάτι από το παλτό της. Έκανε απότομα στο πλάι, στράφηκε και χώθηκε στο δάσος. Πηδούσε πάνω από πέτρες και υψωματάκια, έτρεχε ανάμεσα στα δέντρα, χωρίς να τη νοιάζει που τα κλαδιά τής πλήγωναν το πρόσωπο. Άκουσε το φρενάρισμα του βαν. Άκουσε τους άντρες να τρέχουν πίσω της. Άκουσε φωνές, που μάλλον ήταν στα ρώσικα. Ήξερε πολύ καλά ότι οι διώκτες της σύντομα θα συνέρχονταν από την αρχική έκπληξη. Ήξερε πως, αν την έφταναν, δε θα είχε καμιά πιθανότητα να ξεφύγει. Ήταν µπροστά τους µόνο µερικά δευτερόλεπτα. Έπρεπε να τα χρησιµοποιήσει σωστά. Δεύτερη ευκαιρία δε θα είχε.

Ο Βίιβο Ταμ βλαστήμησε όταν το πόδι του χώθηκε γι’ άλλη μια φορά βαθιά στο χιόνι. Το κορίτσι έδειχνε πως ήξερε να κινηθεί, απέφευγε τους μεγάλους σωρούς και τις κακοτοπιές. Ευτυχώς τα ίχνη τού έδειχναν τον δρόμο της, μολονότι η οπτική επαφή µπορούσε ξαφνικά να χαθεί. «Πιάσ’ την!» φώναξε ο Μπαρίς Σοκόλοβ. Πιάσ’ την εσύ, χοντρέ , ήθελε να του απαντήσει ο Βίιβο. Αύξησε την ταχύτητά του. Σιγά σιγά οι μύες του άρχισαν να ζεσταίνονται και η ικανότητά τους να δέχονται εντολές βελτιωνόταν βήμα βήμα. Θα την έπιανε αυτή τη μικρή σκύλα. Μπορείς να ξεφύγεις, αλλά δεν μπορείς να κρυφτείς. Το τρέξιμο πάνω στο παχύ χιόνι θα σε κουράσει. Ο Βίιβο Ταμ μπορεί να µην ήταν ο πιο γρήγορος άντρας, αλλά είχε αντοχή. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε την κοπέλα. Τα ίχνη


οδηγούσαν σ’ ένα φωτισμένο μονοπάτι για τρέξιμο. Σίγουρα περίμενε πως κάποιος θα τύχαινε να περάσει από εκεί και θα την έσωζε. Μάταιη ελπίδα. Κανένας με σώας τας φρένας δε θα ’βγαινε να τρέξει με τόσο κρύο. Ο Βίιβο έριξε ένα γρήγορο βλέµµα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το κορίτσι είχε εξαφανιστεί. Γαµώτο! Έπειτα πρόσεξε μακριά στο μονοπάτι κάτι κόκκινο. Ο σκούφος του κοριτσιού. Της είχε πέσει και είχε μείνει πάνω στο μονοπάτι. Ποπό, μικρή Κοκκινοσκουφίτσα. Δεν πρέπει ν’ αφήνεις τέτοια έντονα σημάδια στον μεγάλο κακό λύκο. Ο Μπαρίς Σοκόλοβ και ο Λίναρτ Κασκ όρμησαν ακριβώς εκείνη τη στιγμή από το δάσος. Ο Βίιβο είχε τρέξει ήδη προς την κατεύθυνση που έδειχνε ο σκούφος και τους φώναξε να τον ακολουθήσουν. Το κορίτσι δεν µπορούσε να βρίσκεται πολύ µακριά.

Η Χιονάτη κοίταζε από τα κλαδιά ενός δέντρου, ακουμπισμένη πάνω στον κορμό, τους τρεις άντρες να τρέχουν σε λάθος κατεύθυνση. Είχε πλησιάσει στο δέντρο προσπαθώντας ν’ αφήσει όσο το δυνατόν λιγότερα ίχνη και είχε σκαρφαλώσει αρκετά ψηλά. Έπειτα είχε πετάξει τον σκούφο στο μονοπάτι όσο πιο µακριά µπορούσε. Το κόλπο είχε δουλέψει. Αλλά δε θα τους ξεγελούσε για πολύ. Πήδηξε από το δέντρο χωρίς να τη νοιάζει που πόνεσαν οι πατούσες της από το τράνταγμα. Έπειτα το ’βαλε στα πόδια. Ο παγωμένος αέρας, εκτός από τα πνευμόνια, ξέσκιζε τώρα πια και τ’ αυτιά της. Σχεδόν δεν τα αισθανόταν. Να φύγει. Να εξαφανιστεί. Πίσω στο παρατηρητήριο, όπου ήταν σταματημένο το βαν. Στο πλάι του έγραφε «Υδραυλικά Μάκινεν». Η Χιονάτη θα ’βαζε οποιοδήποτε στοίχημα ότι κανένας από τους τρεις άντρες δεν ονομαζόταν Μάκινεν. Απομνημόνευσε και τον αριθμό του, αν και σκέφτηκε ότι δεν


υπήρχε λόγος. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Από το παρατηρητήριο πίσω στην Πιινικιντίε. Άρχισαν να φαίνονται αυτοκίνητα και άνθρωποι. Τα φώτα του λεωφορείου ήταν το πιο όμορφο θέαμα του κόσμου. Έκανε από μακριά νεύμα στον οδηγό να σταματήσει κι εκείνος τη λυπήθηκε που έτρεχε μέσα στο κρύο και σταμάτησε πριν τη στάση. Η Χιονάτη ανέβηκε λαχανιάζοντας, πλήρωσε το εισιτήριό της και κάθισε στην πλησιέστερη ελεύθερη θέση. Τα πόδια της έτρεμαν. Ανέπνεε και πονούσε. Όταν ο ζεστός αέρας άρχισε να μπαίνει στα παγωμένα πνευμόνια της, την έπιασε ανεξέλεγκτος βήχας. Μια γιαγιά που καθόταν απέναντί της την κοίταξε με συµπόνια και αποδοκιµασία συγχρόνως. «Με τέτοιο καιρό είναι καλό να φοράς κάτι στο κεφάλι» τη συµβούλεψε. «Αλλιώς θ’ αρρωστήσεις και θα πεθάνεις». Η Χιονάτη απάντησε βήχοντας. Σιγά σιγά άρχισε να αισθάνεται τους λοβούς των αυτιών της που μούδιαζαν και πονούσαν. Ακούμπησε τα χέρια στ’ αυτιά της μεταφέροντάς τους έτσι τη θερμοκρασία του σώματός της. Τι στο καλό ήταν αυτό που μόλις είχε συμβεί; Γιατί είχαν προσπαθήσει να την αρπάξουν; Αν ήθελαν να τη βιάσουν, ήταν πολύ παράξενο που συνέχιζαν να την κυνηγούν με τόση μανία. Οι άντρες πρέπει να είχαν κάποια σχέση με τα λεφτά. Γιατί όμως να θέλουν τη Χιονάτη; Εκείνη είχε απλά μπλεχτεί μέσα από κάποιες ατυχείς συµπτώσεις. «Το καλύτερο θα ήταν ένας σκούφος» συνέχισε το κήρυγμά της η γιαγιά. Ο σκούφος. Ο κόκκινος σκούφος. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως δεν κυνηγούσαν αυτήν οι άντρες. Κυνηγούσαν το κορίτσι με τον κόκκινο σκούφο. Και τίνος ήταν ο κόκκινος σκούφος; Ακριβώς. Την Έλισα ήθελαν. Βέβαια, αυτό ήταν πιο λογικό. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία ότι τα λεφτά τα


είχαν ρίξει στη σωστή αυλή. Το επιβεβαίωνε το κυνηγητό του κοριτσιού που θεωρούσαν ότι ήταν η Έλισα. Η Χιονάτη αναρωτήθηκε τι θα είχε συμβεί αν αντί γι’ αυτήν είχε βγει από το σπίτι η Έλισα φορώντας τον κόκκινο σκούφο. Μόλις το συνειδητοποίησε, τη χτύπησε ένας πόνος στην κοιλιά. Εκείνη δε θα κατάφερνε να ξεφύγει. Αυτή τη στιγμή θα βρισκόταν στο βαν ανήμπορη, φυλακισμένη, στο έλεος των διωκτών. Έβγαλε γρήγορα το κινητό από την τσάντα της. Έγραψε βιαστικά ένα µήνυµα στην Έλισα.

Μη βγεις από το σπίτι µε τίποτα. Κλείδωσε. Μην ανοίξεις σε κανέναν ξένο.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι που δε φοβόταν. Το κορίτσι έτρεχε όπως τρέχουν όσοι δε φοβούνται ότι θα πέσουν. Τα μικρά, ευκίνητα και δυνατά πόδια της έτρεχαν πάνω στις πέτρες και τις ρίζες. Ένιωθε στα πέλματά της τα βρύα που βούλιαζαν, την άμμο που είχε κάψει ο ήλιος, τις πευκοβελόνες που τσιμπούσαν, την πρωινή δροσιά στο γρασίδι. Είχε την πεποίθηση ότι τα πόδια της θα την οδηγούσαν οπουδήποτε ήθελε να πάει. Το κορίτσι γελούσε όπως γελούν αυτοί που δεν τους έχει προσβάλει ακόμη κανένας. Το γέλιο της έβγαινε βαθιά μέσα από την κοιλιά της. Γέμιζε το στήθος της, ανέβαινε στον λαιμό, έβγαινε στη γλώσσα. Τέλος, γλιστρούσε από το στόμα, αναπηδούσε στον αέρα κι έσκαγε σαν άνθος μηλιάς πάνω στα δέντρα. Το γέλιο έκανε ολόκληρη την κοντινή περιοχή πιο φωτεινή και πιο ζεστή. Συχνά κατέληγε σε λόξιγκα, αυτό όμως δεν την πείραζε, γιατί ο λόξιγκας της έφερνε ακόμα περισσότερο γέλιο. Το κορίτσι εμπιστευόταν όπως εμπιστεύονται εκείνοι που δεν τους έχει προδώσει ποτέ κανένας. Κρεμόταν με το κεφάλι ανάποδα σίγουρη πως δε θα πέσει. Ή πως, αν έπεφτε, κάποιος σίγουρα θα ερχόταν και θα την έπιανε. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι που έμαθε να φοβάται. Τα παραμύθια δεν αρχίζουν έτσι. Έτσι αρχίζουν κάποιες άλλες, πιο ζοφερές ιστορίες.


10

Η Χιονάτη ήταν πάλι μικρή. Ήταν εννιά χρονών. Ή δέκα. Ή δώδεκα. Σ’ αυτή την κόλαση τα χρόνια ανακατεύονται, γίνονται όλα μαζί μια μαύρη μάζα. Ήταν αδύνατον να διακρίνει ή να θυμηθεί τι συνέβη και πότε. Τι ήταν αλήθεια και τι εφιάλτης. Ωστόσο ήξερε ένα πράγµα. Ποτέ δεν είχε φοβηθεί χωρίς λόγο. Η Χιονάτη γινόταν ένα μικρό μικρό κουβάρι και άκουγε. Μπορούσε να χώνεται σ’ έναν τόσο δα χώρο. Χωρούσε σ’ ένα ερμάρι, σ’ ένα σκοτεινό ντουλάπι, σε μια γωνιά γεμάτη άχρηστα πράγματα, χωρούσε επίπεδη σε μέρη που κανένας δε σκεφτόταν να κοιτάξει. Ήξερε να είναι τόσο ήσυχη, ώστε η συνηθισμένη αναπνοή να φαντάζει σαν θόρυβος από κοµπρεσέρ. Η μύτη της έτρεχε. Την άφησε να τρέχει. Κρατήθηκε να μην τη σκουπίσει με το μανίκι. Η υδαρής λεπτή μύξα κύλησε στα χείλη της. Συνέχισε ως το πιγούνι κι έπειτα άρχισε να πέφτει σε μικρές σταγόνες πάνω στο γόνατό της. Δεν την ένοιαζε. Το τζιν της ήταν έτσι κι αλλιώς βρόμικο. Η μάνα στο σπίτι θα παραξενευόταν. Η μάνα θα παραξενευόταν κι εκείνη θα έμενε σιωπηλή. Υπήρχαν πράγματα για τα οποία ήταν καλύτερα να μη µιλάει. Υπήρχαν πράγματα που μόνο χειροτέρευαν αν μιλούσε γι’


αυτά. Η Χιονάτη άκουσε. Άκουσε τα βήματα που πλησίαζαν. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Αν άφηνε τον φόβο να κυριαρχήσει, θα ήταν αδύνατον να κρατηθεί σιωπηλή. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε το λευκό, ανέγγιχτο χιόνι. Φαντάστηκε το μπλε λυκόφως. Άφησε τον λαγό να διασχίσει το χιόνι και ν’ αφήσει ωραία ομοιόμορφα ίχνη. Δύο μικροί κύκλοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, κι έπειτα δύο μακρόστενα βαθουλώματα, το ένα δίπλα στο άλλο κι αυτά. Τα ίχνη την ηρέµησαν. Τίποτα κακό δεν μπορεί να συμβεί όταν ένας λαγός τρέχει ήσυχα πάνω στο χιόνι. Κανένα κακό δεν μπορεί να συμβεί όταν το δειλινό σκοτεινιάζει και γίνεται νύχτα και στον ουρανό εμφανίζονται τα πρώτα αστέρια. Το τετράγωνο του Πήγασου. Κανένα κακό δεν μπορεί να συμβεί όταν σε μικρή απόσταση με τα πόδια διακρίνεται μια καλύβα και στα σκαλιά της καλύβας ένα φανάρι. Η Χιονάτη άκουσε τα βήματα ν’ απομακρύνονται. Τόλμησε να αναπνεύσει λίγο πιο ελεύθερα. Είχε καταφέρει να µείνει κρυµµένη. Δεν την είχαν βρει. Πώς θα της φαινόταν αν δε χρειαζόταν να φοβάται κάθε µέρα;

***

Η Χιονάτη δεν ξύπνησε απότομα. Ξύπνησε αργά αργά, ένιωσε τα πόδια και τα χέρια της να μεγαλώνουν, το σώμα της να μεταμορφώνεται από σώμα κοριτσιού σε σώμα γυναίκας. Τεντώθηκε, καλωσορίζοντας τα χρόνια που τη χώριζαν από τη Χιονάτη του ονείρου. Δεν ήταν πια μικρή. Ήταν δεκαεπτά.


Πήγαινε καιρός από τότε που δε χρειαζόταν να φοβάται κάθε µέρα. Εκτός από αυτή τη στιγμή. Επειδή είχε ανακατευτεί σε ξένες υποθέσεις. Η Έλισα της τηλεφωνούσε υστερικά όλο το βράδυ. Κατατρόμαζε με κάθε ήχο που άκουγε, κάθε τρίξιμο του πά​γου, ήθελε ν’ ακούει τη Χιονάτη να την παρηγορεί. Είχε πανικοβληθεί που ο πατέρας της δεν επέστρεψε στο σπίτι την ώρα που είχε πει. Την ώρα που μιλούσαν στο τηλέφωνο, ούρλιαξε ξαφνικά. Έπειτα η Χιονάτη την άκουσε να τρέχει, να χτυπάει πίσω της µια πόρτα και να την κλειδώνει. «Κάποιος µπήκε από την κάτω πόρτα» είπε µε βαριά φωνή. «Οκέι. Πού είσαι τώρα;» «Κλειδώθηκα στην τουαλέτα». Αυτό η Χιονάτη το είχε καταλάβει από τους ήχους. Φαίνεται πως η Έλισα δεν ήξερε να περπατάει σιωπηλά. Δεν είχε χρειαστεί να μάθει. Αν στο διαμέρισμα είχε μπει ένας επαγγελματίας δολοφόνος, θα ήξερε αμέσως πού ακριβώς να την ψάξει. Κι εκτός αυτού, µια κλειδωµένη τουαλέτα ήταν η χειρότερη δυνατή κρυψώνα. Έτοιμη, σερβιρισμένη στο πιάτο για τον διώκτη σου. Δεν είχε παρά ν’ αρπάξει το κουτάλι και να ρουφήξει το περιεχόµενο. Ούτε να το ζεστάνει δε θα χρειαζόταν. «Από την µπαλκονόπορτα µπήκε;» ρώτησε. «Όχι, άνοιξε µε κλειδί». Η Χιονάτη ήθελε να τελειώσει εκεί τη συνομιλία. Ήταν σίγουρη για την επόµενη ατάκα της Έλισα πριν εκείνη µιλήσει. «Ουφ! Ο μπαμπάς ήταν. Με φωνάζει από κάτω» της ψιθύ​ρισε στο τηλέφωνο. No shit, Sherlock. «Ωραία. Σε κλείνω λοιπόν» είπε κατηγορηµατικά. «Μην κλείσεις! Τουλάχιστον όχι πριν μου υποσχεθείς πως θα ξανάρθεις αύριο. Δεν μπορώ να μείνω μόνη, ούτε να βγω απ’ το σπίτι». Η φωνή της Έλισα είχε γίνει ξαφνικά απαιτητική.


Η Χιονάτη ήθελε ν’ αρνηθεί. Ήθελε να ξεμπλέξει απ’ όλα αυτά όσο μπορούσε ακόμη. Οι απαγωγείς δεν την είχαν δει καλά. Μπορούσε να νίψει τα χέρια της που δεν ήταν καν βρόμικα. Δεν ήταν αυτή που είχε ψαχουλέψει και με τα δύο χέρια τα ματωμένα χαρτονομίσματα. Στο τέλος της συνομιλίας ήθελε να χτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο. Είχε υποσχεθεί στην Έλισα. Πάλι.

Ο Μπαρίς Σοκόλοβ χτυπούσε τα δάχτυλά του πάνω στο ποτήρι της μπίρας του. Το ποτό ήταν απαίσιο. Ταίριαζε τέλεια με τη διάθεσή του. Οι πρώτοι πρωινοί πελάτες, διψασμένοι για μπίρα, κάθονταν ήδη στα συνηθισμένα τους τραπέζια. Ο Μπαρίς είχε κρατήσει για τον εαυτό του και τους Εσθονούς ένα τραπέζι που κανένας δεν είχε κάνει τον κόπο να καθαρίσει όταν τελείωσε η βραδινή βάρδια. Γιατί να το κάνει; Ταίριαζε κι αυτό περίφηµα µε τη διάθεσή τους. Τα είχαν σκατώσει. Τα ’καναν σαν τα μούτρα τους, θα ’λεγαν οι τακτικοί Φινλανδοί πελάτες, κι αυτή τη φορά δε θα μπορούσε να πει τίποτα. Έπρεπε να εγκαταλείψουν το σχέδιο της απαγωγής. Είχαν μία ευκαιρία, μία προσπάθεια, και την είχαν χάσει. Ο Μπαρίς είχε λάβει ένα σύντομο μήνυμα στο κινητό του, που έλεγε ότι έπρεπε να κάνει τη δουλειά μόνος του. Ήταν προσωπικά υπεύθυνος. Έπρεπε να βρει κάτι άλλο για να τρομάξει τον μπάτσο και να τον βάλει στη θέση του. «Κι αν δεν έχει καταλάβει ότι η Νατάλια είναι νεκρή;» είπε ο Βίιβο Ταµ και κατέβασε µια µεγάλη γουλιά από το ποτήρι του. «Πρέπει να το ’χει καταλάβει. Σε ποιανού άλλου το αίμα θα ’ταν βουτηγµένα τα λεφτά;» Ο Βίιβο ανασήκωσε τους ώμους του. Ο Λίναρτ Κασκ δεν είπε τίποτα. Καμιά φορά ο Μπαρίς είχε την εντύπωση πως ο τύπος ήταν ακόµα πιο ηλίθιος απ’ ό,τι έδειχνε.


Σκέφτηκε τα λόγια του Βίιβο. Να υπήρχε κανένα ψήγμα αλήθειας σ’ αυτά; Κι αν όντως ο μπάτσος δεν είχε καταλάβει ότι η αγαπημένη του Νατάλια ήταν νεκρή; Εκείνη μάλλον δεν του είχε πει ότι σκόπευε να το σκάσει. Ίσως απλά να ενοχλήθηκε που τα λεφτά ήταν βρόµικα. Γι’ αυτό έλεγε πως δεν τα ’χε πάρει. Ο Μπαρίς νόμιζε ότι ο μπάτσος και η Νατάλια νοιάζονταν πραγματικά ο ένας για τον άλλο. Ήταν σίγουρος πως είχαν καταστρώσει μαζί ένα σχέδιο διαφυγής. Ίσως όμως είχε υποτιμήσει την ικανότητα της γυναίκας να παίρνει τις δικές της ανεξάρτητες αποφάσεις. Ίσως τελικά η Νατάλια είχε συνειδητοποιήσει πως δεν άξιζε τον κόπο να εμπιστεύεται κανέναν. Κι η αλήθεια ήταν πως καταλάβαινε την απόφασή της, µέχρι ένα σηµείο βέβαια. Δεν της το είχε πει ποτέ, αλλά μερικές φορές τη σκεφτόταν σαν να ήταν η κόρη που δεν είχε αποκτήσει. Ένα μικρό κομμάτι του Μπαρίς ήθελε ν’ αφήσει τη Νατάλια να φύγει. Όμως το μεγαλύτερο κομμάτι του γνώριζε σε πόσο μεγάλους μπελάδες θα ’μπαινε τότε ο ίδιος. Γι’ αυτό έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να θεωρήσει πως η Νατάλια που έτρεχε μέσα στο χιόνι ήταν ένας λαγός βλαβερός κι ενοχλητικός. Μόνο τότε κατάφερε να πατήσει τη σκανδάλη. Όμως ακόμα κι αν ο μπάτσος δεν είχε ιδέα για το σχέδιο της Νατάλια, το πρόβλημα παρέμενε. Ο τύπος είχε προσπαθήσει να τους εκβιάσει. Έπρεπε να το σταματήσει αυτό όσο πιο γρήγορα µπορούσε. Ο Μπαρίς συνήθιζε να ξεφυλλίζει το ημερολόγιο του κινητού του για να ηρεµεί. Κι αυτό γενικά έπιανε. Τώρα του έδωσε µια ιδέα. «Νομίζω πως η Νατάλια θα καλέσει σύντομα τον μπάτσο στο πάρτι» είπε χαµογελώντας. Οι Εσθονοί τον κοίταξαν παραξενεμένοι. Οι ηλίθιοι. Ο Μπαρίς ένιωσε πως ήταν ο μόνος από τους τρεις που είχε μυαλό. Άφησε το υπόλοιπο ζουμί στο ποτήρι και πήγε στο μπαρ


να παραγγείλει ένα διπλό ουίσκι. Του άξιζε.

Μόλις η Χιονάτη είδε δύο γνωστά ζευγάρια παπούτσια, ετοιμάστηκε να φύγει. Το ένα νούμερο 41 και το άλλο 43. Απ’ όσο ήξερε, δεν είχε υποσχεθεί να πάει στη συγκέντρωση της λέσχης των µικρών εξερευνητών. «Για πες μου, τι ακριβώς κάνω εγώ εδώ, αφού έχεις τον Τούουκα και τον Κάσπερ;» είπε στην Έλισα, που κοίταζε ντροπιασµένη τα πόδια της. Φορούσε ροζ κάλτσες µε µαύρες ρίγες. Φυσικά. «Να… εσύ είσαι η μόνη που μπορεί να ξεκαθαρίσει αυτή την ιστορία. Είσαι τόσο έξυπνη» προσπάθησε να πει. Το γλείψιμο και η ναζιάρικη φωνή, μαζί μ’ ένα χαζοχαρούμενο χαμόγελο ίσως δούλευαν με τ’ αγόρια. Η Χιονάτη άρχισε να ξαναφοράει τις αρβύλες της. «Νόμιζα πως θα ’ρχόμουν γιατί φοβόσουν μόνη σου. Όχι, ήρθα γιατί απαίτησες να ’ρθω. Γιατί δεν μπορείς να μείνεις μόνη σου. Λοιπόν. Δεν είσαι µόνη. Case closed. Μπορώ να φύγω». Η Έλισα χώθηκε ανάµεσα στην εξώπορτα και την ίδια. «Όχι, δε θα φύγεις τώρα. Ο Τούουκα και ο Κάσπερ ήρθαν με το έτσι θέλω, όταν κατάλαβαν πως δεν ήμουν στο σχολείο. Τους είπα ότι έχω ημικρανία, αλλά δε με πίστεψαν. Δε θα τα βγάλω πέρα χωρίς εσένα» παρακάλεσε. Τα δάχτυλα της Χιονάτης άρχισαν να δένουν τα κορδόνια στις αρβύλες της. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πως δε θα ξαναφοβόταν. Τότε σκεφτόταν μόνο τον εαυτό της. Δεν είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να φοβηθεί και για λογαριασμό κάποιου άλλου. Αν έφευγε τώρα κι έκλεινε πίσω της την πόρτα, ίσως απαλλασσόταν απ’ όλα αυτά. Όμως δε θ’ απαλλασσόταν από τον φόβο. Θα μπορούσε να μην απαντάει στις κλήσεις και στα μηνύματα της Έλισα. Θα μπορούσε ακόμα και ν’ αποκτήσει απόρρητο


νούμερο. Να μη βλέπει την Έλισα στο σχολείο. Να την αντιµετωπίζει σαν να µην υπάρχει. Αλλά δεν μπορούσε να μη σκέφτεται. Δεν μπορούσε να μην αναρωτιέται τι θα συνέβαινε στην Έλισα αν την έπιαναν ποτέ αυτοί που την κυνηγούσαν. Φοβόταν για εκείνη. Κι αυτό δεν το ήθελε. Συνειδητοποίησε πως ήταν ήδη βαθιά χωμένη στην υπόθεση μέχρι τις αρβύλες της. Το ίδιο τής έκανε κι αν βυθιζόταν μέχρι τα γόνατα ή τη µέση ή τον λαιµό. Την είχε βάψει. Είχε εμπλακεί. Δεν ήταν ελεύθερη. Το µισούσε αυτό. Μα δεν µπορούσε να κάνει τίποτα. Έπιασε να λύνει τα κορδόνια της αναστενάζοντας βαριά. «Θα μείνω. Σε πληροφορώ όμως ότι αν ο Τούουκα το παίξει πάλι σκληρός, θα τηλεφωνήσω την ίδια στιγμή στην αστυνομία και θα σας µπλέξω τόσο άσχηµα, που δε θα το πιστεύετε». Η Έλισα χτύπησε ενθουσιασμένη τα χέρια της. Το χειροκρότημα ακούστηκε στ’ αυτιά της Χιονάτης χειρότερο κι από νεκρώσιµες καµπάνες.


11

«Τον ψάρεψες τον πατέρα σου χτες;» ρώτησε ο Τούουκα την Έλισα, καθώς εκείνη έφερνε στο καθιστικό τέσσερα μεγάλα ποτήρια κόκα κόλα. Ο Κάσπερ την είχε ζητήσει ενισχυμένη, αλλά η έκφραση της Έλισα είχε κάνει το πονηρό του χαµόγελο να χαθεί. Η Χιονάτη κοίταξε τον Τούουκα. Η Έλισα λοιπόν τα ’χε πει όλα στ’ αγόρια. Ίσως όμως ήταν καλύτερα έτσι. Θα ήταν πιο εύκολο να µιλούν, αφού όλοι ήξεραν. «Δεν μπορούσα να σκεφτώ καθόλου. Ήμουν τόσο φρικαρισμένη μ’ εκείνους τους τύπους που προσπάθησαν ν’ απαγάγουν τη Χιονάτη. Ή μάλλον τη Χιονάτη που νόμιζαν ότι είναι εγώ. Έτσι όπως ήμουν, δεν μπορούσα να τον ψαρέψω. Ευτυχώς που δε µου ξέφυγε κάτι». Απίθωσε τον δίσκο στο τραπέζι του καθιστικού. Τα παγάκια στα ποτήρια κουδούνισαν. Έδειχνε ακόμα πιο κουρασμένη από την προηγούμενη μέρα. Είχε μαύρους κύκλους στα μάτια, τα μαλλιά της άλουστα, άβαφτη… Έμοιαζε με λεκέ μέσα στο ανοιχτόχρωμο κομψό καθιστικό με τις καθαρές διακοσμητικές πινελιές. Τα έπιπλα και τα άλλα αντικείμενα απέπνεαν Boknäs και Artek. Στο ταβάνι κρεμόταν ένα μεγάλο ξύλινο φωτιστικό Octo. Σκανδιναβικές απαλές γραµµές. Η Χιονάτη αναρωτήθηκε πώς μπορούσε να τα πληρώσει όλα


αυτά ένα ζευγάρι με τους μισθούς ενός μπάτσου της Δίωξης και μιας υπαλλήλου εταιρείας καλλυντικών. Οι αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών τουλάχιστον δεν έβγαζαν εκατοµµύρια. Κι ο µισθός της µητέρας της Έλισα δεν πρέπει να ήταν και τεράστιος. Κληρονοµιά; Ίσως. Ή κάτι που είχε σχέση με την πλαστική σακούλα και τα µατωµένα χαρτονοµίσµατα. «Οκέι. Θα τσεκάρουμε τους υπολογιστές της μάνας και του πατέρα σου» είπε ο Κάσπερ με τη σιγουριά ενός μελλοντικού µικροαπατεώνα. «Η μάνα μου έχει το λάπτοπ μαζί της, αλλά ο υπολογιστής του μπαμπά είναι εκεί, στο γραφείο του. Όμως δεν ξέρω…» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της κι ο Κάσπερ είχε ήδη ξεκινήσει για το γραφείο. «Θα ψάξω τον υπολογιστή. Εσείς κοιτάξτε τα ντοσιέ και τα άλλα χαρτιά» τους είπε. Η Χιονάτη, ο Τούουκα και η Έλισα τον ακολούθησαν στο διπλανό δωµάτιο. «Αυτό δεν είναι παράνομο;» είπε η Έλισα καθώς έψαχνε τα συρτάρια του γραφείου του πατέρα της. «Δεν ήξερα πως θα κολλούσες σ’ αυτό» είπε ο Τούουκα γελώντας. «Ίσως θα ’πρεπε» απάντησε η Έλισα αναστενάζοντας. Η Χιονάτη είχε την ίδια άποψη, αλλά δεν είπε τίποτα. Αντίθετα, µίλησε για τις αµφιβολίες της. «Δε θα βρούμε τίποτα που να ’χει σχέση με τη δουλειά του πατέρα σου. Οι κανονισμοί σχετικά με τα έγγραφα που μπορεί να φέρει στο σπίτι είναι σίγουρα πολύ αυστηροί. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν μπορεί να φέρει μαζί του τίποτα. Κι αυτός ο υπολογιστής είναι ο προσωπικός του. Ό,τι έχει σχέση με τη δουλειά του είναι στον υπολογιστή της δουλειάς». «Σωστά. Πώς και δεν το σκέφτηκα;» «Ας ψάξουμε έτσι κι αλλιώς» είπε απαιτητικά ο Τούουκα.


«Δεν πιστεύω πως στον υπολογιστή της δουλειάς του έχει πράγματα που τον ενοχοποιούν. Εκεί πέρα έχει όλη την ώρα ένα σωρό µπάτσους µες στα πόδια του». Το ενοχλημένο βλέμμα της Έλισα άφησε μισό το χαμόγελο του Τούουκα. Συνέχισαν να ψάχνουν σιωπηλοί. Χωρίς αποτέλεσμα. Το γραφείο δεν αποκάλυψε τίποτα περισσότερο από έναν ευσυνείδητο οικογενειάρχη με τακτοποιημένα επιμελώς τα χαρτιά της εφορίας, της ασφάλειας και τους λογαριασμούς του. Τακτοποιημένος ήταν και ο υπολογιστής του. «Λοιπόν, ούτε σε πορνοσάιτ δεν έχει μπει» είπε ξεφυσώντας ο Κάσπερ. «Ιιι! Και βέβαια δεν έχει μπει» απάντησε η Έλισα ανατριχιάζοντας. «Εσύ όμως έχεις» χλιμίντρισε ο Τούουκα. «Παρακολουθώ τον υπολογιστή σου». «Μια φορά κατά λάθος. Μου ’στειλε ένας φίλος ένα λινκ και το πάτησα χωρίς να το καταλάβω» εξήγησε η Έλισα. Η Χιονάτη δεν άντεχε ν’ ακούει τις φλυαρίες τους. Ιδιαί τερα την κούραζε η φωνή της Έλισα, που είχε γίνει πιο δια περαστική από τη στιγμή που μπήκαν στην παρέα και τ’ αγόρια. Και τα σχόλιά της πιο χαζά. Το ήξερε αυτό το φαινόμενο. Το είχε παρακολουθήσει έκπληκτη να γεννιέται όταν πήγε στο γυμνάσιο. Πολλά κορίτσια είχαν αλλάξει, λες και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είχαν χάσει το μισό μυαλό τους. Κορίτσια που πριν ήταν έξυπνα ξαφνικά δεν ήξεραν να κάνουν ούτε την πιο απλή μαθηματική πράξη ή δεν μπορούσαν να τρέξουν πάνω από εκατό µέτρα χωρίς να «πεθάνουν». Βοήθεια, πεθαίνω! Έτσι φώναζαν χαρούμενα πολλές φορές τη μέρα, πότε ενθουσιασμένα και πότε προσποιούμενα ανημποριά. Άνοιγαν τεράστια τα μάτια τους και μασούσαν τσίχλα. Της Χιονάτης της πήρε λίγο μέχρι να καταλάβει πως έκαναν τα χαζά για να τραβήξουν τ’ αγόρια. Μ’ αυτή τη


συμπεριφορά έστελναν το μήνυμα ότι είναι μικρά, χαριτωμένα και καθόλου επικίνδυνα. Και όσο πρέπει σέξι, για κάποια αγόρια. Συρρικνώνονταν κι έκαναν τα χαζά, ώστε τα πιο όμορφα αγόρια της τάξης να αισθάνονται πιο έξυπνα, πιο δυνατά, πιο ικανά. Η Χιονάτη αναρωτιόταν πάντα πώς και τ’ αγόρια δεν έβλεπαν πίσω από την παράσταση. Δεν αισθάνονταν ταπεινωμένα που τα κορίτσια θεωρούσαν ότι έπρεπε να παίξουν θέατρο, ώστε εκείνα να νιώθουν ανώτερα; Κάποια το ’βλεπαν βέβαια, αλλά η παράσταση δεν προοριζόταν γι’ αυτά. Ήταν πολύ έξυπνα για να είναι σέξι. Για κάποιο λόγο, στο γυµνάσιο η εξυπνάδα δεν ήταν σέξι. Αν κάποιος ήθελε να είναι σέξι, έπρεπε ν’ αποφεύγει την εξυπνάδα σαν την πανούκλα. Έξυπνος σήμαινε βαρετός, κουραστικός, εκνευριστικός, κι αν όχι εξ ορισμού άσχημος, τουλάχιστον αδιάφορος. Η Χιονάτη θεωρούσε πως η κατάσταση θ’ άλλαζε στο λύκειο. Εν μέρει μάλιστα είχε αλλάξει. Απ’ την άλλη έβλεπε πως ακόμα και κάποιες μεγάλες έμπειρες γυναίκες έκαναν τις χαζές όταν βρίσκονταν με αντρική συντροφιά. Ήταν τόσο εκνευριστικό! Έλπιζε πως η Έλισα είχε ακόμη το ένα πόδι στο γυμνάσιο, γι’ αυτό και συμπεριφερόταν έτσι, και όχι εξαιτίας ενός βαθύτερου φυσικού χαρακτηριστικού ή επειδή είχε αναπτύξει κάποιο συγκεκριµένο µοντέλο συµπεριφοράς. «Άσε να ρίξω κι εγώ μια ματιά στον υπολογιστή» είπε στον Κάσπερ. Εκείνος την κοίταξε καχύποπτα και µε περιφρόνηση. «Δεν έχει τίποτα» ισχυρίστηκε. «Θέλω να δω κι εγώ» απαίτησε ήρεμα εκείνη. «Καμιά φορά υπάρχουν πολύ περισσότερα απ’ όσα φαίνονται». «Ω, η σούπερ ντετέκτιβ μας είναι και εξπέρ στους υπολογιστές» είπε κοροϊδευτικά ο Τούουκα. «Ακριβώς. Είμαι το κρυφό παιδί του Ηρακλή Πουαρό και της


Λίσμπετ Σαλάντερ» απάντησε η Χιονάτη χωρίς ούτε μια γκριμάτσα και κάθισε μπροστά από την οθόνη, στη θέση που είχε αφήσει ελεύθερη ο Κάσπερ. Το τρίο έμεινε εκεί, πίσω από την πλάτη της, και την κοίταζε. Αυτό δεν της άρεσε καθόλου. «Είσαι λοιπόν η Χιονάτη Πουασάντερ;» είπε ο Κάσπερ προσπαθώντας να συνεχίσει το αστείο. Κανένας δε γέλασε. «Χιονάτη, Χιονάτη…» Ο Κάσπερ φαινόταν ν’ απολαμβάνει την προφορά του ονόµατός της έτσι καθώς τραβούσε κάθε συλλαβή. «Σίγουρα έχεις και κάποιο υποκοριστικό» συµπλήρωσε. «Δεν έχω» απάντησε εκείνη χωρίς να γυρίσει. «Χιόνι;» «Όχι». «Χιόνα;» «Έτσι νοµίζεις;» «Οκέι, ίσως όχι». Η Χιονάτη έστρεψε την καρέκλα τόσο ξαφνικά, ώστε η πλάτη της χτύπησε τον Κάσπερ κάνοντας µια πλήρη περιστροφή. «Άουτς! Πρόσεχε λίγο». Έτριψε το γόνατό του εκνευρισµένος. «Ηρεμήστε. Θα πάρει κάποια ώρα» είπε η Χιονάτη και κοίταξε την Έλισα µε σηµασία. Ευτυχώς εκείνης επιτέλους της έκοψε. «Πάμε μέσα να πιούμε τις κόκα κόλες μας» είπε στ’ αγόρια. «Φώναξέ µας αν βρεις κάτι». Η Χιονάτη έγνεψε με το πρόσωπο προσηλωμένο στην οθόνη. Έπειτα άκουσε την πόρτα να κλείνει. Ευλογημένη ησυχία. Έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Η ησυχία δε θα κρατούσε πολύ.


12

Ο Τέρχο Βάισανεν σήκωσε τον γιακά του και τράβηξε το πράσινο κασκόλ που του είχε πλέξει η κόρη του μπροστά στο στόμα. Μόλις έβγαινες έξω, η παγωνιά χτυπούσε αμέσως με τα αιχμηρά της νύχια τα γυμνά σημεία του δέρματος. Αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι με το αυτοκίνητο, αλλά τελικά αποφάσισε να περπατήσει. Ίσως το κρύο να αναζωογονούσε τις σκέψεις του, που εδώ και δύο μέρες είχαν κολλήσει. Τον Τέρχο τον απασχολούσαν δύο ερωτήµατα. Πού ήταν τα λεφτά του; Πού βρισκόταν η Νατάλια; Μ’ αυτή τη σειρά; Όχι βέβαια, αλλά η Νατάλια χανόταν για μέρες, ακόμα και για βδομάδες μερικές φορές. Δεν προλάβαινε πάντα να απαντάει στα τηλεφωνήματά του, στα μηνύματα και στα μέιλ του, κι εκείνος το είχε συνηθίσει. Η απουσία της δε σήμαινε ακόμη τίποτα. Ωστόσο σήμαινε πολλά το ότι ο Μπαρίς Σοκόλοβ ήταν έτοιμος να πάει μέχρι το σπίτι του καβάλα στα τηλεφωνικά κύματα, όταν εκείνος τον ρώτησε για τα λεφτά του. Τα λεφτά, λέει, είχαν παραδοθεί. Δεν είχαν. Ή ο Μπαρίς Σοκόλοβ έλεγε ψέματα, ή έλεγαν ψέματα σ’ αυτόν οι Εσθονοί. Πιθανότερα το δεύτερο. Ο Τέρχο μάλιστα


αναρωτιόταν πώς και τόσο καιρό δεν είχε προσπαθήσει κανείς να τον κοροϊδέψει, να βγάλει γρήγορο κέρδος. Σκεφτόταν ότι τους Εσθονούς τούς κρατούσε σε τάξη ο Μπαρίς. Κανένας τους δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την τιμωρία του. Κι εκείνος με τη σειρά του έπαιρνε εντολές από ψηλότερα. Η ιεραρχία του φόβου και της εξουσίας κρατούσε τον καθένα στη θέση του. Εκτός από αυτή τη φορά. Κάποιος είχε αποφασίσει να βάλει κάτι στην τσέπη του. Τον Τέρχο τον τρόµαζε η σκέψη ότι το οικοδόµηµα που µέχρι τώρα ήταν σταθερό θα κατέρρεε. Εκείνος τηρούσε πάντα τη συμφωνία τους χωρίς να ρωτάει. Απ’ την αρχή είχε μπλεχτεί για τα λεφτά κι έπρεπε κι αυτή τη φορά να τα πάρει. Αν σταματούσαν να τον πληρώνουν, την είχε βάψει. Δεν είχε φροντίσει για το μέλλον, παρότι θα ’πρεπε. Οι οικονομίες του ήταν ελάχιστες. Θα μπορούσε βέβαια για αντίποινα να συλλάβει τον Σοκόλοβ κι όλη την παρέα, όμως έτσι θα καιγόταν αναπόφευκτα και ο ίδιος. Θα ’μεναν μόνο ερείπια να καπνίζουν. Αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Επειδή οι διαπραγματεύσεις με τον Ρώσο δεν προχωρούσαν, έπρεπε να καταλήξει σύντομα σε συμφωνία με την Πολική Αρκούδα. Αυτό δεν ήταν εύκολο. Η Πολική Αρκούδα έβαζε τους δικούς της κανόνες στο παιχνίδι, κι αν δεν άρεσαν, απλά έδιωχνε τους άλλους παίκτες. Ο Τέρχο περπατούσε στην άκρη της λεωφόρου και βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή που μπλέχτηκε σ’ αυτή την ιστορία. Μια εγκληματική και ανήθικη ιστορία από κάθε άποψη, μολονότι πολλά μοναχικά πρωινά, κι ενώ η υπόλοιπη οικογένεια κοιμόταν ακόμη, κάρφωνε τα μάτια έξω απ’ το παράθυρο προσπαθώντας να αιτιολογήσει στον εαυτό του γιατί όσα έκανε είχαν και την καλή τους πλευρά. Τόσο για την αστυνομία όσο και για τους πολίτες. Είχε αποσπάσει από τον Σοκόλοβ πληροφορίες που είχαν βοηθήσει τη Δίωξη να συλλάβει


ένα σωρό βαποράκια και λαθρέμπορους. Είχαν καθαρίσει τον υπόκοσμο του Τάμπερε τόσο καλά, ώστε το τμήμα του δέχτηκε πολλούς επαίνους ακόμα και από τα υψηλότερα κλιμάκια. Ο Τέρχο τα σκεφτόταν όλα αυτά καθώς κοίταζε τα γειτονικά σπίτια που ξυπνούσαν. Ο ήλιος που ανέβαινε σιγά σιγά σάρκαζε την αυταπάτη του. Κι αυτός απέστρεφε το βλέμμα του από το φως, έβαζε κι άλλο γάλα στον καφέ και συνέχιζε να λέει ψέματα στον εαυτό του. Παλιότερα, εδώ και χρόνια, του είχε φανεί πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το ν’ αρπάξει την προσφορά. Χρέη από τον τζόγο, καταναλωτικά δάνεια που τον έπνιγαν. Με τον τζόγο είχε μπλέξει χωρίς να το καταλάβει. Στην αρχή ήταν ένας εύκολος τρόπος να χαλαρώνει και να καθαρίζει το κεφάλι του έπειτα από μια σκληρή μέρα στη δουλειά, σιγά σιγά όμως έγινε εξάρτηση. Ο διαδικτυακός τζόγος μάλιστα ήταν υπερβολικά εύκολος. Κι έπρεπε να παίζει με λεφτά για να αισθάνεται κάποιος, για ν’ ανεβαίνει η αδρεναλίνη του. Εκτός από αυτό, είχε και γυναίκα με ακριβά γούστα, στην οποία τότε ήθελε να προσφέρει μόνο τα καλύτερα. Και μια κόρη, βέβαια, που την αγαπούσε περισσότερο απ’ όσο µπορούσε να φανταστεί. Και για την Έλισα. Ναι, τα είχε κάνει όλα αυτά και για την Έλισα. Για να μην ντραπεί ποτέ για το σπίτι ή για τα ρούχα της. Για να μην αναρωτηθεί ποτέ αν έχουν λεφτά. Ο ίδιος ο Τέρχο όταν ήταν νέος είχε αναγκαστεί πολλές φορές να πει ψέματα, πως το μεταχειρισμένο τζιν του ήταν δήθεν καινούριο και το μπουφάν από τον ξάδελφο αγορασμένο στο εξωτερικό. Τα χρήματα της οικογένειάς του, μιας μέσης οικογένειας, τα είχε πιει όλα ο πατέρας του. Γι’ αυτό ντρεπόταν περισσότερο απ’ όλα ο ίδιος. Αυτό τον είχε κάνει αρνητή του αλκοόλ και τον είχε σπρώξει να υπηρετήσει στη Δίωξη Ναρκωτικών, από τη στιγμή που για το νόμιμο ναρκωτικό που σκοτώνει δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Παρ’ όλα αυτά, η τάση προς τον εθισμό είχε περάσει από


πατέρα σε γιο. Η επιθυμία να ζήσει με ένταση γρήγορα και χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες. Ωστόσο ο Τέρχο φρόντιζε πάντα ο τζόγος να μην επηρεάζει σε τίποτα την οικογένειά του. Ήταν το προσωπικό του ελάττωμα. Είχε καταφέρει μάλιστα να τον περιορίσει πολύ σε σύγκριση με τις παλιές κακές εποχές, πράγμα που δε σήμαινε βέβαια ότι δε χρειαζόταν τακτικά τη δόση του. Τα τελευταία χρόνια συνέχιζε τη συνεργασία με τον Σοκόλοβ εξαιτίας της Νατάλια. Την είχε ερωτευτεί παράφορα αυτή τη νεαρή γυναίκα, σαν έφηβος. Ήξερε από την αρχή πως ήταν τρελό και απελπισμένο κι επικίνδυνο, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στο χαμόγελο και στα μεγάλα αθώα μάτια της. Ποτέ δε θα του περνούσαν από το μυαλό όλα αυτά που είχαν δει. Στενοχωριόταν από τώρα που κάποια στιγμή θ’ αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τη Νατάλια, το μεταξένιο δέρμα της και τα λακκάκια στα μάγουλά της όταν χαμογελούσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, αυτή θα ήταν η κατάληξη. Η σχέση δεν μπορούσε να συνεχιστεί αν ο ίδιος δεν ήταν έτοιμος να θυσιάσει τον γάμο του, την οικογένειά του και τελικά ίσως και την ίδια του την καριέρα. Και δεν ήταν έτοιμος, μολονότι σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή τής είχε πει πως θα εγκατέλειπε τη γυναίκα του και θα ζούσε μαζί της. Βλακείες. Υποσχέσεις ενός ερωτευμένου άντρα, που δεν μπορούσε να τις τηρήσει. Σίγουρα η Νατάλια το καταλάβαινε. Ήταν μια έξυπνη νεαρή γυναίκα, πιο έξυπνη απ’ ό,τι έδειχνε προς τα έξω. Ωστόσο ο Τέρχο ήθελε να κανονίσει τις υποθέσεις της. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για εκείνη. Ήθελε να έχει η Νατάλια μια καλύτερη ζωή και να μη χρειαστεί να δουλέψει ξανά για τον Σοκόλοβ. Δεν ήξερε ακόμη πώς θα το κανόνιζε, ήταν όμως βέβαιος πως θα ’βρισκε κάποιον τρόπο. Γι’ αυτό και όλο το σύστημα δεν έπρεπε να καταρρεύσει τώρα, μόνο και μόνο επειδή οι Εσθονοί δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα χέρια τους.


Στο πάρκο φυσούσε από τη μεριά της λίμνης ένας διαβολεμένος βοριάς. Άρχισε να το μετανιώνει που δεν είχε γυρίσει σπίτι με το αυτοκίνητο. Ούτε η κορυφαία τεχνολογία του μπουφάν του, μάρκας Haglöfs, έκανε κάτι σ’ αυτή την τροµερή παγωνιά. Μια συνάντηση είχε ακυρωθεί. Ξαφνικά είχε μια επιπλέον ελεύθερη ώρα. Είχε αποφασίσει να περάσει από το σπίτι και να μαγειρέψει κάτι για τον ίδιο και για την Έλισα που έπασχε από ημικρανίες και κάτι γυναικολογικό. Ή από καθαρή τεμπελιά. Αυτό ο Τέρχο έπρεπε να το παραδεχτεί. Το κορίτσι ήταν χαριτωμένο και δημοφιλές κι αυτός το αγαπούσε πολύ, αλλά δεν ήταν το φωτεινότερο αστέρι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ίσως δεν έκανε για το καλλιτεχνικό λύκειο. Σκέφτηκε ξανά το σχέδιό του. Έπρεπε να επικοινωνήσει με την Πολική Αρκούδα. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με μέιλ. Μέιλ μπορούσε να στείλει μόνο από τον υπολογιστή του σπιτιού του, γιατί από τη δουλειά ή από το κινητό δεν τολμούσε να πάρει το ρίσκο. Συγχρόνως θα μπορούσε να στείλει ένα νέο μέιλ στη Νατάλια και να τη ρωτήσει γιατί είχε χαθεί. Τον έτρωγε η λαχτάρα. Ήταν πιο παγερή κι από την παγωνιά.

Καστανά μάτια. Βαμμένα ξανθά μαλλιά, με μια ιδέα σκούρας ρίζας κι ανταύγειες εδώ κι εκεί. Εξτένσιον. Λεπτά βγαλμένα φρύδια. Χείλη που μπορεί να είχαν σιλικόνη, μπορεί όµως να ήταν σαρκώδη κι από τη φύση τους. Ηλικία: κάτι ανάµεσα σε δεκαεφτά και είκοσι πέντε; Στις περισσότερες φωτογραφίες η γυναίκα πόζαρε σοβαρή, με τα χείλη ελαφρώς ανοιχτά. Ωστόσο σε μία φωτογραφία χαμογελούσε και στα μάγουλά της διακρίνονταν βαθιά λακκάκια. Όταν χαμογελούσε έδειχνε πιο νέα. Στην ίδια φωτογραφία ήταν κι ένας άντρας μέσης ηλικίας, που είχε


ακριβώς την ίδια μύτη με την Έλισα. Στις φωτογραφίες η γυναίκα φορούσε ρούχα που ήταν και έδειχναν ακριβά. Υπήρχε ακόμα μία κοντινή φωτογραφία του άντρα και της γυναίκας, μάλλον τραβηγμένη από τους ίδιους με κινητό, στην οποία φιλιούνταν γελώντας. Έδειχναν εξωφρενικά ευτυχισµένοι. Κοιτώντας τις φωτογραφίες που ήταν κρυμμένες στον υπολογιστή εντελώς ερασιτεχνικά, η Χιονάτη αισθάνθηκε σαν ηδονοβλεψίας. Πριν από αυτές, είχε ήδη ανακαλύψει την ταυτότητα και τον κωδικό μιας ανώνυμης ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Ωστόσο οι φάκελοι ήταν άδειοι. Ο πατέρας της Έλισα είτε δεν τη χρησιμοποιούσε είτε, κατά πάσα πιθανότητα, έσβηνε αµέσως τα µέιλ µόλις τα διάβαζε. «Έλισα» φώναξε. Η Έλισα ήρθε στην πόρτα. Ο Τούουκα και ο Κάσπερ ευτυχώς διασκέδαζαν παίζοντας Wii στο καθιστικό. «Κλείνεις την πόρτα;» είπε η Χιονάτη και η Έλισα υπάκουσε. Έπειτα η Χιονάτη συνέχισε: «Να υποθέσω ότι σ’ αυτές τις φωτογραφίες δεν είναι η μάνα σου;»


13

Η Έλισα τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα της. Ξαφνικά την έπιασε ρίγος. Ήθελε να κλείσει τα μάτια και να μη δει τις φωτογραφίες, αλλά αυτό δε θα τη βοηθούσε. Είχαν ήδη εντυπωθεί βαθιά στο μυαλό της και θα τις έβλεπε σίγουρα μπροστά της σαν κινηματογραφική ταινία το βράδυ που θα ’κλεινε τα µάτια και θα προσπαθούσε να κοιµηθεί. Πώς της το ’χε κάνει αυτό ο πατέρας της; Πώς το ’κανε στη µητέρα της; Η Έλισα δεν ήταν ηλίθια. Είχε καταλάβει από καιρό ότι ο γάμος των γονιών της δεν ήταν ευτυχισμένος πια από ρομαντική άποψη και ότι οι δυο τους συνέχιζαν να είναι μαζί κυρίως από συνήθεια και για την άνεσή τους. Παρ’ όλα αυτά, της φαινόταν εντελώς αδιανόητο που ο μπαμπάς της είχε απατήσει τη μάνα της. Δεν ήταν τέτοιος. Ήταν έντιμος και αξιοπρεπής και αξιόπιστος. Ακριβώς ο τύπος που θα χώριζε πριν αρχίσει να δημιουργεί καινούριες σχέσεις. Για τη μητέρα της δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Δε θα παραξενευόταν αν μάθαινε ότι δεν κοιμόταν πάντα μόνη στα ταξίδια της. Το θεωρούσε µάλιστα πολύ πιθανό. Ο μπαμπάκας… με μια νεαρή γυναίκα μόλις και μετά βίας μεγαλύτερη από την ίδια. Ακόμα και η σκέψη τής προκαλούσε αηδία. Εκείνο που την ενοχλούσε περισσότερο κι από τη σχέση


ήταν το μυστικό, το ψέμα, η έλλειψη εμπιστοσύνης. Θα μπορούσε βέβαια να είναι μόνο… Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση γιατί να κρατήσει τις φωτογραφίες στον υπολογιστή του; Κάποια σηµασία πρέπει να είχαν, αφού ήθελε να τις κοιτάζει. «Ίσως…» Η Έλισα άκουσε τη φωνή της Χιονάτης σαν σε όνειρο. Μακάρι να ήταν όνειρο και να ξύπναγε τ-ώ-ρ-α…

Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και όρμησαν μέσα ο Τούουκα και ο Κάσπερ. «Τι μυστικά έχουν εδώ τα κορίτσια; Βρήκε τίποτα η εξπέρ µας; Ουάου!» Η Χιονάτη ένιωθε άβολα που η Έλισα, ο Κάσπερ και ο Τούουκα κοίταζαν πίσω από την πλάτη της τις φωτογραφίες. Αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο ήταν που αισθανόταν, χωρίς να τη βλέπει, ότι η Έλισα τα είχε χαµένα. «Αν απλά είναι κάποια… δηλαδή να, αν ο μπαμπάς…» προσπάθησε να εξηγήσει το κορίτσι. «Let’s face it» είπε ο Κάσπερ. «Ο πατέρας σου πηδάει μια πιτσιρίκα». Κι έτσι φανέρωσαν όλοι τις σκέψεις τους. Ίσως όχι κυριολεκτικά, αλλά ουσιαστικά. «Μπορεί να ’χουν και κάποια άλλη εξήγηση αυτές οι φωτογραφίες» αντέδρασε αδύναµα η Έλισα. Η Χιονάτη κατάλαβε από τη φωνή της ότι ήξερε πως ο Κάσπερ είχε δίκιο. «Σίγουρα έχει να κάνει με τα λεφτά» είπε ο Τούουκα. «Δύο τέτοια µυστικά µαζί δεν µπορεί να ’ναι σύµπτωση». «Πώς όµως;» ρώτησε η Έλισα. «Δε µοιάζει κάπως µε Ρωσίδα;» είπε ο Κάσπερ. «Αν είναι…» Η Χιονάτη δίστασε. «Πόρνη; Αν ο πατέρας σου είναι µπλεγµένος µε προστασία;»


Η Έλισα κούνησε το κεφάλι της. Η Χιονάτη την κοίταξε και κατάλαβε πως ήταν έτοιµη να βάλει τα κλάµατα. «Ή αν…» άρχισε να σπεκουλάρει ο Τούουκα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από τον υπολογιστή ο ήχος ενός εισερχόμενου μηνύματος. Η Χιονάτη είχε αφήσει ανοιχτή την ανώνυμη διεύθυνση για την περίπτωση που θα ερχόταν κάποιο ενδιαφέρον µήνυµα όσο βρίσκονταν εκεί. Διάνα! Το μέιλ είχε έρθει από μια επίσης ανώνυμη διεύθυνση. Το «Beautifulrose» και μια διεθνής κατάληξη δεν έλεγαν τίποτα. Διάβασε το µήνυµα δυνατά. Ήταν στα αγγλικά.

My love, I had to create another e -mail address. Just to be careful. Polar Bear is having a party on Friday. Wants you to be there. And so do I. J There will be a black car picking you up at 8 pm. Because the theme is fairy tales and because I know what you like, I’m going as the Snow Queen. I’ve got something important to tell you. Kisses, N p.s. Please delete this message right after reading as always. We have to be extra careful.

Ο Τούουκα, ο Κάσπερ και η Έλισα κοίταζαν ο ένας τον άλλο. «Τι στο καλό σηµαίνει αυτό;» ρώτησε η Έλισα. «Πολική Αρκούδα, Πολική Αρκούδα…» επανέλαβε ο Κάσπερ. «Όχι, ρε γαμώτο! Πολική Αρκούδα. Ο πατέρας σου πήρε πρόσκληση για το πάρτι της Πολικής Αρκούδας». «Για πού; Ποιανού πάρτι;» «Της Πολικής Αρκούδας!» φώναξε ο Κάσπερ. «Είναι μυθικό πάρτι. Δηλαδή, δεν ξέρω λεπτομέρειες, μόνο πως είναι κάποιος πολύ μεγάλος, που τον σέβονται όλοι. Οι φήμες λένε ότι είναι


μπλεγμένος σε νόμιμες και παράνομες μπίζνες και δεν τον έχει δει ποτέ κανένας. Για τα πάρτι του ακούγονται πολύ άγριες ιστορίες. Φαίνεται πως έχει ένα τεράστιο κάστρο, κάποιο αρχοντικό, κι εκεί κάνει τα πάρτι του, τρελά πάρτι. Όλοι πάνε. Εννοώ όλοι οι σπουδαίοι και οι πλούσιοι». «Ποιο είναι το αληθινό όνομα της Πολικής Αρκούδας;» ρώτησε η Χιονάτη. Ο Κάσπερ την κοίταξε χλευαστικά. «Πού να ξέρω εγώ; Πρέπει να ’σαι πολύ μέσα στο κύκλωμα για να ξέρεις». «Είναι κάποιος µεγάλος εγκληµατίας;» Η Έλισα είχε χαµηλώσει ενστικτωδώς τη φωνή της. Ο Κάσπερ άπλωσε τα χέρια του. «Δε νομίζω πως είναι καθαρές οι δουλειές του. Αλλά πάλι, πού να ξέρω εγώ; Έτσι κι αλλιώς είναι τόσο πλούσιος κι έξυπνος, που δεν μπορούν να τον πιάσουν. Ο ίδιος δε φαίνεται πουθενά». «Και πού τα ξέρεις όλα αυτά;» αναρωτήθηκε ο Τούουκα. Στα χείλη του Κάσπερ διαγράφτηκε ένα χαμόγελο. Η Χιονάτη παρατήρησε την ικανοποίησή του που είχε για μια φορά το πάνω χέρι στο τρίο. «Έχω τις πηγές μου. Όταν κυκλοφορείς σε σκοτεινούς κύκλους, ακούς και σκοτεινές ιστορίες… Δεν πρέπει να ρωτάτε. Εγώ σας φέρνω χαπάκια, σας φέρνω και πληροφορίες. That’s all you need to know». Όσο οι άλλοι μιλούσαν, η Χιονάτη αντέγραφε το μήνυμα λέξη λέξη σ’ ένα χαρτί, που μετά το ’χωσε στην τσέπη του παντελονιού της. «Όπως και να ’χει, το μέιλ πρέπει να το σβήσουμε» είπε. «Φαίνεται πως έχει ανοιχτεί κι ο πατέρας σου θα καταλάβει ότι κάποιος το διάβασε». Ετοιµάστηκε να το σβήσει.


Τα δάχτυλα του Τέρχο Βάισανεν είχαν παγώσει, μολονότι φορούσε ζεστά γάντια. Προσπάθησε να κινήσει κάπως τις αρθρώσεις του, ώστε ν’ ανοίξει την εξώπορτα µε το κλειδί. Θυμήθηκε τον περασμένο Δεκέμβρη, που είχε μόνο δύο βαθμούς κάτω από το μηδέν και χιόνιζε ανεπαίσθητα. Στέκονταν με τη Νατάλια κοντά στο φωτεινό γλυπτό, στην Τάμπελα. Το γλυπτό εξέπεμπε γαλάζιο φως, που έκανε το πρόσωπο της κοπέλας να δείχνει εξωπραγµατικό. Μόλις είχαν βγει από το καφέ. Η Τάμπελα ήταν νέα γειτονιά και γι’ αυτό αρκετά ασφαλής. Κανένας γνωστός του δεν έμενε εκεί. Η γυναίκα του δεν είχε κανένα λόγο να την επισκεφτεί, ούτε η Έλισα. Κυκλοφορούσαν μόνο οι μόνιμοι κάτοικοι και δεν ήταν πέρασμα. Δεν υπήρχαν μαγαζιά και εστιατόρια που θα τραβούσαν κόσμο. Ακόμα και το καφέ μόλις που κατάφερνε να επιβιώνει. Στην Τάμπελα τολμούσαν να εμφανιστούν μαζί δηµόσια. Μολονότι είχε κι αυτό κάποιο ρίσκο. Καμιά φορά πρέπει να παίρνεις ρίσκα. Εκτός αυτού, ο φόβος να τους έβλεπε κάποιος ασκούσε τη δική του έλξη. Ο Τέρχο είχε βέβαια έτοιμη μια δικαιολογία για να καλυφθεί σε περίπτωση που τον έβλεπε κάποιος γνωστός ή γνωστός γνωστού. Πάντα μπορούσε να ισχυριστεί πως η συνάντηση είχε να κάνει με τη δουλειά του, πως συγκέντρωνε πληροφορίες και δεσμευόταν από το επαγγελματικό απόρρητο. Η Νατάλια ήταν ο πληροφοριοδότης, αλλά δεν μπορούσε να αποκαλύψει τίποτα περισσότερο. Τς, τς, τς! Ένιωθε ανακούφιση που δε θα χρειαζόταν να χρησιµοποιήσει καµιά άλλη δικαιολογία. Η Νατάλια είχε ξεχάσει τα γάντια της και χουχούλιαζε τις μικρές παλάμες της. Πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του και τα ζέστανε. Του χαμογέλασε. Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν πάνω στα μαλλιά της. Αντανακλούσαν κι αυτές το γαλάζιο φως του γλυπτού. Φορούσε λευκό παλτό και λευκές μπότες. Ήταν πιο όµορφη από ποτέ.


«Βασίλισσα του χιονιού» της είπε ο Τέρχο στο αυτί αναστενάζοντας. Ξαφνικά ένιωσε την επιθυμία να ζεστάνει κάθε σημείο του σώματός της, να βάλει τις ζεστές παλάμες του πάνω στο παγωµένο της δέρµα, να λιώσει κάθε νιφάδα χιονιού. «Πάμε» είπε βραχνά και την τράβηξε μαζί του, επιταχύνοντας το βήμα του. Σε πέντε λεπτά είχαν φτάσει στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου Τάμερ. Πήραν ένα δωμάτιο. Επικοινώνησε με τη γυναίκα του και της είπε ότι η δουλειά του θα τραβούσε ως τη νύχτα. Έπειτα κοίταξε τη Νατάλια, που στο κιτρινωπό φως του δωματίου δεν έμοιαζε πια με ξωτικό. Δεν τον πείραζε. Η φαντασία είχε ήδη προλάβει να ξυπνήσει τον πόθο. Την τράβηξε µε δύναµη κοντά του κι έκλεισε τα µάτια του. Ο Τέρχο Βάισανεν θυμήθηκε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, καθώς προσπαθούσε με παγωμένα χέρια ν’ ανοίξει την πόρτα με το κλειδί. Η ανάσα του έβγαινε παγωµένη.

Η Χιονάτη άκουσε πρώτη τους ήχους και είπε στους άλλους χαµηλόφωνα: «Κάποιος έρχεται». Η Έλισα τρόµαξε. «Οι απαγωγείς! Ή δολοφόνοι;» Η Χιονάτη συγκράτησε την επιθυμία της να βουλώσει το στόμα της Έλισα με την παλάμη της. Μα καθόλου δεν ήξερε να προστατευτεί αυτό το κορίτσι; Μήπως το μαυρορόζ δωμάτιο είχε κάνει το µυαλό της άχυρο; «Τώρα θα κινηθούμε ήσυχα και ήρεμα. Αυτός που έρχεται έχει σίγουρα κλειδί. Νομίζω πως είναι ο πατέρας σου. Το πιο σημαντικό είναι να μην καταλάβει ότι ήμασταν στο γραφείο του». Καθώς μιλούσε, η Χιονάτη διέγραψε ήρεμα το μήνυμα, βγήκε από τον λογαριασμό, έκλεισε τον κρυφό φάκελο και το


ίντερνετ και απενεργοποίησε τον υπολογιστή. Καθεμιά από αυτές τις ενέργειες της φάνηκε ότι κράτησε αιώνες. Ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια. Όλα έγιναν σε μερικά δευτερόλεπτα. Την ίδια ώρα, αυτός που ήταν στην πόρτα έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά και άνοιξε. «Πηγαίνετε. Πάνω». Η Χιονάτη έδωσε την εντολή όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσε, προσπαθώντας να κινητοποιήσει την Έλισα, τον Τούουκα και τον Κάσπερ, που τελικά γλίστρησαν από το γραφείο και όρμησαν στη σκάλα. Μάλλον νόμιζαν πως κινούνταν αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα έδιναν την εντύπωση πως έτρεχε ένα κοπάδι γκνου, που μόλις είχε ακούσει ένα λιοντάρι να βρυχάται. Σβήσε τώρα. Σβήσε. Το μήνυμα «απενεργοποίηση» έμεινε να στριφογυρίζει στην οθόνη για πολλή ώρα. Η Χιονάτη ήταν σίγουρη πως ο υπολογιστής είχε το ίδιο πρόβλημα με το δικό της λάπτοπ. Κάποιες φορές δεν ήθελε να σβήσει με τίποτα. Άκουσε την εξώπορτα να κλείνει. Ευτυχώς από την είσοδο δεν υπήρχε άµεση οπτική επαφή µε το γραφείο. Οι ήχοι έδειχναν ότι είχε µπει ένας µεγαλόσωµος άντρας. Προσπάθησε να ρυθμίσει την αναπνοή της. Μετά συγκεντρώθηκε στο να ηρεμήσει τον σφυγμό της. Κράτησε αποφασιστικά πατημένο για λίγο τον διακόπτη του υπολογιστή. Την επόµενη φορά που θα άνοιγε, θα ’βγαινε µάλλον το µήνυµα πως δεν είχε τερματιστεί σωστά, πράγμα που πιθανόν θα ’κανε τον πατέρα της Έλισα να αναρωτηθεί τι είχε συμβεί. Εκείνη τη στιγμή όμως δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να πάρει το ρίσκο. Κατά πάσα πιθανότητα εκείνος θα συμπεριφερόταν όπως πολλοί άλλοι στη θέση του. Θ’ αναρωτιόταν για λίγο τι παιχνίδια παίζει πάλι αυτό το μηχάνημα, θ’ ανασήκωνε τους ώμους και θα σκεφτόταν πως μάλλον είχε έρθει η ώρα να αγοράσει καινούριο.


Κλείσε τώρα. Η οθόνη σκοτείνιασε. «Έλισα! Ήρθα για λίγο! Θα φτιάξω κάτι να φάμε» φώναξε ο άντρας. Ωραία. Είχε δίκιο. Κρύφτηκε πίσω από την πόρτα και προσευχήθηκε να µην µπει πρώτα εκεί ο πατέρας της Έλισα. Τον άκουσε να βγάζει το πανωφόρι του. Έπειτα τα βήματα πλησίασαν στο γραφείο. Φύγε. Ο άντρας κατευθυνόταν στην κουζίνα περνώντας μπροστά από το γραφείο, όμως άλλαξε γνώμη και μπήκε μέσα. Η Χιονάτη δεν ανέπνεε. Είχε γίνει επίπεδη. Ήταν άοσμη. Δεν υπήρχε. Μην κάτσεις στην καρέκλα. Ήξερε ότι η καρέκλα ήταν ακόμη ζεστή. Δεν κάθισε. Στάθηκε δίπλα στο γραφείο του και άρχισε να ταξινομεί την αλληλογραφία. Η Χιονάτη δεν ανέπνεε ακόμη. Γνώριζε ότι αν ήταν ήρεμη μπορούσε να κρατήσει την αναπνοή της τουλάχιστον δύο λεπτά. Ο πατέρας της Έλισα πέταξε πάνω στο γραφείο δύο φακέλους, μάλλον λογαριασμούς. Έπειτα στράφηκε και συνέχισε τον δρόµο του για την κουζίνα. «Τι θέλεις; Να βάλω κανένα μακαρόνι; Ή μήπως κοτόσουπα µε τσίλι; Κάτι ζεστό. Κάνει ψόφο έξω». Τον άκουσε ν’ ανοίγει την πόρτα του ψυγείου. Τώρα. Η Χιονάτη βγήκε από την κρυψώνα της, έκανε ένα βήμα και γλίστρησε αθόρυβα με τις κάλτσες πάνω στο αφύσικα λείο παρκέ, προς τη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο. Ανέβηκε σιωπηλά, όπως ένα λιοντάρι που ακολουθεί ένα κοπάδι γκνου. Μπήκε στο δωμάτιο της Έλισα χωρίς να την πάρουν είδηση και κατάφερε να τροµάξει το τρίο. «Παραλίγο να πάθω έμφραγμα, ρε γαμώτο» ψιθύρισε η Έλισα. «Και τώρα γρήγορα στην ντουλάπα». «Γιατί;»


Δεν μπορούσε να καταλάβει. Ο Τούουκα και ο Κάσπερ ξάπλωναν απόλυτα ευχαριστηµένοι στον καναπέ, χωρίς να έχουν την πρόθεση να κρυφτούν. Βαριά βήµατα ακούστηκαν ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα. «Θα σου εξηγήσω μετά» είπε η Έλισα και την έσπρωξε στην ντουλάπα, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. «Είναι κάποιος φίλος σου εδώ;» ρώτησε ο πατέρας της από το κεφαλόσκαλο. «Ναι. Ήρθαν να μου κάνουν παρέα ο Τούουκα και ο Κάσπερ» απάντησε η Έλισα με προσποιητά χαρούμενη φωνή. Καταλάβαινες από χιλιόµετρα πως έπαιζε θέατρο. «Δεν είχες ημικρανία;» ρώτησε ο άντρας με καχυποψία. «Κι εσείς, παιδιά, δεν έχετε σχολείο;» «Μόλις µου πέρασε». «Ο μαθηματικός ήταν άρρωστος» απάντησαν μ’ ένα στόμα ο Κάσπερ κι ο Τούουκα. Η Χιονάτη έβλεπε από το άνοιγμα της πόρτας τον πατέρα της Έλισα να τους κοιτάζει καχύποπτα. Είχε κοντά ξανθά μαλλιά και το πάνω μέρος του σώματός του δε διέφερε από αυτό των μεγάλων αθλητών άρσης βαρών. Στην ντουλάπα ήταν σκοτεινά αλλά άνετα. Μύριζε κορίτσι. Στη δική της ντουλάπα δε μύριζε ποτέ έτσι. Ήταν πάλι κρυµµένη. Πάλι µακριά από τα βλέµµατα. Έκλεισε τα µάτια. Δεν μπορείς να φύγεις. Πάντα θα σε βρίσκουμε. Κι όταν σε βρούµε, θα σε σκοτώσουµε. Θα σε σκοτώσουµε. Εσένα.


14

Μη λες πως θα ’ρθει καλοκαίρι αν κάποιος δε δώσει κλοτσιά στο θέρος, και σ’ όλα τα µέρη λουλούδια θα βγουν στην πρασιά. Εγώ κάνω τ’ άνθη ν’ ανθίζουν, το πράσινο χόρτο να βγει, θα ’ρθει το γλυκό καλοκαίρι µόλις το χιόνι χαθεί. Νερό θα κυλά στο ποτάµι, θα τρέχει µακριά απ’ την πηγή.5

Μεσοκαλόκαιρο. Μπαλόνια, μπαλόνια, πολλά μπαλόνια. Πολλά ξέφυγαν, ταξίδεψαν στον γαλανό ουρανό. Η πιο όμορφη καλοκαιρινή βραδιά στη Μαριανχάμινα. Είχε νυχτώσει, αλλά υπήρχε ακόμη πολύ φως. Όλο το σόι από την πλευρά του πατέρα. Καλοκαιρινές μυρωδιές, οι κρωγμοί των γλάρων πέρα μακριά, τα τιτιβίσματα των χελιδονιών. Η Χιονάτη με φόρεμα λευκό κι ένα στεφάνι με κίτρινα λουλούδια στα μαλλιά, που το είχε φτιάξει η μητέρα. Τραγουδούσε το «Καλοκαιρινό τραγούδι της Ίντα», της Άστριντ Λίντγκρεν. Δεν είχε ωραία φωνή, μα δεν είχε σηµασία.


Η ξαδέλφη της η Έμα, έναν χρόνο μεγαλύτερη, στάθηκε ξαφνικά μπροστά της. Η Χιονάτη προσπάθησε να την αποφύγει. Ήθελε να πάει να δει το γαϊτανάκι. Ήθελε κι αυτή ένα από τα μπαλόνια που γέμιζε με ήλιον ο θείος Έρικ και τα μοίραζε στα παιδιά. Κόκκινο. Ή μπλε. Σε καμία περίπτωση κίτρινο. Ίσως τελικά κόκκινο. «Παίζουμε;» τη ρώτησε η Έμα στα σουηδικά. «Παίζουμε πως είσαι σκλάβα µου και πρέπει να κάνεις ό,τι σε διατάζω;» Η Χιονάτη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Τότε πως είµαι βασίλισσα κι εσύ το άλογό µου». «Όχι» είπε η Χιονάτη. «Πρέπει να το κάνεις. Εγώ διατάζω, γιατί εδώ είναι το σπίτι µας και είµαι µεγαλύτερη». Η Χιονάτη έβαλε τα κλάµατα. «Όχι» απάντησε παρ’ όλα αυτά. Η θεία Άννα, η μητέρα της ξαδέλφης, ήρθε ακριβώς εκείνη τη στιγµή µαζί µε τη δική της µητέρα. «Η Χιονάτη δε θέλει να παίξει μαζί μου. Ό,τι και να της προτείνω λέει όχι» παραπονέθηκε η Έμα στη μητέρα της. «Δεν είναι καλή σαν…» «Σσσς…» Η θεία Άννα χάιδεψε τα ξανθά μαλλιά της Έμα. «Η Χιονάτη μάλλον ντρέπεται» είπε. «Έλα, πάμε να πάρουμε ένα µπαλόνι». Η θεία έπιασε την Έμα από το χέρι. Μετά από δύο βήματα εκείνη στράφηκε κι έβγαλε στη Χιονάτη τη γλώσσα της. Η θεία Άννα και η μητέρα δεν το πρόσεξαν. Η μητέρα κοίταζε προς τη θάλασσα. Φάνηκε σαν το αλμυρό αεράκι να είχε ρίξει στα μάτια της νερό κι εκείνη το σκούπιζε με την άκρη της παλάμης της. Έπειτα είπε στη Χιονάτη στα φινλανδικά αναστενάζοντας: «Καλύτερα να μη λες πάντα όχι. Αν λες λίγο πιο συχνά ναι, µπορεί να κάνεις και φίλους». Φίλους; Ήθελε φίλους η Χιονάτη; Μήπως αυτό σήμαινε πως έπρεπε να δέχεται να κάνει οτιδήποτε;


Εγώ χρωματίζω τον κόσμο, το βράδυ τον κάνω ροδή. Το τραγούδι της Ίντα δεν έβγαινε πια από το στόµα της.

«Όχι». Η Χιονάτη προσπάθησε να το πει με φωνή που δε σήκωνε αντίρρηση. Η Έλισα την κοίταξε µε τα µάτια ορθάνοιχτα. Το βλέµµα της, βλέμμα ελαφιού που μόλις είχε χάσει τη μαμά του, δεν είχε καµία επίδραση πάνω της. «Μα αφού δεν μπορεί κανένας από μας» προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Τούουκα. «Είσαι η μόνη που δεν έχει δει ο πατέρας της Έλισα». «Τα παιδάκια του δημοτικού μπορεί να γουστάρουν να παίζουν τους ντετέκτιβ. Όµως όχι πια». Η Χιονάτη άνοιξε την μπαλκονόπορτα κι άφησε τον παγωμένο αέρα να μπει στο δωμάτιο. Είχε αναγκαστεί να περάσει αρκετή ώρα µέσα στην ντουλάπα µε τη γλυκιά µυρωδιά, ενώσω η Έλισα και τ’ αγόρια έτρωγαν ευχαριστημένοι στον κάτω όροφο την κοτόσουπα που είχε φτιάξει ο πατέρας της. Τελικά ο πατέρας είχε επιστρέψει στη δουλειά του. Γέμισε τα πνευμόνια της με καθαρό αέρα. Δεν την ενοχλούσε που το κρύο έτσουζε. «Έτσι θα μπορέσουμε να μάθουμε κάτι» είπε ο Κάσπερ, προσπαθώντας να την πείσει κι αυτός. «Ή μπορούμε να το κόψουμε αυτό το παιχνιδάκι και να πάμε στη αστυνοµία» διαπίστωσε η Χιονάτη. Όχι, όχι, όχι. Επειδή το πάρτι. Τα ναρκωτικά. Η διάρρηξη στο σχολείο. Τα λεφτά. Επειδή ο πατέρας της Έλισα ήταν αστυνομικός, και ποιος θα τους πίστευε, κι έπρεπε να ’χουν λίγο περισσότερα στοιχεία εκτός από τις φωτογραφίες και το σβησµένο µέιλ. «Εσάς μπορεί να μη σας νοιάζει και να κάνετε απανωτές


κοπάνες, εγώ όμως δεν έχω καμιά διάθεση να κοπώ από απουσίες». Κινήθηκε αποφασιστικά προς τον κάτω όροφο. Η Έλισα, ο Τούουκα κι ο Κάσπερ την ακολούθησαν σαν σκυλάκια. Μόνο η γλώσσα έξω έλειπε. «Μόνο δύο ώρες φυσική και δύο γυμναστική» είπε η Έλισα. «Και στα δύο σού μένουν ακόμη πολλές απουσίες μέχρι το όριο». Η Χιονάτη τής έριξε μια περίεργη ματιά. Ήξερε το πρόγραμμά της και τις απουσίες της; Πολύ έξυπνη κίνηση. Πάρα πολύ έξυπνη. «Αν κάνεις κι αυτό, ορκίζοµαι πως δε θα σε ξαναενοχλήσω». Η Έλισα έδειχνε ειλικρινής. Η Χιονάτη δεν έδειξε κανένα σημάδι ότι η ιδέα ήταν ελκυστική. Που δε θα την ενοχλούσε ξανά. Αλλά κι όσα της ζητούσαν να κάνει. Ήξερε πως θα ήταν καλή σ’ αυτό. Ήξερε να παραµένει αόρατη, ανύπαρκτη. «Οκέι. Τώρα όμως θα πάω σχολείο. Προλαβαίνω τις δύο ώρες καλλιτεχνικά». Το πρόσωπο της Έλισα έλαμψε όταν συνειδητοποίησε ότι η Χιονάτη είχε όντως συμφωνήσει. Την αγκάλιασε αυθόρμητα κι εκείνη ένιωσε άβολα, σαν να την έσφιγγε ένας βόας. Έπρεπε να είχε απωθήσει το πρώτο αυθόρμητο αγκάλιασμα. Τώρα δε θα µπορούσε πια να ξεφεύγει από τ’ αγκαλιάσµατά της. «Ευχαριστώ ευχαριστώ ευχαριστώ» επανέλαβε χαρωπά η Έλισα. Η Χιονάτη τραβήχτηκε από την αγκαλιά. «Κοίτα να µην τα θαλασσώσεις». Ο Τούουκα στεκόταν στη σκάλα, ακουμπισμένος στο κιγκλίδωμα, και χαμογελούσε στραβά. Σίγουρα σκεφτόταν ότι το λοξό χαμόγελο ήταν σαρκαστικό και σέξι. Στην πραγµατικότητα όµως έδειχνε απλά ανόητος. Η Χιονάτη κοίταξε την ώρα στο κινητό της. Ήταν 12:35. Σε


δεκαεφτά ώρες έπρεπε να βρίσκεται πάλι εδώ, κοντά στο σπίτι.

***

Ένας άντρας προσπάθησε να πιάσει τη Χιονάτη από τα δεξιά. Εκείνη τον χτύπησε δύο φορές με τη δεξιά γροθιά στη μύτη κι αμέσως μετά του ’ριξε δύο ανάποδες γροθιές στο σαγόνι. Επανέλαβε αμέσως τις κινήσεις. Δύο ευθείες, δύο ανάποδες. Ευθεία, ευθεία, ανάποδη, ανάποδη. Οι παλμοί της έφτασαν τους 175. Ο αντίπαλος τρέκλισε, αλλά παρέμεινε όρθιος και προσπάθησε πάλι να την πιάσει. Η Χιονάτη τον χτύπησε με τον αγκώνα της στο στήθος και, συνεχίζοντας την κίνηση, τίναξε σαν αστραπή τη δεξιά της γροθιά και τον χτύπησε στο ζυγωματικό. Έπειτα τον αποτελείωσε με μια κλοτσιά. Ο τύπος βρέθηκε κάτω. Η πλάτη, οι γάμπες και το πρόσωπό της ήταν µούσκεµα στον ιδρώτα. Ο επιτιθέμενος προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά εκείνη τον κράτησε δυνατά µε το αριστερό της χέρι στο πάτωµα. Μην προσπαθείς, µπάσταρδε. Άρχισε να τον χτυπάει με το δεξί. Άφησε τη γροθιά της να πέσει με δύναμη στο πάνω μέρος του σώματος και στο πρόσωπό του. Στην αρχή τα χτυπήματα ήταν αργά, ακριβή, αναπόφευκτα. Ο ρυθμός τους ανέβηκε σταδιακά, έγιναν ανεξέλεγκτα, γεµάτα µίσος. Μάταιο να ζητήσεις έλεος. Εδώ δεν είναι εκκλησία και κανένας δε σε λυπάται. Στα μάτια της Χιονάτης έτρεχε αλμυρός ιδρώτας κι άρχισαν να την τσούζουν. Προσπάθησε να κουνήσει τις βλεφαρίδες της για να πέσουν οι σταγόνες, αλλά τελικά αναγκάστηκε να κλείσει σφιχτά τα βλέφαρα. Δε χρειαζόταν να βλέπει. Το πρόσωπο του


αντιπάλου της το ήξερε πολύ καλά. In your face. In your face. Από εδώ. Δεν. Θα ξανασηκωθείς. Ποτέ. «Καταπληκτικό! Κι έπειτα το ίδιο από αριστερά. Αυτό το ξέρετε. Πάµε από την αρχή». Η Χιονάτη έκανε δύο επιπλέον βήματα προς την πετσέτα της και σκούπισε γρήγορα τα μάτια και το μέτωπό της. Έπειτα η δυνατή μουσική γέμισε πάλι την αίθουσα, όπου καμιά σαρανταριά νεαρές γυναίκες, δύο μέσης ηλικίας και τρεις άντρες άρχισαν να κινούνται στον ίδιο ρυθμό, σαν εξαρτήματα μιας καλοκουρδισµένης µηχανής. Η Χιονάτη σιγουρεύτηκε από τον μεγάλο καθρέφτη στον τοίχο ότι κινούνταν όσο χαμηλά έπρεπε και ότι προστάτευε το πρόσωπό της, που ήταν κατακόκκινο από την προσπάθεια. Διαγώνια πίσω της ένα κορίτσι με κοτσίδες και πράσινο φανελάκι την κοίταζε κι έκανε τις ίδιες κινήσεις. Δεν την πείραζε. Ήξερε πως η ίδια ήταν από τους καλύτερους αθλητές σ’ αυτή την αίθουσα. Έκανε τις κινήσεις ως το τέλος και ακριβώς όπως έπρεπε. Είχε τεχνική. Τεχνική στη γυμναστική. Γιατί γυμναστική ήταν τελικά όλο αυτό. Κινήσεις στον ρυθμό διάφορων χιτς, διανθισμένες με πολεμικές τέχνες. Κατάλληλα απλές χορογραφίες, κατά τις οποίες οι αθλητές έδιναν φανταστικές μάχες με φανταστικούς αντιπάλους, ενώ ο αρχηγός τούς καθοδηγούσε και τους ενθάρρυνε. Μόνο δύο βαθμούς πιο επιθετικό άθλημα από το αερόµπικ. Ωστόσο προτιμούσε τα δυναμικά αθλήματα. Έχυνε αρκετό ιδρώτα, οι μύες της κουράζονταν και της άρεσε να κινείται στον ρυθμό της μουσικής. Δεν την ενδιέφερε ν’ ασχοληθεί με καθαρές πολεμικές τέχνες ή με πυγμαχία. Ήξερε πολύ καλά τι προκαλούσε μια γροθιά που χωνόταν στο στομάχι κάποιου. Ήξερε πώς γεμίζει αίμα μια μύτη και πόσο παράξενη και ζεστή ήταν η αίσθηση πάνω στο δικό της δέρμα. Σαν μισοπαγωμένη


μαρμελάδα. Για τα χτυπήματά της δεν ήθελε κάτι ζωντανό. Θυμόταν ακόμη, και μάλιστα πολύ καλά, πώς νιώθει κανείς όταν χτυπάει έναν άνθρωπο, μολονότι είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια. Ξανάρθε στον νου της εκείνο το μισοσκότεινο απόγευμα στην αυλή του σχολείου κι ένιωσε μια ξινή γεύση στο στόμα και µια γλυκιά µυρωδιά στη µύτη. Το άρωµα περιείχε τριαντάφυλλο, βανίλια και µια ιδέα σανταλόξυλο. Let it rain over me. Η Χιονάτη δε χρειαζόταν τη βροχή για να μουσκέψει το µαύρο αµάνικο τοπάκι της. Ήταν ήδη µούσκεµα στον ιδρώτα. Μία ώρα αργότερα καθόταν στα αποδυτήρια και προσπαθούσε να ρυθμίσει την αναπνοή της. Έπειτα έβγαλε τους επιδέσμους από τους καρπούς της. Οι επίδεσμοι τυλίγονταν στο χέρι γύρω από την παλάμη και τους καρπούς για υποστήριξη, αλλά και για να απορροφούν τον ιδρώτα. Πάνω απ’ όλα όμως ήταν κι αυτοί μέρος του παιχνιδιού, ένα σκηνικό, ο ρόλος του µεγάλου µαχητή που ενδύονταν µε ευχαρίστηση οι ευσυνείδητες μαθήτριες πριν αρχίσει το μάθημα. Μαζί τους και η Χιονάτη. Κάποιοι το έβλεπαν σαν τελετή, άλλοι διασκεδάζοντας και άλλοι µε ενθουσιασµό. «Αυτό το καινούριο πρόγραμμα είναι καλό. Σκληρότερο από το προηγούµενο». Η Χιονάτη κοίταξε προς την κατεύθυνση αυτού που μιλούσε. Ένα κορίτσι ένα δυο χρόνια μεγαλύτερό της καθόταν στην άλλη άκρη του πάγκου, έβγαζε τους επιδέσμους και ήταν φανερό πως απευθυνόταν σ’ αυτήν. Μακριά κόκκινα μαλλιά δεμένα ψηλά σε αλογοουρά. Το πρόσωπο και τα μπράτσα γεμάτα φακίδες. Μαύρο φαρδύ παντελόνι και μαύρο στενό τοπάκι, ίδιο ντύσιμο με το δικό της. Την είχε ξαναδεί πολλές φορές στο γυμναστήριο και ήξερε πως την είχε δει κι εκείνη. Είχε προσέξει πως το βλέμμα του κοριτσιού παρακολουθούσε τις κινήσεις της. Αλλά όχι μόνο τις κινήσεις της, παρακολουθούσε επίσης το σώμα της, το σχήμα των μυών της. Είχε μαντέψει πως κάποια


στιγµή θα της µιλούσε. «Καλό είναι» απάντησε. Η κοκκινομάλλα κινήθηκε χαλαρά και με φυσικές κινήσεις πήγε και κάθισε δίπλα της. Κάτω από τη μυρωδιά του ιδρώτα αναδυόταν η μυρωδιά του One του Calvin Klein κι ενός ντους τζελ με μυρωδιά γκρέιπφρουτ. Ένας σκληρός δικέφαλος πετάχτηκε καθώς το κορίτσι συνέχισε να βγάζει τους επιδέσμους. Στο σημείο του δικέφαλου υπήρχαν πάνω στο δέρμα επτά φακίδες, που σχημάτιζαν σχεδόν τον αστερισμό των Διδύµων. Οι μνήμες ήρθαν βίαια στο μυαλό της Χιονάτης. Κάποιος άλλος που χρησιμοποιούσε CK One. Στον λαιμό του είχε ένα τατού με τον αστερισμό των Διδύμων. Πώς ένιωσε όταν ακούμπησε τα χείλη της στο δέρμα του και φίλησε ανάλαφρα τον αστερισμό; Άφησε το στόμα της λίγο περισσότερο πάνω στον Κάστορα. Είχε υποθέσει πως, όταν θα έφτανε στον Πολυδεύκη, ο κάτοχος του τατουάζ δε θα μπορούσε να μη στραφεί, να μη φυλακίσει στα χέρια του τους καρπούς της, να µη φιλήσει τα χείλη της. Αλήθεια, το περασμένο καλοκαίρι ήταν; Σαν να ’χε περάσει ένας αιώνας. Έπιασε το μπουκάλι με το νερό και ήπιε με μεγάλες γουλιές. Το κορίτσι σίγουρα περίμενε πως θα ’λεγε κάτι, πως θα ’δινε ένα σημάδι ότι άξιζε τον κόπο που ήρθε και κάθισε δίπλα της. Να κάνει μια μικρή αρχή. Η Χιονάτη καταλάβαινε πολύ καλά πού θα οδηγούσε αυτό. Σε καινούριες κουβέντες, σε χαμόγελα, σε μια επιφυλακτική πρόταση να πάνε για καφέ και αναπόφευκτα µε την ίδια να αναγκάζεται στο τέλος να µιλήσει άσχηµα. Δεν εξαρτάται από σένα αλλά από µένα. Όχι τώρα, όχι ακόµη, ίσως ποτέ. Ας μείνουμε μόνο φίλες. Και οι δύο ήξεραν πως αυτό σήμαινε ότι στο εξής θα ’καναν ό,τι μπορούσαν για ν’ αποφύγουν η µία την άλλη.


Η Χιονάτη δε θα μπορούσε ποτέ να της πει ότι είμαστε εδώ μόνο επειδή το άρωμά σου μου θυμίζει κάτι άλλο. Και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο δε γίνεται να συνεχίσουμε. Δε θα μπορούσε να είναι ειλικρινής. Θα ’πρεπε να πει ψέματα από την αρχή κι αυτό θα την έκανε να νιώσει αμήχανα, να στενοχωρηθεί, να ενοχληθεί. Τόσο μάταιο. Αποφάσισε να μη χαραμίσει τον χρόνο και των δύο, να μη χαραμίσει τα συναισθήματα της κοπέλας, και συνέχισε να πίνει νερό σιωπηλή. Η σιωπή ξεπέρασε τα επιτρεπόμενα όρια. Το κορίτσι κινήθηκε ανήσυχα, έφτιαξε τα µαλλιά του και είπε: «Καλά. Θα τα ξαναπούµε». Η Χιονάτη σήκωσε λίγο το χέρι και χαιρέτησε. Το κορίτσι άρπαξε την τσάντα του και άλλαξε θέση στα αποδυτήρια, έτσι που να μη βλέπονται. Η Χιονάτη ξεφύσησε χαλαρά. Το αίσθημα ευφορίας που ένιωθε μετά την άσκηση είχε χαθεί. Τα ιδρωμένα ρούχα είχαν κολλήσει κρύα πάνω στο σώµα της. I surrender. Το τελευταίο τραγούδι της άσκησης της είχε κολλήσει άσχημα. Σε κάποια θέματα προτιμούσε να παραδοθεί παρά να προσπαθήσει. Μερικές φορές ήταν καλύτερα για όλους. Στη σάουνα βρέθηκε κατ’ εξαίρεση μόνη. Στην αρχή δεν έριξε νερό στις ζεστές πέτρες για να δημιουργηθεί ατμός, αλλά άφησε τη θερμότητα να επιστρέψει στο δέρμα της, τις σταγόνες του ιδρώτα να βγουν στην επιφάνεια, να τρέξουν από τον λαιμό κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης. Οι μνήμες του καλοκαιριού και του φθινοπώρου ήθελαν να βγουν στην επιφάνεια μαζί με τον ιδρώτα, μολονότι προσπάθησε να τους πει πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ποτέ δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για τη λαχτάρα και τον πόθο. Την άρπαζαν και της έσφιγγαν το στομάχι, ανάγκαζαν την πλάτη της να κυρτώνει. Δυο γαλάζια µάτια να την κοιτάζουν επίµονα.


Έπειτα να απομακρύνονται γρήγορα. Να κοιτάζουν κάπου µακριά. «Καλύτερα να µην ξαναβρεθούµε». «Ποτέ;» «Τουλάχιστον για λίγο. Καταλαβαίνεις βέβαια πως θέλω να το περάσω μόνος. Δεν μπορώ να είμαι μαζί σου τώρα. Και δεν είναι δίκαιο ν’ αναγκαστείς να µ’ αντέξεις». Η Χιονάτη ήθελε να φωνάξει και να αντιδράσει. Με ποιο δικαίωμα κάποιος όριζε τις αντοχές της ή αποφάσιζε τι είναι δίκαιο γι’ αυτήν και τι όχι; Ήξερε να προστατεύει τον εαυτό της. Είχε θυμώσει πολύ που την είχαν αφήσει τόσο εύκολα έξω από τη ζωή και τις δυσκολίες ενός άλλου. Λες και ήταν μικρή, ένα ευαίσθητο παιδί που έπρεπε να προστατευτεί. Ήθελε τόσο πολύ να φωνάξει πως είχε περάσει δυσκολότερες καταστάσεις και δε χρειαζόταν να προσπαθήσουν να την προστατέψουν. Ωστόσο είχε καταλάβει ότι οι φωνές δε θα βοηθούσαν. Ο άλλος είχε πάρει τις αποφάσεις του. Εκείνη δεν μπορούσε παρά να τις δεχτεί. Αυτό τον ρόλο τής είχαν γράψει σ’ αυτό το σημείο του έργου. «Τι σημαίνει λίγο καιρό; Υποθέτω πως μπορώ να σε παίρνω τηλέφωνο». Εκείνη τη στιγμή μίσησε τον ψιλό τόνο της φωνής της. Ένιωθε έναν κόμπο στον λαιμό που μεγάλωνε και ήξερε πως δε θα μπορούσε να κλάψει και να τον διώξει. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που είχε χάσει την τέχνη να κλαίει. Το περασμένο καλοκαίρι είχε φανταστεί πως θα μπορούσε να την ξαναβρεί, όμως κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης είχε καταλάβει πως έπρεπε να ζήσει με τον κόμπο, να τον καταπιεί και να ελπίσει πως κάποτε θα χαθεί από µόνος του. Ούτε τηλέφωνα, ούτε μέιλ, ούτε μηνύματα στο Facebook, ούτε γράμματα, ούτε σήματα μορς με φακό στο σκοτάδι, ούτε σημάδια καπνού με την παγωμένη ανάσα μια κρύα φθινοπωρινή βραδιά, ούτε έντονες σκέψεις που να πετάγονται


στην ομίχλη μέσα από τους τοίχους και τις πόρτες. Τίποτα. Απόλυτη σιωπή. Σαν να εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Τουλάχιστον από τη ζωή της Χιονάτης είχε χαθεί μια κι έξω. Το ίδιο απροσδόκητα και θαρραλέα όπως είχε έρθει. Η Χιονάτη θυμόταν εκείνη τη μέρα του Μάη. Τον εκτυφλωτικό ήλιο και τη θερμοκρασία που είχε ξεπεράσει τους είκοσι βαθμούς για πρώτη φορά την άνοιξη. Περπατούσε στο κέντρο φορώντας πολλά ρούχα, έβγαλε στην όχθη του καταρράχτη το παλτό της και κάθισε στο παγκάκι κοιτάζοντας το νερό που έπεφτε και νιώθοντας στο πρόσωπό της τη ζεστασιά του ήλιου. Σκέφτηκε πως όλα θα ήταν τέλεια αν έτρωγε το πρώτο καλοκαιρινό παγωτό. Ευτυχώς εκεί κοντά υπήρχε ένα κιόσκι. Πήγε ως εκεί με το παλτό στο μπράτσο της, σκοπεύοντας να στηθεί στη μακριά ουρά που είχε σχηματιστεί. Είχαν πολλοί την επιθυμία να δοκιμάσουν το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού. Ενώ στεκόταν στην ουρά, αναρωτιόταν τι παγωτό να πάρει, γλυκόριζα ή λεμόνι; Συνήθως έπαιρνε γλυκόριζα. Εγγυημένη επιλογή. Την ενδιέφερε όμως και το λεμόνι. Ίσως είχε να κάνει με το μαγιάτικο φως και τον ήλιο που υποσχόταν ένα ασφυκτικά ζεστό και μακρύ καλοκαίρι. Ως τη στιγμή που ήρθε η σειρά της δεν είχε αποφασίσει. Τα γαλάζια μάτια τού πωλητή την έκοψαν καθώς άνοιγε το στόμα της για να παραγγείλει. Πρόλαβε να µιλήσει πρώτος εκείνος. «Μην πεις τίποτα. Άσε με να μαντέψω. Δε θέλεις σοκολάτα, ούτε φράουλα. Βανίλια σε καμία περίπτωση. Ούτε η καραμέλα σ’ ενδιαφέρει ούτε καμιά καινούρια γεύση. Πιστεύεις πως μ’ αυτά εξαπατούν τους ηλίθιους κι όσους ψάχνουν για εμπειρίες. Είσαι κορίτσι της γλυκόριζας. Φαίνεται από µακριά». Έπειτα τα γαλάζια μάτια μισόκλεισαν και το βλέμμα σοβάρεψε. «Τώρα όμως θέλεις λεμόνι. Γιατί δεν είναι πια άνοιξη, αλλά ούτε και καλοκαίρι. Θέλεις κάτι ξινό και κίτρινο. Ένα παγωτό


σαν τον µαγιάτικο ήλιο». Η Χιονάτη δεν είχε βγάλει λέξη. «Θέλεις μία μπάλα, αλλά όχι σε χωνάκι. Το χωνάκι σού φαίνεται λίγο σαν γλυκό χαρτόνι. Θα σου το βάλω σε κυπελλάκι». Ο πωλητής στράφηκε για να βάλει το παγωτό. Η Χιονάτη ένιωσε ξαφνικά αφόρητη ζέστη. Θα ζεσταινόταν ακόμα κι αν έβγαζε εκεί πέρα μέχρι και τα εσώρουχά της. Ο πωλητής αργούσε. Η δύσκολη στιγμή δεν έλεγε να τελειώσει. Δεν είχε καταφέρει ακόμη να πει κουβέντα. Στο τέλος εκείνος στράφηκε πάλι και της πρόσφερε μια χαρτοπετσέτα κι ένα κυπελλάκι. Όταν η Χιονάτη άρχισε να ψάχνει για λεφτά, τα γαλάζια μάτια χαµογέλασαν. «Άσ’ το. Κέρασµά σου». Η Χιονάτη ψέλλισε κάτι που θύμιζε ευχαριστώ και στράφηκε με τα μάγουλα φλογισμένα. Ένιωθε σαν να είχε περάσει από ακτίνες Χ. Αισθανόταν πολύ άβολα και συγχρόνως περίεργα. Όταν επέστρεψε στο παγκάκι, στην όχθη του καταρράχτη, πρόσεξε ότι στη χαρτοπετσέτα ήταν γραμμένο ένα μήνυμα. Πάρε τηλέφωνο. Έτσι κι αλλιώς το θέλεις . Κι ένας αριθμός. Κούνησε το κεφάλι της. Θρασύς, σκέφτηκε. Και πιθανότατα μαλάκας. Το απόγευμα πήρε τον αριθμό με χέρια ιδρωμένα. Εγωιστής μαλάκας. Δειλός. Αξιολύπητος. Η Χιονάτη επαναλάμβανε τα λόγια αυτά μετά τον χωρισμό, τις νύχτες που οι ώρες κυλούσαν αργά, αλλά δεν ήταν αληθινά. Είχε ερωτευτεί έναν µαλάκα, έναν δειλό. Την είχε καταλάβει την απόφασή του, αν και κατά βάθος δεν ήθελε. Περίμενε και ήλπιζε, ήλπιζε και περίμενε, ταραζόταν κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε τον δρόμο, φανταζόταν πως έβλεπε μια γνωστή φιγούρα. Έφτιαχνε δυνατό σκέτο καφέ μέσα στη νύχτα, ενώ ήξερε πως έτσι κι αλλιώς δε θα κοιμόταν. Η δυνατή μυρωδιά του καφέ την παρηγορούσε, τη σκέπαζε σαν κουβέρτα. Έπινε τον καφέ επίτηδες πολύ ζεστό, προσπαθώντας να διαλύσει τον


κόµπο. Μετά από βδομάδες, μήνες, ο κόμπος είχε μικρύνει και η λαχτάρα είχε κάνει ένα βήμα πίσω. Είχε πάψει συνειδητά να ελπίζει. Δεν είχε κανένα όφελος. Έριξε νερό και η σάουνα γέμισε ατμό. Συνέχισε να πετάει νερό όσο οι ζεστές πέτρες αντιδρούσαν. Ο ζεστός ατμός τής χτύπησε οδυνηρά την πλάτη και τον αυχένα. Ίσιωσε το σώμα της κι ένιωσε τον κόμπο στο στομάχι να χαλαρώνει. Τα μάτια της έτσουζαν. Τα σκούπισε με το χέρι της. Ήταν ιδρώτας, μόνο ιδρώτας.

***

Το βράδυ στο δωµάτιό της, µε τα µάτια καρφωµένα στον λευκό τοίχο, σκεφτόταν τον πίνακα που είχε ζωγραφίσει την ώρα των καλλιτεχνικών. Δεν ήταν ιδιαίτερα προικισµένη, µολονότι αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική. Δεν είχε ψευδαισθήσεις· ήξερε πως δε θα γινόταν τίποτα περισσότερο από µια καλή ερασιτέχνης ζωγράφος. Παρακολουθούσε τα µαθήµατα ζωγραφικής για την πλάκα της, επειδή χαιρόταν να παίζει και να χαλαρώνει φτιάχνοντας εικόνες. Αργότερα στη ζωή της δύσκολα θα ερχόταν κάποια στιγµή που θα µπορούσε να χρησιµοποιήσει δωρεάν χρώµατα, υλικά και χώρους όπως αυτά που πρόσφερε το σχολείο. Μαύρο, μαύρο, μαύρο. Η επιφάνεια του καμβά ήταν ήδη επίπεδη, αλλά η Χιονάτη ήθελε να προσθέσει και μαύρο, ώστε ο πίνακας να μην είναι δισδιάστατος. Αφού πρόσθεσε αρκετά στρώματα, τοποθέτησε τον καμβά στο δάπεδο της αίθουσας πάνω σε μια εφημερίδα, ανέβηκε σε μια καρέκλα κι άρχισε να στάζει πάνω του από ψηλά κόκκινη μπογιά. Οι σταγόνες έμοιαζαν πάνω στο μαύρο σαν κόκκινες σταγόνες βροχής, σαν


σταγόνες αίµα. Ο πίνακας ήταν σχεδόν έτοιµος. Η Χιονάτη ήξερε και τον τίτλο που θα του έδινε. κοριτσιών.

Φιλία


15

Άσπρο φουσκωτό αφράτο λεπτό τούλι, φόδρα στο χρώμα της κρέμας. Μακριά κι ακόμα πιο μακριά το ένα προσπερνούσε το άλλο, από πάνω και από κάτω. Αργά και νωθρά κινούνταν τα σύννεφα. Η µέρα ψυχραίνει ως πέφτει το βράδυ…6 Δεν έκανε ακόμη κρύο. Η πιο ζεστή στιγμή της μέρας είχε μόλις περάσει. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Την ένιωθες στα δάχτυλα των ποδιών, στους μηρούς, στα μπράτσα, σαν κάποιος να χάιδευε όλο το σώμα σου μ’ ένα μεγάλο φτερό. Στον μόλο μπορούσε κανείς να ξαπλώσει εντελώς γυμνός και να κοιτάζει τον ουρανό και τα σύννεφα. Να περιμένει. Να νοσταλγεί. Να λαχταράει κάποιον που βρίσκεται μόνο μερικά βήματα μακριά. Να χαµογελάει µόνος νιώθοντας ένα βλέµµα στο δέρµα του. Πιάσε τη λαχτάρα απ’ τους αδύναµους ώµους µου…7 Θέρμη εξωτερική και εσωτερική. Ζεστασιά που εξαφάνιζε τις περιττές σκέψεις. Βιαστική αργοπορία, αργή βιασύνη. Ατέλειωτο, ατέλειωτο το μικρό καλοκαίρι. Τότε που όλα ήταν ακόμη καλά και το να είσαι με κάποιον ήταν καλύτερο από τη μοναξιά. Να σκέφτεσαι πως η αίσθηση θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ, για πάρα πολύ. Εδώ θα μπορούσα να μείνω. Μ’ αυτό τον άνθρωπο θα μπορούσα να είμαι. Αυτό το χέρι θα μπορούσα να το κρατήσω δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες


φορές. Να μη μιλάω. Ν’ ακούω τις αναπνοές ν’ ακολουθούν τον ίδιο αβίαστο ρυθμό, που θα μπορούσε να επιταχυνθεί την επόµενη στιγµή. Όταν πέρασε το καλοκαίρι και ο κρύος βοριάς έριξε τα πρώτα κίτρινα φύλλα των δέντρων, αυτές οι σκέψεις που έκανε στον μόλο τής φαίνονταν σαν όνειρο. Σαν όνειρο που κάποιος άλλος είχε δει. Η Χιονάτη αναστέναξε και τραβώντας το βλέμμα της από τον ουρανό κοίταξε το κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης. Από τα μεγάλα παράθυρα του σταθμού των λεωφορείων είχε κατευθείαν οπτική επαφή. Τρεις ώρες καθόταν εκεί και περίµενε πως κάτι θα συµβεί. Αυτό δεν είχε κανένα νόηµα. Είχε παρακολουθήσει μέσα στο δριμύ ψύχος τον πατέρα της Έλισα από το σπίτι του στο Πίινικι μέχρι γραφείο του. Ο Τέρχο Βάισανεν πήγε στη δουλειά του και η Χιονάτη έμεινε να περιμένει στον σταθμό των λεωφορείων. Δεν έκανε το λάθος να περιμένει μέσα στο κτίριο της αστυνομίας. Μολονότι ήταν γνωστό ότι στην έκδοση διαβατηρίων, για παράδειγμα, οι ουρές ήταν μεγάλες και κυλούσαν αργά, ένα κορίτσι που καθόταν και περίμενε με τις ώρες κάποια στιγμή θα προκαλούσε ερωτηµατικά. Τώρα δεν την κοιτούσε βλοσυρά κανένας. Ήταν αρκετά περιποιημένη, ώστε να μη θεωρηθεί άστεγη, και αρκετά διακριτική, ώστε να µην τη θυµάται κανείς αργότερα. Της φαινόταν όμως παράλογο να περάσει έτσι τη μέρα της. Κατά πάσα πιθανότητα ο πατέρας της Έλισα θα δούλευε ευσυνείδητα μέχρι τις τέσσερις, ίσως και περισσότερο, κι έπειτα θα γύριζε σπίτι με τα πόδια από τον ίδιο δρόμο που είχε έρθει. Επικίνδυνη παρακολούθηση. Η Χιονάτη τελείωσε τον τέταρτο σκέτο καφέ. Κάπως έπρεπε να παραµείνει ξύπνια. Τα λεφτά. Οι επίδοξοι απαγωγείς της Έλισα. Η νεαρή γυναίκα στις φωτογραφίες. Η Πολική Αρκούδα.


Πώς συνδέονταν όλ’ αυτά µεταξύ τους; Το κλειδί ήταν ο Τέρχο Βάισανεν. Γι’ αυτό ήταν πολύ σίγουρη. Σίγουρη ήταν και η Έλισα, αν και δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο πατέρας της ήταν ανακατεμένος σε παλιοδουλειές. Έτσι έπρεπε. Το πρόσωπό της είχε χάσει το χρώμα του μόλις είδε τις φωτογραφίες. Κάτι μέσα της είχε καταρρεύσει. Εκείνη τη στιγμή κάτι από την πίστη του παιδιού προς τον πατέρα χάθηκε και ένα µέρος του εαυτού της ράγισε. Η Χιονάτη το ήξερε αυτό το συναίσθημα. Θυμόταν που εκείνο το φθινόπωρο, όταν ήταν στην πρώτη τάξη, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, είχε κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη και είχε δει ένα μικρό φοβισμένο και ξαφνιασμένο κορίτσι, που δεν πίστευε ποτέ ότι θα του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Εγώ δεν είμαι πια εγώ. Αυτό είχε σκεφτεί. Και ήταν αλήθεια. Ήταν πια ένα άλλο κορίτσι. Ήταν µια φορά ένα κορίτσι που έµαθε να φοβάται. Η Χιονάτη ανοιγόκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της, που είχαν κουραστεί να παρακολουθούν την είσοδο της Αστυνομικής Διεύθυνσης. Το λειτουργικό κτίριο, ανακαινισμένο εδώ και περίπου έναν χρόνο, ήταν όμορφο. Το φως του ήλιου έμπαινε άπλετο από τα μεγάλα παράθυρα. Αν κοίταζες μόνο το φως και όχι την εκτυφλωτική λευκότητα του εξωτερικού χώρου, μπορεί να νόµιζες πως ήταν καλοκαίρι. Ήθελε πολύ ν’ ακουμπήσει πίσω στο κάθισμα της αίθουσας αναμονής του σταθμού και να κλείσει τα μάτια, να ονειρευτεί ακόμα μια φορά τη ζέστη του καλοκαιριού και την τρέλα ολόγυρά της. Ν’ αποδεχτεί την ευτυχία και τη θλίψη που της έφερναν οι αναµνήσεις. Τι στο καλό έκανε εδώ πέρα;

Ο Βίιβο Ταμ συμπλήρωνε το σουντόκου της εφημερίδας και συγχρόνως παρακολουθούσε το κτίριο της αστυνομίας.


Αναρωτιόταν αν ο Μπαρίς Σοκόλοβ ήταν στα καλά του. Δεν του φαινόταν λογικό να παρακολουθεί όλη μέρα έναν αστυνομικό που βρισκόταν στο γραφείο του. Ωστόσο ο Ρώσος πίστευε πως υπήρχε κάτι σκοτεινό. Του έκανε εντύπωση που ο Τέρχο δεν είχε απαντήσει στο μήνυμα της Νατάλια. Η κοπέλα, λέει, του είχε πει γελώντας κάποτε πως ο αστυνομικός τής απαντούσε σχεδόν πριν εκείνη προλάβει να στείλει το µήνυµα. Ο Σοκόλοβ είχε, λέει, την αίσθηση ότι εκείνη τη μέρα ίσως συνέβαινε κάτι. Κι αφού έτσι νόμιζε εκείνος, στους άλλους δεν έπεφτε κανένας λόγος. Ο Βίιβο τον είχε ρωτήσει αν µπορούσε να πάει να κάνει μια κουβεντούλα με τον Βάισανεν. Να τον κάνει να καταλάβει ότι δεν άξιζε τον κόπο ν’ αρχίσει τις κόντρες. Ο Ταμ ήταν καλός στο να κάνει τους ανθρώπους ν’ ακολουθούν τους κανόνες. Και χωρίς πολλά λόγια. Κάποιοι μετά την επίσκεψή του δεν ξαναµιλούσαν. Ποτέ. Ο Ρώσος είπε πως δήθεν δε γινόταν. Δεν έπρεπε να δουν κανέναν τους να μιλάει με αστυνομικό, εάν κι εφόσον η συνεργασία τους συνεχιζόταν. Γι’ αυτό έπρεπε απλά να τον παρακολουθούν. Ο Σοκόλοβ ήταν πεπεισμένος ότι ο Βάισανεν έπαιζε το δικό του παιχνίδι. Ήθελε όµως να ξέρει αν ο τύπος είχε και συµπαίκτες. Εννιά ή εφτά σ’ αυτό το τετράγωνο; Θα προτιμούσε να λύσει ένα σουντόκου τριών αστέρων αντί μια πρόκληση πέντε αστέρων. Keep it simple. Δε σκόπευε να γίνει πρωταθλητής. Ήθελε απλά να σκοτώσει την ώρα του. Δάγκωσε το μολύβι του ρίχνοντας συγχρόνως μια ματιά προς την είσοδο του κτιρίου της αστυνοµίας. Όλη η µέρα θα πήγαινε στράφι.

Η Χιονάτη άρχισε να ψάχνει το κινητό της για να τηλεφωνήσει στην Έλισα, να της πει πως είχε αποφασίσει να µην κρατήσει την υπόσχεσή της. Αρκετές ώρες από τη ζωή της είχε


χαραµίσει σ’ αυτή τη µάταιη παρακολούθηση.

***

Ο Τέρχο Βάισανεν σκεφτόταν το μήνυμα που είχε πάρει αργά το βράδυ. Δεν είχε βέβαια απευθείας επαφή με την Πολική Αρκούδα, αλλά με έναν από τους πολλούς «βοηθούς» της, που επικοινωνούσε φυσικά με κωδικό. Ο βοηθός έγραφε στο μήνυμά του ότι ο Τέρχο έπρεπε να πάει στο συνεδριακό κέντρο, να πάρει ένα κινητό που ήταν κρυμμένο στις αντρικές τουαλέτες, μέσα στο καζανάκι της τρίτης, και να τηλεφωνήσει χρησιμοποιώντας το πλήκτρο 1 για ταχεία κλήση. Μετά θα έπαιρνε περισσότερες πληροφορίες. Το κινητό θα βρισκόταν στην κρυψώνα µόνο εκείνη τη µέρα. Μήπως είχε προσπαθήσει να φάει µεγάλη µπουκιά; Με τον Μπαρίς Σοκόλοβ και τους Εσθονούς θα τα κατάφερνε να συνεχίσει τη συνεργασία. Ήταν απλοί εγκληματίες μεσαίου μεγέθους. Ο Σοκόλοβ λίγο πάνω από τους Εσθονούς, αλλά κι αυτός ένα τσιράκι ήταν. Η Πολική Αρκούδα ήταν άλλη ιστορία. Φήμες μόνο κυκλοφορούσαν γι’ αυτήν, τίποτα συγκεκριμένο. Ο Τέρχο δε γνώριζε κανέναν που να την έχει δει. Αν όμως ήθελε να λεφτά του, κάτι έπρεπε να κάνει. Και πράγματι τα ήθελε. Έπρεπε να τα πάρει. Πόνταρε σ’ αυτά. Σύντομα έληγαν και δύο γραµµάτια από τον τζόγο. Ο Τέρχο χάιδεψε την κοιλιά του που γουργούριζε, φόρεσε το μπουφάν του και αποφάσισε την ώρα που είχε διάλειμμα για φαγητό να κάνει μια βόλτα μέχρι τις τουαλέτες του συνεδριακού κέντρου.

***


Ένας άντρας βγήκε από την πόρτα του κτιρίου της Γενικής Αστυνοµικής Διεύθυνσης. Ο Βίιβο Ταµ τινάχτηκε. Η Χιονάτη τινάχτηκε. Ο Βίιβο ήταν ελάχιστα γρηγορότερος κι αυτό της βγήκε σε καλό. Πρόλαβε να συνειδητοποιήσει ότι ο άντρας που άφησε στη μέση το σουντόκου του της ήταν γνωστός. Καθώς απομακρυνόταν, η Χιονάτη τον αναγνώρισε από τα βήματά του, το ελαφρά καμπουριασμένο σώμα και τις κινήσεις των χεριών του. Ένας από τους διώκτες. Ο άντρας πετάχτηκε έξω γρήγορα. Η Χιονάτη κατάλαβε εν ριπή οφθαλμού ότι οι δυο τους δεν είχαν βρεθεί τυχαία εκεί την ίδια ώρα, ούτε είχαν πεταχτεί τυχαία έξω την ίδια στιγμή. Εκείνη και τον άντρα τούς ένωνε µια υπόθεση. Το ίδιο αντικείµενο παρακολούθησης. Να πάρει, αυτό δυσκόλευε την κατάσταση. Τώρα έπρεπε να κρύβεται από δύο άντρες.


16

Η Χιονάτη κοντοστάθηκε για μια στιγμή αναποφάσιστη στο λόμπι του συνεδριακού κέντρου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα είχαν πάει καλά. Ο πατέρας της Έλισα ήταν τόσο πολύ επικεντρωμένος στην πορεία του και ο διώκτης στην παρακολούθησή του, ώστε κανένας από τους δύο δεν την είχε προσέξει. Εκείνη κρατούσε τη σωστή απόσταση ασφαλείας, έχοντας συνεχώς οπτική επαφή και με τους δύο. Βλέπε αλλά μη φαίνεσαι. Αυτό ήξερε να το κάνει. Είχαν διασχίσει τη γέφυρα, είχαν περάσει το πανεπιστήμιο, είχαν στρίψει στην οδό Πανεπιστημίου και είχαν φτάσει στο συνεδριακό κέντρο. Όταν μπήκαν μέσα όμως, η Χιονάτη αντιμετώπισε ένα πρόβληµα. Ο Τέρχο Βάισανεν περπάτησε αποφασιστικά κατά μήκος της 8 και στρίβοντας μπήκε «Γαλάζιας Ευθείας» του Κίμο Κάιβαντο στις αντρικές τουαλέτες. Ο διώκτης σταμάτησε για λίγο έξω από τις τουαλέτες, έριξε μια ματιά ολόγυρά του κι ύστερα μπήκε κι αυτός. Η Χιονάτη αναρωτήθηκε τι να κάνει. Μία επιλογή ήταν να περιμένει κρυμμένη στο λόμπι. Στις τουαλέτες όμως μπορούσε να συμβεί κάτι αποφασιστικό. Και μάλλον θα συνέβαινε. Ο πατέρας της Έλισα δεν είχε έρθει ως εδώ μόνο και μόνο για ν’


αλλάξει παραστάσεις, να πάει σε μια τουαλέτα με φόντο διαφορετικά πλακάκια από αυτά της τουαλέτας της δουλειάς του. Κάποιο άλλο λόγο είχε, κι εκείνη έπρεπε να τον μάθει. Και αφού σαν κορίτσι δεν μπορούσε να μπει μέσα, γιατί θα προκαλούσε την προσοχή, έπρεπε να µπει σαν αγόρι. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της γκαρνταρόμπας. Φορούσε σκούρα ρούχα και γκρίζο σκούφο. Όλα ουδέτερα. Το χοντρό παλτό έκρυβε τη γυναικεία σιλουέτα της. Μάζεψε γρήγορα τα μαλλιά της κάτω από τον σκούφο κι άλλαξε τη στάση της. Άλλαξε λίγο και το κέντρο βάρους του σώματός της. Άλλαξε και την έκφρασή της. Η αλλαγή ήταν τεράστια. Από τον καθρέφτη την κοίταζε πια ένας έφηβος µε τον σκούφο βαθιά χωµένο στο κεφάλι του. Πιο σημαντικό ήταν το περπάτημα. Η Χιονάτη έκανε τα βήματά της πιο χαλαρά, πιο τεμπέλικα. Συνέχισε λοιπόν να περπατάει σαν βαριεστημένος έφηβος μέχρι τις αντρικές τουαλέτες, έπιασε το χερούλι της πόρτας και την άνοιξε με σιγουριά.

***

Τα δάχτυλα του Τέρχο Βάισανεν γλίστρησαν όταν προσπάθησε ν’ ανοίξει το καπάκι από το καζανάκι. Ήταν πολύ βαρύ και σφιγμένο. Προσπάθησε να το ανασηκώσει με τα νύχια, αλλά δεν τα κατάφερε. Χρειαζόταν κάτι μακρύτερο. Έψαξε στις τσέπες του. Ο ανακλαστήρας δε βοηθούσε, ούτε το δίπλωμα οδήγησης. Ευτυχώς βρήκε ένα ξεχασμένο κλειδί ποδηλάτου, που κατάφερε να το χώσει κάτω από το καπάκι. Έπειτα άρχισε να το σηκώνει όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Την ίδια ώρα άκουσε κάποιον να µπαίνει στη διπλανή τουαλέτα. Ήταν άτυχος. Τίποτα δεν μπορούσε να κάνει με την ησυχία


του. Το κλειδί άρχισε να στριφογυρίζει απειλητικά. Ευτυχώς μετακινήθηκε και το καπάκι, αλλά χτύπησε με δύναμη στο πλάι. Ο γδούπος ακούστηκε σαν έκρηξη μέσα στην άκρα ησυχία. Η πόρτα άνοιξε πάλι. Περίφημα, κι άλλα αυτιά! Ο νέος επισκέπτης επέλεξε την τουαλέτα από την άλλη μεριά του Τέρχο, που ένιωσε περικυκλωμένος. Έπρεπε να ηρεμήσει, να πάρει μια βαθιά αναπνοή και να διώξει τις κακές σκέψεις. Βρισκόταν σ’ έναν δημόσιο χώρο με δωρεάν τουαλέτες. Φυσικά και ο κόσμος τις χρησιμοποιούσε. Ήταν απλά μια δυσάρεστη σύμπτωση που τρεις άντρες ήθελαν να αδειάσουν την κύστη τους την ίδια στιγμή. Ή μάλλον δύο. Ο ίδιος ήθελε να κρατήσει στο χέρι του κάτι άλλο. Έβγαλε το μπουφάν του και σήκωσε το δεξί του μανίκι. Ύστερα έχωσε το χέρι του μέσα στο καζανάκι κι άρχισε να ψάχνει. Στην αρχή τα δάχτυλά του συναντούσαν μόνο νερό και αηδίασε, παρότι ήξερε πως το νερό ήταν απολύτως καθαρό. Ήταν σίγουρα στη σωστή τουαλέτα; Κι αν το κινητό το είχαν πάρει ήδη; Αν τον είχαν εξαπατήσει; Ξαφνικά κάτι έπιασε. Μπίνγκο! Ο Τέρχο έβγαλε μια μαύρη θήκη, προφανώς αδιάβροχη. Την άνοιξε προσεκτικά και βρήκε μέσα ένα κινητό τυλιγμένο σε πλαστικό. Το έχωσε στην τσέπη του μπουφάν του, τη θήκη στην άλλη τσέπη, και τοποθέτησε το καπάκι στη θέση του. Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει σαν να ήταν το τύμπανο ενός τρελού ντράμερ. Ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν. Τα πόδια του ήταν κομμένα από τον φόβο, μολονότι δεν έπρεπε να φοβάται τίποτα. Φόρεσε το μπουφάν του, άνοιξε την πόρτα κι έτρεξε στον νιπτήρα. Έβαλε σαπούνι στα χέρια του και τα ’πλυνε μία και δύο φορές. Συγκρατήθηκε και δεν πήγε πίσω να καθαρίσει τα δαχτυλικά του αποτυπώµατα από το καζανάκι. Ήταν υπερβολή. Από τις άλλες τουαλέτες δεν ακουγόταν τίποτα. Μάλλον


επιδημία δυσκοιλιότητας, σκέφτηκε ο Τέρχο, κι αφού σκούπισε προσεκτικά τα χέρια του, βιάστηκε να φύγει.

Η Χιονάτη μετρούσε δευτερόλεπτα. Είχε τσεκάρει με μια γρήγορη ματιά κάτω από την πόρτα ότι βρισκόταν στην τουαλέτα δίπλα στον πατέρα της Έλισα. Από τον θόρυβο κατάλαβε ότι κάτι έκανε με το καζανάκι. Αφού τελείωσε τη δουλειά του, έπλυνε τα χέρια του κι έφυγε. Άκουσε τον διώκτη να τραβάει το καζανάκι. Μάλλον για ξεκάρφωμα. Έπειτα έφυγε κι αυτός χωρίς να πλύνει τα χέρια του. Η Χιονάτη απεχθανόταν όσους δεν έπλεναν τα χέρια τους μετά την τουαλέτα. Δεν ήταν καμιά μανιακή της υγιεινής, αυτός όµως ήταν ένας βασικός κανόνας. Πέντε, έξι, εφτά, οχτώ… Ύστερα από δέκα δευτερόλεπτα, άνοιξε την πόρτα, έπλυ τα χέρια της και βγήκε από τις τουαλέτες. Μόλις που πρόλαβε να δει τον Τέρχο Βάισανεν και τον διώκτη που τον παρακολουθούσε να βγαίνουν από το συνεδριακό κέντρο. Βιάστηκε για να µην τους χάσει.

Το Σορσαπούιστο ήταν σαν μαγεμένο. Τα κλαδιά των δέντρων ήταν εντελώς καλυμμένα από πάγο ή παγωμένο χιόνι σε περίτεχνα σχήματα. Ο ήλιος αντανακλούσε σε κάθε κρύσταλλο. Άστραφτε, έλαμπε, φεγγοβολούσε, σπινθηροβολούσε, ακτινοβολούσε. Η Βασίλισσα του Χιονιού είχε περάσει από το πάρκο με το έλκηθρό της. Τα μαλλιά και ο μανδύας της πετούσαν στον αέρα αφήνοντας πίσω μικροσκοπικά σωματίδια πάγου που αιωρούνταν ανάλαφρα. Μ’ ένα της φύσηµα όλα είχαν γίνει λευκά και µαγικά. Η ανάσα της Βασίλισσας του Χιονιού. Πάγος και κρύος αέρας. Η ανάσα της Χιονάτης. Πάγος πάνω στο κασκόλ και στις

νε


λεπτές, σχεδόν διάφανες τριχούλες στα µάγουλά της. Η Χιονάτη έκανε μονόζυγο στα όργανα που υπήρχαν στο πάρκο και συγχρόνως προσπαθούσε ν’ ακούσει με προσοχή. Ο Τέρχο Βάισανεν μόλις είχε βγάλει από την τσέπη το κινητό του, έκανε µία ταχεία κλήση και πλησίασε προς τη λίµνη βάζοντάς το στο αυτί. Ο διώκτης στεκόταν πίσω από ένα δέντρο εκεί κοντά κι έκανε πως ανάβει τσιγάρο. Ο αστυνομικός μάλλον δεν τον είχε προσέξει. Τη Χιονάτη, που έκανε μονόζυγο, κατά πάσα πιθανότητα την είχε δει, αλλά δε σκέφτηκε πως κάποιο αγόρι που γυμναζόταν θα έδειχνε ενδιαφέρον για το τηλεφώνημά του. Ήταν επίσης σίγουρος πως το αγόρι βρισκόταν αρκετά μακριά. Όμως μέσα στην ήρεμη παγωνιά τα ηχητικά κύματα µεταφέρονταν πολύ καλά. Τρία, τέσσερα, πέντε… Η Χιονάτη μετρούσε τις έλξεις περιμένοντας τον πατέρα της Έλισα ν’ αρχίσει να µιλάει. «Hello? This is… okay, you know who this is». Τα αγγλικά τη δυσκόλευαν να καταλάβει. Ο Τέρχο μιλούσε χαμηλόφωνα στραμμένος προς τη λίμνη και μερικά από τα λόγια του χάνονταν. Τις φινλανδικές λέξεις θα μπορούσε πιο εύκολα να τις συμπληρώσει στο μυαλό της, να τις ερμηνεύσει σωστά. Τα χέρια της άρχισαν να κουράζονται. Τελευταία δεν έκανε συχνά μονόζυγο. Ωστόσο δεν το ’βαλε κάτω. Ο διώκτης άκουγε σίγουρα µε το αυτί τεντωµένο. Δώδεκα, δεκατρία… «Polar Bear… Already an invitation… 8 pm tomorrow, right. Black tie. If you could just…» Η τελευταία φράση έμεινε στη μέση. Κατά πάσα πιθανότητα κάποιος του είχε κλείσει το τηλέφωνο στη μούρη. Η Χιονάτη όμως είχε ακούσει αρκετά. Ο πατέρας της Έλισα θα πήγαινε τελικά στο πάρτι της Πολικής Αρκούδας. Τα χέρια της δεν άντεξαν. Έπεσε κάτω με τους μυς της να


τρέµουν, πονεµένοι από την προσπάθεια. Γαµώτο! Πάει το καµουφλάζ! Ο Τέρχο και ο διώκτης κοίταξαν προς το μέρος της. Δεν άξιζε τον κόπο να συνεχίσει να κρύβεται. Το πιο σημαντικό εκείνη τη στιγμή ήταν να παίξει ως το τέλος τον ρόλο του νεαρού αθλητή. Άρχισε να τρέχει γύρω από τη λίμνη. Οι αρβύλες της γλίστρησαν πάνω στο παγωμένο μονοπάτι και μάλλον της το χάλασαν. Ωστόσο δε θα μετατρέπονταν σε χειμερινά αθλητικά παπούτσια με καρφιά απλά και μόνο με τη σκέψη. Έπρεπε να συγκρατηθεί για να µη γελάσει. Ένας νεαρός αθλητής τρέχει. Τίποτα παράξενο. Αν κατόρθωνε να κάνει τον γύρο της λίμνης και ύστερα να συνεχίσει κατευθείαν για το σπίτι, να πιει κάτι ζεστό και να δώσει αναφορά στην Έλισα… Όταν άκουσε πίσω της να πλησιάζουν βαριά βήματα, συνειδητοποίησε πως η ελπίδα της ήταν µάταιη.


17

Ο Μπαρίς Σοκόλοβ προσπάθησε να τηλεφωνήσει στον Εσθονό, εκείνος όμως δεν απαντούσε. Μάλλον είχε το κινητό του στο αθόρυβο, ώστε να συγκεντρωθεί στην παρακολούθηση. Αυτό ήταν καλό, αλλά εντελώς άχρηστο πια. Ο Μπαρίς είχε μόλις πάρει μήνυμα από την Πολική Αρκούδα πως ο αστυνομικός είχε επικοινωνήσει και πως οι δικοί της είχαν κανονίσει την πρόσκληση για το πάρτι με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Ο ίδιος δεν καταλάβαινε πάντα τον τρόπο που ενεργούσε η Πολική Αρκούδα. Καμιά φορά αναρωτιόταν αν όντως πρόσεχε πολύ ή έκανε τους ανθρώπους να τρέχουν μόνο για την πλάκα της. Η τελευταία εκδοχή ήταν το ίδιο πιθανή με την πρώτη. Κάποιες στιγμές ένιωθε κουρασμένος από τις προσταγές και τις ιδιοτροπίες της. Ήξερε πως εκείνος βρισκόταν σε προνομιακή θέση, πως ήταν μάλιστα και ευνοούμενος · αυτή τη θέση όμως μπορούσαν να του τη στερήσουν οποιαδήποτε στιγμή. Ζούσε μ’ έναν διαρκή φόβο, κυκλοφορούσε με μια αόρατη θηλιά στον λαιμό. Δεν είχε το περιθώριο για το παραµικρό λάθος. Θα ήταν λοιπόν καλύτερα να διακόψει την παρακολούθηση. Δεν υπήρχε λόγος να ρισκάρει κάποιος να συνδέσει τον Εσθονό με τον μπάτσο. Ή να κάνει ο Ταμ καμιά απερισκεψία. Ο Βίιβο ήταν καλός, επαγγελματίας, καμιά φορά όμως τα ’παιρνε. Και


τότε γινόταν απρόβλεπτος κι έβγαινε εκτός ελέγχου. Ο Μπαρίς τού ’στειλε ένα μήνυμα που έλεγε: «Στοπ. Σταµάτα τη δουλειά».

Ο Βίιβο Ταμ επιτάχυνε. Αυτή τη φορά η σκύλα δε θα του ξέφευγε. Αυτή τη φορά θα της έδειχνε τι εστί βερίκοκο. Την πρώτη φορά την είχε γλιτώσει τυχαία. Το θέμα ήταν πια προσωπικό. Το τηλέφωνο στην τσέπη του χτυπούσε. Κάποιος προσπαθούσε να τον βρει, εκείνος όμως δεν είχε καιρό ν’ απαντήσει. Είχε να τελειώσει µια δουλειά. Στην αρχή δεν είχε συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό που του φαινόταν τόσο οικείο στο αγόρι που έκανε μονόζυγο. Έπειτα κοίταξε πιο προσεκτικά. Το παλτό. Κάπου το είχε ξαναδεί. Όταν το αγόρι άρχισε να τρέχει, θυμήθηκε. Δεν ήταν αγόρι αλλά κορίτσι. Έτρεχε βέβαια κάπως διαφορετικά, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να µην την αναγνωρίσει. Πώς όμως δεν την είχε αναγνωρίσει ο Τέρχο Βάισανεν; Την ίδια του την κόρη; Ο Βίιβο σκέφτηκε για λίγο και ξαφνικά του ’ρθε φλασιά. Δεν ήταν η κόρη του μπάτσου. Ήταν κάποια άλλη, που για κάποιο λόγο είχε µπλεχτεί στην υπόθεση. Κι αυτός θα µάθαινε πώς. Όταν το κορίτσι άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα, έγινε έξαλλος. Καμιά παλιοσκυλίτσα δε θα του ’κανε την έξυπνη. Για χάρη της είχαν παγώσει τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών του, είχε ξοδέψει τον πολύτιμο χρόνο του μέσα στους θάμνους του Πίινικι ή λύνοντας σουντόκου στον σταθμό των λεωφορείων. Το κορίτσι µε τον κόκκινο σκούφο τον κορόιδευε. Θα την έπιανε και θα την ανάγκαζε να του πει πώς είχε µπλεχτεί στην υπόθεση. Θα τη µάθαινε να µην παίζει παιχνίδια για ενηλίκους που δεν τα ξέρει.


Στο μονοπάτι πίσω από το συνεδριακό κέντρο, ανηφόρα προς την Καλεβαντίε, να διασχίσει τον δρόμο. Πάγος, ολισθηρό έδαφος, παπούτσια εντελώς ακατάλληλα για τρέξιμο. Ψύχος που έσκιζε τα πνευμόνια και παλτό που εμπόδιζε την κίνηση. Ο αγώνας δρόμου κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν ήταν το άθλημά της. Η Χιονάτη έριξε µια µατιά πίσω. Ο άντρας την έφτανε. Προσπάθησε ν’ αναπνεύσει μέσα από τα δόντια της. Η ανάσα της σφύριζε. Ο παγετός ήταν ανελέητος. Απέναντι στην Καλεβαντίε. Κρύο, κρύο, κρύο, κρύο. Κάνει ψόφο. Κάνει ψόφο. Η επίπονη φράση χτυπούσε στο μυαλό της τη στιγμή που έπρεπε να πάρει σηµαντικές αποφάσεις. Να συνεχίσει στην Καλεβαντίε; Πλεονεκτήματα: κόσμος, αυτοκίνητα. Μειονεκτήματα: πάγος ολισθηρός σαν καθρέφτης σε πολλά σημεία του πεζοδρομίου και ίσως κάπου εκεί τριγύρω να βρίσκονταν με το βαν οι σύντροφοι του διώκτη και την κατάλληλη στιγμή να την άρπαζαν. Θα τολµούσαν; Μέρα µεσηµέρι; Η Χιονάτη πήρε την απόφασή της φτάνοντας στη Χαουταουσμαανκάτου. Σ’ εκείνο το σημείο το μονοπάτι είχε λιγότερο πάγο. Έστριψε κι άρχισε να τρέχει προς το νεκροταφείο. Ο άντρας την ακολούθησε. Ευτυχώς φαινόταν πως είχε κι αυτός δυσκολίες µε τον πάγο. Κάνει ψόφο. Κάνει ψόφο… Κόψ’ το. Η Χιονάτη προσπάθησε να βάλει κάτι άλλο στο µυαλό της. Run baby run baby run baby run… Η Σέριλ Κρόου την έσωσε. Οι αρβύλες την πρόδιδαν ξανά και ξανά. Βλαστήμησε. Αποδώ και στο εξής έπρεπε μάλλον να φοράει ειδικά παπούτσια για τρέξιμο στον πάγο. Μήπως και τύχαινε να την κυνηγήσουν. Πράγμα που έπειτα από τα γεγονότα των τελευταίων ηµερών φαινόταν πολύ πιθανό.


Έστριψε προς το νεκροταφείο. Δεξιά ήταν ο τάφος του Βάινο Λίνα,9 αριστερά του Γιούισε. 10 Υπέροχοι και οι δύο. 11 Όλα είναι 12 Πιο μάταιος θα ήταν τώρα ο μάταια εκτός από τη ζωή. θάνατος. Μέσα στους τάφους. Τι ειρωνεία! Τα βήματα του άντρα ακούγονταν όλο και πιο κοντά. Η Χιονάτη ήξερε πως δεν άξιζε τον κόπο να κοιτάξει πίσω. Αν το έκανε θα ’χανε πολύτιμα δευτερόλεπτα. Μπορούσε να τρέξει μέχρι το παρεκκλήσι; Ή μέχρι την πόρτα όπου παραδίδεται η τέφρα των νεκρών; Να ήταν κάποιος εκεί; Θα µπορούσε να µπει µέσα; Στο νεκροταφείο δεν επιτρέπεται να τρέχεις. Η φωνή της μάνας της. Οι διδαχές της μάνας της. Σόρι, μάνα. Ούτε εσύ τα ξέρεις όλα, ούτε τα ορίζεις. Καμιά φορά πρέπει να τρέξεις. Τους νεκρούς δεν τους νοιάζει. Οι νεκροί είναι νεκροί. Δεν τους νοιάζει αν πάνω στους τάφους τους πηδάει ένα κορίτσι που δε θέλει να πεθάνει. Γι’ αυτό ήταν αναγκασμένη να τρέξει, παρότι τα πόδια της κινούνταν εκτός ελέγχου σε κάθε βήμα, μολονότι ο παγετός τής τρυπούσε τα πνευμόνια κι ο ιδρώτας έτρεχε κάτω από το βαρύ παλτό και το µάλλινο πουλόβερ. Τα ψηλά δέντρα του νεκροταφείου ήταν λευκά. Τα κλαδιά τους λύγιζαν από το βάρος του χιονιού, ακουμπούσαν σχεδόν στους τάφους, στους επισκέπτες του νεκροταφείου. Πεθαµένοι και ζωντανοί. Ζωντανοί και πεθαµένοι. Κρίνε ζώντας και νεκρούς. Η Χιονάτη άκουγε την ανάσα του. Σε λίγο θα την έπιανε από τον γιακά. Έπειτα κάτι έγινε. Άκουσε έναν γδούπο και μια σειρά βλαστήμιες στα εσθονικά. Δεν τις καταλάβαινε, κατάλαβε όμως τον λόγο. Δε στράφηκε, αλλά τα πόδια της πήραν δύναμη από την ελπίδα.

Ο Βίιβο Ταμ γλίστρησε, έπεσε, χτύπησε το αριστερό του


γόνατο στον πάγο και αμέσως κατάλαβε ότι η παρτίδα είχε χαθεί. Μακάρι να µπορούσε να συρθεί µέχρι το σπίτι του. Σαν δαρµένο σκυλί. Σαν ταπεινωµένο βροµόσκυλο. Έγινε πάλι έξαλλος. Τώρα ακόμα πιο πολύ, με περισσότερη μανία, θόλωσε το μυαλό του. Τράβηξε το όπλο του έτσι όπως ήταν γονατισµένος. Δε σκέφτηκε. Ένιωθε απλά σε κάθε του κύτταρο πως έπρεπε να τη σταματήσει. Με κάθε τίμημα. Σήκωσε το όπλο και σηµάδεψε.

Η Χιονάτη άκουσε έναν απαλό κρότο. Έπειτα κάτι πέρασε σφυρίζοντας ξυστά από τον μηρό της και χτύπησε μια ταφόπλακα σπάζοντας µια άκρη της. Σφαίρα. Ο άντρας την είχε πυροβολήσει. Η καρδιά της χτύπησε πιο γρήγορα. Άνοιξε το βήμα της, πέταξε. Δεν έδινε πια σημασία στον πάγο και στο κρύο, ούτε στον ιδρώτα που έτρεχε ποτάµι στην πλάτη της. Τόλμησε να κοιτάξει πίσω έπειτα από πολύ δρόμο. Στον κεντρικό διάδρομο του νεκροταφείου φαινόταν η μορφή του άντρα, μικροσκοπική, να κρατάει το γόνατό του. Κάποια φιλική γιαγιά είχε τρέξει να τον βοηθήσει. Όπλο δε φαινόταν. Καινούριες σφαίρες δε σφύριζαν. Η Χιονάτη συνέχισε να τρέχει και ξαφνικά ένιωσε ανάλαφρη. Ήξερε πως θα ξέφευγε. Αυτή τη φορά.

Στην μπογιά του ταβανιού υπήρχαν ρωγμές. παράξενα μονοπάτια που δεν έβγαζαν πουθενά. ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, κοιτούσε τις διασταυρώνονταν κι άφηνε το μίσος μέσα της

Σχημάτιζαν Η Χιονάτη ρωγμές που να θεριεύει.


Έσφιξε σφιχτά πάνω στην κοιλιά της έναν γαλάζιο παλιό λούτρινο λαγό που του έλειπε το ένα αυτί. Είχε επιστρέψει στο σπίτι, είχε πετάξει τις αρβύλες από τα πόδια της, είχε ρίξει το παλτό της στην πλάτη της καρέκλας, είχε βγάλει το ιδρωμένο πουλόβερ και το ακόμα πιο ιδρωμένο λεπτό µακρυµάνικο µπλουζάκι που φορούσε από κάτω. Είχε μείνει μισή ώρα κάτω από το ντους, αφήνοντας το νερό να πέφτει πάνω της σαν δυνατή βροχή. Είχε λουστεί μ’ ένα άοσμο σαμπουάν και είχε πλυθεί μ’ ένα άοσμο σαπούνι. Πάντα άοσμα προϊόντα χρησιμοποιούσε. Όχι γιατί ήταν αλλεργική στα αρώµατα, αλλά επειδή δεν ήθελε να µυρίζει τίποτα ιδιαίτερο. Είναι πολύ εύκολο ν’ αναγνωρίσεις έναν άνθρωπο από το σαμπουάν, το σαπούνι, την κρέμα σώματος, το άρωμα ή τη λοσιόν για μετά το ξύρισμα που χρησιμοποιεί συνήθως. Ακόμα κι ένα απλό σαπούνι με άρωμα φρούτων αρκεί για ν’ αποδείξει και στην πιο ανεπιτήδευτη μύτη ότι κάποιο συγκεκριμένο άτομο βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τη χαρακτηριστική μυρωδιά άλλων ανθρώπων σε δημόσιους χώρους, απαιτείται πιο εκλεπτυσμένη όσφρηση όμως τις πολύ γλυκές και έντονες μυρωδιές των αρωμάτων τις αναγνωρίζουν όλοι όσοι δεν είναι κρυωµένοι. Οι μυρωδιές ενεργοποιούν επίσης άλλες μνήμες. Η μυρωδιά ενός σαμπουάν με πίσσα ανέσυρε στη μνήμη μια καλοκαιρινή βραδιά με τις λιβελούλες να πετούν πάνω στην επιφάνεια του νερού. Ένα τζελ για το ντους που μύριζε μόσχο έφερνε στον νου μυώδη μπράτσα και μια πλάτη που πάνω της ξεχώριζαν όμορφα τα οστά της ωμοπλάτης. Της θύμιζε τις στιγμές που ήταν ξαπλωμένοι αγκαλιά και γελούσαν για κάτι ασήμαντο που κανένας άλλος δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο αστείο. Την έκανε να σκέφτεται το διερευνητικό βλέμμα δυο γαλανών ματιών, που μπροστά τους ένιωθε πάντα αμήχανα και κοκκίνιζε. Η καρδιά της έχανε πάντα έναν χτύπο και τα πόδια της έτρεμαν κάθε φορά που περνούσε από κοντά της κάποιος

·


που μύριζε το ίδιο τζελ. Μολονότι έβλεπε και ήξερε ήδη πριν δει ότι µέσα σ’ αυτή τη µυρωδιά δεν ήταν αυτός που ποθούσε. Τόσο δυνατά επηρέαζαν τη µνήµη της τα αρώµατα. Ίσως κάποιος να μη θυμάται εύκολα την εξωτερική εμφάνιση ενός αγνώστου · αν όμως μυρίσει τυχαία κάπου αλλού τη λοσιόν ξυρίσματος που χρησιμοποιεί, επανέρχεται στη μνήμη του ένα άτομο με φαρδιούς ώμους, κοντά μαλλιά, τζιν και καρό πουκάμισο. Για παράδειγμα. Θα μπορούσε να θυμηθεί πώς περπατούσε αυτός ο άνθρωπος και πού. Πήγαινε κάπου συγκεκριµένα; Η Χιονάτη δεν το ήθελε αυτό. Δεν ήθελε να τη θυμούνται οι άγνωστοι. Ούτε και όλοι οι γνωστοί. Ήθελε να μπορεί να κυκλοφορεί αόρατη και όσο το δυνατόν πιο άοσµη. Είχε ξεπλύνει από πάνω της τον φόβο και τον πανικό. Είχε φροντίσει τις πληγές που είχαν γίνει στα πόδια της από το τρέξιµο. Είχε απαντήσει και στο τηλεφώνηµα της µάνας της. «Μια χαρά. Δεν είναι πολύ δύσκολο το σχολείο. Έχω ακόμη λεφτά». Ψέµατα. Καλοπροαίρετα ψέµατα. Πότε είχε σταματήσει να λέει τα πάντα στη μάνα της; Όταν πήγε σχολείο; Σίγουρα τότε. Ή ίσως νωρίτερα, γιατί στην οικογένειά της δε μιλούσαν. Η Χιονάτη δεν είχε καταλάβει ποτέ για ποια πράγματα ακριβώς δε μιλούσαν, αλλά η σιωπή αιωρούνταν στο δωμάτιο τόσο πυκνή, ώστε έπεφτε κανείς πάνω της όπως σ’ έναν ιστό αράχνης. Ο καθένας ασχολούνταν με τα δικά του. Τα πράγματα στα οποία δεν αναφέρονταν μπορεί να ήταν εντελώς παράξενα, ολότελα περίεργα για κάποιον ξένο. Όπως, για παράδειγμα, το λούτρινο λαγουδάκι. Της το είχε φέρει η μάνα της την τελευταία φορά που πήγε να τη δει στο Τάμπερε και της είχε πει πως αυτό ήταν το αγαπημένο της παιχνίδι όταν ήταν μικρή. Η Χιονάτη είχε κοιτάξει τα κατάμαυρα μάτια του και είχε θυμηθεί ξαφνικά πως αυτό ήταν το αγαπημένο παιχνίδι κάποιου άλλου. Όχι εκείνης, παρότι το


είχε παίξει κι αυτή. Είχε εκφράσει τη σκέψη της φωναχτά. «Όχι, δε θυμάσαι καλά» είχε ισχυριστεί η μάνα της. «Ήταν το αγαπηµένο σου παιχνίδι και το έλεγαν Όσκαρι». Η Χιονάτη είχε κουνήσει το κεφάλι της. «Στην αρχή το λέγανε Πέλε. Όσκαρι το ’λεγα μετά. Μήπως µου το ’δωσε κάποιο από τα ξαδέλφια;» Η μάνα της δεν είχε απαντήσει και η Χιονάτη είχε καταλάβει πως αυτό ήταν ένα από εκείνα τα πολλά θέματα για τα οποία απλά δε µιλούσαν. Οι ρωγμές στην μπογιά του ταβανιού έμοιαζαν με τον χάρτη ενός άγνωστου ουρανού. Ρωγμές. Τις αγαπούσε. Είχαν ενδιαφέρον. Εκείνη τη στιγμή όμως η Χιονάτη είχε επικεντρωθεί στο μίσος κι αυτό της έδινε δύναμη. Δεν την είχαν απλά καταδιώξει για δεύτερη φορά – την είχαν πυροβολήσει. Η λογική έλεγε πως θα ’θελε να απεμπλακεί από αυτή την υπόθεση περισσότερο από ποτέ. Τώρα όμως ήθελε να μάθει, ήθελε να ξεκαθαρίσει, ήθελε να βάλει τελεία και οι εγκληματίες να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους. Δεν ήθελε να φοβάται πια. Θα σταματούσε να φοβάται μόνο όταν θα είχαν ανοίξει όλα τα χαρτιά. Γι’ αυτό και ήξερε τι θα έκανε την επόμενη μέρα. Πέταξε με μια μικρή κίνηση το λαγουδάκι στην άκρη, έβγαλε το κινητό της και πήρε την Έλισα.

***

Ο Βίιβο Ταμ πήγε κουτσαίνοντας με την πατερίτσα ως την πόρτα του σπιτιού του και ξεκλείδωσε με δυσκολία. Δυσκολευόταν να κρατάει την πατερίτσα και το κλειδί και συγχρόνως να μη ρίχνει βάρος στο αριστερό του πόδι. Τρέκλισε λίγο κι έκανε έναν µορφασµό. Η υπερβολικά εξυπηρετική γιαγιά είχε τηλεφωνήσει με το


ζόρι στο ασθενοφόρο και θα τον συνόδευε σίγουρα για να διασφαλίσει πως όλα θα πήγαιναν καλά, αν δεν τη διαβεβαίωναν οι νοσοκόμοι ότι ο Βίιβο ήταν στα καλύτερα χέρια. Η ακτινογραφία που του έβγαλαν στα επείγοντα είχε δείξει ένα μικρό κάταγμα. Του έβαλαν γύψο και του έδωσαν πατερίτσα και ισχυρά παυσίπονα. Έπειτα γύρισε επιτέλους σπίτι του. Μια μικρή, σκοτεινή και μελαγχολική γκαρσονιέρα που ποτέ άλλοτε δεν του είχε φανεί τόσο ελκυστική. Παγωμένη μπίρα, δύο παυσίπονα, ίσως κι άλλα. Το καλύτερο κοκτέιλ. Έπειτα θα τηλεφωνούσε στον Σοκόλοβ, που του είχε αφήσει τόσο πολλά οργισμένα μηνύματα στον τηλεφωνητή. Θεόμουρλος Ρώσος. Πολύ θα ’θελε να μην τον πάρει, αλλά τότε εκείνος θα του χτυπούσε σίγουρα την πόρτα. Στο χολ τον καλωσόρισε μια μυρωδιά μούχλας. Κάποια στιγμή έπρεπε να καθαρίσει εκείνο το βουνό στον νεροχύτη. Μύρισε όμως και μια ιδέα μέντα. Λες και κάποιος είχε μόλις µασήσει εκεί µέσα παστίλιες για τον λαιµό. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και πήγε κουτσαίνοντας προς το δωμάτιο, καθιστικό, κρεβατοκάμαρα και γραφείο μαζί. Δεν πρόλαβε ν’ ανάψει το φως, το ’κανε κάποιος άλλος για λογαριασµό του. Ο Βίιβο πρόλαβε να συνειδητοποιήσει τι σήμαινε αυτή η µυρωδιά. Οι άντρες της Πολικής Αρκούδας. Μόνο ένας σιγανός κρότος ακούστηκε. Έπειτα ο Βίιβο έπεσε ανάσκελα και από το στόμα του πετάχτηκε αίμα σαν κόκκινη µπογιά.


18

Δέρµα άσπρο σαν το χιόνι. Ένα τεράστιο πινέλο με πούδρα χάιδευε το πρόσωπο της Χιονάτης. Ήταν κατάχλωμη. Δεν έγινε καμιά προσπάθεια να καλυφθεί, αντίθετα. Το μέικ απ ήταν μια απόχρωση πιο ανοιχτό από το δικό της, που ήταν στο φυσικό της χρώμα. Το ίδιο και η πούδρα. Τα όρια έσβησαν με προσοχή κάτω από το πιγούνι. Το μέικ απ έκανε ομοιόμορφο το χρώμα της επιδερμίδας και κάλυψε τις μικρές ατέλειες. Το δέρμα της ήταν πια αφύσικα λείο. Έµοιαζε µε πορσελάνινη κούκλα. Χείλη κόκκινα σαν το αίµα. Η Έλισα σχεδίασε με ακρίβεια τα χείλη της Χιονάτης. Άρχισε από τη μέση του πάνω χείλους, πρώτα αριστερά και μετά δεξιά. Έπειτα το κάτω χείλος μια κι έξω, με χέρι σίγουρο και σταθερό, και σβήσιµο της γραµµής προς το κέντρο για να δώσει βάθος. Μία στρώση κραγιόν. Το επιπλέον αφαιρέθηκε με χαρτί κουζίνας. Έπειτα δεύτερη στρώση. Από πάνω μία στρώση λιπ γκλος στο κέντρο, για να δώσει την εντύπωση φουσκωτών χειλιών. Μαλλιά µαύρα σαν τον έβενο. Η Έλισα χτένισε τις αφέλειες στο μέτωπο της Χιονάτης και τις ψέκασε με λακ. Φούσκωσε τα υπόλοιπα μαλλιά της και τα ψέκασε κι αυτά µε λακ για να κρατηθούν.


Η βαφή είχε πιάσει καλά. Όταν η Χιονάτη ξέπλυνε τα μαλλιά της και είδε τα λευκά πλακάκια γεμάτα μαυρομπλέ χρώμα, αναρωτήθηκε πόσο παράξενη έδειχνε. Η βαφή είχε σχηματίσει ονειρικά σχέδια στο δάπεδο του μπάνιου, μέχρι που τα κατάπιε όλα η αποχέτευση. Ξεπλύθηκε μέχρι που το νερό βγήκε εντελώς καθαρό. Ακόμα πιο παράξενη έδειχνε όταν η Έλισα την κάθισε σε μια καρέκλα, έβαλε ένα παλιό σεντόνι στους ώμους της κι άρχισε να της κόβει τα μαλλιά. Πρώτα μέχρι τους ώμους και μετά λίγο κάτω από τ’ αυτιά. Μαύρες τούφες είχαν πέσει στο πάτωμα. Δύσκολα µπορούσε να φανταστεί πως ήταν από το κεφάλι της. Μαύρες μουσκεμένες τούφες στο πάτωμα. Σαν ερωτηματικά χωρίς τελεία. Η Χιονάτη ήθελε την τελεία, και γι’ αυτό βρισκόταν εκεί. «Δεν πιστεύω να το μετάνιωσες;» την είχε ρωτήσει ξαφνικά η Έλισα. Η Χιονάτη είχε σχεδόν χαµογελάσει. «Νεκρά κύτταρα είναι και τίποτα άλλο». Η Έλισα είχε κουνήσει το κεφάλι της. «Εγώ δε θα σκεφτόµουν ποτέ έτσι». Στο τέλος τής έκοψε τη φράντζα, της ίσιωσε τα μαλλιά και έλεγξε ότι δεν πετούσαν σε κανένα σηµείο. Έπειτα έδωσε στη Χιονάτη ένα κόκκινο βραδινό φόρεμα, που καθώς κυμάτιζε και φωτιζόταν από διαφορετική γωνία το χρώμα του άλλαζε από πορφυρό ως πορτοκαλί. Το φόρεσε. Ήταν ένα απλό βραδινό φόρεµα µε στενούς ώµους και της έπεφτε τέλεια. Σήκωσε το βλέµµα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Καθρέφτη, καθρεφτάκι µου, πες µου… Από τον καθρέφτη την κοίταζε μια άγνωστη όμορφη γυναίκα, με ευθύ παράστημα, μαύρα μυστηριώδη μάτια και στα χείλη μια έκφραση που μπορεί να σήμαινε χαμόγελο ή περιφρόνηση. Η Χιονάτη ήταν ευχαριστημένη. Η γυναίκα δεν ήταν η ίδια. Ήταν κάποια άλλη. Κάποια που θα πήγαινε στο


πάρτι της Πολικής Αρκούδας. Η Έλισα αναπηδούσε βγάζοντας μικρές άναρθρες κραυγές. Η Χιονάτη τις θεώρησε θετική αντίδραση. «Δεν κάνω πλάκα, είσαι πανέμορφη! Είμαι τόσο καλή. Τι στο διάολο κάνω στο λύκειο; Θα γινόμουν φοβερή κομμώτρια κι αισθητικός!» Της άρεσε που η Έλισα ήταν χαρούμενη. Το χρώμα είχε επιστρέψει στα μάγουλά της και πίσω από το βλέμμα της δεν υπήρχε πια εκείνο το ασαφές και σκοτεινό κενό. «Και κάτι ακόμα» είπε η Έλισα ψεκάζοντας τον λαιμό της Χιονάτης µε Joy. Κράτησε την ανάσα της για να μην αναπνεύσει τα σταγονίδια από το μείγμα αιθέριων ελαίων και αλκοόλ που αιωρούνταν γύρω της. Τώρα μύριζε διαφορετικά. Ωραία. Κανένας δε θα τη θυμόταν μετά το πάρτι. Θα θυμούνταν μόνο μια γυναίκα ντυμένη Χιονάτη, που μύριζε ακριβό άρωμα, λακ και σαπούνι πολυτελείας. «Παιδιά, ελάτε να δείτε!» Ο Τούουκα και ο Κάσπερ έκαναν φασαρία στο διπλανό δωµάτιο. «Την έκανες να βλέπεται;… Ουάου!» Η φράση του Τούουκα έμεινε στη μέση όταν η Χιονάτη γύρισε προς το µέρος του. Ο Κάσπερ είχε µείνει στην κυριολεξία µε ανοιχτό το στόµα. «Να σου πω, δεν είναι άλλο εκείνο το παραμύθι που λέει για ένα γκρίζο ποντικάκι που μεταμορφώθηκε σε θεογκόμενα;» κατάφερε να πει στο τέλος. «Η Σταχτοπούτα δεν ήταν;» «Θα την πηδούσα» ξέφυγε του Τούουκα, χωρίς να προλάβει να σκεφτεί. «Ίσως στον ύπνο σου» είπε η Χιονάτη ικανοποιηµένη.


Η ώρα ήταν 9:20. Τρεις ώρες νωρίτερα η Χιονάτη είχε φτάσει στο σπίτι της Έλισα, όπου βρίσκονταν ήδη ο Τούουκα και ο Κάσπερ. Αρχικά είχαν μείνει σιωπηλοί. Ήξεραν όλοι τους ότι είχαν ξεπεράσει κάποιο όριο. Μέχρι τώρα όλα ήταν κάπως ανώδυνα, υπό έλεγχο, μέχρι ένα σημείο συναρπαστικά. Όχι πια. Τη Χιονάτη την είχαν πυροβολήσει. Πήγαινε σ’ ένα μέρος όπου η ζωή της δε σήµαινε τίποτα. Τους είχε εξηγήσει το σχέδιό της. Δεν ήταν λογικό. Δεν ήταν συνετό. Ήταν επικίνδυνο. Δεν την ένοιαζε. Ήθελε να το διακινδυνεύσει. Ήθελε να αντιμετωπίσει αυτό που τη φόβιζε περισσότερο. Όταν έφτασε σ’ εκείνο το σημείο του σχεδίου όπου θα προσπαθούσε να μπει στο πάρτι κρυφά, ο Κάσπερ κούνησε το κεφάλι του. «Δε θα πετύχει» είπε. «Πού το ξέρεις;» ρώτησε η Έλισα. «Στο σπίτι της Πολικής Αρκούδας δεν μπορείς να μπεις έτσι κρυφά. Απ’ ό,τι έχω ακούσει, έχει πολύ καλή ασφάλεια. Ένα σωρό γαµωπεριφράξεις, φύλακες και τα λοιπά». Ο Κάσπερ είχε βάλει τα χέρια στο σβέρκο και είχε ακουµπήσει πίσω στην καρέκλα. Απολάμβανε εμφανώς τον ρόλο του πληροφοριοδότη. «Οκέι. Να τα ξεχάσουµε όλα τότε» είπε η Χιονάτη. Ο Κάσπερ χαµογέλασε πονηρά. «Εκτός κι αν μπορείς να μπεις από την κύρια είσοδο, µπροστά σε όλους». «Και πώς θα τα καταφέρω;» «Οι γυναίκες μπορούν. Τουλάχιστον συγκεκριμένες νεαρές γυναίκες, που τις έχουν καλέσει για να φαίνονται όμορφες και να κάνουν παρέα στους άντρες. Δεν τις ρωτάνε τίποτα, αν είναι ντυμένες ανάλογα με το θέμα. Κι αυτή τη φορά το θέμα είναι Fairy tales, δηλαδή παραµύθια». Ο Τούουκα ξεφύσησε.


«Πλάκα κάνεις; Δε θα καταφέρουμε ποτέ να κάνουμε την αναρχοοικολόγα να μοιάζει με πουτ… συγγνώμη, συνοδό πολυτελείας». Η Έλισα είχε κοιτάξει τη Χιονάτη εξεταστικά από την κορυφή ως τα νύχια. Έπειτα είχε πει στ’ αγόρια να πάνε για κάνα δυο ώρες να διασκεδάσουν, είτε βλέποντας καμιά ταινία είτε παίζοντας κανένα παιχνίδι. «Είμαι σίγουρη πως μπορώ να καταφέρω αυτό που εσείς δεν μπορείτε» τους είπε χαμογελώντας. «Κι αν έρθει ο πατέρας μου, να τον κρατήσετε μακριά από το δωμάτιό μου και να του πείτε ότι κοιµάµαι ή ότι κάνω γιόγκα γυµνή ή οτιδήποτε».

Η Χιονάτη ήταν έτοιμη. Η ώρα ήταν 19:45. Φορούσε κόκκινο βραδινό φόρεμα και λευκές ψηλοτάκουνες γόβες. Είχε κάνει μερικά βήματα προσπαθώντας να μάθει να τις πατάει, μέχρι που κατάλαβε πώς να μοιράζει το βάρος στα πόδια της και πώς να περπατάει με άλλον τρόπο από αυτόν που περπατούσε όταν φορούσε χαμηλά παπούτσια. Στο τέλος δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Όλα είχαν να κάνουν με τον ρόλο που θα έπαιζε, με την προσαρμογή των κινήσεών της στην εικόνα που δηµιουργούσαν τα ρούχα που φορούσε. Η Χιονάτη δεν ξέρει να περπατάει κανονικά. Σέρνει πάντα τα πόδια της παράξενα. Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που είχε ακούσει αυτά τα λόγια. Θυμόταν ακριβώς τον τόνο της φωνής. Τις εκφράσεις και τις κινήσεις που τόνιζαν τις λέξεις. Την υπερβολή στη µίµηση. Τότε είχε αποφασίσει ότι θα μάθαινε να περπατάει με όλους τους δυνατούς τρόπους. Κανονικά και αφύσικα, όμορφα και άσχημα, γρήγορα και αργά, βαριά και ανάλαφρα. Για να μην της ξαναπεί ποτέ κανείς κάτι αντίστοιχο. Αυτή η απόφαση δεν την είχε σώσει τότε, όμως αργότερα της φάνηκε πολλές φορές


χρήσιµη. Η Έλισα τη βοήθησε να φορέσει μια κοντή λευκή ψεύτικη γούνα και της έδωσε ένα ζευγάρι λευκά μακριά γάντια που έφταναν ως τον αγκώνα. Τέλος μια μικρή τσάντα στολισμένη με µαργαριτάρια. «Μην τη χάσεις, είναι πανάκριβη» της είπε. Από τον κάτω όροφο ακούστηκε ένας θόρυβος. Ο πατέρας της Έλισα ετοιμαζόταν για το πάρτι. Ο Τούουκα και ο Κάσπερ είχαν κατεβεί κι αυτοί για να βγουν έξω. Η Χιονάτη άνοιξε την τσάντα. Μέσα είχε μια πούδρα, ένα κατακόκκινο κραγιόν σε χρυσή θήκη, εκατό ευρώ και κάτι ροζ μαλλιαρό. Το ’πιασε κι ένιωσε τα δάχτυλά της να χώνονται μέσα στο μαλακό αντικείμενο κι έπειτα να συναντούν κάτι σκληρό. Το έβγαλε έξω. Ένα ζευγάρι ροζ χνουδωτές χειροπέδες. Η Έλισα κούνησε το κεφάλι της κοκκινίζοντας. «Μη ρωτάς. Δε θέλω να το θυµάµαι εκείνο το πάρτι». Η Χιονάτη ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια και ξανάβαλε τις χειροπέδες στην τσάντα. Δεν ήταν δική της δουλειά τι έκανε η Έλισα στα πάρτι και µε ποιον. «Κι αυτό επίσης». Η Έλισα της πρόσφερε ένα μεγάλο μαύρο καπιτονέ παλτό με κουκούλα, που έφτανε ως τους αστραγάλους. «Δεν έχω καταλάβει τι σκεφτόμουν όταν το αγόρασα. Όταν το φοράς, νομίζεις πως είσαι μέσα σε σλίπινγκ μπαγκ. Να όμως που χρειάστηκε». Η Χιονάτη φόρεσε το παλτό. Ήταν λίγο στενό στα μανίκια, αφού έπρεπε να χωρέσει και η γούνα. Κατά τα άλλα ήταν τέλειο. Το κούμπωσε, φόρεσε με προσοχή την κουκούλα και κοίταξε ακόµα µια φορά τον εαυτό της στον καθρέφτη. Ο μαύρος ξάδελφος του Χιονάνθρωπου των Ιμαλαΐων, υποθέτω. Στάθηκαν με την Έλισα για λίγο η μία απέναντι στην άλλη. Καμιά δε μιλούσε. Η Χιονάτη ένιωσε την επιθυμία ν’ αγκαλιάσει


την άλλη κοπέλα και να τη διαβεβαιώσει πως όλα θα πάνε καλά. Μολονότι η ίδια δεν ήταν καθόλου σίγουρη. Ποτέ δεν είχε θελήσει ν’ αγκαλιάσει κάποιον αυθόρμητα, εκτός από τη μάνα και τον πατέρα της παλιά, όταν ήταν µικρή. Ήταν και οι δύο τροµαγµένες. Ήταν και οι δύο έτοιµες να παίξουν τον ρόλο τους. Σ’ αυτό το σημείο ήταν μάταιο να ρωτήσει την Έλισα αν ήταν σίγουρη πως ήθελε να ξεκαθαρίσει τι έκανε ο πατέρας της. Τα όρια των ερωτήσεων και των δισταγµών τα είχαν ήδη υπερβεί. Η Έλισα ήταν μια καλομαθημένη έφηβη που είχε φανταστεί ότι ζούσε το όνειρό της ως η πιο ποθητή καλλονή του σχολείου. Ίσως είχε φανταστεί ότι μπορούσε να περάσει τη ζωή της αγοράζοντας με τα λεφτά του μπαμπά επώνυμα ρούχα και τσάντες, κάνοντας πάρτι που ξέφευγαν από τον έλεγχό της, ενώ κάποιος άλλος καθάριζε τα ίχνη τους, πίνοντας ποτά και διάφορα άλλα, παίζοντας με τ’ αγόρια ανάλογα με τη διάθεσή της. Κρύβοντας τις ευαισθησίες της πίσω από μια μακιγιαρισμένη μάσκα. Κάνοντας τη χαζή περισσότερο απ’ ό,τι ήταν. Η Χιονάτη είδε πως η Έλισα ήξερε ότι εκείνη η νύχτα θα τ’ άλλαζε όλα. Θα έκανε κομμάτια το τριανταφυλλί όνειρο που είχε για το μέλλον. Το όνειρο που είχε υποστεί άσχημες ρωγμές ήδη από τα ξημερώματα της Δευτέρας, όταν είχε βγάλει το χέρι της από την πλαστική σακούλα και είχε αναρωτηθεί γιατί ήταν βρόμικο και κολλούσε. Ό,τι αποκάλυπτε εκείνη η νύχτα δε θα µπορούσε να ξεπλυθεί µε νερό. Το βλέμμα της Έλισα ήταν γεμάτο αποφασιστικότητα και η Χιονάτη πρόσεξε πως οι δυο τους τελικά δεν ήταν τόσο διαφορετικές. Σίγουρα οι κόσμοι τους δε θα συναντιόντουσαν ποτέ εντελώς, αλλά τέτοιες σύντοµες στιγµές τις µοιράζονταν µε τα ίδια συναισθήµατα και τις ίδιες σκέψεις. Η Έλισα πήρε βαθιά αναπνοή κι έπειτα έβγαλε ήρεμα τον αέρα.


«Τώρα πάω να καθυστερήσω τον µπαµπά» είπε. Η Χιονάτη έγνεψε καταφατικά. Η ώρα ήταν 19:52.


19

Ο Τέρχο Βάισανεν προσπαθούσε να δέσει το παπιγιόν του, αλλά τα δάχτυλά του γλιστρούσαν πάνω στο σατέν. Τα χέρια του ήταν καταϊδρωμένα. Κάθε τόσο αναγκαζόταν να τα στεγνώνει µε χαρτί τουαλέτας. Η ώρα είχε περάσει. Έπρεπε να είναι ήδη έξω και να περιμένει το αμάξι που θα τον έπαιρνε. Δεν ήθελε με τίποτα να καθυστερήσει. Το αμάξι δε θα τον περίμενε. Η ευκαιρία θα χανόταν. Θα του γλιστρούσε από τα χέρια όπως το σατέν παπιγιόν. Η εκδήλωση απαιτούσε σμόκιν. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φορέσει σμόκιν; Εδώ και πολλά χρόνια, σ’ έναν χορό του αφεντικού της γυναίκας του. Πολύ βαρετός χορός, σκέτη αγγαρεία, από το καλωσόρισμα ως την αναχώρηση με ταξί. Δεν του άρεσαν αυτού του είδους οι γιορτές της υψηλής κοινωνίας. Αν και, σύμφωνα με πολλούς δείκτες, κι αυτός στην υψηλή κοινωνία ανήκε πια. Τελικά τα κατάφερε με το παπιγιόν. Έπειτα χτένισε τα μαλλιά του εκνευρισμένος, μολονότι μόλις πριν από λίγη ώρα του τα είχε φτιάξει ο κουρέας. Ο Τέρχο συνειδητοποίησε ότι ήταν πιο αγχωμένος από παλιά. Υπενθύμισε στον εαυτό του ότι πήγαινε στο πάρτι µόνο για δύο λόγους. Για να µιλήσει απευθείας µε την Πολική Αρκούδα.


Με την ελπίδα να δει τη Νατάλια. Η Νατάλια δεν είχε απαντήσει ακόμη στα μέιλ του. Ήξερε ότι η ίδια είχε πάει παλιότερα σε πάρτι της Πολικής Αρκούδας, αλλά είχε αρνηθεί να του πει οτιδήποτε. Top secret, my love. Η επίδραση που ασκούσε η Πολική Αρκούδα πάνω στους ανθρώπους ήταν εξαιρετικά ισχυρή. Ο Τέρχο αναρωτήθηκε αν ο ίδιος είχε κανένα διαπραγματευτικό πλεονέκτημα απέναντί της. Ένας κακομοίρης μπάτσος της Δίωξης ήταν, ασήμαντος. Ίσως τα τελευταία δέκα χρόνια να βοήθησε την Πολική Αρκούδα στις δουλειές της, κατά πάσα πιθανότητα όμως μια χαρά θα τα πήγαιναν και χωρίς αυτόν. Ωστόσο έπρεπε να προσπαθήσει να διαπραγµατευτεί. Είχε πάρει τα ξημερώματα την απόφασή του. Δεν ήθελε να συνεχίσει. Ήθελε να απαλλαγεί από τον διπλό ρόλο του. Όμως έπρεπε να πάρει από την Πολική Αρκούδα μια αποζημίωση, που θα του επέτρεπε να αντισταθμίσει έστω και λίγο την απώλεια εισοδήματος που θα είχε τα επόμενα χρόνια. Έπρεπε να πληρώσει τα χρέη του από τον τζόγο, να διευθετήσει τις υποθέσεις της Νατάλια, αλλά και τις δικές του. Έπειτα θα μπορούσε να κάνει μια απλή και ήρεμη ζωή, χωρίς άλλα χτυποκάρδια. Ούτε εγκλήματα, ούτε τζόγος, ούτε Νατάλια, ούτε λεφτά. Είχε καταλάβει ότι δε θ’ άντεχε άλλο το άγχος και τον φόβο. Το μυστικό που όταν ήταν νεότερος έκανε την αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο σήμερα τον κούραζε και τον έφθειρε. Θα μπορούσε ίσως να συνεχίσει μερικά χρόνια ακόμα, αλλά τότε θα τον πρόδιδε η υγεία του, θα τον πρόδιδε η καρδιά του, θα τον πρόδιδαν τα νεύρα του. Τον εαυτό του τον είχε προδώσει ο ίδιος εδώ και πολύ καιρό. Από τον καθρέφτη της τουαλέτας τον κοίταζε ένας άντρας μεγαλύτερός του. Κάτω από τα μάτια του κρέμονταν σακούλες, είχε διπλοσάγονο και το στομάχι του ξεχείλιζε από τη ζώνη. Όλα


πάνω του κρέμονταν και ξεχείλιζαν. Όλα αυτά τα χρόνια τον έτρωγαν το άγχος και οι ενοχές. Είχε παραμελήσει τη διατροφή και τη φυσική του κατάσταση, είχε παραμελήσει την οικογένειά του. Έπρεπε να το παραδεχτεί. Αν όχι στους άλλους, τότε στον εαυτό του. Έπρεπε να τελειώσουν όλα. Και οι συναντήσεις με τη Νατάλια. Έτσι κι αλλιώς, οι δυο τους δε θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν ένα ζευγάρι που θα κυκλοφορούσε ελεύθερα. Ήταν καιρός ν’ αρχίσει μια καινούρια, τίμια ζωή. Γι’ αυτό σκόπευε να προσπαθήσει κάτι με εξαιρετικά αβέβαιη επιτυχία. Σκόπευε να εκβιάσει την Πολική Αρκούδα. Ο Τέρχο κοίταξε πάλι το ρολόι. Έπρεπε να φύγει. Τη στιγμή που έβγαινε στον διάδρομο, η Έλισα όρμησε από τη σκάλα, του άρπαξε το χέρι κι άρχισε να τον τραβάει προς τη σάουνα, στο υπόγειο. «Τι έγινε; Έπρεπε να έχω ήδη φύγει» της είπε µε αγωνία. «Θέλω να σου δείξω κάτι πολύ σπουδαίο. Ένα λεπτό θα πάρει». «Όχι τώρα. Δεν πρέπει ν’ αργήσω. Αυτή η εκδήλωση είναι πολύ σπουδαία». «Πώς µπορεί να ’ναι πιο σπουδαία από την κόρη σου;» Η Έλισα τον κρατούσε δυνατά από το χέρι. Τα μάτια της τον κοίταζαν τεράστια και γεμάτα ενοχές. Ο Τέρχο δεν έβλεπε μπροστά του τη δεκαεφτάχρονη κόρη του, αλλά μια δεκαεφτάχρονη που δεν ήθελε να της χαλάσει το χατίρι. «Οκέι. Ένα λεπτό».

Η Χιονάτη κατέβηκε ήσυχα τη σκάλα. Ήταν πολύ δύσκολο µε τα ψηλοτάκουνα και το τεράστιο παλτό που δυσκόλευε τις κινήσεις της. Ο Τούουκα την περίμενε έξω, κρυμμένος κοντά στην καγκελόπορτα. «Δεν έχει έρθει ακόµη» της ψιθύρισε.


«Ελπίζω να µην αργήσει». Είχε 28 βαθμούς υπό το μηδέν, τη χαμηλότερη θερμοκρασία του φετινού χειμώνα. Όλα ήταν καλυμμένα μ’ ένα λευκό στρώμα παγετού. Τα σπίτια, τα δέντρα, οι πέτρες, τα αυτοκίνητα… Τα ρούχα, τα µαλλιά, τα µάγουλα, οι σκέψεις. «Η Έλισα υποσχέθηκε να κρατήσει τον πατέρα της μέχρι να της τηλεφωνήσω» είπε ο Τούουκα. Έπειτα έμειναν σιωπηλοί. Η Χιονάτη αναρωτιόταν πώς και ο Τούουκα δεν είχε σχολιάσει καθόλου το παλτό της που την έκανε να μοιάζει με μαύρο χιονάνθρωπο ή τις προτάσεις που σίγουρα θα της έκαναν στο πάρτι. Τότε πρόσεξε ότι τα σαγόνια του ήταν σφιγμένα. Αγωνιούσε. Μπορεί και να φοβόταν. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του φοβόταν πολύ. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι που έμαθε να φοβάται. Η Χιονάτη ένιωθε εκπληκτικά ήρεμη. Ενεργούσε σαν προγραμματισμένη. Ήταν επικεντρωμένη στο τι θα γινόταν µετά. Η ώρα ήταν 19:58. Ένα μαύρο Άουντι έστριψε στον δρόμο και σταμάτησε μπροστά από το σπίτι. Ο Τούουκα κοίταξε τη Χιονάτη με το ένα φρύδι υψωμένο. Εκείνη έγνεψε. Ο Τούουκα ξεκίνησε να περπατάει. Προσπέρασε ήρεμα το μαύρο αυτοκίνητο και όταν βγήκε από το οπτικό πεδίο του οδηγού, κρύφτηκε πίσω από ένα αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισµένο πιο κάτω και γύρισε πίσω σκυφτός. Έφτασε πίσω από το Άουντι κι έµεινε να περιµένει σκυµµένος. Ήταν η ώρα να δώσει παράσταση ο Κάσπερ. Ξεκίνησε από τη γωνία του δρόμου, έφτασε στο μαύρο αυτοκίνητο κι άρχισε να το προσπερνάει. Ο οδηγός δεν αντέδρασε καθόλου. Ο Κάσπερ έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη του, το ’δειξε με μια υπερβολική χειρονομία στον οδηγό κι έπειτα το ’συρε με μια αργή κίνηση, γεμάτη ευχαρίστηση, στο καπό του αυτοκινήτου, πριν συνεχίσει τον δρόμο του. Ο ήχος


της λαμαρίνας που χαράχτηκε έσπασε την παγωμένη σιωπή. Ο οδηγός κάρφωσε τα μάτια του στον Κάσπερ σαν να μην είχε συνειδητοποιήσει τι είχε συµβεί. Ο Κάσπερ τού ’δειξε ευχαριστημένος το μεσαίο του δάχτυλο. Τότε ο οδηγός ζωντάνεψε. Μούγκρισε κάτι και πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητο. Αστραπιαία ο Τούουκα άνοιξε ελάχιστα το πορτμπαγκάζ. Ο Κάσπερ το ’βαλε στα πόδια γελώντας, ο οδηγός τον κυνήγησε, στράφηκε για μια στιγμή και κλείδωσε το αυτοκίνητο με το τηλεκοντρόλ, και ύστερα συνέχισε την καταδίωξη. Ο Κάσπερ έτρεχε όσο αργά χρειαζόταν, ώστε να βρίσκεται σε ελκυστικά µικρή απόσταση. Η Χιονάτη πλησίασε το αυτοκίνητο. Ο Τούουκα τη βοήθησε να μπει στο πορτμπαγκάζ. Ευτυχώς δεν ήταν μικρό, αλλά αναγκάστηκε να μαζέψει χέρια και πόδια για να χωρέσει. Τέλος έβαλε μια μεταξωτή λωρίδα στην κλειδαριά και σήκωσε τον αντίχειρά της για να δείξει στον Τούουκα πως όλα ήταν εντάξει. Εκείνος απάντησε με τον ίδιο τρόπο κι έκλεισε το πορτ​µ παγκάζ µε όσο λιγότερο θόρυβο γινόταν. Όταν η Χιονάτη βρέθηκε στο σκοτάδι, αναγκάστηκε να πολεμήσει για μια στιγμή τον πανικό. Βρισκόταν σ’ ένα στενάχωρο μέρος που βρομούσε κλεισούρα και βενζίνη. Ευχήθηκε το ταξίδι να µην ήταν µακρύ. Άκουσε τον οδηγό να επιστρέφει βλαστημώντας. Πιιππιιπ, άνοιξε η κλειδαριά. Ο άντρας μπήκε μέσα χτυπώντας πίσω του την πόρτα. Η Χιονάτη προσπάθησε να βγάλει το κινητό από την τσάντα της. Με το ζόρι τα κατάφερε. Κοίταξε την ώρα. Ήταν 20:05. Της έκανε καλό που έστω και για μια στιγμή το γαλάζιο φως του κινητού φώτισε το σκοτάδι. Έπειτα ακούστηκαν βήματα να πλησιάζουν στο αυτοκίνητο από την πλευρά του σπιτιού της Έλισα. Άνοιξε η πόρτα. «What took you so long?» ρώτησε απότοµα ο οδηγός. «Sorry. Family matters» άκουσε τον Τέρχο Βάισανεν να λέει.


«Polar Bear hates it when people are late». «Let’s not waste anymore time then». Αμήν. Η Χιονάτη συμφωνούσε με τον πατέρα της Έλισα. Δεν είχε καμιά διάθεση να μείνει εκεί μέσα περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Το Άουντι ξεκίνησε µουγκρίζοντας. «You have criminals on this street». Δύσκολα πια ξεχώριζε τα λόγια του οδηγού. Χαμογέλασε. Όταν όμως το αυτοκίνητο επιτάχυνε κι άρχισε να μπαίνει στο πορτµπαγκάζ κρύος αέρας, σοβάρεψε. Δεν υπήρχε επιστροφή.


20

Το σκοτάδι ήταν αδιαπέραστο. Δεν μπορούσες να το νικήσεις. Δε σ’ άφηνε. Δε θα κατάφερνε να βγει από εκεί μέσα. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Θα πέθαινε. Η πλάτη της γέμισε μικρά βαθουλώματα από τα χαλίκια. Έσφιξε τα χαλίκια στις παλάμες της κι ένιωσε τις αιχμηρές γωνίες τους. Ύστερα άφησε τις πετρούλες να πέσουν μέσα από τα δάχτυλά της. «Βγάλτε µε έξω!» φώναξε. Δεκάδες φορές είχε φωνάξει, εκατοντάδες, χιλιάδες. Χτυπούσε το καπάκι με τις γροθιές της, το κλοτσούσε, γύρισε μπρούμυτα και προσπάθησε να το σηκώσει με την πλάτη της. Μάταιο. Ήταν καθισμένες από πάνω. Σίγουρα κουνούσαν τα πόδια τους κι έγλειφαν ένα γλειφιτζούρι η μια μετά την άλλη, απολαμβάνοντας τη γεύση της φράουλας. Δε βιάζονταν. Είχαν εξουσία. Τα δάκρυα της Χιονάτης είχαν στεγνώσει πια. Την έπιασε πανικός. Ένιωθε πως αν δεν έβγαινε έξω θα ’σκαγε. Άρχισε να ουρλιάζει. Όσο πιο δυνατά μπορούσε. Σκεφτόταν τις κραυγές των γλάρων και τα ανοιχτά τους ράμφη. Ήταν ένας γλάρος. Φώναζε.


Όσο πιο δυνατή έβγαινε η φωνή της τόσο περισσότερο θα ζούσε. Έγινε όλη μια φωνή. Έγινε ένα με τη φωνή. Ο ίδιος, κατακόκκινος από οργή, οξύς ήχος. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως δεν ήταν πια σκοτάδι. Το καπάκι του κάδου με τα χαλίκια ήταν ανοιχτό. Ανακάθισε και σκούπισε τα δάκρυά της. Τα μάγουλά της είχαν γεμίσει άµµο, λεπτοκοµµένο χαλίκι. Εκείνες είχαν εξαφανιστεί. Περίμεναν την επόμενη ευκαιρία. Ήξεραν πολύ καλά, όπως και η Χιονάτη, ότι θα ερχόταν.

Η Χιονάτη μέτρησε αργά ως το δέκα. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να πανικοβληθεί. Δεν ήταν πια το ίδιο κορίτσι. Είχε αλλάξει. Είχε μάθει. Μπορούσε να βρίσκεται στον μικρότερο δυνατό χώρο για πάρα πολλή ώρα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα είχαν πάει όπως έπρεπε. Σχεδόν όλα. Μπορεί να είχε κάνει μελανιές στο σώμα της έτσι όπως είχε χωθεί στο πορτμπαγκάζ. Μπορεί να νόμιζε πως θα της έμενε για πάντα η μυρωδιά της βενζίνης στη μύτη. Μπορεί να έτρεμε από το κρύο και να είχε μουδιάσει από το κεφάλι ως τα νύχια. Αυτά όµως ήταν µικρολεπτοµέρειες. Τριάντα πέντε λεπτά έτρεχε το Άουντι. Έπειτα επιβράδυνε και τελικά σταμάτησε. Πρώτος βγήκε ο Τέρχο. Ύστερα από λίγο βγήκε και ο οδηγός, κλείδωσε το αυτοκίνητο κι έφυγε. Όταν η Χιονάτη κατάλαβε πως ολόγυρα δεν ακουγόταν τίποτα, τόλμησε να πιάσει με τα παγωμένα της δάχτυλα το μεταξωτό κομμάτι ύφασμα και να το τραβήξει με προσοχή προς το μέρος της, πιέζοντας συγχρόνως με τα πόδια το καπό ν’ ανοίξει. Το ύφασμα που είχε τοποθετήσει στην κλειδαριά έπρεπε να ξεμπλοκάρει τη δαγκάνα, ώστε να μπορέσει να βγει. Ο ήχος του υφάσματος που σκιζόταν ήταν ο χειρότερος ήχος


που είχε ακούσει εδώ και πολύ καιρό. Όχι πανικός. Ήρεµα. Έψαξε με τα δάχτυλά της να βρει σε ποιο σημείο είχε σκιστεί το ύφασμα. Δεν μπόρεσε να καταλάβει. Από το κρύο είχε χάσει την αίσθηση της αφής και τα μακριά γάντια την εμπόδιζαν ακόμα περισσότερο. Έπιασε με τα δόντια της το γάντι στο δεξί της χέρι και το τράβηξε. Έπειτα έχωσε τα παγωµένα της δάχτυλα στο στόμα και τα ζέστανε μέχρι που το αίμα άρχισε πάλι να κυκλοφορεί. Νέα προσπάθεια. Τα δάχτυλα ψαχούλεψαν γύρω από την κλειδαριά και άγγιξαν το ύφασμα. Η Χιονάτη ήξερε ότι οι υγρές τους άκρες θα ξαναπάγωναν αµέσως. Ναι. Ω, ναι. Είχε μείνει αρκετό κομμάτι ώστε να μπορέσει να το πιάσει. Το άρπαξε κι έσπρωξε με τα πόδια της προς τα πάνω το καπό, ενώ συγχρόνως τραβούσε αργά αργά το ύφασμα προς το µέρος της. Η κλειδαριά δεν άνοιξε. Η Χιονάτη έσφιξε τα δόντια της, έσπρωξε και ξανατράβηξε µε όλη της τη δύναµη. Κλικ. Η κλειδαριά υποχώρησε. Το πορτμπαγκάζ άνοιξε. Το κράτησε ελάχιστα ανοιχτό και σταθεροποίησε την αναπνοή της. Αφουγκράστηκε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή δίπλα στο αυτοκίνητο ήρθε και σταµάτησε ένα άλλο. Οι επιβάτες βγήκαν. «Πλύν’ το και καμιά φορά αυτό το αυτοκίνητο» είπε μια γυναικεία φωνή. «Κοίτα τα παπούτσια μου. Έπρεπε να είναι πεντακάθαρα ροζ». «Εσύ ήθελες να ντυθείς Ωραία Κοιμωμένη. Θα σου ταίριαζε το ίδιο καλά κι ο ρόλος της κακιάς μητριάς. Θα φορούσες και µαύρα παπούτσια» απάντησε ο άντρας. Οι φωνές του ζευγαριού έσβησαν. Ησυχία. Η Χιονάτη σήκωσε λίγο ακόμα το καπό κι έριξε μια ματιά


έξω. Βρισκόταν σ’ ένα μικρό πάρκινγκ. Ευτυχώς το μαύρο Άουντι ήταν παρκαρισμένο στην άκρη, σ’ ένα κάπως σκοτεινό σημείο πίσω από τα δέντρα. Εκείνη τη στιγμή δε φαινόταν κανένας. Ξεγλίστρησε αστραπιαία από τον υπνόσακο-παλτό της, ξαναφόρεσε το γάντι, βγήκε από το πορτμπαγκάζ και το ’κλεισε ήσυχα. Το παλτό έπρεπε να το αφήσει εκεί. Την επόμενη φορά που θ’ άνοιγε το πορτμπαγκάζ ο οδηγός, θ’ αναρωτιόταν από πού είχε ξεφυτρώσει. Έλεγξε με το χέρι τα μαλλιά της. Περίεργο, αλλά δεν είχαν πάθει τίποτα. Η Έλισα δεν υπερέβαλλε όταν έλεγε ότι η λακ της έκανε θαύµατα. Ένα γρήγορο φρεσκάρισμα του μακιγιάζ στον καθρέφτη της πουδριέρας. Σκούπισμα του κραγιόν που είχε ξεφύγει από το κάτω χείλος. Έτοιµη. Η Χιονάτη στράφηκε να περιεργαστεί τον χώρο.

Ο Μπαρίς Σοκόλοβ εξέτασε το δημιούργημά του και κούνησε το κεφάλι. Η Βασίλισσα του Χιονιού έμοιαζε όπως έπρεπε να μοιάζει. Αν αυτό το θέαμα δεν έκανε τον Τέρχο Βάισανεν να σταματήσει τους καβγάδες, ήταν έτοιμος να φάει δύο κιλά παγάκια. Μια κι έξω. Την ίδια στιγμή ένιωσε μια απροσδιόριστη θλίψη, αλλά και ικανοποίηση. Για το τελευταίο η αιτία ήταν ξεκάθαρη. Ήταν ανακουφισμένος. Είχε ξεκαθαρίσει τα πράγματα με την Πολική Αρκούδα και δεν κρατούσε καμιά κακία για την εκτέλεση του Ταµ. Η Πολική Αρκούδα είχε πει ότι οι άντρες της είχαν δει τον Βίιβο να πυροβολεί μέρα μεσημέρι στο νεκροταφείο. Αυτό δεν ταίριαζε με το προφίλ της δουλειάς. Έδειχνε πως ο άντρας είχε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα, είχε αρχίσει να ξεφεύγει. Κι ένας άντρας που έχει αρχίσει και ξεφεύγει είναι άχρηστος, σ’ αυτό η Πολική Αρκούδα και ο Μπαρίς


συµφωνούσαν απόλυτα. Γι’ αυτό ο Βίιβο έπρεπε να εξαφανιστεί. Στην απόφαση δεν υπήρχε τίποτα προσωπικό. Ο Μπαρίς κοίταξε τη Νατάλια. Τα καστανά μάτια της ήταν ανοιχτά. Το πρόσωπό της είχε μια έκφραση έκπληξης. Αχ, μικρή Νατάλια, νόμιζες αλήθεια ότι ο μπαμπάκας δε θα ’παιρνε είδηση τα σχέδιά σου να το σκάσεις; Και μάλιστα μαζί με τα λεφτά! Αυτό θα ήταν κλοπή. Και η κλοπή, όπως όλοι ξέρουμε, είναι λάθος. Αν είχες κάνει το σωστό, τώρα όλα θα ήταν αλλιώς. Νατάλια, Νατάλια. Η Βασίλισσα του Χιονιού, µε το παγωµένο πρόσωπο. Ήταν ώρα να ξεκινήσει το πάρτι.

Οι φήμες που είχε αναφέρει ο Κάσπερ ήταν αληθινές. Ένας ψηλός μαντρότοιχος περιέβαλλε το κτίριο όπου γινόταν το πάρτι. Το ίδιο το κτίριο ήταν μεγάλο, ένα τριώροφο από τις αρχές του 1900, προφανώς στη μέση του δάσους. Μόνο ένα στενό µονοπάτι φαινόταν να οδηγεί ως εκεί. Η Χιονάτη αναρωτήθηκε αν το σπίτι αυτό μπορούσε να το βρει κανείς στον χάρτη. Υπήρχαν πολλοί τρόποι για να κρατηθεί µυστικό ένα µέρος. Κατευθύνθηκε προς την πύλη. Εκεί οι φρουροί σταματούσαν τους επισκέπτες και κάτι τους ρωτούσαν. Προσπάθησε να μοιάζει όσο περισσότερο μπορούσε σ’ αυτό που ήθελε να δείχνει. Συνοδός πολυτελείας. Όταν ήρθε η σειρά της, περπάτησε αποφασιστικά και πέρασε τους φρουρούς αργά και µε αξιοπρέπεια. «Μια στιγµή. Στοπ» είπε ο ένας από τους άντρες που έµοιαζε µε ντουλάπα. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Εδώ θα τελείωναν όλα; «Κινητό. Cell phone» απαίτησε ο φρουρός κι άπλωσε το χέρι του.


Η Χιονάτη σούφρωσε τα χείλη, έβγαλε από την τσάντα της το κινητό και το απίθωσε με μια επαναστατική κίνηση στην τεράστια παλάμη του άντρα. Θα νόμιζε κανείς πως ήταν κάποιο άλλο, πιο πολύτιμο αντικείμενο από το παλιό κινητό της Έλισα. Ο φρουρός το ’βαλε σε μια σακούλα. Από τον θόρυβο η Χιονάτη κατάλαβε πως εκεί μέσα υπήρχαν κι άλλα. Έπειτα έψαξε την τσάντα της χωρίς να της ζητήσει την άδεια και της την έδωσε πίσω µουγκρίζοντας. Μετά της έκανε ένα ελάχιστο νεύμα με το κεφάλι να προχωρήσει. Εκείνη πρόσταξε τα πόδια της να μην τρέμουν ούτε από το κρύο ούτε από ανακούφιση. Κράτησε το κεφάλι ψηλά. Το περπάτημα με τα ψηλοτάκουνα στον παγωμένο περίβολο ήταν βασανιστικό, παρότι το δρομάκι ήταν προσεκτικά στρωµένο µε άµµο. Ένα ένα τα βήµατα. Ήρεµα. Ολόγυρα ήταν σκοτάδι. Η Χιονάτη προχώρησε στο φωτισμένο δρομάκι. Δεξιά και αριστερά του είχαν τοποθετηθεί τεράστια κεριά. Οι φλόγες τρεμόπαιζαν. Στο τέρμα του υπήρχε μια πόρτα, όπου στεκόταν ένας πορτιέρης βγαλμένος λες από μια άλλη εποχή. Μαλλιά χτενισμένα πίσω και λευκά γάντια. Χειρονομίες που έδειχναν συγχρόνως υπεροψία και δουλικότητα. Ο άντρας άνοιξε την πόρτα στη Χιονάτη, κάνοντας µια ελαφρά υπόκλιση. Εκείνη πέρασε. Τα είχε καταφέρει. Είχε όντως καταφέρει να μπει στο πάρτι της Πολικής Αρκούδας. Τώρα έπρεπε ν’ ανακαλύψει πού ήταν μπλεγμένος ο πατέρας της Έλισα.


21

Άλλος κόσμος. Άλλη πραγματικότητα. Χρώματα, φώτα, ήχοι. Μπλε, που ξαφνικά γινόταν πράσινο και κίτρινο. Πορτοκαλί, που μετατρεπόταν σε κυματιστό χρυσό. Βιολετί, που γινόταν μπορντό, λιλά, φούξια, σαν ελικοειδές αναρριχώμενο. Μουσική, γοργόνες που τραγουδούσαν, αναστεναγμοί του δάσους, κουδούνισμα κρυστάλλων, ξεχασμένη ηχώ βαθιών σπηλαίων, μουσική δωματίου σε παλάτια και κάστρα, χτυπήματα μικρών ρολογιών που σταματούσαν και ξαναγύριζαν, χάνονταν κι έρχονταν ξανά. Παραµυθοχώρα. Σε κάθε μεγάλο δωμάτιο είχε δημιουργηθεί έντεχνα μια εικονική πραγματικότητα με ήχους, φως και κατάλληλο σκηνικό. Η Χιονάτη περπάτησε από το γεμάτο μυστικά Μαύρο Δάσος ως τις ασημένιες αίθουσες χορού. Οι τοίχοι τους ήταν καλυμμένοι με αληθινές τριανταφυλλιές. Διέσχισε ένα υποθαλάσσιο βασίλειο. Έριξε μια ματιά σε μια καλύβα από κορμούς, όπου υπήρχε μια μικρή καρέκλα, μια μετρίου µεγέθους και µια µεγάλη. Οι ψευδαισθήσεις την τραβούσαν με δύναμη κοντά τους, με αποτέλεσμα να περάσει λίγη ώρα μέχρι ν’ αρχίσει να αντιλαμβάνεται σωστά τις λεπτομέρειες των δωματίων. Παντού υπήρχαν σερβιτόροι με δίσκους γεμάτους ποτά. Σε κάθε


δωμάτιο τα ποτά ήταν ευφάνταστα και ταίριαζαν με το θέμα. Κάποιο έμοιαζε να βγάζει καπνό, τα χρώματα άλλων κυμαίνονταν από πορφυρό στον πάτο ως γαλάζιο στην κορυφή. Κάποιοι σερβιτόροι ήταν ντυμένοι ήρωες παραμυθιών, ενώ άλλοι ήταν από την κορυφή ως τα νύχια στα χρυσά, σαν ζωντανά αγάλµατα. Οι καλεσμένοι περιπλανιόνταν από δωμάτιο σε δωμάτιο μ’ ένα ποτήρι στο χέρι. Από τις ομιλίες η Χιονάτη ξεχώρισε κουβέντες στα φινλανδικά, τα αγγλικά, τα σουηδικά και τα ρωσικά. Κάπου κάπου είχε την εντύπωση ότι ακούγονταν και ισπανικά, αλλά δεν ήταν σίγουρη. Οι περισσότερες γυναίκες ήταν σαν αυτήν. Νέες, καλοντυμένες και όμορφες. Έμοιαζαν να μη γνωρίζουν τους άλλους καλεσμένους. Ο Κάσπερ είχε δίκιο. Οι συνοδοί πολυτελείας ήταν πολλές. Οι κανονικοί καλεσμένοι ήταν κυρίως άντρες μέσης ηλικίας, μερικοί μεγαλύτεροι και κάνα δυο νεότεροι. Η Χιονάτη αναγνώρισε την κάπως μεγαλύτερη Ωραία Κοιμωμένη με τον Πρίγκιπά της. Σίγουρα είχαν ανάγκη και οι δυο τους από έναν υπνάκο για να συνέλθουν. Αν όχι για εκατό χρόνια, τουλάχιστον για λίγες ώρες. Μερικοί καλεσμένοι τής φάνηκαν γνωστοί. Να ήταν πολιτικοί; Επιχειρηµατίες; Δύσκολο να πεις. Προσπάθησε να καταλάβει στα γρήγορα πώς ήταν κατανεμημένοι οι χώροι. Μάλλον δύο όροφοι ήταν κατειλημμένοι για το πάρτι, στον τρίτο όροφο υπήρχαν δωμάτια όπου μπορούσε κανείς να «ξεκουραστεί» και στο υπόγειο οι εγκαταστάσεις των εργαζομένων. Τουλάχιστον εκεί πήγαιναν οι σερβιτόροι με τους άδειους δίσκους και επέστρεφαν με γεµάτους. «Μάλλον δε θα θέλεις να σου προσφέρω ένα ποτό». Η Χιονάτη στράφηκε να δει τον άντρα που κρατούσε δυο ποτήρια και κατά πάσα πιθανότητα είχε απευθυνθεί σ’ αυτήν. Ήταν γκριζαρισμένος, αλλά σε γενικές γραμμές γοητευτικός. Τα φρύδια του ήταν μαύρα, τα μάτια του καστανά, το κοστούμι


του καλοραμμένο. Πρόλαβε να δει την ετικέτα της μάρκας, σκόπιμα αφημένη στο μανίκι. Hugo Boss. Φαίνεται πως ήθελε να πληρώνει ακριβά τα ρούχα του, αλλά ως προς τη μάρκα ήταν συντηρητικός. Ταίριαζε με τη γενική εικόνα του. Ως προς την ηλικία, θα µπορούσε να είναι και παππούς της. Ο άντρας έσκυψε προς το μέρος της. Η Χιονάτη συγκράτησε την επιθυμία της να φύγει μακριά από τη μυρωδιά του πούρου και του αφτερσέιβ. Ήταν κι αυτό Hugo Boss. Λες και ο άντρας ήθελε να υπογραµµίσει δύο φορές ότι αυτός ήταν το αφεντικό. «Αυτό το ποτό περιέχει μήλο» της είπε χαμηλόφωνα σαν να ήταν κάποιο μεγάλο μυστικό. «Να υποθέσω ότι είναι δηλητήριο για εσάς, τις Χιονάτες;» Στο μαυρισμένο πρόσωπό του αιωρούνταν ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Κατά πάσα πιθανότητα νόμιζε πως είναι εξαιρετικά έξυπνος. Η Χιονάτη προσπάθησε να πάρει λίγο χαζό ύφος και χαµογέλασε µε κατανόηση σαν να τον φλέρταρε. «Ακριβώς. Είµαστε κάπως αλλεργικές στα µήλα. Αν όµως µου βρεις κάτι με την κατάλληλη ποσότητα αλκοόλ και τη σωστή γλυκύτητα, µπορούµε να συνεχίσουµε την κουβέντα». «Κάτι ζεστό μ’ αυτό τον καιρό» είπε ο άντρας και χάιδεψε το γυµνό µπράτσο της. Το χέρι του ήταν ιδρωµένο. Η Χιονάτη ανατρίχιασε. «Διαβάζεις τις σκέψεις µου». «Ο λόγος σου νόμος μου» απάντησε εκείνος. «Μην εξαφανιστείς στο µεταξύ». «Θα προσπαθήσω να μη χαθώ στο δάσος. Ή να μην καταλήξω σκλάβα εφτά νάνων». Ο άντρας χαµογέλασε ακόµα πλατύτερα από πριν. «Κι αν κάποιος προσπαθήσει να σου βάλει έναν πολύ σφιχτό κορσέ, υποσχέσου να τον βγάλεις» της είπε κλείνοντάς της συγχρόνως το µάτι. Κοίτα να δεις, ο γκρίζος πάνθηρας ήξερε τους Γκριμ. Αλλά


αυτό δεν του ’δωσε πόντους. Ούτε οτιδήποτε άλλο, βέβαια. Η Χιονάτη παρακολούθησε τη φαρδιά του πλάτη ν’ αποµακρύνεται. Έπειτα γλίστρησε στον δεύτερο όροφο.

Ο Τέρχο Βάισανεν κοίταζε ολόγυρά του. Η Νατάλια δε φαινόταν πουθενά. Το παπιγιόν τού ’σφιγγε τον λαιμό. Το χαλάρωσε. Κάποιοι από τους επισκέπτες έκαναν τα φρύδια του να ανασηκώνονται. Κι αυτός εδώ; Κι εκείνος; Υλικό που θα μπορούσε να γεμίσει και τις δύο απογευματινές φυλλάδες κι επιπλέον δύο κουτσομπολίστικα περιοδικά. Είδε έναν γνωστό πολιτικό να δαγκώνει το αυτί μιας Τίνκερ Μπελ, ενώ εκείνη έδειχνε ενοχληµένη. Ο Τέρχο ήξερε ότι δεν μπορούσε να πει λέξη για το πάρτι, σε κανέναν. Οι άντρες της Πολικής Αρκούδας καθάριζαν όσους άνοιγαν το στόμα τους. Και όχι μόνο αυτούς, αλλά όλο το σόι και τους φίλους τους. Όλοι το ’ξεραν. Κανένας δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει. Είδε μια νεαρή γυναίκα ντυμένη Χιονάτη. Κάτι του θύμισε αμυδρά. Ένα παρόμοιο βραδινό φόρεμα δεν είχε και η Έλισα; Μάλλον αυτό το μοντέλο ήταν πολύ δημοφιλές και καθόλου μοναδικό, όπως τον είχε διαβεβαιώσει η πωλήτρια. Ακόμα μια απόδειξη πως ούτε με τα λεφτά μπορούσε πάντα ν’ αγοράσει ό,τι είχε φανταστεί. Ωστόσο με τα λεφτά μπορούσε να κάνει πολλά. Με τα λεφτά τακτοποίησε τη ζωή του. Γι’ αυτό ήταν εκεί.

Αν τα δωμάτια του πρώτου ορόφου ήταν παραμυθένια και συναρπαστικά, τα δωμάτια του δεύτερου ήταν γεμάτα με εφιάλτες βγαλμένους από τα παραμύθια. Δέντρα που τα κλαδιά τους άρπαζαν όποιον περνούσε, σαν χέρια. Νύμφες των βάλτων που προσπαθούσαν να γοητεύσουν με το τραγούδι τους τους


περαστικούς και να τους πνίξουν. Κοιμωμένες που το φιλί του πρίγκιπα δεν τις ξυπνούσε. Ένα δωμάτιο ήταν μαύρο και δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι εδώ κι εκεί πετούσαν κοράκια, που έκρωζαν απειλητικά. Η Χιονάτη έσκυψε ενστικτωδώς για να μην την αρπάξουν από τα μαλλιά τα φανταστικά τους νύχια. Στο δωμάτιο βρίσκονταν δύο σερβιτόροι ντυμένοι στα μαύρα, κρατώντας ασημένιους δίσκους γεμάτους σφηνάκια μ’ ένα μαύρο ποτό. Οι σερβιτόροι μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα. Η Χιονάτη ήθελε ν’ ακούσει τι έλεγαν, οπότε τους πλησίασε κάνοντας πως ήθελε να πάρει ένα σφηνάκι. «Πού είναι η Πολική Αρκούδα;» ρώτησε ο ένας σερβιτόρος. «Δεν έχεις ακούσει πως αυτή έρχεται πάντα στις δώδεκα;» «Αυτή; Νόµιζα ότι…» Ο σερβιτόρος κοίταξε τον άλλον σαν να του εφιστούσε την προσοχή και πρότεινε τον ασημένιο δίσκο στη Χιονάτη. Εκείνη πήρε το σφηνάκι, χαµογέλασε και γύρισε την πλάτη της. «Η Πολική Αρκούδα έχει προστάξει όταν αναφερόμαστε στο πρόσωπό της να λέμε πάντα “αυτή”» σφύριξε ο ένας σερβιτόρος στον άλλο. Η Χιονάτη έγειρε το ποτήρι σαν να ’θελε να πιει, έτσι που το ποτό άγγιξε απλά τα χείλη της, και αναρωτήθηκε τι σήμαινε αυτό που άκουσε. Έριξε μια ματιά σ’ ένα μεγάλο ρολόι που στόλιζε την αίθουσα. Εννιά και τέταρτο. Σχεδόν τρεις ώρες ακόµα. Τα υπόλοιπα της συνομιλίας δεν τα κατάλαβε. Γιατί να αναφέρονται πάντα στην Πολική Αρκούδα με τη λέξη «αυτή»; Περίεργο. Μάλλον θα ξεκαθάριζε κι αυτό τα µεσάνυχτα. Αν έκρινες από το πάρτι, η Πολική Αρκούδα φαινόταν όλο και πιο περίεργη περίπτωση. Είχε ξοδέψει αμέτρητα χρήματα για να δημιουργήσει ένα απίστευτο σκηνικό για ένα βράδυ. Οι περισσότεροι επισκέπτες σίγουρα δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τα υπέροχα δωμάτια. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το ποτό και οι όμορφες γυναίκες που δέχονταν το φλερτ


τους. Και όχι µόνο αυτό. Γουρούνια µε σµόκιν. Λες κι ένα κοστούμι αξίας χιλιάδων ευρώ κι ένα ρολόι αξίας δεκάδων χιλιάδων αρκούσαν για να δείξουν ότι αυτός που τα φορούσε ήταν και πολιτισμένος. Ή του έδιναν το δικαίωμα να συµπεριφέρεται όπως θέλει. Όποιος έχει λεφτά δεν έχει κανόνες. Κι όποιος δεν έχει κανόνες είναι βασιλιάς. Ξαφνικά η Χιονάτη ένιωσε ν’ ανακατεύεται. Ήθελε να πάει σπίτι της. Ήθελε να βγάλει τα ψηλοτάκουνα και να φορέσει τις µάλλινες κάλτσες που της είχε πλέξει η γιαγιά της. Θα µπορούσε να φτιάξει κι ένα τσάι, παρότι κατά τη γνώμη της το τσάι ήταν ένα άχρηστο ζεστό ζουμί. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή θα την έκανε να αισθανθεί ήρεμα και ζεστά και θα της έφερνε στο μυαλό τις λουλουδάτες ταπετσαρίες του σπιτιού της γιαγιάς και τα ζεστά της χέρια που έπλεκαν τις κοτσίδες της. Έγλειψε προσεκτικά τα χείλη της. Λικέρ γλυκόριζα, όπως είχε μαντέψει. Η έντονα αλμυρή γεύση την ηρέμησε. Θυμήσου, εσύ δεν είσαι εδώ. Αυτός ο ρόλος δεν είσαι εσύ. Κάποια άλλη περπατάει σ’ αυτά τα δωμάτια φορώντας λευκές ψηλοτάκουνες γόβες και κόκκινο βραδινό φόρεμα. Τίποτα απ’ αυτά δε σ’ αγγίζει. Όρθωσε το ανάστημά της. Δε βρισκόταν εκεί για πλάκα. Είχε µια αποστολή.


22

Η Νατάλια δεν κρύωνε. Ήταν νεκρή εδώ και 128 ώρες. 128 ώρες είναι ελάχιστος χρόνος όταν ο άνθρωπος ζει. Όταν πεθάνει είναι ακόμα μικρότερος. Η Νατάλια είχε ζήσει είκοσι χρόνια, τρεις μήνες και δύο μέρες. Και θα ήταν νεκρή ως το άπειρο. Σε σύγκριση με το άπειρο, 128 ώρες είναι χρόνος σχεδόν µηδαµινός. Αν η Νατάλια ήταν ακόμη ζωντανή, θα ήθελε άραγε να επιστρέψει σ’ εκείνη τη στιγμή που ο Μπαρίς Σοκόλοβ είχε επικοινωνήσει μαζί της; Τον είχε συναντήσει δύο φορές μέσω του τότε φίλου της και ντίλερ ναρκωτικών Ντμίτρι και είχε καταλάβει ότι ήταν ψηλά στην ιεραρχία της επιχείρησης. Όχι βέβαια κανένα μεγάλο αφεντικό, αφεντικό όμως. Άνθρωπος με επιρροή. Ο Σοκόλοβ τής είχε ζητήσει να μπει στην ομάδα τους. Χρειάζονταν, λέει, μια ευπαρουσίαστη νεαρή γυναίκα που δε θα της είχαν κάψει τον εγκέφαλο το αλκοόλ και οι ουσίες. Θα ήταν διαφορετική η επιλογή της; Αν δεν είχε απαντήσει θετικά στον Μπαρίς, δε θα είχε έρθει ποτέ στη Φινλανδία, δε θα είχε συναντήσει ποτέ τον Τέρχο, δε θα είχε προσπαθήσει να το σκάσει με τα λεφτά, δε θα είχε φάει τη σφαίρα που της έσκισε τα σωθικά. Δε θα βρισκόταν τώρα νεκρή στους μείον δεκαοχτώ βαθμούς, με τα μάτια καρφωμένα στο σκοτάδι και τα μπλάβα χείλη της µισάνοιχτα λες και ήθελε να ψιθυρίσει κάτι.


Αν η Νατάλια τα ήξερε όλα αυτά, θα είχε αρνηθεί βέβαια. Τότε όμως ήξερε ότι δεν ήθελε να μεγαλώσει την κόρη της σ’ ένα διαμέρισμα γεμάτο μούχλα, με τοίχους λεπτούς σαν χαρτόνι, απ’ όπου ακούγονταν οι γείτονες να τσακώνονται και να φιλιώνουν. Επομένως, είχε δεχτεί. Την ίδια βδομάδα ο Σοκόλοβ κανόνισε γι’ αυτήν, τη μάνα της και την Όλγα ένα καλύτερο σπίτι. Πέρασε ένας χρόνος και η Νατάλια έσπρωχνε ναρκωτικά στους νέους της Μόσχας, πλούσιους και όμορφους, κι αισθανόταν πως είναι σαν κι αυτούς. Νέα, πλούσια και όµορφη. Η ζωή θα μπορούσε να είναι όμορφη. Ν’ αξίζει να τη ζεις. Η Νατάλια όμως είχε προλάβει να μάθει στα δεκαεννιά της χρόνια πως εκεί που νομίζεις ότι όλα είναι καλά, κάτι στραβώνει. Αυτή τη φορά ήταν η προσταγή από ψηλά να πάει με τον Μπαρίς στη Φινλανδία και να δουλέψει εκεί. Είχε φανταστεί πως θα κατέληγε στο Ελσίνκι, απ’ όπου ήταν σχετικά εύκολο να επισκέπτεται την οικογένειά της. Τελικά όμως έπρεπε να πάει στο Τάμπερε, ένα μέρος που από την πρώτη στιγμή τής φάνηκε θλιβερά μικρό. Ο Σοκόλοβ ζούσε ήδη από καιρό μισό χρόνο στη Μόσχα και µισό στο Τάµπερε. Διαταγή της Πολικής Αρκούδας, είχε πει ο Μπαρίς. Ήταν η πρώτη φορά που η Νατάλια άκουγε να αναφέρονται στην Πολική Αρκούδα. Αργότερα πήγε ακόμα και στα διαβόητα πάρτι της Πολικής Αρκούδας και κάποια στιγμή κατάλαβε ότι ο δικός της ρόλος ήταν μικρός, γελοίος, ασήμαντος, θα μπορούσαν να την αντικαταστήσουν οποτεδήποτε. Στο Τάμπερε η Νατάλια αισθανόταν ότι βρίσκεται σε ξένο τόπο. Περπατούσε λάθος και ντυνόταν λάθος. Η γούνα από κουνέλι που φορούσε και οι ψηλοτάκουνες μπότες της ήταν υπερβολή. Στον δρόμο όλοι την κοίταζαν. Οι άντρες προσπαθούσαν να της προσφέρουν χρήματα, όχι για ναρκωτικά αλλά για σεξ. Η Νατάλια είχε σκεφτεί πολλές φορές με πίκρα ότι


σ’ αυτή την πόλη τον χειμώνα έπρεπε να κυκλοφορεί με καπιτονέ παλτό, το φθινόπωρο και την άνοιξη με αντιανεμικό και το καλοκαίρι να κάθεται στην πλατεία και να τρώει μαύρο λουκάνικο φορώντας τραγιάσκα και μαϊμού κροκς στα πόδια για να µην ξεχωρίζει από τους ντόπιους. Στην πόλη δε γνώριζε άλλον από τον Μπαρίς και τους Εσθονούς βοηθούς του. Στην αρχή τηλεφωνούσε κάθε βράδυ στο σπίτι της, άκουγε τη φωνή της μικρής Όλγας και αποκοιμιόταν κλαίγοντας. Μερικές φορές κοίταζε τους Φινλανδούς μαθητές του λυκείου, που στα μάτια της έδειχναν πολύ παιδιά, παρότι η ίδια ήταν μόνο έναν χρόνο μεγαλύτερή τους. Αναρωτιόταν πώς θα ήταν να ζει όπως αυτοί. Να πηγαίνει μετά το σχολείο στην καφετέρια και τα προβλήματά της να είναι τι ακριβώς σημαίνει η συμπεριφορά ενός όμορφου αγοριού και τι ερωτήσεις μπορεί να πέσουν στο τεστ της Ιστορίας. Να ζυγίζει τις εναλλακτικές που έχει για τις σπουδές της και να σκέφτεται αν πρέπει ν’ αφήσει έναν χρόνο ελεύθερο πριν πάει στο πανεπιστήμιο. Να ονειρεύεται πως θα φύγει από το σπίτι, θα μείνει μόνη της, θ’ αγοράζει τα δικά της πράγματα, θα στρώνει το κρεβάτι της με τα σεντόνια Finlayson που θα της κάνουν δώρο όταν θα πάρει το ακαδημαϊκό απολυτήριο. Να περάσει υπαρξιακή κρίση επειδή δε θα ξέρει τι θέλει να κάνει όταν µεγαλώσει. Έπειτα η Νατάλια συνάντησε τον Τέρχο, που ήταν εντελώς διαφορετικός από τον Σοκόλοβ ή τους Εσθονούς, παρότι εκείνοι έλεγαν πως ήταν «δικός τους». Αστυνομικός της Δίωξης και πληροφοριοδότης τους. Ο Τέρχο και οι τραχιές παλάμες του. Η στοργή που ένιωσε γι’ αυτόν από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Ήταν τόσο ντροπαλός, τόσο γλυκά αβέβαιος ως προς το πώς έπρεπε να της μιλήσει και πώς να την αγγίξει. Εντελώς διαφορετικός από τον προηγούμενο φίλο της και τον άντρα της, που την είχαν βάλει στο δικό τους καλούπι, την είχαν κάνει ανδρείκελό τους.


Ήταν αυτό αγάπη; Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένιωθε ασφαλής μαζί του. Ο Τέρχο τής είχε μιλήσει για το σπίτι του, την οικογένειά του, την καθημερινότητά του. Η Νατάλια είχε καταλάβει ότι κι αυτή μια τέτοια ζωή ήθελε. Όχι όλα αυτά τα μυστικά, τον φόβο, τη στεγνή μύτη και τα σημάδια από τις βελόνες στους βουβώνες. Της είχε υποσχεθεί πως θα τακτοποιούσε τις υποθέσεις της, θα τη βοηθούσε να ξεμπλέξει. Τον πίστευε για πολύ καιρό, όμως δεν είχε γίνει τίποτα. Κενές υποσχέσεις, όπως έκαναν όλοι οι άντρες στη ζωή της. Λέξεις που μετατρέπονταν σε ψέματα αμέσως μόλις έβγαιναν από το στόµα. Η Νατάλια έπρεπε να είχε μάθει. Μην εμπιστεύεσαι κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό σου. Πάρε μόνη τις αποφάσεις σου και λούσου τ’ αποτελέσµατα. Γι’ αυτό αποφάσισε να πάρει από το σπίτι του Σοκόλοβ τα τριάντα χιλιάδες ευρώ που προορίζονταν για τον Τέρχο και να εξαφανιστεί. Είχε το σχέδιό της. Είχε καταφέρει να κλέψει τα δεύτερα κλειδιά του Μπαρίς χωρίς εκείνος να το καταλάβει. Είχε βρει και πού θα κρυβόταν. Όλα έπρεπε να είναι εντάξει. Την Κυριακή ο Ρώσος και οι Εσθονοί θα βρίσκονταν κάπου αλλού ως αργά, τελικά όμως είχαν έρθει νωρίτερα. Κι έτσι η Νατάλια Σμιρνόβα ήταν τώρα ξαπλωμένη στο σκοτάδι, γυμνή και πεθαµένη. Αυτή ήταν η συνέπεια της πράξης της, βαρύτερη απ’ ό,τι θα φανταζόταν η ίδια. Η ζωή της ήταν μια σειρά λανθασμένες επιλογές που δεν μπορούσε ν’ αποφύγει. Επιλογές που της είχαν προσφερθεί για σωστές, σερβιρισμένες σε δίσκο χρυσό που μύριζε τριαντάφυλλα. Εκείνη δεν ήξερε να κοιτάξει κάτω από τον δίσκο, πίσω από τον σερβιτόρο, να δει το λευκό χιόνι που το αίμα της θα ’βαφε κόκκινο. Γι’ αυτό και η Νατάλια ήταν τώρα µόνη µέσα στο κρύο, χωρίς να κρυώνει. Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν τις τελευταίες 128 ώρες.


Ούτε νεκρή δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Ο Μπαρίς Σοκόλοβ τής είχε ακόµα µια αποστολή.


23

Η Χιονάτη έτρεξε στο υπόγειο κοιτώντας κάθε τόσο πίσω της μήπως και την ακολουθούσε ο άντρας. Ευτυχώς όχι. Είχε καταφέρει να του ξεφύγει. Έτρωγε κοντά στον μπουφέ με τα δεκάδες διαφορετικά φαγητά, όταν ο άντρας που την είχε ενοχλήσει νωρίτερα την πλησίασε από πίσω απαιτώντας να του εξηγήσει πού είχε χαθεί. «Οι δρόμοι των γυναικών είναι μερικές φορές ανεξερεύνητοι» του είχε απαντήσει σαν να τον φλέρταρε. Ο άντρας τής είχε προτείνει να πάνε στον τελευταίο όροφο και να τον μελετήσουν λίγο πιο προσεκτικά. Η Χιονάτη είχε απαντήσει πως πρώτα θα ’πρεπε να φάει. Ο άντρας την είχε πιάσει από τη μέση διαπιστώνοντας ότι τέτοιο λεπτοκαμωμένο σώμα δεν άξιζε να το καταστρέψει τρώγοντας υπερβολικά. Εκείνη του είχε απαντήσει ότι δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα και ότι θα ήταν καλό και γι’ αυτόν να μη λιποθυμήσει από την αδυναµία. Ο άντρας είχε βάλει τα γέλια. «Όταν παίρνεις µπροστά, είσαι µεγάλη γάτα». Ακριβώς, βγάζω και μάτια, είχε σκεφτεί η Χιονάτη, αρκέστηκε όµως να απαντήσει µ’ ένα απαλό νιαούρισµα. Έπειτα είχε καταφέρει να τον ξεγελάσει δίνοντάς του το πιάτο της να το κρατήσει και λέγοντάς του ότι πάει να φρεσκαριστεί. Ο άντρας είχε απομείνει ευχαριστημένος με το πιάτο στο χέρι, έχοντας


μάλλον την εντύπωση ότι κρατούσε όμηρο το φαγητό της, χωρίς το οποίο η Χιονάτη δε θα τα ’βγαζε πέρα. Ανοησία. Κοίταξε ολόγυρά της το υπόγειο. Στο βάθος υπήρχε μια μεγάλη κουζίνα, όπου, κρίνοντας από τις φωνές, οι μάγειροι ετοίμαζαν πυρετωδώς νέα φαγητά. Τα τηγάνια κουδούνιζαν, τα μαχαίρια χτυπούσαν πάνω στα ξύλα κοπής, οι προσταγές έδιναν κι έπαιρναν. Οι σερβιτόροι έβγαιναν ασταμάτητα με δίσκους, μπολ και ταψιά. Παρακολούθησε για λίγο κρυμμένη τη µεταφορά των φαγητών. Τον πατέρα της Έλισα τον είχε δει μόνο δύο φορές στα πεταχτά, όταν όμως επιχειρούσε να τον ακολουθήσει, εκείνος χανόταν. Ξαφνικά, λες και το είχε κάνει παραγγελία, άκουσε από τον διπλανό διάδρομο τη φωνή του Τέρχο Βάισανεν που μιλούσε με κάποιον αγγλικά. Και η άλλη φωνή γνωστή τής φάνηκε, αλλά δεν µπορούσε να θυµηθεί από πού. Οι φωνές πλησίαζαν. Τότε η Χιονάτη συνειδητοποίησε ότι τη φωνή του άλλου άντρα την είχε ακούσει τότε που την κυνήγησαν στο Πίινικι. Ήταν η φωνή του Ρώσου. Σκέφτηκε για ένα δευτερόλεπτο. Να μείνει στη θέση της και να κάνει ότι είχε βρεθεί εκεί τυχαία ή από περιέργεια; Κανένας από τους δυο τους δε θα την αναγνώριζε. Θα προκαλούσε όμως την προσοχή, ήταν σε λάθος μέρος, πολύ ορατή. Κι αυτό δεν ήταν καλό για τη συνέχεια. Προσπάθησε να σπρώξει τη διπλανή πόρτα. Άνοιξε. Έριξε μια προσεκτική ματιά, αλλά στο δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς. Μόνο μεγάλοι καταψύκτες και κιβώτια γεμάτα αλκοολούχα ποτά. Αναμφίβολα αποθήκη. Μπήκε μέσα και περίμενε να προσπεράσουν ο Τέρχο Βάισανεν και ο Ρώσος. Δεν προσπέρασαν. Σταµάτησαν στην πόρτα. «I’ve got something to show you» άκουσε τον Ρώσο να λέει. Η Χιονάτη έριξε μια ματιά ολόγυρα. Δεν υπήρχε πίσω πόρτα. Δεν υπήρχε μέρος να κρυφτεί. Κανένα μέρος όπου θα μπορούσε


να πάει, κανένας τρόπος για να ξεφύγει. Τίποτα εκτός από τους καταψύκτες. Άνοιξε τον πιο κοντινό, πήρε βαθιά αναπνοή και τον ξανάκλεισε γρήγορα. Της ερχόταν να ξεράσει. Τα χέρια και τα πόδια της έτρεμαν. Δε θα την ωφελούσε να κάτσει να σκεφτεί το θέαμα. Το πάρτι ήταν σκηνοθετημένο τέλεια, αλλά το περιεχόμενο του καταψύκτη πραγματικό. Έριξε μια ματιά στον διπλανό καταψύκτη και αναστέναξε µε ανακούφιση. Δεν είχε τίποτ’ άλλο εκτός από σακουλάκια με κατεψυγμένο αρακά στον πάτο. Έβγαλε γρήγορα την πρίζα. Δε θα βοηθούσε ιδιαίτερα, τουλάχιστον όμως η θερμοκρασία του σώματός της δε θα ’πεφτε τόσο γρήγορα μέσα στον καταψύκτη, που θα προσπαθούσε να καταψύξει βίαια ένα κομμάτι κρέας 55 κιλών και θερμοκρασίας 36,3 βαθµών στους -18 βαθµούς. Η Χιονάτη είδε το χερούλι της πόρτας να κινείται. Σκαρφάλωσε στον καταψύκτη, μπήκε μέσα, βολεύτηκε κι έκλεισε το καπάκι ακριβώς τη στιγμή που έμπαιναν οι δύο άντρες. Το κρύο άρχισε να τσιμπάει αμέσως το γυμνό της δέρμα. Η παγωνιά δεν την εγκατέλειπε ποτέ. Αυτός ο χειμώνας ήταν καταραµένος.

Ο Τέρχο ήταν κουρασμένος. Δεν άντεχε τα παιχνιδάκια του Μπαρίς Σοκόλοβ. Ήθελε να επικεντρωθεί στη στρατηγική που θα ακολουθούσε για να πείσει την Πολική Αρκούδα ότι άξιζε τον κόπο να τον αποζημιώσει για να αποχωρήσει. Οι φήμες έλεγαν ότι την Πολική Αρκούδα δεν μπορούσε να την εκβιάσει κανείς ούτε να την απειλήσει. Κανένας δεν το είχε καταφέρει, παρότι είχαν προσπαθήσει πολλοί. Έπρεπε λοιπόν να διαπραγµατευτεί. «Where is Natalia?» ρώτησε.


Ο Μπαρίς Σοκόλοβ αποκάλυψε τα δόντια του. Υποτίθεται πως χαµογέλασε. «Αυτό ακριβώς ήθελα να σου δείξω» απάντησε στα αγγλικά. «Η δική σου Βασίλισσα του Χιονιού είναι εδώ». Ο Τέρχο είδε κατάπληκτος τον Ρώσο ν’ ανοίγει τον πλησιέστερο καταψύκτη.

Η Χιονάτη άκουσε την κραυγή που έβγαλε ο πατέρας της Έλισα. Ήξερε τι είχε δει. Η εικόνα θα έμενε καρφωμένη στα μάτια του πιθανότατα για πάντα. Υλικό για τους μελλοντικούς εφιάλτες του. Μια νεαρή γυναίκα μέσα στον καταψύκτη, γυμνή και πεθαµένη. Τα μάτια ανοιχτά, το πρόσωπο γκρίζο, τα χείλη μπλάβα, το αίµα στεγνό. Στην κοιλιά µια µεγάλη τρύπα. «Τι… τι της κάνατε;» τον άκουσε να ρωτάει με φωνή που έτρεµε. «Είχα την εντύπωση πως ένας αστυνομικός έχει ξαναδεί πυροβοληµένα πτώµατα». «Γιατί όµως;» «Ισχυρίζεσαι αλήθεια ότι δεν ξέρεις; Η Νατάλια σκόπευε να εξαφανιστεί με τα λεφτά. Τα δικά σου λεφτά. Τα δικά μας λεφτά. Τη σταματήσαμε. Δεν το κατάλαβες όταν πήρες τη σακούλα µε τα µατωµένα χαρτονοµίσµατα;» «Ποια χαρτονοµίσµατα;» «Την αµοιβή σου». «Δεν έχω πάρει τίποτα, ρε γαµώτο». «Αυτό είναι δικό σου πρόβλημα, όχι δικό μας. Εμείς τα παραδώσαμε στις 28 Φεβρουαρίου, όπως είχαμε πει. Τρεις φορές τον χρόνο, στις προκαθορισμένες ημερομηνίες. Αυτή τη φορά δεν τα κρύψαμε στο δάσος, τα φέραμε στην πόρτα σου. Θέλαμε να σου κάνουµε έκπληξη για τις καλές υπηρεσίες σου».


«Αυτό είναι… αηδιαστικό». «Αυτό είναι… ρεαλισμός. Δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε να φύγει με τα λεφτά. Τριάντα χιλιάδες ευρώ μπορεί να μην είναι τίποτα, αν όµως µας κατέδιδε θα την πληρώναµε ακριβά». «Δεν… δεν… δεν…» Ο πατέρας της Έλισα έψαχνε τις λέξεις. «Δε θέλω πια καμία σχέση μαζί σου, Μπαρίς, ή με τους άντρες σου. Ποτέ. Το κατάλαβες; Δεν έπρεπε να γίνει αυτό. Δεν έπρεπε να πεθάνει κανένας». «Πέθαναν όµως. Πρώτα η Νατάλια και µετά ο Βίιβο». «Ο Βίιβο Ταµ;» «Οι άντρες της Πολικής Αρκούδας. Συμβαίνει καμιά φορά. Προσπάθησε να το δεις κι εσύ επαγγελματικά. Απώλειες υπάρχουν πάντα. Πράγματα χάνονται, λεφτά εξαφανίζονται, άνθρωποι πεθαίνουν. Είναι κι αυτό µέρος του παιχνιδιού». «Επαγγελματικά; Επαγγελματικά; Δεν μπορείς να δεις επαγγελματικά κάτι τέτοιο, ρε γαμώτο. Σκότωσες έναν άνθρωπο!» Η Χιονάτη άκουσε τη φωνή του Τέρχο Βάισανεν να ραγίζει. Ο άνθρωπος ήταν στα πρόθυρα της υστερίας. Άρχισε να μη νιώθει τα δάχτυλα των χεριών της. Τα δάχτυλα των ποδιών δεν τα ένιωθε ήδη. Το οξυγόνο μέσα στον καταψύκτη ευτυχώς ήταν αρκετό. Ακόµη. «Απαλλάχτηκα από έναν αναξιόπιστο υπάλληλο. Θα σου δώσω κι εσένα μια συμβουλή, Τέρχο. Μην αρχίσεις να μου κάνεις κόλπα. Θα σε στείλω να κοιμηθείς δίπλα στην πουτάνα σου. Ακόµα και µε τα ίδια µου τα χέρια, αν χρειαστεί». Ο πατέρας της Έλισα γέλασε. Το γέλιο του είχε μια χροιά απελπισίας. «Μα εσύ µε χρειάζεσαι. Δέκα χρόνια τώρα µε χρειάζεσαι». «Η συνεργασία μας ήταν άψογη. Εσύ μας έδινες τις πληροφορίες σου κι εμείς σου αποκαλύπταμε ό,τι έπρεπε. Το εμπόριο ναρκωτικών άνθισε και η Δίωξη κατάφερε να


παρουσιάσει στατιστικά που να φαίνονται όμορφα. Win-win. Και την προαγωγή σου σ’ εμένα την οφείλεις. Άκουσε όμως, μπατσάκο, δε σε χρειάζομαι. Ένα μυγόσκατο είσαι για μένα. Βρίσκω καινούριο πληροφοριοδότη όποια ώρα θέλω». «Χαίροµαι που τ’ ακούω, γιατί σκοπεύω να σταµατήσω». «Εγώ θ’ αποφασίσω πότε θα σταµατήσεις». «Όχι, Μπαρίς, δεν είναι έτσι. Θα σταματήσω κι εσύ δεν µπορείς να κάνεις τίποτα». Η Χιονάτη ένιωθε τη σιωπή ανάμεσα στους άντρες να µακραίνει οδυνηρά. «Χμ» έκανε τελικά ο Ρώσος. «Αν σταματήσεις, πώς θα ’μαι σίγουρος ότι δε θα µιλήσεις;» «Πρέπει απλά να µ’ εµπιστευτείς». «Όχι. Θα σου πω εγώ. Θα σ’ εμπιστευτώ, γιατί, αν με προδώσεις, θα βρεις στην κατάψυξη του σπιτιού σου την όµορφη κόρη σου…» «Γαµήσου…» Η Χιονάτη άκουσε θόρυβο. Μάλλον ο πατέρας της Έλισα είχε επιτεθεί στον Ρώσο. Για μια στιγμή ακούστηκαν βογκητά κι έπειτα ησυχία. «Δεν υπερέβαλα όταν είπα ότι αν χρειαστεί θα σε σκοτώσω με τα ίδια µου τα χέρια». Η φωνή του Μπαρίς Σοκόλοβ ήταν λαχανιασµένη. «Οκέι, οκέι. Καταλαβαίνω. Βάλ’ το κάτω. Συγγνώμη που έχασα την ψυχραιµία µου». «Θυμήσου. Η κόρη σου στον καταψύκτη. Βάλε καλά την εικόνα στο μυαλό σου, αν σου καρφωθεί καμιά φορά να κάνεις βλακείες. Αμέσως η εικόνα θα γίνει πραγματικότητα. Και στον λόγο µου µπορείς να βασίζεσαι πάντα». Έπειτα η Χιονάτη άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει και τους άντρες να φεύγουν. Ακριβώς την ώρα που έπρεπε. Είχε ήδη αρχίσει να παγώνει. Σήκωσε το χέρι για ν’ ανοίξει το καπάκι και τότε η πόρτα άνοιξε


πάλι. Βήµατα. Έντονη συζήτηση στα φινλανδικά. «Δεν καταλαβαίνω πώς φεύγει τόσο αλκοόλ. Πίνουνε σαν σφουγγάρια». «Καλύτερα να το συνηθίσεις. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή. Θα τους δεις τα ξηµερώµατα». Σερβιτόροι, σκέφτηκε αµέσως η Χιονάτη. «Τι χρειαζόµαστε επειγόντως;» «Σαμπάνια. Φεύγει περισσότερο απ’ όλα στην αρχή. Έπειτα αρχίζουν και κατεβάζουν με τον ίδιο ρυθμό λευκό και κόκκινο κρασί. Τώρα τον χειμώνα ίσως περισσότερο κόκκινο. Τα ξημερώματα φεύγουν τα βαριά, ουίσκι και τέτοια. Ακόμα και ρούμι. Και φυσικά τα λευκά. Κάποιοι πίνουν το ίδιο ποτό από την αρχή, οι περισσότεροι όµως το αλλάζουν». Πάρτε τις βρομοσαμπάνιες και χαθείτε, σκέφτηκε η Χιονάτη. Να πάτε αλλού να κουτσοµπολέψετε. «Μάλιστα. Κάποιος έβαλε πάλι όλα αυτά τα κόκκινα κρασιά πάνω στις σαμπάνιες, παρόλο που έχω πει χίλιες φορές κάτω τα κόκκινα, πάνω τα αφρώδη. Κι όπως σου είπα ήδη, τα κόκκινα θα βγουν πολύ αργότερα». «Εντάξει μωρέ, ηρέμησε. Μην το κάνεις θέμα. Έλα να τα βγάλουµε». «Θα το κάνω θέμα. Αν δεν μπορούν ν’ ακολουθήσουν ούτε τις πιο απλές εντολές, η υπόθεση θα μας ξεφύγει από τα χέρια. Και για να ξέρεις, όσο προχωράει η βραδιά, τόσο μεγαλύτερο θα ’ναι το χάος. Πραγματική κόλαση. Με δύο χέρια θα τα κουβαλάμε τα ποτά και πάλι θα τελειώνουν. Άντε μετά να βρεις πού έχει χώσει κάποιος ηλίθιος το καλό κονιάκ». «Ας τελειώνουµε». Σωστά. Η Χιονάτη ευχαρίστησε τον δεύτερο σερβιτόρο για την πρωτοβουλία του, όταν τον άκουσε να πιάνει το κιβώτιο με τα κρασιά. Τα µπουκάλια κουδούνισαν ελαφρά. «Όχι κάτω. Θα ’ναι μες στα πόδια μας. Βάλ’ τα εδώ, πάνω στον καταψύκτη».


«Δεν πιστεύω να ’χει κάτι σημαντικό εκεί μέσα; Θέλω να πω, κάτι που θα το χρειαστούμε σε λίγο; Να μην τα πηγαίνουμε πέρα δώθε. Είναι ασήκωτα». «Μερικά σακουλάκια αρακά έχει μόνο. Το τσέκαρα πριν από µία ώρα». «Μήπως όµως είναι καλύτερα…» Η Χιονάτη άκουσε τον σερβιτόρο να πιάνει το χερούλι από το καπάκι. Μην ανοίξεις. Όχι, όχι, όχι. Εκείνη τη στιγμή κάτι βαρύ βρόντηξε πάνω στο καπάκι του καταψύκτη. «Σιγά, παραλίγο να µου πιάσεις τα δάχτυλα!» «Ναι, αλλά δε σ’ τα ’πιασα. Θα σηκώσεις κι εσύ κανένα ή θα τα κάνω όλα µόνος µου;» «Ήρεµα, ήρεµα…» Κι άλλος γδούπος πάνω στο καπάκι. Τρίτος. Τέταρτος. Τέσσερα κιβώτια γεµάτα µπουκάλια κόκκινο κρασί. «Και τώρα η σαµπάνια». Τα μπουκάλια κουδούνισαν καθώς οι σερβιτόροι πήραν από ένα κιβώτιο. Τα βήματά τους απομακρύνθηκαν προς την πόρτα. «Ένα λεπτό» είπε ο ένας και γύρισε πίσω. Πλησίασε στον καταψύκτη. Ακούστηκε ένα κλικ και το μηχάνημα άρχισε να δουλεύει. «Κάποιος τον έβγαλε κατά λάθος από την πρίζα. Δεν πρέπει να πέσει η θερμοκρασία. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα θελήσουν να ρίξουν µέσα καµιά εκατοστή κιλά κρέας ελαφιού». Τα βήματα πήγαν πάλι προς την έξοδο. Η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε. Η Χιονάτη έµεινε στην αποθήκη µόνη. Αν δε λογάριαζες βέβαια το πτώμα της γυναίκας που ονοµαζόταν Νατάλια στον διπλανό καταψύκτη. Σύντοµα τα κατεψυγµένα πτώµατα θα ήταν δύο.


24

«Come on! Προσπάθησε τουλάχιστον. Πρέπει να τον πυροβολήσεις αμέσως στο κεφάλι, πριν σε προσέξει. Χάνουμε συνεχώς πόντους». «Άντε γαμήσου! Κάνω ό,τι μπορώ. Εσύ τα κάνεις σκατά και δεν µπορώ να συγκεντρωθώ». «Τώρα! Τώρα! Χτύπα! Όχι, ρε γαµώτο. Χτύπα!» «Oh yeah! Τίναξέ του τα µυαλά στον αέρα». Η Έλισα ένιωθε έναν πόνο να της τρυπάει τα μηνίγγια και το πίσω μέρος του κεφαλιού. Καθόταν μπροστά στο λάπτοπ με τα μάτια καρφωμένα σε μια κόκκινη κηλίδα, που παρέμενε ακίνητη εδώ και ώρα. Δηλαδή όλα ήταν καλά μάλλον. Σήμαινε πως η Χιονάτη είχε καταφέρει να φτάσει και να μπει στο πάρτι. Αν είχε ξεμείνει στο πορτμπαγκάζ, θα είχε τηλεφωνήσει ή θα είχε στείλει μήνυμα. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελε να δεχτεί πως υπήρχε και μία ακόμα περίπτωση: ο οδηγός ή κάποιος άλλος να είχε βρει τη Χιονάτη και να είχε κάνει το πορτμπαγκάζ προσωρινό τάφο της. Έχωσε τις άκρες από τα δάχτυλά της στο στόμα και μάσησε το βερνίκι. Τα ροζ νύχια με τα μαύρα μοτίβα είχαν χαλάσει από καιρό. Μα δεν την ένοιαζε. Δεν ήταν ώρα για νύχια. «Ήρθε η ώρα να γεμίσουν αίματα και αυτού του δωματίου οι τοίχοι. Make my day!»


Η Έλισα τα πήρε, πήγε στην πρίζα και τράβηξε το καλώδιο του playstation. Ο Τούουκα και ο Κάσπερ έβαλαν τέτοιες φωνές, που θα τις άκουγε ακόµα και κουφός. Ας πήγαιναν σπίτι τους να παίξουν, αν δεν ήξεραν να κάνουν κάτι άλλο. Τα κωλόπαιδα. «Και πηγαίναµε για ρεκόρ» διαµαρτυρήθηκε ο Κάσπερ. «Τον θερίσαµε σαν άχυρο». «Μπορείτε τουλάχιστον να κάνετε πως συγκεντρώνεστε;» ρώτησε η Έλισα δείχνοντας το λάπτοπ της. «Έλα τώρα, μπέιμπι. Αυτή η εικόνα είναι ίδια δύο ώρες τώρα. Κι έτσι θα μείνει, αν όλα πάνε όπως πρέπει. Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να τη βοηθήσουμε με κανέναν τρόπο. Ή μήπως εννοείς ότι αν καρφώσουμε και οι τρεις τα μάτια μας στην οθόνη, θα της στείλουµε θετική ενέργεια;» Όση ώρα μιλούσε, ο Τούουκα στεκόταν πίσω από την Έλισα, με τα χέρια του στους ώμους της. Εκείνη τίναξε τα χέρια του να φύγουν. Το άγγιγμά του εκείνη ακριβώς τη στιγμή την ενοχλούσε. Ολόκληρος την ενοχλούσε. Της ήταν αδιανόητο πως κάποτε τον είχε ερωτευτεί και ότι ακόμα και πριν από δύο μέρες σκεφτόταν πως ίσως μια μέρα τα ξανάφτιαχναν, όταν θα είχαν πρώτα αποδείξει τη δύναμη της γοητείας τους και πόσο ποθητοί ήταν σε αρκετούς άλλους. Ότι η σχέση τους θα ήταν το love story του αιώνα, ένα φλογερό πάθος. Αν δεν υπήρχε ο Τούουκα, η ίδια δε θα ήταν τώρα αναγκασμένη να κοιτάζει την κόκκινη κηλίδα που έδειχνε τη Χιονάτη. Δε θα χρειαζόταν να φοβάται για εκείνη και για τον πατέρα της. Ο Τούουκα ήθελε να κρατήσουν τα λεφτά. Ο Τούουκα είχε τη φαεινή ιδέα να πάνε στο σχολείο να τα πλύνουν… Οκέι, η Έλισα καταλάβαινε ότι οι σκέψεις της ήταν άδικες. Δεν μπορούσε να κατηγορεί τον Τούουκα για την απαίσια κατάσταση στην οποία βρισκόταν, ήταν όμως πιο εύκολο να µισεί αυτόν παρά τον πατέρα της.


Ο πατέρας. Ο μπαμπάς, όπως τον έλεγε και τον σκεφτόταν ακόμη η Έλισα. Ήταν πάντα το κορίτσι του μπαμπά, αφού η μάνα της, όσο τη θυμόταν, ταξίδευε συχνά για δουλειές. Η ίδια και ο μπαμπάς περνούσαν καλά μαζί, έσερναν στο καθιστικό όλα τα στρώματα και τα παπλώματα και τα μαξιλάρια κι έφτιαχναν ένα μεγάλο κάστρο όπου μερικές φορές κοιμόντουσαν κιόλας. Ο μπαμπάς τής έφτιαχνε ομελέτες με σχήμα αρκουδιού και τραγουδούσε με δυνατή φωνή επιτυχίες της Πάουλα Κοϊβουνίεμι. Ο μπαμπάς δεν κουραζόταν ποτέ με την ατέλειωτη φλυαρία της ούτε εκνευριζόταν με ό,τι παράξενο της καρφωνόταν στο μυαλό. Στην αγκαλιά του μπαμπά είχε κλάψει μετά την πρώτη της ερωτική απογοήτευση. Και δεν είχε περάσει καν ένας χρόνος από τον τελευταίο κινηματογραφικό μαραθώνιο που είχαν οργανώσει μαζί. Είχαν δει για πολλοστή φορά τον «Πόλεμο των άστρων», όλη τη σειρά, κάτι που κατέληγε πάντα σε διαγαλαξιακό πόλεμο με ποπκόρν κι έκανε τη µάνα της να τρίβει τα µάτια της. Οι τελευταίες μέρες τής είχαν πάρει τον μπαμπά που νόμιζε ότι ήξερε. Στη θέση του είχε έρθει ένας παράξενος άνθρωπος που απατούσε τη μάνα της με μια νεαρή γυναίκα και ήταν μπλεγμένος σε επικίνδυνες κι εγκληματικές δραστηριότητες. Η Έλισα ήθελε να τον κοιτάξει στα μάτια και να τον ρωτήσει: «Τέρχο Βάισανεν, ποιος είσαι τελικά;». Φοβόταν για τη Χιονάτη, αλλά φοβόταν και για όσα θα μάθαινε. Είχε χάσει ξαφνικά το πιο ασφαλές, το πιο αξιόπιστο κομμάτι της ζωής της και δεν ήταν σίγουρη αν θα άντεχε ν’ ακούσει κι άλλες αποκαλύψεις. Αλλά κατά πάσα πιθανότητα έπρεπε. Ο Κάσπερ έπαιζε με τα πλήκτρα του τηλεφώνου του και ξαφνικά σήκωσε τα μάτια και κοίταξε την Έλισα και τον Τούουκα. «Όχι, ρε πούστη µου! Μόλις συνειδητοποίησα κάτι». Η καρδιά της Έλισα άρχισε πάλι να χτυπάει δυνατά.


«Τι;» «Δε νομίζω πως θα τους έχουν αφήσει πάνω τους τα κινητά. Η Πολική Αρκούδα είναι πάρα πολύ προσεκτική μ’ αυτά» είπε ο Κάσπερ. «Τώρα το θυμήθηκες;» γρύλισε ο Τούουκα. «Και πώς θα μας ενηµερώσει αν έχει πρόβληµα;» Η Έλισα δεν τροµοκρατήθηκε. «Δεν πιστεύω πως αυτό θα ’ναι πρόβλημα για τη Χιονάτη. Θα βρει τρόπο να µας ενηµερώσει, είµαι σίγουρη». «Της έχεις μεγάλη εμπιστοσύνη» παρατήρησε ο Τούουκα και την κοίταξε διερευνητικά. Περισσότερο από ό,τι σ’ εσάς τους δύο, σκέφτηκε εκείνη. Τους χρωστούσε βέβαια ευγνωμοσύνη που δεν είχε αναγκαστεί να περάσει το βράδυ μόνη της σ’ ένα μεγάλο σπίτι, παρακολουθώντας στην οθόνη τη συσκευή εντοπισμού ν’ αναβοσβήνει. Ένα πράγμα είχε αποφασίσει. Όταν θα τελείωναν όλα, θα τελείωνε και η φιλία της με τον Τούουκα και τον Κάσπερ. Δε θα αποτελούσαν πια ένα αχώριστο τρίο. Το βλέμμα της καρφώθηκε πάλι στην κόκκινη κηλίδα. Τι να ’κανε εκείνη τη στιγμή η Χιονάτη; Τι να σκεφτόταν; Άρχισε να στριφογυρίζει μια τούφα από τα μαλλιά της κι έπειτα έβαλε την άκρη της στο στόμα. Αυτό την ηρεμούσε από τότε που ήταν μικρή. Ήξερε πως ο Τούουκα εκνευριζόταν όταν την έβλεπε, αλλά δεν την ένοιαζε. «Κι αν δεν έχουµε νέα της…» Ο Κάσπερ άφησε τη φράση του στη µέση. «Τότε θ’ ακολουθήσουμε το αρχικό σχέδιο» είπε η Έλισα προσπαθώντας να κάνει τη φωνή της ήρεµη και σταθερή. «Πού έχει βάλει τη συσκευή εντοπισμού;» ρώτησε ο Τούουκα. «Στο πόδι της» είπε η Έλισα. «Με καλτσοδέτα». «Κι αν κάποιος την προσέξει;» είπε ο Κάσπερ. «Πού θα ξέρουμε αν την έχουν πετάξει στα σκουπίδια και τη Χιονάτη την


έχουν σκοτώσει και την έχουν κρύψει σε κανένα ντουλάπι ή την έχουν µεταφέρει κάπου µακριά;» Η Έλισα σηκώθηκε από την καρέκλα της. Ήθελε να τον χτυπήσει ή έστω να του δώσει µια σπρωξιά. «Κόψ’ το, έτσι; Δε βοηθάς καθόλου. Βουλώστε το και οι δύο μέχρι να ’χετε να πείτε κάτι σημαντικό. Η Χιονάτη είναι στο πάρτι, όλα πάνε καλά, όλα προχωρούν όπως πρέπει. Αν αυτή τη στιγµή µάς άκουγε, θα γελούσε µες στα µούτρα µας». Πήγε με γρήγορα βήματα στην κουζίνα. Ήθελε να πιει κάτι χαλαρωτικό. Το βλέμμα της έπεσε στην κάβα της μάνας της. Πού θα καταλάβαινε αν έλειπε ένα μπουκάλι; Δυο ποτηράκια κόκκινο κρασί θα ξαλάφρωναν τις σκέψεις και τους φόβους της, θα τα άντεχε όλα πιο εύκολα. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν νοσταλγικά τον λαιμό ενός µπουκαλιού, τελικά όµως άλλαξε γνώµη. Όχι, έπρεπε να ’ναι σ’ εγρήγορση, πανέτοιμη αν η Χιονάτη χρειαζόταν βοήθεια.


25

Κάθε κιβώτιο είχε δεκαέξι μπουκάλια κρασί. Τα κιβώτια ήταν τέσσερα. Τα μπουκάλια ήταν γυάλινα, των 0,75 λίτρων. Η Χιονάτη θυμήθηκε ότι κάπου είχε διαβάσει πως ένα τέτοιο γυάλινο μπουκάλι ζυγίζει άδειο 450 γραμμάρια. Υπολογίζοντας και το βάρος του κρασιού κατέληξε ότι πάνω στον καταψύκτη βρίσκονταν σχεδόν 77 κιλά. Καθόλου καλή σκέψη. Κάποια φορά στο γυμναστήριο είχε καταφέρει να σηκώσει με τα πόδια 100 κιλά. Τούτο όμως δεν ήταν όργανο γυμναστικής, ήταν καταψύκτης. Πέταξε τις ψηλοτάκουνες γόβες και πιέζοντας την πλάτη της όσο περισσότερο μπορούσε στον πάτο του καταψύκτη έσπρωξε µε τα πόδια το καπάκι. Κανένα αποτέλεσµα. Υποθερμία. Όταν η θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος πέφτει κάτω από τους 35 βαθµούς Κελσίου. Συμπτώματα: ρίγη, αίσθηση ψύχους, αδεξιότητα, τρέμουλο των µυών. Όταν η θερμοκρασία πέφτει περισσότερο, η αίσθηση του ψύχους χάνεται, το τρέμουλο σταματάει και η συνείδηση εξασθενεί. Η αναπνοή και οι παλμοί επιβραδύνονται. Όταν η θερμοκρασία πέφτει κάτω από τους 30 βαθμούς, οι αρρυθμίες αυξάνονται σηµαντικά.


Ο μηχανισμός άμυνας του οργανισμού αρχίζει και μεταφέρει ζεστό αίμα κοντά σε ζωτικά όργανα και κρύο αίμα προς τα άκρα. Τα χέρια αρχίζουν να μη λειτουργούν. Η κίνηση δυσκολεύει. Οι άσκοπες κινήσεις των άκρων μπορεί να ρίξουν στην κυκλοφορία κρύο αίμα. Όταν το κρύο αίμα φτάσει στην καρδιά, παγώνει το μυοκάρδιο κι αυτό μπορεί να προκαλέσει κοιλιακή µαρµαρυγή, ακόµα και θάνατο. Το δυνατό κρύο δεν της ήταν άγνωστο. Το φθινόπωρο, μετά τον χωρισμό της, είχε αρχίσει να πηγαίνει στο κολυμβητήριο για σάουνα και κολύμπι. Όσο πιο κρύο ήταν το νερό, τόσο πιο καλά αισθανόταν. Η πιο εκπληκτική εμπειρία της ήταν τότε που η λίμνη είχε αρχίσει να παγώνει και κολύμπησε για πρώτη φορά στη ζωή της σε μια τρύπα στον πάγο. Το κολύμπι στον πάγο ήταν σαν ναρκωτικό. Όταν βγήκε από το παγωμένο νερό κι ένιωσε τη ζέστη να πλημμυρίζει το σώμα της, η ενδορφίνη άρχισε να τραγουδά στις φλέβες της και το κεφάλι της γύριζε ελαφρά σαν να είχε μεθύσει. Η αίσθηση ήταν φοβερή. Σ’ έκανε να θέλεις όλο και περισσότερο. Η Χιονάτη στη σάουνα ήταν σαν ένα παράξενο πουλί. Οι περισσότεροι τακτικοί πελάτες ήταν ηλικιωμένοι, άντρες και γυναίκες, μερικοί από τους οποίους κάθονταν στους 120 βαθμούς φορώντας σκούφο στο κεφάλι. Όλοι φορούσαν τα προβλεπόμενα παπούτσια για το κολύμπι στην παγωμένη λίμνη. Η Χιονάτη δεν είχε αγοράσει ακόμη τέτοια. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες την αποκαλούσαν συνήθως «το κορίτσι». Μια χαρά ταίριαζε. Δεν είχε δει εκεί κανέναν άλλον κάτω των είκοσι χρόνων. Κάπου κάπου μόνο έρχονταν ομάδες τριαντάρηδων, αντρών και γυναικών, που οργάνωναν μπάτσελορ πάρτι ή απλά διασκέδαζαν. Γενικά στη λίμνη ήταν ήσυχα. Οι σκληραγωγημένοι κολυμβητές έπεφταν στο παγωμένο νερό χωρίς τσιρίδες και βογκητά. Έκαναν μερικές απλωτές κι έπειτα έβγαιναν, στέκονταν για λίγο στο κατώφλι της σάουνας κι άφηναν το


δέρμα τους ν’ αχνίζει. Της Χιονάτης της άρεσε αυτή η στιγμή. Σπάνια είχε βιώσει κάτι που θα μπορούσε να το αποκαλέσει θεϊκό. Όταν όμως, μια βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, πήγε ένα απόγευμα στη σάουνα, η αυλή ήταν φωτισμένη με φαναράκια και τ’ αστέρια έλαμπαν στον ουρανό. Αφού κολύμπησε στην παγωμένη λίμνη, ένιωσε κάθε κύτταρό της σε εγρήγορση, πλημμύρισε ολόκληρη μια παράξενη ευγνωμοσύνη, που ήταν νοσταλγία και θλίψη μαζί και είχε και μια ιδέα μαγείας. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε την καταδική της χριστουγεννιάτικη ειρήνη, καθώς κοιτούσε τ’ αστέρια και τα χιονισµένα έλατα να υψώνονται σοβαρά και σταθερά. Ενώ όμως το κολύμπι στην παγωμένη λίμνη ήταν καλό για την υγεία, η κατάψυξη δεν ήταν σε καμία περίπτωση. Νερό στους μηδέν βαθμούς δεν ήταν το ίδιο μ’ έναν καταψύκτη στους µείον δεκαοχτώ. Η Χιονάτη ευχόταν να μην είχε παρακολουθήσει με τόση προσοχή τα μαθήματα πρώτων βοηθειών. Προσπάθησε να μη σκέφτεται τι θα της συνέβαινε από την έλλειψη οξυγόνου. Έπρεπε να συγκεντρωθεί στην προσπάθειά της ν’ ανοίξει το καπάκι. Δεν την ένοιαζε που έτσι θα κινούσε χωρίς λόγο τα άκρα της ή θα ξόδευε πολύ γρήγορα το οξυγόνο που υπήρχε μέσα στον καταψύκτη. Τα πόδια της ήταν σαν δυο κατεψυγµένοι κορµοί. Πήρε βαθιά αναπνοή, έβαλε όλη της τη δύναμη κι έσπρωξε, έσπρωξε… Το καπάκι κουνήθηκε λίγο. Πολύ λίγο. Η Χιονάτη δεν άντεξε να σπρώξει περισσότερο και το καπάκι έκλεισε πάλι ερμητικά. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, αν και δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να κλάψει. Ήταν απελπισμένη. Ήταν τόσο γελοίο, τόσο μάταιο όλα να τελειώσουν εκεί. Δεν ήθελε να πεθάνει. Τη στιγμή που η ζωή της στο Τάμπερε είχε αρχίσει να έχει πάλι νόηµα, που άξιζε να τη ζει. Η Χιονάτη στο γυάλινο φέρετρο. Να κοιμάται τον αιώνιο


ύπνο. Όχι, αυτό το παραµύθι δε θα τελείωνε έτσι. Σκέφτηκε το κορίτσι που ήταν παλιά. Το κορίτσι που ήταν τώρα. Δεν το είχε βάλει κάτω ποτέ. Ούτε στις πιο δύσκολες στιγµές. Άλλαξε λίγο τη θέση της. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις της στους μυς των ποδιών. Δεν τους είχε γυµνάσει µάταια. Καίνε; Άσ’ τους να καίνε. Είναι καλός πόνος αυτός. Και τώρα άλλη µια φορά. Τραγούδα κι εσύ µαζί. Η Χιονάτη έσπρωχνε, έσπρωχνε, έσπρωχνε. Οι μύες των ποδιών της έτρεμαν. Οι μηροί της έκαιγαν από τον πόνο. Πίσω από τα ερμητικά κλεισμένα μάτια της έλαμπαν περίεργες εικόνες. Ένιωσε το καπάκι ν’ ανασηκώνεται. Δεν το ’βαλε κάτω. Κανένα έλεος στους μυς της. Άκουσε τα κιβώτια να κινούνται, τ’ άκουσε να πέφτουν. Άκουσε τα γυαλιά να συντρίβονται. Το σπάσιμο των μπουκαλιών ακούστηκε στ’ αυτιά της σαν ήχος από µαγικές καµπάνες. Ο πιο γλυκός ήχος του κόσµου. Σηκώθηκε σιγά σιγά κι άνοιξε εντελώς το καπάκι. Έτρεμε από το κρύο και την εξάντληση. Το δάπεδο ήταν γεμάτο κόκκινο κρασί και σπασμένα γυαλιά. Φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες της και βγήκε από τον καταψύκτη. Οι γόβες είχαν το πλεονέκτημα ότι μόνο ένα μικρό μέρος της σόλας άγγιζε το δάπεδο. Περπάτησε με προσοχή προς την πόρτα πατώντας ανάµεσα στα σπασµένα γυαλιά. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να είχε φωνάξει βοήθεια. Κατά πάσα πιθανότητα κάποιος θα την άκουγε. Αλλά ούτε που πέρασε από το μυαλό της. Δεν είχε φωνάξει ποτέ βοήθεια.


Ο Μπαρίς Σοκόλοβ κοίταζε από μια άκρη τους καλεσμένους που είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν όλο και πιο πολύ. Έπινε αργά αργά το αγαπημένο του ουίσκι, Jack Daniel’s. Η Πολική Αρκούδα θυμόταν τα γούστα του. Ο Μπαρίς δε δούλευε εκείνη την ώρα, οπότε μπορούσε να ευχαριστηθεί το ποτό του και τη θέα. Όμορφες γυναίκες, πάντα του άρεσε να τις κοιτάζει. Στο βλέμμα του υπήρχε μια νότα μελαγχολίας, γιατί καταλάβαινε πολύ καθαρά ότι θα μπορούσε να είναι και πατέρας τους. Ανάμεσά τους θα έβρισκε ίσως συντροφιά για μια νύχτα, όχι όμως για περισσότερο. Είχε χάσει εδώ και πολύ καιρό την ευκαιρία να κάνει μια κανονική σχέση. Έβλεπε μπροστά του δεκάδες μοναχικά χρόνια με τον πιο αξιόπιστο φίλο του, τον Τζακ. Η Πολική Αρκούδα ήθελε να κρατήσει μακριά από τα πάρτι της τις παράνομες ουσίες. Προσεκτική κίνηση και μάλλον πολύ λογική. Αν τύχαινε να μπουκάρουν καμιά φορά οι μπάτσοι, δε θα κατηγορούσαν κανέναν για οτιδήποτε παράνομο. Έτσι κι αλλιώς, το αλκοόλ µπορούσε να ρέει εντελώς ελεύθερα. Καμιά φορά ο Μπαρίς ένιωθε ότι μισούσε τα ναρκωτικά. Είναι αλήθεια πως του ’διναν δουλειά και του εξασφάλιζαν καλή ζωή. Μονοκατοικία στο Ρούσκο και μάλιστα σε απόσταση από τους γείτονες. Επιρροή. Και γυναίκες. Και την κατάλληλη στιγμή δεν αρνιόταν να τραβήξει δύο γραμμές καθαρό πράμα. Όµως δεν είχε τρυπηθεί ποτέ. Αλλά η ζωή του ήταν ένα αδιάκοπο άγχος. Έπρεπε να φροντίζει τα φορτία να φτάνουν στη Φινλανδία. Έπρεπε να ελέγχει τη διακίνηση, να κρατάει τα λουριά των ντίλερς, να βρίσκει καινούριους πελάτες, ν’ ανησυχεί μήπως οι παλιοί μιλήσουν. Κρατούσε πολλά νήματα στα χέρια του. Τα μπαλόνια θα ξεφούσκωναν. Παλιά αρκούσε να κρατάει μακριά τους Σεργκέι, τους Γιόργκετ, τους Μαχμούτ και τους Πέτερ. Σήμερα ο ανταγωνισμός ήταν με τα .com, τα .nl και τα @hotmail.


Μοδάτα ναρκωτικά είχαν ξεπηδήσει δίπλα στα συνηθισμένα και σε πολλές περιπτώσεις τα είχαν ξεπεράσει. Οι παραγγελίες γίνονταν από το ίντερνετ και παραδίνονταν μέσω ταχυδρομείου. Η µάχη είχε χαθεί. Η θεωρία της Πολικής Αρκούδας ότι στόχος τους ήταν οι πλούσιοι, όμορφοι και πετυχημένοι ήταν όντως καλή, αλλά ήταν αδύνατον να εφαρμοστεί στην πράξη. Για να τα βγάλουν πέρα έπρεπε να πουλούν και σ’ όσους είχαν πέσει τόσο χαμηλά, ώστε δεν μπορούσαν να πληρώσουν παρά μόνο τοις μετρητοίς. Άνθρωποι που είχαν πουλήσει τον υπολογιστή τους ή τον είχαν ανταλλάξει με ουσίες, και τους λογαριασμούς τους τους παρακολουθούσε η Ασφάλεια με άγρυπνο μάτι. Όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα να παραγγείλουν από το ίντερνετ. Αν η επιχείρηση δεν ήταν τόσο επικίνδυνη, δε θα χρειαζόταν να σκοτώσει τη Νατάλια. Το νοιαζόταν αυτό το κορίτσι περισσότερο απ’ όσο παραδεχόταν ακόμα και στον εαυτό του. Έκανε τα στραβά μάτια μέχρι και για τη σχέση της με τον Τέρχο Βάισανεν, παρότι ήταν µεγάλο ρίσκο. Συγχρόνως ο Μπαρίς είχε όντως σκεφτεί ότι αυτή η σχέση θα ήταν ένα καρφί επιπλέον στον πάγκο των βασανιστηρίων στον οποίο ίσως αναγκαζόταν κάποια στιγμή να στήσει τον Βάισανεν. Τον ηλίθιο μπάτσο, που ορκιζόταν ότι ήθελε να σταματήσει. Θα το έβλεπαν αυτό. Ήταν σίγουρος ότι θα γύριζε πίσω και θα τον παρακαλούσε να συνεχίσει. Θα τον δεχόταν βέβαια, αλλά θα τον έδενε με όρους. Ο μπάτσος έκανε μέχρι τώρα πάρα πολύ καλή ζωή. Φαινόταν ειλικρινής όταν ισχυριζόταν ότι δεν είχε πάρει τα λεφτά. Μπορεί και να ’λεγε την αλήθεια. Ίσως κάποιος να είχε κλέψει τη σακούλα από τη αυλή. Τον Μπαρίς όμως δεν τον ένοιαζε. Τα λεφτά ήταν για τον Βάισανεν και ο ίδιος δεν τα ’κλαιγε. Και το σπουδαιότερο, ούτε ο Βάισανεν πια. Στο μέλλον θα ήταν μάταιο για τον μπάτσο να περιµένει τόσο µεγάλες αµοιβές. Αν η Νατάλια είχε την υπομονή να κάτσει καλά! Το κορίτσι


είχε λαμπρό και ασφαλές μέλλον μπροστά του. Τη δυνατότητα να γίνει δεξί χέρι του Μπαρίς. Εκείνη όμως ήταν ανήσυχη, είχε αρχίσει να ονειροπολεί. Ο ίδιος το είχε καταλάβει, το είχε πιάσει στον αέρα, στις εκφράσεις και στον τόνο της φωνής της. Δε χρειαζόταν παρά μόνο μια επίσκεψη στη Μόσχα και ο αδελφός της θα φρόντιζε να υλοποιήσει το σχέδιό της µέχρι κεραίας. Ο Μπαρίς θα μπορούσε να ματαιώσει τα σχέδιά της απλά αποφεύγοντας ν’ αφήνει λεφτά στο σπίτι. Ήθελε όμως να την τεστάρει, να μετρήσει την πίστη της. Και το θερμόμετρο είχε περάσει στο μείον, παρότι μέχρι την τελευταία στιγμή εκείνος ευχόταν να έρθει στα συγκαλά της. Η Νατάλια δεν του άφησε άλλη επιλογή. Κρίμα. Απ’ όλα τα πλάσματα της γης, μόνο εκείνη ευχόταν να µην τον απογοητεύσει. Το Jack Daniel’s κατέβαινε στον λαιμό απαλό και ζεστό. Όμως παρ’ όλα αυτά ο Μπαρίς έπρεπε να πιει λίγες ακόμα γουλιές. Το πτώμα θα το ξεφορτωνόταν την επόμενη μέρα. Τώρα δεν ήταν ώρα για βρόµικες δουλειές.


26

Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Το πάρτι είχε γίνει πιο θορυβώδες και ανήσυχο. Η μουσική ξεκούφαινε. Τα ποτά είχαν αλλάξει, αντί για σαμπάνια σέρβιραν πια πιο δυνατά. Το μακιγιάζ των γυναικών είχε αρχίσει να χαλάει. Οι άντρες χαλάρωναν τα παπιγιόν τους. Όμως δεν ήταν ακόμη ώρα να χαλαρώσουν εντελώς, να ξεχάσουν όλους τους κώδικες συμπεριφοράς, να πιουν όσα δωρεάν ποτά προλάβαιναν, να μαλώσουν, να εξαφανιστούν στον πάνω όροφο για να ξεκουραστούν ή να πηδηχτούν. Το µεγαλύτερο νούµερο του προγράµµατος δεν είχε παιχτεί ακόµη. Η άφιξη της Πολικής Αρκούδας. Γι’ αυτό είχε παραμείνει η Χιονάτη. Όταν βγήκε από τον καταψύκτη, κλείστηκε στην τουαλέτα, έβγαλε το φόρεμά της κι έριξε πάνω της ζεστό νερό. Σιγά σιγά άρχισε να νιώθει πάλι τα πόδια και τα χέρια της. Σκουπίστηκε με χαρτί, ξαναφόρεσε το φόρεμα και φρεσκάρισε το μακιγιάζ της, που δεν είχε χαλάσει ιδιαίτερα. Ίσως η Έλισα άξιζε όντως να σκεφτεί σοβαρά να γίνει αισθητικός. Τουλάχιστον είχε καταφέρει να τη βάψει τόσο καλά, ώστε το μακιγιάζ είχε αντέξει όχι μόνο το φαγητό και το ποτό, αλλά και την κατάψυξη. Στις οργισμένες γυναίκες που περίμεναν έξω από την πόρτα δεν είπε λέξη. Αρκέστηκε απλά ν’ ανασηκώσει ήρεμα τα φρύδια


της. Θα μπορούσε βέβαια να φύγει. Η αποστολή της είχε εκτελεστεί. Είχε ανακαλύψει ότι ο πατέρας της Έλισα συνεργαζόταν με τον έμπορο ναρκωτικών Μπαρίς Σοκόλοβ. Ότι έδινε στον Σοκόλοβ πληροφορίες, απέκρυβε στοιχεία από την αστυνομία και για τις υπηρεσίες του αμειβόταν με μετρητά. Ήξερε επίσης ότι σ’ έναν καταψύκτη στο υπόγειο υπήρχε το πτώμα μιας γυναίκας που ονομαζόταν Νατάλια και ότι την είχε σκοτώσει ο Σοκόλοβ. Είχε συγκεντρώσει πληροφορίες που κατά πάσα πιθανότητα θ’ αρκούσαν για να συλληφθεί ο Ρώσος. Μαζί του βέβαια και ο πατέρας της Έλισα, αλλά αυτό δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Παρ’ όλα αυτά, η Χιονάτη αποφάσισε να παραμείνει. Η περιέργειά της δε θα ικανοποιούνταν αν δεν έβλεπε το μυστηριώδες μυθικό πρόσωπο για το οποίο μιλούσαν όλοι ψιθυριστά. Συνέχισε λοιπόν να περιπλανιέται στα φανταστικά δωµάτια, που ήταν ατελείωτα. Ένα δωμάτιο ήταν εντελώς ροζ. Αυτό θα ήταν σίγουρα το αγαπημένο της Έλισα. Ή μάλλον όχι, συνειδητοποίησε η Χιονάτη έπειτα από δύο δευτερόλεπτα. Ανακατεύτηκε όταν πρόσεξε ότι ανάμεσα στις καραμέλες, τα τριαντάφυλλα και τα δαντελένια μαξιλάρια ήταν κρυμμένα διάφορα ερωτικά αξεσουάρ, από μαστίγια μέχρι γιγάντια πέη. Παιχνίδια ενηλίκων για κάθε γούστο, όντως. Βιάστηκε να προχωρήσει παρακάτω όταν μπήκε ένα ζευγάρι σε τρυφερές περιπτύξεις, που έμοιαζε έτοιμο να επωφεληθεί απ’ όλες τις λιχουδιές που πρόσφερε το δωµάτιο. Όσο πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, τόσο περισσότερο ηλεκτριζόταν η ατμόσφαιρα. Όλοι περίμεναν. Όλοι διψούσαν. Όταν είχαν απομείνει μόνο δέκα λεπτά, άρχισε η αντίστροφη µέτρηση. Οι πάντες είχαν συγκεντρωθεί στη µεγάλη αίθουσα του δευτέρου ορόφου. Οι άνθρωποι συνωστίζονταν. Δέκα.


Η Χιονάτη έριξε μια ματιά δίπλα της και είδε τον Τέρχο Βάισανεν, που έπαιζε νευρικά τα δάχτυλα πάνω στο άδειο ποτήρι του. Εννιά. Η µουσική πρώτα χαµήλωσε και µετά σίγησε εντελώς. Οχτώ. Τα φώτα της αίθουσας χαμήλωσαν. Μόνο ο έναστρος ουρανός στην οροφή φώτιζε τους καλεσµένους. Εφτά. Έξι. Πέντε. Τέσσερα. Τρία. Η Χιονάτη αναλογίστηκε το παράλογο της κατάστασης και παραλίγο να σκάσει στα γέλια. Ήταν εδώ. Ένα απλό κορίτσι, μαθήτρια λυκείου, της οποίας η ζωή τις τελευταίες δύο μέρες είχε ακολουθήσει περίεργους δρόμους από τη στιγμή που έτυχε να µπει στον σκοτεινό θάλαµο τη λάθος στιγµή. Δύο. Οι καλεσμένοι δε φώναζαν πια τα λεπτά. Τα εκφωνούσαν ήρεµα και µε σεβασµό. Ένα. Η αίθουσα σκοτείνιασε. Όλοι σώπασαν. Ακούστηκε ένα υπόκωφο μακρινό κουδούνισμα. Από την οροφή άρχισαν να πέφτουν νιφάδες που έμοιαζαν απολύτως με πραγματικές νιφάδες χιονιού. Όταν η Χιονάτη άγγιξε μία, έγινε σκόνη και χάθηκε στον αέρα. Ξαφνικά το κεντρικό μέρος της αίθουσας φωτίστηκε από δυνατούς προβολείς. Δύο γυναίκες. Και οι δύο με στολή Βασίλισσας του Χιονιού. Η ονομασία τούς ταίριαζε χίλιες φορές καλύτερα απ’ ό,τι στην κατεψυγμένη Νατάλια. Όμοιες δίδυμες. Εμφανίστηκαν στη μέση της αίθουσας από το πουθενά. Η Χιονάτη δυσκολευόταν να προσδιορίσει την ηλικία τους. Μπορεί να ήταν είκοσι χρονών αλλά και πενήντα. Από μακριά ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει πιθανές αποκαλυπτικές ρυτίδες στα χέρια και στον λαιµό. Η αίθουσα σείστηκε από τα χειροκροτήματα. Οι γυναίκες


χαιρέτισαν σαν βασίλισσες. Εκείνη τη στιγμή η Χιονάτη πρόσεξε ότι η μία φορούσε στον λαιμό της ένα ασημένιο κόσμημα που απεικόνιζε έναν κρύσταλλο πάγου. Στον λαιμό της άλλης κρεµόταν µια ασηµένια αρκούδα. Πολική και Αρκούδα. Δεν ήταν ένα, αλλά δύο άτομα. Που τελικά ήταν ένα, µονάδα. Οι γυναίκες περίμεναν να ησυχάσουν οι καλεσμένοι. Έπειτα άρχισαν να µιλούν. Μιλούσαν συνεχώς η µία µετά την άλλη, έτσι που η Χιονάτη δεν μπορούσε να καταλάβει ποια μιλούσε κάθε φορά. «Ο χειμώνας είναι παραμυθένια εποχή. Γι’ αυτό και τούτη τη φορά ήθελα το πάρτι να έχει θέμα τα παραμύθια. Ενύπνια, όνειρα και εφιάλτες. Από αυτά είναι φτιαγμένα τα παραμύθια. Είστε εδώ γιατί θέλω να σας ευχαριστήσω. Είστε εδώ για να κάνουμε πραγματικότητα ένα όνειρο. Όνειρο για μια κοινωνία που θα λειτουργεί πιο ομαλά, πιο αποτελεσματικά, πιο σωστά. Τα όρια για μας έχουν τεθεί για να τα ξεπερνάμε, οι κανόνες για να τους αλλάζουμε, τα πρότυπα για να τα αμφισβητούμε. Διασκεδάστε! Ξεχάστε για λίγο τη στενομυαλιά και τις προσδοκίες του υπόλοιπου κόσµου. Όλα αυτά εδώ είναι για σας. Η ζωή είναι δική σας». Η Χιονάτη δεν κατάλαβε τι εννοούσαν. Δεν είπαν τίποτα συγκεκριμένο. Μιλούσαν αγγλικά χωρίς προφορά. Ακόμα κι αν είχε μαζί της μαγνητόφωνο, δε θα μπορούσε να βρει στα λόγια τους κάτι ενοχοποιητικό. Σε τι ήταν μπλεγμένες; Μήπως κινούσαν από το παρασκήνιο τα νήματα όλων αυτών των ανθρώπων; Πόσες και ποιες δραστηριότητές τους ήταν εγκληµατικές; Κοιτώντας το κοινό που έδειχνε την εύνοιά του, κατάλαβε ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα μάθαινε ποτέ. Οι πραγματικές δραστηριότητες της Πολικής Αρκούδας έµοιαζαν µε τις ψεύτικες νιφάδες που έπεσαν από την οροφή. Αν προσπαθούσες να τις πιάσεις, διαλύονταν κι εξαφανίζονταν.


Δεν είχε καμιά πιθανότητα εναντίον της Πολικής Αρκούδας. Ίσως οι γυναίκες ήταν απλά ένα σκηνικό. Δεν μπορούσε να τις πιάσει από πουθενά. Δεν µπορούσε να κάνει τίποτα. Ετούτο τον Μπαρίς Σοκόλοβ όμως θα τον έχωνε πίσω από τα κάγκελα. Ο κύκλος που άρχισε µε τα µατωµένα χαρτονοµίσµατα στον σκοτεινό θάλαµο θα έκλεινε. Κι αυτό αρκούσε. Τώρα ήθελε να γυρίσει σπίτι.


27

«Δε μου χρειάζεται καθρέφτης για να μου πει πως είσαι η οµορφότερη γυναίκα της βραδιάς». Η αναπνοή του άντρα έπεφτε ζεστή στο αυτί της και τα χέρια του την κρατούσαν σφιχτά από τη μέση. Εκείνη καταριόταν την ώρα. Ο ενοχλητικός την είχε ξαναβρεί και είχε καταφέρει να την πιάσει πολύ σφιχτά ακριβώς τη στιγμή που σκόπευε να φύγει. Η αναπνοή του βρομούσε κονιάκ και η Χιονάτη κατάλαβε ότι είχε πιει αρκετά. Από το σφιχτό αγκάλιασμα κατάλαβε επίσης ότι θα ήταν μάταιο να προσπαθήσει να ξεφύγει. Θα προκαλούσε την προσοχή. «Είχα αρχίσει να φοβάμαι πως πρόλαβες να εξαφανιστείς. Κι αυτό δεν είναι δίκαιο. Κάτι αφήσαμε στη μέση» της ψιθύρισε και πίεσε το µεγάλο σώµα του στην πλάτη της. Το λιγότερο ενενήντα κιλά, υπέθεσε η Χιονάτη. Μάλλον ήταν πολύ δυνατός όταν θύμωνε. Έπρεπε ν’ ακολουθήσει άλλη τακτική. «Δεν πιστεύω να κρύωσες;» Ευτυχώς όχι, σκέφτηκε η Χιονάτη. Στράφηκε και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον άντρα. Τα μάτια του ήταν κόκκινα. Το σακάκι το είχε παρατήσει κάπου. Στις μασχάλες του απλώνονταν μεγάλοι σκούροι λεκέδες πάνω στο γαλάζιο πουκάμισο. Η γραβάτα ήταν χαλαρή. Η


Χιονάτη άρπαξε με προσποιητή σιγουριά τη γραβάτα, πλησίασε το στόµα της στο αυτί του και του ψιθύρισε: «Πάμε πάνω να δούμε αν σ’ αυτό το παραμύθι έζησαν όλοι καλά». Έπειτα τον δάγκωσε στο αυτί προσπαθώντας να ξεπεράσει την αηδία που ένιωθε. Θα κατάφερνε να παίξει κι αυτό τον ρόλο. Στο πρόσωπο του άντρα απλώθηκε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Τι περιµένουµε τότε;» ρώτησε. Καθώς ανέβαιναν τις σκάλες, η Χιονάτη ένιωθε το βλέμμα του συνεχώς στην πλάτη της. Ήταν μάταιο να προσπαθήσει να ξεφύγει. Τα πόδια της έτρεµαν λίγο, αλλά συνέχισε αναγκαστικά να περπατάει λικνίζοντας τους γοφούς της. Πώς θα ήταν αν ανέβαινε αυτές τις σκάλες με κάποιον με τον οποίο ήθελε όντως να πάει στον επάνω όροφο, να κλείσει πίσω της την πόρτα και να κλειδώσει απέξω όλο τον υπόλοιπο κόσμο; Δέρμα ζεστό από τις αχτίδες του ήλιου και μυρωδιά αντηλιακού. Ξύλινη σκάλα στον μόλο. Την είχε ανεβεί γελώντας. Βήματα που την ακολουθούσαν σταθερά, που τ’ άκουγε μουδιασμένη από την αναµονή. Ήταν ανώφελο να τα θυμάται. Ήταν πέρσι το καλοκαίρι. Μια αιωνιότητα από τότε. Το τώρα ήταν τώρα κι έπρεπε να βγάλει πέρα. Οδήγησε τον άντρα σ’ ένα ελεύθερο δωμάτιο, στο κέντρο του οποίου υπήρχε ένα μεγάλο, σφυρήλατο σιδερένιο κρεβάτι. Τον έσπρωξε κι αυτός έπεσε στο στρώμα. Ήταν πολύ σημαντικό να δείξει όσο µεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αλαζονεία µπορούσε. «Το ’ξερα πως είσαι αγριόγατα! Πολύ καλά. Θα σε στρώσω. Θ’ αφήσω όμως τη γατούλα να παίξει πρώτα» είπε ο άντρας κι άρχισε να βγάζει το παντελόνι του ενώ ήταν ακόμη ξαπλωμένος. Η Χιονάτη έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε. Έπειτα τον πλησίασε. Εκείνος προσπάθησε να τη χαϊδέψει με τις ιδρωμένες


παλάµες του. «Τς, τς, τη γατούλα πρέπει να την αφήσουμε πρώτα να παίξει» του θύµισε η Χιονάτη και τον πίεσε πάνω στο κρεβάτι. Στα μεθυσμένα μάτια του φάνηκε μια λάμψη που την ηρέμησε. Ο άντρας θα ήταν στο έλεός της τουλάχιστον για λίγο. Κάθισε πάνω του. Εκείνος άρχισε να της χαϊδεύει λαίμαργα τα µπούτια. «Τι έχουμε εδώ;…» τη ρώτησε και στο μέτωπό του σχηµατίστηκε µια ρυτίδα. Σκατά. Η Χιονάτη τον άρπαξε με δύναμη κι από τα δύο χέρια και τα σήκωσε πάνω από το κεφάλι του, κοντά στα κάγκελα του κρεβατιού. «Και τώρα να ’σαι καλό παιδί» του ψιθύρισε. Κράτησε τα χέρια του με το αριστερό της χέρι και με το δεξί έβγαλε από την τσάντα κάτι µαλλιαρό και ροζ. «Ώστε τέτοια παιχνιδάκια σ’ αρέσουν!» κάγχασε ο άντρας. Η Χιονάτη πέρασε τις χειροπέδες στα χέρια του και στο σίδερο του κρεβατιού. «Όχι ιδιαίτερα» απάντησε και σηκώθηκε. «Ελπίζω όμως ν’ αρέσουν σ’ εσένα». Του άντρα τού πήρε λίγη ώρα να καταλάβει ότι δε σκόπευε να ξαναγυρίσει στο κρεβάτι. Όταν το θολωμένο από το κονιάκ μυαλό του φωτίστηκε και μια οργισμένη κραυγή βγήκε από τα χείλη του, ήταν ήδη πολύ αργά. Η Χιονάτη κλείδωνε εκείνη τη στιγµή την πόρτα απέξω. Περπάτησε ως το παράθυρο στο τέρμα του διαδρόμου. Το άνοιξε και πέταξε στο χιόνι της πίσω αυλής το κλειδί του δωματίου και το κλειδί από τις χειροπέδες. Και τα δύο εξαφανίστηκαν αμέσως. Ο άντρας δε θα μπορούσε πια να την εµποδίσει να φύγει.

Ο Τέρχο Βάισανεν κοίταζε από ένα μεγάλο παράθυρο το


χειµωνιάτικο σκοτάδι. Είχε παραιτηθεί. Είχε συνειδητοποιήσει ότι δε θα μπορούσε με τίποτα να πείσει την Πολική Αρκούδα πως άξιζε να του πληρώσει μια καλή αποζημίωση. Ή να του πληρώσουν. Αλήθεια, πώς απευθύνονταν στις δύο γυναίκες; Είχε προσπαθήσει να μιλήσει μ’ έναν από τους άντρες της ασφαλείας τους και να ζητήσει συνάντηση. Το αίτημά του απορρίφθηκε. Όταν προσπάθησε να εξηγήσει ότι η πρόσκληση που είχε λάβει ήταν για να συναντήσει την Πολική Αρκούδα, του απάντησαν με αγένεια ότι η πρόσκληση δε σήμαινε τίποτα. Ήταν μάταιο να φαντάζεται ότι η Πολική Αρκούδα θα ενδιαφερόταν για κάποιον nobody σαν αυτόν. Κοιτάζοντας τους άλλους καλεσμένους, κατάλαβε ότι ήταν αλήθεια. Η Πολική Αρκούδα τον θεωρούσε μια τιποτένια μύγα. Ακόμα και ο Μπαρίς Σοκόλοβ μύγα ήταν, το πολύ αλογόμυγα. Γελοίοι µικροπαράγοντες σ’ ένα µεγάλο σχήµα. Ο Τέρχο δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο παρά να αποχωρήσει με την ουρά στα σκέλια. Να πάει στο σπίτι, ν’ αγκαλιάσει την κόρη του, να γράψει ένα μέιλ στη γυναίκα του λέγοντάς της πόσο του λείπει. Να σκεφτεί πώς θα κανονίσει τη ζωή του από τη στιγμή που θα έχανε ένα σημαντικό έσοδο. Η κατάσταση δεν ήταν απελπιστική. Είχε βέβαια χρέη, αλλά είχε και τη δουλειά του. Και η γυναίκα του επίσης. Τα καθημερινά έξοδα μπορούσε να τα περιορίσει. Τον τζόγο βέβαια έπρεπε να τον κόψει, πράγμα που είχε στο μυαλό του από καιρό. Για να κανονίσει τις υποθέσεις της Νατάλια δε χρειαζόταν λεφτά, αφού η Νατάλια δεν υπήρχε πια. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν και του ήρθε αναγούλα μόνο και μόνο με τη σκέψη. Έπρεπε να προσπαθήσει να μην το σκέφτεται. Δεν μπορούσε ν’ αφήσει τη θλίψη να τον κυριεύσει. Έπρεπε να είναι ορθολογιστής. Να σκεφτεί την καθημερινότητα. Δε χρειαζόταν ν’ αγοράζει πάντα τα πιο ακριβά πράγματα για την κόρη του. Θα ’κανε καλό σ’


όλη την οικογένεια να ηρεμήσουν λίγο, ν’ απλουστεύσουν τη ζωή τους, να μείνουν περισσότερο χρόνο μαζί. Να περνούν τις ηµέρες τους όπως οι συνηθισµένοι άνθρωποι. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν ενημερώνουν τους εμπόρους ναρκωτικών πότε και πού θα κάνει μπλόκο η αστυνομία, ποιοι ντίλερς ήταν πληροφοριοδότες, ποια φορτηγά θα ελέγχονταν στα σύνορα και τι είδους εκστρατείες σχεδιάζονταν για την πάταξη του εμπορίου ναρκωτικών. Ούτε δέχονται πληροφορίες για κρυψώνες και μικροεγκληματίες, που η παρέα του Σοκόλοβ ήθελε για κάποιο λόγο να βγάλει από τη μέση. Τα τελευταία χρόνια ο Τέρχο είχε διαλευκάνει τόσο πολλές υποθέσεις με τη βοήθεια του Ρώσου, που θα έπρεπε να ντρέπεται. Είχε σκεφτεί πως αυτή η συμφωνία πρόσφερε πολλά και στους δύο. Ο Σοκόλοβ ήθελε την κυριαρχία στη διακίνηση ναρκωτικών στο Τάμπερε, ενώ ο ίδιος ήθελε πάνω απ’ όλα να κλείσει πίσω από τα κάγκελα τους πιο επικίνδυνους ντίλερς που πουλούσαν νοθευμένα ναρκωτικά και σκέτα δηλητήρια αντί για καθαρές ουσίες, µε αποτέλεσµα να πεθαίνουν πολλοί. Είχε καθησυχάσει τη συνείδησή του με τη σκέψη ότι ο Σοκόλοβ πουλούσε ναρκωτικά κυρίως σ’ αυτούς που έλεγχαν τη χρήση τους και δεν κατέληγαν στην εντατική από υπερβολική δόση, δηλαδή σε ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας που τα χρησιμοποιούσαν για να διασκεδάσουν. Ωστόσο ήξερε από παλιά πως αυτό ήταν μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Ο Ρώσος δεν έλεγε όχι και στα λεφτά με τα οποία κάποιος θ’ αγόραζε το ψωµί του. Σ’ αυτό ο Τέρχο έκλεινε τα µάτια. Κι εκείνη τη στιγμή ήθελε να κλείσει τα μάτια του. Ξαφνικά αισθάνθηκε πολύ κουρασµένος. Ήθελε να φύγει. Συγχρόνως πρόσεξε την ίδια νεαρή γυναίκα, που το φόρεμά της του είχε τραβήξει προηγουμένως την προσοχή. Πρόσεξε και την άσπρη τσάντα της. Γενικά δεν ήξερε τίποτα από γυναικείες τσάντες, αλλά για τη συγκεκριμένη έτυχε να ξέρει. Ήταν μια τσάντα Hermès, που κόστιζε εκατοντάδες ευρώ. Το ήξερε γιατί


μια τέτοια ακριβώς είχε αγοράσει στην Έλισα δώρο για τα γενέθλιά της, μιας και την ήθελε πάρα πολύ και τον εκλιπαρούσε. Ίδιο φόρεµα µπορεί να ήταν σύµπτωση. Ίδια τσάντα µπορεί να ήταν σύµπτωση. Και τα δύο όµως στην ίδια γυναίκα δεν µπορεί να ήταν. Ο Τέρχο έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της, την έφτασε, την άρπαξε δυνατά από το μπράτσο και της ζήτησε εξηγήσεις.

Όταν ο Μπαρίς Σοκόλοβ είδε τον Τέρχο Βάισανεν να μαλώνει με μια νεαρή γυναίκα, ξύπνησε το ενδιαφέρον του. Πλησίασε και, από τις κουβέντες του μπάτσου στα φινλανδικά, κατάλαβε μέσες άκρες πως ισχυριζόταν ότι το φόρεμα και την τσάντα που φορούσε η γυναίκα τα είχε αγοράσει ο ίδιος. Προφανώς και τα παπούτσια. «Χμ!» έκανε ο Μπαρίς. Φαίνεται πως ο Φινλανδός είχε τη συνήθεια να σκορπάει τα λεφτά του και σε άλλες γυναίκες εκτός από τη Νατάλια. Καλό θα ήταν να το κόψει. Ήταν έτοιμος να γυρίσει και να φύγει, όταν ανάμεσα στον ορυμαγδό των λέξεων που πετούσε ο Τέρχο ξεχώρισε τη λέξη «κόρη». Έμεινε κόκαλο. Το μυαλό του δούλεψε αστραπιαία. Αν η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα ήταν η κόρη του Τέρχο, τότε ήξερε πολλά. Ήξερε ποιος την είχε κυνηγήσει στο Πίινικι. Ίσως ήξερε και για τη Νατάλια. Για τα λεφτά. Γιατί όμως βρισκόταν στο πάρτι η κόρη του; Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να πάει να της εξηγηθεί, να βεβαιωθεί ότι δε θα μιλούσε ούτε αυτή, όπως και ο πατέρας της.

Η Χιονάτη προσπάθησε να ξεφύγει από τη λαβή του πατέρα της Έλισα, αλλά εκείνος, ως αστυνομικός, είχε συνηθίσει να


χειρίζεται ανθρώπους που αντιδρούσαν. Η λαβή του ήταν σιδερένια. «Απάντησε! Πώς κι έχεις την τσάντα της Έλισα;» Η Χιονάτη είδε τον Μπαρίς Σοκόλοβ να τους πλησιάζει. Το βλέµµα του ήταν τροµακτικό. Ο Τέρχο Βάισανεν ήταν πολύ κοντά της. Μύρισε τον αέρα και γρύλισε: «Φοράς ακόµα και το άρωµα της Έλισα!» Ο Ρώσος είχε φτάσει στα τρία βήµατα. Η Χιονάτη έπρεπε να φύγει. Έσπρωξε την τσάντα με δύναμη στο στήθος του Τέρχο και είπε: «Πάρ’ την. Το άρωμα δυστυχώς δεν μπορώ να σ’ το επιστρέψω». Ο πατέρας της Έλισα τα ’χασε τόσο, ώστε χαλάρωσε λίγο τη λαβή του. Αυτό ήταν αρκετό. Η Χιονάτη ξέφυγε κι όρμησε στις σκάλες. Άκουσε τον Μπαρίς Σοκόλοβ να τρέχει πίσω της µουγκρίζοντας κάποιες λέξεις στα ρωσικά. Στη σκάλα συνάντησε μια σερβιτόρα ντυμένη Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, που κρατούσε έναν δίσκο με κάτι ποτά με γάλα. Ίσως λευκορωσικά. Η Χιονάτη ζήτησε σιωπηρά συγγνώμη κι έσπρωξε τον δίσκο. Τα ποτά και τα σπασμένα γυαλιά απλώθηκαν σ’ όλη τη σκάλα. Άκουσε τον Σοκόλοβ να γλιστράει και να βλαστηµάει. Αυτό της έδωσε μερικά δευτερόλεπτα χρόνο. Έβγαλε τις ψηλοτάκουνες γόβες κι όρμησε μέσα στο πλήθος κρατώντας τες σφιχτά στα χέρια της. Έφτασε στην εξώπορτα και βγήκε. Συνέχισε να τρέχει στο µονοπάτι µε τα τεράστια κεριά. Fire walk with me. Αυτή η ιστορία είχε αρχίσει να θυμίζει όλο και περισσότερο τον Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς . Έμενε μόνο να εµφανιστεί στη γωνία ένας νάνος. Ο Σοκόλοβ φώναξε στους φρουρούς της πύλης: «Stop her!»


Οι άντρες στράφηκαν και της έκλεισαν τον δρόμο. Δύο ντουλάπες, ανάµεσα στις οποίες δεν µπορούσε να περάσει. Η Χιονάτη άλλαξε ξαφνικά κατεύθυνση. Ο Ρώσος την ακολούθησε. Ένα ψηλό τείχος περιέβαλλε το κτίριο απ’ όλες τις πλευρές. Έτρεξε στην πιο απόμακρη γωνία. Ήταν σκοτάδι. Το χιόνι τής κέντριζε τα πόδια, που τα κάλυπτε μόνο ένα λεπτό καλσόν. Ψαχούλεψε στα γρήγορα το τείχος. Δεν μπορούσε να πιαστεί από πουθενά. Ούτε πίθηκος δε θα μπορούσε να σκαρφαλώσει. Ωστόσο κατάφερε να βρει μια μικρή τρύπα. Έχωσε μέσα το τακούνι της μιας γόβας κι ανέβηκε πάνω της. Παραλίγο να χάσει την ισορροπία της. Ο Σοκόλοβ είχε φτάσει σχεδόν στο τείχος. Η Χιονάτη έχωσε το τακούνι και της άλλης γόβας στο τείχος κι ανέβηκε ψηλότερα. Το χέρι του Ρώσου έπιασε το στρίφωμά της. Το στρίφωµα σκίστηκε. Το τακούνι έσπασε. Η γόβα έπεσε στο χιόνι και μόνο το τακούνι έμεινε καρφωμένο στο τείχος. Τα πόδια της κρεμάστηκαν στον αέρα, αφού είχαν χάσει όλα τους τα στηρίγματα. Ωστόσο τα δάχτυλά της έσφιγγαν την κορυφή του τείχους. Κατάφερε ν’ ανεβεί τη στιγµή που το χέρι του Σοκόλοβ άγγιζε το πόδι της. Έπεσε από την άλλη πλευρά του τείχους πάνω στο μαλακό χιόνι. Ο Ρώσος δεν προσπάθησε να σκαρφαλώσει, αλλά προτίμησε να τρέξει στην πύλη για να βγει από εκεί. Η Χιονάτη άρχισε να τρέχει πάνω στο χιόνι. Τα πόδια της χώνονταν ως τη γάμπα. Το φόρεμά της είχε σκιστεί μέχρι πάνω από τη μια µεριά, αποκαλύπτοντας εντελώς τον µηρό της. Ευτυχώς, σκέφτηκε καθώς έτρεχε. Αλλιώς η κίνηση θα ήταν πιο δύσκολη. Ήταν παλούκι να προχωράει πάνω στο απάτητο χιόνι. Το κρύο δάγκωνε. Το δάσος ήταν σκοτεινό σαν κόλαση.


Ο Μπαρίς Σοκόλοβ όμως έμενε όλο και πιο πίσω. Η Χιονάτη έτρεχε όλο και πιο γρήγορα. Στα τελευταία τέσσερα εικοσιτετράωρα ήταν η τρίτη φορά που την κυνηγούσαν κι αναγκαζόταν να τρέξει µέσα στο χιόνι και το κρύο. Τρεις προσπάθειες. Στα παραμύθια οι ήρωες είχαν πάντα τρεις ευκαιρίες. Οι δύο πρώτες αποτύγχαναν, αλλά η τρίτη πετύχαινε. Μήπως αυτό σήμαινε ότι αυτή τη φορά θα ξέφευγε για τα καλά; Ή µήπως ότι ο Ρώσος επιτέλους θα την έπιανε; Τρεις προσπάθειες. Τρία λάθη. Τι να ήταν αυτό; Προσπάθεια ή λάθος; Ξαφνικά η Χιονάτη ένιωσε κάτι να της σκίζει τον γυμνό μηρό της. Δεν την ένοιαξε. Συνέχισε να τρέχει, να τσαλα βουτάει στο χιόνι, να παλεύει. Μέχρι που έπαψε ν’ ακούει ήχους πίσω της. Άγγιξε με τα δάχτυλα τον μηρό της. Μούσκεψαν από κάτι ζεστό. Αίμα. Ο Ρώσος την είχε πυροβολήσει στο πόδι, αλλά ευτυχώς η σφαίρα τής είχε σκίσει μόνο το δέρμα. Αιμορραγούσε όµως πολύ. Δεν ήθελε να το σκέφτεται. Μόνο συνέχισε να τρέχει. Το δάσος την έκλεισε στην αγκαλιά του σαν σκοτεινό νερό.


Η καημενούλα η Χιονάτη βρέθηκε στο δάσος ολομόναχη. Ήταν τόσο φοβισμένη, που παρατηρούσε τα φύλλα των δέντρων να κυματίζουν και δεν ήξερε πού να πάει. Άρχισε να τρέχει. Περνούσε πάνω από αιχμηρές πέτρες, μέσα από θάμνους γεμάτους αγκάθια. Τα θηρία του δάσους χοροπηδούσαν ολόγυρά της, αλλά δεν της έκαναν κακό. Έτρεχε μέχρι που τα πόδια της δεν την υπάκουαν πια. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Από τη «Χιονάτη», των αδελφών Γκριµ


28

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι που έτρεχε πολύ, τόσο πολύ που τα πόδια του δεν το υπάκουαν πια. Συνέχιζε όμως να τρέχει στις σκέψεις και στα όνειρά του. Τα λεπτά δυνατά και ευκίνητα πόδια του πηδούσαν πάνω από τους σωρούς του χιονιού χωρίς ν’ αφήνουν κανένα ίχνος. Έφευγε όπως φεύγουν αυτοί που ξέρουν ότι είναι ελεύθεροι, που ξέρουν ότι δεν πρόκειται να τους πιάσει κανείς. Η Χιονάτη ισορροπούσε στα όρια του συνειδητού και του ασυνείδητου. Δεν κρύωνε πια. Ζεσταινόταν. Είχε καταλάβει μέχρι ενός σημείου ότι αυτό που της συνέβαινε ήταν κακό, αλλά δεν είχε δυνάµεις να αντιδράσει. Ήταν ξαπλωµένη ανάσκελα στο χιόνι. Σκεφτόταν το αίμα που έτρεχε από την πληγή στον μηρό της. Φανταζόταν πως το κόκκινο θα μπορούσε να σχηματίσει όμορφους μαιάνδρους πάνω στο λευκό, να ζωγραφίσει ένα στολίδι που θα απλωνόταν ολόγυρά της, γεμίζοντας ολόκληρο το δάσος. Είδε τον εαυτό της από ψηλά σαν να αιωρούνταν σε ύψος δέκα μέτρων. Μαύρα μαλλιά απλωμένα σαν φωτοστέφανο. Κόκκινο βραδινό φόρεμα που ακόμα και σκισμένο έλαμπε σαν να ήταν φτιαγμένο από πολύτιμα νήματα. Ελικοειδή σχήματα που απλώνονταν, απλώνονταν, απλώνονταν. Όμορφα. Καθόλου


άσχηµα.

Άσχημη. Χοντρή. Πολύ αδύνατη. Παράξενα δόντια. Εκνευριστική φωνή. Λαδωμένα μαλλιά. Βρόμικα παπούτσια. Τριχωτά χέρια. Ηλίθια. Ανόητη. Βλαμμένη. Κάθαρμα. Πουτάνα. Πού τα βρήκες αυτά τα ρούχα; Στα σκουπίδια; Οι γονείς σου σίγουρα ντρέπονται να κυκλοφορήσουν μαζί σου στον δρόµο. Αν ήµουν έτσι δε θα ’βγαινα ποτέ από το σπίτι. Είσαι σίγουρα υιοθετηµένη. Κανένας δε θα θέλει να σε φιλήσει ποτέ. Κανένας δε θ’ αγαπήσει κάποια σαν εσένα. Γιατί διαμαρτύρεσαι; Αν πονάς, φώναξε. Πονάς, λοιπόν; Βούλωσ’ το γιατί θα σε κάνω να κλάψεις πραγµατικά. Είσαι τόσο άσχημη, που μοιάζεις πιο όμορφη όταν έχεις φάει το ξύλο σου. Λέξεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις. Φράσεις, προτάσεις, ερωτήσεις, φωνές. Τσιμπιές, γρατσουνιές, χτυπήµατα, τραβήγµατα, σπρωξιές, κλοτσιές. Δεν είσαι εσύ αυτές οι λέξεις. Δεν είσαι οι φωνές και οι βρισιές. Δεν είσαι οι κακίες που φτύνουν πάνω σου σαν τσίχλα που έχει χάσει τη γεύση της. Δεν είσαι οι γροθιές ούτε οι μώλωπες που γέννησαν. Δεν είσαι το αίμα που τρέχει από τη µύτη σου. Δε σε κάνουν ό,τι θέλουν. Δεν είσαι δική τους. Μέσα σου υπάρχει πάντα εκείνο το κομμάτι που κανένας δε φτάνει. Εσύ. Είσαι δική σου και μέσα σου υπάρχει το σύμπαν. Μπορείς να είσαι οτιδήποτε. Μπορείς να είσαι οποιαδήποτε. Μη φοβάσαι. Δε χρειάζεται να φοβάσαι πια. «Δε χρειάζεται να φοβάµαι πια» ψιθύρισε η Χιονάτη. Από το στόµα της βγήκε αχνός. Ωστόσο θυμόταν τα πρόσωπά τους. Τις κοριτσίστικες φωνές


τους και το γέλιο τους που αντηχούσε, αντηχούσε, αντηχούσε στους διαδρόμους του σχολείου ακόμα κι όταν το μάθημα είχε τελειώσει και το κτίριο ήταν άδειο. Θυμόταν ιδιαίτερα τις μυρωδιές. Τα πρώτα χρόνια οι γλυκές τεχνητές μυρωδιές από τις αρωματικές γόμες. Έπειτα οι καραμέλες που έπαιρναν κρυφά από τους δασκάλους στα διαλείμματα, βατόμουρο και γλυκόριζα μαζί. Η αναπνοή τους στη μούρη της, γλυκιά και αλμυρή συγχρόνως. Λιπ γκλος που μύριζαν καραμέλα, μάγκο και μέντα. Άρωμα βανίλια από το Body shop, το πρώτο άρωμα που τους επέτρεπαν οι μανάδες τους να χρησιμοποιούν στο σχολείο. Κι αργότερα πραγματικά αρώματα, που άλλαζαν ανάλογα με τη μέρα, τη διάθεση, τα ρούχα και τη µόδα. Τα αρώµατα της σεζόν από την Escada. Έμαθε να τ’ αναγνωρίζει γρήγορα και με ακρίβεια, να τα μυρίζει από μακριά, να ξέρει πότε στρίβουν στη γωνία. Μερικές φορές βοηθούσε. Μερικές φορές προλάβαινε να φύγει, να κρυφτεί, ν’ αποφύγει τη συνάντηση. Τις περισσότερες όμως όχι. Τότε μάθαινε πόσο αηδιαστικά ήταν στην πραγματικότητα τα αρώματα όταν ανακατεύονταν με τον ιδρώτα ή πώς μύριζαν τα βρόμικα ουρητήρια στις τουαλέτες των αγοριών όταν της έσπρωχναν μέσα το κεφάλι και την πρόσταζαν να γλείψει την κρύα πορσελάνη. Θυµόταν και τα ονόµατά τους. Πάντα θα τα θυµόταν. Άννα-Σοφία και Βανέσα. Όλα αυτά τ’ άντεξε από την πρώτη τάξη ως τα μέσα της τρίτης γυμνασίου. Κάθε χρόνο γίνονταν όλο και πιο σκληρές, οι λέξεις χειρότερες, τα χτυπήματα πιο οδυνηρά. Η Χιονάτη δεν ήξερε γιατί τα κορίτσια είχαν επιλέξει ειδικά αυτήν. Ίσως επειδή είχε χαμογελάσει με λάθος τρόπο ή δεν είχε χαμογελάσει καθόλου. Ίσως η φωνή της είχε λάθος τόνο τη λάθος στιγμή. Δεν είχε σημασία. Είχε μάθει γρήγορα ότι δε θα κατάφερνε ποτέ ν’ αλλάξει την ύπαρξή της, τη συμπεριφορά της και τον ίδιο τον εαυτό της έτσι που να ταιριάζει στα γούστα της Άννας-Σοφίας


και της Βανέσας, έτσι που αυτές να την αφήσουν ήσυχη. Η Χιονάτη δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν. Δε θεώρησε καν πως αυτή ήταν μια εναλλακτική λύση. Στο σπίτι τους δε μιλούσε κανείς. Μη ρωτάς, μη μιλάς. Όλα είναι καλά, αν δε μιλάς φωναχτά για τα κακά. Μώλωπες, γρατσουνιές, στραμπουλιγμένοι καρποί και σκισμένα ρούχα. Για όλα μπορούσε να βρει μια εξήγηση, αν χρειαζόταν. Το σχολείο ήταν πεδίο μάχης και η Χιονάτη δεν μπορούσε να ξέρει ποιοι ήταν φίλοι και ποιοι εχθροί. Έπρεπε να σκέφτεται με προσοχή τις στρατηγικές. Να προσπαθεί να ελαχιστοποιεί τις ζημίες. Αν μιλούσε στους δασκάλους, η κατάσταση μπορεί και να χειροτέρευε. Σίγουρα δε θα την πίστευαν. Η Άννα-Σοφία και η Βανέσα ήξεραν να παίζουν τον ρόλο τους μπροστά στους ενήλικες. Τα χαμόγελά τους ήταν αθώα και αγγελικά. Βία, βασανιστήρια, καταπίεση. Η Χιονάτη είχε αρνηθεί να ονομάσει όλα αυτά που περνούσε «σχολικό εκφοβισμό», γιατί ακουγόταν ασήμαντο, παροδικό κι ανάλαφρο. Πλάκα, έλεγαν. Ελάχιστα την έσπρωξαν. Μόνη της έπεσε. Αστειάκια ανάμεσα σε φίλους. Στη δευτέρα γυμνασίου είχε αρχίσει να τρέχει κρυφά και να κάνει βάρη. Είχε αποφασίσει να βρίσκεται σε όσο καλύτερη φυσική κατάσταση γινόταν, ώστε να μπορεί να ξεφεύγει. Κάθε φορά τα κατάφερνε όλο και καλύτερα, αλλά ο εφιάλτης δεν είχε τελειώσει. Κι έπειτα ήρθε εκείνη η μέρα. Χειμώνας, αργά το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε ήδη χαθεί πίσω από τον ορίζοντα και η αυλή του σχολείου ήταν άδεια. Η Χιονάτη κρύφτηκε πίσω από τον κάδο των οργανικών αποβλήτων μέχρι που σιγουρεύτηκε ότι η Άννα-Σοφία και η Βανέσα είχαν φύγει. Άντεξε τη βρόμα από τα φλούδια μπανάνας και τα υπολείμματα μπιζελόσουπας, που είχε διεισδύσει στον παγωμένο αέρα. Περίμενε να επικρατήσει άκρα σιωπή. Η αυλή του σχολείου βυθίστηκε στο μπλε λυκόφως.


Ηρεµία. Βγήκε από την κρυψώνα της. Κινήθηκε σιωπηλά. Έγινε ένα με τις σκούρες σκιές. Μια υποψία αέρα πάνω στο παγωμένο χιόνι. Άκουγε τους ήχους των αυτοκινήτων στο άλλο τετράγωνο. Άκουγε τους σκύλους να γαβγίζουν σ’ ένα μακρινό πάρκο. Άκουγε το παγωμένο χιόνι να πέφτει από τη στέγη του σχολείου. Όμως άκουσε πολύ αργά τα βήματα της Βανέσας και της Άννας-Σοφίας. Άρχισε να τρέχει αργά, αλλά με δύναμη. Δεν ήταν αρκετό. Τα κορίτσια κατάφεραν να την οδηγήσουν στην πίσω γωνία του σχολείου με τον ψηλό τούβλινο τοίχο. Η Χιονάτη έτρεξε προς τον τοίχο, βγάζοντας γρήγορα τα γάντια της και χώνοντάς τα στην τσέπη. Μόλις έφτασε, αρπάχτηκε από τα τραχιά τούβλα και προσπάθησε να σκαρφαλώσει. Τα πόδια της όμως δε βρήκαν στήριγμα. Τα δάχτυλά της πάγωσαν και δεν µπορούσαν να κρατηθούν. Ήταν παγιδευµένη. Στράφηκε, ακούμπησε στον τοίχο κι ετοιμάστηκε να δεχτεί τα χτυπήματα. Είχε μάθει να τη χτυπούν. Ήξερε ήδη πώς να προστατεύεται καλύτερα. Ήξερε ποια στιγμή έπρεπε να εισπνέει και ποια να εκπνέει, πότε να τεντώνει τους μυς της και πότε να τους χαλαρώνει. Κρύωνε και κατουριόταν. Ήθελε να πάει σπίτι της. Ήθελε να φάει τις μισοκαμένες κροκέτες ψαριού που θα είχε τηγανίσει ο πατέρας της και να διαβάσει τα μαθήματά της χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Η Άννα-Σοφία και η Βανέσα πλησίαζαν. Δεν έλεγαν τίποτα. Η σιωπή ήταν χειρότερη από τις βρισιές και τις απειλές. Η σιωπή γινόταν αναμονή κι έφερνε στο στόμα της τη γεύση του εμετού. Τα κορίτσια την πλησίαζαν ακροπατώντας σαν λύκοι. Εκείνη ωστόσο προτιμούσε να συναντήσει μια άγρια αγέλη λύκων παρά αυτές τις δύο που τα μαλλιά τους έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι και τα χείλη τους γυάλιζαν κατακόκκινα. Ήταν πιο επικίνδυνα θηρία. Μέσα τους δεν έδειχναν να έχουν μια παλλόμενη ζεστή καρδιά, αλλά τη σκληρότερη παγωνιά. Η Χιονάτη μέτρησε αργά από το δέκα ανάποδα,


περιμένοντας να σπάσουν τα πρώτα φυσικά όρια. Δεν ήξερε αν θα ήταν ένα ελαφρύ σκούντημα στον ώμο, μια γερή κλοτσιά στην κοιλιά ή µια φτυσιά που µύριζε µέντα στο πρόσωπο. Δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά… Ξαφνικά ένιωσε κάτι ζεστό και κόκκινο να θεριεύει μέσα της. Της ήταν ξένο. Ένιωθε πως δεν έβγαινε από τα σπλάχνα της. Μίσος. Οργή. Μια βαθιά επιθυμία να μη φοβάται, που τη θόλωνε. Οι αριθμοί έσβησαν στο κεφάλι της, ο χρόνος και ο τόπος χάθηκαν. Εκ των υστέρων δεν μπορούσε να καταλάβει πώς έγιναν όλα. Έλειπε ένα κοµµάτι από τη µνήµη της. Κάθισε πάνω στην Άννα-Σοφία μέσα στο χιόνι κι άρχισε να τη χτυπάει με όλη της τη δύναμη στο πρόσωπο. Η γροθιά της γέμισε με κάτι ζεστό και σκούρο. Κατάλαβε αμυδρά πως ήταν αίμα. Περισσότερο μάντεψε παρά ένιωσε τη Βανέσα να προσπαθεί να την τραβήξει. Τίναξε τον αγκώνα της χτυπώντας τη δυνατά στην κοιλιά κι εκείνη την άφησε. Δεν ήξερε πόση ώρα συνέχιζε. Κοίταζε τον εαυτό της σαν να βρισκόταν σε απόσταση. Το κορίτσι που στα μάγουλα και στο πιγούνι του έτρεχαν δάκρυα και μύξα. Που τα χέρια του σηκώνονταν κι έπεφταν κάθε φορά και πιο δυνατά. Ήταν αλήθεια η ίδια; Δεν ήταν εντελώς ανάποδα η εικόνα; Η ΆνναΣοφία να προσπαθεί να προστατέψει το πρόσωπό της. Η Βανέσα να κρατάει την κοιλιά της και να της φωνάζει να σταματήσει. Η Χιονάτη επέστρεψε ξαφνικά στην πραγματικότητα, ένιωσε το απαλό παραιτημένο σώμα της Άννας-Σοφίας από κάτω της και την ίδια στιγµή η οργή της χάθηκε. Σηκώθηκε. Τα πόδια της έτρεμαν. Τα χέρια της κρέμονταν άψυχα. Το κρύο τής κέντριζε τα δάχτυλα. Σκούπισε τα μουσκεμένα της μάγουλα. Η Άννα-Σοφία ανασηκώθηκε και η Βανέσα έσκυψε δίπλα της. Δεν την κοίταζαν στα μάτια. Καμιά τους δε µιλούσε. Η σιωπή µιλούσε πιο καθαρά από τις λέξεις. Η Χιονάτη έφυγε με τρεμάμενα πόδια και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Δε φοβόταν πως τα κορίτσια θα την


ακολουθούσαν για να την εκδικηθούν. Δε φοβόταν τίποτα, δεν αισθανόταν τίποτα, δε σκεφτόταν τίποτα. Στα μισά του δρόμου σταμάτησε στην άκρη και ξέρασε. Η μπιζελόσουπα ήταν εκπληκτικά ίδια όπως και πριν τη φάει. Μόλις έφτασε στο σπίτι, πήγε αμέσως στην τουαλέτα πριν προλάβουν να τη δουν οι γονείς της. Από τον καθρέφτη την κοίταζε ένα κορίτσι που δε γνώριζε. Στο πρόσωπο είχε γρατσουνιές. Σήκωσε το χέρι κι άγγιξε το μάγουλό της. Το ίδιο έκανε και το κορίτσι στον καθρέφτη. Το αίμα δεν ήταν δικό της. Ήταν το αίμα της Άννας-Σοφίας, από το χέρι της που το είχε ακουμπήσει στο μάγουλο. Έπλυνε το πρόσωπό της μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές με όσο πιο ζεστό νερό άντεχε. Έτριψε τα χέρια της µε σαπούνι µέχρι που άρχισαν να την τραβούν. Όταν το βράδυ έπεσε τελικά στο κρεβάτι, αποκοιμήθηκε αμέσως και κοιμήθηκε ως το πρωί χωρίς να δει κανένα όνειρο. Όταν χτύπησε το ξυπνητήρι του κινητού, ένιωσε χειρότερα από ποτέ. Χειρότερα κι από τις φορές που την προηγούμενη μέρα την είχαν ξυλοκοπήσει. Η Χιονάτη ήταν σίγουρη πως η υπόθεση δε θα ’μενε εκεί. Η Άννα-Σοφία και η Βανέσα θα την προχωρούσαν. Θα την τιμωρούσαν είτε επίσημα είτε ανεπίσημα. Δε θα την άφηναν χωρίς να της το πληρώσουν. Πέρασε μία μέρα, δύο, τρεις, μια βδομάδα, ένας μήνας. Δεν έγινε τίποτα. Η Άννα-Σοφία και η Βανέσα την άφησαν απλά στην ησυχία της. Είναι αλήθεια πως την απομόνωσαν απ’ όλους τους συμμαθητές, πως κανένας πια δεν της μιλούσε από μόνος του, αλλά δεν την ξαναχτύπησαν. Ούτε την ξανάβρισαν. Ούτε της ξανάστειλαν απειλητικά µηνύµατα. Όλα σταµάτησαν µαχαίρι. Σιγά σιγά η Χιονάτη τόλμησε να πιστέψει ότι δε θα ξανασυμβεί τίποτα. Ανέπνεε πιο εύκολα. Ήρθε η άνοιξη, ήρθε το καλοκαίρι, η μέρα μεγάλωσε, το σχολείο σιγά σιγά τελείωνε. 13 ένιωσε Ακούγοντας τους άλλους να τραγουδούν το «Suvivirsi»


να της φεύγει ένα βάρος. Μετά τη γιορτή περπατούσε με το απολυτήριο του γυμνασίου στο χέρι προς το φως, το καλοκαίρι, την ελευθερία.

Το χιόνι έλαμπε κίτρινο. Έπειτα πορτοκαλί. Μετά από λίγο πράσινο. Η Χιονάτη είδε τα φώτα, άκουσε τον κρότο. Ο ουρανός έβρεχε χρυσά άστρα. Έπειτα άναψαν πελώρια τριαντάφυλλα, τα πέταλά τους άνοιξαν, έλιωσαν, εξαερώθηκαν. Ο Μονόκερος όδευε προς το φεγγάρι. Οι πλανήτες χόρευαν ο ένας γύρω από τον άλλο. Πυροτεχνήµατα. Προς τιµήν της Πολικής Αρκούδας. Πλησίαζε σίγουρα δωδεκάµισι. Η Χιονάτη σκέφτηκε τη συσκευή εντοπισμού που είχε δεμένη με την καλτσοδέτα στο πόδι της. Σκέφτηκε τις οδηγίες που είχε δώσει στην Έλισα σε περίπτωση που δεν επέστρεφε από το πάρτι ή δεν έδινε σηµεία ζωής µετά τις δώδεκα. Πρέπει να φύγω από το πάρτι πριν χτυπήσει δώδεκα. Αυτό όµως δεν είναι άλλο παραµύθι; Η Σταχτοπούτα; Οι εκρήξεις συνεχίζονταν. Η Χιονάτη έπλεε πάνω σε πολύχρωµα κύµατα. Αισθανόταν πολύ καλά. Νύσταζε. Κάθε βράδυ, όταν σβήνει το φως κι έρχεται η πραγματική νύχτα. Γαλάζιος ύπνος. Γαλάζιος, γαλάζιος, εκθαµβωτικά γαλάζιος. Για μια στιγμή νόμισε πως τα πυροτεχνήματα συνεχίζονταν ακόµη. Έπειτα συνειδητοποίησε ότι δεν ακούγονταν πια κρότοι. Ακούστηκε µια στριγκλιά.

Άσπροι τοίχοι. Μυρωδιά αντισηπτικού. Λαµπερά φώτα. Ένας απαίσιος πόνος που ερχόταν κι έφευγε. Στο στόμα η γεύση του αντιβιοτικού.


Τιπ, τιπ, τιπ. Κάτι κυλούσε μέσα της. Ήταν δεμένη κάπου. Θυμόταν αμυδρά ότι όλα τα πράγματα ολόγυρά της είχαν όνοµα. Δεν άντεχε να σκεφτεί. Γνωστά πρόσωπα. Η µάνα και ο πατέρας της. Μακρινοί ήχοι, πίσω από το τζάμι, πίσω από την επιφάνεια του νερού, πίσω από τον τοίχο. «Ο γιατρός είπε ότι όλα πάνε καλύτερα. Μην κλαις πια, αγάπη µου. Θα γίνει καλά. Ξέρει να παλεύει». «Δεν μπορώ να μην το σκέφτομαι… Δε θ’ άντεχα να χάσω κι αυτήν». «Δε θα τη χάσουµε. Σσσς, σσσς». Κι αυτήν; Ποιον είχαν χάσει η μάνα και ο πατέρας; Η Χιονάτη ήθελε να ρωτήσει, αλλά δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Της ήταν πολύ δύσκολο ν’ ανοίξει το στόμα της. Ήθελε μόνο να κοιμηθεί. Έπρεπε να θυμηθεί να τους ρωτήσει αργότερα. Αφού πρώτα κοιµόταν για εκατό χρόνια. Αυτό όµως δεν ήταν άλλο παραµύθι; Η Ωραία Κοιµωµένη; Ένιωσε να βυθίζεται στο κρεβάτι, στο μαλακό στρώμα, σαν να πετούσε στον ουρανό και να βυθιζόταν στα σύν​νεφα.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τέσσερις µήνες αργότερα.

Η ασπρόμαυρη κάρτα απεικόνιζε έναν χοντρό γυμνό άντρα, που κρατούσε ένα γατάκι για να κρύψει τα επίμαχα σημεία του. Η Χιονάτη δε χρειαζόταν να γυρίσει την κάρτα για να δει από ποια ήταν.

Γεια! Εδώ όλα καλά. Η μάνα μου έχει ηρεμήσει κάπως κι εγώ μπορώ και κοιμάμαι τα βράδια χωρίς να πετάγομαι, και να περπατάω στον δρόμο χωρίς να κοιτάζω όλη την ώρα πίσω μου. Μου ’κανε καλό που είμαι ελεύθερη. Έχω κάνει αίτηση σε μια σχολή αισθητικής. Αν περάσω, θ’ αρχίσω το φθινόπωρο. Νοµίζω ότι θα µ’ αρέσει. Γιένα

Υ.Γ. Έχω ήδη συνηθίσει το καινούριο μου όνομα. Δε γυρίζω πια αν κάποιος µε φωνάξει στον δρόµο µε το παλιό. Υ.Γ. 2 Τον μπαμπά δεν πήγα να τον δω. Ίσως κάποια στιγμή. Δεν μπορώ ακόμη. Με καταλαβαίνεις βέβαια. Δεν


μπορώ ούτε να γράψω κάτι λογικό για όλα αυτά. Με πιάνουν αµέσως τα κλάµατα. Υ.Γ. 3 Σου ’πλεξα γάντια. Θα ’ρθουν με το ταχυδρομείο αργότερα. Σόρι που άργησα. Δεν τα χρειάζεσαι πια, θα τα ’χεις όµως το φθινόπωρο.

Η Χιονάτη χαμογέλασε. Έριξε μια ματιά από το παράθυρο. Η Έλισα, ή Γιένα, όπως ήταν το νέο της όνομα, είχε δίκιο. Ήταν τέλος Ιουνίου. Ένας πολύ ζεστός Ιούνιος. Όλα άνθιζαν και µοσχοβολούσαν κι έλαµπαν. Χάρηκε που έμαθε ότι όλα πήγαιναν καλά. Ο πατέρας της Έλισα είχε φυλακιστεί, όπως και ο Μπαρίς Σοκόλοβ. Η υπόθεση εκδικάστηκε με σπάνια ταχύτητα. Κατά πάσα πιθανότητα η αστυνομία ήθελε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση στα γρήγορα, ώστε ν’ αρχίσει να αποκαθιστά και τη φήμη της. Και στους δύο είχαν επιβληθεί μεγάλες ποινές. Σε φυλάκιση είχε καταδικαστεί και ο Εσθονός συνεργάτης του Σοκόλοβ, ο Λίναρτ Κασκ. Η Έλισα είχε μετακομίσει με τη μάνα της σε άλλη πόλη και είχε αλλάξει το όνομά της. Ήταν το πιο λογικό στην περίπτωσή της. Επίσης, είχε ορκιστεί ενώπιον του εισαγγελέα ανηλίκων ότι τα ναρκωτικά ήταν γι’ αυτήν παρελθόν. Η Χιονάτη ήταν σίγουρη πως έλεγε την αλήθεια. Η Έλισα και η μάνα της αναγκάστηκαν να βρουν έναν διαφορετικό τρόπο να ζουν την καθημερινή τους ζωή, να είναι οικογένεια. Κι αυτό δεν ήταν αναγκαστικά κακό. Το αριστερό χέρι της χάιδεψε τα κοντά μαλλιά στο σβέρκο της. Δεν είχε συνηθίσει ακόμη τα τόσο κοντά μαλλιά, αν κι αισθανόταν απελευθερωμένη. Όταν άρχισαν να μεγαλώνουν τα βαμμένα μαύρα μαλλιά της και οι ρίζες έδιναν την εντύπωση πως σύντομα θα γινόταν φαλακρή, πήρε την απόφασή της. Τα βαμμένα μαλλιά δεν της άρεσαν πια, ούτε ο συνδυασμός ονόματος και μαλλιών την τραβούσε. Πολύ κοντά μαλλιά και στο φυσικό της χρώµα. Ένιωθε ανακουφισµένη και της άρεσε.


Κι ακόμα αισθανόταν πιο ασφαλής που από τον καθρέφτη την κοίταζε ένα διαφορετικό κορίτσι από αυτό που είχε πάει στο πάρτι της Πολικής Αρκούδας. Δε φοβόταν βέβαια πως θα την αναγνώριζε τυχαία στον δρόμο κάποιος απ’ όσους ήταν εκεί. Οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά τυφλοί όταν οι οπτικές εντυπώσεις διαφεύγουν από το αρχικό πλαίσιο. Κανένας δε θα φανταζόταν ότι ένα αμακιγιάριστο κορίτσι με φθαρμένες αρβύλες και στρατιωτικό αμπέχονο θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί σ’ ένα πολυτελές πάρτι. Αυτό οδηγούσε σ’ ένα προφανές συµπέρασµα: Δεν είχε πάει ποτέ εκεί. Τόσο απλοϊκά δουλεύει το ανθρώπινο µυαλό. Τόσο ανόητα, ευτυχώς στη δική της περίπτωση. Αυτούς τους δύο μήνες η Έλισα είχε στείλει κι άλλες κάρτες σε κλειστό φάκελο στη Χιονάτη. Τις φύλαγε στο πάνω συρτάρι της συρταριέρας, στο παλιό της δωμάτιο, κάτω από έναν κρυφό πάτο. Ακριβώς. Είχε γυρίσει στο Ριιχιμάκι, στο πατρικό της σπίτι. Έπειτα από τα γεγονότα του χειμώνα την είχαν ανακρίνει πρώτα η αστυνομία και μετά οι γονείς της. Και στις δύο περιπτώσεις είχε αναφέρει μόνο τα απαραίτητα. Οι γονείς της είχαν απαιτήσει να γυρίσει στο σπίτι «προς το παρόν τουλάχιστον». Η Χιονάτη το ανέχτηκε, μολονότι το παιδικό της δωμάτιο ήταν γεμάτο αναμνήσεις και το ένιωθε μικρό. Πήγαινε στο σχολείο με το τρένο, αν και αυτό σήµαινε ξύπνηµα σε απάνθρωπες ώρες. Προς το παρόν. Πίστευε ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού θα κατάφερνε να πείσει τους γονείς της πως θα ήταν και πάλι ασφαλής να ζει µόνη της στο Τάµπερε. Στο σχολείο την κοίταζαν περίεργα γιατί κανένας δεν ήξερε. Ο Κάσπερ και ο Τούουκα είχαν αποβληθεί όταν μαθεύτηκαν τα σχετικά με το πάρτι, τα ναρκωτικά και την παράνομη είσοδο στο σχολείο. Ωστόσο όλα τακτοποιήθηκαν με όσο το δυνατόν λιγότερη φασαρία. Ανάμεσα στους μαθητές βέβαια κυκλοφορούσαν φήμες, αλλά την ίδια δεν μπορούσαν να τη


συνδέσουν με όσα ακούγονταν. Οι φήμες ήταν η μια πιο τρελή από την άλλη, καµία όµως δεν πλησίαζε καν την τρελή αλήθεια. Ο Τέρχο Βάισανεν ήταν στη φυλακή, ο Μπαρίς Σοκόλοβ ήταν στη φυλακή. Η Πολική Αρκούδα δεν ήταν. Σοφά πράττοντας, η Χιονάτη δεν είχε πει λέξη για την Πολική Αρκούδα στις ανακρίσεις. Είχε καταλάβει πως, αν μιλούσε, τελικά μόνο η ίδια θα είχε προβλήματα. Δεν είχε στοιχεία ότι οι δίδυμες ήταν μπλεγμένες κάπου. Δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτές. Ούτε η αστυνομία είχε ρωτήσει. Το κτίριο όπου είχε γίνει το πάρτι ήταν στο όνομα του Ρώσου. Κι όλα τα υπόλοιπα ο ίδιος τα είχε φροντίσει. Επίσημα Πολική Αρκούδα δεν υπήρχε. Κανένας δεν την είχε δει, κανένας δεν είχε ακούσει τίποτα γι’ αυτήν. Η Χιονάτη χάιδεψε με το δάχτυλό της την άκρη της κάρτας. Περίεργο που η Έλισα προτιμούσε να στέλνει κάρτες παρά μέιλ. Ήταν κι αυτή μια από τις ιδιαιτερότητες για τις οποίες είχε διαπιστώσει με έκπληξη ότι το πήγαινε το κορίτσι. Την Έλισα σκεφτόταν όταν ζωγράφισε ένα ροζ τριαντάφυλλο στην κάτω γωνία του πίνακά της Φιλία κοριτσιών. Αν δεν κοίταζες προσεκτικά, δεν το καταλάβαινες. Έβαλε την κάρτα στο συρτάρι μαζί με τις άλλες. Στην κρυψώνα υπήρχε επίσης ένας φάκελος που είχε λάβει αμέσως μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο. Περιείχε δύο χαρτονομίσματα των πεντακοσίων ευρώ. Χίλια ευρώ. Ήταν ένα τόσο μικρό μέρος από τα τριάντα χιλιάρικα, που δε θα έλειπε σε κανέναν. Δεν ήξερε αν η Έλισα, ο Τούουκα και ο Κάσπερ είχαν κρύψει περισσότερα. Δεν ήθελε να ξέρει. Χίλια ευρώ ήταν αρκετά µεγάλο µυστικό. Η Χιονάτη είχε συνηθίσει να έχει μυστικά. Πάντα είχε, μεγαλύτερα ή μικρότερα. Έκλεισε το συρτάρι και σκέφτηκε ότι συγχρόνως έκλεινε εκεί κι εκείνα τα μυστικά για τα οποία δεν είχε κανένα συγκεκριµένο στοιχείο. Την Πολική Αρκούδα και ότι τη συνάντησε.


Την Άννα-Σοφία και τη Βανέσα και όσα της είχαν κάνει στο δηµοτικό και στο γυµνάσιο. Το σημαντικό πρόσωπο που είχαν χάσει η μάνα και ο πατέρας της, και το ότι δεν ήξερε πώς να τους ρωτήσει όταν γύρισε σπίτι από το νοσοκομείο. Ένα σπίτι όπου δε μιλούσε κανείς, αλλά εκείνη δεν µπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Εκείνον, που η φωτογραφία του είχε πέσει στα χέρια της. Η φωτογραφία ήταν βέβαια απόδειξη ότι το πρόσωπο που απεικόνιζε ήταν πραγματικό, τίποτα όμως δεν αποδείκνυε ότι εκείνη το είχε ερωτευτεί. Ότι την είχε ερωτευτεί κι αυτό. Αν την είχε. Η Χιονάτη ήθελε να πιστεύει ότι την είχε ερωτευτεί. Είχε χαϊδέψει προσεκτικά με το δάχτυλό της τη φωτογραφία. Κοντά μαλλιά, που το ανοιχτό καστανό χρώμα τους εναλλασσόταν από το σταρένιο στο χρώμα του καρυδιού. Μάγουλα, ώµοι, µπράτσα. Κόλλησε ακόµα µια φορά στα µάτια. Ήταν τόσο γαλάζια, που θύμιζαν χάσκι με το έντονο, αλαζονικό βλέμμα. Η Χιονάτη έβλεπε πιο βαθιά. Έβλεπε τη θέρμη, την ανασφάλεια, τη χαρά, το φως. Η νοσταλγία τής έσφιγγε δυνατά το στομάχι. Νόμιζε πως το είχε ξεπεράσει. Αλλά έκανε µεγάλο λάθος. Το όνομά του ερχόταν ήδη στα χείλη της, το όνομα που είχε ψιθυρίσει και είχε φωνάξει. Αλλά δεν το άφηνε να βγει. Δεν ήταν έτοιµη. Ούτε τώρα ούτε ποτέ ίσως. Κλείδωσε το συρτάρι, αν και η προφύλαξη ήταν περιττή. Κράτησε στο χέρι της το μικρό φθαρμένο κλειδί. Γυάλιζε ελάχιστα. Ένα πολύ απλό και διακριτικό κλειδί. Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα κλειδί που μπορούσε να ταιριάξει σε κάθε κλειδαριά. Τα παραμύθια δεν αρχίζουν έτσι. Έτσι αρχίζουν άλλες, πιο φωτεινές ιστορίες.


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τέσσερα άτομα, χωρίς τα οποία το βιβλίο που κρατάτε δε θα ήταν αυτό που είναι: Τον άντρα μου Κάρο, που με ενθάρρυνε, με υποστήριζε και με αμφισβητούσε ακριβώς όσο έπρεπε και τη σωστή στιγμή. Τα σχόλιά του, η αντίληψή του και οι καίριες παρατηρήσεις του με βοήθησαν σε όλη τη διαδικασία της συγγραφής του βιβλίου. Τη Σάνα και τη Σάαρα, επιμελήτρια και διευθύντρια εκδοτικού, αντίστοιχα, του τμήματος παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας του εκδοτικού οίκου Tammi , που πίστεψαν από την αρχή στην ιδέα μου και με προώθησαν ως συγγραφέα. Ήταν μεγάλη χαρά να δουλέψω με τόσο ζεστούς και έξυπνους ανθρώπους. Τη φίλη και συνάδελφο συγγραφέα Σίρια, που είχε την υπομονή ν’ ακούσει τις αμφιβολίες μου και μου ενστάλαξε αυτοπεποίθηση ότι τα φτερά µου θ’ αντέξουν.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Από το τραγούδι «Νατάλια» της ποιήτριας Elvi Sinervo (1912-1986). 2. «Σε λίγο ενηλικιώνεται. Πρέπει να τα καταφέρει μόνη της». (Σουηδικά στο πρωτότυπο). (Σ.τ.Μ.) 3. Tampereen Pallo-veikkot. Ποδοσφαιρική οµάδα που ιδρύθηκε το 1930, αρχικά ως οµάδα των εργατών. (Σ.τ.Μ.) 4. Αναφορά στο οµώνυµο µυθιστόρηµα της Στέφανι Μέιερ. (Σ.τ.Μ.) 5. Σουηδικά στο πρωτότυπο. Από το τραγούδι της Σουηδής συγγραφέως Άστριντ Λίντγκρεν [Astrid Lindgren] (1907-2002), «Το καλοκαιρινό τραγούδι της Ίντα» [Idas sommarvisa], σε ελεύθερη απόδοση της µεταφράστριας. (Σ.τ.Μ.) 6,7. Τα ποιήματα της Έντιθ Σέντεργκραμ . Μετ. Αντώνης Μυστακίδης, Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1958. (Σ.τ.Μ.) 8. Kimmo Kaivanto (1932-2012). Φινλανδός ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης. Στο λόμπι του συνεδριακού κέντρου Tampere Hall έχει τοποθετηθεί το γλυπτό του «Γαλάζια Ευθεία» μήκους 200 μέτρων, που αποτελείται από πολλά κομμάτια και απεικονίζει την πνευματική κληρονομιά της Ευρώπης, το παρελθόν και το μέλλον της. (Σ.τ.Μ.) 9. Väinö Linna (1920-1992). Συγγραφέας, ανάμεσα στα άλλα, του γνωστού αντιπολεμικού μυθιστορήματος Ο άγνωστος στρατιώτης(στα ελληνικά εκδ. Καλέντης 1995). (Σ.τ.Μ.) 10. Juice Leskinen (1950-2006). Φινλανδός συνθέτης και τραγουδιστής, στιχουργός και ποιητής, ο πατριάρχης της φινλανδικής ροκ µουσικής. (Σ.τ.Μ.) 11. Αναφορά στην τελευταία φράση του μυθιστορήματος του Βάινο Λίνα, Ο άγνωστος στρατιώτης. (Σ.τ.Μ.) 12. Στίχος τραγουδιού του Γιούισε Λέσκινεν. (Σ.τ.Μ.) 13. «Καλοκαιρινός Ύμνος». Θρησκευτικού περιεχομένου τραγούδι που ακούγεται στη λήξη της σχολικής χρονιάς. (Σ.τ.Μ.)

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 1 - Κόκκινη σαν το αίμα  

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 1 - Κόκκινη σαν το αίμα

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 1 - Κόκκινη σαν το αίμα  

Σάλα Σίμουκα - Η τριλογία της Χιονάτης 1 - Κόκκινη σαν το αίμα

Advertisement