Issuu on Google+


Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γεννήθηκε το 1973. Σπούδασε Ιστορία και εργάζεται ως φιλόλογος. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα στον ιστότοπο ποιητικές διαδρομές του δείμου του πολίτη Άλλα πεζογραφήματά του: και η νύχτα ερωτεύεται το άρωμα της ιέρειας ο μονόλογος της εταίρας σκέψεις αυτόχειρος χειμωνιάτικες αναμνήσεις Διατηρεί το ιστολόγιο ο δείμος του πολίτη, όπου καταγράφει κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα Έχει συγγράψει ιστορικές και κοινωνικές μελέτες. Άρθρα του δημοσιεύτηκαν στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, στο tvxs.gr, το protagon.gr, το eklogika.gr και αλλού. Έχει δημοσιεύσει το πολιτικό δοκίμιο «η δημαγωγία της δημοκρατίας» (2009, ΙSΒΝ 978-960-88998-5-8) και τη μελέτη «Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών» (2011, ΙSΒΝ 978-960-93-3586-7).


το τέρας © Χλωπτσιούδης Δήμος chldimos@gmail.com http://chldimos.blogspot.gr http://deimospoems.blogspot.gr

________________________________ Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική η μερική ή περιληπτική με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη άδεια ή αναφορά του συγγραφέα. Κάθε εκτύπωση ή ανατύπωση του παρόντος πρέπει να φέρει να το όνομα του συγγραφέα. Η αναγραφή του συγγραφέα αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση της προσπάθειας. Το παρόν εκδόθηκε σε ηλεκτρονική μορφή. Το εξώφυλλο επιμελήθηκε από το συγγραφέα.


Μερικές φορές ετούτη η αγάπη έμοιαζε με τον πρωτόγονο Χριστιανισμό, που τόσο πολύ μίσησε στο πέρασμα των αιώνων: φανατισμός και πόλεμος προς αλλόπιστους. Άλλοτε πάλι έτεινε σε αρχαιοελληνικές δοξασίες που σαν άντρες και γυναίκες έσμιγαν οργιάζοντας και ουρλιάζοντας φτιαγμένοι από το ποτό και τις διάφορες τοπικές ουσίες για να λατρευόσουν τη Δήμητρα, τη Σεμέλη και το Διόνυσο. Άλλοτε, θύμιζε τη μεσαιωνική δογματική προσήλωση στη λατρεία ενός άκαρπου Θεού που χωρίζει την Κόλαση ‐του απάνθρωπου κυνηγιού και του θνητού θανάτου‐ απ’ τον Παράδεισο ‐της λαγνείας. Θυμάμαι τον τρόπο με τονμ οποίο αναφερόταν σε εκείνη ‐εγώ δεν είχα προλάβει να τη συνα ντήσω‐ και τη φλόγα που φώτιζε το πρόσωπό του σαν μιλούσε για την αγάπη και τον έρωτά τους. Δεν ήταν οπωσδήποτε η πρώτη του γυναίκα, αλλά είναι βέβαιο πως ήταν η μόνη για την οποία έκλαψε και πόνεσε χωρίς να μπορέσει να ξεπεράσει το χωρισμό που κάποιοι άλλοι έφεραν στη ζωή τους. Το μυαλό του ταξίδευε σ’ εκείνη τη ζεστή αγκαλιά που στα μπράτσα της επιθυμούν να κρυφτούν και να σφίξουν τρυφερά τη μαλακή και υπέροχης γεύσης άρμη των κλειδώσεών της για να κατέβουν τα δάχτυλα σε χαμηλότερα επίπεδα του κορμιού της ξιπασμένα από κύματα ηδονής και συνοδευμένα από βογκητά και ηδονικές κραυγούλες υστερίας. Και τούτο γιατί όλα τα εγκεφαλικά κύτταρα αναζητούν τον ερεθισμό απ ’ τη θέα των ματιών της γυναίκας, του χαμόγελού της, του κορμιού της. Μα πάνω απ’ όλα το κορμί να λιώνει σαν ατσάλι στη λάβα που απλώνεται καθώς μιλούσε και τραγουδούσε. Εκείνα τα μελωδικά φθογγικά σύνολα


έκαναν την καρδιά του να τρέμει απ’ τη συγκίνηση και την υπερηφάνεια της προτίμησης που επέδειξε σ ’ εκείνον, ετούτη η γυναίκα. Είναι αλήθεια πως όσο και να του άρεσε ο έρωτας ποτέ δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη δική της φιγούρα, που πάντα κυνηγούσε την προσπάθειά του να συγκεντρωθεί σε κάτι άλλο. Ήταν το όνειρό του, η φαντασία του, η μούσα του. Η δική του Θάλεια σαν άγγιζε το μολύβι και το χαρτί και την έκανε και δική μου μούσα, η δική του Αφροδίτη σαν αποπλανούσε γυναίκες προς αναζήτηση μιας σωματικής ελευθερίας . Πάντοτε μονολογούσε ότι συναντούσε τη μορφή της στους κενούς και άβαφους τοίχους σαν σήκωνε το κεφάλι του να σκεφτεί. Και εκεί του χαμογελούσε ή ενίοτε γελούσε με τις άοκνες και μάταιες προσπάθειές του να ξεφύγει για λίγο από τη σκέψη της και να συγκεντρωθεί. Εκείνη και ο ερωτισμός της ήταν τα μόνα θέματα που μπόρεσε ποτέ να αποδώσει σε ένα κομμάτι χαρτί. Και σαν πλησίαζε ο καιρός της αλλοτινής γιορτής και τωρινού πένθους όλα τρέχουν σαν λωλά στο νου του. Αναμνήσεις μιας σχέσης πολλών ετών που πάντα κινούνταν ανάμεσα στις συντεταγμένες του έρωτα και της αγάπης, ωσάν ένα πλεούμενο που πασχίσει να προσανατολιστεί ανάμεσα στο βορρά και το νότο για να καταλήξει σε κάποιο απάνεμο λιμανάκι , αλλά όμως δεν του το επιτρέπουν κάτι τέτοιο τα θαλάσσια ρεύματα. Έτσι μοιάζει και η δική τους σχέση , η αγάπη τους και οι προσπάθειές τους να κρατήσουν μια ρότα σταθερή χωρίς ταρακουνήματα όπως τούτα που η ζωή ‐ή η αθανασία του;‐ τους χάρισε. Με θαλάσσια ρεύματα όλους εμάς που τον κυνηγούσαμε γιατί


έσφαλε ‐αμάρτησε όπως λένε οι ημιμαθείς κύριοι της εκκλησιαστικής γλώσσας‐ απέναντι στους νόμους που ο Θεός μας τάχα έθεσε. Εκείνους τους νόμους του Αδάμ και του προαναγγελθέντος θανάτου του μια και για να χαρεί τον έρωτα έχασε την αθανασία του . Μία θάλασσα γεμάτη με υφάλους και επικίνδυνους σκοπέλους ήταν το διάβα του στη ζωή, με φουρτούνες από κυνηγούς κεφαλών ‐του δικού του βασικά κεφαλιού‐ για το μίσος που ο ίδιος ο Θεός μας μάς δίδαξε. Και πώς να μη μάθουμε το μίσος από Εκείνον όταν κάθε φορά σκότωνε παιδάκια ή κατάστρεφε πόλεις επειδή αντέβαιναν τις εντολές Του σαν ένας σατράπης, ένας Φαραώ, ένας απόλυτος άρχων‐ βασιλεύς της Ανατολής. Μίσος σαν εκείνο που επέδειξε , κατά τα ειρημένως ιερά κείμενα, απέναντι στους Αιγύπτιους με εξιλαστήρια θύματα τα πρωτότοκα τέκνα τους, για να πουν αργότερα οι πατέρες ότι αι γονέων αμαρτίαι τέκνα παιδεύουσι, ή στα Σόδομα και τις πόλεις που κατακτούσαν οι απόγονοι Ισραηλίτες του Αδάμ και αργότερα τα ιδεολογικά τέκνα τους στο Νέο και Ανατολικό Κόσμο. Εκείνος είχε πετύχει τη δική του αθανασία και είχε παραβεί όλους τους θρησκευτικούς νόμους και κανόνες, είχε ξεπεράσει όλα εκείνα τα θαύματα του ιδρυτή της νέας θρησκείας, που έμελλε να γίνει πιο παλιά στις αντιλήψεις της από τις αρχαιότερές της και να καταστρέψει τόσους πληθυσμούς και ιδέες ή να τις δείξει σαν δικές της ξεχνώντας την καταγωγή τους. Ποτέ, εξάλλου, δεν είχε συμπαθήσει εκείνους τους γεράκους που μιλούσαν για αγάπη χωρίς ποτέ οι ίδιοι να την αναζητήσουν ή έστω να τη γνωρίσουν . Όλοι


κείνοι που τάχα μιλούσαν για αθανασία της ψυχής και χάνονταν μέσα σε ένα κολασμένο κορμί και ένα αδιάλλακτο μυαλό. Ήταν εκείνοι ή οι απόγονοί τους που σκότωναν τάχα για το καλό του θεού που τον βάφτισαν Εβραίο ‐πρεσβεύοντας ότι οι θεότητες ανήκουν σε συγκεκριμένα έθνη ή λαότητες και μόνο εκείνες προστατεύουν (sic)‐ ή έκαιγαν γυναίκες που προκαλούσαν με τη διαφορετικότητά τους ή κατέστρεφαν αριστουργήματα που διαλαλούσαν το νέο, το ξεχωριστό και ήθελαν να φτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο ‐όπως τουλάχιστον ευελπιστούσαν οι συγγραφείς τους. Διάβαζα τις αράδες που μου είχε δώσει κάποτε , μελάνι που έκαιγε τα χέρια από τη θέρμη . Λέξεις που καταντούσαν υγρές κηλίδες από τα δάκρυα του χωρισμού και της γλυκιάς ανάμνησης. Όλα εκείνα τα σκόρπια κουλουράκια και μπαστουνάκια δημιουρ γούσαν μόνο αισθήματα πόνου και αγάπης . Ήταν η σκέψη εκείνης που καταλάμβανε κάθε κύτταρο του νου και της καρδιάς του, μιας καρδιάς αφιερωμένης ‐με θρησκευτική λατρεία και δογματισμό‐ σ’ εκείνη. Ίσως αυτός ο δικός του ο πόνος και η δική μου η λύπηση να κάνει σήμερα την πένα μου να ζωγραφίζει πάνω στο χαρτί και να μοιράζει απλόχερα τα συναισθήματά μου για το τέρας στο γράφοντα και το σημειωματάριό του. Τα χειρόγραφα ερωτικά γράμματα ήταν η ανάμνηση του δικού του παρελθόντος. «Μήπως τα τρυφερά συναισθήματα είναι πιο σπάνια από ότι πριν από εκατόν πενήντα έτη;» αναρωτήθηκε. «Η ζεστασιά της αγάπης, συμπλήρωσε, δεν είναι λιγότερη σήμερα. Ίσως η ανυπομονησία της να είναι». Χρόνια αργότερα,


στην εποχή που οι υπολογιστές καθοδηγούν το παιχνίδι τούτο, αυτά τα λόγια αποδεικνύουν τη διαχρονικότητά τους. Μόνο μέσα από τις ξέφρενες ταχύτητες της ζωής και τις συνεχείς αλλαγές ξεπηδά η ανάγκη μας για στιγμές γαλήνης , βραδύτητας και περισυλλογισμού. Και τούτο βέβαια το κείμενο δεν έχει στόχο να βελτιώσει έναν κόσμο που οι ίδιοι οι Χριστιανοί βίασαν και κατέστρεψαν, αλλά μόνο να φανερώσει κάποιες σκέψεις, κάποιους πόνους, ενός ανθρώπου που διέφερε. Διέφερε γιατί έγινε αθάνατος και κυνηγήθηκε και θυσιάστηκε στο βωμό της μοναξιάς της αθανασίας , στο βωμό του χαμού αθώων ή όχι αγαπημένων προσώπων. Δεν είναι τούτο ένα δοκίμιο για την αθανασία ή τα αιμοτραφέντα τέρατα. Δεν είναι καν διήγημα, παρά μόνο ένα αφήγημα, ένα ανένταχτο στις κατηγορίες του πεζού λόγου κείμενο , χωρίς καν τα δικά του χαρακτηριστικά. Δίχως να διαθέτει εκείνο ή το δείνα στοιχείο που να δημιουργήσει μια δική του κατηγορία, ένας όρος που δηλώνει κείμενα ‐ απαρχαιωμένα πια‐ του ΙΘ΄ αιώνα (όχι ότι έχει καμία αξία η ενσωμάτωσή του κάπου , απλώς θα διαφωνούν οι ειδικοί φιλόλογοι αν θα πρέπει να χαρακτηριστεί έτσι ή αλλιώς. Λες και ο κόσμος θα χάσει τόσο πολύ αν γίνει το λάθος τούτο). Η μορφή που περισσότερο του ταίριαζε ήταν εκείνη του Οδυσσέα. Ένας ναυαγός μόνος στο νησί της ζωής που ήθελε να κάθε τρόπο να φτάσει στην Ιθάκη της αγκαλιάς και της χαράς. Μόνο που οι θεοί ‐εκείνοι που νόμιζαν ότι είναι θεοί και στο όνομα ενός θεού ήθελαν να κρίνουν τις πράξεις τους‐ τον έδιωχναν πότε μακριά και πότε τον άφηναν να ηρεμεί χάνοντας


τα ίχνη του. Έχοντας τις δικές του Σειρήνες να τραγουδούν για να τον βγάλουν από το δρόμο της ευτυχίας και να σκοτώσουν κάθε τι που αγαπούσε και εκείνον τον ίδιο ακόμα αν ήταν τυχεροί& με τους δικούς του Λωτοφάγους για να ξεχνά κάπου‐κάπου τα βάσανα που του χάρισε η αιωνιότητα και να απολαμβάνει λίγο ξαποσταίνοντας την ζωή μέσα στην παραζάλη του κυνηγητού. Άλλοτε πάλι έμοιαζε με τον Αίαντα , τον πιο τραγικό ήρωα επικών ποιημάτων, το δραματικότερο της αρχαίας τραγωδίας. Εκείνος που προστάτευε ως ο πιο δυνατός ήρωας μετά τον ημίθεο το στρατόπεδο των Αχαιών από τις επιθέσεις έχοντας τη σκηνή του στη μια άκρη, ενώ στην άλλη πλευρά έστεκε του Αχιλλέα. Αυτό τον ήρωα που έγινε έρμαιο στη βούληση των θεών, έζησε την τραγωδία και τη φυλακή της ρουτίνας. Μιας ρουτίνας που κράτησε από τότε που ανδρώθηκε και μόνο στο τέλος την συνειδητοποίησε σ’ όλη της την έκτασή. Η ρουτίνα του Αίαντα έκλεινε όλη τη ζωή του, σκέψεις και δράση, γύρω από μία ηθική αρχή: τον κώδικα τιμής του ήρωα. Αγωνίστηκε και σκότωσε Τρώες μόνο και μόνο για να κρατήσει την τιμή του. Έλειψε απ’ το βασίλειό του και από την ειρηνική του ζωή επί δέκα έτη , μόνο για την ιδέα της τιμής και τις άλλες αντιλήψεις της εποχής των ηρώων. Ο δικός μου ήρωας ζούσε για δεκαετίες μέσα στη ρουτίνα της θνητής σάρκας και της αέναης αναζήτησης της αλήθειας και της σοφίας, μέχρι που βρήκε την απάντησή του όχι σε προσευχές ή μεταθανάτιες αποκαλύψεις, αλλά στο αίμα και τη σατανική παρέμβαση. Και έζησε μια άλλη ρουτίνα, μέσα στον


πόνο και τον ασταμάτητο τρέξιμο για να ξεφύγει από τους διώκτες του. Έζησε μέσα στο αίμα όλων εκείνων των θυμάτων του που στοίχειωναν τον ύπνο του και έστεκαν πάντα στην πόρτα της συνείδησής του χωρίς να μπορεί να σταματήσει τη θανατική καταδίκη που ο Σατανάς τον είχε ρίξει. Το αίμα ‐το πανανθρώπινο σύμβολο του θανάτου σε τόσους και τόσους πολιτισμούς‐ έγινε το σύμβολο της ζωής για εκείνον που τροφή του έγινε η ζεστή σάρκα και η καυτή λαιμαργία για το κόκκινο ζωοποιό υγρό. Και πόσες φορές δεν προσπάθησε να αντιπαλέψει την κατάρα που η θεότητα τον έριξε ανεπιτυχώς, υποφέροντας για μέρες και μέρες την ασιτία από το αίμα μέσα σε κραυγές πόνου και επιθανάτιους λήθαργους. Το μίσος του για το θάνατο τον έσπρωχνε να αναζητά τη ζωή σε κατώτερα όντα , όπως έλεγε, χωρίς τη θλίψη ότι ευθύνονταν για το χαμό κάποιων ανθρώπων. Κι όμως οι δικοί του διώκτες ποτέ δε συνάντησαν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που αναζητούσε τη λύτρωση και τη σοφία . Πάντοτε έβλεπαν ένα βρικόλακα που ζούσε σε βάρος της ζωής άλλων ανθρώπων. Μία σατανική παρουσία που έκανε το δικό τους σύμπαν ‐το σύμπαν της ανοησίας και της θρησκευτικής αλλοτρίωσης‐ να κινδυνεύει με κατάρρευση. Μα κι εγώ δεν μοιάζω να διαφέρω τόσο πολύ από εκείνους όλους. Τον βρήκα σε ένα ξέφωτο να αναζητά χώρο διαφυγής από την καταδίωξη . Ήταν η πιο πετυχημένη και οργανωμένη παγανιά που έκαναν οι κυνηγοί του. Και όλα έγιναν τη μέρα του χαμού του, του χαμού της γυναίκας του ‐που συμβολικά έγινε και ο δικός του χαμός‐ και την επέτειο της γνωριμίας


τους. Μια ημέρα που έμελλε να γίνει σύμβολο πένθους για εκείνον αφού στην επέτειο της ερωτικής κλίνης βρήκε και το δικό της χαμό σαν θέλησε να τον προστατεύσει. Τον κύκλωσαν μέσα σε ένα διωγμό γεμάτο θρησκευτικούς αλαλαγμούς και λατρευτικό παροξυσμό. Μίσος στο τέρας, όπως τον αποκαλούσαν, θρηνωδία στον άνθρωπο όπως λέω πια τόσο συχνά. Δεν ήμουν εγώ που τον βρήκα , αλλά εκείνος. Με πλησίασε τόσο αθόρυβα όσο μια νυχτερίδα που οι υπέρηχοί της βλέπουν στο σκοτάδι σαν ηχοεντοπιστική συσκευή, αλλά δεν γίνονται αντιληπτοί από τα ανθρώπινα αυτιά. Με έπιασε και με έδεσε . Δεν ξέρω τι είχε στο νου του. Ίσως να είχε προδικάσει ήδη το μέλλον του και το δικό μου μαζί, ίσως όμως ακόμα να δίκαζε τους διώκτες του. Φοβόταν το θάνατο όπως κάθε ένας από εμάς . Εξάλλου γι’ αυτό είχε χαρίσει τα πάντα για την αθανασία. Γι’ αυτό είχε στραφεί στον αιματοβαμμένο δρόμο της αιωνιότητας με το γνωστό κόστος που έφερε σε αυτόν, τα θύματά του και όσους αγάπησε και χάρηκε. Θαρρώ, όμως, πως μόνο μέσα στο θάνατο, ο αθάνατος, μπορούσε να βρει τη λύτρωση από τη θλίψη. Ήταν αγάπη; Ήταν τύψεις; Δε γνωρίζω. Ίσως ήταν οι σκέψεις της μόνης γυναίκας που νοιάστηκε για αυτόν, ώστε και εκείνη να προτιμήσει το θάνατο και το δικό της τέλος προκειμένου να αποτρέψει το δικό του , σαν οι διώκτες του τον πλησίασαν απειλητικά την επετειακή κείνη μέρα. Δεν ήταν ένας σαιξπηρικός ήρωας, ούτε καν ο δολοφόνος του Ιρλανδού επαναστάτη του Μπόρχες . Ήταν μία γυναίκα που όπως θέλει τόσες φορές η θνητή


ψυχολογία προτίμησε να θυσιάσει τη δική της ύπαρξη για να μπορέσει εκείνος να καταφέρει να απολαύσει τη δική του. Ο έρωτας της γυναίκας εκείνης δεν περιορίστηκε μόνο στην ίδια τη σεξουαλική πράξη όπως είχε συνηθίσει τόσους αιώνες. Επεκτάθηκε στην αγάπη παρά το γεγονός ότι κάθε γυναίκα έχει μεγαλύτερη ανάγκη και επιθυμία για σεξ. Ήταν η ‐ιδεαλιστική‐ ανυπομονησία της γυναίκας και η αγάπη της που έτρεφε τόσο ισχυρή απέναντι στον άνδρα που λαχταρούσε. Πάντως όπως και να έχει η αγάπη της γυναίκας, μοιάζει να ταλαιπωρεί με τον πλέον γλυκό τρόπο κάθε αρσενικό του πλανήτη . Και εκείνον τον βασάνιζε όχι μόνο εν ζωή, αλλά κυρίως αργότερα. Δεν ήταν το άτομο, όπως τόσο συχνά λέμε ότι αγαπάμε για την προσωπικότητά του, αλλά κάτι βαθύτερο: οι πράξεις της. Η επιθυμία της να χάσει ότι πιο αγνό είχε, την αποδοχή των συνανθρώπων της, και να γίνει μία όμοιά του για να χαίρεται αιώνια την αγάπη του, να γίνει και εκείνη ένα τέρας για στέκει στο πλευρό του. Και εκείνη τη νύχτα, σαν αντίκρισε το νεκρό κορμί της μίσησε τον εαυτό του που δεν της έκανε το δώρο εκείνο που τόσο ποθούσε: να της χαρίσει την αθανασία. Να της προσέφερε όλη τη χαρά της αιωνιότητας και την αγωνία ενός διωγμού που από γενεά σε γενεά γινόταν όλο και πιο επικίνδυνος. Ποτέ δεν την είχε δει σαν μία γυναίκα που θα τον συντρόφευε στο πέρασμα του χρόνου, σαν παραστάδες δροσιάς στην μακριά οδό του φόνο και της ζωή που είχαν ήδη δεθεί μεταξύ τους τόσο στενά για αυτόν. Τον συμπόνεσα; Είδα στο πρόσωπό του την


απελπισία μιας αλλοτινής ανθρώπινης ύπαρξης; Δεν μπορώ να απαντήσω κατηγορηματικά γιατί η δική του φιγούρα κατέκτησε το μυαλό μου. Πολλές φορές τον φαντάζομαι σαν την πρωτόπλαστη εκείνη μυθική εβραιο‐χριστιανική φιγούρα που θέλησε να θυσιάσει τα πάντα για να χαρεί το απαγορευμένο μήλο, που ο μοναχικός δημιουργός του απαγόρευσε να γευτεί από ζήλια . Ήταν μόνος στον κόσμο χωρίς κανέναν να μπορεί να αναφέρει ή να εξηγήσει τον πόνο του . Μόνο σε εμένα ‐ πλην εκείνης‐ μίλησε. Μόνο σε εμένα, ένα διώκτη του που ως εκείνη τη στιγμή τον μισούσα μαζί με τόσους άλλους και εγώ βυθισμένος στη μνησικακία που με έκλεισαν οι αντιλήψεις μου για τη ζωή. Ήταν ένας Αδάμ που μόνο με άλλα διαφορετικά όντα μπορούσε να έχει επαφή. Στο συναπάντημά τους και ιδίως μετά την τελευταία πράξη λατρείας που του προσέφερε εκείνη για τη ζωή, αισθάνθηκε σαν να είχε συναντήσει μιαν άλλη Εύα, με την οποία γεύτηκε τον απαγορευμένο καρπό της ζωής και της ευτυχίας . Ήταν ένας άνθρωπος διαφορετικός από τους διώκτες του ή εκείνους που τον είχαν πολλάκις πλησιάσει και σαν έμαθαν ουκούν ποιος ή τι ήταν τον εγκατέλειπαν. Πολλές φορές είχε ανταμώσει γυναίκες και άντρες βέβαια ‐αφού το απαγόρευε ο Εβραίος θεός σίγουρα θα ήταν κάτι γλυκό, φρονούσε‐ θέλοντας να χαρεί τη ζωή με τις δικές της μικροαπολαύσεις και τον έρωτα . Ωστόσο, πάντα κρατούσε κρυφές τις νυχτερινές του περιπλανήσεις προς αναζήτηση τροφής που θα τον κρατούσε στη ζωή. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όμως που αποκαλύπτονταν, είτε λόγω της


αναλλοίωτης εμφάνισής του στο πέρασμα του καιρού είτε λόγω κάποιου λάθους που είχε κάνει. Και εκείνοι που έδειχναν να τον λατρεύουν, καταντούσαν διώκτες ή συνεργάτες των κυνηγών του προδίδοντάς τον . Και άλλοτε έφευγε καταδιωκόμενος σε άλλη γη και άλλους ανθρώπους, ενώ πολλάκις αναγκαζόταν να σκοτώσει είτε τους εραστές και τις ερωμένες του είτε κάποιους από τους θηρευτές του ‐γιατί είχε καταντήσει ένα θήραμα για την αίγλη απέναντι στη πάθος και τη χωλότητά τους. Σε εκείνη όμως είχε βρει , τον ορμίσκο που ξέβρασε την οδύσσειά του το κύμα των Ποσειδώνων του . Το νησί αυτό έμελλε να είναι το νησί μιας Καλυψώς και όχι της Ιθάκης για να μείνει μαζί της πολλά έτη. Της είπε την αλήθεια μόνο μετά από πολλά χρόνια , αλλά εκείνη είχε παρατηρήσει εκείνο το μαγικό χαρακτηριστικό των αγέραστων χαρακτηριστικών του σώματός του πολύ νωρίτερα. Δε φαίνονταν να την απασχολεί ακόμα κι όταν έμαθε την κατάρα του. Θέλησε να την μοιραστεί στην ερωτική κλίνη όπως όλα εκείνα τα πάθη και τη λαγνεία που καιρό τώρα πια μοιράζονταν στην αναζήτηση της ηδονής. Δεν νοιάζονταν παρά μόνο να περάσει μαζί του την υπόλοιπη ζωή του. Δεν θέλησε να της πραγματοποιήσει την ευχή της ‐αν και το μετάνιωσε αργότερα‐ όπως δεν ήθελε ποτέ να το κάνει σε τόσους άλλους . Η πείρα του τού έδειχνε ότι και εκείνη θα τον πρόδιδε ή θα αναγκαζόταν να την εγκαταλείψει για να μην τον βρουν οι θρησκόληπτοι. Εκείνη η πράξη όμως της αυτοθυσίας της ήταν κάτι ακατανόητο, ακόμα και για ένα γέροντα τόσων αιώνων. Η μνήμη της και h ενέργειά της στοίχειωσε σα


φάντασμα το γοτθικό νου του. Τον είχε προστατεύσει όπως τα μυθικά γκαργκόιλς, που τη νύχτα πρόσεχαν του πύργους των φεουδαρχών στη Δύση . Έσωσε το δικό του κολασμένο πύργο από τη χριστιανική επίθεση. Μίσησε τον εαυτό του που δεν την έκανε αθάνατη ή έστω ικανή να πολεμά εκείνον. Αποστρεφόταν πια τον εαυτό του που έχασε τη μόνη γυναίκα που τον αγάπησε όπως ήταν, χωρίς ψέματα ή απατηλές ελπίδες. Μετά το χαμό της ταξίδεψε πολύ. Έφυγε μακριά από τη θρηνωδία. Έψαχνε να βρει απαντήσεις για εκείνη σε άλλες σχέσεις που ποτέ δεν φάνηκαν να του αρκούν. «Μοιάζω», είχε ομολογήσει κάποια στιγμή, «με τη ζωή η ζωή του ήρωα από τον Ευτυχισμένο Θάνατο του Camu». Την απάντησή του ήξερε ότι θα την έβρισκε μόνο σε εκείνη, με τη διαφορά ότι είχε πια χαθεί. Δεν μισούσε εκείνους που τη σκότωσαν, ενώ γύρευαν εκείνον, αλλά τον ίδιο του εαυτό. Απομονωμένος αναδιφούσε το δικό του χαμό. Είναι τόσες οι φορές που η καρδιά αναζητά εκείνο το πρόσωπο που θα φωτίσει το χαμόγελό της και θα κάνει τα μάτια να συναντήσουν το εκείνο φτερωτό διαβολάκι της Αφροδίτης, τον Έρωτα, που πάντα αρέσκεται να σκανδαλίζει τις μοναχικές υπάρξεις . Και όμως πολλάκις αναζητά η καρδιά την τρυφερότητα και μια γλυκιά ματιά που θα της φέρει ένα σκίρτημα . Ακόμα κι εκείνοι που ‐κακώς ούτως είρηνται, φρονώ‐ αποκαλούνται ηδονιστές, και έχουν την κοινωνική καταξίωση του έμπειρου άντρα και του γυναικοκατακτητή, αναζητούν τη γλύκα της ερωτικής ματιάς, την τρυφερή λαγνεία που διαχέεται από ένα χάδι στο κορμί που λαχταρά να αισθανθεί τη θέρμη και την


απολαυστική ανατριχίλα που φέρνει ένα ξένο άγγιγμα. «Η ζωή είναι μία μοναξιά... Μία μοναξιά στην οποία σε καταδικάζει η αιωνιότητα, όταν όλα χάνονται κι εσύ μένεις μόνος . Τυχεροί οι θεοί του παρελθόντος που πέθαναν στην μνήμη των λαοτήτων για τη γέννηση νέων θεών, Εβραίων ή Αράβων ή Ινδών. Τυχεροί γιατί σήμερα θα ένιωθαν τη δική μου μοναξιά χωρίς κανείς να τους σκέφτεται. Μοναξιά δεν είναι να μένεις μόνος. Μοναξιά είναι να είσαι μόνος όταν ξέρεις που μπορείς να βρεις κόσμο να σε αγαπήσει, αλλά αυτός δεν υπάρχει πια. Η λύση στο πρόβλημα είναι πιο δύσκολη όταν ξέρεις την απάντηση, αλλά όχι τον τρόπο να την βρεις », είχε ψελλίσει. Η δική του μοναξιά δεν ήταν στους αιώνες ζωής χωρίς ένα μόνιμο σύντροφο. Ήταν στον πόνο που του δημιούργησε το σμίξιμο μαζί της όταν επιτέλους κατανόησε τα πραγματικά της αισθήματα για το τέρας. Θεωρήθηκε από μόνος του υπεύθυνος για το θάνατό της κι ας ξέραμε όλοι ότι έγινε ένα άλλο θήραμα στο χορό του θανάτου της αθανασίας. Δεν είχε σημασία αν θεωρούσε το θάνατο δραπέτευση. Γνώριζε ότι εκείνη δε θα την έβρισκε ποτέ. Ήξερε ότι οι αιώνες που πέρασε στη γη θα ακολουθούνταν από άλλους εξίσου μοναχικούς και αυτό ενέτεινε τον πόνο του. προκαλούσε όμως το μοιραίο, χωρίς να τολμά να το πραγματοποιήσει από μόνος του, όπως ο ομηρικός Αίας. Γνώριζε τόσο καλά τη μορφή του θανάτου του . Ένας αθάνατος δεν μπορεί να συναντά το Θάνατο παρά μόνο όταν νιώσει τη θηλιά της αφύσικης και αλλοτριωμένης αθανασίας του


να σφίγγεται γύρω του. «Όποιος έχει συνηθίσει την ιδέα του μαυροφορεμένου γέροντα μπορεί και τον βλέπει δίπλα του. Αυτός που θα καταφτάσει για μένα δεν θα φορά μαύρα ρούχα, αλλά τα κόκκινα της ζωής και δεν θα φέρει ένα δρεπάνι. Ο δικός μου Χάροντας θά ’ρθει με ένα ξίφος και ένα παλούκι που θα στάζει με το κόκκινο αίμα της καρδιάς μου , που τόσες φορές άρπαξα αχόρταγα από άλλους για να μείνω στην αιώνια ζωή. Ήταν η δική μου αμβροσία που άπληστα δεχόμουν και θα παρουσιαστεί να του την επιστρέψω. Εκείνη θα στέκεται εκεί τη στιγμή του θανάτου μου να παρακολουθεί θλιμμένη να συμβαίνει εκείνο που αγωνίστηκε να αποτρέψει. Θα στέκει εκεί αγέρωχη, ατίθαση και αλαβάστρινη προκαλώντας τον πόνο με τη μια και μόνη ματιά. Θα είναι όπως πάντα ερωτική. Όπως εγώ θα τη θυμάμαι αισθησιακή και προκλητική με τα επίμαχα ερωτικά σημεία του κορμιού της καλύπτονται από μαύρα διαφανή εσώρουχα, το στήθος στητό, σφριγηλό, ανάγλυφο και ορατό, υπό του πολυεστέρος, να πασχίζει να λευτερωθεί απ’ το εσώρουχο και η ρόμπα της ξεκούμπωτη για την καλύτερη επίδειξη του σώματός της να συμπληρώνει την ερωτική εικόνα, που είναι το δικό μου μαρτύριο, η δική μου κόλαση της άλλης της μεταθανάτιας αιωνιότητας». »Πάντα θα είναι ερωτική. Στο νου μου εκείνη θα περικλείει όλο τον ερωτισμό που χάρηκε το ανθρώπινο είδος». Στο μυαλό του ακόμα και με την μαύρη φαντασία του επερχόμενου θανάτου εκείνη ήταν σαν σε μια μαγική εικόνα. »Θα τη σκέφτομαι πάντα σα σε κάδρο πορνογρα-


φίας, όπως ήθελαν οι Βικτοριανοί να χαρακτηρίζουν ό,τι είχε σχέση με το γυμνό κορμί της γυναίκας που εξέπεμπε ερωτισμό, είτε για τις μοναχικές τους στιγμές είτε για τη λαγνεία απλά και μόνο . Τότε που ο ατομικός ερωτισμός ήταν απαγορευμένος για όλους και η θέα του γυμνού γυναικείου κορμιού καταραμένη και αμαρτωλή. »Ευτυχώς, ο ερωτισμός ποτέ δεν ξεχάστηκε και δε γινόταν να απαγορευτεί έτσι απλά με κάποια διατάγματα και άνωθεν κοινωνικούς περιορισμούς μερικών μόλις ετών παράδοσης. Η λαγνεία της απεικόνισης του γυμνού κορμιού έχει τέτοια ιστορική πορεία που τίποτα δεν τη σταματά. Από την Αρχαιότητα της Ελλάδας ζωγραφισμένη σε αγγεία , το Κάμα Σούτρα της Ινδίας και την Ύστερη Αρχαιότητα της Ρώμης με τις γυμνές γυναίκες εν δράσει να στολίζουν τους τοίχους των ναών της Venus (Αφροδίτη στα ελληνικά), των πλούσιων σπιτιών και των μπορντέλων της εποχής. Και όλα τούτα προκειμένου να ανέβει ο ερωτισμός σε υψηλότερα επίπεδα, για καλύτερη απόλαυση της μεγαλύτερης χαράς της φύσης: το ζευγάρωμα. »Τουλάχιστον μέχρι ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός να το αναγάγουν σε μέγιστη αμαρτία του ανθρώπινου γένους και να οδηγήσουν σε υστερικές ποινές και απαγορεύσεις και τιμωρίες των επικίνδυνων οργάνων του σώματος, όπως ακρωτηριασμοί, ζώνες αγνότητας, αγκάθινα στεφάνια στο πέος για την αποφυγή αυνανισμού, ή περιτομή σε γυναίκες για τον ίδιο λόγο περιορισμένοι και να στέκουν στα κοινωνικά στεγανά της “αμαρτίας” και της χριστιανικής “πορνείας”. Μα κυρίως η λαγνεία βρήκε τον ελεύθερο


δρόμο προς το λαό χάρη στη συνδρομή των νέων ηθών ‐πιο ελεύθερων σαφώς‐ και της κοινωνικής απελευθέρωσης των τόμων. »Βέβαια, η λαγνεία αντιστάθηκε και νίκησε στην άνιση μάχη την προσπάθεια φίμωσης των γεννητικών οργάνων. Νίκησε για να τυραννάει άνδρες και γυναίκες, που ακόλαστα θέλουν να απολαύσουν τον έρωτα σε κάθε πτυχή του. Κολασμένες πράξεις σαν εκείνες των Σοδόμων ή άλλων θιασωτών της γενετήσιας πράξης του ζευγαρώματος, αρκεί να σκορπά την ηδονή στους συμμετέχοντες . Και η ηδονή αντάμα με την λαγνεία φωτίζουν το χώρο δράσης των εραστών, είτε αυτός περιορίζεται σε ένα δωμάτιο του σπιτιού, είτε σε κάποιο όχημα, είτε τέλος πάντων σε υπαίθρια μέρη. »Χαρακτηρίζεται κυρίως από ενέργειες περίεργες και άσεμνες, λεξιλόγιο απρεπές και στάσεις ιδιαιτέρως αποκαλυπτικές. Πραγματοποίηση των κρυφών επιθυμιών των εραστών και των φαντασιώσεών τους. »Και δεν είναι λίγες οι φορές που οι φαντασιώσεις αυτές χάνονται μέσα σε σκοτεινά μονοπάτια , όπως εκείνα που ο κυρίαρχος άνδρας αναζητά την ερωτική ευχαρίστηση στην υποταγή της γυναίκας‐αφέντρας ή τον γλυκό κι ηδονικό πόνο σε όλο του το σώμα ., καθώς αυτή παίρνει το παιχνίδι του έρωτα στα χέρια της . Επιπροσθέτως, στον κολασμένο και κατακριτέο από τους Εβραίους και τους Χριστιανούς σοδομισμό, είτε μεταξύ ομοφυλόφιλων είτε ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα ‐ανεξάρτητα από το ποιος θα είναι σοδομίτης. »Και πόσες άραγε γυναίκες δε θέλησαν να χαϊδέψουν ένα γυμνό γυναικείο κορμί και να νιώσουν την υγρασία του στα ακροδάχτυλά τους; Ή ακόμα και


να χαϊδεύουν τις ίδιες τούτες; Όσο και να μην το μαρτυρούν κάτι τέτοιο περνά πάντοτε από το νου τους σαν αντικρίσουν μια γυμνή γυναίκα σε κάποια αισθησιακή φωτογραφία ή αναπαράσταση ή ταινία. Τουλάχιστον τούτο το μαρτυρά η υγρασία των απόκρυφων μερών τους και η εκμυστήρευση των φαντασιών τους στη νυχτερινή σιωπή και κάλυψη». Μέσα στο ερωτικό του παραλήρημα και τη φιλοσοφία της λαγνείας τη φαντάστηκε ακόμα μια φορά. Σαν φάντασμα της μνήμης που τον στοίχειωνε εμφανίστηκε καθήμενη με κεφάλι της σκυμμένο. Έχει πια χαθεί μέσα στην παραζάλη της θρησκοληψίας και της εκδικητικότητας. Κρατούσε τα καστανά μ��κριά μαλλιά της και έστεκε αμίλητη. Η μέρα τη βρήκε μόνη και βουτηγμένη μέσα στο αίμα που εκείνος ποτέ δεν άγγιξε, ποτέ δε γεύτηκε. Το μεταξωτό σεντόνι μόλις που κάλυπτε το γυμνό κορμί της. Δεν είχε ανάγκη να καλύψει την αδαμιαία περιβολή της. Ήταν μόνη και ο εραστής της είχε ήδη αποχωρήσει, όταν έφτασαν οι διώκτες του. Δεν τους είχε πει τίποτα. Δεν αποκάλυψε που πήγαινε μετά την ερωτική μάχη που προηγήθηκε και εκείνοι θέλησαν να σώσουν την ... ψυχή της. Με το μόνο τρόπο που γνώριζαν: το θάνατο. Δε μπορώ να πω τι έγινε εκείνη τη νύχτα . Τον είδα να κλαίει και τα δάκρυα του μου φάνηκαν κόκκινα σαν τις σταγόνες που άφηνε στα θύματά του, ήταν κόκκινα θαρρώ όπως και τα χέρια μου . Έκλαιγε. Ουδέν εδύνατο ουτω, ουδέ μάλλον παύεσθαι. Και τώρα κάθομαι σ’ ένα μπαρ και καθισμένος στο ψηλό σκαμπό σε κάποια απομακρυσμένη γωνιά του μαγαζιού, σιμά σε μια κολόνα για να στηρίζω το ταλαιπωρημένο από τις τύψεις μου κορμί. Τα χέρια μου στάζουν αίμα, και


εγώ δεν προσπαθώ καν να κρύψω το χέρι ετούτο ή τα στοιχεία εκείνα που θα οδηγούσαν τους αρμόδιους αστυνομικούς σε κάποιο φόνο. Στον καθρέφτη παρατηρώ το περίεργα αγέρωχο ύφος του φονιά που έκανε πραγματικότητα εκείνο που η μοίρα του θύματος είχε προαναγγείλει. Βλέπω το κενό του χαμού, του μίσους που κάποτε έκρυβα μέσα μου για εκείνον από τη θρησκοληψία και την ισχυρογνωμοσύνη των φανατικών εκείνων φονιάδων επηρεασμένος χωρίς ποτέ να το είχα συναντήσει. Μία απατηλή αίσθηση μίσους για εκείνον, αλλά και μία συμπόνια για ό,τι ο ίδιος έκανε κι ας το αναζητούσε τόσα χρόνια πια. Θυμάμαι σαν χθες ακόμα θαρρώ εκείνη τη ν ερώτηση που μου είχε απευθύνει: «Έχεις ακούσει εκείνο το τραγούδι;» με ρώτησε κάποια στιγμή του μονολόγου του. «Ο τίτλος του αναρωτιέται “who wants to live forever” και ο στίχος του ρωτά κάποια στιγμή “who dares to love forever”». Κι εγώ αναρωτιέμαι το ίδιο ακούγοντας εκείνο το ίδιο τραγούδι στο καταθλιπτικό μαγαζί που βρίσκομαι. «Ξέρεις πώς κλείνει το κομμάτι; Με τη φράση “forever is our today”». Δεν μπορώ ούτε καν να μιλήσω . Μισώ εκείνον που με έσπρωξε μετά από τις εκμυστηρεύσεις του στο φόνο και μισώ και τον εαυτό μου που έμπλεξα μέσα στη ρουτίνα της αηδίας προς εμέ και τις καταστροφικές αντιλήψεις για τη θρησκεία μου και όσους την πλησίασαν στο όνομα του φονικού. Στη σκέψη του δακρύζω, όπως κι εκείνος στην τελευταία ανάμνησή της. Ανοίγω το στόμα μου για να μιλήσω και κραυγές άναρθρες βγαίνουν από τα χείλη του και φθόγγοι ακατανόητοι. Με κοιτώ στον αντικρινό καθρέφτη να στέκω χωρίς λαλιά. Μένω με εκείνα τα κρύα και


γεμάτα αηδία για τις πράξεις μου μάτια δακρυσμένα. Τον..., ψελλίζω κι εγώ, τον σκότ..., τον σκότωσα επιτέλους, εκείνον που τόσοι κυνηγούσαν. Το ομολογώ.


το άρωμα της ιέρειας © Χλωπτσιούδης Δήμος



το τέρας