Page 1

Βάσω Αποστολοπούλου η μετακόμιση των χρωμάτων


η μετακόμιση των χρωμάτων


Βάσω Αποστολοπούλου Η μετακόμιση των χρωμάτων ISBN: 978-618-81935-9-8 © Βάσω Αποστολοπούλου Αθήνα, 2016 e-mail: vassapostol@gmail.com εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή] ___________________ Η συλλογή διηγημάτων “Η μετακόμιση των χρωμάτων” διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Η αναφορά του ονόματος της συγγραφέως είναι υποχρεωτική και το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση διηγημάτων και η αποσπασματική παρουσίαση της συλλογής με την προϋπόθεση αναφοράς προέλευσης και δημιουργού.


η μετακόμιση των χρωμάτων

© Β άσω Απ οστ ολοπ ού λ ου I SB N: 978-618-81935-9-8 Αθήν α 2016


στον άντρα μου σταθερό σημείο αναφοράς στη ζωή μου


10

Βάσω Αποστολοπούλου


Η μετακόμιση των χρωμάτων*

Π

ρώτα χάθηκε το κόκκινο. Το αγαπημένο της. Το συνειδητοποίησε ξαφνικά. Σ’ ένα φανάρι. Δεν το είδε, δεν υπήρχε. Οριακά γλίτωσε τη σύγκρουση. Ο άλλος οδηγός, τρελαμένος, τη στόλισε κανονικά. Δεν τον άκουσε καν. Πάρκαρε τρέμοντας στην άκρη. Γύρισε πίσω να δει. Το φανάρι στη θέση του. Δεν ήταν σπασμένο. Τα φώτα δούλευαν κανονικά. Πράσινο-πορτοκαλί-γκρίζο. Γκρίζο-πράσινο... Το κόκκινο πουθενά... Γύρισε σπίτι τρέμοντας ακόμη. Άρχισε να ψάχνει ό,τι κόκκινο υπήρχε μέσα. Τίποτε. Δεν υπήρχε τίποτε κόκκινο πια. Σκούρο γκρι τα μήλα. Γκρίζα τα τριαντάφυλλα στη γλάστρα. Άνοιξε την ντουλάπα. Το φόρεμά της. Το κόκκινο με τις άσπρες μαργαρίτες. Γκρι με άσπρες μαργαρίτες το βρήκε. Έτρεξε στο μπάνιο. Πήρε το κραγιόν της, το κατακόκκινο. Σκούρο γκρι κι αυτό. Σωριάστηκε στα πλακάκια... Συνήλθε μετά από ώρα. Έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της. Κάπως καλύτερα. Προσπάθησε να δει τα πράγματα ψύχραιμα. «Αχρωματοψία», σκέφτηκε. «Πρέπει να πάω σε γιατρό, να το ψάξω». Ήπιε λίγο γάλα, κόμπος το στομάχι της. Έπεσε για ύπνο νωρίς. Ένιωθε τόσο εξαντλημένη... Τον είδε πάλι στο όνειρό της. Όπως κάθε βράδυ από τότε που έφυγε. Για πάντα. Ξαφνικά, δυο μήνες πριν. «Καρδιά», είπαν οι γιατροί. Τι καρδιά; Πώς καρδιά; Εκείνος ήταν τόσο γερός... τόσο δυνατός... Κι όμως έφυγε. Και την άφησε μόνη. Ρημαγμένη, άψυχη. Να ζει χωρίς να ζει. Να κοιτάζει χωρίς


12

Βάσω Αποστολοπούλου

να βλέπει. Να ακούει χωρίς να καταλαβαίνει. Ζωντανή νεκρή... Τον είδε να της προσφέρει ένα μπουκέτο παπαρούνες. Όπως τότε, στην εκδρομή. Στο πράσινο λιβάδι, πάνω στο βουνό. Κι ήταν κόκκινες. Κατακόκκινες! Και το φουστάνι της, κόκκινο κι αυτό. Με άσπρες μαργαρίτες. Είχε ξαναβρεί το κόκκινο -έστω και στο όνειρο... Σηκώθηκε με κεφάλι βαρύ. Διστακτικά, σέρνοντας τα βήματα, πήγε προς τη γλάστρα. Τα τριαντάφυλλα ήταν πάντα γκρίζα. Έκανε να τα αγγίξει. Τράβηξε πίσω το χέρι σαν να την διαπέρασε ρεύμα. Τώρα ήταν γκρίζα και τα φύλλα τους. Είχε χάσει και το πράσινο... Δεν τόλμησε να πάρει το αυτοκίνητο. Δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της. Τα φανάρια είχαν μόνο πορτοκαλί πια. Πήρε το λεωφορείο. Αυτό τουλάχιστον εξακολουθούσε να είναι μπλε. Παρατηρούσε με ένταση τα ρούχα που φορούσαν οι άλλοι γύρω της. Όλα τα χρώματα ήταν εκεί εκτός από το κόκκινο και το πράσινο. Αυτά λες και είχαν μετακομίσει σε άλλο πλανήτη... Τις επόμενες μέρες άρχισε να συνηθίζει τον καινούριο κόσμο που έβλεπε. Έκλεισε και ραντεβού με το γιατρό. Μπορεί να ήταν κάτι παροδικό. Μπορεί να τα ξανάβρισκε τα χρώματα. Τόσες μέρες και δεν είχε δει κάποια αλλαγή. Δεν είχε χάσει άλλο χρώμα. Μόνη της παρηγοριά τα όνειρά της. Εκεί που όλα ήταν όμορφα. Χαρούμενα. Πολύχρωμα. Εκεί που ήταν κι εκείνος. Σε πράσινα λιβάδια. Με κόκκινες παπαρούνες... Μέχρι που, ξαφνικά, έχασε το μπλε. Απρόσμενα. Μέσα σε μια στιγμή. Το λεωφορείο άρχισε να αλλάζει χρώμα μπροστά στα μάτια της. Σε δευτερόλεπτα είχε γίνει γκρίζο κι αυτό. Τρελάθηκε. Κατέβηκε σαν κυνηγημένη. Σαν και να ήταν κάτι κολλητικό, κάτι φριχτά μεταδοτικό μέσα στο βαρύ όχημα. Κάτι που θα κολλούσε πάνω της και θα την ξεθώριαζε


Η μετακόμιση των χρωμάτων

13

κι εκείνη. Θα την έκανε γκρίζα, μέσα κι έξω... Έκανε όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι της τρέχοντας. Προσπαθούσε να μη βλέπει γύρω της. Έτρεμε στη σκέψη ότι θα τα έχανε όλα. Λες κι αν δεν κοίταζε, θα το ξόρκιζε. Το κακό. Το μίασμα. Ό,τι τέλος πάντων ήταν αυτό που της συνέβαινε. Μάταια. Έτρεχε κι έχανε συνέχεια χρώματα. Σε κάθε βήμα λες. Το κίτρινο στα τραμ. Το πορτοκαλί στα φανάρια. Το γαλάζιο στον ουρανό. Μέχρι να φτάσει σπίτι τα είχε χάσει όλα. Ακόμα και τις αποχρώσεις τους. Το λιλά, το ροζ, το λαδί... όλα... Έκλεισε την πόρτα πίσω της και κοίταξε γύρω της. Όλα γκρίζα. Σε όλες τις αποχρώσεις του γκρι. Από το πιο ανοιχτό, το άσπρο-ασημί, μέχρι το πιο σκούρο, το ανθρακί-μαύρο. Ένας κόσμος γκρίζος. Σκοτεινός, καταθλιπτικός. Απ’ όπου τα χρώματα είχαν δραπετεύσει, είχαν χαθεί. Άρχισε να ουρλιάζει. Δεν το άντεχε αυτό. Ήθελε να κοιμηθεί... να κοιμηθεί... και να μείνει στα όνειρά της. Εκεί που είχαν μετακομίσει όλα τα χρώματα. Εκεί που ζούσε κι εκείνος... Πήγε στο ντουλάπι του φαρμακείου κι άπλωσε το χέρι στα υπνωτικά της χάπια. Τα κίτρινα. Που είχαν γίνει γκρίζα. Κατέβασε όλο το μπουκαλάκι μονομιάς. Πήγε παραπατώντας στον καναπέ. Ένιωσε να χαλαρώνει... να χαλαρώνει... να βυθίζεται... Πρώτο γύρισε το κόκκινο. Στα τριαντάφυλλα. Τους χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. Ύστερα το πράσινο... το κίτρινο... το μπλε, το πορτοκαλί, το λιλά. Κι έγινε ο κόσμος της πολύχρωμος και πάλι. Κι όσο βυθίζονταν, τόσο όλα γύρω χρωματίζονταν. Ένιωσε τα πόδια της να βουλιάζουν σε δροσερό, βελούδινο, καταπράσινο γρασίδι... Τα χέρια της να χαϊδεύουν χρυσοκίτρινες μαργαρίτες... Και τη στιγμή που όλα θάμπωναν γύρω της, τον είδε να έρχεται. Σαν μέσα σε ομίχλη. Χαμογελώντας. Κρατώντας κατακόκκινες παπαρούνες στα χέρια. Τις ακούμπησε στα


14

Βάσω Αποστολοπούλου

μαλλιά της τρυφερά. Έσκυψε, τη φίλησε. Τον φίλησε κι εκείνη. Και του χάρισε την τελευταία της ανάσα. Πάντα χαμογελώντας...

* Συμμετοχή στη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net τίτλος σπουδής.


Μπλε γραμμή*

«Τ

ραβάω λοιπόν σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή», έλεγε το τραγούδι. Γραμμή διαγραφής. Να τα σβήσει όλα με μια μονοκοντυλιά, να χαθούν, να μη τα σκέφτεται. Να μην πονά. Να μη τον θυμάται με τη βαλίτσα στο χέρι, να μη θυμάται εκείνο το «τελειώσαμε», το τόσο κάθετο, το τόσο ψυχρό. «Τι εννοείς;» κατάφερε να μουρμουρίσει μόλις συνήλθε από το χαστούκι. «Τι τελειώσαμε... πώς... γιατί τελειώσαμε;» «Γιατί πιστεύω ότι αυτή η σχέση έκανε τον κύκλο της κι έχει σταματήσει πια να μου προσφέρει πράγματα, οπότε και δεν βλέπω τον λόγο να συνεχίσει να υπάρχει», απάντησε εκείνος επίπεδα και το ίδιο ψυχρά. «Είναι η καινούρια μου φιλοσοφία, αν θες». Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Εκείνος τα έλεγε όλα αυτά; Εκείνος; Που είχαν ζήσει τόσα μαζί; Όμορφα, στενάχωρα, ζόρικα, χαρούμενα... αλλά μαζί; Που του είχε καταθέσει αφειδώλευτα όλο της το είναι; Αγάπη, φροντίδα, στήριξη στα δύσκολα, πανηγύρια στις επιτυχίες... Και τώρα; Τώρα τι; Της πετούσε κατάμουτρα ένα «τελειώσαμε, δεν σε χρειάζομαι πια» κι αυτό ήταν όλο; Δεν ταίριαζε πλέον με την «καινούρια του φιλοσοφία», όπως την αποκαλούσε; Σκόνη στον άνεμο όλα όσα τους είχαν δέσει τόσο, όπως πίστευε, σφιχτά; Δεν συνέχισε την κουβέντα, δεν είχε νόημα. Τον ήξερε πια καλά, είχε πάρει τις αποφάσεις του και θα ήταν ανώφελο να προσπαθήσει να του αλλάξει γνώμη ή, έστω, να το ξανα-


16

Βάσω Αποστολοπούλου

σκεφτεί. Δεν έκλαψε, δεν συννέφιασε, δεν άφησε να φανεί πόσο μεγάλη ήταν η τρύπα που άνοιξε μέσα της. Η αξιοπρέπειά της από τη μια κι ένα ένστικτο αυτοπροστασίας από την άλλη, την συγκράτησαν από το να του εκφράσει όλα εκείνα που φουρτούνιαζαν μέσα της. Αντίθετα χαμογέλασε. «Εσύ ξέρεις», του είπε γλυκά. «Αφού αποφάσισες να εξορίσεις από τη ζωή σου όλους εκείνους που σου πρόσφεραν μέχρι τώρα -αλλά όχι πια- έχει καλώς. Αντίο και καλή ζωή... κι εύχομαι να μη σου γυρίσει μπούμερανγκ αυτή σου η φιλοσοφία». Εκείνος της έριξε μια παράξενη ματιά κι έφυγε την ίδια στιγμή χωρίς να ξαναδώσει σημεία ζωής. Ούτε ένα τηλεφώνημα -έτσι, για να μάθει τι κάνει, σαν ένδειξη αναγνώρισης για τα όσα είχαν ζήσει μαζί. Από κοινούς φίλους έμαθε ότι είχε αλλάξει δουλειά, με μεγαλύτερες αποδοχές, κι είχε μετακομίσει σε άλλη πόλη. Καλύτερα έτσι. Τουλάχιστον δεν κινδύνευε να τον ξαναδεί, έστω και τυχαία. Έμεινε μέρες κλεισμένη στο σπίτι της, στο μέχρι χτες σπίτι «τους», ψάχνοντας να βρει πού έφταιξε, τι έφταιξε κι έγιναν όλα αυτά. Πέρασε γρήγορα από την κατάθλιψη στην οργή κι έμεινε εκεί για πολύ. Τότε ήταν που θυμήθηκε το τραγούδι για την κόκκινη γραμμή. «Για μένα γράφτηκε», σκέφτηκε πικρά, «και για όλες τις “εμένα” -κι έχει δίκιο, πρέπει να πάρουμε ένα κόκκινο μολύβι, ένα μολύβι στο χρώμα της φωτιάς και του θυμού, και να διαγράψουμε κάθε τι που μας πόνεσε, που μας εξόργισε». Και το ’κανε. Με έναν κόκκινο μαρκαδόρο μουτζούρωσε φωτογραφίες, γράμματα, CD δικά «του», βιβλία που του άρεσαν. Ωστόσο καθόλου δεν βοήθησε αυτό, καθόλου δεν καταλάγιασε την οργή μέσα της. Γιατί μόνο αυτό ένιωθε πια. Όχι αγάπη. Όχι θλίψη. Μόνο οργή. Για κείνον και την αναλγησία του, για τον εαυτό της και τη βλακεία της να τον εμπιστευθεί, να τον πιστέψει, να μη δει έγκαιρα τα σημάδια


Η μετακόμιση των χρωμάτων

17

-ή τα είχε δει και τα είχε αγνοήσει; Μπορεί... κι αυτό αύξανε την οργή της. Μάζεψε τα κατακόκκινα κατεστραμμένα ενθύμια σε μια μεγάλη σακούλα και τα πέταξε στα σκουπίδια. Ωστόσο συνέχισε να βράζει μέσα της. Μέχρι χτες βράδυ. Που συνειδητοποίησε ξαφνικά πως δεν τον είχε σκεφτεί όλη μέρα. Που κοίταξε μέσα της και δεν είδε οργή, δεν ανίχνευσε θλίψη. Που αναρωτήθηκε «τι αισθάνομαι» κι η απάντηση ήταν «αδιαφορία». Πλήρης. Έφερε τη μορφή του στο νου της κι ήταν σαν να έβλεπε έναν ξένο. Κάποιο πρόσωπο που κάπου, κάποτε, είχε συναντήσει. Που δεν μπορούσε να την πονέσει πια. Που έφτανε να νιώθει ακόμη και συμπόνια γι’ αυτόν, για τη στεγνή του ψυχή, για την αδυναμία του να δώσει χωρίς να ζητά ανταλλάγματα, για την ανικανότητά του να αγαπήσει ανυστερόβουλα, άδολα, απλά. Και τότε ήταν που τη σκέφτηκε. Τη μπλε γραμμή. Τη γραμμή του ψυχρού μπλε. Της απόλυτης παγωνιάς. Σαν να την έβλεπε μπροστά της να ψηλώνει, να φαρδαίνει και να διαγράφει -οριστικά αυτή τη φορά- και εκείνον, και όσα είχαν ζήσει μαζί, και την πίκρα, και την οργή της. Ό,τι δεν είχε καταφέρει τόσο καιρό να σβήσει η κόκκινη γραμμή, η γραμμή του πάθους, του θυμού, της απόγνωσης, το έκανε μέσα σε μια νύχτα η μπλε γραμμή. Η γραμμή της κρύας αδιαφορίας. Η γραμμή που συμβόλιζε τη γιατρειά της. Την απόδραση από το κακότυχο παρελθόν της. Πήρε μια λευκή κόλλα χαρτί κι έγραψε το όνομά του με μαρκαδόρο μπλε. Ύστερα ζωγράφισε γύρω του έναν κύκλο -μπλε πάντα. Κόλλησε το χαρτί στο ψυγείο μ’ ένα μαγνητάκι από κάποιες παλιές διακοπές τους στο Λονδίνο. Έκανε ένα βήμα πίσω και, «τελειώσαμε, χρυσέ μου», είπε χαμογελώντας. Ύστερα από τόσο καιρό μπορούσε και πάλι να χαμογελά. * Συμμετοχή στη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net τίτλος σπουδής.


Μαθήματα χορού*

Η

κουρτίνα της μπαλκονόπορτας ίσα που ανέμιζε στο ελαφρύ απογευματινό αεράκι. Ολόλευκη, πλούσια, σαν νυφιάτικο πέπλο. Ή σαν αέρινη, τούλινη φούστα πρίμα μπαλαρίνας. Ναι, αυτό ήταν. Αυτό της θύμιζε. Πρίμα μπαλαρίνα. Σαν αυτή που θα γινόταν και η ίδια μια μέρα. Γιατί το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της από τότε που ήταν μικρή, τόσο δα παιδάκι. Όταν έπιασε για πρώτη φορά τις ροζ πουέντες στα χέρια της. Όταν φόρεσε για πρώτη φορά το άσπρο κολάν με την κοντή, φουντωτή φουστίτσα. Όταν κατάφερε για πρώτη φορά να ταιριάσει τα βήματά της μ’ εκείνα των άλλων κοριτσιών στις πέντε ποζισιόν που τους έδειχνε η μαμζέλ Αντελί. Παραμέρισε την κουρτίνα και βγήκε στη βεράντα. Αν και μέρα ακόμη, τα φώτα είχαν ανάψει στον τρίτο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας. Η σχολή χορού ξεκινούσε νωρίς τα μαθήματα με τις μικρές μαθήτριες στην αρχή και τις μεγαλύτερες αργότερα. Τα μικρά ήταν η αδυναμία της. Κοριτσάκια τριών και τεσσάρων χρονών, με τα μαλλάκια πιασμένα ψηλά σε χαριτωμένους κότσους για να μην εμποδίζουν την κίνηση και προσωπάκια σοβαρά, προσηλωμένα στις οδηγίες της δασκάλας τους. Βολεύτηκε καλύτερα στην πολυθρόνα της κι έπιασε τα κυάλια από το διπλανό τραπεζάκι. Οι δυνατοί φακοί έφεραν τη μεγάλη σάλα με το γυαλιστερό ξύλινο πάτωμα μπροστά της, στη βεράντα της. Οι μικρές μπαλαρίνες είχαν πάρει τη


Η μετακόμιση των χρωμάτων

19

θέση τους στη μπάρα, δίπλα στον τεράστιο καθρέφτη που έπιανε όλο τον τοίχο της αίθουσας, κι είχαν ήδη αρχίσει να κάνουν τις πρώτες ασκήσεις συγχρονισμού κάτω από τους ήχους μιας μουσικής που η απόσταση δεν την άφηνε να ξεχωρίσει. Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά, έψαξε για λίγο στο κινητό, βρήκε τη «Λίμνη των κύκνων» και πάτησε το κουμπί. Η μαγική μελωδία του Τσαϊκόφσκι πλημμύρισε το μυαλό και την ψυχή της, καθώς συνέχισε να κοιτάζει χαμογελώντας αχνά τις λιλιπούτειες αέρινες, λευκές φιγούρες, που τώρα στροβιλίζονταν με χαριτωμένη αδεξιότητα στο παρκέ της σχολής. Ξαφνικά το σκηνικό άλλαξε. Ήταν η ίδια μια λευκή αέρινη φιγούρα που γλιστρούσε με χάρη πάνω σε μια τεράστια σκηνή. Η ορχήστρα έπαιζε τη «Λίμνη» κι εκείνη, η Οντέτ, ένιωθε ότι πετούσε. Οι άλλες χορεύτριες του μπαλέτου παραμέριζαν για να περάσει και υποκλίνονταν στο ταλέντο και την απαράμιλλη τεχνική της. Ο Ζίγκφριντ εμφανίστηκε πίσω από τις βαριές κόκκινες βελούδινες κουρτίνες και την πλησίασε με αδρές, κοφτές κινήσεις. Την έπιασε από τη μέση κι άρχισαν να στροβιλίζονται μαζί, οργώνοντας τη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη σε ένα χορευτικό κρεσέντο που καθήλωσε το κατάμεστο θέατρο. Κι όταν την σήκωσε ψηλά κι εκείνη άρχισε να ανεμίζει τα χέρια της σαν ντελικάτες εύθραυστες φτερούγες, οι θεατές ξέσπασαν σε ένα ξέφρενο χειροκρότημα που την έκανε να νιώσει ότι πετούσε στ΄αλήθεια, μεθυσμένη από τον θρίαμβό της. Ο παρτενέρ της την κατέβασε ανάλαφρα και κρατώντας την από το χέρι την οδήγησε στο κέντρο της σκηνής, όπου υποκλίθηκαν στο κοινό που τους αποθέωνε. Γύρισε και τον κοίταξε κι εκείνος της ανταπέδωσε τη ματιά σχηματίζοντας τη λέξη «σ’ αγαπώ» άηχα με τα χείλη του. Χαμογέλασε ευτυχισμένη. Ήταν ο δικός της πρίγκιπας, ο δικός της Ζίγκφριντ -και κανένας κακός μάγος, καμία Οντίλ, δεν θα μπορούσαν ποτέ να τους χωρίσουν.


20

Βάσω Αποστολοπούλου

Είχε σουρουπώσει για τα καλά όταν η μητέρα της την πλησίασε αθόρυβα. «Πάλι μπαλέτο έβλεπες, κοριτσάκι μου...», μουρμούρισε θλιμμένα. Παραμέρισε μια τούφα από τα μαλλιά της, έσκυψε και φίλησε τρυφερά το αποκοιμισμένο της πρόσωπο και μάζεψε τα κυάλια από την αγκαλιά της. Ύστερα την σκέπασε απαλά με την καρό κουβέρτα, που είχε γλιστρήσει από την αναπηρική πολυθρόνα στα πλακάκια της βεράντας...

* Συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία των εκδόσεων τοβιβλίο Μια εικόνα... Χίλες λέξεις! (2016), από την ομώνυμη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net.


Σ’ ένα εξπρές είσαι κι εσύ* «Σκέφτηκες άραγε ποτές σ’ ένα σταθμό, σ’ ένα εξπρές πόσοι καημοί, πόσες χαρές, πόσες λαχτάρες» σύ μας έλειπες», μουρμούρισε δύσθυμα η Αρετή στη Βίκυ Μοσχολιού κοιτάζοντας το παγωμένο τοπίο που περνούσε έξω από το παράθυρό της. Από το πρωί όλα πήγαιναν στραβά. Λες και το σύμπαν είχε συνωμοτήσει να εμποδίσει αυτό το ταξίδι στο χωριό που μεγάλωσε, κάπου στη μέση του θεσσαλικού κάμπου. Το σχεδίαζε καιρό, μη σου πω κανά εξάμηνο τώρα. Η αδελφή της όλο και της παραπονιόταν ότι δεν είχε αξιωθεί να πάει να δει τα επιτεύγματά της εδώ και τρία χρόνια, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την Αθήνα και να πάει να δοκιμάσει την τύχη της στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Παιδί της κρίσης η Αναστασία, είχε κορνιζώσει το μεταπτυχιακό της κάτω από το πτυχίο της γεωπονικής και για πέντε χρόνια υποαπασχολούνταν σε διάφορες άσχετες δουλειές ή έμενε άνεργη για μεγάλα διαστήματα να κοιτάζει μελαγχολικά τις κορνίζες -μέχρι που κάποια μέρα πήρε ανάποδες, τα μάζεψε και γύρισε στο μεγαλοχώρι της Θεσσαλίας, όπου έμενε ακόμη η μάνα τους. Κανόνισαν τα διαδικαστικά, πήρε στο όνομά της το οικογενειακό χτήμα των δέκα στρεμμάτων κι έπεσε με τα μούτρα στην εναλλακτική καλλιέργεια. Επέλεξε να φυτέψει στέβια -μια σοφή επιλογή, όπως αποδείχτηκε στη πορεία, μιας και ήδη από τον δεύτερο χρόνο είχε αρχίσει να βλέπει εντυπωσιακά αποτελέσματα και τις καταθέσεις της στην τράπεζα να ανεβαίνουν.

«Ε


22

Βάσω Αποστολοπούλου

Αυτά τα όμορφα είχε αποφασίσει να πάει να δει η Αρετή -αλλά κάποιος κάπου εκεί έξω, στο άπειρο, είχε μάλλον διαφορετική γνώμη και διασκέδαζε με το να της βάζει τρικλοποδιές. Ο πρώτος κακός οιωνός ήταν η άρνηση του αυτοκινήτου της να πάρει μπρος το πρωί -έτσι, στα καλά καθούμενα. «Από την παγωνιά θα είναι, θα χιονίσει όπου να ’ναι», σκέφτηκε σφίγγοντας πάνω της το μπουφάν της. «Μπαταρία», απεφάνθη περισπούδαστα ο περιπτεράς, «ντίζα γκαζιού» ήταν η τελική διάγνωση της οδικής βοήθειας. Καθισμένη στα παγωμένα σκαλάκια της πολυκατοικίας έβλεπε περίλυπη το αμαξάκι της να απομακρύνεται πάνω στο γερανό και τα σχέδιά της να ναυαγούν άδοξα. «Το ΚΤΕΛ!», αναφώνησε ξαφνικά. «Υπάρχει και η συγκοινωνία, μην τρελαίνεσαι!» Έκανε σήμα στο ταξί που έστριβε εκείνη την ώρα στη γωνία, πήρε το βαλιτσάκι της και ξεκίνησε για τον σταθμό της Λιοσίων. Φτάνοντας εκεί ένιωσε σαν να βρισκόταν σε εμπόλεμη ζώνη. Κόσμος που έτρεχε πάνω-κάτω, μπαγκάζια, παιδάκια που τσίριζαν, ηλικιωμένοι παραζαλισμένοι, μεγάφωνα που κάτι ούρλιαζαν αλλά κανείς δεν άκουγε, ενώ οι πρώτες αραιές νιφάδες άρχισαν να πέφτουν από έναν μουντό ουρανό, καθισμένο πάνω στα κεφάλια τους θαρρείς. Σπρώχνοντας κατάφερε να φτάσει μέχρι το γκισέ και να ρωτήσει τον υπάλληλο πότε είχε δρομολόγιο για το χωριό της -για να εισπράξει την απίστευτη απάντηση «δεν κινείται τίποτε, κοπέλα μου, έχει κλείσει ο δρόμος στη Μαλακάσα από το χιόνι και τον πάγο. Αύριο και βλέπουμε». Αύριο; Τι αύριο, πώς αύριο; Εκείνη είχε ετοιμαστεί, είχε φτιάξει βαλίτσα, είχε πάρει άδεια από τη δουλειά της, είχε ειδοποιήσει μάνα κι αδελφή. Δεν γινόταν αύριο, σήμερα έπρεπε να φύγει -και του το είπε. Αυτός την κοίταξε για μια στιγμή έτοιμος ν’ αρπαχτεί (εγώ φταίω που χιόνισε, μαντάμ;) αλλά κάτι στο βλέμμα της τον συγκράτησε, κάτι σαν ικεσία.


Η μετακόμιση των χρωμάτων

23

«Γιατί δεν πάτε με το τρένο;» της πρότεινε. «Αυτό δεν καταλαβαίνει από χιόνια και πάγους». Για πότε τον ευχαρίστησε, για πότε πήδηξε στο πρώτο ταξί που βρέθηκε μπροστά της, για πότε βρέθηκε στο σταθμό Λαρίσης, ούτε και που το κατάλαβε. Τα πράγματα ήταν πιο ήσυχα εδώ, λιγότερος ο κόσμος -τα τρένα δεν πάνε, βλέπεις, σε όλα τα μέρη που μπορεί να πάει το ΚΤΕΛ, άσε που μάλλον δεν είχαν σκεφτεί, ακόμα τουλάχιστον, αυτή την εναλλακτική οι παραλοϊσμένοι της Λιοσίων. Έβγαλε εισιτήριο, σωριάστηκε εξουθενωμένη σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο χωρίς καλά καλά να πιστεύει ότι έφευγε τελικά (ακόμη κι όταν το τρένο άρχισε βαριεστημένα να κυλά στις ράγες) κι έβαλε τα ακουστικά του κινητού στ’ αυτιά της. «Σκέφτηκες άραγε ποτές όλες αυτές τις διαδρομές σε ποιο σταθμό ήσουνα χθες σε ποιο βαγόνι» Το τράνταγμα του τρένου την ταρακούνησε πάνω που είχε αρχίσει να γλαρώνει. Κοίταξε αλαφιασμένη έξω. Τι έγινε πάλι; Τράκαραν, εκτροχιάστηκαν, τι; Χριστέ μου, δεν θα έφτανε ποτέ στο χωριό της; Η φωτεινή πινακίδα «ΟΙΝΟΗ» την καθησύχασε κάπως -τουλάχιστον ήταν σε σταθμό. Πάνω που ετοιμαζόταν να σηκωθεί να πάει να δει τι συμβαίνει, μπήκε μέσα ο σταθμάρχης εξηγώντας απολογητικά στους επιβάτες ότι μια κολόνα της ΔΕΗ είχε πέσει πάνω στις γραμμές και θα είχαν μια μικρή (πόσο μικρή, έλεος...) καθυστέρηση μέχρι να την απομακρύνουν. Ξανασωριάστηκε στη θέση της απελπισμένη. Κούραση, ένταση, αγωνία -πόσο πια να αντέξει. Να περνούσε και να μην ξανάρχονταν αυτή η μέρα... να γινόταν να σπρώξει το χρόνο, να φύγουν οι ώρες, να δραπετεύσει από τούτη την ταλαιπωρία, να διαγράψει το ενοχλητικό παρόν. Ένιωσε τα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια της και κόλλησε το πρόσωπο στο παράθυρο -μη γίνουμε και εντελώς ρεζίλι στους υπόλοιπους, εξίσου απογοητευμένους και αγανακτι-


24

Βάσω Αποστολοπούλου

σμένους επιβάτες. Έμεινε για λίγο με το μέτωπο ακουμπισμένο στο παγωμένο τζάμι, ενώ η ανάσα της θάμπωνε τη λεία του επιφάνεια. Άρχισε αφηρημένη να ζωγραφίζει σχέδια με το δάχτυλο πάνω στη θαμπάδα -έναν μαίανδρο, μια σπείρα, έναν ήλιο. Στον ήλιο στάθηκε. Μια αλλόκοτη σκέψη άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό της. Σκέφτηκε ότι σε έξι (ας πούμε) μήνες από τώρα, εκείνη θα ήταν σε κάποια παραλία με τον ήλιο πάνωθέ της και τις αναμνήσεις από τούτη την ταλαιπωρία να έχουν ξεθωριάσει, να έχουν σβηστεί. Προς τι λοιπόν όλη αυτή η αναστάτωση; Και γιατί να θέλει να σπρώξει τον χρόνο να φύγει; Μήπως και θα τις ξαναζούσε ποτέ αυτές τις στιγμές, τις έστω δύσκολες; Όπως και να ’χει, δικές της ήταν, κομμάτι της ζωής της κι ας ήταν ανάποδες -κι όταν έφευγαν, δεν θα γυρνούσαν ποτέ ξανά. Στο κάτω κάτω της γραφής και τα ζόρικα έχουν την αξία τους -αλλιώς, πώς θα εκτιμούσαμε τα όμορφα; Με τη διάθεση εντελώς αλλαγμένη σχημάτισε τον αριθμό της αδελφής της στο κινητό. «Σ’ ένα εξπρές είσαι κι εσύ που τρέχει πάνω στη ζωή κι όλο μαζεύει η γραμμή όλο τελειώνει» επέμενε η Μοσχολιού -μα την Αρετή δεν την ένοιαζε πια!

* Συμμετοχή στη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net τρενογραφίες.


Ξεχασμένο τσιγάρο*

Μ

ε άναψες και με παράτησες στο τασάκι. Κι απ’ ό,τι βλέπω, το ίδιο κάνεις εδώ και πολλή ώρα. Σωρός τα τσιγάρα που κάηκαν μόνα τους. Αλήθεια, γιατί τα ανάβεις; Σε βλέπω που πηγαινοέρχεσαι αγριεμένος. Καναπές μπαλκονόπορτα και πάλι πίσω. Με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Με τα χέρια να ανεμίζουν καθώς μονολογείς ακατάληπτα. Δεν βγάζω άκρη. Κάτι για το κινητό. Κάτι για κάποιο μήνυμα. Αυτό το κινητό κοντεύεις να το διαλύσεις. Μια το κοιτάς, μια το πετάς στον καναπέ. Μετά το ξαναπιάνεις, το ανοίγεις. Τι γράφει τέλος πάντων και σ’ έχει αναστατώσει τόσο πολύ; Είναι κάνα δίωρο τώρα που έκανε «μπιπ», ήμουν ακόμη μέσα στο πακέτο όταν το άκουσα. Κι από τότε δεν έχεις ησυχία. Στέκεσαι μπροστά μου με το βλέμμα χαμένο. Ούτε και θυμάσαι ότι με άναψες. Κάνεις να με πιάσεις, το μετανιώνεις. Τραβάς το χέρι, αρπάζεις το ποτήρι από δίπλα μου και το πετάς με μανία στον απέναντι τοίχο. Το κιτρινωπό του περιεχόμενο κατρακυλάει αργά και φτάνει στο χαλί. Το μουσκεύει. Εσύ το παρακολουθείς αδιάφορα, με γυάλινα μάτια. Πηγαίνεις πάλι προς την μπαλκονόπορτα. Την ανοίγεις. Βρέχει πολύ έξω και φυσάει. Ο αέρας μπαίνει μέσα ορμητικά, σπρώχνει τις κουρτίνες και φέρνει τη βροχή σχεδόν μέχρι το τασάκι μου. Αδιαφορείς. Κάθεσαι στο άνοιγμα της πόρτας κι αφήνεις το νερό να σε μουσκεύει. Βρέχει τα μαλλιά σου,


26

Βάσω Αποστολοπούλου

κυλάει στο πρόσωπο και το λαιμό σου, τρυπώνει στο πουλόβερ σου. Τα μάτια σου γυαλίζουν κι είναι κι εκείνα γεμάτα νερό μέσα τους. Τι περίεργο... Το κινητό χτυπάει. Τρέχεις με λαχτάρα, σκοντάφτεις στο τραπεζάκι, παραλίγο να πέσεις. Το αρπάζεις. «Εσύ είσαι;» λες με απογοήτευση. «Δεν έχω όρεξη, παράτα με». Το κλείνεις, το ξαναπετάς στον καναπέ. Με μια απότομη κίνηση κλείνεις και τη μπαλκονόπορτα. Οι κουρτίνες μαγκώνουν, σχεδόν ξεκολλούν από τους κρίκους. Αδιαφορείς. Γεμίζεις ένα καινούριο ποτήρι και το κατεβάζεις μονορούφι. Η γκριμάτσα στο πρόσωπό σου δηλώνει ότι το σιχαίνεσαι. Τότε γιατί το πίνεις; Ανάβεις τσιγάρο. Άλλο. Έχεις ξεχάσει ότι εγώ ακόμη καίω στο τασάκι. Το κοιτάζεις κι αυτό με την ίδια γκριμάτσα αποστροφής. Το πετάς κάτω και το πατάς με λύσσα πάνω στο χαλί. Δε σε νοιάζει που το καις, που το λερώνεις. «Τελειώσαμε», ουρλιάζεις. Στο τσιγάρο; Στον εαυτό σου; Σε ποιον; Δεν μπορώ να καταλάβω, ένα απλό τσιγάρο είμαι. Με διάρκεια ζωής κάτι λίγα λεπτά, πόσα να προλάβω να μάθω... Σε βλέπω που πηγαίνεις στο μπάνιο. Ακούω το νερό να τρέχει κι εσένα να βγάζεις κάτι παράξενους ήχους. Κλαις; Αυτό είναι, κλαις. Αλλά με μανία, με απόγνωση. Σ’ ακούω να χτυπάς τις γροθιές σου στο ντουλάπι. Φωνάζεις. Και πάλι ασυνάρτητα. Κάτι σαν «...ώσαμε». «Τελειώσαμε»; Αυτό λες; Ποιοι τελειώσατε... και γιατί αυτό σε πονάει τόσο πολύ; Το κινητό ξαναχτυπάει. Τρέχεις. Πάλι δεν είναι αυτός που περιμένεις, το βλέπω στο πρόσωπό σου. Ωστόσο αυτή τη φορά δεν το κλείνεις. Όποιος και να ’ναι στην άλλη άκρη, αρχίζεις πάλι να ουρλιάζεις. «Τελειώσαμε... αυτό μόνο μου έγραψε... Τελειώσαμε... Ακούς; Τελειώσαμε... Έτσι απλά... σαν να μην τρέχει τίποτε, σα να μη ζήσαμε τα όσα ζήσαμε... Μου ’γραψε ένα τελειώσαμε σε μήνυμα. Ακούς; Σε μήνυμα... Όχι να μου το πει κατά πρόσωπο ούτε καν στο τηλέφωνο...


Η μετακόμιση των χρωμάτων

27

Σε μήνυμα... χα!... Πόση περιφρόνηση, πόση απαξίωση... Όλα ψέματα... ΨΕΜΑΤΑΑΑ...» Πατάς με δύναμη το κουμπί, σχεδόν το ξεκολλάς. Και ξαφνικά καταρρέεις. Σωριάζεσαι στον καναπέ. Το κινητό σού πέφτει από τα χέρια. Ούτε που το προσέχεις. Περνάς και ξαναπερνάς τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά σου. Λες και θέλεις να τα ξεριζώσεις. Μετά κρύβεις το πρόσωπο μέσα στις παλάμες σου. Βγάζεις πάλι κάτι παράξενους ήχους. Αλλιώτικους όμως. Σαν αγρίμι που πιάστηκε σε παγίδα και θρηνεί. Ναι, αυτό είναι. Σαν πληγωμένο αγρίμι. Η κάφτρα μου έχει σβήσει από ώρα. Κι έχω μείνει εκεί, στο τασάκι μου, μισό μέσα και μισό έξω, και σε κοιτάζω. Πόσο σε συμπονάω... Να μπορούσα να σου μιλήσω... να σου πω πόσο σύντομη είναι η ζωή κι ας μην είσαι τσιγάρο...Κι ας είναι η δική σου τόσο πολύ μεγαλύτερη απ’ τη δική μου... Κι ωστόσο παραμένει τόσο μικρή, σαν ανάσα. Να σου πω πως δεν αξίζει να τη χαλάς για κανένα μήνυμα, για κανένα «τελειώσαμε»... Μα δεν μπορώ. Δεν είμαι παρά ένα τσιγάρο. Εφήμερο, μισοκαμένο, έτοιμο να πέσει κάτω ξεχασμένο. Τελειωμένο. Κι όμως νιώθω ότι εσύ είσαι πιο τελειωμένος από μένα. Ακόμη είσαι στον καναπέ. Ήσυχος. Έχεις πάρει ένα μαξιλάρι αγκαλιά κι έχεις κρύψει μέσα του το πρόσωπό σου. Κουνάς το σώμα σου ρυθμικά μπρος-πίσω χωρίς να βγάζεις πια κανέναν ήχο. Μόνο η βροχή ακούγεται, που έχει δυναμώσει. Πόση ώρα να έχει περάσει άραγε; Ξαφνικά πετάγεσαι πάνω με τόση φόρα που τρομάζω ακόμη κι εγώ. Αρπάζεις το πεταμένο στο πάτωμα κινητό. Αρχίζεις να πατάς τα κουμπιά σαν μανιακός. Βρίσκεις αυτό που ψάχνεις και το κοιτάς σαν να το βλέπεις πρώτη φορά. Με έκπληξη. Με απόγνωση. Αρχίζεις ξανά το ατέλειωτο πήγαιν’-έλα. Καναπές, μπαλκονόπορτα και πίσω. Μουρμουρίζεις πάλι. «Τελειώσαμε... τελειώσαμε... πώς τελειώσαμε... γιατί


28

Βάσω Αποστολοπούλου

τελειώσαμε...». Το ίδιο σκηνικό ξανά από την αρχή... Αλλά όχι. Δεν είναι το ίδιο. Είναι χειρότερο. Το λένε τα μάτια σου. Κατακόκκινα, γυαλίζουν -κι ας είναι θολά. Ανοίγεις πάλι την μπαλκονόπορτα. Πάλι ορμά μέσα ουρλιάζοντας η καταιγίδα. Δεν το βλέπεις καν. Ορμάς κι εσύ -έξω, στο μπαλκόνι, που το μαστιγώνει η βροχή. Ουρλιάζοντας κι εσύ. Και εκσφενδονίζεις το κινητό με λύσσα, με μίσος. Αυτό χάνεται. Εξαφανίζεται. Το καταπίνει το σκοτάδι και το κενό των οχτώ ορόφων που απλώνεται από κάτω. Έχω παγώσει από τρόμο. Έχεις παγώσει κι εσύ. Στέκεσαι για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος με το βλέμμα του τρελού να γυαλίζει στα μάτια σου. Έπειτα ρίχνεις πίσω το κεφάλι κι αρχίζεις να γελάς, να γελάς... Ένα γέλιο που με τρομάζει ακόμη πιο πολύ από το ουρλιαχτό σου. Ανοίγεις τα χέρια σαν να θέλεις να αγκαλιάσεις τη βροχή, τον αέρα, τη νύχτα. Χορεύεις. Ένα αλλόκοτο, δαιμονισμένο χορό. Ύστερα δρασκελίζεις την κουπαστή. Κι η κραυγή σου «τελειώσαμεεεε» χάνεται στο κενό των οχτώ ορόφων...

* Συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία των εκδόσεων τοβιβλίο Μια εικόνα... Χίλες λέξεις! (2016), από την ομώνυμη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net.


Καρέκλες ορφανές*

Τ

ους έβλεπα πάντα μαζί. Ο καπεταν-Γιώργης, απόμαχος εργάτης της θάλασσας που παρέδωσε το καΐκι στο γιο του, ο οποίος συνέχισε να οργώνει τα νερά του Αιγαίου ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας. Ο δάσκαλος, κύριος Λεωνίδας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός... που μεγάλωσε και έμαθε γράμματα σε γενιές και γενιές παιδιών -και που όλοι τον προσφωνούσαν με σεβασμό «δάσκαλο», τίτλος τιμής γι’ αυτόν. Κι ο «στρατηγός» κύριος Χαράλαμπος... που αποστρατεύτηκε πρόωρα με τον βαθμό του συνταγματάρχη αλλά όλοι στο νησί τον φώναζαν στρατηγό -κι εκείνος κορδώνονταν και ψήλωνε κάτι πόντους. Ο καπετάνιος, ο στρατηγός, ο δάσκαλος. Φίλοι αχώριστοι χρόνων με μέσο όρο ηλικίας τα ογδόντα πέντε πλέον -λίγο πάνω, λίγο κάτω δεν έχει σημασία, από κάποια στιγμή και μετά όλοι γινόμαστε συνομήλικοι. Γέννημα θρέμμα του νησιού μας οι δυο πρώτοι, αρνήθηκαν πεισματικά να το εγκαταλείψουν κλείνοντας τ’ αυτιά στις σειρήνες της μεγαλούπολης -κι έμειναν εδώ, να φυλάγουν Θερμοπύλες. Ο στρατηγός, «νησιώτης εκ μεταγραφής» όπως έλεγε χαριτολογώντας ο δάσκαλος, μιας και περνούσε εδώ όλα του τα καλοκαίρια, εγκαταστάθηκε στο νησί μετά την αποστράτευση και τον απροσδόκητο χαμό της γυναίκας του. Μόνοι τους και οι άλλοι δυο. Χήρος από χρόνια ο καπε-


30

Βάσω Αποστολοπούλου

τάνιος, γεροντοπαλίκαρο εκ πεποιθήσεως (ή από τύχη; ή ατυχία;) ο δάσκαλος, είχαν κατοχυρώσει το ακριανό τραπεζάκι στο βαμμένο με άσπρη και γαλάζια μπογιά καφενείο του χωριού μας και κάθονταν με τις ώρες στις έναν τόνο πιο σκούρες γαλαζωπές ψάθινες καρέκλες του. Άλλοτε αγναντεύοντας αμίλητοι το πέλαγος με μόνο ήχο το ρυθμικό τακ τακ από το κομπολόι του στρατηγού και τα γλαροπούλια που έκρωζαν. Άλλοτε σχολιάζοντας τα νέα των εφημερίδων και στήνοντας ομηρικούς καυγάδες για τα πολιτικά, που ωστόσο πάντα τελείωναν με γενναία ουζοκατάνυξη. Κι άλλοτε παίζοντας τάβλι ο δάσκαλος με τον καπετάνιο στο σιδερένιο τραπεζάκι, με τον στρατηγό να τραβά την καρέκλα «του», την έξω αριστερά, και να κάνει τον διαιτητή στις αψιμαχίες τους. Τους έβλεπα και τους χαιρόμουν. Τρεις ογδοντάρηδες έφηβοι που απολάμβαναν τη ζωή του απόμαχου και δεν το ’βαζαν κάτω. Μέχρι που είδα τη μια καρέκλα αδειανή. Την μεσαία, του καπετάνιου. Σάλπαρε, έμαθα... για το ύστερο ταξίδι, το δίχως επιστροφή. Αφήνοντας απαρηγόρητους χαμένους τους άλλους δυο. Σώπασαν τα γέλια, σώθηκαν οι ψυχές. Απόμεινε κλειστό το τάβλι, σταμάτησαν τα πούλια να βροντούν. Αμίλητοι οι άλλοι δυο, ν’ αγναντεύουν μοναχά το πέλαγο... πασχίζοντας, λες, να ξεδιακρίνουν τη φιγούρα του ταξιδεμένου φίλου τους πάνω στα κύματα που τόσο αγάπησε. Ο στρατηγός ήταν ο πρώτος που λύγισε. Έφυγε στα ξαφνικά κάτι μήνες μετά τον καπετάνιο. Ήσυχα, στον ύπνο του. «Καρδιά» είπε ο γιατρός. Αυτή η ίδια καρδιά που αγάπησε το νησί μας τόσο πολύ... που δεν άντεξε τον χαμό του φίλου... που κουράστηκε να χτυπά. Ρήμαξε ο δάσκαλος. Όλη μέρα ριζωμένος στην καρέκλα του, την ακριανή από τα δεξιά, με τα μάτια στυλωμένα στις άλλες δυο τις ορφανεμένες. Που κανείς δεν έκανε καν τη


Η μετακόμιση των χρωμάτων

31

σκέψη να τις ακουμπήσει, να τις καθίσει. Από σέβας στους ταξιδεμένους... από σέβας στον απομείναντα της παρέας... που έβλεπε, θαρρείς, τους άλλους δυο να κάθονται ακόμα σταυροπόδι πάνω τους. Ώρες ώρες τους μιλούσε κιόλας. Τον έβλεπα να σαλεύει τα χείλη σε μιαν άηχη κουβέντα... σ’ ένα παράπονο που τον άφησαν στερνό να βολοδέρνει στη μοναξιά του. Σ’ ένα παρακάλιο στον βαρκάρη να έρθει να τον πάρει κι αυτόν... να τον περάσει στην αντίπερα όχθη. Να τους ξανάβρει... Κι ο βαρκάρης τον άκουσε... του το ’κανε το χατίρι. Το μάντεψα γυρνώντας στο νησί από μεγάλο ταξίδι. Όταν ξεμπάρκαρα κι είδα και τις τρεις καρέκλες αδειανές, ερημωμένες να με κοιτάζουν με παράπονο. Μια θλίψη να τις βλέπεις... και ν’ αναθυμιέσαι. Αλλά και μια παρηγοριά. Αλλόκοτη, παράλογη παρηγοριά. Τους ζωγράφιζα μέσα μου και τους τρεις στον καφενέ εκεί ψηλά. Αχώριστοι πλέον. Για πάντα μαζί. Να διαβάζουν την εφημερίδα. Να τσακώνονται και να φιλιώνουν στη στιγμή τσουγγρίζοντας τα ουζοπότηρα. Να χτυπούν με δύναμη τα πούλια. Και ν’ αγναντεύουν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού... του Αιγαίου... το ταπεινό, αγαπημένο γαλάζιο του τοίχου πίσω από τις καρέκλες τους... τις πολυκαιρισμένες... τις ορφανές... Και να χαμογελούν...

* Συμμετοχή στη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net Μια εικόνα... Χίλιες Λέξεις!


Γιούργια*

«Π

ω πω», μουρμούρισε με δέος η Ελβίρα. «Είναι τεράστιο!» Οι υπόλοιποι την κοίταξαν παραξενεμένοι. Μόλις είχαν στρίψει στη γωνία και κατηφόριζαν για το λιμάνι φορτωμένοι με σακίδια, υπνόσακους, ψάθες, βατραχοπέδιλα και τα απαραίτητα ακουστικά στ΄αυτιά -όλα όσα χρειάζεται δηλαδή μια παρέα δεκαοχτάχρονων (αγανακτισμένων από τις πανελλήνιες) παιδιών για να περάσει μερικές ξένοιαστες μέρες σε κάποιο κυκλαδονήσι. Α, και το κυριότερο -το tablet ανά χείρας, μπας και τους ξεφύγει τίποτε στην ερημική παραλία ή στο απόμερο ψαροχώρι που λογάριαζαν να στρατοπεδεύσουν! «Ποιο καλέ;» τη ρώτησε ξαφνιασμένη η Σάντυ (“Κυριακούλα” δηλαδή αλλά ούτε που να το ακούσει!) «Μα... το καράβι...» αποκρίθηκε η Ελβίρα, που είχε κοντοσταθεί και θαύμαζε το κατάλευκο σκαρί με την φαρδιά κόκκινη μπάντα στα πλευρά του. «Σιγά το τεράστιο!», είπε κοροϊδευτικά ο Γρηγόρης. «Πού να δεις αυτό που μας πήγε πέρσι Πάτρα-Αγκόνα -σωστή πλεούμενη πολυκατοικία. Αυτό είναι ένα συνηθισμένο βαπόρι!» Η Ελβίρα μαζεύτηκε ζεματισμένη. Τι ήθελε και μίλαγε; Τώρα θα είχαν μια ακόμη αφορμή για να την πειράζουν, όπως κάθε φορά που έλεγε ή έκανε κάτι που θύμιζε ότι είχε


Η μετακόμιση των χρωμάτων

33

γεννηθεί και μεγαλώσει σε άλλη χώρα, με άλλες παραστάσεις και εμπειρίες. Κι όσο κι αν ήταν φιλικά και καλοπροαίρετα τα πειράγματα, εκείνη χαλιόταν το ίδιο κάθε φορά -και νευρίαζε γι’ αυτό. «Σιγά, ρε Μαγγελάνε!», μπήκε στη μέση η Αγγέλα να σώσει την κατάσταση. «Πήγες κι εσύ στην Ιταλία με τους γονέους (αν είναι δυνατόν!) και μας κάνεις τον θαλασσοπόρο! Το καράβι είναι τεράστιο, έχει δίκιο η Ελβίρα». Εκείνη την κοίταξε μ’ ένα σιωπηλό «ευχαριστώ» στο βλέμμα, πήρε βαθιά ανάσα κι αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Άλλωστε, τι καλύτερο από το να σαρκάζεις ο ίδιος τον εαυτό σου, στερώντας έτσι κάθε επιχείρημα από τους άλλους. «Και δεν σας είπα το καλύτερο -είναι η πρώτη φορά που θα ταξιδέψω με καράβι, μικρό ή μεγάλο!» είπε δήθεν αδιάφορα. Γύρισαν όλοι και την κοίταξαν, στ’ αλήθεια ξαφνιασμένοι αυτή τη φορά. «Σοβαρά μιλάς;» τη ρώτησε ο Μάκης. «Σοβαρότατα!» «Στ’ αλήθεια δεν έχεις ξαναμπεί σε πλοίο;» επέμεινε ο Γρηγόρης. «Ναι, ρε μεγάλε, στ΄αλήθεια, γιατί σου κάνει εντύπωση; Εκεί που μεγάλωσα είχε τριγύρω βουνά, τη θάλασσα την είδα πρώτη φορά όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. Την λάτρεψα με το που την αντίκρυσα, αλλά η μάνα μου την τρέμει, ούτε ν’ ακούσει για ταξίδι με καράβι. Για μένα αυτή η εκδρομή είναι κάτι που το ’θελα χρόνια, γι’ αυτό να μου κάνετε τη χάρη να με αφήσετε να την απολαύσω χωρίς εξυπναδούλες και κρύα αστειάκια, ΟΚ;» Οι υπόλοιποι αντάλλαξαν άβολες ματιές. Την αγαπούσαν τη φίλη τους, ήταν μαζί από το γυμνάσιο, κι αυτό της το ξέσπασμα τους έκανε ξαφνικά να νοιώσουν τύψεις και ενο-


34

Βάσω Αποστολοπούλου

χές. Την αμήχανη σιωπή έσπασε ο Αντώνης, ο μόνος που δεν είχε μιλήσει μέχρι στιγμής. «Μάγκες, έχουν δίκιο τα κορίτσια, το καράβι είναι τεράστιο και μας περιμένει να πάμε να το καταλάβουμε! Τι λέτε; Έτοιμοι για τον Τιτανικό;» «Γιούργιααα!!!», συμφώνησαν κι οι άλλοι αλαλάζοντας κι άρχισαν να κατηφορίζουν τρέχοντας προς το λιμάνι, με τα βατραχοπέδιλα και τις ψάθες να ανεμίζουν θριαμβευτικά!

* Συμμετοχή στη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net θερνικές σύντομες ιστορίες.


Το χάλασμα*

Σ

τεκόταν και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένη. Ούτε και ήξερε πόση ώρα. Τριγύρω ερημιά και απόλυτη ησυχία, αν εξαιρέσεις κάποια μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Το χάλασμα βρισκόταν στην είσοδο του χωριού και οι λιγοστοί του κάτοικοι ήταν σκορπισμένοι στα γύρω χωράφια, μοχθώντας πάνω στη σκληρή γη. Ήταν μόνη, ολομόναχη. Καλύτερα. Ήθελε να είναι μόνη τούτη τη στιγμή. Να μη δει κανείς τα δάκρυα που έτρεχαν ανεξέλεγκτα από τα μάτια της. Να μη διαβάσει κανείς μέσα τους τη συγκίνηση που τρικύμιζε την ψυχή της. Ώστε αυτό ήταν. Το πρώτο της σπίτι. Το σπίτι που γεννήθηκε. Απίστευτο... Πόσο πιο μικρό από αυτό που θυμόταν... από αυτό που είχε πλάσει με τη φαντασία της μέσα από τις αφηγήσεις της μάνας της. Αφηγήσεις που ηχούσαν σαν παραμύθια στα παιδικά της αφτιά και που είχαν πάρει με τα χρόνια την πατίνα του μυθικού. Και νάτη τώρα, μπροστά στο χάλασμα, να προσπαθεί να τοποθετήσει μέσα του πρόσωπα και καταστάσεις που συνωστίζονταν στο μυαλό της και βιάζονταν, λες, να πάνε και να χωθούν πίσω από τους χορταριασμένους τοίχους. Εδώ πρέπει να ήταν η κουζίνα. Να, αυτή η τρύπα θα ήταν το ξύλινο παράθυρο που είχε από κάτω τον πέτρινο πάγκο με τον νεροχύτη και το βρυσάκι, που γέμιζε ο πατέρας της με νερό φερμένο με τενεκέδες από τη δημοτική βρύση. Αυτό το παράθυρο θα ήταν που πήρε φωτιά, όταν έπαθε εμπλοκή η γκαζιέρα, και την άρπαξε η μάνα της και βγήκε


36

Βάσω Αποστολοπούλου

έξω τρέχοντας και φωνάζοντας -ευτυχώς πρόλαβαν οι γείτονες κι έσβησαν τη φωτιά πριν καταστρέψει ολόκληρο το σπίτι. Κι αυτό το άνοιγμα που έχασκε, θα ήταν η πόρτα. Η είσοδος που σε έβαζε στο χολ με το μονό ντιβάνι και την ξυλόσομπα. Να και το άλλο παράθυρο δίπλα στην πόρτα. Πίσω από τα δαντελένια κουρτινάκια του θα ήταν που περίμενε η μάνα της τον πατέρα της εκείνο το χιονισμένο βράδυ, όταν είδε τον λύκο να τον παραφυλάει δίπλα στο χαντάκι. Πόσο είχε τρομάξει τότε μέχρι να τον δει να μπαίνει στο σπίτι ασφαλής, αφού είχε διώξει το αγρίμι... Δίπλα η κρεβατοκάμαρα. Το διπλό σιδερένιο κρεβάτι. Η κούνια της. Ακόμα ένιωθε να λικνίζεται μέσα της. Ακόμα άκουγε τη φωνή της μάνας της να την νανουρίζει. Ακόμα έβλεπε τον πατέρα της να της δείχνει το φεγγάρι μέσα από το νοτισμένο τζάμι και να της μουρμουρίζει λόγια που δεν καταλάβαινε -και που ωστόσο την καθησύχαζαν τόσο γλυκά. Ένα ταπεινό σπιτάκι του ενός δωματίου, με ένα μικρό χολάκι και μια ακόμη πιο μικρή κουζίνα. Η φωλιά της. Ο μικρός της παράδεισος. Εκεί βρισκόταν τώρα η ψυχή της. Αυτό έβλεπε με τα θολωμένα της μάτια. Έβλεπε τις σκιές των αγαπημένων της. Τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Τις κοριτσίστικες κοτσίδες της με τα κόκκινα φιογκάκια να ανεμίζουν. Τη μάνα της γερμένη στην πόρτα να της χαμογελά. Τον πατέρα της να της ανοίγει μια αγαπημένη αγκαλιά που χωρούσε όλον τον κόσμο. Τον κόσμο της. Αυτά έβλεπε. Κι όχι ένα χάλασμα...

* Συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία των εκδόσεων τοβιβλίο Μια εικόνα... Χίλες λέξεις! (2016), από την ομώνυμη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net.


Σκέψεις, νεύρα κι όνειρα ατάκτως ερριμμένα*

Θ

α το πνίξω το κοκκόρι του γείτονα, μα το Θεό... Έξι παρά η ώρα, αχάραγα, μαύρη μαυρίλα έξω κι αυτό λαλάει το ρημάδι! Λύσσα κακιά πια -κι έχω και τη μάνα μου να με συγχίζει ακόμα πιο πολύ «τι ωραία που με ξυπνάει το κοκκοράκι, μου θυμίζει το χωριό μου». Εμένα όμως μου θυμίζει κόκκορα κρασάτο με χοντρό μακαρόνι και τριμμένο κεφαλοτύρι -εκεί θα καταλήξει, θα γίνω κοκκοροκτόνος σαν τον βασιλοκτόνο στο “Game of Thrones”! Τι ωραία σειρά κι αυτή, τι ωραίος άντρας ο Τζέιμι Λάνιστερ! Τι το ’θελε το νταραβέρι μ’ αυτήν την αδελφή του τη μπίτσω τη Σέρσεϊ ο πανηλίθιος, ποτέ δεν το κατάλαβα. Αυτή τον κατέστρεψε... Αλλά βέβαια... οι ακαμάτρες κι οι λωλές έχουν τις τύχες τις καλές, που λέει κι η γιαγιά μου -που δεν λέει ακριβώς ακαμάτρες, άλλο λέει, τέλος πάντων... πιπέρι στο στόμα! Σαν τον πανηλίθιο τον ξάδερφό μου τον Δημητράκη, που τον σέρνει από τη μύτη αυτό το τσόκαρο που πήγε κι ερωτεύτηκε! Χα! Ας γελάσω! Τι ερωτεύτηκε από δαύτην δεν έχω καταλάβει ακόμα. Κοντή, ένα κι είκοσι με ανάταση, και φαρδιά -πολύ φαρδιά, αδερφέ μου, ίσο ύψος ίσο πλάτος! Και με μουστάκι σαν του Καραϊσκάκη ένα πράμα... και να δεις που την κοιτάζει στα μάτια ο χαλβάς! Να θυμηθώ να πω της μάνας να κάνει κάνα χαλβά, τον έχω πεθυμήσει, κι άσε τη δίαιτα από Δευτέρα -μπας και δεν την αρχίσω καθόλου δηλαδή και γίνω κι εγώ σαν τη χοντρή του Δημητράκη να βρω τον καλό γαμπρό, χε χε χε! Να στα-


38

Βάσω Αποστολοπούλου

ματήσει κι η μάνα να γκρινιάζει ότι με φάγαν τα μπαράκια, τα ξενύχτια κι ο Γιαννάκης ο Περπατητής χωρίς το ποθητό αποτέλεσμα -το τύλιγμα του κορόιδου δηλαδή! Τι περπάτημα έχω να ρίξω πάλι σήμερα η έρμη... Τη μισή Γλυφάδα θα γυρίσω για να μοιράσω τα φυλλάδια της Pizza Inferno που μου φόρτωσε το αφεντικό χτες βράδυ. Κι είναι και βαριά τα άτιμα, ασήκωτο το σακίδιο μέχρι να ξεφορτωθώ τα μισά. Ευτυχώς έχει κάμποσες πολυκατοικίες και θα φύγουν δέκα δέκα στα γραμματοκιβώτια. Κι όλο αυτό για δυο ευρώ την ώρα... άει σιχτίρ... και για μια πιτσαρία με γρουσούζικο όνομα -άκου «πίτσα κόλαση»! Σκέτη κόλαση οι γόβες που κυαλάρισα σ’ εκείνη τη βιτρίνα στη Λαμπράκη στο χτεσινό ξεποδάριασμα! Δωδεκάποντες, με δεσίματα μέχρι τον αστράγαλο, γεμάτες στρασάκια! Πολύ τις γουστάρω -αλλά και 145 ευρώ, ρε μίστερ! Σε ποια εποχή ζεις εσύ; Που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα; Αλλά τι λέω, βλακείες -για να τις πουλάει τόσο, πα να πει ότι υπάρχουν τσέπες που τις αντέχουν ακόμα. Τσέπες που μπορούν να ψωνίζουν στη Λαμπράκη. Ο Λαμπράκης δεν ήταν εκείνος που έτρεχε στον Μαραθώνιο με το σήμα της ειρήνης; Που τον δολοφόνησαν στη Θεσσαλονίκη με έναν τρίκυκλο; Θεσσαλονίκη... Εκεί έπρεπε να είμαι τώρα, φοιτήτρια -κι όχι να μοιράζω κωλοφυλλάδια. Και πέρασα, γαμώτο, πέρασα. Διάβασα, ξενύχτησα, ξοδεύτηκαν οι δικοί μου, στερήθηκαν τα πάντα για τα φροντιστήρια... αλλά πέρασα, που να πάρει. Όμως Θεσσαλονίκη... και πώς να πάω εκεί, με τι; Ο πατέρας με το ζόρι κάνει κάποια μεροκάματα το μήνα, η οικοδομή πέθανε πια, από τη σύνταξη της γιαγιάς κι από τα έτοιμα ζούμε -κι αυτά πόσο θα κρατήσουν... Οπότε αντίο Νομική, αντίο όνειρα, αντίο φοιτητική ζωή. Καλημέρα μιζέρια, καλημέρα τρέξιμο για δουλειά, καλημέρα καταχνιά... Εικοσιένα χρονών και νιώθω γριά, σαν αυτούς


Η μετακόμιση των χρωμάτων

39

που βγάζουν στο σίλβερ αλέρτ και λένε «χάθηκε ηλικιωμένος ετών 72» και σηκώνεται έξαλλη η γιαγιά από την πολυθρόνα της και τους μουτζώνει «ου να μου χαθείτε, χαϊβάνια, που θα με πείτε ηλικιωμένη» και εμείς γελάμε στα κρυφά για να μη μας περιλάβει κι εμάς! Να είσαι καλά, γιαγιούκα μου, μου έφτιαξες τη διάθεση που μου χάλασε το παλιοκοκκόρι! Πω πω, εξήμιση η ώρα! Ωραίο το χουζούρι και το χαζολόγημα, αλλά καιρός να σηκωνόμαστε, μανδάμ. Ρίξε λίγο νερό στα μούτρα σου, φτιάξε κάναν καφέ, βάλε τα αθλητικούλια σου αντί τις γόβες τις δωδεκάποντες κι άντε να κατακτήσεις τη ζωή, μπροστά σου απλώνεται -ακόμα κι αν ξεκινάς με διαφημιστικά φυλλάδια! Κόκκορας κρασάτος -δεν είναι κακή ιδέα, χε χε χε!!! Θα το πω της μάνας!

* Συμμετοχή στη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net 6.30


Αναχωρήσεις / Departures*

Τ

ι κρύο κι αυτό σήμερα... Έχουν παγώσει τα πόδια μου κι ας φοράω διπλές κάλτσες. Τι να σου κάνουν κι αυτά, ακίνητα όλη μέρα με μόνη δραστηριότητα το γκάζιφρένο-αμπραγιάζ. Δεν βοηθάει κι η ηλικία, βλέπεις, στα 57 η κυκλοφορία στα κάτω άκρα αρχίζει και ρετάρει, είπε ο γιατρός. Πάγωσε κι ο καφές πριν καλά καλά τον ξεκινήσω ο τρίτος απ’ όταν παρέλαβα τη βάρδια. Και σιγά τα αγώγια, τζάμπα η ταλαιπωρία και το ψοφόκρυο... Ποιος να ξεμυτίσει από το σπίτι του και πού να πάει τέτοια νύχτα, κοντεύουν μεσάνυχτα κι έχω βγάλει ίσα με 16 ευρώ... σωθήκαμε... Όπα! Αυτός εκεί στην άκρη, στο πεζοδρόμιο, μου κάνει νεύμα ή μου φαίνεται; Όχι, μου κάνει σήμα να σταματήσω. Κάνε, Θεούλη μου, να πηγαίνει Κηφισιά ή Γλυφάδα, δεν αντέχω τα ξεκίνα-σταμάτα μέσα στο Σύνταγμα και μέχρι την Πλάκα... «Ελεύθερος;» «Ελεύθερος, κύριε. Πού πάμε;» «Αεροδρόμιο. Βενιζέλο» «Αναχωρήσεις ή αφίξεις;» «Αναχωρήσεις και γρήγορα». «ΟΚ». Τι αναχωρήσεις μου λέει τούτος; Ούτε βαλίτσα, ούτε σακ βουαγιάζ ούτε τίποτε. Πού θα πάει έτσι, με τα χέρια στις τσέπες, που λέει ο λόγος; Μπας και παίζει τίποτε ύποπτο; Να μου κοπανήσει καμιά στο κεφάλι και να με ληστέψει -χα, σώθηκε, τα 16 ευρώπουλα που έχω στο τασάκι! Τζάμπα θα


Η μετακόμιση των χρωμάτων

41

πάω, και θα βλαστημάει κιόλας από πάνω. Για να τον κόψω καλύτερα, να του πιάσω και κουβέντα μήπως και βγάλω καμιάν άκρη. «Παλιόκρυο σήμερα, ε;» «.....» «Κι αυτό το ψιλόβροχο σου τρυπάει τα κόκκαλα...» «.....» Μούγκα στη στρούγκα... Δεν μου αρέσει αυτό, μια κουβέντα συνήθως τη λένε. «Να ανοίξω το ράδιο; Σας πειράζει;» «Κάνε ό,τι θες, μόνο άσε με ήσυχο» Καλά ντε! Δεν σε είπαμε και καμπούρη! Δεν θέλεις κουβέντα, με γεια σου με χαρά σου. Θα βάλω σιγανά το ράδιο, να ακούω κάθε θόρυβο καλού κακού. Καλοβαλμένος πάντως. Καμιά τριανταριά τον κόβω, ίσα με τον γιόκα μου περίπου. Καλό μπουφάν, ακριβό, γενάκι περιποιημένο... Δεν φαίνεται για κακοποιό στοιχείο, μόνο κομμάτι γαϊδούρι είναι. Αλλά πού να πηγαίνει χωρίς μπαγκάζια, μου λες; Για να δούμε τι σταθμό θα ακούσουμε. Τραγούδια θα βάλω, οι ειδήσεις μου τη σπάνε, όλο μαυρίλα. «Αγάπη που ’γινες / δίκοπο μαχαίρι» Αθάνατη Μελίνα! Καιρό είχα να σ’ ακούσω! «Κλείσ' το!» «Πώς είπατε;» «Είπα κλείσ' το!» Να το κλείσω, τι να κάνω. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο αλλά τι τον πείραξε το τραγούδι; Και σαν να γυαλίζει το μάτι του -αγρίεψε ή βούρκωσε, να ανησυχήσω ή να ρωτήσω; Θα ρωτήσω. «Είστε καλά;» «.........» «Συγγνώμη που ρωτάω αλλά... να, από ενδιαφέρον -έχω


42

Βάσω Αποστολοπούλου

ένα γιο στην ηλικία σας περίπου και του μοιάζετε λιγάκι.» Δεν μιλάει. Άσε, τζάμπα κόπος, δεν θέλει κουβέντες, πάει και τέλειωσε. «Να του πείτε να φυλάγεται. Του γιου σας. Από τις γυναίκες. Όλες ψεύτρες κι άτιμες». Έλα μου! Ξεκλείδωσε ο νέος μόλις του είπα ότι μοιάζει με τον γιο μου; Και τι είναι αυτό που πέταξε για τις γυναίκες; «Γιατί τόση πίκρα, παλικάρι μου;» «Γιατί με πούλησε... γιατί της έδωσα τα πάντα κι εκείνη με κορόιδευε από καιρό... Και συγγνώμη για την αγένεια πιο πριν, είμαι πολύ φορτωμένος...» «Δεν πειράζει, αγόρι μου, καταλαβαίνω. Πες πως είμαι ο πατέρας σου -κι οι πατεράδες καταλαβαίνουμε και προσπερνάμε». «Έτσι θα ’λεγε κι ο πατέρας μου, αν ζούσε... Του φέρνετε λιγάκι, γι’ αυτό και σας τα λέω...» Πολύ καημό το παλικάρι... και φαίνεται να θέλει να μιλήσει, να τα βγάλει από μέσα του. «Αν δεν γίνομαι αδιάκριτος, και με όλο το θάρρος... γι’ αυτό πάμε στο αεροδρόμιο;» «Γι’ αυτό... φεύγει σε λίγο... με τον άλλον. Πάει να μείνει μαζί του... Αμερική, δεν θα την ξαναδώ. Γι’ αυτό θέλω να την προλάβω, να της μιλήσω, να την παρακαλέσω να μην το κάνει... να σκεφτεί όλα όσα ζήσαμε μαζί, να καταλάβει ότι κάνει μια τρέλα... Ένας ενθουσιασμός είναι μόνο, που θα ξεθυμάνει και θα μείνει μόνο πίκρα... κι η χαμένη ζωή μας...» Πόσο λάθος κάνεις, παλικάρι μου... Μόνος σου το είπες, είναι καιρός που σε κοροϊδεύει. Αποφασισμένη είναι και μην κάνεις τον κόπο να της μιλήσεις, να παρακαλέσεις. Θα ξεφτιλιστείς και θα μισήσεις κι εκείνη και τον εαυτό σου γι’ αυτό. «Αγόρι μου... να σου δώσω μια συμβουλή; Μην το κάνεις... μην ξεπέσεις στα μάτια της, μην παρακαλέσεις. Δε θα


Η μετακόμιση των χρωμάτων

43

κερδίσεις τίποτε, πίστεψέ με. Δεν θα σου πω τα χιλιοειπωμένα ότι οι γυναίκες είναι άκαρδες, ότι δεν σου άξιζε αυτή που φεύγει, ότι θα σου περάσει γρήγορα, ότι θα βρεις δέκα που να σε αγαπούν πραγματικά να την αντικαταστήσεις. Και δεν θα στα πω γιατί είναι λόγια ψεύτικα, λόγια του αέρα -εκτός, ίσως, από το τελευταίο... Αν και δεν χρειάζεσαι δέκα, αλλά μόνο μία που να σε αγαπά πραγματικά». Δεν απαντά, αλλά και δεν με αποπαίρνει... Μπορεί και να τα σκέφτεται τα όσα λέω. Συνεχίζω κι ο Θεός βοηθός. «Ούτε οι γυναίκες είναι άκαρδες, οι πιο πολλές τουλάχιστον, ούτε και δεν άξιζε η συγκεκριμένη -κάνεις τόσο αγώνα για να την κρατήσεις, πα να πει οτι κάτι άξιζε... για σένα και μέχρι τώρα τουλάχιστον. Κι ούτε θα σου περάσει γρήγορα, αυτό κανένας δεν το ξέρει, ούτε κι εσύ ο ίδιος. Μπορεί αύριο να απορείς που σήμερα σου στοιχίζει τόσο, μπορεί να είσαι κομμάτια για καιρό. Ένα είναι σίγουρο, ότι στην τελική θα ξεθωριάσουν όλα -κι εκείνη κι ο καημός σου. Το μόνο που δεν θα ξεθωριάσει αλλά θα ματώνει όλο και περισσότερο είναι η περηφάνεια σου, που θα τη λαβώσεις άγρια άμα πέσεις στα πόδια της να την παρακαλέσεις». «Μα δεν μπορώ... δεν γίνεται... πρέπει να κάνω μια τελευταία προσπάθεια... αλλιώς θα αναρωτιέμαι σ’ όλη τη ζωή μου γιατί δεν την κράτησα έστω με το ζόρι....» Βρε πείσμα. Αμετανόητος ο νέος -κι ανόητος μαζί. Θα κάνω κι εγώ μια τελευταία προσπάθεια, παλικάρι μου, και μετά θα το βουλώσω. Ή που καταλαβαίνεις αυτά που σου λέω ή που είσαι χαμένη περίπτωση, λούζερ που λέει κι η μικρή μου κόρη. Και μετά κάνε ό,τι σε φωτίσει, το δικό σου το κεφάλι θα βαράς στον τοίχο. «Δεν θα επιμείνω άλλο, είσαι ολόκληρος άντρας -κι, από όσο μπορώ να καταλάβω, και μορφωμένος, του κόσμου. Θα σου πω μόνο κάτι που άκουσα στο ράδιο πριν λίγες μέρες σε μια από αυτές τις εκπομπές που έχουν τραγούδια


44

Βάσω Αποστολοπούλου

κι ανάμεσα λένε διάφορα. Έλεγε λοιπόν μια κοπελιά “Αν αγαπάς κάποιον, άφησέ τον να φύγει. Αν ξαναγυρίσει, θα είναι δικός σου για πάντα -αν όχι, δεν σ’ αγάπησε ποτέ”. Κάπου θα το είχε διαβάσει κι αυτή, αλλά μου φάνηκε τόσο πετυχημένο, που το θυμάμαι -συνήθως δεν ακούω καν τι λένε, μόνο τα τραγούδια». Δεν μιλάει. Κοιτάζει έξω αφηρημένος τον προαστιακό που ταξιδεύει δίπλα μας. Πλησιάζουμε όπου να ’ναι στο αεροδρόμιο, θα την κάνει τη βλακεία και να μου το θυμάσαι, θα τη φάει τη σφαλιάρα από τη λεγάμενη και μπας και φάει και καμιά αληθινή από τον γόη που την ξεμυάλισε και θα θελήσει να υπερασπιστεί το κελεπούρι. Να τον αφήσω και να κατέβω κι εγώ, να κάνω κάνα τσιγάρο της προκοπής με τον παγωμένο ρημαδοκαφέ μου και να ξεμουδιάσουν λιγάκι τα πόδια μου... ασήκωτα τα νιώθω. «Φτάσαμε, παλικάρι μου. Σε ποια πύλη θέλεις να σ’ αφήσω;» «Σε καμιά. Συνεχίστε, σας παρακαλώ, και πάρτε το δρόμο για Αθήνα. Επιστρέφουμε».

* Συμμετοχή στη δράση του ιστοτόπου τοβιβλίο.net ταξιθέατρο.


Ερινύες*

Τ

α δάχτυλά της χαράκωναν την άμμο με μανία ανοίγοντας βαθιά αυλάκια. Σαν εκείνα που έσκαβαν τα δάκρυά της χαρακώνοντας τα μάγουλά της. Δεν τα ένιωθε, όπως δεν ένιωθε τον αέρα που σφύριζε στ’ αυτιά της και νότιζε τα ρούχα της με αλμυρές σταγόνες θάλασσα. Μόνη. Κατάμονη. Εκείνη κι οι σκέψεις που πονούσαν, που όσο κι αν πολεμούσε να τις κλειδώσει σ' ένα μαύρο κουτί και να τις καταχωνιάσει στα πιο βαθιά λαγούμια του μυαλού της, αυτές επέμεναν να χυμούν σαν τις Ερινύες και να την ξεσκίζουν. «Μάνα μου...» ψιθύρισε. «Πού πήγες, μάνα μου... Δεν πρόλαβα, Χριστέ μου, δεν πρόλαβα...» Έγειρε στο πλάι αποκαμωμένη και κουβαριάστηκε σαν έμβρυο. Όλη μέρα ταξίδευε με κάθε μέσο που θα την έφερνε όσο πιο γρήγορα γινόταν στο πατρικό της. Αεροπλάνο, καράβι, ταξί. Με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι να μετρά τα λεπτά που φάνταζαν ώρες... Είχε νυχτώσει πια όταν έσπρωξε την παλιά ξεφτισμένη πόρτα του σπιτιού της. Εκείνη έτριξε πένθιμα και υποχώρησε, ανοίγοντας ένα σκοτεινό κενό μπροστά της και μια μαύρη τρύπα στην ψυχή της. Η απόκοσμη ησυχία που όρμησε πάνω της την πάγωσε. Αλλόκοτη, παράλογη, τη γέμισε πανικό. Από την κλειστή πόρτα του δωματίου της μάνας της ξέφευγε μια αδύναμη φωτεινή γραμμή -κι ένας ήσυχος, αδύναμος θρήνος. Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν. Γύρισε το πόμολο. Ο θρήνος έπαψε κι η θεια της σήκωσε τα κατακόκκινα


46

Βάσω Αποστολοπούλου

μάτια και την κοίταξε, μια μομφή και μια θλίψη η ματιά της. Έπειτα γύρισε το κεφάλι προς το κρεβάτι «έφυγε πριν λίγο», ψιθύρισε, «φτερούγισε η ψυχούλα της σα χελιδόνι... Δεν την πρόλαβες», σκλήρυνε η φωνή, «με τ΄όνομά σου ξεψύχισε...» Ένιωσε ν’ αδειάζει... Πλησίασε το κρεβάτι. Με μάτια στεγνά, πυρετικά, κοίταξε την εξαϋλωμένη μορφή, τα διάφανα χέρια σταυρωμένα πάνω στο σεντόνι, τα αραιά άσπρα μαλλιά στο μαξιλάρι. Δεν ήταν η μάνα της αυτή, αδύνατον -τουλάχιστον η μάνα που ήξερε, η μάνα που είχε αφήσει πίσω όταν έφυγε βροντώντας την πόρτα πριν δέκα τόσα χρόνια... Γονάτισε... Άγγιξε διστακτικά τα ακίνητα χέρια σαν να φοβόταν πως θα σκορπίσουν. Ήταν ακόμη ζεστά, θαρρείς και θα ζωντάνευαν και θα σκέπαζαν τα δάχτυλά της όπως τότε που ήταν μικρούλα... όταν έδιωχναν κάθε της φόβο με ένα τους χάδι. Απόμεινε ασάλευτη να τα αισθάνεται και να χάνεται σε μιαν άβυσσο θύμησες. Η πρώτη μέρα στο σχολείο, όταν έβαλε τα κλάματα που είδε τη μάνα της να φεύγει κι απόμεινε στην αυλή τρομαγμένη. Το ζεστό της φιλί όταν της έδειξε περήφανη το πρώτο της γραπτό -μια σελίδα γεμάτη κουλουράκια. Το πρώτο της κέντημα, όταν καθόταν υπομονετικά να της μάθει σταυροβελονιά. Η τριανταφυλλίτσα που φύτεψαν μαζί, η χαρά της όταν άνθισε το πρώτο της τριαντάφυλλο. Τα μπάνια στη θάλασσα κάτω από το σπίτι τους, όταν την μάθαινε να κολυμπάει κι εκείνη τσίριζε και την αγκάλιαζε σφιχτά. Πότε άρχισαν να ξεθωριάζουν όλα αυτά; Πού χάθηκε αυτή η σχέση, αυτό το δέσιμο με τη μάνα της; «Κάπου στην εφηβεία, όταν άρχισες να αμφισβητείς τα πάντα» της ψιθύρισε το παρελθόν. Ξαφνικά όλα την ενοχλούσαν. Ο τρόπος που μίλαγε, τα ρούχα που φορούσε, ο κότσος στα μαλλιά της... Τα απεριποίητα χέρια, το σχολειό που δεν τέλειωσε, οι


Η μετακόμιση των χρωμάτων

47

απλοϊκές της φιλενάδες ... Ακόμα και τα σήριαλ που έβλεπε στην τηλεόραση τα θεωρούσε ηλίθια και της το ‘λεγε με περιφρόνηση... Κι εκείνη; Τι έκανε εκείνη; Υπομονή, σκέφτηκε ξάφνου πικρά. Ανεχόταν όλα της τα καμώματα με καρτερία. «Της ηλικίας είναι, θα περάσει» έλεγε. Μα δεν πέρασε. Αντίθετα χειροτέρεψε καθώς, μεγαλώνοντας, ένιωθε να την πνίγει το χωριό της. Το μικρό νησάκι το ξεχασμένο κι από τον Θεό, η μονότονη καθημερινότητα που την εξουθένωνε, το πλοίο της γραμμής που περνούσε μια φορά τη βδομάδα, η προοπτική να περάσει ολόκληρη τη ζωή της όμοια κι απαράλλαχτα με τη μάνα της, όλα. Αυτό το τελευταίο πάνω απ’ όλα. Ένας ορίζοντας κλειστός που την πλάκωνε σαν ταφόπλακα και την ισοπέδωνε. Και γι’ αυτό ακόμα η μάνα της έφταιγε. Που τη γέννησε σ’ αυτό το βρωμόνησο... Που ήταν φτωχιά και δεν μπορούσε να της αγοράσει αυτά που λαχταρούσε... Που δεν της περνούσε καν η σκέψη να την πάρει και να πάνε αλλού να ζήσουν... Για όλα. Και δεν έχανε ευκαιρία να της το χτυπάει με κάθε τρόπο. Μέχρι που έγινε συνήθεια, να αντιδρά σε κάθε τι που της έλεγε. Άσπρο η μάνα της, μαύρο εκείνη. Έτσι, χωρίς λόγο πια, χωρίς αιτία. Η αντίδραση για την αντίδραση. Κι η μάνα να σωπαίνει στενάζοντας. Ως τη μέρα της μεγάλης ρήξης. Όταν της ανακοίνωσε πως θα φύγει, θα πάει στη μεγάλη πόλη, να ξεφύγει από μια μοίρα που δεν διάλεξε και δεν ήθελε. Κι ήταν η πρώτη φορά που η μάνα της όρθωσε ανάστημα. Αγρίεψε, σκοτείνιασε η ματιά, άλλαξαν κουβέντες πικρές. Πιότερο εκείνη μίλαγε, η μάνα άφηνε τη φουρτουνιασμένη της όψη να μιλά αντίς για λόγια. Τις άκουσε η γειτονιά, η θεια της έφτασε τρέχοντας, προσπάθησε να τη συνεφέρει, να τη συνετίσει. Μάταια. Την άλλη μέρα κιόλας πήρε το πλοίο της γραμμής κι έφυγε να κυνηγήσει τ’ όνειρο, να γυρίσει ανεμίζοντας την παντιέρα


48

Βάσω Αποστολοπούλου

της πετυχημένης. Τίποτε δεν κατάφερε. Για δέκα χρόνια σερνόταν σε ασήμαντες δουλειές, σε εφήμερους εραστές, σε αδιάφορες συντροφιές. Τις νύχτες της μοναξιάς, όταν έκλαιγε βουβά, αναθυμόταν άθελα τη μάνα της. Στην αρχή με οργή. Κατόπιν με συμπόνια. Με αγάπη ύστερα. Άρχισε σιγά σιγά να ξεκαθαρίζει η σκέψη, να μαλακώνει η ψυχή. Μα δε γύρναγε πίσω. Από πείσμα πρώτα. Από ντροπή μετά. Πώς να γυρίσει αποτυχημένη. Πού να κρύψει τα κουρέλια της χαμένης της αξιοπρέπειας. Καλύτερα μακριά. Κι όμως. Είχε τόσα να της πει. Ήθελε τόσο να γύρει στον ώμο της, να κλάψει, να ξαλαφρώσει. Να ζητήσει μια μεγάλη συγνώμη που την πίκρανε, να νιώσει τα αγαπημένα χέρια να την κανακεύουν ξανά. Τα χέρια που τώρα κείτονταν ακίνητα πάνω στο σεντόνι. «Σε μεγάλωσε με μέλι και με γάλα -κι εσύ της αντιγύρισες μια φούχτα χώμα» είπε η θεια της σκληρά, φέρνοντάς την πίσω. Την κοίταξε με βλέμμα θολό, τρελαμένο.Φίλησε το διάφανο χέρι, σηκώθηκε παραπατώντας, με την ψυχή σωσμένη. Χύθηκε στην πόρτα, έτρεξε αλαφιασμένη στην παραλία, σωριάστηκε πάνω στη βρεγμένη άμμο. «Μάνα μου...» αντιλάλησε η κραυγή της στην αγριεμένη θάλασσα. «Συχώρα με μάνα μου... δε σε πρόλαβα... Πού πήγες, μάνα μου;»

* Συμμετείχε στο διαγωνισμό ΛόγωΤέχνης 2012.


Οι άντρες δεν κλαίνε*

Τ

α τζάμια είχαν θολώσει από το κρύο. Δεκέμβρης μήνας κι ο χειμώνας είχε εγκατασταθεί για τα καλά στην πόλη. Στο Σέλι είχε πέσει το πρώτο χιόνι κι ο Τριπόταμος, φουσκωμένος από τις τελευταίες βροχές, κυλούσε αφρισμένος κάτω από το ξύλινο γεφυράκι και συνέχιζε θυμωμένος στη βαθιά ρεματιά κάτω από την Εβραϊκή συνοικία. Μα ο Δημήτρης δεν έβλεπε τίποτε από όλα αυτά. Και δεν έφταιγαν τα θολωμένα τζάμια -ούτε η βροχή που έπεφτε με μανία και σχημάτιζε χοντρά, ακανόνιστα αυλάκια πάνω τους. Καθισμένος σ’ ένα ακριανό τραπεζάκι στο μικρό καφενεδάκι της Μπαρμπούτας, με τον καφέ να παγώνει στο φλιτζάνι και το τασάκι ξέχειλο στα αποτσίγαρα, παρακολουθούσε αφηρημένος τα δρομάκια που άνοιγε το νερό στα τζάμια, ενώ το μυαλό του έτρεχε σε άλλα, σκοτεινά μονοπάτια, σ’ έναν λαβύρινθο εφιαλτικών σκέψεων που ένιωθε να τον καταπίνει και να τον εξοντώνει. Από χτες το απόγευμα ήταν έτσι. Από τη στιγμή που άκουσε το φοβερό, το απίστευτο μαντάτο. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι ακριβώς του έλεγε η γιατρός. Θες επειδή ήταν εντελώς ανυποψίαστος, θες επειδή του τα έλεγε λίγο γενικόλογα, λίγο αόριστα (για να μπορέσει να τον ενημερώσει όσο το δυνατόν πιο ήπια, πιο ανώδυνα όπως του εξήγησε αργότερα), δεν είχε δώσει και πολλή σημασία. Παλιός αιμοδότης, έδινε αίμα από τα φοιτητικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη και συνέχισε να δίνει εθελοντικά στην Αιμοδοσία του Νοσοκομείου της πόλης του, της Βέροιας,


50

Βάσω Αποστολοπούλου

τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο. Μάλιστα πέρσι, στα 35 του, είχε πάρει και τιμητικό δίπλωμα από το Υπουργείο γι’ αυτή του «την προσφορά ζωής», όπως έλεγε το χαρτί κι όπως κι ο ίδιος την θεωρούσε. Τότε; Τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να του πει με τρόπο η γιατρός Βασιλειάδου, με την οποία είχαν γίνει και φίλοι μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας. «Ξέρεις... Δημήτρη...» είχε ξεκινήσει διστακτικά, «την τελευταία φορά που έδωσες αίμα, πριν δυο βδομάδες, οι εξετάσεις δεν ήταν και τόσο καλές...» «Θα ζήσω, γιατρέ μου;» της απάντησε αστειευόμενος ανέμελα, «ή να αρχίσω να ανησυχώ; Πάλι ανέβηκε η χοληστερίνη;» Μα η γιατρός δεν χαμογέλασε με το αστείο του, όπως άλλες φορές. Αντίθετα την είδε να συννεφιάζει και να παίζει νευρικά με το στυλό που κρατούσε στα χέρια. «Μακάρι να ήταν κάτι τόσο απλό... αλλά φοβάμαι πως τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά...» «Δηλαδή;» σοβάρεψε με τη σειρά του. «Δηλαδή... να... ξέρεις καλά ότι κάθε φορά που δίνεις αίμα γίνονται κάποιες εξετάσεις για τα λεγόμενα μεταδιδόμενα νοσήματα... ηπατίτιδα, σύφιλη, AIDS...» σταμάτησε και τον κοίταξε προσεκτικά. Ο Δημήτρης δεν μίλησε. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι... κάτι πολύ σημαντικό», συνέχισε εκείνη. «Συνέβη κάτι στη ζωή σου... την προσωπική εννοώ... κάποια σχέση... ή κάτι άλλο... που να μπορεί να σε έβαλε σε κίνδυνο... να κολλήσεις κάτι... κάποιον ιό... με καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;» «Τίποτε απολύτως», απάντησε κατηγορηματικά, «και καταλαβαίνω πολύ καλά τι θέλετε να πείτε. Με την Ελένη είμαστε μαζί πάνω από δύο χρόνια, σε μια σχέση που υπήρχε και τις προηγούμενες φορές που έδωσα αίμα -και δεν είχε υπάρξει ποτέ πρόβλημα, σωστά; Όσο για τον άλλο


Η μετακόμιση των χρωμάτων

51

πιθανό τρόπο μετάδοσης, τα ναρκωτικά, αυτό κι αν δεν παίζει καθόλου σαν σενάριο», είπε και γέλασε νευρικά, βεβιασμένα. «Οπότε; Μήπως έγινε κάποιο λάθος στις εξετάσεις; Και, για να ’χουμε καλό ρώτημα, σε τι ακριβώς αναφέρεστε;» Την είδε να συννεφιάζει ακόμα πιο πολύ. «Δημήτρη, θα σου μιλήσω καθαρά γιατί πιστεύω ότι είσαι ένα ώριμο άτομο, μια συγκροτημένη προσωπικότητα και θα μπορέσεις να το διαχειριστείς ψύχραιμα... Να το διαχειριστούμε δηλαδή γιατί θα είμαστε σε στενή συνεργασία. Οι εξετάσεις σου έδειξαν ότι είσαι θετικός για τον ιό του AIDS... δυστυχώς... και το αρχικό τεστ και τα επιβεβαιωτικά είχαν το ίδιο αποτέλεσμα...» Για μια στιγμή, ατέλειωτη και για τους δυο, την κοίταξε εμβρόντητος. «Αποκλείεται!» ύψωσε ασυναίσθητα τον τόνο της φωνής του. «Δεν υπάρχει περίπτωση! Σίγουρα κάποιο λάθος έγινε, να μου πάρετε δείγμα να κάνετε κι άλλα τεστ... αποκλείεται...» Έγυρε βαρύς στη ράχη της καρέκλας. «Τα ελέγξαμε όλα πολλές φορές, Δημήτρη μου... κι εδώ και σε εργαστήριο αναφοράς... κι όλα τα τεστ...» Μα ο Δημήτρης δεν την άκουγε πια. Είχε σηκώσει ένα παραπέτασμα ανάμεσα στον εαυτό του και στον έξω κόσμο, τον κόσμο που μόλις πριν ένα λεπτό είδε να σωριάζεται σε συντρίμια μπροστά στα πόδια του. AIDS; Αυτός; Που ήταν πάντα τόσο προσεχτικός στις σχέσεις του; Που η Ελένη ήταν η μόνη γυναίκα στη ζωή του εδώ και πάνω από δύο χρόνια; Και που είχαν σταματήσει να παίρνουν προφυλάξεις γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο; «...το να είσαι οροθετικός δεν σημαίνει ότι είσαι και ασθενής, προς Θεού... θεωρείσαι υγιής φορέας και...» Άκουγε τη φωνή της Βασιλειάδου να έρχεται από κάπου μακριά, σαν από πηγάδι... ή μάλλον αυτός ήταν μέσα σ΄ένα


52

Βάσω Αποστολοπούλου

πηγάδι που τον ρουφούσε όλο και πιο βαθιά... Τι θα πει “υγιής φορέας”... ήταν οροθετικός, οροθετικός που να πάρει... κι ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό. «... και θα πρέπει να ενημερώσεις και...» Στην Ελένη... τι θα έλεγε στην Ελένη... πώς θα της το έλεγε... Χριστέ μου... την είχε πάρει κι εκείνη στο λαιμό του... σίγουρα θα την είχε κολλήσει... «... να ψάξουμε να δούμε τι έγινε, πώς μπορεί να κόλλησες και...» Αυτό πάλι; Πώς κόλλησε αυτός; Από πού; Ένιωσε να ζαλίζεται, να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Καλά που ήταν καθιστός, αλλιώς θα έπεφτε κάτω. Περισσότερο ένιωσε παρά είδε το ποτήρι με το νερό που του έβαλε στο χέρι η γιατρός. «Σε παρακαλώ, Δημήτρη... πιες λίγο νερό και άκουσέ με... δεν είσαι άρρωστος... Θα πας στο ειδικό κέντρο που θα σου πω, θα κάνεις κι άλλες εξετάσεις και θα μπεις σε ένα πρόγραμμα παρακολούθησης και αγωγής με φάρμακα. Η έρευνα έχει προχωρήσει πολύ, τα φάρμακα βελτιώνονται συνεχώς, οι θεραπείες έχουν θεαματικά αποτελέσματα και υπάρχουν φορείς που διαγνώσθηκαν εδώ και πάρα πολλά χρόνια, κάνουν την αγωγή τους και είναι καλά, ζουν φυσιολογικά... Καταλαβαίνω ότι είναι τρομερά δύσκολο να το διαχειριστείς όλο αυτό αλλά πρέπει... Μαζί θα το αντιμετωπίσουμε και μαζί θα το ξεπεράσουμε». «Ευχαριστώ, γιατρέ» της απάντησε βρίσκοντας την ψυχραιμία του σιγά σιγά. «Καταλαβαίνετε... όλο αυτό, όπως το λέτε, θέλει τον χρόνο του για να βρει τον δρόμο για το μυαλό μου... για να καταφέρω να το επεξεργαστώ, να το αποδεχτώ, να το αντιμετωπίσω... Θα σας τηλεφωνήσω μόλις μπορέσω...» Λίγη ώρα αργότερα έβγαινε από το Νοσοκομείο με την διεύθυνση του κέντρου αντιμετώπισης AIDS στην τσέπη


Η μετακόμιση των χρωμάτων

53

και την απόγνωση στην ψυχή. Πέρασε όλη τη νύχτα άυπνος μπροστά στον υπολογιστή του να ψάχνει φρενιασμένα. Άρθρα, ανακοινώσεις, ιατρικές εγκυκλοπαίδειες. Τίποτε δεν άφησε που να μη διαβάσει, να μην ελέγξει. Το ξημέρωμα τον βρήκε με τα μάτια κατακόκκινα από την αγρύπνια και την προσήλωση στην οθόνη και το στόμα φαρμάκι -από τα τσιγάρα και την πικρή γεύση που του άφησε όλη αυτή η έρευνα. Ναι, δεν ήταν άρρωστος... ακόμα... και μπορεί να μην αρρώσταινε ποτέ αν όλα πήγαιναν καλά... Μπορεί... Αν... Δυο λέξεις τόσο μικρές... που όμως θα καθόριζαν από δω και στο εξής τη ζωή του. Την Ελένη την πήρε τηλέφωνο κατά το μεσημέρι, όταν πλέον είχε αρχίσει να βρίσκει κάπως την ψυχραιμία του και να εγείρονται νέα εφιαλτικά ζητήματα. Έπρεπε να της το πει και άμεσα, να κάνει κι εκείνη έλεγχο, να δει, να τρέξει. Και πώς το λένε κάτι τέτοιο; Της μίλησε αόριστα για κάποιο σοβαρό θέμα που έπρεπε να συζητήσουν από κοντά και κανόνισαν να βρεθούν νωρίς το απόγευμα στο συνηθισμένο τους στέκι, στο καφενεδάκι της Μπαρμπούτας. Και τώρα ήταν εδώ και την περίμενε. Την είδε να έρχεται τρέχοντας, με την ομπρέλα της να ταλαντεύεται επικίνδυνα από τον αέρα, κι ένιωσε ένα μούδιασμα να απλώνεται στο κορμί του. Τι θα της έλεγε, Χριστέ μου; Πώς θα της το ‘λεγε; «Καλησπέρα, αγάπη μου», τον φίλησε πεταχτά στο στόμα τινάζοντας τα νερά από την καπαρντίνα της. «Τι βρωμόκαιρος! Κόντεψε να με πετάξει στο ρέμα ο αέρας. Θανάση», φώναξε στον καφετζή, «φέρε μου έναν καφέ σε παρακαλώ -ή μάλλον δύο» διόρθωσε βλέποντας το μισοάδειο παγωμένο φλιτζάνι του. «Καλά, πόση ώρα είσαι εδώ; Και τι χάλια τασάκι είναι αυτό; Πάλι κάπνισες όλον τον Παπαστράτο; Θα σε σκοτώσει αυτό, να το ξέρεις... στα λέω μα δεν μ’ ακούς...» Μακάρι να με σκότωνε το τσιγάρο, σκέφτηκε παράλογα


54

Βάσω Αποστολοπούλου

εκείνος... άλλο πράγμα θα με σκοτώσει... «Δε βαριέσαι, αγάπη μου», της χαμογέλασε ψεύτικα, βεβιασμένα. «Τουλάχιστον θα πάω ευχαριστημένος». «Μμμμ... εξυπνάδες κι άνοστα αστειάκια», γέλασε εκείνη. «Για πες, τι είναι αυτό το τόσο σοβαρό που μου ‘λεγες στο τηλέφωνο;» Ο Θανάσης έφερε τους καφέδες και καινούριο τασάκι. Ο Δημήτρης άναψε τσιγάρο και την κοίταξε στα μάτια επίμονα, αμίλητος για λίγο. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα... σοβαρό... Θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω όσο πιο απλά μπορώ, αλλά σε παρακαλώ να μη με διακόψεις, δεν είναι εύκολο έτσι κι αλλιώς, και θα γίνει ακόμη πιο δύσκολο, αν χάσω τον ειρμό μου». Με το βλέμμα καρφωμένο στον καφέ του που άχνιζε και φωνή χαμηλή, που έσπαζε κάθε τόσο από την ένταση, της ανέφερε όλα αυτά που του είχε πει η γιατρός κι εκείνα που είχε βρει ο ίδιος στο διαδίκτυο. Όταν τέλειωσε και σήκωσε το βλέμμα, την είδε να τον κοιτάζει με πρόσωπο αναστατωμένο και μάτια που γυάλιζαν από δάκρυα και ένταση. «Είσαι... είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε με χείλη που έτρεμαν. «Θέλω να πω... δεν μπορεί να έχει γίνει λάθος; Τόσα και τόσα ακούμε... μπορεί...» «Αγάπη μου» την διέκοψε μαλακά παίρνοντας το χέρι της στο δικό του. Ήταν παγωμένο κι αυτό τον πόνεσε πολύ. «Δεν είναι λάθος, οι εξετάσεις έγιναν ξανά και ξανά. Αυτό που με τρελαίνει είναι ότι μπορεί να έχω κολλήσει κι εσένα... Δεν το χωράει το μυαλό μου... όπως δεν μπορεί να χωρέσει το πώς το κόλλησα εγώ... Η γιατρός ήταν σαφής -μεταδίδεται σχεδόν αποκλειστικά με την σεξουαλική επαφή και με την χρήση μολυσμένης βελόνας... κι εγώ δεν έχω κάνει χρήση ναρκωτικών... ποτέ... και η μόνη γυναίκα που υπάρχει στη ζωή μου είσαι εσύ... οπότε...» Ένιωσε το χέρι της να παγώνει ακόμη πιο πολύ και να


Η μετακόμιση των χρωμάτων

55

αποτραβιέται από τη χούφτα του. Ξαφνιάστηκε, την κοίταξε. Είδε στα μάτια της έναν φόβο, μια ενοχή, ένα σοκ. Ήταν η σειρά της να καρφώσει το βλέμμα στο φλιτζάνι και να χλομιάσει. «Ελένη... τι συμβαίνει; Αγάπη μου, τι έπαθες; Μίλα μου σε παρακαλώ». Εκείνη ξέσπασε σε αναφιλητά. Βουβά, ήσυχα, απελπισμένα. Με το πρόσωπο χωμένο στις παλάμες της, με τους ώμους να τραντάζονται από τους λυγμούς, με φωνή ψιθυριστή, που χανόταν κάθε τόσο, άρχισε να του μιλάει. Κι όσο εκείνη μιλούσε τόσο το πρόσωπό του σκλήραινε και γινόταν μια μάσκα που έκρυβε την καταιγίδα μέσα του. Άναβε το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο κι άκουγε σιωπηλός φράσεις κομματιασμένες. Για το περασμένο καλοκαίρι. Που εκείνος είχε πάει στις Βρυξέλλες για δυο μήνες σταλμένος από την δουλειά του. Κι εκείνη πήγε με δυο φίλες της διακοπές σε κάποιο νησί. Για το βράδυ που είχε γενέθλια μια από αυτές. Και που είπαν να το γλεντήσουν ξέφρενα. Για το ολονύχτιο πάρτυ στο κλαμπ. Μαζί με μια παρέα ξένους τουρίστες, άντρες και γυναίκες, που είχαν γνωρίσει εκεί. Για το μεθύσι που τις άφησε σχεδόν αναίσθητες. Για τον άγνωστο άντρα που βρήκε το άλλο μεσημέρι δίπλα της στο κρεβάτι. Και που δε θυμόταν καθόλου πώς βρέθηκε εκεί. Ούτε τι είχε προηγηθεί. Για τις φωνές που έβαλε πετώντας τον έξω από το δωμάτιο. Για τον πανικό και την ντροπή που ένιωσε. Για το δίλημμα που την ταλάνιζε τόσους μήνες -να του το πει ή όχι; Και τώρα αυτό. Η αρρώστια. Η απόγνωση. Οι τύψεις· γιατί ήταν σίγουρη, εκείνη έφταιγε. Εκείνη και η απύθμενη βλακεία της, η ασυγχώρητη επιπολαιότητά της. Που πήρε κι εκείνον στο λαιμό της. Τον άντρα που αγαπούσε. Που δεν θα μπορούσε να τον ξανακοιτάξει ποτέ στα μάτια. Που πέρα από μια τεράστια «συγνώμη» δεν είχε κάτι άλλο να του πει. Ποτέ


56

Βάσω Αποστολοπούλου

ξανά. Γιατί δεν θα την ξανάβλεπε. Ποτέ ξανά. Αυτό τουλάχιστον του το χρωστούσε. Και μπορούσε να το κάνει -να εξαφανιστεί από τη ζωή του. Την άκουγε παραζαλισμένος, μουδιασμένος. Τόσο που, όταν με την τελευταία της φράση σηκώθηκε απότομα, άρπαξε την καπαρντίνα της και ξεχύθηκε στο καλντερίμι αψηφώντας τη βροχή που συνέχιζε να πέφτει με μανία, εκείνος έμεινε ασάλευτος. Με το μυαλό μουδιασμένο όσο και το σώμα, προσπαθούσε να βάλει σε τάξη όλα τα απίστευτα που είχε ακούσει. Η Ελένη; Η δική του Ελένη; Πώς μπόρεσε κι έκανε κάτι τέτοιο; Και κυρίως, πώς μπόρεσε και του το έκρυβε τόσο καιρό; Ξαφνικά, μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, είχε δει την ζωή του να καταρρέει... και δεν ήξερε για τι να πρωτοθρηνήσει... Για τον πέλεκυ της αρρώστιας που ένιωθε να ακουμπά στον λαιμό του; Για την προδοσία της γυναίκας που αγαπούσε; Για την υποκρισία και την διπλοπροσωπία της; Αλήθεια... πώς άντεχε να τον κοιτάζει κατάματα και να του λέει ότι τον αγαπά; Αυτό τον πονούσε πάνω απ’ όλα, ακόμα κι από το μαντάτο για την υγεία του -η ψευτιά, το θέατρο που του έπαιζε όλους αυτούς τους μήνες. Ένιωσε ξαφνικά να πνίγεται, να του λείπει αέρας. Άφησε στο τραπέζι ένα χαρτονόμισμα και βγήκε έξω σαν κυνηγημένος. Ούτε και κατάλαβε τον αέρα που τον άρπαξε, τη βροχή που τον μούσκεψε την επόμενη στιγμή. Περπατούσε (παραπατούσε καλύτερα) χωρίς να βλέπει, τυφλωμένος από τα δάκρυα και την νεροποντή, με το βλέμμα στραμμένο στην θύελλα που λυσσομανούσε μέσα του κι έσβηνε την καταιγίδα γύρω του. Στο γεφυράκι πάνω από την ρεματιά του Τριπόταμου, στα Εβραίικα, σταμάτησε. Το βουητό του ποταμού, που ξεχύνονταν ορμητικός παρασέρνοντας κλαριά και χώματα και κάνοντας τις κροκάλες του βυθού να κατρακυλούν με


Η μετακόμιση των χρωμάτων

57

θόρυβο, έφτανε απειλητικό ως εδώ πάνω. Απόμεινε να κοιτάζει τα αγριεμένα νερά χαμένος σε σκέψεις ζοφερές, σε αξεδιάλυτα συναισθήματα. Μια ριπή του αέρα τον έστειλε ξαφνικά πάνω στο ξύλινο κιγκλίδωμα και ίσα που πρόλαβε να κρατηθεί την τελευταία στιγμή. «Και γιατί να κρατηθείς;» άκουσε μια φωνή μέσα του. «Μπορεί αυτό να είναι μια κάποια λύση... η τέλεια λύση... Για σκέψου το... ένα δρασκέλισμα, λίγες στιγμές... και μετά τέλος... σκοτάδι... ανυπαρξία... Ούτε σκέψεις, ούτε πόνος, ούτε προδοσία... Τίποτε... μόνο γαλήνη... Η οριστική έξοδος από το αδιέξοδο, η μεγάλη απόδραση από την αγωνία για το αύριο που φαντάζει τόσο απειλητικό... για το σήμερα που κουρέλιασε τα όνειρα... για το χτες που ήταν τόσο κάλπικο, τόσο σαθρό...» Του φάνηκε τόσο ελκυστική αυτή η προοπτική, τόσο γοητευτική. Έσκυψε και κοίταξε πάλι το χάος που ξανοίγονταν κάτω από τα πόδια του. Ένα μικρό βήμα, μια τόση δα κίνηση κι όλα θα τέλειωναν οριστικά. Γεύτηκε την αλμύρα από τα δάκρυα που κυλούσαν ανεξέλεγκτα κι έφταναν ως την άκρη των χειλιών του. «Οι άντρες δεν κλαίνε», σκέφτηκε άκαιρα την κατηγορηματική δήλωση του πατέρα του σαν ήταν μικρό παιδάκι κι έβαζε τα κλάματα κάθε που μάτωνε στο παιχνίδι. «Κλάψε, γιόκα μου». Η μορφή της μάνας του ξεπρόβαλε ολοζώντανα μπροστά του. «Δεν πειράζει που κλαις επειδή έπεσες και πονάς... φτάνει που σηκώθηκες... Αύριο, μεθαύριο θα σκοντάψεις και πάλι... και θα πέσεις... και θα ξανασηκωθείς... Αυτή είναι η παλικαριά, και δεν ξεχωρίζει άντρες και γυναίκες -να σηκώνεσαι κάθε φορά που πέφτεις... Όχι αυτό που λέει ο πατέρας σου, πως οι άντρες δεν κλαίνε...» Έκανε ένα βήμα πίσω. Ύστερα κι άλλο ένα. Κοίταξε ξανά τον Τριπόταμο που συνέχιζε να βουίζει στο βάθος, αδιάφορος για το δράμα του. «Έχασες, φίλε», μουρμούρισε. «Παρά λίγο


58

Βάσω Αποστολοπούλου

να με κερδίσεις, να με πείσεις...» Πήρε μια πέτρα από κάτω και τίναξε το χέρι με δύναμη. Την παρακολούθησε να κάνει μια μεγάλη καμπύλη και να χάνεται ανάμεσα στα κλαδιά και στα φύλλα των θεόρατων δέντρων που φύτρωναν δεξιά κι αριστερά στις σχεδόν κάθετες πλαγιές της ρεματιάς. Ύστερα γύρισε την πλάτη κι άρχισε να ανηφορίζει το καλντερίμι που έβγαζε στο Ρολόι. Η βροχή είχε κοπάσει σαν και να συνταίριαζε τα βήματά της με το καταλάγιασμα της καταιγίδας μέσα του. Καθώς ανέβαινε κοντοστάθηκε για λίγο κι έριξε μια ματιά τριγύρω. Θυμήθηκε τις αμέτρητες φορές που είχε πέσει εδώ, στις ίδιες λειασμένες από τα χρόνια πέτρες, τις καλυμμένες με μούσκλια από την υγρασία. Ειδικά τον χειμώνα, που έπιαναν πάγο στα σκιερά σημεία του μονοπατιού, τα γλιστρήματα ήταν καθημερινή υπόθεση και τα γόνατά του μόνιμα γδαρμένα και μελανιασμένα. Έπεφτε... ναι. Μα πάντα σηκωνόταν... πάντα... και συνέχιζε να ανεβαίνει. Έτσι θα ‘κανε και τώρα... Θα ανηφόριζε παλικαρίσια την αναπάντεχη αναποδιά της Μοίρας του. Έστειλε νοερά την αγάπη του στην μάνα του, έβγαλε από την τσέπη του το κινητό και σχημάτισε το νούμερο της γιατρού Βασιλειάδου.

* Γ΄ Βαραβείο στο Διαγωνισμό Ποίησης-Πεζού Λόγου-ΕικαστικώνΜουσικής Σύνθεσης και Βιβλίου «ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2014».


Η 25η ώρα*

Ν

ιώθει να αιωρείται. Δυο δυνατά χέρια την κρατούν απαλά και μια μπάσα αγαπημένη φωνή της ψιθυρίζει λόγια που δεν καταλαβαίνει, αλλά που την κάνουν να αισθάνεται τόση ασφάλεια, τόση ζεστασιά... Ένα ολόγιομο φεγγάρι της χαμογελά από ψηλά -κι εκείνη το κοιτάζει με τα έκπληκτα μωρουδιακά της μάτια... Το σκηνικό αλλάζει... Περπατά δίπλα του, σ’ ένα καλντερίμι δίπλα σ’ ένα ποτάμι, με το μικρό παιδικό της χεράκι μέσα στη δυνατή του χούφτα. Ακούει τη φωνή του να της λέει ιστορίες για αρχαίους ήρωες και για ηρωικούς επαναστάτες -κι εκείνη τον ακούει συνεπαρμένη και ταξιδεύει... Είναι πια μεγάλη. Κάθεται απέναντί του κι εκείνος της μιλά για τα όνειρά του... όνειρα για το μέλλον της, για την πορεία της στη ζωή. Τα χέρια του συνοδεύουν τα λόγια του με κινήσεις κοφτές, δυνατές, αποφασιστικές -κι εκείνη νιώθει να γεμίζει σιγουριά από τη σιγουριά του... από την έγνοια του γι’ αυτήν... Ντυμένη στα ολόλευκα στηρίζεται στο μπράτσο του. Της χαϊδεύει το χέρι και της ψιθυρίζει «να είσαι ευτυχισμένη, κορίτσι μου»... Γυρίζει και τον κοιτάζει βουρκωμένη -χαμογελά η ματιά του. Ανεβαίνουν τα σκαλιά, ο καλός της την περιμένει... κι εκείνη κάνει το πρώτο βήμα στη νέα της ζωή... Του δίνει να κρατήσει το πρώτο της παιδί... Τα δυνατά του χέρια το κανακεύουν τρυφερά... του μιλά, το καλωσορίζει στον κόσμο. Εκείνη τους παρακολουθεί με μάτια γελαστά, συγκινημένα -κι εκείνος την κοιτάζει με ευγνωμοσύνη για


60

Βάσω Αποστολοπούλου

το δώρο που του έκανε... και της χαμογελά με απέραντη αγάπη... Ταξιδεύουν... Οι δυο τους... Προσκύνημα σε μέρη παλιά, αγαπημένα, δικά τους μέρη... Σεργιανίζουν σε σοκάκια αναλλοίωτα από τον χρόνο. Αναθυμούνται τόσα και τόσα που ζήσανε μαζί. Της διηγείται ξανά ιστορίες -κι εκείνη ακούει τη φωνή τη λατρεμένη και ταξιδεύει ξανά σε χρόνια παλιά... σε χρόνια ανεκτίμητα... Τον παρακολουθει να πλησιάζει στο σπίτι. Βήμα αργό, φορτωμένο με τα χρόνια που βαραίνουν τους ώμους του· κι ωστόσο πάντα σταθερό και σίγουρο... Τα χέρια του στηρίζονται στο μπαστούνι, στη «μαγγούρα» του, όπως τη λέει. Την καλησπερίζει με την ίδια βαθιά, μπάσα φωνή -κι εκείνη τον κοιτάζει με απέραντη τρυφερότητα κι αγάπη... Τον ακουμπά μαλακά στα μαξιλάρια. Φαίνεται τόσο εύθραυστος... κι ωστόσο το χέρι του στη χούφτα της είναι πάντα τόσο δυνατό... Της ψιθυρίζει λόγια που εκείνη δεν καταλαβαίνει, είναι τόσο σιγανά... Την τυλίγει με μια ματιά που κλείνει μέσα της την αγάπη όλου του κόσμου και διαβαίνει την Πύλη του Ονείρου... κι εκείνη νιώθει τον κόσμο της να γκρεμίζεται... Ανοίγει τα μάτια, χαμογελά δακρυσμένη. Το ίδιο όνειρο πάλι... Πάλι ήταν εκεί, κοντά της, δίπλα της... όπως σε όλη τη ζωή της... Κοιτάζει το ρολόι -24.50. «Η 25η ώρα», σκέφτεται με μια γλυκόπικρη γεύση στα χείλη... «Η δική μας ώρα, Πατέρα μου...»

* Συμμετοχή στη λογοτεχνική δράση 25η ώρα.


Μπισκότα και λουκούμι

«Θ

υμάστε, κύριε, τα μπισκότα με το λουκούμι που μας κερνούσατε στη γιορτή σας;» Ο ενενηντάχρονος γερο-δάσκαλος κοίταξε την παλιά του μαθήτρια με βλέμμα απορημένο. Η μνήμη του προφανώς δεν τον βοηθούσε. Η Ιλαρία Τ., έχοντας στεγνώσει τα δάκρυα της έντονης συγκίνησης που της προξένησε η συνάντησή της με τον “κύριο”, πενήντα χρόνια μετά την αποφοίτησή της από την έκτη τάξη του Δημοτικού σχολείου, χαμογέλασε κι άρχισε την αναπόληση. «Αχ κύριε... τι όμορφα χρόνια... και πόσο μας νοιαζόσασταν, όλα τα παιδιά! Όχι μόνο να μας μάθετε γράμματα (που, αν γίναμε κάτι στη ζωή μας, σε σας το χρωστάμε) αλλά να μας μάθετε να γίνουμε άνθρωποι! Και να γλυκαίνετε τους δύσκολους καιρούς που ζούσαμε και με τον καλό σας τον λόγο και με τα λουκούμια!» Ο δάσκαλος την κοίταξε συγκινημένος -αλλά δεν είπε τίποτε, δεν θέλησε να διακόψει το νοσταλγικό ταξίδι της. «Τότε είχαμε διαγωνίσματα δυο φορές το χρόνο, Φεβρουάριο και Ιούνιο -θυμάστε; Και πόση αγωνία είχαμε...Θα γράψουμε; Δεν θα γράψουμε; Θα πάμε στην άλλη τάξη; Θα πάρουμε απολυτήριο; Για μας τα γράμματα και οι σπουδές ήταν μονόδρομος, όνειρο... Το εισιτήριο για μια καλύτερη ζωή -σε μια Ελλάδα που μόλις πριν λίγα χρόνια είχε βγει από την φωτιά του εμφύλιου... »Ωστόσο τα διαγωνίσματα του Φεβρουαρίου, παρά την


62

Βάσω Αποστολοπούλου

αγωνία τους, είχαν πάντα μια γλυκιά γεύση! Κι αυτό γιατί την 1η Φεβρουαρίου είναι η γιορτή σας! Και μαζί με τα θέματα της αριθμητικής, της ιστορίας ή της φυσικής, φέρνατε πάντα μαζί σας και το κέρασμα -τα λουκούμια και τα μπισκότα! Και μας τα φτιάχνατε σάντουιτς, θυμάστε; Ένα μπισκότο κάτω, το λουκούμι ανάμεσα κι ένα μπισκότο από πάνω! Και κάθε παιδί (ήμασταν και πολλά, ζωή να ’χουμε!) έπαιρνε τον γλυκό του μποναμά καθώς σας παρέδιδε την κόλλα!» Κοίταξε τα γέρικα, βουρκωμένα τώρα, μάτια του “κυρίου” της και του χάιδεψε με αγάπη το χέρι. «Και ξέρετε κάτι, κύριε; Όταν συναντηθήκαμε όλη η τάξη να γιορτάσουμε τα 35 χρόνια από την αποφοίτηση εκεί, στο ίδιο το σχολειό μας, εγώ κι άλλες δυο παλιές συμμαθήτριες κανονίσαμε και πήγαμε με λουκούμια και μπισκότα! Και ξανακάναμε το δικό σας κέρασμα... Και όλο για σας μιλούσαμε, κύριε... και κλαίγαμε και γελούσαμε μαζί... Αχ κύριε, πόσο πολύ σας αγαπούσαμε και σας σεβόμασταν -κι ακόμα σας αγαπάμε, πάντα έχουμε τον καλό σας τον λόγο κάθε που συναντιόμαστε...» Τον αγκάλιασε, έκλαιγαν κι οι δυο τώρα.. κι εγώ, το ίδιο συγκινημένη, παρακολουθούσα την σκηνή ανάμεσα στην Ιλαρία και στον παλιό της δάσκαλο, τον “κύριο” (όπως τον προσφωνούσε σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης) -τον πατέρα μου!


Θυμάσαι, μάνα μου;

Τ

ης Αγίας Μαρίνας σήμερα, γιορτάζει η εκκλησία της γειτονιάς μας. Θυμάσαι, μάνα μου; Την περιμέναμε αυτή τη μέρα, θυμάσαι; Είχε γίνει πια ένα με τις καλοκαιρινές μας διακοπές, κάτι σαν παράδοση τριάντα-και χρόνων. Ερχόταν καταμεσίς του καλοκαιριού και το χώριζε στο πριν και στο μετά. Μας άρεσε όλο το πακέτο. Ο εσπερινός την παραμονή, η λειτουργία ανήμερα, η λιτανεία το βράδυ. Και το πανηγύρι σ’ όλη αυτή τη διάρκεια, από τα βασικά στοιχεία της γιορτής. Κατεβαίναμε στο πανηγύρι πάντα την παραμονή και πάντα από νωρίς, για να έχουμε χρόνο. Συνήθως οι δυο μας, κάποιες φορές με φίλες και ξαδέλφες, ποτέ με τους άντρες της οικογένειας. Εκείνοι μας κοίταζαν συγκαταβατικά, ελαφρά υποτιμητικά και με κάποια δόση ειρωνίας στο βάθος. «Πάλι στο πανηγύρι θα πάτε; Για να πάρετε όλα εκείνα τα άχρηστα;» Δεν είχαν κι εντελώς άδικο, εδώ που τα λέμε. Κατά κανόνα επιστρέφαμε φορτωμένες κίτρινες και γαλάζιες σακούλες με λογιών λογιών πράγματα μέσα -από ξύλινες κουτάλες (πόσες πια;) και ψάθινα σουπλά για τις κατσαρόλες μέχρι σετ από ανοξείδωτα (λέμε τώρα!) ταψάκια και πετσέτες για τη θάλασσα. Α, κι ο απαραίτητος χαλβάς Φαρσάλων, που μόνο εσύ κι εγώ αγαπούσαμε -οι υπόλοιποι απείχαν επιδεικτικά. Δεν μας ένοιαζε που μας ψιλοκορόιδευαν -εμείς είχαμε


64

Βάσω Αποστολοπούλου

περάσει όμορφα για μια ακόμη χρονιά! Είχαμε σεργιανίσει στους πάγκους των μικροπωλητών, είχαμε χαζέψει με την πραμάτεια τους, είχαμε κάνει τα παζάρια μας, είχαμε ψωνίσει τα «άχρηστά» μας κι είχαμε τιμήσει δεόντως το μαλλί της γριάς και τα καραμελωμένα μηλαράκια! Είχαμε διασκεδάσει στο δικό μας πανηγύρι! Δεν θα πάω σήμερα στο πανηγύρι, όπως δεν ξαναπήγα από τότε που έφυγες, μάνα μου -εκτός από την πρώτη χρονιά της απουσίας σου, που θέλησα να πάω εις μνήμην. Μα τίποτε δεν ήταν πια το ίδιο, έλειπες εσύ κι όλα έδειχναν γκρίζα, ανούσια, αδιάφορα... και δεν ξαναπήγα... Της ΑγιαΜαρίνας σήμερα κι έχει πανηγύρι στη γειτονιά μας... Θυμάσαι, μάνα μου;


Κόκκινο κόκκινο

«Κ

όκκινο-κόκκινο όλο το χρόνο», μας έλεγε η μάνα μου σαν ήμασταν παιδιά, εγώ κι ο αδελφός μου, και ζωγράφιζε ένα κύκλο στα μάγουλα και το μέτωπό μας με το πρώτο κόκκινο αυγό του Πάσχα -για να είμαστε γερά και με κόκκινα μάγουλα όλο το χρόνο. Μια αγαπημένη συνήθεια και κίνηση που συνεχίστηκε κι όταν μεγαλώσαμε, πέρασε στα δικά μου παιδιά, τα εγγόνια της, μέχρι που μεγαλώσανε κι αυτά. Ένα έθιμο και μια ευχή που συνεχίζω με τον δικό μου εγγονό -νοερά, μιας και είναι μακριά τούτες τις μέρες και δεν μπορώ να ζωγραφίσω έναν κύκλο με το πρώτο κόκκινο αυγό στο δικό του προσωπάκι. Σήμερα έβαψα τα αυγά αναπολώντας όλες αυτές τις όμορφες, πολύτιμες στιγμές από περασμένες Πασχαλιές το βάψιμο των αυγών και το ζύμωμα των τσουρεκιών. Τα τσουρέκια... Τι ιεροτελεστία! Αχάραγα σηκωνόταν η μάνα μου για να ετοιμάσει τη ζύμη, να την τυλίξει σαν μωρό παιδί μέσα σε κουβέρτες για να φουσκώσει, μετά να πλάσει τα τσουρέκια, να τα τυλίξει κι αυτά για να φουσκώσουν και πάλι και, μετά, να πάμε τα ταψιά στο ξυλόφουρνο της γειτονιάς, όταν ζούσαμε στη Βέροια. Αργότερα, στην Αθήνα, τα ψήναμε στον ηλεκτρικό φούρνο του σπιτιού και μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά μαχλέπι και κακουλέ. Τα πιο νόστιμα κι αφράτα τσουρέκια που έχω φάει στη ζωή μου! Τα παιδιά μου μεγάλωσαν, άνοιξαν τα φτερά τους, πέταξαν στις δικές τους εστίες. Η μάνα μου έφυγε κι αυτή για το στερνό ταξίδι, το ίδιο κι ο πατέρας μου. Σταμάτησα να βά-


66

Βάσω Αποστολοπούλου

φω αυγά -για ποιον άλλωστε; Σε ποιον να έκανα «κόκκινο κόκκινο»; Τα έπαιρνα έτοιμα, βαμμένα, ίσα για να κρατήσουμε το έθιμο του τσουγγρίσματος το Πάσχα. Μέχρι φέτος που ένας φίλος μας έστειλε αυγά από το χωριό. Τα ξετύλιγα από τα χαρτιά τους και σαν να μου φάνηκε πως είδα τη μάνα μου να μου γνέφει, να μου χαμογελά και να μου λέει «κόκκινο κόκκινο όλο το χρόνο". Έμεινα για λίγο να αναπολώ παλιές ευτυχισμένες στιγμές κι αποφάσισα να τα βάψω -έτσι, για το καλό. Για να ζωγραφίσω με τη σκέψη και την αγάπη μου τον κόκκινο κύκλο της υγείας και της νοσταλγίας στα πρόσωπα των παιδιών και του εγγονού μου. Για να καταθέσω σκέψεις και συναισθήματα στη μνήμη των αγαπημένων μου που έφυγαν. Για να γλυκάνω τον καημό της απουσίας. Κόκκινο κόκκινο!


Σαν τον Ανταίο

Μ

ια μεγάλη αυλή με μια θεόρατη μουριά στη μέση. Οριοθετημένη από μικρές μονοκατοικίες που την κύκλωναν προστατευτικά κι έφτιαχναν έναν ξεχωριστό, μυστικό, δικό μας κόσμο. Τον μικρόκοσμό μας. Ασφαλή, στοργικό, οικείο. Με μια τεράστια σιδερένια πόρτα να τον απομονώνει από τον άλλο, τον έξω, τον μεγάλο. Χώμα σκληρό, πατημένο από χιλιάδες βήματα, από τις μικρές πατούσες των παιδιών που έτρεχαν ξεφωνίζοντας. Ο Πάρης, ο Νίκος, ο Φίλιππας. Η Κατερίνα, ο Γιαννάκης, η Σούλα. Η Βάσω, ο Βύρωνας, ο Διογένης. Και τα παιδιά του κάτω μαχαλά. Που δεν θυμάμαι πια τα ονόματά τους αλλά θυμάμαι καθαρά τα παιχνίδια μας. Κρυφτό, κυνηγητό, τα μήλα, τα λακκουβάκια. Μικρές λακκούβες στη σειρά, σκαμμένες στο σκληρό χώμα, μια για τον καθένα, κι ένα τόπι να τις διατρέχει από την μια άκρη ως την άλλη. Κι όπου έπεφτε το τόπι κέρδιζε ο κάτοχος. Και το ’παιρνε και σημάδευε τους υπόλοιπους που σκόρπιζαν τρέχοντας μακριά. Κι όποιον πετύχαινε, έβγαινε από το παιχνίδι -μέχρι να μείνει ένας, ο νικητής. Και παιδεύαμε τη μουριά. Σκαρφαλωμένοι στα θεόχοντρα κλαδιά της, σμάρι σωστό, να την τραντάζουμε σε φανταστικούς αγώνες με θεριά και ξωτικά. Κι εκείνη να αντέχει... κι οι μανάδες μας να φωνάζουν... κι εμείς να συνεχίζουμε απτόητοι. Και να πέφτουμε και να ματώνουν τα γόνατα, οι πλάτες. Γδάρσιμο, μελανιές, κλάμα. Κι ένα χέρι ξύλο από πάνω! «Στα ’λεγα εγώ, θα πέσεις. Να δω, θα το ξανακάνεις;»


68

Βάσω Αποστολοπούλου

Και το ξανακάναμε -πάντα! Μια μεγάλη τρύπα στο συρματόπλεγμα του φράχτη. Από κει περνούσαμε στο διπλανό χτήμα με το στοιχειωμένο σπίτι -το σπίτι του Διογένη. Το παλιό ξύλινο τριώροφο τούρκικο αρχοντικό με τα ξεδοντιασμένα πια καφασωτά παράθυρα, τις πόρτες που έχασκαν και τις τρύπες στη στέγη, απ’ όπου μπαινόβγαιναν οι κουρούνες κρώζοντας. Το κάστρο της φαντασίας μας είχε απ’ όλα. Βασιλοπούλες, πρίγκιπες, κακούς μάγους, ιππότες. Και το παιχνίδι ατελείωτο. Γειτονιά μου αλησμόνητη. Βέροια, πόλη μου αγαπημένη. Σε σένα γυρίζουν τα μάτια της ψυχής μου και παίρνω δύναμη στις δυσκολίες. Στα ευλογημένα παιδικά μου χρόνια. Σαν τον Ανταίο, αντλώ την δύναμη ακουμπώντας στις αναμνήσεις μου, στο πολύτιμο, ανεκτίμητο αποθεματικό μου. Σε κουβαλάω μέσα μου -για πάντα. Όπου κι αν πάω, η πόλη μου είναι εκεί. Και δεν με πλήγωσε ποτέ.


Ο χαρταετός

Π

αραμονή της Καθαρής Δευτέρας. Μια λιόλουστη, ανοιξιάτικη μέρα. Η παραλιακή λεωφόρος Σουνίου είχε γεμίσει χαρταετούς. Κάθε πάρκινγκ, κάθε αλάνα, κάθε πρασιά. Χαρταετοί όλων των χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών σε καλούσαν να τους πάρεις μαζί σου και να τους υψώσεις την Καθαρή Δευτέρα τιμώντας ένα έθιμο χρόνων. Οδηγούσα και τους χάζευα. Και τι δεν μου θύμιζαν. Παλιές εποχές, τότε που ήμασταν παιδιά και τους φτιάχναμε μόνοι μας, με καλάμια και κόλλες. Και κόβαμε κορδέλες να κάνουμε τα ζύγια και την ουρά. Και μετά η τρεχάλα να τους υψώσουμε. «Κράτα κεφάλι και θα σου πω εγώ πότε να τον αφήσεις». Και τρέχαμε. Και υψώνονταν. Και σχεδόν πάντα μπατάριζε γιατί δεν τον είχαμε ισοζυγιάσει. Και μάγκωνε στα δέντρα ή τα καλώδια της ΔΕΗ. Και να το κλάμα και η τσαντίλα! Κι αργότερα, όταν είχα τα παιδιά μου μικρά, που πλέον τους αγοράζαμε έτοιμους. Να δέσουμε την ουρά. Να κολλήσουμε τα ζύγια. Να κρατώ εγώ κεφάλι και να τρέχει ο πατέρας τους. Και να υψώνεται. Πανηγύρι τα μικρά. Να τους δίνουμε έπειτα την καλούμπα και να την κρατούν με ευλάβεια. Και να τον καμαρώνουν ψηλά στον ουρανό. Και να τσακώνονται ποιος θα τον κρατήσει πιο πολύ. Και να λέει ο (εξάχρονος) μεγάλος στον (τρίχρονο) μικρό «θα σε πάρει μαζί του, είσαι μικρός και ελαφρύς» για να τον πείσει να αλλάξει βάρδια! Οδηγούσα και τους χάζευα. Και ξαφνικά έβγαλα φλας


70

Βάσω Αποστολοπούλου

δεξιά. Και μπήκα στην αλάνα. Παράταξη οι χαρταετοί, όλα τα χρώματα απλωμένα. Και διάλεξα έναν που σαν κάτι να μου θύμιζε. Και πήρα και ουρές και ζύγια και καλούμπα. Μες στην καλή χαρά. Τι κι αν τα παιδιά μεγάλωσαν πια και δεν τσακώνονται ποιος θα τον πρωτοκρατήσει. Τι κι αν μεγαλώσαμε (λιγάκι!) κι εμείς. Τι κι αν ο καιρός μας τα χάλασε σήμερα. Εμείς θα κρατήσουμε την καλή μας διάθεση και θα τον υψώσουμε τον χαρταετό μας την πρώτη λιόλουστη μέρα που θα έρθει, όπως τα χρόνια τα παλιά!


Τα Χριστούγεννα της νοσταλγίας

Θ

υμάμαι κάποια παλιά Χριστούγεννα. Βέροια, δεκαετία του ’60. Χιόνιζε από μέρες κι ήταν τα πάντα κάτασπρα -δέντρα, στέγες, δρόμοι. Τα κρύσταλλα κρέμονταν σαν λόγχες από την άκρη των κεραμιδιών κι έσταζαν σε χοντρές στάλες μ’ έναν ρυθμικό, μουσικό ήχο -πλοπ, πλοπανοίγοντας τρύπες στο χιόνι που ήταν στρωμένο από κάτω. Τσουχτερό το κρύο κι οι καμινάδες της πόλης έστελναν στον παγωμένο αέρα τουλούπες καπνού από τα τζάκια και τις ξυλόσομπες που έκαιγαν μέρα νύχτα. Αχάραγα ακόμη ξεκινήσαμε για την λειτουργία. Το καλντερίμι που πήγαινε από το σπίτι μου στην Κυριώτισσα, την εκκλησία της γειτονιάς μου, ήταν κατηφορικό και καλυμμένο με ένα λεπτό αλλά σκληρό στρώμα πάγου, σκέτο παγοδρόμιο. Κρατούσα σφιχτά το χέρι του πατέρα μου που περπατούσε προσεκτικά στην άκρη του δρόμου, εκεί που το χιόνι ήταν ακόμη κάπως μαλακό και γλιστρούσε λιγότερο, έχοντας στο πλευρό του την μάνα μου. Ένα χλομό φεγγάρι στα μισά του και τα φωτισμένα καφασωτά παράθυρα των σπιτιών έριχναν ένα αδύναμο φως, ίσα να βλέπουμε πού πατάμε. Κάθε τόσο άνοιγε μια πόρτα κι έβγαιναν οι γείτονες, οικογένειες ολόκληρες, κι ενώνονταν με τον κόσμο που κατηφόριζε για την εκκλησία τυλιγμένος σε παλτά και κασκόλ και ανταλλάσσοντας καλημέρες και ευχές για την μεγάλη γιορτή. Η Κυριώτισσα, κατάφωτη από τα δεκάδες κεριά που έκαιγαν στα μανουάλια και τους πολυέλαιους, έπλεε σαν καράβι


72

Βάσω Αποστολοπούλου

στη σκοτεινιά της νύχτας. Μπαίνοντας μας τύλιξε με τους ήχους από τις ψαλμωδίες και με μια γλυκιά ζεστασιά, σαν στοργική αγκαλιά. Η ατμόσφαιρα κατανυκτική, η λειτουργία των Χριστουγέννων ξεχωριστή, η προσμονή των ανθρώπων για τον ερχομό του Θείου Βρέφους και της ελπίδας στις ψυχές και στις ζωές τους μοναδική και γνήσια. Όμορφες μέρες, αξέχαστες...


Χρόνια χιονισμένα

Χ

ιόνια μας προμήνυσε η ΕΜΥ για τις επόμενες μέρες -κι εγώ, δίπλα στο τζάκι το αναμμένο, κοιτάζω μια τσαλακωμένη φωτογραφία, πρόσφατη ανακάλυψη ανάμεσα σε πολλές ξεχασμένες, που με δείχνει να παίζω χιονοπόλεμο στην αυλή του σπιτού μας, στη Βέροια, κι αναθυμιέμαι τα χρόνια μου τα παιδικά. Δεκαετία του ’60. Όταν άρχιζε να χιονίζει, ξεχνούσε να σταματήσει. Το μισό μέτρο ήταν συνηθισμένη κατάσταση· συχνά έφτανε πολύ παραπάνω. Οι ξυλόσομπες μπουμπούνιζαν καταβροχθίζοντας χοντρά κούτσουρα και οι Kresky (αλήθεια, τις θυμάστε οι παλιότεροι;) κατάπιναν το πετρέλαιο σαν αναψυκτικό! Τα μπουριά, απαραίτητο ντεκόρ σε κάθε σπίτι, κάπνιζαν ολημερίς κι ολονυχτίς σκορπώντας τουλούπες καπνού στον παγωμένο αέρα -αλλά ούτε σκέψη και έγνοια για νέφος, το Βέρμιο και τα πυκνά του δάση στέκονταν άγρυπνοι φρουροί της καθαρής μας ατμόσφαιρας! Κι εμείς; Τα παιδιά; Τι κάναμε με τόση παγωνιά και χιόνι; Ποιος μας έπιανε εμάς! Γυρνούσαμε από το σχολείο (αν πηγαίναμε και δεν είχε κλείσει λόγω πάγου στα καλντερίμια), πετούσαμε την τσάντα σε μια γωνιά και ξαμολιόμασταν στις αυλές και τις ρούγες. Με γάντια και σκουφιά και μάλλινα παλτά (δεν υπήρχαν τότε αδιάβροχα φουσκωτά μπουφάν), με πουλόβερ πλεγμένα από τις μανάδες μας και φουστίτσες από μέσα τα κορίτσια (δεν φορούσαμε τότε παντελόνια) και τα πόδια να κρυώνουν μέσα στα μποτάκια, με τις μάλλινες κάλτσες να μουσκεύουν με το πρώτο βούλιαγμα στο χιόνι·


74

Βάσω Αποστολοπούλου

όπως εξάλλου και τα γαντάκια με τον πρώτο χιονοπόλεμο! Και να κοκκινίζουν τα χέρια και τα μάγουλα και να ξεφωνίζουμε εμείς φτιάχνοντας χιονόμπαλες να κατατροπώσουμε τον κάτω μαχαλά! Και να μπαίνουμε κάθε τόσο στα σπίτια μας για να αλλάξουμε γάντια και κάλτσες (τα προηγούμενα βρεγμένα ήδη άχνιζαν κοντά στις σόμπες) και να ξαναβγαίνουμε τρεχάλα έξω, με τις μανάδες να φωνάζουν «θα πουντιάσεις, παλιόπαιδο» -μα ποιος τις άκουγε! Και να γυρνάμε κατάκοπα, κατακόκκινα, καταμουσκεμένα μόλις έπεφτε το σούρουπο στη θαλπωρή του σπιτιού, με τη σόμπα να έχει πυρώσει μέχρι το καπάκι με τους ομόκεντρους κύκλους και τη μάνα να έχει έτοιμο το καψαλισμένο ψωμί. Και να απλώνουμε τα χέρια στο μπουρί κι εκείνη να φωνάζει «μηη...θα κάνεις χιονίστρες, σιγά σιγά να τα ζεστάνεις». Και να τρώμε τσάι με ψωμί και κασέρι καθισμένα κατάχαμα, στην κουρελού. Και να είμαστε τόσο, μα τόσο ευτυχισμένα! Χρόνια μου παιδικά, αλησμόνητα -χιονισμένα... κι όμως τόσο ζεστά και ανεκτίμητα!


Το ρύζι

Σ

τεκόταν πίσω πίσω, κοντά στην είσοδο της εκκλησίας, για να παίρνει αέρα. Της έλειπε ο αέρας. Λες και τον είχε ρουφήξει ξαφνικά μια αόρατη τεράστια μαύρη τρύπα. Από στιγμή σε στιγμή θα λιποθυμούσε, το ’βλεπε... Έριξε μια ματιά γύρω της. Γελαστά πρόσωπα, χαχανητά, ανόητα κουτσομπολιά -όλα τα είχε αυτός ο γάμος. «Ακόμη και μια πρώην»,χαμογέλασεπικρά μόνη της.Μόνη της, όπως είχε έρθει μόνη, όπως είχε ζήσει τα τελευταία χρόνια μόνη. Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών για να δει το ευτυχές ζεύγος. Ο κουμπάρος άλλαζε τα στέφανα. Η νύφη είχε ένα χαμόγελο θριάμβου κι ο άντρας της μια αποβλακωμένη έκφραση ευδαιμονίας στο πρόσωπο. Ο πρώην άντρας της δεν έπρεπε να το ξεχνά αυτό... Φρόντιζε εξάλλου να της το θυμίζει κάθε τόσο η κόρη τους, που δεν έπαψε ποτέ να κατηγορεί τον πατέρα της για «εγκατάλειψη εστίας». «Παράξενο, αλήθεια», σκέφτηκε για μια ακόμη φορά. «Συνήθως οι κόρες τα βρίσκουν σε κάτι τέτοια με τους πατεράδες. Θες το οιδιπόδειο, θες η βουβή αντιζηλία με τη μάνα, θες οι μοντέρνες ιδέες και απόψεις -πάντως τα βρίσκουν». Η δικιά τους όχι. Στα δεκάξι της ήταν πολύ ευάλωτη και πολύ απόλυτη για να δεχτεί ένα διαζύγιο των γονιών της· πόσο μάλλον όταν αιτία ήταν η νεαρή γραμματέας του πατέρα της, που είχε βάλει από την αρχή στόχο τον πετυχημένο δικηγόρο με το μεγάλο όνομα. «Και το ακόμη μεγαλύτερο πορτοφόλι», ωρύονταν η μικρή. «Το τσουλάκι...»


76

Βάσω Αποστολοπούλου

Μάταια προσπάθησε να την μαλακώσει. Η ίδια προτιμούσε να βγει ήσυχα από τη σχέση αυτή, με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες. Κάπου είχε κουραστεί, κάπου της είχε τελειώσει κι εκείνης, δεν το είχε ξεκαθαρίσει καλά. «Συμβαίνουν αυτά», της έλεγε, «μην είσαι τόσο κάθετη». Για να εισπράξει μια ακόμη οργισμένη ματιά και μια ακόμη περιφρονητική δήλωση του τύπου «είσαι και πολύ μεγάλο κορόιδο και θύμα, ρε μάνα...» Όταν ήρθε το προσκλητήριο του γάμου, τα ’χασε. Είπαμε, μοντέρνα και ψύχραιμη -αλλά όχι κι έτσι. Αυτό παραήταν θράσος, να την καλεί στο γάμο του με το «τσουλάκι». «Για να σε ξεφτιλίσει το κάνει, το καθίκι, αυτή τον έβαλε», ούρλιαζε η μικρή. «Εννοείται ότι δεν θα πας». «Εννοείται», της απάντησε. Εννοείται πως πήγε. «Είσαι μαζόχα», την κατακεραύνωσε η κόρη της όταν την είδε να ετοιμάζεται. «Είσαι hopeless περίπτωση, άξια της μοίρας σου. Εμένα ξέχνα με, ούτε να τολμήσεις να το σκεφτείς». Έφυγε βροντώντας την πόρτα πίσω της. Μπορεί. Μπορεί να της άρεσε να παιδεύεται... να σκαλίζει μια πληγή που δεν περίμενε πως θα αιμορραγούσε ακόμη. Σαν τη γλώσσα που πηγαίνει άθελα στο πονεμένο δόντι. Και τώρα στεκόταν πίσω πίσω, κοντά στην είσοδο της εκκλησίας, για να παίρνει αέρα. Της έλειπε ο αέρας... Γιατί είχε έρθει, αλήθεια; «Τον αγαπάς ακόμα, ηλίθια...» συνειδητοποίησε ξαφνικά. «Τον αγαπάς, γι’ αυτό ήρθες. Γιατί ήθελες να το δεις με τα μάτια σου... να το χωνέψεις, να το πάρεις απόφαση. Γιατί σ’ αρέσει να βασανίζεσαι, καλά σε λέει θύμα η κόρη σου. Μεγάλο σου λάθος που ήρθες, παραδέξου το. Κάτσε τώρα να το υποστείς όλο αυτό, μέχρι τέλους... και γέλα κι από πάνω, παλιάτσο...» Το χαμογελαστό κοριτσάκι με το ανθισμένο στεφανάκι


Καλειδοσκόπιο

77

στα μαλλιά της έτεινε ένα σακκουλάκι. Το πήρε μηχανικά. Ρύζι... Άκουσε τον παπά να ψέλνει τον «Ησαΐα» κι ένιωσε το στομάχι της ν’ ανακατεύεται. Έριξε μια ματιά γύρω της, κανείς δεν την πρόσεχε, όλοι πετούσαν ρύζια στους νιόνυμφους και γελούσαν. Άνοιξε το σακκουλάκι κι άρχισε κι εκείνη να το πετάει. Στο πάτωμα... σπυρί σπυρί... πάνω στις γόβες της... Ανακατεμένο με αλμυρές στάλες...


Γέρων τριακοντούτης...

Ο

πατέρας μου συνήθιζε να αναφέρει κάποιο κείμενο από το δικό του αναγνωστικό του Δημοτικού, που άρχιζε με την φράση “Γέρων τεσσαρακοντούτης...” όταν ήθελε να υπογραμμίσει πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα σε σχέση με την αξιολόγηση της ηλικίας από την εποχή που ο σαραντάρης εθεωρείτο “γέρων” ... Θυμήθηκα την έκφραση όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον Μουχάμαντ, έτσι μου συστήθηκε -Μουχάμαντ από το Μπαγκλαντές. Το παιδί των φαναριών της γειτονιάς μου, μόνο που δεν είναι πια παιδί... Είναι ένας νέος άντρας γύρω στα 30 με πρόσωπο αντίστοιχο των χρόνων του αλλά με ασπρισμένα μαλλιά και μάτια γέροντα. Ένα παιδί που πέρασε ξαφνικά και βίαια από την εφηβική στην γεροντική ηλικία χωρίς να διανύσει την νεανική ή την ώριμη -τουλάχιστον με τον τρόπο που εμείς κατά κανόνα θεωρούμε ότι διανύονται οι ηλικίες αυτές. Ο Μουχάμαντ είναι κάποια χρόνια στην Ελλάδα. Η αντίθεση ανάμεσα στην κουρασμένη, γερασμένη ματιά του και το νεανικό του πρόσωπο μου κίνησε το ενδιαφέρον όταν τον πρωτοείδα. Την δεύτερη φορά που μου καθάρισε το παρμπρίζ, κατέβασα το τζάμι και ρώτησα πώς τον λένε και από πού κατάγεται. Μου απάντησε δειλά, μαγκωμένα, άβολα -δεν ήξερε πώς να ερμηνεύσει το αναπάντεχο ενδιαφέρον μου. Τον έχω δει πολλές φορές από τότε, πάντα στο ίδιο φανάρι, να με χαιρετά ευγενικά στην αρχή, φιλικά στη συνέχεια, εκφράζοντας με ένα δειλό χαμόγελο τη χαρά του που με


Καλειδοσκόπιο

79

βλέπει, που τον ρωτώ τι κάνει. Με ρωτά κι αυτός πώς είμαι και τι κάνουν τα παιδιά μου, μου μιλά με καημό και νοσταλγία για τους γονείς που άφησε πίσω και για τα δικά του αδέλφια, σκορπισμένα τα περισσότερα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σε μια αγωνιώδη προσπάθεια επιβίωσης. Μου περιγράφει τις ασφυκτικές συνθήκες της ζωής του απλά, με λίγα λόγια, ουδέτερα, χωρίς καμιά προσπάθεια εντυπωσιασμού, με μια σαν παραιτημένη διάθεση, σαν μοιρολατρική αποδοχή του αναπόφευκτου και της σκληρής μοίρας που τον έφερε, σαν πλεούμενο που ξώκειλε, σε τούτη τη γωνιά της γης. Κι αυτό είναι που με θλίβει πιο πολύ πέρα απ’ τα γερασμένα μάτια πάνω στο νεανικό πρόσωπο. Αυτή η παραίτηση, αυτή η πίκρα για μια ζωή που δε ζει, που δεν ελπίζει να ζήσει... Για μια ζωή που κυλά στο περιθώριο, που απλά εναλλάσσει τις μέρες, που έχει σαν μοναδικό στόχο την επιβίωση με όλη την άγρια σημασία της λέξης... Είναι τόσο σκληρό να έρχεται η νύχτα και η μοναδική ανακούφιση, η μοναδική σκέψη να είναι “ευτυχώς τη βγάλαμε και την σημερινή τη μέρα...” Κι όμως για τον Μουχάμαντ, τον τριακοντούτη γέροντα φίλο μου, αυτή είναι η πραγματικότητα -να θεωρεί κατόρθωμα και να ευγνωμονεί τον όποιο θεό πιστεύει για κάτι που εμείς, οι τυχεροί κι ευνοημένοι της Μοίρας, θεωρούμε αυτονόητο... που δεν το συνειδητοποιούμε καν... Το ότι αξιωθήκαμε να τη ζήσουμε, καλά ή λιγότερο καλά δεν έχει σημασία, κι αυτή τη μέρα που μας χαρίστηκε...


80

Βάσω Αποστολοπούλου

Λευτέρωσε την πεταλούδα

Σ

αν πεταλούδα... έτσι νιώθω. Σαν τις πεταλούδες τις καρφιτσωμένες σε κορνίζα... άψυχες, τελειωμένες. Έτσι είμαι κι εγώ, τελειωμένος -αλλ’ όχι άψυχος. Με κρατούν εδώ, καρφωμένο στο κρεβάτι, με σωλήνες να ξεπηδούν από παντού στο κορμί μου. Τρέφομαι με σωλήνα, αναπνέω με σωλήνα, παίρνω φάρμακα με σωλήνα. «Δεν αντέχω άλλο, πατέρα», μου είπες. «Κουράστηκα να σε νταντεύω, να κλείνομαι μέσα για χάρη σου... έχω τη ζωή μου να σκεφτώ. Θα σε πάω σε οίκο ευγηρίας, να έχεις τη φροντίδα που πρέπει». Δεν ήθελα τη φροντίδα του γηροκομείου, εσένα ήθελα μοναχά... Να σε βλέπω, να σε ακούω, να σε αισθάνομαι γύρω μου. Όπως τότε, που ήσουν μικρούλα -θυμάσαι; Δεν ξεκολλούσες λεπτό από κοντά μου. Το χεράκι σου στο χέρι μου, περίπατοι στην αμμουδιά κι ατέλειωτες ερωτήσεις για να μάθεις τον κόσμο. Και τον έμαθες, στον έμαθα... αλλά δεν σου έμαθα τη συμπόνοια, τραγική μου αμέλεια. Αρνήθηκα την τροφή, αρρώστησε η ψυχή μου, αρρώστησε το σώμα μου -και με γέμισαν σωλήνες για να τρέφομαι, να αναπνέω, να παίρνω φάρμακα. Πες τους να τους βγάλουν, σε ικετεύω. Να ησυχάσεις κι εσύ, να ξεκουραστώ κι εγώ... να πάω να βρω τη μάνα σου. Λευτέρωσε την πεταλούδα... την ψυχή μου.


81

Η γεύση των λέξεων

Ο

ι λέξεις έχουν γεύση. Όχι όλες. Όχι πάντα. Κάποιες ιδιαίτερες, σημαντικές και για αυτό ξεχωριστές λέξεις είναι αυτές που αφήνουν τη γεύση τους. Γεύση γλυκιά, γεύση πικρή. Γυρίζουμε τη λέξη στο στόμα μας σαν καραμέλα -κι εκείνη λιώνει, απλώνεται στον ουρανίσκο μας και μας γεμίζει συναισθήματα. Νοσταλγία και τρυφερότητα -λέξεις γλυκές. Οργή και αγανάκτηση -λέξεις πικρές. Είναι εντυπωσιακό το πώς μια λέξη μπορεί να μας ταξιδέψει, να μας κάνει αισιόδοξους, να μας μελαγχολήσει. Κι όχι μόνο σαν άκουσμα, αλλά και σαν γεύση. Το όνομα της μάνας μας. Η ίδια η λέξη «μάνα» -ίδια για όλους και μοναδική για τον καθένα. Το όνομα της πρώτης μας αγάπης. Το όνομα ενός νησιού που περάσαμε αξέχαστες διακοπές. Το όνομα ενός φίλου χαμένου στο χρόνο και ξεχασμένου από καιρό. Και πόσες άλλες! Λέξεις απλές, γράμματα στη σειρά, που τις ψιθυρίζεις και γεμίζει ο νους εικόνες, ήχους και χρώματα. Και γεύσεις. Γλυκές, πικρές, γλυκόπικρες. Σαν τις εμπειρίες που ανασύρουν. Σαν τη ζωή μας την ίδια.


Μαγική η θάλασσα

Μ

αγική η θάλασσα. Μοναδική η αίσθηση ελευθερίας που χαρίζει σ’ όποιον την επιλέξει σαν μέσο απόδρασης. Όλα είναι μαγικά και μοναδικά. Από την πρώτη στιγμή. Το εισιτήριο με το όνομα του προορισμού επάνω. Τα ροδάκια της βαλίτσας που χοροπηδούν στις πλάκες του πεζοδρομίου. «Τακατάκ τακατάκ» , «ξεκινάς ξεκινάς» σα να σου λένε. Η αναμονή στην προκυμαία μαζί με το πολύβουο πλήθος. Το καράβι που μπαίνει καμαρωτό στο λιμάνι. Οι καβοδέτες που φωνάζουν σε μια προσπάθεια να ακουστούν πάνω από τον θόρυβο των μηχανών. Εντάξει, δέσαμε. Η ώρα της γιούργιας. Όταν ανοίγουν οι μπουκαπόρτες κι ο κόσμος τρέχει να «κυριεύσει» το κάστρο, να «σημαδέψει» τον ζωτικό του χώρο, να «καταλάβει» μια θέση. Τρέχει, σπρώχνει, αγωνίζεται. Θυμάστε το τεύχος «Οκλαχόμα» του μοναδικού «Λούκυ Λουκ» με τα κάρα των εποίκων στην αφετηρία να περιμένουν την πιστολιά για να ξεχυθούν στις αχανείς εκτάσεις; Αυτό. Κυριολεκτικά. Μόνο η κραυγή λείπει. «Γιούργιααα»! Οι κάβοι λύνονται, το φουγάρο βγάζει χοντρές τουλούπες καπνού, η μπουρού αποχαιρετά το λιμάνι. Φύγαμε. Ακουμπισμένη στην κουπαστή της πρύμνης απολαμβάνω το ηλιοβασίλεμα που μακραίνει στο βάθος, καθώς μεγαλώνουν οι σκιές. Η όμορφη ώρα του δειλινού. Ο αφρός των κυμάτων πίσω από την προπέλα. Τα πρώτα άστρα, ίσως και μια φέτα φεγγάρι. Η μαγεία του ανεμπόδιστου ορίζοντα, να χάνεται


Καλειδοσκόπιο

83

η ματιά. Ταξιδεύω. Μαγική η θάλασσα. Μοναδική η αίσθηση ελευθερίας που χαρίζει. Καλά μας ταξίδια!


84

Βάσω Αποστολοπούλου

Όμορφο δειλινό

Ό

μορφο δειλινό. Ακόμα έχει λίγο φως, ήσυχο όμως και μαλακό, όχι το δυνατό, το σκληρό του ήλιου. Η πιο γλυκιά ώρα της ημέρας, η δικιά μου ώρα. Τα τζιτζίκια χαλούν τον κόσμο μέσα στα πεύκα και στις φιστικιές. Και η χορωδία τους είναι το μόνο που ακούγεται -κι ένας μακρινός γκιώνης. Ανάβω τα κεριά. Άσπρα, κουφωμένα από τη χρήση, η φλόγα καίει χαμηλά και φωτίζει από μέσα. Σα φαναράκια! Τα παγάκια κουδουνίζουν στο ποτήρι σε σχήμα τουλίπας, το αγαπημένο μου. Χυμός, λίγη βότκα, έτοιμο! Κάθομαι στον πέτρινο πάγκο της αυλής, ανάβω τσιγάρο κι ο Μπρούνο έρχεται κουνώντας την ουρά του και ξαπλώνει στα πόδια μου. Ο Μαξ κάπου γυρνάει, το ‘σκασε πάλι πριν λίγο πηδώντας τη μάντρα, πάει στη Χρυσούλα, την γειτόνισσα, να τον φιλέψει λιχουδιές. «Σάββατο κι απόβραδο...» έρχεται στο μυαλό μου και το σιγοτραγουδάω. Κι ας είναι Παρασκευή κι απόβραδο! Θα μείνω ξύπνια ως αργά, αρνούμαι να χάσω αυτές τις στιγμές. Θα περιμένω και το «πράσινο φεγγάρι» να βγει. Κι ας αργήσει. Κι ας είναι μισό. Εγώ το αγαπάω όπως κι αν είναι!


85

Παγκάκι και Φως

(μια μυστική συνομιλία)

αλησπέρα! –Καλώς το! Άργησες απόψε κι είπα με ξέχασες... –Εγώ; Να σε ξεχάσω εγώ; Αποκλείεται... Γιατί με πληγώνεις τώρα; –Μα... είναι ώρα αυτή που ήρθες; Τουλάχιστον τρία τέταρτα καθυστέρηση, μ’ έφαγε το σκοτάδι, η μοναξιά και το αγιάζι... –Συγνώμη, καλό μου... δε φταίω εγώ, είχαμε κάποιο πρόβλημα στα κεντρικά κι άργησα να ξεκινήσω για να ‘ρθω να σε βρω... και κάνει κι ένα κρύο απόψε... –Κι εγώ περίμενα... και περίμενα... ήρθαν τα καράβια, έφυγαν... κι εσύ πουθενά... –Ήρθα όμως, δεν ήρθα; Και δε θα φύγω ούτε λεπτό από κοντά σου όλη νύχτα! Μαζί θα ακούμε τη θάλασσα να σιγομουρμουρίζει και μαζί θα δούμε τον ήλιο να ξεπροβάλει από το βουνό! Σύμφωνοι; –Μου το υπόσχεσαι; –Στο υπόσχομαι! –Εντάξει τότε... χαλάλι η αναμονή... Καλό μας βράδυ, αγαπημένο μου φως! –Καλό μας ξημέρωμα, αγαπημένο μου παγκάκι!


Παγκάκι και Φως

(ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους)

Μ

ια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα Παγκάκι που ζούσε στην άκρη του λιμανιού συντροφιά μ’ ένα Φως.Τη μέρα χάζευε τα καράβια που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι, κι άκουγε τα μυστικά των ανθρώπων, που κάθονταν επάνω του να ξεκουραστούν και να απολαύσουν το ηλιοβασίλεμα. Τη νύχτα έπιανε ψιλή κουβέντα με το Φως, που ερχόταν πάντα στην ώρα του στον φανοστάτη, λίγο μετά το δειλινό, και του έλεγε όλα τα κουτσομπολιά που είχα ακούσει τα ξύλινα αυτιά του κι είχαν δει τα μαντεμένια μάτια του. Κι όταν, καμιά φορά, το Φως αργούσε να έρθει στον φανοστάτη, το έπιανε η αγωνία και του έκανε πολλά παράπονα μόλις το έβλεπε να καταφτάνει και να φωτίζει το σιωπηλό, έρημο λιμάνι. Είχαν γίνει φίλοι, πολύ καλοί φίλοι το Παγκάκι και το Φως. Μέχρις ότου μια χειμωνιάτικη νύχτα, που φυσούσε μανιασμένος ο άνεμος κι η θάλασσα ορμούσε αφηνιασμένη στη στεριά, ένα θεόρατο κύμα βγήκε στην πλακόστρωτη αποβάθρα και σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του -μαζί και το Παγκάκι... Μάταια φώναζε και ξαναφώναζε το Φως απελπισμένο το όνομά του -ο φίλος του είχε χαθεί για πάντα στα παγωμένα νερά... Έπεσε σε κατάθλιψη το έρημο το Φως... Ούτε να ανάψει ήθελε, ούτε να φωτίσει το σκοτεινό λιμάνι. Ίσα που τρεμόσβηνε, ίσα ίσα για να βλέπει με λαχτάρα τη θάλασσα μήπως


Καλειδοσκόπιο

87

του ξαναφέρει πίσω το συντροφάκι του... αλλά εκείνο πουθενά... Ώσπου ένα βράδυ Απριλιάτικο, καθώς το Φως έφτανε σέρνοντας στο λιμάνι για να μπει στον φανοστάτη του, σαν να ξεχώρισε μια γνώριμη μορφή εκεί που έστεκε παλιά ο φίλος του. Έτρεξε με λαχτάρα και είδε ένα νέο παγκάκι να καμαρώνει, ολοκαίνουργιο και γυαλιστερό, στη θέση του παλιού. Την αρχική του απογοήτευση διαδέχτηκε μια πρωτόγνωρη χαρά. Σκέφτηκε πως το καινούριο παγκάκι το είχε στείλει, με κάποιο τρόπο, ο αγαπημένος του φιλαράκος από τα βάθη της θάλασσας, όπου κοιμόταν γαλήνια πια -για να του κάνει συντροφιά τις ατέλειωτες μοναχικές του νύχτες. «Θα σε λέω και σένα “Παγκάκι”», είπε στον νεοφερμένο του γείτονα, «θα σου μάθω όλα τα μυστικά του λιμανιού και θα γίνουμε οι καλύτεροι φίλοι, θέλεις;» Το νεαρό παγκάκι χαμογέλασε ντροπαλά κι ένευσε καταφατικά. Μια καινούρια φιλία είχε μόλις αρχίσει!


88

Πανσέληνος του Ιουνίου

Α

κουμπισμένη στην κουπαστή του πλοίου της επιστροφής αγνάντευα τα φώτα του λιμανιού καθώς απομακρυνόμασταν και το νησί χανόταν στο μούχρωμα του δειλινού. Ο ήλιος είχε μαζέψει τις τελευταίες πολύχρωμες πινελιές του από τα σκοτεινά νερά κι είχε αποσυρθεί στο βυθό της θάλασσας. Σουρούπωνε... Και τότε την είδα. Την πανσέληνο. Μια αχνή λάμψη πίσω από το βουνό στο βάθος, που μεγάλωνε γοργά κι έγινε φλογάτο δρεπάνι... κι έγινε ένας δίσκος πορτοκαλοκόκκινος που λες και γέμισε ξαφνικά ολάκερο τον ορίζοντα κατακυριεύοντας τα πάντα! Απόμεινα να την κοιτάζω εκστατική να ανεβαίνει και να κυριαρχεί στο μαύρο μπλε του ουρανού, μόνη αφέντρα στην απεραντοσύνη του... Είμαι ακουμπισμένη στην κουπαστή... και κοιτάζω μαγεμένη τη Σελήνη που ανοίγει πορτοκαλί και ασημένια μονοπάτια στο μαύρο ατλάζι του Αιγαίου...


Η μετακόμιση των χρωμάτων

89

Χάραμα

Χ

αράζει. Λιγοστό το φως μπαίνει από τις γρίλιες και φιλτράρεται στις κουρτίνες με τα ανάγλυφα φύλλα φτέρης. Κάνει λεπτές γραμμές και διαθλάται στον απέναντι καθρέφτη με το μπρούτζινο πλαίσιο. Μια γραμμή αντανακλάται στο μαξιλάρι μου και δίνει, λες, το σύνθημα. «Ξημερώνει -σήκω να δεις τον ήλιο να ξεμυτίζει πίσω από το βουνό και να διώχνει τις σκιές της νύχτας...» Σηκώνομαι ακροπατώντας για να μην ξυπνήσω τον καλό μου. Βγαίνω στην αυλή κι ανοίγω τα χέρια σε μια αγκαλιά. Ίσα που προλαβαίνω το άρμα του Φαέθοντα να προβάλει και να γεμίζει τη θάλασσα χρυσόσκονη. Τον καλημερίζω με μια κοφτή κίνηση του χεριού κι ανταποδίδει στέλνοντας όλο και περισσότερες ακτίνες στα γεράνια και τα δεντρολίβανα του κήπου. Στρέφω τη ματιά από τον ήλιο, που πια την πληγώνει, προς τον φάρο στο έμπα του λιμανιού. Τον «δικό μου» φάρο. Λευκό κτίσμα στην κορφή του λόφου δίνει το στίγμα στα καράβια που περνούν αδιάφορα από μπροστά του. Και σε μένα. Τη νύχτα την ασέληνη είναι το μόνο φως στο μελανί του πελάγου -αυτός, και τ’ αστέρια στο μελανί του ουρανού. Εκεί ακουμπώ το βλέμμα τις νύχτες που στέλνω το νου να ταξιδέψει μαζί με τον Καββαδία -εκεί το αφήνω και τώρα σ’ ένα φιλικό καλημέρισμα. Κάποια μέρα θα γράψω την ιστορία του. Αυτή που θα μου έχει εμπιστευτεί στις ατέλειωτες ώρες των μυστικών μας ψιθύρων.


Η ελαφριά μελαγχολία του Σεπτέμβρη

Ο

Σεπτέμβρης πάντα μου προκαλούσε μια ελαφριά μελαγχολία -κι ακόμα μου προκαλεί, παρ’ όλο που θα ‘πρεπε να είναι ο μήνας μου μιας και Σεπτέμβρη γεννήθηκα, Σεπτέμβρη παντρεύτηκα! Ίσως γιατί, σαν παιδί, ο Σεπτέμβρης ήταν ο μήνας έναρξης της σχολικής χρονιάς και λήξης των ανέμελων διακοπών. Όσο κι αν αγαπούσα το σχολείο, προφανώς αγαπούσα περισσότερο το παιχνίδι (ως ανήκουσα στην πλειοψηφία των παιδιών με ανάλογες απόψεις). Ίσως πάλι γιατί είμαι πολύ ανοιξιάτικο/καλοκαιρινό άτομο -πολύ της μέρας, της εξοχής, του έξω, της θάλασσας.Όσο κι αν μου αρέσει το χουχούλιασμα δίπλα στο τζάκι, σαφώς προτιμώ την φυσική θαλπωρή που προσφέρουν οι ακτίνες του ήλιου από τη ζεστασιά των αναμμένων κούτσουρων που τριζοβολούν στο παραγώνι. Ο Σεπτέμβρης σηματοδοτεί το τέλος όλων αυτών -των διακοπών παλιότερα, των υπέροχων ατέλειωτων ημερών σήμερα. Αραιώνουμε και αποχαιρετούμε τα μπάνια, το φως μας αφήνει νωρίς, η νύχτα κερδίζει έδαφος κι αρχίζει να διαγράφεται η κλεισούρα του χειμώνα. Αρχίζουν οι βροχές, που μπορεί να είναι καλόδεχτες κι ευεργετικές στην αρχή, αλλά μετά το παρακάνουν και με κλείνουν μέσα ή με υποχρεώνουν να κρατώ ομπρέλα για να βγω από την πόρτα μου -και τις αντιπαθώ τις ομπρέλες! Ακολουθούν τα κρύα (αντιπαθώ τα μπουφάν και τις μπότες), οι μεγάλες νύχτες (αντιπαθώ το σκοτάδι και το τεχνητό


Καλειδοσκόπιο

91

φως) και ο συχνά κατσούφης ουρανός (αντιπαθώ τη συννεφιά και τη μαυρίλα). Μου πέρασε λοιπόν κάποια στιγμή η σκέψη ότι, αφού δεν μπορώ να μετατρέψω τους πολύ χειμωνιάτικους μήνες (συγκεκριμένα από Νοέμβρη μέχρι Φλεβάρη) σε ανοιξιάτικους ή, έστω, φθινοπωρινούς, θα με βόλευε ιδιαίτερα να μπορούσα να τους παρακάμψω. Σκέψη που απορρίφθηκε πολύ σύντομα για δύο βασικούς λόγους -πρώτον γιατί δεν μπορώ και δεύτερον γιατί δεν θέλω. Και το «δεν μπορώ» είναι αυταπόδεικτο -δεν γίνεται να πέσω σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες, ούτε να περνώ τους χειμωνιάτικους μήνες σε κάποιο ολοχρονίς ανοιξιάτικο μέρος, σαν τις Βερμούδες (άσε που δεν μου ταιριάζει κανένα μέρος πέρα από τη χώρα μου, ένα μυστήριο πράγμα!) Το «δεν θέλω» όμως; Εδώ μπαίνει στο σκηνικό η φιλοσοφία μου, η κοσμοθεωρία μου, όπως θέλετε ονομάστε το. Η βαθιά μου πεποίθηση ότι κάθε στιγμή της ζωής μας είναι πολύτιμη, ανεπανάληπτη, μοναδική. Κάθε στιγμή -καλή, κακή, δύσκολη, οδυνηρή, ευτυχισμένη, απαισιόδοξη, ονειρική, θλιμμένη. Είναι δική μας, δικαιούμαστε να τη ζήσουμε όποιο χρώμα κι αν έχει και δεν δικαιούμαστε να την αποκηρύξουμε -γιατί δεν θα ξανάρθει ποτέ πίσω. Κάτι λοιπόν η κοσμοθεωρία μου, κάτι ο φύσει αισιόδοξος χαρακτήρας μου, και η μελαγχολία του Σεπτέμβρη με αποχαιρετά πριν καλά καλά εγκατασταθεί. Κάνει ένα γρήγορο πέρασμα από την φθινοπωρινή ζωή μου και σκορπάει σαν καπνός μπροστά σε μια πολύ απλή (αλλά τόσο ουσιαστική) σκέψη: Θα ξανάρθει η Άνοιξη -και το μόνο που εύχομαι (και χρειάζεται) είναι να είμαι εκεί και να την περιμένω!


Ο σκεπαρνοσκοτωμένος

Σ

ήμερα θα σας πω ένα παραμύθι από τη λαϊκή μας παράδοση. Θα σας μιλήσω για τον σκεπαρνοσκοτωμένο.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια. Ο πατέρας, η μάνα, ο γιος και η κόρη. Μια μέρα, την ώρα που ετοιμάζονταν να φάνε για μεσημέρι, είπε ο πατέρας στην κόρη. «Σύρε, θυγατέρα, στο κελάρι να πιάσεις λίγο κρασί από το βαρέλι». Η κοπέλα πήρε την κανάτα, κατέβηκε στο κελάρι, την έβαλε κάτω από την κάνουλα, την άνοιξε κι άρχισε να γεμίζει. Ενόσω περίμενε, περιέφερε τη ματιά της γύρω στο κελάρι. Ξαφνικά είδε ένα σκεπάρνι καρφωμένο σ’ ένα από τα δοκάρια της οροφής, γούρλωσε τα μάτια κι έβαλε κλάματα γοερά. Την άκουσε η μάνα της και κατέβηκε στο κελάρι τρομαγμένη να δει τι έπαθε. «Τι έχεις, θυγατέρα», τη ρώτησε, «και θρηνείς;» Η κοπέλα της έδειξε το σκεπάρνι και είπε μέσα στα αναφιλητά της «Μάνα μου, καταστράφηκα... δες το σκεπάρνι... έτοιμο να πέσει είναι... Κι αν παντρευτώ; Κι αν κάνω γιο; Και γίνει πανώριο παλικάρι; Και κατέβει στο κελάρι να πιάσει κρασί; Και πέσει το σκεπάρνι και τόνε σκοτώσει; Πάει το παλικάρι μου, πάει,... μάνα μου, καταστράφηκα...» Άρχισε η μάνα να μαδάει τα μαλλιά της και να σκούζει «πάει το παλικάρι μας, πάει...»


Καλειδοσκόπιο

93

Ο πατέρας, που έβλεπε τις γυναίκες να αργοπορούν, κατέβηκε κι αυτός στο κελάρι αγριεμένος και τις είδε να θρηνούν αγκαλιασμένες, ενώ το κρασί είχε ξεχειλίσει στην κανάτα και χύνονταν στο χωμάτινο πάτωμα του κελαριού. Πριν προλάβει να ρωτήσει, του δείχνει η κυρά του το σκεπάρνι και του λέει για τον εγγονό... το παλικάρι... τον σκεπαρνοσκοτωμένο. «Ωιμέ», άρχισε ο κύρης να χτυπάει με γροθιές το στήθος του «πάει ο εγγονός μου ο λεβέντης... πάει...» Ο γιος, ανήσυχος που όλη του η οικογένεια δεν έλεγε να ανέβει από το κελάρι, αποφάσισε να πάει να δει τι συμβαίνει. Τους βρήκε όλους αγκαλιασμένους να κλαίνε και να οδύρονται, ενώ κάθε τόσο έριχναν κλεφτές ματιές στο φονικό σκεπάρνι. Τρέχει, κλείνει την κάνουλα να σώσει όσο κρασί είχε περισσέψει, και ρωτάει ανήσυχος «τι πάθατε σεις και χτυπιέστε;» Ανέλαβε ο πατέρας να του πει τα θλιβερά μαντάτα... ότι αν παντρευτεί η αδελφή του... κι αν κάνει γιο... κι αν γίνει πανώριο παλικάρι... κι αν κατέβει στο κελάρι να πιάσει κρασί... κι αν πέσει το σκεπάρνι και τον σκοτώσει... «Γιόκα μου...» έσυρε φωνή τρανή η μάνα του, «πάει ο ανιψιός σου... πάει το παλικάρι μας... το σκεπαρνοσκοτωμένο...» Ο γιος δεν πίστευε στ’ αυτιά του... Τους κοίταξε έναν έναν με μάτια γεμάτα έκπληξη κι αποδοκιμασία, πήγε στο σκεπάρνι, άπλωσε το χέρι, το κατέβασε από το δοκάρι και το ακούμπησε σε μια γωνιά, ενώ οι υπόλοιποι τον παρακολουθούσαν με το στόμα ανοιχτό -δεν πίστευαν ότι, τόσο εύκολα κι απλά, είχε γλιτώσει από βέβαιο θάνατο ο γιος κι εγγονός τους... ο μελλούμενος... ο σκεπαρνοσκοτωμένος... Δυο τα βασικά διδάγματα αυτής της ιστορίας, που έχει


94

Βάσω Αποστολοπούλου

πολλά επίπεδα και πολλές αναγνώσεις. Το πρώτο: δεν θρηνούμε προκαταβολικά για τις συμφορές που φανταζόμαστε ότι μπορεί να μας προκύψουν -τους «σκεπαρνοσκοτωμένους» μας... Όταν κι αν έλθουν, βλέπουμε πώς θα τις αντιμετωπίσουμε. Και το δεύτερο: εξουδετερώνουμε έγκαιρα, εφ’ όσον περνά από το χέρι μας, τις πιθανές αιτίες που μπορεί να μας φέρουν αυτές τις συμφορές -κατεβάζουμε το σκεπάρνι από το δοκάρι!


Ο βερεσές και το τεφτέρι Ο βερεσές απέθανε κετάφι το δεφτέρι κε διαθίκι άφισε με τον παρά στο χέρι εν ξέρω πόσοι από σας είστε τόσο παλιοί (σαν κι εμένα) και θυμάστε αυτό το σουρεάλ ποιηματάκι (με αυτήν την ορθογραφία) πάνω από τον πάγκο του μπακάλικου της δεκαετίας του '60. Ήταν τότε που βγαίναμε σιγά σιγά από τα ζόρια της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής λαίλαπας, που άρχιζε να ζεσταίνεται η τσέπη των γονιών μας με τις πρώτες αποταμιεύσεις, που άρχισε να υπάρχει και να κυκλοφορεί (περιορισμένο) χρήμα σε πιο σταθερή βάση, οπότε είπαν κι οι μπακάληδες να κόψουν τον περιβόητο "βερεσέ" και να κάψουν το διαβόητο "τεφτέρι". Και να! Έχει ο καιρός γυρίσματα κι όπου να ’ναι θα ξανακάνουν την εμφάνισή τους οι παλιοί μας γνώριμοι -γιατί πώς θα επιβιώσουν οι συνταξιούχοι που ούτε στα ΑΤΜ ξέρουν να πάνε ούτε στα γκισέ των τραπεζών μπορούν; Να δω τεφτέρια στα υπερσύγχρονα ταμεία των σούπερ μάρκετ (κι αν έχουν και barcode ακόμα καλύτερα!) και τι στον κόσμο!

Δ


Και τι σημασία έχει;

Π

άει κι αυτή η νύχτα. Ζόρικη, πολύ ζόρικη. Τι βροχή ήταν αυτή, αδερφέ μου! Μούσκεψε το χαρτόκουτο, λιώσανε οι μπουκαβάδες. Τα πλακάκια παγωμένα, ξύλιασα. Κι φύσαγε κι ερχόταν λοξά η άτιμη, πού να μας φυλάξει ο εξώστης από πάνω! Καλά που είχα και σένα, φιλαράκο, και με ζέσταινες κομμάτι. Αλλιώς θα με βρίσκανε κοκαλωμένο. Θα μου πεις «Ε, και λοιπόν; Σε ποιον θα λείψεις εκτός από μένα;» Δίκιο έχεις. Κανείς δεν μου ’μεινε εξόν από σένα. Σε βρήκα, με βρήκες, δε θυμάμαι πια. Και τι σημασία έχει; Τακιμιάσαμε, σμίξαμε τις μοναξιές και τις δυστυχίες μας. Και σαν να τις αλαφρύναμε, δεν είναι; Τι κι αν μένει πιο συχνά άδειο το στομάχι μου για να φας κι εσύ μια μπουκιά. Μου φτάνει που βλέπω την αγάπη στα καστανά σου μάτια. Βγαίνει ήλιος. Καλό αυτό. Να στεγνώσει το κοκαλάκι μας κι αυτά τα κουρέλια που έχω για ρούχα. Να βγουν και οι κυράδες για ψώνια, να μας δουν μπας και μας συμπονέσουν. Μπας και ρίξουν κάνα φράγκο στο τενεκάκι. Θυμάσαι τι ωραία που ήταν η κονσέρβα; Κορν μπιφ έλεγε επάνω. Σχεδόν ολόκληρη. Ποιανού δεν άρεσε και την πέταξε, μου λες; Και τι σημασία έχει; Την βρήκες δίπλα στον κάδο και μου την έφερες να την μοιραστούμε. Όπως τα μοιραζόμαστε όλα. Ταράτσα την κάναμε τότε, φιλαράκο. Κατά πού λες να πάμε; Στην πλατεία έχει φασαρίες. Φωνάζουν, λέει, γιατί δεν έχουν δουλειά. Κάποτε είχα κι εγώ δουλειά. Μη με ρωτήσεις πότε και τι, δεν θυμάμαι. Είμαι κι


Καλειδοσκόπιο

97

από προχτές νηστικός, πού να δουλέψει το έρημο το μυαλό! Κάποτε φώναζα κι εγώ. Και τι σημασία έχει; Στο χαρτόκουτο κοιμάμαι -κοιμόμουνα. Γιατί το διέλυσε η βροχή. Πρέπει να βρω κάνα άλλο. Πάμε προς το δασάκι; Τι λες; Έλα, μίλα κι εσύ! Όλα εγώ πρέπει να τα σκέφτομαι; Λέω να πάμε κατά το δασάκι γιατί έχει ωραία σπίτια εκεί, μεγάλα. Κι ωραίους κάδους. Σε κάποιο είχαν γλέντι χτες βράδυ, δεν μπορούσα να δω με τη βροχή. Να δεις που θα μείνανε ένα σωρό φαγιά. Γιατί κάνουν τόσα πολλά αφού δεν θα τα φάνε; Δεν το καταλαβαίνω, καθόλου. Και τι σημασία έχει; Τα μισά θα είναι σε σακκούλες. Πάλι καλά να λέμε που τα φτιάχνουν μπόλικα. Αλλιώς τι θα τρώγαμε εμείς... Έλα, ξεκίνα. Αρκετά τεντώθηκες. Μη με κοιτάς βαριεστημένα, πάμε. Περπάτα πλάι μου, είναι ήσυχα εδώ ακόμα. Δεν έχει αυτοκίνητα, μη φοβάσαι. Θα τα καταφέρεις μια χαρά κι ας είναι το ποδαράκι σου στραβά κολλημένο. Εμ, δεν μ’ άκουγες όταν σου ’λεγα να προσέχεις στο δρόμο, τρέχουν σα δαιμονισμένοι! Και πάλι καλά να λέμε. Κουτσαίνεις λιγάκι, και λοιπόν; Και τι σημασία έχει; Εγώ σ’ αγαπάω όπως είσαι. Έλα, πάμε, Σκύλε μου. Πάμε να κερδίσουμε τη μέρα που μας χαρίστηκε. Γιατί είναι το μόνο που έχει τελικά σημασία για μας. Είμαστε ζωντανοί. Και μαζί. Κι έχουμε ο ένας τον άλλον. Πάμε, αδερφέ μου, γιε μου, φίλε μου. Καλημέρα κόσμε!


Κλεώπας ο απρόσιτος

Κ

άναμε ανακαίνιση στο εξοχικό. Καλοκαίρι, αρκετά χρόνια πριν. Ριζική. Το σπίτι γιαπί. Φευγάτα παντζούρια, ξηλωμένα πατώματα, σκαμμένοι τοίχοι για καινούρια υδραυλικά και ηλεκτρικά, εξαφανισμένη κουζίνα και μπάνιο, ένα χάος. Κι εμείς, σε «διακοπές» υποτίθεται, εκεί. Συνεχώς, για να μπορούμε να επιβλέπουμε και να παρεμβαίνουμε όπου χρειαστεί. Είχαμε εγκατασταθεί με τον άντρα μου σ’ ένα υπόγειο δωματιάκι στην κάτω αυλή, το μόνο που είχε ξεφύγει από την λαίλαπα των επισκευών, μ’ ένα μικρό ψυγείο κι ένα γκαζάκι για κάτι πρόχειρο. Ένα τραπεζάκι και δυο σκαμπό, στριμωγμένα δίπλα στην εξωτερική βρύση κάτω από τη βεράντα, ήταν η «τραπεζαρία» μας, μια και το δωμάτιο δεν χωρούσε τίποτε άλλο πέρα από το κρεβάτι και το ψυγείο. Ήταν μεσημέρι, από τις πρώτες μέρες των διακοπών. Ζέστη. Τρώγαμε όταν εμφανίστηκε το γατί. Σκούρο γκρι, μεγαλόσωμο, με ωραίο μακρύ τρίχωμα. Αδέσποτο, ένα από τα πολλά της γειτονιάς. Κάθισε σε απόσταση ασφαλείας και μας κοιτούσε. Πεινούσε προφανώς. Ή διψούσε. Ωστόσο δεν πλησίαζε. Πήρα έναν μεζέ κι έκανα να το πλησιάσω. Όταν έφτασα στα δύο μέτρα έφυγε τρέχοντας και στάθηκε πάλι σε απόσταση ασφαλείας. Άφησα τον μεζέ σ’ ένα πιατάκι κι απομακρύνθηκα. Το γατί πλησίασε επιφυλακτικά, τον άρπαξε, πέρασε μέσα από τα κάγκελα του φράχτη κι εξαφανίστηκε. Το ξαναείδαμε το βράδυ (τρώγαμε πάλι) κι επαναλήφθηκε


Η μετακόμιση των χρωμάτων

99

το ίδιο σκηνικό. Κι αυτό εξακολούθησε για μέρες. Παρά τις προσπάθειές μας να το πλησιάσουμε, εκείνο έφευγε πάντα. Έπρεπε να του δώσουμε ένα όνομα. Το είπαμε «Κλεοπάτρα», είχε κάτι το αυτοκρατορικό πάνω του. Τo ταΐζαμε γατοτροφή κι εκείνo ερχόταν, πάντα επιφυλακτικά, κι έτρωγε βιαστικά με την προσοχή τεταμένη κι έτοιμo να το σκάσει με το παραμικρό. Ποιος ξέρει τι ταλαιπωρίες είχε περάσει και δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στα δίποδα όντα. Ακόμα και κάποια φορά, που τo ακούμπησε τυχαία ο άντρας μου, τινάχτηκε πίσω σαν να δέχτηκε ηλεκτρική εκκένωση κι εξαφανίστηκε για κάνα δυο μέρες. Το φύλο του γατιού παρέμενε μυστήριο. Ποτέ δεν είχε πλησιάσει αρκετά για να το εξακριβώσουμε κι έτσι λέγαμε «η γάτα η Κλεοπάτρα». Μέχρι που κάποια στιγμή το είδαμε. Ήταν γάτος κι όχι γάτα! Έλα όμως που είχαμε συνηθίσει το όνομα. Έτσι το κάναμε «Κλεώπας» -όχι ότι άκουγε σ’ αυτό, όπως δεν άκουγε και στο άλλο. Ερχόταν κι έφευγε όποτε ήθελε -αμίλητος, μοναχικός, απρόσιτος. Μας έκανε παρέα αρκετό καιρό. Κάποια μέρα τον είδα στην αυλή σαν να σερνόταν, σαν να ήταν άρρωστος. Πλησίασα, δεν έφυγε. Άπλωσα το χέρι και χάιδεψα την ράχη του, δεν αντέδρασε. Μόνο ρίγησε. Προσπάθησα να τον πιάσω, να δω αν είναι πληγωμένος, μα δεν με άφησε. Τραβήχτηκε ήσυχα, με κοίταξε για λίγο και νιαούρισε σιγανά. Κι έφυγε περπατώντας αργά, δύσκολα. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον άγγιξα, που άκουσα τη φωνή του. Και η τελευταία φορά που τον είδαμε. Δεν ξαναήρθε. Ψάξαμε όλη τη γειτονιά, πουθενά. Ο Κλεώπας χάθηκε το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθε. Μόνο που, κρίνοντας από την όλη τελευταία εικόνα, μάλλον είχε χαθεί οριστικά...


Μαμά μην κλαις... πρέπει να φύγω...

Π

ρέπει να φύγω μαμά... είμαι πολύ κουρασμένος... Ξέρω ότι είσαι πολύ λυπημένη... κι ο μπαμπάς... το βλέπω στα μάτια σας... το νιώθω στο χάδι σας... αλλά δεν θέλω να κλαίτε... Κι εγώ είμαι πολύ λυπημένος, σας αγαπώ τόσο πολύ... όσο μ’ αγαπάτε κι εσείς... Αχ, πόσο πολύ μ’ αγαπήσατε... από την πρώτη στιγμή, από τη μέρα που με βρήκε η νονά με σπασμένο ποδαράκι και με πήγε στο γιατρό να με κάνει καλά... και μετά με πήρατε στο σπίτι σας, στο σπίτι μας... Τι όμορφα που περάσαμε...ε, μαμά; Εσύ μου έκανες τα καλύτερα φαγητά, με φρόντιζες, μου έδινες τόσες πολλές αγκαλιές, μου έλεγες τόσα λόγια αγάπης... κι ο μπαμπάς μου έκανε αγκαλιές, με πήγαινε βόλτες, με χάιδευε, μ’ αγαπούσε τόσο πολύ... και δεν με μαλώνατε όταν έκανα και καμιά αταξία... Θυμάσαι, μαμά, που έκλεβα τα τυροπιτάκια από το τραπέζι; Που πλατσούριζα στον κουβά και σου γέμιζα νερά τη βεράντα; Που ανέβηκα στο πεζούλι και πήγα στο διπλανό μπαλκόνι να δω τη σκυλίτσα που έμενε εκεί; Πόσο είχατε τρομάξει τότε, μαμά... Κι όμως δε με μαλώσατε, μόνο με πήρες αγκαλιά και μου είπες να μην το ξανακάνω... Κι εγώ δεν το ξανάκανα, δεν ήθελα να σε στενοχωρώ... Όμως τώρα πρέπει να φύγω, μαμά... είμαι τόσο αδύναμος, τόσο κουρασμένος... δεν έχω κουράγιο ούτε να φάω πια... μόνο να κοιμάμαι θέλω... Το είπε κι ο γιατρός, είμαι πολύ άρρωστος... Κι ας είμαι


Η μετακόμιση των χρωμάτων

101

μόνο πέντε χρονών... Όμως είμαι πολύ ευτυχισμένος που πέρασα τόσο υπέροχα τη μικρή μου ζωή μέσα στην αγάπη σας... Δεν θέλω να κλαίτε, μαμά... θέλω να θυμάστε μόνο όλα αυτά τα όμορφα που ζήσαμε μαζί και την απέραντη αγάπη που σας είχα... Κι εγώ θα πάρω μαζί μου τη δική σας απέραντη αγάπη σαν φυλαχτό για το μεγάλο μου ταξίδι... Μαμά, μπαμπά... αντίο... σας αγαπώ τόσο πολύ...


Γράμμα από τον σκύλο μου

Σ

ήμερα είδα ένα πολύ περίεργο όνειρο, μαμά... και μόλις ξύπνησα είπα να το γράψω για να μην το ξεχάσω -εμείς τα σκυλιά έχουμε, λένε, κοντή μνήμη... και θα σου το στείλω γράμμα, μαμά... Είδα λοιπόν, λίγο θολά, πως ήμουν μικρός... πολύ μικρός... μια αστεία φατσούλα με κλειστά ματάκια... και δίπλα μου ήταν κι άλλες τέτοιες αστείες φατσούλες... και στριμωχνόμασταν όλες μαζί και σκουντιόμασταν για να χωθούμε κάτω από μια μεγάλη, ζεστή και χνουδωτή αγκαλιά που την έλεγαν (άκου να δεις) «μαμά» κι εκείνη... αλλιώτικη από σένα -αλλά «μαμά»... Και μετά, ξαφνικά, χάθηκαν όλοι από το όνειρο... και η άλλη μαμά και οι φατσούλες... και βρέθηκα μονάχος μου κάτω από έναν θάμνο, κοντά σε μια βρύση... και κρύωνα... και φοβόμουνα... κι ήμουν καταμεσίς σ’ ένα μεγάλο πάρκο... κι είχε κι άλλα σκυλιά τριγύρω.... πολλά... και μεγάλα... και με κοιτούσαν με κάτι μάτια που καθόλου δεν μου άρεσαν... Κι εγώ ζάρωσα κάτω από τον θάμνο κι έγινα ένα κουβαράκι... για να μη με βλέπουν... και πεινούσα -αχ, πώς πεινούσα... μα πού να βγω να ψάξω για φαγητό, θα με κυνηγούσαν... ευτυχώς έφυγαν μετά από λίγο και σύρθηκα με την κοιλιά μέχρι τη βρύση... διψούσα τόσο πολύ... και βρήκα κι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και το μασούλησα... και μετά κοιμήθηκα κάτω από τον θάμνο μου... Δεν ξέρω πόσες μέρες έμεινα εκεί, δεν το έλεγε στο όνειρο... αυτό που είδα μετά ήταν ένα χέρι που ήθελε να με


Η μετακόμιση των χρωμάτων

103

χαϊδέψει... κι εγώ ζάρωσα ακόμα πιο πολύ γιατί θυμήθηκα κάτι άλλα χέρια που με τραβολογούσαν από την αγκαλιά της άλλης μαμάς, της χνουδωτής... και με πονούσαν... αλλά αυτό το χέρι φαινόταν καλό... Και πήγα κοντά δειλά δειλά και το μύρισα -στο όνειρο... κι ήταν το δικό σου χέρι, μαμά... και μετά ξύπνησα... Έτσι έγινε; Ε, μαμά; Όπως έλεγε το όνειρο; Κάποιοι με πήραν από την κανονική μου τη μαμά και με πέταξαν στο πάρκο, κουταβάκι ακόμα... για να με ξεφορτωθούν... για να πεθάνω... Γιατί, μαμά; Τι τους είχα κάνει, τι τους είχα πειράξει; Εγώ μόνο τη μαμά μου ήθελα... εκείνη, τη χνουδωτή... Και θα ήμουν το πιο φρόνιμο, το πιο καλό κουταβάκι του κόσμου... Θα με ρωτήσεις, μαμά μου -γιατί στα γράφω όλα αυτά; Αφού τα ξέρεις... αφού εσύ ήσουν που με πήρες αγκαλιά εκεί, στο πάρκο του φόβου... που με χάιδεψες και σταμάτησες το τρέμουλο στο κορμάκι μου... που με πήρες στο σπίτι σου λέγοντάς μου ένα σωρό λόγια -που τότε δεν τα καταλάβαινα αλλά τα ένιωθα σαν βάλσαμο στην απελπισία μου... και που τα έμαθα σιγά σιγά -«κουταβίνο μου», «αγοράκι μου», «μη φοβάσαι, μικρούλη μου, εγώ είμαι εδώ» και άλλα πολλά... που μου έδωσες φαγάκι... και μια ζεστή κουβερτούλα για να κοιμηθώ εκεί, κοντά σου... εκεί που κοιμάμαι ακόμα, μαμά... οχτώ χρόνια από τότε... Γι’ αυτό στα γράφω... για να σου πω ότι τα θυμήθηκα όλα... χάρη στο όνειρο... για να σου πω πόσο πολύ σ΄αγαπώ... πως θα σε λατρεύω μέχρι το τέλος της σκυλίσιας μου ζωής... όχι μόνο γιατί με πήρες από το πάρκο... από τον θάμνο... από τα άλλα σκυλιά, που τόσο με τρόμαζαν -αλλά γιατί μ’ αγάπησες κι εσύ... πολύ... Γιατί, όταν νιώθω αυτό σου το χέρι το λατρεμένο να με χαιδεύει και ακούω τη φωνή σου να μου λέει «κουταβίνο μου», κοτζάμ σκύλαρο πια, λιώνω από τρυφερότητα... Αχ και να μπορούσα να σου μιλήσω με φωνή


104

Βάσω Αποστολοπούλου

ανθρώπινη, να σου πω όλα όσα αισθάνομαι για σένα... Όμως σε κοιτάζω μέσα στα μάτια... και σου κουνάω σαν τρελός την ουρά μου... κι εσύ χαμογελάς... και ξέρω ότι καταλαβαίνεις όλα όσα θέλω να σου πω -έτσι δεν είναι, μαμά;


Ο σκελετός του λεωφορείου

Δ

εύτερο έτος Ιατρικής κι είχαμε αρχίσει Ανατομική· ζόρικο μάθημα, χιλιάδες ονόματα και λεπτομέρειες, σκέτος πονοκέφαλος. Μέσα σ΄όλα και το «ερειστικόν σύστημα του ανθρώπου» -ήτοι τα... κοκαλάκια μας! Πολλά, ατέλειωτα -και το καθένα με το σχηματάκι του και το ονοματάκι του. Κι έπρεπε να τα ξέρουμε τέλεια. Ο καλύτερος τρόπος ήταν να έχουμε εποπτικά μέσα -ίσον αληθινά οστά. Αλλά πού να τα βρούμε; Είπαμε λοιπόν, μια παρέα 4-5 θαρραλέων φοιτητών, να πάμε στο νεκροταφείο και να ζητήσουμε να μας δώσουν. Μπήκαμε στο λεωφορείο (δεν είχαμε ΙΧ τότε, εννοείται) και πήγαμε σε ένα από τα μεγαλύτερα νεκροταφεία της Αττικής. Στόχος να βρούμε τα απαραίτητα οστά για να συναρμολογήσουμε με σύρμα, ο καθένας, τον δικό του σκελετό... Ο φύλακας ήταν άκρως εξυπηρετικός. Μας πήγε σε ένα καμαράκι με κασελάκια και μας είπε «εδώ είναι τα αζήτητα, πάρτε ό,τι νομίζετε», κι αρχίσαμε να ψάχνουμε -κρανία, μηριαία, κνήμες, όλα μαζί γιατί είχαν πάει, προφανώς, κι άλλοι πριν από μας και τα ‘χαν ανακατέψει. Βρεθήκαμε κάποια στιγμή άλλος να έχει τρία μηριαία και ένα βραχιόνιο, άλλος δυο κνήμες και μία ωλένη -χαμός. Κι αρχίσαμε τις ανταλλαγές. Κάποια στιγμή διαπιστώσαμε το μάταιον της προσπάθειας να αποκτήσουμε ολόκληρο σκελετό κι είπαμε να φεύγουμε σιγά σιγά με όσα είχαμε καταφέρει να βρούμε (μέσα σε τσάντες νάυλον) και να τα πάμε την άλλη μέρα στο απολυ-


106

Βάσω Αποστολοπούλου

μαντήριο (για να μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε). Μπήκαμε λοιπόν στο λεωφορείο με τις «τσάντες» μας -κύριοι. Άδειο το λεωφορείο, καθίσαμε ο καθένας σε διπλό κάθισμα και ακουμπήσαμε τον «συνοδό» μας δίπλα μας -ήταν και βαριές οι τσάντες. Ωστόσο το λεωφορείο άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει -και κάποια στιγμή με ρώτησε ένας κύριος, δείχνοντας τη θέση που είχα την τσάντα μου. «Δεσποινίς, μπορώ να καθίσω;» Κι εγώ, χαρίζοντάς του το πιο γλυκό κι αθώο μου χαμόγελο, απάντησα: «Λυπάμαι... είναι πιασμένη»! Περιττό να σας πω πως η μάνα μου φρίκαρε με τον κοκαλίνο φίλο που της κουβάλησα στο σπίτι -όχι ότι τρόμαξε, άλλες ήταν οι φοβίες της, με τους πεθαμένους τα είχε καλά. Το θεώρησε όμως ιεροσυλία, βεβήλωση νεκρού, διατάραξη της γαλήνης του πεθαμένου (όλα αυτά, και με το δίκιο της από μια άποψη) κι είχα μόνιμη γκρίνια να τον επιστρέψω στον χώρο του -πράγμα που δεν το συζητούσα βέβαια, το είχα βάλει πείσμα να τον στήσω. Ωστόσο, αποδείχτηκε τζάμπα και ο κόπος και η απολύμανση. Τα ευρήματά μου με τίποτε δεν συναρμολογούνταν σε αξιοπρεπή σκελετό, έστω και ανάπηρο. Μου έλειπε ένα πόδι, είχα λειψά χέρια, κάτι λίγα από πλευρές, οι σπόνδυλοι ήταν φύρδην μίγδην και, το κυριότερο, δεν είχε κεφάλι (τα κρανία γίνονταν ανάρπαστα). Άρα; Άνθρακες ο θησαυρός -διότι το θέμα δεν ήταν να μάθω απλά τα οστά, αυτά τα έβλεπα και στον Άτλαντα της ανατομίας. Το θέμα ήταν να στηθεί ένας υποφερτός σκελετός -κι αυτό δεν γινόταν. Έπρεπε λοιπόν κάπως να τον «αποσύρω» από το σπίτι, το οποίο μύριζε απολυμαντήριο. Κι εκεί άρχισαν τα προβλήματα. Να τον κάνω τι; Να τον πάω πού; Να τον επιστρέψω αδύνατον. Να τον ξεφορτωθώ ελαφρά τη καρδία ούτε λόγος -ήταν προσβολή και ιεροσυλία...


Η μετακόμιση των χρωμάτων

107

Να τον θάψουμε στο εξοχικό, στον κήπο, θα ήταν μια λύση αλλά η μάνα μου ούτε να το ακούσει -και πώς να την κατηγορήσω, ένα δίκιο το ‘χε όσο να ’ναι... Οπότε; Και τότε σκέφτηκα την Μιράντα, φίλη και συμμαθήτριά μου από το λύκειο, με την οποία είχαμε δώσει μαζί εξετάσεις για Ιατρική αλλά δεν πέρασε κι έκανε φροντιστήριο να ξαναδώσει. Η Μιράντα ενθουσιάστηκε με την ιδέα. Ίσως της φάνηκε ότι ερχόταν έτσι πιο κοντά στο στόχο της, δεν ξέρω -πάντως μου είπε ότι τα θέλει τα κόκαλα. Κανονίσαμε λοιπόν να της τα πάω στο φροντιστήριο, κάπου στην Ακαδημίας, κάποια μέρα που θα πήγαινα στη σχολή, στο Γουδί (η αφετηρία των λεωφορείων ήταν πίσω από το κτίριο της Ακαδημίας). Έτσι ο σκελετούλης μου ξαναμπήκε στο λεωφορείο της Δάφνης για να κατέβει Αθήνα. Αγκαλιά μου αυτή τη φορά, σε περιποιημένο σακβουαγιάζ (η μάνα μου, για να λυθεί το πρόβλημα, δεν είχε καμία αντίρρηση να μου το δώσει). Έφτασα στο φροντιστήριο, περίμενα να κάνουν διάλειμμα κι όταν βγήκε η Μιράντα της τον παρέδωσα -για να την ακούσω να μου λέει ότι το ‘πε στη μάνα της και σκοτώθηκαν. Η γυναίκα είχε γίνει έξαλλη κι αρνήθηκε κατηγορηματικά να βάλει τον πεθαμένο σπίτι της. Και μου το λέει η φίλη μου ενώ πηγαίνω στη σχολή! Τι να κάνω με το σακ βουαγιάζ στο χέρι, μου λέτε; Μου ‘ρθε να τη σκοτώσω. Τι να τον έκανα τον κοκάλινό μου εκείνη την ώρα; Να τον πάρω μαζί μου αδύνατον -είχα και μάθημα και εργαστήριο... Η Μιράντα δεν τον κράταγε, οπότε; Της τα ’ψαλλα ένα χεράκι που δεν με είχε ενημερώσει έγκαιρα -τουλάχιστον να τον άφηνα σπίτι και θα ’βλεπα τι θα ’κανα. Το κατάλαβε και μου πρότεινε να τον αφήσουμε προσωρινά στο φροντιστήριο και μου υποσχέθηκε ότι θα το κανόνιζε εκείνη κάπως. Στο φροντιστήριο... ΟΚ, αλλά πού;


108

Βάσω Αποστολοπούλου

Στην είσοδο του φροντιστηρίου υπήρχε ένα ξεχωριστό δωμάτιο, σαν αποθήκη, με κρεμάστρες για τα παλτά των παιδιών και με μια πόρτα που άνοιγε προς τον τοίχο κάνοντας μεγάλη γωνία κι αφήνοντας χώρο πίσω της. Εκεί τον κρύψαμε τον σκελετούλη, αφού του ζητήσαμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία, και του δώσαμε τον λόγο μας ότι θα φροντίζαμε πάση θυσία για την ανάπαυσή του. Ωστόσο δεν μάθαμε ποτέ τι απέγινε ο καημένος -οι καημένοι μάλλον... Το σακβουαγιάζ εξαφανίστηκε μυστηριωδώς -κάποιος το εντόπισε και το πήρε νομίζοντας τι... κι όταν το άνοιξε κάπου με την ησυχία του, θα έπαθε ή εγκεφαλικό ή έμφραγμα... Πάντως εμείς δεν ακούσαμε τίποτε (ούτε κι έγραψαν κάτι οι εφημερίδες). Με την Μιράντα χαθήκαμε στην πορεία της ζωής. Η επιτυχία τής χαμογέλασε στην δεύτερή της προσπάθεια και πέρασε στην Ιατρική Θεσσαλονίκης, οπότε χώρισαν οι δρόμοι μας. Ξαναβρεθήκαμε χρόνια μετά, σε μια συγκέντρωση παλιών συμμαθητριών, και μέσα στα πολλά που θυμηθήκαμε ήταν κι η ιστορία του σκελετού του λεωφορείου, την οποία και αφηγηθήκαμε στην υπόλοιπη παρέα. Μετά τα πρώτα επιφωνήματα και ποικίλα σχόλια, βάλαμε το ερώτημα «τι τέλος πιστεύετε πως μπορεί να είχε αυτή η παράξενη ιστορία;» και οργανώσαμε στα πρόχειρα ένα είδος διαγωνισμού για το πιο πρωτότυπο τέλος. Ακούστηκαν διάφορες εκδοχές, από εντελώς πεζές έως άκρως εξωφρενικές. Εκείνη ωστόσο που κέρδισε παμψηφεί το έπαθλο (πληρώσαμε οι υπόλοιπες το μερίδιό της στον λογαριασμό) ήταν η ιστορία της Φωτεινής, η οποία μας εντυπωσίασε, μας συγκίνησε και μας έκανε, εμένα και την Μιράντα, να νιώσουμε κάτι σαν εξιλέωση για τις τρέλες της νιότης μας. Σας την μεταφέρω όσο πιο πιστά γίνεται να την θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια. «Τους έπεσε λίγο βαρύ να κείτονται παραπεταμένοι σε


Η μετακόμιση των χρωμάτων

109

μια απόμερη γωνιά. Ακόμη δεν είχαν ξεκαθαρίσει καλά καλά το πόσοι ήταν μέσα στο σακ βουαγιάζ (ένα μηριαίο από δω, μια κνήμη από κει) -πάντως οι συχωρεμένοι, αν και στη ζωή ανήκαν στους περιθωριακούς, στα «αζήτητα», ήθελαν και εύχονταν να κατασταλάξουν επιτέλους κάπου για να ευχαριστηθούν τον ύπνο τον αιώνιο. Η κυρα-Κατίνα, η καθαρίστρια, αν και φτωχή, φτωχότατη, ήταν άνθρωπος με αρχές. Όταν πρωτοείδε το ξεχασμένο (έτσι νόμισε) σακβουαγιάζ, το περιμάζεψε για να το παραδώσει στο γραφείο. Έλα όμως που ο κυρ-Δήμος, ο άντρας της, δεν είχε πού να βάλει το κολατσιό και την αλλαξιά κάθε πρωί που έφευγε με το χάραμα για να δουλέψει οικοδόμος σε μεγάλο εργολάβο... Έκανε λοιπόν την αμαρτία της και κράτησε τον βαρύ καινούριο σάκο η ταπεινή γυναικούλα -και στο ημιυπόγειό τους, κάπου κοντά στο νεκροταφείο, τον απόθεσε στο τραπέζι για να δει μαζί με τον άντρα της τι είχε τελικά κλέψει. Ντρεπόταν πολύ για την πράξη της και ήξερε ότι θα τα άκουγε χοντρά από τον Δήμο της -ωστόσο, καλές οι εντολές, αλλά μάλλον ήταν φτιαγμένες για τους πλούσιους που δεν αναγκάζονταν να βολοδέρνουν συνεχώς για δυο τρεις πενταροδεκάρες. «Κοίτα άντρα τι βρήκα» του είπε -και, κάτω από το αυστηρό βλέμμα του, άνοιξε τον σάκο. Κόπηκαν τα πόδια τους και η φωνή μπερδεύτηκε κάπου μέσα στο λαρύγγι τους χωρίς να μπορεί να βρει τον δρόμο να βγει. Σαν υπνωτισμένοι έβγαλαν τα κόκαλα ένα ένα και, σαν ρομπότ, τα ξανάβαλαν προσεκτικά πίσω στην θέση τους. Κεραυνοβολημένοι, με την καρδιά στο στόμα και το δωμάτιο να φέρνει γύρα από την σκοτοδίνη, κοιτούσαν μια το σακβουαγιάζ και μια ο ένας τον άλλον κάνοντας την ίδια σκέψη -δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσουν εκείνο το βράδυ στο σπιτικό τους. Κάποια στιγμή ο κυρ-Δήμος συνήλθε. Σηκώθηκε απο-


110

Βάσω Αποστολοπούλου

φασιστικά, πήρε το παλιό του μπουφάν, φόρεσε την τραγιάσκα του, άρπαξε και την γυναίκα του από το χέρι και της είπε να κάνει γρήγορα, η ώρα ήταν περασμένη και στον γυρισμό ίσως έχαναν το τελευταίο λεωφορείο. «Χριστιανέ μου, πού με τραβάς νυχτιάτικα;» έκανε να γκρινιάξει αυτή αλλά τα μάτια του ήταν αγριεμένα. «Πάρε την καταραμένη λεία σου και βιάσου να πάμε στην Πλατεία της Νίκης όπου χτίζουμε τη βάση για ένα άγαλμα. Θα βάλουμε τα κόκαλα κάτω από το χαλίκι που έχουμε απλώσει στα θεμέλια πριν ρίξουμε αύριο το τσιμέντο. Βιάσου γυναίκα -να προλάβουμε...» Έτσι οι άγνωστοι νεκροί βρέθηκαν στυλοβάτες σ’ ένα όμορφο μνημείο που όρθωσε ο δήμαρχος για τους πεσόντες στους αγώνες κατά των Γερμανών. Η ρόδα της τύχης τούς ξανάφερε στην τελευταία γειτονιά τους και, για να τους ξεπληρώσει θαρρείς για την παράδοξη περιπέτειά τους με τους ζωντανούς, τους έκανε μεταθανάτιους ήρωες». Ποιος δεν θα ήθελε να ταφεί κάτω από ένα μνημείο υπέρ της Πατρίδας και της Ελευθερίας!


δυο λαλούν


112

Βάσω Αποστολοπούλου


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... ο παππούς –Καλημέρα! –Πού την είδες; –Παντού! Κοίτα λιακάδα, χαρά Θεού! –Ο Θεός μπορεί να χαίρεται, εγώ πάλι όχι... –Κατάλαβα... πάλι ανάποδα ξύπνησες. –Δεν ξύπνησα... –Πα να πει κοιμάσαι ακόμα; –Για να ξυπνήσεις πρέπει να κοιμηθείς, κι εγώ δεν... Όλη νύχτα το μάτι γαρίδα... –Ατλαντικού; –Παρντόν; –Λέω, γαρίδα Ατλαντικού; Από κείνες τις μεγάλες, τις γκάμπας; –Γυρεύντας πας να τ’ ακούσεις κι εσύ... –Γιατί, ποιος άλλος τ’ άκουσε; –Ο τέταρτος... –Σωματοφύλακας; Ο Ντ’ Αρτανιάν; Αγαπημένος μου! –Δε με παρατάς! Ο τέταρτος όροφος... –Μαζί με το ασανσέρ; –Ο παππούς στον τέταρτο... –Τι σου ‘κανε το γεροντάκι; –Πλύση εγκεφάλου –Παρντόν εγώ τώρα -τι εννοείς; –Εννοώ ότι δεν εννοεί να βάλει ακουστικά... –Κι εσένα τι σε κόφτει; –Με κόφτει και με σφάζει! Έχω μάθει απ’ έξω όλα τα προ-


114

Βάσω Αποστολοπούλου

γράμματα της τηλεόρασης... –Κρυφακούς; Ντροπή στην ηλικία σου! –Με δουλεύεις; Αυτός βαριακούει -ή μάλλον δεν ακούει καθόλου... –Και; –Καί... η τηλεόραση στο τέρμα και τα νεύρα μου ζαρτιέρες... –Κόκκινες; Το καλύτερό μου! –Ε, δεν τρώγεσαι... τζάμπα σου μιλάω τόση ώρα... –Ο τζάμπας απόθανε -έχουμε κρίση, ξύπνα! –Σάμπως και κοιμήθηκα όλη νύχτα;


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το λίφτινγκ –Πώς πάει; –Με τον αραμπά, πώς να πάει... –Της Σωτηρίας ή της Μαρίζας; –Έλα μου; –«Αραμπάς περνά/με την βλάμισα» -Σωτηρία Μπέλλου ή «Αραμπάς περνά/σκόνη γίνεται» -Μαρίζα Κωχ; –Σε συνδυασμό σου βρίσκεται κάτι; –Ίσον; –Αραμπάς που να γίνεται σκόνη με την βλάμισα μαζί... –Ώπα -με ποιαν τα ‘χεις πάλι; –Την βλάκισα-βλάμισα, ποιαν άλλη... –Εξπλικέ σιλ βου πλε.. –Το γαλλικό σε μάρανε... –Ενώ εσένα; –Η πρώην... που δε λέει να το πάρει απόφαση ότι μαράθηκε... –Χτύπησε πάλι; –Μακάρι να χτύπαγε, στο κεφάλι κατά προτίμηση... μπας και γλίτωνα... –Γιατί τόσο μένος; –Γιατί είμαι αρπαγμένος, γι’ αυτό. Ξέρεις τι ζήτησε; –Σεξ! –Έχεις ξεφύγει εντελώς... Λεφτά μου ζήτησε! –Αύξηση διατροφής; –Όχι -εξτρά επίδομα τραβηχτικής... –Ξανα-εξπλικέ!


116

Βάσω Αποστολοπούλου

–Θέλει να κάνει λίφτινγκ στη μούρη -αυτή που μαράθηκε... –Πολλά; –Τον μισό προϋπολογισμό του κράτους -Ελβετία θέλει η μανδάμ! –Και; –Της είπα να πάει στην Καραγιώργη Σερβίας, εκείνοι είναι επί του προϋπολογισμού!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η πίτσα –Για πού το ’βαλες νυχτιάτικα; –Πάω να χτυπήσω μια πίτσα -είσαι; –Πίτσα; Όχι, κυκλοφορεί AIDS! –Κρυάδες... Να την χτυπήσουμε μαζί εννοώ... –Γιατί, τι μας έφταιξε να την βαρέσουμε; –Ε, δεν τρώγεσαι... –Δεν είμαι πίτσα, γι’ αυτό... Τέλος πάντων, πάμε... –Πώς την τρως; –Ψημένη! –Εννοώ με τι, έξυπνε! Ζαμπόν, μανιτάρια...τι; –Με απ’ όλα! –Και μπέικον; Από χοληστερίνη πώς πας; –Δεν πάω -βασικά δεν πάω να κάνω εξετάσεις... –Δεν ξέρεις αν έχεις χοληστερίνη; –Αν έχω γενικά αυτήν την ουσία ή αν είναι στα ύψη; –Ότι την έχεις, την έχεις... αν είναι μεγάλη είναι το ζήτημα... –Θα σου ‘λεγα τώρα τι την έχω, αλλά θα μας κόψει η λογοκρισία... και, σε κάθε περίπτωση, τι σχέση έχει το μπέικον; –Έχει σχέση, και μάλιστα στενή, με πολλά λιπαρά -κολλητάρια είναι! –Και; –Ανεβάζει τη χοληστερίνη, παθαίνεις αρτηριοσκλήρωση, κάνεις πίεση, σου ‘ρχεται το εγκεφαλικό και πας καλιά σου! –Όλα αυτά το μπέικον; Πού την ανεβάζει την ρημάδα; –Όλα!


118

Βάσω Αποστολοπούλου

–Ενώ το ζαμπόν και τα τυριά που θα σαβουρώσεις δεν την ανεβάζουν; –..... –Δεν μιλάς; –Να σου πω... σαν να μην πολυπεινάω πια... –Πάμε σπίτι μου, να μας τραπεζώσει η μάνα μου; –Κάτι καλό; –Γιαουρτάκι με μηδέν λιπαρά!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η λαϊκή –Λαϊκή πας; –Πώς το κατάλαβες; –Απ’ το καρότσι.... –Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις! –Εξυπνάδες... Έτσι ρώτησα, για να κάνουμε κουβέντα... –Περί λαϊκής; –Έχω απορίες... –Για τη λαϊκή; –Ναι, γιατί; –Ότι θα είχες φιλοσοφικές αναρωτήσεις για ένα τέτοιο θέμα δεν θα μου περνούσε από το μυαλό! Για λέγε; –Γιατί πας λαϊκή; –Τέτοιο μεταφυσικό ερώτημα! –Υπεκφεύγεις! –Επειδή έχει φρέσκα φρούτα και λαχανικά μήπως; Επειδή έχει ΚΑΙ καλύτερες τιμές; –Κι ο μανάβης έχει φρέσκα... κι όσο για τις τιμές, δεν σου λείπουν τα λεφτά... προς τι η ταλαιπωρία και το σούρσιμο του καροτσιού; –Σωστά , δεν μου λείπουν τα λεφτά... θα μου λείψει όμως η ατμόσφαιρα αν δεν πάω! –Η ποια; –Η ατμόσφαιρα, ο χαβαλές, το τζέρτζελο! –Παρακαλώ; –Είναι μια απόδραση αν το δεις με ευρύ πνεύμα... Μανάβηδες που φωνάζουν, κόσμος που σκουντιέται, καρότσια


120

Βάσω Αποστολοπούλου

που τρακάρουν, παππούδες που τσακώνονται αν είναι φρέσκο το ψάρι, γιαγιάδες που ζουλάνε τις ντομάτες και ωρύεται ο ντοματάς, ο σουβλατζής παραδίπλα... ένας ολόκληρος μικρόκοσμος που μετακινείται κάθε μέρα και σ’ άλλη γειτονιά και που πολύ το απολαμβάνω να τον χαζεύω! –Πολύ; –Τουλάχιστον για κάνα δίωρο! Χαζεύω, ψωνίζω, κάθομαι στο παγκάκι και κάνω τσιγάρο, πιάνω την κουβέντα για τα πολιτικά και την κρίση -το ξέρεις ότι οι μανάβηδες είναι οι καλύτεροι σχολιαστές της επικαιρότητας; –Σοβαρά; –Λόγω τιμής! –Πάμε λαϊκή; –Πάμε για φρέσκα;


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... ο πόνος –Έχω έναν πόνο χαμηλά... –Στις πατούσες; –Στην κοιλιά... –Κακό αυτό... –Με τρομάζεις... Γιατί , τι μπορεί να είναι; –Τα πάντα... πολύ ζόρικο πράγμα η κοιλιά... –Λες; –Εγώ δε λέω τίποτε, οι γιατροί το λένε... –Δηλαδή; –Έχει τα πάντα μέσα -στομάχια, συκώτια, έντερα, σπλήνες, νεφρά... τι άλλο ξεχνάω; –Έχει κι άλλα; –Κι αυτά φτάνουν για να μην ξέρεις πού και τι πονάει... άντε να βγάλεις άκρη... –Τώρα κι αν με τρομάζεις... –Εγώ για το καλό σου το λέω, μη σου ‘ρθει κανένα ξαφνικό... –Τι ξαφνικό από την κοιλιά... δεν είναι καρδιά, να πεις θα πάθω έμφραγμα... –Μην το λες! Παθαίνει κι η κοιλιά έμφραγμα καμιά φορά... –Τι βλακείες είναι αυτές; –Καθόλου! Φράζει το έντερο (έμφραγμα δεν είναι κι αυτό;), παθαίνεις ειλεό κι άμα δεν σε προλάβουν, χαιρετίσματα στον Κολοκοτρώνη! –Φεύγω... –Πού πας;


122

Βάσω Αποστολοπούλου

–Νοσοκομείο... να κάνω κολονοσκόπηση, ακτινογραφία, υπέρηχο, αξονική, μαγνητική... κι ό,τι άλλο χρειαστεί... μην πάω σαν τον γερο-Μασούρα... –Σωστό σε βρίσκω -και να δεις που θα φύγει αμέσως ο πόνος! –Και πού θα πάει; –Στην τσέπη και στον πισινό σου!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το αδέσποτο –Πήρα σκύλο! –Αληθινό; –Όχι, λούτρινο -από το Τζάμπο! Τι βλακείες ρωτάς... –Πώς σου ήρθε η ιδέα; –Δεν μου ήρθε η ιδέα -ο σκύλος μου ήρθε... –Παρντόν; –Χτες βράδυ γυρίζοντας από την πεζοπορία βρήκα ένα κουτάβι στην πόρτα του κήπου... –Μόνο του; –Όχι, με γκόμενα! Μα τι ρωτάς, χριστιανέ μου; Μόνο, φοβισμένο, έτρεμε μέσα σε μια κούτα... –Τι κούτα; –Από ΝΟΥΝΟΥ... κάποιος το είχε παρατήσει με ένα σημείωμα «δεν έχω λεφτά να το φροντίσω»... –Α το έρημο... και τι το έκανες; –Το πήρα σπίτι, του έβαλα να φάει το μεσημεριανό μου μπιφτέκι κι έπεσε ξερό για ύπνο... –Είναι μαλλιαρό; –Όχι, έκανε πρώτα χαλάουα σε μπωτέ! Συνεχίζεις να ρωτάς βλακείες... –Θα σε γεμίσει τρίχες... ξέρεις πώς μαδάνε τα σκυλιά; –Πιο πολύ μαδάω εγώ... Τέλυ Σαβάλας έχω γίνει... –Ποιος είναι αυτός; –Είσαι και άσχετος! Να πας στον Γκούγκλη να κοιτάξεις... –Και τι θα κάνεις; –Με την τριχόπτωση;


124

Βάσω Αποστολοπούλου

–Με τον σκύλο! –Θα τον κρατήσω φυσικά -αφού με υιοθέτησε! Και δεν θα πηγαίνω για περπάτημα έτσι μαγγούφης, θα τον έχω συντροφιά! –Χαρά στο κουράγιο σου... –Χαρά στο δικό του κουράγιο... Ξέρεις τι πόνο είχαν τα ματάκια του; Και ξέρεις τι χαρούλες μου έκανε το πρωί; Η καλύτερη παρέα στον πρωινό καφέ! –Και πώς θα τον βγάλεις; –Κότζακ!!!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... ο καιρός –Είσαι για κάνα ουζάκι; –Να τελειώσουν οι ειδήσεις πρώτα. –Λένε κάτι ενδιαφέρον; –Α, δεν προσέχω... –Παρακαλώ; –Λέω -δεν προσέχω, όλο τα ίδια και τα ίδια.. –Και τότε; –Τότε τι; –Γιατί δεν φεύγουμε αφού δεν παρακολουθείς; –Περιμένω τον καιρό... –Τον καιρό; –Ναι, στο τέλος... δε λέει τον καιρό; –Κι εσένα τι σε νοιάζει, θα πας πουθενά αύριο; –Όχι, με τι λεφτά... –Θα σπείρεις, θα θερίσεις, έχεις τις πορτοκαλιές γεμάτες και φοβάσαι μη σου τις κάψει ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει; –Με ξέρεις για γεωργό; –Γεωργός δεν είσαι, ταξιδιώτης δεν είσαι -τι τον θες τον καιρό; –Μα να μην ξερω τι μέρα θα ξημερώσει; –Για να κατεβάσεις το μαγιό από το πατάρι; –Παρακαλώ εγώ τώρα; –Λέω -μπας κι είσαι χειμερινός κολυμβητής και κόπτεσαι τόσο πολύ... κι όσο για την μέρα που θα ξημερώσει, μακάρι όλο της το ζόρι να ήταν στον καιρό της...


126

Βάσω Αποστολοπούλου

–Αλλά πού είναι; –Στον δικό μας τον καιρό... που πάει από το κακό στο χειρότερο... και που δεν χρειάζεται να μας το πει η ΕΜΥ, μας το ‘χουν πει άλλοι... –Άλλοι; –Οι Τροϊκάνοι!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το ψυγείο –Έχω πρόβλημα με το χέρι μου... –Αρθριτικό; –Όχι, αναρχικό! –Έλα μου; –Πρόβλημα αυτονομίας... –Πάλι δε σε πιάνω... –Εκείνο πάλι πιάνει... ό,τι βρει στο ψυγείο... –Πάμε πάλι από την αρχή γιατί -ΔΕΝ... –Δώσε προσοχή -πάω στο ψυγείο και το ανοίγω για να πάρω ένα μήλο.. –ΟΚ –Αλλά αντί για μήλο πιάνω το μιλφέιγ... –Καμία σχέση... αλλά πού πάει το αναρχικό; –Παιδάκι μου -θέλω το μήλο, αλλά το χέρι αυτονομείται και παίρνει το μιλφέιγ... –Και πού το ‘χεις το μυαλό σου; –Εδώ είναι το θέμα -το μυαλό λέει μήλο και το στομάχι μιλφέιγ! –Σκεφτεται και το στομάχι; –Το ψυγείο φταίει... –Ώπα... αχταρμά μου τα ‘κανες -το ψυγείο; –Ναι, έχει αυτήν την καταλυτική επίδραση το άνοιγμα της πόρτας του -μπλοκάρει το μυαλό μου, επιδρά στο στομάχι μου, επηρεάζεται το χέρι μου και απλώνεται στα γλυκά... –Μια απλή ερώτηση πριν τα παίξω εντελώς από την πα-


128

Βάσω Αποστολοπούλου

ρανοϊκή σου προσέγγιση -είναι κακό το μιλφέιγ; –Αν κάνεις δίαιτα, ναι... –Αν κάνεις δίαιτα ΔΕΝ αγοράζεις μιλφέιγ... φεύγω, άντε γεια... –Πού πας; –Στο φαρμακείο για ηρεμιστικά -και στο ζαχαροπλαστείο για μιλφέιγ!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η γυναίκα –Σήμερα γιορτάζει η Γυναίκα... –Η δική σου; Αφού χωρίσατε, ακόμα τη γιορτάζεις; –Η Μέρα της Γυναίκας, απληροφόρητε... –Α, μάλιστα... μια ακόμη μέρα... –Αυτή είναι σημαντική, δεν είναι σαν άλλες.. –Πώς αυτό; –Για σκέψου το λιγάκι. Γυναίκα μας φέρνει στη ζωή, γυναίκες κυνηγούμε σε όλη μας τη ζωή... –Είμαστε βιτσιόζοι εμείς οι άντρες, δε λέω! –Μη με διακόπτεις. Έλεγα λοιπόν ότι -μάνα, γκόμενα, σύζυγος, κόρη... μια ζωή γεμάτη γυναίκες. Αν το καλοσκεφτείς, είναι πανταχού παρούσες από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι την ώρα που μας κλαίνε (αν είμαστε τυχεροί και φύγουμε πρώτοι)... –Μπα σε καλό σου! Και γιατί τυχεροί παρακαλώ; –Και βέβαια... Έχεις δει άντρες χήρους; Σπάνιο είδος πρέπει να πω, στα κοιμητήρια όλο χήρες βλέπεις -αλλά έχεις δει πώς τη βγάζουν; –Τώρα που το λες, δεν νομίζω... –Εγώ έχω έναν φίλο τέτοιο. Από την ώρα που έχασε τη γυναίκα του, ρήμαξε. Και δεν μιλώ για την μοναξιά, αυτή ισχύει για όλους. Μιλώ για τα απλά, τα καθημερινά. Μαγείρεμα, σιδέρωμα... άσε το ράψιμο... –Μόδιστρος είναι; –Μην το κοροϊδεύεις... Έχεις δοκιμάσει ποτέ να ράψεις κουμπί; Να περάσεις κλωστή σε βελόνα; Να τρυπήσεις όλα


130

Βάσω Αποστολοπούλου

τα δάχτυλα και το κουμπί να κρέμεται; Καλύτερα το ‘χω να λύσω το πρόβλημα του ΕΟΠΥΥ.. –Ράβει ο υπουργός κουμπιά; –Ε, δεν τρώγεσαι! Εγώ σου μιλάω σοβαρά για τις γυναίκες της ζωής μας κι εσύ με δουλεύεις... Πού πας; –Να πάρω λουλούδια για τη μάνα μου -και να με μάθει να ράβω κουμπιά!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η σάκκα –Τα νεύρα μου... –Τι έπαθες πρωινιάτικα; –Σάκκα είχες; –Τι πράγμα; –Λέω -στο σχολειό είχες σάκκα; –Αυτό πάλι πού κολλάει τώρα; –Πες και θα σου πω... –Όχι, έβαζα τα βιβλία στον μάρσιππο... –Με δουλεύεις; –Εσύ με δουλεύεις μ’ αυτά που ρωτάς... Άκου αν είχα σάκκα... και βέβαια είχα, ασήκωτη... –Και ποιος την κουβαλούσε; –Ένας δούλος που είχε αγοράσει ο πατέρας μου στο σκλαβοπάζαρο! Είσαι καθόλου καλά; Εγώ την κουβαλούσα, έγερνα μονόπαντα από το βάρος! –Άει γεια σου... –Που είχα σκεβρώσει; Υγεία το λες αυτό; –Όχι... ανάληψη ευθυνών το λέω... –Ανάληψη σάκκας ναι... Ανάληψη ευθυνών -πόθεν; –Η σάκκα μας είναι ευθύνη μας... Την φτιάχνουμε, την πάμε στο σχολειό. Την φέρνουμε πίσω... Είναι υποχρέωση κάθε μαθητή, σωστά; Ένα βάρος που πρέπει να σηκώσουμε... –Αν το δεις έτσι, σωστά... –Τότε γιατί τρία στα τέσσερα παιδάκια πηγαίνουν σήμερα στο σχολειό τους με τα χέρια στις τσέπες και μια μαμά/για-


132

Βάσω Αποστολοπούλου

γιά/παππούς κουβαλάει τη σάκκα τους; Πότε και πώς θα μάθουν ότι η ζωή έχει ζόρια, βάρη, αγκομαχητό αν δεν ξεκινήσουν από την σάκκα τους; –Μπορεί να είναι πολύ βαριά... –Οι δικές μας δεν ήταν; Εμείς τι ήμασταν, απόπαιδα; Κι άντε, είναι πολύ βαριά -μα οι περισσότερες έχουν ροδάκια... και σέρνει η γιαγιά τα ροδάκια στον ανήφορο και κλωτσάει ο μάγκας τα τενεκάκια στο δρόμο... –Κι είναι κακό να κλωτσάς τα τενεκάκια; Κι εμείς το κάναμε, ολόκληρο ποδοσφαιρικό αγώνα στήναμε... –Κακό δεν είναι -μπορεί να μας προκύψει ο καινούριος Μέσσι! Κακό είναι να σέρνει τη σάκκα η γιαγιά κι εσύ να κλωτσάς... –Τα τενεκάκια; –Και την ευκαιρία σου να μάθεις τι θα πει υπευθυνότητα και «βάρη ζωής»!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το νερό –Παγκόσμια μέρα του νερού σήμερα... –Γιορτάζει η ΟΥΛΕΝ; –Πού τη θυμήθηκες αυτή; ΕΥΔΑΠ τη λένε σήμερα... –Εγώ με την ΟΥΛΕΝ μεγάλωσα... –Και με σκάφη μεγάλωσες αλλά ας μην το κάνουμε θέμα! –Εννοείς βαπόρια; Είχα μπαμπά εφοπλιστή και δεν το ξέρω; –Εννοώ τη σκάφη τη σιδερένια, την ασήκωτη, που έβαζαν οι μανάδες μας μια φορά τη βδομάδα, κάθε Σάββατο, καταμεσής στην κουζίνα και μας έκαναν μπάνιο με τον κούτουλα! –Τον ποιον; –Τον κούτουλα... το κατσαρόλι με το χερούλι που παίρναμε το νερό από το καζάνι και κάναμε μπάνιο -λέμε τώρα! –Πω πω τι μου θύμισες... Και γινόταν η κουζίνα λίμπα κολύμπα κι άντε να την συμμαζέψεις... Μπάνιο κάθε Σάββατο... για φαντάσου, η αποθέωση της καθαριότητας! –Και πάλι καλά να λέμε -που είχαμε τρεχούμενο νερό στο σπίτι... Άσχετο αν δεν είχαμε μπανιέρες και τα ρέστα... Άλλοι κουβαλούσαν το νερό με τους γκαζοτενεκέδες από τη βρύση του Δήμου... –Έλα! –Αυτοί να δεις πώς έρχονταν! Φορτωμένοι σαν υποζύγια, λυγισμένοι στα δυο, για να γεμίσουν τα βρυσάκια -τα θυμάσαι τα βρυσάκια; –Καλά λες! Είχε η γιαγιά μου στο χωριό -πού δίκτυο


134

Βάσω Αποστολοπούλου

ύδρευσης τότε... Το τεπόζιτο πάνω από τον πέτρινο νεροχύτη με τη βρυσούλα... και να κουβαλά ο παππούς το νερό από την πλατεία... δύσκολα χρόνια... –Στους νεότερους να τα πεις, που ανοίγουν τη βρύση και ξεχνούν να την κλείσουν! Μια βδομάδα μόνο να ζούσαν με σκάφη και βρυσάκι και θα σου ‘λεγα τι οικονομία νερού θα είχαμε! –Φεύγω... –Πού πας; –Να ρυθμίσω το ποτιστικό του κήπου -παγκόσμια μέρα του νερού σήμερα!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η σημαία –Έλα, καλημέρα... –Έγινε κάτι; Με τρομάζουν τα πρωινά τηλεφωνήματα. –Ησύχασε -για τη σημαία σε παίρνω. –Τη σημαία; –25 Μαρτίου σήμερα -θέλω να βάλω τη σημαία στο μπαλκόνι μου, το ξέχασα χτες... –Και θες βοήθεια γι’ αυτό; Είναι βαριά; –Η ψυχή μου είναι βαριά... και δεν θέλω βοήθεια, συμπαράσταση θέλω... –Για πες... –Θυμάσαι στο σχολείο; Που κάναμε κάθε πρωί έπαρση της σημαίας; –Αν θυμάμαι, λέει... Όλα τα παιδιά σε στάση προσοχής να ψέλνουμε τον Εθνικό μας Ύμνο και να την καμαρώνουμε, καθώς ανέβαινε περήφανα στον ιστό... –Και να βουρκώνουμε... και να ριγούμε... και να νιώθουμε εκείνο το πετάρισμα μέσα μας... –Τι μου θύμισες τώρα... όμορφα χρόνια, γιορτές στο σχολείο, απαγγελίες, θεατρικά... –Χορωδία, σκηνικά, πανηγυρικοί... –Θυμάσαι που έκανες τον Καραϊσκάκη; –Κι εσύ τον Παπαφλέσσα; Και σε στήσαμε στο «δέντρο» να σε φιλήσει ο Ιμπραήμ στο μέτωπο; –Θυμάσαι που κανείς δεν ήθελε να κάνει τον Ιμπραήμ; Όλοι θέλαμε να κάνουμε Έλληνες ήρωες... –Και έριξε ο δάσκαλος κλήρο; Και μούτρωσε ο Παντελής


136

Βάσω Αποστολοπούλου

που του ’λαχε ο Τούρκος; –Αιγύπτιος ήταν, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα.. –Πάντα ήσουν καλός στην Ιστορία! –Αξέχαστα χρόνια... πόσες εικόνες ριζωμένες μέσα μας βαθιά... –Αλήθεια, γίνονται σήμερα τέτοιες σχολικές γιορτές; –Θα σε γελάσω... –Γι’ αυτό σου λέω είναι βαριά η ψυχή μου... γίνονται; –Κάθε γενιά με τη δική της διαδρομή... τι να πω... –Θα ‘ρθεις τελικά για τη σημαία; –Θα πούμε και τον Ύμνο; –Εννοείται! –Κλείσε κι έφτασα!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η βαλίτσα –Κατάλαβες, φίλε μου... θα μου πει εμένα για τη βαλίτσα... –Τι έγινε πάλι; –Είναι, λέει, μεγάλη η βαλίτσα... –Ποια βαλίτσα, τι λες; –Αυτή η ξυνή στο αεροδρόμιο... προχτές που πήγαινα στη Σαλονίκη να δω τη θεια μου... –Ζει ακόμα η θεια σου η Αγγέλα; –Και σε πουλάει και σ’ αγοράζει -τετρακόσια τα ‘χει, σχεδόν όσα και τα χρόνια της... αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας... –Αλλά; –Η βαλίτσα -τι λέμε τόση ώρα; –Σάμπως και κατάλαβα; Βάλε μια σειρά μπας και βγάλουμε κάποια άκρη... –Να βγάλουμε, γιατί να μη βγάλουμε... Λοιπόν -θα πήγαινα για Σαββατοκύριακο μόνο, οπότε έβαλα κάνα δυο πραγματάκια σε μια μικρή βαλιτσούλα, αυτές του χεριού, για να μην έχω να περιμένω και αποσκευές... –Σωστός! –Έτσι πίστευα κι εγώ -μέχρι που, εκεί που καθόμουν ωραία και καλά και περίμενα να ανοίξει η πύλη, ήρθε η ξυνή αεροσυνοδίνα να μου πει ότι είναι μεγάλη η βαλίτσα μου, λέει, και να πάω να τη μετρήσω, λέει, και... –Να τη μετρήσεις; Πού; Και πώς; –Έχουν εκεί κάτι πλαίσια που βάζεις τη βαλίτσα -κι αν


138

Βάσω Αποστολοπούλου

χωράει, την παίρνεις μαζί σου, αλλιώς στη στέλνουν αποσκευές... –Κι εσένα χωρούσε; –Χωρούσε... αλλά δεν της έκανα τη χάρη να τη μετρήσω... –Δηλαδή; –Δηλαδή διαπίστωσα, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά γύρω μου, ότι υπήρχαν τουλάχιστον καμιά δεκαπενταριά επιβάτες με βαλίτσες ίδιες και μεγαλύτερες από τη δική μου... –Και; –Και ξύπνησε μέσα μου ο Ροβεσπιέρος... –Ο ποιος; –Ο Ροβεσπιέρος, ανιστόρητε! Γαλλική επανάσταση; Ισότης και τα σχετικά; Της είπα λοιπόν ότι ή θα μετριόμασταν όλοι ή δεν το κούναγα ρούπι από τη θέση μου... –Τους έδωσες στεγνά δηλαδή! –Καθόλου! Επειδή η ξυνή σκόνταψε πάνω μου, θα έτρεχα εγώ στον ιμάντα αποσκευών; –Και τι έγινε τελικά; –Εν τη ενώσει η ισχύς! Μπήκαμε όλοι με τις βαλίτσες αγκαλιά στο αεροπλάνο!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το αγενές αγένειο –Γέμισε ο κόσμος ανάγωγους ... –Με ποιον τα ‘χεις πάλι; –Με το χτεσινό αγενές αγένειο... –Έλα μου... Τι είναι πάλι τούτο; –Το χτεσινό αμούστακο γαϊδούρι -και συγγνώμη γαϊδουράκια μου για την υποτιμητική σύγκριση... –Δεν καταλαβαίνω... –Κι εγώ δεν καταλαβαίνω -πώς τα καταφέραμε σαν κοινωνία κι αναθρέψαμε τόσα πολλά γαϊδούρια δίποδα... –Και πού το συνάντησες το «αγένειο»; –Στο μετρό χτες. Είχα μπει στην Ομόνοια, αφού είχα φάει όλο μου το πρωινό ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες σε κάποια δημόσια υπηρεσία για κάτι ρημάδια έγγραφα -και δεν είναι να κάνουμε τέτοιες γυμναστικές στην ηλικία μας, ξεπατώθηκα στην κούραση και δεν ένιωθα τα πόδια μου από την ορθοστασία... –Το ξέρω, το ‘χω πάθει... –Γεμάτο το βαγόνι, όρθιος εγώ να περιμένω πότε θα λιποθυμήσω. Λίγο πριν το Σύνταγμα βλέπω μια κυρία στο κοντινό μου κάθισμα να ετοιμάζεται -«θα κατέβει», σκέφτηκα περιχαρής -αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο... –Το γαϊδούρι; –Το αμούστακο και ξεκαπίστρωτο... Πάνω που κάνω να καθήσω, νιώθω μια σπρωξιά κι ακούω ένα «συγγνώμη να περάσω». Γυρίζω και βλέπω ένα εικοσάχρονο αγένειο μαϊρεμάτι, με τον φραπέ στο χέρι, να με παραμερίζει και να


140

Βάσω Αποστολοπούλου

στρογγυλοκάθεται στη θέση... –Τι είναι το μαϊρεμάτι, χριστιανέ μου; –Λιανός, μισή μερίδα, μισοριξιά... πώς το λένε... –Α, μάλιστα... και λοιπόν; Τον άρπαξες; –Τι να αρπάξω... Έχεις ιδέα από τέτοια μουλάρια; συγγνώμη μουλαράκια μου... Μια κουβέντα λες, δέκα βρισιές σου αντιγυρίζουν -και, ή θα πρέπει να τα βρίσεις κι εσύ σα χαμάλης ή να τα πλακώσεις στις μπάτσες... Χαμάλης δεν είμαι, τη σωματική βία την απεχθάνομαι, οπότε... –Οπότε; –Του έριξα ένα κακό βλέμμα, από κείνα τα δολοφονικά μου... –Και; –Και -τίποτε! Με αγνόησε παντελώς και συνέχισε να πίνει τον φραπέ του -που στο λαιμό να του κάτσει του αλήτη... –O tempora, o mores! –Ακριβώς -που μώρα και κασίδα να τον πιάσει... τον πιθηκάνθρωπο... συγγνώμη, πρόγονοί μου...


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το μουντιάλ –Πάλι ξενύχτησα χτες... –Πονοκέφαλος; –Μουντιάλ! –Παρντόν; –Το μουντιάλ, το παγκόσμιο κύπελο ποδοσφαίρου... –Αυτό στη Βραζιλία; –Ενημερωμένο σε βρίσκω! –Και πώς αλλιώς; Όποιο κανάλι και να πατήσεις, όλο και σε κάτι σχετικό θα πέσεις. –Δηλαδή δεν παρακολουθείς; –Μέχρι τους δεκάξι. –Παρντόν εγώ τώρα; –Όσο έπαιζε η Εθνική -μετά αποχώρησα. –Εγώ πάλι όχι. –Δηλαδή συνεχίζεις; –Φανατικά! Κι όχι μόνο τους αγώνες και τις παρατάσεις και τα πέναλτυ. –Αλλά; –Κι όλες τις ενημερωτικές εκπομπές -αναλύσεις, σχόλια, επεξηγήσεις στρατηγικών και πλάνων, προβλέψεις, πλήρης ενημέρωση για τον τραυματισμό του Νεϊμάρ και την αλλαγή του Κρουλ... τα πάντα... –Δε σε είχα για τόσο ποδοσφαιρόφιλο -πότε σου προέκυψε; –Δεν μου προέκυψε... –Αλλά;


142

Βάσω Αποστολοπούλου

–Ο παππούς του τέταρτου... –Που βαριακούει; –Αει γεια σου! –Κι ακούτε όλοι μαζί στην πολυκατοικία; –Σωστός! –Κι εσύ τι κάνεις; –Τι να κάνω... υπομονή... δε θέλω να τον κακοκαρδίσω. Πού θα πάει, θα τελειώσει και το μουντιάλ και θα αλλάξω κι εγώ κανάλι. –Γιατί, τώρα τι βλέπεις; –ΝΕΡΙΤ δαγκωτό!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... οι κουρελούδες –Θύμισέ μου να μην ξαναβγώ Κυριακή από το σπίτι μου... –Συγκεκριμένη ή όλες; –Όλες! –Από την εξώπορτα ή από την πόρτα του κήπου; –Από την γκαραζόπορτα... –Παρντόν; –Να μην κουνήσω το αμάξι, να μην οδηγήσω, να μη βγω στο δρόμο, να μην πάω πουθενά... –Τι σε καβάλησε πάλι; –Εμένα τίποτε... Άλλοι καβαλούν τα αμάξια τους κι όποιον πάρει ο Χάρος... –Ωχ... κατάλαβα... οι καμικάζι της Κυριακής, ε; –Τίποτε δεν κατάλαβες... οι κουρελούδες της Κυριακής να λες... –Ξανα-παρντόν; –Ειδική κατηγορία οδηγών. Όλη τη βδομάδα πηγαίνουν στη δουλειά τους με το λεωφορείο και τις Κυριακές ανακαλύπτουν ότι έχουν αυτοί αμάξι και η χώρα εξοχές. –Και λοιπόν; –Ξαμολιούνται να τις ανακαλύψουν. –Κι εσύ τι ζόρι τραβάς; –Μα δεν καταλαβαίνεις; Οδηγοί των πενηνταδύο ημερών το χρόνο... μπερδεύουν το γκάζι με το ντεμπραγιάζ, το φλας με το πιτσιλιστήρι του παρμπρίζ, το κουμπί του ραδιοφώνου με εκείνο του κλιματισμού... κι όλα αυτά στην αριστερή λωρίδα, τη γρήγορη...


144

Βάσω Αποστολοπούλου

–Κατάλαβα... οι επικίνδυνοι εννοείς, οι άσχετοι, που δεν το ξέρουν κιόλας... –Μόνο; Κινητά ατυχήματα να λες... μέχρι να φτάσουν στην πολυπόθητη εξοχή, να κάνουν το κυριακάτικο πικ νικ τους, έχουν σπείρει τον τρόμο στην άσφαλτο... –Λύσε μου μια τελευταία απορία -το «κουρελούδες» πού κολλάει; –Τις στρώνουν κάτω από τα πεύκα για το πικ νικ!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το καρπούζι –Μάπα το καρπούζι... –Το ποιο; –Το καρπούζι... αυτό που πήρα χτες -κι ήταν και δεκάκιλο... –Το χτύπησες πρώτα; –Γιατί να το χτυπήσω, τι μου ‘κανε; –Για να το ακούσεις, έξυπνε... ντιπ άσχετος είσαι; –Ούτε και γιατρός είμαι να το ακούσω -σιγά μη βάλω κι ακουστικά! –Να σου πω, δεν είναι κακή ιδέα... –Θα με τρελάνεις; –Ποσώς! Το ακούμε το καρπούζι πριν το πάρουμε, το χτυπάμε... –Αααα... του κάνουμε και επίκρουση! –Αυτό πάλι τι είναι; –Επίκρουση, ακρόαση... έχω έναν ξάδερφο γιατρό που μου τα κάνει αυτά όταν αρπάζω κρύωμα. –Για πες, μ’ ενδιαφέρει. –Πας για Ιατρική; –Για το καρπούζι μ’ ενδιαφέρει, έξυπνε, παρόμοια πράματα. –Το καρπούζι με τα πνευμόνια μου; –Λέγε λέω! Πώς καταλαβαίνει αν έχεις κάτι; Με απλά λόγια, όχι περιδιαγραμμάτου. –Αν ο ήχος είναι κούφιος, δεν ανησυχεί -αν είναι συμπαγής, έχω πνευμονία!


146

Βάσω Αποστολοπούλου

–Αει γεια σου! Το ίδιο κάνεις και με το καρπούζι -βάζεις το αφτί πάνω, το χτυπάς κι ακούς τον ήχο. –Και ποιος είναι ο καλός; –Ο κούφιος... πα να πει ότι είναι ώριμο, αφράτο -άρα και γλυκό! –Ενώ ο συμπαγής; –Είναι σφιχτό, άρα άγουρο -άρα κολοκύθα! –Φεύγω... –Πού πας; –Στον ξάδερφο, να του πάρω τα ακουστικά!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η Πρωταπριλιά –Καλημέρα! Πρωταπριλιά σήμερα! –Και λοιπόν; –Λέω... θα κρατήσουμε το έθιμο; –Αυτό με τα ψέμματα; Με τις φάρσες; –Άει γεια σου! Θα το κρατήσουμε; –Α μπα... εγώ λέω να το αμολήσουμε στα όρη στ’ άγρια βουνά... –Θα χαθεί εκεί πέρα μόνο του. –Άει ξαναγειά σου! Αυτό είναι το ζητούμενο, να χαθεί. –Γιατί τόση άρνηση; Όλοι το κρατούν και κάνουν φάρσες και γελούν... –Ε, εγώ είμαι η εξαίρεση, ο αρνητικός, ο ανάποδος, βρε αδερφέ! Δεν θέλω να με γελούν, δεν θέλω να ξεγελάω. –Εντάξει... δεν είναι κι εμένα το καλύτερό μου αλλά... –Αλλά τι; Γιατί να κάνω κάτι που και το θεωρώ ανόητο και με ενοχλεί αφάνταστα όταν μου το κάνουν. –Σε ενοχλεί γιατί; Ένα αθώο αστείο είναι. –Να μου κάνεις τη χάρη, καθόλου αθώο! Ακόμα θυμάμαι το κλάμα που έριξα όταν, πεντάχρονο παιδάκι, έκρυψε ο βλαμμένος ο αδελφός μου το σκυλάκι μας στην αποθήκη και μου ’πε ότι το πάτησε αμάξι... Δυο ώρες σπάραζα μέχρι να γυρίσει η μάνα μου από τα ψώνια και να του ρίξει ένα μπερντάχι που, κι αυτός, ακόμα το θυμάται! –Από τότε μάλλον θα σου ’μεινε η αντιπάθεια. –Σίγουρα βοήθησε πολύ -αλλά και δεν είναι και του χαρακτήρα μου να λέω πειστικές μπούρδες, έχω ένα θεματάκι


148

Βάσω Αποστολοπούλου

μ’ αυτό. Γενικά είναι μια αμήχανη κατάσταση. Αν ξεγελαστώ, αισθάνομαι γελοίος κι εκνευρίζομαι -αν πάλι όχι, αισθάνεται γελοίος ο πράττων το ανόμημα, οπότε; –Οπότε πάμε στο Καβούρι για κάνα ψαράκι; Κέρδισα στο σκρατσάρισμα! –Πλάκα κάνεις!!! –Γιατί; Πρωταπριλιά είναι;


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το μπουφάν –Και το ’λεγα της μάνα μου -μη μαζεύεις το μπουφάν! –Ποιο μπουφάν; –Εκείνο, το χειμωνιάτικο, με τη γέμιση από φτερά χήνας. –Φοράς εσύ φτερά χήνας; Καλό!!! –Επένδυση είναι, έξυπνε, εσωτερική -δεν τα φοράω και στο κεφάλι! –Και τι το θες το μπουφάν; –Να πάω για σκι στον Παρνασσό! –Καλοκαιριάτικα; –Πού το είδες το καλοκαίρι; Επειδή μας καλόπιασε ο Μάης στην αρχή με τα 35άρια και τα μπάνια στις παραλίες; Για δες τι γίνεται έξω. Ο κακός χαμός! –Δεν έχω ανοίξει ακόμα τα παντζούρια. –Με το μαλακό τότε. Μπορεί να δεις τις γλάστρες σου ανάποδα, τα φυτά σου ξεπουπουλιασμένα, την τέντα να ανεμίζει σαν ιστιοφόρο και τη βεράντα σου γενικά βομβαρδισμένη. –Τόσο χάλια; –Ένα θα σου πω -για να βγω στην αυλή έπρεπε να ανοίγω δρόμο με τη σκούπα μέσα από το βουνό από φύλλα, κλαριά και μαδημένα λουλούδια που σώριασε ο αέρας μπροστά στην πόρτα μου. Όλος ο κήπος στα πόδια μου, χαλί. –Και το μπουφάν; Πού κολλάει; –Κάνει και κρύο. Χειμώνιασε, παιδί μου, σου λέω! –Πάω να κατεβάσω κάνα πουλόβερ και ν’ ανάψω καλοριφέρ!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το δημοψήφισμα –Έλα, καλημέρα... Κοιμάσαι; –Ήμαρτον... Τι θες να κάνω, χριστιανέ μου, στις 5 τα ξημερώματα; –Εγώ ήμαρτον... Εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ κοιμάσαι; –Χάνεται; Πώς και γιατί; –Πάμε για δημοψήφισμα, δεν το πήρες χαμπάρι; –Α, αυτό εννοείς; Ναι, το άκουσα χτες βράδυ στην τηλεόραση. –Κοίτα αναισθησία, κοίτα αδιαφορία... Εγώ κολλημένος όλη νύχτα μπροστά στην οθόνη με το τασάκι ξέχειλο κι αυτός να λέει «α, αυτό εννοείς» και να κοιμάται του καλού καιρού... Τι να πω, είσαι κατάπτυστος... –Ούτε κατάπτυστος ούτε αναίσθητος κι αδιάφορος. Ρεαλιστής είμαι και προσπαθώ να είμαι και ψύχραιμος. –Μωρέ, τι μας λες! Βαφτίζουμε την αναισθησία ρεαλισμό κι από δω παν κι άλλοι... τη βολή σου εσύ, τον υπνάκο και τη νιρβάνα σου... –Ενώ εσύ, που ξενύχτησες φουμάροντας σαν τσιμινιέρα, είσαι ευαίσθητος και ενδιαφερόμενος; Αυτό μου λες; –Τουλάχιστον ενημερώνομαι, αν μη τι άλλο... δεν γυρνάω πλευρό! –Ούτε γω γυρνάω -πλευρό ή ματιά. Παρακολούθησα τα νέα, ενημερώθηκα, προσπάθησα να καταλάβω τι συμβαίνει (πράγμα όχι και τόσο εύκολο με τα τόσα αντιφατικά που λέγονται και κυκλοφορούν), μια χαρά ενημερώθηκα. –Τα γεγονότα τρέχουν, οι εξελίξεις καλπάζουν και...


Η μετακόμιση των χρωμάτων

151

–Κι εσύ, που ξενυχτάς καπνίζοντας κι ανεβάζοντας σφύξεις και πίεση, θα τα επηρεάσεις; –Παρντόν; –Αυτό που άκουσες. Ενημερώνομαι, ναι. Σκέφτομαι, ναι. Προβληματίζομαι, ναι. Αγχώνομαι αρκούντως, ναι. Αλλά δεν τρελαίνομαι, δεν ξενυχτάω, δεν παθαίνω κατάθλιψη, δεν πέφτω στα σκληρά. Θα μετρήσω τα πράγματα όσο καλύτερα μου επιτρέπουν η πληροφόρηση, οι γνώσεις, η εμπειρία και η κρίση μου και θα πράξω κατά συνείδηση όταν και αν κληθώ να αποφασίσω σαν πολίτης αυτής της χώρας. Ωστόσο, παράλληλα, θα χαίρομαι τα μικρά, τα απλά, τα καθημερινά μου -τα τόσο σημαντικά. Και, πρώτα και κύρια, αυτό που είπες αρχή αρχή. –Ποιο; –Το «καλημέρα» -την καινούρια μέρα που αξιώθηκα να δω, έστω και παράωρα χάρη στο «χαρούμενο» πρωινό σου ξύπνημα. Δύσκολη, εύκολη, ευοίωνη, δυσοίωνη, δεν έχει και τόση σημασία -αρκεί που είναι μια καινούρια μέρα... Καλημέρα λοιπόν -σε σένα και σ’ όλους, ξενυχτήσαντες και μη!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... τα ΑΤΜ –Μάλλον καλοδιάθετο σε βλέπω σήμερα -τουλάχιστον καλύτερα από χτες το πρωί, που είχες αναστατωθεί με το δημοψήφισμα. –Μια χαρά βλέπεις και μια χαρά είμαι. –Έμαθες κάτι από τις μυστικές πηγές και τους πράκτορές σου; Έγινε κάτι που δεν ξέρω; –Έγινε του ΑΤΜ! –Έλα μου; –ΑΤΜ παιδί μου, τα μηχανάκια αυτόματης ανάληψης των τραπεζών. –Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω... –Κάτσε να στο κάνω λιανά. Χτες το πρωί, μετά το τηλεφώνημα, ξαμολύθηκα, ως γνήσιος Έλλην, να βρω ΑΤΜ και να σηκώσω τα λεφτάκια μου. Μέχρι το μεσημέρι είχα γυρίσει καμιά δεκαπενταριά τουλάχιστον στην ευρύτερη περιοχή των νοτίων προαστίων -από Παλιό Φάληρο μέχρι Ανάβυσσο. –Και; Βρήκες, σήκωσες; –Μόνο στο πρώτο, κάτι ψιλά. Στα υπόλοιπα απλά περίμενα να μου δώσει ο μηχανάκης τον απόθαρρό μου, όπως είχε κάνει στους πριν από μένα στην ουρά. –Είχε ουρές; –Σαν του δεινόσαυρου, του τυραννόσαυρου Ρεξ! –Κι αφού δεν είχαν λεφτά τα μηχανάκια, εσύ γιατί περίμενες; –Τζόγος, παιδί μου, τζόγος! Έλεγα, νάτο, τώρα θα δώσει


Η μετακόμιση των χρωμάτων

153

σε μένα τα πέντε τελευταία εικοσάευρα! Σαν το lotto ένα πράμα! –Καλά, το ‘χεις χάσει εντελώς! Σε ΑΤΜ ήσουν, όχι σε κουλοχέρη! –Καλύτερα από κουλοχέρη, τουλάχιστον δεν έβαζα λεφτά -μόνο περίμενα! –Λεφτά δεν μάζεψες, σε ουρές ξεροστάλιασες... προς τι οι χαρούλες, τι κέρδισες; –Κέρδισα το αζμπέτε! –Το ποιο; –Το αζμπέτε, παιδάκι μου, δεν θυμάσαι την παλιά ελληνική ταινία; To know us better που έγινε «αζμπέτε»; –Τώρα είναι που δεν καταλαβαίνω τίποτε... –Ξέρεις τι κόσμο γνώρισα στις ουρές; Πόσους καινούριους φίλους έκανα, τόσες ώρες που περιμέναμε; Με πόσους γείτονες μίλησα, που είχα να τους δω μήνες; Ξέρεις ότι βρήκα δυο συμμαθητές μου, που τους έψαχνα καιρό στο facebook και τους συνάντησα στο ΑΤΜ της Γλυφάδας; Ξέρεις τι ενδιαφέροντα πράγματα έμαθα, που δεν τα λένε στα κανάλια -όπως για τον τύπο που αγόρασε 33 καρβέλια ψωμί (καρατσεκαρισμένο αυτό!) μπας και ξεμείνει; –Δεν έχεις κι άδικο για το αζμπέτε. –Τι σου λέω τόση ώρα -σημεία συνάντησης τα ΑΤΜ! –Τελικά στα έδωσε τα πέντε εικοσάευρα κανένα μηχανάκι; –Ναι, το τελευταίο, στην Ανάβυσσο. –Και τι θα τα κάνεις; –Τα έκανα ήδη -ουζάκι με μεζέ στην παραλία μαζί με τους καινούριους μου φίλους!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το πλαφόν –Όλα τα ’χαμε, μας έκατσε και το πλαφόν... –«Πλαφόν» όπως λέμε «οροφή»; –Όπως λέμε «ταβάνι» -που θα πέσει να μας πλακώσει... –Κατάλαβα... Πάλι στις μαύρες σου είσαι, ξεθύμανε η ευφορία του χτεσινού αζμπέτε. –Ποιος έχει όρεξη για τέτοια τώρα... Αζμπέτε και ψιλοκουβέντα τέλος, μας πούλησε και το ΑΤΜ... –Το μηχανάκι... Σε πούλησε ένα μηχανάκι... Ακούς τι λες; –Μάλιστα κύριε... με πούλησε -με άδειασε καλύτερα να λες... –Άδειασε εσένα ή άδειασε το ίδιο; Γιατί άλλα μου ’λεγες χτες. –Ποιο χτες; Πάει αυτό, έγινε παρελθόν, κοντεύουμε να το ξεχάσουμε με τα τόσα πολλά κι απανωτά καινούρια μαντάτα που μας επιτίθενται από όλες τις μεριές και δεν προλαβαίνουμε να τα ακούσουμε... Πόσο μάλλον να τα καταλάβουμε και να τα επεξεργαστούμε. –Άσε τις γενικότητες, σαν πολιτικός σε καναλοπάνελ κατάντησες, και μπες στο ψητό -τι σου έκανε το μηχανάκι; Πάλι δεν σου έδωσε λεφτά; –Μου έδωσε, πώς δεν μου έδωσε -αλλά ΠΟΣΑ μου έδωσε; –Όσα του ζήτησες, υποθέτω... σε λογικά πάντα πλαίσια. –Πριτς! Πάνε οι εποχές που σε ρωτούσε ευγενικά «θέλετε 100; 200; 500; άλλο ποσό;» κι εσύ επέλεγες. Τώρα σου πετάει τρία εικοσάευρα στα μούτρα, σου λέει «τέλος για σήμερα, ο


Η μετακόμιση των χρωμάτων

155

επόμενος παρακαλώ» κι αν πας να διαμαρτυρηθείς, σου πετάει και μια μούντζα... ή σφαλιάρα, στη χειρότερη. –Αμάν αυτή η υπερβολή σου, έλεος. Άκου τρία εικοσάευρα... Άκου μούντζα... –Α, καλάαα! Εσύ ζεις σε άλλη χώρα μάλλον, χαμπάρι δεν πήρες. –Τι πάλι; –Το πλαφόν, παιδάκι μου, τι λέμε τόση ώρα; Μπήκε πλαφόν στις τραβηχτικές παντός είδους. Εξήντα ευρώ τη μέρα, ούτε σέντσι παραπάνω. –Πλάκα μου κάνεις! Εξήντα ευρώ; Τι να πρωτοκάνεις με εξήντα ευρώ -σούπερ μάρκετ, φούρνο, μανάβη, βενζίνη στο αμάξι, λουλούδια στο πρόσωπο... –Πώς το είπες αυτό το τελευταίο; Λουλούδια; Καλά, το ‘χεις εντελώς χαμένο; –Ουδόλως! Πάντα παίρνω λουλούδια όταν βγαίνω με μια κυρία. –Χα! Ας γελάσω! Κομμένες οι έξοδοι, κομένα και τα έξοδα -όσο για τα λουλούδια, μάλλον θα πρέπει να αλλάξεις τρόπο να δείχνεις τα αισθήματά σου. –Να αλλάξω; Και τι να της προσφέρω; –Μαρούλια! Με τέτοια κρίση και με τέτοιο πλαφόν, θα τα εκτιμήσει πολύ περισσότερο, στο εγγυώμαι!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... γράφουμε Ιστορία –Καλημέρα! Ωραία μέρα σήμερα. Πάμε Σούνιο για κάνα μπάνιο; –Δεν μπορώ, τώρα γράφω ιστορία. –Τι γράφεις, λέει; –Ιστορία. –Διαγώνισμα; –Κρυάδες! Ιστορία, παιδάκι μου, ζούμε κοσμοϊστορικές καταστάσεις και θέλω να παρακολουθώ τις εξελίξεις από κοντά, βιδωμένος μπροστά στην τηλεόραση και στο internet. –Κι εσύ πού κολλάς; Θέλω να πω, πώς τη γράφεις την Ιστορία αφού δεν έχεις καμιά εξουσία και πουθενά παρέμβαση; –Έχω και παραέχω παρέμβαση και εξουσία, με την ψήφο μου την Κυριακή -και πώς θα ψηφίσω σωστά αν δεν έχω ενημερωθεί και σωστά; –Τώρα ένα δίκιο το ‘χεις, εδώ που τα λέμε. Όσο καλύτερη η ενημέρωση, τόσο καλύτερες κι οι αποφάσεις. –Και δεν είναι η πρώτη φορά που νιώθω ότι «γράφω» Ιστορία, ότι μετέχω τέλος πάντων σε συγκλονιστικές εξελίξεις στη ζωή αυτού του τόπου. Μπορώ να σου πω μάλιστα ότι είναι η πέμπτη φορά που μου συμβαίνει. –Σοβαρά; Και ποιες ήταν οι άλλες τέσσερις; –Τον Απρίλη του 1967, με τη χούντα. Τότε ήμουν παιδάκι βέβαια, πρώτη γυμνασίου, αλλά θυμάμαι έντονα τη φωνή του εκφωνητή στο ραδιόφωνο που έλεγε «Κατέβηκαν τα


Η μετακόμιση των χρωμάτων

157

τανκς στην Πανεπιστημίου» και τη μάνα μου να κλείνει νωρίς τα παντζούρια με τη δύση του ήλιου και την απαγόρευση της κυκλοφορίας. –Τι μου θύμισες τώρα... Είχα κάνει κάτι χαρές που έκλεισαν δυο μέρες νωρίτερα τα σχολεία για Πάσχα! Μετά; –Μετά με την εξέγερση των φοιτητών και το Πολυτεχνείο, Νοέμβρης 1973. Εκείνη την έζησα για τα καλά, ήμουν ήδη φοιτητής. «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία», διαδηλώσεις, πορείες, καταλήψεις, κυνηγητά, δακρυγόνα, όνειρα και οράματα... Ωραίες εποχές, εκεί την έγραψα στ’ αλήθεια την ιστορία, έβαλα το λιθαράκι μου! –Εγώ πάλι τα έχασα όλα αυτά, λύσσαξαν οι δικοί μου να σπουδάσω έξω... Και μετά; –Η μεταπολίτευση, Ιούλιος 1974. Έφυγε η χούντα, ήρθε ο Καραμανλής, κάναμε εκλογές, ξαναγύρισε η δημοκρατία, βαλθήκαμε να κάνουμε τα όνειρά μας αληθινά, να ξαναχτίσουμε την Ελλάδα που οραματιζόμασταν, που δικαιούμασταν, που δικαιούνταν η ίδια η πατρίδα και η ιστορία μας. –Κι εγώ πάλι απών... μεταπτυχιακό έκανα, άσε... Και μετά; –Μετά ήρθε ο σοσιαλισμός. Ανεβαίνει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, 1981 Οκτώβρης. Προεκλογικός πυρετός και φανατισμός, μετεκλογικός πανζουρλισμός και πανηγύρια. Για κάμποσα χρόνια χτίζαμε την καινούρια Ελλάδα -ή, τουλάχιστον, έτσι πιστεύαμε οι αγνοί ρομαντικοί που καταθέσαμε ψυχή και ενέργεια στο όραμα αυτό. Μέχρι που συνειδητοποιήσαμε, ο καθένας στο δικό του χρονικό σημείο, τι πραγματικά παιζόταν από κάποια στιγμή και μετά. Δεν επεκτείνομαι σ’ αυτό, πονάει... Και φτάνουμε έτσι στο σήμερα. –Την πέμπτη φορά; –Ακριβώς. Ιούλιος 2015, το δημοψήφισμα. Ξαναγράφουμε ιστορία σαν λαός, όλοι μας. Το αποτέλεσμα της Κυριακής θα καθορίσει το μέλλον μας και, κυρίως, το μέλλον των


158

Βάσω Αποστολοπούλου

παιδιών μας. Των παιδιών που εμείς κάψαμε τα φτερά, τις προσδοκίες και τα όνειρά τους. Είμαστε υπόλογοι γι’ αυτό απέναντί τους κι απέναντι στην Ιστορία -γι’ αυτό και το χέρι μας πρέπει να είναι σταθερό στην κάλπη και να οδηγείται από ένα μυαλό καθαρό και καλά ενημερωμένο. Κατάλαβες τώρα γιατί σου λέω ότι δεν έχω καιρό για μπάνια και θάλασσες, γράφω ιστορία; –Κατάλαβα -και πολύ καλά μάλιστα! –Και τι λες; –Λέω να πάρω μια βότκα και κάνα δίκιλο ξηροκάρπια και να ‘ρθω από κει, να τη γράψουμε παρέα!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η καβάντζα –Τι είναι το παράλληλο νόμισμα; –Καλημέρα λέει πρώτα ο κόσμος -και καλή βδομάδα, Δευτέρα σήμερα. –Για να το λες, καλές θα είναι -χαλάω εγώ χατίρι; Θα μου πεις τώρα τι είναι το παράλληλο νόμισμα; –Δεν έχω ιδέα. Κάτι σαν το παράλληλο σύμπαν ένα πράμα; –Δηλαδή; –Μυστηριώδες και ανύπαρκτο; –Τώρα με φώτισες... –Άσε το παράλληλο νόμισμα κι έλα στο υπαρκτό. Από χρήμα πώς πας; –Εξαιρετικά! Μόλις τράβηξα το 50ρι της ημέρας. –Έλα! Και πού θα το επενδύσεις; –Στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, σε μετοχές του Google! Κι ό,τι περισσέψει, θα το καταθέσω στο σούπερ μάρκετ. –Κι εσύ επιδρομή στα ράφια; –Όχι να χαρείς, δεν το ’κάνα ποτέ. Τα τρέχοντα θα πάρω, όπως πάντα. Αν είναι να πεθάνω από έλλειψη ζυμαρικών, χαλάλι -ένδοξος ο θάνατος και μια φορά κανείς πεθαίνει! Εσύ; –Τι εγώ; –Ξαμολύθηκες για προμήθειες; Για καβάντζα; –Δεν χρειάστηκε, ας είναι καλά η μάνα μου η μαζώχτρα· ένα ντουλάπι μακαρόνια, παξιμάδια και καφεζάχαρες έχει


160

Βάσω Αποστολοπούλου

στην κουζίνα, χώρια τις μπριζόλες στην κατάψυξη. Για κάνα μήνα τουλάχιστον έχουμε εξασφαλισμένο το τσουκάλι μας. –Πότε πρόλαβε και τα πήρε; –Δεν κατάλαβες, προϋπήρχαν της κρίσης. Από πάντα έτσι κάνει, είναι το κατοχικό σύνδρομο. Θέλει να έχει γεμάτα ντουλάπια, αλλιώς νιώθει ανασφάλεια. –Μια χαρά τη βρίσκω, προνοητική και ξένοιαστη! –Ευτυχώς έχει αναλάβει εκείνη τα ψώνια, το βαριέμαι το σούπερ μάρκετ. Το μόνο που πρέπει να ψωνίσω είναι κροκέτες για τον σκυλάκο μου, τον Κότζακ. –Καλά που μου το θύμισες, να τις προσθέσω και στον δικό μου κατάλογο. –Μα εσύ δεν έχεις σκύλο. –Δεν ξέρεις ποτέ αν και πώς θα σου χρειαστούν!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... το μπαγιάτικο μύδι –Πώς είσαι έτσι; –Πώς είμαι; –Σαν μπαγιάτικο μύδι. –Και πώς είναι τα μπαγιάτικα μύδια δηλαδή; –Σαν τη μούρη σου! –Αρχίζω να εκνευρίζομαι. –Κι εγώ να ανησυχώ... Τι κομμένη φάτσα είναι αυτή, τι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, τι θολό βλέμμα... –Α, αυτό; –Γιατί, λίγο είναι; Έχεις κάτι; –Ξενύχτι και νεύρα έχω! –Αϋπνίες; –Ψηφοφορίες. –Παρντόν; –Η ψηφοφορία στη Βουλή, παιδάκι μου... για τη συμφωνία με την Ευρώπη. Τώρα θα αρχίσει, ύστερα θα αρχίσει, είχε κολλήσει κι η Ζωΐτσα η Κωσταντοπούλου με τα μαύρα τα μεσάνυχτα, ξεροστάλιαζαν οι πατέρες κι οι μητέρες του έθνους στο καφενείο και τα έδρανα, τώρα να την κάνουν, ύστερα να την κάνουν... τέλος πάντων, κάποτε άρχισε πριν αλέκτορα φωνήσαι «κουνηθείτε, το στανιό μου, θα ξημερώσουμε». –Και την είδες όλη; Χαρά στο κουράγιο σου! –Μην το λες! Ξέρεις πόσους αλέκτορες άκουσα; Είχε πολύ ενδιαφέρον -απουσίες, αρνήσεις, καταφάσεις, «παρών», απ’ όλα είχε ο μπαξές.


162

Βάσω Αποστολοπούλου

–Και καλά, το ξενύχτι το καταλαβαίνω. Τα νεύρα γιατί; Από αυτά που άκουγες; –Ποσώς, αυτά τα περίμενα, ήταν λίγο πολύ αναμενόμενα. Με την είδηση για τους φοροφυγάδες τα ’χω παρμένα. –Τι έγινε πάλι; –Έγινε ότι πολλοί φορομπαταχτσήδες, φοβούμενοι το φημολογούμενο κούρεμα καταθέσεων, έσπευσαν να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες και να πληρώσουν τα χρεωστούμενα χρόνων. –Και δεν χαίρεσαι; Μπήκαν κάποια λεφτά στο «μείον» ταμείον, καλό είναι αυτό. –Καλό, δεν αντιλέγω. Αλλά, βρε αλήτη, αφού τα ’χεις, γιατί δεν τα δίνεις τόσο καιρό; Γιατί πρέπει να λαχταρήσεις για το μπαγιόκο σου για να πληρώσεις αυτά που σου αναλογούν; Και που είναι, σίγουρα, πολύ λιγότερα από αυτά που πρέπει γιατί και κρύβεις και κλέβεις; Και που, αν τα πλήρωνες όλα αυτά τα χρόνια, μπορεί να μην είχαμε φτάσει μέχρις εδώ; Τέλος πάντων, σ’ αφήνω, πάω να πέσω. –Μην κάνεις καμιά βλακεία, θα φτιάξουν τα πράγματα! –Στο κρεβάτι μου θα πέσω, πανέξυπνε! Μπας και φύγει το μύδι το μπαγιάτικο από τη φάτσα μου!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... ο Κολοκοτρώνης –Καλημέρα. –Καλημέρα... Ό,τι θα σ’ έπαιρνα. –Πώς έτσι; Στον ύπνο σου μ’ έβλεπες; –Όχι εσένα -αν έβλεπα εσένα, θα ήταν καλά, φιλική φάτσα. –Και ποιον έβλεπες; Εχθρική φάτσα; –Τον Σόιμπλε! –Ο λα λα!!! Αυτή δεν είναι εχθρική φάτσα, είναι ο ορισμός του εφιάλτη! –Άμα σου λέω... Σκιάχτηκα, ακόμα να πέσουν οι παλμοί κάτω από το 100... –Και πώς τον έβλεπες; Με χατζάρα; –Χειρότερα! –Για λέγε! –Ήταν, λέει σούρουπο, κόντευε να νυχτώσει... –Πριν την ώρα των βρυκολάκων; Ασυνεπή τον βρίσκω! –Μη με διακόπτεις, θα χάσω τον ειρμό. Σούρουπο λοιπόν και γυρνούσα από το ΑΤΜ με ένα εικοσάευρο, τόσα είχε μόνο... –Τώρα σκιάχτηκα εγώ! –Κράταγα, που λες, σφιχτά το 20ευρο κι έκανα όνειρα πού να το καλοξοδέψω όταν, ξαφνικά, πετάχτηκε ο Σόιμπλε πίσω από έναν θάμνο. –Περπατώντας; Θαύμα, θαύμα! –Με το καρότσι, ντυμένος με σορτσάκι και φανελάκι που έγραφε «Der Marathon und Marathon sind MEINE -Ο Μα-


164

Βάσω Αποστολοπούλου

ραθώνιος κι ο Μαραθώνας είναι ΔΙΚΑ μου». –Και μετά; –Μετά με πήρε στο κυνήγι. Μπρος εγώ, πίσω αυτός με το καρότσι... κι έτρεχε ο βελζεβούλης σαν άνεμος, το χειρίζεται σαν Φόρμουλα Ενα... κι όλο και με πλησίαζε ανεμίζοντας... –Την χατζάρα; –Μπα που λύσσαξες, όχι! Ανέμιζε ένα πεντοχίλιαρο μεγάλο σαν διαφημιστικό πανώ και ούρλιαζε «φέρε το εικοσάευρο και πάρε το πεντοχίλιαρο, άτιμε gastarbeiter!» –Στα ελληνικά σου ούρλιαζε; –Αυτό σε μάρανε εσένα; Στα γερμανικά τα έλεγε. –Με μάρανε, πώς! Αφού δεν ξέρεις γερμανικά, πώς τον καταλάβαινες; –Στα όνειρα μιλάς όλες τις γλώσσες, έξυπνε! Σαν τις αμερικάνικες ταινίες φαντασίας, όπου οι εξωγήινοι μιλούν όλοι αγγλικά! –Και τι έγινε τελικά; Στο βούτηξε το εικοσάρι; –Αμ δε! Καθάρισε για μένα ο Γέρος του Μωριά! –Παρακαλώ; –Ο Κολοκοτρώνης, παιδάκι μου! Έδωσε ένα σάλτο, βγήκε από το πεντοχίλιαρο, τράβηξε αυτός τη χατζάρα κι όπου φύγει φύγει ο τζάμπα-μάγκας-Σόιμπλε! –Πάλι οι πρόγονοι καθάρισαν για μας; –Ο Κολοκοτρώνης δεν είναι απλά ένας πρόγονος -ζει μέσα στον καθένα από μας και περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψουμε!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... οι εκλογές –Εκλογές αύριο, ελπίζω να το θυμάσαι! –Τώρα... σωθήκαμε! –Γιατί τόση απαξίωση; «Οι εκλογές είναι η γιορτή της Δημοκρατίας», δε λένε; –Με δουλεύεις; Ποια γιορτή, τρομάρα σου; Βλέπεις εσύ κανέναν να έχει γιορταστική διάθεση; –Ντάξει... δε λέω... μια μιζέρια και μια μαυρίλα την πιάνεις στον αέρα... –Και μια απογοήτευση και μια αγανάκτηση μη σου πω. Δυο φορές στον ίδιο χρόνο, αηδία καταντήσαμε. Άσε που τίποτε δεν με διαβεβαιώνει πως δεν θα πάμε και για τρίτη, αν δεν τα βρουν οι λεβέντες μεταξύ τους. –Λες; –Εγώ το λέω; Τα μερομήνια το λένε -και κάτι Κασσάνδρες που ελπίζω κι εύχομαι να μη βγουν αληθινές. –Μπα... Να δεις που θα βάλουν όλοι τις σοφές τους κεφαλές κάτω και θα βρουν μιαν άκρη, μια συνεννόηση, βρε αδερφέ! –Να μην εκφρασθώ για τις περισσότερες από τις κεφαλές που αναφέρεις και για το τι έχουν μέσα τους... –Να μην εκφρασθείς, η γλώσσα σου τσακίζει κόκαλα. Πές μου καλύτερα τι θα ψηφίσεις. –ΑΝ ψηφίσω, εννοείς. –Αυτό δεν το συζητώ -θα πας και θα πεις κι ένα τραγούδι, μην αγριέψω κι έρθω να σε πάω σούρνοντας. Άκου αν θα πάει... Μεγάλε, δεν είναι απλά δικαίωμά σου, είναι καθήκον


166

Βάσω Αποστολοπούλου

σου -ειδικά στην παρούσα τόσο κρίσιμη περίσταση. –Καλά, θα πάω -έτσι το είπα, για να σε τσιγκλίσω! Αλλά το τραγούδι θα το πω, το «μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά, μαύρη σαν καλιακούδα»... –Δεν θέλω πεσιμισμούς. –Πες μου κάτι αισιόδοξο κι αμέσως θα γίνω οπτιμιστής. –Δεν έχω κάτι πρόχειρο... αλλά όλο και θα υπάρχει. –Αλίμονο! Όπως ας πούμε ότι ο ήλιος θα ζήσει κάτι εκατομμύρια χρόνια ακόμα; –Λίγο το ‘χεις; –Με ξαναδουλεύεις; –Προσπαθώ να σε καλοπιάσω για να μου πεις τι θα ψηφίσεις τελικά. –Εγώ είμαι στην μεγάλη κατηγορία των αναποφάσιστων, στην κάλπη θα αποφασίσω. –Ωραία πολιτική συνείδηση έχεις! Άκου στην κάλπη! –Ενώ εσύ; Ο συνειδητοποιημένος, ο ενημερωμένος, ο αποφασισμένος; Ποιον θα τιμήσεις με την ψήφο σου; –Τον φευγάτο! Εκείνον πάνω στ’ άλογο, με την περικεφαλαία!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... η μετανάστευση –Σκεφτικό σε βλέπω. –Σε κατάθλιψη με βλέπεις αλλά προσπαθώ να το παλέψω... –Τι τρέχει πάλι; –Η κόρη μου τρέχει -και δεν φτάνει... ή μάλλον φτάνει, αλλά όχι εκεί που θα θέλαμε κι εκείνη κι εγώ. –Η Μελίνα; –Γιατί, έχω κι άλλη; –Ξέρω γω; Για μπερμπαντάκος μου καμάρωνες μετά το διαζύγιο με την πρώην, οπότε... –Οπότε λες βλακείες και κάνεις άνοστο χιουμοράκι πάνω στον καημό μου. –Εντάξει, έχεις δίκιο, λάθος μου, μέα κούλπα που λένε, και σοβαρεύομαι. Τι έγινε με την κόρη σου; –Έγινε ότι φεύγει. –Φεύγει; Και για πού με το καλό; –Δεν υπάρχει τίποτε καλό σ’αυτό το φευγιό... Δεν το θέλει, δεν το θέλω, αναγκαστικά το κάνει. –Δεν καταλαβαίνω... αναγκαστικά γιατί; –Γιατί είναι κοντά τριάντα χρονών, έχει τελειώσει σπουδές και μεταπτυχιακά εδώ και πέντε χρόνια κι ακόμα να βρει μια δουλειά που να είναι στοιχειωδώς αντίστοιχη σπουδών και ικανοτήτων. –Τίποτε; Θα μου πεις, είναι και η κρίση, τα μνημόνια... –Τίποτε σου λέω -εκτός κι αν θεωρήσεις δουλειά το εξάμηνο που κρατούσε τα τηλέφωνα ενός μεγαλογιατρού και


168

Βάσω Αποστολοπούλου

τα δυο καλοκαίρια που έκανε τη σερβιτόρα σε beach bar στην Πάρο. –Α, τόσο καλά... –Τόσο χάλια. Και της το ‘λεγα, να πεις ότι δεν το είχα προβλέψει; «Κάτσε, κοριτσάκι μου, στην Αγγλία, τώρα που τέλειωσες το μεταπτυχιακό, τι θέλεις να γυρίσεις πίσω, εδώ πάμε κατά διαόλου... Κάτσε εκεί που σε ξέρουν και σε θέλουν και θα βρεις σίγουρα δουλειά...» –Και δεν σε άκουσε, φαντάζομαι. –Ονειροπόλα και ρομαντική, βλέπεις. Να γυρίσει πίσω, να το παλέψει στην πατρίδα, να βάλει πλάτη για να μη βουλιάξει ο τόπος της και τι θα γίνει άμα φύγουμε όλοι οι νέοι επιστήμονες κι άλλα πολλά τέτοια όμορφα και ουτοπικά. –Οπότε; –Οπότε είδε κι απόειδε, άρχισε να ψάχνει και πάλι στην Αγγλία με κάποιες διασυνδέσεις που είχε κρατήσει από τον καιρό του μεταπτυχιακού και τελικά βρήκε κάτι υποφερτό. –Μόνο υποφερτό; –Μόνο. Θα ξεκινήσει μ’ αυτό το κάτι και συγχρόνως θα ψάχνει για το καλύτερο. Κι έτσι θα το χάσω το κοριτσάκι μου, πανάθεμα τα μνημόνια, αυτούς που τα επέβαλαν κι αυτούς που τα προκάλεσαν και τα αποδέχτηκαν. –Ξέχασες τους βασικούς υπεύθυνους, φίλε μου. –Τους βασικούς; –Όλους εμάς -εσένα, εμένα και τον διπλανό, που είχαμε καλοβολευτεί τόσα χρόνια στην ψεύτικη ευημερία μας και κλείναμε αυτιά και μάτια στον αρμαγεδδώνα που έρχονταν αλλά δεν θέλαμε να τον διακρίνουμε. –Δεν έχεις κι άδικο, εδώ που τα λέμε. –Δυστυχώς -δεν έχω... Καλή τύχη στο παιδί σου και στα παιδιά του κόσμου όλου που εμείς τα κάψαμε, εμείς τα καταστρέψαμε...


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... φέις - το προφίλ –Πού να στα λέω! –Εδώ να μου τα πεις -πού να τρέχουμε τώρα... –Μμμμ... εξυπνάδες... Λοιπόν, άνοιξα σελίδα στο φέις! –Κάτι έχω ακουστά. –Για τη σελίδα μου; –Ναι, το είχε πρώτο θέμα ο ΣΚΑΙ! –Με δουλεύεις; –Ιδέα σου! Σιγά, ρε μεγάλε, που ασχολείται το πανελλήνιο με τη σελίδα σου! Για το φέις κάτι έχω ακουστά. –Θες να πεις ότι δεν ξέρεις περί φέις; –Είμαι ασυγχώρητος, το παραδέχομαι... Μα να μου ξεφεύγει εμένα κάτι τόσο κοσμοϊστορικό! –Με ξαναδουλεύεις; –Ποσώς! Μετά το μεταπτυχιακό μου, προ αμνημονεύτων χρόνων, ήρθε η σειρά να κάνω διδακτορικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αρχής γενομένης από το φέις! –Μωρέ, δεν πα να κοροϊδεύεις! Εγώ άνοιξα προφίλ στο φέις κι έχω κιόλας καμιά δεκαριά φίλους. –Συνωστισμός! Ελπίζω να έβαλες το καλό σου το προφίλ, το δεξί -γιατί στο αριστερό έχεις εκείνο το σημάδι από τότε που έπεσες με τα σκι στο έλατο, στον Παρνασσό, θυμάσαι; –Δεν έφταιγα εγώ! –Αλίμονο! Το έλατο έφταιγε, αφού το παραδέχτηκε και σου ζήτησε και συγγνώμη -μόνο αποζημίωση που δεν σου έδωσε για το σκίσιμο στο σαγόνι! –Μη μου το θυμίζεις και, κυρίως, μη μου αλλάζεις την


170

Βάσω Αποστολοπούλου

κουβέντα! Για το προφίλ μου στο φέις μιλούσαμε και τη δυνατότητα που σου προσφέρει να βρεις παλιούς φίλους και να κάνεις καινούριους. –Όταν λες παλιούς; Γιατί έχουμε και μια ηλικία! –Όσο παλιούς γίνεται, από το γυμνάσιο μη σου πω! –Και θυμάσαι τα ονόματά τους για να τους ψάξεις; Γιατί δεν φημίζεσαι για την καλή σου μνήμη... –Μερικά τα θυμάμαι, άλλα θα τα θυμούνται αυτοί που θυμάμαι εγώ (αν τους βρω), όλο και κάποιοι θα βρεθούμε. –Κάνε μου μια χάρη τότε -βρες μου τη Σύλβια.... ξέρεις, εκείνη την ξανθούλα την αδυνατούλα με τα ωραία γαλάζια μάτια... –...που σε είχε τελείως φτυμένο και ζαχάρωνε με τον παιδαρά της τάξης... Να δεις πώς τον έλεγαν... –Αλέκο τον έλεγαν και σιγά τον παιδαρά! –Ωστόσο μια χαρά το θυμάσαι το όνομά του, βλέπω! –Έχω καλή μνήμη εγώ, σε αντίθεση με σένα -λέγε, θα μου τη βρεις; –Αν με βοηθήσεις με την «καλή» σου μνήμη να βρω και τους υπόλοιπους! –Έγινε! –Φύγαμε -τρέμε, φέις!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... φέις - οι φίλοι Ι –Έχω 62 φίλους! Στο φέις! –Τι λες, βρε παιδί μου! Μεγάλη επιτυχία να υποθέσω! Και πού τους βρήκες; –Έκανα αίτημα φιλίας πρώτα σε κάτι ξαδέρφια και πραγματικούς φίλους, με δέχτηκαν και μετά, από αυτούς, γνώρισα κι άλλους. –Αίτημα με χαρτόσημο και πρωτόκολλο; –Μμμμ... εξυπνάδες. –Κι όταν λες «πραγματικούς», τι εννοείς; –Φίλους που τους ξέρω προσωπικά. –Ενώ τους άλλους; –Είναι φίλοι των φίλων, αλλά δεν τους ξέρω στην πραγματικότητα, είναι διαδικτυακοί φίλοι. –Δηλαδή; Τι σόι φιλία είναι αυτή με ανθρώπους που δεν έχεις δει ποτέ, δεν έχεις μιλήσει ποτέ; –Κοίτα -είναι φίλοι των φίλων, εμπιστεύομαι την κρίση τους, βλέπω τη φωτογραφία τους και τις απόψεις τους κι αποφασίζω ανάλογα. –Οι φίλοι σου, οι κανονικοί εννοώ, τους ξέρουν προσωπικά; –Τους πιο πολλούς όχι. –Άρα; Ποια κρίση εμπιστεύεσαι, ποια φωτογραφία μου τσαμπουνάς, που μπορεί να είναι η βαφτιστική τους ή του σκύλου τους, για ποιες απόψεις μιλάμε, που μπορεί να είναι εντελώς πλαστές; –Αυτό είναι πάντα ένα ζητούμενο, το πόσο ειλικρινής


172

Βάσω Αποστολοπούλου

είναι ο καθένας στο διαδίκτυο -η οθόνη του υπολογιστή είναι το τέλειο παραβάν για να κρύψεις από πίσω όλα σου τα απωθημένα, τα στραβά και τα ανάποδα και να βγάλεις προς τα έξω το ιδανικό προσωπείο. Οπότε; –Οπότε τι; –Πώς κάθεσαι και μιλάς και βγάζεις τα σώψυχά σου σε ανθρώπους ουσιαστικά άγνωστους και αμφιβόλου εμπιστοσύνης; –Πρώτον δε βγάζω τα σώψυχά μου -συζήτηση κάνουμε περί ανέμων και υδάτων και ολίγων πιο προσωπικών θεμάτων... αλλά πολύ περιφερειακών πάντα. –Περιφερειακών; –Για τον καιρό, για τα σκυλιά μας, για το πού θα πάμε διακοπές, για τα βιβλία που διαβάσαμε και μας άρεσαν, τέτοια. Δεν βγάζουμε δα στη φόρα και τον καυγά με την συμβία! –Αφού δεν έχεις συμβία! –Έχω όμως σκύλο! –Και δεύτερον; –Δεύτερον, δεν τους παντρεύτηκα κιόλας! Αν δω κάτι που δεν μου αρέσει, που με χαλάει, κόβω την κουβέντα ή τους διαγράφω. –Σαν τα κόμματα ένα πράμα δηλαδή, προχωράς σε διαγραφές των ανεπιθύμητων. –Ακριβώς! Δικό μου είναι το προφίλ, τακιμιάζω μ’ όποιον θέλω, δημοσιεύω ό,τι θέλω. Σ’ αφήνω τώρα, πάω να ανεβάσω τη φωτογραφία του Κότζακ, του αδεσποτάκου μου!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... φέις - οι φίλοι ΙΙ –Τάξε μου, τάξε μου! –Μια λαμπάδα ίσα με το μπόι μου. –Σ’ εμένα να τάξεις, όχι στον όσιο Πατάπιο! –Θα κάνεις κάνα θαύμα; –Ήδη το έκανα -θα τάξεις; –Ουζάκι στην παραλία -σου κάνει; –Με γαρίδες όμως! –Έχεις κι ακριβά γούστα... τέλος πάντων. Για λέγε; –Βρήκα τη Σύλβια; –Την αρχαία; –Άει γεια σου -την παλιά μας συμμαθήτρια, το αμόρε σου! –Όχι και αμόρε! Μια απλή συμπάθεια ήταν... –Μωρέ αμόρε ήταν και μονόπαντο μάλιστα, εκείνη περί άλλα τύρβαζε... –Θα μου πεις πού τη βρήκες ή θα συνεχίσεις τις παρόλες; –Στο φέις, «πού αλλού»; που λέει και η διαφήμιση! –Διαφημίζει κάτι η Σύλβια; –Αειντά!!! Μιλάμε είσαι τελείως «γειά σου»! –Δεν θα συνεννοηθούμε σήμερα... –Ενώ χτες!!! Εν πάση περιπτώσει στα λέω νέτα, μπας και καταλάβεις. Εντόπισα τη Σύλβια στο φέις! –Μη μου πεις! Πώς, βρε θηρίο; –Από καραμπόλα. Βρήκα τον Παναγιώτου που είχε φίλο τον Κωσταντίνου που είχε φίλη την Ευθυμίου που είχε φίλο


174

Βάσω Αποστολοπούλου

τον Σεβαστό που είχε κονέ με τη δικιά σου! –Μια στιγμή γιατί σ’ έχασα... όλοι αυτοί ήταν συμμαθητές; Γιατί εγώ μόνο τα ονόματα του Παναγιώτου και της Ευθυμίου θυμάμαι... –Κι εγώ, μη νομίζεις -τον Παναγιώτου μόνο θυμόμουνα κι απ’ αυτόν βρήκα τους υπόλοιπους... και τη Σύλβια! –Για πε, για πε! –Τι θέλεις να μάθεις; –Όλα -τι κάνει, πώς είναι, σπούδασε, έκανε οικογένεια, πού μένει, άλλαξε από τότε... –Σιγά... σιγά, με πήρες παραμάζωμα -κατά τα άλλα δεν ήταν αμόρε! –Φυσιολογική περιέργεια κι ενδιαφέρον για μια παλιά συμμαθήτρια, μη γίνεσαι μπρούτος. –Μμμμ... δεν είδα το ίδιο ενδιαφέρον για τους υπόλοιπους της παρέας! –Τώρα θα μου πεις ή θα με σκάσεις με τις ανόητες παρεμβολές σου; –Θα σου πω -στο ουζάκι!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... οι συμμαθητές Ι –Πραγματικά έχασες! –Μη με δαιμονίζεις κι εσύ! Μου φτάνει η ταλαιπωρία μου... –Ακόμα σε παιδεύει η ίωση; –Παρά λίγο πνευμονία, τι μου λες τώρα, γι’ αυτό μην πλησιάζεις και πολύ... Κι έχασα και τη συνάντηση, αυτό είναι που με συγχίζει πάνω απ’ όλα. –Έχεις δίκιο, αυτή η σύναξη ήταν ιστορικής σημασίας! –Αμ δεν το ξέρω; Συνάντηση παλιών συμμαθητών μετά από σαράντα χρόνια και να λείπω; Δεν μπορώ να το χωνέψω! –Μη σκας, θα την επαναλάβουμε -τώρα που βρεθήκαμε, δεν θα ξαναχαθούμε! –Δε λέω -αλλά η πρώτη φορά έχει άλλη αίσθηση, πώς να το κάνουμε! Για λέγε τώρα, πώς πήγε; Περάσατε καλά; –Μόνο καλά; Χαμός έγινε! Στην αρχή, στη φάση Α, ήμασταν όλοι λίγο μαγκωμένοι -βλέπεις, ουσιαστικά συστηνόμασταν από την αρχή. Λίγοι, ελάχιστοι, είχαμε μείνει φατσικώς κοντά σ’ αυτό που δείχναμε σαν δεκαπεντάχρονα. Οι πιο πολλοί αγνώριστοι, ειδικά οι άντρες με τις καραφλίτσες και τις άσπρες (όποιες) τρίχες! –Ναι, σ’ αυτό οι γυναίκες έχουν ένα πλεονέκτημα, δεν χάνουν μαλλιά. –Τα αλλάζουν όμως, και σαν κούρεμα και, κυρίως, σαν χρώμα! Το πόσες ξανθές συμμαθήτριες αποχτήσαμε με την πάροδο του χρόνου, δεν έχεις ιδέα!


176

Βάσω Αποστολοπούλου

–Οπότε αγνώριστες κι αυτές! –Τι σου λέω τόση ώρα! Κοιταζόμασταν μπερδεμένοι, με μια σκιά υποψίας στο βλέμμα (τώρα, είναι η Αντωνίου αυτή ή θα πω καμιά πατάτα;), μας κοίταζαν εξίσου αμήχανα (μη μου πεις ότι είσαι ο Δημητρίου, αποκλείεται!) –Και; –Και -αδιέξοδο κι αμηχανία για λίγο, μέχρι που πήρε το λόγο η Ζαχαρίου (τη θυμάσαι; ήταν πάντα λίγο μαγκάκι, και παρέμεινε) και είπε με χιούμορ «Λοιπόν, φιλαράκια, είμαι η Ελένη η Ζαχαρίου όσο κι αν δεν το πιστεύετε, οπότε αρχίστε να συστήνεστε ένας ένας αλλιώς μας βλέπω να το ξημερώνουμε εδώ πέρα!» –Ωραίος τύπος η Ελένη, πάντα την πήγαινα! Και μετά; –Ε, μετά έσπασε ο πάγος, αρχίσαμε να μιλάμε όλοι μαζί, συστηθήκαμε, όπως σου είπα, και περάσαμε στη φάση Βου! –Η οποία; –Η οποία είχε και τη μεγαλύτερη πλάκα! Η φάση της λοξής ματιάς και του ζυγίσματος -ποιος άσπρισε πιο πολύ, ποιος πάχυνε πιο πολύ, ποια έκανε τις πιο πολλές ρυτίδες, ποιος έκανε προγούλι, ποια έκανε λίφτινγκ, κριτικές ματιές για τα ρούχα (κυρίως από τις κοπελιές), γενικά ένα σκανάρισμα όλων για όλους που τύφλα να ’χει ο αξονικός τομογράφος! –Βρε, τι έχασα ο γκαντέμης! Για λέγε, για λέγε; –Βάλε έναν Βαλεντίνο με μπόλικο πάγο να σου πω τη συνέχεια!


ΔΥΟ ΛΑΛΟΥΝ... οι συμμαθητές ΙΙ –Θα μου πεις τώρα τη συνέχεια; –Τη φάση Γου της συνάντησης; –Αυτήν! –Μετά την πρώτη αμηχανία και την «κατασκοπεία», που ακολούθησε, όλα κύλησαν μια χαρά! Αρχίσαμε να μιλάμε για τα παλιά, θυμηθήκαμε ένα σωρό περιστατικά από τα σχολικά χρόνια, εκδρομές, κοπάνες, καζούρες στους καθηγητές -και τι δεν θυμηθήκαμε! Ακόμα και την αποβολή που πήρε όλη η τάξη όταν αποφασίσαμε να το παίξουμε μουγγοί και να μη συμμετέχουμε στο μάθημα του σπαστικού του Φυσικού! Το τι γέλιο κάναμε δεν λέγεται! –Φαντάζομαι και τι φασαρία κάνατε! –Φτωχή η φαντασία σου για να συλλάβει το τι γινόταν! Πραγματικά το καταδιασκεδάσαμε, συγκινηθήκαμε, γελάσαμε, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και υποσχέσεις για νέα συνάντηση το συντομότερο. Χαμός! –Εκεί θα έρθω ακόμα και με πατερίτσες! Κάτι άλλο που ήθελα να σε ρωτήσω -η Σύλβια ήρθε; –Κι έλεγα, πότε θα το ξεφουρνίσει; Δεν θα ρωτήσει για το μεγάλο του αμόρε; –Άσε την πλάκα και λέγε -ήρθε; –Και βέβαια ήρθε! –Και; –Και, τι; –Ώχου... μην κάνεις τον χαζό! Πώς είναι, γνωρίσατε ο ένας τον άλλον, άλλαξε, τι έκανε στη ζωή της, ρώτησε για


178

Βάσω Αποστολοπούλου

μένα, σου... –Κατά τα άλλα δεν ήσουν τσιμπημένος, ε; –Ωραία, ήμουν... τότε... -θα κόψεις την πλάκα να μου πεις τώρα; –Εντάξει, εντάξει, δεν σε πειράζω άλλο. Η καλή σου δεν άλλαξε και πολύ, αν εξαιρέσεις κάτι λίγα κιλά που πήρε και που, ωστόσο, της πηγαίνουν, παραήταν κοκαλιάρα τότε, και τα γυαλάκια που στολίζουν τα πάντα όμορφα γαλανά της μάτια! Και αναγνωριστήκαμε και με ρώτησε για σένα, και... –Αλήθεια σε ρώτησε; –Αλήθεια! Θυμήθηκε ότι ήμασταν κολλητοί και με ρώτησε -εντελώς φιλικό το ενδιαφέρον, μη παίρνουν αέρα τα μυαλά σου! –Μετά από τόσα χρόνια τι αέρα να πάρουν! Κι εγώ φιλικά ρωτώ -σπούδασε, έκανε οικογένεια, τι σου είπε; –Σπούδασε νομική, αλλά δεν εξάσκησε ποτέ το επάγγελμα -παντρεύτηκε τον μεγαλοδικηγόρο, που την είχε ασκούμενη, κι αράδιασε τέσσερα κουτσούβελα! Φουλ τάιμ απασχόληση ως σύζυγος-μάνα-νοικοκυρά, αλλά δε φαινόταν να την απασχολεί η μη-καριέρα, έδειχνε τόσο ευτυχισμένη και ισορροπημένη. –Τέσσερα παιδιά! Μπράβο, Σύλβια! –Μπράβο σε όλους μας, να λες! Που αξιωθήκαμε να ξαναβρεθούμε μετά από τόσα χρόνια! Που μπορέσαμε, μετά από τόσο διαφορετικές πορείες κι εμπειρίες στη ζωή, να ξαναγίνουμε για λίγες ώρες παιδιά δεκαπεντάχρονα! Που βλέπαμε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου όχι τις ρυτίδες του χρόνου, όχι τις σκιές από τ’ αναποδα της ζωής μας, όχι την κούραση από το πέρασμα του χρόνου... αλλά τα φρέσκα πρόσωπα του τότε και τη λάμψη στα μάτια τα νεανικά, τα γεμάτα όνειρα και κέφι για τη ζωή που ανοίγονταν γεμάτη υποσχέσεις μπροστά μας!


Η μετακόμιση των χρωμάτων

179

–Με συγκίνησες, ρε μπαγάσα... και δεν κάνει, άρρωστο άνθρωπο... –Τίποτα δεν έχεις -και να κατεβάσεις η βαλίτσα από το πατάρι τις επόμενες μέρες! –Γιατί, πού θα πάμε; –Εκδρομή στο Μέτσοβο -με πούλμαν, όλοι μαζί! Όπως τότε, στο σχολείο! Στο κράτησα τελευταίο, για έκπληξη! Πώς σου φαίνεται; –Πιάσε τη σκάλα από το μπαλκόνι, ν’ ανέβω για τη βαλίτσα! Φύγαμε!


180

Βάσω Αποστολοπούλου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


182

Βάσω Αποστολοπούλου


Η μετακόμιση των χρωμάτων Μπλε γραμμή Μαθήματα χορού Σ’ ένα εξπρές είσαι κι εσύ Ξεχασμένο τσιγάρο Καρέκλες ορφανές Γιούργια Το χάλασμα Σκέψεις, νεύρα κι όνειρα ατάκτως ερριμμένα Αναχωρήσεις / Departures Ερινύες Οι άντρες δεν κλαίνε Η 25η ώρα Μπισκότα και λουκούμι Θυμάσαι, μάνα μου; Κόκκινο κόκκινο Σαν τον Ανταίο Ο χαρταετός Τα Χριστούγεννα της νοσταλγίας Χρόνια χιονισμένα Το ρύζι Γέρων τριακοντούτης... Λευτέρωσε την πεταλούδα Η γεύση των λέξεων Μαγική η θάλασσα Όμορφο δειλινό Παγκάκι και φως Παγκάκι και Φως Πανσέληνος του Ιουνίου Χάραμα Η ελαφριά μελαγχολία του Σεπτέμβρη Ο σκεπαρνοσκοτωμένος Ο βερεσές και το τεφτέρι Και τι σημασία έχει; Κλεώπας ο απρόσιτος

11 15 18 21 25 29 32 35 37 40 45 49 59 61 63 65 67 69 71 73 75 78 80 81 82 84 85 86 88 89 90 92 95 96 98


100 Μαμά μην κλαις... πρέπει να φύγω... 102 Γράμμα από τον σκύλο μου 105 Ο σκελετός του λεωφορείου δυο λαλουν 113 ο παππούς 115 το λίφτινγκ 117 η πίτσα 119 η λαϊκή 121 ο πόνος 123 το αδέσποτο 125 ο καιρός 127 το ψυγείο 129 η γυναίκα 131 η σάκκα 133 το νερό 135 η σημαία 137 η βαλίτσα 139 το αγενές αγένειο 141 το μουντιάλ 143 οι κουρελούδες 145 το καρπούζι 147 η Πρωταπριλιά 149 το μπουφάν 150 το δημοψήφισμα 152 τα ΑΤΜ 154 το πλαφόν 156 γράφουμε Ιστορία 159 η καβάντζα 161 το μπαγιάτικο μύδι 163 ο Κολοκοτρώνης 165 οι εκλογές 167 η μετανάστευση 169 φέις - το προφίλ 171 φέις - οι φίλοι Ι & ΙΙ 175 οι συμμαθητές Ι & ΙΙ


τη συλλογη διηγηματων η μετακομι ση των χρωματων τησ βασωσ αποστο λοπουλου επιμεληθηκε και σελιδο ποιησε ο δημοσ Χλωπτσιουδησ για λογαριασμο των εκδοσεων τοβιβλιο ISBN: 978-618-81935-9-8


Διηγήματα, άρθρα, χρονογραφήματα. Επίκαιρα, νοσταλγικά, φιλοζωικά. Σκωπτικά, μελαγχολικά, οργισμένα. Και μια σειρά διαλόγων ανάμεσα σε «ΔΥΟ» θυμόσοφους παρατηρητές της καθημερινότητας, που «ΛΑΛΟΥΝ», καταγράφουν και σχολιάζουν με καυστικό χιούμορ τα όσα συμβαίνουν γύρω τους, γύρω μας, και που περνούν κατά κανόνα απαρατήρητα. Αυτά θα σας υποδεχτούν στη «Μετακόμιση». Μια σοδειά κειμένων που γράφτηκαν στη διάρκεια των τριών τελευταίων χρόνων έτσι, χωρίς πρόγραμμα και μεθόδευση. Πάντα αυθόρμητα και πάντα με έναυσμα κάποιο κοινωνικό, πολιτικό, προσωπικό ή περιβαλλοντικό ερέθισμα που πυροδότησε σκέψεις και συναισθήματα, τα οποία συνωστίζονταν στην άκρη της πένας μου απαιτώντας να εκφρασθούν και διεκδικώντας μια θέση στο συγγραφικό μου έργο.Έτσι προέκυψε «Η μετακόμιση των χρωμάτων», ένα βιβλίο-ανθολόγιο, τιτλοδοτημένο από το αντίστοιχο διήγημα που βρίσκεται στις πρώτες σελίδες του. Η «Μετακόμιση» δημιουργήθηκε για να καλύψει τη δική μου ανάγκη συγκέντρωσης των «μικρών μου παιδιών» σε ένα λίκνο και θα είμαι ευτυχής αν αυτά τα «παιδιά» σας κρατήσουν ευχάριστη συντροφιά στον ελεύθερο χρόνο σας!

η μετακόμιση των χρωμάτων  

Η νέα συλλογή διηγημάτων της Βάσως Αποστολοπούλου από τις εκδόσεις τοβιβλίο. Ένα βιβλίο-ανθολόγιο, μια σοδειά κειμένων που γράφτηκαν χωρίς π...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you