Page 1

η πόρτα στα δεξιά

1


η Πόρτα στα Δεξιά

5


η Πόρτα στα Δεξιά Λένα Μαυρουδή Μούλιου ISBN: 978-618-82415-4-1 © τοβιβλίο Αθήνα, 2016 εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης επιμέλεια εξώφυλλου: Κώστας Θερμογιάννης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή] ___________________ Η συλλογή διηγημάτων “η Πόρτα στα Δεξιά” της Λένας Μαυρουδή Μούλιου διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Η αναφορά του ονόματος της συγγραφέως και του εκδότη είναι υποχρεωτική και το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση διηγημάτων και η αποσπασματική παρουσίαση της συλλογής με την προϋπόθεση αναφοράς προέλευσης και δημιουργών.


η Πόρτα στα Δεξιά

Λένα Μαυρουδή Μούλιου ISBN: 978-618-82415-4-1 Αθήνα, 2016


8


η πόρτα στα δεξιά

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ερωτικό τρίγωνο Το φάντασμα του χωριού Ο επόμενος Ο θησαυρός Η διαφήμιση Η σκιά Το λογιστικό λάθος Μόνα Λίζα Η δαμασκηνίτσα Το βέλος Το λουστρινένιο γοβάκι Η ευρεσιτεχνία Συμπτώσεις Τα γιατί Η γραμματέας Μεγάλωσα πολύ Και τώρα; Η γιορτή Καλοκαίρι τέλος Πού πηγαίνουν τα πουλιά για να πεθάνουν; Η φωτογραφία Νυχτερινή παρενόχληση Ο σωσίας

11 50 57 67 99 123 132 141 161 171 187 202 209 222 225 263 268 273 288 295 303 320 326 9


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

342 355 365 372 381 392 401 418 428 436 438 443 447 460 467 470 475 482 491

10

Τα διαμάντια Μίλτος ο ταξιτζής Ο ληστής Η πόρτα στα δεξιά Μετίν Το δείπνο Τα δελφίνια Η παραίσθηση Τα γενέθλια και το σύμπαν Σαν τι μοιάζεις; Το Πνεύμα του βουνού Ο μουρμούρης Χειμωνιάτικο απόγευμα στον Ναυτικό Όμιλο Χειμωνιάτικο ξημέρωμα Η ευμεταβλητότητα Ράιτ το ατσάλινο πουλί Το στενό Ερώτημα αναπάντητο ΣΗΜΕιωΣΕιΣ


Σ

Ερωτικό τρίγωνο

υνήθιζε να της λέει μια ρήση του Λουντέμη, όταν τον πιάνανε οι ρομαντισμοί και οι ερωτικές παρελθοντολογίες του. «Αγάθη μου, εμείς γνωριζόμαστε από πολύ παλιά... Ξεκίνησες από τα παραμύθια μου και δεν ξεμάκρυνες ακόμη». «Ωραία λόγια, Περικλή μου, αυτά του Λουντέμη, αρκεί και οι πράξεις σου να ταίριαζαν με αυτά, και όλων όσοι αρέσκονται σ’ αυτά τα ωραία λόγια...» (τι υπονοούμενο ήταν αυτό, αγαπητέ Περικλή μας; Τι ήθελε να πει ο ποιητής;) Αγάθη και Περικλής ήταν ένα μοντέρνο ζευγάρι αρκετά ιδιόρρυθμο, που ξεκίνησε την κοινή του ζωή απ’ όταν και οι δύο ήταν γύρω στα 30χρόνια τους. Γνωρίστηκαν μέσω διαδικτύου. Απίστευτη σχέση. Πριν συναντηθούν δια ζώσης, η μέρα τους άρχιζε όπως και τελείωνε μπροστά σε ένα “ολοζώντανο” μεσάζοντα, τον υπολογιστή τους. Τυπικά λόγια στην αρχή, για να καταλήξουν να γίνουν έρωτας φαντασίας που όμως είχαν την τύχη να ανταποκριθεί τελικά στην εικόνα, αυτήν ακριβώς που είχαν πλάσει με την φαντασία τους. Σπάνια συμβαίνει. Μα όταν συμβεί είναι κάτι το θεϊκό... Και ο έρωτας έγινε Πάθος και Αγάπη με την πλήρη έννοια των συναισθημάτων αυτών. Από την αρχή της σχέσης τους συμφώνησαν να συζήσουν. Γάμος και παιδιά έννοιες απαγορευμένες. Αν και 11


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

υποψιαζόμαστε ότι δεν υπάρχει γυναίκα που να μην ονειρεύεται νυφικά μπομπονιέρες και “ους ο Θεός συνέζευξε”, καθώς και παιδιά. Κακά τα ψέματα αυτή είναι η αλήθεια. Σαν ζευγάρι, ναι μεν πολύ ταιριαστό, μα λίγο καιρό όμως μετά την συγκατοίκηση, η κοπέλα διαπίστωσε από αποχρώσες ενδείξεις ότι ο Περικλής της ήταν αρκετά ατακτούλης και, δυστυχώς γι’ αυτήν, άρχισε να ζηλεύει. Σκηνές δεν ήθελε να κάνει, δεν της το επέτρεπε η υπερηφάνειά της και ο εγωισμός της. Δεν ήθελε όμως και να την περνά για καμιά αγαθή (όνομα και πράγμα) οπόταν ένα βράδυ με φεγγάρι, όπως κάθονταν στην αυλή του εξοχικού τους σπιτιού με τη θάλασσα αντίκρυ τους να ασημολάμπει, ακούει τον εαυτό της να τον ρωτά χωρίς να έχει προηγηθεί καμία σχετική κουβέντα: «Για πες μου αλήθεια, αγάπη μου, σε παρακαλώ, αν δεν γίνομαι αδιάκριτη, γιατί σου αρέσει τόσο πολύ να με απατάς; Αν έπαψες να μ΄ αγαπάς, αν εγώ πια δεν σε γεμίζω και αν το παραμύθι από το οποίο ξεκίνησα έχει πια ξεμακρύνει, ποιος ο λόγος να είμαστε μαζί;»... Αναστατώθηκε ο Περικλής. «Μα τι είναι αυτά που λες, βρε μωρό μου; Είναι δυνατόν να πιστεύεις αυτά που λες; Είναι δυνατόν εγώ να σε αγαπώ πιο λίγο; Όχι, καλή μου. Για μένα είσαι η μία». «Μα εγώ δεν αμφισβητώ αυτό που λες. Άλλο σε ρώτησα. Να επαναλάβω;» «Κοίτα. Παραδέχομαι ότι είμαι λίγο πιο αρσενικό του επιτρεπτού και ότι μου αρέσουν οι γυναίκες πολύ, πράγμα που ουδέποτε σου απέκρυψα. Αλλά σου το ορκίζομαι καμία δεν συγκρίνεται μαζί σου. Είσαι το κορίτσι μου, η γυναίκα μου, η σύντροφός μου με την ουσιαστική έννοια 12


η πόρτα στα δεξιά

των λέξεων αυτών» «Δηλαδή, Περικλή μου, σαν να λέμε, εγώ είμαι το αγκυροβόλιό σου, το λιμάνι σου που ό,τι και να γίνει εδώ θα ’ρθεις ν’ αράξεις αφού όμως πρώτα θα έχεις απολαύσει το “ταξίδι σου” σε όλες τις θάλασσες από βορρά σε νότο και από τη δύση στην ανατολή. Αυτό μου λες; Σαν να λέμε, είμαι ένα είδος Πηνελόπης που αναμένει τον Οδυσσέα της καρφωμένη στην Ιθάκη της, όχι μια και έξω μετά από δέκα χρόνια και ησυχάσαμε, αλλά τρεις τέσσερις φορές το χρόνο για τα μεγάλα “ταξίδια”, συν καμιά εικοσαριά και βάλε, για τα ευκαιριακά. Όμως όπως και να το κάνουμε το... “ταξίδι” είναι “ταξίδι”, και η ουσία ΜΙΑ». «Αγάπη μου, μπορεί να έχεις δίκιο εν μέρει, γι’ αυτό θα κάνουμε μια συμφωνία κυρίων. Τόσο εσύ όσο κι εγώ θα ζούμε τις μικροπεριπέτειές μας που κατά κάποιο τρόπο θα νοστιμίζουν τη ζωή μας και κύριο μέλημά μας θα είναι να μην πάθει ζημιά το αγκυροβόλι μας. Όλα τα άλλα έξω απ’ αυτό, δεν είναι παρά διακοσμητικά στοιχεία. Σου ορκίζομαι ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, αλλά πώς να σου το πω. Τα “ταξίδια”, όπως τα λες εσύ, δεν μπορώ να τα σταματήσω... Είσαι ελεύθερο άτομο και συ, όπως και εγώ και θα έπρεπε να με καταλαβαίνεις. Αγάθη μου, είσαι η γυναίκα της ζωής μου ο πλανήτης μου. Όλες οι άλλες είναι κάτι μικρό δορυφόροι αόρατοι και από τηλεσκόπιο ακόμη. Αν ποτέ με χωρίσεις μπορεί και να μη το αντέξω. Μα για να αλλάξω αδύνατον...» Η Αγάθη προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της και το επίπεδο της συζήτησης σε επίπεδα πολιτισμένα και το μόνο που τον ρώτησε ήταν: «Αν, Περικλή μου, τα λόγια που μου είπες με αφοπλιστική ειλικρίνεια σου τα έλεγα εγώ, εσύ, τι θα μου έλε13


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γες;» «Θα έλεγα αυτό που ζητώ εγώ από σένα, το ίδιο ακριβώς». «Μα καμιά γυναίκα ερωτευμένη δεν έχει ανάγκη να αρμενίζει στα πέλαγα και όσον καιρό της συμβαίνει αυτό δεν “ταξιδεύει” έτσι άσκοπα». «Το ξέρω. Μα όπως είπε και ένας σοφός άντρας –αρσενικό, τι άλλο;– το να κάνεις έρωτα σε ένα γυναικείο κορμί είναι σχετικά εύκολο. Το να κάνεις έρωτα σε έναν εγκέφαλο είναι εξουσία και απόλυτη κατάκτηση ΑΓΑΠΗΣ». Αν λοιπόν εσύ μπορείς να αποφύγεις αυτό το είδος της σχέσης και ακολουθείς την δική μου πεπατημένη που είναι ανώδυνη, προφυλάσσεται το αγκυροβόλιο που λέγαμε και τα εντός αυτού πλοιάρια αντέχουν το κτύπημα των κυμάτων». Η Αγάθη μέσα της ένιωθε τρικυμία. Θα ήθελε να του πει «φίλε μου, δεν μου αρέσουν τα πιστεύω σου και γι’ αυτό, παίρνω το κουβαδάκι μου και πηγαίνω σε άλλη παραλία». Όμως της συνέβαιναν τρία πράγματα βασικά. Πρώτον τον αγαπούσε πολύ. Δεύτερον τα “ταξίδια” του τύπου που αναφέραμε, δεν της άρεσαν γιατί απλά αλλιώς σκέπτεται και φέρεται μια γυναίκα. Γι’ αυτό και η Ιστορία είναι γεμάτη από μεγάλους ταξιδευτές αληθινούς ή μεταφορικούς και δεν θυμάμαι να διάβασα ποτέ για μία έστω γυναίκα ...θαλασσοπόρο! Και τρίτον τέτοιου είδους τακτική να την επιχειρούσε όταν ήταν κοπελίτσα –λέμε τώρα– και όχι τώρα που ήταν στα 35 της. Το βιολογικό της ρολόι για να γίνει μητέρα, τόσες φορές την είχε ειδοποιήσει με το alarm του, μα ο Περι14


η πόρτα στα δεξιά

κλής ούτε για γάμο ήθελε να ακούσει ούτε για παιδιά. Βέβαια, εκείνον δεν τον ειδοποιούσαν βιολογικά ρολόγια και αηδίες. Και έτσι και κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον, αν άλλαζε μυαλά, μπορούσε και στα 50 του παιδί να κάνει και στα 60 του και πάρα πάνω. Τόσα παραδείγματα έχουμε... Τώρα, αν το ίδιο το παιδί θα τον αποκαλούσε μπαμπά αντί για παππού, είναι ένα θέμα που ποτέ δεν απασχόλησε το ισχυρό λεγόμενο φύλο. Μπορούσε ακόμα αν γινόταν καμία στραβή στη σχέση τη δικιά τους να έρθει και να της πει: “ξέρεις, καλή μου, πια δε σε αγαπάω και θέλω να χωρίσουμε”. Ούτε δικηγόροι με τόσα έξοδα και διατροφές ούτε διαζύγια και καυγάδες. Λες γι’ αυτό να μην ήθελε δεσμεύσεις το αγόρι; Και άντε εσύ να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου που χάθηκε τόσο άχαρα. Αγάθη μου, δύσκολα τα πράγματα. Δύσκολοι καιροί για Πηνελόπες. Εδώ και 2.500 χρόνια, στην ουσία λίγα πράγματα άλλαξαν στην γυναικεία ψυχολογία και την αντρική κυρίως νοοτροπία. Κακά τα ψέματα ο κόσμος φτιάχτηκε για τους άντρες! Ηρέμησε λοιπόν, κορίτσι μου. Αρκετά για σήμερα Η συζήτηση που κάνατε ξεκαθάρισε το τοπίο για τις προθέσεις του ανδρός αφ’ ενός και αφ’ ετέρου, αν μη τι άλλο δεν θα περνά την σύντροφό του ότι αγρόν ηγόραζε!... Σαφώς, ο κύριος τώρα θα παίρνει και τις προφυλάξεις του για να μην αισθάνεται η συμβία του ταπεινωμένη. Είπαμε. Αλλά να μη το παρακάνουμε κιόλας έτσι; Που να πάρει η ευχή. Πόσα ψέματα να της έχει πει! Και το ψέμα του μπορεί και κάπως να το συγχωρήσει. Εκείνο που δεν μπορεί να του συγχωρήσει είναι ότι έπαψε να τον εμπιστεύεται και να τον εκτιμά, να τον πιστεύει γε15


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νικώς. Εμπιστοσύνη, Εκτίμηση, Πίστη. Πολύτιμες αξίες για το κορίτσι. Τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Και αφού το θέμα ΑΓΑΠΗ δεν τον γεμίζει παρά μόνο σε επίπεδο επιδερμικά ερωτικό πρέπει και αυτή να δει τι θα κάνει. Γιατί η μονόπλευρη αγάπη δεν σημαίνει τίποτα, μα τίποτα όμως. * Το καλοκαίρι καλά κρατούσε ακόμη. Η Αγάθη εύρισκε διέξοδο στη μοναξιά της πηγαίνοντας στη θάλασσα τα πρωινά από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, (Σαββατοκύριακα ερχόταν ο Περικλής) και τα απογεύματα ασχολιόταν με τον κήπο τους που τον λάτρευε. Τώρα δε με τη βοήθεια του κυρ-Αποστόλη, του κηπουρού, ο κήπος έμοιαζε με παράδεισο. Και ένα πρωί την πόρτα αυτού του επίγειου παράδεισου κτύπησε ένας αληθινός άγγελος και όχι αποκύημα φαντασίας. Τι ήταν τούτο, Θεέ μου! Ένα παλικάρι την παρακολουθούσε που σκάλιζε με την τσουγκράνα ένα παρτέρι και της είπε χαμογελώντας καλοσυνάτα: «Με συγχωρείτε, γειτόνισσα, μα δεν είναι η τσουγκράνα το ενδεδειγμένο εργαλείο για τη δουλειά με την οποία ασχολείστε. Μου επιτρέπετε;» είπε, και πηδώντας από το φράκτη που τους χώριζε, την πλησίασε. «Επιτρέψτε μου να συστηθώ. Άλκης Ρούσσιος, Γεωπόνος και γείτονάς σας. Νοίκιασα το διπλανό σπίτι για τις διακοπές μου που αρχίζουν σήμερα και αν κρίνω από τη γειτνίαση μαζί σας αρχίζουν με τον καλύτερο τρόπο» της είπε φιλώντας το χέρι που του έτεινε συμπληρώνοντας «γοητευμένος κυρία...» «Αγάθη Σπάθη και χάρηκα πολύ». Της έδωσε ορισμένες συμβουλές τεχνικές, και χωρίς 16


η πόρτα στα δεξιά

να του το ζητήσει, της υποσχέθηκε την επομένη να της πει ποια φυτά έχουν προοπτική καλύτερη για τον κήπο της σε σχέση με το κλίμα, την περιοχή και την εποχή του φυτεύματος. Η Αγάθη είχε από καιρό αποφασίσει να μετατρέψει το μισό της κήπο σε περιβόλι, να φυτέψει τα μαρουλάκια της, τις ντομάτες, τα φασολάκια και τα άλλα ζαρζαβατικά της. Διάβαζε βιβλία για το σκοπό αυτό, μα όλο το ανέβαλε. Το είπε στον νεαρό της γείτονα και αυτός έθεσε τον εαυτό του στην διάθεσή της για την πραγματοποίηση του σχεδίου της. Είπαν και διάφορα άλλα και αφού τη ρώτησε σε ποιο μέρος πηγαίνει για μπάνιο και τι ώρα, την αποχαιρέτησε ζεστά και έφυγε αφήνοντάς την σκεφτική. Η κοπέλα έβλεπε το χέρι της Μοίρας να την ακουμπάει ακριβώς λίγες ημέρες μετά την αποκαλυπτική συζήτηση που είχε με τον Περικλή ΤΗΣ! Η Αγάθη ήταν αυτό που λέμε Κυρία με όλη τη σημασία της λέξης. Δεν ήταν η θηλυκή εκδοχή ενός Περικλή σαν τον δικό της, για να αδράξει την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε. Στο πρόσωπο του Άλκη είδε έναν νέο άνθρωπο κατά τα φαινόμενα ενδιαφέροντα που ίσως να γέμιζε τις μέρες της εκτός Σαββατοκύριακων που ερχόταν ο Περικλής, ο οποίος τότε άφηνε το γραφείο του, ενώ θα μπορούσε να κάνει και το ίδιο για τις άλλες ημέρες της εβδομάδας χωρίς αυτό να είναι σε βάρος της δουλειάς. Πολιτικός μηχανικός και τα τελευταία τρία χρόνια οι πελάτες ήταν είδος εν ανεπαρκεία λόγω της κρίσης που έπληξε βάναυσα και την οικοδομή. Η Πηνελόπη, συγγνώμη, η Αγάθη ήθελα να πω, καθηγήτρια της Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο της Αθή17


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νας, τώρα απολάμβανε το ευεργέτημα των χορταστικών διακοπών που έχει ο κλάδος της εκπαίδευσης σε όλες του τις βαθμίδες. Επιπλέον το εξοχικό τους, ήταν τόσο κοντά στην Αθήνα, που το απολάμβαναν όχι μόνο στις διακοπές του καλοκαιριού μα και τα week-end και όλες τις γιορτές του Χρόνου. Για, να βάλουμε λοιπόν τις σκέψεις μας σε μια σειρά: καλοκαίρι: Εκείνη μόνη της. Εκείνος θεομόναχος εργένης, πλην week-end. Όλον τον υπόλοιπο χρόνο ακόμη και με αναδουλειά ο εν λόγω, πότε είχε meetings, πότε έπρεπε να συναντήσει κάποιο σημαίνον πρόσωπο, πότε έπρεπε να βγει με αντροπαρέα, πότε το ένα, πότε το άλλο... τα γνωστά. Όμως την Αγάθη του, όλα κι όλα, κορώνα στο κεφάλι του! Μα η Αγάθη του μόνο αγαθή δεν ήταν. Ήταν βέβαια ερωτευμένη, μα αυτό ήταν άλλου παπά ευαγγέλιο. Τον αγαπούσε και θυσίαζε πολλά χάριν της αγάπης της, ως πότε όμως; Ως πότε; Να που η Μοίρα της έστελνε μία ενδιαφέρουσα παρέα να της διώξει τη μοναξιά και την ανία και μαζί τις μαύρες σκέψεις που σκίαζαν τη ζωή της τον τελευταίο καιρό.

Το πρωί στην παραλία τον βρήκε να την περιμένει. Τι κορμί που το ’χε, Θεέ μου! Όλες του οι λεπτομέρειες, εξωτερικές και... εσωτερικές μα εμφανείς, τέλειες... «Γεια σου, Αγάθη, μου επιτρέπεις;» της είπε, και πήρε από τα χέρια της την ομπρέλα να την καρφώσει γερά στην άμμο γιατί φυσούσε αρκετά και κινδύνευε αυτή να πετάξει. Περιποιητικός ο νεαρός. Κάθισε στη ψάθα του δίπλα της και βλέποντάς την να βάζει το αντηλιακό της προ18


η πόρτα στα δεξιά

σφέρθηκε να της αλείψει την πλάτη. Του το επέτρεψε, αν και την φοβόταν αυτή την οικεία επαφή. Αφέθηκε στα χέρια του ηδονικά, χωρίς να παρεξηγηθεί για τούτο, μια και το επέτρεπαν οι κανόνες της ηλιοθεραπείας. ! Ουφ και συ, μωρέ κορίτσι μου, με τις περηφάνιες σου και τα επιφυλάξεις σου, χαλάρωσε και απόλαυσέ το. Και αυτό ακριβώς έκανε. Και έτσι γυρισμένη που ήταν, δεν την έβλεπε εκείνος την απόλαυση που αυτή αισθανόταν. Η Αγάθη, δεν ήταν αυτό που λέμε, σεξουαλικά πεινασμένο άτομο. Ο Περικλής ήταν πρωταθλητής με πολλά μετάλλια στο “άθλημα”. Μα την κοπέλα την συγκίνησε ο χώρος που της έδινε στη ζωή του και οι περιποιήσεις του νεαρού. Της έδειχνε τόσο μεγάλη προσοχή σαν να μην υπήρχαν παρά μόνο αυτοί οι δυο στην παραλία. Τα μάτια του, διαρκώς πάνω της όχι ξεδιάντροπα και διψασμένα, αλλά με θαυμασμό και καλώς εννοούμενο φλερτ. «Πόσων χρόνων είσαι, Άλκη;» «Είκοσι πέντε. Γιατί;» «Για φαντάσου. Υπάρχουν αυτές οι ηλικίες; Εγώ ξέρεις πόσο είμαι; Τριάκοντα έξι να σε χαρώ και όπου να ΄ναι τα κλείνω. Λάβε το σοβαρά αυτό υπόψη σου, αγόρι καλό μου. Αφενός αυτό, αφετέρου έχω έναν πολύχρονο δεσμό. Όχι, δεν υπάρχει γάμος, που, ναι μεν είναι κάπως προβληματικός αλλά εξακολουθεί να είναι ακόμη σοβαρός. Θα τον δεις τον Περικλή το Σάββατο που θα έρθει.» «Και λοιπόν; Αν και δεν σου φαίνεται καθόλου, μου αρέσουν οι μεγαλύτερες γυναίκες αν και ποτέ δεν με απασχόλησε το θέμα της ηλικίας τους. Αρκεί να με τραβήξει κάτι, να μου κάνει ΚΛΙΚ. Και συ καλή μου γειτόνισσα μου έχεις κάνει πολλά, τέτοια κλικ.» «Ευχαριστώ, Άλκη. Είσαι πολύ ευγενικό παιδί. Μου 19


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αναπτερώνεις το ηθικό. Έγιναν φίλοι. Μιλούσαν με τις ώρες. Το γιατί τον εμπιστεύτηκε από την αρχή, δεν μπόρεσε να το εξηγήσει στον εαυτό της. Τόσο γρήγορα και τόσο ανεπιφύλακτα. Μυστήριο! Είπαν διάφορα για τους εαυτούς τους για τους άλλους, ενδιαφέροντα πράγματα αλλά και χαζά, κολύμπησαν ξανά και ξανά, γέλασαν ανέμελα και την έκανε να ξεχνάει την απαισιοδοξία της και τις μαύρες σκέψεις και το κυριότερο, ένα τέτοιο φλερτ από έναν Άδωνη, της αναπτέρωνε την αυτοεκτίμηση. Την έκανε να αισθανθεί όμορφη –όχι πως δεν ήταν– ερωτική και διεκδικήσιμη. Έννοιες ξεχασμένες γι’ αυτήν εδώ και χρόνια. Ήταν μόνο 36 χρόνων και ένας νέος στα 25 του και όμορφος σαν θεός δεν είχε μάτια παρά μόνο γι’ αυτήν. Της πρότεινε να φάνε σε ένα ταβερνάκι της παραλίας αλλά εκείνη του αντιπρότεινε να του κάνει το τραπέζι σπίτι της στην όμορφη σκιερή της βεράντα με το φαγητό που ήδη είχε μαγειρέψει για σήμερα. Μια λαχταριστή μακαρονάδα με πικάντικη κόκκινη σάλτσα που δεν θα άφηνε αδιάφορο κανέναν άντρα. Έφαγαν, ήπιαν παγωμένο άσπρο κρασάκι, ψιλοζαλίστηκαν και χωρίστηκαν για την μεσημεριάτικη σιέστα δίνοντας ραντεβού για τις έξι το απόγευμα για τον κήπο. Το είχαν πει και από την προηγούμενη αυτό. Και δεν ήταν πρόσχημα ο κήπος, όχι. Ξαφνικά η Αγάθη άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η μεγάλη μοναξιά της έδειχνε σημάδια ύφεσης και αυτό ως φαίνεται επηρέαζε και τον τρόπο ομιλίας της, αλλιώς πώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι στο τηλέφωνο ο Περικλής την ρώτησε τι ακριβώς της συμβαίνει και την ακούει τόσο 20


η πόρτα στα δεξιά

γοητευτικά διαφορετική. Η κοπέλα απέφυγε να του πει για τον Άλκη και αυτό εξέπληξε και την ίδια όταν κλείσανε το τηλέφωνο. Αυτή, συνήθως του έλεγε ακόμη και αν φταρνίστηκε η γάτα τους, η Χαζούλα. Το βράδυ σαν έπεσε να κοιμηθεί και που πάντοτε πριν την πάρει ο ύπνος έκανε έναν απολογισμό των ημερήσιων πεπραγμένων της, την απασχόλησε και αυτή της η απόκρυψη. Γιατί το έκανε; Όμως ήταν αποφασισμένη, τίποτα να μη της χαλάσει την ευδαιμονία που αισθανόταν και που την χρωστούσε σε αυτό το υπέροχο αγόρι. Η επόμενη ημέρα κύλησε το ίδιο πάνω-κάτω με την προηγούμενη με τη διαφορά, ότι παρέμειναν στη θάλασσα μέχρι το απόγευμα και έφαγαν στο ταβερνάκι πεινασμένοι σαν λύκοι, γελαστοί, και να τολμήσουμε να το πούμε, ευτυχισμένοι. Αυτό το παλικάρι την έκανε να αισθάνεται σπουδαία και ήταν υπέροχο αυτό το συναίσθημα. Θαρρείς και ο Άλκης υπήρχε για να προλαβαίνει την κάθε της επιθυμία, να την προστατεύει (από τι αλήθεια;) και να την... αγαπά...

Πράγματι την τέταρτη ημέρα της γνωριμίας τους και ενώ ο Χρόνος θαρρείς και συμπυκνώνονταν και μετρούσε αλλιώς γι’ αυτούς, της είπε τελείως απρόσμενα: «Μη σου φανεί παράξενο, καλή μου γειτόνισσα, αυτό που θα σου πω μα μου συμβαίνει και είναι ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα για μένα. Σ’ αγαπώ» της είπε, και τα μάτια του σκιάστηκαν από μια αγωνία ένα σύννεφο βαρύ γεμάτο βροχή, που τα έκαναν να υγρανθούν. Ήταν σοβαρός απόλυτα ειλικρινής και παραδομένος. «Σου ζητώ συγγνώμη, αγάπη μου, αν σε φέρνω σε δύ21


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σκολη θέση, αφού έχεις δεσμό, μα δεν μπορώ να προσποιούμαι ότι δεν μου συμβαίνει τίποτα. Αύριο έρχεται ο δικός σου, όπως μου είπες και δεν αντέχω να τον συναντήσω. Θα κατέβω στην Αθήνα για Σαββατοκύριακο και τη Δευτέρα θα ξαναέρθω». Ήταν τόσο αφοπλιστικά αθώος γλυκός και συγχρόνως ερωτικός που η Αγάθη ένιωσε ένα βαθύ ρίγος να την διαπερνά. Περίεργα συναισθήματα την κατέκλυζαν, και θα φανεί ίσως γελοίο, αλλά ένα από αυτά ήταν ίσως και μητρικό! Πώς θα ήθελε να έχει έναν τέτοιο γιο κάποτε! Ε, δεν είμαστε με τα καλά μας. Το παλικάρι ήταν ερωτευμένο και αυτή τον έβλεπε σαν γιο της! Απωθημένα κατάλοιπα της του Περικλή απαγόρευσης τεκνοποιίας! Δεν σχολίασε εκείνη καθόλου την εξομολόγησή του και αρκέστηκε σε ένα απαλό χάιδεμα του χεριού του. Πολλές φορές η σιωπή είναι πιο εύγλωττη από την ομιλία. Να ήταν το χάδι της αυτό μια υπόσχεση; Η Αγάθη άρχισε να συνειδητοποιεί ότι μέχρι τώρα απλώς υπήρχε. Και αναρωτήθηκε μήπως θα έπρεπε να αρχίσει και να ζει; Δεν το όφειλε στον εαυτό της; Την είχε τόσο συγκινήσει ο τρόπος που της φερόταν ο Άλκης. Την πρόσεχε. Προέβλεπε κάθε της επιθυμία και την ικανοποιούσε. Την περιποιόταν. Και θαρρείς ότι πέρα από αυτήν δεν τον ενδιέφερε τίποτα, τίποτα. Ήταν το κέντρο του σύμπαντος. Ωραία. Ας πούμε ότι λόγω του ότι ήταν πολύ νέος, να ήταν λίγο πληθωρικός και ίσως λίγο υπερβολικός. Ήταν άντρας και σαν άντρας θα έκανε τα πάντα ωσότου την κατακτήσει. Μη και εκείνη δεν ήξερε τι μέσα μηχανεύονται τα αρσενικά για να ρίξουν μια γυναίκα; Σύμφωνοι. Μα και πάλι, πώς μπορούσε να μείνει αδιάφορη σε 22


η πόρτα στα δεξιά

όσα μια γυναίκα ονειρεύεται να ακούσει από ένα άντρα δικό της. Μόνο που ετούτος δεν ήταν δικός της –ακόμη.

Την Παρασκευή το βράδυ, πολύ αργά και, ενώ εκείνη κοιμόταν αφού κουράστηκε να τον περιμένει, ήρθε ο αφέντης. Δεν σηκώθηκε να τον υποδεχτεί. Αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά στην κοινή ζωή τους. Το γεγονός τον άφησε κατάπληκτο. Δεν μπορούσε όμως να πει και τίποτα. Ούτε φυσικά και να την ξυπνήσει. Ήξερε τα όρια ενός παράπονου μιας παρατήρησης. Όχι και να ζητάει τα ρέστα αφού η δική του συμπεριφορά ήταν αχαρακτήριστη. Γιατί άργησες τόσο, κύριε; Αρχίσαμε τις περικοπές του χρόνου που διαθέτουμε στην επίσημη ερωμένη μας; Γιατί, τι άλλο ήταν η Αγάθη; Μας λες; Και το κινητό; Τι το έχουμε, κύριε τάδε μας; Ούτε και αυτό το θεώρησες αναγκαίο. Και ας περίμενε η Πηνελόπη και ας ανέβαζε και κατέβαζε μήπως και σου συνέβαινε κάτι κακό. Και το μόνο που συνέβαινε ήταν ότι έτυχε ΕΣΥ να γυρίσεις αργά από το “ταξίδι” σου.

Κάθισαν να φάνε πρωινό στη βεράντα τους. Του φάνηκε αλλαγμένη και της το είπε. «Τελικά η εξοχή σου κάνει καλό, αγάπη μου. Είσαι στις ομορφιές σου. Λάμπεις.» «Βρίσκεις; Εσύ πάλι μου φαίνεσαι κουρασμένος. Γιατί; Είχες πολλή δουλειά; Ή το “ταξίδι” ήταν πολύ κουραστικό τη φορά αυτή;» «Να το εκλάβω σαν μπηχτή, μωρό μου;» «Έτσι πες την αν έτσι νομίζεις». «Κουρασμένος δεν είμαι, βαριεστημένος είμαι. Αφού 23


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να σκεφτείς θα φύγω απόψε το βράδυ...» «Ναι, ναι, ξέρω, γιατί, προέκυψε ένα κυριακάτικο δείπνο με κάτι συναδέλφους και δεν μπορούσες να αρνηθείς. Καλά δεν τα λέω, Περικλή μου;» αποτελείωσε αντ’ εκείνου η Αγάθη τη φράση του. Και άλλη περικοπή χρόνου δικού της. Μέχρι να έρθει και η στιγμή που για εκείνη δεν θα περισσεύει καθόλου χρόνος. Και ούτε διαζύγια ούτε διατροφές και «λυπάμαι, καλή μου, έμεινε έγκυος η γκόμενα και πρέπει να έχει επίσημα πατέρα το παιδί». Σκέφτηκε. Εκείνος δεν σχολίασε. Κι εκείνη απλά και μόνο συμπλήρωσε: «Λυπάμαι, βρε μωρό μου, αλλά έλεγα αύριο ότι θα γιορτάζαμε μαζί την επέτειό μας. Δεν πειράζει. Ας τη γιορτάσουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο. Δεν χάθηκε ο κόσμος.» «Γι’ αυτό το λατρεύω το κορίτσι μου που έχει τέτοια κατανόηση.» της πέταξε ένα κοκαλάκι να γλύψει το φτωχό.! «Είμαι ασυγχώρητος. Πώς το ξέχασα βρε παιδί μου, μου λες; Με συγχωρείς, μωράκι μου, δεν γίνεται να το ματαιώσω.» «Εντάξει, βρε παιδί μου. Μην το κάνουμε τώρα και θέμα σοβαρό. Μην αγχώνεσαι. Α, και επί τη ευκαιρία να σου πω ότι την ερχόμενη εβδομάδα ίσως πάω μια εκδρομούλα μέχρι την Επίδαυρο για το αρχαίο θέατρο, και παραμείνω τρεις τέσσερις μέρες η και πάρα πάνω. Θα έχω παρέα ένα μου φίλο καλό που τον γνώρισα τελευταία. Είναι γείτονάς μας και αξιαγάπητος.» «Ναι, ε; Ποιος είναι τον ξέρω;» «Όχι. Δεν τον ξέρεις. Μένει ακριβώς δίπλα μας, είναι γεωπόνος και με βοηθάει με τον κήπο.» «Γιατί; Δεν σε βοηθάει ο Αποστόλης;» 24


η πόρτα στα δεξιά

«Πώς, πώς. Είδες πόσοι άνθρωποι βρέθηκαν να νοιάζονται για το περβόλι μας; Σκέπτομαι να κάνω κάτι αλλαγές και μου απαραίτητοι (δικό του θέμα αν το έπιασε το υπονοούμενο). Ο Άλκης, μου είναι τρομερά χρήσιμος με τις ιδέες του τις επιστημονικές. Μου υποσχέθηκε ένα κήπο του ονείρου. Και δεν έχω λόγο να μη τον εμπιστευτώ. Ο μικρός είναι υπέροχος». «Μικρός; Όταν λες μικρός;» «Είναι εκεί γύρω στα 25, 26 και πανέμορφος». «Και μένει μόνος του; Κορίτσι δεν έχει;» «Δεν ξέρω αν έχει ή όχι. Δεν ήμουνα τόσο αδιάκριτη να τον ρωτήσω. Αλλά για εδώ τουλάχιστον, ναι. Μένει μόνος του. Τελείωνε όμως με τον καφέ σου. Δεν θα πάμε για μπάνιο;» «Αργότερα, μωρό μου, αργότερα» απάντησε σκεπτικός. Σαν έμπειρος γυναικάς και κατακτητής ήξερε να διαβάζει τα σημάδια. Και αυτά που έβλεπε και άκουγε δεν τον ενθουσίαζαν και τόσο. Δεν της είπε τίποτα όμως. Όχι να της βάλει και ιδέες. Μπορεί αυτός, λόγω πείρας να έβλεπε παντού ερωτικούς κινδύνους και αντεραστές, αλλά μπορεί και να μην ήταν άλλο από μια απλή γειτνίαση. Άλλωστε για την Αγάθη, ένας άντρας υπήρχε στον κόσμο. Ο Περικλής της. Και με αυτή τη σκέψη σηκώθηκε να ρίξει μια ματιά στον κήπο. Έτσι σκεπτικός και αφηρημένος που ήταν σκόνταψε στο μεγάλο ποτιστήρι και λίγο ακόμη να σωριαστεί φαρδύς πλατύς στο καλά σκαλισμένο παρτέρι. Του έδωσε μια τέτοια κλωτσιά που το ποτιστήρι έφτασε στο φράκτη του κήπου. 25


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Αι σιχτίρ, κωλόπραμα, και συ», βλασφήμησε. Όσο πλησίαζε η ώρα να φύγει, ο Περικλής όλο και πιο σκεπτικός γινόταν. Μέχρι που εκεί γύρω στις 8 της λέει απρόσμενα «Αγάθη, θα πάρω τηλέφωνο να τους πω ότι είμαι λίγο αδιάθετος και δεν θα πάω. Ελπίζω να μη θυμώσουν μαζί μου. Άνθρωπος είμαι και έχω δικαίωμα να αρρωστήσω. Δεν είναι έτσι; Αφού είναι η επέτειός μας δεν παίζει να σε αφήσω μόνη σου». Πρώτη αντίδραση της Αγάθης ήταν βέβαια να χαρεί. Και η δεύτερη να σκεφτεί “Θεέ μου, καλά που δεν πρόλαβα να πάρω τον Άλκη να του πω να έρθει, γιατί δεν άντεχα να μείνω και τούτη τη φορά μόνη μου”.

Από την στιγμή εκείνη και μέχρι το επόμενο βράδυ που έφυγε ο Περικλής για Αθήνα ήταν όλο περιποιήσεις. Την πήγε στην καλύτερη ταβέρνα της περιοχής. Φάγανε ό,τι εκλεκτότερο υπήρχε. Της ευχήθηκε και του ευχήθηκε, αλλά η Πηνελόπη, δακτυλίδι αρραβώνων μέσα στο ποτήρι με τη σαμπάνια της δε βρήκε. Το ίδιο περίμενε και κάθε φορά μια μέρα σαν αυτή τις προηγούμενες χρονιές. Την επισημοποίηση του δεσμού τους δηλαδή. Απογοητεύτηκε και πάλι. Μα, αφού ήξερε τα πιστεύω του ατακτούλη συντρόφου της, από πού αντλούσε αυτήν την ελπίδα; Έλα μου ντε. Άλλη μια λοιπόν απογοήτευση στην αρμαθιά της τη φετινή. Αφηρημένη στην αβεβαιότητα, στην ιδιοτροπία και τα πιστεύω ενός συντρόφου με νοοτροπία πασά και Καζανόβα που δεν τηρεί τα προσχήματα και κάνει προτάσεις περί ελεύθερου ερωτικού βίου! Αναφαίρετο δικαίωμά του οι χαριτωμενιές με όποιο θηλυκό του καθίσει και η απιστία του κάτι σαν βουλευτική ασυλία. Ατιμώρητος!

26


η πόρτα στα δεξιά

Η Αγάθη δεν ήταν άτομο εκδικητικό να σκεφτεί, ένα σου και ένα μου, όπως κάνουν και οι περισσότερες γυναίκες. Για να κάνει έρωτα με κάποιον, θα έπρεπε να αισθανθεί κάτι μικρό ή μεγάλο, δυνατό ή μέτριο, αλλά πάντως κάτι. Το αντρικό στιλ δεν της πήγαινε. Άρα το γεγονός ότι ακόμη δεν ενέδωσε στο pressing του Άλκη δεν ήταν ο Περικλής εμπόδιο. Αν δεν υπήρχε εντολή από τον εγκέφαλό και την καρδιά της δεν θα ζευγάρωνε με άλλο αρσενικό και πάει και τελείωσε. Η αλήθεια είναι ότι με τον Περικλή δίπλα της δεν μπορούσε να σκεφτεί τελείως καθαρά. Βλέπεις, τόσα χρόνια δεσμού μαζί του της είχε γίνει συνήθεια αυτός πια, πράγμα που δεν αλλάζει εύκολα. Τον θεωρούσε άνθρωπό της και προσπαθούσε να τον καταλάβει και να τον συγχωρήσει. Αυτό έκανε μέχρι τώρα. Μα ξαφνικά ο Άλκης την έκανε να δει τα πράγματα διαφορετικά. Σύμφωνοι. Τον αγαπούσε τον σύντροφό της, μα τον έρωτα είχε καταφέρει με τις στραβές του να της τον ευνουχίσει, και η διαδικασία του ζευγαρώματος ήταν μόνο μία σωματική και βιολογική ευχαρίστηση. Τίποτα άλλο. Το μεθύσι, η γλύκα του, η έμπνευση, η μαγεία, το μυστήριο, το ρίγος, η λαχτάρα, η ομορφιά, ο παράδεισος, η μουσική, η γενναιοδωρία όλα αυτά και ένα εκατομμύριο άλλα, ξύπνησαν μέσα της με μιας. Το ήξερε, θα ήταν ένας δεσμός καταδικασμένος με ημερομηνία λήξης γιατί τα χρόνια της διαφοράς ήταν αρκετά. Όμως σήμερα την ώρα που έτρωγαν με τον Καζανόβα της, την απόφασή της την πήρε. Τον έρωτα αυτόν, ήθελε να τον ζήσει. Είχε δικαίωμα από τη ζωή. Δεν θα 27


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τον έκλεβε από καμία άλλη, ούτε ήταν κάτι το απαγορευμένο. Κατάλαβε ότι το κλικ που περίμενε να νιώσει αυτή για τον Άλκη, έγινε σήμερα, ΤΩΡΑ. Κατάλαβε και κάτι άλλο. Ότι αν ήθελε ο Περικλής, τα δείπνα, τα meetings τα “ταξίδια” μπορούσε να τα αποφύγει. Επομένως, μπορούσε και αυτή, όχι από εκδίκηση το ξαναλέμε να νιώσει ελεύθερη και να κάνει ένα “ταξίδι” του ονείρου, μακάρι να ήταν και το τελευταίο της ζωής της. Στην Επίδαυρο το είχε σκοπό να πάει πολύ καιρό πριν συναντήσει τον Άλκη. Τώρα θα του πρότεινε να πάνε μαζί και ό,τι ήθελε προκύψει. Ενδοιασμοί τέλος. Στο κάτω κάτω ήθελε όταν ερχόταν ο απολογισμός της ζωής της εκεί γύρω στα 70-80 της, να έχει αυτή την ομορφιά να θυμηθεί. Θα είναι ένα χάδι που της δίνει η ζωή. Το αξίζει, γιατί είναι ένα υπέροχο κορίτσι. Όλα αυτά που αισθάνθηκε εκείνη, αυτό το βράδυ της Κυριακής που έφυγε ο Περικλής, αυτός τα είδε σαν να τα διάβαζε σε βιβλίο. Το ένστικτό του τον πληροφόρησε τι μέλλει γενέσθαι, και τον έπιασε πανικός. Κατάλαβε ότι τη χάνει. Φοβήθηκε. Ποτέ δεν είχε φοβηθεί περισσότερο. Τι μπορούσε να κάνει; Να της απαγορεύσει κάτι; Δεν είχε αυτό το δικαίωμα. Το νόμο αυτός ο ίδιος τον είχε θεσπίσει. Να της υποσχεθεί γάμο; τώρα; Φάνταζε φτηνό. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να είναι συνεχώς ΔΙΠΛΑ ΤΗΣ. Έπρεπε η πολύχρονη πείρα του να τον βοηθήσει να βρει τα κατάλληλα όπλα να πολεμήσει τα νιάτα. Γιατί, κατάλαβε κάτι που πάντα ήξερε. Η Αγάθη του ήταν πολύτιμη. Μέσα στα άπειρα αστέρια του σύμπαντος άλλα λάμπουν περισσότερο, άλλα λιγότερο. Ένα ξεχωρίζουμε 28


η πόρτα στα δεξιά

την κάθε φορά. Μέσα στο σύμπαν λοιπόν η Αγάθη ήταν το Άστρο του το ξεχωριστό. Είναι ποτέ δυνατόν να έρθει η στιγμή να δει να απομακρύνεται απ’ αυτόν μια καρδιά στην οποία αυτός κρατούσε την πρώτη θέση; Αδιανόητο. Έπρεπε να ενεργήσει έξυπνα. Το θέμα ήταν επείγον. Δουλειές και “ταξίδια” σε τρίτη μοίρα (σημ. Καημένε Περικλή, και πού να δεις το αντικείμενο του πόθου της καλής σου. Τότε δεν θα φοβηθείς απλά και μόνο. Θα τα παίξεις για τα καλά. Μη δώσεις αγώνα. Θα είναι χαμένος από χέρι. Βρες κάποιον άλλο έξυπνο τρόπο, και βάλε τον μπροστά. Χθες.) * Και φυσικά ο Άλκης μετά βίας κρατήθηκε να μην την αγκαλιάσει και να την αφήσει ξέπνοη με το φιλί του, όταν άκουσε τα της εκδρομής στην Επίδαυρο. «Η παράσταση είναι το Σάββατο. Άρα θα φύγουμε την Πέμπτη ή την Παρασκευή. Δεν έχουμε πρόβλημα με τα εισιτήρια. Θα το αναλάβει μια συνάδελφος που είναι ήδη εκεί Θα της τηλεφωνήσω να επιληφθεί. Επίσης την Κυριακή έχει μια ενδιαφέρουσα συναυλία στο μικρό το θέατρο. Θέλεις να κλείσουμε εισιτήρια και για εκεί;» «Κοίταξε τώρα τι ερωτήσεις που μου κάνει η αγάπη μου. Κορίτσι μου, ο εαυτός μου στη διάθεση σου. Κάνε τον ό,τι θέλεις εσύ. Εγώ απλώς θα ακολουθώ. Πάντως να ξέρεις δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω την τιμή που μου κάνεις να σε συνοδεύσω. Σε ευχαριστώ, Αγάθη μου, ειλικρινά.» Οι επόμενες ημέρες κύλησαν όπως και οι προηγούμενες. Κάποια στιγμή, την προηγούμενη ημέρα που θα 29


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έφευγαν, την Τετάρτη δηλαδή, ο Περικλής τής τηλεφωνεί και της λέει, μες την τρελή χαρά(!) ότι ίσως και εκείνος να τα κατάφερνε να κατέβει στην Επίδαυρο το Σαββατοκύριακο. Τόμπολα. «Όχι Περικλή, δεν θα το κάνεις. Μη μου το κάνεις αυτό. Δεν θα ήθελα ο Άλκης να αισθανθεί άβολα. Να μεν είναι φίλος μου καλός, αλλά με σένα παρόντα που δεν σε γνωρίζει θα νιώσει κάπως. Άφησε λοιπόν και το μεθεπόμενο Σαββατοκύριακο που θα μας έρθεις, θα σου τον συστήσω και η Επίδαυρος εκεί είναι και μας περιμένει» του είπε και ήταν κοφτή, αποφασιστική και ψυχρή. Τώρα τι να της έλεγε; Ότι αυτό το Σαββατοκύριακο είναι που φοβόταν; Δεν έπαιζε να της έλεγε κάτι τέτοιο. “Για δες τώρα τι θέλει να μου κάνει”, σκέφτηκε η Αγάθη. “Βάλθηκε να μου χαλάσει το όνειρο. Στα τόσα χρόνια των ατελείωτων “ταξιδιών” του, ΠΟΤΕ δεν μου πρότεινε να πάω μαζί του, μα ούτε και εγώ του ζήτησα κάτι τέτοιο, ακριβώς γιατί δεν ήθελα να πληγωθώ από την ανενδοίαστη άρνησή του. Εκείνος όμως δεν έχει κανένα πρόβλημα να το κάνει. Και επειδή δεν του έχω καμία εμπιστοσύνη, εκδρομή στην Επίδαυρο ναι μεν δεν θα πάμε, θα πάμε όμως κάπου αλλού, οπουδήποτε. Σε κάποιο νησί ίσως, γιατί, θα τον δω στο αρχαίο θέατρο μπροστά μου σίγουρα και θα ευχηθώ να ανοίξει η γη να με καταπιεί”. Αυτός ήταν ο εσωτερικός της μονόλογος. Και το μόνο μικρό ψέμα που είπε στον Άλκη ήταν ότι τα εισιτήρια ήταν sold out για το θέατρο. Αλλά η εκδρομή θα γίνει με άλλο προορισμό. Και βέβαια δεν είχε εκείνος κανένα πρόβλημα. Και στο φεγγάρι να του έλεγε να πάνε και στο Βόρειο Πόλο αρκεί να ήταν μαζί της. 30


η πόρτα στα δεξιά

Την Πέμπτη πρωί, πολύ πρωί, ξεκίνησαν για τον Πειραιά. Προορισμός η Σίφνος. Η Αγάθη ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει τίποτα να σκιάσει την ελευθερία της και τη χαρά της. Ένιωθε σαν μαθήτρια που έκανε σκασιαρχείο για να βγει ραντεβού με το αγόρι της. Ένιωθε σαν κοπέλα που πρόκειται να κάνει έρωτα για πρώτη της φορά με τον άντρα των ονείρων της. Και μόνο κάπου βαθιά πολύ βαθιά μέσα της μια τοσοδούλα ενοχή που θα ήταν, το ήξερε, η απαρχή πολλών άλλων ενοχών μεγαλύτερων σοβαρότερων και σαγηνευτικά όμορφων πια. Η ζωή της άλλαζε λεπτό το λεπτό. Όλα από την αρχή, όλα ολοκαίνουρια και φωτεινά. Άραγε ο Άλκης να είχε καταλάβει τι της συνέβαινε; Δεν μπορεί να μην είχε αντιληφθεί την αλλαγή της. Μη και δεν έβλεπε πόσο ζωντανή πόσο φρέσκια φαινόταν, και ήταν; Μη και δεν το έβλεπε ότι η κοπέλα δεν υπήρχε απλώς, όπως όταν τη πρωτογνώρισε, αλλά τώρα ζούσε; Την πρωτογνώρισε... Πότε ήταν;... Πριν 10 ημέρες; Πριν ένα χρόνο; Πάντα την γνώριζε, μια ζωή την περίμενε και ήταν αυτή που επιτέλους ήρθε. Πόσο ανούσιες του φαίνονταν οι μέχρι τώρα σχέσεις του. Σαν ως μη γενόμενες. Και ήταν πολλές... Η ζωή του άρχιζε τώρα αυτήν την Πέμπτη πρωί, με μια μικρή εισαγωγή που είχε κάνει εδώ και λίγες μέρες. Ήταν τόσο ερωτευμένος, τόσο βαθιά επηρεασμένος από την παρουσία της δίπλα του που του ερχόταν να ουρλιάξει, να σταματάει έναν έναν τους συνταξιδιώτες στο πλοίο πάνω και να τους λέει: «Καλημέρα σας, την αγαπώ την κούκλα τούτη δίπλα μου» για να εισπράξει την απάντηση: «Αμ φαίνεται, δεν φαίνεται;» 31


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Η Αγάθη και ο νεαρός της, εμφανισιακά, δεν υπήρχε περίπτωση να φανταστεί κανείς τη διαφορά της ηλικίας τους. Έτσι όπως είχε αφήσει ο Άλκης και κάτι γενάκια ξανθά, φαινόταν τουλάχιστον 5-6 χρόνια μεγαλύτερος. Εκείνη πάλι, έτσι μικροκαμωμένη και τόσο καλοφτιαγμένη που ήταν έμοιαζε κοριτσόπουλο σχεδόν συνομήλικοι με τον συνοδό της, μην πούμε μικρότερη. Με άλλα λόγια ήταν ένα ολόδροσο ζευγάρι, ερωτευμένο ευτυχισμένο Καλοκαιρινό, η χαρά της ζωής. Έτσι όπως ήταν και οι δύο γερμένοι στην κουπαστή του πλοίου, για μια στιγμή εκείνη γυρίζει και του λέει: «Άλκη, θα σου πω κάτι;» «Τι είναι, αγάπη μου; Γιατί σοβάρεψες απότομα; Έκανα κάτι που δεν έπρεπε;» «Άλκη, είμαι... είμαι, νομίζω, σίγουρα, είμαι ερωτευμένη μαζί σου». Αν δεν τον συγκρατούσε από τη φαρδιά του πουκαμίσα πιθανόν και να έκανε βουτιά στη θάλασσα από τη χαρά του και να έβαζε το κορίτσι σε μπελάδες, να ξεφωνίζει “άνθρωπος στη θάλασσα, άνθρωπος στη θάλασσα, καπετάνιε, κράτει”. Απέφυγε λοιπόν τη βουτιά στη θάλασσα, μα βούτηξε επάνω της σαν τρελαμένος και την φιλούσε την φιλούσε μέχρι η ανάσα της σχεδόν να κοπεί. Την σήκωσε στην αγκαλιά του σαν παιχνιδάκι, την απόθεσε σε μια πολυθρόνα, πήρε αυτός μιαν άλλη, μα κάθισε κάτω στο πάτωμα στα πόδια της μπροστά, και με φωνή τόσο καυτή σαν να έβγαινε κατ’ ευθείαν από το κέντρο του ήλιου που τους κατάκαιγε χωρίς να το παίρνουν είδηση την ρώτησε: «Το ξέρεις, μωρό μου, πως σ’ αγαπώ πιο πολύ κι από 32


η πόρτα στα δεξιά

τη ζωή μου που θέλω να τη ζήσω μαζί σου; Παντρέψου με αγάπη μου σε παρακαλώ...» Στην περίπτωση αυτή τι λένε; ή τι σκέφτονται; Δεν είναι πιθανόν να σκεφτούν ότι μπορεί να βλέπουν κάποιο όνειρο; Και, ή κλείνουν τα μάτια σφικτά το όνειρο μη φύγει, ή τα ανοίγουν διάπλατα από έκπληξη και απαντούν είτε με ένα ΝΑΙ είτε με ένα ΟΧΙ. Δύο λεξούλες μικρές, οι πιο μικρές ίσως στα λεξικά, εγχώρια ή αλλοδαπά, μα με έννοιες τεράστιες. Η Αγάθη μπόρεσε να βρει την αυτοκυριαρχία της και κατάλαβε ότι το πράγμα περιπλέκεται. Εκείνη, μέσα στους ξύπνιους εφιάλτες της, έβλεπε τον Περικλή μία πιθανή μελλοντική ημέρα να της λέει: «Αγάπη μου, πρέπει να χωρίσουμε. Ξέρεις η γκόμενα περιμένει παιδί και πρέπει να την παντρευτώ. Ον εστί μεθερμηνευόμενο, ολική επαναφορά στα ισχύοντα μέχρι πρότινος παλαιά ήθη και έθιμα. Γάμος. Παιδιά. Αυτός ήταν ο εφιάλτης που ο αξιότιμος εραστής δεν το ’χε σε τίποτα μια στιγμή να τον πραγματοποιήσει. Κάθε φορά που τον έβλεπε να σοβαρεύει την κουβέντα του κάνοντας μια μικρή εισαγωγή μα κατέληγε σε κάτι άσχετο, την άφηνε παγωμένη από την αγωνία και την άφατη απαισιοδοξία και ταπείνωσή της. Και τώρα, αντ’ εκείνου, αυτή θα του έλεγε κάτι παρόμοιο χωρίς όμως να πιέζεται από εγκυμοσύνες. Ο Περικλής δεν επρόκειτο να πονέσει το ίδιο βέβαια, αλλά και πάλι, ναι μεν ήταν αναμφίβολα ερωτευμένη με τον Άλκη, αλλά η ηθική της δεν της επέτρεπε να δώσει απάντηση στον Άλκη έτσι βιαστικά. Δεν ταίριαζε στα πιστεύω της. Απάντησε λοιπόν: «Ήρεμα αγάπη μου, ήρεμα. Τέτοιες σοβαρές απαντή33


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σεις δίνονται στο κατάστρωμα ενός πλοίου; Ας περιμένουμε λίγο. Τι ξέρεις για μένα; Εγώ τι ξέρω για σένα πέραν του ότι είσαι ένα τρυφερό και ευαίσθητο παιδί, πανέμορφο, που θα τρέλαινε την όποια πριγκίπισσα πλησίαζες καβάλα στο άσπρο άτι σου; Συνειδητοποιείς πόσο χρόνο συμπυκνώσαμε μέσα στις δέκα ημέρες που γνωριζόμαστε; Σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Δεν θα σου κάνω κατηχητικό, μα εδώ μιλάμε για τη ζωή μας. Σ’ αγαπώ και δεν περίμενα από τον εαυτό μου να λέει κάτι τέτοιο τόσο γρήγορα. Είναι όμως αληθινό πέρα για πέρα. Πρέπει να σιγουρευτούμε όμως, όχι για τα αισθήματά μας, αλλά για τις αποφάσεις μας. Ήδη με τη σχέση μου με σένα, διαγράφω μιαν άλλη πολύ σοβαρή για μένα. Δεν θα είναι εύκολο. Ο Περικλής δεν θα υποχωρήσει εύκολα. Δεν έχει μάθει να χάνει./Όσο για μένα οφείλω να σου μιλήσω για την περίεργη σχέση μου με εκείνον, που κράτησε 6 περίπου χρόνια (κρυφά ο Άλκης χάρηκε με τον αόριστο που χρησιμοποίησε η κοπέλα. είπε καθαρά “κράτησε’”. Σαν να είπε: “τελείωσε’’). Το ότι δίνω ένα τέλος, ίσως δεις ότι έχω ελαφρυντικά, με αυτά που θα σου πω με κάθε λεπτομέρεια. Όχι όμως εδώ πάνω, με τούτον τον αέρα που σηκώθηκε και που σε λίγο για να μ’ ακούς θα χρειαστώ την ντουντούκα του ναύτη που βλέπεις εκεί κοντά στη σωσίβια λέμβο. Γιατί να την κρατάει στ’ αλήθεια; Τώρα φίλησέ με. Φιλάς θεϊκά. Υπέροχα, όλος είσαι υπέροχος. Και το σπουδαιότερο όλων, είσαι δικός μου. * Ούτε την πρώτη μέρα τους είδε το νησί. Ούτε τη δεύτερη μέρα το είδαν το νησί και εκείνοι. Είχαν τόσα ωραιότερα να βιώσουν στην όμορφη σουίτα του ξενοδοχείου τους με τη θάλασσα στα πόδια τους να τους καλεί, μα 34


η πόρτα στα δεξιά

αυτοί την άκουγαν μόνο στα μικρά διαλείμματα της αγάπης. Στη βεράντα τους ήρθαν και κάθισαν δύο γλάροι. Ήταν φαίνεται ζευγάρι γιατί για ένα λεπτό ένωσαν τα ράμφη τους, ένα φιλί να ήταν; Το εξέλαβαν για καλό οιωνό. Έρωτας, αγάπη, πάθος, δεν μπορεί, παρά να ήταν οιωνός καλός. Ήρθαν να συντροφεύσουν την ευδαιμονία τους με την δικιά τους τρυφερότητα, που είναι η ίδια για όλα τα όντα του ζωικού βασιλείου. Ο έρωτας που της έκανε ήταν, αν δεν γινόμαστε βλάσφημοι θεϊκός, πανέμορφος σαν και αυτόν τον ίδιο. Θεέ μου, είναι δυνατόν αυτό το πλάσμα να είναι δικό της; Όλα πάνω του ήταν αριστουργηματικά! ΟΛΑ. «Να ’σαι λοιπόν, Αγάθη, που πας “ταξίδι” και συ, σε έναν τόπο μαγικό στον οποίο πηγαίνεις με τη συμμετοχή της ψυχής σου, της καρδιάς σου, και της λογικής σου». Και αυτή είναι η διαφορά από τα “ταξίδια” του Περικλή. Αυτό ακριβώς το είδος του “ταξιδιού” φοβόταν και έτρεμε για εκείνη ο Περικλής. Που θα ξεκινούσε από το κεφάλι και την καρδιά. Το αγκυροβόλι που λέγαμε έμεινε χωρίς προστατευτικούς λιμενοβραχίονες. Χρειάζεται τώρα η επαγρύπνηση στο τιμόνι του πλοίου τους, για να μη το πάρουν τα κύματα και το πάνε στα βαθιά και το φουντάρουν αύτανδρο. Επαγρύπνηση λοιπόν. * Τελικά ο Περικλής δεν άντεξε και πήγε στην Επίδαυρο το Σάββατο το πρωί. Δεν άφησε μπαρ για μπαρ, καφετέρια για καφετέρια, το ίδιο και με τα εστιατόρια μικρά η μεγάλα, που να μη τα ερευνήσει. Μετά έπιασε τις παραλίες. Και όταν και στην παράσταση το βράδυ δεν 35


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

την βρήκε φυσικά, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Άρα τα πράγματα ήταν σοβαρότερα από το ότι υπολόγιζε. Και το κινητό της; Γιατί δεν απαντά; Συνέχεια κλειστό! Άρχισε να “τα παίρνει στο κρανίο”. Μα είχε δικαίωμα να βάλει την κεφαλή του σε μια τέτοια διαδικασία; Όχι βέβαια. Εν τούτοις “ώστε έτσι, κυρία Αγάθη μας;” Έτσι ακριβώς κύριε Καζανόβα και νομοθέτα μας. Άντε τώρα να διεκδικήσεις τα κεκτημένα σου. Δε θα γίνεις τώρα ένας “δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει”. Έτσι; Μη γίνεσαι δικτάτορας. Άντε. Όταν εσύ “ταξίδευες” κάθε τρεις και λίγο, αυτή μαράζωνε παρέα με την προδομένη Αγάπη της. Δεν μπόρεσες να τιθασεύσεις τα ένστικτά σου. Και τώρα τι ζητάς Πασά μας ; Κάποιος είπε ότι “η τραγωδία της ζωής δεν είναι ότι τελειώνει νωρίς, αλλά ότι περιμένουμε πολύ για να την ξεκινήσουμε”. Άρα, άφησε την κοπέλα να αρχίσει να ζει αφού εσύ την είχες καταδικάσει σε υποσιτισμό, με το χλωμό ενδιαφέρον σου, έχοντάς την στο stand by. Και, λάβε υπ’ όψη σου ότι αυτή ό,τι και αν κάνει δεν είναι από εκδίκηση, το λέμε και το ξαναλέμε, δεν είναι αυτή η αιτία. Απλώς βρήκε αυτά που εσύ της στέρησες, και η μοίρα την βοήθησε σ’ αυτό, με τον ιδανικότερο τρόπο. Αυτός ήταν ο μονόλογος ο εσωτερικός του. Δεν ήταν τύπος όλως διόλου σάπιος. Είχε και στοιχεία αναλαμπής και δικαιοσύνης. Κάτι ήταν και αυτό.

Έφυγε από την Επίδαυρο αμέσως μετά από το θέατρο. Όχι τις «Βάκχες» δεν είδε, αλλά πάνω από το τελευταίο διάζωμα σάρωνε μέτρο μέτρο το θέατρο με τα

36


η πόρτα στα δεξιά

κιάλια του προσπαθώντας να την εντοπίσει. Και όταν στο τέλος δεν την είδε μέσα στο πλήθος που περνούσε από μπροστά του, στην έξοδο, ενώ τόσοι γνωστοί του τον χαιρετούσαν και αυτός αντιχαιρετούσε μηχανικά, κατάλαβε επιτέλους τι είχε συμβεί. «Ψυχραιμία ρε συ Περικλή» μονολογούσε. «Τη Δευτέρα που θα γυρίσει στο εξοχικό θα εξηγηθούμε. Στο διάβολο και οι συμφωνίες που για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, μόνος μου νομοθετούσα μόνος μου τους έθετα εν ισχύ, στο διάβολο και οι εγωισμοί. Δεν αντέχω άλλο αυτή την αβεβαιότητα. Αποκλείεται». Αβεβαιότητα σε τι; Αμφιβάλεις, βλακέντιε, ότι το κορίτσι έκανε το «ταξίδι” της ζωής του; Εσύ, μωρέ; Ο μαιτρ του είδους; Ο καπετάνιος των καπεταναίων; Για φαντάσου. Ώστε έχεις αβεβαιότητα. Τι δράμα και το δικό σου! Μια μόνο φορά έλα στη θέση της Αγάθης, Πόσες, όχι αβεβαιότητες μα βεβαιότητες έχει ζήσει μαζί σου στα έξι χρόνια που είσαστε μαζί; Και μη μας πεις, άλλο ο άντρας και άλλο η γυναίκα, γιατί κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τους μοντερνισμούς σου. Είναι μια ρήση ανατολίτικη και παμπάλαια. Δεν ξέρουμε τι θα κάνεις, αλλά αν το θέμα το στηρίξεις σε τέτοιες βάσεις, τότε και το ίχνος ελπίδας που σου έχει απομείνει να μην την χάσεις την Αγάθη, ξέχνα το. Το κόκκινο χαλί εσύ της το έστρωσες να υποδεχτεί τον πιτσιρικά της. Άραγε τι τακτική θα ακολουθήσεις για να αποτρέψεις το μοιραίο που το βλέπεις να έρχεται; Είμαστε περίεργοι να το δούμε. Γούστο θα έχει... * Ο Περικλής δεν γύρισε στην Αθήνα. Πήγε στο εξοχικό να καθίσει μια εβδομάδα να ξεδιαλύνει τα δικά του 37


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μπερδεμένα συναισθήματα αλλά κακά τα ψέματα, κυρίως να δει τι παίζει με τον μικρό. Για να περιμένει να γίνει αυτό μέχρι το επόμενο Σάββατο δεν το άντεχε. Ούτε άντεχε να ζήσει την αβεβαιότητα που τον κατέλαβε και τον είχε αναστατώσει αλλά και αγχώσει σήμερα. Το σπίτι, το δικό του το σπίτι, του φάνηκε ξένο. Χωρίς την Αγάθη και το δικό της άρωμα στην ατμόσφαιρα, δεν ήταν παρά ένα οποιοδήποτε σπίτι σαν αυτό της Αθήνας, να πούμε. Και βέβαια εκεί, ήταν απούσα η Αγάθη εκ των πραγμάτων όμως, με τη διαφορά ότι εκείνος σπανίως έμενε στο σπίτι το δικό του. Έκανε αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη: ξενοκοίμισμα, οπόταν δεν είχε πρόβλημα. Εδώ όμως; Άλλος ήταν εκείνος που ξενοκοιμόταν. Ισοπαλία. Κοίταξε όμως, φίλε μου, πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Πώς αλλάζουν οι ρόλοι! Μα όπως στρώσεις κοιμάσαι. Όχι βέβαια πως αυτό είναι θέσφατο. Όχι, βέβαια, επειδή συνηθίζεις να κερατώνεις. Το αποτέλεσμα θα είναι να γίνεις και συ κερατάς κάποια στιγμή. Αυτό λίγες φορές συμβαίνει, γιατί όπως ξαναείπαμε ο κόσμος φτιάχτηκε για τους άντρες (και συγγνώμη, Θεέ). Μα όταν συμβεί, είναι χάρμα και παράδειγμα όχι προς αποφυγήν αλλά προς μίμηση. Την Κυριακή πια το σπίτι δεν τον χωρούσε. Πήρε το ψαροκάλαμο και πήγε για ψάρεμα στην συνηθισμένη του βραχώδη περιοχή. Μόνος με τις σκέψεις του για συντροφιά, έκανε τα ψάρια της περιοχής να έχουν στήσει γλέντι. Έτρωγαν τα δολώματα χωρίς αυτός να το παίρνει χαμπάρι. Έβαζε το δόλωμα έξω έξω σε ένα άχρηστο αγκίστρι που όχι ψάρι δεν ήταν ικανό να πιάσει αλλά ούτε την κάλτσα του που έφυγε από το πόδι του και έπεσε στο νερό. 38


η πόρτα στα δεξιά

Κάθισε εκεί κανένα δίωρο. Βλαστήμησε την ατυχία του που δεν έπιασε ούτε πέρκα και γύρισε έτσι όπως ήταν με τη μία κάλτσα σπίτι του! «Για κοίταξε αφηρημάδα», μουρμούρισε. Βγήκα έξω με μία κάλτσα τς τς τς. Ρεζίλι θα γινόμουν αν με έβλεπε καμιά γκόμενα. Αδιόρθωτος ο τύπος. Αλλάζει, μωρέ, ο άνθρωπος; Αμ δε... Έκανε ένα ντους και πήγε στη γειτονική τους ταβέρνα.

«Γεια σου, αφεντικό», είπε ο ταβερνιάρης, στον Περικλή. «Ένα σερβίτσιο να βάλω ή θα έρθει η κυρά; Έχω ένα γαλέο σκορδαλιά, να γλείφεις τα χέρια σου. Φάγανε προχθές η κυρά με τον συγγενή σας και το ευχαριστήθηκαν». «Η κυρά; ποια κυρά, Κωνσταντή;» «Η δικιά σου, αφεντικό. Με εκείνο το παλικάρι τον εξάδελφό της. Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσο όμορφοι άντρες; Τι ηθοποιούς μου λες και πράσινα άλογα. Αυτός είναι πιο όμορφος από τον θεό Απόλλωνα που έχουμε στο μουσείο μας. Να τον χαίρεστε, αφεντικό. Τυχερή η κοπέλα που τον αγκαλιάζει.» Τώρα τι να ήταν όλα αυτά; Να ήταν μπηχτές; Να ήταν έμμεσες πληροφορίες από αντρική αλληλεγγύη; Να ήταν κουτσομπολιό καλυμμένο με μια στρώση πονηράδας και κακεντρέχειας; Ό,τι και αν ήταν, του έκοψε την όρεξη τελείως. Δεν κατέβαινε κάτω ούτε μπουκιά. Ήπιε το μισό μπουκάλι κρασί ξεροσφύρι, πλήρωσε τον έκπληκτο ταβερνιάρη που είδε τον ονειρεμένο γαλέο του περιφρονημένο και αφημένο στις πανευτυχείς σφήκες (της περιοχής και των περιχώρων), πήρε παραμάσχαλα το μπουκάλι με το 39


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

υπόλοιπο κρασί και γύρισε να ξαπλώσει στη chaise-longue στην σκιερή του βεράντα. Πίνοντας το υπόλοιπο κρασί, το μετάνιωσε που δεν αγόρασε και άλλο ένα μπουκάλι γεμάτο. Ίσως μέσα στο ψυγείο να είχε βάλει η Αγάθη κανένα. Όντως η κρασοθήκη ήταν γεμάτη, Μπράβο, το κορίτσι του. Κορίτσι ΤΟΥ είπατε; Ανακουφισμένος ξαναγύρισε στην chaise- longue του και πήρε το σταθερό τηλέφωνο να ελέγξει τις κλήσεις του μιας και είχε κάνει εκτροπή του αθηναϊκού του τηλεφώνου. Ήταν και εκείνη μεταξύ όλων των κλήσεων. «Περικλή...» (πρόσεξε ότι η Αγάθη είπε “Περικλή” κι όχι “Περικλή μου”, πρώτη επισήμανση). «Σου αφήνω μήνυμα στο σταθερό, γιατί το κινητό σου είναι εκτός λειτουργίας. Θα το έβρεξες πάλι. Θα γυρίσω το βράδυ της Κυριακής» (δεύτερη επισήμανση, άντε τώρα, ρε συ Αγάθη). Τι του λες τώρα του... “καθηγητή” του ψεύδους; “Έλα, μπάρμπα μου, να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου;” Γνωστό το κόλπο του χαλασμένου κινητού. Να δεις ότι μόλις έρθεις θα λειτουργήσει ως εκ θαύματος αμέσως. Δεν πειράζει, εσύ ακόμη είσαι αρχάρια στα κόλπα αυτά. Μελλοντικά θα εφεύρεις κόλπα εξυπνότερα και λιγότερο συνηθισμένα. Μαθαίνεις κορίτσι μου μαθαίνεις. Ξέρεις τι θυμίζει ένα βρεγμένο κινητό και εκτός λειτουργίας; Σαν εκείνες τις ταμπελίτσες που κρεμάνε στις πόρτες των δωματίων σε ξενοδοχεία, με την επισήμανση “μην ενοχλείτε”. Δεν πάμε καθόλου καλά Περικλή. Καθόλου όμως... Ουφ. * Έτσι ξαπλωμένος που ήταν και με τόσο κρασί να κυ40


η πόρτα στα δεξιά

κλοφορεί στο αίμα του τον πήρε ο ύπνος. Καλύτερα, γιατί άρχισε να αισθάνεται ότι δεν ήταν και στα πολύ καλά του. Κοιμήθηκε για λίγο. Δεν μπορούσε πιο πολύ. Χρειαζόταν επειγόντως έναν δυνατό πικρό καφέ να ξεμεθύσει. Ναι, αλλά ποιος να του τον φτιάξει; Για τον ίδιο η κουζίνα του σπιτιού απείχε χιλιόμετρα. Αδύνατον να πάει... με τα πόδια μέχρι εκεί! Δίπλα στη chaise-longue βρισκόταν μία μεγάλη γλάστρα σχεδόν άδεια. Ελάχιστο το χώμα εντός της. Ευτυχώς που υπήρχε. Γιατί άρχισε να κάνει τέτοιον έμετο που ένιωθε το στομάχι του να διαλύεται. Και η βρώμα από το κρασί που ξερνούσε, του έφερνε καινούριες εμετικές κρίσεις. Σκέψου να μην υπήρχε αυτή η γλάστρα η μεγάλη. Είχε την εντύπωση ότι όπου να ’ναι θα την γεμίσει! Αν δεν υπήρχε αυτή, θα γέμιζε βρωμιά τη βεράντα και άντε μετά να την καθαρίσεις στη κατάσταση που είσαι. Βρωμόκρασο. Τι το ’θελε να το πιει τόσο; Έτσι πάνε τα φαρμάκια κάτω; Σαν να αισθάνθηκε καλύτερα. Τον ξαναπήρε ο ύπνος. Και τη φορά αυτή τον πήρε για τα καλά. Ξύπνησε αργά το απόγευμα. Ένιωθε κουρέλι. Άρχισε να σουρουπώνει. Πλησίαζε η ώρα της κρίσης. Άναψε όλα τα φώτα του σπιτιού, της βεράντας, του κήπου. Να τα δει η Αγάθη, να καταλάβει ότι εκείνος είναι σπίτι και να μην αρχίσει τυχόν διαχύσεις με το λεγάμενο, χάδια αποχαιρετισμού της καληνύχτας, παρόντος εκείνου, κάπου στο σπίτι. Είχε τις λεπτότητές του ο Περικλής. Μα να το έκανε λες από λεπτότητα ή για να μην έρθει ο ίδιος σε δύσκολη θέση και άρχιζε τον παίδαρο στις κλωτσιές και πού σε πονάει και πού σε σφάζει όταν θα τον έβλεπε να φιλάει τη δικιά του; Μπερδεμένα όλα στο μυαλό του. 41


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και ο ίδιος συνέχιζε να είναι ένα μάτσο χάλια. Καλύτερα να πάει μέσα να ξαπλώσει στο κρεβάτι, μη τον δουν σ’ αυτό το μαύρο χάλι. Ο οίκτος μόνο του έλειπε, ή η μομφή για το χάλι του, αυτή του μεθυσμένου κερατά. «Έχουμε και ένα πρεστίζ, εμείς οι εραστές οι έμπειροι, κωλόπαιδο. Α, ρε συ Περικλή τι κατάντια και η δική σου! Πώς τα κατάφερες έτσι;» αναρωτήθηκε. «Μα στ’ αλήθεια δεν ξέρεις; Μιλάς σοβαρά; Το ξέρεις το “γιατί” πέραν κάθε αμφιβολίας; Αλήθεια το λες;» Και τον πήραν τα κλάματα. «Θεέ μου, τι θα κάνω αν μ’ αφήσει; Πόσο την αγαπάω, Χριστέ μου». Βρε άσε Πατέρα και Υιό και έλα να σε ρωτήσουμε κάτι. Τώρα το κατάλαβες; Τώρα που είδες ότι πιθανόν να ανοίξει πανιά για άλλες θάλασσες; Ή μήπως έχει τρωθεί ο εγωισμός σου του κατακτητή που δεν ξέρει να χάνει; “ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΜΑΖΙ...” ΌΛΑ! ε; Μωρέ μπράβο. Και τον ξαναπήρε ο ύπνος. * Κάποια στιγμή, λίγο πριν το ξημέρωμα άνοιξε τα μάτια του. Εκείνη κοιμόταν στον καναπέ και κοιμόταν βαθιά. Έριξε πάνω της ένα σεντονάκι γιατί είχε πιάσει μια περίεργη δροσούλα απόψε, (ή έτσι του φάνηκε;), και δεν την ξύπνησε βέβαια. Το ότι ήρθε έστω στο σπίτι, και δεν τον έγραψε τελείως όπως και του άξιζε, ε, κάτι ήταν και αυτό. Όπου να ’ναι ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Θα δούμε τι έχει να μας φέρει. Και ό,τι είναι να γίνει θα γίνει, πολιτισμένα πάντα, με ψυχραιμία, κατανόηση και αγάπη. Αμήν. Σηκώθηκε να κάνει μια επιμελημένη περιποίηση του εαυτού του. Παρ’ ό,τι ακόμη αισθανόταν ένα hung over. 42


η πόρτα στα δεξιά

Ήταν άνθρωπος φιλάρεσκος και δεν ήθελε να τον δει η Αγάθη έτσι ελεεινό και τρισάθλιο βρώμικο, αξύριστο με γένια τριών ημερών και δεν συμμαζεύεται... Έριξε πάνω του τόσο νερό και σαπούνι ικανό να κάνουν ντους πέντε έξι άνθρωποι, μα και πάλι η αίσθηση της κρασίλας και η μυρωδιά του εμετού, που δεν έλεγε να του φύγει. Νόμιζε ότι δεν θα ξεβρόμιζε ποτέ. Μα τι στο διάβολο κρασί ήταν αυτό που του είχε δώσει ο Αποστόλης. Έπρεπε να το συζητήσει μαζί του. Μα το κρασί έφταιγε, βρε Περικλή; Τρεις μέρες έχεις να βάλεις μια μπουκιά στο στόμα σου, κατακαημένε. Σκέφτηκε φαγητό και τον έπιασε και πάλι αναγούλα. Τέρμα. Ούτε κρασί θα ξανά έπινε ποτέ. Ούτε θα ξανά έτρωγε τίποτα. Να πέθαινε της πείνας καλύτερα παρά να ξαναζήσει στιγμές σαν τις χτεσινές με τη γλάστρα. Βρε καλά και την θυμήθηκε την γλάστρα. Πήγε και την άδειασε μακριά έξω από τον κήπο. Φοβόταν ότι αν την άδειαζε κάπου στο περιβόλι, στο σημείο εκείνο δεν θα φύτρωνε ούτε γαϊδουράγκαθο στους αιώνες των αιώνων. Πέταξε και τη γλάστρα μαζί με το περιεχόμενό της. Αισθάνθηκε καλύτερα. Έναν καφέ, ναι, τώρα τον ήθελε. Το μόνο που θα έβαζε στο στόμα του και το στομάχι. Πήρε το φλιτζάνι με το καυτό του περιεχόμενο και κάθισε στην πολυθρόνα της βεράντας. Βάλθηκε να αγναντεύει τη θάλασσα και την ανατολή του ήλιου που έβαφε ροζ στην αρχή και κόκκινο στη συνέχεια τον ορίζοντα εκεί αριστερά πέρα στο σημείο που ενώνονταν αυτός με τη θάλασσα και ήταν τόσο έντονα γαλάζια και ακύμαντη που έμοιαζε με γυαλί λιωμένο και απλωμένο σε μία τεράστια έκταση. Ζήλεψε τον ψαρά της βάρκας εκεί στο βάθος, που φαι43


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νόταν όλο και καθαρότερα να μαζεύει τα δίχτυα που τα είχε ρίξει αποβραδίς. Μια απ’ αυτές τις μέρες, θα ζητούσε από τον καπεταν-Νικόλα, τον ψαρά, να τον πάρει μαζί του ένα βράδυ για ψάρεμα. Να παρακολουθήσει την όλη διαδικασία, από το άπλωμα των διχτυών μέχρι το μάζεμά τους. Για κοίτα τώρα. Τόσα χρόνια δεν του είχε ξαναγεννηθεί μια τέτοια επιθυμία. Ε, ναι, βρε συ. Δεν το ξέρεις, Περικλή; Υπάρχουν ομορφιές και άλλες πέρα από το πήδημα. Γι’ αυτό ιεράρχησε πια τις ομορφιές της ζωής και μοίρασε σωστά και με μέτρο την απόλαυσή τους. Αμάν πια με σένα. Δεν την πήρε είδηση που ήρθε και κάθισε δίπλα του, έτσι βυθισμένος που ήταν στις σκέψεις του. «Καλημέρα, Περικλή. Πώς και είσαι εδώ ακόμα; Δεν θα πας στο γραφείο σήμερα;» «Καλημέρα, Αγάθη μου. Όχι δεν θα πάω ούτε σήμερα ούτε αύριο ούτε όλη την εβδομάδα. Πειράζει; Χαλάω κάποια σου σχέδια; Όχι, γιατί εάν τα χαλάω, να μου το πεις και θα δω πώς μπορώ να ρυθμίσω τις μικροδιακοπές μου που είπα να κάνω μια και δεν είχα πολλή δουλειά. Πώς πέρασες, αγάπη μου, στην Επίδαυρο; Καλή η παράσταση;» (κρίσιμη ερώτηση. Και από την απάντηση θα εξαρτηθούν πολλά...) «Δεν πήγαμε στην Επίδαυρο. Είχε ο Άλκης μια δουλειά στη Σίφνο και την συνδυάσαμε με ένα όμορφο Σαββατοκύριακο». Ώστε απέφυγε να πει ένα μεγάλο ψέμα. Επέλεξε να πει ένα μικρότερο σώζοντας έτσι κάπως τα προσχήματα. Ήταν περισσότερο από σίγουρος ότι αφ’ ενός καμία δουλειά δεν είχε ο νεαρός της στη Σίφνο και αφ’ ετέρου 44


η πόρτα στα δεξιά

εκείνη είχε μαντέψει την πρόθεσή του να πάει και αυτός στην Επίδαυρο παρά την περί του αντιθέτου παράκλησή της. “Σε τα ’μας, κυρία Αγάθη μας, τα κόλπα αυτά; Και τα “doctora” μας τι τα έχουμε; Ας είναι. Έστω και έτσι, σώζεται η αντρική μας τιμή” (και ποιος άφησε την τιμή για να την βρει ο “ταξιδευτής” μας). «Μου έλειψες, μωρό μου. Αλήθεια σου λέω. Είχα και μία ιωσούλα και μου έλειψαν οι περιποιήσεις σου» της είπε. Τι σαχλαμάρες της έλεγε ο Χριστιανός; Βλακείες και κοινότοπες αηδίες. Και έλεγε και έλεγε, και σταματημό δεν είχαν οι σαχλαμάρες του. Όταν σε μια στιγμή, μα εντελώς ξεκάρφωτα της λέει: «Είναι σοβαρό, αγάπη μου; Να ανησυχώ;» «Το ποιο, Περικλή;» (τόσην ώρα μιλάνε και ένα κτητικό “μου” δεν βρέθηκε να το ξεστομίσει η καλή του). «Μα το θέμα που προέκυψε με τον νεαρό, βρε Αγάθη, ποιο άλλο;» «Το αν είναι σοβαρό θα δείξει. Αν σοβαρέψει περισσότερο μείνε ήσυχος θα σε ενημερώσω» του είπε κάπως ψυχρά και σηκώθηκε να φτιάξει τον δικό της καφέ. Επέστρεψε σε δύο τρία λεπτά. Χρονικό διάστημα σχετικά αρκετό για να ετοιμάσει τις απαντήσεις της και σε άλλες απρόσμενες ερωτήσεις. «Και όχι, Περικλή. Δεν μου χαλάς κανένα σχέδιο. Μπορείς να καθίσεις στο δικό σου σπίτι αλλοίμονο. Αν χρειαστεί, ίσως εγώ φύγω για καμιά δυο μέρες στην Αθήνα. Έχω μια δουλειά στο Πανεπιστήμιο». «Μα καλοκαιριάτικα Πανεπιστήμιο; Νόμιζα ότι είναι κλειστό». 45


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Είναι. Μα πρόκειται να γίνει μια συνάντηση με μαθητές μου που πρέπει να δώσουν εξετάσεις τώρα, γιατί δεν έγιναν στην ώρα τους λόγω της πολύμηνης απεργίας. Τέτοιες έκτακτες συναντήσεις θα έχω πολλές τούτο το καλοκαίρι καθώς φαίνεται. Δυστυχώς». “Να ’ναι αλήθεια αυτά που μου λέει, ή δικαιολογίες για τα “ταξίδια” της που τα άρχισε ήδη και θέλει να τα συνεχίσει επειδή τα βρήκε γοητευτικά; Και εδώ που τα λέμε, είναι γοητευτικά τα άτιμα”, είπε ο Περικλής στον εσωτερικό του μονόλογο. Οπόταν, Περικλή, το ερωτικό τρίγωνο στεριώνει και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. «Και πότε θα τον γνωρίζω το μικρό μας γείτονα;» «Αργότερα. Θα του τηλεφωνήσω να τον καλέσω. Ίσως του πω να έρθει για φαγητό αν δεν έχεις αντίρρηση.» Την έβλεπε να αλλάζει ώρα, την ώρα. Και δεν ήταν μόνο αυτό που τον πλήγωνε. Εκείνο που τον βασάνιζε ήταν η σκέψη, του πώς αισθανόταν το κορίτσι αυτό, έως και πριν δεκαπέντε μέρες για εκείνον. Σε λίγο θα βλέπονται ίσως σαν φίλοι. Μα είναι ποτέ δυνατόν να αισθάνονται φίλοι δύο άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ με έρωτα με πάθος με έξαλλο σεξ που τους ένωνε τα κορμιά και την ψυχή; Είναι δυνατόν η σχέση αυτή να μεταλλαχθεί σε φιλία; Είναι δυνατόν να είσαι ακόμη ερωτευμένος και να έρχεται η καλή σου να σου λέει, ή και αν δεν το λέει να το υπονοεί, ότι αυτά που έκανε μαζί σου τα κάνει και με κάποιον άλλο ενώ μαζί σου ποτέ πια; Εσύ να τα ακούς αυτά και να μένεις ασυγκίνητος; Αδιανόητο. Εκτός αν η κοπέλα νιώθει το ίδιο πάθος και για τους δύο συντρόφους της. Ίσως ως ένα σημείο αυτό να είναι κατανοητό. 46


η πόρτα στα δεξιά

Και ας έλεγε το παλιό άσμα «Δεν υπάρχει ευτυχία Που να κόβεται στα τρία Στην περίπτωσή μας όμως, Δεν υπάρχει άλλος δρόμος...» Εν πάση περιπτώσει ας μας επιτραπεί να πούμε ότι είναι αδύνατον ένα φλογερός έρωτας ψυχής και κορμιού να μεταλλαχθεί σε φιλία. Άλλο η φιλία. Άλλο ο έρωτας. Να συνυπάρχουν ναι. Ξέχωρα πάντως είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Τα ωραιότερα της ζωής και δεν είναι πράγματα. Είναι συναισθήματα. Και πώς να έρθει τώρα ο αντίζηλος στο σπίτι σου να του κάνεις το τραπέζι; Εσύ που έχεις πηδήξει τον μισό γυναικείο πληθυσμό της Αθήνας –όπως πολύ σεμνά είπε και ένας βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου!– έφερες ποτέ στο σπιτικό σου καμιά γυναίκα από το χαρέμι σου να γνωρίσει την Πρώτη Κυρία, την Ευνοούμενη, τη Σουλτάνα σου; Δεν το έκανες γιατί θα ήταν πρόστυχο και απλά δεν θα το άντεχε όχι μόνο η Αγάθη, αλλά και η κάθε Αγάθη της γης. Εσύ πώς να το αντέξεις; Και το ονομάζεις αυτό μοντερνισμό; Εμείς οι απ’ έξω το βλέπουμε ελαφρώς αφύσικο και ελαφρώς ανήθικο που ίσως εξιτάρει τον ένα από τους δύο σας. Του ανεβάζει τη λίμπιντο. Τρίγωνο λοιπόν το παρόν. Αναλύοντας: Η κυρία πανευτυχής, απολαμβάνει δύο αρσενικά που την λατρεύουν καθένα με το δικό του τρόπο. Ο ένας κύριος ζηλεύει τρελά και δεν ανέχεται να την μοιράζεται (ο νέος). Ο έτερος ναι μεν ζηλεύει αλλά και εξιτάρεται με τη μοιρασιά αρκεί η κυρία να μη φύγει και τον αφήσει στα κρύα του λουτρού (ο παλιός). Αυτοί είναι οι ρόλοι προς το παρόν. 47


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Αν αλλάξουν οι ρόλοι και έχουμε και δεύτερη μεγάλη ζήλια τότε αλλάζει η εξίσωση δραματικά. Αλλά ας μείνουμε στην πρώτη κατηγορία.

Τον κάλεσαν τον Άλκη, μα εκείνος δεν ήρθε, με κάποια πρόφαση ευγενική και πολύ καλά έκανε. Αυτός ΔΕΝ την κατανοούσε τη μοντέρνα ανοχή του Περικλή. ΖΗΛΕΥΕ. Και δεν του άρεσαν οι μεσοβέζικες καταστάσεις. Από το τρίγωνο, ήταν η πιο σωστή πλευρά του, η πιο φυσιολογική. Και τρελαινόταν στη σκέψη ότι μπορούσε εκτός από αυτόν ν’ ακουμπάει και κάποιος άλλος το κορίτσι του και να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι μαζί. Του ερχόταν να ουρλιάξει από απελπισία σε αυτή τη σκέψη. Στην Αγάθη δεν έδινε μόνο το υπέροχο κορμί του, μα τη νεανική αγνή καρδιά του, την ψυχή του, τα όνειρά του, το παρόν του, το μέλλον, την ύπαρξή του. Ήταν ερωτευμένος τόσο. Και συγχρόνως απόλυτα ευτυχής όταν ήταν μαζί της. Ίσως γιατί ήταν ακόμη άφθαρτος και μακάρι να ήταν έτσι πάντα στη ζωή του. Ναι μεν ήταν σούπερ μοντέρνος, αλλά στο θέμα γυναίκα, ήταν της παλιάς Σχολής. Καλώς ή Κακώς έτσι ήταν. Η Αγάθη πολύ εκτίμησε την άρνηση του Άλκη να έρθει για φαγητό. Την έκανε να δει αυτό που είπαμε και πριν, ότι δηλαδή από τους τρεις τους εκείνος ήταν ο πιο σωστός, ο πιο υγιής χαρακτήρας. Του άξιζε κάτι καλύτερο από αυτήν την ίδια. Αυτή υπήρξε δειλή. Όταν το μπορούσε έπρεπε να μη δεχτεί τις γεωμετρικές λύσεις που άρεσαν στον δικό της, με τα τρίγωνά του ή τα πολύγωνά του και τις μοιρασιές. Δεν ζούσε σε μια αγέλη ζώων, ήταν άνθρωπος. Την αγαπούσαν και οι δύο καθ’ ένας με τον δικό του

48


η πόρτα στα δεξιά

τρόπο και αντίληψη. Σύμφωνοι. Όμως δεν θα πήγαινε με κανέναν από τους δύο. Τον Άλκη τον αγαπούσε πάρα πολύ για να επιτρέψει στον εαυτό της να ζήσει την ωραία και αγνή ζωή του μαζί της. Ο Περικλής την αγαπούσε με ό,τι αυτός νόμιζε για αγάπη, μα εκείνη δεν τον εκτιμούσε για τις επιλογές του και η εκτίμηση παίζει μεγάλο ρόλο σε μια σχέση. Το αποφάσισε. Θα εξαφανίζονταν από τη ζωή τους. Θα φρόντιζε να πάρει μια μετάθεση ή και να παραιτηθεί ακόμη από τη δουλειά της για να χάσουν τα ίχνη της. Η απόφαση που πήρε έτσι ξαφνικά, ήταν μη αναστρέψιμη. Τον Άλκη κατάλαβε ότι τον αγαπάει περισσότερο από ό,τι είχε αγαπήσει τον Περικλή και γι’ αυτό τον αφήνει. Αυτόν τον δεύτερο, τον αγάπησε πολύ, μα όχι τώρα πια, ώστε να δέχεται απ’ αυτόν και να του συγχωρεί τα πάντα. Συνειδητοποίησε ότι την έκανε να χάσει το ουσιαστικό νόημα της ζωής μαζί του, αλλά ήταν και αυτή το ίδιο υπεύθυνη με αυτόν. Στρουθοκαμήλιζε, ανεχόμενη τα βίτσια του. Δεν είπε τίποτα και στους δύο. Έβαλε δυο τρία πράγματα σε ένα σακ-βουαγιάζ άνοιξε την πόρτα του εξοχικού και στα 36 της χρόνια είπε οριστικό αντίο σε μια ζωή που δεν ήθελε να μοιράζεται με κανέναν από τους δύο. Αισθανόταν βέβαια τόσο μα τόσο μόνη. Το τι της επιφύλασσε η Μοίρα πάρα κάτω, δεν μπορούσε να ξέρει...

49


Σ

Το φάντασμα του χωριού

το χωριό της μάνας μου σπάνια πηγαίνουμε. Υπάρχει εκεί το πατρικό της σπίτι και μάλιστα σε πολύ άριστη κατάσταση. Μία κυρία του Χωριού, η Κατερίνα έναντι μιας κάποιας πάγιας αμοιβής το περιποιείται από καιρό σε καιρό, το αερίζει, το καθαρίζει, γιατί ως γνωστόν ένα σπίτι κλειστό, ακατοίκητο, είναι ευάλωτο σε πολλούς κινδύνους. Από τρωκτικά μέχρι το ξεχαρβάλωμα της κεραμοσκεπής, από τους αέρηδες που λυσσομανούν τον Χειμώνα. Από την ίδια αιτία οι πόρτες και τα παράθυρα χάσκουν και αν δεν τα φροντίσεις, πολύ γρήγορα θα υποστούν πλήρη κατάρρευση. Γι’ αυτό ο άντρας της κυρα-Κατερίνας φροντίζει για τη συντήρησή τους να ’ναι καλά ο άνθρωπος. Όταν είναι να κατέβουμε κατά κει, η μάνα ειδοποιεί μέρες πριν –τι μέρες, εβδομάδες να πω καλύτερα– και η κυρα-Κατερίνα έχει χρονική άνεση να καθαρίσει να επισκευάσει μετά του συζύγου της, να αερίσει να αλλάξει σεντόνια και παπλώματα και να μπούμε σε ένα ζεστό σπίτι το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι. Μια απ’ αυτές τις φορές συνέβη και το περιστατικό τούτο: Μπαίνει η γυναίκα στο διπλοκλειδωμένο, για το φόβο των Ιουδαίων, σπίτι, και με το που κάνει να ανοίξει τα παραθυρόφυλλα να αεριστεί από την κλεισούρα, ακούει έναν περίεργο ήχο. Ερχόταν από τη μεριά του μπάνιου κοντά στην κουζίνα. 50


η πόρτα στα δεξιά

Ακριβώς δίπλα από την κουζίνα, υπάρχει μια μικρή σκάλα που βγάζει σε μια μικρή ταρατσούλα όπου γίνεται και το άπλωμα των πλυμένων ρούχων. Να σημειώσουμε εδώ ότι για ένα σπίτι σε χωριό που δεν κατοικείται, η κεραμοσκεπή είναι ιδανικός χώρος για ποντίκια. Δηλαδή, ξύλινη σκεπή και τα κεραμίδια από πάνω θολωτά. Ναι μεν προσφέρει ιδανική μόνωση δροσιάς, αλλά απόντων των νοικοκυραίων οι πόντικες χωρίς γάτες αλωνίζουν και χορεύουν. Υπέθεσε λοιπόν το Κατερινιώ ότι κανένα ποντίκι θα ήταν που χαρχάλευε. Στήνει αφτί, μα ο θόρυβος έμοιαζε τώρα σαν μουρμουρητό, σαν βογκητό, σαν ψιλοκλάμα, ένα πράγμα Και το Κατερινιώ “τα ’παιξε”, που λένε, και πεθαμένη από το φόβο της το ’βαλε στα πόδια, αφήνοντας το σπίτι ανοιχτό ναι μεν να αερίζεται, αλλά και στο έλεος του αγέρα που εδώ και λίγη ώρα έδινε ρεσιτάλ και εγώ δεν ξέρω πόσων μποφόρ. Δρόμο παίρνει η Κατερίνα, δρόμο αφήνει και ασθμαίνουσα φτάνει στο σπίτι της. Λέει τα καθέκαστα στον άντρα της και εκείνος όπως όλοι οι άντρες του πλανήτη σε ανάλογες περιπτώσεις, την παίρνει στο ψιλό: «Κλειδωμένο σπίτι, βρε γυναίκα μ’, ποιος να μπει κει μέσα και να κάνει τι; Να του αρέσει η μοναξιά το καταλαβαίνω, ιδίως αν η κυρά του είναι καμιά γλωσσοκοπάνα, μα εσύ μου είπες ότι το σπίτι ήταν διπλοκλειδωμένο. Το είπες για δεν το είπες; Αλλοδαποί στο χωριό μας δεν καταδέχονται να έρθουν για να πω ότι τρύπωσε εκεί κανένας τους να γλυκοκοιμηθεί. Εποχή συγκομιδής φρούτων δεν είναι, για να έρθουν ξένοι εργάτες. Κρύο κάνει και ποιος Χριστιανός να μείνει εκεί μέσα να ξεπαγιάσει. Είπα για Χριστιανό. Τώρα για Μουσουλμάνο δεν ξέρω... Τι να σου πω;» «Κωνσταντή, πάψε τα αστεία και έλα μαζί μου να πάμε 51


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στης κεράς. Οι άνθρωποι πώς θα έρθουν να μείνουν; Είναι ντροπή, τόσο καλά μας πληρώνουν και να έρθουν να βρουν το σπίτι σε τέτοιο χάλι και με φαντάσματα, αφού όπως λες δεν γίνεται να μείνει άνθρωπος εκεί μέσα! Εγώ, Κωνσταντή μου, εκεί μόνη μου ΔΕΝ πάω. Φοβάμαι σου λέω». Και όπως πάλι συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, πες πες το θηλυκό έπεισε το αρσενικό της να πάει για βοήθεια, το οποίον αρσενικό έκανε τη θυσία με μισή καρδιά βέβαια, αλλά προκειμένου να γλυτώσει το μπουρ και μπουρ, ας πάει στο καλό η βολή του. Υπάρχει άντρας να αντέχει τη μουρμούρα της κυράς του; (Για την δική του μουρμούρα τι γίνεται; Μα, πώς το λέει η παροιμία; Η καμήλα δε βλέπει την δική της καμπούρα... Και επιπλέον η δική του μουρμούρα επέχει την θέση διαταγής βασιλικής και τα σκυλιά δεμένα). Πηγαίνοντας, να φυσάει ένας αγέρας που να θέλει θαρρείς να τους σηκώσει από τη Γη και τους δυο. Σιγοβλαστήμησε την τύχη του ο Κωνσταντής και ευτυχώς που τη βλαστήμια του την πήρε ο άνεμος και δεν ακούστηκε.. Πράγματι, φυσούσε τόσο πολύ δυνατά που έχανες την ισορροπία σου. Τέτοιο κακό, έλεγαν οι παλιοί, είχαν χρόνια να το δουν στο χωριό τους. Δεν έμεινε στα δέντρα καρπός, στα περβόλια και στους κήπους φύλλο... Και σκόνη, σκόνη σύννεφο. Θαρρείς και ο άνεμος έκανε στη γη χαλάουα. Μιλάμε για ΤΟ ξύρισμα. Το ηλεκτρικό κομμένο από το πρωί. Κόπηκε ένα κεντρικό και σημαντικό καλώδιο και οι εναερίτες εργάτες της ΔΕΗ πώς να ανεβούν στις κολώνες να αποκαταστήσουν τη βλάβη; Για μέρες το μαγείρεμα θα γίνονταν στο τζάκι και ο φωτισμός, με τον αρχέγονο τρόπο με τα σπαρματσέτα και τα κεριά από την Ανάσταση. 52


η πόρτα στα δεξιά

Με τα πολλά, φτάνουν στο σπίτι. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, και πώς να ανάψουν κερί για να μπουν στα σκοτεινά; Κάποτε μπαίνοντας, το καταφέρνουν. Το Κατερινιώ διπλά φοβισμένο. Κι αυτή δεν ήξερε τι φοβόταν πιότερο. Το φάντασμα, για τον οργισμένο Κωνσταντή; «σς, σς, σς, σιγά Κωνσταντή μ’» του ψιθυρίζει. «Σκάσε, Κατερινιώ» της απαντά... ευγενικά ο κύρης της... Στήνουν αφτί. Τίποτα. Ξαναστήνουν και νάτο. Ένα βογγητό, χαμηλό, υποχθόνιο, που θαρρείς και έβγαινε από τη Γης τα έγκατα. Το ακούει εκείνη. Το ακούει εκείνος. Και χωρίς να πουν λέξη, το βάζουν στα πόδια του σκοτωμού, κι όπου φύγει φύγει. Φάντασμα, και μάλιστα λαβωμένο, άρρωστο, αποφαίνεται το ζεύγος των χωρικών. Στο δρόμο για το σπίτι τους, όποιον συγχωριανό συναντούσαν του διηγούνταν για την παρουσία στοιχειού στο σπίτι μας. Και όπως συμβαίνει πάντα, το γεγονός μεγαλοποιήθηκε, έγινε φήμη τεράστια. Και όχι μόνο δεν πλησίαζε το σπίτι κανείς πια, μα ούτε από την περιοχή δεν περνούσε. Στη λογική απορία κάποιου για το πώς είναι δυνατόν σε ένα θεόκλειστο σπίτι παγωμένο και σκονισμένο να υπάρχει ακόμη και ένα φάντασμα, του απαντούσαν «Φάντασμα είναι, οι ανέσεις δεν του χρειάζονται. Ίσα ίσα που ένας τέτοιος χώρος είναι ιδανικός για την διαβίωσή του». Είχε μια λογική το σκεπτικό... Έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα μέχρι που την μεθεπόμενη έρχεται ο γιος του ζευγαριού με άδεια αναρρωτική από το στρατό που υπηρετούσε τη θητεία του. Το παλικάρι είχε ψιλοπουντιάσει και λίγο ακόμη θα την απο53


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λάμβανε την καλή του πνευμονία. Του έδωσαν λοιπόν μια δεκαήμερη άδεια από το στρατό με προοπτική παράτασης, αν το έπαιζε και λιγάκι του θανατά. Έτσι και έγινε. Κουβέντα στη κουβέντα του είπε η μάνα για τα καθέκαστα του σπιτιού της Κυράς. Του υπερτόνισε δε το γεγονός ότι αδιάψευστος μάρτυρας των λεγομένων της ήταν ο πατέρας του, ο Κωνσταντής, που όσο να ’ναι ο λόγος του είχε και μεγαλύτερη βαρύτητα! Μη νομίσει το παιδί ότι όλα τούτα τα έβγαζε από το μυαλό της, όποια και αν ήταν η ποσότητά του (του μυαλού) μέσα στην κεφαλή της!!! Ο νεαρός φαντάρος σιγά μη και πίστεψε για φαντάσματα και χωριάτικες δεισιδαιμονίες. Το πρωί σηκώνεται παίρνει μια τεράστια βέργα που την είχαν να πιάνουν στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων τα εναπομείναντα πορτοκάλια και λεμόνια και πηγαίνει στο στοιχειωμένο σπίτι χωρίς να φοβάται (είδες τι κάνει ο στρατός; Φτιάχνει άντρες...) Το ήθελε και αυτός να ετοιμαστεί το σπίτι της κυράς. Ο γιος της ο γιατρός –εγώ δηλαδή– θα του ήταν χρήσιμος για την απαραίτητη γνωμάτευση που θα του παράτεινε την άδειά του. Ο Έλληνας παντού ο ίδιος. Πονηρούλης και βολεψάκιας. Καθώς πηγαίνει κατά ΄κει, τον παίρνουν είδηση οι συντοπίτες του και για πότε κυκλοφόρησε σε όλο το χωριό η είδηση, ούτε τηλεβόας να είχε βγει. Οπόταν άρχισε να μαζεύεται πλήθος, σε κάποια απόσταση ασφάλειας από το σπίτι, με θέα πανοραμική. Μπαίνει το παλικάρι στο σπίτι και οι χωριανοί –σαν σε ασπρόμαυρη ιταλική ταινία με το Μαρτσέλο Μαστρογιάννη– στήνονται σε ημικύκλιο. Πίσω οι άντρες, μπροστά οι γυναίκες και από αυτές 54


η πόρτα στα δεξιά

μπροστά τα παιδόπουλα. Ο αόρατος σκηνοθέτης σκηνοθετεί άψογα τη σκηνή. Το πλήθος αναμένει με κομμένη την ανάσα να ακούσει τη φωνή του παλικαριού που θα παλεύει τώρα με το στοιχειό. Ναι αλλά υπάρχει και περίπτωση το αερικό να έχει πάρει τη μιλιά του λεβεντονιού γι’ αυτό και τόσην ώρα εκεί μέσα και δεν ακούν τίποτα. “Μήτε φωνή μήτε σημάδι μήτε κανένα μήνυμά του”, που λέει και ο Μαλακάσης, ο ποιητής... Το πλήθος δεν βγάζει τσιμουδιά, αλλά αρχίζει να αγωνιά για την τύχη του παιδιού. Τίποτα δεν ακούγεται παρά μόνο ο άνεμος που δεν έλεγε να κοπάσει και ούρλιαζε και σφύριζε και σου έπαιρνε τα αφτιά. Περιμένουν, περιμένουν, τίποτα. Ένας γέροντας τόλμησε να ψιθυρίσει ότι οι παλιοί έλεγαν πως σε τούτη εδώ την περιοχή σε μια σπηλιά σα πέρα βρισκόταν το άντρο των αερικών. Και όταν έπιαναν οι αέρηδες, καλή ώρα σαν και τώρα, τα στοιχειά είχαν γιορτή. Μαζεύονταν και έστηναν χορό. Όποιος δε γενναίος δεν φοβόταν και τα πλησίαζε, του έπαιρναν τη μιλιά. Και ιδού η απόδειξη, θέλει και ρώτημα; Γιατί δεν ακούγεται το παλικάρι; Πάει μισή ώρα με τρία τέταρτα που μπήκε κει μέσα! Πάει το παιδί, πάει ο φανταράκος. Γενναίος, ξεγενναίος, ναι, μα δεν παίζουν με αυτά... Και άρχισε ο ψίθυρος να γίνεται βουητό και το βουητό κραυγή της μάνας: «Βασίίίίίλη... Πού ’σαι ορέ;... Βασίλη μ’... Βγες όξω ορέ τζιγέρι μ’... Αχ εγώ η κακούργα που σε έστειλα κει μέσα. Βασίλη μ’». Και ο κόσμος σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας: «Βασίίίλη...» Είχε περάσει πια πάνω από μία ώρα από τη στιγμή που το φανταράκι είχε μπει εκεί μέσα. Και νάτος, ο Βασίλης που φανερώνεται τρίβοντας τα μάτια του αφ’ ενός 55


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να ξενυστάξει αφ’ ετέρου από την κατάπληξή του που βλέπει τόσους ανθρώπους κει έξω να τον καλούν με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται. Αναρωτιέται φωναχτά «Μα τι έπαθε ο κόσμος και κάνει σαν να είδε φάντασμα, γιατί φωνάζει το όνομά μου και σταυροκοπιέται;» «Τι είναι, μωρέ, τι πάθατε και σκούζετε έτσι; Έλα, Παναγία μου. Μη και έγινε σεισμός και δεν τον πήρα χαμπάρι; Μην κι έπιασε φωτιά το χωριό; Και εγώ τι είμαι, η πυροσβεστική;» «Αχ Βασίλη μ’, την έχεις τη μιλιά σ’;» «Όχι. Μιλώ με δανεικιά! Μωρέ, τι πάθατε; Μου λέτε;» « Το φάντασμα, τι σο’ καν’, λεβέντη μας;» «Το ποιο; Α, το φάντασμα... Ναι, με έκανε ντα ντα. Μπρ, Μπρ, Μπρ... Βρε είσαστε με τα καλά σας; Το παραθύρι του μπάνιου ήταν κουφωτό και όπως έμπαινε ο αγέρας σαν σε χωνί αντηχούσε στον τοίχο του μπάνιου και έμοιαζε με βογγητό». «Και συ; Τι έκανες εσύ εκεί μέσα τόσην ώρα;» «Συγγνώμη, που δεν σας ενημέρωσα από την αρχή, αλλά να, αφού κτύπησα κάρτα υπηρεσίας και περίμενα το φάντασμα να έρθει και να τα πούμε ένα χεράκι και περίμενα και περίμενα και αυτό δεν έλεγε να φανεί, νύσταξα και χωρίς να το καταλάβω έπεσα πάνω στο πουπουλένιο πάπλωμα της κυράς και αποκοιμήθηκα. Να θυμηθώ, το δίχως άλλο, να ζητήσω συγγνώμη για την απρέπειά μου από την σεβαστή κυρά. Να την ευχαριστήσω παράλληλα, γιατί έκανα ένα ονειρεμένο ύπνο τον οποίο θα συνέχιζα αν δεν με ξυπνούσατε με τις γαϊδουροφωνάρες σας που να σας πάρει η ευχή να σας πάρει...» 56


«Ο

Ο επόμενος

επόμενος παρακαλώ». «Καλημέρα σας». «Καλή σας μέρα. Τι μπορούμε να κάνουμε για σας;» «Πολλά μπορείτε. Αρκεί να θέλετε». «Νάτα και τα αστειάκια μας πρωί πρωί». «Με συγχωρείτε, κυρία μου, αλλά για τα αστεία, ποια ακριβώς είναι κατά την γνώμη σας η κατάλληλη ώρα; Ήμουν ξέρετε εκτός Ελλάδος αρκετά χρόνια και δεν ξέρω τι παίζει εδώ». «Για να σοβαρευτούμε, σας παρακαλώ, κύριε. Πέστε μου τι θέλετε ακριβώς;» «Μα τη δουλειά θέλω. Τι άλλο;» «Δουλειά ε; Μάλιστα. Σαν τι δουλειά δηλαδή;» «Από αυτές που ένας υπάλληλος βοηθά να διεκπεραιώνεται ένα έργο σας, μια υπόθεση που αφορά την εταιρεία σας, το κάθε τι σας δηλαδή;» «Και τι προσόντα διαθέτετε;» «Από σωματικά τα βλέπετε. Από οικογενειακά, δεν είμαι παντρεμένος ούτε προτίθεμαι να παντρευτώ, είμαι straight και μένω μόνος μου σε μία γκαρσονιέρα στο Παγκράτι». «Ακούστε με, κύριε. Αν εξακολουθήσετε να μου μιλάτε σε αυτό το στυλ θα αναγκαστώ να διακόψω τη συνέντευξη. Το βιογραφικό σας, το curriculum vitae σας, να πάρει η ευχή. ΑΥΤΟ είναι που μας ενδιαφέρει, αν δεν έχετε αντίρ57


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ρηση...» «Με συγχωρείτε, αλλά σας βεβαιώνω ότι ό,τι μέχρι τώρα σας έχω πει, είναι η εισαγωγή στο επίσημο βιογραφικό μου. Αν εννοείτε τα πνευματικά μου προσόντα, κατ’ αρχήν έχω σώας τας φρένας επί του παρόντος, μα για το μέλλον δεν μπορώ να εγγυηθώ. Θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας... και...» «Γνώσεις, κύριε, γνώσεις. Ξέρετε, χαρτιά, πτυχία, διπλώματα. Βρε τι πάθαμε Δευτεριάτικα πρωί πρωί...» «Αναλυτικά ή σε περίληψη;» «Αναλυτικότατα». «Σας προειδοποιώ θα πάρω τον χρόνο σας, γι’ αυτό και σας ρώτησα». «Σας τον διαθέτω». «Ωραία. Απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Master’s κατ’ αρχήν, και στη συνέχεια PhD, Doctorate δηλαδή, από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ της Αμερικής στη Σχολή της Πολεοδομίας. Σπούδασα με υποτροφία του Ιδρύματος Αλέξανδρου Ωνάση σαν αριστούχος του Πολυτεχνείου. Από γλώσσες, εκτός της μητρικής μου, την οποία παρεμπιπτόντως δεν ξέχασα, παρά το γεγονός ότι έζησα πολλά χρόνια στις Η.Π.Α, έχω φυσικά επάρκεια στα: αγγλικά, στα γαλλικά, ισπανικά, πορτογαλικά και βραζιλιάνικα, ιταλικά, ρωσικά, αρκετά κινέζικα σε επίπεδο συνεννόησης, πάει δε και λίγος καιρός που μαθαίνω αραβικά. Έχω πτυχίο κλασικής κιθάρας, πρωταθλητής στην κολύμβηση. Ασχολούμαι και με το στίβο, και λίγο ακόμη να λάβω μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα σκακιού, εκπροσωπώντας τις U.S.A. Δεν έλαβα όμως μέρος, γιατί συνέβησαν οικογενειακά γεγονότα και αναγκάστηκα να επιστρέψω στην Ελλάδα και...» 58


η πόρτα στα δεξιά

«Μα αν θυμάμαι καλά, είπατε ότι δεν έχετε οικογένεια...» τον διέκοψε. «Σωστά θυμάστε. Μιλώ για τη μητέρα μου που μένει σε μικρή απόσταση από το δικό μου σπίτι. Αυτός και είναι ο λόγος που με αναγκάζει να ασχοληθώ επαγγελματικά στην Ελλάδα. Επιθυμώ να βρίσκομαι κοντά της. Να συνεχίσω;...» «Δεν νομίζω να υπάρχει κανένα προσόν που να μη το έχετε. Φαντάζομαι να τα έχετε όλα όσα μου είπατε γραμμένα, το ίδιο αναλυτικά. Όσον με αφορά ναι μεν θα εισηγηθώ ευνοϊκά για σας, γιατί δεν σας κρύβω ότι με εντυπωσιάσατε, αλλά εκείνος που θα αποφανθεί είναι ο Γενικός Διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρίας. Θα σας απαντήσουμε εντός τεσσάρων εβδομάδων, είτε θετικά είτε αρνητικά τόσο γραπτώς όσο και με mail. Χάρηκα, και καλή της ημέρα, κύριε... κύριε... πώς είπαμε το όνομά σας; Ναι, ναι συγγνώμη, κύριε Εμπειρίδη». Όταν έφυγε ο Εμπειρίδης, η εισηγήτρια ή γραμματέας ή ό,τι άλλο ήταν τέλος πάντων, έμεινε για λίγο σκεπτική πριν καλέσει τον επόμενο υποψήφιο για τη θέση, που περίμενε ανυπομονώντας και με το δίκιο του, αφού ο Εμπειρίδης την απασχόλησε πολύ περισσότερο του αναμενόμενου. Μα εκείνη έφταιγε ή το ατέλειωτο βιογραφικό αυτού του πολυτάλαντου νεαρού; Και αν δεν τον διέκοπτε, σίγουρα θα αράδιαζε και άλλα προσόντα χωρίς να κομπάζει, με ένα ελαφρό υπομειδίαμα που ίσως να έκρυβε μια κάποια ειρωνεία. «Μα είναι δυνατόν τέτοια μυαλά να έχει η Ελλάδα και να στέκονται στην ουρά διεκδικώντας μια θέση με ένα μισθό ισότιμο ενός pourboire, ενός tip ή έστω κάτι λίγο 59


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πάρα πάνω. Εγώ πάντως αυτό το παλικάρι το λυπάμαι. Εδώ στην Εταιρεία θα αλλοτριωθεί, θα εξαφανιστεί. Έχω να του προτείνω κάτι άλλο που αν το μάθει το αφεντικό θα φάω τέτοιο φύσημα από την δουλειά μου που δε θα βρω χώρο να κρυφτώ. Και βέβαια ούτε κουβέντα για αποζημίωση. Θα το ρισκάρω όμως, γιατί το παλικάρι αξίζει χρυσάφι», κατέληξε η Άννα σκεφτική καλώντας αφηρημένα τον επόμενο υποψήφιο.

Ο Εμπειρίδης φεύγοντας από την εταιρεία, μπήκε σε μια γειτονική καφετέρια. Παρήγγειλε έναν διπλό καπουτσίνο και μία τυρόπιτα, γιατί είχε στεγνώσει τόσο το στόμα του όσο και το στομάχι του από την αγωνία που τον είχε κυριέψει από το βράδυ, εν όψει της συνέντευξης. Την ήθελε αυτή τη δουλειά και ας ήταν μικρός ο μισθός όπως φανταζόταν ότι θα είναι, από αυτά που έβλεπε και άκουγε στην Ελλάδα της κρίσης. Μα το συμβόλαιο θα ήταν για ένα δύο χρόνια. Θα είχε περιθώριο να ψάξει για κάτι καλύτερο χωρίς να περιμένει από τη μάνα του να του πληρώνει το νοίκι και το τηλέφωνο (αχ, μωρέ πατρίδα, πως σε κατάντησαν έτσι;) Μετά θα έβλεπε τι να κάνει. Ίσως να την έπειθε να πάνε μαζί στην Αμερική (εντάξει, μωρέ, θα τα βρούμε. Σε μια πατρίδα που γελά τις περισσότερες μέρες το χρόνο, με ένα τέτοιο ήλιο και τέτοιο γαλανό ουρανό δεν μπορεί να είναι μουρτζούφλικα τα πράγματα. Θα αλλάξουν, δεν μπορεί). Μα, βρε ευλογημένε Εμπειρίδη, ας έμενες στην Αμερική εκεί που τόσα χρόνια ήσουν και ας έπαιρνες και την Αρετούλα, τη μάνα σου, εκεί. Μα όχι, εκείνη δεν ερχόταν. Ήταν αλλιώς μαθημένη στη χώρα της. Με τις φίλες της, τις γειτόνισσές της, με της βεγγέρες τις καλοκαιρινές της 60


η πόρτα στα δεξιά

και τη θαλπωρή τη χειμωνιάτικη πλάι στο τζάκι. Και σιγά το κρύο στην Ελλάδα. Δυο τρεις μέρες κρύο και τις υπόλοιπες τριακόσιες τόσες με ένα εκτυφλωτικό ήλιο. Έτσι όπως έβλεπε της πάγους και τα χιόνια στις Η.Π.Α. από την ΤV, έριχνε και μια ζακέτα στην πλάτη της γιατί και με την εικόνα και μόνο, ένιωθε την παγωνιά όχι μόνο στο σώμα της μα και στη ψυχή της. «Πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι με τέτοιες καιρικές συνθήκες;» , αναρωτιόταν και έκανε το σταυρό της ευχαριστώντας την τύχη την καλή της που της έταξε να ζει σε αυτή την ευλογημένη γωνίτσα της γης. Βέβαια, της έλειπε το παιδί της ο Μάριος, μα τι να έκανε; Όπου να είναι θα τελείωνε τις λαμπρές του σπουδές και θα γύριζε στην Πατρίδα. Μπορεί να μη μείνουν στο ίδιο σπίτι μα οποιαδήποτε στιγμή τον χρειαζόταν και είχε την ανάγκη της παρουσίας του θα την είχε. * Όταν τελείωσαν οι ακροάσεις, η Άννα ζήτησε από τα διευθυντικά στελέχη τη σύγκλιση του συμβουλίου προσλήψεων, να τους ενημερώσει για τους υποψηφίους για την πολύ υπεύθυνη θέση της εταιρείας τους να τους δώσει τα βιογραφικά και να τους πει τη προσωπική της γνώμη. Η Άννα ήταν μια κοπέλα πολύ αξιόλογη γύρω στα 30 της που ξεκίνησε με φιλοδοξίες μεγάλες, με μεταπτυχιακά στη Βρετανία και με διάθεση να πετύχει, ανοίγοντας κάποια στιγμή το δικό της γραφείο. Γρήγορα κατάλαβε, και ευτυχώς που το κατάλαβε νωρίς, ότι αν εξακολουθούσε να εργάζεται κατά μόνας το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να εξασκηθεί στο sudoku και το σταυρόλεξο. Έπιασε δουλειά λοιπόν στην εταιρεία τούτη, ακριβώς με την ίδια διαδικασία που μετήλθε ο νε61


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αρός Εμπειρίδης, και από δοκτορέσα κατέληξε να γίνει ιδιαιτέρα γραμματέας του διευθυντή ο οποίος δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν είχε τελειώσει και το λύκειο ακόμη. Είχε λάβει τη θέση του διευθυντού –κληρονομικώ δικαίω. Ο πατέρας του, ονομαστός πολεοδόμος. Και ο υιός ονομαστός bon viveur και κυνηγός ωραίων γυναικών. Κατά έναν περίεργο πάντως τρόπο είχε ένα μεγάλο ταλέντο στα διοικητικά, ήταν καπάτσος, εύστροφος και πονηρός. Επάνδρωσε τη εταιρεία του με άξια στελέχη που αναπλήρωναν την ανεπάρκειά του και όλα πήγαιναν ρολόι. Η επιχείρηση απέκτησε μεγαλύτερη ακόμη φήμη επί των ημερών του, όχι μόνον εντός της Ελλάδος, μα σε όλη την Ευρώπη. Ο άνθρωπος είπαμε είχε ταλέντο που του το αναγνώριζαν όλοι. Έφτιαξε έναν κολοσσό και τον στελέχωσε με ό,τι εκλεκτότερο υπήρχε στον επιστημονικό τομέα. Έπαιρνε τη γνώση τους και τη δουλειά τους και τους έδινε ψίχουλα. Αυτός γινόταν διάσημος και δυνατός και αυτοί δούλευαν σκληρά λέγοντας και ευχαριστώ που βρέθηκε αυτή η μοναδική εταιρία που κρίση-ξεκρίση ανθούσε. Το αφεντικό, όπως είπαμε γάτα, λαγωνικό ανεύρεσης ταλέντων, ένα προσόν που ομολογουμένως δεν το έχουν πολλοί εργοδότες. Τούτος εδώ όμως, ναι μεν με ανύπαρκτες επιστημονικές γνώσεις, αλλά με έμφυτο εμπειρικό ταλέντο, έπαιζε στα δάκτυλα τη δουλειά του σε σημείο που τα ανώτατα στελέχη του να υπερτερούν μόνο στην αξία της υπογραφής τους που συνοδεύονταν από ανώτατα πτυχία και περγαμηνές. Στην ουσία όμως ήταν ΑΥΤΟΣ που ήταν ο πλέον ενημερωμένος και για την πιο δύσκολη πτυχή ενός έργου. Είχε άποψη για τα πάντα. Έδινε τις κατευθυντήριες γραμμές, προγραμμάτιζε, διοικούσε και 62


η πόρτα στα δεξιά

βέβαια εκμεταλλευόταν τους πάντες γιατί ήταν τσιγκούνης και άπληστος σε σημείο που ο Ταρτούφος φάνταζε σπάταλος συγκρινόμενος μαζί του. Αυτά σκεφτόταν η Άννα καθώς περίμενε το meeting, και χωρίς να ξέρει το γιατί την κατείχε μία περίεργη ανησυχία για την τύχη του νεαρού Εμπειρίδη. Νεαρού... Αλήθεια πόσων χρόνων είπε ότι ήταν; Αν θυμάται καλά είκοσι οκτώ. Είχε αποφασίσει ότι σε περίπτωση αρνητική ή μιας πρόσληψης με μικρή αμοιβή, θα του αντιπρότεινε εκείνη κάτι άλλο, τολμηρό και φιλόδοξο: Μια ανάλογη με τη δική τους εταιρεία στο Ντουμπάι ζήτησε από την ελληνική ομόλογό της να τους στείλει ικανά στελέχη που θα είχαν την εμπειρία που είχαν αυτοί ανάγκη. Και η Άννα ρίσκαρε. Πριν πάει στο meeting ζήτησε να δει τον Εμπειρίδη κατ’ ιδίαν και να του εκθέσει ανοιχτά και ειλικρινά πώς έχει η κατάσταση. Αν πήγαινε αυτός στο Ντουμπάι θα πήγαινε και αυτή. Καιρός να αξιοποιήσει τις δικές της περγαμηνές που θάφτηκαν κάτω από το βάρος της κρίσης αλλά και την εκμετάλλευση. Αν αυτός συμφωνούσε, το meeting θα έπαιρνε άλλη μορφή. Αυτή θα υπέβαλε την παραίτησή της, μαζί με τα βιογραφικά των υποψηφίων, θα έπαιρνε τη βαλίτσα της και θα περίμενε τον Εμπειρίδη, να πάνε να αμολήσουν τον αετό τους στον επίσης γαλανό κι ηλιόλουστο ουρανό του Ντουμπάι όσο ήταν καιρός, γι’ αυτήν τουλάχιστον. Σε λίγο θα καβάτζαρε τα 30 της κι αν αργούσε λίγο ακόμη όχι μόνο καριέρα δε θα έκανε, μα ούτε και παιδιά, οικογένεια. Τι έγιναν τα όνειρά της; Τι έγινε ο κόπος και ο μόχθος της; Τι έγινε το χρήμα που ξόδεψε η οικογένειά της γι’ αυτήν να σπουδάζει στα Λονδίνα; Όλα χαμένα στο 63


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

βωμό της ανάγκης για επιβίωση; Ε, όχι η Άννα ναι μεν ΔΕΝ μιλούσε, μα είχε αρχίσει να θυμώνει πολύ. Και όταν η σιωπή γίνεται θυμός, να τον φοβάσαι αγαπητό μας αφεντικό, να τον φοβάσαι. Αν όμως ο Εμπειρίδης ήταν η θρυαλλίδα που άναψε και εξερράγη νάρκη χρόνων χαμένων, από ευγνωμοσύνη και μόνο –όχι και «μόνο», βρε Άννα, μη λες και «μόνο». εσύ είσαι κορίτσι σπαθί– ό,τι καλό προετοίμαζε για τον εαυτό της θα αφορούσε άμεσα και αυτόν. Γιατί, για να πάει μόνη της αδύνατον, φοβόταν. ΤΙ φοβόταν ακριβώς, δεν το είχε συγκεκριμενοποιήσει. Απλά, ΦΟΒΟΤΑΝ. Ζήτησε να τον δει. Του μίλησε με ειλικρίνεια. Του είπε ότι ήταν σίγουρη ότι θα ήταν αυτός που το λαγωνικό αφεντικό θα επέλεγε μεταξύ των υποψηφίων. Του εξέθεσε τα υπέρ, τα κατά, τις προοπτικές στο Ντουμπάι, και τον άφησε να σκεφτεί. Το meeting ήταν για την Τρίτη. Σήμερα Παρασκευή... Αν επέλεγε Ντουμπάι, είχαν περιθώριο αυτές τις ημέρες να ενημερώσουν και να ενημερωθούν από τους εκεί ενδιαφερόμενους για τις λεπτομέρειες. Μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι θα περίμεναν την απάντησή τους ΚΑΙ αν συμφωνούσαν, θα τους ζητούσαν προκαταβολή δύο μηνιαίων μισθών και τα εισιτήρια. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο μισθός ανά μήνα θα ήταν όσος τριών μηνών σε τούτη εδώ την εταιρεία. Καλά λεφτά για αρχή... Η Άννα λοιπόν περίμενε το ΟΚ του Εμπειρίδη και ο Εμπειρίδης το ΟΚ της κυρίας Αρετής, το οποίο αυτός έθεσε σαν όρο απαράβατο. Αυτός άφησε την Αμερική για χάρη της. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάει πουθενά χωρίς εκείνη. Αν δεχόταν, τότε και αυτός πάνω σε αυτόν τον καμβά θα κεντούσε. 64


η πόρτα στα δεξιά

Ευτυχώς όλες οι απαντήσεις, εγχώριες και ξένες, ήταν θετικές. Έτσι, πήραν τις βαλίτσες τους και με την καρδιά τους γεμάτη ανατέλλοντα όνειρα, πέταξαν για το Ντουμπάι. Και ο Έλληνας εργοδότης μέσα στην απορία. Γιατί η καλή του γραμματέας προτίμησε να πάει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα και όχι το σίγουρο... ξεζούμισμά της στην εδώ «καλά» αμειβόμενη δουλειά της στο δικό του μικρομάγαζο;... Δεν μπορούσε λέει να καταλάβει τη γυναίκα, πάει και τελείωσε.

Ναι. Η γυναίκα ήταν που έφταιγε, ηλίθιε, και εσύ δεν μπορούσες να την καταλάβεις! Αυτό είναι το χαρακτηριστικό των ανόητων ανθρώπων. Επισημαίνουν αυτά που θεωρούν σαν σφάλματα στους άλλους και τα δικά τους σφάλματα που είναι ακριβώς κάτω από τη μύτη τους δεν τα βλέπουν οι θεόστραβοι. Και όχι μόνο αυτό. Άκου τώρα: «τσιγκούνης εγώ; εγώ, βρε αχάριστη Άννα; Γιατί; Ήταν πολύ αυτό που σου ζήτησα να εργάζεσαι και το απόγευμα αφού πνιγόμαστε στη δουλειά; Τι; Πληρωμή για υπερωρίες; Μα είμαστε καλά, εν μέσω κρίσης να μου ζητάς κάτι τέτοιο;» «Ακριβώς γι’ αυτό, άντε και στο διάβολο, κόπανε Σκρουτζ. » * Το ΝΤΟΥΜΠΑΙ είναι το μεγαλύτερο από τα επτά εμιράτα του Περσικού κόλπου. Το φυτικό του βασίλειο δεν είναι αυτοφυές! Τα πάντα, δέντρα, φυτά, λουλούδια, γρασίδια, είναι όλα εισαγωγής και οι περισσότεροι των κατοίκων του εισαγόμενοι επίσης. Το Ντουμπάι είναι η επιτομή της πολυτέλειας και της χλιδής. Το ακριβότερο ξενοδοχείο του κόσμου, 7 αστέρων, βρίσκεται εκεί και ο 65


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

υψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου επίσης. Πολυτέλεια που να χάνεις το νου σου. Αυτά όλα δεν ήταν βέβαια δέλεαρ για την κυρία Αρετή, τη μητέρα του Μάριου του Εμπειρίδη, αλλά μήπως και θα κάθονταν εκεί για πάντα; Όπως τη βεβαίωσε ο γιος της, κάποια σύντομη μελλοντική στιγμή θα επέστρεφαν στην Ελλάδα με πολλά εφόδια για να στήσουν τη δική τους επιχείρηση με ένα όνομα τρανταχτό, που θα είχαν αποκτήσει στο Ντουμπάι. Θα γύριζαν σε μια Ελλάδα όπως είχαν την ελπίδα, χωρίς μνημόνια και εφιάλτες τύπου Βόλφανγκ Σόιμπλε. Με ενωμένες δυνάμεις θα έστηναν το σπιτικό τους γιατί εκεί στη χρυσή την πολυτελή ξενιτιά διαπίστωσαν, πόσο πολύ ταίριαζαν, πόσο πολύ νοιάζονταν και τελικά πόσο πολύ αγαπούσε τον Μάριο η Άννα και τούμπαλιν. Πράγματι, η Αρετή αγάπησε αυτό το δυναμικό και μοναχικό κορίτσι που έγινε η αιτία να βρει ο γιος της την οντότητα την επαγγελματική του να αποκτήσει δική του οικογένεια αυτός ο φανατικός εργένης, αφού γρήγορα την έστειλε τη μάνα του στην Άννα να ζητήσει για λογαριασμό του το χέρι της. Ευλογημένη εκείνη η ημέρα των ακροάσεων που η μοίρα τους είχε στήσει καρτέρι. Να είναι καλά και η εταιρεία εκείνη, που παρά τη μιζέρια της, άθελά της, της προσέφερε γενναιόδωρα την αγάπη και ένα έρωτα που και άλλες φορές είχε κτυπήσει την πόρτα της, μα όλες αυτές τις φορές ήταν για να καταλάβει ότι ερωτεύτηκε στ’ αλήθεια τούτη τη φορά, τον Μάριό της. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο τελικά... Το πιστεύω ακράδαντα.

66


Κ

Ο θησαυρός

αι ξαφνικά την ησυχία της νύχτας διέκοψε μια κραυγή. Μια κλήση για βοήθεια: «Τρέξτε, γειτόνοι, βοήθεια κλέφτες». Κάτι παράθυρα στο στενό σκοτεινό δρομάκι της γειτονιάς άνοιξαν, κάποια άλλα αμπαρώθηκαν περισσότερο, κάποια άλλα κουφωτά, με τους κατοίκους να προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβαινε, προφυλαγμένοι και οι ίδιοι όσο μπορούσαν, στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν από πού ερχόταν η κραυγή, η έκκληση για βοήθεια, που τους τάραξε τον ύπνο. «Ποιος καλεί σε βοήθεια, αδέρφια;» δυο νεαροί μπρατσωμένοι και τολμηροί, βγήκαν στον δρόμο και κάνοντας τα χέρια τους χωνί φώναξαν. 4.30 η ώρα μέσα στα άγρια χαράματα που λένε, όταν το σκοτάδι είναι πιο πυκνό λίγο πριν ξημερώσει. Έρεβος. Η σκηνή, με τους μισόγυμνους νεαρούς, θύμιζε ζωγραφικό πίνακα του Γ. Τσαρούχη. Είχες την αίσθηση ότι όπου να ’ναι θα ακουγόταν και μουσική του Μ. Χατζιδάκι στην “οδό ονείρων” ένα πράγμα. Γειτονιά, απ’ αυτές που παραδόξως ακόμη υπάρχουν σαν ξεχασμένες μιας εποχής που έσβησε εδώ και καιρό σε απομακρυσμένες περιοχές της πρωτεύουσας. Με το πάνω μέρος της πιτζάμας να ανεμίζει, βγήκε ο γερο-Μαθιός από την μονοκατοικία του και φώναξε αναστατωμένος και σοκαρισμένος: «Εδώ παιδιά, εδώ». 67


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Οι νεαροί προσέτρεξαν κοντά του. «Τι συμβαίνει, πατριώτη, όνειρο έβλεπες του λόγου σου;» «Ναι όνειρο, από αυτά που τα λένε και εφιάλτες, να σας χαρώ. Με τη διαφορά που εγώ το είδα ξυπνητός. Άκουσα ψιλοθόρυβο, ξύπνησα, έτσι που κοιμάμαι σαν πουλί και είδα από πάνω μου να στέκεται ένας άντρας αψηλός ίσαμε δυο μέτρα, με μάτια που γυάλιζαν και έκαιγαν σαν αναμμένα κάρβουνα, με το φως τους να σκίζει τα σκοτάδια. Δεν θα το πιστέψετε μα έμοιαζαν με φακούς. Αλήθεια σας λέω. Αλλόκοτα, απόκοσμα, σκιάχτηκα για τα καλά». «Ρε παππού, σοβαρά, μπας και έβλεπες κανένα όνειρο πρωινιάτικα;» «Άιντε πάλι. Άκου, πιτσιρίκο, μεγάλος είμαι, μα τα έχω τετρακόσια και όταν κοιμάμαι ακούω και το πέταγμα του κουνουπιού. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Όταν ξύπνησα νιώθοντας την παρουσία του ανθρώπου στο σπίτι μου, δεν φώναξα αμέσως. Τον παρακολουθούσα με μισόκλειστα βλέφαρα να ψαχουλεύει, όχι όπου κι όπου αλλά κατά μήκος και πλάτος του τοίχου πάνω από το κεφάλι μου! Σαν τι μπορούσε να ψάχνει κανείς σε έναν άδειο επίπεδο τοίχο; Απόρησα. Κάποια στιγμή, φοβούμενος τα χειρότερα έβαλα τις φωνές που ακούσατε και αμέσως μετά ο αψηλός εξαφανίστηκε από πάνω μου σα να ήταν αερικό, σαν να ήταν σκιά που χάθηκε με το φύσημα της φωνής που βγήκε από το ξεραμένο λαρύγγι μου. Και πριν καν ανάψω τα φώτα, θαρρείς και τα αναμμένα καρβουνίσια μάτια του με ακολουθούσαν και φώτιζαν τα σκοτάδια γύρω μου. Και τότε παιδιά τρόμαξα. Τρόμαξα στ’ αλήθεια. Ήταν κάτι απόκοσμο, αλήθεια σας λέω. Προφανώς

68


η πόρτα στα δεξιά

δεν με πιστεύετε, αλλά ναι, ήταν εκεί και ήταν όπως σας τα λέω». «Ησύχασε, κυρ-Μαθιέ. Πάμε να δούμε μέσα τι συμβαίνει». Εντωμεταξύ, κάποιος άλλος γείτονας, πιο ψύχραιμος πιο σωστός, κάλεσε την αστυνομία και γρήγορα φάνηκε ένα περιπολικό με τέσσερις αστυνομικούς να πετάγονται έξω απ’ αυτό, πριν καλά καλά αυτό σταματήσει, και να ρωτούν αυστηρά τα αγόρια και τον ηλικιωμένο: «Τι τρέχει; Τι γίνεται εδώ;» Ο Μαθιός, μεστά, περιληπτικά και λιτά τους απάντησε: «Απόπειρα ληστείας, παιδιά, από αερικό...» Οι αστυνομικοί κοιτάχτηκαν με νόημα, πράγμα που το έπιασε το μάτι του ηλικιωμένου που τους είπε: «Ζήτησα την βοήθειά σας λεβέντες μου και δεν το θυμάμαι; Λέτε να μην ήξερα ποια θα ήταν η αντιμετώπισή σας; Ακούστε με, δεν τα ’χω χαμένα παιδιάάάά. Δεν τα έχω ακόμα χαμένα, έτσι ελπίζω». Και διηγήθηκε με αδρές κουβέντες το περιστατικό. Όλοι μαζί στη συνέχεια, μπήκαν μέσα στην μονοκατοικία όπου επικρατούσε άκρα ησυχία, τόσο στην ατμόσφαιρα, όσο και στην τάξη πραγμάτων του σπιτιού. Απόλυτη τάξη, καθαριότητα, γραφικότητα και μοναξιά... Ένα παλιό γραμμόφωνο με το γυαλισμένο απαστράπτον χωνί του και μια εταζερούλα δίπλα του γεμάτη δίσκους βινυλίου αρχαίας εποχής. Άραγε, να τους άκουγε αυτούς τους δίσκους ο γέροντας; Δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή να ρωτήσουν. Μια βιβλιοθήκη με βιβλία παμπάλαια που από τη ράχη την φθαρμένη τους και μόνο, καταλάβαινες πόσο 69


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

χιλιοδιαβασμένα ήταν. Ένα “φανάρι” τροφίμων –αν είναι δυνατόν– κρεμασμένο από το ταβάνι της κουζινούλας και μέσα σ’ αυτό λίγα φρούτα, μια φρατζόλα ψωμί, και δυο πιάτα με φαγητό προφανώς, σκεπασμένα με αλουμινόχαρτο. Το “ψυγείο” του μακρινού παρελθόντος πολύ πριν εφευρεθεί ακόμη το... ψυγείο πάγου! Φανερό ότι ο γέροντας ήταν μιας άλλης εποχής άνθρωπος που δεν ήθελε να προσαρμοστεί στις κοσμογονικές αλλαγές των εποχών που ακολούθησαν την δική του. Πάλι καλά που υπήρχε ηλεκτρικό, πράγμα που εξέπληξε τους νυχτερινούς εισβολείς που μετά απ’ όλο το σκηνικό θα περίμεναν ίσως να υπάρχει φωτισμός από μια λάμπα με φιτίλι και λαμπόγυαλο, μια λάμπα πετρελαίου δηλαδή! Άγνωστο το γιατί, ο Μαθιός είχε ενδώσει σε κάτι πρακτικό και καινούριο σχετικά, (καινούριο για τα δικά του μέτρα και σταθμά εννοείται). Οι αστυνομικοί, με έμπειρο μάτι ερεύνησαν τον χώρο και συμβούλευσαν τον ιδιοκτήτη να μην πειράξει τίποτα, έως έρθουν οι συνάδελφοι της σήμανσης να πάρουν αποτυπώματα. Τελικά, καληνύχτισαν τον γέροντα και με τακτ τον συμβούλευσαν να κάνει άλλη μία παραχώρηση και να τοποθετήσει τηλέφωνο στο σπιτικό του γιατί θα ήταν ένα “εργαλείο” χρήσιμο, στην περίπτωση, που ο μη γένοιτο, χρειαστεί να τους ειδοποιήσει στο μέλλον για μια παρόμοια περίπτωση, αντί να βγαίνει στους δρόμους νυχτιάτικα και να αναστατώνει τον κόσμο με τις φωνές του καλώντας σε βοήθεια. Την περίπτωση κινητού, χμ... δεν διανοήθηκαν να την προτείνουν καν. Και, ω της εκπλήξεως, άκουσαν τον Μαθιό να τους 70


η πόρτα στα δεξιά

λέει «Θα το σκεφτώ...» Όταν ο γέροντας έμεινε μόνος άρχισε να βάζει τις σκέψεις του σε μια τάξη και να επαναφέρει στη μνήμη του τις κινήσεις του “αερικού”. Τις θυμόταν πάρα πολύ καλά. Τον είχε εντυπωσιάσει το ψάξιμο, το ψηλαφητό κατά μήκος του τοίχου πάνω από το κεφάλι του. Μήτε πίνακες ζωγραφικοί υπήρχαν εκεί, μήτε φωτογραφίες ή αφίσες έστω. Άσπρος ασβεστωμένος τοίχος, καθαρός, πεντακάθαρος, όπως και όλο το σπίτι. Τότε; Σαν τι προσπαθούσε να βρει δια της αφής η σκιά με τα μάτια του Εωσφόρου; «Διά της αφής; Είπα εγώ δια της αφής;» μονολόγησε. «Σαν τι να έψαχνε κοντολογίς να βρει; Κάποιον κρυφό μηχανισμό μήπως, που με το πάτημα ενός κουμπιού αόρατου δια γυμνού οφθαλμού θα άνοιγε και θα βρισκόταν σε έναν χώρο, μια κρύπτη δηλαδή, την ύπαρξη της οποίας εγώ αγνοούσα;», ξαναμουρμούρισε. Το σπίτι αυτό, το είχε κληρονομήσει από μια μακρινή του θεία, πριν μισό αιώνα και βάλε, και ήρθε από το χωριό του να κατοικίσει στο κλεινόν άστυ με προοπτικές καλές και όνειρα για μια όμορφη ζωή, όπως την λαχταρούν όλοι οι νέοι. Μυστήρια, ιστορίες, μακρινές αναμνήσεις και διηγήσεις της νιότης που τότε τις άκουγε μαγεμένος από παππούδες και γεροσυγγενείς, ξεπήδησαν ξαφνικά από το θαμμένο του παρελθόν και βάλθηκε κι αυτός να ψάχνει με τα μάτια του τον τοίχο ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Ένας τοίχος χωρίς τρύπες από καρφιά, που μοσχοβολούσε ασβέστη. Του άρεσε η μυρουδιά του ασβέστη που άφηνε την αίσθηση της πάστρας με την οποία ο Μαθιός ήταν μανιακός, αν και κάπου τώρα τελευταία είχε διαβάσει ότι ο 71


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ασβέστης δεν είναι και τόσο αθώος στο να τον εισπνέει ο άνθρωπος ακριβώς όπως και ο αμίαντος. Εμ, τότε αλίμονο στα χωριά και τα νησιά μας με το άσπρο του ασβέστη να τα χαρακτηρίζει! «Να’ ναι αλήθεια άραγε;», αναρωτήθηκε... Άοσμη λαδομπογιά πουθενά στο σπίτι του. Και έτσι ασβεστωμένο του θύμιζε το χωριό του. Με τον τρόπο αυτό, είχε την αίσθηση ότι ήταν ακόμη δεμένος με την πατρίδα του σαν με ομφάλιο λώρο. «Δεν βαριέσαι, τόσων χρόνων άνθρωπος τι έπαθα μέχρι τώρα;», μονολόγησε, ξεχνώντας για λίγο το πρόβλημα με το βεβαρημένο ιστορικό του αναπνευστικού του! Ένας παλιός όμορφος κόσμος λοιπόν στην άκρη της πρωτεύουσας που δεν είχε τίποτα παρόμοιο να δείξει στους κατοίκους της ακόμη και σαν αντίκα... Ξαναγυρίζουμε στην ιστορία με τον κλέφτη. Είχε γίνει λοιπόν έμμονη ιδέα στο γέροντα. Σαν τι να έψαχνε ο αψηλός ο άντρας, που ήταν τελικά σίγουρος ότι δεν ήταν αερικό μα με σάρκα και οστά φτιαγμένος; Ξαφνικά αναπήδησε. «Θεέ μου, και πώς έβλεπε πού έψαχνε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και σε έναν χώρο άγνωστο σ’ αυτόν; Τι ήταν αυτό το τόσο σπουδαίο που το έψαχνε νυχτιάτικα, σπασμωδικά και βιαστικά, ενώ ίσως με κάποια πρόφαση μπορούσε να επισκεφτεί τον χώρο με το φως της ημέρας, αποφεύγοντας τις κραυγές μου και τις εξ αυτών επικίνδυνες ίσως συνέπειες; Βρε μυστήρια πράγματα». Άρχισε να ανεβάζει και να κατεβάζει ιδέες, να κάνει υποθέσεις επί υποθέσεων του τύπου “κρυμμένων θησαυρών”, καθώς και σκελετών χτισμένων στους τοίχους πα72


η πόρτα στα δεξιά

λαιών σπιτιών και πύργων, από προγόνους μακρινούς καλή ώρα σαν και την θεία του που την κληρονόμησε όντας ο μόνος της συγγενής και ας μη την γνώριζε καλά καλά. Να είχε σχέση η “σκιά” με εκείνη τη θεία; Να είχε λες κάποιον κοινό πρόγονο με τον αψηλό με τα μάτια του Εωσφόρου; Και καλά, πες ότι είχαν κάποιον συνδετικό κρίκο. Μα ΤΩΡΑ ο άλλος τον θυμήθηκε; Τώρα που ο Μαθιός ήταν με το ένα πόδι στον τάφο που λένε; Για να καταλήξει λέγοντας: «Άρα πολύ πιθανόν το αερικό και δικό μου αίμα και δικός μου συγγενής από κοινή φύτρα, έστω και πολύ νεότερος από μένα, απ’ ό,τι τον έκοψα, είναι». Ναι, μα γιατί να ενεργήσει εν κρυπτώ; Δεν μπορούσε να έρθει με το φως της μέρας και να μου πει στα ίσα, “το και το και το;” Έπεσε αποκαμωμένος να κοιμηθεί, έχοντας κατά νου αμέσως την επόμενη ημέρα να ψάξει το θέμα όσο μπορούσε πιο εξονυχιστικά για την λύση του μυστηρίου. Ξαφνικά η ζωή τού φάνηκε να αποκτά κάποιο ενδιαφέρον. Η λύση του μυστηρίου τούτου θα τον απασχολούσε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι συζητήσεις στο καφενείο για τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, και πολύ περισσότερο από το ενδιαφέρον του να νικήσει τους φίλους του σε μια παρτίδα τάβλι ή στην πρέφα και την ξερή. Γιατί παιδιόθεν του άρεσαν είναι η αλήθεια τα μυστήρια. Μα ποτέ η ζωηρή του φαντασία, δεν μπόρεσε να σκεφτεί αυτό που θα ξετυλίγονταν σε λίγο μπροστά του και που θα αναστάτωνε όχι μόνον την δική του τη ζωή μα και τη ζωή της πατρίδας του και της παγκόσμιας κοινότητας ακόμη... * Η μονοκατοικία του Μαθιού βρισκόταν στη μέση ενός 73


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μεγάλου οικοπέδου κατάφυτου από πεύκα, ελιές και οπωροφόρα δέντρα. Μεγάλο οικόπεδο. Δυόμισι με τρία στρέμματα, που χρόνια, οι εκάστοτε δήμαρχοι εποφθαλμιούσαν να το οικειοποιηθούν για τη δημιουργία μιας μεγάλης παιδικής χαράς. Στις παρακλήσεις των δημάρχων εκείνος απαντούσε: «Κάντε λίγη υπομονή. Πόσο μου μέλλεται να ζήσω ακόμα; Μόλις αποδημήσω εις Κύριον θα είναι δικό σας τόσο το σπίτι όσο και το περβόλι. Κάντε, μωρέ, λίγη υπομονή που να σας πάρει. Και μην χάνετε τον καιρό σας σε παρακάλια και απειλές, γιατί και αυτές τις άκουσα. Και παλάτια να μου τάξετε, εγώ δεν φεύγω, και μη διανοηθεί κανείς να με κάνει να βρεθώ καμιά μέρα σε κανένα χαντάκι σκοτωμένος, γιατί με διαθήκη μου έχω δηλώσει ότι σε περίπτωση μη φυσικού μου θανάτου η περιουσία μου θα δωριθεί στο ΚΑΠΗ της περιοχής μου». Οπόταν το πήραν απόφαση και περίμεναν... Τι άλλο να έκαναν; Ή μάλλον, έκαναν κάτι. Προσπαθούσαν, κατά το μέτρο του δυνατού, να προστατεύουν τον γέροντα που κινδύνευε να σκοτωθεί από το χέρι φιλεύσπλαχνων κακοποιών, σαν αυτούς που εξολοθρεύουν εσχάτως ανήμπορα γεροντάκια για να τους πάρουν τα λίγα ευρώ της πενιχρής τους σύνταξης. Μα πράγμα περίεργο, μήτε αδίστακτος ληστής μήτε διαρρήκτης μέχρι σήμερα είχε εμφανιστεί, θαρρείς και αόρατοι φύλακες προστάτευαν τον μοναχικό και ρομαντικό ερημίτη. Γι’ αυτό και τώρα είχαν αναστατωθεί οι πάντες με την εμφάνιση της “αψηλής σκιάς”. Συμπέρασμα: Ο γέροντας ήταν ευάλωτος. Το περιστατικό με την σκιά με τα φωσφορίζοντα μάτια σε συνδυασμό με τα τελευταία ευρήματα της σκαπάνης στην αρχαία Αμφίπολη έκανε το μυαλό του γέροντα να 74


η πόρτα στα δεξιά

πλανιέται σε συνειρμούς και ατραπούς τουλάχιστον περίεργες. Δεν κάθισε να ψάξει το γιατί οι σκέψεις του τον οδήγησαν τόσο μακριά και όχι σε κάτι πιο κοντινό, σε μια κρύπτη ας πούμε σαν αυτές που άφησαν οι Γερμανοί ξεκουμπιζόμενοι από την Ελλάδα μόλις λίγες δεκαετίες πριν. Μετά το τέλος του παγκόσμιου πολέμου δηλαδή. Πώς και πήγαινε τόσο πολύ πιο μακριά; Μα καλά, μπαρμπα-Μαθιέ, σαν πόσο μακριά ας πούμε; Και ήταν κρυμμένο το μυστικό στον τοίχο ενός σπιτιού που ήταν βία ενενήντα χρόνων; Είσαι με τα καλά σου, άνθρωπε, που κάθεσαι και φαντασιώνεσαι τέτοιες ιστορίες; «Σύνελθε, γέρο, σύνελθε», έλεγε στον εαυτό του προσπαθώντας να προσγειωθεί και να μην αφήνεται σε τέτοιες παλαβομάρες. Μα να δεις, που οι τρέλες του αυτές ήταν τόσο έντονες που επηρέαζαν και τα όνειρά του και δεν τον άφηναν να χορτάσει τον ούτως ή άλλως ολιγόωρο ύπνο του. Και το αποφάσισε. Γέρος άνθρωπος και μπήκε σε μια δραστηριότητα τρελή. Άρχισε να ψάχνει τον τοίχο του, όχι έτσι και ως έτυχε, αλλά πόντο πόντο, μέτρο μέτρο, κάθε μέρα και λίγο. Και βρέθηκε να γεμίζει το κενό μιας άδειας ζωής, κάνοντας μεγαλεπήβολα σχέδια και όνειρα βέβαια που έμοιαζαν με σενάρια καλπάζουσας επιστημονικής φαντασίας. Και όχι μόνον αυτό, αλλά άρχισε να σχεδιάζει, σε περίπτωση εύρεσης μυθώδους θησαυρού για το πώς θα γινόταν ο καταμερισμός και η μοιρασιά του θεόπεμπτου αυτού δώρου. Σιγά, μπάρμπα, κανείς δεν σου έχει πει, ότι απ’ ό,τι βρεις, τα μισά θα είναι δικά σου και τα μισά του κράτους; Και δεν μιλάμε για αρχαιότητες, γιατί σ’ εκείνη την περί75


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πτωση ΤΙΠΟΤΑ δικό σου. Είναι ελληνική κληρονομιά, να εξηγούμεθα. Συγκρατήσου λοιπόν. Κατέβα από το συννεφάκι που σκαρφάλωσες με ευκολία, παρά τα κινητικά σου προβλήματα, μη και πάρεις από κει καμιά τούμπα και σκάσεις κάτω σε ένα καθόλου φιλόξενο, ξερό, σκληρό έδαφος, διαλυόμενος σε χιλιάδες κομματάκια. Το πρόσφορο έδαφος θα είναι μόνο στα δελτία ειδήσεων. Εκεί ναι, θα φιλοξενηθείς ευχαρίστως, εκών άκων ως είθισται, και οι μάταιες δραστηριότητές σου θα καθηλώσουν τους θεατές το πολύ, άντε για ένα δεκαήμερο. Και μετά από ένα ίσως μακρόσυρτο τς τς τς θα ξεχαστείς, φίλε. Αυτά όλα απασχολούσαν τον Μαθιό και είχε προσγειωθεί αρκούντως καθώς πλησίαζε και στην μάταιη ολοκλήρωση της έρευνας του ασβεστωμένου τοίχου από το κρεβάτι του πάνω. Και τέλος έφτασε σε ένα σημείο που στον κτύπο του σφυριού του απάντησε ένας υπόκωφος ήχος που ακούστηκε σαν φανταστική Μουσική. ‘Μπετοβενική Συμφωνία της Χαράς;’ Και λίγα λέμε. Καμπάνες Αναστάσιμες αντήχησαν. Σε απλά ελληνικά, σε ένα κομμάτι του τοίχου 0,25 Χ 0,25 τ.μ. πίσω από το σοβά, ο τοίχος ήταν κενός. Τρελάθηκε ο άνθρωπος. Το γεγονός τον ξεπερνούσε. Αδύνατον. Δεν ήταν δυνατόν να διαχειριστεί την κατάσταση μόνος του, γέρος άνθρωπος. Ήταν δυνατόν; Και έκανε κάτι το οποίο θεώρησε δίκαιο και ηθικά σωστό. Πήγε και βρήκε τους δύο νεαρούς του γείτονες, εκείνους που τον είχαν πρωτοβοηθήσει την νύχτα εκείνη που άρχισαν όλα. Παιδιά τίμια όπως νόμισε –και ήταν– με όνειρα και φιλοδοξίες, φρέσκες ιδέες, απ’ αυτές που έναν λαό τον πάνε μπροστά με τα οράματά τους. Τους είχε συζητήσει, 76


η πόρτα στα δεξιά

τους είχε τσεκάρει και ήξερε ότι δεν λάθευε στις εκτιμήσεις του. Που σημαίνει ότι μπορούσε να μοιραστεί μαζί τους ακόμη και τον “θησαυρό” του και χαλάλι τους. Κάθισε λοιπόν και μπροστά στα έκπληκτα μάτια και αφτιά τους, εξέθεσε το όλο θέμα αφού πρώτα τους έβαλε να δώσουν όρκο εχεμύθειας. Βασίστηκε στον αντρίκιο λόγο της τιμής τους γιατί στους όρκους οι νεαροί δεν φάνηκε να είναι και τόσο fan. Το έπαιζαν άθεοι, επαναστάτες όπως κάνουν τα σημερινά παιδιά αλλά και άλλα παιδιά σε πολλά κεφάλαια της ιστορίας της ανθρωπότητας. Στην ηλικία τους συνήθως βρίσκονται απέναντι στο κατεστημένο είτε αυτό είναι θρησκευτικό είτε πολιτικό. Έτειναν ευήκοον ους μόνο στο κάλεσμα των ινδαλμάτων τους. Στην προκειμένη περίπτωση στους ήρωές τους, αυτούς τους μετά σούπερμαν και σπάιντερμαν εποχής. Έτσι, η τριάδα, βάδισε οργανωμένα στην εκτέλεση του έργου που επωμίστηκε και το έκανε με κέφι και πλάκα. Τι είχαν να χάσουν; Λίγες ώρες μακριά από το ίντερνετ και τα αθλητικά τους ενδιαφέροντα οι νεαροί. Από την πρέφα και το τάβλι στον καφενέ της γειτονιάς ο ηλικιωμένος. Με μια μικρή σπάτουλα και ένα σφυρί, άρχισαν να ξύνουν τον σοβά του τοίχου εκεί που τους υπέδειξε ο Μαθιός, στο κούφιο δηλαδή σημείο. Πολύ γρήγορα, κατάπληκτοι, διαπίστωσαν ότι στο κενό, υπήρχε ένα ντενεκεδένιο κουτί διαστάσεων όσο ένα βιβλίο τσέπης. Το τράβηξαν με προσοχή και αφού ερεύνησαν το κενό την τρύπας που άνοιξαν μη και τυχόν υπήρχε κάτι ακόμη και μη βρίσκοντας άλλο τι, έκλεισαν την οπή με μια γυψοσανιδίτσα που κάλυψε άψογα το χώρο και την στερέωσαν με ένα μίγμα που είχαν φτιάξει με τα κατάλληλα υλικά για να επουλωθεί πλήρως η... 77


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πληγή και να μη δίνει στόχο ότι εκεί κάτι συνέβη. Αυτό, σε περίπτωση που ο γέροντας είχε καινούριες επισκέψεις από “σκιές” και αερικά! Γιατί σίγουρα κινδύνευε και η ίδια τους η ζωή, αν οι όποιοι εισβολείς αντιλαμβάνονταν ότι η τριάδα γνώριζε ό,τι και αυτοί. Η δουλειά όφειλε να γίνει με επαγγελματική τέχνη για να μη φανεί ότι ο χώρος είχε, αυτό που λέμε... συληθεί. Δεν παίζουν μ’ αυτά. Αν μάλιστα πρόκειται, όπως υποπτευόταν για αρχαία!... «Έλα τώρα, μη μας το χαλάς, μπάρμπα. Ούτε που να το σκέπτομαι. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο μόνος κερδισμένος θα είναι η πολιτιστική μας κληρονομιά και η δημιουργία ενός ειδικού μουσείου να τα φιλοξενήσει. Και μας ούτε που να μας φτύσουν. Άφησε που θα μας βλέπουν με μισό μάτι μήπως και έχουμε σαβουρώσει κανένα αγαλματίδιο. Απεύχομαι, φίλοι μου, να πρόκειται για κλεμμένες αρχαιότητες όσο σπουδαίες και να είναι. Αρκετή συγκίνηση εισέπραξε η παγκόσμια κοινότητα με τα ευρήματα της Αμφίπολης. Προς το παρόν μας αρκεί αυτή». Είπε ο νεαρός κοιτάζοντας με δέος το κουτί. Κάθισαν και οι τρεις στο τραπέζι μη ξέροντας τι να κάνουν με δαύτο. Να το ανοίξουν; Μα φυσικά. Και αν έκρυβε μέσα του κανέναν εκρηκτικό μηχανισμό; Η λογική τους, τους έλεγε ότι δεν στεκόταν αυτή η εκδοχή γιατί το κουτί ακουγόταν τελείως άδειο. Ο ένας νεαρός ο πιο τολμηρός καθώς φάνηκε, πήρε στα χέρια του το κουτί, το κούνησε πέρα δώθε κοντά στο αφτί του μην ακούγοντας πράγματι κανέναν ήχο από μέσα ει μη μόνο ένα ανεπαίσθητο θρόισμα, που μπορεί τέλος να ήταν και της φαντασίας του. «Γνώμη μου είναι ότι μέσα δεν υπάρχει κάτι με υλική υπόσταση. Είτε είναι ντιπ κενό, είτε υπάρχει κανένα πανί 78


η πόρτα στα δεξιά

ή χαρτί, χωρίς ίχνος βάρους», απεφάνθη. «Άλλο και τούτο. Τι λες, αγόρι μου; Πως μπορεί ναι μεν να υπάρχει ΚΑΤΙ και αυτό το κάτι να μην έχει βάρος;» είπε ο γέροντας. «Είπα εγώ κάτι τέτοιο, μπάρμπα; Εγώ είπα ότι αν κάτι υπάρχει θα πρέπει να μην έχει ιδιαίτερο βάρος, αλλά ελαχιστότατο. Ξαναλέω. Ένα πανί, ή ένα χαρτί έστω. Βγείτε όλοι από το σπίτι. Θα το ανοίξω μόνος μου, μη ξεκληριστεί όλη η ομάδα μια και καλή», αστειεύτηκε ο νεαρός. Έτσι και έγινε. Με μια μικρή προσπάθεια, γιατί ως φαίνεται το καπάκι έτσι όπως είχε σκουριάσει με τα χρόνια είχε σκεβρώσει και δεν άνοιγε, τα κατάφερε. «Μάγος ήμουνα, παιδιά;» είπε. Δεν το είπα εγώ; Ένα χαρτί. Διπλωμένο στα δύο και σε μέγεθος όσο μια σελίδα βιβλίου». Πάνω του σχεδιασμένος ένας περίεργος χώρος με αριθμούς τόσο μικρούς που μόνο τα αετίσια μάτια των παιδιών μπορούσαν να διακρίνουν. Στα μάτια με τα γυαλιά του γέροντα, έμοιαζαν φευγαλέα σαν μικρές κουκιδίτσες, ενώ ήταν αριθμοί, οριζόντιες και κάθετες γραμμές, που πιθανόν υποδήλωναν κάτι σαν ράφια βιβλιοθήκης ή αρχειοθήκης, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Κάτω από το χαρτί αυτό, υπήρχε μια μικρή καρτ-ποστάλ με σκιτσαρισμένο πάνω της ένα τοπίο με ένα σπιτάκι μικρό, στο μέσον του. Και ένας χάρτης που καταφανώς οδηγούσε στον χώρο που περιέγραφε το διπλωμένο χαρτί. Μια υπόγεια κρύπτη, ένα καταφύγιο, σαν αυτά που άνοιγε ο κόσμος στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, για να προφυλαχτεί από τους βομβαρδισμούς. «Ποιος είμαι εγώ; Ο Indiana Jones;» αναφώνησε ο νεαρός κατενθουσιασμένος. «Μπροστά μας ανοίγονται πε79


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ρίεργοι ορίζοντες και συνιστώ ψυχραιμία», είπε ενώ τα χέρια του ήδη είχαν αρχίσει να τρέμουν από την υπερένταση, την αγωνία και τις συνεχείς εκπλήξεις και την εξ αυτών συγκίνηση. «Το τοπίο γνωστόν» πετάχτηκε ο γέροντας. «Σαφέστατα πρόκειται για το σπίτι μου και το περβόλι που το περιβάλλει. Το βλέπετε, δεν το βλέπετε; Ούτε φωτογραφία να το είχε βγάλει ο σκιτσογράφος. Αλήθεια, γιατί δεν το έβγαλε φωτογραφία, μόνο μπήκε στον κόπο να καθίσει να ζωγραφίζει, κάνοντας πιθανόν και κανένα λάθος παραλείποντας μια κάποια λεπτομέρεια;» «Γιατί πολύ απλά, παππού Μαθιέ, ίσως τότε που το σκίτσαρε να μην είχε ακόμη εφευρεθεί η φωτογραφική μηχανή. Καλλιτέχνης όμως, ε;» Αφού με τα πολλά μπόρεσαν να ηρεμήσουν κάπως και αφού ο γέροντας έκανε καφέ να πιουν και να τονωθούν λιγάκι, κάθισαν να σκεφτούν πώς θα ενεργούσαν από δω και πέρα. Καταφανώς τα πολύτιμα δύο χαρτιά κάπου οδηγούσαν, κάπου εκεί κοντά. Και αυτό το κάπου δεν θα ήταν απλώς σημαντικό, αλλά σημαντικότατο μιας και είχαν ληφθεί τέτοιες προφυλάξεις μέχρι την ανακάλυψή του. Ξάφνου ο Μαθιός πετάχτηκε από την καρέκλα του. «Δεν είμαστε δυστυχώς οι τρεις μας που ξέρουμε την ύπαρξη του χάρτη, παιδιά. Ξεχνάτε τον προχθεσινό μου νυχτερινό επισκέπτη με τα φωσφορίζοντα μάτια; Σίγουρα αυτός ξέρει αυτό που εμείς μάθαμε μόλις τώρα. Και μάλιστα δεν ξέρει μόνον αυτό, αλλά και τι είναι αυτό που εμείς θα ψάξουμε να βρούμε. Παιδιά, άρχισα να φοβάμαι για σας, μη και σας έχω μπλέξει σε μια τρελή ιστορία που δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Αναρωτιέμαι μήπως θα 80


η πόρτα στα δεξιά

έπρεπε να αποταθούμε στην αστυνομία». «Εγώ δεν εμπιστεύομαι κανέναν» είπε ο ένας νεαρός. «Και αν πρόκειται να οδηγηθούμε σε κανέναν θησαυρό, τόσο λιγούρικο που έχει καταντήσει το Κράτος μας με τα χάλια τα οικονομικά του, ο θησαυρός μας θα κάνει φτερά πριν καν το πάρουμε χαμπάρι». «Έλα ρε συ, με την καλπάζουσα φαντασία σου. Ακόμη δεν τον είδαμε Γιάννη τον βαφτίσαμε. Άκου θησαυρός!! Μα τι λέω; Γιατί όχι; Ακόμη και αυτό μπορεί να συμβεί. Ας μελετήσουμε λοιπόν το χαρτί και ας πάμε εκεί που μας οδηγεί. Τα θαύματα μας περιμένουν. Σίγουρα». «Για σιγά, παιδιά. Πρέπει πρώτα να σκεφτούμε με ποιο τρόπο θα δικαιολογήσουμε την συνεχή σας παρουσία εδώ χωρίς να κινήσουμε υποψίες, σε περίπτωση που το σπίτι μου παρακολουθείται. Θα προσποιηθείτε λοιπόν ότι είστε εργάτες που σας προσέλαβα για να μου μερεμετιάσετε την κεραμοσκεπή που υπέστη ζημιές από τους αέρηδες κατ’ αρχήν και στη συνέχεια θα ασχοληθείτε με το σκάψιμο του περιβολιού για το φύτευμα δήθεν ζαρζαβατικών που είναι και η κατάλληλη εποχή για κάτι τέτοιο. Και έτσι θα δικαιολογηθούν και τα εργαλεία που εσείς θα αγοράσετε. Αλλιώς θα είναι σαν να βροντοφωνάξουμε ότι εδώ δεν τρέχει κάτι στα γύφτικα που λένε, αλλά κάτι σοβαρό και επικίνδυνο για την υγεία μας ». Οι δύο νεαροί θαύμασαν την φρεσκάδα της σκέψης του νεαρού υπερήλικα και την εξυπνάδα του. Ένα τρίο ανθρώπινο λοιπόν, που το ένα μέλος του συμπλήρωνε το άλλο με αγαστή σύμπνοια που δεν θα την έβρισκες βέβαια, αν επρόκειτο για έναν γέροντα πατέρα με δύο αχαΐρευτους γιούς. Έτσι, αφού κάλυψαν τις κινήσεις τους κατά πώς έπρεπε, 81


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αποφάσισαν να πιάσουν δουλειά από την αμέσως επόμενη ημέρα. Ευτυχώς, μέχρι το επόμενο πρωινό δεν συνέβη κάτι το απρόοπτο ούτε καμιά επίσκεψη του παράξενου νυχτερινού επιδρομέα. Με τον χάρτη μπροστά στα μάτια του μυαλού τους, άρχισαν στην αρχή να σκαλίζουν σε ένα απομακρυσμένο σημείο από την επίμαχη περιοχή. Και αυτό για να μη δώσουν, όπως είπαμε, στόχο. Εκεί κατά το μεσημεράκι και μεταξύ τσιγάρου και μιας γουλιάς καφέ που τους έφτιαξε ο Μαθιός, πλησίασαν με καρδιοχτύπι το σημείο που υποδείκνυε ο χάρτης. Δεν είχαν σκάψει ούτε ένα μέτρο, όταν είδαν να ξεπροβάλλει μπροστά τους μια μαρμαρόπλακα σαν πόρτα, όχι κάθετα βαλμένη στο έδαφος αλλά οριζόντια. «Νάτα, νότα, τα καλά μαντάτα» φώναξαν. Έριξαν μια δήθεν μου αδιάφορη, μα διερευνητική, πολύ προσεκτική ματιά γύρω τους, και αφού διαπίστωσαν ότι καμιά ύποπτη κίνηση ή παρουσία δεν υπήρχε στα πέριξ, βάλθηκαν και οι τρεις μαζί να μετακινήσουν την μαρμαρόπλακα. Τα κατάφεραν σχετικά εύκολα. Δεν ήταν τελικά και τόσο βαριά όπως ίσως θα περίμενε κάποιος από ένα τέτοιο υλικό που ήταν φτιαγμένη. Την αποθέσαν στο πλάι και την σκέπασαν γρήγορα με κλαδιά για να μην δίνει στόχο σε όποιον πλησίαζε. Κατάπληκτοι είδαν, ότι ανοιγόταν μπροστά τους μια οπή πελώρια, όση και η επιφάνεια της “πόρτας”. Ο Μαθιός κρατώντας μια μεγάλη τέντα στα χέρια έσπευσε να σκεπάσει το άνοιγμα με αυτήν. Είπε στους νεαρούς να κάνουν τσιγάρο σφυρίζοντας δήθεν αδιάφορα και ερευνώντας τον περιβάλλοντα χώρο, ησύχασε που όλα έβαιναν καλώς. Έπαιρναν οι άνθρωποι τα μέτρα τους και πολύ καλά έκαναν γιατί χωρίς να το ξέρουν ακόμα, 82


η πόρτα στα δεξιά

αυτό που επρόκειτο να δουν τα μάτια τους σε λίγο, δεν ήταν του κόσμου τούτου, Θεέ μου. Βρίσκονταν καταφανώς μπροστά στις πύλες του παραδείσου ή της κόλασης; Δεν το ήξεραν ακόμα. Από μιαν άκρη της τέντας γλίστρησε μέσα στο άνοιγμα ο ένας νεαρός κρατώντας στα χέρια του έναν δυνατό φακό που έσκιζε τα σκοτάδια σαν να ήταν μέρα. Προχώρησε βαθιά. Τον περίμεναν να γυρίσει, μα ο νεαρός αργούσε να φανεί. Πράγμα που ήταν φυσικό να ανησυχήσει τους συντρόφους του. Του σφύριξαν συνθηματικά και η απάντηση δεν ήταν η ηχώ του δικού τους σφυρίγματος, αλλά του συντρόφου τους που σήμαινε ότι όλα εντάξει. Μα δεν είχαν προλάβει να ακούσουν το σφύριγμά του και ακούστηκε ένα ξεφωνητό που τους πάγωσε το αίμα. Δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη σημασία του. Και αμέσως μετά εμφανίζεται ο φίλος κατάχλομος και τρέμοντας... «Απίστευτο, απίστευτο... Μια αίθουσα τελικά, τρεις φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι όλο το σπίτι του μπαρμπαΜαθιού και οι τοίχοι της γεμάτοι από συρτάρια από το πάτωμα μέχρι την οροφή, σαν τεράστιες βιβλιοθήκες, ή καλύτερα, σαν τεράστιες αρχειοθήκες ένα πράγμα. Αμέτρητα συρτάρια, μεγάλα και μικρά. Άνοιξα τυχαία ένα και αυτό που αντίκρισαν τα ματάκια μου, απορώ πώς δεν έχασαν το φως τους! Αν δεν έχω πάθει ένα είδος παραίσθησης, (γιατί και αυτό παίζει) τότε τα συρτάρια είναι ασφυκτικά γεμάτα με ράβδους χρυσού, χιλιάδες, τούβλα ολόκληρα, προσεκτικά τοποθετημένα στα άπειρα συρτάρια. Όποιο συρτάρι και αν άνοιξα τα ίδια. Ούτε το θησαυροφυλάκιο ενός κράτους έχει τόσο χρυσάφι. Ασύλληπτο. Εμείς πλέον, δεν είμαστε αυτό που ο κόσμος λέει “πλού83


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σιοι” αλλά Κροίσοι, Μίδες. Θεούλη μου, τι είδαν τα μάτια μου!» «Σύνελθε, παιδί μου» είπε ο Μαθιός. «Μήπως εκεί μέσα υπάρχουν τίποτα αναθυμιάσεις που προκαλούν τέτοιου είδους παραισθήσεις; Γιατί αυτά που μας λες είναι απόκοσμα. Δεν μπορούν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα». «Ναι ε; Πολύ καλά. Πήγαινε και δες και συ. Δεν είναι δύσκολο. Το μονοπάτι ίσιο. Δεν κινδυνεύεις να χαθείς σε λαβύρινθο. Και το οξυγόνο αρκετό, άγνωστο από πού αερίζεται ο χώρος, μα δεν είναι της στιγμής να το ερευνήσουμε αυτό. Εντωμεταξύ, ρίξτε μια ματιά στις φωτογραφίες που έβγαλα με το κινητό μου, Έχουν αρκετή φωτογένεια οι χρυσόπλακες;» Οι άλλοι δύο, έμειναν να κοιτάζουν τις εικόνες με το στόμα τους να χάσκει... Ο δε Μαθιός να λέει: «Και ποιος μας λέει πώς δεν είναι όλα αυτά πλαστά, έργο παραχαρακτών μιας περασμένης εποχής;» Σκοπός του που έλεγε αυτά ήταν για να προσγειώσει τρόπον τινά τους νεαρούς φίλους του και να τους προετοιμάσει, στην απευκταία περίπτωση που όλα αυτά τα μαγικά αποδειχτούν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. «Αν κάποιοι είχαν υπόψη τους το τι έκρυβε τούτη εδώ η γη, δεν θα την είχαν εδώ και χρόνια ανασκάψει πόντο πόντο να βρουν το θησαυρό;» συνέχισε. «Πού ξέρεις, γερο-Μαθιέ, μπορεί να πρόκειται για τον φημολογούμενο θησαυρό του Αλή Πασά ή για το θησαυροφυλάκιο της ίδιας μας της Ελλάδας που κατάκλεψαν από τις τράπεζές μας οι Γερμαναράδες και τον έκρυψαν επιμελώς σκοπεύοντας να τον ξαναπάρουν όταν τα χρόνια περνούσαν. Θα αγόραζαν την περιοχή πληρώνοντας 84


η πόρτα στα δεξιά

πολλά χρήματα, όπως κάνουν σε όλη την Ελλάδα και χωρίς να κινήσουν υποψίες θα τον ξέθαβαν με την ησυχία τους. Μπορεί δε αυτή η μέρα να έφτασε. Αυτό φανερώνει η επίσκεψη του αψηλού. Μπορεί όμως πάλι, ο θησαυρός να είναι ακόμη πιο παλιός και από γενιά σε γενιά να περνούσε το σχεδιάγραμμα στους ενδιαφερομένους απογόνους, με τελευταία κρυψώνα τον τοίχο του σπιτιού της συγχωρεμένης της θείας σου. Ποιος να ξέρει...» Ο Μαθιός στερέωσε την τέντα πολύ καλά γύρω γύρω, και την σκέπασε για καμουφλάζ, με σωρούς από ξερόκλαδα έχοντας κατά νου να κτίσουν το άνοιγμα άμεσα, μη και οι βροχές που θα έρχονταν σε λίγο, κατέκλυζαν και κατέστρεφαν τον υπόγειο χώρο. Είχαν πολλή δουλειά μπροστά τους. Μα προς το παρόν έπρεπε και αυτοί να δουν με τα ίδια τους τα μάτια αυτά που είδε ο σύντροφός τους. Από μια ελεύθερη άκρη που είχαν αφήσει, εισχώρησαν και οι τρεις στα άδυτα του παραδείσου. Και όντως διαπίστωσαν ότι τα πράγματα ήταν έτσι όπως τους τα είχε περιγράψει ο φίλος τους. Ίσως δε και να ξεπερνούσε η πραγματική εικόνα την φανταστική που είχε σχηματιστεί στο μυαλό τους από την περιγραφή αυτή. Έτσι όπως έπεφτε το φως των ισχυρών φακών πάνω στις χρυσόπλακες, αυτές άστραφταν, πολλαπλασιάζοντας την έντασή του. Πέραν κάθε περιγραφής τα συναισθήματα της ομάδας... Ο Μαθιός πλησίασε έναν άλλο τοίχο και μηχανικά άνοιξε ένα χαμηλό ντουλάπι που ανοίγοντας έτριξε... χαρμόσυνα και είδαν να κυλούν στο έδαφος χιλιάδες χρυσές λίρες από μια τεράστια σακούλα που είχε το πανί της τρυπήσει το πιθανότερο από την πολυκαιρία και την υγρασία του υπογείου. Ο Μαθιός έτοιμος να λιποθυμήσει έσκυψε, 85


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πήρε μια λίρα, την έβαλε στο στόμα του, την δάγκωσε και ξέπνοα είπε: «Θεούλη μου, αληθινή». Τον συγκράτησαν να μην σωριαστεί κατάχαμα. Περίεργο. Εδώ είχε δει του κόσμου τις χρυσές ράβδους και δεν έκανε έτσι στη θέα τους, που εδώ που τα λέμε με το... “άλεσμά τους”(!) αυτές θα επέφεραν εκατομμύρια λίρες. Ίσως γιατί μια λίρα είναι, όσο να’ ναι πιο οικεία στον ανθρώπινο οφθαλμό!!! Και βέβαια αμέσως μετά τη διαπίστωση για τη γνησιότητα της λίρας, έβγαινε αβίαστα το συμπέρασμα ότι και οι ράβδοι ήταν το ίδιο γνήσιες. «Ιησού Χριστέ μου» αναφώνησε «τέτοιο θέαμα δεν θα είχε αντικρίσει ούτε το μάτι του Ωνάση ή του Νιάρχου. Ακόμη και αυτοί που θα είχαν σχεδιάσει και γεμίσει τα συρταροντούλαπα της κρύπτης, δεν θα πρόλαβαν να θαυμάσουν, γιατί θα πρέπει να εξολοθρεύθηκαν όλοι από ένα δαιμόνιο μυαλό, για να πάρουν μαζί στον τάφο τους το μυστικό του». Έτσι λοιπόν εξηγείται που τόσα χρόνια μετά, δεν έγιναν απόπειρες ανεύρεσης του αμύθητης αξίας θησαυρού, που και ο κάτοχός του δεν μπορούσε να χαρεί έτσι θαμμένος που ήταν. Καλού κακού δε, είχε σχεδιάσει το χαρτί που οι φίλοι μας βρήκαν, από τον φόβο ίσως αιφνίδιου θανάτου του, με το οποίο έκανε γνωστή την ύπαρξή του, ποιος ξέρει σε ποιους. Και δεν ήταν βέβαια απαραίτητο οι φίλοι μας να ξέρουν ποιοι ήταν οι... “αυτοί”! Το μόνο που μπορούσαν να υποπτευτούν ήταν ότι ένας από τους κατόχους του μυστικού ήταν και η “αψηλή σκιά” που έψαχνε να βρει μια άκρη. Ηλίου φαεινότερο λοιπόν ότι θα ξαναρχόταν. Και καλά να ήταν μόνη της. Μην κουβαλούσε μαζί της και κανέναν στρατό μισθοφόρων τυχο86


η πόρτα στα δεξιά

διωκτών. «Παιδιά μου, ακούστε με. Η υπόθεση αυτή μας ξεπερνάει. Δεν μπορούμε να κρατήσουμε για τον εαυτό μας ένα τέτοιο διαβολικό μυστικό. Πρέπει να ενημερώσουμε τον Πρωθυπουργό της χώρας μας» είπε ο Μαθιός. Οι νεαροί συμφώνησαν κουνώντας συναινετικά το κεφάλι τους. Το θέμα όντως τους ξεπερνούσε, δεν άντεχαν να σηκώσουν ένα τέτοιο βάρος τεράστιο και μάλιστα από χρυσάφι!... Άσε που όλος αυτός ο πλούτος θα έσωζε την πατρίδα. Θα ανακηρύσσονταν ήρωες του έθνους, άγιοι και σωτήρες της. Θα ξεπληρώνονταν τα δυσβάστακτα χρέη, θα βούλωναν τα αδηφάγα στόματα των τοκογλύφων δανειστών με χρυσόπλακες, να φάνε, να σκάσουν, να πάψουν να μας ταπεινώνουν και να μας υβρίζουν ξεδιάντροπα. Ο λαός θα έπαιρνε βαθιές ανάσες και το χαμόγελο θα ξαναγύριζε στη χώρα που γεννήθηκε το γέλιο και η σάτιρα. Θα παύαμε να στενάζουμε και θα αφήναμε πίσω μας τη μιζέρια και την μουρτσούφλα. Αρκεί να γινόταν δίκαιη κατανομή του πλούτου και γι’ αυτό, τον μόνο όρο που οι τρεις φίλοι θα έβαζαν, θα ήταν να προέδρευαν στο συμβούλιο της διαχείρισης του θησαυρού. Τότε μόνο θα ήταν σίγουροι ότι ο θεόπεμπτος θησαυρός τους θα έπιανε όντως και κυριολεκτικά τόπο. Αυτό θα γινόταν με βούλες και υπογραφές, με συμβολαιογράφους και δικαστές. Αλλιώς, το είχαν σκοπό ο θησαυρός να έμενε κρυφός, θαμμένος και άχρηστος, όπως ήταν για δεκαετίες και ίσως για αιώνες. Κι αν δεν είχαν δει και ακούσει οι τρεις τους, πόσο εύκολα υποκύπτουν και αλλοτριώνονται συνειδήσεις και συμπεριφορές στον βωμό και το κάλεσμα του Μαμωνά. Επομένως “δεν μασούσαν”. Είχαν γνώση οι φύλα87


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κες...

* Ο Μαθιός και οι δύο νεαροί, κατέβαλαν απεγνωσμένες προσπάθειες να διατηρήσουν μια κάποια ψυχραιμία. Μα ήταν δυνατόν να καταφέρουν κάτι τέτοιο; Πώς να το αντέξεις να είναι απλωμένα στα πόδια σου τα θησαυροφυλάκια τη γης και συ να μένεις με σώας τας φρένας; Από ατσάλι είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο μυαλό; Μια τόση δα βιδούλα να ξελασκάρει, πάει το ’χασες. Γι’ αυτό και οι απεγνωσμένες προσπάθειες που λέγαμε. Και το αποφάσισαν. Έμειναν οι δύο νεαροί να φυλάνε τον χώρο ψιλοαδιάφορα τάχα μου, κάνοντας διάφορες δήθεν αγροτοδουλειές, ενώ ο μπαρμπα-Μαθιός ντύθηκε, στολίστηκε, και αρίβαρε Μαξίμου μεριά. Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό; Εδώ ο κόσμος χάνεται βαρκούλες αρμενίζουν... Σε λίγες ημέρες έχουμε κρίσιμες εκλογές, εσένα θα θελήσει να δει ο πρόεδρος αφού δεν προλαβαίνει ούτε ανάσα να πάρει; «Στάσου να δεις τι ανάσες θα πάρει αν ακούσει τι έχω να του πω εγώ» μουρμούρισε ο γέροντας. «Εδώ, ο Πρόεδρος επισκέφτηκε την Αμφίπολη ελπίζοντας κατά βάθος ότι ίσως αναβρεθεί εκεί το μακεδονικό νομισματοκοπείο με όλα του τα χρυσάφια, φωτογραφήθηκε με τους αρχαιολόγους, οι φωτογραφίες του έκαναν τον γύρω του κόσμου με τους ξένους να θαυμάζουν και να απορούν και να ζηλεύουν ίσως, και όλα αυτά μπροστά στο δικό μας θησαυρό θα είναι ένα μικρό επεισόδιο, όταν έρθει και δει τι γίνεται μ’ αυτά που θα του εξιστορήσω εγώ, και που λαμβάνουν χώρα δυο βήματα από το γραφείο του; Τώρα να δεις τι έχει να γίνει. Ποιος ψυχολόγος γνωστός ή άγνωστος θα βρει να πει κουβέντα για το τι θα νιώσει η ανθρω88


η πόρτα στα δεξιά

πότητα!» Στη συνέχεια, αγαπητοί αναγνώστες, δεν πρόκειται να μας απασχολήσει ιδιαίτερα το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Μαθιός έως ότου κατορθώσει να πλησιάσει τον Πρωθυπουργό. Αυτό λίγο πολύ είναι εύκολο να το φανταστεί κανείς. Δεν ήταν απλώς δύσκολο, φαινόταν ακατόρθωτο. Ένας βαθιά κουρασμένος και αγχωμένος άνθρωπος που το κάθε λεπτό της ζωής του ήταν προγραμματισμένο, πώς να δεχτεί τώρα έναν ανθρωπάκο που έλεγε κάτι τρελά; Δεν έδωσε σημασία. Μα ο γέροντας απείλησε ότι εκεί μπροστά στον Εθνικό Κήπο θα αυτοπυρπολείτο και η εικόνα του προέδρου θα αμαυρώνονταν, με τα μίντια που ήδη άρχισαν να καταφτάνουν μυρίζοντας ένα σοβαρό επεισόδιο που ο κόσμος θα... απολάμβανε από τις δέκτες του. Και οι σύμβουλοί του τον συμβούλευσαν να τον συναντήσει, για ένα έστω λεπτό που τέλος τέλος θα βοηθούσε και την προς τα έξω εικόνα του. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έτσι η αυλή του διαφημίζοντας το πόσο βαθιά δημοκράτης είναι ο πρόεδρος, δέχτηκε τον Μαθιό στο Μαξίμου, αφού βέβαια πρώτα τον πέρασαν από σαράντα κύματα έρευνας για τον φόβο εγκληματικής ενέργειας. Τον διακτίνισαν, θαρρείς, και τον επαναϋλοποίησαν(!) για να είναι σίγουροι!!! Μα αν όπως ξέρουμε ο πρόεδρος σε καμιά περίπτωση δεν κινδύνεψε από κρυμμένο όπλο του ανθρωπάκου, κινδύνεψε πολύ σοβαρά να μείνει ξερός με αυτά που άκουσε να του λέει. Δεν έδινε ο γέροντας την εικόνα παράφρονα ούτε έδειχνε σημάδια μυθομανούς. Γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να τσεκάρει ιδίοις όμμασι την αλήθεια ή το ψέμα του γέρου πολίτη. Και αυτό, χωρίς να γίνει α89


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ντιληπτό από κανέναν, μα από ΚΑΝΕΝΑΝ. Μόνο το ρεζίλεμα του έλειπε, στην κατάσταση που βρισκόταν. Θα ήταν σκέτη αυτοκτονία η ευπιστία που θα είχαν να του προσάψουν τα media και η γελοιοποίησή του, θα ήταν η χαριστική βολή. Και το αποφάσισε. Μία στο εκατομμύριο των όσων άκουγε να είχε βάση... Τον έπιασε σκοτοδίνη... Να του ήταν λες γραφτό να ζήσει μια τέτοια κοσμογονία στις λίγες ημέρες που απέμεναν με την λήξη της θητείας του, όπως έδειχναν όλες οι δημοσκοπήσεις; Η εκλογή ή η μη εκλογή του σε λίγες ημέρες, σε σύγκριση με την απήχηση που θα είχε στο πρόσωπό του το γεγονός, θα έμοιαζε μικρότερη από παρωνυχίδα. Ποιος θα νοιαζόταν αν αποκαλείτο ακόμη Πρωθυπουργός όταν θα του απονέμονταν ο τίτλος του Σωτήρα όχι της Ελλάδας ή της Ευρώπης αλλά και της Ανθρωπότητας... Παναγιά μου! Πετάχτηκε, πήρε τον κολλητό του φίλο και διευθυντή του γραφείου του, πήρε τον προσωπικό του φρουρό, έναν ικανότατο σωματοφύλακα και πιστό του μέχρι θανάτου άνθρωπο, και δύο ορκισμένους άντρες της προσωπικής του φρουράς οπλισμένους σαν αστακούς, και έτσι, 6 άτομα εν συνόλω, έφυγαν, αφήνοντας σύξυλους Έλληνες και ξένους συνεργάτες του με τους οποίους είχε ραντεβού. «Έκτακτη ανάγκη» φώναξε πάνω από τον ώμο του καθώς έφευγε. «Δεν θα αργήσω. Να μην φύγει κανείς». * Όσο πλησίαζαν στο σπίτι του, ο Μαθιός αισθανόταν την καρδιά του να κτυπάει στο στήθος του γοργά μα ακανόνιστα σαν ξεκουρντισμένο ρολόι αντίκα, πράγμα πολύ επικίνδυνο γιατί μπορούσε να σταματήσει τους κτύπους 90


η πόρτα στα δεξιά

της από λεπτού σε λεπτό. Αγωνία; Άλλη λέξη... Αδημονία; Άλλη λέξη... Ας μη το ψάχνουμε, πατριώτες. Δεν υπάρχει λέξη που να απηχεί τα αλλόκοτα, τα ανήκουστα συναισθήματα ενός απλού πλην τίμιου ηλικιωμένου Έλληνα πολίτη της ένδοξης τούτης χώρας. Συναισθήματα ανείπωτα που του έκοβαν την ανάσα όσο πλησίαζαν με το πολυτελέστατο πρωθυπουργικό αυτοκίνητο στο φτωχικό του. Και το τόλμησε. Τόλμησε να το πει: «Πρόεδρε, κακώς ερχόμαστε με ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Θα δώσουμε στόχο, ελπίζω να το καταλαβαίνεις. Έτσι και διαρρεύσει ή ψυλλιαστεί κάποιος ότι κάτι αλλόκοτο συμβαίνει κατά δω, και όλες οι ένοπλες δυνάμεις να έρθουν στο κάλεσμά σου δεν θα είναι ικανές να σταματήσουν το τσουνάμι των πολιτών που θα πέσουν πάνω μας σαν πεινασμένα τσακάλια και άδικο δεν θα τους ρίξω. Προτείνω λοιπόν να σταματήσουμε, να βρούμε ένα ταξί ή να σταματήσουμε κάποιο Ι.Χ. με μόνον επιβάτη τον οδηγό του. Πιθανόν και να μην αντιληφθεί ποιος είσαι. Ο πρόεδρος θαύμασε την οξύνοια του γέροντα. Πώς και αυτός δεν το είχε σκεφτεί; Μα να ήταν λες το μόνο απλό πράγμα που δεν σκέφτηκε; Μαθημένος να προσπαθεί να λύνει δύσκολα θέματα μπερδευόταν με τα εύκολα. Γι’ αυτό και έφτασε εδώ που έφτασε, σ’ αυτήν την ολισθηρή κατηφόρα και κινδύνευε να πει fair well to the guns! Κατέβηκε ο Μαθιός από την μερσεντές και έκανε ώτοστοπ στο πρώτο Ι.Χ. αμάξι που είδε να πλησιάζει. Ευτυχώς το φιατάκι σταμάτησε. Μα και πώς να τους χωρέσει έξι νοματαίους, επτά με τον οδηγό; Να δεις όμως που τους χώρεσε. Και ας ήταν μια καραμπινάτη 91


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τροχαία παράβαση από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας. Θα μου πεις, σιγά την παράβαση και ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και ο σκοπός τούτος δεν ήταν απλά ιερός αλλά ίσως έμελλε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας της Ελλάδας, αν όχι της Ευρώπης όλης, από εποχής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Και έτσι στοιβαγμένοι όπως έφτασαν στην γειτονιά του, μια άλλη σκέψη συγκλόνισε τον Μαθιό. «Γιατρό, βρε παιδιά, έναν γιατρό. Ίσως είναι το μόνο πρόσωπο ή μάλλον το πρώτο πρόσωπο που ίσως χρειαστείς, πρόεδρε. Πρόσεξε και προετοιμάσου γι’ αυτό που πρόκειται να δεις και μην επιτρέψεις στον πολύτιμο εαυτό σου να αποδημήσει εις Κύριον έχοντας στα μάτια σου τις τελευταίες πιο παράξενες εικόνες που έχουν δει ανθρώπινοι οφθαλμοί». Και ο πρόεδρος, για πρώτη φορά εδώ και ώρα (αν όχι αιώνες) χαμογέλασε καλόκαρδα, λέγοντας καλοσυνάτα «Ας δω αυτά που υποσχέθηκες, φίλε μου, και ας είναι οι τελευταίες εικόνες που θα πάρω μαζί μου φεύγοντας. Τι συνοδεία αλήθεια, ε; Την βρίσκεις λίγη; Ποιος άλλος ever βρέθηκε στη θέση τη δική μου; Τι Αγά Χαν μου λες και τι Εμίρηδες και Σαουδάραβες βαθύπλουτοι και τι Κροίσοι και Μίδες; Έτσι, φίλε;» «Έτσι, Πρόεδρε, και λίγα λες». Και με τούτα και με τ’ άλλα, έφτασαν στο προαύλιο του σπιτιού, κατέβηκαν όλοι, και μόνον τότε διαπίστωσαν ότι πράγματι χρειαζόταν η παρουσία ενός γιατρού γιατί ο οδηγός του Ι.Χ. βλέποντας μπροστά του τον ίδιο τον Πρωθυπουργό του κράτους και συνειδητοποιώντας ότι δεν πρόκειται για παραίσθηση ή ομοιότητα, ένα ψιλοεγκεφαλικό το αντιμετώπισε ο άνθρωπος. Μα φαίνεται ότι 92


η πόρτα στα δεξιά

ήταν η τυχερή του ημέρα και παράκαμψε τον κίνδυνο υποβαθμίζοντας το επεισόδιο σε επίπεδο μιας έντονης σκοτοδίνης και τίποτα άλλο, αποφεύγοντας τις γνωστές συνέπειες και κινδύνους... Ο Μαθιός με τον πρόεδρο προχώρησαν προς τα κει που στέκονταν τα δύο αγόρια και συμβούλευσε τους υπόλοιπους να πάνε σπίτι και να περιμένουν εκεί, κάνοντας και καφέδες για όλους στην μικρή του πεντακάθαρη κουζίνα. Θα τον χρειάζονταν τον καφέ όλοι τους σε λίγο σίγουρα. Για να μην ήξεραν να φτιάχνουν καφέ αποκλείεται. Το πρώτο και βασικό προσόν πρόσληψης τέτοιων υπαλλήλων ήταν η ικανότητά τους να... ψήνουν καφέ! Πικρό; Γλυκό; Με ολίγη; Ανάλογα με τις περιστάσεις... Ο Μαθιός, αφού έριξε γύρω του ερευνητικές ματιές και αφού ενημερώθηκε από τους νεαρούς του φίλους ότι καμιά ύποπτη κίνηση δεν είχε σκάσει μύτη, σήκωσε λίγο την τέντα και έκανε νόημα στον πρόεδρο να μπει μέσα, παίρνοντας πρώτα από τα χέρια των νεαρών, τους δυνατούς τους φακούς που θα έσκιζαν τα σκοτάδια της υπόγειας κρύπτης. Μπήκαν μέσα ναι μεν δυο, μα λίγο έλειψε να βγει μόνο ο ένας, ακριβώς όπως το είχε προβλέψει, μα και φοβηθεί ο Μαθιός. Ο Πρωθυπουργός, στη θέα του πέρα από κάθε φαντασία τερατώδους θησαυρού, σάστισε, τρίκλισε και αν δεν τον συγκρατούσε ο γέροντας δύο μέτρα άνθρωπο, θα σωριαζόταν στο πάτωμα, σαν σακί αδειανό. Αυτό που είδε ο Χριστιανός, δεν το χώραγε ανθρώπου νους, ήταν αδιανόητο. Ο γέροντας τον συμπόνεσε. Να που αρρωσταίνει ο άνθρωπος και από θαυμασμό και από έκπληξη και από το αδιανόητο και το απρόσμενο θαύμα. Επιτέλους. 93


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Επιτέλους. Ένας γερο-Χειμώνας έφερε στη ζωή του ανθρώπου που κρατούσε το τιμόνι της χώρας μιαν άνοιξη αλλιώτικη που θα ζωντάνευε το Έθνος, θα του έδινε την λάμψη που όλοι οι πολιτικοί προσδοκούν να προσδώσουν, μα κανείς δεν το καταφέρνει τελικά, με αποτέλεσμα να δέχονται τέτοια λάσπη που είναι να απορείς πώς και με τέτοιο πάθος κυνηγούν τον θώκο της Πρωθυπουργίας. Είναι να απορείς πώς και αψηφούν τις βρισιές και τις κατάρες που δέχονται καθημερινά από το αγανακτισμένο πλήθος, θαρρείς και αρέσει σ’ αυτούς που μας κυβερνούν να βασανίζουν τον λαό τους κάνοντας κουμπαριές με τους εχθρούς τους!!! Άτιμο πράγμα η πολιτική, δεν θα έλεγα δε και οι πολιτικοί. Σίγουρα όλων οι προθέσεις είναι καλές λίγοι όμως και λόγω συγκυριών τα καταφέρνουν, κερδίζοντας και μιαν υστεροφημία... Δεν μπορεί οι μεν να είναι περισσότερο πατριώτες από τους δε. Όλων οι προθέσεις καλές, μα χρειάζεται να είναι χαλκέντεροι για να αντέχουν τα ανήκουστα που εκτοξεύονται από “φίλους” και οχτρούς. Με τα πολλά, ο πρόεδρος ήρθε στα συγκαλά του. Σε όλα συνηθίζει κανείς δεν λένε; Στα τερατώδη, στα υπερβολικά στα απόκοσμα ακόμη, και μόνο στην ιδέα του θανάτου δεν το μπορεί, νομίζοντας ότι θα ζήσει αιώνια. Βλέποντας ο πρόεδρος τις χυμένες στο πάτωμα λίρες, έκανε την ίδια ακριβώς αμήχανη κίνηση που είχε κάνει και ο Μαθιός. Έφερε μια λίρα στα δόντια του, την δάγκωσε, και βόγκηξε: «Παναγιά μου Παρθένα, χρυσή»... Ώστε δίκιο είχε ο γέροντας. Μπροστά στα πόδια του απλώνονταν τα πλούτη της υφηλίου. Έβγαλε το κινητό του πήρε κάποιον στο τηλέφωνο μιλώντας του σε μια γλώσσα που ο Μαθιός δεν κατάλαβε 94


η πόρτα στα δεξιά

και αμέσως μετά πήρε κάποιον άλλο πολύ σημαντικό καθώς φαίνεται, γιατί άθελά του μιλώντας του, πήρε μια στάση σεβασμού, και τέλος πήρε τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και όσα λόγια δεν αντάλλαξαν εδώ και καιρό παρά τις παραινέσεις όλων, δικών και αντιπάλων, τα είπαν μαζεμένα. «Έλα αμέσως εδώ. Σωθήκαμε σου λέω». Χρησιμοποίησε την πρώτη ελπιδοφόρα για την Ελλάδα μαγική λέξη, στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Είπε «Σωθήκαμε». Το είπε και το εννοούσε βαθύτατα, στον μισητό του αντίπαλο. Το όλο θέμα αφορούσε την πατρίδα δεν αφορούσε κόμματα και ανταγωνισμούς. Και πατρίδα ήταν τόσο δική του όσο και του αντιπάλου του. Επρόκειτο για την Ελλάδα και φιλοδοξούσαν και οι δυο να την βγάλουν στο ξέφωτο με έναν ουρανό ανέφελο επιτέλους. Και αυτό ήταν σπουδαιότερο ακόμη και από τον θησαυρό που απλωνόταν μπροστά στα πόδια τους και που βέβαια ήταν η αιτία της Σωτηρίας αυτής... Ένας θησαυρός, η επιτομή η ίδια των θησαυρών του Αγά Χαν, του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και όλων των ελβετικών τραπεζικών θησαυροφυλακίων. Μόλις τώρα ανακηρύχτηκε η Ελλάδα σαν η πλουσιότερη χώρα του κόσμου, μόνο που ο κόσμος δεν το ήξερε ακόμη. Αν δεν είναι αυτό θαύμα θεϊκό... Αν δεν είναι θείο άγγιγμα... Ας μας πει κάποιος τι είναι... Δεν πέρασε καλά καλά ένα δεκάλεπτο όταν κατέφθασε η Αξιωματική Αντιπολίτευση. Και καπάκι γέμισε ο ουρανός πάνω από την επίμαχη αλλά και ευρύτερη περιοχή, με ελικόπτερα του στρατού και της αστυνομίας. Και βέβαια γρήγορα το θέμα έπαψε να είναι κρυφό και 95


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τα μέσα επικοινωνίας το μεγέθυναν ακόμη πιο πολύ απ’ όσο έπαιρνε, με αποτέλεσμα οι Ένοπλες Δυνάμεις που εκλήθησαν να συνδράμουν, μετά βίας κατόρθωναν να συγκρατήσουν το πλήθος που μαζευόταν όλο και περισσότερο στο πεδίο όπου εξελισσόταν το μεγαλύτερο γεγονός που είχε ποτέ λάβει χώρα στην Ελλάδα από καταβολής ιδρύσεώς της σε ανεξάρτητο κράτος. Έγινε ο ομφαλός της Ευρώπης και ας τολμούσε κανείς να το αμφισβητήσει. Αυτά που συνέβαιναν σ’ αυτήν την εξοχική γωνιά της Αθήνας, ούτε και αν έβρισκαν τον ίδιο τον Τάφο του Μεγαλέξανδρου ή ακόμα και τον Τάφο ενσαρκωθέντα θεού του δωδεκάθεου των αρχαίων μας, θα γινόταν αυτός ο χαμός. Απαξάπαντες οι πολιτικοί άντρες, σε αγαστή συνεργασία. Και όπως είπε ένας από τους παρευρισκόμενους, αυτό ήταν το ΠΡΩΤΟ ευεργέτημα του θησαυρού. Έμελλε να ακολουθήσουν μύρια άλλα, που έκαναν την παγκόσμια κοινότητα να μένει ενεή και να γίνει ξαφνικά απέραντα φιλική προς έναν λαό που ταπείνωνε παντοιοτρόπως μόλις λίγο πριν. Όλα, ευεργετήματα του θεόπεμπτου θησαυρού που έπεσε στη χώρα σαν μάννα εξ ουρανού, πάνω σε έναν δυστυχισμένο λαό. Έφτασαν σε σημείο να λένε οι λαοί: “nous sommes tous Grecs...” Αργά το καταλάβατε που να σας πάρει, αργά... Καθίστε τώρα σαν ζήτουλες ΕΣΕΙΣ ελπίζοντας κάτι να αρπάξετε, λιγούρηδες. ΕΜΕΙΣ δεν είμαστε μονοχοφαγάδες και αυτό, το γνωρίζει ο Θεός. Γι’ αυτό και διάλεξε τον δικό μας τόπο για να κάνει το θαύμα του. Να ταΐσουμε ΕΜΕΙΣ την ανθρωπότητα υλικά, όπως την έχουμε ταΐσει και πνευματικά και με την πνευματικότητά μας σάς βοη96


η πόρτα στα δεξιά

θήσαμε να πάψετε να ζείτε σε ημιάγρια κατάσταση σαν μαϊμούδες στα δέντρα. Είμαστε γενναιόδωρος λαός, φιλεύσπλαχνος. Ησυχάστε Θα φάτε μέχρι σκασμού χρυσόπλακες και ας ελπίσουμε να καταλαγιάσει η πείνα σας η ασίγαστη, επιτέλους. Και έτσι να πάψετε να σπέρνετε πολέμους στην γη προς αφανισμό των αδυνάτων και όφελος της παγκόσμιας βιομηχανίας κατασκευής όπλων. Και το λέμε αυτό, γιατί ήρθε και άλλη, μεγαλύτερη έκπληξη από την πρώτη. Σε ένα από τα συρτάρια της απίθανης συρταριέρας βρέθηκε ένας άλλος χάρτης παρόμοιος του πρώτου εκείνου που είδαμε στον ασβεστωμένο τοίχο του υπνοδωματίου του Μαθιού, που έδινε οδηγίες για το πώς μπορεί να προσεγγιστεί θησαυρός ακόμη μεγαλύτερος, φυλαγμένος για αιώνες σε υποθαλάσσιες σπηλιές του Αιγαίου. Θησαυρός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μετά της Οθωμανικής. Θησαυροί Ασιατών μα και Ευρωπαίων που να χάνεις το νου σου, που θα επιτρέψουν να χορτάσουν ψωμί, ρύζι και καθάριο νεράκι οι λαοί οι ξεχασμένοι από θεούς και ανθρώπους της Αφρικής. Διότι ΑΝ ΔΕΝ γίνει και τώρα αυτό, τότε ο κόσμος θα χαθεί από προσώπου της Γης, από τον θυμό του Θεού. Θα αγνοήσουμε την μεγαλοδωρία Του, την μεγαλοθυμία Του; Μετά μεγάλης Του λύπης θα παραδεχθεί ότι απέτυχε με το δημιούργημά Του (εμάς δηλαδή) και θα κοιτάξει να φτιάξει ένα άλλο μοντέλο τελειότερο, απαλλαγμένο από φιλαυτίες, ματαιοδοξίες, ζηλοφθονίες, μισαλλοδοξίες και ακόρεστες πείνες και μ’ αυτό να γεμίσει τον Παράδεισο που λέγεται ΓΗ. Στοχασμοί. Σκέψεις. Φιλοσοφήματα. Ερωτήματα. 97


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Των οποίων τις απαντήσεις αναμένομεν, ελπίζοντας ότι δεν θα αναμένομε για πολύ. Δυστυχώς όμως τις απαντήσεις τις πήρε μαζί του φεύγοντας ο Μαθιός για το μεγάλο ταξίδι που ξεκίνησε, αυτό το ταξίδι το δίχως γυρισμό. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος ζώντας το θαυμάσιο τούτο όνειρο, τον πήρε ο Θεός κοντά Του να του δώσει τις απαντήσεις που ζήτησε. Έφυγε τρισευτυχισμένος με το όνειρο να το πεις; όραμα να το πεις; Όποιο όνομα και αν του δώσεις, έκανε έναν άνθρωπο ανείπωτα ευτυχισμένο. Και πού ξέρεις; Μπορεί κα το όνειρο να ήταν προφητικό. Ψέματα είναι ότι η ελληνική γη κρύβει θησαυρούς τόσους όσους ολόκληρος ο... γλόμπος της υφηλίου, θησαυρούς θαμμένους στα σπλάχνα της εδώ και χιλιετίες;... * Στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων και από τις τελευταίες ειδήσεις των δελτίων ειδήσεων της prime time ζώνης αναφέρθηκε αδιάφορα ότι επιτέλους συνελήφθη ο ληστής ο επονομαζόμενος “ληστής του τοίχου”, ένας ψυχοπαθής φτωχοδιάβολος, που ποιος ξέρει για ποιους λόγους του είχε σαλέψει και την εύρισκε ψαχουλεύοντας υπό το φως δύο φακών προσαρμοσμένων σε κάτι περίεργα γυαλιά που του έδιναν αλλόκοτη όψη, τους τοίχους πάνω από τα κρεβάτια κοιμισμένων ανθρώπων. Από κει είχε την αφετηρία του το παράξενο όνειρο του γερο-Μαθιού, το ωραιότερο μα και το τελευταίο της ζωής του, που αναμφισβήτητα θα το ζήλευε και η φαντασία του πιο ευφάνταστου σεναριογράφου... Κάνουμε λάθος μήπως, φίλοι μας αναγνώστες;

98


«Κ

Η διαφήμιση

αλημέρα σας. Παρακαλώ θα μπορούρούσα να μιλήσω με την οικοδέσποινα, την κυρία Τσιρίδου;» «Γιατί, μ’ εμάς τους οικοδεσπότες δεν κάνει να μιλήσετε;» «Μα αστειεύεστε; Και βέβαια μπορώ. Το θέμα μου όμως είναι αν αυτά που έχω να πω ενδιαφέρουν εσάς κύριε... κύριε...» «Τσιρίδης Μάριος, δεσποινίς μου, και στην διάθεσή σας». «Χαίρω πολύ. Κοίταξε τώρα σύμπτωση. Κύριε Μάριε, εμένα με λένε Μαρία». «Σύμπτωση μεν, δεσποινίς μου, αλλά και τα ονόματά μας είναι από τα πιο συνηθισμένα του ορθόδοξου εορτολογίου, δεν βρίσκετε;...» «Λοιπόν, κύριε Μάριε;...» «Λοιπόν, Μαρία; Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;» «Σε πολλά, κύριε. Αρκεί να το θέλετε, γιατί, για να μπορείτε δεν τίθεται θέμα. Είναι απλό. Ανοίγετε το πορτοφόλι σας στην περίπτωση που η κυρία οικοδέσποινα δεν έχει δικό της, της δίνετε ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό, εκείνη το δίνει σ’ εμάς κι εμείς της παραδίδουμε το ΤHΓΑΝΙ των ονείρων της, να σας κάνει ομελέτες ονειρεμένες, πατάτες τραγανιστές και κεφτεδάκια που πιο όμορφα μαγειρεμένα δεν έχετε δοκιμάσει ποτέ...» «Ξέρω, ξέρω, του ονείρου έτσι, Μαρία; Ούτως ή άλλως 99


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

όμως, με ή χωρίς, το μαγικό σου τηγάνι αυτά τα λαχταριστά σου εδέσματα μόνο στο όνειρό μου τα βλέπω πια και τα αναπολώ σαν συνέχεια μιας μακρινής μακάριας εποχής που δυστυχώς στον... ξύπνιο μου είναι απολύτως απαγορευτικά να τα γευτώ πια... Ολίγη χοληστερίνη, ολίγη ουρία, ολίγον σάκχαρο... να συνεχίσω;...» «Όχι, μη σας βάζω σε κόπο. Πείτε μου μόνο με μια λέξη, τι δεν έχετε, από τη λίστα των αιματολογικών εξετάσεων για να συντομεύουμε και να σας δώσω το κατάλληλο για την περίπτωσή σας σκεύος υγιούς μαγειρέματος». «Μα, Μαρία μου, η οικοδέσποινα φρόντισε το σπίτι μας να έχει τα πάντα». «Τα πάντα μπορεί. Πείτε μου όμως γλυκέ μου κύριε Μάριε, από τα δικά μας σκεύη έχει; Αμ δεν έχει. Και είναι αυτά τα δικά μας που κάνουν τη διαφορά. Για παράδειγμα να σας δώσω το ειδικό κατσαρολάκι για λαπά, βραστές πατατούλες και κολοκυθάκια, να τα τρώτε και να μην τα αλλάζετε με τις πιο απαγορευμένες και λαχταριστές λιχουδιές του μακρινού, όπως αντιλαμβάνομαι, παρελθόντος σας... Τα δε μπρίκια μας για το αφέψημά σας, όπως το χαμομήλι και το φασκόμηλο, σάς προσφέρουν τέτοια ευωχία, συγκρίσιμη μόνο με το νέκταρ των αρχαίων Ελλήνων θεών, ή έστω όσων εξ’ αυτών δεν αρέσκονταν στο αλκοόλ. Φημολογείται δε στους κόλπους της εταιρείας μας, ότι την πατέντα κατασκευής τους την έχουν ανακαλύψει οι κατασκευαστές μας στα πανάρχαια χειρόγραφα ενός ερειπωμένου μοναστηριού των πρώτων αιώνων μετά Χριστόν!!! Είπαν λοιπόν να ρισκάρουν και ω του θαύματος πέτυχαν αυτά τα θεαματικά αποτελέσματα. Σε μια δε υποσημείωση αυτών των χειρόγραφων αναφερόταν ότι και οι αρχαίοι αυτοί μοναχοί την πατέντα 100


η πόρτα στα δεξιά

την είχαν πάρει από προγόνους τους, η ρίζα των οποίων χάνονταν στα βάθη της θρησκευτικής ιστορίας του δωδεκάθεου. Ε, όσο να ’ναι, κύριε Μάριε, για να πίνει το φασκόμηλό του από ένα τέτοιο μπρίκι ολόκληρος Δίας μετά της παράξενης και δύστροπης συμβίας του της Ήρας, κάτι θα ήξερε περισσότερο ο θεός. Σε συνέχεια της υποσημείωσης αναφέρονταν ότι και η Πυθία, τα μαγικά της βότανα εκεί μέσα τα έβραζε για να τα πιει και να δώσει τους έξυπνους χρησμούς της σ’ αυτούς που της τους ζητούσαν, με το αζημίωτο βέβαια...» «Τς τς τς, τι μου λες βρε Μαρία μου, δεν το ήξερα ότι αυτό το ευλογημένο χόρτο με το οποίο “τάιζε” η Πυθία τους ικέτες της βραζόταν σε τέτοιου είδους σκεύη. Να δεις πώς το έλεγαν, πώς το έλεγαν..., ναι το θυμήθηκα, “κουτόχορτο” τελείως όμως διαφορετικό από αυτό το δικό της που μασούσε, το πασίγνωστο “πονηρόχορτο”. Τι να σου πω, κορίτσι μου, με εντυπωσίασες στ’ αλήθεια. Δεν ξέρω. Θέλεις να ξαναπάρεις αύριο; Όχι πως είμαι σίγουρος για το αν θα είναι παρούσα η οικοδέσποινα, είναι τόσο απρόβλεπτη ως προς τις εμφανίσεις της αλλά, να, για να το σκεφτώ καλύτερα. Θύμισέ μού ποια κυρία μου είπες ότι σου την συνέστησε...» «Μια πολύ φίλη της». «Και σου είπε να της δώσεις τους χαιρετισμούς και την αγάπη της; Γιατί, είχε καιρό να τη δει;» «Ω, όχι. Πριν κάτι μέρες την είχε δει στο ΚΑΠΗ της γειτονιάς σας, αλλά ξέρετε τώρα πώς είναι οι φίλες, ποτέ δεν χορταίνει η μία την άλλη...». «Και πώς είπαμε πως τη λένε;» «Κυρία Ελένη». «Κατάλαβα, άλλο σπάνιο όνομα. Τι κάνει αυτή η 101


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ψυχή; Χρόνια και ζαμάνια έχω να τη δω... Ε, όχι κι έτσι κυρία Ελένη μας, θαρρείς και άνοιξε η γη και σε κατάπιε. Κούφια η ώρα που τ’ ακούει... Μα γιατί χάθηκε έτσι; να την ρωτήσεις αν την ξαναδείς». «Τι να σας πω, και εγώ λεπτομέρειες δε γνωρίζω. Τώρα θυμάμαι πως μου είχε ανοιχτεί αρκετά, αλλά εγώ δυστυχώς λόγω φόρτου εργασίας δε μπορούσα να πυκνώσω τις επαφές μας και χαθήκαμε...». «Ώστε σου είπε να δώσεις χαιρετισμούς στη κολλητή της; Άκου, Μαρία, δεν θέλω να χάσεις πελάτη, μα η συμβία μου δεν μπορεί να αγοράσει τίποτα». «Μα γιατί, καλέ κύριε Μάριε; Για τσιγκούνης δεν μου ακούγεστε, για μερακλής το πιθανότερο. Γιατί να στερήσετε τόσο σ’ εκείνη όσο και στον εαυτό σας αυτή την απόλαυση που σας προτείνω, μια πρόταση μακροζωίας που σας προσφέρεται σε μια τέτοια προνομιακή τιμή για λόγους διαφημίσεως και γνωριμίας των σκευών μας;» «Μακροζωίας είπες, Μαρία; Δηλαδή αυτά τα θαυματουργά σκεύη κάνουν και αυτό εκτός της απόλαυσης; Μα τότε αλλάζει. Κρίμα που η σύζυγος δεν μπορεί να ελπίζει ότι με την αγορά τους θα επιμηκύνει τη ζωή της. Κρίμα. Κομματάκι αργά ήρθες στη ζωή μας». «Ποτέ δεν είναι αργά, κύριε, ποτέ όμως». «Αλήθεια το λες αυτό, κορίτσι μου, αλήθεια; Τι να σου πω. Μου έφτιαξες τη μέρα. Θα περιμένω ανυπόμονα να ξαναπάρεις αύριο την ίδια ώρα έτσι; Και θα έχεις οπωσδήποτε απάντησή μου είτε θετική είτε αρνητική. Γεια σου, κορίτσι μου, γεια σου...» Ο Μάριος, άγνωστο για ποιον λόγο, μετά απ’ αυτό το τηλεφώνημα αισθάνθηκε λιγότερο μόνος και με αναπτερωμένο το πεσμένο ηθικό του. Δεν είναι και λίγο να σου 102


η πόρτα στα δεξιά

τονίζει ένα νέο προφανώς κορίτσι (αν έκρινε από τη φωνή της και τον τρόπο της εκφοράς του λόγου) ότι ποτέ δεν είναι αργά, ακόμη και για όλους τους Μάριους αυτής της ζωής που διάγουν ήδη την έβδομη δεκαετία της ζωής τους!!! Περίεργο, μα την ένιωσε σαν πρόσωπο οικείο, σαν άνθρωπο δικό του που τού διέκοψε τη μοναξιά για να ανταλλάξουν απόψεις και κατ’ ουδένα τρόπο να αλλάξουν χέρια τα χρήματά του. Για άγνωστη αιτία που ο Μάριος δεν ξέρει από πού πήγαζε, είχε την αίσθηση ότι ξαφνικά στον ανήλιαγο κόσμο του όρμησαν δέσμες ακτινών ηλιακού φωτός που τύλιξαν με μια γλυκιά θαλπωρή το σκεβρωμένο και παραιτημένο κορμί του δίνοντάς του ζωντάνια. Και ξάφνου είχε την όρεξη να γελάσει, να τραγουδήσει ακόμη και να χορέψει, όχι τσάμικα και καλαματιανά, μα ένα απαλό μπλουζ με απαλή μουσική υπό το φως όχι του μισοσκόταδου ή του αμπαζούρ, μα υπό το φως ενός γελαστού ήλιου που έμπαινε ορμητικά από το ολάνοιχτο παράθυρό του και τον χάιδευε θαρρείς. Τη δροσιά δεν την ένιωθε, πρωινιάτικα –ήταν ακόμα Απρίλης– και υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε τώρα να καθόταν στην πολυθρόνα του με το air-condition αναμμένο γιατί για καλοριφέρ στην πολυκατοικία, δεν γινόταν κουβέντα με το πρόσχημα της κρίσης... Άνοιξη στη φύση, άνοιξη και στην καρδιά του. «Τι μου συνέβη, Ύψιστε;», αναρωτήθηκε έκπληκτος, μια διαφήμιση ήταν όλη κι όλη όπως τόσες και τόσες που καθημερινά κατακλύζουν τα τηλέφωνά μας κινητά και ακίνητα. Καινούρια ήθη βλέπεις και σ’ αυτόν τον τομέα. Για παράδειγμα κτυπά το τηλέφωνό σου μεσημεριάτικα, συνήθως την ώρα της σιέστας καλοκαίρι ας πούμε, σκα103


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σμένος εσύ από τη ζέστη και ακούς μια νεανική φωνή, ως επί το πλείστον, να σε ρωτά, με ένα ενδιαφέρον που ούτε ο εγγονός σου που σε λατρεύει δεν το εκδηλώνει έτσι: “Γεια σας. Τι κάνετε, κύριε Τάδε (ξέρει και το όνομά σου ένδειξη ακόμη μιας οικειότητας. Τι άλλο ξέρει για σένα δεν ξέρουμε να σας πούμε), είστε καλά; Πολύ χαίρομαι, αλήθεια σας λέω”. Αστραπιαία σκέπτεσαι: “για να με ρωτά με τόσο ενδιαφέρον, κάποιος γιος φίλου θα είναι ή φίλος του εγγονού που ενδιαφέρθηκε για μένα”. Και του πιάνεις ευγενικά την κουβέντα, ανταποδίδοντας την ευγένεια σαν καλός οπαδός του savoir vivre. Που σημαίνει ότι ο νέος πέτυχε στο πρώτο σκέλος του σκοπού του. Από δω και ύστερα, ακόμη και αν τον έχεις καταλάβει τον αληθινό σκοπό του, κάθεσαι και τον ακούς να σου πλασάρει το υπό πώληση προϊόν του με τέτοιο πάθος και ευγλωττία που απορείς πως και κάνει αυτή την άχαρη δουλειά ένας τόσο ευπροσήγορος νεαρός. (Και συ καημένε... Και πού να την βρει την καλύτερη δουλειά; Δεν λες που βρέθηκε και τούτη εδώ που Κύριος οίδε τι διαβολοστέλματα εισπράττει την κάθε ημέρα από υποψήφιους πελάτες που δεν έχουν ούτε το ήθος ούτε την κατανόηση και την ευγένεια την δική σου. Μα γι’ αυτό και οι πλασιέ αυτοί, στο δικό σου το μικρό ποσοστό ευγενών ποντάρουν υπομένοντας. Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες, συγγνώμη για νέους ήθελα να πω). Και για όσο διάστημα κρατήσει το μεταξύ σας αλισβερίσι αποκτάς έναν απρόσμενο “φίλο” που η φιλία του, συνήθως, κρατά όσο και το αλισβερίσι, είτε το αγόρασες το προϊόν του, είτε όχι. Κι επειδή αληθινούς φίλους δεν έχεις και η μοναξιά σου όσο πάει και μεγαλώνει έτοιμη να κτυπήσει κόκκινο, αποκτάς αυτού του είδους 104


η πόρτα στα δεξιά

τις “φιλίες”. Γεμάτο το σπίτι σου από τού κόσμου τα άχρηστα πράγματα που αγοράζεις. Και όσο για τις τηλεφωνίες!... Εκεί να δεις. Ώσπου να κλείσεις ένα συμβόλαιο με μια εταιρεία, έρχεται καπάκι μια άλλη σου κάνει πιο δελεαστική προσφορά, σπάζεις το συμβόλαιο της προηγούμενης πληρώνοντας ένα πέναλτι, στην ουσία ισοφαρίζοντας την διαφορά! Αλλά είπαμε, σε δουλειά να βρισκόμαστε και να γεμίζουμε τα κενά της ζωής μας και αυτής άχρηστης για τους άλλους όπως τα αντικείμενα των τηλεφωνικών αγορών μας. Με τούτο όμως το κορίτσι, δεν κύλησαν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Δεν ήταν μήτε τα νιάτα της που τα υποψιαζόταν, αν και καμιά φορά η φωνή σε ξεγελάει, δεν ήταν η ζεστασιά και η γλύκα της μόνο, ήταν η τσαχπινιά της που σε έκανε να ξεχνιέσαι και να μην θυμάσαι την ηλικία σου έχοντας την ψευδαίσθηση ενός διακριτικού φλερτ μεταξύ ενός... ώριμου κυρίου, πρόσεξε όχι ηλικιωμένου, αλλά να, μιας κάποιας ακαθόριστης ηλικίας, με ευχάριστο παρουσιαστικό και ασημένιους κροτάφους εκεί γύρω στα 63 άντε 66 ετών το πολύ και ας έχεις καβατζάρει όπως είπαμε τα εβδομήκοντα, Θεέ μου... Ένας ώριμος λοιπόν κύριος, γοητευτικός ακόμη, χάρη κυρίως στο ακόμη γοητευτικότερο περιεχόμενο ενός παχυλού πορτοφολιού (σημ. να εξηγούμαστε: περί τέτοιου κυρίου ομιλούμε, όχι περί ενός συνομηλίκου του και ιδίων σωματικών προσόντων μεν, αλλά κενού πορτοφολιού δε. Γιατί, αυτός ο δεύτερος είναι αμετακλήτως ΓΕΡΟΣ!!!). Την επομένη, από το πρωί ο Μάριος σιγοτραγουδούσε μαγειρεύοντας φασολάδα με μπόλικο σέλινο και μπόλικα καρότα, πολυαγαπημένο φαγητό των μεγάλων ανθρώπων και παραδόξως μισητό από τους νέους (χρήζει 105


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έρευνας το θέμα, κατοχικό κατάλοιπο των μεν και υπερεπάρκειας αγαθών των δε; Είναι μια άποψη...). Το ραδιόφωνο στην κουζίνα, απορώντας κατά πώς φαίνεται για το πώς και το θυμήθηκε ο Μάριος μετά τα τόσα χρόνια που είχε να το ανοίξει, αρνήθηκε να πάρει μπρος. Ένα μακρόσυρτο γκρρρρ... και παράσιτα να σου τρελαίνουν τα αφτιά ακούστηκαν και ο Μάριος έσπευσε να το κλείσει χωρίς να νευριάσει, λέγοντας: «Καλά γρουσούζικο, δεν θέλεις να τραγουδήσουμε μαζί; Ωραία, δεν τραγουδάμε. Τραγουδάω και μόνος μου...» Ντρν, Ντρν. Το τηλέφωνο να ήταν ή το κουδούνι της εξώπορτας; Τον ίδιο ήχο έχουν. Ξανά μανά: ντρν... ντρν... κι αυτή τη φορά συνεχές και επίμονο. «Ναι;» «Ο κύριος Μάριος τάδε; Τι κάνετε, κύριε; Είστε καλά;» «Εγώ καλούτσικα είμαι, εσείς ποιος είστε;» «Λέγομαι Αριστόλαος Περβέγκης και σας πήρα να σας πληροφορήσω ότι μεταξύ των εκατοντάδων πελατών μας επιλεχθήκατε εσείς για να πάρετε το μηνιαίο δώρο μας, προσφορά της εταιρείας μας που...» «Που είναι ποιο, αγαπητέ κύριε Περβέγκη;», τον διέκοψε ο Μάριος. «Το δώρο σας είναι ένα σερβίτσιο του φαγητού κομπλέ που...» «Και ποια η δική μου υποχρέωση για να το αποκτήσω;», τον ξανά διέκοψε ο Μάριος. «Κάτι το πολύ απλό, κύριε. Να έρθουμε στο σπίτι σας, με λίγους φίλους σας καλεσμένους να κάνουμε μια μικρή επίδειξη της απίστευτης ηλεκτρικής σκούπας μας, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν έχει ακόμη κυκλοφορήσει στο εμπόριο. Α’ βραβείο ευρεσιτεχνίας για τον χρόνο που 106


η πόρτα στα δεξιά

διάγουμε. Είναι τελείως αθόρυβη και με μηδέν ηλεκτρική κατανάλωση και θα σας εξηγήσουμε πώς επιτυγχάνεται αυτό το απίστευτο θαύμα, εν μέσω κρίσεως οικονομικής. Και... και... και... Τι να σας πω. Θα τη δείτε και δεν θα πιστεύετε». Πέρασαν ακόμη 10 λεπτά περιγράφοντας την μαγική ηλεκτρική σκούπα. «Και δεν μου λες, νέε μου, και ποιος είναι αυτός που θα σκουπίζει; Γιατί ξέρεις εγώ...» «Μα εδώ έγκειται η βράβευση της ευρεσιτεχνίας μας. Κινείται με τηλεκοντρόλ. Έχετε στα χέρια σας το κοντρόλ και την κατευθύνετε όπου εσείς θέλετε, καθισμένος στην πολυθρόνα σας, σαν να παίζετε. Αποφεύγει τα εμπόδια, πηγαίνει κάτω από κρεβάτια, πολυθρόνες, καναπέδες, καρέκλες...» «Μισό λεπτό να σας διακόψω. Έχετε καμιά συγγένεια με το Λιακόπουλο;» «Όχι, καμία. Γιατί ρωτάτε;» «Ε, έναν συνειρμό να μην τον έκανα κι εγώ; Παρακαλώ, συνεχίστε. Έχω ευήκοα ώτα και υπομονή όπως βλέπετε. Πάντως ενδιαφέρουσα μου ακούγεται η σκούπα σας. Πάρτε με αύριο να σας πω». Και με αυτόν τον τρόπο ο Μάριος είχε βρει έναν τρόπο, ένα υποκατάστατο κουβέντας, με έναν άνθρωπο, εκεί που δεν σταύρωνε λέξη με κανέναν από τους δικούς του που εδώ και καιρό τον είχανε γραμμένο!!! Έτσι, άλλα πράγματα αγόραζε και τα έκανε δώρο, άλλα τα κρατούσε κάπου στο σπίτι του και τα ξεχνούσε ολότελα μην έχοντας κάνει καν τον κόπο να ανοίξει να δει τι είναι μέσα στην κούτα βρε αδερφέ. Και η πλάκα είναι ότι, ενώ του ήταν παντελώς αδιάφορα για να τα αγο107


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ράσει, είχε κάνει του κόσμου τα παζαρέματα θέλοντας ίσως να παρατείνει τον χρόνο της κουβέντας; Ποιος ξέρει. Αχ τι σκαρφίζεται η μοναξιά!... Άλλες δε φορές, αφού είχε κάνει τα παζάρια του και ήταν έτοιμη η αγορά, ξαφνικά άλλαζε γνώμη και έλεγε όχι, για ν’ ακούσει αγενέστατες βρισιές (θαρρείς και υπάρχουν και βρισιές ευγενικές...). Πλέον κρατούσε μια ατζέντα με ραντεβού, τηλεφωνικά βέβαια, και δίπλα την ώρα, το θέμα για το οποίο θα μιλούσαν με τον πωλητή. Και έκανε την πλάκα του και γέμιζε με μπιχλιμπίδια τα κενά ενός χρόνου που κυλούσε αργά αργά και αδιάφορα. Και ήρθε η ώρα να πάρει η Μαρία. Ντρν... ντρν... Από το κτύπημα και μόνο κατάλαβε ότι ήταν εκείνη. «Ναι, Μαρία...» «Δεν είμαι η Μαρία, κύριε, είμαι η Αφροδίτη αν δε σάς πειράζει». «Και βέβαια με πειράζει». «Δεν είστε ο κύριος Μάριος;» «Είμαι». «Δεν καταλαβαίνω. Η Μαρία μου είπε ότι είχατε ραντεβού και είπε να σας μιλήσω αντ’ εκείνης γιατί είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις και δεν μπορούσε να σας μιλήσει η ίδια». Για πότε έφυγε η άνοιξη, τόσο από τη φύση όσο και από το σπίτι του, και ένα ψιλόβροχο άρχισε να αφήνει δάκρυα στα τζάμια του παραθύρου του και στην καρδιά του. Για πότε εξαφανίστηκαν οι ηλιαχτίδες και έπιασε να κρυώνει και να θέλει να κλάψει φανερά και όχι όπως τώρα βουβά. Μπόρεσε μόνο να πει: «Καλά, δεν πειράζει. Ας με πάρει αύριο την ίδια ώρα ή τέλος πάντων οπόταν μπορεί. Δεν θέλω να σας προ108


η πόρτα στα δεξιά

σβάλλω δεσποινίς, αλλά τις διαπραγματεύσεις που έκανα μ’ εκείνη, δεν μπορώ να τις επαναλαμβάνω. Με καταλαβαίνετε ελπίζω». «Πώς, πώς καταλαβαίνω», του απάντησε και ανάθεμα αν είχε καταλάβει τίποτα. Θαρρείς και θα αγόραζε κάτι το σπάνιο, που μόνο η Μαρία μπορούσε να το διαθέσει χωρίς να φαντάζεται ότι έπεσε διάνα που λένε, γιατί ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο κύριος Μάριος. Αυτό το σπάνιο που μόνο η Μαρία μπορούσε όντως να του διαθέσει (όχι να του πουλήσει). Έπιασαν τα χέρια του να τρέμουν και ένας κόμπος να του πνίγει τον λαιμό με μια διάθεση να κοιμηθεί, ενώ δεν είχαν περάσει παρά λίγα λεπτά από την ώρα που ξύπνησε από τον μεσημεριάτικο υπνάκο του. “Είμαι με τα καλά μου, ας ήξερα! Είμαι; Σαν τι περίμενα για τον Θεό που πιστεύω; Αυτή είναι μια κοπελίτσα και εγώ ένα ραμολιμέντο. Αλλόκοτα όλα όσα μου συμβαίνουν και δεν καταλαβαίνω Χριστό” μουρμούριζε ξανά και ξανά, σπεύδοντας να φτιάξει έναν καφέ για να διώξει την αφύσικη υπνηλία που τον κατέλαβε σαν αποτέλεσμα της έντονης απογοήτευσής του. Έτσι του συνέβαινε πάντα από τότε που ήταν παιδί όταν στενοχωριόταν. Ήθελε να κοιμηθεί για να μη σκέπτεται τον λόγο της στενοχώριας του, να μη σκέπτεται τίποτα, τίποτα... Μα όμως τώρα ήταν αλλιώς. Ο νέος τον χρειάζεται τον ύπνο, ο γέρος όχι. Κοιμάται ελάχιστες ώρες και του είναι αρκετές. Έλα όμως που τώρα δεν άντεχε την πραγματικότητα του... ξύπνιου του, τώρα που η αυταπάτη του πήγε περίπατο, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά αλήθεια ότι γέρασε; Δεν έριχνε το άδικο στην Μαρία. Αυτός ήταν ο πανη109


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λίθιος που αφέθηκε έστω και για λίγο να φανταστεί ότι εκ του μακρόθεν και μέσω ασυρμάτου θα του ήταν επιτρεπτό να ονειρευτεί, σαν τον γέρο μπισμπίκη Χορν στο έργο “Τόπο στα νιάτα” που και τη ψυχή του στον διάβολο έδωσε, έστω και στον ύπνο του, για να αποκτήσει την χαμένη του νιότη. Ενώ τούτος εδώ, φερόταν σαν νέος, χωρίς κανένας εξαποδό να του ζητήσει αντάλλαγμα. Γίνονται, μωρέ, αυτά τα θαυμαστά έξω από τα παραμύθια; Που να πάρει η ευχή να πάρει, πόσο σκληρό είναι για έναν άνθρωπο, ασχέτως φύλου, να ζει με αυταπάτες πια, όταν μια ζωή είχε μάθει να είναι ο πρώτος στην καρδιά εκείνου ή εκείνης που τον ενδιέφερε. Και τώρα, ακόμη και τα λίγα ψήγματα ζωής που του απέμειναν, δεχόντουσαν δυνατό ράπισμα υπενθύμισης ότι αυτό ήταν, πάει, ξόφλησε. Και το πιο περίεργο απ’ όλα είναι ότι οι σκέψεις αυτές δεν συμβάδιζαν με την φυσική του κατάσταση. Γιατί ήταν εμφανίσιμος ακόμη και το κυριότερο διόλου παροπλισμένος σαν άντρας. Μόνο ημερολογιακά ήταν όντως γέρος. Μόνον εκεί. Ακόμη μπορούσε να ερωτευθεί, να ψιθυρίσει λόγια αγάπης, να ακούει να του λένε “σ’ αγαπώ” χωρίς να γίνεται γελοίος. Πώς να το κάνουμε, το είχε ανάγκη τώρα περισσότερο από ποτέ. Όχι γεροντικά σαλιαρίσματα και παλιμπαιδισμοί, όλα αυτά μακριά απ’ αυτόν. Να γινόταν λέει και με διάταγμα και νόμο του κράτους να απαγορευόταν να αναφέρεται κάπου η ηλικία του ανθρώπου, να μην την ήξερε ούτε ο ίδιος. Να ήταν τόσων χρόνων, όσο αισθανόταν και όσο άντεχε! * Ο Μάριος ούτε την επομένη, ούτε τη μεθεπόμενη βγήκε να πάει είτε στο σούπερ μάρκετ, είτε στο φαρμακείο να πάρει τα φάρμακά του που τού τελείωσαν και να 110


η πόρτα στα δεξιά

τού μετρήσουν επί τη ευκαιρία και την πίεση. Και αυτό, από φόβο μη και πάρει η Μαρία τηλέφωνο και δεν τον βρει. Η εβδομάδα στο τέλος της και η Μαρία έχοντάς τον καταφανώς ξεχάσει ολότελα, τον έκανε με την σιωπή της να συνειδητοποιήσει πλήρως την κατάσταση και κάπως να συνέλθει, να δει πώς έχει η πραγματικότητα, και να ηρεμήσει. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό να σου σκοτώνουν τα όποια όνειρα τόλμησες να κάνεις κάποιο πρωινό τ’ Απρίλη ακούγοντας μια φωνή ζεστή και οικεία από το τηλέφωνο. Και ενώ δεν την περίμενε πια, από το κτύπημα του τηλεφώνου κιόλας ήξερε ότι ήταν εκείνη –αν είναι ποτέ δυνατόν... «Γεια σας, κύριε Μάριε. Τι κάνουμε; Συγγνώμη που δεν σας πήρα και ανέθεσα τη δουλειά σε μία συνάδελφο, αλλά ήμουνα, θέλω να με πιστέψετε, κυριολεκτικά πνιγμένη, έτρεχα και δεν έφτανα, που λένε. Και πάλι συγγνώμη γι’ αυτό που θα σας πω τώρα, μα τα προς πώληση σκεύη μας έχουν εξαντληθεί. Αν έχετε αποφασίσει για κάτι, παρακαλώ μου δίνετε την παραγγελία σας και θα είστε στη λίστα από τους πρώτους που θα αγοράσουν μόλις παραλάβουμε». Και ο Μάριος ακούει κατάπληκτος τον εαυτό του να της λέει με αγωνία «Και μέχρι να γίνει αυτό, Μαρία μου, δεν θα ξανά ακούσω τη γλυκιά σου φωνή που ομόρφυνε τη ζωή μου;...» Και η Μαρία, χωρίς το “κύριε” και χωρίς πληθυντικό, τού απαντάει «Εγώ δεν έχω πρόβλημα, αν θέλεις σου τηλεφωνώ και κάθε ημέρα. Μου είναι ξέρεις πολύ ευχάριστη η τηλεφωνική μας συντροφιά, αλήθεια σου λέω». 111


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Το πώς απέφυγε το εγκεφαλικό ο άνθρωπος, ούτε ποτέ το κατάλαβε, ούτε ποτέ πίστεψε πώς ήταν τόσο ευλογημένος. Για πότε όρμησε η άνοιξη στο σπίτι του και στην καρδιά του, για πότε ξαναβρήκε τα κέφι του να τραγουδάει και να στριφογυρνά με χορευτικές φιγούρες από χρόνια ξεχασμένες... Και πράγμα απίστευτο, από μέσα του ανάβλυσε η έμπνευση –είχε και κάποιο ταλέντο συγγραφικό– και άρχισε να γράφει, να γράφει... Γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα σε χρόνο allegro vivace, το στέλνει στη Μαρία με email να το διαβάσει να του πει τη γνώμη της, που αυτή μετρούσε πάνω απ’ όλα, αφού απ’ αυτήν πήγασε και γι’ αυτήν γράφτηκε. Η απάντησή της, ακόμη μία έκπληξη. «Μάριε, υπέροχο, δεν το πιστεύω. Το διάβασα μονορούφι, ξενύχτισα μα άξιζε την αϋπνία μου. Αυτό το παθαίνω σπάνιες φορές και μία από αυτές ήταν και τούτη... Εσύ, χρυσέ μου, έχεις συγγραφικό ταλέντο, είναι δυνατόν να μην το ήξερες; Αν θέλεις τη συμβουλή μου σε προτρέπω να γράψεις σε δεύτερο βιβλίο τη συνέχεια. Σκέψου το σοβαρά...» Του έβαλε ιδέες και έπεσε με τα μούτρα στο γράψιμο. Έγραφε ιστορίες, που γεννούσε μεν το μυαλό του, αλλά που θα πρέπει να υπήρχαν εν υπνώσει εκεί μέσα. Και βέβαια η ζωή του άλλαξε όλη. Τελείως όμως, και ο ίδιος δεν ήταν πια ο Μάριος που γνώριζε. * Τη Μαρία τη γνώρισε και δια ζώσης, επιτέλους. Σε ένα από τα πυκνά τους τηλεφωνήματα του ανακοίνωσε ότι κατεβαίνει στην Αθήνα και θα ήθελε να συναντηθούν αν το επιθυμούσε και εκείνος... Άκου αν ήθελε!... Αυτός θα έδινε και τη μισή από τη ζωή που του απέ-

112


η πόρτα στα δεξιά

μεινε για να τη δει και αν γινόταν λέει, να τη αγκαλιάσει να τη φιλήσει, να... Τέλος πάντων! Και αμέσως μετά έπεσε σε βαθιά μελαγχολία συνειδητοποιώντας την απογοήτευση εκείνης σαν θα τον έβλεπε. Θα ξέφτιζε σιγά σιγά η σχέση τους, ήταν σίγουρο αυτό και θα κατέληγε να σβήσει ολοκληρωτικά στο εγγύς μέλλον. Γιατί εκείνη θα είχε φαντασιωθεί μια του εικόνα, που πολύ θα απείχε της πραγματικής. Αλλά πάλι, ο Μάριος δεν της είχε ποτέ κρύψει την ηλικία του. Μια μας παράλειψη είναι ότι δεν αναφέραμε μέχρι τώρα, ότι η Μαρία έμενε μακριά, στη Αλεξανδρούπολη και γι’ αυτό δεν είχαν συναντηθεί... Μα είναι δυνατόν να στέκει μια τέτοια δικαιολογία; Πού ήταν η Αλεξανδρούπολη στην Αμερική; Τέλος πάντων, αυτό είχε συμβεί, ίσως γιατί και οι δύο και ο καθ’ ένας χωριστά, για τους δικούς του λόγους, καθυστερούσε αυτό το σμίξιμο. Αυτή η δικαιολογία, μάλιστα Στέκει. Της είπε «Μαρία μου, πόσο χαίρομαι που θα έρθεις και μάλιστα για να μείνεις, όπως είπες, για λίγες ημέρες στο κλεινό μας Άστυ. Και δεν θέλω να με παρεξηγήσεις εάν σου προτείνω να έρθεις να σε φιλοξενήσω σπίτι μου...» «Μάριε, Μάριε τι λες; Και η οικοδέσποινα που αποφεύγεις συστηματικά να μου την αναφέρεις, τι θα πει;» «Η οικοδέσποινα, Μαρία μου, έχει φύγει εδώ και χρόνια...» «Για να πάει πού, καημένε μου φίλε; Πώς και δεν μου είπες τίποτα μέχρι τώρα; Πού πήγε λοιπόν; Σε εγκατέλειψε; Δεν βαριέσαι, ούτε ο πρώτος είσαι, ούτε ο τελευταίος. Αφού πέρασαν και τα χρόνια όπως λες θα έχει μετριαστεί και ο πόνος. Πού ξέρεις, μπορεί μια μέρα να γυρίσει». 113


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Πω πω, χείμαρρος είσαι, κορίτσι μου. Η οικοδέσποινα έφυγε για κει απ’ όπου κανείς δεν έχει γυρίσει ποτέ πίσω. Εκεί που θα πάμε όλοι μας εκόντες άκοντες μια μέρα Μαρία μου. Ήταν αυτοκινητιστικό δυστύχημα αυτό που της πήρε τη ζωή...». «Πόσο λυπάμαι, καλέ μου. Πόσο πολύ λυπάμαι... Αλλά για στάσου, θυμάμαι καλά όταν σε πρωτογνώρισα ότι μια σας φίλη, μου είπε να της δώσω τα χαιρετίσματά της...» «Ναι κι εγώ το θυμάμαι. Ήταν τόσο πολύ “φίλη” που δεν ήξερε ότι η Νίνα είχε πεθάνει εδώ και τρία χρόνια! Τι σου είναι όμως μερικοί άνθρωποι. Λένε ψέματα με τέτοια ευκολία! Αλλά και πάλι δεν θέλω να την κατηγορήσω την Ελένη. Μπορεί γι’ αυτήν να μετράει αλλιώς ο χρόνος. Σου είπε ότι είδε τη Νίνα πριν λίγο καιρό μόλις, γιατί απλά της ήταν τόσο αδιάφορη που δεν είχε συνειδητοποιήσει το μεγάλο διάστημα που είχε να τη δει, ή να την ακούσει... Ενώ άνθρωπο που αγαπάμε, κάνουμε δυο μέρες να τον δούμε και μας φαίνεται χρόνος. Ανθρώπινες σχέσεις... Τι να πεις!...» «Δίκιο έχεις, Μάριε, δίκιο. Όμως όχι. Σπίτι σου δεν μένω. Είναι επικίνδυνο. Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, ντρέπομαι που το λέω, μα σου το εκμυστηρεύομαι γιατί ξέρω ότι θα με καταλάβεις και δεν θα με παρεξηγήσεις. Έκλεισα ξενοδοχείο κάπου στο κέντρο. Τα λέμε, φίλε μου, αύριο πάλι. » «Αύριο, κοριτσάκι, αύριο. Αρχίζω να μετράω τις ώρες και να προετοιμάζω την καρδιά μου. Γεια σου». Και επειδή ο Μάριος τις λέξεις της Μαρίας όχι μόνο τις έφερνε και τις ξανά έφερνε στο μυαλό του, αλλά τις φιλτράριζε μία προς μία, ψάχνοντας για κρυφές γωνιές και 114


η πόρτα στα δεξιά

νοήματα, αναρωτήθηκε τι να εννοούσε με εκείνο το “επικίνδυνο”. Αν εννοούσε αυτό που στιγμιαία πέρασε από το μυαλό του, ήταν πολύ... συναρπαστικό γι’ αυτόν. Φοβόταν πιθανόν εκείνη, μη και ενδώσει σε κάτι περισσότερο; Άρα δεν τον θεωρούσε και τόσο χούφταλο πια. Και πολύ καλά έκανε, γιατί ο Μάριος στον τομέα αυτόν, είχε ακόμη ικανοποιητικότατες επιδώσεις. «Επομένως, φαντάρε;... ΗΘΙΚΟΝ;... » «Ακμαιότατον, κυρ-Λοχία μου... » Και ήρθε η μούσα του και ήταν ακριβώς όπως την είχε φανταστεί. Εκεί μεταξύ 45 και 50 ετών. Παντρεμένη, χωρισμένη, και αηδιασμένη με την ελαφρότητα των αντρικών αισθημάτων και συμπεριφορών. «Τουτέστιν, Μάριε, ας μιλήσουμε για οτιδήποτε θέλεις, πλην έρωτος. Ο Κύριος αυτός δεν με αφορά πλέον». «Για κοίταξε κάτι πράγματα, φίλε μου. Έχει λιγότερα από τα μισά μου χρόνια, πάνω κάτω, κορίτσι πράγμα δηλαδή και μισεί τον έρωτα που εγώ λατρεύω και με κάνει να γράφω βιβλία, που όπως με πληροφόρησε ένας φίλος εκδότης θα γίνουν best-seller αν αποφασίσω και τα εκδώσω», μονολόγησε ο υποψήφιος εραστής. «Μαρία μου, δεν θα προσπαθήσω να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη, ήσουν σαφής και το μήνυμα ελήφθη». «Δηλαδή συγγνώμη, διαφωνείς μαζί μου;» «Αν διαφωνώ ρωτάς; Φυσικά. Και οριζοντίως και καθέτως και διαγωνίως. Παντελώς αντίθετος με ό,τι είπες. Να σου πω κάτι, κοριτσάκι του καλοκαιριού; Ο έρωτας έχει μια ιδιομορφία. Δεν έρχεται κατόπιν παραγγελίας, ποτέ δεν τού την έχουν στημένη που λένε. Έρχεται απρόσμενα εκεί που δεν τον περιμένεις. Και αν εσύ νιώθεις παροπλισμένος, απογοητευμένος, ξοφλημένος, δεν του 115


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

καίγεται καρφί. Έχει δικό του τρόπο σκέπτεσθαι και δικά του μέτρα και σταθμά. Έναν τρόπο ίσως δυσνόητο για μας τα χωματένια ανθρωπάκια μεν, υπέροχο δε. Και ξέρεις, επειδή είναι αιώνιος, αθάνατος, τον Χρόνο δεν τον μετράει πάνω σου ημερολογιακά, το έχω ξαναπεί, αλλά υπολογίζει την άπλα, το χώρο που του δίνεις στην καρδιά και τη ψυχή σου, πράγμα που καμία σχέση δεν έχει με την ηλικία έτσι όπως την μετράμε εμείς. Πάρε εμένα για παράδειγμα. Του έχω δώσει στην καρδιά μου χώρο όσο ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και εσύ, δεν του δίνεις ούτε ένα εκατοστό, ούτε ίχνος χώρου. Τι να έρθει να κάνει σε έναν τόσο αφιλόξενο χώρο που δεν τον θέλουν; Αν (γιατί υπάρχει και ένα “αν”) και επειδή είναι πεισματάρης, έτσι και το θελήσει, βρίσκει τον τρόπο να αλώσει ακόμη και έναν τέτοιο χώρο σαν τον στενόχωρο δικό σου. Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε κοριτσάκι του Καλοκαιριού». «Ακούγονται ποιητικά και όμορφα τα όσα λες, μα και εγώ επιμένω. Τέλος τα περί έρωτος... Τι λες πάμε κάπου να φάμε; Η κουβέντα μου άνοιξε την όρεξη... έτσι μου συμβαίνει πάντα όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη με δύσκολα συναισθηματικά διλήμματα και νοήματα». (σημ, πόσο θα ήθελε ο Μάριος να ήταν η όρεξή της για κάτι άλλο και όχι για την ικανοποίηση του στομάχου. Μα προτιμήσεις είναι αυτές. Τι να κάνουμε; Και κάτι ακόμη. “Πρόσεχε” Μάριε. Μην εφησυχάσεις και μη χάνεις λεπτό την ικανότητά σου να διαβάζεις πίσω από τις λέξεις. Διάβολε, δεν μπορεί να της ξεφεύγουν αυτές οι σημαντικές λέξεις χωρίς να τις εννοεί. Χρίζουν και δεύτερης ανάγνωσης σίγουρα). «Ας απολαύσουμε το φαγητό μας. Το γεμάτο στομάχι είναι καλός σύμβουλος», είπε ο Μάριος και η Μαρία θαύ116


η πόρτα στα δεξιά

μασε τους άψογους τρόπους του. Ήξερε πώς να περιποιηθεί μια κυρία και, το κυριότερο, να την κάνει να πιστεύει ότι ήταν γι’ αυτήν υπερήφανος, ότι ήταν το κέντρο του κόσμου του. Ο τρόπος ο άψογος που της τράβηξε την καρέκλα να καθίσει πρώτα αυτή, ο τρόπος της έγκρισης του κρασιού που του έδωσε να δοκιμάσει ο σεφ, ο κατάλογος που της έδωσε να διαλέξει το φαγητό και για τους δυο τους, άσχετα αν ίσως οι προτιμήσεις του μπορεί και να ήταν διαφορετικές, έδειχναν ότι έχεις να κάνεις με έναν gentleman του τύπου που πάντα ελκύει τη γυναίκα. Έδειχνε σαν ένας bon viveur o οποίος, καθώς φαίνεται, μετά το θάνατο της γυναίκας του αφέθηκε να βουλιάζει σε μιαν ανυπαρξία, σε μια μοναξιά, και τώρα σαν να έβρισκε εξ αιτίας της Μαρίας το χαμένο γοητευτικό και ανεπιτήδευτο εαυτό του. Τίποτα πάνω του δεν ήταν άχαρο ή παράταιρο και επίκτητο. Η Μαρία ενθουσιάστηκε. Μέχρι σήμερα, στα 49 της χρόνια, κανείς δεν την είχε κάνει να νιώθει σαν βασίλισσα, όπως τούτος εδώ ο φίλος της ο Αθηναίος που τον γνώρισε χάρις σε ένα ευλογημένο τηγάνι. Και χωρίς κανείς από του δύο τους να το περιμένει ή να το έχει προσχεδιάσει, εκείνη σκύβει και εναποθέτει ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο του συνοδού της, λέγοντάς του συγχρόνως «Μάριε, μου αρέσεις, μου αρέσεις πολύ... Ορίστε το είπα... Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να ξέρουμε και που βρισκόμαστε», του είπε ανταποδίδοντας μια παρόμοια φράση που είχε εκείνος πει πρωτύτερα. Και δεν μίλησε κανείς. Σε μια τέτοια στιγμή τι ωραιότερο υπάρχει, αλήθεια, να πεις από τα λίγα λεχθέντα και τα περισσότερα ανείπωτα! Έφαγαν με όρεξη, με ζεστασιά. Το κρασάκι βοήθησε 117


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να χαλαρώσουν περισσότερο και τα 25 τόσα χρόνια διαφοράς τους πήγαν περίπατο. Κανένας από τους δύο δεν τα έλαβε υπ’ όψη του, ούτε καν ο εβδομηντάρης Μάριος που ένα από τα πιστεύω του ήταν να μην υπάρχει διαφορά ηλικίας σε ένα ζευγάρι. Αυτός και η Νίνα, είχαν μια ελάχιστη διαφορά δύο χρόνων που ήταν εκείνη μεγαλύτερη. Με τούτη εδώ τι γίνεται, μπάρμπα; Όταν δηλαδή εσύ τελείωσες το πανεπιστήμιο και μετά το στρατιωτικό σου, η Μαρία μόλις γεννήθηκε. Δεν θα μπορούσε λες να είναι κόρη σου; Δεν είναι όμως, πώς να το κάνουμε. Είναι η μούσα σου και είσαι ερωτευμένος μαζί της δυστυχώς... Μετά το φαγητό χώρισαν, η Μαρία είχε κάτι δουλειές επαγγελματικές να διεκπεραιώσει και έδωσαν ραντεβού για τις 8 το βράδυ να πάνε στο θέατρο. Δε θα το πιστέψετε, αλλά ήταν ένα ωραίο ζευγάρι παρά το ότι άλλο θα πίστευε κανείς. Ένα ζευγάρι σαν νόμισμα παλαιάς κοπής. Ξέρετε. Ο γκριζομάλλης γοητευτικός επιχειρηματίας, μετά της γοητευτικής πλην πτωχής νεαράς κυρίας... Εκείνην την πάλαι ποτέ ρομαντική εποχή όπου το θέαμα ενός τέτοιου ζευγαριού δεν σόκαρε, ήταν κάτι το σύνηθες, που το εμπέδωνες και στις μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες. Οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές αυτό είχαν σαν θέμα. Καταλάβατε ελπίζουμε. Κωσταντάρας πχ ερωτευμένος με τη Βαλσάμη, που μπορεί να ήταν και εγγονή του στα χρόνια. Και έβλεπες σκηνές ερωτικές χωρίς να σου ανακατεύεται το στομάχι. Ίσως γιατί αυτή ήταν η ενδόμυχη σκέψη του σεναριογράφου, που πάντοτε ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Και ναι μεν διακωμωδούσε τον έρωτα του... σιτεμένου πλην γοητευτικού άντρα με μία μικρούλα, αυτός όμως ήταν και ο ανομολόγητος πόθος του. Όρκο δεν παίρνουμε πάντως... 118


η πόρτα στα δεξιά

Με το που απέκτησε χρώμα ο κινηματογράφος άλλαξαν θαρρείς και οι ανθρώπινες σχέσεις. Δεν σε ξενίζει να δεις το ανάποδο σκηνικό. Μια ζουμερή 50άρα αγκαλιά με ένα τζόβενο και αναρωτιέσαι, καθόλου έκπληκτος, άραγε γιος της ή το... αγόρι της!!! Κάθε εποχή με τα δικά της και οι άνθρωποι είτε αποκαλούνται μοντέρνοι, είτε παλαιάς κοπής... Οι σχέσεις τους λοιπόν ακολούθησαν μια πορεία ζεστής οικειότητας. Συζητούσαν ώρες ατέλειωτες, συναντιόντουσαν μια δυο φορές τη διμηνία και οι συναντήσεις αυτές έδιναν στο Μάριο καύσιμα αρκετά, για να παίρνει μπρος η μηχανή της έμπνευσης. Δεν τον ενδιέφερε αν θα εκδίδονταν ή όχι τα έργα του, αρκούσε η ισορροπία που είχε βρει στη ζωή του. Άδειαζε την ψυχή του στο χαρτί πλάθοντας ιστορίες μυθοπλασίας, που όμως όλες σχεδόν ξεκινούσαν από μία αληθινή βάση πάντα. Και αισθανόταν καλά. Το γράψιμο του έγινε έξη. Από το πρωί που σηκωνόταν, με τη τσίμπλα ακόμα στο μάτι, καθόταν στον υπολογιστή και έγραφε, έγραφε απορώντας πού στην ευχή ήταν κρυμμένα όλα αυτά που τώρα τα έβλεπε τυπωμένα στο χαρτί. Ούτε η τηλεόραση τον ενδιέφερε πια, ούτε το καφενείο με την πρέφα και το τάβλι που έπαιζε με τους συνομήλικους φίλους του. Ούτε η βόλτα που έβγαζε τον σκύλο ενός γείτονα που περπατώντας μαζί του έκανε καλό και στον ίδιο τον ενδιέφερε πια. Τελικά έκανε αυτό που συμβούλευε ο Καζαντζάκης: “Πήρε μια παλέτα, μπογιές, χρωματιστά μολύβια, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπήκε μέσα.” Έγραφε διηγήματα αστυνομικά, μυστηρίου, ερωτικά, κοινωνικά, νουβέλες, μυθιστορήματα, δοκίμια, τα πάντα, 119


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ενθουσιάζοντας τον κόσμο του. Σπάνια, πολύ σπάνια, όταν τα χέρια και η πλάτη του κουράζονταν από το στήσιμο στον υπολογιστή και δεν μπορούσε να γράψει άλλο, μην έχοντας τι να κάνει, αφού όλα τα άλλα τα είχε διώξει από τη ζωή του, τον έπιανε μια μελαγχολία και μια αίσθηση απέραντης μοναξιάς... Μα άρχισε να καταλαβαίνει σιγά σιγά ότι αυτή η συνεχής ενασχόληση με τον εαυτό του η ενδοσκόπησή του και η κουβέντα με τους ήρωές του, δεν ήταν και κάτι απόλυτα υγιές, είχε ξεπεράσει το μέτρο. Ήταν όμως αργά να σταματήσει. Αυτό θα γινόταν μόνο όταν δεν θα είχε κάτι να πει και καθώς φαίνεται είχε πολλά ακόμη να δώσει. Η ζωή του είχε ξεστρατίσει σε έναν κόσμο που είχε φτιάξει ο ίδιος γιατί ο πραγματικός δεν του άρεσε πια αφού έβλεπε ότι δεν μπορούσε να έχει εκείνην έτσι όπως την ήθελε. Φαινομενικά, οι σχέσεις τους σε τίποτα δεν είχαν αλλάξει, στην ουσία όμως, είχε φύγει εκείνος ο αδιόρατος ερωτισμός που έδινε στο Μάριο την έμπνευση. Η Μαρία ήταν πια μια φίλη του πολυαγαπημένη, δική του, μα όπως και αν το κάνουμε “φίλη”. Δεν ήταν εκείνο το όνειρο που είχε ορμήσει στη ζωή του, δεν ήταν το τελευταίο του τανγκό που θέλησε και πίστεψε αφελώς ότι μπορούσε να το χορέψει μαζί της. Τα γραφτά του όμορφα, μα ένα έμπειρο μάτι θα έβλεπε ότι ο έρωτας ο απελπισμένος, ο εξιδανικευμένος, ο απραγματοποίητος είχε φύγει απ’ αυτά. Και βέβαια το λάθος, αν έτσι έπρεπε να το πούμε, δεν ήταν δικό του. Για να έρθει να δικαιωθεί μια αλήθεια, ότι ναι μεν “σ’ αγαπώ”, “με αγαπάς”, ροζ συννεφάκια και ποιήματα, μα η κινητήριος δύναμη είναι το σεξ, όχι βέβαια εκείνο το βαρετό που έχει γίνει ρουτίνα, αλλά το φευγάτο, 120


η πόρτα στα δεξιά

το σαγηνευτικό, το ερωτικό που σε τρελαίνει και σε απογειώνει, που είναι περισσότερο επιταγή του μυαλού παρά του κορμιού και που δυστυχώς δεν είχε εισβάλει στη ζωή τους. Πώς να το κάνουμε, εκείνη στην κορύφωση του καλοκαιριού της και εκείνος στο μέσον του χειμώνα του. Αδύνατη η εξίσωση. Και αν θέλουμε να είμαστε σωστοί και δίκαιοι ούτε και όμορφη θα ήταν. Άφησε που ήταν και θέμα υγείας για κείνον περισσότερο. Πώς να το κάνουμε, εβδομήντα χρόνια καβατζαρισμένα, στην προσπάθειά τους να φτάσουν την κορυφή, στο Μύτικα του Ολύμπου, θα άντεχε η καρδιά τους; Με ποια συχνότητα θα μπορούσε να γίνει αυτό; Για εκείνον μια στις τόσες αρκετή. Για εκείνη; Εκτός και αν δεν ήταν και τόσο φαν του σπορ της ορειβασίας. Γιατί υπάρχουν και τέτοιες ιδιοσυγκρασίες. Τα θέματα όμως αυτά είναι πολύ λεπτά και αυστηρώς προσωπικά και δεν θα μάθουμε ποτέ αν η Μαρία ανήκε σ’ αυτήν τη κατηγορία. Μπορεί ένας έρωτας να την είχε πληγώσει τόσο που να της είχε προκαλέσει ανήκεστο... βλάβη στα αισθηματικά γι’ αυτό και δεν ενέδωσε. Στην αρχή της γνωριμίας τους δεν του το είχε δηλώσει; Πώς και εκείνος δεν το σπουδαιολόγησε και αφέθηκε να κάνει όνειρα; Η φιλία τους συνεχίστηκε και κράτησε αρκετά ακόμη χρόνια... Πόσο ωραιότερο θα ήταν αν η σχέση τους είχε πάρει τη μορφή που κι εμείς προσδοκούσαμε γι’ αυτούς. Όμως δυστυχώς, κατέληξε να είναι μια ιστορία συνηθισμένη. Μια συμπαθητική ανθρώπινη σχέση. Και αυτός είναι ο λόγος που κάπου εδώ την κλείνουμε τη διήγηση, μετά μεγάλης μας λύπης. Μια σοφή παροιμία λέει: «Κάθε τι στην ώρα του κι ο 121


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κολιός τον Αύγουστο». Σύμφωνοι. Μα είναι το πάθος, αυτό που ένα μυθιστόρημα το κάνει θελκτικό. Μπορεί τέλος τέλος, να μην έφταιγε η ηλικία και να είχε την ίδια έκβαση η ιστορία, έστω και αν ο Μάριος ήταν νέος. Ή ανήκεστος που λέγαμε;... Αυτό! Ίσως, όταν εκείνος θελήσει, θα μεταφέρει στο χαρτί αυτό το κομμάτι της ζωής του και θα του δώσει αυτό το στοιχείο που δεν ήταν τυχερό να το ζήσει και να το στολίσει με μπόλικη φαντασία, ρομαντισμό, χρυσόσκονη και κάντιο. Ένα είναι το σίγουρο πάντως, ότι θα κρατήσει τον έρωτα αυτόν καλά φυλαγμένο στην καρδιά του και θα είναι γι’ αυτόν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης μέχρι να σταματήσει να γράφει, να γράφει, να γράφει... Αυτό δεν μπορεί να του το στερήσει κανείς. Δεν έχει να κάνει με ηλικίες και όρια χρονικά. Η φαντασία, τροφοδοτώντας την καρδιά με όνειρα, την κρατά πάντα νέα. Κάπου είχε διαβάσει κάτι ωραίο: “Τα γεράματα δεν σε προστατεύουν από τον έρωτα. Ο έρωτας σε προστατεύει από τα γεράματα”. Μεγάλη αλήθεια. Ακόμη και αν είναι, αυτό που λέμε, έρωτας πλατωνικός.

122


Η

Η σκιά

μέρα ηλιόλουστη, χαρά Θεού. Η Έλλη κάθεται στην κουκλίστικη κουζινίτσα της. Τακτοποιεί τους λογαριασμούς της, που είναι η μόνιμη μα και μοναδική επαφή της με τα ΕΛ.ΤΑ. Μια επαφή που ποτέ δεν τη ξεχνά την Έλλη! Την επισκέπτεται ανελλιπώς μια φορά το μήνα ή το δίμηνο. ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, χώρια οι άλλοι λογαριασμοί που της δίνονται ιδιοχείρως: κοινόχρηστα, φάρμακα, χασάπης, σούπερ μάρκετ, τα ελέη του Θεού! Τι να λέμε τώρα... Τι της απομένει την κάθε φορά, αν θελήσει να πάρει κανένα σουβλάκι, άντε και καμιά πίτσα πού και πού; τίποτα. Οι αποδείξεις που ζητάει το Υπουργείο των Οικονομικών από τις περισσότερες των προαναφερθεισών υπηρεσιών άντε και από κανένα κομμωτήριο για κούρεμα μια φορά την τριμηνία, δεν φτάνουν για την απαιτούμενη φορολογική απαλλαγή της. Δε βαριέσαι. Θα κάνει ό,τι μπορεί. Θα ζητήσει καμιά περισσευούμενη απόδειξη από τα παιδιά της, θα μαζέψει δυο τρεις πεταμένες πλάι στο ταμείο του φούρνου ή του μπακάλη. Θα τα καταφέρει, πού θα πάει; Γιατί, για να μαζέψει από άλλες υπηρεσίες, όπως πχ από ηλεκτρολόγους και υδραυλικούς, αδύνατον, άσε που αυτοί ουδέποτε δίνουν, αλλά λόγω του ότι για να τους πληρώσει δεν έχει, αναγκαστικά και υδραυλικός έχει η ίδια γίνει, μα και ηλεκτρολόγος. Μέχρι που καμιά μέρα θα πάθει καμιά ηλεκτροπληξία και θα πάει καλιά της, μιας και στην δική της Σχολή δεν της τα έμαθαν σωστά τα μα123


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στορέματα. Κατάντια και των γονέων. Τι να πεις! Εκεί που κάθεται, σαν να αισθάνθηκε ένα αεράκι στην πλάτη της. Το παράθυρο της κουζίνας της ορθάνοιχτο να φύγει η μυρωδιά του κουνουπιδιού, που ναι μεν της αρέσει να το τρώει όχι όμως και να το μυρίζει. Σηκώνεται να το κλείσει το πλατύ παράθυρο, ήταν και Φλεβάρης μήνας και παρά τη λιακάδα έκανε αρκετό κρύο, το μετανιώνει, λέει να το αφήσει ανοιχτό ακόμη λίγο. Σαν να της φάνηκε μια σκιά να περνά μπροστά από το οπτικό της πεδίο και υπέθεσε ότι κάποιο από τα εγγόνια της θα φαινόταν μπροστά της από στιγμή σε στιγμή καθώς ήταν η ώρα που σχολούσαν και περνούσαν να της πουν ένα γεια ως συνήθως. «Εσύ είσαι, Αλέξανδρε; Όλγα, εσύ;» Μη παίρνοντας απάντηση και απορώντας γιατί, σηκώνεται να δει τι συμβαίνει και δεν απαντούν. Κοιτάζει. Κανείς. «Άλλο και τούτο», μουρμουρίζει. «Άρχισαν τα μάτια μου να βλέπουν σκιές στο σπίτι μου μέσα; Βλάβη των ματιών ή του μυαλού μου;» Ρίχνει μια ματιά και στα δωμάτια μη και τα πιτσιρίκια της κάνουν καμιά πλάκα. Κανείς. «Έλα, Θεέ μου», μουρμουρίζει και κουνώντας το κεφάλι της σκεπτική, ξαναγυρίζει στην κουκλίστικη κουζίνα της που την έλουζε ο ήλιος γενναιόδωρα μέσα από το ορθάνοιχτο παράθυρο. Ώρα να το κλείσει πια. Γυρίζει στο τραπέζι της και μένει με το στόμα της τώρα ορθάνοιχτο, σαν του ορθάνοιχτου παραθύρου τα τζάμια! Το πορτοφόλι της και τα χρήματα της σύνταξής της έτσι, όπως προ ολίγου τα είχε πάρει από την τράπεζα, άφαντα! «Α, δεν πάω καθόλου καλά σήμερα», μονολόγησε. «Τη μια βλέπω σκιές, την άλλη ξεχνώ πού έβαλα τα χρήματά 124


η πόρτα στα δεξιά

μου, είχε και η συγχωρεμένη η γιαγιά μου μια μαλάκυνση του εγκεφάλου. Ον εστί μεθερμηνευόμενο, αλτσχάιμερ... Ώρες είναι να μου κτυπά την πόρτα η κληρονομικότητα... Υπέροχα. Έχουν και οι γιατροί απεργία, άντε και να δω τι θα κάνω. Και θα αρχίσουν τα παιδιά να με μαλώνουν: “Είδες τι παθαίνεις που δεν βγαίνεις έξω; Τα ’δες που δεν περπατάς;” Για ό,τι και αν μου συμβαίνει αυτή είναι η επωδός: “Έκανες διάδρομο; –Όχι; –Ε, γι’ αυτό βλέπεις σκιές!” Τι να πεις; Μα τώρα πάλι, εδώ δεν ήταν που μετρούσα τα λεφτά μου και αναρωτιόμουνα αν περισσέψει τη φορά αυτή κανένα ευρώ;» Αρχίζει λοιπόν να ψάχνει απεγνωσμένα παντού. Μα τελικά κατάλαβε το απίστευτο. Δεν επρόκειτο για απώλεια μνήμης, αλλά περί θρασύτατης κλοπής μέσα στο ίδιο της το σπίτι με αυτήν την ίδια παρούσα. Και ο κλέφτης; Πού είναι ο κλέφτης; Έλα μου ντε; Πού ’ντον; Και πώς μπήκε; Και από πού μπήκε; Και πώς έφυγε χωρίς να έχει την καλοσύνη να με σακατέψει στο ξύλο, κατά τα ειωθότα όπως βλέπουμε καθημερινά να γίνεται στην TV; Ευγενέστατο παιδί, όχι σαν τους αγροίκους συναδέλφους του. Ο Θεός να τον έχει καλά... Και... καλεί την αστυνομία! Έρχονται δύο υπέροχα παιδιά και η κυρία Έλλη τους περιγράφει λεπτομερώς τη σκηνή που και εμείς περιγράψαμε λίγο πριν. Οι νεαροί αστυφύλακες τη λυπήθηκαν τη σεβάσμια κυρία που τους άκουγε αποσβολωμένη να της λένε ότι έπεσε θύμα κλοπής από τη “ΣΚΙΑ”. Έτσι αποκαλούσαν τον κλέφτη που λυμαίνονταν την περιοχή με πανομοιότυπο με τον δικό της τρόπο. «Μα καλά, η ΣΚΙΑ δεν προέρχεται από μια υλική υπόσταση; Τι είναι, φάντασμα; Εγώ, ούτε είδα, ούτε 125


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

άκουσα κανέναν να μπαίνει ή να βγαίνει από το σπίτι μου και ειδικότερα από την κουζίνα μου. Ο δε χρόνος που περίεργη σηκώθηκα να δω γιατί δεν απαντούν τα εγγόνια μου, δεν θα ήταν παραπάνω από ένα λεπτό. Και πολύ λέω». «Κυρία μου, για το φίλο μας τον επονομαζόμενο ΣΚΙΑ, ο χρόνος της εκάστοτε κλοπής του ποτέ δεν υπερβαίνει τον χρόνο που μας λέτε. Και αυτός είναι και ένας από τους πολλούς λόγους που δεν έχουμε δυστυχώς καταφέρει να τον τσακώσουμε μέχρι τώρα, πράγμα για το οποίο δεν είμαστε καθόλου υπερήφανοι μα την αλήθεια. Αφού ο αρχηγός σκέπτεται να τον επικηρύξει με κάποιο ποσό για να πιαστεί και να μη ρεζιλευόμαστε άλλο.» Έμειναν με την κυρία Έλλη λίγο περισσότερο απ’ ό,τι επίτασσε το καθήκον τους, γιατί την λυπήθηκαν τη γυναίκα, έτσι που την είδαν απελπισμένη. Καινούρια ήθη στους αστυνομικούς κύκλους. Ευπρόσδεκτα και μπράβο τους. Εκείνη τους έκανε όχι μόνο ένα μερακλίδικο καφεδάκι αλλά τους έκανε και φίλους της. Τελειώνοντας δε την κουβέντα της, τους είπε το παράπονό της. «...Και καλά η κρίση που δε μας αφήνει να έχουμε ήσυχα γεράματα, αμ να έχουμε και την κλεψιά; Σας υπόσχομαι αγόρια μου ότι εγώ, δεν πρόκειται να καθίσω με σταυρωμένα τα χέρια να ακούω για σκιές και σαχλαμάρες. Εγώ τον κλέφτη θα τον βρω. Εκείνος με ρώτησε πώς θα τα βγάλω πέρα αυτόν το μήνα;» Οι νεαροί αστυφύλακες την ευχαρίστησαν και έφυγαν χαμογελώντας της ζεστά για το “χιούμορ” της. Πώς αλλιώς να χαρακτήριζαν την υπόσχεσή της ότι θα καθάριζε τον τόπο από τις ΣΚΙΕΣ που σκέπαζαν απειλητικά, πράγματι, τη γειτονιά της, όταν αυτοί, παρά τις περιπολίες 126


η πόρτα στα δεξιά

τους, παρά τις παγίδες που του έστηναν, δεν είχαν καταφέρει το παραμικρό; * Οι επόμενες ημέρες δεν έμοιαζαν διόλου με την ημέρα εκείνη την ηλιόλουστη του άσχημου για την κυρία Έλλη συμβάντος. Τις Αλκυονίδες ημέρες του Φλεβάρη διαδέχθηκε μια μουντάδα, μια βαριά συννεφιά και ένα παγωμένο ψιλόβροχο που σου περόνιαζε τα κόκαλα. Μωρέ, και πάλι καλά να λες. Και τι ήταν αυτός ο καιρός μπροστά στη θεομηνία που μάστιζε την υπόλοιπη Ευρώπη και την Αμερική; Να βλέπεις τις καταστροφές και να λες δεν είναι δυνατόν. Ολόκληρες περιοχές παραθαλάσσιες, άλλες παραποτάμιες, να πνίγονται στα νερά, να εξαφανίζονται περιουσίες και σπίτια, από έναν πρωτόγνωρο χειμώνα. Η κατάσταση στην Ελλάδα υπό ομαλότατες και φυσιολογικές για την εποχή συνθήκες. Ευλογημένος τόπος, πάει και τελείωσε. Έχουμε βέβαια κι εμείς τα δικά μας, που και που κανένα ταρακούνημα, αλλά και σε αυτή την περίπτωση τα ρίχτερ σχετικά λίγα. Κάτι ήξεραν που είχαν διαλέξει τον τόπο αυτό για κατοικία τους οι θεοί, οι ημίθεοι, και έτεροι... εκ των συγγενών τους, από αρχαιοτάτων χρόνων... Η ΕΜΥ έστελνε μέσω της μικρής οθόνης, ελπιδοφόρα μηνύματα ότι σε 3-4 ημέρες θα ανέβαινε και η θερμοκρασία, πράγμα που καταλάγιαζε κάπως τις γκρίνιες και τους τσακωμούς των κατοίκων με τους διαχειριστές των πολυκατοικιών. Ξέρεις τι θα πει, εσύ να λες «δεν πληρώνω κοινόχρηστα, δεν πληρώνω» και να σου κόβουν το καλοριφέρ ή ακόμη το ασανσέρ και να ανεβαίνεις μέχρι τον πέμπτο όροφο με τα πόδια; Υπομονή λοιπόν, κυρία Έλλη, λίγες μέρες. Θα ζεστάνει ο καιρός. Μα η κυρία 127


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Έλλη και κρύωνε, και δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει το σοκ και τη στενοχώρια της από την απώλεια του μισθού της. Γιατί, ναι μεν προσπαθούσε να κάνει υπομονή, μα οι λογαριασμοί της παρέμεναν απλήρωτοι και ελπίδα για θαύμα, από πουθενά. Με κίνδυνο να της κόψουν το φως, το νερό, το τηλέφωνο, ζήτησε και κατάφερε να κερδίσει από τις υπηρεσίες αυτές μία σχετική προθεσμία εξηγώντας ότι αδυνατούσε να είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις της, αυτή που μια ζωή δεν θυμάται να χρωστούσε σε κάποιον μια δραχμή. Περιόρισε το φαγητό της, τόσο σαν ποσότητα όσο και σαν ποιότητα. Από φάρμακα έπαιρνε και από τα ληγμένα της ακόμη. Δεν είχε να πληρώσει ούτε τη συμμετοχή της στο φαρμακείο και στερήθηκε – την απαραίτητη– για την ηλικία της θέρμανση ζητώντας από τον διαχειριστή να της σφραγίσουν το καλοριφέρ της για να αποφύγει μέρος των κοινοχρήστων. Δεν γινόταν αλλιώς. Έκοψε το κινητό τηλέφωνο. Και το σταθερό το είχε μόνο για ώρα ανάγκης. Κάποτε ήρθε η ημέρα της νέας μισθοδοσίας της. Θλιβερή επέτειος η ανάμνηση του συμβάντος, πριν ένα μήνα. Η ίδια σκηνή στην κουζίνα μέσα. Λαχανοντολμάδες τη φορά αυτή και το παράθυρο του υπερυψωμένου ισογείου πάλι ανοιχτό, να φύγει η μυρωδιά του λάχανου. Παραξενιά; Έχει λίγες παραξενιές η Έλλη, μεγάλη γυναίκα είναι. Πολύ προσεκτικότερη αυτή τη φορά. Ο φόβος φυλάει τα έρμα. Ναι μεν οι λογαριασμοί της απλωμένοι στο τραπέζι της, αλλά με τα χρήματα ασφαλισμένα σε μέρος απλησίαστο από εξωτερικούς εισβολείς, από ΣΚΙΕΣ, και συναφείς αλλόκοτες υπάρξεις. Έχουν γνώση οι φύλακες. Ο εγγονός της ο μικρός είχε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, 128


η πόρτα στα δεξιά

την “μονοπόλη”. Το άφησε σπίτι της. Ερχόταν και έπαιζαν μαζί. Αυτό της έδωσε μιαν ιδέα. Πλάι στα χαρτιά της και τους λογαριασμούς της, αφήνει τα ψεύτικα αντίγραφα χάρτινων νομισμάτων του παιχνιδιού, σε δέσμες των 5, 10, 20 και 50 ευρώ. Από μια κάποια απόσταση, δεν τα ξεχώριζες από τα αληθινά. Άρχισε να φέρνει βόλτες στο σπίτι μέσα, από την κουζίνα στην κρεβατοκάμαρα και τούμπαλιν έχοντας στήσει τρόπον τινά παγίδα και καρτέρι στον κλέφτη. Θα ξαναερχόταν, ήλπιζε. Γιατί όχι; Αυτοί οι επαγγελματίες κλέφτες, ξέρουν ακριβώς πότε υπάρχουν στο σπίτι χρήματα και ποιοι είναι οι αφελείς που νομίζουν ότι είναι ασφαλείς στο σπίτι τους μέσα. Είχε γλυκαθεί από την περασμένη φορά, γιατί να μη ξαναδοκίμαζε; Έτσι δεν κάνει πάντοτε ο ευχαριστημένος πελάτης; Σκέψεις ολίγον αφελείς βέβαια. Μα και τι είχε να χάσει; Δόκανο λοιπόν. Το διάβασμα τόσων βιβλίων της Αγκάθα Κρίστι ξύπνησε μέσα της ένα αφελές ντετεκτιβικό ένστικτο... Άρχισε να κρυώνει κάπως. Ο Μάρτης δεν αστειευόταν παρά τη λιακάδα. Ήλιος με δόντια που λένε. Αποφάσισε να σταματήσει το παιχνίδι. Ναι μεν ο δολοφόνος ξαναγυρίζει στον τόπο του εγκλήματος, μα η “ΣΚΙΑ” δεν μπορεί να μην είχε καταλάβει ότι παντού του είχαν στήσει παγίδες. Θα πρόσεχε πολύ. Ετοιμάζονταν να κλείσει το πλατύ παράθυρο. Από το χολ που βρισκόταν, είχε πλήρη οπτική επαφή με την κουζίνα. Άντε λοιπόν, Χριστιανή μου. Κλείσε το, το ρημάδι πριν πουντιάσεις γριά γυναίκα! Θυμήθηκε τον αστυφύλακα που της είχε πει ότι η χρονική διάρκεια της κλοπής από τη “ΣΚΙΑ”, ήταν μικρότερη του λεπτού. Και αν δε λειτουργούσε σαν ΣΚΙΑ αλλά εμφανιζόταν σαν... άνθρω129


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πος τη φορά αυτή, και της άνοιγε καμιά κουμπότρυπα πάνω στη μέση του κούτελου σαν Ινδή Μαχαρανή, με κανένα πιστόλι με σιγαστήρα για να μην ακουστεί η πιστολιά από τους συγκατοίκους; “Τέρμα οι προσπάθειες, οι αναμονές και οι παγίδες, Μiss Marple”, σκέφτηκε και ετοιμάστηκε να πάει κουζίνα μεριά για να κλείσει το παράθυρο, όταν βλέπει κάτι, που την αφήνει όχι κατάπληκτη, μα αποσβολωμένη. Ένα μακρύ καλάμι με ένα αγκίστρι στην άκρη του, έφερνε βόλτες στην επιφάνεια του τραπεζιού με ό,τι υπήρχε εκεί πάνω, ενώ η άλλη άκρη ήταν εκτός παραθύρου. Κατάλαβε αμέσως. Αστραπιαία τηλεφωνεί στο 100 από το κινητό της λέγοντας περιληπτικά μα μεστά, το τι ακριβώς συμβαίνει. Σε χρόνο ρεκόρ καταφθάνουν 5-6 περιπολικά και περικυκλώνουν την πολυκατοικία της Έλλης. Συλλαμβάνουν τον λωποδύτη “ψαρά” που προτιμούσε να “ψαρεύει” στα σπίτια αντί στη θάλασσα, λίγες δεκάδες μέτρα απόσταση από το σπίτι. Η πλάκα είναι ότι τον είχαν πιάσει ως ύποπτο και άλλες φορές, αλλά μη βρίσκοντας πάνω του κάτι το ενοχοποιητικό, παρά μόνο ένα καλάμι, τον άφηναν ελεύθερο. Δεν είχαν όμως καταλάβει ότι ψάρευε σε... παράξενα θολά νερά, με ένα καλάμι δικής του ευρεσιτεχνίας αυξομειωμένο, που στη μία άκρη του είχε ένα αγκίστριβεντούζα και από την άλλη κάτι σαν καθρέφτη που λειτουργούσε σαν κιάλι τέλος πάντων, κι έβλεπε πολύ καλά τι “ψάρευε” ο ευφάνταστος, ο ευφυής “ψαράς” χωρίς να αφήνει δακτυλικά αποτυπώματα και άλλα ίχνη. Μεγάλη η επιτυχία της αστυνομίας η σύλληψη του φαντομά. Και την χρωστούσε στην Έλλη. Η οποία ναι μεν έχασε ενός μηνός σύνταξη πριν ένα μήνα, απέκτησε όμως φίλους πι130


η πόρτα στα δεξιά

στούς και νεαρούς δια βίου. Οι οποίοι συχνά-πυκνά πίνουν το καφεδάκι τους μαζί της και αυτό είναι μια μεγάλη παρηγοριά για την Έλλη που λατρεύει τα ένστολα αυτά νιάτα. «Σας το είχα υποσχεθεί ότι θα βοηθήσω στη σύλληψη. Θυμάστε; Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να κρατήσω την υπόσχεσή μου...», τους είπε σχεδόν ευτυχής...

131


Ύ

Το λογιστικό λάθος

ψος: 1.63 το πολύ (για τα σημερινά δεδομένα απελπιστικά κοντός). Αδύνατος. Όχι κοκαλιάρης. Μαλλιά μαύρα, μακριά και ίσια. Μυαλό ξυράφι. Μάτια πρασινογάλανα και μεγάλα, που θαρρείς και έπιαναν το μισό του πρόσωπο. Γυαλιά αιωνίως με ραγισμένα τζάμια. Μόλις τα άλλαζε, την αμέσως επόμενη στιγμή συνέβαινε κάτι και δεν απόφευγε τη ζημιά. Οι κοπέλες του γραφείου τον είχαν υπό την προστασία τους. Έτσι αθώα χαζούλης που φαινόταν, τους ξυπνούσε το μητρικό ένστικτο, που η γυναίκα το έχει από τη στιγμή που αρχίζει να περπατά και να καταλαβαίνει τον κόσμο, χωρίς ποτέ κανείς να της το έχει διδάξει αυτό. Το ορμέμφυτο είναι ζωηρό και γι’ αυτό βλέπεις κοριτσάκια δίχρονα να παίζουν με την κούκλα και να προσποιούνται τη μαμά. Τους το δίδαξε κανείς αυτό; Θα μου πεις ίσως να μιμούνται τη φροντίδα της μάνας τους σε αυτά τα ίδια. Ε, μα τότε γιατί δεν κάνουν το ίδιο και τα αγοράκια; Όταν τον πρωτοέβλεπες, έτσι όπως ήταν μονίμως με ένα χαμόγελο καρφωμένο στα χείλη και με χαμηλωμένα μάτια σαν σου μιλούσε, αμφέβαλες για τη διανοητική του επάρκεια. Και όταν πάλι κανείς του έλεγε «Τι κρίμα, Γιωργάκη, τόσο ωραία μάτια να τα κρύβεις πίσω από άχαρα γυαλιά!». Απαντούσε «Μα κάθε τι ωραίο δεν το βάζουμε σε βι132


η πόρτα στα δεξιά

τρίνα;» Όταν για πρώτη φορά ήρθε στο γραφείο, παρά τις περγαμηνές που κουβαλούσε που άφησαν άναυδους τους διευθυντές και ιδιοκτήτες της εταιρείας, ήταν το παιδί για όλες τις δουλειές. Δεν έλεγε ποτέ όχι και αυτό όχι από δουλοπρέπεια αλλά από καλοσύνη και ευγένεια. Ήταν λογιστής, και το να φτιάχνει καφέδες και να ετοιμάζει τοστ σαφώς και δεν ήταν μέρος των σπουδών που είχε κάνει στο Πανεπιστήμιο. Κάποια φορά συνέβη κάτι με τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και η εφορία άρχισε κάτι περίεργα κυνηγητά. Να ήταν σκανταλιά των αφεντικών αποκλείεται. Αυτά τα δύο αδέλφια δούλευαν με το σταυρό στο χέρι, που λένε. Το πιο πιθανό ήταν να έφταιγε ο λογιστής που ναι μεν ερχόταν στην επιχείρηση δις τη εβδομάδα, το έφερε όμως έτσι η συγκυρία και όταν διαπιστώθηκε το λάθος ή “ατασθαλία”, κατά την καχύποπτη εφορία, να λείπει στο εξωτερικό. Τρελάθηκαν οι άνθρωποι. Τον βρήκαν στο κινητό του, τον πήραν, αλλά εκ του μακρόθεν πώς να ψάξει και τι να βρει; Τους συνέστησε έναν φίλο του ικανότατο λογιστή να κοιτάξει να δει τι συνέβη τελικά με τα έρμα τα βιβλία. «Θα του πείτε τι ακριβώς μας έχει προσάψει η εφορία, θα του μιλήσω κι εγώ και να μην ανησυχείτε καθόλου. Τη φωλιά μας δεν την έχουμε λερωμένη, κάποιο λάθος έχει γίνει». Μα ο άνθρωπος που ήρθε δεν κατάφερε να εντοπίσει το λάθος. Όντως τα βιβλία έδειχναν ως μη άψογα. Και οι έφοροι, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ίδρωναν τα αφτιά τους από τα παράπονα διαμαρτυρίας και δεν δέχονταν φακελάκια. Άνθρωποι σωστοί... Υπάρχουν και τέτοιοι. 133


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και τα πράγματα στριμόκωλα, τουτέστιν, δύσκολα... Τα αφεντικά ύποπτα και η ρετσινιά που σε λίγο θα ακουγόταν και παραέξω θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα την εικόνα της εταιρείας. Από τη μια στιγμή στην άλλη έγινε η επιχείρηση άνω κάτω. Έτσι παθαίνουν τα εμφράγματα τα τίμια και φιλότιμα, πλην ανύποπτα, ανυποψίαστα αφεντικά. Στα γραφεία να επικρατεί μια πρωτόγνωρη αναστάτωση που ακόμη και οι πιο παλιοί υπάλληλοι δεν θυμούνταν να έχουν ξαναζήσει. Κάποια ευλογημένη στιγμή πετάγεται ο Γιωργάκης την ώρα που σέρβιρε καφέδες στα αφεντικά κατά τη διάρκεια ενός κρίσιμου meeting με τους διευθυντές των διαφόρων τμημάτων και τολμά να πει με τα υπέροχα μάτια του κατεβασμένα σαν ντροπαλή αρσακειάδα της δεκαετίας του 1930: «Με συγχωρείς, αφεντικό, μπορώ να ρίξω μια ματιά στα βιβλία μας κι εγώ;» «Άσε μας, βρε Γιωργάκη. Τι να βρεις; Εδώ πνιγόμαστε και το καραμπινάτο λάθος που ελπίζαμε να βρούμε δεν το βρήκαν οι έμπειροι λογιστές. Θα το βρεις εσύ;» Είδε το Γιωργάκη που κατακόκκινος από την απαξίωση έκανε μεταβολή και έφυγε. Το αφεντικό όμως ήταν άτομο με ευαισθησίες και τους υπαλλήλους του τους σεβόταν, όπως και ο αδελφός του και μετάνιωσε για τα αυθόρμητα προσβλητικά λόγια που είπε στο νεαρό. Θυμήθηκε ότι ο νεαρός ήταν λογιστής, αλλά θέση λογιστή στην εταιρεία δεν είχε αναλάβει ποτέ. Στέλνει και τον καλούν να γυρίσει. «Συγγνώμη, Γιωργάκη (ανήκουστο. Ένας σπουδαίος επιχειρηματίας να ζητά συγγνώμη από τον “τελευταίο τροχό της αμάξης του”), δεν ήταν η πρόθεσή μου να σε

134


η πόρτα στα δεξιά

προσβάλω (γιατί όταν θέλουμε να απαξιώσουμε κάποιου την οντότητα τον προσφωνούμε Γιωργάκη, Γιαννάκη, Κωστάκη όταν δεν πρόκειται βέβαια για χάδι και έκφραση τρυφερότητας;). Ευχαριστώ, για την καλή σου πρόθεση μα μπορείς πράγματι να βοηθήσεις; Ωραία λοιπόν. Πήγαινε στο λογιστήριο και ψάξε και συ να δεις τι συμβαίνει». Είπε τα λόγια αυτά στο νέο, σαν για να πάρει πίσω τη προηγούμενη προσβολή του. Το είχαν σαν αρχή τα δύο αυτά αδέλφια να σέβονται τη δουλειά και την οντότητα των υπαλλήλων που είχαν στη δούλεψή τους. Γι’ αυτό και οι άνθρωποί τους εκεί μέσα δούλευαν με μεράκι ως εάν η επιχείρηση να ήταν δική τους. Σ’ αυτόν τον χώρο κανείς δεν θυμόταν να είχε προσβληθεί ή να απαξιωθεί. Όχι πως δεν γίνονταν υποδείξεις. Γίνονταν, με ευγένεια και με αγάπη. Όταν έδωσε λοιπόν την εντολή στο Γιώργο ούτε καν του πέρασε από το μυαλό ότι μπορούσε να βοηθήσει. Τα αφεντικά ήταν αυτό που λέμε γεροντοπαλίκαρα. Δεν είχαν παντρευτεί, δεν είχαν δικές τους οικογένειες. Όπως συνήθιζαν να λένε, για παιδιά τους είχαν τα παιδιά της εταιρείας. Καλά τώρα! Κατ’ ευφημισμό λεγόταν αυτό. Άραγε για ποιον δούλευαν οι Χριστιανοί; Άξιζε να περνούν τις αγωνίες της κρίσης ή τις απειλές της εφορίας καλή ώρα σαν και τώρα; Μπορούσαν να ζουν άνετα χωρίς να εργάζονται πια. Μα κάτι τέτοιο ούτε που να το ακούσουν. Γύρω στα 60 τους και θα αισθάνονταν παροπλισμένοι; Αποκλείεται. Η εταιρεία, τους κρατούσε όρθιους, ζωντανούς. Παράλληλα τόσοι άνθρωποι ζούσαν από τη δουλειά αυτή, που όπως είπαμε την φρόντιζαν σαν να ήταν δική τους. 135


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Ο Γιωργάκης, φανερά ικανοποιημένος και με αναπτερωμένο το ηθικό έφυγε από την αίθουσα των συνεδριάσεων. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Τελείωσε το κανονικό του ωράριο εργασίας, μα αυτός παρέμεινε στο λογιστήριο ζητώντας από τον κλητήρα τα κλειδιά. Μόλις τελείωνε τη δουλειά θα του τα πήγαινε, είπε, ο ίδιος στο σπίτι του. Στη Σχολή του είχε συνηθίσει να ακούει επαίνους και επιβραβεύσεις. Στη δουλειά του, ονειρευόταν, όταν θα άρχιζαν οι έπαινοι μια ημέρα, να συνοδεύονταν και από πράξεις. Αυτή θα ήταν η νίκη του. Οι πράξεις. Και πράξεις γι’ αυτόν σήμαιναν μια θέση στην εταιρεία, ανάλογη με το επίπεδο των σοβαρών σπουδών που είχε κάνει και όχι να κάνει καφέδες και τοστ. Αυτός ήταν ο στόχος του και μέχρι στιγμής ήταν ανεκπλήρωτος. Αυτό δεν είναι τραγικό, Γιωργάκη. Τραγικό θα ήταν να μην έχεις στόχους. Εδώ και τόσες ώρες έχει χωθεί στα βιβλία και ψάχνει να βρει μιαν άκρη. Μάταια, κανένα φως. Απελπισμένος, ετοιμάζεται να τα παρατήσει, όταν ξαφνικά, το βρήκε... Αστείο, μα ήταν κάτω από τη μύτη του τόση ώρα. Και ήταν τόσο απλό. Μα τα απλά πράγματα είναι τα δύσκολα, Γιωργάκη, δεν το ξέρεις; Τρελάθηκε. Ένα μηδέν όλο κι όλο, έλειπε... από τη θέση του. Τα άτιμα αυτά τα στρογγυλά κουλουράκια που δεν έχουν την παραμικρή αξία μπροστά από έναν αριθμό και όταν βρίσκονται μετά απ’ αυτόν, ε; Τι αξία που παίρνουν! Και πράγμα τελείως ασυνήθιστο για τους κανόνες εργασίας, δεν κάθισε να περιμένει να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα του και παίρνει λίγο πριν τα μεσάνυχτα τηλέφωνο το σπίτι του αφεντικού. Δυστυχώς δεν απαντούσε κανείς. Χωρίς

136


η πόρτα στα δεξιά

να διστάσει καλεί στο κινητό. Ο άνθρωπος τα έχασε με την αλλόκοτη συμπεριφορά του κατώτατου υπαλλήλου του. «Αφεντικό, το βρήκα», φώναζε έξαλλος. Στην αρχή ο boss δε κατάλαβε τι ήταν αυτό που βρήκε ο νεαρός υπαλληλίσκος, εκείνος ο χαζούλης με τα ραγισμένα γυαλιά. Όταν συνειδητοποίησε τι ήταν αυτά που του έλεγε, του απάντησε: «Μη φύγεις, περίμενε, έρχομαι». Ειδοποίησε και τον αδελφό του και στις 12 τα μεσάνυχτα, σαν ζωντανά φαντάσματα που βγαίνουν για σουλάτσο τέτοια ώρα, μπαίνουν στη εταιρεία τους, πράγμα που δεν θυμούνται να έχουν ξανακάνει από καταβολής ιδρύσεώς της νυχτιάτικα. «Τι έγινε, Γιωργάκη; Τέτοιαν ώρα κι εσύ είσαι ακόμη εδώ;» «Αφεντικό, είχα ορκιστεί στον εαυτό μου ότι αν δεν έβρισκα τι ακριβώς συμβαίνει να μην πάω καθόλου σπίτι μου απόψε. Θα ξενυχτούσα και αν μέχρι τις πρωινές ώρες δεν έβρισκα το λάθος (πρόσεξε λέω “λάθος” και όχι “ατασθαλία” όπως το είπε η εφορία) τότε θα έφευγα και εγώ κλείνοντας το... “μαγαζί”, για να είμαι και στην ώρα μου στο πόστο της δουλειάς μου. Για να πω την αλήθεια θυμήθηκα μια ασπρόμαυρη ελληνική ταινία με τον Δημήτρη Χορν σε ρόλο Ταμία. Και όπως έβλεπα τον εαυτό μου στην ίδια με εκείνον θέση, με πιάσαν κάτι γέλια! Θα τη θυμάσαι την ταινία δεν μπορεί. Πενήντα φορές την έχουμε δει στην TV. Ε, λοιπόν τα σενάρια αντιγράφουν ή όχι τη ζωή;» Και κεφάτος, ορεξάτος γιατί φάνηκε χρήσιμος, ο χαζούλης, που βέβαια δεν ήταν καθόλου χαζούλης ο πανέξυπνος νεαρός λογιστάκος που δεν τον έπιανε το μάτι σου 137


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

–μικρός το δέμας και μεγάλος στο μυαλό– εξήγησε στους κατάπληκτους επιχειρηματίες τι είχε προφανώς συμβεί (πράγμα που δεν θα καθίσουμε τώρα να το εξηγήσουμε γιατί ούτε από λογιστικά γνωρίζουμε ούτε από μαθηματικά. Μην κάνουμε κι εμείς λάθος και αντί η εφορία να πάψει να κυνηγά τους πεντακάθαρους αδελφούς, να σηκωθούν οι αναγνώστες μας να κυνηγούν εμάς). Να μην τα πολυλογούμε λοιπόν και επειδή ενός καλού μύρια έπονται (για να παραφράσουμε το ρητό), θα προσθέσουμε ότι η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Τα δύο αδέλφια ενθουσιασμένα με τον Γιωργάκη τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν λέγοντας: «Γιώργο, να ’σαι καλά, αγόρι μας (σημ. προσέξτε, η πρώτη επιβράβευση. Ο Γιωργάκης προβιβάστηκε σε Γιώργο)! Μας έσωσες. Πρέπει να το γιορτάσουμε. Το Σάββατο που μας έρχεται θα είστε όλοι σας καλεσμένοι μας στο τάδε κέντρο διασκέδασης. Θα γιορτάσουμε, όχι μόνο τη μη αφαίμαξη του πορτοφολιού μας, μα κυρίως τη διάσωση της τιμής μας. Να το πεις στα παιδιά. Θα βγάλουμε κι εμείς μια ανακοίνωση». Έτσι κι έγινε. Η κατήφεια εξαφανίστηκε από τα γραφεία και η προαγωγή άρχισε από τους συναδέλφους του σαν αρχή. «Γιώργο, συγχαρητήρια». «Μπράβο στο αγόρι μας, το Γιώργο μας, το σαΐνι της εταιρείας μας» (το Γιωργάκης, έγινε πλέον μια μακρινή ανάμνηση). Και ο μικρόσωμος Γιώργος φάνηκε στα μάτια των συναδέλφων σαν πανύψηλος. Προσκεκλημένοι ήταν όλοι οι υπάλληλοι μετά των οικογενειών τους. Και από εδώ και ύστερα αρχίζει η ουσιαστική εφαρμογή του “ενός καλού μύρια έπονται”. Ο 138


η πόρτα στα δεξιά

κύριος Αντώνης, ο ένας εκ των δύο επιχειρηματιών αδελφών, φανατικός εργένης, βλέποντας τη χήρα μητέρα του Γιώργου, ηλικίας γύρω στα 55-60 της, στη γιορτή που διοργάνωσε και εν μέσω πανεριών με λούλουδα που έραιναν τις αοιδούς του κοσμικού κέντρου, την συμπάθησε, σαν σε καραμπόλα ή σαν ντόμινο μετά τη συμπάθεια και εκτίμηση προς τον υιό της. Ορθά σκεπτόμενος συλλογίστηκε “Για να μεγαλώσει ένα τόσο σωστό παλικάρι μια μάνα μόνη και τόσο νέα ακόμη θα πρέπει κι αυτή να είναι το ίδιο σωστή”, μη παραλείποντας να επισημάνει ότι ήταν παραπάνω από νόστιμη. Και ο μεσήλικας την ερωτεύεται και λίαν συντόμως αυτός τώρα με κατεβασμένους τους οφθαλμούς του μπροστά στο Γιωργάκη, του ζητά την χείρα της... χήρας μητέρας του. Και ιδού η εξέλιξη του ντροπαλού πλην τιμίου και πανέξυπνου νεαρού, που από παιδί για όλες τις δουλειές εξελίχθηκε σε επίδοξο κληρονόμο μιας μεγάλης εταιρείας. Οσονούπω οι “γονείς” του θα παραδώσουν τα ηνία της επιχείρησης στα χέρια του Γιώργου, θέλοντας οι ίδιοι να απολαύσουν τη ζωή, σχετικά νέοι όντες ακόμη. Αργούν πολύ ακόμη να πουν farewell στη ζωή τους. Και ο κύριος Αντώνιος βρήκε στο πρόσωπο του Γιώργου τον γιο που θα ευχόταν κάθε πατέρας να έχει. Αγαπούσε τόσο μα τόσο πολύ την Κλεοπάτρα του, μητέρα του Γιώργου, που η αγάπη του στο παιδί της το άξιο ήταν και ειλικρινής και μεγάλη. Ένας έρωτας στην ηλικία αυτή πραγματικά μεγάλος, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει, από το ομώνυμο αρχαίο ζευγάρι του Αντώνιου και της Αιγύπτιας βασίλισσας Κλεοπάτρας!!! Έτσι οι δύο πλούσιοι μαγκούφηδες βρέθηκαν 139


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να είναι μέσα σε μια μεγάλη οικογένεια χάρις σε ένα ευλογημένο, λατρεμένο και απρόσμενα λυμένο λογιστικό λάθος. Συμπέρασμα: τελικά, τα πάντα, είτε καλά είτε κακά, για κάποιο λόγο γίνονται. Το λέω και το ξαναλέω σαν να θέλω να το εμπεδώσω ε; Λάθος. Πάνε χρόνια που το πιστεύω ακράδαντα.

140


Ε

Μόνα Λίζα

ίχα έναν φίλο που τον αγαπούσα και κυρίως τον εκτιμούσα πολύ. Φίλοι από τα παιδικά μας χρόνια. Μεγαλώσαμε, μας πήρε η μπάλα της ζωής, απομακρυνθήκαμε, μα δεν χαθήκαμε τελείως. Το έφερε έτσι η τύχη και οι επαγγελματικές μας ενασχολήσεις, τα ιατρεία μας βρίσκονταν στην ίδια γειτονιά. Οδοντίατρος ο φίλος, γιατρός παθολόγος εγώ. Όπως προείπα, τα ιατρεία μας κοντά. Για να πάω στο ιατρείο μου, έπρεπε να περάσω από τον πεζόδρομο όπου είχε το δικό του ο παιδικός μου φίλος. Βιαστικός εγώ πάντα, δεν έβρισκα ποτέ χρόνο να χτυπήσω το κουδούνι, να ανέβω και να ανταλλάξουμε μια δυο κουβέντες. Έτσι, περνώντας καθημερινώς, του σφύριζα δυο τρία μουσικά μέτρα από τη “Μόνα Λίζα”, το πασίγνωστο τραγούδι με τον Νατ Κινγκ Κόουλ. Ο φίλος μου, πάντα μα πάντα, αποκρινόταν από το παράθυρό του με τον ίδιο τρόπο. Αυτός ήταν ο χαιρετισμός και το κάλεσμα που είχαμε από παιδιά, ήταν το σύνθημά μας. Μέσα σ’ αυτά τα δύο τρία μουσικά μέτρα του πενταγράμμου κρυβόταν ένας ζεστός φιλικός μελωδικός χαιρετισμός σαν να λέγαμε: «Γεια σου φίλε. Είμαι πάντα εδώ και ό,τι θέλεις στη διάθεσή σου. Καλή σου μέρα...» Δεν υπήρχε περίπτωση εγώ να σφυρίξω και απάντηση να μην πάρω. Μα σφράγισμα να έκανε; Μα εξαγωγή; Απάντηση στο σφύριγμά μου θα είχα. Τύχαινε να περάσουν εβδομάδες ή και μήνες ακόμη 141


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πολλές φορές, για να συναντηθούμε έστω και λίγο. Όμως σύνδρομο στερητικό δεν νιώθαμε. Το σφύριγμά μας γέμιζε το κενό και γεφύρωνε την ελλιπή επαφή. Ίσως φανεί παράξενο αυτό που θα πω, μα πώς να το κάνουμε; Συνέβαινε. Από το ηχόχρωμα του σφυρίγματός μας καταλαβαίναμε αν ο άλλος ήταν χαρούμενος, αγχωμένος, στενοχωρημένος. Αν μάλιστα συνέβαινε αυτό το τελευταίο, ακολουθούσε ένα σύντομο τηλεφώνημα και τα λέγαμε όσο μας έπαιρνε ο χρόνος μας. Μια Παρασκευή βράδυ, που δεν πρόκειται να ξεχάσω μέχρι να βγει η τελευταία μου ανάσα, ακούω στις ειδήσεις, καθώς ξυριζόμουνα για να βγω να πάω στο ραντεβού με το κορίτσι μου: “Άγρια δολοφονία στο Παγκράτι στην οδό τάδε. Βρέθηκε δολοφονημένος ο γνωστός οδοντίατρος Ρένος Μ. (το όνομα του φίλου μου) νεκρός εδώ και 48 ώρες σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του Ιατροδικαστή. Τον βρήκε η καθαρίστρια που πήγε να καθαρίσει το ιατρείο του, όπως έκανε δυο φορές την εβδομάδα.” Τρελάθηκα!... Από την ταραχή μου κατάφερα ένα γερό κόψιμο στο μάγουλό μου, το αίμα έτρεχε, γέμισα τον τόπο και το πήρα είδηση μετά από ώρα! Με τρεμάμενα πόδια σωριάστηκα σε μια πολυθρόνα και δεν ντρέπομαι να το πω με πήραν τα κλάματα. Δεν με ένοιαζε ούτε το πώς έγινε το φονικό, ούτε το γιατί, ούτε από ποιον. Τι σημασία είχαν όλα αυτά; Η ουσία είναι ότι έχασα το φίλο μου τον παιδικό... Δευτερόλεπτα μετά το πρώτο σοκ κατάφερα να σηκωθώ να βάλω ένα ουίσκι να το πιω και να νιώσω το αίμα να κυκλοφορεί ζεστό μέσα μου, που πριν ήταν παγωμένο. Ξαφνικά μια φλασιά με έκανε να ξεφωνίσω σχεδόν. Τι είπαν, μωρέ, στις ειδήσεις; “Νεκρός από 48 ώρες”; Σαν 142


η πόρτα στα δεξιά

να μην είμαστε καθόλου καλά. Εγώ τόσο σήμερα, όσο και χθες που πέρασα και του σφύριξα, ανταποκρίθηκε στον χαιρετισμό μου με το γνωστό τρόπο. Ντύνομαι σαν τρελός και ούτε που θυμάμαι το πώς κατάφερα να πάω μέχρι το γειτονικό αστυνομικό τμήμα. Εκεί, γινόταν ο κακός χαμός την ώρα που εγώ έφθασα. Είχαν πιάσει έναν τσόγλανο που είχε κατακλέψει αμέτρητα σπίτια και είχε γίνει ο “εφιάλτης των ισογείων”, όπως τον είχαν επονομάσει. Οι κάτοικοι, εν μέσω καλοκαιριού και πού να αφήσουν παραθύρι ανοικτό για λίγη δροσιά. Οι πιο ηλικιωμένοι αναπολούσαν τις εποχές που ο κόσμος κοιμόταν στις βεράντες ή και τις ταράτσες του ακόμη, με παραθύρια ορθάνοιχτα στις ισόγειες μονοκατοικίες, χωρίς το φόβο τέτοιων καθημερινών, ανεπιθύμητων βέβαια, επισκέψεων... Καλοκαιρινός εφιάλτης, είχε καταντήσει πια. Υπήρχαν περιοχές λίγο απόκεντρες όπου οι άνθρωποι με βάρδιες και όχι με όπλα, αλλά με μαγκούρες έστηναν καρτέρι στους επιδρομείς. Κανείς δεν ήξερε, πώς ο τσόγλανος αυτός, τα κατάφερνε πάντα να ξεφεύγει μέσα από τις παγίδες που του έστηναν ακόμη και οι έμπειροι αστυνομικοί. Τελικά το έπιασαν το κωλόπαιδο, εισέπραξε κάτι προκαταρκτικές σφαλιάρες που θα τις θυμάται για καιρό και έτυχε αυτό να συμβαίνει τη στιγμή που έφτασα εγώ στο Αστυνομικό Τμήμα. Φαίνεται όμως ότι η φάτσα μου, καθώς και η όλη μου εμφάνιση με τα τσιρότα στα μάγουλα ήταν όντως αλλόκοτη, και τράβηξε την προσοχή ενός ξύπνιου κατά τα φαινόμενα βαθμοφόρου αστυνομικού που μόλις έφευγε από το Τμήμα. Με πλησίασε και ρώτησε τι μου συμβαίνει. 143


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Κατορθώνω να ψελλίσω ότι πρέπει να δω οπωσδήποτε κάποιον πολύ υπεύθυνο, γιατί έχω κάτι σοβαρό να του πω, σχετικά με τη δολοφονία του Ρένου Μ. Ο αστυνομικός με κοιτάζει περίεργα, κάνει μεταβολή και σε ένα με δυο λεπτά στέλνει έναν αστυφύλακα που με οδηγεί σε ένα γραφείο στο τέλος ενός σκοτεινού διαδρόμου. Εκεί βρίσκεται αυτός ο γνωστός αστυνόμος και ένας άλλος αστυνομικός με πολιτικά που θα πρέπει να είναι υψηλόβαθμος, αν κρίνω από τη στάση του αστυνόμου απέναντί του. Κλαρίνο, που λένε. Με ψυχρή ευγένεια μου λέει να καθίσω. «Τα στοιχεία σας παρακαλώ. Ωραία. Τώρα, πέστε μας περιληπτικά τι έχετε να καταθέσετε. Μόνο όταν εγώ το ζητήσω θα μου απαντάτε αναλυτικά. Αυτό, μπορεί να χρειαστεί ή και μπορεί να μη κριθεί απαραίτητο. Θα δείξει... Λοιπόν, σας ακούω». Του είπα επί τροχάδην τι άκουσα στην TV και του τόνισα ότι ο Ρένος αποκλείεται να είναι νεκρός τόσες ώρες γιατί απλά, ακριβώς πριν 11 ώρες σήμερα το πρωί, όπως και χθες, επικοινώνησα μαζί του. Που σημαίνει ότι κάποιο λάθος έχει κάνει ο ιατροδικαστής, λάθος που θα οδηγήσει καταφανώς την ανάκριση σε εσφαλμένα μονοπάτια, του είπα ασθμαίνοντας. «Καλώς. Ερώτηση πρώτη: Είπατε “επικοινωνήσατε”. Τίνι τρόπω παρακαλώ;» Εξήγησα στον αξιωματικό, ανακριτή ή ό,τι άλλο ήταν τέλος πάντων ο άνθρωπος, τη συνήθεια τόσων χρόνων που κρατούσε από την παιδική μας ηλικία. Τη συνήθεια του συγκεκριμένου σφυρίγματος “συνθήματος”. «Και είπατε ότι ο φίλος σας απάντησε στο σφύριγμά σας;» 144


η πόρτα στα δεξιά

«Βεβαιότατα. Παίρνω όρκο. Διότι αν δεν μου απαντούσε θα μου έκανε τρομερή εντύπωση και θα φρόντιζα να μάθω είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνικώς αν του συνέβαινε κάτι ή και εάν απλά απουσίαζε. Δεν ξέρω αν καταλάβατε», συνέχισα, «μα η συνήθειά μας αυτή, δεν είχε κάτι το αφηρημένο ή το τυπικό, ήταν ένα σφύριγμα που μέσα σε τρία μουσικά μέτρα έκλεινε την καθημερινότητά μας όλη». «Θα σας παρακαλούσα, αν σας είναι δυνατόν να μη φύγετε από το Τμήμα. Πρέπει να ειδοποιήσω τον κύριο ανακριτή»... είπε. Και μόνον τότε θυμήθηκα το ραντεβού με το κορίτσι μου, που θα είχε αρχίσει να με διαβολοστέλνει που άργησα να πάω. Το είπα στον ανώτερο αξιωματικό και αυτός συναίνεσε στο να με πετάξει με το περιπολικό ένας αστυφύλακας μέχρι το ζαχαροπλαστείο, όπου με περίμενε η Δήμητρά μου. Το δέχτηκα με ευγνωμοσύνη μπορώ να πω. Δεν ήθελα προστριβές με την αγάπη μου. Τρόμαξα έως ότου την καταφέρω να τα φτιάξουμε. Σκληρό καρύδι η καλή μου, δύσκολη, πολύ δύσκολη... Πηγαίνουμε λοιπόν, την παίρνω και επιστρέφουμε στο Τμήμα. Η Δήμητρα, βλέποντας τα τσιρότα στα μάγουλά μου, βλέποντας και τα όργανα της τάξεως, αρχίζει να πλάθει τα δικά της σενάρια. Δεν την αδικώ. Στον δρόμο, κατάφερα με δυο λόγια να της πω περί τίνος πρόκειται και σαν να ηρέμησε κάπως η κοπέλα. Με είδε που ήμουνα συντετριμμένος, μου χάιδεψε το χέρι και μου είπε να μη στενοχωριέμαι και ότι αυτή θα είναι δίπλα μου. Με το που φθάσαμε στο Τμήμα κατέφθασε και ο ανακριτής. Το θέμα, φως φανάρι, ήταν κατεπείγον. Κάπου είχα διαβάσει ότι αν ένα έγκλημα δεν εξιχνιαστεί το πρώτο 24ωρο από τη διάπραξή του, ύστερα 145


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δυσκολεύουν τα πράγματα. Κατ’ αυτούς είχαν περάσει 48 ώρες, ίσως και περισσότερες. Κατ’ εμέ ένα δωδεκάωρο, και πολύ λέω. Επανάληψη της διήγησης, άντε πάλι από την αρχή. Στο κορίτσι μου, δεν επέτρεψαν να παρευρίσκεται στην πρώτη εκείνη ανάκριση. Ενοχλήθηκα, μα δεν είπα λέξη. Ο νεαρός ανακριτής, όμορφος, φιλικότατος και αν έκρινα από το πώς του μιλούσαν οι δύο βαθμοφόροι αστυνομικοί, θα πρέπει να ήταν πολύ πετυχημένος στη δουλειά του. Όπως και να ’χει, με τη στάση του με έκανε να αισθάνομαι οικεία. Ελαφρώς ναι μεν χαλάρωσα λίγο, αλλά ο κόμπος στο λαιμό μου από τη στενοχώρια μου για του φίλου μου την απώλεια, μεγάλωνε. Κάποια στιγμή, ακούω τον εαυτό μου να λέει τούτο το θεόκουφο: «Είστε σίγουροι κύριοι ότι πρόκειται για τον Ρένο Μ; Μήπως πρόκειται για άλλο πρόσωπο που απλά βρέθηκε στο ιατρείο του οδοντίατρου;» Με κοίταξαν και οι τρεις με απορία που εγώ την εισέπραξα σαν: “Εμείς τώρα είμαστε οι βλάκες ή εσύ γιατρέ μας με τις αηδίες που ξεστομίζεις;” Όμως αυτοί προτίμησαν να μείνουν σιωπηλοί, με την απορία να φωτογραφίζεται στα μάτια τους. Στη συνέχεια, ο Ανακριτής με ρωτά χωρίς όπως είπα να καταδεχθεί να απαντήσει στην ερώτηση που τους έκανα. «Και δεν μου λέτε, πώς ήταν το σφύριγμα του φίλου σας, το ηχόχρωμά του; Παρακαλώ για προσπαθήστε να το ανακαλέσετε στη μνήμη σας. Πώς ήταν λοιπόν;» επανέλαβε την ερώτησή του, τονίζοντας τις λέξεις συλλαβή συλλαβή. Και συνέχισε: «Προσέξτε, εφιστώ την προσοχή 146


η πόρτα στα δεξιά

σας στην απάντηση που θα μου δώσετε. Σαν τι συναίσθημα εξέφραζε;» «Μα σας είπα. Δεν σας είπα; Αν κάτι συνέβαινε θα το καταλάβαινα αμέσως... Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι την ώρα που του σφύριξα, εκείνη τη στιγμή κάποιος τον μαχαίρωνε. Εκείνος ΔΕΝ θα απαντούσε, όπως θα ήταν φυσικό με ένα μαχαίρι να του κόβει το λαιμό κι εγώ θα ανησυχούσα. Για να μην το κάνω λοιπόν θα πει ότι μου απάντησε και η σφαγή αποκλείεται. Αν πάλι την ώρα που σφύριξα ήταν ήδη νεκρός, πώς να μου απαντήσει; Άλλος ένας λόγος να προβληματιστώ. Εγώ όμως είχα απάντηση, κύριοι, και ήταν ολόιδια με το δικό μου σφύριγμα, σαν ηχητικό καρμπόν, σαν ηχώ, σαν αντίλαλος, σαν...» «Καλά, καλά, ηρεμήστε, θα την βρούμε την άκρη. Είναι όντως περίεργο. Όμως φίλε μου, δυστυχώς, το ότι ο οδοντίατρος είναι νεκρός από πολλές ώρες είναι ακριβέστατο. Ο ιατροδικαστής είναι κατηγορηματικός. Και δεν έχει λαθέψει ποτέ απ’ όσο θυμάμαι και απ’ ό,τι μου έχουν πει ακόμη. Συν-πλην από την ώρα του θανάτου ζήτημα λεπτών... Και αν του ζητηθεί να είναι χειρουργικά πιο ακριβής, τα λίγα αυτά λεπτά μηδενίζονται. Δεν είναι θέμα ρίσκου. Απλά είναι ο άνθρωπος τέλειος στη δουλειά του. Λάθος προς όφελος δολοφόνου δεν έχει κάνει ποτέ. Πέστε μου όμως και κάτι άλλο. Εκτός από σας τους δύο επικοινωνούσε άλλος με τούτο το σφύριγμα;» «Κατηγορηματικώς σας λέω πως ΟΧΙ. Ήταν τρόπον τινά το σήμα κατατεθέν μας. Οφείλω όμως να πω ότι αυτήν μας τη συνήθεια και τον μεταξύ μας χαιρετισμό μέσω του σφυρίγματος την γνώριζε ο περίγυρός μας. Τι θέλω να πω; Για παράδειγμα αν κάποιος γνωστός μας, 147


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

όπου και αν βρισκόταν, άκουγε τούτα τα τρία μουσικά μέτρα του τραγουδιού, καταλάβαινε ότι είτε ο Ρένος, είτε εγώ, βρισκόμασταν εκεί γύρω. Αυτό ναι, συνέβαινε». «Μάλιστα». «Κύριε ανακριτά, το τραγούδι πασίγνωστο και πανέμορφο και αν και τόσο παλιό εξακολουθεί να τραγουδιέται και να ακούγεται το ίδιο ευχάριστα...» «Το ξέρω. Το ξέρω. Και σε μένα, Νατ Κινγκ Κόουλ σημαίνει “Μόνα Λίζα”. Αρκετά για σήμερα, φίλε μου, αρκετά. Σας παρακαλώ κανονίστε τα ραντεβού των ασθενών σας –γιατρός δεν είπαμε πως είστε;– γιατί θα σας χρειαστώ. Ελπίζω να με καταλαβαίνετε. Η μαρτυρία σας θα φέρει τα πάνω κάτω στην ιστορία τούτη. Ήδη το έχει κάνει. Έχετε υπ’ όψη σας λοιπόν ότι κάποια στιγμή αύριο το πρωί ή κάποια στιγμή το απόγευμα, θα χρειαστεί να κάνουμε αναπαράσταση της στιγμής του σφυρίγματός σας έξω από το ιατρείο του μακαρίτη στον πεζόδρομο της περιοχής. Θα σας παρακαλέσω να θυμηθείτε πώς τον ακούσατε ή πώς τον είδατε δια ζώσης την όποια τελευταία φορά. Και επίσης να αποκωδικοποιήσετε τα συναισθήματα που σας δημιούργησαν τα τελευταία σφυρίγματα του φίλου σας. Μας είπατε ότι καταλαβαίνατε από το σφύριγμα και μόνο, πώς θα αισθανόταν. Παρακαλώ εστιάσετε τη θύμησή σας σ’ αυτό το τελευταίο σας σφύριγμα. Το τονίζω αυτό. Για σήμερα, δεν σας χρειάζομαι άλλο. Η δεσποινίς απ’ έξω θα με έχει ήδη κάνει εχθρό της που σας κράτησα τόσο πολύ». Βγήκα έξω και ανέπνευσα βαθιά. Λίγο ακόμα και θα πάθαινα ασφυξία εκεί μέσα. Είχα την αίσθηση ότι μεταξύ των υπόπτων είχαν και μένα. Σαν να μην μου έφθανε η στενοχώρια μου για του Ρένου το χαμό, είχα και τους 148


η πόρτα στα δεξιά

αστυνομικούς να εστιάσουν πάνω μου. Με το δίκιο τους οι άνθρωποι, δεν λέω. Γι’ αυτούς όλοι είναι ύποπτοι. Κάνουν ένα ξεσκαρτάρισμα, μένει ένας μικρότερος αριθμός υπόπτων μέχρι να φθάσουν στον υπ’ αριθμό 1.

Όταν χωριστήκαμε αργά το βράδυ με τη Δήμητρα, μετά στο σπίτι μου δεν με χωρούσε ο τόπος μεν, αλλά και οι πολλές συγκινήσεις με είχαν κάνει ράκος. Δεν με έπαιρναν τα πόδια μου. Έλεγα να ξαναβγώ. Δεν το έκανα. Έβαλα τις πιτζάμες μου, σέρβιρα στον εαυτό μου ένα ποτό, μετά ένα δεύτερο και άραξα στην πολυθρόνα μου με το laptop μπροστά μου ανοικτό, χωρίς και να το βλέπω. Τι με χαλάρωνε; Το γράψιμο. Γράψιμο λοιπόν. Εξιστορούσα τα γεγονότα στο ημερολόγιό μου μέχρι που από τις γρίλιες είδα το φως της μέρας. Τότε είπα να κλείσω λίγο τα μάτια μου, να κοιμηθώ δυο τρεις ώρες έστω. Η ημέρα θα ήταν σίγουρα δύσκολη και συναισθηματικά φορτισμένη. Η κηδεία του Ρένου ήταν για την επομένη. Να μπορούσα μόνον αυτές τις δυο τρεις ωρίτσες να κατάφερα να τις αξιοποιήσω κοιμώμενος πράγμα που είχα μεν ελπίσει, αλλά δεν το νόμιζα εφικτό. Ευτυχώς και λίαν παραδόξως το πέτυχα. * Τι θα έκανα αλήθεια σε λίγο; Πώς θα άντεχα τις ερωτήσεις ξανά και ξανά; Πώς θα άντεχα το πέρασμά μου από το σπίτι του Ρένου; Όταν τελείωναν όλα, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι από τον πεζόδρομο εκείνο δεν θα ξαναπερνούσα στη ζωή μου όλη. Ο δρόμος αυτός διαγράφεται για μένα, μακάρι να διαγραφεί και από τον σκληρό δίσκο της μνήμης μου. Αχ, βρε συ, Ρένο μου. Σε είχα και με είχες στο stand by, 149


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φίλε παιδικέ μου. Δεν διαθέταμε ούτε ένα δυο απογεύματα το μήνα να βλεπόμαστε. Θαρρείς και ο χρόνος μάς είχε χαριστεί και θα ζούσαμε χρόνια και χρόνια... Να όμως που δεν καταφέραμε να χαρούμε τη συντροφιά ο ένας του άλλου, όπως κάναμε παιδόπουλα. Και αρκούμασταν στη “Μόνα Λίζα”! Ούτε το τραγούδι θα θελήσω να ακούσω ξανά... Και εσένα καλή μου Τζοκόντα δεν θα σε ξανακοιτάξω στο Λούβρο, γιατί θα έχω την εντύπωση ότι με το μυστηριώδες και αινιγματικό σου μειδίαμα θα ειρωνεύεσαι εμένα. Σαν να μου λες “Φίλε, ο Ρένος τέλος. Και τώρα βρες άλλο τραγούδι να συνεννοείσαι με τους φίλους σου. Μα να ξέρεις ότι τραγούδι σαν αυτό που γράφτηκε για μένα, δεν θα ξαναβρείς, όπως δεν θα ξαναβρείς άλλο φίλο παιδικό σαν αυτόν που έχασες.” Και με ξαναπήραν τα δάκρυα. Δεν ξέρω ρε συ Ρένο ποιος διέγραψε τη ζωή σου και γιατί. Τι με νοιάζει αν το έκανε Έλληνας ή ξένος, γυναίκα ή άντρας, φίλος ή εχθρός. Και αν ακόμη ο εγκληματίας δε βρεθεί, θα έρθει στιγμή που και αυτός σε κάποιον θα λογοδοτήσει. Δεν είναι λοιπόν αυτό που με νοιάζει φίλε μου. Με νοιάζουν τα όνειρά σου που δεν πραγματοποίησες, η οικογένεια, τα παιδιά που δεν πρόλαβες να κάνεις, η μάνα σου που κανείς στον κόσμο δεν θα μπορέσει να της δώσει παρηγοριά. Ρένο αγόρι μου, στο καλό. Έτσι του είπα νοερά και του σφύριξα το τραγούδι μας για τελευταία φορά. Με δυσκολία ο ήχος έβγαινε από τα τρεμάμενα και σφιγμένα μου χείλη. * Θα ήταν η ώρα εννιά το πρωί, όταν με πήραν από την αστυνομία και μου ζήτησαν σε μία ώρα να είμαι στο 150


η πόρτα στα δεξιά

Τμήμα. Θα πηγαίναμε για αναπαράσταση. Κάνω ένα κρύο ντους να διώξω τη νύστα μου. Να φορτίσω και το κινητό μου. Μπα, δεν προλαβαίνω. Θα το φορτίσω στο Τμήμα, σκέπτομαι. Έξω από το σπίτι μου με περίμενε ένα περιπολικό. Άλλη έκπληξη και τούτη... Να ήθελαν να με εξυπηρετήσουν λες ή για κάποιον άλλο λόγο που ούτε ήξερα, αλλά και ούτε που με ενδιέφερε. Όπως και να ’χει με βόλευε το γεγονός, γιατί έτσι άυπνος και καταπονημένος ψυχικά όπως ήμουνα, μάλλον επικίνδυνος οδηγός θα πρέπει να ήμουν. Κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια. Μπορεί και γι’ αυτό να ήρθε το περιπολικό. Λέμε τώρα! Το Τμήμα να έχει ντουμανιάσει, σκέτος τεκές. Μα καλά, εδώ δεν ισχύει ο νόμος της απαγόρευσης του καπνίσματος; Να θυμηθώ κάποια στιγμή να το πληροφορηθώ. Θα έχει ενδιαφέρον να μάθω την απάντηση των φρουρών της τήρησης των νόμων. Εκτός και αν οι κύριοι αυτοί και οι κυρίες είναι υπεράνω νόμων! Άρχισα να τα παίρνω στο κρανίο. Καλό σημάδι αυτό. Σημαίνει ότι βγαίνω από την απάθεια και την αδράνεια που με είχε παραλύσει. «Παρακαλώ, μήπως θα μπορούσε κάποιος να με πληροφορήσει πού είναι ο χώρος των καπνιστών να κάνω ένα τσιγάρο;», ρωτάω με θανατερή ειρωνεία. «Εδώ, εδώ, με την ησυχία σας. Σαν στο σπίτι σας». «Μα εδώ γράφει ότι απαγορεύεται το κάπνισμα»... «Ναι, όντως απαγορευόταν. Μόλις είχαμε άρση της απαγόρευσης!... Γι’ αυτό επωφεληθείτε όση ώρα θα βρίσκεται εν ισχύ», είπε ειρωνικά ο χθεσινός υπαστυνόμος και έσπευσε προς τιμήν του να ανοίξει το παράθυρο να καθαρίσει κάπως το τοπίο για να μπορεί αν μη τι άλλο να 151


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

διακρίνει ο ένας τον άλλο, καθώς τα σύννεφα του καπνού διαλύονταν από το ζωογόνο αεράκι που όρμησε στο δωμάτιο με το άνοιγμα του παραθύρου. «Παιδιά, έρχεται ο ανακριτής με τον εισαγγελέα και τον ιατροδικαστή», ειδοποιεί ένας αστυφύλακας. Για το πότε πετάχτηκαν από τα γραφεία τους, προϊστάμενοι, υφιστάμενοι, με τα περιοδικά και τις εφημερίδες στα χέρια εν είδει ανεμιστήρα χειρός, να προσπαθούν να καθαρίσουν την ατμόσφαιρα... Αν δεν ήμουν τόσο στενοχωρημένος, θα είχα ξεραθεί στο γέλιο. Απίστευτη σκηνή. Καλά, δεν τους περίμεναν τους ανθρώπους; Αφού τους περίμεναν. Τότε, γιατί δεν φρόντισαν να καθαρίσουν το air pollution του Αστυνομικού Τμήματος που αν και πρωί μύριζε απαίσια; Μυστήριο. Ένα από τα πολλά που θα ακολουθούσαν σε λίγο. Και ο είρων υπαστυνόμος γυρίζει και μου λέει: «Εγώ σας είπα να επωφεληθείτε της άρσης απαγόρευσης. Δεν το κάνατε. Λυπάμαι, αλλά η απαγόρευση μόλις άρχισε να τελεί εν ισχύ εκ νέου. Και όχι. Άλλος χώρος καπνίσματος στο Δημόσιο Κατάστημα δεν υπάρχει. Ίσως αργότερα στο δρόμο. Αν και μπροστά στον κύριο Εισαγγελέα, από σεβασμό και μόνο, το αποφεύγουμε. Σας συμβουλεύω να κάνετε το ίδιο κι εσείς». * «Α, μάλιστα, είστε ο κύριος με το σφύριγμα. Εσείς που με αμφισβητήσατε. Δεν είναι;», είπε ο ιατροδικαστής. «Ω, μα μην ενοχλείστε κύριε δεν είναι η πρώτη φορά που με αμφισβητούν. Και ξέρετε όταν έρθει η στιγμή της επαλήθευσης των γνωματεύσεών μου, η “νίκη” μου να την πω, φαντάζει μεγαλύτερη απ’ ό,τι της αξίζει πραγματικά, αφού αυτή δε είναι παρά η δουλειά μου». 152


η πόρτα στα δεξιά

«Σας παρακαλώ, κύριε», του είπα ευγενικά. «Ακούστε με για λίγο. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι την ώρα που εσείς λέτε ότι ο φίλος μου ήταν ήδη νεκρός και μάλιστα από ώρες, εγώ είχα επικοινωνία μαζί του». «Κι εγώ, φίλε μου. Κι εγώ είμαι σίγουρος για τα λεγόμενά μου. Θα δούμε ποιος θα δικαιωθεί. Έτσι γίνεται πάντα. Πιστέψτε με. Μα να σας ρωτήσω κάτι. Μήπως ο φίλος σας είχε δίδυμο αδελφό;» «Απ’ ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω όχι, κύριε ιατροδικαστή. Τον γνωρίζω χρόνια και χρόνια. Από την πρώτη τάξη του δημοτικού. Εκτός και αν υπήρχε δίδυμος και είχε δοθεί προς υιοθεσία ας πούμε. Ή για κάποιον ιξ λόγο, είχε απομακρυνθεί από την οικογένεια. Σε κάθε περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ακούστηκε ποτέ, ούτε καν ψίθυροι ή κουτσομπολιά. Μεγαλώσαμε μαζί. Όλη την ημέρα ήμουνα σπίτι του ή αυτός στο δικό μου. Αν κάτι συνέβαινε, κάτι θα είχα ακούσει. Μα γιατί ρωτάτε; Ανακαλύφτηκε κάτι τέτοιο; Έχει,... είχε,... δίδυμο αδελφό;» «Φίλε μου, επίτρεψέ μου τα ερωτήματα να τα κάνω εγώ. Σύμφωνοι; Για πες μου, είχε ο φίλος σου κάποιο σημάδι κάπου στη πλάτη του, κάποιο άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είτε στο σώμα είτε στο περπάτημά του, στη φωνή του, για να πεις σαν τον δεις ανάμεσα σε σωσίες του “Νάτος. Αυτός είναι”». «Αν θυμάμαι καλά, ναι είχε. Είχε ένα σημάδι κάπου στην πλάτη. Και μάλιστα οι παλιοί έλεγαν κάποια πράγματα με τον άγιο Συμεών, κάτι τέτοια τέλος πάντων, που προσωπικά δεν τα πιστεύω. Άκουσε γιατρέ (σημ. ενικό εσύ, ενικό κι εγώ), τα σημάδια εμένα, είτε ορατά είτε αόρατα, δεν μου λένε τίποτα στη σημερινή εποχή με την πρόοδο της πλαστικής χειρουργικής. Που σημαίνει ότι 153


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μπορεί να το είχε αφαιρέσει κιόλας. Το αποκλείεις;» «Έχεις δίκιο. Αν όμως υπάρχει, θα μπορούσες να το αναγνωρίσεις αύριο που θα πάμε για αναγνώριση; Ή μάλλον, όχι αύριο μα σήμερα, τώρα». «Σου είπα τη γνώμη μου για τα σημάδια. Μα αφού ρωτάς σου απαντώ και βέβαια μπορώ». «Ξύπνιος μου μοιάζεις, νεαρέ». «Και συ συνάδελφε κι εσύ. Είμαι κι εγώ γιατρός, εξ ου το “συνάδελφε”». «Λοιπόν παιδιά αρχίζουμε. Πρώτος σημερινός προορισμός μας το Νεκροτομείο», είπε κοφτά ο ιατροδικαστής. Με τρία τέσσερα περιπολικά της αστυνομίας να τρέχουν τσιρίζοντας, φθάνουμε του σκοτωμού στο απαίσιο τούτο το μέρος. Όλα κάτασπρα, απαστράπτοντα. Και συρτάρια, συρτάρια, συρτάρια, με μακάβριο περιεχόμενο. Σε ένα από αυτά και σκεπασμένος μέχρι το κεφάλι με κάτασπρο σεντόνι ένας παγωμένος άνθρωπος, παγωμένος όχι μόνο από το άγγιγμα του θανάτου, αλλά από αυτό του ψυγείου έως ότου τελειώσει η ταλαιπωρία της αναγνώρισής του και των λοιπών διαδικασιών που προηγήθηκαν. Ούτε πεθαμένος ησυχάζεις εύκολα! Η καρδιά μου σε χορό πυρρίχιο. Ώρες είναι να βγει από το στήθος μου και να βρεθώ κι εγώ συρταρωμένος, σκέπτομαι με φρίκη. Κοιτάζω. «Είναι όντως ο Ρένος, κύριε ιατροδικαστή. Και το σημάδι, ναι αυτό είναι». Ζήτησα την άδεια να πάω επειγόντως στην τουαλέτα. Μόλις που πρόλαβα να μπω. Έβγαλα ό,τι είχε το στομάχι και τα έντερά μου. Δεν θα πρέπει να έμεινε μέσα μου ούτε 154


η πόρτα στα δεξιά

υπόνοια τροφής και υγρών, όχι μόνον πρόσφατων, αλλά και του απώτερου παρελθόντος. Στέγνωσα. Σαν γιατρός που ήμουνα διέγνωσα αφυδάτωση. Είδα τα μούτρα μου στον καθρέφτη και δεν τα γνώρισα. Κατατρόμαξα. Δεν με είχα ματαδεί έτσι. Κατακίτρινος. Μάτια πρησμένα. Γένια δύο ημερών. Έμοιαζα βρώμικος, μα δεν ήμουν. Μόλις πριν δύο ώρες είχα μπανιαριστεί. Ή έτσι θυμόμουνα. Μπορεί να έκανα όμως και λάθος. Μόλις τους είδα όλους να με κοιτούν ίσως με οίκτο, ζήτησα να καθίσω κάπου. Τα πόδια μου έτρεμαν. «Θα καθίσεις στο αμάξι», μου είπαν. Στηρίχθηκα στα μπράτσα τους που ευγενικά μου προσφέρθηκαν. Σωριάστηκα στο κάθισμα μέσα στο περιπολικό. Άνοιξα το παράθυρο μέχρι κάτω. Νόμιζα ότι δεν υπήρχε αέρας να αναπνεύσω. Πνιγόμουνα. Το μόνο που ευχήθηκα ήταν να μην είχα μια καινούρια εμετική κρίση. Έκλεισα λίγο τα μάτια μου, μα γρήγορα τα ξανάνοιξα γιατί καταλάβαινα ότι θα με έπαιρνε ο ύπνος. Για κοίτα. Όλη τη νύχτα ευχόμουνα να κοιμηθώ λιγάκι χωρίς να τα πολύ καταφέρνω, παρά μόνο μετά από απελπισμένες προσπάθειες, και ο ύπνος ερχόταν τώρα απρόσκλητος τελείως, την πλέον ακατάλληλη στιγμή. Σίγουρα έτσι και κοιμόμουνα θα ήταν μετά αδύνατον να με ξυπνήσουν. Το ένιωθα. Ρεζίλι θα γινόμουνα. Γυρίζω στον αστυνομικό που καθόταν δίπλα μου και τον παρακαλώ να με χαστουκίσει. Ο χριστιανός με κοιτάζει απορημένος. «Φίλε, σας χαστουκίζουμε όταν υπάρχει λόγος και μετά τραβάμε των παθών μας τον τάραχο με μηνύσεις, με διαθεσιμότητες, με δημοσιογράφους και κανάλια. Και τώρα που δεν υπάρχει καν υποψία αιτίας, έρχεσαι του 155


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λόγου σου και μου ζητάς να σου τις βρέξω; Γιατί, μωρέ; Είσαι με τα καλά σου; Για να έρθει μετά να με κυνηγάει ο Άρειος Πάγος;» «Αστυνομικό μου όργανο, να με χαστουκίσεις ζήτησα για να μου φύγει η νύστα που με έχει καταλάβει, δεν σου ζήτησα να με σακατέψεις!» «Αν είναι έτσι, ΟΚ, άρπα την να την φχαριστηθείς». Μέρα μεσημέρι και ορκίζομαι ότι είδα ως και τη Μεγάλη Άρκτο μεταξύ των άλλων αστερισμών. Αλήθεια λέω. Να ’ναι καλά ο μπάτσος, ξύπνησα για τα καλά. Το τι γέλια έκανε ο αστυνόμος, δεν λέγεται. Ο άνθρωπος ήρθε και έγινε κατακόκκινος σαν παντζάρι. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του και φοβήθηκα μην μου πάθει τίποτα. Ευτυχώς σιγά σιγά, το χρώμα του έγινε φυσιολογικό. Και ησύχασα. Γυρνάμε στο Τμήμα. Ο ιατροδικαστής μας αποχαιρετά. Είχε λέει πολλή δουλειά στο... “μαγαζί” του και βιαζόταν. Και πρόκειται για μαγαζί απ’ αυτά που δεν γνωρίζουν αναδουλειές ποτέ. Είτε με κρίση, είτε χωρίς! Παναγιά μου, δουλειά και η δική του! Μπρ μπρ μπρ... Και αφού η Ελληνική Αστυνομία, ευγενέστατη, μας τράταρε καφέ και κρουασάν και ήρθαμε και στανιάραμε κάπως, ο εισαγγελέας είπε: «Κύριοι, ώρα να φεύγουμε. Μέχρι τις δώδεκα το μεσημέρι θα πρέπει να έχουν τελειώσει τα τυπικά διαδικαστικά. Παρακαλώ ας μη χάνουμε χρόνο». Εμένα πάντως η ευγένεια των ανθρώπων αυτών με εξέπληξε. Να μην το πω; Ομολογώ δεν θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ. Καινούρια έθιμα στο λειτούργημα; Γουστάρω. Και ο κύριος εισαγγελέας συνεχίζει: 156


η πόρτα στα δεξιά

«Ο φονιάς τριγυρίζει ανενόχλητος εκεί έξω, όσο εμείς τρώμε και πίνουμε»... * «Γιατρέ μου, η μαρτυρία σας πάει την υπόθεση πολύ πίσω και αυτό δεν είναι καθόλου καλό, μα καθόλου καλό...» «Και εγώ σαν τι θέλετε δηλαδή να κάνω, αγαπητέ μου κύριε; Να σιωπήσω; Να μην πω τις αλήθειες μου;» «Καλά, καλά, ας πηγαίνουμε λοιπόν». Και φύγαμε. Και φθάσαμε στον πεζόδρομο του Ρένου που θα υποχρεωθώ να τον διαβώ για τελευταία φορά, ελπίζω, στη ζωή μου. Και ο έχων το γενικό πρόσταγμα της αναπαράστασης “σκηνοθέτης” προστάζει. «Κλακέτα. Η στιγμή του σφυρίγματος. Πάμε»... Και άκου, Χίτσκοκ. Μη βγεις από το μνήμα σου και μας κυνηγάς που θα σου πάρουμε και θα ξεπεράσουμε τη φήμη σου ως μαιτρ των ταινιών θρίλερ, διότι: Σφυρίζω μεν εγώ, «Μόνα Λίζα, Μόνα Λίζα...», και ω του θαύματος ο Ρένος, (ο ποιος; Ο Ρένος;), απαντά σαν σε ηχώ, σαν, όπως ξαναείπα, ηχητικό καρμπόν: «Μόνα Λίζα, Μόνα Λίζα»... Άπαντες κοκαλώνουν εκτός από εμένα, που εκτός από το κοκάλωμα έχασα και τον κόσμο γύρω μου. Φαίνεται θα έπεσα κάτω ξερός γιατί όταν με συνέφεραν, το πανάκριβο μαύρο παντελόνι μου και το εξαίσιο μαύρο μου πουκάμισο ήταν μέσα στην σκόνη και το χάλι τους το... μαύρο! «Τώρα σου χρειαζόταν η σφαλιάρα, ρε φίλε», μου σφύριξε στο αφτί ο υπαστυνόμος, «για να πάρει λίγο φως το πεθαμενατζίδικο χρώμα του προσώπου σου», συμπλήρωσε. 157


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Κάποιος έσπευσε να μου δώσει ένα μπουκαλάκι νερό που το ήπια με απληστία και ευγνωμοσύνη. Σαν να συνήλθα κάπως. Ο “σκηνοθέτης” ξανά προστάζει: «Κλακέτα, δεύτερο σφύριγμα, πάμε...» Εγώ: «Μόνα Λίζα, Μόνα Λίζα...» Απάντηση: «Μόνα Λίζα, Μόνα Λίζα...» Τη φορά αυτή, όχι δεν έπεσα. Βρε πανάθεμά σε, Λεονάρδο Ντα Βίντσι, με την Τζοκόντα σου και τα υποκοριστικά της, πανάθεμα και τον Νατ Κινγκ Κόουλ με το τραγούδι του και ας είναι και αυτός πεθαμένος άνθρωπος. Βαλθήκατε στο άνθος της ηλικίας μου να μου πάρετε τη ζωή;... «ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΔΩ ΠΕΡΑ;» ρωτάω έντρομος. «Μέρα μεσημέρι φαντάσματα;» «Γιατρέ, για δώσε λίγη προσοχή, Άκου:» «Κοκορίίίίκο. Κοκορίκοοο...» Η ηχώ: «Κοκορίίίίκο. Κακορίκοοο...» Δεν καταλάβαινα Χριστό. Είχε ο δρόμος κάποια ιδιομορφία εδαφική; Επρόκειτο για κάποιο εύκολα να εξηγηθεί φυσικό φαινόμενο; Τι συνέβαινε; Δεν είχα ιδέα. Είχα και ένα κατάλοιπο ζαλάδας από τη λιποθυμία μου την προηγούμενη, οπόταν το μυαλό δεν ρόλαρε αρκούντως. Βλέπω τον εισαγγελέα να πηγαίνει προς την πολυκατοικία του Ρένου και να κτυπάει τα κουδούνια. Κάτι λέει σε κάποιον που του άνοιξε και σε λίγο βλέπουμε μεταξύ των άλλων ενοίκων, να βγαίνει από την πόρτα ένας πιτσιρικάς κρατώντας στα χέρια του ένα τεράστιο κλουβί με ένα μεγάλο μαυροπούλι μέσα του. «Βλάκα, ε βλάκα...», λέει ο εισαγγελέας στο πουλί.

158


η πόρτα στα δεξιά

«Βλάκα, ε βλάκα...», του απαντά εκείνο. «Ευχαριστώ»... ο εισαγγελέας. «Ευχαριστώ»... το μαυροπούλι. Και επιτέλους κατάλαβα. Ήταν ένα μάινα, ένα από αυτά τα πουλιά που μιμούνται την ανθρώπινη λαλιά. Με ξανάπιασε σκοτοδίνη. Δηλαδή, τόσον καιρό το πουλί ήταν που ανταποκρίνονταν στο σφύριγμά μου; Και άραγε από πότε γινόταν αυτό; «Και πόσον καιρό το έχεις το πουλί, νεαρέ;», ρωτά ο Εισαγγελέας. «Εδώ και τρεις ημέρες». Άρα δεν ήταν ο Ρένος μου που μού απάντησε, αλλά αυτό το απαίσιο βρωμοπούλι! Και τώρα για πέστε μου παρακαλώ. Μπορούσε ποτέ να πάει το μυαλό μου ότι ένας δολοφόνος θα έβρισκε έναν τέτοιο συνένοχο, έναν τέτοιο ύπουλο συνεργάτη μόνο και μόνο για να κερδίσει χρόνο και να το σκάσει; Μπορούσε; Ακόμη και η σύμπτωση, με το μέρος του ληστή; Είναι δυνατόν; Αμέ. Να που είναι. «Βρωμόπουλο, με την πρώτη ευκαιρία θα σε ξεπουπουλιάσω, το υπόσχομαι και να μου το θυμηθείς», του σφύριξα μέσα από τα δόντια μου. Με άκουσε, δεν μ’ άκουσε, θα σας γελάσω. Το βέβαιο είναι ότι δεν μου απάντησε, όπως έκανε με τον εισαγγελέα! * Τα περαιτέρω πιθανόν και να μην σ’ ενδιαφέρουν, αγαπητέ μου αναγνώστη. Μια συνηθισμένη ιστορία εγκλήματος θα πεις. Μα έτσι για την ιστορία να πω ότι τον δολοφόνο τον έπιασαν. Όχι κανένας λαθρομετανάστης, μα ένα ελληνικό μπουμπούκι παρέα με έναν άλλον, αγνώστου προελεύσεως, αριστούχοι και οι δύο απόφοιτοι των 159


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φυλακών απ’ αυτούς που η ανθρώπινη ζωή είναι μικρότερης αξίας απ’ ό,τι ένα πακέτο τσιγάρα. Στον Θεό τους, σαν τι ήλπιζαν να βρουν και να ληστέψουν μέσα σε ένα οδοντιατρείο; Καμιά μασέλα ή καμιά από τις τανάλιες εξαγωγής δοντιών; Εκτός και αν είχαν κανένα άγριο απωθημένο με αυτού του είδους τα εργαλεία και κυρίως τον τροχό. Μα απ’ ό,τι είπαν οι ειδικοί, τίποτα από αυτά δεν έλειπε, γι’ αυτό ανέφερα το πακέτο τα τσιγάρα. Και τους ξανά έβαλαν στη φυλακή, όπου θα τρώνε και θα πίνουν τσάμπα, εις βάρος του ελληνικού δημοσίου και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Έως έρθει η στιγμή που θα το σκάσουν από κει μέσα (το μόνο εύκολο) για να συνεχίσουν και πάλι, ελεύθεροι, το θεάρεστο έργο τους. Να αφανίσουν κάποιον άλλο Ρένο δηλαδή. Και μια μάνα, έναν φίλο, να θρηνούν το χαμό του...

160


Ό

Η δαμασκηνίτσα

μορφο χωριό, με αρκετούς σχετικά κατοίκους, πράγμα κάπως ασυνήθιστο, που ξαφνιάζει ευχάριστα τους επισκέπτες. Τα χωριά μας και μάλιστα τα ορεινά, ως γνωστόν, κατοικούνται, ως επί το πλείστον, από πέντε έξι ηλικιωμένους όλους κι όλους και μόνο τα καλοκαίρια καταφτάνουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους και ζωντανεύσουν τα κλειστά σπίτια, που κάνουν το χώρο τις άλλες τρεις εποχές του χρόνου να θυμίζει “χωριό φάντασμα”. Τούτο το συγκεκριμένο χωριό ήταν κάποτε, όχι απλώς πιο εύφορο, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε και πλούσιο. Μα από την μακρινή εποχή του πλούτου, δεν απέμεινε τίποτα, ει μη μόνο ένας γρουσούζης, κακός και λαομίσητος άρχοντας, που σπανιότατα τον έβλεπες να περπατά στα καλντερίμια κατά τη διάρκεια της ημέρας. Φημολογούνταν δε ότι κυκλοφορούσε στο χωριό μόνο τις νύχτες σαν φάντασμα, άγνωστο γιατί. Το σπίτι του ήταν τεράστιο και το μεγαλύτερο μέρος των δωματίων του, μάλλον, ήταν κλειστό. Τι να τα έκανε μόνος του, ένας γέρο μαγκούφης και πώς να φέρει βόλτα τη συντήρησή τους, αν και κάποιες φήμες έλεγαν ότι έφερνε παραδουλεύτρες, άγνωστες στους κατοίκους του χωριού, να του τα καθαρίσουν και να τα περιποιηθούν. Το πότε και το πώς γινόταν αυτό κανείς δεν γνώριζε. Και όλα αυτά σε ένα χωριό που ήξερε ο ένας πότε φταρνίστηκε ο άλλος. Μα και μυστικές υπηρεσίες να διέθετε το χωριό, πάλι δεν θα γνώρι161


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ζαν για τον γέροντα περισσότερα πράγματα... Ο μόνος και μοναδικός άνθρωπος που ήταν στον κήπο του, επί καθημερινής βάσης, ήταν ένας ξενομερίτης κι αυτός, φύλακας με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και που σίγουρα θα έπαιρναν σε πρωτοτυπία το Α΄ βραβείο σε ανάλογο διαγωνισμό. Κήπος, που λέτε, ξερός και κατάξερος και μόνον κατ’ ευφημισμό τον ονόμαζαν έτσι, γνωρίζοντάς τον, ίσως, οι παλαιότεροι, τότε που ήταν άξιος να λέγεται κήπος. Μα πράγμα παράξενο, όπως και ο ιδιοκτήτης του, είχε ένα δέντρο όλο κι όλο, φυτρωμένο ποιος ξέρει πώς, και από ποιον. Ακριβώς στο κέντρο, μια πεντάμορφη δαμασκηνιά, έσπαγε την ξεραΐλα και την μονοτονία του αφιλόξενου αυτού τοπίου. Την εποχή της καρποφορίας της ήταν κατάφορτη από τα νοστιμότερα δαμάσκηνα που έφαγε ποτέ άνθρωπος, απ’ όλες τις γνωστές και άγνωστες ποικιλίες αυτού του φρούτου. Έτσι τουλάχιστον έλεγαν όσοι τα είχαν γευτεί και δεν έχουμε λόγο να μην τους πιστέψουμε. Ήταν δε τέτοιο το φορτίο που έφερε το κάθε κλαδί, μικρό ή μεγάλο, που λύγιζε και πολλές φορές έσπαγε από το βάρος των γλυκόξινων καρπών της. Η πιτσιρικαρία του χωριού, με ξαφνικές εφορμήσεις, κατόρθωνε να παραβιάζει το χώρο, με την ανοχή, όπως υποψιαζόμαστε, του φύλακα και να γεμίζει τα καλαθάκια με καρπούς για να ξεκουράζεται και η δαμασκηνίτσα από το υπερβολικό τους βάρος. Ο άρχοντας, έξαλλος, απειλούσε τους εισβολείς με θεούς και δαίμονες και βλέποντας ότι δεν καταφέρνει να τους νικήσει, παρ’ όλη τη φύλαξη του επιφορτισμένου για τούτο μόνο το σκοπό, φύλακα, που ήταν, άλλωστε, αυτή και μόνο αυτή, η αρμοδιότητά του (να φυλάει ένα δέντρο, δηλαδή), τους 162


η πόρτα στα δεξιά

έσυρε στα δικαστήρια με την κατηγορία της καταπάτησης του ιδιωτικού του χώρου, της λεηλασίας της... περιουσίας του και δεν συμμαζεύεται! Ήταν αυτή και η μοναδική περίπτωση που διέκοπτε τη σιωπή του, απολαμβάνοντας, θαρρείς, τις κατάρες και τις απειλές που εκτόξευε ένθεν κακείθεν, ως εάν αυτές να τον αναζωογονούσαν, σπάζοντας με την έντασή τους την ατμόσφαιρα στη μικρή αίθουσα του δικαστηρίου στο παραδίπλα κεφαλοχώρι, που ήταν η πρωτεύουσα της ευρύτερης περιοχής στην οποία ανήκε το χωριό. Ο δικαστής, ναι μεν έβλεπε το γελοίο της υπόθεσης, μα οι νόμοι ήταν νόμοι και οι ποινές στους μικρούς καταληψίες και τους γονείς τους αρκετά βαριές. Ο γέροντας σίγουρα ζούσε για να απολαμβάνει αυτές ακριβώς τις δάφνες που αποκόμιζε από τα πιτσιρίκια. Και δαμασκηνιά να μην υπήρχε, κάτι άλλο, μα την αλήθεια, θα εφεύρισκε για να προκαλέσει τους μικρούς χωρικούς και μετά να έχει τη χαρά της νίκης του. Αυτό πια ήταν το μόνο σίγουρο. Έλα, όμως, που και τα μικρά παιδιά, μέσα στη ζωηράδα και την αγάπη τους για περιπέτειες, δεν πτοούνταν και συνέχιζαν τις επιδρομές, φανερές και κρυφές, σχεδιάζοντας τρόπους και εφαρμόζοντας επιτελικά σχέδια για την επίτευξη του σκοπού τους. Όχι, ντε και καλά, για να απολαύσουν τους καρπούς, μα για να εκδικηθούν τον άσπλαχνο γέρο που τους θύμιζε το γνωστό παραμύθι του Οscar Wilde. Ο δε φύλακας, ο δόλιος, ήταν υποχρεωμένος να υφίσταται τις βρισιές, τις προσβολές και παρ’ ολίγον, τις βουρδουλιές του μισητού αυτού ανθρώπου, επειδή είχε ανάγκη από το μισθό που του έδινε για να τα φέρνει βόλτα με την οικογένειά του, συνταξιούχος του δημοσίου ων. 163


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Δε βαριέσαι», έλεγε, «θα περάσει κι αυτό» και βέβαια δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου, ευτυχής και πολλές φορές τον άκουσαν να μουρμουράει: «Πικρό ψωμί με ταΐζεις, άρχοντα, πολύ πικρό ψωμί. Όλα αντέχονται, μα την κακία σου και τη τζαναμπετιά σου, νισάφι πια, δεν την μπορώ άλλο...» Ανάμεσα στους μικρούς Γιάννη Αγιάννηδες του χωριού, ήταν και ένα εξάχρονο ξένο αγόρι που είχε τρέλα με το δέντρο του Γέροντα. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες σκαρφαλωμένος ήταν στα κλαδιά της δαμασκηνιάς, που ήταν και ο μοναδικός φυτικός οργανισμός που καταλάβαινε την αγωνιώδη εσωτερική φωνή του παιδιού. Και λέμε “εσωτερική” επειδή η κανονική του φωνή είχε χαθεί πριν τρία χρόνια, σαν αποτέλεσμα του έντονου φόβου που ένιωσε όταν κοιμώμενος στην αυλή του σπιτιού του, είδε σαν ξύπνησε, ένα φίδι να έχει τυλιχτεί στο μικρό του πόδι και οι προστρέξαντες γονείς του δεν μπόρεσαν να το απαλλάξουν εύκολα από τη γλοιώδη περίσφιξή του. Ο αγροτικός γιατρός τους βεβαίωσε ότι το πρόβλημα του παιδιού ήταν ψυχολογικό και όχι οργανικό και ότι κάποια στιγμή στο μέλλον, είτε αργά θα ήταν αυτή είτε άμεσα, θα ξαναέβρισκε την φωνή του και η χαρά θα ξαναέμπαινε στο σπιτικό τους. Άλλους γιατρούς δεν συμβουλεύτηκαν. Ελλείψει χρημάτων, αρκέστηκαν στον αγροτικό τους και με την πίστη ότι τα πράγματα ήταν έτσι όπως τους τα είχε εκθέσει εκείνος. Μα δυστυχώς ο καιρός περνούσε και τίποτα δεν άλλαζε στη ζωή του μικρού, ο οποίος, ναι μεν, είχε χάσει τη λαλιά του, όχι όμως και την ακοή του, που ήταν ιδιαίτερα οξυμένη. Έτσι ήταν υποχρεωμένος να υφίσταται την χλεύη των παιδιών, που μέσα στην σκληρότητά τους είχαν

164


η πόρτα στα δεξιά

διαγράψει το όνομα του μικρούλη και αντί για “Μάρκο”, τον αποκαλούσαν πλέον “ο Μουγκός Ξένος”. Σαν να λέμε δύο οι ιδιαιτερότητες του παιδιού: η αλαλία του από τη μια, που ήρθε να προστεθεί στην άλλη, δηλαδή, την προέλευσή του. Είχε περάσει από συμπληγάδες ωσότου, με τον καιρό, γίνει αποδεκτός στον κύκλο των μικρών παιδιών και όταν με το πέρασμα του χρόνου, σχεδόν, τα κατάφερε, επειδή και με τη γλώσσα τα είχε άριστα καταφέρει και η ξενική του προφορά είχε εξαφανιστεί κι αυτή, ήρθε το φίδι να του καταστρέψει το μικρό παράδεισο που είχε κτίσει με υπομονή και αγάπη. Και ξένος να μην ήταν, η αναπηρία που απέκτησε και ο αναγκαστικός ιδιότυπος τρόπος συνεννόησης με την νοηματική, ήταν αρκετός για να τραβήξει την κοροϊδία των παρ’ ολίγο φίλων του. Τον ξέγραψαν μεμιάς. Έγινε το παιχνιδάκι τους. Η καρδιά και η ψυχή του μια πληγή. Μα σε ποιον να πει τον πόνο του; Αλλά και να υπήρχε φίλος, πώς θα γινόταν να τον καταλάβει; Ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Έτσι τόσο αυτός, όσο και ο καημένος, ο τρελός του χωριού, αποτελούσαν το δίδυμο της πλάκας, της κοροϊδίας και της διασκέδασης συνομηλίκων και μεγαλύτερων παιδιών. Πολλές φορές τους κρέμαγαν κουδουνάκια στην πλάτη κρυφά ή ακόμη χειρότερα τους κυνηγούσαν με τις πέτρες, διασκεδάζοντας με τις άναρθρες κραυγές τρόμου που έβγαιναν από το στόμα των δύο αυτών δυστυχισμένων υπάρξεων. Έτσι, ο μικρούλης Μάρκος ανέβαινε στη δαμασκηνίτσα σαν αίλουρος, με την πλήρη ανοχή του φύλακα, έτρωγε μέχρι σκασμού τους γλυκόξινους καρπούς της που του πρόσφερε με γενναιοδωρία το δέντρο, της έλεγε τον μεγάλο πόνο του, τα δικά του, άκουγε τα δικά της, για τη 165


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μοναξιά της, κυρίως και έβρισκε με τον τρόπο αυτό μια κάποια ψυχική ισορροπία. Τα πράγματα δυσκόλευαν σαν έπεφταν τα φύλλα του αγαπημένου καρποφόρου το χειμώνα και έμενε γυμνό. Εκείνος, όμως, τα κατάφερνε να κρύβεται μέσα σε ένα σύμπλεγμα κλαδιών που, επίτηδες θαρρείς, και η δαμασκηνίτσα είχε πλέξει, για να φιλοξενεί το φιλαράκο της, εξασφαλίζοντάς του ένα καταφύγιο, ένα είδος φωλιάς. Ο Μάρκος “μιλούσε” στα πολλά, πολλά ματάκια της, όσον καιρό κρατούσαν τα βλέφαρά τους κλειστά, σε έναν ύπνο χειμωνιάτικο, νανουρίζοντάς τα με το τραγούδι της ψυχής του και η χαρά του ήταν απερίγραπτη, όταν νωρίς την άνοιξη έβλεπε από εκεί να σκάνε τα πρώτα φυλλαράκια του φυτού. Ένιωθε σχεδόν ευτυχισμένος. Η φιλία δέντρου και παιδιού έκανε καλό και στους δύο. Το αποτέλεσμα ήταν να έχει η δαμασκηνιά τόσους καρπούς όσο 4-5 αδερφάδες της μαζί στο χωριό, μαζί ακόμη με 2-3 εξαδέλφες της κορομηλιές! Μα κανένα, κανένα δέντρο δεν είχε τέτοια γλύκα και τέτοια ποιότητα καρπών σαν τούτη τη φίλη του παιδιού. Να έπαιρνε, λέτε, γλύκα από τη γλύκα της αγάπης τους και της φιλίας τους; Πολύ πιθανόν. Και όταν οι καρποί βάραιναν τα κλαδιά της, σε σημείο που πολλά από αυτά να λυγίζουν και να σπάνε, το παιδί υπέφερε, νομίζοντας ότι το δέντρο πονάει και υποφέρει και το έπιανε απελπισία. Μια φορά δεν άντεξε άλλο. Έτρεξε και βρήκε τους πρώην φίλους του, που τον είχαν εγκαταλείψει και με νοήματα τους έδωσε να καταλάβουν τι τους ζητούσε να κάνουν. Τα παιδιά, στην αρχή, έβαλαν τα γέλια και άρχισαν τις γνωστές κοροϊδίες, μα τον Μάρκο δεν τον ένοιαζε. Φαίνεται ότι ήταν τόσο συγκινητικός με το βουβό του 166


η πόρτα στα δεξιά

παρακάλι, που τα έπεισε να κάνουν αυτό που τους ζητούσε. Τους εξίταρε, βέβαια, και η περιπέτεια που θα είχαν να αντιμετωπίσουν, έτσι και τους έβλεπε ο γέροντας. Φωνές, βλαστήμιες, κατάρες, μαγκουριές. Και απορίας άξιον, πώς ακόμη δεν είχε πιάσει κανένα όπλο στα χέρια του. Ίσως να μην ήθελε να τραβήξει τα πράγματα στα άκρα, καθώς, τότε σίγουρα, δεν θα είχε θέση και εκείνος, στο χωριό το ίδιο. Κρατώντας από ένα ευμέγεθες καλάθι το καθένα από τα παιδιά, με θάρρος, θράσος και λεβεντιά, πήγαν και ξαλάφρωσαν το δέντρο, προσφέροντας τόσο στον εαυτό τους, όσο και σε αυτό, μεγάλο όφελος. Στεναγμός ανακούφισης ακούστηκε από το άλαλο στόμα του παιδιού και δάκρυα ευγνωμοσύνης γέμισαν τα ματάκια του. Τους θεώρησε σωτήρες της φίλης του. Λίγο το ’χες; Όμως, το γιουρούσι ήταν δυνατόν να περάσει έτσι, “αβρόχοις ποσίν” όπως έλεγε ο σοφός δάσκαλος, από τον γέροντα; Ο οποίος σε έξαλλη κατάσταση, ξεσπώντας το μένος του πρώτα στον φύλακα και μετά σε ένα από τα πιτσιρίκια που πρόλαβε να πιάσει, δίνοντάς του κάτι σφαλιάρες που, σίγουρα, ο μικρός θα θυμόταν σε όλη του τη ζωή, ανέμιζε τη μαγκούρα του φωνάζοντας: «Απολύεσαι, καταραμένε προδότη! Να πας στα τσακίδια! Σε διώχνω από τη δούλεψή μου, όχι μόνο επειδή δεν φάνηκες ικανός να προστατεύσεις την περιουσία μου, αλλά έγινες και αιτία να γίνει αυτό που θα ακολουθήσει. Θα το κόψω το καταραμένο το δέντρο, που μόνο φασαρίες μου έχει προσφέρει μέχρι τώρα, αφού μήτε τους καρπούς του μπορώ να φάω (μήτε ένα δόντι στο γέρικο στόμα), μήτε τη σκιά του να χαρώ!» «Και το μπλέντερ, γιατί το ’χεις αφεντικό;», τον ρωτάει 167


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

θαρραλέα ο φύλακας. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι νέκταρ θεϊκό θα σου πρόσφεραν τούτοι εδώ οι καρποί που περιφρονείς και που όλοι μακαρίζουν την τύχη σου που το δέντρο αυτό, το τόσο υπέροχο, είναι δικό σου!» Μα τον κακό γέροντα σιγά και μη τον άγγιζαν τα σοφά λόγια, που συμβουλευτικά, του είπε ο καλοκάγαθος φύλακας και το ίδιο αγριεμένος, πάντα, συνέχισε: «Μωρέ όχι μόνο θα το κόψω, μα θα το ξεριζώσω να μη ξαναγεννηθεί μελλοντικά από τις ρηχές του καταραμένες ρίζες!» Τα παιδιά εντωμεταξύ αψηφώντας απειλές, κατάρες και αγριάδες, αποχώρησαν από το πεδίον του παραλόγου, με τα καλαθάκια τους γεμάτα ευλογημένους καρπούς, που αν δεν τους έκοβαν αυτοί, πέρα από το γεγονός ότι θα αχρηστεύονταν πέφτοντας, θα καταστρέφονταν και το ίδιο το δέντρο από το αφύσικα μεγάλο βάρος. Ο Μάρκος έμεινε μόνος, μαρμαρωμένος, τρομαγμένος και απελπισμένος. Έπεσε στα γόνατα και με νοήματα ικέτευσε τον άρχοντα να μην πειράξει τη φίλη του. Μα το μόνο που κι αυτός κατάφερε ήταν να εισπράξει μια γερή μαγκουριά από τον αφρίζοντα από μίσος άρχοντα, ο οποίος και διέταξε τον φύλακα να πετάξει τον μικρό μουγκό έξω από τον κήπο πριν αναγκαστεί να τον κάνει μαύρο στο ξύλο. Το παιδί δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα και από το ξημέρωμα, βρέθηκε να είναι σκαρφαλωμένος και κρυμμένος στο δέντρο του, στην φιλόξενη πυκνή φυλλωσιά της δαμασκηνιάς που τον κρατούσε αόρατο. Της μιλούσε σε τρεις γλώσσες: Στη γλώσσα των βουβών και στις δυο γλώσσες της καρδιάς του, στα ελληνικά δηλαδή, καθώς και σ’ αυτήν της μακρινής πατρίδας των γονιών του, που την αγαπούσε και που, αν και βουβός, μιλούσε πολλές φορές μ’ αυτήν τη γλώσσα στη “φίλη” του, 168


η πόρτα στα δεξιά

επειδή δεν ήθελε να την ξεχάσει, βέβαιος ότι το δέντρο την καταλάβαινε. Την παρηγορούσε, λοιπόν, και της υποσχόταν ότι θα έδινε και τη ζωή του για να μην αφήσει κανέναν να της κάνει κακό. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα και ο Μάρκος βλέπει να καταφτάνουν στον κήπο δύο άντρες με κάτι τεράστια σιδεροπρίονα και τον γέροντα να τους δίνει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνουν, εμμένοντας και τονίζοντας το σημείο του ξεπατώματος του δέντρου από τις ρίζες του. Το παιδί ένιωσε να του φεύγει η ψυχή. «Μη φοβάσαι, δαμασκηνίτσα μου», της λέει ο μικρός, «τίποτα δεν θα πάθεις! Μα και αν είναι γραφτό σου να πεθάνεις, θα πεθάνω κι εγώ μαζί σου. Κανείς δεν πρόκειται να μας χωρίσει ποτέ», είπε και κατεβαίνοντας από το δέντρο, αγκαλιάζει τον κορμό του σφιχτά λέγοντας δυνατά, με ολοκάθαρη φωνή και άπταιστα ελληνικά «Αν είναι να σκοτώσεις τη δαμασκηνίτσα, άρχοντά μου, εγώ, ο μικρός, δεν μπορώ βέβαια να σε εμποδίσω. Να ξέρεις, όμως, ότι θα πρέπει να σκοτώσεις και μένα μαζί της!» Ο γέροντας που, βέβαια, γνώριζε τον μικρό και τη δραματική του ιστορία, που για μήνες και χρόνια ήταν στο στόμα των χωρικών, κατορθώνοντας να διαπεράσει τις θεόκλειστες πόρτες και παράθυρά του και να φτάσει μέχρι και τα δικά του έκπληκτα αφτιά, ακούει τώρα τον μικρό να του μιλάει χωρίς εκείνος να έχει ακόμη συνειδητοποιήσει αυτό που του συνέβη. «Βρε συ, μιλάς;», του λέει κατάπληκτος. Μόνο τότε, ο Μάρκος κατάλαβε την κοσμογονία που έγινε στη ζωή του... Οι χωρικοί, ειδοποιημένοι από τον φύλακα, είχαν καταφτάσει, εντωμεταξύ, στον κήπο και στέκονταν εκεί, πα169


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ραταγμένοι ημικυκλικά παρακολουθώντας τα διαδραματιζόμενα, σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας. Βλέποντας και κυρίως ακούγοντας το μικρό μουγκό αγόρι να μιλάει στον γέροντα, σταυροκοπηθήκαν και ένα μουρμουρητό έκστασης, θυμού, απορίας και λύτρωσης, ακούστηκε από το στόμα τους. Μέχρι που κάποιος από το πλήθος εκστασιασμένος αναφώνησε «Συγχωριανοί, ο μικρός μιλάει, το ακούτε; ΜΙ-ΛΑ-ΕΙ!». Η κυρα-Σαβίνα, η μάνα του Μάρκου, που ήταν και αυτή ανάμεσα στους γείτονες, μην αντέχοντας το βάρος της μεγάλης χαράς, λιποθύμησε. Μα γρήγορα συνήλθε και με τη βοήθεια των συγχωριανών, που τη θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, έτρεξε να αγκαλιάσει το βλαστάρι της. Ο άρχοντας τα είχε τελείως χαμένα και όχι μόνον αυτό. Θαρρείς και χάθηκε, με μιας, όλη του η κακία, η αγριάδα και ο θυμός. Έπιασε τον Μάριο από τους ώμους και του είπε: «Εντάξει, μικρέ, με νίκησες! Δική σου η Δαμασκηνιά, δικά σου και όλα τα δέντρα που θα φυτέψουμε στον κήπο να της κάνουν παρέα να μη μένει μόνη της». Σηκώνοντας δε τα χέρια του ψηλά, δείχνοντας τον ουρανό, αναφώνησε με στεντόρεια φωνή: «Αγάπη, αγάπη, με νίκησες, αλλά χαλάλι σου και σ’ ευχαριστώ!». Το χειροκρότημα των συγχωριανών του ήταν Η απάντηση της αγάπης στην ομολογία που της απηύθυνε, μόλις πριν λίγο, ο γέροντας... Και ήταν η απάντηση αυτή, δοσμένη σε μια γλώσσα, esperanto θα λέγαμε, για να την καταλαβαίνουν ΌΛΟΙ!!!

170


Μ

Το βέλος

ε το που ξύπνησε και άνοιξε τα παράθυρα να μπει το φως της μέρας στο δωμάτιο, μπήκε κι ένα βέλος με ένα χαρτί καρφιτσωμένο πάνω του και πήγε και καρφώθηκε στον απέναντι από το παράθυρο τοίχο. Στην αρχή ο Μάνος δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό το ιπτάμενο αντικείμενο να το πει ή μεγάλο έντομο, μια ακρίδα πχ. Ο άνθρωπος είχε μια μεγάλη απέχθεια στα έντομα γενικά, που έφθανε στα όρια της υστερίας. Μη δει μύγα και κουνούπι, αράχνη και ζουζούνι, πόσο μάλλον μη δει μιαν ακρίδα. Μα τούτο δω που καρφώθηκε στον τοίχο του, μήτε κουνιόταν, μήτε έμοιαζε τελικά με ακρίδα. Ήταν ένα βέλος όπως είπαμε τελικά και καλά το είχε καταλάβει από την αρχή. Και φως φανάρι, αυτό ενήργησε σαν ιδιότυπος ταχυδρόμος ή σαν πρωτότυπος κούριερ με το σημείωμα καρφιτσωμένο πάνω του. Ανοίγει ο Μάνος το χιλιοδιπλωμένο χαρτί και διαβάζει γεμάτος απορία. «Δεν το περίμενες το γράμμα μου, ε;... Δεν το περίμενες. Δεν σου το έστειλα με τον συνηθισμένο τρόπο και ξέρεις γιατί; Για να σου τονίσω ότι είμαι κάπου κοντά σου. Κι έτσι θα είμαι από τούδε και στο εξής. Μια δε απ’ όλες αυτές τις φορές, θα είναι και η τελευταία που θα βλέπεις το φως του ήλιου. Κάθαρμα...» Ο Μάνος δεν τα έχασε. Είχε μάθει στη δουλειά του να βρίσκεται αντιμέτωπος με αλλοπρόσαλλες καταστάσεις και βέβαια μια από δαύτες θα ήταν και τούτη. Ήταν 171


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δε σίγουρος ότι ο σκοπευτής το είχε σκοπό να γλεντήσει πρώτα με το θύμα του, να το εκνευρίσει και σίγουρα να το φοβίσει και μετά να το εκτελέσει, αν βέβαια δεν τον προλάβαινε το υποψήφιο θύμα του και να γίνει εκείνο από θύμα θύτης. Ο Μάνος έβαλε το βελάκι σε ένα κουτί με χώρο αρκετό να φιλοξενήσει και άλλα βέλη που θα ακολουθούσαν σίγουρα. Είχε σκοπό να τα πάει μαζί με τα σημειώματα σε ένα γραφολόγο μήπως κι εκείνος μπορούσε να του δώσει στοιχεία του χαρακτήρα του περί ού ο λόγος και να τον κατατοπίσει. Και κάποιος τεχνικός να του πει σαν τι μέσον χρησιμοποιούσε για εκτοξευτήρα. Σφεντόνα; Μέγεθος μικρό, μεγάλο; Απλή δηλαδή κατασκευή ή προηγμένης τεχνολογίας. Θα πει κανείς και τι τον ένοιαζε αυτό; Τι σημασία μπορεί να είχε; Μα και βέβαια είχε. Όλα είχαν τη σημασία τους για να ολοκληρωθεί το παζλ που βρισκόταν βέβαια στα πρώτα στάδια της διαμόρφωσής του. Ευρηματικός ο απειλών δράστης, μα και ο απειλούμενος δεν πήγαινε πίσω, ούτε από ευρηματικότητες, ούτε από εξυπνάδα. Επομένως ένας αγώνας από δύο εξπέρ του είδους, αν μη τι άλλο, θα είχε ενδιαφέρον. Αρχίζοντας από τον Μάνο να πούμε, ότι ήταν απολύτως φυσικό να έχει παντός είδους εχθρούς από όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση, εξαιτίας της φύσεως της δουλειάς του. Ανώτατος αξιωματικός της αστυνομίας και ειδικά του Εγκληματολογικού και οι γνώσεις του επί του αντικειμένου, πανεπιστημιακού επιπέδου. Δεν είχε κάνει οικογένεια γιατί ήξερε ότι ναι μεν σαν αστυνομικός ήταν ο άριστος των αρίστων, όμως σαν σύζυγος θα ήταν μακριά από οικογενειακά καθήκοντα. Και 172


η πόρτα στα δεξιά

έτσι τελειομανής που ήταν, δεν θα άντεχε όχι μόνο να ακούσει να του προσάπτουν ελλιπή συμμετοχή του σ’ αυτό που λέμε “συζυγικά καθήκοντα” (δεν εννοούμε μόνο το σεξ). Καθώς το μυαλό του ήταν διαρκώς απασχολημένο στις υποθέσεις που αναλάμβανε προσωπικά, αλλά –σαν τίμιος άνθρωπος που ήταν– θα παραδεχόταν αυτήν την ελλιπή συμμετοχή χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό. Θεωρούσε ότι μια γυναίκα, όσο κι αν τον αγαπούσε και όση κατανόηση και αν έδειχνε, θα ερχόταν η στιγμή που τα θέλω της και τα πιο στοιχειώδη δεν θα δεχόταν να μπουν σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Ο Μάνος αυτό το καταλάβαινε και το έβρισκε σωστό, γι’ αυτό και έμεινε μαγκούφης που λέμε, μα όχι βέβαια και ανέραστος... Αυτό εννοείται. Οι επιδώσεις του και στον τομέα αυτό για αριστείο! Ήταν ένα παλικάρι που ήξερε να αγαπά, να παθιάζεται και να δίνει μέχρι εκεί όμως που τον έπαιρνε, που του ήταν επιτρεπτό, όπως προείπαμε και ελπίζουμε να έγινε κατανοητό... Πήγε λοιπόν σε έναν πολύ γνωστό γραφολόγο και αυτό που εκείνος του είπε τον εξέπληξε: «Όχι φίλε μου, η ζωή σου δεν κινδυνεύει από αυτόν τον τύπο. Ο “βελάκιας” δεν είναι εγκληματίας. Να σε φοβίσει θέλει και ίσως να σου επιστήσει την προσοχή σου σε κάτι. Δεν μπορώ βέβαια να ξέρω τι είναι αυτό». «Να με φοβίσει, βρε Δημήτρη μου, να μην κάνω τί;» «Σου είπα, δεν ξέρω. Αυτό είναι δική σου δουλειά να το ανακαλύψεις. Σε κάθε περίπτωση, άσε και θα δούμε. Περισσότερο από βέβαιο είναι ότι σε τακτά ή... άτακτα χρονικά διαστήματα θα έχεις ραβασάκια του είδους αυτού. Και με αυτόν τον τρόπο. Το μόνο σίγουρο. Όπως 173


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και να ’χει, ο τύπος πέτυχε το πρώτο στάδιο του σκοπού του, να σου κεντρίσει δηλαδή το ενδιαφέρον. Λάθος κάνω, Μάνο;» Πράγματι, την επόμενη κιόλας μέρα, καθώς έβγαινε από το σπίτι του, κλειδώνοντας την εξώπορτα της μονοκατοικίας του, τσουπ και το γνωστό βελάκι ήρθε και καρφώθηκε εκατοστά πιο μακριά από το δεξί του χέρι. Αστραπιαία γυρίζει να δει τον αποστολέα, μα δεν είδε παρά αδιάφορους ανθρώπους να βαδίζουν στον δρόμο και άλλους επίσης αδιάφορους να στέκονται στο περίπτερο με μια εφημερίδα στα χέρια διαβάζοντας προφανώς κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από του να ρίχνουν χαζά βελάκια. Δύο τρεις μαθητές με τις μανάδες τους, είδε να πηγαίνουν στο γειτονικό σχολείο περπατώντας βιαστικά, προφανώς για να προλάβουν την πρωινή προσευχή. Κανείς άλλος που να τραβήξει ιδιαίτερα την προσοχή του. Έβγαλε το χαρτάκι από το βέλος που το κράτησε προσεκτικά με το μαντήλι του, γιατί το είχε σκοπό να το πάει για τυχόν αποτυπώματα. Δεν ξέρεις καμιά φορά. Μπορεί ακόμη και σε τόσο μικρές επιφάνειες να βρεθούν αξιοποιήσιμα δακτυλικά αποτυπώματα. Ζήτημα τύχης. Το χαρτί έλεγε: «Κακή σου μέρα, μπάτσε. Πανάθεμά σε. Γιατί να υπάρχουν στον κόσμο τέτοια πλάσματα εγωπαθή σαν εσένα; Τι καλά που θα ήταν κάποιος να αναλάμβανε την πλήρη εξάλειψή σας! Πόσο ωραιότερος θα ήταν ο κόσμος τούτος! Η ζωή για μας τους υπόλοιπους θα ήταν πολύ καλύτερη, ως προς αυτόν τον τομέα έστω. Και όπως ίσως κατάλαβες προς τα εκεί εστιάζω την προσοχή μου». Ο Μάνος βλαστήμησε μέσα του. Και ήταν πρωί. Και δεν είχε πιει ούτε έναν καφέ ακόμα... Πολύ άσχημο ξεκί174


η πόρτα στα δεξιά

νημα της ημέρας και η δουλειά στο γραφείο που τον περίμενε όπως πάντα απαιτητική και το χειρότερο βιαστική. Αν ο “βελάκιας”, όπως τον είχε βαφτίσει ο γραφολόγος, επεδίωκε να τον αποσυντονίσει σπάζοντας τα νεύρα του, τα είχε ψιλοκαταφέρει, αν ο Μάνος ήθελε να είναι εντελώς ειλικρινής με τον εαυτό του. Ξανακοίταξε γύρω του προσεκτικότερα, μα τίποτα δεν κίνησε περισσότερο την υποψία του για το ποιος μπορεί να ήταν ο πρωινός ενοχλητικός περίεργος επισκέπτης με τα παράξενα ανώνυμα μπιλιετάκια του. Αν όμως έκρινε από τη φορά που είχε και το βέλος που καρφώθηκε ξυστά δίπλα στο χέρι του θα πρέπει να ήταν το πολύ μέχρι το περίπτερο αφ’ ενός και η επιδεξιότητα του σκοπευτή άριστη. Και το χθεσινό του ερώτημα επανήλθε: Αυτοσχέδιος εκτοξευτήρας; Καλής τεχνολογίας; Ή δια χειρός εποίησεν; Που σημαίνει πολύ απλά, πως ο μπάσταρδος έριχνε τα βέλη με το χέρι, όπως ρίχνουν τα αγόρια στη ρόδα που έχουν κρεμασμένη στον τοίχο του δωματίου τους και κατατρυπούν τον τοίχο ολόγυρα, κάνοντας τη μάνα τους να απειλεί θεούς και δαίμονες, αλλά που τίποτα δεν καταφέρνει τελικά ή δόλια! Αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση η απόσταση παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Και ο Μάνος δεν είδε σίγουρα κανέναν, ούτε άντρα, ούτε γυναίκα να βρίσκονται κάπου κοντά του την επίμαχη στιγμή. «Καλά κερατά. Πού θα μου πας; Θα σε πιάσω. Δεν θα σε πιάσω λες; Και το ξύλο που έχεις να φας δεν περιγράφεται, μακάρι να με καλέσουν σε απολογία για υπέρβαση καθήκοντος. Για μια και μοναδική φορά στη ζωή μου θα το απολαύσω. Θα το ευχαριστηθώ», μονολόγησε μπαίνοντας στο αυτοκινητάκι του. Μπαίνοντας, του φάνηκε ότι πήρε το μάτι του μια κίνηση στην καρότσα ενός μι175


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κρού φορτηγού που ήταν παρκαρισμένο στο πάρκινγκ απέναντι στο σπίτι του. Μα δεν γύρισε να βεβαιωθεί αν κάποιος του έπαιζε το κρυφτούλι. Αρκέστηκε να φωτογραφίσει με την πολαρόιντ του μυαλού του το φορτηγό. Και τούτο, γιατί δεν ήθελε να δείξει ότι αντελήφθη την ανεπαίσθητη κίνηση που τού φάνηκε πως είδε. «Ο κανάγιας, όποιος και αν είναι, τώρα θα γελάει εις βάρος μου. Άντε και θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος», σκέφτηκε. Στο γραφείο του, τον περίμενε ένας τέτοιος φόρτος εργασίας που γρήγορα ξέχασε τόσο τα βέλη, όσο και να πάρει τηλέφωνο το κορίτσι του που είχε τρεις ημέρες να το δει. Καταντούσε παρεξηγήσιμη και εκνευριστική η αμέλειά του. Ε, όχι κι έτσι βρε φίλε, όχι και έτσι πια. Δεν θα έχει δίκιο η κοπέλα να παραπονεθεί; Όμως όχι. Δεν παραπονιέται και αυτό είναι πολύ περίεργο για γυναίκα και μάλιστα ερωτευμένη. Ή μήπως είναι αδιαφορία; Α, όχι. Ειδικά αυτό δεν το άντεχε. Σε μια σχέση του, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο τον είχε πάντα αυτός, ήταν απαραβίαστο θέσφατο!!! Πέστε τον εγωιστή, πέστε τον αυτάρεσκο, αυτός ήταν που είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο... έτσι τουλάχιστον συνέβαινε μέχρι τώρα. Λες να άλλαξαν τα πράγματα, Μάνο; Λες επιτέλους να βρήκες έναν δάσκαλο που θα σου διδάξει ότι τα πράγματα δεν είναι κατά πώς τα θέλεις εσύ πάντα; Και ότι η υπομονή έχει και κάποια όρια τα οποία πάντα εσύ ξεπερνάς ελαφρά τη καρδία, και με το πρόσχημα της δουλειάς και του εξ’ αυτής καθήκοντος; Θα δείξει, Μάνο, θα δείξει. Πάντως ότι σε νοιάζει, είναι γεγονός και μη μας λες όχι, γιατί και να το πεις εμείς δεν σε πιστεύουμε... 176


η πόρτα στα δεξιά

Εκεί γύρω στις 11 π.μ. κτυπά για ακόμη μια φορά το τηλέφωνο και μια φωνή που δεν ξεχώριζε αν ήταν γυναίκας ή άντρα του λέει: «Ποιον συνάνθρωπό μας άραγε θάβεις αυτή τη στιγμή, μπάτσε; Με τέτοια εμπειρία στο θάψιμο που έχεις, μόλις πάρεις την σύνταξή σου, να ανοίξεις κανένα πεθαμενατζίδικο. “Γραφείο Τελετών”, επί το επισημότερο. Θα θησαυρίσεις, άκου με που σου λέω. Αυτά. Άντε και κακή σου μέρα». Ο Μάνος δεν είπε λέξη. Μα με το κατάλληλο κασετόφωνο που ήταν προσαρμοσμένο στην συσκευή του τηλεφώνου κατέγραφε το μήνυμα του “βελάκια”. Δεν του έδωσε βέβαια τα διαπιστευτήριά του εκείνος, αλλά από τα συμφραζόμενα αυτό κατάλαβε, ότι δηλαδή ήταν αυτός. Σε γραφολόγο είχε πάει, όπως και είπαμε. Σε ειδικό τεχνικό επίσης. Τώρα θα πήγαινε και σε γλωσσολόγο να του αναλύσει τη φωνή. Να ήταν γυναίκα ή άντρας; Για γυναίκα λίγο χλωμό το έβλεπε. Τόσο δεινή σκοπεύτρια ολυμπιακών προδιαγραφών δεν νομίζει ότι υπάρχει. Αυτό πίστευε, και άδικο δεν είχε να το πιστεύει. Όποιος πάντως κι αν ήταν τα κατάφερε να του χαλάσει τη μέρα. «Καλάάάά, καλά, φίλε. Κάνε παιχνίδι και τα λέμε οι δυο μας», μουρμούρισε ξανά και με τη δουλειά του απορροφήθηκε τόσο πολύ, που τα κατάφερε να ξεχάσει την ιστορία με τα βέλη και τα ανώνυμα τηλεφωνήματα. Γύρω στις 2.30, όταν οι περισσότεροι συνάδελφοί του πήγαν για φαγητό, αυτός παράγγειλε έναν διπλό πικρό καφέ και ένα τοστ από το κυλικείο του Αστυνομικού Τμήματος, όχι γιατί πεινούσε, αλλά έτσι σαν από συνήθεια και κάθισε στην στριφογυριστή καρέκλα του γραφείου του για 177


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να φάει. Μα βρε συ, Μάνο, όχι πια και τέτοια συμπεριφορά απέναντι στον εαυτό σου. Να σε πάρει η ευχή του Θεού, να σε πάρει. Ούτε ένα φαγητό της προκοπής δεν γίνεται να φας σαν άνθρωπος; Και αυτό το λες ζωή, φίλε μπάτσε; Μην αυταπατάσαι. Όχι, δεν είναι αυτή ζωή για έναν άντρα 40 χρόνων. Οι μοναχοί στο Άγιο Όρος τρώνε χίλιες φορές καλύτερα και σωστότερα από σένα, παρά τους περιορισμούς. Και καλά εσύ, μα το κορίτσι σου, μωρέ; Δεν μας λες, πότε ήταν η τελευταία φορά που την έβγαλες έξω για ένα ποτό έστω; Θυμάσαι; Να σου το θυμίσω εγώ. Ήταν τότε πριν τρεις μήνες, που σου είπε ότι ήταν η... γιορτή σου!... Ούτε και αυτήν είχες θυμηθεί. Τρομάρα σου... Πάνω σ’ αυτήν τη σκέψη είπε να πάρει τη Δήμητρα τηλέφωνο να της πει ένα αμήχανο “γεια”, όχι από αυτά τα αυτονόητα και τετριμμένα, αλλά ένα ζεστό και τρυφερό “γεια σου”, πράγμα τόσο ασυνήθιστο ως εάν κάποιος να του έλεγε ότι την επομένη δεν θα πήγαινε γραφείο λόγω... αργίας! Μα η Δήμητρα δεν ήταν σπίτι. Ούτε στο κινητό απαντούσε. “Η κλήση σας προωθείται...” Ε, και που προωθείται τι κέρδιζε εκείνος; Τώρα, πού ήταν; «Έλα βρε κορίτσι μου, πού είσαι; Πού είσαι με τόσους βιτσιόζους να κυκλοφορούν ελεύθεροι σαν και τούτον εδώ τον “βελάκια” τον δικό μου;» Τι ήταν να κάνει αυτή τη σκέψη; Και αν αντί αυτού του ιδίου τα έβαζε με το κορίτσι του που όσο να ’ναι είναι πιο εύκολος στόχος από ’κείνον, τι γίνεται τότε; «Α, όχι Δήμητρα. Μην αρχίσω και ψάχνω για σένα τώρα; Όχι που να πάρει!» «Μήτσο», φώναξε τον αστυφύλακα βοηθό του. «Κάνε 178


η πόρτα στα δεξιά

μου μια χάρη, φίλε. Είναι χάρη προσωπική, όχι της υπηρεσίας. Πήγαινε μέχρι το σπίτι της Δήμητρας και δες τι παίζει. Γιατί κάτι δεν μου πάει καλά σήμερα με αυτήν της την απουσία και την τηλεφωνική σιωπή της. Αν είχε κάπου να πάει θα μου το είχε πει για να μην ανησυχώ, καλή ώρα σαν και τώρα. Ξέρει τι σπαστικός είμαι όταν δεν ξέρω πού βρίσκονται οι δικοί μου άνθρωποι. Πήγαινε και αν δεις κάτι περίεργο τηλεφώνησέ μου στο ιδιαίτερο τηλέφωνό μου και έφτασα αμέσως. Ευχαριστώ, φίλε». Και ο Μάνος κάθισε να πιει τον καφέ του που είχε κρυώσει και ήταν για πέταμα. Για το τοστ ούτε λόγος. Ούτε που το ακούμπησε. Καλά, Μάνο, μη φας. Όταν αναγκαστείς να αντιμετωπίσεις την “άσπρη μπλούζα” με τις απαγορεύσεις της, τις προτροπές της που τώρα σου φαντάζουν αδιανόητες, έλα να τα ξανασυζητήσουμε. Για ποια “άσπρη μπλούζα” ομιλώ; Ρωτάς... και σε είχα για έξυπνο... Και να, το ιδιαίτερο τηλέφωνο κτυπά και ο Μάνος γεμάτος αγωνία το σηκώνει. «Έλα, Μήτσο, τι γίνεται;», ρωτάει. «Μόνο Μήτσο δε με λένε, μπάτσε, η “σκιά” σου αν θες να πεις, πες με. Λοιπόν άκου. Το κορίτσι σου, να πάψεις να το θεωρείς ΣΟΥ. Όταν αυτό το κάνεις, ίσως κι εγώ το σκεφτώ και δεύτερη φορά και πάψω να ασχολούμαι μαζί σου. Δεν μου είναι διόλου ευχάριστο, πίστεψέ με, να σε βάζω στο σημάδι αφ’ ενός και αφ’ ετέρου να αντικρίζω τα αντιπαθητικά σου μούτρα. Κοίταξε λοιπόν τις όποιες δουλειές σου και μακριά από τη Δήμητρα. Ούτως ή άλλως στη χάση και στη φέξη τη βλέπεις την άτυχη κοπέλα». «Ποιος είσαι συ, ρε χαμένε, που θα μου ορίσεις τι να κάνω ή να μη κάνω στη ζωή μου; Ποιος είσαι, γενναίε 179


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

άντρα, που κρύβεσαι πίσω από ανώνυμα τηλεφωνήματα και δεν έχεις το θάρρος να μού φανερωθείς; Άκου, φανερώσου και σου δίνω τον λόγο μου ότι στην υπόθεση δεν θα ανακατέψω την υπηρεσία και τα εξ αυτής ευεργετήματα για να σε κλείσω στη στενή. Σαν ίσος προς ίσον θα αντιμετωπιστούμε. Αν κατάλαβα καλά είσαι ο απαγωγέας της;» «Όχι, που ο διάολος να σε πάρει και σένα και την εξυπνάδα σου για την οποία και είσαι τόσο υπερήφανος. Είμαι κάποιος που νοιάζεται γι’ αυτήν και δεν μπορώ να βλέπω να χαραμίζει τη ζωή της με σένα πλάι της. Ξεκουμπίσου λοιπόν και ξέχνα την. Θα είναι ίσως και η μόνη καλή πράξη που θα έχεις διαπράξει στη ζωή σου». Όσην ώρα του μιλούσε ο “βελάκιας”, ο Μάνος κατέγραφε την ομιλία και εκείνο που του έκανε τρομερή εντύπωση ήταν πώς και αυτός γνώριζε το απόρρητο τηλέφωνό του που το γνώριζαν μόνο τρία άτομα: ο Μήτσος ο βοηθός του, ο Προϊστάμενός του και η Δήμητρα. Από ποιον λοιπόν εξ αυτών των τεσσάρων, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, υπέκλεψε το τηλέφωνο; Να λοιπόν από πού έπρεπε να αρχίσει την έρευνα. Μα εντωμεταξύ, τι γίνεται με τη Δήμητρα; Ο Μήτσος ακόμη δεν τον είχε πάρει τηλέφωνο. Και άλλο δεν άντεχε να κάθεται και να περιμένει με τα χέρια δεμένα για ένα τηλεφώνημα που δεν το έβλεπε να γίνεται. Σηκώθηκε, κατέβηκε στο δρόμο, πήρε το περιπολικό και οδηγώντας μόνος του κατευθύνθηκε προς το σπίτι της Δήμητρας που δεν απείχε ούτε τέσσερα χιλιόμετρα το πολύ από το Αστυνομικό Τμήμα. Στο κτύπημα του κουδουνιού της δεν του απάντησε κανείς, μα ούτε και το Μήτσο είδε κάπου εκεί τριγύρω. Άλλο και τούτο. Τι έγινε 180


η πόρτα στα δεξιά

με όλους σήμερα; Τους κατάπιε μια εκκωφαντική σιωπή; Μα όλους;... Δικούς του, φίλους συνεργάτες και εχθρούς; Όλους; Συνεννοήθηκαν να τον τρελάνουν σήμερα; Αχ, βρε Μάνο, βρε Μάνο... Στο κέντρο του κόσμου πάντα εσύ, εσύ, εσύ. Για χάρη σου λες να σιωπούν άπαντες σήμερα; Ο Μάνος, για πρώτη φορά στη ζωή του της υποσχέθηκε –της... ζωής του!– ότι αν όλα κατέληγαν καλά και δεν είχε συμβεί κάτι το τρομερό, θα άλλαζε τροπάρι. Θα υπήρχε βέβαια η υπηρεσία του, σύμφωνοι, της ήταν αφοσιωμένος, μα υπήρχε και η Δήμητρα. Υπήρχε και αυτός. Έδωσε σιωπηρή υπόσχεση ότι θα άλλαζε την καθεστηκυία τάξη του. Και εκεί που οι μαύρες σκέψεις του τον έπνιγαν και ακουμπώντας στο περιπολικό κοιτούσε τα κλειστά παράθυρα της καλής του, στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας της, αισθάνθηκε σαν κάτι να κτύπησε το πηλήκιό του. Το βγάζει και βλέπει στο φουσκωτό του μέρος, το γνωστό βελάκι με το συνοδευτικό του σημείωμα. «Εδώ την ψάχνεις, χαμένε; Στο νοσοκομείο είναι, εκεί όπου ΕΣΥ την έστειλες που ο διάβολος να σε πάρει, καταραμένε. Σιγά μη σου πω και σε ποιο νοσοκομείο. Γλύτωσε –αν γλύτωσε– από του Χάρου τα δόντια, να σε δει μπροστά της και να μπει ξανά μανά στην Εντατική; Σ’ αφήνω μόνο σου με τις τύψεις σου, αν ξέρεις τι σόι πράγμα είναι αυτές...» Τι του έλεγε ο θεόμουρλος αλήτης; Για ποιο νοσοκομείο μιλούσε και για ποιες τύψεις; Ποιος ξέρει με ποιον άλλον τον είχε μπερδέψει. Έτσι και τον είχε στα χέρια του θα έβλεπε ποιος χρειαζόταν την Μ.Ε.Θ. «Αχ, βρε Δήμητρα, κορίτσι μου, πού είσαι;» 181


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Κτυπά το προσωπικό του τηλέφωνο: «Αρχηγέ, δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι γίνεται. Κάτι το σοβαρό θα πρέπει να έπαθε η δεσποινίς Δήμητρα. Ο θυρωρός της πολυκατοικίας της την πήγε στο νοσοκομείο, αλλά η γυναίκα του δεν ξέρει να μου πει σε ποιο. Της έδωσα το τηλέφωνό σου, έτσι και επικοινωνήσει μαζί της να τον ρωτήσει και να σε πάρει μετά εσένα να σου πει. Εγώ εντωμεταξύ, έμαθα ποια εφημερεύουν και θα τα πάρω με τη σειρά να μάθω από τα γραφεία κίνησης ασθενών πού είναι. Σ’ αφήνω αρχηγέ και κουράγιο». «Τι έπαθες, μωρό μου, τι έπαθες που ο μουρλός με τα βελάκια το ξέρει κι εγώ ο άνθρωπός σου, αγρόν ηγόραζα, που λένε. Γιατί δεν με ειδοποίησες;» Και ο Μάνος άκουσε, και θα έπαιρνε όρκο γι’ αυτό, τον αδυσώπητο εαυτό του να του απαντά: «Να σε ειδοποιήσει; Και να αφήσεις το υπερπολύτιμο καθήκον σου, της υπηρεσίας σου, για να τρέχεις πίσω από γυναίκες σε γιατρούς; Παίζει; Δεν παίζει». Ωχ και στο διάβολο το γραφείο και τα καθήκοντα. Άλλωστε δεν ήταν δα και αναντικατάστατος. Τόσοι άξιοι συνάδελφοι υπήρχαν εκεί μέσα. Δεν ήταν αυτός όπως κακώς νόμιζε, το άλφα και το ωμέγα της Αστυνομίας... Αργά βέβαια το κατάλαβε. Και σαν τρελός άρχισε κι αυτός να ψάχνει τα νοσοκομεία. Σ’ αυτό τουλάχιστον στάθηκε τυχερός. Στο πρώτο που πήγε, ήρθε φάτσα με φάτσα με τον θυρωρό της Δήμητρας. Δεν μπορεί να έκανε λάθος. Αυτός ήταν. «Καλημέρα, κυρ-Μηνά. Τι κάνεις;» «Α, εσύ είσαι αφεντικό; Την Δήμητρα έφερα εδώ». «Και τι έπαθε η Δήμητρα, κυρ-Μηνά; Λέγε μου». «Ακριβώς να σου πω δεν ξέρω, είχε αιμορραγία. Το

182


η πόρτα στα δεξιά

μωρό αν κινδύνεψε δεν ξέρω επίσης. Δεν το είπαν σε μένα οι γιατροί και καθώς δεν υπήρχε κανείς δικός της άνθρωπος, δεν είπαν και σε κανέναν τίποτα;» «Κυρ Μηνά, για τη Δήμητρα τη δικιά μου μιλάμε, έτσι; Η Δήμητρα έγκυος;» «Τι είπες αφεντικό; ΕΜΕΝΑ ρωτάς αν το κορίτσι σου είναι έγκυος; Τι άλλο θα ακούσω σήμερα, Θεέ μου; Εκείνο που έχω να σου πω, είναι να πας να ρωτήσεις τους υπεύθυνους γιατρούς να σου πουν τι ακριβώς γίνεται. Εγώ άλλο δεν χρειάζομαι μιας και είσαι εσύ εδώ. Περαστικά αφεντικό, περαστικά...» Τα συναισθήματα του Μάνου, ένας σωρός απείθαρχα συσσωρευμένος περισσότερο στην καρδιά παρά στο μυαλό. Το κορίτσι του σε κίνδυνο. Και σε κατάσταση εγκυμοσύνης; Το μυαλό του σιγά σιγά μετά από την καρδιά άρχισε να ρολάρει φυσιολογικά. Λες βρε σ’ αυτήν την ιστορία να έπαιξε τον ρόλο του ο “βελάκιας”; Να την θεώρησε ευκολότερο εκείνου θύμα και να της επιτέθηκε; Αλλά πάλι, αν έκρινε από τα ραβασάκια του, δεν φάνηκε εχθρικά διακείμενος προς την κοπέλα. Το αντίθετο θα έλεγε. Φερόταν σαν υπερασπιστής της, σαν όλη αυτή η ιστορία με τα βέλη να ήταν ένα είδος μομφής εναντίον του, πεπεισμένος ότι ο Μάνος νοιαζόταν ελάχιστα για το κορίτσι. Προς αυτήν την κατεύθυνση στράφηκαν οι σκέψεις του Αστυνομικού και προς τα κει θα άρχιζε να κινείται για να βγάλει μιαν άκρη για το ποιος είναι. Ίσως κάποιος κοινός γνωστός τους και φίλος περισσότερο της Δήμητρας βέβαια. Ναι... ναι... ΝΑΙ. Αυτό ήταν. Τώρα προείχε όμως η ίδια η κοπέλα. Από το γραφείο κινήσεως και μετά από τις πληροφορίες τον ενημέρωσαν ότι μπορούσε να τη δει. Ήταν στο 183


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δωμάτιό της, αριθμός 10, στο γυναικολογικό τμήμα. Ο εφημερεύων μαιευτήρας γυναικολόγος τον καθησύχασε ότι δεν κινδύνευε ούτε η μητέρα, ούτε το κυοφορούμενο αγοράκι. Υπήρξε μια αρκετά μεγάλη ρήξη του πλακούντα εξ ου και η αιμορραγία. Αύριο θα πάρει εξιτήριο. Στο σπίτι της θα καθίσει λίγες ημέρες στο κρεβάτι και όλα θα πάνε κατ’ ευχή, είπε στον έκπληκτο πάντα αστυνομικό ο γιατρός, κτυπώντας τον ελαφρά και ενθαρρυντικά στην πλάτη. Επιφυλάχθηκε δε, να τους δώσει ακριβείς οδηγίες για το πώς θα κινηθούν από δω και πέρα. Χρειαζόταν μια περαιτέρω προσοχή καθ’ όσον θα έμπαινε η κοπέλα όπου να’ ναι στον 7ο μήνα της κυήσεως. Κτλ. κτλ... Μα για στάσου, Ύψιστε Θεέ. Μπορεί ο Μάνος να ήταν ένα ατρόμητο παλικάρι που δεν ήξερε τι θα πει φόβος, μα σήμερα του έπεσε δόση μαζεμένη από απίστευτα πράγματα για να πεις ότι θα έμενε απαθής. Ο “βελάκιας”, κατ’ αρχήν. Το μήνυμα ότι η Δήμητρα είναι στο νοσοκομείο. Η πληροφορία από τον κυρ-Μην ότι είναι έγκυος. Η επιβεβαίωση από τον γιατρό για την προχωρημένη εγκυμοσύνη και ότι θα γίνει πατέρας ενός αγοριού σε δυο τρεις μήνες... Οι τεράστιες τύψεις του που ξεπήδησαν σαν μαινόμενες Ερινύες και όρμησαν να τον κατασπαράξουν. Και τέλος η ντροπή του, που αυτός ο έξυπνος άντρας που νοιαζόταν για τα κοινά, δεν γνώριζε τι συμβαίνει στο σπίτι του – όχι ακριβώς στο σπίτι του. Και ξέρετε γιατί; Γιατί, τον εαυτό του τον έβαζε πίσω από το καθήκον και η Δήμητρα σαν μέρος αυτού του εαυτού έπαιρνε και αυτή την ίδια με αυτόν θέση. Έξω από το δωμάτιο της καλής του δείλιασε να μπει. Τον βάραινε απίστευτα η ντροπή που ένιωθε. Έτσι, δεν 184


η πόρτα στα δεξιά

είχε ξανά αισθανθεί ποτέ. Του έφερνε η ντροπή, αληθινό, σωματικό πόνο. Πώς θα την κοιτούσε στα μάτια, τι δικαιολογία θα έβρισκε να της πει που δεν είχε προσέξει καν την αλλαγή στο σώμα της όσο λίγα κιλά και αν είχε πάρει. Ε, ναι φίλε, δεν υπάρχει δικαιολογία. Ωραία. Και εκείνη; Εκείνη γιατί δεν του είπε το παραμικρό; Τόσο υπεράνω πια; Για να μην τον επιφορτίσει και άλλο; Και πότε θα του το έλεγε; Όταν γεννούσε; Α, όχι και συ, Δήμητρα, να προεξοφλείς τι θα έκανε εκείνος, και πώς θα το χώνευε που ξαφνικά θα γινόταν πατέρας! Παραδέξου το. Έκανες και συ τα λάθη σου. Μα δεν είναι τώρα ώρα για καταμερισμούς ευθυνών και λαθών. «Όλα καλά θα πάνε, μωρό μου, θα το δεις», της είπε φέρνοντας το χεράκι της που κρατούσε στα χείλη του και το φίλησε με άπειρη τρυφερότητα. «Δήμητρα, εγώ ο άχρηστος, να γίνω πατέρας; Δεν το πιστεύω. Αλλά και γιατί όχι; Τι λες πως χρειάζεται να κάνω; Μια απλή αναθεώρηση προτεραιοτήτων και καθηκόντων». «Μάνο μου, σε παρακαλώ έως ότου γεννήσω, κάνε μου μια και μόνο χάρη. Μη ξανακούσω τη λέξη καθήκον. Στη σχέση μας τουλάχιστον. Ας είναι να υπάρχει μόνον στην υπηρεσία σου. Στην οικογένεια προέχει το συναίσθημα, αυτό είναι που θα σου δείξει ποιες είναι οι προτεραιότητές σου». Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο ένα νέο παιδί, θα ήταν δεν θα ήταν 17 χρόνων. «Μίλτο, πάλι το έσκασες από το σχολείο σου; Τι θα κάνω εγώ με σένα μου λες;» «Βe cool, Μιμή μου, δεν έκανα σκασιαρχείο. Σχολάσαμε μια ώρα νωρίτερα και ήρθα εδώ σφαίρα». «Μάνο μου, να σου συστήσω τον μικρό μου αδερφό, 185


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

είναι 17 ετών και το παίζει πατέρας μου. Από τότε που χάσαμε τους γονείς μας στο τροχαίο που σου είπα δείχνει υπέρμετρη προστατευτικότητα. Από τη μία μου αρέσει αυτό, από την άλλη όμως δεν θέλω να βαραίνουν τους νεαρούς του ώμους τέτοια οικογενειακά βάρη», είπε η Δήμητρα και φίλησε τα μάγουλα του αδελφού της με τα αραιά γενάκια που άφηνε αξύριστα για να δείχνει μεγαλύτερος. Του Μάνου του έκανε εντύπωση το σοβαρό ύφος αυτού του νεαρού το τόσο αταίριαστο με την ηλικία του. Άλλη μια έκπληξη. Η Δήμητρα, ούτε για τον αδελφό της τού είχε μιλήσει ποτέ. Μα γιατί άραγε; Επίσης του έκανε εντύπωση ότι την ώρα του η Δήμητρα έκανε τις συστάσεις, ο νεαρός απέφυγε να αντιχαιρετήσει το απλωμένο χέρι που του έτεινε. Και οι σκέψεις του με ρυθμό ριπής πολυβόλου έπαιρναν τη θέση τους στο παζλ το γνωστό και αμοντάριστο. Αυτό του “βελάκια”. Ήταν σίγουρος. Το ένστικτό του τού έλεγε ότι ήταν αυτός. Αυτός που ήθελε να κάνει, τον απορροφημένο από την καθεστηκυία τάξη του αστυνομικό να στρέψει το βλέμμα του στην αδελφή του που είχε την ανάγκη του τώρα, περισσότερο από ό,τι θα τον είχε στην ζωή της ποτέ. Ήταν τόσο σίγουρος μέσα σ’ αυτά τα ελάχιστα λεπτά, ότι ήταν αυτός, ώστε μισοχαμογελώντας και πιάνοντας τον νεαρό από το μπράτσο του είπε: «ΟΚ, φίλε. Το μήνυμα ελήφθη, over». «Ποιο μήνυμα, Μάνο μου; τι του λες του Μίλτου;» «Τίποτα, κορίτσι μου, τίποτα. Αντρικές κουβέντες. Τα λέω καλά, Μίλτο;» «Καλύτερα δεν γίνεται...» 186


«Μ

Το λουστρινένιο γοβάκι

ανολιόόό ε, Μανολιόόό, πιάσε αγόρι μου μια τσιτσιμπύρα». «Τι να πιάσω, αφεντικό;» «Μια τσιτσιμπύρα σου είπα βρε δεν καλοακούς;» «Οξύτατη η ακοή μου κυρ-Θωμά μου, μα αυτό που μου ζητάς πρώτη μου φορά το ακούω από τη μέρα που μπήκα σε τούτον εδώ τον καφενέ του θείου μου». «Καλά, πιάσε μια λεμονάδα με ανθρακικό. Μια γκαζόζα, πώς αλλιώς να σου την πω; Σου κατέβασα όλο τον Μπαμπινιώτη και σα να μου φαίνεται δεν έχεις ακόμη καταλάβει τι θέλω. Έχει ο θείος σου και άλλους ξύπνιους ανεψιούς σαν εσένα;» «Τώρα σαν να με προσβάλεις, κυρ-Θωμά. Μήπως και εννοείς καμιά μάρκα μπύρας που δεν την ξέρω; Τσιτσιμπύρα, σε μπύρα δεν παραπέμπει;» «Σαν να μου φαίνεται πως με δουλεύεις βρε, εκτός και αν θέλεις να αναβιώσουμε την γνωστή σκηνή με τον Γκιωνάκη και τον Σταυρίδη». «Εμ, τη μια μου λες τσιτσιμπύρα την άλλη γκαζόζα, τη ματάλλη λεμονάδα με ανθρακικό πού να καταλήξω στο τι θέλεις και εγώ ο έρμος;» «Άκουσέ με. Το να σου πω σκέτη λεμονάδα, είσαι ικανός να μου στύψεις δυο τρία λεμόνια με μπόλικη ζάχαρη και άφθονα παγάκια, ναι; Παγωμένη με τέτοιο κρύο! Και μια και το σκέπτομαι αυτό θα κάνεις. Ένα φυσικό χυμό λοιπόν με τρεις κουταλιές της σούπας ζάχαρη και μια θά187


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λασσα από σπασμένα παγάκια». «Και όλα αυτά θα μπουν σε ένα ποτήρι, κυρ-Θωμά; Θα χωρέσουν λες;» «Όχι. Φέρε βρε μια κανάτα, τι πάθαμε με σένα σήμερα!» Ο Μανολιός κατάλαβε ότι και ο κυρ-Θωμάς τον δούλευε όπως και εκείνος τον κυρ-Θωμά... «Αμέσως, αφεντικό, τσακίζομαι, πάω να σου την ετοιμάσω. Αλλά να μου υποσχεθείς ότι μετά θα μου εξηγήσεις μία μία τις ονομασίες που μου αράδιασες. Σύμφωνοι; Πχ για να λες γκαζόζα, μπας και στο μπουκάλι υπάρχει καμιά γκαζά από αυτές του παιχνιδιού που παίζουμε στο χωριό; Και λέω “χωριό” γιατί στην πόλη πώς να παίξεις γκαζές; Γλιστρούν στην άσφαλτο χάνονται και μην τις είδατε. Θέλει χώμα το παιχνίδι, κατάλαβες; Για τέτοιες γκαζές μου μιλάς τόσην ώρα;» «Α, γεια σου. Για τέτοιες σου μιλώ. Κάποτε μια τέτοια μπίλια έκλεινε αεροστεγώς –ξέρεις τι θα πει βρε “αεροστεγώς;”– το μπουκάλι και με έναν απλό μηχανισμό, το ποτό που περιείχε η φιάλη διατηρούσε τη σπιρτάδα του. Τέτοια γυάλινα μπουκάλια δεν υπάρχουν βέβαια πια αλλά η ονομασία παρέμεινε. Ούτε αυτήν έχεις ακουστά σαΐνι μου έτσι;» «Με ξανά προσβάλλεις, κυρ-Θωμά, μα δεν σου το κρατώ. Ίσα ίσα που μορφώνομαι από έναν σεβάσμιο γέρο σοφό σαν εσένα». «Για στάσου, ρε. Ποιον είπες γέρο; Συμμαθητές με το θείο σου ήμασταν. Γέρος είναι και λόγου του;» «Αμ τι είναι, κυρ-Θωμά μου; Συνομήλικος της Ακρόπολής σας, ραμολιμέντο, που όσα λεφτά και αν ξοδεύει το ελληνικό δημόσιο για πάρτη της, ερείπιο ήταν, ερείπιο 188


η πόρτα στα δεξιά

παραμένει. Με τα εκατομμύρια που ξοδεύονται για τη συντήρησή της όχι μία, αλλά δέκα ολοκαίνουργιες θα μπορούσατε να φτιάξετε. Αμάν εσείς οι πρωτευουσιάνοι. Τέτοια αναξιοσύνη πια και η δική σας! Να με συγχωρείς μα δεν σας το είχα. Έλεγα, από την περασμένη φορά που την είδα τυλιγμένη με τεράστιες σκαλωσιές, ότι τούτη τη φορά θα μύριζε ανανέωση φρεσκαδούρα μα δε βαριέσαι; Ως και ο θείος μου ο Ελληνοαμερικάνος γεμάτος απορία με ρώτησε: “Βρε συ, Μανολιό, τόσα ντόλλαρς σας δώσαμε ακόμα γκρεμισμένη την έχετε την έρμη την Ακρόπολή σας;” Τα ’δες; Ρεζίλι μας έχετε κάνει και πέραν του Ατλαντικού...» «Κοίτα, σαΐνι μου, εμένα δεν βρέθηκε ο άνθρωπος που θα με δουλέψει. Κόφτο λοιπόν το αστείο μη φας καμιά ανάστροφη. Αρκετά. Για πες μου τώρα, μήπως και πήρε το μάτι σου τους φίλους μου τον Γιώργη τον Κώστα και το Δημητρό που παίζουμε ξερή, το γνωστό δηλαδή ακτύπητο κουαρτέτο;» «Ω, ναι. Πώς μου διέφυγε; Μου είπαν να σου πω μη φύγεις θα έρθουν οσονούπω». «Τς Τς Τς οσονούπω ο Μανολιός!!! Έφτιαξε ο κόσμος...». «Συμπλήρωσαν δε ότι ίσως ο Δημητρός μην έρθει, κάτι του έτυχε δεν καλοκατάλαβα τι ακριβώς ήταν αυτό. Αλλά μη σκιάζεσαι τη θέση του θα τον αντικαταστήσω εγώ». «Ο ποιος; ΕΣΥ; Τι άλλο θ’ ακούσω σήμερα από σένα να ήξερα. Ο Μανολιός χαρτιά με τους πρωταθλητές Ελλάδος;» «Σου διαφεύγει, κυρ-Θωμά, μια ουσιαστική λεπτομέρεια ότι ελόγου μου έχω πολλές φορές ανακηρυχτεί 189


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

“πρωταθλητής ξερής” πάντων των Βαλκανίων. Τι στην ευχή δεν κυκλοφορούν τέτοια σπουδαία νέα στο σινάφι σας; Κακώς πολύ κακώς. Θέλεις να σου δείξω και την περγαμηνή μου; Την κουβαλώ μαζί μου υπερηφάνως όπου και αν πάω Είναι κάτι σαν διαπιστευτήριο». «Όχι, όχι, σε πιστεύω. Άσχετο, μα σαν να έπιασε πολύ κρύο σήμερα. Δεν το βάζεις μπρος αυτό το μαραφέτι το air-condition ; Πάγωσε και η αίθουσα. Εμ, τι περιμένεις Δεκέμβρης μήνας και πάλι καλά να λες. Ακόμη όχι χιόνι δεν είδαμε μα ούτε ψοφόκρυο. Να το πάει λες έτσι μέχρι τα Χριστούγεννα; Μακάρι. Βλέπεις τούτη εδώ την πανάρχαια μαντεμένια σόμπα που πια είναι μουσειακό είδος και που ο θειος σου την κρατά σαν ενθύμιο μιας εποχής όπου έζησε μέρες δόξας λαμπρής; Με ξύλα θες; Να μοσχοβολά το δαδάκι. Με κάρβουνα θες; Με κοκ θες; Με σανίδια και καρεκλοπόδαρα μαζί με ό,τι φανταστεί ο νους τ’ ανθρώπου στις μέρες της Κατοχής. Με, με, με. Βλέπεις αυτά τα μπουριά; Όταν η σόμπα ήταν στο φουλ της κοκκίνιζαν, όχι από ντροπή αλλά από ευχαρίστηση από τον πλούσιο καπνό που ρουφούσαν και ο καφενές γινόταν φούρνος. Το τι κάστανα ψήναμε πάνω της που να μοσχοβολά ο τόπος. »Έτσι όμως και μπούκωναν καμιά φορά τα μπουριά ή ο αγέρας που λυσσομανούσε απ’ έξω γύρναγε τον καπνό ανάποδα, έβλεπες το θείο σου στην προσπάθειά του να τα ξεβουλώσει, να γίνεται σαν τον θερμαστή ατμομηχανής, μαύρος και κατάμαυρος και το κέφι της πελατείας στο ζενίθ, γελούσαμε σαν μικρά παιδιά. Μαύρο το τούνελ της ζωής μας μεν, αλλά διαφαινόταν δε και ένα αχνό ελπιδοφόρο φως στη μακρινή του άκρη. Ενώ τώρα... Η σχέση του θείου σου με τούτη τη σόμπα σαν ερωτική. 190


η πόρτα στα δεξιά

Εκείνος και αυτή, το δίδυμο της φωτιάς και της φιλίας όπως λέγαμε. Η κινητήριος δύναμη του καφενέ τον χειμώνα, πόλος έλξης πελατείας, κέντρο θαλπωρής. Μα και οι δικές μας σχέσεις μαζί της ιδιαίτερες, αγαπησιάρικες. Άλλος εξιστορώντας δίπλα της τα παθήματά του στο στρατό, άλλος τον έρωτά του, κρατώντας σε αυστηρή αντρίκια ανωνυμία το όνομα της καλής του, και ας ήταν κοινό μυστικό. Για τις εξορίες και τα βάσανα άλλων, ιστορίες να ακούσουν τα αυτιά σου. »Στην παρέα ήταν και ένας γραφιάς που καθόταν αμίλητος και έγραφε έγραφε ασταμάτητα στο τεφτέρι του και όλο έξυνε το μολύβι του με μια περίεργη ξενόφερτη ξύστρα που όμοιά της δεν είχαμε ματαδεί. Αργότερα το όνομά του έγινε διάσημο, πρόκειται για τον συγγραφέα και ποιητή Κ.Β. Μεγάλο σχολείο ο καφενές, σαΐνι μου, μικρή Βουλή το λέγανε. Οι πολιτικές συζητήσεις τελειωμό δεν είχαν. »Μιλάς για ντέρμπι στα γήπεδα. Ε, πού να ήσουν και να έβλεπες ένα ταβλίσιο ντέρμπι. Ναι μεν δύο οι αντίπαλοι, μα οι πελάτες του καφενείου χωρισμένοι κι αυτοί στα δυο στρατόπεδα. Αλαλαγμοί χαράς, επιφωνήματα χαριτωμένα, έκλεινε μια πόρτα στο τάβλι και άνοιγαν πενήντα στόματα, άλλος να κατεβάζει μουρμουρίζοντας καντήλια, άλλος να επικαλείται όλους τους αγίους που όμως δεν πίστευε στην αγιοσύνη τους, και άλλος που πίστευε στην αγιοσύνη αλλά δεν ήθελε να τους ανακατέψει στη φασαρία φοβούμενος την μήνη τους. Μα τω Θεώ, ρε Μανολιό, πολλές φορές βλέποντας αυτό το πανηγύρι που σου περιέγραψα, είχα την φευγαλέα εντύπωση ότι και οι άγιοι έσπαγαν πλάκα και ήταν και αυτοί χωρισμένοι σε στρατόπεδα. Γιατί πώς να εξηγήσω το γεγονός να φωνάζει ο 191


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ένας: “Άγιε μου τάδε, φέρε μου εξάρες να τον διαλύσω τον άσχετο” και ως δια μαγείας να του έρχονται οι εξάρες νικώντας όλα τα πιθανά και απίθανα ενδεχόμενα; Χα χα χα. Σύμπτωση, το ξέρω αλλά και πάλι! Αν τύχαινε δε ο ένας ταβλαδόρος ή και οι δύο σκόπιμα να θέλουν να δώσουν ένα σόου και ήταν και χαρισματικοί, τύφλα να ’χε η θεατρική επιθεώρηση να πεθαίνεις στα γέλια. Να τους ακούς να μιλούν στα ζάρια, να προκαλούν τον αριθμό που ήθελαν και έτσι και τους καθόταν, γινόταν χαλασμός. Κάνανε σαν μικρά παιδιά και εδώ που τα λέμε μήπως και είχαμε άλλες διασκεδάσεις που όμως με τίποτα δεν θα τις αλλάζαμε, με τίποτα. Χρόνια πάμπτωχα, μα όμορφα. Το φως στο τούνελ που λέγαμε σιγά σιγά πλησίαζε Το ίδιο εκείνο τούνελ και σήμερα αλλά δίχως στην άκρη του φως! »Υπήρχαν μοναχικά άτομα κυρίως, που έπιαναν στασίδι από πρωί πρωί στο καφενείο “η αλάμπρα”. Έφευγαν το μεσημεράκι για φαγητό στο σπίτι τους και αμέσως μετά του σκοτωμού επιστροφή στον καφενέ. Τυχερές οι συμβίες τους, δεν τους είχαν μες τα πόδια τους, όπως καμάρωναν να λένε στις φιλενάδες τους! Μία ιδιότυπη ελευθερία και από τις δυο πλευρές, Η συμβία ήσυχη ότι το αρσενικό της δεν έβοσκε σε ξένα λιβάδια και ο σύζυγος ότι λόγω του παρωχημένου της ηλικίας της κυρίας, ήλπιζε το κούτελό του πεντακάθαρο. Έτσι νόμιζε ο δόλιος. Γιατί υπήρξαν και τέτοιοι παθιασμένοι έρωτες ηλικιωμένων που κανείς από τους μεγάλους συγγραφείς δεν ανέφερε ποτέ, γιατί ούτε που μπορούσε να τους φανταστεί. Το κουτσομπολιό έδινε και έπαιρνε, μα που ποτέ σχεδόν δεν έφθανε στα αυτιά του ή της απατημένης. Και έτσι, όλα καλά και όλα ωραία. Ακόμη και το κέρατο είχε μια ποιότητα, βρε παιδί μου. Αλλά εσύ νιάνιαρο πού να καταλάβεις από γε192


η πόρτα στα δεξιά

ροντικό σεβντά. Γι αυτό, μόνο άκου και μη μιλάς!» Μ΄ αυτά και μ’ αυτά η ώρα περνούσε μεν αλλά οι θύμησες του κυρ-Θωμά σταματημό δεν είχαν. Και έτσι όπως βρήκε ευήκοα τα ώτα του νεαρού συνέχιζε τις αναμνήσεις. Πώς έγινε όμως ξαφνικά και η κουβέντα πήρε άλλη τροπή εκτός καφενείου. Ήταν γιατί τους διέκοψε μια παραγγελιά για τρεις καφέδες στο γραφείο της απέναντι μεγάλης πολυκατοικίας. Μεγάλη μόνον; Οι κάτοικοί της, όσοι ένα μεγάλο χωριό. Και όταν ο Μανολιός εκτέλεσε και αυτό το καθήκον με βαθμό επιτυχίας 9 με άριστα το 10, ο κυρ-Θωμάς απτόητος έπιασε το νήμα της κουβέντας από εκεί που το ’χε αφήσει. «Βλέπεις, σαΐνι μου, τούτο τον κολοσσό;» είπε δείχνοντας με το μπαστούνι του την πολυκατοικία που λέγαμε. «Πριν κάτι δεκαετίες δεν ήταν παρά ένα τεράστιο διώροφο οικοδόμημα κατοικιών. Και πιο πριν ακόμα ήταν το διοικητήριο του Βύρωνα και η πρώτη του κατασκευή μετά το μακελειό της Σμύρνης το 1921. Άντεξε κάμποσες δεκαετίες σαν διατηρητέο, αλλά τα συμφέροντα μεγάλα και οι άρχοντες ευάλωτοι. Έτσι, για μια φορά ακόμα γκρεμίσαμε την ιστορία μας, χάριν της τσέπης της γεμάτης μας ό,τι και αν σημαίνει αυτό. »Είχε δύο σκάλες εξωτερικές μια δεξιά και μία εξ ευωνύμων. Η χαρά των πιτσιρικιών της περιοχής. Εκεί που τα έβλεπες στην γειτονιά τους, εκεί με μιας βρισκόντουσαν στην πέρα γειτονιά. Πώς λέμε “δυο πόρτες έχει η ζωή;” ε, αυτά είχαν δυο σκάλες. Η μία ξύλινη και η άλλη μαρμάρινη, το γιατί αυτή η διαφορά του υλικού δεν το μάθαμε ποτέ. Κάτω από την ξύλινη τη σκάλα σε έναν χώρο που αποκλείεται να ήταν μεγαλύτερος από 1.5Χ1 τμ., είχε στήσει το τσαγκαράδικό του ο μπαρμπα-Χα193


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τσής, ένας αξιαγάπητος Αρμένιος, που το σπίτι του ήταν μακριά σε άλλη συνοικία. »Ο μπαρμπα-Χατζής που λες. Ο τσαγκάρης. Μέχρι και πριν λίγο καιρό έτσι και βαριόσουνα το καλοστεκούμενο ακόμα παπούτσι σου ή το πετούσες ή το ξεχνούσες στα ντουλάπια της παπουτσοθήκης σου το αντικαθιστούσες όχι με ένα, αλλά και με δύο ή και παραπάνω καινούρια πιο μοντέρνα πατούμενα. Σήμερα, με την τρύπα στη σόλα να την απειλεί στα σοβαρά, όπως και επί των ημερών του Χατζή, καταφεύγεις στον τσαγκάρη της γειτονιάς σου που νεκρανάστησε θαρρείς το επάγγελμα τούτο λόγω της κρίσης. Λίγο το έξοδο και το παπούτσι ξαναζεί μια νέα άνοιξη». Και ο κυρ-Θωμάς βρήκε την ευκαιρία που ώρα τώρα του γαργάλαγε θαρρείς τη γλώσσα, να πει στο Μανολιό την μικρή ιστορία που ακολουθεί... «Θα σου διηγηθώ μια ιστορία που σίγουρα θα την γράψεις σε βιβλίο μια μέρα όπως θα έκανε παλιά ο Κ.Β ο γραφιάς της νιότης μου». Άλλο που δεν ήθελε ο πιτσιρίκος που ψόφαγε για τέτοιες ιστορίες. Πελάτης στο μαγαζί δεν υπήρχε και η ευκαιρία ήταν μοναδική. Η θαλπωρή του air-condition έστω και κυρίως το πνεύμα των Χριστουγέννων διάχυτο στην ατμόσφαιρα ακόμα και σε έναν τέτοιο χώρο. Αν υποτεθεί ότι τα Χριστούγεννα είναι γιορτή για τα παιδιά και οι μιας κάποιας ηλικίας έχουν την ίδια ευαισθησία... «Κάθισε λοιπόν δίπλα μου, σαΐνι μου, και δώσε βάση. Ο μπαρμπα-Χατζής λοιπόν. Ο ένας και μοναδικός τοίχος του τσαγκαράδικου που δεν ήταν παρά μέρος του εξωτερικού τοίχου του μεγάλου οικοδομήματος, γεμάτος με κρεμασμένα εργαλεία της δουλειάς. Ένα περίεργο τρα194


η πόρτα στα δεξιά

πεζάκι φως φανάρι αυτοσχέδιο, στη μέση του πανελάχιστου χώρου και δεξιά και ζερβά του, μια χαμηλή καρεκλίτσα μια για τον ίδιο και μια για τον πελάτη ή τον επισκέπτη. Την αδερφή μου μικρότερη από μένα, πού την έχανες πού την εύρισκες παρέα με τον μπαρμπαΧατζή. Μέσα στην απορία οι δόλιοι οι γονείς μας, σαν τι ενδιαφέρον μπορούσε να βρει ένα κοριτσάκι ευκατάστατης οικογένειας σε έναν γέρο με το παράξενο επάγγελμά του. Το στόμα του τσαγκάρη πάντοτε γεμάτο πρόκες που μία μία τις έβγαζε και τις κάρφωνε με επιδεξιότητα πάνω στο τραυματισμένο ή σαραβαλιασμένο παπούτσι που σε λίγο θα το έκανε και πάλι γερό και εμφανίσιμο. Στα μάτια του μικρού κοριτσιού η κίνηση αυτή του μάστορα να τον πω, μπαλωματή να τον πω, φάνταζε ταχυδακτυλουργική. Πώς και ποτέ του δεν κατάπιε καμιά από αυτές τις μυτερές ατσάλινες ακίδες δεν μπορούσε να το καταλάβει και δεν ήταν βέβαια και η μόνη που είχε την απορία αυτή. Άλλο περίεργο φαινόμενο πώς και ποτέ δεν πέρασε βροχή σ’ αυτόν τον χώρο με τον ένα και μοναδικό τοίχο που είχε για σκεπή τα απότομα ξύλινα σκαλιά που οδηγούσαν στον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Όλα αυτά πιθανόν, συν τις ιστορίες που διηγιόταν ο γέροντας βιοπαλαιστής, όνομα και πράμα, ήταν που έκαναν τον χώρο μαγικό και πόλο έλξης της μικρής προς μεγάλη απελπισία του πατέρα μας κυρίως. Μια πόρτα χοντρή και ασήκωτη σφράγιζε τον μικροσκοπικό χώρο σαν έκλεινε το “μαγαζί”. Έκτοτε, δεν είδα στη ζήση μου ξανά έναν παρόμοιο σε μέγεθος και ιδιαιτερότητα επαγγελματικό χώρο. Και τώρα πια, όταν πιάνουμε με την αδελφή μου τις παλιές τις θύμησες μου λέει και μου τονίζει ότι θαλπωρή σαν εκείνην που ένιωθε στου μπαρμπα-Χατζή το τσαγκαρά195


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δικο δεν ξανάνιωσε ποτέ ξανά. Και κάθε φορά μου διηγείται και μια από τις ουράνιες ιστορίες του γέροντα σαν τούτη που τώρα θα σου πω και μου την είπε και μένα επ’ ευκαιρία των Χριστουγέννων, πριν δυο μέρες Παραμύθι μύθι μύθι το κουκί και το ραβύθι μαλώνανε στη βρύς Έτρεξε και η φακή Να τους βάλει φυλακή Μα η φάβα της φωνάζει: Φακήήή άσε δεν πειράζει... «Ήταν παραμονές Χριστουγέννων (σημ. η ιστορία σε πρώτο πρόσωπο από τον ίδιο τον γέροντα) και ετοιμαζόμουνα να κλείσω. Καθώς κατέβαζα ρολά που λένε, εμφανίζεται μια πανέμορφη κοπελίτσα ξανθιά και γαλανομάτα που θαρρείς και τα μάτια της που λαμπίριζαν, πήραν το χρώμα τους από το Αιγαίο. Στα χέρια της κρατούσε ένα υπέροχο λουστρινένιο γοβάκι και με παρακάλεσε να της φτιάξω το τακούνι του που είχε υποστεί ανήκεστο βλάβη (αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε ο τσαγκάρης που απίστευτο, μα ήταν και γραμματιζούμενος άνθρωπος). Πήρα το παπούτσι πολυτελείας και πίστεψέ με ωραιότερο παπούτσι δεν είχαν πιάσει τα χέρια μου που βλέπεις αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου είχα την αίσθηση και μη σκιαχτείς μ’ αυτό που λέω, ότι είχε ζωή, ότι ήταν μαγικό σαν βγαλμένο από κάποιο παραμύθι. Χωρίς να πω κουβέντα ένευσα της κοπελιάς ότι ναι θα της το έφτιαχνα, εκείνη με ευχαρίστησε και έφυγε χαρούμενη. »Ξέχασα ότι ήταν η ώρα μου να φύγω, ξανακάθομαι στο καρέκλι μου και μη δίνοντας σημασία σ’ έναν περίεργο πονοκέφαλο που είχα, σημάδι ότι με τριγύρναγε 196


η πόρτα στα δεξιά

και μια γρίπη, βάλθηκα να διορθώσω το κακό που βρήκε το κομψό το τακουνάκι. Και, Ελενάκι μου, ορκίζομαι ότι με την πρώτη σφυριά της ασημένιας μικρής προκίτσας πάνω του, το παπούτσι φεύγει από τα χέρια μου και πέφτει καταγής, αφήνοντας κάτι σαν κραυγή πόνου. Σκιάχτηκα, αλήθεια σου λέω. Ένιωσα σαν γιατρός χειρουργός που έκανε εγχείρηση στον ασθενή του χωρίς αναισθητικό! Το παπούτσι πάει και τελείωσε, ήταν ζωντανό και πονούσε. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, σκύβω το σηκώνω από το πάτωμα τρυφερά το απίθωσα στα πόδια μου που τρέμανε και άρχισα να το χαϊδεύω και να του μιλώ σαν σε ζώσα ύπαρξη. “Καλά φιλαράκο δεν θέλεις προκίτσα δεν σου βάζω. Ό,τι πεις. Θα κάνουμε κάτι άλλο καθόλου επώδυνο. Βλέπεις αυτό το σφραγισμένο βαζάκι; Έχει μέσα μια κόλλα που μου την έφεραν από πέρα μακριά από την Ανατολή και οι συνάδελφοι εκεί μ’ αυτήν επιδιορθώνουν και την παραμικρή βλαβίτσα στα τσαρούχια και τις μπότες του πασά. Δεν παίζουν μ’ αυτά μη και ο πασάς τους πάρει το κεφάλι αν δεν είναι αποτελεσματική. Μ’ αυτήν λοιπόν θα σου γιάνω το τακουνάκι ούτε που θα καταλάβεις τίποτα”. »Λέγοντας τα λόγια αυτά στο παπούτσι, κάνω μιαν αυθόρμητη κίνηση και τα μάτια μου πέφτουν στο καλαντάρι το πολύχρωμο που είναι και το μόνο στολίδι του καταστήματος. Σε κάθε περίπτωση μου δίνει κι έναν ωραίο στίχο που μετά τον μαθαίνω απ’ έξω και τον γράφω σε ένα τεφτέρι που έχω γι’ αυτόν και μόνο το σκοπό. Το έχω σπίτι μου. Να θυμηθώ μια μέρα να το φέρω να το δεις. Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό το τετράδιό μου. Βλέπω λοιπόν που λες το καλαντάρι και διαβάζω ότι είναι Παραμονή Χριστουγέννων. Ντράπηκα γιατί με τούτα και με 197


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τ’ άλλα το είχα ξεχάσει τελείως. Ντράπηκα τους δικούς μου που τούτη την ξεχωριστή ημέρα δεν θα τους πρόσφερα κάτι το διαφορετικό. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά για μια έστω φορά δεν θα έπρεπε να φύγω από τη δουλειά νωρίς να είμαι όπως όλοι οι άνθρωποι με την οικογένειά τους στο φτωχικό μου; Παραμονή Χριστουγέννων και γω χωμένος στην τρύπα μου σαν τον πόντικα; Είπα “τους δικούς μου”! Ποιους δικούς μου; Πέρσι τέτοιον καιρό είχα στην αγκαλιά μου την μικρή μου δισέγγονη και φέτος όχι μόνον αυτή δεν έχω, αλλά ούτε τον εγγονό μου και πατέρα της». Στο σημείο αυτό, τον διέκοψα έκπληκτη για να τον ρωτήσω σαν τι να έγινε και χώρισαν τούτοι οι άνθρωποι, και για πότε μιλούσε. Αυτός κούνησε το κάτασπρο κεφάλι του που μου θύμιζε αγίους από τα εικονίσματα της γιαγιάς μου και είπε θλιμμένα: «Μη βιάζεσαι θα σου τα πω όλα με τη σειρά τους όμως. Ομιλώ για την εποχή της ιστορίας που σου διηγούμαι. Μικρή μου Ελενίτσα, να ξέρεις όταν την αγάπη την παραμελείς, όταν προτιμάς τον εγωισμό σου από εκείνη, δεν το αντέχει. Σηκώνεται υπερήφανα και φεύγει παίρνοντας μαζί της ό,τι το πιο όμορφο υπήρχε στη ζωή σου. Στη δική μου τη ζήση το πιο όμορφο ήταν η Φανίτσα μου. Μα σαν μαλώσαμε με τον πατέρα της αυτός για να με τιμωρήσει μου την στέρησε. Είχα ένα ολόκληρο χρόνο να την δω και ήταν Χριστούγεννα, Θεέ μου», είπε ο μπαρμπα-Χατζής και το δάκρυ στην άκρη των ματιών του θαρρείς και καρφώθηκε με μια από τις ασημένιες μικρές του προκίτσες και δεν το άφησε να κυλήσει και να πέσει στα χιονάτα του γένια. Και συνέχισε: «Ξαφνικά δεν ήξερα τι να κάνω. Να αφήσω το λουστρινένιο γοβάκι χωρίς να το αποτελειώσω και να πάω 198


η πόρτα στα δεξιά

στη γριά μου; Άλλος κανείς δεν με περίμενε. Να φύγω να πάω στο τσαρδί μου δηλαδή και να κλάψω με την ησυχία μου; Προτίμησα να τελειώνω με το παπούτσι. Τρίβω που λες, Ελενίτσα μου, το χαλασμένο τακουνάκι με ένα στρεσόχαρτο και απλώνω πάνω του μια στρώση κόλλα από αυτήν του πασά. Μάρτυράς μου ο Θεός, μα σαν να άκουσα κάτι σαν γουργουρητό σαν στεναγμό ανακούφισης. Να ταίριαξε λες απολύτως και ήταν η κόλλα τόσο δυνατή που εγγυάτο ότι ήταν αδύνατον να ξεκολλήσει; Κοντολογίς το παπούτσι έγινε τέλειο. Το απίθωσα με τρυφερότητα στο ραφάκι που βάζω τα προς παράδοση διορθωμένα υποδήματα και πια ετοιμάστηκα να φύγω. Ώρα ήταν, γιατί άρχισε να σουρουπώνει και για τεχνητό φως το κατάστημά μου ούτε λόγος, δεν διέθετε, όπως και τώρα άλλωστε. Δεν πρόλαβα να κάνω πως σηκώνομαι και να σου εμφανίζεται η όμορφη σαν νεράιδα ξανθούλα του λουστρινένιου παπουτσιού. «Πέρασα να δω τι απέγινε με τη γοβίτσα μου», είπε με ένα χαμόγελο που πλάτυνε κι άλλο καθώς είδε το παπούτσι της να την περιμένει ολόλαμπρο σαν καινούριο, στο ραφάκι μου πάνω. Τρελάθηκε από τη χαρά της. Αστραπιαία σκύβει με φιλά στο μάγουλο και αφήνει στο τραπεζάκι μου πάνω ένα νόμισμα. Χαρούμενος κι εγώ για τη χαρά που μπόρεσα με την τέχνη μου να προσφέρω, κάνω να την ευχαριστήσω μα εκείνη είχε εξαφανιστεί σαν αερικό, σαν μια οπτασία που διαλύθηκε μέσα στα χρώματα του δειλινού της Παραμονής των Χριστουγέννων. Αφηρημένος και καταγοητευμένος από την μαγεία της σκηνής που προηγήθηκε, κοιτάζω το νόμισμα που μου είχε αφήσει πάνω σε μια καρτούλα μικροσκοπική. Τι ήταν και τούτο, Θεέ μου; Μια ολόχρυση λίρα με την βασίλισσα 199


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Βικτωρία πάνω της να με κοιτά χαμογελαστή. Σαστισμένος παίρνω στα χέρια μου την καρτούλα και διαβάζω με τη βοήθεια ενός μεγεθυντικού φακού της δουλειάς μου: «Βιάσου άνθρωπε η ΑΓΑΠΗ κουράστηκε τόσον καιρό να περιμένει. Μην αργείς...» Από τη στιγμή αυτή και μετά, θαρρείς και τις κινήσεις μου τις υπαγόρευαν ουράνιες δυνάμεις, γιατί έκανα πράγματα που είχα ξεχάσει πώς γίνονται. Μπήκα στο μεγάλο κατάστημα της περιοχής και αγόρασα τα πιο όμορφα παιχνίδια. Κουτιά μεγάλα και μικρά με χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα φορτώθηκαν σε ένα καρότσι και περιχαρής όδευσα προς το φούρνο της γειτονιάς. Βουνά από μελομακάρονα και κουραμπιέδες γίνονταν σιγά σιγά από βουνά λοφίσκοι με την πελατεία την αργοπορημένη να εφορμά πάνω τους καθώς ο φούρναρης λόγω Παραμονής είχε μειώσει και τις τιμές. Έτσι φορτωμένος σαν τον Αϊ-Βασίλη έκπληκτος πρώτα πρώτα εγώ ο ίδιος με τον εαυτό μου φτάνω σπίτι μου. Κτυπάω το κουδούνι για να κάνω χάζι με την απορία της συμβίας μου και βλέπω την πόρτα να μου την ανοίγει η Φανίτσα μου καταφανώς μεγαλωμένη μα που η καρδιά μου την αναγνώρισε με μιας. «Παππού, να τα πούμε τα κάλαντα;» με ρώτησε γελαστή και χαρούμενη! «οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η φύσις όληηη... Όλα αυτά τα δώρα για μένα παππού; Βοηθός του Αϊ-Βασίλη είσαι;» Πιο κει ο εγγονός μου έχοντας αγκαλιάσει τη γιαγιά του από τη μέση χαμογελαστός και νομίζω βουρκωμένος μου λέει: «Ήθελα να σου πω και εγώ τα κάλαντα, παππού, μα δε θυμάμαι τα λόγια. Πειράζει να σου πω μόνο Συγγνώμη, σ’ αγαπώ και χρόνια πολλά;» Και τότε κατάλαβα. Κατάλαβα εγώ ο ταπεινός τσα200


η πόρτα στα δεξιά

γκάρης, πως είχα δεχθεί ένα μεγάλο δώρο από το ίδιο το Πνεύμα των Χριστουγέννων που παίρνει διάφορες μορφές και από Πνεύμα μεταμορφώνεται σε οντότητα σαν αυτή της ξανθούλας με το λουστρινένιο γοβάκι που με έκανε να νιώσω πλουσιότερος από όλους τους βασιλιάδες της Γης!» «Σου άρεσε η ιστορία σαΐνι μου; Γράφ’ την. Στόλισέ την με μπόλικη χρυσόσκονη φαντασίας και γλύκανέ την με πολύχρωμο κάντιο που δεν πουλάνε πια τα ζαχαροπλαστεία. Εν ανάγκη βάλε λίγη ζάχαρη άχνη αν κάντιο δεν βρεις...» συμπλήρωσε ο κυρ-Θωμάς και έφυγε από τον καφενέ αφήνοντας το Μανολιό σκεπτικό και συγκινημένο...

201


Μ

Η ευρεσιτεχνία

εσάνυχτα. Η Ματίνα είπε: «Ας κάνω λίγη υπομονή ακόμα. Έτσι και πάει η ώρα 12.30 θα το έχω αποφύγει το ψυγείο, με τα γλυκά του και το απίστευτο παγωτό παρφέ, που έφτιαξε η μάνα. Θα σημαίνει ότι άντεξα στον πειρασμό. Θα σημαίνει ότι μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου νικητή. Θα σημαίνει ότι μπορώ να πάω να κοιμηθώ ικανοποιημένη. Και αν και στο επόμενο ημερήσιο παρόμοιο τεστ τα καταφέρω και πάλι, θα σημαiνει ότι κάποια σύντομη μελλοντική στιγμή θα γλυτώσω από τα παραπανίσια κιλά και η μικρή μου αδελφή όταν μαλώνουμε δεν θα με ξανά αποκαλέσει “χοντρέλω” και άλλα τέτοια απαξιωτικά», μουρμούρισε αυτοπαρηγορούμενη η καημένη η Ματίνα. Πολλά κορίτσια που βρίσκονται στην ίδια με αυτήν κατάσταση, καταλαβαίνουν τον πόνο της... Πήγε να ξαπλώσει, με το μυαλό της καρφωμένο στο ψυγείο και τους αμύθητους θησαυρούς του... Αχ! Ακόμη ένα τέταρτο της ώρας και τελειώνει το όριο του στοιχήματος. Και μετά τι, βρε Ματινάκι; Άντε και το τέταρτο περάσει, θα επιτρέπεται νομίζεις να ορμήσεις στο ψυγείο; Αχ, δεν την κατάλαβες καλά την ιδιαιτερότητα του στοιχήματος. Μέχρι τις 12.30π.μ. ήταν το όριο αντοχής σου. Από το σημείο αυτό και μετά, μετράνε τα μπόνους. Δηλαδή, έτσι και περάσει ακόμη μία ώρα ή και λιγότερο κι εσύ δεν έχεις πάθει στερητικό ταράκουλο, αυτό θα σημαίνει

202


η πόρτα στα δεξιά

πολύ απλά ότι η περίπτωσή σου παίρνει γιατρειά, σε σημείο που η αδελφή σου θα πρέπει να ψάχνει για άλλη βρισιά όταν μαλώνετε. Εκείνο το απαίσιο “άιντε χοντρέλω” ας το ξεχάσει... Με αυτές τις ευοίωνες λοιπόν σκέψεις πήγε, προχωρημένη η ώρα, στο κρεβάτι της, αφού πρώτα έκλεισε το αλάρμ του ρολογιού που κτυπούσε χαρμόσυνα 1 η ώρα π.μ. Για μια στιγμή στάθηκε διστακτική και μετέωρη μεταξύ ρολογιού και ψυγείου, έκανε ένα βήμα προς ψυγείο μεριά, με κάτι περίεργες σελόρροιες στη σκέψη του περιεχομένου του, που τις σκούπισε με το χαρτομάντιλό της, καθώς και μικροποναλάκια στη θέση του στομάχου μαζί με τα γνωστά ηχητικά εφέ του, τα γουργουρίσματα διαμαρτυρίας που της υπενθύμιζαν ότι το είχε ξεχάσει, έτσι άδειο και κατάξερο το καημένο που το είχε αφήσει. Και το αποφάσισε πεισματικά: Την εμπόδιζε κανείς να φάει; ΌΧΙ. Την εμπόδιζε κανείς να αποβάλλει από τη σκέψη της παγωτά, γλυκά και λοιπές λιχουδιές; βεβαίως ΝΑΙ. Ναι; Και ποιος είναι αυτός ο διάβολος; Μα ο ΕΑΥΤΟΣ σου δύσμοιρη χοντρούλα. Αυτόν προσπάθησε να τιθασεύσεις, γιατί ξέρεις τι ύπουλος που είναι; Καμώνεται και καλά πως σε αγαπά... Πώς αμέ; Όταν εσύ κάθεσαι στον καθρέφτη μπροστά και πασχίζεις να ανεβάσεις το φερμουάρ του levy’s και αυτό μουλαρωμένο αρνείται να υπακούσει, ενώ την περασμένη εβδομάδα που το αγόρασες με τι χαρά χώρεσες μέσα του μετά από μια νηστεία σου 10 ημερών αφ’ ενός και μια γερή αφαίμαξη του πορτοφολιού την μανούλας αφ’ ετέρου, τι όμορφα που αισθανόσουν! Τώρα; Ο εαυτός σου που ισχυρίζεται ψευδώς και αναιδώς ότι σε αγαπάει, τι 203


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έχει να πει μπροστά σ’ αυτή την τραγωδία; Εκκωφαντική η σιωπή του, ε; Μα, κορίτσι μου, δεν το ξέρεις; Αυτός είναι ο υπ’ αριθμ. 1 εχθρός σου. Αυτός είναι... οι σειρήνες, που και τώρα σε καλούν προς το ψυγείο. Αγνόησέ τον μωρέ. Έτσι και τον αγνοήσεις, θα σωπάσουν και αυτές, θα το δεις. Έτσι η Ματίνα έπεσε να κοιμηθεί. Ήταν θυμωμένη με αυτόν (όποιος και αν είναι ο αυτός) που αποφασίζει, άλλος να τρώει όλα τα γλυκά και τα παγωτά του ψυγείου, μη σου πω και το ψυγείο μαζί, και δεν παχαίνει και άλλος να παίρνει τα κιλά και μόνο στη σκέψη της λιχουδιάς! Αμαρτία και άδικο. Μα και ο θυμός, δεν είναι καλός σύμβουλος για έναν ήσυχο ύπνο. Είναι; Πού να κλείσει λοιπόν μάτι. Αχ, βρε Ματίνα σκέψου, βρες κάτι χαρούμενο και άφησε τις αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα. Ξέρεις, ε; Το ακούσαμε κι αυτό. Κάποιος διάσημος ξένος διαιτολόγος κατόπιν ερευνών διαπίστωσε πως ό,τι το αρνητικό, είναι και παχυντικό! Θέμα καύσεων... Πες ότι είσαι λοιπόν σε έναν ολάνθιστο κήπο και βαδίζεις ανάμεσα σε παρτέρια που μοσχοβολούν περιμένοντας το αγόρι των ονείρων σου –κυριολεκτικά– να πηδήξει το φράκτη (έλα, αηδίες άκουσες και συ “πηδήξει” και ποιος ξέρει πού πήγε το μυαλό σου) να έρθει και να σε πάρει αγκαλιά. Πάρε το κι έτσι. Χάσε κιλά για το χατίρι του στο κάτω κάτω. Πώς να σε σηκώσει αγκαλιά έτσι που βάρυνες; Θα του φύγει ο γοφός, σίγουρα. Και η Ματίνα νανουρισμένη στη σκέψη της φανταστικής εικόνας αποκοιμήθηκε, βυθισμένη σε έναν ύπνο που αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς δεν ήταν ήρεμος και ήσυχος, στην αρχή τουλάχιστον. Ένας ύπνος πολέμου 204


η πόρτα στα δεξιά

μεταξύ επιθυμιών γευστικών, απαγορεύσεων, κοκεταρίας, έρωτα, ευσεβών πόθων και προσδοκιών. Και ξαφνικά, όλα αυτά λέει σταματούν ως δια μαγείας και βρίσκεται η Ματίνα σε ένα ζαχαροπλαστείο που όμοιό του ούτε ποτέ είχε δει ή ακούσει ή και φανταστεί ότι μπορεί να υπάρχει κάπου στον κόσμο, στο Ντουμπάι της υπερβολής, για παράδειγμα. Τα πάντα εκεί μέσα, πελάτες, υπάλληλοι, αφεντικά και αντικείμενα, όπως έπιπλα, βιτρίνες ψυγεία (άντε πάλι “ψυγεία”, απωθημένο ήταν αυτό, ψέματα;) δεν ήταν φτιαγμένα από λάσπη και θεϊκό φύσημα, ούτε από τσιμέντο πέτρα και γυαλί, μα από συμπαγές παγωτό όλων των ειδών. Σοκολατένιοι νεαροί, πανέμορφοι άντρες, φραουλένιες κοπελιές, με μαλλιά από εκμέκ κανταΐφι και σκουφάκια από παρφέ παγωτό φτιαγμένο με μυστική συνταγή που κάποιος καλός άγγελος έφερε κρυφά κατ’ ευθείαν από τον παράδεισο στο φίλο του ζαχαροπλάστη, για να πάρετε μιαν ιδέα περί τίνος πράγματος ομιλούμε. Τα χέρια των κοριτσιών σκεπασμένα με παγωτό καϊμάκι και βανίλια αντί γαντιών. Ο καθένας μπορούσε να απλώσει το χέρι του και να πάρει λίγο, από όποιο μέρος του σώματος του άλλου του άρεσε, στην περίπτωση που δεν του άρεσε να φάει από εκείνο που ο ίδιος ήταν φτιαγμένος. Όσο να ’ναι το ξένο πάντα το προτιμάμε. Ακόμη και στα όνειρά μας. Δεν έβλεπες πουθενά σιρόπια να τρέχουν από τα χείλη των ανθρώπων, ούτε γαλατένιες στάλες λιωμένου παγωτού πάνω στα ρούχα απρόσεκτων παιδιών, αλλά και μεγάλων. Μια καθαριότητα, μια τάξη μια ευπρέπεια και μια γεύση τ’ ονείρου... Η Ματίνα φαίνεται ότι στον ύπνο της δεν είχε καμία συναίσθηση και θύμηση της απαγόρευσης που είχε θέσει στον εαυτό της και έτρωγε παγωτό με την ψυχή της κόβοντας 205


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κομματάκια από ένα σοκολατένιο νεαρό, κόντεψε να φάει όλο το φουσκωτό μάγουλό του, αλλά το μάγουλο αμέσως ξαναγεννήθηκε και έτσι πασπαλισμένο με τρούφα σοκολάτα όπως ήταν σου ερχόταν η επιθυμία να το ξαναφάς! Παραλείψαμε να πούμε κάτι βασικό, κάτι σημαντικότατο, και ζητούμε συγγνώμη εκ μέρους της Ματίνας. Με την όρεξη που είχε ο κόσμος να τρώει ο ένας τον άλλο, θα περίμενε ο καθένας ότι το θέαμα μισοδαγκωμένων και φαγωμένων ανθρώπων δεν θα ήταν και ό,τι το ωραιότερο. Μα δεν υπήρχε τέτοιο θέμα γιατί, το είπαμε, τα δαγκωμένα μέρη αυτοαναπαράγονταν αυθωρί και παραχρήμα και τα πάντα ήταν νέα και αψεγάδιαστα. Η Ματίνα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα ερχόταν μια στιγμή στη ζωή της που θα είχε φάει τόσο πολύ ώστε να πει «Stop, δεν χωράει στο στομάχι μου άλλο». Το έβλεπε –το στομάχι της– να είναι σαν μπαλόνι και δεν νοιαζόταν καθόλου. Ε, όχι κι έτσι, βρε παιδί μου, όχι τέτοια κραιπάλη, είπε στον εαυτό της κάποια στιγμή επιβάλλοντάς του να ξυπνήσει. Και πράγμα περίεργο, ενώ στον ουρανίσκο της υπήρχε έντονη η γεύση της παγωτένιας υπερβολής, η κοιλιά και το στομάχι της ξαφνικά έγιναν “πλάκα”. Τόσο “πλάκα” που ακούγονταν πάλι τα γνωστά γουργουρίσματα διαμαρτυρίας τους από την έλλειψη περιεχομένου, ως είθισται να κάνουν όντας άδεια και άδικο δεν τους ρίχνουμε. «Μωρέ μπράβο! Πότε πρόλαβα και χώνεψα τόσο παγωτό;» αναρωτήθηκε μισοκοιμισμένη και μισοξύπνια, όπως ήταν ακόμη. Πηγαίνοντας στην κουζίνα να πιει λίγο νερό, πέρασε ξυστά από το ψυγείο ρίχνοντάς του μια απαξιωτική ματιά. «Καημένε φτωχέ, καταψύκτη. Ούτε που φαντάζεσαι τι είδα και τι έζησα πριν λίγο, και το κυριό206


η πόρτα στα δεξιά

τερο τι έφαγα. Ποιος νοιάζεται για το φτωχό σου κασάτο. Κράτησέ το να δροσίζεις ουρανίσκους που δεν δέησαν ποτέ να γευτούν κυριολεκτικά τα ελέη του Θεού με συνταγές αγγέλων στο ζαχαροπλαστείο των ονείρων». Ενώ η Ματίνα τα έλεγε αυτά στο ψυγείο που την άκουγε τάχα μου με... παγερότατη αδιαφορία, έκανε μια σκέψη. Δεν θυμόταν, άκου τώρα, μια ουσιώδη λεπτομέρεια. Οι παγωτένιοι άνθρωποι μόλις απομακρύνονταν από το μαγικό ζαχαροπλαστείο, ξαναγίνονταν σάρκινοι με οστά, κανονικοί, ή διατηρούσαν τη γευστική και κρεμώδη υφή τους; Αυτό, όχι, δεν το θυμόταν. “Αλλά, βρε κουτό, δεν έχεις παρά να δοκιμάσεις στον ίδιο σου τον εαυτό. Ήσουν και συ εκεί, ήσουν μία απ’ αυτούς, παγωτένια επίσης. Θα δοκιμάσεις και θα δεις”, μουρμούρισε και συγχρόνως έβαλε το δάκτυλό της στο στόμα. Μπρ, αηδία. Ήταν ακριβώς η ίδια γεύση, όπως τότε που μικρούλα είχε το χέρι της διαρκώς στο στόμα για να τραβά την προσοχή της μαμάς, έστω και αν εκείνη τη μάλωνε γι’ αυτήν της τη κακή συνήθεια. Ήταν πια εντελώς μακριά από την επήρεια του ονείρου και πράγμα περίεργο το στερητικό σύνδρομο όσο περνούσε η ώρα δεν την έπιασε, γιατί το μυαλό της αισθανόταν πλήρες, (έλα τώρα, όταν λέμε “πλήρες” εννοούμε γευστικά) γι’ αυτό και το σύνδρομο άφαντο. Και αυτή ήταν αγαπητές μου κυρίες και κύριοι, η ανακάλυψη που έκανε ξαφνικά η Ματίνα. Κοιμισμένη είχε βρει το φάρμακο κατά της βουλιμίας και της παχυσαρκίας που οφείλονταν στην κατανάλωση γλυκών. Έτρωγε κατά κόρον, απαγορευμένες τροφές, στον ύπνο της. Κανένας γιατρός διαιτολόγος δεν τις απαγόρευε. Βρήκε μια τεχνική δικής της επινοήσεως και το πετύχαινε αυτό. Την 207


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έκανε πατέντα και την κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. “Matina’s way of losing kilos and being slim”. Μάλιστα. Να χάνεις κιλά και να τρως –εν υπνώσει– και μάλιστα τροφές που δεν τρώνε ούτε βασιλιάδες, λέμε τώρα, και να μοιάζεις συλφίδα! Και δίδαξε τον τρόπο της αυθυποβολής της. Και έγινε διάσημη, και έγινε πλούσια και τα βιβλιάρια των καταθέσεών της παχυλά. Εκεί το πάχος επιτρεπόταν! Αλλά, βρε Ματίνα, πες μας κάτι. Δεν είναι άδικο και κρίμα να έχεις τόσο χρήμα νεαρότατο κορίτσι και να μη απολαμβάνεις τις λιχουδιές, παρά μόνο τις ανύπαρκτες του ονείρου σου; Συμβουλή μας: Άκουσε, φάε και ας παχύνεις. Και ποιος είναι εκείνος που θα προσέξει ακόμη και αν έχεις γίνει ντουλάπα όταν θα είναι τα μάτια του θαμπωμένα από τον πακτωλό των χρημάτων σου; Θα τα βλέπει, θα τα πιάνει, θα τα αισθάνεται, θα τα ακουμπάει, όπως θα ακουμπάει και πάνω σου και ούτε που θα νιώθει εκείνον τον πόνο που λέγαμε στη μέση του. Θα αγκαλιάζει ελέφαντα και θα νομίζει ότι αγκαλιάζει νεράιδα, γιατί εντωμεταξύ κάτι θα έχει και αυτός μάθει από τα τρικ της αυθυποβολής σου. Αχ, βρε Ματίνα, να είχαμε την τύχη σου... Λένε ότι τα μεγαλεπήβολα όνειρα σε κάνουν πολλές φορές να ξεστρατίζεις και πραγματοποιώντας τα να χάνεις την ανθρωπιά σου. Υπάρχουν όμως και κάτι όνειρα σαν και αυτά που βίωσε η Ματίνα που... Γι’ αυτά τι έχετε να πείτε; Πώς είπατε; «Τα δυσκολότερα τελικά προβλήματα λύνονται δια της εις άτοπον απαγωγής». Α, καλά, εμείς τόση ώρα αυτό δεν προσπαθούμε να πούμε; Φαίνεται δεν ήμασταν σαφείς... 208


Ε

Συμπτώσεις

ίχε περάσει από το checking και περίμενε να ανακοινωθεί η πτήση της για να αρχίσει η επιβίβαση. Άκουγε μουσική από το MP3 της και συγχρόνως διάβαζε το βιβλίο που κρατούσε και που εδώ και ώρα δεν είχε αλλάξει σελίδα, καθώς δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Πάντοτε όταν ταξίδευε, αυτό το χρονικό σημείο της αναμονής της, της έφερνε μιαν αδιόρατη ανησυχία και ένα ανέβασμα της αδρεναλίνης. Στην τουαλέτα ξανά και ξανά. Μισούσε το αεροπλάνο. Δεν θυμάται να είχε ποτέ απολαύσει το ταξίδι της με αυτό το μέσο. Ταξιδεύοντας με τρένο ή με το αυτοκίνητο μπορεί να ονειρεύεται. Όσο μακρινό και αν είναι το ταξίδι της δεν την κουράζει ιδιαίτερα με το τρένο. Βλέπει τα δέντρα, τα σπίτια να χάνονται με αστραπιαία ταχύτητα, υπό τους ήχους τους ρυθμικούς στις ράγες και της αρέσει να πλάθει ιστορίες. Μετά, διαλέγει αυτήν που της άρεσε περισσότερο, τη διανθίζει με φανταστικές λεπτομέρειες και τη μεταφέρει στο χαρτί. Κρατάει ένα τετράδιο για το σκοπό αυτό στην τσάντα της και έτσι μια σκηνή από αυτές που περνούν από τα μάτια της μπροστά που της άρεσε, τη γράφει, στεριώνοντας, την φευγαλέα εντύπωση που της δημιούργησε, την αξιοποιεί, διατηρώντας την έτσι στην μνήμη της. Το αεροπλάνο το φοβόταν. Για παράδειγμα το πέταγμα πάνω από τις Άλπεις την έκανε να αισθάνεται μια τρελή υψοφοβία που της έφερνε άγρια ταραχή. Σκεφτό209


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ταν ότι πετούσε ψηλότερα από τη ψηλότερη κορυφή της οροσειράς είτε πάνω από τα σύννεφα είτε κάτω απ’ αυτά και αναρωτιόταν τι ήταν εκείνο που έκανε τους ανθρώπους να χαρακτηρίζουν το πέταγμα σε αυτά τα ύψη σαν ένδειξη χαράς και ευδαιμονίας. «Πέταξε στα σύννεφα από τη χαρά της» ή «η αγάπη σου με κάνει να πετάω στα σύννεφα ψηλά». Αυτή, δεν θα παρομοίαζε ποτέ τον έρωτά της με μια τέτοια απογείωση. Ίσως γιατί για να τα φτάσει τα σύννεφα, το μόνο μέσο ήταν το αεροπλάνο και ποια ήταν τα αισθήματά της γι’ αυτό, τα περιγράψαμε λίγο πριν. Εν πάση περιπτώσει για τέσσερις ώρες θα περνούσε μια ψιλοκατάσταση άγχους και μετά θα βρισκόταν σε μία χώρα, που δεν ήξερε το γιατί, την απωθούσε τόσο πολύ. Όπως καθόταν, πήρε το μάτι της έναν όμορφο νεαρό που καθόταν σε μιαν απόσταση από εκείνη και που στα χέρια του κρατούσε κλειστό το ίδιο βιβλίο που κρατούσε και αυτή. «Για δες μια σύμπτωση», σκέφτηκε. Και να πεις ότι επρόκειτο για κάποιο βιβλίο της μόδας, μια καινούρια έκδοση, ή ένα best-seller; Ήταν σχετικά παλιό και ήταν η τρίτη φορά που το διάβαζε εκείνη, πράγμα που δε συνήθιζε να κάνει με άλλα βιβλία. Το βιβλίο λοιπόν, ήταν εκείνο που τράβηξε την προσοχή της. Της φάνηκε λίγο νευρικός. Άκουγε αυτός μουσική και τον έβλεπε μερικές φορές να σιγοψιθυρίζει τα λόγια του τραγουδιού που άκουγε. Άνοιγε το βιβλίο του, διάβαζε ένα λεπτό, και μετά το έκλεινε. Έβγαζε τα ακουστικά του, τύλιγε το καλώδιο γύρω στο MP3 του, το έβαζε στη τσέπη του και σε πέντε δέκα λεπτά το ξανάβγαζε, το έβαζε στα αυτιά του και ξανάρχιζε να σιγοψιθυρίζει. Η όλη του συμπεριφορά της κίνησε την περιέργεια και άρχισε να τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον χωρίς να 210


η πόρτα στα δεξιά

ξέρει το γιατί. Να ήταν και αυτός υψοφοβικός σαν και αυτήν; Είχε και αυτός ιστορίες που τον άγχωναν; Ποιος να ξέρει. Πάντως, όπως και να είχε, η συμπεριφορά του δεν ήταν απόλυτα νορμάλ. Η Νόρα ήταν ευφάνταστη εξ ου και οι ιστορίες που έγραφε σχεδόν σε κάθε της ταξίδι είχαν αρκετή δόση φαντασίας. Άρχισε να κρατά σημειώσεις. Θα έχετε παρατηρήσει ότι πολλές φορές ακόμα και όταν κάποιος είναι εκτός του οπτικού μας πεδίου, αλλά μας κοιτάζει έντονα, μας δημιουργείται ένα είδος καλέσματος να το πούμε, μηνύματος, που έλκει την προσοχή μας και βέβαια την όρασή μας και σπεύδουμε να τον κοιτάζουμε κι εμείς; Αν και σε κάποιαν απόσταση όπως είπαμε, η Νόρα βλέπει σε κάποια στιγμή τον νεαρό να σηκώνεται από τη θέση του, και να έρχεται προς το μέρος της και να την ρωτάει ευγενικά αν μπορεί να καθίσει στην κενή θέση δίπλα της στον καναπέ που καθόταν αυτή, τη στιγμή που όλες οι θέσεις, σε πολυθρόνες, καρέκλες, καναπέδες, ντιβάνια, –ποιος είσαι, κύριέ μου, ο Λιακόπουλος;– ήταν άδειες; –Παρακαλώ καθίστε, του απαντά. –Για πέστε μου, κυρία μου, σας παρακαλώ, τι το ενδιαφέρον βρίσκετε σε μένα για να φτάσετε στο σημείο να κρατάτε σημειώσεις; Ή μήπως είστε ζωγράφος και κάνετε το σκίτσο μου; –Σας παρακαλώ, κύριε... –Ναι... Στάθης Μπαλτάς, κυρία μου, δημοσιογράφος και κάτι σαν ποιητής, της συστήθηκε. –Νόρα Μεντή και κάτι σαν συνάδελφος, του απαντά εκείνη ελαφρώς ενοχλημένη για τη μετωπική επίθεση. 211


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Για κοίτα και δεν του το ’χα», σκέφτηκε. «Τόσην ώρα που τον παρακολουθώ δεν μου έδωσε την εντύπωση ούτε κορτάκια ούτε τόσο τολμηρού κοινωνικά νεαρού Έπεσα τελείως έξω, καθώς φαίνεται». Όμως έπρεπε κάτι να βρει να του πει γρήγορα για να δικαιολογήσει το (πώς το είπε ο Μπαλτάς να δεις) ναι, το ενδιαφέρον της. Και του απάντησε με την πρώτη αληθοφανή ψευτιά που της ήρθε στο μυαλό: –Μου έκανε εντύπωση που διαβάζουμε το ίδιο βιβλίο. Καταπληκτική σύμπτωση, δεν νομίζετε; –Για δες, βρε παιδί μου. Απίθανη σύμπτωση όντως. Σας αρέσει ο Μπαλτάς; τη ρώτησε και της θύμισε τον Άντονι Πέρκινς όταν ρωτούσε τη Μπέργκμαν για να της πιάσει κουβέντα: «σας αρέσει ο Μπραμς;» –Να σας πω. Αν και λίγο παρωχημένος, τον προτιμώ από πολλούς μοντέρνους του αστυνομικού μυθιστορήματος. Ναι, μου αρέσει και έχω διαβάσει και ξαναδιαβάσει όλα του τα βιβλία. Πώς είπατε πως λέγεστε; Μπαλτάς; Καμία συγγένεια με το συγγραφέα μήπως; Με τόσες συμπτώσεις, μια ακόμη δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση. –Μέσα πέσατε. Είναι πατέρας μου. –Ω, μα αυτό είναι θαυμάσιο. Αν σας ζητούσα να μου υπογράψετε το βιβλίο του συγγενική άδεια; Γίνεται; Συνηθίζεται κάτι τέτοιο; –Δεν συνηθίζεται. Αλλά γιατί όχι; Ο πατέρας θα ενθουσιαζόταν αν έβλεπε μια νέα σαν εσάς να είστε θαυμάστριά του. Οπόταν... Και για να τριτώσουν οι συμπτώσεις που έπεφταν σαν βροχή στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου, διαπιστώνουν ότι όχι μόνο θα είναι συνεπιβάτες, αλλά και στην Αγγλία πηγαίνουν στην ίδια πόλη. Παραήταν πολλές οι

212


η πόρτα στα δεξιά

συμπτώσεις. Μερικές φορές στην ζωή μας περνούν ακόμη και χρόνια για να θεωρήσεις κάποιον φίλο σου. Και άλλες φορές πάλι έρχεται μια μαγική στιγμή που μετά την ανταλλαγή δύο τριών ευγενικών κοινωνικών φιλοφρονήσεων και φράσεων έχεις την αίσθηση της απαρχής μιας αληθινής φιλίας. Θέμα χημείας και η αίσθηση, ότι οι τροχιές μερικών ανθρώπων συναντιούνται για κάποιον λόγο στη ζωή ετούτη. Να ήταν και αυτή μια τέτοια ευκαιρία; Και θα την άφηναν να πάει χαμένη; Ή για να μη το μετανιώσουν να άφηναν τους εαυτούς τους να πάρουν ένα ρίσκο εμπιστοσύνης, αφήνοντας απ’ έξω την λογική της επιφυλακτικότητας για το άγνωστο που έβλεπαν μπροστά τους; Άγνωστοι άνθρωποι, παντάξενοι με άδηλο το μέλλον, που κάτι όμως τους έλεγε να ρισκάρουν. Να εμπιστευτούν και ίσως, λέμε ίσως, να αφεθούν... Και αυτό έκαναν. Οι σκέψεις τους ακολουθούσαν το ίδιο μήκος κύματος με την τύχη και τις συμπτώσεις, πιστούς βοηθούς και συνεργάτες. Οι θέσεις τους στο αεροπλάνο μακριά. Παρακάλεσαν την όμορφη αεροσυνοδό να τους βάλει να καθίσουν δίπλα. Η διπλανή με τη Νόρα κυρία, προθυμοποιήθηκε να ανταλλάξει τη θέση της με το νεαρό που είχε μια προνομιακή θέση στο παράθυρο και καμία θέση δίπλα του, με άπλετη θέα έξω, που δεν την εμπόδιζε κανένα φτερό του αεροπλάνου. Οι Άλπεις σε θέα πανοραμική. Την άλλαξε ευχαρίστως τη θέση της με αυτή του Μπαλτά. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι καλόβολοι που έχουν κατανόηση με τους ερωτευμένους, όπως φαίνονταν να είναι αυτοί οι δυο νέοι, όπως προσποιήθηκαν ότι είναι η Νόρα και ο Στάθης. Ήταν ένα τετράωρο ταξίδι που καλύτερο δεν είχαν ξα213


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νακάνει. Εκείνος και Εκείνη. Εκείνου η νευρικότητα είχε εξαφανιστεί. Εκείνης ο φόβος επίσης. Μιλούσαν, γελούσαν, συζητούσαν για ενδιαφέροντα πράγματα. Και η ώρα περνούσε για πρώτη φορά απ’ όσο εκείνη θυμόταν, ανεπιθύμητα γρήγορα. Τι σου είναι και ο Χρόνος. Είναι φορές που θαρρείς οι δείκτες του ρολογιού κόλλησαν και δεν λένε να γυρίσουν και άλλες πάλι, που τρέχουν τόσο γρήγορα, που για να σιγουρευτείς ότι το ρολόι δεν έχει βλάβη ρωτάς και ξαναρωτάς τον διπλανό σου να σου πει την ώρα. Εκεί γύρω στη μισή ώρα πριν τη προσγείωση, όπως ανακοίνωσε η αεροσυνοδός και ενώ μιλούσαν αμέριμνα, βλέπουν την κυρία που τους προσέφερε τη θέση της, να σηκώνεται και να πηγαίνει προς το πιλοτήριο. Μία από τις κοπέλες την απέτρεψε, λέγοντάς της ότι δεν επιτρέπεται η είσοδος εκεί, και τότε η ευγενέστατη κυρία στρεφόμενη στους συνεπιβάτες της τους λέει ανοίγοντας συγχρόνως και την όμορφη ζακέτα της: «Καθώς βλέπετε είμαι ζωσμένη με εκρηκτικά. Το αεροπλάνο βρίσκεται υπό κατάληψη. Αν κάποιος κινηθεί εναντίον μου θα έχει υπογράψει τη θανατική καταδίκη όλων μας. Αν καθίσετε ήσυχα δεν έχετε τίποτα να φοβηθείτε. Ο πιλότος θα πάει όπου του πω, θα με αφήσει, και μπορεί αμέσως μετά να ξαναφύγει. Το μόνο που θα υποστείτε, είναι μια ολιγόωρη καθυστέρηση». Λέγοντας αυτά, προχώρησε και μπήκε στο πιλοτήριο απειλώντας την έκπληκτη αεροσυνοδό που αναγκάστηκε να της ανοίξει την πόρτα. Οι επιβάτες να έχουν παγώσει. Σε δευτερόλεπτα, ξαναβγαίνει από το πιλοτήριο η χοντρή κυρία αφού ποιος ξέρει τι είπε στον πιλότο. Εκείνο που δεν ήξερε ο κόσμος ήταν αν είχε συνεργό, μα απ’ ό,τι φαι214


η πόρτα στα δεξιά

νόταν ενεργούσε μόνη της. Δεν ήξεραν αν ήταν τρομοκράτης, αν ήταν καμιά βιτσιόζα που της άρεσαν τέτοια επικίνδυνα παιχνίδια ή ήταν καμιά μουρλή που το έσκασε από κανένα τρελάδικο. Μπορεί ακόμα να ήταν μία ψυχασθενής που εκδήλωνε τρομοκρατικές απόπειρες για πρώτη φορά και γι’ αυτό κυκλοφορούσε ελεύθερη. Μη και δεν είναι γνωστό ότι οι πιο επικίνδυνοι τρελοί είναι εκτός ιδρυμάτων; Δεν μιλούσε κανείς. Μόνο κάτι παιδάκια τσίριζαν, όχι γιατί καταλάβαιναν τι διαδραματίζονταν στην καμπίνα, αλλά γιατί έβλεπαν τα τρομοκρατημένα και παγωμένα πρόσωπα των γονιών τους και φοβόντουσαν. Τα μεγαλύτερα παιδιά ναι μεν δεν μιλούσαν υπακούοντας στη σιωπή που επέβαλε η χοντρή, αλλά έσπαγαν και την πλάκα τους απορώντας με τους δικούς τους που τους έβλεπαν τόσο φοβισμένους μπροστά σε μια αεροπειρατίνα που δεν κρατούσε ούτε καν όπλο. Αυτά, και αν δεν είχαν παίξει τέτοια παιχνίδια με το playstation. Μπροστά σε κείνα που ήξεραν, τι ήταν τούτο εδώ; Παιχνιδάκι για αρχαρίους. Τόσο η Νόρα όσο και ο Στάθης έκαναν την σκέψη, ότι παρά ήταν όλα ρόδινα έως λίγη ώρα πριν, για να είναι αληθινά και υπέροχα. Και για να συμπληρωθεί το περίεργο παζλ των απανωτών συμπτώσεων, ποιος ήταν λέτε ο τίτλος και το περιεχόμενο βέβαια, του βιβλίου του Μπαλτά πατρός; «Τρόμος πάνω από το Χίθροου!» Μάλιστα. Ένα αστυνομικό θρίλερ, με κύριο θέμα του μια παρόμοια, στο πιο άγριο, αεροπειρατεία. Η ευγενική και επίδοξη μπουρλοτιέρισσα με ένα καινούριο της λογύδριο απαγόρευσε ξανά στους πεθαμένους από τον τρόμο τους επιβάτες την όποια κουβέντα. «Και τι να τα κάνουμε τα μωρά μαντάμ, να τους βά215


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λουμε φίμωτρο;» τόλμησε να ρωτήσει μια συνομήλική της επιβάτις. «Και τα παράθυρα γι’ αυτό τα έχουν ξέρετε τα αεροπλάνα, όχι μόνο για να θαυμάζουμε τα σύννεφα» απαντά η χοντρή. Τι λέει η μουρλέγκο, μωρέ; Τι το πέρασε το παράθυρο του αεροπλάνου, φινιστρίνι πλοίου; Έτσι και άνοιγε κανένα, ένας ένας οι επιβάτες θα γινόντουσαν χελιδόνια που πετάν ψηλά στον ουρανό, έως ότου υπό μορφή βολίδος έρθουν και διαλυθούν σε κανένα χιονισμένο βουνό, ή σε κανέναν από τους όμορφους αγρούς που έβλεπε κανείς κοιτώντας κάτω. Δε μπορεί να μην το ήξερε αυτό η ευτραφής, πλην ευειδής, κυρία. Το είπε υπό μορφή black humor βέβαια και πολύ γελάσαμε κι εμείς κι οι φίλοι μας, τι να σου πω! Τα δε μωρά θαρρείς διαμαρτυρόμενα με την αστειάζουσα απειλή, άρχισαν να τσιρίζουν όλα μαζί σε μορφή χορωδιακή, υπό τη διεύθυνση αόρατου μαέστρου μη έχοντος καμία γνώση του τι εστί μελωδία. Κόλαση. Με αποτέλεσμα η ευγενική κυρία να επικαλεστεί τη μνήμη του Ηρώδη και να κάνει άκουσον άκουσον και το σταυρό της! Η πτήση βέβαια άλλαξε πορεία και λίγο πριν βγουν από το εναέριο χώρο της Αγγλίας είδαν να τους πλησιάζουν απειλητικά, αεροπλάνα της πολεμικής αεροπορίας για να αναγκαστεί το αεροπλάνο να μη βγει σε ξένα ουράνια χωράφια. Μα η χοντρή διέταξε την αεροσυνοδό να πει στον όμορφο πιλότο και τον βοηθό αυτού να μη τολμήσει και δεν ακολουθήσει τη διαταγή της γιατί το κουμπί της πυροδότησης, απείχε από το παχουλό της χεράκι ολίγα μόνον εκατοστά. 216


η πόρτα στα δεξιά

Προς τα πού πήγαιναν, κανείς δεν ήξερε. Βλέπεις δεν υπήρχαν εναέριες ταμπέλες που να πληροφορούν τους επιβάτες. Άλλο ένα μείον του αεροπορικού ταξιδιού σκέφτηκε η Νόρα, και μίσησε το αεροπλάνο ακόμη περισσότερο. Ήρθε και έδεσε το σιρόπι στο βύσσινο. Πόσο περισσότερο θα προτιμούσε να πήγαινε στο άγνωστο μεν, μα με βάρκα την ελπίδα, που λέει και το άσμα. –Καλά. Έτσι και βγω ζωντανή από δω μέσα και με ξαναδείς να μπαίνω σε αεροπλάνο να μου κρεμάσεις χαλκά στη μύτη, ψιθυρίζει στο Στάθη. –Και τι είναι τούτο, καλή μου Νόρα, απειλή; Η τελευταία λέξη της μόδας αφ’ ενός είναι ο χαλκάς στη μύτη. Κι αφ’ ετέρου πολύ χαίρομαι που λες ότι θα με ξαναδείς. Δεν έχω παρά να ευχαριστήσω την καλή κυρία. –Σκασμός, μη ξανακούσω τον παραμικρό ψίθυρο. Τελευταία προειδοποίηση, γκαρίζει η κυρία, παύοντας καταφανώς να είναι πια ευγενής. Ε, πώς να το κάνουμε, είχε κι αυτή κάποια όρια ανοχής και αντοχής. Οφείλουμε να την κατανοήσουμε. Εντάξει κυρία. Τα άσχημα του επαγγέλματος. Εντάξει. Ηρεμήστε. Εκείνο πάντως που κατάλαβαν οι παλαβωμένοι επιβάτες ήταν ότι θα πρέπει να βρίσκονταν μακριά από το Χίθροου, γιατί το αεροσκάφος είχε πάρει ύψος και το μόνο που έβλεπαν ήταν και πάλι σύννεφα. Και τα πολεμικά; Τι έγιναν τα πολεμικά που όσο τα έβλεπαν είχαν και μια κάποια επαφή με τον πολιτισμένο και “ασφαλή” κόσμο. Άφαντα. Υπό άλλες συνθήκες ομαλές, θα έπρεπε την ώρα τούτη να προσγειώνονταν. Το μόνο δε ευχάριστο –ευχάριστο, τρόπος του λέγειν– ήταν ότι η χοντρή (τη χαρακτηρίζουμε έτσι, γιατί αγενής αυτή, αγενείς και μείς), δεν φαι217


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νόταν να έχει συνεργάτη εντός της καμπίνας. Εκατό τόσοι άνθρωποι στο έλεος μιας τρομοκράτισσας ή θεοπάλαβης –ποιος μας εγγυάται το αντίθετο– ευτραφούς κυρίας. Όταν πια κατάλαβαν όλοι ότι απομακρύνθηκαν από τον ουρανό του Λονδίνου και το κατάλαβαν αυτό γιατί τα σύννεφα έπαψαν να υπάρχουν, πράγμα που αν συνέβαινε στην πραγματικότητα στον ουρανό του Λονδίνου, μπορεί και να γραφόταν στο βιβλίο Γκίνες σαν το πιο περίεργο φυσικό καιρικό φαινόμενο στην ιστορία της αντίστοιχης ΕΜΥ της χώρας, η κυρία σαν να κουράστηκε να στέκεται τόσην ώρα όρθια. Άρχισαν να υπάρχουν και κάποια κενά αέρος, και που και που έχανε την ευστάθειά της, πράγμα πολύ επικίνδυνο. Διότι έτσι και κουτρουβαλιαζόταν θα γινόταν το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, στην εναέρια και διόλου ηρωική του έκδοση. Τους είχε προειδοποιήσει ότι έτσι και κινούταν κανείς εναντίον της, εκείνη, τη μόνη κίνηση που θα έκανε, θα ήταν να πατήσει το όμορφο κουμπάκι στη θέση της υπερτροφικής της κοιλιάς, και ο ουρανός θα καταυγάζονταν από τα πυροτεχνήματά της, εντός χιλιοστού του δευτερολέπτου. Έτσι, και η όποια ηρωική σκέψη και αν σιωπηρώς έτεινε να γεννηθεί στο μυαλό θαρραλέου επιβάτη πέθανε εν τη γενέσει της. Προχωρεί να καθίσει λοιπόν σε μια θέση ακριβώς μπροστά στη Νόρα και το Στάθη. Προς τι αυτή η γειτνίαση; Άγνωσται αι βουλαί της. Να ήταν από συμπάθεια; Από σεβασμό στο έρωτα; Δεν μπορούμε να ξέρουμε το γιατί προσέφερε τον ευειδή εαυτό της να κάνει παρέα με τους δύο όμορφους νέους. Και αυτό ήταν το μοιραίο της λάθος... Οι δύο νέοι, το μόνο που έκαναν ήταν να δείξουν με 218


η πόρτα στα δεξιά

τα μάτια τους το βιβλίο του Μπαλτά που κρατούσαν και που το είχαν διαβάσει τόσες φορές που τα κόλπα που μετέρχονταν ο ήρωας του μυθιστορήματος τους ήταν πια οικεία. Σε χρόνο απείρως μικρότερο από εκείνον της Πατουλίδου στους Ολυμπιακούς αγώνες, πετάγονται σαν ελατήρια από τη θέση τους και ακινητοποιούν τους βραχίονες της κυρίας, ο ένας εκ δεξιών και η έτερη εξ ευωνύμων. Φαίνεται δε, ότι κάποιο από τα δύο χεράκια της ή και τα δύο, ποιος ξέρει, επάνω στην ακινητοποίηση εξαρθρώθηκε, έτσι καθώς της τα τράβηξαν στην πλάτη της πίσω, όσο γινόταν μακρύτερα από το σημείο του κουμπιού που τους είχε υποδείξει (άλλο λάθος της κι αυτό), γιατί έβγαλε μία άγρια κραυγή πόνου, όπως όλοι οι άνθρωποι, τρομοκράτες ή μη, κάνουν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ήταν μία ακινητοποίηση έτσι ακριβώς όπως είχαν κάνει οι επιβάτες, σε ένα φανταστικό αεροπειρατή, στο μυθιστόρημα του Μπαλτά πατρός. Το χειροκρότημα διακοσίων τόσων χεριών, λίγο ακόμη να προκαλέσει άλλου είδους ταρακούνημα στο αεροσκάφος, αλλά ο πιλότος σαν άριστος χειριστής το έφερε γρήγορα στα ίσα του, κάνοντας θριαμβευτική αναστροφή στον ουράνιο δρόμο με κατεύθυνση ξανά μανά το Χίθροου. Και ήταν καιρός, γιατί και τα καύσιμα τελείωναν και δεν είχαν άλλα περιθώρια χρονοτριβής. Το αεροδρόμιο ειδοποιημένο και ανάστατο, για πότε γέμισε την πίστα του, με ασθενοφόρα, πυροσβεστικές, περιπολικά και πολλά της αντιτρομοκρατικής και πυροτεχνουργών για την εξουδετέρωση βομβών και άλλων συναφών φρούτων. Η χοντρή, δεμένη πισθάγκωνα, το μόνο που μπορούσε να κουνήσει ήταν τα μάτια της. Ούτε καν την 219


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κεφαλή της. Πρώτο θέμα στην τηλεόραση την αγγλική και όλου του κόσμου βέβαια, το συμβάν και το βιβλίο του Μπαλτά έτυχε της καλύτερης διαφήμισης που θα μπορούσε να γευτεί χρόνια μετά την έκδοσή του. Μεταφράστηκε αστραπιαία στα αγγλικά και γαλλικά και έκανε και εμείς δεν ξέρουμε πόσες επανεκδόσεις. Ένα αστυνομικό βιβλίο που προσέφερε αληθινή υπηρεσία στην ανθρωπότητα. Έγινε best-seller, και οι Μπαλτά πατέρας και υιός διάσημοι, όχι μόνο εντός των τειχών της πατρίδας τους, όπως φιλοδοξούσαν ίσως στο παρελθόν, αλλά και στον κόσμο όλο. Τα βιβλία και τα δοκίμια της Νόρας ανάρπαστα παγκοσμίως, κυρίως στην πατρίδα της Μiss Marple. Οι Εγγλέζοι τρελαίνονται με βιβλία τέτοια και η παράδοση στη γηραιά Αλβιώνα καλά κρατεί, όπως και στην γενέτειρα του Ζωρζ Σιμενόν το Βέλγιο, καθώς και τη Γαλλία. Καλά λένε ότι το μίσος είναι ένα πάθος που πολλές φορές είναι το πρελούδιο σε μια ιστορία πάθους και Αγάπης. Έτσι και η Νόρα, το αεροπλάνο το... λάτρεψε. Έγινε αιτία αυτός ο θανάσιμος και μισητός τρόπος ταξιδιού για να γνωρίσει την αγάπη της ζωής της και όχι μόνον αυτό. Είδε τις ερασιτεχνικές συγγραφικές της απόπειρες όχι άδικα να μετασχηματίζονται σε φιλόδοξες επαγγελματικές και το όνομά της να αποτελεί εγγύηση επιτυχίας ενός βιβλίου. Είδε επίσης τον πεθερό της (ναι, ναι, για τον πατέρα Μπαλτά μιλάμε) να την λατρεύει, όχι μόνο γιατί έκανε ευτυχισμένο τον μοναχογιό του, αλλά γιατί έγινε και η αιτία να βγει από την αφάνεια της συγγραφικής του ζωής και τα βιβλία του που είχε γράψει απ’ όταν ήταν φαντάρος 220


η πόρτα στα δεξιά

μέχρι τώρα στα 65 του, να πρέπει να γραφτείς σε λίστα αναμονής για να τα αποκτήσεις πριν εξαντληθούν, ακόμη και μετά τις τόσες απανωτές εκδόσεις. Ο δε όμορφος υιός Στάθης Μπαλτάς κατάφερε το ακατόρθωτο. Εκεί που παρ’ όλες τις γνωριμίες του λόγω δημοσιογραφίας η έκδοση των ποιητικών του συλλογών προσέκρουε πάντοτε στην άρνηση την απαξιωτική των εκδοτικών οίκων, τώρα πλέον του προσέφεραν γη και ύδωρ για να τον κάνουν δικό τους. Έτσι, ο Στάθης προσέφερε μια καινούρια ελπίδα στους ανά την Ελλάδα συναδέλφους ποιητές που χρόνια τώρα, μόνοι τους έγραφαν, μόνοι τους εξέδιδαν τα βιβλία τους και πια οι εκδοτικοί οίκοι δεν μπορούσαν να επικαλεστούν την πάγια αρχή τους «όχι στην ποίηση», αφού υπήρχε πλέον το... δεδικασμένο! Όσον δε αφορά τους επίδοξους υποψήφιους τρομοκράτες θα το σκεπτόταν περισσότερες φορές για να επιδοθούν σε τέτοιες θεάρεστες απόπειρες. Είδες το αεροπλάνο; Πέραν της εξυπηρέτησης των επιβατών, πόσες κατηγορίες ανθρώπων έκανε ευτυχισμένους. Ιστορίες μαγικές... Και συμπτώσεις που έφτασαν τα όρια του μύθου. Σε σημείο να ρωτάς: «Μα είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα»; Μα αυτό δε λέμε τόσην ώρα; Και βέβαια είναι δυνατόν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Αν κάποιος έχει να προσθέσει στα όσα είπαμε καμιά άλλη περίεργη σύμπτωση του τύπου αυτών που εμείς γράψαμε ας σπεύσει να μας την κάνει γνωστή. Η Νόρα είναι γνωστή μας. Θα την κάνει βιβλίο. Σίγουρα! Δεν είναι απειλή... 221


Τα γιατί

Όταν ήρθες, δεν πρόσεξα ότι το όχημα που πάνω του ήσουν γαντζωμένος ήταν μια χρωματιστή πομφόλυγα. Το πέρασα σαν ένα περίεργο αερόστατο καμωμένο από ανθεκτικά υλικά. Μα δεν ήταν έτσι δυστυχώς... Ένα χρωματιστό μπαλόνι ήταν τελικά που μόνος σου το τρύπησες και το ήλιον σιγά αλλά σταθερά άρχισε να βγαίνει από μέσα του κάνοντάς το να συρρικνώνεται, μέχρις ότου έμεινε κάτω στη γη μια άμορφη μάζα υλικού που δεν θα χρησίμευε σε τίποτα πια. Εσύ έμεινες για λίγο, για πολύ λίγο κάτω στη Γη και μετά, σαν αερικό, σαν αύρα, υψώθηκες στην ατμόσφαιρα πάνω σε ένα άλλο αόρατο όχημα που δεν ξέρω σε ποιον ταρσανά ουράνιο κατασκευάστηκε και χάθηκες από τα μάτια μου μα όχι από την ψυχή μου. Αυτήν την ψυχή που έντυσες τη γύμνια της με φτερά δικής σου επινοήσεως, τη στιγμή που πίστευα ότι δεν είχα τίποτα να περιμένω πια. Και τώρα σ’ αυτό το ίδιο σημείο βρίσκομαι, το ίδιο άδεια, το ίδιο γυμνή. Χάθηκαν όλα και πάλι. Και πάγος βουνό πήρε τη θέση του Ήλιου από τη ζωή μου... Αντίο Αγάπη, αντίο Φως... «Μα γιατί στενοχωριέσαι που τον έχασες; Μη και τον είχες ποτέ; Προϊόν της τεχνολογίας ήταν, βρε κουτό, και γι’ αυτό είχε μία άλφα τελειότητα. Δεν είχε ανθρώπινα ελαττώματα και ήταν απλό αφού δεν ήταν Άνθρωπος. Ένα αερικό ήταν, μια αυταπάτη της ψυχής σου της εύπιστης και εύπλαστης. Η αγάπη όμως, καλή μου, δεν ζει με

222


η πόρτα στα δεξιά

αυταπάτες. Τροφή της έχει το Σ’ ΑΓΑΠΩ, τις αποδείξεις, όχι λόγια και λόγια ωραία μόνο. Τυχαίνει ας πούμε ο άλλος να είναι λεξιπλάστης και σου τις σερβίρει με τρόπο λογοτεχνικό, ποιητικό και ο εκμαυλισμός επέρχεται χωρίς μεγάλη δυσκολία όπως γίνεται και με τη μουσική. Καλά το έλεγε ο μεγάλος Τολστόι στο μυθιστόρημά του “η σονάτα του Κρόιτσερ”. “Η μουσική δεν εξυψώνει, πλανεύει». Το ερώτημα είναι τι γίνεται με σένα που είσαι οπαδός του απτού, πώς το λένε να δεις, του χειροπιαστού, πώς αφέθηκες να ενδώσεις στο τίποτα, σε μια χρωματιστή πομφόλυγα που ούτε καν θόρυβο έκανε με το σκάσιμό της; Πώς και γελάστηκες έτσι; Και τι είναι εκείνο που σε κάνει τώρα να πονάς τόσο πολύ; Αλλά, στάσου, μη μου πεις το ξέρω. Είναι αυτός ο πάγος της αδιαφορίας, της αποξένωσης του χάους. Είναι αυτή η καταπακτή που άνοιξε εμπρός σου και κατάπιε με μιας στο τίποτα το τίποτα. Κατάλαβες τι έγινε; Δεν κατάλαβες; Πλανεύτηκες. Πίστευες ότι ό,τι συνέβαινε με τους άλλους αδύνατον σε σένα να συμβεί. Να όμως που συνέβη και ήταν και πανεύκολο. Αφέθηκες. Έχασες. Τα συναισθήματα ξέρεις δεν εξετάζουν την πηγή προέλευσης, αν δηλαδή πρόκειται για κάτι το υλικό ή ιδεατό. Με μια μικρή διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση, μπορείς και το αντιμετωπίζεις ανταλλάσσοντας εξηγήσεις ή και μπουνιές. Αν όμως είναι κάτι το άυλο τι κάνεις; Κάθεσαι βλακωδώς και πονάς και αυτομαστιγώνεσαι ρίχνοντας τα βάρη όλα στον εαυτό σου, βάρη και λάθη υπαρκτά και ανύπαρκτα. Μια ζωή τα ίδια. Για ποια παθήματα λες που γίνονται μαθήματα; Δεν έχεις ακούσει που λένε ότι “πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούι του;” Και μένεις 223


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να υποφέρεις με τα αναπάντητα “γιατί” σου. Θυμάσαι αλήθεια κανένα από αυτά τα “γιατί” να έχουν απαντηθεί στη ζωή σου έστω και στοιχειωδώς; Άλλο ένα λοιπόν “γιατί” τώρα, που θα είναι βέβαια και το τελευταίο σου. Τι να σου κάνω, εαυτέ μου; Ας ήσουν λιγότερο συναισθηματικός. Και μην ξεχνάς, στους δύο που χωρίζουν είτε αυτοί είναι εραστές είτε φίλοι, εκείνος που λέει τις πιο πολλές τρυφεράδες και μεγάλα λόγια, είναι και αυτός που πονάει λιγότερο, είπε κάποιος σοφός που δεν θυμάμαι το όνομά του...”

224


Η γραμματέας

Τη Μάρλεν δεν την έπαιρνε ο ύπνος εκείνο το βράδυ. Και ναι μεν την βασάνιζε αυτή η αλλόκοτη αϋπνία, καπάκι όμως της συνέβαινε και κάτι άλλο. Υπήρχαν χρονικά διαστήματα όπου, απ’ ό,τι καταλάβαινε και απ’ ό,τι διαπίστωνε, βυθιζόταν σε έναν λήθαργο περίεργο σαν να είχε καταπιεί μια χούφτα υπνωτικά. Και τότε τα άκουγε. Τα άκουγε να μιλούν με φωνή φυσιολογική ανθρώπινη. Μιλούσαν τα ασημικά της, μιλούσαν τα μπιμπελό της, τα έπιπλα, οι κουρτίνες, τα πάντα, και τα μόνα που δεν έβγαζαν μιλιά, περίεργο, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το εντελώς αντίθετο, ήταν όλα τα βιβλία της που γέμιζαν τρεις τεράστιες βιβλιοθήκες που έπιαναν τους τρεις τοίχους του δωματίου της μέχρι το ταβάνι. Απολύτως βουβά αυτά. Όλα τ’ άλλα, κουβέντες να ακούσει το αφτί σου, επί παντός του επιστητού. Ενδιαφέρουσες και πανέξυπνες. Σε καθέναν από αυτούς τους λήθαργους και άλλος ο έχων τον πρώτο λόγο στην κουβέντα. Και σαν να υπάκουγε στην μπαγκέτα αόρατου μαέστρου συντονιστή της, κανείς δεν “καπάκωνε” την ομιλία του άλλου, όπως βλέπουμε να συμβαίνει σε talk shows στην TV. Το περίεργο είναι ότι η Μάρλεν μόλις ξυπνούσε από τον εκάστοτε ολιγόλεπτο λήθαργο θυμόταν τα λόγια των άψυχων αντικειμένων με απίστευτη διαύγεια. Και έκανε το εξής φυσικό: έπαιρνε μολύβι και χαρτί και άρχιζε να καταγράφει τα πάντα, με την παραμικρή λεπτομέρεια. Και το ακόμη πιο περίεργο ήταν ότι μέσα σ’ αυτό το διά225


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στημα σχηματίζονταν δοκίμια, διηγήματα, νουβέλες και ο σκελετός ενός μυθιστορήματος. Τόσες πολλές ιδέες ενδιαφέρουσες δεν της είχαν ξανατύχει ενώ, έως μόλις πριν λίγο, υπήρχαν αγωνιώδεις στιγμές που ψάχνοντας να βρει κάτι να γράψει στύβοντας και ξανά στύβοντας το έξυπνο ταλαντούχο μυαλό της να κατεβάσει καμιά ιδέα, κάτι το νόστιμο και όχι τετριμμένο ν’ απλώσει στο χαρτί, η έμπνευση απούσα. Και τώρα πακτωλός ιδεών. Απίστευτο. Θεέ μου, οργασμός ιδεών, αδύνατον να τις διαχειριστεί, αλλά έτρεμε και μη της διαφύγουν. Θα ήταν κρίμα κι άδικο. Ξυπνούσε λοιπόν και το δοκίμιο έτοιμο. Δεν είχε παρά να το καταγράψει. Το ίδιο και το σύντομο διήγημα. Με αυτά καλά. Με τις νουβέλες και το μυθιστόρημα ήταν το πρόβλημα οπότε, αν και δεν το συνήθιζε γιατί πάντοτε άφηνε το βιβλίο να την πηγαίνει μόνο του πάρα κάτω, άρχιζε τώρα να σχηματίζει έναν σκελετό, τον κορμό ενός δέντρου με κλαδιά μεγάλα και ψηλά, μικρότερα και χαμηλά μέχρι τις ρίζες του. Έδινε όνομα στο καθένα απ’ αυτά με την προοπτική να αναπτύξει στην συνέχεια το θέμα σε σχέση πάντα με την κεντρική ιδέα του κορμού του δέντρου. Έτσι, κοιμόταν. Ξυπνούσε. Στην ουσία ήταν σε συγγραφικό οίστρο σε απίστευτη και αφύσικη έξαρση. Μα αυτό δεν ήταν υγιές. Πόσο θα άντεχε βιολογικά; Που να πάρει η ευχή να πάρει. Ας μην είχε, Θεέ μου, το μυαλό τέτοια άμεση εξάρτηση από το κορμί. Ας ήταν να ακολουθούσε τις δικές του διαδρομές, τις δικές του αντοχές μόνο... Έτσι είχαν λοιπόν τα πράγματα αυτήν την παράξενη νύχτα που δεν ήξερε ποια ήταν η αιτία που προξενούσε τούτο το παράδοξο φαινόμενο. Δεν της είχε συμβεί ξανά 226


η πόρτα στα δεξιά

κάτι παρόμοιο. Και έγραφε, κοιμόταν λίγο, ξυπνούσε και πάλι από την αρχή. Αυτό κράτησε μέχρι την ώρα που έπρεπε να σηκωθεί για να πάει στη δουλειά της. Και όπως ήταν φυσικό το κορμί της την πρόδωσε. Πήρε το μυαλό της και το πήγε σε ένα ταξίδι πανέμορφο που δεν ήταν σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη, μα σε γνωστά της λημέρια, δίνοντας στην οντότητά της μιαν υπόσχεση ότι στην επιστροφή δεν είχε σημασία αν αυτή ήταν γρήγορη ή αργή, θα αποκωδικοποιούσε τον σκοπό του ταξιδιού αυτού. Και όταν κάποια στιγμή επιτέλους ξύπνησε ήταν σχεδόν μεσημέρι. Ούτε τότε θα ξυπνούσε, αν δεν ούρλιαζε μέσα στο αφτί της το ξυπνητήρι του κινητού της που το είχε προγραμματίσει να της υπενθυμίσει ότι ήταν μεσημέρι και ότι έπρεπε κάτι να φάει αν δεν ήθελε, όπως της έλεγε ο φίλος της γιατρός, να πάει από ασιτία. Το ντριν ντριν αυτό, ήταν μαζί και υπόμνηση του τι περίμενε την υγεία της αν εξακολουθούσε αυτούς τους ρυθμούς του επιπρόσθετου φορτίου που ναι μεν ήταν δημιουργικό αλλά εξοντωτικό. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας, πήγε μέχρι το μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της πρώτα, να πιει ένα ποτήρι νερό και έναν καφέ και στη συνέχεια να κάνει ένα ντους. Μ’ αυτή τη σειρά. Γιατί αν άρχιζε ανάποδα, θα την έπαιρνε ο ύπνος σίγουρα μέσα στη μπανιέρα. Πίνοντας τον σχεδόν πικρό καφέ της βλέπει έκπληκτη στο γραφειάκι του δωματίου της μια στοίβα χειρόγραφα σαν πλίνθους και κεράμους ατάκτως ερριμμένα και μόνον τότε συνειδητοποίησε το συγγραφικό όργιο που την είχε καταλάβει ολόκληρη την αποψινή νύχτα. Έντρομη παίρνει τηλέφωνο το γραφείο της να ενημε227


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ρώσει για την απουσία της και ακούει έκπληκτη την γραμματέα του Διευθυντή της να της λέει ότι ετοιμαζόταν να έρθει ή ίδια μέχρι το σπίτι της να δει τι συνέβαινε και δεν απαντούσε ούτε στα τηλέφωνά της, πράγμα που κράτησε όλο το πρωινό. Η Μάρλεν κάτι βρέθηκε να ψελλίσει μα φαίνεται ότι το ψέλλισμα αυτό δεν ήταν αρκούντως πειστικό ώστε να υποθέσει η άλλη κοπέλα στην άλλη άκρη του ακουστικού ότι η Μάρλεν ήταν όντως στα καλά της. Όταν όμως η Μάρλεν την βεβαίωσε ότι τα πάντα ήταν υπό έλεγχο και ότι η αδιαθεσία της πάει πέρασε, δεν είχε κι εκείνη λόγο να αμφιβάλλει ότι κάτι αλλόκοτο συνέβαινε στην “καλύτερη υπάλληλο της εταιρείας” όπως μετ’ εμφάσεως και σε όλους τους τόνους διακήρυττε το γοητευτικό αφεντικό τους. Αυτό το αφεντικό που όλες οι κοπέλες της εταιρείας, δεσμευμένες ή όχι, ήταν αθεράπευτα ερωτευμένες μαζί του και μια του γλυκιά κουβέντα, ένα σαγηνευτικό του χαμόγελο τις έκανε να ονειρεύονται αμαρτίες ανομολόγητες ξεχνώντας και δεσμεύσεις, μα δυστυχώς γι’ αυτές εκείνος δεν είχε μάτια παρά για την κοπέλα του, την οποία και σπάνια έβλεπαν να τον επισκέπτεται στο γραφείο του. Η Μάρλεν δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση και πολύ ντρεπόταν γι’ αυτό. Δεν ένιωθε διόλου υπερήφανη για το γεγονός ότι αυτόν τον άντρα τον αγαπούσε βαθιά και τόσο απόλυτα που και ο Αλαίν Ντελόν, στα νιάτα του, να την φλέρταρε δεν θα έδινε τσακιστή πεντάρα, που λένε, γι’ αυτόν. Μιλάμε για τέτοια κατάσταση. Τώρα αν ο boss είχε πάρει είδηση του τι συνέβαινε στην καρδιά της κοπέλας δεν το ξέρουμε, γιατί ο άνθρωπος ναι μεν ήταν φιλικός κυρίως με τον θηλυκόκοσμο της επιχείρησης, αλλά πέραν αυτού ούτε καθ’ υποψία να τον 228


η πόρτα στα δεξιά

απασχολούν θέματα ερωτικού ενδιαφέροντος γι’ αυτές όλες. Σε αδρές γραμμές αυτό ήταν το γενικό σκηνικό. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το τηλέφωνο ξανακτυπάει με την ιδιαιτέρα να της λέει ότι κατά παραγγελία του αφεντικού δεν ήταν καθόλου ανάγκη να πιεστεί και να έρθει έστω και τώρα στο γραφείο της, “άνθρωποι είμαστε και όχι ρομπότ” της παρήγγειλε. Αρκεί να ξεκουραζόταν. Η Μάρλεν βούρκωσε από συγκίνηση για την κατανόηση αυτού του προικισμένου με τόσες αρετές ανθρώπου. “Γοητευτικό το περίβλημά σου μα και το περιεχόμενο σου αγάπη μου δεν πάει πίσω”, μουρμούρισε η κοπέλα... Με τούτα και με τ’ άλλα πέρασε η ώρα. Γέμισε ένα δεύτερο φλιτζάνι καφέ, γέμισε τη μπανιέρα της με ζεστό νεράκι και αιθέρια έλαια και βυθίστηκε ηδονικά εκεί μέσα απολαμβάνοντας μπάνιο και καφέ. Δεν έμεινε πολύ, έμεινε τόσο όσο να τελειώσει ο καφές της και 1-2 τσιγάρα. Βγήκε, τυλίχτηκε στο μπουρνούζι της, τύλιξε και τα κοντά μαλλάκια της με μια χνουδωτή πετσέτα, έβαλε στο CD player μουσική του γούστου της και βάλθηκε να τακτοποιήσει πρόχειρα τα έργα της νύχτας της, βάζοντάς τα σε μια κάποια λογική σειρά. Κειμενάκια σε στυλ χρονογραφήματος, ένα δυο μικρά διηγήματα σχεδόν έτοιμα, μια νουβέλα αξιώσεων 10.000 λέξεων πάνω-κάτω, και το “δέντρο” ενός μυθιστορήματος, όπως έχουμε ήδη πει. Όλα αυτά ήταν η συγκομιδή που αποκόμισε από τον περίεργο συγγραφικό οίστρο που την είχε καταλάβει αυτή τη νύχτα. Με τι να καταπιαστεί τώρα, τι να χτενίσει, τι να διορθώσει; Έκλεινε προς το διήγημα. Δουλειά εύκολη, στρωμένη. Αλλά και η εβδομάδα της, το έβλεπε έμελλε να 229


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κυλήσει εποικοδομητικά και δεν επρόκειτο να την αφήσει να πάει χαμένη. Αποκλείεται... “Αρχίζουμε”, μονολόγησε.

ΔΙΗΓΗΜΑ τίτλος: «Σ’ ΑΓΑΠΩ» Όλος ο όροφος της 8όροφης πολυκατοικίας ήταν τα γραφεία των επιχειρήσεων Δημητρέα. Ένας στενόμακρος όροφος όλο τζαμαρία που τον έλουζε άπλετο φως και μια θέα πανοραμική της Αθήνας που έπιανε πέρα από την Ακρόπολη (και φόντο της, μια υπόνοια Καστέλας), μέχρι τον Λυκαβηττό. Φυτά ολόφρεσκα και καταπράσινα παντού. Η ατμόσφαιρα μυρωδάτη, με ένα απαλό άρωμα για το οποίο φρόντιζε ο επιφορτισμένος γι’ αυτή τη δουλειά υπάλληλος κάθε πρωί με το άνοιγμα των γραφείων αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο κάθε υπάλληλος και το γραφείο του καινούρια πάνω σ’ αυτό ένα μπουκετάκι ολόφρεσκα λουλούδια. Ποτέ δεν είδε κανείς λουλούδια μαραμένα, φρόντιζε και γι’ αυτό ο ίδιος ο υπάλληλος απαρέγκλιτα, βρέξει χιονίσει. Υπόνοια σκόνης πουθενά. Οι καθαρίστριες είχαν κάνει καλή δουλειά τη νύχτα. Τα μάρμαρα στο πάτωμα τόσο γυαλισμένα που να δεις και το πρόσωπό σου πάνω τους. Πολυτέλεια, όχι κραυγαλέα μεν, αλλά και οικείο περιβάλλον δε. Η δουλειά σ’ αυτόν τον ναό του χρήματος τόσο ευχάριστη που δεν σου έκανε καρδιά να φύγεις. Θαλπωρή από την ατμόσφαιρα αλλά και από τη γλυκιά ματιά του boss, ιδιοκτήτη της Επιχείρησης, με την οποία αγκάλιαζε τους ανθρώπους που είχε στη δούλεψή του. Νέος σχετικά, σαράντα ετών πάνω-κάτω (φαινόταν πολύ πιο νέος), είχε κληρονομήσει μια μέτρια επιχείρηση από τον πατέρα

230


η πόρτα στα δεξιά

του και την εξέλιξε σε κολοσσό. Άξιος γιος υπέροχων γονιών. Του Φοίβου του άρεσε που αναγνώριζαν όλοι την εξέλιξη της εταιρείας αλλά ήταν και ένας τύπος ανθρώπου που τον χαρακτήριζε μια ταπεινοφροσύνη όχι δήθεν, αλλά εκ χαρακτήρος, εκ πεποιθήσεως, Ο άνθρωπος έτσι ήταν φτιαγμένος και δεν έπαιζε το “ταπεινό και καλό παιδί”. Γι’ αυτό και όταν άκουγε υπερβολές θαυμασμού και επαίνων, ενοχλούνταν πραγματικά. Όσον αφορά τη λατρεία που του είχαν τα κορίτσια, συνήθιζε να λέει: «Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Πάντοτε ένας νέος άντρας επιτυχημένος επαγγελματικά αποτελούσε και θα αποτελεί έναν πόλο έλξης των κοριτσιών. Ήθελα να ήξερα εάν ήμουν ένας απλός υπάλληλος, θα μου έδιναν σημασία; Που σημαίνει ότι, ναι μεν κάπως κολακεύομαι αλλά όχι, δεν συγκινούμαι ιδιαίτερα....» Αυτή ήταν η στερεότυπη απάντησή του στους φίλους του που τον μακάριζαν, φροντίζοντας να τον πληροφορήσουν για τους ερωτικούς κραδασμούς που ήταν διάχυτοι στην ατμόσφαιρα των γραφείων. Μία νεοπροσληφθείσα υπάλληλος ήταν η μόνη, σίγουρα, που παρέμενε σοκαριστικά αδιάφορη στη γοητεία του Γενικού Διευθυντή. Η Λήδα. Όμορφη, έξυπνη, μορφωμένη, αποδοτική, με ένα χιούμορ σπιρτόζικο, έξυπνο και άμεσο, με ατάκες που γίνονταν σλόγκαν στο στόμα των συναδέλφων της. Κοντολογίς, ένας τύπος ευχάριστος και πολλά υποσχόμενος στη δουλειά. Στη θέα όμως του Διευθυντή της, παγερά αδιάφορη, ασυγκίνητη ως προς τα εξωτερικά του χαρίσματα. Και οι αξιότιμοι καλοθελητές φίλοι του κυρίου διευθυντή, που φρόντιζαν να τον πληροφορούν για τα πάντα, δεν παρέλειψαν να του κάνουν γνωστή αυτήν της την αδιαφορία. Ήταν δυνατόν να κρατήσουν την έκπληξή τους για τον εαυτό τους και μόνον; Δεν έπαιζε... Όμως η απάντηση του Φοίβου, ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς από το στόμα ενός μοντέρνου, πλην σοβαρού επιχειρη231


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ματία: «Να και μια σωστή κοπέλα». Ήταν το μόνο που τους είπε σαν απάντηση στα σχόλιά τους. Αυτό όμως υπήρξε αφορμή και να την ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες υπαλλήλους του. Και όταν το σύμπαν θέλει να σκαρώσει τις δικές του συνωμοσίες, το κάνει χωρίς να ρωτήσει βέβαια κανέναν. Έτσι τα έφερε η τύχη και η ιδιαιτέρα του Δημητρέα, η Μάρω, να μείνει έγκυος αρραβωνιασμένη ούσα, να επισπευστεί ο γάμος και, επειδή είχε αρκετά δύσκολη εγκυμοσύνη, αναγκάστηκε να πάρει μια πολύμηνη άδεια την οποία της έδωσε το αφεντικό, με αποδοχές παρακαλώ. Έτσι, η νεοπροσληφθείσα υπάλληλος της εταιρείας, με επιπλέον προσόντα έναντι των άλλων συναδέλφων της σύμφωνα με το βιογραφικό της plus την αδιαφορία της για το πρόσωπο του διευθυντή της, κρίθηκε ως η πλέον κατάλληλη να αντικαταστήσει τη Μάρω, όσο τουλάχιστον εκείνη θα ήταν εκτός. Που σημαίνει, όχι μονιμότητες. Κανέναν δεν εξέπληξε το γεγονός, μα και καμιά κοπέλα δεν ζήλεψε. Δεν την θεωρούσαν αντίζηλο. Ήξεραν ότι το αντικείμενο του πόθου όλων τους ήταν εκτός της σφαίρας των ενδιαφερόντων της. Η Λήδα όπως είπαμε είχε πολλά προσόντα: Τελειόφοιτος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής, Αγγλικά, Γαλλικά, πιάνο και χορό. Όμορφη, έξυπνη. Απορία ψάλτου: Πότε θα κατάφερνε να διαβάσει για να πάρει το έρμο το πτυχίο της; Επίσης πότε είχε χρόνο για προσωπική ζωή; Μια απορία στην οποία κανείς δεν είχε απάντηση γιατί, ναι μεν το κορίτσι ήταν ευχάριστο και έξω καρδιά, μα στα προσωπικά της από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σοβαρά, σφίγγα, terra ignota η ζωή της. Το αποτέλεσμα ήταν να την ακολουθεί ένα μυστήριο σαν πέπλο, αν όχι σκοτεινό τουλάχιστον όμως συννεφιασμένο. Τι έκρυβε το κορίτσι; Τι του συνέβαινε; Κάποιο ανομολόγητο μεμπτό μυστικό; Προς τα κει έκλειναν οι ψίθυροι, γιατί αν ήταν 232


η πόρτα στα δεξιά

κάτι το όμορφο και κρυστάλλινο γιατί να θέλεις να το κρύψεις; Και τα κατάφερε έτσι η Λήδα, που ενώ ήταν αγαπητή και αποδεκτή από τις συναδέλφους της, να βλέπουν συγχρόνως στο πρόσωπό της μια γυναίκα διαφορετική από αυτές τις ίδιες. Εκείνες, γνώριζαν η μία τα μυστικά της άλλης καλύτερα από τον όποιον εξομολόγο, ενώ γι’ αυτήν υπήρχαν κόκκινες απαραβίαστες γραμμές και συρματοπλέγματα. Το μυστήριο της κοπέλας ήταν αρκετό για να δώσει στην ατμόσφαιρα και την ρουτίνα της καθημερινότητας τροφή για συζητήσεις, όχι απαραίτητα κακόβουλες. Κάτι σαν το πιπεράκι και το αλατάκι στο φαγητό της ημέρας τους. Και βέβαια, όλα αυτά μεταφέρονταν στον Φοίβο τον Δημητρέα, ο οποίος και θύμωνε μαζί του. «Γιατί βρε παιδιά; Πρέπει ντε και καλά να γνωρίζουμε την προσωπική ζωή της κοπέλας; Αφορά αυτό την εταιρεία μας;» «Την εταιρεία όχι, εμάς όμως που είμαστε ελεύθερα παιδιά, μας ενδιαφέρει. Όμορφη, έξυπνη, τσαχπίνα, ευχάριστη...» «Καλά καλά, Αρκετά...» «Εκτός...» «Εκτός τι;» «Εκτός χμ, εκτός εάν της συμβαίνει κάτι άλλο...» «Σαν τι άλλο δηλαδή;» «Να μην της αρέσουν οι άντρες» (σημ. η εύκολη εξήγηση για τα αρσενικά όταν φάνε πόρτα!). «Πρέπει να καλπάζει η νοσηρή σας φαντασία, φίλοι μου, άντε μην αγριέψω. Καθίστε φρόνημα. Το κορίτσι είναι υπό την προστασία μου». «Υπό τη προστασία σου μπορεί, Φοίβο, υπό τα σεντόνια σου όμως; Εκεί σε θέλουμε...» Και η κουβέντα σταματούσε εδώ, υπό το απειλητικό βλέμμα του Φοίβου. Ο οποίος Φοίβος ήταν βέβαια και αυτός άντρας 233


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και εξ ενστίκτου κυνηγός, μα δεσμευμένος απ’ ό,τι έβλεπαν ή νόμιζαν όλοι. Όμως άρχισε να τον απασχολεί η ιδιαιτέρα του. Ο εργοδότης και η υπάλληλός του. Και αποφάσισε να μάθει τι το σοβαρό απασχολούσε το κορίτσι και αν μπορούσε να το βοηθήσει να το λύσει. Αυτό δεν επιτάσσει η ανθρωπιά; Άρχισε να την πλησιάζει λίγο περισσότερο. Ένα φλερτ διακριτικό, γοητευτικό και απίστευτα τρυφερό. Ήταν δυνατόν να κρύβεται τέτοια τρυφερότητα σε έναν σοβαρό επιχειρηματία; Ήταν και παρά ήταν, Λήδα. Άσχετα αν εσύ δεν το έβλεπες ακόμη... Και ένα πρωινό, βλέπουν να καταφθάνει στην Εταιρεία το κορίτσι του αφεντικού. Κατευθύνθηκε προς το γραφείο του, απευθύνοντας πάνω από τον ώμο της μια ψυχρή “καλημέρα” στο προσωπικό του Δημητρέα και αγέρωχη και στητή, χωρίς να περιμένει είτε να την αναγγείλουν είτε απάντηση στον χαιρετισμό της, εισβάλλει σ’ αυτό. «Καλημέρα, Φοίβο», είπε στον έκπληκτο φίλο της, πετώντας την τσάντα της σε μια πολυθρόνα και ξαπλώνοντας σε μιαν άλλη, μη δίνοντας την παραμικρή σημασία στην Λήδα. «Καλημέρα, Μυρτώ, πώς από δω; Δεν σε περίμενα». «Ενοχλώ, αγάπη μου; Αν ναι, να μου το πεις και φεύγω αμέσως.» Η Λήδα, σηκώθηκε από τη θέση της λέγοντας: «Με συγχωρείτε, κύριε, θα λείψω πέντε λεπτά μπορώ;» «Ναι, κορίτσι μου μπορείς, με την ησυχία σου, άλλωστε είναι η ώρα του breakfast.» Έτσι, λύθηκε η αμηχανία που κατέλαβε και τους τρεις, τον καθένα για τον δικό του λόγο. Όταν η Λήδα βγήκε από το πολυτελέστατο γραφείο του Δημητρέα, αυτός εξακολουθώντας να είναι έκπληκτος, μα και ενοχλημένος από την αγενή συμπεριφορά της Μυρτώς απέναντι κυρίως στη Λήδα, είπε. 234


η πόρτα στα δεξιά

«Μυρτώ, μένω κατάπληκτος μαζί σου. Τι σημαίνει αυτή η αγενής σου συμπεριφορά απέναντι στην ιδιαιτέρα μου; Συμβαίνει κάτι το έκτακτο;» «Δεν συμβαίνει κάτι Φοίβο, συμβαίνουν πολλά.» «Ναι ε; Όπως, Μυρτώ μου;» «Μυρτώ “σου”; Είμαι ακόμη “σου”, Δημητρέα;» «Α, για να σου πω, κορίτσι μου, απαιτώ να μου δώσεις εξηγήσεις για την αχαρακτήριστη συμπεριφορά σου– για να μην την χαρακτηρίσω αλλιώς. Τι έπαθες; Δεν με έχεις συνηθίσει σε τόση αγένεια, το ομολογώ. Και με αφήνεις εκτός από κατάπληκτο, απίστευτα απογοητευμένο και ανεπανόρθωτα ενοχλημένο. Θα μου πεις τι στην ευχή σου συμβαίνει;» «Αυτή είναι λοιπόν;» «Η ποια, Μυρτώ;» Και η Μυρτώ, ανοίγοντας με φούρια την τσάντα της, βγάζει από μέσα ένα γράμμα και του το δίνει. «Τι είναι αυτό;» «Διάβασε.» “Καλά να το τρως το κέρατο, μα και επί 20ώρου βάσεως, χωνεύεται; Δεν χωνεύεται.” «Και τι θέλει να μας πει ο όποιος ποιητής;» «Εγώ θα πρέπει να ρωτήσω. Με ποιαν είσαι συνεχώς, από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί τις πιο πολλές φορές;» «Με καμιά. Το μόνο σίγουρο.» «“Καμιά” τη λένε την κουκλίτσα που είναι θρονιασμένη απέναντί σου όλη την ημέρα;» «Για τη Λήδα λες;» «Λήδα, τη λένε; Ωραίο ακούγεται, οφείλω να πω.» «Αν κατάλαβα καλά, μου κάνεις σκηνή ζηλοτυπίας, κορίτσι μου; Είναι δυνατόν να μην ξέρεις ότι τέτοιες σκηνές ούτε τις δέχομαι ούτε τις συγχωρώ, όπως και τους υπαινιγμούς και τις 235


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ειρωνείες; Και τώρα, αν δεν σε πειράζει, πνίγομαι στη δουλειά. Το βράδυ, αν συμφωνείς κι εσύ, περνάω από το σπίτι σου και συνεχίζουμε την ωραία αυτή κουβέντα. Ή μάλλον όχι. Καλύτερα κατ’ ευθείαν ραντεβού στο γνωστό μας εστιατόριο. Κατά τις δέκα. Καλά;» «Με διώχνεις, Φοίβο;» «Όχι. Ζητώ την κατανόησή σου να μ’ αφήσεις να εργαστώ, καλή μου. Είναι πολύ αυτό που ζητώ; Το βράδυ, στη διάθεσή σου.» «Υπό άλλες συνθήκες θα μου έλεγες: “και το βράδυ δικός σου, αγάπη μου”. Τι άλλαξε Φοίβο; Να ανησυχώ;» «Δεν ξέρω, παιδί μου. Εκείνο όμως που ξέρω και ξέρεις είναι, ότι είμαι πολέμιος της γκρίνιας, των σκηνών γενικώς, είτε ζηλοτυπίας, καχυποψίας και ειρωνείας είτε...» «Φοίβο, μ’ αγαπάς;» τον διέκοψε η Μυρτώ. «Μεγάλη κουβέντα αυτή, κορίτσι μου, και δεν θυμάμαι να σου την έχω ποτέ πει και όχι ειδικά μόνο σε σένα αλλά και σε καμιά άλλη κοπέλα. Ας μη σοβαρέψουμε λοιπόν τη συζήτηση. Εκείνο που μπορώ να σε βεβαιώσω είναι ότι μου αρέσεις και σε θέλω, σε θέλω πολύ. Σου αρκεί;» «Όχι. Μα και τι μπορώ να κάνω;» «Τίποτα. Μπράβο το καλό κορίτσι. Τα λέμε, Μυρτώ, το βράδυ όπως είπαμε κατά τις 10.» Και η Μυρτώ τι να κάνει, τα μάζεψε, πήρε την τσάντα της, την τσαντίλα της, τον υποβόσκοντα θυμό της και την πληγωμένη της αξιοπρέπεια και ξεκίνησε να φύγει, την ώρα που η Λήδα χτυπούσε την πόρτα για να μπει. “Κοίταξε θράσος το τσουλάκι, ήρθε εμού παρούσης ακόμη. Καλά και θα σου δείξω εγώ” σκέφτηκε αφρίζουσα η Μυρτώ, εξαγριωμένη στο έπακρον. Το αλάνθαστο ένστικτο της γυναίκας την προειδοποιούσε ότι μπροστά της ξανοιγόταν ένα love story 236


η πόρτα στα δεξιά

που δεν ήταν σε θέση να προβλέψει και την έκβασή του. Μέσα της, το καμπανάκι χτυπούσε δαιμονισμένα, προμηνύοντας δύσκολες μέρες και απογοητεύσεις καθώς και σκηνές, όχι σαν αυτές που έλαβαν χώρα λίγο πριν αλλά άλλες απείρου κάλλους, που θα έβαζαν τον θεμέλιο λίθο του αναθέματος, της διάλυσης δηλαδή του επεισοδιακού δεσμού αυτής και του αξιότιμου κυρίου διευθυντή, του Δημητρέα. Τι σκληρός που είναι ο έρωτας όταν δεν συνυπάρχει η αγάπη! Αφού πρώτα κάρφωσε τα βέλη του ένα-ένα με τη φορά που ήθελε εκείνος, είτε βαθέως είτε επιφανειακά, ήρθε και μια στιγμή να τα τραβήξει χωρίς να νοιάζεται αν μαζί ξεκολλάει και σάρκα, γι’ αυτό και ο πόνος πολύς. Τι να τον νοιάξει εκείνον; Εκείνος είναι θεός, τι ξέρει από ανθρώπινο πόνο, τι θα πει πεθαίνω από αγάπη, υποφέρω, και από πάνω βάζει αυτόν από το ζευγάρι που υποφέρει λιγότερο να λέει τα πιο τρυφερά λόγια, για να χρυσώσει πιθανόν το χάπι του χωρισμού, να γλυκάνει κάπως την πίκρα. Και αυτή είναι η μόνη παραχώρηση που κάνει, μα και αυτή, αν το θέλει. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Και καλά να μην υπάρχει αγάπη. Γιατί αν συμβαίνει αυτό, ναι μεν την σέβεται, αλλά ουδόλως νοιάζεται τι σκέφτεται εκείνη γι’ αυτόν. Δρα κατά μόνας, εγωιστικά, υποσχόμενος, ξεϋποσχόμενος, και τα γνωστά. Ναι μεν ο ωραιότερος των θεών, ο αιώνια νέος, ο τσαχπίνης, αυτός που δίνει νόημα για να κινείται η ζωή μας που όμως είναι και εξίσου σκληρός και άδικος. Μοιρασμένος στα δύο, όχι όμως σε ίσα μέρη, αλλά κατά πώς τον συμφέρει την κάθε φορά. Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Μα γιατί η ιστορία της Μυρτώς και του Φοίβου, βρισκόταν σ’ αυτό ακριβώς το σημείο του “ξεκαρφώματος” των βελών. Και ο πόνος μεγάλος για τον έναν. Για τον άλλο ένα απλό ξεβόλεμα και έτερον ουδέν. Δεν το είπαμε; Ο κόσμος φτιάχτηκε για τον άντρα. Από κει άρχισαν και οι έμ237


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φυλες διακρίσεις! Και λίγοι είναι αυτοί που θα ισχυριστούν το αντίθετο. Και ρωτάμε: Γιατί ο έρωτας κάνει αυτή τη διάκριση; Τη μεν γυναίκα να την σκοπεύει κατευθείαν στην καρδιά και το μυαλό, ενώ τον άντρα στο... μόριό του; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Και να πεις ότι είναι ο ίδιος αρσενικό και αγαπάει τον άντρα από συντροφικότητα; Μα αφού είναι άφυλος. Ένας άγγελος είναι, τότε; Δεν έχουμε απάντηση. Όταν τον συναντήσουμε, ίσως μας επιτρέψει την ερώτηση που θα του κάνουμε. Πολύ φοβόμαστε ότι θα μας πει ότι εκείνος δεν φταίει. Ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που μόνος του βάζει τα χεράκια του και βγάζει τα ματάκια του κι ενώ το ξέρει, εν τούτοις δεν κάνει τίποτα για να αποφύγει την τύφλωση. Έλα όμως που ενώ το γνωρίζει αυτό, δεν μπορεί να τιθασεύσει τα συναισθήματα τα αρνητικά του, όπως είναι για παράδειγμα η ζήλια του, αυτή που θέλει την καταστροφή του. Γιατί, ας μας πει κανείς, ποιος είναι εκείνος που ωφελήθηκε ποτέ από εκρήξεις σκηνών ζηλοτυπίας; Εκτός του ότι θυμώνεις τον άλλο, τον κάνεις και προσεκτικότερο για να κρύβεται πιο έντεχνα και να σε διαβολοστέλνει ενδόμυχα. Η ζήλια, σου ροκανίζει την ψυχή, σε μειώνει σαν άνθρωπο, εσύ λες-λες ξεθυμαίνεις και όσο ξεθυμαίνεις τόσο χάνεις τον άνθρωπό σου, μέχρι που φτάνει το οριστικό τέλος. Και μένεις μόνος με την απώλεια, όχι μόνον του άλλου, αλλά και της αξιοπρέπειάς σου και του αυτοσεβασμού σου. Αυτό δηλαδή που συνέβη και τώρα με τον Φοίβο και τη Μυρτώ, η οποία εκτός του ότι του άρεσε και τον κολάκευε σαν αρσενικό το να έχει στο πλευρό του μια τέτοια καλλονή, εκτός του ότι πάντα την ήθελε πολύ και ποτέ δεν την χόρταινε που λένε, εκτός όλων αυτών και άλλων τόσων, την εκτιμούσε κιόλας. Μα απόψε η αποκαθήλωση, η πλήρης απομυθοποίηση, το ξεκα238


η πόρτα στα δεξιά

τίνιασμα, η ανατροπή, μαζί με την απογοήτευση και ακόμη κάτι... Η περιέργειά του να κοιτάξει τώρα τη Λήδα με άλλο μάτι, κάτι που τουλάχιστον δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι επιθυμούσε να κάνει. Τι λέγαμε λίγο πριν; Ανατράπηκε η τάξη πραγμάτων με τη Μυρτώ και αμέσως η ισορροπία με τη γένεση καινούριων οριζόντων... Άντρες, άντρες! Μα αν θέλουμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι ας ρωτήσουμε και κάτι ουσιώδες: Όταν είναι οι άντρες εκείνοι που ζηλεύουν, γιατί κανείς δεν διανοείται να τους αποκαλέσει “Κατίνες”, αλλά το θεωρούν σαν ένδειξη αγάπης; Είναι δημοκρατία αυτή; Είναι δικαιοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις; Και ακούμε χωρίς να εκπλαγούμε, τον αξιότιμο κύριο Δημητρέα, που μόλις τελείωσε το καθημερινό ωράριο να ρωτάει απόλυτα φυσικά τη Λήδα: «Δεσποινίς μου, κερνάω φαγητό, πηγαίνουμε; Πεθαίνω της πείνας» για να εισπράξει μιαν απάντηση που ποτέ δεν περίμενε και που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε ξανά ακούσει: «Φοβάμαι, κύριε διευθυντά, πως δεν θα ήμουνα καθόλου καλή παρέα για να απολαύσετε το φαγητό σας. Έχω έναν φρικτό πονοκέφαλο που και μόνο στην ιδέα φαγητού δυναμώνει. Δεν θέλω να σας προσβάλλω, αλλά αν τελειώσαμε θα ήθελα να φύγω, να πάω για ύπνο ίσως...» «Ναι, ναι πώς. Να πας Λήδα μου, να πας. Πώς και δεν μου το είπες και πιο νωρίς,, κορίτσι μου;» Η κοπέλα καληνύχτισε τον διευθυντή της και έφυγε. Και μόνον τότε εκείνος θυμήθηκε ότι είχε υποσχεθεί στη Μυρτώ ότι θα πήγαιναν για φαγητό απόψε στις 10. “Ευλογημένη να είσαι, Λήδα μου, που αυτή τη φορά αρνήθηκες. Δεν πειράζει. Η ζωή είναι μπροστά μας κι εγώ ας φροντίσω να είμαι προσεκτικότερος στα ραντεβού που κλείνω και μετά τα ξεχνώ” μονολόγησε σιγανά... 239


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και το κυνήγι της αλεπούς, συγγνώμη της Λήδας θέλαμε να πούμε, άρχισε από την αμέσως επόμενη ημέρα. «Αν δεν μου ήσουν τόσο πολύτιμη συνεργάτης, Λήδα, καλή μου, θα σου ζητούσα να μην έρθεις καθόλου στη δουλειά σου σήμερα. Πώς είναι ο πονοκέφαλός σου;» την ρώτησε με ένα ενδιαφέρον που δεν ήταν καθόλου προσποιητό. «Καλοσύνη σας που με ρωτάτε, κύριε. Είμαι αρκετά καλύτερα, μάλλον καμιά ψύξη θα ήταν. Θα σας πείραζε να χαμηλώναμε λίγο το air-condition;» «Μα και βέβαια, καλή μου, και βέβαια. Ό,τι πεις», απάντησε και έσπευσε να κλείσει το κλιματιστικό εντελώς. Ήταν η πρώτη υποχώρηση της ζωής του. Έμελλαν να ακολουθήσουν δεκάδες άλλες, πράγμα που το έκανε ευχαρίστως, με απώτερο σκοπό να ευχαριστήσει το κορίτσι αυτό που του έστειλε η μοίρα και είχε βάσιμες υπόνοιες να πιστεύει ότι ήταν η γυναίκα της ζωής του. Οι υποχωρήσεις του δεν είχαν βέβαια τη μορφή δουλοπρεπούς φλερτ, αλλά αληθινού ενδιαφέροντος που δεν θα άφηνε καμιά γυναίκα ασυγκίνητη. Μα η Λήδα δεν ανταποκρινόταν. Θαρρείς και κάτι της απαγόρευε να αφεθεί στη γοητεία αυτού του άντρα, του τόσο αξιόλογου από πάσης πλευράς. Θα ήταν το πριγκιπόπουλο του παραμυθιού για την κάθε κοπέλα. Τι συνέβαινε λοιπόν με τη Λήδα; Γιατί, ότι κάτι συνέβαινε ήταν πασιφανές. Έτσι, ο Φοίβος το έβαλε σκοπό της ζωής του να το βρει, όντας σίγουρος ότι εάν έβρισκε την αιτία, αυτή θα ήταν και το πασπαρτού με το οποίο θα άνοιγε την καρδιά της την κλειδαμπαρωμένη. Και η σκέψη αυτή του έγινε έμμονη ιδέα, νύχτα και μέρα. Κοντολογίς ο άνθρωπος βρέθηκε να είναι ερωτευμένος τόσο, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Η ίδια του η μοίρα ήταν εκεί, καθισμένη απέναντί του και αν δεν πάσχιζε να κρατήσει τα προ240


η πόρτα στα δεξιά

σχήματα θα καθόταν στο γραφείο του να την κοιτάζει μόνο, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα άλλο. Ήταν φορές που νόμιζε ότι ήταν 20 χρόνων. Ο έρωτας αυτός του έφερε θαρρείς πίσω τη νιότη του, που ναι μεν δεν ήταν και τόσο μακρινή, μα πώς να το κάνουμε, ήταν πια ημερολογιακά έστω, ένας ώριμος άντρας. Ανέπνεε τη δροσιά της, την οσμίζονταν και αυτό δεν οφείλονταν στη δική της ημερολογιακή ηλικία. Ήταν σίγουρος ότι και 40, και 50 και 60 χρόνων, πάλι την ίδια δροσιά θα απέπνεε. Επρόκειτο για ένα θαύμα στ’ αλήθεια και αν δεν υπήρχε εκείνο το μαύρο σύννεφο που κατά καιρούς σκίαζε το ολοκάθαρο βλέμμα της, θα έλεγε ότι εκεί απέναντί του ήρθε και κάθισε η ίδια η άνοιξη. Και το έβαλε σκοπό της ζωής του αυτήν την άνοιξη να την απαλλάξει από τη μαύρη απειλή που δεν ήξερε από ποιας θάλασσας, ποιας λίμνης και ποταμού τους υδρατμούς είχε σχηματιστεί. Η επιχείρηση, η δουλειά του γενικώς, ήρθε σε δεύτερη μοίρα. Η Λήδα ήταν πλέον η πρώτη του προτεραιότητα. Και δεν γινόταν πια να φυλάει φυλακισμένα τα αισθήματά του, τον έρωτα που πυρπολούσε το είναι του για το κορίτσι αυτό, το τόσο αλλιώτικο, με την διαφορά έστω την αρκετά μεγάλη, της ηλικίας τους. Εάν τον απέρριπτε, θα την καταλάβαινε μεν, μα θα προσπαθούσε να την πείσει ότι υπάρχουν σαραντάρηδες νεαροί, όπως και νεαροί που αισθάνονταν 50άρηδες, μεσήλικες. Αυτός ήταν κάτι ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες. Να μη μακρηγορούμε, ο Φοίβος αυτόν τον έρωτα ήθελε να τον ζήσει και ας κρατούσε λιγότερο απ’ ό,τι το επιθυμούσε και που τον ονειρευόταν να κρατήσει για μια ζωή. Άρχισε να κάνει τολμηρότερα σχέδια προσέγγισης. Μα αν και τεχνίτης του είδους, οι προσπάθειές του όλες προσέκρουαν σε έναν αδιαπέραστο τοίχο. Μυστήριο... Για να μην της αρέσουν 241


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

οι άντρες, αποκλείεται. Ο Φοίβος εκ της μαεστρίας του της ερωτικής ορμώμενος, το ένιωθε. Και δεν ένιωθε μόνον αυτό αλλά και ότι η κοπέλα ήταν σίγουρα ερωτικός τύπος. Απέπνεε έναν ερωτισμό που τον τρέλαινε. Κι όμως... Μα ένα μεσημέρι, δεν άντεξε άλλο. «Λήδα, πρέπει οπωσδήποτε να σου πω κάτι που δεν παίρνει αναβολή και δεν λέγεται εδώ μέσα. Θα πάμε για φαγητό, και σε παρακαλώ μην μου πεις “όχι”. Εκ των προτέρων σε πληροφορώ ότι δεν έχει να κάνει με τη δουλειά, μα με ένα θέμα τελείως προσωπικό. Σε μια ώρα φεύγουμε. Παίρνω να κλείσω τραπέζι. Θα βγούμε λίγο έξω από την Αθήνα». «Που σημαίνει μάταιος ο κόπος να σας αρνηθώ;» «Απολύτως». «Μάλιστα, κύριε, ό,τι πείτε.» «Αχ Λήδα, σταμάτησε πια αυτό το κύριε. Με κάνεις να αισθάνομαι γέρος. Αλήθεια. Για πες μου, κορίτσι μου, έτσι με βλέπεις; Σαν έναν σεβάσμιο κύριο που είναι το αφεντικό σου;» «Μα τι λέτε; Αν κάποιος από τους δύο μας είναι ο ηλικιωμένος, αυτός είμαι εγώ. Έχω γεράσει, Φοίβο, χωρίς και να έχω ζήσει» (ουπς, να η ευκαιρία που τόσον καιρό περίμενε ο Χριστιανός. Του ήρθε λοιπόν απρόσμενα η θεία στιγμή που θα μάθαινε επιτέλους από πού αντλεί αυτό το σύννεφο των ματιών της τους υδρατμούς του και τα σκοτεινιάζει).

Πήγαν στο Φάληρο, στη μαρίνα του Φλοίσβου. Κάπου εκεί ήταν αραγμένο και το φανταστικό κότερο του αξιότιμου κυρίου διευθυντή για το οποίο και δεν της ανέφερε τίποτα. Γιατί να το κάνει; Επίδειξη πλούτου για δέλεαρ; Η Λήδα δεν ήταν αυτής της κατηγορίας γυναικών που θα τη συγκινούσαν τα πλεούμενα, έστω και αν ήταν πολυτελή. Όσο απίστευτο και αν φαντάζει, υπάρχουν ακόμη και τέτοιοι τύποι κοριτσιών.

242


η πόρτα στα δεξιά

Για να ζεσταθεί κάπως η ατμόσφαιρα και να λυθούν οι γλώσσες αρχίζοντας τις εκμυστηρεύσεις, ο Φοίβος παρήγγειλε ουζάκια με ψητές καραβίδες και ένα φιλέτο λεμονάτου αστακού που και μόνον σαν σκέψη μια σιελόρροια δεν την συγκρατούσες όσο συνηθισμένος και να ήταν ο ουρανίσκος σου σε τέτοιες λιχουδιές. Και η Λήδα, χωρίς εκείνος να της το ζητήσει, άρχισε να του διηγείται μια απίστευτη εμπειρία που βίωσε και που κατά πώς φαίνεται σημάδεψε τη ζωή της: «Είναι η πρώτη φορά που εδώ και τέσσερα χρόνια αντικρίζω θάλασσα χωρίς να σοκάρομαι». «Πες μου τα όλα, κορίτσι μου. Δεν πρόκειται να σε διακόψω, παρά τη μεγάλη έκπληξη που αισθάνομαι μ’ αυτό που τώρα μόλις είπες...» «Ήταν τέλος Μάη, μα έκανε τέτοια ζέστη, ζέστη καλοκαιριού. Είπαμε το αγόρι μου κι εγώ, να πάμε για μπάνιο έστω και αν η θάλασσα ίσως ήταν ακόμη κρύα. Είχαμε μόλις δώσει το τελευταίο μας μάθημα στο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα της Νομικής, και η βουτιά που λέγαμε να κάνουμε είχε μια σημειολογία ανάλογη. Ήταν σαν να λέγαμε ότι το δροσερό αλατόνερο της γαλάζιας απλωσιάς θα ξέπλενε από πάνω μας τη μιζέρια, τη μούχλα, την κλεισούρα του δωματίου μας, με ακόμη και τα παράθυρά του κλειστά για να μην αποσπούν οι εξωτερικοί θόρυβοι το μυαλό μας από τα βαρετά βιβλία μας. Λαχταρούσαμε λοιπόν βουτιές ανανέωσης και βουτιά στη ζωή που ξανοιγόταν ευοίωνα μπροστά μας. Η ιδέα του μπάνιου δική μου. Και δεν πρόκειται ποτέ όσο ζω να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι’ αυτό.» Όσο το κορίτσι μιλούσε απλωνόταν στο όμορφο πρόσωπό της μια χλομάδα και ένα ελαφρό τρέμουλο στην άκρη των χειλιών της πρόδιδε την τρικυμία της ψυχής της. Και συνέχισε, χωρίς ο Φοίβος να την διακόψει όπως της είχε υποσχεθεί. «Πήγαμε μέχρι τη Βάρκιζα με το καινούριο αυτοκινητάκι 243


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου για το τέλειωμα της Σχολής. Παρ’ όλο που ακόμη η καλοκαιρινή περίοδος δεν είχε αρχίσει, λόγω της αφύσικης ζέστης υπήρχε πολύς κόσμος στην παραλία. Η άμμος έκαιγε να σκεφτείς (στο σημείο αυτό ο Φοίβος πρόσεξε τον ενικό της και του ερχόταν να την αγκαλιάσει και να φιλήσει τα ολόδροσα χειλάκια της). »Πεινούσαμε σαν λύκοι μα στον τομέα αυτόν ήμουνα πολύ προσεκτική. Ποτέ στο νερό φαγωμένη, ποτέ. Είχα ένα παιδικό τραύμα από μια ιστορία της παιδικής μου ηλικίας. Ήταν θυμάμαι πάλι Μάης και ο νεαρόκοσμος της γειτονιάς, στριμωγμένοι στην καρότσα ενός φορτηγού “εκτελούνται Μεταφοραί” πήγαν για μπάνιο στο Καβούρι... Φωνές, τραγούδια, τους άκουγε όλη η Ποσειδώνος. Και ξαφνικά στη γειτονιά μας μέσα στην μεσημεριάτικη σιέστα ακούγονται ξεφωνητά, κλάματα και οδυρμοί. Πετάχτηκε ο κόσμος έξω τρομαγμένος να δει τι συνέβαινε μεσημεριάτικα. Είχε φτάσει η είδηση ότι ένα από τα παλικάρια της εκδρομικής παρέας έκανε την αποκοτιά να αψηφήσει το γεγονός ότι ήταν φαγωμένος και τίγκα στη ρετσίνα και να πέσει για κολύμπι. Σαν είσαι νέος, γερός και δυνατός και επιπλέον άσσος στο κολύμπι, τι έχεις να φοβηθείς; Έτσι θα σκέφτηκε ο νεαρός. Με τη θάλασσα όμως δεν παίζουνε ούτε και με τους πιο απλούς κανόνες του παιχνιδιού. Έπαθε ανακοπή και άφησε γονείς και αδέρφια μα και τη γειτονιά μας βουτηγμένη στα μαύρα... Πέθανε ο νεαρός εκείνον το Μάη, πάνω στο τέλος της άνοιξης της φύσης μα και την αρχή της άνοιξης της δικής του! »Τραυματίστηκε η παιδική μου ψυχή από κείνο το δυστύχημα, και μου έγινε μάθημα ποτέ να μην πέφτω στη θάλασσα με γεμάτο στομάχι... Αυτό συμβούλευα τους φίλους μου, μα και τους άμυαλους πολλές φορές μεγάλους. Δεν ξέχασα ποτέ εκείνη τη μάνα και τον θρήνο της και όταν κάποτε είδα στην Επίδαυρο τη Συνοδινού συνέκρινα τον θρήνο της άξιας ηθοποιού στην αρ244


η πόρτα στα δεξιά

χαία τραγωδία, μ’ εκείνον της δόλιας της μάνας και ναι, παρά το μεγάλο ταλέντο της Συνοδινού, τον βρήκα λίγο. »Με τις σκέψεις αυτές στο μυαλό μου είπα στον Κωστή να κάνουμε λίγη υπομονή και πέσαμε στο νερό με ξεφωνητά από το πάγωμα που αισθανθήκαμε. Αυτό δεν ήταν κολύμπι, δεν ήταν απλώς “ένα νερό κυρα-Βαγγελιώ, ένα νερό κρύο νερό”, ήταν η επιτομή της παγωνιάς του Βόρειου Πόλου και των παγόβουνων της Ανταρκτικής. Βγήκα αμέσως έξω τουρτουρίζοντας, τυλίχτηκα με την πετσέτα μου και βλέποντας τον Κωστή να είναι ανάσκελα και να μην νοιάζεται που αν έμενε κι άλλο, σε λίγο θα ήταν σαν κατεψυγμένη συναγρίδα, του φώναξα να βγει. Μα εκείνος δεν μου έδωσε σημασία. Δεν καταλάβαινα τι ευχαρίστηση μπορούσε να βρίσκει σ’ αυτήν την παγωνιέρα. Με τα δόντια μου να χτυπούν σαν σπανιόλικες καστανιέτες, δεν θυμόμουν ποτέ άλλοτε να είχα αισθανθεί τέτοιο κρύο, και πάπλωμα να μου έβαζαν, με έναν ήλιο να τσουρουφλίζει, θα το δεχόμουνα ευχαρίστως. »“Έλα, Κωστή, να πάμε μέχρι το μπαρ να πιούμε κανένα κονιάκ να στανιάρουμε”, του φώναξα. Μα εκείνος τίποτα. Ξάπλωσα να κάνω ηλιοθεραπεία, να καώ από τον ήλιο, να τσουρουφλιστώ, να πάθω εγκαύματα όποιου βαθμού και αν ήθελε, αρκεί να ζεσταινόμουν. Ανησύχησα με την αδιαφορία του Κωστή και όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί και ο καιρός εντωμεταξύ είχε αλλάξει, σηκώνοντας και ένα κυματάκι και έτσι όπως φαινόταν να τον έχει πάρει ο ύπνος, ξέρω κι εγώ, θάλασσα είναι αυτή, δεν παίζουν μαζί της, φοβήθηκα. Μα δεν ήταν ο καιρός που είχε αλλάξει. Καθώς φαίνεται δύο μεγάλα πλοία που περνούσαν μπροστά μας στ’ ανοιχτά σήκωναν απόνερα που έρχονταν και έσκαγαν στην ακτή κοντά μας. “Κωστή, αν δεν βγεις αμέσως εγώ φεύγω. Έλα να με βρεις στο μπαρ πάω να φάω και να πιω κάτι”. 245


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Καμία απάντηση. Κάτι νεαροί κορτάκηδες εκεί γύρω, ακούγοντάς με να φωνάζω χωρίς να εισακούγομαι, έβαλαν τα γέλια και άρχισαν την γνωστή καζούρα νευριάζοντάς με ακόμη περισσότερο. “Είδες χαρακτήρα που κρατάει ο Κωστής; Μωρέ, μπράβο του” είπε ένας από δαύτους, ενώ ένας άλλος είπε πιο χαμηλόφωνα: “Ρε, λες να έπαθε τίποτα ο άνθρωπος;” »Στη μνήμη μου ζωντάνεψε με μιας το μακρινό εκείνο καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων και πετώντας το μπουρνούζι πέφτω στο νερό πλησιάζοντας το αγόρι μου που το κύμα τον είχε φέρει αρκετά κοντά αν και άπατα ακόμα. Τον βλέπω να κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα ως εάν να έβλεπε κάτι το παράξενο εκεί πάνω στην άλλη γαλάζια απλωσιά, αυτήν του ουρανού, με τη διαφορά ότι ναι μεν τα μάτια του ήταν ανοιχτά, αλλά το βλέμμα τους σβησμένο και απλανές... Και βέβαια κατάλαβα ότι για τον Κωστή είχαν όλα τελειώσει. Ξεφώνισα: “Bοήθεια”, έτρεξαν οι πάντες, μα κανείς δεν μπορούσε να κάνει πλέον κάτι γι’ αυτόν. Η ψυχή του είχε πάει να ανταμώσει την άνοιξη που μας αποχαιρετούσε, αφήνοντας στην θέση της το πολλά υποσχόμενο καλοκαίρι μαζί με το άψυχο κορμί του Κωστή. Νάτος και πάλι ο ίδιος εφιάλτης. Μα ο Κωστής ήταν θεονήστικος που λένε. Τότε; Όπως αποδείχτηκε στη νεκροψία, ο θάνατος οφείλονταν σε ανακοπή, από την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας, από την πολλή ζέστη στην απόλυτη παγωνιά και ίσως κάποιο μικροπρόβλημα που είχε η καρδιά του χωρίς να το ξέρει και ο ίδιος, υπέστη το σοκ και δεν το άντεξε. Τον έβγαλα, Φοίβο, από τη θάλασσα με την βοήθεια των νεαρών, νεκρό. Καταλαβαίνεις πώς ένιωθα; Έπαθα ισχυρό κλονισμό που για να συνέλθω κάπως, χρειάστηκε να νοσηλευτώ σχεδόν ένα μήνα σε νοσοκομείο, πότε σε καταστολή στην Μ.Ε.Θ., πότε σε ειδικό δωμάτιο.

246


η πόρτα στα δεξιά

»Για χρόνια όπως σου προείπα είχα να δω θάλασσα, αλλά και για αρκετό καιρό, άκουσον άκουσον, δεν μπορούσα να δω ούτε νερό. Την υγιεινή του κορμιού μου την είχαν αναλάβει ειδικευμένες νοσηλεύτριες, ενώ ούτε νερό έπινα με την φυσική του μορφή, γιατί αμέσως το έκανα εμετό. Μόνο πορτοκαλάδες, λεμονάδες και το μπουκάλι με τον ορό ακόμα, ήταν καλυμμένο με χρωματιστό πανί! Μιλάμε για τέτοιες καταστάσεις. »Είπα ότι η ζωή μου τελείωσε. Και το είπα εγώ που την αγαπούσα τη ζωή τόσο. Μα δεν την ήθελα πια. Όχι, αυτοκτονικές τάσεις δεν είχα. Ήμουν φαίνεται πολύ δειλή να αφαιρέσω τη ζωή μου μόνη μου. Μα πια ήμουνα ένα ρομπότ, αδιάφορο για τα πάντα και για ό,τι συνέβαινε γύρω μου. Οι γιατροί είπαν ότι ο μόνος ίσως τρόπος θεραπείας μου, ήταν αυτός της εργασιοθεραπείας. Η υπευθυνότητα της δουλειάς θα αποσπούσε την προσοχή μου από τις μαύρες σκέψεις. Το δέχτηκα. Απέτυχα. Ξανά νοσοκομεία. Δοκίμασα το γράψιμο, μα τα γραφτά μου ήταν ή κατέληγαν να είναι, μαύρα, σε σημείο που κι εγώ η ίδια να φοβάμαι, να σκιάζομαι που τα έγραφα, πόσο μάλλον ένας αναγνώστης. Τι είχε να ωφεληθεί από αυτά; Δεν έφθανε το έρεβος που έπεσε επί των κεφαλών των ανθρώπων χρόνια τώρα, να είχαν από πάνω καπάκι και ιστορίες γκραν γκινιόλ; Το Δρομοκαΐτειο εξασφαλισμένο. Και άντε να βρεις χρήματα για γιατρούς και φάρμακα τα οποία κανένα Ταμείο δεν γράφει στους ασφαλισμένους. Έτσι, το έρεβος που λέγαμε, πυκνό. Η αρρώστια της ψυχής, αρρώστια πολυτελείας, και είναι η χειρότερη. Οργανικά είναι κάποιος γερός. Μα ένας τερμίτης ροκανίζει την ψυχή του και με τη σειρά του κι αυτός ροκανίζει τις αντοχές των δικών του ανθρώπων. Κόλαση. Και φως από πουθενά. Η δουλειά στην δική σου επιχείρηση μου έκανε καλό. Από την αρχή ένιωσα ότι κάτι άλλαζε, κάτι καλό θα γινόταν. Μέχρι που ήρθε η μνηστή σου.» 247


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Η ποια; Η μνηστή μου; Τι λες, κορίτσι μου; Κάνεις λάθος μεγάλο. Εγώ μνηστή δεν έχω, εκτός και θελήσεις εσύ να γίνεις.» «Μου αρέσει το χιούμορ σου, Φοίβο. Λυπάμαι που δεν μπορώ ούτε να το παρακολουθήσω, ούτε να το ανταποδώσω, ούτε να το μιμηθώ αν και νομίζω ότι κατά βάθος έχω sense of humor.» «Λήδα, επίτρεψέ μου να σου πω ότι κάνεις λάθος εκτίμηση. Εγώ σε θέματα τέτοια δεν αστειεύομαι καθόλου. Ντρέπομαι να γονατίσω μπροστά σου με τόσο κόσμο γύρω μας, δέξου την ελαφρά υπόκλισή μου μαζί με ένα ερώτημα από την απάντηση του οποίου θα εξαρτηθούν πολλά: Λήδα, καλή μου, θέλεις να με παντρευτείς;» «Φοίβο συγγνώμη, αλλά δεν είναι αστεία αυτά. Δεν φοβάσαι μήπως και τα πάρω στα σοβαρά;» «Μα αυτό είναι που σου ζητάω, μωρό μου. Άκου: δεν είμαι κοντά στην ηλικία τη δική σου, δεν είμαι ένας νέος Κωστής για να έχω το ελαφρυντικό της υπερβολής και της επιπολαιότητας χαριτωμένα δικαιολογημένης λόγω ηλικίας. Θα σου πω κάτι που όσο και αν σου φανεί περίεργο, δεν το έχω πει ξανά με όλη την πραγματική αλήθεια του. Λήδα σ’ αγαπώ, κορίτσι μου, και σε ικετεύω να το εισπράξεις όσο σοβαρότερα μπορείς. Σκέψου το. Αν νομίζεις ότι τα χρόνια που μας χωρίζουν –πόσα είναι αλήθεια; Είμαι 40 χρόνων εγώ– δεν είναι ένα σοβαρότατο εμπόδιο, θα μπορούσαμε να χτίσουμε μια γερή και όμορφη οικογένεια. Τι λες;» «Λέω ότι τα έχω χαμένα. Είναι το μόνο που δεν περίμενα να ακούσω και με βρίσκεις αμήχανη μεν, συγκινημένη δε. Εντυπωσιασμένη επίσης. Εσύ, ένας τόσο σημαντικός άνθρωπος, τι βρήκες να αγαπήσεις πάνω μου; Είμαι 25 Μαΐων –λέω την ηλικία μου παρ’ όλο που είθισται μια γυναίκα να το αποφεύγει 248


η πόρτα στα δεξιά

αυτό– και το κάνω όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί δίνω την εσφαλμένη εντύπωση της μικρούλας, ενώ μέσα μου έχω γεράσει. Η καρδιά μου δεν συμβαδίζει με την ημερολογιακή μου ηλικία, άρα δεν υπάρχει τέτοιο εμπόδιο και άρα δέχομαι....» Ο Φοίβος, όπως την άκουγε μαγεμένος στην αρχή δεν κατάλαβε τι εννοούσε η κοπέλα μ’ εκείνο το “δέχομαι” και έμεινε να την κοιτάζει σοβαρά. «Τι συμβαίνει, Φοίβο; Μετάνιωσες κιόλας με την πρόταση που μου έκανες; Την παίρνεις πίσω; Αν το κάνεις δεν θα σου ρίξω κανένα άδικο». «Λήδα μου, τι λες; Ή μάλλον, τι είπες πριν λίγα δευτερόλεπτα; Είπες δέχομαι; Δέχεσαι καρδιά μου να με παντρευτείς; Κατάλαβα καλά;» «Μα ναι. Αυτό ακριβώς. Με ρώτησες. Σου απάντησα.» Το αίμα στο πρόσωπο του Φοίβου το έβαψε κόκκινο σε σημείο που το κορίτσι να φοβηθεί μη της πάθει και αυτός τίποτα. Άρεσε στην μοίρα της να παίζει παιχνίδια μαζί της. Του έδωσε ένα ποτήρι δροσερό νεράκι από το μπουκάλι που ήταν στην παγωνιέρα τυλιγμένο με μια πάλλευκη πετσέτα. Και εκείνος της είπε κοιτώντας την βαθιά στα μάτια «Λήδα, αυτή είναι η σημαντικότερη στιγμή της ζωής μου. Εύχομαι η ευτυχία που αυτή την στιγμή με κερνάς να κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο.» Και κάλεσε τον σεφ να τους φέρει την καλύτερη σαμπάνια για να γιορτάσουν την ανεπανάληπτη στιγμή του αρραβώνα τους. Τελικά έχουν δίκιο οι άνθρωποι όταν λένε ότι τα καλύτερα πράγματα έρχονται όταν δεν τα περιμένεις.

Το μονόπετρο αντίκα που έσπευσε να της περάσει στο δάχτυλό της το ίδιο εκείνο απόγευμα, δαχτυλίδι που του είχε δώσει η μάνα του γι’ αυτόν τον σκοπό όταν κάποτε θα ερχόταν η 249


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στιγμή, επισφράγισε τον αρραβώνα τους. Η οποία μητέρα του, μια αρχοντογυναίκα, αγάπησε το κορίτσι του γιου της με την πρώτη ματιά. Η πείρα της, παρέα με το γυναικείο και μητρικό της ένστικτο την πληροφόρησε με μιας ότι ο γιος της έκανε την τύχη του που λένε μ’ αυτό το κορίτσι. Και άρχισε η ηλικιωμένη να ελπίζει ότι επιτέλους θα αγκάλιαζε σύντομα εγγόνια. Η μητέρα αυτή, ναι μεν μοντέρνα και κοσμική με τις παρέες της, τα θέατρά της, τις εξόδους της και το χαρτάκι της, πολύ πρόθυμα θα θυσίαζε όλα αυτά προκειμένου να αναλάβει την φροντίδα των εγγονών της, τη φροντίδα της γιαγιάς με τη βοήθεια μιας νταντάς. Η κυρία Αρχοντούλα (όνομα και πράγμα) είπε στην Λήδα ότι θα επιθυμούσε να την θεωρεί φίλη της και όχι απλά πεθερά. «Υπάρχουν φιλίες πολύ πιο ουσιώδεις και ανυστερόβουλες που γεννιούνται παρά την τεράστια διαφορά της ηλικίας μεταξύ δύο ατόμων. Βασίσου σε μένα για τα πάντα. Έχω ευήκοα ώτα και ανοικτό μυαλό. Η δε αγκαλιά μου απέραντη για σένα. Επιπλέον της φιλίας που καταθέτω στα πόδια σου, δηλώνω τη χαρά μου που αξιώθηκα να αποκτήσω την κόρη που δεν είχα ποτέ στη ζωή μου. Να είσαι καλά, παιδί μου. Να είσαι καλά.» Η Λήδα ερωτεύτηκε αυτή την θαυμάσια γυναίκα και ήταν σίγουρη ότι όντως θα γινόταν η φίλη στην οποία θα μπορούσε να εκμυστηρευτεί τα πάντα, πράγματα που ούτε στη ίδια της τη μάνα δεν μπορούσε να πει. Και ένιωσε μια ζεστασιά να απλώνεται στην ψυχή της, μια ζεστασιά αλλιώτικη απ’ αυτή που προσφέρει ο έρωτας, αυτήν την θαλπωρή που μόνο μια φιλία αληθινή σου προσφέρει. Μέσα της αισθάνθηκε για πρώτη φορά ευλογημένη, τυχερή. Ίσως η μοίρα θέλησε να την κάνει να ξεχάσει, αν όχι τελείως, σε μεγάλο βαθμό πάντως, τις δυστυχίες που πέρασε και να την πείσει ότι όντως η ζωή που αγαπούσε, ήταν ωραία. Πολύ ωραία. 250


η πόρτα στα δεξιά

Στα γραφεία της Εταιρείας, το γεγονός των αρραβώνων του Δημητρέα και της Λήδας δεν έσκασε σαν βόμβα, ή σαν κεραυνός εν αιθρία να πούμε καλύτερα. Ήταν κάτι που όλοι περίμεναν. Και είτε έφτασαν να ζηλεύουν είτε όχι, ήταν σίγουροι ότι θα συνέβαινε. Η Λήδα ήταν ακαταμάχητη και κοπέλες του τύπου της σπάνιζαν πια. Γι’ αυτό και άριστοι συλλέκτες του είδους τις κυνηγούσαν, όχι απαραίτητα για να πλουτίσουν τη συλλογή τους, αλλά για να φτιάξουν μια καινούρια συλλογή με μόνο ένα αριστούργημα μέσα της! Οι μεν κοπέλες μακάριζαν την τύχη της, οι δε άντρες κουνούσαν το κεφάλι παρηγορώντας τον εαυτό τους που η γοητεία τους δεν απέδωσε καρπούς, λέγοντας «είδες ο γέρος; Μα, ας μην τον φυσούσε τον παρά και σου έλεγα εγώ αν η ακατάδεχτή μας θα τσίμπαγε.» Αμ δεν είναι ο παράς, αγόρια μας, ή δεν είναι μόνον αυτός. Υπάρχουν λίγοι εναπομείναντες άντρες, άντρες παλιάς κοπής, που είτε με θεληματικό πηγούνι και ίσιο ξανθό μακρύ μαλλί είτε όχι, τα καταφέρνουν να γίνουν και αυτοί συλλεκτικά κομμάτια, λόγω ευγένειας ψυχής που δεν αποκτιέται με τα χρόνια ή με ειδική εκπαίδευση, αλλά γιατί γεννιούνται μ’ αυτό το θείο χάρισμα. Και επειδή η ζωή είναι ακριβοδίκαιη, τα φέρνει από δω τα πάει από κει και κάνει δύο ψυχές της ιδίας παλαιάς κοπής να συναντηθούν κάποτε. Η αγάπη σκαλίζει πάνω τους το έμβλημά της, στο οποίο ο άνθρωπος αποδίδει τον χαρακτηρισμό “θείου αγγίγματος”. Πράγματι, ευλογημένος όποιος ζει την αληθινή Αγάπη στην όποια μορφή της. Τίποτα ωραιότερο απ’ αυτή. Τίποτα ουσιωδέστερο. Τίποτα που να μπορεί να συγκριθεί μαζί της... Τίποτα όμως! Και το μαύρο σύννεφο έφυγε από τα μάτια της Λήδας. Ήρθε όμως στη ζωή του ζευγαριού ένα απειλητικό τσουνάμι, μια υπερ251


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

χείλιση ποταμού, ένα σπάσιμο προστατευτικών φραγμάτων με τη μορφή μιας γυναίκας ονόματι Μυρτώ. Ποιος είπε ότι μπορούσε ο κύριος Δημητρέας να την αγνοήσει τόσο άκαρδα και ξεδιάντροπα, να την αρνηθεί ως να μην είχε υπάρξει ποτέ στη ζωή του; Πρέπει να πούμε, ότι το κορίτσι αυτό, ναι μεν ήταν πανέμορφο, μα ο εσωτερικός του κόσμος βρισκόταν σε πλήρη αντιδιαστολή με τον εξωτερικό. Μόλις λοιπόν πληροφορήθηκε τα του δεσμού του πρώην της, θέλησε να πολεμήσει για να διεκδικήσει τα απολεσθέντα προσωρινώς κεκτημένα της. Μα τι ήταν ο Φοίβος; Ήταν κάτι που της ανήκε δια συμβολαίου, ήταν κτήμα της υφαρπαγέν; Ξέροντας λοιπόν ότι ήταν όχι μόνο δύσκολο, αλλά ακατόρθωτο, να τον πλησιάσει εκ νέου κατά μέτωπο, θεώρησε εξυπνότερο να το επιτύχει δια της πλάγιας οδού, δια της Λήδας. Πήγε και την βρήκε δακρύβρεχτη και βαρυπενθούσα, βεβαιώνοντάς την ότι έτσι και δεν της τον άφηνε, αφού ήξερε ότι ήταν δικός της και ότι μεταξύ τους δεν υπήρξε παρά μια μικρούλα παρεξήγηση ερωτευμένων, ένα απλό ιντερμέτζο χωρισμού, θα γινόταν αιτία να υποφέρουν τόσοι άνθρωποι. Πρώτα πρώτα ο Φοίβος, ο οποίος θα ήθελε να κρατήσει σαν τίμιος άντρας τον λόγο του για τον αρραβώνα του, ενώ θα ήταν ερωτευμένος βαθιά με τη Μυρτώ, η Μυρτώ που θα υπέφερε για τον χαμό της αγάπης τους, αλλά και η ίδια η Λήδα που θα είχε δίπλα της έναν άντρα που θ’ αγαπούσε τρελά μιαν άλλη αποτελώντας η ίδια ένα υποκατάστατο. Η Λήδα τα έχασε ακούγοντας τον “δεκαρικό” της Μυρτώς. Ήταν τύπος που δεν της άρεσαν οι ίντριγκες, τα τρίγωνα στα ζευγάρια και οι ωφέλειες εις βάρος άλλων. Τρελάθηκε. Πήγε και βρήκε τη φίλη και πεθερά της την Αρχοντούλα και αφού απέσπασε τον λόγο της πρώτα, ότι δεν θα έλεγε λέξη 252


η πόρτα στα δεξιά

στο γιο της για όσα θα της διηγούταν, της εξιστόρησε τα όσα διημείφθησαν μεταξύ του Τώρα και του Πριν του Φοίβου. Η Αρχοντούλα, τα χρειάστηκε μεν, χωρίς να αφήσει όμως τα αρνητικά της συναισθήματα να γίνουν ορατά δια γυμνού οφθαλμού και είπε στη φίλη και νύφη της. «Άφησε, μωρό μου, το θέμα αυτό πάνω μου. Εσύ όμως ούτε λέξη στο παλικάρι μας. Δεν πιστεύω βέβαια μήτε λέξη απ’ ό,τι σου είπε αυτή η κυρία. Το ότι σου λέω να μη πεις τίποτα στο γιο μου είναι γιατί τον ξέρω και φοβάμαι ότι θα θυμώσει πολύ και ίσως δημιουργηθούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Όχι ότι φοβάμαι ότι θα βιαιοπραγήσει εναντίον της, ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο και στην τελευταία γυναίκα, πόσο μάλλον σε μία κοπέλα που υπήρξε φίλη του. Μην μπλεχτούμε με μηνύσεις και τέτοια, λέω. Μου κάνει εντύπωση όμως. Πώς και η κοπέλα που όπως λες είχε δεσμό με τον γιο μου, δεν ξέρει ή δεν έχει έστω και λίγο καταλάβει τον χαρακτήρα του. Είναι δυνατόν ο Φοίβος να πειθαναγκαστεί να κάνει αρραβώνα, αγνοώντας τα αισθήματά του και τα πιστεύω του μόνο και μόνο από πίκα;» «Μα, Αρχοντούλα μου, απαίτηση ή και παράκληση της κυρίας είναι να μη μάθει ο Φοίβος τίποτα για το διάβημά της και ν’ αφεθεί η ιστορία να φανεί ότι εγώ ήμουν εκείνη που μετάνιωσα και έκανα πίσω. Ατάκτως μάλιστα. Και έτσι, εμού απούσας, θα βρει εκείνος εύκολα παρηγοριά στην αγκαλιά της.» «Λοιπόν, Λήδα μου, ελπίζω εκτός από έξυπνη να είσαι και λίγο πονηρή. Τόσο όσο για να καταλάβεις ότι το καημένο αυτό κορίτσι το ’χει σκοπό να μετέλθει όλων των γυναικείων τεχνασμάτων, θεμιτών και αθέμιτων, προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του. Αγάπη μου, οι άντρες νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και γι’ αυτό κυβερνούν τον κόσμο. Είναι το λεγόμενο ισχυρό φύλο τόσο σε μυϊκή δύναμη όσο και σε μυαλό. Όμως μπροστά στην πονηρία ημών των γυναικών σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Λες 253


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ο όφις στον Παράδεισο να πλησίασε τυχαία την Εύα και όχι τον Αδάμ; Πόνταρε στην περιέργεια και την πονηράδα της, υλικά από τα οποία ήταν φτιαγμένος κι εκείνος. Ο άντρας, μωρό μου, στα χέρια μιας έξυπνης γυναίκας δυο δρόμους μπορεί να ακολουθήσει: είτε να γίνει με τη βοήθειά της πετυχημένος, ή ένα πιόνι της χωρίς καν να το αντιληφθεί, χωρίς να έχει συναίσθηση της πλήρους υποτέλειας που τον βγάζει τελείως από τον δρόμο του οδηγώντας τον στην αφάνεια κρυμμένο πίσω από τα φουστάνια της, για να μην πω κάτι άλλο που λέει ο λαός που ζωγραφίζει πιο παραστατικά την εικόνα! Και εσύ να μην υπήρχες στη ζωή του Φοίβου, θα απευχόμουν μια τέτοια γυναίκα σαν αυτήν (την πώς την είπες;) να υπάρχει πλάι του. Δηλαδή, μια όμορφη γυναίκα, χωρίς εσωτερική ομορφιά. Την φοβάμαι, Λήδα. Σε συμβουλεύω να μην αφήσεις τον εαυτό σου να συγκινηθεί από τα δάκρυά της και τις πονεμένες ιστορίες που θα σου αραδιάζει. Έτσι θα αδικήσεις τον Φοίβο και ίσως να ήταν κάτι που θα απογοήτευε και μένα. Αν το γιο μου τον αγαπάς πρέπει να προστατέψεις την αγάπη σας. »Πίστεψέ με, κορίτσι μου, το παιδί μου το ξέρω. Αν ήταν ερωτευμένο μ’ αυτήν την κοπέλα πριν ακόμη μπεις εσύ στη ζωή του και αν είχε κρίνει ότι θα ήθελε αυτή να γίνει η μάνα των παιδιών του, θα το είχε κάνει. Για να μην είχε λοιπόν γίνει κάτι τέτοιο, τι σημαίνει; Ότι όχι, δεν ήταν αυτή που καρτερούσε, και γι’ αυτό έφτασε στα σαράντα του χωρίς να δεσμευτεί. Σε πολύ απλά ελληνικά και στη γλώσσα που μιλάτε εσείς οι νέοι, μη μασάς και κυρίως μην προβληματίζεσαι και μη στενοχωριέσαι. Τι είναι, Λήδα μου, ο Φοίβος; Περιουσιακό στοιχείο κάποιου που εσύ υπεξαίρεσες; Για το όνομα του Θεού. Σε κάθε περίπτωση μαζί οι δυο μας θα το λύσουμε το θέμα. Και αγάπη μου, πόσο χαίρομαι που είμαι φίλη σου. Είμαι ευλογημένη. Θα πρέπει να υπήρξα καλός άνθρωπος στη ζωή μου 254


η πόρτα στα δεξιά

και αυτή τώρα, προς το τέλος, μου το ξεπληρώνει. Μου έστειλε εσένα να την ομορφύνεις ανταμείβοντάς με. Σε ευχαριστώ, κοριτσάκι μου, μέσα από την καρδιά μου για την αγάπη, την εμπιστοσύνη και την πολύτιμη φιλία που μου προσφέρεις. Για όλα αυτά και άλλα τόσα, που τώρα πού να καθίσω να σου τα αραδιάσω, έλα να σ’ αγκαλιάσω πριν με πιάσουν και τα κλάματα που εδώ και αρκετή ώρα πασχίζω να συγκρατήσω επιτυχώς. »Έλα σήκω, σήκω να βγούμε έξω, να πάμε κάπου να πιούμε έναν καφέ. Να δεις κόσμο. Να αλλάξεις παραστάσεις, όχι συνεχώς με μένα τη γριά. Παναγιά μου, μη σου γίνω κουραστική. Η κοκεταρία μου και η υπερηφάνειά μου θα το φέρουν βαρέως...» «Μα τι είναι αυτά που μου λες, Αρχοντούλα μου αγαπημένη... Τιμή μου και καμάρι μου η αγάπη σου και η παρέα σου. Με πρόλαβες. Ήμουνα έτοιμη εγώ να σου το προτείνω, όχι για μένα αλλά για σένα...» Και οι δυο γυναίκες φίλες, πεθερά και νύφη, βγήκαν αγκαλιασμένες για την κοντινή καφετέρια, να αισθανθούν τον παλμό του κόσμου συντροφιά με ένα φλιτζάνι καφέ ελληνικό και ίσως ένα τσιγάρο. Αυτό το τελευταίο προαιρετικό, καθώς βρίσκονταν και οι δυο στη φάση της τέλειας απεξάρτησης. Είχαν πει ότι θα το πετύχουν και το πέτυχαν. Όταν η γυναίκα θέλει όλα τα μπορεί. Και ύστερα σου λένε “το ασθενές φύλο”! Το ξανά είπαμε, μυϊκά ναι. Και ας μη πει κανείς τάχα μου, τάχα μου για το βάρος του ανδρικού μυαλού, γιατί σημασία δεν έχει ο όγκος αλλά η ποιότητα... Τι να λέμε τώρα; Γνωστά και χιλιοειπωμένα... «Λοιπόν, μικρή μου;» ρώτησε η Μυρτώ. «Λοιπόν τι, κορίτσι μου; Άκουσέ με. Εγώ σου δίνω το δικαίωμα να τον ξαναπλησιάσεις. Δεν πρόκειται να του κάνω σκηνές ζηλοτυπίας. Αν ο Φοίβος ενδώσει, τότε όλος δικός σου. Αν όχι; Γιατί να τον αφήσουμε μόνο και έρμο;» 255


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Με δουλεύεις, κοπέλα μου, έτσι;» «Καθόλου. Εγώ δεν τον πήρα από σένα. Είχατε απομακρυνθεί προ πολλού. Γιατί τώρα μου ζητάς αυτήν τη θυσία; Αναρωτήθηκες μήπως εγώ τον αγαπάω; Αλλά βέβαια αυτό γιατί να απασχολεί εσένα; Και δεν μου λες, ο Ζώτος με τον οποίο πρόλαβες να αντικαταστήσεις τον Φοίβο, τι λέει για όλα αυτά; Ξέρει ότι θέλει να το παίξεις σε διπλό ταμπλό;» Η Μυρτώ σαν να χλόμιασε ελαφρά στο άκουσμα αυτών που της έλεγε τούτη δω η μικρή. Σκέφτηκε ότι την είχε υποτιμήσει. Προφανώς δεν ήταν εκείνο το φτωχό πλην τίμιο και απονήρευτο κοριτσάκι που είχε την τύχη να γίνει ιδιαιτέρα γραμματέας του πανίσχυρου Δημητρέα. Ίνα πληρωθεί το ρηθέν δια των προφητών ότι “τα σιγανά ποταμάκια είναι που πρέπει να φοβάσαι”. Οι απρόσμενες υπερχειλίσεις τους είναι που κάνουν τη ζημιά... «Καλά, μουσίτσα, θα σου δείξω εγώ.» «Έτσι μπράβο. Αυτό είναι ένα fair play. Δείχνεις τα δόντια σου τα κοφτερά. Δείχνεις ποια είσαι Μυρτώ. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ τίποτα να κάνω για σένα, όπως δεν μπορώ να σε εμποδίσω να βάλεις τα όποια σχέδιά σου σε εφαρμογή. Πράξε όπως νομίζεις...» Η Λήδα, αν ήθελε να είναι τελείως τίμια με τον εαυτό της θα έπρεπε να ομολογήσει ότι αυτή εδώ η ιστορία την είχε προβληματίσει. Δεν ήταν καθόλου του στυλ της και της ιδιοσυγκρασίας της να ξέρει ότι κάποιος, έστω και άδικα και λανθασμένα υποφέρει, νομίζοντας ότι η Λήδα είναι η αιτία των δεινών της. Μακάρι να μην συνέβαιναν αυτά. Ένα τσιμπηματάκι λοιπόν στο μέρος της καρδιάς το ένιωθε. Και δεν της άρεσε καθόλου. Το είπε στην Αρχοντούλα κι εκείνη θορυβήθηκε, γιατί είχε καταλάβει πια τον χαρακτήρα της φίλης της. Ήξερε ότι προτιμούσε να είναι εκείνη δυστυχής, παρά να κάνει δυστυχισμένο και τον τελευταίο άνθρωπο της γης. Και σήκωσε τα μανίκια της 256


η πόρτα στα δεξιά

για να πιάσει σοβαρή δουλειά η Αρχοντούλα. Το παιχνίδι πια στα χέρια της χωρίς να ζητήσει της Λήδας τη βοήθεια. Ούτε και της είπε κάτι για το τι είχε σκοπό να κάνει... Θα ενεργούσε κατά μόνας. Δε γινόταν αλλιώς, έπρεπε να προστατεύσει τη φίλη της, τον γιο και την αγάπη τους. Απ’ αυτούς τους δυο ήθελε εγγόνια πάει και τελείωσε και δεν ήθελε εμπόδια για την πραγματοποίηση του ονείρου της. Πήρε τη Μυρτώ στο κατόπι. Από πολύ πρωί στηνόταν σε ένα καφέ, απέναντι ακριβώς από το σπίτι της πρώην του γιου της, με τον σοφέρ της στο αυτοκίνητο έτοιμο να ξεκινήσει ανά πάσα στιγμή, να μπει κι εκείνη μέσα και να ακολουθήσουν την κοπέλα να δουν πού θα πήγαινε, τι θα έκανε και στη συνέχεια, αν τα έβρισκε σκούρα για τις δικές της αντοχές, ένας καλός ντετέκτιβ θα συνέχιζε την παρακολούθηση. Δεν ήξερε τι μπορούσε να βγει από τούτες τις κινήσεις της, αλλά της ήταν αδύνατον να κάθεται άπραγη στο σπίτι της, με τον κίνδυνο να ελλοχεύει από κει που τον περίμενε περισσότερο. Για να την αναζητήσουν σπίτι της, κυρίως η Λήδα, το είχε προβλέψει και είχε κάνει εκτροπή του σταθερού της. Θα έβρισκε δικαιολογίες, πότε θα είχε βγει για ψώνια, πότε την γάτα της στον κτηνίατρο, πότε χαρτάκι με τις φίλες της, πότε θα έτρωγε έξω γιατί βαριόταν να μαγειρέψει, θα θόλωνε τα νερά. Ναι, μα από την πενθήμερη μέχρι στιγμής παρακολούθηση, δεν προέκυπτε τίποτα το επιλήψιμο. Έτσι πέρασε όλη η εβδομάδα και την Τρίτη της επόμενης βλέπει τη Μυρτώ να βγαίνει από το σπίτι της αγκαλιά με έναν όμορφο νέο άντρα (αν είχε ή δεν είχε θεληματικό πηγούνι, δεν έβλεπε από μακριά!). Η καρδιά της ηλικιωμένης, λίγο ακόμη να πεταχτεί από το στέρνο της. Βγάζει γρήγορα το τηλέφωνό της και αρχίζει να τραβάει ευκρινέστατες φωτογραφίες του ζευγαριού, πρώτα με φόντο την μονοκατοικία της κοπέλας και μετά μιας τζάγκουαρ, 257


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που ένας άνθρωπός της (βοηθός; οικονόμος;) έβγαζε από το γκαράζ του σπιτιού. Μπήκαν στην τζάγκουαρ εκείνοι, μπήκε προλαβαίνοντας και η Αρχοντούλα στο δικό της με τον σοφέρ και άρχισαν την παρακολούθηση. Μα βλέποντας τους άλλους να τρέχουν σαν βολίδα, η Αρχοντούλα δεν το ’χε σκοπό να πάθει κανένα ατύχημα πάνω στο άνθος των γηρατειών της(!) και προτίμησε να διακόψει. Προς το παρόν άλλωστε δεν χρειαζόταν και κάτι άλλο. Ήδη η υπομονή της είχε αποδώσει καρπούς, και τι καρπούς... Οι φωτογραφίες ήταν τόσο εύγλωττες που δεν χρειαζόταν κάποιος να είναι ιδιαίτερης ευφυΐας για να καταλάβει τι σήμαιναν εκείνα τα φιλιά, οι περιπτύξεις, με την ημερομηνία και την ακριβή ώρα αποτυπωμένη πάνω σ’ αυτές τις φωτογραφίες. Ευχαριστημένη αρκούντως, λέει στον σοφέρ να γυρίσουν και να την πάει σφαίρα στην Εταιρεία. Δεν κατάλαβε και η ίδια ποια παρόρμηση την οδήγησε κατά κει. Ήταν σπάνιες οι φορές που το είχε κάνει. Ποιος παρατρεχάμενος Άγγελος βοηθός της Αγάπης, ή και η ίδια η Αγάπη, οδήγησε τα βήματά της προς τα κει; Ποιος να ξέρει. Ο Φοίβος και η Λήδα την βλέπουν έκπληκτοι και τρομερά ανήσυχοι και την ρωτούν αν της συμβαίνει κάτι, κάτι με την υγεία της κυρίως. «Ε, λοιπόν, πιο ανόητη ερώτηση δεν έχω ακούσει ξανά. Δηλαδή σαν να λέμε, εγώ θα είχα πρόβλημα υγείας και θα ερχόμουνα να σας το ανακοινώσω θριαμβευτικά και όλως ιδιαιτέρως; Τηλέφωνα, κινητά και ακίνητα εν αχρηστία; Και γιατροί, νοσοκομεία και τα ρέστα μπορούσαν να περιμένουν άμα τη αναχωρήσει εκ των γραφείων σας! Και σας είχα για ξύπνιους... Κεράστε με ένα αναψυκτικό, και θα σας πω. Είχα πάει με τις φίλες μου μέχρι το Χαλάνδρι για καφέ και εκεί που τον έπινα βλέπω ένα ζευγάρι που μου φάνηκε γνωστό. Δηλαδή όχι και οι δύο, μα η κοπέλα. Ήταν τόσο ωραίο το θέαμα το ερωτικό που 258


η πόρτα στα δεξιά

απέπνεαν, που όλος ο κόσμος τους καμάρωνε και ίσως και να ζήλευε τα νιάτα τους και τις περιπτύξεις τους. Ομολογώ ότι και εγώ δεν αποτέλεσα εξαίρεση και έκανα την κατινιά να βγάλω ενσταντανέ. Η κοπέλα γνωστή μου, και θα σκάσω αν δεν μου πείτε ποια είναι, γιατί εγώ ναι μεν έστυβα το μυαλό μου να θυμηθώ πού την ξέρω–πού την ξέρω, μα στάθηκε αδύνατον. Μου έγινε έμμονη ιδέα. Είπα μήπως κάποιος από τους δυο σας την γνωρίζει.» Και λέγοντας αυτό, βγάζει το tablet της και τους δείχνει τις φωτογραφίες που είχε απαθανατίσει. Η Λήδα γύρισε και κοίταξε την Αρχοντούλα με ένα όλο νόημα βλέμμα, ο δε Φοίβος αμήχανος ρώτησε τη μάνα του: «Και από πού, βρε μάνα, γνωρίζεις εσύ τη Μυρτώ; Μια από τις φίλες μου ήταν». «Α γεια σου. Τώρα που μου το λες ναι, θυμήθηκα. Ήταν σε μια φωτογραφία κομμένη από ένα κοσμικό περιοδικό αφημένη πάνω στο γραφείο σου στο σπίτι. Θυμάμαι σε είχα ρωτήσει τι να την κάνω και ακούω έκπληκτη να μου λες “πέταξέ την”, πράγμα που έκανα.» «Ναι, το θυμάμαι.» «Να πάρει η ευχή να πάρει τις εμμονές μου. Ευτυχώς που μου την έλυσες την απορία.» Και λέγοντας αυτό, αγκάλιασε τη Λήδα λέγοντάς της: «Μη μου πεις ότι δεν θα έρθεις με το γιόκα μου να φάμε μαζί το μεσημέρι. Έφτιαξα λαχανοντολμάδες που του αρέσουν. Τους έφτιαξα με τα ίδια μου τα χεράκια και ελπίζω να τιμήσετε αυτούς και μένα. Να σας περιμένω; Επιδόρπιο μια κρεμ καραμελέ με συνταγή ενός φίλου μου σεφ, άρτι αφιχθέντος εκ Παρισίων. Αν αρνηθείτε δεν θα είναι μόνο που εσείς θα χάσετε, είναι και που θα με σκάσετε επιπλέον... Λοιπόν;» «Και ποιος είναι αυτός που μπορεί να πει “όχι” σε σένα, 259


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αγάπη μου, με κρεμ καραμελέ ή και χωρίς;» της είπε η Λήδα, με τον Φοίβο να βλέπει έκπληκτος και πανευτυχής τις δύο γυναίκες της ζωής του να αγαπιούνται τόσο, εξ αιτίας του και για χάρη του. Φίλησε τη μάνα του, της είπε να πάει στο καλό γιατί πνίγονταν στη δουλειά. Αν ήθελε να μην αργήσουν και να μείνουν οι λαχανοντολμάδες παραπονεμένοι και ανέγγιχτοι στο τραπέζι της. «Στις τέσσερις θα είμαστε εκεί» της είπε. Πέρασαν 3-4 μέρες και η Λήδα παίρνει ένα μήνυμα στο κινητό της από τη Μυρτώ. «Πώς πάει η ιστορία; Θα με βοηθήσεις τελικά να τα ξαναβρώ με τον άνθρωπό μου; Πρέπει να γνωρίζω για να ξέρω πώς θα κινηθώ. Μη μ’ αφήνεις άλλο στα σκοτάδια της απελπισίας...» Και τότε η Λήδα αναγκάστηκε να κάνει αυτό που καθόλου δεν της άρεσε. Έστειλε κι αυτή μήνυμα στο τηλέφωνο μαζί και τις φωτογραφίες που της έδωσε η πεθερά της λέγοντάς της μόνο μία φράση: «Τούτος ο άντρας ξέρει τις κινήσεις σου ή θα τον χάσεις κι αυτόν όπως έχασες τον άλλο;» Και αυτή ήταν η τελευταία φράση που αντάλλαξε πια η Λήδα με την εν λόγω καλλονή. Και δεν ξανάκουσε να γίνεται λόγος για το άτομό της από κανέναν. Γιατί μερικές γυναίκες ξεκατινιάζονται έτσι, ήθελα να ήξερα. Και αφού είναι οι ίδιες πονηρές ή συνωμοσιολόγες, γιατί δεν υπολογίζουν στις άλλες, στις αντίζηλες να τις πούμε, την ίδια πονηράδα; Απορία ψάλτου βηξ.

Και το παραμύθι της πτωχής πλην τίμιας όμορφης νεαρής συνεχίστηκε με τον πρίγκιπά της, ο οποίος δεν ήρθε να την πάρει με το άσπρο άλογό του στην εκκλησία, αλλά με μια κατάλευκη Φεράρι που την έσερναν και ’γω δεν ξέρω πόσα άλογα, το

260


η πόρτα στα δεξιά

χρώμα των οποίων με συγχωρείτε αλλά μου διαφεύγει. Η δε Αρxoντούλα σε πολύ λίγο καιρό αναγκάστηκε να βρει μια Ελληνίδα νταντά παλιάς κοπής που γνώριζε και ξένες γλώσσες, για να την βοηθάει με τα τρίδυμα εγγόνια της που ήταν μεγάλα ζουζούνια. Και καθώς δεν ήταν η γιαγιά και στις μεγάλες αντοχές της, τη βοήθεια μιας έμπειρης νταντάς την είχε απόλυτη ανάγκη. Δύο αγόρια και η Αρχοντούλα η νεώτερη, που αν θεσπιζόταν κρατικό βραβείο σκανταλιάς σίγουρα θα το έπαιρναν αυτά τα τρία πιτσιρίκια μακράν των συνυποψηφίων τους. Μην παραβλέψουμε να πούμε για μια φορά ακόμα ότι δεν υπάρχει στον πλανήτη Γη πεθερά που να έχει αγαπήσει τη γυναίκα του γιου της πιότερο απ’ αυτήν. Να που το σύμπαν όταν έχει κέφια, φτιάχνει και τέτοια ονειρεμένα παραμύθια με τόσο λίγους τυχερούς ήρωες! Και τα εκατομμύρια των υπολοίπων, έχοντας αυτούς τους ελάχιστους για παράδειγμα, πορεύονται ελπίζοντας ότι ίσως κάποιος από αυτούς θα είναι ο τυχερός που θα κερδίσει το ίδιο “τζακ ποτ” μ’ αυτό του παραμυθιού...

Τελείωσε το διήγημά της η Μάρλεν, δεν της προέκυψε τελικά νουβέλα όπως είδε στον ύπνο της, μα αυτό λίγη σημασία είχε. Γιατί να το τραβούσε κι άλλο; Υπάρχουν πράγματα που δεν χρειάζονται μεγάλο άπλωμα και πλατιασμό, είναι ένα και ένα ίσον δύο. Τόσο απλά και ταπεινά. Και ένιωσε πάλι μια νάρκη να την καταλαμβάνει... «Λες ο Μορφέας να ξαναήρθε να με πάει καινούριο ταξίδι;» αναρωτήθηκε. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε. Ας την πήγαινε όπου ήθελε. Εκείνη από τη μεριά της, το μόνο που θα έκανε, αν είχε την χθεσινή νυχτερινή εμπειρία, θα ήταν η καταγραφή των ονείρων και μάλιστα όχι όλων, αλλά το ωραιότερο, αυτό που θα έβαζε στην καινούρια συλλογή 261


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μεγάλων διηγημάτων που ετοίμαζε. «Καλό σου ύπνο, Μάρλεν» ευχήθηκε στον εαυτό της. Μα ξαφνικά έκανε έναν περίεργο συνειρμό, που της έδιωξε όχι μόνον τον ύπνο που ήρθε τώρα, μα και αυτόν που σαν σκέψη και μόνο θα ερχόταν αναγκαστικά κάποια στιγμή ως είθισται βέβαια σε κάθε ον. «Να έχει άραγε σχέση το διήγημα του ονείρου μου, με εμένα την ίδια και τον δικό μου Διευθυντή; Δηλαδή, μου ομολόγησε αυτό που δεν τολμούσα να ομολογήσω η ίδια; Είμαι όντως ερωτευμένη με τον Σωκράτη και δεν το είχα βαθιά συνειδητοποιήσει, νομίζοντας ότι απλά μου αρέσει και τον αγαπώ σαν καλό φίλο και εργοδότη; Κι εκείνος; Να αισθάνεται κάτι για μένα;» Πόσο πιο δύσκολες είναι οι ιστορίες που ζούμε ξυπνητοί! Τα όνειρα μοιάζουν με παραμύθια. Που τι σημαίνει στην προκειμένη περίπτωση; Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς... Εμείς, πώς αλήθεια; Έλα μου ντε.

262


Μεγάλωσα πολύ

Το έχω χιλιοειπεί. Η Ιστορία γράφεται τουλάχιστον με 40 χρόνια χρονική απόσταση από τα γεγονότα που θέλεις να εξιστορήσεις. Άρα θα μπορέσω τώρα να μιλήσω για μένα αφού το όριο αυτό έχει από πολλού χρόνου ξεπεραστεί. Μεγάλωσα (δεν μου αρέσει να λέω γέρασα). Απίστευτο. Το ήξερα βέβαια, αλλά δεν το είχα απόλυτα συνειδητοποιήσει. Συμβαίνει να βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη σαν μια καρικατούρα που δεν αναγνωρίζεις, άγνωστη τελείως. Δεν πολυδίνεις σημασία. Σε όλα συνηθίζει κανείς. Και ξαφνικά ΜΠΑΜ. Ένα αγαπημένο πρόσωπο που κάποιον σημαντικό ρόλο έπαιξε κάποτε στη ζωή σου, έρχεται μέσω τηλεφώνου και συνειδητοποιείς για τα καλά, αυτό που απέφευγες να παραδεχτείς μόνος σου, αυτό που ο καθρέφτης σού έλεγε με πάσα ακρίβεια. Την αλήθεια δηλαδή. Και ενώ ήσουν ένα είδος ειδώλου, μια λατρεμένη μορφή στα “θέλω” αγαπημένων σου προσώπων, ο μύθος σου καταρρέει θορυβωδώς, απομυθοποιείσαι και πας. Είναι πολύ σκληρό να το αντέξει η κοκεταρία σου, η υπερηφάνεια σου και ο υποβόσκων (τον αθεόφοβο, υπάρχει ακόμα) ναρκισσισμός σου. Και τι κάνεις όταν, αντί να ακούσεις τις κολακείες των ανθρώπων που ήταν ερωτευμένοι μαζί σου, που σε είχαν ίσως κακομάθει σε λόγια θαυμασμού, να βλέπεις την έκπληξή τους και την επιμελώς κρυμμένη απογοήτευσή τους στο άκουσμα της ομο263


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λογίας σου ότι μεγάλωσες, θαρρείς και δεν το ήξεραν. Μα πώς τους το έκανες αυτό; Εσύ, δεν είχες το δικαίωμα να μεγαλώσεις, όχι. Έπρεπε να εξακολουθείς να είσαι το είδωλό τους το αγέρωχο, το υπερήφανο, το απλησίαστο, το λατρευτό, το απόρθητο και κυρίως το νεανικό. Μα αυτό απ’ όσο γνωρίζω δεν το έχει καταφέρει κανένα ανθρώπινο ον, παρ’ όλους τους επί της Γης Φουστάνους. Εκτός από τον Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Γουάιλντ και τον Φάουστ του Γκαίτε, που βέβαια δεν ήταν παρά παραμύθια και ίσως ευσεβείς πόθοι των μεγάλων τους δημιουργών. Και εδώ τίθεται ένα πρόβλημα υπό τύπον ερωτήσεως: Και εσύ τι κάνεις; Συναντάς μετά από δεκαετίες τα πρόσωπα του παρελθόντος σου και ο μύθος σου καταρρέει; Ή τους αποφεύγεις πάση θυσία και μένεις κρυμμένη κάτω από συνήθειες και ρουτίνες και σώζεις τον μύθο που λέγαμε; Γιατί, αν η έκπληξή τους υπήρξε τόσο ειλικρινέστατα οδυνηρή και μόνο στο άκουσμα από τηλεφώνου των χρόνων που κουβαλάς, σκέψου τι θα πάθουν οι Χριστιανοί σαν σε δουν. “Καλοκαίρι ολάνθιστο” ήσουν όταν σε γνώριζαν, ενώ τώρα δεν είσαι παρά μια “μάταιη βάρδια σ’ ένα πλοίο από καιρό πολύ παροπλισμένο” που λέει και ο Ουράνης. Λοιπόν; Ποιος να παρηγορήσει ποιον; Όμως όλα αυτά τα θλιβερά δεν συμβαίνουν με τα άτομα του περιβάλλοντός σου, που έχουν συνηθίσει προοδευτικά τις ηλικιακές σου αλλαγές. Σε συνηθίζουν, τους συνηθίζεις. Το θέμα είναι τι γίνεται για τους ερχόμενους από μακριά και σαν τόπο και σαν χρόνο όπως συνέβη και τώρα. Δεν μου αρέσουν οι συμβουλές, αλλά αυτή τη συγκε264


η πόρτα στα δεξιά

κριμένη οφείλω να την δώσω: φίλοι μου, να κάνετε παρέα με συνομηλίκους σας. Ακόμη και τις ίδιες αρρώστιες έχετε. Ο σφάχτης στη μέση και τους νεφρούς, τα αρθριτικά σας που ανθίζουν με την υγρασία και κάνουν τα γόνατά σας να τρίζουν στο ανέβασμα μιας σκάλας, το αναπνευστικό σας που εκδικείται για το τσιγάρο των νιάτων σας, και δεκάδες άλλα κοινά νοσήματα. Εκπλήσσεσθε μεταξύ σας για κάτι; Όχι. Διαφέρετε σε κάτι; Εδώ ναι, ίσως με τις ενασχολήσεις σας να υπάρχει διαφορά. Πάρετε εμένα για παράδειγμα. Δεν γνωρίζω και πολλούς να αρέσκονται στο γράψιμο. Από κειμενάκια παντός θέματος, διηγήματα, νουβέλες και αφηγήματα μέχρι μυθιστορήματα. Και όλα αυτά βέβαια να έχουν κάτι να πουν σε όσους τα διαβάζουν. Βέβαια πάνω από όλα αυτά, η μουσική μου, η ασύγκριτη φίλη μου μακράν. Τα τραγούδια μου, τα ορχηστρικά μου, οι αδυναμίες μου, οι αξίες μου, όλα κομμάτια από τη ψυχή μου βγαλμένα, η ζωή μου όλη. Αποφεύγω μετά μανίας την τηλεόραση. Δεν την αντέχω αυτήν την εξάρτηση του ηλικιωμένου απ’ αυτήν. Με καταθλίβει. Οι ειδήσεις με ισοπεδώνουν. Ευτυχώς έχω την πολυτέλεια του περίσσιου χρόνου και τον χρησιμοποιώ κατά πώς θέλω. Υπάρχουν και περίοδοι κατά τις οποίες δεν κάνω απολύτως τίποτα, μα τίποτα απολύτως. Ίσως λίγο διάδρομο, αλλά και αυτόν γρήγορα τον βαριέμαι με χίλιες δυο δικαιολογίες γιατί είμαι τρομερά τεμπέλα. Μόλις αρχίζω λοιπόν και πλήττω με την απραξία μου, γυρίζω ξανά ανανεωμένη στις ενασχολήσεις που προανέφερα και έρχομαι στα ίσα μου που λένε. Στις περιόδους της τεμπελιάς μου μένω μακριά και 265


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

από το πιάνο, βρίσκοντας φτηνή δικαιολογία ότι αφού λείπει η μούσα μου, λείπει και η έμπνευση, λείπει και η μουσική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο απολογούμαι όταν το πιάνο με ενύπνιο εφιάλτη ζωντανεύει και μου παραπονιέται με μια ανθρώπινη φωνή για την εγκατάλειψή του. Δεν ξέρω, μα αυτό το δικό μου μουσικό όργανο έχει ψυχή, αλήθεια λέω. Έχω άλλο ένα αδερφάκι του. Γιατί δεν λέω και για κείνο το ίδιο; Εδώ να σημειώσω ότι χρόνια και χρόνια ασχολήθηκα με τη μελέτη και εκτέλεση έργων των μεγάλων κλασικών δημιουργών. Κούραση και των γονέων. Όταν κάποια στιγμή έκανα τούτη τη σκέψη για την οποία ίσως χλευαστώ: Γιατί θα έπρεπε σώνει και καλά να παίζω έργα που προήρθαν από την ψυχή άλλων και να μη γράφω δικά μου, ελάχιστα σε ποιοτική σύγκριση με αυτά των κλασικών, αλλά που μιλούσαν για την δική μου ψυχή; Και αυτή ήταν η αρχή της σύνθεσης που με λύτρωσε, όπως δηλαδή συμβαίνει και με την ανάγνωση βιβλίων και την συγγραφή τους. Να πω, τελειώνοντας, τον ύμνο για το πιάνο μου, ότι υπήρξε μια ζωή ο καλύτερος φίλος μου, ο λατρεμένος μου, που μου γέμισε τη ζωή και τον ευχαριστώ εκείνος ξέρει πόσο. Με όλα τούτα που λέω εξηγώ το γιατί δεν είναι δυνατόν με τέτοια ενδιαφέροντα να νιώσω πλήξη ή μοναξιά. Εκείνο που ξέρω πια καλά είναι ότι η Σύνθεση και η Συγγραφή με βοηθούν να μιλώ με τον εαυτό μου, με τον οποίο βρίσκομαι σε αγαστή σχέση μπορώ να πω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ακούει τα εξ αμάξης ο αξιότιμος αυτός εαυτός, όταν αφήνεται να πιστεύει σε μεγάλα λόγια, υπερβολικούς επαίνους και σε φιλίες χωρίς αντίκρισμα, για να σπάει το κεφάλι του μετά πέφτοντας σε υφάλους 266


η πόρτα στα δεξιά

που αν και ορατοί, θαρρείς και τον τραβούν σαν αλεξικέραυνα ένα πράγμα. Του αξίζει να “παθαίνει” λοιπόν, αφού ποτέ δεν “μαθαίνει” ο άτιμος. Συνομήλικοι φίλοι μου και νεώτεροι ακόμα, καταπιαστείτε με κάτι και κάντε το με πάθος, όταν τουλάχιστον πάψετε να έχετε υποχρεώσεις οικογενειακές. Μεγαλώσατε παιδιά και εγγόνια λίγος χρόνος πια και για σας. Τον δικαιούστε...

267


Και τώρα;

Ακούστε. Δεν πιστεύω καθόλου σε τηλεπάθειες, σε μεταβίβαση σκέψης και τα παρόμοια και τούτο διότι πολλές φορές στη ζωή μου προσπάθησα να επικοινωνήσω κάνοντας focus με την σκέψη μου στο άτομο που είχα κατά νου αλλά μα τω Θεώ είδηση δεν πήρε από το κάλεσμά μου. Άπειρες φορές η σκέψη μου συγκεντρωμένη σ’ αυτόν απελπισμένα και φορτισμένη σε τέτοιο βαθμό που είχα την αίσθηση ότι μπορούσε να μετακινήσει αν όχι βουνό, έναν λόφο όμως σίγουρα. Μάταια. Κανένα σήμα μου δεν πλησίασε καν το αντικείμενο του πόθου μου. Που σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι όταν άλλος δεν σε σκέπτεται, δεν πάει εσύ να μην κλείνεις μάτι ολημερίς κι ολονυχτίς για χάρη του; Τον αφήνει παγερά αδιάφορο η αϋπνία σου, με σήμα σου ή και χωρίς. Μέχρι που μια μέρα μου συνέβη το εξής κουφό, που μπορείς να το πεις και τηλεπαθητικό και συμπτωματικό και μεταφυσικό και θεόπεμπτο. Ένα πακέτο δηλαδή, που όμοιό του κανένας courier δεν μου έφερε ποτέ. Ήμουνα ερωτευμένη τόσο που άλλο δεν έπαιρνε. Όχι βέβαια πως θα άφηνα τον άλλο να καταλάβει το μέγεθος της σαϊτιάς που ο Έρωτας είχε εξαπολύσει στην καρδιά μου... Για λόγους όμως ανεξερεύνητους, μα κατανοητούς ίσως μόνον από τους ανά τον πλανήτη ερωτευμένους, ένα από τα ονειρεμένα βράδια μας μετατράπηκε τελείως απροσδόκητα σε εφιάλτη. Είπαμε ψυχρά “καληνύχτα” και χω268


η πόρτα στα δεξιά

ρίσαμε σαν ξένοι. Ναι μεν εγώ να πέσω του θανατά, αλλά ο άλλος να μην έχει ιδέα βέβαια για τον θάνατο που βίωνα. Δεν έχει την υπερβολή της η λέξη. Ήθελα, ναι, να πεθάνω. Όχι, δεν θα γινόμουν μια εξαίσια αυτόχειρας, αλλά παρακαλούσα –ποιον άραγε;– να με πεθάνει για να μην υποφέρω, να μην σκέπτομαι την ματαιότητα των όρκων, τα ωραία μας λόγια, τα φιλιά μας... Βρισκόμουνα σε μια κατάσταση για μονάδα εντατικής, χωρίς μιαν απειροελάχιστη χαραμάδα να επιτρέπει να μπει μια ακτίνα φωτός και να σκίσει τα σκοτάδια μου. Κι εκείνος; Τι να αισθανόταν άραγε εκείνος; Αν ήξερα ότι κάπως έτσι υπέφερε κι αυτός, ίσως τότε να μετρίαζα με κάποιον τρόπο εγώ τις αποστάσεις και να έχτιζα εν μια νυχτί κάποιο γεφύρι που τύφλα να ’χει αυτό της Άρτας, χτισμένο με την απαράμιλλη τέχνη του πρωτομάστορά του. Δεν θα επέμενα πεισματικά να είμαι βυθισμένη στην κόλαση και την πίσσα της. Τότε, σε μια πιθανόν παράκρουση και παλαβομάρας, λέω στον εαυτό μου: “Ορκίζομαι ότι αν έχω και το παραμικρό σημάδι από το σύμπαν, το πρώτο βήμα θα το κάνω εγώ και γαία πυρί μειχθήτω”. Αμέσως, μία ιδέα ήρθε και καρφώθηκε στο μισοσαλεμένο μου μυαλό. Είπα «Αν στα τραγούδια που ακούω τώρα από το ραδιόφωνο συμβεί να παίξουν ένα συγκεκριμένο τραγούδι (θυμάμαι ακριβώς και ποιο, το “Et maintenant”) θα είναι το σήμα που μού στέλνει το σύμπαν κατόπιν αιτήσεώς μου». Ήξερα βέβαια ότι κάτι τέτοιο για να συμβεί οι πιθανότητες ήταν λιγότερες από μία στο εκατομμύριο, καθόσον το τραγούδι παλιό. Στήνω αυτί λοιπόν και αναμένω 269


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

την αναγγελία του επόμενου από αυτό που ήδη άκουγα τραγουδιού. Και ακούω τον Παπαστεφάνου να λέει: Κάποιος φίλος ακροατής, που δεν θέλησε να μας πει το όνομά του, μας ζήτησε ένα παλαιό γαλλικό τραγούδι με τον Gilber Becaud, που ήταν στην κορυφή των top ten πριν λίγα χρόνια, το “et maintenant”. Και επειδή η εκπομπή είναι ζωντανή, θα μας επιτρέψει να το παίξουμε ευθύς μόλις ανακαλύψουμε τον δίσκο. Μα ναι, μα ναι, τυχερός ο φίλος. Το ακούμε αμέσως...’’ Ένιωσα κάτι σαν λιποθυμία. Δεν μπορεί να συμβαίνει μια τέτοια σύμπτωση. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα. Σίγουρα ήταν Εκείνος, δεδομένου ότι γνώριζε την αδυναμία μου γι’ αυτό το τραγούδι... “Et maintenant que vais je faire” να λέει ο Παπαστεφάνου κι εγώ να κλαίω με λυγμούς με τις πρώτες ακόμη λέξεις του Becaud. Και αφού πλάνταξα στο κλάμα με τις σκέψεις μου σκαρφαλωμένες για τα καλά στο μεταφυσικό τους, μόλις το τραγούδι τελείωσε κάνω να τον πάρω τηλέφωνο, χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες της υποχώρησής μου, μήτε την τρωθείσα υπερηφάνεια μου, μήτε τίποτα, τίποτα. Ήμουνα σε άλλον πλανήτη, άλλου σύμπαντος. Μα το τηλέφωνό του κατειλημμένο. Βρε που να τον πάρει. Εδώ εγώ πέθαινα και η αφεντιά του είχε πιάσει το λακριντί, ποιος ξέρει με ποιον ή με ποια –Παναγία μου; Μόλις το έκλεισα νάτο που κτυπά. Μα στο χάλι που ήμουνα δεν κατάλαβα αν επρόκειτο για το τηλέφωνο ή για επίμονο κτύπημα του κουδουνιού μου που είχαν σχεδόν τον ίδιο ήχο. Μην το κουράζουμε άλλο. Είπαμε, είχαμε να κάνουμε με ένα μισοσαλεμένο από τον πόνο του έρωτα μυαλό. Και αντί πρώτα πρώτα να σηκώσω το ακουστικό που ήταν δίπλα μου, κατεβαίνω δύο δύο τα 270


η πόρτα στα δεξιά

σκαλιά από τον δεύτερο όροφο, μην περιμένοντας το ασανσέρ, που για τα μέτρα μου εκείνης της στιγμής κινούνταν με ρυθμούς χελώνας. Ανοίγω. Κανείς. Απογοητευμένη, βαρύθυμη ανεβαίνω σκαλί σκαλί και το ανέβασμα μού φάνηκε σαν να έκανα ορειβασία σε απόκρημνο βουνό. Με τα πολλά φτάνω στο διαμέρισμά μου. Και νάτο, είναι το τηλέφωνο που κουδουνίζει, σχεδόν μου φωνάζει. «Καλό μου κορίτσι, πού είσαι; Εγώ τα έχω βάψει μαύρα που λένε κι εσύ γυρίζεις; Πού, πού, πού;» Αυτό τώρα, μη μου πει κανείς λέξη. Το άκουσα με τα ίδια μου τ’ αυτιά και το είπε εκείνος. «Α, εσύ είσαι, αγάπη μου; Έστω πρώην.» «Ω ναι, αγάπη μου τωρινή και παντοτινή. Εγώ είμαι. Περίμενες κάποιον άλλο και σε απογοήτευσα;» «Όχι βέβαια μα...» «Κλείσε κι έρχομαι, μωρό μου...» (σημ. πολλά χρόνια αργότερα την ατάκα τούτη ο Πορτοκάλογλου την έκανε τραγούδι...). Το μόνο που μου είπε μπαίνοντας σπίτι μου ήταν “mais la tere sans toi c’ est petite”, έναν στίχο από το υπέροχο τούτο τραγούδι και μετά δεν θυμάμαι τι έγινε... Έτσι, βοηθούντος του Gilbert Becaud στήθηκε αυτή η θαυμάσια γέφυρα που ένωσε ξανά και για πάντα δύο θεόμουρλους ερωτευμένους. Να ’ταν για καλό; Να ’ταν για κακό; Το ερώτημα τείνει να μείνει αναπάντητο, διότι ανήκει σε σφαίρα άλλου βεληνεκούς, ον εστί μεθερμηνευόμενο, άλλου διηγήματος. Τι ήταν όλο τούτο; Μήπως ένα έξυπνο κόλπο της αγάπης μου να μου δείξει μέσω της εκπομπής που ήξερε ότι παρακολουθούσα, την τρυφερότητά του, τον έρωτα αλλά 271


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και τη μετάνοιά του για τον μικροχωρισμό μας; “Αλλά η γη χωρίς εσένα είναι μικρή” έλεγε ο Μπεκό, έτσι δεν έλεγε; Μα και γω πώς να ήξερα τι είχε στο μυαλό του ο καλός μου; Εγώ η έρμη ένα σήμα ζήτησα από το σύμπαν και φαίνεται ήταν ανοικτοί οι ουρανοί εκείνη τη στιγμή, με άκουσε το σύμπαν και μου απάντησε με το “Et maintenant”. Χαρακτηρίστε το όπως θέλετε. Ακόμη και τηλεπάθεια.

272


Η γιορτή

Και τώρα τι; Τι μένει να κάνω; Δεν τελείωσαν όλα; Όλα; Και το γαμώ το είναι που δεν ξέρω γιατί τα πράγματα πήραν αυτήν την τροπή. Τι έφταιξε, Θεέ μου, τι; Αλλά τι ρωτώ; Μη και πρόκειται ποτέ να μου απαντήσεις; Κι ένα βόλι, ένα και μόνο αλλά καίριο, στο κέντρο της καρδιάς, έφερε το αιώνιο σκοτάδι, όχι μόνον σε σένα που “έφυγες” αλλά και σε μένα που έμεινα (γιατί τάχα έμεινα;) να αναρωτιέμαι ξανά και ξανά, το γιατί. Ήταν μέρα γιορτής. Η παρέα, δέκα άτομα όλα και όλα, φίλοι και γνωστοί μεταξύ μας. Κάθε τέτοια ημέρα συναντιόμασταν σπίτι μου, θαρρείς και δίναμε ραντεβού. Όλες οι φορές και η κάθε μια απ’ αυτές πανομοιότυπες, σαν σε καρμπόν. Η μόνη κάποια διαφορά ήταν πάνω μας, επάνω σε όλους μας, η γνωστή άχαρη πατίνα του χρόνου, που έκανε τον καθένα μας να λέει απορώντας ενδόμυχα “Μα γιατί άλλαξε τόσο πολύ ο Νίκος, η Ειρήνη, και οι λοιποί; Γιατί αφέθηκε έτσι ο Νάσος, πώς και του έφυγαν και τα λίγα μαλλιά που του ’χαν απομείνει και πώς η Μίνα επέτρεψε στον εαυτό της να πάρει τόσα κιλά;” Αναρωτιόμασταν, μην υπολογίζοντας ότι οι φίλοι και για μας τις ίδιες απορίες θα είχαν οπωσδήποτε. Ο χρόνος είναι αδυσώπητος για όλους. Όλα τα ίδια λοιπόν και απόψε. Μόνο που έτσι ξεκίνησε η γιορτή, για να καταλήξει τελείως αλλιώτικα και δυστυχώς τόσο δραματικά. Όπως προείπα, ήμασταν δέκα όλοι κι όλοι. Ο Διονύ273


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σης κι εγώ, οι οκτώ φίλοι μας. Ποιος από τους εννέα μας πήρε τη ζωή του Διονύση; Το μπαμ που ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι που επικράτησε για ένα τουλάχιστον λεπτό, με το ρελέ κατεβασμένο στον ηλεκτρικό πίνακα, από ποιον μας είχε την αφετηρία του και γιατί; Αυτό το “γιατί” που τώρα κειτόταν πεσμένο ανάσκελα στο κέντρο το σαλονιού, μπροστά μας. Απόρησαν όλοι πώς και δεν είχαν καταλάβει ότι τόσο θανάσιμο μίσος ελλόχευε ανάμεσά μας και κατάφερε να μην γίνει αντιληπτό από κανέναν μας. Άβυσσος η ψυχή τ’ ανθρώπου... Η αστυνομία ειδοποιήθηκε όχι μόνον από την παρέα, αλλά και από τους γείτονες που όσο να ’ναι είναι σε θέση να ξεχωρίζουν μια τουφεκιά από όλους τους άλλους θορύβους, όπως για παράδειγμα το σκάσιμο ενός λάστιχου αυτοκινήτου που είναι ο κοντινότερος συγκρίσιμος ήχος μ’ αυτόν ενός πιστολιού. Κατέφθασαν αστραπιαία. Διέταξαν να μην πειράξουμε τίποτα και εξυπακούεται να μη φύγει κανείς. Εννέα άτομα σε καραντίνα, συν καμιά δεκαριά άντρες της σήμανσης και άλλων ειδικοτήτων, ο εισαγγελέας και άλλοι. Πλήθος... Ευτυχώς το σπίτι άνετο και αυτό ήταν καλό για την πεσμένη ψυχολογία όλων μας. Εφιαλτικό πάντως έτσι κι αλλιώς. Εννέα φιλικά άτομα και ανάμεσά τους ένας δολοφόνος. Και ένοχοι ή αθώοι να αναρωτιούνται ποιος μισούσε τόσο θανάσιμα τον μακαρίτη τον Διονύση. Ο ανακριτής, ένας σχετικά νέος στην ηλικία άντρας με μοντέρνο ντύσιμο και επίσης μοντέρνο κούρεμα μαλλιών, χώρισε τη παρέα των εννέα σε τριάδες κατ’ αρχήν και άρχισε να παίρνει τις πρώτες καταθέσεις ίσως για να σχηματίσει μια αδρή εικόνα έστω. Μετά κατέταξε όλους σε 274


η πόρτα στα δεξιά

μονάδες και τελικά έβαλε και τους εννέα μας μαζί, δίνοντας τον λόγο σε όποιον εκείνος θεωρούσε αναγκαίο. Σε μία ώρα είχε τελειώσει το έργο του, κάνοντας όπως μας βεβαίωσε, μία ικανοποιητική αρχή. «Κυρίες μου και κύριοι, δεν σας ανακοινώνω κάτι καινούριο, ούτε κάτι το ενθαρρυντικό. Μα πρέπει να σας πω ότι κάποιος από σας τους εννέα αφαίρεσε τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Δεν ξέρω ακόμη ποιος είναι αυτός ο αξιότιμος κύριος ή η κυρία, αλλά πιστέψτε με ότι δεν θα είναι δύσκολο για μένα να τον/την βρω. Ήδη, μια αμυδρά υποψία την έχω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα σας την αποκαλύψω, μη όντας σίγουρος 100%». «Κυρία Απέργη» είπε απευθυνόμενος στην οικοδέσποινα, (εμένα δηλαδή) «μιας και δεν υπάρχει οικιακή βοηθός, θα σας θερμοπαρακαλούσα αν είναι δυνατόν, να φτιάξετε καφέδες για όλους μας. Η νύχτα απόψε φοβάμαι θα είναι μεγάλη. Το κονιάκ το παίρνουμε και μόνοι μας, το έχουμε όλοι ανάγκη αν και εν ώρα υπηρεσίας δεν επιτρέπεται. Μην ενοχλείστε, το μπουκάλι το βλέπω στο μπαρ, πέστε μου μονάχα, πού υπάρχουν ποτηράκια...» Πήγα να φτιάξω τους καφέδες. Τρεις φορές σέρβιρα καφέ αλλά και τις τρεις φορές δεν τα κατάφερα να βρω τον στόχο μου, τα φλιτζάνια δηλαδή, από το τρέμουλο των χεριών μου. Βρώμισα τον τόπο και τελικά φώναξα την κολλητή μου φίλη, την Ειρήνη, να επιμεληθεί του θέματος. Για μένα ήταν αδύνατον. Τι φοβερά συναισθήματα με διακατείχαν! Ο άντρας μου νεκρός στο πάτωμα, σκεπασμένος ολόκληρος με ένα άσπρο σεντόνι. Μόλις τον μετέφεραν στο διπλανό δωμάτιο έως ότου τον πάρουν οι τραυματιοφορείς. Στο απαστράπτον παρκέ του σαλονιού δεν έμεινε παρά το περίγραμμα του σώματός του με κι275


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μωλία, όπως είθισται να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η μεταφορά θα γινόταν μόνο όταν ο κύριος Εισαγγελέας το επέτρεπε. «Καημένε Διονύση! Ο μόνος που δεν τρέμει εδώ μέσα είσαι εσύ!» σκέφτηκα με φρίκη... Εμείς οι εννέα κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον με φανερή καχυποψία και μέσα σε τόσο λίγη ώρα καταφέραμε να γίνουμε από φίλοι, μισητοί ξένοι, ένα κατόρθωμα για το οποίο δεν θα έπρεπε να ήμασταν ιδιαίτερα υπερήφανοι. Ποιος λοιπόν από όλους κέρδιζε από το θάνατο του Διονύση; Για να τους πάρουμε έναν-έναν, με την σειρά, αρχής γενομένης από την υποφαινόμενη, τη σύζυγο δηλαδή του νεκρού. Γάμος από τρελό έρωτα. Γνωρίστηκα μαζί του στα τρυφερά χρόνια της νιότης, αγαπηθήκαμε πολύ. Κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι ο Διονύσης είχε παράλληλες σχέσεις και έκανα τη μεγάλη βλακεία, μη θεωρώντας τις σημαντικές, να εθελοτυφλώ. «Άντρας χωρίς τις κουτσουκέλες του δεν υπάρχει» έλεγε η συγχωρεμένη η προ-προ-γιαγιά μου. Μα ήταν και οι εποχές άλλες βρε γιαγιά... Μα ο Διονύσης είχε τη γνώμη της γιαγιάς μου και ίσως και της δικής του γιαγιάς, και άφησε την κατάσταση να επιδεινωθεί έχοντας και τη δική μου ανοχή. Μέχρι που φτάσαμε να έχει μακροχρόνιο δεσμό με μια “φίλη” μου και μάλιστα φημολογείτο ότι είχαν και παιδί. Δεν καταλήξαμε στο χωρισμό. Και κακώς κάναμε. Σε μια εκ βαθέων συζήτηση, μου αποκάλυψε τα του δεσμού και του εφήμερου “ανόητου πάθους” όπως το χαρακτήρισε, που πάει και τελείωσε. Δεν ανέφερε λέξη για απογόνους και τελείωσε λέγοντας ότι εγώ ήμουνα και θα 276


η πόρτα στα δεξιά

είμαι η βασίλισσα της καρδιάς του για πάντα και άλλα τέτοια βαρύγδουπα και χαζά. Ερωτευμένη ήμουνα, μα χαζή όχι. Δεν αλλάζει τόσο εύκολα ούτε συνήθειες ο άνθρωπος ούτε χαρακτήρα. Μήπως και δεν το ήξερα αυτό; Μα οι άντρες σ’ αυτά τα λόγια είναι εύκολοι για να γίνονται πιστευτοί και να χρυσώνουν το χάπι της προδοσίας και κάπως να λειάνουν τις αιχμηρές γωνιές του κέρατου που φυτεύουν αναιδώς στο κούτελο της λεγόμενης νόμιμης συμβίας τους. Γνωστά αυτά. Φίλοι και γνωστοί μας, απορούσαν με τη δική μου ανοχή. «Μα δεν νιώθει ταπεινωμένη, προδομένη και χαζή;», αναρωτιόντουσαν με οίκτο, μη γνωρίζοντας βέβαια τι λούκι ήταν αυτό που περνούσα μόνη μου! Μα τι να έκανα; Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνον... Και βέβαια, αυτό ήταν το λάθος μου που εκείνος το γνώριζε καλά και βάδιζε πια εκ του ασφαλούς. Το κύριο ερώτημα είναι: Μόνον εγώ δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνον, ή και κάποια άλλη εξίσου ερωτευμένη σαν εμένα με τον Καζανόβα μας; * Στην παρέα των εννέα και η πέτρα του σκανδάλου και δικός μου εφιάλτης. Εκείνη. Η άλλη. Το πάθος. Η ερωμένη. Το αίσθημα! Όσο βρισκόμαστε μαζί, στην ίδια συντροφιά, δεν άφηνε να φανεί ίχνος, όχι δεσμού, αλλά μιας επιπλέον του επιτρεπτού οικειότητας. Το ύφος της από αδιάφορο μέχρι ψυχρό. Τέλεια ηθοποιός; Ή ήταν φήμες η όλη ιστορία; Πριν βέβαια ο Διονύσης μου αποκαλύψει τα πάντα, πράγμα που δεν ξέρω αν εκείνη γνώριζε. Οπότε άδικα η παράσταση, προς εμένα τουλάχιστον. Ο σύζυγος της κυρίας, άραγε γνώστης του “τετραγώνου”, ποιων και αυτός την νήσσα σαν και μένα ή είχε μέσα στον άκρατο 277


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ανδρικό ναρκισσισμό του τελεία άγνοια επαληθεύοντας τη ρήση ότι ο σύζυγος το μαθαίνει το κέρατο όταν αυτό πια δεν μπορεί να μείνει κρυφό άλλο, τουτέστιν τελευταίος... Τα άλλα τρία ζευγάρια που το μοιραίο βράδυ του φόνου βρίσκονταν στο σπίτι μου ήταν όπως προείπα, η κολλητή μου φίλη η Ειρήνη με τον άντρα της... Επιτρέψτε μου να σημειώσω εδώ, ότι η Ειρήνη, μου είναι αφοσιωμένη, όπως ήταν και στον Διονύση πριν γίνει γνωστή η ιστορία με την ερωμένη του. Γιατί, από κει και ύστερα, ήταν όχι απλά θυμωμένη μαζί του, αλλά μετά βίας την συγκρατούσα να μην του ορμήσει. Έγινε η υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του. Όλη της η αγάπη, η αφοσίωση, η εκτίμηση, η φιλία, μεταλλάχθηκαν σε μίσος, θαρρείς και ο Διονύσης εκπροσωπούσε όλο τον φαλλοκρατικό δεσποτισμό, τον δεδικασμένα επιτρεπτό, του “ου μοιχεύσεις” αλλά μόνο από την πλευρά της γυναίκας! Τον σιχάθηκε και δεν δίσταζε να μου το λέει σε κάθε ευκαιρία, πολλές φορές παροτρύνοντάς με να τον στείλω στο διάολο, και αν ήταν εφικτό και πιο πέρα, καλή ώρα όπως έγινε απόψε. Η καλή μου η Ειρήνη, έκανε τα πάντα να μου γλυκάνει τον πόνο. Όποιος δε από την συντροφιά πετούσε κάποιο υπονοούμενο τον αποστόμωνε άγρια, μόνο και μόνο για να μην ενοχληθώ εγώ. Φίλη πιστή, αληθινή, η καλύτερη. Μα για να είναι αυτή που ο καθένας θα νόμιζε ίσως για δολοφόνο του αξιότιμου συζύγου μου, πολύ απείχε. Όχι. Αυτή δεν ήταν ικανή για κάτι τέτοιο. Το έτερο εκ των δύο ζευγών ήταν ο αχώριστος φίλος του Διονύση μετά της φιλενάδας του, φανερής ερωμένης του. Σε διάσταση με τη νόμιμη σύζυγό του και μητέρα 278


η πόρτα στα δεξιά

των τεσσάρων παιδιών τους ο αθεόφοβος. Ο εν λόγω κύριος από την στιγμή του φόνου, δεν είχε βγάλει μιλιά. Στον ανακριτή αναγκαστικά άνοιξε το στόμα του και εκείνα που ξέβρασε εναντίον μου, με άφησαν κατάπληκτη, γιατί αφελώς νόμισα ότι με συμπαθούσε! Στράφηκε εναντίον μου και αυτό το διοχέτευσε ευθαρσώς στον ανακριτή. Γι’ αυτόν, πέραν κάθε αμφιβολίας, ήμουν εγώ η ένοχη. Και τελευταίο ζευγάρι, ήταν δύο γνωστά μας παιδιά, του Διονύση και δικά μου που μας τιμούσαν με την επίσκεψή τους την ημέρα της γιορτής, και αυτή ήταν όλη και όλη η επαφή τους μαζί μας και με τους υπόλοιπους της συντροφιάς, ή έτσι νομίζαμε. Ήταν κατάχλωμοι, καταρρακωμένοι και συνεχώς δακρυσμένοι και ίσως οι μόνοι που έδειχναν τη συγκίνηση τους για την απώλεια του ανθρώπου και όχι για το ποιος του αφαίρεσε τη ζωή. «Ποιος λοιπόν από σας τους εννέα, αγαπητές μου κυρίες και κύριοι;» ρώτησε ο νεαρός ανακριτής ακουμπώντας με κάποιον όχι και τόσο ευγενικό τρόπο το πιατάκι του καφέ με το φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι, αφού είχε στραγγίσει και την τελευταία γουλιά, που προσδοκούσε να τον κρατήσει ξύπνιο αυτή την παράξενη νύχτα που ούτε η πρώτη και ασφαλώς ούτε και η τελευταία παρόμοια θα ήταν στην καριέρα του. «Δεν περιμένω βέβαια να είμαι τόσο τυχερός, ώστε ο δολοφόνος να έρθει και να μου το ομολογήσει. Τυχερός δεν είμαι, ειδικός όμως σε εξιχνιάσεις τέτοιου τύπου, σίγουρα ναι. Σας το υπογράφω ότι αύριο μέχρι αυτή την ώρα το αργότερο, το θέμα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί λήξαν. Γι’ αυτό, συμβουλή μου προς τον ένοχο, είναι να ομολογήσει το έγκλημα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, για να τύχει από τον δικαστή ευνοϊκότερης αντιμετώπι279


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σης. Αν δε, ο λόγος της δολοφονίας είχε και κάποια σοβαρή δικαιολογία εκ μέρους του θύτη –ξέρει αυτός για τι πράγμα ομιλώ– συνεπικουρούμενη και από τον πρότερο έντιμο βίο, η μεταχείριση θα είναι σαφώς ευνοϊκότερη. Ο φόνος βέβαια, για όποιον λόγο, και αιτία δεν είναι μια θεάρεστη πράξη, μα και ο δικαστής άνθρωπος είναι, δεν είναι ρομπότ και τις ευαισθησίες του τις έχει. Σε κάθε περίπτωση ο ένοχος ας σκεφτεί αυτά που είπα και δεν θα βγει ζημιωμένος. Τελειώνοντας, αγαπητοί μου, να σας πω ότι δεν θα φύγει κανείς από τους εννέα σας από τούτο το σπίτι για απόψε τουλάχιστον. Κατανοητό; Δύο αστυφύλακες θα μείνουν μαζί σας και το πρωί τα ξαναλέμε. Ελπίζω ο δολο... ο θύτης να πω καλύτερα, να με καλέσει μέσα στη νύχτα. Θα βρίσκομαι στο Αστυνομικό Τμήμα και ιδού το απόρρητο τηλέφωνό μου στη διάθεσή του μόνο για απόψε. Θα περιμένω...» Και ο νεαρός ανακριτής ρουφώντας με πάταγο θα λέγαμε, την απολαυστική τελευταία γουλιά του κονιάκ των 7 αστέρων, αποχώρησε μεγαλοπρεπώς. Μεταξύ μας επικράτησε έκδηλη αμηχανία. Πώς θα περνούσε η φοβερή τούτη νύχτα; Για να θελήσει κάποιος να κοιμηθεί φάνταζε απίθανο βέβαια. Από την άλλη, για να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε, με την καχυποψία που βασίλευε πάνω από τα κεφάλια μας σαν μαύρο απειλητικό σύννεφο, κομματάκι απίθανο. Και ποιος να πει τη γνώμη του χωρίς να φοβηθεί μήπως και γίνει στόχος και δευτερώσει το κακό; Επομένως και οι εννέα ήμασταν εν δυνάμει φονιάδες και η ρετσινιά θα έφευγε από όλους όταν και εάν βρισκόταν ο ένοχος. Μάλιστα. Και μακάρι αυτό να γινόταν όπως είχε προβλέψει ο ανακριτής, γιατί αλλιώς άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι μαύρο φίδι που τους 280


η πόρτα στα δεξιά

έφαγε όλους. Και οι περισσότεροι όλο και κάποιον λόγο είχαν για να βγάλουν τον Διονύση από τη μέση. Και συ, κουτέ ανθρωπάκο, που νόμιζες ότι ήσουν κοσμαγάπητος! Έτσι δεν έλεγες σε όλους τους τόνους; Δες πόσο κοσμαγάπητος ήσουν! Ούτε ένα δάκρυ μωρέ, ακόμη και από τον κολλητό σου. Για φαντάσου! Κάποια στιγμή κάποιος έριξε την ιδέα να παίξουμε χαρτιά. Δεν του απάντησε κανείς. Κάποιος άλλος πρότεινε μια γερή παρτίδα σκάκι, έτσι όπως το έβλεπε απλωμένο, θαρρείς και τους καλούσε, πάνω στο κομψό τραπεζάκι στο πλάι του τζακιού. Ούτε που κουνήθηκε κανείς. Μόνο τα πνευματικά παιχνίδια μας έλειπαν στα χάλια που ήταν το μυαλό μας. Κάποια από τις κυρίες πρότεινε να παραγγείλουν πίτσες, δεν θα πέθαναν και αυτοί, από την πείνα έστω... Μα, βρε κυρά μου, πώς να έχεις όρεξη για φαγητό με έναν νεκρό στο διπλανό δωμάτιο που άγνωστο γιατί, ακόμη δεν τον είχαν πάρει. Μια άλλη κυρία και μόνο στο άκουσμα φαγητού πετάχτηκε από τη θέση της με κατεύθυνση το μπάνιο, φως φανάρι τι πήγαινε να κάνει εκεί. Να αδειάσει το στομάχι της φυσικά, όχι να του φορτώσει και άλλο! Και τέλος, κάποιος είπε να δουν μια ταινία που διάβασε ότι ήταν ενδιαφέρουσα, αλλιώς πώς θα περνούσε η νύχτα αυτή; Τι άτιμος που είναι και ο χρόνος, να μη λέει να κουνηθεί από τη θέση του. Πχ: «Ισιδώρα, χαλασμένο είναι το εκκρεμές;» ρώτησε η Ειρήνη. «Τόση ώρα ακίνητες οι βελόνες». «Και τότε, Ειρήνη μου, πώς και ο κρεμαστός δίσκος κινείται μια δεξιάάά μια αριστεράάά; Δεν είναι σημάδι λειτουργίας αυτό; Μια χαρά είναι το ρολόι. Δεν χάνει λεπτό. Γιατί δεν το συγκρίνεις με το ρόλεξ σου; Το ρολόι αυτό μετράει πάνω από 85 χρόνια ζωής και δεν έχει πάει 281


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στο ρολογά ούτε μία φορά, όπως μου έλεγε ο πατέρας που το είχε στο γραφείο του. Τέτοιοι αξιόπιστοι μηχανισμοί δεν υπάρχουν σήμερα. Το μόνο που απαιτεί, είναι ένα κούρντισμα από καιρού σε καιρό, μια φορά την εβδομάδα ίσως. Ο κτύπος του μας είναι τόσο οικείος που μας νανουρίζει τον Διονύση και μένα, μας νανούριζε ήθελα να πω» είπα, και επιτέλους, επιτέλους, με έπιασαν τα κλάματα. Η φίλη μου η Ειρήνη, έσπευσε να με χαϊδέψει κτυπώντας με ελαφρά στην πλάτη. «Τι θ’ απογίνω, Ειρήνη μου; Το νόημα της ζωής, είναι νομίζω, να έχει η ζωή νόημα, και η δική μου στέρεψε από τα πάντα» της ψιθύρισα. Η Ειρήνη με ξανά χάιδεψε χωρίς να πει λέξη και φωναχτά ρώτησε «Να φτιάξω τσάι για όλους; Από μπισκότα, δόξα σοι ο Θεός, να ανοίξουμε περίπτερο, από αυτά που όλοι μας φέραμε. Τι λέτε; Μα για σκεφτείτε βρε παιδιά, από δώρο γιορτινό να γίνουν μπισκότα της παρηγοριάς! Τι να πεις! Τα ίδια και με τα κονιάκ. Μα τι μακάβρια σύμπτωση κι αυτή!» Και πάνω σ’ αυτή την κουβέντα ήρθαν και πήραν τον Διονύση. Αλλιώς την περίμενε εκείνος την συνέχεια της γιορτής, κάπου έξω, με τρυφερή συντροφιά, όταν οι φίλοι έφευγαν από το σπιτικό του... Για δες τώρα πού τον πήγαιναν τον καημένο! Εκεί που πηγαίνουν κάποιον που πεθαίνει είτε από περίεργο θάνατο, είτε από παρόμοιο μ’ αυτόν τον δικό του. Νεκροτομεία, ιατροδικαστές, ψυγεία... Και η σφαίρα, ένα τόσο δα πραγματάκι που του τέλειωσε τη ζωή που τόσο αγαπούσε, με στραβό έστω τρόπο. Η πρωταγωνίστρια της βραδιάς. Η σφαίρα. Έρευνα βαλλιστική, αναζήτηση του όπλου που την φι282


η πόρτα στα δεξιά

λοξενούσε και τα γνωστά... Ασυγκρίτως χειρότερα και από το χειρότερο εφιάλτη του, ούτε καν τότε που τραυματίστηκε στο στρατό από την οβίδα που έσκασε δίπλα του. Τότε, τον Άγγελο του Σκότους τον άκουγε να πλησιάζει μα τελικά δεν τον γνώρισε. Ενώ τώρα ε; Φιλαράκια πια... μπρ, μπρ, μπρ! Και στο σπίτι μη νομίζεις. Κι εκεί σε λίγο θα τα κάνουν όλα φύλλο και φτερό για να βρουν το όπλο. Γιατί αυτό, δεν έφυγε από κει μέσα, αφού κανείς από τους εννιά ούτε μέχρι το περίπτερο για τσιγάρα δεν επιτράπηκε να πάει. Και έτσι και το βρουν, από κει και ύστερα, το νερό σε κάποιο αυλάκι θα μπει και θα κυλήσει γλυκά, προς όφελος των άλλων οκτώ συνανθρώπων που αλληλοκοιτάζονται με στραβό μάτι την παρούσα στιγμή και ώρα. Και μάντης είσαι; Πριν καλά καλά δουν το τέλος της πράγματι ενδιαφέρουσας ταινίας, και που να πάρει η ευχή, στο πιο σοβαρό σημείο της, καταφθάνει η σήμανση και οι ειδικοί άντρες της έρευνας, καθώς και δυο αστυνομικίνες για την σωματική έρευνα των γυναικών. Έψαξαν να μη πω τώρα μέχρι πού; Ας μην εκχυδαΐσουμε τώρα την αφήγηση. Μα όπλο πουθενά. Από τη στιγμή της πιστολιάς και τη διέλευση δευτερολέπτων ωσότου επανέλθει το ηλεκτρικό ρεύμα, ο δολοφόνος δεν είχε περιθώρια για επιστημονική εξαφάνιση του όπλου όσο και αν είχε σίγουρα προμελετήσει τις κινήσεις του. Και ως γνωστόν, αν όπλο δεν βρεθεί τα πράγματα σκουραίνουν για το ανακριτικό έργο. Μα οι αστυνομικοί δεν ήταν άπειροι, και αν δεν είχαν δει τα μάτια τους... Το όπλο δεν θα τους ξέφευγε, μακάρι και να ξήλωναν ακόμη και το δρύινο δάπεδο που άστραφτε από το παρκέ, όπως και όλο τα σπίτι το ολο283


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στόλιστο, για της γιορτής τη χάρη! «Και δεν μας λέτε, κυρία Απέργη, το ηλεκτρικό διεκόπη τη στιγμή της πιστολιάς ή είχε ξανασυμβεί κάποια παρόμοια διακοπή ρεύματος τελευταία; Πώς είπατε; Και αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου σας είχατε μια μικροδιακοπή; Σαν πότε δηλαδή; Αφού είχαμε κι εμείς έρθει ή πριν; Μάλιστα. Μόλις ήρθαμε. Ναι καλά λέτε, τώρα θυμάμαι που κτυπούσαμε το κουδούνι και δεν ακούγατε και αναγκαστήκαμε να κτυπάμε την πόρτα φωνάζοντας συγχρόνως. Ναι βέβαια, και ήρθατε να μας ανοίξετε κρατώντας αναπτήρες. Ευτυχώς το ηλεκτρικό επανήλθε γρήγορα. Μισό λεπτό να τηλεφωνήσουμε στην ΔΕΗ να επαληθεύσει τη βλάβη.» Μα από τις βλάβες τους βεβαίωσαν ότι βλάβη δεν είχε συμβεί σε κανένα τους δίκτυο. Και αυτό τι σημαίνει; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ότι πολύ απλά κάποιος, ή κάποια, ή κάποιοι, κατέβασαν τον γενικό για να εξαφανίσουν το όπλο ημών παρόντων ίσως, ακόμη. Απίστευτο. Μαφία ο φίλος ή η φίλη. Μελετημένα όλα, ή διαβολικές συγκυρίες; Θα δείξει. Θα δείξει. Το σπίτι έγινε φύλλο και φτερό. Πού είσαι, Διονύση, που ήσουνα υστερικός της τάξης (στα πράγματα, όχι στη ζωή σου) να δεις το μπάχαλο που κάποτε τον αποκαλούσες Ναό της τάξης αυτής. Και μέσα στο κρυφό συρτάρι του γραφείου βρέθηκε ένα όπλο. Να ήταν αυτό του φόνου άραγε; Το έστειλαν για ταυτοποίηση express και με τη σφαίρα που έβγαλαν από την καρδιά αγκινάρα του πάλαι ποτέ μεγάλου εραστή η έρευνα απέδειξε ότι το όπλο αυτό ουδεμία σχέση είχε με το έγκλημα πέραν του ότι επρόκειτο για αδελφό όπλο ίδιο δηλαδή με το ζητούμενο. 284


η πόρτα στα δεξιά

«Γνωρίζατε την ύπαρξη αυτού του όπλου, κυρία Απέργη;» «Και βέβαια ναι. Ο Διονύσης είχε άδεια οπλοφορίας, δεν γνωρίζω μάρκες και λεπτομέρειες αλλά ναι, πρέπει να είναι το όπλο του». Ο αστυνομικός, όση ώρα κρατούσε το όπλο που έφεραν πίσω, σκεπτόταν “Κοίταξε τώρα σύμπτωση. Το πιστόλι τούτο είναι καρμπόν με το δικό μου. Πανομοιότυπο. Α, για μια στιγμή, για μια στιγμή. Το όπλο αυτό είναι το δικό μου. Α, όχι τέτοια πλάκα παιδιά. Να και το σημάδι, σήμα κατατεθέν το μονόγραμμά μου πάνω του για να το ξεχωρίζω απ’ αυτά των συναδέλφων μου. Τι γίνεται εδώ; Ποιος μου κάνει αυτή τη χοντρή πλάκα; Και το όπλο που άφησα στο γραφείο μου όταν την πρώτη φορά γύρισα από τούτο το σπίτι, τίνος είναι; Του Φούφουτου; Είχα δύο όπλα και δεν το ήξερα; Το άφησα στο τμήμα έτσι βιαστικά που έφυγα ο βλάκας.” «Χρήστο, τρέξε, αγόρι μου, και φέρε μου το όπλο μου. Είναι πάνω στο γραφείο του επιθεωρητή. Πρόσεξε, πιάσε το με ένα καθαρό μαντήλι, τρέξε αστραπή», είπε στον ένα από τους δύο αστυφύλακες φύλακες που άφησε ο ανακριτής για τη νύχτα. “Αν είναι ποτέ δυνατόν να βρεθεί το όπλο μου στο συρτάρι του Διονύση. Αν αποδειχτεί, ότι το όπλο που περιμένουμε, είναι το ζητούμενο, όπως υποπτεύομαι, ε, θα τα έχω δει όλα πια, σε τούτη τη ζωή. Έξυπνο το κόλπο του δράστη για να φύγει το όπλο από το σπίτι με την τύχη να συνεργάζεται σκανδαλωδώς μαζί του και να του δίνει τέτοιες συγκυρίες που μόνο ο διάβολος μετέρχεται. Και βάλανε και μένα στο κόλπο, αλλά, αλλά, αλλά. Και πάλι αλλά, το ευλογημένο σημάδι 285


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μου τους την έφερε, αγαπητοί μου κυρίες και κύριοι. Το πρωί θα δούμε αν η σφαίρα βγήκε από το πιστόλι που θα φέρει ο Χρήστος . Ταχυδακτυλουργία όμως ε; Και τώρα θυμάμαι, την πρώτη φορά που μπήκαμε στο σπίτι τούτο, άφησα για λίγο το όπλο μου πάνω στο μπουφέ στην προσπάθειά μου να σκύψω από κάτω μη και το είχε κολλήσει ο δράστης εκεί. Θα πρέπει η ανταλλαγή να έγινε αστραπιαία και...”

Το πρωί τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Όντως το όπλο του φόνου ήταν αυτό που έφερε ο αστυφύλακας. Ίδια τα δύο όπλα, το ένα όμως μόνο, είχε το ευλογημένο όπως το χαρακτήρισε ο κάτοχός του, σημάδι. Και ποιος ήταν εκείνος που σε χρόνο ρεκόρ μπορούσε να βάλει το κλεμμένο όπλο του αστυνομικού στο κρυφό συρτάρι του συγχωρεμένου του Διονύση; Μόνο κάποιος που ήξερε καλά και το μηχανισμό της κρύπτης. Δηλαδή; Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Ο σκύλος; Από τη γυναίκα σου το βρήκες, Διονύση, και κανένας εκτός ίσως από τον κολλητό σου δεν την κατηγόρησε, γιατί της είχες καταρημάξει τη ζωή της άμοιρης. Ένοχος, η απατημένη σύζυγος, η Πηνελόπη, που περίμενε καρτερικά τον Οδυσσέα της να γυρίσει από τα ατέλειωτα “ταξίδια” του σε “ξένες χώρες”, υποφέροντας μόνη της, ταπεινωμένη. Εξοργισμένη, πια δεν άντεξε άλλο. Σαν είδε και την ερωμένη να ανταλλάσσει ματιές όλο νόημα με τον Λατίνο εραστή μπροστά στα μάτια της, αλλά και την καινούρια ερωμένη, αυτή του νεαρού ζευγαριού που βλέπανε σπανίως και που καιρό τώρα την έφερνε βόλτα και ήξερε η δόλια ότι είχε αρχίσει καινούριο κέρατο, την πήρε την

286


η πόρτα στα δεξιά

απόφαση να θέσει τέρμα σε όλα αυτά. Η τύχη την οδήγησε στην πράξη της και όχι, δεν την είχε προμελετήσει. Διαβολικές οι συγκυρίες θες; Διαβολικές οι ευκαιρίες θες; Διαβολικές οι συμπτώσεις θες; Έστησαν χορό ξέφρενου καρναβαλιού γύρω της, θηλυκά και αυτές, παίρνοντας εκδίκηση για ό,τι είναι θηλυκό πάνω στη Γη, είτε άνθρωπος είναι αυτός, είτε συναίσθημα είτε ιδέα. Και της όπλισαν το χέρι. Του έδωσε έναν ευτυχισμένο θάνατο που δεν τον άξιζε κιόλας, με παρόντα στο κάδρο όλα τα πρόσωπα του δράματος (γι’ αυτήν) και της απόλαυσης (γι’ αυτόν). Η σύζυγος –για τα μάτια του κόσμου– η ερωμένη που αποχωρούσε, η ερωμένη που ερχόταν και οι απατημένοι σύζυγοι που γι’ αυτούς σιγά και ποιος νοιαζόταν τάχα; Και η πλάκα είναι ότι η Ισιδώρα αισθάνθηκε και ανακουφισμένη που ανακαλύφτηκε ο δράστης, αυτή δηλαδή, γιατί είχαν ήδη αρχίσει να την κυνηγούν οι ερινύες. Μετάνιωσε που αφαίρεσε έτσι τη ζωή του Διονύση. Μπορούσε να είχε βρει άλλο τρόπο να τιμωρήσει αυτόν που τη θεωρούσε βασίλισσα της καρδιάς του αλλά που αντί στέμματος της είχε στολίσει την κεφαλή με κέρατο ταράνδου, σήμα κατατεθέν των απανταχού της γης κερατωμένων ή απατημένων, επί το ευγενικότερο. Αλλά πια, ήταν αργά για δάκρυα Στέλλα! Και αν θέλεις να ξέρεις, Ισιδώρα, η δική σου η αμαρτία είναι ακόμη πιο μεγάλη απ’ αυτές του μακαρίτη του άντρα σου. Και γι’ αυτό θα τιμωρείσαι για χρόνια και χρόνια είτε εντός φυλακής είτε εκτός, λαμβάνοντας υπ’ όψη και το ευαίσθητο του χαρακτήρα σου...

287


Καλοκαίρι τέλος

Μπήκαμε στο πλοίο παρέα μεγάλη. Πίσω μας το νησί ξεμάκραινε γρήγορα και μαζί με αυτό το καλοκαίρι μας. Που να πάρει. Γιατί να φεύγουν τόσο γρήγορα τα όμορφα πράγματα! Αισθανόμασταν μια αδιόρατη θλίψη λοιπόν, παρόλο το τραγούδι μας το ξέγνοιαστο και φάλτσο, μην υπολογίζοντας στο τελευταίο κατάστρωμα επάνω, τον ακόμα καυτό ήλιο που τόνιζε έτσι με την κάψα του, ότι μόνο ημερολογιακά μας άφηνε το καλοκαίρι! Ακουμπούσε πάνω μας φιλικά πια. Δεν είχε άλλο τίποτα να μας κάψει, αφού για 20 μέρες, μας είχε μετατρέψει σε ΑφροΈλληνες, (πώς λέμε Αφροαμερικάνος;) Ένιωθα στον λαιμό μου τον γνωστό κόμπο, εκείνον τον χαρακτηριστικό που με πιάνει όταν κάτι που αγαπάω πολύ, τελειώνει. Πχ όπως στο ξεστόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου που για μένα σήμαινε πάντα, το οριστικό τέλος δεκαπέντε πανέμορφων ημερών. Όπως και η γιορτή του Αϊ-Γιάννη, με τόσους και τόσους εορτάζοντες χαρούμενους Γιάννηδες γύρω μου, που με μελαγχολούσε, σαν τους τίτλους τέλους που πέφτουν σε μια ξεχωριστή ταινία που να τελειώσει δεν ήθελες. Και τούτο γιατί, το φάσμα το απειλητικό του ανοίγματος του σχολείου δεν ήταν μια προοπτική αλλά μια πραγματικότητα πια. Άντε ξανά μανά πήγαινε έλα, βρέξει χιονίσει, να κλειστείς πέντε έξι ώρες, στην τάξη με τους καθηγητές να κρατούν εκείνο τον απαίσιο κατάλογο και να περιμένεις να πέσει ο κλήρος σε σένα να σε καλέσουν

288


η πόρτα στα δεξιά

να σηκωθείς να πεις το μάθημα. Αδιάβαστη, δεν θυμάμαι να είχα ποτέ πάει στο σχολειό μου. Μα εκείνον τον κατάλογο τον μισούσα ειλικρινά, και ο εφιάλτης του βασανίζει ακόμη και τώρα τα όνειρά μου. Με έπιασε ο ίδιος κόμπος και τώρα λοιπόν και δεν ξέρω για σας, μα για μένα ήταν ένα πολύ άσχημο συναίσθημα. Το αγόρι μου, ανησυχώντας για τα κατεβασμένα μούτρα μου, που όπως έλεγε ήταν σαν να έβαζα πλερέζες με ρώτησε τι συμβαίνει; Τώρα τι να του πεις; Να του πεις ότι αυτός είναι τυχερός, καθώς φοιτητής του Πανεπιστημίου πια, είναι πιο ελεύθερος; Αν ήθελε πήγαινε μάθημα, αν δεν ήθελε, έπινε το φραπεδάκι του στον καφενέ απέναντι στη Σχολή του, χωρίς κάποιον σπασίκλα συμμαθητή να παίρνει απουσίες και να κινδυνεύει να χάσει τη χρονιά εξ αιτίας τους. Ευτυχισμένα χρόνια λένε αυτά του σχολειού. Πώς αμέ! Αγωνίες, διάβασμα, ξενύχτι πάνω σε αδιάφορα ανούσια τα περισσότερα πράγματα, να προσπαθείς από φιλότιμο να τα αφομοιώσεις, μα αυτά τα άτιμα να φεύγουν από το μυαλό σου την αμέσως επόμενη ημέρα σαν να μη τα διάβασες ποτέ. Αυτές οι μελαγχολικές σκέψεις με κατέκλυζαν και μου ερχόταν να κλάψω και ας γινόμουν ρεζίλι στους φίλους μου. Δεν είχε μείνει στο κατάστρωμα παρά μόνο η δική μας παρέα. Μπορεί ο ήλιος να τσουρούφλιζε, μα φυσούσε και ένας δαιμονισμένος αγέρας που δεν άκουγες τι σου έλεγε ο διπλανός σου. Τα δε κύματα από “προβατάκια” που ήταν στην αρχή είχαν γίνει λοφίσκοι και μετά βουνά. Σε κάθε τέτοιο κύμα που το βλέπαμε να έρχεται, τα παιδιά φώναζαν: «Έεεεε Ώωωωπ». Και δος του γέλια και ξεφωνητά. 289


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Ξάφνου στο πλοίο, παρατηρούμε μια περίεργη κινητοποίηση από μεριάς του πληρώματος. Άνθρωποι, ναύτες να τους πω καλύτερα, έτρεχαν ανήσυχοι και φώναζαν με κάτι λέξεις που τις άκουγα για πρώτη φορά. Καταλαβαίναμε βέβαια ότι κάτι συνέβαινε μα πού να ξέρουμε τι. Ήμουνα ακουμπισμένη στην κουπαστή, κρατώντας την γερά μη με αρπάξει κανένα από τα τεράστια κύματα που με είχαν κάνει μούσκεμα και με φουντάρει να κάνω παρέα με τα δελφίνια που, τρικυμία ξετρικυμία δεν χαμπάριαζαν, όντας βέβαια στο στοιχείο τους και συντρόφευαν το καράβι μας, άλλα από τα δεξιά μας και άλλα από αριστερά, σε έναν αγώνα ταχύτητας. Το πλοίο ήθελαν άραγε να ξεπεράσουν, ή να ήταν ομάδες ανταγωνιστικές σε πρωτάθλημα κολυμβητικών αγώνων της περιοχής! Τα έβλεπες να τρέχουν, να κάνουν χαριτωμενιές, έτσι τουλάχιστον εμείς μεταφράζαμε τις τούμπες και τις βουτιές τους, σαν να ήθελαν να εντυπωσιάσουν καράβι και ανθρώπους. Λένε ότι τα δελφίνια είναι πολύ νοήμονα κήτη και ότι σε αντίθεση με τα άλλα είδη του υγρού βασιλείου έχουν κάποιο είδος φωνής, που μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αφτί. Για να την έχουμε αποκωδικοποιήσει δεν ξέρω, θα σας γελάσω. Έτρεχαν λοιπόν, και έτσι και τα κατάφερναν να ξεπεράσουν το καράβι μόνο τότε έκαναν λίγο κράτει, ξεμάκραιναν και αμέσως μετά φτου και από την αρχή στον αγώνα ταχύτητος, κάνοντας, παίρναμε όρκο γι’ αυτό, χορευτικές φιγούρες υπό τους ήχους μιας ιδιαίτερης μουσικής που τους προσέφερε η φύση αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου ο ρυθμικός κτύπος από την προπέλα του καραβιού που τον έπιαναν με τις υπερευαίσθητες αντένες που διαθέτουν. Μα δεν κουράζονταν; Το πλοίο τεράστιο, δεν ήταν κα290


η πόρτα στα δεξιά

νένα μικρό καϊκάκι να είναι του χεριού τους (του πτερυγίου τους, ή της ουράς τους, έπρεπε μάλλον να πω). Κάποτε κουραστήκαμε να απολαμβάνουμε τα στοιχεία της φύσης και είπαμε να μπούμε μέσα, γιατί συνάμα τα πράγματα είχαν αγριέψει πολύ και απορώ πώς ο καπετάνιος, που δεν μπορεί να μη μας έβλεπε κει πάνω, επέτρεπε την δική μας κουτουράδα να είμαστε τόσο πολύ εκτεθειμένοι σε τέτοιο χαλασμό. Μπορεί να ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν ρουτίνα, μα ο κίνδυνος να μας βουτήξει κανένα κύμα, μεγάλος. Και πράγμα περίεργο. Εγώ, να μη φοβάμαι; Μα καθόλου όμως; Με τόσους φίλους γύρω μου αισθανόμουν ασφαλής. Αυτό το συναίσθημα της προστασίας των φίλων απ’ όταν ήμουνα μικρή και μέχρι τώρα πια σε προχωρημένη ηλικία δεν λέει να μου φύγει. Ο Αριστοτέλης έλεγε “Το καλύτερο αντίδοτο για πενήντα εχθρούς είναι ένας φίλος”. Εάν οι εχθροί ήταν κύματα σαν και τούτα, δεν ξέρω ποια θα ήταν (αν ήταν) η αναλογία του αρχαίου φιλόσοφου και πανεπιστήμονα. Κάτι ήξερε ο Μέγας Αλέξανδρος που τον είχε δάσκαλό του πάντως. Και λίγο πριν μπούμε μέσα, βλέπω σε απόσταση αναπνοής, και κυριολεκτώ, τ’ ορκίζομαι, να, έτσι να έκανα, να τέντωνα το χέρι μου, θα το ακουμπούσα, ένα θεόρατο πράγμα να πλέει δίπλα μας κολλητά σχεδόν. Τι θεριό ήταν αυτό και πότε αναδύθηκε από τη μανιασμένη θάλασσα; Για να καταπιεί ολόκληρο το πλοίο μας κομματάκι δύσκολο έτσι μεγάλο που ήταν, μα για να του κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά το μπορούσε έτσι και το ήθελε. Οι ναύτες του πλοίου να τρέχουν τώρα αλλόφρονες φανερά πανικόβλητοι, να μιλάνε με όρους ναυτικούς και δεν καταλαβαίναμε Χριστό. 291


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Τα αγόρια της παρέας έκπληκτα να κοιτούν το τέρας που βέβαια τέρας δεν ήταν, μα ένα τεράστιο πλοίο κανονικό εμπορικό, που Κύριος οίδε τι έγινε και λίγο ακόμα να μας εμβολίσει και να πάμε να κάνουμε παρέα (ή και απρόσμενη τροφή τους, γιατί όχι;) στα ψάρια του Αιγαίου. Να ήταν μήπως πλοίο φάντασμα από αυτά που πλέουν πολλές φορές ακυβέρνητα σε μεγάλες θάλασσες είτε γιατί πειρατές σύγχρονοι και εξίσου επικίνδυνοι με τους παλιούς, τα άδειασαν από ό,τι πολύτιμο, είχαν εντός τους, σκοτώνοντας καπεταναίους και ναυτικούς; Να ήταν κανένα πλοίο στοιχειωμένο απ’ αυτά που το έχουν αμέτι μου χαμέτι τους να φοβερίζουν τους ναυτικούς, όπως η Γοργόνα η αδερφή του Μεγάλου Αλέξανδρου; Ή μπορεί ακόμη, να μην ήταν φάντασμα και να ήταν πειρατικό όντως και όπου να είναι θα πηδήξουν πάνω μας οι κουρσάροι, να μας αφανίσουν κάνοντας ρεσάλτο. Αλλιώς, τι δουλειά είχαν να πλέουν τόσο κοντά μας; Φαίνεται όμως ότι η Μεγαλόχαρη το νησί της οποίας πριν λίγο είχαμε αφήσει, μας προστάτευσε και μας γλύτωσε, από έναν θανάσιμο κίνδυνο, που δεν ήταν ανάγκη να είσαι ναυτικός για να τον καταλάβεις. Και το αγόρι μου; Πού ήταν το αγόρι μου όλη αυτήν την ώρα του θανάσιμου κινδύνου; Στεκόταν και θαύμαζε το πλοίο φάντασμα; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι δεν ήταν δ ί π λ α μου. “Και έρχεται πια η ώρα που απλά δεν σε νοιάζει. Ίσως κάποτε να σε ένοιαζε πολύ, μα πια κουράστηκες”. Οπόταν, τι λες; Λες «τέλος”. Και όπως έλεγε ο αγαπημένος μου ο Αμαντέους «Ούτε η υψηλή νοημοσύνη ούτε η φαντασία ούτε και τα δύο αυτά μαζί συνθέτουν το μεγαλείο

292


η πόρτα στα δεξιά

ενός ανθρώπου. Αγάπη, αγάπη, αγάπη. Αυτή κάνει τον άνθρωπο Μεγάλο». Και μένα φαίνεται ότι το αγόρι μου δεν διέθετε στάλα από αυτήν, μα ούτε και κάτι άλλο που το βρίσκω κεφαλαιώδους σημασίας. Δεν διέθετε αυτό που λέμε να μπορείς πάνω του να στηριχτείς και να σε προστατεύει. Με έπιασε απελπισία. Είχα που είχα τα μπουρίνια μου για το καλοκαίρι που έφευγε, ήρθε τώρα να προστεθεί και η διαπίστωσή μου για το εάν μπορούσα να στηριχτώ πάνω στις στιβαρές και καλογυμνασμένες πλάτες του καλού μου και με πήραν τα κλάματα. Ένας ναύτης με έπιασε τρυφερά (ή έτσι μου φάνηκε) από το χέρι και με τράβηξε από το μέρος που στεκόμουν καθώς θαρρείς κάποιος με είχε καρφώσει και τόση ώρα έμενα ακίνητη, λέγοντάς μου: «Έλα, κορίτσι μου, πάμε μέσα. Δεν βλέπεις; Ακόμη δεν περάσαμε εντελώς τον κίνδυνο. Πάμε πριν σε κτυπήσει κανένα δοκάρι». Αυτά μου είπε ο παντάξενος ναυτικός, ενώ το δικό μου το καμάρι τότε μόνο θυμήθηκε να με πλησιάσει και αγριεμένος να ρωτήσει τον άνθρωπο, γιατί με πηγαίνει μέσα; Και εγώ, εντελώς αυθόρμητα του απάντησα «Βρε άντε στο διάβολο, Νίκο μου». Από τη στιγμή εκείνη δεν ξαναμιλήσαμε. Το παράξενο καράβι σε λίγο μας είχε προσπεράσει και το έβλεπα για λίγο από το φινιστρίνι του πλοίου να ξεμακραίνει. Το μόνο που αισθανόμουνα ήταν το τρελό κούνημα του δικού μας πλοίου, που εκτός από τα μανιασμένα κύματα ήρθαν να προστεθούν τα απόνερα του τεράστιου πλοίου που πέρασε μπροστά μας. Οι επιβάτες δεν φαίνονταν να είχαν πάρει χαμπάρι τον κίνδυνο που διατρέξαμε. Άλλοι έπαιζαν χαρτιά προσπα293


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

θώντας να τα συγκρατήσουν πάνω στο τραπέζι, άλλοι κοιμόντουσαν νανουρισμένοι από το κούνημα και άλλοι με ευαίσθητα στομάχια ξερνοβολούσαν μέσα σε νάιλον σακούλες, ευγενώς προσφερθείσες από τους καμαρότους για να μη γίνει το πλοίο αποχωρητήριο. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι από ανθρώπινο λάθος είτε του δικού μας πλοιάρχου είτε από βλάβη των σχετικών οργάνων πλεύσης συνέπεσε τα δύο βαπόρια να ακολουθήσουν την ίδια ρότα και λίγο ακόμα να συγκρουστούν. Καμία εφημερίδα, κανένα ραδιόφωνο ή τηλεόραση δεν ανέφερε το γεγονός. Να ήταν μία μου παραίσθηση; Να με είχε πάρει ο ύπνος και μπέρδεψα το όνειρο με την πραγματικότητα; Δεν τα έμαθα ποτέ. Ο Νίκος με τον οποίο ίσως να μπορούσα να συζητήσω το θέμα ήταν πια παρελθόν και οι κουβέντες μαζί του αν και γείτονες είχαν κοπεί μαχαίρι. Και ούτε επεδίωξε να μάθει τι με είχε θυμώσει. Ένοιωσε προσβεβλημένος που τον διαβολόστειλα. Υποψιάζομαι ότι τον βόλευε και αυτόν το τέλος μας. Πιο θλιβερό τέλος καλοκαιριού δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει. Ευτυχώς.

294


Πού πηγαίνουν τα πουλιά για να πεθάνουν;

Καθόμουνα στο μικρό μου μπαλκόνι με μέτρια διάθεση εξαιτίας των όσων ακούμε και βλέπουμε γύρω μας αφ’ ενός και με μια απροσδιόριστη αδιαθεσία αφ’ ετέρου. Για παρέα μου είχα έναν γλυκόπικρο καφέ φίλτρου χωρίς τσιγάρο. Πόσο μου έλειπε το άτιμο το τσιγάρο! Αλλά πλέον για μένα ήταν απαγορευμένος καρπός παραδείσου. Ο γιατρός το δήλωσε «Αν συνεχίσεις το κάπνισμα, δεν θα σε συγχωρήσω ποτέ που θα “φύγεις” όχι για να πας σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη, αλλά εκεί που και να σε ικετεύω γονατιστός να γυρίσεις, εσύ ούτε θα μ’ ακούς ούτε θα θυμάσαι και ούτε θα σε νοιάζει αν υπάρχω για να μου κάνεις το χατίρι αυτό». Τα έλεγε αυτά ο φίλος μου ο γιατρός την στιγμή που στο γραφείο των ιατρών στο νοσοκομείο που μια μέρα τον αναζήτησα, στάθηκε αδύνατο να τον διακρίνω μέσα από τα σύννεφα καπνού που κατέκλυζαν την ατμόσφαιρα από τόσα τσιγάρα όσα και οι γιατροί, μεταξύ των οποίων και ο φίλος μου. Τεκές; και λίγα λέω. Το “δάσκαλε που ίδασκες...” σε πλήρη εφαρμογή. Θέλησα να τον επιπλήξω που μεροληπτούσε και η απάντηση που μου έδωσε με άφησε κάγκελο που λένε: «Εγώ, αγάπη μου, μπορεί και να θέλω να αυτοκτονήσω επειδή αρνήθηκες την αγάπη μου. Εσύ όμως; Εσύ, γιατί να θέλεις να πεθάνεις νέο κορίτσι με τους άντρες όλους να σφάζονται στα πόδια σου σαν την Πενταγιώτισσα εκλι295


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

παρώντας για την εύνοιά σου; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τυχερή είσαι που η υγεία σου δεν έχει την ανάγκη μου ακόμα. Ως πότε όμως, αν συνέχιζες το κάπνισμα;» Να πω ότι τα λόγια του φίλου μου προσέκρουσαν σε τοίχο; Δεν το λέω, γιατί ήξερα ότι είχε δίκιο. Και αυτά ήταν που σκεπτόμουνα, καθώς έπινα τον γλυκόπικρο καφέ μου κάνοντας την έλλειψη του τσιγάρου όλο και λιγότερο οδυνηρή. Τα λόγια του είχαν πιάσει τόπο. Απολάμβανα λοιπόν την απραξία μου, όταν ξάφνου βλέπω κάτω από το αντικρινό μπαλκόνι της πολυκατοικίας, πάνω στο μηχάνημα του air-condition, δύο περιστέρια, ένα κατάγκριζο μικρό και ένα μεγαλύτερο πάλλευκο. Τίποτα το παράξενο μέχρι εδώ. Σύμφωνοι. Εκείνο που τράβηξε την προσοχή μου όμως και που χάλασε το πρωινό μου, την μέρα μου και από τότε δεν λέω να ηρεμήσω είναι τούτο: Το μικρό πουλί σίγουρα έπασχε. Έμενε ακίνητο με το κεφαλάκι του όλο και πιο βαθιά χωμένο στα πούπουλά του. Το άλλο περιστέρι από κάποια απόσταση, φανερό ότι του κρατούσε συντροφιά, μα σε λίγο έφυγε όταν είδε καταφανώς ότι το μικρό ή είχε πια πεθάνει, ή δεν θ’ αργούσε. Συγκλονίστηκα. Ο θάνατος από μόνος του είναι συγκλονιστικός για όλα τα πλάσματα του Θεού. Καθώς η μέρα κυλούσε και εγώ απορροφήθηκα από τις δουλειές μου και την ρουτίνα της καθημερινότητας ξέχασα ολωσδιόλου το νεκρό πουλί και ίσως ίσως να μην περίμενα ότι θα το ξανάβλεπα εκεί στην άκρη του aircondition. Με το που κάθισα ξανά στο μπαλκόνι μου, τα μάτια μου στράφηκαν προς το σημείο του δράματος. Και βέβαια το νεκρό πουλί ήταν ακόμη εκεί. Αναρωτήθηκα και απόρησα, πώς αφού ήταν τόσο 296


η πόρτα στα δεξιά

βαριά άρρωστο, όπως αποδείχτηκε με τον γρήγορο θάνατό του, κατάφερε να πετάξει και να φτάσει μέχρι το μηχάνημα του air-condition; Θα το έκανε σαν μια ύστατη προσπάθεια μέσα στην ανημποριά του, θέλοντας έτσι να αποφύγει το ξεπουπούλιασμά του από μια μοχθηρή γάτα ή τη βεβήλωση των τελευταίων του στιγμών από τη σκούπα της καθαρίστριας που καθάριζε το πεζοδρόμιο. Ήξερε ότι το μέρος που διάλεξε ήταν απρόσβλητο είτε από ζώου είτε από ανθρώπου χέρι. Και έτσι όπως το μηχάνημα ήταν προστατευμένο από βροχές και αέρηδες από το μπαλκόνι που υπήρχε από πάνω του, θα παρείχε ιδανικό τόπο σεβασμού στο νεκρό κορμάκι του για πολύ καιρό ακόμα. Μια επίσης μεγάλη μου απορία είναι (που την έχω από παιδί), πώς με τόσες εκατοντάδες πουλιών όλων των ειδών που πετούν πάνω μας, δεν είδα νεκρά πουλιά ή ετοιμοθάνατα έστω (και δεν μιλώ γι’ αυτά που κτυπήθηκαν από όπλο κυνηγού ή τροχοφόρου στο παρμπρίζ) πάνω σε πεζοδρόμια ή στο δρόμο ή σε κάποιο απόμερο μέρος τέλος πάντων. Άρα μένουν και πεθαίνουν μέσα στις φωλιές τους, υποθέτω, στα δέντρα, ή στα πρεβάζια παραθύρων απλησίαστα από άλλες υπάρξεις. Στη γειτονιά μου μια μέρα μέτρησα πάνω στα ηλεκτροφόρα σύρματα του δρόμου όπου κουρνιάζουν, γύρω στα 70 περιστέρια που ολημερίς πιότερο σουλατσάρουν στους δρόμους προς ανεύρεση τροφής, παρά πετούν για να πιάσουν κανένα έντομο. Τόσα χρόνια είναι τα ίδια; Αποκλείεται. Πού αποσύρθηκαν λοιπόν για να αφήσουν τη τελευταία τους ανάσα τα περισσότερα εξ αυτών; Περίεργο. Κοίταξε τώρα σε τι ατραπούς οδήγησε τη σκέψη μου αυτό το μικρό γκρίζο περιστέρι που πέθανε μπροστά 297


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στα μάτια μου. Ναι, μα δε μου έδωσε την απάντηση στην απορία μου ο θάνατός του. Όχι. Δεν ήταν αρκούντως ικανοποιητική η απάντηση, πώς να το κάνουμε; Θυμάμαι, θα ήμουνα δεν θα ’μουνα 6 ετών όταν με την οικογένειά μου πήγαμε κατασκήνωση σε ένα χωριό έξω από την Αθήνα. Λίγο μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και η ιδέα για φυσιολογικές διακοπές σε ξενοδοχεία, σε ενοικιαζόμενα δωμάτια ή ακόμα σε οργανωμένα κάμπινγκ, φάνταζαν σαν όνειρο απατηλό. Ο κόσμος λοιπόν διάλεγε ένα οικόπεδο έναντι μικρού τιμήματος το νοίκιαζε για το διάστημα που ήθελε, έστηνε το τεράστιο συνήθως αντίσκηνό του κάτω από ένα αιωνόβιο πυκνόφυλλο δέντρο που του πρόσφερε ιδανική σκιά και δροσιά και περνούσε αξέχαστα καλοκαίρια. Βέβαια τα κομφόρ υποτυπώδη και οι υπηρεσίες υγιεινής και τουαλέτας σε ημιάγρια για τα σημερινά δεδομένα κατάσταση. Ας μη τα περιγράψω καλύτερα και αμαυρώσω την ανάμνηση την ασύγκριτη των καλοκαιριών εκείνων. Ο αιωνόβιος πλάτανος που σκίαζε το αντίσκηνό μας ήταν το καταφύγιο εκατοντάδων πουλιών και για να μην πω χιλιάδων, ας πω καλύτερα αμέτρητων φτερωτών φίλων μας που έντυναν με μουσική τις καλοκαιρινές μέρες μας στο όμορφο χωριό. Τα τιτιβίσματά τους, αν και πέρασαν σχεδόν ¾ αιώνα από τότε, ηχούν ακόμη στα αφτιά μου. Θυμάμαι ότι όταν τα φόβιζε κάτι, μια τουφεκιά, για παράδειγμα, εγκατέλειπαν το δέντρο σαν σύννεφο πραγματικό, που σκέπαζε τον ουρανό. Επέλεγαν δέντρα γειτονικά τότε, περισσότερο ασφαλή και όταν νόμιζαν ότι ο κίνδυνος πέρασε, επέστρεφαν και από τον πλάτανο γέμιζαν τη σκηνή μας με τις κουτσουλιές τους αφοδεύοντας με ευχαρίστηση από τη χαρά τους που γύριζαν στο κο298


η πόρτα στα δεξιά

νάκι τους μεν, αλλά φέρνοντας τους μεγάλους ανθρώπους σε απόγνωση, ιδίως τη γιαγιάκα μου που σπαστική καθώς ήταν με την καθαριότητα πάσχιζε να καθαρίσει τις κουτσουλιές αυτές, απειλώντας θεούς και δαίμονες. Μα συγγνώμη μαντάμ, ξέρει η φύση και τα πετεινά – ακόμη και αυτά που φυλακίζει ο άνθρωπος σε πανώρια κλουβιά και δεν καταφέρνει να τα εξανθρωπίσει τα δύστυχα– από τρόπους καλής συμπεριφοράς απέναντι στο παντοδύναμο ον που είναι αυτός; Θέλησες να περάσεις λίγο καιρό κοντά στη φύση και πολύ καλά έκανες. Όμως η φύση, δεν έχει μόνον ομορφιά και καθαρό αέρα. Και τα κουνουπάκια της έχει και τις σφήκες της έχει, που κυρίως αυτές, εσένα περίμεναν να έρθεις για να ορμήσουν πάνω στο τηγανιτό ψαράκι που ετοιμάζεις για τα εγγόνια σου. Παρεμπιπτόντως δε, αν τις εμποδίσεις να πάρουν το μεζέ τους, ενδέχεται να θυμώσουν μαζί σου και να σου πατήσουν μια τέτοια τσιμπιά που εκεί να δω τα νεύρα σου γριά γυναίκα. Η φύση έχει και αυτή τους δικούς της κώδικες συμπεριφοράς. Πες μας λοιπόν με το χέρι στην καρδιά, εσύ τους σέβεσαι όλους αυτούς τους κώδικες; Μη ξεφεύγουμε όμως από το θέμα μας. Ε, λοιπόν ούτε και τότε θυμάμαι να είδα πουλί πεθαμένο από φυσικά αίτια. Μα πού κρύβονταν για να πεθάνουν; Στις φωλιές τους μέσα; Νεκρά και ζωντανά όλα μαζί; Δεν το έβλεπα δυνατόν, ξέροντας ότι τα πλάσματα αυτά αγαπούν την καθαριότητα στις φωλιές τους. Τότε πού άφηναν το κορμάκι τους όταν ερχόταν η στιγμή τους; Και μόνον όταν κανένας κυνηγός χωρίς καν να σημαδεύει ρίχνοντας τουφεκιά έτσι στα τυφλά, στον πλάτανο, και δεκάδες από τις ψυχούλες αυτές έπεφταν στο χώμα από τα σκάγια της καραμπίνας, τότε σαν παιδί καταλάβαινα πως και αυτά 299


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πεθαίνουν όπως και οι άνθρωποι, μα πίστευα ότι μόνον έτσι πεθαίνουν, από ανθρώπου χέρι δηλαδή, ή αν κτυπήσουν στο παρμπρίζ αυτοκινήτου εν κινήσει. Και σήμερα η ίδια απορία ’’βασανίζει’’ και τα εγγόνια μου και απάντηση να τους δώσω δεν μπορώ αφού κι εγώ δεν ξέρω. Όπως είπα λίγο πριν, δεκάδες τα περιστέρια σήμερα στη γειτονιά μου. Λερώνουν μπαλκόνια, πεζούλια, δρόμους. Ασφαλώς και γεννοβολούν, βλέπουμε τα αβγά τους μέσα σε γλάστρες των μπαλκονιών, και δεν πτοούνται ούτε από τα τόσα CD που είναι κρεμασμένα τάχα μου για να τα αποτρέψουν. Μα για το πού πηγαίνουν να πεθάνουν και πού μένουν νεκρά, μυστήριο. Ένα άλλο περίεργο είναι, ότι ενώ το μηχάνημα του air-condition που σας έλεγα είναι από τα πολύ μεγάλα καθ’ ότι επαγγελματικό και μέχρι πρότινος αποτελούσε πόλο έλξης ιδανικό στέκι των περιστεριών, τώρα με τη νεκρή άμορφη και συρρικνωμένη όλο και περισσότερο μέρα τη μέρα μάζα πάνω του, δεν το πλησιάζει πουλί. Να ακόμη μια απάντηση ότι αδύνατον να μένουν νεκρά μέσα στις φωλιές τους, μαζί με τους συντρόφους τους. «Μα τι στο καλό» ρωτάει ο μικρός μου ο εγγονός. «Κάθε μέρα τόσοι άνθρωποι πεθαίνουν, τόσα ζώα, όπως ό σκύλος του φίλου μου και η γάτα της γειτόνισσας της κυρα-Μαριγώς. Και πουλί κανένα; Μήπως, βρε γιαγιά μου, εξαερώνονται;» Ουπς να η λέξη κλειδί: “εξαερώνονται”. Λες, μωρέ, αυτό να συμβαίνει με τους φτερωτούς μας φίλους; Μα πάλι, αυτό αποκλείεται. Μάρτυράς μου το νεκρό πουλί κάτω από το απέναντι μπαλκόνι, που τόσες μέρες τώρα όχι μόνο δεν έχει εξαερωθεί μα στέκει εκεί να δυναμώνει τις απορίες μου και τη καθημερινή μου θλίψη. Άρα κα300


η πόρτα στα δεξιά

ταλήγω να πιστεύω ότι όταν καταλάβουν ότι ήρθε η ώρα τους κάπου τρυπώνουν όχι απαραίτητα στα δέντρα πάνω. Ποιο ένστικτο τα οδηγεί εκεί; Και ένα άλλο τελευταίο ερώτημα. Να θέλουν άραγε να κρατήσουν τον θάνατό τους κρυφό, κυρίως από τον άνθρωπο; Μα αυτός, ούτως ή άλλως, λίγο νοιάζεται αν ζουν, πώς ζουν και πώς τελειώνει η μικρή –φαντάζομαι– ζωή τους. Και έτσι όπως όλα μοιάζουν μεταξύ τους στα μάτια μας, ούτε η απουσία τους γίνεται αντιληπτή! Όλες αυτές οι βαθυστόχαστες σκέψεις μου ήρθαν στην επιφάνεια από το θάνατο ενός μικρού γκρίζου περιστεριού, ένα από αυτά τα δεκάδες όμοιά του που ζουν γύρω μας. Όμως για πόσο ακόμα θα ξυπνώ και θα βλέπω αυτήν την άμορφη μάζα πούπουλων στην άκρη του air-condition; Αυτό πώς και δεν το σκέφτηκες, μικρέ μου φίλε; Ξέρεις σαν τι μοιάζεις τώρα πια; Σαν ένα μικρό μαύρο ρούχο που ξέφυγε από την απλώστρα του διπλανού μπαλκονιού και μένει να βρωμίζει τόσο το ίδιο το ρούχο, όσο και το μηχάνημα που πάνω του λιώνεις. Και εγώ η ίδια αν δεν έβλεπα λεπτό προς λεπτό το τέλος σου, αν τύχαινε να πέσει το μάτι μου πάνω σου αυτό θα πίστευα. Αλήθεια λέω. Ίσως πάλι κάποιος πει «Έλα τώρα υπερβολές. Κάνε λοιπόν πως δεν το βλέπεις. Τόσος συναισθηματισμός πια για ένα πουλί! Πολύ πάει...» Κι εσύ, φίλε φτερωτέ μου, πού να το φανταστείς ότι ενώ όσο ζούσες δεν απασχόλησε η ύπαρξή σου κανέναν άνθρωπο, να υπάρχει τώρα κάποιος που με το θάνατό σου, βρέθηκε ακόμη και να γράψει για σένα! Και ξαφνικά χθες, μια καλή κυρία της διπλανής πολυκατοικίας που με μια μάνικα έπλενε τα χαλιά της στο δικό της μπαλκόνι, 301


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φαίνεται πως πήρε το μάτι της την μικρή άμορφη μάζα και με το λάστιχο, άρχισε να ρίχνει με ορμή νερό πάνω της και σε δευτερόλεπτα δεν έμεινε ίχνος του περιστεριού, πάνω στο χρήσιμο για τον άνθρωπο μηχάνημα. Έγινες αφορμή, φίλε μου, να καθαριστεί το air-condition που ήταν πιο βρώμικο από τη σκόνη τόσων χρόνων και από τον δρόμο τον ίδιο... Όσο έμενες εκεί, ίσως και να πρόσφερες μια υπηρεσία σε έναν άνθρωπο, σε εμένα δηλαδή. Γιατί μου θύμιζες πόσο μικρή είναι η ζωή, πόσο αναπόφευκτο το τέλος και καλά θα κάνω να ξεκινήσω κάποια στιγμή να την ζω, και να μην νομίζω ότι έχω χρόνο μπροστά μου. Και μακάρι όταν έρθει η δική μου Μεγάλη Στιγμή να “φύγω” το ίδιο αθόρυβα, εν ειρήνη, έστω και μόνη, όπως έφυγες εσύ!

302


Η φωτογραφία

Στο γραφειάκι του θυρωρείου, μια στοίβα με γράμματα, και δίπλα σ’ αυτή, μια άλλη μεγαλύτερη στοίβα αντιπαθητική, με λογαριασμούς παντός είδους και προέλευσης: ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, όλες οι νέες κινητές και ακίνητες τηλεφωνίες (των οποίων τα ονόματα αδυνατώ να θυμηθώ), γράμματα για το διαχειριστή και άλλα. Ακόμη πιο δίπλα, το διαφημιστικό ενός μοντέρνου, υπερσύγχρονου Γραφείου Τελετών, να το βλέπεις και να σου φτιάχνει τη μέρα! Διαφημιστικά για πίτσες και σουβλάκια και άκρη άκρη μόνος του και έρημος ένας μεγάλος μπεζ φάκελος με το όνομά της φαρδύ πλατύ πάνω του, χωρίς αποστολέα. Προς κυρία Λένα Αποστόλου. κτλ. κτλ.

“Κι άλλο διαφημιστικό, πιο προσωπικό αυτή τη φορά, όσο να’ ναι πουλάει καλύτερα...”, σκέφτηκε αδιάφορη η Λένα και ακόμη πιο αδιάφορα τον πήρε, τον έριξε στη τσάντα της με τα ψώνια και τον ξέχασε. Ανέβηκε στο διαμέρισμά της. Πέταξε κυριολεκτικά από τα πόδια της τα αθλητικά της που της τα είχαν πληγώσει. Μα τι στο διάβολο, μπήκαν στο πλύσιμο και δεν το κατάλαβε; Και τα είχε πάρει ένα νούμερο μεγαλύτερα για να είναι υποτίθεται άνετα. Άσε που τα είχε χρυσοπλη303


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ρώσει. Η επαφή των ποδιών της με τις δροσερές μαρμαρόπλακες της έφεραν ευεξία και μετρίασαν την πίεση που αισθανόταν σε όλο της το σώμα, έως πριν ένα μόλις λεπτό. Έτσι ξυπόλυτη, πήγε στο ψυγείο, γέμισε ένα ποτήρι παγωμένη λεμονάδα και απλώθηκε στην πολυθρόνα του καθιστικού, να την απολαύσει. Θυμήθηκε τον ξεχασμένο φάκελο, τον παίρνει βαριεστημένα, τον σχίζει άτσαλα τόσο που λίγο ακόμη θα έσχιζε και το περιεχόμενό του και έκπληκτη βλέπει να ξεπροβάλει μια μεγεθυμένη φωτογραφία. Βλέπει τον άντρα της, τον αγαπημένο της Φίλιππο, αγκαλιά με μια πανέμορφη κοπέλα που κάτι της θύμιζε αμυδρά, που εκείνος την κοιτούσε με έκδηλη λατρεία όπως και εκείνη αυτόν. Η Λένα έμεινε κεραυνοβολημένη, ήταν το μόνο που δεν περίμενε ποτέ από τον Φίλιππο. Γκόμενα και μάλιστα μικρούλα! Μα σύμφωνα με όσα εκείνη γνώριζε, ο άντρας της καυτηρίαζε σκληρά τις σχέσεις αυτές με την τεράστια διαφορά της ηλικίας. Τι έγινε ξαφνικά, άλλαξε τα πιστεύω του; Και ήταν και νιόπαντρος. Ούτε καν ένας χρόνος από τη μέρα του γάμου τους. Για τη Λένα ήταν ο πρώτος της γάμος, για τον Φίλιππο ο δεύτερος. Περίμενε το τρίτο του παιδί τώρα, έχοντας άλλα δύο από τον προηγούμενο, δύο δίδυμα, αγόρι και κορίτσι. Η πρώτη του σύζυγος ξαναπαντρεμένη με έναν πλούσιο Αυστραλό, διατηρούσε καλές σχέσεις με τον πρώην της χάριν των παιδιών τους, αλλά αυτές οι σχέσεις άπτονταν μερικών αδιάφορων τηλεφωνημάτων κάθε τόσο και έτερον ουδέν. Με τα παιδιά ήταν αλλιώς. Οι σχέσεις τους άριστες και η επαφή τους με τηλεφωνήματα, γράμματα και τελευταία με email, πυκνή. Τα γράμματα συνήθως μα304


η πόρτα στα δεξιά

κροσκελή εκατέρωθεν, και όταν τα έπαιρνε εκείνος, τα διάβαζε ξανά και ξανά και προσπαθούσε πίσω από τις γραμμές να εκμαιεύσει τυχόν κρυφές λέξεις, νοήματα, και μηνύματα. Με τα γράμματα αυτά αισθανόταν αν όχι ευτυχής, τουλάχιστον χαρούμενος. Τα λάτρευε τα βλαστάρια του, του έλειπαν φρικτά, μα η απόσταση τεράστια και η live επαφή μαζί τους αδύνατη. Από την πλευρά του, η έλλειψη χρημάτων, η δουλειά του και από τα παιδιά τα σχολεία τους οι υποχρεώσεις, καθιστούσαν απαγορευτική την πολυπόθητη συνάντησή τους. Και ο Φίλιππος, πέρα από υπομονή, δεν μπορούσε τίποτα άλλο να κάνει. Και ο καιρός περνούσε, και όταν γνώρισε την Λένα, άρχισε να κτίζει μαζί της μια νέα οικογένεια ελπίζοντας αυτήν την φορά να φανεί πιο τυχερός κάνοντας ό,τι μπορούσε καλύτερο από την πλευρά τη δική του, δίνοντας και βουβή υπόσχεση ότι το νέο παιδί του δεν θα κουβαλούσε τραύματα όπως τα άλλα του δυο παιδιά. Τα παθήματα μαθήματα πίστευε. Αν και ο άνθρωπος δεν αλλάζει, ίσως απλώς ρίχνει λίγο περισσότερο νεράκι στο κρασί του. Και τώρα η φωτογραφία αυτή η τόσο εύγλωττη. Γι’ αυτό ίσως και δεν συνοδευόταν από ένα ανάλογο μπιλιετάκι διευκρινιστικό. Η Λένα, αν έβλεπε τη φωτογραφία ένα μήνα πριν, θα είχε ήδη φύγει από το σπίτι, αφ’ ενός και το κυριότερο θα είχε κάνει έκτρωση, καθώς δεν το ’χε σκοπό να έχει ένα παιδί της χωρίς πατέρα. Μα τώρα με την προχωρημένη της εγκυμοσύνη δυσκόλευαν τα πράγματα. Έτσι ξυπόλυτη όπως ακόμη ήταν και με το σύμπαν της να έχει έρθει τούμπα, με τα συναισθήματά της παγωμένα και το μυαλό όσο η ώρα περνούσε να ακινητοποιείται 305


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ολοένα και πιο πολύ, μόλις που πρόλαβε να ξαπλώσει στον καναπέ νιώθοντας σιγά σιγά να σκοτεινιάζουν όλα γύρω της. Βυθισμένη έτσι στο κενό της, στο τίποτα, δεν άκουγε το τηλέφωνο που κτυπούσε ακατάπαυστα. Ήταν βέβαια εκείνος. Έτσι πάντοτε επέμενε και δεν σταματούσε, εάν δεν έπαιρνε απάντηση. Θα πρέπει να πέρασε αρκετή ώρα έτσι όπως έμεινε με χαμένες τις αισθήσεις της που οφείλονταν αφ’ ενός στην εγκυμοσύνη της και αφ’ ετέρου ίσως, από το σοκ που υπέστη με τη φωτογραφία. Όταν συνήλθε, είδε το λαμπάκι του σταθερού της που αναβόσβηνε, ένδειξη αναπάντητης κλήσης, το δε κινητό της μηνύματα ων ουκ έστιν αριθμός. Δεν μπορούσε να μιλήσει με κανέναν, ούτε καν με την αδελφή της που την λάτρευε. Κι εκείνη τον Φίλιππο τον λάτρευε. “Καημένο κορίτσι, στενοχώρια που θα την πάρεις κι εσύ” μονολόγησε η Λένα... Βλέποντας τα τηλεφωνήματα του Φίλιππου ήξερε ότι όπου να είναι θα ερχόταν να δει τι συνέβαινε με τη γυναίκα του και δεν απαντά σε κινητά και ακίνητα... Πράγματι, μόλις που πρόλαβε και έκρυψε τη φωτογραφία. «Τι συμβαίνει, μωράκι μου;» τη ρώτησε με εμφανή τα σημάδια της αγωνίας στο πρόσωπό του. «Τίποτα, αγάπη μου, μην ανησυχείς, μια ζαλάδα ήταν μόνο, τα έχουν αυτά οι εγκυμοσύνες». «Εγώ, δεν ξέρω αν τα έχουν ή όχι, σήκω τώρα να πάμε στο γιατρό. Μην αρνείσαι άδικος κόπος θα είναι.» «Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου...» «Σήκω. Ούτε μία στο εκατομμύριο να αλλάξω γνώμη. Μόνο σήκω και μην αργείς. Στάσου να πάρω και τον Βλαδίμηρο να τον ενημερώσω. Στην κλινική θα είναι τέ306


η πόρτα στα δεξιά

τοια ώρα, φαντάζομαι». Ο Βλαδίμηρος ο γυναικολόγος της και κολλητός της φίλος ήταν όντως εκεί. Τους είπε ότι δεν είναι πια ανάγκη και να πανικοβάλλονται. «Περισσότερο για σένα, για να ησυχάσεις και όχι για την κυρά σου, ελάτε από δω να τα πούμε» είπε στον Φίλιππο. Και πήγαν. Ο γιατρός και η Λένα ήταν φίλοι από τότε που θυμόντουσαν τον εαυτό τους. Ήταν όπως είπαμε κολλητοί. Η ιστορία του γάμου της με τον Φίλιππο δεν του είχε αρέσει στην αρχή με το βάρος που κουβαλούσε από την πρώτη αποτυχημένη οικογένειά του. Ήθελε για τη φίλη του κάτι “φρέσκο” χωρίς ένα βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό. Όταν όμως γνώρισε τον Φίλιππο τον εκτίμησε και οι επιφυλάξεις του εξαφανίστηκαν. Όταν την πήρε για εξέταση και επειδή ήξερε να διαβάζει πίσω από τα λόγια της, τη ρώτησε: «Λέγε μου αμέσως τι συμβαίνει γιατί και να μου πεις ότι όλα είναι εντάξει δεν θα το πιστέψω. Οπόταν λέγε, μη χάνουμε καιρό, άφησε που ο άνθρωπος εκεί έξω, από την αγωνία του θα μας το πάθει το έμφραγμα. Λοιπόν;» «Βλαδίμηρε, πες μου σε παρακαλώ, είναι δυνατή η έκτρωση σε μένα τώρα, στον μήνα που είμαι;» «Τι; Τι λες, κορίτσι μου, είσαι με τα καλά σου; Θα τρελάθηκες σίγουρα. Λέγε να ακούσω τι σε έκανε να θέλεις να γίνεις δολοφόνος στα καλά καθούμενα. Τι ακούω μεσημεριάτικα ο γιατρός, Θεέ μου, από μια θεόμουρλη φιλενάδα!» Και του είπε... Και εκείνος της είπε κάτι που δεν περίμενε να ακούσει από το στόμα του. «Λενάκι, άκουσε. Αν πρόκειται για γκόμενα, θα είχες 307


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πρώτα εσύ καταλάβει κάτι απ’ όλη του τη συμπεριφορά. Δεν γίνεται. Ο άντρας που ξενοκοιμάται δύο τινά μπορούν να έχουν συμβεί για να μην τον καταλάβει η συμβία του. Ή να είναι άριστος ηθοποιός, του τύπου της Παξινού στο πιο αντρικό της, είτε η γκόμενα είναι τόσο άνευ σημασίας γι’ αυτόν ώστε δεν επηρεάζει τις συζυγικές σχέσεις. Την μεν πρώτη περίπτωση την αποκλείω γιατί ο άντρας σου είναι καθρέφτης, τζάμι, που λένε, και στη δεύτερη αν είναι κάτι περαστικό ας το που να το πάρει ο διάβολος... Έτσι είμαστε εμείς τα κοπρόσκυλα οι άντρες, χρειαζόμαστε συνεχώς επιβεβαίωση. Μα αν τη γνώμη μου θέλεις, ούτε και η δεύτερη περίπτωση μπορεί να παίζει, και κάποιος ή κάποια που σε ζηλεύει θανάσιμα, σκαρφίστηκε αυτή την ξεδιάντροπη φάρσα. Κάποια άσπονδη φίλη ή φίλος είτε δικός σου είτε δικός του. Είδε ότι χάθηκαν τα όνειρά του με το να παντρευτείτε εσείς οι δύο και θέλησε να καταστρέψει τα δικά σας τα όνειρα. Αυτό, σου πέρασε καθόλου από το μυαλό; Άφησε λοιπόν και θα δούμε. Προς το παρόν ούτε υπονοούμενο, ούτε λέξη στον άντρα σου. Μαζί θα τον λύσουμε το γρίφο. Πλάκα θα έχει. Πω, πω, γουστάρω... Σου δίνω τον λόγο μου ότι πιστεύω ότι δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι από τον άντρα σου που σε λατρεύει, όπως άλλωστε και ο καθένας που σε γνωρίζει. Είναι πολύ τυχερός τελικά ο τύπος...» (σημ. τι ήθελε με αυτή την ακροτελεύτια πρότασή του να πει ο ποιητής;) Και συνέχισε «Μερικοί άντρες, μωρό μου, γεννήθηκαν με αστέρι. Αποτυγχάνουν σε ένα τους γάμο και κάνουν έναν δεύτερο χωρίς ψεγάδια. Σαν να πιάνουν το τζακ-ποτ. Ε, ένας τέτοιος γάμος ο δικός σας. Σίγουρα. Ηρέμησε λοιπόν και εδώ είμαι εγώ για σένα και το ξέρεις». Δεν χρειάστηκε ούτε καν να την εξετάσει τη Λένα. Μια 308


η πόρτα στα δεξιά

πίεση μόνο της πήρε. Και μόνο η ανάσα ανακούφισης που βγήκε από το στόμα του Φίλιππου ήταν ενδεικτική της αθωότητάς του. Παρά ταύτα, ο Βλαδίμηρος κινήθηκε κατά μόνας. Που σημαίνει ότι άπλωσε φτερούγες προστασίας πάνω από την κολλητή του. Καλύτερος από αδελφός. Ο ΦΙΛΟΣ... Πίσω στο σπίτι ο Φίλιππος την έβαλε να ξαπλώσει σαν μωρό και βάλθηκε να ετοιμάσει κάτι να φάνε για μεσημέρι μιας και δεν το ’χε σκοπό να επιστρέψει, σήμερα τουλάχιστον, στη δουλειά. “Σαν να έχει δίκιο ο Βλαδίμηρος. Δεν είναι δυνατόν να είναι τυχαία όλα αυτά που κάνει ο καλός μου για μένα”, σκέφτηκε η κοπέλα. Το σαράκι όμως της ζήλιας και της αμφιβολίας είχε εισβάλλει στο μυαλό της και το είχε μολύνει. Ροκάνιζε σιγά σιγά και την καρδιά της βοηθούμενο και από τις ξετρελαμένες ορμόνες της, που λόγω της εγκυμοσύνης, είχαν στήσει με τα νεύρα της τρελό χορό. Από την άλλη, περίμενε, και ήταν απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό, ότι θα ακολουθούσε και άλλη φωτογραφία ή και γράμμα ίσως. Κάθε μέρα καρτέρι στον ταχυδρόμο έστηνε. Πέρασαν δύο, πέρασαν τέσσερις ημέρες και την πέμπτη και φαρμακερή με κούριερ αυτή τη φορά για πιο σιγουριά και ταχύτητα προφανώς, έρχεται σπίτι ένας πανομοιότυπος φάκελος ζητώντας της ο κούριερ να βάλει την υπογραφή της για την παραλαβή του. “Κέρατο και με τη βούλα”, σκέφτηκε πικρόχολα η Λένα. Τρεις στη φωτογραφία αυτή τη φορά, η ίδια πανέμορφη κοπελιά, ο Φίλιππος στη μέση και ένας ακόμη νεαρός που έμοιαζε καταπληκτικά με την καλλονή. “Άλλο 309


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και τούτο, Θεέ μου! Τι γίνεται εδώ;” Την απορία της, της την έλυσε ένα συνοδευτικό σημείωμα που διευκρίνιζε «Κάθισε λοιπόν κι εσύ ομορφονιά, φάε το κέρατο μαζί με το κουτόχορτο που σε ταΐζουν και πες μας αν σου αρέσει η γεύση». Και τότε η Λένα θύμωσε, και θύμωσε άγρια. Όχι με τους αποστολείς, μα με τον άντρα της που την εξέθετε έτσι. Ετοίμασε γρήγορα γρήγορα μια μεγάλη βαλίτσα με πράγματά της πρώτης ανάγκης, για τα υπόλοιπά της θα φρόντιζε σε λίγες ημέρες, πήρε το βιβλιάριο καταθέσεών της που είχε τόσον καιρό να το ενημερώσει μιας και ο Φίλιππος δεν την άφηνε να εργαστεί, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του που το είχε τόσο αγαπήσει και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση... Το πού πήγαινε δεν το έκανε γνωστό σε κανέναν.

Το απόγευμα νωρίς, που γύρισε ο Φίλιππος από τη δουλειά του, με το που είδε τις φωτογραφίες και το σημείωμα στο τραπεζάκι του καθιστικού τα κατάλαβε όλα. Για το πώς το γλύτωσε το έμφραγμα αυτή τη φορά, δεν είναι η στιγμή κατάλληλη να το αναφέρουμε. Σημασία έχει ότι ο άνθρωπος το γλύτωσε. «Ε, μα είμαι μαλάκας. Αυτό είμαι. Δεν παίζομαι ο άτιμος. Ήθελα να κρατήσω τη Λένα μακριά από τις έγνοιες μου και να το αποτέλεσμα». Στις φωτογραφίες ήταν με τα δυο του τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα να δουν τον πατέρα τους με έξοδα του πατριού τους σαν δώρο για την αποφοίτησή τους, από το κολέγιο. Ήρθαν να γνωρίσουν και τη γυναίκα του που ήξεραν πόσο ευτυχισμένο τον είχε κάνει η αγάπη της και να του πουν ότι θα ξαναγύριζαν όταν γεννιόταν το αδερ310


η πόρτα στα δεξιά

φάκι τους που το λάτρευαν πριν ακόμα γεννηθεί. Ο Φίλιππος, ναι μεν ευτυχής που έβλεπε τα παιδιά του μετά από τόσα χρόνια, μα συγχρόνως και απέραντα δυστυχής που σε πολύ λίγο θα ξαναέφευγαν και ένας Θεός ξέρει πότε θα τα ξαναέβλεπε παρά την υπόσχεσή τους ότι θα είναι εδώ στη γέννα. Δεν ήταν εύκολα πράγματα αυτά. Ήταν σίγουρος ότι θα τα ξανάβλεπε μετά από πολύ καιρό πάλι και αυτό ήταν μαρτύριο γι’ αυτόν. Αυτή την απελπισία του δε, δεν ήθελε να τη μοιραστεί με τη γυναίκα του στην κατάστασή της και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν τα έφερε σπίτι του να γνωριστούν. Έκανε αυτή την υπερβολή, αυτήν την κουταμάρα αυτό το μοιραίο λάθος τελικά, με τούτα τα ολέθρια αποτελέσματα. Όχι. Ο Φίλιππος αυτό δεν το άντεχε. Ήταν άδικο και βαρύ. Και τώρα; Τι γίνεται τώρα; Και πού να ψάξει να την βρει και ποια ξεφτίλα να νιώσει βλέποντας στα μάτια τω γνωστών, συγγενών και φίλων, την καταδίκη του για τη βλακώδη και κακώς εννοούμενη υπερπροστασία του; Με το που σκέφτηκε τους φίλους, το μυαλό του προσέτρεξε αμέσως στον Βλαδίμηρο. Ήταν το alter ego της Λένας. Αυτοί οι δυο ήταν κολλητοί και άγνωστο το γιατί δεν έγιναν ποτέ ζευγάρι. Το τηλέφωνο του γιατρού, δεν απαντούσε. Το κινητό του κλειστό. Που να τον πάρει ο διάβολος για γιατρό. “Το τηλέφωνό σου κλειστό, μωρέ, γιατρός πράγμα;” Και τι θέλεις, Φίλιππε; Ο γιατρός να ξεγεννάει μια γυναίκα και ν’ αφήσει το κινητό να κτυπάει κατά την διάρκεια του τοκετού; Άνθρωπέ μας σοβαρέψου και στάσου στο ύψος της περιστάσεως. Δείξε κατανόηση, όχι για τον εαυτό σου μα για αυτούς που την δικαιούνται. Έτσι; “Ας ελπίσουμε”, σκέφτηκε, “ο τοκετός να μην είναι 311


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

από εκείνους που κρατάνε ώρες, με πόνους, με οδύνες φρικτές και επισκληρίδια, και κάποια ευλογημένη στιγμή να δει το μήνυμά μου που του άφησα τόσο στο κινητό όσο και στο ακίνητο, αν δεήσει να πάει ποτέ στο σπίτι του βέβαια. Τυχερή η γυναίκα που θα σε πάρει γιατρέ, άντρα θα’ χει και άντρα δεν θα ’χει! Και αν δεν πάει σπίτι του και πάει κατ’ ευθείαν στο σπίτι της καλής του;” Της καλής του; Και ποια είναι η καλή του; Ωραία. Άντε να παίξουμε τώρα το “γκέο βαγκέο” ξανασκέφτηκε και ένα πονεμένο χαμόγελο έσκασε στα άνυδρα από την απελπισία χείλη του. Σηκώθηκε, και πήγε στο μαιευτήριο του Βλαδίμηρου. Τον πληροφόρησαν ότι είναι στο χειρουργείο, όπως και το είχε υποθέσει. Μια από τις νοσοκόμες που ήταν επιφορτισμένη από τις συναδέλφους της να είναι η βάρδια της για την αναγγελία του χαρμόσυνου γεγονότος και την είσπραξη του καθιερωμένου φιλοδωρήματος, τον πληροφόρησε αυτό που φοβόταν, ότι ο τοκετός δύσκολος, το κωλόπαιδο δεν ήθελε να βγει στον κόσμο τούτο και ο γιατρός ίδρωνε και ξεΐδρωνε. Και αν επέμενε στο πείσμα του το χαμένο το μωρό, ο γιατρός θα προέβαινε σε καισαρική. Που σημαίνει, εμ τράβηξε η δόλια η μάνα του κόσμου τους πόνους, εμ θα έχει και την τομή της να την βασανίσει για μέρες. Για να δεις καλή μου, και να συνηθίσεις στο τι έχεις να τραβήξεις μια ζωή ολάκερη με το μεγάλωμα του βλασταριού σου. Και όταν με το καλό μεγαλώσει, μη τον είδατε μην τον απαντήσατε, όπως άλλωστε έκανες και συ με τους δικούς σου τους γονιούς!!! Ο Φίλιππος έτρεξε και ξαναβρήκε τη μαία η οποία μπαινόβγαινε στο χειρουργείο εν είδει ρεπόρτερ για να ενημερώνει, τις γιαγιάδες (και τους παππούδες κυρίως), 312


η πόρτα στα δεξιά

σε πόσες ώρες, σε πόσα τέταρτα, σε πόσα λεπτά θα ερχόταν το παιδί. Τι να πεις, έχουν και τον κόπο τους τα συχαρίκια, και χαλάλι το μπαξίσι τους! Ο Φίλιππος σαν σε ειδική αποστολή με τη συνδρομή της νοσοκόμας, της έταξε τον ουρανό μα τα άστρα αν κατόρθωνε να ενημερώσει τον γιατρό, σε κάποια στιγμή ανάπαυλας, ότι τον περιμένει απ’ έξω ο φίλος του, ο άντρας της Λένας γιατί έχει να του πει κάτι σοβαρό. «Θυμάσαι, κορίτσι μου, το όνομα; ΛΕΝΑ. Θέλεις να στο γράψω μην το ξεχάσεις μέσα στο χάος που φαντάζομαι θα επικρατεί εκεί μέσα;» «Μείνετε ήσυχος δεν το ξεχνώ γιατί έτσι λένε και μια από τι τρεις αδελφές μου. Οπόταν...». Έλα όμως που τη στιγμή που είδε τον γιατρό κάπως λάσκα και πήγε να του δώσει τη παραγγελιά, εκείνος νευριασμένος την αγριοκοίταξε, με αποτέλεσμα η νοσοκόμα να τα χάσει και να ξεχάσει ποιας από τις τρεις αδελφές τις το όνομα της είχε πει ο αναστατωμένος κύριος. Ανακτώντας όμως την ψυχραιμία της λέει δειλά στο Βλαδίμηρο. «Γιατρέ, έξω είναι κάποιος κύριος που μου είπε να σας πω ότι μία Ρένα; Λένα; Αφροδίτη; δεν κατάλαβα ακριβώς, έχει κάποιο πολύ σοβαρό πρόβλημα» (σημ. είπε τα ονόματα και τριών αδερφάδων της, σίγουρη ότι έπεσε μέσα)! Εκείνος, δεν ήταν βέβαια η στιγμή κατάλληλη να βάλει και άλλα ξεφωνητά, έφταναν αυτά της επιτόκου, οπόταν βγήκε να δει ποιος τον ζητούσε επίμονα. Ο Φίλιππος βλέπει ένα Βλαδίμηρο με περιβολή Χασάπη που μόλις παρέλαβε νέο σφάγιο, με την άσπρη του μπλούζα μέσα στο αίμα, αναμαλλιασμένο και αξιοθρήνητο, να τον ρωτάει “ΤΙ” με το βλέμμα. 313


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Δεν ξέρω, Βλαδίμηρε». «Τι δεν ξέρεις, άνθρωπέ μου; Για τ’ όνομα του Μεγαλοδύναμου τι έπαθε η Λένα;» «Αμ αν ήξερα, εδώ θα ήμουνα τώρα; Είσαι με τα καλά σου;» «Σαν να μου φαίνεται ότι τα έχεις κάνει σκατά, Φίλιππε, ή κάνω λάθος;» «Και βέβαια δεν κάνεις λάθος. Και του εξήγησε όσο πιο μεστά μπορούσε την παρεξήγηση που παίχτηκε στο σπιτικό του με τις φωτογραφίες.» «Ναι, ναι, ξέρω...» «Τι ξέρεις, ρε συ Βλαδίμηρε, που δεν το ξέρω εγώ; Θα μου πεις, ή πρώτα θα με σκάσεις; Πρόσεξε, γιατί ήδη τα έχω πάρει». Τελικά οι δυο άντρες έβγαλαν μια κάποια άκρη με την παρεξήγηση που δεν ήταν παρεξήγηση αφού το σημείωμα ήταν σαφές, και το εξ αυτού συμπέρασμα, ότι επρόκειτο περί καθαρής συκοφαντίας ενός ατόμου που φανερό επιβουλευόταν τη ευτυχία του ζευγαριού. «Να είσαι σίγουρος θα τον βρω τον κανάγια, φίλε μου», είπε ο γιατρός. «Ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί στο κορίτσι στην κατάσταση που βρίσκεται. Δεν θέλω ούτε να το σκέπτομαι. Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να είμαι αισιόδοξος. Άκου. Ο τοκετός εκεί μέσα βρίσκεται σχεδόν στο τέλος του. Σε μισή ώρα θα μπορώ να φύγω. Περίμενέ με». Ο Φίλιππος όσην ώρα περίμενε το γιατρό θαρρείς και καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Ναι. Αλλά και να έφευγε θα ήταν χειρότερα, δεν ήξερε πού να πάει. Στην αστυνομία μήπως; Ναι, φυσικά γιατί όχι; Αυτό δεν έπρεπε να κάνει; Κατ’ αρχήν μήνυση κατ’ αγνώστου. Για το σημεί-

314


η πόρτα στα δεξιά

ωμα που μαζί με τις φωτογραφίες μπορεί να στοίχιζε τη ζωή ενός εμβρύου και της μάνας του. Η απελπισία και οι τρελές σκέψεις τι είναι, σύμβουλοι καλοί; Όχι βέβαια. Και εκτός από τη μήνυση, μη παραλείψει να προειδοποιήσει τους αστυνομικούς ότι μπροστά τους έχουν έναν υποψήφιο δολοφόνο, έτσι και η γυναίκα και το κυοφορούμενο πάθαιναν το παραμικρό. Γιατί σ’ αυτή τη περίπτωση ο μοναδικός σκοπός της ζωής του θα ήταν αυτός. Να βρει τον αισχρό συκοφάντη και “δολοφόνο” και να τον κάνει να παρακαλάει τον Φίλιππο να τελειώνει με τη ζωή του, για να μην τον κάνει να υποφέρει και άλλο, έτσι μαύρη που του την έκανε, (τη ζωή του). Δεν μπορούσε ο Φίλιππος να περιμένει περισσότερο. Και να δεις που έφυγε τη στιγμή που ερχόταν η νοσοκόμα να του αναγγείλει ότι ο γιατρός όπου να ’ναι έρχεται, γιατί το μωρό επιτέλους αποφάσισε να βγει. Μα δεν τον βρήκε τον άνθρωπο. Και ο ουρανός με τα άστρα που της είχε τάξει; “Δεν είναι να εμπιστεύεσαι κανέναν πια τις ημέρες τούτες!” Βλαστήμησε και έτρεξε να αναγγείλει το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης στις γιαγιάδες και τους παππούδες γιατί αυτοί κατά τεκμήριο είναι πιο γενναιόδωροι από τους ίδιους τους πατεράδες που συνήθως τα έχουν χαμένα. Δεν βιαζόταν ιδιαίτερα. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι αυτοί δεν θα το κουνούσαν από την κλινική αν δεν έβλεπαν το εγγόνι τους. Για να της πάρει άλλη συνάδελφος το μπαξίσι αποκλείεται, ήταν η δική της σειρά! * Ο Φίλιππος στην αστυνομία. Ο Βλαδίμηρος στο πουθενά. “Μα πού πήγε ο Φίλιππος;” 315


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και τώρα; Πού να απευθυνθεί ο γιατρός; Να πάρει τα εφημερεύοντα νοσοκομεία με τη σειρά; Το πρώτο που έκανε τελικά ήταν να πάει σπίτι του να κάνει ένα μπάνιο, να αισθανθεί άνθρωπος, να βάλει ίσως και μια μπουκιά στο στόμα του που είναι ξερό σαν και το αποξηραμένο στομάχι του που είχε να φάει, πριν κάτι μήνες αν θυμόταν καλά. Νηστικός, άυπνος, βρώμικος, το τρίδυμο της αηδίας που δεν είχε τίποτα το χρήσιμο να προσφέρει στην ανθρωπότητα. Μπάνιο έκανε. Σύμφωνοι. Ξελαμπικάρισε λίγο το κεφάλι του. Μα το ψυγείο του άδειο και αυτός πεινούσε. Κύριε των Δυνάμεων, πεινούσε αυτός και δεν ήξερε αν η Λένα ακόμη κι αν ζούσε, και το κουδούνι του τηλεφώνου να κτυπά δαιμονισμένα. “Να θυμηθώ να το κάνω mute” σκέφτηκε. «Ναι; Έλα, μωρό μου. Άκου, Βίκυ, είμαι πνιγμένος. Μη με περιμένεις για μεσημέρι. Φάε κάτι πρόχειρο και το βράδυ θα βγούμε να φάμε τόσο φαγητό όσο θα τρώγαμε σε τρεις μέρες. Πεινάω σαν λύκος. Κάτι σοβαρό μάλλον συνέβη με τη Λένα, δεν ξέρουμε ακόμη τι ακριβώς και όπως καταλαβαίνεις το θέμα τούτο προέχει και σε παρακαλώ. Μην ξινίζεις το μουτράκι σου θαρρείς και το βλέπω. Κατά τις οκτώ θα περάσω. Τα λέμε, μωρό...» Ήταν φαίνεται η μέρα της βλαστήμιας, και ευτυχώς που δεν την άκουσε ο αποδέκτης της, όπως έγινε και λίγο πριν με τη βρισιά της νοσοκόμας προς τον Φίλιππο. Όμως αν την άκουγε ο γιατρός ίσως να διευκόλυνε τις περαιτέρω κινήσεις του γιατί κάτι θα υποψιαζόταν. Μα ευτυχώς όπως είπαμε για τη Βίκυ και δυστυχώς για το Βλαδίμηρο δεν την άκουσε εκείνος. Κρίμα. Γιατρέ, εσύ δεν ήσουνα που κατηγόρησες τον Φίλιππο ότι τα έχει κάνει σκατά; Εσύ, μήπως νομίζεις ότι δεν τα

316


η πόρτα στα δεξιά

έχεις κάνει με αυτή σου την εμμονή με τη Λένα; Πήρες είδηση, τι συναισθήματα κατακλύζουν τη Βίκυ κάθε φορά που αναφέρεσαι μπροστά της για τη φίλη σου; Έχεις καταλάβει τι μίσος ενέσπειρες στην καρδιά της κοπέλας σου σαν απόρροια της ζήλιας της; Άντρες! Που μέσα την εγωπάθειά τους βουτηγμένοι, δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Και βιαστικός όπως ήταν με τα νερά να πλημμυρίζουν το μπάνιο παίρνει μια γλίστρα πρώτα, τρώει μια ωραιότατη τούμπα, βγάζοντας ένα καρούμπαλο στο μέτωπο. Τι σου είναι όμως ορισμένες βλαστήμιες! Θαρρείς και την ώρα που τις εκτοξεύει κάποιος οι ουρανοί από κόλαση μεριά είναι ανοιχτοί και τις υλοποιεί ο καθ’ ύλην αρμόδιος Εξαποδώ... Βλαστήμησε και ο Βλαδίμηρος κατά του εαυτού του και οι ουρανοί φαίνεται ήταν ακόμη ανοιχτοί και πέφτοντας ξανά, κτυπάει στη γωνιά της μπεζέρας τα σφυρά του αυτή τη φορά και τα κτυπάει άσχημα. Δεν έβλεπε να είχαν σπάσει, μα η ζημιά ήταν μεγάλη. Σέρνοντας φτάνει μέχρι το τηλέφωνο και καλεί το 166. Ήρθαν αμέσως οι άνθρωποι. Αλίμονο, αν δεν εξυπηρετήσουμε τους ανθρώπους τους δικούς μας... Στο νοσοκομείο τα πράγματα ευτυχώς καλά. Ένας νάρθηκας και λίγες ημέρες κλινήρης. Αν ήθελε, μπορούσε και στο σπίτι να πάει, να κινείται με τη βοήθεια πατερίτσας. Και το ραντεβού που υποσχέθηκε στην Βίκυ; Ε, και τι να έκανε ο Χριστιανός; Το ότι ήταν γιατρός δεν έχριζε ιατρικής βοήθειας και φροντίδας; Μωρέ, και πάλι καλά, να λες. «Αχ, βρε Λένα, εξαιτίας σου έγιναν όλα αυτά. Όμως τι να κάνω που σου έχω αδυναμία και αν δεν είσαι εσύ καλά εγώ δεν ζω;» 317


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Τι είπα μόλις τώρα ο άνθρωπος;» θορυβήθηκε ο Βλαδίμηρος. Αυτό ακριβώς που είπες γιατρέ. Και που είναι ένα μυστικό σου που θα το πάρεις μαζί σου στον τάφο. Θα μείνει κρυφό; Έτσι νομίζεις, Βλαδίμηρε; Έτσι νομίζεις; Όμως οι γυναίκες είναι γάτες, καλέ μας. Τα αισθητήρια όργανα της ζήλιας της υποψίας, της υπόνοιας και του κινδύνου οξυμένα σε μεγάλο βαθμό πάνω τους, πόσο μάλλον αν είναι και ερωτευμένες. Σιγά μη και η Βίκυ δεν είχε καταλάβει αυτά που εσύ ο ίδιος δεν είχες συνειδητοποιήσει. Να, γιατί έκανε ό,τι έκανε. Είπε «Ε, όχι κυρία μου, δεν μπορεί όλα να είναι μονά ζυγά δικά σου, ΚΑΙ τον Φίλιππο ΚΑΙ τον Βλαδίμηρο, ΚΑΙ το γάμο σου ΚΑΙ το μωρό... Κι εγώ τι; Αν περισσέψει χρόνος για μένα καλώς, αν όχι κάθομαι σπίτι μόνη μου και το ραντεβού μου ματαιώνεται; Για δες τι έγινε και με τις φωτογραφίες! Και σ’ αυτό ακόμη τυχερή η Λένα μας» κατέληξε. «Ακούς να είναι τα παιδιά του! Πού να το ξέρω εγώ αυτό; Θα πρέπει κάτι άλλο να βρω πιο καίριο την επόμενη φορά, αφού δεν έπιασε αυτό. Κρίμα... Δεν βαριέσαι όμως. Όπως είπα, όλο και κάτι εξυπνότερο θα βρω όταν ξανά δοκιμάσω. Δεν θα μου γλυτώσει η παλιο...»

Η συνέχεια αναμενόμενη. Με τόση θετική ενέργεια να την κυνηγά, η Λένα δεν μπορεί παρά να επηρεαστεί, και να σκεφτεί ψύχραιμα, κάνοντας πρώτα μια συζήτηση με τον άνθρωπό της. Δεν ήταν καμιά Κατίνα να του κάνει σκηνές. Από αυτή τη συζήτηση θα εξαρτηθούν πολλά. “Μπορεί να είναι κάτι περαστικό, ή ακόμη και κάτι άλλο που δεν περνάει τώρα από το μυαλό μου, κάτι εντελώς αθώο. Βλέποντας και κάνοντας’’ σκέφτηκε η Λένα.

318


η πόρτα στα δεξιά

«Και αν συναισθηματικά συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό στον Φίλιππο;» αναρωτήθηκε. «Α, μπα δεν μπορεί. Έτσι δεν με έχει βεβαιώσει ο Βλαδίμηρος; Αλλά και πάλι, είναι να μη σου λάχει... Έλαχέ σου!!!...»

319


Νυχτερινή παρενόχληση

Ξύπνησε μέσα στη νύχτα με την περίεργη αίσθηση ότι μέσα στο σπίτι της δεν ήταν μόνη. Η κουρτίνα στην ανοιχτή της μπαλκονόπορτα κουνιόταν, είτε από το αεράκι της νυχτιάς, είτε από το πέρασμα απ’ αυτήν, ενός πιθανού ανεπιθύμητου νυχτερινού επισκέπτη, είτε πάλι από το πέρασμα ενός αδίστακτου λωποδύτη, απ΄ αυτούς που ακούμε κάθε ημέρα να σκοτώνουν στο ξύλο ανήμπορα γεροντάκια για να τους αφαιρέσουν καμιά δεκαριά ευρώ. Πήγε στην κουζίνα της και πήρε το μεγάλο κουζινομάχαιρο από το συρτάρι με τα πιρουνικά της και κραδαίνοντάς το απειλητικά, εν είδει Άντονυ Πέρκικς στο έργο του Χίτσκοκ “ΨΥΧΩ”, διέσχισε τελείως άφοβα το χολ του σπιτιού και άρχισε να ερευνά το σπίτι απ΄ άκρου εις άκρον. Τίποτα. Ψυχή. Ο υπολογιστής της στην θέση του, καθώς και το κινητό. Η τηλεόραση επίσης. Τα στερεοφωνικά της παλιά και καινούρια στη θέση τους, όπως και η πολύτιμη καρδιά της που δεν κουνήθηκε και αυτή από τη θέση της εξ αιτίας ενός δικαιολογημένου φόβου που θα έπρεπε να τη διακατέχει. Μα κάτι τέτοιο δεν της συνέβαινε. Ψύχραιμη και έτοιμη να δώσει την όποια μάχη για την υπεράσπιση της ζωής της και της περιουσίας της. Άτομο γυμνασμένο, φιλοσοφημένο, με δύο τρία διπλώματα απ’ αυτά τα γιαπωνέζικα αθλήματα πάλης, που αδυνατείς να συγκρατήσεις το όνομά τους, η Σοφία, αφού έψαξε το 320


η πόρτα στα δεξιά

σπίτι όλο και τις βεράντες, έκλεισε την μπαλκονόπορτα γερά και πήγε ήσυχη να συνεχίσει τον ύπνο της από εκεί που τον είχε αφήσει. Χαρά στην αφοβία αυτής της κοπέλας, και την ψυχραιμία της. Περίμενε σήμερα αύριο, τα αποτελέσματα των απολυτήριων εξετάσεών της, στη Σχολή Αξιωματικών της Αστυνομίας και ευελπιστούσε ότι όχι μόνο θα τις περνούσε επιτυχώς, αλλά θα κέρδιζε και την υποτροφία που είχε θεσπιστεί εδώ και τέσσερα χρόνια για την πρώτη αριστούχα αποφοιτούσα της Σχολής για μεταπτυχιακές σπουδές. Αν την κέρδιζε, θα ήταν θείο δώρο και δεν θα ήταν υποχρεωμένη να παραδίδει μαθήματα τζούντο στα παιδιά των συναδέλφων για να τσοντάρει τον ελάχιστο μισθό που έπαιρνε από την πολιτεία, για να τα βγάζει πέρα αξιοπρεπώς. Σαν χαρακτήρας, ακέραιη, ακριβοδίκαιη, μα όχι ατσαλάκωτη και απόλυτη, με την έννοια ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κατανοούσε και τον κλέφτη, ακόμη και προσπαθούσε να τον συγχωρήσει, που έφτασε στο σημείο της παρανομίας για να σώσει κάποιον δικό του από την ανέχεια και την εξ αυτής εξαθλίωση σε περιπτώσεις καραμπινάτης ένδειας. Οι συνάδελφοί της την καμάρωναν, τόσο οι άντρες, όσο και οι γυναίκες. Ήταν γεννημένη αρχηγός. Το ότι ήταν γυναίκα δεν διανοήθηκε κανείς αρσενικός συνάδελφος να την αμφισβητήσει ή να την αντιμετωπίσει ρατσιστικά, να την απαξιώσει, όπως κάνουν για παράδειγμα πολλοί βουλευτές στις συναδέλφους τους στα κοινοβούλια των κρατών τους! (και ονόματα δεν λέμε...). Όλοι επεδίωκαν να έχουν την εύνοια και τη φιλία της και να ανήκουν στην παρέα της. Αυτά όλα βέβαια δεν ήταν 321


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δυνατόν να τα ξέρουν οι νυκτερινοί παράνομοι επισκέπτες. Έχει και το επάγγελμά τους τα δικά του τα ρίσκα. Δεν ήταν δυνατόν να ζητούν το curriculum vitae των υποψήφιων θυμάτων τους, πέραν ίσως μιας σύντομης παρακολούθησής τους, διάρκειας τριών τεσσάρων ημερών. Όποια και αν ήταν η παράξενη αίσθηση που την διακατείχε λοιπόν, την εγκατέλειψε γρήγορα και παραδόθηκε ξανά στις αγκάλες του Μορφέα.

Την επόμενη ημέρα, την ώρα που έπιναν τον καφέ τους στην καντίνα της Σχολής διηγήθηκε στη δικηγόρο φίλη της, την Άρτεμη, την κολλητή της, το περιστατικό της νύχτας και εκείνη ανήσυχη, της είπε να προσέχει γιατί είναι πολλά τα περιστατικά που αντιμετωπίζουν στις δουλειές και των δύο τους τον τελευταίο καιρό. Την συμβούλεψε να μην τα παίρνει όλα αψήφιστα και ούτε να υπερεκτιμά τις δυνάμεις της. Την θερμοπαρακάλεσε να προσέχει για-τί της ήταν πολύτιμη, όχι μόνο σαν “συνεταιράκι”, μα προσωπικά σε αυτή την ίδια. Η Σοφία τη φίλησε καθησυχάζοντάς την και έφυγε για να πάει να ρίξει μια ματιά μήπως υπήρχε κανένα νέο για τα αποτελέσματα και την υποτροφία. Πριν κάνει δύο βήματα, καταφθάνει ασθμαίνουσα η Σόνια, μια από τις κοπέλες της στενής τους παρέας, και αρχίζει τις αγκαλιές και τα φιλιά ανακοινώνοντας τα νέα τα καλά. Όχι μόνο είχε περάσει στις εξετάσεις της η Σοφία τους, αλλά είχε πάρει την υψηλότερη βαθμολογία που είχε ποτέ πάρει Υποψήφιος Αξιωματικός. Η υποτροφία ήταν δική της και η χαρά της ήταν και χαρά όλης της ομάδας. Αναμένονταν λοιπόν το πατροπαράδοτο γλέντι,

322


η πόρτα στα δεξιά

οι σχετικές πλάκες και οι απίστευτες φάρσες στην επιτυχούσα... Η Σοφία ένιωθε πανευτυχής και ανακουφισμένη με την υποτροφία που θα την έκανε να αισθανθεί σαν άνθρωπος. Τη δουλειά της την αγαπούσε και ποτέ δεν την είδε σαν αγγαρεία. Μα όσο να ’ναι δυσκολευόταν να τα φέρει βόλτα, αφού τα 3/4 του μισθού της πήγαιναν στο σπίτι των ηλικιωμένων γονιών της. Πέρασε η μέρα όλη, με χαρές και προπόσεις με λουλούδια και σοκολατάκια από τις και τους συναδέλφους της και κανόνισαν να γίνει τρικούβερτο γλέντι το Σάββατο στη μεγάλη αίθουσα της Σχολής, όπου γίνονταν οι διάφορες εκδηλώσεις. Τη νύχτα έπεσε να κοιμηθεί, μα ο ύπνος δεν έλεγε να την πάρει, από τη χαρά και την υπερένταση της ημέρας. Αργότερα, μέσα στον ύπνο της πάλι, είχε την ίδια με τη χθεσινή της αίσθηση ότι στο σπίτι της δεν ήταν μόνη. Ξυπνάει αλαφιασμένη και δίπλα της, στο κρεβάτι της πάνω, βλέπει μια κοπέλα μισόγυμνη μόνο με το σουτιέν και το στρινγκ της, με καλυμμένο το πρόσωπο να τη σημαδεύει με το περίστροφο και να της λέει με αλλοιωμένη τη φωνή της: «Ακίνητη. Μην κουνιέσαι είπα, γιατί στην άναψα». «Ποια είσαι; Τι θέλεις;» «Σκάσε και μη μιλάς. Τις ερωτήσεις θα τις κάνω εγώ. Και μόνο όταν στο επιτρέπω θα απαντάς». «Τι θέλεις από μένα;» «Είπα ή δεν είπα να σκάσεις; Έλα. Γδύσου. Θα σου κάνω έρωτα, ωραία μου αστυνομικίνα, που θα τον θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή, εάν τελικά σε αφήσω να ζήσεις, αν είσαι καλό κορίτσι και κάνεις ό,τι σου λέω». 323


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Σαν να λέμε δηλαδή σεξουαλική παρενόχληση, βιασμός, και μάλιστα από γυναίκα. Χάθηκε να ήσουν άντρας (λέμε τώρα) τουλάχιστον, κορίτσι μου; Μου αρέσουν οι γυναίκες, αλλά μόνο σαν φίλες, όχι σαν γκόμενες». «Άκου. Είναι η τελευταία φορά που σε προειδοποιώ. Αν ξαναμιλήσεις, πέθανες. Και όχι τίποτα άλλο αλλά θα χάσω την ευχαρίστηση να σε... (θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου). Είπα γδύσου. ΤΩΡΑ». Αγρίεψε η παρενοχλούσα ανυπόμονη, νυχτερινή επισκέπτρια. «Καλά ρε, συ Σοφία, από πού στο διάβολο μπήκε στο σπίτι η λεγάμενη;», αναρωτήθηκε η αστυνομικίνα. «Εσύ δεν ήσουν που πριν πέσεις για ύπνο διπλοκλείδωσες και ούτε ένα σημάδι παραβίασης πόρτας ή παραθύρου φαινόταν να έχει γίνει στο διαμέρισμά σου; Άρα, η εν λόγω απειλούσα, βρισκόταν ήδη στο σπίτι κρυμμένη κάπου, όταν εσύ μπήκες μέσα», σκέφτηκε η Σοφία. «Λοιπόν; Θα αργήσεις πολύ ακόμα;» «Σιγά, βρε κορίτσι μου. Το σεξ, είτε το νορμάλ είτε το... τέλος πάντων, δεν θέλει pressing. Αυτό πώς και σου διαφεύγει; Τι είδους απόλαυση θα αποκομίσεις με τις απειλές και το οπλοπολυβόλο στο χέρι, καθώς και τη βιασύνη; Αλλά τι ρωτώ; Γούστα είναι αυτά». Και κάνει η Σοφία μια κίνηση, σαν να θέλει να βγάλει το νυχτικό της. Πηδάει σαν αίλουρος και δίνει μια τέτοια κλωτσιά στο χέρι της παρενοχλούσας που το πιστόλι πετάχτηκε 5 μέτρα μακριά από το κρεβάτι πάνω στη τζαμαρία. Πιάνει τα χέρια της λεγάμενης τα κρατάει σφικτά πίσω από την πλάτη της με το ένα χέρι και με το άλλο τραβάει τη μάσκα από το πρόσωπο της. «Άρτεμις.... Ε. δεν είμαστε με τα καλά μας...» 324


η πόρτα στα δεξιά

«Σαρπράιζ, σαρπράιζ», ακούγονται γέλια και ξεφωνητά και κομφετί με σερπαντίνες γέμισαν το κρεβάτι σαν να ήταν καρναβάλι. Οι κοπέλες της παρέας σκασμένες στα γέλια, έπεφταν η μια πίσω από την άλλη στο κρεβάτι. Και μόνο η καημένη η Άρτεμις κρατούσε το πονεμένο της χέρι, αλλά δεν παραπονιόταν, γιατί καθώς φαίνεται, η φάρσα ήταν δική της επινόηση... Μια κοπέλα μάζεψε το πιστόλι, που βέβαια ήταν άδειο, από τη τζαμαρία κοντά, η οποία τζαμαρία, δεν είχε πάθει ούτε γρατζουνιά. «Αλεξίσφαιρα τα τζάμια σου, συνάδελφε;» ρώτησε τη Σοφία, σκασμένη κι αυτή από τα γέλια... Ίνα πληρωθεί το λαλήσαν δια των προφητών, που θέλει την αριστούχο της χρονιάς και υπότροφο να τραβάει μια ψιλολαχτάρα μόλις πάρει το Αριστείο της. «Καλή καριέρα, Σοφία. Και έρωτες που να σου ταιριάζουν και να τους θες. Είτε με πίεση. Είτε χωρίς...» «Συγχαρητήρια».

325


Σ

Ο σωσίας

ε δύο μήνες παντρευόμαστε η Δήμητρά μου κι εγώ. Από τη μια η δουλειά μας, από την άλλη τα του γάμου μας, τρέχουμε και δε φτάνουμε που λένε... Μόλις κλείσαμε τα ιατρεία μας... Που να πάρει η ευχή, τράβηξε η όρεξή μου ουζάκι και μαριδίτσα κάπου στην παραλιακή με τα πόδια μας στο κύμα σχεδόν. Όχι βέβαια όπως παλιά, τότε που τα τραπεζάκια των ταβερνών άγγιζαν τη θάλασσα, έτρωγες και τα πόδια σου με τις σαγιονάρες τσαλαβουτούσαν στο νερό, χωρίς υπερβολή... Μαριδίτσα, ουζάκι, θάλασσα και “έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία” που λέει το τραγούδι. Ασύγκριτο ελληνικό καλοκαίρι. Σε άριστη διάθεση και οι δυο μας απόψε. Αράζουμε στην ταβέρνα και το μόνο που χαλάει τη φεγγαροβραδιά είναι τα πολλά τα φώτα. Όπως χαρακτηριστικά είπε η Δήμητρα, μπορούσες να κεντήσεις ψιλοβελονιά, τόσο άπλετο φως! Ελαφροζαλισμένοι από το ουζάκι, τον έρωτα, αλλά και τη στομαχική ευωχία που είχαμε κεράσει τον εαυτό μας, χαλαρώναμε ηδονικά... Ωραία είναι η ζωή που να πάρει!. Στο απέναντι τραπέζι με μας, ένα άλλο επίσης ερωτευμένο ζευγάρι, τρώει και φιλιέται, φιλιέται και τρώει. Για στάσου, γνωστός μου φαίνεται ο τύπος. Σαν πολύ γνωστός μάλιστα... Α, δεν είμαστε καλά. Αυτός ο νέος άντρας είμαι εγώ! Φτυστός εγώ μάλιστα. Αν εξαιρέσουμε τα γενάκια του, όπως τα συνηθίζουν την σήμερον οι νέοι, 326


η πόρτα στα δεξιά

δεν διαφέρουμε στο παραμικρό. Η Δήμητρα ακολουθεί τη ματιά μου και το πιρούνι της φεύγει από το χέρι... «Ηλία μου, εσύ είσαι εκεί απέναντι;; Πώς το καταφέρνεις, αγάπη μου, να είσαι σε δυο μέρη συγχρόνως την ίδια ώρα και στιγμή;» ρωτάει το κορίτσι μου και είναι εμφανώς ελαφρώς μεθυσμένο. Αφού δεν το σηκώνει το ποτό τι το θέλει και το πίνει; «Δήμητρα, τι είναι τούτο που βλέπω; Δεν θυμάμαι να μου έχει μιλήσει ποτέ η μάνα μου για δίδυμο αδελφό. Ούτε θυμάμαι να είχα κάποιον και να τον χάσαμε, ή ότι μας τον έκλεψαν όπως τον μικρό Μπεν. Αλλά ούτε και θυμάμαι να είχα δίδυμο που πέθανε στη γέννα, όπως ίσως λίαν ψευδώς να βεβαίωσε τη μάνα ο γιατρός της, ή ότι της το απέκρυψε καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ο απαίσιος γυναικολόγος της, με απώτερο σκοπό μόλις γεννιόταν να αρπάξει το ένα από τα δυο και να το πουλήσει σε άκληρο πάμπλουτο ζευγάρι και να προσποριστεί τα ελέη του Αβραάμ και του Ισαάκ από την χυδαία συνδιαλλαγή! Λίγα ακούμε κάθε τόσο από την τηλεόραση, που μας αφήνουν ενεούς; Μωρέ, δεν αστειεύομαι, μιλάω σοβαρότατα, αυτό πια δεν είναι ομοιότητα, αυτός είμαι εγώ, ολόιδιος εγώ. Πεθαίνω να τον ακούσω να μιλάει, ε, δεν κρατιέμαι άλλο». Σηκώνομαι, πλησιάζω το τραπέζι τους και όσο πιο ευγενικά μπορώ ζητώ τον αναπτήρα του να ανάψω το τσιγάρο μου που δεν κρατώ, και είναι φυσικό, αφού δεν καπνίζω! «I beg your pardon;» μου λέει με απορία και την ίδια στιγμή πετάγεται από το τραπέζι του σαν να τον τσίμπησε μύγα. «Who are you;» με ρωτάει. 327


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Ι’m asking you the same question» του απαντώ (σημ. χάριν των αναγνωστών συνεχίζεται η στιχομυθία στην ελληνική). «Δεν είναι δυνατόν... Μα εσύ είσαι εγώ!» Τους κάλεσα να έρθουν στο τραπέζι μας, αφού τόσο αυτοί όσο κι εμείς είχαμε σχεδόν τελειώσει το φαγητό μας. Αν εξαιρέσουμε τα αγγλικά του, ακόμα και το ηχόχρωμα της φωνής του έμοιαζε, όπως μοιάζαμε στο ύψος και στο σουλούπι γενικώς. Αν τον έβλεπε η μάνα μου, για να σας δώσω να καταλάβετε, αυτό που θα τον ρωτούσε ήταν: «Καλά, γιε μου, μου λες πότε πρόλαβαν και μεγάλωσαν τόσο πολύ τα γένια σου από χθες που έχω να σε δω;...» Αποκλείεται να μας ξεχώριζε αν ο ξένος δεν μιλούσε. Είμαι γιατρός. Έχω δει και έχω διαβάσει για παρόμοιες περιπτώσεις ομοιότητας. Όταν όμως πρόκειται για σένα τον ίδιο και μάλιστα αν τελείς υπό πλήρη άγνοια ύπαρξης δίδυμου αδερφού ή κάποιου συγγενή σωσία, τότε άσχετα αν είσαι γιατρός ή ό,τι άλλο επάγγελμα κάνεις και βρεθείς μπροστά σε μια τέτοια περίπτωση, μένεις κάγκελο που λένε... «Τι συμβαίνει με μας τους δυο Αμερικάνε, Εγγλέζε;». «Καναδός. Μόντρεαλ.» Δεν αντέχω. Τους καλώ να έρθουν στο σπίτι μου. Φωνάζω το γκαρσόνι, πληρώνω και για τους δυο μας (ελληνικό ιδίωμα το κουβαρνταλίκι), νιώθω σαν να είναι φιλοξενούμενός μου. Του λέω: «Άκου, φίλε. Τι συμβαίνει με μας δεν ξέρω. Το να μην έχουμε την παραμικρή σχέση λίγο χλωμό το βλέπω. Θα πρόκειται τότε, για μια σπανιότατη περίπτωση. Λένε ότι ο κάθε άνθρωπος έχει κάποιον κάπου στον κόσμο που 328


η πόρτα στα δεξιά

είναι πανομοιότυπός του, χωρίς να υπάρχει καν συγγένεια αίματος. Αν συμβαίνει όντως αυτό, τότε η σύμπτωση να ανταμώσουμε εδώ είναι σκανδαλώδης. Για να σε ρωτήσω. Έχεις στην Ελλάδα κάποιους στενούς συγγενείς;» «Κανέναν απολύτως. Ούτε στενούς, μα ούτε και μακρινούς. Είναι το τρίτο καλοκαίρι στη σειρά που η Κριστίν και εγώ ερχόμαστε στα νησιά σας. Είμαστε ερωτευμένοι με αυτά. Αλλά συγγενική σχέση εξ αίματος με την Ελλάδα ούτε εγώ μα ούτε και άλλος είτε κοντινός είτε μακρινός συγγενής μου έχουμε καθ’ όσον γνωρίζω.» Μου άρεσε ο τύπος. Φαινόταν έξω καρδιά, bon viveur. Εργαζόταν σαν πολιτικός μηχανικός σε μια εταιρεία που είχε στα σκαριά μια φιλόδοξη συνεργασία με μιαν αντίστοιχη ελληνική. Ο Φιλίπ, το όνομά του, ήταν μέλος της επιστημονικής ομάδας που θα αναλάμβανε το έργο. «Επομένως, Φίλιππε, θα έχουμε όσο χρόνο θέλουμε στη διάθεσή μας να ψάξουμε και να λύσουμε το μυστήριο. Εγώ σαν επιστήμονας σου λέω ότι θα εκπλαγώ αν τελικά διαπιστωθεί ότι σχέση μεταξύ μας δεν υπάρχει. Αν κάτι τέτοιο αποδειχθεί, θα είμαστε για το βιβλίο Γκίνες, και ειλικρινά, σοβαρολογώ...» Μετά το δεύτερο ή τρίτο ουίσκι, ο Filip και η Christin σηκώθηκαν να φύγουν. Δώσαμε ραντεβού για την επομένη. Χαιρετηθήκαμε θερμά, καληνυχτιστήκαμε και χωρίσαμε. Δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα από την υπερέντασή μου. Δεν έβλεπα την ώρα να ξημερώσει να πάω στη μάνα μου να την βολιδοσκοπήσω είτε πλαγιομετωπικά είτε ευθέως, ανάλογα με το πώς θα κυλούσε η συζήτηση που σκόπευα να της κάνω. Αν ζούσε ο πατέρας η κουβέντα αυτή θα γινόταν μ’ εκείνον φυσικά, ως καθ’ ύλην αρμόδιο. 329


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Το μόνο που ευχόμουνα ήταν να είχε μια ερωτική ιστορία πριν παντρευτεί τη μάνα μου (οπόταν πιθανόν και να της είχε αναφέρει κάτι), είτε κατά τη διάρκεια του γάμου τους –κέρατο δηλαδή– οπόταν η μάνα δεν θα γνώριζε τίποτα όπως και θα ήταν λογικό. Σκεπτόμουνα, σκεπτόμουνα, ανέβαζα, κατέβαζα και ο βλαξ δεν σκέφτηκα κάτι το πολύ απλό από την αρχή. Πρώτον, να τον ρωτήσω πόσων χρόνων είναι και δεύτερον να του ζητήσω να κάνουμε εξέταση DNA. Αν το τεστ ήταν θετικό και ήταν αδελφός μου, τότε θα κάναμε τόσο εκείνος όσο κι εγώ, ενδελεχείς έρευνες και δεν μπορεί, την άκρη θα την βρίσκαμε, σχετικά με το “πώς”, αντί να κάνουμε υποθέσεις για το μήπως τούτο, μήπως το άλλο και το παρ’ άλλο και να χάνουμε τον ύπνο μας καλή ώρα όπως τώρα. Άρχισε να ξημερώνει. Έκανα ένα ντους, ήπια έναν δυνατό ελληνικό καφέ, και ξεπόρτισα για το σπίτι της μάνας μου. Έπρεπε να βρω μια δικαιολογία που να στέκει κάπως για το πώς βρέθηκα στο σπίτι της από τα άγρια χαράματα. Δεν ήταν κάτι που το συνήθιζα και θα την τρόμαζα την καημένη. Στο σπίτι της, το νεανικό μου δωμάτιο ήταν πάντοτε έτοιμο να με δεχτεί αν το ήθελα. Δεν το ήθελα. Ούτε θυμάμαι από πότε είχα να μπω εκεί μέσα. Σε διάφορες υπέροχες μεγάλες κούτες που έπιαναν τα ράφια μιας μικρής σε σύγκριση με τις κούτες βιβλιοθήκης, η μάνα είχε βάλει διάφορα χαρτιά μου. Έξω από κάθε κούτα ένα αυτοκόλλητο σημείωμα όπου ενημέρωνε για το περιεχόμενο της κάθε μιας. Με τι αγάπη και φροντίδα θα πρέπει να το είχε καταφέρει αυτό! Και ήταν αποκλειστικά δικό μου θέμα αν το περιεχόμενό τους ήταν για μένα χρήσιμο ή όφειλα κάποια στιγμή να το ξε330


η πόρτα στα δεξιά

φορτωθώ (αν ποτέ ερχόταν η στιγμή να το ελέγξω, δεδομένου ότι όλο έλεγα “θα” και ποτέ μου δεν το έκανα). Να λοιπόν η πρόχειρη δικαιολογία μου. “Ήρθα κάτι να ψάξω να βρω”. Όταν έφτασα στο πατρικό μου και ξεκλείδωσα να μπω, το ρολόι το εκκρεμές στο σαλόνι, με τον ήχο του Big Ben, κτυπούσε επτά, ως εάν το άψυχο τούτο πράγμα ήθελε να με καλωσορίσει, να με υποδεχθεί. Έτσι ευαισθητοποιημένος που ήμουνα έτσι το εισέπραξα τη στιγμή εκείνη. Η μάνα μου, με το αφτί της το βιονικό, όπως της έλεγα, παρά την ηλικία της (ακοή καλύτερη απ’ αυτήν του γιου της), με πήρε χαμπάρι παρ’ όλες τις προσπάθειές μου να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο και φώναξε από το δωμάτιό της: «Τι συμβαίνει, γιόκα μου; Είσαι καλά, παλικάρι μου; Η Δήμητρα καλά; Η δουλειά σου;» «Όλαααα καλά, πανέμορφή μου εσύ. Κάτι χαρτιά μου ήρθα να βρω. Φτιάξε ένα καφεδάκι και έρχομαι» της φώναξα γλυκά. Τη λάτρευα αυτήν τη γυναίκα την τόσο διαφορετική, ευαίσθητη και ευγενική. Μετά από τόσον κόσμο στο σπίτι της με τον άντρα της τα παιδιά της, τους φίλους που μπαινόβγαιναν, βρέθηκε να ζει μόνη της, με τις αναμνήσεις της και μόνο, να της κρατούν συντροφιά. Μα την αγαπούσε τη μοναξιά της. Όπως και να ’χε, με τη διακριτικότητα που την διέκρινε, δεν ήθελε να θεωρείται “βάρος” στα παιδιά της. Με τα χίλια παρακάλια που της έκαναν, αποφάσιζε αραιά και πού, να βγει μια βόλτα μαζί τους. Την βασάνιζαν διάφορες μικροαρρώστιες, ευτυχώς τίποτα το πολύ σοβαρό μέχρι στιγμής. Τα ενδιαφέροντά 331


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

της πολλά και δημιουργικά. Η μοναξιά της καλός σύμμαχος στο να τα καλλιεργεί και να τα εξελίσσει. Σαν να λέμε είχε πλέον άφθονο χρόνο δικό της να τον ξοδέψει όπως της άρεσε καλύτερα. Έχουν και οι μοναξιές βλέπεις τα τυχερά τους. Έκανα λοιπόν πως ψαχουλεύω στο δωμάτιό μου το οποίο ήταν τώρα πεντακάθαρο, εν αντιθέσει με το πώς ήταν όταν ζούσα σ’ αυτό. Απέκτησε πολιτισμένη όψη που δεν είχε ποτέ άλλοτε, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της δόλιας της μάνας μου. Έτοιμα τα καφεδάκια. Καθίσαμε στο living room, να τα απολαύσουμε και μου λέει: «Λοιπόν, αγόρι μου, για λέγε μου τώρα, τι σε έκανε τόσο πρωί να πάρεις τους δρόμους; Μη μου το αρνηθείς, παιδάκι μου. Σε γέννησα, λες να μη σε ξέρω; Και να σου πω και κάτι; Εσύ δεν θα πρέπει να έκλεισες μάτι όλη τη νύχτα, λάθος κάνω; Με την υγεία σου καλά μωρό μου; Με τη Δήμητρα; Με τη δουλειά σας;» Αυτή ήταν η ιεράρχηση των ερωτήσεων για τη μάνα μου. Την καθησύχασα, επείσθη και άρχισα: «Μάνα, είσαι μια πολύ έξυπνη γυναίκα και σ’ αυτή σου την εξυπνάδα ποντάρω για να μου λύσεις ένα ας το πούμε πρόβλημα». «Αν θυμάμαι καλά, γιε μου, στα μαθηματικά ήμουνα ατσίδα και το δυσκολότερο πρόβλημα, έστω και αν με παίδευε, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ξεφύγει η λύση του. Τα μόνα προβλήματα που μαζί τους τα έβρισκα σκούρα ήταν τα λεγόμενα “συναισθηματικά”. Πολλά από δαύτα, μού έμειναν άλυτα». Όπα, να ’μαστε! «Όχου, μωρέ μάνα μου, και αν σου πω ότι για κάτι τέτοιο πρόκειται;» 332


η πόρτα στα δεξιά

«Μα είμαστε δύο, παιδί μου. Θα ενώσουμε τις ιδιοφυίες μας και η λύση δεν θα μας ξεφύγει. Για λέγε, για λέγε...» Όσο πιο λιτά μπορούσα, της μίλησα για τα χθεσινά μου συναπαντήματα που αναστάτωσαν τη ζωή μου. Με άκουγε προσεκτικά. Δεν με διέκοψε ούτε μία φορά. Όταν τελείωσα και άλλο τίποτα δεν είχα να πω, μου είπε: «Μπορεί αυτή η ομοιότητα να μην είναι τίποτα άλλο από μια παραξενιά της φύσης. Δε θα είναι και η μόνη. Μπορεί όμως και να υπάρχει συγγένεια. Με τον πατέρα σου γνωρίστηκα στα τριάντα μου. Ξέρω κι εγώ; Μπορεί να είχε κάποιο δεσμό και από αυτόν να απέκτησε παιδί που και ο ίδιος να μην υποπτευόταν καν την ύπαρξή του. Μπορεί να μην το έμαθε ποτέ θέλω να πω. Μπορεί πάλι να συμβαίνει κάτι άλλο που δεν υποπτευόμαστε καθόλου. Άνθρωποι είμαστε με αδυναμίες... Μπορεί ακόμη και μετά τη δική μας γνωριμία και τον δεσμό μας να προέκυψε κάτι που αφού όμως αυτό δεν επηρέασε μήτε τη σχέση μας μήτε τη ζωή μας θα ήταν βλακεία μου να καθίσω τώρα να στενοχωρηθώ. Και πώς στην ευχή να του ζητήσω εξηγήσεις πια; Όπως μου λες το παλικάρι είναι Καναδός ε; Απ’ ό,τι ξέρω ο πατέρας σου δεν έχει πάει ποτέ προς τα ’κει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Η μάνα του παλικαριού μπορεί να είχε γνωριστεί μαζί του οπουδήποτε. Εδώ, αλλού. Παντού. Δεν είναι έτσι; Μπορεί ακόμη και η ίδια να μην ξέρει, να μη φαντάζεται, ότι το παιδί της έχει αίμα ελληνικό, αν η σχέση με τον πατέρα σου ήταν περαστική και ασήμαντη. Θέλω να πω, αν αμέσως μετά από αυτή τη σχέση είχε έναν σοβαρό δεσμό και η εγκυμοσύνη της να νόμιζε ότι ήταν από τη 333


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σχέση αυτή. Δεν σου λέω ότι δεν έχουμε πρόβλημα. Τις προάλλες διάβασα στο ίντερνετ για δυο νέους που παντρεύτηκαν και μετά έμαθαν ότι ήταν αδέλφια. Πράγμα τρομερό απ’ όποια πλευρά και αν το δεις. Ξέρουμε τις γενετικές ανωμαλίες που μπορεί να έχουν οι απόγονοι ενός τέτοιου ανίερου δεσμού. Να σου πω την αλήθεια δεν άντεχα να διαβάσω λεπτομέρειες, ούτε να τις ακούω δεν θέλω. Να όμως που μια παρόμοια ιστορία κτυπάει και τη δική μας πόρτα. Ας ελπίσουμε χωρίς δραματικές προεκτάσεις. Να τον πείσεις, παιδί μου, να κάνετε το τεστ DNA. Ξέρω κι εγώ; Και αν αποδειχτεί ότι υπάρχει συγγένεια, τότε προβαίνετε σε περαιτέρω έρευνες. Όπως οφείλετε να κάνετε. Δεν κινδυνεύετε εσείς βέβαια, αλλά τα παιδιά που θα κάνετε, στην περίπτωση που τα φέρει έτσι η μοίρα να συναντηθούν κάπου κάποτε, να αγαπηθούν και... Για πες μου, γιατρέ μου (μου είπε σοβαρά), μπορούμε να δούμε από το τεστ αν υπάρχει και η όποια δευτερεύουσας σημασίας συγγένεια; Ρωτάω, γιατί μην ξεχνάς ότι ο πατέρας σου έχει και δύο αδελφούς και δεν μπορώ βέβαια να γνωρίζω την ερωτική ζωή τους... Μη μου σκας, αγόρι μου. Απ’ όποια πλευρά και αν το δεις, το να έρθει στη ζωή σου ένα νέο συγγενικό πρόσωπο είναι υπέροχο...» Τώρα, είναι αυτή τη γυναίκα να μη την λατρεύεις; Φίλησα τη μάνα μου και έφυγα, φανερά ανακουφισμένος. Είχα συμμάχους στην υπόθεση με τον Καναδό. Με το που βγήκα από το σπίτι κτυπά το κινητό μου. «Έλα, βρε αγάπη μου. Σε παίρνω σπίτι σου, δεν απαντάς. Τι να υποθέσω πρωινιάτικα, για πες μου σε παρακαλώ; Πού βρίσκεσαι; Γιατί πήρες τους δρόμους από τα χαράματα; Συμβαίνει κάτι;» 334


η πόρτα στα δεξιά

«Αν συμβαίνει; Κι άλλο να συμβεί; Κι άλλο; Στης μάνας μου πήγα, θα σου πω σε λίγο. Πηγαίνω σπίτι. Θα σε πάρω από κει.» Μα τη Δήμητρα δεν την πήρα. Με το που κάθισα στην άκρη του κρεβατιού μου οι σειρήνες, οι παρατρεχάμενες του Μορφέα, με πήραν αγκαλιά και με κοίμισαν με έναν ύπνο βαθύ όπως κάνουν οι άτιμες πάντα. Και βρέθηκα να κοιμάμαι του καλού καιρού. Βόμβα να έπεφτε δίπλα μου, ναι μεν θα την ένιωθα, αλλά για να την άκουγα αμφιβάλλω... Κοιμόμουνα έτσι όπως ήμουνα, με τα ρούχα. Εδώ δεν θα άκουγα βόμβα και θα άκουγα το τηλέφωνο που κτυπούσε και πάλι; Ίσα ίσα που ο ρυθμικός του κτύπος ο μονότονος τικ τακ, τικ τακ, ηχούσε στο υποσυνείδητο σαν νανούρισμα. Με άλλα λόγια δεν άκουγα Χριστό. Η Δήμητρα, σε έξαλλη κατάσταση καταφθάνει σπίτι μου. Με βρίσκει να κοιμάμαι ξερός. Μου βγάζει τα παπούτσια και ούτε που τα κατάλαβα. Δεν σάλεψα καν, όπως μου είπε μετά. Πήρε τη μάνα μου τηλέφωνο. Εκείνη επιβεβαίωσε την επίσκεψή μου και μέσες άκρες της είπε τα καθέκαστα. Όταν η Δήμητρα της είπε το πώς με βρήκε να κοιμάμαι, ξερός και με τα ρούχα η μάνα της απάντησε: «Εγώ καλά το κατάλαβα ότι ο γιόκας μου δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Άφησέ τον, κορίτσι μου, να κοιμηθεί κάνα δυο ώρες και μετά τον συναντάτε τον Καναδό. Αλλιώς θα του μιλάνε οι άνθρωποι και αυτός θα κοιμάται όρθιος.» Όσο εγώ κοιμόμουνα με το λαρύγγι μου να βγάζει κάτι περίεργους βρυχηθμούς, το κορίτσι μου είχε την ευγενή καλοσύνη να βάλει σε μια τάξη τα πράγματά μου. 335


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Χαρτιά από εδώ, ποτήρια πάνω στο τραπέζι, κάτω από το τραπέζι, στο πάτωμα, παντού... Μπουρνούζια πεταμένα, βρώμικα πουκάμισα, ευτυχώς όχι σώβρακα για να γίνω ολωσδιόλου ρεζίλι στα μάτια της καλής μου. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί πώς αλήθεια μας αντέχουν οι γυναίκες μας. Και τα ζώα ακόμη φροντίζουν όσο τους κόβει το μυαλό που κουβαλάνε, να κρατούν τη φωλιά τους υποφερτά καθαρή. Δεν εξηγείται, είναι στο DNA μας. Είμαστε τα μόνα ίσως αρσενικά του ζωικού βασιλείου που πετυχαίνουμε αυτό το χάλι. Και να πεις ότι μας αρέσει; Αμ δεν μας αρέσει. Όπου αλλού δούμε ανακατωσούρα την καυτηριάζουμε, τη σχολιάζουμε παντού, όχι όμως και τη δική μας! Και επειδή φαίνεται ότι εγώ δεν το είχα σκοπό να ξυπνήσω, η Δήμητρα, με πόνο καρδιάς –καλά τώρα σιγά μη και το πίστεψα– όπως μου είπε μετά, με ξύπνησε. Είχαμε, λέει ραντεβού με τον Καναδό. «Ποιον Καναδό, μωρό μου;» «Α, καλά... Τρία πουλάκια κάθονται.» «Ναι, ναι βρε παιδί μου. Με τον Καναδό!» Ένα κρύο ντους και φύγαμε του σκοτωμού. Πήγαμε να φάμε στην Πλάκα. Μεταξύ τυριού και αχλαδίου ρωτώ τον Καναδό πόσων χρόνων είναι. Ώστε δύο χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ευτυχώς μάνα μου, το γλύτωσες το κέρατο του πατέρα. Το καντήλι στον τάφο του θα παραμείνει αναμμένο. Αστειεύομαι. Η μάνα μου σίγουρα θα τον συγχωρούσε αν είχε κάνει την κουτσουκέλα του. Για κείνη, οι νεκροί δεδικαίονται. Ναι καλά, τόσο πια υπεράνω; Δεν μπορεί να μην την πείραζε. Μεταξύ σοβαρού και αστείου του το πέταξα για το DNA. Διάβολε μπορεί να αποδείχτηκε ότι δεν ήταν δί336


η πόρτα στα δεξιά

δυμός μου, μα για αδερφό μου τον έκοβα 100%. Όταν λέμε ίδιοι, ίδιοι. Και σήμερα που τον βλέπω με το φως της ημέρας, χωρίς τους ατμούς του αλκοόλ να σκοτίζουν το μυαλό μου το έβλεπα, όπως το έβλεπαν όλοι. Σήμερα δε, που είχε ξυρίσει και τα γένια του δεν διαφέραμε σε τίποτα. Αν κοιταζόμασταν στον καθρέφτη δεν θα έπαιρνα όρκο για το ποιος είναι ποιος. Να πω όμως και την αλήθεια μου, το να δεχθώ ακόμη έναν αδερφό εκτός αυτών που ήξερα, το έβρισκα συναρπαστικό. Για χάρη του, ευχαρίστως να θυσίαζα τα πρωτοτόκια που μου ανήκαν μέχρι χθες βράδυ δικαιωματικά. Θα το έκανα ευχαρίστως λέω... Αστεία ή όχι ο Filip δέχθηκε να κάνουμε το τεστ. Μόλις που προλαβαίναμε. Σε τρεις ημέρες έπρεπε να φύγει λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων με τη δουλειά του. Θα ερχόταν ξανά σε έναν μήνα και θα παρέμενε για ένα τρίμηνο. Αυτό μου άρεσε σαν προοπτική. Εντωμεταξύ, έχοντας ειδοποιήσει τα αδέλφια μου τα περίμενα να έρθουν από στιγμή σε στιγμή. Έρχονται. «Γεια σου, αδερφούλη», λέει η αδερφή μου η Ελένη στον Filip και τον φιλάει θορυβωδώς. Ο αδελφός μου, βλέποντας εμένα, ψιθυρίζει ξέπνοα: «Ο Ιησούς Χριστός και οι 12 Απόστολοι. Ηλία;» και σωριάζεται σε μια καρέκλα. «Εγώ είμαι, αδερφέ μου, όχι αυτός που φίλησε η Ελένη μας». Η οποία Ελένη, στρεφόμενη σε μένα λέει «Κι εσύ ποιος είσαι;» «Έλα μου ντε» της απαντώ. Ένα θέατρο του παραλόγου. Ο καημένος ο Filip τα είχε εντελώς χαμένα. Δεν καταλάβαινε και τι λέγαμε, μα 337


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

από την παντομίμα μας έμπαινε στο νόημα στο περίπου. Δεν ήταν όμως το ίδιο. Το μισό από την παράσταση πήγαινε χαμένο! Όπως και να ’χει, αδερφός μου ή όχι, συγγενής εξ αίματος ή όχι, μια φάρσα της φύσης πες, να που εγώ απέκτησα έναν καινούριο κολλητό. Και όταν λέω “κολλητό” κυριολεκτώ. Πόσο πιο κολλητός να είναι δηλαδή κάποιος που είναι φτυστός εσύ; Άραγε σαν χαρακτήρες να μοιάζαμε καθόλου; Αυτό θα μας δοθεί η ευκαιρία να το μάθουμε σε έναν μήνα που θα μας ξαναέρθει. Και βέβαια, ο χαρακτήρας δεν είναι κάτι που μαθαίνεται εύκολα και γρήγορα, θέλει ψάξιμο πολύ. Θα δούμε, θα δούμε.

Ο Φίλιππος και η Κριστίν έχουν φύγει. Κρατώ στα χέρια μου τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ό,τι και να είναι θα του τηλεφωνήσω να του πω. Τι ώρα να είναι τώρα στον Καναδά; Άντε στην ευχή, τα χέρια μου τρέμουν. Ανοίγω τον φάκελο. Τα γράμματα χορεύουν. Όχι, όχι. Δεν είμαστε αδέρφια! Απολύτως καμία σχέση ούτε συν ούτε πλην, ούτε χρειάζεται να επαναλάβουμε το τεστ. Το αποτέλεσμα σαφές και τελεσίδικο. Να πω ότι χάρηκα; Ψέμα θα ήταν. Είχα βαυκαλιστεί με την ιδέα ενός αλλοδαπού μυστηριώδους αδερφού που μου ερχόταν από το πουθενά. Η φαντασία μου είχε οργιάσει τόσες ημέρες. Βέβαια, το γεγονός ότι εκτός από γιατρός είμαι και συγγραφέας έπαιξε και αυτό το ρόλο του στο καλπασμό τον φρενήρη της φαντασίας μου, σωστά; Τι σου είναι όμως και η φαντασία! Η δική μου αυτές τις ημέρες χόρευε από πεντοζάλη κρητικό, μέχρι πυρρί-

338


η πόρτα στα δεξιά

χιο ποντιακό και από σάμπα βραζιλιάνικη, μέχρι αμερικάνικο σουίνγκ αυθεντικό. Το ερώτημα που με καίει είναι, θα θελήσει ο Φίλιππος να κρατήσουμε μια φιλία έστω; Σε έναν μήνα που θα είναι εδώ θα το ξέρουμε και αυτό. Και ο καιρός κυλούσε. Με τη Δήμητρα αποφασίσαμε να κάνουμε γάμο πολιτικό κατ’ αρχήν και μόλις ηρεμούσαμε και νιώθαμε και έτοιμοι θα κάναμε και το θρησκευτικό. Σε ένα εξωκλήσι με τους δικούς μας ανθρώπους μόνο. Να παντρευτούμε σαν καλοί Χριστιανοί χωρίς τυμπανοκρουσίες, κόσμο πολύ, φασαρίες, νυφικά και κυρίως έξοδα τρελά εν καιρώ κρίσης. Στηνόμαστε λοιπόν μπροστά στον Αντιδήμαρχο και αρχίζει μια πράγματι ανιαρή, άνοστη διαδικασία. Έχει μωρέ γούστο ένας γάμος χωρίς νυφικά, πέπλα και “η δε γυνή ίνα φοβείται τον άνδρα”; Χωρίς “Ησαΐα χόρευε”, κουφέτα στο δόξα πατρί του γαμπρού από “φίλους” που κατέχουν καλά σκοποβολή, από “να ζήσετε” και ματς μουτς και τα ρέστα; Εμ δεν έχει. Κάποια στιγμή ο Αντιδήμαρχος λέει «Αν κάποιος έχει αντίρρηση για το γάμο τούτο να ομιλήσει τώρα, αλλιώς να σιωπήσει δια παντός», πάνω κάτω αυτά ήταν τα λόγια του, δεν τα θυμάμαι επακριβώς. Και ακούγεται μέσα στην αίθουσα του Δημαρχιακού Μεγάρου μια στεντόρεια φωνή που έβγαινε θαρρείς κατ’ ευθείαν από το στόμα του εξαποδώ. «STOP. Ο άντρας αυτός είναι ήδη παντρεμένος. Ο γάμος τούτος δεν μπορεί να γίνει, διότι εκτός του ότι θα θεωρηθεί άκυρος θα έχει και ποινικές επιπτώσεις.» Η μεν Δήμητρα λιποθυμάει και εγώ κόκκινος σαν τα άλικα τριαντάφυλλα που είχα προσφέρει στη νύφη και που 339


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τώρα, έτσι όπως ήταν σκορπισμένα μπροστά της, ένα από αυτά ήρθε και κάθισε στο στήθος της σαν αιμάτινος λεκές από την τραυματισμένη καρδούλα της. Ο αδελφός μου (σημ. ο πραγματικός) που ήταν και κουμπάρος μας, ορμάει και πιάνει τον κανάγια από το λαιμό και του λέει σε άπταιστη αργκό. «Θα σε σκοτώσω, μαλάκα. Τι λες ρε, που ο διάολος να σε πάρει;» «Αυτό που λέω. Τον ξέρω καλά τον γαμπρό, δουλεύουμε μαζί στην ίδια εταιρεία. Βέβαια, αυτός είναι μηχανικός και...» «Για, μια στιγμή, για μια στιγμή», βρήκα εγώ τη φωνή μου, καθώς έβλεπα το κορίτσι μου να συνέρχεται σιγά σιγά. «Εγώ είμαι γιατρός, όχι μηχανικός. Αυτός που λες λέγεται μήπως Filip Maller;» «Α, γεια σου. Να που θυμήθηκες το πραγματικό σου όνομα, απατεώνα...» Του έδωσα μια τέτοια γροθιά που βρέθηκε στην άλλη άκρη της αίθουσας του θρόνου, ανταποδίδοντας το στραπάτσο που υπέστη η καλή μου δυο λεπτά πριν. «Κύριε Αντιδήμαρχε, πιάστε το από κει που το αφήσατε ή και αρχίστε από την αρχή αν δεν βαριέστε. Και αν εγώ είμαι δίγαμος δική μου η ενοχή, δική μου και η φυλακή. Πρόκειται για τον σωσία μου, κύριε Αντιδήμαρχε, τον κύριο Filip Maller τον οποίο γνωρίζει ο έντιμος τούτος κύριος και που τούτη τη στιγμή βρίσκεται στον Καναδά.» Ο γάμος συνεχίστηκε κανονικά. «Άκου, Φίλιππε, είτε εσύ είτε εγώ επείγει να αλλάξουμε

340


η πόρτα στα δεξιά

κάτι επάνω μας, ίσως το χρώμα των μαλλιών μας ή δυο τρεις μικροπλαστικές να τις χρειαστούμε για να αποφύγουμε μελλοντικές παρεξηγήσεις, σαν αυτή που είχα στο γάμο μου», του είπα στο τηλέφωνο που τον πήρα στο Κάναντα την ίδια εκείνη ημέρα. Εδραιώθηκε δε η απόφαση τόσο της Δήμητρας όσο και η δική μου τον θρησκευτικό μας γάμο όταν έρθει η στιγμή, να τον κάνουμε entre nous, ή επί το ελληνικότερον “κεκλεισμένων των θυρών” ή ακόμη ακριβέστερα “μεταξύ μας”. Δεν ξέρει ποτέ κανείς...

341


Π

Τα διαμάντια

ριν μόλις λίγα χρόνια μία άδεια ταξί απαιτούσε για την απόκτησή της εκτός ενός σοβαρότατου χρηματικού ποσού να έχεις και έναν “μπάρμπα” όχι στην Κορώνη, μα μέσα εκεί στο αρμόδιο Υπουργείο να σου προωθήσει το αίτημά σου αυτό. Ήταν τόσο κλειστό το επάγγελμα που άνοιγε μια μικρή χαραμάδα για σένα, μόνο με τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Παραδάκι και ρουσφετάκι δυνατό. Ο κατέχων δε ένα τέτοιο όχημα και μια τέτοια άδεια, θεωρείτο ένας εύπορος επαγγελματίας αυτοκινητιστής, ο οποίος όχι σπάνια, διέθετε περισσότερες της μιας τοιούτων αδειών και το πορτοφόλι του πάντοτε παχυλό για το οποίο φρόντιζαν οι άνθρωποι που είχε στη δούλεψή του οι ταξιτζήδες, που και αυτών ο μισθός δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητος. Πάντρευες ας πούμε τη θυγατέρα σου επί εποχής που ο άγραφος θεσμός της προίκας τελούσε σε ισχύ και έλεγες: “Σου δίνω γαμπρέ το κορίτσι μου με τα προικιά του, τα κεντήματά του, τις φλοκάτες του και τα πετσετικά του και καπάκι μισή άδεια ταξί. Τι λες είναι καλά;’’ Και ο γαμπρός, αν δεν ήταν της σχολής του λεγόμενου “προικοθήρα” έμενε σχετικά ικανοποιημένος. Όλα αυτά πριν μόλις λίγα χρόνια. Μα τώρα με την σχεδόν απελευθέρωση του επαγγέλματος, ένας ταξιτζής είτε ιδιοκτήτης είτε με μισθωμένο όχημα δεν είναι παρά ένα μικρός μεροκαματιάρης, που περιμένει με τις ώρες

342


η πόρτα στα δεξιά

στο ποτάμι το κίτρινο της πιάτσας τη σειρά του για τον πελάτη επιβάτη του. Και να πεις ότι έτσι και έρθει η σειρά του πάει και έβγαλε ένα καλό μέρος του μεροκάματου; Αμ δε. Μέχρι το παρακάτω στενό θα πάει τη γριά που του κτυπάει το τζάμι να την πάει στο ΙΚΑ της γειτονιάς. Που σημαίνει, με το σήκωμα της σημαίας τριάμισι ευρώ όλα κι όλα. Και μετά θα στηθεί πάλι στην κίτρινη ουρά να περιμένει ξανά. Αν καθ’ οδόν προς την πιάτσα συναντήσει πελάτη στον οποίο ακόμη και με το φως της ημέρας αναβοσβήνει τα φώτα του εν είδει ικετευτικού καλέσματος ένα πράγμα και του κάτσει, ε, θεωρεί τον εαυτό του τυχερό. Κατάντια, κατάντια μα την αλήθεια. Το ταξί πια από είδος εν ανεπαρκεία που ήταν κάποτε, είναι το ίδιο επαρκές με το λεωφορείο, μη σου πω και πιο επαρκές από αυτό ακόμη. Υπάρχει πια πιάτσα που να μην καταλαμβάνει όλη την άκρη του δρόμου; Όχι δεν υπάρχει. Με ένα κατοστάρι χιλιάδες ευρώ (μπορεί και καθόλου πια δεν ξέρω), η άδεια είναι στην τσέπη σου και εν μια νυκτί γίνεται το όνειρο του παρελθόντος σου πραγματικότητα. “Αυτοκινητιστής”. Έχεις πουλήσει γι’ αυτό το χωραφάκι που είχες στο χωριό, μαζί και το αμπελάκι σου. Με τη διαφορά ότι εκεί που το χωραφάκι και το αμπελάκι σού εξασφάλιζαν κουτσά στραβά το ψωμάκι και το κρασάκι σου, τώρα σου βγαίνει το λάδι για να φας ένα φαγάκι όντας αυτοκινητιστής (αν δεν είναι υπερβολικός ένας φίλος ταξιτζής που μου έλεγε τις προάλλες το πικρό του παράπονο). Βρε, πώς άλλαξαν οι καιροί. Και να πεις ότι το μετάνιωσε; Όχι, δεν το μετάνιωσε λέει και ονειρεύεται καλύτερες ημέρες όπως και όλοι μας. Και εντωμεταξύ για να 343


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μη ξεχνιόμαστε κατεβαίνει και σε μια απεργία, φωνάζει με πάθος, ωρύεται, μα ποιον να απειλήσει μου λες; Παρά μόνον τη γριά που δεν θα έχει ποιον να την πάει μέχρι το ΙΚΑ. Και ναι, αυτήν την κάνει θανάσιμο εχθρό του όπως και τα τέκνα της που είναι τώρα αναγκασμένα να την τρέχουν εκείνα στο ΙΚΑ γιατί για να πάει με τα πόδια πια είναι αδύνατον. Αυτά σκεπτόταν ο κυρ-Μάνθος καπνίζοντας αρειμανίως το ένα τσιγάρο πάνω στ’ άλλο περιμένοντας τη σειρά του στην ουρά. Κόντευε δύο η ώρα και σεφτέ ακόμη δεν είχε κάνει γιατί για να θεωρηθεί “σεφτές” το τρίφραγκο μιας κοντινής διαδρομής δεν το λες. Άσε που είχε λουστεί την απερίγραπτη γκρίνια του πελάτη που “ενώ ο γιατρός του είχε απαγορεύσει και την μυρουδιά καπνού ήταν τώρα αναγκασμένος να εισπνέει την τσιγαρίλα που του επέβαλε ο ασυνείδητος οδηγός” και μπουρ μπουρ και ξανά μανά μπουρ μπουρ. Και ο ταξιτζής που γνωρίζει καλά τον γέροντα γκρινιάρη γνωρίζει επίσης ότι στο σπίτι αντέχει και παραντέχει τη μυρωδιά και τον καπνό του τσιμπουκιού του ναυτικού γαμπρού του με κλειστά παράθυρα. Αλλά όχι, ο καπνός εκείνος αν μη τι άλλο μυρίζει και ωραία και πώς να εναντιωθείς; Μα και άσχημα να μύριζε θα διαμαρτυρόσουν, αγαπητέ επιβάτη; Αλλά ο ταξιτζής βλέπεις δεν είναι γαμπρός σου. Είναι ένας άνθρωπος του χεριού σου που με 3.50 ευρώ τον κατσαδιάζεις και βγάζεις πάνω του τ’ απωθημένα σου που σε βαραίνουν. Στις κακές του σήμερα και με το δίκιο του ο κυρ-Μάνθος. Και έτσι, προφασιζόμενος ένα οικογενειακό του πρόβλημα, φεύγει από τη βαρετή πιάτσα. Αισθάνεται την ανάγκη να εισπνεύσει “ελεύθερο” αέρα, γιατί για να τον πει καθαρό δεν παίζει με το τσιγάρο κολλημένο στο 344


η πόρτα στα δεξιά

στόμα του, χωρίς ν’ ακούει για λίγο έστω, τη διαμαρτυρία κανενός. Έπιασε και ένα ψιλόβροχο και κατά πώς τον κόβει τον καιρό σε λίγο θα ρίχνει cats and dogs όπως λέει η αγγλομαθής κορούλα του. Από μακριά διακρίνει μιαν ομπρέλα να του κάνει σινιάλο κλήσης αντί του προτεταμένου χεριού ως είθισται. Μια ομπρέλα όσο να’ ναι πιο ορατή από κάποια απόσταση με την ομίχλη που κι αυτή έκανε την ατμόσφαιρα πιο πυκνή. «Δόξα σοι ο Θεός», μουρμουρίζει μεγαλόφωνα, «το πιάτο μας το φαγητό θα το φάμε και σήμερα.» «Για πού, κύριος;» «Πες πρώτα μια καλημέρα, άνθρωπέ μου, και ας την κι ας πέσει χάμω. Μη μου το χαλάς πάνω που έλεγα ότι από ευγένεια σκίζετε τον τελευταίο καιρό με τα νέα ήθη και έθιμα που ενέσκηψαν στον κλάδο σας.» «Δίκιο έχεις, κύριε. Βλέπεις βιάστηκα να δω αν το φαγητό που σκεπτόμουνα πριν εσύ μπεις στο μαγαζί μου, θα είναι αρκετό ή λίγο και...» «Για τι φαγητό μιλάς, βρε άνθρωπε; Ανέφερα εγώ τίποτα για μάσες και δεν το θυμάμαι;» «Καλά ας το. Στον εαυτό μου μιλούσα με ανοικτή ακρόαση. Λοιπόν, για πού με το καλό;» «Ανάβυσσο αν δεν έχεις αντίρρηση». «Ωραία, Το φαγητό ικανοποιητικό. Και μη με ρωτήσεις ποιο φαγητό. Μόνος μου μιλώ». «Καλά, όταν είναι να απευθυνθείς σε μένα ξεκαθάρισέ το μου για να γίνει ένας πιο νορμάλ διάλογος, γιατί τούτον εδώ δεν ξέρω πώς να τον χαρακτηρίσω.» Εντωμεταξύ, τα cats and dogs που λέγαμε να έχουν γίνει “καρεκλοπόδαρα” ελληνιστί, οι δρόμοι να έχουν μετα345


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τραπεί σε ποτάμια και από τη μια η βροχή και από την άλλη η ομίχλη, να έχουν ελαττώσει την ορατότητα στο ένα μέτρο και πολύ λέω. «Κύριος, μήπως θα έπρεπε να σταματήσουμε για πολύ λίγο να αφήσουμε να περάσει το μπουρίνι μη και σκοτωθούμε, τι λες;» «Λέω να κόψεις τη φλυαρία και να οδηγείς προσεκτικά, άντε γιατί βιάζομαι.» «Και δεν μου λες, αφεντικό, αν πάθουμε κανέναν κάζο ποιος θα πληρώσει τη νύφη;» «Μη νοιάζεσαι, φίλε. Πήγαινε εσύ κι εγώ είμαι εδώ.» «Α, εντάξει τότε. Οι γιατροί όλοι φίλοι μας ε; Ντάξει. Για πεθαμενατζήδες και νεκροταφεία δεν ρωτώ θα μεριμνήσει η ασφάλειά μου μπρ μπρ μπρ...» Έτσι μόνοι αυτοί με την καταιγίδα στο οδόστρωμα και την άκρα σιωπή μέσα στο όχημα πορεύονταν. Ήταν που ήταν επικίνδυνη η οδήγηση με το ακραίο καιρικό φαινόμενο, μην αφαιρεθούν κιόλας με μια κουβέντα έστω και αν ήταν πολιτισμένη και δώσουν ανέλπιστη πελατεία στους πεθαμενατζήδες που λέγαμε... Με τα πολλά φθάνουν στην Ανάβυσσο. Μόλις ο κυρΜάνθος σταματά, βγάζει από το ντουλαπάκι δίπλα του μια τεράστια διαφανή νάιλον σακούλα από αυτές που βάζουμε τα κοστούμια και την δίνει στον επιβάτη λέγοντας: «Φόρεσέ την, κύριος. Γλύτωσες από το τρακάρισμα που δεν έγινε, μην πας και από πνευμονία. Σ’ αυτό το σπίτι θα μπεις είπες; Τρία μέτρα όλα κι όλα, μα έως ότου μπεις θα έχεις γίνει Ντόναλντ Ντακ, κοινώς παπί.» Πληρώθηκε ο ταξιτζής και με το παραπάνω από τον γενναιόδωρο πελάτη και ξεκίνησε με σκοπό αυτός να εφαρμόσει την παραίνεση στην οποία δεν υπάκουσε ο επι346


η πόρτα στα δεξιά

βάτης. Να σταματήσει δηλαδή για λίγο, περιμένοντας να κοπάσει το κακό που δεν έλεγε να καλμάρει. Αφηρημένα κοιτάζει από το καθρεφτάκι του και έκπληκτος διακρίνει τον επιβάτη του σκεπασμένο με την κουκούλα να διασχίζει κάθετα τον ποταμίσιο δρόμο και να εξαφανίζεται σε ένα στενό δρομάκι. «Κοίταξέ τον, τον μα...» μουρμούρισε, «τον τρώει το κεφάλι του για πνευμονία. Τι να σου κάνει μια νάιλον σακούλα, μωρέ; Αλλά τι ρωτώ και ποιον; Ελεύθερος είναι ο καθένας και τρελός να είναι και να το παίζει τρελός.» Με το μπουρίνι πια να έχει εμφανώς υποχωρήσει, ο κυρ-Μάνθος παίρνει τον δρόμο της επιστροφής προσδοκώντας να βρει και άλλον πελάτη. Όπερ και εγένετο. «Για πού, κύριος;» «Κέντρο παρακαλώ. Αλλά πού ’σαι, φίλε, γιατί αφήνεις τα πράγματά σου στα πίσω καθίσματα; Πάρε το κοντά σου μη και το χάσεις». Και δίνει στον ταξιτζή ένα μικρό πακετάκι σε μέγεθος όσο ένα παλιό κουτί τσιγάρων κασετίνα ή λίγο μεγαλύτερο τέλος πάντων. Εκείνος το πήρε ευχαριστώντας τον πελάτη, σίγουρος ων ότι αυτό δεν ανήκε στην γριά που πήγε στο ΙΚΑ, αλλά στον γενναιόδωρο όσο και παράξενο τελικά επιβάτη της Αναβύσσου. Για να γυρίσει πίσω να του το δώσει, αδύνατον και ανεπίτρεπτο. Είχε καθήκον να πάει τον καινούριο πελάτη στον προορισμό του. Αυτόν όφειλε να εξυπηρετήσει πρώτα. Μετά αμέσως, θα πήγαινε να παραδώσει το πακέτο στην αρμόδια υπηρεσία τους. Και αν μέσα στο πακέτο υπήρχαν στοιχεία του κατόχου θα ειδοποιείτο είτε τηλεφωνικώς είτε με όποιον άλλον τρόπο ήταν εφικτός για να το παραλάβει. Αλλά σε παρόμοιες περιπτώσεις ο ίδιος ο αφηρημένος πελάτης φρον347


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τίζει να επικοινωνήσει με το γραφείο το αρμόδιο. Το έργο του ταξιτζή τελείωνε με την παράδοσή του. Με αυτές τις σκέψεις ησύχασε ο κυρ-Μάνθος. Στο κέντρο εντωμεταξύ δεν είχε πέσει σταγόνα βροχής. Αφήνει τον πελάτη κάπου στο Σύνταγμα και ο ίδιος σταθμεύει λίγο στο Ζάππειο να απολαύσει μια στιγμή ανάπαυλας. Παίρνει το πακετάκι και το κουνά κοντά στο αυτί του. Από μέσα ακούγεται ένας ήχος γνώριμος, κάτι σαν γκλιν γκλιν. Γνώριμος και αγαπημένος. Ήταν το πάθος του κυρ-Μάνθου οι γκαζές οι γυάλινες. Θυμήθηκε τα νιάτα του. Είχε τρέλα με δαύτες. Είχε σπίτι του μια τεράστια συλλογή, δηλαδή όχι ακριβώς στο σπίτι του, αλλά στα σπίτια των δύο του γιών. Σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν είχε ταξιδέψει φρόντιζε να εμπλουτίζει τον μικρό του, όπως έλεγε θησαυρό με καινούρια σχέδια, χρώματα και μεγέθη. Τις τοποθετούσε σε διαφανή γυάλινα βάζα ανά κατηγορίες μεγεθών και στόλιζαν έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο των σπιτιών των παιδιών του. Φαίνεται ότι και αυτά είχαν κληρονομήσει μέρος του πατρικού πάθους γιατί τις φρόντιζαν και τις πρόσεχαν σαν τα μάτια τους που λένε. Όντας σχεδόν σίγουρος για το περιεχόμενο του κουτιού (ό,τι θέλει ο καθένας ονειρεύεται), δεν άντεξε στον πειρασμό και άνοιξε το πακετάκι να θαυμάσει αυτές τις γυάλινες ομορφιές που κατά τα φαινόμενα ήταν και άλλου ανθρώπου το πάθος. Ανοίγει το πακέτο, μα και το στόμα του, στοίχημα, δεν θα το έκλεισε παρά μετά από πολλή πολλή ώρα. Το πακέτο ήταν γεμάτο από κάτι μικρούτσικα γυαλάκια διαφόρων μεγεθών και σχημάτων. Η πρώτη σκέψη του έκπληκτου ταξιτζή ήταν ότι κάποιο πολύτιμο κρύσταλλο έσπασε ο παράξενος ταξιδιώτης και μάζεψε τα θραύσματα 348


η πόρτα στα δεξιά

καθαρίζοντας τον χώρο του ατυχήματος σαν καλός νοικοκύρης. Αλλά πάλι σκέφτηκε, θα φρόντιζε με τόση επιμέλεια να πακετάρει τα σκουπίδια; Δεν έστεκε σαν συλλογισμός. Παρατηρώντας τα θραύσματα καλύτερα διαπίστωσε ότι άλλα απ’ αυτά ήταν επίπεδα και άλλα από την μία μεριά κωνικά και από την άλλη πολυεπίπεδα. «Έλα, Χριστέ μου, και όλοι σου οι φίλοι Απόστολοι», αναφώνησε γεμάτος δέος. «Μα αυτά είναι διαμάντια και μπριγιάν!!!», όπως δε τα υπολόγιζε, θα ήταν καμιά πεντακοσαριά από δαύτα μέσα στο μαγικό κουτί, που πιο μαγικό δεν μπορούσε να είναι. Σκέφτηκε «αν κρατήσω όχι πολλά, αλλά μόνο καμιά εικοσαριά ή τριανταριά λύνω το οικονομικό πρόβλημα το δικό μου και των παιδιών μου για χρόνια και χρόνια. Κανείς δεν θα αντιληφθεί την απουσία τους μέσα σ’ αυτό το πλήθος. Αλλά και πάλι να έχω μπλεξίματα με μαφίες και Κόζα Νόστρες, γιατί σε κάτι τέτοιους παραπέμπει ο θησαυρός σίγουρα. Το θέμα είναι ότι είτε πάρω λίγα διαμάντια είτε δεν πάρω καθόλου, ποιος είναι εκείνος που θα πιστέψει ότι ήμουνα τόσο μα... που δεν έβαλα το δάκτυλό μου στο μέλι να πάρω λίγη έστω γλύκα; Σαν να λέμε δηλαδή την έχω βάψει και όσο γρηγορότερα τα ξεφορτωθώ τόσο το καλύτερο γιατί ήδη ο παράξενος ταξιδιώτης θα ψάχνει να με βρει παρέα με κανέναν στρατό από φουσκωτούς φρουρούς. Σίγουρα πάντως από υπηρεσία σε υπηρεσία που θα ταξιδέψει το πακέτο για να φτάσει στον ιδιοκτήτη του χωρίς να του λείψει κανένα πόδι κανένα χέρι (τι λέει ο Χριστιανός) αποκλείεται. Αν όμως πρόκειται για θησαυρό που ανήκει σε κάποιον Νονό τι λες, θα κάνει ο τύπος την εμφάνισή του να το παραλάβει; Δεν θα έχει ήδη μεριμνήσει να σε αναζητήσει, κυρ-Μάνθο, πριν 349


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κάπου το παραδώσεις ή ακόμη πριν το οικειοποιηθείς; Άρα; Άρα τι άνθρωπέ μου; Δεν το βλέπεις ότι ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΕ ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΚΙΝΔΥΝΟ;» Είπε δυνατά και συλλαβιστά στον εαυτό του όπως συνήθιζε συχνά πυκνά να κάνει. «Ε, αν τώρα αυτό δεν λέγεται ατυχία, πώς λέγεται; Μπορεί να μας πει κανείς; Με τέτοιο θησαυρό στα χέρια μου που άλλος κανείς άνθρωπος πέραν του Αναβυσσιώτη και της Μαφίας δεν θα ’χει πιάσει στη ζήση του όλη, να νιώθω φτωχός, δυστυχισμένος, ανήμπορος και πιθανόν ετοιμοθάνατος; Σε λίγο η Κόζα Νόστρα της Σικελίας θα με κάνει κομματάκια σαν κι ετούτα τα γυαλάκια. Με τη διαφορά πως τα δικά μου τα κομματάκια θα τα φάνε τα σκυλιά, ενώ το καθένα απ’ αυτά κοστίζει όσο τα μεροκάματά μου μιας χρονιάς και λίγα λέω!» Μ’ αυτές τις δυσοίωνες σκέψεις, ο κυρ-Μάνθος κάνει μια μηχανική κίνηση ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο με σκοπό να προσγειωθεί στα ανθρώπινα και φυσιολογικά, ακούγοντας λίγη μουσική ή ακόμη και έναν κάποιον εκφωνητή να μιλά για πολέμους, για κάτι γήινο τέλος πάντων. Γιατί το κουτάκι τούτο το μικρό μη μας πει κανείς ότι ήταν γήινο! Ούτε ο Πασάς των Ιωαννίνων είχε ποτέ αντικρίσει τέτοιο θησαυρό στη ζωή του. Ξάφνου είχε την αίσθηση ότι βρέθηκε σε μια παγωμένη έρημο που αντί για καυτή άμμο ήταν σπαρμένη με μυτερά παγωμένα κρυστάλλινα καρφιά που του τρυπούσαν το κορμί και ιδιαίτερα το κεφάλι. Γιατί με το που άνοιξε το ραδιόφωνο ακούει: «Εδώ κέντρο τάδε. Παρακαλείται ο συνάδελφος ταξιτζής το όνομα του οποίου ακόμη δεν γνωρίζουμε, που μετέφερε έναν επιβάτη στην Ανάβυσσο πριν περίπου δύο 350


η πόρτα στα δεξιά

ώρες να επικοινωνήσει πάραυτα με το κέντρο μας. Ο πελάτης λέει ότι γνωρίζεστε και ότι αφήσατε σε εκκρεμότητα ένα πολύ σοβαρό θέμα. Δεν μας είπε βέβαια ποιο είναι αυτό. Δεν αφορά παρά εσένα συνάδελφε κι εκείνον όπως μας είπε. Τώρα ακούγεται λίγο κουφό να λέει πως γνωρίζεστε αλλά δεν ξέρει το όνομά σου. Ας είναι. Σε λίγο θα επαναλάβουμε το μήνυμα. Αν μας ακούει ο συνάδελφος ας επικοινωνήσει είτε μαζί μας είτε με τον επιβάτη αν έχει τηλέφωνό του... Μας ακουγόταν πολύ ανήσυχος πρέπει να πούμε...» Ο κυρ-Μάνθος δεν μπόρεσε ν’ ακούσει περισσότερα. Όλα μαύρισαν μπροστά του έχασε τις αισθήσεις του πέφτοντας πάνω στο τιμόνι. Η κόρνα του άρχισε να κτυπά δαιμονισμένα και κόσμος άρχισε να μαζεύεται να δει τι συμβαίνει. Μα το παράθυρό του ο κυρ-Μάνθος είχε φροντίσει να το κλείσει αεροστεγώς για το φόβο των Ιουδαίων και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ξέρουν κατά πόσον τα πράγματα ήταν σοβαρά ή όχι, για να ειδοποιηθεί το 100 το 200 ή όποιο άλλο αστυνομικό νούμερο γνώριζαν τέλος πάντων. Θέλεις όμως γιατί η κόρνα τσίριζε δαιμονισμένα σαν να ήταν μέσα στο αυτί του, θες γιατί η λιποθυμία δεν ήταν σοβαρή, ο ταξιτζής άρχισε να κινείται συνερχόμενος. Ο κόσμος κουνούσε το κεφάλι του νευριασμένος, νομίζοντας ότι ο οδηγός ήταν είτε μεθυσμένος είτε νυσταγμένος. Εισέπραξε αρκετές βρισιές καθώς και δυο τρεις μούντζες μέχρις ότου έφυγαν άπαντες βρίζοντας ακόμα. Και το πήρε απόφαση. Σε 5-6 λεπτά βρισκόταν στην ΓΑΔΑ ζητώντας από τον Αστυνομικό Υπηρεσίας που του υπέδειξαν να ομιλήσει με τον αρχηγό αυτοπροσώπως. Ο αστυνομικός, τον κοίταξε αγριεμένος μεν, αλλά βλέπον351


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τας ως φαίνεται κάτι στο πρόσωπο του κυρ-Μάνθου που τον ανησύχησε, έσπευσε να εκτελέσει την επιθυμία του. «Δεν ξέρεις καμιά φορά τι μπορεί άλλο να συμβαίνει πέραν των μύθων που ξεστομίζουν βλαμμένοι πολίτες», ίσως να σκέφτηκε το όργανο! Και έρχεται ο Αρχηγός και ακούει έκπληκτος τον ανθρωπάκο να του ζητά να παρευρίσκεται στην κουβέντα ο εισαγγελέας. Η αγωνία στο βλέμμα του ήταν πιο εύγλωττη από τα λόγια του γι’ αυτό και έσπευσε ο ανώτατος αστυνόμος να εκτελέσει και αυτή την παράκληση του ανθρώπου. Άντε και να δούμε τι άλλο θα τους ζητούσε ακόμη. Το έβλεπε και ο κυρ-Μάνθος ότι όσο πήγαινε δυσκόλευε την κατάσταση αλλά καλύτερα δύσκολα τα πράγματα και ζωντανός παρά εύκολα και τέζα. Οι τρεις τους λοιπόν. Και κατάπληκτοι μα και ολίγον επιφυλακτικοί. Τον ακούν να τους μιλά μπερδεμένα στην αρχή αλλά όλο και πιο στρωτά στη συνέχεια, για θησαυρούς αμύθητους και διαμαντικά, σε μιαν εποχή που η Ελλάδα στέναζε από την οικονομική της ένδεια. Μόνον όταν τους έδειξε τα διαμάντια πείστηκαν οι άνθρωποι. Μα το θέμα τους ξεπερνούσε. Έστειλαν επείγον σήμα να έρθει επειγόντως στη ΓΑΔΑ ο φυσικός τους προϊστάμενος, ο αξιότιμος Υπουργός Δημοσίας Τάξεως. Επειδή όμως και γι’ αυτόν τα πράγματα ήταν στριμόκωλα οι τρεις ανώτατοι λειτουργοί του κράτους παρέα με τον φουκαριάρη τον κυρ-Μάνθο που τον κάλυψαν με ένα περίεργο καμουφλάζ, φεύγουν του σκοτωμού για το Μαξίμου με τις κόρνες των οχημάτων να ουρλιάζουν όπως ακριβώς ούρλιαζαν από μέσα τους και οι τέσσερις Έλληνες πολίτες, τόσον οι σπουδαίοι όσο και ο ταπεινός. 352


η πόρτα στα δεξιά

Μετά από μια σύντομη σύσκεψη στην οποία δεν παρευρέθη ο κυρ-Μάνθος όπως ήταν λογικό, σαν πρώτη κίνηση του Πρωθυπουργού και των άλλων λειτουργών του Κράτους ήταν να στείλουν ένα τυπικό δήθεν σήμα στη Διεύθυνση των ταξί με την εντολή να αναγγελθεί αμέσως από ραδιοφώνου το εξής: «Ειδοποιείται και παρακαλείται ο αξιότιμος επιβάτης τον οποίο ένας εκ των συναδέλφων μας αποβίβασε πριν τρεις περίπου ώρες κάπου στην Ανάβυσσο να περάσει από τη ΓΑΔΑ για να παραλάβει δεματίδιο το οποίο αφηρημένος ων άφησε μέσα στο ταξί που τον μετέφερε. Λυπόμαστε πολύ αλλά η δική μας υπηρεσία δεν ήταν δυνατόν να εξυπηρετήσει τον αγαπητό μας πελάτη λόγω ολιγόωρης στάσης εργασίας που έχει κηρύξει ο κλάδος μας. Γι’ αυτό και παραπέμψαμε το θέμα στην Διεύθυνση της Αστυνομίας ως καθ’ ύλην αρμόδιας επί τοιούτων θεμάτων. Ευχαριστούμε τον ευσυνείδητο συνάδελφό μας για την παράδοση του πακέτου που ο ίδιος έκανε στην Αστυνομική Διεύθυνση σε βάρος του χρόνου δουλειάς του. Ελπίζουμε στην κατανόησή του. Ο κλάδος μας περνάει δύσκολες ώρες. Το σήμα θα αναγγελθεί ακόμη δύο φορές. Ευχαριστούμε. OVER.» Και βέβαια, από τη στιγμή αυτή και μετά οι κινήσεις των αρμοδίων υπήρξαν κεραυνοβόλες. Σήμανε κόκκινος συναγερμός. Ηλίου φαεινότερο ότι εδώ παιζόταν πολύ χοντρό παιχνίδι. Μπορεί ναρκωτικά, εμπόριο όπλων, εμπόριο λευκής σαρκός και ο κατάλογος τελειωμό δεν έχει. Τα διαμάντια ναι μεν πανέμορφα, μα όχι με την καλή έννοια του επιθέτου. Υπάρχει δηλαδή και κακή έννοια της ομορφιάς; Αν υπάρχει λέει! Έστειλαν τον κυρ-Μάνθο να πάει στη δουλίτσα του με 353


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

2-3 άντρες της αντιτρομοκρατικής να τον προστατεύουν διακριτικά καλού και κακού, χωρίς ούτε ο ίδιος να το ξέρει. Ο οποίος “ίδιος”, φανερά ανακουφισμένος, συνέχισε τη βάρδια του προς ανεύρεση καινούριου πελάτη, ελπίζοντας όχι σε απολεσθέντες θησαυρούς αλλά σε μια ικανοποιητική κούρσα. Γι’ αυτόν ο μόνος θησαυρός που είχε αξία χωρίς Μαφίες και λοιπά τέτοια φρούτα ήταν η οικογένειά του. Τα διαμάντια τον άφηναν τελικά παντελώς αδιάφορο και ας τον πείτε και μα...

354


Έ

Μίλτος ο ταξιτζής

να ποτάμι κίτρινο λαμπερό και πεντακάθαρο, που καμιά σύγκριση δεν επιδέχεται με... τον Ινδό ποταμό, που ναι μεν κίτρινος, αλλά παμβρώμικος! Ένας ποταμός που πηγάζει κάπου εκεί έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας μου και εκβάλλει κάπου μακριά στο τέλος του ατέλειωτου δρόμου, όπου συναντά τη θάλασσα! Είναι η πιάτσα των ταξί, που με διπλό άραγμα καταλαμβάνει το μισό πλάτος του οδοστρώματος. Είναι πρωί και για να πας στη δουλειά σου είναι ευκολότερο να μπεις σε ένα ταξί, από το να περιμένεις το ασανσέρ να κατέβει από τον έβδομο όροφο όπου μετακομίζουν, για να σε ανεβάσει στο δικό σου διαμέρισμα. Σκέφτομαι: Αν κάποιος ξενιτεμένος ερχόταν στην Ελλάδα μετά από μόλις 2-3 χρόνια ξενιτιάς και έβλεπε τούτο εδώ το ποτάμι, δεν θα ήξερε τι να υποθέσει. Να είχαν απεργία οι ταξιτζήδες και όλες οι πιάτσες Αθηνών και περιχώρων μαζεύτηκαν συλλήβδην στην πιάτσα τούτης της γειτονιάς; Να είναι μέρα που γιορτάζει ο άγιος προστάτης τους και οι οδηγοί αναπαύονται μια μέρα μόνη μέσα στις 365 του χρόνου; Εκείνος θυμόταν και το θυμόταν καλά, πριν ξενιτευτεί, ότι τα ταξί ήταν είδος εν ανεπαρκεία και η συμπεριφορά των οδηγών τους κάθε άλλο παρά ευγενική. Τι έγινε και ήρθαν τα πάνω-κάτω και σ’ αυτόν τον τομέα; Μα η έκπληξη καθόλου αρνητική, το αντίθετο μάλιστα. Και μέσα στην τρελή απορία τον φαν355


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τάζομαι να πλησιάζει ένα από τα ταξί, να κτυπάει ευγενικά το παράθυρο να ξυπνήσει τον οδηγό που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου (ή αδίκου; θα σας γελάσω). Ο ταξιτζής με την τσίμπλα στο μάτι να του κάνει ένα εύγλωττο νεύμα που μεθερμηνευόμενο σημαίνει “όχι εμένα, πάρε τον συνάδελφο πάρα κάτω”. Μα ο εξ Αμερικής –ίσως– ερχόμενος, προχωρεί και προχωρεί και μέσα στα ταξί δεν υπάρχει ψυχή. Και σχήμα οξύμωρο, μα δεν βρίσκει ταξί να πάρει μέσα από ένα ποτάμι από δαύτα. «Α, ρε πατρίδα, λατρεμένη», θα μουρμουρίζει, «αν εσύ θεσπίσεις κανόνες που να τηρούνται, εμένα σφύρα μου αλά Αμερικαίν». Αυτά σκεπτόμουν καθώς βγήκα από το σπίτι μου για να πάω, αλήθεια να πάω πού, αυτήν την τελευταία μέρα της ζωής μου; Είχα τελειώσει τις παρτίδες μου μ’ αυτήν την κυρία τη ζωή. Είχα μόλις απολυθεί από τη δουλειά που αγαπούσα, είχα μόλις χωρίσει από το κορίτσι μου που λάτρευα, μετά από μακροχρόνιο δεσμό και ο πατέρας μου για πρώτη φορά στα σαράντα μου χρόνια μόλις με αποκάλεσε “άχρηστο”. Καπάκι σε όλα αυτά τα “μόλις” ήρθε και άλλο ένα, αυτό του κολλητού μου, που μου έκλεισε αδιάφορα το τηλέφωνο, όταν απεγνωσμένα του ζήτησα να μ’ ακούσει, έτσι καθώς ήμουνα στα πρόθυρα αυτοκτονίας, «Έλα ρε, κόψε την πλάκα», φώναξε κλείνοντας το ακουστικό του. Ήμουνα πολύ πιο τυχερός στην ανεύρεση ταξί από τον Αμερικάνο τον φανταστικό που έλεγα λίγο πριν, γιατί στο πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου μπήκα και συνάντησα τον πιο κεφάτο και έξω καρδιά ταξιτζή που ήλπιζα να βρω. Άκουγε μουσική από ένα μοντέρνο cd-player που με ξεκούφαινε. 356


η πόρτα στα δεξιά

«Για πού κύριος;» «Για όπου». «Κοίτα όμως σύμπτωση, παραγγελιά τον είχες τον Διονυσίου; Και αυτός όπως εσύ, τα ίδια μου ζητάει εδώ και ώρα, ζητάει να τον πάω όπου θέλω. Χατίρι δεν χαλάει το κατάστημα. Επίσης η ορχήστρα στη διάθεσή σου και εγώ δούλος σου. Από χρήμα πώς πάμε;» «Ένα πεντακοσάρι φτάνει;» «Αμέ και παραφτάνει για αρκετές ωρίτσες. Και πού ’σαι αφεντικό, εμπιστέψου με, δεν πρόκειται να σου κλέψω λεπτό». «Φύγαμε, λοιπόν». «Σ’ αυτές τις περιπτώσεις συμβαίνει το εξής με το παρόν κατάστημα και πρέπει να σε ενημερώσω. Προσφέρουμε ποτά μη αλκοολούχα, μα σε εξαιρετικές περιπτώσεις κάνουμε μικρούλες παρασπονδίες, όσο πατά η γάτα που λένε και ρίχνουμε και λίγο κονιάκ 5 αστέρων στο αναψυκτικό. Προσφέρουμε επίσης και ένα λαχείο δωρεάν. Είναι προσφορά και μη γελάσεις, από την ίδια την θεά Τύχη που φαίνεται τα έχει σκατώσει με τον πελάτη και δια του τρόπου αυτού ζητά τρόπω τινά συγγνώμη για το σκάτωμα. Μεγάλη λέξη η συγγνώμη, φίλε μου, όταν την λες και την εννοείς βέβαια. Να, πάρε το τυχερό σου λαχείο και άσε τις τσιριμόνιες. Θαρρείς ότι εσένα περίμενε να μου κτυπήσεις το παράθυρο να μπεις και εκείνο να θρονιαστεί στην τσέπη τη δική σου... Μωρέ, πάρε το που σου λέω. Ωραία. Σε λίγο θα προσφέρουμε και τυρόπιτα, με σφολιάτα τη θες; Με κουρού; ό,τι θέλεις. Είναι από τις γευστικότερες που έχεις φάει στη ζωή σου. Θα απαντήσουμε το τυροπιτάδικο σε λίγο στην αρχή της υπέροχης βόλτας που θα σου προσφέρω και τούτο δεν οφείλεται 357


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μόνο στο ωραίο πεντακοσάρικο που κι εσύ πρόσφερες, αλλά στην τύχη σου και βέβαια σε μένα. Αυτό που μόλις σου είπα μη το ξεχνάς, κράτα το στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου και κάποια στιγμή θα καταλάβεις τι είναι όλα αυτά τα ακαταλαβίστικα που σου λέω τώρα. Ό,τι θέλεις λοιπόν...» «Άκου, φίλε, εκείνο που προς το παρόν θέλω και με συγχωρείς, είναι να πάψεις λίγο να μιλάς. Όταν το θελήσω, θα πατήσω το ON και ξαναπαίρνεις μπρος. ’Ντάξει; Τι έγινε το κέρατό μου μέσα, κουρντισμένο σε έχουνε;» «Ό,τι πει ο πελάτης. Η μουσική; Στο mute;» «Άφησέ την, μόνο χαμήλωσε λίγο την ένταση να χαρείς...»

Και έτσι τα λεπτά περνούσαν, δρόμο παίρναμε δρόμο αφήναμε, άλλοτε με φουλ ταχύτητα, άλλοτε πιο αργά. Κάνα δυο φορές κάναμε στάσεις, γιατί ο Μίλτος, ο ταξιτζής, είχε ένα είδος συχνοουρίας, του συνέστησα να το κοιτάξει το θέμα, νέος άνθρωπος ήταν ακόμα για να έχει τέτοιο πρόβλημα με το ουροποιητικό του. Πότιζε όποιο δασάκι έρημο απαντούσαμε. Συμβούλευσε και μένα να κάνω το ίδιο, γιατί για αρκετό χρόνο δεν θα μας δίνονταν παρόμοιες ευκαιρίες. Θα είχε περάσει κάτι λιγότερο από ένα δίωρο από την ώρα που ξεκινήσαμε κι εγώ σαν να πήρα να νυστάζω κάπως. Είπα ευγενικά στο Μίλτο ότι σκόπευα να πάρω έναν υπνάκο. «Κάνε δουλειά σου, αφεντικό, κάνε δουλειά σου. Θα σε ξυπνήσω στο τυροπιτάδικο. Και μετά θα κάνουμε μια μικροστάση για ένα ξεμούδιασμα, απαράβατος όρος ενός καλού ταξιτζή. Στη συνέχεια πηγαίνουμε όπου μας αρέ358


η πόρτα στα δεξιά

σει. Προτείνω θάλασσα για ουζάκι και καυτή αθερίνα. Μάνα μου αυτή είναι ζωή. Πώς μπορούν οι άνθρωποι κλεισμένοι στα κλουβιά που έκτισαν μόνοι τους να κρύψουν μέσα σ’ αυτά τον αγέρα και τον ήλιο τους; Δεν ζητά πολλά η ζωή αφεντικό. Να, όπως σου είπα μαριδίτσα φτηνή και ασύγκριτο ελληνικό ουζάκι με θέα το ναό του Ποσειδώνα, γιατί εκεί σκοπεύω να σε πάω, όπως θα κατάλαβες, στο ακρωτήρι μας στο Σούνιο... Πες μου ποια χώρα στον κόσμο κάνει ευτυχισμένο τον άνθρωπο με μόνον αυτά τα λίγα; Πάρε εμένα για παράδειγμα. Και τον παράδεισο να μου έταζε ένα λαχείο σαν αυτό που σου χάρισα και που θα κληρώσει το απόγευμα, δεν θα την άλλαζα την Ελλαδίτσα μου ούτε γι’ αυτού τη χάρη κι ας είχε μέσα, όχι μία Εύα, αλλά δέκα. Και δεν μου λες αφεντικό, από υγεία πώς τα πάμε;» «Δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτήν. Και ο κίνδυνος που την απειλεί δεν έχει να κάνει με αρρώστιες. Αλλά ο υπνάκος που λέγαμε πάει κι αυτός σαν εμάς περίπατο». Ω, μα εσύ είσαι Κροίσος, ρε φίλε. Για πες μου, ξέρεις πολλούς από τον περίγυρό σου που δεν έχουν πρόβλημα υγείας; Κόσμος και κοσμάκης μπαίνει σε τούτο εδώ το μαγαζί και με το που κάθονται αρχίζουν να φυσάνε και να ξεφυσάνε και αν δεν μου πουν τον πόνο που τους βασανίζει την καρδιά, τους νεφρούς, το κεφάλι, το στομάχι και δεν συμμαζεύεται, θα σκάσουν οι Χριστιανοί... Να ξέρεις, είσαι ο πρώτος που με την υγεία του σπάει τη θλιβερή μονοτονία της αρρώστιας». «Ναι, αλλά μπορεί να μην έχω πρόβλημα υγείας στο σώμα, μα η ψυχή μου είναι στο μαύρο της το χάλι. Έχεις όρεξη ν’ ακούσεις;» «Αμέεε! Και τόσην ώρα αυτό δεν κάνω;» 359


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Συγγνώμη, φίλε, μα τόσην ώρα εσύ μιλάς... Λοιπόν έχουμε και λέμε... Με χώρισε η γυναίκα που αγαπούσα...» «Διακόπτω την εξιστόρηση, αγαπητέ μου πελάτη, για να σου πω σ’ αυτό το σημείο ότι για να τη χάσεις και αφού δεν σου ξαναγύρισε, σημαίνει ότι είτε ποτέ σου δεν την είχες, είτε δεν άξιζε η αγάπη της. Αν άξιζε δεν θα είχε τόσο εύκολα χαθεί. Αυτή είναι η σοφή αλήθεια. Σοβαρή η απώλεια, δεν λέω, μα όχι και να πέσεις του θανατά άντρας δυο μέτρα, ευπαρουσίαστος, σαραντάρης και γερός σαν ταύρος... Πάμε πάρα κάτω...» «Δεν έχω δουλειά. Με διώξανε. Δούλευα στην εταιρεία τους από παλικαρόπουλο είκοσι ετών. Την εταιρεία την είχα σαν σπίτι μου και τα αφεντικά οικογένειά μου. Το γνωστό πρόβλημα και η εύκολη δικαιολογία της κρίσης. Βασιλιάς της συνείδησης και πάλι ο Μαμωνάς. Πόσο θα κρατήσουν λες τα χρήματα της αποζημίωσης και το ταμείο ανεργίας; Μετά τι κάνω μου λες;» «Α, δεν ξέρω τι θα κάνεις, μα νομίζω ότι κάτι θα βρεις, δεν μπορεί. Άσε που το λαχείο θα σου λύσει το πρόβλημά σου το χρηματικό... Άλλο βάσανο;» «Μάλωσα με τον γέρο μου, αυτό δεν είχε ξαναγίνει, άναψαν τα αίματα και με είπε “άχρηστο”!». «Αν εγώ σε αποκαλούσα έτσι, θα μου έδινες μια μπουνιά που θα έβλεπα ως και τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Δεν είν’ έτσι; Για να στο πει εκείνος θα πει ότι είναι συγχυσμένος, μπερδεμένος, πονεμένος και απελπισμένος έτσι που σε βλέπει να τα ’χεις βάψει μαύρα, να έχεις παραιτηθεί. Αλλιώς τον ήξερε το γιο του, πολεμιστή, μαχητή, άντρα. Σε βλέπει να υποφέρεις για βλακείες. Γιατί, ρε φίλε, άλλο το “στενοχωριέμαι” και άλλο το “υποφέρω”. Ο πατέρας σου κι αν δεν έχει ζήσει δύσκολες καταστά360


η πόρτα στα δεξιά

σεις. Παγκόσμιους πολέμους, Εμφύλιους Πολέ- μους, λιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς, ξεριζωμούς, μα άντεξε. Βλέπει τώρα τον σαραντάρη γιο του να πνίγεται στα ρηχά. Ε, τι να κάνει, να μη θυμώσει ο μαύρος κι αυτός; Του γονιού η βρισιά είναι έπεα πτερόεντα. Δεν σου λέω να μην την υπολογίσεις, αλλά μην την πάρεις και τοις μετρητοίς. Αποκλείεται να την εννοούσε. Εσύ όμως, έτσι ευαισθητοποιημένος που είσαι με τις απανωτές σου στραβές είν΄ η αλήθεια, την μέτρησες περισσότερο απ’ ό,τι της άξιζε. Άκουσε, φίλε, ένας άντρας ακόμη και λεμόνια μπορεί να πουλήσει στην Ομόνοια για να θρέψει την οικογένειά του. Κάποτε όμως έρχεται και η στιγμή που αφήνει τον πάτο του πηγαδιού. Κάποιο αόρατο σχοινί τον τραβάει έξω. Θα μου πεις “μα αν ήτανε να τον τραβήξει έξω τότε γιατί τον πηγάδιασε;” –Μπαμπινιώτη τρέμε– ε, δεν ξέρω να σου πω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μια ρόδα είναι η ζωή και γυρίζει. Αν εσύ από μια φυγόκεντρο δύναμη εκτοξευτείς απ’ αυτήν, στάσου εκεί στο σημείο που γκρεμίστηκες και μόλις βρεις την κατάλληλη συνθήκη, πήδα πάνω της με την πρώτη ευκαιρία και συνέχισε. Αυτό να κάνεις και όχι να κάθεσαι να την χαζεύεις να γυρίζει, άπραγος, απελπισμένος και μίζερος και να παραιτείσαι. Να οδηγείσαι στην αυτοχειρία το βλέπω καθαρά προς τα ‘κει βαδίζεις, χαζός δεν είμαι. Αυτό, μωρέ, σημαίνει άντρας; Κοίτα εμένα, να πούμε, με PHD από το SCHOOL OF ECONOMICS βρέθηκα κι εγώ σαν εσένα δίχως δουλειά. Όταν είδα ότι τούτη εδώ η ιστορία με την κρίση θα τραβήξει πιθανόν σε μάκρος μάζεψα ό,τι λεφτουδάκια είχα και μαζί με την αποζημίωση, αγόρασα μια άδεια ταξί και κουτσά στραβά το μεροκάματο βγαίνει. Είμαι αφέντης του εαυτού μου, που αν μη τι άλλο δεν πρόκειται να με 361


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ξεπουλήσει όπως έκαναν τα αξιοσέβαστα αφεντικά τα δικά μου και τα δικά σου. Αν όμως παρά ταύτα εσύ προτιμάς το χάος της ανυπαρξίας, κάνε αυτό που προτιμάς. Μα μη ξεχνάς ότι το χάος δεν δίνει και δεύτερη ευκαιρία. Την δεύτερη ευκαιρία η ζωή είναι που την δίνει και μόνον αυτή. Πάμε τώρα για κείνη την τυρόπιτα που σου έλεγα, γιατί από το πες πες στέγνωσε ο λαιμός και το στομάχι μου. Δεν κερδίζεται εύκολα το μεροκάματο, τι να κάνουμε;» Και κάναμε ακριβώς αυτό. Ήπιαμε και μια θεϊκά παγωμένη μπυρίτσα, μη ανιχνεύσιμη, όπως με βεβαίωσε το φιλαράκι μου, από κανένα αλκοτέστ, και συνεχίσαμε το ταξίδι μας (συγγνώμη, την βόλτα μας ήθελα να πω), “έτσι χωρίς πρόγραμμα” όπως θα έλεγε και η αείμνηστη, η υπέροχη δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν. Απίστευτο, μα ο άνθρωπος αυτός ενεργούσε πάνω μου κατασταλτικά. Όλες μου οι αισθήσεις είχαν χαλαρώσει γλυκά. Δεν ήταν μόνο τα λόγια που μου έλεγε και που τα ήξερα κι εγώ το ίδιο, αλλά η αίσθηση ότι παρ’ όλες τις αντιξοότητες της ζωής δεν μπόρεσαν να αμβλύνουν και να εξαφανίσουν στην τελική την ανθρωπιά από τον πλανήτη. Αισθανόμουνα την ανάγκη να του ζητήσω να γίνουμε φιλαράκια. Υπάρχουν φίλοι που τους γνωρίζεις μια ζωή, που τους αγαπάς, μα που δεν νιώθεις όπως και δεν νιώθουν για σένα αυτόν τον περίεργο ερωτισμό σαν αυτόν, για έναν φίλο που γνώρισες μόλις χθες, που συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για λόγους άγνωστους και από μια στιγμή στην άλλη τον έκανες δικό σου. Για μένα, φίλος σημαίνει οικογένεια, μέλος αυτής, του πυρήνα της, όχι της περιφέρειάς της. Συνδέεσαι μαζί σου με δεσμό καλύτερο από συγγενικό 362


η πόρτα στα δεξιά

που δεν επιτάσσει το αίμα, μα η καρδιά. Μα όσο η ώρα περνούσε, ένιωθα μέσα μου ένα κενό να μεγαλώνει στη σκέψη ότι σε πολύ λίγο θα τον έχανα. Χωρίς να το καταλάβω, έτσι όπως ήμουνα βυθισμένος στις πιο αντιφατικές σκέψεις μου, ξαφνιασμένος βλέπω να παρκάρει σε μια ταβερνίτσα από κείνες τις παλιές, στο κύμα πάνω, στα ριζά του λόφου του Ακρωτηρίου στη κορφή του οποίου δέσποζαν οι καβοκολώνες, ο ναός του Ποσειδώνα. Πότε είχαμε προλάβει να φτάσουμε μέχρι εδώ στο Σούνιο, ούτε που κατάλαβα. Στρωθήκαμε, παραγγείλαμε ουζάκια θεϊκά και απολαύσαμε την τελειότερη αθερίνα που μύριζε Σαρωνικό, πριν ακόμη την γευτείς. Κάπως έτσι θα απολάμβανε και ο θαλασσινός θεός τα γεύματά του, αφήνοντας τους ξενέρωτους συναδέλφους του να απολαμβάνουν την αμβροσία και το νέκταρ τους. Μετά το φαγητό, η ώρα άρχισε να κυλά για μένα με πυραυλική ταχύτητα, τελείως αφύσικα. Στον γυρισμό ήμουν εγώ εκείνος που δεν έβαζε γλώσσα που λένε στο στόμα του. Έλεγα, έλεγα και σταματημό δεν είχα. Ακόμα δεν τελείωσε, η πιο όμορφη ημέρα της ζωής μου, σκεπτόμουν. Ένιωθα να γεμίζει σιγά σιγά το κενό στη σκέψη που προηγουμένως είχα κάνει ότι θα τον έχανα τούτον τον υπερπολύτιμο φίλο. Γιατί να τον έχανα όμως; Θα του το ζητούσα και ήλπιζα να μου πει ότι κι εκείνος επιθυμούσε σαν εμένα να αρχίσουμε να κτίζουμε την πιο όμορφη φιλία. Μέσα σε μια μέρα που ακόμα δεν τελείωσε συμπυκνώθηκε χρόνος ατέλειωτος, σαν αυτόν μιας πεταλούδας που ζει πλήρης χρόνου σε μια και μόνη μέρα. Αποχαιρετιστήκαμε. Σχεδόν τον αγκάλιασα. Ανταλ363


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λάξαμε τηλέφωνα και δώσαμε αντρίκιο λόγο ότι θα ξανασυναντηθούμε σύντομα. Ώστε δεν ήταν αυτή η τελευταία μέρα της ζωής μου, όπως σχεδίαζα να κάνω!

Και κοίταξε τώρα. Μάγος ήταν ο Μίλτος ο ταξιτζής; Με το λαχείο του κέρδισα τόσα χρήματα, όσα θα έπαιρνα από μισθούς ενός χρόνου, συν τα χρήματα της αποζημίωσης και το ταμείο ανεργίας, θα είχα χρόνο αρκετό να σκεφτώ, να ψάξω, να δω τι θα κάνω, καρμπόν δηλαδή, όπως είχε κάνει ο φιλαράκος μου. Και βέβαια, αμέσως την επόμενη μέρα, πήγα να τον βρω γιατί στο τηλέφωνο δεν απαντούσε, για να του πω τα ευχάριστα νέα και να τον ευχαριστήσω για τη ζωή που μου ξανάδωσε πίσω με τέτοιο μαγικό τρόπο. Μα δυστυχώς δεν τον βρήκα. Όλη την επόμενη μέρα ένα ένα έψαξα όλο το κίτρινο ποτάμι, ρωτώντας και ξανά μανά ρωτώντας τους συναδέλφους του μήπως τον είδαν. Μα έμεινα εμβρόντητος όταν με βεβαίωσαν ότι το άτομο που τους περιέγραφα τους ήταν παντελώς άγνωστο. Ζήτησα από την ομοσπονδία τους και μου έδειξαν το άλμπουμ φωτογραφιών των ταξιτζήδων της συγκεκριμένης πιάτσας, μα Μίλτος πουθενά. Πέστε με τώρα φευγάτο, πέστε με φαντασιόπληκτο, μυθομανή και ό,τι άλλη αηδία θέλετε. Μα η καρδιά μου δεν μου έστελνε αρνητικές σκέψεις ότι κάτι κακό του συνέβη. Κατάλαβα ότι ο Μίλτος ο ταξιτζής ήταν εδώ, μέσα μου, δίπλα μου, παντού. Ήταν ο φύλακας-άγγελός μου που για μια μέρα μόνο έζησε παίρνοντας ανθρώπινη υπόσταση σαν μια πεταλούδα κι αυτός, για να σώσει μια ζωή από βέβαιο θάνατο. Τη ζωή τη δική μου!

364


Κ

Ο ληστής

άποια όχι και τόσο μακρινή εποχή, ημερολογιακά τουλάχιστον, αλλά που φαντάζει σαν απώτερο παρελθόν, ο άνθρωπος συνήθως εξομολογούταν τις χαρές και τις λύπες του στον πιστό του φίλο. Με τον καιρό, οι φίλοι αποτέλεσαν είδος εν ανεπαρκεία και ο άνθρωπος θέλοντας να βρει μια διέξοδο, μια βαλβίδα ασφαλείας στη χύτρα της ψυχής του, λέγοντας τα βάσανά του σε κάποιον, σε όποιον στράφηκε στους κοντινούς του ανθρώπους, ο άντρας στον κουρέα του η γυναίκα στη μοδίστρα της και την κομμώτριά της. Αργότερα, είτε για λόγους οικονομικούς (ξυριζόταν μόνος του), είτε γιατί ο κουρέας του δεν τον κάλυπτε στο ρόλο του εξομολογητή, στράφηκε ο μεν άντρας στο μπάρμαν του, η δε γυναίκα παρέμεινε πιστή στην κομμώτριά της. Σταθερή αξία αυτή, βρέξει χιονίσει... Μου έλεγε ο φίλος μου ο Μάνος, αυτός ο νεαρός και χαρισματικός μπάρμαν του αγαπημένου μου μπαρ, ότι σταχυολογούσε τις καλύτερες ιστορίες που είχε ακούσει από τα χείλη των πελατών του και ίσως κάποτε τις έγραφε σε βιβλίο, που σίγουρα θα βραβευόταν από την Ακαδημία Αθηνών! Αν όχι δε απ’ αυτήν, best-seller σίγουρα. Ως γνωστόν, το βασικό χάρισμα ενός επιτυχημένου μπάρμαν είναι να τείνει ευήκοον ους στον πελάτη που το έχει ανάγκη, ο οποίος αρχίζει και πίνει σιωπηλός για να εξελιχθεί σε χείμαρρο έτσι και φτάσει στο τρίτο του ποτήρι. Που σημαίνει ότι την ώρα που ο άλλος πίνει, ο 365


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μπάρμαν που του ανανεώνει το ποτό πρέπει να ξέρει και να μεταφράζει σωστά τα αχ και τα βαχ του και να δείχνει με τον τρόπο του ότι ιερό του καθήκον τη στιγμή της εξομολόγησης είναι ότι ο πελάτης του είναι το κέντρο του ενδιαφέροντός του. Επιτελεί θα λέγαμε κοινωνικό έργο και παρακαλώ δεν θέλω γέλια. Θα έγραφε, λοιπόν, βιβλίο. Μα πώς να το γράψει που ήξερε ότι δεν είχε συγγραφικό ταλέντο; Αλλά πάλι, μήπως και όσοι γράφουν έχουν; Μέχρι που σκέφτηκε να απευθυνθεί σε έναν ghost writer για τον οποίο είχε ακούσει τα καλύτερα λόγια. Αυτός είχε χρίσει σαν συγγραφείς τρανταχτά ονόματα της λογοτεχνίας. Ήταν κομματάκι ακριβός βέβαια, μα και το έργο που θα επιτελούσε ακριβό κι αυτό... Είχε κατατάξει τις ιστορίες του σε κατηγορίες ο Μάνος. Αυτές με πολιτικό περιεχόμενο, τις απέρριπτε ευθύς εξ αρχής. Γι’ αυτές, τον ρόλο του αποδέκτη τον έπαιζε η τηλεόραση την ώρα των ειδήσεων όταν ο άνθρωπος εκτονωνόταν βρίζοντας τον παρουσιαστή και στην περίπτωση που ήθελε επιβεβαίωση των πιστεύω του ρωτούσε την συμβία του να του πει με ένα ναι ή ένα όχι... αν είχε δίκιο ή όχι! Άλλη κατηγορία ήταν οι ερωτικές, που ο Μάνος τις βαριόταν θανάσιμα. Πανομοιότυπες και το θέμα το ίδιο με ελαφρές παραλλαγές. Ο κερατωμένος, ο ερωτευμένος ο Καζανόβας, ο εγκαταλειμμένος και επομένως δυστυχής και πάει λέγοντας. Ο Μάνος, αν κάτι λάτρευε ήταν οι αληθινές, μα αστείες ιστορίες που τον έκαναν να γελάει και που πραγματικά έδιωχναν και τη δική του μουρτζούφλα. Αυτή του έφτανε και του περίσσευε του ανθρώπου. 366


η πόρτα στα δεξιά

Είχε ένα όνειρο. Αν αυξάνονταν οι δουλειές στο μπαρ, να ζητήσει από το αφεντικό να προσλάβουν έναν βοηθό στον οποίο θα πάσαρε τους πελάτες των κατηγοριών που αντιπαθούσε. Αυτός θα κρατούσε τους πλακατζήδες, τη χαρά της ζωής όπως τους χαρακτήριζε. Με αυτούς ίσως και η συγγραφή του βιβλίου που ονειρευόταν να ήταν εφικτή, γιατί είχε αρχίσει να έχει τη βασανιστική υποψία ότι έχει ταλέντο και θα το αποδείκνυε με τις ιστορίες που θα έγραφε ίδιος και όχι με τη βοήθεια του ghost writer. Για του λόγου το αληθές ο Μάνος μου παρουσίασε μια από αυτές τις αστείες ιστορίες, πέρα για πέρα αληθινή. Είναι μιας καλής του φίλης πελάτισσας από τις αγαπημένες του:

«Θα έμαθες, φίλε μου, ότι το πρωί επέστρεψε ο Ντίνος από το Ηνωμένο Βασίλειο», είπε η φίλη στο Μάνο. «Τελείωσε επιτέλους με το διδακτορικό του. Καιρός ήταν. Είπαμε λοιπόν να μαζευτούμε η παλιοπαρέα και να το γιορτάσουμε σε μια ταβερνούλα στην Πλάκα. Δώσαμε ραντεβού για τις 8.30 στους “Αέρηδες”. Έφυγα μισή ώρα νωρίτερα από τη δουλειά, εκεί γύρω στις 6.30, να πάω σπίτι μου να προλάβω να κάνω ένα ντους, να περιποιηθώ τον εαυτό μου επί τροχάδην και να είμαι στο ραντεβού μας στην ώρα μου. Με το που ανοίγω την πόρτα μου κάποιος ή κάποιοι μου έριξαν ένα πανί στο κεφάλι τυλίγοντάς μου το ασφυκτικά, σκεπάζοντας το πρόσωπο. Δεν ήμουνα βέβαια τρελή να αντισταθώ ξέροντας τον κίνδυνο. Μα η ένταση ήταν μεγάλη, ο φόβος μεγαλύτερος και ο εαυτός μου παραδόθηκε λιποθυμώντας. Φαίνεται ότι έμεινα αναίσθητη για πολλή ώρα, αν έκρινα από τον πισινό μου που τον 367


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ένιωθα παγωμένο από την επαφή του με το μαρμάρινο δάπεδο. Ασφαλώς η όλη μου κατάσταση ευνοούσε τον ληστή, γιατί θα τον άφηνα ήσυχο για την εκτέλεση του θεάρεστου έργου του. Όταν συνήλθα δεν τόλμησα να το δείξω, μα δόξαζα τον Θεό που τουλάχιστον ήμουνα ζωντανή. Και αν ήθελα να συνεχίσω να ζω, θα έπρεπε να συνεχίσω την ακινησία μου ξεγελώντας τον ότι τάχα μου, τάχα μου, ήμουν αναίσθητη. Δεν ακουγόταν στο σπίτι ο παραμικρός ήχος. Τέλειος επαγγελματίας ο κύριος. Έστησα αφτί προσπαθώντας ν’ ακούσω. Τίποτα. Η ώρα περνούσε και το ραντεβού μου με την παρέα μού φάνταζε μακρινό. Τι ώρα να ήταν; 7.30; Αργότερα; Ένιωθα το χρόνο τη μια στιγμή να τρέχει τρελά και την άλλη να ακινητοποιείται, να παγώνει, σαν τον απ’ αυτόν μου που πια είχε ξυλιάσει. Μα όπως και να ’χει προτιμητέα μια ψύξη από μια σφαίρα στο κρανίο μου. Ξαφνικά, άρχισε να κτυπάει το κινητό μου... Ώχου, και τώρα τι γίνεται; Φυσικά και δεν κινήθηκα, τρελή ήμουνα; Αφού κτύπησε και κτύπησε όσο να το φχαριστηθεί, σταμάτησε μόνο του. Εμ, πώς αλλιώς δηλαδή; Να απαντούσε ο ληστής και να πρόδιδε την παρουσία του που είχε τόσο επιμελώς κρατήσει αόρατη ακόμη και μέσα στο σπίτι; Η ώρα περνούσε κι εγώ άρχισα να έχω σοβαρό πρόβλημα. Ήθελα τουαλέτα. Οι επιλογές μου δύο: Ή έδινα σημεία ανάκαμψης, με τις συνέπειες που φοβόμουν ή κατουριόμουνα πάνω μου μη λογαριάζοντας την αυτοταπείνωσή μου όπως όταν ήμουνα μικρή... Επέλεξα το πρώτο. Μα πριν προσπαθήσω να βγάλω το πανί που με είχε κουκουλώσει, μια φρικτή σκέψη σού368


η πόρτα στα δεξιά

βλισε το μυαλό μου. Λες, μωρέ, να με είχε βιάσει έτσι που ήμουνα αναίσθητη; Τρέμοντας ψηλάφησα τα επίμαχα σημεία μου. Δόξα σοι ο Θεός, τα εσώρουχα στη σωστή τους θέση. Αναθάρρησα. Τραβάω το πανί από τα μάτια μου. Σκοτάδι πυκνό... Μα τι τέλειος επαγγελματίας ο τύπακας! Μπορούσε να εργάζεται στα μαύρα σκοτάδια, ούτε καν με έναν φακό, μόνο και μόνο να μη γίνει αντιληπτός!!! Και πια δεν άντεχα άλλο. Τα νεύρα μου τσατάλια. Και να το κινητό μου ξανά. Ειλικρινά το μίσησα. Ήταν μεν η επαφή μου με τον έξω κόσμο, με τη σωτηρία, μα μου ήταν άχρηστο, σαν να με κορόιδευε ένα πράγμα. «Βρε άντε στο διάβολο κι εσύ», μουρμούρισα άθελά μου δυνατά. Δάγκωσα τη γλώσσα μου τρομαγμένη με την αποκοτιά μου. Μα ευτυχώς δεν υπήρξαν συνέπειες. Αναθάρρησα κι άλλο. Με τρεμάμενα χέρια ανάβω το φως να δω τουλάχιστον αυτόν που θα με σημάδευε με το όπλο του. Κανείς. Πάω γρήγορα στην τουαλέτα που προηγείτο στις ανάγκες μου και με έκπληξή μου βλέπω τα ρουμπινοδιαμαντικά μου, που είχα αφήσει από το πρωί στο ντουλαπάκι, να είναι εκεί απείραχτα. Λίγο ακόμη να μου κοπεί η “ανάγκη” μου μαχαίρι και να έχω να αντιμετωπίσω και προβλήματα υγείας μετά. Κλέφτης αόρατος, τα χρυσαφικά απείραχτα, εμένα δεν με βίασε, το σπίτι τακτοποιημένο όπως το άφησα το πρωί, ως και η φανταστική τούρτα σοκολάτα που μου έκανε δώρο την προηγουμένη ημέρα ο καλός μου για μια επέτειό μας, απείραχτη κι αυτή στο ψυγείο. Τι είδους κλέφτης ήταν τούτος; Κανένας βιτσιόζος που έπαιζε με το θύμα του σαν τη γάτα με το ποντίκι; Βρε μυστήριο. 369


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Το σπίτι μου μικρούλι, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, κουζίνα μπάνιο και χολ. Κλέφτης γιοκ. Βρε ξανά μανά μυστήριο. Με ένα ποτήρι νερό στο ένα χέρι και ένα τσιγάρο στο άλλο, κάθισα λίγο να συνέλθω. Το κινητό μου ξανά. Ο καλός μου. «Τι έγινε μωρό; Γιατί αργείς;» Μα τι μου έλεγε τώρα η αγάπη μου; Με περίμεναν ακόμα; Δεν πέρασαν τόσες ώρες από την ώρα που άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου; Κοιτάζω το ρολόι μου. 8.30 μόνο. Η ώρα του ραντεβού... Σαν σε fast motion σκηνή, κάνω ό,τι ήταν δυνατόν για μια ευπρεπή εμφάνιση και ανοίγοντας την πόρτα μου να φύγω, βλέπω την πετσέτα μου που κρεμούσα στο εσωτερικό της εξώπορτας για ένα τελευταίο σκούπισμα των χεριών μου πριν βγω, (μια συνήθεια που είχα από παιδί), να είναι κατάχαμα! Δεν ήταν πανί, η πετσέτα μου ήταν, η οποία με την ορμή και τη βιασύνη που άνοιξα την πόρτα μου να μπω έπεσε επί της ανόητης κεφαλής μου. Μήτε κλέφτης, μηδέ ληστής. Μήτε βιαστής, μηδέ βιτσιόζος!!! Θεούλη μου, σ’ ευχαριστώ. Μόνο τώρα όπλισέ με με κουράγιο να αντέξω την καζούρα που θα μου κάνουν τα παιδιά για το πάθημά μου».

Αυτή ήταν η ιστορία που μου διηγήθηκε η καλή μου πελάτισσα και όταν ήρθε ο καλός της, μας βρήκε να γελάμε ακόμα». «Τι έγινε, παιδιά;», είπε. Και συνέχισε: «Ήσουν τυχερό, μωρό μου, προχθές 370


η πόρτα στα δεξιά

βράδυ. Ξέρεις τι έμαθα; Πιάστηκε ο τρελός ληστής με το κατσαβίδι. Και ξέρεις πού κρυβόταν; Στο σπίτι του κυρ-Μήτσου δίπλα ακριβώς στο δικό σου! Και ναι μεν το σπίτι του κυρ-Μήτσου υπεράνω κάθε υποψίας, ο παλαβός ληστής όμως έφερνε τις βόλτες του στα τριγύρω σπίτια για να ξεμουδιάζει και να κρατιέται σε φόρμα, όπως ομολόγησε!»... «Όχι δεν ξαναλιποθύμησε η καλή μου φίλη. Είχε συνηθίσει πια...», είπε ο Μάνος τελειώνοντας τη μικρή του ιστορία.

371


Η

Η πόρτα στα δεξιά

Δήμητρα, αν κάτι σιχαίνεται, είναι τα νοσοκομεία, τις άσπρες μπλούζες των γιατρών, μα και ό,τι έχει σχέση με αυτούς. Χρήσιμοι; Σύμφωνοι. Απαραίτητοι; Σύμφωνοι. Σωτήριοι; Σύμφωνοι. Μα αυτά όλα, δεν αλλάζουν την μεγάλη της απέχθεια. Και τρέμει τη στιγμή που θα σταθεί μπροστά στην άσπρη μπλούζα, εξιστορώντας το πρόβλημα που έχει και αντιμετωπίζοντας την κακώς εννοούμενη οικειότητα του ενικού της και την επιμελώς κρυπτόμενη αδιαφορία της για το άτομό σου. Είναι απολύτως σίγουρο ότι δεν είσαι γι’ αυτήν, παρά ένα περιστατικό και ανάλογα με το ασφαλιστικό ταμείο σου και η αντιμετώπισή σου, πράγμα που αλλάζει ως δια μαγείας αν πας ιδιωτικά. Αλλιώς, είσαι ένα με τη γη, ισοπεδωμένη, ένα τίποτα, έχοντας συγχρόνως και το πρόβλημά σου που μακάρι να το έλυνες μόνη σου, αλλά δεν μπορείς δυστυχώς. Και αναμένεις την ετυμηγορία της αν δηλαδή συνεχίσεις να ζεις ή όχι. Εξαρτάται από το τι θα δείξουν οι εξετάσεις που θα σου πει να κάνεις. Πριν τις κάνεις, γνώμη σαφή δεν έχει να σου δώσει. Τις απαντήσεις όλες τις έχουν τα μηχανήματα. Κάποια εποχή όχι και τόσο μακρινή, όταν αυτά τα μηχανήματα δεν ήταν ευρέως διαδεδομένα, ο κουράντε γιατρός σου, σου έδινε την γνώμη του εξετάζοντάς σε προσεκτικά, ακούγοντας και καταγράφοντας το ιστορικό 372


η πόρτα στα δεξιά

σου και η ικανότητα μαζί με την επιστημοσύνη του, έδιναν την γνωμάτευση πλησιάζοντας την εικόνα της πάθησής σου κατά 90% και ήταν συνήθως η σωστή. Σήμερα ο γιατρός ούτε που σε αγγίζει. Τέτοια ιατρική τι να σου πω την κάνει εύκολα ο καθένας. Διαβάζεις προσεκτικά (για την Παθολογία μιλάμε) το κεφάλαιο που σε αφορά στο βιβλίο ασθενειών από τα δεκάδες που κυκλοφορούν, και βοηθούντων των μηχανημάτων έχεις και το όνομα της πάθησής σου και το πώς να την θεραπεύσεις. Από κει και ύστερα, καταπίνεις “ένα φαρμακείο φάρμακα” (χωρίς τον φαρμακοποιό) και αναμένεις ασαφώς και αορίστως τη λύση του προβλήματός σου, και πάντοτε στο τι θα αποφανθούν οι εξετάσεις που θα κάνεις. Πριν τις κάνεις, σαφή γνώμη να σου δώσουν δεν έχουν. Και ο γιατρός αρχίζει σαν την Πυθία τα «ήξεις αφήξεις ουκ εν τω πολέμω θνήξεις. Και αν τύχει το πρόβλημά σου να εξακολουθεί να υφίσταται δίχως η άσπρη μπλούζα να έχει καταφέρει κάτι το ουσιώδες, αποφαίνεται ασυστόλως «ήξεις αφήξεις ΟΥ, εν τω πολέμω θνήξεις». Μπαίνεις στο νοσοκομείο και αρχίζει η Οδύσσειά σου και ίσως και η Ιλιάδα σου μαζί... Και τότε να δεις γλέντια. Να θέλεις να κατουρήσεις, να μην μπορείς από το κρεβάτι σου να σηκωθείς για την τουαλέτα, να παρακαλάς για μια πάπια ως εάν να ήταν το μόνον αντικείμενο του πόθου σου, και αν άνθρωπος δικός σου δεν υπάρχει κοντά σου ή δεν έχεις χρήματα να πληρώσεις αποκλειστική νοσοκόμα, κατουράς επάνω σου, τελειώνει η αγωνία σου και αρχίζει η αυτοταπείνωσή σου. Έτσι δε και είσαι και κάποιας τσιμπημένης ηλικίας και καπάκι άφραγκος, ε ξέχνα ότι είσαι άνθρωπος... Και η αίσθηση αυτή επιδεινώνει την ήδη βεβαρυμμένη κατάσταση της υγείας σου, γιατί και το 373


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ψυχολογικό παίζει ουσιώδη ρόλο στην όλη ιστορία. Και μετά ακούς: «Δεν βαριέσαι, όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα. Μα δεν κομίζεις γλαύκας εις Αθήνας» λέγοντας τα αυτονόητα. Το ερώτημα είναι το πώς πεθαίνεις, σαν άνθρωπος ή σαν ζώο! (Δεν λέμε σκύλος, γιατί τα σκυλιά την σήμερον δεν είναι ούτε αδέσποτα, ούτε χωρίς φροντίδα. Με τους κτηνιάτρους τους με την καλοφαγία τους, τα χάδια τους και κοιμούνται και στο κρεβάτι σου πάνω. Τουτέστιν μιλάμε για άλλα ζώα. Ζώα που ζουν μόνα τους και έρμα σε μια φύση πολλές φορές αφιλόξενη γι’ αυτά). Μ’ αυτές τις θλιβερές σκέψεις στο μυαλό η Δήμητρα καθόταν και περίμενε τη σειρά της να εξεταστεί –τρόπος του λέγειν– από το γιατρό. Σιχαμάρα ή όχι ήταν στο έλεος της άσπρης μπλούζας, αλλιώς ας καθόταν στο σπίτι της περιμένοντας τον καλό της άγγελο να έρθει στον ύπνο της –για τον ξύπνιο της δεν γνωρίζουμε αν κάνει επισκέψεις– για να την βοηθήσει. Μα το ζήτημα είναι θα έρθει κι αυτός ή αντ’ αυτού θα έρθει ο συνάδελφός του του Σκότους να την οδηγήσει εν τόπω χλοερώ; «Μα, βρε κουτό κορίτσι, μη σκέπτεσαι έτσι. Πες “que sera sera” και ηρέμησε. Απαισιοδοξία και αυτή η δική σου!» «Απαισιοδοξία λες, ε; Ας ήσουνα στη θέση μου και σου έλεγα εγώ. Μιλάς από θέση ισχύος υγιούς ανθρώπου. Σαν έρθει η σειρά σου να αντιμετωπίσεις την άσπρη μπλούζα, σφύρα μου πώς θα νιώσεις. Ακριβώς σαν εμένα που μόνο όταν δω ότι σκουραίνουν τα πράγματα την παίρνω πια την απόφαση να συναντηθώ με τον ενικό σε όλο του το μεγαλείο. Μα πρόσεξε την συμβουλή μου: ενικό ο γιατρός; Απαραίτητα ενικό και συ. Κατέβασέ τον αμέσως από το βάθρο του θρόνου, του επί της γης Θεού που αυ374


η πόρτα στα δεξιά

τάρεσκα πιστεύει ότι είναι. Μ’ αυτές τις ενθαρρυντικές και αισιόδοξες σκέψεις(!) καθόταν το κορίτσι και περίμενε. Αν έμενε ακόμη λίγο θα έκανε διατριβή επί του θέματος που αντιπαθούσε όσο τίποτα άλλο. Ξάφνου, φωνές, φασαρία, κακό. «Τι γίνεται, ρε παιδιά; Φονικό; Ληστεία;» ρωτάει η κοπέλα. «Μάγος είσαι, κοκόνα μου;» της απαντάει ένας ηλικιωμένος που αν και στηριζόταν στο μπαστούνι του, έλεγες ότι να, όπου να ’ναι θα κατρακυλήσει στα άψογα γυαλισμένα μάρμαρα του δαπέδου του νοσοκομείου –ιδιωτικού νοσοκομείου εξυπακούεται... Εμ, για να είναι άψογα καθαρό και περιποιημένο το Νοσοκομείο τι θα ήταν; Το Ιπποκράτειο ας πούμε, που δεν ξέρουμε, αλλά θα πρέπει να έλκει την καταγωγή του από την αρχαιότητα, συνομήλικο της Ακρόπολης των Αθηνών μάλλον, χωρίς βέβαια τις περιποιήσεις που απολαμβάνει εκείνη από του κόσμου τους συντηρητές! Τρέχει κόσμος και λαός λοιπόν και μια κατατρομαγμένη νεαρή γιατρίνα με την άσπρη της μπλούζα να ανεμίζει ξεκούμπωτη και τα ακουστικά στο λαιμό της να κινούνται πέρα δώθε σαν το εκκρεμές του Φουκώ, κατεβαίνει σαν κυνηγημένη που μπορεί και να ήταν, πέντε πέντε τα σκαλιά της απαστράπτουσας πολυτελούς σκάλας καταφανώς πανικοβλημένη. «Τι έγινε, γιατρέ;» την ρωτάς και σιγά μη σου απαντήσει. Εδώ δεν μιλούσε όταν όλα ήταν υπό έλεγχο και θα μιλούσε τώρα; Τώρα που ήταν πλέον φανερό ότι την κυνηγούσαν να την λιντσάρουν γιατί, λέει, «Έφαγε» τον άνθρωπό τους. Ερωτάς, βρε παιδί μου, Δεν είναι κανίβαλος η επιστήμων. Τον «πέθανε», ήθελαν να πουν. Τουτέστιν 375


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

την κατηγορούσαν για ιατρικό λάθος. Ε, πες το λοιπόν και αγριευτήκαμε οι άνθρωποι. Λίγα ακούμε να γίνονται; Όχι πως και τώρα ησυχάσαμε δηλαδή. Τι έγινε όμως ακριβώς; Ναι... Θα σας πω: Το χειρουργείο προγραμματισμένο και η χειρουργός επί των επάλξεων για την αφαίρεση μιας χοληδόχου κύστης. Μα θέλεις γιατί ήταν σαΐνι, θέλεις γιατί μόνο για χειρουργός δεν έκανε, εκείνο που έκανε ήταν να αφαιρέσει η αφιλότιμη και το συκώτι μαζί με τη χολή οι δε βοηθοί της να τραβούν τα ανύπαρκτα μαλλιά τους καθ’ ότι τελείως φαλακροί και οι δύο, ο δε αναισθησιολόγος να λέει ότι εκείνου το έργο είχε τελειώσει, άσχετα αν τη συνέχεια την ανέλαβε ο συνάδελφος –να τον πούμε;– άγγελος του Σκότους που οδηγούσε ήδη τον κακό χειρουργημένο, στας αιωνίους μονάς. Ουφ. Έρχεται η αστυνομία καπάκι με τα παλικάρια του Γραφείου Τελετών. Απόρησε η κοπέλα για το πότε ειδοποιήθηκαν. Μέχρι που αναρωτήθηκε μήπως και είχαν κρυφό παράρτημα του γραφείου τους, εντός του εν λόγω νοσοκομείου, που μια φήμη συχνών θανάτων όσο να ’ναι, την είχε. Κακό ήταν; Άμεση εξυπηρέτηση των τεθλιμμένων συγγενών των οποίων την θλίψη συμμερίζονταν και σου λέει, πού να τρέχουν τώρα και για αυτά τα διαδικαστικά, μέσα στην όλη τους θλιβερή κατάσταση... «Εμείς γι’ αυτούς φροντίζουμε περισσότερο». Τέτοια μεγαλοκαρδία οι άνθρωποι! «Να δεις που κάπως έτσι λειτουργεί το όλο σύστημα», μουρμούρισε αηδιασμένη η Δήμητρα, με το στομάχι της έτοιμο να βγάλει ό,τι είχε φάει από το πρωί. Και άλλο πια δεν άντεχε. Σηκώθηκε ακριβώς την ώρα 376


η πόρτα στα δεξιά

που ανήγγειλαν το δικό της ραντεβού, και το έβαλε στα πόδια. Όπου Φουκώ, φύγει η παθούσα. Ήταν που ήταν τα νεύρα της τσατάλια, από το πλήθος των άσπρων μπλουζών που έβλεπε γύρω της όλη την ώρα της αναμονής, που με την ΟVER DOSE που πήρε απ’ αυτές, συν το περιστατικό με το ιατρικό λάθος και τους πεθαμενατζήδες, το ποτήρι ήρθε και ξεχείλισε και ένα τσουνάμι απελπισίας την έκανε να τρέχει όσο πιο μακριά μπορούσε από ένα τέτοιο σκηνικό. Το τι απέγινε με το ιατρικό φονικό (συγγνώμη, το ιατρικό λαθάκι, ήθελα να πω), δεν ρώτησε η Δήμητρα να μάθει. Σκέφτηκε ότι την επομένη ημέρα θα βούιζαν τα ραδιόφωνα και οι TV και θα τα μάθαινε όλα από κει και μάλιστα μεγεθυμένα και με λεπτομέρειες που άπτονται του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου για την μακάβρια περιγραφή της υπόθεσης. Οποία της η έκπληξη όμως, όταν την επομένη στις ειδήσεις άκουγε για το πώς κτυπήθηκε ένα παιδάκι στη Συρία παίζοντας με δυναμιτάκια που δεν ήξερε την επικινδυνότητά τους, αλλά που οι γιατροί το έσωσαν τελικά. Άκουγε για την απεργία που είχαν τα απορριμματοφόρα του Δήμου και ότι η αποκομιδή των μυρωδάτων σκουπιδιών δεν θα γινόταν για μέρες πολλές στην Αθήνα που βογκούσε, άκουγε ότι ο Σαμαράς ήταν ξανά στην Αμφίπολη, αγωνιώντας μαζί με την παγκόσμια κοινότητα για το τι θα φέρει στο φως η ανασκαφή, μέχρι που οι ειδήσεις έφτασαν στα αθλητικά και πλέον δεν ήλπιζε να μιλήσουν για τα δραματικά γεγονότα που έζησε και η ίδια, εν μέσω βέβαια Champions League κτλ. Μα ούτε και την επομένη, μηδέ την μεθεπομένη άκουσε κάτι σχετικό για τον άδικο χαμό ενός ανθρώπου και την αγιάτρευτη θλίψη των δικών του ανθρώπων που 377


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αν μη τι άλλο έκλαιγαν και... “γραφικά”, όπως είπαν και κάτι όμορφες νοσοκόμες! Έφτασε η Δήμητρα να αναρωτιέται μήπως ήταν μια φαντασίωσή της το όλο σκηνικό που απέρρεε από την απέχθειά της προς την λευκή μπλούζα, που πια έπαιρνε τη μορφή ψύχωσης. Έφτασε στο σημείο να βλέπει ή ν’ ακούει για γιατρό και να βγάζει φλύκταινες. Το καταλάβαινε και η ίδια ότι ήταν μια αρρωστημένα υπερβολική υστερία η δική της αλλά πια ήταν μη ελέγξιμη η κατάσταση. Όσο για τη γιατρίνα δεν βρέθηκε ούτε ένας συνάδελφος που να μην πάρει το μέρος της. «Άριστη επιστήμων και καλό παιδί» είπαν απαξάπαντες. Και βέβαια, το αν πέθανε ένας άνθρωπος από το χεράκι της, δικό του πρόβλημα. Ποιος του είπε να πεθάνει; Ναι, ε; Ε, τότε αν χρειαστεί, γιατρέ μου, ν