Page 1

Υποψίες

μυθιστόρημα

β στ ρα ον β 7ο είο Π μυ αγ θ κό ισ σμ το ιο ρ Λο ήμ γο ατ τε ος χν ικ (Ε ό Π Δι Ο αγ Κ ων , 2 ισ 01 μό 6 )

Α’

Λένα Μαυρουδή Μούλιου


4


Υποψίες


Υποψίες Λένα Μαυρουδή Μούλιου ISBN: 978-618-82415-6-5 © τοβιβλίο Αθήνα, 2017 εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης επιμέλεια εξώφυλλου: Κώστας Θερμογιάννης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net lenamavroudimouliou@gmail.com

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή]

___________________ Το μυθιστόρημα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου “υποψίες” διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Η αναφορά του ονόματος της συγγραφέως είναι υποχρεωτική και το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση αποσπασμάτων με την προϋπόθεση αναφοράς προέλευσης και δημιουργού. 6


Υποψίες

Λένα Μαυρουδή Μούλιου ISBN: 978-618-82415-6-5

7


ΤΗς ιΔιΑς «Η Πόρτα στα δεξιά», εκδ. τοβιβλίο, 2016 «Υποψίες», εκ. τοβιβλίο, 2017 «Υδροχόος με σκορπιό», εκδ. Αρισταρέτη (υπό έκδοση) ςΥΜΜΕΤοΧΕς ςΕ ςΥΛΛογιΚΑ ΕργΑ εκδόσεις Μεταίχμιο 2015 μια από τις 12 νικήτριες του διαγωνισμού και συμμετοχή στο ebook «στο μυαλό των διάσημων ντετέκτιβ». Βιβλιόφιλοι Έδεσσας γ΄ έπαινος και συμμετοχή στο συλλογικό βιβλίο (το λογιστικό λάθος). εκδόσεις Ανάτυπο διάκριση και συμμετοχή στο συλλογικό βιβλίο «Μίλτος ο ταξιτζής». Πνευματικοί ορίζοντες διάκριση και συμμετοχή στο βιβλίο 2016 «χαϊκού». Audio book veramand (μία από τις 12 νικήτριες και συμμετοχή στο ebook «το στενό». Λογοτεχνικές πένες β’ βραβείο και συμμετοχή στο βιβλίο των νικητήριων διηγημάτων «ερώτημα αναπάντητο». εκδόσεις τοβιβλιο «ιστορίες μπονσάι», 2016. εκδόσεις τοβιβλιο «μονόλογοι», 2017.

8


αφιερωμένο στα εγγόνια μου

9


Όλα τα ονόματα είναι φανταστικά και κάθε ομοιότητα με αυτά τελείως συμπτωματική. 10


Η

ημέρα καλοκαιριάτικη καυτή και τα παιδιά της παρέας προσκεκλημένα στο σπίτι το εξοχικό μιας κοινής τους φίλης. Κολύμπι, ηλιοθεραπεία, ξεγνοιασιά, φαγητό και φλερτ, πολύ φλερτ, έρωτας και όνειρα ανατέλλοντα. Νιάτα... Φίλοι όλοι τους και σπουδαστές του Ωδείου Αθηνών. Θα μπορούσαν να σχημάτιζαν μια μίνι ορχήστρα. Κάθε ένας και ένα μουσικό όργανο... Της Κλαίρης το αγόρι, ένας πανέμορφος ξανθός, γερμανικής καταγωγής, βιολονίστας. Η Κλαίρη πιάνο. Το θέμα της καταγωγής του δυσκόλεψε στην αρχή τα πράγματα. Εκείνη δίσταζε να κάνει δεσμό με έναν απόγονο εκείνων των τεράτων που σκότωσαν τον παππού της, που για την οικογένεια ήταν κάτι σα θρύλος. Ήταν νιόπαντρος ο παππούς και η γυναίκα του περίμενε το πρώτο της παιδί, όταν εκείνοι οι εγκληματίες τον έστησαν στον τοίχο με άλλα 199 παλικάρια και τον δολοφόνησαν εν ψυχρώ στο ςκοπευτήριο της Καισαριανής. για την Κλαίρη ό,τι είχε σχέση με τη γερμανία των παππούδων του, της προκαλούσε απέχθεια και γι’ αυτό ο Έρικ της ήταν όχι απλώς αντιπαθής, αλλά της προκαλούσε αποστροφή και ας ήταν απόγονος τρίτης γενιάς εκείνων των αιμοσταγών δολοφόνων της ανθρωπότητας. ο Έρικ κατανοούσε τη στάση της, δε θύμωνε με 11


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τις προσβολές και τις μπηχτές της, της φερόταν άψογα και σιγά σιγά την έκανε να παραδεχτεί ότι δεν ήταν δα όλοι οι γερμανοί τέρατα και φονιάδες, αλλά άνθρωποι κανονικοί που αγαπούσαν τους Έλληνες, όπως έλεγαν τουλάχιστον, όπως αυτός αγαπούσε εκείνη και τώρα της το έλεγε για πρώτη φορά. Την αγαπούσε παράφορα με όλη την ορμή των είκοσι χρόνων του και θα πρέπει μια γυναίκα να ήταν ανόητη για να μη συγκινηθεί από τις εκδηλώσεις λατρείας ενός τέτοιου παλικαριού που ήταν όμορφος σαν Έλληνας ημίθεος. Λεπτός, πράγμα περίεργο για γερμανό, μάτια γαλανά με βλεφαρίδες θαρρείς γυναικείες, ανδροπρεπέστατος με μαλλιά μακριά αχυρένια και ίσια, με μια τούφα να του κρύβει μονίμως μέτωπο και μάτια. Ήταν αξιολάτρευτος και όταν έπιανε το βιολί του, θαρρείς, οι δυο τους γίνονταν ένα. Τον άκουγαν όλοι μαγεμένοι. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς! Την ομορφιά του, τη θεσπέσια μουσική του, το ταλέντο του; Εν πάση περιπτώσει ήταν ένας άγγελος και, καθώς έδειχναν τα πράγματα, φαίνεται πως και η ψυχή του ήταν φτιαγμένη από τα ίδια αγγελικά υλικά. Η Κλαίρη πάλεψε αντιστάθηκε, μα στο τέλος ενέδωσε. Δε γινόταν διαφορετικά. Αν δεν τα έφτιαχνε μαζί του, θα ήταν αφύσικο. Έγιναν ζευγάρι και μόνο αραιά και πού ερχόταν στο μυαλό της η καταγωγή του και την έκανε να συννεφιάζει και να παγώνει το γέλιο στα γραμμένα της χείλια. Κοκκινομάλλα, με κάτι αξιολάτρευτες μικρές φα12


Υποψίες

κίδες εκεί γύρω από την περιοχή της γαλλικής μυτούλας της, μεσαίου αναστήματος και τόσο λεπτή που σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν άυλη χωρίς να είναι κοκαλιάρα. Πώς γινόταν αυτό; Και όμως... Το κορίτσι αυτό ήταν η προσωποποίηση της φινέτσας και ταλέντο πιανιστικό, σε σημείο να πάρει το πτυχίο της στα δεκαεφτά της σαν εξαιρετικό ταλέντο. Δεν υπήρχε σπουδαστής στο Ωδείο που να μην είναι ερωτευμένος μαζί της. Ειδικά ένας συμφοιτητής της στα θεωρητικά που σπούδαζε σύνθεση, έλιωνε για εκείνη. Μα ο εκ γερμανίας ορμώμενος ήταν ο τυχερός. Αποτελούσαν ένα ονειρεμένο ζευγάρι κάτι που για τα ελληνικά δεδομένα ήταν κομματάκι σπάνιο. οι δυο τους μια ζωγραφιά, ικανή να σε εμπνεύσει να δημιουργήσεις τέχνη. ο καημένος ο Έλληνας ερωτευμένος μπορεί να μην ευτύχισε να γίνει το ταίρι της Κλαίρης, τον ενέπνευσε όμως να συνθέτει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα και μάλιστα να κάνει το ντεμπούτο του σαν συνθέτης στην ετήσια επίδειξη του Ωδείου αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές, τόσο από τον φοιτητόκοσμο όσο και από τους περίφημους και υπερήφανους Δασκάλους του. Αχ αγάπη, αγάπη, αγάπη. Τέτοια θαύματα μόνο εσύ τα καταφέρνεις. Αριστούργημα εσύ, αριστουργήματα τα δημιουργήματά σου. Η σχέση Κλαίρης-Έρικ εξελίχθηκε σε σφοδρό ερωτικό πάθος και εκείνος την οδηγούσε σε μονοπάτια που το κορίτσι ούτε που μπορούσε να φανταστεί την ύπαρξή τους. Βιρτουόζος όχι μόνο του βιολιού, μα και μαέστρος στον έρωτα, αν και μόλις είκοσι 13


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

χρόνων, δάσκαλος άριστος στο θέμα αυτό, με μια μαθήτρια που τον ακολουθούσε μαγεμένη. Η μαεστρία του νεαρού δεν οφείλονταν στην πείρα, μα στο ταλέντο! Υπάρχουν άνθρωποι εξαιρετικής φαντασίας ερωτικοί δάσκαλοι και ο Έρικ ήταν ένας απ’ αυτούς. Απολάμβαναν λοιπόν την αγάπη τους και το σεξ, με όλη τη φρεσκάδα των χρόνων που κουβαλούσαν. Το φως και η λάμψη στα μάτια τους φανέρωναν την πληρότητα που ένιωθαν. Όλο και σπανιότερα μια τόσο δα μικρούλα ερινύα ερχόταν να της θυμίσει τον αδικοχαμένο της παππού, που όταν πέθανε δεν ήταν παρά τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Έρικ και τούτο γιατί έτσι το θέλησαν οι πρόσφατοι πρόγονοι του Έρικ (ουπς, να πάλι το τσίμπημα του μίσους να ξεπηδάει ορμητικά από το μυαλό και την καρδιά της). Και με τι απάνθρωπο τρόπο τον δολοφόνησαν! για να το σκεφτεί κανείς: Διακόσια παλικάρια ανά εικοσάδες να στήνονται στον τοίχο ανήμποροι να αντιδράσουν και με τις ριπές των όπλων τους τα θηρία να σταματούν τη ζωή τους μέσα στην ολάνθιστη άνοιξή της. "Τυχερή" η πρώτη εικοσάδα. Δεν έζησε το φοβερό μαρτύριο της αναμονής της επόμενης, της μεθεπόμενης εικοσάδας και αναμφίβολα τη φρίκη των τελευταίων αναμενόντων! Περιμένεις τη σειρά σου συνήθως για να πάρεις κάτι, μα αυτά τα παλικάρια περίμεναν τη σειρά τους εκεί μπροστά, να τους πάρουν τη ζωή!!! Όπως είναι γνωστό η σφαγή αυτή έγινε σαν αν14


Υποψίες

τίποινα για κάποιο γερμανό αξιωματικό και δυο τρεις στρατιώτες που βρέθηκαν κάπου σκοτωμένοι. Πενήντα δηλαδή Ελληνόπουλα για κάθε έναν σκοτωμένο γερμανό. Αυτή ήταν η εξίσωση. Όταν η σκέψη αυτή ερχόταν να μαυρίσει την ψυχή της, αναρωτιόταν πώς θε να 'ναι μπορετό ο πανέμορφος αγαπημένος της να διαφέρει από εκείνα τα ανθρωποειδή κτήνη που έδωσαν την απόφαση της εκτέλεσης τη φρικτή. Ή από εκείνον τον Χάροντα αξιωματικό, που δέκα φορές διέταξε το απόσπασμα βρυχώμενος «πυρ». Και να περιμένεις τη σειρά της δικής σου σφαγής, βλέποντας ακόμα και τη φρίκη της χαριστικής βολής, που ο δήμιος αξιωματικός εν είδει βοηθού του Χάροντα, έδινε τόσο στους πεθαμένους, όσο και στους ημιθανείς, σβήνοντας την απειροελάχιστη ελπίδα ότι μπορεί και κάποιος να επιζούσε του μακελειού. ο σαδισμός τους έγκειται σε αυτό ακριβώς. Αποφάσισαν να σκοτώσουν διακόσιους Έλληνες σαν αντίποινα για τους τέσσερις σκοτωμένους δικούς τους για παραδειγματισμό. Δεν μπορούσαν να τους σκοτώσουν λίγους λίγους, σε κάποιο μέρος, χωρίς πρόγραμμα αναμονής; Θα έχαναν που θα έχαναν οι άνθρωποι τη ζωή τους, ήταν ανάγκη να βλέπουν τον Χάροντα να πλησιάζει δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο; Αυτό είναι που δε χωράει ανθρώπου νους. Τι εικόνες πήραν αυτοί οι άνθρωποι μαζί τους φεύγοντας, Θεέ μου! Μπορούσε λοιπόν ο Έρικ να μην έχει στο DNA του ψήγματα έστω τέτοιου σαδισμού; αναρωτιόταν. ούτε είχε διαβάσει ούτε είχε ακούσει για κάποιον 15


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γερμανό που να υπήρξε διαφορετικός, φιλεύσπλαχνος, ανθρώπινος. Όλοι τα ίδια μαινόμενα θηρία που πέρα από τη φυλή τους θεωρούσαν όλους τους άλλους ανθρώπους κάτι σα ζώα. Έτσι η μικρή η ερινύα λίγο λίγο άφηνε και λίγες σταγόνες δηλητηρίου στις φλέβες του κοριτσιού. ςκεπτόταν ότι μία ημέρα θα έπρεπε να κάνει μία κουβέντα με τον καλό της. Ήθελε να δει τις αντιδράσεις του, όταν τον ρωτούσε για το δράμα που παίχτηκε στο υπαίθριο θέατρο της Καισαριανής εκείνον τον φρικτό Μάη του 1944. Δεν είναι δυνατόν να μην είχε ακούσει κάτι; Εδώ η παγκόσμια κοινότητα είχε φρίξει. Η μάνα του ήταν Ελληνίδα, δεν μπορεί να μη γνώριζε την ιστορία, να μην του είχε μιλήσει γι’ αυτήν. Τη φοβόταν όμως, την έτρεμε αυτή τη στιγμή. Πιθανόν να της έλεγε «εντάξει πόλεμος ήταν. Τέτοιες ακρότητες ελλοχεύουν πάντα στις αποφάσεις αντιπάλων». Μα η Κλαίρη αδύνατον να σκεφτεί, να διανοηθεί, ότι μπορούσε να ακούσει αυτά τα λόγια από τα χείλη του νεαρού άντρα. Αν τα άκουγε, σίγουρα αυτό θε να ’ταν και το τέλος της σχέσης τους, μπορεί και το δικό της γιατί τη ζωή της δεν την ήθελε χωρίς εκείνον. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Και ο καιρός κυλούσε, μα την κουβέντα την επίμαχη όλο την άρχιζε και όλο την ανέβαλλε. Έλα όμως που έτσι δεν μπορούσε να απολαύσει τον έρωτα τον ωραίο της; Βασανίζονταν και υπήρχαν στιγμές στις οποίες ξεπρόβαλε το πικρό χαμόγελο του παππού της και κατέκαιγε σα λίβας τα σπαρτά στα χωράφια της σκέψης της. 16


Υποψίες

Τις μεταπτώσεις του κοριτσιού δεν ήταν δυνατόν να μην τις αντιληφθεί ο νεαρός ερωτευμένος. Δεν έβλεπε ότι κάτι βασάνιζε την αγάπη του; Δεν τη ρωτούσε όμως. για να μην του έχει μιλήσει μέχρι τώρα θα πρέπει να είχε τους λόγους της και εκείνος τους άγνωστους σ’ αυτόν λόγους, τους σεβόταν. Πού ξέρεις, μπορεί να ήταν κάτι που δεν τους αφορούσε, κάτι οικογενειακό της ας πούμε. Και αν κάτι διέκρινε τον νεαρό άντρα, ήταν το τακτ, η διακριτικότητα. Είναι η αλήθεια ότι η διακριτικότητα αυτή ήταν λίγο μεγαλύτερη του μέσου όρου με αποτέλεσμα ίσως να θεωρηθεί σαν αδιαφορία ή ακόμη και σαν έλλειψη ενδιαφέροντος. Θα άφηνε λοιπόν να περάσει λίγος περισσότερος καιρός και θα αποφάσιζε για το πώς θα ενεργούσε. για να τον αγαπούσε λιγότερο αποκλείεται. Μη και δεν έβλεπε ότι τη στιγμή της αγάπης το κορίτσι του έλιωνε σα φυστικοβούτυρο στο τοστ του επάνω; -άκου τώρα τι του ήρθε να πει, "φυστικοβούτυρο", ένα καθαρά αμερικάνικο έδεσμα, που δεν ξέρω αν αρέσει σε κανέναν Έλληνα. Όπως και να έχει, τέτοιο θέμα δεν υφίστατο. Αλλά πάλι θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ σοβαρό για να βλέπει την Κλαίρη ώρες ώρες να μαραίνεται περίεργα. οπόταν ο Κύβος ερρίφθη. «Αγάπη μου, θα μου πεις φαντάζομαι τι σε βασανίζει. Μη μου το αρνηθείς. Ψέματα στην αγάπη μας δε θα παρεισφρήσουν ποτέ, δεν είν’ έτσι; ςυμβαίνει κάτι που ειδικά εγώ δεν πρέπει να ξέρω;» Η Κλαίρη πανικοβλήθηκε. ο Έρικ την κατέλαβε εξαπίνης και όσο και αν κατ’ επανάληψη είχε προ17


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ετοιμαστεί γι' αυτή τη στιγμή, για αυτήν την κουβέντα, δε θυμόταν λέξη από τα λόγια που είχε διαλέξει να του πει. Τα λόγια που με όσο τακτ και αν τα ξεστόμιζε, η μαχαιριά θα πονούσε το ίδιο πολύ με μια πραγματική. Πληγή μεγάλη θα του άνοιγε, μα δε γινόταν διαφορετικά. Και... Δείλιασε η Κλαίρη, συνάμα φοβήθηκε πολύ. Του είπε το πρώτο ψέμα από καταβολής του δεσμού τους. «Όχι, αγάπη μου. Δεν έχω τίποτα. Πρόβλημα ορμονικό. Έχει να κάνει με την περίοδό μου. Εσείς οι τυχεροί άντρες δεν τα έχετε αυτά. Μωρό μου, μην ανησυχείς. Πού θα πάει; Θα μου περάσει». Δεν την πίστεψε, μα και δεν επέμεινε. Φύσει και θέση άνθρωπος πολιτισμένος, σκέφτηκε ότι για να μη θέλει να του πει, σημαίνει σαφώς ότι κάτι υπάρχει που τον αφορά και δεν αποτολμά να το πει για να μην τον στενοχωρήσει. Ήταν πλέον σίγουρος γι’ αυτό. «Άφησε και θα δούμε» μονολόγησε και κάτι σαν τσιμπιά στην καρδιά την ένιωσε. Δεν είπε λέξη. Ώστε άρχισαν και ψέματα να λένε και μυστικά να έχει ένας από τον άλλο... Κακό, πολύ κακό σημάδι. Μέχρι τώρα εκτός από αγαπημένοι εραστές, ήταν και κολλητοί φίλοι. Εξομολογούνταν τα πάντα από πράγματα απλά καθημερινά μέχρι πράγματα ακραία ανατρεπτικά, για τους άλλους ταμπού, μα για εκείνους όχι. Το πρώτο ψέμα, το πρώτο μυστικό, ενός ατέλειωτου καταλόγου. Είναι να μη γίνει η αρχή... Κρίμα. Δηλαδή η σχέση τους θα πάψει να είναι ιδανική; Ναι θα πάψει. Θα γίνει πιο ανθρώπινη, πιο αληθινή με τα καλά της και τις decadences της. 18


Υποψίες

«Κάποιος μας μάτιασε» σκέφτηκε το κορίτσι (η γιαγιά της για κάθε αναποδιά που τους τύχαινε αυτό συνήθιζε να λέει και άρχιζε τα ξεματιάσματα). Να το πει στον Έρικ; ςιγά μη και ο Έρικ με τις δικές του καταβολές πίστευε σε ματιάσματα, ξεματιάσματα και βλακείες. Και ένα βράδυ της λέει «Άκου, Κλαιράκι, τι θα έλεγες να πάμε για καμιά εβδομάδα στη Νυρεμβέργη να σε γνωρίσουν οι παππούδες μου; Κοντεύουν τα ενενήντα τους και όπως καταλαβαίνεις ο χρόνος δεν παίζει άνετα μπάλα πλέον στο γήπεδό τους. Πριν λοιπόν ο διαιτητής σφυρίξει το τέλος του αγώνα πρέπει να πάμε να σε γνωρίσουν. Δεν πρέπει, αφού θα γίνεις εγγονή τους; Αλήθεια, μωρό μου, δε σε ρώτησα, θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;» Και κάτι σαν αγωνία είδε η Κλαίρη να σκοτεινιάζει τα γαλάζια του μάτια... Τον γάμο τον έτρεμε η Κλαίρη. Πιο πρόσφατο γεγονός αποτυχημένου γάμου ήταν αυτό της πρώτης της εξαδέλφης. Πολύ μεγαλύτερη από τη μικρή πιανίστα, κοντά δεκαπέντε χρόνια, και οι καυγάδες μετά του συζύγου της καθημερινοί, άνευ διαλειμμάτων. Έφυγε εκείνος μέσα στα άγρια μεσάνυχτα κτυπώντας τη βαριά εξώθυρα του σπιτιού πίσω του. Και ο κτύπος αυτός ήταν ο τελευταίος ήχος που συγκράτησε εκείνη από εκείνον. Ποιος ήταν ο εκείνος; Ήταν αυτός που ερωτεύτηκε παράφορα που τον παντρεύτηκε που γέννησε τα παιδιά του και που μαζί του έζησε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Χρόνια δύσκολα από επαγγελματικής πλευράς έως ότου τα γρανάζια της σταδιοδρομίας 19


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

του μπουν σε μία τάξη. Και αμέσως σχεδόν μόλις μπήκαν, ο... εκείνος δια ασήμαντον αφορμήν την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια για αλλού κι αλλού. γι’ αυτόν άρχιζε μια ζωή καινούρια μακριά από υποχρεώσεις οικογενειακές. Ζούσε τη δεύτερη άνοιξη της ζωής του. Έρωτες με νεαρές, με συνομήλικες με μεγαλύτερες, με ξανθές και μελαχρινές με κοντές και ψηλές αδιακρίτως. Ερωτευμένος ξανά και ξανά και ό,τι δεν έζησε σα νέος λόγω των φοιτητικών, επαγγελματικών υποχρεώσεων και συνήθως λόγω του πορτοφολιού, το ζούσε τώρα με ένταση, ανενδοίαστα και γελοία παλιμπαιδίζοντας, όντας πλέον περίπου μεσήλικας. για εκείνη ήταν ένα τέλος που την τελείωσε σαν σύζυγο και που πλήγωσε τα παιδιά τους και τους άφησε πληγές που θα αιμορραγούν μια ζωή και θα αναρωτιούνται «γιατί σε μας;» Όταν παρόμοια γεγονότα συμβαίνουν στον γείτονα, στον φίλο, στον γνωστό, τα βλέπεις και λες "τι κρίμα!" Όταν συμβαίνουν σε σένα τι λες; Τίποτα δε λες. Και μόνον ανάλογα με τον χαρακτήρα που κουβαλάς, είτε συνεχίζεις άχαρα τη ζωή σου ή σέρνεσαι μέσα στα ερείπια που άφησαν τα γκρεμισμένα σου όνειρα. Και αλλάζεις... Αλλάζεις... Λένε ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου δεν αλλάζει. Λάθος μέγιστο. Τότε είναι που αλλάζει. Και στην επιφάνεια της προσωπικότητάς σου βγαίνει ο αγριεμένος ο προδομένος και αδικημένος σου εαυτός και σε κάνει να μη σε αναγνωρίζουν ακόμη και οι κοντινοί σου άνθρωποι. ςε αυτές τις ιστορίες πάντα ο ένας είναι δυστυ20


Υποψίες

χέστερος του άλλου. Και αυτό είναι άδικο. Και κατά κανόνα, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, ο δυστυχής δεν είναι άλλος από το θηλυκό. γιατί εντωμεταξύ τα χρόνια έχουν περάσει και λίγο δύσκολο να θέλει εκείνη να ζήσει μια δική της καινούρια άνοιξη. ςυν τοις άλλοις το δικό της πορτοφόλι δεν αποτελεί πόλο έλξης του άλλου φίλου όντας μονίμως άδειο. ςε πλήρη αντίθεση με αυτό του ματσωμένου και φτασμένου πλέον αρσενικού που τον κάνει να είναι περιζήτητος, ίσως και περισσότερο από πριν, στο γυναικείο φύλο, ανεξαρτήτως ηλικίας. Και ο νάρκισσος αρσενικός καυχιέται ότι είναι ακόμη ελκυστικός και ούτε καθ’ υποψία του περνά από το ακατοίκητο κεφάλι τι ακριβώς είναι εκείνο που ελκύει το άλλο φύλο. γυναίκα, δίδαξε τα αγόρια σου, το παράδειγμα της οικογένειάς τους να τους γίνει μάθημα και να μην ακολουθήσουν το παράδειγμα και τα χνάρια του γονιού τους. Είναι από αυτά τα χνάρια που πρέπει να μάθουν να αποφεύγουν να βαδίζουν πάνω τους. Τον στιγμιαίο δισταγμό της ο Έρικ, και με το δίκιο του, τον εξέλαβε σαν άρνηση και εν πάση περιπτώσει κατάλαβε ότι εκείνη δε λαχταρούσε, όπως αυτός, να έρθουν εις γάμου κοινωνία. Να μην τον αγαπούσε όσο αυτός αυτήν, πίστευε ήταν αδύνατον. Τότε; «Μα εδώ κάτι συμβαίνει, φίλε μου, πρέπει να μάθεις. Πρόκειται για τη ζωή σου για το μέλλον σου, 21


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

άφησε τον υπερ-πολιτισμό και τη σούπερ διακριτικότητά σου και μάθε, μάθε», μονολόγησε. Δεν της είπε τίποτα. ούτε σχολίασε το γεγονός ότι απάντηση δεν πήρε στο ερώτημά του. Και αν τώρα ήθελε να ρωτήσει κάτι ξανά, ήταν τα της επίσκεψης στη Νυρεμβέργη. Η κοπέλα ήξερε, της είχε πει στο παρελθόν ο καλός της, για το πού έμεναν οι υπερήλικες παππούδες του. Εκείνη, με το που άκουσε «Νυρεμβέργη», δε σκέφτηκε τους συγγενείς του Έρικ, μα την ιστορική δίκη των γερμανών, που έγινε στην πόλη για τα εγκλή ματα που διέπραξαν κατά της ανθρωπότητας. Τέτοια απωθημένα είχε το κορίτσι. Είχε διαβάσει βιβλία, άρθρα, προσπαθώντας να καταλάβει από τι είδους πάστα ήταν φτιαγμένοι οι άνθρωποι αυτοί, που και στη δίκη τους ακόμη δεν έδειχναν μεταμέλεια, δεν έβλεπαν πού ήταν το κακό για το οποίο κατηγορούνταν. Και όπως έγραψε και η Εβραία Χάνα Άρεντ (προκαλώντας την μήνιν των θυμάτων των γερμανών κι ιδίως των Εβραίων) δεν ήταν παρανοϊκοί δολοφόνοι, αλλά απλοί άνθρωποι που σκότωναν στη "δουλειά" τους τούς "υπανθρώπους" και μετά στο σπίτι τους έπαιζαν όλο γλύκα με τα παιδιά τους ή άκουγαν μουσική εν πλήρη ηρεμία. ςτο πρόσωπο του Άιχμαν, άλλωστε, η Άρεντ αναγνωρίζει έναν "νέο τύπο εγκληματία", το έγκλημα του οποίου δεν έγκειται ούτε στην μοχθηρότητα, ούτε στην παράνοιά του. Αυτό που τον χαρακτήριζε περισσότερο ήταν η συνήθειά του να υπακούει απρόσωπα και αδιάφορα στις άνωθεν εντολές και 22


Υποψίες

να τις εκτελεί με απίστευτη αφοσίωση και σχολαστικότητα. Μέχρι το τέλος της δίκης του ο ίδιος αρνούνταν την ενοχή του, με βασικό επιχείρημα της υπεράσπισής του το γεγονός ότι οι ενέργειές του βρίσκονταν σε αρμονία με τους θεσπισμένους νόμους του κυρίαρχου γερμανικού κράτους. Κι εκείνος φυσικά δεν μπορούσε να σκεφτεί έξω από το πλαίσιο κανονικότητας που όριζαν οι ναζιστικοί νόμοι. Η πλύση εγκεφάλου που τους είχε γίνει από τον παράφρονα πρώην λοχία, ήταν περίεργη και πίστευαν ότι οι κατήγοροί τους ήταν εκείνοι που έπρεπε να καθίσουν στη θέση που βρίσκονταν αυτοί τώρα, γιατί κατέστρεψαν ένα όνειρο που, όπως νόμιζαν, είχαν αρχίσει να υλοποιούν και εμποδίστηκαν από τους λαούς του πλανήτη. Αυτοί ήταν ο περιούσιος λαός που αποστολή τους ήταν να καθάρουν τη γη από τα μιάσματα και να τον κυβερνήσουν απ’ άκρου εις άκρον ποδοπατώντας τους με την μπότα τους... τρυφερά! Μα οι λαοί αυτό δεν το κατάλαβαν, οι κρετίνοι, και βλακεία τους μεγάλη... Μιλάμε για τέτοια εγωπάθεια!!! Αυτά ήταν τα συμπεράσματα της Κλαίρης μετά από όσα είχε διαβάσει πριν από χρόνια και αυτή ήταν η συσχέτιση της Νυρεμβέργης με την περιβόητη δίκη. Και ήταν της γνώμης ότι και πάρα πολλοί άνθρωποι σαν και αυτήν η πρώτη σκέψη που θα έκαναν ακούγοντας «Νυρεμβέργη», θα ήταν εκείνα τα αλεξίσφαιρα κλουβιά μέσα από τα οποία απολογούνταν οι εγκληματίες της ανθρωπότητας. Και έρχεται τώρα ο καλός της να της πει ότι επι23


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

θυμεί να πάνε μια βόλτα κατά κει. Όρεξη που την είχε! Μα αντί της Νυρεμβέργης χάθηκε να ήταν μια άλλη οποιαδήποτε γερμανική πόλη; Βέβαια δεν πήγαιναν σαν τουρίστες μα για συγκεκριμένο σκοπό. ο αγαπημένος της λαχταρούσε να δει τους γέροντές του λίγο πριν τους χάσει για πάντα. Δεν όφειλε εκείνη, αν μη τι άλλο, να το σεβαστεί αυτό και να πει ναι χωρίς δεύτερη κουβέντα; Και ευτυχώς το είπε. «Φυσικά και θα πάμε, μωρό μου. Όποτε θέλεις εσύ. Εγώ υποχρεώσεις πιανιστικές προς το παρόν δεν έχω. Κανόνισε το δικό σου πρόγραμμα και φύγαμε». Η απάντηση αυτή καταλάγιασε τους φόβους του και έδιωξε τις δικές του υποψίες ότι οι γέροι του ήταν εκείνοι που η καλή του δεν ήθελε να δει. Και τον έκανε το "ναι" της, να νιώσει ευτυχής. Πόσο το αγαπούσε το κοκκινομάλλικο κορίτσι του, την "κοκκινοσκουφίτσα" του, όπως την έλεγε, και ας μην έμοιαζαν τα μαλλιά της με σκουφίτσα, μα σα φλογισμένη λάβα που έπεφτε και έγλειφε τους λαξεμένους ώμους της. Ήξερε ότι στη ζωή του δεν επρόκειτο να αγαπήσει άλλη γυναίκα όπως αυτήν, ήταν η μοίρα του και με αυτήν επιθυμούσε να αρχίσει, μα και να τελειώσει τη ζωή του. Το επιθυμούσε βαθιά αυτό και δεν ήταν μια όποια επιθυμία φλογερή ενός εικοσάχρονου νεαρού. Και ενενήντα χρόνων να ήταν, αυτήν θα ήθελε για σύντροφο και μάνα των παιδιών του, γιαγιά των εγγονών και... δισεγγόνων του. Και έφυγαν. Και πήγαν. 24


Υποψίες

Η Κλαίρη ζήτησε νοερά συγγνώμη από τον δικό της παππού για την επίσκεψή της στη μισητή της χώρα. «Αχ, Έρικ μου, αχ Έρικ». Θα ήθελε να του πει «ζήτησε μου ό,τι θέλεις, όποια θυσία να κάνω για χατίρι σου, αλλά, αγάπη μου, ό,τι έχει σχέση με γερμανούς μη μου το ζητάς. Είναι πέρα από τις ανοχές μου. Με ξεπερνάει». Μπορούσε όμως να του πει του ανθρώπου ένα τέτοιο πράγμα; Αν ήταν ποτέ δυνατόν.

25


Μ

ετά τις πρώτες αγκαλιές και τις γεροντικές ευσυγκινησίες, η Κλαίρη αντίκρισε ένα περίεργο ζευγάρι. Εκείνη, μια ολόγλυκια γηραιά κυρία με μωβ γκρίζα μαλλιά και με κάτι περίεργα γυαλιά να κρέμονται με μια χοντρή ασημένια αλυσίδα από τον λαιμό της. ςτηριζόταν σε ένα θαυμάσιο εβένινο μπαστούνι με πορσελάνινη γαλάζια λαβή, που και ανάγκη να μην το είχες, θα ήθελες να το κρατήσεις (ή να σε κρατήσει). Η δε φωνή της έμοιαζε με φωνή κοπέλας. Απίστευτο. Αν έκλεινες τα μάτια, θα άκουγες μία γυναίκα σαράντα πέντε -βία πενήντα χρόνων- να σου μιλάει με φωνή γλυκιά σταθερή και γοητευτική. Μιλούσαν αγγλικά γιατί ούτε η Κλαίρη μιλούσε γερμανικά ούτε οι ηλικιωμένοι ελληνικά. Μιλούσαν λοιπόν μια γλώσσα που μίλαγαν οι πάντες. Αχ, βρε αγγλική γλώσσα, που έγινες κάτι σαν εσπεράντο... Ας είναι! ο γιος τους παντρεύτηκε Ελληνίδα και έμεναν με τα δύο τους αγόρια στην Ελλάδα. ςε αντίθεση με τη γιαγιά, ο παππούς ήταν ένας ευθυτενής αγέρωχος γέρος με κάτι μάτια γκρίζα ψυχρά που θύμιζαν, θα τολμούσε να πει το κορίτσι, ατσάλινα σπαθιά. Φίλησε και αυτός τον εγγονό του, τον κτύπησε κάνα δύο φορές στην πλάτη και απόθεσε ένα άψογο χειροφίλημα στην Κλαίρη που τον άκουσε 26


Υποψίες

να τη ρωτάει έκπληκτη σε σπασμένα ελληνικά «πώς πάνε τα πράγματα στην Ελλάδα;» ο παππούς είδε την έκπληξή της και έσπευσε να της πει ότι στα νιάτα του βρέθηκε για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα στην Ελλάδα, την ιστορία της οποίας είχε διαβάσει και θαυμάσει. Το όλο του στυλ θύμιζε στρατιωτικό και όταν ρώτησε τον Έρικ εκείνος επιβεβαίωσε την υπόθεσή της. Το σπίτι τους ήταν μια παλιά αρχοντική μονοκατοικία κλασικής αρχιτεκτονικής με μια απίθανα όμορφη εσωτερική σκάλα από μάρμαρο που θύμιζε αχάτη και οδηγούσε στις κρεβατοκάμαρες επάνω. ςτο ισόγειο το σαλόνι στη μέση του οποίου δέσποζε ένα πιάνο με ουρά. Ποιος να έπαιζε τώρα πια σ’ αυτό το θαυμάσιο μουσικό όργανο που η Κλαίρη το ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά; Η Έλντα έπιασε τη ματιά θαυμασμού της κοπέλας και της είπε χαμογελαστά «ελπίζω γρήγορα να γνωριστείτε. Δε φαντάζεσαι πόσο περιμένω αυτή τη στιγμή της γνωριμίας σας. Είναι χορδισμένο και πανέτοιμο. ςε περιμένει. ο Έρικ μας έχει πει τόσα πολλά για τις επιδόσεις σου στο πιάνο. Και επί τη ευκαιρία συγχαρητήρια για το πτυχίο σου. Τι σκοπεύεις να κάνεις στη συνέχεια;»... Της άρεσε της Κλαίρης αυτή η όλο ζωντάνια νεαρή... γριά! Τη συμπάθησε αμέσως. Είχε πολλά στοιχεία του Έρικ πάνω της. Αλλά και αυτά να μην υπήρχαν, αυτή η αρχόντισσα ήταν αξιολάτρευτη, σε αντίθεση με τον άντρα της που παρότι ευγενέστατος σε κρατούσε σε κάποια απόσταση. Μόνη εξαίρεση ο εγγονός του που μηδένιζε 27


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

το κοντέρ της απόστασης αυτής. Δεν έμοιαζε με τίποτα με το αγόρι της. Τον φαντάστηκε στα νιάτα του. Θα ήταν ένας αγέρωχος γερμανός αξιωματικός από εκείνους τους υπεροπτικούς κατακτητές της υπόδουλης Ευρώπης. ςαν εκείνους τους ατσαλάκωτους ψυχρούς στρατιωτικούς που τους έβλεπε στο σινεμά και ανακατώνονταν τα σωθικά της. ςε ποια χώρα να υπηρετούσε άραγε τα χρόνια του πολέμου; για δες τι σκέφτηκε τώρα. Είπε κατακτητές και μέσα της ξύπνησε το άσβεστο μίσος της για ό,τι είχε σχέση με γερμανούς και μάλιστα στρατιωτικούς. Και την ώρα του καφέ φέρνει την κουβέντα στα αρκετά καλά ελληνικά του χερ ςμιτ. «Και πόσο καιρό μείνατε στην Ελλάδα; Τα ελληνικά σας με εξέπληξαν. Τα βρίσκω συμπαθέστατα». «Χμ, αρκετά θα έλεγα. Από το 1941 μέχρι το 1944 που φύγαμε από εκεί». Και μέσα της έγινε σεισμός πολλών ρίχτερ. γινόταν χαμός. Αγρίεψε. Ένα, ένα, τα κάστρα της μέχρι τώρα ανοχής της, γκρεμίζονταν και παράσερναν στον χαλασμό τους, έρωτες, αγάπες, όνειρα. Ένιωσε ναυτία. Ζήτησε συγγνώμη λέγοντας ότι είναι λίγο αδιάθετη και πήγε στο μπάνιο. Κάθισε σε ένα σκαμνί που υπήρχε εκεί μέσα και τα μάτια της άφησαν ελεύθερα να κυλήσουν τα δάκρυα που οι φράκτες της καλής συμπεριφοράς τα κρατούσαν τόσην ώρα φυλακισμένα. Έφερε στο μυαλό της τον ήρωα παππού της και την πήρε το παράπονο με την τύχη της να της παίζει ένα τέτοιο παιχνίδι. Έπρεπε να μάθει πάση θυσία ποια ήταν η θέση 28


Υποψίες

του χερ ςμιτ τις μέρες της Κατοχής, πού υπηρέτησε και αν υπήρχαν πληροφορίες για τη δράση του. Μα ακόμη και αν τελικά κατόρθωνε να μάθει ότι εκείνος ήταν αμέτοχος της σφαγής των αμνών, όλο και καμιά άλλη μικροσφαγή λες να μην την είχε απολαύσει; Εκείνοι δεν ήταν κανονικοί άνθρωποι ήταν βρικόλακες. Ζούσαν ρουφώντας το αίμα των μελλοντικών υπηκόων της αυτοκρατορίας που ονειρεύονταν. Θεέ μου, τι απελπισία! Αυτές δε θα ήταν διακοπές στη Νυρεμβέργη μα ένας ολοήμερος και σίγουρα ολονύχτιος εφιάλτης που ήταν υποχρεωμένη να υποστεί για μια ολόκληρη εβδομάδα. Πώς θα το άντεχε; Χρειάστηκε να κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες να μη φανεί αγενής, να μη δείξει τον θυμό της, κάνοντας και τον Έρικ δυστυχή. Αυτός σα να κατάλαβε κάτι και προσπάθησε να αποφορτίσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα παρακαλώντας την να παίξει λίγο πιάνο. Και εκείνη ενώ ήταν ερωτευμένη με τη μουσική του Μπετόβεν, δεν έπαιξε τίποτα δικό του. Έπαιξε ραχμάνινωφ, ένα μέρος από το κοντσέρτο του Νο2, προκλητικά γκέρσουινγκ από τη γαλάζια ραψωδία, ςοπέν Πολωνέζα και Επαναστατική. Έπαιζε άγρια, με θυμό και ούτε νότα γερμανικής μουσικής. Θα πρέπει να ήταν βλάκας ο καημένος ο νεαρός ερωτευμένος για να μην καταλάβει τη σημειολογία της απουσίας της γερμανικής μουσικής, τη στιγμή μάλιστα που η κοπέλα του είχε χαρακτηριστεί στην Ελλάδα μπετοβενίστρια. 29


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Έπαιζε με τα μάτια της θαμπά από τα δάκρυα που προσπαθούσε να καταπνίξει. Και μετά έκλεισε το πιάνο λέγοντας «Αρκετά. Μετά την υπερδοσολογία που πήρα με το πτυχίο μου, μου... είχα υποσχεθεί να απέχω για ένα διάστημα. Δεν κράτησα την υπόσχεσή μου...». Δικαιολογίες, δικαιολογίες... «Θεέ μου, ο άνθρωπος αυτός, ο γερμανός μπορεί ακόμα να ήταν και εκείνος που διέταξε πυρ». Μπορεί, ακόμη χειρότερα, να ήταν και εκείνος που έδωσε τη διαταγή για την εκτέλεση. Με χίλιες δυο προσπάθειες για να μη φανεί αγενής απέφευγε ακόμη και να κοιτάξει τον γέροντα. Με τη γιαγιά ήρθε πιο κοντά και η συμπάθεια αμοιβαία. ο Έρικ τις έβλεπε να συνομιλούν, να χαμογελούν, και ένιωθε ευτυχής, διώχνοντας τη στενοχώρια του για το χάσμα που έβλεπε να μεγαλώνει ώρα την ώρα ανάμεσα σε αυτήν και τον παππού του. Τι μπορούσε να υποθέσει; Και οι φοβίες του, ότι η Κλαίρη δεν ήθελε να πάει να γνωρίσει τους γεροπαππούδες λίγο πριν το ταξίδι τους, επανήλθαν εντονότερες. Μα τι συνέβαινε τελικά; Και γιατί με τη γιαγιά όλα ωραία και καλά και με τον παππού όχι; Ποιον ήταν ευκολότερο να ρωτήσει, εκείνον ή εκείνη; Λεπτοί χειρισμοί εκ μέρους του ήταν απαραίτητοι για να μη δημιουργηθούν προβλήματα τη στιγμή που μπορεί και να μη συνέβαινε τίποτα απολύτως. Ζήτησε από την Κλαίρη να την πάει για μια ξενάγηση στην πόλη και εκεί, μακριά από το σπίτι και την παρουσία των δικών του θα εύρισκε -δε θα εύρισκε;- την ευκαιρία, να τη ρωτήσει επιτέλους. 30


Υποψίες

Η Κλαίρη ήταν ένα κορίτσι που δε μασούσε τα λόγια του. Δεν της άρεσαν μήτε τα ψέματα μήτε οι υπεκφυγές. ςε λίγο θα ήξερε. Λίγη ώρα υπομονή. Μα αν συνέβαινε κάτι, τι να είναι αυτό, που να πάρει. Πώς θα καλύπτονταν το χάσμα, το οποίο δεν είχε να κάνει με αυτό που λέμε "χάσμα των γενεών;" Αναρωτιόταν ξανά και ξανά και άκρη δεν έβγαζε. Μια αλλόκοτη αγωνία τον κατέλαβε και φοβήθηκε δίχως να εντοπίζει και τον λόγο της φοβίας του. «Κλαίρη, μωρό μου, τι συμβαίνει με σένα και τον παππού μου; Μήπως σου είπε κάτι και σε πείραξε; Τα ελληνικά του δεν είναι και τόσο καλά. Μήπως παρερμηνεύτηκε κάτι; Πες μου, σε παρακαλώ». «Έρικ, κάποια στιγμή, όχι όμως τώρα θα σου πω μια ιστορία για τον δικό μου παππού και θα καταλάβεις. Ναι όντως κάτι συμβαίνει, αλλά δεν αφορά τον χερ ςμιτ ειδικά, αλλά όλους τους συναδέλφους του στρατιωτικούς που ήρθαν σαν κατακτητές στη χώρα μου, που κατά το ήμισυ είναι και δική σου χώρα, και συμπεριφέρθηκαν τόσο βάρβαρα. Ίσως πριν φύγουμε κάνουμε μια κουβέντα μαζί του για τα στρατεύματα κατοχής. Καλό είναι να ακούει κανείς όλες τις πλευρές. Μην ανησυχείς δεν πρόκειται να τον προσβάλω ούτε να του επιβάλω τις απόψεις μου και τα πιστεύω μου. Είναι η αλήθεια ότι έχω πολλά απωθημένα για την εποχή εκείνη που εκείνος βρισκόταν στην Ελλάδα, όχι σα φίλος μα σαν εχθρός ανάλγητος, ανελέητος, πράγμα πολύ περίεργο για πολιτισμένους ανθρώπους. Με το μαστίγιο κανείς δεν μπόρεσε ποτέ και για πολύ να καθυποτάξει είτε λαούς είτε μεμονωμένα άτομα. Όπως και να έχει 31


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πάντως, όλα αυτά δεν μπορούν να επηρεάζουν τα αισθήματά μου για σένα αφενός ούτε θα γίνω αφορμή να έρθεις αντιμέτωπος με τον παππού σου. Να είσαι βέβαιος γι’ αυτό. Άφησε τώρα να απολαύσουμε τη βόλτα μας και ηρέμησε», του είπε φιλώντας τον με ένα φιλί από εκείνα που τον τρέλαιναν, τον έκαναν να μην αισθάνεται ότι ήταν του κόσμου τούτου. Θεέ μου, πόσο πολύ παθιασμένα την αγαπούσε. Πόσο θα ήθελε να μπορούσε να την πάρει, εδώ, σε τούτο το κατά πράσινο γρασίδι το ολόφρεσκο. Έξι ημέρες ακόμη ήταν ένα πολύ μεγάλο διάστημα για τις αντοχές του. Α, δε γινόταν αλλιώς... Απόψε με μύριες προφυλάξεις θα έμπαινε στο δωμάτιό της. Πέρασαν ήδη τρεις ημέρες χωρίς να... Παραήταν πολλές!... Να γινόταν, λέει, να κατάφερνε με τρόπο μαγικό να την αυξομείωνε και να την είχε πότε στην αγκαλιά του μέσα σε ένα μάρσιπο κολλημένη πάνω του, πότε μέσα στη μικρή τσεπούλα του πουκαμίσου του να ακουμπάει στην καρδιά του... Μόνο τότε θα ησύχαζε. μόνο τότε δε θα έτρεμε μήπως του φύγει και τη χάσει. Αυτή η φοβία δηλητηρίαζε το μυαλό του και του έδιωχνε τον ύπνο. Να ήταν προαίσθημα λες; «Και στην Ελλάδα πού μένατε, χερ ςμιτ;» «Μα στην Αθήνα, καλή μου. ςτο κέντρο. Το καλοκαίρι έμενα σε ένα προάστιο κοντινό, το Ψυχικό. Τα θυμάμαι όλα τόσο καθαρά. ςα να ήταν χθες». «Εσείς τα θυμάστε κι εμείς προσπαθούμε να μην 32


Υποψίες

τα θυμόμαστε ούτε σαν αφήγηση, αφού βέβαια δεν τις ζήσαμε εκείνες τις άθλιες ημέρες». «Έτσι είναι, δεσποινίς μου. Πόλεμος ήταν. Και πόλεμος καλός δεν υπάρχει». «Έφθασε ποτέ στα αυτιά σας πόσο πείνασε η Αθήνα, χερ ςμιτ; Τι τράβηξε ο λαός μας από έναν πόλεμο που εμείς δεν τον θελήσαμε; Αυτά προσπαθεί να ξεχάσει ακόμη και η δικιά μου η γενιά και ας μην τα ζήσαμε. Τα έζησαν οι γονείς μας και οι παππούδες μας. Και το μόνο που ευχόμαστε είναι να μην υπάρξει. Λαός ξανά που να υποφέρει όσο υπέφερε ο δικός μας... Αφού θυμάστε τα πάντα, όπως λέτε, θα θυμάστε πόσα παλικάρια σκοτώνονταν εν ψυχρώ σαν αντίποινα για κάθε γερμανό στρατιώτη που βρισκόταν πεθαμένος για μύριους όσους λόγους. Δεν μπορεί να ξεχάσατε αυτή τη φρίκη; Ένας νεκρός στρατιώτης δικός σας, πενήντα αθώα παιδιά δικά μας. Αυτό λέγεται πόλεμος; ο δικός μου ο παππούς σφαγιάστηκε μαζί με άλλα 199 παλικάρια σε ένα χώρο που τον έλεγαν ςκοπευτήριο της Καισαριανής. Θα το θυμάστε, δεν μπορεί... Ποιο ήταν τον έγκλημά τους; Να υπηρετήσουν τη σκλαβωμένη τους πατρίδα, όπως θα κάνατε και σεις. Τους συλλάβατε και τους φυλακίσατε. ςύμφωνοι. Αιχμάλωτοι. ςύμφωνοι. Όμως επειδή βρέθηκε νεκρός ένα ανώτερος αξιωματικός σας με τρεις ακόμη στρατιώτες σας, τους πήραν και, χωρίς καν να είναι ένοχοι, τους θέρισαν κυριολεκτικά. Η εξίσωση ήταν διακόσιοι για τέσσερις! ο παππούς μου δεν ήταν, παρά λίγο μεγαλύτερος από τον εγγονό σας. Η γιαγιά μου είκοσι χρόνων και το κυοφορούμενο πρώτο και μοναδικό παιδί 33


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

της δεν είπε ποτέ τη λέξη "πατέρα". Πόλεμος, λέτε, καλός δεν υπάρχει. Μα τέτοιου είδους εγκλήματα πώς θα πρέπει να τα χαρακτηρίσουμε; Πέστε μου σας παρακαλώ». Εντωμεταξύ, ο Έρικ άκουγε την Κλαίρη να μιλάει, να λέει αυτά τα τρομερά πράγματα με τόνο χαμηλό, σοβαρό, πικρό και καθόλου μελοδραματικό. Ήταν εμβρόντητος. Και κατάλαβε με μιας ότι το πρόβλημα της κοπέλας θα έμενε για πάντα άλυτο και δυστυχώς θα είχε επιπτώσεις και σε αυτούς τους δύο. Εμμέσως πλην σαφώς την άκουγε να τον κατηγορεί τον γεροστρατηγό και δεν μπορούσε να τον υπερασπιστεί ως όφειλε σαν καλός εγγονός. Η Έλντα άκουγε την Κλαίρη μαρμαρωμένη. οι παλμοί της καρδιάς της αυξάνονταν λεπτό το λεπτό και για μια στιγμή ένιωσε κάτι σα λιποθυμία. Έτρεξε η κοπέλα του σπιτιού να της φέρει ένα ποτήρι νερό. γρήγορα συνήλθε. Και η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί. Θα ήταν απάνθρωπο για τις αντοχές δύο υπερ-ηλικιωμένων ανθρώπων. Μια παγωνιά ύπουλη τους τύλιξε σα φίδι και έδιωξε κάθε διάθεση για επικοινωνία. Προσπάθησαν όλοι να απασχοληθούν με κάτι. ο Έρικ και ο παππούς με σκάκι και η Κλαίρη πήρε να διαβάσει ένα βιβλίο στην Έλντα, το αγαπημένο της που συμπτωματικά ήταν από τα αγαπημένα και της μικρής. Μα ό,τι και αν έκαναν γνώριζαν πια ότι η καταστροφή που επήλθε ήταν μη αναστρέψιμη. Η Κλαίρη κατάλαβε και κάτι άλλο. Έπρεπε με κάποια πρόφαση να διακόψουν την παραμονή τους. Δε γινόταν να μείνουν περισσότερο. για όλους θα 34


Υποψίες

ήταν ανυπόφορο. Τη λυπήθηκε τη γηραιά κυρία η Κλαίρη. Μα και ο Έρικ θα έπρεπε να λυπηθεί τη δική της τη γιαγιά που δεν άντεξε τον χαμό του αγαπημένου άντρα της στα 23 του χρόνια και τον ακολούθησε λίγο μετά τη γέννα του παιδιού της. Δεν ήταν καλά καλά 21 ετών! Το δράμα της οικογένειάς της, αν θέλεις, Έρικ, μπορεί μια μέρα να στο διηγηθεί αναλυτικότερα. Η λιποθυμία της γιαγιάς σου και η καταφανέστατη ενόχληση του παππού σου ήταν γεγονότα ασήμαντα συγκρινόμενα με το δράμα των δικών της. Δηλαδή τι θα έπρεπε να πει ο πατέρας της που τον μεγάλωσαν συγγενείς, θείοι και θείες, και που τα χείλη του δεν πρόφεραν ποτέ τις λέξεις "μπαμπά" και "μαμά"; Ξάφνου σαν από μηχανής θεός έρχεται ένα μήνυμα από την Αθήνα από το Ωδείο της και την πληροφορεί ότι έχει έρθει στην Ελλάδα η φημισμένη καθηγήτρια πιάνου μαντάμ ςβανσόν και θα πρέπει οπωσδήποτε να συναντηθούν για να κανονίσουν τα των μαθημάτων τους που θα έπρεπε να αρχίσουν οσονούπω. Θα έμενε στην Αθήνα μόνο τρεις ημέρες και ήδη η μία είχε περάσει, αν υπολογίσουμε και τις ώρες του ταξιδιού τους από τη Νυρεμβέργη. Η συνάντηση της ςβανσόν με την Κλαίρη ήταν σπουδαίας σημασίας, γιατί θα έμπαιναν τα θεμέλια της συνεργασίας τους για τη μελλοντική διεθνή καριέρα της κοπέλας... οπόταν, χωρίς προφάσεις εν αμαρτίαις, τα μάζεψαν για την επιστροφή ανακουφισμένοι άπαντες με την απρόσμενη και ευεργετική για τις αντοχές τους 35


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λύση, που δόθηκε σε μια κατάσταση που θα γινόταν τουλάχιστον δύσκολη αν έμεναν ακόμα λίγο... Η Κλαίρη όφειλε να ανοίξει τελικά την καρδιά της και να διηγηθεί τις τραγικές λεπτομέρειες της θλιβερής ιστορίας του παππού και της γιαγιάς της που σημάδεψε τη ζωή της. Του το είχε υποσχεθεί. Θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα είχαν να συζητήσουν. Από αυτήν την εξήγηση εξαρτιόταν όχι μόνον η σχέση της με τους παππούδες του Έρικ μα και με αυτόν τον ίδιο. Τα όσα ελέχθησαν μόλις πριν λίγο, αν δεν αναλύονταν, θα ήταν υποβολιμαία, θα ροκάνιζαν αργά και σταθερά τη σχέση τους. Η κουβέντα θα γινόταν αμέσως μόλις έφευγαν από το σπίτι αυτό. Ίσως και μέσα στο αεροπλάνο. Το θέμα ήταν επείγον. Δε γνώριζε ποιες τελικά θα ήταν οι αντιδράσεις του παλικαριού, όταν του έλεγε ότι έπρεπε να μάθει για τα έργα και τις ημέρες του παππού του εκείνη τη φοβερή τριετία της κατοχικής παραμονής του στην Ελλάδα. Μα όποιες και αν ήταν οι αντιδράσεις του, εκείνη ήξερε ότι το αγόρι της ήταν ένας άντρας έντιμος που έκρινε τα πράγματα ψύχραιμα κι αντικειμενικά. Ετοιμάστηκαν να φύγουν. Η Κλαίρη φίλησε την Έλντα, αφού την αγκάλιασε τρυφερά και της υποσχέθηκε, αν και εκείνη το επιθυμούσε να αντάμωναν πάλι σύντομα. Και αυτή δεν ήταν μία τυπική ευχή, την εννοούσε. Αυτές τις τρεις ημέρες που έμειναν μαζί ένιωσε μια έλξη για τη συμπαθέστατη γηραιά Κυρία. Όπως είπαμε έμοιαζαν πολύ γιαγιά και 36


Υποψίες

εγγονός. Αποχαιρέτησε τον στρατηγό ευγενικά και σοβαρά, λέγοντάς του ότι ίσως μια ημέρα αναμετρηθούν σε μια παρτίδα τάβλι, που ήξερε ότι αγάπησε κι εκείνος όντας στην Ελλάδα. Η φράση αυτή εν μέρει γεφύρωσε ένα μέρος έστω του χάσματος που είχε ανοιχθεί από τα λόγια που του είπε πριν. Και εκείνος, μέσα στην υπερηφάνεια του και την ατσαλάκωτη ευγένειά του το εισέπραξε αυτό και το εξέλαβε σαν πρέσβη καλής θελήσεως. Αν τελικά γινόταν εγγονή του, έπρεπε το κρασί το δικό του να το νερώσει αρκετά, σκέφτηκε. Και κάτι άλλο. Το τσαγανό που διέκρινε στα ευγενικά προσβλητικά της λόγια, του άρεσε. Λίγοι άνθρωποι το διαθέτουν. Και τούτη η μικρή το είχε σε μεγάλες δόσεις. Ναι του άρεσε αυτό το κορίτσι. Έπρεπε να το κρυφομολογήσει...

37


Η

μαντάμ ςβανσόν, σε ρόλο από μηχανής θεού, έβγαλε από μια δύσκολη θέση τόσους ανθρώπους εκεί στη Νυρεμβέργη και έμελλε να γίνει για την Κλαίρη μια δασκάλα θεά. Με το ταλέντο της, με το πτυχίο της, ακολούθησε μια άλλη ρότα απ’ αυτή στην οποία είχε μέχρι τώρα βαδίσει. Μία ρότα μαγευτική και δυσκολοδιάβατη που αγόγγυστα πορευόταν, γιατί το όνειρό της, το ήξερε, αν ήθελε να γίνει πραγματικό, θα έπρεπε να κάνει θυσίες ατέλειωτες· μάθημα μία φορά το μήνα με τη μαντάμ· μία ημέρα ολόκληρη αφιερωμένη στο πρόγραμμα μελέτης την κάθε φορά. Πήγαινε η Κλαίρη στο Παρίσι και σπάνια η ςβανσόν ερχόταν στην Αθήνα. Και φυσικά η διαδικασία αυτή απαιτούσε έξοδα, χρήματα για τη διδασκαλία, τη διαμονή τα ταξίδια κ.τ.λ. για να βοηθηθεί από την οικογένειά της δύσκολο. Παρέδιδε μαθήματα λοιπόν και κάλυπτε κατά 90% τις υποχρεώσεις της. Κουραζόταν αφάνταστα. Μελέτη, διδασκαλία... έρωτας, υπερκόπωση! Όχι, δεν έβαζε τον Έρικ σε δεύτερη μοίρα. ο έρωτας ήταν εκείνος που κρατούσε τις ισορροπίες με ακρίβεια ακροβάτη. Ήταν αυτός που της έδινε δύναμη για να αντέξει και ευχαριστούσε την καλή της μοίρα που είχε τον Έρικ δίπλα της που την καταλάβαινε και τη στήριζε.

38


Υποψίες

Άλλωστε, κάτι ανάλογο με το δικό της πρόγραμμα ήταν και το δικό του. Η ανάμνηση των όσων συνέβησαν στη Νυρεμβέργη δεν είχε βέβαια σβήσει, είχαν όμως δοθεί από την Κλαίρη όλες οι εξηγήσεις για το τι την έκανε να αισθάνεται και να την οδηγήσει στο να μιλήσει όπως μίλησε στους ηλικιωμένους, που βέβαια για αυτόν οι γέροντες αυτοί σήμαιναν πολλά. Την καταλάβαινε και σα να ντράπηκε ένα πράγμα για την απανθρωπιά των συμπατριωτών του. Το αποφάσισε. Θα ρωτούσε να μάθει ποια ήταν η πιθανή συμμετοχή του παππού του στο φονικό που στοίχειωσε τη ζωή της κοπέλας του. Θα έπρεπε την εποχή εκείνη να ήταν ο παππούς του γύρω στα 35 του. Πέρασαν από τότε περίπου πενήντα πέντε χρόνια. Ναι, θα ρωτούσε να μάθει, γιατί και ο παππούς ήταν εν δυνάμει ο πιθανός ένοχος, -γιατί όχι;- που έδωσε τη διαταγή της σφαγής. Η μοίρα παίζει τέτοια μακάβρια παιχνίδια, δεν παίζει; Τι την εμπόδιζε να δώσει και άλλο ένα ρεσιτάλ σύμπτωσης και να καταστρέψει δύο ευτυχισμένους ανθρώπους; Η ζηλιάρα. ςτην Κλαίρη δεν είπε τίποτα για τις έρευνες που θα άρχιζε. Το σίγουρο πάντως ήταν ότι σε όποιο συμπέρασμα και αν κατέληγε θα της το έκανε γνωστό. Όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες που θα ακολουθούσαν. Έψαξε σε αρχεία σε εφημερίδες ελληνικές και γερμανικές της εποχής για τη συγκεκριμένη τραγωδία 39


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που βέβαια είχε κάνει τον γύρο του κόσμου σαν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της γερμανικής θηριωδίας. Το θηρίο γίνεται πιο άγριο ως γνωστόν όταν πλησιάζει το τέλος του. Διάβαζε φήμες, ονόματα διοικητών τμημάτων, δικαστών, δεσμοφυλάκων, συναδέλφων όπως υπέθετε του παππού, μα το όνομα του παππού πουθενά δεν το έβλεπε. ςα να μην είχε υπάρξει. ςα να μην είχε υπηρετήσει ποτέ στην Αθήνα παρά τις περί του αντιθέτου πληροφορίες που ο ίδιος είχε δώσει στην Κλαίρη. Κάποια φορά νόμισε ότι τον εντόπισε, γιατί από διηγήσεις της οικογένειας βρήκε το όνομα του υπασπιστή του, του οποίου ήταν και κουμπάρος, αφού τον είχε παντρέψει. Τον γερμανό εκείνο πολλές φορές τον είχαν φιλοξενήσει σπίτι τους οσάκις μετά το τέλος του πολέμου ερχόταν στην Ελλάδα, όπως του έλεγε η μάνα του. Επομένως για να υπάρχει υπασπιστής θα πρέπει να υπάρχει και... αφεντικό. Μωρέ, σύμφωνοι, μα πού στην ευχή ήταν; Εάν ο υπασπιστής βρισκόταν εν ζωή, τα πράγματα θα ήταν ήδη διευκρινισμένα. Εκείνος όμως "είχε αποδημήσει εις Κύριον" μη συντροφεύοντας τον παππού στην αιωνόβια πορεία του. Το θέμα έπαιρνε μυστηριώδεις προεκτάσεις. Τι διάβολο συνέβαινε εδώ, Έρικ ςμιτ (το όνομα του παππού του); Μα τέτοιο όνομα αν και συνηθέστατο, δε συνάντησε πουθενά. Αυτό βέβαια τον δυσκόλευε στην έρευνά του, αλλά δεν αποθαρρύνονταν. Και βέβαια για το συγκεκριμένο τραγικό γεγονός έμαθε ίσως και περισσότερα απ' ό,τι το κο40


Υποψίες

ρίτσι του γνώριζε. Το θέμα του όμως δεν ήταν αυτό, αλλά να μάθει από ποιο γραφείο βγήκε η διαταγή και εάν ο δικός του άνθρωπος είχε καμία σχέση με αυτόν τον εφιάλτη. Όσο έψαχνε τόσο και πιο αποφασισμένος γινόταν, να μάθει. Κάποτε σε ένα παράνομο φυλλάδιο της εποχής διάβασε κάτι που τον έβαλε σε υποψίες. Υπήρχε ένας διοικητής ενός Αστυνομικού, κατ’ επίφαση ελληνικού, Τμήματος με το όνομα ή το παρατσούκλι "μπόγιας". Δεν τον συσχέτιζαν με κανένα επίθετο, μήτε ελληνικό, μήτε γερμανικό, θαρρείς και αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα. ο συνειρμός ήταν καταφανής πάντως. Ποιος ξέρει πόσα σκυλιά ελληνικά είχε συλλάβει και εξολοθρεύσει ο μπόγιας αυτός! Μυστήριοι άνθρωποι αυτοί της λεγόμενης άριας φυλής. ςτα στρατόπεδα συγκέντρωσης της γερμανίας, βρικολάκιαζαν πίνοντας αίμα εβραϊκό και στις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες χόρταιναν με χριστιανικό αίμα, όσων τολμούσαν να αντισταθούν. Εφεύρισκαν σατανικούς τρόπους να χορτάσουν την ακόρεστη δίψα τους. Ποιος νους δε θα ήταν βαμπιρικός, αφού σχεδίασε να εξολοθρεύσει διακόσια παλικάρια κατά εικοσάδες υπό τα όμματα των αναμενόντων τη σειρά τους, ακολουθώντας και το μακάβριο τελετουργικό του στησίματος του εκτελεστικού αποσπάσματος μπροστά τους. ςαν σε άσκηση σκοποβολής. Έλεγαν ότι ο Χίτλερ είχε μια δόση τρέλας, όσο αλήθεια ή ψέμα και αν ήταν αυτό. Φαίνεται λοιπόν ότι και οι... υπήκοοί του τη δόση τους την είχαν. 41


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γιατί μόνο παρανοϊκά μυαλά μπορούσαν να σκαρφιστούν τέτοιους εφιάλτες! ο Έρικ λοιπόν σκαλίζοντας, ερευνώντας, μαθαίνοντας πράγματα φρικτά, όλο και πιο πολύ ντρεπόταν. Είναι πράγματι απογοητευτικό να διαβάζεις για την ιστορία της πατρίδας σου και να ντρέπεσαι, αντί να είσαι υπερήφανος για τα κατορθώματα και τη γενναιότητα των ανθρώπων σου. Αναρωτιόταν δε, αν είναι δυνατόν στο δικό του DNA να υπάρχουν έστω εν υπνώσει ψήγματα των ενστίκτων εκείνων των ανθρώπων, τα αίσχη των οποίων του δινόταν τώρα η ευκαιρία να μάθει με λεπτομέρειες. Έψαχνε και απελπιζόταν μα δε σταματούσε. Τον είχε πιάσει ένας ανείπωτος θυμός. Η ιστορία ήταν εκεί μπροστά του και δεν τη μάθαινε έτσι γενικώς και αορίστως. Και μέσα σε αυτήν έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τα χνάρια ενός ανθρώπου που ως τα τώρα λάτρευε και θαύμαζε (γιατί άραγε;) απεριόριστα. Ερχόταν στη θέση της Κλαίρης και καταλάβαινε τώρα πια τα συναισθήματά της. Απορούσε δε πώς και τα έφτιαξε μαζί του, έστω και αν αυτός ήταν άμοιρος των εγκλημάτων των προγόνων του. Εξακολουθούσε να ψάχνει λοιπόν, μα φως για την ύπαρξη του γερο-ςμιτ κανένα. ςκοτάδι έρεβος και μυστήριο...

42


Τ

ις ώρες της ανάπαυλας από τις υποχρεώσεις τους, εννοείται ότι τις περνούσαν μαζί. Το σπιτάκι που εκείνος είχε νοικιάσει, το είχε μονώσει με τρόπο τέλειο για να μην ενοχλεί με το βιολί του και συνάμα στέγαζε τον έρωτα τον φλογερό τους. Ωραίος ο άτιμος ο έρωτας σε όποια ηλικία και αν είναι. Μα αυτός των είκοσι χρόνων, αν συμβαίνει να είναι και ο πρώτος, εκτός των πολλαπλών τρυφερών επιδόσεων είναι και οπτικά πανέμορφος και δε λησμονιέται ποτέ... ςτέναζαν κρεβάτια, καναπέδες. Ακούραστα και αχόρταγα τα παιδιά και η κάθε φορά τους λες και ήταν η τελευταία. γι’ αυτό φρόντιζαν να την κάνουν πανέμορφη. Όμως τόσο ο Έρικ όσο και η Κλαίρη τη δαμόκλειο σπάθη δεν κατόρθωναν να τη βγάλουν πάνω από την κεφαλή τους. ςτο πίσω της μέρος ελλόχευε μια ακαθόριστη απειλή. Την ένιωθαν και οι δύο. Δεν ήξεραν ποια ήταν ακριβώς, μα σιγά σιγά έμαθαν να ζουν μ’ αυτήν. Το να μη θεωρείς κάτι σα δεδομένο είναι μεγάλο αφροδισιακό. Αυτό συνέβαινε με τους δυο τους. Εκείνος πια ανάλωνε λιγότερο χρόνο στη γνωστή έρευνα της γερμανικής Κατοχής την Ελλάδα. Αν τον ενδιέφερε κάτι, δεν ήταν τώρα πια ούτε οι φήμες οι διογκωμένες λόγω της χρονικής απόστασης, ούτε οι εξιστορήσεις ασαφείς και αόριστες ούτε οι υπερ43


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

βολές λόγω πατριωτισμού ή μη μόνον ντοκουμέντα. Δεν μπορεί, όλο και καμιά μυστική υπηρεσία θα έπρεπε να υπάρχει και να έχει καταγράψει στα κιτάπια της όλα τα εν Ελλάδι συμβαίνοντα. Είναι βλακώδες, αλλά συμβαίνει ο δολοφόνος να καταγράφει εν είδει ημερολογίου τα δολοφονικά του πεπραγμένα με το νι και με το σίγμα, που λένε. γιατί το κάνει; Φτιάχνεται αναπολώντας "ωραίες" στιγμές; για ποιον οι σημειώσεις; Φοβάται μην τύχει και τις ξεχάσει; Μα πράξεις σαν τις δικές του είναι δυνατόν να ξεχαστούν; Πέραν του γεγονότος, που το παρακάμπτει όμως, είναι και επικίνδυνο. Μπορεί το τεφτέρι να κλαπεί, να χαθεί, είτε μόνο του είτε με τη βοήθεια ξένου δακτύλου, και να γίνουν γνωστά τοις πάσι τα κατορθώματά του είτε τα άγνωστα είτε να ξαναέρθουν στην επιφάνεια γεγονότα που συντάραξαν τον κόσμο, μα που λησμονήθηκαν, όπως γίνεται πάντα. ο φόβος της "στενής" με τη μεταφορική του -ή και την ακριβή του έννοια- υπαρκτός. Μα ο δολοφόνος περίεργο, δεν πτοείται και καταγράφει σαν τον καπετάνιο, τα πεπραγμένα του πλοίου του στο ημερολόγιό του. Ένα τέτοιο ντοκουμέντο ο Έρικ ψάχνει να βρει και ευελπιστεί ότι κάποια στιγμή θα πέσει επάνω του χωρίς να το περιμένει. Και έπαψε να αγχώνεται και να υποφέρει χωρίς και να εγκαταλείπει τις προσπάθειες... Βέβαια με το τέλος του πολέμου και την επακόλουθη αναμπουμπούλα, πολλά ιστορικά ντοκουμέντα απωλέσθησαν, μα κανείς ποτέ δεν ξέρει. Και εκείνο 44


Υποψίες

που ο νέος επιθυμούσε, ήταν να υπήρχε κάποιο "φως", ενόσω ο παππούς του θα είναι ακόμη στη ζωή. Και γιατί αυτό; γιατί προσδοκούσε να αποδειχθεί ότι ο αγαπημένος του παππούς ήταν τελικά άμοιρος του αίματος τόσων αθώων παλικαριών και να φύγει για το αιώνιο ταξίδι του ήσυχος, χωρίς τη στάμπα μιας τέτοιας ρετσινιάς που θα την άφηνε και κληρονομιά ντροπής στον ίδιο του τον εγγονό... Τα θύματα της σφαγής ηρωοποιήθηκαν, και δικαιολογημένα, και η μνήμη τους τιμάται από τις επόμενες γενιές. Μα τα ονόματα των θυτών αγνοήθηκαν ή ξεχάστηκαν από την ιστορία και έμεινε η ανθρωπότητα να τους αναφέρει με ένα όνομα γενικώς "γερμανοί"! ισότιμους της φρίκης... ο Έρικ αναγκάστηκε προς το παρόν να εγκαταλείψει εν μέρει τις έρευνες, με αποτέλεσμα οι υποψίες να παραμένουν, να μεγαλώνουν και να υποσκάπτουν σαν τερμίτες τα θεμέλια της αγάπης του για τον ίδιο του τον παππού. Δεν ήλπιζε πλέον παρά μόνο σε ένα θαύμα. Αν αυτό που ισχυρίζονται οι άνθρωποι ότι δηλαδή "ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον" ισχύει, τότε, όπως ξαναείπαμε, και η αλήθεια θέλει δε θέλει θα λάμψει. Κάποιο απόγευμα, μία ημέρα πριν το μηνιαίο ραντεβού της Κλαίρης με τη μαντάμ ςβανσόν, έρχεται εκείνη στη φωλίτσα τους, του δίνει μέσα στην καλή χαρά ένα CD και του λέει «Μωρό μου, τούτη τη φορά θα καθίσω στο Παρίσι παρά πάνω από τρεις ημέρες που θα τις διαθέσει η δασκάλα μου σε μένα. Δεν ξέρω αν αυτό θα ξανα45


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

συμβεί, μα τώρα είναι υπέροχο, δεν είναι; Και τούτο γιατί έχουμε να καταστρώσουμε προγράμματα συναυλιών και άλλα πολλά, όπως μου είπε. Θα με φιλοξενήσει στο σπίτι της. Μάλλον έχει αντιληφθεί ότι δεν τα βγάζω εύκολα πέρα. Δέχθηκα μετά μεγάλης μου χαράς γιατί θα μου δοθεί η ευκαιρία να τη γνωρίσω καλύτερα όχι μόνο μέσα από τη μουσική. Να τη δω να μαγειρεύει πχ, να πλένει τα πιάτα. Κοντολογίς να την κατεβάσω από το βάθρο που την έχω στήσει, να τη δω πιο ανθρώπινη και να την αγαπήσω περισσότερο νομίζω. Εσύ, αγάπη μου, καλά θα έκανες να πήγαινες μια βόλτα μέχρι τη Νυρεμβέργη να δεις παππού και γιαγιά. Δε σε χόρτασαν. Πήγαινε πριν οι υποχρεώσεις σου το κάνουν να είναι απαγορευτικό. Επί τη ευκαιρία δώσε αυτό το CD στον χερ ςμιτ και πες του, του αφιερώνω την εκτέλεσή μου αυτή της απασιονάτας του Μπετόβεν. Περιμένω την κριτική του. Πες του ακόμη ότι δεν ξεχνώ την παρτίδα τάβλι που του υποσχέθηκα και ανυπομονώ να τον διαλύσω...» συμπλήρωσε με εκείνο το σαγηνευτικό της γέλιο που εκείνος δε χόρταινε να το βλέπει να αστράφτει στο πανέμορφο μουτράκι της... Μεγάθυμο το κορίτσι του παρά τις υποψίες που τόσο εκείνη όσο πλέον και εκείνον τους βασάνιζαν. Και παρά τις όποιες υποψίες της και τις προκαταλήψεις ήταν συγκινητική και η σημειολογία της με τον Μπετόβεν. Μπράβο το κορίτσι του, μπράβο. Και έφυγε εκείνη αφού πρώτα πήρε μαζί της μία over dose αγάπης για να καλύπτει τα κενά της απουσίας του!!! 46


Υποψίες

Το αγόρι αυτό ήταν ο άντρας της ζωής της πίστευε και κανένας συγγενής του, είτε μακρινός είτε κοντινός μπορούσε να την κάνει να τον αγαπάει λιγότερο. Του νεαρού όχι, δεν του άξιζε μια τέτοια έκπτωση αγάπης. Θα ήταν άδικο πέρα για πέρα. Έτσι βρέθηκαν στο Παρίσι εκείνη, στη Νυρεμβέργη εκείνος. ο παππούς, αν και φειδωλός σε όλες του τις εκδηλώσεις, φάνηκε ενθουσιασμένος με το CD της μέλλουσας εγγονής του. Όπως είπε στον Έρικ, ήταν μία από τις ωραιότερες εκτελέσεις της απασιονάτας που είχε ποτέ ακούσει. Το δε γεγονός ότι το κορίτσι το ηχογράφησε ειδικά για κείνον, τον συγκίνησε διπλά. Τόσο σαν έμπειρο ακροατή όσο και σαν σημειολογία. Το να παίξει έργο γερμανού τι σήμαινε; Ότι και αυτή ίσως να έριξε λίγο νερό στο κρασί της, για χάρη δική του βέβαια, μα κυρίως για τον Έρικ. «Καλό μου κορίτσι» σκέφτηκε. «Μια ημέρα κοντινή -γιατί για μακρινή δε μας παίρνει- έχουμε να κάνουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα, μα την αλήθεια συζήτηση οι δυο μας. Πώς τα φέρνει έτσι η ζωή, Θεέ μου!...» Χάρηκαν τον εγγονό τους τις τρεις ημέρες που έμεινε κοντά τους και δεν αναφέρθηκαν καθόλου στο γεγονός που τους στενοχώρησε όλους. Αν ήθελαν να είναι σωστοί και τίμιοι, θα έπρεπε να παραδεχτούν ότι όλοι οι γερμανοί είναι υπόλογοι για όσα η ανθρωπότητα τους καταμαρτυρεί. Τσαμπουκάς και χάιλ Χίτλερ, πρέπει να είναι μια θλιβερή ανάμνηση στην ιστορία του γερμανικού έθνους. Κανένας τίμιος γερμανός δε θα έπρεπε να 47


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αισθάνεται υπερήφανος και αθώος του αίματος τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων που οδηγήθηκαν στον αφανισμό. Και στο "κατηγορώ" της Κλαίρης έπρεπε να γνωρίζει ότι δε δικαιούται να ομιλεί ή να έχει αντιγνωμίες. Έχει ο γερμανός πολύ λερωμένη τη φωλιά του, μα πολύ όμως...

48


O

πηγαιμός της Κλαίρης στο Παρίσι συνέπεσε με ένα μεγάλο γεγονός για τους μουσικούς κύκλους. Επρόκειτο για τον Διεθνή Διαγωνισμό Νέων Μουσικών. Θα απονέμονταν τρία βραβεία: μουσικού οργάνου, σύνθεσης και τραγουδιού. ο διαγωνισμός ήταν υψίστης σημασίας, διότι πέραν του γεγονότος ότι το βραβείο συνοδευόταν από ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό, δινόταν μία διετής υποτροφία για συνέχιση Ανωτάτων ςπουδών και ςεμιναρίων από τους κορυφαίους δασκάλους του κόσμου, πράγμα που σε καμία περίπτωση αυτό δεν μπορούσε να είναι αλλιώς εφικτό. Τρόπον τινά το βραβείο ήταν η σφραγίδα της αναγνώρισης και οι μελλοντικές κινήσεις του νέου μουσικού υπό τη σοφή καθοδήγηση των πλέον ειδικών δασκάλων. Με άλλα λόγια δεν υπήρχε κάτι καλύτερο να ονειρευτεί ένας νέος. Το όριο της ηλικίας συμμετοχής ήταν τα δέκα εννιά χρόνια. Και θα έπρεπε ήδη στην ηλικία αυτή να έχεις παρουσιάσει περγαμηνές τις οποίες κατάφερες να αποκτήσεις στην πατρίδα σου. ο ένας λόγος λοιπόν που η μαντάμ ςβανσόν είχε καλέσει την Κλαίρη, μεταξύ των άλλων, ήταν και αυτός. Ήθελε η μικρή να παρακολουθήσει τη διαδικασία και να αποφασίσει εάν του χρόνου θα ήθελε να συμμετάσχει σ ‘ αυτόν το διαγωνισμό. Να μετρήσει 49


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τις δυνάμεις της ακούγοντας τους άριστους ταλαντούχους συνομηλίκους της μουσικούς από όλες τις χώρες του πλανήτη. Το κορίτσι ήταν δέκα εφτά ετών. Η επόμενη χρονιά και η μεθεπόμενη ήταν οι ευκαιρίες της. Πρόγραμμα όχι απλώς δύσκολο, αλλά εξοντωτικό. Το θέμα "διαγωνισμός" ακούγονταν μεν δελεαστικό, αλλά και φοβερά απαιτητικό. Επομένως έπρεπε να υπερβεί εαυτόν. Και ας μην παραβλέψουμε το γεγονός των απαιτήσεων της αγαπημένης της δασκάλας στα δικά της μαθήματα, συν το απολυτήριο του Λυκείου. Θα τα κατάφερνε; Έπρεπε. Λίγο το έχεις σε περίπτωση επιτυχίας να εξασφαλίσεις τα έξοδά σου που με τα σημερινά δεδομένα πασιφανώς έγιναν δυσβάσταχτα και σε λίγο δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί; Το έβλεπε. Αν τα κατάφερνε το μέλλον της, θα προδιαγραφόταν όχι όπως τώρα θολό και ασαφές, αλλά πολλά υποσχόμενο. Κακά τα ψέματα. Μπορείς να έχεις ταλέντο, να απολαμβάνεις διθυραμβικών κριτικών, μα σαν και σένα είναι και πολλοί άλλοι. για να ξεχωρίσεις και να φτάσεις στο σημείο να σου κλείνουν δουλειές για κοντσέρτα ανά τον κόσμο, πρέπει πρώτα να έχεις γίνει γνωστός και αυτό, φίλε μου, απαιτεί λεφτά, που να τα πάρει η ευχή τα σιχαμερά. Πόσα και πόσα δεν είναι τα μεγαλοφυή ταλέντα που χάνονται εξαιτίας αυτής ακριβώς της έλλειψης. γνωστά αυτά. Άρχισαν με τη ςβανσόν να παρακολουθούν τις 50


Υποψίες

πρόβες των παιδιών για να μπει η Κλαίρη στο κλίμα, στο πνεύμα, του διαγωνισμού και αυτό ήταν μεγάλης σημασίας. οποία δε η μεγάλη της έκπληξη, όταν είδε τον γνωστό συμμαθητή της στο Ωδείο της Αθήνας, εκείνον τον συνθέτη, που ήταν γνωστό τοις πάσι πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της, να είναι μεταξύ των διαγωνιζομένων τη χρονιά αυτή. ο νεαρός άψογος στη συμπεριφορά του απέναντί της και η ςβανσόν με το έμπειρο μάτι της έπιασε το βλέμμα της λατρείας που κοίταξε την Κλαίρη. Τον κάλεσε σπίτι της για δείπνο και ο νεαρός άντρας δέχτηκε την πρόσκληση με ενθουσιασμό. Έπιασαν να μιλούν με τη ςβανσόν για ένα έργο του, ένα μικρό κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, με τον τίτλο αφιέρωση «στην Κ. για πάντα». Ποια να ήταν η... Κ. άραγε; Είπε δε ότι θα το θεωρούσε μεγάλη του τιμή, εάν δεχόταν να διαγωνιστεί την επόμενη χρονιά η Κλαίρη ερμηνεύοντας το έργο του αυτό. Τούτη τη χρονιά ελάμβανε μέρος με δύο σονάτες, μία για βιολί και μία για βιολοντσέλο. Είχε πολύ μεγάλη αγωνία, αυτήν την αγωνία που είτε είσαι φτασμένος είτε εκκολαπτόμενος διάσημος, είναι πάντοτε το ίδιο μεγάλη και γίνεται αχώριστη σύντροφός σου σε όλη την καριέρα σου. Το τέρας με τα χίλια μάτια -οι ακροατές σου δηλαδή- ελλοχεύει πάντα κάπου κοντά, έτοιμο να σε κατασπαράξει. Η ςβανσόν ενθουσιάστηκε μαζί του. ο ςπύρος ήταν ένα όμορφο παλικαράκι με μάτια φλογερά και με μαλλιά που θύμιζαν τον Ερμή του Πραξιτέλη, δαχτυλιδένια και τόσο μαύρα και στιλπνά 51


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που νόμιζες πως είχαν μπλε σκούρες ανταύγειες. Εκτός από την όμορφη εμφάνιση και το αναμφισβήτητο ταλέντο και μουσική παιδεία, ήταν μια γερά κτισμένη προσωπικότητα, πράγμα περίεργο για τη μικρή του ηλικία. Όσον αφορά τη συνθετική του αξία η ςβανσόν, όπως του είπε χαριτολογώντας, που όμως το εννοούσε απόλυτα, επιφυλασσόταν για την επομένη που θα άκουγε τις σονάτες του για να του πει τη γνώμη της. Του ξεκαθάρισε δε από τώρα ότι από αυτή την κριτική εξαρτιόταν και η απόφασή της να της επιτρέψει της Κλαίρης ή όχι, να λάβει μέρος του χρόνου στον διαγωνισμό με το κοντσέρτο που τους πρότεινε και βέβαια αφού το άκουγε εκείνη πρώτα. Επί του παρόντος, εκείνη ήταν το αφεντικό που έπαιρνε τις αποφάσεις, του ξεκαθάρισε γελώντας και πάλι. Από το δείπνο και μετά και μέχρι που τελείωσε ο διαγωνισμός ο νεαρός δεν ξεκόλλησε από δίπλα της. Μα και η Κλαίρη του συμπαραστάθηκε και όταν μάλιστα εκείνος σήκωσε στα χέρια του το Πρώτο Βραβείο ςύνθεσης συμμετείχε στη χαρά του και ένιωσε υπερήφανη που ένα ελληνόπουλο τόσο ταλαντούχο κατάφερε να ξεχωρίσει. Όμως, ςπύρο, πρόσεχε, μέχρι εκεί. Το κορίτσι των ονείρων σου είναι ερωτευμένο όπως κι εσύ, με μια μικρή διαφορά: είναι ερωτευμένη με άλλον, καημένο μου. Να σε συμβουλεύσουμε να πάψεις να την αγαπάς; Δε γίνεται. Είναι σα να σου στερούμε την πηγή της έμπνευσής σου. Αγάπα την λοιπόν και η ζωή είναι απρόβλεπτη. Κανείς ποτέ δεν ξέρει... Η δασκάλα ςβανσόν διέβλεψε μια λαμπρή καριέρα 52


Υποψίες

για το όμορφο Ελληνόπουλο· τον συνεχάρη και βέβαια έκλεισαν ραντεβού να τους φέρει τις παρτιτούρες του κοντσέρτου του. Εκείνος τους είπε μάλιστα ότι θα το άκουγαν κιόλας, επειδή είχε κάνει μια πολύ αξιόλογη ζωντανή ηχογράφηση με σολίστα, έναν πολύ γνωστό πιανίστα και την ορχήστρα των Χρωμάτων, προτού αυτή καταστεί "κλινικά νεκρή" και ένα βήμα πριν και την τυπική της διάλυση... Τι κρίμα. Με τι φιλόδοξο όραμα και προοπτικές ξεκίνησε με τον ιδρυτή της, τον αείμνηστο Μάνο Χατζιδάκι, και έφτασε να σιωπήσει λόγω χρεών, όπως οι περισσότεροι των Ελλήνων, μη έχοντας τη στήριξη που η Ελληνική Πολιτεία όφειλε να της παράσχει. Πώς θα αισθανόταν άραγε ο μεγάλος δημιουργός, αν ζούσε και έβλεπε αυτή την καταστροφή; Και πρόβλημα υγείας να μην είχε, θα το αποκτούσε βλέποντας ένα του "παιδί" να αργοπεθαίνει χωρίς να συγκινείται κανείς! οποία απογοήτευση για τους μελλοντικούς σολίστες. Τόσα χρόνια σκληρής μελέτης και να μην μπορούν να πληρωθούν για δουλειά δύο ετών! Πώς γίνεται αυτό; Του μουσικού αυτή δεν είναι η δουλειά του; Πώς θα ζήσει; Θλίψη! Όταν τέτοια καταξιωμένα σύνολα απαξιώνονται από τον ίδιο τον πολιτισμό μας που αδιαφορεί για τους υπηρέτες του, τι να περιμένει ο ταλαντούχος σπουδαστής του Ωδείου; Τι όραμα να έχει και πώς να ονειρευτεί χωρίς εφιάλτες; Μαυρίζει η ψυχή του ανθρώπου με αυτή την κατάντια της Ελλάδας που γέννησε τον Πολιτισμό! 53


ο

στρατηγός χερ ςμιτ πέρασε έναν πολύ δύσκολο χειμώνα από πλευράς υγείας. Είχε σοβαρότατο πρόβλημα με το αναπνευστικό του και οι γιατροί, που ο Έρικ είχε συμβουλευτεί, δεν υπήρξαν καθόλου αισιόδοξοι για την πορεία της ασθενείας του. Φαίνεται όμως ότι ο γέροντας έμελλε να ξεπεράσει το πρόβλημα και να αισθάνεται τόσο καλά που οι γιατροί έμειναν κατάπληκτοι. Μόλις λοιπόν ομαλοποιήθηκε η κατάσταση της υγείας του παρακάλεσε τον εγγονό του μέσω skype να πάρει τη μικρή του αγαπημένη και να τον επισκεφτούν έστω για ένα σαββατοκύριακο. ο Έρικ έκπληκτος γι’ αυτήν την πρόσκληση, επειδή ήξερε ότι ο παππούς του ήταν πολύ ενήμερος για το βαρύ τους πρόγραμμα και δε θα γινόταν ποτέ φορτικός στέλνοντας προσκλήσεις. Άρα κάτι τους ήθελε. Κάτι πολύ σοβαρό. Υπερήφανος και αγέρωχος, φειδωλός σε τρυφερότητες και απαιτήσεις ο γεροστρατηγός πώς και τους παρακαλούσε χειμωνιάτικα να πάνε; Ενημερώνει την Κλαίρη για την περίεργη πρόσκληση και εκείνη χωρίς δισταγμό του απάντησε θετικά. Έφτασαν μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι, γιατί το αεροπλάνο τους βρέθηκε σε χιονοθύελλα 54


Υποψίες

και έπαθε σοβαρή βλάβη. Πώς ένα πλοίο βολοδέρνει, άσχετα αν είναι μικρό ή μεγάλο, εν είδει καρυδότσουφλου με τα εφιαλτικά κύματα σε μια θαλασσοταραχή; Έτσι και το αεροπλάνο. Ένα φυλλαράκι που στριφογύρναγε, άλλοτε σα σβούρα περί τον άξονά της και άλλοτε έδινε μια και βουτούσε σε ένα χαώδες κενό αέρος, βγάζοντας έναν απαίσιο συριγμό όπως, αν θυμούνται οι παλιοί, εκείνα τα στούκας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ένας φτιαχτός συριγμός ήταν εκείνος, που είχε λέει σκοπό, να επιτείνει τον φόβο και τον τρόμο των δύστυχων ανθρώπων του βομβαρδιζόμενου πλανήτη. Και εκεί που έλεγες τώρα θα τσακιστούμε σε κανένα βουνό και δε θα μείνει ίχνος αεροπλάνου και επιβατών, να και αυτό με τη μύτη αναιδώς σηκωμένη στους αιθέρες, έπαιρνε ύψος, θαρρείς και η ανάσα ανακούφισης των δόλιων ανθρώπων του έδινε μια απίστευτη δύναμη να νικήσει το τέρας της κακοκαιρίας. Με τα κύματα αυτό ίσως και να αντιμετωπίζεται, με το χαρακτηριστικό επιφώνημα των θαρραλέων όπως "εε ωωωπ". ςτην περίπτωση τούτη δεν ξέρω, θα σας γελάσω, αν υπάρχει αντίστοιχο επιφώνημα! Να πέφτουν κεραυνοί, να βλέπεις τις λάμψεις τους και να νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε μία τιτάνια αερομαχία ενός περίεργου πολέμου. Να φεύγουν χειραποσκευές από τα κλεισμένα μεν ντουλαπάκια πάνω από τα κεφάλια τους που άνοιγαν μόνα τους από την πίεση που δέχονταν, σα να μην έκλεισαν ποτέ· όπως και τα παντός είδους ταπεράκια και οι 55


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

επιβάτες να έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε είδους φρούτα πάνω τους, από φαγητά, που είχε φτιάξει η Ελληνίδα μάνα για το βλαστάρι της για να έχει να τρώει για μια εβδομάδα (για μετά έχει ο Θεός), μέχρι ό,τι μπορεί τέλος πάντων να μεταφέρει μια χειραποσκευή. Ευτυχώς που οι βαλίτσες βρίσκονται σε άλλο μέρος του σκάφους. ςκέπτεσαι να έπεφτε λέει καμιά στο κεφάλι σου έτσι ασήκωτες που συνήθως είναι; Παιδιά να τσιρίζουν, γυναίκες (και... άντρες) να ουρλιάζουν, άλλες να προσεύχονται, με τις αεροσυνοδούς να προσπαθούν να τους δώσουν κουράγιο. Μα, καλές μου κοπέλες, εδώ δεν ήταν μια άσκηση -πώς τη λέτε- προσομοίωσης, σαν αυτές που έχετε διδαχθεί στη σχολή σας. Εδώ πρόκειται για έναν άγριο κακό θεό τ’ ανέμου, για τον ίδιο τον Δία, να ρίχνει μανιασμένα τους κεραυνούς του και ευτυχώς να λες που από τα νεύρα του ίσως, να έχανε και το στόχο, χωρίς ακόμα να καταφέρει να πετύχει και κανένας από δαύτους, το αεροπλάνο που ήταν ο στόχος του... Της Κλαίρης της ήρθε στο μυαλό, άκου τώρα, ο οδυσσέας ο αρχαίος μας με τους ναύτες του και αυτόν τον ίδιο δεμένους πάνω στη σχεδία τους να μην τους πάρουν τα κύματα του οργισμένου Ποσειδώνα. Έτσι και αυτοί δεμένοι με τις ζώνες τους στα καθίσματά τους αντιμετωπίζοντας την οργή του Δία. ο συνειρμός της την έκανε να βάλει τα γέλια, η αναίσθητη, μέσα σ’ εκείνον τον κακό χαμό... Με ποιον απ’ όλους τους δόλιους τους επιβάτες άραγε τα είχε βάλει ο πατέρας θεών τε και ανθρώπων 56


Υποψίες

και τι του είχε κάνει για να φτάσει στο σημείο να θέλει να παρασύρει στον χαμό και εκείνους που δεν του έφταιξαν σε τίποτα; Αφού η μοίρα όλων τους μέσα σε κείνη την καμπίνα του αεροπλάνου ήταν κοινή όπως το λέει ο ποιητής «είμαστε δύο επιβάτες στο ίδιο αεροπλάνο. Αν θα χαθεί ο ένας θα χαθεί και ο άλλος» (γ. γαλανός) και όπως το λέει ο λαός «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά...» Μια μικρή αεροσυνοδός αγωνιζόταν να κρατηθεί στη θέση της κλαίγοντας και κάνοντας συνεχώς έμετο. Δεν την ένοιαζε καθόλου που στην απίθανη περίπτωση σωτηρίας τους θα την απέλυαν ίσως. Τι λέμε ίσως; ςίγουρα να πούμε καλύτερα. Η ίδια ούτως ή άλλως, έτσι και απέφευγαν τη συντριβή, δεν το είχε σκοπό να εξακολουθήσει να ζει επικινδύνως, ασκώντας ένα γοητευτικό μεν επάγγελμα που για να το ασκήσεις θέλει εκτός από την ομορφιά σου, τόσο κόπο, γνώσεις 5-6 ξένων γλωσσών και δεν ξέρουμε τι άλλο ακόμα. Ναι μεν έφτυσε αίμα ωσότου τα καταφέρει να γίνει δεκτή, μα είπαμε, άλλο η προσομοίωση της σχολής και άλλο τούτο εδώ κακή ώρα, όπως τώρα. Ποιος θα έλεγε ότι είχε άδικο η μικρούλα; ςτην ανθρώπινη φύση είναι άλλοι να αντέχουν τις θύελλες και τις τρικυμίες χωρίς να πιουν μια δραμαμίνη ή και καμία ακόμη. Και άλλοι, να πίνουν το κουτί ολόκληρο χωρίς να τους... πιάνει. Όχι κοριτσάκι, δεν είσαι εσύ για αυτή τη δουλειά, το βλέπεις και μόνη σου... Το εσωτερικό της καμπίνας θύμιζε σπίτι μετά από σεισμό οκτώ βαθμών της κλίμακας ρίχτερ. 57


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μιας κυρίας το πρόσωπο δε φαινόταν από το αίμα που το είχε καλύψει. Μα για στάσου. Όχι, δεν ήταν αίμα! Το γλυκό βύσσινο που είχε βάλει στην τσάντα του όποιου γιαννάκη η μανούλα του, που του αρέσει τόσο, αμελώντας ωστόσο να το κλείσει αεροστεγώς. Πάει το βύσσινο. Ευτυχώς να λες! Μόνο χάρη στην ψυχραιμία και την ικανότητα του έμπειρου πιλότου κατάφεραν να προσγειωθούν ασφαλώς στο κοντινότερο αεροδρόμιο που βρέθηκε στην πορεία τους. Όπως δε μετά τους πληροφόρησε ο ίδιος ο πιλότος, ο ήρωας αυτός μόλις που κατάφερε να αποσοβήσει την τραγωδία. Δόξα σοι ο Θεός και, ναι, τέτοιοι γερμανοί σαν και τον πιλότο αυτόν εξαλείφουν από τη μνήμη την εικόνα κάποιων πρόσφατων αιμοσταγών προγόνων τους. Και, Κλαίρη μου, οφείλεις να το παραδεχτείς. Μετά το γερό σοκ που παρά λίγο να τους οδηγήσει σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή, πήραν άλλο βέβαια αεροπλάνο και σε λιγότερο από μισή ώρα έφτασαν στον προορισμό τους. ο χερ ςμιτ και η Έλντα καταφανώς ανάστατοι, αφού είχαν ήδη πληροφορηθεί το νέο από τις τηλεοράσεις, ένιωθαν για μια φορά ακόμη ένοχοι που λίγο έλειψε να γίνουν αιτία μιας ανεπανάληπτης τραγωδίας με την πρόσκληση που έκαναν στα παιδιά με αυτόν τον παλιόκαιρο χειμωνιάτικα. Τελικά πόσες φορές στη ζωή του ο γέρος θα ήταν υπόλογος στο κορίτσι αυτό; Αυτός από το στόμα του οποίου η λέξη συγγνώμη σπάνια έβγαινε, έφτασε να γίνει live motive στα χείλη του. ςυγγνώμη 58


Υποψίες

για τα παλιά. ςυγγνώμη για τα καινούρια. Τι συμβαίνει με τη μοίρα σου τελικά γερο-στρατηγέ; Η λέξη παίρνει την εκδίκησή της για την παντελή απουσία της από το λεξιλόγιό σου; Μάλλον αυτό συμβαίνει. Προς γνώση και συμμόρφωση των όσων διαβάζουν τις γραμμές αυτές. Η λέξη "συγγνώμη" είναι μια από τις πιο υγιείς λέξεις του γλωσσικού ρεπερτορίου του ανθρώπου και ας μην τσιγκουνευόμαστε να τη λέμε... ςυμβουλές τέλος! Μετά τα διαδικαστικά και μετά από ένα πλούσιο γεύμα που είχε επιμεληθεί η γιαγιά Έλντα με τη μαγείρισσά της και την οικονόμο της, κάθισαν να παρακολουθήσουν τον... αγώνα τάβλι του στρατηγού μετά της μικρής πιανίστας. Αγώνας απολαυστικός με ζωηρά επιφωνήματα με γέλια και πειράγματα, ένα ντέρμπι. Μα το τέλος, γερο-στρατηγέ μου, με συγχωρείς, αλλά έπρεπε να το περιμένεις... Η δεσποσύνη δεν παίζεται και ομολόγησέ το. Δεν παίζεται σε κανένα επίπεδο. ούτε σε αυτό που θα ακολουθήσει με τη διήγησή σου, που κανείς δεν περίμενε, αλλά που όπως αποδείχθηκε υπήρξε και η αιτία που προσκάλεσες τα παιδιά χειμωνιάτικα. Μα καλά, γιατί χειμωνιάτικα; «Μα γιατί η άνοιξη και το καλοκαίρι αργούν πολύ ακόμη και ποτέ κανείς δεν ξέρει τι μπορεί μέχρι τότε να συμβεί, να ΜοΥ συμβεί. γι’ αυτό...» Αρχίζουμε: «Όταν άρχισε εκείνος ο Παγκόσμιος Πόλεμος, που καθόλου δεν επικροτούσα, βρέθηκα να υπηρετώ στην Ελλάδα. Έτυχε πριν εγκατασταθώ στην Αθήνα να είμαι παρών στην παράδοση των Ελλήνων στα 59


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

οχυρά του ρούπελ. Τόσο εγώ όσο και οι άλλοι αξιωματικοί μας, σταθήκαμε προσοχή μπροστά σε κείνα τα παλικάρια που μας αψήφησαν και αντιστάθηκαν με τέτοια γενναιότητα και αυτοθυσία. Άνιση η μάχη και το ήξεραν. ο οπλισμός τους σαν τη σφεντόνα του Δαυίδ μπροστά στα πανίσχυρα άρματά μας που τίποτα δεν μπορούσε να τους αντισταθεί. Μα πολεμούσαν. Και προς πολύ μεγάλη μας έκπληξη άντεχαν τόσο. Ήταν πράγματι άξιοι θαυμασμού παρά το θυμό μας για την καθυστέρηση που μας επέφεραν στην προέλασή μας. ο καλός ο στρατιώτης σέβεται το θαρραλέο αντίπαλό του. Αυτό έκανα και εγώ. »Η Ελλάδα δεν ήταν για μένα μια άγνωστη χώρα. ςα νέος την είχα πολλές φορές επισκεφτεί και βέβαια είχα διαβάσει γι’ αυτήν τόσα και τόσα. Λάτρης του αρχαίου της πολιτισμού είχα ασχοληθεί μαζί της λεπτομερώς στο μεταπτυχιακό μου, η διατριβή μου ήταν Μεγάλοι Αρχαίοι Πολιτισμοί και την είχα γυρίσει απ' άκρου εις άκρον. Όταν βρισκόμουν στην Ελλάδα, συνήθως έμενα σε ένα σπίτι στη ςυνοικία των Θεών, όπως την έλεγαν την Πλάκα. ο Παρθενώνας ήταν η πρώτη εικόνα που έβλεπα το πρωί μόλις άνοιγα το παράθυρό μου. Ήταν τόσο κοντά μου, που να, έτσι να έκανα, θα βρισκόμουν στα προπύλαια. Τον έβλεπα, τον θαύμαζα και ονειρευόμουν. Δεν ήμουν βέβαια ο μόνος θαυμαστής. ςυμφοιτητές και αργότερα συμπολεμιστές πολλοί σαν εμένα. Θυμάμαι έπαιρνα τα βιβλία μου, ανέβαινα στον ιερό Βράχο. Είχα εντοπίσει μια υπέροχη στρογγυλή πέτρα, έναν σπόνδυλο καλύτερα, μέρος κάποιου 60


Υποψίες

πεσμένου κίονα, και την είχα κάνει γραφείο μου. Με είχαν μάθει και οι φύλακες και την πέτρα την ονόμαζαν "σπόνδυλος του γερμανού!" »Απίστευτο το πόσο με ενέπνεε εκείνος ο μεγαλοφυώς κτισμένος αρχαίος ναός. Τι είδους γνώσεις θα πρέπει να είχαν οι άνθρωποι εκείνοι απορώ... Εκείνες οι αναρίθμητες λεπτότητες που σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν με απαράμιλλη μαθηματική ακρίβεια σε σημείο ο ναός να δίδει την εντύπωση ενός παλλόμενου οργανικού συνόλου. Και όλα αυτά πάνω από 2.000 χρόνια πριν! »Το δέος που αισθανόμουν, καθώς καθόμουν στον αγαπημένο μου σπόνδυλο και διάβαζα, τελικά ενήργησε προς όφελος της διατριβής μου με αποτέλεσμα οι καθηγητές μου να την κάνουν βιβλίο και αυτό στη συνέχεια να γίνει ανάρπαστο. Να μου θυμίσετε να σας το δείξω είναι γραμμένο στη γερμανική και την αγγλική γλώσσα». Η Κλαίρη τον άκουγε και μια ευεργετική ζεστασιά απλωνόταν μέσα της. Τελικά ήταν ένας γοητευτικός γέροντας και δικαιολογούσε απόλυτα τη λατρεία και την τρυφερότητα με την οποία η Έλντα τον περιέβαλλε. Και ο στρατηγός εξακολούθησε τη διήγησή του... «Με τον πόλεμο ζήτησα και πέτυχα να υπηρετήσω στην Αθήνα. Εκείνο που μέτρησε θετικά στο αίτημά μου ήταν ότι γνώριζα αρκετά καλά ελληνικά Τότε. Τούτα που τώρα ομιλώ είναι ό,τι απέμεινε στα πολλά χρόνια που πέρασαν. »Μα πλέον δεν ήμουν, φευ, ένας ένθερμος θαυμαστής και μελετητής της ελληνικής ιστορίας αλλά 61


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ένας, και το ήξερα, μισητός, ναι μεν θαυμαστής, αλλά κατακτητής. Ήμουν στρατιώτης. Δε γινόταν αλλιώς. Η πατρίδα μου με διέτασσε να πολεμήσω. Όλα τα άλλα έρχονταν σε μοίρα δεύτερη. »Και βέβαια θέλω να πιστεύω ότι ήμουν ένας πολύ καλός αξιωματικός ο οποίος μάλιστα λόγω των διαφόρων προσωπικών ενεργειών μου επέφερα πολλές επιτυχίες εις βάρος των αντιπάλων μας, είτε αυτοί λέγονταν Έλληνες είτε Εγγλέζοι, γάλλοι... οι ιδέες μου και οι προτάσεις μου εκτιμήθηκαν από τον ίδιο τον Φύρερ και οι βαθμοί των προαγωγών μου έρχονταν ο ένας κατόπιν του άλλου. »Αυτή ήταν η δουλειά μου, αυτό επέτασσε το καθήκον μου και αυτό υπηρετούσα. Όμως από μια στιγμή και μετά άρχισαν τα πράγματα να ξεφεύγουν από τον έλεγχο. γίνονταν ακρότητες. »Είχαμε να κάνουμε στην επαρχία, στα χωριά και βέβαια κυρίως στα γύρω βουνά με τους αντάρτες που ήταν αποφασισμένοι και μας πολεμούσαν λυσσαλέα. Μας επέφεραν τεράστιες ζημιές με τα σαμποτάζ τους τόσο υλικές όσο και σε στρατιώτες μας. Και άρχισαν τα αντίποινα με τα οποία διαφώνησα τόσο υπηρεσιακά όσο και στις κουβέντες μου με τους ανωτέρους μου. Με αποτέλεσμα να αμαυρώνεται σιγά σιγά το όνομά μου, να υφίσταμαι μία αόρατη μεν αλλά υπαρκτή μομφή και δυσμένεια, σε βαθμό που μόλις έμπαινα σε μία ήδη προχωρημένη σύσκεψη, οι ομιλίες να σταματούν και η ομήγυρη να διαλύεται. Η απαξία μου σε όλο της το μεγαλείο. »οι δάφνες μου, οι έπαινοι, τα συγχαρητήρια και τα παράσημα, έδωσαν τη θέση τους σε επιπλήξεις 62


Υποψίες

και απολογίες και ήρθε μία στιγμή να με καλέσουν στην Καγκελαρία να απολογηθώ για την αρνητική μου στάση, κυρίως μετά το μακελειό στα Καλάβρυτα και τον αφανισμό όλων των αντρών από δεκατεσσάρων χρόνων και πάνω, σαν αντίποινα για τον θάνατο δικών μας στρατιωτών τους οποίους είχαν συλλάβει οι αντάρτες. »Η συνείδησή μου δε δεχόταν τον αφανισμό αθώων αμάχων. Άλλο να σκοτώνονται εμπλεκόμενοι σε μια μάχη και άλλο να ξεσπάς τη λύσσα σου σε αμούστακα αγόρια, επειδή αδυνατείς να πιάσεις τους εχθρούς σου. Ήμουν στρατιώτης και αντίπαλό μου θεωρούσα έναν επίσης στρατιώτη, όχι παιδιά. Διαμαρτυρήθηκα τόσο έντονα που λίγο έλειψε να με καθαιρέσουν με συνοπτικές διαδικασίες. »Όχι. Αυτού του είδους τον πόλεμο δεν τον ήθελα, όχι πως ήθελα και οποιονδήποτε άλλον, σου το έχω ξαναπεί, μικρή, ο πόλεμος είναι ένας. Και είναι πάντοτε κακός... ςτη συνέχεια ναι μεν έπεσα σε δυσμένεια εγώ, αλλά και στη δική μου δυσμένεια έπεσαν συνάδελφοι που έπαιρναν φρικιαστικές αποφάσεις με την έγκριση ή μη των ανωτέρων μας είτε στη γερμανία είτε στην Ελλάδα ευρισκομένων. Πλησίαζε το τέλος του πολέμου και εδώ και καιρό είχε διαφανεί ποιος θα ήταν ο νικημένος. »οι μάχες μεταξύ των στρατευμάτων μας και των ανταρτών εξακολουθούσαν με την ίδια ένταση και λύσσα εκατέρωθεν. Είχαν συλληφθεί πολλοί κομμουνιστές και διασπαρθεί σε διάφορες φυλακές μας. Μετά πολλούς εξ αυτών τους μετέφεραν στις φυλακές του Χαϊδαρίου στην Αθήνα. 63


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

»Όταν λοιπόν υπήρχαν αντίποινα, δύο ήταν τα φυτώρια άντλησης θυμάτων, τελείως άσχετων με τον θάνατο των δικών μας: τα μπλόκα και το στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Έτσι όταν μια μέρα σε ενέδρα σαμποτέρ δολοφονήθηκε ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός μας με τρεις τέσσερις στρατιώτες, διατάχθηκε εκεί σε γειτονικό με το δικό μου γραφείο στην οδό Μέρλιν να εκτελεστούν διακόσιοι Έλληνες κρατούμενοι». ςτην καρδιά της Κλαίρης άρχισαν να κτυπούν τύμπανα· θαρρείς και ο ρυθμός τους όλο και γινόταν πιο γρήγορος. Είχε την αίσθηση ότι όπου να 'ναι το κεφάλι της και η καρδιά της θα σπάσουν. Θάμπωσαν τα μάτια της, μα δεν έβγαλε μιλιά. ςαν σε όνειρο άκουσε τον στρατηγό να συνεχίζει. «Αντέδρασα, διαμαρτυρήθηκα έντονα. ο διοικητής μου, αυτός ο ίδιος που πριν έπλεκε το εγκώμιό μου, με αποκάλεσε προδότη και κρυφοκομμουνιστή και σαν τέτοιον θα με τουφέκιζαν πολύ σύντομα. οι υψηλά ιστάμενοί μας όμως ήξεραν πως μόνο προδότης δεν ήμουνα και απλά ήμουν άνθρωπος που δεν ακολουθούσε τα ίδια θηριώδη ένστικτα πολλών συμπολεμιστών μου. Έτσι βρίσκομαι τώρα εδώ και σας μιλάω. »Μετά από εκείνο το μακελειό στην Καισαριανή και τον αποτροπιασμό που ένιωσε η παγκόσμια κοινότητα για το αποτρόπαιο έγκλημα των στρατευμάτων κατοχής, μέλος των οποίων ήμουν και εγώ, αρρώστησα βαριά και μεταφέρθηκα στην πατρίδα μήπως και συνέλθω. »Αυτό έγινε 4-5 μήνες πριν την αποχώρησή μας 64


Υποψίες

από την Ελλάδα. Δε με καθαίρεσαν. γιατί; Δεν πρόλαβαν; Ίσως γιατί υπήρχαν ακόμη άνθρωποι στα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας που κατά βάθος συμφωνούσαν με τις αντιδράσεις μου και που είδαν τα ιδανικά τους και τα όνειρά τους να αποδεικνύονται απατηλά; Ποιος ξέρει... ςτην Ελλάδα, που τη λάτρευα, δεν ξαναπάτησα το πόδι μου. Την ντρεπόμουν. Αυτήν, ναι, την είχα προδώσει αφήνοντας τον εαυτό μου να πιστέψει βλακείες. »Με λίγα λόγια, Κλαίρη μου, αυτή είναι η σχέση μου και η ανάμειξή μου στη δολοφονία του δικού σου παππού. ςου δίνω τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής ότι έκανα ό,τι μπορούσα να την αποτρέψω. Φαίνεται όμως ήμουν πολύ λίγος για να καταφέρω κάτι τέτοιο. Από εκείνον τον πόλεμο κέρδισα πολλά μετάλλια για τα οποία είμαι υπερήφανος σα στρατιώτης. Το μεγαλύτερό μου όμως παράσημο είναι η δυσμένεια στην οποία υπέπεσα λόγω της διαμαρτυρίας κατά των ανωτέρων μου για τις εγκληματικές αποφάσεις που έβγαιναν από τα γειτονικά με το δικό μου γραφεία τους. »Έφτασαν να διαγράψουν το όνομα μου από παντού. Ήταν σα να μην υπήρξα. Κατάλαβα αργότερα ότι αυτό μεθοδεύτηκε κατά σατανικό τρόπο για να μην αναρωτηθεί ποτέ κανείς τι απέγινα! »Και τώρα, καλό μου παιδί, ξέρεις. ςου ζητώ συγγνώμη για ό,τι άνανδρο πράξαμε στην πατρίδα σου που τη λάτρευα. Αν μπορείς διώξε από μέσα σου το μίσος που σε κατατρώει. »Έτσι είναι. ο άνθρωπος είναι ικανός να κτίζει Παρθενώνες, μα ακόμη ικανότερος να κατακαίει 65


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Καλάβρυτα και να στήνει ολοκαυτώματα εκατομμυρίων ανθρώπων. Το καλό συνυπάρχει με το κακό. ούτε το ένα υπάρχει μόνο του, ούτε το άλλο. Αυτό θα συμβαίνει στους αιώνες των αιώνων...» ο Έρικ άκουγε άσπρος σαν το χιόνι με μάτια θαμπά από δάκρυα που δεν κυλούσαν στα μάγουλά του. Θαρρείς και έγιναν μικρά κρυσταλλάκια στις άκρες των υπέροχων βλεφαρίδων του σα δροσοσταλίδες στα κλαδιά των δέντρων από τη βροχή που σταμάτησε μόλις πριν λίγο. Και βέβαια τώρα καταλάβανε γιατί στις έρευνες που έκανε, το όνομα του παππού του είχε επιμελώς και σατανικά αποκρυφτεί–διαγραφεί και δεν υπήρχε πουθενά. Θα τον εξαφάνιζαν και δε θα υπήρχαν γραπτά ντοκουμέντα ότι υπηρέτησε κάπου εκεί... ςατανάδες! Η Κλαίρη έκλαιγε βουβά και η πρώτη κίνηση που έκανε με το τέλος της εξομολόγησης του στρατηγού ήταν να του πάρει το σκελετωμένο του χέρι και να το σφίξει ζεστά στα χρυσά της χεράκια. Η Έλντα είχε αγκαλιάσει τον εγγονό της και όταν ο ςμιτ τελείωσε, έσπευσε να του ρίξει στην πλάτη τρυφερά μια λεπτή μάλλινη κουβερτούλα, γιατί έπιασε να δυναμώνει ο χιονιάς και το κρύο τρύπωνε τόσο στο σπίτι όσο, και περισσότερο, στις καρδιές τους! Η κάθαρση, που επήλθε με την αφήγηση του στρατηγού, ήταν φυσικό επόμενο να ξεκαθαρίσει το μουντό τοπίο. οι υποψίες έπαψαν να δηλητη66


Υποψίες

ριάζουν τη σκέψη των δύο νέων ανθρώπων. ο Έρικ κανάκευε τον παππού του, χωρίς να έχει πια στο πίσω μέρος του μυαλού του θρονιασμένη μια Νέμεση να του τρυπάει με τα μυτερά της νύχια την καρδιά. Του άξιζε η τρυφερότητα του γέροντα. Κανείς στον κόσμο τούτο δεν αποποιείται το χάδι, κυρίως όταν προέρχεται από πρόσωπα που ξέρει ότι το νιώθουν και δεν το κάνουν από υποχρέωση ή καθήκον. Ένας γέροντας είναι "μωρό". Την ανάγκη της τρυφερότητας και της αγάπης την έχει στον ίδιο βαθμό με ένα πραγματικό μωρό, ίσως και περισσότερο ακόμα. Βλέπεις, δεν περιμένει και πολλά ωραία να του συμβούν πια. Μπορεί να του έχει μείνει η συνήθεια τόσων δεκαετιών του κλεισίματος στον εαυτό του και η υπέρμετρη υπερηφάνεια που έχει γίνει δεύτερη φύση του, όταν όμως καταφέρεις να την παρακάμψεις τρυφερά, τότε εκείνος θα λυθεί και θα γίνει αυτό που πραγματικά είναι και το έκρυβε επιμελώς. Ένα μωρό που πεθαίνει για λίγη αγάπη και χάδια. Και τώρα τόσο ο Έρικ όσο και η Κλαίρη αποφάσισαν χωρίς να το συζητήσουν καν, να μη στερήσουν από αυτούς τους δύο αξιαγάπητους γέρους τα δύο αυτά αγαθά.

67


Η

Έλντα, Βερολινέζα από πάππου προς πάππο, γόνος μίας από τις πιο επιφανείς οικογένειες της πρωτεύουσας, γνώρισε τον στρατηγό μέσα σε ένα μισογκρεμισμένο από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων νοσοκομείο, όπου εκείνη υπηρετούσε σαν εθελόντρια νοσοκόμα. ο στρατηγός μετά τη βαριά κατάθλιψη που τον γύρισε πίσω στη γερμανία, μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Κατάθλιψη και παρεμφερείς ψυχικές ασθένειες όμως, ήταν εκείνες τις ημέρες "αρρώστιες πολυτελείας", με την έννοια ότι προτεραιότητα είχαν οι βαριά τραυματισμένοι στρατιώτες αλλά και οι άμαχοι πολίτες από τους βομβαρδισμούς. Η Έλντα τον πρόσεξε τον στρατηγό. Ήταν από τους λίγους νοσηλευόμενους που καθόταν στο κρεβάτι του σιωπηλός. Δε ζητούσε τίποτα, μα και δε μιλούσε σε κανέναν. Κοιτούσε κατ’ ευθείαν με τις ώρες τον απέναντι με το κρεβάτι του τοίχο και η Έλντα είχε την αίσθηση ότι κάποια στιγμή θα έβλεπε αυτόν τον τοίχο να τον τρυπάει με το οξύ του βλέμμα. Μα τι στην ευχή έβλεπε; Δε ζητούσε ούτε ένα ποτήρι νερό. Έπαιρνε υπάκουα τα φάρμακα που του έφερναν, έτρωγε το φαγητό του χωρίς να καταλαβαίνει τι τρώει, έκανε το μπάνιο του με την επίβλεψη πάντοτε ενός νοσοκόμου και αυτό ήταν όλο. Τον πλησίασε. Δεν της έδωσε σημασία, μα φαι68


Υποψίες

νόταν να εκτιμά το γεγονός ότι δεν του γινόταν φορτική. Είχε την οξύνοια να ξεχωρίζει το πραγματικό, το ουσιαστικό ενδιαφέρον, από αυτό του καθήκοντος και δεν πέρασε πολύς καιρός που συνειδητοποίησε ότι αυτή η ευγενική κοπέλα του έκανε καλό. Πράγματι τον βοηθούσε. Άρχισε να του γίνεται απαραίτητη ψυχικά και, όταν αυτό το κατάλαβε, έμεινε κατάπληκτος. ςτην Ελλάδα είχε έναν δεσμό που, όπως πίστευε, ήταν σοβαρός με μια Ελληνίδα. Μα για την Ελλάδα αυτό το γεγονός θα ήταν ένα όνειδος, αν γινόταν γνωστό. Έρωτας με έναν κατακτητή; Κινδύνευε ακόμη και η ζωή της. Θα την εύρισκαν μια μέρα νεκρή στη άκρη ενός πεζοδρομίου (η σημειολογία φανερή) με μια ταμπέλα πάνω της να λέει «βρε, τ' άξιζε της πουτάνας». Και όμως ήταν αγάπη αυτό που είχαν οι δυο τους. Και ξαφνικά μια ημέρα, εκείνη χάθηκε από τη ζωή του. Έκανε διακριτικές έρευνες για να τη βρει. Μα δεν τα κατάφερε. Μαζί με όλα τα άλλα έπαιξε και αυτό τον ρόλο του στην αρρώστια του. Είχαν όλα γκρεμιστεί μέσα του. Όνειρα, οράματα, καθήκοντα, αγάπες, όλα, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα! Διαλύθηκε. Μα έρχεται κάποια στιγμή που οι πληγές μπορεί να μην επουλώνονται, πάντως δεν αιμορραγούν, δεν πονούν και μαθαίνεις να ζεις μαζί τους. Μοιάζουν σαν κιτρινισμένα γράμματα κρυμμένα βαθιά σε ένα συρτάρι που το περιεχόμενό τους δε σε πονάει πια, αν τύχει και τα διαβάσεις· ξέρεις όμως ότι υπάρχουν εκεί μέσα παρέα με τις αναμνήσεις σου. 69


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Η Έλντα και ο Έρικ ςμιτ ήρθαν πολύ κοντά βοηθούντος και του κλίματος της εποχής που δεν ήξερες αν θα ζεις, όχι την επόμενη ημέρα μα την επόμενη ώρα. Έγιναν ζευγάρι. Η Έλντα ήταν μια πονεμένη, πληγωμένη, κοπέλα η οποία αποδείχθηκε αρκετά δυνατή, όταν είδε πριν καιρό μεταξύ των βαριά τραυματισμένων στρατιωτών που τους έφερναν κατά κύματα στο νοσοκομείο, τον ίδιο της τον άντρα. ο κλονισμός της ήταν μεγάλος. Του αφοσιώθηκε και του γλύκανε το τέλος της ζωής του, χωρίς αυτός ποτέ να συνέλθει και να αναγνωρίσει τον άγγελο που τον φρόντιζε. Πέθανε με μια ακαθόριστη και ανείπωτη αίσθηση ευγνωμοσύνης για τη νοσοκόμα που του περιποιόταν τις πληγές του. Μεγάλο πράγμα να πεθαίνεις σαν άνθρωπος... Τυχερός στην ατυχία του ο άντρας της. Τυχερότερος ακόμη ο στρατηγός που η καλή του τύχη τον αντάμειβε τόσο πλουσιοπάροχα φέρνοντας στη ζωή του αυτήν την τόσο ξεχωριστή γυναίκα. Άρχισαν να ξαναζούν. Δεν ήταν, παρά λίγο πριν, λίγο μετά, τα 37 (;) τους χρόνια. Κομβικό χρονικό σημείο για να φτιάξει κανείς οικογένεια. Παντρεύτηκαν και έκαναν έναν γιο που τον ονόμασαν, άκουσον άκουσον, Μαρς. Άρη δηλαδή, όπως τον Έλληνα θεό του πολέμου. ο Άρης αυτός λοιπόν ήταν ο πατέρας του εγγονού Έρικ, χρόνια μετά, που είχε ακόμα έναν αδελφό τον Λούντβιχ ή επί το συντομότερο τον Λου, όπως τον αποκαλούσαν. γυναίκα του Άρη, κοίτα πώς τα φέρνει 70


Υποψίες

η ζωή, μια Ελληνίδα φοιτήτρια της ιατρικής και πλέον δεν ήταν για την Ελλάδα όνειδος ο γάμος της με γερμανό, ούτε υπήρχε φόβος να βρεθεί σκοτωμένη και ντροπιασμένη με την ταμπέλα της πόρνης κρεμασμένη στο άψυχο κορμί της. Τι ηλίθιος όμως που σου είναι ο άνθρωπος τελικά! ικανός να νιώσει το μεγαλύτερο μίσος μα ακόμη ικανότερος για την απόλυτη λησμονιά, την παραδοχή, αν μη τη συγχώρεση. Τον αρπάζει το κύμα της ζωής και επέρχεται μια λήθη σχεδόν απόλυτη για τα πεπραγμένα της, δύο τριών γενεών πριν! Η περιουσία των γερόντων ήταν τεράστια, τόσο από την πλευρά την πατρική της Έλντα, συν αυτή που της άφησε ο πεθαμένος στρατιώτης άντρας της, όσο και η καθόλου ευκαταφρόνητη περιουσία του στρατηγού. Δεν είναι βέβαια δύσκολο να φανταστεί κανείς ποιοι θα είναι οι κληρονόμοι του πλούτου αυτού που κυρίως απαρτίζεται από ακίνητα. γεννάται λοιπόν το ερώτημα: οι κληρονόμοι θα θελήσουν, κάποια άλφα στιγμή που δε θα υπάρχουν φευ οι γέροντες, να αξιοποιήσουν αυτήν την ακίνητη περιουσία ζώντας οι ίδιοι στη γερμανία ή θα ξεπουλήσουν τα πάντα κόβοντας κάθε υλικό δεσμό με τη γενέτειρα των παππούδων τους; Το ερώτημα ναι μεν γεννήθηκε, μα εμείς αποφεύγουμε να το απαντήσουμε γιατί την απάντηση τη φοβόμαστε. Υπομονή. Έχουμε ακόμη καιρό. οι γέροντες είναι μια χαρά και μακάρι να συνεχίσουν να είναι έτσι για πολλά πολλά χρόνια ακόμη. ο στρατηγός είναι ένας άνθρωπος με πειθαρχη71


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μένα σχέδια. Θέλει να ξέρει εάν η Κλαίρη θα θελήσει να αφήσει την Ελλάδα και να ζήσει στη γερμανία. Χμ, εδώ δεν ξέρει αν τελικά θελήσει να παντρευτεί τον εγγονό του. Πρέπει το θέμα να το συζητήσουν ανυπερθέτως οι δύο άντρες. Πλησιάζει η ώρα να φύγουν τα παιδιά και εκείνος πρέπει να ξέρει. Τι καλά να ήταν εδώ ο Λου. Αυτές είναι αντρικές δουλειές. Θα τα συζητούσαν οι τρεις τους και θα έδιναν την καλύτερη λύση. Το ένα του βαρίδι, αυτό της κάθαρσης, έπαψε να τον βαραίνει μετά την de profuntis εξομολόγησή του. Μένει να δει τι θα γίνει με αυτό εδώ. Τούτα τα δύο είναι τα βασικά, φίλε μου. Αλλά. Υπάρχει και κάτι άλλο εξίσου σοβαρό: για να θελήσει ο Πανάγαθος να τους πάρει κοντά του αυτόν και την Έλντα την ίδια στιγμή, κομματάκι δύσκολο. Δεν το συνηθίζει. Άρα πρέπει να δει τι θα γίνει με "αυτήν" που μοιραία θα μείνει πίσω. Δε λέει "αυτόν" γιατί εκείνον δεν τον νοιάζει, έχει συνηθίσει τη μοναξιά. Μια ζωή στην ουσία μόνος του ήταν. γι’ αυτό και δεν τον νοιάζει. Εκείνο που τον νοιάζει είναι η Έλντα του και δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψει εκείνη να εξακολουθήσει τη ζωή της αφημένη στη μοναξιά. Αυτό αποκλείεται. Πρέπει να μεριμνήσει γι’ αυτό το δίχως άλλο. Τώρα. «Έλντα, πρέπει με κάποιο πρόσχημα να απασχολήσεις την Κλαίρη, πρέπει να μιλήσω στον μικρό. ςε παρακαλώ, βιάσου. Δεν έχουμε χρόνο. Αύριο το πρωί φεύγουν». Έτσι παππούς και εγγονός συζήτησαν τα περί 72


Υποψίες

κληρονομιάς, για να έχει ο στρατηγός μια καθαρότερη εικόνα, όταν ανανέωνε σε λίγο τη διαθήκη του. ο εγγονός υποσχέθηκε να μιλήσει αφενός με τον Λου, αφετέρου να βολιδοσκοπήσει την Κλαίρη. Ναι, θα το έκανε και ας φοβόταν πολύ για τις απαντήσεις που θα έπαιρνε.

73


Μ

α η σοβαρή συζήτηση με την Κλαίρη έμελλε να αργήσει αρκετά, γιατί με το που γύρισαν, βρήκε να την περιμένουν του κόσμου τα μηνύματα από τη ςβανσόν. Έπρεπε τόσο αυτή, όσο και ο ςπύρος, ο νεαρός συνθέτης να πάνε στο Παρίσι και να μείνουν τουλάχιστον για δύο ημέρες. Έπρεπε να ακούσουν το κοντσέρτο του νεαρού, γιατί σε περίπτωση που εκείνη είχε ενδοιασμούς θα έπρεπε να αλλάξουν τα σχέδιά της εκ βάθρων και η μελέτη του κοριτσιού να ακολουθήσει άλλο πλάνο. Και συμπλήρωνε «παρακαλώ βιαστείτε, ο χρόνος μας πιέζει». Βλέπεις, αυτή ήξερε καλύτερα από τον καθένα πόσος χρόνος χρειάζεται για τη μελέτη για να μπορέσει ο σολίστας να αποκτήσει την απόλυτη σιγουριά της εκτέλεσης του έργου. Αυτό το τρίο, δασκάλας-πιανίστας-συνθέτη, ήταν η επιτομή της αγωνίας. Έτσι, χωρίς καν να ανοίξει βαλίτσες η Κλαίρη ενημέρωσε το Λύκειο για τις καινούριες απουσίες και ο φιλόμουσος λυκειάρχης για μια φορά ακόμα έδειξε την ανοχή και την κατανόησή του. Τόσο αυτός άλλωστε, όσο και οι καθηγητές ήταν υπερήφανοι για τη μαθήτριά τους που, το έβλεπαν, θα δόξαζε την Ελλάδα. Και εσύ Έρικ; Δε σου αρέσει αυτή η εξέλιξη, δεν είν’ έτσι; Και μη μου πεις ότι άρχισες να ζηλεύεις; Άρχισες; Άφησε 74


Υποψίες

και θα δούμε. Μα, βρε κουτό, αν κάτι αξίζει, χάνεται; Αν χαθεί, σημαίνει δεν άξιζε. Τα έχουμε τόσες φορές πει. Δεν τα έχουμε; Και εσύ νεαρέ μας συνθέτη; «Να είσαι ευλογημένη, αγαπημένη μου μουσική, που γίνεσαι το γεφύρι σε μένα και το αξιολάτρευτο τούτο κορίτσι. Και μόνο που για δύο ολόκληρες ημέρες θα είμαι δίπλα της είναι μια ευτυχία», σκεφτόταν ο ςπύρος. Και άφηνε τον εαυτό του να έχει φαντασιώσεις δημιουργικές, να κάνει όνειρα και να κοιμάται ευτυχισμένος. «για φαντάσου να γράφω μουσική και εκείνη να παίζει τα έργα μου, αυτά που άλλωστε για εκείνη γράφω. Να δίνουμε κοντσέρτα οι δυο μας ανά τον κόσμο και να μη χωρίζουμε λεπτό! Κάνε, Θεέ μου, να γίνει πραγματικότητα το όνειρό μου αυτό...» Αχ, βρε εγωιστή, ερωτευμένε συνθέτη! Με τον Έρικ τι θα γίνει; Μας λες; Τι σόι "τρίγωνο" είναι αυτό που διαβλέπουμε στον ορίζοντα; ςύμφωνοι. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ελεύθερη να διαλέξει αυτό που πραγματικά της ταιριάζει. Δεν της ταιριάζουν ούτε "πρέπει" ούτε εξαναγκασμός. Βέβαια η στενή επαφή μέσω της μουσικής είναι μεγάλο ξελόγιασμα και μεγάλο αφροδισιακό. Μα ας αφήσουμε τη μοίρα να αποφασίσει για τους τρεις σας, Αυτή θα οδηγήσει τα βήματά σας. Επί του παρόντος, bon voyage. Και έφυγαν και πήγαν. Κοίταξε τώρα τι συμβαίνει όταν το σύμπαν θελήσει να συνωμοτήσει. 75


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Πριν καιρό, ο Έρικ είχε κάνει κάποιες ενέργειες να προσληφθεί στη Φιλαρμονική της Βιέννης. Είχε περάσει από μια σειρά εξετάσεων και στη συνέχεια το ξέχασε! Είχε τόσα να σκεφτεί που η ιδέα της Φιλαρμονικής ξεχάστηκε παρά τις ελπίδες που υπήρχαν δεδομένου ότι είχε και τη γερμανική υπηκοότητα. Αυτό οπωσδήποτε θα μετρούσε θετικά. Ξαφνικά έρχεται η είδηση να παρουσιαστεί στη γενική γραμματεία της Φιλαρμονικής να συζητήσουν για τα διαδικαστικά. «Κατ' αρχήν η απάντησή μας στην αίτησή σας είναι θετική. Παρακαλείσθε όπως... κ.τ.λ. κ.τ.λ.». Έτσι, όπως συμβαίνει σε κάθε συνωμοσία, οι εξελίξεις θα είναι απρόσμενες και θα δώσουν κάτι λύσεις που ήταν αδύνατον και να τις σκεφτούν ακόμη. Αναμένουμε. Θα έχει λες ενδιαφέρον; Θα δείξει... Το να σε δεχτεί στους κόλπους της μια από τις πιο φημισμένες φιλαρμονικές του κόσμου, δεν είναι βέβαια και κάτι το αμελητέο και ούτε συμβαίνει συχνά. Με την κρίση μάλιστα που μαστίζει την ανθρωπότητα ανελέητα, μια τέτοια πρόσληψη παίρνει διαστάσεις θαύματος. Όμως το να δουλεύεις και να δημιουργείς εκτός Ελλάδας, σημαίνει πρώτον και κύριον απομάκρυνση από την Κλαίρη. Θα ήταν θείο δώρο το να δεχτεί να σε παντρευτεί και να πάτε να ζήσετε είτε στη γερμανία είτε στην Αυστρία ή εκεί γύρω τέλος πάντων, όπως ήταν και ο διακαής πόθος του παππού σου, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω δεν ευτύχησε να δει τον γιο του να κάνει το ίδιο. 76


Υποψίες

Η επιθυμία του παππού σήμαινε ότι θέμα οικονομικών δυσχερειών εκτός όλων των άλλων δε θα υφίστατο για σας πριν καλά καλά ξεκινήσετε τη ζωή και την καριέρα σας. Το δε μέλλον σας προοιωνίζεται λαμπρό φυσικά και στον μουσικό τομέα με το ταλέντο που έχετε. ςαν τι θέλει ένας νέος, όπως εσείς οι δυο; Να πατάει σε στέρεο έδαφος, να έχει ανταπόκριση η μουσική του και να βλέπει πραγματοποιημένα τα όνειρά του σε μια από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες του Πλανήτη. Αυτό δε θέλει; Ναι, ο κάθε νέος. Η Κλαίρη όχι. Αυτή είναι μια νεαρή ρομαντική, ονειροπόλα πιανίστα και από εκείνες τις φανατικές Ελληνίδες, που και ψίχουλα να της δώσει η πατρίδα της θα της είναι ευγνώμων. Με ορμητήριο και βάση της την Αθήνα ονειρεύεται να ξεκινήσει το μουσικό της ταξίδι. Το εισιτήριό της στα ανά τον κόσμο ταξίδια της σκοπεύει να είναι πάντοτε μετ’ επιστροφής, έστω και αν χρειαστεί να λείπει εκτός των τειχών επί μακρόν. Αυτή είναι και η μόνη παραχώρηση που επιτρέπει στον εαυτό της. Το να μετοικήσει, λοιπόν, να κάνει νοικοκυριό και κατ’ επέκταση οικογένεια, μακριά από την Αθήνα, λυπάται, μα είναι πάνω από τις δυνάμεις της. Και επειδή το βλέπει ότι ο Έρικ είναι πολύ κοντά στο να της το προτείνει, προετοιμάζεται για το πιο δύσκολο όχι που θα του πει και ας γίνει η καρδιά της κομμάτια. Προτιμά το ταλέντο της να τροφοδοτείται από μέσα λιτά και να θεριεύει εντός των τειχών, παρά να γίνει μια διάσημη πιανίστα με χαμένη την ταυτό77


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τητα του τόπου της και μάλιστα να το κάνει αυτό για μια χώρα που γι’ αυτήν είναι από τις λιγότερο συμπαθείς στον κόσμο. Κατάλαβέ την, Έρικ, εσύ που την αγαπάς τόσο. Το κορίτσι σου, εάν τελικά ενδώσει και σε ακολουθήσει και στην άκρη του κόσμου, αν πας, επειδή σε λατρεύει, είναι πιο πολύ από βέβαιο ότι το άστρο της γρήγορα θα θαμπώσει, γιατί δε θα το φωτίζει η ιερή φλόγα που καίει κάπου κοντά της τώρα, κάτι σαν την ολυμπία, ας πούμε. Είσαι και έξυπνος και διορατικός. Κάνουμε λάθος σε αυτά που σου λέμε; Μήπως να αρχίσεις να κάνεις όνειρα καινούρια μέσα στα οποία δε θα υπάρχει εκείνη; Αλλιώς, εάν και εσύ τελικά ακολουθήσεις τη φωνή της καρδιάς σου και δεν πας εκεί που ο παππούς σου ελπίζει, να μην έχεις ψευδαισθήσεις, και για σένα θα έρθει η ημέρα που θα το μετανιώσεις και το ανείπωτο κατηγορώ σου θα δηλητηριάζει τη σχέση σας. Αγόρι μου, έτσι γίνεται πάντα. Λένε ότι τα ετερώνυμα έλκονται. Έτσι δε λένε; Ε, λοιπόν στην περίπτωσή σας έλκονται τώρα. ςτο μέλλον σίγουρα αυτό θα πάψει να ισχύει, όταν αναμασάς τις ευκαιρίες που έχασες. Είναι σίγουρο αυτό. γνώμη μας. ςυνοψίζουμε: Δεν έχεις παρά να συζητήσεις μαζί της σοβαρά και όχι μεταξύ τυριού και αχλαδιού το όλο θέμα. Να της αναπτύξεις με θέρμη όλα τα υπέρ. Η ευγλωττία σου τη στιγμή αυτή έχει το μεγαλύτερο λόγο ύπαρξης μεταξύ των αρετών σου. Τόσο αυτή όσο και η ζεστή σου αγάπη θα παίξουν τον ρόλο τους. Βάλε τα 78


Υποψίες

δυνατά σου. Και άκουσε: όποια απάντηση και αν σου δώσει, να τη σεβαστείς. Το έχουμε ξαναπεί. Η δεσποινίς δε μασάει τα λόγια της. Δεν είναι οπαδός του "ναι μεν, αλλά". ούτε αλλάζει εύκολα γνώμη. Άντε και έχεις μαζί σου δύο θεούς. Τον θεό της αγάπης και τον θεό των φιλοδοξιών, των οικονομικών και της πραγματικότητας. Δώσε χώρο τόσο στον ένα όσο και στον άλλο για να μπορέσουν να αντιπαρατεθούν άνετα σε μια τίμια πάλη. Όσο σε αφορά, σα να μας φαίνεται ότι αχνοφέγγει προς τα πού γέρνει η ζυγαριά... Και για την Κλαίρη το ίδιο συμβαίνει, αν και οι δικοί της δύο θεοί είναι διαφορετικών ειδικοτήτων. Εμπρός λοιπόν. Αύριο γυρίζουν από το Παρίσι. ςτο πινάκιο της ημερήσιας διάταξης πρώτο θέμα προς συζήτηση αυτό του γάμου. Και της μετοίκησης δεύτερον. Ή καλύτερα να το πιάσεις από το δεύτερο, που κατ’ ανάγκην θα περιλαμβάνει και το πρώτο; Κάνε ότι σε φωτίσει ο καλός φύλακας άγγελός σου, αγόρι μου. O Έρικ με το που τους είδε να βγαίνουν από την αίθουσα των αφίξεων είχε την αίσθηση ότι αυτή τη σκηνή την είχε κατ’ επανάληψη "ξαναδεί" στους ενύπνιους εφιάλτες του. ςυνειδητοποίησε δε ότι αυτή ήταν η αρχή του τέλους της δικής τους ιστορίας. Ήταν προαίσθημα θες ενός ερωτευμένου πλάσματος; Ήταν ρεαλισμός; οι υποψίες του όσον αφορούσε τον ςπύρο τουλάχιστον, δεν ήταν βέβαια διόλου αβάσιμες. Όλοι 79


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ήξεραν τον έρωτα του νεαρού συνθέτη για το δικό του κορίτσι, που να πάρει. για την Κλαίρη μέχρι τη στιγμή αυτή δεν αμφέβαλε καθόλου. Όμως ήταν και σίγουρος ότι αυτά που επείγετο να συζητήσουν θα ήταν το βούτυρο στο ψωμί του ςπύρου. Η Κλαίρη θα είχε σίγουρα έναν ώμο να γύρει και να κλάψει για τον χαμό της πρώτης της αγάπης. Υπήρχε ο κατάλληλος άνθρωπος και να την παρηγορήσει και να της συμπαρασταθεί. Όσον δε αφορά τη συνέχεια, ο Έρικ την έβλεπε τόσο καθαρά που ο πόνος στην καρδιά του από τσίμπημα υποψίας που μέχρι τώρα ήταν, μετατράπηκε σε μαχαιριά. Δεν μπορούσε αυτός να αλλάξει τη μοίρα τους. Αυτή ήταν προδιαγεγραμμένη και τη ρότα της είχαν αρχίσει να τη διαβαίνουν ο ςπύρος με την Κλαίρη και ας μην το ήξεραν ακόμη αυτοί οι δυο!

80


Τ

ο κοντσέρτο του ςπύρου «αριστούργημα» αποφάνθηκε η ςβανσόν, με πολλά ελληνικά στοιχεία που του έδινε ιδιαίτερη ταυτότητα, θαρρείς. Το μέρος του της δεξιοτεχνίας ναι μεν δύσκολο, αλλά έδινε την ευκαιρία στον σολίστα να αναδείξει τις δεξιοτεχνικές του ικανότητες και να ξεδιπλώσει τα ταλέντο του με τρόπο όχι φλύαρο και εξεζητημένο, αλλά με μία φυσικότητα που έκανε το έργο ξεχωριστό. Είχε σημάδια πρωτοπορίας και εν πάση περιπτώσει δε θύμιζε τίποτα από τα διάσημα κοντσέρτα. Η ςβανσόν ήξερε να ξεχωρίζει τις μεγαλοφυΐες και ήταν πεπεισμένη ότι ο ςπύρος ήταν μία από αυτές. Η Κλαίρη ενθουσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό που με το τέλος της τελευταίας συγχορδίας. τον αγκάλιασε και τον φίλησε, λέγοντάς του «Ελπίζω να φανώ αντάξια της ιδιοφυίας σου. Μπράβο, ςπύρο, και σε ευχαριστώ που μου εμπιστεύεσαι το έργο σου». «Το εμπιστεύομαι, Κλαίρη; Το έργο μου; Μα και το κοντσέρτο αυτό δεν είναι δικό σου; Ποια είναι η Κ. που της το χάρισα;» Η Κλαίρη δεν είπε τίποτα. Ναι μεν βρέθηκε σε δύσκολη θέση, μα βαθιά μέσα της ένιωσε κολακευμένη που ένας άντρας σαν και τούτον εδώ τον νεαρό έγραψε κάτι το τόσο σημαντικό και θαυμάσιο για αυτήν. Ποια γυναίκα δε θα κολακευόταν; Ναι, Έρικ. Δυστυχώς για σένα η αρχή έγινε. Μήπως 81


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και η φράση του ςπύρου μα και όλο το κοντσέρτο δεν ήταν μία ερωτική εξομολόγηση; Πολύ πιο εύγλωττη, πολύ πιο όμορφη πολύ πιο ιδιότυπη και πολύ πιο σπάνια; Πόσες είναι οι γυναίκες που έτυχαν αυτής τιμής; Και αν η συνεργασία σας (συνεργασία; μόνο;) συνεχιστεί, υποψιαζόμαστε, Κλαίρη, ότι για χρόνια δε θα είσαι μόνο η μούσα του μα και η ερμηνεύτρια των πιανιστικών του έργων... Τυχερή! Η ςβανσόν δεν ήταν απλώς ενθουσιασμένη, μα και συγκινημένη. Τόσο για το υπέροχο τούτο έργο όσο και τα αισθήματα που διέκρινε μέσα σε αυτό για την αγαπημένη της μαθήτρια. Ήταν πολύ ευαισθητοποιημένη στα θέματα του έρωτα. Έζησε και η ίδια μια παρόμοια ιστορία με τούτη εδώ που έβλεπε να ανατέλλει, μα ευχόταν να μην έχει την κατάληξη, το τέλος της δικής της. Πιανίστα και αυτή με φήμη και τεράστιες επιτυχίες αναγκάστηκε, πριν δέκα πέντε χρόνια ακριβώς, να διακόψει την καριέρα της, όταν ο καλός της, ο άντρας της, αεροπόρος στο επάγγελμα, σε ένα ταξίδι του ρουτίνας χάθηκε με το αεροπλάνο του και ποτέ δε βρέθηκε ούτε καν ίχνος του ίδιου ή του αεροπλάνου του. Η μαντάμ έπεσε σε βαριά κατάθλιψη. Αφέθηκε στην κατρακύλα του πόνου της. Δεν την ενδιέφερε πλέον τίποτα. ούτε η καριέρα της ούτε η ίδια η μουσική, τίποτα. Η ζωή της βρέθηκε σε κίνδυνο και οι δικοί της κατέβαλαν αγωνιώδεις προσπάθειες να την κάνουν να συνέλθει κάπως, να ζει έστω. Πέρασαν 82


Υποψίες

έτσι δύο φρικτά χρόνια σε νοσοκομεία και θεραπευτήρια. Το πιάνο μια μακρινή ανάμνηση. Και βέβαια όσο απομακρύνονταν από αυτό τόσο μειώνονταν η πιανιστική της δεινότητα. γνωστά αυτά. ςτον τρίτο χρόνο από τον χαμό του άντρα της ένα τυχαίο γεγονός την έκανε να ξαναενδιαφερθεί για το πιάνο, από άλλη σκοπιά πλέον. Αυτή της δασκάλας. Η κόρη της αδερφής της και δικιά της ανιψιά, μια μέρα στο σπίτι της κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει. Η ςβανσόν στην αρχή ενοχλήθηκε. ςτη συνέχεια όμως ακούγοντας τη μικρή ενθουσιάστηκε, γιατί με το έμπειρο αφτί της διέγνωσε ένα ταλέντο και έγινε η δεύτερη δασκάλα της στην αρχή· και η μοναδική της μετά από λίγο. Αυτή ήταν η αρχή της διδασκαλικής της διαδρομής που έκανε τη ςβανσόν ακόμη πιο διάσημη από ό,τι ήταν σαν σολίστ. Αφενός αυτό και αφετέρου η διδασκαλία σιγά σιγά κατόρθωσε να την ανασύρει από το τέλμα που τόσο καιρό βούλιαζε μέσα του και κινδύνευε να την αφανίσει. Η διδασκαλία την έσωσε κυριολεκτικά στο παρά πέντε. ςτα θέματα λοιπόν του έρωτα ήταν ευαισθητοποιημένη και γι’ αυτό και ο ςπύρος έτυχε της ολόθερμης εύνοιάς της. Το λυπόταν το αγόρι της το ερωτευμένο που έβλεπε ότι το αντικείμενο του πόθου του δεν ανταποκρινόταν γιατί απλά ήταν ερωτευμένη με άλλον. Τον Έρικ δεν τον είχε γνωρίσει ακόμη, αλλά η Κλαίρη της είχε τόσα πολλά πει γι’ αυτόν που ήταν σα να τον γνώριζε. ςτην Κλαίρη δεν είπε τίποτα, μα είχε τη διαίσθηση 83


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ότι ο έρωτας μεταξύ Έρικ και Κλαίρης δε θα ευδοκιμούσε. Να ήταν η προτίμησή της για τον ςπύρο που την υποδαύλιζε τη διαίσθηση αυτή; Ό,τι και να ήταν, η ςβανσόν θα αισθανόταν ευτυχής αν έβλεπε την πολυαγαπημένη της μαθήτρια να ζευγαρώνει με τον συνθέτη. Κάτι σαν τον ςοπέν με τη γεωργία ςάνδη ένα πράγμα. ςτο σημείο αυτό θα προχωρήσουμε χρονικά τη διήγηση με πρωταγωνίστρια τη ςβανσόν. Θα επανέλθουμε αργότερα στην κανονική ροή και εξέλιξη της ιστορίας μας για τον Έρικ, Κλαίρη και ςπύρο. Λοιπόν, σε ένα από τα ταξίδια της Κλαίρης στο Παρίσι, ένα απόγευμα αργά, μετά από μια κοπιώδη ημέρα μελέτης που είχαν, κάθονταν και απολάμβαναν ένα καυτό φλιτζάνι σοκολάτας, ενώ έξω χιόνιζε και το κρύο απίστευτο. Κοίταξε τώρα, φίλε μου, σύμπτωση. Τηλεόραση δεν έβλεπε ούτε η μία ούτε η άλλη. Έτυχε όμως να υπάρχουν κάτι περίεργα γεγονότα που συνέβαιναν σε μία ομάδα γάλλων εκδρομέων που είχαν συλληφθεί από μια φυλή ιθαγενών κάπου στη ζούγκλα του Αμαζονίου που αναστάτωσε τη γαλλία που κέντρισε το ενδιαφέρον βέβαια των δύο γυναικών· έτσι έβλεπαν τηλεόραση για να ενημερωθούν για τις εξελίξεις. Το να ακούνε οι δύο γυναίκες για ζούγκλα, τους θύμιζε Τζων Βαϊσμίλερ, Ταρζάν και Τσίτα. γι’ αυτές μία η ζούγκλα. Λάθος τους βέβαια. Έβλεπαν λοιπόν τηλεόραση ελπίζοντας να μη δουν... καζάνια μέσα στα οποία θα γίνονταν σούπα βραστό οι συμπατριώτες τους, από κανίβαλους που 84


Υποψίες

αρέσκονται στο «Χμ, ανθρώπινο λευκό κρέας μου μυρίζει». Έτσι δε γινόταν στην προκολομβιανή Αμερική; Πόσοι και πόσοι ιεραπόστολοι δεν είχαν αυτήν την τύχη; Μακάρι τα ανθρώπινα ορεκτικά να ήταν πια με τα χρόνια μια μακρινή ανάμνηση... Έβλεπαν λοιπόν το ρεπορτάζ, που με κίνδυνο της ζωής του και από το κινητό του τηλέφωνο, έβγαλε ένας από τη συντροφιά και την έστειλε στον πολιτισμένο κόσμο για να βοηθήσουν. Ξαφνικά η Κλαίρη βλέπει τη δασκάλα της να βγάζει μια κραυγή και να σωριάζεται εκεί μπροστά στα πόδια του καναπέ που λίγο πριν κάθονταν. Τρελάθηκε η μικρή. Με τη βοήθεια της κοπέλας του σπιτιού συνέφεραν τη δασκάλα, αφού εντωμεταξύ ειδοποίησαν τον κουράντε γιατρό της. Αυτός έφτασε τη στιγμή που συνερχόταν η γυναίκα. Είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της, μα το μυαλό θαρρείς και δεν είχε επαφή με τις περιποιήσεις και την ιατρική βοήθεια που δεχόταν. «ισχυρό σοκ», διέγνωσε ο γιατρός. Άρχισε να ρωτά την Κλαίρη διάφορα. Μα άκρη δεν έβγαζε κανείς. Όταν για μια στιγμή η ςβανσόν έδειξε με το δάκτυλό της την τηλεόραση ψελλίζοντας «εκεί, Θεέ μου». Η τηλεόραση, την οποία τόσην ώρα είχαν ξεχάσει να κλείσουν, έδειχνε τώρα αθλητικές ειδήσεις. «Τι σχέση μπορεί να έχει το ποδόσφαιρο με τη δασκάλα, βρε παιδιά;» ο γιατρός δεν εύρισκε κατ’ αρχήν ποια ήταν η σχέση της φίλης του και στη συνέχεια ποιο ήταν το γεγονός που τη σόκαρε. Η Κλαίρη ακολουθώντας τη σκέψη του γιατρού του 85


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

είπε. «Δε βλέπαμε πριν λίγο αθλητικά, γιατρέ. Βλέπαμε ειδήσεις για τη γνωστή ιστορία των συλληφθέντων στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Μου φάνηκε ότι κάτι είδε στην οθόνη που την αναστάτωσε και την έφτασε να είναι τόσο χάλια. Τι όμως; Δεν πρόλαβε να μου πει. Έβγαλε μια άγρια κραυγή και αμέσως έχασε τις αισθήσεις της». Η ςβανσόν δεν μπορούσε να μιλήσει. Φανερό ότι δεν ήταν καλά. ο γιατρός φοβήθηκε για εγκεφαλικό και διέταξε αμέσως νοσοκομείο. Την πήγαν. Μα πέρα από μια ταχυπαλμία και εκρήξεις δακρύων, δε φάνηκε να έχει κάτι άλλο σοβαρό. οπόταν μετά από ένα τρίωρο επέστρεψαν σπίτι. ςτη θαλπωρή του σπιτιού προσδοκούσε ο γιατρός ότι θα συνερχόταν εντελώς η καλή του φίλη. Πλησίαζαν μεσάνυχτα, μα κανένας δε νύσταζε ούτε είχε σκοπό να φύγει. Να μείνει μόνη της η δασκάλα αποκλειόταν. Και λίγο μετά τα μεσάνυχτα ακούνε τη γαλλίδα να λέει «ορκίζομαι στον Θεό και στη ζωή μου ότι ο Ζεράρ μου ήταν εκεί. Τον είδα». ούτε η Κλαίρη ούτε η κοπέλα του σπιτιού γνώριζαν ποιος ήταν αυτός ο Ζεράρ, που έφερε την αγαπημένη τους σε μια τέτοια κατάσταση. ο γιατρός όμως ήταν φίλος της από χρόνια. γνώριζε τη θλιβερή ιστορία του χαμού του άντρα της. Και τώρα ακούγοντας να προφέρει εκείνη το όνομά του υπέθεσε -και δικαιολογημένα- ότι πέρασε μία κρίση ξυπνήματος αναμνήσεων που την πυροδότησε κάτι που θύμιζε τον χαμένο της σύντροφο. ςυμβαίνουν αυτά στην ψυ86


Υποψίες

χιατρική. Τους είχε ενημερώσει σχετικά ο συνάδελφος ψυχίατρος που την είχε αναλάβει τον πρώτο καιρό της βαριάς της κατάθλιψης, μα η μαντάμ ςβανσόν που έδειχνε πια να έχει συνέλθει εντελώς, την ακούνε να το αρνείται. «Όχι, Νικ, δεν ήταν ψευδαίσθηση. Ήταν εκείνος. Είμαι σίγουρη. Τον Ζεράρ τον ήξερες. Αν δεις το ρεπορτάζ, θα τον θυμηθείς σίγουρα. Μπορεί να ήταν ντυμένος -"ντυμένος", λέμε τώρα!- όπως οι ιθαγενείς, μα ήταν αυτός. Και η υποψία μου ενισχύεται από το γεγονός ότι πέραν όλων των άλλων, έκανε τον διερμηνέα στον φύλαρχο για όσα τους έλεγε ο επικεφαλής της ομάδας των γάλλων. Πού τα έμαθε τα άψογα γαλλικά ο άνθρωπος; ςτη γαλλική Ακαδημία της ζούγκλας; Ή από τον γλωσσομαθή ιθαγενή αρχηγό και τη δασκάλα του τοπικού σχολείου; Κάτι πρέπει να κάνω, Νικ». Τότε η Κλαίρη της λέει «Αγάπη μου, δεν έχουμε παρά με την εντολή κάποιας δικαστικής ή αστυνομικής αρχής να ζητήσουμε από τον τηλεοπτικό σταθμό να μας προβάλει κατ’ ιδίαν το επίμαχο ρεπορτάζ. Και μία και δύο και εκατόν δύο φορές να το δούμε. γιατί, εάν περιμένουμε να δούμε το ρεπορτάζ φευγαλέα από την επανάληψη των ειδήσεων, δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη. Θα κοιμηθούμε να ξεκουραστεί τόσο το σώμα όσο και το μυαλό μας και πρωί πρωί πιάνουμε δουλειά», είπε η Κλαίρη στην αγαπημένη της δασκάλα και την οδήγησε τρυφερά σαν παιδάκι στην κρεβατοκάμαρά της δίνοντάς της πρώτα να πιει ένα γλυκό χλιαρό γαλατάκι που θα τη βοηθούσε να κοιμηθεί ευκολότερα. 87


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μετά ζήτησε από τον γιατρό οδηγίες για το πώς θα έπρεπε να ενεργήσει αρχικά. Και στη συνέχεια, εάν η γαλλίδα εξακολουθήσει να επιμένει ότι πρόκειται για τον χαμένο της σύντροφο, τότε υποχρεωτικά θα απευθυνθούν στις αρμόδιες αρχές. Πρεσβείες πχ και τα λοιπά. Και βέβαια το μεθεπόμενο βήμα θα είναι ένα ταξίδι των δυο τους στον Αμαζόνιο, αφού εντοπιστεί επακριβώς η πηγή της απρόσμενης ελπίδας τους. Ένα ταξίδι στη μακρινή Βραζιλία δεν είναι και ό,τι το σύνηθες. «Και τα μαθήματα; Εσείς πνίγεστε». «Ποια μαθήματα; Εδώ προέχει η ζωή». Και μία ακόμη απρόσμενη εξέλιξη. Η Κλαίρη διηγήθηκε τα απίθανα γεγονότα στον Έρικ και τον ςπύρο. Αντίδραση του Έρικ: «Τς, τς, τς, τι λες, βρε παιδί μου. Να προσέχεις, Κλαιράκι». Αντίδραση του ςπύρου: «Άκουσε, Κλαίρη. Όπου και αν πάτε, θα σας συνοδεύσω. Δύο γυναίκες μόνες τους δεν παίζει. Αποκλείεται». Τώρα για πες. Η Κλαίρη ποια σύγκριση έπρεπε να κάνει; Όχι, για πες... Ένα τσίμπημα στην καρδιά της το ένιωσε. Δεν το σχολίασε με κανέναν ούτε και με τον εαυτό της. Ήταν μεν σημαντικό το θέμα, αλλά δεν ήταν η στιγμή να ασχοληθεί με τα δικά της... Δε δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να δουν το βίντεο ξανά. Άλλωστε το όνομα της ςβανσόν μπορούσε να ανοίξει πολλές πόρτες της γαλλικής πρωτεύουσας. Ήταν ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο στον τομέα 88


Υποψίες

του Πολιτισμού της γαλλίας. Πασίγνωστη, δημοφιλέστατη και αξιοσέβαστη. Η Κλαίρη είχε την ευκαιρία να το διαπιστώσει αυτό ιδίοις όμμασι. Η δασκάλα δε χόρταινε να βλέπει και να ξαναβλέπει το βίντεο. Τελικά, ο διευθυντής του σταθμού της έδωσε ένα αντίγραφο, χωρίς καν να ζητήσει την άδεια του ρεπόρτερ. Της είπε «δε θα μπορούσατε να το είχατε βιντεοσκοπήσει από την τηλεόραση; Το ίδιο είναι». Το έβλεπε λοιπόν και το ξανάβλεπε και όλο και περισσότερο. Εξαφανίζονταν οι στιγμιαίες αμφιβολίες της η μία κατόπιν της άλλης. Είχε πειστεί πια. Επρόκειτο για τον Ζεράρ της. Και κάτι άλλο. Πειθόταν όλο και περισσότερο ότι του ανθρώπου της κάτι του συνέβαινε. Το χαμένο του βλέμμα σήμαινε δύο πράγματα: είτε οι ιθαγενείς τον είχαν εθίσει σε κάποιου είδους ναρκωτικό, είτε ότι είχε χάσει το μυαλό του, τη μνήμη του δηλαδή, είτε ακόμη ότι ήθελε να βρει τρόπο να το σκάσει, μα δεν μπορούσε όντας φυλακισμένος και πλέον είχε αφεθεί να τον καταβάλει η κακιά του μοίρα. Αλλά πάλι εάν συνέβαινε αυτό το τελευταίο, δε θα είχε τώρα την απίστευτη ευκαιρία να στείλει ένα SOS με την ομάδα των γάλλων; Ποιος θα τον έπαιρνε είδηση; Επομένως, καταλήγουμε στα ναρκωτικά ή στην αμνησία. Η Κλαίρη συμφωνούσε απόλυτα με τις απόψεις της δασκάλας της έχοντας μόνον μια τόσο δα μικρή επιφύλαξη εάν ήταν όντως ο χαμένος άντρας της αγαπημένης της ή μια διαβολεμένη ομοιότητα. Τηλεφώνησε στον Νικ, τον γιατρό της, να έρθει 89


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να δει και αυτός το βίντεο και να πει τη γνώμη του. ο Ζεράρ ήταν πολύ φίλος με τον γιατρό. Δύο τουλάχιστον άνθρωποι ήταν απαραίτητοι να αποφανθούν για το ναι ή το όχι, αν επρόκειτο πράγματι για τον χαμένο πιλότο ή όχι. Παρόλη την ημιάγρια εμφάνισή του, τα γένια του χρόνων και τα μακριά του μαλλιά, που τα είχε δεμένα αλογοουρά με ένα αχυρένιο κορδόνι, ήταν πολύ αναγνωρίσιμος. ο γιατρός από τη μεριά του βεβαίωσε ότι επρόκειτο για τον χαμένο φίλο. Εκτός και αν επρόκειτο για τρομακτική ομοιότητα. Πού και πού η φύση σκαρώνει τέτοια φαινόμενα είναι γεγονός. Τη φωνή του δεν την κατάλαβαν καλά γιατί απλά η ηχογράφηση, όπως είπαμε, έγινε στη ζούλα και με μεγάλο ρίσκο από κινητό τηλέφωνο. Όπως έλεγε η καημένη η ςβανσόν, αν αποδεικνύονταν ότι επρόκειτο για τον Ζεράρ, άγαλμα θα τον έκανε τον γάλλο όμηρο των ιθαγενών. Και αν αυτός δεν ήθελε άγαλμα, θα του χρωστούσε μια τέτοια χάρη που δε θα είχε ισοδύναμο αντάλλαγμα με τη ζωή που της χάριζε. Αν όμως δεν ήταν; Ε, δεν μπορεί η ζωή να της παίζει μια τέτοια φάρσα. Δεύτερος θάνατος σκληρότερος του πρώτου, αφού τον νεκραναστημένο θα τον έχανε και πάλι!

90


Ξ

εκίνησαν λοιπόν για το μεγάλο ταξίδι οι τρεις τους. Η ςβανσόν η Κλαίρη και ο πανευτυχής ςπύρος. Ήταν τέτοια η επιμονή του τελευταίου αυτού να τις συνοδεύσει που στάθηκε αδύνατον να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη. Δεν τους έκανε χάρη. Αυτός ήταν υπόχρεος με τη χαρά που του έδιναν να είναι δίπλα σε αυτή που πια ήταν η ζωή του όλη. Και να δεις που και το σύμπαν ήταν με το μέρος του. Πλέον ήταν και γι’ αυτό σίγουρος. Το ταξίδι πήρε και μία χροιά επισημότητας, αφού ζήτησαν και πέτυχαν τη συμπαράσταση τόσο των γαλλικών όσο και των βραζιλιάνικων αρχών. Όπως και να το κάνουμε το χωριό στη ζούγκλα που αναζητούσαν με μόνο στοιχείο αναγνώρισης ένα ερασιτεχνικό ντοκιμαντέρ, που έστειλε ένας από τους συλληφθέντες με κίνδυνο της ζωής του, έδινε ελάχιστες πληροφορίες. Όμως κάτι ήταν και αυτό. Ακόμη και χίλια να ήταν τα χωριά του Αμαζονίου, ή και περισσότερα, θα τα εξερευνούσαν όλα ένα προς ένα, ωσότου φτάσουν στο ζητούμενο. Είχαν προηγουμένως καταφέρει να βγάλουν όλο το βίντεο σε φωτογραφίες. Με τη βοήθειά τους όλο και κάποιος κάτι μπορεί να αναγνωρίσει. Δεν έψαχναν δηλαδή και τελείως ψύλλους στα άχυρα. Είχαν αποδεικτικό υλικό. Το ταξίδι τους μακρύ, κουραστικό και επικίνδυνο· κατάφεραν όμως να έχουν μαζί τους ντόπιους οδη91


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γούς, τους οποίους αντάμειβαν πλουσιοπάροχα· όχι μόνο με χρήματα, μα με χρήσιμα αντικείμενα και υλικά πολύτιμα γι' αυτούς, όπως σκηνές, εργαλεία, φάρμακα και άλλα. ολόκληρο καραβάνι αποτελούσαν, με οπλισμένους οδηγούς, έμπειρους, όπως τους είχαν συμβουλεύσει οι αρχές να κάνουν, για τον φόβο κλοπών και πολλών άλλων απρόβλεπτων κινδύνων. Και η αναζήτηση άρχισε. Μα εκεί που κάποιος ιθαγενής αναγνώριζε κάτι, ερχόταν κάποιο άλλο στοιχείο να διώξει το πρώτο. Δεν απελπίζονταν όμως. Η μεν ςβανσόν ήταν ικανή και όλη της τη ζωή να ψάχνει, η δε Κλαίρη και ο πανευτυχής ςπύρος που ήταν μαζί τους απολάμβαναν μία περιπέτεια αλλιώτικη από όσες μέχρι τώρα είχαν ζήσει. Τι να φοβηθούν τα νιάτα; Άλλωστε τι να φοβηθεί κανείς όταν στην όποια εκπομπή SOS ολόκληρος στρατός θα έσπευδε προς βοήθειά τους; Τι στην ευχή, στον εικοστό πρώτο αιώνα ζούμε. Η ιστορία είχε γίνει γνωστή σε όλο τον κόσμο και κάτι τέτοιες ιστορίες αγάπης πάντα συγκινούν. Η δε μεγάλη δημοσιότητα λειτουργούσε και σαν ασπίδα προστασίας απέναντι στους όποιους κινδύνους ελλόχευαν. Και οι δύο γυναίκες ήταν ευγνώμονες στον ςπύρο για τη συντροφιά του. Ένα παλικάρι δεκαεννιάείκοσι χρόνων, μα μπορούσες να στηριχτείς πάνω του και να αφεθείς με εμπιστοσύνη. Μερικά αρσενικά γεννιούνται άντρες με την ευρύτερη δυνατή έννοια της λέξης και δικαιολογούν τον τίτλο του ισχυρού φύλου. 92


Υποψίες

Και βέβαια τα δύο παιδιά έρχονταν όλο και πιο κοντά. Κάποιες σχέσεις, όχι απαραίτητα ερωτικές, χτίζονται πετραδάκι πετραδάκι από καλής ποιότητας πέτρα. Έτσι πέρασε η πρώτη εβδομάδα διασχίζοντας τη ζούγκλα του Αμαζονίου και ευτυχώς ούτε ανθρωποφάγους συνάντησαν ούτε επικίνδυνους ιθαγενείς. Το αντίθετο μάλιστα. Βέβαια, τα δώρα που άφηναν στο διάβα τους έπαιζαν και αυτά τον ρόλο τους στο άνοιγμα του στόματος και όλο και ένας νέος οδηγός προστίθετο στο περίεργο αυτό καραβάνι. Πού και πού κατά τη διάρκεια της πορείας τους έβλεπαν μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές των τεράστιων δέντρων στον καταγάλανο ουρανό τους έλικες ενός ελικοπτέρου του στρατού. Η παρουσία του τους εμψύχωνε και τους παρότρυνε να συνεχίσουν. Και όποια στιγμή του το ζητούσαν, θα έσπευδε προς βοήθειά τους. Δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν. Το μόνο που εύχονταν ήταν να μην αρρωστήσουν. Είχαν βέβαια εμβολιαστεί καταλλήλως φεύγοντας. Αλλά ποτέ κανείς δεν ξέρει, τα φίδια πχ βρίσκονταν παντού. ςτα πόδια τους, στα κλαδιά των δέντρων και αρκετές φορές και μέσα στις αποσκευές τους. οι οδηγοί είχαν μαζί τους όλων των ειδών τα αντίδοτα σε περίπτωση δαγκώματος. Και ναι μεν το τοπίο μαγευτικό κατά μήκος του τεράστιου ποταμού, μα και μεγαλύτερα κουνούπια στη ζωή τους δεν είχαν ματαδεί. Το εντομοαπωθητικό, που πασαλείβονταν κάθε τόσο, βοηθούσε βέβαια, 93


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αλλά τα άτιμα τα κουνούπια έδειχναν την προτίμησή τους στο λευκό δέρμα. Φαίνεται είχαν χορτάσει με το ντόπιο και τρελαίνονταν για καινούριες γεύσεις. Η ίδια νομοτέλεια όπως και στο κάθε ζωντανό πλάσμα του πλανήτη. Αχ, αυτή η προτίμηση στο ξένο! Βάδιζαν προς το τέλος της δεύτερης εβδομάδας και βρίσκονταν φιλοξενούμενοι του ιθαγενούς αρχηγού ενός ωραίου χωριού, όταν ένας όμορφος θεόγυμνος μπόμπιρας βλέποντας τις φωτογραφίες που είχανε κρεμάσει στην είσοδο της καλύβας, που τους είχαν παραχωρήσει να περάσουνε τη νύχτα, άρχιζε να φωνάζει κάτι που σε ελεύθερη μετάφραση έμοιαζε να σημαίνει «το λευκό πουλί, το χλωμό πουλί...» ο επικεφαλής των οδηγών τού έπιασε την κουβέντα και αυτά που ο μικρός του είπε αναπτέρωσαν τις ελπίδες όλων. «ςε ένα γειτονικό χωριό, ζούσε ένα χλωμό (λευκό) πρόσωπο που είχε πέσει από ένα τεράστιο σιδερένιο πουλί και ήταν τόσο πληγωμένο το ίδιο όσο και το πουλί. Πέρασε καιρός έως ότου γίνει καλά το χλωμό πρόσωπο. Το πουλί όμως πέθανε για πάντα. Δεν μπόρεσε ποτέ να ξαναπετάξει». Αυτός ήταν ο θρύλος που ήταν πασίγνωστος σε εκείνη την περιοχή του Αμαζονίου. Τώρα, να μην τρελαθεί η δασκάλα ακούγοντας την ιστορία τούτη; Να μην υποθέσει ότι το σιδερένιο πουλί ήταν το αεροπλάνο του καλού της και ότι το χλωμό πρόσωπο ήταν ο ίδιος ο καλός της αυτοπροσώπως; Να υπήρχε και άλλη περίπτωση σαν αυτή του συζύγου της ήταν πολύ πιθανή. Μα η ζυγαριά έκλεινε 94


Υποψίες

προς τη δική του ιστορία με γνώμονα πάντα τη φωτογραφία του. Αυτήν έβλεπαν οι ιθαγενείς και μιλούσαν για ατσάλινα πουλιά και χλωμά πρόσωπα. οι τρεις εξερευνητές, λοιπόν, είχαν την αίσθηση και την ελπίδα ότι βρίσκονταν κοντά, πολύ κοντά, στο όνειρο. Λίγο πριν το μεσημέρι, βλέπουν να έρχεται στο χωριό μια ομάδα προφανώς γειτόνων, ζητώντας από τον φύλαρχο να πάνε στην απογευματινή γιορτή που είχαν. Θα ήταν προσκεκλημένοι (για δες κοινωνικότητα) και οι τρεις παράξενοι φιλοξενούμενοί τους. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα, είτε είσαι στον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο είτε στη γενέτειρα του Ταρζάν, της Τσίτα και του ςαμπού. Και η επίσκεψη των τριών θα αποτελούσε κάτι σαν κοσμικό γεγονός. Βλέπεις, δεν είχαν τόσο συχνά τέτοιες επισκέψεις πλην εκείνων των περίεργων ξένων που τους είχαν συλλάβει να έχουν κατασκηνώσει έξω από το χωριό τους και που τώρα δεν ήξεραν και τι να τους κάνουν. Ήταν εχθρικοί απέναντί τους και τους απέδιδαν κακές προθέσεις με το αιτιολογικό το εξής: Αν οι προθέσεις τους ήταν καλές γιατί δεν ήρθαν κατ’ ευθείαν στο χωριό τους και να επιδώσουν τα εύσημα στον αρχηγό τους; Έτσι δεν έκαναν και οι τρεις φιλοξενούμενοι των γειτόνων τους; Τρέχα γύρευε τι φαντάστηκαν. Όπως έλεγαν δε, κάποια στιγμή θα τους άφηναν να φύγουν, να πάνε στο καλό. Αρκετά τράβηξαν τόσα χρόνια με το χλωμό πρόσωπο έως ότου τον κάνουν καλά. Τους έφτανε αυτός ο ένας. ο μάγος γιατρός τους χρησιμοποίησε όλες τις γνώσεις του τις ιατρικές και όλα τα βότανα, γνωστά 95


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και άγνωστα και τελικά κατάφερε να τον ξανακάνει άνθρωπο. γιατί, ναι μεν το σιδερένιο πουλί ήταν νεκρό και ακίνητο, μα και ο λευκός που βγήκε από κει μέσα έμοιασε με ζόμπι. Πού να καταλάβουν τι τους έλεγε με κείνα τα περίεργα λόγια που έβγαιναν από τα ματωμένα του χείλη. ούτε και οι σοφοί και σεβαστοί τους γέροντες που και αν δεν είχαν δει και δει τα μάτια τους στη μακρόχρονη ζωή τους, όσο και αν προσπάθησαν, μα το άγιο τοτέμ τους, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τα κακαρίσματά του. Χάθηκε να μιλάει ο άνθρωπος μια γλώσσα κατανοητή; Και οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν, μα ο λευκός μήτε έδειχνε σημάδια φυγής, αλλά ούτε και σημάδια αφομοίωσης με τη φυλή τους. Ήταν και παρέμεινε ξένος. Άραγε στον δικό του κόσμο, οι άνθρωποι πεθαίνουν με τέτοια τρομακτικά πουλιά αγκαλιά; Ή όταν τα πουλιά πεθαίνουν, οι άνθρωποι που βγαίνουν από μέσα τους αρρωσταίνουν και φέρονται, όπως οι χελώνες στο δάσος που σέρνονται ανήμπορες και χαμένες, όταν τα πιτσιρίκια των ιθαγενών τους σπάζουν το καβούκι και μένουν γυμνές; Και κοίταξε τώρα να δεις. ο λευκός τόσα φεγγάρια πέρασε μαζί τους και δυο κουβέντες δεν μπόρεσαν να ανταλλάξουν, να μάθουν τέλος πάντων ποιος είναι, από πού ήρθε και τι γύρευε στα μέρη τους. Ενώ με τους λευκούς που στοίβαξαν στη μεγάλη τους καλύβα, μίλησε αμέσως. οι δε σοφοί τους γέροντες είπαν ότι τα λόγια των συλληφθέντων τους, έμοιαζαν με αυτά του χλωμού δικού τους. 96


Υποψίες

Μια ημέρα ο φύλαρχός τους είχε την έξυπνη ιδέα να ρωτήσει το λευκό να του πει με παντομίμες έστω, ποιοι ήταν αυτοί οι λευκοί και τι ζητούσαν στα μέρη τους. Και να δεις που ο λευκός κατάλαβε τι του ζήτησε ο αρχηγός. Και όχι μόνον αυτό, αλλά κατάφερε να μιλήσει μαζί του και να του πει ότι σύμφωνα με όσα του είπαν οι φυλακισμένοι δεν ήταν άνθρωποι κακοί, ήταν -να δεις πώς το είπε«περιηγητές που απομακρύνθηκαν από τον προορισμό τους χωρίς να το καταλάβουν». Τι ήταν "περιηγητές"; Είναι κάτι περίεργοι τύποι που γυρνούν στα δάση τους πολλές φορές τα απάτητα, έχοντας στην πλάτη τους ένα σακούλι και στα χέρια μια μεγάλη βέργα και βαδίζουν, βαδίζουν, κοιτάζουν τα πανύψηλα δέντρα που οι κορυφές τους χάνονται ψηλά στον ουρανό και κάνουν τς, τς, τς από θαυμασμό. Φοβούνται τα φίδια, τα δε κουνούπια ορμούν κατά πάνω τους και ρουφούν το αίμα τους ηδονικά. ςε σημείο που τα χέρια τα γυμνά τους και τα επίσης γυμνά τους πόδια γεμίζουν με κόκκινες φούσκες που τους φέρνουν μια φαγούρα και ξύνονται σαν τρελοί. Περίεργο μα την αλήθεια. γιατί να τους αρέσει το αίμα των λευκών; Έχουν ακούσει παράξενες ιστορίες από τους γέροντες, ότι σε πολλά απομακρυσμένα χωριά τα παλιά τα χρόνια οι χωρικοί τρελαίνονταν και για το κρέας των λευκών! Κουνούπια και ιθαγενείς λάτρεις του αίματος και της σάρκας των λευκών ανθρώπων και ευτυχώς για αυτούς, όχι και λάτρεις των... ιδεών τους. Τα γούστα των νεότερων συμπατριωτών τους 97


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

με την πάροδο των χρόνων άλλαξαν πια και αποφεύγουν να τρώνε τέτοια εδέσματα για τον φόβο δηλητηριάσεων!!! Άσε που είναι πλέον το κυνήγι τους απαγορευμένο δια νόμου!... Και για του λόγου το αληθές, γιατί δεν έκαναν κάτι τέτοιο σε τόσους ανθρώπους που έχουν μαντρωμένους στη μεγάλη τους καλύβα; 0 κόσμος άλλαξε, αλλάξαν οι καιροί... Λοιπόν δεν είχαν κανέναν σκοπό να τους βλάψουν. γι’ αυτό τώρα, τους έβγαλαν από την καλύβα και τους είπαν ότι, αν ήθελαν, μπορούσαν να ξεκουμπιστούν. Θα τους έδιναν μαζί τους και δύο από τους πιο έμπειρους οδηγούς τους μήπως και ξεστρατίσουν πάλι και συλληφθούν από άλλους γείτονες, την ανοχή των οποίων δεν μπορούσαν να τους εγγυηθούν. για να ξεμουδιάσουν δε, πριν πάρουν τον δρόμο της ελευθερίας, μπορούν να κάνουν και μια βόλτα μέχρι το φιλικό γειτονικό τους χωριό. Έτσι οι κρατούμενοι που πια ήταν ελεύθεροι, έφερναν βόλτες εκεί γύρω μέχρι που έφτασαν και στο χωριό που ήταν οι τρεις δικοί μας (ας τους πούμε έτσι). Αυτοί οι τελευταίοι, με το που τους είδαν, κατάλαβαν μεμιάς ποιοι ήταν και άρχισαν οι ερωτήσεις να πέφτουν βροχή. οι ιθαγενείς μέσα στην απορία. «Κοίτα πώς οι λευκοί συνεννοούνται μεταξύ τους στο πιτς φυτίλι. Τι λες, βρε παιδί μου!» Μα για στάσου, το ίδιο δε γίνεται με τους ίδιους και τους κατοίκους των όμορων δήμων, συγγνώμη, χωριών; «Φαίνεται ότι αυτή είναι η συνήθεια. οι λευκοί με 98


Υποψίες

τους λευκούς και οι ιθαγενείς με τους ιθαγενείς». Πού να ήξεραν οι... μαύροι πόσο λάθος έκαναν! Η Κλαίρη με τον ςπύρο τους ρώτησαν αμέσως τι απέγινε ο λευκός που πριν λίγες ημέρες μιλούσαν μαζί του και τον είδαν στο μήνυμα που κρυφά τους έστειλαν και αν εξακολουθεί να είναι εκεί που τον πρώτο συνάντησαν. «Τι σας είπε; Από πού ήταν και πώς ήρθε εδώ;» «Πήγαινε να πάρει μια παρέα εκδρομέων σε κάποιο από τα άπειρα χωριά του Αμαζονίου. Πετούσε σε χαμηλό ύψος. Χωρίς να καταλάβει το πώς, κάποια στιγμή ακούμπησε στα κλαδιά θεόρατων δέντρων που ψηλότερα ούτε είχε ξαναδεί στη ζωή του και ούτε ήξερε πως υπάρχουν, ήταν και η μέρα συννεφιασμένη, δεν τα είδε και το κακό δεν άργησε να γίνει. για καλή του τύχη τα γιγαντιαία δέντρα ήταν τόσο πυκνόκλαδα που άντεξαν το βάρος του μικρού αεροπλάνου που όπως θα λέγαμε, έπεσε στα μαλακά. Το συγκράτησαν να μη συντριβεί, μειώνοντας ολοένα τον ρυθμό της πτώσης του. Και πράγμα περίεργο, πέρα από την καταστροφή του, κατάφερε να ακουμπήσει στη γη χωρίς να αναφλεγεί και να κάψει όλη τη ζούγκλα. ο ίδιος ο πιλότος κατάφερε να σωθεί βγαίνοντας από ένα θρυμματισμένο παράθυρο και κλαδί το κλαδί να κατέβει από το θεόρατο δέντρο. Όταν προσγειώθηκε, ήταν κατακόκκινος βαμμένος από το ίδιο του το αίμα και έχασε τις αισθήσεις του. Όπως κατάλαβε μετά, ήταν μεν τραυματισμένος βαριά, μα δεν κινδύνευε η ζωή του. 99


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ο άνθρωπος τους είπε ακόμη ότι από το σοκ που υπέστη δε θυμάται ούτε ποιος ήταν ούτε από πού ερχόταν. Μόνο ότι πήγαινε κάπου να πάρει κάποιους εκδρομείς. Τίποτα άλλο. Η μνήμη του απούσα. Αυτά ήταν όλα και όλα που ήξεραν για τον λευκό του διπλανού χωριού, προσθέτοντας ωστόσο, ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να ήταν γάλλος. Τα δε γαλλικά του άψογα παριζιάνικα. Δύο νεαροί γάλλοι από τους πρώην συλληφθέντες προθυμοποιήθηκαν να τους οδηγήσουν πίσω στο χωριό, όπου ήταν φυλακισμένοι τόσες ημέρες. οι τρεις γνωστοί μας, είπαν στον φίλο τους τον φύλαρχο ότι θα γύριζαν γρήγορα και ξεκίνησαν για το χωριό που ήξεραν πια ότι ήταν και το τέλος του ταξιδιού τους. Με συναισθήματα αγωνίας επιθυμίας και ελπίδας, βάδιζαν αμίλητοι και ούτε κατάλαβαν το πότε έφτασαν. Το νέο χωριό πανομοιότυπο των όσων είχαν μέχρι τώρα συναντήσει. οι ίδιες καλύβες, ίδια "ρυμοτομία", η ίδια "αρχιτεκτονική". Και οι ίδιοι σχεδόν άνθρωποι. Άραγε και αυτοί να έβλεπαν τους λευκούς το ίδιο; Πώς βλέπουμε μια ομάδα Κινέζων ή γιαπωνέζων πχ και μας φαίνονται ολόιδιοι; Ένα τέτοιο πράγμα πάνω κάτω. Με μόνο μία διαφορά στα μαλλιά τους. Το μισό τους κεφάλι ανδρών και γυναικών ξυρισμένο και το άλλο μισό με μαλλιά ίσια, μακριά και πεντακάθαρα, πράγμα που έκανε μεγάλη εντύπωση κυρίως στους γάλλους που όσο να ’ναι έναν συνειρμό με τους πολιτισμένους συμπατριώτες τους του περασμένου 100


Υποψίες

αιώνα... τον έκαναν. Φαίνεται ότι ετούτοι εδώ δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη τα... αρώματα. Έλα τώρα κακίες. γυμνοί, με ένα παρεό γύρω από τους βουβώνες, φανερά γυμνασμένοι. Όχι βέβαια σε γυμναστήρια αλλά από τον τρόπο της ζωής που είχαν μάθει να βιώνουν για να επιβιώνουν, με κάτι ποντίκια στα μπράτσα ψηλά που έδιναν την εντύπωση ότι θα πρέπει να ήταν πιο σκληρά και από πέτρα. Μαζεύτηκαν γύρω τους γρήγορα και τους περιεργάζονταν με έκδηλο ενδιαφέρον. Μα ο λευκός που έπεσε από το σιδερένιο πουλί, δε φαινόταν πουθενά. Άρχισαν να τους ζώνουν τα φίδια. Ώρες ήταν οι τοπικές αρχές να του είχαν αναθέσει κάποια αποστολή και να βρισκόταν "εκτός των τειχών". Ξάφνου βλέπουν έναν που έμοιασε με λευκό, αλλά που έχει κάνει πολύχρονη ηλιοθεραπεία, να τους πλησιάζει. Αναμφισβήτητα ήταν αυτός. ο άνθρωπος του βίντεο. Τους έριξε μια αδιάφορη ματιά και έκανε να φύγει. Μια φωνή που έβγαινε είτε από τον παράδεισο ενός κόσμου ξεχασμένου είτε από την κόλαση της αδιαφορίας ενός καινούριου, τον σταματάει. Και η φωνή ξαναλέει «Ζεράρ μου, Ζεράρ ...». ο άνθρωπος κοκαλώνει. Κοιτάζει προσεκτικά τη γυναίκα τη λευκή που τον φώναξε και τον βλέπουν να πετάει κατά γης τη μεγάλη καλαθούνα που κρατούσε, να πλησιάζει τη ςβανσόν και να της λέει «Θεέ μου, δεν μπορεί να είσαι η Λουίζ μου...». «Είμαι εγώ Ζεράρ μου, εγώ. Ήμουν σίγουρη πως 101


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

θα σε εύρισκα. Δόξα σοι ο Θεός. Είσαι καλά, Ζεράρ μου;» ο άνθρωπος αντί απαντήσεως με μάτια φλογισμένα και με κινήσεις σα να ήθελε να κρύψει τη γύμνια του κλαίγοντας με λυγμούς, την αγκαλιάζει λέγοντας «ποιος είπε ότι δε γίνονται ακόμη θαύματα στον πλανήτη μας; Κι αυτό εδώ τι είναι; Λουίζ μου, δε θυμόμουν τίποτα. Ίσως άμυνα του οργανισμού μου για να μην πονάω». ςτη συνέχεια γονάτισε ύψωσε τα χέρια σε στάση προσευχής και είπε «Θεέ μου, ευχαριστώ». Μια τέτοια σκηνή μας είναι πολύ οικεία. Την έχουμε κατ’ επανάληψη δει, τόσο στη μεγάλη οθόνη όσο και στη μικρή. Όμως άλλο να τη βλέπεις και άλλο να τη ζεις. Η Κλαίρη έκλαιγε βουβά και ο ςπύρος άπλωσε το μπράτσο του την αγκάλιασε τρυφερά από τους ώμους και την τράβηξε κοντά του. Αυτή κούρνιασε στη ζεστή αγκαλιά σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Και βέβαια ήταν η σειρά του νεαρού να συμφωνήσει με τη ρήση του Ζεράρ περί θαυμάτων! Τέλος καλό, όλα καλά για όλους. Κι όταν λέμε "όλους" εννοούμε όλους... Το ταξίδι της επιστροφής ήταν σύντομο συγκριτικά βέβαια με αυτό του ερχομού. Το σούπερ πούμα που ειδοποιήθηκε, προσγειώθηκε λίγο μετά το μεσημέρι παρέλαβε όχι μόνον τους τρεις δικούς μας, μα και την ομάδα των γάλλων που έτσι τελείωσε και η δική τους μικροπεριπέτεια, συγκριτικά και αυτή, με του Ζεράρ. ςε μία ώρα ήταν στη στρατιωτική 102


Υποψίες

βάση και την επόμενη μέρα, στην ίδια τη γαλλία. Ήταν η περίοδος της ανάνηψης για Ζεράρ και ςβανσόν. Έβγαιναν από έναν "κατεψυγμένο χειμώνα". Και μια ρόδινη αυγή μιας αγάπης που ανέτειλε σε έναν ουρανό δίχως σύννεφα, έναν ελληνικό ουρανό, δίχως υποψίες, για την Κλαίρη και τον ςπύρο.

103


Π

ίσω στην πατρίδα τους τώρα η ςβανσόν και ο Ζεράρ ήταν το πρώτο θέμα στην τηλεόραση. για μέρες. Κουράγιο παιδιά. Ακόμη και τα μεγαλύτερα θέματα δεν παίζουν πάνω από δέκα ημέρες στην τηλεόραση. ςιγά σιγά από πρώτο θέμα θα γίνει δεύτερο, μετά τρίτο έως ότου πέσει στα ψιλά. Η Κλαίρη και ο ςπύρος σε λίγο γύρισαν στην Ελλάδα. Έπρεπε η "Κ. για πάντα" να αναπληρώσει τον χρόνο, τον χαμένο της, με μελέτη πάνω από τα όριά της. Δεν ήταν ανάγκη να της το επιβάλει κανείς. Το ήξερε αυτό καλύτερα από τον καθένα. Μελετούσε με μεγαλύτερο κέφι τώρα. Έζησε το θαύμα της αγάπης της αγαπημένης της δασκάλας, που έδωσε και στην ίδια καινούρια δύναμη. ο ςπύρος έζησε από την πλευρά του ένα παραμύθι. Και τα παραμύθια πάντα τον ενέπνεαν. Του άρεσε να τα ζωντανεύει κάνοντάς τα μουσική. Και ο Έρικ έβλεπε όλο και περισσότερο την αγάπη να του φεύγει, να τη χάνει μέρα με τη μέρα και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για ν’ αλλάξει τη μοίρα τους. Φαινομενικά τίποτα δεν έδειχνε διαφορετικό. οι κεραίες όμως του ερωτευμένου ανθρώπου έπιαναν σήματα που οι άλλοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Έβλεπε στην Κλαίρη την αλλαγή της. Δεν ήταν πια η ίδια. Το έχανε το κορίτσι του, παππού. Μπορεί να την 104


Υποψίες

εκτίμησες ζώντας την έστω τόσο λίγο. Μπορεί και να την αγάπησες ακόμα, έστω και με τις μομφές της. Μα εγγονή σου δεν πρόκειται να γίνει κατά πώς φαίνεται. Αυτό σα να σε βολεύει, παππού. Βολεύει τα σχέδιά σου. Μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος. Όχι δεν ήταν τα μεγαλεπήβολα σχέδιά σου που έφεραν τις μεγάλες αλλαγές. Η μοίρα, όπως και τα έργα μας, κυρίως αυτά, είναι που κάνουν τη διαφορά, τίποτα δεν είναι δεδομένο και σε θέση αναμονής. Το λουλούδι το προσέχουμε για να ζήσει. Δε μεγαλώνει χωρίς πότισμα. Ακόμη και αυτά της ερήμου, με τις ριζούλες τους σκάβουν την άμμο και τη γη και φτάνουν σε μια φλέβα νερού που κείται βαθιά στη γη και ούτε που υποπτευόμαστε την ύπαρξή του. Πώς να το φανταστεί κανείς ότι από τέτοιο μεγάλο βάθος τροφοδοτείται το πανέμορφο λουλούδι της αγάπης... Η αγάπη είναι το πιο δυνατό αλλά και το πιο λεπτό συναίσθημα. Φίλε, δεν αγαπάμε, έτσι, για να πούμε ότι αγαπάμε. Δε σκεπτόμαστε μόνο τον εαυτό μας και τα δικά μας μπορώ και θέλω. Αυτό δεν το ήξερες εσύ, μουσικέ μας, με τις ευαισθησίες σου και τα λεπτά αισθήματα; Παραδείγματος χάρη δύο εβδομάδες που έλειπε το κορίτσι σου σε ένα οδοιπορικό επικίνδυνο, αγωνιώδες και αμφίβολης επιτυχίας, εσύ τι έκανες; Κούνησες καθόλου το μικρό σου δακτυλάκι; Όχι βέβαια. Είπες "ευκαιρία να πάω μέχρι τη Βιέννη να δω τι θα γίνει με τη Φιλαρμονική". Δε θα το συζητήσεις με το κορίτσι σου ναι; Δεν το κρίνεις ούτε αυτό αναγκαίο! Καλά. 105


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Αχ, βρε αγόρι μας, έπρεπε να είχες κάνει εσύ αυτή την κίνηση και να συνόδευες τις δύο γυναίκες. Μα ούτε που σου πέρασε από το μυαλό. Τώρα μην κλαις τη μοίρα σου και λες έτσι ήταν τυχερό να γίνει. Εμείς φτιάχνουμε την τύχη μας. ςτα σχέδιά μας, αυτά της αγάπης, πρέπει να έχουν την πρώτη προτεραιότητα. Όλα τα άλλα ας έπονται. Και βέβαια, αγάπη, δε σημαίνει μόνο καναπέδες, ντιβάνια και αγκαλιές. Ξέρεις τώρα... Αυτά, είναι ένα μέρος ισχυρό μεν, αλλά όχι το ύψιστο. Ελκυστικότατο μεν, αλλά το βρίσκεις και... αλλού. Ποια είναι λοιπόν η ουσία; οι λεπτομέρειες. Αυτές κτίζουν ένα γερό οικοδόμημα. Αν τις αγνόησες, ε, μη μας παραπονιέσαι που η "κατεδάφιση " άρχισε. Και ο νοών νοείτω... Ήταν βράδυ λίγο μετά τις δέκα, όταν την πήρε τηλέφωνο ο Έρικ. Περίεργο. Τέτοια ώρα εκείνος ξέρει ότι πέφτει για ύπνο τόσο νωρίς, για να σηκωθεί από τα χαράματα και να αρχίσει τη μελέτη της με κατεβασμένη τη σουρντίνα για να μην ενοχλεί κανέναν. Ανησύχησε και είχε απόλυτο δίκιο να το κάνει. ο Έρικ βαθιά συντετριμμένος της είπε ότι ο παππούς τηλεφώνησε και του είπε ότι μόλις πριν λίγο η γιαγιά του "έφυγε". Δεν ήταν άρρωστη. Εκεί που κάθονταν και συζητούσαν εκείνη έγειρε το όμορφο κεφαλάκι της στο πλάι. Και... ο στρατηγός στην αρχή νόμιζε ότι την πήρε ο ύπνος, όπως τόσο εκείνη όσο και εκείνος έκαναν συχνά. Όταν όμως είδε σε λίγο το υπέροχο μπαστούνι της να γλιστράει από τα χέρια της και να πέφτει 106


Υποψίες

κάτω με θόρυβο και εκείνη να μην κουνιέται, κατάλαβε μεμιάς ότι την έχασε την αγαπημένη του σύντροφο. Απαρηγόρητος τηλεφώνησε στον Έρικ πρώτα και στη συνέχεια στην οικογένεια του γιου του να τους πει τα θλιβερά μαντάτα. Η Κλαίρη ήταν να φύγει τη μεθεπομένη για το Παρίσι. Η πρώτη της κίνηση το πρωί ήταν να πάρει και να ακυρώσει το εισιτήριό της και αν γινόταν να το θέσει σε ισχύ μετά από ένα τουλάχιστον πενθήμερο. Η δεύτερη κίνηση ήταν να πει στον Έρικ ότι θα πάει μαζί του στη γερμανία και επομένως να βγάλει εισιτήριο και γι’ αυτήν. Εκείνος, ξέροντας πόσο πολύτιμος ήταν γι’ αυτήν ο χρόνος που θα έχανε από τη μελέτη, της ζήτησε να μην το κάνει, μα κοφτά του απάντησε «Ξέρεις, Έρικ, υπάρχουν ορισμένα πράγματα στη ζωή που δεν επιδέχονται αναβολής και γενικώς καλό θα είναι κάποιος να ιεραρχεί τις προτεραιότητες». Και βέβαια πήγαν όλοι. Την οικογένεια του Έρικ τη γνώριζε η κοπέλα, αλλά δεν υπήρχε μεταξύ τους η ίδια χημεία όπως μεταξύ αυτής και της Έλντα. Τη γηραιά κυρία η Κλαίρη την αγαπούσε σα να ήταν δική της γιαγιά και ας την είχε συναντήσει δύο με τρεις φορές στη ζωή της και για τόσες λίγες μέρες την κάθε φορά. Αντίκρισαν έναν στρατηγό διαλυμένο. Ένα γεροντάκι ανήμπορο και καθόλου αγέρωχο, που θαρρείς ότι όλα είχαν στραγγίξει και εξαερωθεί από πάνω του. Δάκρυα έτρεχαν συνεχώς από τα κατακόκκινα μάτια του χωρίς να μιλάει, όμως σε συνεχή νοερή κουβέντα, μονόλογο, με την αγαπημένη 107


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νεκρή. Έπαιρνες όρκο ότι αυτό συνέβαινε. Της φώναζε να γυρίσει πίσω, μα εκείνη ήταν πια πολύ μακριά για να ακούσει τη βουβή κραυγή του. ςερνόταν από τη μία πολυθρόνα στην άλλη και ο βουβός του θρήνος σου ράγιζε την καρδιά. Όταν έβλεπε την Κλαίρη, μια ζεστή λάμψη περνούσε αστραπιαία από τα μάτια του και μετά τα σκοτείνιαζε το πυκνό του δάκρυ. Κάποια στιγμή της είπε «να ξέρεις σε αγαπούσε πολύ». Και αυτή η μικρή φράση περιλάμβανε όλα τα συναισθήματα που και εκείνη ένιωθε για τη γιαγιά του Έρικ. «Καημένε, γερο-στρατηγέ» σκέφτηκε «δεν πρόκειται να αντέξεις και συ για πολύ ακόμη, για να μη σου πω ότι έχεις κιόλας φύγει και ακόμη δεν το έχεις καταλάβει». Όταν πέρασαν οι πρώτες συγκινήσεις ο γέροντας έφερε από το μικρό σεκρετέρ της Έλντα μια μικρή κασετίνα από φίνα οπαλίνα και την έδωσε στην Κλαίρη λέγοντάς της ότι ήταν η επιθυμία εκείνης να της τη δώσει ο ίδιος σε περίπτωση που... Την παρακάλεσε όμως να μην την ανοίξει τώρα, αλλά αφού θα είχαν όλα τελειώσει και θα γύριζε στην Ελλάδα. Έτσι πέρασαν οι τρεις από τις πιο θλιβερές μέρες στη ζωή της και γύρισε μουδιασμένη και απαρηγόρητη που οι έγνοιες της και οι υποθέσεις της δεν της επέτρεψαν να ξαναδεί ζωντανή τη γιαγιά, αν και της το είχε υποσχεθεί. Να πάρει η ευχή, οι συγκινήσεις του τελευταίου καιρού παραήταν πολλές. Έπεφταν σαν παγωμένη 108


Υποψίες

βροχή πάνω της. Άντε τώρα να συγκεντρωθείς και να διαβάσεις. Τι να γίνει όμως; Η ζωή είναι απρόβλεπτη και ο θάνατος επίσης. Η Κλαίρη γύρισε μόνη της. Δεν άφησε τον Έρικ να τη συνοδεύσει. Τον χρειαζόταν ο παππούς του περισσότερο από την ίδια. Άλλωστε και να ερχόταν δεν επρόκειτο παρά να τον δει ελάχιστα. Μόνο την επόμενη ημέρα της άφιξής της θυμήθηκε την οπάλινη κασετίνα που την είχε βάλει στη βαλίτσα της και την είχε ξεχάσει. Αφηρημένα την πήρε στα χέρια της την κράτησε και τη χάιδεψε τρυφερά. «Κάτι θέλεις να μου πεις, Έλντα μου, μ’ αυτήν την κασετίνα, δεν είν’ έτσι;», σιγομουρμούρισε. Κάθισε στην πολυθρόνα της, την άνοιξε και από μέσα έβγαλε έναν μικρό φάκελο σφραγισμένο. Με αλλόκοτα συναισθήματα λύπης, νοσταλγίας και αγάπης τον άνοιξε και διάβασε. «Κοριτσάκι μου, για να διαβάζεις το γράμμα τούτο σημαίνει ότι η φίλη σου, η Έλντα, δεν είναι πια στη γη. Μη στενοχωριέσαι, μωρό μου, έζησα πολύ, μια ζωή γεμάτη και με πολλή αγάπη. Ήταν καιρός μου να φύγω, δεν το έκανα βιαστικά. Αν για κάτι στενοχωριέμαι, είναι για τον Έρικ μου (senior). Μπορεί να λέει ότι είναι συνηθισμένος στη μοναξιά, μα δε νομίζω ότι θα εξακολουθήσει να λέει το ίδιο σε λίγο καιρό, αφού φύγω. Κανένας δεν αντέχει, Κλαίρη μου, να ζει μόνος του χωρίς κάποιον δίπλα του να τον αγαπάει, έστω και αν η οικονομική του επάρκεια είναι τέτοια που να του επιτρέπει την πολυτέλεια του να υπάρχουν 109


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δυο τρεις παρατρεχάμενοι συν μια νοσοκόμα να φροντίζει επαγγελματικά τις αρρώστιες του που αναπόφευκτα συνοδεύουν τη μεγάλη του ηλικία. Είδες τι είπα; Είπα "επαγγελματικά". Αυτό κάνουν οι παρατρεχάμενοι, εργάζονται. Το να φροντίζουν έναν γέρο, είναι και αυτό μία δουλειά, και δε λέω, τυχερός εκείνος που το μπορεί να το προσφέρει στον εαυτό του. Ευτυχώς ο γέρος μου δε θα νιώσει ποτέ τέτοιου είδους στέρηση. Κάτι είναι και αυτό. Άκουσέ με τώρα, κοριτσάκι, τι έχω να σου πω. Δεν ξέρω αν με πιστεύεις, αλλά τον λίγο καιρό που σε γνώρισα, ειλικρινά σ’ αγάπησα και σε εκτίμησα βαθιά. Είσαι ένα σπάνιο και υπέροχα ευαίσθητο κορίτσι και θα είναι πολύ τυχερός, μα την αλήθεια αυτός που θα τον κάνεις ταίρι σου παντοτινό. Κλαίρη μου, δε νομίζω ότι αυτός ο τυχερός θα είναι ο εγγονός μου, δυστυχώς γι’ αυτόν. οι σκιές, οι υποψίες, οι συγκυρίες, υπήρξαν τέτοιες που θα στοιχειώνουν τη ζωή σας παρότι υποψιάζομαι ότι η μεγαθυμία σου είναι τόσο μεγάλη που μπορείς ακόμη και να συγχωρήσεις τη φύτρα μου για όσα κακά επέφερε στην καλή σου την πατρίδα. Αν είσαι με τον εγγονό μου -μακάρι, αλλά ναι μεν το ελπίζω, αλλά δεν το πιστεύω για να σου πω την αλήθειαθα έρχονται στιγμές ακόμη και μετά από χρόνια, που τα φαντάσματα θα ρίχνουν τη σκιά τους πάνω στη σχέση σας. Είναι μερικοί άνθρωποι που ποτέ δεν ξεχνούν και εσύ, αγάπη μου, είσαι μία απ ‘ αυτούς. Όπως και να ’χει, αν τώρα σου μιλώ, το κάνω όχι σε σχέση με τον δεσμό που έχεις ή είχες με τον εγ110


Υποψίες

γονό μου. ςχήμα οξύμωρο, μα σου μιλώ σα φίλη γερμανίδα, καλή μου Ελληνίδα, που σε γνώρισε σε σύντομα ταξίδια αστραπής και σε αγάπησε για πάντα». Όση ώρα διάβαζε η Κλαίρη, είχε τη ζωηρή αίσθηση ότι κάπου εκεί δίπλα της ήταν η άυλη Έλντα, η ψυχή της, που της έλεγε τα λόγια αυτά. Την ένιωθε, ήταν εκεί και τα μάτια της δε σταματούσαν το κλάμα. Το γράμμα τούτο σαν προφητικός αποχαιρετισμός ήταν το δικό της αντίο. Και η κοπέλα με ανάμικτα συναισθήματα λύπης αποχωρισμού και αγάπης έκανε μία προσπάθεια να συνεχίσει και να τελειώσει να διαβάζει αυτά που ήθελε να της πει η αξιαγάπητη γριά φίλη. «Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις αυτό που καίγομαι τόσην ώρα να σου πω γιατί αν και σε γνώρισα λίγο, σε κατάλαβα πολύ περισσότερο από ό,τι νομίζεις και φοβάμαι τις αντιδράσεις σου. Πρέπει όμως, κοριτσάκι, να σεβαστείς την επιθυμία μου η οποία, πίστεψέ με, αν υλοποιηθεί, αν τη δεχτείς δηλαδή και αν είναι αλήθεια ότι "υπάρχουμε" και όταν "φύγουμε" από τη γη, και βρισκόμαστε κάπου στο σύμπαν σαν ψυχές, τότε η δική μου η ψυχή θα νιώσει ανείπωτη χαρά που θα τη συνοδεύει στο ταξίδι της στην αιωνιότητα. Κοίταξε τώρα, Κλαίρη μου, το φέρνω από δω το πιάνω από κει και το θέμα μου δε λέω να το αγγίξω. Λοιπόν: Κλαίρη, θα φροντίσει ο εγγονός μου (του έχω αφήσει σχετικές οδηγίες) το πιάνο μου να μεταφερθεί, με έξοδα φυσικά δικά μου, στην Αθήνα. Δε θα ήθελα άλλα χέρια πέρα από τα δικά σου τα 111


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

χρυσά να "μιλούν" με τις χορδές του. Η ομιλία αυτή θα είναι σα να μιλάμε οι δύο μας και ορκίζομαι ότι το πιστεύω αυτό ακράδαντα. ςτη θυρίδα της τράπεζας τάδε, σου αφήνω ένα μέρος των κοσμημάτων μου (το κλειδάκι θα σου το δώσει ο Έρικ) που θέλω να τα φοράς και να με θυμάσαι. Και: ςυγγνώμη, μα οι καιροί είναι δύσκολοι πάλι και λυπάμαι που οι συμπατριώτες μου πολιτικοί παίζουν και πάλι άσχημα παιχνίδια σε βάρος της πατρίδας σου και δε φαντάζεσαι πόσο λυπάμαι και ντρέπομαι γι’ αυτό. Δεν ξέρω, μωρό μου, αν θα αντέξεις να τα βγάλεις πέρα με τις σπουδές σου, και μετά, αφού τελειώσεις με αυτές, πώς θα αντέξεις τα έξοδα των ανά τον κόσμο κοντσέρτων σου; Θέλω ο κόσμος όλος να μιλάει για σένα και για να γίνει αυτό πρέπει η φίλη σου, η Έλντα, να βοηθήσει. ςτην ίδια τράπεζα, λοιπόν, θα υπάρχει κάτι σαν κληροδότημα ή σαν υποτροφία δια βίου, που θα σου χορηγείται μηνιαίως. Από τούδε και στο εξής το θέμα "χρήματα" δε θα σε ξανααπασχολήσει, ούτε θα σε ξανααποσπάσει από τον δύσκολο δρόμο που σε οδήγησε το υπέροχο ταλέντο σου, κορίτσι μου γλυκό. Έτσι, στις επιτυχίες σου θα βρίσκομαι κατά κάποιο τρόπο δίπλα σου και θα τις εισπράττω κι εγώ. Βλέπεις; Ενήργησα με υστεροβουλία. Τα πάντα είναι τακτοποιημένα αρχής γενομένης από τον πρώτο κιόλας μήνα του αιώνιου ταξιδιού μου. Δε θα αποποιηθείς το κληροδότημα γιατί απλά 112


Υποψίες

δε θα θελήσεις να σέρνομαι στενοχωρημένη στο σύμπαν. Να είσαι καλά, κοριτσάκι, και σε ευχαριστώ που πέρασες έστω και ξυστά από τη ζωή μου. Η παντοτινή σου φίλη και θαυμάστρια, Έλντα».

113


Η

Κλαίρη κοιτούσε το γράμμα που κρατούσε στα χέρια της και δεν μπορούσε να πιστέψει αν τα όσα διάβασε, τα είχε όντως διαβάσει ή μήπως κάτι διεργασίες στο μπερδεμένο της μυαλό της έπαιζαν παιχνίδια. Το παραμύθι με τον Ζεράρ και τη Λουίζ έδωσε τη σειρά του σε ένα άλλο επίσης απίθανο παραμύθι. Τα είχε χαμένα. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια απίστευτα γεγονότα τον τελευταίο καιρό στη ζωή της Και δεν μπορούσε να το διαχειριστεί μόνη της. Δεν ήθελε να ενοχλήσει τη ςβανσόν. ο Έρικ ήταν στη γερμανία. Και αν έμενε ακόμα λίγο μόνη της χωρίς να μιλήσει σε έναν δικό της άνθρωπο (δικό της μεν, εκτός της οικογένειάς της δε), δεν ήταν καθόλου σίγουρη για την πνευματική της ισορροπία. ο πρώτος άνθρωπος που της ήρθε στο μυαλό ήταν ο ςπύρος. Του τηλεφώνησε. ςε μισή ώρα εκείνος ήταν σπίτι της χαρούμενος αλλά και πολύ ανήσυχος. Η Κλαίρη δε συνήθιζε να τον καλεί στο σπίτι της, όταν ήταν μόνη της. Και αν τύχαινε να τον χρειάζεται, για τη μουσική τους πάντα, για να συζητήσουν θέματα που άπτονταν της εκτέλεσης του κοντσέρτου του σχεδόν πάντα ήταν παρών και ο Έρικ, τις συμβουλές του οποίου πολύ υπολόγιζαν τόσο η Κλαίρη όσο και ο συνθέτης.

114


Υποψίες

Αφού πρώτα την καλωσόρισε, της παραπονέθηκε γλυκά γιατί δεν τον ειδοποίησε για τον ερχομό της, να πάει να την πάρει από το αεροδρόμιο μ’ αυτό το διαβολόκρυο που έκανε τις ημέρες εκείνες. Κάθισε μαζί της να πιει ένα φλιτζάνι καυτή σοκολάτα, που εκείνη ήξερε πόσο του άρεσε, για να φύγει και η νύστα που ένιωθε έτσι ξαφνικά που τον ξύπνησε σήμερα το πρωινό της τηλεφώνημα. «Τι συμβαίνει, κοριτσάκι;» τη ρώτησε με τρυφερότητα που ήταν αδύνατο να της κρύψει, αγκαλιάζοντάς την συγχρόνως φιλικά. Δεν μπορούσε να φύγει από το μυαλό του η στιγμή εκείνης της άλλης αγκαλιάς στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Τόσο κοντινή χρονικά και τόσο μακρινή σα... ευκαιρία. Εκείνη η στιγμή τον είχε πραγματικά συγκλονίσει. Να σήμαινε άραγε κάτι και για την Κλαίρη; ‘Η ήταν κάτι που εκείνη θα μοιραζόταν με τον όποιο βρισκόταν δίπλα της εκείνο το ανεπανάληπτο λεπτό; Έρχονταν στον νου του εικόνες που τις έπλαθε με τη φαντασία του και που σαν αφετηρία τους είχαν τη σκηνή της αγκαλιάς. Τις μεγαλοποιούσε, τις εμπλούτιζε με όνειρα, τον μάγευαν και μετά, απότομα προσγειωνόταν λέγοντας στον εαυτό του ότι δεν ήταν τίποτα άλλο εκείνη η αγκαλιά από μια τρυφερότητα, μια συγκυρία όσων εκπληκτικών γεγονότων ελάμβαναν χώρα εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους. Και απελπίζονταν. Και τον έπιαναν οι μαύρες του και συνέθετε, μα ό,τι έγραφε δεν του άρεσε το εύρισκε λίγο, πολύ λίγο και το έσκιζε. ο ςπύρος ήταν ένα παιδί χαμογελαστό τόσο εμφανισιακά όσο και από χαρακτήρα. οι μαυρίλες, οι 115


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μουρτζούφλες, δεν ήταν το καλύτερό του. γι’ αυτό όταν τύχαινε να είναι σε αυτή την κατάσταση και "ξέδινε" με το να συνθέτει, έπαιρναν και οι συνθέσεις του χρώμα γκρι που το αντιπαθούσε. Είχε παρατηρήσει δε ότι από τις συνθέσεις του, εκείνες που σα θέμα τους είχαν την αγάπη βέβαια, αλλά από μια αισιόδοξη σκοπιά και οπτική γωνιά παρμένες, ήταν εκείνες που άρεσαν. Ήταν μικρός, το είπαμε, ούτε καλά καλά στα είκοσι του χρόνια. Ε, δεν του ταίριαζε το γκρι χρώμα σε καμιά από τις αποχρώσεις του. Αγαπούσε το χρυσαφί, αυτό του ήλιου με το πολύ το φως. Τα χρώματα τα ζωηρά. Κάθισε λοιπόν στο όμορφο κουζινάκι μαζί της, απολαμβάνοντας την εικόνα της, μαζί με την απολαυστική του σοκολάτα και περίμενε υπομονετικά να του πει τι ήταν αυτό που την ανάγκασε να τον ξυπνήσει πρωινιάτικα, τι ήταν αυτό που την είχε ανησυχήσει. Η Κλαίρη δεν τις συνήθιζε τέτοιου είδους προσκλήσεις. Όταν το φλιτζάνι του άδειασε και από την τελευταία απολαυστική γουλιά, εκείνη αμίλητη του έδωσε να διαβάσει το γράμμα της αγαπημένης της νεκρής. Εστιάζοντας στην αρχή την προσοχή του στο σημείο που η Έλντα με διορατικότητα της ομολογούσε ότι γνώμη της ήταν πως ο Έρικ δεν ήταν αυτός που εκείνη τον έβλεπε να γίνεται σύντροφός της Κλαίρης δια βίου. Και πώς να το κάνουμε, ήταν δυνατόν να μη χαρεί η καρδούλα του ςπύρου; Όσο όμως προχωρούσε στα όσα εκπληκτικά έγραφε η γηραιά φίλη της, παραμέρισε τις προσωπικές του ιστορίες και έβγαζε επιφωνήματα διάφορα, 116


Υποψίες

για να καταλήξει τελειώνοντας την ανάγνωση σε ένα γαλλικότατο «οh la, la... Θεέ μου, Κλαίρη, δεν είναι δυνατόν. Είναι; ςυμβαίνουν τόσα πολλά θαύματα τον τελευταίο καιρό, που χάνει ο άνθρωπος τον νου του». «Ακριβώς την ίδια σκέψη έκανα και εγώ λίγο πριν σε καλέσω να έρθεις. Πες μου τώρα είναι να μην τρελαίνομαι; Και, Θεέ μου, τι θα κάνω; Θα δεχτώ την προσφορά της Έλντα μου;» «Κορίτσι μου, το θέμα είναι πολύ σοβαρό και απαιτεί και τους ανάλογους χειρισμούς. Δεν αρκεί ένα δέχομαι ή δε δέχομαι. ςε συμβουλεύω να το συζητήσεις με τον Έρικ. Πίστεψέ με, θα μετρήσει η γνώμη του». Και τότε η Κλαίρη είπε κάτι που άφησε άναυδο τόσο τον ςπύρο όσο και την ίδια. «Δε φαντάζομαι ότι το να δεχτώ, θα είναι για μένα δεσμευτικό με τον εγγονό της Έλντα μου; γιατί εάν είναι, θ’ αποποιηθώ την προσφορά ασυζητητί». Και στην καρδιά του παλικαριού άστραψαν όλα τα φώτα των αστεριών μιας καλοκαιρινής νύχτας που έβλεπε μόνον εκείνος μέσα σ’ εκείνο το χειμωνιάτικο συννεφιασμένο πρωινό. Την επομένη η Κλαίρη πετούσε για Παρίσι. Τι πήγαινε να κάνει τούτη τη φορά; Το πιάνο δεν το είχε αγγίξει τόσες ημέρες. Έτσι, κορίτσι μου, με τόσο πλημμελή μελέτη νομίζεις ότι κερδίζονται τα φιλόδοξα βραβεία; Ευτυχώς που το κοντσέρτο σαν... ύλη το ήξερε μέχρι την τελευταία νότα του. Είχε μια φωτογραφική 117


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μνήμη απίστευτη και υπηρετούσε ένα έργο τόσο άριστα όσο και στον δεξιοτεχνικό τομέα. Το ταξίδι θα το είχε ματαιώσει, όμως πήγαινε, γιατί ήθελε να συζητήσει με τη φίλη δασκάλα αυτό το ανέλπιστο δώρο ζωής που ερχόταν από τον θάνατο. Πάντοτε αυτοί που σ’ αγαπούν και τυχαίνει να βρίσκονται εκτός του προς συζήτηση θέματος έχουν να σου δώσουν μια καλή συμβουλή. Και η κοπέλα τη συμβουλή την είχε μεγάλη ανάγκη. γυρίζοντας από το Παρίσι θα συζητούσε και με τον Έρικ που θα είχε εντωμεταξύ γυρίσει. Και ο κύκλος των συζητήσεων θα έκλεινε με τον στρατηγό. Εάν για τον οποιονδήποτε λόγο, ο γερο-στρατηγός είχε την όποια αντίρρηση για το κληροδότημα, τότε το θέμα θα έκλεινε εκεί. Δεν το είχε σκοπό να πάει κόντρα με τους ζωντανούς χάρη της επιθυμίας των πεθαμένων! Αν το έκανε, δε θα ήταν η Κλαίρη που ήξεραν όλοι, μα μια καρικατούρα συμφεροντολογική που θα τη σιχαινόταν και θα την απέφευγε και η ίδια όπως ο διάβολος το λιβάνι. Τα πράγματα στην πόλη του φωτός ήταν όνομα και πράγμα μέσα στο σπιτικό της μαντάμ ςβανσόν. Φώτα, χαρά, ζωντάνια και μια ανείπωτη ευτυχία. Ένας Ζεράρ αγνώριστος φυσικά από εκείνον τον ημιάγριο της ζούγκλας, με μια μόνη ανάμνηση από την εκεί εμφάνισή του τα μακριά ίσια μαλλιά του που ωστόσο τα διατηρεί αρκετά μακριά ακόμη για να θυμάται, όπως λέει, τον Αμαζόνιο. Και τούτο γιατί φοβάται μήπως γρήγορα τόσο το κορμί του όσο και το μυαλό του ξεχάσουν λόγω της τωρινής τους ευμάρειας τα όσα πέρασε στη ζούγκλα. Και ο 118


Υποψίες

Ζεράρ δεν ήθελε να ξεχάσει. Το μέτρο σύγκρισης ήθελε να υπάρχει για να εκτιμάει το παρόν του και να το προστατεύει. Είναι και αυτή μια άποψη. Η Λουίζ, αγνώριστη. Η ευτυχία της με τη νεκρανάσταση του αγαπημένου της είχε αφαιρέσει από την ηλικία της τουλάχιστον μία δεκαετία και ήταν χάρμα ιδέσθαι. Από τα μαθήματά της κράτησε αυτά που την ενδιέφεραν περισσότερο και τούτο για να αφήσει χώρο και χρόνο από τον εαυτό της στη διάθεση του καλού της. Το ζευγάρι αντίκριζε πλέον τη ζωή από άλλη οπτική γωνία και οι προτεραιότητές του ήταν τελείως διαφορετικές πια. Έπρεπε να γίνει αυτό, για να κερδίσουν τον χρόνο τον χαμένο τους και να τον γεμίσουν με πράγματα που είχαν γι’ αυτούς ουσιαστικό ενδιαφέρον. Προς στιγμή τους πέρασε από το μυαλό να υιοθετήσουν ένα παιδάκι, μα πολύ γρήγορα το μετάνιωσαν παραδεχόμενοι ότι ούτε και με ένα τέτοιο πλασματάκι σκόπευαν να μοιράσουν την αγάπη που ένιωθαν. Ζούσαν εγωιστικά και μόνο ο ένας για τον άλλον. Η Κλαίρη ενθουσιάστηκε με την αλλαγή, τη ζωντάνια και τη νεανικότητα της Λουίζ. Την αγαπούσε πολύ αυτή τη γυναίκα, που είχε τόσο πολύ πονέσει στη ζωή της και θαρρείς ότι και η ζωή σα να μετάνιωσε για όσα κακά της φόρτωσε, έκανε τώρα, αν είναι δυνατόν, προσπάθειες να ξεχρεώσει σβήνοντας τα τελευταία ίχνη της κιμωλίας από τον μαυροπίνακα με ένα σφουγγάρι το οποίο δωρίζει στους εκλεκτούς της από καιρό σε καιρό, όταν έχει τα κέφια της. 119


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Η δασκάλα δεν την επέπληξε για την ελλιπή μελέτη της. Το έβλεπε· τα γεγονότα ήταν ασύλληπτα και έτρεχαν με ρυθμούς τρελούς. Δεν μπορούσε κανείς να τα προσπεράσει ελαφρά τη καρδία. Η συμβουλή που της έδωσε στο γνωστό θέμα ήταν «όποια απόφαση και αν πάρεις, θα είναι η σωστή. Μωρό μου, πιστεύω στην κρίση σου». Η Κλαίρη επέστρεψε την επομένη. Δεν μπορούσε να χάσει και άλλο χρόνο από τη μελέτη της. ο Έρικ την περίμενε στο αεροδρόμιο. Θα του διέθετε το υπόλοιπο εκείνης της ημέρας μόνο. Δε γινόταν αλλιώς. Ό,τι είχαν να πουν θα το έλεγαν ακόμη και κατά τη διαδρομή. Όταν εκείνη άρχισε να του λέει για το γράμμα της γιαγιάς του, ο Έρικ τη διέκοψε. «Μην προβληματίζεσαι. Το περιεχόμενο της επιστολής που σου άφησε εκείνη θα είναι πάνω κάτω το ίδιο με αυτό που άφησε σε μένα με οδηγίες που πρέπει να ακολουθήσω. Δεν έχει καμία σχέση με τη δική μας ιστορία και την όποια της εξέλιξη. Η επιθυμία της γιαγιάς πρέπει να είναι -και είναι- σεβαστή από όλους. Όσον αφορά τη μεταφορά του πιάνου την τακτοποίησα ήδη. ςτο τέλος της εβδομάδας ελπίζω να είναι εδώ και να συναρμολογηθεί από μία ικανότατη ομάδα της εδώ αντιπροσωπείας. Κανονίστηκαν όλα. Επομένως, Κλαίρη, το μόνο που εσύ έχεις να κάνεις είναι να δεχθείς τα δώρα της γιαγιάς». «Και ο στρατηγός;» «Τι εννοείς; Λες να μη συνέταξαν μαζί τις διαθήκες τους; Μην αναρωτιέσαι λοιπόν. ο παππούς είναι ενήμερος και σύμφωνος μέχρι κεραίας με τις επι120


Υποψίες

θυμίες της γιαγιάς μου. Μόνο που ο καημένος είναι ένα ράκος. Του λείπει πολύ. Δε νομίζω να το ξεπεράσει. Βλέπεις και ο χρόνος δεν είναι με το μέρος του. Και, Κλαίρη, έχω και εγώ να σου πω ορισμένα σοβαρά πράγματα. Ας πάμε πρώτα κάπου να φάμε και η κουβέντα που θα κάνουμε, σε ενημερώνω, θα είναι σημαντική και ίσως αποφασιστικής σημασίας για τη σχέση μας. Ας φάμε λοιπόν, να πάρουμε δυνάμεις». «Κλαίρη μου, το μόνο που σου ζητώ, προτού αρχίσω, είναι αφενός την κατανόησή σου και αφετέρου να μη με διακόψεις. Όταν τελειώσω, μου λες ό,τι θέλεις, αγάπη μου. ςύμφωνοι;» «Έρικ, πολύ μυστηριώδη μου ακούγονται, όχι ακριβώς τα λόγια σου, μα ο τρόπος που τα λες... Αλλά δε με εκπλήσσεις. Έχουν πέσει τόσα μυστήρια στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό που παθαίνω στερητικό σύνδρομο έτσι και περάσουν λίγες ημέρες χωρίς να σκάσει μύτη και ένα καινούριο μυστήριο. Αλήθεια σου λέω. ςε ακούω λοιπόν και η παρέμβασή μου στην... εισαγωγή σου ήταν η μόνη. Δεν ξανανοίγω το στόμα μου ούτε από έκπληξη καν, το υπόσχομαι...». Και ο Έρικ άρχισε. «Τον καιρό που έλειπες στον Αμαζόνιο...» Και της διηγήθηκε τα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Της είπε, ότι ήταν το μόνο που δεν περίμενε, γιατί τέτοια ανέλπιστα γεγονότα δε συμβαίνουν και συχνά. ςτη συνέχεια της είπε κάτι που δε θα έπρεπε να την εκπλήξει, αν κανείς έκρινε από το δικό της κληροδότημα. 121


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«ο παππούς μού μίλησε διεξοδικά τόσο πριν από τον θάνατο της γιαγιάς όσο και μετά. Μου είπε για την τεράστια περιουσία, που με διαθήκη άφηνε τόσο στον γιο του αλλά κυρίως σε μένα και τον αδελφό μου, τον Λου, και μας τόνιζε το γεγονός ότι όλη αυτή η γαιοκτησία καθώς και τα σπίτια κτλ, απαιτούν τη συνεχή μας παρουσία στη γερμανία. Όπερ εστί μεθερμηνευόμενον, μετοίκηση από Ελλάδα στη γενέτειρα των προγόνων μας. Κοίταξε τώρα, αγάπη μου, συνωμοσία η γερμανική μου φύτρα! Με κυκλώνει από τη μια μεριά με τη Φιλαρμονική της και με την περιουσία μας από την άλλη. ςε κάτι τέτοιες στιγμές έρχομαι στη θέση των διαδόχων ενός βασιλείου που καλούνται να αποφασίσουν τι πρέπει να διαλέξουν. Τον θρόνο ή την πλούσια μεν, αλλά ουχί γαλαζοαίματη αγαπημένη τους; Ταίριαζε τώρα αυτό στην προκειμένη περίπτωση να το πω; Δεν ταίριαζε; Εγώ το καταθέτω. Ένα πράγμα δηλαδή σαν τον Εδουάρδο της Αγγλίας και τη ςίμσον και πιο πρόσφατα τον Κάρολο (της Αγγλίας πάντα) με την... πανέμορφη Καμίλα! (όνομα και πράγμα). οι θυσίες χρειάζονται κότσια, αγάπη μου. »Όπως και να έχει τον τελευταίο λόγο τον έχεις εσύ. ςου ζητάω, όχι εμμέσως αυτή τη φορά, αλλά τελείως κατ’ ευθείαν να με παντρευτείς. Θέλεις, Κλαίρη μου, να γίνεις γυναίκα μου; Και αν αρνηθείς εξαιτίας της συνωμοσίας που εξύφανε η φύτρα μου και δε θέλεις να με ακολουθήσεις σε μια χώρα που δεν την αγαπάς ιδιαίτερα, μη νοιάζεσαι. Και εγώ μαζί σου... Θα ήταν θαυμάσιο, δε λέω, να κάναμε αποδεκτές και τις δύο προτάσεις, μα όλα από σένα 122


Υποψίες

εξαρτώνται. ςκέψου το. Το μόνο που κατ’ ανάγκην πρέπει να κάνεις είναι να αποφασίσεις γρήγορα. »Η μεν Φιλαρμονική πρέπει να έχει την απάντησή μου το πολύ μέχρι μεθαύριο το μεσημέρι, ο δε παππούς λέει ότι πρέπει να ξέρει γρήγορα. ςυντάσσει και ανασυντάσσει τη διαθήκη του. Εδώ που τα λέμε, τι άλλο έχει να σκεφτεί; Πολύ φοβάμαι ότι ετοιμάζει την αναχώρησή του, απλά και μόνο γιατί δεν αντέχει να ζει χωρίς εκείνη. Η μοναξιά του, σαν... μοναξιά δεν τον ενοχλεί. Την απουσία της Έλντα του δεν υποφέρει, μακάρι και αν όλοι μας ήμασταν δίπλα του και του κάναμε παρέα. Προσωπικά δεν περίμενα ποτέ από τον στρατηγό να είναι τόσο ευαίσθητος. Ειλικρινά στο λέω. Τι υπέροχο ζευγάρι που υπήρξαν αλήθεια αυτοί οι δυο! Μακάρι κι εμείς τα εγγόνια τους να είχαμε λίγη από αυτήν τη θεϊκή εύνοια. »Η διαθήκη της Έλντα ακολουθεί τα χνάρια του παππού μου. Η περιουσία της απείρως μεγαλύτερη, κατάφερε δε να την κατευθύνει με χέρι στιβαρό προς όφελος πάντα όλων μας μέχρι και την τελευταία της στιγμή. Ακόμα και τη στιγμή της "φυγής" της γι’ αυτήν συζητούσαν με τον παππού και τις θυσίες που πιθανόν αναγκάζονταν να κάνουν τα εγγόνια της για να συνεχίσουν να τη διευθύνουν αυτά αντ' εκείνων. Η γιαγιά, όπως σου ξανά έχω ίσως πει, ήταν το μοναχοπαίδι των γονιών της και όλη η μεγάλη τους περιουσία ήρθε στα χέρια της με το που τους έχασε, σε τροχαίο. Ήταν πολύ νέοι και οι δύο. Ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της το διέθεσε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, τα οποία έθεσε υπό τη δική της διεύθυνση για να είναι σίγουρη ότι το όφελος 123


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πήγαινε κατ' ευθείαν σ’ αυτούς που το είχαν ανάγκη και το χρήμα δε θα διασπαθίζονταν από τους συνήθεις αετονύχηδες, όπως συνήθως γίνεται με τις δωρεές. για τον σκοπό αυτό απασχολούσε ανθρώπους της απόλυτης εμπιστοσύνης της και τελευταία της επιθυμία είναι να συνεχίσουμε ο Λου και εγώ το έργο της αυτό. Είναι χρέος τιμής, Κλαίρη, τον τομέα αυτόν τουλάχιστον να μην τον αγνοήσω. »Έχεις λοιπόν, κορίτσι μου, να απαντήσεις σε δύο κεφαλαιώδους σημασίας ερωτήματα. Πρώτον: Δέχεσαι να με παντρευτείς; Δεύτερον: Τι λες να γίνει με τη Φιλαρμονική και με τα περιουσιακά; Και last but not least τι θα γίνει με τη δική σου καριέρα; Αν αποφασίσουμε να ζήσουμε στη γερμανία, πρέπει να το παραδεχθούμε ρεαλιστικά θα έχει καλύτερες προοπτικές η σταδιοδρομία σου καλύτερη εξέλιξη και αποδοχή. Δυστυχώς για την Ελλάδα, όπως έχουν σήμερα τουλάχιστον τα πράγματα, εκείνο που προέχει είναι η ζωή των κατοίκων της, η διαβίωσή τους, και έπεται ο πολιτισμός. Προέχει να έχουν φαγητό τα παιδιά της και ακολουθεί η κουλτούρα τους. Δε σου κρύβω και κάτι τολμηρά σχέδια που έχω κάνει για την πατρίδα σου που είναι και δική μου. Μακάρι να ευοδωθούν. »Λοιπόν, κοριτσάκι, σου πέφτει και άλλος ένας γόρδιος δεσμός για να λύσεις σε μια περίοδο που το μόνο που θα έπρεπε να σε απασχολεί είναι η ετοιμασία σου για τον διαγωνισμό. Δε φταίω όμως εγώ, καρδούλα μου. Η ζωή και οι συγκυρίες οι διάφορες έπαιξαν τον ρόλο τους και δυστυχώς δε γίνεται να τις αγνοήσουμε. Τελειώνοντας να πω, να 124


Υποψίες

ξαναπώ, ότι σε λιγότερο από τρεις ημέρες πρέπει να απαντήσω στη Φιλαρμονική και το ερχόμενο σαββατοκύριακο να πεταχτώ μέχρι τον παππού. Με περιμένει. Έχω πολύ αγχωθεί και δε στο κρύβω. Αλλά και πάλι λέω, μακάρι να πάρουμε τόσο εσύ όσο και εγώ τις σωστές αποφάσεις». Όσο ο Έρικ μιλούσε η Κλαίρη ήθελε να του πει "Έρικ μην κουράζεσαι και μην αγχώνεσαι, την απάντησή μου σου τη δίνω τώρα". Και όντως αυτό έκανε. «Λυπάμαι, Έρικ. Δε δέχομαι να σε παντρευτώ ούτε διανοούμαι να ζήσω εκτός Ελλάδος. Αν όλα τα Ελληνόπουλα σαν και μένα σκέπτονταν με γνώμονα το συμφέρον τους και έφευγαν για άλλη γη κι άλλα μέρη, όπου και θα τους υποδέχονταν με κόκκινα χαλιά, τότε η Ελλάδα θα έμενε γυμνή από τα άξια παιδιά της μόνη και κακομοίρα με τη μιζέρια και τη φτώχεια υλική και πνευματική να βασιλεύει πάνω της. Αν το είχες θέσει το θέμα αλλιώς, δηλαδή να έχουμε ορμητήριο την Αθήνα και λόγω της καριέρας μας να έχουμε όχι μία, αλλά πολλές περιφερειακές έδρες, θα το σκεφτόμουνα. Έτσι όμως, όχι. »Και επειδή πρέπει να δώσω απαντήσεις, σε παραπέμπω στα λόγια που η γιαγιά σου εν τη σοφία της μου έγραψε "οι αποφάσεις σας θα στοιχειώνουν τη ζωή σας και θα τη δηλητηριάζουν, αν σας οδηγήσουν να ζήσετε μαζί". Αυτή είναι η απάντησή μου και σου τη δίνω τώρα. Έρικ μου, δεν έχω να σκεφτώ περισσότερο. Θα σε έχω πάντα στην καρδιά μου, μα δε θυσιάζω την πατρίδα μου χάρη της περιουσίας των δικών σου. ούτε είμαι οπαδός της 125


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ρήσης home is where your heart is. Αν τελικά κρατήσω τη δωρεά της γιαγιάς σου, θα έχω λύσει πολλά μου προβλήματα, οπότε μην ανησυχείς για μένα. »Καλέ μου, σε αποδεσμεύω από τη σχέση μας, που ναι μεν ήταν υπέροχη, αλλά θα ήταν μία τροχοπέδη τόσο στα δικά σου σχέδια όσο και στα δικά μου πιστεύω αν τη συνεχίζαμε. Ήσουνα η πρώτη μου αγάπη. Θα σε αγαπώ πάντα και αν χρειαστώ βοήθεια σε σένα θα καταφύγω ξέροντας ότι δε θα μου την αρνηθείς και απλόχερα θα μου τη δώσεις». Δες τώρα πώς αντιμετωπίζεται η ζωή από τον άνθρωπο. Άλλος ξενιτεύεται να βρει μια υποφερτή ζωή, διαλύει δεσμούς και σοβαρές σχέσεις εξαιτίας μιας μιζέριας από την έλλειψη χρημάτων και εδώ έχουμε ένα τελείως διαφορετικό τοπίο. Διαλύεται μια αγάπη μεγάλη, ναι μεν λόγω ξενιτεμού που του προσφέρεται όμως με στρωμένα κόκκινα χαλιά σπαρμένα με άλικα ρόδα και με προβλήματα λυμένα δια βίου. Κοντολογίς άλλοι χωρίζουν λόγω μιζέριας και άλλοι από υπερεπάρκεια αγαθών. Άντε και βγάλε άκρη με τον ανθρώπινη νοοτροπία.

126


Μ

ετά τη θλιβερή αυτή κατάληξη του δεσμού της, η Κλαίρη υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι τουλάχιστον για όσο χρόνο της έμενε μέχρι τον διαγωνισμό θα τον περνούσε σαν... καλόγρια. Αντρικό στοιχείο ούτε καν σαν σκέψη. Εάν βέβαια ήθελε να κάνει μια ευπρεπή παρουσία και να μη "θάψει" και το έργο του ςπύρου, στο οποίο εκείνος είχε επενδύσει πολλά και ας μην το ομολογούσε. Έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη. ούτε να φάει θυμόταν ούτε να κοιμηθεί μπορούσε. Ναι μεν ζούσε αλλά σε μία άλλη διάσταση, σε ένα άλλο σύμπαν. Μία φορά την εβδομάδα ερχόταν ο ςπύρος σπίτι της να ακούσει μέρη του σόλο της, να της πει εάν ακολουθούσε σωστά τη γραμμή της έμπνευσής του, αν είχε να κάνει υποδείξεις και άλλες λεπτομέρειες τεχνικές. Τον άκουγε πάντα με εξαιρετικό ενδιαφέρον αλλά... τη γραμμή της ερμηνείας της δεν την άλλαζε. Η Κλαίρη ήθελε να βάζει τη δική της σφραγίδα σε ό,τι έπαιζε και δεν υποχωρούσε όχι από εγωισμό, αλλά γιατί έτσι ένιωθε ότι υπηρετούσε καλύτερα ένα έργο. Τα ταξίδια της στο Παρίσι περιορίστηκαν στο ένα ανά δίμηνο. ςε λίγο θα σταματούσαν κι αυτά γιατί ο χρόνος που απέμενε θα ήταν αφιερωμένος στο ερμηνευτικό μέρος. Ό,τι ήταν να μάθει το έμαθε. Είχε εμπεδώσει όσα εισέπραξε από τη δασκάλα και 127


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τον συνθέτη. Και ο καιρός περνούσε. ο Μάης, ο μήνας της μεγάλης στιγμής, πλησίαζε. Το κοντσέρτο πλέον παιζόταν στο υπέροχο πιάνο της Έλντα και αυτό βοηθούσε, γιατί συνήθιζε η Κλαίρη σε ένα όργανο που έμοιαζε κατά πολύ με αυτό του διαγωνισμού. Εκείνο που απέμενε πια ήταν οι ελάχιστες δοκιμές που είχε να κάνει με τη ςυμφωνική ορχήστρα για να δέσει μαζί της. Δοκιμές εξοντωτικές γιατί ας μην ξεχνάμε ότι και το έργο ήταν παντελώς άγνωστο και στους μουσικούς, επομένως ο μόχθος πολύς. Ευτυχώς ήταν τόσο ωραίο, τόσο δροσερό και νεανικό, που οι μουσικοί το αγκάλιασαν με ενθουσιασμό. Και η μεγάλη στιγμή ήρθε. Η ςβανσόν έδινε κουράγιο τόσο στον συνθέτη όσο και στο κορίτσι της στο οποίο ναι μεν είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, αλλά ως γνωστόν σε κάτι τέτοιες στιγμές χάνουν όλοι την ψυχραιμία τους με το απίστευτο τρακ που κατακυριεύει τους πάντες. ο δε ςπύρος έπαιζε υψηλής κλάσης ηθοποιία, με το να δείχνει cool και βέβαιος για το αποτέλεσμα ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση της ερμηνεύτριας αγαπημένης του. ςτην πραγματικότητα δεν του άρεσε τίποτα, θα ήθελε να μπορούσε να τα αλλάξει όλα, μα και κάτι άλλο. Είχε την αίσθηση ότι όλος ο κόσμος με το που θα άκουγε το έργο του θα γινόταν κοινωνός των αισθημάτων που ένιωθε για την κοκκινομάλλα πιανίστα και θα έστεκε εκεί γυμνός και εκτεθειμένος στα μάτια και τα αφτιά του αδηφάγου "τέρατος με τα 128


Υποψίες

χίλια μάτια" που άπλωνε τα πλοκάμια του όχι μόνο μέσα στην τεράστια αίθουσα του Μεγάρου της Μουσικής, αλλά και στα σπίτια εκατομμυρίων θεατών σε όλο τον κόσμο που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση τα δρώμενα. Μιαν ερωτική εξομολόγηση που έβγαινε από την ψυχή, από την καρδιά του, που την έπαιρνε το πιάνο την άφηνε στα βιολιά τις βιόλες και τα βιολοντσέλα, με τη σειρά τους τα έγχορδα την έδιναν στα πνευστά και στα κρουστά και μετά όλα μαζί συντρόφευαν το πιάνο ξανά και ξανά για να έρθει η στιγμή που το πιάνο μόνο του, πλήρως εκτεθειμένο, να μεταφράζει με απαράμιλλη δεξιοτεχνία το σ’ αγαπώ του συνθέτη σε όλους τους τόνους... για να φανταστούμε τη στιγμή... ο ερωτευμένος συνθέτης. Η μουσική ερωτική του εξομολόγηση, που έπαιρνε σάρκα και οστά από τα χέρια της ίδιας του της αγάπης που την απέδιδε με ένα ανεπανάληπτο μαγευτικό τρόπο. ο κόσμος να κρατάει την ανάσα του. Κάποιες φήμες είχαν ήδη διαρρεύσει για τα αισθήματα του συνθέτη για την ερμηνεύτριά του και βέβαια κάτι τέτοια, έπαιζαν τον σπουδαίο ρόλο τους στην όλη ιστορία που διαδραματίζονταν εκεί πάνω μπροστά στα μάτια τους. ςτη γωνιά ενός θεωρείου καθόταν ο Έρικ. Πώς ήταν δυνατόν να λείπει; Δε θέλησε να κάνει αισθητή την παρουσία του. Θα το έκανε στο τέλος. Η Κλαίρη δε θα ήταν ποτέ ξένη γι’ αυτόν. Η μοίρα δε θέλησε να τους ενώσει για πάντα, δε θα μπορέσουν όμως να διαγράψουν την υπέροχη ιστορία που έζησαν 129


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μαζί. Με το τέλος του κοντσέρτου έγινε ο χαμός. Αμέτρητα τα μπιζ, οπότε εκ των πραγμάτων έπρεπε κάτι ακόμη να παίξει. Και αυτό ήταν η απασιονάτα του Μπετόβεν, που όπως είπε την αφιέρωνε ακόμη μια φορά σε κάποιον που αγαπούσε πολύ. Η δασκάλα έκλαιγε και ο Ζεράρ τη χάιδευε προσπαθώντας να τη συνεφέρει. Η Λουίζ ήταν πλέον σίγουρη, το βραβείο θα ήταν στα χρυσά χεράκια της μικρής της αγάπης σε λίγο. Τέτοιο πράγμα στα χρόνια της πιανιστικής της καριέρας και της διδασκαλικής της στη συνέχεια, δεν είχε ξανακούσει. Με το τέλος και αυτού του μέρους να γίνεται χαμός να σείεται το Μέγαρο. ο ςπύρος να βλέπει τις υποκλίσεις της Κλαίρης και να μην μπορεί να πιστέψει πώς τόλμησε αυτός ο ελάχιστος να ζητήσει να του κάνει την τιμή να παίξει το έργο του αυτή η μικρή κοκκινομάλλα θεά! Αυτή δεν ήταν τύχη αλλά το χέρι του ίδιου του Θεού... ςε μία στιγμή τελείως απρόσμενα ο υπεύθυνος Καλλιτεχνικός Διευθυντής της διοργάνωσης καλεί από το μικρόφωνο να ανέβει στη σκηνή και ο συνθέτης του κοντσέρτου. ο οποίος ήταν ήδη γνωστός στο φιλοθεάμον κοινό από το βραβείο του την περασμένη χρονιά. Και ο κόσμος φοβήθηκε ότι η αίθουσα δε θα μπορούσε να αντέξει στον εκκωφαντικό ήχο των επιδοκιμασιών και των μπράβο. Ένας ανεπανάληπτος θρίαμβος. οι δύο τους πιασμένοι από το χέρι υπο130


Υποψίες

κλίνονταν στο κοινό ξανά και ξανά, χαμογελαστοί και φανερά τρισευτυχισμένοι. Η ςβανσόν χειροκροτούσε κλαίγοντας αυτά τα δύο υπέροχα πλάσματα που τα αγαπούσε σα να ήταν παιδιά της και ο Ζεράρ έσκυψε και της είπε στο αφτί δυνατά για να μπορέσει εκείνη να τον ακούσει μέσα σε εκείνο το πανδαιμόνιο «Να τα παιδιά μας, Λουίζ μου». Και βέβαια όπως και ήταν αναμενόμενο, το βραβείο πιάνου της χρονιάς το πήρε η Κλαίρη. Χωρίς να υπάρξει ένσταση ή διαφωνία της κριτικής επιτροπής, όπως πλειστάκις συμβαίνει. Η ομοφωνία πλήρης. Αυτή ήταν και η αυγή της λαμπρής καριέρας της κοπέλας. Είχε μόλις ανατείλει το άστρο της. Τα επινίκια είπαν να τα γιορτάσουν στης ςβανσόν. Λίγο πριν εγκαταλείψουν το Μέγαρο εμφανίστηκε μπροστά τους ο Έρικ με μια αγκαλιά άλικα τριαντάφυλλα. Φίλησε την Κλαίρη λέγοντάς της «Μπράβο, μικρή. Ήσουν αξεπέραστη». γυρνώντας δε προς τον ςπύρο του είπε «τα συγχαρητήρια μου για το έργο σου. Ήταν ακριβώς όπως το περίμενα. Υπέροχο». Πλησίασε προς τη δασκάλα που τη γνώριζε μεν με όσα πολλά του είχε πει η Κλαίρη για την αγαπημένη της δασκάλα, αλλά που δεν την είχε δει ποτέ από κοντά. «Κυρία μου, τα συγχαρητήριά μου για την επιτυχία της μικρής που είναι σαφέστατα και δική σας» και της φίλησε με αβρότητα το χέρι μαγεύοντάς την με τα υπέροχα μάτια του που ήξερε να εστιάζουν κατ’ ευθείαν την ψυχή του συνομιλητή του. 131


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Δίκιο έχει το μωρό μου. Πώς να αντισταθείς σε έναν τέτοιο άντρα, Θεέ μου;» σκέφτηκε, ενώ τον καλούσε να έρθει στο σπίτι της να γιορτάσουν το βραβείο που όλοι τους το θεωρούσαν δικό τους. Μόλις μπόρεσε δε να ξεμοναχιάσει την Κλαίρη της είπε «Είμαι ερωτευμένη με τον υπέροχό σου Έρικ, Κλαίρη μου». για να πάρει μιαν απάντηση που ούτε περίμενε, μα ούτε και πολυκατάλαβε τι σήμαινε. «Λουίζ μου, όλος δικός σου. ο Έρικ δεν είναι μου, εδώ και πολύ καιρό. Χωρίσαμε». «Άκουσε, μωρό μου. Είμαι σε μία ηλικία που δεν αντέχει πια τις μεγάλες κεραμίδες. Λυπήσου με τη γυναίκα και πες μου πως δεν άκουσα καλά ή ότι ζήλεψες που σου είπα πως τον ερωτεύτηκα. Ψέματα σου είπα, βρε κουτό. Λοιπόν, Κλαίρη μου;» «Λουίζ μου, δεν αστειεύομαι. ο Έρικ και εγώ δεν είμαστε πια μαζί. Είσαι η πρώτη που το μαθαίνει. Είναι οριστικό». «Δεν το χωρά ο νους μου. Ας είναι. Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις. Εγώ όπως πάντα εγκρίνω όλες τις ενέργειές σου. Πιστεύω στην κρίση σου». «γι’ αυτό και εγώ σ’ αγαπώ, Λουίζ μου. Πάμε τώρα να τσιμπήσουμε κάτι από αυτά τα υπέροχα φαγητά που ετοιμάσατε με τον Ζεράρ, όπως μου είπες. Ξέρεις, το στομάχι μου ξαναθυμήθηκε ότι υπάρχει και αδημονεί να το γεμίσω ασφυκτικά». Η ατμόσφαιρα στο διαμέρισμα της ςβανσόν ήταν ζεστή και η σαμπάνια με την πικάντικη γεύση που ιρίδιζε στα κρυστάλλινα ποτήρια δυνάμωνε τη ζε132


Υποψίες

στασιά της ψυχής τους. Περνούσαν υπέροχα. για μια στιγμή Έρικ πλησίασε την Κλαίρη. «Αγάπη μου, πήγαινε σε κάποια ήσυχη γωνιά να μιλήσεις με έναν θαυμαστή σου που αδημονεί να σου μιλήσει». Και την έσπρωξε τρυφερά στο μεγάλο χολ του σπιτιού δίνοντάς της το τηλέφωνό του. Ήταν βέβαια ο στρατηγός. «Δεσποινίς μου, σε είδα και σε άκουσα απόψε και οφείλω να ομολογήσω ότι και μόνο για τη συναυλία που μου πρόσφερε η τηλεόραση την ευχαριστώ και δικαιολογώ την ύπαρξή της στο σπίτι μου. Ήσουν τέλεια και -να δεις πώς θα το έλεγε η Έλντα μου- ήσουν άξια της υπερηφάνειας που ένιωθε για τη μικρή της φίλη. Και βέβαια σε ευχαριστώ για το μπιζ που μου αφιέρωσες». Την Κλαίρη την έπιασαν τα κλάματα. Μπόρεσε πάντως να του πει «Ευχαριστώ, χερ ςμιτ. Τώρα που έχω χρόνο θα έρθω να μου δώσετε τα συγχαρητήριά σας εκ του σύνεγγυς. Φυσικά και δε σας ξέχασα. Ελπίζω να καταλαβαίνετε πόσο φορτωμένη ήμουνα. ςας έρχομαι το ερχόμενο σαββατοκύριακο και ετοιμαστείτε για το τάβλι. Παρακαλώ προπονηθείτε λίγο. Δε μου αρέσει να παίζω με ερασιτέχνες. Ανυπομονώ να σας δω». Έκλεισε το τηλέφωνο και η ζεστασιά στην καρδιά της βιάστηκε να κτυπήσει κόκκινο. Τα μίντια και οι μουσικοί κύκλοι δε σταμάτησαν να της ζητούν συνεντεύξεις και να τη συγχαίρουν. Είναι τα ευχάριστα επακόλουθα μιας μεγάλης επιτυχίας. οι προτάσεις για ηχογραφήσεις και κοντσέρτα 133


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

άρχισαν να πέφτουν βροχή και η Κλαίρη που στον τομέα του management δεν ήταν και τόσο καλή, ανέθεσε στη Λουίζ τον τομέα αυτό. ςτο εξής Ζεράρ και Λουίζ θα αποτελούσαν το αχώριστο δίδυμο team του management της ανερχόμενης σολίστ. Το άστρο της καταύγαζε τον ουρανό της μουσικής και η αγάπη που ένιωθε γύρω της την έκανε να ξεχνάει τη μοναξιά της καρδιάς της η οποία άρχισε να της ζητά αυτό το κάτι πάρα πάνω. Αυτό που έχει ανάγκη κάθε κοπέλα κοντά στα 18 της χρόνια. Τον έρωτα. Τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα από πλευράς Ελληνικού Κράτους συνεχίζονταν. Από τον Πρωθυπουργό, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, από τους αρμόδιους και αναρμόδιους, από μουσικούς και τους "άμουσους" κοσμικούς κύκλους. Φυσικά, τόσο ο ςπύρος όσο και η Κλαίρη έγιναν δεκτοί στο Προεδρικό Μέγαρο για τα συχαρίκια. Η ανάταση του Έθνους τις περισσότερες φορές από τον τομέα της Τέχνης και τον αθλητισμό έρχεται. Είδαμε κάτι παρόμοιο να προέρχεται από άλλο τομέα; Μέσα από τα ακύμαντα και βαλτωμένα νερά μιας κατά τα άλλα όμορφης λίμνης ξεπετάγεται ένα νούφαρο σα ζωγραφιά και της δίνει ζωή εκεί που τη νόμιζες νεκρή και βαλτωμένη. Η Ελλάδα μας!.... γιορτές, χαρούμενη ατμόσφαιρα, όλα αυτά τα ζούσε το όμορφο κορίτσι με όλο της το είναι. Το λύκειό της, οργάνωσε μία γιορτή για να την τιμήσει, βιντεοσκοπήθηκε και μεταδόθηκε από όλα τα κανάλια, κάνοντας τους Έλληνες να υπερηφανεύονται για τα παιδιά τους και μαζί με αυτά να ονειρεύονται 134


Υποψίες

ένα καλύτερο αύριο, το οποίο πού θα πάει; θα έρθει, δεν μπορεί να μας αγνοεί για πολύ ακόμη. Μέσω αυτών των δύο παιδιών η Ελλάδα ακούστηκε και θαυμάστηκε όχι μόνον εντός της μα σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Όσον αφορά δε το λύκειο, η Κλαίρη έθεσε το σχολείο της σαν πρώτη της προτεραιότητα για τους αμέσως επόμενους μήνες. ο χρόνος μέχρι τις εξετάσεις του ιουλίου πολύ λίγος γι’ αυτήν, ούτε μια ανάγνωση δεν προλάβαινε να τα κάνει τα μαθήματα όλα. Είχε επίγνωση των αδυναμιών της και γι’ αυτό πρότεινε στους καθηγητές και τον Λυκειάρχη να κάνει το εξής: για τον ιούλιο να δώσει όσα μαθήματα άντεχε και τα βασικά να τα άφηνε για τον ςεπτέμβριο με τη βοήθεια και κάποιου καλού φροντιστή. Δε θα της έκαναν χάρη, η πρότασή της ήταν στα νόμιμα πλαίσια. Έτσι έπαψε να αγχώνεται και γι’ αυτό το σοβαρό θέμα.

135


Τ

ο ςάββατο πετούσε για γερμανία και πονούσε η ψυχή της που δε θα ήταν εκεί η Έλντα της να την υποδεχτεί. Άραγε η αρχόντισσα εκείνη, είχε καταλάβει πόσο την αγάπησε η μικρή καλλιτέχνις; Πόσο θα ήθελε να ήξερε περισσότερα πράγματα για εκείνη, για τη ζωή της σε βάθος, όπως ήξερε για τη δική της γιαγιά.... ο στρατηγός δε θύμιζε σε τίποτα τον άκαμπτο και αγέρωχο στρατιωτικό που είχε πρωτογνωρίσει. Έβλεπε τώρα έναν πονεμένο γέροντα με πολύ χιούμορ όμως, με ευαισθησίες και με μία διορατικότητα που την άφησε κατάπληκτη, όταν της είπε «Ξέρω ότι θα ήθελες να είχες γνωρίσει την Έλντα καλύτερα, αφού τη θεωρούσες φίλη σου (δεν είπε "γιαγιά σου"). Θα σου κάνω λοιπόν ένα, κατά τη γνώμη μου, μεγάλο δώρο. Θα σου εμπιστευτώ ένα δικό της βιβλίο που το έγραψε πριν λίγα χρόνια και αφορά τη ζωή της. Είναι, μπορώ να πω, αυτοβιογραφικό, θα σου αρέσει. Η Έλντα έγραφε τόσο παραστατικά· οι εικόνες θαρρείς και ζωντανεύουν και ο αναγνώστης τις ξαναζεί μαζί της. Χρονικά καλύπτει όλη της τη ζωή σχεδόν χωρίς φιοριτούρες ή μυθιστορηματικές ελευθερίες έκφρασης. Έχει ενδιαφέρον. Μόνο θα σε παρακαλέσω να βγάλεις τρία αντίτυπα. Το ένα θα είναι δικό σου και τα άλλα δύο να τα δώσεις, σε παρακαλώ, στους δύο εγγονούς μου 136


Υποψίες

όταν τους δεις». Όπως ήταν επόμενο, τούτη η τελευταία του φράση την προβλημάτισε. Τι σήμαινε αυτό το "όταν τους δει". Αν ήταν βέβαιος ότι ο εγγονός του ήταν ακόμη ζευγάρι μαζί της, θα χρησιμοποιούσε τον χρονικό αυτό σύνδεσμο; Αν δεν έβλεπε εκείνον, τότε ποιον; Δεν ήξερε πώς να φερθεί. Να του είχε μιλήσει ο Έρικ για τη διάλυση του δεσμού τους; Η μήπως δεν ήθελε να τον στενοχωρήσει ξέροντας τη συμπάθεια που ο παππούς είχε στο πρόσωπό της; Δεν είπε τίποτα. Είχε δύο ημέρες μπροστά της να σκεφτεί πώς θα χειρίζονταν το θέμα. Εκείνος από τη μεριά του, άνθρωπος με τακτ, δε θα τη ρωτούσε ποτέ για να μην τη φέρει σε θέση δύσκολη. «ςτρατηγέ μου, έχω και εγώ να σας δείξω κάτι που μου έδωσε η Έλντα μου. Θα θυμάστε βέβαια την κασετίνα. Εσείς ο ίδιος μου τη δώσατε. Είχε μέσα ένα γράμμα και σας παρακαλώ θέλω τη γνώμη σας επ’ αυτού. ρώτησα και τον Έρικ ο οποίος δεν εξεπλάγη με το περιεχόμενό του. οπόταν περιμένω και τη δική σας γνώμη, η οποία θα είναι αποφασιστικής σημασίας. γιατί, εννοείται, δε θα μπορούσα να κάνω αποδεκτή τη γενναιόδωρη προσφορά της, όσο και αν σέβομαι τη μνήμη της και την τελευταία της επιθυμία χωρίς τη δική σας έγκριση». Και του έδωσε το γράμμα. «Καλό μου παιδί, κράτησε το γράμμα σου και κάνε αυτά που σου λέει η Έλντα. Μου είχε μιλήσει για το τι θα σου έγραφε και συμφώνησα μαζί της πλήρως. Έλα τώρα να σε παίξω μια παρτίδα τάβλι, 137


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γιατί, να ξέρεις το φέρω βαρέως που έχασα έτσι άδοξα την τελευταία φορά. Πρόκειται, κατά τη δική σου ρήση, να σε... διαλύσω και προετοιμάσου γι’ αυτό». Και πράγματι τη διέλυσε. Η Κλαίρη ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Το μυαλό της σκεπτόταν τη φράση "όταν τους δεις" και δε θεωρούσε τίμιο να μην ενημερώσει τον γέροντα για το τι συνέβη ακριβώς. Και αν ο γέροντας επένδυε επάνω της και συναινούσε νομίζοντας ότι θα γίνει εγγονή του; Εάν δηλαδή δεν ήξερε τίποτα για τον χωρισμό; Όσο το σκεπτόταν όμως, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι είτε υποψιάζονταν τα όσα έγιναν με τον εγγονό του είτε γνώριζε τα πάντα. Το να έχει τελεία άγνοια, της φάνταζε χλωμό. «Θα του μιλήσω αύριο» σκεπτόταν «σήμερα μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Ες αύριον τα σπουδαία. Καληνύχτα, Έλντα. Καληνύχτα παππού...» Όμως, δεν μπορούσε να την πάρει απόψε ο ύπνος. Είχε την αίσθηση ότι δίπλα της ήταν εκείνη και ήθελε να της μιλήσει, έτσι που βρισκόταν στον δικό της τον χώρο. Πήρε το βιβλίο της στα χέρια. Μετά, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη, το ακούμπησε στο στήθος της επάνω και το χάιδεψε τρυφερά. «ςτο εξής έτσι θα με συντροφεύεις, Έλντα. Δε φαντάζομαι να σου περνά από το μυαλό ότι θα σε διαβάσω έτσι, μια και έξω, και μετά θα σε ξεχάσω αφημένη σε κάποιο ράφι μιας από τις πολλές μου βιβλιοθήκες. Δίπλα μου θα είσαι στο κομοδίνο μου 138


Υποψίες

και λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, θα με συντροφεύουν οι ιστορίες σου, αυτές της ζωής σου. Θα τις διαβάζω ξανά και ξανά και θα είναι σα να τις έζησα κι εγώ μαζί σου. Θα σε μάθω τόσο απίστευτα πολύ. Ήδη σε ξέρω. Είναι απίστευτο. Μπορεί να ζει κάποιος δίπλα σου μια ζωή και όμως να μην τον ξέρεις και κάποιον άλλο να τον έζησες τόσο λίγο, όσο εγώ εσένα και όμως να σημάδεψες τη ζωή μου. Ξέρεις, όταν με πιάνουν αυτές οι σκέψεις, βγάζω ένα αλλόκοτο συμπέρασμα: Εάν είναι αλήθεια ότι ζούμε και ξαναζούμε πολλές ζωές, τότε, καλή μου, σε κάποια απ’ αυτές σε είχα ξαναβρεί. Και η σκέψη αυτή με γεμίζει με μια ζεστασιά. Διώχνει τις απαισιόδοξες μεταφυσικές μου ανησυχίες περί μηδενισμού και άλλες τέτοιες αντιχριστιανικές δοξασίες και γαληνεύω. Και μόνο αυτό που έκανε ο καλός σου και μου εμπιστεύτηκε το βιβλίο σου τον αγαπώ και ας είναι... γερμανός! Πώς τα καταφέρατε έτσι οι δυο σας και γίνατε οι καλύτεροί μου φίλοι! »ςτη ζωή μου δεν έτυχε να έχω φίλους κολλητούς, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί δεν είχα ποτέ χρόνο να τους αφιερώσω. Και πώς να το κάνουμε όλες οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν τις απαιτήσεις τους. Εσύ και ο άντρας σου όμως γίνατε κολλητοί μου. γιατί; Και το σπουδαιότερο, τα αισθήματα ήταν και είναι αμοιβαία. Μπορείς να μου δώσεις μιαν εξήγηση; Λίγο ακόμη και να συγγενεύαμε. Όμως και πάλι, ποια συγγένεια είναι μεγαλύτερη απ’ αυτήν της φιλίας; »Ήσουν ωραίος άνθρωπος, Έλντα μου, κι ο άντρας σου το ίδιο. Με συμφιλιώσατε με ό,τι πιο μισητό 139


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

υπήρχε για μένα στο ανθρώπινο είδος. Αν σαν εσάς τους δύο υπήρχαν αρκετοί συμπατριώτες σας να σας μοιάζουν, σίγουρα θα... μπολιάζατε και τους υπόλοιπους και δε θα έστελναν στον δικό μου λαό, μα και σε άλλους, πληγές περισσότερες απ’ τις επτά των φαραώ της αρχαίας Αιγύπτου να μας βασανίζουν. »Εκεί που βρίσκεσαι, Έλντα μου, κάνε μια προσπάθεια να ζητήσεις να γίνεις δεκτή από τον Θεό σε ακρόαση, να του πεις, εάν μεν δε θέλει να κάνει κάτι άλλο θεαματικό, να κάνει τουλάχιστον τούτο: Να κάνει να υπάρξουν ανθρώπινες υπάρξεις σαν εσάς τους δύο μεταξύ των ισχυρών, που κινούν τα νήματα της τύχης μας με ορμητήριο τη χώρα σας, για να υπάρξει κατανόηση και δικαιοσύνη και να πάρει μιαν ανάσα η ανθρωπότητα. Τι στην ευχή. Το καλούπι σας δε θα πρέπει να το έχει πετάξει ο Ύψιστος, για να κάθεται τώρα να πονοκεφαλιάζει με το να φτιάχνει καινούριο... »ςου ζητώ πολλά ε; Καλά. Απλά σκέψου το... Και όπως είπαμε. Από απόψε αρχίζουμε νοερή συντροφιά. Έλντα μου, καληνύχτα». Πρωί. «Τι ώρα είναι η πτήση σου, Κλαίρη;» «ςτις πέντε το απόγευμα, στρατηγέ μου. Πριν φύγω θα ήθελα να σας κάνω μια πρόταση και σας ζητώ να τη σκεφτείτε σοβαρά. Μου είπατε ότι την πατρίδα μου την αγαπήσατε πολύ, αλλά λόγω της γερμανικής Κατοχής και των όσων δεινών τράβηξε εξαιτίας των κατοχικών στρατευμάτων σας, εσείς 140


Υποψίες

από ντροπή δε θελήσατε να την ξαναεπισκεφτείτε ποτέ. Έτσι δε μου είπατε, στρατηγέ μου; Εγώ σαν εκπρόσωπος της νεότερης Ελλάδας σας προσκαλώ να έρθετε να την επισκεφτείτε τώρα. Θα είμαι εγώ η ξεναγός σας. »Μπορείτε να μείνετε στο σπίτι μου, είναι αρκετά ευρύχωρο. Μόνο που η πρόσκληση ισχύει για το τελευταίο δεκαήμερο του Μάη, γιατί μετά, με περιμένει διάβασμα τρελό για το σχολείο αφενός, αλλά και οι επόμενοι μήνες, όπως θα θυμάστε είναι πολύ θερμοί για να τους αντέξει ένας άνθρωπος, συνηθισμένος σε δροσερότερα κλίματα, πχ όπως εσείς. Πρόβλημα ιδιαίτερο με την υγεία σας, δόξα σοι ο Θεός, δεν έχετε πέραν της δικαιολογημένης μελαγχολίας σας για την απρόσμενη απώλεια της γυναίκας σας. Αν έρθετε, σας υπόσχομαι να σας ξεναγήσω προσωπικά όπου θελήσετε. ςτην Πλάκα, στον Παρθενώνα και να θυμηθείτε γωνιές που αγαπήσατε. »Όπως βλέπετε, λέω "να ξεναγήσω" και όχι "ξεναγήσουμε"... Με τον Έρικ, χερ ςμιτ, δεν είμαστε πια ζευγάρι. Παραμένουμε φίλοι, τον αγαπάω και ποτέ μου δε θα πάψω να το κάνω αυτό. Δυστυχώς, η ζωή θέλησε αλλιώς. Τα σχέδιά μας τα επαγγελματικά καθώς και η δική μου υπερβολική ίσως φιλοπατρία έπαιξαν τον ρόλο τους στον χωρισμό μας, δυστυχώς. Δε σας κρύβω ότι είναι ένα πολύ μεγάλο πλήγμα και για τους δύο μας, αυτός ο χωρισμός. Ελπίζω ο χρόνος να επουλώσει την πληγή. »Θυμάστε τι μου είχατε πει για τον δικό σας πόνο όταν χάθηκε από τη ζωή σας η Ελληνίδα αγαπημένη σας; Αιτία πάλι οι συγκυρίες. Να σας κάνω μία ερώ141


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τηση, καλέ μου; Έτυχε να περάσει ποτέ από το μυαλό σας ότι μπορεί και να υπάρχει εκείνη η γυναίκα ή οι απόγονοί της; ρετσινιές και μομφές σβήστηκαν με τα χρόνια. ο κόσμος ούτε που θυμάται πια τις ξεχασμένες ερωτικές ιστορίες με τους εχθρούς μας. Εγώ προτείνω να έρθω ξανά σε λίγες ημέρες να σας πάρω, να πάμε στην Ελλάδα και μαζί να ψάξουμε ακόμη και για την ιστορία αυτή. γιατί όχι; Με διακριτικότητα με ευαισθησία, λεπτότητα και φινέτσα, πράγματα που κατέχετε αναμφισβήτητα, χερ ςμιτ. »Παρακαλώ για σκεφτείτε το σοβαρά. Ειλικρινά θα μου δώσετε χαρά μεγάλη. Και πού ξέρετε; Μπορεί με μια μικρή προσπάθεια εκ μέρους σας, δε λέω, να ανεβούμε ακόμη και στον ιερό Βράχο και να βρούμε τον αγαπημένο σας σπόνδυλο. για να μετακινήθηκε ο σπόνδυλος μπορεί. για να χάθηκε αποκλείεται. Το λέω αυτό γιατί, όπως με πληροφόρησε μια γνωστή μου καθηγήτρια αρχαιολόγος, από το 1977 άρχισε συστηματική έρευνα από την Επιτροπή ςυντήρησης Μνημείων Ακρόπολης, η οποία αναγνώρισε την επιτακτική ανάγκη τεκμηρίωσης και διευθέτησης όλου του διάσπαρτου υλικού που υπήρχε στον ιερό Βράχο. Επομένως μάλλον δε θα τον βρούμε στη θέση που θυμάστε. Όπως ακόμη μου είπε η πολύ γνωστή μου καθηγήτρια, από τότε που έγιναν στην Αθήνα οι ολυμπιακοί αγώνες υπάρχει ειδικό αναβατόριο που σε ανεβάζει κατ’ ευθείαν επάνω. Καμία δυσκολία λοιπόν για σας. ςας βλέπω να είστε κιόλας εκεί και εγώ να σας φωτογραφίζω.» «Κορίτσι μου, σε τι πειρασμό με βάζουν τα λόγια σου να ήξερες! Το να κάνω ένα τέτοιο ανδραγάθημα, 142


Υποψίες

όπως ένα τέτοιο ταξίδι, το βλέπω δύσκολο, γιατί ναι μεν το πνεύμα πρόθυμο μα η σάρκα, όση απέμεινε, καθώς και τα κόκκαλά μου που τρίζουν σαν σκουριασμένες λαμαρίνες, αδύναμα. ςυνηθισμένος να κουρνιάζω στην πολυθρόνα μου, όπου νιώθω ασφαλής· όπου αλλού και αν βρεθώ, νιώθω σαν το ψάρι έξω από τα νερά του, είτε γλυκά είναι αυτά είτε αλμυρά. Δε διανοήθηκα εδώ και δεκαετίες να αποτολμήσω να κάνω μαζί με την καλή μου την Έλντα ένα τέτοιο ταξίδι, αν και μου το ζητούσε η καημένη τόσες φορές. Τότε οι σωματικές μου δυνάμεις και οι αντοχές μου το επέτρεπαν. Πώς να το κάνω τώρα; Και μάλιστα χωρίς εκείνη; Όμως ο πειρασμός είναι μεγάλος. ςου υπόσχομαι να σου απαντήσω σε μια εβδομάδα. »Όσο για τον Έρικ και εσένα, χμ, τα ξέρω όλα, κορίτσι μου. Μου τα είπε ο εγγονός μου. Κλαίρη, πρόσεξε τι θα σου πω. Η ζωή είναι απρόβλεπτη και τσαχπίνα. Μένουν απραγματοποίητα σχέδια που κάνει ο άνθρωπος, ενώ έχει εξαλείψει και το τελευταίο τους εμπόδιο, και σχέδια άλλα, που ούτε τολμάς να διανοηθείς ότι μπορούν να υλοποιηθούν· συμβαίνει ακριβώς αυτό, υλοποιούνται. Και τούτο γιατί η ζωή έτσι το θέλησε. Καλή ώρα η πρόσκλησή σου. Δεν είναι ένα τέτοιο σχέδιο; Δεν ξέρεις λοιπόν τι επιφυλάσσει η ζωή η δική σου και του Έρικ. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. »Την πρόσκλησή σου, αγαπητή μου, την έδεσα στο ψιλό μαντήλι, όπως λέτε οι Έλληνες. Και όσο περνάει η ώρα τόσο η επιθυμία μου να την εκμεταλλευτώ θεριεύει. Το σκέφτεσαι όμως; Είμαι πάνω 143


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

από 90 χρόνων ερείπιο. Αν έρθω, το αμέσως επόμενο βήμα μου θα είναι, να θέσω υποψηφιότητα για το βιβλίο γκίνες στον τομέα του ξεμωραμένου γέρου που ακολουθεί με απροσμέτρητο θράσος μια όμορφη μικρή κοκκινομάλλα Ελληνίδα μάγισσα σε ένα μαγευτικό ταξίδι ζωής». Είπε. Και της χάιδεψε ελαφρά το χέρι που του έτεινε για να τον βοηθήσει να σηκωθεί και να πάρει ένα φωτογραφικό άλμπουμ, να της δείξει φωτογραφίες δικές του και εκείνης. Εκείνος, σε ηλικία 39 με 40 ετών. Εκείνη στα 33 της πάνω κάτω. Πανέμορφο ζευγάρι. Έτσι εξηγείται και του Έρικ η ομορφιά. ομορφόσογο. Όπως θα έλεγε η δική της γιαγιά...

144


Η

Κλαίρη γύρισε στην πατρίδα της ανακουφισμένη με τις θετικές απαντήσεις που έλαβε πάνω στα καυτά θέματα που την απασχολούσαν. Έβγαλε δε ένα συμπέρασμα το οποίο όφειλε να της γίνει μάθημα: ότι δηλαδή δεν έπρεπε να κρίνει τους ανθρώπους εν βρασμώ ψυχής ευρισκόμενη αφενός και αφετέρου να έχει πάντα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της ότι σε έναν κανόνα σπάνια να μην υπάρχουν και εξαιρέσεις. για παράδειγμα, κοίταξε τι έγινε με τον στρατηγό. ςτην αρχή τον απεχθάνονταν σα γερμανό και μόνο. Δες όμως τώρα που το θέμα της εθνικότητάς του όχι μόνο δεν την απασχολούσε, αλλά ομολογούσε ότι επρόκειτο περί ενός σωστού ακέραιου ευαίσθητου και χαριτωμένου ανθρώπου αξιαγάπητου· μάλιστα, αν και ήταν σε μια ηλικία που ένας γέρος γίνεται κουραστικός και ανιαρός, μη έχοντας να σου προσφέρει παρά μόνο ωραιοποιημένες αναμνήσεις, τις ίδιες και τις ίδιες αναμασώντας τις κάθε φορά, εκείνος διέφερε. Αν αποφάσιζε να έρθει τελικά, η Κλαίρη θα έθετε την ενθουσιώδη νεότητά της στη διάθεσή του, προσφέροντάς του ένα υπέροχο δεκαήμερο -διακοπών θα το χαρακτήριζε- και εκείνος φεύγοντας μετά, θα έπαιρνε μαζί του εικόνες και αναμνήσεις που θα του κρατούσαν συντροφιά διώχνοντας σχεδόν τη 145


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μοναξιά και την κακοκεφιά του. Μακάρι μόνο να το αποφάσιζε. Ζήτησε τη βοήθεια της μητέρας της, να διαμορφώσουν κατάλληλα ένα δωμάτιο του σπιτιού της για τον στρατηγό, βέβαιη ότι θα του άρεσε. οι δικοί της άνθρωποι τα είχαν χαμένα με τα όσα τους εξομολογήθηκε η Κλαίρη. για τη δωρεά της Έλντα, για τη διάλυση του δεσμού της με τον Έρικ. Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή, δεν είχαν δει με καλό μάτι την ερωτική ιστορία του κοριτσιού έχοντας τα απωθημένα, τα απολύτως δικαιολογημένα τους, για την καταγωγή του. Άσε που φοβόντουσαν και ότι θα την πάρει μαζί του στη γερμανία και θα χάσουν το κορίτσι τους από κοντά τους... ςτη συνέχεια όμως βλέποντας τι παιδί διαμάντι ήταν ο Έρικ και πόσο αγαπούσε το παιδί τους, τον λάτρεψαν. για να διαλυθεί όμως ένας τέτοιος δεσμός, λόγοι σοβαροί θα έπρεπε να υπάρχουν. Όχι, δεν τη ρώτησαν. Αν ήθελε, η ίδια κάποια στιγμή θα τους εξηγούσε. Και τώρα; Τι σήμαινε αυτή η επίσκεψη του υπέργηρου παππού; Να είχε σχέση με τον διαλυμένο αυτό δεσμό; «Αχ, αυτά τα σημερινά παιδιά! Δεν μπορείς να τα καταλάβεις». Και βέβαια αυτά είναι τα λόγια που οι γονείς συνήθως λένε για τα παιδιά τους σε όλες τις γενιές, σε όλες τις εποχές, χθεσινές τε και σημερινές, βρέξει χιονίσει... Την περίοδο αυτή έτυχε ο Έρικ να λείπει στο Βερολίνο. Είχε γίνει πλέον επίσημα μέλος της ορχήστρας και οι προοπτικές εξέλιξής του λαμπρές. Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι γρήγορα θα έπαιρνε τη θέση του 146


Υποψίες

Πρώτου Βιολιού. Μεγάλη, απίστευτη τιμή, υποσκελίζοντας μεγάλους βιολονίστες. οι διευθύνοντες ήταν μοντέρνοι άνθρωποι και εύρισκαν τρόπους να δίνουν χώρο στα μεγάλα ταλέντα. Δε βάδιζαν δηλαδή ιεραρχικά αλλά με όραμα, γι’ αυτό και η ορχήστρα απέπνεε ένα άρωμα φρεσκάδας που της το αναγνώριζαν όλοι. Δεν είχε τίποτα το συντηρητικό, τίποτα το αρτηριοσκληρωτικό. Το μεγάλο ταλέντο του ξανθού Ελληνογερμανού το έστεφε, θαρρείς, μια αδιόρατη μελαγχολία που ένα διεισδυτικό μάτι μπορούσε να διακρίνει στα μάτια του και τις κινήσεις του, μα που δεν αφαιρούσε από τη δεξιοτεχνία και την άψογη απόδοση των έργων στα οποία συμμετείχε. Το παιδί ναι μεν υπέφερε, αλλά και δικαιολογούσε την αγαπημένη του. Πώς να της αναιρέσεις τα πιστεύω και τα όνειρά της στενεύοντας τον χώρο που εκείνη τα είχε επιμελώς τοποθετήσει, για να θρονιάσεις εσύ, κύριε, τα δικά σου; Το ότι όμως την καταλάβαινε, δε σήμαινε και ότι δεν υπέφερε. Πονούσε πολύ, εξού και η μελαγχολία που λέγαμε, η οποία πρόσθετε στη μορφή του κάτι το ιδιαίτερο που τρέλαινε το γυναικείο φύλο. Τα γυναικεία μέλη της ορχήστρας -και όχι... μόνο!ήταν ερωτευμένα μαζί του. Μα εκείνος δεν είχε μάτια παρά μόνο για κείνο το κοκκινομάλλικο πικάντικο μουτράκι, για το οποίο ευχόταν να είναι ευτυχισμένο. Επί του παρόντος τα πράγματα έπαιρναν τον δρόμο τους. Έναν δρόμο που αν είχε παραμείνει στην Ελλάδα θα τον είχε οδηγήσει σε αδιέξοδα, 147


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κακά τα ψέματα. για την Κλαίρη ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Ήταν η εποχή της αίγλης του βραβείου και η φημολογούμενη ιστορία της με τον εξίσου δημοφιλή συνθέτη, πρόσθετε πόντους και "άνοιγε πόρτες" συναυλιών και σόλο εμφανίσεων της για μετά τον οκτώβριο όπως είπαμε. Τον τομέα του management μην ξεχνάμε τον είχαν αναλάβει ο Ζεράρ και η Λουίζ. Τουτ’ έστιν το θέμα ήταν αφημένο στα πιο έμπειρα και έμπιστα χέρια. Προς το παρόν πάντως, ο χρόνος ενός δεκαπενθημέρου ήταν δικός της και θα τον διέθετε, όπως αυτή ήξερε και όπως αυτή ήθελε καλύτερα... Την επομένη ημέρα το πρωί, ενώ έπινε την αγαπημένη της σοκολάτα κτύπησε το κινητό της. Ήταν ο στρατηγός. «Κλαίρη, ξελογιάστρα. Έλα, σε παρακαλώ, να με πάρεις πριν το μετανιώσω, έτσι και έρθω στα συγκαλά μου, γιατί αναμφισβήτητα έχω παλαβώσει». «Χερ ςμιτ, αύριο το πρωί θα είμαι σπίτι σας και την ίδια μέρα το απόγευμα πετάμε για το Ελ. Βενιζέλος. Το πόσο χαίρομαι δε φαντάζεστε».

148


Έ

τσι ο στρατηγός ήρθε στην Αθήνα. Καθώς το αυτοκίνητό της έτρεχε από το αεροδρόμιο προς το σπίτι της, της είπε. «Πες μου, παιδί μου, νομίζεις ότι η Αθήνα θα με θελήσει;» «Με συγχωρείτε, στρατηγέ, μου αφού σας θέλησα εγώ, εκείνη λέτε να είχε αντιρρήσεις; Μείνετε ήσυχος. Δεν έχετε να ντραπείτε για τίποτα. Αν πίστευα το αντίθετο, νομίζετε θα ήθελα να έχω την παραμικρή σχέση μαζί σας; ςτρατηγέ μου, αγαπώ πολύ την Ελλάδα για να κάνω μια τέτοια αποκοτιά. ςας σέβομαι και ναι μεν σας "δίκασα", αλλά σας βρήκα αθώο. ςας θεωρώ φίλο μου και το ίδιο σας, παρακαλώ, θεωρείστε εσείς εμένα. Και τώρα αφήστε με να οδηγήσω απερίσπαστη γιατί μπορεί να είμαι -κατά πώς λένε- καλή πιανίστα, μα για οδηγός, χμ, έχω τις επιφυλάξεις μου... Όμως μην ανησυχείτε. Τον δρόμο πια αυτόν τον έχω κάνει τόσες φορές, τον ξέρω τόσο πολύ καλά, που δε διατρέχετε κανέναν κίνδυνο μαζί μου». Από τον καθρέφτη τον είδε πίσω της να βουρκώνει, όταν έφτασαν στην πλατεία ςυντάγματος. Όπως της είπε, είχε καταθέσει πολλές φορές στεφάνι στον Άγνωστο ςτρατιώτη. ςτο δε ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετάνιας είχε βρεθεί άλλες τόσες. Και βέβαια η Αθήνα που ήξερε δεν υπήρχε πια. Ήταν τώρα μια μητροπολιτική μεγαλούπολη, που, 149


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

όταν τη γνώριζε καλύτερα, θα της έλεγε τη γνώμη του γι’ αυτήν. Και μια και ήταν ακόμη νωρίς, τον πήγε και μέχρι τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου να δει τον αγαπημένο του Παρθενώνα φωταγωγημένο. Ήταν η "πρώτη μπουκιά" ενός μεγαλόπρεπου δείπνου που επρόκειτο να του προσφέρει. Και κατά πώς λένε οι Έλληνες "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται". Κοιμήθηκαν αργά το βράδυ. Ήταν και η διαφορά της ώρας... ο παππούς δεν ένιωθε καθόλου κουρασμένος. Η αδρεναλίνη του που ήταν στα ύψη, τον κρατούσε... ντούρο. Τον είχε πιάσει μία ακατάσχετη φλυαρία, πράγμα σύνηθες όταν οι γέροντες βλέπουν να τους ακούν ευήκοα ώτα. Κλεισμένοι στον εαυτό τους τον περισσότερο καιρό της μοναξιάς τους, μιλούν με τη γλώσσα του νου τους και όχι με αυτήν του στόματος. Έτσι, μόλις βρεθεί ένα ακροατήριο που τους... εμπνέει, αφήνουν την καλούμπα του χαρταετού τους ελεύθερη και ο χαρταετός τους, πια, ε, "μη τον είδατε μην τον απαντήσατε". Δε σταματά να πετάει στα ύψη! Πριν κοιμηθούν το βράδυ, πήρε τηλέφωνο ο Έρικ με μια ανείπωτη απορία. Δε βρήκε τον παππού του σπίτι και η φροϋλάιν Μάγκντα τον πληροφόρησε για το ταξίδι του στην Ελλάδα. «Κλαιράκι, τι συμβαίνει; Έχει ο παππούς κάτι;» «Ναι, Έρικ, έχει εμένα. Μην ανησυχείς. Παίρνε μας τηλέφωνο, όποτε θέλεις». Και έδωσε στον παππού το ακουστικό να μιλήσει 150


Υποψίες

με τον εγγονό του. Εκείνος του μίλησε με τα σπασμένα ελληνικά του λέγοντας ότι δε θα επέτρεπε στον εαυτό του όντας στην Ελλάδα να μιλά άλλη γλώσσα. Ήταν δε και θαυμάσια ευκαιρία να τα βελτιώσει. Και με τούτα και με τα άλλα, αφού δείπνησαν ελαφρά, πήγαν για ύπνο. Ήταν και οι δύο ευτυχείς... «Καλημέρα σας, χερ ςμιτ, ζεσταθήκατε πολύ απόψε;» «Μια χαρά κοιμήθηκα, κοριτσάκι. Τι λέει το πρόγραμμα σήμερα;» «Τώρα, είναι 8 η ώρα. ςτις 11 θα έρθει ένα ταξί να μας πάει στην Ακρόπολη, στην οποία δε θα καθίσουμε πολύ. ο ήλιος είναι ανελέητος αυτή την εποχή. Μη μου πάθετε καμιά ηλίαση. Μετά θα πάμε στο νέο μας Μουσείο. Δε θα ταλαιπωρηθείτε καθόλου. Μας περιμένει ένα ειδικό αμαξίδιο και η ξενάγησή σας θα γίνει τόσο άνετα, σα να καθόσαστε στην πολυθρόνα σας, μόνο που αυτή θα έχει ροδάκια. ςτη συνέχεια θα φάμε σε ένα γραφικό ταβερνάκι με θέα τον Παρθενώνα. Το μεσημέρι θα πάρετε ένα σύντομο υπνάκο, τον τραβάει το μεσογειακό μας κλίμα, και νωρίς το απόγευμα θα πάμε μέχρι το ςούνιο να πιούμε ένα ουζάκι και να φάμε καλαμαράκια σε ένα ταβερνάκι με φοβερή θέα τον Ναό του Ποσειδώνα. Επιστροφή στο σπίτι, ύπνος νωρίς νωρίς. Όχι ζαβολιές σ’ αυτόν τον τομέα. Θα ξεκουραστούμε αρκετά. »Την επομένη το πρωί θα σας ξεναγήσω στις συνοικίες που γνωρίζατε και που τώρα δικαιολογημένα θα σας φανούν τελείως άγνωστες. Ζήτημα είναι να 151


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έχουν απομείνει κάνα δυο παλιά σπίτια της Εποχής του 1940-1945. Ίσως βλέποντας αυτά θυμηθείτε τις γειτονιές σας. Η Πλάκα σας δεν άλλαξε και πάρα πολύ πάντως. Θεωρείται διατηρητέα όλη η περιοχή. »Θα ήθελα τώρα να σας ρωτήσω κάτι. Θέλετε να μου πείτε αν θυμάστε, πού έμενε η Ελληνίδα αγαπημένη σας και πώς την έλεγαν; Η Αθήνα εκείνης της εποχής ήταν τόσο θαυμάσια μικρή σε πληθυσμό σε σχέση με τη σημερινή, ώστε γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Η γυναίκα υπήρξε, δεν μπορεί, κάτι θα μάθουμε». «Θυμάμαι πολύ καλά. Έμενε στα όρια του Παγκρατίου με την Καισαριανή. Θυμάμαι τα ονόματα των συνοικιών, κυρίως της Καισαριανής εξαιτίας του γεγονότος της δικής μου διαμαρτυρίας που σου ανέφερα και που λίγο ακόμα θα μου στοίχιζε την καθαίρεσή μου ή και τη ζωή μου ακόμα. Θυμάμαι ότι δίπλα στο σπίτι της υπήρχε ένα δασύλλιο με μία εκκλησιά μέσα (σημ. για τον άγιο Χαράλαμπο πρόκειται) και δίπλα σ’ αυτό, ένα Νοσοκομείο για νοσήματα δέρματος». «Θα λέτε για αυτό του ςυγγρού;» «Ναι, ναι, αυτό. Την κοπέλα την έλεγαν ιφιγένεια Τσάγρη. Όταν τη γνώρισα ήταν 23 χρόνων περίπου, αρχαιολόγος. Έχω φέρει δύο φωτογραφίες που είχαμε βγάλει μαζί. Δεν αντιλαμβάνομαι τον τρόπο που νομίζεις ότι μπορούμε να βρούμε τα ίχνη της. Εγώ τότε και αν δεν είχα ψάξει». «Ναι, αλλά μην ξεχνάτε ότι τα στόματα ήταν κλειστά για έναν μισητό μας εχθρό. Τώρα θα ψάξουμε να βρούμε πού ακριβώς ανήκε η περιοχή στην 152


Υποψίες

οποία αναφέρεστε. ςτην Αθήνα; ςτην Καισαριανή; Ειδικότερα στο Παγκράτι, στο Βρυσάκι, τον αιγιώργη; ςε αυτές τις περιοχές υπάρχουν ακόμη και τώρα πολύ παλιά σπίτια με κατοίκους επίσης πολύ παλιούς που δεν άλλαξαν γειτονιά είτε γιατί δε θέλησαν να μετοικίσουν είτε γιατί προτίμησαν να κρατήσουν τη μονοκατοικία τους με την αυλίτσα της και το αγιόκλημά της. Άλλα πάλι, αναπαλαιώθηκαν και μετατράπηκαν σε γραφικές κοσμικές ταβέρνες ή πολυτελή εστιατόρια. Τα περισσότερα δε εξ αυτών χαρακτηρίστηκαν διατηρητέα για να θυμίζουν μια Ελλάδα που πέρασε και πάει. Τώρα πια και να ήθελαν οι ιδιοκτήτες τους να τα μετατρέψουν σε κάτι μοντέρνο και επωφελές, δε νομίζω ότι τους επιτρέπεται να το κάνουν. Εμείς λοιπόν αυτών των σπιτιών τις πόρτες θα κτυπήσουμε. ςτο διάστημα που θα μείνετε μαζί μου, αυτή θα είναι η απογευματινή μας βόλτα, πέφτει η ζέστη και μας συντροφεύει η μαγιάτικη δροσούλα. Αν είμαστε δε τυχεροί, μπορεί να συναντήσουμε ακόμα γριούλες των σπιτιών αυτών των παλιών, που δεν εγκατέλειψαν τη συνήθεια της βεγγέρας έξω από την αυλόπορτά τους. ςτην περίπτωση αυτή θα εκπλαγείτε ακούγοντας ιστορίες από το στόμα τους για όλους τους κατοίκους της περιοχής, σα να πρόκειται για συγγενείς τους. ςυμφωνείτε;» «Δε μου λες, Κλαίρη κορίτσι μου, σου αρέσουν οι αστυνομικές ιστορίες, ή μήπως αυτές του μυστηρίου; Είναι η ιδέα μου, λες; ςτη διάθεσή σου, αρχηγέ μου, ό,τι πεις εσύ. ςε κάνω γούστο που το πήρες το ζήτημα τόσο σοβαρά· που ελπίζεις κάτι 153


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να βρούμε. Ας ψάξουμε λοιπόν. γιατί όχι;» «Νιώθετε μήπως κουρασμένος, παππού μου; (σημ. ήταν η πρώτη φορά που τον αποκαλούσε έτσι και ήταν πολύ γλυκό από τη μεριά της). Η ξενάγηση θα ακολουθεί το κέφι μας. Μην το ξεχνάτε αυτό. Κάνουμε τώρα μιαν αρχή. Εάν τίποτα δε βρούμε τώρα, εγώ, και όταν φύγετε, θα ψάχνω. Και μόλις κάτι βρω σας ξαναφέρνω στην Αθήνα. Ήταν εύκολη η αρχή που κάνατε. Τώρα που έγινε, ποιος μας πιάνει. Ναι;» Όταν η Κλαίρη πρότεινε στον στρατηγό να ψάξουν για την Ελληνίδα αγαπημένη του, ούτε που μπορούσε να φανταστεί σε ποια ιστορία θα βρισκόταν εγκλωβισμένη. Εκείνη το μόνο που επεδίωκε ήταν να ξυπνήσει το ενδιαφέρον του γέροντα για τη ζωή, πράγμα που εκείνος είχε θάψει με τον χαμό της Έλντα του. Το χρωστούσε το κορίτσι στη γηραιά φίλη της, όσο και στις τύψεις για τις κακίες που ξεστόμισε στον στρατηγό πριν καλά καλά τον γνωρίσει. οι ενέργειές της όλες ήταν η έμπρακτη "συγγνώμη" της σε έναν αξιωματικό του στρατού Κατοχής ο οποίος όμως, όπως έμαθε στη συνέχεια, είχε σώσει κόσμο και κοσμάκη από τις άρπαγες των θηρίων που ήταν συνάδελφοί του. για παράδειγμα αν επρόκειτο να συλληφθούν αθώοι Έλληνες στη θέση άλλων σαμποτέρ, με βοηθό του τον έμπιστο κουμπάρο του υπασπιστή του, τους ειδοποιούσε να κρυφτούν και γλύτωναν. για την ίδια του την κοπέλα, γνώριζε ότι ανήκε σε αντιστασιακή οργάνωση, αλλά έκανε τα στραβά μάτια. Και αυτός στη θέση της το ίδιο δε θα έκανε; 154


Υποψίες

Δεν είχε την αίσθηση ότι πρόδιδε τον λαό του. ο λαός του πρόδιδε έναν μέχρι πρότινος φίλο λαό. Και η συνείδησή του τον πρόσταζε να βοηθάει αυτούς που σε τίποτα, καταφανέστατα, δεν έφταιγαν. Έτσι η Κλαίρη, σε ρόλο Αγγελικής Νικολούλη, άρχισε το ψάξιμο, με βοηθό της έναν νεαρό γέροντα 90 χρόνων! ο οποίος ήταν και ο άμεσα ενδιαφερόμενος άλλωστε... Η Κλαίρη, ερασιτέχνης ρεπόρτερ με μια φωτογραφία στα χέρια, φωτογραφία παλιά, κιτρινισμένη και βέβαια ασπρόμαυρη, έμπαινε και έβγαινε από το smart της ρωτώντας τις ηλικιωμένες κυρίες που κάθονταν στην εξώπορτα του σπιτιού τους δύο, δύο ή και περισσότερες γειτόνισσες μαζί, που συζητούσαν και ρέμβαζαν. ο παππούς μέσα από το αυτοκίνητο παρακολουθούσε τα δρώμενα. Τέτοιο όνομα και τέτοια κοπέλα όχι δεν την ήξεραν. Τη συμβούλευσαν να ρωτήσει μια φίλη τους, που ήταν από τις πιο παλιές γειτόνισσες της περιοχής, και αν αυτή δεν την ήξερε την κοπέλα της φωτογραφίας, ας μην έκανε τον κόπο να ρωτήσει καμία άλλη τόσο στη γειτονιά τους όσο και στην ευρύτερη περιοχή γιατί σαν την κυρα-Μαριώ κανένας δεν ήξερε τους κατοίκους καλύτερα. Μόνο που θα έπρεπε να την αναζητήσει στο νοσοκομείο γιατί έπεσε και έσπασε το ισχίο της. Της συνέστησαν δε να βιαστεί, γιατί το πρόβλημα του τραυματισμού της Μαριώς ήταν σοβαρό και ως γνωστόν ο γέρος ή από πέσιμο "φεύγει" ή από χέσιμο. Έτσι το ζεύγος των δυο ντετέκτιβ ροβόλησαν 155


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κατά ΚΑΤ μεριά, μήπως και πάρουν καμιά χρήσιμη πληροφορία. Άντλησαν πολλές ελπίδες από τα λόγια των ρεμβαζουσών κυριών του μαγιάτικου δειλινού. Κάτι τέτοιες κάτοικοι είναι πιο ενημερωμένες και χρήσιμες και από τον Χρυσό οδηγό. Μα η κυρα-Μαριγώ με το ένα πόδι της να αιωρείται από ένα ανυψωτικό μηχανισμό και το ένα της χέρι σε γύψο και κρεμασμένο επίσης, δεν μπόρεσε να τους φανεί χρήσιμη. Όχι γιατί πονούσε -αυτό ήταν καταφανέστατο, πέθαινε στον πόνο σε τέτοια ηλικία που ήταν η γυναίκα- (πάνω-κάτω στην ηλικία του στρατηγού την έκοβε το μάτι της), αλλά γιατί δεν είχε ξαναδεί μια τέτοια κοπελιά, ούτε άλλη που να της μοιάζει, μα ούτε και όνομα τέτοιο είχε ξανακούσει. «Ε, παππού, δε γίνεται να είμαστε και τόσο τυχεροί πια, ακόμη δεν αρχίσαμε καλά καλά. Τέτοια θεϊκή εύνοια θα ήταν πια σκανδαλώδης. Εδώ, οι άνθρωποι ψάχνουν ακόμη να βρουν παιδιά τους που τα έχασαν στην... Μικρασιατική Καταστροφή! Και εμείς θα τη βρίσκαμε με μιας;» Και η έρευνα της πρώτης ημέρας τέλειωσε. Θα συνέχιζαν απτόητοι την επομένη. «Καλή νύχτα, χερ ςμιτ». «Καλή νύχτα, Κλαίρη». (σημ. Θα περιοριστούμε στην εξιστόρηση της έρευνας μόνο και όχι στο πώς περνούσαν την καθημερινότητά τους. Πάντως ο χερ ςμιτ ήταν ενθουσιασμένος με τη μικρή του φίλη και τις ενδιαφέρουσες στιγμές που τον έκανε να ζει). 156


«Α

χ, Έλντα μου, πώς αφήσαμε τον χρόνο να κυλήσει και εμείς να μένουμε αδρανείς καθισμένοι στις αναπαυτικές μας πολυθρόνες με μια κούπα καφέ ή τσάι δίπλα μας στο τραπεζάκι; Η ζωή θέλει κίνηση τόσο πνευματική όσο και σωματική. Όχι ραχάτεμα, φαΐ και ύπνο, όπως κάναμε εμείς, καλή μου. Κοίταξε τώρα αυτή η μικρή τι με βάζει και κάνω. Πώς σου φαίνεται, Έλντα μου, ο ρόλος μου σα βοηθού ρεπόρτερ; Να ψάχνω για την ιφιγένεια! Τι ελπίζω να βρω στον Θεό που πιστεύω; »Απαντήσεις στα γιατί μου πριν "φύγω" και εγώ; Τι είδους απαντήσεις όμως; Και μάλιστα εξήντα χρόνια μετά; Ή μήπως η έρευνά μας αυτή δεν αποσκοπεί σε αυτό ειδικά, αλλά λειτουργεί σα δικαιολογία για ζωντανή δράση και όχι δράση άλλων που βρίσκω μέσα στα βιβλία ή στα γεγονότα της καθημερινής μου εφημερίδας; Μπήκα στο παιχνίδι της μικρής σου φίλης και θα συμμετάσχω. Κύλησαν ήδη οι τρεις από τις δέκα ημέρες που μου πρόσφερε. Το βλέπεις, περνώ υπέροχα. »Την Αθήνα δεν την αναγνώρισα. Ναι μεν είναι υπέροχη, δεν ξέρω όμως ποια είναι αυτή που προτιμώ. Την παλιά Αθήνα ή την καινούρια; Το αγιόκλημα, το γιασεμί, το νυχτολούλουδο και τη γαζία που σκαρφάλωναν στους φράκτες των αυλών, ή τις όμορφες πολυκατοικίες που γέμισαν τις γειτονιές 157


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που ήξερα; Δεν ξέρω τι προτιμώ. Το ερώτημα θα με απασχολήσει τις ημέρες που θα είμαι μόνος μου στο σπίτι μας, όταν θα αναπολώ τις στιγμές που ζω τώρα. Δε συμφωνείς ότι αυτό πρέπει να κάνω; »Μου αρέσει έτσι που σου μιλώ κάθε βράδυ κάνοντας τον απολογισμό της ημέρας που έφυγε τόσο γρήγορα. Αυτό πάλι πώς σου φαίνεται; Να φεύγει τόσο γρήγορα η ώρα εδώ στην Αθήνα, ενώ στην πατρίδα μοιάζει να είναι ατελείωτη. Καληνύχτα, αγάπη μου. Ναι, ναι μείνε ήσυχη. Προσέχω τον εαυτό μου, όσο μπορώ». «Δεν το πιστεύω, Κλαίρη. Το σπίτι είναι αυτό. Δεν κάνω λάθος. Εδώ έμενα από την άνοιξη και μέχρι αργά το φθινόπωρο. Μόνο ο κήπος είναι αλλαγμένος. Τότε ήταν πιο άναρχα δομημένος. Θύμιζε ζούγκλα. Θυμάμαι είχα κηπουρό. Αλλά δε μου άρεσε να είναι χωρισμένος σε παρτέρια ο κήπος μου. Μου άρεσε η αγριάδα του και η φύση πιο ελεύθερη να λειτουργήσει. Εκεί που έβλεπες μια πυκνή θημωνιά, να και ξεπρόβαλε μια αγριοτριανταφυλλιά με κλαδάκια που δεν μπορούσες να τα πιάσεις χωρίς να χιλιοτρυπηθείς. Όποτε την άγγιζα θυμόμουνα το βιβλίο και την ταινία της νιότης μου τη γη της Επαγγελίας και την Ίγκριντ Μπέργκμαν να τρυπιέται από ένα τέτοιο κλαδάκι και να πεθαίνει, αν θυμάμαι καλά. Είμαι πολύ συγκινημένος. Το αγαπούσα το σπίτι στο Ψυχικό. Το έχουν αναπαλαιώσει βλέπω και πολύ καλά έκαναν, γιατί είναι ένα αληθινό κόσμημα. Θυμάμαι, έμπαινα στο σπίτι και ο πόλεμος έμενε απέξω και μακριά. Μέσα, βασίλευε μια γαλήνη, 158


Υποψίες

μια περίεργη ειρήνη. Τις ημέρες της αρρώστιας μου στη γερμανία έκλεινα τα μάτια μου και μεταφερόμουν εδώ και γαλήνευα, καταλάγιαζε ο πόνος της ψυχής μου. »Άραγε να μπορούσαμε να μπούμε μέσα; Αλλά πάλι, άφησε καλύτερα να μείνω με την ανάμνηση την παλιά. Φυσικό είναι, τίποτα να μην έχει παραμείνει ίδιο. Ας φύγουμε, μικρή μου. Δεν μπορώ να πιστέψω πώς πέρασαν τόσα χρόνια. Είμαι τόσο μαθουσάλας, Κλαιράκι μου; Απίστευτο. Μη με παρεξηγείς. Ευσυγκινησίες γεροντικές. Χάρηκα πάντως που βρήκα ένα ατόφιο κομμάτι μιας ζωής που εσείς θέλετε να ξεχάσετε». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας συνεχίστηκε η έρευνα για να βρεθεί κάποιο ίχνος της ιφιγένειας. «για στάσου, κοριτσάκι, σου οφείλω μια διόρθωση. Το υποκοριστικό της κοπέλας ήταν Φιφή. Άκου Φιφή, ποτέ μου δεν την είπα έτσι. Έχε το λοιπόν υπόψη σου αυτό, μπορεί να βοηθήσει». Η διαδικασία το απόγευμα η ίδια με αυτή της προηγούμενης ημέρας, μα δυστυχώς το αποτέλεσμα το ίδιο. Δε την αναγνώρισε κανείς ούτε σαν ιφιγένεια ούτε σαν Φιφή. Μα την τελευταία στιγμή κάποιος ηλικιωμένος που καθόταν έξω από έναν καφενέ, ζήτησε και αυτός να δει τη φωτογραφία που κρατούσε η Κλαίρη. Του την έδωσε απογοητευμένη. «Και βέβαια τη γνωρίζω. Αυτή είναι η Φιφή, η ΕΑΜίτισσα, το λεβεντοκόριτσο. Δεν μπορεί να κάνω λάθος. Είναι αυτή. Την εποχή του πολέμου είχα ένα 159


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μαγαζάκι, κάτι σαν περίπτερο να το πω; ψιλικατζίδικο; Μάλλον το δεύτερο. Πολύ αργότερα τα περίπτερα ξεφύτρωσαν σα μανιτάρια. Το μαγαζί μου είχε από τσιμπιδάκια για τα μαλλιά μέχρι τσίτινα υφάσματα για φουστάνια. Η Φιφή ήταν πελάτισσά μου. Νομίζω ότι με το παιδάκι της έφυγε από τη γειτονιά μας ξαφνικά και, αν δε με απατά η μνήμη μου, πήγε να μείνει στο Παλαιό Φάληρο. Κοντά σε κάτι συγγενείς της. Το κοριτσάκι της το αγαπούσαμε όλοι. Μας έκαναν εντύπωση τα κατάξανθα μαλλάκια του, σπάνιο για ελληνόπουλο, τουλάχιστον για τέκνο της Αθήνας. ςτη Βόρεια Ελλάδα είναι αλλιώς. Πολλοί οι ξανθομάλληδες. ο κόσμος έλεγε διάφορα, κακίες περισσότερο, ξέρεις τώρα. γινόμουνα Τούρκος σαν τα άκουγα. Η κοπέλα προσέφερε τόσα πολλά στην πατρίδα, μα ούτε αυτό λογάριαζαν. ο νονός της μικρής (πρέπει να ζει, κάπου τον πήρε το μάτι μου), ο Δημήτρης, ο καπετάνιος, της έδωσε ένα όνομα περίεργο, που το θυμάμαι πολύ καλά, Έρικα, μα και τούτο το όνομα του παιδιού το πετσόκοψαν και το φώναζαν ρίκα. γιατί το κάνουμε οι Έλληνες αυτό στα ονόματά μας;» Η Κλαίρη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Τέτοιες συμπτώσεις μαζεμένες; Βρε λες να έχουμε εδώ ιστορίες για αγρίους; για να το χειριστώ μόνη μου αποκλείεται. Κάτι πρέπει να κάνω. Ναι, αλλά τι; ο καλός περιπτεράς του παρελθόντος δεν είχε τίποτα άλλο να θυμηθεί και η Κλαίρη του άφησε το τηλέφωνό της παρακαλώντας τον, εάν μάθαινε κάτι άλλο, να την ειδοποιήσει. Θα του χρωστούσε μεγάλη χάρη. 160


Υποψίες

γύρισε στο smart αναστατωμένη χωρίς όμως να αφήσει να φανεί η τρικυμία της ψυχής της. Αν συνέβαινε αυτό που τρελά περνούσε από το μυαλό της έπρεπε να ζητήσει συγγενικές ενισχύσεις. Από τον Έρικ, από την οικογένεια του γιου του, και κακώς που μέχρι τώρα δεν τους είχε ενημερώσει για την παρουσία του δικού τους ανθρώπου στο σπίτι της. Τι επιπολαιότητα και η δική της! Αν της πάθαινε τίποτα ο γέροντας, την ευθύνη της δε θα την ξέπλεναν οι ποταμοί της Ελλάδας όλης, για να μην πω της γερμανίας και γίνει κάτι σαν το τσουνάμι στην ινδονησία. «Φεύγουμε, παππού. ςα να βρήκα κάτι, μα δεν είναι και τόσο σίγουρο. Πάμε σπίτι. Απόψε, αν έχετε αντοχές και κυρίως κέφι, θα πάμε στην Ακρόπολη να θαυμάσουμε την Αθήνα από κει πάνω, με την πανσέληνο. Θα ζήσετε απίστευτη εμπειρία». «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές έχω ζήσει αυτή την εμπειρία. Τόσο σα νεαρός φοιτητής και αργότερα σα μισητός κατακτητής. Όμως, τι συμβαίνει, κοριτσάκι; Μου κρύβεις κάτι;» Θα ήθελε να του πει "ναι σου κρύβω, αλλά όχι κάτι. ςου κρύβω μια κοσμογονία, αν οι υποψίες μου βγουν αληθινές". Μα δεν είπε παρά μια σαχλαμάρα, την πρώτη που ήρθε στο παραζαλισμένο της μυαλό. «ςτρατηγέ μου, δε θα το πιστέψετε, μα μόλις θυμήθηκα ότι η μητέρα μου θα είναι στο σπίτι ήδη και θα περιμένει υπομονετικά να σας γνωρίσει. Και να σας ρωτήσω, δε θα έπρεπε ήδη να έχουμε επικοινωνήσει με την οικογένεια του γιου σας; Θα γίνει 161


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

καμία παρεξήγηση και αυτά τα οικογενειακά, σας ορκίζομαι δεν τα μπορώ». «Μην έχεις τέτοιες έγνοιες. Ας το σε μένα αυτό. Και βέβαια θα τους δω. Όχι όμως τώρα». ο μπαρμπα-Μηνάς, ο περιπτεράς του 1940, πήρε τηλέφωνο την Κλαίρη την επόμενη ημέρα. Είχε πάρει το θέμα πολύ ζεστά. Έψαξε λέει βρήκε τον καπετάνιο (η Κλαίρη δεν κατάλαβε, καπετάνιος ήταν το επίθετο του νονού της Έρικας ή το επάγγελμά του) και έμαθε πολλά. Τη ρώτησε αν ήθελε να της τα πει από τηλεφώνου ή δια ζώσης; Δια ζώσης φυσικά δε γινόταν να τον δει· να αφήσει τον γέροντα μόνο του ήταν αδύνατο· εδώ δεν εμπιστευόταν την ίδια της τη μάνα της να μείνει μαζί του να τον προσέχει και να του κάνει παρέα τη λίγη ώρα που θα έλειπε. οπόταν του είπε ότι θα προτιμούσε προς το παρόν να τα έλεγαν μέσω τηλεφώνου γιατί την πίεζε ο χρόνος της. «Η Φιφή, ναι μεν ζει, αλλά η ηλικία της μεγάλη και με προβλήματα υγείας. Το περίεργο, δε, είναι ότι εμφανισιακά δεν την έκανες πάνω από 70 ετών. Η κόρη της την είχε κάνει γιαγιά με μία εγγονή που τώρα ήταν 30 τόσων ετών. Η μικρή Έρικα της δεκαετίας του 1940 ήταν τώρα συνταξιούχος νηπιαγωγός και το παιδί της νηπιαγωγός επίσης και μάλιστα διευθύντρια του Δημόσιου Νηπιαγωγείου του Π. Φαλήρου». Ακριβή διεύθυνση των γυναικών δεν είχε, αλλά με το τηλέφωνο που θα της έδινε, μπορούσε να μάθει ό,τι ακριβώς ήθελε. Έχοντας αυτό το στοιχείο, 162


Υποψίες

της είπε, μπορούσε να τις βρει και τις τρεις. Δεν είναι ευκατάστατες. Ζουν όπως και υπόλοιποι Έλληνες σαν... νεόπτωχοι! Τα βγάζουν πέρα με αξιοπρέπεια όμως. Η εγγονή αρραβωνιασμένη, μα ο γάμος αναβάλλονταν ξανά και ξανά ελπίζοντας σε καλύτερες ημέρες. Αυτά ήταν όλα και όλα που έμαθε ο μπαρμπα-Μηνάς. Η Κλαίρη ζήτησε και το δικό του τηλέφωνο και τη διεύθυνσή του και είχε τον λόγο της γι’ αυτό. Ένα δώρο γενναιόδωρο θα του το προσέφερε. οι πληροφορίες του άξιζαν χρυσάφι, τόσο όσο θα τους είχε απαιτήσει ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ ή το κανάλι της Νικολούλη αν της ανέθεταν να ψάξει να βρει τη Φιφή!... Τώρα έπρεπε να βρει τον τρόπο να πάει τον στρατηγό στον γιο του έστω για μία και μόνο ημέρα για να μπορέσει εκείνη να επισκεφτεί τις γυναίκες. Έπρεπε όμως να βιαστεί πριν κλείσουν τα νηπιαγωγεία για διακοπές. Μάιο κλείνουν ή ιούνιο; Τηλεφώνησε στον Έρικ και του είπε ότι είναι απόλυτη ανάγκη να έρθει στην Ελλάδα για μία σοβαρή υπόθεση του παππού του. Και δεν επρόκειτο για θέμα υγείας αλλά για... αισθηματικό. «Τι είπες, κοριτσάκι; για τον παππού μου μιλάμε; Άκουσα καλά;» «Ναι, για τον δικό σου παππού μιλώ και για μια σοβαρότατη υπόθεση της νιότης του η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη και μόνη μου δεν μπορώ να τη διαχειριστώ. ςήμερα είναι Τετάρτη, το ςάββατο μπορείς να είσαι εδώ; Εντάξει, Έρικ, σε ευχαριστώ δε φαντάζεσαι πόσο. Με ανακουφίζεις». 163


«Κ

αλημέρα, μικρή μου. ςήμερα τι κάνουμε; Αν δεν έχεις προγραμματίσεις κάτι, έλεγα να επισκεφτώ τον γιο μου να τελειώνω με αυτή μου την υποχρέωση. Το απόγευμα επιστρέφω. ςε καμία περίπτωση, το τονίζω, δεν παραμένω εκεί για νύχτα. ςε παρακαλώ, βρες μια δικαιολογία που να στέκει και έλα να με πάρεις γύρω στις 7.30. Μπορείς; Τέλεια. Μετά θα έχουμε γεμάτες δύο ώρες να συνεχίσουμε την έρευνά μας». Αυτή η τελευταία φράση του στρατηγού έκανε εντύπωση στην Κλαίρη. Δεν είχε ακούσει τι του είχε πει χθες; Του είχε πει επί λέξει «κάτι βρήκα, μα δεν είμαι σίγουρη». Πώς λοιπόν και δεν το σχολίασε; Περίεργο. Δεν του ξέφευγε τίποτα. Λες να μην το είχε ακούσει; Όπως και να έχει, αυτό τη διευκόλυνε από το να αρχίσει να εφευρίσκει ψευτιές και "ναι μεν αλλά". Τηλεφώνησε στους ςμιτ να ρωτήσει αν η οικογένεια θα είναι στο σπίτι γιατί θα περνούσε από εκεί. Τους είπε δε να είναι προετοιμασμένοι για μια μεγάλη έκπληξη... Και όντως οι άνθρωποι, και δικαιολογημένα, τρελάθηκαν με το που είδαν τον στρατηγό μπροστά τους. Τόσα χρόνια τον έβλεπαν καθισμένο στην πολυθρόνα του. Και η εικόνα αυτή ήταν τόσο έντονη που ο παππούς και η πολυθρόνα του ήταν αναπόσπαστα ενωμένοι και δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει 164


Υποψίες

το ένα χωρίς το άλλο. Τώρα τον έβλεπαν χωρίς το... καβούκι του στην είσοδο του σπιτιού τους με ένα τσαχπίνικο μειδίαμα στο πρόσωπό του να τους χαιρετά εγκάρδια. «Μην εκπλήσσεστε. Τούτη εδώ η μικρή μάγισσα είναι υπεύθυνη για τη νεκρανάστασή μου. Θα της χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Μακάρι να την είχα γνωρίσει νωρίτερα και ό,τι συμβαίνει τώρα, να είχε συμβεί πιο πριν. Τόσος χαμένος χρόνος! Η Κλαίρη άφησε τον στρατηγό λέγοντας ότι γύρω στις 7.30 θα έρθει να τον πάρει. Και έφυγε. Την περίμενε το έργο της έρευνας τύπου Νικολούλη χωρίς συνεργάτες ερευνητές, χωρίς βοηθούς και με τόση αγωνία που ξεχείλιζε από τη σκέψη και την καρδιά και όλο της το είναι. Δεν κρατιόταν. «Παρακαλώ, θα μπορούσα να μιλήσω στην κυρία ιφιγένεια Τσαγρή;» «Όχι, δεν μπορείτε». «Και ο λόγος της άρνησης, παρακαλώ;» «Δεν καταλάβατε. Δεν πρόκειται για άρνηση. Απλά η Φιφή δεν είναι εδώ. Έχει πάει στη Λαϊκή». (Έλα Παναγιά μου. Λαϊκή αγορά, γριά γυναίκα! Αναρωτήθηκε η Κλαίρη. Πώς της το επιτρέπουν οι δικοί της;) «Και σεις ποια είστε;» «ςυγγνώμη, αλλά αυτή την ερώτηση δε θα έπρεπε να την κάνω εγώ; Ας το πιάσουμε λοιπόν από το σημείο που έπρεπε να είχα ρωτήσει εγώ: Και ποιος τη ζητά παρακαλώ;» «Τη ζητά μια φωνή από το πολύ μακρινό παρελθόν 165


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

της που αποκλείεται να την αφήσει αδιάφορη. Θα μπορούσα να την επισκεφτώ; Έως ότου φτάσω στο Φάληρο από την Πλάκα που μένω, ελπίζω να έχει επιστρέψει από τη λαϊκή αγορά. Λοιπόν; Μπορώ;» «Μπορείτε. Ελάτε. οι φωνές του παρελθόντος χρειάζονται ευήκοα ώτα και εμείς τα διαθέτουμε.» «Λέτε εμείς. Ποιοι είστε οι εμείς;» «Η Φιφή, η Έρικα (κόρη της) και η εγγονή της Μαρία. ςας αρκούν;» «Αν μου αρκούν λέτε; Δε φαντάζεστε πόσο. ςε μία ώρα το πολύ θα είμαι σπίτι σας, αν μου δώσετε ακριβή στοιχεία διεύθυνσης». Έτσι η Κλαίρη σε μια ώρα και κάτι, κτυπούσε το κουδούνι του διαμερίσματος που της είπε η φωνή στο τηλέφωνο. Της άνοιξε μια νέα κοπέλα 25-30 χρόνων που αόριστα της θύμιζε κάτι, μην μπορώντας να εντοπίσει, τι ακριβώς. «Περάστε παρακαλώ. Είστε η...;» «Είμαι η Κλαίρη ςμαραγδή και χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία σας. ςας ψάχνω προσωπικά μέρες τώρα. Άλλοι σας έψαχναν μια ζωή. Όχι εσάς ακριβώς, τη Φιφή συγκεκριμένα. Επέστρεψε από τη λαϊκή;» «Και βέβαια, εδώ είμαι. Δεν είχα να ψωνίσω και πολλά σήμερα», της απάντησε μια σχετικά νεανική φωνή που έβγαινε από το στόμα μιας υψηλής επιβλητικής ηλικιωμένης κυρίας που αμυδρά θύμιζε τη Φιφή της κιτρινισμένης φωτογραφίας. «Είστε η Φιφή της φωτογραφίας αυτής, κυρία μου;» τη ρώτησε η Κλαίρη δίνοντάς της τη φωτογραφία που κρατούσε. «Και βέβαια. Εγώ είμαι, ή μάλλον ήμουν, θα 166


Υποψίες

έπρεπε να πω καλύτερα. Δε σας ρωτώ πού τη βρήκατε. ο καθένας θα μπορούσε να έχει παλιές φωτογραφίες κάποιου. Δεν είν' έτσι; Όμως δε μου είπατε. Τι ζητάτε ακριβώς». «Μπαίνω κατ’ ευθείαν στο θέμα, κυρία ιφιγένεια Τσαγρή. Τη φωτογραφία αυτή την είχε κάποιος άνθρωπος που έφαγε τον κόσμο να σας βρει, μα δεν τα κατάφερε. Είπα λοιπόν να κάνω εγώ μία προσπάθεια, ελπίζοντας για ένα θετικό αποτέλεσμα. Να του δώσω αυτή τη μεγάλη χαρά πριν το δικό του μεγάλο ταξίδι. για την ώρα έχει κάνει μικρό, κανονικό... ταξίδι μέχρι την Ελλάδα, πράγμα που είχε στερήσει από τον εαυτό του τόσα χρόνια, για λόγους συνειδήσεως». «Μου είπατε θα μπείτε κατ’ ευθείαν στο θέμα και δεν μπαίνετε. Και όσο περνάει η ώρα με προβληματίζετε όλο και πιο πολύ. Ποιος είναι αυτός στον οποίο αναφέρεστε;» «Κυρία Τσαγρή, πρέπει να βεβαιωθώ ότι είστε εσείς η κυρία που ψάχνω και ότι δεν πρόκειται για μία απλή συνωνυμία. Παρακαλώ για θυμηθείτε. Πού μένατε μέχρι το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940; Μένατε όντως εκεί κοντά στο νοσοκομείο του ςυγγρού;» «Έτσι ακριβώς». «Ξαφνικά χαθήκατε. ςα να άνοιξε η γη και σας κατάπιε. Άνθρωποι που σας αγαπούσαν έφαγαν τον κόσμο να βρουν τα ίχνη σας, μα δεν τα κατάφεραν. Βλέπετε δεν ήξεραν ότι περιμένατε να γεννήσετε το παιδί σας, την Έρικα. Δεν έμαθαν για την ύπαρξή της ποτέ και μέχρι τη στιγμή που μιλάμε δε γνωρίζουν 167


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τίποτα για σας και την κόρη σας. γιατί, κυρία Τσαγρή, στερήσατε μια τέτοια αλήθεια κρατώντας την μυστική; Μιλώ για έναν άνθρωπο ο οποίος έφτασε στο χείλος της αβύσσου εξαιτίας της εξαφάνισής σας. Τι και αν χρόνια μετά, η ζωή του έδωσε μια νέα ευκαιρία με μια υπέροχη γυναίκα που την παντρεύτηκε και του γέννησε τον γιο του. Δε σας ξεπέρασε ποτέ. ο Έρικ ςμιτ, ο γερμανός, κυρία Φιφή, ο οποίος όπως μου είπε, ποτέ δε σας αποκάλεσε έτσι, λάτρευε το αρχαιοελληνικό σας όνομα ιφιγένεια. γιατί δεν του μιλήσατε ποτέ για το παιδί του; Δεν ήταν σκληρό αυτό; Εσείς ξέρατε καλά τι σόι άνθρωπος ήταν ο γερμανός σας. Δεν το ξέρατε;» Η κοπέλα που της άνοιξε την πόρτα πριν λίγο, έσπευσε να φέρει ένα ποτήρι νερό στη Φιφή που την αποκάλεσε «γιαγιά». Η οποία γιαγιά κοιτούσε την Κλαίρη με ένα βλέμμα που δεν υπάρχει λέξη στο πλούσιο ελληνικό λεξιλόγιο που να μπορεί ν αποδώσει έστω κατά προσέγγιση τα συναισθήματα που ζωγραφίζονταν εναλλασσόμενα στο κάτασπρο πρόσωπό της. «Τι λες, κόρη μου; Τι είναι αυτά που λες; ο Έρικ ζει; Μα πώς είναι δυνατόν; Εμένα τότε με πληροφόρησαν ότι τον τουφέκισαν, αφού πρώτα τον καθαίρεσαν για εσχάτη δήθεν προδοσία, αυτόν, τον πιο τίμιο αξιωματικό του γερμανικού ςτρατού.» Μεμιάς η Κλαίρη κατάλαβε τι είχε συμβεί. Ποια πλεκτάνη είχαν εξυφάνει τα τέρατα. Όταν η ιφιγένεια έμεινε έγκυος, θα πρέπει να αναζήτησε τον γερμανό σύμμαχο και εραστή της για να του ανακοινώσει τι της συνέβαινε και η υπη168


Υποψίες

ρεσία του, λόγω της δυσμένειας στην οποία είχε θέσει τον αξιωματικό της σε μια στιγμή που βρίσκονταν άρρωστος στο νοσοκομείο -όπως τους είχε αφηγηθεί- με τα πρώτα συμπτώματα κατάθλιψης, φρόντισαν να διασπείρουν τη φήμη ότι καθαιρέθηκε και τουφεκίστηκε για να είναι σε λίγο ευκολότερη η πραγματική του εξαφάνιση που την ετοίμαζαν καιρό. Έτσι η ιφιγένεια, μέσω της οργάνωσης που είχε πληροφοριοδότες παντού, έμαθε για τη λαθεμένη είδηση, ενώ ειδοποιήθηκε από το κόμμα της να εξαφανιστεί γιατί κινδύνευε και η ίδια. Η Μαρία, η εγγονή της Φιφής, κοιτούσε κατάπληκτη πότε τη γιαγιά της πότε τη μικρή επισκέπτρια μη ξέροντας τι να πει. ςε λίγο ήρθε στο σπίτι μια άλλη κυρία και δε χρειάστηκε να της πει κανείς της Κλαίρης, ποια ήταν. Κατάλαβε ότι ήταν η κόρη του στρατηγού, γιατί η ομοιότητά της τόσο με τον γέροντα όσο και με τον Έρικ ήταν πασιφανής. Αυτή βλέποντας την εμβρόντητη μάνα της που δεν έβγαζε μιλιά και την ακόμα πιο κατάπληκτη κόρη της, ρώτησε τι στην ευχή συνέβαινε κει μέσα. «Είσαι η κοπέλα που μας τηλεφώνησε;» «Εγώ είμαι. Ναι.» «Και λοιπόν;» «Έρικα, μόλις αυτή τη στιγμή, βρήκαμε τον πατέρα σου, παιδί μου» της είπε ξέπνοα η Φιφή... Αγαπητή μας Κλαίρη, πολύξερη Νικολούλη μας, για πες μας τώρα, πώς λες εσύ σε ένα ενενηντάχρονο 169


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και βάλε γέροντα, με χίλιους τόσους κινδύνους να ελλοχεύουν για κανένα εγκεφαλικό ή και καρδιακή προσβολή, ότι πέραν της παλιάς του αγάπης βρέθηκε να έχει και μία κόρη που φέρει το όνομά του, καθώς και μία εγγονή; Μια εγγονή η οποία σημειωτέον πρόκειται να παντρευτεί και οσονούπω μπορεί να του κάνει και δισέγγονα; Μη μας πεις τώρα ότι αυτά συμβαίνουν μόνο σε μυθιστορήματα, γιατί θα τα πάρω στο κρανίο. Τι σου λέω τόσην ώρα; Με λίγη τύχη, πού ξέρεις μπορεί να έχεις βρει τον τρόπο να προσφέρεις στον στρατηγό την πιο καλή συντροφιά που μπορούσε να ονειρευτεί για να διώξει τη μοναξιά του εκεί στην ψυχρή χώρα του. Τι εννοώ; Να σου πω, είπε η Κλαίρη στον εαυτό της: «Η Μαρία ετοιμάζεται να ξενιτευτεί προς ανεύρεση καλύτερης τύχης είτε στην Αυστραλία είτε στη γερμανία. Και, ω, του θαύματος στη γερμανία τους προκύπτει ένας πάμπλουτος παππούς με ένα σπίτι παλατάκι που μένει μόνος. Α, τυχερέ παππού! Α, ακόμη τυχερότερη εγγόνα! Ποιος σου έλεγε τις προάλλες, Κλαίρη, για το πόσο απρόβλεπτη είναι η ζωή; ο στρατηγός δεν ήταν; Όταν όμως το έλεγε, μπορούσε να φανταστεί το εύρος του πιο απίθανου σεναρίου στο οποίο θα πρωταγωνιστούσε; Θα το μάθει σε λίγο. ςε πόσο λίγο; ςε λίγες ώρες από τώρα». Η Κλαίρη γυρίζοντας από το Φάληρο μπήκε στο τρυπάκι να υφάνει ολόκληρο σχέδιο προστασίας 170


Υποψίες

για τον χερ ςμιτ. Κάλεσε στο τηλέφωνο έναν γιατρό παθολόγο, οικογενειακό τους κουράντε και του εξέπεμψε σήμα SOS. Του είπε ότι απόψε γύρω στις 7.30-8μ.μ., πρέπει να έρθει σπίτι της, δήθεν όλως τυχαίως να της φέρει κάποια βιβλία που του ζήτησε και επί τη ευκαιρία να τον κεράσει με εκείνη τη φανταστική κρεατόπιτα που έφτιαξε η μάνα της και που αυτός τρελαίνεται γι’ αυτήν κτλ. Το ένα δίωρο, να το ξέρει, θα το θυσιάσει μένοντας μαζί τους -με το αζημίωτο βέβαια και χωρίς... απόδειξη- για να έχει τον παππού υπό τη διακριτική του παρακολούθηση. Να έχει μαζί του μια τσάντα με τα καλύτερα φάρμακα και καρδιοτονωτικά. Με αυτά που ο άνθρωπος θα ακούσει θα μπορέσει να αντέξει; «Αχ, Έρικ, το ςάββατο σου είπα να έρθεις; Ας ήσουν, Θεέ μου, εδώ, σήμερα. Φοβάμαι μόνη μου». Φαίνεται λοιπόν ότι την ώρα που η Κλαίρη έκανε αυτή την ευχή, οι ουρανοί ήταν ανοικτοί και ο Θεός την άκουσε. Είχε φαίνεται και τα κέφια του εκείνη την ώρα και έσπρωξε τον Έρικ κατά Ελλάδα μεριά. «Κοριτσάκι, ήρθα γρηγορότερα. Πειράζει; Δεν άντεχα να περιμένω μέχρι το ςάββατο. Πες μου, σε παρακαλώ, τι συμβαίνει; Να πάρει η ευχή, ακόμη δε διορίστηκα στην ορχήστρα και άρχισα να ζητάω άδειες. Ευτυχώς ο διευθυντής είναι άνθρωπος με κατανόηση». Έτσι η Κλαίρη, έχοντας κτίσει πια, γερά οχυρωματικά έργα, έπαψε να αγχώνεται περισσότερο. Ήταν έτοιμη για τη μεγάλη στιγμή. Πανέτοιμη θα 171


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έλεγα καλύτερα. «Πού είσαι, Έρικ. Έλα να σε καλωσορίσω στο club των κατάπληκτων γνωστών και μέχρι πρότινος αγνώστων μου ανθρώπων. Έχεις ποτέ ακούσει για την ύπαρξη ενός τέτοιου club, Έρικ; Αν όχι, μόλις ΤΩρΑ το έκανες». Και του είπε ό,τι γνώριζε, μα και ό,τι δε γνώριζε, αλλά το φανταζόταν. για τις υποψίες της που επιβεβαιώθηκαν. Και το επιμύθιο: πόσο απρόβλεπτη και διόλου ανιαρή είναι η ζωή μας... Αυτά συνέβαιναν στης Κλαίρης. Τα ίδια και σαφώς σοβαρότερα συνέβαιναν στο σπιτικό της ιφιγένειας. οι τρεις γυναίκες στα πρόθυρα προεμφραγματικής κρίσης. Λένε ότι οι γυναίκες έχουν περισσότερες αντοχές. Άντε και να δούμε αν επαληθευτεί η ρήση. Εντωμεταξύ, η Φιφή να πέσει σε ένα φλας μπακ της ζωής της και να αρχίσει να τακτοποιεί τις αναμνήσεις της που δεν ήταν καθόλου άναρχα τοποθετημένες στη μνήμη της. Αναπολούσε τα χρόνια της νιότης της με μια διάθεση αλλιώτικη απ’ ότι έκανε στο παρελθόν, γιατί το παρόν της ήταν μόνο συγκινησιακό, όχι θλιβερό. «Πώς να είσαι, φτωχή μου αγάπη, άραγε; Χούφταλο σαν εμένα; Ή ακόμη χειρότερα; Όπως και να είσαι πάντως, θα είσαι καλύτερα από το να μην υπάρχεις. Και αν αντέχεις, έχουμε τόσα να πούμε...» σκεπτόταν η Φιφή. Η Έρικα και η Μαρία με συναισθήματα παρόμοια της μιας με της άλλης. Ήξεραν βέβαια για την 172


Υποψίες

ιστορία της μάνας και γιαγιάς τους. Τους την είχε αφηγηθεί εκείνη με όλες τις λεπτομέρειες. Δεν τους είχε κρύψει τίποτα. Επομένως ό,τι ήξερε η Φιφή ήξεραν κι αυτές. Μόνο που ήταν φυσικό η μεν ιφιγένεια να θυμάται τη χαμένη παράξενη αγάπη της, η Έρικα να φαντάζεται έναν πατέρα που δε γνώρισε ποτέ, η δε Μαρία να σιχτιρίζει την τύχη των δικών της που τους έπαιξε ένα τέτοιο παιχνίδι. οι νέοι έτσι δεν κάνουν πάντα; για όλες τις αναποδιές που συμβαίνουν στη ζωή φταίει πάντοτε η τύχη. Εμείς, ποτέ!

173


Ό

πως είχε υποσχεθεί στον στρατηγό, στις 7.20 ήταν η Κλαίρη στο σπίτι του Μαρς ςμιτ, να πάρει τον γερο-παππού του Έρικ. Ψιλοδιαμαρτυρήθηκαν οι άνθρωποι που έφευγε τόσο γρήγορα ο γέροντας. Αλλά έτσι συμβαίνει με ανθρώπους της ηλικίας του. Έτσι και πουν κάτι, δεν αλλάζουν γνώμη με καμιά κυβέρνηση. Είπε 7.30; πάει και τέλειωσε. Φυσικά ο Έρικ junior ήταν εκεί και προθυμοποιήθηκε να τους συνοδεύσει. Καταφανώς δε φάνηκε να έχει πει τίποτα στους δικούς του, προς τιμή του, για τον ξαφνικό του ερχομό. Άλλωστε οι άνθρωποι είχαν πια συνηθίσει τόσο τις απρόβλεπτες εμφανίσεις του γιου τους όσο και τις πολύχρονες απουσίες του. Δεν εξεπλάγησαν λοιπόν, καθώς φάνηκε, καθόλου. Βλέπεις, το αληθινά μεγάλο γεγονός ήταν ο ερχομός του παππού. Αυτό, ναι. Ήταν έκπληξη από τις λίγες και επισκίαζε σα γεγονός οτιδήποτε άλλο. Έφυγαν. «Κλαίρη, καλή μου, τι ώρα λες να αρχίσει η αποψινή μας έρευνα; Ανυπομονώ...» «ςτρατηγέ μου, απόψε δε λέει το πρόγραμμα τίποτα για έρευνες. Λέτε να μη δούμε λίγο τον Έρικ που ήρθε να μας δει; Εξάλλου έχω κάτι να σας πω... Μισό λεπτό. Κτυπάει το κουδούνι. Ποιος να είναι; Δεν περιμένω κανένα». «Α, γεια σου, γιατρέ. Πώς και μας θυμήθηκες; 174


Υποψίες

Ένα μήνα και βάλε έχω να σε δω...» «Την αλήθεια; Χμ, κρεατόπιτα μου μυρίζει! Τηλεφώνησα στη μητέρα σου και μου είπε ότι ένα μεγάάάλο κομμάτι είναι για μένα εδώ, περιμένοντάς με να το καταβροχθίσω. Άντε λοιπόν τι περιμένεις;» Έγιναν οι συστάσεις που ήδη αγενώς είχαν καθυστερήσει για τις ανάγκες της μικρής παράστασης που έδωσαν Κλαίρη και γιατρός, ο οποίος συνεχίζοντας τον ρόλο του, είπε στον Έρικ jounior: «Ώστε εσύ είσαι ο περίφημος βιολονίστας που η δεσποινίς από δω μας έχει φάει τα αφτιά! (γιατρέ μου, λάθος χρόνο χρησιμοποίησες. Είπες έχει, είχε έπρεπε να πεις καλύτερα...). Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω για την τύχη των ορχηστρών μας ςυμφωνικών τε και Φιλαρμονικών; Η κρίση είχε επιπτώσεις πάνω τους;» και μπλα μπλα... και ο γιατρός εντέχνως τον απομάκρυνε από την ομήγυρη, ολοκληρώνοντας την πρώτη σκηνή του ρόλου του. Η Κλαίρη σέρβιρε τον γιατρό και τον Έρικ από ένα μεγάλο κομμάτι λαχταριστής κρεατόπιτας και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί -ο παππούς δεν ήθελεκαι κάθισε δίπλα του. «Μην ανησυχείτε, στρατηγέ μου, για την έρευνά μας. Εγώ, όσο εσείς λείπατε σήμερα, είχα μερικές επαφές, με ευχάριστες εξελίξεις. Θυμάστε τον χθεσινό περιπτερά; Μου τηλεφώνησε λοιπόν και μου έδωσε τις εξής λεπτομέρειες. »Αν πρόκειται για τη δική μας ιφιγένεια και δεν είναι μια απλή ομοιότητα με τη Φιφή της φωτογραφίας σας, η κυρία αυτή ζει κάπου στο Φάληρο, μια κοντινή και όμορφη παραθαλάσσια περιοχή μας, 175


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

με την κόρη της και την εγγονή της. Όταν μου το είπε αυτό ο κυρ-Μηνάς, χάρηκα τόσο πολύ που του υποσχέθηκα γερό πουρμπουάρ παρά τις διαμαρτυρίες του. »Καλέ μου, από συγκινήσεις αντέχετε; Μπορεί τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν να είναι πολύ έντονα. Μη μου πάθετε τίποτα σας παρακαλώ... Έχασα την Έλντα. Μη μου συμβεί κάτι και με σας, δε θα το αντέξω να το ξέρετε. Η ανθρωπότητα θα σας επιπλήξει για το ότι πήρατε στον λαιμό σας μια πιανίστα φαινόμενο... Εσείς, δε θέλετε να συμβεί κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; »Εμείς εδώ στην Ελλάδα ξέρετε, έχουμε ένα τηλεοπτικό κανάλι όπου μία δημοσιογράφος παρουσιάζει μία εκπομπή με υποθέσεις σαν τη δική μας. Την ανεύρεση δηλαδή προσώπων που χάθηκαν τα ίχνη τους για διάφορους λόγους. Είτε γιατί οι ίδιοι το θέλησαν είτε γιατί άλλοι φρόντισαν γι’ αυτό, είτε, είτε... Μπορώ να πω ότι το πρόγραμμα έχει αρκετή τηλεθέαση κυρίως από τους εραστές των μυστηρίων, των εγκλημάτων, του σασπένς. Αν λοιπόν εγώ για λόγους Χ πάψω να ασχολούμαι με το πιάνο, είναι σίγουρο πως εάν απευθυνθώ στην κυρία αυτή τη δημοσιογράφο, θα εκτιμήσει το αστυνομικό μου δαιμόνιο. Θα με προσλάβει αμέσως μόλις μου ζητήσει να δει δείγματα γραφής αρχής γενομένης από την ιστορία μας τούτη, η οποία ειρήσθω εν παρόδω κάνει τις δικές της ιστορίες να ωχριούν, και θα με χρήσει όχι βοηθό της μα συνεργάτη της!!!» «Μικρή μου, τι προσπαθείς να μου πεις τόσην ώρα; Τι συμβαίνει; γιατί αυτή η ακατάσχετη φλυα176


Υποψίες

ρία;» «Νιώθετε καλά, στρατηγέ μου; γιατρέ, καλή η πίτα; Θέλεις άλλη; Καλά. Έλα πρώτα εδώ λίγο. Μπορείς να πάρεις την πίεση του παππού, σε παρακαλώ; Κάτι συζητάμε και έχω τις επιφυλάξεις μου εάν πρέπει να συνεχίσω να του λέω ένα αληθινό παραμύθι». «Ευχαρίστως....» «Ησυχάστε όλα καλά. Εάν το παραμύθι σου έχει κάποιου είδους σασπένς, τότε καλό είναι να δώσω στον κύριο ένα προληπτικό χαπάκι να τον ηρεμήσω, αν και όπως σας βλέπω και τους δύο να μιλάτε, εκείνος που το χάπι το έχει ανάγκη είσαι εσύ, φιλενάδα μου». ο στρατηγός του είπε: «γιατρέ μου, ό,τι πεις. Αν και δε νομίζω να μην μπορώ να αντιμετωπίσω καταστάσεις που εάν επαληθευτούν θα είναι για καλό. Εδώ αντιμετώπισα την "αναχώρηση" της Έλντα μου. Τίποτα δεν μπορεί να με συγκλονίσει περισσότερο». ο γιατρός του έδωσε το χαπάκι και πήγε να συνεχίσει τη δήθεν σοβαρή κουβέντα που είχε ανοίξει με τον Έρικ. «Και τώρα πάλι οι δυο μας, κοριτσάκι. ςε παρακαλώ, συνέχισε χωρίς διακοπές. Τη βρήκες. Έτσι δεν είναι; Και όχι μόνο τη βρήκες, μα της μίλησες κιόλας. Κάνω λάθος;» «Δεν κάνετε λάθος. Έγινε ακριβώς αυτό. Πρόκειται περί μιας όμορφης γηραιάς κυρίας που έχει υποστεί ισχυρό σοκ, όταν της μίλησα για σας, γιατί μια ζωή σας νόμιζε νεκρό». 177


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ςτο σημείο αυτό του διηγήθηκε την ιστορία που της είπε η ιφιγένεια αποκρύπτοντάς του την ύπαρξη παιδιού. «Τα κτήνη, τα θηρία τα αδίστακτα. Και περιμέναμε, με τέτοια ανθρωποειδή να κυβερνήσουμε τον κόσμο!» είπε ο γέροντας πνιγμένος στην οργή. «Και ο άντρας της;» «Δε μου μίλησε για άντρα, μα ούτε και εγώ τη ρώτησα. Χερ ςμιτ, να σας πω την αλήθεια, όταν είδα την κόρη της και άκουσα το όνομά της, σοκαρίστηκα, αν και είχα τις υποψίες μου ότι και κάτι άλλο έπαιζε. Ξέρετε πως τη λένε την εξηντάχρονη κόρη της Φιφής;... Έρικα, στρατηγέ μου, και σας μοιάζει φοβερά... Τόσο αυτή όσο κα η Μαρία η εγγονή της Φιφής και δική σας, γλυκέ μου παππού!» «Θεέ μου, Θεέ μου», σιγοψιθύρισε ο αιωνόβιος σχεδόν άνθρωπος. «Τώρα τα ξέρετε όλα. Προσπαθήστε μόνο λίγο να χωνέψετε τα όσα σας είπα. γιατί, αν τα κατεβάσετε αμάσητα, δεν εγγυώμαι την καλή σας πέψη». «γιατρέ, πάλι μια πίεση και ό,τι άλλο θεωρείς καλό. Το παραμύθι έφτασε στο "και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς... (αυτό είναι που θέλω να φροντίσεις) καλύτερα"». οι τρεις γυναίκες είχαν ειδοποιηθεί. Ανάλογα πώς θα ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα του, θα εξελισσόταν και η όλη ιστορία. Μα σαν ήρθε το πρωί η Κλαίρη τις πήρε τηλέφωνο και τις παρακάλεσε, αν ήταν μπορετό να έρχονταν 178


Υποψίες

εκείνες στο σπίτι της. Θα έπρεπε ο στρατηγός να μην είχε περάσει μια τόσο εύκολη νύχτα με τα όσα έμαθε από την Κλαίρη, παρά τη βοήθεια του γιατρού. Τους είπε ακόμη ότι ο δικός της ο ρόλος σταματούσε εδώ. ο παππούς σε τρεις τέσσερις μέρες θα έφευγε και αυτήν την ίδια την περίμενε τόσο βαρύ πρόγραμμα που η συγκλονιστική ιστορία που έζησε τις ημέρες τούτες θα έμοιαζαν με ευχάριστο διάλειμμα. Καθένας με τα ντέρτια του, όπως έλεγε η γιαγιά της. Αν δε διέθεταν μεταφορικό μέσον, μπορούσε να έρθει να τις πάρει ο εγγονός του παππού ο Έρικ junior. Το προτιμούν; Πολύ καλά. «Θα έρθετε, θα γνωρισθείτε και θα... αναγνωρισθείτε όλοι και μετά θα πάμε για φαγητό, καλεσμένοι δικοί μου, κάπου έξω. γνώμη μου είναι ότι έτσι θα αποφορτιστεί το κλίμα ευκολότερα. ςυμφωνείτε;» Η μεγάλη ημέρα της αντάμωσης είναι κάτι σαν το τέλος του "ταξιδιού". ςα να έφτασαν στην ιθάκη τους. Ωραίο άσχημο το ταξίδι τους δεν έχει σημασία. Το σπουδαίο είναι ότι σε τούτη ειδικά την περίπτωση η "άφιξη" ήταν όμορφη. Από εδώ και ύστερα ένα άλλο ταξίδι αρχίζει για όλους. Πώς θα καθίσουν στο τρένο, στο πλοίο στο αεροπλάνο; ςτο παράθυρο; ςε θέση εσωτερική; Πρώτης κατηγορίας; κατάστρωμα, τουριστική; Ανάλογα με τις ανάγκες του ο καθένας και τις δυνατότητές του. Κάπου στη συνέχεια του βιβλίου θα τους ξανα179


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

συναντήσουμε ίσως όλους και τον καθένα χωριστά. Τώρα, καιρός είναι να πάρουν τη σκυτάλη άλλοι, όπως ο ςπύρος, ο συνθέτης ας πούμε. Τι σου είναι όμως και η έμπνευση. Είχε μπροστά του μια στοίβα χαρτιά με πεντάγραμμα και μια νότα γραμμένη πάνω τους δεν υπήρχε.

180


ο

ςπύρος δεν ήταν από τους συνθέτες εκείνους που συνέθεταν όντες απελπισμένοι, δυστυχισμένοι, απαξιωμένοι αποθαρρημένοι. Έγραφε για τον έρωτα την αγάπη, την ομορφιά, τη χαρά της ζωής. Μέχρι τώρα αυτές ήταν οι λέξεις από τις οποίες αντλούσε έμπνευση, λέξεις σε συσκευασία μιας, που είχε δικό της όνομα: Κλαίρη. Ήταν χαρούμενος και μόνο σαν την έβλεπε. Ήταν ευτυχισμένος όταν συνεργάζονταν. Είχε ελπίδα όταν του έλεγε όμορφα λόγια για τη μουσική του και αυτός, με έναν αποκλειστικά δικό του μεταφραστή, τους έδινε μια ερμηνεία αλλιώτικη, ήταν σαν τα λόγια αυτά να τα έλεγε για εκείνον. Ζούσε, υπήρχε, όταν ήταν κοντά της έστω και σαν συνεργάτης. Και έγραφε, έγραφε για εκείνη. Μα τώρα, εδώ και καιρό εκείνη είχε εξαφανιστεί. Δεν τον είχε πάρει ούτε ένα τηλέφωνο να του πει ένα «γεια». Όσο καιρό προετοίμαζαν την εμφάνισή της με το κοντσέρτο του, είχε συνηθίσει τις πολύωρες συζητήσεις τους είτε από τηλεφώνου είτε δια ζώσης και ήλπιζε κάποια στιγμή να τον δει και με ένα καινούριο βλέμμα, πιο προσωπικό, που θα τον έκανε τον ευτυχέστερο των θνητών. Τις εβδομάδες στη ζούγκλα του Αμαζονίου νόμιζε ότι βρίσκονταν στον Παράδεισο. 181


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και εκείνη η αγκαλιά... Α, εκείνη η αγκαλιά! Πόσα δισεκατομμύρια φορές την έφερε στη μνήμη του. Μα γιατί εξαφανίστηκε έτσι; Τι έφταιξε; Έκανε αυτός κάτι που είχε σαν αιτία την απομάκρυνσή της; Ας του το έλεγε. 0τιδήποτε προερχόταν από εκείνη δεκτό χωρίς αντίρρηση, εκτός από την απουσία της. Αυτή ήταν που ο ςπύρος δεν άντεχε. «Τελικά, φίλε, είσαι αθεράπευτα ερωτευμένος» έλεγε στον εαυτό του. «Μόνο που βαδίζεις με βήμα ταχύ προς την καταστροφή σου. Μη και δεν το βλέπεις; Αφού δε σε θέλει, άνθρωπέ μου, δηλαδή τι πρέπει και καλά να κάνουμε; Δεν το ξέρεις ότι έχει μάτια μόνο για τον γερμανό της; Έτσι δεν είναι, μπούφε μου, η ζωή; Άλλοι κερδίζουν τον πρώτο λαχνό και άλλοι ούτε ένα απλό "ξυστό". γνωστές οι αμπελοφιλοσοφίες σου, κατακαημένεεεε!» Και κάποιο πρωινό μιας κάποιας Κυριακής, καθώς έβλεπε στη δημόσια τηλεόραση τη Φιλαρμονική του Βερολίνου, αντικρίζει τον Έρικ στη θέση του Πρώτου Βιολιού της ορχήστρας. Η μετάδοση ήταν live. Και ο ςπύρος τρελάθηκε. «ο Έρικ είναι αυτός. Δεν κάνω λάθος. Επομένως δεν είναι στην Αθήνα και άρα δεν είναι αυτός που με την παρουσία του εμποδίζει τον χρόνο της Κλαίρης και για τις τυπικές ακόμη κοινωνικές της επαφές. Τότε;» Αποφάσισε να ψάξει να τη βρει. ςαν τι χειρότερο μπορούσε λες να πάθει; ούτως ή άλλως, φανερά τον είχε απαξιώσει με το να μην επικοινωνεί μαζί του. Απλά μία επιπλέον απόρριψη θα ήταν και τούτη, αν απέφευγε να του μιλήσει... 182


Υποψίες

«Θεέ και Κύριε! Κλαίρη, είσαι εσύ; Πού πας, κορίτσι μου, τέτοια ώρα νυχτιάτικα, φορτωμένη με τόσα βιβλία αγκαλιά;» «γεια σου, ςπύρο. Πού πάω; Καλά, έχεις χάσει πολλά επεισόδια από τη ζωή μου. Φροντιστήριο μαθηματικών και αρχαίων πηγαίνω κάθε βράδυ 911 για τις εξετάσεις μου για το απολυτήριο λυκείου που τις άφησα για τον ςεπτέμβριο. Ένας μήνας μου μένει μόνο να διαβάσω ό,τι δε διάβασα μια ολόκληρη χρονιά. Ένας μήνας από τους πιο ανιαρούς της ζωής μου, που να πάρει.» «Και καλά, κορίτσι μου, πρέπει να πηγαίνεις τόσο αργά και μέσα στις ερημιές;» «Τι να κάνω; Αυτές τις ώρες μπορούσε ο φροντιστής μου». «Επίτρεψέ μου τουλάχιστον να σε συνοδεύσω και να πάρω από τα χέρια σου κανένα βιβλίο. Πώς καταπονείς, κοριτσάκι, έτσι τα πολύτιμα χεράκια σου; Κλαίρη, είχα κατά νου να σου τηλεφωνήσω να σε ρωτήσω, είναι ο δικός σου, ο Έρικ εννοώ, στη Φιλαρμονική του Βερολίνου; Νομίζω ότι τον πήρε το μάτι μου στην τηλεόραση τις προάλλες. Μπορεί όμως να κάνω και λάθος... Είναι καλά;» «Απ’ ό,τι ξέρω ναι. Και ναι, αυτός είναι στη Φιλαρμονική». «Απ’ ό,τι ξέρεις;...» «Ναι. Περισσότερα μη με ρωτήσεις, δεν ξέρω. Με τον Έρικ δεν είμαστε πια ζευγάρι εδώ και μήνες. Χωρίσαμε, ςπύρο. Κάποια στιγμή, αν θέλεις, σου λέω τους λόγους. Όχι όμως τώρα να χαρείς. Με περιμένουν δύο ανιαρές ώρες με Μαθηματικά και Αρ183


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

χαία. ουφ, να περάσει αυτός ο μήνας να πάρω το απολυτήριο, γιατί για να ξαναδιαβάσω για το ερχόμενο έτος, αποκλείεται. γεια σου, ςπύρο, σε ένα μήνα από τώρα που ο εφιάλτης μου θα έχει τελειώσει, πάρε με να βρεθούμε. Ειλικρινά θα χαρώ να τα πούμε ξανά μετά από τόσο καιρό. Μου έλειψε η παρέα σου και το ξέρεις». Θα ήθελε να της πει «όχι, Κλαίρη μου, δεν το ήξερα, τώρα το μαθαίνω. Άραγε εσύ το ξέρεις πόσο τρελά ερωτευμένος είμαι μαζί σου και έτσι θα είμαι σίγουρα δια βίου; Αν το μάθεις, θα το βάλεις στα πόδια; Το ξέρεις πως είσαι η μοίρα μου, η μούσα μου, η ελπίδα μου, η ζωή μου; Δεν το ξέρεις. Καιρός λοιπόν να το μάθεις. Α, και να ήξερες πόσο ευτυχισμένο με έκαναν τα λόγια σου απόψε... Κλαίρη μου, θα τολμήσω να αρχίσω να ελπίζω. ο άνθρωπος για μια ελπίδα ζει. Να είσαι καλά που την ελπίδα αυτή μου την έδωσες απόψε...» Και τα χαρτιά με τα πεντάγραμμα μπροστά του άρχισαν να γεμίζουν με μαγικές πρωτάκουστες μελωδίες, που θα έκαναν πάλι τον κόσμο της λεγόμενης κλασικής μουσικής να μιλάει ξανά γι’ αυτόν, με λόγια θερμά, να τον επαινεί και να τον χαρακτηρίζει σαν το λαμπρό αστέρι που θα λάμψει όχι μόνο στον ελληνικό ουρανό μα στο διεθνές στερέωμα. ο ςπύρος άκουγε τα λόγια αυτά που λογικό ήταν να τρέφουν τον ναρκισσισμό του καλλιτέχνη, αλλά με τον εαυτό του μιλώντας ενώπιος ενωπίω, έλεγε «Κόσμε, που με θαυμάζεις μάθε τούτο μόνο: Είμαι ναι, καλός μουσικός. Μεγάλο όμως μουσικό με κάνει εκείνη. Χωρίς αυτήν είμαι ένας μουσικός, όπως χι184


Υποψίες

λιάδες στον κόσμο. Αν κάποιον πρέπει να θαυμάζετε είναι εκείνη που μπορεί το τίποτα να το κάνει κάτι. Το κάτι να το κάνει πολύ. Το μέγα να το κάνει μέγιστο. Και το μέγιστο, ουράνιο. Αυτή έχει τη δύναμη, αυτή γεννά το τέλειο, το άριστο, το παν. Θα ευχόμουνα σε αυτό το σύμπαν που γεννά, να ήμουν ένα τόσο δα μικρό μόριο που να μπορεί να ακουμπάει πάνω του τη φιλία της για μένα, και αν είμαι τυχερός, την αγάπη της». Τον μήνα που ακολούθησε, ο ςπύρος έγινε η μακρινή σκιά της. Τη συνόδευε κάθε βράδυ, χωρίς να κάνει αισθητή την παρουσία του. Εκείνη ίσως και να τον είχε αντιληφθεί. Δεν το έδειξε όμως. για εκείνον ήταν αρκετό να τη βλέπει από μακριά, να αναπνέει τον ίδιο με αυτήν αέρα σε λίγα μέτρα απόσταση απ' αυτόν. οι δύο ώρες αυτές ήταν το μόνο του διάλειμμα της ημερήσιας δουλειάς του. Την "πήγαινε" στο μάθημα, την περίμενε, την "γύριζε" σπίτι της και έπεφτε κι αυτός να κοιμηθεί σχεδόν ευτυχισμένος. ο μήνας αυτός ήταν ένας από τους ωραίους μήνες της ζωής του! Ένα πρωί του οκτώβρη που τίποτα δε θύμιζε αρχή φθινοπώρου, γιατί είχε τη γλύκα ενός καλοκαιριού που σβήνει αφήνοντας πίσω του την κάψα και την άπνοια, κτυπάει το τηλέφωνο στο δωμάτιο του ςπύρου. ο φτωχός ο μουσικός δε θυμάται να είχε ζήσει ποτέ ωραιότερο ξύπνημα. «ςπύρο, εγώ είμαι. ςε ξύπνησα και σου ζητάω συγγνώμη, μα να ξέρεις είσαι ο πρώτος που του το 185


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αναγγέλλω το ευχάριστο νέο. ςπύρο, το πήρα. Το απολυτήριό μου ντε. Το τι βάρος έφυγε από πάνω μου δε φαντάζεσαι. Άκου. Μην ετοιμάσεις πρωινό. ςήμερα κερνάω εγώ και πρωινό και γεύμα. ςε περιμένω σε μισή ώρα στο καφενεδάκι που είναι κοντά στο Ωδείο. Κοίταξε να μην αργήσεις, σε παρακαλώ. Φιλάκια». Πώς ένας σκηνοθέτης μιας ταινίας βάζει ορισμένες σκηνές να παίζονται σε μεγάλη ταχύτητα θέλοντας να υπογραμμίσει, να τονίσει μάλλον, ένα γεγονός που η βιασύνη του έχει ιδιαίτερη σημασία, ε, κάπως έτσι ας φανταστούμε τον ςπύρο να προσπαθεί να πλυθεί, να ντυθεί και να φύγει, για να μην την κάνει να περιμένει... Εκτός του ότι τέτοια χοντράδα δε θα την έκανε ποτέ σε μια γυναίκα, πόσο μάλλον που η συγκεκριμένη, η σημερινή, είναι η γυναίκα της ζωής του. Fast motion, λοιπόν, η σκηνή και μπορούμε να φανταστούμε τον τρελό ερωτευμένο να ελέγχει για δέκατη φορά ότι έβαλε τις σωστές κάλτσες και όχι μια πράσινη και μια κίτρινη, τα σωστά παπούτσια, αν το πουκάμισο είναι το φρεσκοσιδερωμένο του και αν το παντελόνι του δεν είναι εκείνο που ο λεκές από μελάνι δεν έφυγε ούτε στο καθαριστήριο που το πήγε. Έφευγε και ξαναγύριζε να ελέγξει αν τελικά έστρωσε εκείνη η τούφα από τα ατίθασα δακτυλίδια των μαλλιών του που του πέταγε μετά το γρήγορο ντους που έκανε. Όταν βεβαιώθηκε ότι όλα είναι καλά, έκλεισε το μάτι του στον καθρέφτη λέγοντας «Ευχήσου μου, 186


Υποψίες

ρε φίλε μου, καλή αρχή». γιατί, είχε την αίσθηση, ή μάλλον την προαίσθηση, ότι σήμερα θα άρχιζαν όλα. Και πράγματι σήμερα θα γινόταν μια πολλά υποσχόμενη αρχή. Μπράβο, στο αγόρι μας, μπράβο. ςυνάντησε μια Κλαίρη χαρούμενη, ζωηρή, γεμάτη ζωντάνια. «ςπύρο μου, το πιστεύεις; Είμαι ελεύθερη, ελεύθερη να ασχοληθώ με πράγματα που αγαπώ που είμαι ταγμένη να κάνω. Τέρμα η ανία, ο καταναγκασμός. Το Παρίσι με τους αγαπημένους μου Ζεράρ και Λουίζ με περιμένει». (Τώρα τι το ήθελες αυτό, κοπέλα μου; Δε βλέπεις τον άνθρωπο πώς αμέσως μαράζωσε;) «Θα πέσουμε με τα μούτρα στη δουλειά που αγαπάμε. Θα κάνουμε σχέδια, θα δίνουμε ρεσιτάλ σε όλο τον κόσμο. Θα...» (Κλαίρη, σταμάτα. ο άνθρωπος είναι έτοιμος να βάλει τα κλάματα. ςκάσε επιτέλους και λίγο. Λυπήσου τον). «Και δε μου λες, ςπύρο; Εσύ; Τι λες να κάνεις εσύ;» «Εγώ, λέω να καθίσω εδώ μόνος μου και να κλαίω τη μοίρα μου. Αυτό λέω». «Και αντί να το κάνεις αυτό, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου;» ο ςπύρος δεν κατάφερε να κρατηθεί στη θέση του. Πετάχτηκε επάνω. «Πρόσεξε. Αυτό που είπες τώρα δα, δεν το είπες για πλάκα έτσι; Δε μου παίζεις χοντρό παιχνίδι, καρδούλα μου; Το είπες αλήθεια;» 187


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Μα και βέβαια, βρε κουτό. Ξέρεις πόσες φορές το έχουμε συζητήσει με τη Λουίζ; ο Ζεράρ στο management. Η Λουίζ, δασκάλα και γενική εποπτεύουσα. Εσύ ο συνθέτης. Και εγώ ο ταπεινός εκτελεστής. Ένα κουαρτέτο σαν εταιρία, με συμβόλαια με σφραγίδες. ςε συμβολαιογράφο θες; ςε δικηγόρο θες; Ό,τι θέλεις. Λέγε θέλεις;» Και το παλικάρι πια δεν άντεξε. Άνθρωπος ήταν, με νεύρα, με σάρκα άντε και κόκκαλα φτιαγμένος. Την άρπαξε στην αγκαλιά του εκεί μέσα στον κόσμο και τη φίλησε στο στόμα με ένα φιλί που το φαντάστηκε χιλιάδες φορές να της το δίνει, μα που ούτε μια φορά μέσα σε αυτές τις χιλιάδες φορές δεν είδε τον εαυτό του να της το δίνει μπροστά σε τόσους θεατές που τους άκουγε αμυδρά να χειροκροτούν και να κτυπούν με τα κουταλάκια τους τα ποτήρια του φραπέ τους και να φωνάζουν «να ζήσετε, να ζήσετε». «Κλαίρη, θα σου πω κάτι. Είσαι η πανέμορφη καλή μου νεράιδα. Κατευθύνεις τη ζωή μου κατά πώς εσύ θέλεις και εγώ σε ακολουθώ. Αγάπη μου, πόσο πολύ σε αγαπώ να ήξερες μόνο! Ειλικρινά, δε θέλω να σε τρομάξω, αλλά θα σου το πω. Με σένα δίπλα μου νιώθω να φουντώνει μέσα μου η δημιουργία, να ξεχειλίζει. Χιλιάδες ιδέες νέες ξεπηδούν από μια πηγή αστείρευτη και με κατακλύζουν. Μα όταν δε σε έχω ή δεν μπορώ να σε δω, όλα αυτά παγώνουν, νεκρώνουν, χάνονται. Μπορείς, Κλαίρη, να καταλάβεις για τι πράγμα μιλώ; Πριν δύο λεπτά με έχρησες βασιλιά. Και με ανέβασες στον μεγαλύτερο θρόνο του πλανήτη. Η ζωή μου στα χέρια 188


Υποψίες

σου. Ακούγεται ολίγον μελό. Μα σου το ορκίζομαι, στη χαρίζω και κάνε την ό,τι θες». Ήταν τόσο γλυκά αυτά τα χιλιοειπωμένα και τετριμμένα λόγια, ειπωμένα και από εκατομμύρια ερωτευμένων ανθρώπων πριν από αυτόν, που τα μάτια της βούρκωσαν. Άπλωσε το χέρι της, έπιασε το δικό του απαλά. «ς’ αγαπώ κι εγώ μωρό μου. ς’ αγαπώ πολύ». (Και γιατί δεν του το έλεγες του Χριστιανού, κορίτσι μου; Είχες αμφιβολίες για τα αισθήματά του; Μη και δεν τον αισθανόσουν όλο τον μήνα της ανίας σου, πως σου έκανε εκ του μακρόθεν παρέα, διακριτικά και ένιωθες ασφάλεια; Μη και δεν άκουγες τα μουσικά ερωτόλογά του τα τόσο εύγλωττα μέσα από τις υπέροχες συνθέσεις του; Δεν ήσουν έτοιμη να του δείξεις το ενδιαφέρον σου μετά από εκείνη τη μαγική αγκαλιά τότε στη ζούγκλα; Μετά; γιατί πάγωσες;). Και εκείνη συνέχισε «ς’ αγαπώ, αλλά ήθελα τη φορά αυτή να είμαι απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό που λέω». Έφυγαν από το καφέ αγκαλιασμένοι και έτσι αγκαλιασμένοι περπατούσαν άσκοπα στους δρόμους. Αν αυτό δε λέγεται ευτυχία, ας μας πει κάποιος τι περισσότερο είναι "ευτυχία". Ευλογημένοι όσοι την ένιωσαν. Ευλογημένοι που τους δόθηκε και που την ανταπέδωσαν.

189


ς

τη Νυρεμβέργη τα πράγματα ακολουθούσαν έναν φυσιολογικό δρόμο, θα λέγαμε. ο στρατηγός μη θέλοντας να ζήσει σε ένα σπίτι με άλλες γυναίκες που θα έπαιρναν τη θέση της Έλντα του, το δώρισε στην εγγόνα του να ζήσει με τον άντρα της (παντρεύτηκε τον καλό της εκεί στη γερμανία). οι δύο τους στην αρχή έζησαν σε ένα τμήμα του, γιατί ήταν τεράστιο και το μεγαλύτερο μέρος του το διαμόρφωσαν σε Νηπιακό ςταθμό που ήταν υπέροχος. Έμπειρες νηπιαγωγοί η Έρικα και η Μαρία διαμόρφωσαν τον χώρο για νήπια τόσο γερμανών μα και ξένων εθνικοτήτων. ο κήπος του, τεράστιος και αυτός, έγινε μία απίθανη παιδική χαρά. ο τρόπος λειτουργίας του άριστος και η στελέχωσή του με νηπιαγωγούς ικανούς, έκανε το νηπιαγωγείο γρήγορα ένα πρότυπο εκπαιδευτήριο προσχολικής αγωγής, που η φήμη του γρήγορα εξαπλώθηκε στον χώρο, σε σημείο, που για να μπει ένα παιδί, αυτό γινόταν κατόπιν αιτήσεως και κλήρωσης που ακολουθούσε λόγω της μεγάλης προσέλευσης μαθητών. Εκ των πραγμάτων αναγκάστηκαν να διαθέσουν όλο το οίκημα στην υπηρεσία του Νηπιακού (όχι βρεφονηπιακού) ςταθμού. ο παππούς διέθεσε για τη Μαρία του, που τη λάτρεψε, ένα άλλο του σπίτι πολύ κοντά στο νηπιαγωγείο. ςτη γερμανία λοιπόν, με λυμένο το στεγαστικό 190


Υποψίες

και το βιοποριστικό αλλά και το συναισθηματικά οικογενειακό θέμα, είχαν τη μεγάλη πολυτέλεια της ενδοσκόπησης και γενικά να ασχοληθούν μα τον εαυτό τους, πράγμα ξεχασμένο εδώ και χρόνια λόγω των τεράστιων προβλημάτων που έπληξαν την ανθρωπότητα και ειδικότερα την πατρίδα τους. ο γέροντας με την ιφιγένεια και την κόρη τους, έμεναν σε ένα μεγάλο καινούριο διαμέρισμα πολυκατοικίας νεόκτιστης, με κομφόρ περισσότερα απ’ ό,τι διέθετε το παλιό αρχοντικό. Και αυτά τα κομφόρ τα είχαν απόλυτη ανάγκη οι δύο υπερήλικες αλλά και η Έρικα, που και αυτή ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Το σπίτι στο Φάληρο το κράτησαν. Και μόλις τους έπιανε ο νόστος, τους περίμενε φιλόξενο και οικείο. Η διαθήκη του παππού για πολλοστή φορά άλλαξε. Δεν έμεινε κανείς δυσαρεστημένος, ώστε να επέλθουν έριδες μεταξύ των κληρονόμων. ο παππούς έκανε δίκαιες και σοφές μοιρασιές. Ακόμα άντεχε. οι συγγενείς του οι πιο άμεσοι (οικογένεια του γιου του) "κράταγαν και μικρό καλάθι" εδώ που τα λέμε, γιατί δεν ήταν σίγουροι για το τι τους επεφύλασσε η ζωή. Και ποιος το ξέρει άλλωστε. Μα αυτοί είχαν και έναν λόγο παραπάνω να πιστεύουν κάτι τέτοιο, γιατί δεν τους συνέβησαν και λίγες ανατροπές (ιδέ Κλαίρη, ιφιγένεια και λοιπές συγγένισσες εξ αίματος). Κανείς ποτέ δεν ξέρει λοιπόν. Η οικογένεια διευρύνθηκε πολύ και με μια καινούρια διεύρυνση να ελλοχεύει ευχάριστα, έτοιμη να σκάσει μύτη. Η ιφιγένεια, όπως έγινε και λίγο πριν με την Κλαίρη, μπορεί να μη συμφιλιώθηκε πλήρως με 191


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αυτό που λέμε γερμανία και γερμανός, αλλά τουλάχιστον έφυγε εκείνο το μίσος που ένιωθε εξαιτίας όλων των δεινών που υπέστη, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σαν Ελληνίδα η πατρίδα της. Αυτός ο γλυκός γέροντας και η εξίσου γλυκιά συμβία του, η Έλντα, αρκετό καιρό πριν γεφύρωσαν το χάσμα που είχε ανοίξει ένας φρικτός πόλεμος. οι νεότερες γενιές, η Μαρία και ο άντρας της, όπως συνήθως γίνεται, λίγα πράγματα ήξεραν (ή δεν ήθελαν να ξέρουν) για το τι τράβηξαν οι δικοί τους. Απολάμβαναν τώρα αγαθά ξεχασμένα από τους Έλληνες συμπατριώτες τους. Αγαθά που τους πρόσφερε η γερμανική γη σα για να τους αποζημιώσει... ο γερο-στρατηγός, ευτύχησε να κρατήσει στην αγκαλιά του τα δίδυμα δισέγγονά του τον Έρικ και την Έλντα. Μια ακόμη μεγάλη χαρά και συγχώρεση που του έδινε η γαλανή πατρίδα της ιφιγένειάς του. Η υποψία όμως είναι ένα μικρόβιο ύπουλο, όπως όλα τα μικρόβια άλλωστε, αλλά και δηλητηριώδες, που έτσι και εγκατασταθεί εκεί κάπου στον εγκέφαλό σου παίρνει γρήγορα διαστάσεις γιγαντισμού και από απειροελάχιστο που ήταν όταν γεννήθηκε, εξαιτίας της καθημερινής τροφοδοσίας του με υπερβολική δόση φαντασίας και φθόνου, παίρνει γρήγορα διαστάσεις σχεδόν ανεξέλεγκτες. Αυτό ακριβώς συνέβη στον εγκέφαλο του Λου. Περίεργο. ο Λου, ο μικρότερος αδελφός του Έρικ, ήταν ένα παιδί καλόβολο, έξυπνο, χαριτωμένο που αγαπούσε την οικογένειά του και τους παπ192


Υποψίες

πούδες του. Ένα παιδί τρυφερό και αρκετά εκδηλωτικό. Λεπτομέρειες για τη ζωή του στρατηγού την εποχή της γερμανικής Κατοχής δεν ήξερε και αυτά που τους είπε πριν λίγο καιρό ο Έρικ, τον άφησαν κατάπληκτο. Όπως ξαναείπαμε, οι νεότερες γενιές είτε κατακτητές είναι είτε κατακτημένοι δεν εντρυφούν σε βάθος στην ιστορία για να μάθουν λεπτομέρειες. Αν που και που συμβεί αυτό, γίνεται από πλευράς των υποδουλωμένων και έτσι υποδαυλίζεται η έχθρα τους προς έναν λαό που τόσο άδικα είχε βασανίσει προπαππούδες και παππούδες τους. Η ιστορία μιας χώρας διαβάζεται με ενδιαφέρον και υπερηφάνεια, μόνο όταν περιγράφει ανδραγαθήματα και κατορθώματα. Όταν σε κάνει να ντρέπεσαι για τον κανιβαλισμό των προγόνων σου, εθελοτυφλείς, δε θέλεις να μαθαίνεις, το αποφεύγεις σαν τις αμαρτίες σου. Έτσι έκανε και ο Λου. γι’ αυτό και δεν μπορούσε να καταλάβει τον παππού του για τη συμπάθεια που έδειξε για την "γκόμενα" του Έρικ πριν λίγο καιρό και τη διασπάθιση της κληρονομιάς σε νέους μουστερήδες με τους οποίους ο παππούς είχε δεσμούς αίματος λέει... «ςκατά δεσμούς είχε. Λίγοι είναι εκείνοι που ξεφουρνίζουν κάθε τόσο παρόμοιες ιστορίες σαν και αυτήν της Φιφής; (άκου Φιφή!) Και καλά η Φιφή υπήρξε γκόμενα του παππού του. Και πού ξέρουμε αν το παιδί και τα εγγόνια του παππού, είναι δικά του; Μοιάζουν, λέει, με τον παππού! Ωραία. Και μένα μου λένε ότι μοιάζω με τον Μπραντ Πιτ, τι σημαίνει αυτό; Ότι μπορεί να είμαι ένα μπάσταρδο 193


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

του πατέρα του, όταν κάποτε πέρασε βιαστικά από την Αθήνα και άφησε τη σφραγίδα του στη μάνα μου χωρίς να το πάρει πρέφα ο πατέρας; Αι σιχτίρ λοιπόν...» Και ο Λου άρχισε να θυμώνει και να μην μπορεί να ελέγξει την κακία που γεννήθηκε μέσα του και που ήταν ένα συναίσθημα το οποίο για πρώτη φορά αισθανόταν στη ζωή του. ςτην αρχή δεν εξομολογήθηκε σε κανέναν τις υποψίες του. Όταν γεννήθηκαν όμως και τα δίδυμα Έρικ και Έλντα, άρχισε να χάνει από τα πόδια του την μπάλα. «για δες, φίλε μου, θράσος», έλεγε στη μάνα του κυρίως, η οποία χμ πώς να το κάνουμε, δεν ήταν και τόσο fan με τις αποφάσεις που έπαιρνε ο πεθερούλης της χωρίς να υπολογίσει κανέναν. ςτον σύζυγό της δεν έλεγε ποτέ τίποτα. Να όμως τώρα που στο πρόσωπο του μικρού της γιου βρήκε έναν σύμμαχο στις αρνητικές σκέψεις που έκανε για τον αγέρωχο πεθερό της. Τον άκουγε λοιπόν χωρίς να του κόβει την κουβέντα με το μαχαίρι, που λένε. Μα δεν ήταν αυτό σημάδι συναίνεσης; Άρα είχε ενθάρρυνση ο μικρός. Το παλικάρι φως φανάρι πως υπέφερε. Τα συζητούσε με τον εαυτό του, μα ο εαυτός μας δεν είναι πάντοτε καλός σύμβουλος. Αγρίευε. Μα τι τον πείραζε τόσο πολύ; Η μοιρασιά της περιουσίας; Όχι. Αυτό δεν τον ένοιαζε καθόλου. οι γονείς του ήταν εύποροι άνθρωποι και αυτός ο ίδιος δεν είχε βλέψεις στην περιουσία του παππού του. Άλλωστε αυτά που προσωπικά κληρονομούσε 194


Υποψίες

δεν ήταν καθόλου λίγα, κάθε άλλο μάλιστα. «Τότε, Λου; Τι είναι; Αφού δεν είναι απληστία. Τότε; Τι είναι, Λου;» Παραδέχτηκε ότι ζήλευε που έβλεπε τον ατσαλάκωτο, τον υπερήφανο και αγέρωχο παππού να γίνεται χαλί να τον πατήσουν, δύο μωρά μυξιάρικα, κλαψιάρικα και δεν είχε μάτια παρά μόνο γι’ αυτά. Ζήλεια λοιπόν. Άλλο φαρμακερό φίδι στον κόρφο του να το τρέφει να το γιγαντώνει να απειλεί να τον πνίξει σε ένα θανάσιμο εναγκαλισμό μαζί του. «Μα για στάσου, φιλαράκο, αν δηλαδή τα "μυξιάρικα", όπως λες τα διδυμάκια, ήσουν βέβαιος ότι ήταν πραγματικά δισέγγονα του παππού, πάλι τα ίδια συναισθήματα θα είχες; Μπορείς να μας πεις;» «Μπορώ. Μα τα μωρά, επιμένω, δεν είναι δικά του. Αν ήταν, θα μου το έλεγε το ένστικτό μου (σημ. άκου τώρα ο άνθρωπος τι βρήκε να πει). ςτην απίθανη περίπτωση που έχουμε το ίδιο αίμα και βέβαια θα το έβλεπα το θέμα από άλλη σκοπιά...» «Μα καλά, εσύ είσαι και ντιπ για ντιπ ντουβάρι. Η μάνα σου όμως που σε ακούει να λες τέτοιες παπαριές, δε σου λέει κάτι απλό; Έχεις ακουστά για το DNA;» «Έχω. Και λοιπόν; Τι να κάνω; Να πάω να πω στον παππού για τις υποψίες μου; Όχι μόνο θα με αποκληρώσει, μα θα μου κόψει και την καλημέρα. Υπάρχει ένας τρόπος να γίνει αυτό ερήμην του; Λίγες τρίχες από τη χτένα του και λίγες των νηπίων από τη δική τους αρκούν; Αν ναι, δεν έχω παρά να πάω το ςάββατο στη Νυρεμβέργη. Τι λες;» «Κάνε ό,τι θες...» 195


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και ο Λου το είπε και το έκανε. Δεν κρατιόταν άλλο. Το εγχείρημά του δε φάνταζε διόλου δύσκολο. Δύο μικρά πλαστικά φακελάκια με μια ετικέτα πάνω τους το καθένα: «παππούς», «μωρά». Δε θα άφηνε να φανούν οι υποψίες του. ούτε η απέχθειά του για τους φίλους του παππού. Ακούς; "φίλους", όχι συγγενείς. Φ-ί-λ-ο-υ-ς. Όχι παιδιά και εγγονο-δισέγγονα. ςτην Αθήνα ήταν μόνο αυτά και ο γιος του ο Μαρς και τα εγγόνια του, ο Έρικ και ο Λου. ουδείς άλλος. Χάρηκε που είδε τον παππού του και μάλιστα ανανεωμένο. Μια δεκαετία νεότερο τον βρήκε και του το είπε. «Μωρέ, μπράβο, Φιφή, ή όπως διάβολο αλλιώς σε λένε. Μπράβο και σε όλο το βρωμόσογό σου. οφείλω να στο αναγνωρίσω» μουρμούρισε. «Κάνατε καλό rectifier στον στρατάρχη μας και χαλάλι σας που τρώτε και που πίνετε σε βάρος των κορόιδων. Αλλά μέχρι εκεί. Μέχρι εκεί. Το ακούς, Έρικα, η κορούλα σου και τα μυξιάρικά σου; Μέχρι εκεί». Πήγε στο μπάνιο. Χμ, εδώ τι κάνουμε; Ποια απ’ όλες αυτές τις βούρτσες είναι του παππού; Τόμπολα. Έκανε ένα ντους να φύγει η ταξιδίλα από πάνω του και άφησε επίτηδες ελεύθερο ένα ούτως ή άλλως ατίθασο τσουλούφι του. «Παππού, ποια είναι η βούρτσα σου να το στρώσω το άτιμο το μαλλί; Η μαύρη; Ευχαριστώ.» «Τελικά είσαι πολύ ξύπνιος, αγόρι μου. Μπράβο σου» μουρμούρισε. Πάνω στη βούρτσα σκαλωμένες, υπήρχαν δύο 196


Υποψίες

τρεις τρίχες. Μακάρι το αρμόδιο εργαστήριο που θα τις εξετάσει να τις βρει αρκετές. Έως ότου φύγει, ίσως πετύχει καμιά ακόμη. Αμέσως αμέσως το ένα σκέλος της αποστολής του στέφτηκε με επιτυχία. Δεν μπόρεσε δε να αποφύγει την απορία ότι ο γερο-στρατηγός είχε τόσα πολλά μαλλιά για την ηλικία του «μωρέ, κοτσονάτο σε βρίσκω, παππού μου. Φτου, να μη σε ματιάσω». Ανυπομονούσε να προβεί στην ίδια ενέργεια με τις βούρτσες των μωρών. Και αν τρίχες δεν εύρισκε, τότε το ψαλιδάκι θα έμπαινε σε δράση. Τι διάβολο, δε θα εύρισκε την ευκαιρία; Κουκλιά τα μωρά. Αν δεν τον βασάνιζαν οι υποψίες του, ίσως και να τα αγαπούσε τα μικρούλια. Τι έφταιγαν αυτά για τις πονηράδες των γονιών και της προγιαγιάς τους της Φιφής (άκου Φιφή!...) Και τον έπιασε ο γνωστός του θυμός. οι βούρτσες των μωρών γυμνές από τρίχες. Μα ούτε μία; Ναι. ούτε. Και τι μαλάκια να έχουν; Λίγες ξανθές ίσιες, ολόισιες τριχούλες, όπως οι δικές του, όπως αυτές του Έρικ. Ήταν τόσο λίγες, που μπορούσες να τις μετρήσεις. Αν η μάνα τους το είχε κάνει, τις είχε δηλαδή μετρήσει, δε θα παρατηρούσε ότι ξαφνικά έμειναν λιγότερες; Τον έπιασε αγωνία. Τι να κάνει; «Μα είμαι και εντελώς βλίτο. Θα πρέπει και να τις ξεριζώσω; Απλά θα κόψω κάνα δυο από δαύτες. Τι δηλαδή; Πρέπει να είναι με τη ρίζα τους; Να τις... φυτέψω θέλω; Ναι, τα αστειάκια μου έλειπαν τώρα». ςε μια στιγμή που η Μαρία έφυγε από το δωμάτιο, αυτός προέβη στην πράξη για την οποία είχε έρθει! 197


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

για σκέψου να γύριζαν απότομα το κεφαλάκι τους και να τα τραυμάτιζε, ο δολοφόνος με το ψαλίδι! Τότε, σίγουρα θα προέβαινε σε απονενοημένο διάβημα.! «Που ο διάβολος να σε πάρει, παλιόγρια, με την απάτη που σκαρφίστηκες να κάνεις σε βάρος του ξεμωραμένου μου παππού... Άσε να γίνουν οι εξετάσεις και θα σε τακτοποιήσω εγώ... Ό,τι δεν έπαθες από τους ΝΑΖι προγόνους μου, θα το πάθεις από μένα. Εγκληματία θα με κάνεις παλιόγρια, στο άνθος της ηλικίας μου...» «ςυμβαίνει κάτι, αγόρι μου;» τον ρώτησε η Μαρία. «Όχι. γιατί το λες;» «γιατί είσαι κατακόκκινος και το μέτωπό σου μούσκεμα στον ιδρώτα. Λίγο νεράκι perrier? Τo νερό της βρύσης δεν πίνεται. Και τώρα καταλαβαίνω τους γερμανούς που πίνουν αντί νερού μπύρα». «Ναι, σε παρακαλώ». Και έτσι οι τρίχες κόπηκαν, κρατήθηκαν προσεκτικά μεταξύ δείκτη και αντίχειρα, μπήκε στο μπάνιο και τις τοποθέτησε μετά φόβου Θεού που λένε, στο πλαστικό φακελάκι. Από το σημείο αυτό και μετά δεν κρατιόταν. Εύρισκε τις τρεις ημέρες που θα έμενε στη γερμανία όχι απλώς πολλές, αλλά ένα απίστευτο χρονικό διάστημα. Πώς θα περνούσε;... Αδύνατον να περιμένει. Μα βρε χαζό, και σήμερα να γύριζες στην Ελλάδα σαν τι θα μπορούσες να κάνεις; Δεν είναι τα εργαστήρια κλειστά; Λοιπόν; Υπομονή. Δώσε τρεις ημέρες ανέμελες και στους ψεύτες. Μετά το τι τους περιμένει! Πώς το λέει η παροιμία μας; 198


Υποψίες

ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Έτσι δε λέει ο σοφός λαός; Επομένως ρίξε μια ματιά στο πώς έχει διαμορφωθεί η κατάσταση επί του παρόντος. γιατί επί του μέλλοντος, φίδι που τους έφαγε. Και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Και ο Λου γύρισε στην Ελλάδα και δόθηκαν οι πολύτιμες τρίχες στο εργαστήριο. Η αγωνιώδης αναμονή άρχισε. οι ώρες του Λου μετρούσαν σαν ημέρες. Ατέλειωτες. ο χρόνος μέχρι τη γνωμάτευση πολλαπλασιασμένος επί δέκα. Και όταν η απάντηση βγήκε, νόμισε ότι η καρδιά του ανέβηκε στο στόμα του και ότι θα έκανε μία έτσι και φτου θα την έφτυνε. ο Λου είχε δίκιο. ουδεμία σχέση η συγγένεια τα μαλλιά των νηπίων με αυτά του παππού. ουδεμία όμως... Και τώρα; πώς το λες στο ραμολί; Θες να σου μείνει ξερός και να το έχεις τύψεις μια ζωή; Ε, και τι έπρεπε δηλαδή; Να τον αφήσει τον ξεμωραμένο στα χέρια των απατεώνων, των αετονύχηδων; Το είπε στη μάνα του. «Όχου, και τι κάνουμε τώρα;» «Κούλαρε, μάνα. Εκείνο που κάνουμε είναι να το πούμε στον μπαμπά, αλλά με τρόπο. ο παππούς σε λίγα χρόνια κλείνει έναν αιώνα ζωής. ο γιος του συγκριτικά, είναι βλασταρούδι. Μην τον χάσουμε από τώρα, έτσι; Με τρόπο λοιπόν. Πες του ότι εσύ είχες άγνοια, μην τα βάλει μαζί σου, γιατί αν κάτι σιχαίνομαι είναι οι συζυγικοί καυγάδες. Αν δε θελήσω ποτέ να παντρευτώ, ένας από τους λόγους θα είναι 199


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και αυτός. Δε θα ήθελα ποτέ να έρθει μια τέτοια στιγμή σε μένα και τη γυναίκα μου. Αν είναι να θυμώσει, ας το κάνει με μένα. Θα έρθει κάποια στιγμή και η αγάπη που μου έχει θα νικήσει τον θυμό του. Πρώτον αυτό. Δεύτερον, πού ξέρεις, ίσως ακόμη και μπράβο να μου πει για την εξυπνάδα μου και το αλάνθαστο ένστικτό μου που ό,τι έγινε ήταν για το καλό όλων μας. Προτιμότερο, βέβαια, θα ήταν να μιλούσα με τον Έρικ, αλλά είναι κρίμα να τον αναστατώναμε και πάλι, όπως έκανε πριν καιρό η Κλαίρη που τον έφερε άρον άρον από το Βερολίνο και πάλι εξαιτίας αυτών των απατεώνων. Άλλη καλή κι αυτή. Πες τα, λοιπόν, του μπαμπά και αν τα βρεις σκούρα, φώναξέ με να σε συνδράμω. Θα βρίσκομαι εδώ τριγύρω». Έτσι η κυρία Άρη ςμιτ πλεύρισε τον άντρα της το απόγευμα που γύρισε από τη δουλειά του και άρχισε να του λέει τα... κάλαντα με τον γνωστό γυναικείο τρόπο. Έφερνε την κουβέντα περιφερειακά κάνοντας ομόκεντρους κύκλους έως ότου καταφέρει να φτάσει κάποτε στο κέντρο. «Τι προσπαθείς, βρε γυναίκα, να μου πεις τόσην ώρα; Τι τρέχει;» «Αν μου υποσχεθείς ότι δε θα νευριάσεις, ότι θα είσαι ψύχραιμος και -να δεις πως το λέει ο μικρός"κουλάτος", θα σου πω. Καλού κακού δώσε μου και τον λόγο σου για να είμαι ήσυχη. Μη μου πάθεις και τίποτα...» «ςυμβόλαιο; Δε θα κάνουμε συμβόλαιο, γυναίκα;» 200


Υποψίες

«Θυμάσαι που πριν λίγες ημέρες με ρώτησες τι τον έπιασε τον μικρό και πηγαίνει στη Νυρεμβέργη; Απέφυγα να σου πω τον λόγο, γιατί θα θύμωνες. Και θα έκανες πολύ καλά να θυμώσεις και μάλιστα πολύ. Βλέπω όμως τώρα ότι δυστυχώς είχε δίκιο. Διότι...» Και του ανέφερε τα γεγονότα. Και εκεί που η κυρία Μαρς ςμιτ περίμενε την έκρηξη του θυμού του, τον βλέπει να ξεσπάει σε τρανταχτά γέλια. Μα τι γέλια όμως, ασυγκράτητα, αδιάκοπα, σε σημείο να τρέχουν από τα μάτια του βρύση τα δάκρυα. Η γυναίκα, πρώτη φορά έβλεπε τόσο δάκρυ από γέλωτα και όχι από θλίψη ή καημό. Φοβήθηκε, τα ’παιξε κατά το κοινώς λεγόμενο. Το εξέλαβε σαν αντίδραση στο σοκ που υπέστη από τα ανήκουστα που του είπε. Εκείνος δε, όσο την έβλεπε να αγωνιά αναρωτώμενη τι τον έπιασε, τόσο περισσότερο γελούσε. Λίγο λίγο πάντως άρχισαν να διαφαίνονται σημάδια ύφεσης. Η κάμψη τελικά επήλθε και ηρέμισε, κατακόκκινος ακόμη σαν παντζάρι. Και είπε κάτι αφάνταστα απρόσμενο. «Καλά, βρε παιδί μου. Εσύ τουλάχιστον ξέχασες ότι ο πατέρας δεν έχει δικά του μαλλιά εδώ και χρόνια; Δε φοράει μια πολύ πετυχημένη περούκα από αληθινή ανθρώπινη τρίχα που την πλένει και τη χτενίζει και την προσέχει σαν τα μάτια του; Κοκέτης και φιλάρεσκος ο στρατηγός μια ζωή και πολύ μου αρέσει. Μακάρι να του έμοιαζα. Επομένως, καλή μου, τζίφος το τεστ. Πού να τον πάρει η ευχή τον γιόκα σου. Μια όμως κι έκανε που έκανε τον κόπο ο κόπανος, ας βγάλει λίγες τρίχες από το 201


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έξυπνο κρανίο του ή να του δώσω εγώ λίγες δικές μου, να τις πάει στο εργαστήριο, και αν ο γιατρός έχει φυλάξει ακόμη τις τρίχες των μωρών να επαναλάβει το τεστ. Θα δει ότι υπάρχει συγγένεια και θα ηρεμίσει. Προσωπικά, δεν έχω την ελάχιστη αμφιβολία ότι και αδερφή έχω και ανιψιά και μικρανίψια. Πες στον γιο σου, για να μην του το πω εγώ και τσακωθούμε, ότι για να γίνει κανείς Ηρακλής Πουαρό πρέπει να έχει στο ενεργητικό του κάποιες εμπειρίες. Λυπάμαι που αυτός με το που άρχισε την... καριέρα του ντετέκτιβ, έστειλε το ένστικτό του που το νόμιζε αλάνθαστο, να πάει στα τσακίδια...»

202


Ό

ταν μία σχέση τελειώνει, μοιάζει κάπως με ζωντανό θάνατο. ςχήμα οξύμωρο βέβαια, αλλά δε βρίσκουμε κάτι άλλο για να παρομοιάσουμε έναν χωρισμό. Κυρίως αν αυτοί οι δύο άνθρωποι αγαπήθηκαν πολύ. Ακόμη χειρότερα δε αν αυτή ήταν και η πρώτη τους αγάπη και ο ένας εκ των δύο εξακολουθεί να αγαπά και να υποφέρει πολύ. Έτσι δε συμβαίνει πάντα; ο ένας υποφέρει και ο άλλος μένει με μια τρυφερή ανάμνηση μόνο. για όποιους λόγους και αν χώρισαν είναι φοβερό. Ας πούμε δύο συγγενικά πρόσωπα εξ αίματος, ακόμη και αν τσακωθούν, θα έρθει κάποια στιγμή που και την καλημέρα τους θα πουν και ο ένας για τον άλλο θα ενδιαφερθούν κατά κάποιον τρόπο, έστω και αν δεν αγαπιούνται συγκριτικά ούτε κατά ένα τοις χιλίοις απ’ όσο αγαπήθηκαν οι δύο ξένοι εραστές. Και όμως αυτοί οι δύο τελευταίοι δε θα ξανανταλλάξουν ούτε έναν απλό χαιρετισμό στο μέλλον. Θα μένουν, όπως είπαμε, ο ένας να θυμάται και να πονάει και ο άλλος αμφίβολο αν θυμάται καν. Παραδείγματος χάρη πόσο όμορφη ήταν η αγάπη της Κλαίρης και του Έρικ. Μαγευτική. Και γιατί οι δρόμοι τους χώρισαν; Θες γιατί ήταν η φιλοδοξία που τους καλούσε χωριστά τον ένα από τον άλλο (ιδέ Φιλαρμονική), θες γιατί η περιουσία τους, τους καλούσε σαν σειρήνα να απομακρυνθούν αυτοί για 203


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να... φροντίσουν αυτή! Θες γιατί φέρθηκαν εγωιστικά, μην υπολογίζοντας ότι το ταίρι τους πιθανόν και να μην τους ακολουθούσε; Όπως και να έχει, δεν είναι πια μαζί και, πράγμα τελείως ασύνηθες, εκείνος που έμεινε να κλαίει και να πονά δεν είναι εκείνη μα εκείνος. ςυνέβη και αυτό. ςπάνιο αλλά συνέβη. Η Κλαίρη είναι ερωτευμένη ξανά, πιο σωστά, πιο ολοκληρωμένα. Ταίριαξε με τον ςπύρο σε όλα. ςτην ψυχή, στο σεξ, στις φιλοδοξίες στα επαγγελματικά. Μα κυρίως το κορίτσι είδε ότι για τον ςπύρο, εκείνη, ήταν η πρώτη του προτεραιότητα. Ήταν για εκείνον το άλφα και το ωμέγα, σε μια κλίμακα που περιείχε και τα 24 γράμματα. Χωρίς "ναι μεν, αλλά". Και νομίζουμε ότι αυτό είναι το ζητούμενο. Να έσονται οι δύο εις σάρκα μία, σε πνεύμα ένα, σε πορεία κοινή. Τι να το κάνει τώρα ο Έρικ που είναι διάσημος βιολονίστας και που οι γυναίκες σφάζονται για πάρτι του; Τι να το κάνει; Τι να την κάνει την περιουσία του παππού και της γιαγιάς του που αβγάτισε κι άλλο με τη συνετή διαχείριση εκ μέρους του και της οικογένειάς του; Την Κλαίρη θα την ξαναέχει ποτέ; Ενώ ο άλλος πώς το είπε; «με έχρησες βασιλιά». Μόνο και μόνο γιατί τον κάλεσε η αγάπη σε κοινή πορεία φιλοδοξιών και ζωής. Μπορούμε να φανταστούμε πώς θα πρέπει να αισθάνθηκε όταν έσμιξαν και εις σάρκα μία; ςαν αυτοκράτορας; σαν πλανητάρχης δια βίου; Ποιος είναι λοιπόν τελικά πιο πλούσιος ο Έρικ ή ο ςπύρος; Κακά τα ψέματα, αμπελοφιλοσοφούμε λέτε; Ίσως. 204


Υποψίες

ςεβαστές όλες οι απόψεις. Επιτρέψτε μας όμως να προτιμάμε τη δική μας.. Το ημερολόγιο της Έλντα δεν έφευγε από το κομοδίνο της Κλαίρης ποτέ. Δεν το έβαλε στη βιβλιοθήκη της για να το ξεχάσει. Το είχε δίπλα της, του μίλαγε και της έλεγε ιστορίες της φίλης της από πρώτο χέρι, βγαλμένες κατ’ ευθείαν από το μυαλό και την καρδιά της Έλντα της. Παράξενη αυτή η σχέση των δυο γυναικών. Η μία στην αυγή της ζωή· η άλλη στην προχωρημένη της δύση. Τι το κοινό μπορούσαν να έχουν και από άποψη ενδιαφερόντων; Και ακόμη πιο περίεργο να ομολογεί η Κλαίρη ότι την αγάπησε και εξακολουθεί να αγαπά τη μνήμη της περισσότερο ακόμη και από την αγάπη που είχε για την ίδια τη λατρεμένη της γιαγιά. Αν πιστεύουμε στη μετεμψύχωση, θα πρέπει να είχαν ανταμώσει σε κάποια ζωή και να είχαν αγαπηθεί πολύ αυτές οι δύο υπάρξεις. Ποιος ξέρει. Κάθε βράδυ λοιπόν, πριν κοιμηθεί, διάβαζε και μια ιστορία από τη ζωή εκείνης. Με τη φαντασία της και ούσα η σκηνοθέτις των ονείρων της, όπως όλοι μας, έκανε την ιστορία να ζωντανεύει, να γίνεται ένα όμορφο παραμύθι. Κορμός του παραμυθιού, κεντρική ιδέα, ήρωες, από την Έλντα. Διασκευή, μετάφραση, σκηνοθεσία και ύφος γραφής από την Κλαίρη... Τα όνειρά της απέκτησαν μία ιδιαιτερότητα, ένα περίεργο ενδιαφέρον. ςυνήθως δεν τα θυμόμαστε το πρωί που ξυπνάμε. Μας έχει μείνει μόνο μια όμορφη αίσθηση, αν το 205


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

όνειρο ήταν ωραίο. Ίσως όμως και μία αγωνία, μια θλίψη, αν ξυπνώντας δούμε πόσο ψεύτικο ήταν το όλο σενάριο και τελικά δεν είδαμε παρά αυτό που θέλαμε να δούμε και αυτό ήταν όλο. Μια εικονική πραγματικότητα. ςπάνια θυμόμαστε το όνειρο... ολόκληρο, ατόφιο. Μόνο σκηνές, αποσπάσματα του έργου που το υποσυνείδητο μας επιτρέπει τελικά να ανελκύσουμε από τον βυθό της μνήμης μας. Με τα όνειρα της Κλαίρης συνέβη τούτο το παράδοξο. Αυτά έχοντας υπαρκτή αφετηρία και πηγή, τις ιστορίες της Έλντα, υπάρχοντος δηλαδή του κορμού της κεντρικής ιδέας, η ανάπτυξη της ιστορίας σε μορφή φαντασίας εμπεδώνονταν στο υποσυνείδητο και το πρωί, η κοπέλα τα θυμόταν στις παραμικρές τους λεπτομέρειες. Αποφάσισε λοιπόν ότι θα ήταν κρίμα όλες τούτες οι πανέμορφες ιστορίες, τα μαγικά παραμύθια που πλάθονταν από τις σκέψεις δύο αγαπημένων φιλενάδων να έσβηναν, να χάνονταν και να έμενε μόνο η περίληψη τους στο ημερολόγιο της Έλντα. Έτσι η Κλαίρη άρχισε να γράφει ένα βιβλίο με βιωματικές ιστορίες της νεκρής της φίλης μέσα από τα δικά της μάτια. ο ςπύρος όταν άρχισε να διαβάζει το βιβλίο της αγαπημένης του ενθουσιάστηκε. «Θα είναι αγάπη μου, το λιμπρέτο της όπερας που έχω κατά νου να γράψω» της είπε. «Ίσως στην αρχή να σκέφτηκα μια συμφωνία. Θα ήθελα όμως να υπάρχει στην όπερά μου ο λόγος τραγουδισμένος από σπουδαίους τραγουδιστές. Θα δεις. Θα γίνει κάτι πολύ όμορφο. Όπερα σε τρεις πράξεις. Τίτλος: "Κλαίρη-Έλντα"». 206


Υποψίες

Πώς να μη λατρέψεις αυτό το πλάσμα, αυτόν τον καλλιτέχνη που κάθε βήμα της ζωής του, της έμπνευσης και της Δημιουργίας του, δεν ήταν παρά ένας ύμνος για σένα και το μεγάλο του ευχαριστώ στον Θεό που σε έφερε στη ζωή του. ςτη δική σου τη ζωή τι θέση έχει ο ςπύρος, Κλαίρη; Είναι ο έρωτας σώματος και πνεύματος; Το σεξ καθαγιασμένο, ένας ύμνος και αυτό, μια προσευχή, χωρίς τίποτα το χυδαίο το φτηνό το αναλώσιμο, το εύπεπτο; Η παρακάτω ιστορία του ημερολογίου θα μας δείξει πέρα από ερμηνευτικούς ορισμούς τι εννοούσαμε όταν λέγαμε "καθαγιασμένου" σεξ. Η Έλντα φοιτήτρια το 1938 στο Πανεπιστήμιο της οξφόρδης, είχε έναν σοβαρό δεσμό με έναν συμφοιτητή της, γερμανικής καταγωγής από την πλευρά της μητέρας του. Πολύ ερωτευμένοι και οι δυο τους. Είχαν όνειρα σα νέοι και με προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης όπου ήθελαν. Είτε στην Αγγλία είτε στη γερμανία. Φυσικά γερμανοί υπήκοοι και όταν άρχισε ο πόλεμος, τους βρήκε στο τελευταίο έτος των σπουδών τους στο Λονδίνο. Πήραν το πτυχίο τους, εκείνος από το School of Economics και εκείνη Αγγλική Φιλολογία. ο τρομακτικός βομβαρδισμός του Λονδίνου θαρρείς και περίμενε αυτούς τους δύο να πάρουν το πτυχίο τους για να αρχίσει. Δεν πρόλαβαν να φύγουν. Εγκλωβίστηκαν και έβλεπαν το Λονδίνο να ισοπεδώνεται από τα δικά τους αεροπλάνα. Φοβερά συναισθήματα. Ήταν μια κόλαση. Η πρωτεύουσα των 207


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Άγγλων οι οποίοι δε θέλησαν να παραδοθούν στο γερμανικό αδηφάγο κτήνος, όπως έκανε τόσο εύκολα η γαλλία που παραδόθηκε μέσα σε ένα μήνα, βομβαρδίζονταν αλύπητα. Εγκλωβισμένοι, ντροπιασμένοι, απογοητευμένοι και ερωτευμένοι κρύβονταν σαν όλους τους Λονδρέζους όχι σε καταφύγια, τα οποία ούτως ή άλλως ήταν λιγοστά, μα σε υπόγειους σταθμούς και σε υπόγεια των ήδη κατεστραμμένων σπιτιών. Η πρωτεύουσα φλεγόταν. Καθημερινότητά τους ήταν η φρίκη έξω από την τρύπα τους, όπου ήταν κρυμμένοι σαν τους τυφλοπόντικες. Εκεί κάτω κλεισμένοι έδιωχναν τον εφιάλτη που κρέμονταν πάνω από τα κεφάλια τους ζώντας και απολαμβάνοντας έναν γεμάτο πάθος και απελπισία έρωτα, βέβαιοι κάθε φορά ότι θα ήταν η τελευταία τους. Το συναίσθημα του φόβου και της απελπισίας τους, υποχωρούσε μπροστά στην ορμή των νιάτων και του πάθους τους. Ήταν το αντίδοτό τους, ήταν σαν με τον τρόπο αυτό να έφτυναν τη φωτιά που κατάκαιγε την πόλη και έσβηναν τον απαίσιο συριγμό των βομβαρδιστικών που πετώντας χαμηλά έριχναν τις βόμβες τους, που πέφτοντας. Άφηναν και αυτές τον εφιαλτικό τους επίσης συριγμό. ο θάνατος με ήχο. Επίτηδες φτιαγμένες έτσι τόσο οι βόμβες όσο και τα αεροπλάνα για να επιτείνουν τον τρόμο με τον εφιαλτικό αυτό συριγμό. Την εικόνα θα την έβλεπαν (αν την έβλεπαν) μετά... Είχαν τόσο συνηθίσει στην ιδέα του τέλους, ώστε κάνοντας έρωτα την ώρα του βομβαρδισμού, 208


Υποψίες

δε διέκοπταν την... ιεροτελεστία του σεξ· σα να έφτυναν κατάμουτρα τις βόμβες, σα να εξόρκιζαν τον θάνατο. Και ο Χάροντας που παραμόνευε, σα να ζήλευε την ομορφιά της πράξης, ήθελε να τους αφήσει, να τους επιτρέψει να την απολαύσουν. Άλλωστε, είχε τόση δουλειά να ασχοληθεί, δεν είχε παράπονο. Είχε να ασχοληθεί με άλλους δίπλα τους, πλάι τους, κοντά τους. Κάποια στιγμή η Έλντα, (δεν εξηγεί στο βιβλίο της το πώς), καλείται ο καλός της να παρουσιαστεί στον γερμανικό ςτρατό. Πώς θα πρέπει να αισθάνθηκε αυτό το παλικάρι; Τι συναισθήματα ηθικής και συνείδησης να τον γέμισαν; Εν πάση περιπτώσει, το ζευγάρι με τρόπους απίστευτους που φαντάζουν απίθανοι, απίστευτοι, μετά από μια οδύσσεια, προσπαθεί και κατορθώνει να φτάσει στο γερμανοκρατούμενο Παρίσι. ο νεαρός κατατάσσεται στον ςτρατό. Η Έλντα φτάνει στην πατρίδα της μόνη, αφού προηγουμένως καταφέρνουν να τους παντρέψει ένας δικός τους ιερέας στο Παρίσι. ςπάραξε η καρδιά της όταν αποχωρίστηκαν. Μια δυστυχισμένη νιόπαντρη, που τις ωραιότερες στιγμές της ζωής της, τις έζησε κάτω από την επιφάνεια της γης, με τη φωτιά και τον θάνατο πάνω από το κεφάλι της. Το πότε τον ξαναείδε τον άντρα της και υπό ποιες συνθήκες, το είδαμε εκεί κάπου στις προηγούμενες σελίδες του βιβλίου τούτου... Μια ρήση λέει «μία σου και μία μου...». Ήρθε η στιγμή το κτήνος να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Έτσι και η δική τους η πρωτεύουσα κάποια 209


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στιγμή έπαθε και δικαίως, τα ίδια και χειρότερα. Μόνο που αυτοί τα ήθελαν και τα έπαθαν, πήγαιναν γυρεύοντας που λένε. Ε, και λοιπόν; Ενώ η ανθρωπότητα και πάλι υποφέρει για άλλους λόγους από τους ίδιους ανθρώπους διαδόχους του κτήνους, αυτή η ανθρωπότητα τα ξέχασε όλα. Πώς είναι δυνατόν; Είναι! Με το που γύρισε η Έλντα στη γερμανία και ενώ ο πόλεμος μαίνονταν στην Ευρώπη, ο γερμανικός λαός ζούσε ακόμη στον "κόσμο" του. ςτον κόσμο της ευδαιμονίας, έτσι όπως η προπαγάνδα τους τον παρουσίαζε. Ήθελε να δουλέψει. Όπως είπαμε ήταν από εύπορη οικογένεια, αριστοκρατία του Βερολίνου· μα οι δικοί της δεν της συγχωρούσαν το γεγονός ότι παντρεύτηκε έτσι σα μια φτωχούλα και τόσο απρόσμενα. Τους ήταν αδιανόητο να φανταστούν ότι μπορούσε και να είχε σκοτωθεί. Να σκοτωθεί μια γερμανίδα απόφοιτος του πιο ονομαστού Πανεπιστημίου της Ευρώπης. Ίσως οι άνθρωποι να νόμιζαν ότι οι βόμβες που έπεφταν στο Λονδίνο σαν κομφετί σε πάρτι καρναβαλιού, έκαναν διακρίσεις. «Εσύ είσαι δικός μας, δεν πεθαίνεις και τον διπλανό σου, που είναι εχθρός μας, τον κάνουμε αλοιφή». Πού να φανταστούν ότι πολλές φορές, το κορίτσι σαν από θαύμα επέζησε από τις αγαπημένες βόμβες των συμπατριωτών της που σκορπούσαν τον θάνατο, ως εάν ο προορισμός της ζωής τους να ήταν ακριβώς αυτός· να μειώσουν δηλαδή τον πληθυσμό της γης, 210


Υποψίες

γιατί ο πλανήτης δεν μπορούσε να τους αντέξει όλους. Και να δεις που αυτοί που θα απέμεναν, οι εκλεκτοί, δηλαδή αυτοί οι ίδιοι, κάποτε θα τις ευγνωμονούσαν για την υπηρεσία που προσέφεραν στην εκλεκτή ανθρωπότητα, στην Άρια φυλή, τρομάρα τους. «ο θάνατός σου η ζωή μου», έτσι δε λένε; Αφού λοιπόν οι δικοί της ζήτησαν να θεωρηθεί ο γάμος ως μη γενόμενος, δηλαδή άκυρος, με τη δικαιολογία του "ακαταλόγιστου λόγω του αδιανόητου παράλογου φόβου που κατακυρίεψε το σαλεμένο μυαλό της" και βλέποντας ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, ναι μεν δεν την αποκλήρωσαν, αλλά την επιχορήγησή της την έκοψαν. Την εποχή εκείνη υπήρχε μεγάλη ζήτηση σε νοσηλευτικό προσωπικό στα νοσοκομεία τα γερμανικά με τους τραυματίες να έρχονται συνεχώς από τα διάφορα μέτωπα. Η Έλντα, ευαισθητοποιημένη με τον καλό της, που ίσως και να είχε την ανάγκη των υπηρεσιών μιας τέτοιας νοσοκόμας, ζήτησε κάποια στιγμή να μπει σε μια ςχολή Νοσοκόμων τριμηνιαίας φοίτησης για να μάθει δηλαδή τα βασικά, για να υπηρετήσει σε κάποιο από τα νοσοκομεία τους. Μέσα στη μαυρίλα της σκέψης της συνέβη και τούτο το κουλό που το αφηγείται στο ημερολόγιό της. «για να μπεις σε μια τέτοια ςχολή έπρεπε να υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις: Να έχεις τελειώσει το σχολείο, να ξέρεις απαραίτητα γαλλικά ή αγγλικά, να ξέρεις ότι το πανάκι τούτο λέγεται "γάζα" ότι εκείνο λέγεται σύριγγα και το έργο που επιτελεί 211


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λέγεται ένεση, κοντολογίς να ξέρεις τα απολύτως βασικά»... ςυνυποψήφιες της Έλντα, ήταν δύο γερμανιδούλες, δίδυμες, όμορφες και τροφαντές. Η μία, σαΐνι, πανέξυπνη. Η άλλη τούβλο! Έμοιαζαν μόνο στο κορμί και την πρόσοψη. ςε τίποτα άλλο. Είχαν όμως και μία άλλη ιδιαιτερότητα. Η κάθε μία χωριστά ήταν ανύπαρκτες, δεν άξιζαν μία. Και οι δυο μαζί όμως αποτελούσαν ακτύπητο δίδυμο. Λένε ότι ο άνθρωπος όσο έξυπνος και αν είναι, μια μικρή δόση βλακείας του χρειάζεται, για να αποφύγει τον χαρακτηρισμό του τέλειου γιατί τέλειος είναι μόνο Ένας. Η μία λοιπόν έξυπνη, η άλλη υπερκάλυπτε το χαρακτηρισμό του βλίτου, της περίσσευε, για να το δώσει στην αδελφή της που... της έλειπε. Αλληλοσυμπληρώνονταν. ςύμφωνοι. Αλλά και πώς η έξυπνη να έχει την άλλη μαζί της, αφού όσες προσπάθειες και αν έκανε η οικογένεια τα γαλλικά του βλίτου, δεν ξεπέρασαν ποτέ το επίπεδο του comment tu t’ appelles? Je m’ appelle Entith... Η πλάκα είναι ότι η μία ήταν άψογη στις ξένες γλώσσες και είχε άγνοια στα νοσηλευτικά, ενώ η άλλη ακριβώς το αντίθετο. Άψογη στα νοσοκομειακά και βλίτο στις γλώσσες. Τουτέστιν, οι δυο μαζί χρησιμότατες. Και χωριστά "λυπούμεθα, αλλά δε μας κάνετε". Αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να κάνουν μια μικροαπάτη. Εδώ οι αρχηγοί του κράτους έκαναν του κόσμου τις παλιανθρωπιές σε όλο το μήκος και το πλάτος της γης σε βάρος όσων θεωρούνταν υποδεέστεροι, 212


Υποψίες

όσων δεν ανήκαν στην Άρια Φυλή, και θα ήταν αδίκημα η πράξη η δική τους που φάνταζε τελείως αθώα στα μάτια τους; Έτσι πήγαν να εξεταστούν. Και βέβαια στις γλώσσες εμφανίστηκε η ίδια, τόσο τη μία φορά όσο και την άλλη. Το ίδιο συνέβη με την έτερη για την επάρκεια των γνώσεων περί τα νοσηλευτικά. Και φυσικά αρίστευσαν και έγιναν δεκτές μετά πολλών επαίνων. Εθελόντριες νοσοκόμες, που διέπρεψαν, που προσέφεραν πολύτιμες βοήθειες σε βαθμό να τις παρασημοφορήσουν για τις υπηρεσίες τους. Να γιατί ήταν σίγουρες ότι η ενέργειά τους δεν ήταν απάτη και δεν έγινε σε βάρος κάποιου αρρώστου. Το αντίθετο. Έδιναν χαρά και κουράγιο, γιατί και οι ίδιες ήταν η χαρά της ζωής. Με την Έλντα έγιναν φίλες καλές και συμπαραστάθηκαν σαν αδελφές -κυριολεκτικά- στην αγωνία, στον πόνο της για τον χαμό του άντρα της μοιράστηκαν την οδύνη της. Όταν με τα χρόνια λιγόστεψε ο πόνος και κάπως επουλώθηκε η πληγή με τη βοήθεια του στρατηγού, ήταν αυτές που την πάντρεψαν και έγιναν συγγένισσές της. Και πάντα θυμούνται και γελάνε με τη μικροαπάτη τους. Μακάρι όλοι της γης οι απατεώνες να είχαν την τιμιότητα την ανιδιοτέλεια και την ωφελιμότητα που προσέφεραν αυτές οι δύο αξιαγάπητες αδελφές νοσοκόμες, αδελφές όνομα και πράμα...

213


Έ

να βράδυ με το που άνοιξε η Κλαίρη την πόρτα του σπιτιού της, το πρώτο πράγμα που αισθάνθηκε ήταν το τράνταγμα της πόρτας πάνω της, καθώς η σφαίρα από την κάνη του όπλου πέτυχε την πόρτα πίσω της αντ’ αυτής. Το δεύτερο ήταν μια μαύρη σκιά που έφευγε βιαστικά προς την πλευρά της μπαλκονόπορτας χωρίς να ακούγεται ο παραμικρός ήχος, καθώς τα βήματα της σκιάς πνίγονταν στο παχύ χαλί του σαλονιού της. Δεν το πίστευε ότι ήταν ζωντανή. Την είχαν στοχεύσει από τόσο κοντά και δεν την είχαν πετύχει; Είτε δεν ήξεραν καλό σημάδι, είτε αντιθέτως ήξεραν πολύ καλό, σε σημείο να θελήσουν η σφαίρα να καρφωθεί σε απόσταση εκατοστών από το κεφάλι της για να την τρομάξουν. Να της δείξουν δηλαδή τι ήταν ικανοί να κάνουν αν το ήθελαν. ςε κάτι τέτοιες στιγμές τα πράγματα που μπορούν να συμβούν είναι είτε να λιποθυμήσεις από την τρομάρα σου, είτε να παραλύσεις και να μην μπορείς να βγάλεις τσιμουδιά από το σοκ σου, είτε να το βάλεις στα πόδια ελπίζοντας να βρεις ασφαλές μέρος να κρυφτείς και να μη σε βρει ο παραλίγο δολοφόνος σου, σε περίπτωση που το μετανιώσει και γυρίσει να αποτελειώσει το έργο του. Μπορούσε βέβαια η Κλαίρη να βγάλει το κινητό και να καλέσει σε βοήθεια κάποιον αρμόδιο -ή... 214


Υποψίες

αναρμόδιο. Αλλά πώς να πληκτρολογήσει τον αριθμό, που τα χέρια της έτρεμαν σα να είχε πάρκινσον, και πώς να φωνάξει που φωνή δεν έβγαινε από το στόμα της! Αναρωτήθηκε αν ζει· αν αυτό που συνέβη ήταν πραγματικό ή αποκύημα της φαντασίας της. Μα και το μυαλό της ήταν μπλοκαρισμένο και δεν μπόρεσε να το βάλει σε λειτουργία, αν και αυτό συνήθως γίνεται αυτόματα, όπως πχ ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρά σου ή όπως αναπνέεις. οι αισθήσεις της αυτές σιγά σιγά μπήκαν σε λειτουργία και μπόρεσε να ειδοποιήσει τον Ζεράρ και τη Λουίζ. Έρχονται οι άνθρωποι ασθμαίνοντες, τους ανοίγει την πόρτα και προλαβαίνουν να τη συγκρατήσουν, την ώρα που επιτέλους λιποθυμά στην αγκαλιά τους. Τρελάθηκαν οι άνθρωποι βραδιάτικα. Δεν ξέρουν τι συνέβη. Με τα πολλά, το συνεφέρνουν το κορίτσι και τους διηγείται, με λίγα λόγια που βγαίνουν μέσα από δόντια που κροταλίζουν σαν σπανιόλικες καστανιέτες, τι συνέβη ακριβώς. «γρήγορα την αστυνομία» ουρλιάζει η Λουίζ και παίρνει το αντίστοιχο 100 του Παρισιού. ο Ζεράρ τρέχει και κλειδαμπαρώνει την μπαλκονόπορτα, στην οποία ανεμίζουν οι κουρτίνες από τον αέρα που σηκώθηκε εδώ και ώρα, σημάδι επερχόμενης βροχής. Αδιάψευστος μάρτυρας των όσων κατορθώνει να διηγηθεί η Κλαίρη, αφού πρώτα της έδωσαν να πιει μια γερή γουλιά κονιάκ για να έρθει στα συγκαλά 215


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

της όσο γίνεται, είναι η σφαίρα που σφηνώθηκε στην εξώπορτα. Δεν τα φαντάστηκε το κορίτσι, τα έζησε. Η Λουίζ στην αρχή είχε την ελπίδα ότι μπορεί έτσι ζαλισμένη, καθώς ήταν όταν την άφησαν στο σπίτι της, από τη σαμπάνια που είχαν πιει για να γιορτάσουν τον ένα χρόνο από την ανεύρεση του Ζεράρ στη ζούγκλα του Αμαζονίου, ίσως και να είχε μία παραίσθηση. Μα όχι. Δε συνέβαινε κάτι τέτοιο. Η αστυνομία, και προς τιμήν της, ακολουθώντας την αλλαγή του συλλογισμού της Λουίζ στη γρηγοράδα του χρόνου, κατέφθασε σχεδόν αμέσως. Ένας αστυνομικός πανέξυπνος, της έκανε καίριες ερωτήσεις, ενώ ένας δεύτερος, σάρωνε το σπίτι απ’ άκρου εις άκρον ελέγχοντας την παραμικρή λεπτομέρεια με το έμπειρο μάτι του. Τους συνέστησαν να μην πειράξουν τίποτα, έως ότου έρθει η ειδική υπηρεσία σήμανσης να πάρει αποτυπώματα· έφυγαν καθησυχάζοντας τις γυναίκες κυρίως και υποσχόμενοι ότι θα βρίσκονταν όλοι υπό την απόλυτη προστασία τους. Αυτονόητο, βέβαια, ότι δεν ήταν δυνατόν η Κλαίρη να μείνει μόνη της και όχι μόνο αυτό το κρίσιμο βράδυ μα ούτε και κανένα από τα επόμενα... Τυχερέ, ςπύρο, ο οποίος ειδοποιημένος κατέφθασε ανήσυχος και με υπερβάλλοντα ζήλο προσφέρθηκε να μείνει μαζί της. Τυχερέ, ςπύρο! Την επομένη ενισχύθηκαν τα μέτρα ασφαλείας. Διπλές κλειδαριές συναγερμοί, πράγματα και θαύματα, ως και κρυφές κάμερες μπήκαν. Και άρχισαν οι έρευνες. Δεν ήταν απλά τα πράγ216


Υποψίες

ματα, πχ μια μικροληστεία. Εδώ είχαν να κάνουν με απόπειρα ανθρωποκτονίας. Έρευνες λοιπόν τόσο από πλευράς αστυνομίας όσο και προσωπικές της παθούσης. Με τη βοήθεια του ςπύρου έκαναν ένα ξεσκαρτάρισμα για το ποιος μπορεί να ήθελε να τη βλάψει αρχίζοντας από τον ευρύ κύκλο γνωριμιών της και καταλήγοντας στους απλούς γνωστούς. Έγραφαν ονόματα, έσβηναν ονόματα έκαναν υποθέσεις, μα άκρη δεν έβγαζαν. Ποιος να ήθελε το κακό αυτού του αξιαγάπητου κοριτσιού; ο κακοποιός δεν προσπάθησε πάντως να τη ληστέψει, δεν υπήρχαν τέτοια στοιχεία. Μα και τι να κλέψει από το σπίτι της; Το μόνο πολύτιμο πράγμα εκεί μέσα ήταν το πιάνο, μα αυτό κομματάκι δύσκολο να... κλαπεί. Ένα κομπιούτερ πανάρχαιο και ένα CD player της ιδίας χρονολογίας με το κομπιούτερ πάνω-κάτω δεν ήταν πράγματα που κάποιος θα έβαζε τη ζωή του σε περιπέτειες με την αστυνομία για χάρη τους. Τα αρχεία της ναι, αυτά ήταν πολύτιμα, μα μόνο για εκείνη. Άρα η κλοπή αποκλείστηκε. ούτε βιαιοπραγία πάνω της έδειξε ο κακοποιός. Και καταλήγουμε να πούμε ότι ήθελε να τη φοβίσει. Ήταν πλέον εμφανές ότι ο παραλίγο δολοφόνος θα έκανε κάποια μελλοντική στιγμή γνωστές τις προθέσεις του. Τουτέστιν θα ξαναγύριζε, δε θα έμενε μόνο στην απόπειρα, δεν είχε νόημα. «Κλαίρη μου, για σκέψου αγάπη μου, σε απείλησε κάποιος μια Χ στιγμή τόσο στην αυστηρά προσωπική σου ζωή όσο και στην καλλιτεχνική σου;» «Λουίζ μου, μέχρι πριν λίγο πίστευα ακράδαντα 217


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ότι έχω μόνο φίλους, ότι κανείς δεν έχει μαζί μου, ούτε εγώ, απωθημένα και μνησικακίες. Θα πρέπει όμως κάτι να μου έχει διαφύγει. Θα πρέπει να έχω κάνει κάτι σε κάποιον, ασυναίσθητα, που θα τον έχει ενοχλήσει σοβαρά για να φτάσει στο σημείο, αυτός ο κάποιος (ή να βάλει κάποιον άλλο) να απειλήσει τη ζωή μου. Κατέληξα ότι θα πρόκειται για κάτι σοβαρότατο. Μα τι σοβαρό έχω κάνει και δεν το κατάλαβα; ςτύβω το μυαλό μου, Λουίζ μου, και άκρη δε βρίσκω. Να πω ότι αδίκησα κάποιον; Να πω ότι έβλαψα κάποιον; Να πω ότι πλήγωσα κάποιον; »ουπς, εδώ που τα λέμε και αν θέλω να είμαι τίμια, κάποιον ναι, δεν τον πλήγωσα; Μόνο που αυτός αποκλείεται να θέλει να βλάψει, έστω και μια τρίχα μου. Και αν του ζητήσω βοήθεια θα σπεύσει να έρθει κοντά μου, παραμερίζοντας τις όποιες προτεραιότητές του. Άρα εχθρούς δεν έχω ή έτσι τουλάχιστον νομίζω». «Καλά, μωρό μου, ησύχασε. Την άκρη τελικά θα τη βρούμε. ςτην αστυνομία μας έχουμε κάτι ντετέκτιβ που αξίζουν τον μισθό που τους δίνει το γαλλικό Κράτος. γι’ αυτό οι γάλλοι πολίτες και νιώθουν ασφαλείς. οι κακοποιοί το σκέπτονται πολύ, προτού προβούν σε κάτι τέτοιες ενέργειες... για στάσου. Τι είπα τώρα; Βρε, λες, να μην ήταν γάλλος ο ληστής (που δεν ήταν ληστής) με το πιστόλι; Άσε και θα δούμε». ο Έρικ που έμαθε από την ίδια τηλεφωνικώς το τι της συνέβη, έσπευσε κοντά της με την πρώτη ευκαιρία. Μπορεί να πονούσε πολύ από τον χωρισμό τους, αλλά πάνω από όλα ήταν αληθινός της φίλος και πάντοτε στη διάθεσή της. Αχ, βρε Έρικ, τώρα 218


Υποψίες

πια είναι αργά αγόρι μας... Η ζωή του είχε κάπως γλυκάνει με την παρουσία μιας πολύ όμορφης Βερολινέζας. «Καλά είμαι, Κλαίρη μου, μη νοιάζεσαι για μένα. Αντέχω. Αλήθεια σου λέω. Μόνο που η Κορίν είναι λίγο περισσότερο προστατευτική απ’ ό,τι θα ήθελα. Είναι λίγο μνησίκακη μαζί σου, νομίζοντας ότι είσαι η αιτία μιας μικροκατάθλιψης που έχω (χμ, μην αρχίσεις τώρα και συ, να χαρείς) και ότι, όπως λέει, δεν άξιζα να την πάθω. Δεν μπορώ να τη μεταπείσω και να καταλάβει ότι εσύ κι εγώ ζήσαμε φανταστικές καταστάσεις. Έρχονται άλλες στιγμές που έχω την υποψία ότι ακριβώς αυτές ο δικές μας στιγμές είναι που την κάνουν έξαλλη. Δεν ξέρω. Λες να ζηλεύει; Το υποψιάζομαι». «οπόταν, Λουίζ, ιδού η απάντηση στα ερωτήματά σου. Μα και πού να φανταστώ ότι κάποιος ζηλεύει το παρελθόν, που πάει πέρασε και καμιά δύναμη δεν μπορεί να το αλλάξει», σκέφτηκε η Κλαίρη. Εμπιστεύτηκε στη Λουίζ τα όσα της είπε ο Έρικ και φυσικό ήταν να στραφούν οι υποψίες της προς γερμανία μεριά. Άντε πάλι η γερμανία ξανά μανά μπροστά της, σαν καινούριος εφιάλτης. Δεν πέρασαν καλά καλά δύο εβδομάδες από την απόπειρα και της έρχεται με κούριερ ένα μικρό πακετάκι. Περιείχε ένα κουτί τσιγάρα με ένα αυτοκόλλητο πάνω του που έλεγε «το παρελθόν βλάπτει σοβαρά την υγεία μας, όπως το περιεχόμενο αυτού του κουτιού. Η αρρώστια εμφανίζεται μετά από χρόνια!» 219


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Μα για στάσου, κυρία μου Βερολινέζα. Τι θέλεις να κάνω δηλαδή για να καταλαγιάσει η ζήλεια σου; Μπορώ να σβήσω το παρελθόν μου; Μα και να το μπορούσα, δε θα το έκανα. Θα ήταν σα να μηδένιζα το κοντέρ του αυτοκινήτου μου, ενώ εγώ ξέρω ότι τα χιλιόμετρα τα έχω διανύσει. Ποιον να ξεγελάσω δηλαδή; Άνθρωπος χωρίς παρελθόν και κράτος χωρίς ιστορία με τι μοιάζουν, μου λες;» "Πρέπει, Κορίν, να σε δω να σου μιλήσω. γιατί μην πεις ότι δεν είσαι εσύ, πίσω από όλα αυτά; Πες μου, πού το πας; Μήπως πρέπει να ζητήσεις τη συμβουλή ειδικού γιατρού; Δεν το λέω ειρωνικά, ούτε σαρκάζω. Φιλικά σου μιλώ. γι' αυτό και το δημοσιεύω το κείμενο αυτό σε ένα από τα περιοδικά που έμαθα ότι διαβάζεις. Ίσως σε βοηθήσω. Βοηθώντας εσένα βοηθώ και τον καλό σου που το ξέρεις καλά πόσο νοιάζομαι για εκείνον". Ενημέρωσε τον Έρικ για το πακέτο, αλλά όχι για τις βάσιμες υποψίες της για την ταυτότητα του αποστολέα. Θα περίμενε ακόμη λίγο. Πέρασε μία εβδομάδα. Πέρασαν δύο. Πέρασαν τρεις και το λουρί της... μάνας. Και την τέταρτη το πρωί νάτος νάτος ο καλός μας ο κούριερ με ένα φάκελο σε μέγεθος συνηθισμένου γράμματος. Μέσα, μόνο μια κόλλα χαρτιού, με τρεις λέξεις «Θα σε τσακίσω.» «Λουίζ, συνέστησα ψυχίατρο στη Βερολινέζα και πολύ φοβάμαι ότι θα τον χρειαστώ εγώ. Τι να κάνω μου λες;» «Να ηρεμήσεις και θα συστήσω εγώ στον Έρικ να λάβει μέτρα δραστικά. Το πράγμα άρχισε να ξε220


Υποψίες

φεύγει. Χρήζει άλλης μεταχείρισης. Αν εκείνος δεν το μπορεί, θα απευθυνθούμε ξανά στην αστυνομία, θα τους πούμε για τις υποψίες μας και αυτοί ξέρουν το πώς θα τη συνετίσουν». Έτσι και έγινε. ο Έρικ έδειξε ότι ναι μεν πιστεύει ότι η Κορίν είναι καλό παιδί, όμως όπως και ο ίδιος, όταν απειλήσουν το δικό του δίκιο, την ηθική και τα πιστεύω του, καθώς και τη σωματική ακεραιότητα της Κλαίρης, μπορεί να μεταμορφωθεί σε θηρίο, ακριβώς έτσι είναι και η Κορίν. «Κορίτσι μου, φοβάμαι ότι δεν έχεις καταλάβει κάτι. Αν είναι τελικά η Κορίν πίσω απ' ό,τι σου συμβαίνει, να μείνεις ήσυχη. "ςκυλί που γαυγίζει μην το φοβάσαι". Δεν πρόκειται τίποτα να πάθεις. Τα μόνο που πρέπει να φοβάσαι είναι ότι θα μείνω και πάλι μόνος μου. Δε νομίζω να πιστεύεις ότι θα έχω δίπλα μου έναν άνθρωπο για τον οποίο υπάρχουν έστω και μόνο αποχρώσες ενδείξεις. Καλύτερα μόνος μου». Τώρα η Κλαίρη να μη νιώθει τύψεις που εξαιτίας της καταστρέφεται ένας δεσμός; Δεν είναι υπεύθυνη για την καινούρια στενοχώρια του πρώην αγαπημένου της; Είναι στιγμές που ενώ είναι ευτυχισμένη στην αγκαλιά του ςπύρου, έρχεται ένα σκούρο απειλητικό σύννεφο να σκιάσει την ηλιόλουστη ημέρα της, την ευδαιμονία της. Και ζητάει νοερά συγγνώμη από την πρώτη της αγάπη. Η ζήλεια όμως είναι δηλητηριώδες ερπετό. Δηλητηριάζει και δηλητηριάζεται. Έτσι ενώ η Κλαίρη ήταν υπό παρακολούθηση από φίλους και αστυνομία, δεν κατάφεραν να προβλέψουν ότι η γερμανίδα 221


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

είχε μεν αποφασίσει να προβεί σε απονενοημένο διάβημα (η ζήλεια την είχε τρελάνει) παίρνοντας όμως μαζί της στον χαμό και τη μικρή πιανίστα. Εντωμεταξύ βρήκε η γερμανίδα τρόπο να απασχολήσει τη σκέψη της με το να σχεδιάζει τον τρόπο της αυτοκτονίας της, μαζί βέβαια με τον θάνατο της μικρής Ελληνίδας. ςε στιγμές διαύγειας, που όσο πήγαιναν γίνονταν και πιο λίγες, έβλεπε μεν ότι ήταν γελοίο να θέλει να σβηστούν οι αναμνήσεις από το μυαλό του Έρικ, που μόνο αν πάθαινε κάποιου είδους αμνησία, μπορούσε να ελπίζει σε κάτι τέτοιο. Αφού ο άνθρωπος τις έζησε αυτές τις στιγμές με εκείνο το κορίτσι, πώς γινόταν να τις διαγράψει ακόμη και αν υποθέσουμε ότι το ήθελε; Μα το αβγό του φιδιού που κλωσούσε το μυαλό της και άκουγε στο όνομα "ζήλεια", ήταν καλά προστατευμένο. Έβλεπε και η ίδια σε στιγμές νηφαλιότητας, που όπως είπαμε γίνονταν όλο και πιο σπάνιες, ότι όταν το τσόφλι του αβγού έσπαζε, θα σκορπούσε συμφορές γύρω του. Το έβλεπε. Μα και που το έβλεπε τι άλλαζε; Το κακό είχε πια φωλιάσει στο είναι της σε σημείο να πιστεύει ότι οι αλήθειες οι δικές της ήταν οι σωστές και ας της έλεγε άλλα, ο... σπανίως εν διαύγεια ευρισκόμενος εαυτός της. ςε ένα βιβλίο του Ανατόλ Φρανς είχε πριν χρόνια διαβάσει μια φράση που την είχε σημαδέψει. «Δεν μπορώ να μη ζηλεύω εκείνον που αγαπώ αφού ξέρω καλά τι δίνει όταν αγαπά». Και ο ίδιος της ο εαυτός απαντούσε «Είσαι άρρωστη. ο άνθρωπος κοντεύει τριάντα χρόνων. ςαν τι ήθελες και καλά, να είχε μείνει ανέραστος μέχρι να συναντήσει εσένα; 222


Υποψίες

Μόνον τότε άλλη δε θα είχε χαρεί αυτά που εσύ απολαμβάνεις τώρα μαζί του». Εκείνο που την τρέλαινε -και το ρήμα στην απόλυτη ετυμολογία του- ήταν ο φόβος και η βεβαιότητα ότι την άλλη την είχε αγαπήσει περισσότερο· ότι η Κορίν δεν ήταν παρά μια αγάπη, ενώ η άλλη ήταν η αγάπη. Και η κατάσταση χειροτέρευε μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. ςχεδίαζε κάτι για τον τρόπο του διπλού φονικού και αμέσως μετά εγκατέλειπε τα σχέδια γιατί τα εύρισκε "λίγα". Ήθελε να την πονέσει τόσο πολύ όσο πονούσε και αυτή. «Μα τι σου φταίει το κορίτσι; ςύνελθε», της φώναζε μια αχνή φωνούλα μέσα στο μυαλό της, που όμως όλο και γινόταν πιο αχνή μέχρι που πια δεν ακουγόταν διόλου. Έτσι η γερμανίδα είχε χάσει τον έλεγχο του μυαλού, όπως και το παιχνίδι του έρωτα για τον Έρικ, στον οποίον τίποτα απ’ ό,τι της συνέβαινε δεν του εξομολογήθηκε ποτέ. γιατί καταλάβαινε πια ότι εκείνος ναι μεν μπορεί να έχασε οριστικά την Κλαίρη από τη ζωή του, αλλά αρνιόταν πεισματικά και να τη διαγράψει. γι’ αυτόν θα ήταν πάντοτε η αγάπη του η πρώτη, η μούσα του, η φίλη. (σημείωση: αυτό το τελευταίο μην το ακούμε να το λες, αγόρι μας. γιατί, πώς είναι δυνατόν δύο άνθρωποι που αγαπήθηκαν με τέτοιο πάθος, τώρα να έρχεται και να σου λέει σαν φίλη η αγάπη σου, ότι με άλλον πια είναι ερωτευμένη και κάνει φυσικά μαζί του αυτά που -θυμάσαι;- έκανε με σένα και σε τρέλαιναν. Λυπούμαστε πολύ, μα αυτό δεν το κατα223


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λαβαίνουμε και φαίνεται ότι ούτε και η Κορίν το κατανοεί γι’ αυτό και έπαθε τέτοιο ταράκουλο των νεύρων της. Μήπως λοιπόν -λέμε, μήπως;- θα ήταν καλό να απομακρυνθείς, να αποκοπείς τελείως από την Κλαίρη, να μείνεις βέβαια με τις αναμνήσεις σου και με την αγάπη σου αν θες ακόμα ακόμα, χωρίς αυτά να τα διατυμπανίζεις και να πληγώνεις την άλλη; ςτην τελική ίσως και αυτό να είναι που αρρωσταίνει την Κορίν: η προσκόλλησή σου στο παρελθόν το οποίο, όπως πιστεύει, το ζεις κρυφά ξανά και ξανά με τον νου σου και ότι η γερμανίδα δεν είναι παρά ένα υποκατάστατο και άλλο ουδέν). Πάνω δε στην απελπισία της, σκέφτηκε δύο πράγματα για τη λύση του δράματός της. Πρώτον: Ναι μεν να σκοτώσει την Ελληνίδα με έναν αριστοτεχνικό τρόπο -ε, όσο να ’ναι οι γερμανοί το κατέχουν το θέμα καλά- και κάποια στιγμή ο Έρικ δεν μπορεί, θα το έπαιρνε απόφαση. Δε γίνεται να ζει κανείς μόνο με φαντάσματα του νου για ένα νεκρό όνειρο και μια επίσης νεκρή γυναίκα. Αδύνατον. ο Έρικ ήταν άντρας γήινος, ρεαλιστής· δε θα άφηνε τον εαυτό του να ζει με ψευδαισθήσεις. οι αρρωστημένες καταστάσεις ήταν κάτι που σιχαινόταν. Υπήρχε βέβαια και το "αν". Αν του περνούσε και η παραμικρή υποψία ότι είσαι η ένοχη εσύ. Τότε και τα ψίχουλα αγάπης που τώρα απολαμβάνεις από εκείνον θα φαγωθούν από τα πουλιά του μίσους του για σένα, μη σου πω ότι δε θα διστάσει να σε εξαφανίσει πριν καν δικαστείς. Μια ζωή δίπλα του πώς λοιπόν θα μπορέσεις να 224


Υποψίες

του κρύβεις το φοβερό μυστικό σου, τη φοβερή σου αλήθεια; Δε γίνεται και ξέρεις γιατί; γιατί δεν είσαι γεννημένη φόνισσα. Δεν είσαι μια αδίστακτη αριβίστρια. Επομένως και πάλι χαμένη θα είσαι. γι’ αυτό και καταλήγεις στη δεύτερη επιλογή σου. Ναι μεν έγκλημα, μα και τιμωρία του εαυτού σου. Άρχισε λοιπόν η Κορίν να μετέρχεται τρόπους για τον σκοπό αυτό για να καταλήξει σε έναν, όχι και τόσο συνηθισμένο. Όπως είδαμε, στην αρχή σκέφτηκε το όπλο. Η σφαίρα της που καρφώθηκε στην ξύλινη πόρτα πίσω της, δεν έπεσε για εκφοβισμό, όπως όλοι υπέθεσαν τότε, αλλά απλά γιατί αστόχησε λόγω του τρέμουλου των χεριών της. ςκοποβολή γνώριζε και πολύ καλά μάλιστα. Δεν έπιασε όπλο στα χέρια της, έτσι χωρίς να ξέρει τι κάνει και πώς το κάνει. Πήρε μαθήματα και είχε μάλιστα ταλέντο. Μάλιστα. Και για το όπλο ταλέντο χρειάζεσαι, Θεέ μου. Πήρε και άδεια οπλοκατοχής με το αιτιολογικό ότι δεχόταν απειλές κατά της ζωής της, αφήνοντας μάλιστα εντέχνως να αιωρούνται κάτι υπονοούμενα από πού μπορεί να προέρχονταν οι απειλές. Φρόντισε να έχει στην κατοχή της δύο όπλα. Ένα που το δήλωσε και ένα άλλο που το αγόρασε από τη μαύρη αγορά. Επομένως η σφαίρα που καρφώθηκε στην εξώπορτα του σπιτιού της Κλαίρης ήταν από άγνωστο, αδήλωτο για την αστυνομία όπλο και βέβαια άγνωστος ο παραλίγο δολοφόνος της κοπέλας. ςατανική η Κορίν. Δεν είχε όμως υπολογίσει, ακόμη και μέσα στο άσβεστο μίσος της, αυτό που είπαμε: ότι δεν ήταν 225


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φόνισσα. Ήταν μια άρρωστη ερωτευμένη κοπέλα. Έρωτας και ζήλεια μαζί ένα εκρηκτικό μίγμα μεγάλης ισχύος. Όταν η απόπειρά της απέτυχε, δε λύσσαξε από το κακό της. Μπορεί και να χάρηκε βαθιά μέσα της που ακόμη η τύχη δεν της είχε απονείμει το παράσημο της δολοφόνου. Και μετήλθε άλλων, όπως ξέρουμε μέσων, εκείνων των ανωνύμων απειλητικών επιστολών μόνο και μόνο για να έχει την ευχαρίστηση ότι σκορπά τον φόβο και ίσως τον πανικό σε έναν άνθρωπο που χρειαζόταν ηρεμία για τη μελέτη της. Τα κοντσέρτα -για όποιον δεν το γνωρίζει- είναι μια ιστορία που χρειάζεται ατέλειωτες ώρες προετοιμασίας, που ξεχνάς τον εαυτό σου σκυμμένη πάνω από το μουσικό σου όργανο επί εικοσαώρου βάσεως και απαιτεί αυτοσυγκέντρωση και ηρεμία. Και αν κατόρθωνε η Κορίν να της περάσει την υποψία ότι οι απειλές έρχονταν από τον κύκλο του πρώην της, ίσως και να του στερούσε και την πολύτιμη γι’ αυτόν φιλία που του χάριζε. γιατί του έδινε φιλία μεν για να μετριάσει ίσως τις τύψεις της που αγαπούσε άλλον πια, αλλά όχι η φιλία της αυτή να είχε σαν συνέπεια και τη διατάραξη της ηρεμίας της· θα ήταν καταστροφή. Όταν απέτυχε και από κει, όπως πίστευε, η τρέλα της κτύπησε κόκκινο· το ποτάμι του μίσους της ψυχής της ξεχείλισε και έπνιξε ανθρώπους και ζωντανά· κατέστρεψε περιουσίες και δυστυχώς επέφερε μία καταστροφή μη αναστρέψιμη. Ήταν πλέον χαμένη. Και να δεις που μέσα στο απόλυτο χάος του μυαλού της, καταλάβαινε αμυδρά την κατρακύλα τη φρενήρη που την οδηγούσαν οι πράξεις της. 226


Υποψίες

Άλλο δεν άντεχε. Ξεπέρασε τα όριά της. Αγόρασε ένα δυνατό αμάξι για τον σκοπό της και βάλθηκε να έρθει στην Ελλάδα για διακοπές διαρκείας κρυφά από όλους. Τι το ήθελε θα πείτε το ακριβό και δυνατό αμάξι; Μα για τον σκοπό της αυτό δε θα της ήταν απαραίτητο; Δεν της πέρασε όμως από το θολωμένο της μυαλό ότι ίσως αυτό να της έσωζε τη ζωή πράγμα που βέβαια απευχόταν τη στιγμή που η άλλη θα γινόταν ένα με τις λαμαρίνες του smart της; Δεν μπορούμε βέβαια να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή των σκέψεων και των σχεδίων ενός μυαλού ντιπ φευγάτου. Ήρθε λοιπόν η Κορίν στην Ελλάδα και έγινε η σκιά της Κλαίρης. γνώριζε τι ώρα η κοπελίτσα συναντούσε τον καλό της, τι ώρα έβγαινε να πάει τρεχάλα στο σούπερ-μάρκετ, τι ώρα κοιμόταν. Τα διαλείμματα της μελέτης της, τη ζωή της όλη. Νοίκιασε το διαμέρισμα το ακριβώς πάνω από αυτό της Κλαίρης και παρά την ηχομόνωση του διαμερίσματος της μικρής πιανίστας άκουγε τη μουσική της από τη μεριά του μπαλκονιού και άκουσον άκουσον παρά το γεγονός ότι ήταν φιλόμουση η ίδια, όπως όλοι οι γερμανοί, μίσησε θανάσιμα ακόμη και το είδωλό της, τον Μπετόβεν, ακούγοντας την Κλαίρη να ετοιμάζεται για το τέταρτο κοντσέρτο του για πιάνο και ορχήστρα. «Ό,τι αγάπησα είναι δικό της πάνω απ’ όλα, ακόμα και η μουσική που λάτρευα», σκεπτόταν! Μιλάμε για τέτοιες καταστάσεις. Και αν κάποιος έχει ακούσει για κάτι παρόμοιο, ας έρθει να μας το 227


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πει. Τι κρίμα να βλέπεις ένα ωραίο νέο κορίτσι με μια καρδιά γερασμένη, καρδιά γριάς μάγισσας. Και προτού οι σωματικές της δυνάμεις την εγκαταλείψουν και καταρρεύσουν και αυτές, όπως έγινε με τον ψυχικό της κόσμο, αποφάσισε να βάλει τελικά σε εφαρμογή το σατανικό της σχέδιο. Το ωράριο της Κλαίρης καθορισμένο με μαθηματική ακρίβεια που το τηρούσε με στρατιωτική πειθαρχία θα λέγαμε. Τόση η ώρα της ανάπαυλας, τόση η διαθέσιμη ώρα για τον ςπύρο της, τόση η ώρα να πάνε για φαγητό σε μια ταβερνούλα της γειτονιάς, νωρίς ύπνο το βράδυ και το ίδιο νωρίς ξύπνημα το πρωί. Υποπτευόμαστε δε ότι έκανε και ζωή καλόγριας για ένα διάστημα (καημένε, ςπύρο!). Και μελέτη και ασκήσεις για τη δεξιοτεχνία της. για όποιον ξέρει, καταλαβαίνει τι λέμε. για όποιον δεν ξέρει, ας μάθει τι θυσίες χρειάζεται να κάνει ένας σολίστ κλασικής μουσικής. Η γερμανίδα προσάρμοσε και το δικό της πρόγραμμα αναλόγως. Και πάντοτε βρισκόταν στο τιμόνι της την ώρα που ήξερε ότι η άλλη θα έβγαινε έξω κάποια στιγμή. Έλα όμως που πάντοτε ήταν μαζί με τον Έλληνα, απορώντας πώς ήταν δυνατόν να τον έχει προτιμήσει από τον όμορφο σα θεό δικό της αγαπημένο. Και εδώ που τα λέμε πολλοί ήταν αυτοί που είχαν την ίδια απορία με την Κορίν. Μα η Κλαίρη είχε στον έρωτα δικά της μέτρα και σταθμά. Και το τάσι της ζυγαριάς της έγερνε προς την πλευρά του ςπύρου προς μεγάλη ευτυχία του νεαρού συνθέτη. Περίμενε, λοιπόν, αποφασισμένη να τελειώνει η 228


Υποψίες

Κορίν · δεν μπορεί κάποια στιγμή ο προστάτης της διάβολος θα έσπαγε, που λένε, το ποδάρι του και τότε θα άρπαζε αυτή την ευκαιρία να την ξαποστείλει μαζί και τον εαυτό της, για να ησύχαζε από το ανείπωτο μαρτύριο που περνούσε, μια για πάντα. Απορίας άξιο δε πώς είχε ένα τέτοιο αβυσσαλέο μίσος για το κορίτσι, ενώ για τον Έρικ δεν της πέρασε καν ποτέ από το μυαλό ότι αυτός είναι ίσως ο φταίχτης για όλη αυτή την κατάστασή της. Και περίμενε, περίμενε. γιατί για να πάρει και του ςπύρου τη ζωή όχι. Αυτό δε θα το έκανε ποτέ· δεν ήταν -είπαμε- γεννημένη φόνισσα. Θαρρείς και ο φόνος που σχεδίαζε δεν ήταν φόνος, μα ένα απλό συμβάν. Θα απέδιδε απλά δικαιοσύνη. Αυτή έτσι το έβλεπε, όπως έτσι το βλέπουν όλοι της γης οι δολοφόνοι, είτε άρρωστοι είτε όχι. Το μίσος όπως και η αγάπη έχουν μια λογική που λογική δεν έχει ή και αν έχει είναι αποκλειστικά άλλου τύπου. Και ένα βράδυ ο ςπύρος δε βγήκε με το κορίτσι του για λόγους που δεν ξέρουμε· ίσως γιατί η μοίρα είχε εξυφάνει το δικό της σχέδιο και άντε μετά οι άνθρωποι να ακολουθήσουν άλλη ρότα. Τι σου είναι όμως και οι συμπτώσεις! Μα να ’ναι οι συμπτώσεις που είναι τυχαίες ή το σύμπαν με τις συνωμοσίες του που δε δίνει ούτε μιας ημέρας ρεπό στους ανά τη γη συνωμοσιολόγους; Και έτσι και μπεις στο στόχαστρό τους, για να γλυτώσεις δεν μπορείς, ακόμη και αν επικαλεστείς τη βοήθεια κάποιου μπάρμπα σου από την Κορώνη (όχι πλούσιο απλώς, μα γερό προστάτη) γιατί αυτοί οι μπαρμπάδες δεν έχουν πέραση για το σύμπαν, δυστυχώς. Δυ229


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στυχώς όμως για την Κλαίρη τέτοιο σπουδαίο συγγενή δεν είχε ούτε στη γη ούτε πουθενά αλλού(!) και έγινε ό,τι έγινε -και μην ακούσω για πεπρωμένα και κουραφέξαλα. ο Θεός μια ζωή μας έδωσε και είπε να τη ζήσουμε κατά πώς θέλουμε. Αν είχε από πριν καθορίσει το πώς θα φερθούμε επί της γης τότε Εκείνος είναι υπεύθυνος για το ότι έγινε κάποιος δολοφόνος, λαμόγιο, είτε μεγάλος μουσικός ή φρικτός τραγουδιστής, άνθρωπος καλός ή άνθρωπος κακός, πράγμα αδύνατον για έναν Παντογνώστη, Πάνσοφο, Πλάστη να κάνει τέτοια κουτουράδα. Και αν τον είχε προγραμματίσει τον κάποιο να γίνει φονιάς ή ληστής ή καλός ή κακός τότε προς τι οι νουθεσίες τα Ευαγγέλια, οι θρησκείες, οι εκκλησίες, τα σχολεία, τα σωφρονιστικά καταστήματα, οι φυλακές; (σημ. Αν κάποιος έχει τις αντιρρήσεις του στα γραφόμενά μας, θα χαρούμε πολύ να τις δούμε γραμμένες στις λίγες άδειες σελίδες του βιβλίου τούτου στο τέλος ή ακόμη στις πάρα πολλές άγραφες ενός άλλου που περιμένει υπομονετικά να γεμίσουν εδώ και κάτι μέρες). ςτην αφήγησή μας λοιπόν... Έτσι, έπεσε η Κορίν με ταχύτητα με το βαρύ της αυτοκίνητο πάνω στο μικρό smart του κοριτσιού και το μετέτρεψε σε παλιοσίδερα. Παράξενο όμως, η Κορίν έμεινε στον τόπο (θάνατος ακαριαίος, είπε ο ιατροδικαστής) μέσα σε ένα τέτοιο... τανκ, ενώ από το παιχνιδάκι αυτοκίνητο 230


Υποψίες

της μικρής, αυτή βγήκε ναι μεν τραυματισμένη σοβαρά, αλλά εκτός κινδύνου. Ευτυχώς τα χεράκια της δεν έπαθαν ούτε γρατζουνιά. Η τύχη δεν τόλμησε να τα πειράξει. Ευτυχώς. ςε δεκαπέντε ημέρες πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο με τη Λουίζ λίγο ακόμη να πεθάνει από την αγωνία της και τους δύο άντρες της ζωής της να μην έχουν φύγει λεπτό από το πλευρό της. Με τέτοια ασπίδα αγάπης, το κακό δεν μπορούσε να τη βλάψει περισσότερο. Και τέλος καλό, όλα καλά. Δόξα σοι, ο Θεός... Και βέβαια κανένας κούριερ δεν της έφερε πια παράξενα πακετάκια της Κλαίρης. οπόταν: όπερ έδη δείξαι....

231


Τ

α χρόνια πέρασαν. Παντρεύτηκε ο ςοπέν τη ςάνδη του (ιδέ Κλαίρη και ςπύρος) και έζησαν μια ζωή έτσι όπως τη φαντάστηκαν. Με αγάπη, πολλή αγάπη. Κι όταν αυτή η κυρία υπάρχει στη ζωή μας, την κάνει όμορφη και οι ιστορίες που σαν κύριο θέμα τους έχουν αυτό το συναίσθημα, είναι και αυτές όμορφες, έστω αν κανείς τις βρει ντεμοντέ, πασπαλισμένες με κάντιο, σε μια εποχή υπέρ ρεαλισμού και μιζέριας. Ας παραδεχτούμε πάντως ότι σε βάζουν στο τρυπάκι να αναρωτηθείς "γιατί, ρε γαμώ το, να μη μου συμβεί και μένα κάτι τέτοιο;" Μα αν τα χρόνια σου πέρασαν και αυτό το "κάτι τέτοιο" δεν προλαβαίνει να σου συμβεί, εσύ πάλι αναρωτιέσαι "γιατί όχι στα παιδιά μου, στα εγγόνια και τα τρισέγγονά μου που να πάρει"; ςε όποια ηλικία και αν είσαι, κάνοντας τον απολογισμό σου σίγουρα θα καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι αν κάτι άξιζε στη ζωή σου για να πεις έζησα, ήταν το αντάμωμα μαζί της. ςε άγγιξε; Την άγγιξες; Έζησες. Δεν την ένιωσες ποτέ; Τότε φίλε, δεν υπήρξες. Μόνο που εσύ δεν το έμαθες και ούτε θα το μάθεις μέχρι το... ΤΕΛος 232


Υποψίες

233


Η Λένα Μαυρουδή Μούλιου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Είναι μουσικός, πτυχιούχος Πιάνου και δασκάλα του Εθνικού Ωδείου Αθηνών και συνθέτις. Έγραψε πάνω από διακόσια τραγούδια σε στίχους κυρίως δικούς της. Μελοποίησε επίσης μια σειρά ποιημάτων της για παιδιά, και νανουρίσματα. Μπορεί κάποιος να ακούσει τα τραγούδια της στο διαδίκτυο (sound cloud lenamm). Διασκεύασε επίσης γνωστά παιδικά παραμύθια. Έχει γράψει τα έργα «το πιάνο μου και τα τραγούδια μου» (στίχοι) και «το τελευταίο ταγκό» (ποιήματα), το αυτοβιογραφικό «Λένα εκ βαθέων»

τα μυθιστορήματα «Η παρέα η καλοκαιρινή ή οικογενειακή υπόθεση», «Μαρί–να», «Το τετράδιο», «Το σπίτι με τις αλυσίδες», «Θάνατος στο πάρκο», «στην πλαγιά της βίλας». Επίσης έγραψε τις νουβέλες «Αnimateur» και τις συλλογές διηγημάτων «Ο βράχος», «Η γραμματέας», «Η διαφήμιση», «Εγγλέζικο γκαζόν» και «Η Τζοκόντα». Συνεργάζεται με τον ιστότοπο τοβιβλίο.net και τα περιοδικά Ζωή & Τέχνη, book tour και koukidak και πολλά ακόμα.


Η Λένα Μαυρουδή Μούλιου έχει διακριθεί σε δεκάδες διαγωνισμούς. Ξεχωρίζουν: Σικελιανά 2015 δυο πρώτα βραβεία μουσικής (Σύνθεση & Ερμηνεία στο πιάνο) με τα έργα «Καλαματιανός του Μάρτη» και «βρέχει κι απόψε». Σικελιανά 2016 δύο πρώτα βραβεία και ένα β΄ στη μουσική 2016 (ζωή – αντίο – έτσι σ’ αγαπάω). Π.Ε.Λ. έπαινος 2015 «ο βράχος και το γράμμα» (νουβέλα). Π.Ε.Λ. 2016 έπαινος «θάνατος στο πάρκο» (νουβέλα). Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού Β΄ έπαινος 2015 (ο επόμενος). Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού Γ΄ έπαινος 2016 (ερώτημα αναπάντητο).

ΕΠΟΚ παγκόσμιος διαγωνισμός 2016 Α΄ βραβείο (ο βράχος και το γράμμα νουβέλα), Α’ βραβείο (το υπερόπλο), Β’ βραβείο (Σμύρνη-Κύπρος-Ελλάδα). ΕΠΟΚ αριστείο διηγήματος 2015 (ο Μετίν). Εταιρεία Τεχνών Πολιτισμού & Επιστημών Κερατσινίου 2015 Γ΄ έπαινος (η δαμασκηνίτσα). Καστελλια Σ. Ξεφλούδας 2015 διάκριση (δαμασκηνίτσα) Και πολλές ακόμη 235


236


Το ΜΥΘιςΤορΗΜΑ “ΥΠοΨιΕς” ΤΗς ΛΕΝΑς ΜΑΥροΥΔΗ ΜοΥΛιοΥ ςΧοιΧΕιοΘΕΤΗ ΘΗΚΕ ΑΠο ΤοΝ ΔΗΜο ΧΛΩΠΤςιοΥΔΗ ΚΑι Το ΕΞΩΦΥΛΛο ΕΠιΜΕΛΗΘΗΚΕ ο ΚΩςΤΑς ΘΕρΜογιΑΝΝΗς γιΑ ΛογΑριΑςΜο ΤΩΝ ΕΚΔοςΕΩΝ ΤοΒιΒΛιο. ΤΗΝ ΕΚΔοςΗ ΕΠιΜΕΛΗΘΗΚΕ ο ΔΗΜος ΧΛΩΠΤςιοΥΔΗς ISBN: 978-618-82415-6-5

237


Η Κλαίρη ζει τα σκιρτήματα της πρώτης αγάπης την ώρα που παλεύει με τη συνείδησή της λόγω της καταγωγής του αγαπημένου της και ενώ ετοιμάζεται για έναν παγκόσμιο διαγωνισμό στο πιάνο. Μια σειρά απρόοπτες εξελίξεις όμως σε κάνουν να σκεφτείς ότι άμα η ζωή θέλει να συνωμοτήσει, το κάνει με μοναδική μαεστρία. Κι εσύ τι κάνεις; Τίποτα δεν κάνεις. Τι είσαι εσύ; Ένα αδύναμο μαριονεττάκι που τα νήματα της ζωής σου τα κινεί η μοίρα αυτή και κινείσαι στους ρυθμούς που παίζει το… πιάνο της• με μοναδική όμως δεξιοτεχνία, όπως η Κλαίρη. Μα τελικά τίποτα δεν χαρίζεται. Όλα θέλουν σκληρή δουλειά, από τη μουσική έως την... αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι η μουσική στη ζωή μας.

Η γραφή της Λένας Μαυρουδή Μούλιου ξεχωρίζει με τη ζωντάνια και τη ρομαντική της διάθεση. Η άμεση παρέμβαση του αφηγητή μέσα στα γεγονότα και ο σχολιασμός καταστάσεων μα και των ίδιων των ηρώων, οι συμβουλές που δίνει στους ήρωες και τον αναγνώστη διατηρούν στο βάθος της μία ξεχωριστή θεατρικότητα. Μα κυρίως με μία φιλοσοφίζουσα διάθεση αναδεικνύει το ευμετάβολο και το απρόβλεπτο του ανθρώπινου βίου.

Υποψίες  

Η Κλαίρη ζει τα σκιρτήματα της πρώτης αγάπης την ώρα που παλεύει με τη συνείδησή της λόγω της καταγωγής του αγαπημένου της και ενώ ετοιμάζετ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you