Page 1


Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γεννήθηκε το 1973. Σπούδασε Ιστορία και εργάζεται ως φιλόλογος. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα στον ιστότοπο ποιητικές διαδρομές του δείμου του πολίτη Άλλα πεζογραφήματά του: και η νύχτα ερωτεύεται το άρωμα της ιέρειας ο μονόλογος της εταίρας το τέρας σκέψεις αυτόχειρος χειμωνιάτικες αναμνήσεις

Διατηρεί το ιστολόγιο ο δείμος του πολίτη, όπου καταγράφει κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα Έχει συγγράψει ιστορικές και κοινωνικές μελέτες. Άρθρα του δημοσιεύτηκαν στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, στο tvxs.gr, το protagon.gr, το eklogika.gr και αλλού. Έχει δημοσιεύσει το πολιτικό δοκίμιο «η δημαγωγία της δημοκρατίας» (2009, ΙSΒΝ 978-960-88998-5-8) και τη μελέτη «Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών» (2011, ΙSΒΝ 978-960-93-3586-7).


ΠεζοΓραφές © Χλωπτσιούδης Δήμος chldimos@gmail.com http://chldimos.blogspot.gr http://deimospoems.blogspot.gr

________________________________ Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική η μερική ή περιληπτική με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη άδεια ή αναφορά του συγγραφέα. Κάθε εκτύπωση ή ανατύπωση του παρόντος πρέπει να φέρει να το όνομα του συγγραφέα. Η αναγραφή του συγγραφέα αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση της προσπάθειας. Το παρόν εκδόθηκε σε ηλεκτρονική μορφή. Το εξώφυλλο επιμελήθηκε από το συγγραφέα.


Αφηγήματα σελ. 5….. σελ. 13 ….. σελ. 21 ….. σελ. 27 ….. σελ. 33 …..

ταξιδεύοντας και ξεναγώντας ένα νεανικό όνειρο 2459 ή 148 μΑΟ έρευνα λογοκλοπής νυχτερινές σκέψεις


ταξιδεύοντας και ξεναγώντας

Σε μια χώρα γεννήθηκα που μεγάλη και τρανή τη λογιάζανε κάποτε. Όλα πια ξεχνιούνται· όλα ξεθώριασαν στο διάβα του χρόνου· στα περάσματα του καιρού μόνο τα ίχνη διακρίνονται από διδαχές και ιαχές, θαμμένες ανάμεσα σε χαλάσματα ερείπια που στέκουν για να θυμίζουν όχι την παρελθοντική δόξα μα τη σύγχρονη αδιαφορία κι αναλγησία. Χαλάσματα που θαρρεί ο επισκέπτης πως έγιναν για να ταλαιπωρούν τους νεοέλληνες και όχι για να εξυπηρετούν τους προγόνους τους. Και μόνο η περηφάνια των ονομάτων στέκει ορθός στις κρίσεις· εχάθη ο αγώνας για ελευθερία και δημοκρατία και μόνο η ανάμνηση θολών ονομάτων μένει να γοητεύει ανούσια, όπως το είδωλο μιας κακορυθμισμένης φωτογραφικής μηχανής· ονόματα αχνά μέσα σε θαμπά σχολικά εγχειρίδια που φανατίζουν τέκνα και γονείς, χαρίζοντας μια ημιμάθεια χείρονα της αμάθειας. Μορφές αποσβολωμένες μέσα σε νέου και παλαιού τύπου βιβλία, αποξενωμένα από τις αρχές του πατριωτισμού και της δημοκρατίας εις το όνομα των τέκνων του πολέμου και της τρομοκρατίας.


Τα παλιά απομεινάρια των καινοφανών και πρωτότυπων ιδεών μένουν χαλάσματα κι ερείπια· παύουν να κοσμούν τον αλλοτινό πολιτισμό που τα έχτισε για να τονίζουν πρακτικά τη δόξα του· αλλάζουν πια τον ένδοξο ή πρακτικό ρόλο τους και στέκουν γκρεμισμένα κομμάτια ενός δυσεπίλυτου παζλ της ανθρωπότητας προς τέρψη των βαρβαρικών οφθαλμών τουριστών και αμαθών ημιδαπών -που ο τουρισμός γίνεται διακοπές και μπάνια του λαού. Τόποι, νησιά, που μοιάζουν πια μόνο από επισκέψεις τουριστικές να ζωντανεύουν από την εγκατάλειψη του κέντρου. Μία μονοδιάστατη καλλιέργεια τουρισμού που μετατρέπει σε θέρετρα θερινά ολόκληρους τόπους, που έκανε κοινότητες ολάκερες να ξεχάσουν εντελώς τις προγονικές προσπάθειες. Ζώντας μέσα σε μία άλλη, σύγχρονη σκλαβιά, απολαμβάνουν τις λίστες των νέων ευγενών σκύβοντας το κεφάλι, όπως άλλοτε σε μεσαιωνικούς φεουδάρχες. Στην αρχαία γη περπάτησα· στις ερειπωμένες πέτρες πλανήθηκα που πόδια ανθρώπινα χιλιάδες ετών κάτω από ήλιο φοβερό αφήνουν ίχνη. Ένα μωσαϊκό αιώνων χωρίζουν τις πέτρες απ’ το μωσαϊκό των εθνών που γοητεύεται· παντού σα φάντασμα πλανιέται η μυκηναϊκή κυριαρχία, η αχαϊκή κι η πολεμική μανία που τους έφερε στου Αιγαίου τα πέρατα. Μέσα σε βράχια, μέσα σε πέτρες στέκει ο ίσκιος ο μεσημεριάτικος των πολεμιστών τ’ Ατρέα που ελέγχουν το Μοριά, το Ιόνιο και τ’ Αιγαίο. Διαφεντευτές τους θέλει ο ποιητής κι η μούσα, που μόνο δυο τους αντιστάθηκαν κι οι δυο αδίκως χαθήκαν σαν ειρωνεία τραγική -ο Αίας του Τελαμώνα


π’ αυτοκτόνησε και ο θεοχτυπημένος Θεσσαλός ημίθεος της Θέτιδος ο γιος· μα η κυριαρχία των Δαναών έμεινε αιώνια στα χιλιάδες μάτια που θαμπώνονται απ’ τις ερειπωμένες αργολικές πέτρες των Μυκηνών, τ’ Άργους, της Καζάρμας, της Ασίζης του βραβευμένου ποιητή και της Νεμέας. Χάνομαι κι εγώ στους ιστούς που η ιστορία με παγιδεύει και πλανιέμαι στην άγρια μάχη των Αχαιών και τα πλούτη των ακροπόλεων· παλεύω με τα μανιασμένα κύματα της καταραμένης επιστροφής τους που φόνοι, μαγείες και θεοί ορίζουν. Κι οι Έλληνες του σιδήρου κατέφτασαν έναντι των χαλκοθωράκων των Ατρειδών και του θεϊκού Δυσσέα και στη γενέθλια γη δεν επιτρέπουν τον ηρωικό ερχομό. Περιπλανήσεις κλείνουν τα χρόνια των τρωικών μαχών· χάνομαι στη δική τους γη και θαυμάζω τη δόξα τους· χάθηκαν κι εκείνοι στο δρόμο της επιστροφής μέσα στο αίμα και τα κύματα της ποσειδώνιας μανίας και κατάρας, ωσάν σήμερα χάνονται από τη φθορά και τους καπήλους της Ιστορίας τα αξιοσέβαστα τεκμήρια της δόξας τους. Καθημερινά τα μάτια ενός ταξιδευτή βλέπουν όλους εκείνους τους περίεργους και ενδιαφερόμενους τουρίστες να πλανιούνται σε κάθε αχτίδα της μυκηναϊκής εμβέλειας και να αναζητούν τα ίχνη π’ άφησαν οι πολεμοχαρείς κατακτητές των μυκηναϊκών διοικητικών κέντρων· είναι οι ακροπόλεις του παρελθόντος ενός πολιτισμού που άδραξε τον ιστορικό του ρόλο και προσπάθησε ανεπιτυχώς να κυριαρχήσει και να δώσει πολλά ερείσματα στους σύγχρονους πολεμιστές και πατριδοκάπηλους ή εθνολάγνους να ωρύονται για τη μοναξιά του ελληνισμού χάνοντας την ουσία της


ομορφιάς της ελληνικής ψυχής π’ αγωνιζόταν κάποτε για την ελευθερία της μέσα στη σκληρή βουνίσια ή θαλασσοδαρμένη ζωή του. Έχοντας πατήσει στα δικά τους βήματα μέσα από βιβλία ιστορικά και αφήνοντας τα δικά μου ίχνη πλάι στις δικές τους πατημασιές, θωρώ τον πολιτισμό και τη σκληρή αργολική γη που ποτίστηκε με τον ιδρώτα και το αίμα σκληροτράχηλων πολεμιστών. Τα μνημεία τους επιζούν ακόμη για την ενημέρωση των αλλοδαπών, γιατί ο γηγενής τα θεωρεί πέτρες. Κι όμως σαν πέτρινο όνειρο είναι όμορφα τα απομεινάρια της αιώνιας μέρας της δικής δόξας· είναι η πρώτη εκείνη μέρα που εγκαταστάθηκαν στην ακρόπολη και η αιώνια μέρα που συνενώθηκαν στις δικές μου μέρες σαν φόρος τιμής στον πρώτο ιστορικό πολιτισμό της χερσονήσου. Είναι όμορφο το πέτρινο όνειρο που έζησαν, ω θνητοί ταξιδευτές και περιηγητές της αλαζονείας, της αδιαφορίας και της ημιμάθειας. Σα μπωντλερική ποίηση φαντάζουν οι αιώνιοι τούτοι τόποι με τις αιώνιες, ασήκωτες κι ασάλευτες -παρά την αδιαφορία σας- πέτρες των ταξιδιών μου. Λες κι οικοδομήθηκαν για να υμνηθούν από ραψωδούς σε αυλές τυράννων και εορτές λαϊκές· φαντάζουν οι άψυχες πέτρες σα να κλείνουν μέσα τους όλη τη φωνή μιας νεκρής ανθρωπότητας που παγιδεύτηκε το Είναι της στον κόρφο των λύκων τ’ Άργους και των μυκηναϊκών λεόντων. Σα χνάρια πάνω στο νερό μοιάζουν οι προσπάθειες για τον πολιτισμό. Η αμάθεια περπατά χέρι-χέρι με την ημιμάθεια και με την αδιαφορία σε ένα λεσβιακό σύμπλεγμα που αιχμαλωτίζει την ελεύθερη σκέψη· ματιές που θυμίζουν απεγνωσμένους αιχμαλώτους πολέμου


σχίζουν τα μνημεία. Είναι το βλέμμα ενός αιχμάλωτου πλήθους ενός ιδιότυπου πολέμου ενάντια στην καλλιέργεια και την κουλτούρα· είναι το πλήθος εκείνο που κοιτά μονότονα και γελά ειρωνικά στη θέα του ανδρισμού του ανδριάντα του πεσόντος Λακεδαιμονίου στις Θερμοπύλες. Ο πόλεμος εξελίσσεται με συμμάχους της ημιμάθειας τις διάφορες εκπομπές οφθαλμιστών και αισθησιακών ταινιών που μπροστά στη φιλοσοφία της ομορφιάς του γυμνού κορμιού, νιώθουν την ενοχή ενός εφήβου που κρυφά νοικιάζει μία πορνοταινία. Οι νίκες της υποκουλτούρας πλέκουν το εγκώμιο των κυνικών ασμάτων της παραλιακής και του λαθραίου χαριεντισμού σε απόμερα πάρκα και άλση· κόβουν το δεσμό απ’ την Ιστορία και οδηγούν σε γελάκια για τη γύμνια ή ύμνους εθνικιστικών αποχρώσεων. Σα χνάρια πάνω σε νερό μοιάζουν οι προσπάθειες μόρφωσης και καλλιέργειας προς το πλήθος. Ποδόσφαιρο και λαϊκά -της χείρονος ποιότητος- άσματα είναι η μόνη έγνοια τους και τα μπάνια του λαού· η μόρφωση που ξεκίνησε να ταξιδεύει μαζί μας -για να γνωρίσει και να χαρεί άλλους νέους τόπους- χάθηκε στην προηγούμενη στάση για καφέ κι αφόδευση. Η καλλιέργεια μέσα από νέες εικόνες και εμπειρίες με άλλα μέρη κατέβηκε -μη αντέχοντας το κλίμα- στην προηγούμενη στάση, λίγο πριν τις Θερμοπύλες, κει που στέκει ο "Τσίτσιδος" κι ας μη ξέρουνε τι έκανε· κι ας μη μάθανε ποτέ την εκεί παρουσία των Θεσπιέων. Οι επιβάτες καθώς χαϊδολογιούνται με τα μάτια και αστειεύονται μοιάζουν με το είδωλο στον καθρέφτη ενός φαντάσματος· είναι το φάντασμα εκείνων που κάποτε θεωρούσαν την


καλλιέργεια και την αυτογνωσία ως υπέρτατο αγαθό. Είναι ένα αμαθές φάντασμα που ποτέ δεν οίδε τη σωκρατική ρήση, αλλά θέτει την ημιμάθειά του πάντα στην πρώτη γραμμή μιας διαλογικής μάχης και τον εγωισμό στο πλευρό της. Σα φαντάσματα παρατηρούν με το θολό τους βλέμμα την οπτασία των αρχέγονων μνημείων του τόπου τους· μα η μουντή ματιά τους εστιάζει στη γύμνια του κορμιού καθώς συνοδεύεται από λάγνες σκέψεις. Και στην οπτασία απομένει η απόχρωση ενός πορνογραφικού οράματος, που αναζητά διέξοδο στους αστεϊσμούς της γυμνής φιλοσοφίας. Τι κι αν ορισμένοι εκεί χάθηκαν για τη δημοκρατία και την ελευθερία τους… Τι κι αν η γύμνια δεν ήταν αισχρή, και μάλιστα προβάλλονταν αυτή των γυμνασμένων κορμιών… Τα φαντάσματα-απόγονοι τόσων αιώνων καλλιέργειας και πολιτισμού δεν ενδιαφέρονται για ήθη και φιλοσοφίες. Φιλοσοφήματα επιβαρύνουν την ήδη βεβαρημένη ατμόσφαιρα της κουλτούρας των σκυλάδικων και φλυαρίες λαγνείας και εθνικής ντροπής για τα αλλοτινά ήθη και τις σεξουαλικές επιλογές. Μια σκιά μοιάζει να είναι ο σύγχρονος πολιτισμός· ένα έθνος που έχασε το δρόμο του μέσα στο λαβύρινθο της παγκοσμιοποίησης βλέποντας διέξοδο μόνο στις εθνικιστικές κορώνες μιας τηλεοπτικής υποκουλτούρας. Ένα σκίτσο κατάντησε η ελληνική λαϊκή σκέψη χωρίς χρώμα, χωρίς λεπτομέρειες· σαν καρικατούρα. Είναι μία σκιά παρούσα κι έκδηλη σε κάθε έκφανση της σύγχρονης ζωής κι απούσα μπρος στις ανάγκες κριτικής σκέψης. Γλυκόπικρες οι φθινοπωρινές που ακολουθούνται απ’ τις ανήλιαγες χειμωνιάτικες


νυχτιές. Σα χειμερινός παγερός ήλιος αναμνήσεις έρχονται να ταράξουν το Είναι μου. Μακρινές θύμησες, χαμένες μέσα στον ήχο του χιονιού σαν σπάζει απ’ το βηματισμό το βίαιο της μνήμης. Θύμησες έρχονται ποπολάρικων δημοκρατικών αγώνων ενάντια σε λίστες εκλεκτών· αντίσταση σε κατακτητές κι αφεντάδες σκληρούς. Πύργος έγιναν οι φεουδάρχες, οι ευγενείς του τόπου, κι οι ποπολάροι οι δημοκρατικοί κριός πολιορκητικός που με πάταγο τον εσωριάζει. Απ’ τον ευγενικό χειμώνα των επτανήσιων αγγλοϊταλών φτάνει πια η πολυπόθητη δημοκρατική ελληνική άνοιξη. Αναμνήσεις γλυκόπικρων αγώνων που χάραξαν σα γραφίδα μυτερή της Ιστορίας την πλάκα, μα τόσο λίγοι πια τους θυμούνται. Μια περίεργη νυχτιά πέφτει στην ήδη σκοτεινή πολιτεία που αλλοτριώνεται όλο και περισσότερο απ’ τα νησιά της περιφέρειάς της. Θύμησες ρομαντικές πλάι σε καταγάλανες ακρογιαλιές που σπάνια ερπετά φωλιάζουν. Σπάνιες πια οι επισκέψεις τους στις γαλανές θάλασσες, τις βιασθείσες από τη ξενοδοχειακή εξάπλωση. Φοβισμένα ερπετά χάνονται πια στα βάθη του πεγάλου, μη μπορώντας να αντέξουν τις πολύβοες ακτές ξέφρενων διασκεδάσεων, μη αντέχοντας να γεννήσουν πλάι σε λουόμενους που επιδεικνύουν το σώμα τους στον καυτό ήλιο και την αργιλώδη αμμουδιά αγοράζοντας το θέαμα του ταξιδιού τους στον κόλπο το νότιο της νήσου. Πάνε πια οι θύμησες· χαθήκαν κι οι μαχητές· σβηστήκαν οι αγώνες μέσα από τις σελίδες της Ιστορίας· λησμονιούνται οι θυσίες και το αίμα που βάφτισε -ωσάν το λάδι του ιερέα το κεφάλι του μωρού- τον τόπο κείνο του Ιονίου. Πάνε όλες οι


προσπάθειες και τα ιστορικά διδάγματα για την καλύτερη ζωή, για την ελευθερία και την ισονομία. Λήθη πλάκωσε τις πέτρες που σκέπασαν τους καταραμένους αγωνιστές, λησμονιά σκέπασε τους συντοπίτες τους κι αμάθεια στολίζει, σαν κόσμημα κοκέτας, τους επισκέπτες π’ ο τουρισμός φέρνει. Επισκέπτες χάνονται στον ωκεανό της χαράς του πιόματος, ταξιδεύουν στη ζωή της διασκέδασης μέχρι τον ερχομό του ήλιου. Χαίρονται το νυχτερινό βασίλειο πλάι σε θάλασσες ρηχές στο πελάου τα σύνορα. Ξανθοί άγγελοι πλουτίζουν την αγνώμονα λαό που στολίζει το νησί για τέρψη, που πουλά τα ζώα του σε τουρίστες δίκην οικολογικής συνείδησης, που και τούτη την αγόρασαν οι τουριστικοί πράκτορες και οι ξενοδόχοι του νησιού.


ένα νεανικό όνειρο

Το ταξίδι εκείνο τον βάρυνε πάρα πολύ. Το μυαλό του έμοιαζε σαν τμήμα του συννεφιασμένου αθηναϊκού ουρανού, τόσο συννεφιασμένος που μόνο ισχυρή καταιγίδα προμήνυε η οποία σίγουρα ήταν το πιο επικίνδυνο για την πρωτεύουσα (αποψιλωμένη από δέντρα γύρω-γύρω) και γι’ αυτόν. Η βροχή όμως δεν έπεφτε μόνο απ’ έξω. Ταυτόχρονα σχεδόν, με τις ουράνιες υδάτινες πύλες άρχισαν να λειτουργούν και οι δικές του ‘‘αντλίες’’. Τα δάκρυα γλιστρούσαν στα μάγουλά του, όπως ακριβώς οι χοντρές σταγόνες βροχής έγλειφαν τα τζάμια του τρένου. Ένοιωθε σαν να είναι ο ίδιος έξω στη βροχή. Ωστόσο, ακόμη κι όταν η βροχή και οι αδένες του σταμάτησαν, το μυαλό του εξακολουθούσε να μένει συννεφιασμένο, όπως ο βοιωτικός ουρανός, η μνήμη του έτρεχε πίσω, πολύ πίσω. Θυμήθηκε την μέρα εκείνη, που ο ήλιος έπαιζε ακόμα γλυκά και αυθόρμητα με τα αδύναμα και φευγαλέα σύννεφα και λαμπύριζε κατά τη διάθλαση των λίγων σταγόνων που απόμεναν στις φυλλωσιές των δέντρων. Εκείνη η εικόνα θα ήταν η τελευταία του, αν δε γνώριζε εκείνη και αν εκείνη η


ίδια δεν τον σταματούσε πριν το άλμα προς το γκρεμό της Αβύσσου. “Τι κάνεις εκεί;” θυμόταν χαρακτηριστικά το ουρλιαχτό της. “Φύγε· μη σε νοιάζει. Ούτε Σαμαρείτη θέλω, ούτε γυναίκα να βλέπω. Για μια σαν εσένα...” της είπε και στράφηκε προς το κενό έτοιμος να πάρει φόρα... “Και θα σκοτωθείς για μια τσούλα;” τον ρώτησε απότομα μαντεύοντας την υπόλοιπη φράση και το πρόσφατό του παρελθόν. Ήθελε με το στανιό να τον σταματήσει. Και φάνηκε να το πετυχαίνει, αφού την κοίταξε αγριεμένος για τον προσδιορισμό εκείνο: “Τσούλα; Τσούλα; Και είσαι εσύ που την χαρακτηρίζεις έτσι; Με ποιο δικαίωμα και τι θράσος;” Υπήρξε η στιγμιαία έντονα ηχηρή απάντησή του. Αλλά, η θρασύτατη εκείνη κοπέλα είχε πετύχει το σκοπό της· του απέσπασε τόσο την προσοχή, ώστε είχε πια χάσει την ευκαιρία να τσακιστεί στο κενό. Και κανείς δεν ξαναπαίρνει σε τόσο σύντομο διάστημα την απόφαση για αυτοκτονία. Της τα είπε όλα. Πώς τη γνώρισε, πώς την αγάπησε παράφορα και της χάρισε τα πάντα: καρδιά, αίμα, σώμα ολόκληρο και την περιουσία του όλη. Ότι εκείνη τον εκμεταλλεύτηκε και τα κράτησε δικά της και τον έδιωξε. Τώρα πια δεν είχε περιουσία ούτε δουλειά. Προπάντων, δεν είχε κάποιον δικό του άνθρωπο να στηριχτεί ηθικά. Παρά τα όσα του είχε κάνει όμως την αγαπούσε ακόμα. Εξάλλου, πόσο εύκολα μπορεί να ξεχαστεί μια τέτοια αγάπη, ακόμα κι αν υπήρξε μόνο από τη μια μεριά; Δεν άργησε να κερδίσει τη συμπάθειά της “ακόμα κι αν έχεις δίκιο και πάλι δεν μπορώ να


δεχτώ τη θανατική απόφασή σου”. Εκείνη μόλις έφευγε από μια δουλειά στην επαρχία και είχε χαλάσει την επαγγελματική της συνεργασία με έναν φωτογράφο. Ήταν ταξιδιωτικός πράκτορας και χρειαζόταν φωτογράφο τόσο για τα διαφημιστικά φυλλάδια, όσο και για ένα είδος καρτ ποστάλ. “Πάρε εμένα. Μ’ αρέσει να ταξιδεύω, έχω ανάγκη να γνωρίσω νέους ανθρώπους· τίποτα δε με δένει μ’ αυτή την πόλη. Αν είναι δοκίμασέ με” και συνέχισε πιο απότομα: “Εξάλλου, εσύ με σταμάτησες και τώρα πρέπει να με σώσεις, αλλιώς άδικος κόπος”. Είδε στα μάτια του το παρακαλετό του, την παράκληση για να τον βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του. Είδε την πραγματική απόγνωση στην οποία είχε βουλιάξει και τη σανίδα που έψαχνε τυφλά στη φουσκοθαλασσιά που τον ναυάγησε. Όφειλε να τον βοηθήσει. Να τελειώσει την προσπάθειά της να τον σώσει. Ήταν πιθανότερο αν όχι βέβαιο- ότι αν δεν τον στήριζε έστω και λίγο θα έπαιρνε την ίδια μακάβρια απόφαση. Επιπλέον, φαίνονταν συμπαθητικός. Και επιπρόσθετα, η ιστορία του πρόδιδε άνθρωπο που μπορούσες να τον εμπιστευτείς το ίδιο εύκολα, όπως κι εκείνος εμπιστευόταν αυτή την ίδια. Φαίνονταν άνθρωπος που παθιάζεται εύκολα και δίνεται με όλη του την ψυχή σ’ ό,τι κάνει κι αγαπάει. Εξάλλου, αυτό το χαρακτηριστικό τον έσπρωξε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, στο χείλος του γκρεμού. Δεν φαίνονταν να κάνει λάθος. Και πραγματικά είχε δίκιο -ως ένα σημείο μόνο, όμως. Στο γραφείο της έγινε σύντομα μόνιμος συνεργάτης. Αποδείχτηκε καλύτερος απ’ το αναμενόμενο και η προσωπική τους σχέση δεν


έπαιξε καθόλου ρόλο. Είχε γυρίσει σχεδόν τον κόσμο όλο. Γνώρισε ανθρώπους και έθιμα που δεν φανταζόταν. Παράλληλα με τις φωτογραφίες, έγραφε. Μέσα σε δύο χρόνια είχε γίνει ένας από τους γνωστότερους ταξιδιωτικούς συγγραφείς στον κόσμο. Τα βιβλία του εκδίδονταν στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ισπανικά. Τα κέρδη του τεράστια. “Είχα όμως αρχίσει να χάνομαι απ’ τους δικούς μου ανθρώπους· από εκείνη. Στόχος μου είχε γίνει μόνο το ταξίδι και το βιβλίο που θα έγραφα για κερδίσω κι άλλα χρήματα”. Είχε όμως αρχίσει να φεύγει από κοντά της. Τον έχανε όλο και περισσότερο. Ταξιδεύοντας μόνος είχε χάσει εκείνον τον τρόπο επικοινωνίας που είχε άλλοτε. “Κλεινόμουν στον εαυτό μου όλο και πιο πολύ, ενώ το στόμα μου έμοιαζε με χρηματοκιβώτιο που μόνο με το σωστό κωδικό άνοιγε. Η καρδιά μου με μεσαιωνική πόρτα, ασφαλισμένη με χοντρή, ενισχυμένη αμπάρα για να ανοίγει μόνο από μέσα. Μόνο που οι μεντεσέδες είχαν σκουριάσει, η αλυσίδα είχε μαγκώσει και η πόρτα δεν άνοιγε πια”. Ο χωρισμός λογικό επακόλουθο ήρθε γρήγορα. - Εδώ και πολύ καιρό ταξιδεύω μόνος. Ούτε σπίτι έχω κάποιον να με περιμένει. Ούτε κάποια να μ’ αγαπά, έστω και από μακριά, όπως εσύ εκείνη την πιανίστα, μου είπε. - Τα οικονομικά σας; Δεν μπορείτε να έχετε πολλά παράπονα. Κανένας ταξιδιωτικός συγγραφέας δεν κερδίζει τόσα. - Τι να το κάνω; Μόνιμοι αγοραστές των βιβλίων μου είναι τα μερικά εκατομμύρια ταξιδιωτικά γραφεία στον κόσμο, που ψάχνουν εξωτικές και πρωτότυπες περιοχές-τοποθεσίες για να


οργανώσουν ταξίδια. Το ξέρεις ότι ταξιδεύω σχεδόν πάντα δωρεάν; Ήξερα καλά ότι τον καλούσαν διάφορα ξενοδοχεία ή κυβερνητικοί παράγοντες για να γράφει γι’ αυτούς κι έτσι να διαφημιστούν και να προσελκύσουν κόσμο και πολίτες τους. - Τι να το κάνω όμως; Πάλι μόνος ταξιδεύω και μόνος μένω στη βάση μου. Όταν δεν μπορείς να έχεις επαφή με τους ανθρώπους κοντά σου, τότε το ταξίδι είναι ανιαρό, πονά και τρυπά σαν τη σύριγγα του ετοιμοθάνατου ναρκομανή. Φαίνονταν να είχε δίκιο. Είχε χαθεί μέσα στην παραζάλη των ταξιδιών, του νεανικού εκείνου ονείρου να γυρίσει τον κόσμο όλο, να τον γνωρίσει και να πάρει ενθύμια. Το ότι το έκανε δωρεάν βγάζοντας ταυτόχρονα χρήματα τον ζάλισε ακόμα πιο πολύ. Μόνο που στη δική του περίπτωση το όνειρο έγινε πραγματικότητα και ξεπέρασε τη νεανική ηλικία. Μεσήλικας πια δεν μπορούσε να αλλάξει εύκολα τη ζωή του κι ούτε να προσαρμοστεί σε έναν άλλο κόσμο. Η μόνη αλλαγή του ήταν το ότι άρχισε να γράφει νουβέλες, που στηρίζονταν στα αμέτρητα ταξίδια του. Κείμενα υγρά από τα δάκρυά του, πνιγμένα στη μοναξιά, το χωρισμό, τη φυγή, το ταξίδι. - Από παρέες ή άλλους φίλους δεν έχετε πουθενά στον κόσμο; - Μόνο συνεργάτες, κυρίως εκδότες. Γνωρίζω όλους τους παπαράτσι της υφηλίου σε σημείο που η βασιλική οικογένεια της Μεγάλης Βρετανίας θα μπορούσε να με προσλάβει για να αποφεύγει τα σκάνδαλα. Γνωρίζω, όντως, πολύ κόσμο. Παρέες δεκάδες. Διαφορετική σε κάθε χώρα. Γυναίκες ακόμα


πιο πολλές. Με τα χρήματά μου και το όνομα μου είχα όποια ήθελα. Αλλά το γαμήσι από μόνο του τι να σου προσφέρει; Αλλά το γαμήσι από μόνο του τι να σου προσφέρει; Αυτή η φράση τυμπάνισε τόσο πολύ στ’ αυτιά μου... Σαν αντήχηση την άκουγα όλο και πιο δυνατά. Δεν ήμουν άνθρωπος που λυπόταν εύκολα τους γύρω μου. Εξάλλου το επάγγελμα του δημοσιογράφου με έκανε σκληρό σαν διαμάντι για να αντέχω την πίεση και παράλληλα να ξύνω και το σκληρότερο μετάλλευμα για να βρω την πολυτιμότερη ουσία του. Αλλά το γαμήσι από μόνο του τι να σου προσφέρει; άκουσα ξανά τη φράση. Ο άνθρωπος τούτος είχε εγκαταλείψει από το ίδιο του το σώμα. Έμοιαζε με ναρκομανή που τρυπά το σώμα του χωρίς να νοιάζεται για τη ζωή. Δεν ήθελα όμως να τον λυπηθώ. Μόνος του, τελείως συνειδητά είχε επιλέξει αυτό τον τρόπο ζωής. Τά ’θελε και τά ’παθε. Κι αν το μετάνιωσε και το γύρισε στο συγγραφικό μελό αυτός έφταιγε και ήθελε μόνο να εξαγνιστεί. Προσπαθούσε να δικαιολογηθεί για τις επιλογές του στον εαυτό του. Μου έμοιαζε να βλέπω τον εγωισμό του να ξεχειλίζει. - Αν δεν έχεις κάποιον δικό σου ν’ αγαπάς, να σε στηρίξει, δεν πετυχαίνει τίποτα η νυχτερινή, μιας μόνο βραδιάς, παρέα, είπε διακόπτοντας τις σκέψεις μου. Το ότι νιώθω τόσο μόνος μπορείς να το καταλάβεις από το γεγονός ότι είσαι ο μόνος δημοσιογράφος που του παραχωρώ συνέντευξη. Και ίσως ο τελευταίος. Την πραγματική μου τύχη την κλώτσησα πολύ καιρό πριν, όταν τα χάλασα μαζί της. Τότε άρχισα να ανεβαίνω το Γολγοθά. Η δική μου διαφορά με το Χριστό είναι ότι εκείνος


κουβαλούσε μόνο ένα σταυρό και πέθανε την ίδια μέρα, ενώ εγώ κουβαλάω ένα τρένο -το αγαπημένο μου μέσο- και πεθαίνω κάθε μέρα για πόσα χρόνια πια. Η βλάσφημη παρομοίωσή του με συγκλόνισε. - Έχω γνωρίσει πιο πολύ κόσμο από Εκείνον και σίγουρα έχω περισσότερους οπαδούς. Μόνο που εμένα δεν θα με σκοτώσουν. Με ξεχνάνε το επόμενο λεπτό που θα κλείσουν ένα μου βιβλίο. Άλλαξα γρήγορα-γρήγορα, χωρίς προσχήματα τη συζήτηση. - Ποια θα είναι τα επόμενα βήματά σας; - Θα εκδοθεί σύντομα το τελευταίο μου βιβλίο για το οποίο πήγα στην Αθήνα και τώρα πάω στο καταφύγιο που έχω στον Όλυμπο για να ξεκουραστώ στην ησυχία μου. Πριν από αυτό θα πάω σ’ εκείνη για να της ζητήσω συγνώμη και να δει ότι την αγαπώ ακόμη και πως της χρωστώ τη ζωή μου... Σταμάτησε να μιλά και κοιτούσε έξω από το παράθυρό του. Ήμασταν στα Τέμπη και κοιτούσε επίμονα τα βουνά. Τον Όλυμπο και τον Κίσαβο. Γι’ αυτόν, βέβαια, έπαψαν να μαλώνουν και μόνο η ησυχία της ισοπαλίας υπήρχε. Μετά από ώρα μου είπε: “Αν κάτι πάει στραβά μ’ εκείνη θα αυτοκτονήσω από εδώ”. Ήταν τα τελευταία λόγια της συνέντευξής του. Δεν τα έβαλα στην εφημερίδα, αλλά στροβίλιζαν στο μυαλό μου. Δυο-τρεις μέρες μετά επιστρέφοντας στην Αθήνα έμαθα ότι είχε αυτοκτονήσει. Η συνέντευξή μου είχε κάνει θραύση κι έγινα το επίκεντρο του δημοσιογραφικού κόσμου μια και ήταν τα πρώτα και τελευταία λόγια του σε ρεπόρτερ. Κάποια από εκείνες τις μέρες έλαβα ένα γράμμα. Ήταν δικό του και με παρακαλούσε να το


κρατήσω κρυφό. Με πληροφορούσε για το αίτιο του θανάτου του. Δεν ήταν ότι δεν τα βρήκαν. “...Όταν την έψαξα στη Σαλονίκη δεν τη βρήκα πουθενά. Ούτε το γραφείο της υπήρχε πια, ούτε έμενε στο ίδιο σπίτι. Έτσι για να μπορέσω να την βρω τηλεφώνησα ανώνυμα στους συγγενείς της. Η αδελφή της με πληροφόρησε ότι μετά το χωρισμό μας -χωρίς να με καταλάβει στο τηλέφωνο τόσο χρόνο μετά- αυτοκτόνησε στον γκρεμό που με έσωσε άλλοτε...”


2459 ή 148 μΑΟ

Κρυφά χωμένος σε μία τρύπα στο υπόγειο του σπιτιού του άναψε το τσιγάρο. Με απόλαυση, σχεδόν ηδονική, "έπαιξε" με τον καπνό στο στόμα του και αμέσως "τον κατέβασε". Συνωμοτικά κοίταξε πίσω του και έβγαλε από το βαλιτσάκι τον υπολογιστή. Είχε συνεννοηθεί με την κεντρική μονάδα, τη Νταίζη όπως την αποκαλούσε, να κρατήσουν προς το παρόν τα πάντα ως μυστικό, αλλά να καταγράφονται στην αιώνια μνήμη της μονάδας. Άνοιξε τον υπολογιστή και πλοηγήθηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Τώρα όμως μπήκε γρήγορα στη σελίδα που τον εντυπωσίασε. Με εξαιρετική προσοχή διάβαζε εκείνα τα αρχαία κείμενα. Η ανακάλυψή του θα άλλαζε τον τρόπο που έβλεπαν τον κόσμο και την Ιστορία ως τότε. Οι αρχαίοι πρόγονοι είχαν ανακαλύψει πολύ νωρίτερα από ό,τι πιστεύονταν την ηλεκτρονική επικοινωνία. Το… web όπως το έλεγαν τότε, το διαδίκτυο, ήταν πολύ παλαιότερο και αυτό θα άλλαζε τα πάντα. Γρήγορα κατάλαβε ότι η εξέλιξη, μοναδικής σφοδρότητας και ταχύτητας για μία καθυστερημένη πολιτισμικά κοινωνία όπως η ανθρώπινη τον ΚΑ΄


αιώνα, έκανε τους ανθρώπους να μιλούν, να βλέπουν και να γράφουν για πρώτη φορά με τέτοιο τρόπο. Στην αρχή προβληματίστηκε από τον όρο “keyboard” ή “ clavier " ή "Tastatur" ή πληκτρολόγιο. Είχε κάνει αναζήτηση του όρου σε όλες τις αρχαίες γλώσσες. Είχε βρει τη μετάφραση του όρου, αλλά τα ίχνη της έννοιας της λέξης είχαν χαθεί. Ούτε μία φωτογραφία δεν είχε βρει. Του έμοιαζε να σημαίνει κάτι το οποίο είχε κλειδιά ή πλήκτρα και βοηθούσε στο γράψιμο. "Θα ήταν σαν εκείνο το πιάνο που είδα στο μουσείο ή σαν κλειδοθήκη που μας έδειχναν όταν ήμασταν παιδιά στο σχολείο. Αλλά πώς έγραφαν με αυτό;» Με τέτοιες σκέψεις πέρασαν οι πρώτοι μήνες μελέτης πάνω στην πρωτόγονη επικοινωνία. Όλα τα ιστορικά βιβλία έγραφαν ότι η ηλεκτρονική επικοινωνία εμφανίστηκε για πρώτη φορά 150 χρόνια νωρίτερα, όταν έκανε την εμφάνισή του και το πρώτο "αυτόνομο ολόγραμμα". Κι όμως, εκείνος ήξερε ότι έκαναν λάθος. Ένα λάθος σχεδόν τριών αιώνων. "Κύριε, κάποιος έρχεται…", ακούστηκε η Νταίζη. Ήταν η γυναίκα του που άνοιξε την πόρτα. Διέκρινε την όψη της, φανερά ενοχλημένη από τον καπνό του τσιγάρου. -Θες να μας εντοπίσει κανείς και να έχουμε τρεχάματα; Δεν είπαμε μόνο στο βουνό που δεν έχουν ανιχνευτές; -Έλα, μωρέ, ένα τσιγάρο μόνο. Κοίτα, προχωράω πολύ καλά. Στις αρχές του ΚΑ΄ αιώνα έκαναν το λεγόμενο web 2. Επικοινωνούσαν με κινούμενες εικόνες, με ήχο και κείμενα. Τώρα εξετάζω τα


κείμενα κάποιου τύπου που κατηγορούσε την κυβέρνηση. Μάλλον τρομοκράτης, αλλά φαίνεται πολλοί να συμμερίζονταν τις θέσεις του. Ίσως το διαδίκτυο τότε να ήταν μέσο επικοινωνίας των παρανόμων. -Ενδιαφέρον πολύ, όντως. Προφανώς βρήκες έναν όμοιό σου στις παρανομίες. -Αν καταλαβαίνω καλά, η κυβέρνηση επιλέγονταν με ψήφο. Θυμάσαι τότε στο σχολείο στην Ιστορία που μας έλεγαν για τη δημοκρατία; Οι άνθρωποι επέλεγαν μια κυβέρνηση κι εκείνη έκανε ό,τι ήθελε. Μετά την άλλαζαν, έβγαινε μια άλλη κι έκανε κι εκείνη ό,τι ήθελε κ.ο.κ. Επειδή όμως δεν έμενε κανείς ευχαριστημένος άρχισαν να "τρώγονται" μεταξύ τους οι πολιτικοί και ο λαός αντέδρασε… -Α, ναι, η εποχή της Τρομοκρατίας... -Ακριβώς. Φαίνεται ότι από νωρίς κάποιοι αντιδρούσαν… -Κύριε, ακούστηκε η μελωδική φωνή του μελαχρινού ολογράμματος… -Ναι, Νταίζη… -…μην ξεχνάτε την ανακάλυψη που κάνατε πριν από λίγες μέρες. Έχω καταγράψει μερικά στοιχεία που σας έκαναν εντύπωση. Μονολογούσατε ότι έκλεβε ο ένας από τον άλλο κείμενα ή φράσεις και τις δημοσίευαν ως δικές τους. Προφανώς, είπατε, αυτό γινόταν πριν την αυτόματη αντιλογοκλοπή… -Έχει δίκιο... Κάπου στον ΚΑ΄ αιώνα (λίγες δεκαετίες μετά το web 3) ένα ειδικό πρόγραμμα, πρόγονος του Αυτόνομου Ολογράμματος και της Νταίζης μας, σκάναρε όλα τα κείμενα και ανακάλυπτε όλες τις περιπτώσεις λογοκλοπής. Τότε φαίνεται άρχισαν οι μεγάλες δίκες για το δικαίωμα


στη γραφή και τη δημοσίευση. Έχω την εντύπωση ότι τότε απαγορεύτηκε και το διαδίκτυο. Μόνο οι επαγγελματίες είχαν το δικαίωμα να γράφουν. -Είσαι βέβαιος; Αν ανακοινώσεις κάτι τέτοιο, θα σε συλλάβουν αμέσως. Κι εγώ φοβόμουν μόνο το τσιγάρο… -…κάποιο ιστορικό κείμενο -με ημερομηνία στο 2086- αφηγείται ότι το διαδίκτυο σταμάτησε, απαγορεύτηκε, για τον πολύ κόσμο. Για να είναι σίγουροι όμως ότι δε θα μπορούν να γράφουν, σταμάτησαν τη λειτουργία των ηλεκτρονικών σχολείων και άρχισε ο κόσμος να γράφει μόνο με το χέρι. Όλα γίνονταν χειρόγραφα. Κάθε χρήση ηλεκτρονικής γραφής απαγορεύονταν εκτός αν κάποιος είχε ειδική άδεια. Τέτοιοι ήταν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, πολιτικοί και δημοσιογράφοι. .. -Και το κράτος πώς δούλευε; -Επειδή η μεσαία τάξη -που είχε και τα κρατικά όργανα- σχεδίαζε ηλεκτρονική επανάσταση για να καταρρεύσουν τα μηχανήματα (ακόμα τότε μπορούσε κάποιος να τα καταστρέψει με ιούς), η ευρωπαϊκή πρώτα -και μετά η αμερικανική κι αργότερα κι η ασιατική- κυβέρνηση απαγόρευσαν τα ηλεκτρονικά μηχανήματα στις κρατικές υπηρεσίες και τα σχολεία. Όλα χειρόγραφα. Μετά έκαιγαν τα χαρτιά που μάζευαν για να παράγουν ενέργεια… Εκείνη γεμάτη απορία κι έκπληξη (δεν πίστευε τίποτα από όσα άκουγε, αλλά δεν ήθελε να φέρει αντίρρηση στις χαζομάρες του) άρχισε να κινείται προς την πόρτα. Ήθελε να πάει στο σπίτι. Εκεί ένιωθε ασφάλεια. Δίπλα στο ολόγραμμα όπου


μπορούσε να συζητά στα σοβαρά για τις αστρονομικές προβλέψεις, τον καιρό, τους τρισδιάστατους καλλιτέχνες. Αναζητούσε με κάθε τρόπο να κάτσει δίπλα στους ανιχνευτές καπνίσματος που την προστάτευαν, μπροστά από τις κάμερες της κυβέρνησης που της επιβεβαίωναν την ασφάλεια που αναζητούσε από τους Τρομοκράτες του Καπνού και του αντικυβερνητικούς Τρομοκράτες του Λόγου. Διαφωνούσε μαζί του, αλλά τον αγαπούσε. Φοβόταν για το μέλλον τους. Η σύλληψή του, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο βέβαιη. Κάπου κι εκείνη ήθελε να πει τον πόνο της, να κατηγορήσει την κυβέρνηση που άφηνε ελεύθερους τόσους τρομοκράτες να καπνίζουν και να γράφουν. Αλλά ήταν κι εκείνος που… τόσο τον αγαπούσε. Μόνος πια, γύρισε στον υπολογιστή. Κάποτε έγραφαν με πληκτρολόγιο αλλά ευτυχώς εμείς έχουμε το Αυτόνομο Ολόγραμμα που γράφει τα πάντα. Αν βέβαια, έπεφτε στα χέρια κάποιου πράκτορα η Νταίζη, αυτό θα κατέληγε σε κάποιο Απομνημονευτή. Αξίζει τον κόπο και την απώλεια μνήμης μια τέτοια ανακάλυψη. - Νταίζη, φρόντισε σε παρακαλώ να αντιγραφούν σε τρία σημεία όσα καταγράφεις. Ίσως κάποιοι κάποτε ανακαλύψουν τη μνήμη σου και αντιληφθούν καλύτερα το παρελθόν. Η Κυβέρνηση θέλει να ξεχάσουμε με κάθε τρόπο την Περίοδο του Λόγου. Στείλε κωδικοποιημένες όλες τις σημειώσεις μας στους Τρομοκράτες για να ενημερώσουν τα μέλη τους. Επέστρεψε ξανά στις σκέψεις του που καταγράφονταν στη μνήμη του Ολογράμματος.


"Ο κόσμος πρέπει να μάθει. Κάποτε όλοι έγραφαν κι επικοινωνούσαν. Σίγουρα δεν ήταν μόνο Τρομοκράτες. Ίσως η μεσαία τάξη από τότε να είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τη δύναμή της και αντιδρώντας στην Κυβέρνηση και να επικοινωνούσαν όλοι για να ανταλλάσσουν ιδέες και πληροφορίες. Αν άκουγαν κάτι τέτοιο σήμερα…"


έρευνα λογοκλοπής

Άνοιξε τον υπολογιστή του και άρχισε να αναζητά. Η εποχή που ο ένας έκλεβε από τον άλλο φράσεις ή ολόκληρα κείμενα είχε πια περάσει. "Σήμερα κανείς δεν μπορεί να κλέψει", σκέφτηκε. Μόλις 26 ετών ολοκλήρωσε το διδακτορικό του για την Ιστορία της Λογοκλοπής. Μία μοναδική εργασία που παρουσίαζε όλες τις περιπτώσεις λογοκλοπής στις παλιές γλώσσες. Καθηγητές πανεπιστημίου, bloggers, μέλη του facebook και του twitter από την εποχή ακόμα του web 2 είχαν μετατρέψει τη λογοκλοπή σε άθλημα αν όχι σε πρωταθλητισμό. Τα κέρδη ήταν πολλά και η κλοπή είχε καταντήσει ένα αναβολικό. Καμία απαγόρευση δεν μπορούσε να προστατεύσει κάποιον. Η παρουσίασή του είχε αφήσει άναυδο τον επιστημονικό κόσμο. Τα ΜΜΕ -όλα ηλεκτρονικάαναζητούσαν την εργασία του. Τρανταχτά ονόματα που αργότερα έγιναν πολιτικοί ή δημοσιογράφοι κατηγορούνταν ότι έκλεψαν ολόκληρα βιβλία και τα παρουσίασαν ως δικά τους. Άρθρα από blogs ή τους απογόνους τους μεταφέρονταν αυτούσια σε στήλες εφημερίδων ή αντιγράφονταν από άλλους χρήστες του διαδικτύου και υπογράφονταν από τον κλέφτη.


Η εργασία του άλλαξε για πάντα τον κόσμο της επιστήμης και της πληροφορίας. Πολλοί τον κυνήγησαν, τον απείλησαν με μηνύσεις, αλλά εκείνος ανένδοτος. Βέβαια, κέρδισε πολλά χρήματα από αποζημιώσεις ή μελέτες που τους ανέθεσαν. Πολλοί εκδοτικοί οίκοι και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες του ανέθεταν εργασίες για τα ποια έργα ήταν αποτέλεσμα λογοκλοπής. Είχε στήσει ολόκληρη επιχείρηση. Σήμερα πια αποτραβηγμένος προβεβλημένος και πλούσιος, εργάζονταν μόνος. Η καινούρια του εργασία αφορούσε την προϊστορία του ιντερνέτ. Αναζητούσε περιπτώσεις λογοκλοπής στα σπερματικά βήματα του διαδικτύου και του web 2. Ήξερε ότι θα έβρισκα πολλά στοιχεία, θα έκανε σημαντικές ανακαλύψεις. Ήδη στις σημειώσεις του πολλοί αρχαίοι επιστήμονες είχαν αποκαθηλωθεί από το βάθρο του πρωτοπόρου. Πολλοί αρχαίοι επώνυμοι bloggers είχε αποδείξει ότι ήταν απλοί αντιγραφείς, χωρίς δική τους άποψη, χωρίς δική τους κρίση. Είχαν μετατρέψει την ιστολογική λειτουργία σε λογοκλοπέα. Αντί να επικοινωνούν ή να εκθέτουν δικές τους απόψεις, στο όνομα της ελευθερίας, αντέγραφαν. Είχε από καιρό διαφοροποιήσει τη θέση του για την πειρατεία και τη λογοκλοπή. Αναρχικός ων άσχετα από το πώς εκμεταλλεύονταν τα μέσα την ανακάλυψή τουήταν κατά της εμπορευματοποίησης των πνευματικών δικαιωμάτων. Αποδέχονταν την "πειρατεία" ως μέσο απόκτησης ενός έργου ή ενός βιβλίου. Διαφωνούσε όμως με το να παρουσιάζονται ως ιδιοκτησίες (που


μάλιστα ενίοτε απέφεραν και κέρδη) των αντιγραφέων. Κάθε πνευματική εργασία που χρησιμοποιούμε πρέπει να συμπληρώνεται από το όνομα του δημιουργού, συνήθιζε να λέει στις διάφορες εκπομπές που τον προσκαλούσαν. Η διακίνηση πρέπει να είναι ελεύθερη για όλους. Η επικοινωνία και η μόρφωση δεν πληρώνονται, δεν αποτιμώνται σε χρήματα. Αλλά, η δεοντολογία επιβάλλει την αναγραφή του δημιουργού. Κάθε αντιγραφέας που δε τιμά ένα δημιουργό αναγράφοντας το όνομά του, πρέπει να τιμωρείται παραδειγματικά. Βέβαια, όλα τα μέσα έμεναν στην επιφάνεια. Προτιμούσαν την εντυπωσιακή αποκαθήλωση τρανταχτών ονομάτων είτε από το χώρο της οθόνης είτε του διαδικτύου. Εκείνα απέφεραν μέσα από μεγάλους τίτλους πολλά χρήματα, διαφημίσεις. Τον χρυσοπλήρωναν για να προβάλουν ένα νέο μεγάλο όνομα που είχε αντιγράψει. Όσο πιο σπουδαίος είναι ο αντιγραφέας τόσο πιο πολλά λεφτά θα έπαιρνε. Είχε ήδη στην "αποθήκη" του πάνω από τριακόσια ονόματα ακόμα. Πανεπιστημιακοί και πολιτικοί κυρίως. Οι αρχαίοι bloggers δεν μετρούσαν. Είχαν πια πεθάνει. Μπορούσε ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία του. Αρκεί να μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του. Δεν τα είχε καταφέρει μια φορά και το είχε βάρος στη συνείδησή του. Είχε γκρεμίσει από τη θέση έναν αξιόλογο άνθρωπο που παρά τα νεανικά του λάθη είχε να προσφέρει πολλά στον κόσμο ακόμα. Δεν τα κατάφερε σε μία εκπομπή με έναν Υπουργό ο οποίος τον πρόσβαλλε και τον εκνεύρισε άσχημα όταν άρχισε να τον κατηγορεί ότι


διαμόρφωσε μία νέα ηθική και πως δεν άξιζε τέτοιας προβολής ή επιχορήγησης για τη νέα του μελέτη. Πριν προλάβει να ελέγξει τον εαυτό του, από το θυμό, άκουσε τον εαυτό του να κατηγορεί τον Υπουργό για λογοκλοπή τριών εργασιών. Όταν σταμάτησε να μιλά, είχε ήδη ανακοινώσει τους κλεμμένους τίτλους και τις ημερομηνίες. Φυσικά ακολούθησε χαμός. Πολιτική αναταραχή, παραίτηση του Υπουργού. Η τιμή των bloggers που έπεσαν θύματα αποκαταστάθηκε, οι συγγενείς απαιτούσαν αποζημιώσεις και τα μέσα ενημέρωσης θησαύριζαν επί τρεις μήνες. Ο Υπουργός θα γίνονταν ο νέος αρχηγός του κόμματος της Νομιμότητας και του Σεβασμού και σίγουρος νικητής των επερχόμενων εκλογών. Τώρα χάθηκε πια από το προσκήνιο. Η φαρέτρα ήταν γεμάτη με ονόματα. Ωστόσο, τον απασχολούσε περισσότερο το αρχαίο web 2. Επέστρεψε από τις σκέψεις του στο νέο ιστολόγιο που είχε βρει. Η αναζήτηση των αρχαίων κειμένων του διαδικτύου ήταν πολύ δύσκολη δουλειά. Είχαν μεν αποθηκευτεί σε κάποια μνήμη όλα τα δημοσιευμένα κείμενα, αλλά πολλές φορές ήταν σημαντικά αλλοιωμένα. Σβησμένες λέξεις, αλλοιωμένες εικόνες. Η κρυπτογράφηση της Νέας Εποχής διέφερε τόσο πολύ από την Αρχαία Περίοδο. Στην Προϊστορική Περίοδο που έγραφαν με το χέρι, είχαν αντιμετωπίσει ανάλογες περιπτώσεις με το γραφικό χαρακτήρα του προσώπου ή με την αλλοίωση του χαρτιού. Δεν περίμενε όμως τέτοιες δυσκολίες στην εποχή του. Η χρήση χαρτιού είχε απαγορευτεί για να επιζήσουν τα λιγοστά δέντρα


που απέμειναν, αλλά στην ηλεκτρονική εποχή οι δυσκολίες ήταν ανάλογες. Για να λύσει το πρόβλημά του είχε πάρει από το μουσείο έναν αρχαίο υπολογιστή που είχε την κατάλληλη κρυπτογράφηση. Αλλά πάλι αντιμετώπιζε προβλήματα, γιατί τα ιστορικά κείμενα ήταν ποικιλότροπα κρυπτογραφημένα, ενώ συχνά οι εικόνες και τα διάφορα σύμβολα ή είχαν αλλάξει κώδικα ή του ήταν εντελώς άγνωστα. Φυσικά, και οι πολλές λεπτομέρειες της εποχής που μελετούσε του ήταν άγνωστες. Αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε, ήταν εκτός ενδιαφέροντος. Επέστρεψε πάλι στο αρχαίο κείμενο, που διάβαζε,. Του έμοιαζε γνήσιο. Μάλιστα αυτός ο τύπος που έγραφε, ήταν τόσο κοντά στις αρχές του. Πειρατής και βιβλιοφάγος, έγραφε συνέχεια. Αλλά σχεδόν πάντα παρουσίαζε το δημιουργό. Επέτρεπε κι αυτός την αντιγραφή των κειμένων του χωρίς άδεια ή αμοιβή, αλλά είχε την ηθική απαίτηση να αναφέρεται το όνομά του…


νυχτερινές σκέψεις

Όταν η μέρα αρχίζει να χάνεται κάτω από το λάβαρο της νίκης, που έστησε η νύχτα στο πεδίο της μάχης, τότε κάτι σπρώχνει τον ανθρώπινο νου σε σκέψεις βαθιές, ιδέες μοναξιάς και πόνου. Τότε κάτι τον ωθεί σε δρόμους απατηλών εικόνων και θέσεων για το παρελθόν και το μέλλον. Το παρόν χάνεται στο βάθος των δακρύων για την χαμένη ελπίδα, τα λάθη και τη σκέψη μιας ζωής ονείρων που μετατρέπεται σε μάζα οικοδομικών υλικών και ανάλογου όγκου παλιοσίδερα είναι εκείνη που οδηγεί σε μαύρες ιδέες. Και όλα οδηγούν στη βίαιη αρπαγή μιας πένας για την καταγραφή ετούτων, εκείνων και των άλλων σκέψεων. Και οι σκέψεις χαράζουν μια άλλη σελίδα: είναι μια νέα σελίδα για το μέλλον ίσως ένα μέλλον γνωστό σε όλους κι όχι χάρη σε μια Πυθία ή έναν Εβραίο Προφήτη, αλλά στην απτή μαθηματική σκέψη ενός ανθρωπολόγου. Είναι οι ίδιες εκείνες στιγμές που το κρύο και η υγρασία διαπερνούν κάθε ρούχο για να αγκαλιάσουν στα ψυχρά δάχτυλά τους το τρεμάμενο κορμί ενός σκεπτόμενου. Είναι η κατάλληλη στιγμή, που ο νέος θα αναζητήσει τη θέρμη του κορμιού, στις καυτές ερωτικές εικόνες


που επιθυμεί να ζήσει στο δικό του ταξίδι. Η παραζάλη και το ρίγος δημιουργούν εικόνες κόκκινες του πάθους και ροζ του πόθου κορμιά να λαχανιάζουν στο παραστράτημα της Εύας και του Αδάμ. Υγρά που απλώνονται παχύρρευστα στα σεντόνια για να αποκτήσουν μια κίτρινο-ροζ απόχρωση κατά την αφυδάτωσή τους. Είναι το συναίσθημα εκείνο πως το στρώμα του κρεβατιού την περιμένει με πολύ πόθο –και δεν ξέρω γιατί. Τα μέλη της ήταν μαλακά κι η σάρκα της αγύμναστη. Όμως, ήταν διαφορετική απ’ όλες τις γυναίκες και καταλαβαίνω γιατί το κρεβάτι ανυπομονούσε την αγκαλιά της. Και το μυαλό ψάχνει βαθιά στη μνήμη τέτοιες εικόνες ηδονής και ζεστασιάς. Ίσως να είναι η φαντασία και η μόνη παρηγοριά μπρος στους πόνους εκείνους είναι, όμως, το μόνο μέσο για να ξεφύγει το κορμί απ’ τα καθημερινά βάσανα μιας πατρίδας που εν τέλει έμαθε μόνο να ζητά και σχεδόν ποτέ να μην προσφέρει στους πολίτες τίποτα πέρα από λίγη υπερηφάνεια για μια πανάρχαια Ιστορία, που αναβιώνει σε κακογραμμένες κίτρινες σχολικές σελίδες. Ή τον αρρωστημένο φανατισμό κάποιων -λίγων ευτυχώςεθνικιστών λίγων, μεν, οι οποίοι όμως σε κάθε δυνατή ευκαιρία χτυπούν το δικό τους αγκυλωτό σταυρό στο όπλο για να ακούσουν ένα στρατιωτικό παράγγελμα από χείλη αθώα που επιθυμούν αίμα και γυναίκες αλλοεθνών και εξίσου υπόδουλων ανθρώπων. Οι σκέψεις είναι σαν ένα χάος από χιλιάδες οχήματα, που περπατάνε -αφού ο αριθμός τους δεν τα επιτρέπει άλλη ταχύτητα- στους δρόμους μιας


μεγαλούπολης. Ένα χάος αποτελούμενο από εκατομμύρια φώτα που κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις, όπως ακριβώς τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου μεταφέρουν τη σκέψη και τις αντιδράσεις των αισθητηρίων οργάνων. Σκέψη τελικά είναι εκείνη ή η άλλη ικανότητα να μπορεί ο άνθρωπος να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του και τον εαυτό του. Οι σκέψεις μοιάζουν με χιλιάδες πυγολαμπίδες που χορεύουν και τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ακόμα κι όταν ο συλλογισμός γίνει πεσιμισμός οι πυγολαμπίδες αφήνουν μια μικρή λάμψη αισιοδοξίας μέσα απ’ το λαμπύρισμα του χορευτικού ρυθμού που προκαλεί η θέα ενός γλυκού χαμόγελου ή η εικόνα μιας νεράιδας που με το μαγικό ραβδί της αγγίζει το έλος της μοναξιάς για να το μεταμορφώσει σε μια γαλάζια λίμνη ευτυχίας και χαράς. Μόνο μ’ αυτή την πένα μπορώ να αποτυπώσω τις ιδέες μου, τις ανησυχίες και τον έρωτά μου για εκείνη που τόσο ποθώ για το πάθος της που τόσο πολύ νιώθω να χάνεται στο άγχος της στρατιάς του μέλλοντος και του πόνου της ελπίδας. Μια ελπίδα που ματώνει στο εν αρβύλα βάδην και πονά σαν αντικρίζει την αβεβαιότητα του Είναι. Ίσως η ποίηση -η δημιουργία του γραπτού λόγου, είτε το λέμε λογοτεχνία είτε όχι- είναι αυτή η λύση. Βέβαια, η λύση τούτη φαίνεται καταρχήν εσωστρεφής, αλλά διαθέτει σίγουρους φίλους μια πένα και ένα σημειωματάριο. Χρονικά είναι η φάση της μελαγχολίας, όταν χάνεται κάθε σκέψη σε λαβύρινθους ερωτηματικών. Εξάλλου, όπως είπε ο Borges κλασικό δεν είναι κατ’ ανάγκην ένα βιβλίο που διαθέτει αυτές ή τις άλλες αρετές. Είναι απλά


το βιβλίο που οι ανθρώπινες γενεές ωθούμενες από διάφορους λόγους διαβάζουν με προκαταβολική θέρμη και με μια ανεξήγητη αφοσίωση. ………….. Μερικές φορές, η ίδια η ζωή θυμίζει ηλεκτρονικό παιχνίδι, που μέχρι να το μάθεις χάνεις χρόνο και χρήμα μπροστά σε μια άψυχη οθόνη, που ταΐζεται με νομίσματα. Το τέλος είναι όμως πάντα το ίδιο μακάβριο: συνέχεια χάνεις, μέχρι να βαρεθείς τις ήττες και με σκυμμένο το κεφάλι να στραφείς σε άλλο παιχνίδι -χωρίς ο ουσιαστικός στόχος της νίκης να επιτυγχάνεται- με την ίδια πάντα κυκλική κίνηση. Και το παιχνίδι συνεχίζεται διακαώς. Ακόμα και μετά την ωριμότητα και όντες με οικογένεια μόνο που τότε το παίγνιο είναι άλλο: ο αγώνας για εξασφάλιση των προς το ζην. Αλλά, και πάλι, η μάχη είναι σαν εκείνη του ηλεκτρονικού: άνιση. Κι αν απαντώνται κάποια οράματα και ρεύματα πεσιμιστικών απόψεων, η υπενθύμιση των όσων πέρασε κάποιος για να φτάσει στο σημείο να βλέπει τη ζωή του ως ευτυχισμένη, είναι αρκετή για να δεχτεί την αλήθεια. Πόσα άραγε ο κάθε ανώνυμος- αναγνώστης ονειρεύτηκε, πόσα όνειρα κατέρρευσαν σαν πύργοι στην ακροθαλασσιά για να φτάσει στο σημείο να πει -παρά τις άπειρες, μικρές και μεγάλες, κακοτυχίες- ότι καλά περνάει ή όπως ο στίχος με στυλ και ποτό πως είναι όμορφη η ζωή. Η μοίρα μας (αντίθετα από τη θιβετιανή κόλαση) δεν είναι φοβερή επειδή είναι εξωπραγματική. Είναι φοβερή επειδή είναι αμετάκλητη και σιδηρά. Ο χρόνος είναι η ουσία απ’ την οποία είναι φτιαγμένος. Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που


παρασέρνει τον έρωτα, αλλά αυτός είναι το ποτάμι. Είναι ένας τίγρης, που κατασπαράζει, μια φωτιά που αναλώνει, αλλά αυτός είναι η τίγρης και η φωτιά. Ο κόσμος, δυστυχώς, είναι πραγματικός. Όταν η απορία για το πρωταρχικό και την απεραντοσύνη του χρόνου και του χώρου περιστρέφεται γύρω από το στιγμιαίο και το ατομικό εκεί ή το προσωποκεντρικό εδώ, τότε αρχίζει η μάχη της φιλοσοφίας για την αξία του ατόμου και της πανανθρώπινης Ιστορίας. Είναι η ίδια φιλοσοφική διαμάχη που διέπει την αξία και την κίνηση της Ιστορίας. Και γύρω, μάλλον έτι από ποιες βάσεις και ποιους αιώνιους -αν ναι- νόμους; Τι προσφέρει, τέλος πάντων, ένα χοντρό βιβλίο με τόσους νόμους και συγγραφείς που τιτλοφορείται Παγκόσμια Ιστορία; Είναι η γνώση του παρελθόντος, θα μπορούσε να πει ο καθένας μας. Και ακολουθεί το μεγάλο και βασανιστικό ερώτημα: ποιος και πώς μπορεί να γνωρίζει τη φύση των παλιών και αρχαίων γεγονότων και καθημερινών συμβάντων για να εκβάλλει βέβαια συμπεράσματα; Είναι ασφαλή τα λίγα έργα, που σώζονται αυτούσια –δηλαδή εμμέσως αρχαίων αντιγραφέων; Μέσα σε τόσα ερωτήματα φαίνεται να σταματά ο ρους της ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως όταν χαμογελούσε λίγο πριν πεθάνει ο ημιχαυνωμένος και γέρος Swift «Είμαι αυτό που είμαι, είμαι αυτό που είμαι… Μπορεί να ’μαι μια συμφορά, όμως είμαι αυτό που είμαι. Είμαι ένα κομμάτι του σύμπαντος εξίσου αναγκαίο κι αναπότρεπτο μ’ όλα τα άλλα… Είμαι αυτό που μ’ έφτιαξαν οι οικουμενικοί νόμοι. Το να είσαι, είναι το παν».


Η ιστορία των ονείρων ενός ανθρώπου δεν είναι αδιανόητη. Ούτε των οργάνων του σώματός του, ούτε των σφαλμάτων που διέπραξε, ούτε όλων των στιγμών που έφερε στο νου του τις πυραμίδες. Ούτε των συναλλαγών του με τη νύχτα και τις χαραυγές. Αυτό μπορεί να φαίνεται εντελώς χιμαιρικό, μα δυστυχώς δεν είναι. Ίσως εκείνος ο αφορισμένος συγγραφέας στους πειρασμούς του να άφησε ολοκάθαρα την ανάγκη του Έρωτα στην ανθρώπινη φύση σαν έγραφε για την Παρθένο του Χριστιανισμού: «…χρόνια πολλά βαστούσε το κακό κι η Μαρία, γερνούσε, πλήθαιναν κάθε μέρα οι άσπρες τρίχες, χωρίς να γνωρίσει τη νιότη, τη ζεστασιά του άντρα, τη γλύκα και την περηφάνια της παντρεμένης, της γυναίκας που χάρηκε και χαίρεται τον έρωτα τη γλύκα και την περηφάνια της μάνας…». Όποιος ποτέ πίστεψε ότι η ελπίδα είναι αιώνια, έχει μάλλον δίκιο. Εκείνος που δέχεται ότι η μοναξιά συνηθίζεται, μάλλον δε συνάντησε τις δύο φίλες να τον συνοδεύουν πλάι-πλάι: τη μοναξιά και την ελπίδα ούτε, βέβαια, συστήθηκε στο τρισκατάρατο -για όποιον ξέρει- ζευγάρι του χωρισμού και της μοναξιάς. Γιατί, μοναξιά είναι το συναίσθημα κείνο του πεσιμισμού που εγκλωβίζει το άτομο σε ένα περιορισμένο αριθμό συλλογισμών και επαφής με το κοινωνικό σύνολο. Η μοναξιά έχει την ικανότητα να κλειδώνει το πρόσωπο στο κλουβί του εαυτού του και να κελαηδά μόνο για εκείνον τον ίδιο. Είναι η φυλακή της επικοινωνίας ακόμα κι αν είναι στον περίγυρό της τόσοι άλλοι. Η μοναξιά και ο χωρισμός είναι οι συνοδοί κάθε ενός που έπιασε φιλίες με τον έρωτα και τον ακολούθησε στα


μυστικά μονοπάτια της καύλας και της αγάπης, με ένα γλυκό μούδιασμα που μπορεί να αλλάξει τη σκέψη και τη διάθεση στη στιγμή: το άγχος της μοναξιάς που αυξάνεται με μία γεωμετρική πρόοδο στη θέα χαρούμενων προσώπων τις ώρες του περιπάτου. Είναι, ίσως, η πιο δύσκολη ώρα χειρότερη και από εκείνη του ίδιου του χωρισμού- η θέα αγκαλιάς και ασπασμών ανάμεσα στα ζεύγη. Είναι και εκείνο το άγχος του ερωτήματος αν μία τέτοια χαρά είναι δυνατό να τη συναντήσει κάποιος ή ακόμα αν γίνεται να κρατήσει έστω και τον ιδιότυπο αυτό μοναχικό χωρισμό με τις ώρες αναμονής πάνω απ’ το καλώδιο μόνο και μόνο για την ηδονή των αυτιών, που μετατρέπουν μια καθημερινή φωνή σε γλυκύτατο κελάηδισμα σμήνους αηδονιών, την εποχή του ζευγαρώματος. Ένα ζευγάρωμα που έστω και μέσω χιλιομέτρων δίνει την εντύπωση ότι πραγματώνεται μόνο με το φτερούγισμα του Έρωτα και θρόισμα της σαϊτιάς του. Είναι η ίδια εκείνη χαρά του ζευγαρώματος που η Φύση χάρισε σε όλα τα όντα που γέννησε αντίθετα με τις προσταγές κακόβουλων και ανοργασμικών θεών που μίσησαν το τραγούδι της άνοιξης, την ευχαρίστηση της εκσπερμάτωσης, τα ουρλιαχτά της ηδονής και το τρέμουλο του οργασμού. Μία αναπαραγωγική διαδικασία, που η Φύση έβαλε την τέχνη της για να χαρίζει ηδονή και χαρά στα γεννήματά της. Είναι κάποιες φορές που τα βάρη του Έρωτα ξεπερνούν σε ηθικό κόστος την κάθε μονάδα μέτρησης -κιλό, λίτρο, οκά κ.ά.τ. Είναι το βάρος, που σ’ όλη τη διάρκεια ταλανίζει το νου και θυμίζει τις υποχρεώσεις και δείχνει το λαβύρινθο μιας ζωής


που χάνει κάθε σκοπό προσωπικό μπρος στις αλλεπάλληλες καταρρεύσεις σχεδίων και οραμάτων. Είναι εκείνη η στιγμή που το μυαλό αναζητά την αιτία που το όνειρο έγινε ουτοπία και μνημονεύει τους στίχους: « ...αλλού κινήσαμε να πάμε, κι αλλού η ζωή μας πάει... » Άλλες φορές ο έρωτας μοιάζει με το τσιγάρο του γράφοντα. Ένας μακρύς, αλλά και τόσο σύντομος δρόμος που καίει τα πάντα στο πέρασμά του και αφήνει τα ίχνη του υπό τη μορφή στάχτης σα να κάηκε η ίδια η καρδιά. Καλύπτει το διάβα του με ένα προπέτασμα καπνού. Ένα κάπνισμα εγκληματικού ρυθμού σε μια συχνότητα που φέρνει ζαλάδα και διερωτήσεις για το ποιες άλλες διαφορές, εκτός από εμβαδόν, μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα στους πνεύμονες και τα ορυχεία πίσσας του καρδιοαναπνευστικού συστήματος. Είναι σαν ένα ποτήρι ημιάδειο στο χέρι του πότη: κάθε κύτταρο του κορμιού ουρλιάζει να σταματήσει, αλλά ο εγκέφαλος πιέζει το χέρι και το οδηγεί αργά και σταθερά στο στόμα. Είναι εκείνο το ίχνος που χαρακώνει το πρόσωπο με απορία κι ελπίδα, αν το κουδούνισμα της συσκευής είναι για την προσωπική ευχαρίστηση και χαρά και το αποτέλεσμα μένει στα χείλη με την ένδειξη της απογοήτευσης ή της λατρείας προς τον Graham Bells για την υπέροχη εφεύρεσή του. Κάπου εκεί ταιριάζει και η φράση: Έτσι ζούμε εμείς για τον έρωτά μας και το όνειρο, με τον αγώνα μας και το αίμα μας. Εστίν ουν αληθείας λόγος. Και μοιραία οι σκέψεις οδηγούν σε προσωπικές αναμνήσεις. Εικόνες ερωτικές και έκφυλες


αμαρτωλές και ίσως ανήθικες. Την ηδονή της πολλές φορές την είδα, την άγγιξα και την γεύτηκα. Ποτέ όμως η ευτυχία δεν ξεπέρασε εκείνο το σύνορο που μου οριοθέτησε η προσωπικότητά της και η γλύκα του προσώπου και του κορμιού της, ως όμως τη στιγμή εκείνη που ένιωσα απ’ τα τηλεπικοινωνιακά σύρματα να συνοδεύεται από το «σ’ αγαπώ... Μου λείπεις τόσο πολύ...». Ακόμα και τόσο μακριά οι λέξεις εκείνες έκαναν το κορμί να σπαρταρά. Μόνο με το άκουσμα μερικών φθόγγων άρχισα να τρέμω. Μόνο δυο ρήματα στο αυτί κι νιώθεις στα χείλη την αλμυρή καύλα της και το σφιχτό τύλιγμα των τρεμάμενων απ’ τον οργασμό χεριών της. Και οι αναμνήσεις επιστρέφουν στο μικρό ναό της Αφροδίτης. Δίπλα σε μια σόμπα ξύλων καθήμενος να παρακολουθώ το χιόνι να καλύπτει μέχρι και το τελευταίο ίχνος της φαντασίας μόνο μερικές σκιές από τις λευκές νύμφες του χιονιού χορεύουν προκλητικά στο νου που αναζητά τη γαλήνη στην ανάμνηση ενός χαμόγελου και μιας ζεστής αγκαλιάς. Στη στιγμή φαίνεται πως θα ξεπεταχτεί σαν μια άλλη Αφροδίτη απ’ την κόκκινο-μπλε φωτιά είναι η φλόγα της ματιάς της, η θερμότητα που ακτινοβολεί το φιλί το χαμόγελό της που αστράφτει, η αγκαλιά που λιώνει τα πάντα στον φλεγόμενο κύκλο της ηδονικής της μαγείας. Μια μαγεία που δεν προέρχεται από μυστικές μεσαιωνικές συνταγές και μαντζούνια αποκρυφισμού και ειδικών τελετών, αλλά είναι η μαγεία ενός κόσμου αστραφτερού σαν τον κεραυνό στη βροχερή νύχτα, της φλόγας που σιγοκαίει στο τζάκι. Είναι η ίδια εκείνη κάψα που κάνει να λιώνει το γυμνό κορμί σαν την αγγίξει.


Η εικόνα της δεν έφερνε λύπη, αλλά μάλλον μια γλυκιά απογοήτευση από ένα όνειρο που σαφώς είναι ωραιότερο απ’ την ίδια τη ζωή. Σαν μια μελωδία αγγέλων να έσχιζε την ηρεμία των ουρανών φάνηκε η στιγμή εκείνη της αγκαλιάς. Μετά από εκείνο το ταξίδι της ταλαιπωρίας η ανάσα της στο πρόσωπό μου ήταν ωσάν το γλυκό άγγιγμα του Γαβριήλ στην έφηβη παρθένα η φωνή της ήταν ένας ευαγγελισμός για τις μέρες αγάπης, που θα συντρόφευαν την παραμονή εκεί μια λειτουργία ευλογημένη απ’ τον φτερωτό θεό και ίσως τους Χριστιανούς Βαλεντίνο και Υάκινθο. Η μελωδικότητα των λέξεων ακόμα και του πιο έντεχνου λόγου, χάνεται και περνά απαρατήρητη μπροστά στη μουσική που διαχέει στον αέρα η παρουσία της η φρεσκάδα της κάνει κάθε μουσικό θέμα, κάθε μπαλάντα γραμματικού τύπου να ωχριά, όπως ένα σκυλάδικο συγκρινόμενο με ένα Βραδεμβουριανό κονσέρτο ή μια σονάτα του Μπετόβεν. Η εμφάνισή της στο χώρο καλύπτει με μια μουσική υπόκρουση σιωπής και ένα εκτυφλωτικό φως, κάθε ήχο, κάθε νότα και φωταγωγήσει τον τόπο. Σειρήνες και νηνεμίες η φιγούρα του γυναικείου κορμιού. Κι όμως τό ’ξερα πως όλες οι γυναίκες θα ’ταν για μένα σα βαμμένες ξύλινες φιγούρες και ότι τη νύχτα στο πλευρό μου, θα σκεφτόμουνα εκείνη μόνο στη λάμψη του φεγγαρόφωτος, τη ζεστασιά απ’ το κορμί της και το άρωμά του. Όλα επιστρέφουν σ’ εκείνες τις μέρες που μοιάζουν με στροβίλισμα του Έρωτα. Ένα τέτοιο στροβίλισμα γύρω απ’ το κρεβάτι που θα νόμιζε κανείς ότι η Γη δε γύριζε γύρω απ’ τον άξονά της,


αλλά γύρω από ένα διπλό δανεικό κρεβάτι. Το στροβίλισμα έμοιαζε να είχε καταργήσει το διαχωρισμό μέρας-νύχτας και να είχε δημιουργήσει έναν άλλο: ηδονή-ανάπαυση. Ήταν ένα στροβίλισμα της ηδονής και του οργασμού, που είχε σταματήσει στο χρόνο και καταργήσει τους νόμους της φύσης. Όλα γύριζαν στο κρεβάτι κι εκεί επέστρεφαν μετά τις δίωρες ή τρίωρες ανάπαυλες των μυών για να εμφανιστεί ξανά ο ερωτισμός, η φαντασία και οι σφιχτές αγκαλιές. Όταν το πάθος κορυφώνεται κι αγγίζει τα ανώτατα όρια της απόλαυσης, ο στρόβιλος της ηδονής μοιάζει ν’ ανεβαίνει στο κρεβάτι και τα δύο κορμιά να στριφογυρίζουν στη θολούρα του ερεθισμού τότε που η ζάλη του πόθου, γεμίζει ιδρώτα τα κορμιά σαν ξεχύνονται ως λυσσασμένα ζώα στις απέραντες πεδιάδες του αχαλίνωτου έρωτα. Και όταν το στροβίλισμα της ερωτικής χάρης των κορμιών δυναμώνει, χάνονται όλες οι αναστολές που επέβαλλαν οι θεοί στους ανθρώπους, κι εκείνοι επιδίδονται σε όλες τις θέσεις που ενισχύουν την απόλαυση και κορυφώνουν τον ερεθισμό των εραστών. Κάποιες φορές η ζωή μοιάζει με ένα στροβίλισμα ανεμοστρόβιλου. Κι όσοι συνηθίζουν να λένε ότι η νιότη κάθε άλλο παρά έρημη είναι, ξέχασαν τις τόσες και τόσες ώρες μοναχικότητας, που κρύβονταν στον εαυτό τους κλαίγοντας για τη μοίρα τους ή την επιλογή που έκαναν. Είναι ένας ανεμοστρόβιλος η ζωή που στο πέρασμά του ισοπεδώνει τα πάντα, ανεξάρτητα από τις επιλογές του καθενός.


Ομοίως και ο έρωτας, που σε κάθε βήμα του μετατρέπει τη χαρά που πρωτοχάρισε σε ένα πικρό ποτήρι το οποίο αυξάνει τη δίψα και ενισχύει τον ιδρώτα του δέρματος. Ένα ποτήρι σαν εκείνο που αρνήθηκε ο Εβραίος Μεσσίας να πιει, αλλά δε φάνηκε να του έγινε η χάρη από τον θεό και πατέρα του. Ίσως το ποτήρι εκείνο να ήταν ο έρωτας για τη γλυκιά πόρνη των Μαγδάλων, που έπρεπε να την αφήσει πίσω. Ίσως το ποτήρι να ήταν το ότι δεν πρόλαβε να δοκιμάσει τον έρωτά της και να πιει την ηδονή της, όταν άλλοι το έκαναν κάθε νύχτα ή μέρα γυρνώντας από την έρημο. Μια έρημο που διάβηκε κι Εκείνος, αλλά μακριά από τη χαρά της σάρκας κι ας την ποθούσε τόσο πολύ κι ας του χάιδευε τα πόδια και τον στόλιζε με ακριβά αρώματα. Χαρά για το άγγιγμα που ένιωσε αναμφισβήτητα κι όταν τον χάιδευαν και τον στόλιζαν ή τον έπλεναν οι δυο μικρές αδελφές, σαν ευγνωμοσύνη για τη θεραπεία του παραλίγο νεκρού αδελφού τους Λαζάρου. Πόσες φορές άραγε να θέλησε να απολαύσει τον οργασμό με την Μάρθα και τη Μαρία. Κι όμως τελικά οι γραφείς και οι αντιγραφείς του βίου του δε θέλησαν να μάθουμε την αλήθεια για τις γυναίκες τις ζωής του. Σαν άνθρωπος σίγουρα θα πεθύμησε τη σάρκα και τη γοητεία της γυμνής ηδονής των γυναικών που τον ακολουθούσαν στην επαναστατική διδασκαλία του. Σαν χρισμένος αρχιερέας του ανέραστου Εβραίου Θεού του έμενε μακριά, όπως τουλάχιστον πληροφορούμαστε τέτοιες ήταν τουλάχιστον οι εντολές εκείνου που καταράστηκε τον άνθρωπο σε κάθε βήμα του να ανταμώσει κρυφά τη νύχτα με τον Έρωτα, είτε με άλλο είτε με το ίδιο φύλο.


Αντίθετα, οι φανατικοί οπαδοί της Αφροδίτης και της Αστάρτης δοκίμαζαν τις πλευρές του Έρωτα με όλους τους αριθμητικούς συνδυασμούς. Στο πλάι τους να στέκουν όψεις πορνογραφικές όπου διάφορες λάγνες και ερεθισμένες Λολίτες εμφανίζονται σε διαφημίσεις χρώματος ροζ, σε κινηματογραφικές ταινίες ή αποσπάσματά τους σε CD-ROMs, σε περιοδικά -όλα τους πάντα με την γνωστή νομική ένδειξη ηλικιακής απαγόρευσηςμόνο και μόνο για τη σεξουαλική τέρψη και φαντασίωση εραστών, για τις στιγμές που η μοναξιά της ηδονής γίνεται αφόρητη ή η φαντασία των ερωτευμένων περιορίζεται στο ελάχιστο και χρειάζεται μία κάποια ώθηση για τη διαστολή των μυών. Και έρχεται κάποια στιγμή που το κουρασμένο κορμί σβήνει στη βαριά αγκαλιά του ταιριού. Τότε που ο συνοδός στον ερωτικό περίπατο προσπαθεί να βρει την αναπνοή του και φιλά απαλά –σαν σε νεογέννητο βρέφος- στο μάγουλο και τα μαλλιά το δικό του μωράκι. Και στέκουν έτσι ως το ξημέρωμα και τους βρίσκει ο κόκκινος ήλιος γραπωμένους ο ένας στον άλλον σαν να προσπαθούν να διώξουν τη φρίκη του χωρισμού. Συνειδητά ματαιοπονούν να απορροφήσουν τη ζεστασιά του παρτενέρ και να γλυκάνουν το στόμα τους με τα φιλιά του.


ΠεζοΓραφές © Χλωπτσιούδης Δήμος


ΠεζοΓραφές  

Μία συλλογή αφηγημάτων, ποικίλης θεματικότητας. Πεζογραφήματα με πλοκή και αφηγήματα που περισσότερο μοιάζουν με απομνημονεύματα ή καταγραφή...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you