Page 1

Λένα Μαυρουδή Μούλιου Α΄ 2 έ βρ πα αβ ινο είο ι Π ΕΠ ΕΛ Ο Κ

Θάνατος στο πάρκο


4


Θάνατος στο πάρκο


Θάνατος στο πάρκο Λένα Μαυρουδή Μούλιου ISBN: 978-618-82415-7-2 © τοβιβλίο © Λένα Μαυρουδή Μούλιου Αθήνα, 2017 εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης επιμέλεια εξώφυλλου: Κώστας Θερμογιάννης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net lenamavroudimouliou@gmail.com

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή]

___________________ Το μυθιστόρημα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου “θάνατος στο πάρκο” διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Η αναφορά του ονόματος της συγγραφέως είναι υποχρεωτική και το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση αποσπασμάτων με την προϋπόθεση αναφοράς προέλευσης και δημιουργού. 6


Θάνατος στο πάρκο

Λένα Μαυρουδή Μούλιου ISBN: 978-618-82415-7-2

7


ΤΗς ιΔιΑς «Υποψίες», εκδ. τοβιβλίο, 2017 «Η Πόρτα στα δεξιά», εκδ. τοβιβλίο, 2016 «Υποψίες», εκ. τοβιβλίο, 2017 «Υδροχόος με σκορπιό», εκδ. Αρισταρέτη (υπό έκδοση) ςΥΜΜΕΤοΧΕς ςΕ ςΥΛΛογιΚΑ ΕργΑ εκδόσεις Μεταίχμιο 2015 μια από τις 12 νικήτριες του διαγωνισμού και συμμετοχή στο ebook «στο μυαλό των διάσημων ντετέκτιβ». Βιβλιόφιλοι Έδεσσας γ΄ έπαινος και συμμετοχή στο συλλογικό βιβλίο (το λογιστικό λάθος). εκδόσεις Ανάτυπο διάκριση και συμμετοχή στο συλλογικό βιβλίο «Μίλτος ο ταξιτζής». Πνευματικοί ορίζοντες διάκριση και συμμετοχή στο βιβλίο 2016 «χαϊκού». Audio book veramand (μία από τις 12 νικήτριες και συμμετοχή στο ebook «το στενό». Λογοτεχνικές πένες β’ βραβείο και συμμετοχή στο βιβλίο των νικητήριων διηγημάτων «ερώτημα αναπάντητο». εκδόσεις τοβιβλιο «ιστορίες μπονσάι», 2016. εκδόσεις τοβιβλιο «μονόλογοι», 2017.

8


Στον αγαπημένο μου DIOGΟ που του οφείλω τόσα πολλά

9


10


Θάνατος στο πάρκο

11


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

12


ι

Τ

ο πάρκο, και ειδικότερα ο χώρος των διαφόρων πολιτιστικών εκδηλώσεων, από πολύ νωρίς ήταν κατάμεστος από κόσμο. Παιδιά κάθε ηλικίας με πολύχρωμα διαφημιστικά καπελάκια και μπλουζάκια συμπλήρωναν τη χρωματιστή πανδαισία των μπαλονιών. Κατά εικοσάδες δεμένα σαν μπουκέτα περίμεναν ανυπόμονα, θαρρείς, τη στιγμή που το σύνθημα θα δοθεί και όλα μαζί θα πετάξουν και θα στολίσουν τον εναέριο χώρο με τη δική τους πολυχρωμία, προσπαθώντας να πλησιάσουν τον ουρανό. Τα πιτσιρίκια χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές και τα τραγούδια τους και ανάμεσά τους πολλοί κλόουν προσπαθούσαν με διάφορες κωμικές παραινέσεις να βάλουν μία κάποια τάξη γιατί αν εξακολουθούσε η άναρχη ευθυμία σε λίγο δε θα γινόταν να τιθασευτεί με τίποτα. Πλησίαζε η ώρα της έναρξης της γιορτής. Ένα αυτοκίνητο κάμπριο, στολισμένο ειδικά για την περίπτωση, έφερνε προσεκτικές βόλτες μέσα στο πλήθος κορνάροντας συνεχώς με μία μουσική κόρ-να, ενώ μια δίδυμη “αδελφή” της από καιρού εις καιρόν διέκοπτε την πρώτη με τη συνηθισμένη γνωστή στριγκλιά της κάνοντας τα πιτσιρίκια να ξεφωνίζουν ξέφρενα σκεπάζοντας, τελικά, με τις δικές τους φωνές τα κορναρίσματα. Πώς κάνουν τα πουλιά που θέλοντας να υποσκελίσουν τις όποιες ανθρώπινες 13


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ομιλίες κελαηδούν όσο μπορούν δυνατότερα ευχαριστώντας τα αφτιά των ανθρώπων; Αυτό... Απίστευτη ηχορύπανση, αλλά μάλλον ευχάριστη. Φωνίτσες τσιριχτές, οι περισσότερες γύρω από τους κλόουν, που τα είχαν παίξει, αν και επαγγελματίες, που κι αν δεν είχαν δει τα μάτια τους και ακούσει ό,τι μπορεί να φανταστεί το αφτί τ’ ανθρώπου. ςε μια στιγμή ο έχων το γενικό πρόσταγμα της γιορτής, καλεί από τα μεγάφωνα μικρούς και μεγάλους να σωπάσουν ή έστω να προσπαθήσουν για δέκα δεύτερα να κλείσουν το στόμα τους, για να ακούσουν αυτά που έχει να τους πει και που είναι πολύ ενδιαφέροντα. Απίστευτο, μα έπεσε μία απρόσμενη σιωπή. Φανερά ξαφνιασμένος ευχάριστα, ο έχων το πρόσταγμα ευχαριστώντας το πλήθος αρχίζει το λογύδριό του διανθισμένο με αστεία λόγια και γκριμάτσες, όταν ξάφνου ακούγεται μέσα στη σιωπή η βροντή πυροβόλου όπλου, μία και μόνη, και ακριβώς την ίδια στιγμή ο ομιλών πέφτει στην εξέδρα κεραυνοβολημένος και μένει ακίνητος. Ακολούθησε μια στριγκλιά που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο και ένας παρευρισκόμενος γιατρός από τους πολλούς που υπήρχαν στον χώρο για περίπτωση ανάγκης έσπευσε στον οριζοντιωμένο πελώριο άντρα. Αμέσως μετά σηκώνεται ο γιατρός και λέει ξερά «νεκρός». Το τι επακολούθησε είναι ευνόητο. Να χάνει η μάνα το παιδί κι το παιδί τη μάνα. Χάος! Και όπως βέβαια συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, 14


θάνατος στο πάρκο

αυτό ακριβώς το χάος εκμεταλλεύτηκε ο δολοφόνος για να εξαφανιστεί, χωρίς να γίνει αντιληπτός. Όλοι, μα όλοι, μικροί και μεγάλοι και οργανωτές, μπορούσαν να είναι ένοχοι. Άντε τώρα να ψάξεις για ψύλλους στ’ άχυρα. Ακόμα και ένας Ηρακλής Πουαρώ, αν βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος, αποκλείεται να φώναζε με τη γνωστή στεντόρεια φωνή του «να μη φύγει κανείς. Να κλείσουν όλες οι πόρτες»... Μπορούσε να πει κάτι τέτοιο; Και άντε και το έλεγε. ςτρατός ολόκληρος να ερχόταν δε θα τιθάσευε το πλήθος, και βέβαια ποιες πόρτες να κλειστούν. Το γεγονός πάντως είναι ένα. ο δολοφόνος ήταν ένας από το πλήθος, πέραν πάσης αμφιβολίας. Έτοιμοι να πάρουν τον νεκρό άνθρωπο οι τραυματιοφορείς που εκλήθησαν. Νεκρός μεν αλλά ούτε σταγόνα αίματος, είτε πάνω του, είτε στο δάπεδο της εξέδρας όπου παρέμεινε ξαπλωμένος. Και να πεις ότι ο βαρύς ρουχισμός απορρόφησε το αίμα; Μα ποιος ρουχισμός; ο άνθρωπος φορούσε μόνο μια ξεμανίκωτη πάλλευκη πουκαμίσα και λινό, επίσης λευκό, παντελόνι. Τόσο πριν τον πυροβολισμό όσο και μετά, τα ρούχα του άψογα και ούτε ίχνος αιμάτινου λεκέ. Το γεγονός αυτό άφησε εμβρόντητους τους παρευρισκόμενους. Μα πώς είναι δυνατόν; Και από βαμβάκι να ήταν η σφαίρα, ένα λεκέ θα τον άφηνε στα πάλλευκα ρούχα του. Και όμως ήταν απολύτως φυσικό αυτό, δεδομένου ότι δεν υπήρχε τραύμα. ο άνθρωπος είχε πεθάνει 15


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τελικά από φυσικό θάνατο, όπως αποφάνθηκαν οι γιατροί. Έπαθε ανακοπή καρδιάς. Θες γιατί είχε πρόβλημα που είτε το ήξερε είτε όχι. Θες γιατί η ντουφεκιά που ακούστηκε πολύ κοντά του τον αιφνιδίασε και τον τρόμαξε συνάμα. Θες γιατί ο φονιάς για κάποιο λόγο, τον ειδοποίησε με αυτό τον τρόπο απειλώντας τον, και κατάφερε να επιτύχει το σκοπό του. Έτσι, ο έχων το γενικό πρόσταγμα έχασε τη ζωή του. Έχουμε λοιπόν δολοφόνο χωρίς φόνο! Πράγμα διόλου σύνηθες. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν πρόκειται περί εγκληματικής ενέργειας. Και αν βρεθεί ο πιστολέρο θα συλληφθεί; Με τι αιτιολογία; ςε κάθε περίπτωση όχι για δολοφονία βέβαια. Θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι επρόκειτο απλά για μία μπαλοθιά κεφιού, ενθουσιασμού ή αποτέλεσμα ιλαρότητας λόγω ποτού. Και θα γλύτωνε με μια ποινή μικρή, ίσως οπλοκατοχής ή οπλοχρησίας, σε ακατάλληλο μέρος... Δεκάδες δικαιολογίες θα μπορούσε να επικαλεστεί αν και όταν ανακαλυπτόταν. Πράγμα απίθανο. Ποιος είχε όφελος από τον θάνατό του; Το βασικό ερώτημα. Χμ, πολλοί. για παράδειγμα, αν αποδειχθεί ότι στο πάρκο ήταν τελικά ο γαμπρός του αναμφισβήτητα θα ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος. οι σχέσεις των δύο ανδρών ήταν όχι απλά κακές, μα κάκιστες. ο άνθρωπος είχε τέτοια παθολογική αγάπη για την κόρη του που τον κάθε άντρα δίπλα της τον θεωρούσε “λίγο”, όσο άξιος και αν ήταν. 16


θάνατος στο πάρκο

Πόσο μάλλον τούτος εδώ που όντως ήταν “λίγος”. οι καυγάδες ήταν καθημερινοί και δεν περιορίζονταν μόνο σε λόγια μα και σε απειλές σοβαρές, κατά της ζωής ό ένας του άλλου. ο νεαρός είχε απειλήσει τον πεθερό του ότι θα τον ξαπόστελνε στον άλλο κόσμο, γιατί δεν άντεχε άλλο να υφίσταται καθημερινά την απαξία του, που συν τοις άλλοις έκανε δυστυχισμένη την ίδια του την κόρη. Η οποία κόρη βρισκόταν ανάμεσα σε δύο άντρες που τους λάτρευε και κανένα τάσι της ζυγαριάς της δε βάραινε περισσότερο. ςε απελπισία το κορίτσι. Να ακούει τον καλό της να απειλεί τον πατέρα. «Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, παλιόγερε» τον απείλησε εις επήκοον φίλων και συγγενών. Πώς θα έπρεπε να αισθανόταν; Κόλαση η ζωή της. Όταν λοιπόν μετά τις σχετικές έρευνες από πλευράς ιατροδικαστικής αλλά και αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι όντως πέθανε από ανακοπή η οποία οφείλονταν πιθανόν από τον φόβο της πιστολιάς και όχι απ’ αυτήν την ίδια την πιστολιά, ήταν σίγουροι άπαντες ότι ναι μεν γλύτωσε από το βόλι, αλλά πέθανε από τον φόβο του. Δεν υπήρξε κανείς που να μη σκεφτεί ότι ο νεαρός δεν ήταν άμοιρος ευθυνών. ο ίδιος αρνήθηκε ότι ήταν καν παρών στη γιορτή. Μάλιστα. ο καθένας το ίδιο θα ισχυριζόταν. «Ας βρεθεί ένας, να πει ότι με είδε», έλεγε. Μα μέσα στους τόσους μασκοφορεμένους αρλεκίνους, κλόουν και λοιπούς δε θα μπορούσε να ήταν και κείνος; Και βέβαια ναι. 17


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Με μόνο μία διαφορά. Ένας κλόουν με καλάζνικοφ θα ήταν ό,τι το πιο παράξενο έβλεπε κανείς. Θα έδινε στόχο, όπως και να το κάνουμε. Ακόμα και αν ήταν ψεύτικο απ’ αυτά που αγοράζουν τα παιδιά στα πανηγύρια. Κανείς λοιπόν δε θυμόταν να είχε δει μια τέτοια φιγούρα. ο κάλυκας που βρέθηκε όπως και να έχει ήταν από όπλο αληθινό. Το θέμα ήταν, λοιπόν, να βρεθεί ο καλαζνικοφόρος! (καινούρια λέξη για τα ελληνικά λεξικά. Μπαμπινιώτη, τι λες;) ςτη συνέχεια θα ερευνούσαν αν είχε άδεια οπλοχρησίας κτλ. Μα αν τον κατηγορούσαν τελικά θα ήταν γι’ αυτόν τον λόγο και μόνο για την οπλοχρησία δηλαδή και όχι για ανθρωποκτονία...

18


ιι

Η

Μαρία Χριστίνα γνωρίστηκε με τον Παύλο μικρή κοπελίτσα μόλις τελείωσε το Λύκειο. Η πρώτη της αγάπη και ένας έρωτας αγνός και όμορφος σαν αυτούς τους δύο. οι γονείς δεν είδαν με κακό μάτι αυτήν την ιστορία αγάπης, γιατί τόσο το κορίτσι όσο και το αγόρι ήταν από πολύ καλές οικογένειες, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Το αγόρι σπούδαζε και συγχρόνως εργαζόταν σε μία μεγάλη εταιρεία με προοπτικές καλές. Τα παιδιά αποφάσισαν να συζήσουν πράγμα που τρέλανε και τις δύο οικογένειες. Είχαν δείξει ανοχή αλλά όχι και αυτό... Από εκείνη τη στιγμή ο νεαρός υπέγραψε συμβόλαιο πολέμου με τον πεθερό του. Έγινε ο number one μισητός εχθρός του. Άλλο ένα αρνητικό που επέπεσε επί της κεφαλής του άτυχου ερωτευμένου νεαρού ήταν ότι έχασε και τη δουλειά του και αυτός όπως τόσοι και τόσοι άλλοι νέοι λόγω των γενικευμένων απολύσεων που έγιναν λόγω της οικονομικής δυσπραγίας που συγκλόνισε τη χώρα και στην εταιρεία του. ο πεθερός μέσα στο μένος που τον είχε κατακυριεύσει, «άχρηστο» τον ανέβαζε, «προικοθήρα» τον κατέβαζε, οπόταν και για τον νεαρό ο πατέρας της καλής του έγινε ο μισητός και αποκρουστικός του εχθρός. Και όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις η κοπελίτσα βρέθηκε ξαφνικά μεταξύ δύο πυρών που 19


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κάθε ένα πριν πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, το στόχο του, έπληττε πρώτα αυτήν την ίδια. Έπρεπε κάποιον εκ των δύο να απαρνηθεί, αν ήθελε να σωθεί και η ίδια. Μα αυτό ήταν αδύνατον γιατί τους λάτρευε και τους δυο. Αυτό, βέβαια το ήξερε ο πεθερός όπως και ο νεαρός, και πάνω σ’ αυτό πόνταρε ο καθένας τους και υποδαύλιζαν το αβυσσαλέο τους μίσος. Θαρρείς και το μίσος τους αυτό ήταν ο μοναδικός λόγος ύπαρξής τους και η μόνη τους έγνοια. Μάρτυρες της αντιζηλίας (έτσι θα τη χαρακτηρίσουμε) οι πάντες. Φίλοι, συγγενείς, γνωστοί, που όμως ευτυχώς δεν κατάφερε να μολύνει τον περίγυρό τους χωρίζοντάς τον σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, όπως γίνεται σε ανάλογες περιπτώσεις, ή ακόμη χειρότερα σε βεντέτες. Ευτυχώς. για μήνες και μήνες αντιπροσωπείες πήγαιναν πότε στον μεν όσο στον δε, προκειμένου να τους λογικέψουν να εξευμενίσουν το μίσος που τους κατέτρωγε. Δυστυχώς, κανένα αποτέλεσμα. Το αντίθετο θα λέγαμε. Όταν έβλεπαν λευκό πανί αγρίευαν και πάραυτα έκαναν εχθρό και τον μεσολαβούντα. Η κοπέλα, το πραγματικό θύμα, έλιωνε. Και μην πει κανείς ότι αυτό λεγόταν αγάπη εκ μέρους τους... «ο άχρηστος ο δικός σου»... «Το άχρηστο ραμολιμέντο ο παλιόγερός σου...» ονόματα δεν είχαν. Είχαν καταργηθεί. Με αυτά τα όμορφα επίθετα αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον. Το μέλλον της κοπέλας διαγραφόταν δυσοίωνο. οι απειλές προβιβάστηκαν σε άλλο επίπεδο. Κατά της αρτιμέλειας τους πρώτα και κατά της ζωής τους 20


θάνατος στο πάρκο

στη συνέχεια. Άλλο ανώτερο επίπεδο δεν υπήρχε, ει μη μόνον η πραγματοποίηση των απειλών. Όλοι ανάμεναν τα χειρότερα. Ήταν απλά θέμα χρόνου. γι’ αυτό, όταν έγινε στο πάρκο αυτό που αναφέραμε, κανείς δεν αμφέβαλε ποιος έφερε ακεραία την ευθύνη. Ακόμα και μετά τη γνωμάτευση των γιατρών ότι επρόκειτο περί ανακοπής της καρδιάς, δεν τους μετέπεισε. Δεν άλλαξαν πεποίθηση. Το ευχάριστο είναι ότι ο κόσμος δε χωρίστηκε σε Καπουλέτους και Μοντέκους. Η κοινή γνώμη φάνηκε αρκετά ώριμη περιμένοντας την ιατρική επιστήμη και τις ανακριτικές αρχές να κάνουν ανακοινώσεις. ο νεαρός έπρεπε να αποδείξει αφενός ότι δε βρισκόταν στο πάρκο και αφετέρου βέβαια ότι δεν έβαλε κάποιον επαγγελματία φονιά να ενεργήσει αντ’ αυτού. Πράγμα που σημαίνει ότι και απών να ήταν από τον χώρο του συμβάντος, δε σήμαινε απολύτως τίποτα. ςαν πρώτο βήμα έπρεπε πάση θυσία να βρεθεί αυτός που έριξε την μπαλοθιά, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν συνεργός. Αν αυτό δε γινόταν, η όποια γνώμη, η όποια κατηγορία, θα ήταν αίολη. Ένας διάσημος ντεντέκτιβ επιστρατεύτηκε από την πλευρά της οικογένειας του κοριτσιού. Ήταν διάσημος για την ικανότητά του να αποκαλύπτει τους εγκληματίες, όταν οι αρχές σήκωναν τα χέρια ψηλά. Ή όταν ο φάκελος της υπόθεσης κλεινόταν στο αρχείο περιμένοντας τον χρόνο να αποκαλύψει αυτά που δεν μπόρεσαν οι ειδικοί. 21


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Όλοι έλεγαν ότι τέτοιο ντετεκτιβικό ταλέντο δεν είχε ξαναδείξει ο τόπος. Ακόμη και οι αρμόδιες αστυνομικές υπηρεσίες του έβγαζαν το καπέλο αποφεύγοντας να τον σνομπάρουν, όπως συνήθως γίνεται σ’ αυτούς τους κύκλους. ο άνθρωπος είχε δυνατότητες πάνω από το ανώτατο επίπεδο διάνοιας. Η αμοιβή του πάντοτε πολύ μεγάλη και αδιαπραγμάτευτη. Έλεγε “τόσο” και εννοούσε “τόσο” και δεν ήταν θέμα φιλοχρηματίας. Απλά τα μέσα και οι τρόποι που μετήρχετο πάντα ήταν πάνω από τα συνήθη για τα ελληνικά δεδομένα. Δηλαδή: Τα ακριβότερα εστιατόρια και ξενοδοχεία. Τα pour-boire που έδινε, υπερκάλυπταν τον κατώτατο μισθό Έλληνα υπαλλήλου, όχι νεοδιοριζόμενου. Ταξίδια και ακριβές γνωριμίες που άνοιγαν εύκολα το στόμα τους στη θέα του πορτοφολιού του, προκειμένου να αποσπάσει την πληροφορία που ζητούσε. Όλα αυτά ήταν έξοδα που έπρεπε να καλυφτούν. Εξού και η μεγάλη αμοιβή. Και βέβαια το ποσό που απέμεινε για κάθε του υπόθεση ήταν πολύ πολύ μεγάλο. Επιπλέον, ακριβά αυτοκίνητα, πανάκριβο ντύσιμο. Όλα αυτά μέρος της δουλειάς του. Ακριβός, πανάκριβος και ο ίδιος και διάσημος. Λάθος δεν έκανε ποτέ. Αναλάμβανε κάτι; Ήσουν σίγουρος για την επιτυχία του. Θα πει, ίσως, κανείς ότι η πελατεία του ήταν πάντα στους κύκλους του πλούτου του χρήματος. Πολύ σωστά θα το έλεγε. Όμως, αυτό δεν τον εμπόδιζε αν μία υπόθεση τον ενδιέφερε να την αναλάβει χωρίς αμοιβή ή έστω να του κάλυπταν μόνο τα έ22


θάνατος στο πάρκο

ξοδα χωρίς προσωπική αμοιβή. Αυτή του η ευαισθησία τον έκανε αξιοσέβαστο. Τον εκτιμούσαν από το φτωχόσπιτο μέχρι την έπαυλη των βορείων προαστίων. «ο πρίγκιπας με τα δύο πρόσωπα» ήταν το παρατσούκλι του. Ζούσε στο εξωτερικό. Ακριβώς πού κανείς δε γνώριζε. ο ίδιος έλεγε ότι ήταν πολίτης του κόσμου και προσέγγιζε με αυτόν τον τρόπο την αλήθεια. Μύθοι ακολουθούσαν τη ζωή του. Άλλοι έλεγαν ότι το σπίτι του στο Λονδίνο ήταν σωστό παλάτι. Είχε σπίτι επίσης στη Φλωρεντία που να τα χάνει ο νους του ανθρώπου. Εκείνο δε που είχε στο κέντρο του Παρισιού, αμφιβάλλουν αν αυτό του Προέδρου της γαλλίας ήταν καλύτερο. Όλα αυτά συντηρούσαν τον ακριβό του μύθο.

23


ιιι

Α

υτόν, λοιπόν, τον μυθικό ντετέκτιβ κάλεσε η οικογένεια του κοριτσιού να βρει τι ακριβώς συνέβη στον αρχηγό της οικογένειας, γιατί ο άνθρωπός τους δεν ήταν ούτε καρδιοπαθής ούτε είχε κάποια πάθηση που να απειλεί τη ζωή του. Ήταν όλοι σίγουροι ότι κάτι το περίεργο είχε συμβεί. Πολλοί συνδύαζαν αυτό το περίεργο με την απουσία του γαμπρού, του Παύλου. Πού είχε εξαφανιστεί αυτός; Από την ημέρα του θανάτου και οκτώ μέρες από τότε, δεν εμφανίστηκε πουθενά. Αυτό από μόνο του ήταν σκανδαλώδες. ούτε τα στοιχειώδη τυπικά συλλυπητήρια; ούτε καν αυτά; Η συμπεριφορά αυτή δηλητηρίαζε την κοπέλα, που περίμενε να δει τι θα της έλεγε όταν αποφάσιζε κάποια στιγμή να εμφανιστεί. Και πράγματι κάποια στιγμή εμφανίστηκε. Προφάσεις εν αμαρτίαις για την απρέπεια της περίεργης απουσίας του. για να καταλήξει να της πει «Ξέρω, μωρό μου, θα ακουστεί απαίσιο, αλλά μην περιμένεις από μένα να σου πω “λυπάμαι για τον πατέρα σου”. γιατί αν το πω θα είναι ψέμα. Αν λυπάμαι, είναι για σένα και τη στενοχώρια που περνάς. Αυτό στο βεβαιώνω, μωρό μου, και πες μου τι μπορώ να κάνω για σένα. Όσο για τον πατέρα σου, να πάει στο καλό ο άνθρωπος και μακάρι αν υπάρχει, όπως λένε και άλλη ζωή, να μη βρει στο διάβα του ανθρώπους να τυραννήσει, 24


θάνατος στο πάρκο

όπως τυράννησε εμένα, που το μόνο μου λάθος ήταν που αγάπησα την κόρη του». «Ώστε ήταν λάθος σου, Παύλο, που με αγάπησες; Αυτό το λες για πρώτη φορά». «Α, όχι μωρό μου, μην παίρνεις το παράπονό μου τοις μετρητοίς. Ξεχνάς, αγάπη μου, τι μου έλεγε; Είναι ποτέ δυνατόν να τα ξεχάσω; Όχι. Τόσο υπεράνω πια, δεν είμαι. Να σου πω μια αλήθεια; Θα την πω. ο Θεός εμένα τελικά λυπήθηκε που τον πήρε κοντά του και δε με έκανε φονιά. Δεν ξέρω πόσο θα άντεχα ακόμα την απαξίωση και την ταπείνωσή μου. Έλα στη θέση μου, μωρό μου, και συγχώρησέ με». «Παύλο, αυτά μη σ’ ακούσει να τα λες κανένα αφτί της αστυνομίας και αρχίσουν να ψάχνουν για στοιχεία εναντίον σου για τον θάνατο του πατέρα». «Μα τι είναι αυτά που λες, βρε μωρό μου; ςοβαρολογείς; Δεν πέθανε ο πατέρας σου από ανακοπή της καρδιάς; Εγώ έτσι διάβασα στις εφημερίδες. Δε δολοφονήθηκε. Έτσι δεν είναι; Υπάρχει και κάτι άλλο, Μαρία Χριστίνα μου; Κάτι που παραμένει σκοτεινό και που δεν έγινε γνωστό;» «Ναι, Παύλο, υπάρχει. Δεν πεθαίνουν έτσι οι άνθρωποι στα καλά καθούμενα όντας υγιέστατοι. Έτσι τουλάχιστον είπαν οι γιατροί. Κοντολογίς κάτι προκάλεσε την ανακοπή και θα το βρούμε αυτό το κάτι». ςτο σημείο αυτό του ανέφερε για το διάσημο ντεντέκτιβ. ο Παύλος την άκουγε κατάπληκτος. «Μα τι είναι αυτά που λες, κορίτσι μου; Ποιος εξωγενής παράγοντας μπορεί να προκαλέσει ανακοπή καρδιάς; Μη μου πεις ότι μπορεί μια μπαλοθιά 25


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που ακούστηκε, να το προκάλεσε το κακό; Ήταν τέτοιας αντοχής ο πατέρας σου, τέτοιος τύπος; Δηλαδή να φοβόταν τις στρακαστρούκες; ςε χώρο πανηγυριού βρισκόταν, ήξερε φαντάζομαι ότι θα γινόταν χαμός, από φωνές μικρών και μεγάλων. Κάποιος θερμόαιμος τράβηξε μια ντουφεκιά. Ε, και λοιπόν; ςκέψου μέσα στο πλήθος του κόσμου πόσοι θα είχαν πρόβλημα καρδιάς. Πραγματικό πρόβλημα. Έπαθε κανείς κάτι από τον φόβο του; Κανείς. Και βρέθηκε ένας σχετικά νέος άνθρωπος να σκιαστεί και να πεθάνει όντας υγιής; Δε γίνονται αυτά, βρε παιδιά. γνώμη μου είναι ότι επειδή είχε το γενικό πρόσταγμα της γιορτής ήταν αγχωμένος και το άγχος του τελικά τον οδήγησε εκεί που τον οδήγησε. Προσωπικά αυτό πιστεύω. »Αγάπη μου, είμαι στη διάθεση του φίλου σας ντετέκτιβ, γιατί, κακά τα ψέματα, αν έχετε υπόνοιες για εξωγενείς παράγοντες ποιος άλλος εκτός από μένα επιθυμούσε το κακό αυτού του βασανιστή; Μόνον εγώ. Και αυτό ήταν γνωστό τοις πάσι. ςτη διάθεσή του, λοιπόν. Πάω σπίτι μου να ξεκουραστώ είμαι λιώμα. Το ότι δεν επικοινώνησα μαζί σου νωρίτερα, ήταν γιατί δεν είχα τίποτα να σου προσφέρω στη συγκεκριμένη περίπτωση. Να σε στηρίξω; Να σε παρηγορήσω; Με τι λόγια, καρδούλα μου; Ό,τι και αν σου έλεγα θα ήταν, και το ξέρεις, too much για μένα. Εσύ υπέφερες και εγώ ένιωθα λύτρωση. Εσύ πενθούσες και πενθείς το γονιό σου για τον οποίο είχα πάψει εγώ να έχω καλά αισθήματα. Είχα θέση δίπλα σου τις ώρες αυτές; Αν δεν καταλαβαίνεις το πώς αισθανόμουν, λυπάμαι, αλλά δεν έχει νόημα 26


θάνατος στο πάρκο

το ό,τι άλλο σου πω. Είμαι και στη δική σου διάθεση. Ό, τι αποφασίσεις για μας, θα το δεχτώ», είπε τελειώνοντας ο νεαρός. «Εγώ, το μόνο που σου ζητώ είναι να μην αρνηθείς να δεις τον ντετέκτιβ. Θέλησε να μιλήσει με όλους μας και με τον καθένα χωριστά. ςε ενημερώνω επ’ αυτού για να μην το εκλάβεις στραβά. Αν δε δεχτείς είναι στη διακριτική σου ευχέρεια. Θεέ μου, πώς γίναμε έτσι; Δεν μπορώ να πιστέψω ούτε τι σου λέω ούτε τι μου λες. Εφιάλτης το παρελθόν, εφιάλτης το παρόν. Ας ελπίσουμε το μέλλον να είναι καλύτερο. Δεν αντέχω άλλο. Το νιώθω, καταρρέω. Λες δεν μπορείς να βοηθήσεις. Αν εσύ, Παύλο, δεν μπορείς ποιος άλλος μπορεί; Τώρα σε χρειάζομαι, καλέ μου. Τώρα πού να πάρει... Δεν το βλέπεις; Περίμενα να σε ρωτήσω αν θέλεις να δώσω το κινητό σου στον ςτέφανο. Το επιτρέπεις; Καλώς. Ξεκουράσου και όποτε με θελήσεις, ξέρεις πού θα με βρεις». Πώς θα πρέπει να αισθανόταν ο Παύλος, αυτός που ήξερε ότι ήταν κάποτε το δωδεκάρι στην καρδιά της αγαπημένης του να φτάσει τώρα να του λέει “όταν θελήσεις να με δεις, ξέρεις πού θα με βρεις”, όπως θα το έλεγε σε μια φίλη της ή σε κάποιον γνωστό της. Και εκείνη κάπως έτσι αισθανόταν και επιπλέον υπήρχε έστω και εν υπνώσει το αγκάθι για το ψέμα που πιθανόν της έλεγε και την αλήθεια που της έκρυβε ότι και καλά εκείνος δεν είχε καμία συμμετοχή στον θάνατο του πατέρα της. Καλύτερα το ’χε να γνώριζε όλη την αλήθεια του, όσο φρικτή και αν 27


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ήταν, παρά αυτό το δηλητηριώδες φίδι που της έσφιγγε την καρδιά και της έκοβε την ανάσα. Η υποψία δηλαδή. Μα είναι άδικο, βρε κορίτσι μου. Δεν είναι παρά μια σύμπτωση η απειλή που εκτόξευσε ο καλός σου την παραμονή του θανάτου του πατέρα σου. ςαν τι να έκανε ο Παύλος δηλαδή; Μας λες; Είπε στην καρδιά του γονιού σου να σταματήσει και αυτή υπάκουσε; Ποιος είναι ο Παύλος; Το δεξί χέρι του Θεού που έχει το ελεύθερο να παίρνει ζωές; Μη μας κάνεις και λέμε κι εμείς βλακείες τώρα... Μπορεί να τον μισούσε τον πατέρα σου, και εδώ που τα λέμε όλα τα δίκια είναι με το μέρος του. Μα για να αφαιρέσει και τη ζωή του ανθρώπου που του είχε γίνει εφιάλτης, πολύ απείχε. Και επιπλέον δεν ήταν βλάκας. Δεν ήξερε ότι ακόμη και οι πέτρες γνώριζαν το μίσος Καπουλέτων και Μοντέκων; Δεν ήξερε ότι όσο και τέλειο να ήταν το έγκλημα οι υποψίες πρώτα επάνω του θα έπεφταν; Πάντα αυτό δε συμβαίνει; Ευφυείς εγκληματίες για το απόλυτα τέλειο έγκλημα δεν υπάρχουν. Κάποια στιγμή αργά ή γρήγορα βγαίνει η αλήθεια στην επιφάνεια. οπόταν: Ναι μεν επιθυμούσε ο Παύλος να δει τον γέρο τέζα, αλλά όχι από το χέρι το δικό του. Και τελικά βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ήταν τόσο απελπισμένα δυνατή η επιθυμία του αυτή, που το σύμπαν συνωμότησε και του έκανε το χατίρι. Ας τα βάλει λοιπόν κανείς με το σύμπαν. Μπορεί; Να καμιά φορά που και οι αόρατες δυνάμεις δίνουν δυναμικές λύσεις υπακούοντας σε θερμές ικεσίες. 28


θάνατος στο πάρκο

«Υπάρχει ελπίδα για τον κόσμο», σκεπτόταν ο Παύλος. «Και πόσο ωραίος θα ήταν ο κόσμος αν αντί για δηλητήριο γεννούσε λύσεις σωστές και άφηνε χώρο για την αγάπη». γιατί, ναι μεν ο Παύλος είχε καταστραφεί οικονομικά, αλλά ήταν τόσο πλούσιος σε αισθήματα για την κόρη του συγχωρεμένου. Αυτό καθόλου δε μετρούσε; ςτο τάσι της δικιάς σου ζυγαριάς δε βάρυνε καθόλου, παράξενε γέρο; Θα πρέπει η απάντησή σου να είναι αρνητική από τον άλλο κόσμο που βρίσκεσαι, γιατί αν βάραινε, τότε που μπορούσες να κάνεις κάτι το απλούστατο, δεν το έκανες. Δηλαδή, τότε που είχες και κατείχες γιατί δε βοήθησες το παιδί να ορθοποδήσει; Είχαν τόση αξία πια τα λεφτά σου; Τι τα έκανες τώρα; Πήρες τίποτα μαζί σου; Τι ρωτάμε όμως κι εμείς οι ανόητοι! Αλλάζει ο άνθρωπος; Βλάκας γεννήθηκε και τέτοιος θα πεθάνει. Δεν κατάλαβες ποτέ όσο ζούσες, ότι τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα. Άραγε το αντιλήφθηκες τώρα πια;

29


ιV

Κ

αι ήρθε ο κοσμοπολίτης Sherlock Holmes και έκανε ερωτήσεις σε όλη την οικογένεια. Περισσότερο στάθηκε στη Μαρία Χριστίνα που είχε και τα περισσότερα να του πει. Τον ενδιέφερε και η παραμικρή λεπτομέρεια. Το ίδιο έκανε και με τον Παύλο. Ήταν και το μοναδικό πρόσωπο, εδώ που τα λέμε, που τον ενδιέφερε να ρωτήσει. Από τις ακριτομυθίες των ερωτηθέντων είχε σχηματίσει μία εικόνα για το τι συνέβαινε μεταξύ γαμπρού και πεθερού και άθελά του συμπάθησε το παλικάρι που στην ουσία ήταν και αυτός ένα θύμα της κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Τον καλούσαν, λοιπόν, να αποδείξει τρία πράγματα: Πρώτον: ότι ο Παύλος είναι στη συνείδηση της καλής του και των δικών της, αθώος. Δεύτερον: εάν υπάρχει ένοχος, να βρεθεί. Τρίτον: να αποδειχθεί ότι ο θάνατος δεν ήταν από φυσικά αίτια. Δικό σου το μαχαίρι δικό σου και το πεπόνι, κύριε πρώην αστυνόμε. για να παραλήψεις ένα από αυτά τα τρία; Απαγορευτικό. Και αυτά τα τρία αδιαίρετα. Μία οικογένεια είναι, είτε δεξιόστροφη είτε αριστερόστροφη είτε κεντρώα... και συγγνώμη για τον παραλληλισμό και το σόκιν υπονοούμενο (η σημείωση για τους σεμνότυφους). Αν για κάτι φημιζόταν ο ςτέφανος ήταν ακριβώς αυτό. Δεν άφηνε μισές δουλειές. Και ούτε, ναι μεν 30


θάνατος στο πάρκο

αλλά. ςτη σπάνια περίπτωση να μην έφτανε στη λύση, δεν έπαιρνε χρήματα για αμοιβή, όσον χρόνο και αν είχε σπαταλήσει. Αφού λοιπόν εξέτασε τους βασικούς μάρτυρες, την κόρη του θύματος, Μαρία Χριστίνα, τον γαμπρό, Παύλο, τη γιαγιά της Μαρίας Χριστίνας και πεθερά του νεκρού, Βασιλική, και δύο τρεις στενούς συγγενείς και άλλους τόσους γνωστούς και γείτονες, ξαναπήγε μόνος του στο πάρκο να ρίξει μια ακόμη ματιά στο χώρο. Πλησίασε την εξέδρα, μέτρησε την απόσταση απ’ αυτήν που βρέθηκε ο κάλυκας και όταν είδε ό,τι ήθελε τέλος πάντων να δει, έφυγε για να πάει στο Ανατομείο να διαβάσει την ιατροδικαστική έκθεση για ακόμη μια φορά. Είχε σκοπό να ζητήσει μια νέα ενδελεχή εξέταση του νεκρού πριν δοθεί η άδεια για ταφή του. Μια μαγνητική εξέταση ίσως, αν γίνεται κάτι τέτοιο μετά τόσες ημέρες από την ημέρα θανάτου. Τι προσδοκούσε απ’ αυτήν την ιστορία ο ςτέφανος δεν ξέρουμε, μα ότι κάτι είχε κατά νου ήταν αναμφισβήτητο. Αν δεν τον συνόδευε ο μύθος της διασημότητάς του, ασφαλώς και θα αρνούνταν να τον εξυπηρετήσουν, πράγμα που δεν έκαναν και όπως απεδείχθη, πολύ καλά έκαναν, γιατί εκεί, πίσω από το δεξιό λοβό του αφτιού του νεκρού, παρατήρησαν μία ανεπαίσθητη, μία δυσδιάκριτη ακίδα κάτι σα λεπτότατη βελόνα. Απορημένοι, έμειναν να την κοιτάζουν... Τι γύρευε μια τέτοια βελόνα σ’ αυτό το 31


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μέρος του σώματος του ανθρώπου; όχι βέβαια πως πείραζε το μέρος, αυτό καθ’ εαυτό. Και ο ςτέφανος ρωτάει τους κατάπληκτους γιατρούς «ςυγχωρείστε μου την απλοϊκή μου ερώτηση ως μη ειδικού, μα αν αυτή η βελόνα μπήκε με κάποιον τρόπο στο σώμα του ανθρώπου αυτού “εμπλουτισμένη” με κάποια δραστική ουσία, θα μπορούσε να επιφέρει την ανακοπή που υπέστη;» ο προϊστάμενος ιατροδικαστής, τον κοίταξε σα χαμένος μη πιστεύοντας ούτε τι βλέπει ούτε τι ακούει να τον ρωτά ο διάσημος ερευνητής. «Βεβαίως και υπάρχουν ουσίες που μπορούν να προκαλέσουν μιαν ανακοπή. Άλλες απ’ αυτές αφήνουν ίχνη, άλλες δεν ανιχνεύονται. Δε νομίζω ότι η βελόνα τούτη είναι ένοχη, αλλά πρέπει αμέσως να εξεταστεί, τόσο αυτή, όσο και η γύρω περιοχή. Προσωπικά δε νομίζω ότι μετά τόσες ημέρες θα είναι κάτι ανιχνεύσιμο αλλά όπως και να ’χει πρέπει να το κοιτάξουμε». Έτσι είπε ο γιατρός και έφυγε με τους εμβρόντητους βοηθούς του προς τα εργαστήρια του Ανατομείου. ο καθηγητής δε θυμόταν στην επιτυχημένη καριέρα του τόσα και τόσα χρόνια τώρα, να είχε βρεθεί σε τέτοια δύσκολη θέση. Ένιωθε εκτεθειμένος ανεπανόρθωτα. Το σκάνδαλο το ιατρικό που θα ακολουθούσε θα ήταν τεράστιο. Όφειλαν να έχουν κάνει πιο καλά τη δουλειά τους. Και ευτυχώς που η ταφή δεν είχε γίνει. Αν και ήταν σίγουρο ότι και τότε ακόμη, ο δαιμόνιος τούτος ντετέκτιβ θα ζητούσε 32


θάνατος στο πάρκο

την εκταφή του πτώματος. «Προς γνώση και συμμόρφωση, κύριε καθηγητά» σκέφτηκε ο γιατρός, που έτσι καταϊδρωμένο και κόκκινο που τον έβλεπαν οι βοηθοί του, φοβήθηκαν τα χειρότερα γι’ αυτόν, τον κατά τα άλλα, ψύχραιμο άνθρωπο. Πράγματι, επρόκειτο για έναν άριστο επιστήμονα που έδινε βάση στην παραμικρή λεπτομέρεια. Είχε όμως και ένα κουσούρι, σπάνιο στη σημερινή εποχή. Ήταν πολύ εύθικτος και ως εκ τούτου ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα υπέβαλε την παραίτησή του σε περίπτωση που είχαν κάποια βάση οι υποψίες του πρώην αστυνομικού περί δραστικής ουσίας. «Βλέπετε και μαθαίνετε, φίλοι μου», έλεγε στους βοηθούς του. Και αν παραιτούταν τελικά, εκείνος που θα έχανε, θα ήταν η ίδια η Πολιτεία που θα στερούταν των πολύτιμων υπηρεσιών του. «Όλα είναι δυνατά στη δουλειά μας, φίλοι μου. Η παραμικρή λεπτομέρεια, ακόμη». ο άνθρωπος βρισκόταν υπό το κράτος σοκ. Εκτός από την παραίτηση σκεπτόταν και τη συνταξιοδότησή του. «Καιρός είναι, σα να μου φαίνεται» σκεπτόταν, «”νέοι γιατροί και παλιοί δικηγόροι” δε λέει ο σοφός μας λαός;» Ήθελε να αναπνεύσει ξανά τον καθαρό αέρα μιας εξοχής, χωρίς τη μυρουδιά της πτωμαΐνης της φορμόλης, του σάπιου αίματος. Να πάψει να βλέπει τη φρίκη των ακρωτηριασμένων σωμάτων νέων ανθρώπων. ο οργανισμός του αποζητούσε κάθαρση. Είχε κορεστεί από τη φρίκη. Δεν άντεχε άλλο. «Και ίσως η διαπίστωση αυτή να είναι και η απάν33


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τηση στην αβλεψία μου», είπε ο γιατρός στον εσωτερικό του μονόλογο. «Και τέτοιου είδους αβλεψίες είναι το βούτυρο στο ψωμί του δολοφόνου και η πόρτα διαφυγής του», ξανασκέφτηκε αγριεμένος για τα καλά με τον εαυτό του όσην ώρα περίμενε την απάντηση στην επείγουσα εξέταση που ελάμβανε χώρα στα εργαστήρια τη στιγμή αυτή. «Πώς και δεν είχα σκεφτεί με τον τρόπο που σκέφτηκε ο ντετέκτιβ;», σκεφτόταν με την ψυχή του να έχει φτάσει στο στόμα του. Τη μασούσε, την πονούσε και την καταριόταν την ψυχή του. για δες τι παιχνίδι του έπαιξε τώρα στο τέλος της καριέρας του. Τα λεπτά που περνούσαν, αντιστοιχούσαν σε μήνες από τη ζωή του. «Κάντε γρήγορα που να πάρει, κάντε γρήγορα». Και δυστυχώς για την ευθιξία σας, κύριε καθηγητά μας, μα ναι, υπήρχαν κάτι πολύ ύποπτα ίχνη μιας τοξικής ουσίας ικανής όχι να σταματήσει την καρδιά ανθρώπου μόνο αλλά και ενός εφτάψυχου αιλουροειδούς! Μόλις ανευρέθη η αιτία θανάτου του καθ’ ύλην υπεύθυνου διοργανωτή της γιορτής του πάρκου. Η βελονίτσα... Μάλιστα. Και σαν τι λες τώρα στους δημοσιογράφους, κύριε ιατροδικαστή; Ότι σου άνοιξε τα μάτια ο διάσημος ντετέκτιβ που σε παρότρυνε να κάνεις μια πιο ενδελεχή έρευνα; Λέγεται ένα τέτοιο πράγμα; Λέγεται; «Μάλιστα, κυρίες μου και κύριοι, απεδείχθη ότι ο προ οκταημέρου θάνατος του αντιδημάρχου στο πάρκο οφειλόταν σε εγκληματική ενέργεια. Λεπτο34


θάνατος στο πάρκο

μέρειες στην επόμενη ανακοίνωση που θα σας δοθεί από την υπηρεσία μας. Ευχαριστούμε πολύ για την κατανόησή σας». Πρώτη είδηση στα δελτία ειδήσεων και πρώτη σκέψη στα ευφυή μυαλά των ευφάνταστων πολιτών. Ύποπτος ο γαμπρός. Ύποπτος ο συνάδελφος ανταγωνιστής του νεκρού. Ύποπτη η πεθερά, μάνα του νεαρού και συμπεθέρα. Η ποια; Η συμπεθέρα; Και γιατί ειδικά αυτή; Ε, πώς... Μπορεί μια μάνα να βλέπει το παιδί της να βασανίζεται τόσο πολύ, να του κάνουν τη ζωή μαρτύριο, μόνο και μόνο γιατί είναι ερωτευμένο; Να ψοφήσει ο τρισκατάρατος δήμιος για να γλυτώσει το παιδί της. ςτη περίπτωση αυτή πάντως, όπως έχουν τα πράγματα, χρειαζόταν ένας ολυμπιονίκης της σκοποβολής και λίγα λέμε. Να σκοπεύσει τόσο έντεχνα στο πίσω μέρος του αφτιού στο τριχωτό της κεφαλής για να είναι δυσδιάκριτο το όποιο τραύμα. Και τι είδους όπλο ήταν αυτό που χρησιμοποίησε ο δολοφόνος; Τι είδους τεχνολογίας; Και ποια τεχνογνωσία κατείχε ο φονιάς; για να ερευνήσουμε το θέμα. Είχε πάει ιαπωνία μεριά η συμπεθέρα τον τελευταίο καιρό; Άντε και τον προτελευταίο; ρωτάμε, γιατί έτσι όπως είναι η ιαπωνία η Μέκκα των εφευρέσεων μήπως και είχε εφευρεθεί κανένα ειδικό όπλο για... γριές, εύχρηστο και αποτελεσματικό. Και έτσι η μάνα, να είχε αγοράσει το τέλειο όπλο για ένα τέλειο έγκλημα που θα λύ35


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τρωνε το γιο της και θα του επέτρεπε να ζήσει μια τέλεια ζωή με την αγάπη του. Μια μάνα και δολοφόνος γίνεται, χάριν του παιδιού της, ως γνωστό. Μυθοπλάστες είμαστε; Παραμυθάδες; Αστρολόγοι και μέντιουμ; Και αστυνομικά απωθημένα έχουμε; Ό,τι και να είμαστε, το θέμα ετέθη προς συζήτηση στα δελτία ειδήσεων και κάλυψε τα τρία τέταρτα του χρόνου τους. Επομένως, δημοσιογράφε, κράτα τις υπόλοιπες ειδήσεις που δεν τις χώρεσε το δελτίο σου να τις χρησιμοποιήσεις μετά ένα δεκαήμερο (τόσο πάνω κάτω θα κρατήσει το θέμα “θάνατος στο πάρκο”). Έτσι, για λίγες ημέρες δε θα αγωνιάς για έλλειψη ειδησεογραφικού υλικού. Δε λένε ο θάνατός σου, η ζωή μου; Έλα να σοβαρευτούμε τώρα. Όπως είπε ο διάσημος ντετέκτιβ, θα πρέπει ο δολοφόνος να είχε συνεργό. Είχαν συνεννοηθεί ο ένας να πυροβολήσει στον αέρα και την ίδια στιγμή του αναβρασμού και του πανικού ο άλλος να εκτόξευε τη διαβολική βελόνα του. Το όπλο του δεύτερου θα μπορούσε να είναι από... σφεντόνα, μέχρι κάτι υψίστης τεχνολογίας. Αν πετύχαινε το πίσω μέρος του αφτιού, καλώς. Αν όχι, δεν πείραζε και τόσο. Την ίδια δουλειά θα έκανε... Μόνο που στην καλή περίπτωση το όφελος θα ήταν για τον δολοφόνο. γιατί έως να εύρισκαν το τραύμα, και αν το εύρισκαν, ο δολοφόνος και τον χρόνο θα είχε να το σκάσει και τον τρόπο για τη δημιουργία άλλοθι στην περίπτωση που το χρειάζονταν. Άσχετα αν ερχόταν κάποια άλλη στιγμή, 36


θάνατος στο πάρκο

που η αλήθεια θα αποκαλύπτονταν. Τα ανεξιχνίαστα εγκλήματα στην πραγματικότητα είναι ελάχιστα. Έτσι τουλάχιστον συμπεραίνει ο ςτέφανος από την πολύχρονη πείρα του. ςύμφωνοι σε όλα αυτά. Μα και φόνος χωρίς όπλο πώς να στοιχειοθετηθεί; Εκείνο δε που έκανε τεράστια εντύπωση στον διάσημο πρώην αστυνομικό ήταν το γεγονός ότι η βελόνα τα μόνα ίχνη που είχε αφήσει ήταν, εξωτερικά, λίγες καμένες τρίχες γύρω από την περιοχή εισόδου της βελόνας, ως εάν η ουσία με την οποία είχε εμπλουτιστεί η βελόνα (αν χρησιμοποιούμε το σωστό ρήμα) να ήταν όχι μόνο θανατηφόρα μα και καυστική. Το αβίαστο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ο δολοφόνος, με όποιο μέσον αν συγκράτησε τη βελόνα για να την τοποθετήσει στον εκτοξευτήρα, όλο και θα χρειάστηκε κάποια υποστήριξη από τα δάκτυλά του, αν όχι πολύ, εν μέρει όμως σίγουρα. Που σημαίνει ότι το δέρμα των δακτύλων στο σημείο επαφής τους με αυτήν θα πρέπει να είχαν επηρεαστεί λίγο. Πώς γίνονται τα δάκτυλα ενός καπνιστή από τη νικοτίνη; Κάπως έτσι τέλος πάντων. Και φυσικά δεν ανέφερε σε κανέναν την περίεργη σκέψη του, η οποία και θα ακούγονταν τουλάχιστον σαν αφελής. Δε θα φρόντιζε ο δολοφόνος να φορέσει γάντια; Όχι, γιατί θα είχαν λιώσει αμέσως από όποιο υλικό και αν ήταν φτιαγμένα. Δε θα φρόντιζε να κρατά τη βελόνα με κάποια λαβίδα ίσως; Όχι, γιατί δε θα είχε αίσθηση του αντικειμένου που κρατούσε και που έπρεπε να ακινητοποιηθεί τελείως. 37


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Με τόσο κόσμο γύρω του όλο και κάποιος θα τον έσπρωχνε όλο και κάποιος θα πρόσεχε την όλη διαδικασία, άσε που η πρώτη και επιτακτική ανάγκη μετά, θα ήταν η επάλειψη με κάποιο υγρό στα δάκτυλά του προς απάλειψη της φλόγας που υπέστησαν από το καυστικό υγρό. οι κινήσεις του μελετημένες, με ακρίβεια, θα είχαν απαιτήσει πολύ χρόνο εξάσκησης για να αποκλείσει την περίπτωση αποτυχίας. Όσον αφορά το δευτερεύον έργο του συνεργού, το πιθανότερο ήταν να επρόκειτο για έναν καλά πληρωμένο πιστολέρο στον οποίο δε θα είχε αποκαλύψει το δικό του φονικό ρόλο. Δικαιολογίες; Χιλιάδες. Εξηγήσεις; Καμία. «Πάρε τα λεφτά σου και φρόντισε την ώρα του πανικού να εξαφανιστείς. Αν σε πιάσουν, εγώ ούτε που σε είδα ούτε που σε ξέρω». Έτσι φαντάστηκε ο ςτέφανος τον διάλογο των δύο ενόχων. Επαναλαμβάνουμε τώρα το βασικό ερώτημα «ποιος είχε να ωφεληθεί από τον θάνατο αυτού του ανθρώπου;» Πολλοί. Άλλοι οξύνοες όπως ο Παύλος, όπως η κόρη του (γιατί όχι;), καθώς και άλλοι αδύναμοι στο μυαλό και το σώμα (ιδέ: συμπεθέρα και πεθερά, καθώς και ανταγωνιστές στο Δημαρχείο). Ανταγωνιστές; ουπς. ςε τι ανταγωνίζονταν τον νεκρό, Mr. ex-policeman; Υπενθυμίζουμε ότι ο νεκρός ήταν αντιδήμαρχος και ανώτατο στέλεχος Τραπέζης. Το πάρκο το εκμεταλλευόταν η Δημαρχεία και τα έσοδά της από τις σ’ αυτό εκδηλώσεις πολλά. 38


θάνατος στο πάρκο

Παράλληλα η καντίνα, ήταν πηγή γερών εσόδων επίσης. Τοστ, πίτσες, σουβλάκια, και άλλες τέτοιες λιχουδιές, κατά πολύ φθηνότερα από τα σχετικά μαγαζιά, και λόγω της πληθώρας των πιτσιρικιών που ήταν καθημερινοί πελάτες, δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει απούλητο ούτε ψίχουλο. Τέσσερα πέντε άτομα εναλλασσόμενο προσωπικό, που ανήκαν στο προσωπικό του δήμου, δεν πρόφταιναν ανάσα να πάρουν. ουρά για τα αναψυκτικά. οι τοστιέρες δε σταματούσαν να ψήνουν μιας και οι μικροί πελάτες προτιμούσαν τα ψημένα από τα έτοιμα τοστ σπάζοντας πλάκα με το λιωμένο τυρί που το τραβούσαν και το μασούλαγαν εν είδει τσίχλας με απόλαυση. οι ίδιες ουρές και στις άλλες λιχουδιές και η ατμόσφαιρα να μοσχοβολά από τις γαργαλιστικές μυρουδιές. Έγινε φαντάζομαι κατανοητό γιατί η επιχείρηση αυτή ήταν το μήλον της έριδος από τους διεκδικούντες τη θέση του “παρκοτάρχη”, (πώς λέμε σχολάρχη, αυλάρχη;). Ε, δεν παίρνουμε και όρκο ότι ο “παρκοτάρχης” δεν έβαζε το δάκτυλό του στο μέλι, όντας το κυρίαρχο ον της επιχείρησης που δεν ελεγχόταν από κανέναν. Υπήρχε εξήγηση και σ’ αυτό. Το σκεπτικό ήταν ένα: αφού τα έσοδα ήταν πάντα πολύ περισσότερα των αναμενομένων, άρα εκτός της χρηστής διεύθυνσης του καθ’ ύλην αρμόδιου χρειαζόταν και ταλέντο το οποίο καθώς φαινόταν ήταν κατά πολύ ανώτερο αυτού του ατόμου ειδικά, έναντι των προηγηθέντων συναδέλφων του. οπότε ο δήμος επί των ημερών του είχε τρελά κέρδη. «Να μην έχει και 39


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κάποιο μερίδιο και ο διευθύνων; Ας τον λοιπόν να έχει», σκεπτόταν ο δήμαρχος. Τη θέση την εποφθαλμιούσαν πολλοί και ναι μεν την καταλάμβαναν με ψηφοφορία, δυστυχώς όμως για τους υποψηφίους ο αποθανών τα κατάφερνε πάντοτε να υπερτερεί των συνυποψηφίων του. Το πώς το κατάφερνε; Άγνωστο, προκαλώντας τη μήνιν πολλών. Κατά καιρούς, παραπονιόταν ότι τάχα μου κουραζόταν πολύ και θα παραιτούταν, αλλά οι μνηστήρες παραίτηση άκουγαν και παραίτηση δεν έβλεπαν και η λύσσα τους μεγάλωνε. Λίγο το έχεις να έχεις επιχείρηση σχεδόν δική σου, χωρίς δικό σου κεφάλαιο, χωρίς το ανάλογο κυνηγητό της εφορίας, αφού ανήκε στο Δημόσιο, χωρίς τις έγνοιες άγρας πελατείας; Αυτή δεν ήταν, παρά μία φλέβα χρυσού. Κοντολογίς και άρα όλοι οι εποφθαλμιούντες τη θέση αυτή, ήταν ύποπτοι για τη δολοφονία. Κοίταξε τώρα πόσοι άνθρωποι έγιναν ευτυχείς με τον θάνατο του “καθ’ ύλην”... Δε λένε ο θάνατός σου η ζωή μου; Αυτό που να πάρει η ευχή να πάρει. Άγριο θεριό ο άνθρωπος, το αγριότερο της πανίδας. γνωστό. Επομένως, φίλε μου, έχεις πολύ κόσμο να ανακρίνεις. Επαφιέμεθα στις πασίγνωστες και πολυδιαφημισμένες δεξιοτεχνικές σου ικανότητες. Και μη σου πάρει και πολύς χρόνος, ναι; Άντε και να δούμε τι κόλπα θα μετέλθεις. Και ο ντετέκτιβ, ξεκίνησε από το πιο απλό σκεπτικό. Με κάποιο πρόσχημα και μεθοδικότητα άρχισε 40


θάνατος στο πάρκο

να εξετάζει διακριτικά τα χέρια των πάντων και πασών. Τη σημερινή εποχή, με την απαγόρευση του καπνίσματος και με τις συνεχείς καμπάνιες για το κακό που αυτό προκαλεί στην υγεία του ανθρώπου, απίστευτο το πόσα κιτρινισμένα δάκτυλα αντίκρισε μπροστά του. Και το πιο απαίσιο, το πιο αντιαισθητικό και απίστευτο, το πόσα μανικιουρισμένα γυναικεία δάκτυλα είδε, βαμμένα από τη νικοτίνη. Πιο αντιαφροδισιακό θέαμα απ’ αυτό δε νομίζω να υπάρχει. Και όσο πιο κοκέτα, και όσο πιο ευκατάστατη, τόσο και πιο φαν του καπνίσματος. ςημεία των καιρών. Είναι να μην πεις στη γυναίκα μη. Έτσι και το πεις, αυτή θα κάνει το αντίθετο σκεπτόμενη ίσως. «Ποιος βάζει τις απαγορεύσεις; οι άντρες και κυρίως οι άντρες γιατροί. Ωραία. Ας πάμε στην αίθουσα των ιατρών ενός νοσοκομείου και αν δε δούμε να έχει μετατραπεί σε τεκέ, εγώ, ο μανιώδης καπνιστής, το κόβω το κάπνισμα αμέσως, πράγμα που δεν κατάφερε κανείς μέχρι αυτή τη στιγμή να με πείσει να το κάνω.» Έτσι ο ςτέφανος κατηγοριοποίησε τους... κιτρινοδάκτυλους και αμέσως μετά και εν τάχει, άρχισε να ρωτάει σφυρίζοντας τάχα μου αδιάφορα και άσχετα με την υπόθεση: «Είσαι λοιπόν καπνιστής; Και πόσα τσιγάρα καπνίζεις την ημέρα;», θαρρείς και ο αριθμός των τσιγάρων έπαιζε τον οποιονδήποτε ρόλο με το φονικό. Αυτός βέβαια είχε τον σκοπό του. Αποπροσανατολισμός της σκέψης των ερωτούμενων; Εν μέρει. γιατί τους καπνιστές τους ξεχώρισε από την αρχή. Δεν τον ενδιέφεραν βέβαια. Τον ενδιέφεραν οι μη 41


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

καπνιστές με περίεργα κιτρινισμένα δάκτυλα. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο ένοχος που έψαχνε δε θα μπορούσε να είναι στην όποια κατηγορία δακτύλων. Έπρεπε από κάπου όμως να αρχίσει και σε κάθε περίπτωση ο δρόμος σκέψης του ήταν ο πιο σωστός. Από την οικογένεια της Μαρίας Χριστίνας τα δάκτυλα όλων άψογα. Το ίδιο και από αυτήν του Παύλου. Από τους υπαλλήλους του πάρκου υπήρξαν καμιά δεκαριά που στοχοποιήθηκαν. Μόνο το άστρο του Δαυίδ που δεν τους κόλλησε στο κούτελο ο ςτέφανος. Αφού λοιπόν τους ξεχώρισε (νοερά βέβαια χωρίς να γίνουν αντιληπτές οι σκέψεις του), ασχολήθηκε ενδελεχώς με τη ζωή του καθενός και της κάθε μιας εξ αυτών των δέκα. Θέλησε να μάθει λεπτομέρειες του τύπου: «σας αρέσουν τα παιδιά; Πηγαίνετε σε πάρτι, σε συγκεντρώσεις γενικώς; Ποια είναι τα ενδιαφέροντά σας;», τι αντιπαθούν, τι επαγγελματικές φιλοδοξίες έχουν και άλλα τέτοια τετριμμένα και γνωστά. Καλοσυνάτος και ευπροσήγορος με τους πάντες, έδινε χώρο για εξομολογήσεις, και είναι απίστευτο το τι άκουγαν τα αφτιά του. Υλικό να δώσει στο φίλο του τον συγγραφέα που διαρκώς παραπονιέται ότι περνάει περίοδο ισχνών αγελάδων όσον αφορά το πεδίο της έμπνευσης. Και επί τη ευκαιρία, γιατί δεν τον χρίζεις κάτι σα βοηθό σου, να τον παίρνεις μαζί σου στις ακροάσεις που κάνεις; Εκείνος, από πρώτο χέρι θα ξεχωρίζει 42


θάνατος στο πάρκο

τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες και θα σου χρωστάει μεγάλη χάρη στ’ αλήθεια. ςα συγγραφέας με μια φαντασία που καλπάζει όλο και θα βρει από τέτοιες πηγές να αντλήσει γάργαρο νεράκι. Να μου το θυμηθείς. Πώς είπες; Το ξέρεις; Ε, τότε γιατί δεν το κάνεις; Τέτοιος φαταουλισμός πια; Τόση προσήλωση στο δικό σου μόνο δαιμόνιο; οι συνάδελφοί σου του παρελθόντος, τόσο ο Πουαρώ ή ο Χολμς ή η Μις Μαρπλ, είχαν και έναν βοηθό να πορεύονται. Αν μη τι άλλο, οι φίλοι τους αυτοί άκουγαν τον εσωτερικό διάλογο των δαιμόνιων ντετέκτιβ και τους έλεγαν τη δική τους γνώμη που εννιά στις δέκα τους αποδεικνύονταν πολύτιμη. Κάνε, βρε άνθρωπε, και συ το ίδιο, και να μου το θυμηθείς. Θα απογειωθείς ακόμα περισσότερο. Το άστρο σου θα αποκτήσει περισσότερη λάμψη και θα απλωθεί όχι μόνο στο γνωστό δικό μας σύμπαν αλλά και στα γειτονικά μας. Που σημαίνει άπλωμα οριζόντων, φίλε. Και σου αρέσουν αυτά. Μη μου πεις όχι... Και σε ποιον δεν αρέσουν; Μα ο ςτέφανος είχε συνηθίσει πια σ’ αυτά απ’ όταν ήταν μικρούλης. Τότε που άρχισε να διαφαίνεται το απίστευτο ταλέντο του στο να ανακαλύπτει πράγματα, που ακόμη και οι μεγάλοι αδυνατούσαν να κάνουν.

43


V

Η

μακαρίτισσα η μάνα του, η Νίνα, άρεσε να διηγείται ιστορίες του γιου της, στις οποίες θριάμβευε το ταλέντο του η οξύνοια και οι ευαισθησίες αυτού του ξεχωριστού παιδιού. Μαθητής της δευτέρας τάξης του δημοτικού σχολείου και λόγω του ότι ήταν ο καλύτερος μαθητής μακράν όλων των συμμαθητών του ήταν και ο επιμελητής της τάξης, επιφορτισμένος όμως και με άλλα καθήκοντα εκτός από το να φυλάει την τάξη του στα διαλείμματα και να παίρνει τις απουσίες των συμμαθητών του στο απουσιολόγιο. για παράδειγμα, ήταν αυτός που παραλάμβανε τις παραγγελίες τετραδίων, μολυβιών, σβηστήρων, χαρτικών και άλλων σχολικών υλικών που παράγγελναν στο γειτονικό βιβλιοχαρτοπωλείο οι δάσκαλοι μέσω αυτού πάντοτε. Τη συγκεκριμένη χρονιά λοιπόν, κατά τη διήγηση της Νίνας, παράγγειλαν τριάντα σαραντάφυλλα τετράδια που προορίζονταν για τις εκθέσεις, τριάντα μολύβια και άλλες τόσες γομολάστιχες, και ακόμη άλλα τριάντα εικοσάφυλλα τώρα τετράδια, για πρόχειρα, απαραίτητα για τους μαθητές. Το βιβλιοπωλείο, αφού πήρε την παραγγελία, έστειλε το υλικό μαζί με τον λογαριασμό που ο ςτέφανος ήταν επιφορτισμένος να πληρώσει. Ήταν αυτός που κρατούσε και το ταμείο της τάξης που το τροφοδοτούσε κυρίως, ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων αφενός αλλά και οι διάφορες δωρεές αφετέρου. 44


θάνατος στο πάρκο

Υπήρχε κάτι σα γραφείο με τα κλειδάκια του που το παιδί τα κρατούσε να κλειδώνει τους θησαυρούς της τάξης του. Ήταν μέρος της εκπαίδευσης οι μαθητές να εξοικειώνονται νωρίς για την ηλικία τους, με διάφορες εμπορικές συναλλαγές με τη διακριτική παρακολούθηση των δασκάλων που ήταν τόσο διακριτική που δε γίνονταν καν αντιληπτή. Έρχεται λοιπόν το υλικό, μικρός μαθητής ελέγχει τον λογαριασμό ως όφειλε και διαπιστώνει κάποιο λάθος. Βρίσκει με λίγα λόγια το λογαριασμό φουσκωμένο. Παίρνει το χαρτί και πηγαίνει στο δάσκαλό του να τον ελέγξει και κείνος, χωρίς να του πει όμως ποιο είναι το λάθος που υποπτεύεται. ο δάσκαλος τον κοιτάζει. Δε βρίσκει τίποτα μεμπτό και του λέει «ςτέφανε, πλήρωσε και είναι εντάξει». «Μα πώς είναι εντάξει, κύριε; Εγώ νομίζω θα έπρεπε να δώσουμε πολύ λιγότερα χρήματα. (μιλάμε για ένα παιδάκι τώρα ούτε καλά καλά επτά χρόνων). Θα το ξανακοιτάξω και θα σας ενημερώσω. Μα μέχρι τότε τον λογαριασμό δεν τον πληρώνω». ο δάσκαλος το ίδιο σοβαρά του απαντά «Πολύ καλά θα κάνεις αν έχεις αμφιβολίες, μα κοίταξε να μην προσβάλεις κανέναν αν πρώτα δε βεβαιωθείς για ό,τι πιστεύεις» είπε, γελώντας από μέσα του με τη σοβαρότητα που ο μικρός αντιμετώπιζε το κατά τη γνώμη του πρόβλημα και πόσο σοβαρά είχε πάρει τον ρόλο του σαν υπεύθυνου της τάξης του. Πράγματι ο μικρός έλεγξε το υλικό που παρέλαβε και διαπίστωσε ότι είχαν χρεώσει τα εικοσάφυλλα τετράδια σα να ήταν σαραντάφυλλα. Άρα ο λογα45


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ριασμός έπρεπε να είναι μείον τριάντα εικοσάφυλλα τετράδια. Ξαναγυρίζει στο δάσκαλο, του λέει το και το. ο λογαριασμός όφειλε να είναι τόσος, για τούτον και κείνον τον λόγο. ο δάσκαλος κοιτάζει το μαθητή του κατάπληκτος με μία έκπληξη που δεν επεδίωξε να κρύψει και του λέει. «Μπράβο σου, αγόρι μου. Πώς δεν το πρόσεξα;» Πήρε τηλέφωνο το βιβλιοπωλείο να στείλουν κάποιον να πληρωθεί και να προσέξουν γιατί έχουν κάνει το εξής λάθος στο λογαριασμό... ο βιβλιοπώλης και αυτός. «Μα πώς είναι δυνατόν; Εγώ ο ίδιος πήρα την παραγγελία και είπα στον υπάλληλο το υλικό που θα βάλει στο πακέτο. Ώστε έβαλε εικοσάφυλλα και τα χρέωσε για σαραντάφυλλα. Ζητώ συγγνώμη για την απροσεξία του». Είπε και άλλα πολλά από αυτά που λένε σε τέτοιες περιπτώσεις. Μα ο ςτέφανος συζήτησε φαίνεται το θέμα με έναν φίλο του που πήγαινε στο άλλο δημοτικό σχολείο που συστεγαζόταν με το δικό του και έκπληκτος τον ακούει να του λέει ότι και αυτοί είχαν προβλήματα με το εν λόγω βιβλιοπωλείο για ακριβώς παρόμοια θέματα. Και επειδή σαν τις δικές του αρμοδιότητες είχαν βέβαια και άλλα παιδιά άλλων τάξεων, τους συνέστησε να ελέγξουν καλά τους λογαριασμούς των αγορών τους. γίνεται λοιπόν ένας έλεγχος και διαπιστώνουν έκπληκτοι ότι πάντοτε οι λογαριασμοί μέσα στον όγκο των παραγγελιών τους είχαν ανάλογα “λάθη”. Άρα επρόκειτο για εσκεμμένες ενέργειες είτε του 46


θάνατος στο πάρκο

ίδιου του βιβλιοπώλη είτε του υπαλλήλου του. Και αν σκεφτεί κανείς ότι επρόκειτο για δύο σχολεία έξι τάξεων το καθένα και για τρία τμήματα της κάθε τάξης, μπορεί κανείς να φανταστεί ποιο ήταν το άνομο κέρδος μόνο από αυτά τα σχολειά εις βάρος, τού ούτως ή άλλως φτωχού σχολικού ταμείου τους. Έγινε ένα μικροσκάνδαλο. Διαπιστώθηκε μετά από έρευνα ότι δεν ήταν και τόσο αθώα η πλευρά του καταστήματος. Τους έγινε η δέουσα σύσταση να είναι πιο προσεκτικοί και τα σχολεία άλλαξαν βιβλιοπωλείο για τις ανάγκες τους. Η κάθαρση λοιπόν, χάρις στη οξύνοια του μικρούλη μαθητή... Με παρόμοια περιστατικά ήταν γεμάτη η ζωή του παιδιού. Θυμόταν η μάνα του μικρού τα πόσα μυστήρια έλυνε ο μικρός που συνέβαιναν στη σχολική του ζωή. ςτα φώτα του κατέφευγαν μικροί και μεγάλοι να ζητήσουν τη γνώμη του ή τη βοήθειά του για τη λύση τους. ςαν και το ακόλουθο... «Θα ήταν γύρω στην Πέμπτη του Δημοτικού» έλεγε η μάνα του Νίνα, «όταν συνέβη ένα περιστατικό που κατατρόμαξε τη μικρή κοινωνία του νησιού. Χάθηκε ένας φίλος του μικρότερης ηλικίας. Ανάστατος ο κόσμος, κλάμα και οδυρμός από την οικογένεια του μικρού παιδιού που ήταν και το μοναχοπαίδι της. »Χάθηκε το παιδί; Και πώς δηλαδή χάθηκε; Τι ήταν, μωρέ, για να χαθεί; Καρφίτσα ήταν; Πράγμα ήταν; Ή κανένα κουτό χαζό και επιπόλαιο αγόρι; Αστυνομίες, νοσοκομεία, ερευνήθηκαν τα πάντα. Το 47


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

παιδί άφαντο. Πουθενά... »Το τοπικό κανάλι και ο τοπικός πειρατικός ραδιοφωνικός σταθμός κάθε μία ώρα μετέδιδε το μήνυμα της εξαφάνισης. Προσελήφθη και ένας ιδιωτικός αστυνομικός να βοηθήσει τα όργανα της τάξης που είναι η αλήθεια υπερέβαλαν των δυνάμεών τους επί εικοσιτετραώρου βάσης. Πέρασε η πρώτη ημέρα. Πέρασε η δεύτερη μέρα της εξαφάνισης, και πουθενά ο μαθητής. Όλοι οι αρμόδιοι και οι αναρμόδιοι έκαναν τις συνήθεις εικασίες, μα το γεγονός αυτό δεν έφερνε απολύτως κανένα αποτέλεσμα. Απελπισμένοι οι γονείς. »Η μάνα του στα πρόθυρα τρέλας με ηρεμιστικά που την κρατούσαν σε ένα είδος καταστολής τόσο για το δικό της καλό όσο και για να αφήσει χώρο στις διάφορες υπηρεσίες να κάνουν τη δουλειά τους ανενόχλητα. γιατί, όταν συνερχόταν από τη νάρκωση και συνειδητοποιούσε τι συνέβαινε, άρχιζε ένα μοιρολόι που το άκουγαν οι κάτοικοι του μικρού νησιού και ανατρίχιαζαν από τη φρίκη. »Ήταν ήδη στην τρίτη μέρα της εξαφάνισης χωρίς κανείς να έχει προσφέρει κάποιο σημάδι κάποια πληροφορία, κάτι τι, τέλος πάντων που θα βοηθούσε. Μα είναι δυνατόν; Τι έγινε ένα παιδί δέκα χρόνων, βρε παιδιά; Από τι ήταν φτιαγμένο; ήταν όντως από σάρκα και οστά ή ήταν άυλο; για τ’ όνομα του Θεού. ούτε ξένοι υπήρχαν για να πει κάποιος ότι με ένα άλφα δέλεαρ ξεγέλασαν το παιδί και το απήγαγαν, για να το πάνε όμως πού; Που ο διάβολος να πάρει; »ο ςτέφανος ανάστατος και αυτός. Τον γνώριζε τον Δημητράκη. Έπαιζαν μαζί μπάσκετ. ςτενοχω48


θάνατος στο πάρκο

ριόταν, μα και τι μπορούσε να κάνει; Δεν ήταν ο Δημητράκης καμία λογιστική υπόθεση για να τη λύσει, σαν εκείνη που είπαμε του βιβλιοπωλείου. ούτε επρόκειτο για ένα μικρό κλεπτομανή μαθητή εθισμένο στην κλοπή μικροπραγμάτων των συμμαθητών του που κατά καιρούς ανακάλυπτε στο σχολείο του ο ςτέφανος. Εδώ πρόκειται για μια οντότητα ενός ξύπνιου αγοριού, ενός έξυπνου και καλού μαθητή. Ήταν χαζό το παιδί να μην αντιληφθεί τη στενοχώρια που επέφερε στους δικούς του αν έφυγε με δική του βούληση, έτσι χωρίς λόγο; »ςηκώνεται λοιπόν ο ςτέφανος και μια και δυο και πηγαίνει να βρει τη μάνα του παιδιού. Την κυρία Νινέτα. Τη βρήκε να κοιμάται με ένα ύπνο τεχνητό που της πρόσφεραν τα βαριά αντικαταθλιπτικά χάπια που τη φόρτωσε ο γιατρός. Δίπλα της η γιαγιά του μικρού καθόταν μαραμένη και αμίλητη σιγοκλαίγοντας και αναστενάζοντας βαθιά. ο ςτέφανος κάθισε μαζί με την ηλικιωμένη και άρχισε να της κάνει διάφορες ερωτήσεις περισσότερο για να της αποσπάσει τη σκέψη από τη θλίψη της παρά για να μάθει κάτι το συγκεκριμένο. »Η κυρία Νινέτα δεν έλεγε να ξυπνήσει και η γιαγιά, όπως καθόταν δίπλα στην κόρη της, έγειρε στην πολυθρόνα της και την πήρε λίγο ο ύπνος και αυτήν. Ποιος ξέρει αν η ηλικιωμένη γυναίκα είχε κοιμηθεί καθόλου τόσες μέρες, με τέτοιο κακό που είχε βρει την οικογένειά της. ο ςτέφανος δεν έφυγε. ςκέπασε τη γιαγιά με το σάλι της που ήταν πεσμένο στο πάτωμα δίπλα της και κάθισε χωρίς και αυτός να ξέρει τι περίμενε, πλάι στις δυο δύστυχες γυναίκες. 49


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Δεν πέρασε ούτε μισή ώρα όταν ξύπνησε η γιαγιά. «για σκέψου, κυρα-Καλλιόπη» της λέει ο μικρός «πριν χαθεί ο Δημητρός έγινε κάτι στο σπίτι σας; κάτι με τους γονείς του μικρού, με σένα; κάτι διαφορετικό από την καθημερινότητα, κάτι τι τέλος πάντων ασυνήθιστο;» «Και πού να ξέρω εγώ, παιδάκι μου; Πού να ξέρω; Το παιδί τίποτα δε μου είπε... Όμως για στάσου. Θυμάμαι ότι κάτι έγινε με τον πατέρα του και κείνος απαγόρεψε στον μικρό να ξαναπάει στο, πώς το λένε αυτό που πήγαινε και έπαιζε να δεις ο Δημητράκης μου, ναι, ναι, μπάσκετ νομίζω. ο μικρός ήταν τόσο θυμωμένος που, ενώ του έβαλα να φάει το αγαπημένο του γλυκό, το έσπρωξε από μπροστά του και μου είπε με ένα ύφος που δε συνήθιζε να μου μιλάει. “Δεν το τρώω. Δώσε μου καλύτερα δηλητήριο”. Ξαφνιάστηκα μα δε μίλησα για να μην τον κάνω και θυμώσει περισσότερο. Ήξερα ότι αν είχε κάτι, θα ερχόταν να μου το πει χωρίς να τον πιέζω. Έτσι και έγινε. Μου είπε λοιπόν ότι στο σχολείο του, έγραψε ένα διαγώνισμα στο οποίο δεν τα πήγε καλά, ο πατέρας του τον μάλωσε και σαν τιμωρία του απαγόρεψε το παιχνίδι που σου είπα. Αυτά είναι όλα και όλα που ξέρω παιδάκι μου. Τίποτα άλλο». «Αμ, πες το μου, κυρούλα μου. Πες το μου», σκέφτηκε ο ςτέφανος. «Και δε μου λες, γιαγιά, αυτό το ξέρουν οι αρχές η αστυνομία θέλω να πω, ο ντετέκτιβ που και αυτός ψάχνει;» «Πού να ξέρω τι είπε ο γαμπρός μου, γιε μου; 50


θάνατος στο πάρκο

Εγώ πάντως δεν είπα τίποτα. Τα οικογενειακά μας να καθίσω να πω στον ξένο κόσμο; ςωστό είναι;» «Αχ, γιαγιάκα. Υπάρχουν και μυστικά που δεν πρέπει να μένουν κρυμμένα. Βλάπτουν σοβαρά την υγεία. Δε σου το έμαθαν αυτό τα χρόνια που κουβαλάς στην πλάτη σου;» Το μυαλό του μικρού άρχισε να παίρνει τρελές στροφές, όχι άναρχες, σαν αυτές μιας ας πούμε καρδιακής αρρυθμίας. Με ρυθμό γρήγορο μεν, πολύ γρήγορο, μα ρυθμικότατο. Που σημαίνει ότι οι σκέψεις του ήταν σε απόλυτα σωστό δρόμο. Πρώτη του σκέψη η φυγή του Δημητρού «να δεις, το ’σκασε ο φίλος». «Και πότε έγινε, καλέ γιαγιά, ο καυγάς με τον πατέρα του;» «Πού να θυμάμαι, γιε μου;» «γιαγιά, για το καλό του Δημητρού, πρέπει να το θυμηθείς». «Δε θυμάμαι». ςηκώνεται ο ςτέφανος και πηγαίνει να βρει τον πατέρα του εξαφανισμένου παιδιού, τον κυρ-Ηλία, που πολύ τον συμπαθούσε και τα καλοκαίρια παίζανε μαζί ρακέτες στην παραλία του νησιού. Η εκτίμησή τους αμοιβαία. «Κυρ-Ηλία, πες μου σε παρακαλώ και δε σε ρωτάω από περιέργεια, πίστεψέ με, να βοηθήσω θέλω, πότε ακριβώς καυγάδισες με τον Δημητρό, και του απαγόρεψες να πηγαίνει μπάσκετ;» «Έκανα τι; Τι μου λες, βρε ςτεφανή; Μα για στάσου, καλά λες. Τώρα που το λες, ναι, νευρίασα μαζί του όταν μου είπε ότι δεν έγραψε καλά στο διαγώνισμα 51


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

των μαθηματικών και ναι του είπα ότι το μπάσκετ τέρμα. Και ο μικρός χάθηκε αμέσως μετά». «Να ο λόγος της εξαφάνισης, κυρ-Ηλία μου. Το μπάσκετ για τον Μήτσο ήταν η λατρεία του. Τράβα γρήγορα και πες στο λιμεναρχείο να ψάξουν οι καπεταναίοι στα πλοία που έφυγαν σήμερα για Πειραιά. Ακόμη δε θα έφτασαν θα είναι εν πλω. Προλαβαίνουμε. Είμαι σίγουρος ότι ο γιος σου είναι μέσα σε ένα από αυτά τα πλοία. Τόσες μέρες δεν έφυγε κανένα λόγω της απαγόρευσης του απόπλου εξαιτίας της θαλασσοταραχής. Ευτυχώς. Κάπου θα ήταν κρυμμένος ο κερατούκλης για τρεις μέρες και μπάρκαρε σήμερα. Τρέξε και πες τους να δώσουν σήμα να ψάξουν να τον βρουν πριν ξεμπαρκάρει, γιατί μετά θα είναι δύσκολο να τον βρουν. Φοβάμαι μην το ’χει σκοπό να μπει λαθραία σε κανένα μεγάλο πλοίο και τον ψάχνει το ναυτικό σε ωκεανούς μεγάλους ή σε καμιά άκρη της γης και δεν τον ξαναδούμε ποτέ. Να δεις που θα πήρε τοις μετρητοίς την απαγόρευσή σου και προτίμησε να κτυπιέται με τα κύματα παρά να κτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο, όταν βλέπει την μπασκέτα από μακριά! Άκου που σου λέω. Βρες τον πρώτα, κυρ-Ηλία, και μετά οι δυο σας θα τα βρείτε σίγουρα», είπε ο ςτέφανος. Έτσι και έγινε. Βρέθηκε ο μικρός. Τα βρήκαν πατέρας και γιος και όλα καλά. ο εντεκάχρονος ςτέφανος Μακρής έτσι έλυσε ανεπίσημα την πρώτη μεγάλη υπόθεση της καριέρας του. Έφερε τέτοια μεγάλη χαρά σε μια οικογένεια. οι ευχές της γριούλας γιαγιάς του Δημητρού θα πρέπει να έπιασαν. γιατί κάθε φορά που πιάνει το 52


θάνατος στο πάρκο

φυλακτό της, που του χάρισε τότε και που το φυλάει, όταν αντιμετωπίζει μια κάποια δυσκολία, η δυσκολία αυτόματα εξαφανίζεται. Η αναποδιά παύει να είναι ανάποδη έρχεται στα ίσια της ολόρθη και στητή. Αυτά ήταν τα πρώτα πρώτα δείγματα γραφής του τι θα επακολουθούσε... Παρελθόν σαφές. Παρών σαφές. Και μέλλον προδιαγεγραμμένο. Δύσκολο να φανταστεί κανείς τι θα γινόταν; «Αστυνόμος ςαΐνης», το παρατσούκλι του. Και όταν άρχισε να γίνεται γνωστός και εκτός των τειχών της Ελλάδος, οι δάσκαλοί του πρώτα και οι φίλοι και συμμαθητές του μετά, θεωρούσαν τίτλο τιμής και κάτι σαν παράσημο στο πέτο τους να λένε ότι υπήρξαν φίλοι του. Έπαιρναν λάμψη θαρρείς από τη λάμψη του. Και ο καθένας που τον άκουγε σκεπτόταν για να σε έχει τιμήσει με τη φιλία του ένας τόσο έξυπνος άνθρωπος δεν μπορεί θα πρέπει να είσαι και συ σημαντικός.

53


VI

Μ

ε τούτα και με τ’ άλλα ο καιρός περνούσε. Έγινε βέβαια η ταφή του “καθ’ ύλην” στην οποία παρευρέθηκε όλο το Δημοτικό ςυμβούλιο και πλήθος κόσμου. Όχι γιατί ο αποθανών ήταν ιδιαίτερα αγαπητός, αλλά λόγω περιέργειας. Άλλο να πεθαίνεις γιατί το θέλησε ο Πανάγαθος και άλλο να σε θάψουν χωρίς να ξέρουν ποιος σε οδήγησε σε τόπο χλοερό. Και σ’ αυτή την περίπτωση, το μυστήριο, πόλος έλξης του φιλοθεάμονος κοινού. οι ψίθυροι, οι εικασίες, οι υποψίες. το κουτσομπολιό, συναισθήματα δυνατότερα της όποιας λύπης, της όποιας θλίψης των στενών συγγενών και μόνο. Αυτό συμβαίνει από καταβολής Δημιουργίας του κόσμου. Έχουμε ακούσει ανθρώπους να θεωρούν μια κηδεία ή ένα μνημόσυνο σα μια κοινωνική... εκδήλωση! Θεέ μου! για να μην αναφερθούμε στο γέλιο που μετά βίας συγκρατείς όταν μέσα στο θλιβερό περιβάλλον βρει ο φίλος να σου πει έναν αστεϊσμό που παίρνει άλλη διάσταση, γιατί όσο να ’ναι το γέλιο είναι απαγορευτικό στον χώρο αυτό. Και όταν στο γέλιο βάζεις φραγμό, αυτό δεν το ανέχεται και βρίσκει τρόπο να ξεφύγει και να σε κάνει ρεζίλι, αφού δε στάθηκες ικανός να το τιθασεύσεις. Το ίδιο αυτό χωρατό, σε άλλη περίπτωση ίσως και να περνούσε απαρατήρητο χωρίς να σκάσει ούτε ένα χαμόγελο που λένε. Μα σε ένα χώρο λύπης 54


θάνατος στο πάρκο

είναι αλλιώς. Θέλει να εκραγεί. Και όχι μόνον αυτό. Μα είναι και μεταδοτικό. γελάς μέχρι δακρύων και δεν ξέρεις και το γιατί. Κλάμα από λύπη τη μια στιγμή. Κλάμα από γέλιο την αμέσως επόμενη. Άνθρωποι. Απάνθρωποι. Terra incognita η ψυχή μας... Ποια ψυχή; ο ςτέφανος δούλευε με ρυθμούς δικούς του και με μεθοδικότητα, υπομονή και αισιοδοξία πάντα, ακόμη και στις δυσκολότερες των υποθέσεων που αναλάμβανε. Ήταν αυτές οι αρχές του και αυτός δεν παρέκκλινε απ’ αυτές ούτε καθ’ ελάχιστον. Ζήτησε από το προσωπικό του πάρκου να του πουν ποιοι τράβηξαν φωτογραφίες και ποιοι βιντεοσκόπησαν τη γιορτή όσο αυτή κράτησε, για να μεταδοθεί από τους τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς ως είθισται. Ναι. Και βέβαια υπήρχαν. Τον ενδιέφεραν τα βίντεο κυρίως. Κλείστηκε στο διαμέρισμά του με μια κούπα δυνατό καφέ χωρίς ζάχαρη, με το CD-player για να ακούει την αγαπημένη του μουσική καθώς δούλευε, και το τσιμπούκι του που το είχε μονίμως στα χείλη του σβηστό χωρίς να καπνίζει, αφού ήταν άδειο! Του το είχαν απαγορεύσει οι γιατροί, κυρίως μετά από ένα ψιλοεμφραγματάκι που είχε πάθει πριν λίγα χρόνια. Και να σκεφτείς ότι ο καφές και το κάπνισμα του τσιμπουκιού του, ήταν η μοναδική του παρέα και πολυτέλεια την ώρα της δουλειάς του. Ήταν όμως υπεύθυνο άτομο. Αγαπούσε τη ζωή και υπάκουσε πειθήνια στις ιατρικές εντολές. 55


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Από τα βίντεο εστίασε την προσοχή του σε αυτά που είχαν σα θέμα την ομιλία του “καθ’ ύλην” που οι υπάλληλοι είχαν σκοπό να τα δείξουν σ’ αυτόν κάποια στιγμή μετά τη γιορτή και να του γίνουν αρεστοί... Τρομάρα τους. Παρατηρούσε τη σκηνή που έπαιρνε η κάμερα, μονότονα εστιασμένη στον ομιλούντα (όσο πρόλαβε βέβαια να μιλήσει) και τον κόσμο γύρω από την εξέδρα. ο οπερατέρ του πρώτου βίντεο δεν ήταν καλός. Θαρρείς και είχε καρφώσει τη βιντεοκάμερα σε ένα σημείο, αντί να την περιφέρει για ποικιλία τόσο στον κόσμο όσο και φυσικά στον ομιλούντα. Μα τέτοιο γλείψιμο για τον “καθ’ ύλην”; Από αυτό και μόνο καταλάβαινε κανείς το κλίμα που επικρατούσε στον δήμο αυτό. Αφού έριξε λοιπόν μια πρώτη ερευνητική ματιά σε όλα τα βίντεο, ξεχώρισε εκείνα που είχαν κάποιο ενδιαφέρον και βάλθηκε να τα κοιτάζει μετά, ένα ένα με μεγάλη προσοχή. Τα πλέον ενδιαφέροντα, ήταν φυσικά εκείνα που έδειχναν πανοραμικές σκηνές του πάρκου. Μπορούσες να διακρίνεις ευκρινέστατα τα πρόσωπα. Ανάμεσά τους θα ήταν τόσο ο πιστολέρο όσο και ο δολοφόνος αναμφισβήτητα, αυτός δηλαδή που εκτόξευσε τη βελόνα. Τι είπε τώρα; Τι είπε; «Εκτόξευσε»; Μάλιστα. ςωστότατο το ρήμα του Πουαρώ. Μπράβο... Πάμε πάρα κάτω. Παρατηρούσε τις κινήσεις των ανθρώπων που φαίνονταν να τραβούν φωτογραφίες. Από μια τέτοια 56


θάνατος στο πάρκο

απόσταση και κίνηση εκτοξεύτηκε η βελόνα. Που σημαίνει ότι δε θα πρέπει ο... τοξοβόλος να απείχε πολύ από την εξέδρα γιατί τι ειδικό βάρος μπορούσε να έχει μια ψιλή βελονίτσα για να αντέξει μια μεγάλη εναέρια διαδρομή; Με αυτές τις σκέψεις από τις δέκα κασέτες, που είχε επιλέξει, ξεχώρισε τελικά τις δύο. Και απ’ αυτές, τη μια μόνο. Την εξέταζε όχι απλά λεπτομερειακά, αλλά εξονυχιστικά θα λέγαμε. Κλόουν ή κάποιος μεταμφιεσμένος που να κρατάει ή και να κρύβει ντουφέκι δε διακρίνονταν κανείς. Κάποιος μόνο που φορούσε κράνος μοτοσικλετιστή, χωρίς να υπάρχει βέβαια λόγος, του κίνησε την περιέργεια και το ενδιαφέρον. Έκανε επάνω του ζουμ και αμέσως πετάχτηκε από τη θέση του ξεφωνίζοντας. ο κρανοφόρος κρατούσε στον ώμο του κάτι που έμοιαζε με κασετόφωνο, μαγνητόφωνο, φορητό και μεγάλο. Μα βέβαια. Να ο λόγος, γιατί πουθενά δεν υπήρχε καλάζνικοφ. Η ντουφεκιά ήταν από αυτό το μηχάνημα σε ένταση full power μέσα στη ολιγόλεπτη σιωπή που επικράτησε με την παράκληση του «καθ’ ύλην”. Πράξη ακίνδυνη και αθώα φαινομενικά. Και ο κάλυκας της σφαίρας που βρέθηκε; Μα ο καθένας μπορούσε να τον είχε πετάξει για να παραπλανήσει τους αστυνομικούς. Πράγμα που το είχε καταφέρει κατά μεγάλο μέρος. «Άρα ο συνεργός ήταν με ένα αθώο μηχάνημα στα χέρια και όχι με όπλο φονικό», σκέφτηκε ο ντεντέκτιβ. 57


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μέρος του προβλήματος λυμένο λοιπόν. Εστίασε τώρα την προσοχή του στο κυρίως θέμα, αυτό του... βελονιστή! Ερευνούσε ένα ένα τα πρόσωπα του βίντεο. Με την εξασκημένη του ματιά παρατηρούσε όχι μόνον αυτούς που τραβούσαν φωτογραφίες, αλλά και τα χέρια όλων. Ένας νεαρός(;) κρατούσε ένα παράξενο πλακάτ. ο ςτέφανος δεν μπορούσε να διαβάσει τι έγραφε ή τι απεικόνιζε γιατί αυτό το μέρος του ήταν στραμμένο προς την πλευρά της εξέδρας. Το κρατούσε στο ύψος του κεφαλιού του. ςτη θέση των ματιών του υπήρχαν δύο μεγάλες τρύπες και άλλη μία επίσης ευμεγέθης στη θέση του στόματος. Δύο άλλες οπές, μία αριστερά και μία εξ ευωνύμων στο σημείο που ο πικετοφόρος κρατούσε το πλακάτ για να τον διευκολύνει προφανώς στο κράτημά του. Πράγμα που σημαίνει ότι αν αντίκριζες το πλακάτ από την πλευρά της εξέδρας θα το εκλάμβανες σαν ένα πρόσωπο, περίεργο μεν ασυνήθιστο όμως όχι. Κάποιον θα απεικόνιζε, το δίχως άλλο. Διάφορα τέτοια κρατούσαν και άλλοι νεαροί και νεαρές με καυστικούς υπαινιγμούς, αστεϊσμούς όπως, για παράδειγμα, στο Πατρινό Καρναβάλι. Και ο ςτέφανος δε χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει από πού εκτοξεύτηκε η βελονίτσα. Από έναν μηχανισμό που ενεργοποιήθηκε με το στόμα του πικετοφόρου, με ένα προφανώς δυνατό του φύσημα. Άρα, όπλο συνηθισμένο δεν υπήρχε, ει μη μόνον, ένα μέσο εγκληματικής ενέργειας, ευφυούς ατόμου, που ήταν σίγουρο πως δε θα το ανακάλυπταν ποτέ. 58


θάνατος στο πάρκο

Μα τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει και όποιος το πιστεύει είναι είτε βαθιά νυχτωμένος είτε δεν έχει ακούσει να μιλούν για κάποιον δαιμόνιο ντετέκτιβ παγκόσμιας αναγνώρισης και Έλληνα... Αυτό ήταν λοιπόν. Έμενε να βρεθούν τα δύο αυτά συγκεκριμένα πλέον άτομα. ο φέρων δηλαδή το επί του ώμου κασετόφωνο και ο πικετοφόρος. Και πώς θα γίνει αυτό, φίλε, μετά τόσες ημέρες; Μπορείς να τον βρεις; Ναι μπορείς, αν έχεις και λίγο την τύχη με το μέρος σου. Και ο ςτέφανος αυτή την τύχη την είχε και πολύ την ευχαριστούσε, αν και είχε πολύ ταλαιπωρηθεί εξαιτίας της στο απώτερο παρελθόν, πράγμα που θα μας διηγηθεί ο ίδιος αργότερα, γιατί έχει ενδιαφέρον. Παρακαλώντας λοιπόν τη θεά τύχη να συνεχίσει να του δείχνει την εύνοιά της, πετάγεται πάνω και κατεβαίνοντας τα σκαλιά της πολυκατοικίας του πέντε πέντε, δίχως να περιμένει το ασανσέρ, πηγαίνει με το αυτοκίνητό του μέχρι το πάρκο παρακαλώντας ενδόμυχα θεούς και δαίμονες να μην είχαν ακόμη πεταχτεί τα σκουπίδια που λόγω του συμβάντος θα έπρεπε να υπήρχαν ακόμη, καθώς η αστυνομία είχε απαγορεύσει να καθαριστεί ο χώρος. ο χώρος φρουρείτο. Και δόξα τω Θεώ δεν είχε καθαριστεί η περιοχή. Η διαταγή απαγόρευσης μόλις είχε αρθεί και οι εργάτες του δήμου πρωί πρωί την επομένη θα άρχιζαν να ευπρεπίζουν τον χώρο που ήταν τόπος αναψυχής μεγάλων και μικρών. Μόλις που πρόλαβε... ο ςτέφανος, με έναν φρουρό ευγενώς προσφε59


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ρόμενο, άρχισαν να ψάχνουν να βρουν το πλακάτ, το ύποπτο κατά τον ντεντέκτιβ. Όταν κάποια στιγμή, το βρήκαν εκείνος αναφώνησε «σε έπιασα, φίλε». Το τι επακολούθησε θα το διηγηθούμε εν εκτάσει αφού περί αυτού του μυθιστορήματος μιλάμε. Πριν το κάνουμε όμως είναι απαραίτητο να πούμε γιατί ο ςτέφανος αισθάνθηκε ιδιαίτερα τυχερός αυτήν τη χρονιά τόσο επαγγελματικά όσο και στο προσωπικό επίπεδο.

60


VII

ς

ε ηλικία είκοσι τριών ετών, ο αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, ςτέφανος Μακρής ζούσε τον απόλυτο νεανικό έρωτα με μία συνομήλικη συμφοιτήτριά του στη Νομική ςχολή της Αθήνας. Μια όμορφη νεανική αγάπη που κράτησε πάνω κάτω όσο και οι σπουδές τους. Και ενώ έκαναν όνειρα για κοινό μέλλον αναπάντεχα χώρισαν. Πόνος και στενοχώρια, αν και για δύο που χωρίζουν σίγουρα εκείνος που λέει τα πιο τρυφερά λόγια είναι ο λιγότερο ερωτευμένος και αυτός που σαφώς πονάει πιο λίγο. Ήταν εκείνη. Λίγο χρόνο μετά, η καλή του παντρεύτηκε. ο νέος το έφερε βαρέως. Δεν ήθελε να ζήσει. Απελπισμένα της έστελνε μηνύματα αγάπης στο κομπιούτερ της στα οποία ποτέ δεν πήρε απάντηση, ή ένα σχόλιο, ένα λόγο παρηγοριάς έστω, σε ανάμνηση και χάριν της όμορφης ιστορίας που έζησαν οι δύο τους. Τον αγνόησε. Μα αυτός επέμενε. Της έγραφε, της μιλούσε νοερά, και δεν έφτιαξε τη ζωή του με άλλη γυναίκα. Πέρασαν έτσι δέκα χρόνια, όταν η κοπέλα κατάλαβε πια ότι ο άντρας της δεν ήταν αυτός που ονειρεύτηκε και πάντως δεν υπήρχε καν σύγκριση με τον νεανικό της έρωτα και μεμφόταν τον εαυτό της για τη βλακεία και την επιπολαιότητά της για ό,τι έκανε. Και εδώ είναι που βάζει το χέρι της αυτό που 61


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λέμε τύχη. ςυναντήθηκαν τυχαία, και όπως ήταν φυσικό, εκείνος, όχι με θυμό αλλά με παράπονο και πίκρα, τη ρώτησε, πώς μπόρεσε να φανεί τόσο αδιάφορη και παγερή στα τόσα μηνύματα που της έστειλε. Η κοπέλα έμεινε κατάπληκτη. Τα μηνύματα; Ποια μηνύματα; Δεν είχε διαβάσει ποτέ ούτε ένα μήνυμά του. Και τούτο όχι γιατί της τα απέκρυψε κανείς, αλλά γιατί το laptop της το είχε κλειστό, αφού χρησιμοποιούσε από κοινού αυτό του άντρα της. Θεέ μου! Και αφού η τύχη δοκίμασε την επιμονή και την αντοχή του και είδε ότι δεν το ’χε σκοπό να υποχωρήσει ή να την ξεχάσει, φαίνεται ότι συγκινήθηκε και μόλις ο γάμος της καλής του διαλύθηκε, με έναν περίεργο τρόπο από αυτούς που συνήθως μετέρχεται αυτή η μαντάμ Τύχη, τους έφερε κοντά και ξανάπιασαν την ιστορία τους από εκεί που πριν δέκα χρόνια την είχαν αφήσει. Η κοπέλα, είπαμε, έμεινε κατάπληκτη, όταν τον άκουσε να της παραπονιέται για τα εκατοντάδες αναπάντητα μηνύματά του και με τη σειρά του εκείνος εξίσου έκπληκτος να ακούει ότι εκείνη δεν τα είχε διαβάσει ποτέ. Και για του λόγου το αληθές η κοπέλα τα βρήκε όλα στο laptop της. Επειδή λοιπόν έχει και μια έφεση στη συγγραφή σκέπτεται να γράψει ένα βιβλίο με αυτά, και να το κάνει δώρο σε κείνον στην πρώτη επέτειο της επανασύνδεσής τους λίγο πριν τον γάμο τους που τον ετοιμάζουν οσονούπω. Να γιατί ο ςτέφανος είχε και τόσο κέφι. Τα προ62


θάνατος στο πάρκο

σωπικά του πήγαιναν θαυμάσια και σάρωναν επιτυχώς τις δυσκολίες στα επαγγελματικά του. Ή απλά, το ένα επηρέαζε το ένα το άλλο. Μια επιτυχημένη προσωπική ζωή δε μένει χωρίς αντίκρισμα. Όπως και μία επιτυχημένη επαγγελματική ζωή τραβάει σα μαγνήτης το ταίρι του ανθρώπου. Λανθασμένη η άποψή μας; Όχι βέβαια. Και μετά από αυτό το προσωπικό ιντερμέτζο του ςτέφανου ας δούμε τι ακολούθησε την ανεύρεση του πλακάτ. ςτραπατσαρισμένο το πλακάτ, βέβαια, αλλά στη σήμανση όλο και κάποια πολύτιμα ευρήματα θα ανακάλυπταν, τα σαΐνια εκεί. ςε κάθε περίπτωση αυτός ήταν και ο λόγος που επέμεινε να ψάξει και ήλπιζε κάτι να βρει ο ςτέφανος. Ως εάν να ήταν πολύτιμος θησαυρός εν μέσω σκουπιδιών, έπιασε το πλακάτ με τα δυο του τα χέρια και ζήτησε από τον φρουρό να τον συνοδεύσει μέχρι το αστυνομικό τμήμα. Μα αυτό δεν μπορούσε να το κάνει ο φρουρός χωρίς την άδεια των ανωτέρων του. Πήρε τηλέφωνο την αρμόδια υπηρεσία αλλά ο επί του θέματος υπεύθυνος ήταν εκτός γραφείου. ο ντετέκτιβ δεν μπορούσε να περιμένει άλλο και έφυγε χωρίς συνοδεία. Έπρεπε να προλάβει τα εργαστήρια της Αστυνομίας ανοικτά. Φοβόταν φυσικά και την άνευ συνοδείας διαδρομή του μέχρι εκεί. Φοβόταν; Δηλαδή τι φοβόταν ακριβώς; Δυστυχώς, φοβόταν αυτό βεβαίως που ακολούθησε. Καθ’ οδόν προς το αστυνομικό τμήμα και σε ένα σταυροδρόμι πέντε έξι τετράγωνα από το αστυνομικό 63


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τμήμα, του κλείνει κάθετα το δρόμο ένα φορτηγό. Πασιφανώς το εμπόδιο ήταν σκόπιμο και μελετημένο. Τον είχαν ακολουθήσει απ’ όταν έφυγε από το πάρκο. «Μα εδώ πρόκειται για σπείρα», σκέφτηκε ο ντετέκτιβ. Κατεβαίνει από το τεράστιο τροχοφόρο ένας ανάλογα τερατώδης άντρας δυόμιση μέτρα ύψος και κάπου ενάμιση μέτρο πλάτος(!), πλησιάζει το αυτοκίνητό του και του λέει ψυχρά «Κατέβα». «Πώς είπες;», ρωτάει αφελώς ο ςτέφανος. «Είπα κατέβα, μπάσταρδε. Προτιμάς αυτήν την εκδοχή της προσταγής;» «Ελπίζω να ξέρεις σε ποιον μιλάς. Όχι, γιατί αν δεν ξέρεις, σε πληροφορώ, ότι μιλάς με τον ςτέφανο Μακρή, τον πρώην αστυνομικό και νυν ιδιωτικό ντετέκτιβ και το κυριότερο, σε έναν ελεύθερο Έλληνα πολίτη». «Αν είναι έτσι, σπεύδω να συμπληρώσω «Κατέβα κάτω, μπάσταρδε πρώην αστυνομικέ και νυν ψευτο-ιδιωτικέ ντετέκτιβ, και βγάλε τον σκασμό μη σε λιώσω». ς’ αυτές τις περιπτώσεις το να προσπαθείς να κάνεις τον μάγκα και τον γενναίο είναι μάταιο. γιατί έχεις να κάνεις με έναν φουσκωτό ελάχιστου βαθμού μεν ιQ, αλλά που όταν βγάλει πάνω σου μέρος έστω του αέρα που κουβαλάει όντως θα σε λιώσει. οπόταν ναι μεν κάνεις αυτό που σου λέει και παράλληλα εσύ ευφυώς φερόμενος κάνεις κάτι πολύ έξυπνο προτού κατεβείς. Απλώνεις το χέρι σου με 64


θάνατος στο πάρκο

τρόπο και κόβεις ένα μεγάλο μέρος από το κουρελιασμένο πλακάτ, το διπλώνεις και το βάζεις μέσα από την καμπαρντίνα σου. Κατεβαίνεις, πλησιάζεις τον φορτηγατζή και όσο πιο αθώα γίνεται τον ρωτάς: «Τι έγινε, ρε φίλε; Τι έχεις μαζί μου; ςου έκανα κάτι που δεν έπρεπε; Κάτι που σε ενόχλησε χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση; Πες μου, ρε φίλε...» «ρε, άσε τα σάπια και τα περί διαγραμμάτων και ξέχνα και το καρούλι σου. Το χρειάζομαι. Και όχι μόνον αυτό, μα και ό,τι έχει μέσα του». «Κακό του κεφαλιού σου» μουρμουρίζει ο ςτέφανος. «Τι είπες, ρεέέ; Με απείλησες;» «Εγώ; Εγώ δεν είπα λέξη». «Ωραία, δίνε του τώρα πριν το μετανιώσω και σου δώσω κάνα δυο ψιλές για να ’χεις να με θυμάσαι. Δίνε του είπααα». ο ςτέφανος με το υπερπολύτιμο κομμάτι χαρτιού μέσα από την καμπαρντίνα του απομακρύνεται όντας σίγουρος ότι ο φουσκωτός δεν το ’χε σε τίποτα να βγάλει όντως όλον τον αέρα πάνω του, ακόμα και αυτόν που είχε στο κεφάλι του μέσα, αν έπαιρνε είδηση για το χαρτί που κουβαλούσε, αφού, φως φανάρι το πλακάτ ήταν ο σκοπός του. Θα ήταν τότε τελειωμένος ο κυρ-ςτέφανος... ςίγουρα. Και αυτός στο κόλπο ήταν να δεις. Μωρέ, εδώ το πράγμα όσο πάει και σοβαρεύει. Εδώ έχουμε να κάνουμε με συμμορία. Ευτυχώς διέσωσε το χαρτί. γιατί έτσι και το έχανε θα είχε ν’ αρχίσει από την αρχή, πάνω σε άλλα απο65


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δεικτικά στοιχεία που και αυτά έπρεπε να ψάξει να τα βρει... Πάλι καλά που δε σκέφτηκε ο φορτηγατζής να του κάνει, Θεέ μου, σωματική έρευνα. Τι είπες, ςτέφανε; Να σκεφτεί; Ποιος; ο φουσκωτός; Θα του έκανε κατάπληξη του φημισμένου ντετέκτιβ αν ο φουσκωτός ήξερε και να σκέπτεται. Η διαδικασία του σκέπτεσθαι απαιτούσε την ύπαρξη έστω και υποτυπωδώς μυαλού και ο λεγάμενος, στοίχημα, δε διέθετε. Με την ψυχή στο στόμα και επιταχύνοντας τον βηματισμό του απομακρύνεται από την επικίνδυνη περιοχή αλλάζοντας και κατεύθυνση, μήπως και έχει καινούρια συναπαντήματα. Ευτυχώς ο τερατώδης ψηλός δεν τον ακολούθησε, είτε πεζός είτε εποχούμενος, και χάθηκε από τα μάτια του. Κάνοντας ολόκληρο κύκλο φτάνει κάποια στιγμή στο τμήμα και ο αξιωματικός υπηρεσίας που τον ήξερε, βλέποντάς τον, στέκεται μπροστά του κλαρίνο, από απέραντο θαυμασμό και σεβασμό. Τον ρωτάει με έκδηλο ενδιαφέρον έτσι όπως εκείνος ήταν ξέπνοος. «Τι συμβαίνει, κύριε; για το όνομα του Θεού τι έπαθες;» «Καλά είμαι ευχαριστώ. Πες στον προϊστάμενό σου να έρθει αμέσως εδώ. Κάνε γρήγορα. Και πού ’σαι. Πιάσε σε παρακαλώ ένα ποτήρι νερό και αν είναι δυνατόν έναν καφέ ελληνικό σκέτο. Θα στο χρωστάω». «Έφυγα», είπε ο αξιωματικός υπηρεσίας. Ήξερε ότι περιποιεί υψίστη τιμή για το Τμήμα του η παρουσία και μόνο του πασίγνωστου και 66


θάνατος στο πάρκο

θαυμάσιου ντετέκτιβ. Αυτό το γνώριζαν από τον απλό νεοεισελθόντα στο ςώμα αστυφύλακα μέχρι τον Αρχηγό ως και τον προϊστάμενο αυτού, Υπουργό Δημόσιας Τάξης. Τιμή του μεγάλη και μόνο που του απεύθυνε τον λόγο. Θα είχε να το καυχιέται σε όλη του τη ζωή «κέρασα τον ςτέφανο Μακρή καφέ». Θα είχε να διηγείται στα παιδιά του με καμάρι για την τιμή που του έγινε. για την Αστυνομία ήταν πράγματι ένας θρύλος, ένα ιερό τέρας. Τσακίστηκε λοιπόν να τον περιποιηθεί. Και έως έρθει ο Αρχηγός που έφθασε και αυτός ασθμαίνων και με δέος, δεν ξεκόλλησε από δίπλα του. ςτο τέλος, έβγαλε από το προσωπικό του ντουλάπι που φύλαγε τα πράγματά του, το πηλήκιό του και τον παρακάλεσε να του γράψει ένα αυτόγραφο μέσα του, πράγμα που ο ςτέφανος έκανε ευχαρίστως. «Αγόρι μου, ένα σου εύχομαι, Να έχεις πάντα στη ζωή σου σαν αστυνομικός επιτυχημένες λύσεις προβλημάτων και να θυμάσαι ότι όσο δυσκολότερα είναι αυτά, τόσο μεγαλύτερη και η ευχαρίστηση και ικανοποίησή σου. Αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ». Ήρθε ο αρχηγός και οι δυο τους έφυγαν για το Τμήμα της ςήμανσης. γεμάτος αγωνία αν πάνω στο διασωθέν κομμάτι χαρτιού θα μπορούσε να υπάρχει κάποιο εύρημα, κάποιο αποτύπωμα. Φάνηκε τυχερός. Εκτός των εμφανέστατων δικών του, υπήρχαν και τριών τεσσάρων διαφορετικών ανθρώπων. Ένας εξ αυτών θα ήταν οπωσδήποτε αυτός που ζητούσε. Αν ήταν σεσημασμένος, τότε το έργο του ςτέφανου θα τελείωνε εδώ. Αν δεν ήταν θα είχε να διανύσει 67


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και άλλο δρόμο. Μα ο δρόμος αυτός θα ήταν δύσκολος; Μα θα ήταν εύκολος; Θα το ήξεραν σε λίγο. Υπομονή, πρώην αστυνομικέ. Εσύ ξέρεις απ’ αυτά. Αν θεσπιζόταν βραβείο υπομονής θα έβαζες υποψηφιότητα με την προοπτική να κερδίσεις ακόμη και το πρώτο βραβείο. Είναι ζήτημα λεπτών πια. Πράγματι τα ευρήματα ήταν αυτά που ο Μακρής είχε υποθέσει. Δηλαδή, τα δικά του, και τρία τέσσερα άλλα, που έμελλαν να ταυτοποιηθούν. Έπρεπε να συγκριθούν με εκείνα των υπαλλήλων του πάρκου όπως και με εκείνα των συναδέλφων του συνυποψηφίων, του... “καθ’ ύλην”. Τώρα τα πράγματα δε θα ήταν δύσκολα. Η βάση υπήρχε. Δε θα βάδιζε στα τυφλά. ο υπεύθυνος της ςήμανσης έβγαλε –αν είναι δυνατόν να λεχθεί κάτι τέτοιο– αντίγραφα των αποτυπωμάτων. για λόγους που μόνον εκείνος ήξερε, δεν έπρεπε να υπάρχει μόνο το πρωτότυπο. Τι φοβόταν ακριβώς; Κλοπή; Ίσως. ο άνθρωπος ήξερε τι έκανε. ο ςτέφανος έφυγε από τη ςήμανση με καρδιά που τραγουδούσε χαρούμενους σκοπούς. Μα δεν πρόλαβε να χαρεί. Του τηλεφωνεί στο κινητό του ο υπεύθυνος προϊστάμενος της υπηρεσίας αυτής και του ζητά να επιστρέψει γρήγορα γιατί υπήρχε κάτι πολύ σοβαρό που έπρεπε να μάθει. Βρε που να πάρει η ευχή, να πάρει. Και είχαν κανονίσει με τη Βιβή, την κοπέλα της ζωής του, να βγουν για φαγητό. Αυτό δε γινόταν να ματαιωθεί για όλες τις ςημάνσεις του κόσμου. 68


θάνατος στο πάρκο

Ό,τι και αν ήταν, όσο σοβαρό και επείγον και αν ήταν, η προσωπική του ζωή προηγείτο των πάντων. για ό, τι και αν επρόκειτο και όσο τεράστιας σημασίας και αν ήταν, έπρεπε να περιμένει. Η μόνη υποχώρηση που έκανε ήταν να τηλεφωνήσει της Βιβής και να ζητήσει την κατανόησή της για τη μετάθεση κατά μία ώρα του ραντεβού τους. Λεπτό περισσότερο, όχι μια λύση να περίμεναν από αυτόν αλλά δέκα. Τα λάθη του παρελθόντος δε θα τα ξαναέκανε. οι υποχρεώσεις και τα επείγοντα περιστατικά της δουλειάς θα ήταν πολλά πάντα. Δεν επρόκειτο να αλλάξουν. Όχι, δε θα διέλυε τη ζωή του και αυτήν των αγαπημένων του για χάρη τους. Αυτός ήταν πια ένας όρος που έβαλε στη ζωή του και δεν το ’χε σκοπό να τον παραβιάσει ποτέ. «Τι συμβαίνει, προϊστάμενε;» «ςυμβαίνει, αγαπητέ μου Μακρή, ότι ήδη ταυτοποίησα το ένα εκ των αποτυπωμάτων και μάντεψε τίνος είναι». «Το δικό μου αναμφίβολα» είπε ο ντεντέκτιβ. «Αυτό το ξέραμε, Μακρή. Να μη σε κρατάω όμως σε αγωνία. Είναι, φίλε μου, του δημάρχου! Και για πες. Τι δουλειά έχουν τα αποτυπώματά του επικεφαλής της Δημαρχίας σε ένα γιορταστικό πλακάτ και μάλιστα ύποπτο κατ’ εσέ; για πες μου, σε παρακαλώ. Να το λάβεις πολύ σοβαρά υπόψη στην έρευνα που κάνεις, φίλε μου. Δεν ξέρω σε τι ατραπούς έχει οδηγηθεί η σκέψη σου μέχρι τώρα, αλλά φοβάμαι ότι θα πρέπει ν’ αλλάξεις ρότα», είπε ο της ςήμανσης και κτύπησε φιλικά τον Μακρή στην πλάτη. 69


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Εννοείται ότι μόνον εσύ και εγώ θα γνωρίζουμε τούτο το γεγονός», είπε ο ςτέφανος. Το νέο ήταν πράγματι σοβαρότατο. Εδώ πρόκειται περί ενός νόμιμα εκλεγμένου ατόμου, επικεφαλής μιας ολόκληρης πόλης. Το σκάνδαλο, αν αποδεικνυόταν η συμμετοχή του σε δολοφονία, θα ήταν τεράστιο. Το νέο πράγματι ήταν σοβαρό. Αυτό ειλικρινά ο ςτέφανος δεν το περίμενε. Υποψιάζονταν όσους είχαν σχέση με τον δήμο, όσους εποφθαλμιούσαν τη θέση που κατείχε ο καθ’ ύλην υπεύθυνος των όποιων εκδηλώσεων. Μα ο δήμαρχος, βρε παιδιά; Και ο δήμαρχος; για τ’ όνομα του Θεού... γιατί; Προτιμότερη η θέση αυτή από τον δημαρχιακό θώκο; Από δήμαρχος κλητήρας που λένε; Κομματάκι παράξενο για τις φιλοδοξίες ενός υποψηφίου πολιτικού που σκοπό έχει να διεκδικήσει με την ψήφο των πολιτών και ένα υψηλό θώκο, Υπουργού ίσως; «Κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ, φίλε μου Μακρή», μουρμούρισε στον εαυτό του, όπως συνήθιζε να κάνει. ο εσωτερικός του μονόλογος, κατέληγε πάντα σε διάλογο πραγματικό. ρωτούσε, έθετε προβληματισμούς και έπαιρνε απαντήσεις αληθινές. Τα ερωτήματα που δεχόταν από τον εαυτό του αξίωναν επείγουσα απάντηση σε σημείο να τον βλέπουν πολλές φορές να μιλάει με κάποιον αόρατο συνομιλητή σκεπτόμενοι ότι ίσως και να του ’χει σαλέψει. Δεν επρόκειτο για παράνοια. Επρόκειτο για διάλογο με τον εαυτό του που τύχαινε να λαμβάνει χώρα τις πιο ακατάλληλες στιγμές και στον πιο ακατάλληλο 70


θάνατος στο πάρκο

χώρο, όταν ο διάλογος αυτός δε γινόταν να περιμένει, για να γίνει κατά μόνας. Ας έλεγαν λοιπόν ό,τι ήθελαν. Η συνήθειά του αυτή δεν ήταν παρά ένα εργαλείο της δουλειάς του. Πού να καθίσει τώρα να τους εξηγήσει ότι ήταν τρόπον τινά ο βοηθός συνομιλητής που λέγαμε ότι του χρειαζόταν; Αν επρόκειτο να αντιληφθεί ότι τούτος ο παράξενος βοηθός γινόταν περισσότερο του συνήθους περίεργος και οι ερωτήσεις του σε συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό, τότε θα φρόντιζε να τον αντικαταστήσει με έναν πραγματικό βοηθό σίγουρα. Και πού να τον βρει αυτόν τον πολύτιμο συνεργάτη που να του έχει και τυφλή εμπιστοσύνη; για στάσου, για στάσου. Υπάρχει κάποιος που και τον εκτιμάει και κοντά έχουν έρθει τον τελευταίο καιρό και υπηρεσία θα του προσφέρει, αφού το παιδί έχασε τη δουλειά του και η ψυχική του ισορροπία έχει διαταραχθεί με όσα τράβηξε. Ναι, ναι ο Παύλος, το καημένο το παλικάρι που τη ζωή του την είχε κάνει μαρτύριο ο συγχωρεμένος. ςτο κάτω κάτω η υπόθεση της εξιχνίασης του εγκλήματος αφορούσε και τον Παύλο άμεσα. Όσο να ’ναι λίγη λασπουριά από τον ανεμιστήρα των ψιθύρων είχε κολλήσει πάνω του και αν δεν ήταν αυτός που θα ήθελε να φύγει και η παραμικρή βρώμικη σταγόνα λάσπης βοηθώντας με ζήλο τον πρώην αστυνόμο στην προσπάθεια αυτή, ποιος θα ήταν; «Θα του το προτείνω», σκέφτηκε ο Μακρής. «Τα πράγματα σκουραίνουν. Έλα, Χριστέ και Παναγιά, αν δω και τον δήμαρχο να είναι συμμέτοχος στο έγ71


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κλημα θα τα έχω δει όλα». Και ο φίλος σου ο συγγραφέας που έλεγες να τον κάνεις βοηθό γιατί κι εκείνου η φαντασία κάλπαζε σαν τη δική σου; Μα ο Παύλος είναι που και τα ίδια προσόντα με το φίλο μου έχει, αλλά και δουλειά δεν έχει... «Βιβή μου, σε ξαναπαίρνω. για, να σε ρωτήσω. Θα σε πείραζε να καλέσω τον Παύλο και τη Μαρία Χριστίνα να έρθουν μαζί μας για φαγητό; Έχω το λόγο μου, αγάπη μου. Θα σου εξηγήσω. Αν δεν ήταν ανάγκη, θα το απέφευγα. Ευχαριστώ, μωρό μου, για την κατανόηση. Θα έρθω να σε πάρω σε μία ώρα».

72


VIII

Έ

τσι και έγινε. ο καιρός ήταν πανέμορφος, από εκείνες τις ανοιξιάτικες λιακάδες που κάνουν την Ελλάδα έναν τόπο που τον ονειρεύονται οι απανταχού της γης λάτρεις αυτού του ειδικά τρυφερού ήλιου αφενός και του πιο κατάλληλου timing για να επισκεφτούν αρχαία μνημεία και παραδεισένια νησιά αφετέρου. Μήτε καύσωνας μήτε κρύο. Τι κρύο δηλαδή; Αυτό που εμείς λέμε ψύχρα είναι για τους ξένους ωραίος καιρός. Δεν μπορούμε, βέβαια, να πούμε τίποτα για τις καυτές εκείνες μέρες του καλοκαιριού που δεν τις αντέχει ο μιας κάποιας ηλικίας άνθρωπος, όταν ο “θερμοστάτης” του οργανισμού του κτυπάει κόκκινο. Αλλά ακόμη και αυτές πόσο κρατάνε; Ελάχιστα. Μπαίνεις στα σμαραγδένια θαλασσινά νερά, δροσίζεις το κορμάκι σου και τις ξορκίζεις κι αυτές. Το ξαναλέω, ευλογημένος τόπος. οι δύο άντρες λοιπόν με τις γυναίκες τους ροβόλησαν κατά την παραλία να φάνε και να συζητήσουν. Παλιά ελληνική συνήθεια που όλα τα προβλήματα τόσο της οικογένειας όσο και άλλα γενικά, λύνονταν την ώρα του φαγητού, κάνοντας τα μικρά παιδιά να απορούν για το πώς συνάδει η ομιλία με το φαγητό τη στιγμή που η μόνιμη καραμέλα και παραίνεση από τους μεγάλους ήταν «τρώγε το φαΐ σου και μη μιλάς, όταν τρώνε δε μιλάνε». Άντε γύρευε ποιο ήταν το σωστό. Με τους μεγάλους δε βγάζεις άκρη!... 73


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Κάθισαν να απολαύσουν το φαγητό τους και το κατάλευκο μεθυστικό ουζάκι που τους ανέβασε το κέφι και να σχολιάσουν τα φρέσκα νέα που τους έφερνε που ήταν ζουμερά... Τι δουλειά είχε ο δήμαρχος με το επίμαχο πλακάτ; Αν αποδειχτεί ότι και τα υπόλοιπα αποτυπώματα ήταν ανθρώπων του δήμου, θα επρόκειτο για κάποια συνωμοσία σίγουρα. ο ςτέφανος είχε ήδη σχηματίσει μια εικόνα. ο δολοφόνος έκανε ό,τι έκανε είτε με την προτροπή του δημάρχου, είτε με την ανοχή του και σε κάθε περίπτωση εν γνώσει του. Ίσως να ήταν και ο ηθικός αυτουργός. Θα του είχαν πάει να δουν αν ενέκρινε το πλακάτ, εκείνος θα το εξέτασε πιάνοντάς το με ενδιαφέρον, εξού και τα αποτυπώματα επάνω του. Ποιοι ήταν οι άλλοι; ςε λίγο θα ήξεραν. Υπομονή, Μαρία Χριστίνα, υπομονή. ο Μακρής είχε φροντίσει να έχει τα αποτυπώματα όλων των μελών του Δημοτικού ςυμβουλίου και της αντιπολίτευσης ακόμα. Τα ενεχείρισε στη ςήμανση και περίμενε να ταυτοποιηθούν. Μόνο από τον δήμαρχο δεν είχε πάρει. Ευτυχώς όμως τα δικά του αποτυπώματα, για κάποιο λόγο υπήρχαν στην υπηρεσία αυτή, και ταυτοποιήθηκαν, όπως είπαμε, χώρια από αυτά που βρέθηκαν στο πλακάτ. Θα ήταν λοιπόν ο δράστης άνθρωπος της εμπιστοσύνης του δημάρχου, που θα τον συμβούλευσε για τον τρόπο που θα ενεργούσε και κανείς δεν επρόκειτο να μάθει ποτέ ότι το θύμα δεν πέθανε από φυσικά αίτια. Αυτή ήταν η εικόνα που ο δαιμόνιος ντετέκτιβ 74


θάνατος στο πάρκο

είχε σχηματίσει στο μυαλό του και δεν μπορούσε να μην τη βλέπει ολοζώντανη μπροστά του. Το μόνο που δεν είχε καταφέρει να σχηματοποιήσει με ακρίβεια στο μυαλό του ήταν το όπλο του εγκλήματος. Αν και γι’ αυτό είχε σχηματίσει μία εικόνα. Ένα είδος σωλήνα που θα είχε τη δυνατότητα να αυξάνει τη δύναμη του εισερχόμενου αέρα δια του φυσήματος, με αποτέλεσμα όποιο αντικείμενο βρισκόταν εντός του να εκτοξεύεται με δύναμη. Ή πάλι, εντός του σωλήνα να βρισκόταν κάποιος πυροδοτικός μηχανισμός που ενεργοποιούταν με ένα δυνατό φύσημα. ςε κάθε περίπτωση, θα επρόκειτο για κάτι απλό μα αποτελεσματικό. Θυμήθηκε, όταν ήταν μικρός αυτός και οι φίλοι του, με κάτι φυσοκάλαμα σαν αυτά του φραπέ, που έβαζαν μέσα τους μπιζέλια και τα εκτόξευαν εν είδει σφαιρών παίζοντας πόλεμο με τις αντίπαλες γειτονικές ομάδες φέρνοντας σε απόγνωση τους μεγάλους που γέμιζαν τον τόπο με τα μπιζέλια τους. Ίσως από εκεί να εμπνεύστηκε ο δολοφόνος το αυτοσχέδιο όπλο του. Ποιος ξέρει... Όταν τον πιάσουν (γιατί σίγουρα θα τον πιάσουν) θα μάθουμε περισσότερα για τη δολοφονική εφευρετικότητα του φονιά. ο ςτέφανος, συνέστησε στη συντροφιά να μην πουν κουβέντα σε κανένα για όσα τους είπε αφενός και αφετέρου έκανε πρόταση στον Παύλο να τον χρίσει βοηθό του και όχι μόνο για την παρούσα υπόθεση αλλά και για αυτές που θα ακολουθούσαν. Και φυσικά ο Παύλος δέχθηκε με ενθουσιασμό. 75


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Όπως ήταν φυσικό η προσοχή του ςτέφανου στράφηκε προς τον δήμαρχο. Έπιασε να ξεσκονίζει τη ζωή του. ςαν άτομο, φαινόταν μορφωμένο, με αγάπη για την πόλη του της οποίας ήταν γέννημα-θρέμμα, με αποτέλεσμα οι δημότες να του εμπιστεύονται την τύχη της. Δυστυχώς όμως με τα χρόνια απέκτησε ένα πάθος από αυτά που καταστρέφουν και τους πιο ακέραιους χαρακτήρες. Το πάθος της χαρτοπαιξίας. Ξεκίνησε σα χόμπι για να περνάει τις ώρες της ανίας του με τους φίλους του και του έγινε τέτοια συνήθεια, που να παραμερίζει καθήκοντα, οικογένεια, φίλους. Χαρτοπαίκτης πλέον, με τη βούλα που λένε, και χαμένα χρήματα, πολλά χρήματα. Βούλιαζε στα χρέη. Υποθήκευσε το σπίτι του, την περιουσία της οικογένειας, χωρίς κανείς να το αντιληφθεί, ούτε η ίδια η κυρία δημάρχου, η οποία για να της δώσει χρήματα να ντυθεί ευπρεπώς, όπως άρμοζε στη θέση του συζύγου της, έφτυνε αίμα. Δεν ήξερε... Δεν είχε ιδέα σε τι λούκι βρισκόταν ο αξιότιμος σύζυγός της. Τυχαία από ένα εξώδικο που έπεσε στα χέρια της έμαθε τα πάντα και τότε ήταν που έπαθε το πρώτο εγκεφαλικό της η άμοιρη. ο άνθρωπός της ήταν για της φυλακής τα σίδερα και τα παιδιά της με τη ρετσινιά του χαρτοπαίχτη πατέρα τους κυρίου δημάρχου, που το μόνο που ακόμη δεν είχε κάνει ήταν να βάλει το χέρι του στο ταμείο του δήμου. Άρχισε να παίρνει κάτι ψιλομίζες από τα δημοτικά έργα. Και φυσικό ήταν να αρχίσουν και οι πρώτοι ψίθυροι από πλευράς αντιπολίτευσης. Πες, 76


θάνατος στο πάρκο

πες, άρχισε να ξεσκεπάζεται το πάθος του και η θέση του ως δημάρχου να γίνεται επισφαλής. Έβλεπε τα έσοδα της επιχείρησης του πάρκου και καταλάβαινε ότι ήταν ο μοναδικός δρόμος σωτηρίας του τόσο να ξεχρεώσει, όσο και μονίμως να υπάρχει η άντληση χρήματος για την τροφοδοσία του ακριβού του πάθους που πια όδευε προς την καταστροφή του, όντας αθεράπευτο και μη αναστρέψιμο. Φίλοι, οικογένεια, παιδιά, γυναίκα, έδωσαν τη θέση τους στους εν τω χαρτοπαιγνίω συντρόφους του, που και εκείνοι τον εξεβίαζαν παντοιοτρόπως. Λυκοφιλίες και σκάψιμο του λάκκου του. Μία ημέρα κάποιος έφερε την κουβέντα της εκμετάλλευσης του πάρκου και εντέχνως πέρασε στον δήμαρχο την ιδέα «Και γιατί ο τάδε να το εκμεταλλεύεται και όχι εμείς;» Ποιοι “εμείς”; οι συγχαρτοπαίχτες του δημάρχου με επικεφαλής τον ίδιο τον δήμαρχο. Μάλιστα... Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να γίνει χωρίς να προκαλέσει σκάνδαλο έπρεπε να γίνουν δύο πράγματα. Πρώτον, να απομακρυνθεί από το πόστο του ο καθ’ ύλην αρμόδιος. Δεύτερον τη θέση του να την αναλάβει άνθρωπος της απολύτου προτίμησης του δημάρχου. Έλα μου όμως που ο “καθ’ ύλην” δεν το ’χε σκοπό ούτε να φύγει οικειοθελώς ούτε με την απαίτηση του προϊσταμένου του δημάρχου ούτε με απειλές ούτε με φοβέρες ούτε με το καλό ούτε με το κακό; Εκείνος ο άνθρωπος είχε ολόκληρος βουτηχτεί στο μέλι. Ήταν δυνατόν να ξεκολλήσει; Αδύνατον. 77


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ο μόνος τρόπος απομάκρυνσης πια ήταν να φάει το κεφάλι του. Πράγμα που έγινε με τον τρόπο που είπαμε. Επομένως ο αγαπητός δήμαρχος και δολοφόνος δια αντιπροσώπου έγινε. Τόσο καλά. Τόσο πολύ καλά... Και ακόμα κάθεται στην καρέκλα του. Ακλόνητος και πλήρως αφοσιωμένος στο χαρτάκι του. Δεν του κάηκε καρφί για την αφαίρεση μιας ζωής! Ας μην ήταν, αδελφέ, τόσο αγύριστο κεφάλι o “καθ’ ύλην”. Εκείνος έφταιγε. Που σημαίνει, εμ, να φας το κεφάλι σου, εμ, να σου ρίξουν και το φταίξιμο και από πάνω... Πολύ πήγαινε... ςκέψεις και ιδέες, σχεδιασμένες διαμορφωμένες και εκτελεσμένες με μία ιδιάζουσα άποψη ηθικής, αυτής του τύπου ο θάνατός σου η ζωή μου. Έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα, από δω και ύστερα θα ήταν απλά και αναμενόμενα. Τι σημασία είχε αν συνεργός ήταν ο Α΄ γραμματέας ή ο Β΄; Ή ο προϊστάμενος της καθαριότητας ή αυτός της εθιμοτυπίας ή ο όποιος άλλος αντιδήμαρχος; Όλοι ήταν παρατρεχάμενοι βοηθοί. ο κινών τα νήματα ήταν ο δήμαρχος. Δεν ήταν; ΑΑ, ήταν φίλοι μου αυτός. Δεν ήταν μόνον αυτός. Τότε; Ποιος; Έλα μου ντε... ςυνήθως, ένα υπό κατάρρευση κτίριο γκρεμίζεται εκ των άνω προς τα κάτω. Το κτίριο της εξουσίας στο οποίο αναφερόμαστε άρχισε να διαλύεται από κάτω προς τα πάνω. Μα πώς γίνεται να αφαιρείς από κάπου τις βάσεις και αυτό να μην πέφτει με μιας; γίνεται; Θαρρείς και οι επάνω επάνω φανταχτεροί όροφοι 78


θάνατος στο πάρκο

τα θεμέλια τους δεν τα είχαν στη γη, αλλά κάπου στον ουράνιο θόλο. Αόρατοι πυλώνες τα κρατούσαν και δεν κλυδωνίζονταν ακόμη και από τα συνήθη φυσικά της γης κουνήματα. Τους σεισμούς δηλαδή. Όπως και να ‘χει, έτσι κι αρχίσει μία διάλυση πάσης φύσεως και αιτίας, δεν τη συγκρατεί τίποτα. Αργά ή γρήγορα το οικοδόμημα θα είναι πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα. ο περιφερειάρχης, φίλος καρδιακός του εν λόγω δημάρχου, και ναι μεν δεν είχε το κουσούρι του φίλου του, αυτό δηλαδή της χαρτοπαιξίας, αλλά ένα άλλο, το της φιλοχρηματίας και καπάκι σ’ αυτό ας προσθέσουμε το πάθος του, πάρα πάνω από ένα ας πούμε ανεκτό όριο, αυτό προς το ωραίο φύλο. Τούτα τα δύο πάθη είναι άρρηκτα συνδεμένα χωρίς να προσδιορίζουμε ποιο είναι το δυνατότερο ή το καταστροφικότερο. Ναι μεν το ένα τροφοδοτεί το άλλο, με την ειδοποιό διαφορά ότι το δεύτερο το απολαμβάνεις, ενώ το πρώτο απλώς το κατέχεις. ο περιφερειάρχης, που λέτε, το κατείχε με μόνο σκοπό να το θάβει στη γη ή στην τράπεζα και από καιρού εις καιρόν να το μετράει μέσα από νούμερα και λογαριασμούς. γι’ αυτόν ήταν και αυτό το μέτρημα μια απόλαυση βέβαια, ένα πάθος αρρωστημένο και βλακώδες. Δεν ξόδευε μία που λένε. Τσιγκούνης. Δεν έδινε του αγγέλου του νερό. Και μάζευε, μάζευε απ’ όσες πηγές μπορούσε. Μεγάλες πηγές, κεφαλόβρυσα, μα και μικρές βρυσούλες. γέμιζε σεντούκια που τα έθαβε στη γη και δεν έβγαζε από το πορτοφόλι του να πληρώσει ούτε τον καφέ του, στον καφενέ του μεγάρου. Περίμενε 79


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

το κέρασμα του ψηφοφόρου του, του γείτονα ή γνωστού. Μιλάμε ο ςκρουτζ, μακρινός του απόηχος... Μα γιατί τα έθαβε τα λεφτά του; Ήλπιζε να φυτρώσουν και να βγάλουν καρπούς χρηματένιους; Και άντε και έβγαζαν. ςαν πόσες ζωές χρειαζόταν να ζήσει για να τα ξοδέψει; ςε κάθε περίπτωση ο αξιότιμος κύριος περιφερειάρχης δεν τα χαιρόταν τα χρήματά του με έναν ανθρώπινο τρόπο... Έλα όμως που οι αφρατούλες ξανθές, μελαχρινές και κοκκινομάλλες, αδιακρίτως, γλυκές του αγάπες, ναι μεν τον λάτρευαν, όπως ισχυρίζονταν, και αυτός βέβαια δεν αμφέβαλε καθόλου για τη λατρεία τους αυτή, όμως πιο πολύ, κρυφίως και αφανώς, λάτρευαν μέχρι παροξυσμού και αυτές, τον θαμμένο θησαυρό... οπόταν, με βαθύτατο πόνο καρδιάς, από καιρού εις καιρό έκανε μία μικροανασκαφή και έφερνε στην επιφάνεια της γης κάτι ψιλά, για να μην έχουν να λένε τα μωρά του. Μια από τους φλέβες χρυσού για τα έσοδά του ήταν ο δήμαρχος το πάθος του οποίου για το χαρτί, του ήταν βέβαια γνωστό και από αυτό τον κρατούσε για να αντλεί μέρος έστω των χρημάτων. Μιλάμε για τον φίλο. Δεν ήταν όμως και ποτέ ικανοποιημένος. Περίεργο πάντως. Δεν αναρωτήθηκε ποτέ ότι έτσι και τα τίναζε τα πέταλα ποιος θα απολάμβανε τους θαμμένους θησαυρούς του; ούτε οικογένεια είχε με μια φυσική του συνέχεια από κανένα παιδί, ούτε στενούς συγγενείς θυμόταν να έχει. για να τα πάρει μαζί του, δεν ήξερε αν ο άγιος Πέτρος με ένα 80


θάνατος στο πάρκο

γερό (τι γερό; ένα πλουσιοπάροχο) pour-boire, θα έκανε τα στραβά μάτια και θα του επέτρεπε να τα πάρει. Αλλά πάλι πες και τα έπαιρνε τι θα τα έκανε αφού δε θα είχε τίποτα να αγοράσει; Μα τι ερώτηση είναι αυτή; Μήπως στη γη αγόραζε; Θα τα είχε λοιπόν να τα χαϊδεύει... να τα χαζεύει. Το θέμα έπρεπε να το ερευνήσει. Θα ρωτούσε τον Αρχιμανδρίτη που ήταν και συμμαθητές στο γυμνάσιο ίσως και τον Αρχιεπίσκοπο που ήταν μακρινός ξάδερφος ενός καλού του γείτονα. Όλο και κάτι θα μάθαινε από αυτούς που όσο να ’ναι ξέρουν περισσότερα επί τοιούτων σοβαρών ουράνιων θεμάτων. γιατί, για να ρωτήσει απ’ ευθείας τους καθ’ ύλην αρμοδίους, δηλαδή είτε το Θεό είτε τον πιο γνωστό του τον Διάβολο, κομματάκι δύσκολο. Δεν είχε ποτέ ακούσει κάποιον να έχει πετύχει κάτι τέτοιο. οπόταν... Τι να πω; Δεν ξέρω τι απάντηση να δώσω σε τέτοια υπαρξιακά μυστήρια ερωτήματα και θέματα. Μπορεί και μένα να με απασχολούν πού και πού αλλά μέχρι εκεί... Αναπάντητο λοιπόν το ερώτημα και συνεχίζουμε. Ένα τεράστιο έργο οδοποιίας ανέλαβε η Περιφέρεια το οποίο θα διευκόλυνε, όχι μόνο τις μετακινήσεις των όμορων δήμων, αλλά θα τους συνέδεε με περιοχές που τις εμπόδιζε ο ορεινός όγκος. ο εθνικός τούτος δρόμος θα τρυπούσε το βουνό σα μια μεγάλη σήραγγα που θα έβγαζε στην αθέατη για τους κατοίκους, της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού, που ήταν η άλλη πλευρά του βουνού. 81


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ο περιφερειάρχης επέλεξε μεταξύ των υποψηφίων να αναλάβουν το τεράστιο έργο, τον λιγότερο άξιο μεν, με τη μεγαλύτερη υποσχεθείσα μίζα δε. Μίζες και αναξιοκρατία, έννοιες ταυτόσημες. Πάνε πακέτο. Τσέπωσε τα φράγκα (σε τι νόμισμα αλήθεια δεν ξέρω, θα σας γελάσω) ο μίστερ ςκρουτζ, τα έθαψε μαζί με τ’ άλλα του και κάθισε πάνω τους να τα κλωσήσει, πανευτυχής. Κάποια στιγμή τελείωσε το έργο και ήρθε η ώρα των εγκαινίων να το παραδώσει ο αρχιμηχανικός στον περιφερειάρχη και αυτός με τη σειρά του στον κόσμο. γιορτές, τηλεοράσεις, παπάδες, αγιασμοί και ομιλίες για να ευλογήσουμε τα δικά μας τα γένια κτλ.. Ένα κομβόι με αυτοκίνητα των ημετέρων επισήμων που δε λείπουν ποτέ από τέτοιου είδους εκδηλώσεις (όπου γάμος και γιορτή, η Βασίλω πρώτη), με κορναρίσματα και χρωματιστά μπαλόνια να ανεμίζουν από τα ολάνοιχτα παράθυρα των πολυτελών τους αυτοκινήτων, προηγείτο των αυτοκινήτων του πόπολου διασχίζοντας τη φωταγωγημένη σήραγγα του αυτοκινητόδρομου. Και ξαφνικά οι ρόδες οι πολυτελείς του πρώτου αυτοκινήτου βουλιάζουν σε μια ρωγμή που ανοίχθηκε κατά μήκος του ολοκαίνουριου και απάτητου αυτοκινητόδρομου. γίνεται μια γερή καραμπόλα και το τηλεοπτικό συνεργείο με τον δημοσιογράφο που κάλυπτε το γεγονός, ανεβασμένο στο καπό ενός βαν, μόλις να προλαβαίνει να σώσει την κάμερα που κατρακύλησε μαζί μ’ αυτόν από τα ύψη κάτω στο δρόμο. 82


θάνατος στο πάρκο

«Τι έγινε, ρε σεις; Θα σκοτωθούμε εδώ πέρα, πούστη μου;», ακούγεται να λέει ευκρινέστατα από την κάμερα, που, κάτω ξεκάτω, εξακολουθούσε να μεταδίδει αν όχι εικόνα, ήχο όμως οπωσδήποτε. Είπε κι άλλα ο ρεπόρτερ, αλλά ας μην τα γράψουμε και εκχυδαΐσουμε αυτό που εμείς γράφουμε τώρα δα. Ένας άλλος εποχούμενος, που το αυτοκίνητό του ναι μεν είχε πάθει μια ζημιά αλλά όχι τέτοια που να ανοίξει ο οχετός του στόματος του Έλληνα οδηγού, ξέρετε τώρα, φώναζε. «Η μάνα μου και η γιαγιά μου στο χωριό μας, συνήθιζαν να λένε ότι το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι που ο διάβολος να σας πάρει με τη φθηνοδουλειά που φτιάξατε». Και ξάφνου όλοι έγιναν ειδήμονες και... καθ’ ύλην αρμόδιοι και άρχισαν να λένε τι έφταιξε και τι όχι. «Και οι βροχές δεν έπιασαν ακόμα», έλεγε ένας άλλος, «Με την πρώτη ψιχάλα σας το υπογράφω θα δούμε από κάτω μας (από πού;), την αρχαία οδό που αιώνες τώρα ψάχνουν να ανακαλύψουν οι αρχαιολόγοι μας. Η φύση από μόνη της θα κάνει μια τέτοια ανασκαφή που τύφλα να ‘χει, και sorry, ο Παντερμανλής». «Άντε, ρε σεις. Βάλτε ένα χεράκι να ξεπαγηδευτούμε από αυτή την τρύπα του διαβόλου μη μας πάρει στ’ αλήθεια το ποτάμι που είναι από κάτω μας (άλλη εκδοχή αυτή). Να μας ζήσεις, κύριε Περιφερειάρχα, πάντα τέτοια, πάντα τέτοια». Και οι τηλεθεατές να βλέπουν από άλλη κάμερα τώρα, και να ακούνε σε απ’ ευθείας μετάδοση, τα 83


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

απίστευτα που συνέβαιναν στη σήραγγα και να μην πιστεύουν ότι τόσα εκατομμύρια ευρώ πήγαν χαμένα, τη στιγμή που τα χωριά εκεί γύρω δεν είχαν να πληρώσουν τον πενιχρό μισθό του αγροτικού τους γιατρού και έμεναν αβοήθητοι με τις αρρώστιες τους, σοβαρές ή μη... Ποιον όροφο καταλάμβανε ο περιφερειάρχης στο σάπιο του οικοδόμημα; Να συνεχίσουμε την άνοδό του λες; Η μήπως δούμε και άλλα χειρότερα στο οικοδόμημα τούτο και μας πιάσει υψοφοβία; Άδικο έχει ο λαός όταν λέει ότι από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι; Και όσο ο ςτέφανος σκάλιζε την ιστορία τόσο η βρώμα που ξεπηδούσε του έφερνε αναγούλα. Ξεκίνησε ο άνθρωπος να βρει έναν δολοφόνο και ανακαλύπτει εγκληματίες σα σε ντόμινο. Κατάλαβε πια ότι αυτός που έψαχνε δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο εκτελεστικό όργανο και άλλο ουδέν. Και να δεις που αυτός είναι που τελικά θα δικαστεί. οι πραγματικοί δολοφόνοι θα μείνουν ελεύθεροι με κάποιου είδους ασυλία που τους προστατεύει και η πλάκα είναι ότι θα δίνουν και μαθήματα περί ηθικής από τηλεοράσεως μένοντας οι ίδιοι ατιμώρητοι. «Πόσο σε ντρέπομαι, αγάπη μου» είπε η Μαρία Χριστίνα στον Παύλο της. Πόσο λυπάμαι για όσα υπέφερες από τον πατέρα μου. ςυγχώρεσε, μωρό μου, το γονιό μου γιατί το μόνο του ελαφρυντικό ήταν η παθολογική αγάπη που μου είχε. Και που τον έκανε να μην ανέχεται κανένα δίπλα μου. Μακάρι να μην είμαστε εμείς τέτοιοι γονείς με τα δικά μας 84


θάνατος στο πάρκο

τα παιδιά». ο ςτέφανος άκουγε την υποψήφια κουμπάρα του χαμογελαστός και συγχρόνως σοβαρός. «Κάντε πρώτα παιδιά και μετά βλέπουμε» της είπε. «Επί του παρόντος σας προσκαλώ για ένα δεκαπενθήμερο στο σπίτι μου στο Παρίσι. Δίνω αυτή την άδεια στον εαυτό μου γιατί στη συνέχεια μας περιμένει μια τέτοια ιστορία τον βοηθό μου και εμένα, που είναι σίγουρο ότι εκείνος που από τους τέσσερις μας έχει το ικανότερο συγγραφικό ταλέντο θα τη γράψει κάνοντας ένα best seller. Τι λέτε; Θα το κανονίσουμε;»....

85


ιX

Φ

εύγοντας για το Παρίσι, δεν περίμεναν βέβαια να ζήσουν μια τέτοια περιπέτεια σαν αυτή που τους περίμενε που ουδεμία σχέση είχε αυτή με εκείνη που ο ςτέφανος είχε πει ότι όποιος είχε το καλύτερο συγγραφικό ταλέντο θα τη διηγούταν με ένα βιβλίο best seller. Εκείνος εννοούσε μία ιστορία επαγγελματική, ενώ αυτή που έζησαν ήταν προσωπική τους πέρα για πέρα. Μόλις είχαν περάσει από το checking όταν πλησιάζει τον ςτέφανο ένας αστυνομικός και του λέει ευγενικά: «Κύριε, ακολουθείστε με, σας παρακαλώ». «Τι συμβαίνει, όργανο; ςε ένα τέταρτο πετάμε». «Έτσι νομίζατε, κύριε. Η πτήση σας ματαιώνεται προς το παρόν». «Δηλαδή πώς ματαιώνεται; Έχει πρόβλημα το αερόπλανο;» «Όχι κύριε, το αεροπλάνο (τον διόρθωσε) θα πετάξει. Εσείς μάλλον όχι». «Τι λες, άνθρωπέ μου; Και τα πράγματά μας, οι βαλίτσες μας, το βιος μας;» «Όταν κάποια στιγμή πάτε με το καλό στο Παρίσι θα σας περιμένουν εκεί». «Είσαι με τα καλά σου, άνθρωπέ μου; Θα μου πεις τι στο διάβολο συμβαίνει;» «Εγώ δεν είμαι ο αρμόδιος να σας κατατοπίσω, κύριε. Δουλειά του αρχηγού είναι αυτή». 86


θάνατος στο πάρκο

«Που σημαίνει ότι δεν είσαι ο καθ’ ύλην αρμόδιος που να σε πάρει! Πάμε λοιπόν να δούμε τον αρχηγό και τα λέμε... Άντε πριν χάσω τη ριμάδα την υπομονή μου με σένα». «Με το μαλακό, αφεντικό, όχι αγριάδες. Διαταγές εκτελώ κι εγώ, τι να κάνω;» «Μωρέ, εσύ διαταγές εκτελείς, αλλά εγώ τον ανώτερό σου θα εκτελέσω έτσι και χάσω την πτήση μου. Εμπρός πάμε». Βγαίνουν από το συγκεκριμένο χώρο, μπρος ο όχι καθ’ ύλην αρμόδιος, πίσω ο ςτέφανος και πιο πίσω οι άλλοι τρεις. Φτάνουν σε ένα δωμάτιο που προφανώς λειτουργεί σαν προθάλαμος ανακριτικού γραφείου θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο έτσι μικρό που είναι. για την ακρίβεια κάτι σαν προχόλ ενός διαμερίσματος τριών δωματίων περίπου. «Βρε, πίσω μου σ’ έχω σατανά», ξαναμουρμουρίζει ο ςτέφανος. «Τι συμβαίνει εδώ πέρα; Και η ώρα περνάει και η πτήση μας ακούω να αναγγέλλεται. Εεε, κανείς εδώ; Κανείς;» «Τι φωνάζετε, κύριε;» έρχεται ένας υπάλληλος του αεροδρομίου με μια κονκάρδα με το σήμα του Ελ. Βενιζέλου. «ςας ξαναρωτάω, γατί φωνασκείτε;» «Άνθρωπέ μου, πού είναι επιτέλους ο υπεύθυνος; ρωτάω σαν απάντηση στη δική σου ερώτηση». «Τι να τον κάνετε;» «ςτιφάδο ίσως. Λοιπόν τέρμα το αστείο, φώναξέ μου τον αμέσως γιατί θα έχετε όλοι σας άσχημα ξεμπερδέματα». «Εσύ θα έχεις μπερδέματα. Πώς μου μιλάς έτσι; 87


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Από κανένα τρελάδικο σε βγάλανε για να ξέρουμε και πόσο επικίνδυνος είσαι. Άιντε και έχουμε και δουλειές. για κοίτα πού έμπλεξα». «για τελευταία φορά σε ρωτάω: Που είναι η γαμ... αστυνομία;» «Ποια αστυνομία, άνθρωπέ μου; Τι ζητάει η αστυνομία στο χώρο αυτό; Εδώ ένα βοηθητικό δωματιάκι είναι, για περίπτωση ανάγκης κάποιου από τους επιβάτες πριν μπει στο αεροπλάνο. Τι δουλειά έχει λοιπόν εδώ η αστυνομία;» ςαν σε φλασιά ο ςτέφανος κατάλαβε την όλη φάση. Κάποιος που προσποιήθηκε τον αστυνομικό, σκοπό είχε να τον καθυστερήσει και έτσι να χάσει την πτήση του για να μην είναι στο Παρίσι στην προκαθορισμένη ώρα. γιατί αυτό; Ξέρω κι εγώ; Εσύ πρέπει να μας πεις, αγαπητέ κύριε Μακρή, δαιμόνιε πανέξυπνε και διάσημε ντετέκτιβ. Ότι θα λύσεις το μυστήριο δεν υπάρχει αμφιβολία. Το τι κάνουμε εμείς εντωμεταξύ δεν ξέρουμε αν μπορείς να μας το πεις... Αρχίζουν να τρέχουν και οι τέσσερις με τον ςτέφανο να προηγείται φωνάζοντας «Μη φύγει η πτήση»... ο κόσμος να βλέπει τα συμβαίνοντα και να ανησυχεί μη ξέροντας τι ακριβώς συμβαίνει. Ένας αληθινός κατά τα φαινόμενα αστυνομικός (αλλά και πάλι κανείς δεν ξέρει) του κόβει το τρέξιμο, ο ςτέφανος κάτι του λέει κι εκείνος βγάζει μια σφυρίχτρα και με το που σφυρίζει πλακώνουν πέντε έξι αστυνομικοί αληθινότατοι τρέχοντας. ο έχων τη σφυρίχτρα κάτι τους λέει και αυτοί φεύγουν πάλι 88


θάνατος στο πάρκο

τρέχοντας μπρος-πίσω. «Τι τρέχουν αυτοί; Εμείς πρέπει να τρέξουμε να προλάβουμε το τρόλεϊ, Mr. policeman», λέει ο ςτέφανος. «Τώρα είναι η πτήση μας. Τώρα. Τρεχάτε». «Μόλις έφυγε η πτήση στην οποία αναφέρεστε, αγαπητέ μου. ο κόσμος έρχεται στην ώρα του. Δεν είναι τρόλεϊ το αεροπλάνο (είδες που δεν τονίζεται το –α–;) πώς σας διέφυγε αυτό; Τώρα τι ώρα ακριβώς φεύγει το επόμενο για Παρίσι και αν υπάρχουν θέσεις, θα σας γελάσω». «Καλά ε; Το τι έχει να γίνει τώρα, αγαπητέ αστυφύλαξ, σε συμβουλεύω να το ζήσεις. Θα έχεις να το διηγείσαι στα τρισέγγονά σου να μου το θυμηθείς. οδήγησέ με τώρα στους ανωτέρους σου. Και μη φύγεις. Κάθισε να απολαύσεις τη σκηνή», είπε ο ςτέφανος που μόνον αφρούς δεν έβγαζε από το στόμα του. Η Βιβή φοβήθηκε για μια στιγμή μην της πάθει τίποτα. ςε τέτοια κατάσταση δε φαντάστηκε ότι θα μπορούσε να τον δει ποτέ. ο αστυφύλακας τον οδήγησε στον προϊστάμενό του ο οποίος με το που βλέπει τον πρώην συνάδελφό του που δεν τον αναγνωρίζει, γνέφει στον κατώτερό του δείχνοντας τις χειροπέδες. «για μένα τα βραχιολάκια, αγοράκια μου;» «Αν δε σας αρέσουν, συγγνώμη, μα αυτό το μοντέλο διαθέτει το κατάστημα επί του παρόντος. Και να μας συμπαθάτε» του λέει ο αστυνόμος κοιτάζοντας συγχρόνως κλεφτά τη φωτογραφία του ςτέφανου που είναι πάνω στο γραφείο του. «Άκου, φίλε. Παρατράβηξε το χωρατό. Κάποιος μου την έχει στημένη. Και το τι θα γίνει από δω και 89


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πέρα δε θα ’θελες να το ξέρεις», λέει ο Μακρής και κάνει να βγάλει την ταυτότητά του την επαγγελματική. ο αστυνομικός όμως παρεξηγώντας την κίνησή του ορμάει κατά πάνω του και τον ακινητοποιεί. ο ςτέφανος πιο κόκκινος από παντζάρι, γνέφει στη Βιβή να δείξει στον αξιωματικό το διαβατήριό του που η κοπέλα κρατούσε μαζί με αυτά των άλλων. Με το που βλέπει αυτός το όνομα του Μακρή και την ιδιότητά του, μόνο που δεν κατάπιε τη γλώσσα του. Κοίταζε μία τη φωτογραφία στο γραφείο, μια τον ςτέφανο, μια το διαβατήριο και όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα το κόκκινο στα μάγουλά του γινόταν όλο και πιο ζωηρό όλο και πιο ζωηρό... «ςυσυσυγνώμη, κύκύκύριε Μαμαμακρή, πώς έγινε ένα τέτοιο φρικτό λάθος; Και η φωτογραφία σας που μας είπαν ότι καταζητείστε, και ότι λέγεστε Βρασίδας Βρασίδου; Μα τι γίνεται εδώ, Θεέ μου;» «Βρε, άσε το Θεό εκεί που βρίσκεται και πες μου γρήγορα καθαρά σε απλά ελληνικά και με λεπτομέρειες, ποιος σου έφερε τη φωτογραφία μου και το βιογραφικό μου και συ χωρίς να το τσεκάρεις άρχισες το κυνηγητό μου. Άιντε άιντε. Όποιος σου φέρνει φωτογραφίες, εσύ τις κάνεις κορνίζα και αρχίζεις την επικήρυξη; Φως φανάρι τι παίχτηκε εδώ σήμερα. Και επειδή φέρεις μεγάλη ευθύνη, αγαπητέ εν αεροδρομίω συνάδελφε, που τόσο ελαφρά τη καρδία συμβάλατε στο να χάσω την πτήση μου, προτίθεμαι να σας τραβήξω και μία μηνυσάρα να έχετε να πορεύεστε. Και κόψτε το λαιμό σας και βρείτε μου τέσσερις θέσεις στην επόμενη πτήση. Και αν δεν υπάρχουν, ναυλώστε ένα αεροπλάνο για μένα και 90


θάνατος στο πάρκο

την παρέα μου. Όσον αφορά αυτούς που μου την έστησαν λες να μην τους βρω; Αστυφύλαξ, σου είπα ότι θα έχεις να τη διηγείσαι τούτη την ιστορία στα τρισέγγονά σου. ςτο είπα, ναι ή όχι;»

91


X

Κ

αι ναι μεν οι αποσκευές τους ταξίδευαν για Παρίσι οι ίδιοι όμως κατόπιν προτροπής του ςτέφανου άλλαξαν προορισμό. Με μια πτήση της Al Italia ταξίδεψαν για Φλωρεντία, όπου υπήρχε ένα μέγαρο δικό του, που ήταν και το αγαπημένο του. Αξίωσε από τη διεύθυνση του αεροδρομίου οι αποσκευές να σταλούν στη διεύθυνση που θα τους έδινε τηλεφωνικώς μόλις έφθαναν στον προορισμό τους. Ας μη γινόταν αυτό τώρα γιατί το πιθανότερο θα ήταν να είχαν καινούριες δυσάρεστες εκπλήξεις να τους περιμένουν όπως, ήταν σίγουρος ότι θα γίνονταν ήδη στο Παρίσι. Δεν έπεσε καθόλου έξω. οι άνθρωποι με τους οποίους τα έβαζε ήταν πάντα τόσο προβλέψιμοι. Με το που τηλεφώνησε στο σπίτι του, ο Μισέλ, ο υπεύθυνος του μεγάρου, τον ρώτησε με έκδηλα συγκρατημένη αγωνία. «Είστε καλά, κύριε, τώρα; Μας ειδοποίησαν ότι είχατε κάποιο ατύχημα και χάσατε την πτήση σας. Ήρθαν σπίτι και πήραν από τον υπολογιστή σας, τον σκληρό δίσκο γιατί λέει ήταν ανάγκη, δε γινόταν να περιμένουν. Μου είπαν, ευθύς μόλις φθάσετε να τους ειδοποιήσω να έρθουν να σας δουν γιατί πρόκειται για κάτι που σας ενδιαφέρει πολύ. Ήταν επί λέξει τα λόγια τους». «Άκου, Μισέλ, μόλις με ζητήσει κανείς άλλος, που 92


θάνατος στο πάρκο

θα ρωτά για μένα γενικώς και αορίστως, εκείνο που εσύ θα κάνεις είναι, με τρόπο, να ειδοποιήσεις τον φίλο μου τον επιθεωρητή ρενιέ, τον γνωρίζεις, ναι ναι, αυτόν που παίζω μαζί του σκάκι. Το τηλέφωνο το ξέρεις. Θα τον έχω εντωμεταξύ ενημερώσει κι εγώ. Πρόσεξε. Αν χρειαστεί να τον ειδοποιήσεις, θα το κάνεις χωρίς να γίνεις αντιληπτός. Και αν δεν είσαι σε θέση να του μιλήσεις πάτησε με τρόπο τον συναγερμό που είναι συνδεδεμένος με την αστυνομία και θα φτάσουν έως ότου πεις κύμινο. Τι είναι το κύμινο, ρωτάς; Θύμισέ μου να σου πω κάποια στιγμή σε ποιο φαγητό το βάζουμε και το κάνει πολύ ιδιαίτερο. Ναι, μπαχαρικό είναι...» Και ο Μισέλ απορούσε τι σχέση μπορεί να έχει ένα μπαχαρικό με όλα αυτά τα περίεργα που έβλεπε και άκουγε σήμερα. Μην ήταν καλύτερα να κλειδωθεί εκεί μέσα, ώσπου να έρθει το αφεντικό με την παρέα του, πριν μπουκάρει κανένας άλλος παρόμοιος “επισκέπτης”, που τώρα πια κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε αστυνομικός ούτε είχε να κάνει με την υγεία του κυρίου του. ο Μισέλ ήταν παλικάρι, μα αν κάτι δεν άντεχε ήταν τα μυστήρια αληθινά ή μεταφορικά. γι’ αυτό μέχρι τώρα στη ζωή του απέφυγε με νύχια και με δόντια το μυστήριο που λέγεται γυναίκα και τη συνέπεια της κουτουράδας αφού τη γνωρίσει και έρθει το... μυστήριο του γάμου. Όλα τα άλλα μυστήρια τα αντιμετώπιζε με θάρρος, όμως πώς να το κάνουμε, δεν ήταν της αρεσκείας του γενικώς. γνώριζε βέβαια ότι η δουλειά του εργοδότη του είχε να κάνει με τέτοια, αλλά τόσα χρόνια στη δού93


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λεψή του ο Μισέλ δεν είχε ποτέ έρθει αντιμέτωπος με δαύτα έως μόλις πριν λίγο. Θα έμενε λοιπόν στο αρχοντικό και δε θα άνοιγε την πόρτα σε όποιον και αν κτυπούσε, υπακούοντας μόνο στο κτύπημα του... αγίου Πέτρου, αν ερχόταν να του αναγγείλει ότι είναι ευπρόσδεκτος στον Κήπο της Εδέμ. Μόνο τότε θα άνοιγε... Και αν. οι “κήποι” δεν του άρεσαν ιδιαίτερα, μα εξυπακούεται δεν ήταν επίσης fan και με καζάνια με λιωμένη πίσσα ούτε με φωτιές και διαβολάκια. Επί του παρόντος προτιμούσε τη γη με τα λουλούδια τα δικά της και τα πετεινά του ουρανού της. Όταν ερχόταν η ώρα του να διαλέξει, θα αποφάσιζε κατά πού έγερνε η πλάστιγγα της προτίμησής του. Αν και δεν ήταν αυτός ο ίδιος που θα έδινε την άδεια εισόδου είτε στο ένα είτε στο άλλο. Απλώς θα κτυπούσε το κουδούνι! Τι λέω, Θεέ μου. Όπως έκανε και η παρέα του αφεντικού που κτυπούσε τώρα το γήινο κουδούνι, του μεγάρου της Φλωρεντίας καθώς κλειδιά εισόδου δεν είχαν μαζί τους αφού ο ςτέφανος γι’ αλλού ξεκίνησε γι’ αλλού κι αλλού η ζωή τον πάει... ο υπηρέτης του καταχάρηκε που είδε τον Έλληνα και καθόλου δεν τον ξένισε ο απρόσμενος ερχομός του κυρίου του, αφού ερχόταν πάντα ξαφνικά, χωρίς να ειδοποιεί εκ των προτέρων. Και γιατί να το έκανε άλλωστε; ςτο σπίτι του ερχόταν ο άνθρωπος. Δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. οι άλλοι είχαν να του δώσουν λογαριασμό. Και αυτό σήμαινε για τον ντετέκτιβ «δουλεύω για πάρτι σου». 94


θάνατος στο πάρκο

«Αυτό είναι το δικό σου καθήκον, φίλε, και γι’ αυτό εγώ σε πληρώνω πλουσιοπάροχα». Νάτοι λοιπόν στη Φλωρεντία, που όπως γράφουν όλοι οι τουριστικοί οδηγοί, «μοιάζει με κινούμενο έργο τέχνης που γερνά με χάρη και γοητεία και η αξία της διαρκώς μεγαλώνει». Το μέγαρο του ςτέφανου είναι στο κέντρο της πόλης κοντά στην piazza della Signoria που είναι στολισμένη με το σιντριβάνι του Ποσειδώνα και κοντά στο palazzo Vechio ένα από τα εντυπωσιακότερα κάστρα της Τοσκάνης. Και επίσης πολύ κοντά στην gallery Yffizi, που είναι ό,τι εντυπωσιακότερο έχει να επιδείξει η ιταλία από απόψεως μουσειακής. Μένεις ενεός μπροστά στην ανθρώπινη μεγαλοφυΐα... Η γκαλερί αυτή ήταν η πρώτη που επισκέφτηκε η συντροφιά του ελληνικού κουαρτέτου που μαγεμένο θαύμασε τον πλούτο και τα ανεπανάληπτα έργα του μουσείου. ςτη συνέχεια κατέληξαν στην ξακουστή, στην περίφημη γέφυρα ponte Veahio, που τρισεκατομμύρια φορές έχει μνημονευτεί, έχει θαυμαστεί και γι’ αυτήν έχει χυθεί πολύ μελάνι για την περιγραφή της. Η Φλωρεντία έμελλε να μείνει αξέχαστη στη συντροφιά που συνεπαρμένη ίσως από την ομορφιά της τέχνης, θέλησε να κάνει και τη ζωή της ωραιότερη. οι δύο άντρες, σαν έτοιμοι από καιρό είχαν μαζί τους άδειες και χαρτιά με βούλες και σφραγίδες και ένα από τα επόμενα πρωινά παντρεύτηκαν τις αγαπημένες γυναίκες της ζωής τους. 95


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Πρώτα ο Παύλος με τη Μαρία Χριστίνα που τους πάντρεψαν οι άλλοι δύο και μετά ο ςτέφανος με τη Βιβή του και κουμπάρους τους δυο κολλητούς τους πλέον φίλους. οι γάμοι έγιναν στην επιβλητική εκκλησία της Maria del Fiore, πιο γνωστή σαν Duomo, για να μην ξεχάσουν οι Χριστιανοί αυτοί ποτέ την ωραιότερη μέρα της ζωής τους στην ωραιότερη (κατά τον γράφοντα) πόλη της Ευρώπης. ο Παύλος με τη γυναίκα του και την κουμπάρα τους, τη Βιβή, κάθε ημέρα και πιο έκπληκτοι από τις ομορφιές που αντίκριζαν μπροστά τους. Όμως ο ςτέφανος ήταν προβληματισμένος, ενοχλημένος και πολύ θυμωμένος τελικά, με τα όσα είχαν συμβεί στο αεροδρόμιο της Αθήνας και στο Παρίσι και ας μην το έδειχνε για να μη χαλάσει το κέφι της συντροφιάς. Από καιρό σε καιρό ένα συννεφάκι σκίαζε και την απέραντη ευτυχία της Μαρίας Χριστίνας στη σκέψη του πόσο θα πονέσει και θα της παραπονεθεί η μάνα της που δεν αξιώθηκε να είναι στο γάμο του παιδιού της και όχι μόνο αυτό, αλλά ούτε καν υποπτεύθηκε την τέλεση του γάμου στην ιταλία. γιατί; Μήπως η ίδια η Μαρία Χριστίνα ήξερε τι θα συνέβαινε; Μα ο καθένας όπως ονειρεύεται το γάμο του, έτσι και τον πραγματοποιεί. Και μια σωστή μάνα δε θυμώνει, απλά λίγο παραπονιέται και πιθανόν χωρίς καν την πίκρα της να ομολογεί στο νιόπαντρο παιδί της. 96


θάνατος στο πάρκο

Όσο περνούσαν οι μέρες οι μαγευτικές των δυο ζευγαριών και πλησίαζε η ώρα της επιστροφής, ο ςτέφανος εδώ και χρόνια είχε να νιώσει μια τέτοια περίεργη ανησυχία. ςαν κάποιος αόρατος κίνδυνος να ελλόχευε απειλώντας τη συντροφιά. Και δεν ήταν μόνος του, για να πει ότι δεν τον ένοιαζε. Ήταν υπεύθυνος τόσο για τη γυναίκα του όσο και για τους κολλητούς πλέον φίλους του. Με το ένστικτο του λαγωνικού, τον κίνδυνο τον οσφραινόταν να πλησιάζει και παίρνοντας ιδιαιτέρως τον Παύλο του εξομολογήθηκε τους φόβους του και τα προαισθήματά του. Τον παρακάλεσε, αν κάτι του συνέβαινε να φρόντιζε τη Βιβή του. «Μα τι είναι αυτά που λες, φίλε μου; Μου λες; Είναι τα πράγματα τόσο πολύ σοβαρά λοιπόν; Περί τίνος πρόκειται; για τον “θάνατο στο πάρκο”; Ή για καμιά νέα ιστορία; Μα για ό,τι και αν πρόκειται, μαζί θα το δούμε, μαζί θα το αντιμετωπίσουμε. Δεν είσαι μόνος σου, ποτέ δε θα είσαι πια. ςου δίνω το λόγο της τιμής μου ότι εγώ σε θεωρώ τον φίλο μου, τον αδελφό μου, είσαι και κουμπάρος μου, ε, τόσες συγγένειες μαζεμένες βάλε με το μυαλό σου τι δύναμη εκπέμπουν. Ποιος μπορεί μαζί μας να τα βάλει, μου λες;», είπε ο νιόπαντρος και πανευτυχής νεοδιορισμένος επίσημος βοηθός του πιο ονομαστού ντετέκτιβ. Παραλείψαμε να πούμε ότι τη δεύτερη κιόλας ημέρα της άφιξής τους στη Φλωρεντία ήρθαν και τα πράγματά τους από το Παρίσι όπου ταξίδεψαν μόνα τους, κατάμονα, και βέβαια στη διεύθυνση 97


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που έδωσε ο ςτέφανος και δια του τρόπου αυτού, έκανε γνωστό τον τόπο διαμονής του στη μαγευτική πόλη της Τοσκάνης σε όσους είχαν καλό ή κακό σκοπό.

98


XI

«Μ

αρία Χριστίνα, βλέπεις ακριβώς πίσω από το ωραίο σιντριβάνι του Ποσειδώνα την πανάσχημη φάτσα ενός τύπου που δεν ξεκολλάει τα μάτια του από πάνω μας; Μη γυρίσεις να τον δεις απότομα. Κάν’ το με τρόπο σε παρακαλώ. Πρέπει να το πούμε στα παιδιά. Να σου πω την αλήθεια, μετά απ’ ό,τι έγινε στο Ελ. Βενιζέλος φοβάμαι και τον ίσκιο μου ακόμα. Μπορεί βέβαια να είναι κανένας ιταλός που τα έχασε από την ομορφάδα μας, αλλά μπορεί και όχι. Το όλο του σουλούπι και κυρίως το ύφος του παραπέμπει σε κάθαρμα και δε μου αρέσει, το ξαναλέω, καθόλου. Και να πάρει η ευχή, πού στο καλό είναι τα παιδιά; γιατί δεν ήρθαν ακόμα; Βρήκαν την ώρα να εξαφανιστούν. ςτάσου να τους πάρω...» Δεν πρόλαβε η Βιβή να σηκώσει το κινητό της και βλέπουν το μαφιόζο (μπαμ έκανε η σκατόφατσά του ότι ήταν της Κόζα Νόστρα, δίκιο είχε το κορίτσι) να αριβάρει προς τη μεριά τους. «ςτέφανε, ελάτε αμέσως, κίνδυνος. Είμαστε στο σιντριβάνι», πρόλαβε να του πει κλίνοντας το κινητό της. «Μποτζόρνο, σενιόρες, κόμε στα;» «ςε μας απευθύνεστε, κύριε;» του απαντάει η Μαρία Χριστίνα σε άπταιστα ιταλικά. «Μα και βέβαια σε σας. Είναι κάποια άλλη κυρία δίπλα σας και δεν τη βλέπω; Παρακαλώ ακολουθήστε 99


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

με ήσυχα ήσυχα, φρόνιμα και συνετά, πριν σας συμβεί κάτι που δε θα ήθελα ειλικρινά να σας κάνει να αλλάξετε γνώμη για την ιταλική ευγένεια και φιλοξενία». Δεν ήταν δύσκολο πια να καταλάβουν ότι είχαν να κάνουν με επαγγελματία μαχαιροβγάλτη που βέβαια, μόνος του δεν ενεργούσε. Εκτελούσε εντολές και στον... εντολέα του ήθελε να τις οδηγήσει. Δεν ήθελε και μεγάλη εξυπνάδα να τα καταλάβεις αυτά. Δεν έπρεπε όμως να δείξουν ούτε ότι φοβούνταν μα ούτε και ότι θα το έπαιζαν γενναίες ηρωίδες, τρώγοντας κάνα δυο μαχαιριές πισώπλατα. Τι πισώπλατα; Κατάστηθα να λες. Εκείνο που πάση θυσία έπρεπε να κάνουν ήταν να κερδίσουν χρόνο, ποντάροντας στο όχι και τόσο υψηλού βαθμού IQ του μαφιόζου. Φως φανάρι επίσης ότι και μια αδυναμία στο ωραίο φύλο την είχε, τρομάρα του. Αυτά έπρεπε να εκμεταλλευτούν μήπως και τα παιδιά τις προλάβαιναν ζωντανές και... ανέγγιχτες. «Μα τι συμβαίνει επιτέλους, κύριε; Ελπίζουμε να μας εξηγήσετε. Περιμένω τη μητέρα μου και η δεσποινίς από δω τη δική της, έχουμε δώσει ραντεβού και όπου να είναι θα εμφανιστούν, ήδη έχουν καθυστερήσει πολύ. Αν φύγουμε από δω πως θα μπορέσουν να μας βρουν; Και πάλι σας ρωτώ τι τρέχει; Κακό είναι να μου λύσετε την απορία;» «Μia bella seniorita, πού να ξέρω εγώ τι τρέχει, ή αν τρέχει κάτι στα γύφτικα, όπως έλεγε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται. γι’ αυτό σας λέω ελάτε μαζί μου ήσυχα ήσυχα και 100


θάνατος στο πάρκο

φρόνιμα και όλα μπορεί να πάνε καλά». «για μισό λεπτό», πετάγεται η Βιβή (κάτι ιταλικά ήξερε κι αυτή, αλλά τσάτρα πάτρα), «σαν να κατάλαβα. Είστε μήπως ο αστυνομικός, ο υπεύθυνος της ελληνικής πρεσβείας;» «Είμαι ο ποιος; ο αστυνομικός; χα χα χα. Πλάκα που την έχετε. Όμορφες είσαστε, αλλά από εξυπνάδα σκίζετε... Μοιάζω για μπάτσος, ωραιότατή μου δεσποινίς; γιατί μου το χαλάτε τώρα; Όχι δεν είμαι. ο μπάτσος είναι ο φανατικότερος εχθρός μου, και πρώτη φορά στη ζωή μου κάνουν τέτοιο τρομακτικά προσβλητικό λάθος για το άτομό μου. Με θίξατε, με προσβάλατε με ταπεινώσατε, με...» «Ναι, αλλά δε σε καρπαζώσανε, κόπανε» βρυχήθηκε ο ςτέφανος αρπάζοντάς τον από το μπράτσο το δεξί, ενώ από το άλλο ο Παύλος. «Τι θέλεις, ρέέέ, από τις κυρίες; (είπε και κάτι άλλο που δε γράφεται). Λέγε πριν σου την ανάψω», λέει ο ντετέκτιβ σε άπταιστη ιταλική αργκό. «Μα... μου...» «Μούξις και ξερός, κόπανε γαμ... ςτάσου τώρα και θα δεις». Και ο ςτέφανος καλεί το αντίστοιχο με το ελληνικό 100. ςε χρόνο ρεκόρ καταφθάνει ένα περιπολικό. Μπουζουριάζουν μέσα το μαφιόζο, μπαίνει και ο ςτέφανος, ενώ ο Παύλος μένει με τις γυναίκες. «Έχε το νου σου, κουμπάρε» του φωνάζει ο ςτέφανος πάνω από τον ώμο του. «Θα σου τηλεφωνήσω». «Φτηνά τη γλυτώσαμε, φιλενάδα», λέει η Βιβή 101


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στη Μαρία Χριστίνα. «Καλωσορίσαμε στις νέες περιπέτειες. Δεν παραπονιέμαι όμως. Ξέρω ότι κάτι τέτοια θα τα έχω στη ζωή μου με τη δουλειά που κάνει η αγάπη μου. Και ούτε που να πω ότι φοβάμαι ή πως μετανιώνω και για κάτι. Εσάς σκέπτομαι μόνο...». «Βιβή μου, ξεχνάς κάτι βασικό. Και ο δικός μου άντρας εδώ και λίγες μέρες κάνει την ίδια δουλειά με αυτή του δικού σου. Με τη μόνη διαφορά πως χρειαζόμαστε την απαραίτητη εξοικείωση. Θα την αποκτήσουμε όμως. Πού θα μας πάει;» Δε λένε ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο παράξενη από τη φαντασία; Η συντροφιά των τεσσάρων φίλων το έζησε και αυτό στο πετσί της που λένε. ςτην ιταλία έγιναν ανακρίσεις βέβαια στο παλιοτόμαρο που έκανε τσακωτό ο ςτέφανος και οι αστυνομικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν ήταν παρά μια μικρή ρόδα στο πολύτροχο αμάξι της μαφίας. Ένα απλό εκτελεστικό όργανο ήταν μόνο, που δε γνώριζε ούτε το πώς και το γιατί ούτε ποιος ακριβώς τον διέταξε να το κάνει. Η αστυνομία ήταν σίγουρη ότι ο αρχηγός του λεγάμενου είχε πληρωθεί από κάποιον φανατικό εχθρό τού ντετέκτιβ, μάλλον για να τον εκφοβίσει, απαγάγοντας τις δυο γυναίκες και σα λύτρα για την απελευθέρωσή τους να αξίωνε την απομάκρυνση του ςτέφανου από την υπόθεση του πάρκου (που σαφώς η ερευνά της συνεχίζονταν στην Ελλάδα). «Και αυτό τι σημαίνει, Παύλο;» «ςημαίνει, αφεντικό, ότι πίσω από τη δολοφονία του πεθερού μου κρύβεται κάτι το πολύ σημαντι102


θάνατος στο πάρκο

κότερο από τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στο πλακάτ». «Α γεια σου, αγόρι μου. Εγώ όταν σε έχρισα βοηθό μου, ήξερα τι έκανα. Παιδιά, καιρός να γυρίζουμε στην πατρίδα. Πιάνουμε δουλειά και την ιστορία από κει που την άφησα. Κι εσείς, κορίτσια, προσλαμβάνεστε στην ερευνητική ομάδα, αν το επιθυμείτε. Από ένα μετερίζι που δεν ελλοχεύει ιδιαίτερους κινδύνους. Το μόνο που απαιτεί είναι εξυπνάδα και πονηριά, εκ μέρους σας. Αυτήν την πονηριά που σώζει ζωές σαν αυτή που επιδείξατε λίγο πριν σας απαγάγει ο μαφιόζος. Επί τη ευκαιρία να σας συγχαρώ, γιατί ο τρόπος που χειριστήκατε τον διάλογο μαζί του για να κερδίσετε χρόνο, ήταν έξοχος και μπράβο σας. Είμαι πολύ υπερήφανος για σας. »Μη νομίζετε δε ότι το ζην επικινδύνως ότι είναι κάτι που λατρεύω. Αλλά όταν κάποιος μπει σε μια νοοτροπία σκέψης ενός επίδοξου δολοφόνου αποκτά με τον καιρό σωστά αντανακλαστικά που λειτουργούν σαν ασπίδες προστασίας του. Μαθαίνει να φυλάγεται και βρίσκει με ποιο τρόπο να ενεργεί την κάθε φορά. γι’ αυτό το μόνο που σας παρακαλώ είναι να ακούτε προσεκτικά όχι μόνον αυτά που θα λέμε, αλλά και αυτά που το ίδιο σας το ένστικτο θα σας ψιθυρίζει με τη δική του γλώσσα και σεις να τα παίρνετε πάντα τοις μετρητοίς όλα αυτά. γυρίζουμε, λοιπόν, στην πατρίδα και πες μου αλήθεια, Μαρία Χριστίνα, εκτός από βοηθός μου, εξακολουθείς να είσαι εντολέας μου στην υπόθεση του πάρκου; Την αμοιβή μου θα την κρατώ από το μισθό που θα 103


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σου δίνω, χα χα. Έχω χιούμορ, ο κερατάς, το ξέρω...» «ςα βοηθοί σας κι εμείς έχουμε να κάνουμε μια ερώτηση, την οποία όμως και θα απαντήσουμε οι ίδιες», λέει η Βιβή. «γιατί να ήθελαν να μας απαγάγουν στην ιταλία κι η δουλειά να μη γινόταν ωραία και καλά στην Ελλάδα, που όσο και να ’ναι θα τους στοίχιζε και κομματάκι λιγότερο; Διότι έτσι θα εξάλειφαν την υποψία που θα έπεφτε πάνω τους από την πρώτη στιγμή και τη μετέθεσαν στους ιταλιάνους, σα μια υπόθεση εκτός συνόρων μηδεμία σχέση έχουσας με τους εν Ελλάδι πραγματικούς ενόχους. Και αν κάνουμε λάθος διορθώστε μας...» «γυναικείο μυαλό ξουράφι. Αν και δε χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη γι’ αυτό» είπε ο Παύλος δίνοντας ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο της κουμπάρας του, συμπληρώνοντας «Μπορεί αυτό το πανέξυπνο μυαλουδάκι, να με συμβουλεύσει τον φτωχό εμένα τι τρόπο πρέπει να μετέλθω για να αποφύγω την κατσάδα της πεθεράς μου που από γκόμενος (κακά τα ψέματα, για τέτοιον με είχαν) της κόρης της και θανάσιμου εχθρού του δολοφονηθέντα συζύγου της, με δει ξαφνικά να έχω προβιβαστεί σε σύζυγο του παιδιού της και πατέρα των μελλοντικών εγγονών της; Αν με βοηθήσεις, Βιβή μου, σ’ αυτό το ερώτημα, θα σου είμαι υπόχρεος δια βίου. Παιδιά, ειλικρινά ένα άγχος το ’χω. Κι αυτό με απασχολεί πολύ περισσότερο από τις όποιες άλλες απειλές έξω οικογενειακές μας αναμένουν...» «Να σου πω την αλήθεια, φίλε μου, κι εγώ ψιλοαγχώνομαι με τούτες τις σκέψεις, αν προσθέσεις δε 104


θάνατος στο πάρκο

ότι είμαι και ο ηθικός αυτουργός του θέματος... Έχω όμως μεγάλη εμπιστοσύνη στις γυναίκες μας και τη διπλωματία τους. Όποιος άντρας, τη διπλωματία τη γυναικεία δεν την υπολόγισε και δεν τη σεβάστηκε, έκανε το φάουλ της ζωής του. Και αυτό με καθησυχάζει. Κάνε και συ, λοιπόν, το ίδιο με μένα και κοντός ψαλμός αλληλούια». «Πριν πετάξουμε για Ελλάδα έχουμε ώρα να πάμε για ένα παγωτό στο περίφημο πάρκο κοντά στο συντριβάνι για μια δόση δροσιάς και καθαρότητας μακριά από τη βρομιά την ανθρώπινη. Ειλικρινά το έχω ανάγκη», είπε ο ςτέφανος και όλοι δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Έκαναν σα μικρά παιδιά. Δύο πανέμορφα ζευγάρια ερωτευμένων ανθρώπων σε μια πόλη της ιταλίας λουσμένης στο φως και με τόση επίσης ομορφιά, φτιαγμένη από τους ιταλούς των περασμένων αιώνων, που σου έκοβε την ανάσα. ς’ αυτό το πάρκο έζησαν για λίγο, μια ιστορία που ήταν σε πλήρη αντιδιαστολή με εκείνη του αθηναϊκού πάρκου που γράφουμε στο βιβλίο αυτό. ςτο κέντρο του ακριβώς υπήρχε μια υπέροχη, αρκετά μεγάλη, λίμνη με ένα κεφαλόβρυσο στην όχθη της που ανάβλυζε γάργαρο νερό που θαρρείς και τραγουδούσε, και με τη θέα του και μόνο δρόσιζε τους επισκέπτες αυτού του επίγειου Παράδεισου. οι τέσσερις φίλοι εκεί βίωσαν την ωραιότερη ιστορία αγάπης. Όχι σε ανθρώπινο επίπεδο, αλλά σε δύο άλλα πλάσματα του Θεού, σε δύο πλουμιστές πανέμορφες πεταλούδες. 105


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

για κάποιον λόγο που δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα δύο ζευγάρια το πώς ξεκίνησε, η μία από τις δύο πεταλούδες είχε πέσει μέσα στο νερό και δε θα την είχαν καν προσέξει αν δεν αντίκριζαν κάτι που τους έκοψε τη μιλιά... ςε ένα από τα πολλά ρυάκια που σχηματίζονταν από τη συνεχή ροή του νερού ακόμη και στη γύρω από τη λίμνη γη, και που ήταν αρκετά βαθύ, όπως και άλλα μικρά ποταμάκια και με τους παραποτάμους τους που κυλούσαν ποτίζοντας παρτέρια και φυτά, μια πεταλούδα πετούσε σχεδόν εφαπτόμενη στο νερό. γιατί κάποιος να δώσει ιδιαίτερη σημασία σε μια τέτοια σκηνή; Τι το περίεργο, τι το αφύσικο, τι το ασυνήθιστο; Κάποιος όμως από την παρέα το πρόσεξε αυτό το ασυνήθιστο και έβαλε τις φωνές. Η πεταλούδα με τη χαμηλή πτήση, προσπαθούσε να σώσει την άλλη που ήταν μέσα στο νερό, που την παράσερνε ολοένα και πιο γρήγορα η γρήγορη ροή του. Τρελάθηκαν. Κυρίως τα κορίτσια φυσικά, μα και οι άντρες συγκινήθηκαν το ίδιο. ςτο σημείο που ήταν οι δύο πεταλούδες ήταν αδύνατον να πλησιάσει κανείς. Το νερό πολύ. Πέραν του γεγονότος ότι θα έπρεπε να κολυμπήσουν σχεδόν, για να τη φτάσουν, σαν τι βοήθεια να προσέφεραν; Με που θα την έπιαναν τη βρεγμένη πεταλούδα που δεν ήξεραν και αν ακόμη ζούσε, όσο και απαλό και αν ήταν το πιάσιμο των ανθρώπινων χεριών, αυτή θα διαλυόταν. ο Παύλος, βρήκε μια αφημένη, από τον κηπουρό μάλλον, τσουγκράνα και με το κοντάρι της που το 106


θάνατος στο πάρκο

έβαλε στο ρυάκι εν είδει σωσίβιας σανίδας μπροστά στο μοιραίο διάβα της πεταλούδας, μήπως και αν ζούσε, σκάλωνε πάνω του και σωζόταν. Δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Η άλλη δε πεταλούδα να εξακολουθεί να πετάει με χαμηλή πτήση πάνω από τον/τη σύντροφο, χωρίς να πτοείται ούτε από την ανθρώπινη παρουσία που δεν μπορούσε βέβαια να γνωρίζει της προθέσεις της, μα ούτε να υπολογίζει τον κίνδυνο που διέτρεχε να παρασυρθεί και η ίδια από το νερό που κυλούσε όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα όσο πλησίαζαν στη αφετηρία της πηγής του. οι τέσσερις φίλοι, αμίλητοι και ανίσχυροι να βοηθήσουν, παρακολουθούσαν το ζευγάρι των πεταλούδων να απομακρύνεται όλο και πιο βαθιά ευχόμενοι ότι ίσως στο θανάσιμο διάβα τους αυτές εύρισκαν κάποιο φύλλο, κάποιο ξυλάκι, κάτι τι τέλος πάντων για να μπορέσει η πεταλούδα ναυαγός να πιαστεί και να σωθεί. Αν και δεν ήταν δύσκολο κανείς να φανταστεί ότι εδώ και ώρα, θα πρέπει να ήταν ήδη αργά... Η παρέα ευαισθητοποιημένη, καθώς ήταν τόσο από τον έρωτά τους όσο και από τον κίνδυνο που και οι ίδιοι πέρασαν, που απειλήθηκε η ζωή των κοριτσιών πριν λίγο μόλις, από τους αδίστακτους επίδοξους απαγωγείς τους, έβλεπαν αυτά τα δύο υπέροχα του Θεού πλάσματα να αντιμάχονται με δυνάμεις εκατομμύρια φορές πιο δυνατές τους, προκειμένου να σώσουν τον σύντροφό τους. Δεν ξέρουμε πόσοι άνθρωποι θα έκαναν κάτι το τόσο υπέροχο αψηφώντας τη ζωούλα τους. ςυνήθως 107


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

οι θυσίες σταματούν στα λόγια... Τέλος πάντων, η σκηνή αυτή κράτησε αρκετή ακόμη ώρα και όλοι απορούσαν πως ήταν δυνατόν να αντέχει ακόμα η ζωντανή πεταλούδα. Όπως ήταν φυσικό, χάλασε η διάθεσή τους. Έτρεχαν όλοι κατά μήκος του ολοένα και πιο απομακρυσμένου ρυακιού και η ροή του νερού ήταν πλέον πολύ γρήγορη, καθώς πλησίασαν στην πηγή του κεφαλόβρυσου. Αναμφίβολα η τύχη της πεταλούδας ναυαγού είχε κριθεί, μα και το ίδιο επρόκειτο να συμβεί και με την άλλη, δεν είχαν αμφιβολία. Ίσως και να το επιδίωξε να πεθάνει εκεί πάνω από τον υγρό τάφο, της ή του συντρόφου, μέχρι που την έχασαν από το οπτικό τους πεδίο. Ένιωθαν συγκλονισμένοι... Πήραν ένα καλό μάθημα αυτοθυσίας, έρωτα, αγάπης που για όλα τα πλάσματα του θεού είναι το ίδιο πάντα. ο ςτέφανος, ναι μεν άντρας με ένα επάγγελμα όπου η βία ήταν φαινόμενο καθημερινό που δεν είχε όμως καταφέρει να αμβλύνει και να αλλοτριώσει τα αισθήματά του, είπε στους φίλους του. «Τούτην εδώ την ιστορία που σήμερα ζήσαμε θα την αφηγηθώ στο φίλο μου τον ςωτήρη, τον συγγραφέα, και είμαι σίγουρος ότι με την υπέροχη πένα του θα αντλήσει υλικό για να γράψει μιαν υπέροχη ιστορία αγάπης, τόσο αληθινής που σίγουρα θα φαντάζει ψεύτικη... Εμείς δεν μπορούσαμε βέβαια να σώσουμε αυτές τις όμορφες υπάρξεις, την ιστορία τους όμως οι άνθρωποι θα τη μάθουν διαβάζοντάς την. Ίσως και να πάρουν ένα μάθημα του τι σημαίνει 108


θάνατος στο πάρκο

αγαπώ και για την αγάπη μου μπορώ να πεθάνω, να θυσιάσω και τη ζωή μου ακόμα, έστω και αν είμαι μια τόση δα μικρούλα ύπαρξη. οι αναγνώστες του ςωτήρη θα νομίσουν ίσως ότι διαβάζουν μια ιστορία βγαλμένη από τη φαντασία του συγγραφέα. Ίσως την πουν και μελό. Εμείς πάντως την είδαμε, τη βιώσαμε και ξέρουμε ότι είναι ό,τι ωραιότερο έχουμε δει ποτέ στη ζωή μας».

109


XII

ο

ι περισσότερες υποψίες έπεσαν στο κεφάλι του αξιότιμου δημάρχου χωρίς ακόμη οι δημότες του να πάρουν είδηση γι’ αυτές. Έτυχε να είναι και οι εκλογές για τον δήμο και την Περιφέρεια και αν γινόταν γνωστό ότι ο διακεκριμένος ντετέκτιβ τον είχε πρώτο πρώτο στην μπούκα του κανονιού του, θα νόμιζε ο κόσμος ότι είναι ένα από τα κόλπα που μετέρχονται οι διάφοροι για να επηρεάσουν είτε θετικά είτε αρνητικά τους ψηφοφόρους. Και δεν είναι, εδώ που τα λέμε έντιμο, γιατί ακόμη δεν είχε απαγγελθεί ούτε κατηγορία εναντίον του, μα ούτε ο ίδιος γνώριζε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις. Αν θυμάστε, ο ςτέφανος ήταν κατηγορηματικός από την αρχή στο Τμήμα της ςήμανσης. Δεν πρέπει κανείς να γνωρίζει ότι βρέθηκαν τα αποτυπώματα του δημάρχου, στο πλακάτ. Η αλήθεια είναι ότι στο σημείο αυτό ο ςτέφανος λίγους ενδοιασμούς άρχισε να τους έχει. Αν ο δήμαρχος ήταν ο ιθύνων νους που κινούσε τα νήματα, θα ήταν πια τόσο πανίβλακας να έχει τέτοιου είδους αλισβερίσια με έναν πληρωμένο δολοφόνο, ο οποίος θα του έφερνε να εγκρίνει ή να απορρίψει το μέσο δολοφονίας του “καθ’ ύλην”; ο δε δήμαρχος θα έπιανε το πλακάτ χωρίς δεύτερη σκέψη αφήνοντας στην πραγματικότητα την υπογραφή των αποτυπωμάτων του φαρδιά πλατιά πάνω στο φρεσκοβαμμένο χαρτόνι; 110


θάνατος στο πάρκο

Ένας δολοφόνος όσο και αδαής να είναι όσο κρετίνος, μια τέτοια αποκοτιά δε θα την έκανε ποτέ. «Βρε, Παύλο μου, για πες μου τη γνώμη σου πάνω σ’ αυτό. Πώς βρέθηκαν τα αποτυπώματα του δημάρχου πάνω στο πλακάτ; Άρχισα να σκέπτομαι ότι του δημάρχου του την είχαν στημένη δια του τρόπου αυτού. Πες μου την πρώτη γνώμη που σου περνάει από το μυαλό». «Φίλε μου, αν ξέρουμε στα σίγουρα κάτι, είναι τα πάθη του δημάρχου και του φίλου του περιφερειάρχη. Αυτά τα δύο μπορεί να σχετίζονται μεταξύ τους μπορεί και όχι. Εγώ πάντως θα ρωτούσα τον εαυτό μου το εξής απλό: Ποιος άνθρωπος του δημάρχου, από την οικογένειά του κυρίως, γνώριζε ότι είναι η περιουσία τους υποθηκευμένη για τα καλά; Το ξέρει κανείς αυτό; γιατί αν το ξέρει, το μίσος που θα πρέπει να αισθάνεται για τον εικονικά έντιμο δημόσιο λειτουργό θα πρέπει να είναι αβυσσαλέο. Να ξέρει δηλαδή ένα παιδί του, ή η γυναίκα του, ότι από στιγμή σε στιγμή μπορούν να μείνουν στον δρόμο από τα χρέη που συσσώρευσε ο χαρτοπαίχτης πατήρ στη φαμίλια τους και να μην κάνουν καμία κίνηση είτε εναντίον του είτε για να περισώσουν ό,τι μπορεί να περισωθεί; Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; »Με δύο τρόπους: πρώτον, βγάζοντας από τη μέση τον αίτιο της συμφοράς τους. Εκδίκηση δηλαδή. Δεύτερον, ψάχνοντας τρόπους εύρεσης χρημάτων να τον ξελασπώσουν σιγά σιγά και αποτελεσματικά. Προσωπικά δεν ξέρω ποιον από τους δύο τρόπους ακολούθησε η οικογένεια, αν βέβαια ενέχεται στη 111


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δολοφονία. Κλίνω προς τη δεύτερη εκδοχή. Βγάζοντας από τη μέση έναν άνθρωπο του δήμου που κερδίζει πολύ χρήμα, για να βάλουν στη θέση του είτε έναν δικό τους, είτε να μπουν οι ίδιοι και το χρήμα να το κερδίσουν αυτοί, τι σημαίνει; ςημαίνει ότι όσο ένοχο θεωρώ τον δήμαρχο τόσο ένοχους θεωρώ και τους δικούς του για τον ίδιο λόγο. Και κλίνω σ’ αυτήν τη δεύτερη εκδοχή, γιατί με το να κλίνω στην πρώτη, σκέπτομαι ότι δεν έχουν να κερδίσουν απολύτως τίποτα. Ναι μεν θα κατέστρεφαν αυτόν που τους κατέστρεψε, θα μένανε όμως να βασανίζονται μια ζωή από τα χρέη του καταστροφέα τους. »ρίξε μια ματιά, λοιπόν, στα μέλη της οικογένειας και φρόντισε να δεις κατά πόσο γνωρίζουν το πάθος του ανθρώπου τους (εκτός της συζύγου) αφενός και την κατάντια τους την οικονομική τους αφετέρου. Μάθε γι’ αυτά σήμερα κιόλας. Είναι βασικό. Τώρα, τι πρόσχημα θα βρεις για να προβείς σε μια τέτοια ενέργεια δε θα στο υποδείξω εγώ. Αλίμονο. ςα να λέμε έλα, μπάρμπα μου, να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου. Δουλειά σου είναι. Αφεντικό είσαι. Και εγώ καλός βοηθίσκος σου». «Έλα, Παύλο μου, πάμε στον αξιότιμο δήμαρχο. Θα ακούς, θα κρατάς σημειώσεις και δε θα μιλάς. Φύγαμε». «Αγαπητέ κύριε Δήμαρχε, δε θα σας πάρουμε πολύ από τον χρόνο σας. Θα σας συμβούλευα η ομιλία μας να γίνει μεταξύ μας, εσείς, ο βοηθός μου κι εγώ. για τη δική σας προστασία θα μπορούσα να 112


θάνατος στο πάρκο

πω. Τι λέτε; Ωραία, αφού συμφωνείτε, να προσθέσω ότι όποια στιγμή το θελήσετε η συνομιλία μας μπορεί να διακοπεί. ςας πληροφορώ πως ό,τι γίνει με σας, θα γίνει και με τους υπαλλήλους του δήμου σας. Όλους, χωρίς εξαίρεση. Το τονίζω αυτό προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Αν το κρίνω απαραίτητο θα μιλήσω πιθανόν με τα μέλη των οικογενειών όλων σας. Με συγχωρείτε, αγαπητέ Δήμαρχε, μα άνθρωπος δικός σας ήταν ο δολοφονημένος». «Πώς είπατε; για ποιον δολοφονημένο μιλάμε;» «Α, δε σας πληροφόρησαν; Ναι. Δολοφονήθηκε ο άνθρωπος. Δεν πέθανε από φυσικά αίτια. Δυστυχώς...» «Μα δεν ήταν ανακοπή της καρδιάς;» «Όχι, κύριε. Λεπτομέρειες όμως θα σας πει ο Αστυνομικός Επιθεωρητής, το πότε και το αν, θα το κρίνει εκείνος. Εμένα δε μου επιτρέπεται να σας πω κάτι επ’ αυτού. Βλέπετε δεν μπορώ να αγνοήσω την απαγόρευση για την οποία ήταν κάθετος. Πέστε μας, σας παρακαλώ, με τι ασχολείστε πέραν των καθηκόντων σας, τον ελεύθερο χρόνο σας, εννοώ... ρωτάω, γατί είμαι σίγουρος ότι θα θελήσετε να μου αποκρύψετε το πάθος σας, το οποίο μου είναι γνωστό, σας το λέω δίχως να προσπαθώ να εκμαιεύσω κάτι που μου είναι ήδη γνωστό. Τα χαρτιά εννοώ βέβαια. Όπως ξέρω ότι δυστυχώς χρωστάτε μεγάλα ποσά τόσο στους συμπαίχτες σας (πράγμα που δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, δεδομένου ότι αυτό είναι και μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού. Θέλω μ’ αυτό να πω ότι δεν κινδυνεύετε νομικά, είναι θέμα εντιμότητας μεταξύ συμπαικτών). Εκείνο από 113


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

το οποίο κινδυνεύετε είναι η υποθήκευση της περιουσίας της οικογενείας σας. Δε σας ανήκει, πια σχεδόν τίποτα. Πέστε μου παρακαλώ πώς σκοπεύετε να χειρισθείτε το θέμα; ςας ακούω...» ο δήμαρχος άκουγε τον ςτέφανο εμβρόντητος. Μα αφελής ήταν ο Χριστιανός; γιατί έκανε έτσι; Ήταν δυνατόν να μείνει κρυφό ένα τέτοιο κουσούρι δημοσίου προσώπου; Εδώ δεν έχεις ελάττωμα και ψάχνουν να βρουν κάτι να σου προσάψουν, κάτι που θα επηρεάσει αρνητικά τους ψηφοφόρους σου. Και αν είσαι τυχερός και δε βρουν, τότε θα προσπαθήσουν να εφεύρουν. Αυτά είναι τόσο γνωστά ακόμα και στους μη έχοντας σχέση με την πολιτική. Τότε προς τι η έκπληξη, αγαπητέ τοπικέ άρχοντα; ο οποίος δε μιλούσε, θαρρείς και είχε χάσει τη λαλιά του. «οι δικοί σας είναι ενήμεροι της κατάστασης, της οικογενειακής σας;» ςτην ερώτηση αυτή ο κύριος δήμαρχος πετάχτηκε από το κάθισμά του. «Α, όχι. Μη μου πείτε ότι σ’ αυτή τη θλιβερή μου υπόθεση θα ανακατευτεί η οικογένειά μου... ςας παρακαλώ, κύριε. για τ’ όνομα του Θεού...» «Ηρεμήστε, κύριε Δήμαρχε, από μας δεν πρόκειται να διαρρεύσει καμία πληροφορία που να σας αφορά. Το τι θα κάνουν άλλοι δεν μπορώ να το ξέρω βέβαια. Πέστε μου, σας παρακαλώ, ποιες ήταν οι σχέσεις σας με τον νεκρό υφιστάμενό σας;» «Ήταν τυπικά εργασιακές. Προσωπικές σχέσεις όχι δεν είχαμε. Τον εκτιμούσα σαν καλό επιχειρηματία και επί των ημερών του η επιχείρηση του δήμου 114


θάνατος στο πάρκο

στο πάρκο ανθούσε. Αυτό ήταν κάτι που του το αναγνωρίζαμε όλοι. Μόνο, πώς να το πω; Ήταν λίγο απολυταρχικός, δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε. Η θέση του εκεί, δεν ήταν, πώς να το πω, μόνιμη. Εκείνος όμως δε συμφωνούσε μ’ αυτό. Νόμιζε ότι η θέση του ανήκε ελέω Θεού. Λάθος του μεγάλο, γιατί, ποιος απ’ όλους εμάς (εμού συμπεριλαμβανομένου) είναι μόνιμος; οι δημότες είναι τα αφεντικά μας (ναι καλά τώρα!) και αυτοί μας ανεβάζουν, όπως και μας αποκαθηλώνουν από τη θέση μας έτσι και το θελήσουν. »ο συγχωρεμένος, ούτε από παραινέσεις έπαιρνε ούτε με το καλό ούτε με το άγριο, ούτε με απειλές, με αποτέλεσμα να διαμαρτύρονται οι συνάδελφοί του. Πώς να το κάνομε δηλαδή, τσιφλίκι του ήταν το πάρκο; Κάποτε του δήλωσα ότι τη διεύθυνση θα την είχε εκ περιτροπής με δυο τρεις συναδέλφους του, και τότε εκείνος μου δήλωσε ευθαρσώς ότι αν πραγματοποιούσα το σχέδιο που εξύφανα για την απομάκρυνσή του θα έφευγε μεν από το πόστο του, θα κατάφερνε όμως πρώτα ένα τέτοιον πλήγμα στην επιχείρηση που οι διάδοχοί του θα παραλάμβαναν καμένη γη που για ανακάμψει θα περνούσαν χρόνια. Τι είδους απειλή ήταν αυτή και τι είχε σκοπό να κάνει, δεν το μάθαμε ευτυχώς ποτέ. Εξωφρενικές οι απειλές του και περίεργη η νοοτροπία του για αυτά που νόμιζε κεκτημένα του. »Δεν αρνούμαι ότι ήταν, ναι, ιδιοφυής στο θέμα της εκμετάλλευσης του χώρου προς όφελος του δήμου καταφανώς και του εαυτού του. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι δεν έπρεπε να δοκιμάσουν και άλλοι. 115


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ςα να λέμε δηλαδή ότι κι ο δήμαρχος αν είναι επιτυχημένος θα μείνει αμετακίνητος στη θέση του χωρίς να υποστεί τη βάσανο των εκλογών. Έτσι δημιουργήθηκαν έχθρες, έριδες και καθημερινώς σχεδόν στο γραφείο μου διαδραματίζονταν σκηνές απείρου κάλλους, από τους διεκδικούντες τη θέση. Μέχρι που συνέβη αυτό που συνέβη και δε σας κρύβω έστω και αν σας φανεί ύποπτο τώρα που λέτε ότι ήταν δολοφονία τελικά, αλλά σκέφτηκα ότι μια ανωτέρα δύναμη έδωσε –τη φρικτή έστω– λύση για να σταματήσει αυτό το κακό και η σύρραξη που φαινόταν να είναι προ των πυλών με απρόβλεπτες για το δήμο συνέπειες. Αυτά έχω να σας πω και είναι τα μόνα που γνωρίζω». «Καλώς, καλώς. Εχθρούς προσωπικούς έχετε, κύριε Δήμαρχε; Και δεν εννοώ απαραίτητα από το χώρο του δήμου...» «Ναι, έχω. Δυστυχώς. Τους απέκτησα κι αυτούς μέσα απ’ τα χαρτιά. Είναι αυτοί στους οποίους χρωστάω οι περισσότεροι. Ελπίζω κάποια στιγμή, ξεχρεώνοντάς τους να πάψουν να με βλέπουν σαν εχθρό και επίσης να πάψουν να απειλούν τη ζωή μου. Αν πραγματοποιήσουν την απειλή τους τι θα έχουν να κερδίσουν, είναι κουτό...» «Και πώς θα ξεχρεώσετε παρακαλώ; (ιδού το σοβαρό σημείο της συζήτησης). Πού θα τα βρείτε τα χρήματα; Εδώ κινδυνεύετε να μην επανεκλεγείτε στις προσεχείς εκλογές, εσείς το είπατε. Τίποτα δεν είναι μόνιμο. Τα πάντα εντωμεταξύ υποθηκευμένα... Τι θα γίνει τότε;» «Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω. Είμαι δήμαρχος 116


θάνατος στο πάρκο

και πληρώνομαι γι’ αυτό. Το επάγγελμά μου είναι πολιτικός μηχανικός και οι συνάδελφοί μου τα γραφεία τους τα έχουν κλείσει. ο κόσμος, όχι μόνον δεν έχει ως γνωστόν χρήματα να κτίσει σπίτια, μα χάνει και τα κτισμένα! Είμαι απελπισμένος, είμαι εξοφλημένος, μα για να θέλω να πάρω μιαν ανθρώπινη ζωή ενός επιτυχημένου υφισταμένου μου, γιατί όπως καταλαβαίνω, προς τα κει οδηγούν οι ερωτήσεις σας, σας δηλώνω κατηγορηματικά ότι δε θα το έκανα αυτό, μακάρι να γινόμουνα και επαίτης. Δε θα το έκανα για όλα τα λεφτά του κόσμου, και ακόμα αν μου δώριζαν μαγικές σβηστήρες να εξάλειφα με τρόπο μαγικό τα τεράστια όντως χρέη μου. Αν ψάχνετε λοιπόν για δολοφόνο, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, σε λάθος μέρος ψάχνετε...» «για πέστε μου κάτι άλλο, αγαπητέ κ. Δήμαρχε, ό,τι έχει σχέση με τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που γίνονται στο υπέροχο όντως πάρκο της περιοχής σας, περνά απαραίτητα από την προσωπική σας έγκριση ή απόρριψη;» «Τι θέλετε να μάθετε ακριβώς και τι εννοείτε». «για παράδειγμα οι μεταμφιέσεις; οι κλόουν; Τα πλακάτ; οι πικετοφορίες; οι μπάντες; οι ομιλίες; οι χοροί και τα τραγούδια; Τα πάντα τέλος πάντων χρειάζονταν την προσωπική σας έγκριση ή όλα αυτά είναι υπό την αιγίδα ενός καθ’ ύλην αρμόδιου υπαλλήλου σας και μόνο;» «Είναι έτσι όπως το λέτε. Υπάρχει αρμόδιος υπάλληλος υπεύθυνος για τα πολιτιστικά. Αν σε κάτι έχει, έναν οποιονδήποτε ενδοιασμό, ζητάει τη γνώμη 117


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μου και πιθανόν την έγκρισή μου». «Θα μπορούσατε δηλαδή να απορρίψετε μία κάπως καυστική αφίσα με υπαινικτική, προσβλητική για κάποιο πρόσωπο κακώς εννοούμενη σάτιρα, όπως και ένα παρόμοιο πλακάτ;» «Α ναι. Και βέβαια. Αυτό είναι στις υποχρεώσεις μου. Θέλω να προστατεύσω τους δημότες από αντιδικίες, παρατράγουδα και καυγάδες σε μέρες γιορτής που αφιερώνονται σε όλους, είτε πρόσκεινται στη συμπολίτευση ή την αντιπολίτευση. Αυτό ναι. οπόταν πλακάτ και πανό περνούν από την έγκρισή μου, αν θεωρηθούν ότι μπορούν να προκαλέσουν». «ςτην τελευταία γιορτή, θυμάστε να είχατε προβεί σε τέτοιες εγκρίσεις;» «Πολύ πιθανόν, πολύ πιθανόν. Μα δε θυμάμαι ακριβώς. Μπορώ να καλέσω τον υπεύθυνο για τα πολιτιστικά να τον ρωτήσουμε. Αυτός θα πρέπει να θυμάται περισσότερες λεπτομέρειες. Τομέας δικός του είναι. ςτο διπλανό γραφείο θα τον βρείτε. Και τώρα με συγχωρείτε. Έχω μία σημαντική συνάντηση με τον περιφερειάρχη, την οποία δυστυχώς δεν μπορώ ούτε να ματαιώσω ούτε να μεταθέσω. για ό,τι άλλο με θελήσετε στη διάθεσή σας...» είπε ο δήμαρχος και δίνοντάς τους το χέρι του σηματοδότησε το τέλος της κουβέντας. «Λοιπόν, Παύλο; για πες...» «Δεν είναι αυτός, ςτέφανε. Ειλικρινής μου φάνηκε. ούτε για πολιτικάντης δείχνει, εθισμένος να λέει το μεγαλύτερο ψέμα με την πιο μεγάλη ειλικρίνεια. Περίεργο το πώς παρασύρθηκε στο χαρτί! Κατά τα 118


θάνατος στο πάρκο

άλλα για καλό τύπο τον έκοψα. Μπορεί βέβαια να κάνω και λάθος». «Εκείνο που είναι λάθος είναι να βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα, κυρίως όταν πρόκειται για ανθρώπους που ασχολούνται με τα κοινά. Έχουν τόσο πολύ εθιστεί στο ψέμα που και οι ίδιοι δεν ξέρω αν στην ουσία ξεχωρίζουν πότε λένε αλήθεια και πότε όχι. Είναι εργαλείο της δουλειάς τους (δε λέω λειτούργημα έτσι;) Ανάλογα με το ταλέντο τους, είτε σε πείθουν και τους ψηφίζεις είτε δε σε πείθουν και τους... ξαναψηφίζεις! Προσωπικά δεν περίμενα να μου πει “ναι εγώ σκότωσα τον καθ’ ύλην”. Έτσι δεν είναι; Θα δούμε, θα δούμε. Πάμε στο διπλανό γραφείο». Και πήγαν. Μα ο υπεύθυνος για τα πολιτιστικά δεν ήταν εκεί. Ήταν εκτός υπηρεσίας την ημέρα αυτή... Και όχι μόνον την ημέρα αυτή αλλά και τις επόμενες.

119


XIII

ο

ι δυο φίλοι έφυγαν από το δημαρχιακό μέγαρο με αισθήματα ανάμικτα. ο Παύλος, λίγο πριν τη συνάντησή τους με τον τοπικό άρχοντα είχε εκφράσει τις υποψίες του ακόμη και για μέλη της οικογένειας αυτού, στην περίπτωση που είχαν μάθει για το κακό που τους επεφύλασσε σαν αποτέλεσμα της χαρτοπαιξίας του. Όσο όμως τώρα το σκεφτόταν αυτό, τόσο και απομακρύνονταν η σκέψη του από μια τέτοια εκδοχή. Και τούτο γιατί αν κάποιος σκεφτεί ότι στην ιταλία, ακόμα και η Μαφία ανακατεύτηκε έστω και από συναδελφική –συναδελφική!– αλληλεγγύη, το ίδιο και στο Παρίσι που μπήκαν σπίτι του προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, σημαίνει τι; ςημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιο αδύναμο μέλος της οικογένειας, του επιπόλαια φερόμενου δημάρχου, είτε η γυναίκα του, είτε κάποιο από τα παιδιά του, να έχει ούτε τέτοιες διασυνδέσεις ούτε τη δύναμη που απαιτείται για βρομοδουλειές του είδους αυτού. Αποπροσανατολίστηκε λοιπόν η σκέψη του για λίγο, και τώρα καταλάβαινε γιατί δεν τη σχολίασε ο ςτέφανος, όταν του την εξέφρασε. Ήταν απλώς μια συναισθηματική, μια μυθιστορηματική άποψη και τίποτα άλλο. «ςτέφανε, πολύ φοβάμαι ότι τα πράγματα είναι σοβαρότερα απ’ ότι υπολογίζαμε. Κάτι άλλο θα 120


θάνατος στο πάρκο

πρέπει να συμβαίνει, φίλε μου, κάτι άλλο». «Άκου, Παύλο, είναι η αλήθεια ότι θα παραήταν αφελές να θεωρήσουμε σαν ενόχους εκείνους που θα υποπτευόταν κάποιος αδαής από την πρώτη στιγμή. Πιθανόν να συμβαίνει αυτό που λες. Να πρόκειται δηλαδή για κάτι σοβαρότερο. Αλλά πίστεψέ με, δεν είναι αφέλεια σε πολλές περιπτώσεις να θεωρείς μια παρόμοια περίπτωση “εύκολη”. Και ακριβώς γιατί είναι εύκολη και απλή, είναι και δύσκολο να εξιχνιαστεί. οξύμωρο βέβαια, αλλά η πείρα μου αυτό με δίδαξε. Εμείς, θα ανεβαίνουμε ένα σκαλάκι τη φορά. Αργότερα δύο δύο, και στη συνέχεια τα σκαλιά θα τα ανεβαίνουμε τρέχοντας. Θυμήσου αυτό που σου λέω». Πήγαν οι δυο κουμπάροι στη γειτονική καφετέρια. Πήραν τον ελληνικό τους και από ένα λαχταριστό κρουασάν και ο ςτέφανος τηλεφώνησε στα κορίτσια να τους πει να μη μαγειρέψουν, γιατί το μεσημέρι θα περνούσαν να τις πάρουν να πάνε για φαγητό στην Πλάκα. Μέχρι την ώρα εκείνη όμως είχαν άφθονο χρόνο. ο ςτέφανος είπε στο φίλο του να πάνε μια βόλτα, όχι αναψυχής βέβαια, μέχρι το πάρκο. «για κοίταξε, φίλε μου, πώς τα φέρνει η ζωή. Μια υπόθεση που ανέλαβα, πόσο άλλαξε τη ζωή μου. γνώρισα τη Μαρία Χριστίνα και εσένα. ςας παντρέψαμε η Βιβή και εγώ κι εσείς παντρέψατε εμάς. Έγινες φίλος μου και πολύτιμος βοηθός μου. Κοντολογίς, η Βιβή μου και σεις οι δυο, δώσατε νόημα στη μαγκούφικη ζωή μου. γίνατε η οικογένειά μου. 121


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Έρχομαι να πω αυτό που πιστεύω ακράδαντα: Τελικά, όλα στη ζωή για κάποιο λόγο γίνονται». «ςυμφωνώ και επαυξάνω», είπε ο Παύλος. «Αν εσύ αισθάνεσαι έτσι, σε παρακαλώ έστω και μία στιγμή έλα στη δική μου θέση. Ήμουνα αποδιωγμένος. Κόντευα να χάσω την αγάπη της ζωής μου, έχασα τη δουλειά μου, ταπεινώθηκα, από έναν άνθρωπο που την αγάπη τη μετρούσε με μέτρα και σταθμά περίεργα και πάντως μακράν απ’ ό,τι τη μετρούσα εγώ. ςτέφανε, υπάρχει περίπτωση σύγκρισης της δικής σου κατάστασης μ’ αυτήν της δικής μου; Και ντρέπομαι που το λέω μα είναι αλήθεια, ο θάνατος του ανθρώπου που με κατέστρεφε μέρα με τη μέρα, ώρα την ώρα έγινε αιτία να ξαναγεννηθώ και να ζω μια ζωή που ούτε στα όνειρά μου φανταζόμουν ότι μπορεί να υπάρχει. Άνεση οικονομική. Αγάπη, αγάπη χωρίς όρια και συρματοπλέγματα. Φιλία υπέροχη. Περηφάνια που με τίμησε με τη φιλία του ένας διάσημος και πραγματικά υπέροχος άνθρωπος όπως εσύ. Και μια δουλειά με ενδιαφέρον χωρίς τη μούχλα της καρέκλας ενός γραφείου, και... άκουσον, άκουσον: απέκτησα μία πεθερά που με λατρεύει πιο πολύ από το μικρό της γιο. Απίστευτα όλα αυτά. Τσιμπιέμαι να δω αν κοιμάμαι ή αν βλέπω το ωραιότερο των ονείρων. »Δίκιο έχεις, φίλε. Όλα για κάποιον λόγο γίνονται. Από οικονομικής πλευράς πάντως αν το εξετάσουμε το θέμα και θέσουμε ξανά το ερώτημα: Ποιος ωφελήθηκε τελικά από τον θάνατο εκείνου του ανθρώπου, τι θα απαντούσαμε εσύ και εγώ; Μόνο που πριν ο άνθρωπος εκείνος χάσει τη ζωή του, μήτε 122


θάνατος στο πάρκο

εσύ μήτε εγώ ξέραμε την ωφέλεια που θα προέκυπτε. Αυτό μας απομακρύνει από τον κατάλογο των υπόπτων! »Και τελειώνοντας να προσθέσω και κάτι άλλο μεταφυσικό και μη με κοροϊδέψεις σε παρακαλώ γι’ αυτό που θα πω. Πιστεύω ότι ο πεθερός μου, μετανιωμένος για το κακό που μου έκανε, βλέποντας εκεί που πήγε τι ήταν τελικά αυτό που άξιζε στη ζωή, θα ζήτησε και θα κατάφερε να μας στείλει τη συγγνώμη του και την ευχή του στην κόρη του και σε μένα με τον τρόπο που ανέφερα πριν λίγο». «Καλά καλά, αγόρι μου. Και ύστερα ξύπνησες. Πάμε τώρα στο πάρκο. Ελπίζω να έχει πάρει μπρος η μηχανή της επιχείρησης. Θέλω κάτι να ρωτήσω τους ανθρώπους εκεί, κυρίως τον υπεύθυνο για τα πολιτιστικά. Τι θα γίνει με τον κύριο αυτό; Δε βρίσκεται πουθενά; Τα μάτια σου και τ’ αφτιά σου ανοικτά, παλικάρι μου. Και σημείωνε το παραμικρό που σου κάνει ιδιαίτερη αίσθηση. οι λεπτομέρειες κάνουν πάντα τη διαφορά». Το πάρκο σε τίποτα δε θύμιζε το κακό που είχε συμβεί πριν σχεδόν ένα μήνα ή και πάρα πάνω. Πεντακάθαροι χώροι. Δραστηριότητα προετοιμασίας σε όλα τα πόστα. Είχε προστεθεί σε όλα εκείνα που υπήρχαν επί εποχής του πεθερού και ένα όμορφο εστιατόριο. Και απ’ ό,τι φαινόταν, οι τιμές των εδεσμάτων που ήταν αναρτημένες σε ένα μαυροπίνακα, κάθε άλλο από απαγορευτικές ήταν. Άνθρωποι κυρίως της τρίτης ηλικίας, όπως είπαν οι υπάλληλοι εκεί, ήταν 123


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

οι μεσημεριανοί πελάτες, ενώ αργά το απόγευμα και νωρίς τα βράδια ο μικρόκοσμος και ο νεαρόκοσμος πλημμύριζε τους χώρους των fast food. ο ςτέφανος έδειξε την υπηρεσιακή του ταυτότητα στον υπεύθυνο, παρακαλώντας τον ευγενικά να καθίσουν για να τον ρωτήσει δυο τρία πράγματα. ο άνθρωπος δέχθηκε ευχαρίστως, το γεγονός ότι φαινόταν να έχει πολλή δουλειά. «Θα αρχίσω, κύριε, από αυτό που θεωρώ σημαντικό. Πώς πάει η κίνηση της επιχείρησης; Υποθέτω ότι τώρα ανοίξατε». «Ναι. για την ακρίβεια πριν μία εβδομάδα. οι εργασίες βέβαια στο πάρκο άρχισαν καμιά δεκαριά μέρες μετά τον θάνατο του συναδέλφου. Πέραν του γενικού καθαρισμού και της ανανέωσης των χώρων και της δημιουργίας του εστιατορίου δεν κουραστήκαμε ιδιαίτερα, γιατί και πριν συμβεί το κακό τα πάντα λειτουργούσαν άψογα. ο μακαρίτης ήταν μερακλής. Ελπίζω να του μοιάσουμε (μόνο στο μεράκι βέβαια) και η πελατεία μας να μας τιμήσει αναλόγως. Είναι ένα στοίχημα που έχουμε βάλει όλοι με τον εαυτό μας». «Πόσο καιρό θα παραμείνετε στο πόστο σας;» «Ένα χρόνο ακριβώς. ο επόμενος συνάδελφος θα με αντικαταστήσει κατόπιν κλήρωσης που θα γίνει μεταξύ των υποψηφίων για τη θέση αυτή. Πρόκειται για υπαλλήλους... παντός καιρού, όπως τους λέμε. Που σημαίνει ότι βρίσκονται στη θέση τους όποιος και αν είναι ο δήμαρχός μας». «Πέστε μου κάτι, σας παρακαλώ, ποιοι είναι οι προμηθευτές σας και ποιος διαχειρίζεται το όλο 124


θάνατος στο πάρκο

θέμα μαζί τους;» «Είναι πολλοί. ςυνήθως κλείνουμε τις δουλειές σε κάθε τομέα, και θα σας εξηγήσω τι εννοώ “τομέα”, κατόπιν ενός είδους διαγωνισμού να το πω; προσφοράς να το πω; Εξηγούμαι. για παράδειγμα οι πίτσες. ςτα ψυγεία μας, στους καταψύκτες τις έχουμε έτοιμες. Έχουμε μια σύμβαση με την προμηθευτική μας εταιρεία που μας δίνει την καλύτερη προσφορά, όχι εννοείται σε βάρος της άριστης ποιότητας που απαιτούμε. Το ίδιο συμβαίνει με τους φούρνους, γιατί βέβαια δεν το φτιάχνουμε εμείς το ψωμί. Τα κρέατα, για παράδειγμα, που είναι και το μεγάλο κονδύλι της επιχείρησης, μας έρχονται από το εξωτερικό». «Θα είχατε την καλοσύνη να μας πείτε ονόματα παρακαλώ; Εννοώ “φάρμες”, σφαγεία και φίρμες για τις πίτσες, ονόματα φούρνων και σούπερ μάρκετ, μανάβικα τα πάντα τέλος πάντων. για, μια στιγμή. Είπατε τα κρέατα είναι εισαγόμενα; Από πού δηλαδή; Τα ελληνικά δεν τα καταδέχεστε;» «Εμείς τα καταδεχόμαστε, μα είναι πολύ ακριβότερα. Η γαλλία και η συγκεκριμένη εταιρεία LA FRANCE που είναι οι προμηθευτές μας είναι άψογη». «Και ποιος σας τη συνέστησε την εταιρεία αυτή;» «Α, αυτό δεν το ξέρω. Μπορώ όμως να το μάθω και να σας το πω». «Με υποχρεώνετε. Κάντε το όμως, σας παρακαλώ, το συντομότερο δυνατόν. Μπορείτε;» «Μπορώ». «Τέλεια. Επιστρέφουμε σε καμιά ωρίτσα». 125


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Άκου, Παύλο. Τη φίρμα αυτή των κρεάτων την ξέρω. Είναι μεγάλη, κάνει εξαγωγές σε όλον τον κόσμο σχεδόν. ςτις εξαγωγές της για την Ελλάδα βρίσκεται σε φοβερό ανταγωνισμό με μια βελγική. Και είναι τέτοια η μεταξύ τους κόντρα που λένε οι γνωρίζοντες τα πράγματα ότι τείνει να εξελιχθεί σε πόλεμο. Ξέρω καλά ότι στη μεταξύ τους κόντρα νικήτρια βγαίνει μέχρι στιγμής η βελγική, και προσωπικά δεν άκουσα να γίνεται λόγος για εισαγωγές από γαλλία. Εξεπλάγην λοιπόν όταν πριν λίγο άκουσα για την LA FRANCE που μου ανέφερε ο νέος υπεύθυνος των προμηθειών. Πονηρεύτηκα ξέρεις, καθώς είμαι και υποχρεωμένος να μαθαίνω κάθε λεπτομέρεια. Με την πρώτη ματιά οι λεπτομέρειες μοιάζουν αμελητέες. Τελικά όμως είναι αυτές που κάνουν τη διαφορά. Τούτη είναι άλλη μια βασική αρχή... »ςτη προκειμένη περίπτωση, δεν ξέρω αν θυμάσαι, επί μέρες ούρλιαζαν από τηλεοράσεως -και δελτία ειδήσεων πιο συγκεκριμένα- οι δυο ανταγωνιστές αφήνοντας έκπληκτο τον κόσμο με το μένος της μιας απέναντι στην άλλη εταιρεία, μέχρι σημείου να κατηγορήσει η βελγική την ανταγωνίστριά της γαλλική, ότι το κρέας της ήταν ακατάλληλο προς βρώση, λόγω άρρωστων ζώων αφενός και αλογίσιου κρέατος που διοχέτευαν στην αγορά. Ξέρεις τώρα, αντί ευθανασίας στα γέρικα άλογα, σφαγή και παϊδάκια στο πιάτο του καταναλωτή... Μπρ μπρ μπρ. Ήταν επόμενο λοιπόν, ο κόσμος να αποφεύγει το γαλλικό κρέας και οι χονδρέμποροι καταστράφηκαν με τόνους γαλλικού κρέατος να καταψύχεται, να ξεπαγώνει στη συνέχεια και μετά να ξαναπαγώνει 126


θάνατος στο πάρκο

και τελικά να καταλήγει στις χωματερές. »Και μόλις τώρα μάθαμε ότι έχουμε κρέας από γαλλία ξανά. για να το προμηθεύεται λοιπόν μια μικρή σχετικά επιχείρηση σαν αυτή του πάρκου σημαίνει ότι οι εισαγωγή δε σταμάτησε ποτέ. Και το εύγλωττο ερώτημά μου είναι τι έγινε με τις κατηγορίες που εξαπέλυσε η βελγική πλευρά περί ακαταλληλότητας; Αποσύρθηκαν ή μήπως ήταν πομφόλυγες μόνο, ανταγωνιστικές, που έσκασαν με τον καιρό και ούτε γάτα ούτε ζημιά; Μου περνάει δε και από το μυαλό, μη και ο θάνατος του πεθερού σου έχει κάποια σχέση με όλο αυτό... »Κάτι μου λέει ακόμη ότι πρέπει να επεκτείνουμε την έρευνα γαλλία μεριά. Τι λες εσύ; Το δικό μου το ένστικτο προς τα κει με οδηγεί. Λοιπόν τι λες; γιατί έτσι και αποδειχθεί ότι έχω δίκιο ιδού και η εξήγηση περί διεθνούς τρομοκρατίας. ςτην περίπτωση αυτή, ο μακαρίτης ο πεθερός σου θα πρέπει να είχε ανακαλύψει κάτι σημαντικό, οπόταν έπρεπε να του κλείσουν το στόμα πριν ξεσπάσει και άλλο μεγαλύτερο σκάνδαλο στη διατροφική αλυσίδα τόσο εντός των τειχών όσο και στην αλλοδαπή. Και όταν του το έκλεισαν παρουσιάστηκα εγώ ως Φάντης Μπαστούνης, που λένε, και τους έκοψα τη μαγιονέζα. Ξέρουν δε καλά, ότι δεν υπάρχει περίπτωση ούτε μία στο εκατομμύριο να μη βρω την αλήθεια. Έπρεπε λοιπόν απλά να κλείσουν και το δικό μου το στόμα. Και όχι μόνον αυτό μα και το στόμα της γυναίκας μου και των φίλων μου που πιθανόν γνώριζαν ό,τι γνώρισα κι εγώ... Εξού τα του ελληνικού αεροδρομίου, τα του Παρισιού και της Φλωρεντίας. Πώς σου φαί127


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νεται η διαδρομή της σκέψης μου;» «Μου φαίνεται μεν με υπερβολική δόση φαντασίας, που όμως μπορεί να βγει και πραγματική. οπόταν, ενδελεχής έλεγχος στον τομέα αυτό. Και ένα γερό πισωγύρισμα στα πεπραγμένα της επιχείρησης του πάρκου, τους δύο τουλάχιστον τελευταίους μήνες προ του θανάτου του πεθερού μου». «Α, γεια σου, αγόρι μου. Η χημεία της σκέψης μας τέλεια. Απίστευτο το πώς ένας άνθρωπος χωρίς καθόλου πείρα στον τομέα τον ντετεκτιβικό όπως εσύ, αφήνεις τη φαντασία σου να καλπάζει. Τυχερός που σε έχω δίπλα μου και έπαψα να μιλάω μόνος μου. Να θυμηθώ να σου κάνω αύξηση στο μισθό σου και καπάκι δώρο ένα ταξίδι στο Παρίσι για δυο άτομα». «Θεέ μου, τι τύχη!.... Πεθερέ μου, συγχωρεμένος να ’σαι. Και με τη σειρά μου ζητώ και εγώ συγγνώμη. Και ας μου πει κάποιος, ποιος πεθερός εν ζωή προσφέρει στο γαμπρό του όσα ο δικός μου ακόμη και πεθαμένος...» γύρισαν στο πάρκο για να ακούσουν τα εξής καταπληκτικά... Αν δεν κάνουν λάθος, εκείνος που συνέστησε και επέμεινε για την επικράτηση του γαλλικού κρέατος και όχι μόνο για το πάρκο, αλλά για όλη την Περιφέρεια τουλάχιστον αυτήν που προΐστατο, ήταν ακριβώς ο γνωστός μας περιφερειάρχης. Ναι, ναι, αυτός με τα περίεργα χούγια. «Μπίνγκο, λοιπόν... Και να πώς εξηγείται ο καυγάς με τον δολοφονηθέντα. Και η αντιπάθεια του περιφερειάρχη και του φίλου του δημάρχου, για τον 128


θάνατος στο πάρκο

“καθ’ ύλην”. Λοιπόν, Παύλο, αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη και αυτό αντιβαίνει τους κανόνες ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, τολμώ να προβλέψω ότι ο δολοφόνος είναι εγκλωβισμένος εντός του κύκλου της Περιφέρειας και του εν Ελλάδι αντιπροσώπου της γαλλικής εταιρείας LA FRANCE. Περιφερειάρχης και αντιπρόσωπος είχαν σοβαρότατους λόγους να τον βγάλουν από τη μέση με τα εμπόδια που τους έφερνε και τα προβλήματα που τους δημιουργούσε. Τα καλά και συμφέροντα, φίλε μου. Και τι είναι ο θάνατος ενός ασήμαντου υπαλλήλου μιας δημοτικής αρχής που έχει το θράσος να υψώνει ανάστημα και να κόβει το αβγολέμονο της σούπας ενός τσιγκούναρου και γυναικά τοπικού άρχοντα;» «Ναι, μα το θέμα είναι γιατί ο πεθερός μου τόλμησε να το κάνει αυτό; Να έρθει αντιμέτωπος με ένα τραστ του εξωτερικού και έναν υπέρ προϊστάμενο εσωτερικού, που μπορούσε με μια του λέξη να τον πετάξει τόσο από τη θέση του αλλά και τη δουλειά του γενικά, με θεμιτό ή και με αθέμιτο τρόπο;» «Άκου. Απ’ ό,τι μου λέει το αστυνομικό μου δαιμόνιο, μπορεί ο πεθερός σου να ήταν με σένα σκατά, ήταν όμως ένας μάλλον έντιμος, κατά το μέτρο του δυνατού βέβαια, γιατί το μέλι είναι γλυκό πολύ, όπως και να το κάνουμε, και οι πειρασμοί πολλοί, και έκανε ό,τι μπορούσε καλύτερο για τη δουλειά του. Υποπτεύομαι ότι η άρνησή του και η απέχθειά του στο κρέας της γαλλικής εταιρείας οφείλονταν στις φήμες που κυκλοφορούσαν πως προερχόταν από ζώα άρρωστα αφενός και ότι ένα 129


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μεγάλο μέρος ήταν από αλογίσιο κρέας. Δεν μπορούσε λοιπόν να φανταστεί ότι η κόρη του που λάτρευε, μπορούσε να βάλει στο στόμα της και αυτή, όπως εκατοντάδες άλλα παιδιά, προϊόντα τέτοια. ςουβλάκια δηλαδή από άρρωστα γουρούνια και γερασμένα άλογα που αντί να τους κάνουν ευθανασία, τα έσφαζαν για να φάει και το παιδάκι του... τα παϊδάκια τους. Το θεώρησε εγκληματικό, τους το ξέκοψε, αρνήθηκε τη συνεργασία και αυτοί του βούλωσαν το στόμα. Αν ήθελε να ζήσει, ας φρόντιζε να εξασφαλίσει καλύτερη ποιότητα τροφής για το παιδί του μόνο και να μην τον ένοιαζε για τα παιδιά της επικράτειας. Αν έπαιζε και καμία βελγική μίζα, δεν το ξέρω! »Ωχ, θεέ μου... Αμ, παίζουν μ’ αυτά, αγαπητέ “καθ’ ύλην”; Και μας έρχεσαι τώρα και συ, Ηρακλή Πουαρώ, και πας να χώσεις τη μύτη σου και να μάθεις το πώς και το γιατί έχασε τη ζωή του ο γέρος. ςε τρώει και σένα ο απ’ αυτός σου, εξυπνάκια. Θα σε κυνηγήσουμε, λοιπόν, όπου και αν πας μέχρι πρώτα να περάσει κάποιος εύλογος χρόνος προς αποφυγήν συνειρμών, και μετά κλείνουμε, τόσο το δικό σου στοματάκι όσο και της παρέας σου η οποία σαφώς και θα είναι ενήμερη. »Αυτό είναι, Παύλο. Δε μου το βγάζεις από το μυαλό. Χρειάζομαι μια επιβεβαίωση αν ο υποτιθέμενος καβγάς που υποπτεύομαι θα έγινε μεταξύ γαλλίας και του “καθ’ ύλην” υπέπεσε στην αντίληψη κάποιου μάρτυρα και πάνω σ’ αυτή τη μαρτυρία θα στηρίξω την άποψή μου. Τουλάχιστον ο θάνατος του ανθρώπου να χρησιμεύσει σε κάτι. Να εξαλειφθεί 130


θάνατος στο πάρκο

δηλαδή η μαφία της εμπορίας σάπιου κρέατος που απειλεί σοβαρά την υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων του κόσμου όλου». «Εγώ, ςτέφανε, στο είχα πει. Θυμάσαι; Κάτι μεγάλο παίζεται. Απειλήσαμε συμφέροντα τεράστια. Το πράγμα σοβαρεύει νομίζω. για να αντιπαρέλθεις τέτοια τραστ χρειάζονται κότσια. Όσον με αφορά, εγώ πίσω δεν κάνω. Είμαι μέσα. Μην αμφιβάλεις λεπτό». «Πάμε τώρα να φάμε και αύριο πάμε στον περιφερειάρχη. Θα πάμε και οι τέσσερις. Μας λείπει ένας για να έχουμε πλήρη ομάδα μπάσκετ χωρίς κανέναν να κάθεται στον πάγκο. Θα τον βρούμε τον πέμπτο παίχτη. Θα είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης μας. για παράδειγμα, ο επί της εθιμοτυπίας του δήμου, φίλος μου από τα παλιά, εχέμυθος, τίμιος, έξυπνος, και ολίγον τυχοδιώκτης με την ακριβή ετυμολογία της λέξης και την καλή της έννοια. Ερωτευμένος με την περιπέτεια θα ήταν καλύτερο να πω. Ξέρει το θέμα με το οποίο έχω καταπιαστεί. Επιπλέον, δεν εκτιμά ιδιαίτερα τον άμεσο προϊστάμενό του όπως και τον ανώτερο όλων περιφερειάρχη. Είναι χαρακτήρας νομίσματος παλαιάς κοπής και όπου τη συναντά την ατασθαλία της δίνει και καταλαβαίνει. Είναι και καλός συγγραφέας. ςου είχα πει ότι τον προόριζα για βοηθό μου, δεν του το είχα προτείνει ευτυχώς, γιατί με το που ανέλαβες εσύ δε θα ήθελα να νομίσει ότι τον υποτιμώ. »Τώρα σε παρακαλώ, όση ώρα τρώμε, δε θέλω κουβέντα για το θέμα μας. Ειλικρινά θέλω να απολαύσω το στιφάδο μου στα τραπεζάκια στον ήλιο 131


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φάτσα στην Ακρόπολη. Θα γεμίσουν τα μάτια μου τόσο από το αρχαίο κάλλος όσο και από αυτό των κοριτσιών μας, που για να σου πω την αλήθεια το προτιμώ. Που να πάρει, είναι δικό μας και δεν είναι μόνο για να το βλέπουμε αλλά να το (εντάξει) να το κατέχουμε... Όχι πες μου άδικο έχω; Ένα διάλειμμα λοιπόν, ένα τάιμ άουτ, για να ξεκουραστεί η σκέψη μας, το μυαλό μας. Έτσι κάνω πάντα. Αύριο oπεριφερειάρχης. »Μεθαύριο το Παρίσι. ο Μισέλ δε με ξαναπήρε και ανησυχώ. Δυο τρεις φορές που εγώ τον πήρα δεν απάντησε και ανησυχώ, είναι γιατί πρόκειται περί απίστευτα τυπικού ατόμου. Πώς και δεν είδε τις κλήσεις μου; ςτάσου να τον ξαναπάρω ακόμη μια φορά. Βλέπεις; Δεν απαντά... ώρες είναι να του συμβαίνει κάτι! Φοβάμαι ότι προέχει να πάμε πρώτα εκεί και μετά στον περιφερειάρχη. Αν μέχρι το πρωί δεν έχω νέα του, φεύγουμε». «Ό,τι πεις, αφεντικό. Εσύ ξέρεις τι πρέπει να κάνουμε. Είσαι και παίκτης της ομάδας και κόουτς. Ό,τι πεις λοιπόν. Μαζί σου και με κλειστά μάτια βαδίζω. Δεν είσαι δυνατός μόνο στη σκέψη αλλά ως και η αύρα που εκπέμπεις γεμίζει τον άλλο με αισιοδοξία ικανοποίηση και...» «Καλά καλά... Κόψε και κάτι... ςε κάθε περίπτωση σε ευχαριστώ, φίλε, για την ψήφο εμπιστοσύνης που μου δίνεις. Μου δίνει όρεξη για δουλειά, με εμπνέει. Δε φαντάζεσαι πόσο καλό μου κάνει να νιώθω χρήσιμος. Μου δίνει αυτοεκτίμηση δεν είναι ντροπή να το ομολογώ. Μη σου φανεί υπερβολικό αυτό που θα σου πω αλλά σ’ αυτή τη δουλειά που κάνω 132


θάνατος στο πάρκο

με την τόση ανεντιμότητα, με την οποία έρχομαι αντιμέτωπος, φτάνω στο σημείο ακόμη και ψήγματα εντιμότητας όταν και όπου συναντώ, ακόμη και στον εαυτό μου, να νιώθω υπερήφανος και γεμάτος...» «Δεν έχω να συμπληρώσω τίποτα, ςτέφανε. Τα είπες όλα».

133


XIV

«γ

εια σας, κορίτσια. ςυγγνώμη για τα δευτερόλεπτα που σας κάναμε να περιμένετε». «Μόλις ήρθαμε κι εμείς. Παύλο, σου έχω μία έκπληξη. Θα έχουμε παρέα. Όπου να ’ναι καταφτάνει η μάνα μου. Έρχεται λέει για σένα επειδή της έλειψες τόσον πολύ καιρό που έχει να σε δει. Ελπίζω να μη σου χάλασα το κέφι με το μαντάτο. Η καημενούλα δε θα καθίσει πολύ. Μισή ώρα το πολύ, έτσι μου είπε. για δες πώς τα φέρνει η ζωή... Πόσο άλλαξαν τα πράγματα στη ζωή μας. Της γυναίκας δεν της λείπει η κόρη της, της λείπει ο γαμπρός της! Πού ’σαι, πατέρα, να δεις τι κοσμογονία έγινε στο σπιτικό σου», είπε η Μαρία Χριστίνα και γέλασαν όλοι, αγκαλιάζοντας και την κυρία Μαριάνθη που έφτασε χαρωπή, ζωηρή και ανανεωμένη. Αλήθεια, τι της συνέβαινε τον τελευταίο καιρό; Κάτι πάνω της έμοιαζε αλλιώτικο, έλαμπε. Και η λάμψη αυτή την έκανε να δείχνει δέκα χρόνια νεότερη. Πόσων χρόνων ήταν αλήθεια; Δεν τη ρώτησε ποτέ κανείς ή άφηναν να γίνει αυτό εν ευθέτω χρόνω. Αν και βέβαια μια κυρία ποτέ δεν τη ρωτούν για την ηλικία της. Είναι όσο φαίνεται. Αφενός αυτό, αλλά και γιατί, όπως έλεγε ο Oscar Wilde «όταν μια γυναίκα λέει την πραγματική της ηλικία είναι ικανή για τα πάντα». Η κυρία Μαριάνθη χάιδεψε τον Παύλο τρυφερά στην πλάτη, του είπε λίγες τρυφεράδες σαν αυτές 134


θάνατος στο πάρκο

που θα του έλεγε η ίδια του η μητέρα, και μετά, παρά τις διαμαρτυρίες της ομήγυρης, σηκώθηκε και με χίλιες δυο προφάσεις και δικαιολογίες για δήθεν ραντεβού που είχε με τις φίλες της, έφυγε αφήνοντάς τους να απολαύσουν το φαγητό τους με την ησυχία τους και τη νεανική τους συντροφιά. «Καλή σας όρεξη, παιδιά. Τα λέμε σε λίγο...» Όπως και το φοβόταν ο ςτέφανος, νέα από τον Μισέλ δεν υπήρχαν μέχρι και την επόμενη ημέρα το πρωί. οπόταν έφυγαν για το Παρίσι πολύ ανήσυχοι και κακά προαισθήματα. Μα ο Μισέλ ούτε στο σπίτι ήταν ως όφειλε. ούτε το κινητό του απαντούσε. Κοινούς γνωστούς δεν είχαν για να μάθει κάτι ο ςτέφανος. Και στην αστυνομία τι να δηλώσει; Εξαφάνιση; O επιθεωρητής Renier, στενός φίλος του ντετέκτιβ, τον συμβούλευσε να μην ανησυχεί. Δε χάνονται τόσο εύκολα οι άνθρωποι, στη γαλλία τουλάχιστον. Θα ενημέρωνε και την αρμόδια υπηρεσία εξαφανίσεων να έχουν τον νου τους. Και; Με το να έχουν το νου τους, Renier, τι αλλάζει; ο Μισέλ είναι αρκετά μεγάλος στην ηλικία και τελευταία έχει και μικροπροβλήματα υγείας και ίσως βρίσκεται σε κανένα νοσοκομείο... Άρχισε να τα ψάχνει ένα, ένα. Τίποτα. ςαν ο άνθρωπος να μην υπήρξε ποτέ. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξανασυμβεί στα χρόνια τα τόσα που ήταν στη δούλεψή του. Και το υπηρετικό προσωπικό; Το προσωπικό, τις περιόδους που ο ςτέφανος ήταν εκτός γαλλίας για 135


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μεγάλα χρονικά διαστήματα απουσίαζε από τα καθήκοντα του Μεγάρου. Κατανοητό... Δε θα έπρεπε όμως και αυτοί κάτι να ήξεραν αν ο Μισέλ, ο επικεφαλής τους, είχε το όποιο πρόβλημα; Και αν είχε πρόβλημα δε θα φρόντιζαν να ειδοποιήσουν το μεγάλο αφεντικό; Άρα; Άρα δεν ξέρουν και αυτοί τίποτα. «Και δεν ξέρουμε και πόσες ημέρες ακριβώς λείπει. Μπορεί για δυο τρεις ημέρες, μπορεί από τότε που μου είπε ότι στο σπίτι μου είχαν εισβάλει, εκείνοι οι περίεργοι τύποι που το έπαιξαν αστυνομικοί. Έτσι, ένας αναβρασμός υπήρχε στην παρέα, η οποία δεν ήρθε στο Παρίσι την πόλη του φωτός, για αναψυχή. Αν βέβαια πήγαιναν καλά με του ςτέφανου τις υποθέσεις, και την αναψυχή τους θα είχαν και ο Πύργος του Άιφελ εκεί ήταν και τους περίμενε και η όπερα και το Μουλέν ρουζ και ο ςηκουάνας και η Μονμάρτη με τις καλλιτεχνικές της γειτονιές. Προς το παρόν προείχε το θέμα του Μισέλ. Την επομένη της άφιξής τους και στην προσπάθεια του ςτέφανου να βρει κάποιον από τους υπηρέτες του σπιτιού (και λέμε προσπάθειες, γιατί εκείνος άμεση επαφή μαζί τους δεν είχε, καθώς αυτό ήταν καθαρά θέμα του Μισέλ), άρχισε να ψάχνει στο διαμέρισμα του Μισέλ στο μέγαρο. Τα πάντα τακτοποιημένα πεντακάθαρα σαν ένα σπιτικό που ένοικός του ούτε βιαστικά το εγκατέλειψε ούτε έφυγε με τη βία απ’ αυτό. Που σημαίνει ότι μπορεί και να είχε πάει σε κάποιο συγγενικό του 136


θάνατος στο πάρκο

σπίτι για κάποια πολυήμερη επίσκεψη, ή... κτλ. Μα τι λες, άνθρωπέ μου; Ξανάκανε ο Χριστιανός (προτεστάντης για την ακρίβεια) κάτι τέτοιο χωρίς να ειδοποιήσει; Τότε; Ένα τηλεφώνημα απρόσμενο και μάλιστα όχι στο σταθερό του σπιτιού, μα στο προσωπικό δικό του στο κινητό του, έριξε φως στην εξαφάνιση και απελπισία στου ςτέφανου την καρδιά. «Τα ίδια θα πάθεις τόσο εσύ όσο και η συντροφιά σου, αν δεν πάψεις να βάζεις τη μύτη σου παντού. Τι φυσικό και το δικό σου; Ποιος είσαι τελικά; Βάλθηκες να ερευνάς εκτός από φόνους και τις υποθέσεις του εμπορίου, της βιομηχανίας Ελλάδος και γαλλίας; Τι σε νοιάζει εσένα ρε αν οι Έλληνες ή κυρίως οι γάλλοι φάνε καλό ή κακό κρέας; Αν δεν αρέσει σε σένα, μην το φας. Με το ζόρι το δίνουμε στο κόσμο που να σε πάρει;» Του είπαν και άλλα πολλά. Το ρεζουμέ που έβγαινε από το μαγνητοφωνημένο μήνυμα ήταν ότι ο ςτέφανος αν ήθελε τη ζωή του και αυτή της συντροφιάς του αρχίζοντας από τον δόλιο τον Μισέλ έπρεπε εγγράφως –αν είναι δυνατόν– να δηλώσει ότι οποιαδήποτε ανάμειξή του στην κρεατεμπορία θα ήταν παράνομη και έπρεπε να σταματήσει. «Το να σκαλίζεις συνεχώς θα βλάψει σοβαρά τόσο εσένα όσο και τους γύρω σου, άγιε άνθρωπε, που ποτέ δεν είπες σε κανέναν πώς εσύ κέρδισες τα εκατομμύριά σου. Αν κι εμείς αρχίσουμε το σκάλισμα στις δικές σου βρομοδουλειές, δε θα σε ξεπλένει ο ςηκουάνας με όλους τους παραποτάμους του. Έχουμε πολλά ράμματα για τη γούνα σου, κόπανε, 137


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και έτσι και αρχίσουμε να τα ξηλώνουμε ένα ένα, στο τέλος και να αποδείξεις ότι είσαι αθώα περιστερά όλο και κάτι θα μείνει να σπιλώσει το διάσημο όνομά σου. Και αυτό είναι που θα σε πονέσει περισσότερο και από την υγεία σου την ίδια. Φρόντισε να θυμάσαι καλά αυτά που σου είπαμε, το μήνυμα τώρα θα σβηστεί». Μάλιστα, αγαπητέ Renier. Να μην ανησυχώ λοιπόν ε; Απαγωγή ενός ηλικιωμένου ανήμπορου ανθρώπου. Και στο μήνυμα να μη μας δίνονται στοιχεία επαφής να επικοινωνήσουμε μαζί τους. Μόνο διαταγές και απειλές. Να μην ξέρουμε ακόμη και αν ο Μισέλ είναι ζωντανός ή αν είναι καλά στην υγεία του και αν είναι σε θέση να παίρνει τα απολύτως απαραίτητα φάρμακά του. ο ςτέφανος παρά την προειδοποίησή τους να μην ανακατέψει την αστυνομία, ειδοποίησε τον φίλο του επιθεωρητή Renier, ο οποίος καταφτάνει ξέπνοος και μαζί με τον ςτέφανο και τον Παύλο βάζουν μπροστά ένα σχέδιο έμπνευσης του επιθεωρητή που υποπτευόμενος από πριν τι είχε συμβεί στον άτυχο γέροντα, είχε κάνει ένα πλάνο σε περίπτωση απαγωγής, που θα το έθετε σε εφαρμογή, πράγμα που έκανε αμέσως. Μαγνητοφωνούν ένα δικό τους μήνυμα το οποίο μεταδίδεται ευθύς μόλις κάποιος καλέσει τον ςτέφανο είτε στο σταθερό είτε στο κινητό του. «Δεν έχω αντίρηση. Δέχομαι τις απαιτήσεις σας, αλλά μόνο στην περίπτωση που μου επιστραφεί το εμπόρευμα σώο και αβλαβές. Υπογραφή κυρίων. Προσωπική μου απόσυρση από την υπόθεση. Περιμένω...» 138


θάνατος στο πάρκο

Η ημέρα κύλησε χωρίς να χτυπήσει κανένα από τα δύο τηλέφωνα με την αγωνία του ντετέκτιβ να έχει κτυπήσει κόκκινο. Δεν είχε η παρέα βγει για φαγητό. Παράγγειλαν έτοιμο, ήπιαν αρκετό παγωμένο κρασάκι και κει στις έντεκα το βράδυ κτύπησε τελικά το τηλέφωνό του. Όπως είχαν σχεδιάσει, μεταδίδεται το μήνυμα που είχαν γράψει με τον γάλλο αστυνομικό, κλείνει η γραμμή και αμέσως μετά αμέσως ξανατηλεφωνούν. «Περιμένουμε τη γραπτή επίσημη υπογραφή σου και σου επιστρέφουμε το εμπόρευμα τώρα αμέσως. για μας τελείως άχρηστο». «Renier, έλα αμέσως». Μέχρι αργά τη νύχτα μαζεμένοι όλοι στο μέγαρο του ςτέφανου μετρούν τα λεπτά σαν ώρες και τις ώρες σαν ημέρες, όπως συμβαίνει σε στιγμές αναμονής τέτοιου είδους, μα άφιξη καμιά. «οι μπάσταρδοι, οι αλήτες. Λες να τον έχουν σκοτώσει τον άνθρωπο και γι’ αυτό δεν τον έστειλαν όπως είπαν;» «Πολύ φοβάμαι πως ναι, κάτι τέτοιο συμβαίνει» λέει ο Renier. Εκεί γύρω στις 4 το πρωί, ακούν να ενεργοποιείται ο συναγερμός των δωματίων της εισόδου και βλέπουν επιτέλους τον Μισέλ ζωντανό μεν, αλλά ταλαιπωρημένο και ξέπνοο. ο ςτέφανος τον κανακεύει και του ζητά να ειδοποιήσει το υπηρετικό του προσωπικό να πιάσει δουλειά. ςε μια ώρα παρόντες οι πάντες στις θέσεις τους και το μέγαρο παίρνει ζωή. Τον Μισέλ τον έβαλε ο ίδιος ο ςτέφανος για ύπνο 139


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σα να ήταν παιδάκι χωρίς να τον ρωτήσει τίποτα. Το πρωί που θα ξυπνούσε θα του έλεγε τα πάντα και τότε ο ςτέφανος θα πήγαινε στον συμβολαιογράφο να υπογράψει το χαρτί που του ζήτησαν. Τη δική του υπογραφή δεν ήθελαν; θα την είχαν. Δεν είχαν όμως υπολογίσει τον Παύλο που στο εξής θα ενεργούσε αντ’ αυτού. Ένας ντετέκτιβ λοιπόν γεννιέται με δίπλα του φύλακα άγγελο και σύμβουλο τον φημισμένο φίλο του, ο οποίος τύποις θα ήταν ανενεργός βέβαια. Αυτό δεν το είχαν προβλέψει. Καλά να πάθουν. Με τον ςτέφανο Μακρή δεν τα βάζει εύκολα κανείς. Μοίρασε αρμοδιότητες σε όλα τα μέλη της συντροφιάς και καληνύχτισε την ομήγυρη. Άρχιζε ένα καινούριο κεφάλαιο στις έρευνές του. Του το είχε πει ο αντικαταστάτης του, δεν του το είπε; Δεν του είπε ότι η υπόθεση ήταν μεγάλη, δύσκολη, και καθόλου συνηθισμένη; Ε, και λοιπόν; ο φημισμένος ντετέκτιβ το διάσημο όνομά του το όφειλε σε αυτό ακριβώς. ςτη λύση των δύσκολων προβλημάτων σαν τούτο εδώ. Βαπτίζεται λοιπόν ο δούλος του Θεού Παύλος Παυλίδης και αποκτά το επάγγελμα του ιδιωτικού ντετέκτιβ από βοηθός που ήταν μέχρι τώρα. Άντε και να δούμε τι απίδια πιάνει ο σάκος σου Παυλίτο, όπως θα έλεγε, και κάποια γνωστή ηθοποιός. ο ςτέφανος τον λόγο του τον σεβόταν ακόμη κι όταν τον έδινε σε λαμόγια, σε κακοποιούς και μαχαιροβγάλτες. γι’ αυτό τον σέβονταν οι πάντες. Και τι θα γινόταν δηλαδή; Θα αποσυρόταν κάθε φορά 140


θάνατος στο πάρκο

από μια υπόθεση γιατί τον απειλούσαν; Όχι, βρε παιδιά. για σταθείτε. Μέχρι τώρα ο άνθρωπος ήταν μόνος του και βέβαια δεν τον άγγιζαν οι όποιες απειλές. Μόλις τώρα όμως, που απέκτησε δορυφόρους λατρευτούς, έτρεμε γι’ αυτούς. Θα έμενε λοιπόν να τους προστατεύει, ενώ οι δορυφόροι του θα αποκτούσαν ο καθένας και ένα τμήμα των δραστηριοτήτων των δικών του που ήταν μαζεμένες μέχρι μόλις πριν λίγο σε έναν και μοναδικό σκληρό δίσκο. Κάτι σα διάσπαση του ατόμου δηλαδή. Και ήξερε βέβαια τη δύναμη που εκλύεται από μια τέτοια διάσπαση. ο ςτέφανος, σε ρόλο οπενχάιμερ και με βόμβες ατομικές φαινομενικά ασήμαντες σαν, στρακαστρούκες, στην ουσία όμως ισοδύναμες με πολλές άλλες μεγατόνων και πολύ τρομακτικότερες αυτών. Έτσι είναι, φίλοι χοντρέμποροι μεγάλοι κρεατάδες, και κερατάδες που όλα τα υπολογίσατε εκτός από το δαιμόνιο του Έλληνα, του ανθρωπάκου του μικρού του μέγα, του μοναδικού, ςτέφανου Μακρή, ζωή να ’χει. ο οποίος πήγε στον συμβολαιογράφο υπόγραψε την παραίτησή του από τούτη μόνο την ιστορία και πήρε την παρέα του για ξενάγηση. Η απαστράπτουσα σεβρολέτ διέσχιζε τους δρόμους του Παρισιού, με τους τέσσερις ευτυχείς επιβάτες να θαυμάζουν και να απολαμβάνουν την πρώτη τους ουσιαστικά μέρα στην πόλη του φωτός με την καρδιά ξαλαφρωμένη από τις ώρες αγωνίας που πέρασαν βλέποντας τον αγαπημένο φίλο τους σε κείνη την άσχημη κατάσταση όταν αγωνιούσε 141


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

για την τύχη του υπηρέτη του. Κορίτσια, τώρα είναι όλος δικός σας ο όμορφος πρώην αστυνομικός. Εσένα, Παύλο, σου αρέσει η δουλειά σου; Ξέρεις γιατί ρωτάμε; γιατί ευθύς μόλις γυρίσουμε από τη γοητευτική βόλτα θα πέσεις με μακροβούτι κατ’ ευθείαν στα βαθιά, και τι βάθος! Απύθμενο... Δε σε ρωτήσαμε κολύμπι αν ξέρεις. Ε, δε γίνεται να κολυμπήσεις σε ένα αγώνισμα ολυμπιακών προδιαγραφών, αποδεικνύεται ότι αν δεν είσαι άριστος ολυμπιονίκης, δεν μπορείς να νικήσεις. Και τούτο το είχε προβλέψει ο δικός σου “καθ’ ύλην”. γι’ αυτό και σου έδωσε το χρίσμα. Άξιος, άξιος, φίλε...

142


XV

Τ

ο απόγευμα ο Μισέλ αφηγήθηκε στο αφεντικό του την περιπέτεια που έζησε. Πριν τέσσερις ημέρες, καθώς έβγαινε από το μέγαρο τον πλησίασε μία καλοντυμένη κυρία, τον ρώτησε αν είναι ο Μισέλ ραουνά, και όταν αυτός της απάντησε ότι αυτός όντως ήταν, τότε η κυρία με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση σα να ήθελε να του σκουπίσει το στόμα από μια αόρατη βρομιά, μια λαδιά, τον αναισθητοποιεί με κάποιο αναισθητικό και με έναν συνεργάτη προφανώς, τον απαγάγουν. Μόλις άρχισε να συνέρχεται, στην αρχή δεν καταλάβαινε γιατί συνέβαινε τέτοιο πράγμα σε έναν άνθρωπο απλό, μεσαίου εισοδήματος και μεγάλου σε ηλικία. Όταν όμως άρχισαν τις ερωτήσεις για το αφεντικό του κατάλαβε τον λόγο τόσο της απαγωγής, όσο και την πίστη ότι δεν κινδύνευε ιδιαίτερα, δεδομένου ότι το αφεντικό του έχαιρε μεγάλου σεβασμού ακόμη και από τους κακοποιούς και εξαιτίας της μεγάλης του φήμης το σκάνδαλο που θα ακολουθούσε, θα ταρακουνούσε τα γαλλικά μέσα επικοινωνίας, με αποτέλεσμα αφενός να βλάψει τους ίδιους όσο και τους εντολείς τους που δεν ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς πια ποιοι ήταν. γι’ αυτό και τον άφησαν σχετικά γρήγορα αποσπώντας και τον λόγο της τιμής του κυρίου του. ο Μισέλ είπε ότι του φέρθηκαν καλά σχετικά. 143


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Δεν τους γνώρισε γιατί ήταν συνεχώς με δεμένα μάτια και, όταν τα μάτια του δεν είχαν φραγή, αυτοί είτε φορούσαν μάσκες είτε κράνη. Το μόνο που επεσήμανε και από το σουλούπι τους και τη μιλιά τους ήταν δυο συν δύο εναλλασσόμενοι πάντα και μεταξύ αυτών των τεσσάρων η μία ήταν γυναίκα με μια περίεργη φωνή σαν αντρική. ςα φωνή τραβεστί ένα πράγμα. Ξεχώρισε το φύλο της από το στήθος της το οποίο μάλιστα ήταν θηλυκότατο, ευμέγεθες και πολύ ωραίο, τεχνητό ή φυσικό δεν μπορούσε να ξέρει βέβαια. Αν και είχαν κάνει διαδρομές παραπλανητικές χθες που τον γύρισαν, κατάλαβε ότι το σπίτι που τον κρατούσαν δεν ήταν μακριά. Πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο το πολύ. Κάπου στη γειτονιά. Και ένα άλλο που του έκανε εντύπωση τις μέρες της κράτησής του ήταν η έλλειψη μυρωδιάς φαγητού και αναρωτήθηκε αν οι άνθρωποι εκεί μαγείρευαν ποτέ ή όχι. Τέσσερις ημέρες που τον είχαν εκεί δε μαγείρεψε κανείς φαγητό; Περίεργο. Τι συνέβαινε λοιπόν; ςημαίνει ότι όλα τα διαμερίσματα θα πρέπει να ήταν γραφεία, γενικώς επαγγελματικές στέγες. Η μόνη οσμή που υπήρχε ήταν μια περίεργη άσχημη μυρωδιά διάχυτη μέχρις ότου κατεβούν και βγουν από το ασανσέρ. Μυρωδιά βόθρου, είτε όλο το κτίριο είχε πρόβλημα είτε κάποιο ψοφίμι υπήρχε σε κάποιο διαμέρισμα, κάτι τέλος πάντων δεν πήγαινε καλά εκεί μέσα. Υπέθεσε επίσης ότι το κτίριο που τον κρατούσαν, θα πρέπει να ήταν μεγάλη πολυκατοικία. γιατί όταν 144


θάνατος στο πάρκο

κατέβηκαν, το ασανσέρ έκανε αρκετή ώρα να κατέβει. Αυτά ήταν τα μόνα που μπόρεσε να επισημάνει και να συγκρατήσει στο μυαλό του. ο ςτέφανος με τον Παύλο έμειναν περισσότερο σ’ αυτές τις εκ πρώτοις όψεως ασήμαντες λεπτομέρειες και όχι στα πρόσωπα των απαγωγέων, τα οποία βεβαίως θα ήταν πιστολέρο και επαγγελματίες απαγωγείς εκτελώντας συμβόλαια με τους άμεσα ενδιαφερομένους. Το να τους εύρισκαν έτσι, ανάμεσα σε εκατομμύρια των Παριζιάνων, αδύνατον. Το να τους εντόπιζαν από κάτι λεπτομέρειες σαν αυτές που διηγήθηκε ο Μισέλ αρκετά πιθανόν. Την επομένη ο Μισέλ με τον Παύλο, μεταμφιεσμένοι με περούκα, μουστάκια και γυαλιά έφερναν βόλτες στις πολυκατοικίες τις μεγάλες της γύρω περιοχής με τον Μισέλ να οσμίζεται σα λαγωνικό τους χώρους των εισόδων τους. Δύσκολο πράγμα βέβαια, μα που το έκαναν πάνω σε ένα πλάνο που είχαν σχεδιάσει. Με διακριτικότητα και διαφορετική εμφάνιση την κάθε φορά. ο ςτέφανος στο μέγαρο διέθετε έναν μεγάλο χώρο τριών συνεχόμενων δωματίων με αντικείμενα μεταμφίεσης. Ήταν εργαλεία της δουλειάς του. Ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί από ρουχισμό, περούκες μουστάκια, μακιγιάζ, κτλ. Όταν ο Παύλος έβγαινε για την αναγνωριστική τους βόλτα στις πολυκατοικίες της περιοχής, κάθε φορά ήταν τόσο αυτός όσο και ο Μισέλ διαφορετικοί. Μόνον όταν ήταν οι τέσσερις τους ήταν ο εαυτός τους. γνώριζαν ότι αυτή η ιστορία, απ’ όποια πλευρά 145


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και αν την κοιτούσες θα έπαιρνε χρόνο έως ότου βγάλουν μιαν άκρη. Ε, και λοιπόν; Ποιος είπε ότι βιαζόταν; Εκείνο που μετρούσε ήταν το αποτέλεσμα. Και ο ςτέφανος είπαμε δεν είχε αστοχήσει ποτέ. Θα το έκανε τώρα; Όταν ο Παύλος με τον Μισέλ επέστρεφαν από την αναγνωριστική τους βόλτα, η οποία σημειωτέον έκανε καλό στον ηλικιωμένο άνθρωπο, καθώς και ο γιατρός τον είχε συμβουλεύσει να περπατάει πέραν της ορθοστασίας της δουλειάς του, τότε έβγαιναν οι κοπέλες για τη δική τους αποστολή. Επισκεπτόταν τα κρεοπωλεία της περιοχής, κυρίως αυτά που είχαν από πριν εντοπίσει ότι είχαν προϊόντα της γνωστής ύποπτης εταιρείας, αγόραζαν κρέας από το καθένα (τι πιο φυσικό;) και στη συνέχεια εξεταζόταν τα δείγματα από ένα καλό κτηνίατρο φίλο του ντεντέκτιβ. Ήταν σίγουροι ότι δεν επρόκειτο να βρουν ύποπτα προϊόντα μέσα στην πρωτεύουσα. Τα λαμόγια γνώριζαν ότι αν αυτό συνέβαινε, ο σάλος που θα ξεσηκώνονταν θα ήταν σκάνδαλο τεράστιο. Παρ’ όλα αυτά οι φίλοι ήθελαν να το τσεκάρουν και αυτό, είπαμε τα λαμόγια ήταν καθάρματα δεν ήταν βλάκες. Που σημαίνει ότι τις λαμογιές τους τις κρατούσαν για το εξωτερικό το οποίο υποτιμούσαν μέσα στον άκρατο δικό τους σωβινισμό. Πράγματι δεν υπήρξε τίποτα το ύποπτο. Μα καλά, αυτό δεν μπορούσαν να το αποδείξουν και από την Ελλάδα; Μα αυτό θα έκαναν. Αυτό ήθελαν να κάνουν, να αποδείξουν ότι τα καθάρματα εντός των τειχών της δικής τους Επικράτειας ήταν άσπιλα 146


θάνατος στο πάρκο

και αμόλυντα. Αλίμονο για τη χώρα που θεωρούσαν για επίσημη χωματερή τους. Και αν ποτέ δεν τους κατηγόρησε κανείς ήταν γι’ αυτό ακριβώς το λόγο. Άψογοι εντός. Τα απόβλητά τους εμπορεύονταν εκτός. Φαίνεται απίθανο αυτό στον έκπληκτο αναγνώστη; Μα γιατί; Δεν έχει ποτέ ακούσει για το εμπόριο που γίνεται στις χωματερές; Με τις ανακυκλώσεις; Με την αποξηραμένη τροφή ζώων από τα ίδια σάπια κρέατα των... αδελφών τους; Κάτι σαν εκλεπτυσμένος κανιβαλισμός, δηλαδή. Εξού και οι αρρώστιες τύπου τρελών αγελάδων και τρελών αμνοεριφίων και πάει λέγοντας. Και οι ληστοσυμμορίες αντί να κάνουν και αυτήν την αποξήρανση και να ταΐζουν τα ζωντανά της χώρας τους με κίνδυνο να αρρωστήσουν και οι ίδιοι, τα εξάγουν σε δελεαστικές τιμές ίσως και ερήμην της ίδιας της εταιρείας, σε χώρες όπου θα κινδυνεύουν να κατηγορηθούν λιγότερο. Κάπως έτσι πάνω-κάτω. Δήμαρχος και περιφερειάρχης εν Ελλάδι, γνώστες της εμπορίας σκουπιδιών της πατρίδας τους, επεξέτειναν το ενδιαφέρον τους στο προαναφερθέν εμπόριο. Άλλου είδους υλικό αυτό βέβαια μα ο μηχανισμός διακίνησης και εκμετάλλευσης μεταλλαγμένου προϊόντος, ο ίδιος. Αυτό ήταν το κάδρο που είχε ζωγραφίσει ο ςτέφανος. Εκείνο που έλειπε από τη ζωγραφιά ήταν η υπογραφή του κινούντος τα νήματα της μεγάλης κομπίνας. γιατί κανείς δεν αμφέβαλε ότι τόσο οι εν Ελλάδι αξιωματούχοι όσο και τα εν γαλλία κακοποιά 147


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στοιχεία ήταν απλά πιόνια, απλές μαριονέττες. Αυτός που κινούσε τα νήματα ήταν λοιπόν το στοίχημα του ςτέφανου. Φίλε, εσύ του ςτέφανου, ο επί της εθιμοτυπίας επικεφαλής της δημαρχίας και συγγραφέας, αλλά και δημοσιογράφος, ετοιμάσου να γράψεις το best seller της καριέρας σου. οι πηγές σου που σου προμηθεύουν τα απίστευτα υλικά, θα κάνουν το “φαγητό” που ήδη άρχισες να μαγειρεύεις, il gusto perfecto...

148


XVI

Τ

ου τηλεφώνησαν και ήρθε και αυτός στο Παρίσι. Η παρέα μεγάλωσε. Έχετε προσέξει στ’ αλήθεια πόσο περιζήτητος γίνεται ένας ανύπαντρος σε μια παρέα ζευγαριών; Και πόσο τον ζηλεύουν κατά βάθος κυρίως οι άρρενες της συντροφιάς για δύο πράγματα ως επί το πλείστον. Πρώτον γιατί αντιπροσωπεύει τη χαμένη τους ελευθερία και δεύτερον ζηλεύουν το έκδηλο ενδιαφέρον των θηλέων, πολύ δε περισσότερο αν το άτομό του το συνοδεύει και ένα ενδιαφέρον επάγγελμα αφενός και καπάκι μία φήμη καρδιοκατακτητή... Και σε τούτη τη συντροφιά δεν αποφεύχθηκαν οι ψιλοζήλιες στην αρχή, οι οποίες όμως γρήγορα ξεπεράστηκαν. Η παρέα ευθύμησε οι κοπέλες έγιναν ωραιότερες για να τον γοητεύσουν και εκείνος βρήκε συναρπαστική την ιστορία που εκτυλισσόταν μπροστά του και κρατούσε σημειώσεις. Μέχρι εκεί. Με το ευφάνταστο μυαλό του αυτό του συγγραφέα και δημοσιογράφου διέβλεψε το σάλο που θα δημιουργούσαν τα άρθρα του με τα οποία καθημερινώς θα τροφοδοτούσε τα δελτία ειδήσεων στην prime ζώνη των ελληνικών δειλινών. «Τς τς τς τι λες, ρε παιδάκι μου... Αυτά λοιπόν μας ταΐζουν τα Παρίσια; Και οι δικοί μας μια κολεγιά, μια παρέα ε; Λες, μωρέ, και ο “θάνατος στο πάρκο” να έχει σχέση με όλα τούτα τα μοσχομυριστά; Λες 149


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γι’ αυτό να τον έβγαλαν τον άνθρωπο από τη μέση;» Και να που ξαναγύρισε το θέμα του πάρκου στην καθημερινή επικαιρότητα και ο δήμαρχος με τον περιφερειάρχη να μη βρίσκουν τρύπα να τρυπώσουν να κρυφτούν. Κινδύνεψαν να λιντσαριστούν. Και βέβαια ήταν βέβαιο ότι στις επερχόμενες εκλογές ο κόσμος θα τους έφτυνε γι’ αυτό και φρόντισαν δήθεν από ευθιξία να αποσύρουν εγκαίρως τις υποψηφιότητές τους σώζοντας τα προσχήματα. Και όχι μόνον αυτά, μα αντιμετώπιζαν και την προοπτική ειδικών δικαστηρίων, δίκες επί δικών για να επέλθει μια κάποια κάθαρση, γιατί η μυρωδιά της σαπίλας –ουσιαστικής και μεταφορικής– έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Πήραν το θέμα και τα ξένα τηλεοπτικά δίκτυα και έγινε μια μίνι διεθνής διατροφική επανάσταση, η οποία στην τελική ωφέλησε το πόπολο μεν, αλλά κατέστρεψε δύο ανίκητες για χρόνια συμμορίες που λυμαίνονταν το χώρο του εμπορίου σε βάρος όχι μόνον των καταναλωτών αλλά της ίδιας γαλλικών συμφερόντων πολυεθνικής που δεν είχε μα την αλήθεια καμία συμμετοχή στην όλη ιστορία. Έμελλε να περάσει πολύς καιρός να φύγει από πάνω της η ρετσινιά της υποψίας έστω. Ναι μεν βελτίωσε τα προϊόντα της, ναι μεν έριξε τις τιμές της, ναι μεν έκανε καμπάνιες εντός της γαλλικής επικράτειας αλλά και εκτός, η λάσπη όμως που είχε εκτοξευτεί κόλλησε σαν έμπλαστρο πάνω της και της έτρωγε τη σάρκα. Ένας κολοσσός υπό κατάρρευση και αυτό ήταν άδικο γιατί μαζί της έχασαν και τη δουλειά τους εκατοντάδες υπάλληλοι που 150


θάνατος στο πάρκο

ήρθαν αντιμέτωποι με το φάσμα της ανεργίας. Τι κι αν συνελήφθησαν οι ένοχοι; Και ένας μόνο αθώος να την πλήρωνε ήταν πολύ. ο ςτέφανος με την παρέα του, άνθρωποι έντιμοι και δίκαιοι, έβλεπαν ότι η υπόθεση είχε ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Όφειλαν κάτι να κάνουν, αν ήθελαν να μην προδώσουν τα πιστεύω τους. ο φίλος δημοσιογράφος με τη δυνατή του πένα γέμιζε με καθημερινά άρθρα τόσο τον ξένο όσο και τον ελληνικό έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο με τεράστια επιτυχία που βοήθησε πολύ στην αποκατάσταση της αλήθειας. οι δυο κοπέλες έδωσαν συνέντευξη στο CNN και ο κόσμος εντυπωσιάστηκε με την όμορφη συντροφιά που αψηφώντας τους κινδύνους συνέπλευσε με το αντρικό της δυναμικό στην προσπάθεια όλων για εξυγίανση. Η γυναίκα δεν είναι μόνο για τα εύκολα. ςυμπαρίσταται, συμπάσχει και δεν παραπονιέται αν δεν καρπούται παρά μόνο ψιχία από την πίτα της επιτυχίας. ςτηρίζει τον άντρα και με την εξυπνάδα που τη διακρίνει, καταλαβαίνει ότι στην τελική το όλο θέμα έχει ευνοϊκή επίδραση επάνω της. Τι σημασία και αν δεν είναι αυτή η σημαιοφόρος που θα υψώσει το λάβαρο της Νίκης; Είναι αρκετό το ότι ξέρει και ξέρουν, ότι αν δε βοηθούσε, ίσως η παρέλαση να γινόταν χωρίς σημαιοφόρους! Έτσι, οι τρεις άντρες και οι δύο κοπέλες προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την τιμή της εταιρείας που ήταν αμέτοχη στη βρόμικη ιστορία. Όσο και αν ακούγεται αυτό υπερβολικό έτσι πραγματικά 151


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

συνέβη. Από την άλλη, όλοι έγιναν γνώστες του αντικειμένου. Όλοι έγιναν ειδήμονες διατροφολόγοι, επιδημιολόγοι, έτσι δε συμβαίνει πάντα; ςε περίοδο σεισμών οι ερασιτέχνες σεισμολόγοι, φαινόμενο καθημερινό, να καπελώνουν ακόμη και τους ειδήμονες. ςε περιόδους γρίπης, καθηγητές και γιατρουδάκια, μα και η κυρα-Κατίνα της γειτονιάς, δίνουν περισπούδαστες συμβουλές αλληλοσυγκρουόμενες, μπερδεύοντας τον κοσμάκη. Άλλοτε πάλι, σε περίοδο κακοκαιρίας πώς να μη δώσεις βάση στα μερομήνια του κυρ-Μάρκου που κάθε χρόνο τον καλούν στα κανάλια να δώσει τις προβλέψεις του για το πότε θα σταματήσει ο χιονιάς ή ο λίβας που καίει τα σπαρτά. Ανθρώπινα όλα. Όλα τα κακά από τον άνθρωπο προέρχονται, όπως και όλα τα καλά. Και το υπέροχο είναι όταν αναγνωρίζει τα λάθη και προσπαθεί να διορθώνει ό,τι διορθώνεται, και να συμμαζεύει τα ασυμμάζευτα. Αυτό δηλαδή που έκαναν οι πέντε φίλοι. Προσπάθησαν και πέτυχαν ν’ αποδώσουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. οι αθώοι δικαιώθηκαν και οι ένοχοι δικάστηκαν, χωρίς η δίκη να παραμείνει σε εκκρεμότητα σε ένα αβέβαιο και απώτερο μέλλον. Όλοι οι ένοχοι αποκαλύφθηκαν, ντόπιοι και ξένοι. Όλοι. Εκτός από τον κινούντα τα νήματα. οι πάντες ήταν πιόνια του, απλές μαριονέττες, κανείς δεν τον ήξερε και κανείς δεν τον είχε δει ποτέ. ούτε κανείς υποπτευόταν ποιος μπορεί να είναι. Και το κυριότερο για το οποίο όλοι αναρωτιόταν ήταν πώς μπορούσε να κινείται χωρίς να αφήνει το στίγμα του ή να κινεί 152


θάνατος στο πάρκο

τις υποψίες. Πώς μπορούσε να κινεί τα νήματα χωρίς κανείς να δει τα... χέρια που τα κρατούσαν. Αυτό ήταν με το οποίο η ομάδα αποφάσισε να ασχοληθεί πιο προσεκτικά απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν. ο ςτέφανος και ο Παύλος το έθεσαν σα στοίχημα που έβαλαν με τον εαυτό τους. Όσον καιρό και αν τους έπαιρνε και με όποιο κόστος. Και το λαμόγιο δεν μπορεί. Κάποια στιγμή θα έκανε το μοιραίο λάθος. Και η Μαρία Χριστίνα θα μάθαινε τελικά ποιος ήταν αυτός που στην ουσία σκότωσε τον πατέρα της, γιατί χωρίς τη δική του παρότρυνση ούτε και αυτός ο θάνατος θα είχε συμβεί. Και βέβαια δεν μπορούσαν να ξέρουν αν θα ακολουθούσαν και άλλοι θάνατοι. Αν και πια δεν υπήρχε και ιδιαίτερος λόγος, ει μη μόνον αν ο κινών τα νήματα κινδύνευε να ανακαλυφτεί. Αυτός ο αδίστακτος άνθρωπος δεν είχε ενδοιασμούς ή ηθικούς φραγμούς. Αυτό ήταν πια φανερό. Πόσο μάλλον αν αισθανόταν προσωπικό κίνδυνο. Θα ήταν ένα κυνηγητό γάτας με το ποντίκι. Η υπογραφή κυρίων του ςτέφανου ίσχυε; Όχι βέβαια. Είχε υπογράψει ότι δε θα ξανάχωνε τη μύτη του σε υποθέσεις εμπορίας και διακίνησης σάπιου κρέατος. Ήλπιζε τώρα να μην του ζητηθεί να αποφύγει ξανά να βάλει τη μύτη του σε σάπιες ηθικές αξίες. Δεν ήξεραν οι δύο φίλοι αν επρόκειτο για Έλληνα ή για γάλλο ή άλλης εθνικότητας αρχιλαμόγιο. Όποιος και αν ήταν έπρεπε να ξεσκεπαστεί, γιατί τέτοιοι τύποι δεν ησυχάζουν ποτέ. Είναι τόσο εθι153


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σμένοι στο κακό, που όταν τους εμποδίσεις να το κάνουν είναι σα να τους στερείς το οξυγόνο από τον αέρα που αναπνέουν. Είναι βασικό. ςκοπός τους δεν είναι το χρήμα, ή έστω μόνο το χρήμα. Είναι το ζην επικινδύνως και παρανόμως, με την αδρεναλίνη τους να κτυπά συνεχώς και αδιαλείπτως κόκκινο. Έτσι τη βρίσκουν. Που τι σημαίνει; ςημαίνει ότι δε θα τον έψαχναν απαραίτητα να βόσκει στους παλιούς γνωστούς λειμώνες. Δύσκολα τα πράγματα αναμφίβολα. Αλλά είπαμε. ςτους δύο φίλους άρεσαν τα δύσκολα. Το έβλεπαν σα μια δυνατή παρτίδα σκάκι με ανταγωνιστή πρωταθλητή του ζατρικίου εγνωσμένης αξίας. Μετά από λεπτομερείς έρευνες και αφού δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν το παραμικρό, μια ένδειξη έστω, μια λεπτομέρεια, κάτι τι τέλος πάντων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος ή οι άνθρωποι που έψαχναν ήταν εκτός Ελλάδος. Μα αν συνέβαινε αυτό τότε ο ςτέφανος πολύ λυπόταν, αλλά δεν το ’χε σκοπό να διεκδικήσει τον τίτλο του καθάροντα τον κόσμο όλο. Υπήρχαν συνάδελφοι διάσημοι, πανάξιοι, ας έπαιρναν και αυτοί το μερίδιο ευθύνης τους για την πατρίδα τους και ας έψαχναν να τον βρουν. Άντε και πες ότι ήταν ας πούμε κάποιος επίορκος υπουργός της γαλλικής κυβέρνησης. Ήταν δουλειά του Έλληνα να ανακατευτεί και να τον ξεσκεπάσει; Και άντε πάλι και τον αποκάλυπτε. Ήταν επιτρεπτό να χώνει τη μύτη του σαν υνί σε ξένα χωράφια; Εκείνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σπείρει την 154


θάνατος στο πάρκο

άλφα ή βήτα υποψία του σε συναδέλφους του είτε αστυνομικούς είτε ντετέκτιβ και να διευκολύνει το έργο τους. ο σάλος για το διατροφικό σκάνδαλο μόλις είχε καταλαγιάσει. οσονούπω θα ξεπετάγονταν κάποιο καινούριο. Η τηλεόραση δε ζει χωρίς τροφή σκανδάλων και ο τηλεθεατής το ίδιο. Υπομονή και βλέπουμε.

155


XVII

Η

παρέα των πέντε φίλων ζούσε τον μισό της χρόνο στην Αθήνα και τον άλλο μισό στο Παρίσι. Τον Παύλο τον έτρωγε η περιέργεια για το ποιο ήταν το μέρος της πρόσκαιρης φυλάκισης του Μισέλ. Μα είχε σημασία τώρα πια αυτή η λεπτομέρεια; οι ένοχοι δεν είχαν βρεθεί και δικαστεί; Τι είχε να κερδίσει ο Παύλος, αν τελικά βρισκόταν η φυλακή του Μισέλ; για λόγο που και ο ίδιος δεν ήξερε, επέμεινε να τη βρει. Έτσι οι βόλτες οι αναγνωριστικές συνεχίζονταν όσον καιρό και όταν βρίσκονταν στο Παρίσι. Είχαν χωρίσει την ευρεία γειτονιά σε τομείς και δεν άφηναν πολυκατοικία για πολυκατοικία που πληρούσε τις αναμνήσεις του μπάτλερ που να μην την επισκεφτούν. ςτηρίζονταν πάντα στις δύο βασικές θύμησες, αυτήν του ύψους του κτιρίου και τη μυρωδιά του. Ωσότου κάποτε νόμισαν ότι το εντόπισαν. Επρόκειτο περί μιας από τις μεγαλύτερες πολυκατοικίες απ’ όσες μέχρι τώρα είχαν εντοπίσει. Μπήκαν στο ασανσέρ χωρίς να τους ρωτήσει κανείς αν έψαχναν για κάποιον συγκεκριμένα και ποιον. για καλή τους τύχη ο θυρωρός, και αν υπήρχε, δεν ήταν στη θέση του. Ίσως και να είχε καταργηθεί η θέση του θυρωρού. ο Μισέλ ζήτησε από τον Παύλο, αφού ήταν μόνοι τους, να του κλείσει τα μάτια. Θα έκαναν μια μίνι αναπαράσταση της σκηνής καθόδου του ασανσέρ, 156


θάνατος στο πάρκο

δε λέμε της ανόδου του, γιατί όταν το είχε ζήσει αυτό ο Μισέλ ήταν ναρκωμένος. Με κλειστά τα μάτια λοιπόν και με τη μύτη του να οσφραίνεται προσεκτικά προσπαθούσε να “πιάσει” τη χαρακτηριστική ατμόσφαιρα του κτιρίου. Και ναι. Ήταν αυτό. Δεν έκανε λάθος. Η αίσθηση που είχε στοιχειώσει την όσφρησή του ήταν αυτή. Αποκλείεται να έκανε λάθος. Ώστε καλά το είχε υπολογίσει ο καλός υπηρέτης ότι το κτίριο ήταν κάπου κοντά. Ειδοποίησαν –ποιον άλλον;– τον Renier, ο οποίος καθόλου δε σνόμπαρε τους δύο άντρες για τις έρευνές τους. Το αντίθετο θα λέγαμε. Τον εντυπωσίασε το γεγονός ότι αφού συνέβαλαν στο να ριφθεί άπλετο φως στο σκάνδαλο του σάπιου κρέατος, οι δύο άντρες έψαχναν ακόμη για εγκληματίες. Όταν του υπέδειξαν το ύποπτο κατά το Μισέλ κτίριο, η πρώτη αντίδραση του Renier ήταν να αναφωνήσει «αποκλείεται». «Τόσο το κτίριο αυτό όσο και τα δυο διπλανά του, είναι ιδιοκτησίας του πρώην γενικού γραμματέα του Υπουργού Εμπορίου της γαλλικής Δημοκρατίας. Δεν είναι δυνατόν να σε είχαν κρύψει εκεί. Όλα τα διαμερίσματα είναι γραφεία, τα οποία νοικιάζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Όπως είπαμε ιδιοκτήτης είναι ο παλιός κοινοβουλευτικός γεν. γραμματέας. Φυσικά και θα ερευνήσουμε το θέμα. Όμως προσέξτε, κουβέντα πουθενά». Η “μύτη” του ςτέφανου, αυτή του λαγωνικού, άρχισε να βάζει μπρος τον γνωστό μηχανισμό της και το μυαλό του να παίρνει κάτι στροφές ιλιγγιώδεις που τον οδηγούσαν σε μονοπάτια ανεξερεύνητα 157


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μέχρι τώρα. Mon Dieu! Μωρέ, λες; Και γιατί όχι; «Renier, η μπάλα αποκλειστικά στο δικό σου γήπεδο. για κάνε και μία λεπτομερή έρευνα για τα έργα και τις ημέρες του παλιού αυτού πολιτικού. Κάτι μου λέει ότι πολύ σύντομα θα σε δω να προάγεσαι για την ανακάλυψη του αιώνα που εσύ θα κάνεις. Αν θέλεις τη βοήθειά μου ευχαρίστως να σου τη δώσω, αλλά νομίζω ότι αφορά εσένα το θέμα τόσο σα γάλλο πολίτη, όσο και σαν αστυνομικό». ο Renier έφυγε από το μέγαρο του διάσημου φίλου του βαθιά προβληματισμένος. για τον άνθρωπο που θα ερευνούσε υπήρξαν, θυμάται ο Renier, κάποια παρατράγουδα για το άτομό του επί εποχής διακυβέρνησης της χώρας από το κόμμα που ήταν μέλος ο περί ου ο λόγος. γρήγορα όμως οι φήμες καταλάγιασαν και ξεχάστηκαν... Φρόντισαν οι ίδιοι γι’ αυτό. Όταν πλησιάζουν εκλογές, είτε βουλευτικές είναι αυτές είτε για την ανάδειξη Προέδρου Δημοκρατίας, όχι μόνο στη γαλλία αλλά πανταχού της γης, ακούγονται κατηγόριες να εκτοξεύονται μεταξύ των αντιπάλων και ο άμοιρος ψηφοφόρος να αναρωτιέται αν πρέπει να πάει να ψηφίσει ή να απαξιώσει τα λαμόγια που διαφεντεύουν τη ζωή του και αυτήν των παιδιών του. Έτσι και τα εναντίον του πολιτικού σχόλια, σ’ αυτήν την αντιπαλότητα αποδόθηκαν. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά για τον γ. γραμματέα. Έτσι δε συμβαίνει πάντα; Περνούν οι μέρες μπαίνει στο παιχνίδι και ο πολίτης, παθιάζεται και ξεχνάει την αγανάκτησή 158


θάνατος στο πάρκο

του και τη μήνι του κατά των πολιτικών και στη συνέχεια ψηφίζει και είτε το κόμμα της προτίμησής του κερδίσει είτε όχι την επαύριον της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης αρχίζει τον εξάψαλμο εναντίον της ξανά. Τότε λοιπόν που υπήρξαν κάτι φήμες, ούτε ο λαός έδωσε περισσότερη σημασία του συνήθους ούτε κανείς άλλος αρμόδιος, ως όφειλε να κάνει. Δεν υπάρχει λένε καπνός χωρίς φωτιά. ςύμφωνοι. Αλλά αυτό δεν ισχύει όταν πρόκειται για πολιτικούς. Κι αυτό γνωστόν... Επομένως φήμες ήταν και πάει πέρασαν... Και τώρα; Τώρα τι είναι τούτο, monsieur; Αν οι απαγωγείς του Μισέλ τον μετέφεραν σε χώρο που ανήκε στον παλιό γ. γραμματέα ήταν, γιατί κανείς δε θα διανοείτο ποτέ να υποπτευθεί ένα από τα σπίτια του, επομένως η όλη επιχείρηση εκφοβισμού του Έλληνα Πουαρώ όπως τον αποκαλούσαν ήταν απόλυτα ασφαλής. Εδώ, μέχρι πρότινος υπήρχε και αστυνομικός φρουρός που προστάτευε τα κτίρια αυτά. «Τι κάνω τώρα;», σκέφτηκε ο Renier. «Αν αναλάβω την υπόθεση έστω και κρυφίως, και αποτύχω, σίγουρα χάνω τη θέση μου. Αν επιτύχω όμως, όχι έναν, αλλά τρεις βαθμούς θα πάρω με την προαγωγή μου. Mon Dieu! Ξεκινώ λοιπόν, προχωρώ, ζητώ τη βοήθεια του φίλου μου χωρίς αυτό να γίνει γνωστό, αφού και εκείνος δεν το επιθυμεί και επιφέρω στη χώρα μου μέγιστη υπηρεσία τελικά». Πράγματι αυτό ήταν το masterpiece του έντιμου αστυνομικού επιθεωρητή. Έμαθε τέτοια πράγματα 159


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

για τον αξιότιμο γ. γραμματέα, που το σκάνδαλο το διατροφικό που ήταν και αυτό δικό του έργο δεν ήταν παρά ένα πταίσμα. ο άνθρωπος για το ποιόν του οποίου ερευνούσε ήταν η ίδια η Cοsa Nostra της γαλλίας. Όποια βρομιά, όποιο σκάνδαλο, όποια υπόθεση και αν σκάλιζε, ο γ.γ. ήταν μέσα. ο ίδιος ο διάβολος, που δεν τον είχε πάρει είδηση κανείς. Μα πώς ήταν δυνατόν αυτό; Δε μύριζε μόνο το κτίριο του με τη χαρακτηριστική μυρωδιά του βόθρου, ήταν ο ίδιος ο “βόθρος” που άφηνε την οσμή του σα σήμα κατατεθέν σε ό,τι του ανήκε και γι’ αυτό οι υδραυλικοί όσο και αν έψαχναν δεν εύρισκαν την αιτία! Μπλεγμένος σε μαστροπείες, σκάνδαλα διατροφικά, φόνους εντός γαλλίας και εκτός... Κυρίες μου και Κύριοι, ας μην τα πολυλογούμε. ςας παρουσιάζουμε τον δολοφόνο του Έλληνα “καθ’ ύλην” υπεύθυνου του δημοτικού πάρκου μιας αθηναϊκής συνοικίας που συνέβη πριν λίγους μήνες σε μια μέρα γιορτής. Δική του η διαταγή της δολοφονίας στη μαριονέτα που της κινούσε τα νήματα. Πού να φανταστεί ότι ο θάνατος ενός ανθρωπάκου θα τον έφερνε τώρα σε μια τέτοια μη αναστρέψιμη καταστροφή; Και να πεις ότι δεν είχε ακούσει ότι την υπόθεση την είχε αναλάβει ο Έλληνας Πουαρώ; Το είχε ακούσει. Αλλά δεν έδωσε τη σημασία που όφειλε, τον υποτίμησε ίσως. Ας ρωτούσε να μάθει περισσότερα για τον δαιμόνιο ντετέκτιβ. Ποιος του φταίει που δεν το ’κανε; Renier, στρατηγέ μου, δες τι σημασία που έχει 160


θάνατος στο πάρκο

τελικά η καθαριότητα στη ζωή των ανθρώπων! Καθάρισες τη γαλλία από την κόπρο του γάλλου Αυγεία. Και η γαλλία σε αντάμειψε. Μπράβο της και μπράβο σου. Και επειδή έχω και έναν γιο που αναρωτιέται τι θα γίνει άμα μεγαλώσει, να σου πω την αλήθεια θα του συστήσω σαν πατέρας να ακολουθήσει το δικό σου επάγγελμα. Που είναι επωφελές, ενδιαφέρον, με σασπένς και απαιτεί γενναιότητα και υψηλό βαθμό IQ. Πράγματα που το παιδί μου τα κατέχει. Μακάρι να ακούσει τη συμβουλή μου και να κάνει μεταπτυχιακά στη γαλλία στον τομέα τον δικό σου. Ποιος είμαι εγώ που τα λέω αυτά; Είμαι ο συγγραφέας που έλεγε ο ςτέφανος, αν θυμάστε. ο επί της εθιμοτυπίας του δήμου... Αυτός που έγραψε όλα τούτα και προτίθεται να γράψει και άλλα; Αυτός τελικά που γράφει τον “θάνατο στο πάρκο” και που ακόμη δεν τελείωσε. Ενώ ίσως θα έπρεπε; Με θυμηθήκατε; Τα δύο κορίτσια και μαζί τους ο Παύλος το λάτρεψαν το Παρίσι. ςε σημείο να πει η Μαρία Χριστίνα ότι θα πρέπει, αν είχε ζήσει και μια προηγούμενη ζωή, αυτή θα ήταν στη γαλλία. Αλλιώς πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι γειτονιές που περιδιάβαινε συχνά με τους φίλους της, της ήταν τόσο οικείες; ςίγουρα δεν τις έβλεπε πρώτη φορά. Και αν ήταν αληθινή η μεταφυσική της υποψία για προηγούμενη ζωή, αυτή δε θα ήταν της εποχής της Μαρίας Αντουανέτας ή του γιάννη Αγιάννη του ουγκώ. Θα ήταν πιο πρόσφατη δύο γενιές από 161


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τώρα. Και η αγάπη που ξεπηδούσε από μέσα της μόνο με αυτήν που είχε για τη γενέτειρά της την Αθήνα μπορούσε να συγκριθεί. Και τα γαλλικά της τα τέλεια, που όλοι της έλεγαν, ακόμη και οι φίλοι της οι γάλλοι, ότι δεν μπορεί να μην είχε ζήσει στο Παρίσι με αυτή την προφορά την τέλεια που είχε; Επρόκειτο για έφεση στις ξένες γλώσσες; Τότε γιατί δε συνέβαινε το ίδιο με τα αγγλικά της; Η φίλη της, η Βιβή, την πείραζε μ’ αυτήν την εμμονή της και κάθε φορά που έβλεπε διατηρητέα κτίρια –και ήταν πολλά αυτά, του περασμένου ή και πιο περασμένου αιώνα, να τη ρωτάει «αγάπη μου, Μαρία Χριστίνα, αυτό το κτίριο το θυμάσαι. Δεν είναι έτσι;» Η Μαρία Χριστίνα της απαντούσε χαμογελαστά «μπορεί να μην το θυμάμαι εγώ, μα το σώμα μου η ύλη μου οδήγησε και οδηγεί τα βήματά μου συνεχώς στο Παρίσι, γιατί;» «γιατί, βρε κουτό, εδώ έχει το σπίτι του το αφεντικό του άντρα σου. Άφησε τους συναισθηματισμούς λοιπόν. Και στην Αφρική να πήγαινες με τον αγαπημένο σου Παύλο θα τη λάτρευες, αφού θα ήσουν μαζί του. Θα την έκανες σπίτι Home is where your heart is, έτσι δε λένε;»

162


XVIII

ο

φίλος τους ο συγγραφέας, θέλεις λόγω της δουλειάς του, θέλεις εξαιτίας της ενασχόλησής του με τη συγγραφή είχε και έντονη φαντασία και κατανόηση σε παραδοξολογίες. Κατέφυγε λοιπόν η Μαρία Χριστίνα σ’ αυτόν γιατί ήταν σίγουρη ότι, αν μη τι άλλο, δε θα την ειρωνευόταν. Την ειρωνεία δεν την άντεχε, έστω και αν προερχόταν από δικούς της ανθρώπους για την αγάπη των οποίων καθόλου δεν αμφέβαλε. «ςωτήρη, θέλω να σου πω κάτι και περιμένω τη γνώμη σου με αγωνία, σαν τον υπόδικο που αναμένει την ετυμηγορία των ενόρκων. ςε παρακαλώ, άκουσέ με χωρίς ούτε να με διακόψεις ούτε να με κοροϊδέψεις. Βλέπω ένα όνειρο, τον τελευταίο καιρό, με μία περιοδικότητα που είναι περίεργη. Ένα όνειρο που είναι πάντα ίδιο. Βρίσκομαι ξαφνικά σε ένα μέρος μόνη μου που δεν ξέρω ποιο είναι, πώς το λένε. ρωτώ τον κόσμο γύρω μου να μου πει και δεν ξέρει κανείς. Παραξενεύομαι. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Δε γνωρίζουν τον τόπο κατοικίας τους; Είναι δυνατόν; ρωτώ, ξαναρωτώ και άκρη δε βγάζω. »Είμαι κατάκοπη, θέλω να φύγω από το μέρος αυτό που ναι μεν δεν είναι άσχημο, μα μου μοιάζει αφιλόξενο και όλο κάνω να φύγω, μα όλο μένω και ξαναρωτώ. Ψάχνω για ταξί αλλά όσους ρωτώ, μου λένε ότι σπανιότατα βλέπουν ταξί στα μέρη τους. ρωτώ για τη στάση των λεωφορείων και μου δίνουν 163


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τις πιο αντικρουόμενες απαντήσεις. Κανείς δεν ξέρει να μου πει με ακρίβεια. Αποφασίζω να φύγω με τα πόδια ξέροντας ότι και μέρες να περπατάω δε θα φτάσω εκεί που θέλω. Ευτυχώς στον ύπνο μου δεν έχω κινητικά προβλήματα ούτε με πονάει η μέση μου για να εμποδίζει τις κινήσεις μου και περίεργο, μα δεν αναρωτιέμαι πώς γίνεται αυτό το θαύμα. Απελπισμένη προχωρώ νιώθοντας εγκλωβισμένη και φτάνω σε κάτι γειτονιές, άλλοτε με σπίτια που αποκλείεται να είναι τούτου του αιώνα, μάλλον του περασμένου, και ίσως και παλαιότερα, άλλα απ’ αυτά είναι αναπαλαιωμένα και άλλα με έντονη τη φθορά του χρόνου πάνω τους. »Είμαι μεν εκεί, αλλά έχω συναίσθηση ότι δια ζώσης δεν έχω ξαναβρεθεί ποτέ σ’ αυτές τις περιοχές, όπως ξέρω ότι βρίσκομαι μεν εκεί, βρισκόμενη μόνο στην κατάσταση που περιέγραψα και που πάντα είναι η ίδια. Το ίδιο μέρος, οι ίδιες ερωτήσεις, οι ίδιοι άνθρωποι, οι παγερά αδιάφοροι και μέσα μου η ίδια παγερή εντύπωση ότι είμαι γι’ αυτούς μία αδιάφορη ξένη που καθόλου δε νοιάζονται για την απελπισία μου. Δεν ικετεύω κανέναν για βοήθεια, ούτε κανείς με προσβάλει. Εκείνο που με τσακίζει είναι η αδιαφορία τους στο πρόβλημά μου... »Έρχονται στιγμές που νομίζω ότι ζω μια διπλή ζωή, μία κοιμισμένη και μία ξύπνια. Λένε ότι δε θυμόμαστε τα όνειρά μας έστω και αν είμαστε εμείς οι σκηνοθέτες τους. Εγώ λοιπόν, γιατί τα θυμάμαι; Να μη σου τα πολυλογώ, φίλε μου, αυτά τα σπίτια που σου λέω, είτε παλιά είτε αναπαλαιωμένα, όντας ξύπνια δεν τα έχω δει ποτέ ξύπνια. Με παραξενεύει 164


θάνατος στο πάρκο

το γεγονός ότι οι γειτονιές του ονείρου μου δε βρίσκονται στην πατρίδα μου, αλλά εδώ στο Παρίσι. »Όταν περπατάμε σε δρομάκια σαν αυτά του ύπνου μου με πιάνει το ίδιο άγχος η ίδια αγωνία του εγκλωβισμού που με κάνει να ξυπνάω τη νύχτα καταϊδρωμένη και για ώρα να μην μπορώ να κλείσω μάτι... »ςκέφτηκα και κάτι άλλο. Μπορεί οι γειτονιές του ονείρου μου να μην είναι από το παρελθόν μου ή από μιαν άλλη περασμένη ζωή. Αλλά να είναι σκηνές από το μέλλον... Τι θέλω να πω; Να είναι δηλαδή προφητικές. Να μου λένε, ότι κάποια μελλοντική στιγμή όντως θα εγκλωβιστώ σε μέρη αδιέξοδα που θα θέλω να ξεφύγω μα δε θα μπορώ ενώ στην ουσία θα είμαι ελεύθερη, χωρίς κανείς να με έχει φυλακισμένη ή περιορισμένη. Καταλαβαίνεις λοιπόν γιατί με βλέπεις προβληματισμένη σε τούτες τις γειτονιές που με γυρνούν στις μνήμες τ’ ονείρου; Να μου το θυμηθείς. Τούτοι οι δρόμοι, τούτα τα σοκάκια θα παίξουν κάποτε κάποιο σημαντικό ρόλο στη ζωή μου καλό; κακό; Δεν ξέρω βέβαια. Και δεν ξέρω αν θέλω να το ζήσω αυτό ή όχι». «Εκείνο που έχω να σου πω εγώ είναι ότι έχεις ανεπτυγμένη φαντασία. ςκηνοθετείς όνειρα ανάλογα με τις καθημερινές εικόνες που ζεις και αν είσαι αγχωμένη για κάποιον λόγο, το άγχος σου φτιάχνει τις σκηνές του εγκλωβισμού στον ύπνο σου. Τώρα, γιατί τα σπίτια είναι περασμένων εποχών δεν ξέρω ειλικρινά να σου πω. »Πάντως, εδώ που βρίσκεσαι, βρε κουτό, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς. Είμαστε στην πιο πολιτι165


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σμένη χώρα του κόσμου και μας αρέσει τόσο πολύ που δε λέμε να αποφασίσουμε να γυρίσουμε στην Πατρίδα. Και να σου πω και κάτι; Άρχισα να νιώθω άβολα. Δεν μπορώ προσωπικά να παρατείνω τη φιλοξενία που μου προσφέρει ο ςτέφανος. Μπορεί εκείνος να μην κωλύεται πράγματι οικονομικώς, εμένα όμως δε μου αρέσει να ζω σαν κηφήνας. »Μαρία Χριστίνα μου, σε λίγο το βιβλίο μου τελειώνει. Υπολογίζω (ερήμην της έμπνευσής μου το λέω αυτό) ότι έχω λίγες σελίδες να προσθέσω ακόμα. Έτσι τουλάχιστον νομίζω. Μόλις γράψω τη λέξη “τέλος” θα σας αφήσω. Το βιβλίο μου θα εκδοθεί στα γαλλικά, όπως το έχω γράψει, από έναν γνωστό εκδότη του Παρισιού, φίλο του ςτέφανου. Τα πράγματα εδώ είναι σαφώς, απείρως, καλύτερα από την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα στον τομέα τον εκδοτικό. γνωστά αυτά και στους μη ασχολούμενους με το βιβλίο. ςε μισή ώρα έχω ραντεβού με τον εκδότη που ανέφερα. Θα του εγχειρήσω τις σελίδες που έγραψα μέχρι τώρα. Μου το ζήτησε, είναι μια τακτική που ακολουθεί πάντα όπως μου είπε, πριν τελειώσει ένα βιβλίο. Αν θέλεις έλα μαζί μου να πάμε μέχρι εκεί. Δε θ’ αργήσουμε». «Αφού δε θ’ αργήσουμε, ας πάμε, μα θα σε περιμένω. Όσο θα είσαι στον εκδοτικό οίκο εγώ θα ρίχνω κλεφτές ματιές σε τούτα τα κομψά μαγαζιά και μετά θα καθίσω σε κείνο το μπιστρό της γωνίας και θα περιμένω τον ερχομό σου. Το προτιμώ αυτό. Τι λες;» «Ό,τι θες εσύ, au revoir». 166


θάνατος στο πάρκο

Η Μαρία Χριστίνα, δεν πρόλαβε καλά καλά να καθίσει στο κουκλίστικο μπιστρό όταν την πλησιάζει μια κομψή κοπέλα με περίεργα χαρακτηριστικά μάλλον ασιατικά, και της απευθύνεται. «Παρακαλώ, ελάτε μαζί μου. ο άντρας σας ζητά ν’ ανταμώσετε τη συντροφιά στην place Concorde. Θα πάμε με το αμάξι μου αν δεν έχετε αντίρρηση». «Και βέβαια έχω αντίρρηση. Ευχαριστώ, μα θα περιμένω έναν φίλο μου που θα έρθει από στιγμή σε στιγμή». Η Μαρία Χριστίνα έχοντας την εμπειρία της ιταλίας βρισκόταν πάντα σε εγρήγορση και καχύποπτη, όταν την πλησίαζε κάποιο άγνωστο πρόσωπο. Και τώρα, τούτη η Ασιάτισσα, δεν της άρεσε καθόλου μα καθόλου, παρά την κομψή της εμφάνιση και την άψογη συμπεριφορά της. «Κυρία μου, φοβάμαι ότι δεν καταλάβατε. Αν δεν έρθετε μαζί μου, τον σύζυγό σας δεν πρόκειται να τον δείτε ξανά στη ζωή σας». «Πρέπει να σκεφτώ έξυπνα όπως την άλλη φορά», σκέφτηκε η Μαρία Χριστίνα, «να κερδίσω χρόνο». «Αν είναι έτσι, mademoiselle, γιατί δεν τον φέρνετε εδώ; Δε φεύγω. Να είστε σίγουρη, δε φεύγω Θα μείνω να περιμένω τόσο τον φίλο μου όσο και τον άντρα μου. Είναι τόσο συμπαθητικά εδώ. Αστειεύεστε; Φεύγω τώρα αν δεν τον δω;» «Άκου (σταμάτησε και ο πληθυντικός της ευγένειας). Μην καλέσεις τους μπάτσους, σε παρακολουθούμε. Αν το κάνεις, δε θα προλάβεις να κάνεις κιχ. Δεν αστειεύονται τα φιλαράκια μου». «Εσύ, φέρε τον άντρα μου και εγώ θα κάνω ακρι167


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

βώς ό,τι μου είπες. Δεν παίζω, madame, με τη ζωή του άντρα μου. Κάνε αυτό που σου είπα και θα δεις». Όση ώρα μιλούσε με την ασιάτισσα από μικρή απόσταση και από την γλώσσα του σώματος των δύο γυναικών κατάλαβα πως κάτι σοβαρό παιζόταν. Δεν πλησίασα. Πήρα τηλέφωνο τον Renier -ποιον άλλον;- που είχε γίνει και δικός μου φίλος, και τον παρακάλεσα να έρθει το γρηγορότερο και όχι μόνος. Κάτι σοβαρό παιζόταν του είπα, και δεν έπρεπε να χάσει χρόνο. Του συνέστησα να μην κάνει αισθητή την παρουσία του ούτε και οι συνοδοί του. Βλέπω την Ασιάτισσα να φεύγει και σχεδόν αμέσως να επιστρέφει μόνη της κάτι να λέει στη Μαρία Χριστίνα και εκείνη να σηκώνει το κινητό της και να μιλά. Καθώς μιλούσε με παίρνει το μάτι της που με παντομίμα της έκανα το σημείο της σιωπής και αμέσως μετά να την καθησύχασα με το OK. ςα να της έλεγα (και θα ήταν χαζή αν δεν το καταλάβαινε) «κάνε ό,τι σου λέει». ςυνάμα, η Μαρία Χριστίνα βλέπει να με πλησιάζουν οι αστυνομικοί και να τους δείχνω με το βλέμμα της δύο γυναίκες. Κατάλαβε. Και εντελώς ψύχραιμα λέει στην Ασιάτισσα. «ο Παύλος δεν είναι εκεί, δεν πειράζει. Πάμε». ςηκώνεται αφήνοντας ένα πεντάευρω για τον καφέ της που δεν πρόλαβε να αγγίξει και φεύγουν από το μπιστρό. Η Μαρία Χριστίνα με απίστευτη για γυναίκα ψυ168


θάνατος στο πάρκο

χραιμία παρακολουθεί από το αυτοκίνητο δήθεν αδιάφορα την περιοχή απ’ όπου περνούν. Μα και πώς να τα καταφέρνει να μην αντιδράσει από την κατάπληξή της, όταν βλέπει να διασχίζουν τις γειτονιές του ονείρου της! «Όχι. Δεν είναι δυνατόν. Κοίταξε τώρα που εγώ κοιμάμαι και βλέπω μια παραλλαγή του γνωστού μου ονείρου που έλεγα λίγο πριν στον ςωτήρη» σκεπτόταν η Μαρία Χριστίνα. «Απλά προστέθηκε η Ασιάτισσα και το αυτοκίνητό της σ’ αυτό. Μόνο που τη φορά αυτή δεν έχω πρόβλημα μεταφορικού μέσου» συμπλήρωσε στον εσωτερικό της μονόλογο, χαμογελώντας. Όταν όμως έφτασαν τελικά στον προορισμό της κομψής κυρίας, η οποία τώρα είχε στείλει περίπατο την ευγενική της μάσκα, με μια σπρωξιά βγάζει τη Μαρία Χριστίνα από το αμάξι και έτσι αυτή καταλαβαίνει ότι δεν κοιμάται. Με τέτοιο ταρακούνημα δε θα είχε ξυπνήσει; Ήταν εντελώς ξύπνια λοιπόν και το μυαλό της φωτογράφιζε τα πάντα με λεπτομέρειες. Περίεργο το πώς δεν της είχε κλείσει τα μάτια. ςτο ερώτημά της αυτό προς τον εαυτό της η κοπέλα αναστατώθηκε για τα καλά. «Άρα δε φοβάται τη μαρτυρία μου. Μήπως η βόλτα αυτή είναι μόνο aller και το retour είναι κατ’ ευθείαν για τόπους χλοερούς όπου δεν υπάρχει πόνος κτλ. κτλ; Ας μην τα λέω τούτα δω και αγριεύομαι... μπρ, μπρ» Παρόλο που ήξερε ότι κάπου κοντά θα πρέπει να βρισκόταν ο ςωτήρης με τους αστυνομικούς, 169


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

άρχισε να τρέμει. Όταν δε έφτασαν και είδε ότι ο Παύλος δεν ήταν πουθενά, κατάλαβε ότι είτε ήδη τον είχαν σκοτώσει είτε –και μακάρι να ήταν αυτό– την είχαν κοροϊδέψει και ότι η ίδια ήταν το μόνο “ψάρι” που αλίευσαν για να το χρησιμοποιήσουν σα δόλωμα για τους άδηλους σκοπούς τους... Το κορίτσι, με την καρδιά του έτοιμη να σπάσει, ναι μεν κρατούσε την ψυχραιμία του καταγράφοντας τα πάντα γύρω του, αλλά και ήλπιζε ότι ίσως και σε κάτι να της χρησίμευε η παρατήρηση, αν ήταν τυχερή και την άφηναν να ζήσει, πράγμα που όμως δεν επιβεβαιωνόταν από τις διάφορες ενδείξεις. Λαχταρούσε ένα ποτήρι δροσερό νερό και το τελευταίο πράγμα που ήθελε να πάρει μαζί της στον άλλο κόσμο ήταν η γεύση ενός δυνατού, καυτού, και ολόγλυκου, ελληνικού καφέ. Κάτι δηλαδή σαν τον ιδανικό άντρα! Θα της ικανοποιούσαν άραγε αυτήν την τελευταία της επιθυμία; Το δωμάτιο που τη διπλαμπάρωσε η κομψή ασιάτισσα, η οποία έδειχνε τώρα το σκληρό μαφιόζικο πρόσωπό της, ήταν ένα γυμνός από έπιπλα χώρος χωρίς παράθυρα. Μάλλον επρόκειτο περί αποθήκης, που την είχαν προβιβάσει σε δωμάτιο δευτερεύουσας αξίας. Κρύο δεν μπορεί να πει κανείς πως έκανε, αλλά τα δόντια της κοπέλας κτυπούσαν σα σπανιόλικες καστανιέτες. Είχε εσωτερικά ρίγη, και ήταν φυσικό αυτό με την ταραχή που περνούσε. Μα πού ήταν στο Θεό του ο φίλος της; Ότι ήταν κάπου κοντά και κάτι περίμενε ήταν αναμφισβήτητο βέβαια, γιατί αν δεν ήταν αυτό, θα 170


θάνατος στο πάρκο

είχε επέμβει με τους αστυνομικούς από την αρχή εκεί στο Μπιστρό. Κάτι περίμεναν. Αλλά και οι δικές της αντοχές εξαντλήθηκαν. Δεν άντεχε άλλο. Μετά από μισή, μία ώρα ή ένα μήνα, δε θυμάται ακριβώς, μπαίνει στο δωμάτιο ένας απίστευτα όμορφος μελαχρινός και πανύψηλος άντρας με... θεληματικό πηγούνι(!) και με μία απαλή νωχελική φωνή τη ρωτά: «Λοιπόν; Ποιο είναι το επόμενο βήμα σας; γιατί δε φύγατε ακόμα από το Παρίσι;» Κάτι της θύμιζε αυτός ο άντρας, ναι μεν αμυδρά, αλλά τον είχε ξαναδεί. Μα βέβαια, βέβαια. Ήταν ο τύπος που πάντοτε στο όνειρό της τον ρωτούσε πού μπορεί να βρει ταξί και αυτός στερεότυπα της απαντούσε ότι δεν υπάρχουν ταξί στη γειτονιά τους. «Δεν είμαι καλά», σκέφτηκε η κοπέλα. «Δεν είναι δυνατόν να έχω τέτοια ενόραση, να είμαι μέντιουμ σαν το κορίτσι στο “ςπίτι των Πνευμάτων” της ιsabel Allende που είχα διαβάσει πριν χρόνια. Και στο κάτω κάτω, εκείνο ήταν μυθιστόρημα, που να πάρει... Μα πάλι, αν είναι έτσι και έχω αυτή την ικανότητα πώς και δεν είχα προβλέψει τον θάνατο του πατέρα και όλα αυτά που ακολούθησαν, γάμοι, ταξίδια, ιταλίες, Παρίσια, αστυνομικά θρίλερ και πάει λέγοντας;» Είναι απίστευτο το πώς γίνεται σε στιγμές έντασης και αγωνίας η σκέψη να ξεγλιστράει, και να σκέφτεσαι άλλα αντ’ άλλων, με τη δαμόκλειο σπάθη εντωμεταξύ να κρέμεται πάνω από το κεφάλι σου. Και η Μαρία Χριστίνα συνέχισε «επιλεκτική ενόραση λοιπόν; Πώς 171


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λέμε επιλεκτική μνήμη; Κάτι τέτοιο δηλαδή. Να θυμηθώ να ρωτήσω οπωσδήποτε, κάποιον ειδικό αν βέβαια επιζήσω...» «Ένα φράγκο για τις σκέψεις σας, madame. Πέστε μου σας παρακαλώ πότε σκοπεύετε να πάρετε την κωλοπαρέα σας και να μας αδειάζετε τη γωνιά για να μπορέσουμε να ανασάνουμε καθαρό αέρα εγώ και οι φίλοι μου; Ακούστε με. Η ζωή σας δεν κινδυνεύει. Αν κάτι κινδυνεύει είναι η αρτιμέλειά σας. Θα σας αφαιρεθεί όποιο μέρος του σώματός σας προτιμάτε, θα το στείλουμε στον σύζυγό σας ή στον αντιπαθέστατο επονομαζόμενο Πουαρώ για να βεβαιωθούν ότι δεν αστειευόμαστε καθόλου. ςας ζητάμε να ξεκουμπιστείτε από τα μέρη μας. Δεν είστε ευπρόσδεκτοι, αδερφέ, πώς να το κάνουμε; ρατσισμός; Ας το πούμε κι έτσι. Αν δε συμμορφωθούν και δε μας αδειάσετε τη γωνιά, την επόμενη φορά που κάποιος από το σκυλολόι σας πέσει στα χέρια μας, δε θα είμαστε ούτε τόσο ανεκτικοί ούτε τόσο φιλεύσπλαχνοι. Θα τον κάνουμε κιμά και θα σας τον στείλουμε πακέτο να ταΐσετε τα σκυλιά σας στην Ελλάδα. Τα καημένα τα ζωντανά, ζωή κι η δική τους! Ποιο κομμάτι προτιμάτε λοιπόν;» «Εσύ να μας πεις φρικιό ποιο κομμάτι σου να στείλουμε στους δικούς σου που θα μας τους ξεράσεις ποιοι είναι, θες δε θες» και με πέντε έξι μπατσόπουλα μπρατσωμένα ορμήσαμε στο δωμάτιο γκρεμίζοντας τη σαθρή του πόρτα. Η Ασιάτισσα και ο Λατίνος εραστής έκπληκτοι κοιτούσαν τους εισβολείς, μη πιστεύοντας στα μάτια τους... «Και σε ρώτησα, Cherie, αν είσαι σίγουρη ότι δε 172


θάνατος στο πάρκο

σε παρακολούθησαν...» «Αποκλείεται. Δεν υπέπεσε τίποτα το ύποπτο στην αντίληψή μου». «Έπεσε στη δική μου όμως, κυρία μου, και ήταν αρκετό», είπε ο Renier γελώντας...

173


XIX

Ό

πως αποδείχθηκε, επρόκειτο για την ομάδα την εκτελεστική, του παλαιού γενικού γραμματέα η οποία τώρα εξαρθρώθηκε πλήρως, πνέοντας μένεα εναντίον των ανθρώπων που κατέστρεψαν το αφεντικό. Πού θα ξαναεύρισκαν άλλον σαν ετούτον με τόση εξουσία στα χέρια του που θα επέτρεπε στους ίδιους να αλωνίζουν ελεύθερα; Η όλη συμμορία τους καταστράφηκε και προσδοκούσαν, αν μη τι άλλο, να πάρουν μιαν εκδίκηση χωρίς άλλο κέρδος. Έτσι, για να έχουν τη χαρά να δουν να εξαφανίζονται οι αφανιστές τους. Ίσως πάλι και να ήλπιζαν σε μία ανασύσταση της ομάδας υπό νέα ηγεσία ασφαλώς και φρόντιζαν να καθαρίσουν από τα πόδια τους τα αγκάθια της συντροφιάς του Μακρή. Ποιος ξέρει... Δυστυχώς γι’ αυτούς όμως, δεν πρόλαβαν όχι μόνον να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους ούτε καν εν τη γενέσει του, αλλά και τη δική τους ομάδα να συμπληρώσουν. Πολλά πρώην μέλη τους είχαν λακίσει βλέποντας ότι η χρυσή εποχή της ατιμωρησίας, ελέω γενικού γραμματέα, είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Και το ζην εν κινδύνω δεν ήταν του γούστου τους. Θα άλλαζαν όχι επάγγελμα, μορφή επαγγέλματος. Ίσως και να ιδιώτευαν! Να έκαναν σόλο καριέρα! Να πάρει η ευχή, να πάρει, δεν ήταν κρίμα τόση γνώση να πήγαινε χαμένη; 174


θάνατος στο πάρκο

Ναι, μα ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν οι καιροί. Το πόπολο άρχισε να ξυπνάει από το βαθύ λήθαργο που είχε περιπέσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Όχι πως αυτό υπήρξε έργο του ςτέφανου. Μην τρελαθούμε. Ένα μικρό λιθαράκι στο κτίσιμο της κάθαρσης ήταν η δική του συνεισφορά καθώς και της παρέας του. Πέρασαν κάπου δυο εβδομάδες από τα τελευταία γεγονότα και η παρέα των πέντε φίλων ετοιμαζόταν για την επιστροφή στην Ελλάδα. Καιρός ήταν. Ένας ψιλονόστος τους είχε πιάσει. Κυρίως τη Βιβή που είχε κάποιες υποψίες και για εγκυμοσύνη. Δεν είπε τίποτα ούτε στη Μαρία Χριστίνα. Δεν το είχε σκοπό να αναστατώσει κανέναν. Μόλις γύριζαν θα μάθαινε τόσο η ίδια όσο και οι αγαπημένοι της αν οι υποψίες της είχαν βάση. γιατί αν το έλεγε στον ςτέφανο, δεν ήταν καθόλου μα καθόλου σίγουρη ότι δε θα την έβαζε από τώρα σε ένα χρυσό κουκούλι να την προστατεύει και από το αεράκι ακόμα του Παρισιού. ςτο οποίο Παρίσι συνέβαιναν και διάφορα ενδιαφέροντα πολιτιστικά. για παράδειγμα, η μεγάλη πλατεία του πιο κεντρικού κινηματογράφου της υπέροχης πόλης ήταν κατάμεστη εκείνη τη βραδιά. Κόσμος πολύς περίμενε ουρά στα ταμεία για να βρει ένα πολυπόθητο εισιτήριο, για μια θέση οι περισσότερες των οποίων είχαν προπωληθεί εδώ και μέρες αν όχι εβδομάδες. Κάτι λίγα εισιτήρια είχαν απομείνει τα περισσότερα των οποίων ήταν από επιστροφές. Αν και όταν εμφανιζόταν κανένας μετανιωμένος 175


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

να δει το έργο θεατής, γινόταν ήρωας επεισοδίου από τον κόσμο που έπεφτε επάνω του σα μελίσσι διεκδικώντας το εισιτήριο που πριν δευτερόλεπτα είχε κάνει την κουτουράδα να επιδεικνύει προς διάθεση του κοινού. Κρυφά ίσως και να το διέθετε σε τιμή τριπλάσια του κανονικού. Πώς γίνεται συνήθως στα γήπεδα όταν θέλεις να δεις την ομάδα που λατρεύεις, αλλά δεν μπορείς γιατί τα εισιτήρια είναι sold out εδώ και καιρό; Τι κάνεις τότε; Δεν ψάχνεις για τέτοιες ευκαιρίες επιστροφής και πληρώνεις το εισιτήριο όσο όσο και λες και ευχαριστώ; Είπαμε όμως. Κρυφίως, γιατί τέτοιου είδους συναλλαγές είναι παράνομες. Κάτι τέτοιο λοιπόν γινόταν έξω από το σινεμά εκείνο το ςαββατόβραδο για να πάρετε μια ιδέα. Τέτοια κοσμοσυρροή και τέτοιες πιένες σε κινηματογράφο ο κόσμος είχε να δει από την εποχή της Μπριτζίτ Μπαρντώ και του Αλαίν Ντελόν στις μεγάλες τους δόξες. Κάτι ανάλογο με την Αθήνα με τις ταινίες της Βουγιουκλάκη και της Καρέζη που οι ουρές ήταν τόσο μεγάλες, ώστε άρχιζαν από το ταμείο και κατέληγαν μέχρι την απομακρυσμένη γωνιά του οικοδομικού τετραγώνου του κινηματογράφου. ο πορτιέρης του σινεμά γινόταν ο καλύτερος σου φίλος. Όσο για τον ταμία δεν το συζητώ. Αν ήταν γνωστός σου ήταν σα να είχες μπάρμπα στην Κορώνη, που λένε. Το έργο που παιζόταν ήταν ένα πολυδιαφημισμένο αστυνομικό θρίλερ, γαλλοαμερικάνικης παραγωγής. Τη βραδινή παράσταση θα την παρουσίαζε ζωντανά το υπέροχο ζευγάρι των πρωταγωνιστών, ο Αμερι176


θάνατος στο πάρκο

κάνος γόης επτά αστέρων και η απίστευτα όμορφη γαλλίδα συμπρωταγωνίστριά του. ο κόσμος λοιπόν που περίμενε απ’ έξω αποσκοπούσε και σε τούτο το χάπενινγκ. Να δει ζωντανά το πανέμορφο ζευγάρι. Τέτοια θεοποίηση μόνον οι ηθοποιοί απολαμβάνουν άντε και ορισμένοι τραγουδιστές. οι ίδιοι αυτοί ηθοποιοί ζούσαν τώρα στο πετσί τους αυτή την έκρηξη του παραληρήματος του κόσμου, με τις ασφαλώς ακραίες συμπεριφορές λατρείας του κοινού, πράγμα που γνώριζαν μόνο από διηγήσεις παλαιοτέρων συναδέλφων τους ή τις βιογραφίες που διάβαζαν μεγάλων πρωταγωνιστών του παρελθόντος. Διάβαζαν και απορούσαν... Και τώρα; Τώρα το ζούσαν και αυτοί, και ποιο είναι το ρήμα που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να περιγράψουμε τα συναισθήματά τους; Ίσως ζητήσουμε τη βοήθεια του Μπαμπινιώτη ή του γεωργουσόπουλου και με μία παραπομπή το γράψουμε στο τέλος του βιβλίου. Ας μην ψάχνουμε τώρα για περίεργα ρήματα και έννοιες λέξεων και χάσουμε τον όποιο ειρμό της σκέψης μας πάνω σ’ αυτά που γράφουμε. Κάποτε καταλάγιασε η οχλαγωγή, ησύχασαν τα πάντα και ανακοινώθηκε η παρουσίαση του έργου από το όμορφο ζευγάρι. Ζητωκραυγές, λουλούδια, πόθος, πάθος, μπιζαρίσματα και ιαχές διθυραμβικές. Κάποτε τελείωσε και αυτό. Και οι πανευτυχείς θεατές, βούλιαξαν αναπαυτικά στις καινούριες πολυθρόνες του αναπαλαιωμένου κινηματογράφου, που θεωρείτο ένα διατηρητέο κόσμημα αρχιτεκτονικής, αλλά και από τους πρώτους –αν όχι ο πρώτος– κινηματο177


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γράφους της γαλλικής πρωτεύουσας. Το έργο ναι μεν καλό, αλλά όχι τόσο που να δικαιολογεί τον χαμό, την κοσμοσυρροή, τις φανφάρες και το κακό που γινόταν. Περισσότερο σαν αποτέλεσμα ευφυούς διαφήμισης το έβλεπα, εγώ τουλάχιστον. Τελείωσε το έργο, έπεσε ένα μάλλον χλιαρό χειροκρότημα και αυτό σαν αποτέλεσμα ειδικών κλακαδόρων. ο κόσμος άρχισε να αδειάζει την τεράστια αίθουσα. ςαν άδειασε όλη η αίθουσα έμεινε μόνο ένας θεατής εκεί πάνω, σε ένα από τα θεωρεία, γερμένος στο πρεβάζι και φαινόταν να κοιμάται του καλού καιρού. «Όχου, και πώς του κόβεις τον ύπνο του καημένου» είπε μία από τις ταξιθέτριες επιφορτισμένη με τρεις τέσσερις ακόμα να ελέγξουν την αίθουσα και να ακολουθήσουν οι καθαρίστριες. Όλα αυτά έπρεπε να γίνουν γρήγορα και με σύστημα, αλλά είχαν και πείρα χρόνων. ςε μία ώρα άρχιζε η νυχτερινή και τελευταία παράσταση της ημέρας. Το προσωπικό ήταν εξοικειωμένο στο θέμα αυτό και περίπτωση αργοπορίας δεν υπήρχε. «Τι κάνουμε με τούτον εδώ;» «Τι θα πει τι κάνουμε; Τον ξυπνάμε. Αν δεν ακούει, Marie cherie, πιάσε την ντουντούκα από το γραφείο και φέρε την εδώ. Θα βάλω μια φωνή και θα δεις για πότε θα ξυπνήσει ο φίλος. Τι διάολο, λαϊκό υπνωτήριο η αίθουσα; Δεν έχει τον Θεό του». Η Marie έκανε όπως την πρόσταξαν μα ο τύπος ούτε με την ντουντούκα πήρε χαμπάρι. 178


θάνατος στο πάρκο

«Κοίτα εδώ να μαθαίνεις, μικρή» λέει στη Marie μια από τις μεγαλύτερες ταξιθέτριες. Και παίρνοντας την ντουντούκα από τα χέρια της μικρής, πλησιάζει τον κοιμισμένο και σχεδόν εξ επαφής του βάζει μια τέτοια φωνή που αν ήταν ναρκωμένος για θεραπεία ελέφαντας, θα πεταγόταν όρθιος στις χοντροποδάρες του με μιας. Μα όταν και τότε δεν κουνήθηκε ο τύπος, επιτέλους κατάλαβαν ότι ο άνθρωπος ναι μεν κοιμόταν μα με έναν αιώνιο ύπνο. Τον πιάνουν όλες μαζί και του γυρίζουν το κεφάλι. Τον βλέπουν να τις κοιτάζει μεν, με ορθάνοικτα μάτια μα με σβησμένο βλέμμα. Μια τρύπα στο μέσο του μετώπου του, έδειχνε ότι ο άνθρωπος, άγνωστο αν είδε το έργο, είτε όλο, είτε μέρος αυτού. Εδώ που τα λέμε, δεν έχασε και τίποτα το σπουδαίο. Το σπουδαίο που έχασε ήταν η ζωή του... «Όχου, αυτό μας έλειπε τώρα» είπε η επί κεφαλής. «Μην ακουμπάτε τίποτα, μην αγγίζετε τίποτα. γρήγορα το κινητό μου να πάρω τον αιθουσάρχη... Ελάτε γρήγορα, κύριε. Ειδοποιήστε και ασθενοφόρα και αστυνομίες. Έχουμε τεράστιο πρόβλημα, το και το, και το. Τι θα γίνει με την παράσταση και η ώρα περνάει...» «Βρε, τι πάθαμε! Κακό μεγάλο. Και να ’ναι μόνο για τη νυχτερινή παράσταση; Φοβάμαι ότι θα ’ναι και για τις αυριανές παραστάσεις, και βάλε...» Όπως ήταν φυσικό η παράσταση όντως ματαιώθηκε. οι ειδήσεις βούιζαν. ο κόσμος ανάστατος. Και η Μαρία Χριστίνα κατάχλωμη να θέλει να πει κάτι στη συντροφιά και η μιλιά της να μη βγαίνει 179


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

από το στόμα. Έδειξε στον ςωτήρη τη μικρή οθόνη και προσπάθησε να του ψιθυρίσει. «Κοίταξε καλά τον νεκρό. Είναι αυτός, κοίτα». «Τι να δω, κορίτσι μου; Τι να δω»; «Κοίταξε, σε παρακαλώ». Πράγματι, επρόκειτο για τον ομορφονιό τον γνωστό, εκείνον με το... θεληματικό πιγούνι. Που λίγο ακόμη να την απαγάγουν με την όμορφη ασιάτισσα λίγες ημέρες πριν. Δε θύμιζε βέβαια τον γόη που είχαν αντικρύσει τότε σε κείνο το δωμάτιο αποθήκη που την είχαν κλείσει, αλλά ήταν αναμφισβήτητα αυτός. «Μα καλά, δεν τον είχε συλλάβει ο Renier αυτόν; Τι γίνεται εδώ που να μην πω καμιά βαριά κουβέντα που Κύριος είδε πόσο ανάγκη έχω να την πω», λέει ο ςτέφανος και τηλεφωνεί στον Renier για να ακούσει την καταπληκτικότερη των ειδήσεων. «ο τύπος ναι μεν είχε συλληφθεί, αλλά με τη βοήθεια κάποιου που ποτέ δεν έμαθαν ποιος ήταν, κατάφερε να το σκάσει». Κυκλοφορούσε χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις, απειλώντας τον πρώην γενικό γραμματέα για την ελλιπή προστασία που του παρείχε απειλώντας τον να κάνει γνωστά τοις πάσι τα ράμματα που είχε για τη γούνα του. Και βέβαια, επειδή και το μυαλό του ήταν ελλιπές, δεν του έκοψε ότι με τις απειλές του στο “Τέρας” που ψυχορραγούσε, αυτό γινόταν αγριότερο και πιο επικίνδυνο όπως συμβαίνει πάντα με τα άγρια θηρία όταν είναι ετοιμοθάνατα. Έτσι το έφαγε το κεφάλι του το όμορφο και η 180


θάνατος στο πάρκο

ασιάτισσα έμεινε με άδεια αγκαλιά. Όχι πως θα τη λυπηθώ βέβαια. Με τέτοιους τύπους γεμάτη η ανθρωπότητα. γρήγορα θα βρει παρηγοριά. Πάντως, ο γόης είχε έναν θάνατο σε ωραία ατμόσφαιρα θα μπορούσαμε να πούμε. Να πρόλαβε να συνειδητοποιήσει πόσο μάταια είναι όλα; Δε νομίζω να πρόλαβε να καταλάβει ότι ο πυροβολισμός που ακούστηκε δεν είχε ως στόχο τον όμορφο Αμερικάνο ηθοποιό, αλλά το δικό του επίσης όμορφο μα άσημο πρόσωπο! Δε θυμάμαι, παιδιά, πριν συμβούν τα τελευταία γεγονότα, ποιο ήταν το τέλος που είχα κατά νου να βάλω στο βιβλιαράκι αυτό. Όποιο και αν ήταν, το εγκαταλείπω. Αφήνω να τελειώσει με το όνειρο της Μαρίας Χριστίνας.

181


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

182


O animateur

183


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

184


I

Μ

ιλάμε για τον πιο ταλαντούχο διασκεδαστή που είχε ποτέ γνωρίσει ο τόπος τούτος. Δε γινόταν πάρτι, δε γινόταν γιορτή και εκδήλωση παιδική, που να μη ζητούσαν οι γονείς την παρουσία του, που ήταν σήμα κατατεθέν της επιτυχίας. Δεν υπήρχε περίπτωση να ακουστούν παράπονα δυσλειτουργίας και αποτυχίας μιας γιορτής, αν αυτή ήταν υπό την εποπτεία τη δική του. ο άνθρωπος ήταν γεννημένος γι’ αυτήν τη δουλειά. Το πανεπιστήμιο της γνώσης του διασκεδάζειν το είχε τελειώσει, θαρρείς, από τα γεννοφάσκια του. Με το που άνοιγε το στόμα του πέθαινε ο ακροατής του στα γέλια. Κάθε γκριμάτσα του. Και κάθε του κίνηση ήταν πηγή γέλιου. Δεν ήταν κλόουν, αν και τα ρούχα που συνήθως φορούσε έμοιαζαν με αυτά του αρλεκίνου. Δεν ήταν βαμμένος ποτέ σαν παλιάτσος με κείνο το χαρακτηριστικό δάκρυ στο μάγουλο, που έκανε πολλά πιτσιρίκια ακόμα και να τον φοβούνται. Και αυτή είναι η βασική διαφορά του παλιάτσου με το διασκεδαστή. Clown λοιπόν ή animateur; ςαφώς ο δεύτερος. O συγκεκριμένος διασκεδαστής από πολύ μικρός ανέπτυξε το θείο χάρισμα, το ταλέντο, που του έδωσε ο Θεός και ευφυώς φερόμενος το εκμεταλλεύτηκε κάνοντάς το επάγγελμα. ςτην αρχή το ξεκίνησε για πλάκα. Πρώτα απ’ όλα 185


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

διασκέδαζε ο ίδιος. Ήταν το επίκεντρο της τάξης του. Το κέντρο της παρέας του. Και ο αγαπημένος των κοριτσιών. Αλλά η δουλειά δουλειά... Και το σχολείο σχολείο. Δεν ήταν νοητό να υπάρξει σχολική γιορτή χωρίς η όλη οργάνωση να είναι υπό την εποπτεία του και ο ίδιος, μόνος του μία παράσταση. Αυτό που λέμε one man show, το καλύτερό του. Πηγή ανεκδότων και αστεϊσμών. Μαγευτικός... Με μια φάτσα κι αυτή αστεία σαν τα λόγια και τις κινήσεις του. Όχι άσχημος, ούτε όμορφος, μα ευχάριστος στην όψη θα λέγαμε. Ασυνήθιστος, ξεχωριστός, χαρισματικός άνθρωπος με ένα πηγαίο ασυνήθιστο χιούμορ. Εύστροφος και ένα λεξιλόγιο παράξενο μεν αλλά σωστά ελληνικό, χωρίς χυδαιότητες και φτηνιάρικα ευρήματα. Είχε επίγνωση του τεράστιου ταλέντου του, χωρίς αυτό να τον κάνει ούτε να ναρκισσεύεται ούτε να επαίρεται. Έτσι τον έκανε η φύση. Ήταν ξεχωριστός αυθεντικός. Τι μπορεί να μην ήταν; Δεν ήταν ευτυχής στην ουσία. Τον κούραζε αυτή του η υπερβολή που δεν την επεδίωκε. Η εικόνα του, που αντικατοπτρίζονταν στα πρόσωπα των θεατών του, κατά βάθος τον ενοχλούσε. Όχι βρε παιδιά, η ζωή δεν είναι μόνο γέλιο, είναι και πόνος, είναι και δάκρυ. Μα αυτόν, και σκοτωμένο να τον έβλεπαν, πεθαμένο τέζα που λένε, οι άνθρωποι θα γελούσαν. Την κατάστασή του θα την περνούσαν κι αυτήν αστεία. Μα ο άνθρωπος ξέχωρα από τα όποια ταλέντα του ήταν φτιαγμένος από το ίδιο υλικό λάσπης που χρησιμοποίησε ο Θεός και για όλους τους ανθρώπους. Που σημαίνει, κι αυτός πονούσε κι αυτός 186


θάνατος στο πάρκο

κρύωνε, στενοχωριόταν, πεινούσε ερωτευόταν... Δεν ήταν όλα δικά του. Κατά βάθος και οι δικοί του άνθρωποι δεν ήθελαν να ζουν σε ένα συνεχές γέλιο όταν βρίσκονταν μαζί του. Κα τούτο ήταν το μειονέκτημα της παράξενης αυτής ύπαρξης. Δεν είχε στιγμή παρέκκλισης από την ευθυμία του εξωτερικά, όχι όμως και μέσα του. Θα ήταν εκεί γύρω στα δεκαπέντε του όταν συνειδητοποίησε ότι έτσι ήταν η φτιάξη του και δε γινόταν να αλλάξει. Το πήρε λοιπόν απόφαση. Θα βρισκόταν πάντοτε μόνος του τις στιγμές του πόνου του, της θλίψης του και της απογοήτευσης. Και αφέθηκε σ’ αυτήν την αλήθεια του, όσο και αν φάνταζε στα μάτια του άδικη. Πράγματι, άδικο δεν ήταν, αυτός να σκορπίζει τη χαρά και το γέλιο, να διώχνει τη θλίψη και τον καημό των ανθρώπων γύρω του και ο ίδιος να ζει μόνος του τις μικρές και τις μεγάλες φουρτούνες τις μαυ- ρίλες της ζωής; ούτε η ίδια του η μάνα μπορούσε να καταλάβει αυτό του το παράπονο, τι και αν χίλιες φορές της το είχε εξομολογηθεί. Δε γινόταν να τον πάρει κανείς στα σοβαρά. Αυτό ήταν αδύνατον. ςκιαγραφήσαμε λοιπόν τον Τίτο και ελπίζουμε ο αναγνώστης να πήρε έστω μια ιδέα της προσωπικότητας αυτής της παράξενης ύπαρξης. Με το που τελείωσε το λύκειο άνοιξε μία περίεργη σχολή που την ονόμασε ( τι άλλο;) «το γέλιο». Μαθητές του, παιδιά με χιούμορ, αλλά και παιδιά στεγνά και μονοκόμματα που έχοντας και αυτά επί187


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

γνωση του... κουσουριού τους, ήλπιζαν κάτι να κερδίσουν από τη μαθητεία τους πλάι σε έναν τέτοιο δάσκαλο. Και ντιπ ντουβάρια να ήταν, κάτι θα αποκόμιζαν. Δε γινόταν αλλιώς. ο άνθρωπος είναι μιμητικό ον, δε γίνεται να μην έπαιρναν κάτι από τον ταλαντούχο τους δάσκαλο, που αν μη τι άλλο θα τους έκανε να αποβάλουν τη δική τους μουρτζούφλα, την κατήφεια και να μάθουν, έστω κι αν ήταν δύσκολο, τουλάχιστον να χαμογελούν. Αυτός ήταν ο επιδιωκόμενος σκοπός του παράξενου τούτου σχολείου. Ένα σχολείο με έναν μόνο δάσκαλο. οι ώρες διδασκαλίας παράξενες κι αυτές. οι μαθητές χωρισμένοι σε γκρουπ, ανάλογα με το χαρακτήρα τους ασχέτως ηλικίας. Η διάρκεια του μαθήματος δεν ξεπερνούσε τα δεκαπέντε λεπτά. Μόλις τελείωναν αυτά τα δεκαπέντε λεπτά οι μαθητές ήταν επιφορτισμένοι με το να μάθουν να εκτελούν ορισμένες ασκήσεις με το διάφραγμά τους, με τη στάση του σώματος και με τις κινήσεις τους, τη γλώσσα του σώματος γενικώς. Αυτή η εξάσκηση κρατούσε γύρω στη μισή ώρα. Και όση ώρα τα παιδιά ασχολούνταν με τις ανωτέρω ασκήσεις ο δάσκαλος “δίδασκε” σε άλλο γκρουπ, για να επανέλθει σε μισή ώρα και να αρχίσουν ένα καινούριο δεκαπεντάλεπτο. Και ούτω καθ’ εξής. Τα δίδακτρα ήταν δεκαπεντάλεπτο κι αυτά. Ακολουθούσαν τη... γραμμή του δασκάλου και όσα εκείνος πρέσβευε. ο νεαρός, ναι μεν ζούσε από αυτό το σχολειό, μα οι κύριες απολαβές του ήταν από τις διάφορες εκδηλώσεις που καλούνταν να οργανώσει. Και οι δωρεές επίσης, από ευγνώμονες 188


θάνατος στο πάρκο

συμπολίτες του νεαρού. ςκοπός του ήταν να ευρύνει το σχολείο για μαθητές ενήλικους από είκοσι ετών μέχρι... εκατό! Απώτερος σκοπός του να αποτελέσουν μέλη μιας ξεχωριστής κοινωνίας πρότυπο. Αυτός ήταν ο στόχος του. Έκανε όνειρα και σχέδια πολλά που τον γέμιζαν αισιοδοξία και κουράγιο. Και η φήμη, τόσο η δική του όσο εξαιτίας αυτής της περιοχής του, ξαπλωνόταν σιγά σιγά στις όμορες περιοχές και της ευρύτερης περιοχής πολύ σύντομα. Κάθε περιοχή, ως γνωστόν έχει να υπερηφανεύεται για κάτι. για παράδειγμα, για ένα γήπεδο, μια ξεχωριστή παιδική χαρά, μια λαμπρή εκκλησιά, ένα σχολείο πρότυπο ένα αρχαίο και νέο θέατρο όπως και για τα πορτοκάλια της ή τα πεπόνια της, ας πούμε. Η περί ης ο λόγος περιοχή παινευόταν για το σχολείο της αυτό και τον animateur της... Τόσο απλά. ο λαός παραφράζοντας ως συνήθως την ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου ονόμασε την περιοχή... Ανιματουριά! Άσχετα αν η επίσημη ονομασία της ήταν ρεματιά. Και έτσι αναφερόταν πλέον παντού... ο Τίτο, όταν πριν καιρό κλήθηκε να οργανώσει το πρώτο του πάρτι. Ήταν στο σπίτι ενός πλουσιόπαιδου, συμμαθητή του της γ’ γυμνασίου. Ήταν καλεσμένη όλη η τάξη αφενός, αλλά και όλα τα πλουσιόπαιδα τα γνωστά της οικογένειας. Τέτοια γιορτή δε θυμόταν κανείς να είχε ξαναδεί στη ζωή του. Το σπίτι τεράστιο, ο κήπος του απέραντος, δίνοντας έτσι στον διασκεδαστή την ευκαιρία να 189


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

διοργανώσει και ένα κυνήγι θησαυρού που όσοι έλαβαν μέρος έλεγαν χαρακτηριστικά ότι όποιος δεν έχει ζήσει κάτι παρόμοιο στη ζωή του, δεν μπορεί κάνοντας τον απολογισμό της ζωής του, κάποια μέρα, να πει ότι έζησε... Μικροί και μεγάλοι που έλαβαν μέρος δεν έβλεπαν την ώρα και τη στιγμή να παρευρεθούν σε κάτι ανάλογο που θα έσκαγε μύτη οσονούπω, με όποιο και αν ήταν το τίμημα να το πεις; Εισιτήριο να το πεις; Κάλεσμα, πρόσκληση; Το θέμα διαδόθηκε γρήγορα τόσο από το τοπικό πειρατικό ραδιοσταθμό και την τηλεόραση, και πλέον, οι γιορτές που έφεραν τη σφραγίδα του Τίτο αποτελούσαν τα πιο αξιόλογα γεγονότα του τόπου. Ξεπέρασαν τις εθνικές επετείους και τα γνωστά πανηγύρια και μία πρόσκληση σε μια τέτοια γιορτή περιζήτητη. ςτα δεκαέξι του χρόνια, λίγο πριν τελειώσει το Λύκειο ήταν κιόλας μπορούμε να πούμε πλούσιος. Θα αναρωτιόταν κανείς «Μα καλά, οι κάτοικοι άλλο να κάνουν δεν είχαν, εκτός από διασκέδαση;» Δε θα το πιστέψει κανείς, μα ναι ήταν η πρώτη τους σκέψη. Αφορμή ζητούσαν για γιορτή χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. γιορτή για ψύλλου πήδημα που λένε, μόνο και μόνο για να έχουν τη χαρά να ζήσουν μια τέτοια εμπειρία. Ας μην παραβλέψουμε το γεγονός πόσο μεγάλη ανάγκη είχε ο κόσμος να ξεδώσει να γελάσει να ξεχαστεί από τα βασανιστικά του προβλήματα που τον μάστιζαν και του έδιωχναν τον ύπνο. Πώς να μη θεωρούν λοιπόν τον Τίτο σαν το φάρμακο που έκανε τη ζωή τους ενδιαφέρουσα; Πολλοί τον έλεγαν και «σωτήρα». Τους έσωσε 190


θάνατος στο πάρκο

από απονενοημένα διαβήματα, και δεν είναι αυτό, διόλου υπερβολικό. Εκατοστό από τις ευχές που εισέπραττε να τον άγγιζαν, θα τον έκαναν αν όχι αθάνατο αλλά τον ευτυχέστερο των ανθρώπων. Αλλά όχι. Ευτυχής δεν ήταν. Τελικά ο άνθρωπος ό,τι δεν έχει, αυτό και επιθυμεί. Και εκείνος αυτό που επιθυμούσε ήταν λίγη ηρεμία μία μικροστενοχώρια, όπως όλοι οι άνθρωποι, βρε αδερφέ. Κοντολογίς, το μέτρο που δίδασκαν οι αρχαίοι δάσκαλοι. γιατί αυτό ήταν που δεν υπήρχε στη ζωή του παλληκαριού. Αυτό επιθυμούσε και αυτό ονειρευόταν. Ωσότου κάποτε φαίνεται να εισακούστηκαν οι προς το Θεό ικεσίες του. Εκείνος τον λυπήθηκε και αποφάσισε να τον κάνει πιο ανθρώπινο, να επιφέρει μια κάποια ισορροπία στη ζωή του. Και εδώ είναι που αρχίζει ουσιαστικά η ιστορία του.

191


II

Τ

ου ζητήθηκε να διοργανώσει ένα πάρτι μακριά από την έδρα του, σε ένα αριστοκρατικό προάστιο της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη του σκέψη ήταν να αρνηθεί, παρά το ότι η αμοιβή του ήταν ισοδύναμη με τρία παρόμοια ίσως και περισσότερα πάρτι εντός των τειχών των δραστηριοτήτων του. Και η προοπτική περαιτέρω bonus δελεαστική. οι εύποροι γονείς δεν ήταν καθόλου φειδωλοί στη χρηματική προσφορά που του πρότειναν. Του είπαν συγκεκριμένα, να του δώσουν ό,τι τους ζητούσε, αρκεί να έβλεπαν ένα χαμόγελο να σκάζει στα χείλια της μοναχοκόρης τους. Η οποία μονάκριβή τους, εξαιτίας ενός σοκ που υπέστη από έναν παραλίγο βιασμό της που συνέβη προ διετίας. Δεν ξαναγέλασε, ούτε και μπόρεσε να ξαναχαμογελάσει. Την πήγαν στους καλύτερους γιατρούς, στους καλύτερους ψυχολόγους χωρίς κανείς να καταφέρει να βελτιώσει κατ’ ελάχιστον την κατάσταση της κοπέλας. Το πρόσωπό της πανέμορφο, μα τελείως ανέκφραστο, έμοιαζε με μια μάσκα. Μια μάσκα ψυχρή που σε απομάκρυνε από κοντά της, σε απωθούσε. Ζούσαν έναν εφιάλτη οι δικοί της άνθρωποι. Από το αρχοντικό τους είχε εκλείψει ο χαρούμενος λόγος και η ελπίδα για ένα καλύτερο παρόν ούτε καν για ένα υποφερτό μέλλον. Δεν έκαναν όνειρα για το παιδί τους σαν όλους τους γονείς είτε αυτοί είναι εύποροι είτε όχι και άσχετα εάν σπάνια τα όνειρα 192


θάνατος στο πάρκο

των γονιών ταιριάζουν με τα όνειρα που κάνουν τα ίδια τα παιδιά τους. Ζούσαν μέρα τη μέρα, φοβούμενοι για το χειρότερο που το ένιωθαν να ελλοχεύει ύπουλα, κάπου κοντά. Είχαν ακούσει τόσα πολλά γι’ αυτόν τον απίστευτο διασκεδαστή και είπαν να δοκιμάσουν και μ’ αυτόν. Ίσως να τα κατάφερνε εκεί που απέτυχαν οι γιατροί και τα φάρμακά τους. ο Τίτο ανέβηκε μέχρι το Πανόραμα να δει το σπίτι και την οικογένεια. Με το που είδε την κοπέλα την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Είχαν κάτι το κοινό οι δυο τους. ςχήμα οξύμωρο, μα ήταν αυτοί σαν οι δύο πλευρές του ιδίου νομίσματος. Εκείνος πάντα γελαστός. Εκείνη πάντα αγέλαστη. Και οι δύο, νέοι, όμορφοι και πλούσιοι. Η κοπέλα δε συγκινήθηκε καθόλου στη θέα του Τίτο. Εδώ που τα λέμε δεν ήταν η ομορφιά του τέτοια που θα τον ερωτευόταν coup de foudre μια κοπέλα. Πόσο μάλλον μία κοπέλα με τέτοια ιδιαιτερότητα. Εν πάση περιπτώσει, οικογένεια και Τίτο έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν το πάρτι να γίνει σε δύο εβδομάδες. ςτην ερώτησή του αν εκείνη συμφωνούσε η απάντησή της ήταν ένα ψυχρό ανασήκωμα του ώμου, σα να τη ρώτησε κάτι που δεν την αφορούσε. Μα πώς; Δεν μπορεί να μην καταλάβαινε πως ό,τι γινόταν ήταν για εκείνη. Ένα ακόμη δώρο από τους γονείς της που προλάβαιναν τόσο τις επιθυμίες της φανερές ή κρυφές όσο και καταλάβαιναν τις απροθυμίες και τις μουρτζούφλες της. Πριν ο Τίτο φύγει για Αθήνα και γοητευμένος 193


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

από την ομορφιά της απόμακρης κοπέλας, είπε να παραμείνει λίγο παραπάνω σπίτι τους, αποδεχόμενος την πρόσκληση που του έκαναν. Πήρε τη Βίρνα (το όνομα της κοπέλας) να πάνε σε μια ροκ συναυλία που γινόταν κάπου κοντά, κάνοντας μια πρώτη προσπάθεια να ανοίξει το όστρακο που μέσα του έμενε ερμητικά κλεισμένη η ψυχή της. Κατάλαβε με μιας ότι το άνοιγμα θ’ αργούσε να ανοίξει. Αν άνοιγε ποτέ. Πήγε λοιπόν μαζί του στη συναυλία ψυχρή μονοκόμματη μα ευγενική. Με τόσους νέους ανθρώπους γύρω της και με έναν Τίτο που έκανε τα πάντα να σπάσει τον πάγο, ναι μεν καλή η προσπάθεια η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ήταν μόνο επαγγελματική βέβαια, μα αντίδραση καμιά. «Είναι πολύ νωρίς ακόμα», σκέφτηκε. «Είναι ζήτημα αν έχει συνειδητοποιήσει την παρουσία μου», συμπλήρωσε τη σκέψη του. Προσπάθησε να δαμάσει το διασκεδαστικό του ταλέντο φοβούμενος μήπως η υπερβολή του φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που προσδοκούσε. Κρατώντας την προστατευτικά από το χέρι, την οδήγησε σε μία πολύ καλή θέση μπροστά στη σκηνή. Και η συναυλία άρχισε. Επί σκηνής το πασίγνωστο και αγαπητότατο συγκρότημα και η νεολαία να χειροκροτεί και να ξεφωνίζει από ενθουσιασμό, θαυμασμό και λατρεία για τα νέα παιδιά που ήταν κάτι σαν πρότυπό τους. Η Βίρνα καμία αντίδραση. Κάποια στιγμή σε ένα διάλειμμα ολίγων λεπτών, όπως ανακοίνωσε ο παρουσιαστής στο κοινό, έπεσε η ματιά του στην τόσο γνωστή φιγούρα του Τίτο 194


θάνατος στο πάρκο

και φανατικός, όπως αποδείχτηκε, θαυμαστής του, λέει στο πλήθος των νέων. «Αγαπητοί φίλοι, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλω ότι απόψε μεταξύ μας βρίσκεται ο διάσημος animateur Τίτο που συνοδεύει μια ωραιότατη δεσποινίδα... Με μιας όλο το στάδιο σηκώθηκε όρθιο στην προσπάθειά του να αντικρύσει τον πασίγνωστο, το θρυλικό θα μπορούσαμε να πούμε, ψυχαγωγό, και άρχισε ένα πανδαιμόνιο θριαμβευτικών ιαχών. ο Τίτο σηκώθηκε από τη θέση του, υποκλίθηκε, ευχαριστώντας το κοινό από το μικρόφωνο που του έδωσε στα χέρια ο παρουσιαστής. Είπε κάνα δυο αστείες ατάκες που έκαναν τα παιδιά να κτυπιούνται στα γέλια και αρνήθηκε ευγενικά να ανέβει στη σκηνή όπως του ζητήθηκε, να πει λίγα περισσότερα αστεία σαν ένα χάπενινγκ που σίγουρα θα έφερνε παραλήρημα. Δεν το έκανε, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν ήθελε να αφήσει τη Βίρνα μόνη της ούτε δευτερόλεπτο. ο παρουσιαστής μη θέλοντας να χάσει την ευκαιρία του θαυμάσιου χάπενινγκ και ίσως καταλαβαίνοντας το λόγο της άρνησης του Τίτο, βρήκε τη λύση. ςε δευτερόλεπτα, βρέθηκε ένα είδος αναβατορίου κυλιόμενο, το έβαλε με δύο “φουσκωτούς” μπροστά στον Τίτο μέσα σε πανδαιμόνιο ενθουσιωδών ιαχών και τον παρακάλεσε να ανέβει και από κει να ευχαριστήσει το πλήθος. Ήταν συγκινητική η προσπάθεια του παρουσιαστή να αδράξει την ευκαιρία της παρουσίασης του πασίγνωστου συναδέλφου του και 195


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ο Τίτο δεν μπόρεσε παρά να ανταποκριθεί. Ανέβηκε πάνω, γινόμενος αποδέκτης μπιζαρισμάτων και σλόγκαν. «Κάνε μας να γελάσουμε». «Είσαι ένας από μας κι εμείς σε αγαπάμε». Αδύνατον να φανταστεί ο αναγνώστης το τι επακολούθησε. οι ροκ τραγουδιστές, χωρίς καθόλου να δυσαρεστηθούν που διακόπηκε το πρόγραμμά τους, ανέβηκαν στη σκηνή, κάθισαν στο δάπεδο εκεί μπροστά και ένωσαν τα χειροκροτήματά τους μ’ εκείνα των εκατοντάδων νέων παιδιών. ο Τίτο ανεβασμένος ψηλά, έκανε ένα αυτοσχέδιο νούμερο με τέτοια επιτυχία, που από το γέλιο που έπεφτε, τα παιδιά κυλιόντουσαν, αν μπορούμε να το πούμε, στα πατώματα μπροστά στις θέσεις τους του μεγάλου ςταδίου. Πώς κατάφεραν οι τεχνικοί και μετέδιδαν σε γιγαντοοθόνη το νούμερο του Τίτο, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Φαίνεται όμως ότι θα ήταν προετοιμασμένοι για τέτοια χάπενινγκ και ήταν πάντα σε εγρήγορση. Όχι κάτι τέτοιο όμως σαν αυτό του γελαστού παιδιού, όπως ξαναείπαμε. Ήταν ο ίδιος one man show. Η όλη ιστορία δεν κράτησε παραπάνω από είκοσι λεπτά της ώρας, αλλά ήταν τόσο απολαυστική και ευρηματική που τα παιδιά αρκετή ώρα και μετά τη λήξη της δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Η Βίρνα κατάπληκτη, να παρακολουθεί τα συμβαίνοντα και να μην μπορεί να πιστέψει ότι όλα αυτά που ξετυλίγονταν μπροστά στ’ μάτια της, ήταν έργο του τρυφερού συνοδού της με το αστείο μα 196


θάνατος στο πάρκο

συμπαθητικό του πρόσωπο. Και επειδή είχε επίγνωση του τι σημαίνει γέλιο στη ζωή του ανθρώπου πράγμα που εκείνη στερήθηκε εξαιτίας της βλακώδους βίας και της πρόστυχης επιθυμίας ενός ζωώδους αρσενικού, ένιωσε μια παράξενη ζεστασιά στην αρχή και στη συνέχεια την επιθυμία να συμμετάσχει στο γέλιο των θεατών, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το γέλιο είναι μεταδοτικό. Πόσες φορές δεν ξεσπάμε σε γέλια χωρίς καλά καλά να ξέρουμε το γιατί, αφορμής δοθείσης από το γέλιο των άλλων... Έτσι το κορίτσι άρχισε να σιγογελάει ασυναίσθητα. ςυνειδητοποιώντας δε ότι γελάει ναι μεν σιγά, αλλά ότι γελάει, νόμιζε ότι κάνει κάτι το απαγορευμένο γι’ αυτήν. Όταν όμως είδε τον πανευτυχή Τίτο να την κοιτάζει με λατρεία και να καταλαβαίνει ότι η παράστασή του είχε σα βασικό αποδέκτη αυτήν και μόνο και όχι το πλήθος των νεαρών, του χαμογέλασε πλατιά. Ήταν η στιγμή που το κορίτσι ξαναγύριζε στη ζωή και στην ηλικία της των δεκαεννιά της χρόνων. Και εκείνος, με δύο ευρηματικές ατάκες, που έφεραν παραληρηματικό γέλιο στα παιδιά, κατέβηκε από τα αναβατόριο και κάθισε δίπλα της δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο υπό τις επευφημίες των ξετρελαμένων νεαρών. Εκείνη, το μόνο που του είπε ήταν «ευχαριστώ. Θα σου το χρωστάω». Και εκείνος αντί απάντησης άλλης, ακούμπησε τα χείλια του ελαφρά στα χείλια τα δικά της και της είπε τρυφερά «Δε θα το πιστέψεις, αλλά είναι αλήθεια. ς’ αγαπάω...» 197


III

Τ

ο βράδυ αργά που γύρισαν στο σπίτι, γιατί βέβαια και η συναυλία τελείωσε αργότερα από τον προγραμματισμένο χρόνο. ςτο σπίτι βασίλευε ησυχία. οι γονείς δεν άντεξαν να τους περιμένουν άλλο, τους πήρε ο ύπνος εκεί στις πολυθρόνες τους με την τηλεόραση αναμμένη να μεταδίδει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα σε επανάληψη. Το μόνο ζωντανό ον που ήρθε να τους υποδεχθεί ήταν η μικρή σκυλίτσα της Βίρνας που εκείνη την είχε υπό την προστασία της αφότου η Βιόλα ήταν νεογέννητη και την τάιζε με το μπιμπερό, καθώς ήταν ορφανή η δόλια. Τη μάνα της τη σκότωσε ένα μοτοσακό αμέσως μετά τη γέννα. Βίρνα και Βιόλα είχαν τέτοια λατρεία η μία για την άλλη που δεν τη βλέπεις ακόμη και σε άτομα του ιδίου είδους. Το γουργούρισμά της (όχι το γάβγισμα) ξύπνησε τελικά τους γονείς και δε θυμούνται να είχαν ξανακάνει στη ζωή τους τέτοιο φανταστικό ξύπνημα. Λίγο το ’χεις; Βλέπουν το παιδί τους να τους χαμογελά λέγοντάς τους ότι πέρασε φανταστικά... για στάσου. Μήπως ακόμη κοιμόντουσαν και στον ύπνο τους σκηνοθέτησαν ένα όνειρο που είχαν πάψει να ελπίζουν ότι θα πραγματοποιηθεί; Μα όχι. ο νεαρός γελαστός συνοδός της τους έγνεψε ότι όλα καλά και εκείνοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Καλά αυτό το παλικάρι τι ήταν; Μάγος; 198


θάνατος στο πάρκο

Όχι, κυρία μου και κύριε, μάγος δεν ήταν. Το φάρμακο που έδωσε στο παιδί σας και το γιάτρεψε ήταν από κείνα που καμία φαρμακοβιομηχανία δεν είχε ποτέ κατασκευάσει είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Το γέλιο. Το γέλιο που για τον άνθρωπο είναι ό,τι και ο ήλιος. Ζωογόνο. Αν δε σ’ αυτό, προσθέσεις και αυτό που το λένε αγάπη, το μείγμα γίνεται δυνατό, απολαυστικό, ακαταμάχητο και ζωογόνο. Και πορεύεσαι στη ζωή νιώθοντας ότι έχεις κάποιον προορισμό, ότι σαν κάτι να αξίζεις και δεν ήρθες έτσι άσκοπα στον κόσμο τούτο... Δε ζεις έτσι, για να πεις ότι ζεις. Και ο χρόνος σου κυλά ευχάριστα. Όταν μάλιστα πιστέψεις ότι και αυτός ο τύπος από τον οποίο πηγάζουν αυτά τα μαγικά είναι δικός σου και για σένα ζει, ε, να μην νιώσεις ευλογημένος; Η Βίρνα έτσι αισθανόταν λίγες ημέρες αφότου τον γνώρισε και το πάρτι που αυτός οργάνωσε για χάρη της έπαιρνε στα μάτια της άλλη ερμηνεία. Το ξεκίνησαν οι δικοί της με την ελπίδα ότι μπορεί να δουν ένα κάποιο χαμόγελο στο προσωπάκι της. Και τώρα όχι απλώς χαμογελούσε, αλλά γελούσε. Άρα; Ποιος ήταν πλέον ο σκοπός του πάρτι; Μα ήταν απλό. για να γιορτάσουν το γύρισμά της στη ζωή, στα νιάτα της. Και μέσα από την ψυχαγωγία και τη χαρά να αρχίσει να αγαπάει, ξανά τους ανθρώπους, να τους εμπιστευτεί, και κυρίως να ερωτευτεί για να αναπληρώσει τον χαμένο της χρόνο στην αγκαλιά του πλέον αρμόδιου διασκεδαστή. Του δικού της Τίτο. 199


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και μη νομιστεί ότι εκείνος ήταν και από όλους αγαπητός, είχε και εχθρούς που τον μισούσαν, θα τολμούσαμε να πούμε θανάσιμα. Ζήλευαν το αστείρευτο χιούμορ του και την αναμφισβήτητη επαγγελματική του επιτυχία. Δεν το άντεχαν να ακούν ότι τούτη «η παράξενη σκατόφατσα» γνώριζε τη μια επιτυχία μετά την άλλη, ενώ οι ίδιοι –λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κρίσης– ζούσαν την εποχή των ισχνών τους αγελάδων. Τι στο διάβολο είχε αυτός περισσότερο απ’ αυτούς; Και ωραιότεροι ήταν. Και το ίδιο ταλαντούχοι. Και καλοί επαγγελματίες. Και το ίδιο νέοι... Και, και, και... Και όμως. Εκείνος γινόταν ολοένα πλουσιότερος και δημοφιλέστερος και αυτοί χωρίς δουλειά. Τους κατέλαβε μίσος. Πλέον ήθελαν το κακό του και δεν έκαναν τον κόπο να το κρύψουν έστω.

200


IV

Τ

ο πάρτι της Βίρνας είχε εκπληκτική επιτυχία και θα μπορούσαμε να πούμε ότι συν τοις άλλοις, εδραίωσε τη σχέση των δύο νέων ανθρώπων υπό τις ευλογίες και των γονιών της κοπέλας. Είδαν στο πρόσωπο του χαρισματικού παλικαριού το σωτήρα της μονάκριβής τους και η ευγνωμοσύνη τους επεκτάθηκε σε μια βαθιά και ειλικρινή γι’ αυτόν αγάπη. ο Τίτο, τώρα που εκείνη είχε πια τελειώσει το σχολείο της, έκανε μια πρόταση. Να πάει να δουλέψει μαζί του κάτι σα βοηθός του δηλαδή, σα γραμματέας του, αφού δεν το είχε σκοπό να πάει στο πανεπιστήμιο. Δεν μπορούσε να τα κάνει όλα μόνος του. Είχε πέσει τόση δουλειά και είχε ανάγκη βοηθού. Δεδομένου ότι και ο ίδιος γνώριζε τα αρνητικά συναισθήματα των ανθρώπων της δουλειάς για το άτομό του, ήθελε δίπλα του έναν άνθρωπο να τον νοιάζεται. Και άλλος ποιος από τη Βίρνα του το μπορούσε αυτό; Χώρια που θα ήταν μαζί του συνεχώς. Και έτσι η κοπέλα χρίστηκε βοηθός του και καθημερινώς εισέπραττε μεγάλες δόσεις γέλιου αναπληρώνοντας το γέλιο που στερήθηκε εξαιτίας μιας προδομένης φιλίας και ενός παρ’ ολίγον βιασμού της. Η θλιβερή αυτή ιστορία έχει ως εξής... 201


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Κοριτσάκι άβγαλτο θα λέγαμε. Το άλφα και το ωμέγα στη ζωή της, η αγαπημένη της φίλη η Ζωή, αρκετά χρόνια μεγαλύτερή της και παντρεμένη. Όλοι τη θεωρούσαν μέλος της οικογένειας. Το λύκειο μόλις το τελείωσε η Βίρνα και η προοπτική ενός ξέγνοιαστου και πολλά υποσχόμενου καλοκαιριού ήταν προ των πυλών. Και νάτη η πρώτη υπόσχεση. Η Ζωή κάλεσε τη μικρή της φίλη, στο εξοχικό της, μιας και πλέον ζούσε μόνη της αφού μετά από έξι χρόνια γάμου χώρισε από τον άντρα της το ςπύρο. Δεν ήταν ο ςπύρος εκείνος που ζήτησε το διαζύγιο. Ξαφνικά της Ζωής της φάνταξε λίγος. Όλα πάνω του τη νευρίαζαν. Ναι μεν εκείνος επιστήμονας. Ναι μεν μοντέρνος με χιούμορ αλλά... Πώς να το πούμε, βρε αδερφέ; Λίγος. Τον εύρισκε νωθρό και όχι τόσο δραστήριο σεξουαλικά όσο αυτή θα ήθελε και άλλα πολλά. Όταν πάψεις να αγαπάς κάποιον, τα πάντα πάνω του σου τη δίνουν στα νεύρα και ας έζησες τόσες τρυφερές στιγμές μαζί του και ας ήσουν ερωτευμένη και ας έλεγες ότι αυτό θα κρατούσε μια ζωή. Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν ταιριάζετε. Και τον ξαποστέλνεις. «Αγάπη μου, σ’ αγαπώ, μα είμαι και λίγο μπερδεμένη. Αν δε σε πειράζει θα ήθελα να μείνω λίγο μόνη μου να ξεδιαλύνω τι μου συμβαίνει ακριβώς», του είπε και άλλες τέτοιες σαχλαμαρίτσες. Κοινώς προφάσεις εν αμαρτίαις. Βλάκας ήταν ο ςπύρος; Δεν την ήξερε; Τόσα χρόνια μαζί της δεν ήξερε να ξεχωρίζει, να διαβάζει πίσω από τις όποιες γραμμές της; Και ας του μιλούσε 202


θάνατος στο πάρκο

τρυφερά και ας έκανε τη λυπημένη και ας του ορκιζόταν ότι στη ζωή της δεν έπαιζε τίποτα άλλο. Τελικά καλά λένε ότι σε δύο ανθρώπους που χωρίζουν πάντα, ο ένας πονάει περισσότερο από τον άλλο. Και το κυριότερο, εκείνος που λέει τα τρυφερότερα λόγια αποχωρισμού, είναι αυτός που ήταν και σίγουρα είναι ο λιγότερο ερωτευμένος... Αυτό ακριβώς συνέβη με τη φίλη της Βίρνας. Διαζύγιο λοιπόν. Και μετά; Τι την είχε πιάσει την κοπέλα; Μια ξαφνική ακόρεστη δίψα για σεξ. Μα η Ζωή δεν ήταν πάντα έτσι. Νόμιζες ότι στο μυαλό της δεν υπήρχε πια παρά μόνο αυτή η σκέψη του σεξ και πώς να το ικανοποιεί. Διαρκής εναλλαγή ερωτικών συντρόφων, πράγμα όχι τόσο σύνηθες για μία κατά τα άλλα φυσιολογική κοπέλα. Η Βίρνα δεν την καταλάβαινε τη φίλη της. Μα εκείνη σαν πιο μεγάλη θα πρέπει να ήξερε καλύτερα... Με χαρά λοιπόν πήγε στο σπίτι της ένα θαυμάσιο εξοχικό πλάι στο κύμα σχεδόν. Είχε και άλλες φορές φιλοξενηθεί σ’ αυτό το σπίτι, μα τότε ήταν αλλιώς. Τώρα με το χωρισμό των φίλων της ένιωθε κάπως. Η Βίρνα σε μία εξομολογητική διάθεση είπε μια μέρα «Ξέρεις, αγάπη μου, κάποτε νόμισα ότι ήμουνα ερωτευμένη και με τους δυο σας. Τώρα πια όπως ήρθαν τα πράγματα μπορώ να σου το πω. Ζήλευα όσο σας σκεπτόμουνα να κάνετε έρωτα. Φαινόσασταν τόσο ερωτευμένοι... Πώς μπορέσατε να το κάνετε αυτό στον εαυτό σας και τώρα να είστε σα δυο ξένοι; Μου λες;» 203


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Η Ζωή δε φάνηκε να εκπλήσσεται απ’ όσα της είπε η μικρή της φίλη είτε γιατί πλέον δεν την ενδιέφερε ο ςπύρος είτε γιατί ήξερε ότι τα συναισθήματά της Βίρνας είχαν ως μόνον αποδέκτη τους την ίδια. Και πάντως δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στην εξομολόγηση της φίλης της. Η Βίρνα ήταν εντελώς άπειρη και πέρα από κάτι αθώους ερωτικούς δεσμούς, που περισσότερο άγγιζαν τη σφαίρα της φαντασίας της, ουδέν. Πολλές φορές είχε ελπίσει η ίδια η φίλη της να τη μυήσει στα υπέροχα μυστικά του έρωτα, μα άφηνε εκείνη να μαντέψει την επιθυμία της αυτή. Η ίδια δε θα της το ζητούσε ποτέ. Είτε γιατί ντρεπόταν είτε γιατί κάτι βαθιά μέσα της τη συμβούλευε ότι ορισμένα πράγματα δε διδάσκονται έρχονται μόνα τους. Η διδασκαλία έχει να κάνει με... τρόπους που μετέρχονται οι ερωτευμένοι για να απολαύσουν καλύτερα το υπέροχο τούτο συναίσθημα. Επί του παρόντος λοιπόν, αρκούνταν να είναι ερωτευμένη με τον έρωτα και μέχρι εκεί. Με ανάμικτα λοιπόν συναισθήματα βρέθηκε στο σπίτι της φίλης της. Πήγαιναν για μπάνιο σε μια θάλασσα πραγματικά σμαραγδένια και μετά πεινασμένες σα λύκοι έτρωγαν στην ταβερνίτσα της παραλίας το φαγάκι της προτίμησής τους με μια όρεξη που τους τη μεγάλωνε το κύμα δίπλα τους και η ευτυχία που ένιωθαν. Μια τέτοια μέρα, λοιπόν, αφού έφαγαν και έκαναν ένα δροσερό ντους στο σπίτι, κάθισαν στη σκιερή βεράντα για μια παγωμένη μπυρίτσα ακόμα, να χαλαρώσουν λίγο πριν πάνε για τη λιγόλεπτη σιέστα, 204


θάνατος στο πάρκο

κυρίως η Βίρνα, συνηθισμένη καθώς ήταν σ’ αυτήν τη μεσημεριάτικη καλοκαιρινή της ξεκούραση. Βλέπει λοιπόν την αγαπημένη της φίλη μια στιγμή, ζωηρή και χαρωπή να σηκώνεται και να υποδέχεται δύο νεαρούς άντρες που ποτέ δεν κατάλαβε από πού εμφανίστηκαν. Ντράπηκε για τη γύμνια τόσο τη δική της όσο και της Ζωής και συγχρόνως αναρωτιόταν αν οι νεαροί άντρες είχαν δικά τους κλειδιά του σπιτιού. Αλλιώς δεν μπορούσε να εξηγήσει από πού μπήκαν, αφού ούτε κουδούνι κτύπησαν ούτε κανέναν φράκτη πήδηξαν... για να φτάσουν στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας όπου το διαμέρισμα της Ζωής. Ήταν φίλοι της ασφαλώς και με τον ένα από τους δύο, φως φανάρι, κάτι έπαιζε. Πώς και δεν της είχε πει τίποτα η Ζωή; Περίεργο. Μετά από τις συστάσεις ενοχλημένη ακούει κατάπληκτη τη φίλη της. «Μωρό μου, θα λείψω για λίγο με τον Πέτρο. Εσείς με τον Μίλτο τα λέτε οι δυο σας και μετά βλέπουμε». Μα τι είπε η Ζωή; Και σαν τι να είχαν να πουν δύο παντάξενοι νέοι που μόλις γνωρίστηκαν με τούτον τον παράξενο τρόπο, πέρα από αυτό που “πρόσταζε” το καλοκαίρι και τα νιάτα τους; Αστραπιαία κατάλαβε τι ήταν αυτό που εννοούσε με το «θα λείψω για λίγο», αφενός και τι περίμενε από τη Βίρνα να πουν με τον Μίλτο. Και έκπληκτη βλέπει τον Μίλτο να την πλησιάζει μετά και να την κοιτάζει με ένα βλέμμα που ερμηνευόταν πανεύκολα. «Α, όχι φίλε, δεν...» «Έλα τώρα, μικρό. Προς τι η δυσκολία; Αν έτσι 205


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σου αρέσει, δεν έχω αντίρρηση. οΚ θα περιμένω για λίγο. Πρόσεξες; Είπα “μόνο για λίγο”». «Δε θα κατάλαβες, φίλε. Εσύ δε θα περιμένεις ούτε λίγο, ούτε πολύ. “Καθόλου” είναι η σωστή λέξη. γι’ αυτό μάζευ’ τα και άμε στο καλό». «Παρντόν; Πώς είπατε, δεσποινίς; Με διώχνετε;» «Α, γεια σου. Αυτό ακριβώς κάνω. Άντε γιατί δεν το ’χω και πολύ να σε αρχίσω στις κλωτσιές. Έχεις ακούσει για Τάε Κβο Ντο; Πρωταθλήτρια...», είπε με ένα ύφος επιθετικό. Μα πιστευτή δεν έγινε, οπότε κι εκείνος συνέχισε στο ίδιο ύφος. «Ναι ε; Εσύ; Έχεις ακουστά για Τζούντο; Άλλη ζώνη δεν υπάρχει να πάρω. Τις έχω πάρει και αυτές όλες, όπως θα πάρω τώρα και σένα. Και πίστεψέ με θα το ευχαριστηθείς. Έλα λοιπόν, άγριο και πανέμορφο μωρό, να κάνουμε έναν έρωτα που κανείς δε θα σου έχει κάνει μέχρι τώρα, γιατί κανείς δεν είναι καλύτερος από μένα στο σπορ αυτό. Δε σου μίλησε η Ζωή; Εκείνη έχει άριστη γνώση του θέματος. Μα πώς και δε σου είπε τίποτα; Περίεργο. Αυτή συνηθίζει να λέει ότι σαν εμένα κανείς δεν της το έχει κάνει με περισσότερη φαντασία». «Δεν είναι περίεργο, χαζούλιακα. Φαίνεται άφησε εσένα τον ίδιο να αυτοδιαφημιστείς. Μόνο που εγώ, ευχαριστώ μα δε θα πάρω». «Έλα, βρε κουτό, και φτάνει. Μην το παίζεις άλλο δύσκολη, με κούρασες. Άντε και όπου να ’ναι οι άλλοι θα γυρίσουν και όσην ώρα εμείς τρωγόμαστε, εκείνοι απολαμβάνουν τη ζωή. Τι την απολαμβάνουν δηλαδή που θα της δίνουν και καταλαβαίνει. Η Ζωίτσα, της το αναγνωρίζω, είναι ηφαίστειο. Την έζησα 206


θάνατος στο πάρκο

αρκετά φεγγάρια και την ξέρω. Αλλά τι σου λέω; Δεν μπορεί, αφού θα έχεις κι εσύ την ίδια εμπειρία απ’ αυτήν. Το κορίτσι είναι παντός καιρού. Το ξέρεις, δεν είν’ έτσι; Αφού μου είπε να αρχίσω εγώ και θα συνεχίσει εκείνη μαζί σου... Περνάτε καλά οι δυο σας, ε; Το απολαμβάνετε; Μη νομίζεις, έχω πολύ μοντέρνες ιδέες επί του θέματος, δε σε ειρωνεύομαι, ίσως να ζηλεύω κιόλας. Είστε και οι δύο κούκλες. Και μόνο που σας σκέφτομαι αγκαλιά φτιάχνομαι. Και τι δε θα έδινα να ήμουν ο τρίτος της παρέας!» «Καλά. Είσαι και τελείως στόκος. Όπως και να ’χει εμείς οι δυο δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα, ούτε τώρα ούτε ποτέ. Κατανοητό; Άντε και δίνε του τώρα. Να μη σε κρατάμε άλλο». «Κοριτσάκι, με διώχνεις; Πες μου ότι κατάλαβα λάθος. γιατί κάτι τέτοιο τρελό δε μου το έχει πει καμιά, μέχρις αυτήν εδώ την περίεργη στιγμή. Ωραία. Τα κατάφερες και με έφτιαξες για τα καλά. Μου αρέσουν τα άγρια αιλουροειδή. Και αυτό άρχισε να φαίνεται και άλλο δεν κρατιέμαι. Το βλέπεις, Δεν το βλέπεις; Κρύβεται με τα μήκη και τα πλάτη του;» Και λέγοντας αυτό, πέφτει ξαφνικά πάνω της, τη φιλάει άγρια στο στόμα και λίγο ακόμη να καταπιεί και τη θηλή της έτσι που της ρούφηξε το στήθος τραβώντας βίαια από πάνω της το ελαφρύ νυχτικάκι της και αφήνοντάς τη μόνο με το στρινγκ... «Κάπως έτσι γίνεται κανείς δολοφόνος», σκέφτηκε φευγαλέα η Βίρνα. οι σωματικές της δυνάμεις υποχωρούσαν μπροστά στις απείρως μεγαλύτερες δικές του και δε θ’ αργούσε να βιώσει την “πρώτη της φορά” και να σιχαινόταν έτσι το σεξ δια παντός. 207


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Βουτάει το ποτήρι το μισογεμάτο με την μπύρα της, από το τραπεζάκι πάνω της και του το σπάει στα πλευρά του. Κάπου αλλού ήθελε να το σπάσει αλλά ήταν καλός άνθρωπος η Βίρνα. Ας μην του στερούσε το μόνο όπλο που σίγουρα του χάρισε η φύση και που τώρα φάνταζε πελώρια τερατώδες χωρίς να τη συγκινεί ιδιαίτερα... Θα ήταν σα να τον σκότωνε, και το κορίτσι δεν ήταν δολοφόνος. «Μωρέ, σα να λέει αλήθεια τούτη δω η μικρή, όταν λέει ότι δε γουστάρει. Δεν κάνει νάζια. Φαίνεται ότι της αρέσει η Ζωή περισσότερο. γούστα είναι αυτά. Αλλά δε μας τα είπες έτσι, κυρία Ζωή. Μα τότε εντάξει. Αλλάζει το πράγμα. Είπα κι εγώ...» Και μαζεύοντας τη χαμένη του γοητεία από τα πατώματα, σηκώνεται συμμαζεύοντας και τα απομεινάρια του ανικανοποίητου ανδρισμού του και λέει την ακροτελεύτια φράση του. «Ωραία, αγαπητή δεσποινίς. ςέβομαι τις προτιμήσεις σας. Δε γουστάρετε μία, δε γουστάρω δέκα. Πού να το φανταστώ;» «Τι γίνεται εδώ; Τι δεν μπορείς να φανταστείς, καλέ μου Μίλτο;», λέει η Ζωή καταφθάνοντας χαρωπή και εμφανώς ξαναμμένη και “χορτασμένη”. «ρώτησε την καλή σου, Ζωίτσα μου». «Τι συμβαίνει, αγάπη μου;» ρωτάει τη Βίρνα. «Δεν ξέρεις ε; Ωραία. Μάζεψε από κάτω τα γυαλιά μην πάθετε και κανένα ατύχημα και κόψετε κανένα πόδι ή και το λαιμό σας» της λέει σαρκαστικά η Βίρνα. «ο κύριος μόλις ξεκουμπιζόταν, όπως θα κάνω βέβαια κι εγώ». Και γυρίζοντας κατακόκκινη, εξαγριωμένη, απελ208


θάνατος στο πάρκο

πισμένη και σχεδόν γυμνή, πηγαίνει στο δωμάτιό της. Κλειδώνει την πόρτα και αρχίζει να κλαίει σιγανά. Νιώθει διπλά προδομένη, τόσο από τη φίλη της όσο και από τον εαυτό της που δεν μπόρεσε να αμυνθεί και δέχτηκε τα χυδαία φιλιά του παραλίγο βιαστή της. Η κοπέλα δεν ήταν ζώο. Αλλιώς την είχε φανταστεί τη στιγμή που ναι, θα έβλεπε την αγάπη της να μην αντέχει άλλο, όπως της είπε αυτό το κτήνος, ο Μίλτος. Τελείως διαφορετικά θα ήταν. Τελείως όμως... Και η Ζωή; Δεν την ήξερε τη φίλη της με τον έστω υπερβολικό ρομαντισμό της και κυρίως, την έλλειψη πείρας της; Τότε γιατί της το έκανε αυτό; Και η Βίρνα μέσα σε μια στιγμή την ξέγραψε. Την έβγαλε από την καρδιά της και από τη ζωή της. Δεν άντεχε να την ξαναδεί. Και εκείνα τα υπονοούμενα για τις σχέσεις των δύο γυναικών; Τι ήταν αυτά; Θεέ μου, να φύγει. Να μην την ξαναδεί ποτέ. Ποτέ. Και ας πονούσε τόσο πολύ, γιατί μάρτυράς της ο Θεός πόσο πολύ την είχε αγαπήσει. Και ταξί να μην εύρισκε θα έφευγε με τα πόδια, ήταν νωρίς ακόμα. Η ώρα της σιέστα δεν είχε τελειώσει. Εκείνο που τελείωσε ήταν το καλοκαίρι της που μόλις είχε αρχίσει. Τελείωσε μαζί με τη φιλία της που τη νόμιζε βαθιά, μα ήταν πιο ρηχή και από τη θάλασσα στο σπίτι απ’ έξω... Ένιωσε σαν κάτι να πέθανε μέσα της. Θα έλεγε κανείς ότι γλύτωσε από ένα βιασμό και ότι έχασε μια αγάπη, μα για τη Βίρνα δεν ήταν ακριβώς έτσι, ούτε τόσο απλό. Είχε επενδύσει πολλά στη φιλία της και προδόθηκε. Χειρότερα και από τον παραλίγο βιασμό της... 209


V

ο

Τίτο ανέλαβε ένα πάρτι σε ένα από τα λεγόμενα ακριβά σπίτια των βορείων προαστίων. Το πρόγραμμα, πέραν του χορού βέβαια, περιελάμβανε ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό δρώμενο. Διαγωνισμό πρωτότυπων ανεκδότων, επίδειξη ταχυδακτυλουργίας. και άλλα πολλά. Όταν λέμε «ο Τίτο ανέλαβε ένα πάρτι» εννοούμε ότι τα πάντα ήταν οργανωμένα από κείνον. Από τα ποτά, τα φαγητά, τα γλυκά, μέχρι και το τελευταίο μπαλόνι που διακοσμούσε τους θάμνους του κήπου μαζί με τα φαναράκια που φώτιζαν το μισοσκόταδο δίνοντας στον κήπο μια όψη παραμυθιού. Πολύς ο νεαρόκοσμος αλλά και πολλοί οι γονείς περισσότεροι εκ των οποίων είχαν δηλώσει ότι είχαν έρθει να πουν μια ευχή στον εορτάζοντα και θα έφευγαν αμέσως μετά. γνώριζαν ότι οι νέοι πάθαιναν αλλεργία με την παρουσία τους και δεν το ’χαν σκοπό να γίνουν δυσάρεστοι στα παιδιά τους. ο οικοδεσπότης με τον κανακάρη του σκέφτηκαν να το τονίσουν αυτό στην πρόσκληση, μα το ξανασκέφτηκαν. Αν μη τι άλλο θα φάνταζε αγενές αλλά και περιττή παραίνεση. Μη και δεν ήξεραν από τα δικά τους παιδιά τι γινόταν σε ανάλογες περιπτώσεις; Έτσι έφερναν μεν τα παιδιά τους, ρίχνοντας ίσως τις σχετικές ερευνητικές ματιές τους και έφευγαν αρνούμενοι έστω ένα ποτό, ένα αναψυκτικό. Ελάχι210


θάνατος στο πάρκο

στοι ήταν αυτοί που έμειναν για λίγο, για ένα κοκτέιλ. Και αυτή ήταν δυστυχώς η ατυχία τους. γιατί πριν καλά καλά προφτάσουν να φτάσουν στα σπίτια τους έτρεχαν στις τουαλέτες και μόλις που προλάβαιναν να ανακουφιστούν από κάτι περίεργες διεργασίες των εντέρων. Ευτυχώς να πεις ότι από τουαλέτες τα σπίτια τους ήταν πλούσια, πάνω από τρεις το καθένα, οπόταν επαρκούσαν για τους έχοντες το συγκεκριμένο πρόβλημα! Αλίμονο όμως για τα έρμα τα παιδιά που βρίσκονταν στο χώρο του πάρτι. Το γλέντι πριν καλά καλά αρχίσει πήρε τραγελαφικές διαστάσεις, με τους νεαρούς να περιμένουν ουρά έξω από τα WC, διπλωμένοι στα δυο, ονειρευόμενοι το ωραίο μπάνιο του σπιτιού τους που τη συγκεκριμένη στιγμή φάνταζε στα μάτια τους το πιο ποθητό μέρος του κόσμου! Εφιάλτης! ο Τίτο τα είχε χαμένα. Το ίδιο και η υπερπολύτιμη βοηθός του η Βίρνα. Αναρωτήθηκε γιατί ο ίδιος και εκείνη δεν είχαν πρόβλημα μέσα στο χάος που επικρατούσε; Τον ίδιο αέρα δεν ανέπνεαν με τους κοιλοπονούντες; Αέρα είπατε; Ναι. «Μα ποτά πήρατε;» «Όχι. Διότι απλά δεν προλαβαίναμε ούτε το σάλιο μας να καταπιούμε με το φόρτο της δουλειάς που έπεσε μαζεμένη», συμπλήρωσε τη σκέψη της η Βίρνα. Από κει και μετά δεν ήταν καθόλου θέμα ευφυΐας να κατανοήσεις το γιατί. ορισμένα παιδιά είχαν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Ήταν οι λάτρεις των αναψυκτικών. Ήταν 211


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φανερό ότι όσα περισσότερα είχαν πιει τόσο περισσότερο έτρεχαν και δεν προλάβαιναν... Μάλιστα. Και τι λέει ο ποιητής ότι κάνουμε στην προκειμένη περίπτωση; γιατί όσο η ώρα προχωρούσε, το “φαινόμενο” και παρέμενε και έβαινε με διαρκώς αυξανόμενη τάση, έψαχναν στον ορίζοντα για σημεία ύφεσης, μα ούτε φωνή ούτε σημάδι για κάτι τέτοιο. ο Τίτο κάλεσε δύο γιατρούς. Και γιατί δύο; για να ανταλλάσσουν απόψεις αφενός και να προλαβαίνουν να εξετάζουν τους πάσχοντες αφετέρου. Ήρθαν, λοιπόν, οι ντοτόροι και απεφάνθησαν «καραμπινάτη δηλητηρίαση». οι υποψίες δεν έπεσαν στο φαγητό γιατί οι σερβιτόροι δεν είχαν προλάβει να αρχίσουν το σερβίρισμα. Επομένως έφταιγαν τα ποτά και το νερό. Και γεννάται το εύλογο ερώτημα, αλλοιώνονται τα καλής ποιότητας ποτά και αναψυκτικά που παράγγειλε ο animateur; Όχι βέβαια, και ούτε φυσικά το αθώο νεράκι. ο Τίτο με τους βοηθούς του αναγκάστηκαν να ειδοποιήσουν πολλούς γονείς να έρθουν να πάρουν τα παιδιά τους, αλλά αρκετοί εξ αυτών αδυνατούσαν, αφού όπως είπαμε είχαν παρόμοιο πρόβλημα. Επιστρατεύτηκαν οικιακοί βοηθοί καθώς και γνωστοί των γνωστών με τον απελπισμένο Τίτο να απαγορεύει στους πάντες να βάλουν στο στόμα τους σταγόνα ποτού ή νερού. Τελικά οι γιατροί κάλεσαν ασθενοφόρα για τη μεταφορά πέντε έξι παιδιών στο νοσοκομείο, καθώς η κατάστασή τους ενέπνεε ανησυχία, γιατί εκτός 212


θάνατος στο πάρκο

της διάρροιας είχαν και εμέτους και ο οργανισμός τους έπρεπε να ενυδατωθεί. Ήρθε το 166, τα πήρε, με τους γονείς τους να πνέουν μένεα κατά του οικοδεσπότη και του διοργανωτή. οι μη παθόντες τώρα, την πρώτη σκέψη που έκαναν ήταν μήπως και είχε γίνει χρήση απαγορευμένων ουσιών, σκέψη όμως που δεν υιοθετήθηκε από την πλευρά των πασχόντων γονέων, αφού και οι ίδιοι είχαν το πρόβλημα χωρίς να έχουν κάνει καμιά χρήση βέβαια. Η ανταλλαγή αυτών των σκέψεων μεταξύ πασχόντων και μη πασχόντων οδηγούσε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι «κάτι είχαν τα ποτά». Ειδοποιήθηκε η σχετική υπηρεσία του κράτους να ερευνήσει το θέμα, με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο εντωμεταξύ να πληροφορούν τον κόσμο με έκτακτα δελτία για την πορεία της κατάστασης των ασθενών αλλά και την πορεία των ερευνών. Η κοινωνία ανάστατη και ο Τίτο μετά βίας κρατούσε την ψυχραιμία του. γιατί δεν ήθελε και πολύ για να καταλάβει ότι η όλη ιστορία ήταν έργο δολιοφθοράς. Κάποιος θα είχε παρεισφρήσει και κρυφά θα είχε ρίξει, όχι στα ποτήρια, γιατί όλο και κάτι τότε θα φαινόταν, στα βαρελάκια με τους χυμούς και τα αναψυκτικά, κάποια διεγερτική ουσία που μπορεί να μην ήταν μεν επικίνδυνη για τη ζωή αλλά που σκοπό είχε να φέρει το εντερικό σύστημα του ανθρώπου σε μια φάση αχαλίνωτης εκκένωσής του. Αρά; Άρα τι; ιδιωτικό ντεντέκτιβ χρειαζόταν άμεσα. 213


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Εδώ καταστρεφόταν μια καριέρα, ένα διάσημο όνομα, ένας άνθρωπος που μόνο καλό πρόσφερε στην κοινωνία. Και ποιος ήταν ο καλύτερος ντετέκτιβ; Ασφαλώς ο γνωστός μας ςτέφανος Μακρής μετά του βοηθού του Παύλου Παυλόπουλου. ο Τίτο δεν τον γνώριζε προσωπικά, αλλά τόσο ο animateur όσο και όλος ο κόσμος είχαν ακούσει λόγια θαυμασμού για τις ικανότητες του δαιμόνιου ντεντέκτιβ. γνώριζε την αδυναμία του ερευνητή για κάθε ταλαντούχο πλάσμα, πόσο μάλλον για έναν νέο είκοσι χρόνων, που η φήμη του είχε απλωθεί ήδη, όχι μόνον στην Ελλάδα μα και στο εξωτερικό. ο Τίτο ήλπιζε, λοιπόν, ότι θα αναλάμβανε τη δική του υπόθεση. Η συντροφιά βρισκόταν στη Φλωρεντία την εποχή αυτή, μα ευτυχώς οι διακοπές τους τελείωσαν και την επομένη επέστρεφαν οίκαδε. Και το μόνο που θα έκαναν ήταν, ναι μεν να απολαύσουν το τελευταίο τους δείπνο έτσι όπως το είχαν σχεδιάσει σε ένα από τα ωραιότερα εστιατόρια της πόλης, χωρίς το γνωστό τους όμως ξενύχτι, μιας και θα έφευγαν πολύ πρωί με την πρώτη πτήση για Ελλάδα. οι κοπέλες της παρέας του ντετέκτιβ, η Μαρία Χριστίνα και η Βιβή, δε νοιάζονταν καθόλου που τέλειωσαν οι διακοπές τους, όπως έκαναν τις άλλες φορές, το αντίθετο θα λέγαμε. Της Βιβής ιδίως, της είχε λείψει τόσο ο γιος της ο δίχρονος, που τον κρατούσε η γιαγιά –ευλογημένες γιαγιάδες!– αυτό το 214


θάνατος στο πάρκο

δεκαπενθήμερο διακοπών που πρόσφερε στους φίλους του το μεγάλο αφεντικό, ο ςτέφανος. Της είχε πολύ λείψει το αγόρι της, αλλά και δεν μπορούσε να χαλάσει την απαρτία της παρέας των τεσσάρων. Το παζλ είχε το γούστο και την αξία του, όταν δεν του έλειπε κανένα κομμάτι. Το λέμε αυτό για να δείξουμε πόσο πολύ είχαν πια δεθεί αυτοί οι τέσσερις φίλοι, συνέταιροι και κουμπάροι. για να δούμε ποια θα ήταν και η συμπεριφορά της Μαρίας Χριστίνας όταν σε πέντε μήνες γινόταν και αυτή μάνα. για να δούμε. Θα άλλαζαν οι συνήθειες όλων τους; Με το που έφτασε το κουαρτέτο στην Αθήνα έπεσε, με τα μούτρα που λένε, στην εξιχνίαση της περίεργης υπόθεσης της ομαδικής δηλητηρίασης, που τους είχε ανατεθεί. Το “μενού” περιέργως πώς, δεν περιείχε φόνους, αλλά και πάλι διατροφικό πρόβλημα. Να ειδικεύονταν λες σε αυτόν τον τομέα; γιατί; Ήταν λιγότερο επικίνδυνος για την υγεία όλων; Δεν έπαιρναν καθόλου όρκο μετά απ’ όσα έμαθαν, είδαν και κατάλαβαν με την εξιχνίαση της υπόθεσης του “θανάτου στον πάρκο”.

215


VI

Κ

αι ενώ εμείς λέμε τα ανούσια τούτα, οι αντίζηλοι του Τίτο έτριβαν τα χέρια τους για τον ανεπανάληπτο κάζο που υπέστη ο number one animateur της χώρας και η άσχημη εντύπωση που κάλυψε τη φήμη του σα λασποβροχή που δεν προμήναγε καθόλου καλή εξέλιξη του θέματος. Η επαγγελματική εικόνα του παλικαριού είχε τρωθεί, αλλά με την αισιοδοξία που αντιμετώπιζε τις δύσκολες καταστάσεις, έδινε κουράγιο και στη Βίρνα που ήταν απελπισμένη με τη σατανική δολιοφθορά που υπέστη το επάγγελμα του καλού της και φυσικά το μέλλον του. Και ήταν τόσο άδικο, γιατί αυτή γνώριζε από πρώτο χέρι ότι τα ποτά και τα φαγώσιμα ήταν τα πλέον άριστα, τα πιο ακριβά και τα πιο φρέσκα της αγοράς. οι επαγγελματίες του είδους το θεωρούσαν τιμή τους να έχουν τον Τίτο πελάτη και του διέθεταν πάντοτε ό,τι εκλεκτότερο διέθεταν, αφού γνώριζαν καλά πόση έμφαση και σημασία έδινε ο ίδιος στο σημείο αυτό. Έχοντάς τον πελάτη, αυτόματα διαφημίζονταν και οι ίδιοι. Έτσι, μαζί με τον Τίτο επόμενο ήταν η βλάβη να πλήξει και την εταιρεία κέτερινγκ. Και αυτό φάνηκε αμέσως με την κάθετη πτώση των παραγγελιών τους. Το διατροφικό σκάνδαλο πάντοτε ευαισθητοποιεί το κοινό πολύ περισσότερο από το όποιο άλλο και είναι λογικό αφού αφορά τη ζωή μας άμεσα. Και το 216


θάνατος στο πάρκο

κοινό γίνεται σκληρό μ’ αυτόν που το προκάλεσε. Έτσι ο Τίτο δε γλίτωσε από την μήνιν του και το ίδιο έπαθε κι η εταιρεία. Μιλάμε για καταστροφή. Η πρώτη “ανάγνωση των συμπερασμάτων”, όπως είπαμε, ήταν ότι κάποια ουσία είχε ριχτεί στο υγρό πόσιμο στοιχείο του γιορτινού σπιτιού και ίσως όχι στη στερεά τροφή. Πράγμα που επιβεβαιώθηκε τελικά από το Χημείο του Κράτους, που ήταν γνωμάτευση σαφής και επίσημη και δε σήκωνε αμφισβητήσεις. Επρόκειτο περί μιας ουσίας απ’ αυτές που διευκολύνουν τους ανθρώπους με προβλήματα δυσλειτουργίας του εντερικού τους συστήματος και αναμφισβήτητα είχε σκόπιμα μπει στα ποτά, για να δημιουργήσει το χάος που όσο μπορούσαμε κομψότερα περιγράψαμε. Και το λέμε αυτό, γιατί το “χάος” στην πραγματικότητα ήταν μακράν πιο αβυσσαλέο! ο δολιοφθορέας προβλέποντας το σάλο που θ’ ακολουθούσε και τη γελοιοποίηση του υπεύθυνου διασκεδαστή θα έτριβε τα χέρια του από χαιρεκακία του εκ των προτέρων. Και βέβαια οι υποψίες του διδύμου των ντετέκτιβ καθώς και των συζύγων βοηθών τους, έπεσε αμέσως στον επαγγελματικό κύκλο του ψυχαγωγού. Με λεπτότητα και με την άδεια της αστυνομίας, έκαναν την έρευνά τους χωρίς να φανεί κάποια υποψία ότι ο δολιοφθορέας του εντερικού σωλήνα των ανθρώπων μπορεί να βρισκόταν ανάμεσά τους. Όσους εξ αυτών εξέτασε ο έμπειρος πρώην αστυνόμος με τον βοηθό του, δε φάνηκε να έχουν την παραμικρή συμμετοχή ή υπευθυνότητα στο υπό 217


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

διερεύνηση θέμα. Το πώς κατέληξαν σ’ αυτό το συμπέρασμα, δεν ήταν προς το παρόν ανακοινώσιμο, μα ήταν κατηγορηματικοί «Δεν ήταν κανείς απ’ αυτούς». Άνθρωποι έμπειροι στη δουλειά αυτή το ξεχώριζαν πια το φταίξιμο. Ενώ οι αδαείς, δεν άφηναν το μυαλό τους να ροβολήσει σε τέτοια συμπεράσματα ούτε κατ’ ελάχιστον. Και ξέρουμε πόσο ευφάνταστο είναι το κοινό και πόσο αδηφάγο, κυρίως για ανθρώπους επιτυχημένους. Υποπτευόμενοι έναν επιτυχημένο συνάνθρωπό τους ισορροπούν τη μιζέρια και τη μετριότητά τους καθώς και την απραξία τους. «Καλά να πάθει ο τύπος. για να δούμε τα λεφτά του θα τον σώσουν τώρα;», αυτή δεν είναι μία φράση που ακούμε συχνά πυκνά σε τέτοιες περιπτώσεις; Κάτι ανάλογο με την ανίατη αρρώστια που πλήττει έναν επιφανή άνθρωπο της Τέχνης, της Επιστήμης, της πολίτικής και λέμε «Εμ, όλοι ίδιοι είμαστε. Όλους η ίδια μοίρα μας περιμένει...» Αμ δεν είναι έτσι, φίλε. Δεν είναι έτσι. Το ίδιο είναι δηλαδή να είσαι άρρωστος βαριά και να ’σαι και φτωχός και ίδιο είναι να είσαι άρρωστος με εκατό ανθρώπους από πάνω σου να σε περιποιούνται, να σχίζονται να προλαβαίνουν (με το αζημίωτο βέβαια) την όποια επιθυμία σου, χωρίς την έγνοια πως οι αγαπημένοι σου με το που θα σε χάσουν θα καταστραφούν και αυτοί μαζί σου επειδή ήσουν το στήριγμά τους; ο φτωχός τι να πρωτοσκεφτεί; Το προσωπικό του χάλι ή τις επιπτώσεις που έχει αυτό του το χάλι στην οικογένειά του; Αμπελοφιλοσοφίες, που ναι δεν αντιλέγω με πιά218


θάνατος στο πάρκο

νουν κάθε φορά που συμβαίνει στη ζωή μου και στη ζωή των αγαπημένων μου κάτι παρόμοιο με τη νίλα που έπαθε ο καλός διασκεδαστής. Που όμως παρόλο του τον κάζο, το γέλιο του δεν τον εγκατέλειψε. Τι και αν μέσα του είχε εκραγεί ένας Βεζούβιος και μία Αίτνα μαζί, μην πω και ένα ςτρόμπολι ακόμα και να φανώ υπερβολικός. Η Βίρνα δε να μην μπορεί να καταλάβει από πού αντλούσε τόσο κουράγιο. Τα περί των ηφαιστείων, τα υποπτευόταν βέβαια. Άκουγε τον στεναγμό του την ώρα του ύπνου παραδομένος και απροσποίητος καθώς ήταν στην αγκαλιά του Μορφέα. Τον έβλεπε να στριφογυρίζει και να αναστενάζει βαθιά και ήταν σίγουρη ότι και στον ύπνο ζούσε τον ίδιο εφιάλτη μ’ αυτόν που έβλεπε ξύπνιος. Την επομένη μέρα της συζήτησης που είχαν με τους ντετέκτιβ καθόταν μόνη της και σκεφτόταν αυτό που της είπαν ο ςτέφανος με τον Παύλο. Ότι δηλαδή έπρεπε πάση θυσία να βάλει το μυαλό της όχι απλά να δουλέψει περισσότερο, αλλά να το στριμώξει για τα καλά και να το αναγκάσει να δει, ποιος είχε το πιο μεγάλο όφελος από την καταστροφή του Τίτο πέραν των συναδέλφων και ανταγωνιστών του. Ποιος ήθελε κατά τη γνώμη της να εξαφανίσει το γελαστό παιδί που ήταν τόσο ερωτευμένο μαζί της. Η τελευταία φράση του διάσημου ντετέκτιβ στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, έκανε τις σκέψεις της Βίρνας να οδηγηθούν στην ατραπό του έρωτα. Έφερε στο νου της τον Αλκίνοο έναν δεσμό που είχε πριν την απόπειρα βιασμού της και που μετά 219


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

απ’ αυτήν τη στιγμή τον είδε να απομακρύνεται, αν και εκείνος ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι για την αλλαγή του έφταιγε εκείνο το γεγονός. Μα το ένστικτο της γυναίκας άλλα της έλεγε στ’ αφτί. Έτσι, παρά των περί του αντιθέτου λόγων του νεαρού η Βίρνα τον χώρισε ψυχρά και αγέρωχα. Πώς μπορούσε να είναι με ένα άντρα έστω σε μια απλή σχέση ο οποίος έστω και από στιγμιαία αντίδραση, εκείνη νόμισε ότι τη μέμφτηκε σε κάτι; Η συνηθισμένη δηλαδή αντρική αντίδραση «τα ’θελε ο απ’ αυτός της»! ςτη συνέχεια ο νεαρός έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να τη φέρει κοντά του, μα για τη Βίρνα ήταν πια αργά για πολλά πράγματα, με τη βαριάς μορφής κατάθλιψη που έπαθε όπως θυμόμαστε όλοι. Αγάπη, έρωτας, φιλία, ήταν νεκρά συναισθήματα πια γι’ αυτήν. ο Αλκίνοος το πήρε στραβά. Νόμισε ότι η κατάθλιψη δεν ήταν παρά μια δικαιολογία για να τον χωρίσει και ότι έπαιζε θέατρο με την έλλειψη γέλιου της. Και θύμωσε. Θύμωσε πολύ. Μα οι κατηγόριες του και ο θυμός του, έφεραν ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που ίσως ήλπιζε. Εκείνη μετέφραζε στη συμπεριφορά του έναν άκρατο αντρικό εγωισμό, έναν εαυτουλισμό (τρέμε Μπαμπινιώτη) που της προκαλούσε απέχθεια. Κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν είχε αντιληφθεί τον χαρακτήρα του ατόμου που λίγο ακόμη και θα γινόταν σοβαρός δεσμός πράγμα που διέκοψε η θλιβερή ιστορία του παρ’ ολίγον βιασμού της με τον τρόπο που αναφέραμε. Τώρα, μετά τόσον καιρό, 220


θάνατος στο πάρκο

αναρωτιόταν πώς ο Αλκίνοος μπόρεσε να μισήσει τον άνθρωπο που την έκανε καλά, γιατί κανείς δεν το αμφισβητούσε αυτό. Άρα όχι μόνο δε νοιαζόταν για τη σοβαρότατη κατάσταση της υγείας της αλλά και πιθανότατα πίστεψε ότι η αρρώστια της δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα. Και ιδού η απόδειξη. Και πώς τώρα με τον καινούριο της δεσμό ξεχάστηκαν και αρρώστιες και φοβίες και μνησικακίες; Και πώς υπήρχε τώρα χώρος στην καρδιά της για τον έρωτα; Και πώς ξανάρχισε να γελάει; Και πώς φαινόταν ευτυχισμένη και απ’ ό,τι ακουγόταν θα επισημοποιούσε το δεσμό αυτό με τον γελωτοποιό γκόμενο όπως τον χαρακτήριζε; Και πώς τούτο; Και πώς τ ’άλλο; Το μίσος του για το ζευγάρι έγινε άσβεστο. Κοινοί τους φίλοι την πληροφορούσαν γι’ αυτό και τη συμβούλευαν να προσέχει. Η Βίρνα δεν είχε τίποτα πει στον Τίτο. Δεν ήθελε να του προσθέσει επιπλέον προβλήματα. Του έφταναν τα δικά του που έμοιαζαν και άλυτα και καταλυτικά για τη ζωή και των δύο τους. Το παλικάρι έβλεπε μέρα τη ημέρα την καριέρα του και ό,τι μέχρι αυτή τη στιγμή έχτισε μόνος του αυτός και το γέλιο του να καταστρέφεται. Μα υπερήφανος καθώς ήταν, δεν άφηνε κανέναν να δει το χαμό που γινόταν στο μυαλό και στην καρδιά του. ούτε στο κορίτσι του έλεγε κουβέντα. ο ςτέφανος που, λόγω της πείρας του αλλά και λόγω της ίδιας της φύσης της δουλειάς του, ήταν και ψυχολόγος, ένιωσε τον πόνο του και με τον 221


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τρόπο του τον οδήγησε στο να του ανοίξει την καρδιά του, πράγμα που ο Τίτο θα του χρωστούσε ευγνωμοσύνη, Διότι από τη στιγμή που μοιράστηκε με τον ντετέκτιβ την απαισιοδοξία και την απελπισία του, έκανε το πρόβλημά του να μην είναι πρόβλημα, αλλά μία δυσκολία, μια αντιξοότητα της ζωής, που κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα περνούσε. Είχε συμμάχους. Είχε φίλους. Είχε έναν υπέροχο έρωτα με την κοπέλα της ζωής του. Εισέπραττε αγάπη από τους ανθρώπους του, αυτούς που τον ενδιέφεραν και που πίστευαν σ’ αυτόν. ςίγουρα η λύση δεν ήταν μακριά. ο Παύλος, ο έτερος των ντετέκτιβ, λυπόταν πολύ το παλικάρι. Θυμήθηκε ότι πριν δύο περίπου χρόνια βρέθηκε και αυτός στην ίδια θέση. Αντιμετώπισε και αυτός το ίδιο μίσος, την οικονομική του καταστροφή λόγω της απόλυσής του από τη δουλειά. Και κυρίως ήρθε αντιμέτωπος με την πιθανότητα να χάσει και το κορίτσι που αγαπούσε αφού όλοι πίστευαν –και γιατί όχι κι ’ αυτή;– ότι ήταν ο δολοφόνος του πατέρα της. ορκίστηκε στον Τίτο ότι θα εύρισκαν ποιος έκανε τη βρωμιά την εγκληματική που ναι μεν ήταν αναίμακτη, δεν ήταν δολοφονία, αλλά δεν έπαυε να είναι ένα κακούργημα. Και η έρευνα άρχισε με τον ςτέφανο Μακρή να δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές της. Δεν του ξέφυγε ποτέ κανένας ένοχος. Θα του ξέφευγε τούτη δω η ιστορία;

222


VII

Μ

ία από τις συνήθειες, τις ρουτίνες τις τακτικές, τέλος πάντων που ακολουθούσε ο ςτέφανος στη δουλειά του, ήταν να συγκεντρώνει την ερευνητική ομάδα και τους εντολείς του τα απογεύματα, δυο τρεις φορές την εβδομάδα και να ανταλλάσσουν απόψεις για την πορεία των ερευνών. γινόταν φίλος με τους πελάτες και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι δεύτεροι να αισθάνονται ότι ψάχνουν όλοι μαζί για τη λύση του προβλήματος. Λειτουργούσε θετικά η τακτική αυτή, έδιωχνε τις φοβίες και τις υστερίες των ανθρώπων, και ο ςτέφανος άκουγε, κουνούσε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά, σημείωνε τις παρατηρήσεις του σε ένα μπλοκ και έκανε τη δουλειά του χωρίς εντάσεις και πιέσεις. Και ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που ήταν τόσο αποτελεσματικός. ςτο τέλος της κάθε συνάντησης οριοθετούσε είτε την πρόοδο είτε τη στασιμότητα των ερευνών και έδινε τις καινούριες κατευθύνσεις. Μετά από μία τέτοια συνάντηση η Βίρνα βρήκε την ευκαιρία και ξεμονάχιασε τον ςτέφανο για να του πει την ιστορία με τον πρώην της, αλλά και για την απόπειρα βιασμού της και τις επιπτώσεις στην υγεία της. Της έκανε τρομερή εντύπωση η ευκολία με την οποία του ξανοίχτηκε σε τέτοιες προσωπικές της στιγμές. Τον ένιωθε δικό της άνθρωπο και δεν 223


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ήταν η μόνη. Το ίδιο αισθάνονταν όλοι οι εντολείς αυτού του χαρισματικού ανθρώπου. ο Μακρής την άκουσε κατάπληκτος. «Κορίτσι μου, τα όσα μου λες είναι όχι απλώς σοβαρά, αλλά φωτογραφίζουν με εκπληκτική ευκρίνεια τον ένοχο. Μεγάλη σου παράλειψη που δε μου είπες τίποτα μέχρι τώρα». Και οι σκέψεις του ντεντέκτιβ άλλαξαν πάλι ρότα. ςτράφηκαν προς νέους δρόμους. Η αφήγηση της Βίρνας το έκανε αυτό. Ασχολήθηκε με τον έχοντα “φάει πόρτα” από το κορίτσι του που όταν το έχασε οριστικά κατάλαβε πόσο πολύτιμο του ήταν. Η γνωστή ιστορία. για τη συμπεριφορά του απέναντί της και την έλλειψη συμπαράστασής του στην αρρώστια της δεν έκανε τον κόπο να πει λέξη, να μεμφθεί τον εαυτούλη του. Χαρά στο πράγμα, βρε. Αρρώστια είναι που έπαψε αυτή να γελάει; Που είχε πάψει να θυμάται τι είναι χαμόγελο έστω; Είναι σπουδαίο που μια κοπελίτσα δε θύμιζε ολόδροση άνοιξη αλλά μαραμένο φθινόπωρο; ςιγά το πράγμα με τις υπερβολικές και ποιητικές του εξάρσεις. Θα περνούσε απλά με τον καιρό... Αυτή ήταν θέση του αξιότιμου Αλκίνοου. Και αυτόν ζήτησε να γνωρίσει ο Μακρής. Με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε τον πλησίασε χωρίς να δείξει ότι τον υποπτευόταν για κάτι το συγκεκριμένο. Αν ήταν αυτός ο ένοχος θα είχε φροντίσει εντωμεταξύ να εξαλείψει τις ενδείξεις που θα οδηγούσαν πιθανόν στα ίχνη του. Μα ο Μακρής με το που τον άκουσε, κατάλαβε 224


θάνατος στο πάρκο

από την αρχή ότι ο νεαρός δεν μπορεί να ήταν ο ένοχος. Όχι. Δεν ήταν αυτός. Δεν ήταν. Το μένος του ήταν τόσο φανερό κατά της Βίρνας και του καλού της, που αν ήταν ο ένοχος θα έπρεπε τουλάχιστον να είχε φροντίσει να καλύψει τα ύποπτα συναισθήματά του. Αυτός όμως όχι μόνον δεν τα έκρυβε αλλά η επωδός του, κάθε τόσο και λιγάκι ήταν «καλά να πάθει ο τσόγλανος». «Αν θέλεις να τα βάλεις με κάποιον, αυτός είναι ο ίδιος που έφτιαξε και σένα, και όλους μας. Βάλε τα μαζί Του λοιπόν. γιατί λοιπόν τα βάζεις με τον Τίτο και χαιρέκακα λες “καλά να πάθει”; Περιμένω να μου πεις. Πάρε το χρόνο σου. Εγώ δε βιάζομαι. Περιμένω, σου είπα...» Και ο ύποπτος νεαρός άρχισε να αραδιάζει παιδαριώδεις δικαιολογίες για να καταλήξει να πει στον Μακρή ότι ο Τίτο του πήρε το κορίτσι του. «Είσαι σίγουρος, φίλε, ότι ο Τίτο πήρε το κορίτσι σου ή το οδήγησες εσύ κατευθείαν στην αγκαλιά του με τη δική σου συμπεριφορά; Το κορίτσι, αν ήταν να διαλέξει μεταξύ νέων το αγόρι της, ο τελευταίος για τον οποίο θα ενδιαφερόταν θα ήσουν εσύ, για ετούτον, για εκείνον και τον παρακείνο λόγο. Κακώς έπεισες και τον ίδιο τον εαυτό σου ότι σου έφταιξαν οι άλλοι, όταν εσύ ήσουν ο μόνος υπεύθυνος μετά βέβαια από τον άνανδρο επίδοξο βιαστή της για τον οποίο κουβέντα μίσους ή κακίας δεν άκουσα να λένε τα χειλάκια σου. ςου φταίει λοιπόν ο Τίτο; για πες μας λοιπόν. Εσύ δεν είσαι που έριξες τη διεγερτική σκονίτσα στα ποτά του πάρτι για να καταστρέψεις τον αρραβωνιαστικό της και σε προέκταση 225


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

την ίδια τη χαμένη σου αγάπη, τη Βίρνα; Πες μου ότι δεν κάνω λάθος;» ο νεαρός είχε μείνει να τον κοιτάζει με ανοικτό το στόμα. «Δεν το πιστεύω ότι με κατηγορείτε για κάτι το τόσο βλακώδες. Έχετε αποδείξεις της υποτιθέμενης ενοχής μου; γιατί αν δεν έχετε και ψαρεύετε σε θολά νερά, θα σας κάνω μια τέτοια μήνυση που θα τη θυμάστε. ςτα όσα εκπληκτικά είπατε, πολλά έχουν μια κάποια δόση αλήθειας, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, μα για να φτάσω να κάνω κάτι το τόσο άτιμο και διαβολικό δεν είμαι ικανός και λυπάμαι γι’ αυτό». «Ποιο ακριβώς είναι αυτό που λυπάστε, νεαρέ μου; Το ότι δεν είστε ικανός για μια τέτοια ατιμία ή ότι λυπάστε που δεν είστε εσείς εκείνος που την έκανε την ατιμία;» «Αν με κατηγορούσατε για φόνο, ίσως θα κάνατε καλά να ψάχνατε για τυχόν δική μου ενοχή. Πολλές φορές ευχήθηκα να πέθαινε και μάλιστα από το χέρι το δικό μου. Τον μισούσα και δεν το κρύβω. Μα για να κάνω τέτοια ανανδρία σε βάρος αθώων ανθρώπων, πολλούς εκ των οποίων γνωρίζω προσωπικά, μόνο και μόνο για να βλάψω δια του πλάγιου αυτού τρόπου τον άνθρωπο που αποστρέφομαι, δε θα το έκανα για όλες τις Βίρνες του κόσμου. Και τώρα με συγχωρείτε... Αν δε θέλετε να μου πείτε τίποτα άλλο επιτρέψτε μου έχω ένα ραντεβού και έχω ήδη αργήσει. για ό,τι με θελήσετε, στη διάθεσή σας. »Και ακούστε τη συμβουλή ενός ταπεινού νεαρού. 226


θάνατος στο πάρκο

Αν είχατε στρέψει όλες σας τις ελπίδες σας για τη διαλεύκανση της υπόθεσης στην ταπεινότητά μου λυπάμαι που σας απογοητεύω μα να πάτε να ψάξετε για κοχύλια σε άλλη παραλία. Δεν είμαι εγώ κύριε αυτός που ψάχνετε. Φοβάμαι θα δυσκολευτείτε να βρείτε τον ένοχο. Δεν είμαι ο μόνος που ήθελε το κακό του, και υποπτεύομαι αυτοί που το θέλουν θα είναι περισσότεροι από έναν. Χαίρετε. Και δεν μπορώ να πω ότι χάρηκα ιδιαίτερα για τη γνωριμία...», είπε ο Αλκίνοος και έφυγε βιαστικά αφήνοντας τον ςτέφανο προβληματισμένο. ο οποίος ςτέφανος παραδέχτηκε ότι ο νεαρός είχε τσαγανό, έντονη προσωπικότητα, και μεγάλη δόση παλικαριάς. Όφειλε να το παραδεχτεί. Τα είπε της Βίρνας κι εκείνη για ένα μόνο χάρηκε. για το ότι δεν είχε άδικα συμπαθήσει εκείνο το αγόρι. Δεν είχε πέσει έξω. Τώρα, αν μετά, με τη συμπεριφορά του τα χάλασε όλα, τι να πει; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Πόσο καλά έκανε που δεν είχε τίποτα ομολογήσει στους φίλους για τις υποψίες της για τον Αλκίνοο. Και τώρα Βίρνα ποιος; Ποιος άλλος μισεί το αγόρι σου σε τέτοιο βαθμό που να θέλει, εκτός από το να τον καταστρέψει, να τον γελοιοποιήσει με τέτοιον τρόπο; Ε, δεν είναι και λίγο να είσαι υπεύθυνος για το... χεζοβολιό τόσων ανθρώπων μικρών τε και μεγάλων! Λάθος κάνουμε; ςτύψε λοιπόν κι εσύ το μυαλουδάκι σου μαζί με την τετράδα των ειδικών δυνάμεων. Όλο και κάτι θα σκεφτείς που δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν 227


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

εκείνοι. Και η παραμικρή λεπτομέρεια, υπόνοια, υποψία, που θα περάσει από τη σκέψη σου να την πεις στον “Πουαρώ” αυτός και από τη μύγα βγάζει ξύγκι, που λένε. Όχι πως κάνει την τρίχα τριχιά. Προς Θεού. Δε λέμε αυτό. Εκείνο που λέμε είναι ότι τα ψήγματα της υποψίας και της όποιας υπόνοιας, μπορούν μεγεθυνόμενα να δώσουν τελικά τη λύση.

228


VIII

Τ

ο ότι τη διαλεύκανση της υπόθεσης την είχε αναλάβει η ομάδα των επιφανών ντετέκτιβs έκανε τον κόσμο να ενδιαφέρεται έτι περισσότερο για την περίεργη αυτή δολιοφθορά, όπως άρχισαν όλοι να πιστεύουν. Και όπως γίνεται συνηθέστατα, πολλοί ήταν αυτοί που ζήλωσαν τη δόξα των ερευνητών και αυτοδιορίστηκαν σαν ιδιωτικοί ντετέκτιβs, άμισθοι μεν ελπίζοντας δε σε ένα κλωναράκι από τον στέφανο δάφνης που οσονούπω θα στόλιζε την κεφαλή, του λύτη αυτού του διατροφικού μυστηρίου. Το τηλέφωνο του ςτέφανου γεμάτο με μηνύματα ερασιτεχνών ερευνητών. ςυμβουλές, υποδείξεις. Η κοινή γνώμη δεν άφηνε το πράγμα να κρυώσει, αφού πέρασε και το κρίσιμο δεκαήμερο που είναι και το χρονικό διάστημα που κρατάει σε εγρήγορση το ενδιαφέρον του κοινού. Όλοι έψαχναν. Αν το θέμα το έβλεπες από την πλευρά την κωμική του είχε και τούτο το ψάξιμο την πλάκα του. Μα παρ’ όλη τη χιουμοριστική διάθεση και το γέλιο των άμεσα ενδιαφερομένων, ο ςτέφανος ελάμβανε πολύ σοβαρά το γεγονός ότι αστείο ή όχι, ο Τίτο μέρα με την ημέρα απαξιωνόταν όλο και περισσότερο κυρίως στους κύκλους της νεολαίας που ήταν και οι βασικοί του πελάτες. Δεν είχαν άδικο τα παιδιά. Πολλά ήταν εκείνα που έγιναν ρεζίλι στα μάτια των κοριτσιών και τούμ229


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

παλιν που από το γοητιλίκι τους δεν έμεινε ίχνος γοητείας μετά από τη χεζο-κατάσταση που βρέθηκαν. Έπρεπε λοιπόν o ντετέκτιβ να βιαστεί προτού η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη. ο Μακρής με τον έτερο ντετέκτιβ και τον Τίτο, έκαναν focus στην ημέρα του πάρτι, ξανά. Έβαλαν το νεαρό να θυμηθεί την κάθε λεπτομέρεια που προηγήθηκε της έναρξης της γιορτής. Μια λεπτομέρεια του τύπου ας πούμε, αν διέκρινε κάποιον που να έμοιαζε ξένος με το περιβάλλον, κάποιον που ο ίδιος τουλάχιστον δεν είχε προσκαλέσει, αφού και σ’ αυτόν τον τομέα ήταν αυτός ο υπεύθυνος σύμφωνα με τον κατάλογο που του είχαν δώσει οι οικοδεσπότες. Κάποιον τέλος πάντων, που δεν ταίριαζε στο περιβάλλον. Και όντως θυμήθηκε ότι του είχε κάνει εντύπωση η παρουσία του κυρ-Αποστόλη, του ταβερνιάρη, της δικής του γειτονιάς. Τι δουλειά είχε ο άνθρωπος αυτός σε ένα πάρτι νεαρών παιδιών; Τηλεφωνεί στην οικοδέσποινα και τη ρωτά αν ήξερε κάτι γ’ αυτόν τον “καλεσμένο” και εκείνη απαντά πως όχι. Δεν τον γνώριζε. Την παρακάλεσε να ρωτήσει τον οικοδεσπότη, τους δικούς όλους και να το κάνει τώρα άμεσα, χθες... Το ίδιο έκανε και με τους νεαρούς προσκεκλημένους. Τους ρώτησε έναν έναν. Δε γνώριζε κανείς τίποτα. Η μητέρα του μόνο του είπε, όταν της ανέφερε το γεγονός ότι λίγες ημέρες πριν το μοιραίο πάρτι είχε συναντήσει τον κυρ-Απόστολο και τον είχε ενημερώσει ότι ίσως χρειαστεί ο γιος της μια ποσότητα καλού κρασιού από το άριστο γιοματάρι του, που το διέθετε σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Μα 230


θάνατος στο πάρκο

επειδή ο Τίτο δεν της ξαναείπε τίποτα, πήγε η ίδια στην ταβέρνα του και τον ενημέρωσε ότι τελικά δε θα χρειαστεί η παραγγελία γιατί και το κρασί μαζί με όλα τα άλλα ήταν από το κέτερινγκ (που σημαίνει άλλος ένας επαγγελματίας χαμένος στο βωμό του μοντέρνου προμηθευτή της όποιας γιορτής, εξαφανισμένος άλλος ένας επαγγελματίας, όπως τόσοι και τόσοι μικροί από τους μοντέρνους κολοσσούς. Και να πεις ότι είναι και Έλληνες; Αμ δε...) ο κυρ-Αποστόλης ήταν ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες μικροεπαγγελματίες της γειτονιάς που άντεχε ακόμα, οδηγούμενος από το μεράκι της συγκεκριμένης δουλειάς του. Φρόντιζε, όπως έλεγε, για την ευθυμία των συνανθρώπων του και δεν ήταν επάγγελμα το δικό του παρά λειτούργημα. ο μπακάλης; ο γαλατάς; O μανάβης; Και ο κρεοπώλης τελευταία, είχαν εξαφανιστεί υπό την πίεση των σούπερ μάρκετ και των λαϊκών αγορών. γνωστά αυτά... Τα έφερε αυτά, λοιπόν, στον νου του ο Τίτο και η υποψία τον τρύπησε σα σουβλιά. Την είπε στον ςτέφανο. Και οι έρευνες στρέφονται κατά κει πάραυτα. «Και δε μου λες, κυρ-Απόστολε, καιρό θέλω να σε ρωτήσω και το ξεχνώ. Πώς και ήσουν στο πάρτι του τάδε; Ναι ’ναι εκείνου που συνέβη το χεζοβολιό. Ποιος σε είχε καλέσει; γιατί κατά πώς ξέρω και κατά πώς έμαθα, δε γνώριζες κανέναν εκεί μέσα πλην εμού. για να σε προσκάλεσα εγώ και να το έχω ξεχάσει αποκλείεται, έχω μνήμη ελέφαντα. Ήθελα να σε ρωτήσω τότε που σε είδα εκεί, αλλά μου διέφυγε 231


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

με το κακό που επακολούθησε. Όλοι είχαν πρόβλημα εκτός από σένα. Πώς και το κατάφερες αυτό εσύ;» «Και ρωτάς τώρα μετά από τόσο καιρό; Περσινά ξινά σταφύλια. Αν θες όμως να ξέρεις, η μάνα σου μου είχε μιλήσει για μια πιθανή παραγγελιά σου η οποία όμως δεν έγινε τελικά και πήγα από περιέργεια να δω το γιατί». «Και τι δουλειά είχε βρε, κυρ-Απόστολε, η μάνα μου με κρασιά και με ξένες γιορτές; Τι ’ναι αυτά που μου τσαμπουνάς;» «Δεν ξέρω, ρώτα την. Εγώ πήγα, είδα κόσμο, είδα βαρελάκια με βρωμόκρασο και διάφορα πιοτά και αναψυκτικά, συγχύστηκα, κάθισα λίγο και έφυγα». «Κάθισες τόσο όσο για να κάνεις τη δουλειά σου ε; Έως ότου βρεις την ευκαιρία να ρίξεις τη διαβολόσκονή σου εκεί που ήθελες. Από κει και ύστερα βέβαια, να μείνεις να κάνεις τι; Η θεάρεστη αποστολή σου είχε τελειώσει χωρίς να σε πάρει είδηση κανείς». «Τι είναι αυτά που λες, παλιόπαιδο, μη σου δώσω καμιά με τη μαγκούρα και δεις τον ουρανό σφοντύλι. Που βάλθηκες κι εσύ μαζί με τους κετεράδες να καταστρέψετε και μένα όπως τόσους και τόσους επαγγελματίες. Και από πού σου τα έφεραν ρε τα κρασά και τα πιοτά; Από ποιους αμπελώνες μας λες; της Φραντσέζας; της ιταλιάνας; της Πορτογαλέζας; Από πού; Που ο διάβολος να σας πάρει όλους; Και τα δικά μας αμπέλια τι θα γίνουν ορέ; Χωράφια να φυτεύουμε χασίσι; Καταραμένοι να είσαστε όλοι σας που αφανίσατε τη γη μας, τα επαγγέλματά μας, το βιος μας. Μας τελειώσατε. Ναι λοιπόν, ρε. Και λίγα 232


θάνατος στο πάρκο

σου έκανα, βρωμόπαιδο. Λίγα. Εσύ έπρεπε, μαζί με τους ομοίους σου να μας προστατεύετε από τα ξένα συμφέροντα. Μα δεν το κάνατε. Ναι, ρε. Εγώ το έριξα το βοτάνι και τρέξε με στα δικαστήρια. Αυτό θέλω κι εγώ. Να τα βροντοφωνάξω στους δικαστές για να ακούσει ο κόσμος όλος αυτά που μας πονάνε». Έλεγε, έλεγε ο κυρ-Αποστόλης και σταματημό δεν είχε.. Και τώρα; Τι γίνεται τώρα, ςτεφανή; Πώς τον τραβολογάς σε αστυνομίες και την Ευελπίδων γέρο και πονεμένο άνθρωπο; Αλλά και πώς αλλιώς να αποδειχτεί η αθωότητα ενός επίσης πονεμένου και καταστραμμένου νέου; Και άντε και εμείς, monsieur Μακρή, δεν τον τραβάμε στα δικαστήρια, μα ολόκληρος κολοσσός το κέτερινγκ πώς θα αποκατασταθεί; Μας λες; Αυτός είναι ένας, ενώ αυτοί που τη στιγμή αυτή υποφέρουν, είναι πολλοί. Δεν ξέρω τι μέτρα θα μετέλθεις, αλλά εδώ είναι που σε θέλω να δείξεις την αξία σου και το διπλωματικό σου ταλέντο», είπε ο Τίτο και ήταν από τις λίγες φορές που το γέλιο δεν έλαμπε στα χείλια του πάνω. Κάτι σπάνιο δηλαδή. Αν κάποιος κατάφερνε τελικά να τον κάνει να πάψει να γελά θα έκανε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Ένα από τα πράγματα που άξιζαν στη ζωή τούτη με πρώτη, μακράν βέβαια, την αγάπη, ήταν και το γέλιο, αυτό που ο νεαρός σκορπούσε γύρω του και που ήταν μεταδοτικό. Ήταν δροσερό, σου άνοιγε την καρδιά, σου έδιωχνε τη μουρτζούφλα, σου έδινε ζωή. Αν ο Τίτο το έχανε, χανόταν και η ζωή μαζί του. γι’ αυτό κυρ-ςτέ233


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φανε βάλε τα δυνατά σου. Τώρα τον ένοχο τον ξέρεις. ςου μένει να χειριστείς το θέμα προς όφελος όλων...

234


IX

«Κ

υρ-Απόστολε, άκουσε. Καταλαβαίνω την αγανάκτησή σου και την απελπισία σου όταν λες ότι εξαφανίστηκαν του κόσμου τα επαγγέλματα από προσώπου γης. Μα πριν απ’ αυτά που ανέφερες, εξαφανίστηκαν άλλα, δεν τα σήκωνε πια το κλίμα της εποχής. Εξαφανίστηκαν μικροεπαγγελματίες όχι γιατί απαγορεύτηκε να ασκούν το επάγγελμά τους, μα γιατί αναγκάστηκαν να υποκύψουν στη δύναμη των μεγαθηρίων τα οποία δεν μπόρεσαν να αντιπαλέψουν. για παράδειγμα, ο γαλατάς και το παραδοσιακό γιαούρτι της τσανάκας δεν αυτοκτόνησαν στη θέα του παστεριωμένου γάλατος και το στραγγιστό της ΦΑγΕ. Πώς να το κάνουμε, δεν ήταν δυνατόν να απαγορευτούν τα σούπερ μάρκετ στα οποία στην τελική εργάζονται και τόσοι άνθρωποι που ζουν τις οικογένειές τους απ’ αυτήν τη δουλειά. Τι να πει και ο μικρομανάβης; Να αντιπαρατεθεί με τις λαϊκές αγορές εκεί που οι ίδιοι οι παραγωγοί πουλούν τα προϊόντα τους; Τι να πει ο μικροχασάπης; Πώς να αντιπαρατεθεί με τον χοντρέμπορο που το μεγάλο του κέρδος είναι από τη μεγάλη κατανάλωση εξού και η χαμηλότερη τιμή που διαθέτει το κρεατικό; Και τόσα άλλα, φίλε μου. »ςε κάθε περίπτωση, κυρ-Αποστόλη, ποιος σου είπε ότι τα χωράφια μας θα ερημώσουν; Ποιος σου είπε ότι θα ερημώσουν οι αμπελώνες μας; Μη μου 235


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

πεις ότι δεν ξέρεις τους συνεταιρισμούς; Η παλιά ρετσινούλα και το γιοματάρι είναι πια κρασιά εμφιαλωμένα, κυρ-Απόστολε. Έγιναν και άλλες οινοπαραγωγικές εταιρίες κοντά στις ήδη υπάρχουσες. Προχωράει ο κόσμος, φίλε μου, και οι εποχές αλλάζουν. Επειδή λοιπόν το πάρτι το ανέλαβε ένα κέτερινγκ το οποίο φρόντισε τα πάντα, από το σοκολατάκι και το λικέρ της αρχής, μέχρι το φαγητό, το παγωτό, το γλυκό και το φρούτο, έπρεπε να βάλουν διεγερτικές σκόνες οι εστιάτορες στα φαγητά, οι ζαχαροπλάστες στα γλυκά, οι μανάβηδες στα καρπούζια και πάει λέγοντας; »Είσαι ένας τίμιος και δίκαιος άνθρωπος. για πες. Ήταν σωστό να θέλεις να καταστρέψεις ένα γελαστό παιδί που με το γέλιο του θεραπεύει ακόμη και περιπτώσεις που αδυνατούν να θεραπεύσουν οι γιατροί, οι καθ’ ύλην αρμόδιοι δηλαδή; Τι πρέπει λοιπόν και οι γιατροί να κάνουν σ’ αυτήν την περίπτωση; Να δηλητηριάσουν και αυτοί τον Τίτο που τους πήρε τη δουλειά; Άκουσέ με, λοιπόν. Εγώ σε συμβουλεύω, αφού πρώτα σκεφτείς τα όσα σου είπα, να κάνεις το εξής: Να πας να ομολογήσεις την πράξη σου συνοδευόμενος από ένα καλό δικηγόρο, φίλο μου, που θα στοιχίσει ελάχιστα σε μένα, άρα δε θα έχεις την υποχρέωση να πληρώσεις εσύ. »οι δικαστές θα δουν την περίπτωσή σου με συμπάθεια, γιατί κανένας δε λέει ότι η αγανάκτησή σου ήταν άδικη. Θα πουν ότι απλά έχασες την ψυχραιμία σου. ούτε φυλακή θα πας στην ηλικία σου. Θα αναλάβω εγώ τα πάντα. Μόνο πήγαινε να πα236


θάνατος στο πάρκο

ραδοθείς, γιατί εντωμεταξύ τόσοι άνθρωποι έχουν χάσει τη δουλειά τους, εξαιτίας της πτώσης του τζίρου της επιχείρησης. Και για όλα αυτά είσαι υπεύθυνος, κυρ-Απόστολε. Από θύμα όπως νόμιζες ότι είσαι, έγινες θύτης. Αν καταλαβαίνεις τι θέλω να σου πω. ςε κάθε περίπτωση δε σε πιέζω. ςε αφήνω να σκεφτείς. Ξέρεις καλά ότι θα μπορούσα να σε είχα καταγγείλει στην αστυνομία. Εκείνοι μετέρχονται τα κατάλληλα μέσα για να σε κάνουν να ομολογήσεις. Δεν εννοώ βέβαια ότι θα σε βασανίσουν. Δε λέω καθόλου αυτό. Θα καταλήξουν στη σωστή λύση, αφού έχεις ήδη ομολογήσει σε μας. Όμως οι δικαστές αλλιώς θα σε κρίνουν, αν πας και ομολογήσεις αυθόρμητα, και αλλιώς αν τους τα πούμε εμείς. »για μία ακόμη φορά σου λέω ότι στο δικαστήριο θα έχεις την ευκαιρία που ζητούσες να τους πεις όλα όσα σε πνίγουν όλα όσα είπες και σ’ εμάς που σε οδήγησαν σ ’ αυτήν την αποκοτιά. γιατί, ήταν αποκοτιά, κυρ-Απόστολε. Παραδέξου το. Τόσα αθώα παιδιά ένιωσαν απαίσια σε μια μέρα γιορτής που πήγαν να ξεσκάσουν από τα μαθήματά τους. Και ακόμα τόσοι επαγγελματίες βρίσκονται στα πρόθυρα καταστροφής εξαιτίας σου πάντα. Που στο κάτω κάτω, έπρεπε εδώ και χρόνια να είχες βγει στη σύνταξη. Και απ’ ότι μου λέει ο Τίτο, εσύ, δεν ήσουν από εκείνους που κατηγορούσαν αυτούς που για ν’ αβγατίσει το ποτό έφτιαχναν τις μπόμπες που πουλούσαν; Και ήρθες εσύ ο τίμιος, ο ονειροπόλος να κάνεις κάτι πολύ χειρότερο και για επίσης χειρότερη αιτία. Την εκδίκηση δηλαδή. Λοιπόν. Πάρε το χρόνο σου και σκέψου τα όλα. Μόνο μη σου πάρει και 237


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τόσο πολύ. Κάθε ώρα που περνάει δεν είναι μόνο εις βάρος σου αλλά και εις βάρος των όσων σου ανέφερα. Άντε και γεια σου μπαρμπα-Απόστολε». Τώρα, τι στην ευχή το ’θελες το “μπάρμπα” κι εσύ, βρε ςτέφανε; ο Αποστόλης δε νιώθει καθόλου ούτε μπάρμπας ούτε παροπλισμένος. Εδώ, το παίζει επαναστάτης. Μπάρμπας και επαναστάτης συνάδουν; Α, μα πια και συ... Την επομένη πρωί πρωί ο ταβερνιάρης ζητούσε στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς του, εκεί που όλοι τον γνώριζαν να μιλήσει με τον αξιωματικό υπηρεσίας. Τον βρήκε και του ζήτησε να κάνει μια κατάθεση – ομολογία, με επείγοντα χαρακτήρα... Έτσι, στον μεν Απόστολο υπεβλήθη μία χρηματική ποινή και μία καταδίκη με αναστολή, θέματα που ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο ντετέκτιβ, oι δε παθόντες γρήγορα είδαν να αποκαθίσταται το όνομά τους και να σταματάει του κόσμου η κατακραυγή. Θα τους έπαιρνε βέβαια λίγος χρόνος έως ότου ξανακερδίσουν το χαμένο έδαφος της εμπιστοσύνης του κοινού, αλλά είχαν σκοπό να βάλουν τα προϊόντα τους να μιλήσουν αντ’ αυτών. ο δε Τίτο βδομάδα τη βδομάδα επανακτούσε τη δημοφιλία του και οι δουλειές του σε ανοδική πορεία. Με τη Βίρνα δίπλα του, που πλέον ήταν ένα ευτυχισμένο αρραβωνιασμένο ζευγάρι, οργάνωσαν τη δουλειά τους πιο επιστημονικά. Και η Βίρνα από γενική βοηθός, προβιβάστηκε σε βοηθό animateur και γρήγορα το γέλιο του κέρδισε μεγάλο μέρος και της δικής της προσωπικότητας. Εκτός του ότι το 238


θάνατος στο πάρκο

γέλιο είναι μεταδοτικό να λάβουμε υπόψη και το με όποιον δάσκαλο θα κάτσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλούτσικα επίσης...

239


X

Η

ρότα της ζωής ακολούθησε ομαλότατη και ενδιαφέρουσα πορεία. Πολλή η δουλειά αλλά ευχάριστη. Και η Βίρνα βοηθούσε τον καλό της με την αγάπη της, αλλά και την ουσιαστική προσφορά της. Κτίζανε μαζί το κοινό τους μέλλον. Και βέβαια εργάζονταν για να ζουν και όχι να ζουν για να εργάζονται. Από τα πάρτι, διάλεγαν εκείνα που κατά τη γνώμη τους είχαν ενδιαφέρον και για τους ίδιους, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ήταν και αυτοί νέα παιδιά που η διασκέδαση ήταν γι’ αυτά τροφή. Το ξαναείπαμε και θα το επαναλαμβάνουμε συχνά, ότι κάθε πάρτι αποτελούσε κοινωνικό γεγονός και μιλούσαν γι’ αυτό μέρες μετά οι κοσμικοί κύκλοι και εξήραν την άψογη οργάνωσή του. «Πώς τα καταφέραμε και διοργανώσαμε αυτό το πράγμα, αγάπη μου; Αλήθεια ξεπεράσαμε τους εαυτούς μας», αναρωτιόταν η Βίρνα. «Μόνο που αισθάνομαι λιώμα από την κούραση. Θα καθίσω εδώ, θα πιω ένα ποτό και μετά σηκώνομαι για την καθιερωμένη μου επιθεώρηση. Να ήρθαν, λες, όλοι όσους καλέσαμε εμείς; γιατί για τους επιπλέον που κάλεσε ο οικοδεσπότης την τελευταία στιγμή, δε γνωρίζουμε τίποτα και αυτό δε μου αρέσει καθόλου, σα να μη μας έγινε το πάθημα μάθημα με την παρείσφρηση του κυρ-Αποστόλη σ’ εκείνην την αλησμόνητη γιορτή. Ας ελπίσουμε να μην έχουμε παρατράγουδα», 240


θάνατος στο πάρκο

είπε η Βίρνα και κάθισε σε μία σκιερή γωνιά με ένα ποτήρι βότκα πορτοκάλι και ένα τσιγάρο. Ποιος; Η Βίρνα που δεν κάπνιζε ποτέ... Μπα σε καλό της! Νόμισε ότι έτσι θα χαλάρωνε καλύτερα... «για κοίταξε τώρα ποια βλέπω μπροστά μου. Και να δεις που πετάριζε συνεχώς το μάτι μου και έλεγα ποιον θα δω, ποιον θα δω; Τι κάνεις, Βίρνα; Χαίρομαι στ’ αλήθεια που σε βλέπω. Μόνη σου είσαι εδώ;» Η Βίρνα, έτσι τσιτωμένη και κουρασμένη που ήταν, δεν κατάλαβε ποια της μιλούσε σχεδόν πίσω από την πλάτη της. Και ξαφνικά μαρμάρωσε. Ήταν εκείνη. Η ίδια. ςα να μην πέρασε μέρα από κείνο το μοιραίο καλοκαίρι, το χειρότερο της ζωής της. Και ας είχαν περάσει, πόσα; Τέσσερα χρόνια; Πέντε; εκατό; Η πρώην φίλη της, η Ζωή, που για τη Βίρνα ήταν η ζωή της όλη, σ’ εκείνη την τρυφερή ηλικία πριν το τέλος της εφηβείας της. Η φίλη που της φέρθηκε τόσο μα τόσο πρόστυχα. «γεια σου, Ζωή», την αντιχαιρέτησε ευγενικά μα ψυχρά. «Μόνο βουνό με βουνό δε σμίγει τελικά. Μόνη σου είσαι, ή με κανέναν λόχο θαυμαστών σου;», συμπλήρωσε ελαφρώς ειρωνικά. Η Ζωή παρακάμπτοντας τον σαρκασμό της, απάντησε πως ήταν με το φίλο της. «Κι εσύ Βίρνα; Δε νομίζω να μην έχεις παρέα;» «Με τον αρραβωνιαστικό μου. Αλλά δεν είμαι καλεσμένη. Είμαστε οι διοργανωτές του πάρτι ο Τίτο κι εγώ. Αυτή είναι η δουλειά μας». «Ναι ε; Ποιον Τίτο; Τον γνωστό animateur; Τα ει241


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λικρινή μου συγχαρητήρια». Τετριμμένες κοινωνικές κουβέντες, ψυχρές και ανούσιες, που πονάνε πολύ περισσότερο από βρισιές, όταν λέγονται από ανθρώπους που αγαπήθηκαν πολύ στο παρελθόν και τώρα βλέπονται σαν ξένοι... «Βίρνα, ειλικρινά χάρηκα που σε είδα και αν δε γίνομαι ενοχλητική, μια και σε βρήκα πράγμα που θεωρώ θεία σύμπτωση, θα τολμήσω να σου ζητήσω να βρεθούμε κάπου να τα πούμε, Είναι κάτι που χρόνια επιθυμώ. Μην βιαστείς να αρνηθείς, σε παρακαλώ. ςου το ζητάω στο όνομα της φιλίας που είχαμε κάποτε οι δυο μας». «Που είχα, εγώ, θέλεις να πεις, ζωή. Δεν είχαμε. Είχα. Μην μπερδεύεις τα πρόσωπα των ρημάτων σε παρακαλώ. Λυπάμαι, αλλά δεν έχουμε τίποτα να πούμε αλήθεια οι δυο μας». «Βίρνα, σε παρακαλώ. Πρέπει επιτέλους να μάθω. Μια ώρα το πολύ από τη ζωή σου ζητώ. Δεν είναι πολύ. Είναι;» ςυνεννοήθηκαν λοιπόν να συναντηθούν την επομένη εκεί γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι στο καφέ, κοντά στο σπίτι που έμεναν με τον Τίτο. Δεν ήταν περίεργη να μάθει τι θα της έλεγε η Ζωή. Μα τότε γιατί δέχτηκε να τη συναντήσει μετά από το κακό που της είχε κάνει; Η απάντηση ήταν απλή. Διότι ήταν πάντα στην καρδιά της. Διότι δεν είχε πάψει ποτέ να την αγαπάει, είχε πάψει όμως να την εκτιμάει. ςυναντήθηκαν λοιπόν. Και πριν η Ζωή αρχίσει να της εξηγεί τον λόγο που θέλησε να συναντηθούν, η Βίρνα την πρόλαβε. «Ζωή, πίστεψέ με, δε σου κρατώ κακία. Αλλά πες 242


θάνατος στο πάρκο

μου, άξιζα να μου φερθείς τόσο πρόστυχα; γιατί μου το έκανες αυτό;» «Βίρνα μου, εσύ να μου πεις σε παρακαλώ εγώ τι σου έκανα, που σηκώθηκες και έφυγες από το σπίτι μου χωρίς να μου εξηγήσεις σε τι έφταιξα; Τι σου έκανα, καλή μου, μου λες; Έλειψα αν θυμάμαι καλά για ελάχιστη ώρα με τον Πέτρο, ήταν τόσο κακό αυτό;» «Το ότι με άφησες μόνη με παρέα έναν σάτυρο, έναν χυδαίο ερωτύλο που λίγο ακόμη να με βιάσει, δεν παίζει στον κύκλο των αποριών σου, Ζωή, ε; Όλα τα φρικτά που είπε για σένα, για μας; Έζησα έναν εφιάλτη και εσύ μου λες τώρα ότι δεν ξέρεις γιατί έφυγα σα να με κυνηγούσαν; Αυτό μου λες;» Η Ζωή είχε χλομιάσει και την κοιτούσε κατάπληκτη με ανοικτό το στόμα. «Τι είναι αυτά που λες, βρε Βίρνα; για τ’ όνομα του Θεού τι είναι αυτά που λες; Πήγε ο Μίλτος να σε βιάσει; Μα ο Μίλτος είναι gay. Όταν σε άφησα μαζί του ήξερα ότι δεν επρόκειτο όχι να σου ριχτεί, αλλά ούτε καν να σε φλερτάρει, αλλιώς δε θα έφευγα με τον Πέτρο με τον οποίο έπρεπε να πούμε δυο κουβέντες μόνοι μας. Είχα βάσιμες υποψίες ότι ο Μίλτος ήταν τσιμπημένος με τον δικό μου και ήθελα να ξεκαθαρίσω ορισμένα πράγματα. Ειλικρινά σου το λέω δεν ήξερα ότι στον Μίλτο άρεσαν και τα κορίτσια. για δες τι μαθαίνω μετά τόσα χρόνια». «Και η σχέση που είχες μαζί του πριν τον Πέτρο;» «Η ποια; Η σχέση που είχα εγώ μαζί του; Μα τι είναι αυτά που μου λες, κορίτσι μου; Άκουσες τι σου είπα ή όχι; ςου λέω ήταν gay.Και επειδή φοβόμουν 243


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ότι κάτι έπαιζε μεταξύ τους, δε συνέχισα το δεσμό μου με τον Πέτρο αν και μου άρεσε πολύ». ςειρά της Βίρνας τώρα, τα λόγια της Ζωής να την καταπλήξουν. Τέτοια παρεξήγηση; Είναι ποτέ δυνατόν; «Και όλος εκείνος ο ανδρισμός του Μίλτου; Όλη η υπέρμετρη εκείνη σεξουαλική του διέγερση; Παρεξήγηση και αυτό; ο άνθρωπος έδειχνε φανερά και επιδεικτικά για αχαλίνωτος καραμπινάτος εραστής». «Και συ δεν ήσουν παρά μια αθώα κοπελίτσα που του ξύπνησες ίσως, βαθιά μέσα του κοιμισμένες ορμές προς το γυναικείο φύλο. Αφέθηκε λοιπόν στην ενστικτώδη ορμή του αρσενικού, που βέβαια κατά βάθος και ήταν. Απλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί γιατί δεν ήξερε πώς να φερθεί σε ένα κορίτσι. Ήταν βλέπεις μαθημένος αλλιώς δυστυχώς. Και τώρα θυμάμαι, ότι όταν επέστρεψα και σε είδα μισόγυμνη, υπέθεσα τότε αφελώς, ότι έκανες τολμηρή ηλιοθεραπεία μπροστά στον Μίλτο χωρίς να ντρέπεσαι, επειδή κατάλαβες την ιδιαιτερότητά του! »Από εκείνη την ημέρα που έφυγες δεν ξαναείδα κανέναν από τους δυο τους. Δε με ενδιέφεραν πλέον. Πέρασα άσχημες μέρες στη σκέψη ότι από το σπίτι μου έφυγες σαν κυνηγημένη. Δε σε έψαξα. Ήμουν πολύ θυμωμένη. Εγώ ένιωθα προδομένη. Και έρχεσαι τώρα εσύ να μου πεις ότι εγώ ήμουνα αυτή που πρόδωσε τη φιλία μας. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά. Δεν είναι δυνατόν». Όταν η Βίρνα της μίλησε και για τα δύο φρικτά χρόνια που ακολούθησαν το καλοκαίρι εκείνο, η 244


θάνατος στο πάρκο

Ζωή έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε και δεν ντρεπόταν τον κόσμο που την κοιτούσε με περιέργεια. Ήταν καταρρακωμένη. Η Βίρνα τη λυπήθηκε. Δε φανταζόταν ποτέ ότι θα έβλεπε την αγέρωχη φίλη της σε μια τέτοια κατάσταση. Κάνουμε λάθη οι άνθρωποι. Ένα από τα μεγάλα μας είναι αναμφίβολα και η παρεξήγηση. Μπαίνει στη ζωή μας, τη δηλητηριάζει και στην ουσία μπορεί και να μην έχει καμιά σχέση με την αλήθεια που η άγνοιά της μας βασανίζει για χρόνια μετά. Η Βίρνα άπλωσε το χέρι της έπιασε το δικό της τρυφερά και της είπε με μια φωνή που δεν πίστευε ότι ήταν δική της. «Ζωή μου, τόσα χρόνια χαμένα από τη ζωή μας αποτέλεσμα της απειρίας της ηλικίας μου και της ευθιξίας μου. Αντί τότε να σπεύσω να σου πω τι μου συνέβη, πίστεψα έναν μυθομανή και τις βλακείες του. Τις ίδιες βλακείες που θα έλεγαν πολλοί άντρες, θέλεις gay, θέλεις straight, μόνο και μόνο γιατί “έφαγαν πόρτα”. ςου ζητώ συγγνώμη. »Το ότι κάνουμε αυτή την κουβέντα τώρα οι δυο μας, σημαίνει ότι η φιλία μας δεν ήταν πομφόλυγα που έσκασε, έστω χωρίς κρότο. Το σπίτι μου θα είναι και πάλι ανοιχτό για σένα και δεν ξέρεις πόσο θα χαρώ να έρχεσαι να με βλέπεις όποτε θέλεις, χωρίς καν να μου τηλεφωνήσεις πρώτα. Έτσι δεν κάναμε και παλιά; Τελικά, βρε Ζωή, δίκιο έχουν όταν λένε ότι αν αξίζει κάτι δε χάνεται. Αν χαθεί, σημαίνει πως δεν άξιζε. Από την πλευρά μου πιστεύω την κάθε λέξη που θέλεις να μου πεις. Εδώ, γαμώ την πίστη μου, πίστεψα έναν τσόγλανο άγνωστο σε 245


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μένα, δε θα πιστέψω εσένα που ήσουνα η ζωή μου όλη;» «Βιρνάκι μου, τα είπες όλα, αυτά ήθελα και εγώ να σου πω. Και πίστεψέ με, μωρό μου, άξιζα την αγάπη σου. Το ίδιο αισθανόμουνα κι εγώ για σένα. Επιπλέον δε και μια στοργή όπως ακριβώς θα αισθανόταν η μεγαλύτερη αδελφή σου αν είχες. Και βέβαια θα έρθω να γνωρίσω τον τυχερό τον Τίτο που σε έχει δική του και να του πω ότι τον θεωρώ κι αυτόν φίλο μου. Εύχομαι και ελπίζω να πιάσουμε το νήμα της φιλίας μας ακριβώς στο σημείο που είχε σπάσει. Θα ενώσουμε τις κομμένες άκρες και θα γίνει και πάλι ανθεκτικό. Και για να μου δείξεις ότι πιστεύεις τα όσα σου είπα και τις καλές μου προθέσεις σου ζητώ να μου το αποδείξεις κάνοντάς με κουμπάρα στο γάμο σου. Περιποιεί μεγάλη τιμή για μένα μια τέτοια προοπτική. Επίσης, στο λέω από τώρα, θα αυτοανακηρυχτώ νονά του πρώτου παιδιού σας. ςύμφωνοι, αγάπη μου;» Δακρυσμένες αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με τον κόσμο του καφέ να χειροκροτεί και να πιστεύει ό,τι ήθελε ο καθένας. οι δύο τους δεν ενδιαφέρονταν για τις γνώμες των άλλων. Η αλήθεια τους ήταν ωραία, σωστή και την εξέφρασε η μία στην άλλη με παρρησία και θα την κρατούσαν άφθαρτη, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

246


Ένας διασκεδαστής στον δημαρχιακό θώκο

247


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

248


I

Τ

ο γελαστό παιδί, ο χαρισματικός διασκεδαστής, ο εμψυχωτής, ο animateur επί το γαλλικότερο, ήταν πια ένα είδωλο. Η κάθε εκδήλωση με την υπογραφή του ήταν πάντα ένα γεγονός. Αν και μόνον 23 χρόνων, του ζητήθηκε από έναν εκ των υποψηφίων δημάρχων να τιμήσει το ψηφοδέλτιό του. Δε μου αρέσει η λέξη που θα χρησιμοποιήσω τώρα, μα καλύτερος “κράχτης” προτίμησης δεν υπήρχε. Το πρωτάκουστο δε ήταν ότι, όταν ο κόσμος διάβασε για τη συμμετοχή του την οποία με τα πολλά αποδέχτηκε, αναρωτήθηκε γιατί ο ίδιος δεν ήταν υποψήφιος δήμαρχος. Ήταν σίγουρο ότι εάν το αποφάσιζε θα ψηφίζονταν μονοκούκι, που λένε. ςτοίχημα δε ότι δε θα έβαζε κανείς άλλος υποψηφιότητα, ξέροντας ότι σίγουρα θα καταποντίζονταν το πλοίο του αύτανδρο! Προς το παρόν, έδινε έστω κι έτσι στον υποψήφιο δήμαρχο, στο ψηφοδέλτιο του οποίου βρισκόταν το όνομά του, ένα άνευ προηγουμένου προβάδισμα. Και όπως ήταν αναμενόμενο ο υποψήφιος έγινε δήμαρχος και επί των ημερών του, με αντιδήμαρχο Εθιμοτυπίας και Δημοσίων ςχέσεων τον Τίτο ο δήμος γνώρισε ημέρες χαράς πρωτόγνωρες. Τέτοιο χαρούμενο Δημοτικό ςυμβούλιο δεν είχε ξαναγνωρίσει ο τόπος. Τις ημέρες των συνεδριάσεων υπήρχε μια τέτοια απαρτία, που το πλήθος δε χω249


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ρούσε στις αίθουσες που διέθετε το δημαρχιακό μέγαρο. Νοικιάστηκε μία αίθουσα γι’ αυτόν ειδικά τον σκοπό και οι ςύμβουλοι της συμπολίτευσης μα και της αντιπολίτευσης θεωρούσαν εύνοια το γεγονός να ακούν και μόνο, τον Τίτο να προλογίζει την έναρξη του συνεδρίου. Ας μη θεωρηθεί παρακαλούμε υπερβολή το γεγονός ότι ένιωθαν σα να βαπτίζονταν στο νερό μιας αόρατης κολυμβήθρας και από κει έβγαιναν άλλοι άνθρωποι ανανεωμένοι χωρίς μουρτζούφλα, κατήφεια, μιζέρια, γκρίνια, θυμό. Αγνώριστοι. ο νεαρός σίγουρα το Μεσαίωνα δε θα τη γλίτωνε την πυρά. Θα τον κατηγορούσαν για μάγο! Το έχουμε ξαναπεί. ςπάνια άνθρωπος αγαπήθηκε τόσο πολύ από τους συνανθρώπους του όσο αυτός. Ίχνος δε κομπορρημοσύνης πάνω του έχοντας όμως συναίσθηση της απήχησης που είχε το όνομά του στον κόσμο. Κάποτε συνέβη στην πόλη τους ένα άσχημο γεγονός. ςυνέβαιναν και τέτοια βλέπετε. Παράδεισοι, με την πλήρη έννοια της λέξης, δεν υπάρχουν επί της γης. ο Διάβολος είναι πανταχού παρών. ςυνύπαρξη του καλού και του κακού δηλαδή. Δε βαριέσαι... ίσως και γι’ αυτό να μην έπλητταν και οι άνθρωποι στον εν λόγω δήμο και παντού. Ήταν ένα είδος αλλαγής, για να μη βαριούνται από τη μονοτονία του καλού. Είναι στον χαρακτήρα του ανθρώπου αυτό, να βαριέται εύκολα. Το προέβλεψε ο Θεός λες και γι’ αυτό έφτιαξε τις τέσσερις εποχές; Μάλλον όχι, γιατί, αν δεν κάνουμε λάθος, προηγήθηκε 250


θάνατος στο πάρκο

αυτό της Δημιουργίας του ανθρώπου. οπόταν δε γνώριζε ακόμη τις παραξενιές που θα είχε το δημιούργημά Του. Αυθαίρετες ερμηνείες του γράφοντος βέβαια, αλλά γράφει αυτό που νομίζει. Και η μια σκέψη γεννά την άλλη και από το θέμα μας ξεφεύγουμε, όπως θα μας μάλωνε ο δάσκαλος της έκθεσης και θα μείωνε τη βαθμολογία! Λέγαμε λοιπόν για το άσχημο γεγονός που συνέβη. Ήταν το τέλος του χειμώνα. Ενός χειμώνα που έριξε τόσο νερό στη χώρα που δεν άφησε ποτάμι ή λίμνη που να μην ξεχειλίσει. ο κόσμος αναρωτιόταν, θα στέγνωνε άραγε ο τόπος με τον ερχομό της άνοιξης και του καλοκαιριού; Το έδαφος είχε γίνει σαθρό. Όπου και αν πατούσες, το πόδι σου βούλιαζε σε μια γλοιώδη λάσπη. Τα καταστήματα υποδημάτων δεν πωλούσαν πλέον παπούτσια, αλλά μπότες από ανθεκτικό λάστιχο αδιάβροχο, που τις φορούσαν από νήπια, μέχρι αιωνόβια γερόντια. οι παραποτάμιες και παραλίμνιες πόλεις ήταν εκείνες που υπέφεραν περισσότερο. ςε κάθε σπιτικό, τις νύχτες έμεναν ξύπνιοι οι άνθρωποι απ’ τον φόβο του νερού που μπορεί και να γέμιζε τα σπίτια τους σιωπηλά και ύπουλα, και όταν πια το έπαιρναν χαμπάρι θα ήταν δύσκολο να απεγκλωβιστούν ακόμη και αν κατέφθαναν στρατιώτες με σωτήριες λέμβους. Με τον ερχομό της άνοιξης και την προοπτική ενός άνυδρου καλοκαιριού, ναι μεν ανέπνευσαν κάπως, αλλά είχαν, όπως είπαμε, το πρόβλημα όχι μιας νοτισμένης γης απλά, αλλά μιας υδαρούς 251


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λάσπης που δεν έλεγε να στεγνώσει. Τα καθημερινά ατυχήματα ήταν πολλά. Τα αυτοκίνητα κολλούσαν στη λάσπη με τους γερανούς να τρέχουν και να μη φθάνουν για να τα τραβήξουν. Το δυσκολότερο ήταν με τα ζώα. Πολλά από δαύτα κυρίως τις νύχτες έμπαιναν σε ύποπτες και απαγορευμένες περιοχές και έτσι βούλιαζαν σα σε κινούμενη λάσπη βάλτου. Με το φως της ημέρας ήταν λυπηρό να τα βλέπεις βουλιαγμένα μέχρι τον λαιμό, να εκλιπαρούν με το βλέμμα τους να τα σώσεις κι εσύ να μην μπορείς καν να πλησιάσεις για να μην έχεις την ίδια μ’ αυτά τύχη. οι παλιοί έλεγαν ότι αυτό το φαινόμενο ούτε το είχαν ξαναζήσει μα ούτε και θυμούνται κάτι παρόμοιο να τους είχαν πει ότι το ζήσαν οι παππούδες και οι προπαππούδες τους, γηγενείς της περιοχής. δήμος και δημότες σε απόγνωση. Δεν ήξεραν τίνι τρόπω να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. ο Τίτο, με μια θεία έμπνευση πρότεινε στον δήμαρχο ένα σχέδιο ανάλογο μ’ εκείνο του Ηρακλή (όχι του Πουαρώ αλλά του δικού μας αρχαίου) και το πλύσιμο των στάβλων του... Αυγεία. Και ανοίχτηκαν ρυάκια που διευκόλυναν τα εγκλωβισμένα νερά τους να εκβάλουν στα ποτάμια, των οποίων η στάθμη είχε βέβαια υποχωρήσει πια. Ανοίχτηκαν λοιπόν ρυάκια, πολλά ρυάκια και είναι απίστευτο το πόσο νερό ήταν όντως εγκλωβισμένο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Αλλιώς δεν επρόκειτο να στεγνώσει τούτος ο τόπος. ςυνεργεία, μηχανικοί, αρμόδιοι, αναρμόδιοι, δημότες, γέροι νέοι και παιδιά, ένα τεράστιο εργοτάξιο 252


θάνατος στο πάρκο

που απέκτησε πλέον εμπειρία στη διάνοιξη τέτοιων ρυακιών. Και ω του θαύματος. Η επιφάνεια του εδάφους σαφώς κατέβαινε, όσο απελευθερωνόταν το νερό που είχε κουρνιάσει από κάτω βρίσκοντας τον δρόμο του όχι στις αυλές και τα υπόγεια των σπιτιών πια, αλλά στο φυσικό τους χώρο, τα ποτάμια δηλαδή. ςτα μέσα περίπου του καλοκαιριού τα πράγματα είχαν απίστευτα καλυτερεύσει για να ολοκληρωθεί το στέγνωμα του εδάφους από ένα καύσωνα που για πρώτη φορά έγινε δεκτός με καρτερία και χαρά. Ήρθε να ολοκληρώσει το ανθρώπινο έργο. Το φθινόπωρο τους βρήκε σε ένα τοπίο φυσιολογικό οι άνθρωποι ξανάβαλαν παπούτσια και ο δήμαρχος της πόλης κάλεσε το Δημοτικό ςυμβούλιο να τους ανακοινώσει κάτι το πολύ σοβαρό όπως προανήγγειλε. «Φίλες και φίλοι δημότες, περάσαμε δύσκολες ημέρες όλοι μας. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τη φύση βέβαια, με τα καιρικά της τερτίπια και τα επακόλουθά τους. Ευτυχώς τα καταφέραμε. Και τα καταφέραμε χάρις την εξυπνάδα ενός συνδημότη μας που τολμώ να τον αποκαλέσω ςωτήρα μας. Τον Τίτο μας εννοώ, φίλοι μου, τον animateur. Δική του η ιδέα της διάνοιξης των ρυακίων ως γνωστόν. Προσωπικά υποκλίνομαι μπροστά του και ας έχω τα τριπλά του πάνω κάτω χρόνια. ςας κάλεσα, λοιπόν, να σας προτείνω και σεις να αποφασίσετε αν δέχεστε τη δική μου θέση, αυτή του δημάρχου, να την αναλάβει αυτός. Εγώ, ευχαρίστως να βρίσκομαι 253


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

υπό την μπαγκέτα της διεύθυνσής του. Μου συνέστησε να κάνουμε συγκεκριμένα έργα προς αποφυγήν μελλοντικών παρόμοιων εφιαλτικών καταστάσεων. Θα ήταν ευχής έργον να υλοποιήσει ο ίδιος το όραμά του. Θα χρειαστεί βέβαια η δική σας προσωπική άμισθη εθελοντική συνδρομή. ο Τίτο δεν ήταν ενήμερος της πρότασής μου. Ελπίζω να μην την αποποιηθεί. Εσείς όμως τι λέτε;» Με ουρανομήκεις ιαχές και μπράβο δέχτηκαν την πρόταση του δημάρχου. Δε διαφώνησε κανείς. Και τον επαίνεσαν για την ανιδιοτέλειά του, ενός ανθρώπου δηλαδή που υπολόγισε πάνω από το δικό του συμφέρον αυτό του συνόλου των δημοτών. Έτσι, σε ηλικία λοιπόν μόλις 25 χρόνων ο Τίτο και αφού είχε εκπληρώσει και τις προς την πατρίδα στρατιωτικές του υποχρεώσεις, χρίσθηκε δήμαρχος ενός δήμου πρότυπο, που την επιτυχία του θέλησαν πολλοί άλλοι δήμοι να ακολουθήσουν προς όφελος των κατοίκων τους. Θα μου πείτε τώρα «Ναι καλά. Και μετά ξύπνησες». – Μα, φίλοι μου, ακόμη και σαν όνειρο ωραίο είναι, πόσο μάλλον που είναι πέρα για πέρα αληθινό... για όποιον αμφιβάλει, ας έρθει να του πω λεπτομέρειες. Τις γνωρίζω από πρώτο χέρι, καθώς έχω την τιμή να είμαι ο νομικός του σύμβουλος εκτός από συγγραφέας. Ναι, ο γνωστός. ο ςωτήρης, αυτός που γράφει ό,τι έχει σχέση με τον ςτέφανο Μακρή τη συντροφιά του, αλλά και τους φίλους του. Με θυμηθήκατε; Ευχαριστώ... 254


II

Κ

αι ο καιρός κυλούσε όμορφα, ειδυλλιακά θα λέγαμε στον όμορφο αυτό δήμο. ο Τίτο παντρεύτηκε τη Βίρνα με κουμπάρα τη Ζωή. Το γλέντι του γάμου κράτησε όσο κρατούν τα πανηγύρια στα ελληνικά χωριά και τα νησιά μας, τρεις ημέρες δηλαδή. Κλαρίνα και νταούλια, μα και ροκ, και ραπ. ο δήμος πάντρευε τον πρώτο δημότη της πόλης και συμμετείχε στη χαρά του σα να ήταν το παιδί, του καθ’ ενός απ’ αυτούς. Κάποτε, τελείωσαν και οι επιπλέον του συνήθους χαρές και ξαναβρήκε η περιοχή τους γνωστούς και καθημερινούς της ρυθμούς. Και ξαφνικά, νάτο πάλι το κακό... Ζήτησε να έρθει εις γάμου κοινωνία, μια όμορφη στρουμπουλή (τα πάχη μου τα κάλλη μου!) συνδημότισσα. γάμος πολιτικός, με την ευλογία του νεαρού δημάρχου. Μέσα στα καθήκοντά του κι αυτό. Και να δεις που από τότε που ανέλαβε αυτό το αξίωμα, αυξήθηκαν και οι γάμοι κατακόρυφα. Μεγάλη η τιμή βλέπεις να παντρευτεί με τις ευλογίες του γελαστού παιδιού. Άσχετα αν στον ίδιο τον Τίτο δεν άρεσε καθόλου να υποκαθιστά τους ιερείς και ο γάμος να μην είναι μυστήριο αλλά μια απλή διαδικασία. Δε θα ήταν αυτός βέβαια που θα άλλαζε και τους νόμους του κράτους. Ήρθε λοιπόν η μελλόνυμφη, έφερε τα χαρτιά 255


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που της ζητήθηκαν μα ο Τίτο τον γαμπρό δεν τον είχε δει ακόμη, πράγμα που συνήθιζε να κάνει πριν την τελετή. ρώτησε την ευτυχή υποψήφια νύφη γιατί ο ευτυχής μέλλων γαμπρός δεν του έκανε την τιμή να έρθει να πουν δυο κουβέντες, βρε αδερφέ, για να μην είναι και όλως διόλου ξένοι την ωραία στιγμή που θα τους ένωνε με τα δεσμά του γάμου... Βρε, το είπε μια στη χαριτόβρυτη δεσποινίδα, βρε το είπε δυο και τρεις και δεκατρείς φορές και ψυλλιασμένος τη δέκατη τέταρτη φορά της λέει ότι εάν ο senior δεν έρθει να γνωριστούν ως είναι το έθιμο κι αυτός γάμο δεν κάνει. Ας ζητήσουν να τους παντρέψει ένας άλλος αντιδήμαρχος –τον οποίο ειρήσθω εν παρόδω θα ενημέρωνε να πράξει όπως και ο ίδιος– και η νεαρά έφυγε προβληματισμένη μεν, ψυλλιασμένη όμως όχι αρκούντως. Και επιτέλους έρχεται το ζεύγος των μελλονύμφων. Με το που τον είδε τον άντρα ο Τίτο του λέει με το διάσημο τοις πάσι χαμόγελό του. «Βρε καλώς τον Μίλτο. Κοίταξε τώρα σύμπτωση. Τι μου κάνεις, κυρ-λοχία μου; Με θυμάσαι δεν μπορεί. Μου έκανες μαύρη τη ζωή μου στο στρατό, θαρρείς και είχες προηγούμενα μαζί μου. Όμως περασμένα ξεχασμένα, ε; Πες μου, κυρ-λοχία μου, εσύ δεν ήσουνα φρεσκοπαντρεμένος; Ή μήπως και κάνω λάθος; Πότε πρόλαβες και χώρισες και ξαναπαντρεύεσαι, βρε θηρίο; Μωρέ, χαρά στο κουράγιο σου (πού να του έλεγε και γι’ αυτά που ψιθυρίζονταν για το ενδιαφέρον του προς ορισμένους μπρατσω256


θάνατος στο πάρκο

μένους νεαρούς στρατιώτες...) Άκουσέ με όμως. για λόγους τελείως τυπικούς θα σου ζητούσα να μου φέρεις το διαζευκτήριό σου ή αν πέθανε η προηγούμενη γυναίκα σου, κτύπα ξύλο, να μου φέρεις τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της. Έτσι, φίλε; Και χάρηκα που σε είδα, ειλικρινά στο λέω...» Η στρουμπουλή δεσποινίς κατάπληκτη έριχνε αιχμηρές ματιές πότε στο δικό της, πότε στον γελαστό δήμαρχο. Και ο λοχίας (πρώην; νυν; δεν ενδιαφέρθηκε ο Τίτο να το πληροφορηθεί) να έχει κοκκινίσει, μέχρι σημείου εγκεφαλικού επεισοδίου. Δεν είπε παρά μόνο μία λέξη «καλώς» και έφυγε χωρίς να χαιρετίσει, ο παρά λίγο βιαστής και της Βίρνας! Μίλησε για σύμπτωση ο Τίτο πριν λίγο; Πού να ήξερε και τη λαμογιά του υποψήφιου γαμπρού που ήθελε να τον παντρέψει. Αυτή κι αν ήταν σύμπτωση... Την επομένη, ανάστατος ο δήμος. ςε ένα από τα βαθιά ρυάκια που είχαν ανοίξει για τους λόγους που αναφέραμε και που τώρα ο δήμος φρόντιζε να αξιοποιήσει καταλλήλως, βρέθηκε το πτώμα ενός άγνωστου άντρα για τους δημότες, αφού κανείς εξ όσων τον είδαν δεν τον αναγνώρισε. ο νεκρός έφερε τρία τραύματα, κατά τον ιατροδικαστή. Το ένα στην κοιλιά, το άλλο στο στήθος και το τρίτο και φαρμακερό, αφού ήταν αυτό που επέφερε τον θάνατο, στον αυχένα. Αναστατώθηκε βέβαια ο δήμος, αλλά δυστυχώς τέτοιοι θάνατοι είναι πια μια συνηθισμένη είδηση για άλλες περιοχές. ςτον δικό τους παράδεισο δεν 257


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

είχαν παρεισφρήσει μέχρι στιγμής μαχαιροβγάλτες, δολοφόνοι, επαγγελματίες ή περιστασιακοί. Να λοιπόν που ο δάκτυλος του διαβόλου μπήκε και στο δικό τους κήπο της Εδέμ. Με αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις, ο Τίτο ρίχνει μια ματιά στις φωτογραφίες του πτώματος, που άφησε στο γραφείο του ο αστυνομικός ρεπόρτερ ο Δημητράκης, και πετιέται από τη θέση του ως εάν η καρέκλα του να είχε μηχανισμό εκτοξευτήρα. «Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν...» Κοιτάζει τη μία μετά την άλλη τις φωτογραφίες και ναι, Τίτο μου, είναι δυνατόν. Είναι όντως ο πρώην λοχίας σου. Βάζει φωνή, έρχονται οι υπάλληλοι από τα διπλανά με του δημάρχου γραφεία και ανήσυχοι βλέπουν τον δήμαρχο να κραδαίνει τι φωτογραφία και να λέει σε ασυνήθιστα σοβαρό ύφος. «Αυτός είναι, λάθος δεν κάνω. Είναι αυτός». οι θορυβημένοι δημοτικοί υπάλληλοι έριξαν και αυτοί μια ματιά στις φωτογραφίες δεν αναγνώρισαν το θύμα. «ςε μας είναι άγνωστος κύριε». «για πέστε μου, σας παρακαλώ, είδε κανείς σας τη δεσποινίδα που επρόκειτο να παντρευτεί το ερχόμενο ςάββατο; (τα τεκταινόμενα συνέβαιναν Τετάρτη). Όχι. Κανείς. «Μα δεν είναι δυνατόν. Ήταν αρκετού εκτοπίσματος για να πω ότι μπορούσε να περάσει απαρατήρητη!» «Ναι, εγώ την είδα», είπε ο κλητήρας (σημ. δεν είμαι και εντελώς σίγουρος για την ειδικότητά του.) 258


θάνατος στο πάρκο

«Ωραία, μπράβο, Βασιλείου. Τη γνωρίζεις μήπως; Ξέρεις πού μένει;» «Όχι, κυρ-Δήμαρχε, μα νομίζω ότι ο κηπουρός μας ο γιώργης ο Μάρκου είναι συγγενής της». «Άκου, Βασιλείου. Πάρε τον αντιδήμαρχο Κωστή και έναν αστυφύλακα και τρεχάτε γρήγορα να τη φέρετε χωρίς να της πείτε τι τη θέλω. Τσιμουδιά για τις φωτογραφίες. Έφυγες». «Κοίταξε που η τύχη, μου παίζει παιχνίδια πάλι» μονολόγησε ο Τίτο. «Και Κύριος οίδε σαν πόσο καιρό θα κρατήσει αυτό». Πριν καλά καλά τελειώσει τις πικρές του σκέψεις καταφθάνει στη Δημαρχεία ο αστυνομικός Διευθυντής και του ανακοινώνει ότι οι έρευνες άρχισαν ήδη αλλά κινούνται στα τυφλά γιατί ο νεκρός είναι μέχρι στιγμής άγνωστος. «Καλά. Μην είσαι και τόσο σίγουρος καλό μου όργανο της τάξης. Εγώ, για παράδειγμα, τον γνωρίζω. Και μάλιστα με δύο του ιδιότητες. Μία ως πρώην λοχία μου στον ςτρατό και μία ως υποψήφιου γαμπρού που θα τον πάντρευα το ςάββατο τούτο που μας έρχεται (σημ. και πού να ήξερες, φουκαρά μου, και άλλη μία του ιδιότητα αυτή του επίδοξου βιαστή της γυναίκας σου λίγο πριν τη γνωρίσεις εσύ, εξαιτίας του οποίου έχασε το γέλιο της για δύο χρόνια και τη φίλη της για άλλα τρία). Τον λένε, τον έλεγαν, Μίλτο Καμπούρογλου. Και πριν δύο μέρες ακριβώς ήταν εδώ στο γραφείο μου». ςειρά του αστυνόμου τώρα να εκτοξευτεί από την καρέκλα του με πανομοιότυπο τρόπο εκείνου με τον οποίο εκτοξεύτηκε και ο δήμαρχος βλέποντας 259


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τις φωτογραφίεw. «Δήμαρχέ μου, τι μου λες; Τότε το πράγμα αλλάζει. Παίρνει άλλη τροπή. Ευκολότερη; Δυσκολότερη; Θα δείξει». Και κάνοντας μεταβολή χαιρέτησε πάνω από τον ώμο του λέγοντας «Θα ξανάρθω» κι έφυγε βιαστικά. ο Τίτο κάθισε στο γραφείο του προβληματισμένος, σκεφτικός και με κακά προαισθήματα για το ποιος μπορεί να ήταν ο φονιάς. Άθελά του σα μια φλασιά έφερε στο νου του τη φαρμακερή ματιά της υποψήφιας νύφης τόσο στο πρόσωπό του όσο και σ’ αυτό του μακαρίτη, και ανατρίχιασε. «Αν ήταν αυτή η φόνισσα θα έπρεπε να είχε διαπράξει το φόνο σε στιγμή που το θύμα θα ήταν ανήμπορο να αντιδράσει. Τρία τέτοια κτυπήματα μπορεί να τα δεχτεί ένας εκπαιδευμένος άντρας που δίδασκε τους φαντάρους και τη χρήση του μαχαιριού; Ή κοιμισμένος ήταν ή ναρκωμένος, εν αγνοία του βέβαια. Τι άλλο; Και μάρτυράς μου ο Θεός πόσο σιχαίνομαι αυτά τα πράγματα. Είναι όμως να μη σου λάχει. Ελαχέσου!» Ήρθε η αρραβωνιασμένη (αν ισχύει ακόμη η ιδιότητα αυτή μετά τον θάνατο του συντρόφου της) αφρατούλα και πενθούσα, σπαράζουσα γοερώς. «Τι συνέβη, κορίτσι μου; Πώς έγινε;» «Θα αστειεύεσαι, Δήμαρχε. Εγώ μόλις τώρα το μαθαίνω. ο Μίλτος χθες βράδυ έφυγε σχετικά νωρίς απ’ το σπίτι. Είχαμε δώσει ραντεβού να έρθουμε να σε δούμε σήμερα να σου φέρει τα χαρτιά που του ζήτησες. Μην ξεχνάς ότι σε τρεις μέρες παντρευόμασταν. Είχαμε τόσες εκκρεμότητες να διεκπεραι260


θάνατος στο πάρκο

ώσουμε». «ςυγγνώμη, αλλά με κάποιον θα είχε προηγούμενα ο μακαρίτης. Με ποιον νομίζεις εσύ ότι είχε τα περισσότερα;» «Μα τι μου λες, άνθρωπέ μου; ο Μίλτος δεν είναι από τα μέρη μας. Ποιος να του κάνει κακό και γιατί; ςίγουρα είναι ξένου η δουλειά. Ίσως για να τον ληστέψει. Πού να ξέρω; Πού να ξέρω; Αχ!» «Λυπάμαι που έχασες τον άνθρωπό σου. Αν θέλεις μπορείς να βοηθήσεις να βρούμε τον κακοποιό. Εγώ θα καλέσω να έρθει ο ςτέφανος Μακρής με την ομάδα του. Θα βοηθήσει την αστυνομία. Δεν πιστεύω να παρεξηγηθώ από τον αστυνόμο γι’ αυτό μου το κάλεσμα. γιατί να το κάνει; Θέλω να εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι βρίσκεται την εποχή αυτή στην Ελλάδα. Είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα μπορεί να φτάσει στη λύση ενός τέτοιου προβλήματος. Θα τον βρούμε τον φονιά, πίστεψέ με, σου το λέω αν είναι αυτό μία παρηγοριά για σένα. Εσύ αυτό που έχεις να κάνεις μέσα στη στενοχώρια σου είναι να θυμηθείς τα λόγια που σου είπε τις τελευταίες του μέρες. Αν κάτι φοβόταν, αν κάποιος τον είχε απειλήσει και τέτοια. Πήγαινε τώρα, καλή μου, και όταν σε καλέσω ξαναέρχεσαι. Έτσι;» Όταν η κοπέλα έφυγε, ο Τίτο κάλεσε στο τηλέφωνο τον φίλο του, τον αστυνομικό, να τον ρωτήσει αν έχει αντίρρηση να ζητήσει και τη βοήθεια του Μακρή. «Άκου, Δήμαρχε. Τον Μακρή τον σέβομαι όσο κανέναν άλλο συνάδελφο. Αν τον θέλεις να βοηθήσει ας το κάνει. ςτα δικά μου πόδια μην ανακατευτεί. 261


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Αφενός είναι αντιδεοντολογικό και αφετέρου –πώς να το κάνουμε;– είναι σα να απαξιώνουμε μόνοι μας τους εαυτούς μας. Το αφήνω στη διακριτική σου ευχέρεια να χειριστείς το θέμα με το τακτ που ξέρω διαθέτεις. Που σημαίνει κάνε ό,τι θέλεις». Είχε δίκιο ο αστυνόμος. γιατί να ανακατέψει τον διάσημο ντετέκτιβ; Δήλωσε αδυναμία η αστυνομία; Ας άφηνε να δει πώς θα κινούνταν οι αρχές και αν τις εύρισκε τις κινήσεις τους ανεπαρκείς θα ζητούσε τη βοήθεια του Μακρή. Παραδέχτηκε ότι ήταν τουλάχιστον άστοχο και απρεπές αυτό που ζήτησε από τον αστυνόμο για να μην πει ότι ήταν σκέτη γαϊδουριά. Πάλι καλά που δε θύμωσε ο αστυνομικός. Και αν εθίγη, τουλάχιστον δεν άφησε να φανεί. Άψογη συμπεριφορά. Άλλος στη θέση του και μόνο απ’ αυτό το φέρσιμο θα τον είχε κάνει εχθρό του. Βρε μπλεξίματα... Και ο δήμαρχος τα σιχαινόταν αυτά. Του έδιωχναν το γέλιο. Πώς να το κάνουμε. ο άνθρωπος δεν ήταν γεννημένος πολιτικός για να έχει εκείνη τη χαρακτηριστική ικανότητα της διπλωματίας, της τέχνης δηλαδή του ελίσσεσθαι. «Δήμαρχε, αν πραγματικά θέλεις να παραμείνεις στη θέση αυτή χωρίς να πάθεις στομαχικό έλκος από τις στενοχώριες, πρέπει να αρχίσεις να μαθαίνεις να είσαι λιγότερο αυθόρμητος και πάντα έτοιμος στην αντιμετώπιση του απρόοπτου. Ξέχνα τους επίγειους παραδείσους, δεν υπάρχουν. Μόνο σαν ουτοπία. Αν επιμένεις όμως εσύ ότι υπάρχουν οΚ, δε θα διαφωνήσουμε μόνο που θα σε πείσουμε να παραδεχτείς τουλάχιστον ότι άλλοι είναι οι ουράνιοι 262


θάνατος στο πάρκο

και άλλοι οι επίγειοι. Μην ξεχνάς ότι οι πρώτοι κατοικούνται από αγίους. για τους δεύτερους παίρνεις όρκο ότι συμβαίνει το ίδιο; Άφησε λοιπόν τις γκρίνιες και μη χάνεις το γέλιο σου. Δε φαντάζεσαι τι πασπαρτού είναι για τον άνθρωπο και τι πόρτες του ανοίγει, εκεί που τα κλειδιά μοιάζουν άχρηστα. Τη γνώμη μου σου λέω ως φίλος. Και τους φίλους να τους ακούς...» Και επειδή ενός κακού μύρια έπονται, ήρθε στον δήμο το συγγενολόι του σκοτωμένου και άρχισε να κατηγορεί, να απειλεί και να φωνάζει ότι αν δε βρεθεί γρήγορα ο δολοφόνος θα γίνει μακελειό μεγάλο. ςτην αρχή οι απειλές είχαν σαν αποδέχτες όλους τους δημότες, έτσι, γενικώς και αορίστως. Από τον δήμαρχο έως τον κλητήρα του δημαρχείου και τον τελευταίο κάτοικο του δήμου. ςτη συνέχεια περιέλαβαν τη νύφη τους και κυρίως την οικογένειά της γιατί ο άνθρωπός τους παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές τους, τους έκανε την τιμή να πραγματοποιηθεί ο γάμος αυτός με αποτέλεσμα να το φάει το κεφάλι του. «Αμ, του το ‘λεγα εγώ του αδερφού μου ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι για μας. Δε με άκουσε και να τα αποτελέσματα. Περίμενα βέβαια τα χειρότερα αλλά όχι και τούτο εδώ». «Και γιατί αυτή σας η πεποίθηση, αγαπητέ κύριε; Τι κακό έκανε η οικογένεια για να έχετε την περίεργη αυτή γνώμη;» «ρωτήσαμε και μάθαμε. Μαχαιροβγάλτες. Και το 263


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

απέδειξαν περίτρανα». «Και ποιος ο λόγος να το πράξουν τρεις ημέρες πριν το γάμο; Τόσον καιρό μνηστευμένοι δεν το αποφάσιζαν; Αν δεν τον ήθελαν το μακαρίτη για γαμπρό, ας έβαζαν μυαλό στην αδελφή τους να διαλύσει τον αρραβώνα. Το προσπάθησαν και δεν το κατάφεραν λες; Όχι, και πάλι όχι. Και έγινε ό,τι έγινε». Κάπου ακούστηκε η λέξη βεντέτα και τρόμαξε ο τόπος όλος. «Α, όχι αυτό παιδιά. για τ’ όνομα του Θεού. Όχι τέτοιο κακό στη ήσυχη πόλη μας...» ο Τίτο ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον αστυνόμο. «Τι γίνεται, αγαπητό όργανο της τάξης; Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Βρες τον ένοχο, φίλε, μην έχουμε αιματοκυλίσματα. Πριν φουντώσει η έχτρα. Δε βλέπεις τι γίνεται; Έχω άσχημα προαισθήματα, να το ξέρεις» «Θα βρεθεί, Τίτο, θα βρεθεί. γίνονται εκτεταμένες έρευνες. Εν ανάγκη θα εξεταστεί και ο τελευταίος κάτοικος του δήμου μας. Να είσαι βέβαιος γι’ αυτό». «Είπα εγώ το αντίθετο; ο χρόνος είναι που με απασχολεί, που κυλά προς όφελος του δράστη, ως γνωστόν». Είχε δίκιο ο δήμαρχος να ανησυχεί. Δεν έβλεπε να γίνεται καμία πρόοδος, οπόταν παράκαμψε τη φιλία του με την αστυνομία και κάλεσε τον Μακρή. Ήταν απελπισμένος και του το είπε. ο χρόνος που απέμενε για την παραμονή του ντετέκτιβ στην Ελλάδα ήταν δυστυχώς μία ακόμη εβδομάδα. Έπρεπε να φύγει. Είχε ανειλημμένες υπο264


θάνατος στο πάρκο

χρεώσεις που δεν επιδέχονταν καθυστέρησης. Και δεν ήξερε αν το διάστημα της μιας εβδομάδας ήταν ένα διάστημα αρκετό για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Δεν ήταν, όπως του είπε, μάγος. Είχαν ήδη περάσει τόσες πολλές ημέρες και δεν είχε γίνει η παραμικρή πρόοδος. Και αυτός περίμεναν να βρει τη λύση μέσα σε επτά ημέρες; Υπήρχε όμως και μία άλλη προοπτική. Αν δεν κατάφερνε να βρει τον ένοχο μέσα στο ελάχιστο αυτό διάστημα, υπήρχε –ας μην ξεχνάμε– ο βοηθός του ο Παύλος που είναι άξιος ντετέκτιβ και αυτός και ο οποίος αυτή τη φορά δε θα ακολουθούσε τον Μακρή γιατί πλησίαζε η ώρα η Μαρία Χριστίνα, η γυναίκα του, να γεννήσει τα μωρά της. «Μείνε όμως ήσυχος θα του έχω προετοιμάσει το δρόμο. Θα ήθελα πάντως οι ενέργειές μας να μη γίνουν γνωστές επί του παρόντος. Ας μην υπάρξουν αντιπαραθέσεις με πρώην συναδέλφους μου. Αρχίζουμε λοιπόν ... »Θα καλέσεις στο Δημαρχείο τα αδέλφια της νύφης και θα τους κάνεις τις ερωτήσεις που θα σου πω, εμού παρόντος όλως τυχαίως τάχα. Ανάλογα με τις απαντήσεις τους συνεχίζω αδιάφορα πάντα τις ερωτήσεις εγώ ή και δε ρωτώ καθόλου. Κάνουμε έτσι τη δουλειά μας και κρατάμε τα προσχήματα με τις αρχές, ότι εγώ δεν μπαίνω στα χωράφια τους. Με σένα είναι διαφορετικά. Είσαι δήμαρχος και το δικαίωμα των ερωτήσεών σου επιτρεπτό». Ήρθε πρώτα ο μεγάλος αδελφός. Μετά ο δεύτερος. Τελευταία ο μικρότερος γύρω στα δεκατέσσερα 265


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δεκαπέντε χρόνια του και απ’ αυτόν έπιασαν λαβράκι. «Καλά να πάθει ο πούστης. Ακούς να θέλει να παντρευτεί τη Φούλα, ενώ ακόμη δεν είχε βγει το διαζύγιο του με την πρώην του». ο δήμαρχος κρατώντας την ψυχραιμία του είπε: «Εγώ του ζήτησα να μου φέρει το διαζευκτήριο». «Τι μου λες, κυρ-Δήμαρχε; Ποιο διαζευκτήριο και πράσινα άλογα; Αφού δεν το είχε πάρει, όπως μάθαμε, ποτέ. Θα ήταν δίγαμος δηλαδή ο κερατάς». «Καλά, και πώς αυτό; Η αδελφή σου δεν το ήξερε;» «Όχι, που να μη σώσει να λιώσει η σάρκα του αλήτη. Δεν το ήξερε κανείς μας. Την είχε βεβαιώσει ότι πρόσφατα είχε βγει το διαζύγιο και ήταν επιτέλους “ελεύθερος κι ωραίος”, τα ακριβή του λόγια. Μα ο μεγάλος μου αδερφός ο Μάρκος είχε κάτι ψυλλιαστεί και μόλις τώρα έμαθε ότι η πρώτη του γυναίκα του πούστη δεν έβαζε την υπογραφή της στο ρημαδόχαρτο. οπόταν διαζύγιο πάπαλα. Θα έπρεπε να περιμένει ένα χρονικό διάστημα για να βγει αυτόματα. Ζήσε Μάη μου δηλαδή». «Και η αδερφή σου τι έκανε;» «ςαν τι ήθελες να κάνει δηλαδή; Μας είπε ότι αφού της έκρυψε κάτι τόσο κραυγαλέα πούστικο, ήταν ικανός να πει και μεγαλύτερα ψέματα ακόμη. Επομένως δε θα τον παντρευόταν περιμένοντας να βγει το χαρτί. Επιπλέον, δεν τον ήθελε πια». «Και τα αδέρφια σου τι είπαν;», ρώτησε ο ςτέφανος. «Τι είπαν; “Και γαμώ την ντροπή και την ξεφτίλα 266


θάνατος στο πάρκο

μας”, αυτό είπαν». «Και ο πατέρας σου;» «Τον λυπήθηκα τον γέρο μου. Έβαλε τα κλάματα μεγάλος άνθρωπος, όταν άκουσε το διπλό μαντάτο. Ότι δηλαδή ούτε γάμος θα γινόταν ούτε ο προκομμένος ήταν ελεύθερος. Και να σου πω κάτι; Εγώ νομίζω ότι ούτε διαζύγιο θα έβγαινε ποτέ. Βρήκε την κατακαημένη τη Φούλα μας να κοροϊδέψει ο κανάγιας... Τρεις μαχαιριές του έδωσε ο φονιάς; Λίγες ήταν που να πάρει. Αν τον είχα στα χέρια μου κιμά θα τον είχα κάνει. Και ακούστε με. ςας ορκίζομαι δεν ξέρω τίποτα άλλο. Μα και να ήξερα τον φονιά, δε θα τον μαρτυρούσα. Να ’ναι καλά. Μας γλίτωσε απ’ το να γίνουμε εμείς φονιάδες. Το καθίκι! για σκεφτείτε να είχε γίνει γάμος! Θα ήταν βέβαια άκυρος. ρεζίλι θα είχαμε γίνει...» είπε ο μικρός με αφοπλιστική ειλικρίνεια και σηκώθηκε να φύγει «Με θέλετε τίποτα άλλο;» «γνωρίζουμε πόσων χρόνων είναι ο γέρος;», ρώτησε τον Τίτο ο Μακρής. «ςτάσου να δω στη μερίδα της οικογένειας. Μια στιγμή. Ναι. Είναι εβδομήντα πέντε χρόνων». «Μωρέ, χαρά στο κουράγιο του. Δηλαδή τον τελευταίο του γιο τον έκανε στα 60 του! Μωρέ μπράβο! Κι ο μικρός; Τι άντρας ε! Τίτο, φοβάμαι ότι το ένστικτό μου και όχι μόνον αυτό, μου λέει, ότι τον φόνο ο γέρος τον έκανε. για να απαλλάξει τα παιδιά του από τη φοβερή αυτή πράξη ανέλαβε ο ίδιος να ξεπλύνει την τιμή της οικογένειας. Η δική του η ζωή βρίσκεται στη δύση της. Των παιδιών του, και ειδικά του μικρού, στην ανατολή της. Όσο το σκέπτομαι τόσο 267


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

θεμελιώνεται η υποψία μου. Η λογική μου αυτό μου λέει. Πρέπει πριν απ’ όλα να ρωτήσουμε τον ςωτήρη (σημ. εμένα εννοούσε ο Μακρής) σε περίπτωση ομολογίας του, ποια θα είναι η ποινή του, δεδομένων των ελαφρυντικών που έχει σαν πατέρας και σαν πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος. Τον λυπάμαι, ρε συ Τίτο, ειλικρινά στο λέω». «για στάσου, ςτέφανέ μου. Ακόμα δεν τον είδαμε, γιάννη τον βαφτίσαμε; ςτάσου να το αποδείξουμε πρώτα». «Άκου, μικρέ. Ένοχος είναι ο πατέρας. Μην αμφιβάλεις. Το έργο μου τελειώνει εδώ. ςου ‘στρωσα το δρόμο. Από δω και μετά θα συνεχίσεις μόνος σου. Αν θέλεις βοήθησε τον αστυνομικό λέγοντάς του τις υποψίες σου. Αποφεύγουμε έτσι τις παρεξηγήσεις περί δεοντολογίας, επεμβάσεις και εκεί που δεν σε σπέρνουνε, κτλ. Αύριο φεύγω. Θα ενημερώσω τον Παύλο. για ό,τι τον χρειαστείς θα σπεύσει δίπλα σου. Εμπιστέψου τον. Είμαι σίγουρος θα γίνετε φίλοι. Θα σου προσφέρει τη βοήθειά του. Θα του προσφέρεις το ζωογόνο γέλιο σου. Και οι δύο κερδισμένοι θα βγείτε. για κοίταξε όμως σύμπτωση. Δύο υποθέσεις μου ανέθεσες και στις δύο γέρος ο ένοχος...» Τι ήθελε να πει ο ποιητής με την ακροτελεύτια φράση του; Υπονοούσε κάτι;

268


III

ο

Τίτο ζήτησε από τον αστυνόμο να συναντηθούν. «Τι συμβαίνει, Δήμαρχε; Υπάρχουν νέα που εγώ δεν έχω;» «Αστυνόμε, εγώ δεν έπρεπε να σε ρωτήσω αν έχεις νέα; Εσύ είσαι το αφεντικό στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Εγώ είμαι δήμαρχος. Απλά, κάποιες υποθέσεις κάνω τις οποίες θέλω να λάβεις σοβαρά υπόψη. Μπορείς να έρθεις από το Δημαρχείο; Δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να φύγω από το γραφείο. Έχω μια συνάντηση που δεν παίρνει ματαίωση. ςε καλώ να έρθεις γιατί είμαι σίγουρος ότι αυτά που θα σου πω θα τα βρεις ενδιαφέροντα. Να σε περιμένω; Ωραία. ςε ευχαριστώ. Να πούμε σε τρεις ώρες από τώρα; οΚ, Τα λέμε...» Έως ότου έρθει ο αστυνόμος, ο Τίτο σκεπτόταν και ξανασκεπτόταν τον τρόπο που θα του έλεγε τα συμπεράσματά του. Φοβόταν μήπως κι μπλέξει τον ςτέφανο από τον τρόπο που θα του έλεγε τις υποψίες του. Χαζός δεν ήταν ο αστυνόμος, δεν ήξερε ότι θα του τα είχε εμπιστευτεί ο Μακρής τα όσα έλεγε; «Διπλωματία, Τίτο, και λεπτοί χειρισμοί. Πρόσεχε, αγόρι μου», συμβούλευσε τον εαυτό του. για να δικαιολογήσει δε τον ερχομό των αδελφών της Φούλας στο Δημαρχείο, πράγμα που θα το είχε πληροφορηθεί βέβαια, θα του έλεγε ότι η επίσκεψη δεν είχε σχέση με το έγκλημα, αλλά με μια υπόθεση του δήμου και τον κηπουρού τους. 269


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Επί τη ευκαιρία να ρωτήσουμε τον δήμαρχο «Τον πατέρα αλήθεια, γιατί δεν τον κάλεσες, αφεντικό; γιατί τον εξαίρεσες από τη μίνι ανάκριση που έκανες στην οικογένεια;» «Επειδή το συμπέρασμα που κατέληξε ο “Πουαρώ” μεθ’ εμού, του δημάρχου, ήταν ότι αφού δεν ήταν ένοχα τα αδέρφια, ήταν πασιφανές ποιος ήταν ο ένοχος. Έτσι θεώρησα περιττό τον ερχομό του και τις ερωτήσεις. Όντως δε χρειαζόταν ιδιαίτερη εξυπνάδα να καταλήξουμε στο συμπέρασμά μας. ο γέρος είναι ο κεντρικός πυλώνας της οικογένειάς του». Μεγάλωσε τα παιδιά του μόνος, αφού η γυναίκα του είχε πεθάνει αμέσως σχεδόν μετά τη γέννα του μικρού του γιού. Τι συναισθήματα θα πρέπει να κατέλαβαν τον άνθρωπο, όταν είδε να εξευτελίζει εκείνος ο αχρείος την τιμή της οικογένειας του κοροϊδεύοντας τη μοναχοκόρη του; Θα έκανε έναν γάμο με παπάδες και βιολιά και κλαρίνα και όλα θα ήταν ψεύτικα χωρίς κανείς τους να το ξέρει. Ποιος πατέρας θα το άντεχε; Μα θα μου πεις, τέτοιου είδους προβλήματα σοβαρά, λύνονται με μαχαιριές και αφαίρεση ζωής; ςυνειρμικά να θυμηθούμε τη στιγμή του παρ’ ολίγο βιασμού της Βίρνας από αυτόν τον ίδιο άνθρωπο. Εκείνη δεν τον τραυμάτισε με το γυάλινο ποτήρι στο... μόριό του αχρηστεύοντάς τον σαν άντρα, αν και του άξιζε να το πάθει. Καλύτερα λοιπόν να τον ξευτέλιζαν, να τον ρεζίλευαν να τον τράβαγαν στα δικαστήρια και να γινόταν το όνειδος του χωριού του ή της πόλης του όχι όμως να τον σκοτώσουν. 270


θάνατος στο πάρκο

Η δε κοπέλα και η οικογένειά της γιατί θα έπρεπε σώνει και καλά να νιώσουν ντροπή; Έφταιγε κανείς τους; ο μακαρίτης ήταν τόσο καλός ηθοποιός. Τόσο ελαστικής ηθικής και τιμιότητας! Πού να τα ξέρουν τούτα τα “προτερήματα” του; Πάνω σ’ αυτά πόνταρε και ο μαχαιρωμένος μην υπολογίζοντας ακόμη στην αναγνώρισή του από έναν πρώην φαντάρο που του είχε ψήσει και το ψάρι στα χείλια από τα καψόνια. Όχι βέβαια πως δήμαρχος δε θα τον αναγνώριζε αν δεν είχε υποστεί το κόμπλεξ του λοχία, να εξηγούμαστε. «γαμώ την τύχη μου γαμώ», είχε σκεφτεί ο λοχίας. «Άντε και να δω πώς θα τα μπαλώσω που μ’ έκαναν τσακωτό». Νόμιζε ο καψερός ότι με ένα μπάλωμα θα την έβγαζε καθαρή. Αλλιώς βλέπεις ζύγιαζε αυτός τις απατεωνιές αλλιώς οι άλλοι... Δυστυχώς γι’ αυτόν, η μπαγαποντιά του δεν επιδεχόταν μπαλώματος, ακριβώς όπως οι μαχαιριές που του κατάφεραν και τον έστειλαν στον άλλο κόσμο. Πάλι καλά που το βαθύ ρυάκι έτυχε να μην έχει αρκετό νερό εκείνη τη στιγμή για να τον ξεβράσει κατ’ ευθείαν στο ποτάμι και να τον βρουν σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη που κανέναν δεν ήξερε και κανείς δεν τον ξέρει !... οι παλιανθρωπιές έχουν και το ρίσκο τους. Έπαιξε, κορόιδεψε και πλήρωσε πολύ ακριβά βέβαια. Μεγάλο το τίμημα. ςύμφωνοι. Είπαμε ότι όλοι οι τιμητές κακών ή καλών πράξεων δεν έχουν τα ίδια μέτρα και σταθμά. Πώς να το κάνουμε; Εμείς δεν είμαστε εδώ για να κρίνουμε πεθαμένους και ζωντανούς. Απλώς καταγράφουμε τα γεγονότα. Και καταγρά271


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

φοντάς τα, συνεχίζουμε το έργο εφ’ ω ετάχθημεν. – Φτωχέ μου αναγνώστη, καλή υπομονή... Τη συνέχεια δε νομίζουμε ότι είναι ανάγκη να την αναφέρουμε εδώ αναλυτικά. Περιληπτικά μόνο να πούμε ότι η δικαιοσύνη αποφάνθηκε. Η Θέμις δε συγκινήθηκε ιδιαίτερα από το δράμα του γέροντα. Του αποδόθηκε η ευθύνη που του αναλογούσε και ήταν μάλλον σκληρή. Τελικά ο Τίτο βρήκε ξανά το πηγαίο του μεταδοτικό γέλιο και ευχήθηκε τα συμβάν αυτό να είναι το τελευταίο στην καριέρα του ως δημάρχου. Μα φοβάμαι η ευχή του δεν εισακούστηκε. Έτσι είναι, δήμαρχε. Μην ξεχνάς μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες. Μα ο καλός καραβοκύρης, τι κάνει; Ναι. Αυτό...

272


VI

ο

δήμος πρότυπο επανάκτησε τους συνήθεις ρυθμούς του και ο animateur εγκαινίασε ένα νέο πρωτάκουστο ημερήσιο πρόγραμμα και ανακοίνωσε «Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει αλλά το έχω σκοπό να επισκεφτώ όλα τα σπίτια των δημοτών και καθ’ ένα χωριστά. Τουλάχιστον είκοσι σπίτια την ημέρα με τον ίδιο διαθέσιμο χρόνο είτε των φιλικά κειμένων στο πρόσωπό μου είτε όχι. Θέλω να αφουγκραστώ τις ανάγκες τους εγώ ο ίδιος και όχι μέσω αυλοκολάκων και επαγγελματιών χειροκροτητών». Έκπληκτοι οι πάντες για μια ακόμη φορά μαζί του. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξανασυμβεί αφότου θυμάται ο γράφων. ο κόσμος απόρησε, ενθουσιάστηκε, τον λάτρεψε. Μπήκε στα σπίτια με το γέλιο του, το αστείο το και ευήκοον ους. ο γραμματέας του σημείωνε προσεκτικά τα παράπονα, τις υποδείξεις υποσχόμενος να τις μελετήσει και να προσπαθήσει να δώσει λύσεις, όπου ήταν εφικτό μη προσφέροντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες. ο Τίτο ήταν παιδί σοβαρό, δεν ήταν πολιτικάντης Μαυρογιαλούρος οπαδός του θα και θα. ο κόσμος τον είχε παρακαλέσει να αναλάβει τα ηνία του δήμου τους με κίνητρα συμφέροντος, ας πούμε, γιατί καταλάβαιναν ότι από το γελαστό αυτό παιδί μόνο καλό θα έβλεπαν. γνώριζαν ότι ό,τι έκανε θα ήταν επ’ ωφελεία τους και όχι επ’ ωφελεία του εαυ273


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τούλη του. Δε γνωρίζουμε άλλο ρήμα από το “λατρεύω” που να απηχεί πιο πολύ την αλήθεια για το πρόσωπό του. Ένα παλικαρόπουλο στα είκοσι έξι του χρόνια και ήταν μια άνοιξη διαρκείας στον κύκλο της ζωής του. οι τρεις άλλες εποχές απλά είχαν παραχωρήσει αδιαμαρτύρητα τη θέση τους στην άνοιξη. Και πράγμα περίεργο κανείς δεν έπληξε από τη διαρκή άνθιση και ανανέωση, όπως ίσως θα έκανε σ’ άλλες περιπτώσεις Είπαμε. ο άνθρωπος εύκολα βαριέται τη μονοτονία, και την ομορφιά ακόμα. Χρειάζεται και η ασχήμια, γιατί μόνο τότε συνειδητοποιείς την “ομορφιά”. «Τι θέλεις, παλικάρι μου; ςε βλέπω τόσην ώρα να με κοιτάζεις έντονα σαν κάτι να θέλεις να μου πεις ή να ρωτήσεις και διστάζεις. Έλα λοιπόν πες μου», είπε ο Τίτο στον δεκαπεντάχρονο γιο του φονιά δημότη, εκείνου που μαχαίρωσε τον μακαρίτη τον Μίλτο, τον Λοχία. «Να, κυρ-Δήμαρχε, θέλω να μου εξασφαλίσεις μια άδεια να επισκέπτομαι τον πατέρα μου καθημερινά, να του πηγαίνω το φαγητό που του φτιάχνει η αδελφή μου και που είναι προσεκτικά μαγειρεμένο κατ’ εντολή του γιατρού. Θα στο χρωστάω, κυρ-Δήμαρχε, αν το καταφέρεις και πάρω την άδεια αυτή». ο δήμαρχος συγκινήθηκε με τα αισθήματα του μικρού και την ωριμότητά του. Μικρό αγόρι και άντρας αληθινός στη συμπεριφορά του. Έπαιξαν βέβαια τον ρόλο τους και τα γεγονότα που έπληξαν την οικογένεια και τον ωρίμασαν πριν την ώρα του. 274


θάνατος στο πάρκο

Πράγματι υπάρχουν άνθρωποι που είναι ώριμοι στη σκέψη, από την τρυφερή τους ηλικία και άλλοι που γερνούν και δεν ωριμάζουν ποτέ. ςαν κάτι φρούτα που παραμένουν στο δέντρο, τα κόβεις πιστεύοντας ότι ωρίμασαν πια, αλλά βλέπεις τελικά ότι είναι τελείως αγίνωτα. για έναν άντρα είναι ό,τι το πιο απωθητικό αυτό, μα εκείνον δεν τον νοιάζει. Παινεύεται δε ότι νιώθει... σαν παιδί κι ας είναι 40 ή 50 χρόνων μεσήλικας τρομάρα του. Και δεν είναι μόνο που νιώθει παιδί αλλά φέρεται και σαν τέτοιο με έναν παλιμπαιδισμό που τον κάνει γελοίο. Μεσολάβησε λοιπόν ο Τίτο και ικανοποίησε τη λαχτάρα του παιδιού. Άλλωστε αυτή η κράτηση του γερο-πατέρα δεν επρόκειτο να διαρκέσει και πολύ. Η αποφυλάκισή του ήταν θέμα ημερών. Πράγματι έτσι έγινε, γιατί η δίκη δεν άργησε να γίνει και η ετυμηγορία έφερε ανακούφιση στο περί δικαίου αίσθημα του κόσμου. Ακόμη και από την πλευρά της οικογένειας του Μίλτου δεν υπήρξαν μουρμουρητά. Έτσι αποφεύχθηκε και το επαπειλούμενο φάσμα της Βεντέτας. Είχαν επιτέλους καταλάβει και αυτοί οι άνθρωποι, τι μπουμπουκάκι ήταν το παλικάρι τους. Και λούφαξαν. Τα τρία μέλη του κουαρτέτoυ των ντετέκτιβ περνούσαν ευχάριστες ημέρες στην Ελλάδα. οι δε μικρές μανούλες με τα πιτσιρίκια τους που τα μεγάλωναν μαζί. Ήταν χαρούμενες που τούτη την εποχή δε συνέβαιναν θαύματα και πράγματα στη ζωή 275


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τους. ο ςτέφανος ήταν ακόμη απών, έχοντας να τελειώσει κάτι μικροεκκρεμότητες μιας περίεργης υπόθεσης στο Παρίσι. ςε λίγο θα γύριζε και αυτός. ο Τίτο που ένιωθε υποχρεωμένος στον ςτέφανο για την ανιδιοτελή βοήθεια που του είχε προσφέρει, θέλησε να γιορτάσει τον ερχομό του οργανώνοντας μία γιορτή προς τιμήν του που έμελλε να μείνει αξέχαστη σε όλους.

276


V

Η

Ζωή, η φίλη της Βίρνας δεν ήταν πια στην πρώτη της νιότη, αλλά στην αρχή του καλοκαιριού της. Εκπληκτικά όμορφη και τολμούμε να πούμε επιτέλους κατασταλαγμένη στον έρωτα. Πέρασε η εποχή της αναζήτησης και του αχαλίνωτου σεξ. Βίωνε την εποχή της πλήρους ερωτικής αποτοξίνωσης. Κοντολογίς, βρισκόταν στη φάση που δεν ήθελε ν’ ακούσει για έρωτες και τα συμπαραμαρτούμενά τους. Καλογέρεψε; Ναι. Και λίγα λέμε. Λουκέτο στα αισθήματα, στην καρδιά και όχι μόνο! Η Βίρνα τη φοβόταν αυτήν την αποχή της. Ήταν κάτι σαν τη δική της κατάσταση των δύο νεκρών της χρόνων. Μεγαλύτερή της αν θυμάστε κατά έξι χρόνια, μα η Βίρνα την πρόσεχε σα να ’ταν η μικρότερή της αδελφή. Έτρεμε μην της πάθει κακό, με τις ακρότητες και τις μεταπτώσεις της διάθεσής της. Μα τι της συνέβαινε; Το συζήτησε με τον Τίτο και πρότεινε να την καλέσει με κάποιο πρόσχημα να μείνει για λίγο καιρό μαζί τους για να τη φροντίζει. Δεν άντεχε να την αισθάνεται μόνη της σ’ αυτή τη φάση της ζωής της και μ’ αυτή την περίεργη ψυχολογία που τη διακατείχε. Άλλωστε και η Βίρνα αισθανόταν τόσο μόνη, καθώς ο Τίτο έλειπε στη δουλειά του σχεδόν όλη τη μέρα. Εκείνος δεν είχε ούτε σ’ αυτό αντίρρηση όπως και σε ό,τι και αν ήθελε η λατρεμένη του. Ενθουσιάστηκε 277


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μάλιστα με την ιδέα της. Όταν λοιπόν η Βίρνα της το πρότεινε, η πρώτη της αντίδραση ήταν «Αποκλείεται. Μου αρέσει η μοναξιά μου, την επέλεξα, την αγαπώ. ςυγγνώμη, αγάπη μου, μα δεν την αλλάζω με τίποτα, ακόμη και με σένα...» Η Βίρνα δεν την πίεσε αλλά και δεν το είχε σκοπό να μην επανέλθει. Θα εύρισκε άλλο τρόπο να τη μεταπείσει έστω και αθέμιτο. «Ζωή μου, είμαι νομίζω έγκυος και τώρα στην αρχή φοβάμαι να μείνω μόνη. Θα κοιτάξω να βρω μία pregnant sitter (σημ. άραγε να υπάρχει μια τέτοια ειδικότητα;) να με προσέχει. Και...» «Κούκλα μου, κουκλίτσα μου... Μωρό μου, μωράκι μου, τι σαχλαμάρες λες; Θα αφήσω εγώ μια ξένη να σε φροντίζει εσένα και τα βαφτιστήρια μου; Δε θα ’σαι με τα καλά σου. Πονηρή μου κουμπάρα, με έπεισες. Παραδίνομαι. Το πρωί παίρνω την οδοντόβουρτσά μου και σου έρχομαι. Καρδούλα μου, τι όμορφο νέο ήταν ετούτο; Να το χαρώ το κορίτσι μου. Με το καλό, με το καλό. Φαντάζομαι χαρές που θα έκανε ο κουμπάρος μου!» «Δεν του το είπα ακόμα... του το φυλάω για έκπληξη το βράδυ που θα έρθει». «Το βράδυ ε; Και μέχρι το βράδυ τι; Ποιος θα σε προσέχει εσένα; Πάω σπίτι μου παίρνω την οδοντόβουρτσά μου και έρχομαι». «Τίτο μου, έλα για λίγο που σε θέλω ή μάλλον όχι δεν προλαβαίνεις. Το και το έγινε με τη Ζωή. Επειδή δε δεχόταν να έρθει, της είπα την ψευτιά της ζωής μου πως και καλά είμαι έγκυος και χρειάζομαι να βρω κάποια γυναίκα να με βοηθάει τον πρώτο 278


θάνατος στο πάρκο

καιρό. Και φυσικά το κόλπο μου έπιασε. Θα έρθει απόψε κιόλας. Εσύ, Τίτο, δεν ξέρεις ακόμη τίποτα. Υποτίθεται ότι θα σου τα πω τα νέα το βράδυ και να φερθείς, παρουσία, της αναλόγως...» του είπε στο τηλέφωνο. Εκείνος γέλασε με τη γυναικεία πονηρία της αγάπης του λέγοντάς της: «Μήπως, βρε αγάπη μου, θα έπρεπε να συνέβαινε αυτό στ’ αλήθεια; Λέω εγώ τώρα...» Φαίνεται λοιπόν ότι την ώρα (ή τη νύχτα) που το ευχήθηκε ο Τίτο, οι ουρανοί ήταν που λένε ανοιχτοί. οι εκεί αρμόδιοι επελήφθησαν του θέματος και η κοιλίτσα της Βίρνας άρχισε να φιλοξενεί όχι έναν νοικάρη αλλά δύο αρσενικά που η νονά τους τα αγάπησε από την πρώτη στιγμή που αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην πρώτη τους κατοικία. Ένα αθώο ψέμα αγάπης, που πριν το πάρει είδηση κανείς, έγινε η πιο μεγάλη διπλή αλήθεια. Τα δυο κορίτσια ήταν πράγματι ευτυχισμένα. Αλλά η Βίρνα δεν ήθελε η καλή της φίλη να βολευτεί σε μια προσωπική τεμπελιά νιώθοντας πλήρης με τα βαφτιστήρια της που θα έρχονταν σε λίγους μήνες. ο χρόνος κυλούσε όπως το συνηθίζει γρήγορα και η Ζωή της ήταν μόνη. Αυτή ήταν η έγνοια της Βίρνας. Δεν είχε μεν αντίρρηση η φίλη της να λατρεύει τα μωρά της σα νονά τους, μα θα ήθελε να αφοσιωνόταν σε δικά της παιδιά. γνώριζαν τόσους νέους ανθρώπους. Τι διάβολο, κανείς δεν της άρεσε πια; ςαν ποιον ήθελε δηλαδή; Τα πριγκιπόπουλα του παραμυθιού, είχαν πάψει να κυκλοφορούν στην πιάτσα πάνω στα άσπρα τους τα άτια. 279


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Και να μην πω εγώ μπράβο στη Ζωή; Καλά έκανε, γιατί έδωσε την ευκαιρία σε κάποιον που ήταν πολύ κοντά της και δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Ποιος ήταν ο κάποιος; Εκείνος που μας αγαπάει και τον αγαπάμε κι εμείς, γιατί έχουμε τα ίδια γούστα! Εκείνος, που από δω το φέρνει από κει το πηγαίνει και δεν το ομολογεί». «Άντε λοιπόν, άνθρωπέ μας. Λες και λες, για όλους τους άλλους, μα για τον εαυτό σου λέξη δε θα πεις;» «Ωραία. Πρόκειται για τον γράφοντα το βιβλίο τούτο, αφηγητή και της δικής μου ιστορίας. για μένα, τον ςωτήρη ομιλώ, που με έκανε τον ευτυχέστερο των αντρών με το να με δεχτεί να γίνω άντρας της. Θα της είμαι αιώνια ευγνώμων και ερωτευμένος δια βίου μ’ αυτήν τη μάγισσα τη Ζωή, που και για μένα είναι η ζωή μου όλη». Κοίταξε τώρα πώς μεγάλωσε η παρέα. Το quarteto τoυ ςτέφανου έγινε quinteto με μένα, sexteto με τη Ζωή και octeto με τη Βίρνα και τον Τίτο. Ένα πλήρες μουσικό σύνολο δηλαδή. Μια παρέα τ’ ονείρου στ’ αλήθεια. Και εδώ, μία η αδιαφιλονίκητη. Πρωταγωνίστρια. Η αγάπη. Να είμαστε καλά. Και συνεχίζουμε... Πού είχαμε μείνει, αλήθεια; Ναι, σε κείνο το πάρτι που οργάνωσε πάλι ο Τίτο, προς τιμήν του ςτέφανου. H γιορτή έλαβε χώρα σε ένα ενδιαφέρον μοντέρνο κέντρο από τα πολλά που ανήκαν στον δήμο και βρισκόταν μέσα σε ένα πανέμορφο δάσος, άλσος. 280


θάνατος στο πάρκο

Έφαγαν ήπιαν, χόρεψαν ως και τραγούδησαν και ο Τίτο όπως το συνήθιζε ως διοργανωτής που ήταν, τους επεφύλαξε και ένα κυνήγι θησαυρού ένα χάπενινγκ, που μόνο η δική του φαντασία μπορούσε να το κάνει, όχι απλά ενδιαφέρον, αλλά φανταστικό. Δεν είχε καμία σχέση με τα συνηθισμένα κυνήγια θησαυρών. Το κυνήγι του εξαπλωνόταν στον περιορισμένο χώρο του άλσους μόνον και επρόκειτο για έναν θησαυρό από όμορφα και σημαντικά δώρα. Που σημαίνει ότι σε κάποιο σημείο του δεντροφυτεμένου χώρου ήταν κρυμμένος. Καλούνταν λοιπόν όλοι οι συμμετέχοντες να τον βρουν. Υπήρχαν κάποιοι κανόνες, κάποιες οδηγίες και κάποιες βοήθειες. Ως διαθέσιμος χρόνος ήταν ένα τετράωρο. Από τις 2 έως τις 6 μ.μ. ςυμμετείχαν οι πάντες. Ήταν τέτοια η πλάκα, τα αστεία και οι φωνές όσων από λάθος εκτίμηση νόμιζαν ότι ανακάλυψαν τον θησαυρό, που δεν ήταν παρά άδεια κουτάκια αναψυκτικών, που τα γέλια τους συναγωνίζονταν αυτό του μάστορα του είδους Τίτο. ο οποίος με μεγάφωνα τοποθετημένα σε διάφορα μέρη του δάσους μετέδιδε καθαρά και γελαστά τις παραινέσεις του, να μην αποθαρρύνονται καθώς βρίσκονταν... κοντά του. Κοντά σε ποιον απ’ όλους, φίλε Δήμαρχε; Μα οι ώρες περνούσαν και ο θησαυρός δε βρισκόταν πουθενά. Είχε ερευνηθεί ο κάθε θάμνος η κάθε κουφάλα αιωνόβιων δέντρων το κάθε χαμηλό κλαράκι και το κάθε παγκάκι πέτρινο ή ξύλινο από τη βάση του. Τίποτα. 281


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Μην το βάζετε κάτω, φίλοι μου. ςυνεχίστε. Πιστέψτε με αξίζει τον κόπο. Λέω να σας το πω και να μην το κρατάω άλλο για έκπληξη, θέλοντας έτσι να αναθερμάνω το ενδιαφέρον σας. Λοιπόν. Υπάρχουν δωρεές και προσφορές παντός είδους. Καθώς και μία επιταγή 10.000 ευρώ. Δε σας το είπα; Αξίζει τον κόπο. ιδρώστε τη φανέλα λίγο περισσότερο. Τα καλά κόποις κτώνται. Να μη σας απασχολώ όμως και άλλο... Καλό ψάξιμο». Όμως! Πλησίαζε η λήξη του χρόνου και ο θησαυρός αόρατος. Το πλήθος είχε εισχωρήσει όσο πιο βαθιά γινόταν στο δάσος, το οποίο, δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι είχε σαρωθεί απ’ άκρου σ’ άκρον. Μα και πάλι δε βρήκαν τίποτα. Έμενε μισή ώρα ακόμη και μόνο λίγα παιδιά έμειναν να ψάχνουν απεγνωσμένα. οι μεγάλοι και κυρίως οι καλεσμένοι του δημάρχου, είχαν επιστρέψει στο κέντρο και είχαν εφορμήσει στα αναψυκτικά και τους καφέδες Προσπάθησαν πολύ, επί ματαίω. Ήταν κατάκοποι, μα η πλάκα ήταν μεγάλη όσο έβλεπαν τους ηλικιωμένους και συνομηλίκους, να κάνουν όπως και οι ίδιοι σα μικρά παιδιά. Καταπληκτική η εμπειρία. Το ότι τον θησαυρό δεν τον βρήκαν λίγη σημασία είχε πια. Ξάφνου, ακούγονται φωνές γέλια χειροκροτήματα και δε χρειάστηκαν πολύ για να καταλάβουν την αιτία. Κάποιος θα πρέπει να βρήκε τον θησαυρό επιτέλους. Πετάχτηκαν έξω από το μεγάλο κέντρο όλοι για να δουν έκπληκτοι ότι αυτός που τον βρήκε ούτε κοπίασε πολύ σαν αυτούς, ούτε και έψαξε πολλή ώρα. 282


θάνατος στο πάρκο

ο θησαυρός βρισκόταν ακριβώς στην οριοθετημένη αρχή του δάσους και τον βρήκε μια γιαγιά που απλώς έκοβε το μάτι της και το μυαλό της. Με μόνη βοήθεια και στήριγμά της το μαύρο της μπαστούνι που στην πραγματικότητα δεν τη στήριζε, αλλά το κρατούσε στην περίπτωση που θα το χρειαζόταν! Η σούπερ γιαγιά έκανε υπερήφανο τον εγγονό της που δεν ήταν άλλος από τον δεκαπεντάχρονο γιο του φυλακισμένου, που οσονούπω έβγαινε από τη φυλακή. Και ο Τίτο κατάλαβε από ποιον κληρονόμησε ο μικρός τη σπιρτάδα του μυαλού του. Η γιαγιά χειροκροτήθηκε σα σταρ του σινεμά και εκείνη ανταπέδωσε το χειροκρότημα. Αγκάλιασε το λατρεμένο της εγγονό και φεύγοντας απευθύνθηκε στον Τίτο. «Κάνε, Δήμαρχε, τέτοια παιχνίδια, κάνουν σε όλους μας καλό. Μην ξεχνάς δε να στέλνεις πρόσκληση και σε μένα όπως έκανες και αυτή τη φορά. γεια σου, γιε μου, και να έχεις την ευχή μου». ο δήμαρχος είχε κάνει τη μικρή τους πόλη μια μεγάλη παιδική χαρά. Και κυρίως πέτυχε το αδιανόητο. Να φέρει τους ανθρώπους κοντά, να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, να καταπνίξει την αποξένωση. Και το κατόρθωσε με τρόπο ευφυή. Με γιορτές, παιχνίδια, σαν το προηγούμενο. Με συγκεντρώσεις, διαλέξεις, θέατρο, συναυλίες. Έβγαινε ο δημότης από το σπίτι του από το διαμέρισμα κλουβί του και έλεγε «καλημέρα», μια λέξη που την είχε ξεχασμένη. Έβλεπε φάτσες οικείες, τον χαιρετούσαν και ανταπέδιδε το χαιρετισμό, αποκαλώντας 283


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τους με το όνομά τους. Ξέφυγε από τον κλειστό κύκλο των δικών του μόνον ανθρώπων και έκανε την πόλη τους μια μεγάλη γελαστή γειτονιά. Η λέξη επανάκτησε την παλιά και ουσιαστική της έννοια. Αυτό από μόνο του ήταν κατόρθωμα. οι άνθρωποι θυμήθηκαν τις γειτονιές των παππούδων τους και δόξαζαν τον θεό που έβλεπαν να ξαναγίνονται άνθρωποι, και όχι ρομποτάκια. ο Τίτο παρέμενε στο γραφείο του δυο τρεις ώρες και μετά πεζός γυρόφερνε τις γειτονιές. Όταν κουραζόταν, ξαπόσταινε σε κανένα καφέ και συνέχιζε το περίπατό του, εποχούμενος με ένα μικρό κάμπριο αυτοκινητάκι που το οδηγούσε ο ίδιος με 10 χιλιόμετρα την ώρα, με ρυθμό δηλαδή χελώνας. Αφουγκραζόταν την ανάσα της πόλης του μ’ αυτόν τον τρόπο. «γεια σου, Δήμαρχε». «γεια σου και σένα, φίλε».. Διψούσε; Έπινε το αναψυκτικό του στο πρώτο καφενείο που θα συναντούσε, πλήρωνε πάντα το ποτό του, παρά τις διαμαρτυρίες του μαγαζάτορα, κερνούσε και όσους τύχαινε να είναι στο μαγαζί, άφηνε το πουρμπουάρ του στο γκαρσόνι και συνέχιζε τον περίπατό του. Είχες την αίσθηση ότι ένα καλό στοιχειό τριγυρνούσε την πόλη φροντίζοντας για την εύρυθμη καθημερινή της λειτουργία. Και το γέλιο του! Εκείνο το γέλιο! Το καλύτερο φάρμακο κατά της μουρτζούφλας, που ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Ήταν το τυχερό τους αστέρι, το παλικάρι αυτό και μέλος της οικο284


θάνατος στο πάρκο

γένειάς τους. Έτσι τον θεωρούσαν. Θα πω κάτι χαρακτηριστικό. Την Πρωτοχρονιά, για παράδειγμα, στο κόψιμο της πίτας, σε κάθε σπιτικό, το ένα κομμάτι ήταν στο όνομα το δικό του. ςταύρωνε την πίτα ο αρχηγός της οικογένειας. Έκοβε τη βασιλόπιτα, το πρώτο κομμάτι του Θεού, το δεύτερο του σπιτιού, το τρίτο του Τίτο και από κει και μετά στα μέλη της οικογένειας! Είπαμε. Ήταν δικός τους πια, και τόσο υπερήφανοι γι’ αυτόν, αν και δεν ήταν γέννημα θρέμμα αυτής της πόλης. Η δε ουσιώδης διαφορά του από τους προκατόχους του ήταν ότι αυτός είχε αναλάβει τη θέση αυτή για να δουλέψει για το δήμο και όχι να τον... δουλέψει! οι δημότες το εισέπρατταν αυτό και του το ανταπέδιδαν. Άψογη η διαχείριση σε όλους τους τομείς. Έχουν δίκιο όταν λένε «υπάρχουν ατασθαλίες στη διαχείριση των κοινών; Ναι μεν φταίνε γι’ αυτό οι κρατούντες τα ηνία των αντίστοιχων υπηρεσιών, αλλά φταίει και ο λαός επίσης, που δεν τους τιμωρεί και ανέχεται την κατάσταση. Είναι συνένοχος». Αυτό βέβαια ισχύει σε όλες τις κοινωνίες, αρχής γενομένης από τη μικρή κοινωνία της οικογένειας, προχωρώντας στην τοπική, φτάνοντας σ’ αυτήν του κράτους για να μην προχωρήσω και παραπάνω. Και μια και το ’φερε η κουβέντα, να γιατί με πιάνει καμιά φορά η “εθνική μου αγανάκτηση” και τα βάζω με ορισμένους λαούς. για παράδειγμα, σημαντικό μέρος του γερμανικού λαού είτε από φόβο είτε από υπακοή στο καθεστώς, 285


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ακόμα κι όταν καταλάβαινε την απάνθρωπη πολιτική που ακολουθώντας, φοβόταν να αντιδράσει. ορισμένοι δε επικροτούσαν κιόλας. Αν δεν υπήρχαν και ορισμένες εστίες αντίστασης απέναντι στα όρνεα που αιματοκύλησαν την Ευρώπη και ιδιαίτερα την Ελλάδα κι οδήγησαν σε κρεματόρια ένα ολόκληρο έθνος, το εβραϊκό.

286


VI

Κ

άπου, λοιπόν, στον δημοτικό παράδεισο, καιροφυλακτούσε ο φθόνος και αλίμονο στο στοχοποιημένο, από τον φθονούντα, άνθρωπο, κυρίως αν είναι καλόπιστος και αφελής. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το χρήμα πολλοί μίσησαν τη δόξα ουδείς, ο φθόνος ανέβηκε σε υψηλά επίπεδα από τους ζηλωτές του είδους. Διότι πώς να αισθανθεί, για παράδειγμα, ο όμορος δήμος όταν εκείνος εκλέγει τον ανώτατο άρχοντά του με απανωτές επαναληπτικές εκλογές και εσύ βγαίνεις δήμαρχος με την πρώτη, μακράν του συνυποψηφίου σου δευτέρου; Το ένα είναι αυτό. Και πώς επίσης να αισθανθεί ο συντοπίτης σου συν υποψήφιος όταν γνωρίζει ότι υπάρχοντος του νυν δημάρχου δεν πρόκειται οι δημότες να ψηφίσουν άλλον από τον Τίτο που ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα. Μια μόνο λέξη: φθόνος. Και πού οδηγεί αυτός; οδηγεί σε μονοπάτια σκιερά και αδιέξοδα, σε μηχανορραφίες, συνωμοσιολογίες που και λίγη από τη λάσπη που εκτοξεύει ο ανεμιστήρας τους να κολλήσει πάνω σου, το ξαναείπαμε, σε βλάπτει ανεπανόρθωτα. Και ο δημότης απαξιώνει τόσο αυτές τις πρακτικές, που στις εκλογές για την ανάδειξη του νέου δημοτικού συμβουλίου αντί ψηφοδελτίου, στον ειδικό φάκελο βάζει μέσα, το κόκκινο στρινγκ της κοπελιάς του ο νεαρός, ή και η ίδια η κοπελιά 287


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

το... βρακί της. ςτο λόγο της τιμής μου παιδιά. ςυνέβη. Έτσι άρχισε να εξυφαίνεται καινούριο σχέδιο εναντίον του Τίτο πολύ σοβαρότερο του άλλου με τον ταβερνιάρη τον Αποστόλη. Ξαφνικά απαίτησε η μείζων αντιπολίτευση έλεγχο στα οικονομικά του δήμου. «γιατί το έκανε αυτό;» ρώτησαν απορώντας οι πάντες, ακόμη και αυτοί οι ίδιοι που εποφθαλμιούσαν τον θώκο του δημοτικού άρχοντα. Είχε βρεθεί κάτι το ύποπτο; Όχι. Είχε κάτι υποπέσει στην αντίληψη των Δημοτικών ςυμβούλων; Όχι. Είχαν καταγγελθεί λαμογιές; Όχι. Εμ τότε; Τι στην ευχή έκανε την αξιωματική αντιπολίτευση να θέσει το προσβλητικό αίτημα της ψήφου εμπιστοσύνης; Κάποιος οικονομικός σύμβουλος βεβαίωσε ότι τα λογιστικά βιβλία του δήμου ήταν “πειραγμένα”. Πειραγμένα; Τι δηλαδή; Που σημαίνει ότι είχε ο δήμαρχος ίσως οικειοποιηθεί ποσά μεγάλα που δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απουσία τους από το ταμείο του δήμου και γι’ αυτό τα βιβλία “πειράχτηκαν” για να το καλύψουν! Αυτό και αν είναι βόμβα. Μα είναι ποτέ δυνατό; Να οικειοποιηθεί ο Τίτο χρήματα τη στιγμή που ούτε τη μηνιαία του αποζημίωση εισέπραττε, διαθέτοντάς την για τους αναξιοπαθούντες δημότες; Αδύνατον. Δυνατόν ή αδύνατον το θέμα είναι ότι θα γίνει ένα σκάνδαλο που Κύριος οίδε μέχρι πού θα οδηγούσε τα πράγματα... 288


θάνατος στο πάρκο

Και μόνο σαν είδηση έφθανε το θέμα να κάνει τον κόσμο να φρίξει και οι εύπιστοι να πουν το γνωστό δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Άσχετα αν οι πολλοί πίστευαν ακράδαντα ότι και μόνο καπνό να έβλεπαν χωρίς φλόγες και ολοκαυτώματα, ποτέ δε θα πίστευαν το αντίθετο για την τιμιότητα, την ευθύτητα και καθαρότητα αυτού του νέου ανθρώπου που σαν αυτόν λίγοι υπάρχουν τόσο στη δική τους περιοχή όσο και στις γύρω περιοχές. Και πέραν αυτών των αρετών που είναι θεμελιώδεις είχε και κείνη την ασύγκριτη αρετή του να ξέρει πώς να σκορπά το κέφι στους συνάνθρωπούς του συνοδευόμενο από ένα γέλιο χαρά Θεού, πηγαίο δροσερό και μεταδοτικό. ς’ αυτό το παιδί λοιπόν βρήκαν να προσάψουν κάτι; ο Τίτο, όταν το έμαθε σκέφτηκε. «Μέχρι εδώ ήταν. Δεν κάθομαι ούτε μέρα περισσότερο. Τα κατάφεραν να με αποθαρρύνουν να μου ευνουχίσουν το κέφι, εγώ που ό,τι έκανα το έκανα γι’ αυτούς. Είμαι ηλίθιος τελικά. Η Βίρνα μου στερείται της παρουσίας μου και τα παιδιά μου το ίδιο. ςτενοχωρούνται και δεν το ομολογούν αφήνοντάς με να κάνω αυτό που θεωρώ ως καθήκον μου. Και το καθήκον μου απέναντί της; ςίγουρος ότι εκείνη είναι stand by εγώ όλη την ημέρα στο Δημαρχείο και τα βράδια στη δουλειά μου. Και η σχέση μας; ο χρόνος ο δικός μας; ςαββατοκύριακο μόνο; Απορώ με την ανοχή και την υπομονή της. Την απόφασή μου την παίρνω τώρα. Αμέσως μετά τη διαλεύκανση της περίεργης 289


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αυτής ιστορίας σε βάρος μου, θα παραδώσω τα κλειδιά σε αντιδήμαρχό μου και θα ζητήσω εκλογή νέου δημάρχου από το Δημοτικό ςυμβούλιο. Αυτό, ναι μεν θα γίνει οπωσδήποτε, αλλά όπως είπα, δεν το έχω σκοπό να αποσυρθώ χωρίς να βρω τι ακριβώς παίζεται εναντίον μου. Και όχι για ποιο σκοπό γίνεται, Αυτό είναι πασιφανές. Αλλά από ποιον. Είναι καλό να γνωρίζεις τους αδίστακτους εχθρούς σου, δεν είν’ έτσι; Μα θα τον βρω. Να που θα ζητήσω και πάλι τη βοήθεια του Μακρή. Ελπίζω να μην αρνηθεί». Ευτυχώς όλη η συντροφιά βρισκόταν στην Ελλάδα και δεν είπε όχι ο ςτέφανος. Και άρχισε το ψάξιμο. Με κύριο και βασικό ερώτημα ποιος θα ωφελούνταν από την απομάκρυνση του Τίτο. Το ερώτημα αυτό είναι το πρώτο και βασικό που έθετε στον εαυτό του ο ντετέκτιβ σε κάθε υπόθεση που αναλάμβανε μικρή ή μεγάλη. Και το δεύτερο: γιατί; Δύσκολο να απαντηθούν όμως, γιατί πολλοί ήταν αυτοί που θα ωφελούνταν. Όσο για το γιατί, φαντάζει εύκολο να απαντηθεί αλλά δεν είναι. ο αστυνόμος τούτη τη στιγμή ήταν κυριολεκτικά πνιγμένος με μια τριπλή δολοφονία που ταρακούνησε τον κόσμο. Επομένως δεν είχε λόγο να δυσαρεστηθεί που ανέλαβε ο Μακρής την υπόθεση του Τίτο. Να λοιπόν που δεν υπάρχει ησυχία ούτε και στους επίγειους μικροπαράδεισους, Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε πως το καλό δεν κρατάει για πολύ γιατί το κακό διεκδικεί την παρουσία του πολλές φορές όχι επί ίσοις όροις αλλά πολύ περισσότερο. γνωστά αυτά και τετριμμένα. ο ςτέφανος λοιπόν ήταν ελεύ290


θάνατος στο πάρκο

θερος να δράσει άνετα, χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της παρεξήγησης από τον αστυνόμο να επικρέμεται της κεφαλής του. Όσο έψαχνε, τόσο αηδίαζε με τα μέσα που μετέρχονταν οι άνθρωποι προκειμένου να αναρριχηθούν σε ανώτερες θέσεις και να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη. ο δόλος ήταν καλά δουλεμένος, αλλά ακόμη και οι ίδιοι οι δολιοφθορείς απορούσαν με την ευπιστία μερικών ανθρώπων να τους πιστεύουν. ο ςτέφανος πλησίασε με τρόπο φιλικό τους πάντες. Από τον κλητήρα, μέχρι, κυρίως αυτούς, τους αντιδημάρχους. Με μεθοδικότητα προχωρούσε και μέσα σε μία εβδομάδα είχε σχηματίσει καθαρή εικόνα για το ποιοι είναι οι εχθροί του Τίτο και ποιοι αυτοί που τον εκτιμούσαν, τον σέβονταν και τον τιμούσαν, ως όφειλαν. Όλα αυτά τα είδε ο έμπειρος ερευνητής, δεν περίμενε όμως να φτάσει κάποιος στο σημείο να παραποιήσει τα λογιστικά βιβλία για να ενοχοποιήσει τον δήμαρχο. Ποιος λοιπόν ήταν αυτός, που αφενός είχε πρόσβαση σ’ αυτά και τις γνώσεις αφετέρου για να έχει την ικανότητα της παραποίησης τους και ακόμη, πώς μπορούσε να περάσει απαρατήρητη η παρουσία του σε χώρους όπου κρατούνταν τα βιβλία του δήμου; Κάνοντας τις κατάλληλες ερωτήσεις στους ανθρώπους που θεωρούσε ως πιθανούς ενόχους έφτασε σε ένα ανθρωπάκι, έναν λογιστάκο που οσονούπω θα έβγαινε στη σύνταξη. Την προσοχή του ςτέφανου είχε τραβήξει το σχεδόν άσαρκο κορμί του, το τριμ291


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μένο του γκρίζο κοστούμι και το αγέλαστο πρόσωπό του με το βλέμμα το θολό του και το σιωπηλό του στόμα. Έμοιαζε με φιγούρα ντοστογεφσκική. Ένας υπάλληλος γραφείου που όπως άρχισε τη δουλειά του σα λογιστάκος στο Λογιστήριο του δήμου, λογιστάκος παρέμεινε χωρίς να βελτιώσει τη θέση του. Ένας yes sir, ανούσιος και γκρίζος, με τα προστατευτικά μανίκια του γκρίζου κοστουμιού του που, όπως και υπέθετε κανείς, τα αληθινά ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τα πρόσθετα. Αναρωτιόσουν αν αυτό το κοστούμι είχε ποτέ βγει από πάνω του και αν ποτέ υπήρξε νέος. Όπως είπαμε επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί σε λίγους μήνες και επομένως απ’ αυτό και μόνο μπορούσες να συμπεράνεις την ηλικία του πάνω κάτω, εντούτοις δεν ήσουν και εντελώς σίγουρος. ‘Όταν έφτασε η σειρά του να τον ανακρίνει, ο ςτέφανος αναρωτιόταν εάν αυτό το πλάσμα είχε φωνή ή και αν είχε, με τι άραγε θα έμοιαζε αυτή; Με κρώξιμο; Με τον ανεπαίσθητο συριγμό που κάνει ένα φίδι; Κάτι το απεχθές τέλος πάντων. γελάστηκε τελείως. Το ανούσιο αυτό ον είχε μια φωνή ζεστή, τρυφερή μάλλον γλυκιά. Την άκουγες, απορώντας αν βγαίνει από κείνα τα στενά χείλη που δεν ήταν παρά μία ίσια γραμμή. ο πεπειραμένος ντετέκτιβ ξαφνιάστηκε και αυτό δεν ήταν κάτι που δεν περίμενε ο ανθρωπάκος, καθώς είχε πια συνηθίσει στην έκπληξη όσων πρώτο άκουγαν τη φωνή του. Παραξενιές της ανθρώπινης φύσης. για παρά292


θάνατος στο πάρκο

δειγμα, βλέπεις μια γοητευτική γυναίκα, θαυμάζεις τα πάντα πάνω της, τη γοητεία της, τη σαγήνη της. Και μόλις ανοίξει το στόμα της, βγαίνει από κει ένα ήχος που δεν ξέρεις σαν τι μοιάζει. Ίσως κάτι με τσιρίδα. Και ξεχνάς και ομορφάδες και γοητείες και την ίδια. οι εκπλήξεις όμως του ςτέφανου δε σταμάτησαν εδώ. Είδε ότι οι σκέψεις αυτού του ανθρωπάκου και σωστές ήταν και ενδιαφέρουσες. Είπε στον ντετέκτιβ ότι είναι να απορήσει με αυτό που συνέβη με τα βιβλία, που σημειωτέον εκτός του αρχιλογιστή και εκείνου, κανείς άλλος δεν είχε πρόσβαση σ’ αυτά. Και μια άλλη απορία του παράξενου τούτου ανθρώπου ήταν, πώς και ο αρχιλογιστής δε συζήτησε ποτέ μαζί του το “πείραγμα” των βιβλίων, αν κι είχε εκείνος γνώμη επ’ αυτού. «Η οποία είναι ποια, φίλε μου;» τον ρωτά ο ςτέφανος. «Κατ’ αρχάς, κόψε το “φίλε” μου, γιατί φίλος σου δεν είμαι, ούτε και επιθυμώ να γίνω. Και αν θέλεις να σου την πω τη γνώμη μου αυτή, θα πρέπει πρώτα να μου εγγυηθείς τη σωματική μου ακεραιότητα. ςε τρεις μήνες παίρνω σύνταξη και το ’χω σκοπό τη σύνταξή μου να τη χαρώ. Φαντάζομαι, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, δεν είν’ έτσι; Διευκρινίσεις δε δίνω αλλιώς. Τη ζωή μου, άχαρη ή όχι, την αγαπάω και τη θέλω. Αυτό σου λέω μονάχα». οι υπαινικτικές κουβέντες του γκρίζου ανθρωπάκου πολύ εύγλωττες. Έδιναν σαφή εικόνα ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά και σε μεγάλο βαθμό επικίνδυνα. Τι διάβολο. Μια ζωή χωμένος μέσα στα 293


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λογιστικά βιβλία ήξερε τι γινόταν, το γιατί γινόταν και από ποιον. Φως φανάρι ότι γνώριζε και τον πραγματικό ένοχο, μα δεν επρόκειτο να μιλήσει. Και ένα ήταν σίγουρο. Φοβόταν. οπόταν στον συλλογισμό που έκανε ο ςτέφανος έδινε ο ίδιος και την απλή απάντηση. Επρόκειτο για υψηλόβαθμο στέλεχος του δήμου, σίγουρα. Και να πάρει η ευχή να πάρει, τα υψηλόβαθμα στελέχη ήταν πολλά, Ποιο απ’ όλα λοιπόν; Ας τους ξαναπάρουμε από την αρχή. Πρώτον, όλοι οι παρ’ ολίγον δήμαρχοι στις εκλογές! Δεύτερον, τα μαχητικά στελέχη τόσο της συμπολίτευσης όσο και της αντιπολίτευσης. Τρίτον οι ανώτεροι μόνιμοι υπάλληλοι του δήμου. Το σαράκι της ζήλειας και του φθόνου είχε εισχωρήσει και στις δικές τους τάξεις. Είχαν και αυτοί βλέψεις να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη. οπόταν είπε να αρχίσει να εξετάζει απ’ αυτή την τρίτη κατηγορία. «Και δε μου λέτε, madame, από πότε εργάζεστε στο δήμο; Μια εικοσαετία ε; τς τς τς τι μου λέτε; Επιτρέψτε μου να ρωτήσω την ηλικία σας, Δείχνετε πολύ πιο νέα παρά την εικοσαετία σας που λέτε. Όχι μη με ευχαριστείτε, δεν είναι φιλοφρόνηση, την αλήθεια λέω. για πέστε μου παρακαλώ, είστε ευχαριστημένη από τη λειτουργία του δήμου; Υπό τη διεύθυνση του νυν δημάρχου εννοώ; Άψογη είπατε; Αν και θα μου έκανε εντύπωση αν μου λέγατε το αντίθετο, γιατί όλοι τα ίδια με σας μου είπαν. Τελικά δε βρίσκετε περίεργο το γεγονός που ακούγονται ψίθυροι για ατασθαλίες εκ μέρους του δημάρχου; ςυκοφαντίες λέτε; Μάλιστα. Προσωπικά 294


θάνατος στο πάρκο

γνωρίζετε κάποιον κακοήθη να θέλει να τον βλάψει αμαυρώνοντας την άψογη, όπως λέτε, εικόνα του; για ό,τι μου πείτε δεν πρόκειται να βγει παραέξω. ςας δίνω το λόγο μου, είναι μια αρχή που την τηρώ στη δουλειά μου απαρέγκλιτα. Να είστε σίγουρη». O ςτέφανος συνέχισε να κάνει τις ερωτήσεις του τόσο σ’ αυτή τη νεαρή κυρία όσο και στις συναδέλφους της, ερωτήσεις του ιδίου αδιάφορου και αόριστου στιλ. Αδιάφορες μεν για τους ερωτώμενους ενδιαφέρουσες όμως για τον έμπειρο ερευνητή. Αυτός μόνο ήξερε να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Μέσα σε δύο μέρες είχε ανακρίνει όλους τους μόνιμους υπαλλήλους και οι εντυπώσεις που είχε αποκομίσει δεν του άφησαν περιθώρια βάσιμων υποψιών για δολιοφθορά εκ μέρους των. Όχι. Δε βρισκόταν σ’ αυτήν την τάξη υφισταμένων του δημοτικού άρχοντα ο δολιοφθορέας. Καμία απολύτως ένδειξη. Καμίας μορφής υποψία. Και προχώρησε παρακάτω. Κατηγορία Β’. οι πρωτοκλασάτοι Δημοτικοί ςύμβουλοι, τόσο της παράταξης του δημάρχου όσο και αυτοί των αποτυχόντων υποψηφίων Δημάρχων. Κάτι υπόνοιες, κάτι μισόλογα, κάτι θολά νερά, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Το ίδιο και με τους ίδιους τους υποψηφίους δημάρχους. Ναι μεν υπήρχε πίκρα, απογοήτευση, φθόνος, αλλά και οι ίδιοι καταλάβαιναν ότι δεν ήταν δυνατόν να αντιπαρατεθούν ή να συγκριθούν με το γελαστό παιδί που έφερε στη Δημαρχεία νέα ήθη, νέο τρόπο λειτουργίας, κοντολογίς την ίδια την άνοιξη μέσα 295


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στην αρτηριοσκληρωτική γερασμένη γραφειοκρατία, τις απεργίες, τις μουρτζούφλες, τις γκρίνιες μεταξύ των εργαζομένων και των προϊσταμένων τους. Με το που έσκασε μύτη αυτή η περίεργη φήμη, παρ’ όλα αυτά, πολλοί ήταν αυτοί που “ανάσαναν”. Πόνταραν στην ευθιξία του Τίτο. ςίγουρα θα υπέβαλε την παραίτησή του ήλπισαν. Και δεν έπεσαν έξω. ο νεαρός δεν καταδεχόταν να κατέχει έναν θώκο εξουσίας τα θεμέλια του οποίου έτριζαν και τόσοι να τον κατηγορούν για τους τριγμούς αυτούς. Μα και πάλι ο Μακρής δε διέκρινε δολιοφθορά. Το απέκλεισε. οπόταν; οπόταν, τι λέει ο ποιητής; Λέει ότι ως μόνη αιτία πιθανολογεί ένα λογιστικό λάθος! Ένα τι; Ένα λογιστικό λάθος ίσως, αγαπητοί μου συνδημότες. Έπεσαν οι πάντες πάνω στον λογιστή να ελέγξει εξονυχιστικά έσοδα και έξοδα του δήμου και ο αρχιλογιστής, για πρώτη φορά καταδέχτηκε να ζητήσει τη συνδρομή εκείνου του γκρίζου λογιστάκου που ναι μεν έσκυβε το κεφάλι, αλλά ίσως και να μην το καταλάβαινε και ο ίδιος, δεν ήταν το σκύψιμο αποτέλεσμα υποτέλειας αλλά πιθανότατα από το... βάρος ανεκμετάλλευτης φαιάς ουσίας που συσσωρεύτηκε εκεί με τα χρόνια! Και παρακαλώ, μη γελάτε καθόλου. Διότι, τώρα που για πρώτη φορά στη ζωή του, του ζητήθηκε να συμμετάσχει σε μια έρευνα για πιθανό λογιστικό λάθος, το κεφάλι του έσκυψε έτι περισσότερο πάνω από τα κιτάπια με ζήλο και κατόρθωσε το εκπληκτικό. Να το βρει το κέρατο το λάθος. 296


θάνατος στο πάρκο

Υπήρχε όντως λάθος. Ένα ολόκληρο μηδενικό η αιτία του κακού. Ήταν εκεί μπροστά τους και δεν του έδιναν σημασία. Κοίταξε όμως, τι σημασία έχει ένα μηδενικό, ένα τίποτα όταν βρίσκεται είτε μόνο του είτε μπροστά από έναν αριθμό. Πόσο αλλάζουν όμως τα πράγματα αν βρίσκεται μετά! Δεν το έβαλε ο λογιστής στη σωστή του θέση και αυτό τους εκδικήθηκε που δεν το υπολόγισαν με αποτέλεσμα όλος αυτός ο χαμός εξαιτίας του οποίου όμως και ο Τίτο έμαθε πολλά. Και τη μη καλή χρήση του μηδενικού ποιος την ανακάλυψε; Ένα ανθρώπινο αδερφάκι του, ένα τίποτα, ένα μηδενικό επίσης, που όμως έγινε μέσα σε μια μέρα πρωταγωνιστής. Όλοι πλέον μιλούσαν για τον ασήμαντο υπαλληλίσκο που τέτοια δόξα και θαυμασμό, ίσως σε κανένα σκηνοθετημένο του όνειρο μόνο είχε ξαναζήσει. οι κακεντρέχειες σταμάτησαν. οι ψίθυροι επίσης. οι φθονεροί λούφαξαν. Και οι διεκδικητές του θώκου έπαψαν να ελπίζουν. Μα εδώ έκαναν λάθος. Μεγάλο. γιατί ο Τίτο αμέσως μετά τη διαλεύκανση της υπόθεσης υπέβαλε την παραίτησή του και άφησε τους υποψήφιους διεκδικητές να μαλλιοτραβιούνται για το ποιος θα αναρριχηθεί στο αξίωμα του Τοπικού Άρχοντα. Πράγματα δηλαδή φυσιολογικά, συνηθισμένα. Το ασυνήθιστο ήταν να υπάρχει δήμαρχος τ’ ονείρου σαν τον Τίτο. Και οι άνθρωποι, δεν είναι συνηθισμένοι να βλέπουν όνειρα όντας ξύπνιοι. Κοιμισμένοι τα αντέχουν, γιατί έρχονται απρόσκλητα. Μα το να τα ζουν αληθινά, εξαιτίας ενός είδους σα297


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δομαζοχισμού, τα πολεμούν και τα εξαφανίζουν. Είναι στην ανθρώπινη φύση μας. Μπορούμε να την αλλάξουμε;

298


VII

ο

Τίτο, με καθαρό το κούτελο ξαναγύρισε στις αγαπημένες του ασχολίες και την οικογένειά του η οποία είχε γίνει εντωμεταξύ τετραμελής, όπως γνωρίζουμε. Όλοι περίμεναν να δουν αν τα δίδυμα κληρονόμησαν το τόσο δημοφιλές γέλιο του πατέρα τους. Επί του παρόντος καμία ένδειξη. Το αντίθετο θα λέγαμε, κλάμα, κλάμα που δεν τους άφηνε τις νύχτες να κλείσουν μάτι. Βλέπεις τα σκατουλάκια, τις νύχτες προτιμούσαν για τις φωνητικές τους ασκήσεις σε la minore. «Τι έχουν, γυναίκα, τα παιδιά;» «Δεν ξέρω, άντρα μου». Τα διαφορετικά ωράρια ύπνου τους είχαν εξουθενώσει. Όταν αυτά κοιμόντουσαν, οι γονείς, όπως δηλαδή όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι, εργάζονταν. Και όταν αυτοί ήθελαν να κοιμηθούν όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι τα δίδυμα ξενύχτι. Κουράγιο βρε. Θα αλλάξουν τα πράγματα. ςύμφωνοι. Ότι θα αλλάξουν, θ’ αλλάξουν, δεν το αρνείται κανείς. Αυτοί όμως εντωμεταξύ κοιμόντουσαν όρθιοι. Και ρωτούσαν τους συγγενείς και φίλους αν το ίδιο ισχύει με όλα τα μωρά ή μόνο τα δικά τους ήταν τα βιτσιόζικα που έβαλαν σα σκοπό της ζωής τους να αντιμάχονται το γέλιο του πατέρα τους. Υπομονήή... Θα φτιάξουν είπαμε τα πράγματα... Είπαν να πάρουν τα μωρά και να ξεκαλοκαιριάσουν σε κανένα νησί. Πήγαν. 299


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μα πριν καλά καλά περάσουν κάνα δυο ημέρες αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω. γιατί καλά να ξενυχτούν οι γονείς, μα να ξενυχτούν και οι γείτονες, πήγαινε πολύ. Τι χρώσταγαν οι Χριστιανοί να ακούν τις τσιρίδες των μωρών μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά; Και οι όποιες ωτασπίδες χρησιμοποιήθηκαν υπέκυψαν στη δύναμη της νυχτερινής μουσικής. Όλο το ρεπερτόριο το ίδιο, μονότονα το ίδιο. γιατί, μωρέ, μωρά; Και οι παύσεις μουσική είναι κι αυτές. Κουράστηκε λοιπόν το ακροατήριο, άρχισε να διαμαρτύρεται, οπόταν τα μάζεψαν και γύρισαν στον αθηναϊκό καύσωνα. Ευτυχώς να λες που το σπίτι τους ήταν και λίγο απομονωμένο και δεν αναγκάστηκαν οι γείτονες σε καμία εσωτερική μετανάστευση. Να γιατί φανερώνουν την ωφελιμότητά τους οι αυτόνομες κατοικίες. Μπορείς να ασχολείσαι με την όπερα και την “κυρία με τις καμέλιες” χωρίς να διαμαρτύρονται οι μη μουσικόφιλοι με τούτο το είδος της δραματικής λυρικής κλαψιάρικης μουσικής. Αχ, Ηρώδη, Ηρώδη, αναστέναξαν δυο τρεις γείτονες με οξυμένη ακοή. Ευτυχώς ήταν μόνο δυο τρεις αυτοί και όχι χίλιοι δεκατρείς, που λέει και το άσμα. O Τίτο σε κάτι τέτοιες στιγμές που το κλάμα των μωρών του το τόσο ξένο στη δική του ιδιοσυγκρασία γινόταν ανυπόφορο, θυμόταν μια ασπρόμαυρη ταινία του Χόλυγουντ που του είχε κάνει τρομερή εντύπωση πολύ πριν αποκαλέσουν και τον ίδιο “πάτερ φαμίλια”. γινόταν κάποιος πόλεμος, δε θυμόταν ακριβώς 300


θάνατος στο πάρκο

ποιος, και ο εχθρός είχε εισβάλει σε πόλεις και χωριά και σκότωνε τους κατοίκους, τον άμαχο πληθυσμό δηλαδή. Μια ομάδα ανθρώπων προσπαθώντας να σωθεί κρύφτηκε σε κάποιο λαγούμι. Φαντάστηκαν ότι ο εχθρός ίσως δε θα το πλησίαζε το μέρος τούτο. Έκανε όμως λάθος. Ένας φαντάρος τους πλησίασε σε απόσταση αναπνοής, και σα λαγωνικό οσφραινόταν τον αέρα δείχνοντας ότι είχε υποπτευθεί την ύπαρξη των κρυμμένων ανθρώπων. Η στιγμή δύσκολη για τα γυναικόπαιδα, που κρατούσαν και την ανάσα τους για να μην κάνει θόρυβο και η αναπνοή τους ακόμα. Μια μάνα με το μωρό της στην αγκαλιά προσπαθούσε να το κρατάει κοιμισμένο μη και κλάψει και προδώσει τη θέση τους. Όμως το μωρό ξύπνησε και από την γκριμάτσα του κατάλαβε η μάνα ότι ήταν έτοιμο να κλάψει. Έβαλε τη χούφτα της και έκλεισε το στόμα του οσότου περάσει ο θανάσιμος κίνδυνος. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε ο θηριώδης και οπλισμένος σαν αστακός εχθρός. Και η μάνα τράβηξε το χέρι της ελευθερώνοντας το στοματάκι του. Δεν είχε με το κλάμα του γίνει αιτία να χαθούν τόσοι άνθρωποι. Μα το τίμημα ήταν τεράστιο. Το μωρό δυστυχώς ήταν νεκρό από ασφυξία! ο Τίτο θυμήθηκε την τρομερή σκηνή της ταινίας και ανατρίχιασε. «Κλάψτε, μωρά μου, κλάψτε, αν σας κάνει κέφι. ούτε εχθρός μας κυνηγά ούτε κρυβόμαστε. Ευτυχώς. Αν δεν κλάψετε τώρα, πότε θα κλάψετε; Κλάψτε και κάνει καλό στους πνεύμονές σας. Κλαίτε, γιατί έτσι κάνουν τα μωράκια. Δεν κλαίτε γιατί είστε στενο301


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

χωρημένα, δυστυχισμένα, μωρά μου. Κλάψτε να το φχαριστηθείτε, κλαψιάρικά μου». ο κόσμος που αγαπούσε το γελαστό παιδί έβλεπε με τρυφερότητα να βγαίνει βόλτα με τα διδυμάκια και τη Βίρνα του, που βρισκόταν στη φάση της νέας αύξησης των μελών της οικογένειας τους. Η συνύπαρξη των κλαψιάρικων τραγουδιών των βρεφών με το γέλιο των γονιών είχε πλέον παραχωρήσει τη θέση της μόνο στο γέλιο, γιατί τα πιτσιρίκια μέρα την ημέρα φαίνονταν να αντιλαμβάνονται την αξία του και... το προτιμούσαν. Μα τον άνθρωπο γιατί να τον φθονούν ακόμα, αφού δεν κατείχε πια αξιώματα; Μα και μήπως η ευτυχία δεν είναι εκείνο που φθονείται περισσότερο απ’ όλα; Και ξαφνικά, χάνεται το ένα διδυμάκι τη στιγμή που η μάνα του βρίσκεται στο μαιευτήριο για τη γέννηση της κόρης της. γονείς, φίλοι, γνωστοί, άγνωστοι συγγενείς αστυνομίες σε πανικό. Αν αυτή εξαφάνιση συνέβαινε πριν περίπου δύο χρόνια, τότε που ο κλαυθμός και ο οδυρμός των βρεφών αναστάτωνε τα πλήθη, ίσως και οι υποψίες περί απαγωγής και εξαφάνισης να έπεφταν πάνω σε κανέναν δύστροπο πολίτη που πλέον δεν άντεξε το μαρτύριο της αϋπνίας εξαιτίας τους! Τώρα όμως, ποιος ο λόγος της απαγωγής; Τα χρήματα; Και από τη μεριά των απαγωγέων μήτε φωνή μήτε σημάδι μήτε κανένα μήνυμά τους. Και ο Τίτο να προσποιείται και να μη λέει τίποτα 302


θάνατος στο πάρκο

στη γυναίκα του, που σα λεχώνα θα είχε επιπτώσεις και στο θηλασμό, αν μάθαινε τα δυσάρεστα. Το σοκ τεράστιο. Δεν ξέρουμε τι περίμενε ο καημένος πατέρας. Μα αν δεν υπήρχε μια όποια εξέλιξη είτε θετική, είτε αρνητική, δε θα μπορούσε να της το κρύψει άλλο. ςε δύο μέρες η κοπέλα θα πήγαινε σπίτι της. Τι θα γινόταν τότε; Εντωμεταξύ, ούτε λίτρα ζητήθηκαν ούτε κάποια ειδοποίηση από κάποιον, με ένα σημείωμα ή τηλεφώνημα όπως γίνεται συνήθως. Άκρα του τάφου σιωπή. Δυστυχώς, δεν ήταν το μοναδικό παιδί που χάθηκε. Χρόνια τώρα ακούμε και τρελαινόμαστε για το χαμό παιδιών σ’ αυτήν πάνω κάτω την ηλικία που οι γονείς τους ακόμη τα ψάχνουν και ούτε θα πάψουν ποτέ να τα αναζητούν και να ελπίζουν. Πού να φανταστεί ο δόλιος ο Τίτο ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε και στο δικό του παιδί! Από την άλλη μεριά, το αδερφάκι του μη ξέροντας βέβαια τίποτα για την απαγωγή του αδερφού του και μη βλέποντάς τον, έπεσε σε ένα είδος μελαγχολίας περίεργης. «Πού είναι, μπαμπά μου, ο Αλέξανδρος; Εγώ με ποιον θα παίξω;» «Φάε, αγόρι μου, το φαγητό σου και ο αδερφούλης σου θα έρθει». «Δε θέλω να φάω. Θα φάω όταν έρθει». Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστες ώρες από τη στιγμή που αντελήφθησαν την εξαφάνιση του παιδιού. ο Τίτο έβλεπε τους δείκτες του ρολογιού του ακινητοποιημένους. Πανάθεμά τον για χρόνο, τι αργά που κυλάει όταν έχεις πρόβλημα και περιμένεις 303


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

από στιγμή σε στιγμή να ειδοποιηθείς για κάτι που είτε θα σου δώσει ζωή είτε θα σου την πάρει... Μα η ώρα περνούσε έστω και αργά και είδηση καμιά. Είχε σουρουπώσει και ήταν φανερό ότι το αγοράκι θα κοιμόταν –αν κοιμόταν– σε κάποιο αφιλόξενο μέρος. Και ο Τίτο πού να πρωτοπάει; Πού να πρωτοβρεθεί! ςτη λεχώνα του; Με τον Κωνσταντίνο, τον άλλο του γιο; ςτο σταθερό του τηλέφωνο καρφωμένος από πάνω (γιατί όπως του είπαν από την αστυνομία με το σταθερό συνήθως επικοινωνούν, γιατί από το κινητό μπορούν να εντοπιστούν οι απαγωγείς). Και το κινητό του να μη σταματάει να κτυπά αλλά όχι για το τηλεφώνημα που περίμενε... ςε απόγνωση ο Χριστιανός. Και ποιος να τον παρηγορήσει; Η Ζωή έτυχε να λείπει στο εξωτερικό και δεν είχε καν ενημερωθεί για τη γέννα της Βίρνας μόνο και μόνο για να μην τα παρατήσει όλα και γυρίσει άρον άρον. ςκέψου να μάθαινε για το βαφτισιμιό της. Κανένας δεν εγγυόταν για το σάλεμα ή μη, του μυαλού της. Ευχής έργο που έλειπε. Ήταν πια γύρω στις 8 το βράδυ. Αυτή ήταν η ώρα που συνήθως ο κηπουρός ερχόταν να ποτίσει τον μεγάλο κήπο, γιατί είχε δημιουργηθεί ένα πρόβλημα με το σύστημα αυτόματου ποτίσματος και η επισκευή του είχε παραμεληθεί. Έπρεπε λοιπόν το πότισμα να γίνει με το παλιό τον τρόπο. ςτενοχωρημένος και ο γερο-κηπουρός με τη συμφορά που έπληξε το αφεντικό του, που δεν του άξιζε να περνά τέτοιο κακό, αυτός που για όλους 304


θάνατος στο πάρκο

φρόντιζε για όλους νοιαζόταν. Έβγαλε ο κυρ-Θοδωρής να καπνίσει ένα τσιγάρο αφήνοντας τη μάνικα να ποτίζει μια συστάδα οπωροφόρων δέντρων. Αναστέναξε βαθιά και σα σε ηχώ αντιλάλησε ο αναστεναγμός του. ςτην άκρη του μεγάλου κήπου υπήρχε μια δεξαμενή, την οποία ο κηπουρός κάθε δεύτερη μέρα τη γέμιζε και τούτο γιατί λόγω καλοκαιριού είχε ο κόσμος αυξημένες ανάγκες νερού με τα ποτίσματα και ως εκ τούτου είχαν συχνές διακοπές, επειδή το νερό δεν επαρκούσε. Έπρεπε να την είχε γεμίσει το πρωί, μα με την εξαφάνιση του παιδιού πού μυαλό για τέτοια πράγματα. Μικρό τούτο το κακό... Απ’ αυτά που διορθώνονται, Θεέ μου... Θα το φρόντιζε αυτό ευθύς μόλις τελείωνε το πότισμα. ο κυρ-Θόδωρος, έκανε τον κηπουρό από τότε που πήρε τη σύνταξή του. ο κήπος με τη φροντίδα του ήταν ένας παράδεισος. Αγαπούσε τα φυτά σαν παιδιά του αφού και ονόματα είχε δώσει στις τριανταφυλλιές, στα δέντρα και τους διακοσμητικούς θάμνους ακόμα. Απόψε ήταν η πρώτη φορά που δούλευε χωρίς κέφι. Μάλιστα βιαζόταν να τελειώσει να πάει στο αφεντικό να ρωτήσει αν τον χρειάζονται κάτι στο σπίτι. Αφηρημένα ανοίγει τη στρόφιγγα να γεμίσει την κατάξερη, όπως φανταζόταν, δεξαμενή με νερό. Θα του έπαιρνε γύρω στα δέκα λεπτά ωσότου γεμίσει. Δεν πέρασαν παρά πέντε έξι δευτερόλεπτα κα ο κυρ-Θόδωρος ακούει παιδικό κλάμα. ςκέφτηκε ότι 305


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έτσι όπως ήταν επηρεασμένος από την εξαφάνιση του μικρού του Αλέξανδρου, άρχισε να έχει παραισθήσεις. «Μόνο αυτό μου έλειπε τώρα», βλαστήμησε. «Μα όχι γαμώ το μου, δεν είναι παραίσθηση. Από πού να έρχεται;» ςτήνει αφτί. Ναι, είναι αδύναμο, αχνό παιδικό κλάμα, που πιο πολύ έμοιαζε με νιαούρισμα νεογέννητου και εγκαταλειμμένου γατιού απ’ αυτά που τ’ ακούς και ανατριχιάζεις για την τύχη που έχουν κάποια ζωντανά. Τον έπιασε κόμπος στον λαιμό έτσι όπως ήταν ευαισθητοποιημένος. Κλείνει τη στρόφιγγα του νερού για να καθαρίσει την ακοή του από τον ήχο του νερού που έπεφτε με ορμή στη δεξαμενή μέσα, έτσι όπως πολλαπλασιαζόταν ο ήχος καθώς αυτή ήταν τσίγκινη. Το κλάμα σταμάτησε εντωμεταξύ. «Κανένα γατάκι θα ήταν», σιγοψιθύρισε. Ξαναστήνει αφτί. Νάτο και πάλι. «Χριστός και Παναγιά μου. Τ’ είναι τούτο; Δεν μπορεί να το ’χασα. Τώρα το ακούω πιο καθαρά. Μα από πού προέρχεται;» αναρωτήθηκε. Έφεγγε ακόμη αρκετά και μπορούσε ξεχωρίσει μέσα από τα φυτά εάν επρόκειτο για κανένα τραυματισμένο ζωντανό ή και τραυματισμένο παιδί. Δεν είδε τίποτα. «Να τελειώνω τη δουλειά μου», σκέφτηκε, «να πάω στο αφεντικό, να του πω και για το κλαψούρισμα». Με αυτές τις σκέψεις πλησίασε να δει αν είχε γεμίσει τη δεξαμενή γιατί με το που απορροφήθηκε 306


θάνατος στο πάρκο

με το κλάμα που άκουσε θα το είχε ξεχάσει. «Μα να μη θυμάμαι καθόλου πια;» ςκύβει να δει και μένει μαρμαρωμένος. ςτον άδειο πυθμένα, με δύο το πολύ δάκτυλα νερό όσο πρόλαβε δηλαδή να ρίξει πριν λίγο, πριν δηλαδή ακούσει το κλάμα, ήταν ξαπλωμένος ο μικρούλης Αλέξανδρος σα να κοιμόταν. «Αλέκο, αγόρι μου» λέει έντρομος ο κυρ-Θοδωρής και ο μικρός φάνηκε σα να κινείται χωρίς όμως και να πετάγεται από κει μέσα όπως θα περίμενε κανείς να κάνει. Και ο κηπουρός χάνοντας την ψυχραιμία του βάζει τις φωνές «το παιδί, είναι εδώ». Αφεντικόό... Χριστιανοί... Βοήθειαα. Πετάγεται ο Τίτο από το σπίτι, όπου από τα ορθάνοιχτα παράθυρα λόγω καλοκαιριού άκουσε τις φωνές του γέροντα, να δει τι έπαθε και στριγγλίζει καλώντας σε βοήθεια. «Καμιά αλεπού; Κανένα σκαντζόχοιρο; Κανένα φίδι, το πιθανότερο; Ή κανένα μεγάλο ζώο τέλος πάντων; Αλλά και να φωνάζει έτσι σαν παιδί φοβητσιάρικο αυτός που κι αν δεν είχαν δει θηρία τα μάτια του, έτσι λάτρης του κυνηγιού καθώς ήταν! Το ’χασε ο γέροντας πάει», σκέφτηκε. Τρέχει λοιπόν και ξοπίσω του τρέχει το προσωπικό του σπιτιού. Και βλέπουν όλοι έναν ξέπνοο κηπουρό με άναρθρα λόγια που κανείς δεν καταλάβαινε τη σημασία τους, να δείχνει τη δεξαμενή και αμέσως μετά να λιποθυμάει. Έτρεξαν να τον βοηθήσουν η μαγείρισσα και η οικονόμος του σπιτιού, ενώ ο Τίτο σκύβει στη δεξαμενή και βλέπει το παιδί του αναίσθητο εκεί μέσα ή νεκρό, δεν μπορεί να ξέρει ακόμα, και μουσκεμένο. 307


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Πηδάει, μπαίνει στη δεξαμενή και βλέπει ότι ο Αλέξανδρος είναι μεν ζωντανός και είτε κοιμάται είτε είναι σε κώμα. Ξεφωνίζοντας τώρα και αυτός σαν το κηπουρό λέει να καλέσουν το 166 καθώς και τον οικογενειακό τους γιατρό που έμενε στη διπλανή τους μονοκατοικία. Παίρνει το παιδί αγκαλιά και βγαίνει από κει μέσα σκαρφαλώνοντας σε μια σκαλίτσα που ήταν στην εσωτερική άκρη της δεξαμενής. Τρέχοντας με το παιδί αγκαλιά μπαίνει στο σπίτι, του βγάζει τα ρούχα με προσοχή και το τυλίγει με μία απαλή μπουρνουζοπετσέτα. Ακούγεται η σειρήνα του νοσοκομειακού και συγχρόνως φτάνει και ο φίλος γιατρός. Με μια πρόχειρη ματιά αποφαίνεται ότι το παιδί απλά κοιμάται βαθιά, δεν έχει κακώσεις παρά μόνο ένα μεγάλο καρούμπαλο στο τριχωτό της κεφαλής του. ο Τίτο με τον γιατρό και τους νοσοκόμους μπαίνουν στο νοσοκομειακό. Προς το παρόν δεν απασχολεί το γονιό το πώς το παιδί βρέθηκε εκεί μέσα. Προέχει η υγεία του, για το πώς και το γιατί ήλπιζε να τους το πει το ίδιο το παιδί. Εντωμεταξύ το αγόρι ξύπνησε, άνοιξε τα ματάκια του, είδε το πρόσωπο του πατέρα του σκυμμένο πάνω του και ψιθύρισε «μπαμπά, νεράκι». Έγιναν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις και οι γιατροί είπαν ότι κατά πώς δείχνουν τα πράγματα έπεσε μέσα στην άδεια (ευτυχώς) δεξαμενή και έπαθε ίσως μία ελαφρά διάσειση του εγκεφάλου. Είπαν επίσης ότι για κείνο το βράδυ καλό θα 308


θάνατος στο πάρκο

ήταν να έμενε στο νοσοκομείο και αν όλα πήγαιναν, όπως και ήλπιζαν, καλά, το πρωί θα έφευγαν για το σπίτι. ο Τίτο ζήτησε ένα ηρεμιστικό και ήταν το πρώτο που δοκίμαζε στη ζωή του. Και μόνο στη σκέψη τι θα γινόταν αν η δεξαμενή ήταν γεμάτη ή και μισοάδεια, τρελαινόταν. Προσπαθούσε να μην το σκέπτεται, αλλά αυτό το αν στριφογύριζε στο μυαλό του σαν εφιάλτης. Και ο εφιάλτης των αν συνεχίστηκε όταν άκουσε τον κυρ-Θόδωρο να του λέει ότι με θεία φώτιση σαν άκουσε εκείνο το κλαψούρισμα που έμοιαζε με κλάμα παιδιού έκλεισε τη στρόφιγγα του νερού που έπεφτε με πάταγο στην τσίγκινη δεξαμενή, για να μπορέσει να ακούσει καθαρότερα. Αν δεν το είχε κάνει το παιδί θα πέθαινε από σίγουρο πνιγμό! Ενώ το λίγο νερό που έπεσε επάνω του ήταν ευεργετικό μιας και ήταν αυτό που το συνέφερε. Και προφανώς τρομαγμένο μα και ανήμπορο από την ελαφρά διάσειση, άρχισε να κλαίει πράγμα που το έσωσε τελικά. Όταν πια σώο και αβλαβές γύρισε στο σπίτι του με τον γονιό του να ευχαριστεί το Θεό για τη σωτηρία του μπόρεσε να πει με τις σπασμένες φρασούλες του από τις οποίες όμως το νόημα που έβγαινε ήταν σαφέστατο, τι ακριβώς είχε συμβεί. «Έδωσα κλωτσά στην μπάλα μου κι εκείνη αφού πρώτα ανέβηκε ψηλά μετά κατέβηκε και έπεσε μέσα στη δεξαμενή. ςκαρφάλωσα και πιάστηκα από την άκρη της και έσκυψα να δω αν θα κατάφερνα να την πιάσω. Όμως έχασα την ισορροπία μου έπεσα μέσα, κτύπησα και δε θυμάμαι τίποτα άλλο. 309


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Κοιμήθηκα φαίνεται και κάποια στιγμή που ξύπνησα (δεν ήξερε βέβαια να πει “συνήλθα”), διψούσα πολύ. Μου φάνηκε ότι άρχισε να βρέχει. Έβαλα στις χούφτες μου νερό και ήπια. Φοβήθηκα έτσι όπως ήμουνα μόνος μου εκεί μέσα και άρχισα να κλαίω. Όμως το κλάμα από τη μια και ότι δε διψούσα πια με έκανε να θέλω να κοιμηθώ, ήταν και το νερό που έπεσε δροσερό που ακουμπούσα πάνω του και ξανακοιμήθηκα. Μέχρι που είδα το πρόσωπο του πατέρα μου σκυμμένο πάνω μου. ςκέφτηκα μήπως ήταν όνειρο όλο αυτό. Όνειρο ήταν, μπαμπά μου;» «Ησύχασε, παλικάρι μου. Θα τα πούμε αργότερα όλα. Πρώτα να σου δώσει ένα φιλάκι το αδελφάκι σου που δεν ήθελε να φάει, αφού δεν ήσουνα μαζί του. Μετά, έχουμε να κάνουμε μια μεγάάλη κουβέντα οι τρεις μας. Εμείς οι άντρες της οικογένειας. Ναι;» Η Βίρνα με την κόρη της, το κέντρο του ενδιαφέροντος, όπως ήταν φυσικό, δεν έμαθε παρά πολύ αργότερα την αγωνία που πέρασαν οι αγαπημένοι της και όχι μόνον αυτοί. Και είπε «πολύ σωστά λένε ότι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν μέσα σε ένα σπίτι είναι πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι έξω στο δρόμο. Ίσως γιατί στο προστατευμένο περιβάλλον αφήνεσαι πολύ πιο χαλαρός, δεν είσαι σε διαρκή εγρήγορση και έτσι την παθαίνεις».

310


Ο εμψυχωτής

311


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

312


I

ο

καλός μας animateur δε θα γιόρταζε λέτε το γεγονός το διπλό; Αυτό της γέννησης της μικρής του, της Λένας, όπως θα ονόμαζαν την κορούλα τους και τη σωτηρία του Αλέξανδρου που μόνο από ευνοϊκές γι’ αυτόν συγκυρίες βγήκε ζωντανός απ’ αυτήν την περιπέτεια. γλύτωσε από δύο εφιαλτικά αν. Αν ήταν η δεξαμενή γεμάτη νερό. Αν εξακολουθούσε να τη γεμίζει ο κηπουρός, μη φανταζόμενος ότι το παιδί βρισκόταν αναίσθητο εκεί μέσα. Και στα δύο αυτά αν ο πνιγμός ήταν η εφιαλτική συνέπεια. Η δεξαμενή απέκτησε ένα ωραιότερο σκέπαστρο, μηχανήματα εργαλεία εξαφανίστηκαν από τον κήπο, λακκούβες εξαλείφθηκαν, σκαλιά αντικαταστάθηκαν από αναβατόρια, και ο κήπος έγινε ένα τελείως ακίνδυνος χώρος για το παιχνίδι των ζωηρών παιδιών. Θα μου πείτε – Και το σκαρφάλωμα των δέντρων; Από εκεί δεν κινδυνεύουν; – Και στης μάνας τους την αγκαλιά κινδυνεύουν. Λίγο περισσότερο εφησυχασμένοι να είναι οι γονείς λέμε. Τίποτα άλλο. ο κήπος στολίστηκε με το γούστο και τις γνώσεις του γελαστού παιδιού, του τριαντάρη πλέον animateur, και περίμενε τα πιτσιρίκια συγγενικά και ξένα, γνωστά και άγνωστα γειτονόπουλα, να έρθουν να παίξουν και να χαλάσουν τον κόσμο με τις φωνές 313


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τους, από τις 11.30 το πρωί, μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες. Φαγητά, γλυκά, κλόουν, τραγούδια μουσική ζωντανή από παιδικά και νεανικά συγκροτήματα και χορό, πολύ χορό. Μα πώς είναι δυνατόν τα σπόρια να ξέρουν να χορεύουν με τέτοιο ρυθμό; Μόλις δύο και τριών ετών... βρέφη; Μια ερώτηση που σε όλες τις εποχές παραμένει η ίδια πάντα, με μια μόνιμη κλισέ απάντηση “Τι σου είναι η νέα γενιά, βρε παιδάκι μου!” Το τι παιχνίδι απόλαυσαν από τον μάστορα του είδους το φαντάζεται κανείς... Τα “σπόρια” μαγεμένα. Η γιορτή κάποτε τελείωσε με τα μικρά πλουσιότερα σε γνώσεις παιχνιδιού και διασκέδασης να μη θέλουν να φύγουν. Μεταξύ μας και οι γονείς και συνοδοί των παιδιών επίσης... Το μικρό Λενάκι δεν καταλάβαινε τι γινόταν βέβαια, γρήγορα όμως θα την έβαζαν κι αυτήν να μυηθεί στο γλέντι, ο πρωτομάστορας animateur με τα ανιματεράκια τους γιούς του. Μετά το παιδικό τούτο πάρτι που παρόμοιο δεν είχε κανείς ξαναζήσει, οι επαγγελματικές παραγγελίες έπεφταν βροχή. Πού να μπορέσει ο Τίτο να ανταπεξέλθει Είχε του κόσμου τους βοηθούς, μα όλοι ήθελαν τον ίδιο. Χωρίς την παρουσία του, μία γιορτή, ήταν ομελέτα χωρίς αβγά... για να πάρετε μια ιδέα. Και τα παιδιά του από μικρά είχαν και κάποιο ρόλο να εκτελέσουν σε μια γιορτή. Τα δίδασκε από τώρα και τα μικρά τρελαίνονταν και υπερηφανεύονταν για το ρόλο που τους εμπιστεύονταν ο αρχηγός, ο εμπνευστής, ο διασκεδαστής, ο εμψυχωτής, ο γο314


θάνατος στο πάρκο

νιός τους. Τα δίδασκε από τώρα. Διάδοχοί του. γιατί όχι; Ένα τέτοιο ταλέντο, μια τέτοια γνώση και τέτοια πείρα, θα πήγαινε χαμένη όταν έφθανε η στιγμή να πει a farewell to the guns; Μα το γέλιο του, αυτό το χειμαρρώδες, το πηγαίο, το απίστευτα ωραίο, δεν το κληρονόμησαν τα διδυμάκια, αλλά η μικρότερη αδελφή τους, που έλεγαν θα περάσει σε φήμη τον ήδη διάσημο πατέρα της... Τότε ήταν που καθιερώθηκε και ο θεσμός της βράβευσης του άντρα της χρονιάς, αντίστοιχος αυτού της γυναίκας της χρονιάς. ο πρώτος που εγκαινίασε το θεσμό ήταν ο Τίτο, ο διασκεδαστής των παιδιών και των μεγάλων. Απαίτηση και παράκληση της Πολιτείας η ίδρυση σχολής animateur για αγόρια και κορίτσια. Εκεί θα μάθαινες εκτός από τα τρικ, τα ταχυδακτυλουργικά της δουλειάς, τραγούδι, χορό, παντομίμα, μιμήσεις μουσικό όργανο οπωσδήποτε, με δασκάλους άριστους γνώστες του αντικειμένου. Από ενδυματολογικής πλευράς, σπουδαίοι στυλίστες έκαναν το γνωστό ρούχο του κλόουν του αρλεκίνου που είναι σχεδόν ίδιο με αυτό του animateur, να φαντάζει σαν κάτι ξεχωριστό, ένα μοντέλο εμπνευσμένο κάθε φορά από το είδος της γιορτής. για παράδειγμα, άλλο το ένδυμα των γενεθλίων και μιας ονομαστικής γιορτής και άλλο αυτό της επετείου, ενός αρραβώνα, ενός δεσμού, ενός βραβείου κτλ. Με αυτά θέλουμε να πούμε ότι όποιος παρακολουθούσε μια γιορτή απ’ αυτές που οργάνωνε ο Τίτο δεν έμοιαζε με άλλη για να τον κάνει να πλήξει από την επανάληψη. Ήταν απλά ένα θέατρο που 315


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

είχε καινούρια παράσταση. Δώσαμε μια ιδέα του τι παιζόταν με τον ευφάνταστο πρώην δήμαρχο, και απανωτές χρονιές “άντρα της χρονιάς”, τον διάσημο διασκεδαστή που τα μυαλά του δεν είχαν πάρει καθόλου αέρα από τη δημοφιλία που εισέπραττε και την τόση αγάπη. Μα ήρθε και μια στιγμή που κουράστηκε, που δεν ήταν δυνατόν να αντέξει. Ανθρώπινο. Το να γελάς συνεχώς θαυμάσιο. Το να γίνει όμως το γέλιο σου επάγγελμα, δεν το αντέχει, φαίνεται, ο ανθρώπινος οργανισμός για πολύ. Έπαθε κάτι, δε θα το λέγαμε υπερκόπωση, μια υπερδοσολογία γέλιου, και κατέρρευσε. Είχε ανάγκη να κλάψει το ένιωθε. ςα να λέμε έφτασε στ’ άλλο άκρο. Ίσως αν οι παραστάσεις του ήταν λιγότερο προσωπικές και περισσότερο επαγγελματικές να μην είχε κουραστεί τόσο. Μα εκείνος την κάθε φορά έδινε και μέρος του εαυτού του. Και έτσι ήταν επόμενο ο εαυτός του να πάθει έλλειμμα. ο φίλος γιατρός του συνέστησε αποχή από την ενεργό δράση επ’ αόριστον. Τι θέλει να πει ο ποιητής με το “επ’ αόριστον;” Θέλει να πει αυτό ακριβώς που λέει η λέξη: δεν ξέρουμε πόσο. Ίσως μέχρι ο οργανισμός του ξαναμπορέσει να μοιράσει γέλιο και κλάμα σε ίσα μερίδια. Είπαμε: μέτρο, μέτρο, μέτρο. Μόνο τότε αποκτά το κάθε τι, είτε είναι ταλέντο είτε αρετή είτε καλό είτε κακό, τον σωστό του προορισμό. Αλλιώς ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται αυτό 316


θάνατος στο πάρκο

που λέμε “ιερό τέρας”. Τέρας γνώσης, τέρας μουσικής, τέρας ευφυΐας. Και το αποτέλεσμα είναι να λέμε ότι οι άνθρωποι “ιερά Τέρατα” είναι είτε supermen ή εξωγήινοι ή αφύσικοι. Φυσικό, για παράδειγμα, είναι ένα παιδάκι τριών χρόνων να παίζει πιάνο σα βιρτουόζος; Να παίζει βιολί σαν τον Καβάκο και να διευθύνει σα μαέστρος μια ςυμφωνική ορχήστρα; Τι είδους μυαλό κουβαλάει; Λοιπόν αυτό το surer ποτέ μου δεν το ζήλεψα. οπαδός του ουκ εν τω πολλώ το ευ. γιατί το λέω; Επειδή δεν το κατέχω; Θα το έλεγα δηλαδή αν το είχα; Το πιθανότερο είναι όχι. για σκεφτείτε όμως... Τρως πολύ φαγητό; ςε πάνε νοσοκομείο με στομαχικά προβλήματα. Δεν τρως καθόλου; ςε πάνε νοσοκομείο για τον ίδιο λόγο. Τρως κανονικά; Μένεις σπιτάκι σου σαν κύριος. Αυτό συνέστησαν οι γιατροί σαν αποθεραπεία, μόλις αρχίσει και συνέρχεται ο φίλος μας. Αν ακολουθήσει τη συμβουλή τους, οι άνθρωποι οι δικοί του θα τον χαίρονται και θα τους χαίρεται. Αλλιώς ας πάει να κάνει τον άγιο Πέτρο να γελάει που στο κάτω κάτω και δεν ξέρουμε αν εκείνος είναι φαν του γέλωτα. Ή και αν επιτρέπεται το πολύ γέλιο στην επικράτειά του. Ας το σκεφτεί λοιπόν ο καλός μας ο Τίτο. Και φαίνεται ότι το σκέφτηκε, όχι γιατί του το είπαμε εμείς βέβαια, και έκανε το εξής απλό και υγιές. Κάθε γιορτή γινόταν υπό την καθοδήγηση, τον σχεδιασμό και εποπτεία του μεν, τα δε υπόλοιπα τα ανελάμβαναν οι βοηθοί του των οποίων ο ρόλος 317


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έγινε ουσιαστικότερος και αναπτερώθηκε τόσο το κέφι τους για δουλειά όσο και για δημιουργία. Και πλέον διασκέδαση χωρίς την υπογραφή του Τίτο δε νοείτο. Ήταν αυτοδίκαια το σήμα κατατεθέν της επιτυχίας. ο άνθρωπος ήταν γεννημένος για τη δουλειά αυτή. Ελπίδα, αισιοδοξία, γέλιο, τα όπλα του και η μόνη επαγγελματική του έγνοια.

318


II

A

nimateur όμως σημαίνει κυρίως και κυριολεκτικώς “εμψυχωτής”. για όποια αναποδιά κοινωνική, για όποιο σεισμό λιμό και καταποντισμό, ο Τίτο ήταν παρών για να εμψυχώσει τους ανθρώπους να τους παρηγορήσει, να τους πει ότι το μόνο σοβαρό είναι η απώλεια και ότι όλα τα άλλα είναι προβλήματα που αντιμετωπίζονται. Ακόμη και η άσχημη υγεία και αυτή καταπολεμάται με αισιοδοξία, ελπίδα, και όχι με άγχος και κλάμα. Επισκεπτόταν νοσοκομεία, κυρίως για παιδιά, κουβαλώντας τους παιχνίδια και βιβλία. Τα πιτσιρίκια και μόνο που τον έβλεπαν με εκείνη την παρδαλή στολή του με τα ζωηρά χρώματα, και τα ακόμη πιο παράξενα σχέδια, ένιωθαν χαρούμενα, ήθελαν να παίξουν μαζί του να γελάσουν. Ήταν φίλος τους, ήταν ένας απ’ αυτά χωρίς ηλικία. Πώς το κατάφερνε αυτό; Επειδή απλά, έτσι ήταν φτιαγμένος. Την ίδια απήχηση είχε και ας μη φανεί παράξενο και στην τέταρτη ηλικία τότε που ο άνθρωπος ξαναγίνεται παιδί, ευαίσθητο και ευάλωτο. Ήθελαν να γελάσουν μαζί του (γιατί για να παίξουν, κομματάκι δύσκολο!). γυρνούσε στα γηροκομεία, τα ΚΑΠΗ όπου σύχναζαν τα πιο τζόβενα, αυτά της τρίτης ηλικίας, μοίραζε δώρα, γλυκά και αναψυκτικά. Ήταν φίλος τους, εξομολογητής τους και φύλακαςάγγελός τους. Τον ένιωθαν σαν τον γιο που δεν είχαν ή τον γιο που είχαν μα που τους είχε ξεχάσει. 319


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Και οι απόκληροι της ζωής, αυτοί που δεν είχαν κανέναν στον κόσμο, είχαν τον Τίτο κι ένιωθαν τυχεροί. Κρατούσε πάντα μαζί του ένα χοντρό πράσινο τετράδιο με τα ονόματα αυτών των ανθρώπων και κάτω από το κάθε όνομα το βιογραφικό του με μία σελίδα κενή όπου σημείωνε με σύμβολα, που αποκρυπτογραφούσε μόνο αυτός τις ανάγκες του καθενός εξ αυτών. Τις οποίες ανάγκες και επιθυμίες ικανοποιούσε χωρίς να προηγούνται υποσχέσεις, από τον φόβο μήπως και δε φανεί συνεπής. Πέραν της δεκάδας των βοηθών του στον επαγγελματικό τομέα, είχε και μία ομάδα τεσσάρων φίλων που αναλάμβαναν το έργο της διακίνησης των δώρων, ίσως βέβαια οι υπερήλικες και να μην είχαν ανάγκη από τα δώρα του αυτά, αλλά και μόνο στην ιδέα ότι κάποιος τους νοιάζεται όχι από επαγγελματικό καθήκον και ιδιοτέλεια, ήταν ένα χάδι ψυχής, μια παρηγοριά και ανακούφιση στα ύστατα χρόνια της ζωής τους. Η τροφή της καρδιάς και της ψυχής ήταν πιο απαραίτητη απ’ αυτήν του κορμιού τους. Και η γεροντική τους ευχή, το χάδι τους στο μπράτσο του, το κελάηδισμα του ονόματός του από τα μαραμένα τους χείλη, ήταν η ανταμοιβή του που δε θα την άλλαζε με όλα τα χρήματα του κόσμου. οργάνωσε, ναι ναι, μία θεατρική ομάδα που έδινε εβδομαδιαίες παραστάσεις. Ηθοποιοί όλοι οι ηλικιωμένοι φίλοι του. Κρατούσε το μυαλό τους σε εγρήγορση, τους έκανε δημιουργικούς και όχι παρατημένους, αφημένους, παροπλισμένους, να κά320


θάνατος στο πάρκο

θονται στην πολυθρόνα τους και να περιμένουν τον θάνατο βλέποντας τηλεόραση. οι θεατρικές του ομάδες υπό την καθοδήγηση γνωστών σκηνοθετών ανέβαζε έργα Ελλήνων συνήθως συγγραφέων και έκανε εντύπωση τόσο η θεατρικότητα όσο και η σχεδόν επαγγελματική τους απόδοση. Η δε χορωδία καλλίφωνων αντρών και γυναικών έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο για την άρτια απόδοση και τη φρεσκάδα του μοντέρνου ρεπερτορίου της! Έτσι ο animateur πέραν της πλούσιας επαγγελματικής ομάδας είχε και την καλλιτεχνική για την οποία ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος και εξαιτίας της οποίας απέσπασε και ένα βραβείο αυτό των ερασιτεχνών θεάτρου ΚΑΠΗ της χώρας. Μέχρι που σκέφτηκε να ιδρύσει και... αθλητικό τμήμα. Μπάστα, παλικάρι μου, πια. Μπάστα... Μα όχι, δε σταμάτησε εδώ. Είχε πάρει που λένε αμπάριζα και κατέβαζε δημιουργικές ιδέες για τους γέρους φίλους του συνεχώς. Και γι’ αυτές του τις δραστηριότητες ήταν πολύ υπερήφανος. οι ηλικιωμένοι και οι υπερήλικες, που δεν είχαν οικογενειακές υποχρεώσεις βέβαια πια, βρήκαν δημιουργική διέξοδο στην άδεια ζωή τους που σε συνδυασμό με τις εκδρομές έκανε τη ζωή αυτή ξανά ενδιαφέρουσα. Ήταν η εποχή να απολαμβάνουν. Δεν ήταν της προσφοράς. Απίστευτο, μα υπήρχαν και οι ερωτευμένοι! ο Τίτο γνώριζε ένα ζευγάρι που είχε πρωτογνωριστεί σε ένα τέτοιο ΚΑΠΗ και ναι μεν υπήρξαν ερωτικά σκιρτήματα του ενός για τον άλλο, λόγω όμως του ότι και οι δύο ευρίσκονταν μετά των 321


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

επίσης ηλικιωμένων συντρόφων τους, τα σκιρτήματα καταπνίγονταν. Δεν άνοιγαν τα φτερά τους να πετάξουν μέχρι τα κατώτερα έστω ροζ συννεφάκια! “Ένα φλερτ ήταν λοιπόν και τίποτα άλλο”, όπως λέει και το άσμα της Νινής Ζαχά, που όμως κράτησε δώδεκα χρόνια, αν είναι δυνατόν. για να φθάσει να γίνει δεσμός ουσιαστικός και ενεργά ερωτικός. Και σεξουαλικός, μετά τα δώδεκα αυτά έτη του φλερτ τους. Και αν κάποιος νομίσει ότι ο γράφων λέει υπερβολές, δεν έχει παρά να τον ρωτήσει κατ’ ιδίαν για λεπτομέρειες καυτές, χωρίς όμως να αναφερθεί σε ονόματα. Αυτό εξυπακούεται. για να επαληθευτεί το μυθιστόρημα του Μαρκές “Έρωτας στα χρόνια της χολέρας” που αναφέρεται σε έναν τέτοιο έρωτα, που δεν έχει τίποτα το φθηνό τίποτα το αηδιαστικό, το χυδαίο. Αντίθετα, είναι τόσο συγκινητικά τρυφερός και δείχνει ότι ο άνθρωπος μπορεί όταν το θέλει, γιατί η καρδιά έχει ανάγκη συντροφικότητας. Και πιστέψτε με είναι θαυμάσιο το συναίσθημα... Κακά τα ψέματα. Ζωή χωρίς έρωτα είναι μια ζωή άδεια, όπως λέει και ο ουράνης. Αν κάπου διαφωνούμε με τον ουράνη είναι πως τον ηλικιωμένο ο ποιητής τον θεωρεί παροπλισμένο, που ενώ έχει της καρδιάς σκιρτήματα, το σώμα δεν ανταποκρίνεται. Φαίνεται ότι έτσι πίστευαν κάποιες δεκαετίες πριν. ςήμερα τα πράγματα άλλαξαν, αλλάξαν οι καιροί... Και βέβαια είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Αν μεν παραιτηθείς ναι, δε σαγηνεύεσαι από τις σειρήνες που σε καλούν. Αν όμως δεν κλείσεις με κερί τ’ 322


θάνατος στο πάρκο

αφτιά σου και ακούσεις το τραγούδι τους, αποκρίσου και τράβα να τις συναντήσεις αυτές τις σειρήνες του έρωτα. Δε σημαίνει ότι σώνει και καλά θα σε καταστρέψουν. Αλλά ακόμη και αν το κάνουν, η τελευταία μάχη που θα δώσεις πριν το μεγάλο “ταξίδι” θα είναι η μάχη η πιο ωραία σου, αυτή της αγάπης. Ήταν λοιπόν τέτοια η προσφορά του Τίτο στην κοινωνία, που η Πολιτεία θέλησε να τον βραβεύσει θεσπίζοντας ένα βραβείο για τον άνθρωπο της χρονιάς. Ήταν ο πρώτος που εγκαινίασε το θεσμό. Εκεί έφτασε ο κόσμος! Να θεωρείται η αυτονόητη αρετή, η ανθρωπιά, να βραβεύεται σαν κάτι το σπάνιο. Ήταν ο πρώτος βραβευθείς, αλλά και ο δεύτερος και ο τρίτος. Και αν ο ίδιος δεν αρνιόταν θα εξακολουθούσε να είναι αυτός ο μόνος αποδέκτης του βραβείου. Αυτό δεν ήταν δίκαιο. Υπήρχαν τόσοι άνθρωποι με προσφορά. Ευχαριστούσε για την τιμή αλλά μέχρις εδώ. ςτο κάτω κάτω ήταν και θέμα άμιλλας. ο άνθρωπος χρειάζεται και έναν ανταγωνισμό για να ξεχωρίσει. Και επειδή είναι και ον μιμητικό, αν μη τι άλλο, ίσως με το βραβείο αυτό να βρίσκονταν και πολλοί μιμητές. Έτσι τουλάχιστον ήθελε να ελπίζει ο Τίτο και έτσι έγινε. ο Τίτο βρισκόταν στην εποχή της πλήρους άνθησής του και το πιο δημοφιλές πρόσωπο όχι μόνο της περιοχής του, αλλά τολμούμε να πούμε όλης της Ελλάδας. Τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Του προτάθηκε να συμμετάσχει σε ένα από τα 323


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας, μα εκείνος αρνήθηκε ευγενικά. Αυτός δεν ανήκε κάπου. Ανήκε παντού. Ήταν ο Έλληνας ο πραγματικός. ο εύστροφος, ο χιουμορίστας. ο φιλεύσπλαχνος, ο εργατικός. Του έλλειπε όμως κάτι το βασικό που ο Έλληνας το έχει στο DNA του. Δεν είχε τίποτα από την πονηριά του πολυμήχανου, του παμπόνηρου οδυσσέα. Ήταν αφοπλιστικά αθώος. Αφοπλιστικά καλόπιστος. Και τα δύο αυτά που αποτελούν το δίδυμο της αρετής κατάντησαν στις μέρες μας να είναι βασικά μειονεκτήματα. Που σημαίνει ότι δεν ήταν κατάλληλος για κανένα από τα αξιώματα που τον καλούσαν να αναλάβει. Αν υπέκυπτε στις δελεαστικές προτάσεις είναι σίγουρο ότι θα ερχόταν μια στιγμή που θα το μετάνιωνε πικρά για μια ακόμη φορά σαν εκείνη που υπηρέτησε την τοπική αυτοδιοίκηση. Δεν ήταν ο Τίτο γι’ αυτά. Και ήταν μόνο για να κάνει τι; Το διασκεδαστή; Τον εμψυχωτή; Το γελωτοποιό; Ναι όλα αυτά. Ήταν λίγα και αμελητέα; Είπαμε. ο καθένας εφ’ ω ετάχθη.

324


III

«Β

ίρνα, Λενάκι Αλέξανδρε, Κωνσταντίνε, εμπρός μαρς. Ταρατάμ τατάμ. Ταρατάμ τα τάμ. Φεύγουμε. Πάμε Αllοu fun Park. Θα περάσουμε περίφημα. ςας το εγγυώμαι». «ουάου» φώναξαν τ’ αγόρια. «ουάουουου», φώναξε και η μικρούλα δεσποινίς. Μη ξέροντας στην ουσία γιατί πανηγυρίζουν όλοι. Αλλά για να ξεφωνίζουν τα μεγάλα της τ’ αδέρφια κάτι θα ξέρουν. οπόταν φωνάζουν εκείνοι, φωνάζει κι αυτή. Εκεί στο Αllou fun Park, όταν είδαν ποιος ήταν ο επισκέπτης με την οικογένειά του τον τίμησαν δεόντως, ο δε διευθυντής ύστερα από τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις τον κάλεσε στο απρόσμενα υπερπολυτελές γραφείο του να μιλήσουν για business, όπως είπε στον έκπληκτο Τίτο. Τα πιτσιρίκια με τη μητέρα τους συνοδευόμενα από τον εποπτεύοντα του πάρκου θα διασκέδαζαν με τα διάφορα παιχνίδια όσο αυτοί θα μιλούσαν, για λίγο όπως ήλπιζε ο Τίτο. ο διευθυντής του είπε ότι πολύ καιρό τώρα σχεδίαζε να του προτείνει ούτε λίγο ούτε πολύ, να αναλάβει τη διεύθυνση του Allou fun Park, καθώς τον θεωρούσε τον μόνο κατάλληλο όχι μόνο να το διευθύνει αλλά και να το αναμορφώσει, να το ανανεώσει και να το εμπλουτίσει με νέες ιδέες που θα γεννούσε το ταλέντο του «όμοιο του οποίου δεν έχει ξαναγνωρίσει ο τόπος αλλά και εγώ ο ίδιος που 325


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

έχω γυρίσει τον κόσμο όλο». ο ίδιος είχε σκοπό να αποσυρθεί πια λόγω ηλικίας εξού και η πρόταση. Μα ο Τίτο ναι μεν τον ευχαρίστησε για τη μεγάλη τιμή, όμως επιφυλάχθηκε να του απαντήσει γιατί έπρεπε πρώτα να σκεφτεί όχι με γνώμονα το δελεαστικό οικονομικό συμφέρον, αλλά τις ανάγκες της μεγάλης του οικογένειας, της επαγγελματικής, μα και της ερασιτεχνικής καλλιτεχνικής του ομάδας. Και ο διευθυντής απόρησε και θαύμασε την έλλειψη φιλοχρηματίας του διάσημου animateur. «Καλά, αυτό το χαρισματικό παλικάρι από ποιον πλανήτη του σύμπαντος έχει εισβάλει στη γη να διδάξει τις τόσες αρετές που κουβαλά μαζεμένες; γιατί, για γήινος δε μοιάζει. Ποιος ξέρει ίσως και να έχει δίκιο ο Λιακόπουλος που λέει ότι κυκλοφορούν ευφυείς εξωγήινοι ανάμεσά μας!» Και εκεί που συζητούσαν, ακούγονται φωνές και καταφθάνει ασθμαίνων ένας από τους υπαλλήλους να ενημερώσει τον διευθυντή ότι κάτι τα σοβαρό συνέβαινε στον “Μύλο”. Έπαθε κάτι ο μηχανισμός και ο μύλος ακινητοποιήθηκε με έναν πιτσιρίκο να έχει βρεθεί ψηλά. Μόνος του μέσα στη μικρή καμπίνα να κλαίει και να οδύρεται εκεί ψηλά στα ουράνια και κανείς να μην μπορεί να του προσφέρει βοήθεια όση ώρα οι τεχνικοί προσπαθούσαν να διορθώσουν τη βλάβη. «Η μάνα του παιδιού τσιρίζει δικαιολογημένα και να απειλεί θεούς και δαίμονες αν το παιδί της πάθει κακό. Και πώς να την καθησυχάσεις καθώς και στο μικρό σε τέτοιο ύψος δεν φτάνουν οι παρηγορητικές 326


θάνατος στο πάρκο

φωνές όλων ούτε και με τα μεγάφωνα». Η ώρα περνούσε και ο μικρός έκανε κάτι σαν ακροβατικά, κάπως σα να ήθελε να βγει από κει μέσα. Καημένε, μικρέ! Να βγεις να πας πού, αγόρι μου; Από κάτω εντωμεταξύ είχε απλωθεί ένα δίχτυ ασφαλείας σαν αυτά των ακροβατών που όμως δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματικό, γιατί, μεταξύ του μικρού και του διχτυού μεσολαβούσαν επικίνδυνες σιδεριές, το ίδιο επικίνδυνες με το τσιμέντο του δαπέδου. Τα λεπτά περνούσαν, η βλάβη δε διορθωνόταν παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των ειδικών, που ακόμα δεν την είχαν εντοπίσει καν. Κάποιος ειδοποίησε τα media (όχι που θα τ’ άφηνε) και αυτά θα έφθαναν οσονούπω και με τις αναμεταδόσεις τους και τον υπερθετικό τους βαθμό ναι μεν θα ενημέρωναν ως όφειλαν τον κόσμο για τα δραματικά τεκταινόμενα, θα μεγάλωναν όμως τον πανικό των οικείων του παιδιού όχι μόνο της μάνας του φυσικά. Και βέβαια μεγαλύτερη δυσφήμιση για το Allou fun Park δεν μπορούσε να υπάρξει. ο διευθυντής τα είχε χαμένα. ο Τίτο, ζήτησε να του επιτρέψουν να βοηθήσει. Πώς, φίλε; Πώς; Ζήτησε έναν γερανό να τον ανεβάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Κοντά όσο γινόταν, στο μικρό. Όχι βέβαια για να τον κατεβάσει. Κάτι τέτοιο θα ήταν παρακινδυνευμένο, αλλά για να τον ηρεμήσει, να τον καθησυχάσει με τον τρόπο που μόνον αυτός ήξερε τόσο καλά. Έτσι και έγινε. 327


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Αν μη τι άλλο το παιδί είχε συντροφιά εκεί πάνω. Και μάλιστα ποιον; τον πολυαγαπημένο των πιτσιρικιών όλης της χώρας. Κι οι τεχνικοί με ηρεμία επιτέλους χωρίς τη δικαιολογημένη ψυχολογική πίεση, να μπορέσουν να βρουν και να διορθώσουν τη βλάβη για να κατεβάσουν το παιδί. Και πράγματι αυτό έκαναν. Κατέβασαν το παιδί την ίδια στιγμή που τα συνεργεία τα τηλεοπτικά κατέφθαναν. Έχασαν το πλούσιο ενσταντανέ και τη βαρύγδουπη είδηση. Είδαν τον πασίγνωστο διασκεδαστή στα ουράνια και αναρωτήθηκαν τι ζητούσε ο άνθρωπος εκεί πάνω; Έλα μου ντε. Να μην αυξηθεί λοιπόν μετά απ’ αυτό, η δημοφιλία του Τίτο; Αποστολή του λοιπόν όχι μόνο να διασκεδάζει, μα να σώζει και ζωές; Διότι ο μικρός κινδύνευσε όχι μόνο να πέσει από κει πάνω και να γίνει αλοιφή, αλλά και από κάποιο βραχυκύκλωμα, όσην ώρα οι τεχνικοί μαστόρευαν, αφού δεν είχαν μπορέσει να απομονώσουν την παροχή ρεύματος καν, που τελικά οφείλονταν σε λανθασμένη συνδεσμολογία των ηλεκτροφόρων συρμάτων, αν καταλάβαμε καλά. ο διευθυντής δε δέχτηκε περεταίρω διορθώματα και μπαλώματα του μύλου. Τον αχρήστευσε. Η επιχείρηση θα έχανε βέβαια ένα σεβαστό ποσό χρημάτων, αλλά δεν έπαιζε ο άνθρωπος με τις ζωές των παιδιών και την πλήρη απαξίωση του πάρκου. Διέταξε το κλείσιμό των εγκαταστάσεων. Χωρίστηκε ο χώρος σε τομείς και ελέγχθηκαν τα πάντα λεπτομερώς. ςε όποιον τομέα ξανασυνέβαινε 328


θάνατος στο πάρκο

περιστατικό σαν αυτό που συνέβη στον μικρό επισκέπτη, θα σήμαινε άμεση απόλυση του υπευθύνου χωρίς την παραμικρή αποζημίωση... «Όχι, κύριοι, δεν παίζουμε με την ασφάλεια, με τη ζωή των επισκεπτών μας, κάτι το αυτονόητο βέβαια», είπε ο διευθυντής. «Ανανέωση χρειαζόμαστε στα πάντα, ακόμη και, κυρίως σ’ αυτήν, στη Διεύθυνση», είπε ο διευθυντής. Και για μια ακόμη φορά παρακάλεσε τον Τίτο να κάνει δεκτή την πρότασή του, με έναν μισθό τ’ ονείρου και με το ελεύθερο να κάνει ο ίδιος όποιες αλλαγές επιθυμούσε, ακόμη και αν ήθελε να ξηλώσει το πάρκο όλο. Ακόμη και τη μετονομασία του σε “Παιδικό Παράδεισο” αν δεν του άρεσαν οι ξενόγλωσσες ονομασίες. Είναι περίεργο, αλλά σχεδόν παρακαλούσε τον Τίτο να δεχτεί. ο Τίτο υποσχέθηκε να του απαντήσει σε δύο με τρεις ημέρες είτε θετικά είτε όχι. Όποια όμως και αν ήταν η απάντηση θα ήταν οριστική. «Και σε περίπτωση που κάνω αποδεκτή την πρότασή σας το πρώτο μου μέλημα θα είναι η πλήρης επάνδρωση ενός ιατρείου με μόνιμους εναλλασσόμενους γιατρούς και πλήρως εφοδιασμένο με τα απολύτως απαραίτητα για πρώτες βοήθειες, ορούς, φάρμακα κτλ. Επίσης, τηλεφωνικό κύκλωμα συνδεδεμένο με το πρώτων βοηθειών και την πυροσβεστική. Φαντάζομαι ότι αυτά ήδη υπάρχουν αλλά σε νηπιακή μορφή... Παρέλειψα την αστυνομία. Η παρουσία της στο χώρο απαραίτητη». «Όλοι σου οι όροι δεκτοί, αγόρι μου. Δε σου το είπα; Εν λευκώ, κάνε ό,τι θέλεις. Όταν λέω διεύθυνση 329


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αυτό εννοώ άλλαξε τα πάντα, αν το κρίνεις αναγκαίο». «Πολύ ωραία τότε. Μου αρέσει σαν ιδέα και θα ήταν ανόητο να μη δεχτώ. Επομένως σας απαντώ αμέσως. Δέχομαι». οι δύο άντρες έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν να πέσουν οι σχετικές υπογραφές την επομένη, και να κανόνιζαν ό,τι άλλο χρειαζόταν. Έμελλε η συνεργασία αυτή να είναι τόσο δημιουργική τόσο απίστευτα ελκυστική για παιδιά από δύο μέχρι εκατό δύο ετών που έγινε σε μικρογραφία κάτι σαν την eurodisney. Εκείνη είναι βέβαια εκατό φορές μεγαλύτερη. Αγοράστηκαν πολλά στρέμματα γης που απλωνόταν στον γύρω χώρο και σχηματίστηκε μια ονειρεμένη παιδούπολη. Εκτός των παιχνιδιών γίνονταν συναυλίες νεανικών συγκροτημάτων. Πάρτι παιδικά. Δραστηριότητες. Κυνήγια θησαυρών. Παιδικό θέατρο, θέατρο σκιών και άλλα πολιτιστικά. Επίσης ό,τι άλλο διέθετε η φαντασία του διάσημου πια ανιματέρ. Κτίστηκε και ένα ξενοδοχείο γιατί είχαν και πολλές κρατήσεις από ξένες χώρες. Προσφορά πλούσιων γονιών στα παιδιά τους σαν επιβράβευση μιας επιτυχίας τους. Είπαμε, μια Eurodisney σε μικρογραφία πολύ πιο ευρηματική, πολύ πιο επωφελής και πολύ πιο chic απ’ ό,τι αυτή στη γαλλία! Δεν έφευγε από εκεί ένα παιδί μόνο πιο πλούσιο σε εικόνες και χρώματα στα ζωντανεμένα παιδικά του παραμύθια, αλλά αποκόμιζε και έναν πνευματικό 330


θάνατος στο πάρκο

πλούτο που λειτουργούσε σαν εισαγωγή, σαν πρελούδιο, σαν εθισμός σε ό,τι πιο φίνο, ποιοτικό, πολιτισμένο για τη μετέπειτα ζωή του... Και αυτό ήταν ένα κατόρθωμα του γελαστού ανιματέρ. Δεν τον αμφισβητούσε κανείς. ούτε καν αυτοί που τον φθονούσαν. Του ευχήθηκαν όλοι καλή επιτυχία και καλή συνέχεια. Του ευχήθηκαν επίσης “καλή τύχη” και η ευχή αυτή του χρειαζόταν, γιατί όταν έχεις να κάνεις με παιδιά μικρά μα και μεγάλα, η “τύχη” είναι απρόβλεπτη και χρειάζεται καλόπιασμα!

331


IV

Ή

ταν απόγευμα και άνοιξη. Χαρά Θεού. Ξάφνου ακούγονται φωνές. Θαρρείς και η περιοχή είχε μια ιδιαίτερη ακουστική, μια δυνατότητα και ιδιαιτερότητα να πολλαπλασιάζει μια κραυγή, να τη δυναμώνει και να την κάνει να έχει αντίλαλο. Και αυτό ήταν απορίας άξιον γιατί η φωνή δε “χτυπούσε” κάπου για να ξαναγυρίσει σαν ηχώ. Πώς γινόταν αυτό αναρωτήθηκαν πολλοί, πολλές φορές. Θα είχε βέβαια την εξήγησή του το φαινόμενο. Δεν μπορεί. Έπρεπε να το εξετάσουν το θέμα. Ακούστηκαν λοιπόν φωνές και το ηχόχρωμά τους δε φανέρωνε χαρά. Ήταν από εκείνες τις κραυγές που όταν τις ακούς καταλαβαίνεις, ότι όπου να ’ναι κι εσύ μαζί με άλλους θα περάσετε δύσκολες στιγμές στο παιδικό αυτό πάρκο, με δεκάδες δεκάδων παιδιά που και ζωηρά είναι και απρόβλεπτα και δυσερμήνευτες οι όποιες τους σκανταλιές και κουτουράδες. Η ελεύθερη μετάφραση λοιπόν των φωνών ήταν SOS. Έρχεται ο εποπτεύων τον χώρο αφήνοντας τον βοηθό του εποπτεύοντα στο σημείο που ελάμβανε χώρα το επεισόδιο. «Τι συμβαίνει, Νικόλα;» «Αφεντικό, θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα». «Πες μου ρε συ, Νίκο. Αν συμβούν μπερδέματα δική μου δουλειά το ξεμπέρδεμά τους, να εξηγούμαστε. Λέγε λοιπόν». 332


θάνατος στο πάρκο

«Αφεντικό, στον τρίτο όροφο του ξενοδοχείου στο πρεβάζι της εξωτερικής βεράντας ενός από τα διαμερίσματά του, ένα πιτσιρίκι τεσσάρων χρόνων ή και λιγότερο είναι σκαρφαλωμένο πάνω του και κόβει βόλτες με απλωμένα τα χέρια του σαν ακροβάτης. Εκείνο που φοβάμαι είναι οι φωνές του κόσμου, που στη θέα του μικρού παλαβού έχει χάσει τον μπούσουλα των νεύρων του. Του φωνάζουν να κατέβει και το παιδί τους κοροϊδεύει βγάζοντας τη γλώσσα λέγοντας κάτι που δεν ακούγεται από τους τρελαμένους θεατές. Κινδυνεύει να γκρεμοτσακιστεί από στιγμή σε στιγμή». «Όχι πάλι, Θεέ μου. Όχι πάλι. Ησύχασε, Νικόλα. Πήγαινε και έρχομαι κι εγώ», είπε ο Τίτο. Παίρνει την ντουντούκα και με το μικρό κάμπριο αυτοκινητάκι του πάρκου πλησιάζει το ξενοδοχείο και ιδίοις όμμασι διαπιστώνει τη δύσκολα να περιγραφεί σκηνή. Βάζει το χωνί στο στόμα του και καλεί αυστηρά τους θεατές να κάνουν απόλυτη σιγή, γιατί πέραν του γεγονότος ότι ερέθιζαν επικίνδυνα το μικρό, πολλαπλασίαζαν τον πανικό των τρελαμένων γονιών... Φτάνει στη στιγμή και ένα ειδικό συνεργείο και απλώνει ένα δίχτυ ασφαλείας κάτω από τη βεράντα. Κάποιος ειδικός ανοίγει αργά τη βεραντόπορτα του επίμαχου διαμερίσματος και με τόνο χαμηλό και ήπιο καλεί το παιδί να πηδήξει στο εσωτερικό της βεράντας. Με δέλεαρ ένα μικρό, ένα μωρό σκυλάκι δεμένο με ένα μακρύ κόκκινο λουρί. «Έλα, μικρέ. ο Φριτζ σε περιμένει να παίξετε. Πήδα στη βεράντα και μη φοβάσαι τίποτα». 333


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Φοβάμαι, δεν πηδάω. Αν το κάνω θα σπάσω το πόδι μου (γιατί το πόδι του και όχι τα πόδια του; ποιος ξέρει. για να το λέει όμως θα έχει τους λόγους του!) «Έλα, βρε κουτό ...» «Μην πλησιάσεις. Θα πηδήξω έξω να το ξέρεις. Είπα μην πλησιάσεις». «Καλά. Δεν έρχομαι ό,τι πεις, μα με το σκυλάκι τι θα γίνει; Δε θέλεις να παίξεις μαζί του;» «Όχι, δε θέλω, ούτε σκύλο ούτε γάτα, τι είναι τα ζώα παιχνίδια για να τα παίξω;» «Δηλαδή, αν ήταν παιχνίδι θα το προτιμούσες; Ένα τραινάκι ας πούμε, ένα αεροπλάνο ή ένα ελικόπτερο που πετάει στ’ αλήθεια;» «Άφησέ με. Τίποτα δε θέλω. Αυτό που εγώ θέλω, δεν το έχετε εσείς. Και δεν είναι παιχνίδι είναι παιδί και είναι το αδερφάκι μου». «Εμ, πες το, καημένε μου. Πού είναι και θα σου το φέρουμε στο πιτς φυτίλι». «Τι είναι πιτς φυτίλι;» «Καλά ας το. Θα κατέβεις; Λέγε να ξέρω». «Λες ψέματα ότι θα μου το φέρεις. Αφού είναι μακριά». «Μα εμείς όπου θέλουμε πηγαίνουμε. Μπαίνουμε στην κάψουλα ενός πυραύλου και φτάνουμε ώσπου να πεις κύμινο». «Τι είναι κύμινο;» «Καλά, ας το». «Είδες; Και συ δεν ξέρεις. Όλο “καλά ας το” λες». «Μμμμ». Εντωμεταξύ όσην ώρα του μιλούσαν, μη τολ334


θάνατος στο πάρκο

μώντας κανείς να τον πλησιάσει, ένας τύπος ντυμένος σαν cow boy σε αμερικάνικο γουέστερν, από την άλλη μεριά της βεράντας κρατώντας ένα σχοινί εν είδει λάσου το στριφογύριζε στην αρχή αργά και όσο πήγαινε γρηγορότερα όπως βλέπουμε να κάνουν οι cowboys, και να ετοιμάζεται να το πετάξει και να γραπώσει τον ακροβάτη πιτσιρίκο. Μα αν ο μικρός είναι τρελαμένος, εσύ, άνθρωπέ μου, περνιέσαι να έχεις σώας τας φρένας; Άντε και τον πιάνεις το μικρό που είναι και το πιθανότερο, ο μικρός τότε τι θα γίνει; Δε θα σωριαστεί στη βεράντα από τόσο ψηλά που βρίσκεται και θα σκάσει σαν καρπούζι κάτω; Άντε και ας σοβαρευτούμε, να δούμε αν η διπλωματική προσέγγιση επιφέρει καρπούς. Και ο διάλογος μετά του μικρού συνεχίζεται... . «Λέγε, μικρέ, λοιπόν θα έρθεις; Έλα γιατί έχουμε και δουλειές». «Ναι καλά. όλοι δουλειές έχετε. Κι οι δικοί μου όλο αυτό μου λένε. Έχουν δουλειές και έχουν δουλειές. Όχι, δεν έρχομαι. ςου είπα τι θέλω. Φέρε μου το αδερφάκι μου και κατεβαίνω ως που να πεις κύμινο και ας μην ξέρω τι είναι αυτό». «ρε φίλε, δε σου είπα ότι θα σου τον φέρω τον αδερφό σου; Είμαστε ή δεν είμαστε άντρες και κρατάμε το λόγο μας;» Και επιτέλους ο μικρός πείθεται και κατεβαίνει, πιθανόν για να διαπιστώσει αν οι μεγάλοι τηρούν τις υποσχέσεις τους. ο συνομιλητής του πιάνοντάς τον ελαφρά από τον ώμο τον ρωτά «Δηλαδή αν κατάλαβα καλά, εσύ 335


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

εκβίαζες με τον τρόπο αυτό για να σου φέρουν οι γονείς τον αδερφό σου. Άλλος τρόπος ρε συ δεν υπήρχε;» «Τι θα πει εκβίαζα;» «Α, για να σου πω, μικρέ. Δεν είμαι πια και ο Μπαμπινιώτης να σου δίνω τις ετυμολογίες των λέξεων και...» «Τι είναι ετυμολογίες;» «Καααλά ας το. Πάμε τώρα στη μαμά να δούμε πώς θα γίνει να φέρουμε ή να πάμε στο αδερφάκι σου». «Λες αλήθεια; Θα με πας;» «Μα δεν τα ’παμε; Τι σόι άντρες είμαστε αν δεν κρατάμε το λόγο μας; Θα μου δώσεις όμως και συ το δικό σου το λόγο πως δε θα ξαναβάλεις τον εαυτό σου σε τέτοιο κίνδυνο. Αν μη τι άλλο, αν πάθαινες κάτι σκέπτεσαι τι στενοχώρια θα τράβαγε εξαιτίας σου το αδερφάκι σου ο... πώς τον είπαμε; Ναι, ο οδυσσέας;» «ςαν τι να πάθαινα δηλαδή;» «Καλά ας το. Αλλά δε μου είπες. Μου το δίνεις το λόγο σου ναι ή όχι;» «ςου τον δίνω. Μα για πες μου, γιατί όλο λες “καλά ας το” και “καλά ας το”; Δεν ξέρεις καλά ελληνικά;» «Εγώ τώρα τι να σου απαντήσω, μικρέ;» «Καλά ας το...!» Τέλος καλό όλα καλά λοιπόν. Προστέθηκαν καινούριες παραινέσεις στον κατάλογο που βρισκόταν στο εσωτερικό της πόρτας εισόδου του διαμερίσματος που έλεγαν. 336


θάνατος στο πάρκο

«Παρακαλείστε όπως μην αφήνετε μόνα τους τα μικρά παιδιά σας στο διαμέρισμα του ξενοδοχείου μας πολύ δε περισσότερο στη βεράντα του. Βάζετε τη ζωή του παιδιού σας σε κίνδυνο. Ευχαριστούμε...»

337


V

Α

πό τέτοια επεισόδια γεμάτη η ζωή της οικογένειας του Τίτο. Ευτυχώς δε συνέβη τίποτα άλλο το σοβαρό καθώς τελείωνε η full season του καλοκαιριού. ςε λίγο θα άνοιγαν τα σχολεία. Που σημαίνει λιγότερη κούραση και επιτέλους να φύγει η ένταση και τα νεύρα των πάντων, από τη διεύθυνση μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο που ήταν όλοι στην τσίτα. Όμως, δεν επιτρεπόταν εφησυχασμός. Όταν έχεις να κάνεις με παιδιά που όσο και αν τα προσέχεις είναι απρόβλεπτα, σα μία μη προαναγγελθείσα νεροποντή από την ΕΜΥ ντάλα καλοκαιριού (στην κακή περίπτωση) ή σαν αλκυονίδα ημέρα στο καταχείμωνο (στην καλή περίπτωση)... ςτις οργανωμένες εκδηλώσεις τα πράγματα μπορούσαν να βρίσκονται υπό έλεγχο. Θα πω κάτι άσχημο αλλά έτσι το βλέπω. ςε αυτές τις οργανωμένες εκδηλώσεις, τα παιδιά ήταν μαντρωμένα και οι επόπτες πολλοί. Επομένως υπήρχε έλεγχος. Όταν όμως οι μπόμπιρες ήταν ξαμολημένοι και οι γονείς τους στα μπαρ και στο χαρτί, τι εποπτεία να τους έχει και ο υπεύθυνος του πάρκου; γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι ακουγόταν από τα μεγάφωνα μια φωνή να λέει «παρακαλούμε, μην αφήνετε τα παιδιά, κυρίως αυτά μέχρι οκτώ ετών μόνα τους. Η δική μας επίβλεψη δεν αρκεί χρειάζεται και η δική σας. Προσοχή. Επαναλαμβάνουμε το μήνυμα...» 338


θάνατος στο πάρκο

Και βέβαια οι παραινέσεις των υπευθύνων δεν εμπόδισαν την αταξία και απροβλεψιμότητα των παιδιών για να δημιουργηθεί ένα άλλο, κι άλλο ένα σοβαρό επεισόδιο στον “παράδεισο των παιδιών”. Μια πανέμορφη μικρούλα πέντε ετών, βρέθηκε να περιφέρεται σε ένα χώρο όπου υπήρχαν καταστήματα με παιχνίδια, και να κλαίει με αναφιλητά. Κάποιος από τους επόπτες πλησίασε το κοριτσάκι να το ρωτήσει πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς ή όποιος τέλος πάντων την είχε φέρει μέχρι το πάρκο. Μα από το κλάμα του παιδιού δεν καταλάβαινε ο Χριστιανός τι του έλεγε. Την παίρνει μαζί του μέχρι το μπαρ να της δώσει λίγο νεράκι, ένα αναψυκτικό τέλος πάντων, να τη συνεφέρει κάπως, να τη δροσίσει, έκανε ακόμη πολλή ζέστη, μα η μικρή δεν έπινε τίποτα, παρόλη τη δίψα της που φαινόταν από τον τρόπο που κοιτούσε τα αναψυκτικά. Βρε, καλή μου, βρε, χρυσή μου... Τίποτα η μικρή. Με τα πολλά κατάφερε να ψελλίσει «Η μαμά λέει να μην παίρνω τίποτα από έναν ξένο. Όμως εγώ τώρα διψάω πολύ. Τι να κάνω;» «Πολύ καλά σου λέει η μανούλα σου. Αλλά για πες μου τώρα πού είναι η μαμά σου;» «Πού να ξέρω; Μάλλον σπίτι θα πρέπει να είναι». «Και δε μου λες, ομορφούλα, εσένα ποιος σε έφερε σε τούτο το ωραίο πάρκο;» «Δε με λένε ομορφούλα, Μαιρούλα, με λένε. Και εδώ με έφερε η νταντά μου». «Και η νταντά σου; Πού είναι η νταντά σου, μωρό μου;» «Δεν ξέρω. Αν ήξερα δε θα ήμουνα μόνη μου 339


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τώρα...» «Πολύ σωστά μου τα λες. Δε θέλω να κλαις. Θα τη βρούμε». ο επόπτης οδήγησε τη μικρή σε έναν όμορφο χώρο που έγραφε απ’ έξω σε μια ταμπέλα. «Εμπιστευτείτε μας. Ειδικοί στη λύση όλων των προβλημάτων σας». Ήταν σα να λέμε ένα πρώτων βοηθειών προβλημάτων σαν αυτό της μικρής. Χώρος δηλαδή απολεσθέντων παιδιών. Με τόσο κόσμο εκεί μέσα λίγο να διέλαθε την προσοχή σου το πιτσιρίκι, χάνονταν σε μια θάλασσα αγνώστων σ’ αυτό προσώπων πράγμα τρομερά επικίνδυνο βέβαια. Πάνω στο εισιτήριο υπήρχε η φωτογραφία του κτιρίου και δύο επεξηγηματικές φράσεις του σκοπού που εξυπηρετούσε αυτό. Φαίνεται ότι τέτοια φαινόμενα ήταν συχνά για να φθάσουν στο σημείο ακόμη και να σε προϊδεάζουν για το ενδεχόμενο να χάσεις το παιδί σου εκεί μέσα και τι πρέπει να κάνεις εσύ σε μια τέτοια περίπτωση. Έλα όμως που η παραίνεση ήταν γραμμένη σε πολλές γλώσσες, όμως της γερμανικής εξαιρουμένης και δυστυχώς η μόνη την οποία γνώριζε η περί ης ο λόγος νταντά. Και όχι μόνον αυτό, αλλά όπως απεδείχθη αργότερα και τα ίδια της τα γερμανικά δεν ήταν διόλου άψογα αλλά του τύπου: «ςέντσαν γιάννημ;» «Μέντσαν». «Τσαλς τσέντσαν;» «Τσέντσαν!» Ελληνικά ήταν αυτά έτσι; Μεθερμυνευόμενα. 340


θάνατος στο πάρκο

«ςε έντυσαν φαντάρο, γιάννη μου; «Με έντυσαν» «Τους άλλους τους έντυσαν;» «Τους έντυσαν» Που σημαίνει ότι και με την ίδια τη Μέρκελ ήταν πιθανόν να μην μπορεί να συνεννοηθεί η νταντά. Καλά. Και πως οι εύποροι πλην αδαείς γονείς δε φρόντισαν να το γνωρίζουν αυτό; Επειδή η κοπέλα ήταν γερμανίδα σημαίνει και απαραίτητα να γνωρίζει καλά γερμανικά για να τα μάθει η κορούλα τους; Δηλαδή συλλήβδην οι Έλληνες γνωρίζουν την ελληνική; Επειδή κάποιος είναι native speaker ξέρει να διδάξει και τη γλώσσα; ςυμπέρασμα: ούτε από τη μικρή μπορούσαν να μάθουν περισσότερες πληροφορίες, ούτε από τη γερμανίδα. Η οποία δυστυχώς μες τον πανικό της, που έχασε τη Μαιρούλα, έλεγε λόγια που δεν καταλάβαινε ούτε η ίδια. «Ήταν που ήταν στραβό το κλίμα το έφαγε και ο γάιδαρος...» Έτσι η μεν μικρά στο κτήριο “πρώτων βοηθειών απολεσθέντων παίδων”, η δε νταντά στο “πρώτων βοηθειών απολεσθείσης υγείας”. Μεταξύ των δύο κτηρίων μια αρκετά μεγάλη απόσταση, μα αυτό δεν έπαιζε ρόλο. ο ρόλος που παιζόταν ήταν ότι δε συσχέτισαν από την αρχή τις δύο περιπτώσεις για να βγάλουν αμέσως νόημα. Δεν έβγαινε λοιπόν νόημα και όσο η ώρα περνούσε χειροτέρευαν και τα δυο περιστατικά στα κτίρια “πρώτης βοήθειας”. Πήγε ο Τίτο πρώτα στη μικρή Μαιρούλα, έκανε 341


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τα μαγικά του κόλπα, έβαλε εμπρός την έμφυτη μηχανή της ψυχολογίας που διέθετε το ταλέντο του και γρήγορα κατάφερε να την ησυχάσει μεν, αλλά δεν μπόρεσε να διαφωτιστεί για το πώς θα βρισκόταν η νταντά, αν πίστευαν τα λόγια της μικρής και ήταν αυτή η συνοδός της. «Μαιρούλα μου, εσύ μας είπες πώς σε λένε. για την νταντά σου δεν είπες τίποτα. Πως τη λένε στα αλήθεια να σου τη βρούμε και να στη φέρουμε;» «Τη λένε φροϋλάιν Ντι». «Μπράβο, το κορίτσι μου. Μπράβο. Άκουσε με τώρα. Πηγαίνω να ψάξω να τη βρω. Και όσο εγώ θα ψάχνω, εσύ θα πιεις αυτό το γαλατάκι που σου έφερε ο Μιχάλης, θα φας και το τοστ σου, να μην πονάει η άδεια κοιλίτσα σου, και όλα καλά. Ναι;» «Μμ μμ μμ. Θέλω και πίτσα». «Και πίτσα, Μιχάλη, σε παρακαλώ. Και πίτσα για τη Μαιρούλα». Και φεύγει ο Τίτο βαθιά προβληματισμένος αν έπρεπε να ειδοποιήσει ή όχι την αστυνομία. Βάζει τους εποπτεύοντες να φωνάζουν από τα μεγάφωνα. «Παρακαλούμε τη φροϋλάιν Ντι να προσέλθει στο γραφείο του διευθυντή». Και πώς να προσέλθει η έρμη αφού ούτε καταλάβαινε τα λόγια, μα ούτε ήταν σε θέση να τα καταλάβει στο χάλι που βρισκόταν. Και επιπλέον απ’ όλη αυτήν την έκκληση το μόνο ίσως που θα καταλάβαινε θα ήταν το όνομα της. Αυτό μάλιστα. Ήταν ευκρινές. Χωρίς ιδιωματισμούς, διαλέκτους και δε συμμαζεύεται. Φροϋλάιν Ντι. Καθαρότατο. Έτσι όμως που 342


θάνατος στο πάρκο

την είχαν με ηρεμιστικά στο κλιματιζόμενο κτίριο με κλειστά τα παράθυρα, πώς να ακούσει κάτι η φροϋλάιν Ντι; Δες όμως αν θέλει η τύχη σου να σου παίξει παιχνίδια! Τα παίζει η άτιμη και καρφί δεν της καίγεται για το τι τραβούν τα ανθρώπινα όντα. Περνούσε η ώρα και καμία εξέλιξη. ςτη φροϋλάιν είχαν βάλει ορό γιατί από την ταραχή της την έπιασε ένας ακατάσχετος έμετος και φοβήθηκε ο γιατρός για αφυδάτωση. ο ορός τελείωσε και έστειλαν τον νοσοκόμο να φέρει έναν καινούριο. Και με το που βγήκε ο νοσοκόμος από το κτίριο, άκουσε το μεγάφωνο και υπέθεσε, και πολύ σωστά το έκανε, ότι επρόκειτο για την κοπέλα που φρόντιζαν στο ιατρείο. γυρίζει πίσω και πληροφορεί τον γιατρό για αυτά που άκουσε. Εκείνος ειδοποιεί τον διευθυντή, ο οποίος με μια ανάσα ελπίδας καταφθάνει στο ιατρείο. Βλέπει την κοπέλα, τη ρωτάει αν είναι η φροϋλάιν Ντι. Του απαντάει «Ναι» με ένα νεύμα και παρά την προσπάθεια του Τίτο να αποσπάσει περισσότερες λεπτομέρειες δεν κατάλαβε λέξη, αν και τα γερμανικά του ήταν επιπέδου Goethe Zertifikat B2, το αντίστοιχο αγγλικό Lower. Λίγη σημασία είχε όμως αυτό. ςτέλνει τον νοσοκόμο στο άλλο κτίριο μαζί με έναν υπάλληλο του πάρκου, να φέρουν τη μικρή, ελπίζοντας να λήξει ευνοϊκά η ιστορία. Όπως και έγινε. Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν... Με έναν πειρασμό να καταλαμβάνει τον Τίτο να συμβουλεύσει τους γονείς, ότι αν ήθελαν να μάθει 343


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

η Μαιρούλα γερμανικά από τα γεννοφάσκια της, ας φρόντιζαν η νταντά της να γνωρίζει επαρκώς τη γλώσσα. Αυτό δεν ήταν βέβαια ούτε της αρμοδιότητας του animateur ούτε θα ήταν εκείνος που θα γινόταν αιτία να χάσει τη δουλειά της μια εργαζόμενη κοπέλα έστω και γερμανίδα! Αυτό ήταν δουλειά των γονέων της. Ας ήταν λιγότερο σνομπ και περισσότερο υποψιασμένοι. Όλοι οι άνθρωποι δεν κάνουν για όλες τις δουλειές. Ά, μα πια. Μα ο Τίτο, εδώ και καιρό ένιωθε πολύ μεγάλη κούραση. Δεν άντεχε άλλο τις εντάσεις. Είχε χάσει μεγάλο μέρος της αμεριμνησίας του, του κεφιού και του γέλιου του ακόμα. Ήταν πλέον και πενήντα ετών. Τα παιδιά του μεγάλωσαν και τα άγχη τους, με τα σχολεία με τις δραστηριότητές τους, τις ξένες γλώσσες, τα αθλητικά τους και άλλα, είχαν σαν αποτέλεσμα πατέρας και παιδιά να μη συναντιούνται ούτε και τις Κυριακές. Αυτό ήταν κάτι που ο Τίτο δεν το θεωρούσε επιτυχημένη ζωή. Εκείνο που πάντα πρέσβευε, ήταν η επαφή, η συντροφικότητα. Εδώ κινδύνευαν να μην έχουν καιρό ούτε για ένα τηλέφωνο. Δεν πήγαινε άλλο. Και η Βίρνα; ςτην ουσία μόνη της! Με τον άντρα της; Όχι. Με τα παιδιά της; Όχι. Τι γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, φίλε ψυχολόγε; ρωτάμε εσένα. γιατί αν απευθυνθούμε σε δικηγόρο την ξέρουμε τη συνέχεια. Και αυτό είναι κάτι που δεν το άξιζε το 344


θάνατος στο πάρκο

γελαστό παιδί και η μεγάλη αγάπη της ζωής του. Η ζωή όφειλε να ανταμείψει αλλιώς αυτό το ζευγάρι. Είχε προσφέρει κάτι πολύ σπουδαίο. Την καλώς εννοούμενη διασκέδαση και το ζωογόνο γέλιο. Και ο Τίτο το αποφάσισε. Η προσφορά του η επαγγελματική τελείωσε. Το γέλιο του θα ήταν πλέον εθελοντική προσφορά και αυτό όταν του το επέτρεπαν οι οικογενειακές του ασχολίες. Απόλυτος χώρος στη ζωή του, πρώτα στις δύο του κούκλες και τους δύο λεβεντονιούς του. Αν και μόνον πενήντα ετών ήθελε να δει τον εαυτό του με τη ρομπ ντε σαμπρ του και τις παντόφλες του και την πολυθρόνα του με μια στοίβα εφημερίδες και περιοδικά στο τραπεζάκι πλάι του. Ήθελε να παίξει τάβλι με τους φίλους του τον ςτέφανο, τον Παύλο και τον ςωτήρη. Να παίξει μια καλή παρτίδα σκάκι με τους γιους του. Ήθελε να τραγουδήσει με συνοδεία κιθάρας που θα έπαιζε η κόρη του. γι’ αυτόν και την οικογένειά του άρχιζε μια καινούρια φάση ζωής προς τα έσω. Την είχαν αυτή την πολυτέλεια την οικονομική. Θα την απολάμβαναν. Τη διεύθυνση του Allou fun Park δεν μπορούσε να την εγκαταλείψει βέβαια. Δεσμευόταν με συμβόλαιο. Δεν ήταν όμως και ανάγκη να βρίσκεται και συνεχώς παρών όλη την ημέρα. Είχε άξιους συνεργάτες που τον σέβονταν, τον εκτιμούσαν και τολμούσε να πιστεύει ότι και τον αγαπούσαν. οπόταν όλα καλά... Όλες του οι επιχειρήσεις ήταν οργανωμένες με τέτοιο τρόπο που κατάφερναν να κυλούν ρολόι. 345


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Αυτός και η Βίρνα ονειρευόντουσαν πλέον να μοιράζουν το χρόνο τους σε ταξίδια εκτός Ελλάδος στις χώρες που τα παιδιά τους έκαναν τα μεταπτυχιακά τους αμέσως μετά τη λήξη του συμβολαίου του. Είχε δικαίωμα να ονειρεύεται. Δεν είχε; Από πότε εργαζόταν; Από την κοιλιά της μάνας του μήπως; Αναρωτιέται πώς άντεξε η υγεία του μέχρι τώρα σε τόσο έντονους ρυθμούς; άρα δίκιο έχουν όσοι λένε ότι το γέλιο λειτουργεί σαν ασπίδα κατά των ασθενειών όχι μόνο ης ψυχής αλλά και του σώματος. Και αυτός ήταν δόξα ςοι ο Θεός γερός σαν ταύρος. «Δε θα υποστείλω τη σημαία μου τώρα. Απλά θα είμαι λιγότερο επαγγελματίας», σκεπτόταν. «Μα γιατί το λέω και το ξαναλέω; Προσπαθώ τάχα να πείσω τον εαυτό μου; Ωραία, Δεν έχω παρά να δοκιμάσω».

346


VI

Π

ηγαίνοντας με τη χρονομηχανή λίγες δεκαετίες αργότερα, οι γιοι του επιτυχημένοι δικηγόροι πλέον. Πώς το κατάφεραν τα παιδιά του αυτό, με το περί δικαίου αίσθημα με το οποίο μεγάλωσαν; Αυτοί ήταν πολέμιοι της ψευτιάς, της αδικίας και τώρα θα την υπερασπιζόταν; Αμ, η Λένα του; γιατρός; Το κοριτσάκι του; Μα αυτή μέχρι χθες έβλεπε αίμα και την έπιαναν τα κλάματα. Φόβος και τρόμος ακόμη και σε ταινίες τρόμου όταν έβλεπε αίμα, ενώ ήξερε ότι ήταν τοματοπολτός. Και τώρα νυστέρι και αίμα στο ανθρώπινο κορμί! γιατρός το τρυφερό του κοριτσάκι; Χειρουργός; Είναι δυνατόν να συμβαίνει τέτοια κοσμογονία στην οικογένειά του! Είναι Τίτο μας. Είναι. Δεν είσαι εσύ που έλεγες “καθένας εφ’ ω ετάχθη”. για να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. «Ένα εύχομαι στα παιδιά μου ό,τι και αν διάλεξαν να το υπηρετήσουν άψογα. Μετριότητα στην οικογένεια του Τίτο δεν είναι νοητή». Με δυο λόγια έκαναν τον πατέρα τους υπερήφανο. Άξια παιδιά άξιων γονιών. Και έρχεται ένα καλοκαίρι στην Ελλάδα που δεν πρόκειται εύκολα να ξεχαστεί. Ένας φονικός καύσωνας μία εφιαλτική ζέστη που άρχισε να σκοτώνει ανθρώπους μιας κάποιας ηλικίας και να γεμίζει τα 347


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

νοσοκομεία με θερμοπληξίες, ηλιάσεις και τα κοιμητήρια να μη χωρούν άλλους νεκρούς. ο καύσωνας αυτός έμεινε στην ιστορία. Πώς λέμε Κατοχή και εννοούμε τη γερμανική Κατοχή, έτσι λέμε καύσωνας και εννοούμε το φρικτό εκείνο καλοκαίρι. ο Τίτο γύριζε τα νοσοκομεία και έδινε κουράγιο σε μικρούς και μεγάλους οπλίζοντας τους με κουράγιο, δίνοντάς τους ελπίδα με το γέλιο και την ευθυμία του γιατί ο Τίτο ήξερε τη δύναμη που είχαν όλα αυτά πάνω στην αρρώστια. ςτους αρρώστους έδινε αληθινές παραστάσεις και όσοι τον γνώριζαν έλεγαν ότι ήταν οι πιο πετυχημένες του. Μα το είχε παρακάνει. Θαρρείς και προκαλούσε την αρρώστια, τον θάνατο, ξεχνώντας ότι δεν είναι παρά ένας ευάλωτος άνθρωπος, κι αυτός όπως όλοι. Και ο καύσωνας τον κτύπησε άσχημα. ςτο νοσοκομείο οι γιατροί έδιναν μάχη να τον κρατήσουν στη ζωή. Είχε έναν παραληρηματικό πυρετό πάνω από σαράντα με εξωτερική θερμοκρασία ατμόσφαιρας 44oC υπό σκιά. ςτο παραλήρημά του, ένα από τα πιο δύσκολα βράδια του, τον άκουσαν να λέει «Πώς βρεθήκατε εσείς όλοι εδώ; Είστε Έλληνες; E, λοιπόν δεν ήξερα ότι η Ελλάδα είχε τόσους animateur. Μωρέ, μπράβο μας! Μπράβο μας! Τι; Ήρθατε να με πάρετε; Να πάμε πού, βρε παιδιά; Έχουμε παράσταση με τους αγγέλους; Έχουν αλήθεια και αυτοί ανάγκη από γέλιο; Δεν το ήξερα μα τω Θεώ. Λυπήθηκαν για το κακό που έπεσε στη χώρα και θέλουν λίγο να χαμογελάσουν; Ε, να πάμε βρε παιδιά... Να 348


θάνατος στο πάρκο

πάμε... Χαλάσαμε ποτέ χατίρι σε κανέναν; Θα το χαλάσουμε τώρα στους αγγέλους;» Και οι animateur τον πήραν μαζί τους και τη νύχτα εκείνη ταξίδεψαν για μακριά. Φαίνεται δε ότι σκόρπισαν τόσο γέλιο στα ουράνια που έφερνε δάκρυα στα μάτια των αγγέλων. Και τα δάκρυα έγιναν βροχή και η βροχή δρόσισε τον αέρα, δρόσισε τα σπίτια που έβραζαν σα θερμοσυσσωρευτές, πότισε τα δέντρα και τα φυτά και το καλοκαίρι ισορρόπησε και έγινε κανονική εποχή... Και είπε ο κόσμος «Κοίταξε βρε παιδί μου τσ τσ τσ! ο άνθρωπος αυτός και πεθαμένος ακόμη προσφέρει στους ανθρώπους ζωή». Έφυγε στα 56 του χρόνια και μέσα σ’ αυτά συμπύκνωσε μια ζωή γεμάτη με ουσία και περιεχόμενο.

349


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

350


Ο βράχος

351


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

352


I

Τ

α όνειρα της Μαρίας Χριστίνας με το οδοιπορικό τους σε τοπία και μέρη που δε θυμόταν να τα έχει περπατήσει ποτέ στ’ αλήθεια, συνεχίζονται. Μα τι στο καλό της συμβαίνει στ’ αλήθεια; “Βλέπει” μέρη με τέτοιες λεπτομέρειες, που όπως λέει και η ίδια, δεν μπορεί να πιστέψει ότι δεν υπάρχουν. Θα τα περπάτησε, είτε σε κάποια του παρελθόντος στιγμή, αλλά ίσως και να τα βαδίσει στο μέλλον. Τούτη τη φορά βρέθηκε, λέει, στο σπίτι των προγόνων του πεθαμένου γαμπρού της, συζύγου της κατά πολύ μεγαλύτερης αδελφής της. Το θυμάται με τέτοιες λεπτομέρειες, που είναι αδύνατον το σπίτι αυτό να μην υπήρξε. Και αρχιτέκτονας να ήταν, τις ίδιες λεπτομέρειες θα έβλεπε σαν αυτές που εκείνη είδε στο όνειρό της. Ήταν μία ξύλινη κατασκευή από ξύλο, όχι τραχύ όπως συμβαίνει με τα χωριατόσπιτα, αλλά λουστραρισμένο και παρά την ηλικία του βρισκόταν σε άριστη κατάσταση. Δέσποζε της περιοχής και δεν ήξερε η Μαρία Χριστίνα εάν βρισκόταν σε χωριό ή σε κωμόπολη, πάντως σε πόλη δεν ήταν. Από τα ανοιχτά του παράθυρα σα σε αετοφωλιά, αντίκριζες ένα ανεμπόδιστο από άλλα κτίσματα τοπίο, και περιέργως πώς, σε έκανε να νιώθεις ένα αεράκι ελευθερίας και ευχαρίστησης. Το πιο παράξενο με το όνειρο δεν ήταν το σπίτι 353


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αυτό καθ’ εαυτό, που βέβαια όμοιό του δεν είχε ποτέ ξαναδεί και ήταν απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό, μα οι άνθρωποι, τους οποίους “είδε” μέσα, πέραν του από πολλά χρόνια πεθαμένου πεθερού της αδελφής της. Ένα σιωπηλό συγγενολόι που είχε προφανώς έρθει να αποχαιρετήσει το σπίτι του συγγενή τους που επρόκειτο να πουληθεί. Τους έλεγε (μόνον αυτός μιλούσε) ότι θα εισέπραττε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν, σε νόμισμα ολοκαίνουριο –δηλαδή ευρώ– σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε καν σαν ιδέα υπήρχε ακόμα. Ήταν καμιά εικοσαριά νοματαίοι, καθισμένοι στο άδειο από έπιπλα σαλόνι πάνω σε αόρατες καρέκλες που επέτειναν την αίσθηση του κενού και αυτή η αίσθηση του άδειου, σου έφερνε ανατριχίλα. Το τραχύ σανιδένιο πάτωμα είχε σκουπιστεί καλά και η Μαρία Χριστίνα θυμάται ακόμη και η σκούπα ήταν από εκείνες τις αρχαίες που χρησιμοποιούσαν 70-80 πριν. «Φροκαλιά» την έλεγε η ςμυρνιά προγιαγιά της. Μέσα σε κούτες κλειστές, υπήρχαν στρυμωγμένα αντικείμενα που κάποτε στόλιζαν και ομόρφαιναν τον χώρο. Η δε έγνοια και η αγωνία της κοπέλας ήταν εάν σε κάποια από αυτές τις κούτες υπήρχαν δύο ακριβά ασημένια κηροπήγια δώρο που η ίδια είχε κάνει στους συγγενείς της αυτούς. Θα μπορούσε και αυτά να τα περιγράψει, αν και δεν είχαν καμία σχέση με τα κηροπήγια του δικού της σπιτιού ή και αυτού της αδελφής της. Της είπαν λοιπόν, χωρίς ήχος να βγαίνει από το 354


θάνατος στο πάρκο

στόμα τους, να μην ανησυχεί γιατί και αυτά ήταν προσεκτικά αμπαλαρισμένα σε μια κάποια κούτα. Η κουβέντα είτε με ήχο είτε χωρίς, είχε ειρμό, νόημα και συνέχεια και όχι όπως συμβαίνει με τα όνειρα συνήθως. Και το όνειρο, σα σε κινηματογραφική ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μετά και απ’ αυτή τη διαβεβαίωση συνεχίστηκε απρόσκοπτα. Η περιέργεια της Μαρίας Χριστίνας –στον ύπνο της πάντα– ήταν να εξερευνήσει και τα υπόλοιπα δωμάτια, που όπως τα έβλεπε έξω από τις κλειστές λουστραρισμένες τους μεγάλες πόρτες τα φαντάστηκε και αυτά άδεια, ήταν σα συνέχεια με το σαλόνι. Ένας διάδρομος φαρδύς χώριζε το ξύλινο σπίτι στα δύο. Με πανομοιότυπες πόρτες στην απέναντι πλευρά του που προφανώς ανήκαν σε συγγενική οικογένεια. Έξω από αυτές τις επιβλητικές πόρτες καθόταν μια κυρούλα εντελώς άγνωστη στη Μαρία Χριστίνα, που προσπαθούσε να ενώσει στις πλευρές ενός ξεθωριασμένου πανιού μια γιρλάντα από στρογγυλές φουντίτσες σαν μπίλιες ένα πράγμα. «Τι κεντάς, καλέ κυρά μου»; τη ρωτάει η Μαρία. «Τα προικιά της εγγονής μου», απαντά η γριά. «Μα είναι δυνατόν να θελήσει η εγγονή σου μια τέτοια παλιομοδίτικη παλιατσαρία; Και με συγχωρείς για τον χαρακτηρισμό» συνέχισε, απορώντας πώς μια γυναίκα με τέτοια αγωνιώδη προσπάθεια αγωνιζόταν να φτιάξει ένα κατ’ ευφημισμό κέντημα κατά πώς το είχε σχεδιάσει, να το δωρίσει σε ένα νέο κορίτσι. «Είσαι βέβαιη, καλή μου, ότι δε θα σου το πετάξει 355


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

και συ κάθεσαι άδικα και κουράζεις τα ματάκια σου και παιδεύεσαι άδικα των αδίκων;» «Θα της αρέσει, θα της αρέσει και θα το δεις» της ανταπάντησε εκείνη χαμογελώντας αινιγματικά ή έτσι τουλάχιστον φάνηκε της Μαρίας Χριστίνας. ςτη συνέχεια, και πάντα μέσα στην απορία, ρωτάει η κοπέλα και το συμπέθερο πώς και αποφάσισε να πουλήσει ένα τέτοιο σπίτι που το καμάρωναν όλοι που είναι των προγόνων του. Αλλά και πώς συναίνεσαν οι γιοι του σε αυτό, που σε ό,τι είχε σχέση με το χωριό τους είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία και αδυναμία. Θα μπορούσε να πει κανείς; Της απάντησε ότι είναι κρίμα να μένει έτσι ανεκμετάλλευτο, αφού οι οικογένειες των παιδιών του ουδέποτε θα θελήσουν να μείνουν σ’ αυτό, ούτε καν τις ημέρες των διακοπών τους. «Με τα χρήματα που θα πάρω, κάπου 300.000 ευρώ, θα αγοράσω ένα άλλο πιο ελκυστικό, κοντά στη θάλασσα ίσως. Τα χρήματα δεν πρόκειται να εξανεμισθούν έτσι άσκοπα», της είπε ο γέροντας ο έχων πάντα το γενικό πρόσταγμα. Και οι αποφάσεις του νόμος. ςε όλο αυτό το σκηνικό, η αόρατη παρουσία του πεθαμένου γιου και άντρα της αδελφής της, καθώς και της επίσης πεθαμένης συμπεθέρας, αισθητή. Η Μαρία Χριστίνα σκεπτική και προβληματισμένη βγαίνει από την αετοφωλιά, όπως βάφτισε το παράξενο τούτο σπίτι, και πάει να στηθεί κάπου απέναντί του, ατενίζοντάς το να δεσπόζει στο τοπίο. ςημειωτέον ότι η κοπέλα σα φρεσκοπαντρεμένη πριν λίγα χρόνια είχε επισκεφτεί το χωριό αυτών των αν356


θάνατος στο πάρκο

θρώπων και είχε δει το μέρος που πάλαι ποτέ βρισκόταν το σπιτικό τους, αλλά που τότε δεν είχε απομείνει πέτρα στην πέτρα και κεραμίδι που να δηλώνει την πρότερη παρουσία του. ςτο όνειρό της πάντως δεν είχε την παραμικρή ένσταση για τη διαφορά τοπίου και σπιτιού από την πραγματικότητα. Εκείνο που σκέφτηκε ήταν ότι τότε είχε αντικρίσει έναν έρημο τόπο ζώντων ανθρώπων, ενώ τώρα έβλεπε ένα ωραίο σπίτι πεθαμένων... Και ακόμη ένα άλλο οξύμωρο σχήμα, ενώ όσο υπήρχε παλιά το σπιτικό τους δεν άρεσε στην αδελφή της να μένει αυτή και η οικογένειά της, σ’ αυτό, τώρα που ο πεθερός της το πουλούσε, ήταν μέσα στην κατάθλιψη και τη στενοχώρια για το χαμό του... Με αυτές τις σκέψεις, που όπως είπαμε ακολουθούσαν έναν λογικό ρυθμό και δεν ήταν πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα –πράγμα συνηθέστατο και στα πιο καθαρά μας όνειρα–, καθόταν εκεί έξω και θαύμαζε το παράξενο κατασκεύασμα, έτσι όπως ήταν αφημένο, θαρρείς, πάνω στον κακοτράχαλο βράχο. Χωρίς θεμέλια αλλά που είχε τρόπον τινά ενσωματωθεί με τον πανύψηλο βράχο και είχε γίνει μαζί του ένα. Ναι μεν σπίτι και βράχος δύο τελείως ανόμοια πράγματα μα που η αετοφωλιά ήταν σαν η φυσική απόληξη του βράχου αυτού. Κάποια στιγμή η κοπέλα ξύπνησε, με έντονη τη θύμηση του όλου σκηνικού, άλλο παράξενο κι αυτό μιας και σπανιότατα θυμόμαστε τα όνειρά μας ή και αν τα θυμόμαστε, αυτά είναι συγκεχυμένα και μόνο ένα αόριστο ρεζουμέ έχουμε από την ενύπνια ιστορία. Εκείνη όμως θυμόταν και την παραμικρή 357


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

λεπτομέρεια σα να είχε ζήσει τόσο στο σπίτι όσο και στο γύρω απ’ αυτό τοπίο. Θυμόταν ακόμη και τα μαγαζιά της γειτονιάς, μόνο που όλα βρίσκονταν σε μέρος σκεπασμένο κάτι σα στοά, και ήταν μαγαζιά παλαιάς κοπής καμία σχέση εχόντων με τα σημερινά. Το πραγματικό χωριό, που όπως είπαμε είχε κάποτε επισκεφτεί, είχε τότε ελάχιστους κατοίκους που επέμεναν να ζουν σ’ αυτό και σ’ αυτό να πεθάνουν, και είχε ένα μαγευτικό τοπίο που από το υψόμετρό του αντίκριζες μια μαγευτική πανοραμική θέα των όμορων χωριών. Μαγεία είναι η σωστή λέξη. Είχε εντυπωσιαστεί. Μ’ αυτές τις θύμησες ξανακοιμήθηκε, με το όνειρό της όμως να μη λέει να τελειώσει, σα να την περίμενε να ξανακοιμηθεί για να το πιάσει από εκεί που πριν λίγο το είχε διακόψει. Πάντοτε λέω –και το πιστεύω απόλυτα– ότι είμαστε οι σκηνοθέτες των ονείρων μας, μα σπανιότατα θυμόμαστε τα έργα που σκηνοθετήσαμε. Περίεργο, λοιπόν, δεν είναι ότι με τούτο εδώ που καθώς μου το διηγούταν έλεγε ότι το “ζούσε” ξανά και ξανά; Και όχι μόνον αυτό. Τις ημέρες που ακολούθησαν όλο και μια καινούρια λεπτομέρεια ερχόταν να προστεθεί στη φανταστική ολοζώντανη εικόνα που δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της τις νύχτες και τις μέρες της. Δεν της το έβγαζες από το μυαλό ότι το σπίτι αυτό υπήρξε κάποτε. Θες σε μιαν άλλη ζωή; Ίσως. Και έλεγε άλλη ζωή, γιατί στη σημερινή δε θυμάται να είχε δει ποτέ κάτι παρόμοιο, αλλά ούτε και τα μαγαζιά γύρω απ’ αυτό να έχουν καμιά σχέση όχι 358


θάνατος στο πάρκο

μόνο με τα σημερινά αλλά και μ’ αυτά τα απλοϊκά και του πιο απομακρυσμένου ελληνικού χωριού. Μήπως και τότε που βρέθηκε στο Παρίσι με τους φίλους της περίμενε να βρεθεί σε γειτονιές που τις είχε περπατήσει στα όνειρά της; Περίμενε ποτέ να συναντήσει ανθρώπους που μόνο στον ύπνο της είχε δει; Με τη διαφορά ότι σε κείνη την περίπτωση τα πρόσωπα τ’ ονείρου της ήρθαν από το μέλλον. ςε τούτο εδώ σίγουρα ήρθαν από το παρελθόν, έτσι μαρτυρούσε το όλο σκηνικό τους. ςκέφτηκε ότι ίσως κάποιος πει ότι οι εικόνες ήρθαν μέσα από τα εκατοντάδες βιβλία που είχε διαβάσει από παιδί. Είναι μια κάποια πιθανότητα κι αυτή όπως και οι άπειρες ταινίες ελληνικές και ξένες να δάνεισαν κομμάτια από τα σκηνικά τους στα δικά της όνειρα. Μα ωστόσο, γιατί αυτή η επιμονή της φαντασίωσής της; Αυτό είναι το κύριο ερώτημά της... Ήμουν ο μόνος από τους φίλους της που μου εξομολογούταν όλα αυτά γιατί δεν την ειρωνευόμουν, την άκουγα και τη στήριζα. Κι εγώ με τη σειρά μου, όποια και αν είναι η συνέχεια και η συνέπεια του ονείρου της καλής μου φίλης, θα σε ενημερώσω αν σε ενδιαφέρουν βέβαια ιστορίες αυτού του είδους...

359


II

Κ

ι ένα βράδυ που ’βρεχε, που ’βρεχε μονότονα, η Μαρία Χριστίνα μου τηλεφωνεί. «ςωτήρη, ςωτήρη, σωτήρα μου, σώσε με...» «Έλα, Παναγιά μου. Πώς κάνεις έτσι, κορίτσι μου; Από τι μπορώ να σε σώσω ο έρμος εγώ;» «Το θυμάσαι φαντάζομαι το όνειρο που σου αφηγήθηκα. Έτσι δεν είναι;» «Και να ήθελα να το κάνω με αφήνεις, κοριτσάκι; Μα για ποιο απ’ όλα λες;» «Όχι, βρε ςωτήρη μου, γι’ αυτό του Παρισιού. Αυτό είναι σε άλλο... κεφάλαιο(!), για το σπίτι του συμπέθερου λέω. Ε, λοιπόν δε θα το πιστέψεις, αλλά θυμήθηκα μια λεπτομέρεια που μόλις τώρα σχηματοποιήθηκε, τόσες μέρες που γυρόφερνε άναρχα στο μυαλό μου μέσα. Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα και να σου πω κάτι; Καλύτερα έτσι. γλύτωσα από τον νυχτερινό μου επισκέπτη που πια είμαι πεπεισμένη ότι θέλει κάτι να μου πει. Και θα πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό, να μου το θυμηθείς. Κοντά στα ξημερώματα πια, καθώς φαίνεται δεν άντεξα, έκλεισα λίγο τα μάτια μου που μ’ έτσουζαν από την αϋπνία, και να ’μαι αμέσως στα γνωστά μου λημέρια. Όχι που θα τη γλύτωνα. Επιμονή μια φορά, όχι αστεία, ε; Αν και βυθισμένη για τα καλά στο υποσυνείδητό μου, είχα πλήρη συναίσθηση ότι βρισκόμουν στο χωριό του συμπέθερου. »Δε θα είμαστε καλά. Αν λοιπόν θέλει σώνει και 360


θάνατος στο πάρκο

καλά κάτι να μου πει, γιατί δε μου το λέει μια κι έξω να ξεμπερδεύουμε και με αναστατώνει νυχτιάτικα κοπέλα πράγμα που είμαι μόνη μου μιας και ο άντρας μου o Παύλος είναι στο Λονδίνο σε αποστολή που τον έχει στείλει το μεγάλο αφεντικό, ο ςτέφανος. Να κοιμήθηκα μισή ώρα; ςηκώθηκα. Ήταν πέντε η ώρα πριν το ξημέρωμα. Έκανα έναν δυνατό καφέ και άκουσε τώρα. Αντί να κρατηθώ ξύπνια όπως γίνεται με τη βοήθεια τέτοιων ροφημάτων, οδηγήθηκα σε έναν λήθαργο βαθύ που και ατομική βόμβα να έπεφτε και να γλύτωνα από μια μου εξαέρωση, δεν επρόκειτο χαμπάρι να πάρω που λένε. ο λήθαργος θα πρέπει να κράτησε δύο τρεις ώρες. Και για μια στιγμή πετάγομαι από το κρεβάτι μου μούσκεμα στον ιδρώτα. »Τι ήταν εκείνη η λεία επιφάνεια κατάφατσα του τεράστιου βράχου πάνω στον οποίο ήταν ακουμπισμένη η αετοφωλιά; Και λέω ακουμπισμένη γιατί φαντάζομαι ότι κάπως έτσι ήρθε και ακούμπησε η του Νώε Κιβωτός πάνω στο όρος Αραράτ μετά τον κατακλυσμό, για να πάρεις μιαν ιδέα. Τι ήταν, φίλε μου, εκείνη η λειασμένη επιφάνεια ενός τετραγωνικού, πάνω κάτω, μέτρου; Το αποτύπωμα από καμιά ταμπέλα διαφημιστική; Ή ένα είδος πόρτας, μια κάθετη καταπακτή ας πούμε; Να μην υπάρχει αυτός ο βράχος στο χωριό του συμπέθερου το αποκλείω. Ναι μεν σπίτι, είτε πραγματικό είτε αυτό τ’ ονείρου δεν υπάρχει πια, όμως αυτό το εξόγκωμα του εδάφους ούτε καταστρέφεται με τα χρόνια ούτε το ισοπεδώνεις για να χτίσεις το σπίτι σου, τη στιγμή που όλο το χωριό είναι στη διάθεσή σου, έτσι και έχεις 361


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

βίτσιο να θέλεις να το χτίσεις στην ερημιά, λέμε τώρα. »Άρα, ςωτήρη μου, το μυστήριο το κρύβει ο βράχος. Είμαι πλέον τόσο πεπεισμένη γι’ αυτό, όσο για το ότι η Αθήνα μου που λατρεύω, είναι εδώ και δεκαετίες πολλές η πρωτεύουσα της Ελλάδας! Αποκλείεται σου λέω να είναι αποτέλεσμα μιας ευφάνταστης ονειροφαντασίας... Να, σου μιλώ τώρα και από τα μάτια μου δε φεύγει ο κωλόβραχος με την αετοφωλιά του. Εσύ δηλαδή τι ερμηνεία μπορείς να δώσεις σ’ αυτό που μου συμβαίνει; Μα δε σου είπα ακόμη αυτό για το οποίο σε κάλεσα... »Που λες, όλο το πρωινό που ακολούθησε τη νύχτα της αγρύπνιας μου και του λήθαργου, άρχισα να παίρνω τηλέφωνα, συγγενολόγια κοντινά και μακρινά και με διάφορους πλαγιομετωπικούς ελιγμούς να κάνω ερωτήσεις μη και ήξεραν κοντά δυο τρεις γενιές πίσω, αν έκρυβε κάποιο μυστικό η οικογένεια του συμπέθερου. Και άκου, φίλε μου, τι μου είπε μέσες άκρες, η τυφλή προγιαγιά του πεθαμένου άντρα της αδελφής μου. »”ο δεσποτικός και αυταρχικός αρχηγός της φαμίλιας ένα βράδυ, κτύπησε τόσο άγρια τον μικρό του γιο που ήταν και η αδυναμία του (σκέψου και να μην ήταν!), που ως και οι λύκοι και τα τσακάλια της περιοχής έβγαλαν από τον φόβο τους άγρια ουρλιαχτά. Ήταν μία απάνθρωπη έκρηξη θυμού, γιατί ο νεαρός δεκαεννιάχρονος αψηφώντας την απαγόρευσή του, πήγε και παντρεύτηκε κρυφά το κορίτσι που αγαπούσε. Το παλικάρι από κείνο το βράδυ εξαφανίστηκε, δεν τον ματάδε κανείς. ούτε 362


θάνατος στο πάρκο

και το τι απέγινε έμαθε ποτέ είτε συγγενής είτε συγχωριανός και φίλος. Άλλοι είπαν ότι το παιδί έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, πήρε το κορίτσι του, έφυγε και δε θέλησε να ξαναδεί τον κύρη του. Άλλοι είπαν ότι το παιδί το σκότωσε ο ίδιος του ο γονιός και ότι το έθαψε τόσο καλά που ούτε τα κυνηγόσκυλα και τα λαγωνικά που συνήθως ξεθάβουν πτώματα από φρεσκοσκαμμένους τάφους μυρίστηκαν κάτι. Το δε εξίσου περίεργο ήταν ότι μαζί με το παιδί εξαφανίστηκε και ο πιστός του σκύλος”. »Η αλήθεια είναι ότι τότε η χωροφυλακή συνεπικουρούμενη από εθελοντές κατοίκους, ακόμη και από τους αγροφύλακες έκανε εκτεταμένες έρευνες. Μα δε βρέθηκε ίχνος. Και μια Αγγελική Νικολούλη να υπήρχε εκείνη την εποχή δε θα προσέφερε τίποτα περισσότερο. Πολλοί είπαν (πάντα κατά την τυφλή γερόντισσα) ότι ο πεθερός της αδελφής μου γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ήθελε να πουλήσει το σπίτι, γιατί έκρυβε το ένοχο μυστικό που του είχε στοιχειώσει τη ζωή. Φαντάσματα τον κυνηγούσαν και άκουγε από παντού κραυγές. Ήταν και καλά οι κραυγές του αγοριού που καταριόταν τον ανόσιο γονιό του που πήρε τη ζωή του τόσο βάναυσα. »Με τούτα και με τ’ άλλα και με φήμες που σε αγρίευαν να τις ακούς, αναγκάστηκε η χωροφυλακή μετά από καιρό να αναψηλαφήσει την υπόθεση του νέου άντρα και πια να ψάχνει σε ξεροπήγαδα και ρεματιές, για σκελετούς ή οτιδήποτε άλλο. Μόνον αποχρώσες ενδείξεις, υπήρχαν. Δε βρέθηκε τίποτα. Κα βέβαια μόνο με αποχρώσες ενδείξεις και φήμες αγαθών συγχωριανών, δε στοιχειοθετείται 363


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κατηγορία για δολοφονία. Και τώρα τόσα χρόνια μετά, ήρθε ένα περίεργο όνειρο να ξυπνήσει, να ξεθάψει, το παρελθόν. Πίστευε ότι ήταν ένα είδος τιμωρίας για τη μνήμη του γέροντα να αποκαλυφθεί η φρικτή του αλήθεια που την έκρυψε τόσο επιμελώς και το παιδί του να βρει αναπαμό στο αιώνιο ταξίδι του. Ζητούσε να ανακαλυφτεί ο τάφος του και έστω κι έτσι να αμαυρωθεί η μνήμη του πατέρα φονιά. Κοντολογίς, φίλε καλέ μου, μου περνάει από το μυαλό ότι ο τάφος του αγοριού είναι εκεί στη φάτσα του βράχου πίσω από τη λειασμένη επιφάνεια». «Μα, βρε κορίτσι μου, λογικέψου. Πώς μπόρεσε γέρος άνθρωπος να σκάψει, να λαξεύσει να πω πιο καλά, τον βράχο, χωρίς να γίνει αντιληπτός; Και το πτώμα; Δε μύριζε εντωμεταξύ; Και άντε και πες ότι με κάποιο πρόσχημα εργασιών στην αετοφωλιά του (που ήταν το υποτιθέμενο σπίτι του) ότι δικαιολογούσε και τις εργασίες στον βράχο. Μα επαναλαμβάνω, τον νεκρό πού στην ευχή τον είχε παραχώσει για να μη μυρίζει; Τι με βάζεις τώρα και λέω τέτοια μακάβρια πράγματα! Και πόσον καιρό να του πήρε η κατασκευή της περίεργης αυτής σαρκοφάγου; Και...» «ςωτήρη, άφησε τα και και τα και, και έλα να με βοηθήσεις. Θα πάμε στο χωριό. Απ’ όσο γνωρίζω κανείς δικός μου πλην της αδελφής μου δεν έχει ποτέ πάει εκεί. Και όσο με αφορά πήγα κάποτε, μια όλη και όλη φορά, όπως σου είπα και ομολογώ ότι βράχο δεν είδα. Που σημαίνει ότι λάθος μου έδειξαν το σημείο που υποτίθεται πως ήταν το σπίτι της φαμίλιας και ότι ο βράχος ήταν κάπου αλλού. Το εν 364


θάνατος στο πάρκο

λόγω χωριό στα σύνορα με την Αλβανία, για να το επισκεφτείς ήσουν υποχρεωμένος να ζητήσεις μία ειδική κρατική άδεια, αφού περνούσες από μια μικρή ανάκριση, για το τι πήγαινες να κάνεις και τα λοιπά. Φυσικά, σήμερα είναι αλλιώς, αυτό δα έλειπε. Τότε ελλόχευαν χίλιοι κίνδυνοι με άδεια ή και χωρίς. »Αχ, βρε ςωτηράκη μου, να μπορούσα λέει να έβγαζα μια φωτογραφία του βράχου με την αετοφωλιά πάνω του, έτσι όπως τη βλέπω με τα μάτια του μυαλού και της ψυχής μου. Είμαι σίγουρη ότι όλο και κάποιος από τους εναπομείναντες απογόνους θα την αναγνώριζε έστω και αν δεν υπάρχει πια η αετοφωλιά». «για στάσου. ς’ αυτό νομίζω ότι μπορώ να σε βοηθήσω. Ναι, ναι υπάρχει τρόπος. Μπορούμε να απευθυνθούμε σε έναν από αυτούς τους ζωγράφους της αστυνομίας που κατορθώνουν με στοιχεία με τα οποία θα τροφοδοτήσεις το ταλέντο τους να σχηματίσουν μια ζωγραφιά που θα πλησιάζει κατά πολύ τη ζητούμενη. Εσύ δεν έχεις παρά να οδηγείς τη σκέψη του και εκείνος με το χέρι και το ταλέντο του θα κάνει τα υπόλοιπα». «Δε μου λες; Εγώ δε λέω πάντα ότι μετά από τον Παύλο μου είσαι ο number two άντρας της ζωής μου; Πόσο με λυτρώνεις να ήξερες, παλικάρι μου». «Έλα, μωρό. Ηρέμισε και κόψε τις πολλές γλύκες μη σ’ ακούσει η καλή σου φίλη και σύζυγός μου και έχουμε αιγαιοπελαγίτικα μπουρίνια. Εντάξει; Αστειεύομαι βέβαια, βρε. Ίσα ίσα που η Ζωή μου χαίρεται όταν ακούει να της παινεύουν τον αγαπημένο της. Επιβεβαιώνουν έτσι, λέει, και το δικό της πιστεύω 365


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ότι αξίζω την αγάπη των πάντων!» «Από μετριοφροσύνη πάντως σκίζουμε, ςωτηράκο μου, ναι; Τι να σου πω; Ας ήμουνα καμιά δεκαριά χρόνια νεότερη και σου έλεγα αν θα ζήλευε η Ζωή ή όχι. Μην κοιτάς που πια δεν είμαι στην πρώτη μου νιότη, στην εποχή των ερωτικών μου θριάμβων, τότε που σφάζονταν παλικάρια στην ποδιά μου. Έχεις ακουστά για μια Μαρία Πενταγιώτισσα; Κάτι τέτοιο τέλος πάντων στο πιο μοντέρνο». «Ε, δε σε πήρανε δα και τα χρόνια. Μην το λες, μην το λες. Δεν έχεις και συ ακουστά για το ποια κότα έχει το πιο καλό ζουμί;» «Τι να σου πω, ςωτήρη μου. Μπράβο. Το τι μου τόνωσες το ηθικό δε λέγεται. Ας το και δεν το σώζεις, δε σου το συγχωρώ, ακούς γριά κότα! ο παραλληλισμός σου γκάφα πολλών αστέρων. Ευχαριστώ». «Τα έκανα σκατά, ζητώ συγγνώμη, εγώ ο αρχιγκαφατζής του κερατά. Μαριχρί μου, σε μισή ώρα είμαι σπίτι σου. Περίμενέ με». Αμέσως μετά, τηλεφώνησε σε έναν φίλο του, υψηλόβαθμο αστυνομικό, του ζήτησε πληροφορίες για το πώς να έρθει σε επαφή με τον ειδικό ζωγράφο που λέγαμε. Και για καλή του τύχη εκείνη την ώρα στο γραφείο του φίλου του βρισκόταν εκεί ο ζωγράφος. Του είπε μέσες άκρες τι ακριβώς ήθελαν απ’ αυτόν και τηλεφωνεί της Μαρίας Χριστίνας. «Πενταγιώτισσα, ετοίμασε μολύβια, ξύστρες, μπογιές -έχεις ή να αγοράσω;- ετοίμασε και καφέδες καθώς και από εκείνο το γλυκό το κερκυραϊκό που με τρελαίνει, ναι, μωρέ, το κουμ κουάτ -κάθε φορά 366


θάνατος στο πάρκο

ξεχνάω πώς το λένε- και ώσπου να πεις κύμινο ερχόμαστε ο ζωγράφος κι εγώ». Έτσι η κοπέλα είχε τη χαρά να δει τον ταλαντούχο ζωγράφο να της ζωντανεύει την εικόνα, αυτήν ακριβώς που εδώ κα μέρες της είχε στοιχειώσει τη ζωή. Αμέσως μετά και χωρίς σχόλια την πέρασε στο facebook της και περίμενε να δει τον ευλογημένο κάποιον που θα της έγραφε ή θα τηλεφωνούσε να της πει “Πού το θυμήθηκες, βρε θηρίο, αυτό το αρχαίο σπιτικό; Θα πρέπει να έχουν περάσει κι εγώ δεν ξέρω πόσες δεκαετίες που το είδα όρθιο ακόμα, για τελευταία φορά. Να δεις πότε ήταν; ναι, λίγο πριν πάω φαντάρος. Μετά αφέθηκε στην τύχη του, μέχρι που διαλύθηκε εξ ων συνετέθη”. Λοιπόν αυτή η κοπέλα πρέπει να είχε και μαντικές ικανότητες, γιατί ακριβώς έτσι συνέβη. Μόνο στο φύλο διέφερε. Δεν ήταν κάποιος, μα κάποια. Μια υπέργηρη συγγένισσα της οικογένειας τηλεφώνησε για να της πει πάνω κάτω τα λόγια που η Μαρία Χριστίνα περίμενε να ακούσει. Τρελάθηκε. Μα κρατώντας και την ψυχραιμία της, ρώτησε τη γηραιά κυρία να της πει λεπτομέρειες για το πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι αυτό του βράχου, σε ποιον ανήκε και ό,τι άλλο τέλος γνώριζε. Και εκείνη με μνήμη ελέφαντα και υψηλής ευκρίνειας, καλύτερη από τη δική της που θα μπορούσε να είναι και δισέγγονή της, της είπε πράγματα και πράγματα που να γράψεις μυθιστόρημα εποχής. «ςωτήρη, έλα αμέσως. Ό,τι και αν κάνεις παράτα το σου λέω και έλα. Λυπάμαι αν σε ξεβολεύω μα σου έχω νέα καυτά. ςυγγνώμη, φίλε μου, για το ξε367


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

βόλεμα μα γι’ αυτό δεν είναι οι φίλοι; για να ξεβολεύονται όταν έχεις την ανάγκη τους; Κάνω λάθος; Αχ φίλοι, φίλοι ευλογημένοι ». «Κλείσε και έφτασα, μωρό μου. Πες πως είμαι κιόλας εκεί. Κλείσε και έφτασα σου λέω που λέει ο Πορτοκάλογλου με το γνωστό του άσμα».

368


III

«Ώ

στε υπήρξε το σπίτι αυτό στ’ αλήθεια ε; Και όπως είπες, ανήκε στην οικογένεια του πεθερού της αδελφής σου. Εκείνη τι λέει για όλα αυτά; Δεν της είπες τίποτα; Κύριε των δυνάμεων. Μα γατί δεν της είπες; Ίσως εκείνη να πρόσθετε κανένα κομμάτι και να λυθεί το παζλ που προσπαθούμε να συναρμολογήσουμε και δεν μπορούμε». «ςωτήρη μου, δεν θα το έκανα αυτό για τίποτα στον κόσμο. Η αδελφή μου δε συνήλθε ποτέ από την απώλεια του άντρα της. Δε θα την αναστάτωνα και εγώ τώρα με τις ονειροφαντασίες μου, θα ήταν πέρα για πέρα εγωιστικό. Όταν ολοκληρωθεί το παζλ που λες, τότε βλέπουμε. Τώρα πες μου τι κάνω;» «Τι κάνουμε, θέλεις να πεις καλύτερα. Ε, λοιπόν, εκείνο που κάνουμε, είναι μια ωραία μακρινή πενθήμερη εκδρομή, κατά το χωριό του συμπέθερού σου. Θα την οργανώσουμε έτσι που να την απολαύσουμε συγχρόνως. Εσύ βέβαια κι εγώ, καθώς και η Βιβή με τη Ζωή. Τι λες; Και μένα ποιος τη χάρη μου. Μόνος εγώ ανάμεσα σε τρεις κούκλες. ςυμφωνείς;» «Φύγαμε». Και πήγαν. «Αχ, καημένη πατρίδα», αναφώνησε η Ζωή. «Καημένη, Ελλάδα, πώς σε έχουμε εγκαταλείψει έτσι; Δάση βαθύσκιωτα από βελανιδιές με κεφαλόβρυσα 369


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κελαριστά, κατοικία θεών και άγριων θηρίων. Κάμποι άσπαρτοι με αγριόχορτα ψηλότερα από το μπόι τ’ ανθρώπου. Και το μόνο ίσως ον που λείπει από αυτή τη χλωρίδα και την πανίδα του τόπου είναι ο άνθρωπος! Πώς την εγκατέλειψε αυτήν την ομορφιά;» «Η απάντηση απλή», ακούγεται η Βιβή. «Η γη δεν του πρόσφερε αυτά που ήθελε και ήθελε όλο και πιο άπληστα. Μα, να ήταν μόνο αυτό; Ή έφυγε και εγκατέλειψε τη γη του προτιμώντας την ξεραΐλα της πόλης με εξασφαλισμένο όμως το μεροκάματο μιας οικοδομής ή ενός εστιατορίου σαν γκαρσόνι; Εύκολη ζωή. Και η γη των προγόνων που τόσο αίμα χύθηκε γι’ αυτήν, στο πυρ το εξώτερον». «Τα καλοκαίρια τη θυμάται τη γη του και αργότερα με αιτία την κρίση και τα έξοδα, την ξέχασε ολότελα» συμπλήρωσε τη φίλη της η Ζωή. «Και αυτό είναι κάτι που πονάει. Μα και ποιος να μείνει σε ένα χωριό να πούμε όταν οι νέοι θέλουν να σπουδάσουν να ξεφύγουν από τη μιζέρια, δε ζεις μόνο με όμορφα τοπία καλλιεργώντας τα χωράφια σου. ςαρδελοποιήσου λοιπόν στην πόλη που κανέναν δεν ήξερες και κανείς δε σε ξέρει και μείνε να θυμάσαι το χωριό στα παραμύθια που διαβάζεις στα εγγόνια σου, εκεί που ωραιοποιούνται τα πάντα. Πόνος, όχι αστεία!» Ήταν ιούλιος μήνας όταν έγινε η εκδρομή. Δε χρειάζονταν πια μήτε κρατική άδεια μήτε υπήρχε δυσκολία να φτάσεις στο χωριό, μιας και ο κεντρικός δρόμος ασφαλτοστρώθηκε (να εξυπηρετήσει ποιον άραγε τώρα πια;) σε ένα τέταρτο της 370


θάνατος στο πάρκο

ώρας φτάνεις στην πόλη, ενώ παλιά διέσχιζες βουνά και λαγκαδιές για να φάσεις μετά από περπάτημα μιας ημέρας. Πρόοδος, λέει, που ωφελεί όμως ποιον, που να πάρει; Πέρασαν από το αστυνομικό τμήμα τύποις και το μόνο που τους συνέστησαν εκεί, ήταν να προσέχουν τα φίδια, ήταν η εποχή τους και ήταν πολλά και παντού. «Προσέξτε μη και πέσει κάποιο από δαύτα πάνω σας από κανένα δέντρο και...» Τι ήταν να το πει αυτό, το όργανο; Αγριεύτηκαν οι κυρίες και δεν ήθελαν να πάνε. «Ελάτε, ρε παιδιά. ςτην Ελλάδα είμαστε και όχι στη ζούγκλα του Αμαζονίου» προσπάθησε να αποφορτίσει το κλίμα ο δόλιος ο ςωτήρης ανήσυχος κρυφά και ο ίδιος. «Μία συμβουλή έδωσε το όργανο αυτό ήταν όλο». «Ωραία, ας πάμε, μα από το αυτοκίνητο δεν πρόκειται να βγούμε», είπε η κατά τα άλλα θαρραλέα Ζωή! «Ας είναι, έστω κι έτσι ας πάμε. Τι δηλαδή; Φτάσαμε μέχρι εδώ, να μη δούμε τον ιστορικό βράχο τ’ ονείρου της Μαρίας Χριστίνας; Δεν παίζει, παίζει;» «Εγώ πάντως, φίδια ή μη, αγριόχοιροι ή μη, λύκοι ή μη, τσακάλια ελέφαντες ή μη, θα πάω» είπε η Μαρία Χριστίνα. Και ξεκίνησαν. Και έφτασαν. Και λοιπόν; Και πού στην ευχή να πάνε να βρουν τον βράχο; Ποιον να ρωτήσουν, τα δέντρα ή τα αγριόχορτα; Και μήπως υπήρχαν οδοί; Μα καλά. Το χωριό άδειασε από ανθρώπους, νέκρωσε και η ρυμοτομία του; Όχι βέβαια. 371


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Νέκρωσαν οι ονομασίες των οικοδομικών τετραγώνων; Ναι. Προς τα πού να πάνε να ψάξουν; Το χωριό ήταν μεγάλο, δεν ήταν λίγα τετραγωνικά. Βλέπεις, καημένη Μαρία Χριστίνα, τι κάνουν τα ελλιπή σου όνειρα; Έκαναν focus στον βράχο μόνο, χωρίς άλλες λεπτομέρειες. Ως και αυτές της υπέργηρης και πανέξυπνης συγγένισσας δε ήταν αρκετές για να κατατοπιστείς. Άρχισαν εποχούμενοι να κινούνται στην τύχη και τελείως άναρχα, από τη μία άκρη του χωριού στην άλλη οριζοντίως και καθέτως, δεξιόστροφα κι αριστερόστροφα οι δύο κοπέλες να βλέπουν από τη μία πλευρά του οχήματος και ο ςωτήρης με τη Μαρία Χριστίνα από την άλλη. Μα δε βαριέσαι! Βράχος πουθενά. Να τον είχαν σκεπάσει τα αγριόχορτα; Αποκλείεται. Τι διάολο υπάρχουν αγριόχορτα γίγαντες; Ναι αλλά και ο βράχος να γκρεμίστηκε με τα χρόνια από καμιά διάβρωση του πετρώματος του, κομματάκι απίθανο. Υπομονή παιδιά και θα τον βρούμε. Μπήκαμε που μπήκαμε στο χορό, δε θα χορέψουμε και κανέναν ηπειρώτικο κλαψιάρικο; Θα αφήσουμε τη Μαρία Χριστίνα να βασανίζεται με το όνειρο που τη στοίχειωσε; Το είχαν πάρει χαμπάρι πια και οι φίλοι της ότι επρόκειτο για ένα όνειρο που αν δεν πραγματοποιούνταν ο σκοπός του, δε θα εγκατέλειπε τις νύχτες και τις μέρες της, έτσι όπως είχε στοιχειώσει τη ζωή της. Έκανε φρικτή ζέστη, παρόλο το υψόμετρο του χωριού. Να πιουν μια τζιτζιμπίρα να ξαποστάσουν 372


θάνατος στο πάρκο

–από ποια κούραση βρε παιδιά, μη λέμε και ό,τι να ’ναι– και μετά να αρχίσουν ξανά το ψάξιμο. Λιγότερο άναρχα τώρα, αφού το τοπίο τους ήταν πια πιο οικείο. Τι είχε πει η Μαρία Χριστίνα; Δεν είχε πει ότι η αετοφωλιά είχε ανεμπόδιστη θέα από τα παράθυρα; Άρα έβλεπαν είτε σε πλατεία είτε σε φαρδύ δρόμο και ο βράχος δεν ήταν τρυπωμένος κάπου στα ενδότερα του χωριού. Με σύστημα τώρα, σηματοδότησαν τους δρόμους με κάτι σημαιούλες που είχαν προνοήσει να φέρουν μαζί τους αντί να ρίχνουν ψιχουλάκια σαν το παραμύθι με τον κοντορεβιθούλη και να τους τα τρώνε τα πουλιά! Και αυτό ήταν ό,τι σωστότερο είχαν σκεφτεί να πράξουν για να μην τριγυρνούν άσκοπα και χάνουν το μπούσουλα. Αποδείχτηκε πόσο σωστά ενήργησαν, γιατί σε λίγο νάτος ο βράχος μπροστά τους, λιγότερο μεγαλόπρεπος απ’ αυτόν του ονείρου. Μα αναμφίβολα ήταν αυτός. Που να τον πάρει και να τον σηκώσει. Τον φωτογράφησαν περισσότερο απ’ ό,τι θα έκαναν οι παπαράτσι για την Αντζελίνα Τζολί και τον Μπραντ Πιτ. Με ζουμ, χωρίς ζουμ, και οι φωτογραφίες της πολαρόιντ ήταν τέτοιας ευκρίνειας που ως και μια μικρή σαύρα απαθανατίστηκε κοιτάζοντας τον φακό απορούσα για την ξαφνική της διασημότητα! Τώρα αν παρατηρούσες καλύτερα θα έβλεπες σε ένα σημείο κατάφατσα, να είναι πιο λείο από τη γύρω περιοχή. «Είδες, ςωτήρη μου; Ακριβώς όπως το είδα στο όνειρο». 373


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Και τώρα που το είδες, καημένη μου, τι έγινε; Αρχηγός είσαι βέβαια, εσύ αποφασίζεις. Δίνεις να, έτσι μια και ανεβαίνεις κει πάνω και διαπιστώνεις αν κρύβεται κάτι από πίσω»... «Καλά καλά ειρωνεύσου με», παραπονέθηκε η Μαρία Χριστίνα. Ξάφνου, κοκαλώνουν όλοι. Έλα, Χριστέ μου, τ’ είναι τούτο που έρχεται κατά δω; Να ’ναι άνθρωπος ή μακρινός απόγονος του, πώς τον είχε πει η παροιμία του Plautus, homo homini lupus est; Mα για να περπατάει στα δύο, μάλλον για άνθρωπο πρόκειται. Και όσο τους πλησίαζε τόσο πείθονταν για τη σκέψη τους αυτή. Ένας άνθρωπος τελικά, που αν και άγριος στην όψη με μαλλιά που ήταν μακριά και τόσο πεντακάθαρα, που γυάλιζαν στον ήλιο και γένια που έφταναν μέχρι το στήθος (θα είχαν ξεχάσει εδώ και χρόνια τι εστί ψαλίδι και ξυράφι), είχε μια φωνή ζεστή και γλυκιά.

374


IV

«γ

εια σας, πατριώτες, πώς από τα μέρη μας;» τους ρώτησε, ενώ αυτοί ακόμα δεν είχαν συνέλθει από την έκπληξη. Τόσες ώρες τώρα είχαν συνηθίσει στην απόλυτη σιωπή με μόνο τα τιτιβίσματα των πουλιών και το κρώξιμο των τζιτζικιών και ένα αεράκι που σφύριζε και όσο πήγαινε δυνάμωνε, μα δε δρόσιζε καθόλου. «Προσκύνημα στη γη των προγόνων μας, πατριώτη» είπε η Μαρία Χριστίνα. «Από δω είσαι κύριε;» «γέννημα και θρέμμα, κυρά μου. Μόνος μου έμεινα να φυλάω Θερμοπύλες. Όλοι εγκατέλειψαν τον τόπο τους, μα εγώ δε φεύγω. Θα το κάνω μια και καλή, όταν έρθει η ώρα μου». Η Μαρία Χριστίνα θεώρησε ως θείο δώρο την παρουσία του ανθρώπου αυτού. Τον ρώτησε λοιπόν αν ήξερε τίποτα για τον βράχο που πάνω του κάποτε υπήρχε ένα παράξενο σπίτι που ήταν έτσι και έτσι και αλλιώς... Της απάντησε ότι το μόνο που θυμόταν ήταν οι μαρτυρίες των παλιών που έλεγαν ότι στο σπίτι κατοικούσε ένας δύστροπος άνθρωπος που δε διαφέντευε μόνο το σπιτικό του με έναν αυταρχικό τρόπο, μα και όλο το χωριό καθώς είχε τη δύναμη στα χέρια του. Λέγανε δε ότι ένας από τους λόγους που οι χωρικοί έφυγαν, ήταν και αυτός. Δεν άντεχαν άλλο. 375


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Μα καλά. Κάποτε και αυτός πέθανε. Γιατί δεν ξαναγύρισαν οι άνθρωποι στο χωριό τους;» ρώτησε η Μαρία Χριστίνα. «Έλα μου ντε. Και εγώ το ίδιο ρώτησα τους δικούς μου γέρους. Προτίμησαν λέει την εύκολη ζωή της πόλης. Είχαν ρίξει μαύρη πέτρα πίσω τους όλοι εκτός απ’ την αφεντιά μου. Τον πονάω τούτον τον τόπο. Έχει ψυχή. Είναι ζωντανός. Μου λείπει, δε λέω, η ανθρώπινη συντροφιά, περνούν και μήνες να ανταλλάξω δυο κουβέντες με έναν άνθρωπο, μα τι να κάνω. Το πήρα απόφαση και σιγά σιγά συνήθισα». Κουβέντα στην κουβέντα η Μαρία Χριστίνα τον ρώτησε για το επίμαχο λειασμένο τετραγωνικό μέτρο στην πρόσοψη του βράχου, αν ήξερε τι στην ευχή ήταν. Της είπε ότι δεν τον είχε ποτέ απασχολήσει και δεν είχε ιδέα ούτε τι ήταν ούτε πώς έγινε. Πρότεινε να σκαρφαλώσει να δει από κοντά και καλύτερα. Η κοπέλα μόνο που δεν τον φίλησε από τη χαρά της. Δεν είχε τολμήσει να του ζητήσει κάτι τέτοιο μα ούτε και από κανέναν άλλο, αν δεν ήταν ειδικός. Ήταν πράγματι επικίνδυνο. Ο βράχος πανύψηλος, κακοτράχαλος και έτσι και έπεφτες από τα ύψη του θα γινόσουν αλοιφή. «Πατριώτη, θα σου χρωστάω ευγνωμοσύνη». Θα έχετε δει φαντάζομαι, κάτι αγριοκάτσικα κρητικά, κρι-κρι τα λένε, πώς καταφέρνουν και κινούνται πάνω σε πανύψηλους και σχεδόν κάθετους βράχους και βουνοπλαγιές, με τι σβελτάδα ανεβοκατεβαίνουν χωρίς ποτέ να κουτρουβαλιαστούν θαρρείς και τα πόδια τους βεντουζάρουν πάνω τους. Δίνει μια και αρχίζει να σκαρφαλώνει σαν αίλουρος. Ανέβαινε, 376


θάνατος στο πάρκο

ανέβαινε και όλοι έτρεμαν μη και ο άνθρωπος πέσει και έχουν δράματα. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Να λοιπόν, κάπως έτσι έκαναν και εκείνοι που λάξευσαν τον βράχο. Αυτό που για εκείνη φάνταζε ακατόρθωτο για ανθρώπους σαν αυτόν ήταν παιχνιδάκι. Ανθρώπινα κρι-κρι, γιατί όχι. Κρατώντας την ανάσα της και πεθαμένη από την αγωνία της, ακούει τη φωνή της να του λέει «για κοίταξε, υπάρχει κάπου εκεί στο λείο μέρος καμιά ρωγμή καμιά εσοχή κάτι που να δείχνει ότι μπορεί και από πίσω να υπάρχει κούφωμα;» «Κυρά μου, με γυμνά χέρια δεν μπορώ τίποτα να κάνω και τίποτα να καταλάβω. Ελάτε αύριο το πρωί. Θα φέρω τα κατάλληλα εργαλεία και θα σου λύσω όποια απορία θες. Τώρα αρχίζει και σκοτεινιάζει. Πρέπει να πάω να μαντρώσω τα ζωντανά μου και έχω ήδη αργήσει. Άντε και μη μου τα κατασπαράξει κανένας λύκος. Έχουμε καμπόσους από δαύτους εδώ γύρω. Να είστε εδώ κατά τις 8 το πρωί, Και τώρα γεια σας» είπε και έφυγε, αφήνοντάς τους σκεπτικούς τόσο με την απουσία του, όπως έγινε και με την παρουσία του. Ώστε είχε και βιος αυτή η περίεργη ανθρώπινη ύπαρξη; Και γη ολάκερη να την καλλιεργήσει και να ζει απ’ αυτή. γιατί, φως φανάρι δεν είχε καμιά επαφή με προμήθειες από μπακάλικα και όλες εκείνες τις πηγές από τις οποίες εμείς προμηθευόμαστε για να ζήσουμε. Ζούσε με τον αρχέγονο τρόπο και καθώς φαίνεται ζούσε καλά, αν παράβλεπες τη μοναξιά του βέβαια, που απορίας άξιο πώς την άντεχε; 377


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Πώς το λέει μια παροιμία; Μονάχος ούτε στον Παράδεισο. Δε βαριέσαι τα πάντα είναι θέμα συνήθειας. Έμενε στον δικό του παράδεισο χωρίς Εύες, μηλιές και φίδια μεταφορικά, γιατί από πραγματικά πλούσια η περιοχή. Και για του λόγου το αληθές, νάτο ένα που πλησίαζε κουλουριασμένο σαν τη μάνικα που ποτίζουμε τον κήπο μας. Πλησίαζε έρποντας και τους κοίταζε απειλητικά. Ξεφωνίζοντας τα κορίτσια όρμησαν στο αυτοκίνητο, αφήνοντας τον ςωτήρη να παλεύει να το διώξει από κάποια απόσταση βέβαια μη και εκτόξευε κανένα δηλητήριο και άντε να εύρισκες αντίδοτο σε τούτη την ερημιά και ας ήταν και παραδεισένια... Μα το άτιμο δεν έφευγε και ούτε φοβόταν τις ανθρώπινες απειλές. Λες να ήταν θυμωμένο που διατάραξαν το ήρεμο και αγνό περιβάλλον του τα παράξενα ανθρώπινα όντα; Πολύ πιθανόν. Είδε και απόειδε και ο ςωτήρης και εγκατέλειψε τις προσπάθειες. Μήτε ήρωας ήταν, μα μήτε ο Αι-γιώργης με τη σπάθα του για να το αντιμετωπίσει, καβάλα στο ατρόμητο άλογό του. Τρέχει, μπαίνει και αυτός στην ασφάλεια του αυτοκινήτου και «ουστ, χαμένο μην περάσω από πάνω σου και δεν προλάβεις να καταλάβεις ποιος ήταν τελικά ο πιο δυνατός. Και να ’χεις χάρη που ο ςωτήρης σε άφησε να ζήσεις, όχι γιατί σε λυπήθηκε, αλλά γιατί αγνοούσε αν στο διπλανό χωριό υπήρχε πλυντήριο αυτοκινήτων να καθαρίσει μετά τις βρωμιές που θα άφηνες πάνω στις ρόδες του μπρ μπρ». Το επόμενο πρωί ήταν στην ώρα τους και ο ερημίτης ήταν ήδη εκεί και τους περίμενε. Πρότεινε, 378


θάνατος στο πάρκο

πριν πιάσουν δουλειά, να πάνε από το φτωχικό του να τους φιλέψει με ένα καλό πρωινό γεύμα. Και βέβαια εκείνοι δεν τόλμησαν να αρνηθούν μη και το θεωρήσει προσβολή. Αθάνατη ελληνική φιλοξενία. Τους περίμενε μια ακόμα μεγάλη έκπληξη. Καταμεσής ενός υπέροχου περιβολιού μια ξύλινη καλύβα βγαλμένη, θαρρείς, από κανένα παραμύθι του Άντερσεν. Πανέμορφη, γερή, και πεντακάθαρη. Αν ο άνθρωπος ζούσε έτσι, πώς και δε θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο οι συγχωριανοί του και προτιμούν τα κλουβιά της πόλης στριμωγμένοι σα σαρδέλες στις πολυκατοικίες, εκεί όπου δεν ξέρεις ποιος είναι ο γείτονας που σε χωρίζει απ’ αυτόν ένα λεπτός μονότουβλος τοίχος; ο ερημίτης κυρ-Ηλίας έπιασε την απορία τους. «Και πώς να μείνουν οι άνθρωποι εδώ με τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους χωρίς σχολειό, χωρίς γιατρό, χωρίς διασκέδαση που για τον νέο άνθρωπό είναι τροφή; Δε ζει κανείς μόνο με την ομορφιά της φύσης, με χωρίς προοπτική για τα παιδιά του. Δεν είναι όπως παλιά που ο άνθρωπος τη λέξη “μόρφωση” μόνο ακουστά την είχε. Το μέλλον του και το μέλλον των παιδιών του εξαρτιόταν από τη γη. Απ’ αυτήν ζούσε και γι’ αυτήν μοχθούσε. Και το χωριό του, το πρόσφερε αυτό. Τώρα, άντε να πεις στα παιδιά σου να μείνουν και να μοχθήσουν να κάνουν τη γη να καρπίσει και να έρθει ένα ξαφνικό χαλάζι να σου καταστρέψει τους κόπους μιας χρονιάς μέσα σε δέκα λεπτά. Δεν έχει πια ο άνθρωπος ούτε την υπομονή ούτε την καρτερία, γι’ αυτό ερημώνουν όλα τα χωριά. Δεν είναι μονάχα τούτο εδώ. Και η 379


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Ελλάδα αφήνεται, ερημώνει και σε κανέναν αιώνα ή δυο, θα είναι μια χώρα δίχως χωριά. Μόνον όμορφα τοπία και πού και πού, κανένας ερημίτης σαν ελόγου μου. Πονάει η ψυχή μου σαν τα σκέπτομαι αυτά μα...» Κάθισαν στη σκιά μιας φουντωτής συκιάς και απόλαυσαν από μια κούπα φρέσκο κατσικίσιο γάλα και ένα ψωμοτύρι που νοστιμότερο δεν είχαν ξαναγευτεί. Και αφού εκτός από τα μάτια τους ευφράνθηκε και το στομάχι τους ξεκίνησαν για τον βράχο. Μα ο κυρ-Ηλίας τους σταμάτησε. «Περιμένετε λίγο. Έρχεται καταιγίδα. Δε θα κρατήσει πολύ, δέκα λεπτά και πολύ λέω». Η συντροφιά κοιτάχτηκε με απορία. Είναι με τα καλά του ο Χριστιανός; Με τέτοιο καταγάλανο ουρανό φοβάται για καταιγίδα με δυο τρία αθώα συννεφάκια; Μα ωσότου πουν κύμινο τα αθώα συννεφάκια που τελικά δεν ήταν και τόσο αθώα, άρχισαν να βαραίνουν. Λίγες ψιλές σταγόνες στην αρχή και μετά... Πού στην ευχή το βρήκαν το τόσο νερό; Και αστραπές και βροντές και τα γύρω βουνά να αντηχούν και να πολλαπλασιάζουν τον ήχο. Μια μαγεία σκέτη. Και τα φρούτα τα άγρια που σάπιζαν στα δέντρα πάνω, αφού κανείς δεν τα μάζευε, μοσχομύρισαν με τη βροχή που τα έριξε στη γη, για να φάνε τα ζώα όλα και να πουν «Δόξα σοι ο Θεός». οι χωματόδρομοι του χωριού ρούφηξαν το νερό με λαχτάρα και η παρέα δεν είδε πουθενά να σχηματίζονται χείμαρροι και ποταμάκια. Δεν περίσσευε νερό για να πάει έτσι στα χαμένα χωρίς να το έχει 380


θάνατος στο πάρκο

ανάγκη η διψασμένη γη. Και μόνο ο ξεροπόταμος για πότε γέμισε, βρε παιδί μου! Που σημαίνει, θα υπάρχει νεράκι να πιουν τα φυτά για τουλάχιστον ένα δεκαήμερο, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. για αργότερα, μια ακόμη ευλογημένη βροχούλα ίσως, και έχει ο Θεός... ςε δέκα λεπτά, όπως το είχε προβλέψει ο εμπειρικός μετεωρολόγος, δεν υπήρχε στην απλωσιά του ουρανού ούτε ίχνος σύννεφου. Τον κυρ-Ηλία δεν τον δίδαξε κανένα σχολείο παρά μόνο η φύση που ήξερε να την ερμηνεύει. Και όπως φαίνεται, ήταν άριστος μαθητής...

381


V

Ν

άτος ο βράχος. Είχε πλυθεί για τα καλά, γυάλιζε στον ήλιο και ήταν σαν ένα καλωσόρισμα. ο ερημίτης άπλωσε κάτω στη νοτισμένη γη μια τεράστια μπλε κορδέλα, σαν αυτές που χρησιμοποιούν στα εμπορικά πλοία για να σηκώνουν οι γερανοί τα τεράστια κιβώτια από τα κοντέινερ. ςε κάθε της άκρη σκάλωσε ένα πράγμα σα σπιρούνι απ’ αυτά που χρησιμοποιούν οι εναερίτες της ΔΕΗ. Παίρνει τη μία άκρη και την πετά όσο μπορούσε ψηλότερα στον βράχο για να σκαλώσει. Μετά έκανε το ίδιο με την άλλη. Ελέγχει αν αγκιστρώθηκαν τα σπιρούνια καλά πάνω στο μαλακό πέτρωμα του βράχου, φαίνεται να ικανοποιήθηκε από το σκάλωμα, γιατί μουρμούρισε «εντάξει». Πιάνεται σαν... μαϊμού από τη μία πλευρά, σκαρφαλώνει και λέει στον ςωτήρη να γυρίζει μία τροχαλία, ή όπως αλλιώς λέγεται, για να τον ανεβάσει στο επιθυμητό ύψος και μέρος. Βγάζει ένα δυο κρεμασμένα από τη μέση του εργαλεία και αρχίζει να χτυπά, μια τον βράχο μια τη λεία επιφάνεια. Ντουπ, ντουπ, ντουπ. Και δε χρειαζόταν να είσαι ειδικός για να καταλάβεις ότι ο ήχος του κάθε... ντουπ, ήταν διαφορετικός. «Κενός από πίσω» φωνάζει. «Νάτα νάτα τα καλέσματα τ’ ονείρου μου, παιδιά. Δε με πιστεύατε. Τώρα τι μου λέτε; Έχει γούστο να 382


θάνατος στο πάρκο

επαληθευτεί και η υποψία μου ότι εκεί μέσα είναι θαμμένο το αγόρι». ο κυρ-Ηλίας βάζει από μια σφήνα σε κάθε μία από τις πλευρές του τετραγώνου και αρχίζει να τις κτυπάει. ςε κάθε του κτύπημα η καρδιά της Μαρίας Χριστίνας κτυπούσε γρηγορότερα. ςε μια στιγμή και σχετικά εύκολα μετακινείται αυτό το τετράγωνο εν είδει πόρτας ή κατακόρυφης καταπακτής και αφήνει ένα σκοτεινό κενό πίσω της. ο ςωτήρης πετάει έναν φακό δυνατό στο Ηλία και αυτός με επιδεξιότητα τον πιάνει στον αέρα. Αμέσως φωτίζει το κούφωμα και λίγο ακόμη να έχανε την ισορροπία του και να έπεφτε από ψηλά από την έκπληξή του, την ίδια στιγμή που και η Μαρία Χριστίνα ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει ακούγοντάς τον να φωνάζει. «Παναγιά μου, τι είναι τούτο;» «Παιδιά, δεν αντέχω άλλο. Πάω στο αυτοκίνητο. Τη συνέχεια μου τη λέτε εσείς», είπε η Μαρία Χριστίνα. «Άκουσε, κορίτσι μου. Νομίζω ότι πρέπει να μείνεις εδώ, γιατί το όνειρο, από σένα ζήτησε να λύσεις το γρίφο», είπε πειρακτικά η Ζωή και μαζί της συμφώνησαν και οι άλλοι. Έτσι με την καρδιά της να τρέμει σα φυλλαράκι στο φύσημα τ’ ανέμου έμεινε για να ακούσει αυτά που ήξερε ότι θα άκουγε. Και ναι μεν ο ερημίτης εξασκημένος στα στοιχεία και τα στοιχειά της φύσης ήταν ένας ατρόμητος άνθρωπος, αλλά δεν έβλεπε και συχνά βέβαια σκελετούς για να έχει εθιστεί στη θέα τους και να μείνει 383


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

απαθής. Εξού και το επιφώνημα. «Δύο σκελετοί, ενός ανθρώπου και ενός ζώου, είτε λύκου είτε σκύλου...», ξαναφώναξε ο ερημίτης. «ςυμπαθάτε με, μα μέσα δεν μπαίνω. Καλέστε παιδιά την αστυνομία σας παρακαλώ μην έχουμε μπλεξίματα. Τώρα. Δύο τηλέφωνα θυμάμαι απ’ έξω, το ένα της αστυνομίας και το άλλο του νοσοκομείου. Δεν πιστεύω να έχετε αντίρρηση; Πατριώτη, κάλεσε τους πολιτσμάνους, σε παρακαλώ». Και ο ςωτήρης έκανε αυτό ακριβώς. Και η αστυνομία κατέφτασε απίστευτα γρήγορα και τους είπαν ότι ανέμεναν και τον εισαγγελέα με τον ανακριτή και τον ιατροδικαστή να φτάσουν οσονούπω. Πράγματι κατέφτασαν και αυτοί και φωτογράφησαν τους σκελετούς άπειρες φορές πολύ περισσότερες απ’ ό,τι είχαν φωτογραφηθεί στη ζωή τους όλη, με σάρκα πάνω τους! Το ίδιο έγινε και με τον βράχο που πέτρωμα ξεπέτρωμα δε φαντάστηκε ποτέ ότι θα τύχαινε μιας τέτοιας διασημότητας. «Και τίνος ιδέα ήταν αυτή να εξερευνηθεί το κούφωμα;» ρώτησε ο αστυνόμος. «Που να σου εξηγούμε τώρα; Μα αν έχεις υπομονή και καλοπιστία θα σου πούμε. Μοιάζει με παραμύθι, μα παραμύθι δεν είναι». ςυστήθηκε ο ςωτήρης συστήνοντας και τις κυρίες. Τον κυρ-Ηλία βέβαια τον ήξερε καλά. Από δω και πέρα, η συντροφιά των τεσσάρων δεν είχε λόγο παρουσίας στη σκηνή του δράματος και με τη συνοδεία του αστυφύλακα πήγαν στο αστυνομικό τμήμα να περιμένουν τους εμπειρογνώμονες να τελειώσουν τη μακάβρια δουλειά τους, 384


θάνατος στο πάρκο

αυτή της συγκομιδής των οστών. Δουλειά και η δική τους, μα κάποιος έπρεπε να την κάνει. Και αυτή ήταν μόνο η αρχή. Το κυρίως έργο έως ότου να βγει το πόρισμα είχε μέλλον ακόμα. ο ςωτήρης δεν είπε τίποτα στις κοπέλες για να μην τις αναστατώσει, μα ήταν σίγουρος ότι δε θα ξεμπέρδευαν εύκολα. Πώς ήταν δυνατόν να γίνει πιστευτή η ιστορία της Μαρίας Χριστίνας και όλα εκείνα τα κουφά που τόσες μέρες τώρα την άκουσαν να τους λέει; Κουφά ή όχι όμως, να που επαληθεύονταν με μαθηματική ακρίβεια. Και καλά αυτοί, ήταν φίλοι της και έτειναν ευήκοον ους σε ό,τι τους έλεγε. Μα το έργο της αστυνομίας ήταν άλλο. Να είναι καχύποπτη με τους πάντες μέχρι που να αποκαλυφθεί η όλη αλήθεια. Και ως τότε, ο δρόμος μακρύς! Όσο περνούσε η ώρα, την ας την πούμε “ανακούφιση” της εύρεσης του νεκρού αγοριού (αυτός θα ήταν, δε θα ήταν άλλος) διαδέχτηκε μια άλλη οδυνηρή και μεταφυσική σκέψη στο μυαλό της Μαρίας Χριστίνας. «Τι μου συμβαίνει, Θεέ μου; Τι γίνεται με μένα και τα όνειρά μου; Και να έχεις και τους ειδικούς να σου ισχυρίζονται ότι εμείς φτιάχνουμε τα όνειρά μας, εμείς τα σκηνοθετούμε με διάφορες παραλλαγές! Πώς ήταν δυνατόν εγώ να γνωρίζω την οικογένεια του νεκρού παλικαριού καλύτερα από την αδελφή μου την ίδια; Δικός της κουνιάδος ήταν. γιατί να μη “δει” εκείνη όλα αυτά που έζησα εγώ; Εγώ ζήτημα είναι αν όλους εκείνους τους από χρόνια πεθαμένους, 385


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στην πραγματικότητα τους είδα τρεις τέσσερις φορές όλες κι όλες, και πολλές λέω. γιατί αυτή η αλλόκοτη προτίμηση στο άτομό μου; Και βέβαια αυτή τη φορά τον ψυχίατρο δεν τον γλυτώνω. Αν δε η μοίρα μου επιφυλάσσει καμιά δυο ακόμη τέτοιες ιστορίες θα σημαίνει, αφενός ότι είμαι κάτι σα μέντιουμ και αφετέρου ότι τα νεύρα μου θα γίνουν όχι απλώς τσατάλια που λένε, αλλά θα διαλυθούν εξ ων συνετέθησαν, οπόταν έχετε γεια βρυσούλες...» ο ςωτήρης, σα να μάντεψε τον χαμό που γινόταν στο μυαλό της φίλης του τη χάιδεψε τρυφερά. «Μη φοβάσαι, μωρό. Δεν είναι κατάρα αυτό που σου συμβαίνει. Έχεις μια παράξενη είναι η αλήθεια ικανότητα ενόρασης που σπάνια συναντιέται σε συνανθρώπους μας. ςύμφωνοι. Μα αυτό είναι χάρισμα, να το ξέρεις, αρκεί να το δεχτείς να ζεις μαζί του και να μη σε βασανίζει. Δώσε του χώρο στη ζωή σου για να μπορείς να βοηθάς, να δίνεις λύσεις και απαντήσεις σε παράξενα ερωτήματα. Πού το βλέπεις το κακό; Θέλεις τη συμβουλή μου; Ωραία, μην πάσχεις λοιπόν κάθε φορά που ένα σου όνειρο γίνεται κουραστικό και επίμονο. Θέλει να κάνει το κέφι του έως ότου σου ξεκαθαρίσει τι ακριβώς θέλει από σένα. Ας το να κάνει παιχνίδι, έχει και αυτό την πλάκα του. Άλλοι στη θέση σου, θα το είχαν καλλιεργήσει, μη με ρωτάς με ποιον τρόπο, δεν ξέρω να σου πω. Θα το είχαν κάνει επάγγελμα εδώ και καιρό και θα είχαν γίνει εκτός από πλούσιοι, διάσημοι και περιζήτητοι. Μπορείς ακόμη να κάνεις επιλογή με ποια σου όνειρα να ασχοληθείς μην πάθεις και υπερκόπωση κιόλας, μωρό. 386


θάνατος στο πάρκο

»Αυτό το τελευταίο ήταν αλήθεια λίγο επίπονο, εκτός από επίμονο, είχε βλέπεις να κάνει με φόνο όπως και εκείνο του Παρισιού. Μόνο που εκείνο σου ήρθε από το μέλλον, ενώ τούτο εδώ από το απώτερο παρελθόν. για θυμήσου και εκείνο με τις μαύρες τουαλέτες. Δε χρησίμευσε σε κάτι; Να γράψω δηλαδή ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο στο μυθιστόρημά μου τότε που η έμπνευσή μου είχε μπλοκαριστεί; Ηρέμισε λοιπόν και έλα να δούμε τι θα γίνει με τούτη δω την ιστορία. Η αστυνομία νομίζει ότι έπιασε λαβράκι χωρίς καν να πάει για ψάρεμα. Μόνο του ήρθε το ψάρι και κάθισε στο πιάτο τους. Τι να πουν; “δε σε τρώω;” οι άνθρωποι αυτοί ζουν μια ζωή μονότονη, με εγκλήματα συνηθισμένα, καθημερινά που δεν τα κάνουν κέφι. Είδες πώς έκαναν για τούτο δω; Φονικό, το δίχως άλλο, μα να σκότωσαν και το σκύλο μαζί του; γιατί; »Να σου πω εγώ το γιατί. γιατί το ζωντανό νύχτα και μέρα θα κλαψούριζε στα ριζά του βράχου εκεί που ήταν θαμμένο το παιδί. οπόταν και πανίβλακες να ήταν όλοι, θα καταλάβαιναν ότι κάποιο λάκκο είχε η φάβα, δηλαδή, κάτι έκρυβε ο βράχος, που δεν ήταν και γρανιτένιος και ήταν εύκολο να λαξευτεί και να χρησιμοποιηθεί σα σαρκοφάγος. Και έτσι το σκότωσαν και έθαψαν και αυτό μαζί με τον ήδη νεκρό νεαρό άντρα. Μπορεί πάλι το πιστό σκυλί μη θέλοντας να ζήσει μετά τον θάνατο του κυρίου του, να τρύπωσε κάποια στιγμή στο κοίλωμα και να πέθανε από ασφυξία. Έχουμε χιλιάδες τέτοια παραδείγματα αυτοθυσίας. »Αυτό δε θα το μάθουμε, όπως ίσως να μη μά387


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

θουμε και τον τρόπο θανάτου του παλικαριού. Όμως δεν ξέρω πάλι. οι ιατροδικαστές και οι ανθρωπολόγοι βρίσκουν από τι πέθανε ένα ταλαιπωρημένος σκελετός που βρέθηκε σε ανασκαφή θαμμένος πάνω από 2500 χρόνια και δε θα βρουν την αιτία θανάτου ενός νεαρού σκελετού πενήντα ή εξήντα ετών; Θα πάρουν δείγμα προφανώς για DNA και με τι θα το αντιπαραβάλουν; Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκονται τα οστά του γέρου. Μα για στάσου, η αδελφή σου θα ξέρει βέβαια πού είναι τα οστά του συζύγου της. Ναι; οπόταν δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα μου πεις και ποιος ο λόγος και το όφελος; Ε, πώς. »Να υπάρξει ταυτοποίηση προς αποφυγή του “μήπως” και του “λες”. Να ψάλει ο παπάς μία ευχή να αναπαυτεί η ψυχή που βολοδέρνει για χρόνια, γιατί θάφτηκε σα σκυλί, ενώ ο σκύλος σαν άνθρωπος! Δεν μπορεί να έκανε μάταια τέτοιο ταξίδι στο χρόνο μέσω του ονείρου σου. Δεν έχουν και άδικο οι παλιοί που λένε ότι ο πεθαμένος, όσα χρόνια και αν περάσουν δε βρίσκει αναπαμό αν δεν αποκαλυφτεί ο τρόπος του θανάτου του και ο ίδιος ο φονιάς του». «ςωτήρη, ςωτήρη, η φαντασία μας καλπάζει. Μάθαμε στα σίγουρα ότι ο νεκρός είναι ο κουνιάδος της αδελφής μου; Τώρα άλλα πράγματα πρέπει να μας απασχολούν. Τα καχύποπτα όργανα της τάξης λογικό είναι, σαν τους πρώτους ύποπτους να θεωρήσουν εμάς. Δε λένε πως ο δολοφόνος γυρνά στον τόπο του εγκλήματος; Πώς ξέραμε πού να ψάξουμε; Και μη μου πεις ότι θα δώσουν βάση στις φαντασιώσεις μου και τα όνειρά μου; Θα νομίζουν 388


θάνατος στο πάρκο

ότι τους δουλεύω και τους περνάω για αφελείς επαρχιώτες». «Ναι, αλλά γιατί να τους ειδοποιήσουμε για την ανακάλυψή μας; μπορούσαμε να το κρατήσουμε κρυφό». «Και ο κυρ-Ηλίας; Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Θα κρατούσε τέτοιο μυστικό για χάρη μας; γιατί να κάνει εμάς καλύτερα από τις αρχές; Την ανάγκη τους έχει και όχι τη δική μας. Εμάς πότε θα μας ξαναδεί; οπόταν αυτός ο πονηρός ελιγμός μας δε στέκει. Και δε μου λες, ςωτήρη, αν ο ιατροδικαστής αποδείξει τον χρόνο θανάτου του σκελετού εγώ τι σχέση μπορώ να έχω; Δε θα υπήρχα όχι σα νήπιο τότε, αλλά ούτε σα σκέψη στην κοιλιά της μάνας μου. Η μόνη του ίσως υποψία εναντίον μου, ότι ξέρω ποιος ήταν ο δολοφόνος και τον καλύπτω για να διαφυλάξω την τιμή της οικογένειας»... «Τι να σου πω, αγαπητή miss Marple. για το αστυνομικό σου δαιμόνιο και την ευστροφία, σου βγάζω την τραγιάσκα μου, ελλείψει καπέλου. Μπράβο το κορίτσι μου». «Νάτοι έρχονται. Ας δούμε τι θα ακούσουν τα αφτάκια μας». ο αστυνόμος με ύφος χιλίων Καρδιναλίων τους «για να τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, πατριώτες. Όργανον, καφέδες για όλους και σβέλτα». «Yes, Sir». «Λοιπόν ακούω. οι κυρίες πρώτα». «Όχι οι κυρίες, κύριε αστυνόμε Άλφα ή Βήτα μου (με συγχωρείτε αν μου διαφεύγει ο βαθμός σας), η 389


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

κυρία να λέτε, δηλαδή, εγώ. οι φίλες μου, ουδεμία σχέση έχουν με την υπόθεση. Προσφέρθηκαν να με συντροφεύσουν στο ταξίδι μου στα μέρη σας και απλά παραβρέθηκαν στη μακάβρια αποκάλυψή μου». «Καλώς, καλώς. ςυνεχίστε παρακαλώ». Και η Μαρία Χριστίνα άρχισε να του ξετυλίγει το κουβάρι των ιδιαιτεροτήτων που είχαν τα όνειρά της. ο αστυνόμος την ξαναδιακόπτει λέγοντας. «Κυρία μου, να εξηγούμεθα. Ειλικρινά, σας δίνω μήπως την εντύπωση ενός αφελούς επαρχιώτη αστυνομικού; Μοιάζω για τόσο ηλίθιος να κάθομαι εδώ και να χάνω τον καιρό μου ακούγοντας τις μαλα..., τις εξυπνάδες που μου ξεφουρνίζετε; Μα τι είναι αυτά που μου λέτε για ενοράσεις και κουραφέξαλα και μοιάζετε για άνθρωπος μορφωμένος, ή πέφτω έξω;» «Λυπάμαι, κύριε αστυνόμε Άλφα ή Βήτα μου, αυτά που σας είπα και θα τα ξαναπώ όσες φορές κι αν χρειαστεί, δεν απέχουν της αληθείας ουδέ γραμμής. Και επειδή κατανοώ τις απορίες σας, στη θέση σας θα έκανα το ίδιο, έρχομαι να σας προτείνω να καλέσετε πέντε έξι ψυχολόγους να αποκτήσουν άποψη επί του θέματος και να διαφωτίσουν το σκότος των αποριών και υποψιών που καταφανώς έχετε για το πρόσωπό μου. Θα μου προσφέρετε μεγίστη εξυπηρέτηση γιατί ούτως ή αλλιώς αυτό σκόπευα να κάνω κι εγώ μόλις μου επιτρέπατε να αφήσω το φιλόξενο τούτο γραφείο σας». «ςυνεχίστε παρακαλώ, κυρία μου. Δεν ξαναδιακόπτω, θα προσπαθήσω να φανώ ψυχραιμότερος 390


θάνατος στο πάρκο

και κατά το δυνατόν ευγενέστερος. Πράγματα δύσκολα, βέβαια, αλλά θα κάνω το καλύτερο. Αν μη τι άλλο θα προσπαθήσω...» «Κύριε Αστυνόμε, μήπως θα ήταν καλύτερα να περιμέναμε και τον κύριο εισαγγελέα; Όσο να ’ναι ως καθ’ ύλην αρμόδιος ίσως να έβλεπε την υπόθεση με λιγότερη καχυποψία. Δεν ξέρω, αλλά έχω την εντύπωση ότι αν τα γεγονότα αυτά συνέβαιναν κάποια χρόνια πριν, τότε που για να έρθουμε σε τούτα δω τα μέρη χρειαζόμασταν διαβατήριο, ίσως και να βρισκόμουν ακόμη μέσα σε κανένα μπουντρούμι και ευκολότερα θα ανακάλυπταν οι δικοί μου τον νεκρό που εξετάζει τώρα ο γιατρός παρά εμένα την τύποις “ζωντανή”. Από τη στιγμή αυτή ό,τι θέλετε θα το συζητάτε μετά του συνηγόρου μου που παρευρίσκεται στη συντροφιά μας. Και το αμέσως επόμενο βήμα μου θα είναι να καλέσω τον κουμπάρο μου τον ςτέφανο Μακρή να λύσει τον γρίφο. γιατί, το βλέπω ότι εσείς μεροληπτείτε εναντίον μου και αναρωτιέμαι γιατί». Και η συζήτηση συνεχίστηκε σ’ αυτό το στυλ μεν, αλλά γινόταν όλο και πιο πολιτισμένη. Να ήταν η παρουσία του δικηγόρου; Το όνομα το μαγικό του Μακρή που άνοιγε πόρτες κλειστές και προκαλούσε δέος από τα κατώτατα μέχρι τα ανώτατα όργανα της Αστυνομίας; Ή και η ευγλωττία της Μαρίας Χριστίνας και η πειστικότητα των λεγομένων της; Όλα αυτά μαζί, σαφέστατα. ο Αστυνόμος ανέκρουσε πρίμνα και ήταν αυτή μια πρώτη ανάσα και ένα πρώτο χαλάρωμα στις τεντωμένες μέχρι διαρραγής χορδές της κιθάρας 391


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

που ήταν τα νεύρα όλων τους. Με τούτα και με τ’ άλλα η ώρα είχε περάσει και οι άνθρωποι πεινούσαν. ο καλόβολος ερημίτης ζήτησε και πήρε την άδεια να πάει μέχρι το σπίτι του να φέρει κάτι να τσιμπήσουν. Τον πήγε με το περιπολικό ο αστυφύλακας γιατί ήταν αρκετή η απόσταση. Επέστρεψε με μια σακούλα χθεσινοβραδινό μα αφράτο ψωμάκι και με εκείνο το θεσπέσιο τυρί. Αχλάδια από το περβόλι του και μελωμένα σύκα. Κάθισαν όλοι στη βεράντα της αστυνομίας και τα καταβρόχθισαν. Έτσι καρδαμωμένοι και με αναπτερωμένο το ηθικό βάλθηκαν να αντιμετωπίσουν τον εισαγγελέα και τον ανακριτή που εντωμεταξύ επέστρεψαν από την έρευνα του βράχου μαζί με το γιατρό. «Καλώς τον κύριο προϊστάμενο. Περίεργη υπόθεση για τα δεδομένα της περιοχής μας, δε βρίσκετε; Μας έχει συγκινήσει και ο σκύλος... Να τον σκότωσαν κι αυτόν;» «Όλες μας τις απορίες θα τις λύσει ο γιατρός, μην ανησυχείτε καθόλου». οι νεοφερμένοι χαιρέτησαν με εγκαρδιότητα την ομήγυρη, κάτι είπαν με τον αστυνομικό ιδιαιτέρως και ξαναφύγαν για τον βράχο. Θα επέστρεφαν γρήγορα, είπαν. Πήραν αυτή τη φορά μαζί τους και τον αστυνομικό, αρνούμενοι την όποια άλλη παρουσία. Μα πώς στην ευχή θα ανέβαιναν πάλι στον βράχο, ήταν τόσο εύκολο γι’ αυτούς; Ήταν και μιας κάποιας ηλικίας και αυτό ήταν επικίνδυνο. Έχοντας ειδοποιηθεί για το δύσκολο της πρό392


θάνατος στο πάρκο

σβασης είχαν φέρει μαζί τους όλα αυτά που θα διευκόλυναν το έργο τους. οι άνθρωποι ήξεραν τη δουλειά τους. Με σπιρούνια πιο εξελιγμένης τεχνολογίας, ξανασκαρφάλωσαν στον βράχο, προσέχοντας και την παραμικρή τους κίνηση, γιατί το τσίρκο τούτο δε διέθετε δίχτυ ασφαλείας για τα ακροβατικά τους. ο γιατρός έβαλε με προσοχή σε μια σακούλα τα ανθρώπινα οστά και σε μιαν άλλη του ζώου. Ήταν όντως σκύλου, όπως είπε. Το έμπειρο μάτι του διέκρινε κάτι στο δάπεδο της σαρκοφάγου τελικά, που έμοιαζε με πλάκα που πάλαι ποτέ χρησιμοποιούσαν στην πρώτη τάξη του Δημοτικού σχολείου. ςκεπασμένη με ένα στρώμα παχιάς πετρωμένης σκόνης συμβούλευσε τον αστυνομικό με μια σπάτουλα να την ξεκολλήσει από το δάπεδο με προσοχή για να μη σπάσει. Ίσως και να ήταν σπουδαίο το εύρημα, που θα “μιλούσε”, ενώ οι νεκροί δεν το μπορούσαν! ο αστυνομικός, αφού την ξεκόλλησε, σα να κρατούσε το ιερό Δισκοπότηρο, την τοποθέτησε σε μια πάνινη τσάντα. Και κατέβηκαν από τα ύψη κλείνοντας πρώτα με τη σχετικά ελαφριά πόρτα το άνοιγμα της μικρής σπηλιάς. Με το που κατέβηκαν, πιάνει μια μπόρα σαν την προηγούμενη, και ο ιατροδικαστής με μεταφυσική διάθεση είπε «Θαρρείς και η βροχή ήρθε να ξεπλύνει το ανοσιούργημα που έλαβε χώρα σε τούτο το μέρος αρκετές δεκαετίες πριν». «Πολύ πιθανόν πολύ πιθανόν. Άκουσα σήμερα τέτοια μεταφυσικά που ίσως και τούτη η βροχή να έχει σχέση μαζί τους», είπε ο αστυνομικός γελώντας. Μέχρι να μπουν στο αυτοκίνητο ήταν βρεγμένοι 393


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μέχρι το κόκαλο. Έμοιαζαν σα να έχουν βγει από το πλυντήριο, χωρίς να περάσουν από τη φάση του στυψίματος!... Πρώτο τους μέλημα σαν έφτασαν στο τμήμα, ήταν να βάλουν στεγνές καθαρές στολές και ήταν να πεθαίνεις στα γέλια με το γιατρό με στολή αστυφύλακα δυο τρία νούμερα πιο στενή για τα κιλά του. Αυτή διέθετε όμως το κατάστημα... γελούσαν όλοι. Καλό σημάδι. Δεν ήταν προκατειλημμένοι εναντίον των πρωτευουσιάνων. Το ένα από τα δωμάτια του Αστυνομικού Τμήματος μετατράπηκε σε εργαστήριο του ιατροδικαστή. Άπλωσε τα οστά σε ένα τραπέζι (θα ήθελαν να ήξεραν τα κορίτσια αν αυτό το τραπέζι θα το ξαναχρησιμοποιούσαν για τον οποιονδήποτε λόγο οι αστυνομικοί μετά) και με προσοχή εξέταζε τα οστά. γνωμάτευση: «Θάνατος του ανθρώπου από κτύπημα στο πίσω μέρος της κεφαλής όχι από φονικό όπλο ούτε από κτύπημα χειρός. Θα πρέπει κάποιος να βιαιοπράγησε πάνω του έντονα και ο νεαρός άντρας 18-20 χρόνων έπεσε κάτω και κτυπώντας σε σκληρό έδαφος ή σκαλοπάτι έμεινε στον τόπο. Έμμεση δολοφονία δηλαδή. Αυτή είναι η τελική μου γνωμάτευση και άλλο να προσθέσω δεν έχω. Η εξέταση του DNA θα πιστοποιήσει επισήμως την ταυτότητα του νεκρού. Αν πρόκειται για τον νεαρό της ιστορίας που μας είε η κυρία, να γιατί δεν τον εύρισκαν οι έρευνες που γίνονταν, αφού ήταν ήδη νεκρός και θαμμένος στον βράχο». Τότε θυμήθηκε και το εύρημα της σαρκοφάγου, 394


θάνατος στο πάρκο

την πλάκα δηλαδή. Την πόντισαν σε έναν κουβά με χλιαρό σαπουνόνερο και όταν την έβγαλαν τους περίμενε η μεγαλύτερη των εκπλήξεων. Χαραγμένα πάνω της διάβασαν τα εξής: «Είναι ο γιος μου ο μικρός. Δεν πέθανε από το χέρι μου. Όμως πέθανε εξαιτίας μου. Τον κτύπησα, έπεσε και πέθανε επί τόπου. Είθε όταν πεθάνω να μην λιώσω ποτέ. Να βασανίζομαι ες αεί στον Άδη που θα βρεθώ σε λίγο». «οπόταν, κυρίες και κύριοι, έχουμε και το όνομα του μικρού και το όνομα του “εξαιτίας”. Δε χρειάζεται πια το DNA. Ένας παπάς χρειάζεται να ψάλει για τους νεκρούς. Ειδοποίησε, αστυφύλαξ, τον παπαΛάμπρο εκ μέρους μου. Τελικά ο γέρος δεν ήταν και τόσο κάθαρμα, κατά την ταπεινή μου γνώμη». Όλοι είχαν μείνει βουβοί μ’ αυτά που άκουγαν. Μέχρι που η Μαρία Χριστίνα βρίσκοντας τη μιλιά της είπε. «Βρίσκω σωστό, τα οστά του παιδιού και του πιστού του σκύλου να ταφούν ξανά εκεί που βρέθηκαν. Κι η πόρτα να χτιστεί έτσι που να μην μπορέσει κανείς να την ξανανοίξει. Θα το κάνει αυτό ο κυρΗλίας, έτσι πατριώτη; Έτσι, τα δύο δυστυχισμένα πλάσματα που πέθαναν γιατί αγάπησαν πολύ, θα βρουν επιτέλους τη γαλήνη». Έτσι και έγινε. Μια σεμνή σύντομη τελετή με έναν παπά να ψάλει και να εννοεί αυτά που λέει, με την η παρέα των τεσσάρων, τις Αρχές και τον κυρΗλία να παρακολουθούν κατασυγκινημένοι. 395


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Από εκείνο το ίδιο της βράδυ, η Μαρία Χριστίνα δεν ξαναείδε όχι μόνο το γνωστό της όνειρο, αυτό που τη βασάνιζε, αλλά και κανένα άλλο. Έως πότε θα κρατούσε το διάλειμμα, δεν ήξερε βέβαια. Ένιωθε λυτρωμένη αλλά και ικανοποίηση που μπόρεσε να προσφέρει τέτοια υπηρεσία σε μιαν ανθρώπινη ανυπαρξία, στο αιώνιο ταξίδι της ψυχής της. Δεν ήταν καθόλου “λίγο”. Ήταν;

396


Το γράμμα

397


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

398


I

«ς

ωτήρη, φίλε μου, ερχόμαστε. Έρχεται το quarteto για να γίνει με τη Ζωή και εσένα το ακτύπητο γνωστό sexteto. Ε, και τι έχει να γίνει... Μόλις φτάσουμε Αθήνα δε θ’ ανοίξουμε βαλίτσες. ςε δύο ημέρες ακριβώς θα ξαναφύγουμε για το νησί της γυναίκας μου και οι έξι μας. Και άκου. Δε δέχομαι κανέναν δισταγμό και ουδεμία αντίρρηση. »Έχω πάρει μια τέτοια overdose συννεφιάς και βροχής και άλλο δεν την αντέχω τη γηραιά Αλβιόνα. Πώς αντέχουν οι βόρειοι λαοί μου λες; Θέμα συνήθειας ίσως, σύμφωνοι. Μα ο έρμος ο οργανισμός τους δεν κάνει καμιά ψιλοεπανάσταση να πούμε; Πόσο μου έλειψε ο ήλιος η θάλασσα οι μυρουδιές του καλοκαιριού του ελληνικού, που δε συγκρίνονται με καμιά άλλη ατμοσφαιρική μυρουδιά. Τέλος ιουλίου εδώ και μοιάζει με φθινόπωρο. Όχι πως έχω τίποτα με το φθινόπωρο, είναι η εποχή που αγαπώ, ναι, αλλά όταν έρχεται τότε που πρέπει, αφού έχεις χορτάσει καλοκαίρι. »Πες το στη Ζωίτσα. Δε νομίζω να μη θελήσει να περάσει λίγες ημέρες με τους φίλους της. Εξυπακούεται, ότι θα το πείτε και στη Βίρνα. Ευκαιρία οι δύο φίλες να βρεθούν μαζί. Τα παιδιά, ας μείνουν με τις γιαγιάδες για λίγο, δεν παθαίνουν και τίποτα. Μετά θα πάμε όλοι μαζί. Πώς είναι η Βίρνα, ςωτήρη; Ανησυχώ πολύ μ’ αυτή την απάθεια που μου λένε 399


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ότι την έχει καταλάβει. Δεν έχει και άδικο η καημένη. ςε όλους μας λείπει ο Τίτο, ο αγαπημένος της σύζυγος, που δεύτερος σαν αυτόν δεν υπάρχει. »Φίλε, εγώ τώρα σ’ αφήνω. Μα εσείς μη με αφήσετε με το παράπονο ότι δε θα είμαστε μαζί τούτο το καλοκαίρι, γιατί δε νοούνται διακοπές χωρίς εσάς και το ξέρεις καλά». γλώσσα δεν έβαζε μέσα του ο διάσημος ντετέκτιβ ςτέφανος Μακρής. ο ςωτήρης νευρίασε με τον εαυτό του μετά, που δε σκέφτηκε να τον ρωτήσει «Και οι δουλειές σου, βρε ςτέφανε; Εσύ δεν προλαβαίνεις ανάσα να πάρεις, και προσβλέπεις τώρα σε μακροχρόνιες διακοπές; Πώς και έγινε ένα τέτοιο θαύμα; Μέσα στους εκατοντάδες ναούς της Νομικής επιστήμης ποιον ναό διάλεξες να σου βγάλει ένα τέτοιο καραμπινάτο διαζύγιο από τον απηνή σου και συνεχή διωγμό κατά των παντός είδους μαχαιροβγαλτών, φονιάδων, μαφιόζων και δε συμμαζεύεται; ούτε που μπορούσα να το διανοηθώ. ςίγουρα ο θάνατος του Τίτο σου έδειξε την προσωρινότητά μας και ότι η ζωή δεν μπορεί να περιμένει. Άφησε που είναι τόσο απελπιστικά μικρή με όποιο χρονόμετρο και αν τη μετρήσεις. Δε λέω να τη μετρήσεις βέβαια με το ρολόι του σύμπαντος, γιατί συγκρινόμενη μ’ αυτό, είναι τόσο ανύπαρκτη που το χρονόμετρο παρ’ όλη την ευαισθησία του... μηχανήματος μήτε που την πιάνει. »Και κάτι ακόμα. οι δουλειές είναι δουλειές και αν δεις ότι βιάζονται, ε, ας αλλάξουν ρότα προς άγραν βοηθείας. Μακρής βέβαια εύκολα δε βρίσκεται, αλλά και τι να κάνουμε; Αφού κι εσύ τελικά κατάλαβες 400


θάνατος στο πάρκο

ότι η ζωή άρχισε μαζί σου να θυμώνει επειδή της είχες κλέψει ακόμη και τον ελάχιστο χρόνο που της διέθετες. Έμαθες, λοιπόν, ότι άμα η ζωή μας θυμώνει, όλα τα άλλα βάσανα μοιάζουν αστεία και μόνον αν είσαι κωλόφαρδος και δε σου το κρατήσει μανιάτικο που λένε, τη σκαπουλάρεις και γλυτώνεις, έχοντας φτάσει στο νυν και αεί, όχι στο παρά πέντε δηλαδή, αλλά στο οn the dot». Πάνω κάτω αυτές ήταν οι σκέψεις του ςωτήρη και ο υπαρξιακός εσωτερικός του μονόλογος, πράγμα που έπιασε τον εαυτό του τελευταία να κάνει συχνά πυκνά και μάλιστα οι σκέψεις του απέκτησαν και ήχο... Η Ζωή είχε λίγο ανησυχήσει με το παραμιλητό του. ςτην αρχή πίστεψε ότι μιλούσε στο κινητό, για να διαπιστώσει ανήσυχη ότι και μόνος του μιλάει και μόνος του απαντάει και μόνος του γελάει. Έλα, Θεέ μου, τι έπαθε το αγόρι της; γιατί δεν της μιλάει της ίδιας; Το θέμα προς διερεύνηση το δίχως άλλο... Τελικά η “φυγή” του Τίτο έκανε όλους να δουν αυτό που δεν ήθελαν να αντικρίσουν. Και άλλαξαν πορεία πλεύσης. Και αν ένας Μακρής δεν τη γλύτωσε τη σωτήρια αυτή αλλαγή, τότε Τίτο, αξέχαστε φίλε animateur, το μήνυμα ελήφθη, over. Δεν πέρασαν καλά καλά τρεις τέσσερις ώρες από το τηλεφώνημα του διάσημου ντετέκτιβ και ο ςτέφανος ξανά μανά στο κινητό. «Έλα, ςωτήρη, τι είπε η Ζωή; Μη μου πεις ότι δεν ανυπομονείτε όλοι να πάρετε μια θαλασσινή ανάσα; Πάθατε που πάθατε γερό ταράκουλο με τον βράχο 401


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

της Παύλενας, της Μαρίας Χριστίνας ντε... Μου τα διηγήθηκε με το νι και με το σίγμα όλα. Τι να σου πω, ρε φίλε. Δε θέλησα να την προβληματίσω περισσότερο, αλλά δεν είναι και μικρό πράγμα αυτό που της συμβαίνει... Τι να σου πω, εγώ αγριεύτηκα. Αυτή, παιδάκι μου, δε βλέπει στον ύπνο της το έργο μόνο το κανονικό όπως όλοι μας, μα και επαναλήψεις από το παρελθόν ξεχασμένες και θαμμένες ίσως στο υποσυνείδητο, αλλά και ακόμη σκηνές από το έργο της προσεχούς Δευτέρας όπως θα λέγαμε στο σινεμά! Από την άλλη, την παραδέχομαι κιόλας. Μυαλό ξουράφι που λένε. Να δεις τι απαντήσεις μου έδινε σε δύσκολες ερωτήσεις επί του συγκεκριμένου θέματος που της έκανα, με άφησε άναυδο. ςτα απομνημονεύματά μου που μια μέρα θα γράψω, θα της αφιερώσω μεγάλο κεφάλαιο. Το αξίζει ό,τι και αν πεις». Και μ’ αυτήν την ακροτελεύτια φράση του ο ςτέφανος έκλεισε το τηλέφωνο και μαζί μ’ αυτό έκλεισε και ο ςωτήρης λίγο τα μάτια του, που βάρυναν από τον ύπνο. Να πάρει μια μικρή τζούρα ύπνου ήθελε και να “ταξιδέψει” χωρίς τίποτα να σκέπτεται, ούτε ακόμη και τη δελεαστική προοπτική των μαγευτικών διακοπών που τις έβλεπε να έρχονται. Να πεις πως δεν τις ήθελε; ςιγά τραβάτε με κι ας κλαίω, όπως του έλεγε η συγχωρεμένη η γιαγιά του όταν μικρός, έκανε τάχα μου τάχα μου, ότι σαν άντρας που είναι δεν του αρέσουν τα χάδια της και οι αγκαλιές, ενώ ψοφούσε για μια της κουβέντα τρυφερή και μια ακόμη πιο ζεστή αγκαλίτσα. Η γιαγιά του! Η γυναίκα της ζωής του όπως συ402


θάνατος στο πάρκο

νήθιζε να την αποκαλεί κάνοντας τη Ζωή να βγάζει καπνούς απ’ τα ρουθούνια της. «Τι ζηλεύεις, κοριτσάκι; Μια μέρα που θα γίνεις γιαγιά και συ και κάνουν για σένα σαν τρελά τα εγγόνια σου, θα με καταλάβεις». Και η Ζωίτσα σαν κορίτσι σπαθί που ήταν ηρεμούσε, σταματούσαν οι τσιμινιέρες να βγάζουν καπνούς και έμενε στο πρόσωπό της μόνο μια μικρή γκριμάτσα θυμού για να μην περάσει και η σκηνή έτσι, αβρόχοις ποσίν... Βλέπεις, η ίδια δεν είχε γνωρίσει στη ζωή της καμία από τις δύο της γιαγιάδες. Τις έχασε όταν ήταν παιδί μικρό, και μόνο μια αδιόρατη θύμηση όχι των ματιών της μα πιότερο της καρδιάς στόλιζε τις αναμνήσεις και τα όνειρά της. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, επίμονο και εκνευριστικό, έδιωξε την υπνηλία και την επιθυμία ονείρων... «Ποιος να ’ναι, που να τον πάρει και να τον σηκώσει; Καλά, έτσι και πάμε διακοπές θα απαιτήσω από την παρέα, κινητά μαζί μας να μην έχουμε. Τραβάτε με και ας κλαίω, ναι, μα και τα νεύρα μου απαιτούν ηρεμία. Την έχω τόσο ανάγκη. Πόσο νοσταλγώ εκείνη την απόλυτη ησυχία και την παντελή έλλειψη και του παραμικρού θορύβου παρά μόνο τους κτύπους της καρδιάς της φύσης, σ’ εκείνο το χωριό που θα μου μείνει αξέχαστο. οι κτύποι της καρδιάς της φύσης, μια συμφωνική μουσική δηλαδή, που η ίδια συνέθεσε για να ηρεμεί τα πλάσματά της, να τα νανουρίζει και να τα ενώνει τελικά μαζί της! Να γινόταν λέει... Να μπορούσα λέει... Να το αποφάσιζα λέει... Και να πήγαινα, έστω για δυο 403


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τρεις ημέρες να μείνω στην καλύβα του ερημίτη». Ήταν μια σκέψη αυτή, που όλο και συχνότερα τριβέλιζε το μυαλό του, αλλά δεν τολμούσε να την πει σε κανέναν γιατί ήξερε θα δημιουργούνταν περίεργες εντυπώσεις. Και εκεί που θα πάλευε να ηρεμήσει μέσα στην ποθητή απόλυτη ησυχία να έχει μετά να αντιπαλέψει και με τα παράξενα βλέμματα των δικών του και να δίνει εξηγήσεις. Όχι πως δεν τους δικαιολογούσε. Άντρας κοντά πενήντα χρόνων και ήθελε, σα να λέμε, να μονάσει; «Μοναχός, ςωτήρη μας; Καλόγερος; Αμ, έχεις, καημένε μου, υπόψη σου τι τραβάνε οι έρμοι οι καλόγεροι; Εσύ πριν λίγο νευρίασες με ένα λάθος κουδούνισμα του τηλεφώνου σου, ε; ςκέψου τώρα να σου κόβουν τον ύπνο και τα όνειρα οι καμπάνες πέντε έξι μοναστηριών σα σε συναυλία όλες μαζί, πολύ πριν ανατείλει ο ήλιος, να σε ξεκουφαίνουν έστω και μελωδικά και να σε καλούν σε ομαδική προσευχή! Επί τη ευκαιρία, αναρωτιέμαι γιατί θα πρέπει ντε και καλά να προσευχηθείς μέσα στα άγρια ξημερώματα; Δύο τρεις ωρίτσες δηλαδή αργότερα ο Θεός θα είναι απασχολημένος και δε θα μπορεί να ακούσει τις προσευχές σου; Παράξενα πράγματα, που δεν είμαστε βέβαια και καθ’ ύλην αρμόδιοι να τα ξεδιαλύνουμε». Και εκεί που τα σκεπτόταν όλα αυτά και με βλέμμα απλανές κοίταζε έναν Φασιανό και έναν Μόραλη που στόλιζαν τον απέναντι τοίχο του δωματίου του, με το κορμί του σε μια χαλάρωση που γρήγορα θα τον ξαναβύθιζε σε έναν ευεργετικό ύπνο, το άκουσε περισσότερο, παρά το είδε. 404


θάνατος στο πάρκο

Ένα ανεπαίσθητο σούρσιμο στο πάτωμα. Ένας άσπρος μεγάλος φάκελος είχε γλιστρήσει κάτω από την πόρτα της εισόδου του κάνοντας μία διαδρομή ενός, ενάμισι μέτρου, πάνω στα γυαλιστερά μάρμαρα του προχόλ σταματώντας λίγο πριν από ένα σεκρετέρ. Ευτυχώς, γιατί αν χωνόταν από κάτω του, ούτε και η γυναίκα που του καθάριζε το σπίτι θα τον έβλεπε ακόμη και αν αποφάσιζε να καθαρίσει και από κει κάτω! Και τότε δε θα μάθαινε τι έλεγε η επιστολή, παρά μόνον ίσως, όταν θα ήταν πια πολύ αργά για δάκρυα ςτέλλα... Να σηκωθεί λοιπόν να τον πιάσει; Δε βαριέσαι. Κανένα διαφημιστικό θα είναι. Με την καινούρια μόδα, διαφημίζει κανείς στο σπίτι σου ό,τι νομίζει ότι θα έχει θετικό αποτέλεσμα, και το μόνο που καταφέρνει είναι να γεμίζει με σκουπιδαριό την είσοδό σου και εσύ να βλασφημάς τόσο τον διαφημιζόμενο όσο και τον φουκαριάρη υπαλληλίσκο που το έριξε κάτω από την πόρτα σου, αφού πρώτα κτύπησε όλα τα κουδούνια της πολυκατοικίας σου μαζί. «ςωτήρη, τι θα γίνει λοιπόν θα το ανοίξεις ή όχι;», μονολόγησε, «περιέργεια δεν έχεις; Αντέχεις τον πειρασμό να μην το αρπάξεις, να το ανοίξεις, να δούμε τι μαλα... τέτοιες, θα έχουμε να τραβήξουμε πάλι με σένα και την παρέα σου. γιατί ένα είναι σίγουρο, το μυρίζομαι. Κάτι καινούριο ανατέλλει εκεί πέρα ψηλά στον ροδοκόκκινο ορίζοντα πίσω από την κορυφή του βουνού. Μα θα ’ναι ευχάριστο; Μα θα ’ναι δυσάρεστο; Μα θα ’ναι ενδιαφέρον; Ένα το βέβαιο. Η ηρεμία που λαχταρούσα, μόλις άρχισε να πηγαίνει περίπατο μόνη της, χωρίς εσένα, ςωτήρη. 405


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Αυτό, παρά πάνω από αναμφισβήτητο». Διαβάζει φωναχτά, εύηχα και αργά. «Να πεις στον ιμιτασιόν Πουαρώ, όπως και σε όλη τη σκατοπαρέα σας ότι η υπόθεση που θα του ζητηθεί να ασχοληθεί μαζί της, είναι κάτι που βλάπτει σοβαρά την υγεία σας. Και επειδή γνωρίζουμε καλά ότι θα του ζητηθεί γραπτώς και ενυπόγραφα, απαίτησή μας είναι αυτή η επιστολή ανάθεσης να ταχυδρομηθεί σε μας, αφού την παραλάβετε (θα ενημερώσουμε επ’ αυτού, ταχυδρομικές θυρίδες κτλ) και εσείς να πάτε στις διακοπές σας και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Απαιτούμε πολλά; Όχι. Αύριο ο Μακρής θα είναι Αθήνα. Θέλουμε λοιπόν την επιστολή. Εντάξει; Άντε μπράβο». «Τα ’δες, ηρεμία μου; Βλέπεις τι ωραία που θα περάσω χωρίς εσένα πλάι μου; Άντε τρεχαλητά και κίνδυνοι και αυτή τη φορά όχι αθώα μεταφυσικά, αλλά η μίζερη σκληρή πραγματικότητα. Και έκανες τόσα όνειρα, φτωχέ μου (ε, όχι και φτωχέ μου, μη λέμε και ό,τι μας κατέβει) ςτέφανε... Να δω πώς θα το πάρεις! Είμαι πολύ περίεργος», μονολόγησε δυνατά ο ςωτήρης. Και συνέχισε «Εγώ τώρα, τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω; Να πω στη Ζωή την επιθυμία του ςτέφανου για διακοπές ή να προτιμήσω να της πω την επιθυμία των κακοποιών που είναι περισσότερο από σίγουρο ότι θα μας βάλουν να χορέψουμε όχι απλό καλαματιανό αλλά έναν έξαλλο πυρρίχιο που τύφλα να ’χουν τα μπαλέτα της Ντόρας ςτράτου. ςιγά και ο ςτέφανος μην ενδώσει στην απαίτηση μαφιόζων. 406


θάνατος στο πάρκο

Το περίεργο ξέρεις ποιο θα ήταν, εαυτέ μου; Να ενδώσει. Είναι δυνατόν αυτό να μην το ξέρουν τα λαμόγια; Το ξέρουν. Τότε προς τι οι απειλές και οι απαιτήσεις; Εκτός αν είναι καινούριοι και δεν ξέρουν ποιος θα είναι ο αντίπαλος και ως εκ τούτου κάνουν την αποκοτιά που έκαναν και τη βλακεία ακόμα παραπάνω. Και εδώ είναι τα δύσκολα, γιατί ο ςτέφανος τη βλακεία τη φοβόταν, δεδομένου ότι (κατά τον Αϊνστάιν) είναι περισσότερο άπειρη και από το άπειρο σύμπαν. Και άντε εσύ να τη φέρεις βόλτα. Εκ πρώτης όψεως ίσως φανούν μουρτσούφλικες οι απαισιοδοξίες του φίλου μας δικηγόρου και συγγραφέα. Όπως και να έχει, ανέτειλε μια υπόθεση αντάξια των τεράστιων δυνατοτήτων του θρυλικού ντετέκτιβ και ο πυρρίχιος που λέγαμε, θα πάρει σβάρνα και μας τους φίλους και κατά κάποιον τρόπο “βοηθούς” του. Δε μένει παρά να διανεμηθούν οι ρόλοι στο cast των ηθοποιών... Παιδιά, καλή μας διασκέδαση».

407


II

Μ

ετά τα καλωσορίσματα, τις αγκαλιές, τα φιλιά και όλες τις σχετικές εκδηλώσεις αγάπης των έξι, συν της Βίρνας που ήρθε αναπάντεχα στην υποδοχή, ο ςωτήρης περίμενε υπομονετικά να δει αν πρώτα ο ςτέφανος θα έλεγε κάτι και ανάλογα θα ενεργούσε και αυτός. Αν, για παράδειγμα, το θέμα “διακοπές” εξακολουθούσε να είναι εν ισχύ και αδιαπραγμάτευτο, οπόταν είχε την υποχρέωση να του μιλήσει για τη γραπτή απειλή. Τι, δηλαδή, να του το έκρυβε; Θανάσιμο λάθος. Αν ο ςτέφανος πάλι δε μιλούσε για διακοπές αλλά για δουλειές και πάλι όφειλε να του μιλήσει. οδός διαφυγής, σα να λέμε δεν υπήρχε. Το θέμα είναι αν θα “δούλευαν” όλοι μέσα σε ένα κότερο ή θα αλώνιζαν τις στεριές με τέτοια ζέστη! Και η βόμβα έπεσε, αφού πρώτα έφαγαν τις πίτσες και ήπιαν τις παγωμένες μπύρες. Με ένα γεμάτο στομάχι και ένα ελαφρύ μεθύσι από παγωμένα ποτά, η όποια δουλειά δε θα φάνταζε σαν αγγαρεία, μα μια δουλειά σαν όλες τις δουλειές. «Που λέτε (σημ. άρχισε ο βομβαρδισμός, κυρίες και κύριοι στα καταφύγια) ανέκυψε μία υπόθεση που ακόμη δεν ξέρω αν την αναλάβουμε. Η ανάθεσή της μου δόθηκε με άκρα μυστικότητα γραπτώς, μα εγώ ακόμη δεν έδωσα την απάντησή μου είτε θετική είτε αρνητική. Περίμενα να συζητήσω πρώτα μαζί σας».

408


θάνατος στο πάρκο

Ανοίγει τον δερμάτινο από φίνο δέρμα, χαρτοφύλακά του με τον κωδικό για το ξεκλείδωμά του και βγάζει ένα μικρό φακελάκι μεγέθους το ένα τέταρτο περίπου απ’ ό,τι ο φάκελος που πήρε ο ςωτήρης. για να επαληθευτεί για μια ακόμη φορά το ρηθέν δια των κοσμικών κύκλων ότι τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια! Επρόκειτο λοιπόν για μία σοβαρή υποψία, που αν επαληθευόταν, το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε θα έριχνε όχι μόνο την κυβέρνηση της χώρας, μα θα άνοιγε τις φυλακές να φύγουν οι κρατούμενοι που υπήρχαν μέσα για να χωρέσουν αυτοί που ήταν απ’ έξω και που τα παραπτώματά τους ήταν ασυγκρίτως μεγαλύτερα. Το αβγό του φιδιού που επωαζόταν μετρούσε ήδη δύο νεκρούς. οι νεκροί, πάντα σύμφωνα με υπόνοιες, ήταν συνεργοί των εχόντων τον πρωταγωνιστικό ρόλο, κατώτεροι όμως στην ιεραρχία και αφού ό,τι ήταν να δώσουν, το έδωσαν, έπρεπε να φύγουν από τη μέση. Όσο λιγότεροι, τόσο πιο ασφαλείς οι υπόλοιποι. Αυτό ήταν το σκεπτικό των ανωτέρων, που τους έβγαλαν από τη μέση... Η καταγγελία που εμπιστεύτηκαν οι εντολοδόχοι στον Μακρή, μαζί με την ανάθεση, όπως είπαμε έγινε γραπτώς με την υπογραφή του διευθυντή της μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας, του Υπουργού των οικονομικών, τη μονογραφή σίγουρα του Πρωθυπουργού και τα στοιχεία που εμπιστεύονταν στον Μακρή, συγκεκριμένα, σαφή και κατά τη γνώμη του αδιάσειστα. Του επέστησαν την προσοχή ότι δεν έπρεπε κανείς να μάθει ούτε ποιες ήταν οι υποψίες, ούτε 409


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ποιον υποπτεύονταν ούτε πώς και ποιοι το ήξεραν και κυρίως ποιοι ήταν οι εντολοδόχοι της έρευνας που ανετέθη στον διάσημο ερευνητή. Απορίας άξιο πώς εμπιστεύονταν ένα τέτοιο θέμα ζωής και θανάτου σε ένα ιδιώτη. Είχε δείξει σημάδια γραφής σε ό,τι του είχε ανατεθεί στο παρελθόν αφενός και αφετέρου η φήμη που τον ακολουθούσε για τον αδέκαστο και αδαμάντινο χαρακτήρα του. γνώριζαν πολύ καλά ότι και το πιστόλι στον κρόταφο να του έβαζαν, είτε αληθινό ήταν αυτό είτε για τα πανηγύρια είτε γεμάτο είτε με μια σφαίρα μόνο σα ρώσικη ρουλέτα, ο ςτέφανος δε θα παρέκκλινε ούτε γραμμή από την ηθική του και την επαγγελματικότητά του. Και σε κάθε περίπτωση, κάποιος τελικά έπρεπε να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Και αυτός ο κάποιος που θα διακινδύνευε, δεν ήταν άλλος από τον Μακρή. Και δεν τονίσαμε και το γεγονός ότι εκτός από την τεράστια όπως πάντοτε αμοιβή του, είχε να προσφέρει μέγιστη υπηρεσία στην ίδια του την πατρίδα απαλλάσσοντάς την, αν, πετύχαινε, από θανάσιμους κινδύνους. Και αυτό ήταν και το μεγάλο δέλεαρ για τον ερευνητή να πει το ναι, τελικά. Και το είπε... βοηθούσης και της παρέας. οποία όμως η έκπληξή του όταν άκουσε τον ςωτήρη να του λέει για τον τετραπλάσιο σε μέγεθος φάκελο με τις αρλουμποειδείς απειλές που έφθασε στα χέρια του με τον τρόπο που περιγράψαμε. Πετάχτηκε πάνω και αναφώνησε. «Παιδιά, και διακοπές και δουλειά. Μυρίζομαι μεγάλα γλέντια. Δεν τα χάνω με τίποτα. Εμπιστευτείτε 410


θάνατος στο πάρκο

με». Ήταν να μην τον εκβιάσεις, να μην τον απειλήσεις. Έτσι και το έκανες, πήγαινες στ’ αποδυτήρια με πέντε γκολ σε βάρος σου, από το πρώτο κιόλας ημίχρονο, σαν τη Βραζιλία ένα πράγμα στο Μουντιάλ (καημένη χώρα τι έπαθες!) Και συνέχισε «Αφήστε με να οργανώσω το όλο πρόγραμμα. Τα πάντα αρχίζουν από αύριο. Καληνύχτα σε όλους»...

411


III

Τ

ο πρώτο τους μπάνιο στον ςαρωνικό, σκέτη απόλαυση. Το ψάρι τόσο φρέσκο που, αν και ψητό, νόμιζες θα φύγει από το πιάτο σου να πάει να κολυμπήσει. Το κρασάκι παγωμένο και το σπίτι στην επιστροφή, έτσι που δεν το είχαν ξαναδεί παρά μόνον όταν μετακόμισαν. Ανάστατο. Και οι ζημιές μεγάλες. Ξεκοίλιασαν στρώματα, πολυθρόνες και ό,τι ήταν εκείνο που κατά τη γνώμη τους μπορούσε να κρύβει τον φάκελο με την ανάθεση. ο θυμός του ςτέφανου μεγάλος και ένα χαρτί στην πόρτα του ψυγείου που έλεγε. «Πού το έκρυψες, το κέρατό σου; (ακολουθεί βρισιά που δε γράφεται ούτε και σε μυθιστόρημα, αν και αυτό είναι της μόδας τελευταία και σε πιάνει εμετική διάθεση να το διαβάζεις...) Αλλά λες να μην το βρούμε; ςε θυρίδα αποκλείεται να το έχεις βάλει, ξέρουμε τις ιδιοτροπίες σου. Μα ιδιότροπος εσύ, επίμονα παιδάκια και εμείς. Άντε και θα δούμε. Χαμένε ξιπασμένε ντετέκτιβ, έτσι θα το βρίσκεις το σπίτι σου όταν επιστρέφεις από όπου κι αν πας, αν δε μας δώσεις τον φάκελο με το χαρτί που σου ζητάμε». «για φαντάσου! Ώστε έτσι ε;», αγρίεψε ο ςτέφανος. «Το πράγμα όσο πάει και γίνεται πιο ενδιαφέρον. Να ξέρετε ότι σκυλιά που γαυγίζουν πολύ, δε δαγκώνουν» συμπλήρωσε. Μετά, μοίρασε τους ρόλους. 412


θάνατος στο πάρκο

«ςωτήρη, έρευνα εκ μέρους σου για εκείνα τα υπαλληλικά στελέχη που θεωρούνται περισσότερο ύποπτα. Το who is who ενός εκάστου εξ αυτών από το νηπιαγωγείο που πήγαινε μέχρι έως πριν λίγο. Τα πάντα. Δικηγόρος με φαντασία είσαι, συγγραφέας επιπλέον. Ξέρεις πώς να κινηθείς». Πήρε μια ανάσα. «Εσύ, Παύλο, εκτός από συνάδελφος ερευνητής είσαι και δημοσιογράφος. Με αυτήν σου την ιδιότητα θα κινείσαι άνετα σε περίεργους χώρους που θα σου υποδείξω. Θα έχεις μάτια και αφτιά ορθάνοιχτα σε ό,τι έχει σχέση με τους υπαλλήλους του μαγαζιού, sorry, της τράπεζας ήθελα να πω». «Κορίτσια, προσοχή στα σπίτια. Κάθε φορά που θα συμβαίνει κάτι παρόμοιο με το σημερινό, και θα συμβαίνει συχνά, θα πρέπει να ειδοποιούμαι αστραπιαία πρώτος εγώ, όχι μόνο με το κινητό, αλλά με έναν πομπό που θα έχετε όλοι πάνω σας. Δε θα πειράζετε τίποτα αν πρώτα εγώ δεν το δω. ςτις κοπέλες που φροντίζουν τα σπίτια έχετε εμπιστοσύνη; Ωραία. Από τώρα και ύστερα δεν θα έχετε. Ακόμη και να ’ναι αθώες. Θα τις χρησιμοποιήσουν χωρίς και οι ίδιες να το καταλάβουν. Το κυριότερο: δεν πρέπει να ανησυχείτε. Εάν προσέχετε σε ό,τι λέω και δεν κάνετε του κεφαλιού σας γρήγορα και αυτή η υπόθεση θα τελειώσει όπως όλες. Μόνος μου ήμουνα και τα κατάφερνα. Και τώρα με έναν λόχο δίπλα μου δε θα ελαχιστοποιήσω τον χρόνο επίλυσης του προβλήματος;» Έτσι είπε ο ςτέφανος Μακρής, μα δεν έγινε έτσι 413


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ακριβώς. Φαίνεται ότι η βλακεία των κακοποιών για την οποία τους μίλησε ο αρχηγός στην αρχή, ήταν όντως απροσμέτρητη, γιατί έκαναν την κουτουράδα να προσπαθήσουν να πλήξουν τον ντετέκτιβ μέσω των παιδιών, στα ιερά του δηλαδή και τα όσια. Και ο ςτέφανος έγινε... Τούρκος που λένε. οι νταντάδες μετά των παιδιών ενός κολλητού του φίλου, μαζί και οι γιαγιάδες είχαν πάει στην παιδική χαρά της γειτονιάς τους. Κόσμος αρκετός εκεί, όχι όμως και όσος ήταν άλλες φορές. Αλλοδαποί οι περισσότεροι. οι γηγενείς βλέπεις έλλειπαν σε διακοπές. Του Έλληνα τα αφτιά δεν ιδρώνουν με την όποια αντιξοότητα και την όποια κρίση. Και με πόλεμο ακόμα αν δεν πάρει τη δόση του των διακοπών, έστω και μια τζούρα τους, δεν τον βγάζει το χειμώνα. γνωστά... Εκεί λοιπόν που τα παιδιά έπαιζαν αμέριμνα, τα πλησιάζουν δύο περίεργοι τύποι και αρχίζουν να τους μιλούν. οι νταντάδες ενημερωμένες για τους κινδύνους που ελλόχευαν και ότι θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικές πήγαν να εμποδίσουν τα παιδιά να έχουν λεκτικές επαφές με τους τύπακες. Τότε ο ένας από τους δύο σηκώνει τη χερούκλα του και δίνει μια τέτοια σφαλιάρα στη δόλια την κοπέλα που λίγο ακόμη να πάθει εξάρθρωση της κάτω γνάθου. οι γιαγιάδες βλέπουν από μικρή απόσταση τα συμβαίνοντα και ειδοποιούν την ομάδα του ςτέφανου σε ένα νούμερο που ήταν για επείγουσα μόνο ανάγκη. Και αν ετούτη δεν ήταν ανάγκη επείγουσα, 414


θάνατος στο πάρκο

ποια θα ήταν; όταν θα είχαν είτε απαγάγει τα μικρά, είτε θα τους είχαν κάνει κάποιο κακό; Τότε δε θα ήταν ανάγκη, μα δράμα... Τα δύο καθάρματα αντιλαμβανόμενα την κινητοποίηση, το βάζουν στα πόδια και εξαφανίζονται ακριβώς τη στιγμή που κατέφθασαν ενισχύσεις να προστατεύσουν όχι δυο τρία παιδάκια, μα ίσως και όλη την παιδική χαρά που αναστατώθηκε. Έντρομες μανάδες πήραν τα βλαστάρια τους και καλού κακού το έβαλαν και αυτές τα πόδια. Τέτοιες σκηνές τις είχαν πολλές φορές βιώσει στις χώρες προέλευσής τους. γι’ αυτό, άλλωστε, έφυγαν από κει αναζητώντας ασφάλεια εδώ, για τα παιδιά τους κυρίως. Και να έχουν τώρα και δω τα ίδια; Ξανά μανά εφιάλτες; Τα παιδιά όμως του φίλου του Μακρή υπό κάποια μικρή εποπτεία ίσως, θα συνεχίσουν το παιχνίδι τους, αποκλείεται να το στερηθούν. ο Μακρής, αυτό δε θα το επιτρέψει ποτέ. Πόλεμο ήθελαν; Θα τον έχουν. Μα τα παιδιά έξω απ’ αυτόν. οver. Το βράδυ, έτσι όπως κάθονταν ήσυχα και κουβέντιαζαν, πετάγεται η Βίρνα (η χήρα του καημένου του animateur) και λέει στη συντροφιά των επτά. «Από προχθές θέλω να το πω, ξεκινάω να κάνω την αρχή και αμέσως μετά το μετανιώνω. Μπορεί να έχει σημασία μπορεί και όχι. Δε μας είπες, αρχηγέ, ότι απαίτηση των εντολέων σου είναι να μη μάθει κανείς για τις υποψίες τους και ποιοι είναι στο στόχαστρο των υποψιών τους; Μα αυτοί που έστειλαν το άλλο γράμμα αυτό στον ςωτήρη, όχι μόνον αυτά 415


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τα γνώριζαν προφανέστατα, όχι μόνο ήξεραν για το γράμμα αλλά και πότε γυρίζεις από την Αγγλία. Και ένα μικρό παιδί θα σας έλεγε, λοιπόν, ότι κάποιος που δηλώνει διώκτης των υπόπτων είναι ένας ύποπτος ο ίδιος, είτε αυτό το γνωρίζουν πολλοί είτε όχι. Εκείνο βέβαια που δεν ξέρουν είναι ποιος έδωσε την εντολή στον ςτέφανο για την έρευνα. »Θα μου πείτε και έχει άραγε τόση σημασία αυτό; Ε, πώς! Άλλη βαρύτητα έχει το όνομα ενός διευθυντή και άλλη ενός προϊσταμένου τμήματος. Άλλη ενός Πρωθυπουργού και άλλη ενός γ. γραμματέα. Ανάλογα με το πρόσωπο και το ειδικό βάρος και η σπουδαιότητα της κατηγορίας. Εγώ εκείνο που καλά ξέρω, είναι ότι τα κάστρα αλώνονται εκ των έσω. Που σημαίνει ότι ο ύποπτος έχει διπλό πρόσωπο και είναι όντως πολύ επικίνδυνος γιατί πιθανότατα κανείς δεν μπορεί να του προσάψει το παραμικρό με αποτέλεσμα αυτός να αλωνίζει εις βάρος της πατρίδας του της ίδιας. Με άλλα λόγια, ένας κατάσκοπος αδίστακτος, ένας μέγας εχθρός της Ελλάδας, ένας ελεεινός καταδότης, ένας προδότης αισχρός, που κανείς όμως δε γνωρίζει ακριβώς τον ρόλο του, μόνο ίσως τον υποπτεύεται. Αυτό το ίσως το γνωρίζει ο περί ου ο λόγος. Επειδή όμως κανένας δεν μπορεί να τον ψέξει για κάτι, τότε και αυτός δεν ανησυχεί ιδιαίτερα. Απλά προσέχει περισσότερο. »Καταλήγοντας να πω ότι θα πρέπει να είναι κάποιος πολύ υψηλά ιστάμενος είτε στην πολιτική αρένα είτε στην κοινωνική και εργάζεται σε θέση κλειδί. Αυτά είχα να πω και να τονίσω ότι τίποτα δεν είναι έτσι όπως φαίνεται. Πρέπει κάποιος να 416


θάνατος στο πάρκο

ξέρει να διαβάζει καλά πίσω από τις γραμμές, τις συμπεριφορές, τις επιδιώξεις τη δολιότητα την απληστία και την κακία. γιατί, που να τον πάρει ο διάολος, να θέλει να ξεκάνει τη χώρα που τον γέννησε; Αυτό, λίγοι άνθρωποι, λίγοι Εφιάλτες το πετυχαίνουν και βρωμίζουν με την πράξη τους την ιστορία της ανθρωπότητας. Κατά τη γνώμη μου, αν βρεθεί το γιατί θα αποκαλυφθεί και ο τύπος. Θέλει πολύ προσεκτικό ψάξιμο το curriculum vitae των πάντων, κυρίως των υψηλά ισταμένων. Τελείωσα...» Το χειροκρότημα που έπεσε έκανε τη Βίρνα να συνέλθει από τον δεκάρικό της, να χαμογελάσει έτσι που είχε καιρό να κάνει και να δεχθεί την αγκαλιά και τα φιλιά της Ζωής, η οποία έλεγε και ξανάλεγε ότι το κορίτσι αυτό το πονεμένο, είναι το number one στη ζωή της και όφειλαν όλοι και κυρίως ο ςωτήρης να το αποδεχτούν και να μη ζηλεύουν!... «Βίρνα, είναι έτσι ακριβώς όπως τα λες», είπε ο ςτέφανος. «Υπάρχουν υπόνοιες ότι κάποιος κλέβει οικονομικά μυστικά του κράτους και τα μεταφέρει σε εχθρικό προς την Ελλάδα κράτος προκαλώντας απίστευτες ζημιές. Πόσοι λοιπόν και ποιοι είναι αυτοί που γνωρίζουν αυτά τα μυστικά; Εδώ γνωρίζουμε καλά ότι ένα μυστικό που το ξέρουν πάνω από δύο, παύει να είναι μυστικό. Επειδή όμως τα μυστικά ενός κράτους αφήνουν και ένα παραθυράκι σ’ αυτήν την αλήθεια, άντε και τα οικονομικά μυστικά να τα ήξεραν, τρεις, βία τέσσερις, όχι παραπάνω, άνθρωποι. Ποιοι; ο Πρωθυπουργός. ο Υπουργός των οικονομικών. ο Διευθυντής της μεγαλύτερης τράπεζας με 417


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τον Υποδιευθυντή του ίσως, και κάποιος άλλος που εμείς οι απλοί θνητοί δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε. Προσωπική μου άποψη είναι ότι ο ένοχος είναι μέσα στον κύκλο των εμπίστων αυτών των τεσσάρων υψηλών προσώπων. ςωτήρη, απ’ αυτούς θα αρχίσεις πρώτα. Αχ, σοφέ λαέ! Εσύ δεν είσαι που λες ότι το ψάρι από το κεφάλι βρωμάει; ςτις παροιμίες σου μέσα κρύβεται όλη η σοφία της ζωής, οι δε σοφίες των σοφών, δεν είναι παρά η εκλεπτυσμένη και περί διαγραμμάτων απόδοσή τους». «Εγώ θέλω να ρωτήσω τον αξιότιμο αρχηγό μας και πολυαγαπημένο μου σύζυγο, κάτι που κανείς μας δεν τον ρώτησε μέχρι τώρα. Αρχηγέ, το γράμμα που ψάχνουν οι λεβέντες, εσύ δεν το έχεις; Δε θα πρέπει να πεις και σε μας πού το έχεις κρυμμένο; Ξέρω ότι δεν το λες για να μας προστατέψεις από έναν τέτοιο δυναμίτη. Είναι έτσι, αγάπη μου;» «Έτσι ακριβώς. Μπράβο το κορίτσι μου. Όχι. Δε θα σας πω σε ποιο σημείο είναι. Μόνο να ξέρετε ότι βρίσκεται στο σπίτι μας μέσα». «Τι;» φώναξαν όλοι με ένα στόμα μια φωνή. «Τι είπες;» «Ησυχάστε. για να το βρει κάποιος θα πρέπει να έχει εντρυφήσει στην αστυνομική φιλολογία την αγγλική, τη βελγική, τη γαλλική, τη γερμανική...» «Πες μας, παιδάκι μου, την ευρωπαϊκή να τελειώνουμε», τον διέκοψε η Βιβή. «Μα εγώ, δεν το είχα σκοπό να σταματήσω στην Ευρώπη, καλή μου. Θα έλεγα για τη φιλολογία της Ασίας και κυρίως γι’ αυτήν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής». 418


θάνατος στο πάρκο

«Και δε μας λες, βρε θηρίο, εσύ έχεις μελετήσει τις Αστυνομικές Φιλολογίες και των πέντε Ηπείρων; Αυτό μας λες; Είναι ανθρωπίνως δυνατόν;» ρώτησε ο Παύλος. «Είναι», απάντησε ο ςτέφανος ξερά και σηκώθηκε. «Παιδιά, συγγνώμη για την αγένειά μου εσείς συνεχίστε. Εγώ πηγαίνω για ύπνο». «Να πας, να πας, γέρος άνθρωπος. Μη σε κρατάμε άλλο...» «Βρε, άντε από δω που θα πείτε εμένα, γέρο. Εγώ βρε σεις και στα εκατό μου σαν έφηβος θα είμαι στην καρδιά και... παντού! Να ρωτήσετε τη Βιβή, την καθ’ ύλην αρμόδια(!) να σας το επιβεβαιώσει. Λίγο με το περίβλημα παραδέχομαι ότι έχω κάτι προβληματάκια, δεν το κρύβω, άνευ ιδιαίτερης σημασίας όμως... Καληνύχτα, αγάπες μου, αρσενικές και θηλυκές, Μαρία Χριστίνα, όνειρα καλά, πρόσεχε. Μέχρι τώρα καλά το πας. Μπράβο». Απόντος του Μακρή οι άλλοι έξι σα σκανταλιάρικα παιδιά, άρχισαν να μιλούν άναρχα ο ένας πάνω στον άλλο και όλοι μαζί. Έφυγε ο γάτος, τα ποντίκια έστησαν χορό. «Ποιο ’ναι, βρε παιδιά, το καθίκι που στην τελική είναι εχθρός όλων μας αφού βλάπτει την πατρίδα, δηλαδή εμάς; Είναι δυνατόν να είναι Έλληνας; για να κάνει αυτό που κάνει μόνο για τα χρήματα, χλωμό το βλέπω. οι πράξεις του δηλώνουν αβυσσαλέο μίσος. Δε γίνεσαι εύκολα προδότης της ίδιας της πατρίδας σου που να πάρει η ευχή να πάρει... Και άντε και πες ότι οι ενέργειές του και τα σχέδιά μας ευο419


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δωθούν και κάνουν ανεπανόρθωτη ζημιά στο κράτος. Τι λέτε; Το μίσος του θα ικανοποιηθεί με αυτήν την καταστροφή; Αυτό θα είναι όλο; Το ουσιαστικό προσωπικό του κέρδος, πέραν του συναισθηματικού, ποιο θα είναι; Μήπως να τον τοποθετήσουν σε κάποια θέση που εποφθαλμιά εδώ και καιρό; Θέμα φιλοδοξίας τελικά;» συμπλήρωσε η Βιβή. «Μπορεί πάλι να είναι κανένας ψυχοπαθής Νέρωνας που φτιάχνεται βλέποντας τη χώρα του να καίγεται και να γεμίζει αποκαΐδια και στάχτες. Ότι και αν είναι πάντως θα πρόκειται περί του ίδιου του διαβόλου που πήρε ανθρώπινη μορφή. Με ένα IQ πολύ ανεβασμένο και τόσο βέβαια πανούργο που να πλησιάζει τα όρια της... διαβολικής μεγαλοφυΐας. Το ερώτημα είναι πώς μια τέτοια αρνητική μεγαλοφυΐα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει από τη μάζα και να γίνει αντιληπτή; Άνθρωποι με τέτοιο IQ υψηλό, λάμπουν σα διαμάντια μέσα σε στάχτες». «Άρα, ςωτήρη μου», τον διέκοψε ο Παύλος «θα πρέπει να αρχίσεις το ψάξιμό σου από... τα διαμάντια που θα ξεχωρίσεις εσύ. Τα έργα τους είναι ιδιοφυή, δεν παίζονται. Και το εν λόγω λαμόγιο είναι ψηλά πολύ ψηλά, αλλά αυτό δε φαίνεται να του φθάνει». «Δεν κομίζεις γλαύκα εις Αθήνα, φίλε μου», πετάχτηκε η Μαρία Χριστίνα. «Αυτό δε λέμε τόση ώρα;» «Παιδιά, ας το διαλύσουμε γι’ απόψε να χαρείτε, κλείνουν τα μάτια μου», είπε η Βίρνα και σηκώθηκε να φύγει. «Έεε, για πού το ’βαλες, κορίτσι μου; Είσαι με τα καλά σου που θα σε αφήσω να φύγεις τέτοιαν ώρα 420


θάνατος στο πάρκο

μόνη σου; Θα μείνεις σπίτι μου απόψε και πας στο δικό σου το πρωί. Έχεις να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν; Όχι. ρωτάω, αν και πολύ θα ήθελα να μου απαντούσες “ναι έχω”. για πες μου, μωρό μου, έτσι θα κυλήσει η ζωή σου από δω και πέρα; Να μη σε νοιάζουν ούτε τα βαφτιστήρια μου, τα παιδάκια σου; Τι θα έλεγε ο Τίτο αν σε έβλεπε να έχεις παραιτηθεί τόσο; Πώς λες θα ένιωθε;» ρώτησε η Ζωή βουρκωμένη. «Ας μην “έφευγε”, ας μη με άφηνε τόσο άδεια. Πώς μου το έκανε αυτό; γιατί δεν πρόσεχε τον εαυτό του μου λες;» «Βίρνα, αγάπη μου, πιστεύεις στο γραμμένο; οι ανατολικοί λαοί πιστεύουν ότι με το που γεννιόμαστε το τέλος μας είναι προδιαγεγραμμένο και αδύνατον να το αποφύγουμε. ον εστί μεθερμηνευόμενο το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον». «Μάλιστα. Υψηλή φιλοσοφία δύο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα», πετάχτηκε ο ςωτήρης. «γυναίκα καλή μου, κέρασέ με σε παρακαλώ πολύ ένα ποτό, ό,τι να ’ναι. Κουβέντες σαν αυτές εμένα μου προκαλούν δέος και αν δε χαλαρώσω με ένα ποτό, άντε και να δούμε πώς θα με πάρει ο ύπνος απόψε» αποτελείωσε την κουβέντα του ο ςωτήρης. Κάθισε αναπαυτικότερα στην μπερζέρα και τέντωσε τα μακριά του πόδια σε μια αγενέστατη στάση και φιλική συνάμα. «Αχ, ςωτήρη, ςωτήρη. Εσένα, κανείς δε σε παρεξηγεί. Από συναισθηματικής πλευράς, εσύ είσαι και το κέντρο του σύμπαντός μας», ψιλομουρμούρισε η Μαρία Χριστίνα. 421


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Αν την άκουγε ο Παύλος τι θα σκεφτόταν και με το δίκιο του ο Χριστιανός;

422


IV

Ε

ίπαν να πάνε στην Άνδρο, όλη η συντροφιά. ςτα σπίτια τους έβαλαν φρουρούς δίνοντάς τους συγκεκριμένες οδηγίες. Ε, και που τους έβαλαν; Ήρθαν οι εν λόγω και τα έψαξαν με σύστημα και μεθοδικότητα. Έφθασαν στο σημείο, σε κάνα δυο μέρη που πιθανόν τους φάνηκαν κατάλληλα για κρυψώνες, να ξηλώσουν τα δρύινα πατώματα, το κέρατό τους. Και οι φρουροί; Ναρκωμένοι από ένα ισχυρότατο ναρκωτικό spray, που εισέπραξαν και σίγουρα θα ξυπνούσαν ίσως κατά την Τρίτη να υποδεχθούν τους εργοδότες τους άμα τη επιστροφή τους... ο ςτέφανος βλέποντας πως δεν απαντούν δυο τρεις φορές που τους κάλεσε, υπέθεσε ότι το είχαν ρίξει σε υπνοθεραπεία. Και ναι μεν έπεσε διάνα, αλλά όχι με τον τρόπο που φαντάστηκε. Να μπορούσε λέει να διακτινιζόταν και να διαπίστωνε ιδίοις όμμασι τι συμβαίνει με την ανευθυνότητα των φρουρών. Εκτός και αν συνέβαινε κάτι άλλο... Μάγος είσαι, αγόρι μου; Τώρα κολλάει το έπεσε διάνα. Υπομονή. «Αύριο γυρίζουμε», είπε στον εαυτό του. «Ό,τι ήταν να γίνει έγινε. Αρκεί τα παλικάρια να μην έπαθαν κάτι κακό. Αυτή η υπόθεση πολύ βρωμάει, κατέληξε». για να επιβεβαιωθεί μετά από λίγο ακούγοντας 423


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

στις ειδήσεις ότι βρέθηκαν νεκροί ο Υφυπουργός των οικονομικών μετά των δύο του γραμματέων. Φαεινότερο του ηλίου. Κάτι περισσότερο του επιτρεπτού υπέπεσε στην αντίληψή του. Ίσως είχε πλησιάσει πολύ στον ύποπτο και ήθελε να στείλει και αυτός ένα γράμμα στον Μακρή. ο ταχυδρόμος όμως μη βρίσκοντας τον παραλήπτη και, καθώς το γράμμα ήταν συστημένο, θα το παρέδιδε τη Δευτέρα ή ο Μακρής θα ειδοποιείτο από τα ΕΛ.ΤΑ. να το παραλάβει από το ταχυδρομικό κατάστημα. Μα καλά άλλος τρόπος επαφής δεν υπήρχε; Να που δεν υπήρχε. Η επιστολή του ακολούθησε μια δική της πορεία ανεξάρτητη τελείως απ’ αυτήν του αποστολέα ο οποίος όδευε φευ προς ένα ταξίδι ατέρμονο εδώ και κάτι ώρες. γιατί, κάποιος ή κάποιοι αποφάσισαν να του κλείσουν το στόμα. οι νεκροί αυξάνονται λοιπόν, η χώρα καταστρέφεται και λύση ακόμα καμιά. Κα αν αισθάνονται με τον ανθρώπινο τρόπο οι ψυχές, αυτή του δόλιου του Υφυπουργού θα ένιωθε τουλάχιστον αγαλλίαση στη σκέψη –αν μπορούν και να σκέπτονται οι ψυχές– ότι πρόλαβε να γράψει. Να γιατί, αγαπητοί μου, ο παλιός τρόπος επικοινωνίας ήταν και θα είναι χρήσιμος. ο Υφυπουργός επομένως προσέφερε μεγίστη υπηρεσία στην πατρίδα του και γι’ αυτό η ψυχή του θα εύρισκε ανάπαυση. Δε θα αλήτευε γυρνώντας άσκοπα στο σύμπαν, έτσι χωρίς πρόγραμμα, όπως θα έλεγε και η αείμνηστη δημοσιογράφος με την παράξενη φωνή και το κοφτερό μυαλό, η Μαρία ρεζάν. 424


θάνατος στο πάρκο

Άρα, παιδιά, σε τι συμπέρασμα οδηγούμαστε; Πως για να σκοτώνουν ανθρώπους τόσο εύκολα, εκτός του ότι είναι αδίστακτοι, ψυχροί δολοφόνοι, δεν πρόκειται να σταματήσουν εάν δε μάθουν ποιος ξέρει τους σκοπούς τους και από πού θα άρχιζαν το ξήλωμα το ουσιαστικό του πουλόβερ. Και αναρωτιόνταν: μα πού στο διάολο το είχε κρυμμένο το γράμμα ο τρισκατάρατος συνάδελφός τους που καθώς φαίνεται τους ξεπερνούσε σε πονηράδα... Νέες διαταγές λοιπόν. Κυριακή βράδυ... «Μέχρι την επομένη το απόγευμα με την επιστροφή τους έχουμε αρκετό χρόνο. Ας ξαναρχίσουμε το ψάξιμο». Χώρισαν τα σπίτια του Μακρή και του Παύλου σε τομείς και το ψάξιμο ήταν επιστημονικού επιπέδου. Αναγνώριζαν πια και τον παραμικρό κόκκο σκόνης που ξανασυναντούσαν. Μα γράμμα κρυμμένο δεν υπήρχε. “Κρυμμένο;” Ίσως. “Φανερό” όμως; Αυτό δεν πέρασε από κανενός το μυαλό... Την επομένη με την επιστροφή τους αναγκάστηκε ο ςτέφανος να οδηγήσει τους ανθρώπους του σε ένα ξενοδοχείο να μείνουν για λίγες ημέρες, έως ότου τα σπίτια τους γίνουν ξανά κατοικήσιμα. «Έχει και την πλάκα της η υπόθεση. Απολαμβάνουμε διακοπές διαρκείας. γουστάρω», είπε η Βιβή γελώντας. Τι άλλο μπορούσε να πει... Τα λαμόγια εντωμεταξύ λύσσαξαν. γράμμα δε βρήκαν. «Κάπου αλλού το ’χει ο μπάσταρδος ο μπάτσος, πρώην ή νυν, τα ίδια σκατά είναι όλη τους η φάρα», αποφάνθηκαν αφεντικά και παραγιοί, ευγενώς 425


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

σκεπτόμενοι και εκφραζόμενοι. Και ο ςτέφανος, για πρώτη φορά στην πολύχρονη και λαμπρή του καριέρα, έδειξε σημάδια απογοήτευσης. Κάλεσε τους υψηλούς εντολείς του σε μυστική συνάντηση. «Κύριοι, σχέδιο δούρειος ίππος, τουτέστιν, τέχνασμα». Απευθυνόταν κατά πρόσωπο στον Πρωθυπουργό της χώρας, στον τσάρο της οικονομίας της και στον διευθυντή της Τράπεζας. Τρεις αυτοί και αυτός τέσσερις στο σύνολο. «Δε μας μένει, παρά ν’ αφήσουμε να διαρρεύσει ένα οικονομικό μυστικό του κράτους όχι βέβαια υψίστης σημασίας. Αν διοχετευθεί στην αντίπερα όχθη ποιο θα είναι το κέρδος μας; Θα ξέρουμε ότι κάποιος από εμάς τους τέσσερις έκανε τη βρομοδουλειά και έτσι θα περιορίσουμε αριθμητικά τους υπόπτους. Τα υψηλά σας αξιώματα, το τονίζω, δεν παίζουν κανέναν ανασταλτικό ρόλο. οφείλω βέβαια να παραδεχθώ ότι στο σημείο αυτό το σχέδιο είναι μεν παιδαριώδες του κερατά, μπάζει από παντού. γιατί αν κάποιος από μας τους τέσσερις είναι ο ένοχος, ξέρει από πρώτο χέρι το σχέδιο δράσης. Δε θα είναι βλάκας να βάλει μόνος του τα χεράκια του να βγάλει τα ματάκια του, που λένε. Μα σαν πρώτο βήμα θα δούμε τουλάχιστον, πώς λειτουργεί το σύστημα και πιθανόν και τον συνδετικό κρίκο. Αυτό δε θα το αποφύγει ο καταδότης. Μπορεί πάλι να μην προβεί σε καμιά ενέργεια. Α, μα τότε σίγουρα θα είναι κάποιος από εμάς. Ποτέ μέχρι τώρα δεν άφησαν οι αντίπαλοι να πάει χαμένο και το μικρότερο μυστικό που μάθαιναν. »ςτη συνέχεια το σχέδιό μου είναι πολύ πιο απλό. 426


θάνατος στο πάρκο

Και γι’ αυτό πιο αποτελεσματικό. Η δύναμη στα απλά πράγματα κατοικοεδρεύει. ςε αυτά που δεν τα υπολογίζεις επειδή είναι υποδεέστερα των δολοπλοκιών που μετέρχεσαι. Μήπως, κύριε Πρόεδρε, θα μου επιτρέπατε να πάρω τον ρόλο του οδυσσέα της συντροφιάς μας; Υποψιάζομαι ότι εσείς παραείστε αθώος και αγνός για έναν τέτοιο ρόλο. Εγώ λοιπόν οδυσσέας, εσείς ο αρχιστράτηγος και τους άλλους δύο ρόλους παρακαλώ μοιράστε τους εσείς. Ακούστε και θυμηθείτε τι σας λέω. Θα τον τσιμπήσουμε τον τερμίτη που καιρό τώρα ροκανίζει τα θεμέλια του κράτους και κρυφογελάει βοηθώντας τον εχθρό. Χαίρεται για το χάλι μας, αυτό που εκείνος κυρίως επέφερε στην πατρίδα. ςας ζητώ να μου έχετε εμπιστοσύνη. Ό,τι κατάφερε το κτήνος το κατάφερε. Τίποτα δε θα ξαναμπορέσει να κάνει και στη λύσσα του για την ανημποριά του θα δώσει, άθελά του και τα διαπιστευτήριά του». Αυτός ήταν ο δεκάρικος λόγος του ςτέφανου. Έδωσαν λόγο τιμής και έφυγε ο καθένας για το... φτωχικό του (καημένε λαέ!). ο ςτέφανος μένοντας μόνος του σήκωσε σημειολογικά τα μανίκια του και είπε «Δουλειά, δουλειά, δουλειά». Έβαλε μπρος το μηχανισμό του μυαλού του και τον άφησε λίγο να ρολλάρει χωρίς περιεχόμενο. Όταν οι στροφές άρχισαν να γίνονται όλο και πιο γρήγορες και βεβαιώθηκε για την ικανότητα του... μηχανισμού, ελάττωσε την ταχύτητα έβαλε τη μηχανή στο stand by, πήρε τον ακριβό του χαρτοφύλακα και ξεκίνησε για το ξενοδοχείο που τον περίμενε η οικογένειά του και οι οικογένειες των φίλων και 427


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

βοηθών του. για απόψε αρκετά. ο ςτέφανος όχι, δε θα ακολουθούσε τα χνάρια του animateur που δεν ήξερε τι θα πει “κράτει” στη δουλειά και τα εξ αυτής καθήκοντα τα οποία επωμιζόταν και που ήταν ατέλειωτα. Τη ζωή την αγαπούσε, της ήταν υποχρεωμένος, τη σεβόταν. Πώς το λέει η παροιμία; Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. ςωστό!

428


V

ς

χεδόν ο ένας όροφος του ξενοδοχείου στη διάθεσή τους. Χώρια τα άλλα δωμάτια που κλείστηκαν για το βοηθητικό προσωπικό, τους φρουρούς, και τους παρατρεχάμενους που δε λείπουν από καμία υπόθεση μικρή ή μεγάλη. ο ξενοδόχος, έτριβε τα χέρια του. Η full season είχε περάσει και το μαγαζί το δικό του σχεδόν πλήρες σε μια εποχή που τον πελάτη τον κυνηγούσες με το ντουφέκι. Τυχερός. «Καλά, βρε ςτέφανε. Λύσε μας μιαν απορία. Είναι δυνατόν το επίμαχο γράμμα να βρίσκεται μέσα στο σπίτι σου και με όλο αυτό το πλήθος των κακοποιών και των εργατών να αλωνίζουν κει μέσα και εσύ στην κοσμάρα σου; Τι διάολο αόρατο είναι;» «Αόρατο; Το τελείως αντίθετο θα έλεγα. ορατότατο... Μόνο με μια ολοκληρωτική καταστροφή, μια πυρκαγιά, για παράδειγμα, θα γινόταν στάχτη, είτε ορατό είτε αόρατο. Πώς δεν το σκέφτηκαν τα καθάρματα; Άντε και μη βάζω ιδέες στην τύχη μου... οι πυροσβεστικοί μας μηχανισμοί πάντως είναι οι καλύτεροι του κόσμου. Δε χάνεται λοιπόν το γράμμα ούτε από έναν τέτοιο κίνδυνο». «Που σημαίνει, πού ’ντο, πού ’ντο το δακτυλίδι; Νάτο, νάτο δε θα το βρεις...» «Ακριβώς. για να σας προστατέψω το κάνω, όπως σας είπε η Βιβή μου πριν. Λέτε να το κάνω από βίτσιο; Μόλις τελειώσουν όλα, θα δείτε πόσο απλό 429


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ήταν. Αυτό απλό, ναι. Η υπόθεση όμως όλη, πολύπλοκη φοβάμαι. Έχουμε, παιδιά, να κάνουμε, όπως πιστεύω, με ένα άτομο με τεράστιο υποκριτικό ταλέντο. Τώρα, πώς καταφέρνει και δεν καθρεφτίζεται στα μάτια του η κακία της ψυχής του, αφού τα μάτια ως γνωστόν είναι ο καθρέφτης της ψυχής, δεν το ξέρω. Και που να πάρει νόμιζα ότι ήμουνα σε θέση να “διαβάζω” τα μάτια των άλλων. Είναι ένα χάρισμα, θα το έλεγα, που το έχω από μικρός και το εξέλιξα με την πολύχρονη πείρα της δουλειάς μου. Όμως με όσους από τους εμπλεκομένους ύποπτους ή μη, έχω έρθει σε επαφή, κανενός τα μάτια δε μου φανέρωσαν κακίες, μίση και διαβολικές ενέργειες εις βάρος της πατρίδας. Παύλο, αρχίζω από σένα. Έχεις κάτι να μου πεις που κατά τη γνώμη σου έχει έστω και την παραμικρή αξία;» «Τίποτα, αφεντικό. Με όσους ήρθα σε επαφή και εξακολουθώ να τους συναναστρέφομαι, βρίζουν επί εικοσιτετραώρου βάσεως τους πολιτικούς και την Κυβέρνηση για το χάλι που έφεραν τη χώρα, αλλά μέχρι εκεί. ούτε ψήγμα υπόνοιας για κατασκοπία». «για τις δολοφονίες άκουσες σχόλια;» «Φυσικά. Είναι λαμογιές, λένε, και ξεπαστρέματα λογαριασμών από αγανακτισμένους ψηφοφόρους που είδαν τις προς αυτούς υποσχέσεις να πηγαίνουν περίπατο. Είδαν, ότι αφού πέτυχαν τον σκοπό της αναρρίχησης χάρις στη δική τους βοήθεια, μετά πού σε είδα, πού σε ξέρω. Και τους τις έβρεξαν για τα καλά, μια κι έξω. Προς παραδειγματισμό, λέει». «Μάλιστα, λαϊκά δικαστήρια δηλαδή και αυτοδι430


θάνατος στο πάρκο

κίες. Ωραία, πολύ ωραία. Εκεί φτάσαμε! Εσύ, ςωτήρη; ςαν τι μας λένε τα curriculum vitae που έχεις μελετήσει μέχρι τώρα;» «Να σου πω. Εστιάζω την προσοχή μου στον υποδιευθυντή της τράπεζας. Αυτοδημιούργητος. Εξώγαμο παιδί μιας οικογένειας και οικότροφος κατά καιρούς πολλών ιδρυμάτων εγκαταλειμμένων παιδιών. Υπάρχουν φήμες ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από έναν θετό του γονέα και μάλιστα ότι όταν αυτός ο αρχηγός της ανάδοχης οικογένειας του παιδιού βρέθηκε νεκρός, οι υποψίες όλων έπεσαν πάνω στο παιδί. Βλέπεις, ήταν γνωστό τοις πάσι το τι μαρτύρια τραβούσε ο μικρός στα χέρια του διεστραμμένου κηδεμόνα του. Και το βρήκαν φυσικό να βρήκε τρόπο ο μικρός να τον βγάλει από τη μέση. Θα μου πεις μικρό παιδί ήταν πώς τα κατάφερε; για ένα δεκατετράχρονο ανεπτυγμένο σωματικά, δεν ήταν δύσκολο. Άλλωστε το όπλο “μίλησε”, όχι ο ίδιος ο μικρός... Ποτέ όμως δεν αποδείχθηκε κάτι εναντίον του. Μεγάλωσε κάνοντας χίλιες δουλειές, ακάματος, πήγαινε συγχρόνως σχολείο. Ευφυής μαθητής, άριστος, μακράν των συμμαθητών του, μπήκε από τους πρώτους στο Πανεπιστήμιο, τελείωσε το οικονομικό της Νομικής. Με την τέχνη του ελίσσεσθε, μπήκε σε διάφορες νεολαιίστικες οργανώσεις, ανακατεύτηκε με συνδικαλιστικά. ςυνεχής αναρρίχηση σε ό,τι καταπιανόταν λόγω της ευφυΐας του. Αναγνωριζόταν παντού το οικονομικό του δαιμόνιο. Μεταπτυχιακά στο School of Economics του Λονδίνου και πολύ νέος σχετικά έφθασε να πάρει τη θέση 431


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

του υποδιευθυντή της τράπεζας, θέση που κατέχει καιρό». «για λέγε για λέγε. Είναι παντρεμένος; Κάποιου είδους οικογένεια τέλος πάντων, παιδιά;» «Την προσωπική του ζωή δεν τη γνωρίζει κανείς. Ζήτησα να βρω τη μερίδα του στο δημαρχείο της πόλης. Δεν τη βρήκα. Έψαξα στην πόλη που σπούδασε στη Θεσσαλονίκη. ούτε και κει βρήκα τίποτα. Πήγα πιο πίσω. Βρήκα να είναι μέλος της οικογένειας του σκοτωμένου κηδεμόνα που τον βασάνιζε. Βρίσκομαι στο στάδιο της μελέτης των who is who των άλλων, των νόμιμων τέκνων της ανάδοχης αυτής οικογένειας, δύο ανδρών και μιας κοπέλας. Πρέπει να πάω στην Ξάνθη και να ψάξω χωρίς να δώσω αφορμή για σχόλια. Θα βρω κάποιο πρόσχημα. Βλέπεις, σε έναν τόσο κλειστό κύκλο ανθρώπων δε θα είναι δύσκολο να μάθουν τι ψάχνω να βρω. Θα αναρωτηθούν, και αυτό δε θα είναι και τόσο έξυπνο εκ μέρους μου. οπόταν, περιμένω συμβουλές, οδηγίες, πώς να κινηθώ περαιτέρω. ςε ακούω, ςτέφανε». «Μάλιστα, μάλιστα. Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Έμαθες μήπως αν ο υποδιευθυντής έχει κρατήσει επαφή με κατοίκους της Ξάνθης εκεί όπου πέρασε τα νεανικά του χρόνια;» «Είναι κολλητός με τον μουφτή. ςαν παιδί είχε βοηθηθεί πάρα πολύ απ’ αυτόν να ξεπεράσει τον εφιάλτη που τον βασάνιζε. Έχουν δεσμό σχεδόν σαν πατέρα και γιου. Πολύ γέρος βέβαια ο άνθρωπος, αλλά κρατιέται θαυμάσια για την ηλικία του. Ψιθυρίζεται μάλιστα ότι πριν χρόνια όταν ο Μωαμεθανός ήταν υποψήφιος βουλευτής του Ελληνικού Κοινο432


θάνατος στο πάρκο

βουλίου ο δικός μας, είχε χρηματοδοτήσει την προεκλογική του εκστρατεία. Αποτέλεσμα να βγει πρώτος μακράν του αντιπάλου του και να κατακτήσει την έδρα». «ςωτήρη, ξέρεις τι μου είπες τώρα δα; ο άνθρωπος αυτός δηλαδή μέχρι πρόσφατα ήταν μέλος του Ελληνικού Κοινοβουλίου; Έφυγες, αγόρι μου. Παίρνεις τη Ζωή και πηγαίνετε Ξάνθη μεριά. Πάρτε και τη Βίρνα μαζί σας. Φοβάμαι να μείνει μόνη της εδώ. Μαθαίνεις τα πάντα για τον πρώην βουλευτή. Τι πιστεύει ακριβώς, δηλαδή, ότι είναι Έλληνας Μωαμεθανός της Θράκης ή (και κυρίως αυτό) Τούρκος μιας ανύπαρκτης τουρκικής μειονότητας; Θα φύγετε αύριο το πρωί και όχι με το αεροπλάνο της γραμμής, αλλά με ένα στρατιωτικό. Θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό. »Προσοχή. Η επικοινωνία μας με το κρυφό ειδικό κινητό σου. Φρόντισε οι κινήσεις σου να πάρουν όσκαρ ηθοποιίας μεν, και όχι επιδεικτικής παρουσίας. Διακριτικά τα πάντα. Επαφίεμαι στη εξυπνάδα σου και την εξυπνάδα της Ζωής. Με τη Βίρνα στην παρέα μειώνονται οι υπόνοιες που μπορούν να δημιουργηθούν ότι κάτι παράξενο συμβαίνει με σας. Ενημέρωσε αμέσως και τις δύο κυρίες. Λοιπόν. ςήμερα είναι Δευτέρα. Την προσεχή Πέμπτη επιστρέφετε με τον ίδιο τρόπο που θα φύγετε. Αποκλείεται επιμήκυνση της παραμονής σας εκεί ό,τι μα ό,τι και αν συμβεί. Κατανοητός;» Έτσι είπε ο Μακρής, κτύπησε τον ςωτήρη στην πλάτη και τον καληνύχτισε συμπληρώνοντας ότι σε μια δύο ώρες θα του τηλεφωνούσε να του πει λεπτομέρειες για την πρωινή πτήση. Πράγματι σε 433


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μία ώρα τον πήρε και του είπε ότι ένα περιπολικό της Ελληνικής Αστυνομίας θα τους πάρει στις 8 το πρωί να πάνε στο αεροδρόμιο του Τατοΐου. «ςωτήρη μου, αν το ένστικτό μου δεν άρχισε να μου παίζει παιχνίδια, σε βεβαιώνω ότι βρισκόμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Έτσι εξηγούνται πολλά εκ των μυστηρίων του τελευταίου και προτελευταίου καιρού. Το ποντίκι οδηγείται ολοταχώς προς βρώση του τυριού που το αναμένει στη φάκα. Άντε καληνύχτα, αγόρι μου, και δε χρειάζεται να σου υπερτονίσω ότι πρέπει να προσέχεις, ε;» «ςε λυπάμαι μεν, κύριε υποδιευθυντή, αλλά αν όλοι οι αναξιοπαθούντες και δεινοπαθούντες από κάποιον ψυχοπαθή ανώμαλο, φθάσουν στο σημείο για λόγους προσωπικής εκδίκησης θέλεις, από συμπάθεια σε πρόσωπα εχθρικώς διακείμενα προς την πατρίδα θέλεις, να προδώσουν την πατρίδα τους, τότε δε θα υπήρχε κράτος υγιές επί της γης», μουρμούρισε ο ντετέκτιβ και πήρε αγκαλιά τον μεγάλο του γιο που ήταν ηλίου φαεινότερο ότι ακολουθούσε τα χνάρια τα δικά του. Από μικρό παιδί σαν ήταν, στα παιχνίδια του ήταν ο αστυνομικός της παρέας και τα άλλα παιδιά τον αποδέχονταν χωρίς δεύτερη κουβέντα. «γιε μου, είναι μοναχικός ο δρόμος του αστυνομικού ερευνητή και οι κίνδυνοι χιλιάδες. Αλλά το έχω ξαναπεί. Αν μάθεις να τους κουμαντάρεις, αφού πρώτα τους ιεραρχήσεις, τότε καταλήγεις να ασκείς ένα γοητευτικό λειτούργημα στ’ αλήθεια με μεγάλη προσφορά στην κοινωνία». Το παλικάρι τον κοιτούσε ίσια στα μάτια και συμ434


θάνατος στο πάρκο

φωνούσε με ό,τι του έλεγε εκείνος που ήταν το πρότυπό του και ο ήρωάς του πέρα από πατέρας. Τον φίλησε και του είπε μόνο «ό,τι πείτε, sir».

435


VI

Η

Βίρνα καθόταν στο σαλόνι μόνη της καπνίζοντας (μια συνήθεια που απέκτησε πρόσφατα) και αναπολώντας την όμορφη ζωή που έζησε με τον Τίτο της. Την πήρε το παράπονο. «γιατί, βρε Τίτο, μου έφυγες; Εσύ δεν ήσουν που έλεγες ότι το γέλιο είναι η καλύτερη ασπίδα κατά της αρρώστιας και του θανάτου; γιατί λοιπόν εσένα τον μαέστρο του γέλιου, δε σε προστάτευσε; Πόσο θυμωμένη είμαι, να ξέρεις, μαζί σου! »Αγαπούσες όλο τον κόσμο, τους φίλους, τους εχθρούς, όλους τους αγαπούσες, όλους. Εκτός από τον εαυτό σου τελικά. γιατί, πώς να εξηγήσω πως με εκείνο τον καύσωνα φονιά, με θερμοκρασίες στους 46ο υπό σκιά εσύ τον αψηφούσες και έτρεχες να βοηθήσεις όπου σου το ζητούσαν. Είχες υπερτιμήσει τις δυνάμεις σου, αγάπη μου. Ίσως και να πίστευες στ’ αλήθεια ότι το γέλιο σου θα ξόρκιζε το όποιο κακό. Να όμως που ο Χάροντας είναι κουφός και ούτε από γέλιο χαμπαριάζει, ούτε από κλάμα. »Και εγώ, πώς να ζήσω χωρίς εσένα; Όχι, να μου πεις! Δες το χάλι μου: μόνη μου μιλάω, μόνη μου ρωτάω, μόνη μου απαντώ. οι φίλοι μας, το ξέρεις, κάνουν ό,τι μπορούν να μου γλυκάνουν τον πόνο. Μα αυτός δεν υποχωρεί. Τι θ’ απογίνω; Αν δεν ήταν τα παιδιά, δεν ξέρω τι θα έκανα. Μα και αυτά όπου να ’ναι φεύγουν να κάνουν τις οικογένειές τους. Τα αγόρια είναι καθ’ οδόν προς αυτή την κατεύθυνση. 436


θάνατος στο πάρκο

Η Λένα σου ούτε που να ακούσει για παντρειές. Άλλος καημός και αυτός. ο νους της, βρέξει-χιονίσει, στα νοσοκομεία της και τις εγχειρήσεις της. Ευτυχώς έχω κοντά μου τα λατρεμένα παιδιά της Ζωής μου που είναι σα δικά μου. »Η Ζωή! Μετά από σένα είναι αυτή, η καλή μου. Και να σκεφτείς ότι κόντεψα να τη χάσω χωρίς κάποια από τις δυο μας να έχει πεθάνει. Από μία παρεξήγηση. Από ένα τραγικό λάθος. ςε εκείνη την περίπτωση, φάνηκε ο Θεός μεγάθυμος και μου την ξανάφερε. Με σένα γιατί δεν έκανε το ίδιο;» Αυτά έλεγε η Βίρνα και έκλαιγε χωρίς δάκρυα. Πώς γίνεται αυτό; γίνεται. Και είναι οδυνηρό, γιατί, όσο να ’ναι το κλάμα λειτουργεί σαν τη βαλβίδα ασφαλείας στη χύτρα ταχύτητος. Όταν αρχίσει ο βρασμός, εκτοξεύει ένταση και αποφορτίζει την υπερβολή. Αλλιώς η χύτρα θα γινόταν βόμβα με τόση ενέργεια να πιέζει τα σωθικά της. Να γιατί όλοι έτρεμαν για το βουβό κλάμα της Βίρνας. Δεν ήταν παρά πενήντα ενός ετών περίπου. Η Ζωή να βλέπει την κατάσταση και να τρελαίνεται. Μα να έχει αφεθεί τόσο; Να μην έχει ενδιαφέροντα, δραστηριότητες, κάτι τέλος πάντων να απασχολεί τη σκέψη της, να την ξεκολλήσει από κει που ήταν καρφωμένη, θαρρείς, όλο το εικοσιτετράωρο. Η Ζωίτσα ρώτησε ειδικούς που τους περιέγραψε την όλη κατάσταση, μα αυτοί δεν ήταν καθόλου καθησυχαστικοί με αυτά που άκουγαν. Δεν ήξερε πια τι να κάνει άλλο. Αυτό το αργό μα συνεχές βούλιασμα στο τέλμα, της έπαιρνε σιγά σιγά τη ζωή της. οπόταν τώρα, με 437


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

την προτροπή του ςτέφανου που έπαιρνε τη μορφή “αποστολής” της ομάδας, αν δεχόταν να πάει μαζί τους, θα ήταν σωτήριο. ρόλος. Έπρεπε να της ανατεθεί το συντομότερο ένας ρόλος. Φρόντισε γι’ αυτό ο ψυχοπονιάρης ο ςωτήρης, που πάντα εύρισκε τρόπους να αποφορτίζει τις συγκινήσεις από την καρδιά του γυναικείου πληθυσμού της επταμελούς συντροφιάς. Και έφυγαν και πήγαν στη Θράκη. Η Ζωή και ο ςωτήρης ήταν δήθεν οι κοσμογυρισμένοι τουρίστες που τούτη τη χρονιά δε θα αλώνιζαν τις Κάννες και τις Κυανές Ακτές, το Πόρτο Φίνο και το Μόντε Κάρλο, αλλά την Ελλάδα, που γνώριζαν γι’ αυτήν λιγότερα απ’ ό,τι οι ξένοι τουρίστες που κατά εκατομμύρια επισκέπτονται τη χώρα. γύρισαν όλη την Ξάνθη. Έβλεπαν τα πάντα με έναν συνδυασμό τουριστικού και επαγγελματικού ενδιαφέροντος και δεν προσποιούνταν ως προς αυτό. Πήγαν και στην περιοχή των Πομάκων. Είμαστε στην Ελλάδα, ρε παιδιά, ή σε σοκάκια της Τουρκιάς; Αν είναι δυνατόν. Τέτοια αλλαγή τοπικού χρώματος! Η Βίρνα, θέλησε να μιλήσει στο νέο μουφτή αλλά και τον απόμαχο γέροντα συνάδελφό του, σα δήθεν γνήσια απόγονος Μουσουλμανικής οικογένειας που εκχριστιανίστηκε χωρίς η ίδια να είναι φανατική καμιάς εκ των δύο θρησκειών. Μα το αίμα νερό δε γίνεται και νάτη εδώ σαν απόδειξη των λόγων της η επίσκεψή της στον μουφτή. Της έκαναν μεγάλη εντύπωση τα μάτια του γέροντα, αετίσια και διεισδυτικά που νόμιζε θα μπορούσαν να δουν μέχρι το βάθος της ψυχής και του μυαλού της. Της φάνηκε πως έκρυβαν μία αδιόρατη 438


θάνατος στο πάρκο

πονηράδα στο φευγαλέο του βλέμμα, να το πει; Ύπουλο και φιδίσιο να το πει; Απλά πονηρό ας το πει να τελειώνουμε. Είπαν διάφορα... Τον ρώτησε αν είχε ποτέ επισκεφτεί την Αθήνα. Της είπε πως όχι. Της είπε ακόμη ότι στην Αθήνα βρισκόταν “ο υιός του ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησεν”, ειρωνικά παραφράζοντας τα λόγια του Ευαγγελίου. Είναι το αγόρι μου, ναι μεν Έλληνας Χριστιανός, τύποις όμως, Μωαμεθανός στην ψυχή και την καρδιά πιστός στον Προφήτη και αυτό για να ευχαριστήσει εμένα που με αγαπάει, όπως και εγώ λατρεύω αυτόν». «Αν θέλεις, γέροντα, μπορώ να του πάω τα νέα σου», του είπε η Βίρνα δήθεν πολύ συγκινημένη. «Δε χρειάζεται, κόρη μου. Όποια ώρα θέλω του μιλώ και εκείνος το ίδιο, με το κινητό που μου χάρισε. Μα αν δε σου κάνει κόπο πήγαινε και πες του ότι του στέλνω την αγάπη μου και ότι το πακέτο έφτασε στον προορισμό του. Ελπίζουν δε να τους στείλει καινούριο πεσκέσι όσο γρηγορότερα μπορεί...» Μπίνγκο ςτέφανε... ο γέροντας της έδωσε την ευχή του και η Βίρνα μόλις που έσπευσε να φιλήσει το χέρι που της έτεινε, κάνοντας μίαν υπόκλιση που περισσότερο έμοιαζε με σκύψιμο προς το τεντωμένο χέρι παρά φιλί. Αμέσως μετά έφυγε για να συνεχίσει τον τουριστικό της περίπατο με τους φίλους της όπως του είπε. Πράγματι πήγαν στα Άβδηρα να κολυμπήσουν σε νερά καθάρια που σε καλούσαν σα σειρήνες να αφεθείς στην πρασινογάλανη αγκαλιά τους. ςτο 439


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Δημαρχείο ο ςωτήρης βρήκε την οικογενειακή μερίδα του αξιότιμου κυρίου υποδιευθυντή με μόνο ένα μέλος εν ζωή, δηλαδή αυτόν. ο ςωτήρης εστίασε το ενδιαφέρον του στο επώνυμο των προγόνων. Όλα τελείωναν σε -ογλου παραπέμποντας είτε σε εξισλαμισμένο χριστιανικό είτε βέρο μωαμεθανικό ή και τα δύο. Ή ακόμα παραφρασμένο ελληνικό. Μια λεπτότατη συνδετική χορδή ίσως και να υπήρχε. Ήθελε βέβαια σχολαστικό ψάξιμο και αυτό μπορούσε να γίνει εκ του μακρόθεν. γιατί εκ του σύνεγγυς ο κίνδυνος μέγας. Έτσι την Πέμπτη επέστρεψαν. Ήλπιζαν ότι δεν άφησαν πίσω τους υποψίες. Ναι ε; Δεν ήταν μόνον αυτοί όμως έξυπνα παιδάκια... Τα γεγονότα που ακολούθησαν, διέψευσαν τις ελπίδες τους περί βαθμού εξυπνάδας...

440


VII

Κ

τυπάει το κουδούνι του σπιτιού της Βίρνας και αυτή πηγαίνει ν’ ανοίξει, μιας και η κοπέλα του σπιτιού είχε το εβδομαδιαίο ρεπό της. Μία κοπέλα άγνωστη με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, τη ρωτά ευγενικά αν είναι η οικοδέσποινα, η κυρία Βίρνα ςώτου. Η Βίρνα έκπληκτη, γιατί όπως είπαμε δε γνώριζε το κορίτσι, μόλις που πρόλαβε να νεύσει “ναι”. Από την αμέσως επόμενη στιγμή και μετά, δε θυμάται τίποτα απ’ ό,τι της συνέβη. ούτε καν πρόλαβε να πατήσει το κουμπί του πομπού που είχε συμβουλεύσει ο ςτέφανος να έχουν απαραιτήτως επάνω τους. Απαγωγή. Θαυμάσια! Τα καθάρματα κτυπούσαν εκεί όπου ήταν εφικτό να αποκομίσουν κάτι. Όταν το κορίτσι (κορίτσι! φευ, όχι πια...) συνήλθε, δεν κατάλαβε ούτε ποια ήταν, ούτε φυσικά πού ήταν. Όχι δεν έπαθε αμνησία, ήταν αποτέλεσμα της νάρκωσης και του δυνατού σοκ. Ξύπνησε λοιπόν και διψούσε, διψούσε πολύ. Μετά βίας άνοιξε το στόμα της και φώναξε με όση λίγη δύναμη της είχε απομείνει. «Νερόό». Ένας θόρυβος ακούστηκε σα μια πόρτα να άνοιξε κάπου στη γη πάνω; ςτον Άδη κάτω; Κάπου τέλος πάντων. Βλέπει μπροστά της τη μελαχρινή κοπέλα που ήταν και η τελευταία εικόνα που είχε δει πριν 441


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

ναρκωθεί για τα καλά, κατά πώς φαίνεται. Της άφησε μία κανάτα κρύο νερό και ένα μπουκάλι επίσης κρύα πορτοκαλάδα και η Βίρνα ήπιε άπληστα και από τα δυο. Τι της συνέβη; Ωραία. Θυμήθηκε ποια είναι. Αλλά τι στην ευχή της συνέβη ακριβώς, που να πάρει; Έφερε ξανά στο μυαλό της την τελευταία σκηνή στο σπίτι της, να ανοίγει την πόρτα σε μια κοπέλα που τη ρώτησε, να δεις τι τη ρώτησε; Ναι ναι, αν είναι η Βίρνα ςώτου. Και μετά τίποτα. οι σκέψεις της και οι σκηνές, τη βομβάρδιζαν με τέτοια ταχύτητα κι ήταν τόσο απίστευτα πολλές, που το κεφάλι της άρχισε να πονάει φρικτά. Να ήταν όμως από τις σκέψεις ο πονοκέφαλος ή κατάλοιπο της νάρκωσης που είχε υποστεί; Ξαναφώναξε. «Μια ασπιρίνη, παρακαλώ, ένα ντεπόν, ένα κάτι, τέλος πάντων...» Η πόρτα με έναν τριγμό ξανάνοιξε και η αμίλητη μελαχρινή με τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, τηs έφερε ό,τι ζήτησε. «Μα καλά έξω από την πόρτα στέκεται αυτή και ακούει τόσο καθαρά αυτό που ζητώ; Πάλι καλά», σκέφτηκε. Όταν επιτέλους κατάφερε να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ιεραρχώντας τις χοντρικά, έφτασε στο συμπέρασμα ότι είχε απαχθεί και σα μόνη εξήγηση που έδωσε ήταν ότι οφείλονταν στο γράμμα που έψαχναν καιρό, οι απαγωγείς της. Μπορεί η Βίρνα να ήταν μεν ο αδύνατος κρίκος της παρέας έτσι μόνη της όπως ήταν, δεν έπαυε όμως να είναι μέλος της, οπόταν ήταν και αυτή στο 442


θάνατος στο πάρκο

κάδρο των διωκτών τους. Τι θα ζητούσαν ως λύτρα άραγε; Πόσο κινδύνευε η ζωή της; Αν έκρινε πάντως από το γεγονός ότι μετρούσαν ήδη πέντε φανεροί θάνατοι σε σχέση με τούτη την υπόθεση, συνειδητοποίησε ότι και η δική της ζωή ήταν σε μεγάλο κίνδυνο. Μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Η απάθεια που τη διακατείχε μετά τον θάνατο του Τίτο της, έκανε αισθητή την παρουσία της σε όσους είτε την ήξεραν είτε όχι. Πιθανόν οι απαγωγείς της να παρεξηγούσαν τη στάση της και να την εκλάμβαναν σα θάρρος, σαν ηρωισμό, σαν καρτερία. Πού να ήξεραν ότι ίσως και να τους χρωστούσε χάρη αν έπαιρναν και τη δική της ζωή και ξεμπέρδευε μια και καλή από το άφατο πόνο της και τους εφιάλτες που στοίχειωναν τον ύπνο και τον ξύπνιο της. Παρόλα αυτά όμως μια απορία την είχε. «ςαν τι περιμένουν από εμένα να τους πω σε περίπτωση που αυτός ήταν και ο σκοπός αυτής της απαγωγής; Ή μήπως θέλουν να εκβιάσουν τους άλλους έξι, σαν προειδοποίηση για το τι τους περιμένει και αυτούς αν δε συμμορφωθούν. Και ποια είναι η η συμμόρφωση; Να παραδώσουν το γράμμα και να πάψουν να σκαλίζουν ιστορίες σε γέροντες μουφτήδες και να χώνουν τη μύτη τους παντού. Α, όχι αυτό. Όχι να εκβιάζονται οι άλλοι και να ενδώσουν για χάρη μου. Αν τελικά είναι αυτός ο σκοπός των απαγωγέων εγώ θα βρω τον τρόπο για την απόδραση της ψυχής μου, να πάει να συναντήσει μια ώρα αρχύτερα το ταίρι μου εκεί που βρίσκεται και με περιμένει. Τι σε λίγο καιρό, τι τώρα;»... 443


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

– Και τα παιδιά σου, βρε Βίρνα; Καλά όμως, καρφί δε σου καίγεται αν τα εγγόνια σου που φτάνουν οσονούπω, δε γνωρίσουν τη γιαγιά τους. Και το Λενάκι σου, που σου έχει τέτοια αδυναμία, να μείνει με τον πόνο και το παράπονο ότι ενώ έταξε τον εαυτό της να σώζει ζωές δεν τα κατάφερε να σώσει τελικά τη ζωή της μάνας της που αγαπούσε πιότερο και από τη ζωή της... ςε συμβουλεύουμε να το ξανασκεφτείς και να αφήσεις τα γεγονότα να κυλήσουν όπως είναι γραφτό. Δεν πιστεύεις στη μοίρα, στο πεπρωμένο και τα γνωστά. Το ξέρουμε. Δεν παραδέχεσαι όμως ότι άλλος είναι ο “τροχονόμος” που κανονίζει την... κυκλοφορία μας; Κοίταξε μη σε συλλάβουν για παραβίαση του ΚοΚ! Αν το αλκοτέστ σου δείξει μέθη από το κρασί της απάθειας, η ποινή σου θα είναι χειρότερη από την ανυπαρξία της άλλης ζωής. Και ξέρεις γιατί; γιατί έτσι μεθυσμένη, θα μπορούσες να πάρεις τη ζωή κάποιου αθώου ανθρώπου. ςτην προκειμένη περίπτωση... τη ζωή της Ζωής! Έχεις την εντύπωση ότι αυτή θα ζήσει αν εσύ χαθείς; Εάν το νομίζεις αυτό, τότε, καλή μας, δεν ένιωσες στ’ αλήθεια τι θα πει αγάπη φιλίας, παρ’ όλους τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς σου. Άφησε λοιπόν και θα δούμε τι θα γίνει πάρα κάτω.

444


VIII

Ό

ταν λοιπόν παρά τα απεγνωσμένα τηλεφωνήματα στο σπίτι της Βίρνας που έμεναν αναπάντητα... Όταν το ίδιο συνέβη και με τα δύο κινητά της, δηλαδή, το κανονικό συν αυτό το ιδιαίτερο που χρησιμοποιούσε μόνον η ομάδα των επτά... Όταν τα παιδιά της και τα τρία δεν είχαν ιδέα για το πού βρισκόταν η μάνα τους... Όταν τέλος πήγαν σπίτι της και το βρήκαν άδειο, κατάλαβαν επιτέλους, ότι κάτι συνέβη. Και η Ζωή παραφρόνησε. Τελείως όμως... Και τώρα, κυρ-ςτέφανε, τι; «Τίποτα. Πρόκειται προφανώς περί απαγωγής και από στιγμή σε στιγμή θα μας τηλεφωνήσουν και θα μας πουν τις προθέσεις τους. Εμείς με μεγάλη μυστικότητα θα ειδοποιήσουμε να κινητοποιηθεί η αστυνομία και πρώτα πρώτα τον Πρωθυπουργό. Εν ανάγκη να κινητοποιηθούν όλες οι Ένοπλες ή και οι άοπλες Δυνάμεις της χώρας! Μην ανησυχείτε, παίζουν μαζί μας παιχνίδια. Βρε, τον άτιμο όμως. Δε φοβάται όμως μήπως και αποκαλυφθεί; Δε νομίζετε ότι θα πρέπει κάποιος από την εδώ πλευρά να τον καλύπτει; ςτοίχημα ότι κανείς από όλους τους υπόλοιπους δικούς του, δε γνωρίζει το παιχνίδι του ή ακόμη και ποιος είναι. Κάποιος όμως τον προστατεύει ευφυώς. Και μόλις εμείς πλησιάζουμε στο να λύσουμε τον γρίφο, ο εν λόγω σπεύδει και τσουπ τον ξαναδένει! οπόταν το ποντίκι τρώει το τυράκι 445


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

μεν, μα η φάκα δεν τον αρπάζει. Μα μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη τρεις και τον τσακώσαμε και στη φυλακή τον χώσαμε. Θα κάνει κάποια στιγμή το μοιραίο λάθος. Όλοι το κάνουν». Μόνο που η Ελλάδα δεν μπορεί να δείξει άλλη υπομονή. Κάθε μέρα που περνάει, περνάει σε βάρος της. γι’ αυτό όλη η χώρα ανάστατη με την απαγωγή. Όχι πως ένοιαζε κανέναν ιδιαίτερα, χέστηκαν για τη Βίρνα. Νοιάζονταν για το τι σήμαινε αυτή η απαγωγή. Και είπε ο ςτέφανος: «Κύριοι, δε γίνεται να είμαστε άλλο σε θέση άμυνας. Πέραν των όποιων ευρημάτων μου καθώς και των υποψιών μας που του είναι γνωστές, δεν πέρασα ούτε μία φορά στην επίθεση. Άρα, επίθεση» (και εδώ θυμήθηκε τον Λούκι Λουκ τον ήρωα της παιδικής του ηλικίας στον πόλεμο με τους ινδιάνους... και τον έπιασαν τα γέλια). Κίνηση πρώτη: Με κάποιο πρόσχημα, μια έντεχνη κατηγορία, η αστυνομία συλλαμβάνει τον γερο-μουφτή. Βρέθηκαν δήθεν στο σπίτι του πίπες καπνίσματος οπίου, χασίς και άλλων παρομοίων υγειών ουσιών. «για να σε δούμε, φίλε, τώρα. Αδυναμία εσύ στο Μουφτή σου, το ίδιο κι εμείς στο κορίτσι μας. Ζωή, μη νοιάζεσαι και χολοσκάς. Τι μέρα είναι σήμερα; Πέμπτη; Το ςάββατο η Βίρνα θα τρώει αστακομακαρονάδα μαζί μας και θα μας διηγείται την περιπέτειά της», τη βεβαίωσε ο ντετέκτιβ με αγριωπό βλέμμα. Αυτό το βλέμμα, που το έτρεμαν και πολύ 446


θάνατος στο πάρκο

το υπολόγιζαν οι αντίπαλοί του. Πρώτη αντίδραση του ασύλληπτου φαντομά: «Ειδοποιείται ο αξιότιμος ςτέφανος Μακρής όπως παραλάβει το πρόσωπο που τον ενδιαφέρει, από την περιοχή της Εκάλης, οδός τάδε, αριθμός δείνα, αφού πρώτα αφεθεί ελεύθερο το πρόσωπο που ενδιαφέρει εμάς». Απάντηση του Μακρή «Τους όρους του παιχνιδιού που άρχισες εσυ, τους βάζω εγώ... Το πρόσωπο, θα επιστραφεί σώο και αβλαβές στο σπίτι από το οποίο το παραλάβατε. Το ίδιο θα συμβεί και με το δικό σας πρόσωπο. Αν σου φθάνει ο λόγος της τιμής μου καλώς. Μη σπεύσεις να πεις το ίδιο και συ, γιατί πώς να πάρει κανείς τιμή εκ του μη έχοντος όχι μόνον ίχνος απ’ αυτήν, αλλά και μήδ’ έχοντος ιερόν και όσιον. Και πού ’σαι; ςου δίνω επίσης τον λόγο μου, ότι λίαν συντόμως θα με γνωρίσεις εκ του σύνεγγυς. Και μπάλα θα παίζω εγώ μονότερμα και στο δικό μου το γήπεδο, κάθαρμα...» Την επόμενη ημέρα Παρασκευή μέχρι το απόγευμα σιγή. Κατά το βραδάκι έφτασε ένα mail στον ςωτήρη. «Πες στον Πουαρώ (που πέρασε και δεν τον άγγιξε) αύριο στις 9 το πρωί θα γίνει αυτό που είπε». Και ο ςτέφανος λέει «Δε μου λες, Ζωίτσα, φρόντισες φαντάζομαι να αγοράσεις τον αστακό που σου είπα; γίνεται αστακομακαρονάδα χωρίς αστακό, κορίτσι καλό μου;»

447


IX

«Β

ίρνα μου, εγώ είπα και θα το ξαναπώ. Εσύ με τη στενοχώρια σου που αντί να μειώνεται ως είθισται ακολουθώντας το γνωστό “ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές”, η δική σου βαίνει συνεχώς αυξανόμενη εκπέμποντας αρνητικά κύματα τα οποία ελκύουν ό,τι το καταστροφικότερο, προς το πρόσωπό σου. Απόδειξη αυτό που συνέβη, για παράδειγμα, γιατί δε συνέβη σε μένα ή στη Μαρία Χριστίνα ή τη Βιβή; Μια και σε βρήκαν λοιπόν του χεριού τους οι αρνητικές δυνάμεις του σύμπαντος, σου έδωσαν και κατάλαβες. Και νομίζεις ότι θα σταματήσουν εδώ και μπόρα ήταν και πέρασε; ςε περιμένουν χειρότερα. »Επειδή όμως κι εγώ δεν αντέχω να βλέπω να σου συμβαίνουν τέτοιες αναποδιές και να είσαι μόνη σου, αποφασίζω και διατάσσω την άμεση μετακόμισή σου σπίτι μου για ένα μικρό διάστημα, όπως έκανα και εγώ κάποτε, θυμάσαι; για λίγο μόνο, αγάπη μου, μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο που το σκέπασε ξαφνική αιθαλομίχλη. Πρόσεξε. Αν πεις όχι, θα έρθω εγώ στο δικό σου κι ο δόλιος ο ςωτήρης μου μόνος του και έρμος να προσέχει τα παιδιά και τον εαυτό του αυτός που δεν ξέρει να βράσει ένα αβγό. »Να, χθες είπε να μας μαγειρέψει, μια μακαρονάδα δικής του έμπνευσης που υποσχέθηκε να είναι il gusto perfecto. Εγώ, δεν του είπα όχι. Πήρε μία κα448


θάνατος στο πάρκο

τσαρόλα, τη γέμισε κρύο νερό από τη βρύση, την έβαλε στην κουζίνα και πριν καλά καλά ανοίξει το μάτι, πήρε τα μακαρόνια τους δίνει μια να κολυμπήσουν κατ’ ευθείαν στα άπατα που λένε. Μέσα σε λίγα λεπτά, όπως ήταν φυσικό, τα μακαρόνια ήρθαν και έγιναν μια σφικτή μάζα, με τον ςωτήρη να βλαστημάει τον εαυτό του γιατί λέει παρέλειψε να προσέξει ότι δεν ήταν μίσκο τα μακαρόνια πράγμα που επέφερε σίγουρα την απόλυτη καταστροφή! »Βίρνα μου, λυπήσου με και κάνε μου τη χάρη για μια φορά να υποκύψεις στις ικεσίες μου. Έλα να ηρεμίσουμε λίγο, γιατί, Κύριος οίδε τι μας περιμένει παρακάτω. ςε παρακαλώ». Και το θαύμα έγινε. Και έμειναν όλοι μαζί να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον αδίστακτο προδότη και να βρουν ποιος τον περιέθαλπε και γιατί. Δυνατά μυαλά όλοι τους. Λογάριασέ τα επί εφτά και έχεις μια χημική ένωση ίση με μια βόμβα μεγατόνων. ο Παύλος, μάχιμος δημοσιογράφος και ικανός ρεπόρτερ, όχι δηλαδή ένας απλός σχολιαστής ειδήσεων που του έρχονταν έτοιμες σερβιρισμένες στο πιάτο του στο γραφείο του πάνω, μπήκε στους κύκλους που του υπέδειξε ο μέντοράς του και σα λαγωνικό ράτσας, οσφραίνονταν τον αέρα για να ξετρυπώσει την ατασθαλία λαβράκι, από την παρακολούθηση των υπόπτων. Και αυτό είναι δημοσιογραφία. ιδού τι αλίευσε. Ένας λοιπόν εκ των τριών πιο έμπιστων συμβούλων του Πρωθυπουργού παντρεύτηκε και ο γάμος του είχε κάτι από τη χλιδή του γάμου του Τσοχα449


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

τζόπουλου. Το πού τα βρήκε τα χρήματα ο πρώην Υπουργός μας το μάθαμε. Κανάλι για κανάλι δεν έμεινε να μην μας πληροφορήσει περνώντας τον γενιές δέκα τέσσερις. Και ήταν αυτά τα ίδια κανάλια που λίγο καιρό πριν, τον λιβάνιζαν τον όμορφο τον Μπρούμελ. για εκείνον λοιπόν ξέρουμε από πού και πώς εισέπραττε τον παρά. Και εσύ, ηλίθιε Έλληνα, σκάσε και πάψε να νομίζεις ότι νοιάζονται οι άνθρωποι αυτοί για σένα. για τον έμπιστο όμως τον απλό, που επιπλέον ούτε όμορφος ήταν, μια φάτσα του κερατά είχε ο περί ου ο λόγος, από πού πήγαζε ο πακτωλός των χρημάτων του, αγαπητέ κύριε Πρόεδρε; Πού τα βρήκες, φίλε, τα εκατομμύρια; ρωτάμε εμείς οι κοινοί θνητοί που σα να ξυπνήσαμε ολίγον από τον λήθαργο και πονηρέψαμε. Αμ, ολόκληρος Πρωθυπουργός τι διάβολο δεν αναρωτήθηκε έστω κατ’ ιδίαν «φίλε, κληρονόμησες κανέναν εκατομμυριούχο θείο εξ Αμερικής ορμώμενο ή σου έκατσε κανένα προχωρημένο τζακ-ποτ; Όχι, γιατί εάν δε συνέβη κάτι εκ των δύο, λυπάμαι, αλλά την έχεις κομματάκι λερωμένη τη φωλιά σου και οφείλεις να μας δώσεις εξηγήσεις». Έτσι δεν έπρεπε να σκεφτεί ο πρόεδρος; Έσπευσε λοιπόν ο δεύτερος πυλώνας της ερευνητικής ομάδας να ενημερώσει τον αρχηγό και ο αρχηγός ανάσανε ανάσα βαθιά. «Να το φως στο τούνελ, Παυλίτο. Ώστε έτσι εξηγείται το “ακλόνητο” της θέσεως του αξιότιμου Υποδιευθυντή. Όταν έχεις τέτοιες πλάτες, τότε τα έργα 450


θάνατος στο πάρκο

και οι ημέρες του Βοκάκιου, φαντάζουν του κατηχητικού μπροστά στα δικά σου τα έργα! Παύλο, εσύ εκεί. Ψάχνε, ρώτα, μάθαινε. Είμαστε κοντά, αγόρι μου. Μόνο που δεν ξέρω πια πώς να κινηθώ εγώ. Να μιλήσω στον Πρόεδρο; Με παίρνει να ποιήσω την νήσσαν; Αυτό το δικαίωμα το έχω; Φοβάμαι πως όχι. Και εκείνος, άμα ενημερωθεί, δεν πρέπει να κάνει το ίδιο με τον Διευθυντή της τράπεζας; Ένα ντόμινο ενημέρωσης σα να λέμε. Το ευχάριστο είναι ότι έχει σταματήσει η διαρροή μυστικών. Είναι πια πολύ καλά κρυμμένα. Άρα ο Πρωθυπουργός μας ίσως και να είναι περισσότερο υποψιασμένος απ’ ό,τι δείχνει για το αβγό του φιδιού που εκκολάπτεται μέσα στην αγκαλιά του σχεδόν. Πρέπει να του μιλήσω. Το δίχως άλλο. Τώρα. Χθες...» «Πρόεδρε, σας παρακαλώ ένα επείγον μυστικό ραντεβού. Μεταξύ των δύο μας. για την υπόθεση που ξέρετε. Φοβάμαι δε σας έχω καλά νέα». «Πες τα μου εσύ και μη σε νοιάζει, Δε με φοβίζει τίποτα πλέον. ςυνήθισα να μην εκπλήσσομαι αρνητικά. Με τα καλά τα νέα μένω ενεός, γιατί σπανίζουν. Και όταν συμβαίνουν αναρωτιέμαι και λέω “τς τς τι λες, βρε παιδί μου, υπάρχουν και τέτοια νέα”; Πώς και δεν το ήξερα εγώ που ξέρω τα πάντα;» Έδωσαν ραντεβού την ίδια εκείνη ημέρα και ήταν η σειρά του ςτέφανου Μακρή να δηλώσει κατάπληκτος, ακούγοντας τον Πρόεδρο να του λέει ότι ο έμπιστός του για τον οποίο του μίλησε, ήταν ακριβώς αυτό που δήλωνε η ιδιότητά του, δηλαδή, έμπιστος. Πέραν κάθε αμφιβολίας, το πρόσωπο 451


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

αυτό είναι άψογο. Του είπε δε ότι οι υποψίες του εστιάζονται σε έναν άλλο Νομικό του ςύμβουλο που τον προβληματίζουν οι οβιδιακές μεταμορφώσεις του χαρακτήρα του. Αστάθεια και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά τον τελευταίο καιρό. Αυτός σημειωτέον ούτε πλούσιος είναι ούτε κοινωνικός και συμπαθής παρά μόνο άριστος Νομικός, αγνώστων πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. ςυμβούλευσε δε τον ερευνητή να εστιάσουν το ενδιαφέρον και την προσοχή τους προς αυτήν την κατεύθυνση. Άντε φτου και από την αρχή. Και το γράμμα; Καλά που το θυμηθήκαμε κι αυτό, σκέφτηκε ο ντετέκτιβ. Τελικά τι ενδιαφέρον είχαν οι υπογραφές της ανάθεσης; «Τα ίδια θα λέμε ξανά; Ας είναι. Εξηγούμαι για τελευταία φορά. Η μία υπογραφή είναι του τάδε. Έτσι;» «Εξετάζουμε το βίο και την πολιτεία του και ψάχνουμε για τρωτά σημεία. Βρίσκοντάς τα (όλοι έχουμε κακά τα ψέματα) τον απειλούμε με αυτά και όσο σπουδαιότερα είναι, τόσο μεγαλύτερος ο φόβος της αποκάλυψης της λαδιάς του. για κάποιον που κατέχει μεγάλη θέση και ο θώκος του εξαρτάται από την αποδοχή ή μη, των ψηφοφόρων του, αυτά παίζουν ως γνωστόν τεράστιο ρόλο, αν και εδώ υπάρχουν ενστάσεις. Ανάλογα δηλαδή κατά πόσο χοντρόπετσος ή εύθικτος είναι ο αποκαλυπτόμενος. Να λοιπόν γιατί έπρεπε να μάθουν πάση θυσία ποιοι υπέγραψαν το ρημάδι το χαρτί. Που σημαίνει θα έπρεπε να μάθουν το curriculum vitae όχι μόνον αυτών, μα και των κοντινών τους ανθρώπων από 452


θάνατος στο πάρκο

το νηπιαγωγείο μέχρι... αύριο! Και έτσι και ανακαλύψουν κάτι, χμ, τότε έλα και πες μου αν πρέπει κανείς να βασισθεί στις κατηγορίες τοιούτων προσώπων τέτοιας ελαστικής ηθικής. Αυτή ήταν η σπουδαιότητα της επιστολής και η εξ αυτής λύσσα των ενδιαφερομένων να την ανακαλύψουν». Μα στο καλό τους. Όταν ήταν παιδιά, δεν έπαιξαν ποτέ το πούν’ το πούν’ το, το δαχτυλίδι; / νάτο, νάτο, δε θα το βρεις... γιατί το γράμμα ήταν ακριβώς αυτό. Ήταν εκεί, μπροστά τους... Που να πάρει η ευχή να πάρει. ςκωτσέζικο ντους η ιστορία. Κρύο-ζέστη. Ζέστη-κρύο. «Να είναι τελικά ο υποδιευθυντής ο ένοχος; Ή να είναι αυτός που υπέδειξε ο Πρόεδρος; Να ’ναι και οι δύο ως συνεργάτες; Το πιθανότερο, αυτό είναι», σκέφτηκε ο ςωτήρης. «Πού το βασίζεις αυτό, δικηγόρε και συγγραφέα μας;» «Ως προς τον έναν, το στηρίζω στο γεγονός πως ό,τι έχει σχέση με Ελλάδα τον έχει αφάνταστα πληγώσει από όταν ήταν παιδί. Τόσο από τους ανθρώπους της όσο και από την πολιτεία που δεν τον προστάτευσε και ποτέ δεν καταδίκασε τους βασανιστές του σώματος και της ψυχής του. Ποιος τον βοήθησε μόνον; Ποιος γιάτρεψε τις πληγές του που πυορροούσαν συνεχώς; Από ποιον άκουσε μια ζεστή κουβέντα και ίσως λόγια αγάπης; Από έναν αλλόθρησκο, έναν Μουσουλμάνο που ήθελε να τον θεωρούν Τούρκο, ενώ τέτοιος δεν ήταν. Επομένως η ευγνωμονούσα καρδιά του αγοριού ήταν σ’ αυτόν 453


Λένα Μαυρουδή Μούλιου

δοσμένη. Και ό,τι ο προστάτης του αγαπούσε, ήταν αναπόφευκτο να αγαπά και ο μικρός. Και έτσι η πατρίδα του Μωαμεθανού έγινε και δική του πατρίδα. Home is where my heart is, δε λένε; Αυτό. »ς’ αυτήν ακούμπησε την καρδιά του που την πλήγωσε όπως πίστευε, η πατρίδα που τον γέννησε. Αργότερα, τώρα, μπορεί ο τραπεζικός να είχε αυτά τα πράγματα σαν άλλοθί του για τα όσα αρνητικά έπραττε σε βάρος της χώρας του και να αθώωνε τρόπον τινά τον εαυτό του από τις όποιες πιθανές ερινύες κατά καιρούς τον ενοχλούσαν. Όταν έφτασε λοιπόν η στιγμή που ο μουφτής του ζήτησε να γίνει κατάσκοπος προς όφελος της χώρας του, το σύκο πια είχε ωριμάσει και ήταν σαν έτοιμος από καιρό να κάνει το χατίρι του μουφτή. Ένα ένα τα μυστικά στα οποία είχε πρόσβαση λόγω της μεγάλης θέσης που κατείχε έφευγαν κατά κει που του ζητούσε. Νόμιζε και ο Μωαμεθανός ότι την πατρίδα του ωφελούσε, πού ήταν το κακό; Μα και αυτουνού πατρίδα η Ελλάδα ήταν και στην ουσία δεν ήταν άλλο από ένας φιλότουρκος ομόθρησκος