Page 1


4


μετρημένα βήματα


Άννα Ρουμελιώτη μετρημένα βήματα ISBN: 978-618-81935-8-1 © Άννα Ρουμελιώτη Αθήνα, 2016 εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης επιμέλεια εξωφύλλου: Κώστας Θερμογιαννης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή]

___________________ Η ποιητική συλλογή “μετρημένα βήματα” εκτυπώθηκε σε περιοριμένο αριθμό αντιτύπων και διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση και η αποσπασματική παρουσίαση. Η αναφορά του ονόματος της ποιήτριας είναι υποχρεωτική και το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση. 6


μετρημένα βήματα

ISBN: 978-618-81935-8-1 © Άννα Ρουμελιώτη Αθήνα 2016

7


8

Άννα Ρουμελιώτη


Να μετρας τα βηματα ςαΝ κυματα

Κολύμπι σε μια θάλασσα αισθήσεων και παραισθήσεων ας είναι το μεγάλο σου ταξίδι. Κι αν καμιά φορά σε προδίδει ο βυθός, να θυμάσαι πως το νερό έχει μεγαλύτερη δικαιοσύνη. Θα ξεπλένει τις βρωμιές που σε λερώνουν. Θα διώχνει με φόρα τα σκουπίδια που πετούν οι αγενείς συνεπιβάτες. Στο κάτω κάτω, αν δε σου αρέσει ετούτο το ταξίδι, μπορείς να βρεις διαδρόμους και διαδρόμους διαφορετικούς σε τούτο το νερένιο μονοπάτι. Καμιά φορά υποτάσσεσαι σε μια καταδίκη που την ονομάζεις Μοίρα. Η Μοίρα, λες, σε έφερε εδώ. Η Μοίρα, λες, σε αλυσοδένει. Λες πως η Μοίρα σου έφερε για παρέα τούτα τα ψάρια τα αδίστακτα που τρώνε από την τροφή σου ή και εσένα ακόμα τον ίδιο. Και δε μιλάς. Και δεν κουνάς. Στο όνομα της Μοίρας, της ανάγκης, της επαφής ή σε οποιοδήποτε άλλο όνομα καλύπτει τις μηδαμινές σου αντιστάσεις, σωπαίνεις. Ως πότε θα κρύβεσαι πίσω από τα χιλιάδες σου ονόματα; Ως πότε θα μετράς χαμένες βουτιές και λησμονημένα μακροβούτια; Οι γοργόνες σε καλούν κι εσύ δεμένος σε αόρατο καράβι, σαν άλλος Οδυσσέας, παλεύεις να επιστρέψεις σε έναν τόπο που δε θέλει την επιστροφή σου και όμως επιμένεις να φτάσεις. Στο σημείο που ξεκίνησες. Ακόμα και αν αυτό το σημείο δε σου ανήκει πια. Ακόμα και αν αυτό το σημείο δεν σου ταιριάζει πια. Για κάποιο λόγο δε χωράς πάλι στη μήτρα που σε έφερε στη ζωή. Για κάποιο λόγο μεγαλώνεις. Για κάποιο λόγο γερνάς. 9


Για κάποιο λόγο σε λένε σοφό λίγο πριν κλείσεις τα μάτια. Να μετράς τα βήματα σαν κύματα. Κολύμπι σε μια θάλασσα αποφάσεων και όχι παρατάσεων. Να μπορείς όχι να λες και να μπορείς και να κλαις. Από πένθος μα όχι από προσμονή ούτε καν από πικρία. Θέλει και να πενθήσεις για ό,τι δεν κουμπώνει πια πάνω σου και πέφτει σαν ξεραμένο φύλλο, για να μπορείς να αφήσεις εκείνο πίσω και όχι εσένα. Να μετράς τα βήματα. Σαν κύματα… Μάχη Τζουγανάκη

10


ςτηΝ Πλατεια αγωΝιας

11

μετρημένα βήματα

Είναι κι αυτή η σκόνη στα ξεφλουδισμένα παράθυρα κάθε που φυσάει δυνατά ο αέρας εκείνη φτιάχνει έναν καινούριο κόσμο στο περβάζι. Τα παιδιά ζωγραφίζουν τότε έναν ήλιο από στάχτη κι ένα δέντρο, που μοιάζει με της γιαγιάς το αδράχτι. Εκείνη δεν είναι πια εδώ έχει φύγει από καιρό πριν η φωτιά χαράξει μαύρες ουλές στα παντζούρια. Η μητέρα επιμένει να ποτίζει τις γλάστρες με τα σκοτωμένα λουλούδια. Είναι κι αυτή η ρημαδιασμένη σκόνη, που ρίζωσε εδώ στα αποκαΐδια η ελπίδα να έρθει κάποτε ένα τέλος στον πόλεμο αυτό. Στην Πλατεία Αγωνίας Να! Εδώ παρακάτω! Τα παιδιά είπαν πως θα χτίσουν εκεί το καινούριο σχολείο Να! Εδώ παρακάτω στη σκοτεινή πλευρά του ήλιου.


Άννα Ρουμελιώτη

Παρε με μαζι ςου Νυχτα Δάνεισέ μου ένα δάκρυ στην πληγή να χωράει συντροφιά με το αίμα να ενωθεί, να κυλάει. Χάρισέ μου ένα αστέρι λίγο φως να μου φέρει να μπορώ να σε βρίσκω σαν μου απλώνεις το χέρι. Μείνε λίγο ακόμα κοντά μου μην αφήσεις το ξημέρωμα να μετρήσει τα κρίματά μου. Πάρε με μαζί σου νύχτα γενναία νύχτα μοναδική μου εσύ, που ξέρεις και διακρίνεις απ’ της ψυχής τα σκοτάδια εκείνα τα πιο ωραία. Πάρε με μαζί σου αυτό μονάχα σου ζητάω άφησε με να ακολουθώ τις σκιές σου συντροφιά να τους κρατάω.

12


λαθος ΔιευθυΝςη

13

μετρημένα βήματα

Και να που ήρθες μόνο για να σιγουρευτείς πως το συρματόπλεγμα που μ’ έντυσες το έχω σωστά φορεμένο. Πως δεν ξέφυγε ούτε μία του αιχμή πως δεν κρύφτηκε ούτε ένα του γδάρσιμο. Ήρθες για να δεις αν η πληγή μου έχει στεγνώσει κι έτοιμο είχες το μαχαίρι να την ξαναματώσει. Ήρθες για τις διαπιστεύσεις να άλλαξε άραγε τούτο το παιδί; ή να αλλάξεις γραμμή πλεύσης; Ήρθες μα απάντηση δεν πήρες άλλαξε τώρα η φρουρά μου και μόνο εγώ φυλάω πια το συρματόπλεγμά μου. Σκιαχτήκαν και λακίσανε οι φίλες σου οι μοίρες. Όλα είναι ήσυχα τώρα εδώ κι εσύ μη χτυπάς άλλο πια δεν θα ανοίξουνε οι θύρες...


Άννα Ρουμελιώτη

τα ΠαιΔια Μια μέρα τα παιδιά θα παίζουν κρατώντας την άνοιξη στα χέρια τους. Θα πλέκουν στεφάνια χαράς με το γέλιο τους αντίδοτο χαράς στη λύπη και τη θλίψη των κατατρεγμένων. Μια μέρα θα απλώνουν τα χέρια στους εχθρούς τους προσφέροντας αγάπη. Αγάπη!! Αυτό είναι το γιατρικό να ξέρεις. Και τα παιδιά ξέρουν να αγαπούν γιατί θέλουν πολύ να αγαπούν και αγαπούν ακόμη περισσότερο σαν τα ’χουν αγαπήσει. Γι’ αυτό μια μέρα θα το δεις τα χρώματα θα ξανάρθουν πίσω. Τα παιδιά θα τα φέρουν με τα χέρια τους και θα τα σκορπίσουν γύρω μας. Κι όλη η γη θα φωτίσει θα φωτίσει με ακούς; Θέλω να με ακούσεις. Θέλω να καταλάβεις. Θέλω να δεις, να αισθανθείς, να νιώσεις πως τα χρώματα θα γυρίσουν πίσω. Τα παιδιά θα τα φέρουν μια μέρα θα τα φέρουν. Εκείνη τη μέρα να το ξέρεις θα ακούσεις τραγούδια γλυκά να αντηχούν σε όλον τον κόσμο. 14


χαμεΝες Ψυχες

15

μετρημένα βήματα

Αυτοί που σκυμμένοι προχωρούν μια βοή μονάχα ακούν. Είναι οι κραυγές του θρήνου, που καίει τα σωθικά τους. Είναι η οργή, που ξέφυγε απ’ της αράχνης τον ιστό. Ανάβει και πυρώνεται μα ξέμεινε μονάχη, ένας κόμπος στο λαιμό. Αυτοί, που σαν αγάλματα πια στέκουν εγκλωβισμένοι κι άπραγοι στης πόλης τα τσιμέντα με χέρια άκαμπτα, αδειανά με την ψυχή στεγνή, μαρμαρωμένη έγιναν τέρατα κρυφά η σκέψη τους μες το χαμό οδεύει. Αυτοί, που μαραζώνουν στις σκιές, που την ψυχή τους παραδώσαν στα υπόγεια με τη συγγνώμη που δεν δόθηκε πια ζουν με χείλη άνυδρα από αγάπη κι από λόγια. Αυτοί, που ξεχασμένοι αγκομαχούν με την ανάσα τους κοφτή και μετρημένη ένα σημάδι αυτής της γης ζητούν μία στιγμή δική τους κι η ζωή να την προφταίνει. Μα σέρνονται πια τώρα και συνθλίβονται σε τοίχους. Σαν μανιασμένοι ταύροι ορμούν σε όνειρα σβησμένα. Αυτοί, που μόνο μια ευθεία γραμμή ακολουθούν καθώς γυρεύουν έναν ορίζοντα, που χάθηκε απ’ το βλέμμα.


Άννα Ρουμελιώτη

τουλαχιςτοΝ... Κλείστε τουλάχιστον τις πόρτες... χαθείτε μέσα στα ανήλιαγα ντουβάρια σας... Εσείς, που σας αφήσαμε και ορίζετε τις τύχες μας... Εσείς που κινείτε τα νήματα και μας φορτώνετε με όλα τα κρίματα. Μη μιλάτε μπροστά μας για επιτεύγματα για πρωτοπορίες και νεωτεριστικές τακτικές. Κορδώνεστε πως όλα είναι τέλεια. Τι λέξη βαρυσήμαντη ευρείας χρήσεως πολυσήμαντη και επιχειρείτε αναλύσεις για όλα τα θέματα βρίσκετε τις λύσεις. Φουσκώνετε καμαρωτοί εσείς του κόσμου οι αρχηγοί οι σωτήρες μας οι μοναδικοί οι άρχοντες εσείς. Κι όλοι εμείς οι υποτακτικοί την ελπίδα να βαστάμε σαν βαρίδι στο λαιμό να την κρεμάμε και η ζωή να προχωρά μα να μην αλλάζει τίποτα ουσιαστικά.

16


Ψιθυροι

17

μετρημένα βήματα

Τις Κυριακές το σπίτι έμενε άδειο από το πρωί. Οι ψυχές το εγκατέλειπαν για μια ημερήσια βόλτα προς το ανέφικτο. Που πήγαιναν; αναρωτιόσουν γιατί έκαναν αυτό το ταξίδι για κάτι ανώφελο; Ποιο μακρινό στόχο είχαν κατά νου; Γιατί έφευγαν μόνο τις Κυριακές; Και αφού απάντηση δεν δινόταν στρεφόσουν κι εσύ σε ανούσιες εργασίες στο συγύρισμα ενός άδειου σπιτιού. Απαιτούσε μια ολόκληρη μέρα η τακτοποίηση τόσων ψιθύρων. Σαν επέστρεφαν οι ψυχές ήξεραν που θα τους βρουν. Πάντα είχαν κάτι να προσθέσουν. Τόσες Κυριακές... τόσα ταξίδια... κι όμως... οι ψίθυροι δεν γίνονταν φωνές καθαρές. Σαν σούρσιμο αργό και βαριεστημένο έμοιαζαν και σιγά σιγά έσβηναν όταν ερχόταν η νύχτα αφήνοντας την πικρή γεύση του ανείπωτου.


Άννα Ρουμελιώτη

καταματα... Τη νύχτα λυγίζεις πιο εύκολα το σώμα δεν αντέχει άλλο βάρος όλη μέρα να είσαι αλώβητος φάρος χωρίς δικαίωμα στη συντριβή. Τη νύχτα ελπίζεις η σιωπή να φέρει κάποια λύτρωση στης μέρας την αέναη πίστωση. Χρεωμένος με φόβο, με πόνο, με ψεύτικα χαμόγελα, με άτιμους συμβιβασμούς μέσα στο στόμα του λύκου μα πώς να βρεις το θάρρος. Τι εύκολα σε κρίνει ο καθένας μόνο εξηγήσεις να πρέπει να φέρνεις εις πέρας. Τη νύχτα τουλάχιστον μπορείς να καταρρεύσεις και κάπου στο βάθος της ψυχής λίγα δάκρυα να χωρέσεις. Κατάματα να κοιτάξεις τα σφάλματα και τη μνήμη να αντέξεις.

18


χθες τη Νυχτα...

19

μετρημένα βήματα

Ήρθε πάλι χθες τη νύχτα στο όνειρό μου το κορίτσι με το μαύρο φόρεμα και την κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά. Ήρθε με τα μάτια χαμηλωμένα με σκυμμένους πάλι τους ώμους τόσες προσδοκίες, που έγειραν πάνω της και η ελπίδα να είναι από την αντοχή πιο βαριά. Ήρθε πάλι χθες τη νύχτα εκείνο το κορίτσι. Περπατούσε μαζί με μια μαύρη σκιά κι ούτε ένα φως να αχνοφέγγει στο όνειρο. Το δικό της ίσως να έψαχνε στης ψυχής μου τη σκοτεινιά. Καρφωμένο το βλέμμα της είχε στην ανάσα μου και τη μετρούσε αργά. Κάθε της βήμα δροσοσταλίδα από δάκρυα κάθε σιωπή μου σταγόνα πικρή στην καρδιά.


Άννα Ρουμελιώτη

αΝαλαφρα Άσε με να παραπατώ και να γκρεμοτσακίζομαι. Ας έχω σώμα και καρδιά και χέρια και νου και πόδια αφού η ματιά μου τρέχει άσε με να κοιτώ τον ουρανό γιατί αυτός με αντέχει. Άσε με να σιωπώ όταν ο λόγος θλίβει. Ξέρω τι βάρος κουβαλάει η γλώσσα όταν συντρίβει. Άσε με κι ας ονειρεύομαι τα σύννεφα ότι αγγίζω γιατί τα χέρια μου αέρινα τότε γίνονται κι ανάλαφρα περιπλανιόνται και η ψυχή μου σπίθες μικρές καλά κρατεί και σιγοτραγουδάει. Άσε την!!... έτσι αλλοπρόσαλλη στίχους να μουρμουράει. Άσε με να τσαλαβουτώ μέσα στην ουτοπία μου κι όπου κι αν βρίσκομαι στον κόσμο αυτόν μέσα του ή εκτός του θα την γνωρίσεις την ουσία μου. Άσε με τα βήματά μου να οδηγώ να φεύγω να γυρίζω. Θέλω μες στους ανθρώπους να μπλεχτώ τον αέρα τους τον διαφορετικό να τον μυρίζω. Άσε με να προχωρώ, αλλά να ξέρεις 20


βήματα δεν μετράω κι άμα δεν βιάζεσαι κι εσύ κράτα το χέρι μου και πες μου πού να σε πάω.

μετρημένα βήματα

21


Άννα Ρουμελιώτη

τοςα ερωτηματα Μην κλαίτε τα είδωλα που πέφτουν απ’ το βάθρο. Μην κλαίτε την πλάνη σας την οικτρή απογοήτευση ενός ανώφελου πιστεύω. Μην κλαίτε τη μοίρα σας που με τη σιωπή τη στέψατε... γι’ αυτό που επιλέξατε με την υποχώρησή σας ποιον βολέψατε; Ποιανού τα βάσανα κρατήσανε τα χέρια σας; Ποια λύπη ξάπλωσε στο στέρνο σας; Πόσα ψέματα... πόσες αλήθειες... να χάθηκαν στο ζύγι; Ποιοι είστε μήπως ξέρετε; Γιατί δεν επιμένατε μα μόνο υπομένατε; Γιατί κλαίτε για τα είδωλα που πέφτουν απ’ το βάθρο; Δεν καταλαβαίνετε λοιπόν εκεί ψηλά που τα ανεβάσατε πως ήταν σαθρό και σάπιο; Τόσα ερωτήματα υπό σκέψη «γιατί;» θα μου πείτε... μα θέλω να ξέρω πόσα μπορεί ο νους ν’ αντέξει... 22


ακους τηΝ ηχω;

23

μετρημένα βήματα

Ψίθυροι του δάσους η σιωπή, που σπαράζει μακάβρια, στερνή. Τι έχει μείνει; Η κραυγή να αναδυθεί η λύπη γυμνή να σταθεί. Λυγμοί δυνατοί της φύσης αιώνιοι καημοί. Ακούς την ηχώ; Καμένη η γη στη στάχτη η ψυχή. Οδύνη μονάχα. Εδώ δεν φυτρώνει λουλούδι τα δέντρα κραδαίνουν τα πονεμένα κλαδιά τους στη σκιά του θανάτου, που το ανθρώπινο χέρι τους κληροδότησε.


Άννα Ρουμελιώτη

γραμματεις Γραμματείς, γραμματείς γραμματιζούμενοι και ευπρεπείς πάντα «παρά τω αφεντικώ» καλοκουρδισμένοι και ευθυτενείς. Με αυτά τα ξύλινα χαμόγελα... «αγκυλωμένοι» στην τρίχα κουστουμαρισμένοι κάθε πρωί προσέρχεστε εις την εργασίαν σας με αέρα Προέδρου καμαρωτοί καμαρωτοί ω τι όντα περιωπής. Γραμματείς έχοντες εμπειρία μεγάλη εις την ψευδομαρτυρίαν, αλλά και γνώσεις υποκριτικής. Απόλυτα προσηλωμένοι εις τας επιθυμίας της διοικήσεως κι έτσι όπως όλη μέρα σκληρά εργάζεστε... έρποντας... να θεωρείται βέβαιη η επιτυχία σας. Γραμματείς, ιδιαίτεροι, ημέτεροι, ρουφιάνοι πολυτελείας και δουλοπρεπείς.

24


εΝΔειξη...

25

μετρημένα βήματα

Έβαψα μαύρα όλα τα τριαντάφυλλα στον κήπο ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Μαύροι καπνοί βγαίνουν απ’ τα σπίτια κατάμαυροι και αποπνικτικοί. Το καλοκαίρι παίρνει εκδίκηση Ιούνιος – Ιούλιος – Αύγουστος. Ύστερα έρχεται το φθινόπωρο σέρνοντας πίσω του τον θρήνο. Φαντάσματα παιδιών περπατούν στους δρόμους τριγυρίζουν στα σοκάκια και αφήνουν αποτυπώματα στους μαυρισμένους τοίχους. Τώρα ο μαύρος καπνός ανεβαίνει στον ουρανό μα αυτά τα μπλάβα σύννεφα δεν θα φέρουν βροχή. Ο πόλεμος κι ο θάνατος θα περάσουν κι από εδώ κάποια στιγμή...


Άννα Ρουμελιώτη

μες ςτο κουβαρι... Σαν κουβάρι ξετυλίγεται η πόλη και σαν μίτος μυστικός κι αναταράζεται και βολοδέρνει σαν ξεχασμένος κήπος, που κάθε φύλλο απ’ τα κλαδιά του αρχίζει και μαραίνει. Και οι τύχες των ανθρώπων ανακατωμένες οι φλέβες από το αίμα ξεχασμένες απρόθυμα να ξεδιπλώνονται τα χέρια και η ψυχή να σέρνεται σαν μοιρολόι. Ποιος ουρανός της στέρησε τα αστέρια; Ποιος ήλιος κρύφτηκε και πάλι προδομένος σε σκοτεινούς παράδρομους στην πόλη φάντασμα με ζωντανούς-νεκρούς και αλλοπαρμένους; Ποιο φως αντάριασε για μια στιγμή μα ύστερα ξεθύμανε και σφιχτά έκρυψε μέσα του ετούτη την οργή; Ποιο όνειρο πάλι αμαυρώθηκε ποια προσδοκία ποιος σκοπός ποια καρδιά θάφτηκε πάλι ζωντανή και βούλιαξε ξέπνοη μες στην παλιά πληγή; Μες στο κουβάρι πια μπλεγμένα τόσα ερωτήματα αναπάντητα και χιλιοειπωμένα μες στο κουβάρι αυτής της πόλης 26


λυγμοί βουβοί οι απαντήσεις και ατέλειωτοι χειμώνες.

μετρημένα βήματα

27


Άννα Ρουμελιώτη

η μικρη ςτιγμη... Πάνω στα ξεραμένα φύλλα του φθινοπώρου έγειρε κάποτε μια μικρή στιγμή. Ανάλαφρη σαν χάδι έγειρε και σαν λουλούδι νιόβγαλτο. Σαν λάμψη φωτεινή των αστεριών έγειρε και ξάπλωσε κατάχαμα στου δρόμου το πολύβουο σινάφι. Ήταν μετά το τέλος της καταιγίδας κι εκείνη αφέθηκε και κατρακύλησε μες στο ρυάκι του γλυκού απόβροχου. Κι οι δρόμοι της πόλης έγιναν τότε λευκές δροσοσταλίδες και λέξεις αγάπης σε άγραφες σελίδες. Ήταν εκείνη η μικρή στιγμή τόσο μικρή τόσο πολύτιμη, που έγειρε στου κόσμου την ψυχή και έγινε τραγούδι και βάλσαμου φωνή.

28


κοκκιΝο Δακρυ

29

μετρημένα βήματα

Στα ρημαγμένα πεζοδρόμια κομμένα χέρια γδέρνουν το τσιμέντο σκελετοί λουλουδιών ξεπροβάλουν μέσα απ’ την καμένη γη κι ενός λεπτού σιγή ποτέ δεν θα είναι αρκετή για να θρηνήσουμε την άνοιξη. Στα ρημαγμένα σπίτια οι ψυχές αλυχτούν στους τοίχους. Με καρφιά κρεμασμένες οι μνήμες στάλα στάλα το χύνουν το αίμα κι εσείς ποιητές τα χαρτιά σας απλώστε να σταλάξει κόκκινο δάκρυ στους τελευταίους σας στίχους...


Άννα Ρουμελιώτη

ξωτικα... Είναι κάτι πλάσματα ξωτικά νεράιδες με μάτια λαμπερά. Μπαίνουν μες στην ψυχή σου σαν αερικά με όλα τα χρώματα αγκαλιά με λουλούδια στα μαλλιά στα χέρια, στην κορμοστασιά. Η πνοή τους δροσερή η λαλιά τους μουσική η ανάσα τους ζωή. Είναι κάτι πλάσματα ξωτικά με μπιχλιμπίδια αγάπης και στολίδια μαγικά. Στον κόρφο τους φορεμένα πολύτιμα διαμάντια η αγάπη, η αλήθεια, η χαρά. Σε παίρνουν απ’ το χέρι τραγουδώντας και σου γλυκαίνουν την καρδιά.

30


ο ηλιος χαμογελουςε

31

μετρημένα βήματα

Στα ερείπια καλά φυλαγμένες στέκουν οι μνήμες. Στις ντουλάπες κρέμονται ακόμα τα ρούχα των σκοτωμένων. Οι γυναίκες με τις στιβαρές φορεσιές στην καρδιά τους και στην ψυχή αρματωμένες. Οι μητέρες, που θήλασαν και αίμα και δάκρυ. Τα κορίτσια ζωσμένα με την άκρη του νήματος. Ήταν η αθωότητα, που πέρασε μέσα απ’ τη φωτιά μια νύχτα γυρεύοντας ολομόναχη τον στίχο ενός ποιήματος. Ήταν οι γιορτές, που τις ξέχασαν τα τραγούδια. Είναι οι μέρες, που ανταμώνουν ακόμα τον θάνατο. Είναι ετούτη η φρίκη, που δεν έχει τελειωμό οι εποχές, που τρεκλίζουν γεμάτες πληγές. Μα σήμερα το πρωί είδα μέσα απ’ τα χαλάσματα να ξεφυτρώνει μια μικρή ανεμώνη. Την είδα είμαι σίγουρη και ο ήλιος χαμογελούσε.


Άννα Ρουμελιώτη

ξεφτια... Κρατώ μια διάφανη πέτρα στο χέρι κοιτάζω το αίμα, που μέσα της ρέει. Οι πληγές της θάλασσας. Πολλές πληγές, τόσες πολλές πολλές ζωές, τόσες ζωές, που χάθηκαν μα πώς να τις μετρήσω. Πολλές σκιές, μαύρες σκιές χιλιάδες δαίμονες, που με κυκλώνουν και πώς να τους εξευμενίσω. Ετούτα τα χέρια, που τρέμουν άχρηστα πώς να τα απλώσω, πώς να τα δώσω κόμπος σφιχτός γινήκανε, που στραγγαλίζει την ψυχή μου. Έχω λυγίσει, έχω ξεφτίσει ας έρθει η νύχτα πια να με σβήσει μες στο σκοτάδι της βαθιά ας με θάψει. Ας έρθει ο χρόνος, που οδύνη δεν έχει μόνο ο θάνατος μ’ αντέχει.

32


Δυο μετρα, Δυο ςταθμα

33

μετρημένα βήματα

Δυο μέτρα, δυο σταθμά. Ατόπημα δικαίου είσαι των αριθμών τη σωφροσύνη να μην ενστερνίζεσαι. Να πηγαίνεις κόντρα να αντιδράς. Με νούμερο είσαι βαπτισμένος και για μια «δίκαιη» δωρεά ψυχρά υπολογισμένος. Και αν διαφωνείς ούτως ή άλλως πάντα δεύτερος εσύ ορίστηκε να είσαι. Απαγορεύτηκε ρητά κι ανώφελο αν κέρδισες επάξια την πρωτιά να ξέρεις προτεραιότητα έχει άλλος. Δυο μέτρα, δυο σταθμά. Δεν γίνεται σου λένε διαφορετικά γιατί όλοι είναι έτσι μα εσύ είσαι αλλιώς. Είσαι διαφορετικός και πώς να γίνει «δίκαια» ο καταμερισμός.


Άννα Ρουμελιώτη

εΔω μΠροςτα ςου Να ’μαι και πάλι να ’μαι πρωί πρωί με την αυγή μπροστά σου να ‘μαι στραβά να σε κοιτάζω να ’μαι και να μην φοβάμαι. Ε ναι... να μην φοβάμαι. πιο ανάποδη από σένα να ‘μαι. Έτσι λοιπόν στέκομαι απέναντί σου κι ετοιμάζω τη γιορτή σου. Άλλοτε γέρνω και σου χαμογελώ λοξά κι άλλοτε γλώσσα σου βγάζω ενίοτε μάλιστα σου στραβομουτσουνιάζω μα εσύ ακλόνητος εκεί μες στη σιωπή σου. Σε καθαρίζω, σε γυαλίζω δεν ξέρω αν σου είναι αρκετό μα το φροντίζω. Σταθερά στη θέση σου να σε έχω κι αν με δείχνεις ανάποδα συνέχεια σε πληροφορώ πως το αντέχω. Είπα κάποτε πως θέλω να σε σπάσω και τις γροθιές μου ετοίμασα με αίμα να σε διαγράψω. Μα ύστερα θυμήθηκα, που έλεγαν οι μεγάλοι μπροστά σου πως στροβιλιζόμουνα με σκέρτσο και με χάρη και τάχα ονειρευόμουνα πως θα γενώ χορεύτρια μεγάλη. Να ’μαι λοιπόν εδώ μπροστά σου πάλι εδώ κοντά σου να ’μαι και το όνειρο το παιδικό να το κρατώ και να το φυλάω εκεί σε μια μεριά της καρδιάς 34


μια στην καλή και μια στην ανάποδη και πια να μην σε φοβάμαι.

μετρημένα βήματα

35


Άννα Ρουμελιώτη

η μΠλε γραμμη μου Πρόσεξε!! Πρόσεξε που σου λέω δεν με ακούς; Πρόσεξε μην πατήσεις την μπλε γραμμή μου. Είναι η γραμμή των ορίων ή ίσως η γραμμή ενός τέλους. Δεν ξέρω ποιο θα είναι το τέλος, αλλά μην την πατήσεις την μπλε γραμμή για να το διαπιστώσεις. Δεν είναι το μαγικό σακούλι δεν θα βγουν από μέσα θαύματα μήτε μια άλλη όψη των πραγμάτων είναι... όχι!! Η δική μου όψη είναι που δεν ταιριάζει με τα δικά σου δεδομένα αφού όταν την κοιτάς κάτι άλλο θες να βλέπεις μα προφανώς όχι εμένα. Σου είπα είναι η γραμμή των ορίων μου του γέλιου απέναντι στο κλάμα της οργής απέναντι στη νηνεμία της θλίψης απέναντι στην ακατάσχετη μα αιμορραγούσα χαρά μου της πίκρας απέναντι στην σκιά που σκεπάζει τα βήματά μου, που βαραίνουν όλο και πιο πολύ. Μα εγώ την ακολουθώ αυτήν τη σκιά κι όποτε θέλω τη βάφω γαλάζια κι όποτε θέλω τη βάφω μπλε σκούρα είναι η μπλε γραμμή μου, που τη βαφτίζω κατά τα γούστα μου κάθε φορά και της δίνω όλες τις αποχρώσεις του μπλε. Παίζω μαζί της πηγαινοέρχομαι 36


από την μια πλευρά στην άλλη στη σκοτεινή ή στη φωτεινή πλευρά μου έχω κάθε δικαίωμα δεν νομίζεις; Εσύ την κρίνεις ως σκληρή, αφύσικα δυναμική έως και μανιασμένη, αλλά πάλι αφού αυτήν την όψη μόνο βλέπεις τι να κάνουμε; Αλήθεια το ήξερες πως το αγαπημένο μου χρώμα είναι το μπλε; Μάλλον όχι...

μετρημένα βήματα

37


Άννα Ρουμελιώτη

γραΝαζι Που ςκουριαζει... Η ιστορία επαναλαμβάνεται χρόνια τώρα καθημερινά εσύ με το χέρι σου τη γράφεις και την ξαναγράφεις εσύ με τις πράξεις σου την κάθε μέρα που περνά όλο και περισσότερο σε ξεγράφεις. Δεν το καταλαβαίνεις φυσικά το ίδιο σου το χέρι είναι, που σε ξεγελά το ίδιο σου το είναι και σε έχει προσπεράσει. Ποιος ήσουν και ποιος είσαι αδύνατον η μνήμη σου να σε έχει ξεγελάσει μα αν σταθείς και αν σκεφτείς στη λήθη έχεις περάσει. Δεν το νιώθεις δεν το ξέρεις εξάρτημα αναλώσιμο πως είσαι και σε λίγο φεύγεις ένα γρανάζι που σκουριάζει στην ιστορία που επαναλαμβάνεται και αυτό κανέναν πια δεν νοιάζει...

38


θαλαςςα

39

μετρημένα βήματα

Νεράιδες κατεβαίνουν απ’ τα σύννεφα για να λουστούν στην καταγάλανη αγκαλιά σου. Του ουρανού οι άγγελοι σε τραγουδούν. Στο βάθος σου το αμέτρητο σκορπάνε οι ύμνοι τους και αντηχούν. Του ήλιου οι κόρες δάκρυ πυρωμένο σταλάζουν στη ματιά σου. Θάλασσα μαγεύτρα εσύ. Το κύμα σου ζωή και θάνατος. Θάλασσα απέραντη. Μεγάλη αγάπη και έρωτας λιμάνι και άβυσσος. Θάλασσα αέναη μπλε γραμμή του ορίζοντα καθρέφτης. Όποιος το πει πως θα σ’ αρνηθεί είναι μεγάλος ψεύτης.


Άννα Ρουμελιώτη

κι αΝ... Κι αν πιάναμε κουβέντα με το κύμα; Αν δωρίζαμε την ψυχή μας σε ακρογιάλια; Αν σκαρφαλώναμε μια νύχτα στα σύννεφα για να χαϊδέψουμε το φεγγάρι και τα άστρα; Κι αν ο ήλιος μας άλλαζε το δέρμα κι ένας νέος εαυτός ξαναγεννιόταν; Aν η βροχή μας έλουζε και το φθινόπωρο μας έντυνε με τα πεσμένα κίτρινα φύλλα αν την άνοιξη καινούρια βλαστάρια άνθιζαν μέσα μας πόσο ανώδυνα θα ξεπάγωνε η καρδιά μας; Κι αν πλάθαμε τη γη στα χέρια μας τι χρώμα θα είχαν τα όνειρά μας; Κι αν γάργαρο νερό αφηνόμασταν να τρέχει σε ρυάκι δροσερό ποια χρώματα θα ’βλεπε η ματιά μας; Τι χρώμα έχει η ελευθερία;

40


με ξερεις

41

μετρημένα βήματα

Άφησέ με να καθίσω δίπλα σου θα ξεπλύνω τη σκόνη της λήθης θα σταλάξω στο δάκρυ σου έναν σύμμαχο. Άφησέ με να κοιτάξω στα μάτια σου μέσα στο βλέμμα σου τη βαθιά συστολή μέσα στο βλέμμα σου πίκρα, στάχτη, σιωπή. Άφησέ με για λίγο κοντά σου να έρθω. Θα δροσίσω τα χείλη σου. Θα κρατήσω τα χέρια σου. Απαλά θα ξαπλώσω στο πλάι σου δροσερή πνοή, συντροφιά σου στη μάχη του πόνου, στης ψυχής την πληγή. Άφησέ με και θα μείνω όσο θέλεις. Θέλω να είμαι εδώ μαζί σου να μην νιώθεις μόνη να μην νιώθεις «μικρή» Είμαι εδώ μαζί σου και σε ξέρω... και με ξέρεις ναι με ξέρεις... με λένε... βροχή.


Άννα Ρουμελιώτη

εΠτα λεΠτα... Επτά λεπτά έως την τελευταία διαδρομή. Τις τελευταίες σκέψεις σου κοιτάς στον πίνακα ανακοινώσεων. Ο θάνατός σου σε λίγο θα γραφτεί εκεί Με κόκκινα γράμματα... ηλεκτρονικά Επτά λεπτά. Στην αποβάθρα τα μεσάνυχτα βαραίνουν απειλητικά και το ρολόι του σταθμού με ακρίβεια υποδειγματική να παρακολουθεί τους δείκτες του να σέρνονται πάνω στα επτά λεπτά. Κι εσύ να στέκεσαι εκεί έξω από την κόκκινη γραμμή αυτή που τη λένε ασφαλείας Το πλήθος δίπλα σου να μεγαλώνει οι φωνές... τα βουητά. «Να είναι άραγε σήμερα κάποια γιορτή;» «πως έτυχε... γιατί τώρα ειδικά γίνομαι θεατής αυτής της συγκυρίας;» Επτά λεπτά να αναρωτιέσαι κι ύστερα έγνοια καμιά. Τα χέρια σου πως τρέμουν τα μάτια σου υγρά. Σε αυτά τα λίγα τα λεπτά 42


43

μετρημένα βήματα

που σου απομένουν περνάει όλη σου η ζωή εκεί μπροστά. Τώρα οι ράγες αρχίζουν και στριγκλίζουν πέρασαν τα επτά λεπτά. Ο θάνατος φωνάζει τα βήματά σου κρέμονται σκουριασμένα, ξεχαρβαλωμένα καρφιά. Κλείνεις τα μάτια και ετοιμάζεσαι μα δίπλα σου σε απόσταση ασφαλείας είναι δυο βλέμματα φωτός, δυο χαμόγελα ζεστά. Γυρίζεις και τα κοιτάζεις τα μάτια τους σου χαμογελούνε αθώα, παιδικά. Ξέγνοιαστα στα χέρια τους κρατούνε πολύχρωμα μπαλόνια και λουλούδια πλουμιστά. Χοροπηδούν και τρέχουν με ενθουσιασμό. Ένα τραγούδι λένε, που σου φαίνεται γνωστό. Τα επτά λεπτά δεν είναι πια εδώ το τελευταίο δρομολόγιο πέρασε κι αυτό. Στο χέρι σου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο έχεις ξεχάσει το κενό. Στα χείλη σου χαμόγελο αθώο, παιδικό. Ο σταθμός θα κλείσει βγαίνεις στη νύχτα έξω με βήμα ζωηρό. Μαζί σου η μελωδία από εκείνο το τραγούδι, που τα παιδιά με τα μπαλόνια σφύριζαν και σου φάνηκε γνωστό.


Άννα Ρουμελιώτη

Δυο Δακρυα... Στάζουν δυο δάκρυα στην παλάμη μου μοναχικά μοναδικά δυο γλυκόπικρες σταγόνες δυο σύντροφοι τόσο αγαπημένοι μεταξύ τους καλωσόρισμα στις σκιές της θλίψης. Εξόριστα απ’ την ψυχή μου ούτε και η καρδιά μου άντεχε να τα κρατά φυλακισμένα. Πώς να χωρίσει το ένα από το άλλο προτιμότερο να είναι πάντα μαζί δυο φίλοι αχώριστοι και αδελφικοί. Δυο δάκρυα όλα κι όλα μικρά μα όχι ασήμαντα λίγα μα τόσο βαριά με πόνο καμωμένα όχι με χαρά. Ανοίγω την παλάμη να τα προστατεύσω τώρα μπορώ ξανά να αναπνεύσω κρατώ στο χέρι μου πάλι τη φωτιά...

44


κληροΝομοι

45

μετρημένα βήματα

Ειμαστε οι κληρονομοι σου λες. Κληρονόμοι της τιμής σου, της υπόληψης, της ηθικής σου. Κληρονόμοι του ονόματος, του επιθέτου σου, των στοιχείων των περιουσιακών σου. Κληρονόμοι των πεπραγμένων σου μα ναι όλων αυτών των πράξεών σου των πάντοτε καλώς καμωμένων, κληρονόμοι της φήμης σου και των καλών γνωριμιών σου. Πρέπει το λοιπόν να είμαστε τουλάχιστον αντάξιοί σου όντα σημαίνοντα και η σωστή εικόνα σου στον κόσμο, που με τόσο κόπο λες την έχτισες μια εικόνα περιωπής κληρονόμοι δηλαδή ολκής. Ποιος το ορίζει αυτό μου λες; Που το γράφει; Μήπως υπάρχει και δείκτης να το καταγράφει; Κι αν αρνηθούμε την κληρονομιά ποιος στο τέλος μας ξεγράφει; Ποιος ότι αισθανθήκαμε και νιώθουμε διαγράφει; Αν υπήρξαμε άνθρωποι για σένα και όχι μόνο οι κληρονόμοι σου κι αν τη μόνη δωρεά σου που γυρέψαμε ήταν η αγάπη; Αυτό ποιος θα το μάθει;


Άννα Ρουμελιώτη

Να ’ρθει η Νυχτα... Κι οι ήχοι της μέρας πια ξεμακραίνουν απομεινάρια αισθήσεων κρυφά, που προσμένουν μια ανάσα, ένα χέρι ζεστό, ένα φιλί νυχτερινό. Το φεγγάρι απόψε πώς μοιάζει θολό μακρινό μες το φως του κουρασμένο δειλό. Τα αστέρια του ξεφεύγουν λαμπυρίζουν, τραγουδούν πάνε κι έρχονται θαρρείς στο αέναο ταξίδι σε έναν κύκλο σκοτεινό. Κάπου εκεί μέσα του σε νιώθω πως κρυφοκοιτάς στο σκοτάδι της νύχτας να κρυφτείς σαν φονιάς, σαν προδότης, σαν κλέφτης, της ζωής σου στραπάτσο έξω από εκείνην σαν να ζούσες παριστάνοντας πάντα έναν αστείο παλιάτσο. Σε κοιτώ και το ξέρω πως το θέλεις να φύγεις πως ψηλά στο κατάμαυρο τοπίο σαν ελεύθερο πουλί του σκότους να ανεβείς, να ξεφύγεις. Σε κοιτώ και το ξέρω πως το όνειρο σβήνει να ’ρθεί η νύχτα μονάχα ζητάς και να γίνεις μια δίνη. 46


Να σε πάρει ο αέρας και ψηλά να σε πάει να στροβιλίζεσαι στα αστέρια με τα χέρια ανοιχτά και την ψυχή σου αλόγιστη να γυρνάς γύρω από το φεγγάρι με μια μαύρη κλωστή στου ουρανού το κουβάρι.

μετρημένα βήματα

47


Άννα Ρουμελιώτη

μερα και Νυχτα Απ’ τα κλαδιά σου στάζουν δάκρυα. Οι λυγμοί των βασανισμένων ψυχών. Τα σπλάχνα σου λουσμένα με μοιρολόγια... με θρήνους. Οι ρίζες σου... πόνος... σκληρός... αβάσταχτος αργά βαδίζουν κάτω απ’ τη γη. Τα πουλιά έρχονται. κουρνιάζουν λίγο στην αγκαλιά σου κι ύστερα φεύγουν. Στοιχειό η σκιά σου σκοτεινή και βουβή. Μέρα και νύχτα νύχτα και μέρα ο χρόνος να φέρνει και μια συντριβή. Στο θάνατο δίπλα να στέκεις και ν’ αποζητάς τη ζωή. Μέρα και νύχτα νύχτα και μέρα με δάκρυα παρέα. Η λήθη θα έρχεται πάντα κι εσύ θα είσαι εκεί.

48


ο χροΝος ςου

49

μετρημένα βήματα

Ο χρόνος σου είναι πόνος κι εσύ ένα μωρό, που αναζητά μέσα σε κάθε αδυσώπητο λεπτό το χάδι που του στερήσανε. Ο χρόνος σου είναι εκείνη η στιγμή όταν στάθηκες απέναντι από τον ίδιο σου τον εαυτό και ο ανάποδος καθρέφτης σου σε κοιτούσε σαν εχθρό. Ο χρόνος πέρασε κι εσύ εδώ. Να σκέφτεσαι μονάχα και να μετράς την ώρα που ο ανάποδος καθρέφτης θα γυρίσει κι εσύ στα ίσα θα κοιτάς το τώρα. Ο χρόνος θα περάσει. Θα αφήσει πάνω σου πληγές θα σου αφήσει γρατσουνιές. Θα σου αφήσει όμως και πολύτιμα σημάδια από χαμόγελα γλυκά και από χάδια, που αν και «μακριά» σου κάποιοι άνθρωποι πολύ κοντά σου στην ψυχή σου θα έχουν σταλάξει.


Άννα Ρουμελιώτη

αγγιγμα αγαΠης Μου γνέφουν κάτι γαλάζια σύννεφα, μου γνέφουν κάτι αερικά της θάλασσας. Μου γνέφεις κι εσύ κρατάς στο χέρι την αυγή κρατάς τον ήλιο και τη γη. Σκορπάς απάνω μου αγέρα και αύρα θαλασσινή. Γλυκιές ευχές μου δίνεις και της ψυχής μου τη φωνή με φως τη ντύνεις. Μην είσαι φύλακας άγγελος μην είσαι χάδι του ουρανού; Ή μήπως είσαι μια πληγή του νου; Παλιά πληγή κι αγκίδα μου χρυσή. Μην είσαι ο φάρος κι η σκιά; Σαν φυλακτό κάθε φορά και άγγιγμα αγάπης που την καρδιά μου ακουμπά. Και γίνεσαι τραγούδι μου και βήμα στο χορό μου και γίνεσαι η ανάσα μου και δάκρυ ακριβό μου.

50


ςαΝ λουλουΔι...

51

μετρημένα βήματα

Μην με διώχνεις απ’ το όνειρο είναι ακόμα καλοκαίρι. Στάχυα ξανθά δώρο αγνό η καρδιά μην μου αφήνεις το χέρι. Μην σφαλίζεις τα παράθυρα. Το φεγγάρι για δες ξεπροβάλει γυμνό μες στον έρωτα σώμα γλυκό της ζωής το φιλί ξεδιψά την πληγή δροσερό το νερό στην πηγή. Μην αρνείσαι το τραγούδι. Απ’ το κύμα το θαλασσί της αγάπης η αύρα ζεστή από γαλήνη καμωμένη η πνοή μην το αρνείσαι να ανθίζεις σαν λουλούδι.


Άννα Ρουμελιώτη

αΝ θα Ψαξεις... Οι συνομιλίες αρμόζουσες καθώς πρέπει... καθώς προστάζουν κανόνες άγραφοι και έγγραφοι για καλύτερη εμπέδωση για την τελειότερη εξυπηρέτηση. Λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες το παν είναι ο στόχος. Με την κατάλληλη πειθώ θα δεις τι μπορώ να πουλήσω εγώ. Το έχω μάθει το ποίημά μου μια χαρά κανείς δεν μου την βγαίνει πια. Δουλοπρεπής ευγένεια ναι το ξέρω δύσκολο πολύ μου ήταν κάποτε μα έγινε πλέον ευκολάκι. Ξύλινο και το χαμόγελό μου μα την αλήθεια κι αυτό το ξέρω αλλά, τώρα είναι σιγουράκι. Σοκαριστικά ψεύτικο, ε ναι... αν θα ψάξεις βαθιά στην ψυχή θα αναβλύσει απέχθεια αν κοιτάξεις τα μάτια θα δακρύσει η ανέχεια...

52


ακου τη φυςη

53

μετρημένα βήματα

Συνομιλίες ανούσιες, τυπικές αναφωνήσεις, χειρονομίες άνευρες και ψεύτικα χαμόγελα. Στραπατσαρισμένα όντα μέσα σε γκρίζους τοίχους και ανήλιαγα γραφεία. Όχι... όχι άλλο... Θέλω το νου και τα μάτια ανοιχτά. Είναι ο ορίζοντας μπροστά γαλάζιος και ολόφωτος. Τα σύννεφα τραγουδούν στον ουρανό. Σώπασε και άκου. Άκου το θρόισμα του αέρα άκου τις γλυκές κουβέντες και τους ψίθυρους στα δέντρα. Χαμογελούν τα φύλλα στα κλαριά. Άκου τον έρωτα των κοτσυφιών, που τιτιβίζουν ζωηρά. Άκου τη θάλασσα το κύμα φέρνει αερικά να σου χαϊδέψουν την ψυχή και την καρδιά. Σώπα και άκου άκου τη φύση άνθρωπε...


Άννα Ρουμελιώτη

ιχΝη Τη νύχτα σβήνω όλα μου τα ίχνη, που η μέρα καταχράστηκε διαγράφω τη μνήμη γίνομαι λήθη και τσουλάω ήρεμα σε σκοτεινά μονοπάτια με οδηγό μου τα αστέρια να μου φωτίζουν τα μάτια. Τη νύχτα γίνομαι αέρας γλυκός και φυσάω με στοργή στων παιδιών την πληγή. Γίνομαι ρυάκι δροσερό, που κυλάω και τραγουδώ και νανούρισμα γίνομαι απαλό. Τη νύχτα είμαι ξεχασμένο φυλακτό ξεχασμένη συγγνώμη, που σε κάποιον τη χρωστώ. Κι όταν η επόμενη μέρα ξημερώσει καινούρια ίχνη να διαγράψω προσπαθώ χαμένη ακόμα σε ένα όνειρο νυχτερινό...

54


αΠοτροΠαια κομματια

55

μετρημένα βήματα

Στέκομαι στην άκρη κι απέναντί μου κάτι κομμάτια αποτρόπαιου εαυτού. Φοβάμαι να τα πλησιάσω. Τα παγωμένα μου χέρια στέλνουν ρίγη ανατριχίλας στο μυαλό. Μα εκείνο αντιστέκεται. Ζυγιάζει τα κομμάτια χωρίς να ανατριχιάζει Άναρχα αυτά έτσι όπως κείτονται δίχως φόβο, δίχως ενδοιασμό, δίχως πλάνο καταστροφικό. Άραγε τι νιώθουν; Δεν μπορώ να τα αγγίξω. Τα παγωμένα χέρια μου κρέμονται σαν βαλσαμωμένα πουλιά. Καμία ένδειξη κίνησης. Μα φυσικά μα φυσικά.... Δεν μπόρεσαν όλοι να ανοίξουν τα φτερά τους. Δεν μπόρεσαν όλοι να πετάξουν. Όσοι έμειναν πίσω έμαθαν να αναρριχούνται μόνο στις σκιές έμαθαν να αγκαλιάζουν μόνο τη σιωπή με τα φτερά τους κομμένα με τα χέρια τους πάντα παγωμένα παρέα με τα κομμάτια ενός αποτρόπαιου εαυτού. Στέκομαι ακόμα στην άκρη κι εκείνα πάλι απόψε απέναντί μου. Άραγε τι να σκέφτονται; Δεν τολμώ να τα ρωτήσω. Δεν θέλω να βασανίσω τη φιμωμένη τους κραυγή.


Άννα Ρουμελιώτη

αραγε θυμαςαι; Χαρτιά σωροί από χαρτιά μεγάλα και μικρά σημειώσεις και σημειώματα, ατέλειωτα έγγραφα ανεπίσημα κι επίσημα. Στοίβες από δαύτα υψώνονται μπροστά σου επείγοντα περιστατικά. στου γραφείου τα χαρακώματα. Δευτερόλεπτα, λεπτά ώρες και μέρες τα σημάδια του χρόνου, που κυλά οι εποχές, που περνάνε αθόρυβα τα μηνύματα, που δεν είναι ορατά. Κι εσύ να προχωράς μπροστά τρέχοντας σχεδόν κάθε φορά οι ώρες και οι μέρες σου πολύ απασχολημένες «μα βγαίνει το νέο προϊόν στην αγορά». Συναντήσεις και συσκέψεις «πότε νύχτωσε κιόλας βρε παιδιά;» να αναρωτιέσαι με απορία εσύ, που έχεις ξεχάσει πως μυρίζει το χώμα μετά από βροχή. Και τις επόμενες μέρες τα ίδια ξανά «θα καθίσω μέχρι αργά το βράδυ στη δουλειά» υπερωρίες πολλές πως έχετε στόχους να πιάσετε μου λες πόσα βράδια μοναχικά με τα χέρια σου να γράφουν μηχανικά 56


57

μετρημένα βήματα

με τα μάτια ζαλισμένα ναι αυτοί οι στόχοι είναι πολύ ψηλά να είναι άραγε πιο ψηλά κι απ’ το φεγγάρι; Ώρες πολλές ακόμα θα είσαι εκεί μα είναι η επιτυχία ιερή. Βλέπεις; Ήρθε η άνοιξη μπουμπουκιάζει η ζωή. «Δεν γίνεται τώρα... δεν προλαβαίνω... κάποια άλλη στιγμή... αύριο η συνεδρίαση είναι κρίσιμη πολύ... πρέπει να μονοπωλήσει το νέο προϊόν την αγορά ίσως όταν έρθει το καλοκαίρι». Πόσα χρόνια άραγε περιμένεις τον μαΐστρο να σε φέρει στην ακροθαλασσιά. «Μα είναι και το φθινόπωρο κοντά... γλυκό και ανάλαφρο»... μου λες «σαν έρθουν τα πρωτοβρόχια θα πάμε να ψάξουμε το ουράνιο τόξο όπως άλλοτε θυμάσαι;» θυμάμαι ναι... εγώ θυμάμαι μετρούσαμε πόσα χρώματα έχει. Εσύ το θυμάσαι άραγε;


Άννα Ρουμελιώτη

για μια καταιγιΔα Όλα δείχνουν ίδια. Σαν να μη σκέφτηκε ποτέ ο άνθρωπος το επόμενο βήμα του ή σα να στρώθηκε από νωρίς ο δρόμος με κακοτράχαλες οδούς. Πόσα εμπόδια για να φτάσεις κανείς να συνταράξει μια ελπίδα κι ύστερα να αγκιστρωθεί πάνω της σε πορεία ακάθεκτου βουλιάγματος. Σαν να έμειναν όλα ίδια και οι αποφάσεις προνόμιο ακριβοθώρητο. Κανείς δεν αποφασίζει να πάρει επιτέλους μια απόφαση για την πορεία των πραγμάτων. Σε στενό κλοιό προσεκτικών βημάτων κανείς δεν εξόκειλε έστω και για λίγο κανείς δεν στάθηκε κάτω από ένα δέντρο που βρέχεται για να λουστεί μια δροσοσταλίδα φθινοπώρου. Βαριά κουβέντα και απόλυτη κανείς, κανένας ή ο καθένας θα μπορούσε λες να εξαγνιστεί μόνο με μια δροσοσταλίδα; Ίσως και όχι θα μου πεις κανένας δεν φαίνεται εύκαιρος ούτε και για μια καταιγίδα...

58


εκειΝη η μερα

59

μετρημένα βήματα

Θυμάμαι καλά τη μέρα εκείνη που ο θάνατος και η ζωή γίνηκαν ένα. Κόσμος πολύ μπαινόβγαινε στο σπίτι για να κρατά τα πρακτικά κανείς δεν έψαχνε για μένα. Θυμάμαι τη μητέρα ζωσμένη με ξόρκια και με μαγικά να περπατά αλαφιασμένη το βλέμμα της άγριο και θολό λες κι ήταν σαλεμένη. Θυμάμαι και τον πατέρα κατάχαμα να γέρνει αποκαμωμένος και σκυφτός τα ξόρκια της μητέρας να μαζεύει. Θυμάμαι... θυμάμαι... τι θόρυβος, τι φασαρία και κοσμοσυρροή κι εγώ γαλάζιο πέπλο σε μια γωνιά μες στις φασκιές μου με έβαλαν να μην βλέπω. Τότε κατάλαβα καλά πως σε άλλον κόσμο μπήκα γιατί οι γεννήτορες το αποφάσισαν σε αυτόν πως δεν ανήκα «δεν με πειράζει» σκέφτηκα... μα μην κάνετε τόση φασαρία... θα φύγει ο ύπνος αν δεν με βρει σε τούτη τη γωνία...


Άννα Ρουμελιώτη

ζωΝταΝοι... Νεκροι Πλήθος πολύ στην αποβάθρα μα μου φαίνεται έρημη. Βλέπω ανθρώπους φαντάσματα με μάτια ανέκφραστα με κεφάλια σκυμμένα με μυαλά υποταγμένα σε μια υπάκουη σιωπή ύπουλη, υπόκωφη μα και εκκωφαντική. Σαν να το ακούω το αέναο γιατί. Γιατί στέκονται έτσι όλοι εκεί σαν ζωντανοί νεκροί; Βαδίζω ανάμεσά τους και τους παρατηρώ. Ένα πλήθος μηχανικά κινούμενο, μηχανικά τρεμάμενο, που κρατάει την ανάσα του και ορμάει στον συρμό. Αυτό είναι άραγε που λένε πως ο χρόνος είναι χρήμα; Έτσι είναι για το πλήθος αυτό, που έχει καταπιεί το κρίμα; Κρίμα δεν είναι ύστερα από τόση βιάση κρίμα δεν είναι για λίγα δευτερόλεπτα το δρομολόγιο να χάσει; Όχι δεν είναι κρίμα. Κρίμα είναι που δεν γελάει μήτε κλαίει. Κρίμα είναι που δεν τραγουδάει. Κρίμα είναι που βουβάθηκε και πια δεν αντιδράει. Κρίμα είναι που το μεγάλο του όνειρο 60


το έχει πια ξεγράψει. Να ζει για εκείνα που αγαπά και με τα χέρια του θα ’χει πλάσει. Κρίμα είναι που τόσο γρήγορα λησμόνησε, βολεύτηκε, συνήθισε και αφέθηκε... να χάνεται...

μετρημένα βήματα

61


Άννα Ρουμελιώτη

εφιαλτης... Σκελετωμένες ψυχές έρχονται στα όνειρά μου κάθε νύχτα με σκουριασμένες σάλπιγγες θορυβούν τη μοναξιά τους κλέβουν από τη δική μου τα στερνά της δάκρυα άνυδρες από αγάπη ματωμένες αιώνια οι πληγές τους βαδίζουν σα σκιές φαντασμάτων. Σέρνονται στο σκοτεινό τοπίο και σκούζουν σαν τερατώδη αερικά απαριθμώντας μου τον πόνο με ακατάληπτους ήχους. Ποια μήτρα έφερε τούτες τις δύστυχες ψυχές στον κόσμο; Ποιος τύλιξε το λώρο γύρω τους σφιχτά; Kι ύστερα... ύστερα; Πώς μπόρεσε με μια σπρωξιά τις έδιωξε τόσο μακριά κι ούτε μια θέση δεν βρέθηκε ποτέ για εκείνες ούτε εδώ ούτε εκεί πουθενά μήτε στο περιθώριο. Ποιος ξέρει... ποιος ξέρει ποιος μια απάντηση θα φέρει; Ποιο βράδυ... το κάθε βράδυ ποια νύχτα... μα κάθε νύχτα τυρρανισμένες, στοιχειωμένες τρεκλίζουν μέσα στα όνειρα γυρεύοντας λίγη αγάπη. 62


Μα δεν προφταίνουν στη μέρα βγαίνουν και βρίσκουν πάλι τον εφιάλτη...

μετρημένα βήματα

63


Άννα Ρουμελιώτη

η Νυχτα Έχει και η νύχτα θλίψη και δάκρυα κοφτερά σαν μαχαιριού λεπίδα. Κι εσύ ρωτάς πως φτιάχνεται η ελπίδα Έχει και η νύχτα πόνο κι εγώ ζηλεύω μόνο τα άστρα, που υφαίνουνε το φως να στο χαρίσουν δώρο. Έχει και η νύχτα μοναξιά κρατώ στο χέρι νυχτολούλουδα χρυσά έλα να δώσουμε αγάπη στο φεγγάρι. Βάζω σε κύκλο την καρδιά την στροβιλίζω απαλά κι ένα τραγούδι τότε εκείνη φτιάχνει. Γιατί έχει και η νύχτα ομορφιά σαν πέφτει το σκοτάδι της το όνειρο αρχινά στήνει χορό τρελό με αερικά και σε μεθά με ξωτικών το χάδι.

64


κυκλος...

65

μετρημένα βήματα

Κι αυτός ο αέρας δεν λέει να με πάρει μόνο φυσάει χαρούμενος και κορδωμένος και μου φωνάζει τραγουδιστά και περιπαικτικά πως είμαι από καιρό χαμένος. Σε άλλον κόσμο λέει πως περπατώ και μια ζωή πως ονειροβατώ. Αχ τι το ‘θελα ο καημένος να του το εξομολογηθώ τον ουρανό και τα σύννεφα πως θέλω να κοιτώ για ξωτικά σαν και του λόγου μου να ψάχνω και για μια απλωσιά στον ορίζοντα ο τρελός. Κι αυτό το αθυρόστομο τζιτζίκι, που ξέμεινε να τραγουδάει το καλοκαίρι πως με πληγώνει σαν μου κρύβεται και κλαίει πως με πληγώνει, που το ξέρει του φθινοπώρου η βροχή πως θα το διώξει. Πως με πληγώνει ο κύκλος, που αέναα αλλάζει μες στη ζωή κι έναν θάνατο προστάζει.


Άννα Ρουμελιώτη

μαυρα ΠεριβραχιοΝια Φοράω μαύρα περιβραχιόνια μα τα χέρια μου στάζουνε πάντα αίμα. Μη με κοιτάς απορημένος «άνθρωπε» φοράω μαύρα περιβραχιόνια ως τυπική ένδειξη πένθους. Έτσι με έμαθαν «όταν πεθαίνει κάποιος φοράμε μαύρα» μου είπαν. Φοράω λοιπόν μαύρα περιβραχιόνια «άνθρωπε» μα δεν μου σφουγγίζουν το αίμα. Αυτό το αίμα των παιδιών που ύψωσαν σφιγμένη τη γροθιά τους που φώναξαν, που πάλεψαν που αρνήθηκαν να μην είναι άνθρωποι. Είναι το αίμα που χύθηκε και χύνεται «άνθρωπε» κι εγώ δεν ήμουν μαζί τους ούτε μια φορά να υψώσω τη γροθιά μου, να σπάσω τη σιωπή να παλέψω να πέσει το τείχος της αδιαφορίας. Ανάλγητη μαζί με τους πολλούς με σαπισμένη ψυχή από το φόβο. Κοίτα με τώρα φοράω μαύρα περιβραχιόνια μπας και καλοπιάσω το τέρας, που μου επιτίθεται, που με ρωτά και με ξαναρωτά «πού ήσουν τότε; πού είσαι τώρα;» Φοράω μαύρα περιβραχιόνια από την κορφή ως τα νύχια πολλά πολλά φοράω κοίτα σε λίγο θα με πνίξουν και δεν θα παίρνω ανάσα. Η καρδιά μου θα πάψει να χτυπά μα όχι κι εκείνων των παιδιών με τις σφιγμένες γροθιές 66


που βγήκαν στους δρόμους ξανά και ξανά και με περίμεναν ναι με περίμεναν τα παιδιά μου... τα παιδιά σου «άνθρωπε» μα δεν πήγα... δεν πήγα εκείνοι δεν έκαναν πίσω... δεν κάνουν πίσω εγώ φοβάμαι... ναι φοβάμαι...

μετρημένα βήματα

67


Άννα Ρουμελιώτη

λιγο αΠ’ ολα Λίγο απ’ όλα είσαι καημένη μου λίγο απ’ όλα και την ψυχή και την καρδιά σου να θες να τις τραβολογάς μέσα σε όλα. Λίγο κουτή λίγο σοφή και με αυτό το λίγο σου να παλεύεις να πατάς γερά στη γη και το κατάφερες ας πούμε να είσαι λίγο εντός μα πιο πολύ εκτός ε τι να γίνει αφού είσαι ονειροπόλα; Λίγο αδέξια λίγο επιδέξια και πάντα στον καλό σου τον εαυτό να σκουντουφλάς... γιατί; Έψαχνες δε λέω λίγο από δω λίγο από κει λίγα λίγα να μαζεύεις τα επειδή κι όμως πάντα η εξήγηση να σου φαίνεται λειψή. Λίγο να σκέφτεσαι λίγο να αισθάνεσαι να κρύβεις πάντα το πολύ και λίγη λίγη τη σιωπή σου να αφουγκράζεσαι και να ταράζεσαι μην τυχόν ξεφύγει κι ακουστεί. Λίγο εξαίσια και πιο πολύ απαίσια θα’ θελες να είχες γίνει μα δεν σου βγήκε αγάπη μου και τι να κάνουμε στην τελική;; Λίγη προσπάθεια λίγη συμπάθεια ενίοτε και λίγη απάθεια σαν να μην ήσουνα εσύ. Μισή αλήθεια και μια συνήθεια πολύ καλά να καμουφλάρεις τη φιμωμένη σου κραυγή. Κι έτσι εν κατακλείδι να γίνεσαι όλο και πιο λίγο εσύ και πιο πολύ εκείνη η άλλη και να αρκείσαι με το τίποτα και η εξήγηση να είναι πάντοτε λειψή. 68


κι εΝας κιςςος...

69

μετρημένα βήματα

Στέκομαι εδώ σε μια γωνιά σε έναν δρόμο με θέα την πολιτιστική κληρονομιά στέκομαι εδώ παρατηρώ μήνας γλυκός ετούτος ο φθινοπωρινός σαν να’ ναι άνοιξη πως μοιάζει σαν να έχει γίνει κάποια περίεργη συμφωνία και κατά γράμμα θέλει να την τηρήσει ο καιρός. Μέρα πολύβουη κυλάει μέσα απ’ τις ηλιαχτίδες του φωτός μπερδεύονται οι άνθρωποι σε μια εκρήγορση πως πρέπει σύντομα η μέρα να περνάει κι αυτή η πόλη κάτω απ’ τον ήλιο μα ξεχασμένη στέκει μες στα συντρίμμια της μαραζωμένη σε απομεινάρια ντουβαριών παραδομένη ζέχνει τη φρίκη και τον τρόμο της κι από τις φυλλωσιές ακόμη εγκαταλελειμμένη. Ένας κισσός στενάχωρα την αγναντεύει καθώς ψηλά αγωνίζεται την πρασινάδα του να υψώσει όλο και πιο ψηλά να πορεύεται έχει αντοχή και πείσμα ένα μικρό κομμάτι του ανέμου να το δώσει. Στέκομαι εδώ σε μια γωνιά στον δρόμο ξεδιπλώνονται φωνές και βουητά. Παραμιλάει άπραγος ο κόσμος και αγκομαχάει σιωπηλός και νοσταλγεί κάτι που αμυδρά στη θύμηση λυγάει και αναρωτιέται πότε θα αλλάξει ο καιρός.


Άννα Ρουμελιώτη

θα ξαΝαρθω Θα ξανάρθω με το πρώτο μελτέμι. Ξεχασμένο βότσαλο να με βρεις μες στην τσέπη. Σαν ένα στάχυ χρυσό, σαν φιλί δροσερό, σαν σελίδα, που ξεχάστηκε ανοικτή σε κάποιο κοριτσίστικο ημερολόγιο. Σαν στίχος νοσταλγικός από κάποιου ποιητή το ανθολόγιο, που σου άγγιξε κάποτε την ψυχή και σου ζέστανε την καρδιά. Σαν τα χελιδόνια, που επιστρέφουν την άνοιξη. Σαν μια στάλα από φθινοπωρινή βροχή. Θα ξανάρθω σαν ευχή, σαν δώρο στη γιορτή για εκείνη τη στιγμή, που άρχισες να μ’ αγαπάς.

70


μοΝο για αγαΠη...

71

μετρημένα βήματα

Χτυπάς την πόρτα και ξαναχτυπάς. Τα χρόνια έρχονται και φεύγουν χαράζοντας πάνω σου σημάδια μα εσύ επιμένεις να χτυπάς. Με το φθαρμένο σου βιολί τραγουδοποιός και γυρολόγος μονάχο και ελεύθερο πουλί με το χαμόγελο ολάνθιστο στα χείλη. Δεν σου ανοίγουν μα κι εσύ δεν προσπερνάς απ’ έξω στέκεσαι... ξαναχτυπάς... Σαν ανοιξιάτικο λουλούδι φυτρώνεις πλάι στον φθαρμένο μεντεσέ και επιμένεις απαλά μέσα απ’ την σκουριασμένη κλειδαρότρυπα την ελπίδα να σκορπάς. Γι’ αυτό χτυπάς και ξαναχτυπάς, Σαν άνεμος βοριάς σαν ήλιος χειμωνιάτικος σαν λυτρωμού βροχή σαν του καλοκαιριού τη μουσική. Επίμονος κι αγέρωχος γιατί το λαχταράς μόνο αγάπη να χαρίζεις μόνο για εκείνην να τραγουδάς...


Άννα Ρουμελιώτη

μια ακομα ςυΝηθεια Είμαι φτωχός πολύ φτωχός δεν έχω τίποτα να δώσω πια ούτε σκοτάδι έχω ούτε φως ούτε και λόγια έχω. Είμαι φτωχός τόσο φτωχός. Αδύναμος, μόνος και μικρός. Άχρηστος, ξένος, αδειανός. Με χέρια κομμένα με μάτια στεγνά. Δεν έχω άλλα δάκρυα τα ξόδεψα όλα και μόνο λίγα τα τελευταία τα φύλαξα να κλαίω κάθε βράδυ εδώ σε αυτή την βρωμερή γωνία. Είμαι μικρός πολύ μικρός μια ασήμαντη κουκίδα σκόνης το καθόλου, το τίποτα ένας αποτρόπαιος εχθρός. Είμαι μικρός πολύ μικρός ανήμπορος, απεγνωσμένος χαμένος είμαι και απελπισμένος άλλο ένα απόστημα του δρόμου. Άστεγος είμαι... άστεγος... άλλος ένας άρρωστος είμαι ή άλλος ένας τρελός. Έτσι σκέφτεσαι όταν με προσπερνάς; Όταν με απέχθεια με κοιτάζεις και το βήμα σου το βιάζεις; Πες μου τι σκέφτεσαι αλήθεια 72


όταν το βλέμμα σου από πάνω μου το αποστρέφεις με αηδία; Πες μου αν σου έγινα συνήθεια σαν τον καφέ που κουβαλάς κάθε πρωί κάθε πρωί ακριβώς στις 8 και μισή.

μετρημένα βήματα

73


Άννα Ρουμελιώτη

ΝεραϊΔα του ςκοτους Νεράιδα του σκότους εσύ αντρειωμένη της νύχτας ιέρεια από της μέρας το φως είσαι διωγμένη. Στα χέρια σου η φωτιά σπαράζει, πεθαίνει σκισμένη η ψυχή σου σωπαίνει... σωπαίνει. Νεράιδα του σκότους στης νύχτας τα σωθικά είσαι εξορισμένη η μήτρα που σ’ έφερε στον κόσμο σε βάφτισε «ξένη». Της μέρας έγινες εχθρός. Στερνό καταφύγιο της νύχτας ο λυγμός. Στα μάτια σου μέσα καθρέφτης ψυχής. Ευωδιά νυχτολούλουδων τα αστέρια μαζεύουν φυλακτό στην καρδιά σου να ραίνουν. Κράτησέ την ως το τέλος γιατί αυτά σ’ αγαπούν.

74


ορος αληθειας

75

μετρημένα βήματα

Μονάδα βραχείας νοσηλείας... θάλαμοι ασθενών... μελαγχολικοί και άχρωμοι φωνές, βουητά, συνομιλίες συνοδών, που επιβραδύνουν τη γιατρειά συζητήσεις επί παντός επιστητού και αδιάκοπη φλυαρία που τυλίγει βασανιστικά και σφίγγει σαν θηλιά το μυαλό των αρρώστων. Πόσο θα ήθελαν οι ταλαίπωροι να τραβήξουν τους ορούς από τις φλέβες τους και να αλυσοδέσουν με αυτούς τα στόματα των «ευαίσθητων» συγγενών τους. «Α!! πόσο σας χρειάζεται ένα καινούριο παιχνίδι για να περνάτε την ώρα σας»... σκέφτονται... «ίσως να δοκιμάζατε λίγο από τον ορό της αλήθειας... ω ναι αυτό οπωσδήποτε θα σταματούσε την ακατάσχετη φλυαρία σας φαίνεστε άλλωστε... πως δεν είστε λάτρεις της αλήθειας... ούτε αρέσκεστε να είστε απλά οι συνοδοί του σιωπηλού μας πόνου... Συναγωνίζεστε μεταξύ σας για να γίνετε αγγελιοφόροι του θανάτου... Μην βιάζεστε .. μην βιάζεστε λοιπόν... αργά ή γρήγορα στον άλλο κόσμο θα συναντηθούμε όλοι!!!»


Άννα Ρουμελιώτη

ΠεΠλο ζωης Σκάβω τη γη έλα σύννεφο και φέρε βροχή. Σπέρνω ζωή έλα ουρανέ μου και γίνε σκεπή πέπλο και άγγιγμα γίνε εσύ για ετούτη τη γη χάδι τρυφερό γίνε κι έλα και τύλιξέ την. Άκου τη γη πως παλεύει πως αγωνίζεται να ζει τα χέρια μου χώμα ιερό υπηρετούν εργάτης δικός της να είμαι μου αρκεί. Έλα ήλιε μου και δώσε μου φως δώσε μου ανάσα γίνε οδηγός. Έλα αγέρα μου και δώσε πνοή σπέρνω ζωή δώρο η φύση πολύτιμη πηγή. Φέρε μου νερό διψώ για να ζήσει η σπορά μου έλα αγέρα μου και γκρέμισε τη φυλακή το συρματόπλεγμα αυτό ξερίζωσέ το να μην πληγώνει άλλο τη ζωή κι άσε τη γη ελεύθερη να ανθίσει.

76


ςτο χρυςο κλουβι

77

μετρημένα βήματα

Στο χρυσό το κλουβί ένα ανάθεμα και ένα γιατί. Κάθε μέρα που περνά ρωτάς τον εαυτό σου εκείνος ξέρει μα δεν σου απαντά. Είναι οι συμβιβασμοί, η παραίτηση, η ήττα, η διαγραφή. Ένα απόθεμα και μια κραυγή. Δυνατή θεριεύει μέσα σου μα την πνίγεις στη στιγμή. Φεύγουν κι έρχονται οι μέρες μέσα στο χρυσό κλουβί μα κι αν το κατοικείς δεν μένεις πια εκεί. Κάπου αλλού θα ήθελες να ταξιδεύεις κάποιες άλλες μέρες μέσα σου γυρεύεις μα τις διώχνεις μακριά δεν αλλάζουν έτσι εύκολα αυτά. Τώρα στο χρυσό κλουβί όλο και βαραίνει πάνω σου η σιωπή. Η μοναξιά σε μαστιγώνει το αίμα της πληγής σου δεν στεγνώνει. Γύρω σου κόσμος πολύς πλασματικός και ψεύτικος και δήθεν ευτυχής. Ήταν το τίμημα ακριβό για ένα κλουβί τόσο χρυσό...


Άννα Ρουμελιώτη

ςτο κουτι ςου Στο κουτί σου είσαι κλεισμένος καλοκουρδισμένος και υπάκουα εκπαιδευμένος. Όλο ναι να λες και ποτέ όχι μωρέ σαν το ψάρι αργοπεθαίνεις στην απόχη. Στο κουτί σου μέσα ευθυγραμμισμένος κινείσαι και ζεις υποδειγματικά και ούτε που το διανοείσαι πως υποστηρίζεσαι μηχανικά. Στο κουτί σου μέσα κλειδαμπαρωμένος παρά φύσει ζεις εξαρτημένος. Απ’ τη μύτη σε τραβάνε σαν μαγνήτη σε κολλάνε σε οθόνες έξυπνες, εξελιγμένες και σε συσκευές με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας ανεπτυγμένες. Χώθηκες για τα καλά εκεί μέσα και δεν βγαίνεις μπροστά στης τηλεοράσεως το κουτί κάθεσαι και περιμένεις το μυαλό σου να σου πρήξουν και με τρόμο να σε πνίξουν. Έτσι στο κουτάκι σου ωραία, που σε όροφο ψηλό το διάλεξες 78


79

μετρημένα βήματα

για να έχεις σίγουρη τη θέα. Έχεις λουφάξει δεν κουνιέσαι κι έχεις πάρει κι αγκαζέ τον ευρύχωρο τον καναπέ. Άλλοι ρυθμίζουν τη ζωή σου με την ευλογία τη δική σου νιώθεις έτσι σίγουρος και ασφαλής μέσα στο ωραιότατο κουτί σου. Τι σε νοιάζει άλλοι άνθρωποι αν πεινάνε, κι αν διψάνε αν βασανίζονται και αν αυτοκτονάνε αν ξεκληρίζονται γιατί με πόλεμο φρικτό τους αφανίζουν. Ααα εσύ είσαι πολύ μακριά ευτυχώς τέτοια γεγονότα δεν σε αγγίζουν. Έχεις κατά πως φαίνεται ακόμα για να φας γι’ αυτό κάθεσαι μέσα στο κουτάκι σου και δεν μιλάς. Ένας ακόμα που σωπαίνει σε ένα σπίτι που μικραίνει.


Άννα Ρουμελιώτη

ςτους ςταθμους της ζωης Στις ράγες των τρένων ξεχειμώνιαζες. Μες στον βοριά, στην παγωνιά στου κρύου αγέρα τη δίνη και στου χιονιά την αγκαλιά ζεστή καρδιά εσύ ξεδίπλωνες. Την άνοιξη οι ράγες σαν λουλούδιαζαν κι οι νύχτες λούζονταν τη μαγιάτικη δροσιά εσύ γλυκά τραγούδαγες κι ώσπου να έρθει η αυγή στιχάκια σκάρωνες αφιέρωση να κάνεις στα πουλιά. Τα καλοκαίρια τα καυτά κάτω απ’ του ήλιου τη φλογισμένη ελπίδα. Στις οροφές των βαγονιών σκαρφάλωνες με ψάθινο καπέλο συντροφιά. Να δεις καινούρια μέρη αναζητούσες ταξίδευες με φόντο τον ορίζοντα κι ανθούσες. Σαν έρχονταν τα πρωτοβρόχια και σκόρπαγαν χάμω στη γη τα φύλλα απ’ τα κλαριά κι η φύση ξεγυμνωνόταν στο καλωσόρισμα του φθινοπώρου. Στα αταξίδευτα βαγόνια έβρισκες μια γωνιά. Ξαπόσταινες για λίγο κι έκανες όνειρα για το επόμενο ταξίδι στις ράγες των τρένων, στους σταθμούς της ζωής.

80


ςυγχωρα με

81

μετρημένα βήματα

Συγχώρα με εσύ τουλάχιστον για όλα τα πεφταστέρια που δεν κράτησα για το φως του φεγγαριού που το έκανα σκοτάδι για τα δάκρυα που σου δώρισα κι ούτε ένα δεν μου έφερε εξιλέωση. Συγχώρα με για όλα τα απεχθή μου μυστικά που δεν σου τα φανέρωσα. Δεμένα με λεπτή ασημένια κλωστή στα όρια τα φόρεσα επικίνδυνη που είναι η σιωπή. Συγχώρα με για τους λυγμούς που σπάραζαν στον κόρφο μου τους είχα απαγορέψει την έξοδο κι έτσι με καταδίκασαν σε αδιέξοδο. Συγχώρα με νύχτα μου πες πως είμαι ένα αστέρι που δεν θέλει να ξημερώσει γιατί φοβάμαι τον επόμενο πόνο που η μέρα θα δώσει. Συγχώρα με τουλάχιστον εσύ εγώ δεν μπόρεσα...


ςυμφωΝια

Άννα Ρουμελιώτη

Ψάχνεις τη σκοτεινή πλευρά του ήλιου. Την ψάχνεις για καιρό τώρα, την ψάχνεις με μανία και θες να βρεις εκεί μια ταύτιση ή επιτέλους μια συμφωνία. Πως δεν είσαι μόνο εσύ δεν είσαι η μία, που τα σκοτάδια σου δεν θες να κρύβεις μα με υπομονή και αγαλλίαση να τα ακριβοντύνεις. Ψάχνεις τη σκοτεινή πλευρά του ήλιου και τη βρίσκεις δεν παίρνει χρόνο πολύ για να συναντηθούνε δυο σκοτάδια. Κι εκεί σε απαλές σκιές αθόρυβα συνομιλούν και συμφωνούν τα χέρια ενώνουν κι οι πύρινες φωτιές τους τέρατα γλυκά γίνονται που τη ζωή αγαπούν. Μα είστε αλλόκοτα πλάσματα ο ήλιος κι εσύ για εκείνους, που δεν δέχονται πως έχει και το σκοτάδι σας δικαίωμα να ζει στην ψυχή. Να καίει, να κλαίει, να φωνάζει, να αντιμάχεται το φως μα εσύ το ξέρεις κανείς τελικά δεν νικάει μαζί πορεύονται και διαλαλούν τη ζωή.

82


γεΝετειρες

83

μετρημένα βήματα

Γέρνω πάνω στο χώμα σου μητέρα γη την αναπνοή σου αφουγκράζομαι τους ψίθυρούς σου τους φοράω φυλακτό και τις κραυγές σου για ζωή μες στην ψυχή μου αποστηθίζω. Στην αγκαλιά σου θάλασσα κουρνιάζω κι αν είναι το βάθος σου καμωμένο από άβυσσο κι αν έχεις μέσα του κρυμμένο της καρδιάς σου τον θησαυρό στείλε μου τις γοργόνες σου τον δρόμο να μου δείξουν να τρέξω να τον βρω. Αφήνομαι στα χέρια σου αγέρα ποιητή. Με το τραγούδι σου ανέβασέ με εκεί ψηλά χορό να στήσω με τ’ ουρανού τα ξωτικά. Κι εσύ ήλιε μου βασιλιά να σε κοιτάξει κατάματα για λίγο η καρδιά μου πριν το όνειρο το ψάξει μες στα σύννεφα. Να σε κοιτάξει κατάματα για λίγο και να ντυθεί τη ζεστασιά σου.


Άννα Ρουμελιώτη

αγραφη ςελιΔα Λευκή μου σελίδα άγραφη κάθομαι και σε κοιτάζω ψάχνω κάτι για να γράψω ανώφελο όμως τίποτα δεν κάνει να βγει απ’ το μυαλό. Φοβάμαι βλέπεις τα τόσα «κάτι» μου να τα απλώσω πάνω σου ένα προς ένα. Φοβάμαι εμένα μην σε τρομάξω αν ξαφνικά με ελευθερώσω. Γι’ αυτά τα «κάτι» τα τρομερά θα πρέπει ύστερα να σε τσαλακώσω. Όχι... όχι... χίλια κομμάτια να σε κάνω και χίλια μικρά «κάτι» να τα σκοτώσω. Λευκή μου σελίδα λευκή μου πληγή. Εσύ είσαι πάντα εκεί υπομονετικά να με περιμένεις. Ξέρεις ευτυχώς και δεν επιμένεις σιωπάς μαζί με εμένα κι εσύ.

84


τουτο το χερι

85

μετρημένα βήματα

Μην επαινείτε την πένα μου κύριοι πως γράφει λέτε αλήθειες. Το χέρι που τις γράφει πως τρέμει να ξέρετε. Τρέμει από φόβο τρέμει από απόγνωση μην το φιλοφρονείτε λοιπόν. Άχρηστο είναι τούτο το χέρι σε λευκές σελίδες μόνο δούλεψε από τους δρόμους μίσεψε. Ένα με το μυαλό το μπερδεμένο ένα με το μυαλό το τρομαγμένο δεν πήγε παραπέρα. Χέρι που δεν έσπειρε καρπό χέρι που δεν μάζεψε σπορά χέρι που δεν χάιδεψε το χώμα με την καρδιά μόνο την σφιγμένη στον ασφαλή κλοιό προστατευμένη. Μην το επαινείτε λοιπόν τούτο το χέρι. Μια γροθιά δεν έσφιξε υψωμένη στον αγώνα για την αλήθεια την ψυχή την κράτησε κλειδαμπαρωμένη...


Η Άννα Ρουμελιώτη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Σπούδασε Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και εργάζεται σε εκπαιδευτικό φορέα. Αγαπάει τη φωτογραφία και φτιάχνει χειροτεχνήματα με διάφορα αντικείμενα. Από το 2014 δημοσιεύει στον διαδικτυακό τόπο τοβιβλίο.net. Επίσης έχει συμμετάσχει και στις δράσεις "24η ώρα" καθώς και στο "Γραμμόφωνο-Η μουσική συναντάει τη λογοτεχνία" του Γιώργου Ιατρίδη. Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις «Μια εικόνα… Χίλιες Λέξεις» τόμος α΄ (2015) και τόμος β΄ (2016) και στα «καλλιτεχνικά ημερολόγια» για τα έτη 2015 και 2016 των εκδόσεων "τοβιβλίο".

86


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

στην πλατεία αγωνιάς πάρε με μαζί σου νύχτα λάθος διεύθυνση τα παιδιά χαμένες Ψυχές τουλάχιστον... ψίθυροι κατάματα... χθες τη νύχτα... ανάλαφρα τόσα ερωτήματα ακούς την ηχώ; γραμματείς ένδειξη... μες στο κουβάρι... η μικρή στιγμή... κόκκινο δάκρυ ξωτικά... ο ήλιος χαμογελούσε ξέφτια... δυο μέτρα, δυο σταθμά εδώ μπροστά σου η μπλε γραμμή μου γρανάζι που σκουριάζει... θάλασσα κι αν... με ξέρεις επτά λεπτά... δυο δάκρυα... κληρονόμοι να ’ρθει η νύχτα... μέρα και νύχτα 87

11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 34 36 38 39 40 41 42 44 45 46 48


49 50 51 52 53 54 55 56 58 59 60 62 64 65 66 68 69 70 71 72 74 75 76 77 78 80 81 82 83 84 85

ο χρόνος σου άγγιγμα αγάπης σαν λουλούδι... αν θα ψάξεις... άκου τη φύση ίχνη αποτρόπαια κομμάτια άραγε θυμάσαι; για μια καταιγίδα εκείνη η μέρα ζωντανοί... νεκροί εφιάλτης... η νύχτα κύκλος... μαύρα περιβραχιόνια λίγο απ’ όλα κι ένας κισσός... θα ξανάρθω μόνο για αγάπη... μια ακόμα συνήθειας νεράιδα του σκότους ορός αληθείας πέπλο ζωής στο χρυσό κλουβί στο κουτί σου στους σταθμούς της ζωής συγχωρά με συμφωνία γενέτειρες άγραφη σελίδα τούτο το χέρι 88


89


Άννα Ρουμελιώτη μετρημένα βήματα ISBN: 978-618-81935-8-1 © Άννα Ρουμελιώτη Αθήνα, 2016 εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης επιμέλεια εξωφύλλου: Κώστας Θερμογιαννης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή]

___________________ Η ποιητική συλλογή “μετρημένα βήματα” εκτυπώθηκε σε περιοριμένο αριθμό αντιτύπων και διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση και η αποσπασματική παρουσίαση. Η αναφορά του ονόματος της ποιήτριας είναι υποχρεωτική και το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση.


Μετρημένα βήματα  

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Άννας Ρουμελιώτη από τις εκδόσεις "τοβιβλίο"

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you