Page 1

ος στ ον «Α Πα ση νελ μέ λή νι ν α ιο Σ Δ ελ ια ίδ γ α» ω 20 νισ 15 μό Ν

Έ πα ιν

ου β

έλ ας

Σωτηρία K. Βασιλείου

Διαμαντένια Γοβάκια


Διαμαντένια Γοβάκια


Σωτηρία K. Βασιλείου Διαμαντένια Γοβάκια ISBN: 978-618-81935-4-3 © Σωτηρία Κ. Βασιλείου Θεσσαλονίκη, 2015 historys231@yahoo.com εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης επιμέλεια εξωφύλλου: Δήμος Χλωπτσιούδης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή]

___________________ Η νουβέλα Διαμαντένια Γοβάκια διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση και η αποσπασματική παρουσίαση με την υποχρεωτική αναφορά του ονόματος της συγγραφέως. Το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση. Το εξώφυλλο προέρχεται από το σκίτσο “blue ballerina” της Sophia Violette.

4


Διαμαντένια Γοβάκια

© Σωτηρία K. Βασιλείου ISBN: 978-618-81935-4-3 Θεσσαλονίκη 2015


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

6


Η

Ιάνθη έφτασε στο σχολείο πέντε λεπτά πριν κτυπήσει το κουδούνι: εφτά και σαράντα ακριβώς. Λάτρευε τη δουλειά της, αλλά το καθημερινό ταξίδι από την Λευκωσία στην Λεμεσό την κούραζε. Ένιωθε, ωστόσο, πως το όποιο παράπονο συνιστούσε ασύγγνωστη αχαριστία. Η ίδια είχε διοριστεί αμέσως μετά την αποφοίτησή της, το 2006, καθώς τότε ακριβώς είχε συνταξιοδοτηθεί μία μεγάλη φουρνιά δασκάλων. Αντίθετα, συνάδελφοί της που βγήκαν στην αγορά εργασίας δύο χρόνια αργότερα, παρέμεναν -και με βάση τις προβλέψεις θα παρέμεναν για πολλά χρόνια ακόμα- άνεργοι ή περιστασιακοί αναπληρωτές. Ενώ γέμιζε τα μάτια και την ψυχή της με την ομορφιά και το μήνυμα της βασίλισσας αμυγδαλιάς του προαυλίου, ο ευγενικός συνάδελφος την καλημέρισε με ένα φλιτζάνι καφέ. «Ευχαριστώ, Φίλιππε!». Ο πρώτος καφές είχε προσφερθεί μία βδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα και πλέον συνιστούσε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ιεροτελεστίας. Η Ιάνθη δεν ήταν σίγουρη αν το κουδούνι που ακολουθούσε το κέρασμα, συνιστούσε λύτρωση ή εμπόδιο. Σε κάθε περίπτωση σήμαινε πως έπρεπε να βρεθεί στην τάξη της. «Φουρκίζομαι όταν ακούω να αποκαλούν τους δασκάλους καλοπερασάκηδες κυβερνητικούς[=δημοσίους υπαλλήλους]. Μόνο όταν βρεθεί κάποιος ενώπιον των παιδιών μπορεί να αντιληφθεί την ευθύνη του δασκάλου. Στόχος μου είναι μέρα με τη μέρα ν’ ανεβαίνουν και λίγο ψηλότερα... να δημιουργούν την άνοιξη... για τις αμυγδαλιές...», εξομολογήθηκε

7


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

8

εκείνο το πρωί στον Φίλιππο, ενώ κατευθύνονταν εκείνος προς το Τμήμα Στ΄3 και κι εκείνη προς το Δ΄2. «Στέλλα Αγγέλου», φώναξε το πρώτο όνομα στο απουσιολόγιό της η Ιάνθη. «Απούσα κυρία», είπε η Εβίτα, από την τελευταία σειρά, ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στην άδεια καρέκλα δίπλα της. Η νεαρή δασκάλα συνοφρυώθηκε. Ήταν Παρασκευή... η Στέλλα είχε απουσιάσει και την Πέμπτη και την Τετάρτη. Η Ιάνθη ήταν για δεύτερη χρονιά υπεύθυνη της τάξης, αλλά για την Στέλλα ήταν η πρώτη απουσία. Μάλιστα, τον προηγούμενο χειμώνα, για τρεις συναπτές ημέρες πήγαινε στο σχολείου με πυρετό και σχεδόν άφωνη, απορρίπτοντας τις παραινέσεις για ξεκούραση. Ακόμα και ασθενής, την ώρα των Μαθηματικών εξελισσόταν σε κινητήριο μοχλό. Τρεις εβδομάδες αργότερα στον παγκύπριο μαθηματικό διαγωνισμό θριάμβευσε. «Ξέρει κανείς αν συνέβη κάτι στην Στέλλα;», ρώτησε τα παιδιά η Ιάνθη. Σιγή ιχθύος και ύποπτες ματιές, κυρίως ανάμεσα στα ζιζάνια του τμήματος. Στο διάλειμμα η δασκάλα φώναξε την Εβίτα. «Νομίζω πως κάτι έγινε με τον πατέρα της πάλι», άρχισε να εξηγεί κουμπωμένα η μικρή για να συμπληρώσει «Εμένα δεν με νοιάζει ο παπάς της... εγώ νιώθω την Στέλλα σαν αδελφή μου και ας λέει η μητέρα μου. Ούτε θέλω άλλη διπλανή». «Τι λέει η μητέρα σου, Εβίτα μου;». «Πως ο παπάς της είναι στη φυλακή... Πως είναι κοπέλα με προβλήματα. Πως μπορεί να παρασυρθεί... να με παρασύρει... με κακές παρέες. Φοβάται... και για τις αρρώστιες...». Δεν επέμεινε περισσότερο η δασκάλα. Συνεχάρη όμως τη μαθήτριά της για τη στάση της. «Εβίτα, εσύ πάντα να κρίνεις τους ανθρώπους με βάση την δική τους συμπεριφορά και αξία. Αξίζεις να σου πω ένα μεγάλο μπράβο για το υπέροχο “σαν αδελφή”. Η Στέλλα είναι αξιο-


Διαμαντένια Γοβάκια

θαύμαστη για το κουράγιο της, εσύ αξιέπαινη για την ανιδιοτελή φιλία σου κι εγώ περήφανη για τις μαθήτριές μου!». «Κυρία,... αν δεν έρθει ούτε τη Δευτέρα;». «Θα έρθει, θα την φέρουμε. Έχε μου εμπιστοσύνη, Εβίτα». Μετά το τελευταίο κουδούνι της εβδομάδας η Ιάνθη τηλεφώνησε στη μητέρα της Στέλλας: «Αλλόου!», ακούστηκε η τσιριχτή φωνή της κυρίας Άννας. Αμέσως η δασκάλα ρώτησε για τη μαθήτριά της για να λάβει την εξήγηση: «Εν[=είναι] βαούμενη[=κλεισμένη] μες την κάμαρην της. Θέλει λαλεί να πάει στη Λευκωσία να δει τον παπά της. Άκουσε στα νέα[=ειδήσεις] πως αυτοκτονούν στες φυλακές τζιαι φοάται. Ιδίως φοάται έμπα[=μήπως] τζιαι περιπαίζουν την τα κοπελλούδκια[=παιδιά] πάλε. Προχτές εσουξούλισεν [=πείραξεν] την ένας μιτσής[=μικρός]... Τι να κάμω με τούτην την κορούα, κυρία Ιάνθη; Εν[=είναι] η μούττη του δκυόσμη[=η μύτη του δυόσμου• λέγεται για άνθρωπο πολύ ευαίσθητο]. Εγώ...». «Εντάξει, κυρία Άννα. Μπορώ να έρθω να την δω το απόγευμα; Θέλω να της μιλήσω. Θα είστε στο σπίτι, έτσι;». «Πού να πάμε, μάνα μου; Τωρά με την κρίση ελλιάναν[=λιγόστεψαν] τα σπίθκια. Η καθεμιά καθαρίζει μόνη της. Έλα καλύτερα το δείλις. Τωρά το μεσημέρι θα έρτει ο παπάς να μας κάμει αγιασμό». «Εντάξει, κυρία Άννα, θα είμαι εκεί κατά τις έξι», είπε και αποφάσισε να περάσει τις ώρες που μεσολαβούσαν στην παραλία Λεμεσού, περπατώντας και διαβάζοντας. Αποχαιρέτισε την ανθισμένη αμυγδαλιά της με ένα ψιθυριστό «πρόσεχε, πριγκίπισσα!» και αφού μπήκε στο μπλε Toyota έλεγξε αν το βιβλίο, που είχε ξεκινήσει το προηγούμενο βράδυ, ήταν στο πίσω κάθισμα. «Πάμε φιλενάδα», ψιθύρισε στη Μικρή Μπιζού, που περίμενε υπομονετικά την παρείσφρηση στο πρόγραμμα της ημέρας. Το θερμόμετρο επιβεβαίωνε

9


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

την έλευση της άνοιξης: 25 βαθμοί. Ένας δανδής βοριάς φρόντιζε για τη διαρκή ανανέωση της ατμόσφαιρας με τη διασπορά του αρώματος των πιο βιαστικών φυτών. Η θέα της θάλασσας, που υπό την επήρεια της αύρας και του ήλιου, λικνιζόταν στραφταλίζοντας, επιβεβαίωνε το καλλιτεχνικό μεγαλείο της φύσης. Έτσι κι αλλιώς η θάλασσα ενέπνεε την Ιάνθη, τόσο κατά τις μέρες της γαλήνης της, όσο και κατά τις μέρες της φουρτούνας. Κι αυτό διότι η κοπέλα, με το όνομα Ωκεανίδας και τα μάτια στο χρώμα του ωκεανού, πίστευε βαθιά στον κύκλο των εποχών και της ζωής. Ιάνθη: όπως η κόρη του θεού Ωκεανού αλλά και οι κόρες θεϊκών δημιουργών, του Βύρωνα και του Σέλλεϋ. Ιάνθη Τρύφωνος... κόρη των γονιών της μάλλον κατά λάθος. Στα εφτά της είχε ακούσει μια γειτόνισσα να λέει στη μάνα της κατά την απογευματινή μάζωξη: «Λάθος σου που έκαμες μωρό με άντραν αχαΐρευτο[=ανεπρόκοπο]». «Ενόμιζα πως θα έβρισκα κατανόηση αλλά τούτη εν[=είναι] άλλοσπως[=αλλιώτικο, με αρνητική έννοια] πλάσμα. Μόνο ν’ απαιτεί ξέρει. Τωρά θέλει να γραφτεί τζιαι Γαλλικά. Ποιος θα πλερώνει; Τι θα τα κάμει; Κάθε μέρα φαρμακώνει με. Ο Θεός να την φέρει στο καλό[=να την συνετίσει]», ξεφύσησε η μάνα της και ρούφηξε μια γουλιά βαρύ γλυκύ καφέ. Εκείνη τη δεκεμβριάτικη μέρα φυσούσε πολύ, αλλά η μικρή Ιάνθη όρμησε στο δρόμο χωρίς μπουφάν αδιαφορώντας για το αγιάζι. Η παγερότητα του βοριά ήταν αμελητέα, μπροστά στο καυστικό ψύχος των λόγων της μάνας της. Ενώ περπατούσε αφηρημένη, έπεσε πάνω στη δασκάλα των γαλλικών... εκείνην στην οποία ήθελε να πάει για μαθήματα. Εν τέλει παρακολούθησε τα μαθήματα και μάλιστα δωρεάν. «Υποτροφία» ονόμασε η κυρία Ντόρα την προσφορά. Ήταν η πρώτη υποτροφία της ζωής της, την οποία και δικαίωσε αριστεύοντας στις εξετάσεις.

10

1

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του Πλησίον.


Διαμαντένια Γοβάκια

«Το διαμάντι δεν είναι παρά το προϊόν της μακρόχρονης και πεισματικής προσπάθειας ορισμένων ανθρώπων ν' απαλείψουν το μαύρο μέρος της μοίρας τους»1 ψιθύρισε νοερά η Ιάνθη -μεγάλη πια- τους στίχους αγαπημένου ποιητή, σαν άμυνα στις αιχμηρές μνήμες που την κατέκλυζαν. Ίδιοι παρέμεναν οι καημοί του κόσμου, ίδια και τα βάσανά του! Αυθόρμητα η μνήμη φτερούγισε στις πλέον καθοριστικές για την εξέλιξή της στιγμές. Άλλωστε οι πληγές παρέμεναν νωπές παρά την άψογη επικάλυψη από τη στιλπνότητα του αράγιστου διαμαντιού. Με μια απότομη κίνηση η Ιάνθη έριξε το βιβλίο της στην τσάντα, αφήνοντας το σελιδοδείκτη σταθμευμένο στη μέση. Η Μικρή Μπιζού θα έμενε ημιδιαβασμένη για μία μέρα. Εκείνο το απόγευμα, πριν επισκεφτεί τη μικρή Στέλλα, η δασκάλα αισθανόταν την ανάγκη ν’ ανατρέξει στη μικρή Ιάνθη, με μυαλό και καρδιά.

Ο δρόμος της Ιάνθης

Η

πρώτη εικόνα της Ιάνθης από τον μπαμπά της, τον οποίο είχε να την δει από την βάπτισή της, οπότε και είχε επιβάλει το παράξενο όνομα για τη νεοφώτιστη, ήταν να επιστρέφει από τη φυλακή. Εκείνη ήταν τότε τριών χρονών και κάπου τριάντα κιλών. Εκείνος ήταν κάτισχνος και βρώμικος. Στο κεφάλι του περίμεναν την εκκόλαψη μια αποικία κόνιδες, αλλά ο ίδιος δεν φαινόταν να ενοχλείται. Φτάνοντας άφησε στη τσιμεντένια βεράντα του προσφυγικού σπιτιού μια ακάθαρτη βαλίτσα, η οποία όταν άνοιξε αποκάλυψε ρυπαρά ρούχα, σαν αποφόρια. Ωστόσο, παρά το χάλι του, ο μπαμπάς Μιχάλης κρατούσε

11


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

12

στα χέρια του ένα πανέμορφο σκαλιστό αλογάκι, φτιαγμένο με πολλή αγάπη και προσμονή για την Ιάνθη. Η τελευταία ενθουσιάστηκε, καθώς η μαμά Ευθυμία ουδέποτε πρόσφερε δώρα, ούτε καν στις γιορτές. «Ο άππαρος[=άλογο] μας εμάρανεν. Το μωρόν ριάλια [=χρήματα] θέλει για να μιαλύνει[=μεγαλώσει], όι μασκαραλλίκια[=άχρηστα πράγματα]», είπε κοιτώντας με δολοφονική περιφρόνηση το δώρο. Το μωρό πάντως χρειαζόταν και πολλά άλλα πράγματα για ν’ αναπτυχθεί κανονικά και αυτό η Ευθυμία, που ήταν αδιάλειπτα δύσθυμη, ουδόλως το αντιλαμβανόταν. Όσο για τον μπαμπά με το αλογάκι, στην Ιάνθη φάνηκε καθ’ όλα ιδιαίτερος. Καταρχήν δεν έμοιαζε με τους κακοποιούς που έδειχνε η ασπρόμαυρη τηλεόραση. Τις πρώτες ημέρες ήταν αξιολύπητος, σαν ένα αδέσποτο, άρρωστο γατάκι, που προ ημερών είχε αναζητήσει καταφύγιο στην αυλή τους. Η Ιάνθη έκλαιγε να του δώσει γάλα, αλλά η Ευθυμία εκσφενδόνισε το δύσμοιρο πλάσμα στον άρτι ασφαλτωμένο δρόμο. Δεν τολμούσε να πράξει αναλόγως με τον Μιχάλη, αν και θα το ήθελε. Δεν φοβόταν, φυσικά, τον χλεμπονιάρη σύζυγό της αλλά τη γλώσσα του κόσμου, την υπόνοια της ύπαρξης εραστή. Η Ευθυμία, η ατρόμητη ακόμα και με τα φίδια, έτρεμε τις φήμες. «Πάρε διαζύγιο να ησυχάσετε και οι δύο», θα της έλεγε, λίγο μετά τα δέκατα γενέθλιά της, η Ιάνθη. Η Ευθυμία έγινε ταύρος μαινόμενος. «Τζιαι να πουν, πως η μάνα σου έπιασε φίλο; Γιατί νομίζεις πως κάμνω υπομονή τόσα χρόνια; Έκαμα σε να έχω ένα στήριγμα. Για σένα μαυρολαόννουμαι[=βασανίζομαι]». «Σιγά μην ελέαν[=έλεγαν] πως ηύρες φίλο. Ο άντρας δεν θέλει τύραννο αλλά γυναίκα. Αφού ήθελες στήριγμα και παρέα, ας εγόραζες μπαστούνι και σκύλο. Ας επήαιννες σε ψυχίατρο», απάντησε η Ιάνθη, με την έμφυτη ετοιμολογία της


Διαμαντένια Γοβάκια

παροξυμμένη από το ζύγωμα της εφηβείας. Και ακολούθως όρμησε έξω, με το walkman να πλημμυρίζει την ψυχή της με τον βιβαλντικό “Χειμώνα”. Η σύνθεση της υπενθύμιζε πως έπρεπε να εργαστεί σκληρά ώστε να φτιάξει την άνοιξή της. Οπωσδήποτε, τις μέρες που ακολούθησαν εκείνη την αποφυλάκιση -την πρώτη επί Ιάνθης και τρίτη από ενηλικιώσεώς του- ο Μιχάλης κοιμόταν υπερβολικά, έτρωγε λιμασμένα κι έλεγε τις λίγες λέξεις του χαμηλόφωνα. Η Ευθυμία, ως συνήθως, κοιμόταν με τις κότες, ξυπνούσε με τα κοκόρια, έτρωγε λιμασμένα και μιλούσε εκκωφαντικά. Σπάνιας ισχύος φωνή: ζωντάνευε νεκρούς και νέκρωνε ζωντανούς. Επίσης, ο Μιχάλης ήταν ανησυχητικά ανήσυχος, τόσο στον ξύπνιο του όσο και στον ύπνο. Τις ώρες της ανάπαυσης μάλλον έβλεπε εφιάλτες, διότι ήταν στιγμές που στριφογύριζε ή εκτινασσόταν έντρομος και κάθιδρος. Κάποτε έλεγε κάτι σαν «όι[=όχι], όι... το μωρό δεν εφταίει, μην το πειράξετε». Η Ιάνθη τον έβλεπε και τον άκουγε νυχθημερόν, καθώς ο μπαμπάς δεν πλάγιαζε με τη μαμά αλλά στον καναπέ. Ουδέποτε η κόρη είδε τους γονείς να κοιμούνται μαζί, όπως έκαναν οι γονείς στην τηλεόραση αλλά και οι γονείς των φιλενάδων της. Όταν στα εφτά της έμαθε τον τρόπο έλευσης των παιδιών στον κόσμο, σχεδόν απόρησε πώς είχε επιτελεστεί η σύλληψή της! Πάντως τότε, στα τρία της, ο αποφυλακισθείς Μιχάλης, αφού συνήλθε κάπως, άρχισε να γυρεύει δουλειά ημέρας... αλυσιτελώς. Η προϋπηρεσία στο κελί λειτουργούσε απαγορευτικά για την πρόσληψη, ακόμα και στις υπηρεσίες καθαριότητας. Εντέλει κατέληξε, για άλλη μια φορά, σε δουλειά νύχτας. Συνακόλουθα, πριν η Ιάνθη προλάβει να πάει στο σχολείο, ο Μιχάλης εισήχθη ξανά στη φυλακή. Είχε προλάβει όμως να κερδίσει την καρδιά της μοναχοκόρης του. Είχε προφτάσει να της χαρίσει την αίσθηση της αγκαλιάς κι επί-

13


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

14

σης να της διδάξει ζωγραφική. Ήταν Μάης και η Ιάνθη είχε περάσει ένα ολόκληρο απόγευμα ζωγραφίζοντας την άνοιξη ως πριγκίπισσα, με τα χρωματιστά μολύβια που της είχε χαρίσει ο μπαμπάς στα πέμπτα γενέθλιά της. Έφτιαξε δύο ζωγραφιές: μία για τον Μιχάλη και μία για την Ευθυμία. Ο Μιχάλης πήρε τη ζωγραφιά στα ντελικάτα χέρια του και, αφού την κοίταξε εξεταστικά, είπε στην ζωγράφο: «Η άνοιξη είναι πολλά[=πολύ] όμορφη αλλά εσύ είσαι πιο όμορφη». Κι αφού χάιδεψε τα μαλλιά της άνοιξης, πήρε την προσωπογραφία και την τοποθέτησε σε ένα τετράδιο για να την προστατεύσει ως κάτι το πολύτιμο. Ύστερα σήκωσε -με κόπο- την Ιάνθη και την φίλησε, λέγοντάς της στο αυτί πως πάντα θα ήταν η πριγκίπισσά του. Επίσης της αποκάλυψε πως επέμενε να την ονομάσουν Ιάνθη, διότι όταν ήταν μικρός λάτρευε τα μενεξεδιά κυκλάμινα του Πενταδάκτυλου και μάλιστα τους μιλούσε. Όταν η πριγκίπισσα των κυκλάμινων πήγε στην κουζίνα για ν’ ακούσει την κριτική της Ευθυμίας για τη ζωγραφιά, βρήκε την άνοιξη πλακωμένη από μια πιατέλα με λαδερό. Με συνοπτικές διαδικασίες το έργο είχε κριθεί και καταδικαστεί εις θάνατον! Η Ιάνθη δεν άρθρωσε λέξη∙ άφησε μόνο μία διαπεραστική τσιριξιά και κλειδώθηκε στο δωμάτιό της. Ενώ οι γονείς της γευμάτιζαν από “το σκεύος του εγκλήματος”, άκουσε τη μάνα της να λέει στον μπαμπά της πως η «μιτσιά[=μικρή]» του είχε μοιάσει «στην πελλάρα[=τρέλα]». Τον Αύγουστο, που προηγήθηκε της Πρώτης Δημοτικού, ο Μιχάλης συνελήφθη για συνέργεια σε εμπρησμό. Δηλαδή ο Μιχάλης οδηγούσε το αυτοκίνητο των δραστών-συναδέλφων του στη νυκτερινή εργασία. Ο ίδιος δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο· παιδιόθεν έτρεμε τη φωτιά καθώς ο δικός του πατέρας, όταν μεθούσε με ζιβανία, απειλούσε να τον κάψει ζωντανό. Μια φορά μάλιστα, τον είχε περιλούσει με πετρέλαιο. Ήταν κι αυτός ο φόβος ένας λόγος που η Ευ-


Διαμαντένια Γοβάκια

θυμία αποκαλούσε τον «λωποδύτη» που «της φόρτωσαν» σαλεμένο. Η νέα σύλληψη του Μιχάλη συνέβαλε αποφασιστικά στην έναρξη της σχολικής ζωής της Ιάνθης με μεταχειρισμένη τσάντα Dragon ball, χάρισμα κάποιας κυρίας της Φιλοπτώχου. Κι όμως, ούτε η απεχθής τσάντα μείωσε τη χαρά της νέας αρχής, ούτε και η μοναχική πρώτη άφιξη στο σχολείο. Διότι η Ιάνθη έβλεπε το «Δημοτικό Σχολείο» ως καταφύγιο, ως χώρο όπου θα μπορούσε να καλλιεργήσει την αγάπη της για τη γνώση και κυρίως για τις λέξεις. Άλλωστε, πριν ακόμα πάει στο Δημοτικό, είχε ήδη αναγνώσει δεκάδες εικονογραφημένα βιβλία μυθολογίας και λογοτεχνίας, είχε κατακτήσει πάνω από εκατό αριθμούς και γνώριζε ψηφίδες ιστορίας. Υπεύθυνοι για τις ιστορικές της γνώσεις ήταν ο κύριος Παύλος και η κυρία Νίκη, στους οποίους έμενε όποτε η μαμά δούλευε μέχρι αργά στα θερμοκήπια ή στα σπίτια. Χωρίς εκείνο το ζευγάρι, πιθανότατα η Ιάνθη θα είχε καταλήξει σε κάποιο ίδρυμα. «Παππού» και «γιαγιά» τους αποκαλούσε κι εκείνοι την έλεγαν «αγγονούιν τους» και της αφηγούνταν ιστορίες από τον Αγώνα της ΕΟΚΑ [Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών]. Εκείνες οι διηγήσεις ενέπνεαν την Ιάνθη για τον δικό της αγώνα, καθώς πιστοποιούσαν την δύναμη της θέλησης. Παρομοίως την ενέπνεε και ο κύριος Κωνσταντίνος, ο μεσήλικας υποδιευθυντής, που αφού συνειδητοποίησε την έφεση της παιδούλας στη μάθηση φρόντιζε να εμπλουτίζει συνεχώς τη σχολική βιβλιοθήκη. Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα της Πρώτης Δημοτικού, η κυρία Θάλεια άρχισε να ρωτά τα παιδιά για τον τόπο καταγωγής των γονιών και των παππούδων τους. Όταν και η Ιάνθη έδειξε τα χωριά του Μιχάλη και της Ευθυμίας στο χάρτη, ένας μπόμπιρας πρόβαλε δημόσια ένσταση. «Κυρία Θάλεια, η Ιάνθη λαλεί μας ψέματα. Ο παπάς της είναι που τη φυλακήν. Όταν λείπει, όπως τώρα, πάει και βλέ-

15


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

πει τον». Η δασκάλα έμεινε άναυδη, κάποιοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, ενώ ο μπόμπιρας χασκογελούσε σαν ήρωας της αλήθειας. Η Ιάνθη αναλύθηκε σε κλάματα και βγήκε από την αίθουσα, με όση ταχύτητα της επέτρεπε το περίσσιο βάρος, σε κιλά και ντροπή. Ντροπή, σαν μια ζοφερή οπή για τον πατέρα, που εκείνη τη στιγμή της φάνταζε σαν τέρας, εκείνος ο κακός δράκος κι εκείνη ένα ράκος... Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που η Ιάνθη επέτρεψε στις βρύσες των ματιών της ν’ αναβλύσουν σε κοινή θέα. Εκείνο το άφεγγο βράδυ, αφού μούλιασε το μαξιλάρι της με τις εκκρίσεις της πίκρας και της οργής, ορκίστηκε πως δεν θα έδινε ξανά στον οποιονδήποτε το δικαίωμα να την χλευάσει ή να την οικτίρει. Ο Μιχάλης εξήλθε από τη φυλακή με χάρη όταν η Ιάνθη πήγαινε πλέον στην Τρίτη Δημοτικού. Εντωμεταξύ, στις εκθέσεις της η μορφή του πατέρα ήταν ένα εξιδανικευμένο κράμα της προσωπικότητας του Μιχάλη, του κυρίου Παύλου και του κυρίου Κωνσταντίνου. Ήταν ο πατέρας που ονειρευόταν η Ιάνθη: ποιητής, στοργικός και αδιάλειπτα παρών. Οι δάσκαλοι, που γνώριζαν την ιδιόμορφη κατάσταση, απορούσαν με τη μυθοπλαστική ικανότητα και την προσαρμοστικότητα του μικρού κοριτσιού. Πράγματι, η Ιάνθη ήταν προσαρμοστική· μέρος αυτής της προσαρμογής αποτελούσε και το παιχνίδι των μοναχικών διαλόγων. Η μάνα της έλεγε πως παραμιλούσε, πως είχε αποτρελαθεί. Για την Ιάνθη δεν είχε σημασία αυτή η γνωμάτευση. Σημασία είχε η κριτική του κυρίου Κωνσταντίνου, που επέμενε πως η Ιάνθη θα γινόταν συγγραφέας. Την ίδια βεβαιότητα εξέφρασε και ο πατέρας της, αφού ένα απόγευμα διάβασε όσες εκθέσεις είχε γράψει η κόρη του, κατά την απουσία του. «Συγγνώμη κούκλα μου, δεν είμαι καλός πατέρας. Εσύ αξίζεις τον καλύτερο παπά του κόσμου», απολογήθηκε ενώ κατευθύνονταν προς το πάρκο.

16


Διαμαντένια Γοβάκια

«Σιγά μεν[=μην] ζητήσω συγγνώμη που τον μπάσταρτον [=μπάσταρδο, υποτιμητικά για το παιδί]», έλεγε η μάνα της, όποτε η Ιάνθη της τόνιζε πως η άποψή της είχε αποδειχθεί εσφαλμένη. Για την Ευθυμία τα δικαιώματα του παιδιού ήταν περιορισμένα, ενώ ο τρόπος διαπαιδαγώγησης συμπυκνωνόταν στην “αγία ράβδο” και το κατσάδιασμα, που ενίοτε εξελισσόταν σε βρισίδι, εξοπλισμένο με εκφράσεις απείρου άλγους και άγους. Όσο για τα μπλε τετράδια του «Σκέφτομαι και Γράφω», η μάνα ουδέποτε καταδέχτηκε να τα ανοίξει. «Μείνε πάντα μαζί μου», παρακάλεσε η Ιάνθη τον πατέρα, ως απάντηση στην απολογία του. Δεν της αποκρίθηκε· περιορίστηκε να της χαρίσει ένα από τα πιο όμορφα απογεύματα της ζωής της. «Τι δώρο θέλεις από τον παπά, πριγκίπισσά μου;» την ρώτησε, ενώ επέστρεφαν στο σπίτι μετά από δίωρο παιχνίδι και παγωτό. «Μια τηλεόραση, έγχρωμη», είπε αυθόρμητα η κοπελίτσα. Δεν την ήθελε για τα σίριαλ, αλλά για να παρακολουθεί τους αγώνες στίβου και τα ντοκιμαντέρ. Διότι όσο μεγάλωνε, τόσο παθιαζόταν με τους αγώνες, τόσο φούντωνε η διάθεση να γνωρίσει κόσμους άλλους από τον άκοσμο δικό της! Προς εκπλήρωση του πριγκιπικού αιτήματος, κάπου έξι μήνες μετά την άδοξη άφιξη του Μιχάλη αφίχθηκε ενδόξως στο σπίτι μια γυαλιστερή γερμανική τηλεόραση, 27 ιντσών και φυσικά έγχρωμη. «Προϊόν τελευταίας τεχνολογίας», εξηγούσε με ύφος ειδήμονος η Ευθυμία στις γειτόνισσες, που συνέρρεαν για να παρακολουθήσουν την «Τόλμη και Γοητεία» και τη «Λάμψη» σε οθόνη πολυτελείας. Και όσο η ιδιοκτήτρια έβλεπε τη ζήλεια στα μάτια τους τόσο φούσκωνε σαν γάλος. Μάλιστα στόλισε την τηλεόραση με την πιο περίτεχνη σταυροβελονιά της προίκας της και την ξεσκόνιζε πρωί και βράδυ. Αφού η Ιάνθη έφτασε να ζηλεύει την πρωτόφαντη περιποίηση! Μάλιστα ήταν τόση η αγαλλίαση της Ευθυμίας της

17


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

που για κάποιες εβδομάδες φώναζε τον σύζυγο με το όνομά του, αποθηκεύοντας στην κατάψυξη τα κοσμητικά υποκατάστατα. Εντέλει, Μιχάλης και τηλεόραση εκπαραθυρώθηκαν αντάμα από το σπίτι κάπου εφτά μήνες αργότερα, λίγο μετά τη γέννηση του Χριστού και λίγο πριν την εκπνοή του έτους. Ο Μιχάλης έκλεινε μισό αιώνα ζωής και η Ιάνθη είχε επιστρατεύσει όλη της την τέχνη για να του φιλοτεχνήσει το δώρο του: ένα χριστουγεννιάτικο ψηφιδωτό με ένα τσούρμο αγγελάκια, άλλα με στραβές φτερούγες, άλλα στραβομούτσουνα, άλλα παχουλά, άλλα ξερακιανά. Μάλιστα, ένα από αυτά, που μάλλον συνιστούσε διασταύρωση αγγέλου και οσιομάρτυρα, έφερε βέλος, που παρέπεμπε στην επιγραφή «Μιχαήλ». «Έτσι εν[=είναι] ο Αρχάγγελος κόρη; Ο Αρχάγγελος πρέπει νά ’ναι λαμπερός, να κρατά...», διαμαρτυρήθηκε η Ευθυμία. «Τούτος είναι ο παπάς μου. Τον Αρχάγγελο δεν τον είδα καμιά φορά...», άρχισε να εξηγεί η Ιάνθη, ενώ η μάνα σταυροκοπιόταν και παρακαλούσε για τη σωτηρία της βλάσφημης. Εκείνο το χειροτέχνημα ουδέποτε παραδόθηκε. Ενώ η Ιάνθη διάνθιζε με καρδούλες και ουρίτσες την ποιητική ευχή χτύπησε το κουδούνι∙ δεν ήταν ο Άγιος Βασίλης αλλά δύο αστυνομικοί με ένταλμα σύλληψης του Μιχάλη ανά χείρας. Οι ένστολοι εξερεύνησαν το σπίτι... ανακάτεψαν ακόμα και το δωμάτιο της Ιάνθης. Η έγχρωμη τηλεόραση χαρακτηρίστηκε «προϊόν κλοπής» και σύρθηκε στο περιπολικό, μαζί με τον κάτωχρο πατέρα. Ουδείς σκέφτηκε ν’ απομακρύνει το κορίτσι από το χώρο κατά την εξερεύνηση και τη σύλληψη. Και ο νεοσσός έμεινε να κοιτά τη σκηνή σαν στήλη άλατος, με τις φτερούγες σταυρωμένες. Λίγο παραπέρα κειτόταν τσαλαπατημένη και ξεφτισμένη η σταυροβελονιά της Ευθυμίας. Μόλις έφυγε το τρίο η Ιάνθη τσαλάκωσε το τέχνημά της και το... αποχώρησε στα σκουπίδια, προσφέροντάς του ως

18


Διαμαντένια Γοβάκια

χοή το τερψιλαρύγγιο δείπνο της. Ο «Μιχαήλ» δεν ήταν πια ο άγγελός της... ήταν το «κάθαρμα» της Ευθυμίας, ο «ληστής» του ψαρομάλλη αστυνόμου. Τη διάδοση της σύλληψης ακολούθησε, την επομένη, η επέλαση της ομήγυρης για... τη σφαγή του γάλου. «Είδες, τζι’ εγώ απορούσα πού ηύρεν τόσα λεφτά ο Μιχάλης», κουνούσε την πλατινέ κεφαλή και γούρλωνε τ’ αλλήθωρα μάτια η Κατερίνα. «Το κάθαρμα... ενόμιζα πως άλλαξεν... μια ζωή να μας ρεζιλεύκει. Ο γιος της πουτάνας...». Τα κοσμητικά υποκατάστατα της Ευθυμίας βγήκαν από την κατάψυξη σκληρότερα κι αιχμηρότερα από ποτέ! Στη θέση της τηλεόρασης του Μιχάλη παλινορθώθηκε η παλιά μαυρόασπρη. Αποκλειστικός θεατής της ήταν πια η Ευθυμία, καθώς η Ιάνθη προσηλώθηκε στην οθόνη του υπολογιστή, του ανεκτίμητου πρωτοχρονιάτικου δώρου του Παύλου και της Νίκης. «Στην εγγονή μας, για τα πρωτεία της!», έγραφε η κάρτα, που της έδωσε ο υπάλληλος της μεταφορικής. Η “εγγονή” επέλεξε να περάσει την ημέρα της Πρωτοχρονιάς με τη “γιαγιά” και τον “παππού”, ακούγοντας τις ιστορίες τους και προσφέροντάς τους τις αρτιγέννητες δικές της. Η σύλληψη του Δεκεμβρίου του 1993 σήμανε την απώλεια της πίστης της Ιάνθης στους αγγέλους, τα παραμύθια και τον Άγιο Βασίλη συλλήβδην. Επίσης η κοπελίτσα συνειδητοποίησε πως, όπως ο μπαμπάς της δεν έμοιαζε με τους παράνομους των ταινιών, έτσι και οι αληθινοί αστυνόμοι δεν έμοιαζαν με τον φωσκολικό αστυνόμο Θεοχάρη, που εσχάτως είχε χριστεί ήρωας της Ευθυμίας. Απαρέγκλιτος σκοπός της Ιάνθης ήταν πια η ανάπτυξη των δικών της φτερών, καθώς μόνο με αυτά θα μπορούσε να πετάξει στις κορυφές και τους γαλαξίες που ονειρευόταν. Η ίδια η δικαίωση της έμπρακτης καλοσύνης των ξένων περνούσε μέσα από την επιμονή στην ανάβαση.

19


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

20

Κατά την τετραετία που ακολούθησε η Ιάνθη δεν επισκέφτηκε τον Μιχάλη στην φυλακή ούτε μια φορά. Παρά την επίμονη άρνηση και τη σιγή ο Μιχάλης της έστειλε δώρο, τον Απρίλιο του 1996, ένα ξυλόγλυπτο κάστρο, με μενεξεδιά κυκλάμινα στις πύλες και με τη σημείωση «Ρήγαινα του κάστρου η ωραία Ιάνθη μου». Η Ιάνθη βάφτισε το κάστρο Myhall και το τοποθέτησε δίπλα στο κρεβάτι της. O Μιχάλης είχε στείλει το δώρο με τον κύριο Άντη, τον μπαμπά της Μελίνας. Ο τελευταίος, οδοντίατρος άνθρωπος, είχε μείνει στη φυλακή επί διμήνου εξαιτίας χρεών, που συσσωρεύτηκαν από το «κουμάρι», που εκτυλισσόταν λάθρα στο πίσω μέρος ενός πολυχώρου, απέναντι από το σπίτι της Ιάνθης. Πολλοί άνδρες έπαιζαν. Το αν έχαναν ή όχι η Ιάνθη το αντιλαμβανόταν με ποικίλους τρόπους. Όταν για παράδειγμα έβλεπε την Μελίνα με λωρίδες στους μηρούς, καθώς άλλαζαν ρούχα για τη γυμναστική, καταλάβαινε πως ο κύριος Άντης είχε χάσει το προηγούμενο βράδυ. Μυστήριο πράγμα... αφού ο κύριος Άντης ήταν τόσο καλός οδοντίατρος! Ουδέποτε πόνεσε την Ιάνθη, όταν επιθεωρούσε ή και διόρθωνε τα δόντια της. Μάλιστα αρνιόταν να πάρει χρήματα από την Ευθυμία για τις υπηρεσίες του. Το «κουμάρι»... κάποτε η Ιάνθη το φανταζόταν ως κακό μάγο, που φύραινε τη μορφή και την καρδιά των ακολούθων του. Το έλεγε και η μάνα της, όταν επιθεωρούσε το φλιτζάνι της «γιατρίνας», μαμάς της Μελίνας. «Κάμνουν του μάγια, Αριάδνη μου. Έφαέν σας[=σας έφαγε] το μμάτιν. Να φορεί κάτι ανάποδα πάνω του». Αν και οξύθυμος, ο Μιχάλης ουδέποτε κτύπησε την Ιάνθη. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που το κορίτσι αγαπούσε ανυπόκριτα τον μπαμπά. Ο τελευταίος θρυμμάτιζε κάποτε πράγματα, αλλά εκείνην την πρόσεχε, όπως είχε κάνει και μ’ εκείνη τη ζωγραφιά της άνοιξης, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει και με τη ζωή.


Διαμαντένια Γοβάκια

«Στο γοβάκι σου/ έγραφε θα προδοθείς/ μπαλαρίνα έχει νυχτώσει/ η αγάπη μας δεν ζει», είχε σημειώσει -το καλοκαίρι προ συλλήψεως και προ Δημοτικού- σε έναν απλήρωτο λογαριασμό ρεύματος. «Τι σημαίνει, παπά; Αγαπούσες κάποια μπαλαρίνα», τον ρώτησε η μικρή. «Μπαλαρίνα όπως λαλούμε ζωή Ιάνθη. Εσύ μεν προδώσεις την μπαλαρίνα, εντάξει;». Η Ιάνθη, αν και δεν συνέλαβε το ακριβές νόημα, πήρε το λογαριασμό με τους στίχους και τον έκρυψε στους “θησαυρούς” της. Όταν τους έκοψαν το ρεύμα, πατέρας και κόρη γελούσαν, καθώς ο ένας είχε καρπωθεί τα χρήματα και ο άλλος τους στίχους. Ως ιππότης ο Μιχάλης την κάλυψε: εξήγησε πως είχε πάρει τα χρήματα κι έχασε το χαρτί ενώ η Ευθυμία θρηνούσε για τη μαύρη μοίρα της που την έριξε στον «άχρηστο». Λίγες μέρες αργότερα η Ιάνθη άκουσε τον ποιητή της μπαλαρίνας να ψιθυρίζει: «Πάνω στην άμμο την ξανθή/ γράψαμε τ’ όνομά της/[...] Με τι καρδιά, με τι πνοή/ τι πόθους και τι πάθος/ πήραμε τη ζωή μας• λάθος!»2. Σ’ εκείνο το σημείο επενέβη η Ιάνθη. «Δηλαδή έγραψες το όνομα της μπαλαρίνας μας, παπά; Είναι δικό σου το ποίημα;». Ο Μιχάλης την αγκάλιασε. «Το ποίημα είναι του Σεφέρη... Εσύ να θυμάσαι κυρίως τον τελευταίο στίχο: “κι αλλάξαμε ζωή”». Για τον ίδιο τον Μιχάλη η αλλαγή ζωής ήταν μάλλον αδύνατη, παρά την εξακρίβωση του σφάλματος. «Αφού κατανοούσε την αξία μου, γιατί δεν έκανε τα πάντα ώστε να μείνει πλάι μου, να με μάθει να σκαλίζω ξύλινα αλογάκια για να καλπάζω πέρα, ξύλινα κάστρα για να είμαι βασίλισσα;», ρωτούσε τον εαυτό της Ιάνθη. «Τα βράδια τον τυφλώνουν τα ξωτικά του χιονιού!», ήταν 2

Γιώργος Σεφέρης, «Άρνηση».

21


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

22

η πρώτη απάντηση που έδωσε, στα εννιά της χρόνια. Όσο μεγάλωνε τόσο συνειδητοποιούσε πως το εντός-εκτός εξελισσόταν σε αναπόδραστο τρόπο ζωής, ή μάλλον του ομοιώματός της, επί τα αυτά. Κάθε εγκλεισμός επιδείνωνε την κατάσταση. Κάθε προσθήκη στο ποινικό μητρώο κι ένα βαγόνι στο συρμό του διασυρμού. Διασυρμός τόσο για τον κατάδικο, όσο και για τους περί αυτόν. Όταν η Ιάνθη ήταν στην Πρώτη Γυμνασίου, ο Μιχάλης απολύθηκε, χειρότερα από ποτέ. Ο κύριος Άντης είχε πει εμπιστευτικά στην Ευθυμία πως ο Μιχάλης «έτρωεν πολλύν ξύλον». Δεν καταλάβαινε η Ιάνθη· αφού στη φυλακή υπήρχαν αστυνομικοί με καθήκον την τήρηση της τάξης, πώς γινόταν να επιτρέπουν στους άλλους να βασανίζουν τον μπαμπά της; Πώς γινόταν να τον εγκλείουν στη φυλακή για να τον σωφρονίσουν και ν’ απολύεται μάλλον παράφρων; Ενώ στο τέλος της χρονιάς η Ιάνθη αρίστευσε και πρώτευσε, ο Μιχάλης κατρακυλούσε στη σκάλα της παραφροσύνης. Εκείνο το καλοκαίρι έφτασε στο σημείο να κάνει άνωκάτω το σπίτι, ακόμα και το ντουλάπι της Ιάνθης, για ν' ανακαλύψει χρήματα και τιμαλφή. Λεία της δράσης ο βαφτιστικός σταυρός της κόρης του, ο οποίος κατέληξε στο ενεχυροδανειστήριο. Η Ευθυμία -μετά από μια πολύωρη συζήτηση με τη φιλόλογο της Ιάνθης και προβολή της ευθύνης της- κατέθεσε αίτηση διαζυγίου και άλλαξε κλειδαριά. Ωστόσο ο Μιχάλης δεν δίστασε να σπάσει την κλειδαριά, ώστε να λεηλατήσει ξανά τα ντουλάπια. Η διάρρηξη αποτέλεσε πόλο έλξης των γειτονισσών, που μαζώχτηκαν για να εκφράσουν τη συμπάθειά τους. Τα σκούρα ταγιεράκια της εκκλησίας σταυροκοπιούνταν και δέονταν για το φωτισμό του απολωλότος προβάτου. «Ζάβαλλέ μου[=καημένη], Γιαννούα μου, άτε[=άιντε] να μεγαλώσεις, να πιάσεις καμμιά δουλειά να ξεκουραστεί η μάνα σου», οίκτιρε και πρόσταξε η γυναίκα του ιεροκήρυκα.


Διαμαντένια Γοβάκια

«Ιάνθη με λένε», ούρλιαξε ευθαρσώς η αριστούχος, πιο πολύ για την κόντρα. Πλέον είχε μάθει να συμπεριφέρεται ως δεσποινίδα, σύμφωνα με το savoir vivre, αλλά σε κάτι τέτοιες περιστάσεις πρυτάνευε το vouloir vivre. Ο Μιχάλης δεν άργησε να συρθεί ξανά σιδηροδέσμιος στα σίδερα, με την κατηγορία της συμμετοχής σε ληστεία και απόπειρας ανθρωποκτονίας. Ο έσχατος εγκλεισμός δεν προκάλεσε στην Ιάνθη ιδιαίτερα συναισθήματα, όπως δεν της προκάλεσε και η έκδοση του διαζυγίου των γονιών της λόγω «ισχυρού κλονισμού της εγγάμου σχέσεως». Η αναφορά δε στην έγγαμο σχέση, μάλλον της έφερε θυμηδία. Η κοπέλα είχε ήδη διανύσει σεβαστή απόσταση στη δύσβατη ατραπό, που συνειδητά είχε επιλέξει στα εφτά της! Στο Γυμνάσιο και κυρίως στο Λύκειο τα βραβεία διαδέχονταν το ένα το άλλο. Στην Τρίτη Γυμνασίου η Ιάνθη ορίστηκε σημαιοφόρος, όπως και στην Τρίτη Λυκείου. Τον Ιούνιο του 2002, στην τελετή αποφοίτησης εκφώνησε τον αποχαιρετιστήριο λόγο. «Ήσουν συγκλονιστική! Για τους καθηγητές δεν υπάρχει αγλαότερη τιμή από τη διάπλαση άριστων μαθητών με αδαμάντινο ήθος. Είμαι βέβαιος πως θ’ ανέβεις πολύ ψηλά και πως θα εμπνεύσεις και άλλους να πορευτούν στα χνάρια σου», της είπε δακρυσμένος ο διευθυντής. Η συστατική επιστολή του τελευταίου προς το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών συνέβαλε αποφασιστικά στην εξασφάλιση της απαραίτητης οικονομικής χορηγίας. Μετά την αλγηδόνα η ευφροσύνη! Αλγηδόνα... ακόμα κι εμβόλιμη, ως σφήνα στην ευφροσύνη. Οδύνη ακόμα και τις ώρες της ασύγκριτης ηδονής των έκπαγλων διακρίσεων. Άλγος, διότι ουδέποτε η Ευθυμία συναισθάνθηκε τη σημασία των αθρόων επιτυχιών της κόρης της. Ο δικός της κώδικας αξιών ήταν αλλιώτικος. Ακόμα και τα χρηματικά έπαθλα, που συνόδευαν τα βραβεία, τα αποκαλούσε «βοηθήματα». Η Ιάνθη στην αρχή προσπαθούσε

23


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

24

να της εξηγήσει. Ύστερα τα παράτησε. Για την Ευθυμία το φως της Ιάνθης ήταν ακατανόητο· άλλοτε το έβρισκε εκτυφλωτικό κι άλλοτε μουντό, καθώς τα μυωπικά μάτια της δεν ήταν συνηθισμένα στη διαχείρισή του. Δεν βοηθούσαν και οι συναναστροφές της. Στην πραγματικότητα απέφευγε συναναστροφές με άτομα που μιλούσαν γλώσσα όμοια με της κόρης της. Κατά την καφεποσία και την καφεμαντεία έπαιρνε ύφος οσιομάρτυρα και απαριθμούσε τα πάθη της, κλείνοντας με την οδυνηρή διαπίστωση της αχαριστίας της κόρης. Οι γειτόνισσες κουνούσαν τα κεφάλια ως ένδειξη συμπαράστασης, ενώ η ανάγνωση του φλιτζανιού άλλοτε έχυνε βάλσαμο και άλλοτε βιτριόλι στις πληγές. «Στεφάνι, βλέπω, και χελώνα. Πάει να πει συμπεθεριό με πλούσιο σόι», έλεγε η Ευτυχία και η καρδιά της Ευθυμίας φτεροκοπούσε. «Αεροπλάνο, βλέπω, και δρόμο. Πάει η Γιαννούα σου» διάβαζε κι ερμήνευε η Χαραλαμπία, ενώ η Ευθυμία δάγκωνε τα χείλη της. Το αεροπλάνο και ο δρόμος: για την Ιάνθη σωτήρια έξοδος κινδύνου· για την Ευθυμία έξοδος στον κίνδυνο. Και η Ευθυμία προσπάθησε, επανειλημμένα, να νουθετήσει την Ιάνθη, με τον απαράμιλλα φαρμακερό της τρόπο. Της τόνιζε πως ο «κόσμος» την καταφρονούσε για τις σπατάλες της για βιβλία και ρούχα καθώς και για την «περιφρόνηση» προς μία μάνα που θυσιάστηκε. Η Ιάνθη την άκουγε ανέκφραστη, παγωμένη. Το βράδυ όμως τα καυτά δάκρυα πότιζαν το μαντήλι με τις ανεμώνες. Εκείνος ο ομφάλιος λώρος, που θέλησε να κόψει από τους εφτά μήνες, ενίοτε τυλιγόταν γύρω από τον λαιμό της σαν θηλιά. Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα δεν άντεξε και ούρλιαξε: «Ποια είναι εντέλει η θυσία που όλο λες; Δεν θέλεις παρά να είμαι το σφάγιο στο βωμό σου! Ποιος σου είπε πως θέλω να ζήσω έγκλειστη στο κλουβί σου; Δεν είναι ευ ζην αυτό, είναι ευ-


Διαμαντένια Γοβάκια

θανασία!». Η Ευθυμία απάντησε με κοπετούς περί απονιάς και αμαρτίας. Πώς να εξηγούσε η Ιάνθη στη μάνα της πως το παιδί ήταν μια ανεξάρτητη και αυτόβουλη ύπαρξη; «Ευθυμία: δια βίου κατά το ένα τρίτο προστάτης και κατά τα δύο τρίτα τύραννος», επισφράγισε νοερά το τέλος της προσπάθειας μύησης της μάνας στη νοοτροπία του νέου κόσμου της η Ιάνθη. Το σωτήριο έτος 2002 η εισαγωγή της Ιάνθης στο Πανεπιστήμιο, χωρίς ούτε ώρα φροντιστήριο, ουδόλως εορτάστηκε. Κάποιοι καλοπροαίρετοι έλεγαν πως στην Ελλάδα η νεαρή θα “παρασυρόταν”. Η μάνα της αναστέναζε για τα έξοδα και την ξεροκεφαλιά της. Εντέλει η υποτροφία, που πανάξια εξασφάλισε, έκοψε και τον ομφάλιο λώρο της οικονομικής εξάρτησης. Ο άμεσος διορισμός, που επέτρεψε την εξασφάλιση δανείου για την αγορά διαμερίσματος, οριστικοποίησε την ανεξαρτησία. Ο Παύλος και η Νίκη αποκαλούσαν την πνευματική εγγονή «λεβέντισσα». «Της φυλακής τα σίδερα εν[=είναι] για τους λεβέντες», διακήρυττε απτόητη η εξ αίματος γιαγιά Πετρούλλα, που είχε στη φυλακή και ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά. Τη σκυτάλη πήραν δύο εγγόνια, ξαδέλφια της Ιάνθης. Η τελευταία κάποτε σκεφτόταν με οδύνη και μια πρέζα γέλιου πως μια πτέρυγα των φυλακών κάλλιστα θα μπορούσε ν’ αναβαπτιστεί τιμής ένεκεν. Τόσα χρόνια είχαν περάσει από τα γεγονότα και όμως και την Ιάνθη την είχαν αναστατώσει οι πρόσφατες αποκαλύψεις, για τις σκιώδεις συνθήκες κράτησης στις φυλακές. «Πέντε αυτοκτονίες», «105 απόπειρες αυτοκτονίας σε τρία χρόνια», «κουμάντο μαφιόζων με τις ευλογίες των ανθρωποφυλάκων», «βιασμοί στα κολαστήρια», «κτηνωδίες», «διαφθορά», «βασανιστήρια», «μαρτύρια», «κακομεταχείριση», «άγριο ξυλοκόπημα», «ψυχολογικός πόλεμος», «απομόνωση

25


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

για το παραμικρό», «εξαθλίωση», «φρίκη», «εφιάλτης», «εξπρές του μεσονυχτίου», «συνθήκες Γκουαντάμο»: ήταν ορισμένες μόνο από τις πυρακτωμένες λέξεις κι εκφράσεις που της βομβάρδιζαν τη λογική και την καρδιά. Εξοργισμένη ήθελε να ουρλιάξει πως το μέγιστο ζήτημα ήταν η στήριξη των ανθρώπων ώστε να μην καταλήγουν εκεί. Ήθελε να βροντοφωνάξει πως έπρεπε κυρίως να στηρίζονται οι οικογένειές τους, που έμεναν πίσω, τα παιδιά τους. Όσον αφορά στους φυλακισμένους πού έπρεπε να σταματά η επιείκεια και πού να αρχίζει η αυστηρότητα; Τα σύνορα ήταν δυσδιάκριτα, ρευστά, εύθραυστα. Κάθε φυλακισμένος μια ξεχωριστή περίπτωση. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Το άτομο ανάμεσα στην επίπονη θεραπεία και την παλινδρόμηση, την κοπιαστική ανάβαση και την κατολίσθηση. Οι πλείστες περιπτώσεις, για τις οποίες είχε ακούσει η Ιάνθη, κατέληγαν στην υποτροπή. Ενίοτε η κοπέλα αναρωτιόταν για τον ρόλο της κοινωνίας στην κατρακύλα. Όταν οι κατάδικοι έπαιρναν την πολυπόθητη απόλυση, τους περιτριγύριζαν, μαζί με την αύρα της δυσπιστίας, οι παλιοί τους σύντροφοι. Κι εκείνοι απένταροι, στιγματισμένοι, συνήθως ανειδίκευτοι κι ενίοτε καταχρεωμένοι επέστρεφαν στους πάτρωνές τους. Φαύλος κύκλος, ομόκεντροι άθλιοι κύκλοι, άθλιων και μη ανθρώπων. Η Ιάνθη αθέλητα χρίστηκε συμμέτοχος σε ένα δράμα, που θα μπορούσε να ονομαστεί “ιστορία τριών αιχμαλώτων”. Πρώτος αιχμάλωτος ο πατέρας, δεύτερος η μητέρα, τρίτος η κόρη. Ενώ η τελευταία τελείωνε το Λύκειο, ο πρώτος συνήψε λευκό γάμο με μια Ουκρανή ώστε δια της άδειας παραμονής να εξοφλήσει παλιά και αλησμόνητα χρέη στον πάτρωνά του. Όταν η κόρη, δευτεροετής φοιτήτρια στην Αθήνα, απισχνήθηκε εξαιτίας νευρογενούς ανορεξίας, ο πατέρας διέδωσε πως το κορίτσι είχε πεθάνει και διεξήγαγε έρανο για τη μεταφορά και ταφή στην Κύπρο. Ουδείς στο νη-

26


Διαμαντένια Γοβάκια

σί είδε την Ιάνθη απισχνημένη. Με την υποστήριξη και την στοργή ευάριθμων ξένων και κυρίως της υπέροχης Ερμίνας νίκησε και αυτό το τέρας. Η πρωτοβάθμια νεράιδα της ορκωμοσίας απειροελάχιστα θύμιζε το παχύσαρκο παιδί -το αποκαλούμενο φάλαινα- και την αποστεωμένη φοιτήτρια -την αποκαλούμενη ταραντούλα- Νεράιδα· έτσι την είχε αποκαλέσει η μητέρα της Ερμίνας. Η δική της έλαμψε δια της απουσίας της: είχε θεωρήσει άσκοπο έξοδο την πτήση για την Αθήνα. Άλλωστε, εκ φύσεως δεν ήταν των πτήσεων. Όσο για την Ερμίνα, αποκάλεσε τη φίλη της «αμαζόνα». Εκείνο που ένωνε φάλαινα, ταραντούλα, νεράιδα και αμαζόνα ήταν το αποφασιστικό και διαυγές βλέμμα. «Και ποτέ σου μην κοιτάς/ τον άλλο μες τα μάτια/ γιατί καθρέφτης γίνεσαι/ κι όλοι σε σπάν’ κομμάτια», της τραγούδησε ένα πρωί ο Φίλιππος. Τον κοίταξε έκπληκτη. «Συγγνώμη.... Ελπίζω να μην σε ενόχλησε... Αλλά το βλέμμα σου... θυμίζει άγγελο, ίσως πληγωμένο», έσπευσε να απολογηθεί. Δεν την ενόχλησε... όμως το μυαλό της έτρεξε στις ημέρες που την αποκαλούσαν «ταραντούλα». Το κουδούνι πρόλαβε τις όποιες διασαφηνίσεις της Ιάνθης. Είκοσι Γενάρη ήταν· το θυμόταν καλά διότι την ίδια ημέρα της είχε τηλεφωνήσει ο πατέρας της, για να συναντηθούν πριν φύγει για το Ντουμπάι με “γνωστούς”. Αλήθεια, θυμόταν την ημερομηνία εξαιτίας του πατέρα ή χάρη στον «καθρέφτη»; Κατά τη συνάντηση με τον Μιχάλη ουδέν σημαντικό ειπώθηκε· αμφότεροι προτίμησαν ν’ αφήσουν τα θρυμματισμένα γυαλιά στην ησυχία τους. Το ρολόι έδειχνε πέντε, όταν είπαν το «αντίο». Η Ιάνθη έφυγε για το βραδινό μάθημα στο Πανεπιστήμιο και ο Μιχάλης για ένα αόριστο «κάπου»... όπως πάντα. Σκόρπιοι στίχοι κατέκλυσαν το μυαλό της δασκάλας, σπαρακτικοί3: «Δρόμοι που χάθηκα/[...] Νύχτες που έκλαψα/ 3

Τάσος Λειβαδίτης, «Δρόμοι που χάθηκα».

27


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

28

γέφυρες που έκαψα/ άστρα π’ αγάπησα/ που πάω και τι θα βρω/[...] Πικρό το βράδυ φτάνει». Και ως επιστέγασμα οι αλησμόνητοι στίχοι του Μιχάλη: «Μπαλαρίνα έχει νυχτώσει, η αγάπη μας δεν ζει», μονολογούσε η Ιάνθη οδηγώντας για την Λευκωσία. Στον αντίποδα της μπαλαρίνας οι δυσθεώρητες αλλά θεόρατες μνήμες θα ζούσαν με την Ιάνθη ισόβια. Έσφιγγε τα δόντια για να μην απαντά στις θρηνωδίες της μητέρας της, όταν επισκεπτόταν το πατρικό της ή κατά τις τηλεφωνικές συνομιλίες. Δάγκωσε τη γλώσσα της, όταν παραμονές της ορκωμοσίας της μετέβη στις φυλακές για ένα πιστοποιητικό και συνάντησε έναν παλιό συμμαθητή. Σαν κροτίδα εξερράγη στο κεφάλι της ένας διάλογος από το παρελθόν. «Ο παπάς μου εν[=είναι] δικηγόρος. Λαλεί πως που θα μεγαλώσω, θα μου δώκει το γραφείο. Ο παπάς σου είναι στη φυλακή. Που θα μεγαλώσεις, θα σου δώκει τη φυλακή;», την είχε ρωτήσει, βγάζοντας περιπαικτικά τη γλώσσα. Ως μαθητής στους καυγάδες ήταν πρώτος, στα μαθήματα τελευταίος. «Είδες τις διαθήκες, Πέτρο;», τον πετροβόλησε με το λόγο και τα μάτια η Ιάνθη. Εκείνος της απάντησε πως δεν λέγεται “διαθήκη” αλλά “αποθήκη”. Ήδη από το Λύκειο, ο Πέτρος είχε εμφανίσει «παραβατική συμπεριφορά». Ως ενήλικας μπαινόβγαινε στα κρατητήρια κι ο πατέρας έτρεχε να τον ξεμπλέξει, ώσπου βρέθηκε μπλεγμένος και ο ίδιος. Την ημέρα της επίσκεψής της η Ιάνθη χρειάστηκε να επιστρατεύσει αυτοκυριαρχία, λογική, ευαισθησία και λύπηση για να μην υπενθυμίσει το διάλογο. Στο δρόμο της επιστροφής σκεφτόταν πως είχε πολλά ζιζάνια να ξεριζώσει. Δεν ήθελε να είναι κυνική, αλλά είχε υποστεί άπειρες φορές στην τρυφερή σάρκα της τις δαγκωματιές των σκυλιών. Ακούγοντας τα λόγια της Άννας στο τηλέφωνο αισθάνθηκε την ηχώ γαβγισμάτων και πατημασιών· διαισθάν-


Διαμαντένια Γοβάκια

θηκε πως τα σκυλιά πλησίαζαν... αυτή τη φορά με στόχο την Στέλλα. Κυρίως αισθάνθηκε πως ήταν ευθύνη της η αναχαίτιση της επίθεσης. «Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε μια θέση στη ζωή των άλλων», ψιθύρισε την ετυμηγορίαmodus vivendi του ποιητή4.

Ο δρόμος της Στέλλας

Ό

ταν η Ιάνθη επισκέφτηκε τη μαθήτριά της, τη βρήκε να κάθεται ενώπιον του υπολογιστή, με το βιβλίο των Μαθηματικών της Έκτης τάξης ανοικτό στο γραφείο. Η εικόνα στον υπολογιστή άλλαζε, καθώς το κορίτσι αναζητούσε ιδέες και θεωρήματα. Η Ιάνθη χαμογέλασε· η εικόνα της ήταν γνώριμη· διέφεραν μόνο οι μορφές και τα μεγέθη. Η μνήμη παρέπεμπε σε έναν ογκώδη υπολογιστή, ένα υπέρβαρο ξανθό κορίτσι κι ένα εξωσχολικό λογοτεχνικό βιβλίο. Μπροστά της έβλεπε ένα κομψό φορητό υπολογιστή (έπαθλο του μαθηματικού διαγωνισμού), ένα βεργολυγερό κορίτσι κι ένα βιβλίο Μαθηματικών, πέρα από την ύλη. Η δασκάλα ήξερε βιωματικά τη ζείδωρη λειτουργία της πρόκλησης και της επιβεβαίωσης της δύναμης του μυαλού. Μαθηματικά σαν έρωτας, λογοτεχνία σαν έρωτας, δημιουργία σαν έρωτας, σωσίβιο και πλεούμενο για την Ιθάκη. «Αν δεν έχεις κάνει έρωτα ποτέ σου με τα μαθηματικά, δε θα μπορέσεις ν' αποδείξεις ότι τα γραφτά σου τους μοιάζουν»5· σκίρτησε στο μυαλό της ένας στίχος, που συνέδεε 4 5

Τάσος Λειβαδίτης, «Συμφωνία αρ. 1». Οδ. Ελύτης, Εκ του Πλησίον.

29


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

την αγάπη της Στέλλας με τη δική της. «Δεν μπορώ να καταλάβω την τρέλα σου με την ποίηση. Άσε τον Ελύτη και βγες λίγο έξω! Χαλάρωσε, φιλενάδα! Στα είκοσί σου λίγη αλητεία δεν βλάφτει. Μίλα και διασκέδασε μια φορά σαν άνθρωπος. Η μάνα μου ξέρει πώς σε αποκαλεί; “Μικρό Βούδα”! Σε θαυμάζει και λέει πως αν γράψει σε κάποιο μάθημα κάτω από εννιά δεν θα σε εκτιμά λιγότερο. Για σένα το λέω... εγώ έτσι κι αλλιώς σ’ αγαπώ. Αφού ξέρεις... τα σπάνια λουλούδια είναι η λατρεία μου! Γιατί να μην σε έχω αδελφή, μου λες;», γκρίνιαζε στην Αθήνα η Ερμίνα. «Πώς να στο εξηγήσω... σαν να βρίσκω στους στίχους τη λύση στα αινίγματα, τη διέξοδο και το καταφύγιο... σαν να μου δείχνουν το δρόμο», απαντούσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Η Ιάνθη πώς να εξηγούσε στη συμφοιτήτρια πως η λέξη «αλητεία» την τρόμαζε, καθώς της θύμιζε τις προβλέψεις της γειτονιάς; «Κανείς δεν ήρθε... Θες να ουρλιάξεις, μα δεν έβγαλες ανάσα», γέμισε άξαφνα το δωμάτιο της Στέλλας η φωνή της Ασλανίδου από το YouTube. Η Ιάνθη ακούμπησε το κορίτσι στον ώμο, με τη δέουσα όσο και πηγαία στοργή. Η κοπελίτσα γύρισε. Το σμαραγδένιο βλέμμα της ήταν μελαγχολικό. Βιωμένη μελαγχολία, καθρεφτισμένη άλλοτε σε θαλασσιά μάτια! «Να που κάποιος ήρθε, αστεράκι!», ψιθύρισε. «Βασανίζει με η άσκηση. Ψάχνω ένα θεώρημα», ψιθύρισε η μικρή. «Τι άλλο σε βασανίζει;», πιάστηκε από τα λόγια της η Ιάνθη. Η Στέλλα δεν ήξερε τι έπρεπε ν’ απαντήσει. Είχε αποφασίσει να μην την ενοχλούν τα του βίου και της πολιτείας των γονιών της, των σχετικών σχολίων συμπεριλαμβανομένων, αλλά ο ανηλεής βομβαρδισμός των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η οσμή του αίματος την είχαν ταράξει. Οι ανελέητες διακηρύξεις της μάνας της «Εν[=είναι] λλία [=λίγα] τους. Καλά να τους κάμουν», «Ό,τι τζι’ αν πάθουν εν

30


Διαμαντένια Γοβάκια

χάκκιν τους[=αξίζει τους]», «Ψόφον να βκάλουν να καθαρίσει ο τόπος» της προκαλούσαν ανατριχίλα και αηδία, όπως και το αδηφάγο, πλην αδιάφορο, ενδιαφέρον της γειτονιάς. «Εφοηθήκαμεν, μάνα μου, για τον Παναής. Εν[=είναι] καλά; Κακομάζαλοι[=καημένοι], τι τραβάτε τζι’ εσείς. Θα πω του παπά, τωρά που δεν έσιει δουλειές στα σπίθκια να σου εύρει τίποτε μνήματα να καθαρίζεις», είπε η κυρία Σάντρα στην Άννα, κατόπιν πληροφορήσεως και παραπληροφορήσεως. Η Στέλλα μάτωσε τη γλώσσα της, για να μην της πει για το δικό της μνήμα, ενώ η μάνα της μακάριζε τα πεθαμένα της συμπονετικής κυρίας. Ύστερα επέλασε η γραμματέας του Φιλανθρωπικού Ομίλου, με το σκοτεινό κασμιρένιο ταγιέρ της, την εκτυφλωτική λιβελούλα στο πέτο και το φαρισαϊκό ύφος. Εξέφρασε κι εκείνη στην Άννα τη συμπάθειά της και της είπε να περάσει από το «οίκημα» για μια σακούλα τρόφιμα. Το «οίκημα» ήταν ένα άρτι ανακαινισμένο μέγαρο, όπου τα απογεύματα οι φιλάνθρωπες κυρίες απολάμβαναν τον καφέ, το τσάι, το κέικ και τα αλμυρά τους. Το ίδιο συνέβαινε και τις Κυριακές, φυσικά μετά την Εκκλησία. Εκείνο το απόγευμα η γραμματέας, ρώτησε και για το «μωρό». Ανάμεσα σε δύο βαθιούς αναστεναγμούς η Άννα απάντησε: «Τι να κάμει το φτωχόν; Μαραζώνει...». «Το φτωχόν» προτίμησε να μην εξέλθει από το υπνοδωμάτιο για να μην δημιουργήσει εντάσεις που θα του στερούσαν την ησυχία του. Τρίτη και καλύτερη επέλασε η κοινωνική λειτουργός, με τον Lacoste χαρτοφύλακα και το ασορτί βλέμμα γηραιού κροκοδείλου, η οποία απαρίθμησε εκτενώς και αορίστως στην Άννα τις εργώδεις προσπάθειές της για την εξασφάλιση επιδόματος από το Γραφείο Ευημερίας. Καθώς όμως η Άννα είχε μόνο ένα παιδί κι εκείνο υγιέστατο κι επειδή η Τρόικα είχε επιβάλει αιματηρές περικοπές, η χορήγηση του όποιου επιδόματος ήταν αδύνατη.

31


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

32

Ο μοναδικός θείος, αστυνόμος στο επάγγελμα, πραγματοποίησε επίσκεψη στην αδελφή του για να επιβεβαιώσει πως ο Παναής ήταν καλά στην υγεία του και κυρίως για να τονίσει πως δεν έπρεπε ν’ ανακατέψουν το όνομά του σε περίπτωση που ζητούσαν άδεια ή χάρη. Σιγά μην τον ένοιαζε η υγεία του Παναή! Αλλά δεν ήθελε οποιαδήποτε σπίλωση του ονόματός του, λίγο πριν την “εθελούσια έξοδο” ώστε να λάβει ακέραιο το παχυλό -και ανάλογο με την αδράνειά του στο γραφείο- εφάπαξ. Εκείνος ο θείος, που είχε μεγαλώσει στα χέρια της Άννας, συνήθως τους επισκεπτόταν κάθε Χριστούγεννα, καθώς θεωρούσε την παρουσία στο σπίτι του γαμπρού του ανάρμοστη με τη θέση του. Άσε που τα καβούρια είχαν αποικία στην τσέπη του. Τα προηγούμενα Χριστούγεννα είχε δωρίσει στην ανιψιά του έναν Άγιο Βασίλη που κανονικά έπρεπε να τραγουδά, αλλά είχε βωβαθεί εξαιτίας των βασα-νιστηρίων του ξαδέλφου. Ο τελευταίος, όταν τους επισκεπτόταν μαζί με τον μπαμπά του, έλεγε στην Στέλλα να παί-ξουν κλέφτες και αστυνόμους για να την ανακρίνει, όπως έκανε με τους κλέφτες σαν τον μπαμπά της ο δικός του. Κατά την τελευταία επίσκεψη κι ενώ η Άννα ανέλυε τα πάθη της στον αδελφό, ο ξάδελφος πρότεινε στην Ιάνθη να προσποιηθεί πως αυτοκτονεί, όπως οι φυλακισμένοι. Ο ίδιος θα παρίστανε τον δημοσιογράφο! Όσο για τον καλοζωισμένο ιερέα της ενορίας, αφού στάθμευσε την Μερσεντές μπροστά στο σπίτι, ορμήνευσε την Άννα να εξηγήσει στον Παναή την αξία της μετάνοιας και της εξομολόγησης. Μάλιστα της έδωσε ένα κομποσκοίνι για την ίδια και μία Καινή Διαθήκη για τον Παναή, για να διαβάζει και να λαμβάνει φώτιση. Η Άννα παρακάλεσε τον παπά να πάει να μιλήσει ο ίδιος στον Παναή κι επίσης να προσφέρει κάποια βοήθεια για τα έξοδα, αλλά ο ρασοφόρος δήλωσε πως δεν διέθετε περίσσια, ούτε χρημάτων ούτε χρόνου. Με τα πολλά πείστηκε να κάνει ένα αγιασμό στο σπίτι,


Διαμαντένια Γοβάκια

να φύγουν τα κακά πνεύματα. Η Άννα παρέλειψε να του πει πως και η ίδια φρόντιζε για την εξάλειψη των πνευμάτων: έβαζε ψαλίδια κάτω από τα μαξιλάρια και μουρμούριζε στα σταυροδρόμια τα χαράματα, πετώντας λιωμένα σκάγια. Το προηγούμενο βράδυ επέμενε να σύρει και την Στέλλα μαζί. Η τελευταία την φοβέρισε πως αν επέμενε θα την μαρτυρούσε στον ιερέα. Μετά από όλα αυτά, τα καρναβαλικά και κανιβαλικά, η επίσκεψη της ωραίας κυρίας Ιάνθης, αφενός χαροποίησε την Στέλλα, αφετέρου την προβλημάτισε. Πώς έπρεπε ακριβώς να συμπεριφερθεί; Συνήθως αμυνόταν δια της επίθεσης, αλλά με την κυρία Ιάνθη ήταν αλλιώς. Άλλωστε και η επίθεση έπρεπε να ξαποσταίνει καμιά φορά. Εκμυστηρεύτηκε λοιπόν στη δασκάλα της τους φόβους της για την υγεία του μπαμπά της αλλά και τα σχόλια των συμμαθητών, μπροστά της και πίσω της, ακόμα και στο κινητό, ακόμα και στα δίκτυα αντικοινωνικής δικτύωσης. Είχαν ανεβάσει στο facebook τη φωτογραφία της τάξης· για εκείνην, αντί ονόματος, είχαν σημειώσει τη λέξη «η κατάδικη». Ανέφερε επίσης στην Ιάνθη την “παρακολούθηση” της μαμάς της Εβίτας όποτε πήγαινε στο σπίτι της, τη δυσπιστία που φώλιαζε στο βλέμμα της. Η εκμυστήρευση της Στέλλας έκλεισε με δύο προτάσεις: εκείνην ενός μεγαλύτερου κοριτσιού που θέλησε να την μυήσει στις κλοπές κι εκείνην ενός μεγαλύτερου αγοριού που την προέτρεψε να πάνε μαζί στις τουαλέτες για να της δείξει τι έκαναν στον μπαμπά της στις φυλακές. Της έταξε και λεφτά για να μην αναγκάζεται, κατά τα λεγόμενά του, να κλέβει όπως ο Παναής. «Έλα, γιατί κωλώνεις; Είσαι δειλή; Εμείς δηλαδή που δεν έχουμε πλούσιους γονιούς γιατί να στερούμαστε τα πάντα; Θα τα βάλεις στο μανίκι και ύστερα στην τσέπη! Εγώ ακόμα και ασημένιο βραχιόλι έπιασα έτσι. Να σου πω ένα μυστικό; Και το ρολόι της κυρίας Θάλειας εγώ το μάζεψα. Κανένας

33


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

34

δεν επήρε χαπάρι. Είμαι μαστόρισσα πλέον! Πάμε να δοκιμάσουμε στον μπακάλη, με τις καραμέλες; Ή αν θέλεις στο βιβλιοπωλείο της Αρετής... που δεν θα σε υποψιαστεί», εξερράγησαν στο μυαλό της Ιάνθης τα λόγια της Άντριας, ενώ περίμεναν το λεωφορείο. Κάλλιο να της κοβόταν το χέρι παρά να έκλεβε την κυρία Αρετή, που της δάνειζε τα καινούρια βιβλία για να τα διαβάζει... κάλλιο να της κοβόταν το χέρι παρά να έκλεβε τον οποιονδήποτε... ακόμα και τον μπακάλη, που ενίοτε φούσκωνε τα βερεσέδια της Ευθυμίας. Τότε η Άντρια πήγαινε στο Γυμνάσιο, η Ιάνθη ήταν ακόμα στο Δημοτικό. Αμφοτέρων οι πατεράδες ήταν ποινικοί κατάδικοι. Όταν η Ιάνθη τελείωνε το Λύκειο, η Άντρια που δεν φοίτησε ποτέ στο Λύκειο, βρισκόταν στις γυναικείες φυλακές, ως μέλος σπείρας που πραγματοποιούσε διαρρήξεις σε χρυσοχοεία. «Ήταν επόμενο!», αποφάνθηκε ο “κόσμος”. «Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» γνωμάτευσε ο ιερέας. «Κάποια παιδιά έχουν την τύχη να γεννηθούν σε παλάτια. Εσύ γεννήθηκες στις παρυφές της πόλης. Αν θες αληθινά να μπεις στην πόλη και το παλάτι, θα το καταφέρεις μόνο σφυρηλατώντας τα κατάλληλα κλειδιά. Στιγμή μην πιστέψεις στο “σουσάμι άνοιξε” και την τυφλή βία», αντιφέγγισαν στο μυαλό της Ιάνθης τα ιερά λόγια του δασκάλου, ένα διάλειμμα στη βιβλιοθήκη. «Πώς να δείξω σε ένα μοναχικό αστέρι το δρόμο του;», διερωτήθηκε η δασκάλα, ενώ παρατηρούσε, πίσω από την Στέλλα, τα βιβλία περί μαθηματικών και μια φωτογραφία, από την απονομή του μαθηματικού διαγωνισμού. Το κορίτσι με το δίπλωμα και το αγαλματάκι του Ευκλείδη έλαμπε! Η Ιάνθη έψαξε με το βλέμμα το χάλκινο αγαλματάκι· το εντόπισε στο ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης. Θυμήθηκε τη δική της βιβλιοθήκη και το αγαλματάκι του Αριστοτέλη, λά-


Διαμαντένια Γοβάκια

φυρο ενός διαγωνισμού δοκιμίου με θέμα την κατάκτηση της αρετής. «Πρέπει το αστέρι να μείνει σε τροχιά αρετής και αριστείας. Θα συμβάλεις σε αυτό αληθινά μόνο αν της αποκαλύψεις το μαύρο, που προηγήθηκε της λάμψης του διαμαντιού σου», αποκρίθηκε η καρδιά στο ερώτημα. Η λογική συμφωνούσε πως η όποια στεγνή συμβουλή θ’ ακουγόταν κίβδηλη. Η δασκάλα έσφιξε τα δόντια. Ουδέποτε είχε μιλήσει, είτε στους μαθητές είτε στους συναδέλφους της, για τα δύσκολα παιδικά κι εφηβικά χρόνια και τις δύστροπες μνήμες τους. Δεν ήθελε να την λυπούνται και να την κρίνουν ευμενώς -ή και δυσμενώς- βάζοντας στη ζυγαριά και τις αντιξοότητες που είχε αντιπαλέψει. Ως δασκάλα ήταν τύπος και υπογραμμός, δημοσίευε διηγήματα σε νεανικό έντυπο κι εκπονούσε μεταπτυχιακή διατριβή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Οι μαθητές της την αγαπούσαν και οι συνάδελφοί της την σέβονταν. Κάποιοι, ελάχιστοι, την αποκαλούσαν «παγοκολόνα», καθώς ερμήνευαν την αδιάλειπτη σοβαρότητά της ως σύμπτωμα έπαρσης. Σα να περιβαλλόταν από ένα αόρατο κέλυφος με ανάγλυφη τη σφραγίδα «Προσοχή. Μην αγγίζετε». Προσοχή· εντός εύθραυστον· εκτός σκύλοι. «Προσοχή σκύλοι», θυμήθηκε η Ιάνθη την πινακίδα στο σπίτι του πάτρωνα του Μιχάλη, που έκτρεφε λυκόσκυλα, με άγρια ένστικτα και γυαλιστερά μάτια. Κι όμως· η δασκάλα με τα θαλασσιά μάτια ούτε στον Φίλιππο επέτρεπε να κάνει βήμα πέρα από το αόρατο νήμα, έστω ως αντίδωρο για την καθημερινή αναζωογόνηση, έστω ως επιβράβευση για την αποκάλυψη του πληγωμένου αγγέλου. Ωστόσο εκείνο το απόγευμα η Ιάνθη έπρεπε να γίνει άγγελος ζωής. Συνεπώς παραμέρισε τις όποιες αναστολές και μετέτρεψε τις εμπειρίες σε αφήγηση και κίνητρο πάλης. «Η ποίηση, με την έννοια της καλλιέργειας και της δημιουργίας, είναι η μόνη αληθινή διέξοδος! Και τα μαθηματικά

35


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

που λατρεύεις ποίηση είναι, Στέλλα! Με δεδομένα τα προβλήματα και τις εξισώσεις και χρησιμοποιώντας θεωρήματα και παραδείγματα, καταλήγεις σε λύσεις και αποτελέσματα. Το έργο μας συνιστά τη μόνη ατόφια ταυτότητα, για την οποία άλλοι μας αγαπούν και άλλοι μας φθονούν», κατέληξε. «Κυρία Ιάνθη,... κάποτε, νιώθω ελάχιστη... Ζηλεύω τόσο τα παιδιά με γονείς... εννοώ μαμά και μπαμπά που ενδιαφέρονται... που μελετούν μαζί τους, που κάνουν όνειρα... που είναι περήφανοι. Θα ήθελα κι εγώ να είμαι περήφανη για το όνομα της οικογένειάς μου. Θα σας ακουστεί χαζό... αλλά θα ήθελα κι εγώ γονείς, ν’ ανεβάζουν στο facebook τις φωτογραφίες και τις προόδους μου και όλοι να δίνουν συγχαρητήρια», είπε με παράπονο η Ιάνθη. «Τα περισσότερα από τα συγχαρητήρια που λες είναι ψεύτικα, κορίτσι μου... ιδιοτελείς κολακείες. Κυρίως μην πιστεύεις πως αυτά τα παιδιά είναι πάντα ευτυχισμένα. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται πίσω από τη μαγική εικόνα που επιδεικνύεται. Κι εγώ, στην ηλικία σου πίστευα πως κουβαλούσα όλη τη δυστυχία του κόσμου. Μεγαλώνοντας και βλέποντας τα πάθη των άλλων κατέληξα να θεωρώ τις δικές μου ταλαιπωρίες ήσσονος σημασίας». «Εγώ... εγώ σκέφτηκα πρώτη φορά έτσι όταν έμαθα πως μια κοπέλα, που γνώρισα στον Αθλητικό Όμιλο, είναι άρρωστη, με λευχαιμία. Ένιωσα απίστευτα ευλογημένη που είμαι υγιής... που το μέλλον είναι μπροστά μου. Αλλά... κάποτε φοβάμαι... το μέλλον... την αβεβαιότητά του», είπε σκεφτική αλλά απελευθερωμένη η κοπελίτσα. «Εσύ δημιουργείς την ταυτότητά σου μόνη σου, Στέλλα. Είσαι διπλά άξια. Διότι η προσωπικότητά σου είναι δικό σου επίτευγμα, αρραγές κι εξελισσόμενο. Διαθέτεις πέρα από το ταλέντο και το ήθος την απαραίτητη τόλμη, το πάθος και την ικανότητα για επιβίωση. Άνθρωποι σαν κι εσένα ασκούν στην τύχη ακαταμάχητη γοητεία κι έλξη! Ένας καθηγητής

36


Διαμαντένια Γοβάκια

μου, στο Πανεπιστήμιο, τόνιζε πως και την ελπίδα ακόμα εμείς την φτιάχνουμε. Ο φόβος είναι ανθρώπινος και η παραδοχή του στάση ηρωική. Ωστόσο, μην επιτρέπεις στο φόβο σου να καθορίζει τα βήματά σου. Προχώρα με το κεφάλι ψηλά και όσο εσύ θα προχωράς ο φόβος υποχωρεί. Ο φόβος είναι ανίσχυρος μπροστά στην τόλμη». «Εσείς... σας θαυμάζω. Εγώ είμαι δειλή. Φοβάμαι... στο Λύκειο... τα φροντιστήρια... αν θα μπορέσω να τα παρακολουθώ και να περάσω στο Πανεπιστήμιο». «Κι εγώ φοβόμουν, Στέλλα... και ακόμα φοβάμαι, κυρίως όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη με προκλήσεις, αφετηρίες, άγνωστα νερά... Κάποτε κι εγώ νιώθω ελλιπών προδιαγραφών, λυγίζω. Στο τέλος όμως, όρθια, τολμώ το πρώτο βήμα στους απερπάτητους δρόμους, τη μεγάλη βουτιά στα βαθιά. Ο καθορισμός των επόμενων βημάτων φανερώνει ωριμότητα και αυτογνωσία, τα όνειρά σου αποκαλύπτουν ένα σπάνιο κράμα ευαισθησίας και αποφασιστικότητας. Όμως στόχοι και όνειρα δεν πρέπει ν’ αποτελούν πηγή άγχους αλλά δύναμης. Ενώ προχωρείς, θα σου φανερώνονται προοπτικές και δώρα, ως άξια ανταμοιβή για τον κόπο σου. Ξέρω πως κάποτε εισπράττεις απόρριψη, υποτίμηση και χλεύη, καθώς θέλησες να ξεφύγεις από τις τραγικές προβλέψεις. Εσύ, όμως, που έφτασες ως εδώ, να θυμάσαι πάντα πως είσαι μια ανεξάρτητη ύπαρξη, ένα θαύμα που οφείλει στο τάλαντό του την εξέλιξή του. Περιμένω πολλά από εσένα, Στέλλα. Να ξέρεις πως θα είμαι δίπλα σου, θεατής αλλά και συμπαραστάτης, όποτε το θελήσεις!». «Ευχαριστώ! Είστε μια αληθινή πηγή δύναμης!». «Αξίζεις κάθε υποστήριξη, Στέλλα. Άλλωστε κι εγώ... αν δεν έβρισκα Ανθρώπους να με στηρίξουν, ίσως να μην ήμουν καν ζωντανή. Κάποτε θα σου αφηγηθώ κι ένα άλλο κεφάλαιο... εκείνο της πάλης με ιδιόμορφα τέρατα... τέρατα με τα παράξενα ονόματα ανορεξία, βουλιμία, υπερφαγία.

37


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

38

Τώρα το αναφέρω, για να ξέρεις πως στο σχολείο τη δασκάλα σου δεν την κορόιδευαν μόνο για τη διαγωγή του πατέρα της αλλά και για το υπέρβαρο σώμα της. Οι συμμαθητές μου με αποκαλούσαν φάλαινα, ενώ εσείς, δεσποινίς, μου θυμίζετε γαζέλα». «Μα, κυρία, είστε τόσο ωραία, κομψή, καλλίγραμμη... σαν μοντέλο...». «Ως αποτέλεσμα πάλης... μέσα από την οποία κατανόησα τη σημασία της αλληλεγγύης. Οφείλω ό,τι είμαι σήμερα αφενός στις δοκιμασίες μου, αφετέρου σε όσους με στήριξαν, όταν ακόμη έβρισκα μόνο μαύρο, μέσα μου και γύρω μου, ακόμα κι όταν έβλεπα τα πάντα θολά. Αλήθεια, Στέλλα προσεύχεσαι;». «Όχι... δεν είναι πως είμαι άπιστη, αλλά ξέρετε, κάποτε νιώθω πως κάποια πράγματα είναι πολύ ψεύτικα... κίβδηλα, όπως τα προϊόντα που πουλούσε ο μπαμπάς και τον συνέλαβαν. Η μαμά μου επιμένει να πηγαίνω κάθε Σάββατο στο κατηχητικό και κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Θέλει επίσης να νηστεύω και να εξομολογούμαι τακτικά. Ο παπα-Ευάγγελος, όποτε με δει, αρχίζει το κήρυγμα... Η μαμά μου, όποτε νιώθει εξοργισμένη ή λυπημένη, γονατίζει στα εικονίσματα και τάζει λαμπάδες... Εγώ δεν βρίσκω κάποιο νόημα σε όλα αυτά». «Αστεράκι, ο εκκλησιασμός και η γονυκλισία δεν αποτελούν προϋπόθεση για την προσευχή. Η τελευταία απαιτεί μόνο ειλικρίνεια! Στα δώδεκά μου διάβασα την προσευχή ενός ανθρώπου που αφόρισαν, του Νίκου Καζαντζάκη: “Δοξάρι είμαι στα χέρια σου, Κύριε˙ Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπάσω”. Θεώρησα τα λόγια αυτά ως το εναργέστερο μήνυμα αγώνα και το επαναλάμβανα μπροστά σε κάθε δυσκολία. Κι επειδή ήμουν πάντα ανασφαλής προσέθετα: «Μόνο μην λησμονήσεις το παράγγελμα “Αναγεννήθητι!”, δηλαδή “Αναγεννήσου”».


Διαμαντένια Γοβάκια

«Είναι η πιο ωραία προσευχή που έχω ακούσει, κυρία Ιάνθη! Μπορώ να την... υιοθετήσω;». «Φυσικά! Σου προτείνω, πάντως, ν’ ανακαλύψεις τη δική σου προσευχή... ή ακόμα και να συνθέσεις τη δική σου επίκληση, δια της οποίας θα συνδιαλέγεσαι με την ψυχή σου. Για την ώρα, show must go on! Είναι ώρα να καθορίσουμε το επόμενο βήμα. Τι θα έλεγες σήμερα να πάμε μαζί στη Λευκωσία για να δεις αύριο τον μπαμπά, να διαπιστώσεις πως είναι καλά;». «Αλήθεια το λέτε; Αλλά το βράδυ... δεν έχω κάποιον...». «Έχεις την δασκάλα σου. Το Σαββατοκύριακο θα μείνεις μαζί μου. Αναλαμβάνω να σε ξεναγήσω στην πόλη μου! Φυσικά την Δευτέρα θα επιστρέψεις και στο σχολείο. Η Εβίτα λέει πως της λείπει πολύ... η αδελφή της. Θα φροντίσω να ξυπνήσουμε νωρίς!», είπε αποφασιστικά η Ιάνθη. Η συμφωνία επικυρώθηκε με μία ζεστή αγκαλιά και διανθίστηκε με την πληροφορία: «Στα λατινικά stella σημαίνει αστέρι». «Αντροπή! Πού να πάτε στες φυλακές; Μα να την πάρεις μόνη της; Άφησ’ την, κυρία Ιάνθη, τζιαι θα της περάσει!» αναφώνησε περιδεής η Άννα, όταν της ανακοίνωσαν την απόφαση. «Κλώνος της Ευθυμίας», σκέφτηκε η Ιάνθη, πασπαλίζοντας με πικρό χαμόγελο τον θυμό για τον αναλλοίωτο παραλογισμό. «Η Στέλλα δεν έκανε κάτι για να ντρέπεται. Επίσης ουδείς μπορεί να την εμποδίσει να επισκεφθεί τον πατέρα της. Δεν είναι αρμοδιότητά μου η απόδοση ευθυνών, ούτε δικαίωμά μου η συντήρηση προκαταλήψεων. Από την άλλη θεωρώ ευθύνη μου τη συμβολή στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών μου», είπε στεγνά η δασκάλα. Κατά τη συζήτηση η Στέλλα αναλογιζόταν κάποιους στίχους που είχε αναφέρει η δασκάλα της και στοχαζόταν το αστεροειδές διαμάντι, που ήθελε να γίνει. «Σε ένα τέταρτο θα είμαι έτοιμη!», φώναξε κι έτρεξε να

39


Σωτηρία Κ. Βασιλείου

ετοιμάσει το σακίδιό της. Περιμένοντας στο αυτοκίνητο η Ιάνθη σκεφτόταν πως όφειλε στον εαυτό της, κυρίως, τη διάρρηξη του κελύφους. Αυτό θα ήταν το δικό της επόμενο μεγάλο βήμα. «Στο γοβάκι σου/ έγραφε θα προδοθείς/ μπαλαρίνα έχει νυχτώσει....» σελάγισαν ξανά στο μυαλό της οι στίχοι-κληροδότημα. «Τι έγραφε στο άλλο γοβάκι; Μπορώ τώρα να μάθω αφού πέρασα τις δοκιμασίες;», έπαιξε νοερά το παλιό παιχνίδι των μοναχικών ερωταποκρίσεων. «Θ’ αγαπηθείς αληθινά και απόλυτα! Αγάπη... υπό το φως του ήλιου και στην καρδιά της σελήνης, αγάπη κατά τις ατελείωτες ημέρες του καλοκαιριού και τις ελάχιστες του χειμώνα, στο βάθος του φθινοπώρου και την επιφάνεια της άνοιξης. Αγάπη για το διαμάντι σου, του οποίου την αξία ξέρεις διότι εσύ το αποκάλυψες, δουλεύοντας με υπομονή, επιμονή, θέληση κι έρωτα. Το πρώτο γοβάκι σου κληροδοτήθηκε· το δεύτερο το σμίλεψες και το χάραξες. Η μπαλαρίνα είσαι εσύ! Ο δρόμος του διαμαντιού είναι ο δρόμος σου και τα διαμαντένια γοβάκια προέκταση των ποδιών σου».

40


Διαμαντένια Γοβάκια

41


Η Σωτηρία Κ. Βασιλείου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1985. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, αριστούχος πτυχιούχος (2007) και διπλωματούχος (2011) του παραπάνω Τμήματος. Έχει συγγράψει τις επιστημονικές μονογραφίες: 1) Μυθολογικές ερωτικές αρπαγές σε αρχαία ελληνικά αγγεία, Επιφανίου, Λευκωσία 2008∙ 2) Τα εγχειρίδια Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού, Επιφανίου, Λευκωσία 2009∙ 3) Το Ονομαστικόν στη Μακεδονία (1750-1900). Διαφωτισμός και Ονοματοδοσία, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2012. Παράλληλα, έχει συγγράψει τα άρθρα (ενδεικτικά): 1) Ι.Σ. Κολιόπουλος και Ι.Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.), «Το προσφυγικό ζήτημα μέσα από την εφημερίδα Φως της Θεσσαλονίκης (1922-1930)», Οι Πρόσφυγες στη Μακεδονία, ΕΜΣ, Μίλητος, Αθήνα, 2009, 156-206∙ 2) «Τα δάνεια της Ελληνικής Επανάστασης», 1821. Η Γέννηση ενός Έθνους-Κράτους, Δ΄, ΣΚΑΙ, Αθήνα 2010, 9-51· 3) Βασίλης Κ. Γούναρης (επιμ.), «Τα παλικάρια τα παλιά και η αποκατάστασή τους κατά την οθωνική

42


περίοδο (1833-1862), Οι ήρωες των Ελλήνων: Οι καπετάνιοι, τα παλικάρια και η πολιτική της αναγνώρισης των εθνικών αγώνων, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2014, 27-108. Την εργογραφία της συμπληρώνουν δύο συλλογές διηγημάτων: 1) ΑΝΑΣΑΜΙΑ, ΜΑΖΙ, Λευκωσία 2013∙ 2) (μαζί με τον Μεχμέτ Αράπ), Διηγήματα (Öyküler), [«Ημερολόγιο Στερεώματος», σ. 95-176], Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 2014. Από τις λογοτεχνικές διακρίσεις της στην Ελλάδα και την Κύπρο ενδεικτικά αναφέρονται: το Α΄ Βραβείο Διηγήματος του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου (2013), το Βραβείο Διηγήματος στο Διαγωνισμό της Διαδικτυακής Δημιουργικής Γραφής (2014), το Β΄ Βραβείο Διηγήματος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος (2014), το Α΄ Βραβείο στο Διαγωνισμό Διηγήματος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για νέους Κύπριους λογοτέχνες, η Εύφημος Μνεία της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (2014), το Α΄ Βραβείο Διηγήματος των Βιβλιόφιλων Έδεσσας (2015), το Βραβείο Διηγήματος του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός (2015) και τα διαδοχικά βραβεία του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων Ελλάδος (2013: Ποίηση, 2014: Δοκίμιο), της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (2013: Δοκίμιο, 2014: Θεατρικό, 2015: Διήγημα) και της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού (2014 και 2015: Διήγημα).

43


Σωτηρία K. Βασιλείου Διαμαντένια Γοβάκια ISBN: 978-618-81935-4-3 © Σωτηρία Κ. Βασιλείου Θεσσαλονίκη, 2015 historys231@yahoo.com εκδοτική επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης επιμέλεια εξωφύλλου: Δήμος Χλωπτσιούδης e-mail: ekdoseis@tovivlio.net

[Αναφορά προέλευσης, Μη Εμπορική Χρήση, Παρόμοια Διανομή]

___________________ Η νουβέλα Διαμαντένια Γοβάκια διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με άδεια Creative Commons. Επιτρέπεται ελεύθερα η αναδημοσίευση και η αποσπασματική παρουσίαση με την υποχρεωτική αναφορά του ονόματος της συγγραφέως. Το έργο διατίθεται μόνο για μη εμπορική χρήση. Το εξώφυλλο προέρχεται από το σκίτσο “blue ballerina” της Sophia Violette.

44


Μία νουβέλα που μιλά με την καρδιά και την ψυχή των μικρών παιδιών για όσα εκείνα βιώνουν σε μία ανάλγητη και υποκριτική κοινωνία, σε έναν κόσμο που μαζί με τους ενόχους τιμωρεί και τους ανθρώπους τους καταδικάζοντάς τους σε έναν άλλο ιδιότυπο εγκλεισμό. Η Σωτηρία Βασιλείου διεισδύει σε ένα ευαίσθητο θέμα, την παιδική ψυχή. Παρουσιάζει τα αδιέξοδα, τους προβληματισμούς, τον αγώνα και τις ανάγκες των παιδιών κρατουμένων που παλεύουν με τον κοινωνικό στιγματισμό και την απειλή της περιθωριακής παρανομίας. Με γλώσσα απλή και καθημερινή ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της Ιάνθης η οποία προσπαθεί να επουλώσει τα παιδικά της τραύματα και παράλληλα να περιθάλψει τις αντίστοιχες πληγές της μαθήτριάς της. ...Το πρώτο γοβάκι σου κληροδοτήθηκε· το δεύτερο το σμίλεψες και το χάραξες. Η μπαλαρίνα είσαι εσύ! Ο δρόμος του διαμαντιού είναι ο δρόμος σου και τα διαμαντένια γοβάκια προέκταση των ποδιών σου...

Διαμαντένια γοβάκια  

Με μία βραβευμένη νουβέλα, η Σωτηρία Βασιλείου διεισδύει σε ένα ευαίσθητο θέμα, την παιδική ψυχή. Παρουσιάζει τα αδιέξοδα, τους προβληματισμ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you