Page 1

ΓΚΕΟΡΓΚ ΧΕΓΚΕΛ

Η επιστήμη της Λογικής Εισαγωγή

- Μετάφραση

-Σχόλια

ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΑΒΑΡΑ

ΔΩΔΩΝΗ


Η ΕΠΙΣΤΉΜΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ


ΑΛΛΕΣ lVΙΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΑΒΑΡΑ

1. Σα.ίρεν Κίρκεγκωρ: 11 έννοια. τ-ης α.γωνία.ς. Αθήνα., Δωδώνη

1971, 228

σελ. (με Λεξιλόγιο των φιλοσοφικών εννοιών).

2. Μάρτιν Χάιντεγγερ: Είνα.ι κα.ι χρόνος. Τόμος Πρώτος. Αθήνα., Δωδώνη

1978, 416

σελ.

(μέ πρόλογο κα.ι σχόλια. τοu μετα­

φραστή).

3. Μάρτιν Χάιντεγγερ: Είνα.ι κα.ι χρόνος. Τόμος Δεύτερος. Αθήνα. Γιάννινα., Δωδώνη

1985, 417-774

σελ. (με σχόλια. τοu μετα­

φραστή).

4. Μάρτιν Χάιντεγγερ: Φα.ινομενολογία. κα.ι θ~ολογία.. Αθήνα., Επο­ πτεία.

5.

σελ.

6.

1979, 80

σελ. (με εισαγωγή κα.ι σχόλια. τοu μεταφραστή).

Αριστοτέλη: «Των Μετά τα. Φuσικά Θ

115-428

10)). Εποπτεία. 34 (1979),

(με εισαγωγή κα.ι σχόλια. τοu μεταφραστή).

Φρειδερίκοu Νίτσε: «Το πάθος για. την αλήθεια.)). Εποπτεία.

(1979),

σελ.

591-603

36-37

(με πρόλογο κα.ι σχόλια. τοu μεταφραστή).

7. Ιμμάνοuελ Κα.ντ: Προλεγόμενα. σε κοcθε μελλοντικ~ Μετα.φuσικ~. Λθ·~να. - Γιάννινα., Δωδώνη 1983, 211 σελ. (με εισαγωγή κα.ι σχόλια. τοu μεταφραστή).

8. Ιμμάνοuελ Καντ: Τα. θεμέλια. τ-ης Μετα.φuσικ~ς των -ηθι:)V. Αθήνα - Γιάννινα, Δωδώνη 1984, 144 σελ. (με εισαγωγή και σχόλια τοu μεταφραστή).

9. Ρaιιl Feyerabend: Γνώσ-η rια. ελεuθερους α.νθρώποuς. Θεσσα.λονίχη, 'L,uγχpονα. Θέματα

1986, 26lJ

σελ.

10. Μάpτιν Χάιντεγγεp: Η προέλευσ-η του έργου τέχν·ης. Αθήνα. - Γιάν­ νινα, Δωδώνη

1986, 153

σελ. (με εισα.γωγή χα.ι σχόλια τοu μετα.­

φpαστή).

Τίτλος πρωτοτύπου: Geoι-g Wilhelm Fι-iedι-icl1 Hegel: Enzyklopadie deι- philosophischen Wissenschaften im Grundrisse (1830). §§ l-244: Die Wissenschaft der Logik.


GEORG W.F. HEGEL

Η ΕΠΙΣΤΉΜΗ

ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ (από την Εγκuκλοποc~εεtοc των ΦtλοσοΦtκών επtστΎJtJ.ών, §§ Εισαγωγή

1-244)

- Μετά.φpα.ση - Σχόλια.

ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΑΒΑΡΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΔΩΔΩΝΗ» ΑΘΗΝΑ- ΓΙΆΝΝΙΝΑ

1991


© ΕΚΔΟΣΕΙΣ

«ΔΩΔΩΝΗ» Ε.Κ. ΛΑΖΟΣ

Ασκληπιού Τηλ.

3, 106 79 36.37.973

ISBN 960-248-081-5

Αθήνα


ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

Enzyklopadie = GeorgW.Fr. Hegel, Enzyklopadie der philosophischen Wissenschaften im Grundrisse ( 1830) ( = Εγκuκλοποciοε~οc των Φ~λοσοφ~κών επ~στΥJιι.ών σε επ~τοιι.~). Στις ποcροcγράφοuς

§§ 1-244

της χεγκελιοcνής Εγκuκλοποciοε~οcς,

στις οποίες περιλοcιι.6άνετοcι Yj εδώ εκδ~δόιι.ενΥj Επ~στ~ιι.η της

, Λ ογ~κΥjς,

,

ποcροcπειι.πω

,

κοcτοc

το

π

λ,

ε~στο

ιι.ε

οcπ

λ'

Yj

ocνoc

φ

,

οροc

τΥjς

ποcροcγράφοu (π. χ.

§ 22). Δες Hegels Werke, Band 8, Suhrkamp, a.M. 1970. Δες Hegels Werke, Band 8, Suhrkamp, F1·ankfuι-t a.M. 1970. §§ 245-376: Zweiteι- Teil: Die Naturphilosophie ( = Η Φ~λοσοφiοc τΥjς φύσης), Hegels Werke, Band 9, Sιιh­ rkamp, Fι-ankfuι-t a.M. 1970. §§ 377-577: Dritter Teil: Die Philosophie des Geistes (= Η Φ~λοσοφiοc τοu πνεύιι.οcτος), Hegels Werke, Band 10, Sιιhι-­ kamp, Frankfuι-t a.M. 1970.

Fι-ankfuι-t

Στις Σηιι.ειώσεις (Anmeι-kungen) τοu Χέγκελ, ποu τuπώνο­

ντοc~ ιι.ε οcuζηιι.ένο το αριστερό περ~θώρω, παροcπέιι.πω ιι.ε

τψ ένδειζΥj: ΣΥJιι.· Στις προφορικές προσθήκες (Zusatze) τοu Χέγκελ παραπέ­

ΙJ.Πω ιι.ε την ένδειξη: προσθήκη. Στα σχόλια τοu ιι.εταφραστή τΥJς παρούσας έκοοσΥjς παραπέ­

ιι.πω ιι.ε την ένδειζΥj: uποσηιι..

Logik

=

Georg

W.Fι-.

Hegel, Wissenschaft dep Logik (=

Η

επ~στ~ιι.ΥJ της Λογ~κ~ς). Ι

=

Eι-ster Teil: Die objektive Logik ( = Η οcντ~κε~ιι.εν~κ~

Λογ~κ~), Erstes Buch, Hegels Werke, Band 5, SuhΓkamp,

F1·ankfurt a.M. 1969.

7


Π

Erster Teil: Die objektive Logik, Zweites Buch. Zweiter Teil: Die subjektive Logik ( = Η uποκεψ.ενtκ~ Λογtκ~), Hegels Werke, Band 6, Suhrkamp, Frankfurt a.M. 1969. =

Στα έργα τοu Descartes παραπέ[J.πω στην έκδοση των Απάντων τοu ποu εκπόνησαν οι Charles Adam και Paul Tannery

(1897

κ.ε.).

~τα έργα τοu Friedήch Η. Jacobi παραπέ[J.πω στην έκδοση των

Friedrich Roth και δppen, Wissensch. Friedrich Buchgesellschaft, Darmstadt 1968 , ποu είναι φωτοαντιγραφικ~ ανατύπωση της έκδοσης της Λειψίας (1812 κ.ε.). Στα έργα τοu Immanuel Kant παραπέ[J.πω [J.ε ()άση τη σελιδα­

ρίθιJ.ηση των πρώτων εκδόσεων, π.χ. Κρtτ. τ. καθ. λογ. Α80

I Β106 = Kritik der reinen Vernunft α' έκδοση σελ. 80, ()' έκδοση σελ. 106.

·


ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

1.

Τα οντολογικά θεμέλια της χεγκελιανής Λογικής Έστω και αν μια μεγάλη πληθώρα κρίσεων και από­

ψεων σχετικά με τη Λογική του Χέγκελ διατυπώθηκε ήδη κατά τον 19ο αιώνα, μόλις κατά τον 20ό αιώνα αναγνωρί­

στηκε σε βάθος και αναλύθηκε συστηματικά το οντολογικό στοιχείο που διέπει αυτό το έργο.

Έγινε δηλαδή ευρύτατα

αποδεκτό ότι πίσω από τον τίτλο Η επιστήμη της Λογικής κρύβεται μια Οντολογiα 1 , με το διττό νόημα που καθιερώ­ θηκε ήδη χάρη στον Ιμμάνουελ Καντ: ως κριτική της παρα-

I.

"Ενας από τους πρώτους γερμανούς στοχαστές, που στις αρχές του

20ού αιώνα άνοιξε τον δρόμο για ένα οντολογικό διάβασμα της χεγκελια­ νής Λογικής, ήταν ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, και μάλιστα κάτω από την επίδραση του τότε μεσουρανούντος Μάρτιν Χάιντεγγερ· δες την επί υφη­ γεσία διατριβή του Μαρκούζε:

Theorie der

Geschίchtlίchkeίt

Hegels Ontologie und die Grundlegung einer

(=

μιας θεωρίας της ιστορικότητας),

Η Οντολογία του Χέγκελ Ιίαι η θεμελίωση

Frankfurt a.M. 1932.

Στην Εισαγωγή του

βιβλίου του λέει μεταξύ άλλων: «Η παρούσα εργασία επιχειρεί να καταδεί­

ξει ότι η χεγκελιανή Οντολογία προσανατολίζεται με αρχέγονο τρόπο προς την έννοια της ζωής και της ιστορικότητάς της.

Για να γίνουν

σαφείς οι εδώ σκιαγραΦούμενες συνάφειες υπήρξε αναγκαίο, να τολμή­ σουμε την προσπάθεια μιας επανερμηνείας της χεγκελιανής 'Λογικής'

...

"Οσα συνεισφέρει η παρούσα εργασία σε μια ανάπτυξη και διασάφηση των προβλημάτων, Χάιντεγγερ.» (σελ.

τα οφείλει στη

3

και

φιλοσοφική

εργασία του

Μάρτιν

8).

Είναι ωστόσο αναμφισβήτητο ότι κάποιοι μελετητές της Λογικής του Χέγκελ είχαν επισημάνει ήδη πρωτύτερα τα ολέθρια επακόλουθα μιας μη­ οντολογικής κατανόησής της. προλογίζοντας κατά το

στατα (σελ.

XLI):

Έτσι π.χ. ο

1923 (1932 2)

Georg Lasson,

εκδίδοντας και

τη χεγκελιανή Λογική, γράφει σαφέ­

«Μία από τις πιο συνηθισμένες αιτίες της πλήρους

παρερμηνείας της χεγκελιανής Λογικής έγκειται στο ότι αυτή συμπαρατί­

θεται και συγκρίνεται με την τυπική Λογική, δηλαδή η επονομαζόμενη

9


δοσιακής Μεταφυσικής και ως προσπάθεια θεμελίωσης μιας νέας μεταφυσικής θεώρησης.

Έτσι η σχέση της χεγκελια­

νής «Λογικής» προς την κοινά νοούμενη Λογική μπορεί να

θεωρηθεί

τόσο

αμφισβητήσιμη

και

προβληματική,

όσο

αντίστοιχα παραπλανητικός μιας υποκρυπτόμενης Οντολο­ γίας είναι και ο τίτλος Ηθική στο μεγάλο βιβλίο του Σπι­

νόζα, και ακόμα παλαιότερα ο τίτλος Περί Φύσεως με τον οποίο τιτλοφορούνταν τα βιβλία των Προσωκρατικών στο­ χαστών.

Ο ίδιος ο Χέγκελ δεν δίστασε να αναγνωρίσει, πόσο πολλά οφείλει το βιβλίο του σε πρωτύτερους και μάλιστα ειδικά σε Προσωκρατικούς στοχαστές 2 , και άρα πόσο λιγό­ τερα είναι τα

Λογική

του

δάνεια

από

Αριστοτέλη.

την

επονομαζόμενη

Μπορεί

μάλιστα

«τυπική»

να

ειπωθεί

βάσιμα, ότι μια από τις πιο θεμελιώδεις πεποιθήσεις που στερεώνουν τη χεγκελιανή Λογική, είναι η πρόταση την οποία χάραξε μια για πάντα στη συνείδηση της μεταγενέ­ στερης ανθρωπότητας ο πρώτος Προσωκρατικός οντολόγος, Παρμενίδης ο Ελεάτης (απόσπ. Β3): τό γάρ αύτό νοείν έστίν τε

καί εlναι, το Νοείν και το Είναι ταυτίζονται. Με σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο και

μέσα στη

χαρακτηριστική

του

ορολογία ο Χέγκελ θα επαναλάβει, αιώνες μετά τον Παρμε­ νίδη, τη θεμελιώδη ετούτη θέση γράφοντας στην Εγκυκλο­ παίδεια όπως και σε προηγούμενο κείμενό του: αριστοτελική

«

Ό,τι είναι

Λογική χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς. Αλλά η

χεγκελιανή Λογική δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν, και αντίθετα συγγε­

νεύει άμεσα με αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει Μεταφυσική.» Για το ότι ο ίδιος ο Χέγκελ παραδέχεται και διαπιστώνει ότι «η αντικειμενική Λογική ... παίρνει τη θέση της αλλοτινής Μεταφυσικής» δες Logik Ι, σελ. 61-2. Δες επίσης Enzyklopiidie § 24. 2. Είπε κάποτε στα πανεπιστημιακά του μαθήματα (δες Hegels Werke, Rec\am, Band 18, 320): «Δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση του Ηράκλειτου, που να μην την συμπεριέλαβα μέσα στη Λογική μου». Με το τί καταλά­ βαινε ο Χέγκελ όταν μιλούσε για Ηράκλειτο, ποιες ήταν οι πηγές που διέθετε, πώς διερμήνευε τους στοχασμούς και τις αρχές της ηρακλείτειας ΦιλοσοΦίας, ασχολείται το εμπεριστατωμένο βιβλίο του Νίκου Ψημμένου:

Hegels Heraklit-Versttindnis, Basel 1978.

10


έλλογο, είναι πραγματικό, και ό,τι είναι πραγματικό, είναι έλλογο» 3 .

Αλλά τί μπορεί να σημαίνει αυτή η παράδοξη πρόταση; Είναι δυνατό να πιστεύει στα σοβαρά ένας άνθρωπος, ότι δεν υπάρχει καμιά παράλογη πραγματικότητα μέσα στον κόσμο, ότι κάθε τι συμβαίνει εύλογα και όχι εξίσου καλά ανορθόλογα και υπέρ λόγον; Αυτά τα ερωτήματα, που ξεπη­ δούν σχεδόν σαν αυτονόητα από τον κοινό νου, αναδείχνο­ νται άτοπα και περιττά, αμέσως μόλις εξηγηθεί έστω και κατ' ελάχιστο η χεγκελιανή έννοια της πραγματικότητας.

Από αυτή την έννοια θα πρέπει να αποκλειστεί κάθε «εξα~ θλιωμένη ή εφήμερη ύπαρξη», κάθε πρόσκαιρο και περιπτω­

σιακό γεγονός ή δεδομένο, στο οποίο καθημερινά απονέ­ μουμε «τυχάρπαστα το όνομα πραγματικότητα»4 • Με νηφάλια φιλοσοφική ματιά ο Χέγκελ εκτιμά όλες τις πεπερασμένες υπάρξεις ως ανάξιες για να χαρακτηριστούν πραγματικές. Κάθε άμεσο δεδομένο, που προσφέρεται στις αισθήσεις και

στο καθημερινό πάρε-δώσε, δεν μrοορεί να διεκδικήσει αυτο­ νόητα μια θέση στον χώρο της αληθινής πραγματικότητας. Όσα φαίνονται να υπάρχουν, μπορούν να ανήκουν εξίσου καλά στην περιοχή της αλήθειας όσο και στην περιοχή της επίφασης όσα δίνουν την εντύπωση ότι είναι κάτι, μπορούν ήδη κατά την επόμενη στιγμή να αναδειχτούν ως μη όντα, ως

κατ' επίΦασιν όντα ή ως παρελθόντα. Αυτή η καθαρά μετα­ φυσική θέση δεν είναι ασφαλώς καινούρια· χαρακτηρίζει τους μεγάλους στοχαστές από τον Παρμενίδη έως σήμερα,

με κορυφαίο σταθμό τη θεωρία των ιδεών ενός Πλάτωνα

-

και ο Χέγκελ δεν διστάζει να ενταχθεί σ' αυτή τη μακραί­ ωνη

διαστοχαστική

ύπαρξη

(Realiti:it)

παράδοση.

Εάν

κάθε

ρεαλιστική

δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματική, απο­

κτά εντούτοις δικαίωση και αλήθεια μόλις ιδωθεί ως αδιά­ σπαστη με τη νόηση, με την περιοχή του ιδεατού

(IdealiHit)-

και με αυτό το νόημα ο Χέγκελ υπάγεται στο μακραίωνο και

3. 4

Δες

Enzyklopadie § 6

Σημ.

Ό.π.

11


αδιάπτωτα αναβιωνόμενο φιλοσοφικό ρεύμα του ιδεαλισμού. Τότε μόνο μπορούν κατά τον ιδεαλισμό να θεωρηθούν τα πράγματα ως αληθινά, όταν έχουν νοηθεί, άρα συνταυτιστεί

(δες Παρμενίδη ό.π.: τό αvτό) με την περιοχή της ιδέας. Το ίδιο με επαρκέστερη διατύπωση: Το αρχικό και τελικό υπό­ βαθρο των πραγμάτων, δηλαδή αυτό από το οποίο πηγάζουν και αυτό στο οποίο τείνουν τα πράγματα σύμφωνα με το

νόημα της ύπαρξής τους, είναι κατά τον ιδεαλισμό το Από­ λυτο, η Ιδέα. Όπως διέγνωσε μια πληθώρα διανοητών, τα πράγματα

διασπώνται σε αληθινά και αναληθή, σε πραγματικά και μη­ πραγματικά, σε νοούμενα και φαινόμενα.

Όσα προσφέρο­

νται άμεσα στις αισθήσεις και στην καθημερινή προσέγ­

γιση; δεν μπορούν αυτόματα να ισχύσουν και ως αληθινά. Αλλά είναι ετούτο μια επαρκής δικαιολογία, για να μην ασχοληθεί

με

αυτά

ο

«μεταφυσικός»

φιλόσοφος;

Όχι

βέβαια! Ακριβώς αυτά τα αναληθή καθώς και η όποια σχέση τους προς την αλήθεια αποτέλεσαν ανέκαθεν ένα από τα κεντρικότερα αντικείμενα μελέτης των φιλοσόφων.

Ήδη ο

Παρμενίδης αναγκάζεται να διασπάσει το μοναδικό φιλοσο­ φικό του βιβλίο σε δύο τμήματα, και αφού μελετήσει στο πρώτο τμήμα το Αληθινό, αναλαμβάνει στο δεύτερο τμήμα

μια ευρεία εξέταση του αναληθούς, ως περιοχή μιας πληθώ­ ρας

από γνώμες και αντιλήψεις,

τις

οποίες

τρέφουν

οι

άνθρωποι σχετικά με τα πράγματα 5 . Μέσα από σκολιούς•

διαστοχαστικούς δρόμους οδηγείται και ο Πλάτων στην πεποίθηση, ότι τα απατηλά φαινόμενα μολονότι δεν ανή­ κουν στον αληθινό κόσμο των ιδεών, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εντελώς αποκομμένα από αυτόν, αλλά μέσα σε μια σχέση μέθεξης. Ο Χέγκελ θα αναλάβει με τη σειρά του τον βαρύ άθλο να συμπεριλάβει τα πεπερασμένα και πρόσκαιρα πράγματα μέσα σε μία και την αυτή περιοχή

5.

Δες το βιβλίο μου: Γιάννη Τζαβάρα, Το ποίημα του Παρμενίδη,

«Δόμος», Αθήνα

1980,

όπου μεταφράζω και σχολιάζω το έτσι διεσπασμένο

αυτό προσωκρατικό κείμενο.

12


της απέραντης ιδέας, να συνοψίσει το σύνολο των ρεαλι­ στικά και ιδεατά υπαρκτών όντων ως αναπόσπαστων συστα­

τικών της ίδιας ολότητας,

και έτσι να συγκροτήσει το

φιλοσοφικό του σύστημα.

Αλλά εάν πράγματι στα θεμέλια ενός

φιλοσοφικού

συστήματος χάσκει αυτή η οξύτατη διάκριση των πραγμά­ των, πώς είναι δυνατό να εναρμονιστούν αυτά σε μια ενιαία

ολότητα, και πώς μπορούμε ξεφεύγοντας από τα αναληθή (ανάμεσα στα οποία διατρίβουμε καθημερινά, και εμείς οι

ίδιοι ως πεπερασμένοι και πρόσκαιροι ανήκουμε), να ανα­ χθούμε στον κόσμο της αληθινής πραγματικότητας; Η εναρ­ μόνιση των μεν με τα δε και η αναγωγή από τα πρώτα στα δεύτερα είναι δυνατό να επιτευχθεί μόνο με μια στέρεη μέθοδο, την οποία ριζωμένος στην αρχαιοελληνική παρά­ δοση ο Χέγκελ θα ονομάσει διαλεκτική

2.

(Dialektik).

Η διαλεκτική μέθοδος του Χέγκελ6 Ο κοινός νους συνήθως δεν αναζητά και δεν θεωρεί ότι

χρειάζεται κάποια αυστηρή

μέθοδο, για να συλλάβει τα

πράγματα έτσι όπως αυτά είναι. Και παρ' όλη την απλοϊκή στάση του απέναντι στα πράγματα, ο κοινός νους είναι σε

6.

Η παρούσα αναφορά στη διαλεκτική του Χέγκελ έχει σαν στόχο,

όπως και ενγένει η «Εισαγωγή του μεταφραστή», μια πρώτη παρουσίαση κάποιων στοιχείων, χωρίς να προβάλλει αξιώσεις για πλήρη διασάφηση ή

εξάντληση του θέματος ή αντιμετώπιση σύγχρονων ερμηνειών. Το θέμα έχει πάμπολλες πτυχές και η

σχετική

βιβλιογραφία είναι εξαιρετικά

πλούσια. Παραπέμπω εδώ στον τόμο που εξέδωσε ο

Rolf-Peter Horstmann, Seminar: Dialektik in der Philosophie Hegels, stw, Frankfurt a.M. 19892 (1978 1), όπου ο αναγνώστης μπορεί να βρει μια καλή επιλογή πρόσφατων άρθρων και πλούσια βιβλιογραφία. Οι κεντρικές απόψεις που εξετάζονται στο βιβλίο του

Horstmann,

ειναι οι εξής: α) Διαλεκτική μέθοδος και

χεγκελιανή Λογική, β) Οι βασικές κατηγορίες: το ξεκίνημα, η άρνηση και η αντίφαση, γ) Περιοχές εφαρμογής της χεγκελιανής διαλεκτικής. Σχε­ τικά με τους χυμούς που αντλεί η χεγκελιανή από την αρχαιοελληνική

13


θέση να τα αντιλαμβάνεται με εύλογο και «τυπικά» Λογικό τρόπο· έτσι π.χ. καταλαβαίνει ότι το δέντρο που βλέπει

μπροστά του είναι δέντρο, το τραπέζι είναι τραπέζι και

γενικά οποιοδήποτε Α είναι ο εαυτός του, πράγμα που συγκροτεί την πρώτη και βασικότερη αρχή της «τυπικής»

Λογικής: Α

=

Α. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια ακλό­

νητη αρχή, όσο κάποιος αντιμετωπίζει ένα πράγμα με τις

ίδιες του τις αισθήσεις, και διαπιστώνει ότι το τάδε τραπέζι είναι τραπέζι και όχι σπίτι- αυτή τη βεβαιότητα παρέχει η άμεση επαφή με τα πράγματα. Αλλά ο διαλεκτικά σκεπτόμενος ανακαλύπτει μέσα στα πράγματα κάτι περισσότερο από τον εαυτό τους. Α να καλύ­

πτει π.χ. ότι αυτό που τώρα είναι δέντρο, μετά από λίγο δεν είναι παρά ένα τραπέζι, και μετά από κάποιο χρονικό διά­ στημα χρησιμοποίησης μπορεί να καεί σαν καυσόξυλο και

να αποκτήσει εντελώς άλλα συστατικά- άρα ιδωμένο δια­ χρονικά το δέντρο και είναι και δεν είναι δέντρο, το τραπέζι και είναι και δεν είναι τραπέζι· αλλά ακόμα και μέσα στην ίδια στιγμή: το τάδε τραπέζι είναι μέσα στο σαλόνι, δεν είναι μέσα στην κρεββατοκάμαρα, είναι καφετί και μακρόστενο, δεν είναι μαύρο και τετράγωνο, άρα ταυτόχρονα και είναι και

δεν είναι. Ο διαλεκτικά σκεπτόμενος αναγκάζεται να παρα­ δεχτεί ότι Α

=

μη-Α, ότι κάθε τι μπορεί να ιδωθεί και ως

αντίθετο από τον εαυτό του, ως κάτι που αποτελεί μια πλήρη αναίρεσή του. Αυτή δεν είναι, βέβαια, μια καινούρια διαπί­ στωση· της έκαμαν χρήση οι σοφιστές και την έβαλαν ως

θεμέλιο οι σκεπτικιστές, για να δείξουν ότι είναι αδύνατο να παρθεί μια μονοσήμαντη απόφαση για το τί και πώς και αν είναι τα πράγματα. Αλλά μέσα από αυτή τη χρήση και κατάχρηση του διαλεκτικού στοιχείου ξεπηδά μια αλήθεια, που ο Χέγκελ θα βάλει ως ακλόνητο θεμέλιο ολόκληρου του συστήματός

του:

ότι

κάθε

πεπερασμένο

και

πρόσκαιρο

πράγμα είναι εντός εαυτού αντιφατικό, περιέχει δηλαδή μέσα διαλεκτική δες τα κείμενα που εξέδωσε πρόσφατα ο

(Hrsg.): Hegel und die

14

antίke Dίalektίk,

stw, Frankfurt a.

Manfred Riede\ Μ. 1990.


του και το αντίθετο του εαυτού του, με μια αδήριτη αναγκαι­ ότητα που το εξαναγκάζει να αίρεται υπεράνω του εαυτού του και να αυτοαναιρείται 7 . Εδώ προέχουν όχι πια οι κούΦιες και επιπόλαιες αντιφάσεις που θα εκφράσει ο κάθε «έξυ­ πνος» («σοφιστής»), αλλά μια εσωτερική τάση των ίδιων των πραγμάτων που τα αναδείχνει ως κάτι εντελώς αντίθετο

από ό,τι δείχνονται να είναι κατ' αρχήν. Ολόκληρη η παραδοσιακή Λογική αλλά και η καθημε­ ρινή ζωή των ανθρώπων στηρίζεται στην πεποίθηση που

εκφράζεται από την «αρχή της ταυτότητας»: Α

=

Α. Πώς

είναι ξαφνικά δυνατό να ακυρωθεί αυτή η «αρχή», και στη θέση της να μπει ένα τόσο παράδοξο «ξεκίνημα» (γερμα­ νικά:

Anfang)

όσο αυτό με το οποίο αρχίζει ο Χέγκελ τη

Λογική του; 8 Δεν ακυρώνονται μονομιάς τα πάντα, όταν για

τίποτα πια δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είναι αυτό και όχι κάτι αντίθετο; Δεν οδηγούμαστε στην αναποφα­ σιστικότητα του σκεπτικιστή, στην πλήρη αβεβαιότητα για

τα πάντα, ή έστω σε έναν απαράδεκτο παραλογισμό; Αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν εδώ άλλο νόημα, παρά να προβλη­ ματίσουν σχετικά με αυτό το τολμηρό ξεκίνημα της χεγκε­

λιανής Λογικής, που ισχυρίζεται: «Το Είναι και το μηδέν ταυτίζονται» 9 •

Ο

προσεκτικός

αναγνώστης

θα

ζητήσει

βέβαια κατ' αρχήν μια εξήγηση, για το τί σημαίνουν αυτοί οι όροι: «Είναι» και «μηδέν». Και μόνο αφού εξακριβώσει

το πλήρες περιεχόμενό τους θα μπορέσει να αποφανθεί, κατά πόσο πρόκειται εδώ για μια στέρεη Λογική αρχή ή για έναν

7. 8.

Δες

Enzyklopadie § 81.

Μ' ετούτο δεν θέλω να πω ότι ο Χέγκελ απορρίπτει την αρχή της

ταυτότητας μια τέτοια παρερμηνεία θα ήταν ολέθρια για την κατανόηση των προθέσεών του. Ο Χέγκελ διαπιστώνει όμως την ανεπάρκεια αυτής της αρχής για μια οντολογική θεμελίωση της Λογικής, και γι' αυτό ασκεί μια οξύτατη κριτική στον φορμαλισμό που υποβάλλει τόσο η «αρχή της

ταυτότητας» (δες

Enzyklopadie § 115

Σημ.), όσο και η «αρχή της αντίΦα­

σης» ή «αρχή του aποκλειόμενου τρίτου» (δες η «αρχή του επαρκούς θεμέλιου» (δες

9.

Δες

Enzyklopadie § 88

Enzyklopadie §§ 117-9), Enzyklopadie § 121 Σημ.).

και

Σημ.

15


παραλογισμό. Αλλά εδώ ξεκινούν και οι δυσκολίες γιατί ο Χέγκελ

διαβεβαιώνει

ότι

τόσο

το

«Είναι»

όσο

και

το

«μηδέν» πρέπει εδώ να εκληφθούν ως απόλυτες αφαιρέσεις, ως έννοιες κενές περιεχομένου, ως κάτι εντελώς απροσδιόρι­ στο. Και πράγματι, εάν από ένα τραπέζι κάνουμε αφαίρεση όλων των ιδιοτήτων του, (εάν π.χ. παραμερίσουμε το γεγο­

νός ότι συνίσταται από ξύλο ή σίδερο, από τάδε βαθμό σκληρότητας, από τάδε χρώμα, μέγεθος, σχήμα κτλ.), τότε η

πλήρης

κενότητα

που

απομένει,

η

ριζική

απουσία

των

πάντων, ένα σκέτο «είναι» χωρίς κατηγορούμενο, μας οδη­ γεί στο ότι δεν είναι τίποτα- άρα ταυτίζεται με το μηδέν. Αν πούμε ότι το τραπέζι πέρα από τις όποιες ιδιότητές του «είναι», οπότε δεν μπορούμε να του αποδώσουμε ούτε καν την ιδιότητα της ύπαρξης, είναι σαν να το ταυτίζουμε με το

τίποτα, με το «δεν είναι». Πόσο μάλλον όταν δεν έχουμε μπροστά μας (ούτε μπροστά στα μάτια μας, ούτε μέσα στην

παράστασή μας) αυτό το συγκεκριμένο πράγμα που είναι ένα τραπέζι, παρά μόνο την καθαρή αφαίρεση που απαιτεί η λέξη Είναι· η απόλυτη αφαίρεση περιεχόμενου ταυτίζεται με το μη-Είναι (μηδέν). Γίνεται τουλάχιστον Φανερό ότι επιδιώ­ κεται ένα ξεκίνημα από το τίποτα: από την πλήρη έλλειψη προϋποθέσεων, προκαταλήψεων, αντιλήψεων, παραστάσεων

και θεωριών·

κι αυτό είναι οπωσδήποτε ένα έντιμο και

εύλογο ξεκίνημα. Η ανθρώπινη διάνοια (γερμανικά:

Verstand)

είναι η δια­

σκεπτική' ικανότητα, που κατορθώνει να διακρίνει όσα δια­ φέρουν, και να τα αντιδιαστέλλει με σαφήνεια. Είναι λοιπόν ικανή να βλέπει ότι κάθε Α δεν είναι μόνο ο εαυτός του,

αλλά είναι επιπλέον κάτι ανόμοιο και αντίθετο από κάτι άλλο· ότι π.χ. το άσπρο διαφέρει από το μαύρο, το αληθινό από

το

εσφαλμένο,

το ηθικό από το ανήθικο.

Αλλά η

διάνοια ξέρει μόνο να εντοπίζει και να στατικοποιεί τα διαφορετικά, και έτσι να τα αντιπαραθέτει ως αλληλοαπο­ κλειόμενα· αυτή η διακριτική ικανότητα είναι αναμφισβή­ τητα χρήσιμη,

αλλά για

μια πληρέστερη

θεώρηση

των

πραγμάτων ανεπαρκής. Αποτελεσματικότερη είναι κατά τον

16


Χέγκελ εκείνη η ανθρώπινη ικανότητα, που διαπιστώνει ότι ακόμα και τα έσχατα αντίθετα είναι δυνατό να εναρμονίζο­ νται, να αλληλοπεριέχονται και να αλληλοεισδύουν. Αυτή είναι η λογική ικανότητα (γερμανικά:

Vernunft).

Αυτή διαπι­

στώνει ότι μέσα σε κάθε τι κρύβεται κάτι διαφορετικό ως άρνησή του, που όμως δεν συνεπάγεται έναν άμεσο αποκλει­

σμό του, αλλά μια αλληλοσυνύΦανση. Η λογική ικανότητα μπορεί να

διαβλέπει εκείνη

την άλλη

Χέγκελ ονομάζει «θεωρησιακή»

διάσταση

(spekulativ) 10,

που

ο

τη διάσταση

που όχι μόνο αποκαλύπτει πίσω από κάθε τι το αντίθετό του, αλλά και συμπεριλαμβάνει τα δύο αντίθετα ως εναρμονιζό­

μενα μέσα σε ένα τρίτο.

Έτσι π. χ. δεν αρκείται να διαπιστώ­

σει ότι το Είναι συμπίπτει με το μηδέν, αλλά ανακαλύπτει

και το γίγνεσθαι ως ένα τρίτον όρο, μέσα στον οποίο οι δυο προηγούμενοι συνυπάρχουν: το γίγνεσθαι είναι εκείνη η μετάβαση, κατά την οποία κάτι ξεφεύγει από το μηδέν· και

μεταβαίνει (με γένεση) στο Είναι, ή και αντίστροφα ξεφεύγει από το Είναι και μεταβαίνει (με φθορά) στο μηδέν· με αυτό το νόημα το γίγνεσθαι περικλείει μέσα του τα δύο πρωτύ­ τερα «στάδια» όχι εξαΦανίζοντάς τα, αλλά συνάπτοντάς τα και διατηρώντας τα σε ενότητα. Για να χαρακτηρίσει αυτή

την εναρμόνιση των αντιθέτων ο Χέγκελ χρησιμοποιεί μια γερμανική λέξη

(Aufhebung,

μεταφράζω: «αναίρέση»), που

μέσα στον πολυσήμαντο χαρακτήρα της κατορθώνει να δηλώνει όλες αυτές τις πράξεις: δηλώνει την κατάργηση της αντιθετικότητας μέσω της ανύψωσής της σε μια καινούρια

ενότητα («σύνθεση»), η οποία αποτελεί διάσωση των αντι­ θέτων. Η διαλεκτική πορεία είναι μια συνεχής κίνηση μέσα στο τριαδικό σχήμα: θέση- αντίθεση- σύνθεση αντιθέτων.

Αυτή η πορεία έχει μερικά σταθερά χαρακτηριστικά: α) Ο πρώτος όρος, η θέση, σημαίνει πάντα κάτι άμεσο, μια άμεση (π.χ. αισθητηριακή) επαφή, που δεν είναι ακόμα σε θέση να

συλλάβει τον πολύπλοκο και εσωτερικά διαφοροποιημένο

10.

Δες

Enzyklopiidie §§ 82, 235-7.

17


χαρακτήρα του τιθέμενου όρου· αυτό που κάθε φορά τίθεται,

δεν έχει λοιπόν ακόμα συνειδητοποιηθεί σαν τέτοιο, δηλαδή ως τιθέμενο, γι' αυτό υπάρχει μόνο δυνάμει· ο Χέγκελ χρησι­ μοποιεί την έκφραση «καθ' εαυτό» (=βυθισμένο ακόμα στον εαυτό τcfυ· γερμανικά:

an sich)

για να χαρακτηρίσει αυτόν

τον ενδόμυχο, άρρητο και ασυνειδητοποίητο χαρακτήρα.

Όποιος παραμένει στην αμεσότητα, είναι ανίκανος να δια­ φωτίσει τον πλούτο που υπάρχει μέσα σ' αυτό το κατ' αρχήν

τιθέμενο 11 • β) Η ανακάλυψη της διαφοράς

(=

αντίθεσης) που

ενυπάρχει στην αρχική θέση, αποτελεί φυγή από την άμεση

επαφή και συνεπάγεται την αντιπαράθεση ενάντιων χαρα­ κτηριστικών. Αντικειμενικά ιδωμένο 12 :

πρόκειται για μια

διείσδυση του αρχικά τιθέμενου μέσα στον ίδιο τον εαυτό του, άρα για μια εσωτερική ανασκόπηση

(Reflexion)

εντός

του εαυτού, με το νόημα μιας αυτοαναδίπλωσης. Αυτό που κατ' αρχήν ήταν μόνο δυνάμει (στην ορολογία του Χέγκελ: «καθ' εαυτό»), αυτοαναδιπλούμενο γίνεται δι' εαυτό

(=

ενερ­

γείι;ι και μέσα σε αυτοανασκοπούμενη αυθυπαρξία· γερμα­ νικά: fϋr

11.

sich),

και ανακαλύπτοντας τον ενδόμυχο πλούτο

Έτσι εκφράζεται μια κριτική την οποία ασκεί ο Χέγκελ στους

Ελεάτες, επειδή δεν κατόρθωσαν να ξεφύγουν από την αμεσότητα του Είναι, να συλλάβουν την ταυτότητά του με το μηδέν και να το αναγάγουν στην ανώτερη βαθμίδα του γίγνεσθαι· σ' αυτή τη θεμελιώδη συγκεκριμενο­ ποίηση κατόρθωσε να φτάσει πρώτος ο Ηράκλειτος. (Δες

88

προσθήκη).

12.

Enzyklopadie §

·

Σε ένα πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι ο στοχαζόμενος φιλόσο­

φος, αυτός που εφαρμόζει τη διαλεκτική μέθοδο στα αντικείμενά του. Ο

Χέγκελ προχωρεί συχνότατα σε ένα δεύτερο, «αντικειμενικό» επίπεδο, όπου τα ίδια τα πράγματα, οι έννοιες, οι κατηγορίες κτλ. κινούνται διαλε­ κτικά. Το Είναι δεν έχει ανάγκη από τη δική μας παρέμβαση για να αποκαλυφθεί ως μηδέν και να συναιρεθεί με αυτό μέσα στο γίγνεσθαι

-

αυτή η διαλεκτική πορεία πραγματώνεται πάντα ήδη ανεξάρτητα από εμάς. Σε ένα τρίτο, ακόμα πιο προχωρημένο επίπεδο, το υποκειμενικό και

το αντικειμενικό συναιρούνται αναδειχνόμενα ως μονόπλευρα και ανηρη­ μένα στάδια· πρόκειται για το επίπεδο της απόλυτης ενότητας του υποκει­ μενικού νοείν με το αντικειμενικό Είναι, ή αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει

«ιδέα» (δες

18

Enzyklopadie §§ 213

κ.ε.).


του και την εσωτερική διαφοροποίησή του λαμβάνει τον ένα όρο ως μεσο-λαΒητικό του άλλου, πράγμα που σημαίνει μια αποστασιοποίηση και μια φυγή από την αρχική α­ μεσότητα. γ) Αλλά τόσο η θέση όσο και η αντίθεση διατη­ ρούν ένα σχετικά αφηρημένο χαρακτήρα, μια σχετική αορι­ στία, που μόνο με τη σύνθεση αποτελεί

λοιπόν

ξεπερνιέται.

συγκεκριμενοποίηση

και

Η σύνθεση

προσδιορισμό,

σημαίνει υπέρβαση της αυτοαναδίπλωσης και μετάβαση σε μια ανώτερη ενότητα, που συνθέτει «αναιρώντας» τις δύο προηγούμενες.

Αμεσότητα

και

μεσολάβηση

συνάπτονται

τώρα για να σχηματίσουν μια νέα αμεσότητα· ο καθ' εαυτόν και ο δι' εαυτόν χαρακτήρας συγκροτούν ένα καθ'-εαυτόν­ και-δι'-εαυτόν-Είναι, ένα Είναι εμπλουτισμένο με τα πρωτύ­

τερα στάδια αλλά και ριζικά ανανεωμένο. Εδώ δεν υπάρχει πια μόνο η αρχική ταυτότητα, αλλά ούτε μόνο η διαμεσολα­ βητική ετερότητα· υπάρχει συνταύτιση της (αρχικής) ταυτό­ τητας και της (ύστερης) μη-ταυτότητας. Το εκάστοτε τρίτο

στάδιο είναι, όπως λέει συχνά ο Χέγκελ, η αλήθεια των δύο πρωτύτερων, επειδή εκεί αποκαλύπτεται πόσο ήταν μονό­ πλευρο να βλέπει κανείς μόνο τη θέση ή μόνο την αντίθεσή της και να μη βλέπει πολύπλευρα τη συνύΦανσή τους μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Εδώ μπορεί πια να δοθεί η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε παραπάνω, σχετικά με το πώς εναρμονίζονται τα ρεαλιστικά με τα ιδεατά πράγματα σε μια ενιαία συστημα­ τική ολότητα. Η διαλεκτική αναδείχνεται ως μεθοδική ανο­ δική πορεία, ως «άνιούσα κλίμαξ», που οδηγεί

-

όχι τόσο

υποκειμενικά τον σκεπτόμενο όσο αντικειμενικά τα' ίδια τα πράγματα και την έννοιά τους- προς μια ανώτερη, δηλαδή πιο πλούσια σε περιεχόμενο, πιο συγκεκριμένη και ενοποιη­ μένη σφαίρα, που μέσα στη Λογική είναι η σφαίρα της

απόλυτης ιδέας 13 • Τα στάδια από τα οποία περνά η Λογική

13. 192

Δες Enzyklopίidie

§§ 236-243.

Σε μια προφορική προσθήκη στην

§

λέει ο Χέγκελ ότι η ΛΘγική της διάνοιας (σε αντίθεση προς τη

θεωρησιακή Λογική που αυτός προτείνει) εκλαμβάνει τη νόηση «ως μία

\9


πορεία, δεν εξαφανίζονται με την εκάστοτε σύνθεση, γιατί η αναίρεση τα διατηρεί μέσα της ανηρτημένα σε μια ανώτερη

ενότητα· δίκαια μπορεί λοιπόν να ειπωθεί ότι από όσα διεξάγονται διαλεκτικά, «τίποτα δεν πάει ποτέ χαμένQ)> 14 • Έτσι διαβεβαιωνόμαστε ότι η τελική

Ιδέα, στην οποία

οδηγεί η Λογική, δεν είναι κάτι αφηρημένο, όπως ήταν ο Πλατωνικός κόσμος των ιδεών, αλλά κάτι έσχατα συγκεκρι­ μένο και υπερπλήρες σε προσδιορισμένο περιεχόμενο. Τα πάντα εδώ έχουν αναχθεί σε ιδέα,

κι έχει επιτευχθεί η

απόλυτη ενότητα της νόησης και του Είναι. Αλλά αυτή η «συσσώρευση» των πάντων μέσα στην ιδέα δεν πρέπει να κατανοηθεί επιπόλαια σαν να σχηματίζεται κάποιο «συνον­ θύλευμα». Ο Χέγκελ δίνει να καταλάβουμε ότι σε κάθε παραμικρό βήμα της τριαδικής διαλεκτικής πορείας ο εκά­

στοτε τρίτος όρος δεν αποτελεί ένα τσουβάλι, όπου αποθη­ κεύονται οι προηγούμενοι, αλλ' αποτελεί την αναγκαία συν­ θήκη για τη δυνατότητά τους. Αυτό που κατά την πορεία εμφανίζεται ως ύστερο, είναι το οντολογικά πρωτύτερο, γιατί είναι το θεμέλιο όπου πατούσε (έστω και αν ασυνειδη­ τοποίητα) ο πρώτος και ο δεύτερος όρος. Η περιοχή της ιδέας χαρακτηρίζεται από το ότι καθιστά ρητό και ενεργό, αυτό που μέσα στην περιοχή του Είναι υπήρχε μόνο δυνάμει («καθ' εαυτό»). Η Λογική ανάπτυξη είναι λοιπόν μια συνε­ χής και συνεπής υπερβασιακή

(transzendental)

κίνηση προς

το Απόλυτο, που καταδείχνει καθ' οδόν όλο και περισσό­

τερο ότι δεν εξαρτάται από την αυθαίρετη προαίρεση του σκεπτόμενου υποκείμενου, αλλά δεσμεύεται από αδήριτους

απλώς υποκειμενική και μορφική δραστηριότητα, και τα αντικειμενικά δεδομένα που αντίκεινται στη νόηση, ως κάτι αμετακίνητο και ξέχωρο.

Αλλά αυτός ο δυϊσμός δεν είναι η αλήθεια, και είναι απερισκεψία να εκλαμβάνονται οι κατηγορίες της υποκειμενικότητας και της αντικειμενι­ κότητας aπροβλημάτιστα και χωρίς εξέταση της καταγωγής τους.» Η νοητική πορεία δεν είναι λοιπόν κατά τον Χέγκελ κάτι απλώς υποκειμε­

νικό, και αντίστροφα τα αντικείμενα γίνονται αντικειμενικά μόνο για τη νόηση.

14.

20

Δες

W.T. Stage 19552 ,

σελ.

107.


νόμους αντικειμενικής και «θεωρησιακής» αναγκαιότητας

αλληλένδετους με τα ίδια τα Πράγματα.

3.

Η Λογική και η οντολογική αλήθεια Σύμφωνα με την παραδοσιακή Λογική οι κρίσεις, τις

οποίες εκφέρουμε καθημερινά, είναι ο τόπος όπου πρέπει να αναζητηθεί τόσο η αλήθεια όσο και το ψεύδος σχετικά με τα πράγματα. Η Λογική ως μορφική

(formal)

επιστήμη ανα­

λαμβάνει λοιπόν να ελέγξει, πότε μια κρίση αληθεύει και πότε ψεύδεται ιδωμένη όχι ως προς το περιεχόμενό της («καθ'

ϋλην»), αλλά ήδη ως προς τη μορφή

της («κατ'

είδος»). Με αυτή την απλώς ελεγκτική και μορφική λει­ τουργία της Λογικής ο Χέγκελ δεν είναι σύμφωνος. Μολο­ νότι παραδέχεται ότι αντικείμενο της Λογικής είναι η αλή­ θεια1S, ενδιαφέρεται πρώτα να εμβαθύνει σ' αυτό που ενγένει νοείται και σ' αυτό που θα έπρεπε να νοείται ως αληθινό.

Ένα πρώτο αποτέλεσμα της έρευνάς του συμπυκνώνεται στην εκπληκτική κουβέντα, ότι ιδωμένες κατά τη μορφή τους τόσο οι ψευδείς όσο και οι επονομαζόμενες αληθινές κρίσεις ψεύδονται, γιατί έτσι ιδωμένες οι κρίσεις αποκτούν

ένα μονόπλευρο χαρακτήρα, που δεν τους επιτρέπει να απο­ δώσουν ολόπλευρα το φαινόμενο της αλήθειας 16 . τί εννοεί η παραδοσιακή Λογική όταν μιλά για αλή­

θεια; Ο καθιερωμένος ορισμός προσδιορίζει την αλήθεια ως συμφωνία μεταξύ της νόηση~ και του πράγματος

tio intellectus et rei).

(adaequa-

Εάν αυτός ο ορισμός κατανοηθεί

σωστά, μπορεί κατά τον Χέγκελ να παραμερίσει κάθε παρερ­

μηνεία και να μας οδηγήσει άσφαλτα στο φαινόμενο της αλήθειας. Αλλά ενώ ο ορισμός μιλά για τη νόηση, αυτό που συνήθως καταλαβαίνουν είναι η κατ' αίσθηση αντίληψη και

15. 16.

Δες Enzyk1opiίdie Δες Enzyk1opiίdie

§ 19, προσθήκη I. § 31 Σημ.: «Η κρίση

μέσω της μορφής της είναι

μονόπλευρη και κατά τούτο ψευδής».

21


η παράσταση που έχουμε για τα πράγματα.

Όταν π.χ. εκφέ­

ρουμε την κρίση: «Αυτό το τριαντάφυλλο είναι κόκκινο», η κατ' αίσθηση αντίληψη του τριαντάφυλλου μπορεί να είναι πέρα για πέρα ορθή και κατά κανέναν τρόπο απατηλή, αλλά αφορά την περιοχή της άμεσης αίσθησης, και σαν τέτοια

είναι αναληθής. Ο Χέγκελ σύρει λοιπόν μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ορθότητα θεια

(Wahrheit),

(Richtigkeit)

και στην αλή­

και διαπιστώνει ότι πάμπολλες κρίσεις που

απασχολούν τη μορφική Λογική αφορούν την ορθότητα,

δηλαδή «τη μορφική συμφωνία της παράστασής μας με το περιεχόμενό

της,

όποια

και

αν

είναι

κατά

τα

άλλα

η

σύσταση αυτού του περιεχόμενου» 17 • Εάν αντίθετα μπορέ­

σουμε να συλλάβουμε το ίδιο το περιεχόμενο ενός πράγμα­ τος, δηλαδή την ταυτότητα του πράγματος με την έννοιά του,

τότε θα μπορέσουμε να εκφράσουμε την αλήθεια. Στο παράδειγμα που αναφέρθηκε, «Αυτό το τριαντά­ φυλλο

είναι

συμπτωματική

κόκκινο», σχέση

πρόκειται

υποκείμενου

για

-

μια

χαλαρή

και

κατηγορούμενου: το

κατηγορούμενο είναι συμπτωματικό, επειδή δεν είναι κάθε τριαντάφυλλο

(=

η έννοια «τριαντάφυλλο») κόκκινο· το

υποκείμενο είναι επίσης συμπτωματικό, γιατί το κόκκινο

χρώμα ( = η έννοια «κόκκινο») δεν ιδιάζει μόνο ~τα τριαντά­ φυλλα αλλά και σε μια πληθώρα άλλων πραγμάτων.

Έτσι η

κρίση δεν αποδίδει κάτι αληθινό ούτε για την έννοια «τρια­ ντάφυλλο» ούτε για την έννοια «κόκκινο». Για να εκφρα­ στεί η αλήθεια, χρειάζεται να συλληφθεί ένα πράγμα νοη­

τικά και άρα να αναχθεί στην περιοχή της ιδέας. Αυτό όμως δεν πρέπει να κατανοηθεί με το νόημα ότι η έννοια είναι κάτι που βρίσκεται έξω από το πράγμα και περιμένει από εμάς να συγκολληθεί και να συνυπάρξει μαζί του κάπου μέσα στο κεφάλι μας. Η έννοια είναι το ίδιο το πράγμα

ιδωμένο μέσα στη

δομική του πληρότητα, δηλαδή

μέσα

στην καθολική του σχέση προς τον εαυτό του και προς τα άλλα.

17.

22

Δες

Enzyklopadie § 172

προσθήκη.


Από τα παραπάνω προκύπτει: Ο Χέγκελ δεν ζητά να απορρίψει τον παραδοσιακό ορισμό της αλήθειας ως συμ­ φωνίας, αλλά να τον αποκαταστήσει μέσα στην αλήθεια του. Μια βασική παρερμηνεία αυτού του ορισμού έγκειται στο ότι τα πράγματα ίσχυσαν ως κάτι τελειωμένο και αυθύ­

παρκτο, για την πραγματικότητα του οποίου δεν θεωρήθηκε απαραίτητη η νόηση· από μέρους της η νόηση ίσχυσε ως

κάτι ελλιπές, ως ολοκλήρωση του οποίου θεωρήθηκε η προσθήκη του απαραίτητου υλικού προς σκέψιν 18 •

Όμοια

και κατά την εκφορά μιας κρίσης θεωρήθηκε ότι συναρτώ­ νται δύο ανεξάρτητα και αυθύπαρκτα όντα, το υποκείμενο και το κατηγορούμενο· θεωρήθηκε ότι το υποκείμενο είναι κάποιο πράγμα ή κάποιος όρος που υφίσταται αντικειμε­ νικά, ενώ το κατηγορούμενο βρίσκεται κάπου έξω από το πράγμα, ίσως μέσα στην ανθρώπινη σκέψη, και. χρειάζεται μια ρητή συναρμολόγησή τους, που αποτελεί την κρίση 19 • Αλλά αυτές οι διχοτομήσεις πράγματος-νόησης ή υποκείμε­ νου-κατηγορούμενου

είναι

κατά

απαράδεκτες, και η ευρύτατη

τον Χέγκελ

οντολογικά

χρησιμοποίησή τους μέσα

στην παραδοσιακή Λογική οδηγούν στο βαρύτατο επακό­ λουθο

της

απώλειας

κάθε

προοπτικής

για

αλήθεια.

Ο

Χέγκελ αναδείχνεται έτσι πρωτοπόρος στην προσπάθεια για μια οντολογική θεμελίωση της μορφικής Λογικής πάνω στη βάση της πανάρχαιης σύλληψης της αλήθειας ως ταυτότη­ τας του Νοείν και του Είναι. Αν προχωρήσουμε πέρα από την κριτική που ασκείται

στον μονόπλευρα μορφικό και ελεγκτικό χαρακτήρα της Λογικής, το κλειδί για να κατανόησουμε τη χεγκελιανή

θεώρηση της αλήθειας, είναι η έννοια

(Begriff).

Σε αντίθεση

προς τη μορφική Λογική, η οποία μελετά τις κρίσεις και τους συλλογισμούς ως αυθύπαρκτα κεφάλαια, ο Χέγκελ τα εντάσσει στη «διδασκαλία περί της έννοιας», η οποία απο­ τελεί το τρίτο και τελευταίο μέρος της Λογικής του 20 • Το

18. 19. 20.

Δες

Logik

Ι, σελ.

37. § 166 Σημ. Enzyk1opiίdie §§ 160-244.

Δες Enzyk1opiίdie

Δες

23


iB

φαιvομεvο

~

ι

σχέση

{όλο και μέρη (135) (135)

""

δύναμη και εξωτερίκευσή της (136)

εσωτερικό - εξωτερικό (138)

"3 ::ι::

πραγματικότητα

- συμ6ε6ηκός (150) {υπόσταση αιτία- αποτέλεσμα (153) αλληλεπίδραση (δράση- αντίδραση)

η έννοια σαν τέτοια (163)

{

(155)

γενικότητα (163) μερικότητα (163) ατομικότητα (163)

ποιοτική κρίση (172) , (166) (

υποκειμενική έννοια

κριση

(172) { θετική αρνητική (172)

, , ι

κρίση ανασκό ηση tατομική (174-5) (174) π

ταυτολογική

(173) κρίση αναγκαιότητας {κατηγορι~ή (177) (177) υποθετικη (177) διαζευκτική (177)

κρίση της έννοιας {οεοαιωτική (~78) (178)

πρd:ιτο σχήμα (183) ποιοτικος συλλογισμος δεύτερο σχη' μα (1 85 )

συλλογισμός (181)

έννοια

" i)ι>ν<ομός (183)

το αντικείμενο, ή {, η αντικειμεν. έννοια

η ιδέα

Σημ.:

,

μηχανισμος (195)

. (2ΟΟ)

χημισμος

""~

, , τριτο σχημ~ (18;)

ανασκόπησης "" ( 1 9Ο)

προοληματικη αποδεικτική

, συλλ?Υισμος

""'"" συλλογισμ~ς ""'""" επαγωχης """"'""'"" I191 συλλογισμος αναλογιας

{μορφικός (195),

δια,Φοροποιημενος (196)

τελεολογία (204)

απολυτος (197)

ζωντανό · ον (218) · (219 ) ζωη· (216 ) { πορε~α του γενους { παιδι (220) ξεκίνημα (238) απόλυτη ιδέα (236) { πρόοδος (239) τέλος (242)

ς μερική (175) γενική (175)

γνωρι ει ν

t

(223 )

Σε παρένθεση παρουσιάζεται ο αριθμός της παραγράφου, όπου εκτίθεται η κάθε έννοια.

(179) (179) ,

,{ι"""'"" κατηγορικος

υποθετικός

{υ~οκειμενικός σκοπός (207) μεσο (208) , , πραγματωμενος σκοπος (209-11)

' το γνωρι'ζ ει ν σαν τετοιοτο αλη θ ινο' (226-31 ) η θέληση -το καλό (233-4)


ΣΧΕΔΙΑΙ'ΡΑΜΜΑ ΠΙΣ ΧΕΓΚΕΛΙΑΝΗΣ ΛΟΠΚΗΣ Είναι (84)

{ Είναι(86) μηδέν (87) γίγνεσθαι (88)

ποιότητα

προσδιορισμένο-Είναι

(89)

(92) { πεπερασμένο μετα6λητό (92)

{κaτι(90) όριο (92) αληθινό απέραντο

(95)

κακή απεραντοσύνη

(94)

Ενα(96)

δι'-εαυτό-Είναι (96)

{πολλa (97) απώθηση-έλξη

(98)

{συνεχές και διακεκριμένο μέγεθος (100) καθαρή ποσότητα (99)

καθαρή ποσότητα (99)

Είναι

περιορισμός της ποσότητας {100-1)

ποσότητα

{πλήθος και ενότητα (102) ποσόν (101)

ποσόν

(101)

αριθμός {102) 6αθμός (103)

(103) {6αθμός απέραντη ποσοτική πρόοδος (104) ποσοτική σχέση

(105)

ειδικό ποσόν (108)

μέτρο

{ αμετρία (109)

απεραντοσύνη μέτρου

(109)

κατηγορίες της ανασκόπησης (115) ουσία ως θεμέλιο της ύπαρξης

;>

-~

s ;>

ουοlα

αυτότητα (115) {διαφορετικότητα (117)

διαφορa

ομοιότητα-ανομοιότητα (117)

θεμέλιο

αντίθεση (αρνητικό-θετικό)

(116) (121)

και οι ιδιότητές του (125) {τοτο πρaγμα πρaγμα και οι ύλες (126) ύλη και μορφή

5

-F

(123)

πρaγμα (125)

:ο

χ

ύπαρξη

t

ί:~::s:~~.~:a~~~~~~:::v,~J3;~)

(128-9)

(119)


πώς κρίνουμε και συλλογιζόμαστε, μπορεί λοιπόν κατά τον

Χέγκελ να κατανοηθεί, μόνο εφόσον τεθεί ως θεμέλιο αυτή η ευρύτητα περιεχόμενου που είναι η έννοια.

Όσον αφορά το πρόβλημα της αλήθειας ο Χέγκελ κάνει την εξής διαπίστωση: αλήθεια και ψεύδος δεν πρωτοϋ­ πάρχει στις κρίσεις ή στους συλλογισμούς, αλλά υπάρχει ήδη στην έννοια. Ο πρωταρχικός τόπος της αλήθειας είναι

η έννοια. Τούτο διαπιστώνεται και από τις καθημερινές μας κουβέντες:

χαρακτηρίζουμε

π.χ.

αληθινό

ένα

Φίλο

μας,

επειδή οι πράξεις του είναι σύμμετρες προς την έννοια της φιλίας ένα έργο τέχνης χαρακτηρίζεται ως αληθινό, επειδή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της τέχνης 21 • αντίθετα αυτά

τα όντα χαρακτηρίζονται ως κίβδηλα και ψευδή, όταν παρα­ τηρείται μια διάσταση ανάμεσα στην ύπαρξή τους και στην

.έννοιά τους. Αυτό σημαίνει ότι η λεκτική διατύπωση της αλήθειας ή του ψεύδους εξαρτάται από την οντολογική εγγύ­ τητα των πραγμάτων στην έννοιά τους

-

και όχι αντί­

στροφα. Η έννοια είναι κατά τον Χέγκελ η κατορθωμένη αυτοα­

νάπτυξη ενός φαινόμενου από τη δυνατότητα στην πραγμα­ τικότητα. τί θα πει ετούτο; Θα πει κατ' αρχήν, ότι ο Χέγκελ

βλέπει την έννοια μέσα σε μια εξελικτική («διαλεκτίκή») διαδικασία και όχι ως κάτι στατικό και τελεσίδικο· η επί­ τευξη της έννοιας είναι ένα προχωρημένο στάδιο, που προϋ­

ποθέτει ως πρωτύτερα τα στάδια του Είναι και της ουσίας. Έτσι προκύπτει ο εξής θεμελιώδης ορισμός: «Η έννοια είναι

...

η αλήθεια του Είναι και της ουσίας» 22 • Σ' αυτό τον

ορισμό το Είναι παίζει τον ρόλο της αμεσότητας, η ουσία τον ρόλο της μεσολάΒησης

όταν η

αμεσότητα ως θέση

ενοποιείται με τη μεσολάβηση ως αντίθεση, προκύπτει η

έννοια ως ενότriτά τους, μέσα στην οποία αυτές διατηρού­ νται ανηρημένες. Αφετέρου δεν πρόκειται για δύο aυθύπαρ­ κτες οντότητες που κατορθώνουν να συμπέσουν, ή να Φανε-

21. 22.

26

Δες Enzyk1opiίdie Δες Enzyk1opiίdie

§ 24, προσθήκη 2. § 159.


ρωθεί η μία μέσω της άλλης. Μέσα στη σφαίρα της έννοιας

δεν μπορεί πια να γίνει λόγος για μετάβαση από κάτι σε κάτι άλλο ή για φανέρωση μέσα σε κάτι άλλο· έτσι ο Χέγκελ μιλά για αυτοανάπτυξη. Για να καταστήσει χειροπια­ στή αυτή την αυτοανάπτυξη, δεν διστάζει να αναφερθεί στην οργανική ζωή, όπου ένα φυτό αναπτύσσεται από τον σπόρο του· μέσα στον σπόρο περιέχεται δυνάμει ολόκληρο

το φυτό, και όχι μόνο κάποια από τα μέρη του· αλλά αυτά τα μέρη (π.χ.

οι ρίζες, τα Φύλλα, τα άνθη, οι καρποί) δεν

υπάρχουν μέσα στον σπόρο ενεργείq., αλλά δυνάμει, δηλαδή ιδεατά 23 . Πιστός στην aριστοτελική Οντολογία ο Χέγκελ αποδέχεται ότι η τελειότητα και η πληρότητα («έντελέ­ χεια») είναι οντολογικά πρωτύτερη, δηλαδή θεμελιωτική της δυνατότητας των πραγμάτων· με την παραπάνω παρατι­ θέμενη διατύπωση του Χέγκελ: η έννοια αποτελεί την αλή­ θεια των άμεσων όντων και των ουσιωδών (=έμμεσων) χαρα­ κτηριστικών τους 24 •

4.

Η δομή του χεγκελιανού συστήματος και ειδικότερα της Λογικής Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που δόθηκαν παραπάνω, η

διαλεκτική χεγκελιανή μέθοδος δεν είναι απλώς ένα εργα­ λείο, που μπορεί να χρησιμεύσει στον σκεπτόμενο άνθρωπο ως υποκειμενικός τρόπος εξήγησης της αντικειμενικότητας,

αλλά είναι η οδός μέσα στην οποία κινούνται τα πάντα, άσχετα από τις υποκειμενικές μας θέσεις και προϋποθέσεις.

Εντρυφώντας όλο και περισσότερο στη διαλεκτική του Χέγκελ διαπιστώνει κανείς, ότι ακόμα και ο όρος «κίνηση» είναι ανεπιτυχής ως χαρακτηρισμός της, γιατί σε τελική

23. Δες Enzyklopadie § 161 προσθήκη. 24. Για το ότι η αλήθεια σε ένα ακόμα πιο προχωρημένο στιiδιο ταυτίζεται με την ιδέα, η οποία αποτελεί το τρίτο και τελικό στάδιο της έννοιας, δες

Enzyklopadie § 213

Σημ.

27


ανάλυση δεν πρόκειται για μια μετάΒαση σε κάτι ολοένα διαφορετικό, αλλά για ανάπτυξη ενός και του αυτού πράγμα­

τος, αυτού που είναι η έννοια των πραγμάτων. Η «οδός» την οποία ακολουθεί ο Χέγκελ, δεν είναι άλλο από μια καινοτό­ μος απάντηση στην πεποίθηση που κατέθεταν οι Προσω­ κρατικοί, όταν διαβεβαίωναν ότι «εν τό πάν»: η αχανής πολλαπλότητα των όντων οφείλει να αναχθεί σε μια συνθε­

τική ενότητα. Οι ακραίες θέσεις, στις οποίες είχαν οδηγηθεί οι πριν από τον Χέγκελ φιλόσοφοι, δεν μπορούσαν να τον ικανοποιήσουν:

ο

πλουραλισμός

και

ο

υλισμός

έδωσαν

έμφαση στην πολλαπλότητα, χωρίς να πετύχουν μια εύλογη γεφύρωσή της με την ενότητα· αντίθετα ο πανθεϊσμός και ο μυστικισμός έδωσαν έμφαση στην ενότητα, παραμερίζοντας την οφθαλμοφανή πολλαπλότητα. Ισχυριζόμενος τη σύνθεση των αντιθέτων ο Χέγκελ παρέχει δικαίωση τόσο στη συνθε­ τική ενότητα όσο και στη διαφορετικότητα των αντιθέτων. Σύμφωνα με αυτές τις προϋποθέσεις η Φιλοσοφία διεκ­ δικεί κατά τον Χέγκελ τη γνώση των πάντων, κατά το μέτρο που αυτά ανάγονται σε μια ενιαία συνθετική θεώρηση, που αποτελεί σύστημα. Ακριβώς κατά το μέτρο που τα διαφορε­ τικά συγκροτούνται σε μια ενότητα, συγκεκριμενοποιούνται.

Αυτό που προκύπτει τελικά ως οντολογικά Πρώτο, το Από­ λυτο,

χαρακτηρίζεται

από

μια

αέναη

αυτοσυγκέντρωση

μέσα στην ενότητα και πληρότητα του εαυτού του. Κατ'

αντίστοιχο τρόπο και τα μέρη της ΦιλοσοΦίας δεν είναι διάσπαρτα και ανεξάρτητα, αλλά αυτοσυγκεντρωνόμενα σε ένα πρώτο και έσχατο κέντρο· ο Χέγκελ μιλά για το Φιλοσο­ Φικό όλο ως ένα «κύκλο από κύκλους, καθένας από τους οποίους είναι ένα αναγκαίο στάδιο» 25 • Για να χαρακτηρίσει τόσο το φιλοσοφικό όλο όσο και τα μέρη του ο Χέγκελ προσφεύγει σε ελληνικούς όρους:

Συναnοτελούμενο από

ομόκεντρους κύκλους το φιλοσοφικό όλο είναι εγκυκλοπαί­

δεια

(Enzyklopadie),

της οποίας κάθε επιμέρους κύκλος δια­

σπά τα περιορισμένα του όρια και ανάγεται σε μια καθολι-

25. Enzyklopiidie § 15.

28


κότερη περιοχή, την οποία ο Χέγκελ δεν διστάζει να χαρα­

κτηρίσει ως «σΦαίρα» ΦιλοσοΦικό νόημα

(Sphare),

μια λέξη με βαρυσήμαντο

ριζωμένο στην ποιητική

τέχνη ενός

Παρμενίδη και ενός Εμπεδοκλή26.

Το ενιαίο χεγκελιανό σύστημα διασπάται διαλεκτικά σε τριάδες. Οι τρεις θεμέλιοι λίθοι που συγκροτούν την ολό­ τητα είναι: λόγος- Φύση- πνεύμα. Οι αντίστοιχες φιλοσοφι­ κές περιοχές ονομάζονται: επιστήμη της Λογικής, Φιλοσο­

Φία της Φύσης, ΦιλοσοΦία του πνεύματος2 7 • Ο Χέγκελ δεν παραλείπει να τονίσει ότι η ιδέα δεν αποτελεί ένα επιμέρους αντικείμενο που μπορεί να ανατεθεί στη δικαιοδοσία μιας

από αυτές τις περιοχές, αλλά διαπερνά και τις τρεις ως αρχικό και τελικό κέντρο. Είναι επίσης σαφές ότι ανάμεσα

σ' αυτές τις περιοχές διεξάγεται μια διαλεκτική κίνηση, που οδηγεί κατ' ανάγκην από την πρώτη στη δεύτερη και από τη δεύτερη στην τρίτη με τάση για ολοένα περισσότερη συγκε­ κριμενοποίηση και εσωτερικό εμπλουτισμό. Σ' αυτό δεν αντιφάσκει το γεγονός ότι ήδη η πρώτη από αυτές τις φιλοσοφικές περιοχές, η επιστήμη της Λογικής 28 ,

είναι ικανή να μας οδηγήσει έως την απόλυτη ιδέα. Τούτο γιατί αυτή η φιλοσοφική περιοχή έχει να κάνει με την ιδέα σε καθαρή μορφή, δηλαδή απ' αρχής μέχρι τέλους διεξάγε­ ται έξω από την καθημερινή εμπειρία, με μόνο εφόδιο την

26. Δες Παρμενίδη απόσπ. Β 8,43 και Εμπεδοκλή απόσπ. - Kranz). 27. Δες Enzyklopadie § 18. 28. Ο χεγκελιανός όρος «επιστήμη» (Wissenschaft) δεν

Β

27-9 (Diels

συμπίπτει με

αυτό που καταλαβαίνουμε σήμερα όταν μιλάμε για θετικές ή θεωρητικές επιστήμες, για φυσικο-μαθηματικές ή κοινωνικές επιστήμες. Ο όρος είναι πολύ ευρύτερος,

γιατί συμπεριλαμβάνει τα πάντα ως αντικείμενο της

επιστήμης, αλλά πάντοτε κάτω από εκείνο το ΦιλοσοΦικό βλέμμα, που

κατορθώνει να ανάγει την πληθώρα των πάντων σε ενότητα. Ο τίτλος του παρόντος βιβλίου, Η επιστήμη της Λογικής, πρέπει λοιπόν να κατανοηθεί

με ένα ιδιότυπο νόημα που να προσεγγίζει κάπως αυτό που θα ονομάζαμε: ΦιλοσοΦία της Λογικής (δηλαδή φιλοσόφηση πάνω στη μορφική Λογική, έτσι ώστε να αποκαλυφθούν τα οντολογικά της θεμέλια), όπως μιλάμε για ΦιλοσοΦία των Μαθηματικών ή της Φυσικής.

29


καθαρή νόηση. Αυτό είναι αφενός πλεονέκτημα, εφόσον η επιστήμη της Λογικής είναι επαρκέστατη για την επίτευξη του Αληθινού και Απόλυτου, αφετέρου αποτελεί μειονέ­ κτημα, εφόσον η νόηση εκπροσωπεί μια αφαιρετική ικανό­

τητα που δεν διατίθεται για μια εμπέδωση στο πεδίο της

ψύσης και για μια τελική πνευματική αναδίπλωση μετά από την αυτοεξωτερίκευση στη Φύση. Η επιστήμη της Λογικής εργάζεται με το αφηρημένο εργαλείο της νόησης, χωρίς όμως να παραμένει κατ' ανά­ γκην αφηρημένη. Ξεκινά από έναν εντελώς απροσδιόριστο

όρο, που είναι το καθαρό Είναι, αλλά δεν παραμένει σ' αυτόν. Κάθε περαιτέρω βήμα διαλεκτικής προόδου τείνει

όλο και περισσότερο προς κάτι προσδιορισμένο, έτσι ώστε το τελευταίο τμήμα της Λογικής ασχολείται με κάτι έσχατα προσδιορισμένο: με την ιδέα. Αυτό εκφράζει ο Χέγκελ, όταν λέει ότι όλες οι Λογικές κατηγορίες, που τέθηκαν μέσα στη διαλεκτική πορεία και αναιρέθηκαν, συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ιδέα ως ανηρημένες και της παρέχουν μια πληρό­ τητα περιεχομένου 29 •

Όλοι οι Λογικοί όροι είναι κατά τον

Χέγκελ περιγραφές του Απόλυτου.

Έτσι π.χ. διαβεβαιωνό­

μαστε αρχικά ότι το Απόλυτο είναι το Είναι 30 , κατόπιν ότι είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων 31 , κατόπιν ότι είναι η

ουσία 32 κτλ. Με αυτόν τον συνεχώς ανανεωνόμενο ορισμό ο Χέγκελ δεν θέλει να δώσει ένα πλουραλιστικό χαρακτήρα, αλλά να δηλ~σει ότι όλοι αυτοί οι όροι είναι έγκυροι, αλλά μονόπλευροι και περιορισμένοι· παρέχουν ένα λιγότερο ή περισσότερο αφηρημένο ορισμό του Απόλυτου, γιατί μόνο

ο τελευταίος όρος, η απόλυτη ιδέα, περιέχει ένα ολόπλευρο και άρα πλήρη προσδιορισμό

(Bestimmtheit).

Αλλά οι Λογικοί όροι δεν ορίζουν μόνο το Απόλυτο. Μπορούν εξίσου ορθά να αποδοθούν και στα πράγματα του

29. 30. 31. 32.

30

Δες Enzyklopiίdie

§ 237 προσθήκη. § 86 Σημ. Enzyklopiίdie § 107 προσθήκη. Enzyklopadie § 112 Σημ.

Δες Enzyklopiίdie Δες

Δες


κοσμου μας, τόσο μέσα στη γενικότητά τους όσο και μέσα σε εξαιρετικά εξατομικευμένο χαρακτήρα.

Έτσι π. χ. για ένα

τραπέζι μπορούμε να πούμε ότι είναι καφετί

-

αποδώσουμε την κατηγορία «Είναι»

-

και έτσι να του

ή ότι δεν είναι καφετί

-και έτσι να του αποδώσουμε την κατηγορία «μη-Είναι»(= «μηδέν»)· μπορούμε ακόμα να πούμε ότι γίνεται από τον ξυλουργό ή ότι έχει την τάδε ποιότητα κτλ. Ακόμα και οι ανώτερες και πιο ιδεατές κατηγορίες, π.χ.

η

μορφή, το

περιεχόμενο, η αιτία ή ο σκοπός, μπορούν να αποδοθούν σε καθημερινής χρήσης πράγματα. Αλλά και αντίστροφα: αυτά τα

πράγματα,

που

συναπαρτίζουν

τον

καθημερινό

μας

κόσμο, είναι μοpφές και παραδείγματα του Απόλυτου, και είναι ένα σίγουρο

μέλημα της χεγκελιανής Λογικής να

καταδείξει το μερίδιό τους στην απόλυτη ιδέα 33 • Πέρα από

τη διάκριση μεταξύ πεπερασμένων και aπέραντων, μεταξύ σχετικών και απόλυτων όντων, η Λογική επιδείχνει την ενότητά τους μέσα στην ιδέα. Οι τρεις θεμέλιοι λίθοι της καθολικής φιλοσοφικής επιστήμης: λόγος

-

Φύση

-

πνεύμα

(που συμπεριλαμβάνουν: α) οτιδήποτε λέμε και σκεπτόμαστε

για τα πράγματα,

6)

τα ίδια τα Φύσει όντα μαζί με τους

νόμους που τα διέπουν, και γ) τις πνευματικά καθορισμένες υπάρξεις, πράξεις, θεσμίσεις και εκδηλώσεις) ενοποιούνται κάτω από την κατ' εξοχήν πραγματικότητα που είναι η ιδέα. Η Λογική πορεία προς το Απόλυτο 34 διεξάγεται μέσα σε

33.

Γι' αυτό δεν πιστεύω ότι αποτελεί παρακινδυνευμένη εκλαίκευση

αυτό που κάνω συχνά στα σχόλια, με τα οποία συνοδεύω τις παραγράφους της Λογικής: δίνω παραδείγματα από το καθημερινό μας περιβάλλον διαφωτιστικά ακόμα και των πιο αφηρημένων εννοιών και Λογικών σχέ­ σεων. Ο ίδιος ο Χέγκελ δεν διστάζει να δίνει τέτοια παραδείγματα σε πάμπολλες περιπτώσεις. Κι εντούτοις ο αναγνώστης οφείλει να στέκεται πάντα επιφυλακτικός απέναντι σε τέτοια παραδείγματα από τον πεπερα­ σμένο κόσμο που μας περιβάλλει, γιατί αυτά αποκρύβουν τη σημαντικό­ τερη πλευρά των Λογικών όρων: ότι πρόκειται προπάντων για κατηγορίες

του Απέραντου και Απόλυτου.

34.

Η χεγκελιανή Εγκυκλοπαίδεια ξεκινά τη Λογική στην

§ 84,

που

σημαίνει ότι όλες οι προηγούμενες παράγραφοι αποτελούν μια προετοιμα-

31


τρεις σφαίρες: τη σφαίρα του Είναι, της ουσίας και της έννοιας, οι οποίες με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται από

περαιτέρω διαλεκτικές υποδιαιρέσεις. Είναι φανερό ότι η πρώτη σφαίρα εκπροσωπεί την περιοχή της άμεσης (π.χ.

αισθητηριακής) προσέγγισης, ακόμη αφηρημένης και μέσα σε κατάσταση δυνατότητας

η δεύτερη σφαίρα

(an sich),

εκπροσωπεί την περιοχή της διασκεπτικής αναδίπλωσης (fϋr

sich)

και άρα μιας συνειδητοποιημένης αντίθεσης στην

αμεσότητα, ενώ η τρίτη σφαίρα αποτελεί τη σύνθεση των

δύο προηγούμενων, σύνθεση αμεσότητας δυνατότητας

-

μεσολάβησης,

-

ενεργοποίησης, ταυτότητας

-

διαφοροποίη­

σης, και αναγωγή της αντιθετικότητας στη νέα αμεσότητα που είναι η έννοια και η ιδέα35 • σία τόσο για τη Λογική όσο και για το ευρύτερο φιλοσοφικό σύστημα του Χέγκελ. Μετά από μια γενική Εισαγωγή

(§§ 1-18)

που αναφέρεται στη

ΦιλοσοΦία όσον αφορά το ξεκίνημά της, τα περιεχόμενα και τη μέθοδό της, ακολουθεί μια εκτενέστατη Προκαταρκτική επισκόπηση (αποδίδω έτσι, κάπως ελεύθερα, τον τίτλο

Vorbegriff, §§ 19-83),

που περιλαμβάνει κυρίως

μια αντιπαράθεση προς προηγούμενους στοχαστές πάνω στο κεντρικό

πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στο Νοείν και στο Είναι (ο Χέγκελ το διατυπώνει

ως «διάφορες στάσεις που πήρε η

αντικειμενικότητα», δες

§ 25),

νόηση

απέναντι στην

καθώς και κάποια επισκόπηση της μεθόδου

και των περιεχομένων της Λογικής

(§§ 79-83).

Αυτά τα προκαταρκτικά

στοιχεία δεν είναι διόλου δευτερεύοντα για μια επαρκή προσέγγιση στο θέμα.

35.

Για όσους είναι εξοικειωμένοι με την υπερβασιακή Λογική της

Καντιανής Κριτ. τ. καθ. λογ., είναι σαφής η αντιστοιχία ανάμεσα σ' αυτή

τη Λογική και στις χεγκελιανές σφαίρες του Είναι και της ουσίας

-

σφαίρες τις οποίες ο Χέγκελ συνοψίζει κάτω από τον τίτλο «Αντικειμε­ νική Λογική», σε αντιπαράθεση προς την «Υποκειμενική Λογική» που είναι η σφαίρα της έννοιας. Πράγματι στα τέσσερα Καντιανά είδη κατηγο­

ριών (ποιότητα, ποσότητα, τροπικότητα και σχέση) αντιστοιχούν τα δύο βασικά χεγκελιανά στάδια του Είναι, η ποιότητα (δες

98)

και η ποσότητα

(§§ 99-106),

προπάντων την πραγματικότητα στις§§

141),

142-159

και τη σχέση στις§§

ενώ οι Καντιανές «έννοιες της ανασκόπησης»

απασχολούν τον Χέγκελ μέσα στο πρώτο στάδιο της

122 αλλά

και περιεχόμενο-μορφή στις§§

πλήρη ανάπτυξη του

32

Enzyklopadie §§ 86-

και δύο από τα στάδια της ουσίας (δες

133-4). Jean Theau 1981/82.

135(Reflexionsbegriffe) ουσίας (δες §§ 115-

Δες τη σχετική αν και όχι


τί μπορεί να καταλάβει ο αρχάριος αναγνώσ~ης προ­ σεγγίζοντας αυτούς τους τρεις όρους, που θεμελιώνουν τη χεγκελιανή Λογική: Είναι

-

ουσία

-

έννοια; Εκτός του ότι

πρόκειται για κάτι γενικό (και άρα κατά κανόνα αφηρη­

μένο), οι τρεις αυτές λέξεις είναι δυσνόητες όταν λαμβάνο­ νται ξέχωρα, επειδή παραπέμπουν σε κάτι άλλο, μέσω του οποίου γίνονται συνήθως κατανοητές: ακούγοντας τη λέξη «Είναι», περιμένουμε να ακούσουμε σε τί αναφέρεται, π.χ. «το Είναι του ανθρώπου», «το Είναι του Θεού»· παρόμοια και με τη λέξη «ουσία» (π.χ. «η ουσία των πραγμάτων», «η ουσία της ζωής») και ακόμα περισσότερο με την «έννοια»

(π.χ. «η έννοια της ελευθερίας», «η έννοια της ζωής»). Ο Χέγκελ χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις σαν να μπορούν να σταθούν αυθύπαρκτα, να εκπροσωπήσουν οντότητες που δεν χρειάζονται κάποια περαιτέρω αναφορά. Ποτέ δεν λέει ότι «η έννοια» είναι σε τελική ανάλυση «η έννοια του θεού» ή «η έννοια του Απόλυτου», γιατί έτσι έχει ήδη υποστασιο­ ποιηθεί. Είναι ωστόσο δικαιολογημένο, τουλάχιστο σε μια πρώτη προσέγγιση, να βάζουμε κατά νου μια τέτοια επεξή­ γηση, εάν δεν θέλουμε να πελαγοδρομήσουμε σε μια πλη­ θώρα λέξεων χωρίς νόημα. Αλλά μια ωριμότερη προσέγγιση μπορεί να προσφέρει την κατανόηση,

ότι δεν είναι ένα

πράγμα η ουσία και ένα άλλο ο θεός, ώστε να μιλάμε για την

«ουσία του θεού»· γιατί η ουσία ταυτίζεται με τον θεό· το ίδιο συμβαίνει με το Είναι και με την έννοια. Και ακόμα βαθύτερα χρειάζεται να κατανοηθεί, ότι το Είν(μ, η ουσία

και η έννοια αφενός ταυτίζονται, αφετέρου δεν ταυτίζονται με τον θεό· αφενός ταυτίζονται, αφετέρου δεν ταυτίζονται με

τον ίδιο τον εαυτό τους: γιατί αποτελούν στάδια (και μάλι­ στα αντιφατικά και αυτοαναιρούμενα) μέσα στην πορεία

προς το Απόλυτο.

33


5.

Η μεγάλη και η μικρή Λογική Ο

Georg Wilhe1m 'Friedήch Hege1 (1770-1831) εκδίδει 37 του χρόνια, το 1807, ένα από τα πιο βαθυστόχα­

ήδη στα

στα βιβλία της νεότερης εποχής, τη

πνεύματος 36 •

Φαινομενολογία του

Αυτό το νεανικό βιβλίο δεν στάθηκε ικανό να

προσφέρει μια άμεση αναγνώριση στη μεγαλοΦυία του συγ­ γραφέα και μια οριστική επαγγελματική του αποκατάσταση. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ο Χέγκελ αρχίζει να διδάσκει σε

ένα γυμνάσιο της Νυρεμβέργης, και θα χρειαστεί να περά­ σουν ακόμα οκτώ χρόνια για να καταλάβει μια έδρα Φιλο­ σοΦίας σε Πανεπιστήμιο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Νυρεμβέργη συγγράφει και εκδίδει σε τρεις τόμους την Επιστήμη της Λογικής 31 • Αυτό το εκτενές και νοηματικά δυσπρόσιτο

βιβλίο

αναφέρεται

συνήθως

ως

«μεγάλη

Λογική», και με αυτό τον τίτλο διακρίνεται από τη «μικρή Λογική», η οποία παρουσιάζεται μεταφρασμένη στον παρό­ ντα τόμο.

Πιεζόμενος από την ανάγκη, να εκθέσει στους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργηg με κάπως απλούστερο και περιεκτικότερο τρόπο τα διδάγματα της Λογικής του

αλλά και ολόκληρου του φιλοσοφικού του συστήματος, ο Χέγκελ εκδίδει το

1817 την Εγκυκλοπαίδεια

των φιλοσοφικών

επιστημών σε επιτομή. Εγχειρίδιο για τις παραδόσεις του 38 , σε

36.

Ο πλήρης τίτλος αυτού του βιβλίου έχει ως εξής: Σύστημα της

επιστήμης.

Πρώτο μέρος: Η Φαινομενολογία ϊου πνεύματος (System der Wissenschaft. Erster Theil, die Phiinomenologie des Geistes. Bamberg Wίirzburg 1807). Είναι Φανερό ότι ο Χέγκελ ενδιαφέρεται ήδη σ' αυτό το

βιβλίο για μια συστηματική παρουσίαση του στοχασμού του, ακριβέστερα: για μια ολοκλήρωση ενός φιλοσοφικού συστήματος συμπεριληπτικού ολόκληρης της φιλοσοφικής επιστήμης.

37. Wissenschaft der Logik.

Αυτό το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη:

την αντικειμενική Λογική, που εκδίδεται στη Νυρεμβέργη σε δύο τόμους

κατά τα έτη

1812-13, 1816.

και την υποκειμενική Λογική, που εκδίδεται στη

Νυρεμβέργη το

38. Encyklopiidίe der phίlosophίschen Wissenschaften ίm Grundrisse.

34


XVI +288 σελίδες, που υποδιαιρείται σε τρία μέρη: Επιστήμη της Λογικής (σελ. 1-126), ΦιλοσοΦία της Φύσης (σελ. 127204), και ΦιλοσοΦία του πνεύματος (σελ. 205-288)39 • Αυτό το βιβλίο επανεκδίδεται άλλες δύο φορές από τον συγγραφέα

του, κάθε φορά με ευρείες επεκτάσεις και αλλαγές.

Έτσι η

δεύτερη έκδοση

(1827) φτάνει στις XLII +534 σελίδες, και η (1830, άρα ένα χρόνο πριν από τον θάνατο του Χέγκελ) φτάνει στις LVIII +600 σελίδες. Η τρίτη ετούτη έκδοση αποτελείται από 577 παραγράφους οι πρώτες παρά­ γραφοι, §§1-244, αφιερωμένες στην «επιστήμη της Λογι­ τρίτη έκδοση

κής», αποτέλεσαν το κείμενο όπου στηρίχτηκε η παρούσα ελληνική μετάφραση. Ανάμεσα στις τρεις πρώτες εκδόσεις της Εγκυκλοπαί­

δειας υπάρχουν μέσα στο γερμανικό κείμενο κάποιες διαφο­

ρές, τις οποίες θεώρησα καλό να αναφέρω κατ' επιλογήν. Αλλά η πιο σημαντική διαφορά αυτών των εκδόσεων, βρί­

σκεται στις Σημειώσεις

(Anmerkungen),

που ο Χέγκελ πρό­

σθεσε και διαφοροποίησε από το κυρίως κείμενο εκδίδοντάς τις με αυξημένο το αριστερό περιθώριο. Τηρώντας αυτή την

ιδιομορφία του χεγκελιανού βιβλίου παρουσιάζω και την ελληνική μετάφραση με παρόμοια διαφοροποίηση. Αυτές οι Σημειώσεις δεν πρέπει να συγχέονται με τις λιγοστές υπο-

Zum Gebrauch seiner Vorlesungen, Heidelberg 1817.

Πρέπει να σημειωθεί

ότι και παλαιότερα, ως δdσκαλος στη Νυρεμβέργη, ο Χέγκελ είχε γρdψει μια μικρή «Εγκυκλοπαίδεια» για χρήση των μαθητών της ανώτερης γυμνα­

σιακής τά.ξης, καθώς και σχολικd εγχειρίδια Λογικής, δες

(Suhrkamp), Bd. 4. 39. Η Εγκυκλοπαίδεια

Hegels Werke

των φιλοσοφικών επιστημών είναι ένα καλό

ξεκίνημα για τον αρχdριο μελετητή της ΦιλοσοΦίας του Χέγκελ. Στην τελευταία μορφή, από όπου μεταφριiζω εδώ, η Εγκυκλοπαίδεια προσφέρε­

ται μdλιστα για μύηση του σπουδαστή

στο χεγκελιανό φιλοσοφικό

σύστημα στην πιο ώριμη μορφή του, έτσι καθώς ο Χέγκελ το παρέδιδε στους φοιτητές του έως τα τελευταία χρόνια της ζωής του ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Για μια καθοδήγηση του αρχdριου

μελετητή στον χεγκελιανό στοχασμό μπορεί να χρησιμεύσει το dρθρο του

Andre Uonard: "Comment lire Hegel? Considerations speculatives et pratiques" (1972).

35


σημειώσεις του Χέγκελ (δες στις

§§7, 60, 71, 76, 77

και

140),

τις οποίες παρουσιάζω με μικρότερα γράμματα και με ένα αστερίσκο

(*),

και ούτε βέβαια με τις σχολιαστικές υποση­

μειώσεις του μεταφραστή (που παρουσιάζονται επίσης με μικρότερα γράμματα).

Μετά τον θάνατο του Χέγκελ μερικοί γερμανοί εκδότες της Εγκυκλοπαίδειας θεώρησαν καλό να επισυνάψουν στο κείμενο τις προφορικές προσθήκες

(Zusatze)

που κατέγραψαν

κάποιοι φοιτητές, όταν ο Χέγκελ δίδασκε στο Πανεπιστή­

μιο. Για να μην επέλθει σύrχυση, προτίμησα να κάνω μόνο μια επιλογή από αυτές τις προφορικές προσθήκες (κυρίως με

αποσπάσματα που θεώρησα βοηθητικά για την πληρέστερη κατανόηση του κειμένου), και να τις προσφέρω μαζί με τα σχόλιά μου, αναφέροντας πάντα ότι πρόκειται για τέτοιου είδους προσθήκη.

Τα σχόλια του μεταφραστή, που παρουσιάζονται κάτω από το χεγκελιανό κείμενο με μικρότερα γράμματα, έχουν

κυρίως χαρακτήρα βοηθητικό για μια επαρκέστερη κατανό­ ηση του κειμένου. Στις πρώτες παραγράφους του βιβλίου, όπου το κείμενο είναι σχετικά ευνόητο, προτίμησα να προ­

σφέρω μόνο μια περίληψη κάθε παραγράφου, και όσες άλλες πληροφορίες ή παραπομπές μπορούν να σταθούν χρήσιμες. Αλλά στις

πιο

δύσκολες

παραγράφους αναγκάστηκα να

επεκταθώ σε μια ανάλυση των νοημάτων, που συχνά υπερβαί­ νει το μέγεθος του χεγκελιανού κειμένου. Οφείλω εδώ να ειδοποιήσω τον αναγνώστη, ότι ο Χέγκελ είναι γενικά ένας δυσνόητος συγγραφέας, και μολονότι η Εγκυκλοπαίδεια έχει γραφτεί ως βοήθημα για τους νεαρούς σπουδαστές, πρόκει­ ται τελικά για ένα δύσκολο κείμενο, γραμμένο ελλειπτικά

και φορτωμένο με αφηρημένες και περίπλοκες εκφράσεις, έτσι ώστε μια επεξηγηματική ανάλυση μπορεί να αποβεί ένας απαραίτητος βοηθός στην κατανόηση. Στη σχολια­

στική μου εργασία βοηθήθηκα κυρίως από τα σχόλια του

Andre Leonard 1974 και του Bernhard Lakebrink 1979 και 1985. Πρέπει να πω ότι αυτά τα κατατοπιστικά βοηθήματα πάσχουν από ένα σχοινοτενές ύφος, που τα καθιστά υπερβο-

36


λικά εκτενή (το βιβλίο του Α.

Leonard εκτείνεται σε 622 Lakebrink σε 453 + 358

σελίδες και το δίτομο βιβλίο του Β.

σελίδες), και τα νοήματά τους δεν είναι πάντα αρκετά σαφή. Πιστεύω ότι σε ένα μεγάλο βαθμό ξεπέρασα αυτούς τους σκόπελους. Αφετέρου αυτά τα βιβλία προσφέρουν σε πολλά σημεία μια διασύνδεση των νοημάτων με το κείμενο της μεγάλης Λογικής, κάτι που αποτελεί μια εξαιρετικά διαφωτι­ στική προέκταση- με την οποία όμως δεν θεώρησα καλό να επιβαρύνω τα δικά μου σχόλια 40 .

6.

Η παρούσα μετάφραση Δεν είναι η πρώτη φορά που το παρόν έργο του Χέγκελ

μεταφράζεται σε ελληνική γλώσσα.

Έχει προηγηθεί η μετα­

φραστική εργασία του Παύλου Γρατσιάτου 41 , που στάθηκε αναντικατάστατο βοήθημα της μετάφρασής μου. Ο Γρατσιά­ τος βασίστηκε στη γερμανική έκδοση του

1830,

κι έχει

λάβει υπόψη του τόσο στη μετάφραση όσο και στα σχόλια την αντίστοιχη εργασία του

Auguste Vera (1874).

Όσο και

αν είναι εκπληκτικό, αυτή η μεταφραστική εργασία αποτε­ λεί εδώ και πολλές δεκαετίες το μοναδικό βιβλίο, που μπο­ ρεί να προσφέρει στα ελληνικά μια αξιοπρεπή προσέγγιση σε πρωτότυπο κείμενο του Χέγκελ 42 • Και μολονότι πρόκειται

40.

Ακόμα και βιβλία που θέλουν να δώσουν μια ευρύτερη εικόνα του

χεγκελιανού στοχασμού (δηλ. τόσο της «μεγάλης» όσο και της «μικρής» Λογικής), όπως είναι π.χ. τα έργα των

19552

και Ε.Ε.

Harris 1983,

G.R.G. Mure 1950, W.T. Stage

αντλούν τα πλείστα στοιχεία και τη βασική

δομή από τη «μικρή Λογική» της Εγκυκλοπαίδειας, επειδή εδώ οι έννοιες παρέχονται πιο συνοπτικά και ευνόητα. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τον μελετητή από το μέλημα μιας επανειλημμένης αναδρομής στο τρίτομο «μεγάλο» έργο των ετών

41. 1915. 42.

1812-16.

Γ.Γ. Εγέλου: Λογική Η

«μικρή

Μετάφρασις Παύλου Γρατσιάτου, Αθήναι

Λογική» του Χέγκελ έχει εμφανιστεί

εκδόσεις Αναγνωστίδη σε μετάφραση Α.

και από τις

Βαγενά, αλλά είναι τόση η

37


για μια αξιόλογη προσπάθεια, αυτή η μετάφραση πάσχει από μια πληθώρα αυθαιρεσιών και ελαττωμάτων, που καθι­ στούν αναγκαία μια καινούρια προσπάθεια. Με τη δικαιολο­ γία ότι πρόκειται για «γενική εισαγωγή εις την φιλοσο­

Φίαν» ο Γρατσιάτος παραλείπει τις πρώτες δεκαοκτώ παρα­ γράφους

(§§ 1-18)·

ευσταθεί· ειδικά η

αλλά αυτή η δικαιολογία μόνο ενμέρει

§18

κάνει ρητή αναφορά στη Λογική και

διασαφεί τη θέση της μέσα στο όλο ΦιλοσοΦικό σύστημα του Χέγκελ 43 • Επιπλέον ο Γρατσιάτος πολύ συχνά συγχέει τις Σημειώσεις του Χέγκελ (που παρουσιάζονται με αυξη­ μένο το αριστερό περιθώριο) με τις προφορικές προσθήκες,

εμφανίζοντας άλλοτε τις πρώτες και άλλοτε τις δεύτερες με μικρότερα γράμματα και με τους παραπλανητικούς τίτλους «Παρατήρησις» ή «Σχόλιον». Σε πολλά σημεία παραλείπει ολόκληρες προτάσεις ή και παραγράφους τόσο από το κεί­ μενο του Χέγκελ όσο και από τις προφορικές προσθήκες, χωρίς καν να δικαιολογεί ή έστω να γνωστοποιεί αυτή την παράλειψη. Προσθέτει δικούς του τίτλους σε κάποια χωρία, αντικαθιστά κάποια χωρία με δικές του περιλήψεις, προσθέ­ τει δικά του σχόλια

-

χωρίς να δηλώνει με σαφήνεια ότι

πρόκειται για τέτοιες προσθήκες. Η μετάφρασή του πάσχει

προχειρότητα αυτού του βιβλίου αυτού του εκδότη

-

καθώς και των υπόλοιπων προϊόντων

ώστε καθιστά περιττό κάθε σχόλιο. Η μοναδική

-

ευσυνείδητη ελληνική μετάφραση χεγκελιανού βιβλίου, που έχω υπόψη

μου, είναι η

δίτομη

ΦιλοσοΦία της ιστορίας, σε

μετάφραση

Αιμιλίας

Μανούση, που εκδόθηκε από τη «Νεφέλη» το

1980-1·

σημειώσεις

των πανεπιστημιακών του

του Χέγκελ προς υποβοήθηση

παραδόσεων και όχι για πρωτότυπο βιβλίο του.

-

πρόκειται όμως για

Η ειρωνία είναι ότι έχει

αρχίσει να γράφεται η ιστορία της επίδρασης του Χέγκελ πάνω στον νεοελληνικό στοχασμό, ενώ μαραζώνει η από πρώτο χέρι επίδραση· δες τα

εξαιρετικά κατατοπιστικά κείμενα του Π. Νούτσου

Apostolopoulou 1986. 43. οφείλω εδώ

1981

και της

G.

να επισημάνω ότι και η δική μου μεταφραστική

εργασία βαρύνεται από μια παράλειψη: ο Χέγκελ έχει επισυνάψει στην

Εγκυκλοπαίδεια τρεις προλόγους, έναν σε κάθε μία από τις τρεις εκδόσεις

(1817, 1827

και

1830).

Επειδή αυτοί οι πρόλογοι είναι εντελώς άσχετοι

προς τα περιεχόμενα της Λογικής, θεώρησα καλό να τους παραλείψω.

38


επίσης από κάμποση

σύγχυση

στην ορολογία, η

οποία

(εξαιτίας και της αρχαίζουσας γλώσσας) σε πολλά σημεία προσθέτει στον αναγνώστη

σημαντικές δυσκολίες.

Θέλω

τέλος να καταθέσω την nεποίθησή μου, ότι η μετάφραση ενός χεγκελιανού κειμένου προσφέρει ελάχιστα στον ανα­ γνώστη, εάν δεν συνοδεύεται από εκτενή επεξηγηματικά σχόλια τόσο σχετικά με τα δυσπρόσιτα νοήματα όσο και σχετικά με τα μεταφραστικά προβλήματα και τις προτεινό­ μενες λύσεις.

Τα μεταφραστικά προΒλήματα που συνάντησα κατά την παρούσα εργασία υπήρξαν αυξημένα και πολύπλευρα44 • Το κείμενο του Χέγκελ παρουσιάζει έναν υψηλό βαθμό δυσκο­ λίας στην προσπάθεια κατανόησης, ακόμα και όταν δεν

είναι οι νεόκοποι όροι, αυτοί που το καθιστούν δυσνόητο. Δύσβατο χαρακτήρα έχει ήδη το ελλειπτικό ύφος, κάθε τι υπονοούμενο, οι μακροπερίοδοι προτάσεις, οι αμφισήμαντες εκφράσεις κτλ. Απαιτείται λοιπόν κατ' αρχήν μια επαρκής εξοικείωση

με

το

ύφος,

με τον τρόπο

χρησιμοποίησης

κάποιων εκφράσεων, με τον τρόπο υπαινικτικής διατύπω­ σης. Αλλά η μεγάλη δύναμη του χεγκελιανού κειμένου είναι

ο γλωσσικός πλούτος και η ικανότητα διατύπωσης λεπτεπί­ λεπτων αποχρώσεων, οι οποίες προκύπτουν από μια πλη­ θώρα συνώνυμων και όμως εννοιολογικά διαφοροποιούμε­

νων λέξεων. Θα φέρω ένα παράδειγμα αυτού του λεκτικού πλούτου.

44.

Ως κύρια βάση της μεταφραστικής μου δουλειάς χρησιμοποίησα

το κείμενο της 3ης γερμανικής έκδοσης

(1830), έτσι καθώς παρουσιάστηκε Moldenhauer και Κ.Μ. Michel στις εκδόσεις Suhrkamp (Frankfurt a.M. 1970). Σε μεγάλη έκταση βοηθήθηκα όμως και από τις μεταφραστικές λύσεις που έδωσε ο William Wallace (δες Hegel's Logic. Being Part One of the Encyclopedia of the Philosophical Sciences (1830), translated by W. Wallace, with Foreword by J.N. Findlay, Oxford 1989 [First Edition 1873]) και ο Maurice de Gandillac (δες Hegel: Encyclopedie des sciences philosophiques en abrege (1830), traduit de I' allemand par Μ. de Gandillac sur le texte etabli par Friedhelm Nicolin et Otto Pδggeler, Paris, Gallimard 1970). από τους Ε.

39


Για να διατυπώσει την έννοια του στοχασμού ως ικανότητας και ως πράξης ο Χέγκελ χρησιμοποιεί μια ολόκληρη σειρά λέξεων, κάθε μια από τις οποίες έχει το δικό της ξέχωρο

νόημα, έστω και αν στην καθημερινή γερμανική γλώσσα δεν είναι πάντα σαφείς αυτές οι διαφορές45 • Καταγράφω αυτές τις λέξεις μαζί με τη μεταφραστική απόδοση που προτείνω:

Denken (νόηση), Gedanke (σκέψη), Geist (πνεύμα), Intelligenz (διανόηση), Logisches (Λογικό στοιχείο), Nachdenken (αναλογισμός), Rasonnement (διαλογισμός), Rationelles (ορθολογικό στοιχείο), Reflexion (ανασκόπηση), SchluB (συλλογισμός), Vernίinftiges (έλλογο στοιχείο), Vernunft (λογική ικανότητα), Verstand (διάνοια). Η χρησιμοποίηση αυτών των λέξεων δεν είναι τυχαία ή αυθαίρετη, γιατί βασί­ ζεται τόσο στη διαστοχαστική επεξεργασία του ίδιου του Χέγκελ όσο και στη χρήση που έκαναν πριν από αυτόν

φιλόσοφοι όπως ο

Leibniz,

ο

Kant,

ο

Fichte,

ο

Schelling

κτλ. Εάν λοιπόν ο αναγνώστης αγνοεί αυτή την προϊστορία των λέξεων και δεν έχει την επιμονή να εγκύψει στη νέα τους χρησιμοποίηση, δυσκολεύεται να συλλάβει τα λεγό­ μενα. Αλλά ακόμα και μια βαθιά γνώση πρωτύτερων φιλο­

σόφων μπορεί μάλλον να δυσχεράνει παρά να διευκολύνει το εγχείρημα: ο αναγνώστης π.χ. που είναι εξοικειωμένος με

την Καντιανή διάκριση: (αποδίδω:

λογική

Sinnlichkeit - Verstand - Vernunft αισθητηριακή ικανότητα - νοητική ικανότητα -

ικανότητα),

θα

δυσκολευτεί

να

καταλάβει

Verstand, τον Verstand, που στηρίζει

τον

έμμονο υποΒιΒασμό της έννοιας

οποίο επιχει­

ρεί ο Χέγκελ. Η λέξη

την καντιανή

διάκριση ανάμεσα στα Φαι νόμενα και στα νοούμενα, δεν μπορεί εδώ να μεταφραστεί ως «νόηση», γιατί τον αντί­ στοιχα σημαντικό ρόλο παίζει εδώ όρος

45.

Verstand

παίρνει τη

das Denken,

κι έτσι ο

σημασία της «διάνοιας» (που

Ο ίδιος ο Χέγκελ σπάνια αναλαμβάνει να προσδιορίσει επαρκώς

το νόημα κάθε όρου και να το διαφοροποιήσει από παρεμφερή νοήματα.

Αφήνει αυτό το μέλημα στον αναγνώστη με βάση τα εκάστοτε συμφραζό­ μενα και τη γνώση του όλου κειμένου.

40


περιορίζεται στο να σκέπτεται πεπερασμένα όντα και τίποτα πέρα από αυτά).

Η λέξη

Vernunft

(μεταφράζω: «λογική

ικανότητα») πέρα από την ανθρώπινη διασκεπτική ικανό­ τητα εκπροσωπεί εδώ τη μία ενιαία ιδέα (πίσω από την οποία

κρύβεται προφανώς το Απόλυτο, ο θεός), και δεν είναι μόνο κάτι υποκειμενικό, γιατί στην «κατ' εξοχήν φιλοσοφική σημασία της» ορίζεται ως ενότητα υποκειμένου-αντικειμέ­

νου (δες

Θα απαιτηθεί επίσης επίμονος μόχθος για

§214)46 •

46. Θα ήταν ωστόσο σημαντική παρανόηση να μεταφραστεί η χεγκε­ Vernunft ως «λόγος» (όπως έχει καθιερωθεί ήδη από τον Π. Γρατσι­

λιανή

άτο). Η νεοελληνική λέξη «λόγος» είναι πολυσήμαντη, και κυρίαρχη σημασία της είναι το λέγειν, το ομιλείν (λέμε π.χ. «ο πρόεδρος πήρε το

λόγο», «έκανε λόγο μόνο για ασfιμαντα θέματα», «ο γραπτός λόγος απαιτεί εξάσκηση»).

Άλλες σημασίες του «λόγου» είναι: η αιτία (λέμε π.χ. «ο

λόγος της απουσίας του ήταν ότι αρρώστησε»), η ιJναλογία (λέμε π.χ. «ο

λόγος του

8 προς 4 είναι 2 προς 1»),

η υπόσχεση (λέμε π. χ. «δεν τήρησε τον

λόγο του») κλπ. Καμία από αυτές τις σημασίες δεν υπάρχει στη γερμανικιί λέξη

Vernunft.

Εάν λοιπόν θέλουμε να επικοινωνήσουμε κάποτε φιλοσοφικά σε

νεοελληνική γλώσσα, θα πρέπει μεταξύ άλλων να πάψουμε να δανειζόμα­

στε από τους aρχαίους την εξαιρετικά πολυσήμαντη λέξη «λόγος», όταν αποδίδουμε ξενόγλωσσους όρους. Η σύγχυση φτάνει σε αφόρητο βαθμό,

όταν με την ίδια ετούτη λέξη μεταφράζονται τόσο ευδιάκριτοι γερμανικοί όροι όπως

Vernunft

και

λόγου» την έκφραση: υποσημ.

Grund (αποδίδουν π.χ. ως «αρχή του αποχρώντος Satz des zureichenden Grundes, δες παρακάτω§ 121

2).

Στη γερμανική λέξη

Vernunft

αντιστοιχεί η νεοελληνική έκφραση

«λογική ικανότητα» και μόνο με αυτή την έκφραση μπορούμε να αποφύ­ γουμε την παρερμηνεία ότι

πρόκειται

για

κάποιο

λέγειν.

Είναι

άξιο

απορίας, γιατί οι νεοέλληνες φιλόσοφοι προτιμούν τον πολυσήμαντο όρο «λόγος» από τον μονοσήμαντο όρο «λογική ικανότητα». μοποιούμε καθημερινά εκφράσεις όπως:

«κάνε

Άλλωστε χρησι­

ό,τι σε συμβουλεύει η

λογική σου ικανότητα>>. Αυτός ο όρος δεν θα πρέπει ωστόσο να συγχέεται με εκείνο που ο Χέγκελ και ενγένει οι γερμανοί ονομάζουν

das Logische,

το οποίο αποδίδω ως «Λογικό στοιχείο» με το αρχικό γράμμα κεφαλαίο, ή με την αντίστοιχη επιστήμη:

die Logik =

Λογική. Επιπλέον στον όρο

«λογική ικανότητα» θα πρέπει να δοθεί αρκετή ευρύτητα, ώστε να συμπε­ ριλάβει όχι μόνο την ανθρώπινη ή την υποκειμενική ικανότητα, αλλά και την ευρύτατη

περιοχή

που ο Χέγκελ ονομάζει ιδέα,

και στην οποία

συμπεριλαμβάνεται κάθε τι πραγματικό (με το χεγκελιανό νόημα), αλλά και το κατ' εξοχήν πραγματικό ον που είναι το Απόλυτο, ο θεός.

41


να κατανοηθεί η λεπτή εννοιολογική διάκρίc;rη ανάμεσα σε συνώνυμες λέξεις όπως οι

Nachdenken-Reflexion

αναλογισμός-ανασκόπηση),

προπάντων

όταν

ο

(αποδίδω:

ίδιος

ο

Χέγκελ ορίζει τον ένα όρο μέσω του άλλου 47 • Μια άλλου είδους δυσκολία παρέχουν κάποιες εκφρά­ σεις, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφώς περιγεγραμμένο, αλλά εκτείνεται σε μια ευρεία περιοχή σημασιών, από τις οποίες ο αναγνώστης καλείται κάθε φορά να επιλέξει όποια (πιστεύει ότι) ταιριάζει στα συμφραζόμενα. Αναφέρω τις εξαιρετικά συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις:

sich.

an sich - fϋr - δι' εαυτό»,

Αυτές μπορούν να αποδοθούν: «καθ' εαυτό

αλλά τί ακριβώς σημαίνουν δεν είναι πάντα σαφές: είναι το

ενδόμυχο σε αντίθεση προς το aποκαλυμμένο, αλλά και το δυνάμει σε αντίθεση προς το ενεργείrι., αλλά και το εντός­ εαυτού-συλλέγον σε αντίθεση προς το ξέχωρο και αυθύπαρ­ κτο48. Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι το

sich"

"an

αποτελεί μια έκφραση πολεμική και διόλου ταυτό­

σημη με το Καντιανό

Ding an sich ( = «πράγμα καθ' εαυτό», Ding-an-sich), περιπλέκεται όταν γρά­ ουσιώδη παραλλαγή: an ihm selbst (= «κατά

ο Χέγκελ το γράφει: φεται με την

τον εαυτό του»), και περιπλέκεται ακόμα περισσότερο όταν ενοποιείται σε ένα περιληπτικό:

an und

fϋr

sich (=

«καθ'

47. Δες Enzyklopiίdie § 2: "Nachdenken- das reflektierende Denken, welches Gedanken als solche zu seinem lnhalte hat und zum BewuBtsein bήngt" (Μεταφράζω: «Αναλογισμός- πρόκειται για τη νόηση που ανασκο­ πεί, που έχει ως περιεχόμενο κάποιες σκέψεις σαν τέτοιες και τις φέρνει στη συνείδηση»).

48.

Στη μετάφρασή μου χρησιμοποιώ σαν λύση ανάγκης τη συχνή

υπενθύμιση μιας από αυτές τις εκφράσεις, τοποθετώντας την μέσα σε αγκύλες

[ ],

χωρίς όμως με αυτό να αποκλείεται ότι είναι ενδεχόμενες και

άλλες σημασίες αυτών των όρων. Με τέτοιες εμ6όλιμες αγκύλες εκθέτω μέσα στο κείμενο και κάποιες γερμανικές λέξεις που θεώρησα καλό να

ιδωθούν στο πρωτότυπο, είτε επειδή ο Χέγκελ παίζει με την ετυμολογική τους συγγένεια, είτε επειδή μια γνώση της γερμανικής λέξης μπορεί να

6οηβήσει τον αναγνώστη περισσότερο από όσο η μεταφρασμένη της μορφή. Σε αγκύλες τοποθετώ επίσης κάποια νοήματα, που πιστεύω ότι 6οηθούν στην πληρέστερη κατανόηση του μεταφρασμένου κειμένου.

42


εαυτό και δι' εαυτό»). Ως βοηθητική για την εξήγηση της αντίθεσης an sich - fϋr sich μπορεί να ισχύσει η αντίθεση vorausgesetzt- gesetzt (= προϋποτιθέμενο- ήδη τεθειμένο)· an sich είναι αυτό που απλώς προϋποτίθεται, που δεν έχει ακόμα τεθεί ρητά και συνειδητά· αλλά και το νόημα της

έκφρασης

«τεθειμένος»

(gesetzt)

διαχέεται

ανάμεσα στα

νοήματα: ρητός,αποκαλυμμένος, μεσολαβημένος,εξαρτημέ­

νος. (Αυτό που έχει «τεθεt» ρητά, έχει τεθεί μέσω κάποιου άλλου, άρα υπέστη τη μεσολάβηση αυτού του άλλου, και είναι εξαρτημένο από αυτό, όχι αυθύπαρκτο· π.χ. ο άνθρω­ πος εκλαμβάνεται ως «τεθειμένος» από τον δημιουργό θεό, και άρα εξαρτώμενος από αυτόν). Αναφέρω, τέλος, τρεις βασικές εννοιολογικές διακρί­

σεις, που παρουσιάζουν κάποια μεταφραστική δυσκολία: α)

Realitat - Wirklichkeit:

Οι δύο αυτοί όροι σημαίνουν

την πραγματικότητα, αλλά αναφέρονται σε διαφορετική πραγ­ ματικότητα, και δεν μπορούν κατά κανένα τρόπο να αποδο­ θούν με την ίδια λέξη.

Realitat

είναι η άμεση πραγματικό­

τητα που χαρακτηρίζει τη σφαίρα του Είναι, ενώ η

keit

Wirklich-

είναι η ανασκοπημένη και μεσολαβημένη πραγματικό­

τητα που χαρακτηρίζει τη σφαίρα της ουσίας. Ο Χέγκελ έχει κατά νου ότι το αντίθετο του όρου

Realitat (μεταφράζω: ldealitat (μετα­

ρεαλιστική ύπαρξη ή ρεαλιστικότητα) είναι η φράζω: ιδεατότητα), ενώ η

Wirklichkeit

(μεταφράζω: πραγμα­

τικότητα) όχι μόνο δεν αντιτίθεται προς την περιοχή της

ιδέας και της λογικής ικανότητας, αλλά βρίσκεται σε σχέση ταυτότητας προς αυτήν: κάθε τι πραγματικό είναι έλλογο και αντίστροφα (δες

§6

Σημ.).

β) Ο Χέγκελ χαρακτηρίζει συχνά τη ΦιλοσοΦία του και τη μέθοδό του με το επίθετο

spekulativ, επίθετο που έχει - αλλά που πρέπει να

σχέση με τα νοήματα: θεωρώ, θεώρηση

διακριθεί ριζικά από την παραδοσιακή εννοιολογική σχέση θεωρίας-πράξης,

tisch).

θεωρητικού-πρακτικού

(theoretisch-prak-

Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω το κάπως ασυνήθιστο

επίθετο «θεωρησιακός» (έτσι αποδίδω το επίθετο για να το διακρίνω από το «θεωρητικό»

spekulativ) (theoretisch). Ως 43


θεωρησιακή χαρακτηρίζει ο Χέγκελ π.χ. την «απόλυτη» ιδέα, επειδή αυτή έχει απο-λυτρωθεί από τον διασκορπισμό των πεπερασμένων όντων, έχει επιστρέψει στον εαυτό της, και

θεωρεί τον εαυτό της ως το

καθρέφτη (λατινικά:

'Αλλο της σαν μέσα σε ένα

speculum),

δες

§235.

γ) Από παρεξήγηση καθιερώθηκε να μεταφράζεται στα ελληνικά ο χεγκελιανός όρος

Moment

ως «στιγμή». Αυτή η

λέξη, που χρησιμοποιείται από τον Χέγκελ για να χαρακτη­

ρίσει τα διαλεκτικά στάδια από τα οποία περνά η έννοια έως ότου οδηγηθεί στην απόλυτη ιδέα, δεν είναι η γερμανική

λέξη

(=

der Moment (=

η χρονική στιγμή), αλλά

το στάδιο, το στοιχείο).

das Moment

Ο χεγκελιανός αυτός όρος

πρέπει να κατανοηθεί μέσα στο πλαίσιο της κατ' ουσίαν άχρονης διαλεκτικής κίνησης, η οποία διέπει από άκρη σε άκρη τη χεγκελιανή Λογική. Αποδίδω συνήθως αυτόν τον όρο ως «στάδιο». Αλλά ακόμα και στα χωρία όπου τον αποδίδω ως «στοιχείο» (όταν π.χ. τα στοιχεία του συλλογι­ σμού

-

νται ως

το ατομικό, το μερικό και το γενικό

Momente,

δες

§§ 188, 192)

-

χαρακτηρίζο­

αυτή η λέξη πρέπει να

κατανοηθεί ως αδιαχώριστη προς τη διαλεκτική κίνηση.

7.

Επιλογή βοηθητικής βιβλιογραφίας

Καραyιάννης, Γεώργιος «Οι θεμελιώδεις αρχές της διαλεκτικής του

Hege1 και Bergson»,

του Μαρξ σε αναφορά προς τη ΦιλοσοΦία του στο: Ελληνική ΦιλοσοΦική Εταιρεία: Η διαλε­

κτική. Αθήνα

1988, 170-177.

Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών Ο Χέγκελ και ο Μαρξισμός. Επιστημο­ νικό Συμπόσιο,

24-25/1/1982.

Αθήνα

1982.

Κουτσάκος, Ιωάννης «Το βασικό κατηγοριακό σχεδιάγραμμα της

διαλεκτικής οντολογίας στον Πλάτωνα,

Αριστοτέλη

και

Έγελο». στο: Ελληνική ΦιλοσοΦική Εταιρεία: Η διαλε­ κτική. Αθήνα

1988, 137-147.

Μαλεβίτσης, Χρήστος «Πραγματικότητα και μύθος στη διαλεκτική

του Εγέλου». Ευθύνη

182 (1987), 54-59,

και στο: Ελληνική

ΦιλοσοΦική Εταιρεία: Η διαλεκτική. Αθήνα

44

1988, 156-162.


Μούκανος, Δημήτριος «Η εγελιανή έννοια της άρνησης: αντίθεση ή

αντίφαση;)) στο: Ελληνική ΦιλοσοΦική Εταιρεία: Η διαλε­ κτική. Αθήνα

1988, 163-69.

Μουτσόπουλος, Ε. «Η καταλυτική παρουσία του εγελιανισμού)). Νέα

Εστία

111 (1982), 588-89.

και: Στ. Πάνου

1982, 147-49.

Μπιτσάκης, Ευτύχης «Η Φύση στο έργο των Χέγκελ και Μαρξ)), στο: Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών

1982, 51-80.

Μπουζέας, Κ. «Εισαγωγή στο έργο του Εγέλου)). Εποπτεία 59 (1981)·,

565-574. Μπουζέας, Κ.

«G. W .F. Hegel.

Εποπτεία

Σύντομος βιβλιογραφικός οδηγός)).

59 (1981), 630-32.

Μπουζέας, Κ. «Η ΦιλοσοΦία του Εγέλου ως πανευρωπαϊκό γεγονός διαρκούς επικαιρότητας)). Εποπτεία Νούτσος, Παναγιώτης «Η

παρουσία του

76 (1983), 159-166. στη

Hegel

φιλοσοφική σκέψη)). Δωδώνη Μαρξιστικών Ερευνών Νούτσος, Παναγιώτης

«Hegel:

ρίας")). ΦιλοσοΦία

νεοελληνική

10 (1981), 37-48. \982, 81-90.

και: Κέντρο

Προϋποθέσεις της "παγκόσμιας ιστο­

12 (1982), 318-325.

και

:

Στ. Πάνου

\982,

\20-130. Πάνου, Σταύρος (επιμ.) Χέγκελ. Ιστορία και διαλεκτική. 14ο διεθνές

συνέδριο για τον Χέγκελ

(1982).

Το ελληνικό κείμενο των

ανακοινώσεων των Ελλήνων Συνέδρων. Αθήνα

1982. \982, 131-

Πάνου, Σταύρος «Λογική του γίγνεσθαι)). στο: Στ. Πάνου

142. Πάνου, Σταύρος

«Απορία

και

φιλοσοφίας)). Δωδώνη

διαλεκτική.

Κεφάλαια

πολιτικής

4 (1975), 149-159.

Πάνου, Σταύρος «Λογική του μηδενός)). ΦιλοσοΦία

4 (1974), 59-67. Hegel,

Πόππερ, Καρλ Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της. Τόμος Β':

Marx

και τα επακόλουθα. Μετάφρ. Ε. Παπαδάκη. Αθήνα­

Γιάννινα

1982.

Χάις, Ρόμπερτ Οι μεγάλοι διαλεκτικοί. Χέγκελ, Κίρκεγκαρντ, Μαρξ.

Μετάφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα

1980.

Χρόνης, Νικόλαος «Ελευθερία και αναγκαιότητα ως κανονιστικές αρχές του πνεύματος)). στο: Στ. Πάνου

Ψημμένος, Ν. «Η κλασική παιδεία του νεαρού

1982, \04-119. Hegel)). Δωδώνη \4Γ

(1985), 173-\95. Adorno, Theodor Drei Studien zu Hegel. stw, Frankfurt a.M. 1974 (1963 1). 45


Daήusz

«Das Prob1em des Anfangs bei Hege1». Jahrbuch 92 (1985), 225-238. Apostolopoulou, Georgia «Hege1-Studien in Griechen1and». HegelStudίen 21 (1986), 189-218. Belaval, Yvon «La doctrine de 1' essence chez Hege1 et chez Leibniz». a) Archίves de Philosophίe 33 (1970), 547-578. b) KantStudίen 63 (1972), 436-462. Bubner, Rϋdiger «Die 'Sache se1bst' in Hege1s System>>. in : R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 101-123. Colletti, Lucio «Hege1 und die 'Dia1ektik der Materie'>>. in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 394-414. Comoth, Kathaήna «Zwei Typen von Resultat. Zur Aktua1itat der Hege1schen 'Logik'>>. Neue Zeitschrift fiίr systematίsche Theologίe und Relίgίonsphίlosophίe 24 (1982), 119-123. Despotopoulos, Constantin «Hege1 et P1aton>>. Hegel-Jahrbuch 198182, 11-18. (Δες κ:αι: Στ. Πάνου 1982, 25-39). Dϋsing, Κlaus Das Problem der Subjektίvίtiit in Hegels Logik. Systematische und entwίcklungsgeschίchtlίche Untersuchungen zum Prίnzίp des Idealismus und zur Dίalektίk.(Hegel-Studίen, Beiheft 15), Bonn 19842 (1976 1). Fetscher, Iήng (Hrsg.) Hegel ίn der Sίcht der neueren Foschung. Darmstadt 1973. Findlay, J.N. Hegel. Α Reexamίnatίon. London 1958. Fleischman, Eugene «Hegels Umgesta1tung der Kantischen Logik>>. Hegel-Studίen 3 (1965), 181-207. Fulda, Hans Fήedήch «Unzu1ang1iche Bemerkungen zur Dia1ektik [Hegels]>>. ίη: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 33-69. Fulda, Hans Fήedήch «Hegels Dialektik als Begriffsbewegung und Darstellungsweise>>. in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 124-174. Fulda, Hans Fήedήch Das Problem eίner Eίnleίtung ίn Hegels Wissenschaft der Logίk. Frankfurt a.M. 1965. Givsan, Hassan «Geschichte als absolute Voraussetzung der Hegelschen Logik>>. Hegel-Jahrbuch 1983, 83-92. Graeser, Andreas «Bemerkungen zur Beschreibung des Anfangenden in Hegels Logik». Freίburger Zeίtschrίft fiίr Phίlosophίe und Theologie 32 (1985), 439-454. Gueroult, Martial «Hegels Urteil ίiber die Antithetik der Reinen Aleksandrowicz,

Phίlosophisches

46


Vernunft>>. in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 261291. Guyer, Paul «Hegel, Leibniz und der Widerspruch im Endlichen>>. in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 230-260. Hanna, Robert «From aπ ontological point of view. Hegel's critique of the common logic>>. Revίew of Metaphysίcs 40 (1986-87), 305-338. Harris, Errol Ε. An ίnterpretatίon of the logic of Hegel. Washington 1983. Henήch, Dieter Hegel ίm Kontext. Frankfurt a.M. 1967. Henήch, Dieter «Formen der Negation in Hegels Logik>>. in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 213-229. Horstmann, Rolf-Peter (Hrsg.) Semίnar: Dίalektίk ίn der Phίlosophίe Hegels. stw, Frankfurt a.M. 19892 (1978 1). Horstmann, Rolf-Peter «Schwierigkeiten und Voraussetzungen der dialektischen Philosophie Hegels>>. in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 9-30. Kήeger, Evelina «Die Grenzen der Vermittlungsmethode bei Hegel>>. Phίlosophίsches Jahrbuch 69 (1961/62), 298-312. Lakebήnk, Bemhard Kommentar zu Hegels «Logίk» ίn seίner <<Enzyklopiidie» von 1830. Band 1: Seίn und Wesen. Freiburg/ Mίinchen 1979. Band ΙΙ: Begrίff. Freiburg/Mίinchen 1985. Lebmn, Gerard «Hegel lecteur d' Aristote>>. Etudes phίlosophiques 1983, η. 3, 329-347. Leonard, Andre Commentaίre lίtteral de la Logique de Hegel. ParisLouvain 1974. Leonard, Andre «Comment lire Hegel? Considerations speculatives et pratiques>>. Revue phίlosophίque de Louvaίn 70 (1972), 573-586. Leonard, Andre «La structure du systeme hegelien>>. Reνue phίloso­ phίque de Louνaίn 69 (1971), 495-524. Livet, Pieπe «Reflexivites et exteήorite dans la logique de Hegel, 1II>>. Archίves de Phίlosophίe 47 (1984), 33-62 + 291-318. Lδwith, Karl Von Hegel zu Nίetzsche (1941, 1950). Ελλην. μετά­ φραση Γεωργίας Αποστολοπούλου: Από τον Hegel στον Nίe­ tzsche. Το επαναστικό ρήγμα στη σκ~ψη του δέκατου ένατου αιώνα. Τόμοι Α'-Β', Αθήνα 1987. Marcuse, Herbert Hegels Ontologίe und dίe Grundlegung eίner Theorίe der Geschίchtlίchkeίt. Frankfurt a.M. 1932. 47


Marcuse,

Herbeή Λογική και επανάσταση. Τόμος Α': Οι Βάσεις της

φιλοσοφίας του Χέγγελ

(1954).

Μετάφρ. Φ. Κονδύλης, Αθήνα

:Χ.·:Χ.·

Marx, Wolfgang «Spekulative Wissenschaft und geschichtliche Konti-

nuitat. ϋberlegungen zum Anfang der Hegelschen 'Logik'». Kant-Studίen 58 (1967), 63-74. und: Iring Fetscher (Hrsg.) 1973, 236-254. McTaggart, John- McTaggart, Ellis Α Commentary on Hegel's Logίc. New York 19642 (1910 1). Menahem, Rosen «ldentite, difference et contradiction dialectiques selon Hegel». Journal of the Hίstory of Phίlosophy 23 (1985), 515-535. Merker, Nicolao «Fragen zur Entstehung der Hegelschen Logik». in: I. Fetscher (Hrsg.) 1973, 277-287. Mure, G.R.G. Α Study of Hegel's Logίc. Oxford 1950. Nikolaus, Wolfgang Begrίff und absolute Methode. Zur Methodologίe ίn Hegels Denken. Bonn 1985. Psimmenos, Ν. Hegels Heraklίt-Verstiindnίs. Basel 1978. Riedel, Manfred (Hrsg.). Hegel und dίe antίke Dίalektίk. stw, Frank-

furt a.M. 1990. Kήtik an Hegels Logik». Theologί­ sche Zeίtschrίft 11 (1955), 437-465. und: Η.-Η. Schrey (Hrsg.) Sδren Kίerkegaard. Darmstadt 1971, 240-272. Rockmore, Tom «La systematicite et le cercle begelien». Archίves de Phίlosophίe 48 (1985), 3-20. Rosenfi~ld, Denis L. «La chose en soi et le 'reste' pose par le philosopher. Kant et Hegel». Revue de Metaphysίque et de Morale 91 (1986), 236-245. Ruben, ι\eter «Von der Wίssenschaft der Logίk und dem Verhaltnis der Dialektik zur Logik». in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (1978 1), 70-100. Scheiber, Wolfgang «'Habitus' als Schlϋssel zu Hegels Daseinslogik». Hegel-Studίen 20 (1985), 125-144. Simont, Juliette «Sartre et Hegel. Le probleme de la qualite et de la quantite». Revue ίnternatίonale de Phίlosophίe 39 (1985), 72102. Stage, W.T. The Philosophy of Hegel. Α Systematίc Exposίtίon. New York 19552 (19241).

Ritschl, Dietrich «Kierkegaards

48


Taylor, Charles Hegel. ύbersetzt von Gerhard Fehn, Frankfurt a.M.

1978. (Original: Cambridge 1975). Theau, Jean «La conception hegelienne du rapport absolu. Refle-

xion sur la relation de la logique a la constitution objective du monde». Hegel-Jahrbuch 1981-82, 335-359. Theunissen, Michael «Begriff und Realitat. Hegels Aufhebung des metaphysischen Wahrheitsbegήffs». in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (19781), 324-359. Vaught, Carl G. «Subject, object, and representation. Α critique of Hegel's dialectic of perception». Internatίonal Phίlosophίcal Quarterly 26 (1986), 117-129. Wiedmann, Franz Georg Wίlhelm Frίedrίch Hegel. Rowohlt, Hamburg 1965. (Ελληνική μετάφραση Φωτεινής Πρε6εδούρου, Πλέθρον, Αθήνα 1985). Wieland, Wolfgang «Bemerkungen zum Anfang von Hegels Logik». in: R.-P. Horstmann (Hrsg.) 19892 (19781), 194-212.

49


Cinct)clopdbie

pbifofoνbifcben

mJίffenfΦαften ίm αιrunbrίfίe.

Sum

0eδrαu~ feίner ~otiefungeιι 'Ο ΟΙ\

f)r. <Seorg orbenιt.

~Hbefm ~rίebrίcb

,f)egef,

!,profeffor ber Ι.P~Hofop~ic απ ber st. ~rlebr. 1ΙDΙΣ~. Unloerβι&ι tn 0erttn.

~ritte

~

~uιsgα&t.

ei b eι be

t

g.

~etιvαltung be~ Opαιαlb'fcf)cn ~trlngtJ. ((Σ, ~. \lliiι1ter.)

1830. Χέγκελ: Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών σε επιτομή

Το εξώφυλλο τ-ης 3ης έκδοσης.

51


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

§ 1 1Η

Φιλοσοφία δεν έχει το προτέρΎ)μ.α. ποu απολαμ.~ά.νοuν οι

ά.λλες επιστήμ.ες, να έχει τα αντικείμενά τΎJς ως δοσμ.ένα μ.ε ά.μ.εσο τρόπο στψ παρά.στασ'Υ), και να προϋποθέτει ως ήδΎJ

αποδεκτή τΎJ μέθοδο τΎJς γνώσΎ)ς όσον αφορά. το ξεκtνΎ)μ.α και τψ πρόοδο. Η Φιλοσοφία έχει ~έ~αια κατ' αρχήν κοινά. τα αντικείμ.ενά. τΎJς μ.ε τΎJ ΘρΎ)σκεία. Και οι δuο αuτές έχοuν ως αντικείμ.ενό τοuς τψ αλήθεια μ.ε το uψιστο νόΎ)μ.α τΎJς λέξΎJς - μ.ε το νόΎ)μ.α δΎJλαδή ότι ο θεός είναι ΎJ αλήθεια και μόνο αuτός είναι ΎJ αλήθεια. Και οι δuο αuτές πραγμ.ατεuονται επιπλέον τψ

περιοχή τοu πεπερασμ.ένοu: τΎJ Φύση και το ανθρώπινο πνεύμα, τΎJ σχέσ'Υ) τοu ενός προς το ά.λλο και προς τον θεό ως αλήθεια τοuς 2 •

1. Περίληψη: 'lΌ θέμ.α α.υτ~ς τ-ης πα.ρα.γριiφου είνα.ι οι δυσκολίες που πα.ρουσιιiζο\ :α.ι σχετικιi με ένα. σωστό ξεκίνημα. της Φιλοσοφία.ς.

Τιι

ερώτημα. που τίθετα.ι, μπορεί να. δια.τυπωθεί ως εξ~ς: Τί μπορεί να. προϋποθέσει κα.νείς α.ρχίζοντα.ς να. φιλοσοφεί; Τα. α.ντικείμενα. της Φιλοσο­

φία.ς μιiς είνα.ι οικεία., κα.ι η συνείδησΎ) έχει πιiντα. ετοιμιiσει κιiποιες πα.ρα.στιiσεις τους, α.λλ' α.υτές ως έτοιμες κα.ι δογμ.ατικές α.ντιλ~ψεις δεν

έχουν την α.πα.ρα.ίτητη α.να.γκα.ιότητα. κα.ι το α.πα.ιτούμενο α.ποδεικτικό κύρος.

2. Ο Χέγκελ σκια.γρα.φεί εδώ με λίγες λέξεις τις περιοχές ολόκλη­ ρου του φιλοσοφικού του συστ~μ.ατος πρόκειτα.ι κα.τ' α.ρχ~ν για. τη θεiκή ιδέα. μέσα. στην κα.θα.ρότητιi της, που α.ποτελεί το α.ντικείμενο της

Λογικ~ς (δες πα.ρα.κιiτω στην

§ 19:

ιιll Λογικ~ είνα.ι η επιστ~μη της

κα.θα.ρ~ς ιδέα.ρ> ), σε ένα. δεύτερο μέρος πρόκειτα.ι για. τη Φύση κα.ι σε ένα. τρίτο μέρος για. το πνεύμα. Τα. α.ντίστοιχα. τμ~μ.ατα. της χεγκελια.ν~ς ιιΕγκυκλοπα.ίδεια.ς» πα.ίρνουν τον τίτλο: επιστ~μη της Λογικ~ς, Φιλοσο­

φία. της ΦύσΎJς, Φιλοσοφία. του πνεύμ.ατος (δες πα.ρα.κιiτω,

§ 18). 53


Η Φιλοσοφία. μ.πορεί λοιπόν σίγουρα. να. προίίποθέτει, κα.ι μ.άλι­

στα. οφείλει να. προίίποθέτει, μ.ια. οικειότητα μ.ε τα. α.ντικείμ.ενά.

,

,

κα. θ ως κα.ι ενα. ενοια.

τΎJ<;,

'1'

φ'

ερον γι

,

,-

''~'

α.υτα.

ΎJΟΎJ

ε

ξ

,

,

α.ιτια.ς του οτι

ΎJ σuνείοΎJσΎJ α.πό τψ ά.ποψΎJ του χρόνου φτιά.χνει παραστάσεις α.ντικειμ.ένων πριν φτιά.ξει έννοιές τους κα.ι μ.ά.λιστα. το σκεπτό­ μενο πνειίμ.α. προχωρεί μ.όνο μέσω του πα.ριστά.νειν κα.ι μ.όνο προσφεύγοντας σ' α.υτό φτά.νει στο σκεπτόμ.ενο γνωρίζειν κα.ι

,

κα.τα.νοειν.

,

,

,

Αλλ α., μ.ε τΎJ σκεπτομ.ενΎJ ε ξ' ετα.σΎ) γινετα.ι συντομ.α.

φ

,

α.νερο,

ότι μ.έσα. τΎJ<; περιέχεται ΎJ α.πα.ίτΎJσΎ) να. κα.τα.οείχνετα.ι ΎJ αναγκαιότητα των περιεχομ.ένων τΎJς, κα.ι μ.ά.λιστα. να. aποδείχνε­

ται τόσο ΎJ ιίπα.ρξΎJ όσο κα.t οι ορισμ.οί των α.ντικειμ.ένων τΎJς. Ε

,

κεινΎJ

ΎJ

,

οικειοτΎ)τα.

μ.ε

τα.

,

φ

α.ντικειμ.ενα.

,

α.νερωνετα.ι

,

ετσι

ως

α.νεπα.ρκ~ς, κα.ι γίνετα.ι ανεπίτρεπτο να. προϋποθέτει κα.ι να. δογματίζει κά.ποιος, ~ να. επιτρέπει να. ισχιίουν προίίποθέσεις κα.ι δογματισμοί. Τότε όμ.ως πα.ρουσιά.ζετα.ι κα.ι ΎJ δυσκολία. του να. κά.νεις ένα. ξεκίνημα· για.τί α.φοιί ένα. ξεκtνΎ)μ.α. εlνα.ι κά.τι άμεσο, 6ά.ζει μ.ια. προίίπόθεσΎ), ~ μ.άλλον είνα.ι α.υτό το ίοιο μ.ια. προίίπό­ θεσΎ).

§ 2 1Η

Φιλοσοφία. μ.πορεt κα.τ

α.ρχ~ν να. οριστεί γενικά. ως

σκεπτόμενη εξέταση των α.ντικειμ.ένων. Αλλά. εά.ν είνα.ι σωστ~ ΎJ κου6έντα. (κα.ι α.σφα.λώς θα. είνα.ι σωστ~) ότι μ.έσω τΎJ<; νόΎJσΎ)ζ '1'

οια.

φ

,

,

οροποιειτα.ι ο α.ν

θ

,

ρωπος α.πο το

ζ,

,

,

'θ θ ωο, τοτε κα. ε τι α.ν ρωπινο

εlνα.ι α.νθρώπινο μ.έσω τοιίτου κα.ι μ.όνο μ.έσω τοιίτου: ότι προκιί-

l. Περίληψη: Ο Χέγκελ μελετά εοώ το εpγrι.λείο της Φιλοσοφίrι.ς, που είνrι.ι η νόηση (γεpι.ι-rι.νικά: Denken). Ανrι.τpέχει στην rι.pχrι.ιοελληνική φιλοσοφικ~ σκέψη, που οpίζει τον άνθpωπο ως ιιζιj)ον λόγον έχον>>, κrι.ι 6λέπει ι.ι-έσrι. σ' rι.υτό τον οpισμό τη νόηση ως οιrι.χωpιστικό σημείο του rι.νθpώπου rι.πό τrι. ζώα.. Αλλά το φιλοσοφικό νοείν οιrι.φέpει rι.πό το γενικά rι.νθpώπινο νοείν.

54


πτει α.πό τΎJ νόψΎJ. Αφετέροu ΎJ Φιλοσοφία. είνα.ι ένα.ς ιδιότuπος τρόπος τοu νοείν, ένα.ς τρόπος (J-έσω τοu οποίοu το νοείν tJ.ετα.­

~ά.λλετα.ι σε γνωρίζειν κα.ι σε γνωρίζειν (J-έσω εννοιών.

Άρα. το

φιλοσοφικό νοείν θα. πρέπει να. έχει κα.ι tJ.ια. διαφορά α.πό το uπόλοιπο α.νθρώπινο νοείν, κα.ι (J-ά.λιστα. α.πό το νοείν ποu σuγκρο­

τεί τψ α.νθρωπιά. των α.νθρώπων, όσο κα.ι α.ν τα.uτίζετα.ι tJ.ε α.uτό κα.ι α.ποτε λ ει ενα. ενια.ιο νοειν. ι

ι

ι

ι

ι

ι

ι

ι

Α

γεγονος οτι τα. tJ.εσω τοu νοειν εtJ.

ι

uτΎJ ΎJ

φ

α.νι

~

οια.

φ

ι

ορα. σuνοεετα.ι

ζ'

Ο(J-ενα. α.ν

θ

tJ.ε το

ι

ι ρωπινα. περιεχο-

tJ.ενα. τΎJς σuνείδΎJσΎ)ζ δεν εtJ.Φα.νίζοντα.ι κα.τ' α.ρχήν με τη μορφή

μιας σκέψης, α.λλά ως α.ίσθΎJtJ.α., εποπτεία., πα.ράστα.σΎ), -μορφές ποu οφείλοuν να. διακριθούν α.πό το νοείν ως μορφή.

ΣύtJ.Φωνα. tJ.ε tJ.ια. πα.λιά προκα.τάλΎJΨΎJ ποu κα.τάντψε τετρψ(J-ένΎJ πρότα.σΎ), Ο άνθρωπος δια.φέρει α.πό το ζώο ι

tJ.εσω

τοu

ι

νοειv-

ι

tJ.Πορει

να.

φ

ι

α.ινετα.ι

ι

τετρι(J-tJ.ενΎJ,

α.

λλ'

α.

κα.τά πα.ράδοξο τρόπο είνα.ι α.νάγκΎJ να. uπενθutJ.ίζοutJ.ε κάποιες

τέτοιες

πα.λιές

δοξα.σίες.

Η

α.νάγκΎJ

γίνετα.ι

α.ισθΎJτή ενόψει tJ.ια.ς προκα.τάλΎJΨΎJς τΎJ~ εποχής tJ.α.ς, ΎJ οποία. διαχωρίζει τόσο πολύ το αίσθημα α.πό τΎJ νόηση, ι

ωστε

τα.

χα.

θ ιστα. ι

'θ ετα.,

α.ντι

κα.ι

tJ.a.'λ ιστα.

ι

τοσο

θ

ι

εχ. ρικα.,

ώστε το α.ίσθΎJtJ.α., κα.ι ιδίως το θρΎ)σκεuτικό α.ίσθΎ)(J-α.,

θεωρείτα.ι ότι λερώνετα.ι, πα.ρα.πλα.νιέτα.ι, α.κό(J-α. κι εΚ(J-ΎJ­ δενίζετα.ι α.πό τΎJ νόΎJσΎ), κα.ι ότι ΎJ θρΎ)σκεία. κα.ι ΎJ εuσέ~εια. δεν έχοuν οuσια.στικά τΎJ ρίζα. τοuς κα.ι τΎJ θέσΎ) τοuς (J-έσα.

στΎJ νόΎJαΎJ· Με α.uτό τον δια.χωρισ(J-ό λΎJσtJ.ονιέτα.ι ότι (J-όνο ο άνθρωπος είνα.ι ικα.νός για. θρΎ)σκεία., κα.ι ότι το ζώο δεν έχει θρΎ)σκεία., όπως δεν έχει ούτε νό(J-ΟUζ ούτε Ύ)θικότψα.. Εκείνοι ποu επιμένοuν σ' α.uτό τον δια.χωρισ(J-ό τΎJς θρΎ)σκεία.ς α.πό τΎJ νόΎ)σΎJ, έχοuν σuνήθως κα.τά νοu εκείνο το είδος νόΎJσΎ)ζ ποu (J-Πορεί να. χα.ρα.κτΎ)ριστεί ως αναλογι­ σμός2 - πρόκειτα.ι για. τΎJ νόΎJσΎ) ποu ανασκοπεί, ποu έχει

2. α.να.λογισμός (Nachdenken): Είνα.ι ΎJ σκέψ-η ποu α.να.πα.ρι:iγει νοΎ)­ τικι:i μια. α.ισθ'ητΎ)ρια.κ~ προσέγγισΎ). Δεν πρέπει να. τα.uτιστεί με τΎ)ν

55


ως περιεχόμενο κά.ποιες σκέψεις σαν τέτοιες και τις φέρνει στη συνείδηση. Αν παραλείψει κανείς να γνωρίσει και να

προσέξει τη διαφορά. της νόησης γενικά. από τη φιλοσοφική νόηση, γεννά. τις πιο χονδροειδείς αντιλήψεις και μομφές ενά.ντια στη Φιλοσοφία. Μόνο ο ά.νθρωπος κατέχει θρη­ σκεία, νόμους και ηθικότητα, και τα κατέχει μόνο επειδή είναι σκεπτόμενο ον- ά.ρα μέσα στο θρησκευτικό, νομικό και ηθικό στοιχείο

- είτε αυτό είναι αίσθημα και θρησκευ­

τική πίστη είτε παράσταση - η νόηση δεν είναι διόλου αδρανής τα έργα της και τα προϊόντα της είναι μέσα τους

παρόντα ως περιεχόμενα. Αλλά. είναι διαφορετικό να έχει κανείς αισθήματα και παραστάσεις που προσδιορίστηκαν και διαπεράστηκαν από τη νόηση

κά.νει σκέψεις γύρω από αυτά..

- και διαφορετικό να Οι σκέψεις που έχουν

προκύψει με αναλογισμό γύρω από έκείνους τους τρόπους της συνείδησης είναι αυτό, μέσα στο οποίο συμπεριλαμ6ά.­ νεται η ανασκόπηση, ο διαλογισμός κτλ., τέλος και η ίδια

η Φιλοσοφία. Έχει συμ6εί, και μά.λιστα συχνά. επικράτησε η παρεξήγηση, να θεωρηθεί ο αναλογισμός ως απαραίτητη συνθήκη, και μά.λιστα ως ο μοναδικός δρόμος, μέσω του οποίου φτά.νουμε τά.χα στην παράσταση και στη 6ε6αιό­ τητα περί του αιώνιου και αληθινού.

Έτσι θεωρήθηκαν

π.χ. οι (τώρα πια ξεπερασμένες) μεταφυσικές αποδείξεις

της ύπαρξης [Daseίn] του θεού τόσο απαραίτητες, ώστε ι.ι.ε

τη γνώση τους και την αποδοχή τους μπορεί ουσιαστικά. και μόνο να επιτευχθεί η πίστη και η πεποίθηση ότι υπά.ρχει θεός. Μια τέτοια θεώρηση ισοδυναμεί με το να πει

κανείς ότι δεν μπορούμε να φά.με, εά.ν πρωτύτερα δεν

ανασκόπηση (Reflexion), ποu είναι ΎJ διαστοχαστική αναδίπλωσΎ) ενός σκεπτόμ.ενοu uποκείμ.ενοu. Σχετικά. μ.ε τον αναλογισμ-ό δες παρακάτω,

21-2.

56

§§


έχουμ.ε α.ποκτήσει τΎJ γνώ~ των χ"Υ)μ.ικών, 6οτα.νικών ή ζωολογικών σuστα.τικών των τροφίμ.ων, κα.ι ότι οφείλουμ.ε

να. μ.Ύ) χωνέψουμ.ε, εάν πρωτύτερα. δεν ολοκλΎ)ρώσουμ.ε τ"ΥJ σπουδή τΎJς Ανα.τομ.ία.ς κα.ι τΎJς Φυσιολογία.ς. Εάν ήτα.ν έτσι, α.υτές οι επιστήμ.ες μ.έσα. στο πεδίο τους, όπως κα.ι ΎJ Φιλοσοφία. στο δικό τΎJς, θα. κέρδιζα.ν 6έ6α.ια. κάμ.ποσ"ΥJ χρ"Υ)σιμ.ότψα.· κα.ι μ.άλιστα. ΎJ χρ"Υjσιμ.ότψά τους θα. α.υξα.νό­ τα.ν τόσο, ώστε θα. γίνοντα.ν α.πόλυτα. κα.ι κα.θολικά α.πα.­ ρα.ίτψες ή μ.άλλον α.ντί πράγμ.α.τι να. γίνοντα.ν α.πα.ρα.ίτ"Υ)­ τες, θα. έπα.υα.ν εντελώς να. υπάρχουν.

§ 3 1 ΊΌ

περιεχόμενο που γεμ.ίζει τΎJ συνείδΎJσή μ.α.ς,

όποιου

είδους κα.ι α.ν είνα.ι, συγκροτεί τον προσδιορισμένο χαρακτήρα των α.ισθΎ)μ.άτων, εποπτειών, εικόνων, πα.ρα.στάσεων, σκοπών, κα.θΎJκόντων κτλ., κα.θώς κα.ι των σκέψεων κα.ι εννοιών.

Έτσι

λοιπόν το α.ίσθΎ)μ.α., ΎJ εποπτεία., ΎJ εικόνα. κτλ. είνα.ι οι μορφές ενός τέτοιου περιεχόμ.ενου, το οποίο πα.ρα.μ.ένει ένα και το αυτό, ι

α.σχετα.

ι

α.πο

το

α.ν

[

α.

']

το

α.ισ

θ

ι

α.νομ.α.στε,

το

ι

εποπτευουμ.ε,

το

πα.ριστάνουμ.ε, το θέλουμ.ε ή [6'] απλά και μόνο το α.ισθα.νόμ.α.στε ή [γ'] το α.ισθα.νόμ.α.στε α.να.μ.ειγμ.ένο μ.ε σκέψεις, ή [δ'] το σκεπτόμ.α.στε εντελώς αμιγώς. Με κάποια. α.πό α.υτές τις μ.ορφές

ή μ.ε τψ α.νάιJ.ιξΎJ περισσότερων α.πό μ.ία.) το περιεχόμ.ενο είνα.ι

1. Περίληψη: Εδώ πεpιγpάφεται ΎJ σχέσΥ) ποu uπάpχει ανά[J.εσα στΎJ νόΎJσΥ) και στοuς άλλοuς τpόποuς σύλλΎJΨΎJς των πpαγ[J.άτων. Ο Χέγκελ

καταθέτει την πεποίθΎJσή τοu ότι το πεpιεχό[J.ενο ης σuνείδΎJσΥ)ζ παpα[J.έ­ νει το ίδιο είτε απλώς το αισθανό[J.αστε, είτε το αισθανό[J.α.στε και σuνά[J.α. το σχεπτό[J.αστε, είτε το σχεπτό[J.αστε α[J.ιγώς.

Γιατί ό[J.ως τότε ΎJ Φιλοσοφία θεωpείται δuσχολΎJ και ακατανόητη; Ο Χέγκελ αναφέpει δύο αιτίες: α) Δεν εί[J.α.στε σuνΎJθισ[J.ένοι να σχεπτό[J.αστε αΦΎJΡΎJ[J.ένα. 6) 11 ανθpώπινΎJ σuνείδΎJσΥ) εpγάζεται εuκολότεpα [J.ε τις οικείες παpαστάσεις παpά [J.ε καθαpές

( = [J.ΎJ ψπεφικές) έννοιες.

57


αντικείμενο της συνείδησης. Μέσα σ' αυτή τη σχέση υποκεψ.έ­ νου-αντικεψ.ένου συνάπτονται και οι προσδιορισμοί αυτών των

μορφών με το περιεχόμενο· έτσι ώστε μ.ε καθεμιά από αυτές τις μορφές φαίνεται να προκύπτει ένα ιδιαίτερο αντικείμενο, και,

'

ενω

'

ειναι

κα

θ'

ι

εαυτο

το

ιr;:.

ιοιο,

ι

μ.πορει

να

ιιΑ-.

εl'"Ψανι

εται

σαν

'

ενα

διαφορετικό περιεχόμενο. Οι προσδιορισμοί του αισθήματος, της εποπτείας, του

πόθου, της θέλησης κτλ, κατά το μέτρο που μ.ας είναι γνωστοί, ονομάζονται παραστάσεις έτσι μπορεί γενικά να

ειπωθεί ότι η Φιλοσοφία στη θέση των παραστάσεων θέτει σκέψεις,

κατηγορίες,

και

ακόμα

περισσότερο

έννοιες.

Γενικά οι παραστάσεις μπορούν να θεωρηθούν ως μεταφο­ ρές

[Metaphern] των σκέψεων και των εννοιών. Αλλά το

να έχει κανείς παραστάσεις, δεν σημαίνει ότι γνωρίζει κιόλας τη σημασία τους για τη νόηση, και ούτε τις

σκέψεις ή τις έννοιες μ.ε τις οποίες αντιστοιχούν. Και αντίστροφα: άλλο πράγμα είναι να έχει κάποιος σκέψεις και έννοιες, και άλλο να ξέρει ποιες είναι οι παραστάσεις, οι εποπτείες και τα αισθήματα που αντιστοιχούν σ' αυτές.

- Μια πλευρά εκείνου, το οποίο ονομάζεται ο ακατανόητος χαρακτήρας της Φιλοσοφίας,

σχετίζεται μ.'

ετούτο.

Η

δυσκολία έγκειται αφενός σε μ.ια ανικανότητα, που είναι

απλώς έλλειψη συνήθειας στο να σκεπτόμαστε αφηρημένα, δηλαδή να συγκρατούμε καθαρές σκέψεις και να κινούμα­

στε μέσα τους. Μέσα στη συνηθισμένη πνευματική μ.ας κατάσταση οι σκέψεις είναι ντυμένες και ενωμένες μ.ε τρέχουσα αισθητηριακή και πνευματική ύλη· μέσα στον αναλογισμό, στην ανασκόπηση και στον διαλογισμό ανα­ μειγνύουμε τα αισθήματα, τις εποπτείες και τις παραστά­

σεις μ.ε σκέψεις. (Έτσι, μέσα σε προτάσεις που έχουν ένα εξ ολοκλήρου αισθητηριακό περιεχόμενο, π. χ. «Αυτό το φύλλο είναι πράσινο», έχουν ήδη αναμειχθεί κατηγορίες, όπως το

58

Είναι και η

ατομικότητα).

Αλλά

είναι κάτι


εντελώς διαφορετικό, να μ.ετα6άλλεις σε αντικείμ.ενο τις ίδιες τις σχέψεις αμ.ιγώς.

- Το παράπονο, ότι η Φιλοσοφία είναι ακατανόητη, οφεί' ' ' λ εται επισης στην ανuπομ.ονησια, να θ'λ ε οuν να εχοuν μ.προστά τοuς ως παράσταση, αuτό ποu 6ρίσχεται μ.έσα στ"!J σuνείδηση ως σχέψη ή έννοια. Ακοuμ.ε να λένε ότι δεν ξέροuν τί πρέπει να σκεφτούν μ.ε μ.ια έννοια ποu σuνέλα-

6αν. Αλλά μ.έσα σε μ.ια έννοια δεν uπάρχει τίποτε άλλο να

'

'

'

σχε φ τει κανεις, παρα η

' :"

'

'

ιοια ετοuτη εννοια.

Α uτο'

ποu

λ'ενε

αποκαλύπτει μ.όνο μ.ια νοσταλγία για μ.ια ήδη οικεία παράσταση. Αν εμ.ποδίσεις τη σuνείδηση να χρησιμ.οποιεί τις παραστάσεις της, αισθάνεται σαν να της έχεις απο­

τρα6ήξει το έδαφος, πάνω στο οποίο σuνήθως στεριώνεται και αισθάνεται οικεία· όταν μ.άλιστα η σuνείδηση μ.ετατί­

θεται στην περιοχή των καθαρών εννοιών, δεν ξέρει πια σε ποιο μ.έρος τοu κόσμ.οu 6ρίσχεται.

- Νά γιατί οι πιο κατανοητοί από όλοuς είναι οι σuγγρα­ φείς, οι ιεροκήρuκες, οι ρήτορες κτλ, ποu λένε στοuς αναγνώστες ή στ(JUς ακροατές τοuς πράγμ.ατα ποu αuτοί

τα ξέροuν ήδη απ' έξω,

ποu είναι τρέχοντα και ποu

κατανοούνται από μόνα τους.

§ 4 1 Σε σχέση προς την κοινή μ.ας σuνείδηση η Φιλοσοφία θα

όφειλε κατ' αρχήν να καταδείξει ή και να αφuπνίσει την ανάγκη

για τον ιδιόμορφο τρόπο γνώσης της. Αλλά σε σχέση προς τα αντικείμ.ενα της θρησκείας, σε σχέση προς την αλήθεια ενγένει, θα όφειλε να καταδείξει ότι έχει την ικανότητα να τα γνωρίζει

αφ' εαuτής και αν φανερωνόταν μ.ια διαφορά από τις θρησκευτι-

1. Περίληψη: Για να γίνει πpοσιτότεpΎ) στους ανθpώπους, η Φιλοσο­ φία οφείλει να πcipεt χ.ciποια μ.έτpα α) σε σχέση πpος την κοινή ανθpώπινη συνείδηση,

6) σε σχέση πpος τα θpησχ.ευτιχ.ci αντικείμενα.

59


κές πα.ρα.στά.σεις, ΎJ Φιλοσοφία. θα. όφειλε να. δικαιώσει τους

οια.φοροποιούμ.ενους όρους τ-ης.

§ 5 1 Με

στόχο μ.ια. προσωρινή εξήγ-ησ-η σχετικά. μ.ε τ-ην πα.ρα.­

πά.νω α.να.φερόμ.εν-η οια.φορά. κα.ι τ-η συνα.φή επίγνωσ-η, ότι το α.λ-ηθινό περιεχόμενο τ-ης συνείδ-ησής μ.α.ς διατηρείται, ότα.ν μ.ετα.­ τίθετα.ι έννοια.ς,

[ίibersetzen] μ.έσα. στ-η

μ.ορφή τ-ης σκέψ-ης κα.ι τ-ης

κα.ι μ.ά.λιστα. τότε πρωτοτίθετα.ι [setzen] μ.έσα. στο

ιδιότυπο φως του,

μ.πορώ να. υπενθυμ.ίσω

μ.ια.ν

άλλ-η

παλιά

προκατάληψη: ότι για. να. 6ιώσει κάποιος, τί αληθινό υπάρχει στα. α.ντικείμ.ενα. κα.ι στα. γεγονότα., κα.θώς κα.ι στα. α.ισθήμ.α.τα., στις εποπτείες,

στις γνώμ.ες,

στις πα.ρα.στά.σεις κτλ,

είνα.ι

α.πα.ρα.ίτ-ητος ο αναλογισμός. Αλλά. ο α.να.λογισμ.ός σίγουρα. πετυ­

χα.ίνει τουλάχιστον να. μ.ετα.6ά.λλει τα. α.ισθήμ.α.τα., τις πα.ρα.στά.­ σεις κτλ σε σκέψεις.

Εφόσον μ.όνο το σκέπτεσθαι α.ξιώνει ΎJ Φιλοσοφία. ως ιδιότυπ-η μορφή τ-ης ορα.στ-ηριότ-ητά.ς τ-ης, κα.ι κάθε άνθρω­

πος μ.πορεί εκ φύσεως να. σχ.έπτετα.ι, α.υτή ΎJ α.φα.ίρεσ-η

[Abstraktion] περιθωριοποιεί τ-η οια.φορά. που α.να.φέρθ-ηκε § 3 κα.ι πα.ρά.γει το α.ντίθετο α.πό α.υτό που χα.ρα.κτ-η­

στ-ην

ρίστ-ηκε ως πα.ρά.πονο για. τον ακατανόητο χα.ρα.κτήρα. τ-ης Φιλοσοφία.ς. Αυτή ΎJ επιστήμ.-η υφίστα.τα.ι περιφρον-ητική

1. Περίληψη: Στην § 3 ο Χέγκελ 8ια6ε6αίωσε ότι το πεpιεχόμ.ενο της σuνείοησης παpαμ.ένει το ίοιο, είτε το αισθανόμ.αστε (οπότε χειpιζόμ.α­ στε αισθήμ.ατα) είτε το νοοuμ.ε (οπότε χειpιζόμ.rχστε έννοιες). Στην

§ 4

οιαπίστωσε ότι η Φιλοσοφία μ.ετα6άλλει τις θpησχεuτικές παpαστάσεις σε έννοιες. Εοώ εξηγεί ότι ακόμ.α και ο αναλογισ[J.ός (Nac!Ίdenken), εάν

θέλει να φτάσει στην αλήθεια των πpαγ[J.άτων, είναι αναγκασ[J.ένος να [J.ετα6άλει τα αισθή[J.ατα σε έννοιες.

Επειοή η Φιλοσοφία εpγάζεται [J.όνο [J.ε τη νοήση και καθένας [J.Ποpεί να σκέπτεται, έχοuν φτάσει μ.εpικοί στην ακpότητα να νο[J.ίζοuν ότι χωpίς

ειοική [J.όpφωση [J.πopouν να φιλοσοφούν και να κpίνοuν τοuς φιλοσόφους.

60


μ.ετα.χείριση, επειδή α.κόμ.α. κα.ι άνθρωποι ποu δεν μ.όχθη­ σα.ν για. να. την κα.τα.κτήσοuν, ισχuρίζοντα.ι ότι κατανοούν

ι.ι.έσα. στη Φιλοσοφία. τα. πάντα., κα.ι ότι είνα.ι ικα.νοί μ.ε μ.ια. μ.έτρια. μ.όρφωση κα.ι ειδικά μ.ε 6άση κάποια. θρησκευτικά α.ισθήμ.α.τα., να. φιλοσοφούν κα.ι να. κρίνοuν τη Φιλοσοφία.. Πα.ρα.δέχοντα.ι ότι οφείλει κα.νείς να. σποuδάσει τις άλλες επιστήμ.ες για. να. τις γνωρίσει, κα.ι ότι μ.όνο δuνάμ.ει μ.ια.ς τέτοια.ς γνώσης είνα.ι κα.νείς δικα.ιωμ.ένος να. τις κρίνει. Πα.ρα.δέχοντα.ι ότι για. να. φτιάξει κα.νείς ένα. πα.πούτσι,

οφείλει να. έχει διδα.χτεί κα.ι α.σκηθεί, μ.ολονότι κα.θένα.ς έχει στα. πόδια. τοu ένα. μ.έτρο προς τούτο, κα.ι κα.θένα.ς μ.ε

τα. χέρια. τοu έχει τη φuσική ικα.νότητα. για. την α.πα.ιτού­ ι.ι.ενη δρα.στηριότητα.. Μόνο για. το φιλοσοφείν δεν οφείλει τάχα. να. έχει κα.νείς σποuδάσει, α.σκηθεί κα.ι μ.οχθήσει.

- Αuτή η 6ολική γνώμ.η έχει πάρει πρόσφα.τα. την επικύ­ ρωσή της μ.ε τη θεωρία. ότι η γνώση είνα.ι κάτι άμ.εσο,

κάτι ποu α.ποκτάτα.ι μ.ε επόπτεuση 2 .

§ 6 1Αφετέροu

ε ίνα. ι εξίσοu σημ.α.ντικό να. κα.τα.νοήσει η Φιλοσο­

φία., ότι το περιεχόμ.ενό της δεν είνα.ι άλλο α.πό α.uτό ποu πα.ράγετα.ι κα.ι πα.ράγει τον εα.uτό τοu μ.έσα. στην περιοχή της πνεuι.ι.α.τικής ζωής, έτσι ώστε να. γίνει ο κόσμος, ο εξωτερικός κα.ι εσωτερικός κόσμ.ος της σuνείδησης, - ότι το περιεχόμ.ενό της

:2. Λuτ~ η ενορατικ~ θεωρία, ποu υποστηρίχτηκε από τον F.H. Jacnbi, απασχολεί εκτεταμ.ένα παρακάτω τον Χέγκελ, οες §§ 61-78. 1. Περίληψη: 'ΙΌ περιεχόμ.ενο της Φιλοσοφίας είναι η πραγμ.ατικό­ τητα, αλλά. από αuτ~ν θα πρέπει να διακριθούν όσα είναι απλώς φαινό­ μ.ενα, οηλαο~ προσωρινά. και α~μ.αντα. Ο Χέγκελ ταυτίζει το πραγμ.ατικό μ.ε το έλλογο, πρά.γμ.α μ.ε το

οποίο σuμ.φωνεί το θρησκευτικό οόγμ.ιχ ότι ο θεός ως Λόγος είναι το μ.όνο αληθινά. πραγ[J.ατικό. Από το πρωταρχικό νόη[J.α της πραγ[J.ατικότητας οφείλουν λοιπόν να διαχωριστούν τα τuχαία όντα, οι παρούσες uπά.ρξεις

61


είναι η πραγματικότητα. Αποκτοuμ.ε συνείδηση αυτού του περιε­ χόμ.ενου, κατ' αρχήν μ.ε αυτό που ονομ.άζοuμ.ε εμπειρία. Αλλά α.κόμ.α. και η κατ' αίσθηση εμ.πεφία. του κόσμ.ου είναι ικανή να. διακρίνει, όσα από το ευρύ κράτος της εξωτερικής και εσωτερι­ κής ύπαρξης είναι απλώς φαινόμενα, είναι δηλαδή προσωρινά και α.σήμ.α.ντα., από όσα αξίζουν στ' αλήθεια. εντός εαυτών το όνομ.α. της πραγματικότητας. Μια και η Φιλοσοφία. διαφέρει μόνο I

κα.τα. τη μ.ορ

φ'

I

'λλ

η α.πο α

Ι

'I'

Ι

Ι

ες συνειοητοποιησεις α.υτου του ενος και

εξακολουθητικά ίδιου περιεχόμενου, είναι αναγκαίο να. bρίσκετα.ι σε

συμ φ ωνια.

μα.

I

με

Ι

ιστα. α.υτη η

την

I

πρα.γμα.τικοτητα.

.,,!,

I

I

συt'"Ψωνια. μπορει να.

θ

και εωρη

την

θ

I

κ

I

εμπεφια..

ει ως

I

ενα. του

λ

α.ι

I

α.χι-

στον εξωτερικό κριτήριο της αλήθειας μιας Φιλοσοφία.ς 2 . Παρό­ μοια. πρέπει να. θεωρηθεί ως ανώτατος και τελικός σκοπός αυτής

της επιστήμης, γνωρίζοντας αυτή τη σuμ.φωνία. να. επιφέρει τη σuμ.φιλίωση της α.υτοσυνειοητοποιημένης λογικής ικανότητας με την υπαρκτή λογική ικανότητα. - δηλαδή με την πραγματικό­ τητα..

Στον Πρόλογο του bιbλίου μου Φιλοσοψία του δικαίου bρίσκοντα.ι οι προτάσεις: Ό,τι είναι έλλογο, είναι πραγματικό, και ό,τι είναι πραγματικό είναι έλλογο 3 •

Αυτές οι απλές προτάσεις αντιμετωπίστηκαν με έκπληξη και με εχθρικότητα., και μάλιστα. ακόμα. και από ανθρώ­ πους που δεν θα. ήθελαν να. τους α.μ.φισbητηθεί η γνώση της Φιλοσοφία.ς και ακόμα. περισσότερο της θρησκείας. κτλ. Μοναδικό αντικείι.ι.ενο τΎJς Φιλοσοφίας είναι ΎJ ι.ι.ία έλλογΎJ πpαγι.ι.ατι­

κότΎJτα, ΎJ ιδέα, και όλα τα άλλα είναι ι.ι.όνο εξωτεpικές ης απόψεις.

2. Ο Χέγκελ υπενθψίζει τον παpαδοσιακό οpισι.ι.ό ης αλ~θειας ως (= σuι.ι.Φωνία τΎJς νόΎJσΎ)ς ι.ι.ε τα πpάγι.ι.ατα),

adaeqιιatio intellectιιs et rei

για να επικυpώσει τψ άπο~ του ότι ΎJ Φιλοσοφία ως νΟΎ)τtΚ~ δpασηpιό­

ητα σχετίζεται ι.ι.ε τα πpάγι.ι.ατα, δΎJλαδ~ ι.ι.ε τψ πpαγι.ι.ατικότΎJτα.

3. Δες Hegels Weι·ke (Sιιhrkamp), Bd. 7, σελ. 24. ΣτΎ)ν έκδοσΎ) του Hoffn1eister ( 1955) σελ. 14.

62


Δ εν

'

'

ειναι απαραιτητο να

~' η ανα φ ερ θ' ει εοω

θ ρησκεια, '

μ.ια

και αυτές οι προτάσεις εκΦράζουν μ.ε αρκετή σαφήνεια το θρησκευτικό Οόγμα περί της θεϊκής κοσμοκρατορίας. Αλλά όσον αφορά το φιλοσοφικό νόημ.α, πρέπει να προϋποτεθεί τόση μόρφωση, ώστε να γνωρίζει κανείς &χι μόνο ότι ο θεός είναι πραγμ.ατικός

- ότι είναι ό,τι πιο πραγματικό, ότι αυτός και μ.όνο είναι αληθινά πραγμ.ατικός -, αλλά και ότι (από την άποψη της Λογικής μ.ορφής) η ύπαρξη

είναι ενμέρει φαινόμενο και μ.όνο ενμ.έρει πραγματικότητα. Μέσα στην κοινή ζωή κά.θε γνώμη, κάθε πλάνη, το κακό και όσα άλλα ανήκουν σ' αυτή την περιοχή, καθώς και κάθε εξαθλιωμ.ένη ή εφήμερη ύπαρξη, παίρνουν τυχάρπα­ στα το όνομα πραγματικότητα. Αλλά ακόμ.α και για το κοινό αίσθημα

[ = για τον κοινό νου], σε μ.ια τυχαία -

ύπαρξη οεν αξίζει ο εμφατικός τίτλος του πραγματικού·

το τυχαίο είναι μια ύπαρξη, που οεν έχει αξία μ.εγαλύτερη

από την αξία μιας δυνατότητας, που μπορεί να είναι εξίσου κιχ

λ α'

'

οσο

και

'

να

μην

ιιπραγματικοτητα»,

θα

'

ειναι.

Αλλ α'

'

επρεπε

οι

'

οσον

'

κριτες

α

φ ορα'

μου να

τον σκε

'

ορο

'

φ τουν

από μόνοι τους, με ποιο νόημ.α τον χρησιμ.οποιώ. Σε μια λεπτομ.ερειακή Λογική έχω πραγμ.ατευτεί μ.εταξύ άλλων και την πραγματικότητα, και την έχω διακρίνει επακρι-

6ώς &χι μ.όνο από το τυχαίο, το οποίο

oa

έχει επίσης

ύπαρξη, αλλά και από το προσδιορισμένο-Είναι [Dasein], την ύπαρξη και άλλους όρους'•.

- Lτην πραγματικότητα του έλλογου αντιτίθεται ήοη η 4. Ο Χέγκελ παραπέμπει στ-η μεγάλη Λογικ-ή του, το 3ο κεφάλαιο του 2ου 6ι6λίου τ-ηc; οποίαc; φέρει τον τίτλο: ιιΗ πραγματικότητα». Δεc;

Logik ΙΙ, σελ 186 κ.ε. Μέσα στο παρόν έργο ο Χέγκελ αφιερώνει στην πραγματικότ-ητα (Wirkliclikeit) τιc;

§§ 142

κ. ε.

- Αποοίοω τον χεγκελιανό

όρο Dasein ωc; «προσδιορισμένο-Είναι))' στα χωρία όπου αυτή -η λέξ-η αποκτά το αυστ-ηρό ορολογικό τ-ηc; νό-ημ.ιχ. Ο Χέγκελ εξ-ηγεί αυτό το νό-ημ.ιχ παρακάτω, στιc;

§§ 89

κ.ε. Δεc; τα εκεί παρατιθέμενα σχόλιά μου.

63


λαϊκή αντίληψη, ότι οι ιδέες και τα ιδεώδη δεν είναι

τίποτα περισσότερο από χίμαιρες και ότι η Φιλοσοφίrι. I

εινrι.ι

I

ενrι.

I

συστημrι.

I

I

rι.πο

τετοιrι.

φ

f

rι.ντrι.σμrι.τrι.·

rι.ντιτι

ετrι.ι

επίσης η εντελώς διαφορετική αντίληψη, ότι οι ιδέες και

τα ιδεώδη είναι κάτι υπερ6ολικά εξαιρετικό για να έχει

πρrι.γμrι.τικότητrι., ή κάτι υπερ6ολικά αδύναμο για να πετύ­ χει μια τέτοια. Αυτός ο διαχωρισμός της πραγματικότη­ τας από την ιδέα είναι ιδιαίτερα αγαπητός στη διάνοια [VeΓstand], η οποία εκλrι.μ6άνει τις αφαιρέσεις της, μολο­ νότι πρόκειται για όνειρα, σαν κάτι αληθινό, και κrι.υχολο­ γιέτrι.ι για το πρέπει, το οποίο εκφέρει ευχαρίστως ακόμα και στο πολιτικό πεδίο, λες και ο κόσμος περιμένει από αυτήν να μάθει πώς αυτός πρέπει να είναι, ενώ ακόμα δεν είναι. Εάν ο κόσμος ήταν όπως πρέπει να είναι, τί θα aπογινόταν η 'Ο ταν

η

aυθάδικη

'~'' οιrι.νοιrι.

' τετριμμενrι.,

με

εξυπνάδα αυτού του

το

'

στρε'φ ετrι.ι

«πρεπει»

t: ' και ε<,ωτερικrι.

ε φ' ημερrι.

'

«πρέπει»;

'

ενrι.ντιrι.

rι.ντικειμενrι.,

σε

'

ενrι.ντιrι.

σε θεσμούς, καταστάσεις κτλ., που για κάποιο χρονικό διάστημα και για ειδικούς κύκλους μπορούν εντούτοις να

έχουν μεγάλη σπουδαιότητα, ίσως η διάνοια έχει δίκιο· σε μια τέτοια περίπτωση 6ρίσκει πολλά πράγματα που δεν ικανοποιούν τις γενικές απαιτήσεις του ορθού· ποιος δεν

είναι τόσο έξυπνος, ώστε να 6λέπει πολλά πράγματα στο περι6άλλον του, που πράγματι δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι; Αλλά αυτή η εξυπνάδα κάνει λάθος όταν φαντά­ ζεται, ότι με τέτοια αντικείμενα και με τη δεοντολογία

τους 6ρίσκετrι.ι μέσα στα ενδιαφέροντα της φιλοσοφικής

'

επιστημης.

Η Φλ ι οσο φ'ιrι.

'

εχει

να

'

κrι.νει

'

μονο με την

'~'' ιοεrι.·

κι αυτή δεν είναι τόσο αδύναμη, ώστε απλώς να πρέπει να είναι και να. μην είναι πράγματι. Η Φιλοσοφίrι. έχει να

κάνεt μ.ε μ.tα πραγμ.ατtκότητα, της οποίας εκείνα τα αντικείμενα, οι θεσy.οί, οι καταστάσεις κτλ. δεν είναι

'

πrι.ρrι.

64

'

μονο

η

επιπο'λ rι.ιη

t: ' ε<,ωτερικη

' ψ η. rι.πο


§ 7 10

αναλογισμός γενικά περιέχει το α.ξίωμα. (ποu σΎ)μα.tνει

επtσΎ)ζ το ξεκtνΎ)μα.2 ) τΎJς Φιλοσοφία.ς. Κα.ι α.φού α.uτός άνθισε ξα.νά μέσα. στψ αυθυπαρξία τοu κα.τά τοuς νεότερους χρόνοuς

-(μετά α.πό τψ εποχ~ τΎJς μετα.ρρuθμισΎ)ς τοu Λοuθ~ροu), κα.ι α.φού οεν οια.τΎJρ~θΎJκε εντελώς α.ΦΎJρΎJμένος όπως κα.τά το φιλο­ σοφικό ξεκtνΎ)μα. των Ελλ~νων, α.λλά ρίχτΎ)κε εξ α.ρχ~ς πάνω στο

ι

ετσι

ι

προ φ α.νως

το

ι

ονομα.

ι

α.περιοριστο

uλ ικοι

τοu

ι

κοσμοu

φ

των

ι

α.ινομενων,

φ ι λο σο Φ'ια οο <;-'θ ΎJΚε σε ο'λ ΎJ εκεινΎJ ι ι τΎJ γνωσΎJ ποu

α.σχολείτα.ι με το στα.θερό κα.ι το γενικό μέσα. στον ωκεα.νό των εμπειρικών λεπτομερειών, κα.θώς κα.ι με το αναγκαίο, τοuς ,

νομους,

ι

μεσα. στΎJν επι

φ

'Ετσι

'

τα.ς τοu τuχα.ιοu.

ι

α.νεια.κΎJ α.τα. ΎJ

1

νεοτερΎ)

ξ'

ι

ι

ια. τΎJς α.περα.ντΎJς ποσοτΎJ-

Φλ ι οσο φ'ια.

1

' ΠΎ)ρε το περιεχο-

μενό τΎJς α.πό τΎJ δική μας επόπτεuσΎJ κα.ι α.ντtλΎJΨΎJ τοu εξωτεριι

ι

ι

ι

ι

,

κοu κα.ι εσωτερικοu κοσμοu, τοσο α.πο τΎJν παρουσα

φ'

ι

UaΎJ οσο κα.ι

α.πό το παρόν πνεύμα. κα.ι τΎJν κα.ροιά τοu α.νθρώποu. Το α.ξίωμα. τΎJς εμπειρίας σuμπεριλα.μ6άνει τον α.πέ­ ρα.ντα. σΎ)μα.ντικό όρο, ότι για. να. α.ποοεχτούμε κα.ι να.

πιστέψουμε ένα. οεοομένο, πρέπει να είμαστε παρόντες εμείς

οι ίοιοι, ~ α.κρι6έστερα., να. 6ρίσκοuμε εμείς οι ίοιοι ότι το οεοομένο σuνοuάζετα.ι κα.ι σuνοέετα.ι με τΎJ ΒεΒαιότητά μας

1. ΠερίΛηψη: Από τους νεότερους χρόνους και εξ~ς

1) Φιλοσοφία

εντόπισε ως αντικείμενό τrις το σταθερό, γενικό κιχι αναγκαίο στοιχείο,

τους νόμους που κρύ6ονται κά.τω από τψ επιφ"ανειακ~ αταξία. Από τrιν εμπειρικ~ μέθοοο 1) Φιλοσοφία ά.ντλψε το οίοαγμιχ, ότι σε όσα σuλλαμ6ά.­ νουμε από τον εξωτερικό ~ εσωτερικό μιχς κόσμο, πρέπει να είμαστε οι ίοιοι παρόντες. Το ουσιώοες ακόμα κιχι στις εμπειρικές επιστ~μ.ες οεν είναι 1) εμ.πειρικ~ τους αφετrιρία, αλλά. το γεγονός ότι κιχταλ~yουν σε νόμους

και σε θεωρίες.

2. Μεταφράζω τον όρο Pήnzip (αγγλικά. principle, γαλλικά. principe) ως ιιαξίωμιχ>>. Μέσα σ' αυτόν τον όρο ο Χέγκελ οιαπιστώνει ετυμολογικά. το νόrιμιχ του ξεκιν~μιχτος, τrις ιιαρχ~ς», που απασχολεί επίσrις εοώ τον Χέγκελ ο όρος είναι οπωσο~ποτε αμ.Φίσrιμος.

65


γι' αυτό. Πρέπει να. είμαστε οι ίδιοι παρόντες, είτε με τις εξωτερικές μα.ς αισθήσεις είτε με το 6α.θύτερό μα.ς πνεύμα. κα.ι με την ουσιώδη μα.ς aυτοσυνείδηση. -Αυτό το αξίωμα. είναι το ίδιο με εκείνο που στις ημέρες

μα.ς ονομάστηκε θρησκευτική πίστη, άμεση γνώση, απο­ κάλυψη στον εξωτερικό κα.ι προπάντων στον εσωτερικό

μα.ς κόσμο. Εκείνες τις επιστήμες που ονομάστηκαν Φιλο­ σοΦία, θα. τις ονομάσουμε εμπειρικές επιστήμες, γιατί η αφετηρία. τους είναι εμπειρική. Αλλά το ουσιώδες, το οποίο αυτές στοχεύουν κα.ι παρέχουν, ε ίνα. ι νόμοι, γενικές

προτάσεις, μια. θεωρία - κάποιες σκέψεις για. όσα. υπάρ­ χουν.

Έτσι η Φυσική του Νεύτωνα. ονομάστηκε Φιλοσοφία.

της φύσης 3 , ενώ ο Hugo Grotius α.ντιπα.ρα.θέτοντα.ς την

'

ιστορικη συνη

'

συμπερι Φ ορα.

' θ ισμενου

αξιώματα.,

συ

λ α.ων '

των

λλ ογισμου'

μια. θεωρία.,

'

κα.ι

μπορεσε

με

να.

τη προσ

eοοη'θ εια. φ'ερει

'

ενος

'

γενικα.

η οποία. μπορεί να. ονομαστεί

Φιλοσοφία. του διεθνούς δικα.ίου 4 • -Ο τίτλος ΦιλοσοΦία στους

Άγγλους εξακολουθεί να.

έχει αυτή τη σημασία.. Ο Νεύτων συνεχίζει να. τιμάται ως ο πιο μεγάλος φιλόσοφος, κα.ι ο ίδιος τίτλος φτάνει έως τους καταλόγους των οργα.νοποιών· όλα. τα. όργανα., που

δεν συγκαταλέγονται σε ένα. ιδιαίτερο είδος μαγνητικών ή

ηλεκτρικών εφοδίων, π.χ. τα. θερμόμετρα. κα.ι τα. 6α.ρόμε­ τρα., ονομάζονται ΦιλοσοΦικά όργανα. Δεν θα. έπρεπε όμως να.

'

ονομα.στει

'

ιωργα.νο

της

φ ι λ οσο φ'ια.ς»

'

κα.ποια.

'θ εση συν

α.πό ξύλο, σίδερο κτλ., παρά μόνο η νόηση*. 3. Lύγκpινε τον τίτλο τοu έpγοu τοu Νεύτωνα: Philosophiae naturalis principia mathematica ( = «Μα&η11-ατικά αξιώ11-ατα της φυσικής Φιλοσο­ φίας))), Λονδίνο 1687. 4. Δες Hugo Grotius: De jure belli et pacis ( = «Το δίκαιο τοu πόλε11-οu και της εφ~νης))), Παpίσι 1625.

* [Υποση11-είωση

τοu Χέγκελ:]

Και το πεpιοδικό ποu εκδίδει ο

τiJon1son, ονο11-ciζεται: «Χpονικά ΦιλοσοΦίας ~ Πεpιοδικό Χημείας, Πετρο-

66


-

Η

,

προσ

φ

,

α.τη επιστημη της πο

λ

,

ιτικης

ο

,

,

ικονομια.ς ονομα.-

ζετα.ι στην Αγγλία. επίσης Φιλοσοφία., ενώ στη Γερμανία.

είναι γνωστή ως ορθολογική κρατική Οικονομία. ή 5ια.νοη­ τική κρατική Οικονομία.* *

γραφίας, Μηχανικής, Φυσικής Ιστορίας, Οικονομίας και Τεχνών)). [Πρόκει­ ται για το περιοδικό του Tl1omas TIHHηson:

Annals of Philosophy; or, of Chemίstry, Mίneralogy, Mechanίcs, Natural Hίstory, Agrίcul­ ture, and the Arts. 16 τόμ.οι, Λονδίνο 1813-1820]. Από αυτό τον τίτλο Magazίne

εύκολα μ.πορεί κανείς να μ.αντέψει, τί είδους είναι το υλικό που εδώ ονομ.ά.ζεται φιλοσοφικό. - ~τις αγγελίες πρόσφατα εκδοθέντων bιbλίων bρήκα σε μ.ια αγγλική εφημ.ερίδα το εξής: The Art of preservίng the Ηαίr on philosophίcal prίncίples [ = ιιΗ τέχνη να διατηρούνται τα μ.αλλιά. bά.σει φιλοσοφικών αξιωμ.ά.των)), Λονδίνο 1825], neatly pΓinted in post 8., pΓice 7 sl1illings. Γρά.φοντας για ΦιλοσοΦικά αξιώμ.ατα διατήρησης των μ.αλλιών εννοούν προφανώς χημ.ικά. ή ιατρικά. αξιώμ.ατα.

* * [Υ'ποσημ.είωση του Χέγκελ:]

Όταν οι ά.γγ λοι κυbερνήτες μ.ιλούν

για τα γενικά. αξιώμ.ατα της πολιτικής Οικονομ.ίας, ακούγεται συχνά. ο όρος

«ΦιλοσοΦικά αξιώμ.ατα)), ακόμ.α και σε δημ.όσιες ομ.ιλίες.

Στην

κοινοbουλευτική συνεδρίαση της 2/2/1825 απαντώντας δημ.όσια στην φιλία του Θρόνου ο B!'Ougl1am εκφρά.στηκε ως εξής: ιιτα ά.ξια για έναν κυbερνήτη φιλοσοφικά αξιώμ.ατα του ελεύθερου εμ.πορίου -

γιατί αυτά.

είναι αναμ.φίbολα φιλοσοφικά. -, την αποδοχή των οποίων η Μεγαλειό­ τητά.

σας

συνέστησε σήμ.ερα στο κοινοbούλιο)).

-

Αλλά. τέτοια

δεν

ακούγονται μ.όνο από μ.έλη της αντιπολίτευσης. ~το ετήσιο γεύμ.α, το οποίο (κατά. τον ίδιο μ.ήνα) πρόσφερε η εταιρεία εφοπλιστών κά.τω από την

προεορεία του πρ~θυπουργού Εω·Ι Liverpool, έχοντας στο πλευρό του τον γραμ.μ.ατέα του κρά.τους Canning και τον γενικό ταμ.ία στρατού Sil' Cl1a!'les

Long, ο γραμ.μ.ατέας του κρά.τους Canning απαντώντας στην πρόποση που του έγινε, είπε: " Άρχισε πρόσφατα μ.ια περίοδος, κατά. την οποία οι υπουργοί απέκτησαν την εξουσία να εφαρμ.όζουν στην κρατική διοίκηση αυτού του κρά.τους τους ορθούς γνώμ.ονες μ.ιας Βαθιάς ΦιλοσοΦίας.))

Όσο

και αν διαφέρει η αγγλική Φιλοσοφία από τη γερμ.ανική, και δεδομ.ένου ότι αλλού η λέξη ιιΦιλοσοφία)) χρησιμ.οποιείται μ.όνο σαν παρατσούκλι και προσbολή ή σαν κά.τι μ.ισητό, είναι πά.ντα ευχά.pιστο να bλέπουμ.ε ότι τιμ.ά.ται μ.έσα από τις εκφpά.σεις της αγγλικής κυbέρνησης.

67


§8 1

Όσο ικανοποιητική και αν είναι κατ

αρχήν αυτή η

εμπειρική γνώση ΙJ-έσα στο πεδίο της, φανερώνεται αψ' ενός ένας άλλος κύκλος αντικειμένων, τα οποία δεν συ[J-περιλαμbά.νονται μ.έσα της: η ελευθερία, το πνεύμα και ο θεός 2 • Ανήκουν σε μια

'/'

οια

φ

I

ορετικη

σ

φ

f

αφα,

I

οχι

'I''

επειοη

'/'

οεν

f

ανηκουν

στην

f

εμπειρια

-

σίγουρα δεν bιώνονται ΙJ-ε τις αισθήσεις, αλλά. ό,τι υπάρχει γενικά. μέσα στη συνείδηση, είναι αντικείμενο εμπειρίας αυτή εδώ είναι μάλιστα ΙJ-ια ταυτολογική πρόταση -, αλλά. επειδή αυτά τα αντικεί[J-ενα φανερώνονται ως προς το περιεχόμενό τους ως απέραντα.

Ύ'πά.ρχει ΙJ-ια αρχαί'α πρόταση, την οποία συνηθίζουν να αποδίδουν εσφαλ[J-ένα στον Αριστοτέλη, σαν ΙJ-ε αυτήν να εκφραζόταν η bασική θέση της Φιλοσοφίας του: «Nihil

est in intellectu, quod non fuerit in sensu»: δεν υπάρχει τίποτα

ΙJ-έσα στη νόηση,

που δεν υπήρξε !J-έσα στην

αίσθηση και στην ε[J-πειρία. Πρέπει να θεωρηθεί ως απλή παρεξήγηση, αν η θεωρησιακή [spekulative] Φιλοσοφία δεν θέλησε να παραδεχτεί αυτό το αξίω[J-α. Αλλά. αυτή η Φιλοσοφία θα ισχυριστεί και αντίστροφα: «Nihil est in

sensu, quod non fuerit in intellectu», - ΙJ-ε το γενικό νόη[J-α ότι ο νοuς:J και ΙJ-ε ένα bαθύτερο όρο το πνεύμα είναι η αιτία

1. Περίληψη: 1'πάρχοuν κάποια αντικείμ.ενα ποu οεν μ.πορούν να τα σuλλά6οuν οι εμ.πειρικές επιστήμ.ες: είναι η ελευθερία, το πνεύμ.α χαι ο

θεός. Και όχι επειδή αuτά. δεν σχετίζονται μ.ε την εμ.πειρία, αλλά επειδή είναι απέραντα. εμ.πεφία

Ό,τι υπάρχει μ.έσα στη νόηση, υπάρχει και μ.έσα στην

- και μ.άλιστα μ.ε το νόημ.α ότι η ρίζα της εμ.πεφίας 6ρίσχεται

μ.έσα στη νόηση, μ.έσα στο πνεύμ.α.

2. Αξίζει να προσεχτεί ότι ο Χέγκελ παραλλάσσει εδώ τα τρία μ.εταφuσικά αντιχείμ.ενα (ελευθερία - ψυχή - θεός), που σύμ.φωνα μ.ε τον Καντ είναι «οι ιδέες», χαι αντ' αυτών μ.ιλά για ελευθερία- πνεύμα- θεό.

3. Οι λέξεις ποu εμ.φανίζονται μ.ε παχιά μ.αύρα γράμ.μ.ατα, παρουσιά­ ζονται ελληνικά στο γερμ.ανικό πρωτότυπο.

68


του κόσμου. Με πιο συγκεκριμένο νόημα (οες

§ 2)

αυτή η

πρόταση ισχυρίζεται ότι το νομικό, ηθικό και θρησκευτικό αίσθημα είναι ένα αίσθημα και άρα μια εμπειρία τέτοιου περιεχόμενου, ώστε έχει τη ρίζα του και την έδρα του μόνο μέσα στη νόηση.

§ 9 1 ΑΦ'

ετέρου η υποκειμενική λογική ικανότητα απαιτεί κατά

τη μορφή περισσότερη ικανοποίηση [από όση παρέχει η εμπει'

ρικη

f

γνωση

]

·

f

αυτη

η

μορ

φ Ι

όρου, η αναγκαιότητα (ο ες

η

I

ειναι,

με

το

πιο

Ι εuρυ

Ι νοημα

του

Η μέθοδος των εμπε φ ι κών

§ 1).

επιστημών έχει δύο ελαττώματα:

Όσα συμπεριλαμ6ά.νονται

μέσα της είναι τα γενικά, το γένος κτλ.' ως οι' εαυτά. απροσδιό­ ριστα, άρα ασύνδετα προς τα επιμέρους, μέσα σε εξωτερική και τυχαία διασύνδεση μεταξύ τους μα και τα επιμέρους δεδομένα

που πετυχαίνουν διασύνδεση, είναι μεταξύ τους εξωτερικά. και τυχαία. Το δεύτερο ελάττωμα είναι ότι κάθε ξεκίνημα γίνεται πάντα με άμεσα ευρισκόμενα δεδομένα και με προϋποθέσεις. Ούτε στα

μεν

'

ουτε

στα

~ οε

'

ικανοποιειται

'

επαρκως

η

μορ φ' η

της

αναγκαιότητας. Ο αναλογισμός, κατά. το μέτρο που τείνει να θεραπεύσει αυτά. τα ελαττώματα, είναι το αυθεντικά. φιλοσο­ φικό, το θεωρησιακό νοείν.

Άρα ως είδος αναλογισμού, που

μολονότι έχει κάτι κοινό με εκείνο τον αναλογισμό για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω, εντούτοις διαφέρει από αυτόν, ο φιλοσοφι-

1. Περίληψη: Αυτό στο οποίο επίσης υστεpεί η εμ.πεφική μ.έθοοος, είναι ότι τα επιτεuγμ.ατά της δεν έχουν αναγκαιότητα.

Όσα διαπιστώνο­

νται εμ.πεφικά, είναι ασύνδετα μ.εταξu τους, και το ξεκίνημ.α από τα

άμ.εσα εμ.πεφικά δεδομ.ένα, επι6αpυμ.ένο μ.ε μ.ία πληθώpα πpουποθέσεων, δεν μ.ποpεί να πpο6άλει αξίωση αναγκαιότητας. Αυτή πετυχαίνεται μ.όνο μ.έσα από τη φιλοσοφική σκέψη, που διευpuνει τις εμ.πεφικές κατηγοpίες μ.εταμ.οpφώνοντάς τις τόσο, ώστε να συλλά6ουν το Απέpαντο.

69


κός στοχασμός έχει εκτός α.πό τις κοινές κα.ι ιδιότυπες μορφές, η πιο γενική α.πό τις οποίες είναι η έννοια 2 • Η σχέση της θεωρησια.κής επιστήμης προς τις άλλες

επιστήμες έχει ως εξής: η θεωρησια.κή επιστήμη 3 δεν αρνείται τα. εμπειρικά δεδομένα. που αποτελούν το περιεχό­ μενο των άλλων επιστημών, αλλά τα. αναγνωρίζει κα.ι τα. χρησιμοποιεί· αναγνωρίζει κα.ι εφαρμόζει σα.ν δικό της αντικείμενο κάθε γενικό στοιχε.ίο αυτών των επιστημών, τους νόμους, τα. γένη κτλ.· επιπλέον όμως η θεωρησια.κή επιστήμη μέσα. σ' αυτές τις κατηγορίε-ς zισάγει κα.ι καθιε­ ρώνει άλλες.

Η διαφορά έγκειται μόνο σ'

αυτή την

α.λλα.γή των κατηγοριών. Η θεωρησια.κή Λογική συμπερι­ λα.μ6άνει την παλαιότερη Λογική κα.ι Μεταφυσική, δια.τηρει'

τις

'51' ιοιες

μορ φ' ες

σκε'ψ ης,

τους

'51' ιοιους

' νομους

κα.ι

τα.

ίδια. αντικείμενα., αλλά συνάμα. τα. αναπτύσσει περισσό­ τερο κα.ι τα. μεταμορφώνει προσθέτοντας ευρύτερες κατη­ γορίες.

Η έννοια με το θεωρησια.κό της νόημα. πρέπει να. διακριθεί α.πό αυτό που συνήθως ονομάζεται έννοια.. Το συνηθισμένο κα.ι μονόπλευρο νόημα. έγκειται σε μια. κου6έ-

2. ΙΙ θεωpία του Χέγκελ πεpί τψ; έννοιας (γεpμ.αν. Begrifl) αποτελεί το τpίτο και τελευταίο στάδιο της Λογικής (δες παpακάτω, §§ 160-244). Η έννοια είναι λοιπόν το αποκοpύφωμ.α της Λογικής διαλεκτικής ποpείας, το σημ.είο όπου συγχωνεύονται τα δύο προηγούμ-ενα στάδια: το Είναι και η ουσία. 1-Ι έννοια σαν τέτοια χαρακτηpίζεται από το ότι πεpιέχει τα στοιχεία της γενικότητας, της μ.εpικότητας και της ατομ.ικότητας (δες

§ 163). 3. Θεωρησιακή (spekulativ) επιστήμ-η είναι η Φιλοσοφία την οποία

υπερασπίζεται ο Χέγκελ. Ας προσεχτεί ότι δεν πρόκειται για θεωpητική

(tlleo!'etiscll) επιστήμ-η σε διάκριση προς κάποια άλλη πρακτική, γιατί συμ.περιλαμ.6άνει και εντελώς πpακτικά αντικείμ-ενα. Τελικό αντικείμ-ενο

και στόχος της θεωρησιακής επιστήμ-ης είναι η ιδέα· έτσι ο Χέγκελ μ.ιλά για ((θεωρησιακή ή απόλυτη ιδέα», δες παρακάτω§§ 3η υποσημ.είωση της

70

§ 82.

235-7. Δες και την


ντα

ποu

'

εχει

ειπω θ ει

'

'

'!I' χι λ ιαοες

'

'λ η ψ η: καταντησει προκατα

'

οτι το

φ ορες

και

Απεραντο '

τε λ ικα

'

!/' οεν

'

εχει

μ.πορει' να

σuλληφθεί μ.ε έννοιες.

§10 1 Αuτό

το νοείν ποu ανήκει στον φιλοσοφικό τρόπο γνώσης

έχει ανά.γκη από κά.ποιες εξηγήσεις,

τόσο σχετικά. μ.ε την

αναγκαιότητά. τοu όσο και σχετικά. μ.ε την ικανότητά. τοu να γνωρίζει τα απόλuτα αντικείμ.ενα. Αλλά. οι τέτοιες εξηγήσεις είναι ήtη φιλοσοφική γνώση, ποu ά.ρα μ.όνο μέσα στη Φιλοσοφία πετυχαίνεται. Μια προσωρινή εξήγηση θα ήταν λοιπόν μ.η-

'

φ ι λ οσο φ ικη,

πλέγμ.α

και

!/' οεν

θα

προuποθέσεων,

'

ηταν

'

τιποτε

5ια6ε6αιώσεων

'

περισσοτερο

και

' ενα '

απο

5ιαλογισμ.ών,

5ηλαtή τuχαίων ισχuρισμ.ών, των οποίων τα αντίθετα θα μ-πο­ ρούσαν μ.ε το ίtιο tίκιο να 5ια6ε6αιωθούν.

1. Περίληψη: Η φιλοσοφική μέθοδοc;, το μη-εμπεφικό νοείν, προbάλ­ λει δύο αξιώσειc;: α) ότι πετυχαίνει την αναγκαιότητα, και b) ότι μπορεί να γνωρίσει τα μεταφυσικά αντικείμενα (τον θεό, το πνεύμα και την

ελευθερία).

Πώc; μπορούν να δικαιολογηθούν αυτέc; οι δύο αξιώσειc;;

Πάντωc; όχι με κάποιεc; προσωρινέc; εξηγήσειc;, γιατί αυτέc; θα επιbαρύνο­ νταν με κάποιεc; προυποθέσειc; και με δογματικέc; διαbεbαιώσειc;, που θα μπορούσαν να αντικρουσθούν με τουc; ακριbώc; αντίθετουc; δογματισμούc;. Ο Χέγκελ επικρίνει τη γνωσιοθεωρία του Καντ, ο οποίοc; πριν ασχοληθεί με τη γνώση των μεταφυσικών αντικειμένων, διερεύνησε την

ίδια τη γνωσιακή ικανότητα, για να ιδεί εάν αυτή είναι ένα επαρκέc; όργανο. Ο Χέγκελ αντιτείνει ότι το γνωρίζειν δεν μπορεί να διερευνηθεί

παρά μέσω γνώσηc;, και άρα εάν θέλουμε να μάθουμε κολύμπι ( =

να

ελέγξουμε το όργανο τηc; γνώσηc;), πρέπει πρώτα να πέσουμε στο νερό(= να εισδύσουμε στην ίδια τη γνώση). Ούτε η πρόταση του

K.L. Reίnhold κρίνεται ωc; ορθό επιστημονικό

ξεκίνημα: αυτόc; πρότεινε να ξεκινά κανείc; με κάποιεc; προσωρινέc; υποθέ­

σειc;, τιc; οποίεc; θα αναλύσει αργότερα· αλλά έτσι έχει φορτωθεί ήδη κατά το ξεκίνημα με απαράδεκτεc; προυποθέσειc; και με αναφέσιμουc; δογματι­ σμούc;.

71


Μια. bα.σική άποψΎJ τΎJς κριτικής Φιλοσοφία.ς είνα.ι ότι πριν α.υτή προ6εί στο να. γνωρίσει τον θεό, τΎ]ν ουσία. των πρα.γμ.άτων κτλ.'

πρέπει να. οιερευνήσει τψ

ίaια. τΎ]

γνωσιακή ικανότητα, κα.ι να. ιοεί κα.τά πόσο α.υτή είνα.ι ικα.νή να. πετUχει κάτι τέτοιο· πρέπει κα.νείς να. γνωρίσει το όργανο, πριν α.να.λά6ει τψ εργασία. για. τψ οποία.

πρόκειται α.υτό να. χρΎ]σιμ.οποιΎ)θεί· για.τt εάν το όργανο είνα.ι α.νεπα.ρκές, κάθε προσπάθεια. θα. σπα.τα.λιότα.ν μ.ά­ τα.ια..

-Αυτή Ύ] σκέψΎ] φάνΎ)Κε τόσο εύλογη, ώστε οιήγειρε τον πιο μ.εγάλο θα.υμ.α.σμ.ό, τψ πιο μ.εγάλΎ] επιοοκιμ.α.σία., κα.ι πισωγύρισε το γνωρίζειν α.πό το ενοια.φέρον του για. τα.

αντικείμενα κα.ι τψ ενα.σχόλΎ]crΎJ μ.ε α.υτά ι

εα.υτο

του,

στο

μ.ορ

φ

ι

ικο

ι

στοιχειο.

Ε'

α.ν

ι

ομ.ως

πίσω στον ι κα.ποιος

!/'

οεν

θέλει να. εξα.πα.τΎ]θεί α.πό τα. λόγια., είνα.ι εύκολο να. ιοεί, ότι άλλα. όργανα. μ.πορούν να. οιερευνΎ)θούν κα.ι να. κριθούν μ.ε άλλους τρόπους, κα.ι όχι μ.ε τΎ] οιεξα.γωγή τΎ]ς κατεξο­

χήν εργα.σία.ς, για. τψ οποία. α.υτά είνα.ι προορισμ.ένα.. Αλλά Ύ] οιερεύνΎ]crΎJ του γνωρίζειν οεν μ.πορεί να. συμ.6εί πα.ρά μέσω γνώσης σ' α.υτό το επονομ.α.ζόμ.ενο «όργανο» το να. οιερευνήσει κάποιος, οεν crΎjμ.α.ίνει τίποτε άλλο πα.ρά να. το γνωρίσει.

Αλλά το να. θέλει κάποιος να. γνωρίσει

προτού γνωρίσει, είνα.ι εξίσου παράλογο όσο κα.ι Ύ] σοφή συμ.6ουλή εκείνου του σχολαστικού φιλόσοφου, που πρό­ τεινε να. μ.άθουμ.ε να. κολυμπούμε, προτού τολμήσουμε να μπούμε στο νερό.

Ο Reinhold 2 , ο οποίος οια.πίστωσε τΎJ σύγχυcrΎJ που

2. Δες Karl Leonhard Reinhold: Beitriίge zur leichtern ϋbersicht des Zustandes der Philosophie beim Anfange des 19. Jahrhunderts [ = «Συνει­ σφορές για ευκολότερη επισκόπηση της κατάστασης της Φιλοσοφίας κατά το ξεκίνημα του 19ου αιώνα)) l,

Hamburg 1801, (κυρίως στις σελ. 90 U Χέγκελ ασχολείται με αυτό το f)ι6λίο εκτεταμένα ήδη στο νεανικό του 6ι6λίο: Differenz des Fichteschen und Schellingschen Systems κ.ε.).

72


υπάρχει σε ένα τέτοιο ξεκίνΎ]μα, πρότεινε σαν λύσΎ] να ξεκινά κανείς προσωρινά με ένα υποθετικό και προΒλημα­ τικό φιλοσοφείν, και να προχωρεί μέσα σ' αυτό (ένας θεός 1:,

,

.,ερει πως

)

,

,

ωσπου να προκυ

,

,

ει καποτε,

οτι κατ

'

,

αυτο τον

τρόπο έφτασε στψ aρχέγονη αλήθεια. Εάν προσεχτεί καλu­

τερα, αυτή Ύ] μέθοδος ταυτίζεται με μια πολu συνΎ]θισμένΎ] πρακτική: ξεκινά από ένα εμπειρικό δεδομένο ή από μια προσωρινή εικασία που έχει διατυπωθεί σε ένα ορισμό, και uστερα προχωρεί στψ ανάλυσή του. Δεν πρέπει να παρα­ γνωρίσουμε ότι εδώ f>ρίσχεται μια ορθή συνειδΎ]τοποίΎ)σΎ): ότι Ύ] συνΎ]θισμένΎ] πορεία μέσω προϋποθέσεων και προσωρι­ νών ισχυρισμών είναι μέθοδος υποθετική και προbλΎ]μα­ τική.

Αλλά αυτή Ύ] ορθή διάγνωσΎJ δεν αλλάζει τον

,

χαρακτΎ)ρα

μιας

,

τετοιας

με

θ'~ οοου·

εκ

φ

ρα

ει

,

μονο τΎ]ν

ανε-

πάρκειά τΎJς.

§ 11 1Η

ανάγκΎ] τΎJς Φιλοσοφίας [για κάποιες εξΎ]γήσεις, δες

τψ πρώτΎ] πρότασΎ) τΎJς

,

στει

,

με το οτι,

, ,

αισ θ Ύ)τα οντα,

ε φ

φ'

§ 10] μπορεί περαιτέρω να προσδιορι, , , ανομενο και εποπτευοντας

οσον το πνευμα αισ

αντα

,

θ

,

ζ, θ 'λ λ ομενο εικονες, ε οντας σχοπους κτ

, . εχει

ετοuτα ως αντικείμενα, σε αντίθεση ή απλά σε διάκριση από

der Philosophίe, ίn Bezίehung auf Reίnholds Beίtriige zur leίchtern ϋber­ des Zustands der Philosophίe zu Anfang des neunzehnten Jahrhunderts, [«Η διαφορά ανάμ.εσα στο φιλοσοφικό σύστημ.α τοu Φίχτε και στο φιλοσοφικό σύστημ.α τοu Schelling, σε σuσχετισμ.ό προς τις Συνεισφορές

sίcht

τοu ReinlΊold για ευκολότερη επισκόπηση της κατάστασης της ΦιλοσοΦίας

κατά το ξεκίνημα του 19ου αιώναη],

Jena 1801. Δες Hegels Werke (Sulπ­

kamp), Band 2, S. 116-138: "ϋber Reinl1olds Ansicht der Pl1ilosopl1ie". 1. Περίληψη: Η ανάγκη της Φιλοσοφίας να δικαιολογήσει τις uψηλές αξιώσεις της (δες § 10) οφείλεται στο ότι εδώ το πνεύμ.α φτάνει σε ύψιστη εσωτερικότητα, φτάνει στη νόηση και την καθιστά αντικείμενό τοu. Αλλά ώσποu να πετύχει αuτή την πληρότητα, η φιλοσοφική νόηση

73


αυτές τις μορφές της uπαρξ~ς τοu και των αντικεψ.ένων τοu ι

παρεχει

ι

ι

επισης

,

στη νοηση,

ικανοποιηση ι

θ

στην

u'ψ ιστη

ι

ι

ι

εσωτερικοτητα

ι

ι

τοu, ι

και ετσι κατορ ωνει να κανει τη νοηση

ι

αντικεψ.ενο

τοu 2 • Κατ' αuτό τον τρόπο το πνεuιι-α προσέρχεται στον εαυτό του, ιι-ε το πιο ~αθu νόηιι-α της λέξης, γιατί το αξίωιι-ά. τοu, η

αιι-ιγ~ς εαuτότητά. τοu είναι η νόηση. Αλλά. σ' αuτ~ την εργασία της η νόηση περιπλέκεται σε αντιφά.σεις,

, χανεται

,

αντι να

, ιι-εσα φ

,

στη στα

θ

, ερη

, ιι-η-ταuτοτητα

,

,

των σκε

τανει στον εαuτο της, παραιι-ενει αιχιι-α

λ

οηλαο~

,

εων, κι ετσι

,

,

ωτισιι-ενη απο

το αντίθετό της. Αuτό το αποτέλεσιι-α, στο οποίο οοηγεί η ~,

οιανοια,

,

,

εναντιωνεται στην παραπανω

φ

ανα

,

εροιι-ενη

,

αναγκη,

η

οποία θειι-ελιώνεται στο ότι η νόηση οεν εγκαταλείπει τον αγώνα, αλλά. παραιι-ένει πιστ~ στον εαuτό της παρ' όλην αuτ~ την σuνειοητ~ απώλεια τοu παρ' -εαuτόν-Είναι της, «για να τη

νικήσει» 3 και να πραγιι-ατώσει ιι-έσα στην ίοια τη νόηση τη οιά.λuση των αντιφάσεών της.

Το να ιοοuιι-ε ότι η νόηση ιι-έσα στην ίοια τη φιίση της είναι οιαλεκτικ~

[Dialektik], ότι η νόηση ως οιά.νοια

'λ Ρ ι ι ι ο φ ει ει να ιι-εταοαινει στην αρνηση τοu εαuτοu της,

, ,

,

'φ λ Ρ , 'θ Λ αντι αση, αποτε ει ενα οασικο ιι-α ηιι-α ογικης.

Η

στην

,

νοη-

περνιi μέσα από αντιφιiσεις, χιiνει τον εαυτό της και χρειιiζεται να κιiνει ένα αγώνα οιιiλυσης των ίδιων της των αντιφιiσεων. Πρόκειται για μια διαλεκτική πορεία, που μπορεί να οδηγ~σει τη νόηση ακόμα και στο να μι~σει τον ίδιο τον εαυτό της.

2. ΙΙ φιλοσοφικ~ πορεία τείνει λοιπόν να γίνει αυτό που ο Αριστοτέ­ λης θεώρησε ότι είναι μια θεικ~ ενέργεια: νόησις νοήσεως (δες Αριστοτέ­

λους Μετά τα Φυσικά Λ9, 1074b 34), όπου ο νους νοεί τον ίδιο τον εαυτό του.

3. Ο Χέγκελ παραπέμπει εδώ σε μια 6ι6λικ~ έκφραση από τους Ψαλμούς, η οποία απευθύνεται στον θεό: ιιοπως ιΧν δικαιωθjjς έν τοίς λι}γοις σου καί νικήσnς έν τιj) κρίνεσθαί σε)) ( =

ιιγια να αποοειχτείς

οίκαιος στους λόγους σου και νικ~σεις, ειiν οι ιiνθρωποι τολμ~σουν να σε κρίνουν))), δες Ψαλμούς

74

50, 6

και Προς Ρωμαίους

3, 4.


ση, απελπιζόμενη από το ότι μπορεί αΦ' εαυτής να πετuχει ~

τη οια

,

εχει

uση

της αντι

,

θ' εσει τον εαuτο της,

, , πνεuμα εχει

,θ μα ει

,

ασης,

να ε

φ

,

μεσα

,

στην οποια αuτη η

,

'φ ει στις λ' uσεις οποu το

επιστρε

,

ησuχα

,~

ιοια

ζ

ει

, μεσα

σε

, λλ οuς α

,

τροποuς

και μορφές τοu. Δuστuχώς η νόηση κατ' αuτή την επι­ στροφή καταπέφτει, καθώς παρατήρησε ήδη ο Πλάτων, στη μισολογία 4 , και σuμπεριφέρεται πολεμικά ενάντια στον ίδιο τον εαuτό της κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να γίνεται· και όμως αuτό σuμ6αίνει, όταν ισχuρίζονται ότι η επονομαζόμενη άμεση γνώση "είναι η αποκλειστική μορφή σuνειδητοποίησης της αλήθειας.

§ 12 1Η

Φιλοσοφία ποu προκuπτει από την παραπάνω αναφερό­

μενη ανάγκη, έχει ως αφετηρία την εμπειρία, τόσο την άμεση σuνείδηση όσο και τις σuνεπαγωγές της.

Μέσω αuτής της

ανάγκης ως ερεθίσματος η νόηση χαρακτηρίζεται οuσιαστικά ι

απο

το

ι

οτι

ι

εγεφεται

ι

πανω

ι

απο

τη

φ

ι

uσικη

ι

κατασταση

της

σuνείδησης, πάνω από τις αισθήσεις και τις σuνεπαγωγές τοuς,

μέσα στο αμιγές στοιχείο τοu εαuτοu της, και έτσι παίρνει κατ'

4. Δες Πλάτωνος Φαίδων 89 c-d, Λάχης 188 c-e, Πολιτεία 411d. 1. Περίληψη: U Χέγκελ πcφουσιάζει εδώ το ξεκίνημ.α. και τη 6ασική πορεία της Φιλοσοφίας. Αφετηρία είναι η εμπειρία, το εμπειρικό υλικό

μέσα στην αμεσότητά του. Αλλά δεν έχουν ειπωθεί πολλά, εάν ειπωθεί ότι η Φιλοσοφία ξεκινά από κάτι εμπειρικό

(a posteι-iori) και τυχαίο, γιατί

η νόηση αναιρεί αυτό το υλικό aνυψώνοντάς το πάνω από τα αισθητά, με μια αρνητική στάση απέναντί του, οδηγώντας το έτσι σε γενικότητα και αναγκαιότητα.

Το ότι η Φιλοσοφία ξεκινά με την εμπειρία, σημ.α.δεύει μια εξέλιξή της σε σύγκριση προς το αρχαικό φιλοσοφείν που δεν προχώρησε πέρα από τις γενικότητες.

Π νεότερη Φιλοσοφία αντλεί το υλικό της από τις

εμπειρικές επιστήμες, αφού αυτές πρωτύτερα έχουν νοητικά αναιρέσει την αμεσότητά του, και το προσφέρουν στη Φιλοσοφία για μια καθαρά νοητική

(a ρrioι-i) περαιτέρω εμ6άθυνση.

75


αρχήν 11-ια αποστασιοποιούtJ-ενΎ], αρνητική στάση προς εκείνο το ξεχίνΎ][J-α. Η νόΎ]σΎ) bρίσχει τότε τψ ιχανοποίΎ)σή τΎJς 11-έσα στον εαυτό τΎJς, 11-έσα στψ ιδέα τΎJς γενικής ουσίας των χατ' αίσθΎ)ση φαινο[J-ένων· αυτή Ύ] ιδέα (το απόλυτο, ο θεός) 11-πορεί να είναι ι λ ιγοτερο

ι η

ι περισσοτερο

α

φ

ι ηρΎ][J-ενη.

Α

ι φ ντιστρο α

οι

ι ε[J-πεφιχες

επιστή[J-ες ερεθίζουν το πνεύ11-α στο να κατανικήσει τη μορφή, 11-έσα στην οποία παρέχεται ο πλούτος του περιεχο[J-ένου τους ως

ένα απλώς ά11-εσο δεδο[J-ένο, ως πληθώρα πραγ[J-άτων που απλώς συ[J-παρευρίσχονται χατά τρόπο τυχαίο· ερεθίζουν το πνεύ[J-α στο να ορθώσει αυτό το περιεχό[J-ενο σε αναγκαιότητα, - χι αυτός ο

ερεθισ[J-ός αποσπά τη νόησΎ) από εκείνη τη γενιχότΎ]τα χαι από την καθ' εαυτήν2 παρεχό11-ενΎ] ικανοποίηση, χαι τψ ωθεί προς 11-ια αΦ' εαυτής ορ[J-ώ[J-ενΎ) ανάπτυξη. Αυτή Ύ] ανάπτυξη είναι αφ' ενός

11-ια πρόσληψη του περιεχό11-ενου χαι των παρουσιαζό[J-ενων ιδιο­ τήτων του, αφ' ετέρου προωθεί το περιεχό11-ενο στο να [1-ψΎ]θεί

τΎ)ν αρχέγονΙJ νόΎ)σΎ), να εξελtχθεt ελεύθερα, χαθορtζό[..Lενο [..Lόνο από τΎ]ν αναγκαιότητα των ίδιων των πραγ11-άτων.

Πάνω στη σχέσΎ) 11-εταξύ της αμεσότητας χαι τΎJς μεσολάΒησης 11-έσα στη συνείδησΎ) θα χάνω λόγο παρακάτω ρητά χαι λεπτο[J-ερέστερα. Εδώ πρέπει 11-όνο να επιστήσω προσωρινά τΎ]ν προσοχή στο ότι, έστω χαι αν αυτά τα δύο στάδια εμφανίζονται ως ξεχwριστά, δεν 11-πορεί κανένα από τα δύο να λείπει, χαι bρίσχονται 11-έσα σε αδιαχώριστη

σύνδεσΎ).

-

Έτσι Ύ] γνώσΎ) του θεού, όπως χαι χάθε υπεραισθητού

ενγένει, περιέχει ουσιαστικά 11-ια ανύψωση πάνω από το αίσθΎ)[J-α ή τψ αισθητηριακή εποπτεία· περιέχει άρα 11-ια αρνητική σχέσΎ] απέναντι στα αρχικά δεδο11-ένα των αισθή­ σεων, χαι [J-αζί της περιλα[J-bάνει τΎ] μεσολάΒηση. Γιατί η

2. aπ sich - μ.ε το νόΊ]μ.α: κατά. φαντασίαν ~ δυνά.μ.ει, όχι πρά.γμ.ατι. Ο Χέγκελ αντιπαραθέτει αυτό το ωαιθ' εαυτό, στο «αΦ' εαυτοι.ί, (von sicl1

aus) που παρουσιά.ζεται αμ.έσως παρακά.τω.

76


11-εσο

'Ρ ' ι 'C ι ι ι ι ι λ α.οηση εινα.ι ενα. <.,εκινηΙJ-α. α.πο κα.τι κα.ι ενα. προχω-

ρη!J-α. σε ένα. δεύτερο ~ρά.γ!J-α., έτσι ώστε α.υτό το δεύτερο υπάρχει 11-όνο, κα.τά. το 11-έτρο που το έχου11-ε προσεγγίσει ερχό11-ενοι α.πό κάτι αλλιώτικο α.πό α.υτό 3 • Αλλά. η γνώση του

θ

, ,

εου

ενα.ντι

,

εκεινης

λιγότερο αυθύπαρκτη,

,

της

κα.ι

<:'

φ,

εΙJ-πεφικης

11-ά.λιστα. η

α.σης

,

οεν

εινα.ι

αυθυπαρξία. της

παρέχεται ουσιαστικά. 11-έσω α.υτ~ς της άρνησης κα.ι ανύ­ ψωσης.

- Εά.ν η 11-εσολά.bηση ανυψωθεί ΙJ-ονόπλευρα. κα.ι παρουσια­ στεί ως κάτι εξα.ρτηΙJ-ένο 1', τότε ΙJ-Πορεί να. ειπωθεί - α.ν κα.ι­ ΙJ-ε α.υτό δεν θα. έχουν ειπωθεί πολλά. - ότι η Φιλοσοφία. γεννιέται κα.τ' α.ρχ~ν α.πό την ε11-πεφία., α.πό το a posteriori. (Κα.ι πρά.γ11-α.τι η νόηση είναι ουσιαστικά. η άρνηση όσων έχοψε ά.11-εσα. ΙJ-Προστά. ΙJ-α.ς.) Εντούτοις εξίσου ορθά.

,

ΙJ-πορει να. ειπω

,

για.τι

,

χωρις

θ,

,

ει οτι

,

α.υτα.

ο

φ

ει

,

κα.νεις

,

ου11-ε το τρωγειν στα. τρο

<:'

,

θ

οεν

α.

ΙJ-Πορουσε

φ,

να.

α.ει·

ιΙJ-α.,

,

ετσι

ιδωΙJ-ένο το τρώγειν παριστάνεται χωρίς ευγνω11-οσύνη, για.τι'

του.

Ρ θ ι'ζ ει κα.τα.οροχ

'

εκεινο,

στο

'

οποιο

ο φ ει'λ ει

τον

'

εα.υτο

Έτσι ιδω11-ένη η νόηση είναι εξίσου α.γνώΙJ-ων. Αλλά. υπάρχει κα.ι 11-ια. a pΓioΓi άποψη της νόησης,

όπου 11-ε 11-ια. 11-εσολά.bηση που πρα.γ11-α.τώνετα.ι 11-ε ανασκό­ πηση 11-έσα. στον εαυτό, παρέχεται 11-ια. α.11-εσότητα. που είναι γενικότητα, το πα.ρ'-εα.υτόν-Είνα.ι της νόησης- 11-έσα. σ' αυτήν η νόηση τόσο ικα.νυ;-;οιείτα.ι εντός εα.υτ~ς, ώστε

αδιαφορεί για. 11-ια. κάθοδο στα. επιμέρους, έτσι όΙJ-ως α.δια.3. Δες ένα παρόμ.οιο ορισμ.ό της ιψεσολάbησης" (Vermittlιιng), ποu § 86 Σημ.. 4. Π μ.εσολά.bηση είναι μ.ια κίνηση προς τη νοητική ανεξαρτησία,

προσφέρεται στην

γι' αuτό μ.όνο από ένα μ.ονόπλεuρο πρίσμ.σ. μ.πορεί η μ.εσολάbηση να θεωρηθεί ως κάτι εξαρτημ.ένο.

'Ετσι και ολόκληρη η Φιλοσοφία ως

κίνηση προς την και μ.έσα στην νοητική ανεξαρτησία, μ.όνο μ.ονόπλεuρα μ.πορεί να θεωρηθεί ως εξαρτώμ.ενη από το εμ.πειpικό uλικό ποu είναι η

αρχική της τροφή.

77


'

φ ορει

και για την

'

αναπτυ ξ' η της.

'Ο πως

θ ρησκεια, '

και η

είτε εξελιγμένη είτε χονδροειδ~ς, είτε έχει διαμορφωθεί

σε επιστημονικ~ συνείδηση είτε διατηρείται μέσα στην απλοϊκ~ πίστη της καρδιάς, η νόηση κατέχει την ίδια έντονη φuση της ικανοποίησης και ευδαιμονίας.

Αλλά

όταν η νόηση δεν προχωρεί πέρα από τη γενικότητα των ιδεών,

όπως αυτό συμ6αίνει κατ' ανάγκην μέσα στις

πρώτες Φιλοσοφίες (π.χ. οι Ελεάτες δεν προχώρησαν πέρα από το Είναι, ο Ηράκλειτος δεν προχώρησε πέρα από το γίγνεσθαι), της επιρρίπτεται πολu σωστά φορμαλισμός.

Ακόμα και σε μια εξελιγμένη Φιλοσοφία μπορεί να συμ6εί, να α

συ

I"' λλ αμοανονται

' φ ηρημενοι

,

μονο

'

οι

α

«Μ'εσα

οροι, π.χ.

φ

,

ηρημενες

Απο'λ υτο

στο

,

προτασεις

,

η

'

οι

'

τα παντα ειναι

ένα», «Το υποκειμενικό και το αντικειμενικό ταυτίζονται» και να

φ

,

τανουν

επαναλαμ6άνονται τα

στα

,

,

Σ

επιμερους.

ε

ίδια πράγματα

συγκριση

προς

την

όταν

,

πρωτη

περίοδο της Φιλοσοφίας, την περίοδο της αφηρημένης γενικότητας, έχει ένα ορθό και 6αθu νόημα το να ειπωθεί ότι η ανάπτυξη της Φιλοσοφίας οφείλεται στην εμπειρία. οι

,

εμπειρικες

,

επιστημες

α

φ

,

ενος

!1'

οεν

,

παραμενουν

στην

αισθητ~ρια αντίληψη των ατομικών στοιχείων ενός φαινό­ μενου, αλλά σχεπτόμενες προετοιμάζουν το υλικό για τη φ ι λ οσο φ ια, '

με

το

'

οτι

γένη και τους νόμους.

Ρ' ορισκουν

' γενικους

τους

' ορους,

τα

Έτσι προετοιμάζουν τα επιμέρους

δεδομένα για να γίνουν αποδεκτά μέσα στη Φιλοσοφία.

Αφετέρου οι εμπειρικές επιστ~μες ασχοuν στη νόηση μια πίεση, να προχωρ~σει και αυτ~ προς εκείνους τους συγκε-

,

κριμενους

'

ορους.

Η

'

'λ η ψ η προσ

αυτου

του

'

περιεχομενου,

τώρα που η νόηση έχει αναιρέσει την αμεσότητά του και

'

εχει

'ψ ει πα

να

το

Ρλ' ο επει

ως

'

κατι

<:- <:' οεοομενο,

' ειναι

' συναμα

ΙJ.ια ανάπτυξη της νόησης αφ' εαυτ~ς. Η Φιλοσοφία οφεί­

λει λοιπόν την ανάπτυξ~ της στις εμπειρικές επιστ~μες. Σε ανταπόδοση παρέχει στα περιεχόμενά της ό,τι πιο

7'6


ουσιώόες: την ελευθερία. της νόησης, ένα.ν a priori χα.ρα.­

κτ~ρα.. Αυτά. τα. περιεχό[J.ενα. α.να.γνωρίζοντα.ι τώρα. ως αναγκαία κα.ι όεν εξα.ρτώντα.ι πια. α.πό το γεγονός ότι

α.πλώς παρευρίσκονται κα.ι ότι είνα.ι ψπεφικά. όεόο[J.ένα.. 'Ετσι το ψπεφικό όεόο[J.ένο !1-ετα.f>ά.λλετα.ι σε πα.ρουσία.ση κα.ι α.πο[J.ί[J.ηση της α.ρχέγονης κα.ι τέλεια. α.υθύπα.ρκτης όρα.στηριότητα.ς της νόησης.

§ 13 1Η

Ιστορία. της Φιλοσοφία.ς πα.ρουσιά.ζει τη γένεση κα.ι την

α.νά.πτυξη της Φιλοσοφία.ς tJ.ε ιστοριογραφική κα.ι εξωτερική [J.ορφ~. Οι bα.θ[J.ίόες εξέλιξης φα.ίνοντα.ι εκεί σα.ν να. όια.όέχοντα.ι τυχαία η [J.ία. την ά.λλη, κα.ι παρέχουν [J.ια. πληθώρα. διαφορετι­ κών α.ξιω[J.ά.των κα.ι κα.τα.γρα.φών τους !1-έσα. στα. ποικίλα. φιλοσο-

'

φ ικα.

'

συστη[J.α.τα..

κ α.ι

'

'

Ο[J.ως α.υτη την

'

'

εργα.σια. χι λ'~ ια.οων χρονων

ο ίόιος αρχιτέκτονας τη όιηύθυνε: α.υτός ο αρχιτέκτονας είνα.ι το ένα ζωντανό πνεύ[J.α.,

του οποίου η

φύση

έγκειται στο να.

σχέπτετα.ι, να. συνειόητοποιεί αυτό που είναι, κα.ι, κά.νοντά.ς το

'

ετσι

'

α.ντικεψ.ενο,

να.

α.νυ

ψ' ωνετα.ι

'

συνα.[J.α.

'

υπερα.νω

του

κα.ι

να.

φτά.νει σε [J.ια. ανώτερη bα.θ[J.ίόα. του Είνα.ι του. Τα. όια.φορετικά. φιλοσοφικά. συστ~[J.α.τα. που πα.ρουσιά.ζει η Ιστορία της Φιλοσο-

1. Περίληψη: Η γένεσΥJ και η εξέλιξη της Φιλοσοφίας παpουσιάζεται μέσα στην Ιστοpία της Φιλοσοφίας, αλλά ιδωμένη από εξωτεpική και επιπόλαιη άποψη (και όχι με τον bαθύ τpόπο που εκτέθηκε στην§

12). Τα

φιλοσοφικά συστήματα παpουσιάζονται ασύνδετα, σαν να πpόκειται για πολλά διαφορετικά συστήματα, καθένα από τα οποία στηpίζεται σε διαφορετικό αξίωμα. Αλλά πpόκειται για μία και την αυτή Φιλοσοφία, αφού το ένα ζωντανό πνεύμα την διευθύνει εδώ και χιλιετίες, και κάθε επόμενο σύστημα συμπεpιλαμbάνει όλα τα πpοηγούμενα.

Πpέπει να πpοσεχτεί η διαφοpά ανάμεσα στο γενικό και στο επιμ.έ­ pους, γιατί εάν αυτά τα Ούο συμπαpατίθενται, τότε το γενικό καταντά κάτι επιμ.έpους.

'Ετσι μια Φιλοσοφία που έχει ως θεμέλιο ένα γενικό

αξίωμα, δεν είναι μια επιμέpους Φιλοσοφία, αλλά η Φιλοσοφία ενγένει.

79


Φίας είναι λοιπόν Ύ] μία Φιλοσοφία. σε ποιχίλοuς 6α.θμ.ούς ωριμ.ό­ τΎJτα.ς τα. επιμ.έροuς αξιώματα, από τα. οποία. ένα. χάθε φορά στεχότα.ν στα. θεμ.έλια. ενός σuστήμ.α.τος, δεν είναι άλλο από κλαδιά

ενός χα.ι τοu

α.uτού σuνόλοu.

Η χρονιχά τελεuτα.ία.

,

,

,

, 'λ 'λ φ λ ι οσο φ ια. εινα.ι το α.ποτε εσμ.α. ο ων των πρωτuτερων σuστΎ]μ.α.-

των, χα.ι γι' α.uτό οφείλει να. σuμ.περιλα.μ.6άνει τα. α.ξιώμ.α.τα. όλων- εάν λοιπόν Ύ] τελεuτα.ία. Φιλοσοφία. αξίζει να. ονομ.άζετα.ι Φιλοσοφία., είναι Ύ] πιο εξελιγμ.ένΎ], Ύ] πιο πλούσια. χα.ι πιο σuγχεχριμ.ένΎ] από όλες. Κατά τψ πα.ροuσία.σΎ) των τόσο πολλών χα.ι τόσο

διαφορετικών Φιλοσοφιών πρέπει να. προσδιορίζεται α.χρι6έστερα. Ύ] διαφορά α.νάμ.εσα. στο γενικό χα.ι στο επιμέρους. Εάν το γενιχό εχλα.μ.6άνετα.ι μ.ορφιχά χα.ι σuμ.πα.ρα.τίθετα.ι

με το επιμ.έροuς, γίνεται χα.ι α.uτό χάτι επιμ.έροuς. Εάν μ.ια. τέτοια. σuμ.πα.ράθεσΎ] γινόταν σε α.ντιχείμ.ενα. τΎJς χα.θΎ]μ.ε­ ρινής ζωής, θα. φανερωνόταν α.Φ' εα.uτής ως α.τα.ίρια.στΎ] ~'1: α.οει;,ια.·

χα.ι

,

οπως

,

εα.ν

,

χα.ποιος

π.χ.

ποu

θ'λ ε ει

φ, α.ει

να.

φρούτα., α.ρνιέτα.ι να. φάει χεράσια., αχλάδια. ή σταφύλια., επειδή α.uτά είναι χεράσια., αχλάδια. ή σταφύλια. χα.ι όχι φρούτα..

Όσον αφορά όμ.ως τΎJ Φιλοσοφία. δικαιολογούν τψ

,

,

περι φ ρονΎ]σΎ)

λ'

τοuς

εγοντα.ς

,

,

οτι

uπα.ρχοuν

,

τοσο

~

οια.

φ

ορετι-

χές Φιλοσοφίες χα.ι χα.θεμία. είναι μόνο μία Φιλοσοφία. χα.ι

,

οχι

η

φ λ ι

οσο

φ'

ια.,

'

φ ροuτα.. Σ uχνα.'

-

σαν

'

ομως

μ.ια.

να.

μ.Ύ]ν

'

τετοια.

,

Ύ]τα.ν

χα.ι

,

τα.

Φ ι λ οσο φ'ια.,

χερα.σια.

τΎJς

'

οποια.ς

αξίωμα. είναι το γενιχό, σuμ.πα.ρα.τίθετα.ι μ.α.ζί μ.ε άλλες, των οποίων το α.ξίωμ.α. είναι χάτι επιμ.έροuς, χα.ι μ.α.ζί με

θεωρίες ποu αρνούνται εντελώς τψ ύπα.ρξΎJ τΎJς Φιλοσο, φ ια.ς

σuμ.πα.ρα.τι

εντα.ι

με

το

ι

νοΎ]μα.

ι

οτι

ι

α.uτες

ι

εινα.ι

ι

μ.ονο

δrαΦορετικές απόψεις τΎJς Φιλοσοφία.ς, όπως εάν το φως χα.ι το σχοτάδι ονομ.άζοντα.ν διαφορετικά είδΎ] τοu φωτός. Και μόνο ένα φιλοσοφικό σύστημα που δεν θεμελιώνεται σε γενικό αξίωμα, οφείλει να αποκλεισθεί από τη μία ενιαία Φιλοσοφία, γιατί η διαφορά τους είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στο φως και .στο σκοτάδι.

80


§ 14 1Η

ίδια. εξέλιξη της νόησΎJ<;, η οποία. εκτίθεται μέσα. στην

Ιστορία. της Φιλοσοφία.ς, πα.ροuσιά.ζετα.ι κα.ι μέσα. στην ίδια. τη

Φιλοσοφία., αλλά. α.πελεuθερωμένη α.πό εκείνη την ιστορικ~ εξωτερικότητα. [ = επιπολαιότητα.], καθαρά μέσα στο στοιχείο της νόησης. Η ελεύθερη κα.ι α.ληθιν~ σκέψη είναι εντός εα.uτ~c; συγκεκριμένη· α.uτ~ η σκέψη είναι ιδέα, κα.ι μάλιστα. ιδωμένη μέσα. στην πλ~ρη γενικότητά. της είναι η ιδέα. ~ το απόλυτο. Η

,

,

,

'ψ επιστημη α.uτης της σκε ης εινα.ι κα.τ

'

'

,

οuσια.ν συστημα.

Γ

,

ια.τι το

αληθινό ως κά.τι συγκεκριμένο uπά.ρχει μόνο ως κά.τι ποu α.να.­ πτuσσετα.ι εντός εα.uτοu, α.uτοσuγκεντρώνετα.ι κα.ι α.uτοδια.τηρεί­

τα.ι μέσα. σε ενότητα.. Η α.λ~θεια. uπά.ρχει τότε μόνο ως ολότητα

,

'ψ ης, και η ε λ εu θ ερια. τοu ο'λ

σκε

~ ι uποοια.ιρεσεων,

, ou οπωc;

,

κα.ι η α.να.γκα.ιοτητα. των

'

'

' ι τις οποιεc; περιεχει το ο'λ ο, μποροuν να. uπα.ρχοuν

μόνο όταν διακρίνονται κα.ι ορίζονται. Ένα. φιλοσοφείν χωρίς σύστημα δεν μπορεί να. είναι επιστημονικό.

Ένα. τέτοιο φιλοσοφείν εκφράζει περισσό­

τερο μια. uποκειμενικ~ διά.θεσΎJ, κα.ι το περιεχόμενό τοu

,

,

,

εινα.ι οργα.νωμενο τuχα.ια..

,

,

~

,

να. περιεχομενο εχει τη ~ικα.ι-

ω~ τοu μόνο ως στάδιο τοu όλοu, γιατί έξω α.πό α.uτό

1. Περίληψη: Μέσα σε μια σuστημ.ιχτικ~ Φιλοσοφία οεν υπάρχει η ιστορικ~ επιπολαιότητα που αναφέρθηκε στην § 13. Εοώ η νόηση είναι μέσα στον εαυτό τηc;, αυτοσuγκεντρωμένη και συγκεκριμένη· όταν έτσι η

νόηση φτάνει στην αλ~θεια τηc; και στη γενικότητά. τηc;, είναι η ίοια η ιοέα χιχι το Απόλυτο. Ο Χέγκελ ορίζει την έννοια ιισuστημα» ωc; μια

τέτοια αλ~θεια: συγκεκριμένη, αυτοσuγκεντρωμένη και οιατηροuμενη σε ενότητα, που ενοποιεί την ελευθερία του όλου με την αναγκαιότητα των μερών.

Μέσα σε ένα σύστημα κάθε επιμέρους περιεχόμενο υπηρετεί το όλο, αλλιώς πρόκειται για σκόρπια αισθ~ματα και γνώμες.

Ί<:να φιλοσοφικό

σύστημα οεν είναι μία Φιλοσοφία μεταξύ άλλων οιαφορετικών από αυτ~ν, αλλά. η Φιλοσοφία εvγέvει, γιατί το αξίωμά. τηc; είναι κάτι γενικό που σuμπεριλαμ6ά.νει κάθε επιμέρους αξίωμα.

81


uπάρχει μόνο ως αθεμελίωτη προuπόθεση ή ως uποκειμε­

νική πεποίθηση· πολλά φιλοσοφικά 6ι6λία. περιορίζονται. έτσι στο να. εχφράζοuν μόνο αισθήματα και γνώμες.

- Με τον όρο σύστημα εννοούν λαθεμένα. μια. Φιλοσοφία., της οποίας το αξίωμα. είναι περιορισμένο και διαφορετικό

από άλλα.. Το αξίωμα. μιας αληθινής Φιλοσοφία.ς χαρα­ κτηρίζεται αντίθετα. από το ότι περιέχει μέσα. τοu όλα. τα. επψέροuς αξιώματα..

§ 15 1 Κάθε

μέρος της Φιλοσοφία.ς είναι ένα. φιλοσοφικό όλο,

ένας κύκλος ποu κλείνεται μέσα. στον εα.uτό τοu·

εντούτοις

καθένα. από α.uτά τα. μέρη περιγράφει τη φιλοσοφική ιδέα. με ένα. επψέροuς όρο ή στοιχείο. Ο κάθε ατομικός κύκλος, επειδή εντός εα.uτού αποτελεί ολότητα., διασπά τον φραγμό τοu στοιχείοu τοu και θεμελιώνει μια. περαιτέρω σφαίρα.· το φιλοσοφικό όλο πα.ροu­ σιάζετα.ι λοιπόν ως ένας κύκλος από κύκλοuς, καθένας από τοuς

οποίοuς είναι ένα. αναγκαίο στάδιο, έτσι ώστε το σύστημα. των ιδιαίτερων φάσεων σuγκροτεί την όλη

ιδέα., η οποία. όμως

εμφανίζεται επίσης μέσα. σε κάθε ατομικό στοιχείο.

§ 16 Με τη μορφή Εγκυκλοπαίδειας η επιστήμη δεν έχει χώρο

για. μια. λεπτομερή πα.ροuσία.ση των επψέροuς οφείλει να. περιο­ ριστεί στο ξεκίνημα. των επψέροuς επιστημών και στις 6α.σικές τοuς έννοιες.

1. Περίληψη: Ο Χέγκελ πεpιγpάφει εδώ την ολότητα ενός φιλοσοφι­ κού σuστ~μ.ατος μ.έσα σε διαλεκτική σχέση τοu φιλοσοφικού όλοu πpος τα μ.έpη τοu. Κάθε μ.έpος είναι ένας αuτοεγχλειόμ.ενος στον εαuτό τοu κύκλος,

ποu εχφpάζει μ.ε τον τpόπο τοu το όλο.

Έτσι κάθε μ.έpος είναι αναγκαίο

στάδιο τοu όλοu, ποu εχφpάζει εξίσοu χαλά την όλη ιδέα όσο και το πλ~pες σύστημ.α.

82


1 Πόσα

από τα ιι-έρ'Υ) χρειάζονται για να σuγχροτ~σοuν

,

ιι-ια

επιιι-εροuc:;

' ιι-εροc:;,

για

να

,

επιστΎJιι-ΎJ,

' ειναι

' χατι

,

ειναι

θ' αχα οριστο,

α λθ' 'Υ) ινο,

~ οεν

ε

ο φ'λ ει ει

Φ' οσον να

το

' ειναι

απλώς ένα αποιι-ονωιι-ένο στάοιο, αλλά να είναι αuτό τούτο ιι-ια ολότ'Υ)τα. Νά γιατί το όλο τ'Υ)c:; Φιλοσοφίαc:; σuγχροτεί

στ' αλ~θεια μία επιστ~ιι-ΎJ, αλλά ιι-πορεί επίσ'Υ)c:; να θεωρ'Υ)­ θεί ως ένα όλο αποτελούιι-ενο από πολλές επψέροuc:; επι­

στ~ιι-εc:;. -Η φιλοσοφιχ~ Εγχuχλοπαίοεια οεν πρέπει να σuγχέεται ιι-ε ιι-ια σuν'Υ)θισιι-έν'Υ) Εγχuχλοπαίοεια. Μια σuν'Υ)θισιι-έν'Υ)

Εγχuχλοπαίοεια είναι ένα συνονθύλευμα των επιστΎJιι-ών, οι οποίες παραλαιι-6άνονται χατά τρόπο τuχαίο χαι ειι-πει­

ριχό·

ανάιι-εσα

σε

όσες

παραλαιι-6άνονται,

uπάρχοuν

κάποιες ποu απλώς φέροuν το όνοιι-α τ'Υ)c:; επιστ~ιι-ΎJς, ενώ οεν είναι παρά ιι-ια σuλλογ~ γνώσεων.

Σε ένα τέτοιο

σuνονθύλεuιι-α οι οιάφορες επιστ~ιι-ες εισάγονται fΙ-ε εξωτε-

' [=

ριχο

'λ αιο επιπο

]

ι τροπο,

γι '

αuτοι

χαι

'Υ)

ι ι ενοτ'Υ)τα

τouc:;

είναι τεχν'Υ)τ~ - είναι αποτέλεσιι-α ιι-ιαc:; ταξινόιι-ΎJσΎ)c:;. Για τον ίοιο λόγο, χι επειο~ επιπλέον τα uλιχά έχοuν τuχαία

φύσ'Υ), αuτ~ 'Υ) ταξινόιι-ΎJσ'Υ) παραιι-ένει χατ' ανάγχ'Υ)ν ένα 1. Περίληψη: Κά.θε μέρος τΎJς Φιλοσοφία.ς οεν είνα.ι ένα. απομονωμένο στά.οιο, α.λλά. μια. α.υθύπα.ρκτΎJ ολότΎJτα.· έτσι ΎJ Φιλοσοφία. περιέχει μια. πλΎJθώρα. επιμέρους επιστΎJμών. Αλλά. ΎJ φιλοσοφικ~ Εγκυκλοπα.ίοεια. οεν οέχετα.ι α.νεξα.ίρετα. όλες τις επιστ~μες κα.ι τις γνώσεις όπως μια. συνΎ]θι­

σμένΎ] Εγκυκλοπα.ίοεια., που περιέχει ένα. συνονθύλευμα (Aggregat) γνώ­ σεων.

Η φιλοσοφικ~ Εγκυκλοπα.ίοεια. αποκλείει όσες επιστ~μες αποτελούν ένα. συνονθύλευμα. γνώσεων, ~ ιiα.σίζοντα.ι στΎ]ν α.υθα.ιρεσία. ~ έχουν κάποιο

ιιθετικό» (οΎJλ. μΎ] ορθολογικό) χα.ρα.κτ~ρα..

Ένα. τέτοιο θετικό χα.ρα.κτ~ρα.

έχουν οι επιστ~μες των οποίων είτε το υλικό είτε Ύ] μορφή είτε το γνωσιακό όργανο έχει πεπερασμένο κα.ι εμπειρικό χα.ρα.κτ~ρα.. Ακόμα. κα.ι α.ν είνα.ι εμπειρικ~ μόνο Ύ] μορφή της επιστημονικής παρουσίασης, α.υτός είνα.ι α.ρκετός λόγος για. να. αποκλειστεί μια. επιστ~μΎ] α.πό τΎJ φιλοσοφικ~ Εγκυκλοπα.ίοεια..

83


πείραμα κα.ι μ.ερικές πλευρές τ-ης δείχνουν α.τα.ίρια.στες.

- Μια. φιλοσοφική Εγκυκλοπαίδεια. αποκλείει τρία. είδ-η επιστ-ημ.ών: 1) Αποκλείει οποιοδήποτε συνονθύλευμα γνώ­ σεων - όπως π.χ. ε!J.Φα.νίζετα.ι κα.τ' α.ρχήν ΎJ Φιλολογία.. 2) Αποκλείει επιστήμ.ες που θεμ.ελιώνοντα.ι μ.όνο στ-ην α.υθα.φεσία., όπως π.χ. ΎJ Ερα.λΟικήl~· οι επιστήμ.ες α.υτοu του είδους είνα.ι πέρα για πέρα θετικές. 3) Κά.ποιες ά.λλες

επιστήμ.ες ονομ.ά.ζοντα.ι επίσ-ης θετικές, α.λλά. έχουν ένα. ορθολογικό θεμ.έλιο κα.ι ξεκίν-ημ.α. 3 •

Αυτό το συστατικό

α.νήκει στ-η Φιλοσοφία. · α.λλά. ΎJ θετική πλευρά πα.ρα.μ.ένει ιδιότ-ητα. α.υτών των επιστ-ημ.ών. Το θετικό στοιχείο α.υτών των επιστ-ημ.ών είνα.ι διαφόρων ειδών. 1) ΊΌ κα.τά. ()ά.σ-η ορθολογικό τους ξεκίν-ημ.α. μ.ετα.τρέπετα.ι σε κά.τι τυχα.ίο, ~' επειο-η

'

α.υτες

'

οι

επιστ-ημ.ες

ο φ ει'λ ουν

'

να.

υπα.γα.γουν

το

γενικό στ-ην εμπειρική λεπτομέρεια κα.ι πραγματικότητα. Μέσα. σ' α.υτό το πεδίο τ-ης μ.ετα.()λ-ητότ-ητα.ς κα.ι τuχα.ιότ-η­ τα.ς δεν μ.πορεί να. ισχuσει ΎJ έννοια· μ.ποροuν να. ισχuσουν μ.όνο κά.ποια. θεμέλια.

,

συστ-ημ.α.

των

,

α.μ.εσων

Π.χ. κα.ι

ΎJ Νομ.ική επιστήμ.-η ή το

,

εμ.μ.εσων

Φ'

ορων

,

α.πα.ιτουν

κά.ποιες τελικές και ακριθόλογες α.ποφά.σεις που ()ρίσκοντα.ι

έξω α.πό τα. καθ'-εαυτά-και-δι'-εαυτά-προσδιορισμένα όρια της έννοιας γι' α.υτό επιτρέπουν μ.ια. ευρuτ-ητα. όρων, οι 2. Εριχλοικ~ είνιχι -η επιστ~μ-η που ιχσχολείτιχι με τιχ οικόσ-ημα. (Οικοσ-ημολογία.), ο-ηλιχο~ με τιχ ~μ.ιχτιχ κιχι τιχ εμ()λ~μιχτιχ που χρ-ησιμ.ο­ ποιούσιχν ιχπό πιχνά.ρχιχιους χρόνους οι φυλές, οι οικογένειες~ οι -ηγέτες. Π λέξ-η προέρχετιχι ιχπό τ-η λιχτινικ~ λέξ-η heraldus, που σ-ημ.ιχίνει τον κήρυκα (ο οποίος ιχν~γγελλε κιχτά. τον Μεσιχίωνιχ τους ιππότες,

ά.ριχ κιχι τιχ

εμ()λ~μιχτά. τους).

3. Ο όρος ιιθετικ~ επιστ~μ1)!! γίνετιχι εδώ σιχφ~ς ιχπό τ-ην ιχντίθεσ~ του προς τ-ην επιστ~μ-η που έχει ένιχ ορθολογικό θεμέλιο κιχι ξεκίν-ημα.. θετικ~ είνιχι λοιπόν -η εμπειρική επιστ~μ.-η, τ-ης οποίιχς το υλικό ~ -η μέθοδος έχει ιιπεπεριχσμ.ένο χιχριχκτΥ)ριχ)) (όπως λέει ο Χέγκελ πιχριχκά.τω) σε ιχντίθέσ-η προς τ-ην ιχπεριχντοσύν-η στ-ην οποία. οο-ηγείτιχι 1) λογικ~ ικιχνότ-ητιχ.

84


οποίοι [J-ΠΟρούν να εκληφθούν ~άσει χάποιοu αξιώ[J-ατος έτσι και ~άσει χάποιοu άλλοu αλλιώς, και δεν είναι ικανοί

για κάτι σίγοuρα τελικό. Παρό[J-οια η ιδέα της Φύσης, όταν επι[J-ερίζεται, διασπάται σε τuχαίες πραγ[J-ατιχότη­ τες.

Η

φυσική Ιστορία,

η Γεωγραφία,

η Ιατρική

κτλ.

οδηγούνται σε ορισ[J-ούς της ύπαρξης, σε είδη και διαφορές, ποu καθορίζονται από εξωτερική σύ[J-πτωση και από το παιχνίδι, όχι από τη λογική ικανότητα. Η Ιστορία ανήκει

επίσης εδώ· η οuσία της είναι η ιδέα, η φφάνιση ό[J-ως της ιδέας γίνεται [J-έσα στην τuχαιότητα και [J-έσα στο πεδίο της αuθαφεσίας.

2) Αuτές οι επιστή[J-ες είναι επίσης

θετικές, εφόσον δεν αναγνωρίζοuν ότι οι κατηγορίες τοuς είναι πεπερασμένες,

και ούτε

δείχνοuν πώς γίνεται η

[J-ετά~αση των κατηγοριών τοuς και της όλης σφαίρας

τοuς σε [J-ια ανώτερη σφαίρα, αλλά τις αποδέχονται ως απόλυτα έγκυρες. Εδώ το ελάττω[J-α έγκειται στον πεπερα­ σ[J-ένο χαραχτήρα της μορφής, όπως αχρι~ώς πρωτύτερα έγκειτο στον πεπερασ[J-ένο χαραχτήρα της ύλης. Με αuτά σuνδέεται

3) ο πεπερασ[J-ένος χαραχτήρας τοu γνωσιακού

θεμέλιου, το οποίο είναι εν[J-έρει ο διαλογισ[J-ός, εν[J-έρει το αίσθη[J-α, η θρησχεuτιχή πίστη και η αuθεντία, γενικά η

αuθεντία της

εσωτερικής ή

εξωτερικής εποπτείας.

Η

Φιλοσοφία ποu θέλει να θε[J-ελιώνεται στην Ανθρωπολογία, στα σu[J-~άντα της σuνείδησης, στην εσωτερική εποπτεία ή στην εξωτερική ε[J-πεφία, ανήκει επίσης εδώ. [4)] Μπορεί αχό[J-η να είναι φπεφιχή [J-όνο η μορφή της επιστημονικής

παρουσίασης, ενώ η αισθητηριακή εποπτεία ταξινο[J-εί όσα είναι [J-όνο φαινό[J-ενα, σύfJ-Φωνα [J-ε την εσωτερική αχολοu­ θία της έννοιας. Σε [J-ια τέτοια ε[J-πεφία οι αντιθέσεις

ανά[J-εσα στα πολuάριθ[J-α σuλλεγό[J-ενα Φαινό[J-ενα αναιρούν τις εξωτερικές και τυχαίες περιστάσεις των σuνθηχών τοuς, χι έτσι τότε χάνει την φφάνισή τοu το γενικό. Η πεφα­ [J-ατιχή Φuσιχή, η Ιστορία κτλ. θα παροuσιάσοuν έτσι την

85


ορθολογικ~

επιστ~μη της

φύσης και των ανθρώπινων

συμbάντων χα.t πpά.ξεων [J-έσα. σε μ..tα εξωτερtκ~ εtχόνα, ποu απεικονίζει τη φιλοσοφικ~ έννοια.

§ 17 1

Όσον αφορά το ξεκίνημα ποu οφείλει να κάνει η Φιλοσο­

φία, αuτ~ φαίνεται να αρχίζει με μια uποκειμενικ~ προϋπόθεση όπως και οι άλλες επιστ~μες, οηλαο~ με ένα επιμέροuς αντικεί­

μενο· όπως αλλού ο χώρος, ο αριθμός κτλ.' έτσι εοώ πρέπει να γίνεται αντικείμενο της νόησης η νόηση. Αλλά αuτ~ είναι μια ελεύθερη πράξη της νόησης, όποu η νόηση καταλαμ6άνει μια

σταθερ~ άποψη [Standpunkt], μέσα στην οποία η νόηση uπάρχει για τον εαuτό της

[ = οι' εαuτ~ν] και έτσι παράγει και παρέχει

στον εαυτό της το αντικείμενό της. Η σταθερ~ αuτ~ άποψη, ποu εμφανίζεται έτσι ως άμεση,

οφείλει κατά την πορεία της

επιστ~μης να καθιστά τον εαuτό της

ένα αποτέλεσμα,

και

μάλιστα ένα τελικό αποτέλεσμα, μέσα στο οποίο η επιστ~μη οοηγείται στο ξεκίνημ.ά της και επανέρχεται μέσα της. Κατ' αuτό τον τρόπο η Φιλοσοφία φανερώνεται ως ένας κύκλος 2 ποu

επανέρχεται στον εαuτό τοu και οεν έχει ένα ξεκίνημα με το

1. Περίληψη: 'ΙΌ αντιχείμ.ενο της Φιλοσοφίας, η νόηση, ποu φαίνεται να είναι μ.ια uποχειμ.ενιχή προύπόθεση, όπως για άλλες επιστήμ.ες είναι ο χώρος, ο αριθμ.ός χτλ., εδώ αποτελεί όχι μ.όνο την αφετηρία αλλά χαι το αποτέλεσμ.α: Η ίδια η νόηση παράγει τον εαuτό της χαι τον καθιστά αντιχείμ.ενό της μ.έσα από τη φιλοσοφική πορεία γίνεται επιστροφή στην

αφετηρία, όποu uπάρχει μ.όνο η νόηση σε σχέση προς

(= μ.έσα σε) ένα

νοούν uποχείμ.ενο. Αμ.έσως μ.όλις η Φιλοσοφία νοήσει το αντιχείμ.ενό της,

οuσιαστιχά νοεί χαι το φιλοσοφούν uποχείμ.ενο, επανφχόμ.ενη έτσι σ' αuτό ποu είναι εuθύς εξαρχής το τελικό χαι το πρώτο της αίτιο.

2. Ο Χέγκελ χάνει σαφή uπαινιγμ.ό χαι εμ.bάθuνση στη λέξη «Εν­ χuχλο-παίδεια», μ.ε την οποία τιτλοφορεί το παρόν έργο τοu. Η Εγχuχλο­

παίδεια χαι ολόκληρη η Φιλοσοφία είναι ένας κύκλος: η νοητική πορεία επανέρχεται στην αφετηρία ποu είναι η νόηση χαι άρα ο εαuτός της.

86


νόημα. των άλλων επιστημών. Το φιλοσοφικό ξεκίνημα. νοείται μόνο σε σχέση προς ένα. υποκείμενο, καθόσον α.υτό προτίθεται να.

Φιλοσοφ~σει, κα.ι όχι σε σχέση προς την επιστ~μη σα.ν τέτοια..

- Το ίδιο πράγμα. μπορεί να. εκφραστεί ως εξ~ς: Η έννοια. της επιστ~μης κα.ι άρα. η έννοια. με την οποία. ξεκινοuμε -που επειδ~ είναι η πρώτη, σuμπεριλα.μ6άνει ένα. διαχωρισμό ανάμεσα. στη νόηση που είναι αντικείμενο κα.ι σε ένα. {τρόπον τινά εξωτερικό)

φιλοσοφοuν υποκείμενο -, πρέπει να. συλληφθεί α.πό την ίδια. την επιστ~μη. Αυτό μάλιστα. είναι ο μοναδικός σκοπός, άθλος κα.ι I

στοχος της

φ λ ι

οσο

φ'

ια.ς:

να.

φ

I

τα.σει

στην

Ι

Ι

Ι

εννοια. της εννοια.ς της

κα.ι έτσι στην επάνοδο κα.ι στην ικα.νοποίησ~ της.

§ 18 1Από

μια. Φιλοσοφία. δεν μπορεί να. δοθεί με προσωρινό τρόπο

μια. γενικ~ πα.ράστα.ση, γιατί μόνο το όλο της επιστ~μης μπορεί να. παρουσιάσει την ιδέα.· οuτε κα.ι η διαίρεση της Φιλοσοφία.ς

μπορεί να. κατανοηθεί, πα.ρά μόνο με 6άση α.υτ~ την πα.ρουσί­ α.ση2· η διαίρεση είναι όπως κα.ι η παρουσίαση, α.πό την οποία.

μέλλει να. ληφθεί, κάτι προκαταρκτικό. Αλλά η ιδέα. α.να.δείχνε­ τα.ι ως η νόηση που ταυτίζεται απόλυτα. με τον εαυτό της, κα.ι 1. Περίληψη: Εδώ παρέχεται ΎJ ταξινόμ.ψΎ] ολόχλΎ]ρΎ]ς τΎJς Εγκυκλο­ παίδειας, δΎJλαδή τα μ.έρΎ] στα οποία υποδιαιρείται ΎJ Φιλοσοφία κατά. τον Χέγκελ. Εφιστά.ται ΎJ προσοχή στο ότι τα τρία μ.έρΎ] τΎJς Φιλοσοφίας έχουν ως μ.οναδικό αντιχείμ.ενο τψ ιδέα μ.έσα στις τρεις εκφά.νσεις τΎJς: λόγος - ΦύσΎJ

-

πνεuμ.α. Αυτές οι εχφά.νσεις είναι στάδια στΎJ διαλεκτική

πορεία τΎJς ιδέας προς τον εαυτό τΎJς, γι' αυτό και τα τρία μ.έρΎ] έχουν ρευστό και μ.εταbατικό χαραχτήρα.

2. Αξίζει να προσεχτεί ΎJ διά.κρισΎ) ανά.μ.εσα στψ προσωρινή παρά.­ στασΎ) (Vorstellung) ης Φιλοσοφίας και στψ παρουσίασΎ) (Darstellung) ης ιδέας. Μια προσωρινή παρά.στασΎ) είναι ελλιπής, επειδή δεν κατέχει

το όλο ης επιστήμ.ΎJς, παρά. μ.όνο μ.ια εικόνα, τΎJς οποίας τα μ.έρΎ] εκτίθενται στατικά. και υποστciσιοποιΎ]μ.ένα σαν είδΎJ (Arten), όπως θα ειπωθεί παρακά.τω.

87


ταυτίζεται όχι μόνο αΦΎJρΎ]μένα, αλλά. και μέσα στψ πρά.ξΎJ κατά. τΎJν οποία, για να είναι οι' εαυτ~ν, αντιπαραθέτει τον εαυτό τΎJς στον εαυτό τΎJς, και ενώ είναι μέσα σ' αυτό το άλλο, είναι μόνο παρ' εαυτ~ν.

Έτσι, ΎJ Φιλοσοφία κατανέμεται σε

τρία μέρΎJ: Ι.

Τη Λογική, δηλαδή την επιστήμη της ιδέας καθ' εαυτήν

και δι' εαυτήν 3 • Π.

Τη Φιλοσοφία της φύσης, δηλαδή την επιστήμη της ιδέας μέσα στην ετερότητά της.

ΙΙΙ. Τη Φιλοσοφία του πνεύματος, δηλαδή την επιστήμη της ιδέας που από την ετερότητά της επανέρχεται στον εαυτό της.

Όπως αναφέρθΎ)κε στψ

§ 15, οι διαφορές των επιμέ­

ρους φιλοσοφικών επιστΎJμών είναι απλώς και μόνο προσδι­ ορισμοί αuτ~ς τούτΎJς τΎJζ ιοέας, και αυτή μόνο είναι εκείνο 'ζ

που παρουσια

ι

εται μεσα σ

,

ι

~

αυτα τα οια

φ

ι

ι

ορετικα στοιχεια.

Μέσα στΎJ ΦύσΎJ οεν λα6αίνοuμε γνώσ'Υ) κάποιου άλλου πράγματος, παρά. μόνο τΎJς ιοέας αλλά. ΎJ ιοέα εκεί έχει απεκδυθεί τον εαυτό τΎJς. Μέσα στο πνεύμα είναι πάλι ΎJ ιοέα, ως κάτι που είναι δι' εαυτό και που γίνεται καθ' εαυτό

και δι' εαυτό 4 • Κάθε τέτοια μορφ~, μέσα στΎJν οποία

3. Η ιδέα ιiρίσκεται κατ' αρχ~ν μ.έσα σε γενικότ-ητα και καθαρό­ τητα· είναι καθαρός ιιλόγοc;>>, γι' αυτό η επιστ~μ.η που μ.ελετά. αυτό το

στά.διο ονομ.ά.ζεται ιιΛογικ~». Σ' αυτό το στά.διο η ιδέα ταυτίζεται μ.ε τον εαυτό τηc; (είναι ιικαθ' εαυτ~ν» ), αλλά. ακόμ.α κατά. τρόπο αφηρημ.ένο δεν έχει ακόμ.α τεθεί απέναντι στον εαυτό τηc; ωc; κά.τι ά.λλο, για να αρνηθεί την ετερότητα και να επιστρέψει στον εαυτό τηc; ωc; συγκεκρι­ μ-ένη. Ωστόσο και σ' αυτό το στά.διο τηc; Λογικ~c; η ιδέα αντιμ.ετωπίζει τον εαυτό τηc; ( =

είναι ιιδι' εαυτ~ν») μ.έσα σε νοητικ~ καθαρότητα και

ολότητα.

4. Η ιοέα μ.έσα στο πνεύμ.α δεν αντιμ.ετωπίζει απλώς τον εαυτό τηc; (ωc; κά.τι ιιδι' εαυτό»), αλλά. και προχωρεί σε πλ~ρη και συγκεκριμ-ένη ταύτιση μ.ε τον εαυτό τηc; (ωc; κά.τι ιικαθ' εαυτό»). Μεταιiαίνονταc; στο

88


εμ-φανίζεται Ύ] ιδέα, είναι συνάμα ένα ρευστό στάδιο· γι αυτό καθεμιά από αυτές τις υποδιαιρέσεις οφείλει όχι μόνο να γνωρίσει το περιεχόμενό τΎJς

ως

αντικείμενο έτσι

καθώς είναι, αλλά και να ανιχνεuσει άμεσα τΎ] μετά6ασΎ] του σε ένα ανώτερο κuκλο. Η παράστασΎ) τΎJς παραπάνω διαίρεσης χαρακτΎ]ρίζεται

λοιπόν

από το σφάλμα,

ότι

παραθέτει τα διάφορα μέρΎ] ~ τις επιμέρους επιστ~μες τη μία δίπλα στην άλλη, σαν αυτές να ~ταν ακίνΎ]τες και μέσα στΎ] διαφορετιχότΎ]τά τους υποστασιοποιΎ]μένες, όπως είναι τα είδη.

«καθ' εα.uτό και δι' εα.uτό» η ιδέα. επιστpέφει στο ξεκίνημά της (το οποίο μ.ελετά.τα.ι από την επιστ~μ.η της Λογικ~ς), κλείνοντας έτσι τον κύκλο.

89


ΜΕΡΟ~ ΠΡΩΤΟ Η ΕΠΙΣΤΉΜΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ


ΠΡΟΚΑΊΆΡΚτΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ

§ 19 Η Λογική είναι ΎJ επιστή[J-ΎJ της καθαρής ιδέας 1 , δΎJλαδή τΎJς ιδέας 11-έσα στο αφΎ]ρΎ][J-ένο στ ωχ ε io ης νόησης. ΙΥ αuτόν τον όρο όπως και για τοuς ά.λλοuς, όσοuς περιέχονται 11-έσα στψ παρούσα «Προκαταρκτική επισχό­

ΠΎJσΎ)», ισχύει ό,τι και για τις προοι11-ιακές έννοιες ποu αφορούν τΎJ Φιλοσοφiα γενικά.: είναι όροι ποu αντλούνται από και σύμφωνα με 11-ια επισχόΠΎJσΎ) τοu όλοu σuστή11-ατος.

Μπορεί να ειπωθεί ότι ΎJ Λογική είναι ΎJ επιστή!J-ΎJ τΎJς νόησης, των όρων και των νόμων τΎJς. Αλλά. ΎJ νόΎ)σΎ)

σαν τέτοια δεν αποτελεί παρά. 11-όνο τον γενικο ορο ή το στοιχείο,

11-έσα στο οποίο uπά.ρχει ΎJ

ιδέα ως Λογαή

[logische] ιδέα. Η ιδέα ε ίνα ι ΎJ νόΎ)σΎ) όχι ως [J-ορφ ική2, αλλά. ως ΎJ αuτοαναπτuσσό11-ενΎJ ολότΎ)τα των όρων τΎJς και

των νό[J-Wν τΎJς, τοuς οποiοuς δίνει ΎJ ίδια ΎJ νόΎ)σΎ) στον εαuτό τΎJς, και δεν είναι ένα δεδο11-ένο ποu ήδΎJ το κατέχει ή το 6ρ ίσχε ι 11-έσα τΎJς.

Η Λογική είναι ΎJ πιο δύσκολη επιστή[J-ΎJ, γιατί δεν έχει να κά.νει 11-ε εποπτείες, ούτε όπως ΎJ Γεω11-ετρία 11-ε

1. Η Λογική, ποu στην§ 18 οpίστηκε ως «επιστήΙJ-η της ιδέας καθ' εαuτήν και δι' εαuτήν))' εδώ οpίζεται ως «επιστήΙJ-η της καθαpής ιδέαρ). Πpόκειται και στις δύο διατυπώσεις για τον αφηρημένο και καθαpά. νοητικό χαpακτήpα της Λογικής, όπως τονίζεται αΙJ-έσως παpακά.τω.

2. II Λογική τοu Χέγκελ δεν παpέχει τις μορφές τοu νοείν, δεν μποpεί λοιπόν να ταuτιστεί ΙJ-ε την παpαδοσιακή ΙJ-Οpφική (foι·mal· σuνήθως επονομαζόμενη: τυπική) Λογική. Το Λογικό στοιχείο, ΙJ-Ολονότι ανεξά.p­ τητο από την εΙJ-πεφία, ά.pα «καθαpά.)) Λογικό, δεν στεpείται πεpιεχοΙJ-έ­ νοu. Αντίθετα ΙJ-έσα τοu πεpιέχεται όλος ο πλούτος της απόλuτης αλή­ θειας, η ζωή και η κίνηση της νόησης ποu σκέπτεται τον εαuτό της.

92


α.φ'Υ]ρ'Υ](J-ένες α.ισθ'Υ]τ'Υ]ριαχές πα.ρα.στά.σεις, αλλά. [J.ε καθαρές α

φ

,

,

,

51''

,

α.φεσεις και για.τι α.πα.ιτει oυνtX(J-'YJ και α.σκΥJσΥJ,

για. να.

αποσυρθεί κανείς (J-έσα. στψ κα.θα.ρ~ σκέψη, να. τ'Υ] σφιχτο­ κρα.τ~σει και να. κινΥJθεί (J-έσα. τΥJς. Από ά.λλΥJ πλευρά. ιοω[J.έν'ΥJ 'YJ Λογικ~ θα. (J-Πορούσε να. θεωρ'Υ]θεί ως 'YJ πιο εύκολη, γιατί το περιεχό(J-ενό τΥJς οεν είναι άλλο από τ'ΥJ οικ~ (J-tXς νό'Υ]σ'Υ] και τους σuν'Υjθισ[J.ένους τΥJς όρους- και αυτοί είναι σuνά[J.α οι πιο απλοί και ό,τι πιο στοιχειώδες. Αυτοί οι όροι είναι επίσΥJς ό,τι πιο οικείο: το 'είναι' και το Όεν είνα.ι':J.

YJ ποιότΥJτα. και το [J.έγεθος- το ουνά.[J.ει και το.

ενεργείq.· το ένα., τα. πολλά. κτλ. Αλλά. α.uτ~ 'YJ εξοικείωσ'Υ] [J.ά.λλον δυσκολεύει τ'ΥJ σπουο~ τΥJς Λογικ~ς- αφενός γιατί Οεν θεωρείται άξια για. ν' α.σχολ'Υjθεί κανείς (J-ε κάτι τόσο

,

οικειο, α

φ

,

ετερου χρεια.

ξ

θ

,

,

,

ετα.ι να. ε οικειω ει κα.νεις [J.ε α.υτο

κατά. έναν άλλο τρόπο, εντελώς αντίθετο από αυτόν που

~OYJ διαθέτει. Η χρησιμότητα τΥJς Λογικ~ς έγκειται σε όσα προσφέ­ ρει στον σπουοα.στ~, καθόσον αυτός παρέχει στον εαυτό του

[J.ιa (l-όρΦωσΥJ για. άλλους σκοπούς. Η (J-όρφωσ'Υ] (l-έσω τΥJς Λογικ~ς έγκειται στο ότι ο σπουοα.στ~ς ασκείται (J-έσα. στΥJ

νό'Υ]σ'Υj, γιατί α.υτ~ 'YJ επιστ~(J-'ΥJ είναι νό'Υ]σ'Υ] τΥJς νό'Υ]σ'Υ]ζ" έγκειται επιπλέον στο ότι ο σπουοα.στ~ς προσλα.(J-6ά.νει στο κεφάλι του τις σκέψεις α.κό[J.tΧ και ως σκέψεις.

- Αλλά. κατά. το (J-έτρο που το Λογικό στοιχείο [das Logische] είναι 'YJ α.πόλυτΥJ (J-Ορφ-ή τ'Υ]ς αλ-ήθειας και α.κό[J.tΧ περισσότερο- 'YJ ίοια. 'YJ κα.θα.ρ~ α.λ~θεια.\ 'YJ Λογικ~ 3. Ο Χέγκελ γράφει εδώ: ιιτο Είνα.ι κα.ι το μ:ηδέν11 (Sein, Nichts). Αλλά. επειδή δεν είνα.ι α.κόμα. σα.φές ότι α.υτοί οι χεγκελια.νοί όροι ·aντιστοιχούν προς τις κα.θημ.ερινές εκφράσεις ιιείνα.ι - δεν είνα.ιΙΙ, προτί­ μ.ησα. εδώ (ακολουθώντας την αγγλική μ.ετά.φρα.ση του W. Wallace) να. 6ά.λω αυτές τις εκφράσεις, οι οποίες είνα.ι πράγματι ιιό,τι πιο οικείο11.

4. Μέσα. σε μ.ια. προφορική προσθήκη του Χέγκελ σ' α.υτή την πα.ρά.γρα.φο γίνεται σα.φές, ότι ο Χέγκελ έχει εδώ κα.τά. νου τον θεό, τον

93


είνσ.ι χriτι εντελώς σ.λλιώτιχο σ.πό χriτι σ.πλώς χρήσιμο. Αλλri όπως το πιο τέλειο,

το πιο

ελεύθερο χσ.ι πιο

σ.uθύπσ.ρχτο είνσ.ι επίσ-ης το πιο χρ-ήσψ.ο, ΎJ Λογικ-ή μ.πορεί

επίσ-ης νσ. εχλΎJΦθεί έτσι. Τότε όμ.ως ΎJ χρψιμ.ότΎJτri τΎJς πρέπει νσ. εχτιμ.Ύ]θεί εντελώς σ.λλιώτιχσ., σ.πό μ.ισ. riσχΎ]σ-η

τΎJς νόΎ]σ-ης που γίνετσ.ι μ.όνο μ.ορφιχri χσ.ι μ.όνο γισ. χriρΎ] τΎJς riσχΎ]σ-ης.

§ 20 1Αν

πriροψε τΎJν πλψιέστερ-ή μ.σ.ς σ.ντίλΎJΨΎJ γισ. τΎJ νόΎ]σ-η,

σ.uτ-ή εμ.φσ.νίζετσ.ι σ.) χσ.τ' σ.ρχ-ήν μ.έσσ. στΎJ σuνΎ)θισμ.ένΎJ uποχει­ μ.ενιχ-ή τΎJς σ-ημ.σ.σίσ. ως μ.ίσ. σ.πό τις πνεuμ.σ.τιχές ενέργειες -ή οποίο ταυτίζει μ.ε την αλήθεια.. Λέει κα.τά λέξη: ιιΤο πρώτο ερώτημα. είναι: Ποιο είναι το αντικείμενο της επιστήμης μας; Η πιο απλή κα.ι πιο

ευνόητη απάντηση σ' αυτό το ερώτημα. είναι: αυτό το αντικείμενο είναι η αλήθεια

. . . Αμέσως όμως προκύπτει η ένσταση: είμαστε ικανοί να.

γνωρίσουμε τηv αλήθεια.; Φα.ίνετα.ι να. υπάρχει μια. δυσαναλογία. ανάμεσα. σ' εμάς ως πεπερασμένους ανθρώπους κα.ι στην αλήθεια. που είναι από­

λυτη· κα.ι τίθεται το ερώτημα., κα.τά πόσο υπάρχει μια. γέφυρα. ανάμεσα. στο πεπερασμένο και στο απέραντο. Ο θεός είναι η αλήθεια.· πώς θα. τον

γνωρίσουμε;>>. Κα.ι σε μια. δεύτερη προσθήκη: ιιΑυτό το περιεχόμενο, ο ίδιος ο θεός, υπάρχει στην αλήθεια. του μόνο μέσα. στη νόηση κα.ι ως νόηση. Εάν λοιπόν έτσι έχουν τα. πράγματα., η σκέψη δεν είναι απλώς κα.ι μόνο σκέψη, α.λλά είναι ο α.νώτα.τος, κα.ι α.ν ιδωθεί α.κρι()έστερα., ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να. συλληφθεί το αιώνιο κα.ι το απόλυτο». Μέσα. α.πό αυτό το πρίσμα. της κα.θα.ρήc; νόησης, κα.ι μάλιστα. καθόσον η Ιδέα. δεν έχει ακόμα. εξωτερικευτεί μέσα. στη φύση ή αναδιπλωθεί ως

πνεύμα. (δες

§ 18), πρέπει να. κατανοηθεί και η περι()όητη διατύπωση του

Χέγκελ, ότι το περιεχόμενο της Λογικής είναι ιιη παρουσίαση του θεού,

έτσι όπως αυτός είναι μέσα. στην αιώνια. ουσία. του πριν α.πό τη δημιουργία. της φύσης κα.ι κάποιου πεπερασμένου πνεύματος»

(Logik Ι, σελ. 44). 1. Περίληψη: Τί είναι νόηση; Για. να. προσδιοριστεί ετούτη, είναι

κα.τ' αρχήν α.πα.ρα.ίτητο να. διακριθεί α.πό ά.λλεc; πνευματικές ικανότητες, όπως η αίσθηση, η παράσταση, η διάνοια. κτλ. Κάθε τι αισθητό είναι κάτι ατομικό· παρόμοια. η παράσταση κα.ι η διάνοια. έχουν να. κάνουν

94


ικανότΎ)τες δίπλα σε άλλες: στψ αίσθΎ)σΎJ, στψ εποπτεία, στΎJ φαντασία, στψ επιθψία, στΎJ θέλΎJ~ κτλ. Το προϊόν αυτής τΎJς ενέργειας, ο χαρακτήρας ή ΎJ μορφή ης σκέψΎJς, είναι το γενικό,

το αΦΎJρΎ]μένο ενγένει.

Άρα ΎJ νόηση ως ενέργεια είναι το

ενεργητικό γενικό, και μάλιστα αυτό που ενεργοποιεί τον εαυτό του, γιατί το έργο, το παραγόμενο, είναι ακρι6ώς το γενικό. Η

νόΎ)σΎJ θεωρούμενΎJ ως υποκείμενο είναι κάτι σκεπτόμενο, και ο πιο απλός όρος που δΎJλώνει το υπάρχον υποκείμενο ως σκεπτό­ μενο, είναι: Εγώ. οι

~,

εοω και

,

,

,

μεσα στις αμεσως επομενες παραγρα

ους

(§§) παρεχόμενοι ορισμοί δεν πρέπει να εκλΎJΦθούν ως ισχυρισμοί ή ως δικές μου γνώμες σχετικά με τΎJ νόψΎJ. Αλλά σ' αυτές τις προκαταρκτικές παραγράφους δεν μπο­ ρεί να γίνει κάποια παραγωγή [από γενικότερες έννοιες] ή να δοθεί κάποια απόδειξΎJ, γι' αυτό οι ορισμοί μπορούν να

εκλΎJΦθούν ως δεδομένοι [ Facta ]. Μέσα στΎJ συνείδΎJ~ καθενός,

ο οποίος σκέπτεται και εξετάζει,

θα 6ρεθεί

εμπειρικά ότι αυτοί οι ορισμοί έχουν τον χαρακτήρα τΎJς

γενικότΎ)τας, το ίδιο και οι ορισμοί που θα ακολουθήσουν. Για να παρατΎ]ρήσει κανείς τα δεδομένα τΎJς συνείδΎJσής του και των παραστάσεών του, απαιτείται 6έ6αια μια

πρωτύτερΎ] εξάσκΎ)σΎJ τΎJς προσοχής και τΎJς αφαίρεσΎJς. 'ΗδΎ] μέσα στψ παρούσα προκαταρκτική έκθε~

,

γινεται

λ'

ογος για τΎJ

,

,

~ φ "C' θ οια ορα μεταο,υ αισ Ύ)του,

,

παραστα-

~ς και σκέψΎJς. Αυτή ΎJ διαφορά είναι εξαιρετικά σΎ]μα-

,

ντικΎJ

για να

κατανοΎJ

θ

,

ει ΎJ

φ'

υ~

και τα

,~

ειυΎJ

του

,

γνωρι-

ζειν- θα είναι λοιπόν χρήσιμο να επεξΎ]γΎ]θεί εδώ αυτή ΎJ διαφορά. κυρίως ΙJ-ε ατψικά ( = εξατΟΙJ-tκευΙJ-ένα, ΙJ-ψονωΙJ-ένα) και επιΙJ-έρους πράγ­ ΙJ-ατα. Αντίθετα έργο της νόησης είναι το γενικό, γι' αυτό και η γλώσσα

(Spraclιe), που είναι έργο της σκέψης, εκφράζει πάντα κάτι γενικό. Ο Χέγκελ οια()ε()αιώνει ότι ακόΙJ-α και όταν λέΙJ-ε «εγώ» εννοώντας τον εαυτό ΙJ-ας, εκφράζοψε ΙJ-ια γενικότητα, γιατί Εγώ είναι καθένας ΙJ-ας.

95


- Για να εξηγηθεί το αισθητό, γίνεται σuνήθως αναφορά στην εξωτερική τοu πηγή: στις αισθήσεις ή αλλιώς αισθη­

τήρια όργανα. Αλλά το να αναφερθεί το όργανο, δεν 6οηθά στο να εξηγηθεί τί είναι εκείνο ποu σuλλα11-6άνεται 11-ε αuτό. Η πραγ[J-ατιχή διαφορά τοu αισθητού από τη σκέψη

έγκειται στο ότι το οuσιώδες χαρακτηριστικό τοu αισθητοu είναι το ατομικό· και επειδή το ατο11-ιχό (tJ-ε εντελώς απλό όρο: το άτοtJ-ο) 6ρίσκεται επίσης σε σuνάφεια 11-ε κάτι άλλο, τα αισθητά είναι εκτός αλλήλων· οι κάπως πιο αφηρη[J-ένες εκφράσεις αuτής της εξωτεριχότητας είναι το

παράπλευρα αλλήλων [=η παρεuρεση στον χώρο] και το μετ' άλληλα [=η χρονική διαδοχή].

- Η παράσταση έχει ένα τέτοιο αισθητό uλιχό ως περιεχό­ [J-ενο, αλλά 11-ε τον όρο ότι πρόκειται για κάτι δικό μου (δηλαδή αuτό το περιεχό11-ενο είναι 11-έσα σ' εμένα) χι έχει τεθεί 11-έσα σε γενικότητα και απλότητα, 11-έσα σε αuτοσχε­ τισ[J-ό. -Αλλά εκτός από τα αισθητά η παράσταση έχει ως περιεχό[J-ενο και uλιχό ποu πηγάζει από την αuτοσuνειδη­

τοποιη[J-ένη νόηση·

τέτοιες είναι οι παραστάσεις περί

διχαίοu, ηθιχοu, θρησκεuτιχοu, αλλά και περί της ίδιας της νόησης, και δεν είναι τόσο εuχολο να 6ρεθεί, ποu έγκειται η διαφορά τέτοιων παραστάσεων από τις σκέψεις

πάνω σ' αuτά τα περιεχό11-ενα. Γιατί εδώ το περιεχό[J-ενο είναι 11-ια σκέψη, ι

γενιχοτητας,

και επιπλέον uπάρχει η [J-ορφή της ι

χωρις την

ι

ι

ι

~

οποια χανενα περιεχο[J-ενο

οεν

θ

α

11-ποροuσε να είναι 11-έσα σ' εμένα, ή ενγένει να είναι παράσταση. Αλλά η ιδιο[J-ορφία της παράστασης έγκειται ι

ι

ι

ι

t

ι

γενιχα στο οτι 11-εσα της το περιεχο11-ενο στεχεται εο,ατο[J-ιι

χεu11-ενο, [J-Οιοι

ι

ι

!1-ε[J-ονω[J-ενο.

οροι

~

οεν

ι

Ο

στεχονται

εξωτεριχότητα,

ι

νο[J-ος,

p

ιp

οεοαια

~

ι

ι

η οιχαιοσuνη και οι παροι

11-εσα

σε

ι

χαποια

αισ

θ

ι

ητη

11-έσα στο εκτός αλλήλων τοu χώρου.

ΜrJλονότι ως προς τον χρόνο ψφανίζονται κάπως διαδο-

96


χιχά, το περιεχό[J.ενό τοuς δεν uπόχειται στον χρόν-ο, ούτε παριστάνεται ως παρερχό[J.ενο και [J.ετα6αλλό[J.ενο [J.έσα

στον χρόνο. Αλλά τέτοιοι όροι, αν και κατά 6άση πνεψα­ τιχοί, στέκονται επίσΎJς εξατομικευμένοι [J.έσα στΎJν εuρεία

περιοχ~ τΎJς παράστασης, [J.ε τΎJν εσωτεριχ~ και αΦΎJρΎJ­ [J.ένΎJ τΎJς γενιχότΎJτα. Μέσα σ' αuτ~ τψ εξατομ.ίχεuση οι όροι είναι απλοί: δίκαιο, χαθ~χον, θεός. Η παράστασΎJ είτε φ[J.ένει σ' αuτόν τον όρο, λέγοντας ότι: ιιΤο δίκαιο είναι δίκαιΟ>>, ιιΟ θεός είναι ο θεός»· είτε παρέχει χάποιοuς πιο

χαλλιεργΎJ[J.ένοuς όροuς, π.χ. ιιΟ θεός είναι δΎJ[J.ιοuργός τοu χόσ[J.ΟU, πάνσοφος, παντοδύναμος κτλ.». Αλλά και εδώ

απαριθ[J.ούνται πολλοί με[J.ονω[J.ένοι απλοί όροι, οι οποίοι παρ' όλο τον σύνδεσμο ποu τοuς ενώνει [J.ε το uποχείμενο,

παραμ.ένοuν εκτός αλλ~λων. Εδώ φανερώνεται ΎJ Ο[J.οιό­

τψα τΎJς παράστασΎJς με τΎJ διάνοια· ΎJ [J.όνΎJ διαφορά ανάμεσά τοuς είναι ότι ΎJ διάνοια σuσχετίζει το γενικό [J.ε το μερικό, τψ αιτία [J.ε το αποτέλεσμα κτλ., και άρα θέτει κάποια σχέση αναγχαιότΎJτας ανά[J.εσα στοuς [J.Ε[J.Ο­ νω[J.ένοuς όροuς τΎJς παράστασΎJς, ενώ ΎJ παράσταση αρκεί­ ται να τοuς τοποθετεt παράπλευρα αλλήλων μ.έσα. σε ένα

αόριστο χώρο, και να τοuς σuνδέει [J.ε ένα σκέτο και.

- Η διαφορά [J.εταξύ παράστασης και σχέψΎJς είναι ση[J.α­ ντιχότατΎJ, γιατί [J.πορεί να ειπωθεί ότι ΎJ Φιλοσοφία δεν χάνει τίποτε άλλο, παρά να [J.ετα[J.ορφώνει τις. παραστά­ σεις σε σκέψεις, - αλλά 6έ6αια περαιτέρω και τΎJ σχέτΎJ σχέψΎJ σε έννοια.

Τα αισθΎJτά χαραχτΎJρίστΎJχαν [J.ε τοuς όροuς: ατομι­ κότητα και εκτός αλλήλων[= εξωτεριχότψα]· πρέπει να ' προσ θ εσοu[J.ε

ι οτι

και

ι αuτοι

ι ειναι

'ψ σχε εις

και

ι γενιχοι

ι οροι.

Μέσα στΎJ Λογιχ~ θα δειχτεί ότι ΎJ σχέψΎJ όπως και το γενικό είναι αχρι6ώς ετούτο: είναι ο εαuτός τοu και το

άλλο τοu, σuλλα[J.6άνει αuτό το άλλο και το ξεπερνά- και δεν τοu ξεφεύγει τίποτα. Επειδ~ ΎJ γλώσσα είναι το έργο

97


τ-ης σκέψης, δεν [J.πορεί [J.ε α.uτήν να. ειπωθεί τίποτα., ποu δεν είνα.ι γενικό.

Ό,τι [J.όνο εγώ νομίζω, είνα.ι δικό μου2 :

α.νήκει σ' ψένα., σ' α.uτό το επψέροuς ά.τψο· α.λλά. εά.ν η

γλώσσα. εκφρά.ζει [J.όνο κά.τι γενικό, δεν [J.Ποpώ να. λέω ό,τι είνα.ι [J.όνο δική μου γνώμη. Κα.ι το ανείπωτο, το σuνα.ί­ σθη[J.α. ή το α.ίσθη[J.α., δεν είνα.ι ό,τι πιο α.ληθινό, α.λλά. είνα.ι ό,τι πιο α.σή[J.α.ντο κα.ι α.να.ληθές.

Ότα.ν λέω: ιιτο

άτομο», «ετούτο το ά.το[J.Ο», ιιεδώ», ιιτώρα.», όλα. α.uτά. είνα.ι γενικότητες τα. πά.ντα. κα.ι κά.θε τι είνα.ι ένα. ά.το[J.ο, ένα. ιιετοιίτο», α.κό[J.α. κα.ι α.ν α.uτό είνα.ι αισθητό, εδώ κα.ι τώρα.. Πα.ρό[J.οια. ότα.ν λέω: ιιεγώ», εννοώ τον εα.uτό [J.OU ως α.uτόν εδώ, [J.ε α.ποκλεισ[J.ό όλων των ά.λλων· α.λλ' α.uτό

ποu λέω, το ιιεγώ», ε ίνα. ι ο κα.θένα.ς [J.α.ς κα.θένα.ς [J.α.ς

είνα.ι ένα. Εγώ ποu αποκλείει α.πό τον εα.uτό τοu όλοuς τοuς ά.λλοuς.

-

Ο Κα.ντ χρησψοποίησε την α.δέξια. έκφρα.ση, ότι το Εγώ

συνοδεύει όλες τις πα.ρα.στά.σεις [J.Ou, α.λλά. κα.ι τα. α.ισθή­ [J.α.τα., τοuς πόθοuς, τις πρά.ξεις κτλ.:! Το Εγώ είνα.ι το κα.θ' ι

εα.uτο

κα.ι

~,

οι

2. "Was ic\1 nur

ι

εα.uτο

ι

γενικο

ι

ως

κα.τι

ι

κοινο

σε

ο

οuς

ι.

•·

η

meίne, ist meίn". Ο Χέγκελ χά.νει εδώ ένα. λεκτικό

παιχνίδι ΙJ-ε τις λέξεις meine

(=

νοΙJ-ίζω) -

mein (= δικό ΙJ-Ου), που

ψοφωνούν, χωρίς όΙJ-ως να. έχουν χά.ποια. ετυΙJ-ολογιχή συγγένεια.. Αναδύε­ ται ωστόσο ξεχά.θα.ρα. το ση~ντιχό φιλοσοφικό νόη~, ότι χά.θε γνώ!J-η έχει έναν υποχεψενιχό χα.ι ά.ρα. α.τοΙJ-ιχό χαραχτήρα..

3. Δες l!J-. Κα.ντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Β 131: ιι'lΌ "εγώ σκέπτομαι" οφείλει να. μπορεί να. συνοδεύει όλες τις πα.ρα.στά.σεις ΙJ-Ου". Εντα.γΙJ-ένος ΙJ-έσα. στη ΙJ-α.χρα.ίωνη φιλοσοφική πα.ρά.δοση, που ανανεώνεται χα.τά. τους νεότερους χρόνους χά.ρη στο ego cogito ( =

ιιεγώ σχέπτο~ι>>) του Καρτέ­

σιου, ο Κα.ντ προσδιορίζει αυτή την έκφραση ως: ιιχα.θα.ρή κατανόηση>>

(reine Apperzeption) χα.ι ως aυτοσυνείδηση. Πρόκειται 6έι:>α.ια. για. το α.υτοσυνειδητοποιούΙJ-ενο χα.ι σχεπτόΙJ-ενο υποχείΙJ-ενο.

4. Ο Χέγκελ ετυΙJ-ολογεί τη λέξη Allgeωeines (= γενικό), χα.ι έτσι ι:>γά.ζει από αυτήν το νόη~: ιιχοινό σε όλους>>. Γι' αυτό χα. ι ΙJ-ιλά. α.ΙJ-έσως πα.ρα.χά.τω για. το νόηΙJ-α. της ιιχοινότητα.ς>>.

98


κοινότητα. είναι μια. μορφή της γενικότητας, αλλά. μια.

εξωτερική της μορφή.

Όλοι οι ά.λλοι άνθρωποι έχοuν με

εμένα. ετούτο το κοινό, ότι είναι Εγώ, όπως κα.ι σε όλα. τα. δικά μου αισθήματα., τις πα.ραστά.σεις κτλ. είναι κοινό, ότι α.uτά. είναι δικά μου. Αλλά. το Εγώ, αφηρημένο σαν τέτοιο, είναι ο καθαρός α.uτοσχετισμός, μέσα. στον οποίο έχει γίνει αφαίρεση από την πρά.ξη της πα.ρά.στασης κα.ι της αίσθη­ σης, από κά.θε κατά.στα.ση όπως κα.ι από κά.θε ιδιαιτερό­ τητα. της φύσης, τοu τα.λέντοu, της εμπειρίας κτλ

Έτσι

λοιπόν το Εγώ είναι η ύπαρξη μιας εντελώς αφηρημένης γενικότητας, κά.τι αφηρημένα ελεύθερο. Νά. γιατί το Εγώ

είναι η νόηση ως υποκείμενο, και κατά. το μέτρο ποu Εγώ είμαι σuνά.μα. σε όλα τα αισθήματά. μοu, στις πα.ρα.στά.σεις μοu,

ι

στις

κα.ταστα.σεις

μοu

κτ

λ

.,

η

σχε

η

ι

ειναι

ι

παντοu

παρούσα και διαπερνά. ως κατηγορία όλοuς α.uτούς τοuς όροuς.

§ 21 6) Η νόηση περιγράφτηκε ως ενεργητική· εά.ν τώρα

1

t

ι

ει,ετασοuμε

ι

αuτη

την

ι

ενεργεια

σε

ι

σχεση

προς

τα

ι

αντικειμενα,

ως αναλογισμό πάνω σε κάτι, το γενικό ως προϊόν αuτής της ενέργειας περιέχει την αξία τοu Πράγματος 2 -

είναι το ουσιώ­

δες, το εσωτερικό, το αληθινό.

Στην

§ 5

αναφέρθηκε η αρχαία. πίστη, σύμφωνα. με

1. Περίληψη: Lε ΙJ-ια δειίτερη προσέγγιση της νόησης ο Χέγκελ αναφέρει τον αναλογισΙJ-ό (Nacl1denken) ως ενεργητικ~ νοητικ~ πρά.ξη ποu ξεπερνά. την ά.ΙJ-εση, αισθητηριακ~ επαφ~ ΙJ-ε τα αντικείΙJ-ενα, και οδηγεί­ ται στην ουσία τοuς και στην αληθιν~ τοuς uφ~.

2. Αποδίδω τη λέξη Sache ως: Πρά.γΙJ-α (ΙJ-ε κεφαλαίο Π) σε αντιδιαστολ~ προς τη λέξη Ding εδώ παραγρά.φοuς (δες

§ 24)

(=

πρά.γΙJ-α). Ο Χέγκελ εναλλάσσει στις

α.uτές τις διίο λέξεις, αλλά. έχει κατά. νοu ΙJ-ια.

εννοιολογικ~ τοuς διά.κριση ποu εκτίθεται παρακά.τω, δες

§§ 124-5

και

147-8.

99


την οποία. ό,τι υπά.ρχει αληθινό στα. αντικείμενα., στις ποιότητες χα.ι στα. σuμ6ά.ντα., το εσωτερικό χα.ι ουσιώδες

τους, το Πρά.γμα., δεν 6ρίσχετα.ι άμεσα μέσα. στη συνεί­ δηση, δεν είνα.ι ό,τι προσφέρει η πρώτη εμφά.νιση χα.ι εντύπωση· αντίθετα. πρέπει πρώτα. να. αναλογιστούμε πά.νω σ' α.υτό, για. να. συλλά.6οuμε την αληθινή υφή του αντικεί­ μενου -

χα.ι πιστεύεται ότι α.υτή πετυχα.ίνετα.ι

μ&σω

α.να.λογισμού:J.

§ 22 γ) Μέσω του α.να.λογισμού χά.τι μεταΒάλλεται στον τρόπο, χα.τά. τον οποίο το περιεχόμενο υπά.ρχει χα.τ' α.ρχήν μέσα. στην

αίσθηση, στην εποπτεία. ή στην πα.ρά.στα.ση.

Άρα. μόνο με

μεσολάΒηση μια.ς μετα.6ολής φτά.νει στη συνείδηση η αληθινή φύση του α.ντιχειμένου 1 •

:3.

Lε rι-ια. προφορική προσθήκη του Χέγκελ σ' αυτή την πα.ριiγρα.φο,

επιχειρείται rι-ια. περαιτέρω επεξήγηση του α.να.λογισrι-ού. Λέγεται κα.τιi λέξη: «Τα. α.ισθητιi όντα. είναι α.τοrι-ικιi και εξα.φα.νιζόrι-ενα.· το σταθερό

στοιχείο rι-έσα. τους ανακαλύπτεται rι-ε α.να.λογισrι-ό. ΙΙ φύση rι-ιiς δείχνει ένα. απέραντο α.ριθrι-ό επιrι-έρους rι-ορφών και φα.ινοrι-ένων.

'Εχουrι-ε την

α.νιiγκη να. εισα.γιiγουrι-ε ενότητα. σ' αυτή την πολλαπλότητα.· γι' αυτό συγκρίνοψε και προσπα.θούrι-ε να. ()ρούrι-ε το γενικό [ή: κοινό] καθενός επιrι-έρους. . .. Από όλα. α.υτιi τα. πα.ρα.δείγrι-α.τα. rι-πορεί να. γίνει κατανο­ ητό, ότι ο α.να.λογισ[J.ός ζητά πάντα. το σταθερό, το rι-όνψο, το εντός εαυτού προσοιορισrι-ένο και αυτό που κυ()ερνιi τα. επψέρους.

Αυτή η

γενικότητα. δεν rι-πορεί να. συλληφθεί rι-ε τις αισθήσεις».

1. Τονίζοντας την πεποίυησή του ότι rι-όνο νοητικά rι-πορούrι-ε να. οοηγηθούrι-ε στην αλήθεια., λέει ο Χέγκελ σε rι-ια. προφορική προσθήκη: «Μέσα. στην κα.θηrι-ερινή ζωή α.να.λογιζόrι-α.στε, χωρίς να. υπενθυrι-ίζοψε ιδιαίτερα. στον

εαυτό rι-α.ς ότι rι-έσω τούτου φτάνουrι-ε στην αλήθεια.·

σκεπτόrι-α.στε χωρίς διστα.γrι-ό, και rι-ε τη στέρεη πίστη ότι η σκέψη συμ.φωνεί μ.ε το Πράγμ.α.. Αυτή η πίστη είναι εξαιρετικά σημ.α.ντική. ΙΙ

αρρώστια. της εποχής rι-α.ς οφείλεται στην α.πελπισrι-ένη ~ης πεποίθηση, ότι η γνώση rι-α.ς είναι rι-όνο υποκεψενική και ότι δεν μ.πορούμ.ε να.

100


§ 23 1a)

Επειaή [J.ε τον cινcιλογισ(J-ό φcινερώνετcιι η cιληθινή φιίση

[των πρctγ(J-ά.των] κcιι cιuτό το σκέπτεσθcιι είνcιι δική μου ενέρ­ γειcι, ά.ρcι η φιίση [των πρctγ(J-ά.των] είνcιι προϊόν του δικού μου πνειί[J.ctτος, κcιι [J.ά.λιστcι ως σκεπτό[J.ενοu uποκει[J.ένοu· προϊόν ~

ι

οικο

(J-OU

ι

σu(J-

φ ωνcι [J.ε την cιπ λ' ι ι η γενικοτητcι

(J-Ou,

'λ uτcι

ως τοu cιπο

παρ' εαυτόν μένοντος Εγώ, - aηλcιaή της ελευθερίας (J-OU.

~uχνά. cικοιίγετcιι η έκφρcιση «σκέψου από μόνος σου», σcιν cιuτό νcι ήτcιν κά.τι ση[J.ctντικό. ~την πρctγ(J-ctτι,

ι

κοτητcι

ct'λλο,

~

κcινενcις ι

~

οπως

ι

ι

(J-Πορει ι

οεν

ct'λλ ο·

κcιποιον

οεν

(J-ΠΟρει

ι

ι

ι

νct

οuτε

cιuτη η εκ

φ

σκε

νct

φ

ι

τει

φ ι

cιει

ι

ι

η

ρcιση περιεχει

ι

cιντι

νct

λ

γιcι ι

ι

πιει

ι

ι

κcιποιον

cιντι

ι

οιπον ενcι π

γιcι

λ

εο-

νctσ(J-ό.

- Μέσcι στη νόηση 6ρίσκετcιι ά.(J-εσcι η ελευθερία, γιcιτί η νόηση ως πρά.ξη τοu γενικοιί είνcιι ένcις cιφηρη[J.ένος cιuτο'

σχετισ(J-0ς,

ι

ι

,

ενcι πcιρ -εcιuτον-

Ε'

ι

ινcιι cιπροσοιοριστο κcιτcι την

uποκεψενική πλευρά., ποu κcιτά. το περιεχόμενο uπά.ρχει (J-όνο (J-έσcι στο Πράγμα κcιι στcι χcιρcικτηριστικά. τοu. 'Ο τcιν λ οιπον ι γινετcιι ι λ' φ ι ι ογος γιcι τcιπεινο ροσuνη η [J.ετριο-

φροσιίνη κcιι γιcι κcιuχησιά. σε σχέση προς το φιλοσοφείν, κcιι η τcιπεινο φ ροσuνη η [J.ετριο

ι

(J-ην

~~~

cιποοιοει

ι

κcιποιος

ι

στην

φ

ι

ι

ροσuνη σuνιστcιτcιι στο νcι ι

ι

uποκει[J.ενικοτητcι

τοu

ι

Κct(J-!ct

ξεπεράσουμ-ε αυτή την υποκειμενικότητα. Αλλά. η αλήθεια είναι το αντικειμενικό, και μ.ε αυτό το νόημα οφείλει να διακανονίζει την πεποί­

θηση όλων μσ.ς γιατί η πεποίθηση του ατόμου είναι εσφαλμένη, όταν οεν συμφωνεί με αυτόν τον κανόνα».

1. Περίληψη: Μέσω του αναλογισμού κσ.ι της νόησης προκύπτει ως προϊόν η αληθινή φύση των πραγμάτων, κσ.ι σ' αυτό οεν υπάρχει κανένας υποκειμενισμός ή ιδιαιτερότητα, γιατί ο σκεπτόμενος συμπεριφέρεται ως αφηρημένο Εγώ, το νοείν είναι και παράγει μόνο γενικότητα, κσ.ι όσο περισσότερο ο σκεπτόμενος παραμένει στον εαυτό του, τόσο πιο ελεύθερος είναι για την αλήθεια.

101


ιδιαίτερη [ = επψ.έρους) ιδιότητα ή πράξη, τότε το φιλοσο­ φείν θα πρέπει να απαλλαχθεί από κά.θε μομφή

για

καυχησιά.. Γιατί η νόηση κατά. το περιεχόμενο αληθεύει μόνο, κατά. το μέτρο που 6υθίζεται στο Πράγμα, και κατά. τη μορφή δεν είναι καμιά. ιδιαίτερη κατάσταση ή πράξη του υποκειμένου,

αλλά. έγκειται στο ότι η συνείδηση

συμπεριφέρεται ως αφηρημένο Εγώ, απελευθερωμένο από κάθε ιδιαιτερότητα άλλων ιδιοτήτων, καταστάσεων κτλ,

και πράττει μόνο κά.τι το γενικό, μέσα στο οποίο η συνείδηση ταυτίζεται με όλα τα ά.λλα άτομα.

-

Όταν ο Αριστοτέλης ζητά. να υψωθούμε στην αξιοπρέ-

'

'

πεια μιας τετοιας συμπερι φ ορας 2

,

1: ' ' η αι;,ιοπρεπεια την οποια

ζητά., έγκειται στο να εγκαταλείψουμε τις ιδιαίτερες γνώ­ μες και προκαταλήψεις και να επιτρέψουμε στο Πράγμα να

επικρατήσει μέσα μας.

§ 24 1 Σύμφωνα με τις παραπάνω εξηγήσεις οι σκέψεις μπορούν

να ονομαστούν αντικειμενικές σκέψεις, και ανάμεσά. τους οφεί­ λουν να συμπεριληφθούν και οι μορφές, οι οποίες εξετάζονται

κατ' αρχήν μέσα στη συνηθισμένη Λογική 2 και εκλαμ6ά.νονται

συνήθως ως μορφές της συνειδητής νόησης. Η Λογική συμπίπτει

2. Ο Χέγκελ παραπέμπει κατά. πά.σα πιθανότ-ητα στις πρώτες γραμμές τοu 2ou κεφαλαίοu τοu Α των Αριστοτελικών Μεταφυσικών (982a

4 κ. ε.), όποu περιγράφονται οι ιόιότητες τοu ιισοφοu» ανθpώποu. I. Περίληψη: Uι σκέψεις οεν είναι κά.τι uποκειμενικό, αλλά. εκφρά.­ ζοuν (τόσο κατά. το περιεχόμενο όσο και κατά. τη μορφή) τα πρά.γματα μέσα στην οuσία τοuς

- είναι λοιπόν αντικειμενικές. Η Λογική ως

επιστήμη ποu σκέπτεται τα πρά.γματα, σuμπίπτει λοιπόν με την παραόο­ σιακή Μεταφuσική.

2. Εννοεί τη ιψορφική» (ή αλλιώς: ιιτuπική») Λογική, ποu εξετά.ζει μόνο τη μορφή και όχι το περιεχόμενο της νόησης, σε αντίθεση προς τη Μεταφuσική.

\02


λοιπόν μ.ε τΎJ Μεταφυσική, ΎJ οποία. σuλλα.μ.6άνει τα. πράγματα μ.έσα. σε σκέψεις, οι οποίες θεωρείται ότι εκφράζουν τψ ουσία των πραγμάτων. f f Η σχεσ'Υ) τετοιων

μ.ορ

φ'

ων

I

οπως:

I

εννοια.,

I

κρισ'Υ)

κα.ι

σuλλογισμ.ός, προς άλλες μ.ορφέc; όπως: α.ιτιότψα. κτλ,

μ.πορεί να. εκτεθεί μ.όνο μ.έσα. στΎJν ίοια. τΎJ Λογικ~. Αλλά

~ΟΎJ α.πό τώρα. πρέπει να. γίνει σα.φές ότι εάν ΎJ σκέψΎJ προσπαθεί να. φτιάξει μ.ια. έννοια των πρα.γμ.άτων, α.uτ~ ΎJ έννοια. (μ.α.ζί κα.ι οι πιο άμ.εσες μ.ορφέc; τΎJς, ΎJ κρίσ'Υ) και ο σuλλογισμ.ός) οεν μ.πορεί να. αποτελείται α.πό όροuς κα.ι σχέσεις, ποu είναι ξένες κα.ι εξωτερικές προς τα. πράγ­

μ.α.τα.. Ο α.να.λογισμ.ός, ειπώθΎJκε πα.ρα.πάνω, ΟΟΎJγεί στΎJ γενικότητα των πρα.γμ.άτων- α.λλά α.uτ~ είναι ένα. α.πό τα. στοιχεία. τΎJς έννοιας. Λέγοντας ότι uπάρχει οιάνοια. ~ λογικ~ ικα.νότΎJτα. μ.έσα. στον κόσμ.ο, λέμ.ε το ίοιο μ.ε εκείνο ποu περιέχει ΎJ έκφρα.σΎJ ιια.ντικειμ.ενικ~ σκέψψ. Αλλά

ετοuτΎJ ΎJ έκφρα.σ'Υ) είναι ά6ολΎJ, γιατί ΎJ σκέψη θεωρείται σuν~θως ότι uπάγετα.ι στΎJ οικα.ιοοοσία. τοu πνεuμ.α.τος ~ τΎJς σuνείΟΎJσΎJζ, ενώ το α.ντικεψενικό α.ποοίοετα.ι κα.τ' α.ρχ~ν μ.όνο σε κάτι (J-ΎJ-πνεuμ.α.τικό:1 •

3. Από σ.υτήν σ.λλιi κσ.ι σ.πό τιc; προΎ)γούμενεc; πσ.ρσ.γριiφουc; γίνετσ.ι σσ.φήc; Ύ) προσπιiθεισ. του Χέγκελ νσ. σ.πομσ.κρύνει κιiθε υποψία. υποκειμενι­ σμού σ.πό τΎ) νόφΎ) κσ.ι σ.πό τιc; σκέψεις. Αλλιi κσ.ι ότσ.ν χσ.ρσ.κτΎ)ρίζοντσ.ι οι σκέψεις ωc; αντικειμενικές, πσ.ρουσιιiζετσ.ι το πρό6λΎ)μσ. ότι ο κοινός νους

σκσ.νΒσ.λίζετσ.ι: έχει συνΎ)θίσει νσ. υπιiγει τιc; σκέψεις στψ περιοχή του πνεύμσ.τοc; κσ.ι το σ.ντικειμενικό στΎ)ν περιοχή του (LΎ)-πνευμσ.τικού. Σε ιιισ. προφορική προσθήκΎ) ο Χέγκελ Βισ.6λέπει ωc; λύσΎ) του προ6λήμσ.τοc;, νσ. [LΎ) μιλιi πια. για. ιισκέψειc;» σ.λλιi για. ιινοΎ)τικούc; όρουc;ι> (Denkbestίmmun­

gen), οπότε εξσ.λείφετσ.ι ο κίνΒυνοc; νσ. σκοντιiψει είτε στον υποκειιιενισμό είτε στον σ.ντικειμενισμό του πνεύιισ.τοc;. Κσ.ι εξΎ)γεί περσ.ιτέρω: ιιΣύιι­ φωνσ. ιιε όσα. ειπώθΎ)κσ.ν, το Λογικό στοιχείο [ = das Logίsche) πρέπει νσ. θεωρΎ)θεί ως ένα. σύστΎ)μσ. σ.πό νΟΎ)τικούς όρους, ιιέσσ. στους οποίους εκπίπτει Ύ) σ.ντίθεσΎ) ιιετσ.ξύ υποκειιιενικού-σ.ντ>ικεψενικού (ιιέσσ. στΎ) συνΎ)­ θισιιένΎ) τους σΎ)μσ.σίσ.). Αυτή Ύ) crΎJιισ.σίσ. τΎ)c; νόΎ)σΎ)ζ κσ.ι των όρων τΎ)c;

103


§ 25 1Η

έκφρα.cτη ιια.ντtκεtμ.ενtκές σκέψεις» cτημ.α.ίνεt την αλή-

(J.ΠΟρεί να. Οια.σα.φηνηθεί καλύτερα., 6οcσει εκείνου ΠΟυ έλεγα.ν Οι α.ρχα.ίοι: ότι 'Ό νούς κυ6ερνιi τον κόσΙJ.ο" - ~ 6ιiσει α.υτού που λέ(J.ε εΙJ.είc;: ότι

"υπιiρχει λογικ~ ικανότητα. (J.έσα. στον κόσΙJ.ο"· που CΠJΙJ.α.ίνει ότι η λογικ~ ικανότητα. είνα.ι η ψυχ~ του κόσ(J.Ου, συΙJ.περιλα.ΙJ.6ιiνετα.ι (J.έσα. του, είνα.ι ένα. εΙJ.ΙJ.ενές (immanent) α.ξίω(J.ιi του, είνα.ι Υ) ΠιΟ δικ~ του κα.ι εσώτερη

ΦύCΠJ του, η γενικότητιi του)).

.

Σε ΙJ.ια. δεύτερη προσθ-ήκη ο Χέγκελ α.να.ΙJ.ετριέτα.ι ΙJ.ε το πρό6λη(J.α. τηc; αλήθειας. Π (J.Ορφικ~ ~ ιιτυπικ~)) Λογικ~ έχει ωc; 6α.σικό σκοπό τη

διερεύνηCΠJ τηc; α.λ~θεια.c; κα.ι του ψεύδους που ενυπιiρχει ~σα. στη !J.ΟρΦ~ των κρίσεων. Αλλιi κα.τιi τον Χέγκελ η α.λ~θεια. είνα.ι α.δια.νόητη, ειiν δεν ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο των εννοιών. Λέει κα.τιi λέξη: ιιΤο ερώτη(J.α., κα.τιi πόσο περιέχουν α.λ~θεια. οι νοητικοί όροι, θα. πρέπει να. ηχεί πα.ριiξενα. για. τον κοινό νου· για.τί οι νοητικοί όροι φα.ίνετα.ι να. περιέχουν α.λ~θεια., (J.όνο ότα.ν εφα.ρ(J.όζοντα.ι ποcνω σε ΚΟCΠΟια. δεδο~να. α.ντικεί(J.ενα., κα.ι πέρα. α.πό α.υτ~ την εφα.ρ(J.ογ~ ΙJ.Οιιiζει α.νόητο να. ερωτού(J.ε για. την α.λ~θεια. τους. Αλλιi α.κρι6ώc; α.υτό το ερώτη(J.α. είνα.ι ό,τι πιο κεντρικό κα.ι ουσιώδες. Ωστόσο πρέπει 6έ6α.ια. να. ξέροψε, τί εννοού(J.ε ότα.ν ΙJ.ιλιi(J.ε για. α.λ~θεια.. Συν~θωc; ονοΙJ.ιiζουΙJ.ε "α.λ~θεια." τη συ!J.Φωνία. ενός α.ντικειΙJ.ένου (J.E την

πα.ριiστα.CΠJ που έχουΙJ.ε γι' α.υτό. Προύποθέτοψε λοιπόν ένα.

α.ντικείΙJ.ενο, ΙJ.ε το οποίο πρέπει να. συ!J.Φωνεί η πα.ριiστα.~ ΙJ.α.c;. Αντίθετα. το φιλοσοφικό νόη(J.α. τηc; λέξης "α.λ~θεια." ΙJ.Πορεί να. περιγραφεί, κιiπωc; α.φηρη(J.ένα., ωc; συ!J.Φωνία. ενός περιεχό(J.ενου ΙJ.ε τον εα.υτό του. Αυτό είνα.ι

ένα. εντελώς διαφορετικό νόη(J.α. α.λ~θεια.c; α.πό εκείνο που α.να.φέρθηκε πα.ρα.πιiνω.

Άλλωστε το 6α.θύτερο ( = το φιλοσοφικό) νόη(J.α. τηc; α.λ~θεια.c;

6ρίσκετα.ι εν(J.έρει ~οη μέσα. στην κα.θη(J.εριν~ γλωσσικ~ χρ~CΠJ· Μιλιi!J.ε π.χ. για. ένα.ν αληθινό φίλο, κα.ι ΙJ.ε α.υτό εννοούΙJ.ε ένα. φίλο, του οποίου η σψπεριφοριi συ!J.Φωνεί ΙJ.ε την έννοια. τηc; φιλία.ς ΙJ.ε το ίδιο νόη(J.α. ΙJ.ιλιi(J.ε για. ένα. αληθινό έργο τέχνης. Ανα.ληθέc; ΙJ.ε α.υτό το νόη(J.α. ση(J.α.ίνει: κα.κό, α.να.ρ(J.όνιστο ΙJ.ε τον εα.υτό του.

Έτσι ένα. κα.κό κριiτοc; είνα.ι ένα. α.να.ληθέc;

κριiτος το κα.κό κα.ι το α.να.ληθέc; έγκειται γενικιi στην α.ντίφα.CΠJ α.νιiΙJ.εσα. στον όρο (~ στην έννοια.) κα.ι στην ύπα.ρξη ενός α.ντικείΙJ.ενου. Για. ένα.

τέτοιο κα.κό αντικείμενο μπορούΙJ.ε να. έχουμε ΙJ.ια. ορθ~ πα.ριiστα.ση, α.λλά το περιεχό(J.ενο α.υτ~c; τηc; πα.ριiστα.CΠ]c; ε ίνα. ι εντός εα.υτού α.να.ληθέc;)). ι. Περίληψη: Εάν fJι σκέψεις, που αποτελούν το α.ντικεί(J.ενο τηc;

104


θεια, 'YJ οποία. οφείλει να. είνα.ι το α.πόλυτο αντικείμενο τ'Υ)ς ' φ λ ι οσο φ ια.ς,

κα.ι

ι

οχι

α.π

λ ι

α.

ο

Δ

,

στοχος τ'ΥJς.

ι

ειχνει

ι

οιιως

ι

σuνα.μα.

κά.ποια. α.ντίθεση, κα.ι μάλιστα. εκείν'ΥJ, γύρω α.πό τον χα.ρα.κτ~ρα. κα.ι τψ ισχύ τ'ΥJς οποία.ς στρέφετα.ι το ενοια.φέρον τ'ΥJς σύγχρον'Υ)ς

Φιλοσοφία.ς κα.ι το ερώτ'Υ)μα. σχετικά. με τ'Υ)ν αλήθεια κα.ι τ'ΥJ γνώση τ'ΥJς. Εά.ν οι όροι τ'ΥJς νό'Υ)σης είνα.ι επιf>α.ρυμένοι α.πό μια. έμμον'Υ) α.ντίθεσ'ΥJ, είνα.ι Ο'Υ)λα.ο~ μόνο πεπερασμένοι, τότε είνα.ι ι

α.συμμετροι

προς

τ'Υ)ν

α.

λ'θ

'YJ

εια.,

ι

'YJ

ι

οποια.

εινα.ι

ι

κα.τα.

ι

τροπο

ι

α.πο-

λυτο κα.Ο' εα.υτ~ν κα.ι οι' εα.υτ~ν, κα.ι τότε 'YJ α.λ~θεια. οεν μπορεί να. εισδύσει στ'ΥJ νό'Υ)ση. Η νό'Υ)ση, που πα.ρά.γει μόνο πεπερασμένες κα.τ'Υ)γορίες κα.ι κινείτα.ι μέσα. τους, ονομά.ζετα.ι διάνοια ([ γερμα.­

νικά. Verstand] με το πιο α.υστ'Υ)ρό νό'Υ)μα. τ'ΥJς λέξ'ΥJς). Ο πεπερα­

σμένος χα.ρα.κτ~ρα.ς α.υτών των χα.τ'Υ)γοριών πρέπει να. σuλλ'ΥJΦθεί ι

κα.τα.

ουο

ι

τροπους:

α.

φ

ι

ενος

ι

α.υτες

οι

ι

κα.τ'Υ)γορι~ς

ι

εινα.ι

,

μονο

υποκειμενικές κα.ι έχουν έμμον'ΥJ α.ντίθεση προς το α.ντικειμενικό, α.φετέρου έχουν περιορισμένο περιεχόμενο κι έτσι f>ρίσκοντα.ι σε

α.ντίθεση 'YJ μία. προς τψ ά.λλ'Υ) κα.ι α.κόμα. περισσότερο προς το Απόλυτο. Θα. εξετά.σοuμε τώρα. τις οιά.φορες στάσεις που πήρε η

νόηση απέναντι στην αντικειμενικότητα, για. να. εξ'Υ)γ~σουμε κα.λύ­ τερα. τ'ΥJ σημα.σία. κα.ι τ'ΥJ θέση που έχει εοώ 'YJ Λογικ~ 2 •

Φιλοσοφία:ς, είνα:ι πράγι-ιατι α:ντικεφ.ενικές, τότε φα:ίνετα:ι να: οιέποντα:ι α:πό τη διάκριση μ.ετα:ξύ υποκεφ.ενικού-α:ντικεφ.ενικού κα:ι να: έχουν μονό­ πλευρο, άρα: α:να:ληθή χα:ρα:κτήρα:. Πράγμα:τι κάτι τέτοιο συμ6α:ίνει όχι στις σκέψεις της νόησης (Denken) α:λλά της οιάνοια:c; (Verstand), της οποία:ς οι κα:τηγορίες είνα:ι υποκειμενικές κα:ι περιορισμένου περιεχόμενου. Για: να: ξεφύγουμε α:πό τέτοιους ουισμούς α:νάμ.εσα: στο υποκειμ.ενικό­

α:ντικειμενικό, μορφή-περιεχόμ.ενο κτλ. είνα:ι α:πα:ρα:ίτητο να: μ.ελετήσουμε τις πα:ρα:οοσια:κές φιλοσοφικές στάσεις α:πένα:ντι στην α:ντικειμενικότητα:.

2. Στις επόμενες πα:ρα:γράφους θα: εξετα:στούν κυρίως τέσσερις φιλο­ σοφικές θεωρίες, που α:φορούν τη σχέση της νόησης προς τα αντικείμενα: Θα:

εξετα:στεί ο ορθολογισμός του Chr. Wolff (στις του D. Hume (στις

§§ 37-39),

60) κα:ι η ενορα:τική σκέψη του

§§ :26-:Jo), ο εμπειρισμός §§ 40Fr. Jacobi (στις §§ 61-78).

η κριτική σκέψη του Ι. Kant (στις

105


Μέσα στο 6ι6λίο ΙJ.Ου Φαινομενολογία του πνεύματος,

που κατά. την έκδοσΎj του χαρακτηρίστηκε ως πρώτο

τ!J.ή!J.a του σuστήΙJ.ατος της επιστήΙJ.ης 3 , η ΙJ.έθοδος που ακολουθήθηκε έγκειται στο ότι ξεκινά. από την πρώτη,

απλοuστατη ε!J.Φά.νιση του πνεuΙJ.ατος,

από την άμεση

συνείδηση, και αναπτuσσει τη διαλεκτική της συνείδησης

έως το στά.διο της φιλοσοφικής επιστήΙJ.ης, η αναγκαιό­ τητα της οποίας καταδείχνεται ΙJ.έσω αυτής της προόδου.

Προς τοuτο όΙJ.ως δεν ήταν δυνατό να παραΙJ.είνουΙJ.ε στο !J.Ορ

φ ικοI

I

στοιχειο

της

1<:;

συνειοησης.

Γ

I

ιατι

'<:;

το

σταοιο

της

φιλοσοφικής γνώσης είναι το πιο πλήρες σε περιεχΟΙJ.ενο και συνά.ΙJ.ΙΧ το πιο συγκεκριΙJ.ένο· προκuπτοντας έτσι ως αποτέλεσΙJ.α, η φιλοσοφική γνώση προϋπέθετε και τις

σuγκεκριΙJ.ένες ΙJ.ορφές της συνείδησης όπως π.χ. τα ήθη, την ηθικότητα, την τέχνη και τη θρησκεία. Στην ανά­

πτυξη όΙJ.ως του περιεχομένου, των αντικειΙJ.ένων που συζη­ τιώνται ΙJ.έσα στα διά.φορα ΙJ.έρη της Φιλοσοφίας, σψπερι­ λαΙJ-6ά.νεται η ανά.πτυξη της συνείδησης, που φαίνεται κατ

,

I

αρχην

I

να

ξ

'ζ περιορι εται I

αναπτυ η του περιεχοΙJ.ενου ο

φ

στο /λ

ει

!J.Ορ I

φ

I

ικο

I

στοιχειο. I

Η

I

ει τροπον τινα να γινεται

πίσω από την πλά.τη της συνείδησης, καθόσον το περιεχό­

ΙJ.ενο σχετίζεται ΙJ.ε τη συνείδηση ως ουσιώδης πυρήνας

της. Έτσι η παρουσίαση γίνεται πιο περίπλοκη, κιχ; ό,τι ανήκει στα σuγκεκρψένα ΙJ.έρη, σψπιέζεται πρόωρα ΙJ.έσα στην Εισαγωγή.

- Η εδώ προτιθέΙJ.ενη επισκόπηση είναι επιπλέον ά.6ολη, γιατί έχει ΙJ.όνο ιστοριογραφικό χαρακτήρα και τη ΙJ.ορφή διαλογισΙJ.ών. Θα συνδρά.ΙJ.ει όΙJ.Wς προπάντων στη γνώση I

οτι τα

3.

ι

'θ ενται σχετικα I ΙJ.ε τη

ερωτηΙJ.ΙΧτα που τι

Ο πλ~ρηc; τίτλος ιχυτού του 6ι6λίου έχει ωc; εξ~c;:

Wίssenschaft.

Erster

Teίl, Dίe Phiinomenologίe

des Geistes ( =

φ' υση

του

System der ιιΣύστη(J.ιχ

τηc; επtστ~(J.ηc;. Μέρος πρώτο: 11 ΦιχtVΟΙJ.ενολογίιχ του πvεύΙJ.ΙΧτΟc;»), Bam-

berg - Wiirzburg 1807.

\06


γνωρίζειν, σχετικά. μ.ε την πίστη κτλ. -τα οποία μ.ά.λιστα

θεωρούνται εντελώς συγκεκριμένα -, μ.πορούν να αναχθούν σε απλές κατηγορίες, οι οποίες όμ.ως μ.όνο μ.έσα στη Λογικ~ μ.ποροuν να μ.ελετηθούν αληθινά..

Α πpωτη I

,

ΊfJ

,

στα.r.π;

της σκεψης α.πενα.ντε

,

στην α.ντεκεεμ.ενεκοτητα.

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ 1

§ 26 Η πρώτη στά.ση [της νόησης απέναντι στα αντικείμ.ενα] είναι η απλοϊκή μ.έθοδος, κατά. την οποία η νόηση χωρίς να έχει

ακόμ.α συνείδηση των αντιθέσεων μ.έσα στον εαuτό της και απέναντι στον εαuτό της, ξεκινά. από την πίστη ότι μ.έσω τοu

αναλογισμού γνωρίζεται η αλήθεια, και ότι τα αντικείμ.ενα έρχο­ νται στη σuνείδηση έτσι όπως πρά.γμ.ατι είναι. Μέσα σ' αuτ~ την πίστη η νόηση 6αδίζει κατεuθείαν προς τα αντικείμ.ενα,

αντλεί το περιεχόμ.ενο των αισθημ.ά.των και εποπτειών και το ι

αναπαραγει

ψ ης

α

Φ'

μ.ε

αuτο

ι

εαuτης

κιχ

θ

ι

το

ι

ιστωντας-το

Ι

I

περιεχομ.ενο I

περιεχομ.ενο

ικανοποιειται,

της

I

πιστεuοντας

ι

σκεI

οτι

αuτό εκφράζει την αλ~θεια. Κά.θε aρχάρια Φιλοσοφία, κάθε επιστ~μ.η, ακόμ.α και η καθημ.εριν~ πρακτικ~ δραστηριότητα και συνείδηση ζοuν μ.έσα σ' αuτ~ την πίστη.

§ 27 Αuτ~ η νόηση, επειδ~ δεν έχει σuνείδηση των αντιθέσεών της, μπορεί κατά. το περιεχόμ.ενό της να είναι ένα γν~σιο

1.

Ο υπότιτλος ιιΜεταφυσικ~)) εμφανίζεται στΎ]ν α' έκοοσΎ), αλλά

λείπει από τΎ)ν ()' και γ' έκΟΟσΎJ. Ωστόσο υπάρχει στον πίνακα περιεχομ.έ­ νων και των τριών αυτών εκοόσεων.

107


θεωρησιακό φιλοσοφείν, έστω και αν δεν προχωρεί πέρα από

κά.ποιες πεπερασμένες κατΎ]γορίες, δΎ]λαδ~ πέρα από εξακολουθη­ τικά αδιάλυτες αντιθέσεις. Στψ παροuσα Εισαγωγ~ το κuριο

ζ~τΎJΙJ.α είναι να εξετά.σοψε αuτ~ τΎ] στά.ση της νόησΎ]ς στην

'

ακραια

!J.Ορ

φ' η

της,

κι

'

ετσι

να

με

λ ετησοuμε '

το

πιο

χαμη

λ'ο

επίπεδο φιλοσόφησΎ)ς.

- Αuτ~ η φιλοσόφησΎ], έτσι όπως διαμορφώθηκε με την πιο σαφ~ και πιο κοντά. σ' εμά.ς ευρισκόμενη μορφ~, είναι η αλλοτινή Μεταψυσική,

έτσι όπως uπ~ρχε ανά.μεσά. μας πριν από τη

Φιλοσοφία τοu Καντ 1 • Αλλά. αuτ~ η Μεταφuσικ~ μόνο σε σχέση προς την ισ:ορία της Φιλοσοφίας είναι κά.τι αλλοτινό· στην πραγματικότητα uπά.ρχει πά.ντοτε, ως ά.ποψη την οποία αποδέ­ χεται η διάνοια σχετικά. με τα αντικείμενα της καθαρ~ς λογι­ κ~ς.

Άρα και αuτό το επίκαιρο στοιχείο προκαλεί το ενδιαφέρον

για ΙJ.ιαν ακρι6έστερη εξέταση της διεξαγωγ~ς της Μεταφuσικής καt των 6ασtκών τΎ)ς περιεχομένων.

§ 28 1 Αuτ~

η επιστ~μη θεωροuσε τοuς νοητικοuς όροuς 2 ως

θεμελιώδεις όρους των πραγμάτων· προϋπέθετε ότι κά.θε τι ποu

1. Λν και δεν αναφέρει κάποιον συγκεκριμ.ένο φιλόσοφο πριν από τον Καντ (1724-1804), είναι σαφές ότι ο Χέγκελ έχει στον νου του κυρίως τον Christian Wolff ( 1679-1754) αλλά και τον Gottfried Will1elιn Leilη1iz

( 1646-1716), η ορθολογική Μεταφυσική των οποίων συμπίπτει σε πολλά σημεία.

I. Περίληψη: Ο Χέγκελ εγείρει την εξής ένσταση κατά της ορθολο­ γικής Μεταφυσικής: αυτή θεώρησε ως αυτονόητο ότι τα κατηγορούμενα μπορούν να αποοώσουν την αλήθεια και το Απόλυτο. Ως τέτοια κατηγο­ ρούμενα του Απόλυτου ( = του θεού, του κόσμου κτλ.) αναφέρει: είναι ( = υπάρχει) -

8εν είναι· πεπερασμένο -

άπειρο· απλό -

σύνθετο· ένα -

πολλά· μέρος - όλο. Υποοείχνει έτσι και την αντιθετικότητα που ενυπάρ­ χει σ' αυτά τα κατηγορούμενα.

2. Ο Χέγκελ μιλά ε8ώ για ιινοητικούς όρους» (Denkl)estiιnιnιιngen),

108


υπάρχει,

γνωρίζεται καθ' εαυτό μ.ε το ότι νοείται,

κι έτσι

1 1 ι στεκοτιχν πιχνω ιχποι τη μ.ετιχγενεστερη κριτικηι φ ι λ οσο φ'ιιχ. Αλ λιχι

1)

ι

εκεινοι

οι

ι

θ εωροuντιχν

ι

οροι

ως

ι

ι

ειχιχν

ι

ι

ιχποκοπει

~,

ισχuοντες οι

ι

ειχuτοuς

ιχπο

[

τη

σuνιχ

] εχωριχ

=

ξ'

ι

ειιχ

κιχι

τοuς

:1

·

ι

ικιχνοι νιχ

γίνοuν κατηγορούμενα του Αληθινού. Εκείνη η Μετιχφuσικ~ προίί­

πέθετε ότι μ.ποροuμ.ε νιχ γνωρίσοuμ.ε το Απόλuτο αποδίδοντά_ς του κατηγορούμενα. Οuτε οιερεuνησε τοuς όροuς της οιά.νοιιχς ως προς το περιεχόμ.ενο ~ την ιχξίιχ τοuς, οuτε εξέτιχσε τη μ.έθοοο, νιχ ορίζεται το Απόλuτο μ.ε ιχπόοοση κιχτηγοροuμ.ένων. Τέτοιιχ κιχτηγοροuμ.ενιχ είνιχι π.χ. η ύπαρξη, μ.έσιχ στην πρότιχση: ιιΟ θεός έχει uπιχρξη»· το πεπερασμένο κιχι

το άπειρο, μ.έσιχ στο ζ-ήτημ.ιχ: ιιΕίνιχι ο κόσμ.ος πεπεριχσμ.έ­ νος ~ ά.πειρος;»· το απλό κιχι το σύνθετο, μ.έσιχ στην

'

προτιχση:

' '

Η ψ uχη

ιι

εινιχι

ιχπ

λ' η»·

κι

'

ιχκομ.ιχ:

ιι

Το

'

πριχγμ.ιχ

είνιχι ένα, μ.ιιχ ολότητα» κτλ.

- Δεν οιερεuν~θηκε ιχν τέτοιιχ κιχτηγοροuμ.ενιχ είνιχι κιχθ' ι

ειχuτιχ

κιχι

~,

οι

ι

ειχuτιχ

ι

κιχτι

ιχ

λ

η

θ

ι

ινο,

ι

οuτε

ιχν

η

μ.ορ

φ'

η

της

κρίσης μ.πορεί νιχ είνιχι μ.ορφ~ της ιχλ~θειιχς.

σ.ν κσ.ι είνσ.ι σσ.φ~c; Υ) πεποίθη~ του: οεν πρόκειτσ.ι γισ. κσ.τ-ηγορίεc; τηc; νόησης (Denken) σ.λλά. τηc; οιά.νοισ.c; (Verstand). Αυτ~ η σύγχυση σ.νιi­ fLεσσ. στη νόηση κσ.ι στη οιά.νοισ. είνσ.ι κσ.τιi τον Χέγκελ ένσ. σο6σ.ρό fLειονέκτηfJ.σ. τηc; πσ.ρσ.οοσισ.κ~c; Μετσ.φυσικ~c;.

3. Επεξηγώντσ.c; σ.υτ~ τη fLOfLΦ~ λέει ο Χέγκελ σε fLισ. προφορική προσθ~κη: ιιΠρέπει νσ. προσεχτεί ιοισ.ίτερσ., ότι η fLέθοοόc; τουc; συνίστσ.το στο νσ. αποδίδονται κσ.τηγορούfLενσ. στο σ.ντικείfLενο που επρόκειτο νσ. γνωσθεί, π.χ. στον θεό. Αλλά. η σ.πόοοση κσ.τηγορουfLένων είνσ.ι fLισ. εξωτερικ~ [ = επιπόλσ.ιη] σ.νσ.σχόπηση του σ.ντικειfLένου, γισ.τί οι όροι (τσ. κσ.τηγορούfLενσ.) είνσ.ι έτοιfLΟι fLέσσ. στην πσ.ριiστσ.~ fLOυ κσ.ι σ.ποοίοοντσ.ι fLηχσ.νικιi στο σ.ντικείfLενο. Αντίθετσ. εά.ν πρόκειτσ.ι νσ. γνωρίσουfLε στ' σ.λ~θεισ. ένσ. σ.ντικείfLενο, πρέπει σ.υτό νσ. προσοιορίζετσ.ι σ.φ' εσ.υτού του κσ.ι νσ. fLη οσ.νείζετσ.ι τσ. κσ.τηγορούfLενά. του σ.π' έξω».

109


§ 29 1 Τα κατηγοροuμ.ενα αuτοu τοu είοοuς, εά.ν ιοωθοuν οι' εαuτά.

[=

ξέχωρα], έχοuν ένα περιορισμένο περιεχόμ.ενο· φανερώνονται

αταίριαστα μ.ε τον πλούτο της παράστασης (τοu θεοu, της φuσης, τοu πνεuμ.ατος κτλ) και ο εν μ.ποροuν να τον εξαντ λήσοuν.

Επιπλέον επειοή είναι όλα κατηγοροuμ.ενα ενός uποκειμ.ένοu, σuνοέονται μ.εταξu τοuς, αλλά. ως προς το περιεχόμ.ενό τοuς ~ φ'εροuν, οια

ι ετσι

' ' ωστε οταν

λ αμ.οανεται Ρ'

' ι αuτα, ' κιχποιο απο

φ ανε-

ρώνεται ως ξένο προς τα uπόλοιπα. Οι Ανατολικοί λαοί προσπά.θησαν να αποφuγοuν το πρώτο ελά.ττωμ.α, όταν προσοιόρισαν π.χ. τον θεό αποοίοο­

ντά.ς τοu πολλά. ονόματα. Αλλ' αuτά. τα ονόμ.ιχτα θα έπρεπε νσ.. είναι απέραντα πολλά.

§ 30 12)

Τα αντικείμενα αuτής της Μεταφυσικής είναι 6έ6αια

ολότητες ποu καθ' εαuτές και οι' εαuτές ανήκοuν στη λογική ικανότητα, οηλαοή στη συγκεκριμένη γενικότητα της νόησης.

Αλλά. αuτές τις ολότητες (ψuχή, κόσμ.ο, θεό) τις αντλοuσε η Μεταφυσική από την παράσταση, κιχι τις εκλά.μ.6ανε ως έτοιμα δεδομένα υποκείμενα για να έχει ένα uπό6αθρο 2 κιχτά. την εφαρ-

1. Περίληψη: Τα. κα.τΎ)γορούμ.ενα. 6α.ρύνοντα.ι από ούο ελα.ττώμ.α.τα.: α.)

Έχουν περιορισμ.ένο νόΎJμ.α. και οεν μ.πορούν να. εκφράσουν τον τεράστιο

πλούτο των μ.ετα.φυσικών α.ντικειμ.ένων. 6) Μολονότι α.πο6λέπουν στο να. προσοιορίσουν ένα και το αυτό α.ντικείμ.ενο (τον θεό ~ το Απόλυτο), το νόΎ)μ.α. κάθε κα.τΎ)γορούμ.ενου οια.φέρει από το νόΎ)μ.α. των άλλων και φανερώνει μ.ια. ετερότητα.

1. Περίληψη: Ενώ τα. μ.ετα.φυσικά α.ντικείμ.ενα. α.ν~κουν στΎ) λογικ~ ικα.νότΎ)τα. και στΎ) νόηση, Ύ) πα.ρα.οοσια.κ~ Μετα.φυσικ~ τα. α.ντ λούσε από την παράσταση, η οποία. ~ταν και το μ.όνο τΎ)c; κριτ~ριο για. τψ ορθότητα. της σχέσΎ)ς υποκειμ.ένου-κα.τΎ)γορουμ.ένου.

2. le!ζte sie als ... Subjekte ... zugrunde: Ο Χέγκελ υποοείχνει ότι η

110


ΙJ-ογή των κατηγοριών της διάνοιας.

Το ΙJ-όνο κριτήριο ποu

διέθετε, για το αν τα χατηγοροuΙJ-ενα είναι επαρκή και ταιρια­ στά στο uποχείΙJ-ενο, ήταν εκείνη η παράσταση.

§ 31

'

1

παραστασεις

'

'ψ uχης,

περι

'

xoσ!J-OU

και

'

θ εοu' φ αινονται

κατ' αρχήν να παρέχοuν στη νόηση ένα στέρεο Βάθρο. Αλλά εκτός τοu ότι προσκολλάται σ' αuτές ένα επιΙJ-έροuς και uποχει­

ΙJ-ενιχό στοιχείο,

'

I

νοηση

,

ενα

και

έτσι αuτές ΙJ-Ποροuν να έχοuν πολλές

'

'I' φ ορετιχες οια

'ζ εται χρεια

σηΙJ-ασιες, I

'

να

'

παροuν

'λλ ον ΙJ-α

'

απο

'

'

τη

'

Α uτο ειναι φ ανερο σε χα'θ ε προταση,

I

στερεο ορισ!J-Ο.

εφόσον χάρη στο κατηγορούμενο (δηλ. κατά τη Φιλοσοφία χάρη f

στην χατηγορια

~

)

I

I

I

~

I

πρωτοοειχνεται τι ειναι το uποχειΙJ-ενο, οη

λ

'/'

f

αοη

η αρχική παράσταση. Σε ΙJ-ια πρόταση όπως: ιιΟ θεός είναι αιώνιος» αρχί­ ζοuΙJ-ε ΙJ-ε την παράσταση «θεός»' αλλά τί είναι αuτός, δεν

ξέροuμ.ε ακόμ.α· το κατηγορούμενο πρωτοδια.τuπώνει το τί είναι αuτός. Γι' αuτό ΙJ-έσα στη Λογική, όποu οι όροι οι I

οποιοι 'ψ

σχε

~

I

οιατuπωνοuν

ης,

I

ειναι

I

οχι

το I

ΙJ-Ονο

Ι

περιεχοΙJ-ενο I

περιττο

να

Ι

ειναι Ι

Ι

ΙJ-Ονο

χανοuΙJ-ε

Ι

οροι Ι

αuτοuς

της τοuς

όροuς χατηγοροuΙJ-ενα προτάσεων, των οποίων uποχείΙJ-ενο είναι ο θεός ή, αχό!J-α πιο αόριστα, το Απόλuτο, αλλά λέξη Subjekt (λατινικά: subjectum, ελληνικά.: uποκείμ.ενο) σημ.αίνει ετu­ μ.ολογικά. κά.τι ποu έχει τεθεί-υπό, κά.τι τεθειμ.ένο ως uπόbαθρο. Δεν πρόκειται λοιπόν για κά.τι έτοιμ.ο και 8ε8ομ.ένο, αλλά. για κά.τι ποu εγκαθιορύθηκε μ.ε μ.ια τεχνητή τοποθέτηση.

1. Περίληψη: Οι μ.εταφuσικές παραστάσεις 8εν μ.πορούν να αποτελέ­ σοuν ένα στέρεο uπόbαθρο, ώστε να εγκαθίστανται ως uποκείμ.ενα μ.εταΦu­

σικών προτάσεων· τοuς λείπει η γενικότητα και η αντικειμενικότητα.

Μόνο η νόηση μ.πορεί να παρά.σχει ένα στέρεο uπόbαθρο. Το ότι 8εν αρκεί η παράσταση, φανερώνεται μ.ε το ότι χρειάζεται επιπρόσθετα ένα κατηγο­ ρούμενο, για να μ.ας πει τί είναι το uποκείμ.ενο της πρότασης.

111


υπάρχει και το μειονέκτημα ότι καταφεύγουμε σε ένα άλλο κριτ~ριο, και όχι στη φύση της σκέψης. Άλλωστε η μορφ~ της πρότασης 2 ~ ακρι6έστερα της κρίσης είναι ακατάλληλη στο να εκφράζει το συγκεκρι­ μένο

- και το αληθινό είναι συγκεκριμένο - ~ το θεωρησι­

ακό· η κρίση μέσω της μορφ~ς της είναι μονόπλευρη και κατά τούτο ψεuδ~ς:ι.

§ 32 3) Αuτ~ η Μεταφuσικ~ ~ταν δογματισμός, γιατί σύμφωνα με τη φύση των πεπερασμένων όρων ~ταν αναγκασμένη να δέχεται ότι από δύο αντίθετους ισχυρισμούς (τέτοιες ~ταν οι προτάσεις της) ο ένας πρέπει να είναι αληθής ενώ ο άλλος ψευδής 1 •

2. 11 γενική μ.ορφή (ή δομ.ή) της πρότιχσης είνιχι: Υ

+

Κ, δηλιχδή:

Υποκείμενο- Συνδετικό ρήμ.ιχ- Κιχτηγορούμ.ενο. Ο Χέγκελ έχει κιχτά νου τη ι';ιχσική ιχυτή δομ.ή της πρότιχσης, πιχράδειγμ.ιχ της οποίιχς ιχνιχφέρει

εδώ: «0 θεός (:Υ) είνιχι (: Συνδετικό ρήμ.ιχ) ιχιώνιος (: Κιχτηγορούμ.ενο)>>.

3. Ενώ σύμ.φωνιχ μ.ε την πιχριχδοσιιχκή Λογική η ιχλήθειιχ είνιχι στοιχείο που ενυπάρχει στις μ.η ψευδείς προτάσεις, ο Χέγκελ ιχποστιχσιο­ ποιείτιχι ριζικά ιχπό την προτιχσιιχκή ή ιχποφιχντική ιχλήθειιχ, κιχι ισχυρίζε­ τιχι ότι ήδη εξιχιτίιχς της μ.ορφής της (Υ

+

Κ) κάθε πρότιχση ψεύδετιχι.

Έτσι ο Χέγκελ προτείνει μ.ιιχ Λογική, σύμ.φωνιχ μ.ε την οποίιχ η ιχλήθειιχ ι';ρίσκετιχι μ.έσιχ στις έννοιες κιχι όχι μ.έσιχ στις προτάσεις.

I. Ο δογμ.ιχτισμ.ός συνίστιχτιχι κιχτά τον Χέγκελ στο νιχ ιχποκλείει κάποιος τον ένιχ ιχπό δύο ιχντίθετους ισχυρισμούς ως ψευδή. Π.χ. στην πρότιχση

«0 κόσμ.ος είνιχι είτε ιχπέριχντος είτε πεπεριχσμ.ένος>>, είνιχι

δογμ.ιχτισμ.ός νιχ ιχποκλειστεί ως λιχθεμ.ένη η μ.ίιχ ιχπό τις δύο εκδοχές. Σε μ.ιιχ τέτοιιχ περίπτωση ο Χέγκελ θιχ ιχπιχντούσε ότι ο κόσμ.ος δεν είνιχι ούτε μόνο ιχπέριχντος ούτε μόνο πεπεριχσμ.ένος, ιχλλά ότι είνιχt κιχι το ένιχ κιχι το

άλλο. Συνάμ.ιχ επιδιώκει νιχ δείξει ότι μ.tιχ Φιλοσοφίιχ που εργάζετιχι μ.ε τη διάνοιιχ (κιχι όχι μ.ε τη νόηση) έχει πάντιχ νιχ κάνει μ.ε ιχντίθετοvς όρους, που χρησιμοποιούμενοι μ.εμ.ονωμ.ένιχ (δηλ. μ.ε ιχποκλεισμ.ό του ιχντίθετου) όεν κιχτορθώνουν νιχ φτάσουν στη νοητική γενικότητιχ κιχι στην έκφριχση του ιχπέριχντου.

112


§ 33 1 Το

γία

πρώτο μέρος α.uτής τΎJς Μετα.φuσικής ήτα.ν ΎJ Οντολο­

- ΎJ θεωρία. περί των αφηρημένων χαρακτηριστικών της

ουσίας. Αλλά. ΎJ πολλα.πλότΎjτα. α.uτών των χα.ρα.κτΎjριστικών κα.ι

ΎJ πεπερα.σμ.ένΎJ τοuς ισχύς οεν στΎJρίζετα.ι σε ένα. α.ξίωμ.α.. Κα.τά. συνέπεια. α.uτά. πρέπει να. α.πα.ριθμ.ώντα.ι εμπειρικά κα.ι τυχαία, κα.ι το περιεχόμενό τοuς οεν μ.πορεί να. θεμ.ελιώνετα.ι πα.ρά. μ.όνο στψ

παράσταση, στΎJ οια.6ε6α.ίωcrΎJ ότι μ.ε τψ τά.οε λέξΎJ εννοείτα.ι το τά.οε, ή κα.ι στψ ετuμ.ολογία.. Αν θεωρΎjθεί ότι uπά.ρχει εμ.πει­

ρική πληρότητα κα.ι ορθότητα τΎJς α.νά.λucrΎJς μ.έσω σuμ.φωνία.ς μ.ε τΎJ γ λ ωσσικΎJ χρΎjcrΎj,

'

'

'

τοτε ΎJ

Μ ετα. φ uσικΎJ'

'

επα.να.πα.uετα.ι·

τότε Ύj κα.θ' εα.uτήν [ =ενοόμ.uχΎJ] κα.ι οι' εα.uτήν [ =

α. λλ' α.

α.νεξά.ρ­

τΎjτΎJ] αλήθεια κα.ι αναγκαιότητα τέτοιων χα.ρα.κτΎjριστικών οεν τίθετα.ι uπό έρεuνα..

Το ερώτΎjμ.α. εά.ν το Είνα.ι, ΎJ ύπα.ρξΎj, το πεπερα.­ σμ.ένο, ΎJ α.πλότΎjτα., ΎJ σύνθεcrΎJ κτλ. είνα.ι καθ' εαυτές και δι' εαυτές αληθινές έννοιες, πρέπει να. εκπλήξει εκείνους ποu πιστεύουν ότι μ.πορεί να. γίνετα.ι λόγος μ.όνο για. τψ α.λήθεια. μιας πρότασης (α.να.ρωτιώντα.ι π. χ. εά.ν μ.ια. έννοια

μ.πορεί ή όχι να. αποδίδεται σε ένα υποκείμενο μ.ε α.λήθεια.) κα.ι ότι το ψεύοος

εξα.ρτά.τα.ι α.πό ιτψ α.ντίΦα.crΎJ ποu

uπά.ρχει α.νά.μ.εσα. στο uποκείμ.ενο τΎJς πα.ρά.στα.crΎJς κα.ι στΎjν έννοια. ποu πρόκειτα.ι να. κα.τΎjγορΎjθεί α.π' α.uτό2 •

1. Περίληψη: Σ' α.υτ~ν κα.ι στις επόμ.ενες πα.ρα.γρά.φους ο Χέγκελ κριτικάρει τους τέσσερις κλά.οους της πα.ρα.οοσια.κ~ς Μετα.φυσικ~ς: τΎJν Οντολογία. (στΎJν Κοσμ.ολογία. (στΎJν

§ 33), § 35)

τΎJν ορθολογικ~ Ψυχολογία. (στψ

§ 34), τΎJν § 36). ΙΙ

κα.ι τψ ορθολογική Θεολογία. (στΎJν

Οντολογία. οεν θεώρΎ)σε α.πα.ρα.ίτΎJτΟ να. εξΎJγήσει, για.τί οι κα.τΎ)γορίες τΎJς ~τα.ν πολλές κα.ι είχαν πεπερα.σμ.ένο κύρος.

Έτσι α.ρκείτο να. τις α.πα.ριθ­

μ.εί εμ.πειρικά., κι επα.να.πα.υότα.ν μ.όλις πετύχα.ινε εμ.πειρικ~ πλΎ)ρότψα. κα.ι ορθή γλωσσικ~ χρ~ση. Αλλά. ποτέ οεν ερεύνησε, α.ν οι κα.τΎJγορίες περιείχα.ν α.λ~θεια. κα.ι α.να.γκα.ιότΎJτα..

2. Ο Χέγκελ οια.6ε6α.ιών~ι ότι οι λέξεις που εοώ κα.ι α.ιώνες

113


Αλλ α.'

'

'

'

'

Ύ) εννοια. εινα.ι κα.τι σuγκεκριμ.ενο,

ι

ι

ι

ι

'θ ε ορος μ.α. κα.ι κα.

ι

'

ι

~

ενγενει εινα.ι οuσια.στικα. εντος εα.uτοu μ.ια. ενοτΎ)τα. οια.

φ

ο-

ρετικών όρων. Εά.ν λοιπόν ΎJ α.λήθεια. οεν ~τα.ν τίποτε ά.λλο πα.ρά. Ύ) έλλειψΎ) α.ντίφα.~ς, θα. έπρεπε σε κά.θε έννοια. να. εξετά.ζετα.ι κα.τ' α.ρχ~ν, εά.ν α.uτ~ λα.μ.6α.νόμ.ενΎ) οι' εα.uτ~ν [ = ξέχωρα.] περιέχει μ.ια. τέτοια. εσωτερικ~

α.ντίφα.~ 3 •

§ 34 Το δεύτερο μ.έρος [τΎJς Μετα.φuσικ~ς] ~τα.ν Ύ) ορθολογική Ψυχολογία ~ Πνευματολογία. Αuτ~ α.φορά. τΎ) μ.ετα.φuσικ~ φύ~ τΎJς ψυχής, δΎJλα.ο~ τοu πνεύμ.α.τος ιοωμ.ένοu ως πράγματος. Η α.θα.να.σία. [ τΎ)ς ψuχ~ς] α.να.ζΎ)τ~θΎ)Κε σ' εκεtνΎ) τΎ)

σφα.ίρα., όποu έχοuν τΎ) θέ~ τοuς Ύ) σύνθε~, ο χρόνος, Ύ)

ποιοτικ~ α.λλα.γ~ κα.ι Ύ) ποσοτικ~ α.ύξΎ)~ ~ ελά.ττω~ 1 • r:χ.πr:χ.σχολούν την Οντολογία. κάτω r:χ.πό την ονομ.r:χ.σίr:χ. ιικr:χ.τηγορίερ> (ουσία., ύπr:χ.ρξη, πεπερr:χ.σμ.ένο, άπειρο, r:χ.πλό, σύνθετο κτλ.) οφείλουν νr:χ. ερευνηθούν ως προς την αλήθεια τους προτού 'χρησιμ-οποιηθούν ως κr:χ.τηγορούμ.ενr:χ. μ.έσr:χ. σε κάποια. πρότr:χ.cτη. Η r:χ.λ~θειr:χ. κr:χ.ι το ψεύδος οεν πρωτοεμ.φr:χ.νίζο­

ντr:χ.ι μ.όλις συνδέετr:χ.ι ένα. υποκείμ.ενο (Υ) μ.ε ένα. κr:χ.τηγορούμ.ενο (Κ), r:χ.λλά. ενυπάρχουν ~δη μ.έσr:χ. στις έννοιες που χρησιμ.εύουν ως υποκείμ.ενr:χ. κr:χ.ι κr:χ.τηγορούμ.ενr:χ..

3. Ο Χέγκελ οιr:χ.κr:χ.τέχετr:χ.ι r:χ.πό την πεποίθηση ότι κάθε έννοια. κρύ6ει μ.έσr:χ. της μ.ιr:χ. r:χ.ντίφr:χ.ση, που την οδηγεί σε οιr:χ.λεκτικ~ κίνηση προς ένα. r:χ.νώτερο στάδιο. Αλλά. η ύπr:χ.ρξη μ.ιr:χ.ς τέτοιr:χ.ς r:χ.vτίφr:χ.σης r:χ.ποτελεί

σκά.νδr:χ.λο για. την πr:χ.ρr:χ.οοσιr:χ.κ~ Λογικ~, της οποίr:χ.ς η ιιr:χ.ρχ~ της r:χ.ντίφr:χ.­ σης» r:χ.ποκλείει ότι το Α είνr:χ.ι κr:χ.ι οεν είνr:χ.ι Α.

1. ~ε μ.ιr:χ. προφορικ~ προσθ~κη σ' r:χ.uτό το χωρίο λέει ο Χέγκελ: ιιΗ πr:χ.λr:χ.ιά. Μετr:χ.φυσικ~

έι>λεπε την ψυχ~ σr:χ.ν πρά.γμ.r:χ..

Αλλά. η λέξη

'πρά.γμ.r:χ.' είνr:χ.ι εξr:χ.ιρετικά. r:χ.μ.φι~μ.r:χ.ντη. Ως πρά.γμ.r:χ. εννοούμ.ε κr:χ.τ' r:χ.ρχ~ν κάτι ά.μ.εσr:χ. υπr:χ.ρκτό, του οποίου έχουμ.ε μ.ιr:χ. r:χ.ισθητηριr:χ.κ~ πr:χ.ρά.στr:χ.ση κr:χ.ι μ.ε r:χ.υτό το νόημ.r:χ. μ.ιλούσr:χ.ν για. την ψuχ~.

-

Έτσι έθετr:χ.ν το ερώτημ.r:χ.:

Πού εορά.ζετr:χ.ι η ψuχ~; Αλλά. εά.ν η ψυχ~ έχει κάποια. έδρα., τότε είνr:χ.ι μ.έσr:χ. στον χώρο κr:χ.ι υπάρχει μ.έσω μ.ιr:χ.ς r:χ.ισθητηριr:χ.κ~ς πr:χ.ρά.στr:χ.σης. Εά.ν

114


§ 35 Το τρίτο (Lέρος, -η Κοσμολογία, πραγ(Lατεuόταν τον κόσμο, ι

ι

ι

ι

τον τuχαιο τοu χαρακτ-ηρα, τ-ην αναγκαιοτ-ητα τοu,

1

τ-ην αιωνιο-

τ-ητά τοu, τον περιορισ(Lένο τοu χαρακτ~ρα (Lέσα σε χώρο και

,

χρονο,

τοuς

(J.Ορ

φ

,

ικοuς

,

νΟ(LΟUς

των

α

λλ

,

αγων

τοu,

'λ τε ος

τ-ην

ελεuθερία τοu ανθρώποu και τ-ην προέλεuσ-η τοu κακού. Ως

,

απόλuτες

αντιθέσεις

,

ισχύοuν ξ

τuχαιο και -η αναγκαιοτ-ητα· -η ε

,

εδώ

κuρίως:

το

,

ωτερικ-η και -η εσωτερικ-η

αναγκαιότ-ητα· τα ποι-ητικά και τα τελικά αίτια, ~ γενικά

-η αιτιότ-ητα και -η σχοπι(Lότ-ητα· -η οuσία ~ uπόστασ-η και

το φαινό(Lενο· 'YJ (J.Ορφ~ και 'YJ ύλ-η· 'YJ ελεuθερία και 'YJ αναγκαιότ-ητα· -η εuτuχία και ο πόνος το καλό και το κακό 1 •

§ 36 Το τέταρτο (Lέρος, -η φυσική ~ ορθολογική Θεολογία, εξέ­ ταζε τ-ην έννοια τοu θεού ~ τ-η δuνατότ-ητα ύπαρξ-ης θεού, τις αποδείξεις τ-ης ύπαρξ~ς τοu και τις ιδιότ-ητές τοu. ΎJ ψυχ~ σuλλα.ιι-6ιiνετα.ι ως πριiγιι-α., τίθεται επίσης το ερώτΎJιι-α., ειiν α.υτ~ είναι α.πλ~ ~ σύνθετΎJ. Το ερώηιuχ είναι ενοια.φέρον σε σχέση προς τψ α.θα.να.σία. τΎJς ψυχ~ς, ΎJ οποία. υποτίθεται ότι εξα.ρτιiτα.ι από τψ απουσία. σύνθεσηρ>. Είναι επίσης σαφές ότι ΎJ α.θα.να.σία. τΎJς ψυχ~ς α.ντιπα.ρα.τέθψtε από πα.λιιi προς τψ έννοια. του χρόνου (ΎJ ψuχ~ θεωρείτο αιώνια.) και τΎJς

ΠΟιοτικ~ς ~ ποσοτικ~ς α.λλα.γ~ς (στΎJν οποία. ΎJ εξωεμ.πειρικ~ ψυχ~ Οεν ιι-πορούσε να. α.να.ιι-ειχθεί).

1. Πώς εισέουσα.ν οι έννοιες τΎJς α.νθρώπινΎJς ελευθερίας, τΎJς ευτυ­ χίας, του πόνου, του καλού και του κακού ιι-έσα. στΎJν Κοσιι-ολογία.; Ο Χέγκελ σε ιι-ια. προφορικ~ προσθ~ΚΎJ α.πα.ντιi ως εξ~ς: ιιi-Ι Κοσιι-ολογία. είχε ως α.ντικείιι-ενο όχι ιι-όνο τΎJ φύση, αλλά. και το πvεύιι-α. ιι-έσα. στις

εξωτερικές του επιπλοκές, ιι-έσα. στψ ειι-Φά.νι~ του - άρα. γενικά. τΎJν ύπα.ρξΎ), το σύνολο των πεπερα.σιι-ένων πρα.γιι-ά.των». Είναι σαφές ότι α.υτ~ τψ επιστ~ιι-ΎJ έχει ο ίοιος ο Χέγκελ ειι-πρός στα. ιι-ά.τια. του, όταν θέτει ως οεύτερο ιι-έρος τΎJς Εγκυκλοπαίδειάς του τΎJ Φιλοσοφία. τΎJς φύσης.

115


α)

Όταν η διάνοια εξετάζει έτσι τον θεό, το κύριο

πρό6λημα είναι: ποια κατηγορούμενα ταφιά.ζοuν ή δεν ταφιά.ζοuν στην

παράσταση ποu έχοuμε περί θεού.

Η

αντίθεση μεταξύ ρεαλιστιχότητας 1 χαι άρνησης παρουσιά­

ζεται εδώ ως απόλuτη· άρα για την έννοια [τοu θεού], έτσι όπως την σuλλαμ6ά.νει η διάνοια, μένει τελικά. ΙJ.όνο η κενή αφαίρεση της αόριστης ουσίας, της καθαρής ρεαλι­ στιχότητας1 ή θετικότητας, το νεκρό προϊόν τοu σύγχρονοu Διαφωτισμού.

6) Το ότι το πεπερασμένο γνωρίζειν aποδεί­

χνει, φανερώνει την εσφαλμένη στάση· γιατί ζητά. ένα αντικειμενικό αίτιο της ύπαρξης τοu θεού, χι έτσι τον

παροuσιά.ζει ως χά.τι παραγόμενο από χά.τι άλλο. Αuτό το αποδείχνειν επειδή έχει ως κανόνα την ταuτότητα έτσι όπως την χαταλα6αίνει η διάνοια, προσκρούει στη δuσχο­ λία, πώς θα πετύχει τη μετά.6αση από το πεπερασμένο στο

άπειρο.

Έτσι είτε δεν μπόρεσε να απαλλάξει τον θεό από

τον πεπερασμένο χαραχτήρα τοu χόσμοu

- χαραχτήρας ποu

παρέμεινε ως χά.τι θετικό -, έτσι ώστε ο θεός έπρεπε να προσδιοριστεί ως η άμεση uπόσταση τοu χόσμοu (πανθεϊ­

σμός), ή ο θεός παρέμεινε ως ένα αντικείμενο απέναντι στο uποχείμενο, χαι άρα χά.τι πεπερασμένο (δuϊσμός). γ) Οι ιδιότητες [τοu θεού], αν χαι θα έπρεπε να είναι αχρι6είς χαι

ποικίλες,

καταποντίζονται

μέσα

στην

αφηρημένη

έννοια της καθαρής ρεαλιστιχότητας, της ακαθόριστης

οuσίας [τοu θεού]. Αλλά. εφόσον μέσα στην παράσταση παραμένει αχόιJ.α ο πεπερασμένος κόσμος ως αληθινό ον χαι ο θεός ως χά.τι αντίθετο, η παράσταση επινοεί διάφορες

σχέσεις τοu θεού τcρος τον κόσμο. Αuτές διατυπώνονται ως ιδιότητες [τοu θεού], χαι αφενός ως σχέσεις προς πεπερα-

1. Realitat- πρόκειται για: [J-ια: [J-ετα:φuσική κατηγορία:, [J-ε την οποία: α:πλώς τίθεται ( =κα:τα:φά.σκετα:ι) η ύπα:ρξη ενός όντος, χα: ι ά.ρα: ση[J-α:δεύει [J-ια: θετική στά.ση α:πένα:ντί του, της οποία:ς η α:ντίθεση έγκειτα:ι στην ά.ρνηση (της ύπα:ρξης).

116


ι

ι

ι

ι

,

ι

σμ.ενες καταστασεις πρεπει να ειναι και αυτες πεπερασμ.ενες

, (τετοιες

,

ειναι

π.χ.

,

~

οι

~,

ιοιοτητες:

οικαιος,

κιχ

λ'

ος,

ισχυρός, σοφός κτλ.), αφετέρου όμ.ως πρέπει να είναι

,

Σ'

απεφες.

,

αυτο

το

,

~

επιπεοο

σκε

ης

ο

,

,

μ.ονος

τροπος,

και

αρκετά. νεφελώδης, για να λυθεί η αντίφαση, ήταν η

,

ποσοτικη επαυ ηση των

αοριστία, νόημ.α] 2 •

στο

,

~

~,

ιοιοτητων,

που τις οοηγησε στην

sensum eminentiorem

[=

υπερθετικό

Έτσι όμ.ως η ιδιότητα εκμ.ηδενίζεται, και δεν

μ.ένει παρά. ένα σκέτο όνομ.α.

Β

Δεύτεpη στά.ση της σκέψης απέναντι σπ;ν αντικειμενικότητα Ι. ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ

§ 37 Αφενός η ανά.γκη ενός συγκεκριμένου περιεχόμ.ενου ως αντιστά.θμ.ισμ.α στις αφηρημ.ένες θεωρίες της διά.νοιας, η οποία

δεν μπορεί να μ.ετα6αίνει α6οήθητα από τις γενικότητές της στο μ.ερικό

και

καθορισμ.ένο,

αφετέρου η

ανά.γκη

ενός

στέρεου

Βάθρου, για να μ.ην μπορούν να αποδείχνονται τα πάντα πά.νω στο

,

,~

φ

,

~

,

εοαφος και συμ. ωνα μ.ε τη με οοο των πεπερασμ.ενων ορων,

αυτές οι ανά.γκες οδήγησαν κατ' αρχήν στον εμπειρισμό, ο

'

οποιος

'

αντι

να

ζ ητα'

το

'

α λ η θ ινο

'

μ.εσα

στην

'~ ιοια

τη

'.ι~ σκεψιι,

προσπαθεί να το αντλήσει από την εμπειρία, από κά.θε τι εξωτερικά. και εσωτερικά. παρόν'.

2. Ο Χέγκελ υπαινίσσεται μ.ία οοό πρόσ6ασης στψ ουσία του θεού γνωστ-ή ως via eminentiae (=οοός της υπέρθεσης), κατά. τ'Υ)V οποία οι ιοιότψες του θεού ανάγονται σε υπερθετικό, ανώτατο 6αθμ.ό ύπαρξΥ)ς: ο θεός εθεωρείτο ύψιστα οίκαιος, πανάγαθος, πανίσχυρος, πάνσοφος κτλ.

1. Ποιους φιλοσόφους έχει εοώ ο Χέγκελ κατά. νrJ'.J, ό-:αv μ.ιλά. για

117


§ 38 ιο εμπειρισμός έχει κοινή (Lε τη Μεταφυσική την εξής 'λ

προε

ι οτι

ευση:

για

να

ι καταστησει

ι πιστευτους

τους

ι ορισ(Lους,

οηλ. τις 6ασικές προϋποθέσεις αλλά. και το πιο επεξεργασ(Lένο

περιεχό(Lενο, τους στηρίζει και αυτός στις παραστάσεις, οηλαοή στο

I

περιεχο(Lενο

που

ξ

I

εκινα

I

απο

την

I

ε(Lπεφια.

Αφ

I

ετερου

η

(Lε(Lονω(Lένη κατ' αίσθηση αντίληψη διαφέρει από την ψπεφία, και ο ψπεφισ(Lός aνυψώνει τα οεοφένα της κατ' αίσθηση

αντίληψης, του αισθή(Lατος και της εποπτείας στη μορφή γενι­ κών παραστάσεων, προτάσεων και νόμων2 • Αλλ' αυτό σu(L6αίνει εμ.πειρισμ.ό; Αναφέρεται 6έ6α.ια. προπά.ντων στον αγγλικό εμ.πειρισμ.ό του

John Locke (1632-1704) και του David Hume (1711-1776), αλλά. και στην εμ.πειρική επιστ'Υ)μ.ονική δρα.στ'Υ)ριόητα. του Isaac Newton ( 1643-

1727). Αξίζει να προσεχτεί ότι ο Χέγκελ εξ'Υ)γεί τ'Υ)ν ε!J.Φά.νισ'Υ) του εμ.πειρι­ σμ.ού σαν υγιή α.ντίδρll.σ'Υ) προς τ'Υ) Μεταφυσική τ'Υ)ς διά.νοια.ς, και μ.ά.λιστα. μ.ετά. από συνειδ'Υ)τοποί'Υ)σ'Υ) δύο 6α.σικών ελα.ττωμ.ά.των τ'Υ)ς: ότι 'YJ διά.νοια. δεν είναι ικανή να συγκεκριμ.ενοποιεί, δΥJλα.δή να μ.ετα.6α.ίνει από το γενικό στο μ.ερικό και στο α.τομ.ικό χωρίς εξωτερική (ά.ρα. εμ.πειρική) 6οήθεια., και ότι οι πεπερασμένοι όροι τ'Υ)ς διά.νοια.ς χρειά.ζοντα.ι θεμ.ελίωσ'Υ) σε κά.ποια. περιοχή (εννοείται 'YJ νό'Υ)σ'Υ)), που θα τους καταστήσει επιδεκτι­ κούς του απείρου.

1. Περίληψη: Σε μ.ερικά. σ'Υ)ΙJ.εία. ο εμ.πειρισμ.ός έκανε προόδους σχε­ τικά. μ.ε την παραδοσιακή Μεταφυσική, σε ά.λλα. όμ.ως σ'Υ)μ.εία. πα.ρέμ.εινε στο ίδιο επίπεδο. Τα α.ξιώμ.α.τα. του εμ.πειρισμ.ού, ότι αλήθεια υπά.ρχει μ.όνο μ.έσα. στα πρα.γμ.α.τικά. όντα, και ότι καθένας πρέπει να παρίσταται και να 6λέπει τα δεδομ.ένα. για να τα θεωρεί έγκυρα, είναι μ.ια. σ'Υ)μ.α.ντική πρόοδος. Αλλά. το ότι ο εμ.πειρισμ.ός αποκλείει χά.θε τι υπερα.ισθ'Υ)τό ή απέραντο και χρ'Υ)σιμ.οποιεί ά.κριτα. τα μ.ετα.φυσιχά. στοιχεία χα.ι επιτεύγ­

μ.α.τα., αποτελεί 6α.σικό μ.ειονέκτ'Υ)μ.α..

2. Σε μ.ια. προφορική προσθήκ'ΥJ σχετικά. μ.ε τ'Υ) μ.έθοδο που χρψιμ.ο­ ποιεί ο εμ.πειρισμ.ός, λέει ο Χέγκελ: ιιΓια. ν' αποκτήσει εμ.πειρίες, ο

εμ.πειρισμ.ός χρΎ)σιμ.οποιεί προπά.ντων τΎ) φόρμ.α. τΎ)ς ανάλυσης. Μέσα. στΎ)ν

κατ' α.ίσθ'Υ)σ'ΥJ α.ντίλΎ)ψ-η έχουμ.ε πολλά. συγκεκριμ.ένα. στοιχεία, τα χα.ρα.-

118


μ.όνο μ.ε το νόημ.α ότι αuτοί οι γενικοί όροι (π.χ. η δύναμ.η) δεν

έχοuν καμ.ιά άλλη σημ.ασία και ισχύ από αuτ~ν ποu παίρνοuν από την κατ' αίσθηση αντίληψη, και καμ.ιά άλλη δικαίωση από την καταδεικτέα σuνάφειά τοuς προς τα φαινόμ.ενα. Από την

υποκειμενική πλεuρά η εμ.πειρικ~ γνώση 6ρίσκει ένα στέρεο 6άθρο στο γεγονός ότι η σuνείδηση μ.έσα στην κατ' αίσθηση αντίληψη είναι άμεσα παρούσα και 6έ6αιη για τον εαυτό της. Μέσα στον εμ.πειρισμ.ό uπάρχει αuτό το μ.εγάλο αξί­

ωμ.α, ότι το αληθινό πρέπει να είναι πραγιJ.ατικό και να παρουσιάζεται στην κατ' αίσθηση αντίληψ~ μ.ας. Αuτό το αξίωμ.α εναντιώνεται στο πρέπει, μ.ε το οποίο η ανασκό­ πηση καuχολογιέται και περιφρονεί την πραγμ.ατικότητα και το παρόν παραπέμ.ποντας σε ένα «επέκεινα», το οποίο έχει τάχα την έδρα τοu και την ύπαρξ~ τοu μ.όνο μ.έσα στη διάνοια όσων μ.ιλούν γι' αuτό.

και η Φιλοσοφία γνωρίζει

(§ 7)

Όπως ο εμ.πειρισμ.ός, έτσι

μ.όνο ό,τι υπάρχει· αγνοεί

όσα απλώς και μ.όνο πρέπει να είναι και άρα δεν uπάρχοuν.

- Από την uποκειμ.ενικ~ πλεuρά πρέπει να αναγνωριστεί επίσης το σημ.αντικό αξίωμ.α της ελευθερίας, ποu uπάρχει μ.έσα στον εμ.πειρισμ.ό. Σύμ.φωνα μ.' αuτό, όσα πρόκειται να

αποδεχτεί κάποιος ως έγκuρα μ.έσα στη σφαίρα της γνώ-

κτηριστικά: των οποίων οφείλουν να. ξεφλουδιστούν ένα. προς ένα. όπως τα. φλούδια. ενός κρεμ.!J.υδιού. Αυτός ο δια.!J.ελιψός έχει λοιπόν το νόη!J.α. ότι

aποσυνθέτει κα.ι διαλύει τους όρους που έχουν συμ.φυεί, κα.ι δεν προσθέτει πα.ρά: την υποκειμενική ενέργεια. της aποσύνθεσης. Αλλά: η α.νά:λυση είνα.ι

η πορεία. α.πό την α.fΙ.εσότητα. της κα.τ' αίσθηση αντίληψης προς τη σκέψη· οι όροι, τους οποίους το α.να.λυόfΙ.ενο α.ντικεί!J.ενο περιέχει ενωμ.ένους fl.έσα. του, δια.χωριζό!J.ενοι αποκτούν τη μ.ορφή της γενικότητας. Ο εμ.πειpισfΙ.ός ι)ρίσκετα.ι λοιπόν σε πλά:νη, έ:ά:ν νο!J.ίζει ότι α.να.λύοντα.ς τα. α.ντικείfΙ.ενά: του τα. α.φήνει όπως είνα.ι·

στην πρα.γ!J.α.τικότητα. fΙ.ετα.!J.ορφώνει τα.

συγκεκρι!J.ένα. σε α.φηρη!J.ένα..

Σα.ν συνέπεια. α.υτής της α.λλα.γής τα.

ζωντανά: σκοτώνονται, για.τί ζωντανό είνα.ι !-'-όνο το συγκεκρψένο κα.ι ενια.ίο».

119


σης τοu, πρέπει ο ίδιος να. τα. 6λέπει κα.ι να. ξέρει ότι είνα.ι ο ίδιος παρών μ.έσα. τοuς.

- Αλλά. Ύ} συνεπής οιεξα.γωγή τοu εμ.πεφισμ.ού, το γεγονός ότι α.uτός περιορίζετα-ι κα.τά. το περιεχόμ.ενο σε πεπερα.­ σμ.ένα. όντα., α.ρνείτα.ι κά.θε τι uπερα.ισθΎ)τό, ή τοuλά.χιστο τΎ} γνώση τοu κα.ι τον ορισμ.ό τοu, κι επιτρέπει στΎ} νόΎ}ση

μ.όνο τψ α.φα.ίρεση, τΎ} μ.ορφική γενικότψα. κα.ι τα.uτό­ τΎ}τα..

- Η 6α.σική πλά.νΎ} μ.έσα. στον επιστΎ}μ.ονικό εμ.πεφισμ.ό ι

ι

ι

ι

ι

εινα.ι οτι ενω α.uτος χρΎ}σιμ.οποιει τις μ.ετα.

φ

'

uσικες κα.τΎ}γο-

ρίες: ύλΎJ, ούνα.μ.Ύ}, ένα., πολλά., γενικότΎ}τα., ά.πεφο κτλ, κα.ι μ.ά.λιστα. μ.ε ΟΟΎ)γό α.uτές τις κα.τΎ}γορίες προχωρεί σε σuλλογισμ.οι.ίς προϋποθέτοντα-ς κα.ι εφα.ρμ.όζοντα.ς τις μ.ορ­ φές τοu σuλλογίζεσθα.ι,

α.γνοεί ότι έτσι φτιά.χνει κα.ι

σuμ.περιλα.μ.6ά.νει (J.ια. Μετα.φuσική, κα.ι χρΎ}σιμ.οποιεί εκεί­ νες

τις κα.τΎ}γορίες κα.ι τις συνθέσεις τοuς κα.τά.

ένα.

εντελώς ά.κριτο κα.ι α.σuνειΟΎ}τοποίΎ}το τρόπο=1 • 3. Σε μιιχ προφορική προσθήκη ο Χέγκελ οιιχπιστώνει ότι ο εμπειρι­ σμός συγγενεύει μεθοοολογικά. όχι μόνο με την πιχριχοοσιιχκή Μετιχφυσική ιχλλά. κιχι με τον υλισμό· ωστόσο κιχι ο υλισμός ψέγετιχι γιιχ πιχρόμοιες ιχσυνέπειες. Λέει ο Χέγκελ κιχτά. λέξη: «Γενικά. ο εμπειρισμός l>ρίσκει την ιχλήθειιχ μέσιχ στον εξωτερικό κόσμο· κιχι ιχκόμιχ κιχι ιχν ιχποοέχετιχι ένιχ

υπεριχισθητό κόσμο, θεωρεί ως ιχΟύνιχτη τη γνώση ιχυτού του κόσμου, κιχι τείνει νιχ μιχς περιορίσει σε όσιχ ιχνήκουν στην κιχτ' ιχίσθηση ιχντίληψη.

Εά.ν ιχκολουθηθεί με συνέπειιχ, ιχυτή η θεώρηση οοηγεί σε ιχυτό που

ιχργότεριχ ονομάστηκε υλισμός [Materialismus]. Αυτός ο υλισμός θεωρεί την ύλη σιχν τέτοιιχ ως κάτι ιχληθινά. ιχντικειμενικό. Αλλά. ήοη με τη λέξη 'ύλη' οοηγηθήκιχμε σε μιιχ ιχφιχίρεση, η οποίιχ σιχν τέτοιιχ οεν μπορεί νιχ

γίνει ιχντιληπτή με την ιχίσθηση, ΚΟCι μπορεί νιχ ειπωθεί ότι οεν υπάρχει ύλη· γιιχτί έτσι όπως ιχυτή υπάρχει, είνιχι πά.ντιχ κάτι προσοιορισμένο κιχι συγκεκριμένο.

Κιχ ι όμως η ιχφιχίρεση, την οποίιχ ονομάζουμε 'ύλη',

υποτίθετιχι ότι ιχποτελεί τη l>ά.ση όλου του ιχισθητού κόσμου, κι εκφράζει το ιχισΟητό ενγένει, την ιχπόλυτη εξιχτομίκευση κιχι ά.ριχ τιχ εκτός­ ιχλλήλων-όντιχ>>.

120


§ 39 1', ι ..::..ιχετικα

ι

μ.ε αuτο το α

' '

ξ'

ιωμ.α τοu εμ.πεφισμ.οu εχει παρατη-

ρηθεί σωστά., ότι μ.έσα σ' αuτό ποu λέγεται εμπειρία και ποu ι t" ι ι ι πρεπει να οιακρινεται απο τις μ.εμ.ονωμ.ενες

[

=

'

ατομ.ικες

]

κατ

'

αίσθηση αντιλήψεις μ.εμ.ονωμ.ένων σuμ.6ά.ντων, uπά.ρχοuν δύο στοιχεία: το ένα είναι η ύλη,

μ.ια σειρά. απέραντα πολλών

ατόμ.ων, το ά.λλο είναι η μορφή, οι όροι της γενικότητας και αναγκαιότητας. Η εμ.πεφία προσφέρει 6έ6αια πολλές, ίσως ανα­

ρίθμ.ητα πολλές όμ.οιες κατ' αίσθηση αντιλήψεις αλλά. η γενικό­

τητα είναι κά.τι εντελώς αλλιώτικο από τη μ.εγά.λη πληθώρα. Επίσης η εμ.πεφία παρέχει, 6έ6αια, κατ' αίσθηση αντιλήψεις

διαδοχικών μ.ετα6ολών ή παράπλευρα αλλήλων αντικειμ.ένων, αλλά. ό"Ι..ι μ.ια σύνδεση αναγκαιότητας.

Επειδή

εδώ η κατ'

αίσθηση αντίληψη οφείλει να παραμ.ένει το μ.όνο θεμ.έλιο της αλήθειας, η γενικότητα και η αναγκαιότητα εμ.φανίζονται σαν κά.τι αδικαίωτο, σαν μ.ια uποκειμ.ενική σuμ.πτωση, σαν απλή

συνήθεια, της οποίας το περιεχόμ.ενο μ.πορεί να είναι έτσι, ιJ.πορεί και αλλιώς.

Ένα. σημαvτtκό επακόλουθο τούτων εtνα.t ότt μέσα στον ψπεφικό τρόπο θεώρησης το δίκαιο, οι ηθικοί νόμ.οι και τα περιεχόμ.ενα της θρησκείας εμ.Φανίζονται σαν κά.τι ι

ι

ι

'

τuχαιο, στερημ.ενο απο κα ε αντικειμ.ενικοτητα και εσωτε-

ρική αλήθεια.

1. Περίληψη: ΙΙ εμπειρία. διαφέρει από την κατ' α.ίσθηιτη αντίληψη, ποu σuλλα.μ.l>ά.νει μ.όνο α.τομ.ικά. όεόομ.ένα. · η εμ.πειρία. αποτελείται από την ύλη πά.μ.πολλων α.τομ.ικών όεόομ.ένων,

αλλά. και από τη μορφή της

γενικότητας και της α.να.γκα.ιότητα.ς. Ο σκεπτικισμ.ός τοu Χιούμ. πα.ρα.μ.έ­ νει προσκολλημ.ένος στην κατ' α.ίσθηιτη αντίληψη, και δεν δικαιώνει τη

γενικότητα. και την α.να.γκα.ιότητα., αλλά. τις εξηγεί ως uποκειμ.ενικ~ σύμ.πτωιτη και σuν~θεια.. Αντίθετα. ο aρχαιοελληνικός σκεπτικισμ.ός όχι μ.όνο δεν l>α.σιζότα.ν στα. αισθητά. όει?ομ.ένα., αλλά. αντίθετα. α.μ.φέl>α.λλε προπάντων γι' α.uτά..

121


Ο σκεπτικισμ.ός τοu Χιούμ.'!, στον οποίο κuρίως οφεί­

λεται η πα.ρα.πάνω θεωρία., πρέπει να. διακρίνεται εντελώς α.πό τον αρχαιοελληνικό σκεπτικισμό. Ο Χιούμ. ι)άζει ως θεμ.έλιο την αλήθεια τοu εμ.πεφικού στοιχείου, τοu α.ισθ~-

,

φ

μ.α.τος, της εποπτεια.ς, κα.ι α.μ.

,

ρ

,

,

ισοητει τοuς γενικοuς οροuς

κα.ι νόμ.οuς, μ.ε τη δικαιολογία. ότι δεν δικαιώνονται μ.έσω της κα.τ' αίσθηση αντίληψης. Ο α.ρχα.ίος σχεπτικισμ.ός όχι μ.όνο δεν

θεωρούσε το

α.ίσθημ.α. κα.ι

την

εποπτεία. ως

θεμ.έλιο α.λ~θεια.ς, α.λλ' αντίθετα. στρεφόταν προπάντων

,

θ

,

ενα.ντια. στο α.ισ ητο.

,

('~

..:.ιχετικα.

,

μ.ε τον σuγχρονο σκεπτικι-

σμ.ό σε σύγκριση προς τον α.ρχα.ίο, δες το κείμ.ενο των

Schelling κα.ι Hegel στο περιοδικό Kritisches Journal der Philosophie 1 (1802), 2. Stϋck:1 ).

Π. ΚΡΙτΙΚΉ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

§ 40 1Η

,

κριτικη

Φλ φ' ι οσο ια.

,

εχει

,

κοινο

μ.ε

τον

, ,

εμ.πεφισμ.ο,

οτι

θεωρεί την εμ.πεφία. ως μοναδική ι)άση των γνώσεων· δεν θεωρεί

όμ.ως ότι α.uτές είναι α.λ~θειες, α.λλά μ.όνο γνώσεις φα.ινομ.ένων.

2. Ο David Hume (1711-1776) επηρέασε μ.ε τον εμ.πεφισμ.ό και σκεπτικισμ-ό του όχι μ.όνο τον Χέγκελ αλλά και μ.ια σειρά άλλων φιλοσόφων, όπως και την κριτική Φιλοσοφία του

3.

/m. Kant.

Πρόκειται για το κείμ.ενο: Verhiiltnίs des Skeptizismus zur Philo-

sophie. Darstellung seiner verschiedenen Modifikationen und Vergleichung des neuesten mit dem alten. ( = «Η σχέση του σκεπτικισμ-ού προς τη Φιλοσοφία. Παρουσίαση των διαφόρων τροποποιήσεών του και σύγκριση του πιο πρόσφατου μ.ε τον αρχαίο σκεπτικισμ-ό>>). (Sιιhrkamp),

Band 2,

σελ.

Δες

Hegels Werke

213-272.

1. Περίληψη: Η κριτική Φιλοσοφία του Καντ ξεκινά από τη διάκριση της εμ.πεφίας σε αισθητή ύλη και στη μορφή της γενικότητας και

αναγκαιότητας (δες

122

§ 39), θεωρεί όμ.ως ότι η μ.ορφή δεν προέρχεται από


Ξεκινά. αρχικά. από τη διαφορά. ανάμεσα στα στοιχεία, ποu παροuσιά.ζονται κατά. την ανά.λuση της εμπειρίας: τη διαφορά. ανάμεσα στην αισθητή ύλη και στις γενικές σχέσεις της. Παίρνο­

ντας uπόψη της όσα αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο

(§ 39), ότι μέσα στην κατ' αίσθηση αντίληψη περιλαμ()ά.νονται μ.όνο μεμονωμένα [ =

ατομικά.] όντα και μόνο όσα συμΒαίνουν,

επιμένει σuνά.μα στο γεγονός ότι η γενικότητα και η αναγκαιό­ τητα ως εξίσοu σημαντικοί όροι σuγχροτοuν αuτό ποu ονομάζεται ιιεμπεφία». Επειδ~ αuτά. τα στοιχεία [δηλ. η γε·ηχότητα χα ι η

αναγκαιότητα] δεν προέρχονται από την εμπειρία σαν τέτοια, αν~χοuν στην αuτενέργεια της νόησης χα ι ά.ρα uπά.ρχοuν a priori.

- Οι νοητικοί όροι, τοuς οποίοuς ονομάζει ιιέννοιες της διά.­ νοιας»2, σuγχροτοuν την αντικειμενικότητα των εμπειρικών γνώ­ σεων. Γενικά. περιέχοuν σχέσεις, χι έτσι μέσω αuτών σχηματίζο­ νται συνθετικές χρίσεις

a priori (δηλ. aρχέγονες σχέσεις ανά­

μεσα σε αντίθεταγJ. την εμ.πεφία, αλλά. από τη νόηση. Πρόκειται για σχέσεις που συνάπτο­ νται

a pιiori ( =προεμ.πεφιχά.) μ.έσα στη νόηση και σχημ.ατίζουν συνθετι­

κές χρίσεις.

2. Αξίζει να προσεχτεί η μ.εταποίηση της Καντιανής ορολογίας, την οποία επιχειρεί εδώ ο Χέγκελ. Ενώ ο Καντ μ.ιλά. για Verstandesbegι·iffe (μ.εταφρά.ζω: «έννοιες της διά.νοιας))), ο Χέγκελ τις μ.εταποιεί σε

Denkbe-

stimmungen (μ.εταφρά.ζω: «νοητικοί όροι))). Στον Καντ δεν υπά.ρχει η Verstand και Denken, γι' αυτό ο όρος Verstandesbegriffe μ.πορεί μ.έσα στα χείμ.ενα του Καντ να αποδίδεται ως διά.χριση ανά.μ.εσα στις λέξεις

«έννοιες της νόησηρ) ή «νοητικές έννοιερ). Αυτές οι έννοιες δεν είναι,

6έ6αια, ά.λλες από τις δώδεκα Καντιανές κατηγορίες, που πηγά.ζουν κατά. τρόπο προεμ.πεφιχό από την ίδια τη νόηση.

3. Η παρένθεση, την οποία επισuνά.πτει εδώ ο Χέγκελ, είναι μ.ια αχόμ.α προσπάθεια να φανεί η σχέση ανά.μ.εσα στον Καντιανό και στον

Χεγχελιανό τρόπο σκέψης. Ο Χέγκελ επεξηγεί τις Καντιανές συνθετικές χρίσεις a prioι-i ως «σχέσεις ανά.μ.εσα σε αντίθετα))' για να δηλώσει ότι αυτές οι χρίσεις ΙJ-έσα στην αρχέγονη

(=

μ.η-παρά.γωγη) υφή τους

περιέχουν μ.ια εσωτερική αντίθεση που τις ωθεί διαλεκτικά. προς ένα ανώτερο στά.διο.

123


ΊΌ ότι (J.έσα. στη γνώση 6ρίσχοντα.ι τα. χαρακτηρι­

στικά. της γενικότητας κα.ι της α.να.γκα.ιότητα.ς, είνα.ι ένα. γεγονός [Faktum] ποu οεν α.μ.φισ6ητεί ο σκεπτικισμ.ός τοu Χιοuμ.. Αuτό το γεγονός μ.έσα. στη Φιλοσοφία. τοu Κα.ντ

πα.ρα.ιJ.ένει μ.ια. προί.ίπόθεση· σUμ.φωνα. μ.ε την κα.θιερωμ.ένη

' '

επιστημ.ονικη

εκφ ρα.ση

'

μ.πορει

να.

ειπω θ ει,

'

'

οτι

ο

ττ η.. α.ντ

προσέφερε μ.όνο μ.ια.ν ά.λλη εξήγηση εκείνου τοu γεγονότος.

§ 41 1Η

κpιτικ-ή Φιλοσοφία. uπο6ά.λλει κα.τ

α.ρχ~ν σε εξέταση

τις ιιέννοιες της διάνοιας» ποu χρησιμ.οποιοuντα.ι μ.έσα. στη Μετα.­

φuσικ~ -

α.λλά. 6έ6α.ια. κα.ι στις ά.λλες επιστ~μ.ες, κα.θώς κα.ι

στην κοιν~ αντίληψη. Αuτ~ η κριτικ~ όμ.ως οεν εισοuει στο περιεχόμενο κα.ι στην α.κρι6~ σχέση α.uτών των κατηγοριών α.να.μετα.ξu τοuς,

α.λλά. τις εξετάζει ως προς την αντίθεση

μετα.ξu υποκειμενικότητας κα.ι αντικειμενικότητας 2 • Αuτ~ η αντί­

θεση όπως γίνεται εοώ κα.τα.νοητ~, α.φορά. (οες των ouo

στοιχείων μέσα στην εμ.πεφία. 3 •

§ 40) τη οια.φορά.

ιιΑντικειμενικότητα»

ΟνΟ(J.ά.ζετα.ι εοώ το στοιχείο της γενικότητας κα.ι της αναγκαιότη­ τας, οηλα.ο~ α.uτών τοuτων των κατηγοριών, τοu επονομ.α.ζόμ.ε­ νοu

ιιa prioή».

Αλλά. η κριτικ~ Φιλοσοφία. επεκτείνει την

αντίθεση τόσο, ώστε μ.έσα. στην υποκειμενικότητα σuμ.περιλα.ιJ.6ά.­ νετα.ι το σuνολο της εμ.πεφία.ς, οηλα.ο~ κα.ι τα. ouo εκείνα.

ι. Περίληψη: Η κριτικ-ή Φιλοσοφία. του Κα.ντ εξετά.ζει τιc; κα.τηγο­

ρίεc;, α.λλά. όχι ωc; προc; το πώc; σχετίζονται ιuτα.ξύ τουc;, πα.ρά. μ.όνο εά.ν είνα.ι υποκειμενικές ή αντικειμενικές. Κα.ι α.ντί να. συμπερά.νει ότι είνα.ι αντικειμενικές, εφόσον χα.ρα.κτηρίζοντα.ι α.πό γενικότητα. κα.ι α.να.γκα.ιό­ τητα., τιc; θεωρεί υποκειμενικές μα.ζί με το σύνολο τηc; εμπειρία.c;, α.φήνο­ ντα.c; α.π' έξω μ.όνο το πρά.γμα.-κα.θ' -εα.υτό.

2. Εξετά.ζει, ο-ηλα.οή, κα.τά. πόσο οι κα.τ-ηγορίεc; είνα.ι υποκειμενικές ή αντικειμενικές.

3. Δ-ηλα.οή τη οια.φορά. α.νά.ιuσα. στην ύλη κα.ι στη μορφή.

\24


στοιχεία., κα.ι α.πένα.ντι σ' α.uτήν aεν μ.ένει τίποτε ά.λλο α.πό το πράγμα-καθ'-εαυτό.

Οι μορφές του α priori στοιχείου, arιλα.aή τrις νόrισrις, YJ ι ' οποια. πα.ρ

,

'λ ο

YJ

ι ι θ ι τrιν α.ντικειμ.ενικοτrιτα. τ-ης εωρειτα.ι ως uποκει-

ι

μ.ενιΚΥJ

ενεργεια.,

ι

προκuπτοuν

ι

κα.τα.

τον

ι

πα.ρα.κα.τω

ξ

ι

ε Υjγοuμ.ενο

ι ι λ ι ~ p 'ζ ι τροπο, μ.ε μ.ια. σuστrιμ.α.τοποιrισrι ποu τε ικα. οεν οα.σι ετα.ι· πα.ρα.

μ.όνο σε ψuχολογικά. κα.ι ιστορικά. θεμ.έλια..

§ 42 1 α.)

Η θεωρητική ικανότητα, YJ γνώσrι σα.ν τέτοια..

Η κριτική Φιλοσοφία. α.να.φέρει ως σuγκεκριμ.ένο θεμέλιο των κα.τrιγοριών τψ aρχέγονη ταυτότητα τοu Εγώ μ.έσα. στrι ι νοrισrι

(

ι α.uτο ποu

ο

Κ

α.ντ

'ζ ονομ.α. ει:

p ι <<Uπεροα.σια.κrι

ι ενοτrιτα.

τrις

α.uτοσuνείarισrις» )2 • Οι πα.ρα.στά.σεις ποu μ.α.ς aίνοντα.ι μ.έσω τοu α.ισθήμ.α.τος κα.ι τrις εποπτείας, είναι κα.τά. το περιεχόμενό τοuς

κά.τι πολλαπλό· το ίaιο κα.ι κα.τά. τrι μ.ορφή τοuς. Γιατί YJ α.ίσθrισrι χα.ρα.κτrιρίζετα.ι α.πό ένα. εκτός-αλλήλων μ.έσα. στις aύο ι. Περίληψη: Η θεωρ-ητική Φιλοσοφία. τοu Κα.ντ θφ.ελιώνει τις κα.τ-ηγορίες πάνω στ-ην τα.uτότ-ητα. τοu Εγώ.

Η πολλα.πλότ-ητα. των

δεδομένων ποu προσλα.μ6άνοuμε με τις α.ισθ-ήσεις, ενοποιείτα.ι σε μια. ενια.ία. σuνείδ-ησ-η μέσω τοu Εγώ. Οι τρόποι α.uτ-ής τ-ης ενοποί-ησ-ης είνα.ι οι κα.τ-ηγορ ίες. Αλλά ο Κα.ντ δεν πολuσκοτίστ-ηκε να. α.ποδείξει τ-ην α.να.γκα.ιότ-ητα. των κα.τ-ηγοριών κα.ι τον τρόπο πα.ρα.γωγ-ής τοuς 6α.σίστ-ηκε στα. είδ-η των κρίσεων ποu έχει τα.ξινομ-ήσει εμπειρικά ΎJ πα.ρα.δοσια.κ-ή Λογικ-ή, κα.ι

α.ντίστοιχα. προς τα. είο-η τ-ης κρίσ-ης έφτια.ξε τον πίνα.κα. των κα.τ-ηγοριών. Ο Φίχτε έδειξε ότι πρέπει να. α.ποοείχνετα.ι -η α.να.γκα.ιότ-ητα. κα.ι ο τρόπος πα.ρα.γωγ-ής των κα.τ-ηγοριών, α.λλά κα.ι α.uτός δεν οδ-ηγ-ήθ-ηκε σε κάποιο α.ποτέλεσμα..

2.

Δες Ιμ. Κα.ντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Β

132-6, § 16:

Περί της aρχέγονα

συνθετικής ενότητας της κατανόησης. Ο Κα.ντ ονομάζει το επ-ηρεα.σμένο α.πό τον Κα.ρτέσιο ι<εγώ σκέπτομαι)) (Ich denke, cogito): κα.θα.ρ-ή -ή α.ρχέγον-η κα.τα.νό-ησ-η (Apperzeptίon), εξ-ηγώντα.ς ότι πρόκειτα.ι για. μια. ενιαία α.uτο­ σuνείο-ησ-η ποu σuνοοεύει όλες τις πα.ρα.στάσεις μα.ς.

125


μ.ορφές της, τον χώρο κιχι τον χρόνο, οι οποίες ως ΙJ.ορφές (ως γενικοί τύποι) της εποπτείιχς είνιχι επίσης a priori 3 • Αuτή η πολλιχπλότητιχ τοu ιχισθήΙJ.ιχτος κιχι της εποπτείιχς, ιχφού το Εγώ την

' φ ερνει

'

σε σχεση ΙJ.ε τον

'

ειχuτο τοu κιχι την

'

ενωνει

!J-1X ζ'ι

τοu

σε ΙJ.ιιχ ενιαία σuνείδηση (ιικιχθιχρή κιχτιχνόηση»), οδηγείτιχι σε

τιχuτότητιχ, σε !J.ιιχ ιχρχέγονη σύνθεση. Οι ειδικοί τρόποι ιχuτού εινιχι οι κιχ θ ιχρες

'

'

τοu σχετισμ.οu

'

~ εννοιες της οιιχνοιιχς,

'

'

οι

ΚC?-τηγο-

ρίες.

Είνιχι γνωστό ότι ο Κιχντ δεν πολuπιχιδεύτηκε γιιχ νιχ ανακαλύψει τις κιχτηγορίες 4 • '~

ιχuτοσuνειοησης,

~ 'λ οιο

ou

'

ιχοριστο·

' ' πως

'

Το Εγώ,

εινιχι κιχτι εντε

λ' ως

ιχ

η

ενότητιχ της

'

φ ηρηΙJ.ενο

'

'

ΙJ.Πορει'λ οιπον κιχνεις νιχ

κιχι ο

'

φ τιχσει

λ ωσ-

στοuς

όρους τοu εγώ, στις κιχτηγορίες; Εuτuχώς η κιχθιερωΙJ.ένη

Λογική ΙJ.ά.ς προσφέρει ΙJ.ιιχ εΙJ.πεφική τιχξινόΙJ.ηση των ειδών της κρίσης. Αλλά. το νιχ κρίνεις είνιχι το ίδιο ΙJ.ε το νιχ

σκέφτεσαι ένιχ ορισΙJ.ένο ιχντικείΙJ.ενο.

Άριχ οι διά.φοροι

τρόποι της κρίσης, ποu !J.~Χζ έχοuν ήδη προσφερθεί, πιχρέ­ χοuν τις διά.φορες κατηγορίες της νόησης.

- Η Φιλοσοφίιχ τοu Φίχτε έχει τη ΙJ.εγά.λη ιχξίιχ, ότι ΙJ.ιχς κιχτέστησε προσεκτικούς στην ιχνά.γκη νιχ εκθέτοuΙJ.ε την αναγκαιότητα των κατηγοριών κιχι νιχ κιχτιχδείχνοuΙJ.ε το

πώς παράγονται.

3.

Δες lμ.. Καντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Α

19

κ.ε.

I R 3

κ.ε.: Η

υπερ8ασιακή Αισθητική. Μέσα σ' αυτό το κεφάλαιο ο Καντ δείχνει ότι ο χώpος και Ο χpόνος είναι δύο ΧΙΧθαpές

(= a

prioή) μ.οpφές της εποπτείας,

στις οποίες εισάγεται ως πεpιεχόμ.ενο η πληθώpα των εντυπώσεων που πpοσδεχόμ.ιχστε μ.έσω των αισθ-ήσεων. Ο Χέγκελ παpατηpεί ότι όχι μ.όνο το πεpιεχόμ.ενό τους αλλά και οι ίδιες αυτές οι μ.οpφές χαpακτηpίζονται από μ.ια πολλαπλότητα.

4. Δες Ιμ.. Καντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Α 66 κ.ε./ Β 91 κ.ε., όπου ο Καντ εκθέτει ιιτο οδηγητικό ν-ήμ.ιχ για την ανακάλυο/r) όλων των καθαpά νο-ητικών εννοιών» (δηλ των κατηγοpιών). Αυτό το οδηγητικό ν-ήμ.ιχ είναι τα είδη της κpίσης που πpοσφέpονται μ.έσω της παpαδοσιακ-ής Λογικ-ής.

126


- Ο Φίχτε θα. έπρεπε να. είχε προσφέρει τουλάχιστο κάποιο α.ποτέλεσμ.α. της μ.εθόδου, μ.ε την οποία. πρέπει να. πρα.γμ.α.­

τευόμ.α.στε τη Λογική. θα. περιμ.ένα.μ.ε ότι οι κατηγορίες, το σuνηθισμ.ένο υλικό της Λογικής, ή έστω τα. είδη των εννοιών,

των

κρίσεων

κα.ι

των

συλλογισμ.ών,

δεν

θα.

α.ντλοuντα.ν πια. μ.όνο α.πό την πα.ρα.τήρηση κα.ι άρα. δεν θα. εκλα.μ.bάνοντα.ν μ.όνο εμ.πειρικά, α.λλά θα. πα.ράγοντα.ν α.πό την ίδια. τη νόηση 5 . Εάν η νόηση είνα.ι διόλου ικα.νή να. αποδείξει κάτι, εάν η Λογική πρέπει να. επιμ.είνει στο να. πα.ρέχοντα.ι αποδείξεις κα.ι σκοπεuει να. διδάξει το πώς α.ποδείχνοuμ.ε, θα. όφειλε πριν α.π' όλα. να. δίνει απόδειξη

για. τα. δικά της περιεχόμ.ενα., κα.ι να. δια.bλέπει ότι κάτι τέτοιο είνα.ι α.να.γκα.ίο.

§ 43 [Οι Κα.ντια.νές κατηγορίες μ.ποροuν να. ιδωθοuν α.πό δuο απόψεις:] Αφενός α.πό το ότι μ.έσω α.υτών η κα.τ' αίσθηση αντίληψη α.νυψώνετα.ι σε α.ντικειμ.ενικότητα. κα.ι εμπειρία. Αφε­ τέρου α.υτές οι έννοιες ως ενότητες της υποκειμ.ενικής μ.όνο

συνείδησης εξα.ρτώντα.ι α.πό την uλη που τους δίνεται, κα.ι α.φοu είνα.ι οι ίδιες κενές 1, μ.ποροuν να. εφα.ρμ.οστοuν κα.ι να. χρησιμ.οποι-

5. Ο Χέγκελ μ.έμ.φεται εδώ τον Johann Gottlieb Fichte (1762-1814) ότι δεν εισήγαγε αποφασιστικά όλο το uλικό της Λογικ~ς μ.έσα στην

περιοχ~ της νόησης, αλλά επέτρεψε να το αντλούν από την παρατ~ρηση και άρα από την εμ.πεφία.

1. Ο Χέγκελ υπαινίσσεται προφανώς τη γνωστ~ Καντιαν~ πρόταση I 1!75): «Σκέψεις χωρίς περιεχόμ.ενο είναι κενές,

(Κριτ. τ. καθ. λογ. Α51

εποπτείες χωρίς έννοιες είναι τuφλές». Σε μ.ια προφορικ~ προσθ~κη ο Χέγκελ αρνείται την άποψη, ότι οι κατηγορίες είναι κενές περιεχομ.ένοu, εφόσον έχοuν ένα προσδιορισμένο νόημ.α· προσθέτει όμ.ως ότι το περιεχό­

μ.ενο των κατηγοριών δεν μ.πορεί να θεωρηθεί ως κάτι αντλημ.ένο από τις αισθ~σεις και ούτε 6ρίσκεται μ.έσα στον χώρο ~ στον χρόνο - κι αuτό δεν είναι μ.ειονέκτημ.α αλλά προτέρημ.ά τοuς.

127


ηθοuν ιιόνο ιιέσα. στην ειιπεφία.. Αλλά. το ά.λλο σuστα.τικό ~ης ι

1

ειιπεφια.ς, ιια.τος

ι

~

ι

ι

θ'

οι εντuπωσεις τις οποιες οεχοιια.στε ιιεσω τοu α.ισ η-

κα.ι

της

,

εποπτεια.ς,

J1'

οεν

,

εινα.ι

,

,

οuτε

τοσο

J1'

λ

οα.

,

ιγοτερο

uποκειιιενικές α.πό τις κα.τηγορίες2 •

§ 44 Άρα. οι [Κα.ντια.νές] κατηγορίες οεν ιιποροuν να. εκφρά.σοuν το α.πόλuτο, γιατί α.uτό οεν οίνετα.ι στην κα.τ' αίσθηση αντί­ ληψη· η οιά.νοια. ~ η γνώση ιιέσω των κατηγοριών είναι λοιπόν

α.κα.τά.λληλη στο να. γνωρίσει τα. πράγματα καθ' εαυτά. Το ι

πράγμα-καθ'-εαυτό ι

ι

(κα.ι

κά.τω ι

α.πό

«πρα.γιια.» περιεχετα.ι α.κοιια. κα.ι το πvεuιια., ο

θ

τον

' )

εος

εκ

όρο φ

'

ρα-

ζει το α.ντικείιιενο, ότα.ν κάνουμε αφαίρεση α.πό όλα. όσα. η σuνείοηση καθιστά. α.ντικείιιενα., α.πό όλοuς τοuς όροuς τοu α.ισ ηιια.τος κα.ι α.πο ο'λ ες τις σκε'ψ εις της.

θ

'

'

Ε'ινα.ι

εuκο λ ο να.

'

2. Ο Χέγκελ μέμφετα.ι τον Κα.ντ ότι τελικά α.νάγει το κάθε τι σε υποκειμενικότητα., χα.ι δεν μένει τίποτε αντικειμενικό. Οι χα.τηγορίεc; ωc; υποκειμενικές κα.ι κενέc; εξα.ρτώντα.ι α.πό το υλικό που προσλα.μ6άνουμε με

τιc; α.ισθ~σειc;, το οποίο όμωc; είνα.ι επίσηc; υποκειμενικό, για.τί κα.θένα.c; α.ισθά.νετα.ι χα.τά τιc; ιδιομορφίες του. Είνα.ι σα.φέc; ότι επιχρίνοντα.c; τον

Κα.ντια.νό υποκειμενικό ιδεα.λισμό ο Χέγκελ οδηγεί τον α.να.γνώστ"Ιj προc; τον δικό του αντικειμενικό ιδεα.λισμό, όπου κάθε τι μέσα. στη νόηση διεκδικεί αντικειμενικότητα. - δηλ α.να.γχα.ιότητα. χα.ι γενικότητα..

1. Περίληψη: Ο Χέγκελ 6ρίσχει εοώ ευχα.ιρία. να. α.σχ~σει μια. οξύτα.τη κριτικ~ στην Κα.ντια.ν~ έννοια. «πράγμα. κα.θ' εα.υτό». Εάν δεν μπορούμε να. γνωρίσουμε α.υτό το πράγμα. (όπωc; πα.ρα.δέχετα.ι ο Κα.ντ),

τότε δεν μπορούμε να. γνωρίσουμε ούτε το α.πόλυτο, το πνεύμα. ~ τον θεό.

'fί είνα.ι λοιπόν α.υτό το πράγμα.; Είνα.ι α.πομεινάρι μια.c; ολοσχερούς α.φα.ίρεσηc;, κάτι κενό χα.ι α.ρνητικό. Είνα.ι προiόν ενόc; κενού Εγώ, που

έχει χάνει νοητικ~ α.φα.ίρεση α.πό κάθε τι άλλο εκτόc; του εα.υτού του. Εάν όμωc; το πράγμα. κα.θ' εα.υτό είνα.ι αφαίρεση, άρνηση χα.ι ταυτότητα του εα.υτού με τον εα.υτό του - τότε νά που ξέρουμε περί τίνοc; πρόχειτα.ι, κα.ι δεν μα.ς είνα.ι διόλου άγνωστο.

128


ιδοu[J-ε τί α.πο[J-ένει

κάτι εντελώς αφηρημένο, εντελώς

κενό, που προσδιορίζεται [J-όνο ως κάτι εκείθεν

[ = α.λλόκο­

σΙJ-ο]· είναι το αρνητικό της παράστασης, τ_ου α.ισθή[J-α.τος

κα.ι της προσδιορισ[J-ένης νόησης. Εξίσου α.πλό είναι ό[J-ως να. κα.τα.λά6ου[J-ε, ότι α.υτό το caput moι-tuum [ = νεκροκε­

φαλή] δεν είναι άλλο α.πό ένα. προϊόν της νόησης 2 , κα.ι,

[J-άλιστα. της νόησης η οποία.

έχει προχωρήσει στην

κα.θα.ρή α.φα.ίρεση· ότι είναι προϊόν του κενοu Εγώ, το οποίο [J-ετα.6άλλει σε αντικείμενό του α.υτή την κενή ταυτό­ τητα του εα.υτοu του. Το αρνητικό χαρακτηριστικό, που αποκτά α.υτή η α.φηρη[J-ένη ταυτότητα. ως αντικείμενο, α.πα.ριθ[J-είτα.ι επίσης α.νά[J-εσα. στις Κα.ντια.νές κατηγορίες,

κα.ι δεν είναι κάτι λιγότερο οικείο α.πό εκείνη την κενή

,

τα.υτοτητα.

που

'φ ερα..

α.νε

- Γι' α.υτό δεν ΙJ-Ποροu[J-ε πα.ρά να. δια.6άζου[J-ε [J-ε έκπληξη την επα.να.λα.[J-6α.νό[J-ενη [Κα.ντια.νή] υπόδειξη ότι δεν γνω­ ρίζοψε τί είναι το πράγμα-καθ'-εαυτό· γιατί αντίθετα. δεν uπά.pχεt τίποτα. πtο εύκολο από α.uτ~ τΎ) γvώσΥ].

§ 45 1Η

λογική

,

01-

α.υτου που οεν

ικανότητα., ,

υποκειτα.ι

σε

,

η λειτουργία. του απόλυτου [ =

ορους

]

,

,

εινα.ι

,

α.υτη που

α.να.κα.

λ'

υπτει

2. Ο Χέγκελ επικρίνει μ.ε κάΙJ-ποση δριμ.ύτητα το Καντιανό «πράγμ.α (Ding an sich) σαν μ.ια νεκροκεφαλή, ένα νεκρικό κατάλοιπο από την αντίληψ-η του John Locke ή του Barιιch Sp.inoza περί υπόστασης.

καθ' εαυτό»

Ο Χέγκελ δια6λέπει ότι το Καντιανό «πράγμ.α καθ' εαυτό» δεν είναι απλώς κάτι που συλλαμΒάνεται μ.έσω της νόησης (κάτι «νοούμ.ενο», σύμ.­

φωνα μ.ε τον Καντ), αλλά κάτι που προέκυψε από αυτήν ως διανοητικό σχαρίφημ.α.

1. Περίληψη: Με 6άση όσα ειπώθηκαν στις προηγούμ.ενες παραγρά­ φους ο Χέγκελ εξηγεί και επικρίνει την Καντιανή αντίληψη περί λογικής ικανότητας (Vemunft). Αντικείμ.ενο της Καντιανής λογικής ικανότητας είναι το απόλυτο, αλλ' αυτό το απόλυτο είναι η κενή και αόριστη

129


οτιδήποτε υπόκειται σε όρους μέσα στην εμπειρική γνώση 2 • Αυτό που εδώ [ενν. στον Καντ] ονομάζεται αντικείμενο της λογικής

ικανότητας, το απόλυτο ή απέραντο, δεν είναι άλλο από αυτό που ταυτίζεται με τον εαυτό του, δηλαδή η aρχέγονη ταυτότητα

του Εγώ μέσα στη νόηση, που αναφέρεται στην

§ 42. «Λογική

ικανότητα» σημαίνει εδώ αυτό το αφηρημένο Εγώ ή νοείν, το οποίο 6άζει ως αντικείμενο ή σκοπό του αυτή την καθαρή ταυτότητα (δες τη Σημείωση της

§ 44). Προς αυτή την απόλυτα

αόριστη ταυτότητα είναι ασuμμετρες οι εμπειρικές γνώσεις, γιατί αυτές είναι πάντα γνώσεις ενός ορισμένου περιεχόμενου.

Εάν ένα τέτοιο απόλυτα αόριστο εκληφθεί ως η απόλυτη αλήθεια της λογικής ικανότητας (ως ιδέα), τότε οι εμπειρικές γνώσεις αναδείχνονται ως κάτι αναληθές, ως φαινόμενα.

τcωτότητα τοu Εγώ μ.ε τον εαuτό τοu, μ.ια καθαρ~ αφαίρεση. Ως εντελώς αόριστη ταuτότητα, το περιεχόμ-ενο της λογικής ικανότητας δεν μ.πορεί να σuναποτελείται από εμ.πεφικές γνώσεις, αφού αuτές περιέχοuν πάντα κάτι ορισμένο· κα.ι σε αντίθεση προς τον αληθινό χαραχτ-r]ρα της λογιχ~ς

ικανότητας, ο Καντ εχτιμ.ά. τις εμ.πεφιχές γνώσεις ως αναληθείς.

2. Σε μ.ια προφοριχ~ προσθ~χη ο Χέγκελ επαινεί την πρωτο()οuλία τοu Κα.ντ να. διαχωρίσει τη διάνοια. (Verstand) από τη λογιχ~ ικανότητα (Vennιnft), α.πονέμ.οντας στην πρώτη ως α.ντιχείμ.ενο τα πεπερα.σμ.ένα. χα.ι

uπό όpοuς πρά.γμ.ατα, και στη δεύτερη το απέραντο και α.πόλuτο ον. Αλλά. ο Χέγκελ δεν αρκείται σ' αuτόν τον έπαινο. Διαπιστώνει ότι ονομ.ά.ζοντα.ς τα α.ντιχείμ.ενα της εμ.πεφιχ~ς γνώσης φαινόμενα (Erscheinungen) ο Καντ τα απέκλεισε από τη δικαιοδοσία της λογιχ~ς ικανότητας, χι έτσι η Καντιαν~ Κριτιχ~ κατέληξε σε ένα αρνητικό και στείρο α.ποτέλεσμ.α·

επιπλέον θεωρούμ.ενη ως τάση uπέρ()ασης των πεπερασμ-ένων και uπό όροuς πραγμ.ά.των η λογική ικανότητα uπο()ι()ά.ζεται σε ένα ον πεπερα.­ σμ.ένο και uπό όροuς (Bedingtes). Και ο Χέγκελ αντιπαραθέτει τη διχ~ τοu άποψη: η λογική ικανότητα περιλα.μ.()ά.νει μ.έσα της και τα. πεπερα.σμ.ένα. όντα, «γιατί το αληθινά. απέραντο δεν είναι κάτι α.πλώς εκείθεν των πεπερασμ-ένων όντων, αλλά. τα περιέχει ως ανηρημ.ένα. μ.έσα. στον εα.uτό τοω>.

130


§ 46 1 Αισθα.νό[J-α.στε

ό(J-(1)ς την α.νά.γκη να. γνωρίσοu[J-ε α.uτ~ την

τα.uτότητα., α.uτό το κενό πράγμα-καθ'-εαυτό. Το να. γνωρίσουμε, θα. πει να. εξοικειωθοιί[J-ε [J-ε ένα. α.ντικεί[J-ενο ως προς το ιδιαίτερο περιεχό[J-ενό τοu. Αλλά. ένα. τέτοιο περιεχό[J-ενο ε[J-περιέχει [J-ια.

πολλα.πλ~ ενδοσυνάΦεια (J-έσα. τοu, κα.ι θε[J-ελιώνει [J-ια. σuνά.φεια. [J-ε πολλά. ά.λλα. α.ντιχεί[J-ενα.. Στην πα.ροιίσα. περίπτωση, για. να.

προσδιορίσει εκείνο το Απέραντο ~ πράγμα-καθ'-εαυτό, η λογικ~ ικανότητα. δεν θα. διέθετε τίποτε ά.λλο πέρα. α.πό τις κατηγορίες α.λλά. χρησι(J-οποιώντα.ς τις κατηγορίες η λογικ~

ικανότητα.

γίνετα.ι υπεριπτάμενη (uπερf)α.τικ~). Εδώ ξεκινά. το οειίτερο τtJ-~tJ-α. της Κριτικής της λογικής ικανότητας, κα.ι α.uτό το οειίτερο είνα.ι οι' εα.uτό [=ως

α.νεξά.ρτητο]

ση[J-α.ντικότερο

α.πό το

πρώτο.

Το

πρώτο τ[J-~[J-α., όπως εξηγ~θηκε πα.ρα.πά.νω, είνα.ι η θεωρία. ότι οι κατηγορίες έχοuν την πηγ~ τοuς ι.ι.έσα. στην ενότητα. της α.uτοσuνείοησης ά.ρα. ότι κά.θε γνώση ποu προκύπτει (J-έσω α.uτών δεν περιέχει τίποτε α.ντικει[J-ενιχό, κα.ι ότι η α.ντιχει[J-ενικότητα. ποu τοuς α.ποοίοετα.ι (δες είνα.ι [J-όνο υποκειμενική.

§§ 40

κα.ι 41)

Εά.ν ληφθεί τοιίτο uπόψη, η

Κα.ντια.ν~ κριτικ~ πα.ροuσιά.ζετα.ι ως εκείνο το κοινό είδος 1. Περίληψη: Ο Χέγκελ σχολιάζει εοώ τον προ6ληματισμό του οεύτερου τμήματος τηc; Καντιανής Κριτ. τ. καθ. λογ., οηλαοή το κεφάλαιο:

« Υπερ6ασιακή οιαλεκτική» («Die transzendentale Dialektik» ), το οποίο θεωρεί σημαντικότερο από το πρώτο τμήμα. Τα περιεχόμενα του πρώτου τμήματος συνοψίζονται στη θεωρία ότι κάθε γνώση που προκύπτει μέσω

των κιχτηγοριών είναι σε τελική ανάλυση υποκειμενική, κι έτσι η Καντιανή κριτική αναοείχνεται ωc; υποκειμενικός ιοεαλισμόc;. Στο οεύτερο τμήμα τ-ηc; Κριτ. τ. καθ. λογ. το πρό6λημα που τίθεται, αφορά το πώc; η λογική ικιχνότητα μπορεί να προσοιορίζει το πράγμα καθ' εαυτό (κιχτά τον Χέγκελ: το Απόλυτο ή Απέραντο)· η μόνη ουνατότητα θα ήταν να

χρησιμοποιήσει τιc; κατηγορίες χρησιμοποιώντας τιc; όμωc; η λογική ικανότητα υπερ6αίνει τα όριά τηc; και αναοείχνεται αταίριαστη.

131


ιδεαλισμού, γνωστό ως υποκειμενικός ιδεαλισμός δεν εισ­ δύει στο περιεχόμενο [των κατηγοριών], αλλά ασχολείται μόνο με τις αφηρημένες μορφές της υποκειμενικότητας χαι της αντικειμενικότητας, χαι μάλιστα προσκολλάται με μονόπλευρο τρόπο στην πρώτη, στην υποκειμενικότητα, ως τελικό χαι απόλυτα θετικό όρο της νόησης. Αλλά στο

δεύτερο τμήμα, όταν ο Καντ εξετάζει τη λεγόμενη εφαρ­ μογή, την οποία χάνει η λογική ικανότητα στις χα1ηγο­

ρίες για να γνωρίσει τα αντικείμενά της, παρουσιάζεται προς συζήτηση χαι το περιεχόμενο των κατηγοριών, του­ λάχιστο σε κάποια του σημεία· ή πάντως θα ήταν αυτό μια ευχαφία για να γίνει μια τέτοια συζήτηση. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ιδεί χανείς, πώς κρίνει ο Καντ αυτή την εφαρμογή των κατηγοριών πάνω στο απόλυτο,

δηλαδή στη Μεταφυσική· η μεθόδευσή του θα αναφερθεί χαι θα κριθεί εδώ με συντομία.

§ 47 1 ΊΌ

πρώτο απόλυτο ον που εξετάζει ο Καντ, είναι η ψυχή

(δες παραπάνω,

§ 34) 2 •

Μέσα στη συνείδησή μου- λέει ο Καντ

I. Περίληψη: Μπορούν οι κατηγορίες να. εφαρμοστούν πάνω στο απόλυτο; Το πρώτο απόλυτο ον που εξετάζει ο Κα.ντ, ε ίνα. ι η ψυχή. 11 πα.λα.ιά Μεταφυσική, όπως διαπιστώνει ο Κα.ντ, υποκαθιστούσε τους

εμ.πεφικούς όρους μ.ε κατηγορίες, κι έτσι έκα.νε σύγχυση των πρώτων μ.ε τις δεύτερες· α.λλά α.υτή η κριτική πα.ρα.τήρηση έχει διατυπωθεί ήδη α.πό τον Χιούμ..

Ο Χέγκελ επαινεί τον Κα.ντ για. το ότι απελευθέρωσε τη θεώρηση της ψυχής α.πό τις κατηγορίες, α.λλά τον επικρίνει ότι κα.ι ο ίδιος συγχέει το εμπειρικό μ.ε το νοητικό στοιχείο, ότα.ν θεωρεί ότι όσα. προσλα.μ.bάνουμ.ε μέσω αισθήσεων, τα. σκεπτόμαστε μέσω κατηγοριών. Επιπλέον το ελάτ­ τωμα. δεν έγκειται στο ότι οι κατηγορίες προέρχονται α.πό τη νόηση κα.ι γι' α.υτό δεν αντιστοιχούν με την ψυχή, α.λλά στο ότι εάν εξεταστούν

κα.τά το περιεχόμενο, θα. φανεί ότι δεν περιλα.μbάνουν την αλήθεια.- κα.ι ο Κα.ντ παραλείπει μια. τέτοια. εξέταση.

2.

132

Δες Ιμ. Κα.ντ, Κριτ. τ. καθ. λογ.

A31J1

κ.ε.

I

Π399 κ.ε.: «Σχετικά


- 6ρίσχω πάντα. το Εγώ μοu α.) ως καθορίζον υποκείμeνο, 6) ως κάτι ατομικό ~ α.ΦΎJρΎ)μένα. α.πλό, γ) ως ένα και το αυτό μέσα. στ'Υ)ν πολλα.πλότΎ)τα. όλων εκείνων τα. οποία. σuνειΟΎJτοποιώ, ο) ως κάτι ποu με ξεχωρίζει ωι:; σκεπτόμενο α.πό όλα. τα. πράγμα.τα. έξω μοu.

Η μέθοδος τΎJ<; α.λλοτιν~c; Μc:τα.φuσικ~c;, όπως τψ α.να.Φέ­ ρει ορθά ο Κα.ντ, σuνίστα.το ("το ότι uποκα.θιστοuσε τouc; εμπειρι­

κούς όροuc; με τouc; α.ντίστοιχοuc; νοητικούς όροuι:;, με κατηγορίες. 1 1]:1 ι ι ι ) ψ ι 1 i..τσι προεκuπτα.ν α.uτεc; οι τεσσεριc; προτα.σειc;: α. ΎJ uχΎJ εινα.ι υπόσταση, 6)είνα.ι μια. απλή uπόστα.σ'Υ), γ) είνα.ι αριθμητικά η ίδια

μέσα. στις διάφορες περιόοοuc; τΎJ<; uπα.ρξ~c; τΎJ<;, ο) 6ρίσκετα.ι σε σχέσ'Υ) προς τον χώρο.

Ο Κα.ντ σuζψά α.uτ~ τΎJ μετα.ποίψΎJ κα.ι εφιστά τψ προσοχ~ στο σφάλμα. (πα.ρα.λογtσ(Lό) ότι σuγχέοντα.ι μετα.ξu τouc;

ouo είδΎJ όρων, ΟΎJλα.ο~ οι εμπειρικοί όροι με τις κα.τΎJγορίες επισ'Υ)μα.ίνει ότι είνα.ι α.οικα.ιολόγΎJτο να. συμπεραίνουμε α.πό τouc; πρώτοuc; για. τις οεuτερεc; ~ να. 6άζοuμε τις οεuτερεc; στΎJ θέσΎ) των πρώτων. ι Ε ινα.ι

προ

φ

ι ι Ι ι 'i:' ι 'λλ ι α.νεc; οτι α.uτΎJ ΎJ κριτικΎJ οεν κα.νει α. ο α.πο τοu

να. επα.να.λά6ει τψ πα.ρα.πάνω

(§ 39)

α.να.φερόμενΎJ πα.ρα.τ~ρ'Υ)σ'Υ)

τοu Χιοuμ, ότι οι νοΎJτικοί όροι ενγένει - ΎJ γενικότΎJτα. κα.ι ΎJ ι

α.να.γκα.ιοτ'Υ)τα. 'λ

α.ντι

ΎJ

ψ

I

-

~

οεν

ι

σuνα.ντιωντα.ι I

ι

μεσα.

στΎJν

κα.τ

I

,

'-Αν-.

α.ιuvrισΎJ I

I

ΎJ' οτι το εμπεφικο στοιχειο ως προς το περιεχομενο τοu

κα.ι τΎJ μ.ορφ~ τοu Οια.φέρει α.πό τΎJ νΟΎJτικ~ τοu Οια.τuπωσΎJ. Εάν το εμπεφικό στοιχείο σuγκροτοιίσε τΎJν πιστοποί­ ΎJσ'Υ) τοu νοΎJτικοu, τότε 6έ6α.ια. θα. ~τα.ν α.πα.ρα.ίτΎJτο να. κα.τα.οείξει το νοψικό μέσα. σε κα.τ' α.ίσ&t]σ'Υ) α.ντιλ~ψειc;.

-Το ότι ΎJ ψuχ~ δεν μπορεί να. περιγρα.φεί ως uπόστα.σ'Υ), α.πλότΎJτα., τα.uτότΎJτα. με τον εα.uτό τΎJ<;, κα.ι ως οια.τΎ)ροu­ μενΎJ α.uθuπα.ρξία. μέσα. στΎJν επικοινωνία. με τον uλικό κόσμο, α.uτά τα. σuμπερα.ίνει ο Κα.ντ μέσα. στψ κριτικ~

με τους παραλογισμούς της καθαρά. λογικής ικανότητας».

133


που ασκεί στη μ.ετα.φυσική Ψυχολογία., bα.σισμ.ένος μ.όνο στο ότι οι διάφοροι όροι, των οποίων η συνείδηση μ.άς

επιτρέπει να. α.ποκτήσουμ.ε εμπειρία περί της ψυχής, δεν είναι α.κριbώς οι ίδιοι μ.ε εκείνους που παράγει η νόηση. Είδα.μ.ε όμως παραπάνω ότι κα.ι κατά τον Κα.ντ το γνωρί­

ζειν ενγένει, αλλά κα.ι η εμπειρία, συνίστανται στο ότι σκεφτόμαστε τις κατ' αίσθηση αντιλήψεις μα.ς- δηλαδή ότι οι όροι που κα.τ' αρχήν ανήκουν στην κα.τ' αίσθηση αντί­ ληψη, μεταμορφώνονται σε νοητικούς όρους.

- Πρέπει να. θεωρηθεί ως ένα. καλό επίτευγμα. της Καντι­ ανής κριτικής, το ότι απελευθέρωσε τη φιλοσόφηση σχε­ τικά με το πνεύμα από την ψυχή-ως-πράγμα, α.πό τις

κατηγορίες, κα.ι άρα. α.πό τα. ερωτήματα. περί α.πλότητα.ς, συνθετότητα.ς, υλικότητα.ς κτλ. της ψυχής.

-

Αλλ'

ακόμα.

κα.ι

για.

τον

κοινό

ανθρώπινο

νου,

το

κεντρικό σημείο, α.πό το οποίο φανερώνεται το ανεπίτρεπτο τέτοιων μορφών, δεν είναι ότι αυτές είναι σκέψεις 3 , αλλά

ότι τέτοιου είδους σκέψεις δεν περιλα.μbάνουν κα.ι ούτε μπορούν να. περιλα.μbάνουν την αλήθεια..

- Εάν η σχέψη κα.ι το φαινόμενο δεν αντιστοιχούν εντελώς μεταξύ τους, είμαστε τουλάχιστο ελεύθεροι να. επιλέξουμε, ποιο α.πό τα. δύο θα. θεωρηθεί ως ελα.ττωμ.α.τικό. Ο Καντι­

ανός ιδεαλισμός όσον αφορά την περιοχή της λογικής

3. Θεωρώντας τις κατηγορίες ακατάλληλες στο να προσδιορίσουν την ψυχή, ο Καντ φαίνεται να τις θεωρεί μ.ειονεκτικές, μ.όνο επειδή ανήκουν στη νόηση και ά.ρα «είναι σκέψεις,. Για τον Χέγκελ η περιοχή της νόησης δεν μ.πορεί να θεωρηθεί μ.ειονεκτική σαν τέτοια. Κά.τι φταίει στο περιεχόμ.ενο των κατηγοριών, το οποίο εά.ν εξεταζόταν, θα δειχνόταν

ότι είναι αταίριαστο μ.ε όσα bιώνοuμ.ε σχετικά. μ.ε την ψυχή. Ο Χέγκελ υποδείχνει λίγο πιο πά.νω, ότι ακόμ.α και ο παραδοσιακός όρος ιιψυχή"

πρέπει να αντικατασταθεί μ.ε τον όρο ιιπνεuμ.α,, γιατί η ψυχή είναι επι6αρuμ.ένη μ.ε ένα μ.εταφυσικό παρελθόν που την πραγμοποίησε. (Ο όρος του Χέγκελ είναι: Seelending· μ.εταφρά.ζω: ψυχή-ως-πρά.γμ.α).

\34


'

'

ικα.νοτητα.ς

ριχνει

'

'

'

οτι

α.uτες

εινα.ι

το

ε λ' α.ττωμ.α.

'

μ.ειονεκτικες,

σκε'ψ εις,

στις

~' επειοη

~ οεν

λ'εγοντα.ς

'

~ ισοοuνα.μ.οuν

μ.ε

όσα. α.ντιλα.μ.l>ιiνόμ.α.στε μ.έσω της α.ίσθησης κα.ι μ.ε όσα. σuνειοητοποιοιίμ.ε περιοριζόμ.ενοι στην περιοχή της κα.τ' 'θ ηση α.ισ

α.ντι'λ η ψ ης,

'

μ.εσα.

στην

'

οποια.

σα.ν

'

τετοια.

~ οεν

σuνα.ντιώντα.ι οι σκέψεις. Αλλά. το περιεχόμ.ενο της σκέψης οι' εα.uτό [=ξέχωρα.] οεν τίθετα.ι εοώ uπό εξέτα.ση.

§ 48 12)

Το δεύτερο α.πόλuτο α.ντικείμ.ενο είνα.ι ο κόσμος(§ 35)2.

Στην προσπά.θεια. ποu κά.νει η λογική ικα.νότητα. για. να. γνωρίσει το α.πόλuτο στοιχείο τοu κόσμ.οu,

μ.πλέκετα.ι

σε aντινομίες,

οηλα.οή κα.τα.φά.σκει σε οιίο αντίθετες προτά.σεις για. το ίδιο α.ντικείμ.ενο, κα.ι μ.ά.λιστα. κα.τά. τρόπο ώστε κά.θε μ.ια. α.πό α.uτές τις

'

προτα.σεις

'

πρεπει

να.

κα.τα. φ' α.σκετα.ι

μ.ε

'

ιση

'

α.να.γκα.ιοτητα..

Από α.uτό προκιίπτει ότι το περιεχόμ.ενο τοu κόσμ.οu, τοu οποίοu οι

1. Περίληψη: Το δεύτερο απόλυτο ον που εξετάζει ο Καντ, είναι ο κόσμος. Προσπαθώντας να γνωρίσει τον κόσμο η λογική ικανότητα πέφτει σε aντινομίες, δηλαδή σε αντίθετες προτάσεις που έχουν ίσΎ) αναγκαιό­ τητα. Από αυτό συμπεραίνεται ότι ο κόσμος δεν αντιμετωπίζεται ως πράγμα καθ' εαυτό, αλλά. ως φαινόμενο, και η αντίφασΎ) οφείλεται στη λογική ικανότητα και στις κατηγορίες της.

Ο Χέγκελ επαινεί τον Καντ για τη διαπίστωσΎJ ότι η αντίφαση μέσα στΎJV περιοχή της λογικής ικανότητας είναι ουσιώδης και αναγκαία, αλλά. του επιρρίπτει μια ιιτρυφερότητα για τα πράγματα του κόσμου», που τα

απαλλάσσει από κάθε αντιφατικότητα· έτσι ο Καντ προσπαθεί να μειώσει την ουσία του πνεύματος, εφόσον θεωρεί τΎJV αναγκαία χρησιμοποίησΎ) κατηγοριών ως ελαττωματική. Επιπλέον ο Καντ περιορίζει τις aντινο­

μίες σε τέσσερις, επειδή 6ασίζεται στα ετοιμοπαράδοτα τέσσερα είδη

κατηγοριών. Κατά. τον Χέγκελ αντινομικά. (=αντιφατικά.) δεν είναι μόνο τα τέσσερα κοσμολογικά. αντικείμενα, αλλά. όλα τα αντικείμενα, όλες οι παραστάσεις, οι έννοιες και οι ιδέες.

2. Δες Ιμ. Καντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Α405 κ.ε. I Β432 κ.ε.: ιιΗ αντινομία της καθαρά. λογικής ικανότητας>>.

135


περιγραφικοί ορισμ.οί πέφτουν σε μ.ια τέτοια αντίφαση,

δεν

ι-ιποpεi να εiναt το περιεχόr..ιενο καθ' εαυτό, αλλά. μόνο ένα φαινόμ.ενο. Η λύση της αντινομ.ίας είναι ότι η αντίφαση δεν α

'

φ ορα

το

'

αντιχειμ.ενο

χα θ'

'

εαυτο

χαι

'I', οι

α λλ' α

' εαυτο,

'

μ.ονο

τη

λογική ικανότητα η οποία επιχειρεί να το γνωρίσει.

Διατυπώνεται έτσι η υπόθεση ότι είναι το ίδιο το περιεχόμ.ενο, δηλαδή η εσωτερική υφή των κατηγοριών, αυτό που προκαλεί την αντίφαση. Αυτή η σκέψη, ότι η αντίφαση που εγκαθιδρύεται μ.έσα στην περιοχή της λογι­ κής ικανότητας μ.έσω των κατηγοριών είναι ουσιώδης χαι αναγκαία, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα από τα πιο σημ.α­ ντιχά. χαι 6αθυστόχαστα 6ήμ.ατα προόδου της Φιλοσοφίας.

νεότερης

Όσο 6αθύ χαι αν είναι αυτό το σημ.είο, ά.λλο

τόσο είναι ασήμ.αντη η λύση της αντινομ.ίας το μ.όνο της κίνητρο είναι μ.ια τρυφερότητα για τα πρά.γμ.ατα του χόσμ.ου. Δεν πρέπει να φέρει η ίδια η ουσία του χόσμ.ου το

ελά.ττωμ.α της αντίφασης, αλλά. αυτό μ.πορεί να αποδοθεί στη σχεπτόμ.ενη λογική ικανότητα, στην ουσία του πνεύμα­ τος. Προφανώς κανένας δεν θα αρνηθεί ότι ο εμφανιζόμενος χόσμ.ος παρουσιάζει αντιφάσεις στο πνεύμ.α που τον εξετά.ζ ει·

«εμ. φ ανι

' ζ ομενος))

ι

ειναι

ο

ι

χοσμ.ος

ι

ετσι

ι

οπως

ι

παρουσια-

ζεται στο υποκειμενικό πνεύμ.α, στις αισθήσεις χαι στη διάνοια. Αλλά. εά.ν τώρα συγκριθεί η ουσία του χόσμ.ου με

την ουσία του πνεύματος, θα απορήσει κανείς μ.ε πόση αμ.εροληψία εκτίθεται από χά.ποιον χαι επαναλαμ.6ά.νεται

από ά.λλους η ταπεινόφρονη παραδοχή, ότι η έδρα της αντίφασης είναι το σχεπτόμ.ενο ον, η λογική ικανότητα, χαι όχι ο κόσμος. Δεν 6οηθά. σε τίποτα το να χρησιμοποιη­ θεί η διατύπωση,

ότι η λογική

ικανότητα πέφτει σε

αντίφαση μόνο επειδή εφαρμόζει τις κατηγορίες.

Γιατί

παράλληλα γίνεται παραδεχτό, ότι αυτή η εφαρμογή των κατηγοριών είναι αναγκαία χαι ότι η λογική ικανότητα δεν

διαθέτει για το γνωρίζειν κανέναν ά.λλο όρο από τις

136


κατηγορίες. Και πράγματι το γνωρίζειν είναι ορίζουσα και οριζόμενη νόηση· εά.ν η λογική ικανότητα είναι μόνο μια κενή, αόριστη νόηση, τότε οεν σκέπτεται τίποτα.

Αλλά. εά.ν τελικά. η λογική ικανότψα -περικοπεί αναγό­ μενη σε μια κενή ταυτότητα [χωρίς ετερότητα] (οες την

επόμενη §), τελικά. θα πετύχει μια ευτυχισμένη απελευθέ­ ρωση από την αντίφαση, με αντίτιμο την ασήμαντη θυσία

κά.θε περιεχομένου και συστατικού [lnhaltes und Gehaltes]. Μπορεί επίσης να σημειωθεί ότι η έλλειψη μιας bαθύτερης εξέτασης της aντινομίας ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους ο Καντ αναφέρει μόνο τέσσερις αντινομίες 3 • Αυτές οι τέσσερις τρά.6ηξαν την προσοχή του,

επειδή, όπως είναι φανερό όταν συζητά. τους"επονομαζόμε­ νους παραλογισμούς, προϋπέθετε ως 6ά.ση τον πίνακα των

κατηγοριών- παράλληλα χρησιμοποίησε αυτό που αργό­ τερα έγινε τόσο αγαπητή μανιέρα: εγκατέστησε το αντι­ κείμενο μέσα σε ένα ετοιμοπαράδοτο σχήμα, αντί να παρα­ γάγει τα χαρακτηριστικά. του από την έννοιά. του. Περαι­ τέρω ελλείψεις στην Καντιανή παρουσίαση των aντινο­ μιών ανέφερα ευκαιριακά. μέσα στο 6ι6λίο μου Επιστήμη της Λογικής''.

-

ΊΌ bασικό σημείο που πρέπει να προσεχτεί, είναι ότι οι

aντινομίες οεν περιορίζονται στα τέσσερα επιμέρους αντι-

3. Οι τέσσερις κοσμολογικές aντινομίες, τις οποίες εκθέτει ο Καντ, είναι χωρισμένες σε θέσ-η και αντίθεσ-η και αφοροuν τα εξής: α) Κατά πόσο ο κόσμος ως προς τον χώρο και τον χρόνο είναι πεπερασμένος ή aπέραντος. 6) Κατά. πόσο η uλη είναι επ' άπεφο οιαφετή και άρα σύνθετη

ή αποτελείται από άπεφα απλά μέρη. γ) Κατά. πόσο όλα μέσα στον κόσμο ενεργοuν ελεύθερα ή καθορίζονται από τη φυσική αναγκαιότητα ο) Κατά πόσο ο κόσμος προέκυψε από μια αιτία ή είναι αποτέλεσμα σύμπτωσης.

4. Δες Logik Ι, σελ. 216 κ.ε.: ιιl-1 Καντιανή αντινομία του αδιαίρετου και του επ' άπεφο οιαφετοu χαρακτήρα του χρόνου, του χώρου, της uλης)),

137


κείμενα. 5 που έχουν πα.ρθεί α.πό την Κοσμολογία., α.λλά. επεκτείνονται σε όλα τα. αντικείμενα. κά.θε είδους, σε όλες τις πα.ρα.στά.σεις,

έννοιες κα.ι

ιδέες.

Εά.ν

ξέρει κα.νείς

ετούτο κα.ι γνωρίσει τα. αντικείμενα. μέσα. σ' α.υτή τους την ιδιότητα.,

κάνει

ένα.

ουσιώδες

6ήμα.

στη

φιλοσοφική

πορεία.· για.τί α.υτή η ιδιότητα. αποτελεί εκείνο, το οποίο πα.ρα.κά.τω θα. προσδιορίσουμε ως διαλεκτικό στοιχείο μέσα. στη Λογική.

§ 49 3) Το τρίτο αντικείμενο της λογικής ικα.νότητα.ς είνα.ι ο θεός

(§ 36) 1•

α.υτός πρέπει ά.ρα. να. γνωρίζεται κα.ι να. ορίζεται

μέσω της νόησης. Αλλά. σε διάκριση προς μια.ν α.πλή ταυτότητα, κά.θε

προσδιοριστικός

όρος

για. τη

διάνοια.

είνα.ι

μόνο

ένα.ς

φραγμός κα.ι μια. άρνηση· κά.θε ρεαλιστική ύπα.ρζη πρέπει λοιπόν να. εκληφθεί ως απεριόριστη [=χωρίς φρα.γμό], δηλα.δή αόριστη. Κα.τά. συνέπεια. ο θεός, που ορίζεται ως το σύνολο όλων των ρεαλιστικών υπάρξεων ή ως το πιο ρεαλιστικά. υπαρκτό ον,

α.πο6α.ίνει κά.τι απλώς αφηρημένο· κα.ι ο μόνος όρος, με τον οποίο μπορεί να. οριστεί α.υτό το ον, είνα.ι ο επίσης εντελώς αφηρημέ­ νος όρος: το Είναι. Η αφηρημένη ταυτότητα, η οποία. εδώ ονομά­ ζεται επίσης «έννοια.», κα.ι το Είναι, ε ίνα. ι τα. δύο στάδια. των

οποίων η λογική ικανότητα. επιζητεί τη συνένωση·. α.υτή η συνένωση ε ίνα. ι το ιδεώδες της λογικής ικα.νότητα.ς 2 .

5. Ο Χέγκελ δεν εννοεί ότι uπάpχοuν κατά τον Καντ τέσσεpα διαφοpετικά αντινομικά αντικείμενα μέσα στον κόσμο, αλλά ότι αuτά τα αντινομικά αντικείμενα είναι α) ο πεπεpασμένος ή απέpαντος κόσμος, 6) ο σύνθετος ή απλός χαpακτήpας της ύλης κτλ.

1.

Δες Ιμ. Καντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Α567 κ.ε.

I ll 595 κ.ε.: ιι'lΌ

ιδεώδες της καθαpά λογικής ικανότηταρ>.

2. Ο Χέγκελ επεκτείνει εδώ το11 πpο6ληματισμό πεpί θεού ποu § 36. Τα δύο κύpια πpο6λήμ.ατα αφοpούν

παpοuσιάστηκε παpαπάνω, στην

τη δυνατότητα να πpοσδιοpιστεί ο θεός και να αποδειχτεί η ύπαpξή τοu. π

138


§50 Αuτ~ η σuνένωcτη ΙJ-Πορεί να. γίνει χα.τά δύο τρόπους ~ ΙJ-ορφές ΙJ-ΠοροιίΙJ-ε είτε να. ξεχιν~σοψε α.πό το Είναι χα.ι να.

προχωρ~σοψε στο αφηρημένο στοιχείο της νόησης, είτε αντί­ στροφα. να. ξεχιν~σοuΙJ-ε α.πό το αφηρημένο χα.ι να. χα.τα.λ~ξοuΙJ-ε στο Είναι 1 •

Στψ πρώτη περίπτωcτη ξεχινοιίΙJ-ε α.πό το Είνα.ι· α.λλά το Είνα.ι ως κάτι άf'-εσο, πα.ροuσιάζετα.ι ως ένα. Είνα.ι α.πέρα.ντα. πολλαπλό, ως ένα.ς χόσ!J-0ς ΙJ-έσα. στην πληρότητά τοu. Αuτός ο

πα.pαδοσια.χή Μεταφυσική, που πpοσπά.θΎ)σε να αποδείξει τΎ)ν ύπα.pξη του θεού μέσα. α.πό τψ έννοιά. του (με επιχείpΎ)μα. ότι η έννοια. του θεού ως

τέλειου όντος δεν σuμ6ι6ά.ζεται με τΎJν ατέλεια. του μΎ)-υπά.pχειν) και να. αποδώσει στον θεό μια. πλΎ)θώpα. ιδιοτήτων οδΎ)yημένων σε υπεpθετικό 6α.θμό

(ιιο θεός είναι παντοδύναμος,

α.γα.θότα.τος,

σοφότατος κτλ.))),

θεωpείτα.ι α.δικα.ίωτΎJ. Κά.θε πpοσδιοpιστικός όpος 6ά.ζει φpα.γμούς κα.ι α.pνείτα.ι (στΎJ συγκεκpιμένΎJ πεpίπτωση: αpνείτα.ι τΎJν ύπα.pξΎJ του θεού) δεν μένει λοιπόν πα.pά. να. αφεθεί ο θεός α.όpιστος.

Έτσι όμως ο θεός

γίνεται μια. α.πλή αφα.ίpεση, στΎ)ν οποία. μποpεί να. αποδοθεί μόνο ΎJ α.ΦΎJpΎ)μένη λέξΎJ ιιείνα.ι». Αλλά. α.uτό α.κpι6ώς είναι κα.ι το πpό6λΎ)μα. που ο Χέγκελ πpοσδιοpίζει διαλεκτικά.: ΎJ έννοια. (του θεού) κα.ι το Είναι (του θεού) είναι δύο στά.δια. μέσα. στη διαλεκτική ποpεία. ενοποίΎJσής τους. -Το ότι α.κpι6ώς πά.νω στο κα.ίpιο πpό6λΎ)μα. του θεού δεν μποpεί να. πετύχει τη σύνθεση τΎJς έννοιας κα.ι του Είναι, αποτελεί μια. 6α.σική μομφή, που επφpίπτει ο Χέγκελ στψ κpιτική σκέψ-η του Κα.ντ· δες π.χ. Hegels

Werke (Sιιhrkamp), Band 20, σελ. 360. 1. ll ποpεία. πpος τΎJ συνένωση τΎJς έννοιας (του θεού) κα.ι τΎJς ύπαρξης (του θεού) μποpεί να. γίνει κα.τά. δύο τpόπους: είτε ξεκινώντας με τΎ)ν ύπα.pξΎJ ώστε να καταλήξουμε στην έννοια, είτε ξεκινώντας με τΎ)ν

έννοια. για. να καταλήξουμε στην ύπαpξΎJ. Ο Χέγκελ θα. μελετήσει εδώ τον πpώτο τpόπο, για. να. εξετά.σει τον δεύτεpο τpόπο στΎ)ν επόμενΎJ πα.pά.γpα.φο

(§ 51). Ας α.να.φεpθεί ότι η μέθοδος του Χέγκελ μέσα. στη Λογική του ενγένει συμπίπτει με τον πρώτο τpόπο μεθόδευσης: με α.φετηpία. το Είναι (ως θέση) πpοχωpεί με ενδιά.μεσο σταθμό τΎ)ν ουσία. (ως αντίθεση) πpος την έννοια (ως σύνθεση).

139


I I !/' I 'i:' I φ I 'θ ΚΟσ(J-Οζ !J-ΠΟρει να. προσοιοριστε~ οιττα.: α. ενος ως ΙJ-ια. σuνα. ροισΎ)

α.πέρα.ντα. πολλών σψπτώσεων (όπως ΙJ-έσα. στψ κοσμολογική

α.πόδειξΎJ), α.φετέροu ως ΙJ-ια. σuνά.θροισΎJ α.πέρα.ντα. πολλών σκο­ πών κα.ι σκόπιμων σχέσεων (όπως ΙJ-έσα. στΎ) Φυσικο-θεολογική α.πόδειξΎJ) 2 •

- Το να. σκεφτούμε α.uτή τψ πλΎ)ρότψα. τοu Είνα.ι, σΎJΙJ-α.ίνει να. α.φα.φέσοuΙJ-ε α.π' α.uτό τΎ)ν α.τοf'-ικότΎ)τα. κα.ι τις σuΙJ-πτώσεις, κα.ι να. το σuλλά.6οuΙJ-ε ως ένα. Είνα.ι γενικό κα.ι α.πόλuτα. α.να.γκα.ίο, ποu

'ζ ορι ει

τον

Ι εα.uτο

τοu

κα.ι

I

ενεργει

I

σU!J-

φ

ωνα.

ΙJ-ε

I

γενικοuς

σκοποuς σ'Υ)f'-α.ίνει λοιπόν να. το σuλλά.6οψε ως δια.φορετικό α.πό εκείνο το πρώτο Είνα.ι - να. το σuλλά.6οψε ως θεό.

- Η κι.ίρια. ένστα.σΎJ τοu Κα.ντ σ' α.uτή τψ πορεία., είνα.ι ότι πρόκειτα.ι για. ένα. σuλλογισ~, για. ΙJ-ια. ΙJ-ετά.6α.σΎJ. Επειδή οι κατ' αίσθηση αντιλήψεις κα.ι το σuνονθι.ίλεuΙJ-ά. τοuς, ο κόσΙJ-ος, δεν

δείχνοuν α.πό ΙJ-όνα. τοuς τΎ) γενικότΎ)τα. ποu α.να.δείχνοuν α.ργό­ τερα. ΙJ-έσω τΎJς νοΎ)τικής κά.θα.ρσΎ)ς, α.uτή ΎJ γενικότΎ)τα. δεν !/'

I

οικα.ιωνετα.ι

[

I

κα.τα.

τον

πα.ρά.στα.σΎJς περί κόσιwu.

κ

α.ντ

]

I

f'-εσω

I

εκεινΎJς

τΎJς

I

εΙJ-πεφικΎJς

Έτσι κά.θε νοΎ)τική α.νά.6α.σΎ) α.πό τψ

εΙJ-πεφική πα.ρά.στα.σ'Υ) περί κόσιwu στον θεό ενα.ντιώνετα.ι στο επιχείρΎ)!J-(Χ. τοu Χιοι.ίΙJ- (όπως f'-ε τοuς πα.ρα.λογισΙJ-οι.ίς, δες

§ 47),

σι.ίΙJ-Φωνα. ΙJ-ε το οποίο δεν έχοuΙJ-ε δικα.ίωΙJ-α. να. σκεφτόμαστε τις

2.

Δες Ιμ. Καντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Α603 κ.ε.

I

Β631 κ.ε.: ιι'ΙΌ

αδύνατο μιας κοσμολογικ~ς απόδειξης της ύπαρξης του θεού)). Δες επίσης

ό.π. Α620 κ. ε.

I

Β648 κ. ε.: ιιΤο αδύνατο της φυσικο-θεϋλογικ~ς απόδει­

ξης)). ΙΙ κοσμολογική απόδειξη της ύπαρξης του θεού διατυπώνεται από τον

Καντ ως εξ~ς: ιιΕά.ν κά.τι υπά.ρχει, τότε πρέπει να υπά.ρχει και ένα απόλυτα αναγκαίο ον. Αλλά. τουλά.χιστον εγώ ο ίδιος υπά.ρχω· ά.ρα υπά.ρχει ένα απόλυτα αναγκαίο ον>> (δες ό.π., Α604

I Π632). Λπό αυτ~

τη διατύπωση γίνεται σαφές ότι από την ύπαρξη τυχαίων όντων συμπε­ ραίνεται η ύπαρξη ενός απόλυτα αναγκαίου όντος. Π ψΙJσικο-θεολογική

απόδειξη διαπιστώνει παντού μια αλυσίδα αιτίων και αποτελεσμά.των, και συμπεραίνει ότι όλα τα αί·ηα θα πρέπει να οφείλονται σε μια πρώτη, ανώτατη, θεικ~ αιτία.

140


χα.τ' α.ίσθΎJσΎJ αντιλήψεις, δΎJλα.δή να. α.ποσποιί[J.ε α.π' α.υτές γενιχότΎJτα. χα.ι α.να.γχα.ιότΎJτα.:1 • ~' Ε πειοΎJ

'

'

'

'

'θ ρωπος εινα.ι σχεπτο[J.ε.·,ι') ον, ουτε ΎJ υγιΎJς ο α.ν

α.νθρώπινΎJ διάνοια. οιίτε ΎJ Φιλοσοφία. θα. επιτρέψουν ποτέ να. τους α.φα.φεθεί το διχα.ίω[J.α., να. υψώνονται στον θεό από χα.ι με Βάση τψ ε[J.πεφιχή χοσ[J.οθεωρία.. Αυτή ΎJ α.νιίψωσΎ)

δεν έχει άλλο θε[J.έλιο α.πό τΎJ σκεπτόμενη [J.ελέτΎJ του χόσ[J.Ου, χα.ι όχι τΎJ σκέτα. α.ισθΎJτΎJρια.χή, ζωώδΎJ α.ντί­

λΎJΨΎJ· Για. τΎJ νόψΎJ χα.ι μόνο για. τΎJ νόΎJσΎ) υπάρχει ΎJ ουσία, ΎJ υπόσταση, ΎJ γενική εξουσία και ο τελικός σκοπός

του χόσ[J.Ου. Οι επονψα.ζό[J.ενες ιια.ποδείξεις τΎJς ιίπα.ρξΎJς του θεοιί)) δεν είνα.ι πα.ρά οι περιγραφές χα.ι α.να.λιίσεις της

πορείας του πνεύματος εντός εα.υτοιί, [J.ια. πορεία. τΎJς νόησης που σκέπτεται τα. δεδο[J.ένα. των αισθήσεων. Η ανύψωση τΎJς νόΎJσΎJς πάνω α.πό τα. α.ισθΎJτά, το πέρασμά τΎJς πάνω α.πό τα. πεπερα.σ[J.ένα. προς το α.πέρα.ντο, το άλμα που χάνει προς το υπερα.ισθγ;τό δια.σπώντα.ς τψ αλυσίδα. των α.ισθΎJ­

τών, όλΎJ α.υτή ΎJ [J.ετά6α.σ"Υ) είνα.ι ΎJ ίδια. ΎJ νόψΎJ χα.ι μόνο νόηση. Εάν πεις ότι δεν πρέπει να. γίνεται [J.ια. τέτοια. [J.ετά6α.σΎJ, είνα.ι σα.ν να. λες ότι δεν πρέπει να. σχεπτό[J.α.­ στε. Κα.ι πράγ[J.α.τι τα. ζώα. δεν χάνουν [J.ια. τέτοια. [J.ετά-

6α.σΎ)·

ποτέ δεν ξεφεύγουν α.πό τψ α.ίσθψΎJ χα.ι τψ

α.ισθΎJτΎJρια.χή εποπτεία.· γι' α.υτό χα.ι δεν έχουν θρΎJσχεία..

' Γενιχοτερα.,

~ α. λλ' α. χα.ι ειοιχοτερα. σχετιχα.

'

'

[J.ε τΎJν

'

χριτιχΎJ

α.υτής τΎJς νοψιχής α.νιίψωσΎJς, πρέπει να. γίνουν οι εξής

3. 11 ένστα.σ'ΥJ, τψ οποία. εγείρει ο Κα.ντ ενάντια. στ'Υ)ν κοσμ.ολογική κα.ι στ'ΥJ φυσικο-θεολογική α.πόοειξ'ΥJ, άρα. κα.ι στ'Υ)ν πορεία. α.πό τψ ύπα.ρξ'Υ) προς τ'ΥJν έννοια., έγκειτα.ι στο ότι είνα.ι α.νεπίτρεπτο να. συγχέουμ.ε τις εμπειρικές πα.?α.στάσεις (περί κόσμ.ου, υπα.ρκτών όντων, α.ιτίων κα.ι α.ποτε­ λεσμ.ά.των) μ.ε τ'ΥJ γενικότ'Υ)τα. κα.ι α.να.γκα.ιότψα. που α.ρμ.όζει στ'ΥJ νόηση

κα.ι στις κα.τ'Υ)γορίες τ'ΥJς. Είνα.ι όμ.ως ορθή α.υτή 'Υ) Κα.ντια.νή ένστα.~; 1\Ιέσα. σε όσα. ~μ.ειώνει α.μ.έσως πα.ρα.κάτω, ο Χέγκελ α.σκεί μ.ια. οξύτα.τ'Υ) πολεμ.ική ενάντια. σ' α.υτή τ'Υ)ν κριτική του Κα.ντ.

141


δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, όταν αυτή η ανύψωση γίνεται με τη μορφή συλλογισμών (των επονομαζόμενων αποδεί­ ξεων της ύπαρξης του θεού), η αφετηρία της είναι 6έ6αια η κοσμοθεωρία, που αποτελεί κάτι σαν ένα συνονθύλευμα από συμπτώσεις ή από σκοπούς και σκόπιμες σχέσεις.

Αυτή η αφετηρία μέσα στη νόηση, η οποία φτιάχνει συλλογισμούς, μπορεί να φαίνεται σαν στέρεη Βάση, και να

δείχνει ότι παραμένει μέχρι τέλους εξίσου εμπειρική όσο είναι και στην αρχή. Η σχέση της αφετηρίας προς το

συμ.πέρασμα στο οποίο οδηγείται, ισχύει έτσι ως καθαρά καταφατική, σαν να πρόκειται για ένα συλλογισμό που οδηγεί από κάτι που είναι και συνεχίζει να είναι, σε κάτι άλλο που επίσης είναι. Αλλά είναι μεγάλη πλάνη, να θέλουμε να περιορίσουμ.ε τη φύση της νόησης σ' αυτή τη

μορφή της διάνοιας. Το να σκεπτόιJ.αστε τον ειJ.πειρικό κόσμο, θα πει μάλλον να μετα6άλλουμε την εμπειρική του μορφή και να τον μεταμορφώνουμε σε κάτι γενικό.

Η

νόηση ασκεί συνάμα μια αρνητική επίδραση πάνω σ' εκείνη την εμπειρική 6άση· το αισθητηριακό υλικό, όταν παίρνει

τη σφραγίδα της γενικότητας, δεν παραμένει μέσα στην πρώτη του εμπειρική μορφή. Μαζί με την αποιmκρυνση και άρνηση του περικαλύμιJ.ατος αναδεικνύεται το εσωτε­

ρικό περιεχόμενο όσων αντιλαιJ.6ανόμαστε tJ.ε την αίσθηση (δες

§§ 13

ύπαρξης

και

του θεού

23). Οι tJ.εταφυσικές αποδείξεις της είναι

ελαττωματικές

ερμηνείες

και

περιγραφές της ανύψωσης του πνεύματος από τον κόσμο στον θεό,

γιατί δεν εκφράζουν με αρκετή οξύτητα το

στοιχείο της άρνησης, το οποίο συμπεριλαμ6άνεται μέσα σ' αυτή την ανύψωση· εάν ο κόσμος είναι συμπτωματικός

[zufiίllίg], αυτό σημαίνει ότι είναι απλώς και tJ.όνο πτωτι­ [fallend], φαινομενικός, καθ' εαυτόν και δι' εαυτόν

κός

κάτι μηδαμινό. Το νόημα της ανύψωσης του πνεύματος, είναι ότι στον κόσμο ιδιάζει 6έ6αια κάποιο Είναι, αλλά

142


ι

αuτο

ι

ειναι

ι

'φ ασ-η

ΙJ-Ονο

επι

και

ι

οχι

το

α

λ ΎJ θ ινοι Ε'ιναι,

ι

οχι

απόλuτΎJ αλ~θεια· αντίθετα ΎJ απόλuτΎJ αλ~θεια είναι 'θ

εχει εν

ι

εχεινοu

τοu

φ

ι

αινοΙJ-ενοu,

ι

uπαρχει

ι

ΙJ-Ονο

ι

ΙJ-εσα

στον

ι ι θ ι ι λ θ ι Ε' Ε ι ι θ εο, και !J-ΟνΟ ο εοc; ειναι το α ΎJ ινο ιναι. αν αuτΎJ ΎJ

ανύψωσ-η [Erhebung] είναι μετάΒαση και μεσολάΒηση, είναι επίσ-ηc; αναίρεση [Anfhebung] τΎJc; ΙJ-ετά.6ασΎJc; και τΎJc; ΙJ-εσολά.6ΎJσΎJς γιατί ίσα-ίσα ο χόσΙJ-οc;, ΙJ-έσω τοu οποίοu θα ΙJ-Ποροuσε να φανεί ΙJ-εσολα6οuΙJ-ενοc; ο θεόc;, αναδείχνεται

ωc; χά.τι ΙJ-ΎJΟαΙJ-ινό· ΙJ-όνο εά.ν εκμηδενιστεί το Είναι τοu ι

χοσΙJ-οu,

ι

uπαρχει

ι

στ'Υ)ριγΙJ-α

για

τΎJν

ανu

ι

ωσ-η·

ι

ετσι

αuτο

ποu στέκεται ωc; ΙJ-εσολα6ΎJτ~c;, εξαφανίζεται, και ΙJ-αζί

τοu αναιρείται ΎJ ΙJ-εσολά.6ΎJσΎJ ΙJ-έσα στψ ίοια ετούτΎJ ΙJ-εσολά.6Ύ)σ-η4.

- Κuρίωc; είναι εχείνΎJ ΎJ απλώc; και ΙJ-όνο ωc; καταφατική εχλαΙJ-6ανόΙJ-ενΎJ σχέσ-η, ωc; σχέσ-η ΙJ-εταξu ouo όντων, τψ οποία έχει εΙJ-πρόc; στα ΙJ-ά.τια τοu ο Jacobi όταν χαταπολ εΙJ-ιΧι

~'ξ

τιc; αποοει

~~

ειc; τ'Υ)c; οιανοιαc;.

Ε

ι

πιρριπτει σ

,

ι

αuτεc; τΎJ

οίχαιΎJ ι..ι.οΙJ-Φ~ ότι αναζψοuν συνθήκες (οΎJλαο~ τον χόσ!J-ο)

4.

Ο Χέγκελ φα.νερώνετα.ι ως υπερα.σπιστής των α.ποοείξεων περί

ύπα.ρξης του θεού, επειοή α.uτές είνα.ι μια. «σκεπτόμενη μελέτη του κόσμου)) που οοηγεί τον άνθρωπο πάνω α.πό τη ζωώοη α.ισθητήρια. κα.τά.­ στα.ση, προς μια. θρησκευτική κοσμοθεωρία.· πρόκειτα.ι για. μια. προσπάθεια. α.νύψωσης α.πό τα. α.ισθητά. προς το υπερα.ισθητό, α.πό τα. πεπερα.σμένα. προς το άπειρο, που εξευγενίζει τον άνθρωπο. Αλλά. είνα.ι εσφα.λμένο κα.τά. τον Χέγκελ, να. θεωρηθεί ότι α.υτή η πορεία. συγχέει τα. εμπειρικά. με τα. νοητικά. πρά.γμα.τα., κα.τα.φά.σκοντα.ς στα. πρώτα. όπως κα.ι στα. δεύτερα..

Αντίθετα. είνα.ι σα.φές ότι πρόκειτα.ι για. μια. άρνηση των α.ισθητών, για.

μια. αναίρεσή τους, που εκμηδενίζει το Είνα.ι του κόσμου για. να. οοηγηΟεί

στο Είνα.ι ~ου θεού. Αν φα.ίνετα.ι ο κόσμος να. ιιμ.εσολα.6εί)) για. να. προκύψει θεός, α.υτό γίνετα.ι μόνο με εκμηδένιση του μεσολα.6ούντος κόσμου. Ο Χέγκελ κα.τα.λήγει να. α.ντικα.θιστά. τον όρο ιια.νύψωση)) (Eι·hebιιng) με τον

χα.ρα.κτηριστικό οια.λεκτικό όρο ιια.να.ίρεση)) (Aιιfl1ebung), που σημα.οεύει την εκμηδένιση ενός προηγούμενου στα.οίου, το οποίο όμως εξα.κολουθεί να. διατηρείται ως ανηρημένο μέσα. σε ένα. α.νώτερο στά.οιο.

\43


για το απόλυτο ι= αuτό ποu δεν 6ρίσχεται κάτω από σuνθήκες, (γερμ.ανικά: das Unbedίngte)], και παρατηρεί ότι έτσι το απέραντο (ο θεός) παριστάνεται ως παράγωγο και εξαρτημένο 5 • Αλλά εκείνη η ανύψωση, όπως λα6αίνει χώρα μ.έσα στο πνεύμ.α, χρησιμ.εύει στο να διορθώσει αuτή την επίφαση· και πράγμ.ατι ολόκληρο το περιεχόμ.ενό της αποτελεί διόρθωση αuτής της επίφασης. Ωστόσο ο

Jacobi

δεν αναγνώρισε αuτή την αληθινή φύση της οuσιώδοuς νόησης: το ότι κατορθώνει να αναιρεί μ.έσα στη μ.εσολά6ηση την ίδια τη μ.εσολά6ηση, γι' αuτό και η ορθή μ.ομ.φή τοu,

,

,

'φ λ, ποu στρε εται εναντια στην απ ως και μ.ονο ανασχο-

πική διάνοια, είναι εσφαλμ.ένη όταν στρέφεται ενάντια στη νόηση ενγένει, και ειδικά στην ορθολογική νόηση. Για να εξηγήσοuμ.ε τί εννοούμ.ε,

μ.ε το ότι έχει

παρα6λεφΟεί το αρνητικό στάδιο της νόησης, μ.πορούμ.ε να αναφέροuμ.ε ως παράδειγμ.α την ένσταση ποu έχει διατu­ πωθεί ενάντια στις θεωρίες τοu Σπινόζα, αποδίδοντάς τοuς πανθεϊσμ.ό και αθεϊσμ.όι;. Η απόλυτη υπόσταση τοu Σπινόζα

δεν είναι 6έ6αια ακόμ.α το απόλuτο πνεύμα, και είναι μ.ια δίκαιη

απαίτηση

το να

ορίζεται ο θεός

ως

απόλuτο

πνεύμ.α. Αλλά όταν ο ορισμ.ός τοu Σπινόζα παριστάνεται έτσι ώστε να σuγχέει τον θεό μ.ε τη φuση και μ.ε τον

πεπερασμ.ένο κόσμ.ο, και να θεοποιεί τον κόσμ.ο, προϋποτί­ θεται ότι ο πεπερασμ.ένος κόσμ.ος κατέχει μ.ια αληθινή πραγι.ι.ατικότητα

[Wirklichkeit] και μ.ια καταφατική ρεαλι-

5. Δες FΓiedrich Heinrich Jacobi: ϋber dίe Lehre des Spίnoza ίn an den Herrn Moses Mendelssohn ( = ιιΠ διδα.σχα.λία. του Σπινόζα. μ.έσα. σε επιστολές προς τον κύριο Μωυσ-ή Μέντελσον η), α.' έκδοση 1785, 6' σuμ.πληρωμ.ένη έκδοση 1789. Δες κυρίως το 3ο πα.ράρτημ.α. α.υτοu του Brίefen

6ι6λίου.

6. Πρόκειται για. μ.ια. μ.ομ.φή που επιρρίπτει ο Fr.H. Jacobi στο κεφάλαιο ιιΟ σπινοζισμ.ός είναι ένα.ς α.θείσμ.όςη μ.έσα. στο· πα.ρα.πάνω α.να.φερόμ.ενο 6ι6λίο του.

144


στικότητ.α [ Realίtiίt]. Με αuτή την προϋπόθεση ο θεός, ενοποιούμ.ενος μ.ε τον κόσμ.ο, γίνεται ολωσδιόλοu πεπερα­ σμ.ένος και uποbιbά.ζε,ται στην απλώς πεπερασμ.ένη και εξωτερική πολλαπλότητα της ύπαρξης.

Αλλά. έχω να

κάνω δύο ενστάσεις: Αφενός ότι ο Σπινόζα δεν ορίζει τον θεό ως ενότητα τοu θεού μ.ε τον κόσμ.ο, αλλά. ως ενότητα της νόησης μ.ε την έκταση (δηλαδή μ.ε τον uλικό κόσμ.ο). Αφετέροu ότι ακόμ.α και αν δεχτούμ.ε αuτή την αδέξια διατuπωμ.ένη μ.ομ.φή περί ενότητας, παραμ.ένει γεγονός ότι το σύστημ.α τοu Σπινόζα ορίζει τον κόσμ.ο ως φαινόμ.ενο ποu δεν έχει αληθινή πραγμ.ατικότητα (wirkliche Realitat], άρα αuτό το σύστημ.α πρέπει να θεωρηθεί ως ακοσμ.ισμ.ός και όχι ως αθεϊσμ.ός. Μια Φιλοσοφία ποu ισχuρίζεται ότι ο θεός uπά.ρχει και ότι μόνο ο θεός uπά.ρχει, θα δικαιούτο τοuλά.χιστο να μ.ην στιγμ.ατιστεί ως αθεϊστική· ακόμ.α και

στοuς λαούς ποu λατρεύοuν τον πίθηκο, την αγελάδα, ή πέτρινα και χάλκινα είδωλα ως θεό, αποδίδοuμ.ε δα θρη­

σκεία. Αλλά. η ανθρώπινη παράσταση είναι τέτοια, ώστε οι άνθρωποι αντιδρούν έντονα στο να εγκαταλείψοuν την

πιο αγαπητή τοuς πεποίθηση, ότι αuτό το σuνονθύλεuμ.α από πεπερασμ.ένα όντα, το οποίο ονομ.ά.ζεται κόσμος, είναι πρά.γμ.ατι ρεαλιστικό. Το να ισχuριστεί κάποιος ότι δεν υπάρχει κόσμος, είναι ένας τρόπος σκέψης τον οποίο τεί­ νοuν να θεωρούν ως αδύνατο,

ή τοuλά.χιστο ως πολύ

λιγότερο δuνατό από το να uποστηρίξει κάποιος ότι δεν υπάρχει θεός. Πιστεύοuν πολύ εuκολότερα, και όχι bέbαια προς τιμ.ήν τοuς, ότι ένα σύστημ.α αρνείται τον θεό, παρά. ότι αρνείται τον κόσμ.ο· bρίσκοuν πολύ πιο εuνόητο να αρνηθεί κάποιος τον θεό, παρά. να αρνηθεί τον κόσμ.ο. Η δεύτερη παρατήρηση αφορά. την κριτική τοu περιε­

χομένου, το οποίο πετuχαίνει κατ' αρχήν εκείνη η σκεπτόμ.ενη

ανu'ψ ωση.

'

'

,

,

Α ν αuτο το περιεχομ.ενο σuνισταται μ.ονο

σε όροuς όπως η υπόσταση τοu κόσμ.οu, η αναγκαία ουσία

145


τοu, η σκόπιμα οργανωτική και κατευθυντήρια αιτία, τότε 6έ6αια είναι ακατάλληλο στο να εκφράσει

αuτό ποu

εννοείται ή ποu θα έπρεπε να εννοείται μ.ε τον όρο ιιθεός». Αλλ' άσχετα από το ότι κάποιοι προuποθέτοuν μ.ια παρά­

σταση περί θεού και κρίνοuν ένα σuμ.πέρασμ.α μ.ε 6άση αuτή την προϋπόθεση, εκείνοι οι όροι έχοuν μ.εγάλη αξία και

είναι αναγκαία στοιχεία στην ιδέα περί θεού.

Για να

φέροuμ.ε κατ' αuτό τον τρόπο μ.προστά στη νόηση την

αληθινή ιδέα περί θεού, και να αποδώσοuμ.ε το περιεχόμ.ενό της μ.ε τον αληθινό όρο, οφείλοuμ.ε να λά6οuμ.ε ως αφετη­ ρία

όχι

κάποιο

uποδεέστερο

περιεχόμ.ενο.

Τα

απλώς

συμπτωματικά πράγμ.ατα τοu κόσμ.οu είναι ένας πολύ αφη­ ρημ.ένος όρος. Οι οργανικές δομ.ές και οι σκοπψ.ότητές τοuς ανήκοuν σε μ.ια ανώτερη σφαίρα, στη ζωή. Αλλά εκτός τοu ότι

η

εξέταση

της

ζωντανής

φύσης και των

άλλων

τελεολογικών απόψεων των uπαρκτών πραγμ.άτων μ.ολύνει

λόγω ασημ.αντότητας τα τελικά αίτια, και μ.άλιστα μ.ε παιδιάστικες αναφορές σ' αuτά και στις σχέσεις τοuς, η

απλώς ζωντανή φύση δεν είναι ακόμ.η ικανή να παράσχει το uλικό, 6άσει τοu οποίοu θα μ.πορέσει να σuλληφθεί ο

αληθινός όρος της ιδέας περί θεού. Ο θεός είναι κάτι περισσότερο από ζωή, είναι πνεύμ.α. Αν λοιπόν η νόηση

παίρνει μια αφετηρία για να σκεφτεί το απόλuτο, και θέλει να πάρει την πιο κοντινή, η πιο άξια και αληθινή αφετη­

ρία είναι μόνο η φύση τοu πνεύματος.

§ 51 Η άλλη οδός συνένωσης, μ.έσω της οποίας πρόκειται να προκύψει το ιδεώδες [της λογικής ικανότητας], ξεκινά από το αφηρημένο στοιχείο της νόησης και τείνει προς τον χαρακτηρισμ.ό

τοu: ο μόνος όρος ποu απομένει για κάτι τέτοιο είναι το Είναι·

146


α.uτό κάνεt η οντολογική απόδειξη της ύπαρξης τοu θεούt. Εδώ ι παρουσιάζεται αντίθεση ανά.μ.εσα στη νόηση και στο Είναι, ενώ

κατά. την πρώτη οδό συνένωσης το Είναι είναι κοινό στους δuο όρους, και η αντίθεση αφορά. εκεί μ.όνο τη διαφορά. μ.εταξu ατομ.ικοu και γενικοu. Η αντίρρηση την οποία προ6ά.λλει η διά.νοια σ' αυτή τη δεuτερη οδό, είναι η ίδια μ.' εκείνη που

προέ6αλε κατά. την πρώτη οδό, όπου αρνήθηκε ότι μ.έσα στο εμ.πειρικό στοιχείο περιέχεται η γενικότητα· έτσι κι εδώ, αρνεί­ ται ότι μ.έσα στο γενικό περιέχεται το ατομ.ικό, και το ατομ.ικό

είναι εδώ το Είναι. Με ά.λλη διατuπωση, λέει ότι το Είναι δεν μ.πορεί να παραχθεί μ.ε κά.ποια ανά.λυση από την έννοια [η οποία ε ίνα ι κά.τ ι γενικό ]2.

Η

Καντιανή

κριτική

στην

οντολογική

απόδειξη

6ρήκε μ.ια ομ.όφωνα ευνοϊκή υποδοχή και αποδοχή, πρά.γμ.α που οφείλεται αναμ.φί6ολα στο παρά.δειγμ.α που έδωσε ο Καντ μ.ε τα εκατό τάληρα, για να διασαφηνίσει τη διαφορά.

l.

Δες Ιμ.. Καντ, Κριτ. τ. καθ. λογ. Α592 κ.ε.

I Β620 κ.ε.: ιι'ΙΌ

αδύνατο μ.ιας οντολογικ~ς απόδειξης της ύπαρξης του θεού>>. Η οντολο­ γικ~ απόδειξη ξεκινά μ.ε το δεδομ.ένο της έννοιας του θεού ως του ύψιστου

και τέλειου όντος αυτ~ η έννοια δεν μ.ποpεί να περιέχει την ατέλεια του μ.η-υπάρχειν. Με 6άση λοιπόν την έννοια στην τέλεια και απόλυτη μ.οpφ~ της 6γαίνει ένα συμ.πέρασμ.α σχετικά μ.ε το Rίναι.

2. Lτην ιιπρώτη οδό συνένωσης» της νόησης μ.ε το Rίναι επρόκειτο για την έννοια του θεού ως αναγκαίου αιτίου. Rκεί αφετηρία ~ταν το

κοσμ.ικό και εμ.πειρικό Rίναι, το οποίο ζητούσε να αναχθεί σε ένα αναγκαίο θεικό αίτιο·

από τα επιμέρους υπαρκτά όντα απαιτείτο η

γενικότητα και αναγκαιότητα της θεικ~ς έννοιας. Αντίθετα στη ιιδεύτερη

οδό συνένωσης>>, στην οντολογικ~ απόδειξη της ύπαρξης του θεού, από τη γενικότητα της έννοιας ζητάται το ατομ.ικό Rίναι του θεού. ΙΙ ίδια ασυμ.μ.ετρία ανάμ.εσα στο γενικό και στο επψέρους, που επικρίθηκε από τη ιιδιάνοιαη (του Ιμ.. Καντ), διαπιστώνεται και εδώ· έτσι ο Καντ θεωρεί ότι

η οντολογικ~ απόδειξη είναι απαράδεκτη.

Με τις παρατηρ~σεις που

ακολουθούν, ο Χέγκελ αναλαμ.6άνει μ.ια ένθερμ.η υπεράσπιση της οντολο­

γικ~ς απόδειξης.

147


ποu uπά.ρχει ανάμεσα στη νόηση και στο Είναι.

Εάν

σχεφτοuμε μόνο την έννοιά τοuς, δεν uπά.ρχει καμιά. δια­

φορά. αν τα εκατό τά.ληρα uπά.ρχοuν πράγματι ή δuνά.μει· αλλά.

για

την οικονομική κατάσταση

ενός

ανθρώποu,

uπά.ρχει ουσιαστική διαφορά.. -τίποτα δεν μπορεί να είναι

τόσο σαφές, όσο ότι κάτι ποu έχω στη σκέψη μοu ή στην παράστασή μοu δεν είναι κιόλας κάτι πραγματικό· η παρά­ σταση ή ακόμη και η έννοια δεν φτά.νοuν το Είναι. -Ωστόσο μπορεί να χαρακτηριστεί ως 6αρ6αρότητα, το να ονομαστεί «έννοια» κάτι σαν τα εκατό τά.ληρα· εκτός

τοuτοu όλοι εκείνοι ποu δεν παuοuν να μιλοuν ενάντια στη φιλοσοφική ιδέα, ότι η νόηση διαφέρει από το Είναι, θα

έπρεπε

επιτέλοuς να παραδεχτοuν ότι αuτό δεν

είναι

εντελώς άγνωστο στοuς φιλόσοφους. Ποια γνώση μπορεί

να είναι πιο τετριμ.μένη απ' αuτήν; Επιπλέον θα έπρεπε να σκεφτοuμε, ότι όταν μιλάμε για θεό, πρόκειται για αντι­ κείμενο ά.λλοu είδοuς από τα εκατό τά.ληρα και από οποιαδήποτε επιμέροuς έννοια, παράσταση ή όποιο άλλο όνομα της δώσοuμε. Πράγματι κάθε τι πεπερασμένο, είναι αuτό και μόνο αuτό: η ύπαρξή του διαφέρει από την έννοιά του. Αλλά. ο θεός είναι σίγοuρα ένα ον, ποu μπορεί να

νοηθεί μόνο ως υπάρχον- η έννοιά. τοu περιέχει Είναι:1 •

Αuτή η ενότητα της έννοιας και τοu Είναι συγκροτεί την έννοια τοu θεοu.

- Αuτός είναι 6έ6αια ακόμα ένας μορφικός χαρακτηρισμός τοu θεοu, ποu δεν περιέχει τίποτα περισσότερο από τη φuση της έννοιας. Αλλά. είναι εuκολο να ιδοuμε, ότι η

έννοια ήδη με το εντελώς αφηρημένο της νόημα περιέχει το Είναι. Γιατί η έννοια, όπως αλλιώς και αν οριστεί, 3.

'Ετσι ορίζει τον Οεό ο ~πινόζα μ.έσα στην Ηθική τοu, μ.έρος lo,

αρ. 1: «Με τον όρο 'αιτία του cαυτού του' [: caιιsa sιιi] εννοώ αuτό τοu οποίοu

η οuσία σuμ.περιλαμ.6άνει την ύπαρξη, ή αuτό τοu οποίοu η φύση μ.όνο ως uπάρχοuσα μ.πορεί να νοηΟείη.

148


ορίζεται τοuλά.χιστο ως αuτοσχετισ!Jhς ποu προκύπτει μ.ε αναίρεσΎ) της μ.εσολά.6ησΎ)ς, και ά.ρα είναι χά.τι άμεσο. Αλλά. αχρι6ώς αuτό είναι το Είναι 1 .

- θα ~ταν 6έ6αια παρά.δοξο, μ.πορείς να πεις, εά.ν η ι

εννοια,

ι

αuτο

το

πιο

ενοομ.uχο

ι

στοιχειο

τοu

ι

πνεuμ.ιχτος,

ι

η

αχόμ.α το Εγώ και όλη αuτ~ η σuγχεχριμ.ένη ολότητα την οποία χιχλούμ.ε θεό, δεν ~ταν αρκετά. πλούσια ώστε να περιέχει έναν τόσο φτωχό όρο όπως το Είναι, ποu είναι δα ο

'

φ τωχος

πιο

και

πιο

'

α φ ηρημ.ενος

'

ορος

απ

'

ο'λ οuς.

Ε' αν

δούμ.ε τη σκέψη ποu περιέχει, δεν μ.πορεί να uπά.ρχει τίποτα πιο ελά.χιστο από το Είναι. Και μ.όνο ετούτο είναι

,ισως

,

αχομ.α πιο ε

,

,

λ' φ' αχιστο: αuτο ποu ερνοuμ.ε αρχιχα χιχτα

νοu ακούγοντας τη λέξη

«Είναι»,

μ.ια εξωτερική και

αισθητή ύπαρξη, όπως αuτού τοu χαρτιού ποu έχω εδώ

μ.προστά. μ.οu· αλλά. κανένας δεν σκέφτεται να μ.ιλ~σει για την αισθητ~ ύπαρξη ενός περιορισμ.ένοu και φθαρτού πρά.γ­ μ.ατος.

-

Άλλωστε η τετριμ.μ.ένη παρατ~ρηση της [Καντιαν~ς]

,

,

,

χριτιχης, οτι «η νοησΎ) και το

Ε'

~

i ιναι οια

φ'

,

εροuν», μ.πορει το

πολύ-πολύ να ενοχλ~σει τη μ.ετά.6αση τοu ανθρώπινου πνεύμ.ατος από τη σκέψη τοu θεού προς τη 6ε6αιότητα ότι αuτός είναι· δεν μ.πορεl όμ.ως να τοu την στερ~σει. Αuτ~ η

-i.

Ο Χέγκελ αρνείται να σuγχαταλέξει τα ιιεκατό τά.ληρα>>, ποu

έφερε ο Καντ ωc; παρά.δειγ(ΜJ., στην περιοχή τηc; νόησης. Rά.ν θέλοuμ.ε να μ.ιλήσοuμ.ε για νόηση θεού, αuτή δεν μ.πορεί να σuγκρίνεται μ.ε τη νόηση ενόc; οποιοuδήποτε πεπερασμ.ένοu και επιμ.έροuc; όντοc;. Η έννοια τοu θεού διαφέρει κατά. τον Χέγκελ από κά.θε ά.λλη, κατά. το ότι οφείλει να περιέχει την ύπαρξη τοu θεού, και μ.ά.λιστα η ίδια η φύση τηc; έννοιας έγκειται στο να περιέχει την ύπαρξη τοu νοούμ.ενοu. Αλλά. παρέχεται έναc;

ακό(ΜJ. ορισμ.όc;: η έννοια είναι καρπός ενόc; αuτοσχετισμ.ού, ά.ρα ενόc; σχετισμ.ού τοu εαuτού μ.ε τον εαuτό τοu, όποu ο ά.λλοc; εαuτόc; έχει ήοη αναιρεθεί μ.έσα στην ιδιότητά. τοu να μ.εσολα6εί μ.εταξύ εαuτού (θέσηc;) και εαuτού (αντίθεσης), κα:ι έχει οδηγήσει τον εαuτό σε μ.ια νέα αμ.εσότητα­ ποu είναι το Rίναι μ.έσα σε ταuτότητα μ.ε το νοείν.

149


μετά6α.ση, που εξα.ρτάτα.ι α.πό τον απόλυτα. α.δια.χώριστο χα.ρα.κτήρα. της σκέψης περί θεού κα.ι του Είνα.ι του, έχει α.ποκα.τα.στα.θεί στο δίκιο της α.πό την άμεση γνώση που

είνα.ι η πίστη· θα. μιλήσω γι' α.υτήν πα.ρα.κάτω 5 .

§ 52 Έτσι [κα.τά τον Κα.ντ] η νόηση πάνω στο αποκορύφωμά της α.φήνει πίσω της τον προσδιορισμό ως κάτι εξωτερικό της

α.υτή πα.ρα.μένει πέρα. για. πέρα. αφηρημένη νόηση, ενώ εξακολου­ θητικά. ονομά.ζετα.ι λογική ικανότητα. ΊΌ αποτέλεσμα. είνα.ι ότι η λογική ικανότητα. δεν παρέχει πα.ρά. τη μορφική ενότητα που

α.πα.ιτείτα.ι για. την απλοποίηση κα.ι συστηματοποίηση των εμπειριών- ε ίνα. ι α.πλώς ένα.ς κανόνας [Kanon], κα.ι όχι ένα. όργανο [OΓganon] της α.λήθεια.ς, δεν μπορεί να. προσφέρει μια.

θεωρία περί του απείρου, πα.ρά. μόνο μια. κριτική της γνώσης 1• Σε τελική α.νά.λυση η [Κα.ντια.νή] κριτική συνίστα.τα.ι στη διαΒεΒαί­ ωση ότι η νόηση είνα.ι μόνο η απροσδιόριστη ενότητα κα.ι η ενέργεια α.υτής της απροσδιόριστης ενότητας.

5. li άμεση γνώση, δηλαδή η πίστη, είναι η τρίτη στάση της §§ 61-

νόησης απέναντι στα αντικείμενα, ποu εξετάζεται παρακάτω στις

7R. I. !Ι διάκριση ανάμεσα στη λογική ικανότητα ως «κανόνα>> και ως I Β823 χ.ε.: «0 κανόνας της καθαρά λογικής ικανότητας». Γράφει εκεί ο Καντ: «II μεγαλύτερη και ίσως η μοναδική χρησιμότητα χά.θε Φιλοσοφίας «όργανο>> προέρχεται από τον Τμ. Καντ, δες Κριτ τ. καθ. λογ. Α795 χ.ε.

της χαΟαρά. λογικής ικανότητας είναι λοιπόν μόνο αρνητική· γιατί δεν

αποτελεί ένα όργανο fOη?;anon] ποu θα έτεινε στο να διευρύνει, αλλά. είναι μια επιστήμη που χρησιμεύει στο να προσδιορίζει τα όρια, και αντί να αποκαλύπτει την αλήθεια, έχει μόνο τη σιωπηλή αξία να προφυλάσσει από πλάνες .... Με τον όpο 'κανόνας'

[Kanonl εννοώ το σύνολο των a

ιπiοΓi αξιωμάτων για την ορθή χρησιμοποίηση ορισμένων γνωσιαχών

ικανοτήτων ενγένει.

'Ετσι η γενική

f=

μορφική, τuπιχήJ Λογική μέσα

στο αναλυτικό της μέρος είναι ένας κανόνας για τη διάνοια και τη λογική

ικανότητα ενγένει, αλλά μόνο κατά τη μορφή, γιατί χάνει αφαίρεση χάΟε

\50


§ 53 6). 1 Η πρακτική λογική ικανότητα σuλλα.μ.6ά.νετα.ι [α.πό τον Κα.ντ] ως θέλΎ)σΎJ ποu χα.θορίζει τον εα.uτό τΎJς χα. ι μ.ά.λιστα.

χα.τά. γενικό τρόπο, δΎJλ ως σκεπτόμενη θέλΎJσΎJ·

Έργο τΎJς είνα.ι

να. δίνει προστα.χτιχοuς, α.ντιχειμ.ενιχοuς νόμ.οuς ελεuθερία.ς, ποu α.ποφα.ίνοντα.ι τί πρέπει να γίνεται. Η διχα.ίωσΎJ τοu να. ειχά.ζετα.ι

εδώ ΎJ νόΎJσΎJ ως ενέργεια. ποu καθορίζει αντικειμενικά (δΎJλα.δή ποu ε ίνα. ι πρά.γμ.α.τι λογική ικανότητα), α.ποδίδετα.ι στο ότι ΎJ πρα.χτιχή ελεuθερία. μ.πορεί να. αποδειχτεί μέσω εμπειρίας, δΎJλα.δή να.

' '

~ χα.τα.οειχτει

μ.εσα.

στο

'

φ α.ινομ.ενο

τΎJς

'~ α.uτοσuνειοΎ)σΎJζ.

Ε να.'

ντια. σ' α.uτή τΎ)ν εμ.πειρία. μ.έσα. στΎ) σuνείδΎJσΎJ τά.σσετα.ι χά.θε τι ποu αντιπροτείνει ο ντετερμ.ινισμ.ός μ.ε 6ά.σΎJ α.ντίθετες εμ.πειρίες, ~ ιοια.ιτερα. ΎJ σχεπτιχιστιχΎ) επα.γωγΎJ

'

'

' (ποu

uποστΎ)ρι'ζ ετα.ι χα.ι α.πο

'

τον Χιοuμ.) τΎJς aπέραντης διαφορετικότητας α.νά.μ.εσα. σε όσα. θεωροuντα.ι α.πό τοuς α.νθρώποuς ως διχα.ίωμ.α. χα.ι χα.θήχον,

-

δΎJλα.δή τΎJς δια.φορετιχότΎJτα.ς α.νά.μ.εσα. στοuς νόμ.οuς ποu uποτί­ θετα.ι ότι είνα.ι α.ντιχειμ.ενιχοί νόμ.οι τΎJς ελεuθερία.ς 2 • περιεχόμ.ενου>>.

Είναι φανερό ότι χαρακτηρίζοντας την Κριτική του

ιιόργανο», ο Καντ αποποιείται τη δυνατότητα να προσδιορίσει θετικά τα περιεχόμ.ενα της καθαρά λογικής ικανότητας: την ψυχή, τον κόσμ.ο και τον θεό. Ο Χέγκελ παρατηρεί ότι έτσι η λογική ικανότητα παραμ.ένει κάτι αφηρημ.ένο, μ.ορφικό και απροσδιόριστο.

1. Αυτό το 6' αντιστοιχεί προς το α' που εμ.φανίστηκε στην § 42. Αφού ο Χέγκελ εξέθεσε κριτικά την Καντιανή θεωρητική Φιλοσοφία, πρόκειται τώρα (στις

§§ 53-54) να αναφερθεί σύντομ.α στην πρακτική

Φιλοσοφία του Καντ. Ο Ιμ.. Καντ συνέγραψε, ως γνωστόν, τρία 6ι6λία

σχετικά μ.ε την Ηθική: Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών (1785), Κριτική της πρακτικής λογικής ικανότητας

ηθών

( 1788), και Η Μεταφυσική των ( 1797). 2. Ο Χέγκελ επισημ.αίνει ότι οι ηθικοί νόμ.οι, τους οποίους ανακαλύ­

πτει ο Καντ, είναι νόμ.οι ελευθερίας και αντιτίθενται στον σκεπτικισμ.ό

και στον ντετερμ.ινισμ.ό, οι οποίοι διαπιστώνουν ότι οι ανθρώπινοι νόμ.οι που αφορούν τα δικαιώμ.ατα και τα καθήκοντα των ανθρώπων είναι απέραντα διαφορετικοί από λαό σε λαό και από εποχή σε εποχή, έτσι ώστε δεν

151


§ 54 Εκείνο ποu η πρακτική νόηση 6ά.ζει στον εα.uτό της ως

νόμ.ο κα.ι ως κριτ~ριο τοu aυτοπροσδιορισμού της, οεν είναι πά.λι τίποτε ά.λλο πα.ρά. η ίοια. αφηρημένη ταυτότητα της οιά.νοια.ς: το ότι οεν πρέπει να. uπά.ρχει α.ντίφα.ση μ.έσα. στον α.uτοπροσοιορι­

σμ.ό.

Έτσι κα.ι η πρακτική λογικ~ ικανότητα. οεν ξεπερνά. τον

φορμ.α.λισμ.ό, ο οποίος θεωρείται ως έσχατη 6α.θμ.ίοα. της θεωρη­ τικής λογικ~ς ικα.νότητα.ς 1 • Αλλά. α.uτ~ η πρα.κτικ~ λογικ~ ικανότητα. οεν α.ρκείτα.ι να.

θέσει τον γενικό όρο, το καλό, μ.όνο μέσα της πρωτογίνεται αληθινά. πρακτική, ότα.ν α.πα.ιτεί να. α.ποκτ~σει το κα.λό μ.ια. ύπαρξη μ.έσα. στον κόσμ.ο, μ.ια. εξωτερικ~ α.ντικεψενικότητα., οηλα.ο~ η σκέψη να. μ.ην είναι α.πλώς υποκειμενική, α.λλά. να. γίνει πέρα. για. πέρα. α.ντικειμ.ενικ~. θα. μ.ιλ~σω πα.ρα.κά.τω γι' α.uτό το α.ίτημ.α. της πρα.κτικ~ς λοyικ~ς ικα.νότητα.ς. μπορεί να. γίνει λόγος για. αντικειμενικούς νόμοuς. Είναι γνωστό ότι ο Κα.ντ θεμελιώνει την αντικειμενικότητα των ηθικών νόμων στο γεγονός ότι α.uτοί οι νόμοι επι6ά.λλοuν ένα. «πρέπει» ποu ισχύει γενικά κα.ι αναγκαία για. κάθε έλλογο ον.

1. 'ΙΌ δικαίωμα. ποu ο Κα.ντ αρνήθηκε να. παραχωρήσει στη θεωρη­ τική λογική ικανότητα., να. μπορεί να. α.uτοπροσδιορίζει το περιεχόμενό της

ελεύθερα. κα.ι άρα. να. προσδιορίζει το α.πόλuτο (θεό, ψuχή, κόσμο), το παραχώρησε στην πρακτική λογική ικανότητα..

Έτσι η πρακτική νόηση

είναι κα.τά. τον Κα.ντ σε θέση να. 6ά.ζει α.Φ' εα.uτής ένα. ηθικό νόμο στον εα.uτό της κα.ι να. uπα.κούει α.uτό6οuλα. σ' α.uτόν τον νόμο. Ωστόσο ο Χέγκελ παρατηρεί ότι δεν έχει λuθεί το πρό6λημα. ποu αφορά. το περιεχό­ μενο α.uτής της νομοθεσίας· το μόνο κριτήριο ποu 6ά.ζει ο Κα.ντ, είναι να.

μην uπά.ρχει α.ντίφα.ση, δηλαδή οι ατομικοί γνώμονες να. μπορούν να. γίνοuν κα.ι γενικοί ηθικοί νόμοι· α.uτό όμ.ως είναι ένα. φορμαλιστικό κριτήριο, ποu δεν εξηγεί ποιο μπορεί να. είναι το περιεχόμενο της πρακτικής νόησης: το καλό. Κα.ι το πρό6λημα. δεν λύνεται (όπως παρατηρεί ο Χέγκελ σε μια.

προφορική προσθήκη), με το να. α.πα.ιτείτα.ι το καθήκον μόνο ένεκα. τοu

καθήκοντος, ή με το αξίωμα. ότι η θέληση πρέπει να. σuμφωνεί με τον εα.uτό της.

152


§ 55 γ) Στψ ανασκοπική δύναμη του κρίνειν σ.ποοίοετσ.ι [σ.πό τον

Κσ.ντ] το σ.ξίωμ.σ. μ.ισ.ς εποπτεύουσας διάνοιας, ο-ηλσ.ο-ή μ.ισ.ς οιά.νοισ.ς, μ.έσσ. στ-ην οποία. το μερικό, το οποίο είνσ.ι κά.τι τυχαίο για. τ-η γενικότ-ητα. (ο-ηλ. για. τ-ην σ.φ-ηρ-ημ.έν-η τσ.uτότ-ητσ.) κσ.ι ~ οεν μ.πορει νσ. πσ.ρσ.χ θ ει σ.π

'

'

'

'

σ.uτο,

ορι'ζ ετσ.ι σ.πο τ-ην

'

'~ ιοισ. ετοuτ-η

'

γενικότ-ητα.. Αuτό σuμ.()σ.ίνει μ.έσσ. στα. προϊόντα. τ-ης τέχν-ης κσ.ι τ-ης οργανικής φύσ-ης 1 •

Το κύριο χσ.ρσ.κτ-ηριστικό μ.έσσ. στψ Κσ.ντισ.ν-ή Κρι­ τική της δύναμης του κρίνειν, είνσ.ι ότι έφτσ.σε νσ. εκφράσει

τψ πσ.ρά.στσ.σ-η σ.λλά. κσ.ι τ-η σκέψ-η της ιδέας. Η πσ.ρά.­ στσ.σ-η μ.ισ.ς εποπτικής διάνοιας, μ.ισ.ς εσωτερικής σκοπιμ.ό­

τ-ητσ.ς κτλ είνσ.ι το γενικό ποu έχει σuνά.μ.σ. νο-ηθεί ως κσ.θ' εσ.uτό συγκεκριμένο. Μόνο μ.έσσ. σ' σ.uτές τις πσ.ρσ.-

1. Εοώ και στις επόμενες παραγράφους (§§ 56-Μ)) ο Χέγκελ αναφέρεται στην τρίτη μεγάλη Κριτική του lμ. Καντ, στην Κριτική της δύναμης του κρίνειν (Kritίk der Urteilskraft, 1790), που αναφέρεται στην ανθρώπινη δύναμη να εκφέρουμε κρίσεις για τα καλλιτεχνήματα και για τη φυσική τελεfJλογία. Ο Χέγκελ παραπέμπει προπάντων στην

§ 77

αυτού του Καντιανού ~ι~λίου, η οποία πραγματεύεται τψ ικανότητα της ανθρώπινης διάνοιας να συλλαμ~άνει τψ έννοια ενός φυσικού σκοπού. Ανασκοπώντας τα φυσικά όντα η ανθρώπινη διάνοια είναι σε θέση να υπερ~εί τον μερικp και τυχαίο χαρακτήρα τους, και να συλλά~ει σ' αυτά την έννοια ενός γενικού σκοπού προς τον οποίο κατατείνουν. Ο Καντ

οδηγείται στην πεποί&ηση ότι διαθέτουμε μια «εποπτική διάνοια» (intuίti­

ver Verstand), όσο και αν αυτή φανερώνεται αντιφατική ως αποτελούμενη a.πό εποπτεία ( = αίσθηση) και νόηση, η οποία δεν προχωρεί από κάποιες γενικές έννοιες προς τα επιμέρους όντα της φύσης και ούτε υπάγει τα επιμέρους όντα σε γενικές a pήοή κατηγορίες. Αυτή η ιιεποπτική διάνοια))

είναι ΊJ ανθρώπινη δύναμη να εκφέρουμε κρίσεις (Urteilskraft). Αυτή κατορθώνει να συλλαμ~άνει μια ιιιδέα)) (Idee) που δεν είναι ορθολογικό αξίωμα και ούτε εμπειρικό φαινόμενο, αλλά που συνδυάζει και συνταυτίζει μέσα της την παράσταση και τη σκέψη (αυτής της ιδέας).

153


στάσεις φα.νερώνετα.ι λοιπόν ο θεωρησιακός χα.ρα.κτ~ρα.ς της Κα.ντια.ν~ς Φιλοσοφία.ς. Ο Schiller κα.ι άλλοι 6ρ~κα.ν μ.έσα. στην ιοέα. του καλλιτεχνικά ωραίου, όπου η σκέψη ενοποιείτα.ι

συγκεκριμένα

μ.ε

την

α.ισθητηρια.κ~

πα.ρά.­

στα.ση, τη οιέξοοο α.πό τις αφαιρέσεις της οια.χωρίζουσα.ς

οιά.νοια.ς 2 •

Άλλοι 6ρ~κα.ν μ.ια. τέτοια. οιέξοοο στην επο­

πτεία χαt στΥJ σuνείδΥJση της ζωής χαι των ζωντανών

'

οντων,

'

ειτε

'

α.υτη

η

ζ ωντα.νια. '

'

εινα.ι

' '

φ υσικη

'

ειτε νοητικη.

- Το κα.λλιτεχνικό προϊόν όπως κα.ι το ζωντα.νό ά.τομ.ο έχουν 6έ6α.ια. ένα. περιορισμ.ένο περιεχόμ.ενο. Αλλά. μ.έσα. στην α.ιτούμ.ενη α.ρμ.ονία. της φύσης (~ α.να.γκα.ιότητα.ς) κα.ι του ελεύθερου σκοπού, ΙJ.έσα. στον τελικό σκοπό του κόσμ.ου

νοούμ.ενο ως ρεα.λιστικά. πρα.γμ.α.τωμ.ένο, ο Κα.ντ έθεσε μ.προστά. μ.α.ς την ιοέα. ως ευνόητη α.κόμα. κα.ι κα.τά. το περιεχόμ.ενό της.

Αλλ' α.υτό που μπορεί να. ονομα.στεί

τεμπελιά. της σκέψης, ότα.ν συνα.να.στρέφετα.ι α.υτ~ την ύψιστη ιοέα. 6ρίσκει μια. υπερ6ολικά. εύκολη οιέξοοο στο

πρέπει: α.ντί να. στα.θεί στη ρεα.λιστικ~ πρα.γμ.ά.τωση του τελικού σκοπού, στέκετα.ι στον οια.χωρισμ.ό α.νά.μεσα. στην έννοια. κα.ι στη ρεα.λιστικότητα.. Αντίθετα. ~οη το παρόν των ζωντα.νών οργα.νισιJ.ών κα.ι του κα.λλιτεχνικά. ωρα.ίου οείχνει στη νόηση κα.ι στην εποπτεία. την πραγματικότητα του ιδεώδους. Ο ι Κα.ν τ ια.νές πα.ρα.τηρ~σε ι ς σχετικά. μ. ε α.υτά. τα. α.ντικείμενα. θα. ~τα.ν λοιπόν ιοια.ίτερα. κα.τά.λλη­ λες στο να. οοηγ~σουν τη συνείοηση να. συλλά.6ει κα.ι να. σκεφτεί τη συγκεκριμένη ιοέα..

2. Δες Fι-. Schilleι·, ύber die iisthetische Erziehung des Menschen ( = 1795), γpά.μμ.ατα 18 και 25.

«Σχετικά. μ.ε την αισθητική μ.όpφωση τοu ανθpώποu,,

\54


§ 56 Εδώ οδΎjγούμ.αστε στο να σκεφτούμε μ.ια διαφορετική σχέσΎJ ανάμεσα στΎj γενικότητα τΎJς διάνοιας και στΎJ μερικότητα τΎJς εποπτείας, από εκείνΎJ στψ οποία θεμελιώνεται ΎJ θεωρία περί θεωρψικής και πρακτικής λογικής ικανότψας. Αλλά. μ.' ετούτο

δεν συνδέεται Ύj διά.γνωσΎj, ότι αυτή Ύj διαφορετική σχέσΎj είναι

ΎJ αληθινή ή καν ΎJ ίδια ΎJ αλήθεια. Αντίθετα αυτή ΎJ ενόητα [τΎJς γενικότΎJτας και ης μ.ερικότψας] γίνεται δεκτή έτσι όπως υπάρχει μ.έσα σε πεπερασμένα φαινόμενα, και αποκαλύπτεται

μέσα στΎJν εμπειρία.

Μια τέτοια εμπειρία, που κατ' αρχήν

υπάρχει μόνο μ.έσα στο υποκείμενο, μπορεί να προέλθει από δύο ΠΎjγές: Μπορεί να ΠΎjγά.σει αφενός από τΎJ μεγαλοΦυία [Genie],

από τψ

ικανότψα που παράγει αισθΎjτικές

ιδέες 1 ,

δΎJλαδή

παραστάσεις τΎJς ελεύθερΎjς φαντασίας, οι οποίες χρΎjσιμ.εύουν στψ παραγωγή μιας ιδέας και υπο6ά.λλουν σκέψεις, χωρίς το περιεχόμενό τους να εκφράζεται ή να μπορεί να εκφραστεί με

μ.ια έννοια. Αφετέρου μπορεί να ΠΎjγά.σει από τψ καλαισθησία, δΎjλαδή από το αίσθΎjμα τΎJς συμφωνίας ανάμεσα στο ελεύθερο

1. Ο lμ.. Καντ μ.ελετά. τψ καλλιτεχνικ~ ιδιοφu"tα στο ()ι()λίο τοu §§ 46-50. Ο ορισμ.ός από τον οποίο ξεκινά.,

Κριτική της δύναμης του κρίνειν

έγκειται στο ότι ιδιοφutα είναι το φuσικό ταλέντο, το οποίο δίνει στην τέχνη κανόνες μ.ε άλλη έκφραση: «είναι το έμ.φuτο πνεuμ.ατικό χά.ρισμ.α, μ.έσω τοu οποίοu η φύση δίνει στην τέχνη κανόνες>>

(§ 46).

Διακριτικό

γνώρισμ.α μ.ιας ιδιοφu·[ας είναι το πνεύμα (Geist), ποu προσδιορίζεται ως «η

ικανότητα της παρουσίασης αισθητικών ιδεών· μ.ε τον όρο 'αισθητικ~ ιδέα' εννοώ εκείνη την παράσταση της φαντασίας, η οποία δίνει αφορμ.~ σε πολλές σχέψεις, χωρίς όμ.ως να μ.πορεί να ισοδuναμ.εί μ.ε αuτ~ν κάποια

ορισμ.ένη σκέψη, δηλαδ~ έννοια, και άρα δεν μ.πορεί να προσεγγιστεί μ.ε τη γλώσσα ή να γίνει γλωσσικά. κατανοητή. - Γίνεται σαφές ότι η αισθη­ τική ιδέα είναι κάτι αντίστοιχο προς μ.ια ιδέα της λογικής ικανότητας [VeΓnunftidee], η οποία είναι αντίστροφα μ.ια έννοια, μ.ε την οποία δεν

μ.πορεί να ισοδuναμ.εί καμ.ιά. εποπτεία (δηλ. καμ.ιά. παράσταση της φαντα­ σίας)., (ό.π. Α\90

I R\92-3).

155


παιχνίδι της εποπτείας ή της παραστατικής φαντασίας και στους νόιι.ους της διάνοιας2 •

§ 57 ΊΌ αξίωιι.α, σύιι.Φωνα ιι.ε το οποίο η ανασκοπική δύναιι.η του κρίνειν ρυθιι.ίζει τα ζωντανά προϊόντα της Φύσης, ορίζεται ως σκοπός, ως ενεργός έννοια, ως γενικότητα που προσδιορίζει και συνά.ιι.α προσδιορίζεται ιι.έσα της 1 • Ταυτόχρονα ο Καντ αποιι.α­ κρύνει την παράσταση της εξωτερικής ή πεπερασμένης σκοπιμό­ τητας, ιι.έσα στην οποία ο σκοπός είναι ιι.όνο η εξωτερική ιι.ορφή

του ιι.έσου και του υλικού, ιι.έσα στο οποίο ο σκοπός πραγιι.ατώνε­ ται ρεαλιστικά..· Αντίθετα ιι.έσα στον ζωντανό οργανισμό ο σκο­ πός είναι ένας ειι.ιι.ενής όρος και ιι.ια ενέργεια ιι.έσα στην ύλη, και όλα τα ιι.έλη είναι το ένα προς το άλλο τόσο ιι.έσο όσο και σκοπός.

§ 58 Μολονότι ιι.έσα σε ιι.ια τέτοια ιδέα αναιρείται η σχέση την

οποία εγκαθιδρύει η διάνοια ιι.εταξύ σκοπού και ιι.έσου, μ.εταξύ υποκειιι.ενιχότητας και αντικειιι.ενικότητας, εντούτοις ο σκοπός εξηγείται

[από τον

Καντ]

ως αιτία που υπάρχει και δρα

υποκειμενικά, δηλαδή μόνο ως παράσταση.

Έτσι και η τελεολο­

γία εξηγείται ως ένα αξίωιι.α των κρίσεών ιι.ας, που ανήκει αποκλειστικά. στη δική μας διάνοια. 2. Με τψ έννοια της καλαισθησίας (Geschmackstll'teil) ασχολείται ο §§ I κ. ε. Ο Χέγκελ

Καντ στο 6ι6λίο τοu Κριτική της δύναμης του κρίνειν

τονίζει εδώ το στοιχείο της ενα.pfΙ-όνισης αίσθησης-διάνοιας και ελεuθε­ pία.ς-νοfΙ-οτέλεια.ς.

1. Οι έννοιες τοu σκοποιί (Zweck) και της σκοπψότητα.ς (Z\veckιηaβig­ keit) ε ίνα. ι θψελιώδεις fl-έσα στο εδώ σuζητοιίfΙ-ενο 6ι6λίο τοu Tf!-. Κα.ντ. Δες Κριτική της δύναμης του κρίνειν Α XXV κ. ε. I Β XXVII κ. ε. κα.θC:Jς κα.ι τιc; πpC:Jτες πα.pα.γpά.φοuς α.πό το δειίτεpο μέρος τοu 6ι6λίοu,

156

§§ ()\ κ.ε.


Αφού το σuμ.πέρα.σμα. τΥJς χριτικ~ς Φιλοσοφία.ς είνα.ι ότι YJ λογικ~ ικα.νότψα. μόνο φαινόμενα μπορεί να. γνωρί­ ζει, θα. μπορούσε να. uπάρχει τουλάχιστο για. τψ έμψuχΥJ

ΦύαΥJ μια. οuνα.τότΥJτα. επιλογ~ς α.νάμ.εσα. σε ούο εξίσου υποκειμενικούς τρόποuς σκέΨΥJς. Σύμφωνα. μ.ε όσα. εκθέτει ο Κα.ντ, θα. μπορούσε να. uπάρχ ε ι μια. uποχρέωσΥ), να. γνωρ ί­

ζοuμε τα. προϊόντα. τΥJς ΦuαΥJς όχι μόνο σύμφωνα. με τις

κα.τΥJγορίες τΥJς ποιότΥJτα.ς, τΥJς α.ιτία.ς κα.ι τοu αποτελέ­ σματος,

τΥJς σύνθεσΥjς,

των σuστα.τικών κτλ

Εάν το

α.ξίωμ.α. περί εσωτερικής σκοπιμότητας είχε οια.τΥJρΥJθεί κα.ι

α.να.πτuχθεί μέσα. σε επιστΥ)μ.ονικ~ εφα.ρμ.ογ~, θα. είχε ~

ι

ι

ΟοΥJγΥ)σει σε ενα.ν εντε

λ ι

~

ως οια.

φ

ι

ι

ι

ορετικο κα.ι α.νωτερο τροπο

εξέτα.αΥJς τΥJς ΦύαΥJς.

§ 59 Ι φ I t:' I I I I Σ uμ ωνα. με α.uτο το α.ι,ιωμα. περι σκοπιμ.οτητα.ς, εα.ν ειχα.ν

α.πομα.κρuνθεί όλοι οι περιορισμοί α.πό τψ ιοέα., τότε α.uτ~ θα. έγκειτο στο ότι πρα.γμα.τοποιείτα.ι μέσα. στον κόσμο YJ α.πό

λογικ~

ικα.νόιtΥJτα. κα.θορισμένΥJ γενικότΥJτα., ως το α.πόλuτο

τελικό α.ίτιο, το καλό [das Gute ]· κα.ι μάλιστα. πρα.γμ.α.τοποιεί­ τα.ι ΙJ.έσω ενός τρίτοu, μέσω τΥJς ούνα.μΥJς YJ οποία. θέτει κα.ι

πρα.γμα.τώνει ρεαλιστικά α.uτό το τελικό α.ίτιο - ΟΥJλα.ο~ μέσω τοu θεού.

Άρα. μέσα. σ' α.uτόν, ο οποίος είνα.ι YJ α.πόλuτΥJ

α.λ~θεια., εκείνες οι αντιθέσεις μετα.ξύ γενικότητα.ς-α.τομικότΥJ­

τα.ς κα.ι uποκειμ.ενικότΥJτα.ς-α.ντικειμενικότΥJτα.ς οια.λuοντα.ι κα.ι α.να.οείχνοντα.ι ως εξαρτώμενες κα.ι α.να.λΥJθείς.

§ 60 1 Αλλά

το καλό, το οποίο

ισχύει ως τελικό α.ίτιο τοu

κόσμοu, έχει προσδιοριστεί εuθύς εξα.ρχ~ς [ α.πό τον Κα.ντ] μόνο

1. Περίληψη: Ο Χέγκελ χάνει εδώ μια. συνολική χα.ι συγκριτιχ~ α.ποτίμ-ηιrη των τριών Κριτικών του Ιμ. Κα.ντ. Το καλό, που α.να.οείχτ-ηχε

157


ως δικό μας χα.λό, ως ο Ύ)θtχός νόι.ιος τΎJς δικής μας πρα.χτιχ~ς ι ι λοytχΎJς ιχα.νοτΎ)τα.ς.

'Ε i τ σι

ι ι οι.ιως ΎJ ενοτΎJτα. περιορt'ζ ετα.t στο να.

ενα.ρι.ιονίζεt τΎ)ν πα.yχόσι.ιια. χα.τά.στα.~ χα.t τα. πα.yκόσι.ιια. σuι.ι.6ά.ντα. ι.ιε τψ Ύ)θtχότΎJτά. ι.ια.ς*.

Άλλωστε α.κόι.ια. κα.t ι.ιε α.uτό

ως τελικό α.ίτιο του κόσμου, είνα.ι μια. έννοια. πεpιοpισμένη στην ηθικό­ τητα.· έτσι η α.pμονία. του κόσμου πα.pα.μένει υποκειμενικ~ κα.ι δεοντολο­ γικ~,

ως κάτι που μόνο πρέπει να. υπά.pχει, κα.ι όχι α.ντικεψ.ενικά.

υπα.pκτ~.

Έτσι όμως η α.ντιθετικότητα. μετα.ξύ υποκειμενικότητα.ς-α.ντι­

κειμενικότητα.ς δεν κα.τα.pγείτα.ι, α.λλά. μετα.τίθετα.ι για. το μέλλον, όπου δια.ιωνίζετα.ι μέσα. σε μια. α.πέpα.ντη πpόοδο.

Ακολουθούν δύο πα.pα.τηpήσεις πά.νω στην Κα.ντια.νή Γνωσιολογία.: α.) Ο δυισμός του Κα.ντ επιχειpεί να. ενοποιήσει δύο όpους ·που κα.τ' α.pχήν εξηγούντα.ι ως α.υθύπα.pκτοι κα.ι α.νίκα.νοι για. ενοποίηση· εφόσον η διά.νοια. κα.τά. τον Κα.ντ γνωpίζει μόνο φα.ινόμενα., είνα.ι α.νίκα.νη να. οδηγηθεί στην α.πόλυτη γνώση. Είνα.ι λοιπόν α.δύνα.το στον Κα.ντ να. ενοποιήσει το νοητικό με το α.ισθητό, το γενικό με το επιμέpους, το α.πέpα.ντο με το πεπεpα.σμένο. 6) Αφήνοντα.ς τιι:: κα.τηγοpίες κα.ι τη μέθοδο του συνηθισμέ­ νου γνωpίζειν α.νενόχλητες, η Κα.ντια.νή Φιλοσοφία. δεν μπόpεσε να. επιδpά.σει στις επιστήμες.

Μπόpεσε ο Κα.ντ να. υπεp6εί τον μετα.φυσικό εμπειpισμό; Αυτός ο εμπειpισμός είνα.ι ουσια.στικά διχα.σμένος α.νά.μεσα. στα. α.ισθητά. κα.ι στα.

υπεpα.ισθητά., α.νά.μεσα. στο πεpιεχόμενο κα.ι στη μοpφή της εμπειpικ~ς γνώσης ότα.ν όμως ξεπεpνά. ένα. πpώτο α.φελές στά.οιο, ο εμπειpισμός ξεπεpνά. τον δυίσμό κα.ι γίνετα.ι υλισμός κα.ι να.τουpα.λισμός. Αλλά. ο Κα.ντ δεν ξεπεpνά. α.υτό το α.φελές στά.διο· είνα.ι διχα.σμένος α.νά.μεσα. στα. γνωpιζόμενα. φα.ινόμενα. (του εμπειpισμού) κα.ι στα. α.υτοσυλλα.μ6α.νόμενα. νοούμενα. (της πα.pα.δοσια.κ~ς Μετα.φυσικής),

στα. οποία. ο Κα.ντ δεν

κα.τοpθώνει να. πα.pά.σχει ένα. κα.ινούpιο πεpιεχόμενο. Ο Κα.ντ μπόpεσε να.

οpθώσει το α.ίτημα. μια.ς α.πόλυτης εσωτεpικότητα.ς, η οποία. μολονότι πα.pα.μένει ά.κα.pπη, α.pνείτα.ι να. α.ποδεχτεί την εξωτεpικότητα. κα.ι να. ενωθεί μα.ζί της.

* [Υποσημείωση

του Χέγκελ:] Με τα. ίδια. τα. λόγια. του Κα.ντ (δες

Κριτική της δύναμης του κρίνειν, σελ.

427 [της α.' έκδοσης, σελ. 432 της 6' έκδοσης]: «Το τελικό α.ίτιο δεν είνα.ι πα.pά. μια. έννοια. της πpα.κτικής λογικής μα.ς ικα.νότητα.ς. Δεν μποpεί να. πα.pα.χθεί από δεδομένα της εμπειρίας ως ένα. θεωpητικό κpιτ~pιο της φύσης, κα.ι ούτε μποpεί να.

\58


τον περιορισμ-ό το τελικό αίτιο, το καλό, γίνετα.ι 11-ια. α.κα.θόριστΎJ α.φα.ίρεσΎ}, κα.ι το ίοιο σu11-()α.ίνει 11-ε το καθήκον.

Επιπλέον

ι , ι ι φ 'ζ t: ι φ' ενα.ντια. σ α.uτΎJ τΎ}ν α.ρΙJ-ονια. α. uπνι ετα.ι r;α.να. κα.ι κα.τα. α.σκε-

τα.ι ΎJ α.ντίθεσΎ}, τΎJς οποία.ς το περιεχό11-ενο είχε τεθεί ως αναληθές.

Έτσι ΎJ α.ρΙJ-ονία. ορίζε.τα.ι ως κά.τι α.πλώς υποκειμε­

νικό, ως κά.τι ποu πρέπει να. uπά.ρχει, ποu ά.ρα. τα.uτόχρονα. δεν

είνα.ι πρα.γΙJ-α.τικό - ως κά.τι πιστευόμενο, στο οποίο προσιοιά.ζει

11-όνο uποκειΙJ-ενικ~ ()ε()α.ιότΎJτα., όχι ό11-ως α.λ~θεια., ΟΎ)λα.ο~ όχι εκείνΎJ Ύj α.ντικειΙJ-ενικότΎ)τα. ποu α.ν~κει στΎ}ν ιοέα..

-

ι Ε α.ν

ι

'φ CΧσΎ) φ α.ινετα.ι ι λ' ι να. επικα. uπτετα.ι 11-ε το οτι ΎJ

α.uτΎ} ΎJ α.ντι

πρα.γΙJ-α.τοποίΎ)σΎ} τΎjς ιοέα.ς ΙJ-ετα.τίθετα.ι για. το ΙJ-έλλον, για. ένα. χρόνο κα.τά. τον οποίο θα. uπά.ρχει κα.ι Ύj

ιοέα.,

ΙJ-ια. τέτοια.

α.ισθΎ)τ~ρια. σuνθ~ΚΎJ όπως ο χρόνος είνα.ι το α.ντίθετο α.πό 11-ια. α.κuρωσΎ} τΎJς α.ντίφα.σΎ)ς" κα.ι ΎJ απέραντη πρόοδος - ποu είνα.ι ΎJ ι

ι

θ

ι

ι

[

οιά.νοια. -

οεν κά.νει ά.λλο πα.ρά. να. επα.να.λα.ΙJ-()ά.νει κα.ι να.

προς τον χρονο

]

ι

α.ντιστοιχΎ}

πα.ρα.στα.σΎ} ποu uιο

ετειτα.ι α.πο τΎ}

οια.ιωνίζει τΎ}ν α.ντίφα.σΎ).

Μπορεί να. γίνει α.κό11-α. 11-ια. γενικ~ πα.ρα.τ~ρψΎ} σχε­

τικά. 11-ε το α.ποτέλεσ11-α. στο οποίο ΟΟΎJγ~θΎJκε ΎJ κριτικ~ Φ"ιλοσοφία. σχετικά. 11-ε τΎJ ΦuσΎJ τοu γνωρίζειν· α.ποτέλεσΙJ-α. ι ι λ'ψ ι ~ ποu γεννΎ}σε 11-ια. α.πο τις προκα.τα. ΎJ εις κα.ι γενικα. α.ποοε-

κτές πεποιθ~σεις τΎJς εποχ~ς 11-α.ς. Σε κά.θε οuϊστικό σUστΎJ!J-CΧ, κα.ι ειοικά. στο σUστΎJΙJ-CΧ τοu Κα.ντ,

γίνετα.ι ορα.τό ένα. ()α.σικό ελά.ττωΙJ-α., ποu

έγκειτα.ι στΎ}ν α.σuνέπεια. ότι ενοποιείται κά.τι ποu 11-ια. στιγΙJ-~ πρωτύτερα. εξΎ)γ~θΎ)κε ως α.uθuπα.ρκτο κα.ι ά.ρα. ως χρ-ησψ.οποιηθεί στο να γνωρίσουιι-ε τη φύσ-η. Δεν είναι δυνατή καιι-ιά. χρήση αυτής τ-ης έννοιας, παρά. ιι-όνο για τ-ην πρακτική λογική ικανότητα,

σύfl-Φωνα ιι-ε ηθικούς νόιι-ους και το τελικό αίτιο της πλάσης είναι εκείν-η η υφή του κόσμου, που συιι-Φωνεί ιι-ε αυτό στο οποίο και ιι-όνο ιι-πορούιι-ε να

αποοώσουιι-ε καθορισιι-ένους νόιι-ους, οηλαοή ιι-ε το τελικό αίτιο της καθαρά πρακτικής λογικής μας ικανότητας, και ιι-ά.λιστα κατά. το ιι-έτρο που αυτή οφείλει να παραιι-ένει πρακτική.))

\59


ανίκανο για ενοποίηση. Αμ.έσως μ.όλις το ενοποιημ-ένο επε­ ξηγείται ως ιχληθινό, πληροφορούμ.ιχστε ως Αλήθειιχ ότι τιχ δύο στάδια, στην ενοποίηση των οποίων ο Κιχντ είχε ιχρνηθεί την ιχuθuπιχρξίιχ ως Αλήθειιχ, είνιχι ιχληθινά. κιχι

πριχγμ.ιχτικά. μ.όνο μ.έσιχ στον οιιχχωρισμ.ό τοuς.

Σε μ.ιιχ

τέτοιιχ φιλοσόφηση λείπει η λιγοστή σuνειοητοποίηση, ότι

'

μ.ε

ιχuτο

'

'λ ιχ φ ιχνερωνετιχι

το

πηγιχινε

'

λ'ιγο

ποσο

ικανοποιη-

τικός είνιχι κιχθένιχς ιχπό ιχuτούς τοuς ούο όροuς κιχι το

ελά.ττωμ.ιχ οφείλεται στο ότι ιχuτή η φιλοσόφηση είνιχι

'

ιχνικιχνη

μ.ορ

φ η'

νιχ

'

~

'ψ εις

τοuς οι

σκε

'

'λ η

μ.εγιχ

~' ouo

σuνοuιχσει

ιχσuνεπειιχ,

ιχ

'ψ εις

σκε

'

'

εινιχι

'

φ ενος

μ.ονο

-

'

κιχι

οσο

πιχριχοεχετιχι

'

οτι

'

τη

η

πιο

φ οριχ

~' Ε'ινιχι λ οιπον ' ouo. ~'

νιχ

ιχ

η

'

~

οιιχνοιιχ

γνωρίζει μ.όνο φιχινόμ.ενιχ, ιχφετέροu νιχ uποστηρίζει τον απόλυτο χιχριχκτήριχ ιχuτής της γνώσης, λέγοντιχς ότι το

γνωρίζειν οεν μπορεί νιχ προχωρήσει ά.λλο, ή ότι ιχuτό είνιχι το φυσικό κιχι ιχπόλuτο όριο της ανθρώπινης γνώσης. τ ιχ φ uσικιχι

ι

πριχγμ.ιχτιχ

ι

ι

εινιχι περιορισμ.ενιχ,

ι

κιχι

εινιχι

φ

ι

uσικιχ

πρά.γμ.ιχτιχ μ.όνο κιχθόσον δεν ξέρουν το γενικό τοuς όριο, ή κιχθόσον η uφή τοuς είνιχι μ.όνο ένιχ όριο για εμάς, όχι γι' αυτά. Γνωρίζει ή κιχι ιχισθά.νετιχι κά.ποιος ότι τοu επι6ά.λ­ λετιχι κά.ποιο όριο ή ελά.ττωμ.ιχ, μ.όνο κιχθόσον ιχuτός είνιχι τιχuτόχρονιχ έξω ιχπ' ιχuτά.. Τιχ ζωντιχνά. όντιχ [π.χ.,] έχοuν ,

'

το προνομ.ιο νιχ πονοuν,

κιχι

γιιχ

τιχ

ΊΙι.μv

I

~

I

I

ενω τιχ ιχψvι..ιχ οεν το εχοuν-

ζωντιχνά.,

μ.ιιχ

ατομική

ιοιότητιχ

ιχκομ.ιχ

γίνε~ιχι

ιχισθητή ως κά.τι αρνητικό, γιιχτί ιχuτά. ως ζωντιχνά. έχοuν

μ.έσιχ τοuς τη γενικότητα της ζωντά.νιιχς, ποu υπερΒαίνει το ιχτομ.ικό· οιιχτηρούντιχι μ.έσιχ στην ιχρνητικότητιχ τοu ειχu­

τού τοuς, κι ιχισθά.νοντιχι ιχuτή την αντίφαση ως κά.τι ποu uπά.ρχει μ.έσιχ τοuς. Αλλά. ιχuτή η ιχντίφιχση uπά.ρχει μ.έσιχ τοuς,

'

θ'

μ.ονο κιχ οσον τιχ

~' ouo

'

'

ετοuτιχ uπιχρχοuν

~ uποκειμ.ενο: η γενικοτητιχ τοu ιχιvvιιμ.ιχτος της

'

'

'

ιχτομ.ικοτητιχ

ποu

την

ι

ιχρνειτιχι.

'Q μ.οιιχ

ι

'δ ιο

'

μ.εσιχ στο ι

ενιχ

ζ' ωης ι

οριο

κιχι η ι

η

ι

ενιχ

ελά.ττωμ.ιχ τοu γνωρίζειν ορίζετιχι ως όριο ή ελά.ττωμ.ιχ

160


μόνο μέσω τ'ΥJς σύγκρισης με τψ υπαρκτή ιδέα του γενικού, κά.ποιου ολόκλ'Υ)ρου και τέλειου. Είναι λοιπόν δείγι.ι.α απε­

ρισχεψίας να μ'Υ) δια6λέπεις, ότι ίσα-ίσα ο χαρακτήρισμός κά.ποιου όντος ως πεπερασμένου ~ περιορισμένου περιέχει

τψ απόδειξ'ΥJ τ'ΥJς πραγματικής παρουσίας του Απέραντου και Απεριόριστου, και ότι 'YJ γνώ~ του ορίου μπορεί να

'

υπαρχει,

'

ε φ' οσον

μονο

Απεριοριστο '

το

'

υπαρχει

'

μεσα

στ'ΥJ

σuνείδ'ΥJ~ εδώθε αυτού του ορίου. Σχετ:κα'

'

με εκεινο το

'

κ αντιανο

αποτε'λ εσμα περι τ'ΥJς

'

γνώ~ς μπορεί να αναφερθεί ι.ι.ια δεύτερη παρατήρηση. Η Φιλοσοφία του Καντ δεν

μπόρεσε να ασχ~σει κά.ποια

επίδρα~ πά.νω στ'ΥJ μέθοδο των επιστ'Υ)μών. Αφήνει τις κατηγορίες και τη μέθοδο του συνηθισμένου γνωρίζειν εντε­

λώς ανενόχλητες.

Όταν κά.ποια επιστ'Υ)μονικά. 6ι6λία εκεί­

νου του καιρού ξεκινούν με προτά.σεις τ'ΥJς Καντιαν~ς Φιλοσοφίας, κατά. τ'ΥJν πορεία τ'ΥJς πραγματείας φανερώνε­

ται

ότι

αυτές

οι

προτά.σεις

~ταν

μόνο

ένα

περιττό

κόσμ'Υ)μα, και αν εκείνες οι λίγες πρώτες σελίδες είχαν παραλειφθεί, δεν θα παρουσιαζόταν καμιά. αλλαγ~ ,-τα εμπειρικά. περιεχόμενα* *. Εά.ν περαιτέρω συγκριθεί 'YJ Καντιαν~ Φιλοσοφία με τον μεταφυσικό εμπειρισμό, ο αφελής εμπειρισμός επιμένει

6έ6αια στ'ΥJν κατ' αίσθ'ΥJ~ αντtλ'ΥJΨ'ΥJ, αλλά. παραδέχεται και μια πνευματικ~ πραγματικότ'Υ)τα, έναν υπεραισθ'Υ)τό

* * [Υποσημ.είωση του Heι·mann

του Χέγκελ:] Ακόμ.α και το Εγχειρίδιο Μετρικής

[ = Gottfι;ed Heι·mann: Handbuch der Metrik, Leipzi!ζ 1799]

αρχίζει μ.ε παραγρά.φους της Καντιαν~ς Φιλοσοφίας. Και μ.ά.λιστα στην

§

8 συμ.περαίνεται ότι ένας νόμ.ος του ρυθμ.ού πρέπει να είναι 1) αντικειμενι­ κός, 2) μορφικός, και 3) προσδιορισμένο~ α priori. Αλλά. εά.ν μ.ε αυτές τις απαιτ~σεις και μ.ε τα παρακά.τω εμ.φανιζόμ.ενα αξιώμ.ατα περί αιτιότητας

και αμ.οι6αίας επίδρασης συγκριθεί η πραγμ.ά.τευση των στιχουργικών μ.έτρων, θα φανερωθεί ότι εκείνα τα μ.ορφικά. αξιώμ.ατα οεν ασκούν ούτε την ελά.χιστη επίδραση.

161


κόσμ.ο, όπως καt αν είναt ΟΟ[J.ΎJ[J.ένο το περιεχόμενό του, ι

1

1

ι

ι

ι

εtτε καταγεταt απο τ'ΥJ νο'Υ)σΎJ, εtτε απο τ'ΥJ

φ

ι

αντασtα κτ

λ

.

Όσον αφορά. τ'ΥJ μορφή αυτό το περtεχόμ.ενο 6ασίζεταt ι

στ'Υ)ν αυ θ εντtα του πνευμ.ατοc;, 1

περtεχόμ.ενα

τ'Υ)c;

εμ.πεφtκ~c;

ι

Ρ ι

γνώσ'Υ)c;

6ασίζονταt

οπωc; ακρtοωc; τα uπο

οtπα

στΎJν

αυθεντία τ'Υ)c; εξωτερtκ~c; κατ' αίσθΎJσΎ) αντίλΎJψΎJς. Αλλά. ι

οταν

ο

ι

εμ.πεφtσμ.οc;

ι

ι

γtνεταt

στοχαστtκοc;

[

p ι ακρtοεστερα:

ανασκοπικός, γερμ.αν.: reflektierend] καt θέτεt ως αξίωμ.α τ'ΥJ συνέπεια, καταπολεμ.ά. έναν τέτοtο ου"ίσμ.ό του έσχατου καt

'ψ υ tστου

ι περtεχομ.ενου

καt

ι αρνεtταt

1: ι ανε.,αρτ'Υ)σtα

τΎJν

του σκεπτόμ.ενου αξtώμ.ατοc; καt ενός πνευμ.ατtκού κόσμ.ου που αυτοαναπτύσσεταt σκεπτόμ.ενοc;. ΊΌ συνεπές σύστ'Υ)μ.α του εμ.πεφtσμ.ού είναt λοtπόν ο υλισμός καt ο νατουραλι­ σμός.

- Σε έναν τέτοtο εμ.πεφtσμ.ό ΎJ Καντtαν~ Φtλοσοφία αντt­ παραθέτεt μ.ε οξύτ'Υ)τα το αξίωμ.α τ'Υ)c; νό'Υ)σ'Υ)c; καt τΎJς ελευθερίας, καt προσκολλά.ταt στψ πρώτΎJ περίπτωσ'Υ) εμ.πεφtσμ.ού, χωρίς να αποσπαστεί ούτε κατ' ελά.χtστο από τα γενtκά. του αξtώμ.ατα.

[Ο ου.ίσμ.ός τΎJς Καντtαν~c;

Φtλοσοφίας έχεt ως εξ~c;:] ΣτΎJ μ.tα πλευρά. του στέκεταt ο

κόσμ.οc; τΎJς κατ' αίσθψΎJ αντίλΎJψΎJς καt τΎJς περί αυτόν στοχαζόμ.ενΎJς οtά.νοtας. Αυτός ο κόσμ.οc; αναγνωρίζεταt,

6έ6αtα, ως κόσμ.οc; φαινομένων. Αλλ' αυτό είναt ένας

σκέτος τίτλος, μ.tα καθαρά. μ.ορφtκ~ περtγραφ~, γtατί ΎJ ΠΎJ~, τα περtεχόμ.ενα καt ο τρόπος εξέτασ'Υ)c; παραμ.ένουν εντελώς τα ίοtα [όπως κat στον εμ.πεφισμ.ό]. Στψ ά.λλ ΎJ

πλευρά. στέκεταt ΎJ ανεξαρτ'Υ)σία τΎJς αυτοσκεπτόμ.εν'Υ)c; νό'Υ)σ'Υ)c;, το αξίωμ.α περί ελευθερίας, το οποίο ο Καντ έχεt κοtνό μ.ε τψ αλλοτtν~, τ'ΥJ σuνΎ)θtσμ.ένΎJ Μεταφυσtκ~, αλλ' απογυμ.νωμ.ένο από κά.θε περtεχόμ.ενο· κat είναt ανίκανος ι

ι

ι

ι

ι νΟΎJσΎ),

τ'Υ)ν

ι οποtα

ο

Κ

αντ

'ζ ονομ.α εt

1, tατt ι

να του παρασχεt ενα καtνουρtο περtεχομ.ενο.

λ

ι ογtΚΎJ

ι

αυτΎJ ΎJ

ι tκανοτΎJτα,

απογυμ.νώνεταt από κά.θε προσοtορtσμ.ό καt από κά.θε αυθε-

\62


ντία. Το κύριο αποτέλεσμα. που είχε η Κα.ντια.νή Φιλοσο­ φία., ήτα.ν ότι αφύπνισε τη συνείδηση της λογικής ικα.νό­ τητα.ς, α.υτής της απόλυτης εσωτερικότητας κα.ι μολονότι α.υτή

η

εσωτερικότητα.

εξα.ιτία.ς

του

αφηρημένου

της

χα.ρα.κτήρα. δεν μπορεί να. α.να.πτύξει τίποτε α.φ' εα.υτής κα.ι

ούτε να. πα.ρα.γά.γει κάποιους όρους, κά.ποιες γνώσεις ή κάποιους ηθικούς νόμους, α.ρνείτα.ι εντελώς να. αποδεχτεί ή να. επιτρέψει την ισχύ σε κά.θε τι που έχει τον χα.ρα.κτήρα.

της εξωτερικότητας. Το α.ξίωμα. περί ανεξαρτησίας της λογικής ικα.νότητα.ς ή περί απόλυτης α.υθυπα.ρξία.ς της, έγινε α.πό τότε ένα. γενικό α.ξίωμα. της Φιλοσοφία.ς α.λλά. κα.ι μια. προκα.τά.ληψη της εποχής μα.ς.

c ,.,.. ' ~pιτη

' στα.ση

ΊΙΙΥ'Ι ' τηι; σκε't"Jι; α.πενα.ντι

' στην α.ντικειμενικοτητα.

Η ΑΜΕΣΗ ΓΝΩΣΗ

§ 61 Μέσα. στην κριτική Φιλοσοφία. η νόηση συλλα.μ6ά.νετα.ι ως υποκειμενική, κα.ι ο έσχατος, α.νυπέρ6λητος όρος της νόησης είνα.ι

η αφηρημένη γενικότητα, η μορφική ταυτότητα..

Έτσι η νόηση

α.ντιπα.ρα.τίθετα.ι προς την αλήθεια., η οποία. δεν είνα.ι κά.τι αφηρημένο, α.λλά. είνα.ι μια. συγκεκριμένη γενικότητα.. Σ' α.υτόν τον

υ'ψ ιστο

'

τροπο

σχε'ψ ης,

που

'

εινα.ι

η

λ ογικη'

'

ικα.νοτητα.,

<:οεν

τίθεται θέμ.α. κατηγοριών.

- Η εντελώς αντίθετη ά.ποψη είνα.ι να. συλληφθεί η νόηση ως δραστηριότητα. μόνο τού επιμέρους, κα.ι επά.νω σ' α.υτή τη 6ά.ση να. θεωρηθεί επίσης ως α.νίκα.νη να. συλλά.6ει την α.λήθεια. 1 •

1. Αuτή η άποψη υποστηρίζεται από τον Fι-iedι-ich Heiιπich Jacoω (1743-1819), τοu οποίοu η ενορατική θεωρία πρόκειται να εξεταστεί στις επόι.ι.ενες παραγρά.φοuς.

163


§ 62 1Η

νόησΎJ ως δραστηριότητα τοu επφ.έροuc; έχει ως μ.ονα­

διχό προϊόν και περιεχόμ.ενό της τις κατηγορίες. Αλλά αuτές,

έτσι όπως σuλλαι..ι.6άνονται από τη διάνοια, είναι περιορισμένοι όροι, μ.ορφέc; των εuρισχόμ.ενων κάτω από συνθήκες όντων, των εξαρτημένων χαι παράγωγων όντων. Η νόησΎJ ποu περιορίζεται στο να σκέπτεται τέτοια όντα, δεν σuλλαμ.6άνει το απέραντο

και αληθινό· δεν ι..ι.πορεί να χάνει τη μ.ετάbασΎJ προς κάτι τέτοιο (ενάντια στις αποδείξεις της. ιίπαρξης τοu θεοιί).

Αuτοί οι

περιορισμ.ένοι νοητικοί όροι, οι κατηγορίες, ονομ.άζονται επίσΎJς έννοιες χαι το να σuλλά6ει κάποιος την έννοια ενός αντιχειμ.έ­ νοu, θα πει να το σuλλά6ει μ.ε τη μ.ορφή ενός παράγωγου χαι εuρισχόμ.ενοu κάτω από συνθήκες όντος. ι ι αντιχειμ.ενο ειναι το α λ η θ ινο, ι

ι

ι

μ.η-εuρισχομ.ενο-χατω-απο-σuν

Αν λοιπόν αuτό το

ι το απεραντο, το απο'λ uτο

1

θ ι

ηχεc;

]2

,

το

Β ι λλ

μ.εταοα

ει

σε

[ =το ι

χατι

I. Περίληψη: EoC:J επεξηγείται εκτενέστερα αυτό που ειπώΟηχε στην § () I. ~ύμφωνα με -;;ην ενο?~τικί; θεωρία του F.H. Jacol>i η νόηση δεν είναι ιχαν·ι) να συλλά6ει ·πιν αλ·ι]Οεια· οι νοητικές κατηγορίες αφορούν τα

εξαρτημένα, παράγωγα και πεπε?ασμένα όντα· εά.ν λοιπόν πρόκειται για χά.-;;ι απέραντr1, α;;f.ιλu-;;ο και αλ·fjΟινf.ι, αυτό δεν μπορεί να συλληφθεί από

τη νόηση, για-;;ί tJ.έσω αυ-;;f.ς οιαστρε6λώνεται σε αναληθές. ΙΙ πολεμικί; -;;ω Jncol>i εξr,γεί ιστοριογραφικά. τη σημασία που πήρε η νf.ιηση: ~υ-;;f. Οε(οψι]Οηχε ως ένα ανC:Jτερο στά.διο σε αντίθεση προς τον ανΟρωπομοpφισμf.ι, ένα σ-;;ά.οιο που απο6ά.λλει χά.θε τι πεπερασμένο από την αντίληψη περί Οεού· φανερC:JΟηχε όμως στη συνέχεια, ότι και οι νοητικοί f.ιρr1ι έχουν ανΟρωπrψοpφιχό χαραχτήρα. Rξηγώντας νοητικά. τα

πεπερασιJ.ένα f.ιντα, οοηγούιJ.αστε σε ά.λλα εξίσου πεπερασμένα, επιμέρους και παpά.γωγα f.ιντα, και όχι σε χά.τι απόλυτο και απέραντο. Ο Jaco\Ji εξηγεί τις νοη-;;ιχές κατηγορίες ως πεπερασμένες 6ασισμένος στις φυσικές

επισ-;;ήιJ.ες, οι οποίες μελετC:Jντας το συνονθύλευμα των πεπερασμένων όν-;;ων, καταλήγουν μόνο στη γενική έννοια της ύλης, καταλήγουν δηλαδή στον υλισμό, ποτέ όμ.ως σε χά.τι θειχό και απόλυτο.

2. ΙΙ γερμανική λέξη Unbedingte~ (μεταφρά.ζω: απόλυτο). ιδωμένη ετυι1.ολογιχά. σηιJ.αίνει: αυτό που οεν 6pίσχεται χά.τω από συνθήκες. Rδώ

\64


πα.ρά.γωγο κα.t ευρtσκόμενο κά.τω α.πό συνθήκες αντί να. συλλά.­ Ι)εt μέσω της σχέψης το α.ληθtνό, το οtα.στρε\)λώνεt σε ανα­ ληθές.

Αυτή είνα.t η μονα.οtκή απλή πολεμtκή, την οποία.

'

α.σχεt

η

'

α.πο

ψη

'

οτt

η

'

γνωση

του

θ εου'

κα.t

του

α.

λη θ tνου'

πρέπεt να. είνα.t μόνο ά.μεση. Πα.λα.tότερα. είχαν α.πομα.­ κρυνΟεί α.πό τον θεό όλες ot επονομαζόμενες «α.νθρωπομορ­ Φtκές» [anthropopathiscl1] πα.ρα.στά.σεtς ως πεπερασμένες κα.t

γt '

α.υτο'

't: α.να.<,tες

του

Απερα.ντου· '

'

ετσt

ο

θ εος '

'

εtχε

κα.τα.ντήσεt ένα. εξαιρετικά. κενό ον. Αλλά. τότε ot νοητtκοί

όροt οεν εκλα.μl)ά.νοντα.ν ακόμα. yενtκά. ως α.νθρωπομορΦt­ κοι Αντίθετα. η νόηση θεωρείτο ότt κα.θα.ρίζεt τtς πα.ρα.­ στά.σεtς του Απόλυτου α.πό κά.θε τt πεπερασμένο, -

συμφωνία. με την πα.ρα.πά.νω

[§ 5]

σε

αναφερόμενη πεποίθηση

όλων των εποχών, ότt ο α.να.λογtσμός είνα.t ο [..Ι.όνος ορόμος προς την α.λήθεtα.. Τελtκά. όμως ακόμα. κα.t ot νοητtκοί όροt ενγένεt χαρακτηρίστηκαν α.νθρωπομορφtκοί, κα.t η νόηση περtγρά.φηκε ως ενέργεtα. που μετα.\)ά.λλεt τα. όντα. σε πεπερασμένα.

- Ο Jacobi παρουσίασε με εξα.φετtκή ευκρίνεtα. αυτή την πολεμtκή στο 7ο συμπλήρωμα. των επtστολών του σχετtκά.

με τον ~πtνόζα.:!, την οποία. ι..ι.ά.λιστα. οα.νείστηκε α.πό την ίοtα. τη Φtλοσοφία. του ~πtνόζα., χα.t την χρησtμοποίησε

γtα. την καταπολέμηση του γνωρίζεtν ενγένεt. Μέσα. στην πολεμtκή του το γνωρίζεtν εκλα.μl)ά.νετα.t μόνο ως γνώση του πεπερασμένου, ως νοητtκή πορεία. που προχωρεί κατά κα.t πα.pα.κά.τω ο Χέγκελ χpΎ)σψ.οποιεί επα.νεtλΎ)(ψ·ένα. τους όρους: Bedingnng ( = συνθ~κΎJ), Bedingtes ( = ευpισχόμ.ενο κάτω α.πό συνθ~κες), UniJedingtes (= απόλυτο, κα.t ά.pα. μ.Ύ) ευpισχόμ.ενο κάτω α.πό συνθ~κες). 3. Πpόκεtτα.t για. το 6ι6λίο του Friedι·ic\1 Heiιπic\1 Jacobi: ϋber die Lehre de.Y Spίnoza in Brίefen an den Heπn Moses Mendelssohn (1785 1, νέα. συμ.πλΎJpωμ.ένΎ) έκοοσΎJ 178!)), που α.να.φέpθΎ)κε κα.t πα.pα.πά.νω, στΎ)ν 5Ύ)

κα.t 6ΎJ υποτημ.είωσΎJ τΎJς

§ 50.

165


σειράν α.πο ενα. ον εuρtσχόιιενο κάτω από συνθήκες, σε ένα. ά.λλο εuρtσχόιιενο κάτω από συνθήκες ον, καθένα. α.πό τα. οποlα. εlνα.t συνθήκη κα.t τα.uτόχρονα. κάτω από συνθήκες πρόκεtτα.t λοtπόν γtα. συνθήκες ποu 6ρlσχοντα.t κάτω από

συνθήκες. ΣύιιΦωνα. ιιε α.uτόν, το να. εξηγεlc; κα.t να. σuλλα.ιι6ά.νεtc; την έννοtα. ενός όντος, σηιια.lνεt να. κα.τα.δεί­ χνεtc; ότt α.uτό εlνα.t παράγωγο ενός άλλου· ά.ρα. κά.θε περtεχόιιενο εlνα.t κά.τt επιμέρους, εξαρτώμενο κα.t πεπερα­ σμένο· το α.πέρα.ντο, το α.ληθtνό, δηλ ο θεός, 6ρίσχετα.t 'ξ ε ω

ι α.πο

[Ltα.

ι τετοtα.

ι ιιηχα.νtστtκη

'φ σuνα. εtα.

στην

ι οποtα.

περtορlζετα.t το γνωρlζεtν.

- Είναι σ-ημαντικό να προσεχτεί, ότι ενώ ο Καντ έθεσε τον πεπερα.σιιένο χα.ρα.κτήρα. των κα.τηγορtών κuρlωc; ιιέσα. στον ιιορ

φ

ι

ι

ι

tκο χα.ρα.κτηρtσ[LΟ οτt

ot

ι

ι

κα.τηγορtεc; εtνα.t υποκει-

μενικές, ιιέσα. σ' α.uτή την πολειιtκή ο Jacobi χα.ρα.κτηρlζει τις κα.τηγορlες ως κά.τt προσδtορtσιιένο, κα.t δtα.πtστώνεt

ότt ot κα.τηγορlεc; σα.ν τέτοtεc; εlνα.t πεπερα.σιιένεc;. - Ο Jacobi εlχε ειιπρόc; στα. [Lά.τtα. τοu κuρίως τα. λα.ιιπρά. r επtτεuγιια.τα.

των

φ

ι

uσικων

r η

Β

α.κρtοο

λ

r ογtκων

ι

επtστηιιων

(των sciences exactes), ιιέσα. στην προσπά.θεtά. τouc; να. ι

γνωρtσοuν

τtc;

φ

ι

~

ι

uσtκεc; οuνα.ιιεtc; κα.t τouc;

φ

ι r uσtκouc; νοιιοuc;.

Πά.νω στο πεπερα.σιιένο έδα.φοc;, όποu 6α.σίζοντα.ι α.uτέc; ot επtστήιιεc;, δεν ιιπορεί 6έ6α.ια. να. 6ρεθεί το Απέραντο. Εlχε

δίκtο λοtπόν ο Lalande\ ότα.ν είπε ότt δtερεύνησε ολόκληρο τον οuρα.νό κα.ι δεν 6ρήκε τον θεό (δες τη Σηιιείωση της

60) 5 •

§

Πά.νω στο έδα.φοc; των φuσtκών επtστη[Lών προκύπτεt ·

ως έσχατο α.ποτέλεσιια. ιιια. γενική έννοtα., ποu είναι το

ακαθόριστο σuνονθύλεuιια. των εξωτερικών πεπερα.σιιένων όντων: η ύλη· κα.t ο Jacobί δtεlδε σωστά. ότt δεν uπά.ρχεt

καμιά άλλΥJ ΟιέξοΟος, όταν προχωρεί κανένας σε έvσ..ν

4. Joseph

Jeι·οιηe

Lalande (1732-1807),

γά.λλος αστροvόμ.ος.

5. Ως ιι~}ημ.είωσΎJ>> εvvοεί ο Χέγκελ το δεύτερο τμ:ήμ.α της παραγρά.­ Φοu, ποu παροuσιά.ζεται μ.ε εuρtίτερο αριστερό περιθώριο.

\66


τέτοιο δpόμ.ο, όπου κά.θε τι επεξηγείται μ.ε μεσολάΒηση

[κα.ι ά.pα. ως πα.pά.γ~γο] κά.ποιοu ά.λλοu.

§ 63 1 Τα.uτόχpονα.

ο Jacobi ισχupίζετα.ι ότι η αλήθεια υπάρχει για

το πνεύμα, έτσι ώστε ο ά.νθpωπος uφίστα.τα.ι μ.όνο μ.έσω της λογικής ικανότητας κα.ι ότι η λογική ικανότητα. είνα.ι η γνώση

περί θεού. Αλλά. μ.ια.ς κα.ι η πα.pά.γωγη [ =μ.εσολα.bημ.ένη] γνώση πεpιοpίζετα.ι σε πεπεpα.σμ.ένα. πεpιεχόμ.ενα., η λογική ικανότητα. είνα.ι ά.μ.εση [ = α.μ.εσολά.()ητη] γνώση, δηλα.δή πίστη 2 •

1. Περίληψη: Rδώ εφιστάται η προσοχ-ή στην εννοιολογικ-ή σύγγ_υση που υπάρχει μ.έσα στη Φιλοσοφία του Jacobi.

Η λογικ-ή

ικανότητα

ταυτίζεται μ.ε την πίστη· η γνώση αντιπαρατίθεται στην πίστη, ενώ ταυτόχρονα η πίστη ορίζεται ως άμ.εση γνώση και θεωρείται ότι γνωρί­ ζοuμ.ε όσα πιστεύοuμ.ε.

Il λέξη «πίστη» αναφέρεται τόσο σε αισθητά όσο

και σε υπεραισθητά, άρα νοητά όντα, χωρίς όμ.ως να παραλληλίζεται μ.ε τη νόηση. Rνώ η καθαρ-ή επόπτευση καθαρ-ή νόηση

(Anschauen) ταυτίζεται μ.ε την (Denken) όταν αυτές αφορούν τη σχέση μ.ε τον θεό, ο Jacobi

εξακολουθεί να τις διαφοροποιεί.

Χρησιμ.οποιώντας τη λέξη

«πίστη»

υποbάλλει την ψευδαίσθηση μ.ιας ευσέbειας και μ.ιας συνταύτισης μ.ε τη χριστιανικ-ή θρησκεία, ενώ εδώ πρόκειται για την υποκειμ.ενικ-ή αποκά­ λυψη και για ένα γενικά εκλαμ.bανόμ.ενο θεό ως ανώτατο ον. Τελικά ο όρος «πίστψ> συγχέεται μ.ε τα νο-ήμ.ατα: έμ.πνευση, αποκαλύψεις της καρδιάς, κοινός νους κτλ

2. Η γνώση ενός όντος, η οποία επιτυγχάνεται όταν ερευνώνται όσα αποτελούν τη συνθ-ήκη για τη δυνατότητά του, παραμ.ένει σε συνθ-ήκες που Ι)ρίσχονται κάτω από συνθ-ήκες

(bedingte Bedingungen, δες § 62)· πρόκει­

ται λοιπόν για μ.ια γνώση παράγωγων στοιχείων, όντων που υπάρχουν

χάρη στη μεσολάΒηση (Vermittlung) άλλων. Μια τέτοια γνώση αφορά τα πεπερασμ.ένα όντα και δεν μπορεί να συλλάbει τη θεiκ-ή απεραντοσύνη. Έτσι ο

Jacobi αντιπροτείνει την αμεσολάΒητη, την άμ.εση (unmittelbar)

γνώση, που είναι η πίστη. Αξίζει να σημ.ειωθεί ότι και ο ίδιος ο Χέγκελ

ξεκινά την πορεία της Λογικ-ής του μ.ε κάτι αμ.εσολάbητο: μ.ε το καθαρό Rίναι (δες

§ 86). 167


Οι κατ'Υ)γορίες, τις <"-ποίες συναντούι.ι.ε ι.ι.έσα σ' αυτ~ τΎJ θεωρία, είναι: γνώση, πίστη, νόηση, εποπτεία. Αυτοί οι

όροι, ενώ προϋποτίθενται ως οικείοι, πολύ συχνά. χρ'Υ)σιι.ι.ο-

,

ποιουνται

'

αυ θ αφετο

ι.ι.ε

'

'

Ρ' οασει ψ υχο λ ογικων παρα-

τροπο,

στάσεων και διακρίσεων, χωρίς πρωτύτερ'Υ) έρευνα τΎJς ' φ υ~ς

τους

και

σπουδαιότερο.

ι

τΎJς

ι

εννοιας

τους,

ΎJ

ι

οποια

ι

ειναι

και

το

Έτσι 6ρίσκουι.ι.ε πολύ συχνά. τ'Υ) γνώση να

αντιπαρατίθεται στψ πίστη, ενώ ταυτόχρονα ΎJ πίστ'ΥJ ορίζεται ως ά.ι.ι.ε~ γνώσ'Υ) -

' πιστ'Υ)

·~ ειοος

ως

'

ει.ι.πεφικο

' γνω~ς.

'

~ ~ οεοομενο,

ά.ρα αναγνωρίζεται έτσι ΎJ

Εi πιπ λ'εον θ εωρειται '

' '

α φ ενος

οτι

'

οσα

ασ φ α λ' ως ως

'

πιστευουμε

'

υπαρχουν

μέσα στ'Υ) συνείδΎJ~ μας, και ά.ρα ότι τουλάχιστο κάτι ξέρουμε απ' αυτά.· αφετέρου ότι όσα πιστεύουμε υπάρχουν

ως κά.τι ΒέΒαιο μ.έσα στ'Υ) συνείΟΎJ~ ι.ι.ας, και ά.ρα τα ξέρουμε.

- Επιπλέον, ΎJ νόηση αντιπαρατίθεται κυρίως στψ ά.ι.ι.ε~ γνώσΎJ και στψ πίστ'Υ), ειδικότερα όμως στ'Υ)ν εποπτεία. Αλλά. εά.ν ΎJ εποπτεία οριστεί ως διανοητική, αυτό δεν μπορεί να ~μαίνει ά.λλο από σκεπτόμενη εποπτεία, εά.ν δεν θέλουμε ι.ι.ε τον όρο «διανο'Υ)τικός» να καταλα6αίνει ο

'

'

ι ι ι ι φ αναγνωστΎJς καποιες εικονες ΎJ και ανταστικες παραστα-

'

'

'

σεις, σε μια ερευνα γυρω απο τ'Υ)

φ'υ~

του

θ εου. ' Μ'εσα

στ'ΥJ

διάλεκτο αυτ~ς τΎJς Φιλοσοφίας ΎJ λέξΎJ «πίστψ χρψιμο-

'

ποιειται

και

με

ανα

φ

ι

ορα

σε

ι

κοινα

ι

πραγματα

που

ι

ειναι

παρόντα στις αισθήσεις. Πιστεύουμε, λέει ο Jacobi, ότι

έχουι.ι.ε ένα σώμα· πιστεύουι.ι.ε στψ ύπαρξη των αισθητών πραγμάτων=1 • Αλλά. όταν γίνεται λόγος για πίστΎJ στο 3. Γρά.φει κα.τά. λέξΎJ ο Jacobi στο GιGλίο του Η θεωρία του Σπινόζα (1785, οες F. Jacoω IV, σελ 21 1): ιιΜε τΎJν πίστΎJ γνωρίζουμε ότι έχουμε ένα. σώμα. κα.ι ότι έξω από εμά.ς είνα.ι παρόντα ά.λλα σώματα. κα.ι ά.λλα σκεπτόμενα. όντα.)). ~τις οξύτατες αντιρρ-ήσεις που οι-ήγειρε Ύ] περί πίστΎJς θεωρία. του Jacobi, α.πά.ντΎJσε ο ίοιος στο GιGλίο του: David Hume ίίber fkn

Glauben, oder ldealismus und Realismus (= ιιΟ Δα.Gίο Χιούμ σχετικά. με

168


αληθινό κα.ι α.ιώνιο, κα.ι λέμε ότι ο θεός έχει α.ποκα.λυφθεί κα.ι δοθεί στην άμεση γνώση κα.ι εποπτεία., δεν α.να.φερό­ μα.στε σε αισθητά πράγματα., α.λλά σε ένα. εντός εαυτού γενικό περιεχόμενο, σε αντικείμενα. που αφορούν μόνο το σκεπτόμενο πνεύμα.. Κα.ι ότα.ν συζητιέται το ατομικό Εγώ,

η προσωπικότητα- όχι ένα. εμπειρικό Εγώ, μια. επιμέρους προσωπικότητα.-, προπάντων ότα.ν έχουμε μπροστά στη συνείδησή μα.ς την προσωπικότητα. του θεού, τότε γίνεται λόγος για. μια. καθαρή, δηλα.δή εντός εαυτής γενική προσω­

πικότητα.. Μια. τέτοια. προσωπικότητα. είνα.ι μια. σκέψη κα.ι αρμόζει μόνο στη νόηση.

-Επιπλέον, η κα.θα.ρή επόπτευση είνα.ι εντελώς το ίδιο ό,τι κα.ι η κα.θα.ρή νόηση.

.

Η επόπτευση κα.ι η πίστη

εκφράζουν κα.τ' α.ρχήν τις προσδιορισμένες πα.ρα.στάσεις, τις οποίες συνδέουμε συνήθως μ.ε α.υτές τις λέξεις διαφέ­

ρουν bέbα.ια. α.πό τη νόηση, κα.ι α.υτή η διαφορά είνα.ι σχεδόν σε όλους κα.τα.νοητή. Αλλά εδώ [δηλ. στη Φιλοσο­ φία. του Jacobi] εκλα.μbάνοντα.ι με ένα. ανώτερο νόημα., κα.ι

πρέπει να. εριJ.ηνευτούν ως πίστη στον θεό, ως διανοητική επόπτευση του θεού· πρέπει δηλα.δή να. κάνουμε α.φα.ίρεση

α.πό όσα. διαφοροποιούν τη νόηση α.φενός, α.πό την επό­ πτευση κα.ι την πίστη αφετέρου. Είνα.ι α.δύνα.το να. ειπω­

θεί, ότα.ν ΙJ.ετα.φέροντα.ι σ' α.υτή την ανώτερη περιοχή, το πώς η πίστη κα.ι η επόπτευση διαφέρουν α.πό τη νόηση. Κα.ι μολονότι πρόκειται για. διακρίσεις λέξεων που έχουν

κα.τα.ντήσει κενές περιεχομένου, με α.υτές νομίζουν ότι λένε κα.ι ισχυρίζονται κάτι πολύ σπουδαίο, κα.ι νομίζουν ότι κα.τα.πολεμούν κάποιους όρους, που είνα.ι οι ίδιοι με α.υτούς τους οποίους υποστηρίζουν.

- Ωστόσο ο όρος πίστη έχει το ιδιαίτερο προτέρημα. ότι την πίστη, ή ιδεα.λισ[J-ός χα. ι ρεα.λισ[J-ός »,

148-9

χα.ι

151

1787). Δες F. Jacobi Π, σελ.

Σημ..

169


υπενθυμίζει την πίστη της χριστιανικής θρησκείας μοιάζει

σα.ν να. συμπεριλα.μbάνει τη χριστιανική πίστη ή κα.ι να. ταυτίζεται με αυτήν· έτσι αυτή η πιστεuουσα. Φιλοσόφηση φαίνεται να. διακατέχεται α.πό εuσέbεια. κα.ι μάλιστα. χρι­

στιανική

ευσέbεια.,

κα.ι πάνω στο θεμέλιο αυτής της

ευσέbεια.ς παίρνει την ελευθερία. να. διατυπώνει τις αυθαί­ ρετες δια.bεbα.ιώσεις της με όλο κα.ι μεγα.λuτερη aπαιτητι­ κότητα. κα.ι αυθεντία.. Δεν πρέπει όμως να. αφήσουμε τον

εαυτό μα.ς να. εξαπατηθεί α.πό την επίφαση που μπορεί να. εισδuσει με την ομοιότητα. των λέξεων, αλλά να. συνειδη­

τοποιήσουμε τη διαφορά. Η χριστιανική πίστη κα.τ' αρχήν συμπεριλα.μbάνει την αυθεντία. της Εκκλησίας αλλά η

πίστη της Φιλοσοφία.ς του Jacobί έχει μόνο την αυθεντία. της υποκειμενικής του αποκάλυψης.

Έπειτα. η χριστια­

νική πίστη είναι ένα. αντικειμενικό, εσωτερικά πλοuσιο περιεχόμενο, ένα. σUστημα. διδα.σχα.λία.ς κα.ι γνώσης αλλά το περιεχόμενο ετοuτης της φιλοσοφικής πίστης είναι τόσο ακαθόριστο εσωτερικά, ώστε σίγουρα. αφήνει χώρο για. τη

χριστιανική πίστη, αλλά σuμπεριλα.μbάνει εξίσου καλά την πίστη ότι ο Δαλάι Λάμα., ο τα.uρος, ο πίθηκος κτλ.

είναι θεός - έτσι ώστε περιορίζει τον θεό στο να. είναι ο θεός ενγένει, το ανώτατο ον. Η ίδια. η πίστη, εκλα.μbα.νό­ μενη με αυτό το υποτιθέμενα. φιλοσοφικό νόημα., δεν είναι παρά μια. στεγνή αφαίρεση άμεσης γνώσης, ιJ.ια. εντελώς μορφική κατηγορία. που δεν πρέπει να. συγχέεται ή να. ταυτίζεται με την πνευματική πληρότητα. της χριστιανι­

κής πίστης, είτε δοuμε την πίστη του Jacobί α.πό την πλευρά της καρδιάς ενός πιστοu κα.ι του μέσα. του διαμένο­ ντος Αγίου Πνεuμα.τος, είτε α.πό την πλευρά μια.ς συστη­ ιJ.α.τικής διδα.σκα.λία.ς.

Αυτό που εδώ ονομάζεται ιιπίστη» ή ιιάμεση γνώση», ι

εινα.ι εντε

λ ι

ι~

ι

ι

ως το ιοιο με εκεινο που εχει α.

λλ

ι

ι

ου ονομα.στει:

έμπνευση, α.ποκα.λuψεις της καρδιάς, αλήθειες φυτεμένες

170


μέσα. στοuς α.νθρώποuς α.πό τη φuση, κα.ι ειδικότερα.: uγιής ανθρώπινος νοuς, common sense, κοινός νοuς.

Όλες α.uτές

οι μορφές σuμφωνοuν κα.τά. το ότι uιοθετοuν ως αξίωμά. τοuς την αμεσότητα., τον α.uτα.πόδεικτο τρόπο κα.τά. τον

οποίο πα.ροuσιά.ζετα.ι ένα. περιεχόμενο ή ένα. σuμ6ά.ν μέσα. στη σuνείδηση.

§ 64 1 Αuτό

ποu γνωρίζει α.uτή η ά.μεση γνώση, είναι ότι το

α.πέρα.ντο, το αιώνιο, ο θεός ποu 6ρίσχετα.ι μέσα. στην παράστασή μα.ς,

πρά.γμα.τι υπάρχει·

ότι

μέσα. στη

συνείδησή

μα.ς

έχει

σuνδεθεί με α.uτή την παράσταση ά.μεσα. κα.ι αδιαχώριστα. η 6ε6α.ιότητα. τοu Είναι της. Το να. θελήσει να. εναντιωθεί σ' α.uτές τις προτάσεις της ά.μεσης γνώσης, είναι το τελεuτα.ίο πράγμα. ποu θα.

σκεφτόταν ένα.ς φιλόσοφος. θα. μποροuσε αντίθετα. να. της ευχηθεί,

α.uτές οι πα.νά.ρχα.ιες προτάσεις, ποu μάλιστα.

εκφρά.ζοuν ολόκληρο το γενικό περιεχόμενο της Φιλοσο-

1. Περίληψη: ~ύμ.φωνα μ.ε τη θεωρία του Jacobi περι αμ.εσης γνώσης, η παράσταση που έχουμ.ε για το Απόλυτο (τον θεό, την απερα­ ντοσύνη, την αιωνιότητα) συνδέεται άμ.εσα μ.ε τη ι)ει)αιότητα ότι το Απόλυτο υπάρχει· συνδέεται λοιπόν άμ.εσα το νοούμ.ενο μ.ε το Είναι του. Αλλά σ' αυτό δεν διαφωνεί κανένας φιλόσοφος, έστω και αν αυτή η θεωρία όιατυπώθηκε aφιλοσόφητα· πρόκειται για ταύτιση της σχέψης του θεού μ.ε την

ύπαρξή του,

της αντ ικε ιμ.εν ικότητας του θεού μ.ε την

υποκειμ.ενικότητα της σχέψης περί θεού. Ακόμα και όταν ο Jacobi προσπα­ θεί να αποόείξει ότι η ύπαρξη συνόέεται και μ.ε την παράσταση αισθητών

πραγμ.άτων, οι φιλόσοφοι δεν χρειάζεται να δυσαρεστηθούν.

Η μ.όνη

διαφορά είναι ότι ο Jacobi παίρνει «αποκλειστική)) στάση αποκλείοντας τους φιλόσοφους από την αλήθεια. Η ταύτιση των παραστάσεών μ.ας μ.ε το Είναι τους δεν είναι καν συλλογισμ.ός, όπως δεν είναι και το Καρτεσι­ ανό

cogito, ergo sum· αλλά αυτό το παραδέχεται ο ίδιος ο Καρτέσιος, και

κάθε πρόσφατη πρόταση του Jacobi είναι ψριττή επανάληψη.

171


φίας, να γίνοuν και γενικές πεποιθήσεις της εποχής μ.ας,

έστω και μ.ε αuτόν τον aφιλοσόφητο τρόπο. Θα ήταν μ.άλιστα απορίας ά.ξιο, αν νόμ.ιζε κανείς ότι αuτές οι

προτάσεις εναντιώνονται στη Φιλοσοφία - δηλ οι προτά­ σεις ότι όσα θεωροuνται ως αληθινά., είναι εμ.μ.ενή μ.έσα στο πνεuμ.α

(§ 63),

και ότι η αλήθεια uπά.ρχει για το

πνεuμ.α (όπ.π.). Από μ.ορφική ά.ποψη είναι ενδιαφέροuσα ειδικά. η πρόταση, ότι είναι ά.μ.εσα και αδιαχώριστα σuνδε­ δεμ.ένη η σκέψη τοu θεοu μ.ε το Είναι τοu, η αντικειμενικό­ τητα (J.ε την υποκειμενικότητα ποu παροuσιά.ζει κατ' αρχήν ί:χuτή η σκέψη. Και μ.ά.λιστα η Φιλοσοφία της ά.μ.εσης

γνώσης προχωρεί τόσο πολu στην αφαίρεσή της, ώστε ισχuρίζεται ότι ο όρος της ύπαρξης είναι αδιαχώριστα

σuνδεδεμ.ένος όχι μ.όνο μ.ε τη σκέψη τοu θεοu, αλλά. και μ.έσα στην εποπτεία μ.ε την παράσταση του σώματός μ.οu και των εξωτερικών πραγμ.άτων.

- Εά.ν η Φιλοσοφία προσπαθεί να αποδείξει μ.ια τέτοια ενότητα, δηλαδή να δείξει ότι έγκειται μ.έσα στην ίδια τη / φ uση

της

σκε

ης

και

της

I

uποκειμ.ενικοτητας

το

να

I

ειναι

αδιαχώριστη από το Είναι και την αντικειμ.ενικότητα,

όποια εκτίμ.ηση και αν χαίροuν τέτοιες αποδείξεις, η Φιλοσοφία θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι εuχαριστημ.ένη ποu δείχνεται ότι οι προτάσεις της είναι και γεγονότα της

συνείδησης, και ά.ρα ότι εναρμ.ονίζονται μ.ε την εμπειρία.

- Η διαφορά. ανά.μ.εσα στη Φιλοσοφία και σε όσα ισχuρίζε­ ται η ά.μ.εση γνώση, σuνοψίζεται στο ότι η ά.μ.εση γνώση

παfρνεt μια αποκλειστική στάση, όταν α.ντtπαρατfθετα.t προς τη Φιλοσοφία.

-Αλλά. κι εκείνη η πρόταση, γuρω από την οποία μ.πορεί να ειπωθεί ότι στρέφεται ολόκληρο το ενδιαφέρον της

νεότερης 2 Φιλοσοφίας αφότοu εκφράστηκε από τον δημ.ι-

2. 11 οεuτερrι έχοοση γρά.φει: neueι·en ( = νεότερrις), Ύ) τρίτrι έχοοσrι γρά.φει: neιιen ( =νέιχς).

172


ουργοI

τΎJς:

c

οgι"tο,

ergo sum,

[

'' I ="'"'κεπτομαι,

I αρα

υπάρχω], είναι μια αυταπόοεικτΎJ ή ά.μεσ-η αλήθεια. Όποιος θεωρεί αυτή τψ πρότασ-η συλλογισμό, οεν θα πρέπει σχετικά. με τΎJ φuσΎJ των συλλογισμών να ξέρει περισσότερα από το ότι περιέχουν το <<eι·go>>. Ποu είναι ο

medius terminus [=μεσαίος όρος]; I

~

I

ειναι οα κατι πο

Ένας τέτοιος όρος

λ' I I λλ I I υ ουσιαστικοτερο σε ενα συ ογισμο απο

όσο ΎJ λέξΎJ <<ergO>>. Αν θελήσουμε όμως να δικαιώσουμε τον

τίτλο, ονομάζοντας αυτή τΎJ σuνθεσ-η του Descartes έναν άμεσο συλλογισμό, αυτή ΎJ περιττή μορφή συλλογισμοu θα ονομαστεί μια σύνθεση διαφορετικών όρων που δεν μεσολα6είται από τίποτα. Τότε όμως ΎJ σUνθεσ-η του Είναι με τις παραστάσεις μας, τψ οποία προ6ά.λλει το αξίωμα περί

ά.μεσΎJς γνώσ-ης, οεν θα είναι περισσότερο ή λιγότερο από τψ πρότασ-η του Descartes ένας συλλογισμός. - Από τΎJ οιατρι6ή του Hotho σχετικά. με τψ Καρτεσιανή

Φιλοσοφία (εκοόθΎJκε το 1826γ1 αντλώ τα χωρία, μέσα στα οποία και ο ίοιος ο Descartes εξΎJγεί ρΎ]τά. ότι ΎJ πρότασ-η cogito, ergo sum οεν είναι συλλογισμός τα χωρία είναι: Respons. ad sec. Ι,

1181 .

object.· De Methodo IV· Epίstolae

Καταγράφω τις σχετικές εκφράσεις από το πρώτο

κείμενο. Ο Descartes λέει πρώτα: το ότι είμαστε σκεπτό­ μενα όντα, είναι «pήma quaedam notio quae ex nullo

3. Ιlρόκειτα.ι για. τη διδακτορική δια.τρι(}ή τοu Heinrich Gιιstav Hotho: De philosophia Cartesiana ( = ιιΠερί της Φιλοσοφία.ς τοu Κα.ρτέ­ σιοu»), Berlin

1826.

!1. Τα. τρία. κείμ.ενα. τοu Κα.ρτέσιοu, στα. οποία. πα.ρα.πέμ.πει ο Χέγκελ

μ.ε λατινικούς τίτλους είνα.ι: α.)

Meditationes de prima philosophia {= 1641, στο κεφά.λα.ιο: ResιJonsiones ad secιιndas olJjectiones ( = ιιΑπα.ντήσεις στις δεύτερες αντιρ­ ρήσεις»). (}) Discours de la methode (=ιιΛόγος περί της μ.εθόδοu»), 1637, 4ο μ.έρος. γ) Lettres (= ιιΕπιστολές»), στην έκδοση ποu έκα.νε ο Clerselier: Lettres de Mr. Descarte.v, 3 τόμ.οι, Paris 1657-58. Πρόκειται για. την επιστολή CDXL μ.έσα. στα. Άπα.ντα. τοu Κα.ρτέσιοu IV, 442-7. ιιΣτοχα.σμ.οί περί της

Πρώτης Φιλοσοφία.ρ>),

173


syllogismo concluditur>> [ = ι εννοια.,

~ οεν

που

<ψ.ια.

Ι σuμ.περα.ινετα.ι

κάποια.

I

I

α.πο

κα.νενα.

σu

πρωτα.ρχικ~ λλ

I

ογισμ.ο»

]

·

κα.ι συνεχίζει: «neque cum quis dicit: ego cogito, ergo sum

sive existo, existentiam ex cogitatione per syllogismum

, [= de d ucιt>> uπά.ρχω',

I

I

«εα.ν κα.ποιος πει:

<

I

I

Ι

I

σκεπτομ.α.ι, α.ρα. ειμ.α.ι η

δεν πα.ρά.γει την uπα.ρζη α.πό τη νόηση μ.ε

σuλλογισμ.ό» ]. Μια. κα.ι ο Descartes γνωρίζει τί α.ν~κει σε I

ενα. σu

την

λλ ογισμ.ο, I θ' I Ε' 'λ I προσ ετει οτι για. να. μ.ετα.οα. οuμ.ε εκεινη

I προτα.ση

την προκείμ.ενη:

[ =ιω'λ α.

I

οσα.

I

προκειμ.ενΎ)

I σu λλ ογισμ.ο,

σε

«illud omne, quod cogitat, est sive existit» ]5 Αuτη η εινα.ι η uπα.ρχοuν» ·. I

σκεπτοντα.ι,

I

θ α. επρεπε I να. προσ θ' εσοuμ.ε

ομ.ως

-

I

θ'

προσ ετει

I

-

I

f

εινα.ι

I

f

εκεινη

ποu

μ.ά.λλον να. πα.ρα.χθεί α.πό την α.ρχικ~ πρότα.ση. 'Ο σα. λ'εει ο D escartes σχετικα. μ.ε το α.<,ιωμ.α. Ι:' I

I

σκεπτομ.ενο

Ε

f

πρεπει

I οτι το

~ I I Ε' ~ λ ~ I γω εινα.ι α.οια.χωριστο α.πο το ινα.ι, οη α.οη: I

I

5. Το κείμενο ιχπό τις Meditationes τοu Κιχρτέσιοu (δες Άπιχντιχ VII, 140), ποu πιχριχθέτει ο Χέγκελ, στην πλ~ρη τοu μορφ~ έχει ως εξ~ς: ιιCum autem advertimus nos esse res cogitantes, prima quaedam notio est, quae ex nullo syllogismo concluditur; neque etiam cum quis dicit, ego cogito, ergo sum, sive existo, existentiam ex α>gitatione per syllogismum deducit, sed tanquam rem per se notam simplici mentis intuitu agnoscit, ιιt patet ex eo, quod, si eam per syllogismum deduceret, novisse prius debιιisset istam majorem, illud omne, quod cogitat, est sive existit; atqui profecto ipsaιn potius discit, ex eo qιιοd apud se experiatur, fieri non posse ut cogitet, nisi existat.» ( = ιιΑλλά ότιχν ιχντιλιχμ(}ιχνόμιχστε ότι είμιχστε σκεπτόμενιχ πράγμιχτιχ, ιχuτ~ είνιχι μιιχ πρώτη έννοιιχ ποu δεν σuμπεριχίνετιχι ιχπό κιχνένιχ σuλλογισμό· κιχι ότιχν κάποιος λέει: Σκέπτομαι, άρα είμαι ή υπάρχω,

δεν σuμπεριχίνει τηv ύπιχρξ~ τοu ιχπό τη σκέψη τοu οuνάμει κάποιοu σuλλογισμού, ιχλλά οuνάμει ενός πράγμιχτος γνωστού ιχΦ' ειχuτού, το οποίο (}λέπει με μιιχ ιχπλ~ θεώρηση τοu πνεύμιχτος. Αuτό φιχίνετιχι ιχπό το ότι εάν τψ είχε πιχριχγiJ.γει Οuνάμει σuλλογισμού, θιχ έπρεπε νιχ γνώριζε πρωτύτεριχ ιχuτ~ τηv προκείμενη:

Όλα όσα σκέπτονται, είναι ή υπάρχουν.

ΑντίΟετιχ ιχuτ~ τοu uποδείχνετιχι ιχπό ιχuτό ποu γνωρίζει μέσιχ τοu, ότι δεν μπορεί νιχ σκέπτετιχι, εάν δεν uπάρχει.,,).

174


'

οτι

'

α.uτη

η

'φ εια. συνα.

προσ φ' ερετα.ι

κα.ι

'

περιεχετα.ι

'

ιι-εσα.

στην απλή εποπτεία της συνείδησης, ότι α.uτ~ η σuνά.φεια. είναι κά.τι α.πόλuτα. πρώτο, ένα. α.ξίωιι-α., το πιο 6έ6α.ιο κα.ι

'

'

προ φ α.νες α.πο ο'λ α.,

'

'

ετσι ωστε

~ οεν

ιι-πορει να. νοη θ ει κα.νε-

'

'

'

να.ς τόσο τερατώδης σκεπτικισιι-ός ποu δεν θα. το πα.ρα.δεχότα.ν

- ο'λ α.

'

α.uτα. εινα.ι τοσο εκ φ ρα.στικα. κα.ι σα. φ' η,

'

'

'

'

ωστε οι

πρόσφατες προτάσεις τόu Jacobi κα.ι άλλων σχετικά. ιι-ε α.uτ~ την ά.ιι-εση σύνθεση [Ι-όνο ως περιττές επα.να.λ~ψεις ιι-πορούν να. θεωρηθούν.

§ 65 1 Αuτ~

η θεωρία. δεν α.ρκείτα.ι σ εκείνο ποu έδειξε σχετικά.

ιι-ε την έμμεση γνώση: ότι α.uτ~ λα.ιι-6α.νόιι-ενη μεμονωμένα είναι α.νεπα.ρκ~ς για. την α.λ~θεια.. Η ιδιοιι-ορφία. α.uτ~ς της θεωρίας έγκειται στην άποψη ότι η άμεση γνώση ιι-όνο μεμονωμένα

λα.ιι-6α.νόιι-ενη, ιι-ε πλ~ρη αποκλεισμό της ιι-εσολά.6ησης, ιι-πορεί να. έχει ως περιεχόιι-ενο την α.λ~θεια..

- Αυτός ο α.ποκλεισιι-ός δείχν-ει ότι η θεωρία. ετούτη είναι ένα.ς

'

uποτροπια.σιι-ος

στη

'

ιι-ετα. φ uσικη

'

~ οια.νοια.,

στην

τα. λ' α.ντεuση

'

της

ιι-ετα.ξύ α.κροτ~των («είτε-είτε»), κα.ι ά.ρα. uποτροπια.σιι-ός στη σuιι-περιφορά. της εξωτερικ~ς ιι-εσολά.6ησης, η οποία. προσκολλά­ ται στο πεπερα.σιι-ένο, δηλα.δ~ σε ιι-ονόπλεuρες κατηγορίες, τις οποίες εσφα.λιι-ένα. θεωρεί ότι έχει ξεπεράσει. Ωστόσο δεν θα.

σuζητ~σοuιι-ε α.uτό το σηιι-είο εκτετα.ιι-ένα.· η αποκλειστικά. ά.ιι-εση γνώση κα.τα.φά.σκετα.ι ιι-όνο ως γεγονός, κα.ι ιι-έσα. στην παρούσα. 1. Περίληψη: Η θεωρία. του Jacobi περί ιiμεσΎJς γνώσΎJς οεν α.ρκείτα.ι να. επικρίνει την έμμεσΎ), μεσολα.6ημένη γνώσΎJ, α.λλιi χα.ι αποκλείει εντελώς τη μεσολιi6ησΎ].

Έτσι ξα.να.πέφτει στην πα.ρα.οοσια.κή Μεταφυ­

σική με τις μονόπλευρες χα.τηγορίες της. Αλλιi το ζήτημα που θέτει η

Λογική, α.φοριi την α.ντίθεσΎ) μετα.ξύ α.μεσότητα.ς χα.ι μεσολιi6ησΎ]ς α.υτό

το ζήτημα. θα εξεταστεί πα.ρα.χιiτω, κα.ι μιiλιστα. με α.υτό θα. ασχοληθεί ολόκληρο το οεύτερο μέρος της Λογικής, που α.φοριi την ουσία ως ενότητα. α.μεσότητα.ς κα.ι μεσολιi6ησΎJς.

175


Εισαγωγή θα. την εξετά.σοuμ.ε [J.όνο α.πό α.uτή την εξωτερική άποψη. Η πρα.γ[J.α.τική ση[J.α.σία. της έγκειται στο ερώτη[J.α. της Λογικής σχετικά. tJ.ε την αντίθεση

tJ.ετα.ξu α.tJ.εσότητα.ς κα.ι

tJ.εσολά.6ησης. Αλλά. η σuζητοutJ.ενη θεωρία. α.ρνείτα.ι να. εξετάσει τη φuση των Πρα.γ(J.ά.των, δηλαδή την έννοια., για.τί tJ.ια. τέτοια. εξέταση θα. οδηγοuσε σε tJ.εσολά.6ηση κα.ι tJ.ά.λιστα. σε γνώση. Η αληθινή εξέταση πρέπει λοιπόν να. α.να.6ληθεί, έως ότοu φτά.­ σοuμ.ε [J.έσα. στην ίδια. την επιστή[J.η της Λογικής.

Ολόκληρο το δεuτερο tJ.έρος της Λογικής, η διδασκα­ λία. περί της ουσίας, εξετάζει την οuσιώδη α.uτοτιθέ[J.ενη ενότητα. α.[J.εσότητα.ς κα.ι [J.εσολά.6ησης.

§ 66 1 θ α.

στα. θ OU[J.ε

'

λ οιπον '

εκληφθεί ως γεγονός.

σ

'

ετοuτο: η α.[J.εση γνωση ο φ ει'λ ει να.

'

'

'

Έτσι ό[J.ως η εξέταση οδηγείται στο πεδίο

της εμπειρίας, σε ένα. ψυχολογικό φα.ινό[J.ενο.

- Σχετικα.'

tJ.ε α.uτο πρεπει να. α.να. φ ερ θ' ει ως κοινοτα.τη ε[J.πεφια.,

'

'

'

'

ότι οι αλήθειες για. τις οποίες ξέροutJ.ε πολu κα.λά. ότι είνα.ι

α.ποτέλεσ[J.α. των πιο περίπλοκων κα.ι έ[J.[J.εσων ερεuνών, πα.ροuσι­ ά.ζοντα.ι άμεσα στη συνείδηση εκείνοu, ο οποίος εξοικειώθηκε tJ.ε

'

'

α.uτες τις γνωσεις.

ο

Α, ' [J.α.v•ιtJ.α.τικος,

' 'θ ε εκπα.ιοεu[J.ε!1' ' οπως και κα.

νος σε tJ.ια. επιστή[J.η, έχει τις λuσεις των προbλη[J.ά.των ά.[J.εσα.

'

πα.ροuσες,

στις

'

οποιες

'

Ο[J.ως

'

εχει

'

φ τα.σει

'

[J.εσα.

'

α.πο

πο

λ'uπ λ οκες

α.να.λuσε'ις κά.θε tJ.ΟρΦωtJ.ένος άνθρωπος έχει ένα. πλήθος α.πό

.

γενικές απόψεις κα.ι α.ρχές ά.[J.εσα. πα.ροuσες στο πνεutJ.α. τοu, οι I. Περίληψη: 11 ά.μ.εση γνώση είναι ένα αοιαμ.φισ6·~τητο εμπειρικό και ψυχολογικό γεγονός. Αλλά. κά.θε επιστ~μ.ονας και κά.θε μ.ορφωμ.ένος

ά.νθρωπος που οοηγ~θηκε σε μ.ια ά.μ.εση γνώση ~ λύση κά.ποιου προ6λ~μ.α­ τος, οοηγ~θηκε μ.ετά. από πολύπλοκες αναλύσεις και προσπάθειες ά.ρα η

ά.μ.εση γνώση είναι προιόν μ.εσολα6~σεων. Παρόμ.οια η ά.μ.εση ύπαρξη ενός γονέα ~ ενός σπόρου είναι προιόν μ.εσολά.6ησης, εφόσον οι γονείς και οι σπόροι έχουν προκύψει μ.έσω ά.λλων γονέων και σπόρων- η ά.μ.εση ύπαρξη και παρουσία είναι λοιπόν επίσης προiόν μ.εσολά.6ησης.

\Ί6


οποίες έχουν προχuψει από συχνούς αναλογισμ.ούς χαι μ.αχρό-

,

χρονη

Η

πεφα.

ι

ανεση

στην

ι

φ

οπ?ια

ι

ι

τανουμ.ε

μ.εσα

σε

ι

χαποιο

είδος γνώσης, τέχνης ή τεχνικής επιδεξιότητας, έγκειται στο I

οτι

I

αποχτουμ.ε

I

I

τετοιες

γνωσεις

I

I~

I

η

τετοια

ειοη

~

Ι

οραστηριοτητας

άμεσα στη σuνεtΟΎ]σή μας, ~ xat άμεσα στα μέλΎ] (.1ας, σε κάποια προς τα έξω χατεuΟυνόμ.ενη δραστηριότητα.

-

Σε

'λ ι ι ο ες αυτες τις περιπτωσεις,

1 1 ι η αμ.εσοτητα της γνωσης οχι

μ.όνο δεν αποκλείει τη μ.εσολά6ηση, αλλά αυτές οι δύο είναι τόσο συνδεδεμ.ένες, ώστε η άμ.εση γνώση αποτελεί προϊόν χαι αποτέλεσμ.α της έμ.μ.εσης [ = μ.εσολα6ημ.ένης] γνώσης.

Όχι λιγότερο σαφές είναι ότι η άμ.εση ύπαρξη συνδέ­ εται μ.ε τη μ.εσολά6ησή της. Οι σπόροι χαι οι γονείς είναι άμ.εσες χαι aφετηριακές [anfangend] υπάρξεις σχετικά προς τα παιδιά χτλ. που αυτοί γεννούν. Αλλά οι σπόροι χαι οι γονείς, έστω χαι αν ως υπάρχοντες είναι χάτι

άμεσο, ωστόσο είναι επίσης γεννημ.ένοι [χαι άρα μ.εσολα6ημ.ένοι από άλλους]· χαι τα παιδιά, παρά τον μ.εσολα6η­

μ.ένο χαραχτήρα της ύπαρξής τους, είναι τώρα άμ.εσα, ε

, φ οσον

,

Τ

υπαρχουν.

ο

,

οτι

,

εγω

,

εψαι

στο

Β

ερο

λ'

ινο,

,

αυτη

η

άμεση παρουσία μ.ου έχει μεσολαΒηθεί από το ταξίδι που έχανα έως εδώ· χαι ούτω καθεξής.

§ 67 1

Όσον αφορά την άμεση γνώση θεού, νομικών και ηθικών

αρχών- χαι στην άμ.εση γνώση σuμ.περιλαμ.6άνεται το ένστιχτο, 1

οι εμ.

φ

υτες

1.

'i:''

ι

tοεες, ο χοινος νους, η

φ

ι

υσιχη

λ

ι

ογιχη

ι

ιχανοτητα χτ

λ

.

Περίληψη: ΙΙ θρησχείιχ χα.t η ηθιχότητιχ είνιχι ΙJ-εν ζητή[J.ΙΧτΙΧ

πίστης ή ά[J.εσης γνώσης, ιχλλά προϋποθέτουν [J.tΙX ιχπιχριχίτητη μεσολά­ Βηση, ποu ονο[J.άζετιχt εχπιχίδεuση, ιχνάπτuξη, ΙJ-όpφωση.

ΙΙ θεωρίιχ περί έ!J-Φuτων ιδεών χάνει ένιχ λάθος πιχpό!J-οιο ΙJ-ε τη

θεωρίιχ περί ά[J.εσης γνώσης: διιχχωρίζει ΙJ-ε οξύτητιχ όσιχ προuπάρχοuν έ!J-Φuτιχ !J-έσιχ στην ψυχή, ιχπό όσιχ [J.ΙΧς δίνοντιχι ψπεφιχά - ενώ ιχuτά ιχλληλοεξιχρτώντιχt.

Αλλά ot έ!J-Φuτες

ιδέες δεν χρειάζετιχι νιχ είνιχι

177


,

I

οποια.

!J-Ορ

φ Ι

η

κα.ι

α.ν

~θ I οο ει

στο

I

α.ρχεγονο,

α.ποτε

λ

I

ει

I

γενικη

εΙJ-Πεtρία. ότι για. να. σuνειοητοποιηθοuν όσα. περιέχονται 11-έσα. τοu

α.πα.ιτείτα.ι οuσια.στικά. εκπαίδευση, α.νά.πτuξη. Αuτ~ν προuποθέ- · τει α.κό11-α. κα.ι η Πλατωνική ανάμνηση2 • κα.ι το χριστιανικό 6ά.πτισ!J-α., ΙJ-ολονότι 11-uστ~ριο, σuΙJ-περιλα.ΙJ-6ά.νει την πρόσθετη uποχρέωση 11-ια.ς χριστια.νικ~ς εκπα.ίοεuσης. Κοντολογ~ς η θρη­

σκεία. κα.ι η ηθικότητα., όσο κα.ι α.ν είναι ζητ~11-α.τα. πίστης ~ άμεσης γνώσης, έχοuν ως α.πα.ρα.ίτητη σuνθ~κη τοuς τη μεσύλά-

6ηση ποu ονοΙJ-ά.ζετα.ι α.νά.πτuξη, εκπα.ίοεuση, [J.όρφωση. Τόσο οι οπα.οοί όσο κα.ι οι α.ντίπα.λοι της θεωρίας περί έμφυτων ιοεών είναι uπόλeιγοι ενός πα.ρόΙJ-Οιοu α.ποκλεισΙJ-ΟU

αντίθετων όρων.

'~σuρα.ν ΙJ-ια. οια.χωριστικ~ γρα.!J-!1-~ α.νά.­

ΙJ-εσα. στην οuσιώοη κα.ι άμεση ένωση (όπως ΙJ-Πορεί να. χαρακτηριστεί) ορισ11-ένων γενικών όρων 11-ε την ψυχή, κα.ι

σε 11-ια.ν ά.λλη ένωση ποu τά.χα. σu11-6α.ίνει 11-ε εξωτερικό τρόπο, 11-έσα. α.πό τα. διδόμενα α.ντικεί11-ενα. κα.ι τις πα.ρα.­

στά.σεις. Στη θεωρία. περί έμφυτων ιδεών επέρριψαν την I

ε11-πεφικη I

α.uτες τις

!J-O!J-φ η I

~I

ιοεες,

I /λ I θ θ I I οτι ο οι οι α.ν ρωποι α. επρεπε να. εχοuν

π.χ.

την

I

α.ρχη

της α.ντι

α.σης,

I

11-εσα.

στη

σuνείοησ~ τοuς, κα.ι ά.ρα. να. την γνωρίζοuν- γιατί η α.ρχ~

εντελώς οια.μ.ορφωμ.ένες, ώστε να. έχουν τη μορφή ιοεών ή πα.ρα.στά.σεωv­ η Οια.μ.όρφωσή τους έρχεται μ.ε την εμ.πεtρtα., χαι ά.ρα. μ.ε μ.εσολά.6ηση. Εά.ν γίνει πα.ρα.οεκτή η α.να.γχαιότητα. της εκπα.ίοευσης για. την καλλιέργεια. της θρησκευτικής πίστης, έχει ήοη γίνει πα.ρα.οεκτή η ουσιαστικότητα. της μ.εσολά.6ησης.

2. Λέει ο Χέγκελ σε μ.ια. προφορική προσθήκη: ιι Ότα.ν μ.έσα. στην Πλατωνική Φιλοσοφία. λέγεται ότι ξαναθυμόμαστε τις ιοέες, τούτο έχει το

νόημ.α. ότι οι ιοέες υπά.ρχουν χαθ' εα.υτές [ = ενοιά.θετα.] μ.έσα. στον

ά.νθρωπο, κα.ι όχι (όπως ισχυρίζονταν οι σοφιστές) ως κά.τι ξένο προς τον ά.νθρωπο, ως κά.τι που έρχεται α.π' έξω. Αλλά. το να. συλληφθεί το

γνωρίζειν ως ανάμνηση, οεν αποκλείει την α.νά.πτυξη α.uτού που υπά.ρχει μ.έσα. στον ά.νθρωπο καθ' εαυτόν [ = ενοιά.θετα.)· κα.ι α.υτή η α.νά.πτυξη οεν είνα.ι πα.ρά. μ.εσολά.6ηση. >>

178


της αντίφασης μαζί με ά.λλες συγχαταλέχθηχαν στις

έμφυτες ιδέες. l:' αυτή τη μομφή μπορεί να καταλογιστεί

'

'

'

~ μια παρερμηνεια· οι οροι που ανα φ'ερονται ως φ.φυτοι οεν

χρειάζεται να έχουν κιόλας τη μορψή ιδεών ή παραστά.-

' ' σεων για πραγματα που γνωρι'ζ ουμε. Αλλ' α η μομφη' ειναι t

'

ε<.,αφετιχα

,

ταφιαστη

,

εναντια

στη

θ

'

εωρια

' αμεσης '

περι

γνώσης, η οποία υποστηρίζει ρητά. τους όρους της χατά. το μέτρο που ~ρίσχονται μέσα στη συνείδηση.

- Εά.ν η θεωρία περί άμεσης γνώσης παραδέχεται, ότι ειδικά. για τη θρησκευτική πίστη είναι αναγκαία μια ανά­ πτυξη χαι μια χριστιανική ή θρησκευτική εκπαίδευση, είναι αυθαιρεσία να προσπαθεί να αγνοήσει τούτο όταν μι

λ α'

για

την

'

πιστη,

χαι

'

ειναι

απερισχε ψ'ια

να

μην

1::' <.,ερει

ότι εά.ν έχει παραδεχτεί την αναγκαιότητα της εκπαίδευ­ σης,

έχει ήδη

εχφρά.σει τον

ουσιώδη χαραχτήρα της

μεσολά.~ησης.

§ 68 1 Μ'εσα

σ

'

αυτες

τις

'

εμπεφιες

επιχα

λ' ουμαστε

'

οσα

'

φ ανερω-

νονται ως συνδεδεμένα με την άμεση γνώση. Ακόμα χαι αν αυτή η σύνδεση εκληφθεί χατ' αρχήν ως μόνο εξωτερική, εμπειρική συνάρτηση, αναδείχνεται ακόμα χαι για την εμπειρική εξέταση ως ουσιώδης χαι αδιαχώριστη, μιας χαι είναι σταθερή. Αλλά.

πέρα από την εμπειρία, εά.ν αυτή η άμεση γνώση εκληφθεί δι'

I. Περίληψη: Μέσα στις εμ.πειpίες που αποκτοuμ.ε μ.ε τη θρησκευτική και ηθική εκπαίδευση, δεν γνωρίζουμε παριi μ.όνο όσα συνδέονται ΙJ.ε όσα ήδη ξέρουμ.ε ιiμ.εσα·

η σύνδεση των αποκτώμενων

γνώσεων

μ.ε την

προuπιiρχουσα ιiμ.εση γν(~ση είναι ουσιώδης και σταθερή. Αλλιi και από μ.όνη της η ιiμ.εση γνώση του θεοu είναι μ.ια ανιίψωση (EΓIΊeiJen) υπεριiνω

των αισθητών όντων, που έχει ως προυπόθεσή της τη μ.εσολα6ητική πορεία από τα αισθητιi στα υπεραισθητιi. Οι αποδείξεις της ύπαρξης του

θεού εκφριiζουν αυτή την ανύψωση του πνεύματος, και ιiρα είναι απαραί­ τητες πνευματικές μ.εσολα6ήσεις.

179


εα.uτήν [ =

ξέχωρα.], χα.θόσον ε ίνα. ι γνώση τοu θεού χα. ι τοu

θεϊκού στοιχείοu, μια. τέτοια. σuνείδηση είνα.ι γενιχά μια. ανύ­ ψωση υπεράνω των αισθητών χα.ι πεπερασμένων όντων, χα.θώς κα.ι uπεράνω των άμεσων πόθων κα.ι τάσεων της χα.ρδιάς - μια. 'ψ ωση

α.νu

I' ' ποu μετα.οα.ινει κα.ι κα.τα.

λ' ηγει

'

στην πιστη στον

θ εο'

χα.ι

στο θεϊκό στοιχείο. Αuτή η πίστη είνα.ι α.σφα.λώς μια. άμεση γνώση κα.ι πεποίθηση, ωστόσο έχει ως προύπόθεση χα.ι α.πα.ρα.ί­ τητη σuνθήκη της εκείνη την πορεία. της μεσολά()ησης [ α.πό τα. πεπερασμένα. στο Απέραντο]. Έχει ήδη πα.ρα.τηρηθεί ότι οι επονομαζόμενες απο­ δείξεις της ύπαρξης τοu θεού, ποu ξεκινούν α.πό το πεπερα­ σμένο Είνα.ι, εκφράζοuν α.uτή την ανύψωση.

Έτσι t;;ωμέ­

νες δεν είνα.ι επινοήσεις μια.ς επιτηδεuμένης α.ν-ΧσΥ.~πησης,

α.λλά οι εγγενείς χα.ι α.να.γκα.ίες μεσολc.ι~~'πις τοu πνεύ­ ματος, μολονότι στη σuνηθισμένγ; μ'J.:-Φή τοuς εκείνες οι αποδείξεις δεν έχοuν δια.τuτ.ωΗ:::ί με πληρότητα. κα.ι ορθό­ τητα..

§ 69 Α uτο'

ποu

~ φ'ερει ενοια.

'

κα.τα.

'

κuριο

λ'ογο

τη

θ εωρια. '

άμεσης γνώσης, είνα.ι η μετάbα.ση (ποu α.να.φέρθηκε στην

'

περι

§ 64)

α.πό την uποκειμενική ιδέα. στο Είνα.ι. Υποστηρίζεται ότι πρόκει­

ται για. μια. α.ρχέγονη κα.ι α.μεσολάbητη σuνάρτηση ανάμεσα. στην ιδέα. μα.ς κα.ι στο Είνα.ι. Χωρίς να. ληφθούν uπόψη οι εμπειρικά φ.φα.νιζόμενες σuνθέσεις, α.κριbώς α.uτό το κεντρικό σημείο της μετάbα.σης φανερώνει μια. μεσολάbηση· κα.ι μάλιστα. Ι'' ' ' ' α.uτη'λ α.οα.ινει χωρα. οχι α.οριστα. κα.ι α.να. λ η θ' ως, οχι με χα.ποιο η

'

' ' μεσω κα.ποιοu

1: ' ε<,ωτεριχοu

' στοιχειοu,

α. λλ α.

'

'

'

I' ' σuμπερι λ α.μοα.νοντα.ς

η ίδια. εντός εα.uτής κα.ι το αποτέλεσμά της 1• I. Ιlpόχειτα.ι χα.ι σ' α.uτή τψ πα.pά.γpα.φο για. την ύπα.pξη τοu θεού. II θεωρία. τοu JacoiJi ισχupίζετα.ι (όπως ειπC:Jθηχε ήδη στην § 6Ιι) ότι η ά.μεση γνώση τοu θεού σuνδέετα.ι με τη bεbα.ιότητα. ότι ο Οεός uπά.pχει, χα.ι

180


§ 70 1 Αυτή

ΎJ θεωρία υποστΎ)ρίζει δηλαδή, ότι το Αληθινό δεν

είναι ούτε η ιδέα, αφού αυτή είναι μ.ια απλώς υποκειμενική !>' ' εαυτο' [ = t' ' e ' σκε'ψ η, ουτε ενα Ε' j ιναι οι ι.,εχωρο ] · οτι εχ λ αμοανομενο

'

'

μόνο δι' εαυτό, το Είναι που δεν ταυτίζεται με την ιδέα, είναι το αισθητό, πεπερασμένο Είναι του κόσμου.

Άρα υποστηρίζεται

ότι η ιδέα είναι το Αληθινό μόνο μέσω του Είναι χαι αντίστροφα το Είναι είναι το Αληθινό μόνο μέσω της ιδέας. Η θεωρία περί άμεσης γνώσης απορρίπτει- χαι πολύ σωστά- μια ακαθόριστη,

'

χενη

'

αμεσοτητα,

το

'

α φ ηρημενο

Ε' j ιναι

'

η

την

χα θ αρη

'

'

ενοτητα

λαμ6ανόμενη δι' εαυτήν, χαι χαταφάσχει στην ενότητα τΎJς ιδέας με το Είναι. Αλλά είναι απερισκεψία να μη 6λέπει ότι η ενότητα διαφορετικών όρων δεν είναι απλώς μια άμεση, δηλαδή εντελώς αόριστη χαι χενή ενότητα, αλλά έγκειται στο ότι χάθε όρος έχει αλήθεια μόνο μεσολα6ούμενος μέσω του άλλου

- ή αν

ά.ρα μ.έσα στην ά.μ.εση γνώση ταυτίζεται η uποκειμ.ενική μ.ας ιδέα περί θεού μ.ε την ανηκειμ.ενική τοu ύπαρξη

(= μ.ε το Είναι τοu). Αλλά. κατά.

τον Χέγκελ ακρι6ώς αuτή η μ.ετά.bαση από την uποκεψενική ιδέα στην ανηκεψενική ύπαρξη τοu θεού φανερώνει μ.ια μεσολάΒηση ανά.μ.εσά. τοuς, η οποία μ.ά.λιστα δεν έχει ανά.γκη από και δεν οδηγεί σε κά.τι τρίτο, αλλά. είναι η ίδια μ.εσολα6ήτρια και αποτέλεσμ.α της μ.εσολά.6ησης (γερμ.ανικά.:

sich in ~ich selbst IJeschlieβencl). l. Περίληψη: Lύμφωνα μ.ε τη θεωρία τοu Jacobi περί ά.μεσης γνώσης ούτε μ.όνη της η ιδέα (περί θεού) ούτε μ.όνη της η ύπαρξη (τοu θεού) είναι η αλήθεια, αλλά. καθεμ.ιά. τοuς είναι αλήθεια μ.όνο μέσω της ά.λλης. Αuτή η θεωρία απορρίπτει λοιπόν

την κενή

και αφηρημ.ένη αμεσότητα,

και

καταφά.σχει στην ενότητα της ιδέας μ.ε την ύπαρξη. Αλλά. από απερισκε­ ψία δεν 6λέπει ότι η ενότητα διαφορετικών όρων είναι μ.ια μεσολά.6ηση ανά.μεσά. τοuς.

Μέσα σε κά.θε αμεσότητα uπά.ρχει λοιπόν μ.ια μεσολά.6ηση. Και μ.όνο η αφηpημ.ένη διά.νοια θεωρεί την αι.ι.εσότητα και τη μεσολά.bηση ως εντελώς διαφορετικές και ξέχωρες, και πασχίζει μά.ταια να ης ενοποι­

ήσει.

181


προτψ.ά.τε, κά.θε όρος μόνο μέσω τοu ά.λλοu μεσολα.()είτα.ι [ =

σχετίζεται] με την α.λ~θεια.. Έτσι κα.τα.δείχνετα.ι ότι μέσα. σε κά.θε αμεσότητα. σuμπερι­

-

λα.μ()ά.νετα.ι ο όρος της

μεσολά.()ησης ως γεγονός

[Faktum],

ενά.ντια. στο οποίο η διάνοια, σύμφωνα. με το θεμελιώδες α.ξίωμα. ι ι της α.μεσης γνωσης

''~οτι η σuνειοηση

ι ι ι 'I' ] εινα.ι κα.τι α.uτα.ποοεικτο

,

δεν μπορεί να. φέρει αντίρρηση. Μόνο η συνηθισμένη αφηρημένη " ι ι δια.νοια. πα.φνει

ξ'

ι ι ι εχωρα., σα.ν κα.τι α.πο'λ uτο, τοuς οροuς <<α.μεσο-

τητα.>> κα.ι <ψεσολά.()ηση>> κα.ι νομίζει ότι κα.τέχει μια. σταθερή ο

I

I

ια.κριση

τοuς

ι ενοποιησει.

Η

I

ετσι

~

I

οημιοuργει

τον

'I' λ' ι οuσκο ια. α.uτοu τοu

I

α.νεπιτεuκτο

ι εγχεφημα.τος

Ι

στοχο

'I' οεν

να.

τις

ι uπα.ρχει

-

όπως έδειξα.- στην πρα.γμα.τικότητα., κι εξα.φα.νίζετα.ι μέσα στη θεωρησια.κ~ έννοια..

§ 71 10

r..ι..ονόπλεuρος χα.ρα.κτ~ρα.ς α.uτ~ς της θεωρία.ς κοu()α.λά.ει

μαζί τοu όροuς κα.ι επα.κόλοuθα., των οποίων θα. εκτεθοuν εδώ τα. κυριότερα. χα.ρα.κτηριστικά., α.φοu εκθέσα.r..ι..ε το θεμελιώδες α.ξί­ ωr..ι..α.. Κατ' αρχήν: Αφοu το κριτ~ριο της α.λ~θεια.ς δεν ()ρίσκετα.ι

μέσα. στη φuση του περιεχομένου α.λλά. μέσα. στο γεγονός της συνείδησης, όσα. θεωροuντα.ι ως α.λ~θεια. δεν έχοuν ά.λλο θεμέλιο α.πό την υποκειμενική ()ε()α.ιότητα. κα.ι τη δια.()ε()αίωση ότι μέσα. 1. Περίληψη: II θεωpία. τοu Jacobi πεpί ά.μεσΎJς γνώσΎJς οεν ελέγχει το περιεχόμενο της ά.μεσΎ]ς γνώσΎJς, για. να. κpίνει την α.λ~θεια. τοu, α.λλά. α.pκείτα.ι στο ότι α.uτό είνα.ι ένα. γεγονός τΎJς σuνείΟΎ]σΎ]ζ" έτσι όμως μονα.οικό θεμέλιο είνα.ι ΎJ uποκειμενικ~ 6ε6α.ιότΎ]τα., τΎJς οποία.ς το πεpιε­

χόιJ.ενο εξογκώνετα.ι τόσο, ώστε να. α.φοpά. κά.Οε σuνείΟΎJσΎJ· Πα.λα.ιότεpα. θεωpείτο ΎJ συμφωνία. όλων των α.νθpώπων (consensus gentiιιιn) ότι uπά.pχει θεός, ως α.πόοειξΎ] τΎJς ύπα.pξ~ς τοu. Από το γεγονός ότι α.uτ~ Ύ] συμφωνία. uπά.pχει σε κά.θε σuνείΟΎ]σΎJ,

σuμπέpα.ινα.ν ότι

πpόκειτα.ι για. μια. α.να.γκα.ιότΎ)τα.· α.λλά. α.πό τψ εμπειpικ~ γενικότΎ)τα. οεν πpοκύπ-;οει α.να.γκα.ιότΎ)τα., πόσο μάλλον α.φού Ύ] εμπεφικ~ γενικότΎ)τα. είνα.ι α.μφισ6ψ~σιμΎ].

182


I~

λ'

I

Ι

I

στη σuνειοηση [J.α.ς α.να.κα. uπτοu[J.ε κα.ποιο περιεχο[J.ενο.

1

Ο,τι

εγώ 6ρίσκω [J.έσα. στη δική μου σuνείδηση, εξογκώνεται τόσο, ώστε να. γίνετα.ι ένα. περιεχό[J.ενο της σuνείδησης όλων, κα.ι χα.ρα.κτηρίζετα.ι: η Φύση της ίδια.ς της σuνείδησης.

Πα.λα.ιότερα., α.νά[J.εσα. στις επονο[J.α.ζό[J.ενες αποδεί­ ξεις της ύπα.ρξης τοu θεού α.νέφερα.ν κα.ι τον consensus

gentium [ = σufJ-Φωνία. όλων των λα.ών], τον οποίο επικα.­ λείτα.ι ήδη ο Κικέρων 2 • Ο consensus gentium είνα.ι [J.ια. I

θ

Ι

Ι

Ι

ιp

ι

ση[J.α.ντικη α.u εντια., κα.ι εινα.ι α.uτονοητη η [J.ετα.οα.ση α.πο το

ι

οτι

ι

ενα.

ι

περιεχο[J.ενο

p

ι

ορισκετα.ι

ι

[J.εσα.

στη

ι~

σuνειοηση

όλων, στο σu[J.πέρα.σ[J.α. ότι α.uτό το περιεχό[J.ενο είνα.ι κάτι

α.να.γκα.ίο fJ-έσα. στη φύση της ίδια.ς της σuνείδησης. Μέσα. σ' α.uτή τη γενική σψφωνία. uπήρχε άρρητα. η α.ντίληψη­ η οποία. δεν διαφεύγει ούτε κα.ι α.πό τον ελάχιστα. [J.ορφω­

[J.ένο ανθρώπινο νοu -

ότι η α.τφική σuνείδηση είνα.ι

τα.uτόχρονα. κάτι επιμέρους κα.ι τυχαίο. Εάν δεν ερεuνή­ σΟU[J.ε τη φύση της ίδια.ς της σuνείδησης α.ποχωρίζοντάς

την α.πό κάθε επι[J.έροuς κα.ι τuχα.ίο στοιχείο, -

[J.ια.

κοπιαστική επιχείρηση α.να.λογισ[J.ού, μέσω της οποία.ς κα.ι μόνο μπορεί να. α.ποσπα.στεί το γενικό στοιχείο της σuνεί­

δησης [J.έσα. στην πληρότητα. κα.ι κα.θα.ρότητά τοu -, μόνο η ομόφωνη σuμφωνία. όλων σχετικά με ένα. περιεχόμενο α.νήκει στη φύση της ίδια.ς της σuνείδησης. Αν η νόηση έχει α.νάγκη να. ξέρει, ότι α.uτά ποu δείχνονται ως γενικώς

uπα.ρκτά είνα.ι αναγκαία, ο consensus gentium [ = σuμφω­ νία. όλων των λα.ών] δεν επα.ρκεί. Αλλά α.κόι..ι..α. κα.ι α.ν γίνει πα.ρα.δεκτό ότι εκείνη η γενικότητα. τοu γεγονότος 2. Δες Κικέρωνα: De natura deorum Π, 12: ιιltaqιιe inter omnes sententia constat. Omnibιιs enim innatιιm est et in animo qιιasi inscιιlptιιm esse deos>>. ι= ιιΝά. γιατί αυτ~ η γνώμη είναι παραοε­ omniιιm gentiιιm

κτ~ από όλους τους ανθρώπους όλων των λαών. Είναι πράγματι έμφυτο σε

όλους και τρόπον τινά. σκαλισμένο μέσα στο πνεύμα τους, το ότι υπάρχουν θεοί.»)


είνσ.ι ιιισ. επαρκής σ.ποοειξη, έχει θεωρηθεί ως σ.πσ.ρά.δεκτη

απόδειξη της ιίπσ.ρξης θεοιί, γισ.τί η ειιπεφίσ. δείχνει ότι uπά.ρχοuν ά.τοιισ. κσ.ι λσ.οί, στοuς οποίοuς δεν σuνσ.ντιέτσ.ι η

πίστη σε θεό*. Αλλά. δεν uπά.ρχει τίποτα πιο σιίντοιιο κσ.ι άνετο, σ.πό τοu νσ. κάνεις την σ.πλή διαΒεΒαίωση, ότι , ε φ οσον

το

Ε ' σ.νσ.κσ. λ'uπτει ενσ. ' ' ' ~ γω περιεχοιιενο ιιεσσ. στη

σuνείδησή τοu κσ.ι έχει τη ()ε()σ.ιότητσ. ότι σ.uτό σ.ληθειίει, σ.uτή η ()ε()σ.ιότητσ. δεν ανήκει τά.χσ. σ' ειιένσ. ως επιιιέροuς

,

uποκειιιενο,

σ.

λλ'

σ. στην

'<;Ιο

ιοισ. τη

φ'

,

uση τοu πνεuιισ.τος.

* [l"ποσΎ)μ.είωση του Χέγκελ:] Για. να. χρίνουμ.ε τον α.θεiσμ.ό κα.ι τψ πίστΎJ στον θεό α.πό το πόσο είνα.ι εμ.πειρικά εχτετα.μ.ένοι, το ζ~τΎJμ.α. είνα.ι α.ν α.ρκούμ.α.στε στον όρο ενός θεού ενγένει ~ α.ν α.πα.ιτούμ.ε μ.ια. πιο

προσοιορισμ.ένΎJ γνώση περί θεού. Ο χριστιll.νιχός χόσμ.ος δεν πα.ρα.δέχετα.ι ότι είνα.ι θεός τα. είδωλα. των Κινέζων χα.ι των Ινδών, ούτε τα. ξόα.να. των Αφρικανών, κα.ι ούτε κα.ν οι θεοί των Ελλ~νων.

Όποιος λοιπόν πιστεύει σ'

α.υτά. τα. είδωλα., οεν πιστεύει σε θεό. Αν αντίθετα. γίνει πα.ρα.δεκτό, ότι μ.ια. τέτοια. πίστΎJ σε είδωλα. περιλα.μ.6ά.νει χά.ποια. πίστΎ) στον θεό ενγένει, όπως μ.έσα. στο επιμ.έρους ενέχεται το γενικό, τότε χα.ι Ύ] ειδωλολατρία. θα. ισχύσει ως πίστΎ] όχι μ.όνο σε είδωλα. α.λλά. χα.ι σε θεό. Αντίστροφα. τους

ποιΎJτές κα.ι τους φιλοσόφους, οι οποίοι θεωρούσαν τον Δία. κτλ. ως σύννεφα. κα.ι υποστ~ριζα.ν ότι υπά.ρχει ένα.ς θεός ενγένει, οι Αθψα.ίοι τούς μ.ετα.χειρίζοντα.ν ως α.θειστές.

- Εοώ το ζ~τΎJμ.α. δεν ε ίνα. ι, τί περιλα.μ.6ά.νετα.ι κai}' εαυτό [ = ενδιάθετα., ουνά.μ.ει] μ.έσα. σε ένα. α.ντικείμ.ενο, α.λλά. τί Βγάζει α.πό α.υτό το α.ντικείμ.ενο η συνείδΎJση. Εά.ν δεν μ.πορέσουμ.ε να. κά.νουμ.ε α.υτ~ τΎJ οιά.κριση, τότε α.κόμ.α. κα.ι οι πιο τετριμ.μ.ένες α.ισθΎ]τ~ριες α.ντιλ~ψεις των ανθρώπων θα. είνα.ι θρΎ]σκεία.· για.τί κά.θε τέτοια. α.ντίλΎJΨΎJ, κάθε τι πνευμ.α.τικό, περι­ λα.μ.6ά.νει το α.ξίωμ.α. που, εά.ν κα.θα.ρθεί κα.ι α.να.πτυχθεί, υψώνεται σε θpψκεία.. Αλλά. είνα.ι ά.λλο πρά.γμ.α. να. είσα.ι ικανός για. τΎ) θρψχεία. (κα.ι εκείνο το «κα.θ' εα.υτό» εκφράζει τψ ικα.νότΎ)τα. κα.ι τΎJ δυνα.τότΎJτα.), κα.ι ά.λλο να. έχεις θρΎ]σκεία..

-

Έτσι κά.ποιοι τα.ξιοιώτες α.να.κά.λυψα.ν πρόσφατα. κάποιους λα.ούς (όπως

οι κα.πετά.νιοι Ross [ = Jol1n Ross Α

(1777-1856), συγγρα.φέα.ς του 6ι6λίου:

Voyage of Discovery ... for the Purpose of Explorίng Baffin's Bay and lnquirίng ίnto the Probabίlίty of α North-West Passage, London 1819] κα.ι

184


§ 72 Ένα δεύτερο πόρισιια, ποu προκύπτει από το ότι η άμεση γνώση θεωρείται το κριτ~ριο της αλ~θειας, είναι ότι κά.θε δεισιδαιιιονία και ειδωλολατρία γίνεται παραδεκτ~ ως αλ~θεια, και δικαιώνεται κά.θε περιεχόιιενο της θέλησης, ακόιια και το ~~

ι

πιο αοικο η

ανη

ικο.

Θ

ι

ι

~ εωρειται οτι

ο

Ι~'

νοος

ι

τον πίθηκο, τον Βραχιιά.νο, τον Λά.ιια ως θεό

λ'~

aoa, - όχι επειδ~

εχει την

αγε

κατέληξε σ' αuτά. από τη λεγόιιενη έιιιιεση γνώση, από διαλο­ γισιιούς και σuλλογισιιούς, αλλά. επειδ~ πιστεύει σ' αuτά.. Αλλά. οι φuσικές επιθuιιίες και ροπές 6ά.ζοuν αφ' εαuτών ενδιαφέροντα στη σuνείδηση, οι αν~θικοι σκοποί 6ρίσκονται εντελώς ά.ιιεσα στη

ι~ σuνειοηση·

ο

ι χαρακτηρας,

κιχ

λ' ος

ι η

ι κακος,

εκ

φ

'ζ ρα ει

ι ετσι

τά.χα το προσδιορισμένο Είναι της θέλησης, το οποίο ιιπορεί να ι

γινει

ι

γνωστο

ι

ιιεσα

στα

~

ενοια

φ'

εροντα

και

στοuς

ι

σκοποuς,

και

ιιά.λιστα κατά. αιιεσότατο τρόπο.

§ 73 Τρίτο και τελεuταίο: Η ά.ιιεση γνώση [Wissen] περί θεού ιιπορεί να πει ιιόνο ότι ο θεός είναι, όχι το τί είναι ο θεός γιατί το δεύτερο θα ~ταν ιιια αληθιν~ γνωριιιία [Erkenntnis] ποu θα

σψπεριλά.ιι6ανε ιιεσολά.6ηση. Ρarιγ [=Williaιη

Έτσι ο θεός ως θρησκεuτικό

Edward Ρaπγ (1790-1855), συγγρα.φέα.ς πολυάριθμ-ων

τα.ξιοιωτιχών περιγραφών] 6ρ~χα.ν τους Εσχψ.ώους), σχετικά με τους οποίους α.ρνήθΎ)χα.ν ότι έχουν θρΎ)σχεία., α.χόμα. χι εκείνο το θρΎ]σχευτιχό στοιχείο που 6ρίσχετα.ι στους Αφρικα.νούς μάγους (στους γόΎ]τεc; του Ιlροοότου [δες Ιστοριών

11, 33, 1]). Αφετέρου ένα.ς Άγγλος που πέρα.σε

τους πρώτους μ~νες του τελευταίου ιω6Ύ]λα.ίου στΎ) ΡώμΎ], περιγράφοντας τους σύγχρονους Ρωμα.ίους λέει ότι ο κοινός λα.ός είνα.ι Φιχνα.τισμένος, ενώ εκείνοι που μπορούν να. οια.6άζουν χα.ι να. γράφουν, είνα.ι όλοι τους α.θε.ιστές.

- Η μομφή του α.θεισμού α.χούγετα.ι σπάνια. στΎ)ν εποχ~ μα.ς, κυρίως για.τί το περιεχόμενο χα.ι οι α.πα.ιτ~σεις τΎJς θρΎ)σχεία.ς έχουν συρρικνωθεί στο ελάχιστο (οες

§ 73).

185


α.ντικείμ.ενο σuρρικν~νετα.ι

ρητά

στο α.προσοιόριστο

Υπερα.ι­

σθητό, στον θεό ενγένει, κα.ι το περιεχόμ.ενο της θρησκεία.ς μ.ειώνετα.ι σε ένα. ελάχιστο. Εάν ~τα.ν πράγμ.α.τι α.να.γκα.ίο να. πετύχοuμ.ε τοuλάχι­ στο ετούτο: να. οια.τηρηθεί α.κόμ.α. η πίστη ότι υπάρχει θεός

~ έστω να. οημ.ιοuργηθεί μ.ια. τέτοια. πίστη, θα. έπρεπε να. α.πορούσα.μ.ε οια.πιστώνοντα.ς τη φτώχια. της εποχ~ς μ.α.ς, η οποία. θεωρεί ως κέροος α.κόμ.α. κα.ι το πιο μ.ηοα.μ.ινό στοι­

χείο θρησκεuτικ~ς σuνείοησης, κα.ι μ.έσα. στην Εκκλησία. της έχει 6uθιστεί τόσο 6α.θιά, ώστε να. λα.τρεύει εκείνο τον eοωμ.οI ποu uπηρχε I <;-I I Αθl φ I εοω κα.ι α.ιωνες στην ηνα., α. ιερωμ.ενος στον άγνωστο θεό !I.

§ 74 1 Πρέπει να. φα.νερώσοuμ.ε

σύντομ.α. τη γενικ~ φύση της

μορφής της αμεσότητας. Επειο~ α.uτ~ η μ.ορφ~ είνα.ι μονόπλευρη, η

Ι<;-

ιοια.

I

α.uτη

μ.ορ

φ Ι

η

I

εtνα.t

ποu

κα.

θ

I

ιστα.

κα.ι

το

I

I

περιεχομ.ενο

της

μ.ονόπλεuρο κα.ι άρα. πεπερασμένο. Στο γενικό οίνει τον μ.ονό1. Δες Πράξεις των Αποστόλων 17, 23. Η επίθεσ-η του Χέγκελ κα.τιi της σύγχρονης θρψκεία.ς έγκειτα.ι όχι σε μ.ια. περιφρόνησ-η της θρψκευτι­

κής πίστης, α.λλιi στην κα.τα.πολέμ.ηιτη της τιiιτης να. συρρικνώνετα.ι ο θεός σε ένα. α.όριστο υπερα.ισθητό ον, για. να. οείχνετα.ι ότι κιiθε λα.ός πίστευε α.νέκα.θεν σε θεό.

1. Περίληψη: Τί είνα.ι αμεσότητα; Είνα.ι μ.ια. μ.ονόπλευρη φόρμ.α., που κα.θιστιi κα.ι το περιεχόμ.ενό της μ.ονόπλευρο κα.ι πεπερα.σμ.ένο. Προσπα.θώ­ ντα.ς να. ορίσει τον θεό, η α.μ.εσότητα. τον κα.θιστιi α.όριστο - για.τί ο θεός

είνα.ι πνεύμ.α. κα.ι ιiρα. α.π' α.ρχής μ.έχρι τέλους μ.ια. πορεία. μ.εσολιi6ηιτης. Μόνο ειiν συλλα.μ.6ιiνετα.ι ως μ.εσολιi6ηιτη του εα.υτού του, γνωρίζετα.ι ο θεός συγκεκρψένα..

11 α.μ.εσότητα. οεν α.ποοίοει ούτε κα.ν την ουσία. των πεπερα.σμ.ένων όντων, για.τί τα. α.ντιλα.μ.6ιiνετα.ι ως α.υτοσχετισμ.ούς, ενώ α.υτιi είνα.ι σχετισμ.οί μ.ε κιiτι έξω α.πό α.υτιi.

Έτσι τα. πεπερα.σμ.ένα. συλλα.μ.6ιiνοντα.ι

ως α.πόλυτα.. 11 α.μ.εσότητα. α.οια.φορεί για. το περιεχόμ.ενο, κι έτσι α.ποοέ­ χετα.ι κα.ι εξα.γιιiζει κα.ι τα. ειοωλολα.τρικιi κα.ι α.νήθικα. περιεχόμ.ενα..

186


πλεuρο χαραχτήρα μ.ιας αφαίρεσης, έτσι ώστε ο θεός μ.εταgά.λ­ λεται σε ένα απροσδιόριστο ον- αλλά. ο θεός μ.πορεί να ονομ.ά.ζε­ ται πνεύμ.α, μ.όνο εφόσον γίνεται γνωστός ως αρχή χαι τέλος, αλλά. χαι ως μ.έσον μ.έσα στη διαδικασία της μ.εσολά.6ησης 2 . Μόνο έτσι είναι ο θεός συγκεκριμένος, ζωντανός χαι πνεύμ.α· η γνώση τοu θεού ως πνεύμ.ατος περιέχει λοιπόν αναγκαία χά.ποια μ.εσολά.gηση.

- Η μ.ορφή της αμ.εσότητας δίνει στο επιμέρους τον προσδιορισμ.ό ότι είναι, δηλαδή ότι σχετίζεται με τον εαυτό του. Αλλά. ένας τέτοιος προσδιορισμ.ός είναι ενάντιος στην οuσία τοu επιμ.έροuς,

το οποίο έγκειται στο ότι σχετίζεται μ.ε χά.τι άλλο έξω από τον εαuτό τοu. Μέσω της αμ.εσότητας το πεπερασμένο τίθεται ως απόλυτο. Η μ.ορφή της αμ.εσότητας είναι εντελώς αφηρημ.ένη: είναι αδιάφορη απέναντι σε χά.θε περιεχόμ.ενο, χαι γι' αuτό

επιδεκτική χά.θε περιεχομ.ένοu· έτσι μ.πορεί να εξαγιάζει τόσο το ειδωλολατρικό χαι ανήθικο περιεχόμ.ενο, όσο χαι το αντίθετο απ' αuτό. Μόνο όταν διαπιστώνεται ότι το επιμ.έροuς περιεχόμ.ενο δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά. έχει μεσολαΒηθεί

[ = παραχθι:ί] από

Αλλά τα πεπερασfl-ένα όντα περιέχουν [l-εσολά6ψΎJ, και [l-όνο [l-έσω αυτ~ς γνωρίζονται σαν τέτοια. Αντίθετα το απέραντο και αληθινό, ο θεός, έγκειται σε [l-ια ταύτιση [l-εσολά6ησης και ά[l-εσου αυτοσχετισfl-ού ( =

ταύτιση fl-εσολά6ησης και αfl-εσότητας). Σε τελική ανάλυση η θεωρία περί ά[l-εσης γνώσης είναι fl-ια επι­ στροφή στην παραδοσιακή Μεταφυσική της αφηρη[l-ένης ταυτότητας, γιατί η α[l-εσότητα είναι αφηρη[l-ένος αυτοσχετισ[l-ός.

2. Μεταφράζω τις τελευταίες λέξεις κάπως ελεύθερα. Μια κατά λέξη [l-ετάφραση θα ήταν: « ... [l-όνο εφόσον γίνεται ;νωστός ως [l-εσολα6ών εντός εαυτού τον εαυτό του με τον εαυτό του» (γερ[l-ανι:κά: ... insofeω er als sίch in sich selbst mίt sίch selbst vermίttelnd gewuBt wird.). Αυτός ο

Χεγκελιανός ορισ[l-ός του θεού δηλώνει ότι α) ο θεός δεν προέρχεται από κάτι άλλο, δεν έχει παραχθεί από κάτι άλλο, αλλά είναι ο ίδιος αιτία του

εαυτού του (causa sui). 6) Ο θεός είναι ένα ον, όπου έχει ταυτιστεί απόλuτα η αιτία που μεσολάΒησε για τη δη[l-ιουργία του fl-ε την αμεσότητα

που πpοέκuψε· είναι λοιπόν ταυτότητα [l-εσολά6ησης και αfl-εσότητας.

187


κάτι άλλο, φανερώνεται ΙJ.έσα στον πεπερασΙJ.ένο και αναληθ~ I

χαρακτηρα

τοu.

Μ

ια

!1'

I

τετοια

I

I

οιαπιστωση,

οποu

το

!1'

I

οιαπιστωνο-

ΙJ.ενο περιεχόΙJ.ενο φέρνει ΙJ.αζί τοu τη ΙJ.εσολά.6ηση, είναι ΙJ.ια γνώση ποu περιλα!J-6ά.νει ΙJ.εσολά.6ηση. Το ΙJ.όνο περιεχόΙJ.ενο ποu Ι

ΙJ.Πορει

I

να

γινει

I

γνωστο

ως

I

κατι

α

λ

η

θ

I

ινο,

{! I I I 'λλ !/' ι..ι..εσο λ α"\ειται απο καποιο α ο, ποu οεν

I

ειναι

I

αuτο

ποu Ι

I

ειναι πεπερασΙJ.ενο·

!/' οεν Ι

αρα

είναι αuτό ποu ΙJ.εσολα6εί τον εαuτό τοu ΙJ.ε τον εαuτό τοu, κι έτσι η ΙJ.εσολά.6ηση σψπίπτει ΙJ.ε τον ά.ΙJ.εσο αuτοσχετισΙJ.ό.

- Η διάνοια ποu νφίζει ότι έχει απαλλαγεί από την πεπερα­ σΙJ.ένη γνώση, από την κεν~ ταυτότητα της Μεταφuσικ~ς και τοu ΔιαφωτισΙJ.οu, παίρνει ξανά. ως αξίω!J.α και κριτ~ριο της αλ~­ θειας αuτ~ την αμεσότητα, δηλαδ~ τον αφηρημένο αυτοσχετισμό, την αφηρη!J.ένη ταuτότητα 3 • Αφηρημένη νόηση (η ΙJ.ορφ~ ποu χρησιΙJ.οποιείται από την ανασκοπικ~ Μεταφuσικ~) και αφηρη­ μένη επόπτευση (η ΙJ.ορφ~ ποu χρησιΙJ.οποιείται από την ά.ΙJ.εση γνώση) είναι ένα και το αuτό.

§ 75 Η κριτική ποu ασκ~σαΙJ.ε σ' αuτ~ την τρίτη στά.ση, την οποία παίρνει η νόηση απέναντι στην αλ~θεια, δεν !J.ΠΟροuσε να γίνει παρά. ΙJ.όνο κατά. τον τρόπο ποu η ίδια αuτ~ η θεωρία εκθέτει και αποδέχεται ά.ΙJ.εσα. Καταδείχτηκε λοιπόν ως γεγο'

νος,

I

οτι

I

ειναι

εσ

φ

α

λ

I

ΙJ.ενο

να

λ' εγεται

I

οτι

Ι uπαρχει

!J.ια

I

αΙJ.εση

γνώση, ΙJ.ια γνώση χωρίς ΙJ.εσολά.6ηση είτε ΙJ.έσω κά.τι ά.λλοu είτε εντός εαuτοu !J.έσω τοu εαuτοu. Δείχτηκε επίσης ως γεγο­ νός, ότι είναι αναληθές να λέγεται ότι η νόηση προχωρεί ΙJ.όνο

3. ~ε μ.ια. προφορικ~ προσθ~κη λέει ο Χέγκελ σαφέστερα.: ιιll α.μ.εσότητα. είνα.ι γενικά. ένα.c; α.φηρημ.ένοc; α.υτοσχετισμ.όc; κα.ι ά.ρα. ταυτό­ χρονα. μ.ια. α.φηρημ.ένη ταυτότητα., μ.ια. α.φηρημ.ένη γενικότ-ΙJτα.». Αυτός ο α.φηρημ.ένοc; χα.ρα.κτ~ρα.c; οφείλεται στο ότι η α.μ.εσότητα. ορίζεται σε έμ.μ.ονη α.ντίΟεση προς τη μ.εσολά.()ηση κα.ι όχι μ.έσα. σε διαλεκτική σχέση προς α.υτ~ν.

188


με πεπερασμένες και υπό συνθήκες κατηγορίες, οι οποίες είναι

πάντα μεσολαθημένες από κάτι άλλο, χαι να λησμονιέται ότι μέσα στην ίδια την πράξη της μεσολά6ησης αυτή η μεσολά6ηση αναφείται 1 • Ως παράδειγμα τού ότι αποτελεί γεγονός [Faktum]

μια τέτοια γνώση, η οποία δεν προχωρεί ούτε μέσα σε μονό­ πλευρη αμεσότητα ούτε μέσα σε μονόπλευρη μεσολά6ηση, μπο­

ρεί να αναφερθεί η ίδια η Λογική χαι ολόκληρη η Φιλοσοφία.

§ 76 Εαν δούμε τα αξιώματα της άμεσης γνώσης σε σχέση προς την αφελή Μεταφυσική, την οποία αναφέραμε ξεκινώντας, θα προκύψει ο aντιδραστικός χαραχτήρας της Φιλοσοφίας του Jacobi.

Η θεωρία του είναι μια επιστροφή σ' εκείνο το ξεκίνημα, που έχανε αυτή η Μεταφυσική των νεότερων χρόνων με τη Φιλοσο­ φία του Καρτέσιου. Τόσο ο Jacobi όσο και ο Descartes ισχυρίζο­ νται τα εξής τρία σημεία:

1) Η νόηση χαι το Είναι του νοούντος είναι απλώς αδιαχώ­ ριστα. Το cogito ergo sum είναι εντελώς το ίδιο με το ότι μέσα

στη συνείδηση μού έχει αποκαλυφθεί άμεσα το Είναι, η ρεαλι­ στικότητα και η ύπαρξη του Εγώ. (Ο Καρτέσιος είναι αρκετά

1. Ο Χέγκελ συνοψίζει εδώ τα bασικά συμπεράσματα των προηγού­ μενων παραγράφων, όπου έγινε μια εμμενής κριτική της θεωρίας του

JacoiJi περί άμεσης γνώσης, δηλαδή μια κριτική με f>άση τις έννοιες και τα κριτήρια που προσφέρει η ίδια αυτή η θεωρία. Τα σuμπεράσμ.ατα συνοψίζονται ως εξής: α) Δεν υπάρχει άμεση γνώση που να μην έχει ·προέλθει από μεσολάf>ηση.

Il μεσολάf>ηση είναι δύο ειδών: είτε μεσολά­

f>ηση μέσω κάτι άλλου,

οπότε προκύπτει

ένα πεπερασμένο ον,

είτε

μεσολάf>ηση μέσω του εαυτού, οπότε προκύπτει ένα απέραντο ον: ο θεός.

€>)

Οι κατηγορίες της νόησης

δεν περιέχουν

μόνο

μεσολάf>ηση,

δεν

παράγονται μόνο η μία από την άλλη έτσι ώστε να είναι όλες παραγόμε­ νες από κάτι άλλο, αλλά μέσα στην ίδια την πράξη της μεσολάf>ησης η μεσολάf>ηση αναιρείται για να δώσει τη θέση της σε μια αμεσότητα, ή σε μια ταυτότητα μεσολάf>ησης και αμεσότητας.

189


Ι

t:

Ι

I

I

I

I

I

προσεκτικος ωστε να ει;,ηγησει, οτι μ.ε τον ορο <<νοησψ> εννοει τη

συνείδηση ενγένει. Δες Prίncίpίa phίlosophίae Ι, 9 1). Αuτός ο αδιαχώριστος χαρακτήρας είναι η απόλuτα πρώτη (όχι μ.εσολα­ gημ.ένη ή αποδειγμ.ένη) και θεθαιότατη γνώση.

2) Η παράσταση περί θεού είναι αδιαχώριστη από την ύπαρξή τοu, έτσι ώστε η ύπαρξη τοu θεού να σuμ.περιλαμ.gάνεται μ.έσα στην παράστασή τοu, η οποία δεν μ.πορεί ποτέ να uπάρχει χωρίς τον όρο της ύπαρξης, η οποία άρα είναι μ.ια ύπαρξη αναγκαία και αιώνια*.

1. qιιae

(=

Λέει εκεί ο Καρτέσιος:

nobis consciis in nobis

«Cogitationis nomine, intelligo illa οιηηίa, in nobis conscientia est.>>

fiιιnt, qιιatenιιs eorιιm

«Με τη λέξη 'νόηση' εννοώ όλα όσα γίνονται μ.έσα ΙJ.ας κατά τέτοιον

τρόπο, ώστε εμ.είς να τα γνωρίζουμ.ε και να έχουμ.ε συνείδησή τους.>>).

* [Υποσημ.είωση

του Χέγκελ:] Καρτέσιου, Prίncίpίa phίlosophίae l,

existere) credet, si attendat, nulliιιs rei ideam apud se inveniΓi, in qιιa eodem modo necessariam existentiaω contineri animadvertat; ... intelliget, illam ideam exiΊibeΙ·e veram et immιιtabileω natυram, quaeque non potest non exίstere, cuω necessaria existentia in ea contineatur. >> [ = «0 αναγνώστης θα είναι περισσότερο 15: «Magis hoc (ens

sιιmme pe1fectιιm

alteriιιs

διατεθειμ.ένος να πιστέψει (ότι υπάρχει ένα ύψιστα τέλειο ον),

εάν

προσέξει ότι μ.έσα σε καμ.ιά άλλη από τις ιδέες του δεν περιέχεται αυτή η αναγκαία ύπαρξη κατά τον ίδιο τρόπο. Θα ιδεί ότι αυτή η ιδέα παρουσιά­ ζει μ.ια αληθινή και αμ.ετάbλητη φύση, η οποία δεν μπορεί παρά να υπάρχει, μ.ια και η αναγκαία ύπαρξη συμπεριλαμΒάνεται μέσα της».

Ο

Χέγκελ παραθέτει το κείμ.ενο του Καρτέσιου κάπως σuντετμ.ημ.ένο]. Μια σημ.είωση που έπεται αμ.έσως μ.ετά, και που μ.οιάζει μ.ε μ.εσολάbηση ή

απόδειξη, δεν ζημ.ιώνει διόλου αυτό το πρώτο αξίωμ.α.

- Lτον Σπινόζα υπάρχει ακριbώς ο ίδιος ισχυρισμ.ός: ότι η ουσία του θεού, δηλαδή η αφηρημ.ένη παράστασή του, σuμ.περιλαμ.bάνει την ύπαρξη. Ο πρώτος από τους ορισμ.ούς του Σπινόζα, σχετικά μ.ε την caυsa sιιi

f=

αιτία του εαυτού του], εξηγεί ότι ο θεός είναι αυτό, «cujιιs essentia involvit

existentiam; sive id, cnjns natura non potest

concίpί,

nisi existens» [ =

«του

οποίου η ουσία σuμ.περιλαμ.bάνει την ύπαρξη, δηλαδή αuτό του οποίου η φύση δεν μ.πορεί να νοηθεί παρά μ.όνο ως υπάρχουσα>>. Ηθική Ι, ορισμ.ός

1. ]. ΊΌ αδιαχώριστο της έννοιας από το Είναι είναι bασικός όρος και

190


3) Όσον α.φορά. την ά.μ.εση σuνείοηση της uπα.ρξης εξωτερι­ κών πρα.γμ.ά.των, α.uτή δεν είνα.ι ά.λλη α.πό την αισθητηριακή l<;ιο

σuνειοηση.

τ

ο

I

οτι

I

εχοuμ.ε

μ.ια.

I

τετοια.

Ι<;ιο

σuνειοηση,

1

εινα.ι

η

πιο

εuτελής γνώση· το μ.όνο ποu α.ξίζει να. ξέροuμ.ε γι' α.uτήν, είνα.ι ι

ι

ι

ι

οτι μ.ια. τετοια. α.μ.εση γνωση τοu των

,

εινα.ι

ψ

'σθ εuοα.ι ηση ';/>

κα.ι

t

Ε'

ι

ι

ιναι των ε"ωτερικων πρα.γμ.α.-

λ' π α.νη,

I

οτι

I

μ.εσα.

στα.

θ

I

α.ισ ητα.

σα.ν

τέτοια. δεν uπά.ρχει α.λήθεια., ότι το Είναι α.uτών των εξωτερικών πρα.γμ.ά.των είνα.ι τuχα.ίο κα.ι προσωρινό, μ.ια. επίψαση - ότι τα. εξωτερικά. πρά.γμ.α.τα. σuνίστα.ντα.ι οuσια.στικά. μ.όνο στο ότι έχοuν uπα.ρξη, η οποία. μ.πορεί να. οια.χωρίζετα.ι α.πό την έννοιά. τοuς κα.ι την οuσία. τοuς.

§ 77 Ωστόσο α.uτές οι ouo θεωρίες οια.φέροuν ως προς τα. εξής:

1) Η Κα.ρτεσια.νή Φιλοσοφία. ξεκινά. α. π' α.uτές τις α.να.πό­ οεικτες προϋποθέσεις, τις οποίες εικάζει ως μ.η α.ποοείξιμ.ες, α.λλά. προχωρεί σε ευρύτερα α.νεπτuγμ.ένες γνώσεις, κι έτσι α.ποτέλεσε την πηγή των νεώτερων επιστημ.ών. Αντίθετα. η πρόσφα.τη θεωρία. [ενν. τοu Jacobi] έφτα.σε στο οι' εα.uτό [ = ξέχωρα. ιοωμ.ένο] σημ.α.ντικό α.ποτέλεσμ.α.

(§ 62), ότι η γνώση

ποu προχωρεί μ.ε πεπερασμένες μ.εσολα.6ήσεις, μ.πορεί να. γνωρίπpουπόθεσΎ) του σuστ~μ.ατός του. Αλλ!J. ποια. έννοια. είνα.ι α.υτ~ στην οποία. ιοι!J.ζει εκείνο το α.οια.χώpιστο α.πό το Είνα.ι; Όχι η έννοια. των πεπερασμέ­

νων πραγμάτων, για.τί α.υτ!J. είνα.ι συγκpοτημ.ένα. κα.τ!J. τέτοιον τpόπο, ώστε να. έχουν μ.ια. τυχαία κα.ι οημ.ιουpγημ.ένη ύπα.pξη.

- ΙΙ llη πpότα.σΎJ του ~πινόζα., την οποία. α.κολουθεί η α.πόοειξη ότι ο θεός υπ!J.pχει κα.τ' α.ν!J.γκην, κα.ι η 20~, που δείχνει ότι η ύπα.pξη κα.ι η ουσία. του θεού είνα.ι ένα. κα.ι το α.υτό, είνα.ι πεpιττές πpοτ!J.σεις κα.ι οι α.ποοείξεις τους είνα.ι φοpμ.α.λιστικές. Το να. πεις ότι ο θεός είνα.ι υπόστα.σΎ) (κα.ι

μ.!J.λιστα. η μ.ονα.οικ~), κι εφόσον η υπόστα.σΎ) είνα.ι causa sui [ = α.ιτία. του εα.υτού της], !J.pα. ο θεός υπ!J.pχει κα.τ' α.ν!J.γκην - δεν κ!J.νεις !J.λλο α.πό του να. ισχυpίζεσα.ι ότι ο θεός είνα.ι εκείνο, του οποίου η έννοια. κα.ι το Είνα.ι είνα.ι α.οια.χώpιστα..

191


ζει μ.όνο πεπερασμ-ένα όντα και δεν περιέχει αλ~θεια· απαιτεί όμ.ως να μ.ην προχωρ~σει η σuνείδηση τοu θεού,

αλλά να

παραμ.ένει σ' εκείνη την εντελώς αφηρημ.ένη πίστη*.

2) Η πρόσφατη θεωρία [τοu Jacobi περί άμ.εσης γνώσης] αφενός δεν αλλάζει τίποτα στην Καρτεσιαν~ μ.έθοδο της σuνηθι-

,

σμ.ενης

,

επιστημ.ονικης

,

θ

γνωσης,

και

προω

,

ει

λ,

μ.ε

εντε

ως

,,

ιοιο

τρόπο τις εμ.πεφικές επιστ~μ.ες τοu πεπερασμ.ένοu ποu ξεπ~δη­

σαν από αuτ~ν. Αφετέροu όμ.ως απορρίπτει αuτ~ τη μ.έθοδο, και μ.αζί μ.ε αuτ~ν -

εφόσον δεν ξέρει καμ.ιάν άλλη -

μ.εθόδοuς ποu τείνοuν στη γνώση τοu απέραντοu.

όλες τις

Έτσι εγκατα­

λείπεται στην άγρια αuθαφεσία της φαντασίας και σε αuθαίρε­

τες διαbεbαιώσεις,

σε ηθικ~ κενοδοξία και σuναισθημ.ατικ~

αλαζονεία, ~ σε έναν άμ.ετρο δογμ.ατισμ.ό και διαλογισμ-ό ποu στρέφεται μ.ε οξύτητα ενάντια στη Φιλοσοφία και στα φιλοσο­ φ~μ.ατα. Και bέbαια η Φιλοσοφία δεν ανέχεται τις σκέτες ο;, Ρ Ρ r οιαοεοαιωσεις,

'

οuτε

τις

φ

r

αντασιες,

r

οuτε

r

ενα

r

κατα

Ρ 'λ oou ηση

πηγαινέλα διαλογισμ-ών.

§ 78 Πρέπει να απορρίψοuμ.ε την αντίθεση ανάμ.εσα σε μ.ια αuθύπαρκτη αμ.εσότητα στα περιεχόμ-ενα ~ στις γνώσεις και σε μ.ια εξίσοu αuθύπαρκτη μ.εσολάbηση, ποu είναι τάχα ασuμ.bίbα­ στη μ.ε την αμ.εσότητα· γιατί αuτ~ η αντίθεση είναι απλώς μ.ια προϋπόθεση και μ.ια αuθαίρετη διαΒεΒαίωση. Παρόμ.οια πρέπει να

εγκαταλειφθούν όλες οι άλλες προϋποθέσεις και προκαταλ~ψεις

* [ΥποσΎjμ.είωσΎJ τοu Χέγκελ:] Αντίθετα ο Άνσελμ.ος λέει: «Negligentiae ιnil1i videtιιr, si postqιιam confirmati sιιmιιs in fide, non studemus, qιιοd credimus, intelligere, (rractat. Cur Deus homo) [Τ, I = «Mou φαίνεται ότι είναι παρqλειψη, εάν, αφού έχοuμ.ε σταθεpοποιηθεί μ.έσα στην πίστη, δεν προσπαθούμε να καταλάΒουμε τί πιστεύουμε»]. Με αuτά τα λόγια ο

Άνσελ­

μ.ος θέτει σε σχέσΎj πpος το σuγκεκpιμ.ένο πεpιεχόμ.ενο της χpιστιανικΎjς διδασκαλίας έναν εντελώς διαφοpετικό και δuσκολότεpο στόχο έpεuνας,

από εκείνον ποu πεpιέχεται σ' αuτη τη σύγχpονη πίστη.

192


καθώς θα εισέλθουμε στην επιστήμη, είτε αυτές έχουν ληφθεί ι

φ

απο τη

ι

ι

ι

ι

Γ

αντασια ειτε απο τη νοηση.

ι

ι

ιατι η

επιστημη

ι

ειναι ο

τόπος, μέσα στον οποίο θα ερευνηθούν ολόπρωτα όλες αυτές οι προτάσεις, και θα γίνει γνωστό ποιο είναι το νόημά τους και ω αντιθέσεις τους.

Ο σκεπτικισμός, ως αρνητική επιστήμη που εφαρμό­ ζεται σε όλες τις μορφές γνώσης, θα μπορούσε να προ­ σφερθεί ως κατάλληλη Εισαγωγή που χαταδείχνει τη μηδαμινότητα τέτοιων

προuποθέσεων.

Αλλά

αυτός

θα

ήταν όχι μόνο άχαρος, αλλά και περιττός δρόμος γιατί η ~

οια '

λ

χης

I

I

εχτιχη

ειναι I

επιστημης,

·χάτω.

I

χα

θ

t

I

ενα

ουσιαστιχο I

ως

θ

α

φ

στοιχειο

της

Ι

χατα

Ι

ανερωσουμε

αμεσως

φ

ατι-

παρα-

Άλλωστε ο σκεπτικισμός θα είχε ανακαλύψει μόνο

εμπειρικά και μη-επιστημονικά τις πεπερασμένες μορφές, χα ι θα τις είχε δεχθεί ως δεδομένες [αντί να τις παραγά­ γει επιστημονικά]. Το να απαιτηθεί ένας τέτοιος διαμορI I φ ωμενος σχεπτιχισμος,

I

ειναι

I~

το

ιοιο

με

το

να

I

απαιτουμε

να προηγηθεί της επιστήμης η αμφιΒολία για το κάθε τι, δηλαδή μια πλήρης έλλειψη προϋποθέσεων. Αυτή η απαί­ τηση έχει εκδηλωθεί ήδη μέσα στην απόφαση, να θέλουμε να σκεπτόμαστε καθαρά· έχει πραγματωθεί ήδη μέσω της ε λ ευ θ εριας, t

η

Ι οποια

Ι χανει

α

φ

I

αφεση

I

απο

'θ χα ε

τι,

και

σuλλαμ6άνει την καθαρή της αφαίρεση, την απλότητα της νόησης 1 •

1. Είναι αξιοπρόσεχτη η στάση που παίρνει ο Χέγκελ απέναντι στον σχεπτιχισΙJ-ό: Αφενός τον επικρίνει ως περιττό, εφόσον ο αρνητικός του

χαραχτήρας ΙJ-Πορεί να αντικατασταθεί από τον καταφατικό χαραχτήρα της διαλεχτιχής, χαι τον κατηγορεί ότι ανακαλύπτει ε!J-πεφιχά χαι ΙJ-η­

επιστηΙJ-ονιχά τα πεπερασμένα όντα που εξετάζει. Αφετέρου ο Χέγκελ εισάγει στον στοχασΙJ-ό του ένα ριζικά σχεπτιχιστιχό χαραχτήρα, ξεκινώ­

ντας εντελώς απροϋπόθετα, δηλαδή κάνοντας ριζική αφαίρεση από κάθε εΙJ-πεφιχό δεδοΙJ-ένο και αποφασίζοντας να σκεφτεί καθαρά (Γein), που

ση!J-αίνει: ΙJ-ε τα ΙJ-έσα της εξωψπεφικής νόησης.

193


Ακpc6έστεpη έννοcrχ κrxc όεrχ{pεση τηι; Αογcκήι;

§ 79 Η Λογική ως προς τΎ) [J-ορφή έχει τρεις πλεuρές: α.) τψ αφηρημένη πλεuρά., ποu α.φορά. τΎ) διάνοια· 6) τΎJ διαλεκτική

πλεuρά., ποu α.φορά. τψ αρνητική λογική ικανότητα· γ) τΎ) θεωρη­ σιακή πλεuρά., ποu α.φορά. τΎ) θετική λογική ικανότητα 1 • Αuτές οι τρεις πλεuρές δεν α.ποτελοuν τρία. μέρη τΎ)ς

Λογικής, α.λλά. είνα.ι στάδια κάθε Λογικής πραγματικότη­ τας, δΎ)λα.δή χ.ά.θε έννοια.ς χ.α.ι χ.ά.θε α.λήθεια.ς ενγένει. Μποροuν χ.α.ι οι τρεις να. τεθοuν χ.ά.τω α.πό το πρώτο στά.διο, το στά.διο τΎJς διάνοιας, χ.α.ι έτσι να. δια.τΎ)ρΎ)θοuν δια.χωρισ[J-ένες Ύ) (1-ία. α.πό τψ ά.λλΎ)· έτσι ό[J-ως δεν θα. 6λέποντα.ν (1-έσα. στψ α.λήθεια. τοuς 2 • Όσα. λέγοντα.ι εδώ για. τα. χα.ρα.χ.τΎ)ριστιχ.ά. τΎ)ς Λογικής

-

χ.α.ι για. τΎ) δια.ίρεσή τΎJς, έχοuν εδώ α.πλώς προχ.α.τα.ρχ.τιχ.ό χ.α.ι

ιστοριογρα.

φ

I

ιχ.ο

I

χα.ρα.χ.τΎ)ρα..

§ 80 α.) Η νόΎ)σΎ) ως διάνοια προσχ.ολλά.τα.ι σε στα.θερά. χα.ρα.χ.τΎ)-

'

ριστιχ.α.

χ.α.ι

στις

~ φ ορες ι οια.

τοu

Ι ενος

α.ποI

το

'λλ ο· α.

'θ ε χα.

I τετοιο

περιορισ[J-ένο χ.α.ι α.φΎ)ρΎ)[J-ένο στοιχείο ισχuει για. τΎ) διά.νοια. ως ξέχωρΎ) uπόστα.σΎ) χα. ι uπα.ρξΎ) ι.

I. Λυτές οι τpεις πλευpές της Λογιχ.~ς Οα. εξηγηθούν στις επόμ.ενες (§§ 80-82). Η εοώ εχ.τιθέμ.ενη οια.ίpεση της Λογιχ.~ς

τpεις πα.pα.γpάφους

α.φοpά τη μορφή, ενώ το περιεχόμενο της Λογιχ.~ς θα. οοθεί οια.γpα.μ.μ.α.τιχ.ά στην

§ 83. 2. π πpι:Jτη χ.α.ι η οεύτεpη έχ.οοση γpάφουν, χ.α.θώς μ.ετα.φpάζω:

ιψέσα. στην α.λ~θεια. τους>> (= ίη ihι·er WahΙ"heit)· η τpίτη έχ.οοση γpάφει: «στ' α.λ~θεια.»

(=

ίη WahΙ"Ileit).

I. Ο pόλος της διάνοιας (VeΙ"stand) μ.έσα. στη Λογιχ.~ έγχ.ειτα.ι στο ότι η οιάνοια. στέχ.ετα.ι σε μ.εμ.ονωμ.ένα. χ.α.ι στα.θεpά χα.pα.χ.τηpιστιχ.ά, χ.α.ι επισημ.α.ίνει τις οια.φοpές που υπάρχουν α.νάμ.εσά τους. Το να. ιοωθεί α.υτ~ η

194


§ 81 6) Το διαλεκτικό στά.οιο είνσ.ι εκείνο, ΙJ.έσσ. στο οποίο σ.uτά. ι ι ι I? 1 τσ. πεπερσ.σΙJ.ενσ. χσ.ρσ.κτΎ)ριστικσ. σ.uτοσ.νσ.φοuντσ.ι κσ.ι ΙJ.ετσ.οσ.ι-

νοuν στσ. σ.ντtθετά. τοuς.

1) Ότσ.ν το οισ.λεκτικό στά.οιο χρΎ)σιΙJ.οποιείτσ.ι σ.πό ~

ι

τΎJ οισ.νοισ.

ξ ι

εχωρσ. κσ.ι σ.νε

ξ ι

σ.ρτΎ)τσ.,

~

ι

θ ι

.,,ι_

ι

ειοικσ. κσ. ως εi""Ψσ.νι-

ζετσ.ι ΙJ.έσσ. σε επιστΎJΙJ.ονικές θεωρίες, γίνετσ.ι σκεπτικι­ σμός

ως

ά.ρνΎJαΎJ·

σ.ποτέλεσΙJ.ά.

τοu περιέχει

τότε

ΙJ.ισ.

σκέτΎJ

Η οισ.λεκτικ~ θεωρείται σuν~θως ως εξωτε­

2)

ρικ~ τέχνΎJ, ΎJ οποίσ. ΙJ.ε τψ σ.uθσ.φεσίσ. τΎJ<; προκσ.λεί σύγχuσΎJ σε ορισΙJ.ένες έννοιες κσ.ι ΙJ.ισ. επίφαση αντιφάσεων, ι

ετσι

ι

ι

ωστε οχι

ι

σ.uτες

το σ.πσ.ρά.οεκτο,

οι

ι

εννοιες,

σ.

λλ' σ. ΎJ

επι

σ.σΎJ

νσ.

ι

εινσ.ι

ενώ το σ.λΎJθινό νσ. έγκειτσ.ι σε όσσ.

ισχuρίζετσ.ι ΎJ οιά.νοισ.. Σuν~θως ΎJ οισ.λεκτικ~ οεν είνσ.ι

τίποτσ. περισσότερο σ.πό ΙJ.ισ. uποκειΙJ.ενικ~ κοιίνισ. ΠΎJγσ.ινο­ ερχόΙJ.ενων επιχεtρΎJ~των, όποu ΎJ σ.ποuσίσ. περιεχοΙJ.ένοu επικσ.λιίπτετσ.ι σ.πό τψ οξιίνοισ. ΎJ οποίσ. πσ.ρά.γει τέτοισ.

επιχεtρ~ΙJ.σ.τσ. 1 • στα.θεpότΎjτα. είνα.ι εξα.ιpετικά σΎ]μ.α.ντικό, για.τί σuνεπάγετα.ι μια. ώpιμΎj

σύλλΎJΨΥJ των πpα.γμ.άτων, α.φού έχει α.ποποιΎjθεί τΥJ pευστότψα. των α.ισθΥ]τΥ]pια.κών εντυπώσεων κι έχει κάνει α.φα.ίpεσΎJ α.πό τα. πεpιπτωσια.κά κα.ι πpόσκα.ιpα. στοιχεία.. Ο Χέγκελ (μέσα. σε μια. πpοφοpική πpοσθ~κΎJ)

Πα.pομοιάζει α.υτ~ τΥ]ν ωpιμ.ότΎjτα. τΎjς Οιάνοια.ς με τΎjν πpοσωπικότΥ]τα. ενός α.νθpώπου, ο οποίος οια.μοpφώνει ένα. στα.θεpό χα.pα.κτ~pα., ()άζει εμπpόc; του στα.θεpούc; σκοπούς κα.ι τους επιδιώκει με ι: τιιiον~. Αλλά κα.ι σε κάθε επιστΎjμονικ~ πεpιοχ~ είνα.ι (όπως λέει ο Χέγκελ) α.πα.pα.ίτψΎj α.υτ~

YJ α.φα.ίpεσΎJ κα.ι στα.θεpοποίΎJσΎJ, όπως π.χ. στΥJ Φυσικ~ YJ οιάκpισΎJ των ουνάμεων, των ειοών, των φυσικών στοιχείων κτλ

1. Ο Χέγκελ α.ντιοια.στέλλει τΥJ οια.λεκτικ~ α.) έτσι όπως πα.pουσιά­ στΥJκε ~OYJ α.πό τΥ]ν α.pχα.ιότΎjτα. α.λλά κα.ι σε σύγχpονεc; επιστΥ]μονικέc; θεωpίεc;, όπου κα.τάντΥ]σε σκεπτικισμός, ΟΥ]λα.ο~ μια. σκέτΎj άpνΥ]σΎJ, b) κα.ι έτσι όπως οιεξάγετα.ι συν~θωc;, σα.ν μια. σοφιστικ~ τέχνΎj α.ντικpουόμενων επιχειpΎjμ.άτων που πα.pάγει μια. επίΦα.σΎJ α.ντιφάσεων, α.πό τψ γ) α.υθε­

ντικ~ οια.λεκτικ~ έτσι όπως πpοσοιοpίζετα.ι πα.pα.κάτω. Rίνα.ι σα.φέc; ότι YJ

195


- Αλλά. (1-έσα. στον α.uθεντιχό της χα.ρα.χτήρα. η aια.λεχτιχή είνα.ι η α.ληθινή φuση των χα.τηγοριών της aιά.νοια.ς, των ·πρα.γ{J-ά.των χα.ι των πεπερα.σ[J-ένων όντων

ενγένει.

Η

aια.λεχτιχή aια.φέρει α.πό την α.να.σχόπηση [Reflexion]. Η Ι

α.να.σχοπηση Ι

[J-ε(J-Ονω[J-ενο

Ι

εινα.ι χα.τ

,

I

α.ρχην Ι

χα.ρα.χτηριστιχο

[J-ια.

χα.ι

tp

[J-ετα.οα.ση

[J-ια.

α.να.

φ

ε ω I

ορα.

I

α.πο το

προς

I

α.uτο,

(1-έσω της οποία.ς α.uτό έρχετα.ι σε σχετισ{l-ό, ενώ χα.τά. τα. ά.λλα. α.uτό aια.τηρείτα.ι (1-έσα. σε α.πο[J-όνωση. Αντίθετα. η aια.λεχτιχή είνα.ι [J-ια. εμμενής [J-ετά.6α.ση προς τα. έξω, (1-έσω I /ζ I λ I της οποια.ς πα.ροuσια. ετα.ι ο (1-Ονοπ εuρος χα.ι περιορισ[J-ενος

χα.ρα.χτήρα.ς των χα.τηγοριών της aιά.νοια.ς ως α.uτό ποu I

εινα.ι,

'1'

οη

λ

'1''

α.οη

ως

η

I

I

α.ρνηση

τοuς.

έγχειτα.ι στο να. α.uτοα.να.φείτα.ι 2 •

Κ'θ α.

ε

τι

I

πεπερα.σ[J-ενο

Η aια.λεχτιχή

είνα.ι

λοιπόν η κινητήρια. ψuχή της επιστη[J-ονιχής προόaοu, χα.ι είνα.ι το α.ξtω[J-α. ΓPrinzip] (1-έσω τοu οποίοu χα. ι [J-όνο

6' p.opφ~ διαλεκτικ~ς είναι αυτ~ μ.ε τψ οποία ασχολ~θΎJκε ο Καντ, ο οποίος έδειξε μ.ε επιτυχία ότι μ.εpικές έννοιες οδΎ)γούν σε αδιάλυτες απάτες όταν αναφέρονται στα πpάγμ.ατα καθ' εαυτά· κατέλΎ)ξε όμως στο

σuμ.πέpασμ.α ότι υπαίτια γι' αυτ~ τΎ)ν απάτΎ) είναι Ύ) καθαpά λογικ~ ικανότΎ)τα ως ανίκανΎ) να οδΎ)γΎ)θεί σε κάτι p.ονο~μ.αντα αλΎ)θινό, αντί να συμ.πεpάνει ότι υπαίτιες είναι αυτές οι έννοιες ως έννοιες πεπεpασμ.ένων

όντων.

2. Ο Χέγκελ αντιδιαστέλλει εοώ τΎJ οιαλεκτικ~ από τψ ανασκό­ ΠΎJσΎJ (Reflexion). Π ανασκόπΎ)σΎ) 6γαίνει από ένα χαpακτΎ)pιστικό και το συσχετίζει μ.ε κάποιο άλλο, αλλά κατά τέτοιον τpόπο, ώστε οιατΎ)pεί κάθε χαpακτΎ)pιστικό μ.έσα στψ αpχικ~ του απομ.όνωσΎ).

Έτσι π. χ. συσχετίζει

το αpνψικό μ.ε το Οετικό, αλλά οεν παύει να 6λέπει το θετικό ως ουνάμ.ει και ενεpγείq. θετικό. Αντίθετα Ύ) οιαλεκτικ~ κάνει μ.ια εμμενή υπέpbασΎ) (immanente~ Hinaιιsgehen - είναι ολοφάνεpΎ) Ύ) αντιφατικότΎ)τα αυτ~ς τΎ)ς κίνΎ)σΎ)ς) των πεπεpασμ.ένων χαpακτΎ)pιστικC:)ν, που τα αναοείχνει ως αυτά ακpι6C:)ς που είναι, ΟΎ)λαο~ ως πpοοpισμ.ένα να αναιρεθούν, να φτάσουν στο πέpας τους. ΙΙ πpάξΎJ τΎJς αναίpεσΎJς οεν είναι λοιπόν κάτι που έρχεται απ' έξω ως 6ίαιΎ) εκp.Ύ)οένισΎ), αλλά είναι Ύ) αποκάλυψη ότι ο

ίδιος ο πεπεpασμ.ένος χαpακτ~pας των κατΎ)γοpιών τίς ΟΟΎ)γεί στψ άpνΎ)~ τους, στψ εκp.Ύ)Οένι~ τους.

196


πα.ρέχετα.ι εμμενής συνάφεια και αναγκαιότητα στα. περιεχό,

f

ΙJ-ενα. της επιστη(J.ης ετσι

λ

I

I

οιπον, ΙJ-ονο σ

'

I

I

α.uτην ενα.ποκει-

τα.ι η α.ληθιν~ κα.ι όχι εξωτερικ~ εξuψωση πά.νω α.πό τα. πεπερα.σ(J.ένα..

§ 82 γ) Το θεωρησιακό στά.οιο, ποu α.φορά. τη θετική λογική ικανότητα,

σuλλα.ΙJ-6ά.νει την ενότητα. των όρων (J.έσα. στην

α.ντίθε~ τοuς, [σuλλα.ΙJ-6ά.νει οηλα.ο~] το καταφατικό στοιχείο

'

'

'

'

~ 'λ uση τοuς κα.ι ΙJ-εσα. στη ποu περιεχετα.ι ΙJ-εσα. στη οια.

rp ' ΙJ-ετα.οα.ση

τοuς.

1) Η οια.λεκτικ~ έχει θετικό α.ποτέλεσ(J.α., για.τί έχει ένα. ορισμένο περιεχόμενο κα.ι το α.ποτέλεσ(J.ά. της οεν είνα.ι το κενό και αφηρημένο μηδέν, α.λλά. η άρνηση ορισμένων όρων ποu περιέχονται (J.έσα. στο α.ποτέλεσ(J.α. -

α.κρι6ώς

επειο~ ετοuτο είνα.ι α.ποτέλεσ(J.α. κα.ι όχι ένα. άμεσο μηδέν'. ~ε μ.ια πpοφοpικ~ πpοσ&ΥjκΎJ ο Χέγκελ οίνει ένα εξαίpετο παpάοειγfΙ-ΙΧ τΎjc; αντιφατικότΎjτας που ενΟΎjμ.εί στα πεπεpασμ.ένα όντα, όταν αυτά 6λέπονται οιαλεκτικά:

ιιΕάν κοιτάξουμ.ε εγγύτεpα, 6λέπουμ.ε ότι τα

πεπεpασμ.ένα όντα οεν έχουν τον πεpιοpισμ.ό τους μ.όνο απ' έξω, αλλά ότι Ύj

ίοια τους Ύi ΦύaΎJ είναι Ύi αιτία τΎJς αναίpε~ς τους, και ότι μ.ε οικ~ τους πpάξΎj μ.ετα6αίνουν στο αντίθετό τους. Λέμ.ε π.χ. ότι ο άνθpωπος είναι θνψός, και όμ.ως μ.οιάζει να θεωpούμ.ε το θν~σχειν ως κάτι που οφείλεται

μ.όνο σε εξωτεpικέc; πεpιστάσεις εάν αυτ~ Ύj θεώpΎjaΎJ ~ταν οp~ή, ο άνθpωπος θα είχε ούο ιοιότΎJτες, Οα ήταν ζωντανός και επίσης θνΎJτός. Αλλά Ύj αλΎjΟινή σύλλΥjο/η αυτού του θέ[J.ΙΧτΟς είναι ότι Ύj ζωή σαν τέτοια συμ.πεpιλαμ.6άνει μ.έσα τΎJς το σπέpμ.α του θανάτου, και ότι γενικά τα πεπεpασμ.ένα όντα είναι εντός εαυτών αντιφατικά και εξαιτίας τούτου αυτοαναιρούνται.))

ι. Μολονότι Ύj διαλεκτική φανεpώνει τψ αυτοαναίpεσΎj και αυτοεκ­

(.1-ΎjΟένισΎj των κατΎjγοpιών, οεν είναι μ.όνο αpνΎjτική, όπως εμ.φανίζεται μ.έσα στο οεύτεpο στάοιο, αλλά είναι επίaΎJς θετική. Γιατί το αποτέλεσμ.ά τΎjς οεν είναι ένα κενό τίποτα, μ.ια πλήpΎjζ αφαίpεσΎj πεpιεχόμ.ενου· είναι

μ.όνο ΎJ αναίpεaΎJ ορισμένων ΧΙΧτΎjγοpιών, ΟΎJλαοή εκείνων που αναοείχτ-η-

197


2)

Άρα. α.uτό το έλλογο α.ποτέλεσμ.α., μ.ολονότι είναι χά.τι

νοούμ.ενο χα.ι α.φηρημ.ένο, είναι ταυτόχρονα. χά.τι συγκεκρι­

μένο, γιατί δεν είναι μ.ια. απλή, μορφική ενότητα., α.λλά. είνα.ι ενότητα διαφορετικών όρων. Η Φιλοσοφία. δεν έχει λοιπόν να. χάνει μ.ε σκέτες α.φα.ιρέσεις ~ μ.ε μ.ορφιχές σκέψεις, αλλά. μ.όνο μ.ε σuγχεχριμ.ένες σχέψεις 2 • 3) Μέσα. στη θεωρησια.χ~:J Λογιχ~ περιέχεται η Λογική της διάκα.ν πεπεpα.σμ.ένες. Κα.ι α.υτό που πpοκύπτει, είνα.ι πpοιόν ά.pνΎ)σης του πεπεpα.σμ.ένου, ά.pα. κά.τι α.πέpα.ντο· επιπλέον είνα.ι πpοιόν ά.pνΎ)σΎ)ς του α.φΎ)pΎ)μ.ένου, ά.pα. κά.τι συγκεκpιμ.ένο.

2. ο Χέγκελ πpοσοιοpίζει εοώ το «συγκεκριμένΟ>> ως

«ενότΎ)τα.

οια.φοpετικών όpων». Πpόκειτα.ι για. ούο κά.Οε φοpά. α.ντίΟετους όpους που έχουν σuντεΟεί {α.κόμ.α. κα.ι ετυμ.ολογικά. ιδωμ.ένο: έχουν συν-κραθεί· γεpμ.α.­ νικά.: konkΓet α.πό το λατινικό pήμ.α. concΓesceι·e =

συγκpοτώ), για. να.

συνα.πα.pτίσουν μ.ια. καινούρια. ενότΎ)τα.. Αυτή η συγκεκριμ.ενοποίηση α.φορά. το περιεχόμ.ενο, δεν είνα.ι λοιπόν μ.όνο μ.ορφική.

Έτσι ο Χέγκελ ισχυρίζε­

ται ότι Ύ) Λογική (όπως κα.ι ολόκλΎ)ρΎ) Ύ) Φιλοσοφία.) δεν είνα.ι η πα.ρα.δοσι­ α.κή «τυπική» ( = μ.ορφική) επιστήμ.Ύ), α.λλά. α.φορά. το περιεχόμ.ενο, εφόσον περιέχει έννοιες κα.ι σκέψεις συγκεκριμ.ένες.

3. Τί σημ.α.ίνει ο όρος «ΟεωρΎ)σια.κό» {spekιιlativ); Αναφέρω κα.τ' α.pχήν μ.ετα.φρα.στικά., ότι α.υτός ο όρος πρέπει να. οια.κpιθεί μ.ε οξύτητα. α.πό τον όpο «θεωpΎ)τικό» (theoΓetisch), που νοείται σε α.ντίθεσΎ) πpος το πpα.κτικό ή ηΟικό μ.έpος τΎ)ς Φιλοσοφία.ς.

li γερμ.α.νική λέζΎ) Spekιιlation

χpΎ)σψοποιείτα.ι για. εντελώς κα.Οημ.εpινά. πρά.γμ.α.τα., όπως για. εμ.ποpικές κα.ι κοινωνικές υποθέσεις ο Χέγκελ έχει 6έ6α.ια. υπόψΎ) του α.υτή τψ

κα.ΟΎ)μ.εpινή χpήση, κα.ι τψ α.ντιοια.στέλλει pητά. α.πό τον φιλοσοφικό όpο. Λένε π. χ. οι lΈpμ.α.νοί: er l1at sein VeΓmδgen dιιι·ch ge\vagte Spekιιlationen νeΓloΓen = «α.υτός έχα.σε τΎ)ν πεpιουσία. του μ.ε pιψοκίνουνες χρηματικές υποθέσεις»· eΓ verlieΓt sic\1 in Spekιιlationen =

«α.υτός χά.νετα.ι μ.έσα. σε

εικασίες ή θεωρητικολογίες». Πpόκειτα.ι οπωσοήποτε για. ένα. ν δυσμ.ετά.φpα.­ στο όρο.

~ε μ.ια. πpοφορική προσΟήκΎ) λέει ο Χέγκελ: «Πρέπει να. ειπωθεί ότι το θεωpησια.κό στοιχείο ως προς τψ α.λΎ)Οινή του σημ.α.σία. δεν είνα.ι ούτε προσωpινά. ούτε οριστικά. κά.τι σκέτα. υποκειμ.ενικό, α.λλά. είνα.ι εκείνο το στοιχείο, που πεpιέχει μ.έσα. του ως α.νΎ)pΎ)μ.ένες εκείνες τις α.ντιΟέσεις, στις οποίες πpοσκολλά.τα.ι Ύ) διάνοια. (ά.pα. κα.ι Ύ) α.ντίθεσΎ) μ.ετα.ζύ υποκειμ.ε-

198


νοιας,

κt

'

ετοuτΎ)

'

ΙJ.Πορεt

εuκο λ α.

'

ε ξ α.χ θ εt

'

να.

'

'

α.πο

εκεtνΎ)·

προς τούτο οεν χρειά.ζετα.t τίποτε ά.λλο, α.πό τοu να.

'

πα.ρα.ΙJ.ερtστεt

το

~ λ εκτtκο οtα.

'

κα.t

ε'λλ ογο

'

στοtχειο·

'

τοτε

όΙJ.ως α.uτ~ γίνετα.t ΎJ συνηθισμένη Λογική, ΙJ.tα. ιστοριογρα-

,

φ ικη

σu λλ ογΎ)

'

'

α.να.κα.των

'

VΟΎ)τtκων

'

ορων,

ot

'

oπotot

!J.Oλ ο-

νότt είναι πεπερα.σ(-1-ένοt, εκλα.μ..~άνοντα.t ως κά.τt απέρα.ντο.

§ 83 Η Λογtκ~ uποοια.φείτα.t σε τρία. ΙJ.έρΎ): Ι. Στη διδασκαλία περί του Είναι. Π. Στη διδασκαλία περί της ουσίας.

ill.

Στη διδασκαλία περί της έννοιας και της ιδέας.

ΔΎ)λα.ο~ [uποοια.φείτα.t] στΎJ οιοα.σκα.λία. περί τΎJς νόψΎJς: Ι. Μέσα. στψ αμεσότητά τΎJς, ποu α.φορά. τψ έννοια καθ' εαυτήν.

Π. Μέσα. στψ ανασκόπησή τΎJ<; κα.t μεσολάΒησή τΎJς, ποu

α.φορά. το δι'-εαυτό-Είναι κα.t τψ εμφάνιση τΎJ<; έν­ νοtα.ς.

ill.

Μέσα. στΎJν επιστροφή της εντός εαυτής κα.t στψ

νικού και αντικεψ.ενικού), και έτσι το θεωpησιακό στοιχείο αναοείχνεται ως κάτι συγκεκpψ.ένο και ως ολότητα.

'Rνα θεωpησιακό πεpιεχόμ.ενο οεν

μ.ποpεί να εκφpαστεί μ.ε μ.ια μ.ονόπλευpη πpόταση. Rάν π.χ. πούμ.ε ότι το Απόλυτο είναι η ενότητα του υποκειμ.ενιχού και του αντικειμ.ενικού, αυτό είναι ασφαλώς σωστό, ωστόσο είναι μ.ονόπλευpο, γιατί εοώ εκφpάζεται μ.όνο η ενότητα και σ' αυτ-ήν οίνεται έfl-Φαση, ενώ στην πpαγμ.ατικότητα. το υποκειμ.ενικό και το α.ντικειμ.ενικό όχι μ.όνο ταυτίζονται αλλά και

οιαφέpοuν.

Όσον αφοpά τη σημ.α.σία. του όpου 'θεωpησια.κό' πpέπει α.κόμ.α

να. α.να.φεpθεί ότι μ.ε αυτό τον όpο νοείται α.υτό που πα.λαιότεpα., πpοπά­ ντων σε σχέση πpος τη θpησχευτικ-ή συνείοηση και το πεpιεχόμ.ενό της,

συνηθιζόταν να. χα.pα.κτηpίζεται ως: μυστικιστικό [das Mystische].)) Ο όpος ιιθεωpησιακό)) αποκτά το 6α.θύτεpο νόημ.ά του, ότα.ν ο Χέγκελ χαpα.κτηpίζει μ.ε αυτό τον όpο την απόλυτη ιοέα., οες

§§ 235-6.

199


ανάπτuξή τΎJς παρ' εαuτήν, ποu αφορά τψ έννοια καθ' εαυτήν χα ι δι' εαυτήν 1 •

I. Τα τρία μ.έρη της Λογικής ασχολούνται α) μ.ε το Είναι, δηλαδή μ.ε τη νόηση μ.έσα στην αμ.εσότητά της, 6) μ.ε την ουσία, δηλαδή μ.ε τη νόηση μ.έσα στην ανασκόπηση και μ.εσολά6ησή της, και γ) μ.ε την έννοια

(και την ιδέα), δηλαδή μ.ε τη νόηση μ.έσα στην επιστροφή της εντός εαυτής χα ι μ.έσα στην ανάπτυξή της παρ' εαυτήν. Πώς σχετίζονται μ.εταξύ τους αυτά τα τρία μ.έρη; Λέει ο Χέγκελ σε

μ.ια προφορική προσθήκη: "ΙΙ σχέση, μ.έσα στην οποία στέκονται μ.εταξύ τους οι εδώ εχτιθέμ.ενες τρεις 6ασιχές 6αθμ.ίδες της σκέψης ή της Λογικής ιδέας, πρέπει να κατανοηθεί ως εξής: Το αληθινό είναι μ.όνο η έννοια· αχρι6έστερα, η έννοια είναι η αλήθεια του Είναι χαίτης ουσίας, τα οποία

εάν θεωρηθούν δι' εαυτά

r=ξέχωρα 1 μ.έσα

στην απομ.όνωσή τους, δεν

μ.πορούν παρά να είναι αναληθή - το Είναι επειδή είναι αποκλειστικά και μ.όνο κάτι άμεσο, και η ουσία επειδή είναι αποκλειστικά και μ.όνο κάτι μεσολαΒημtνο». Rίναι σαφές ότι πρόκειται για μ.ια 6αθμ.ιαία πορεία προς

την αλήθεια, της οποίας τα πρώτα στάδια είναι κατ' ανάγκην αναληθή, επειδή έχουν μ.ονόπλευρο χαραχτήρα. Και ο Χέγκελ προσθέτει: "Ο θεός, ο οποίος είναι η αλήθεια, γνωρίζεται από εμ.άς μ.έσα σ' αυτή την αλήθεια του, δηλαδή ως απόλυτο πνεύμ.α, μ.όνο εφόσον ταυτόχρονα αναγνωρίζουμ.ε

ότι ο χόσμ.ος που φτιάχτηκε από αυτόν, η φύση και το πεπερασμ.ένο πνεύιJ.α, είναι, μ.έσα στη διαφορά τους από τον θεό, αναληθή».

200


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ

§ 84 Το Είνα.ι είνα.ι ΎJ έννοια. μ.όνο καθ' εαυτήν

[ =δuνάμ.ει]· οι

όροι τοu είνα.ι όντες ότα.ν δια.χρίνοντα.ι, κάθε όρος είνα.ι άλλος ως προς τοuς άλλους, χα.ι ΎJ μ.ορφ~ τψ οποία. παίρνει ΎJ δια.λεχτιχ~

μ.έσα. τοuς, δΎJλα.δ~ ο περαιτέρω προσδιορισμ-ός τοuς, είνα.ι μ.ια. μετάΒαση μέσα σε κάτι άλλο 1 • Αuτός ο περαιτέρω προσδιορισμ-ός είνα.ι μ.ια. εκφορά χα.ι άρα. μ.ια. α.νάπτuξΎJ τΎJς καθ' εαυτήν οuσα.ς

έννοιας, χα.ι σuνάμ.α. μ.ια. εντός-εαυτού-πόρεία τοu Είνα.ι, μ.ια. εμ.6άθuνσ~ τοu εντός εα.uτοu 2 • Η εχτuλιξΎJ τΎJς έννοιας μ.έσα. στΎJ 1. ΊΌ Rίναι περιγράφεται κατ' αρχήν σε σχέση προς τΥ]ν έννοια (του Απόλυτου), Υ] οποία αποτελεί τΥ] ιι-όνΥJ αλήθεια. Το Rίναι δεν είναι κάτι άλλο α.πό τΥ]ν έννοια., αλλά είναι Υ] ακόμ.α ανεξέλικτΥ] έννοια, Υ] έννοια. ως δυνατότΥJτα.. Λυτό σημαίνει: το Rίναι είναι ήδΥJ ολόκληρη YJ έννοια., γι' αυτό και περιγράφεται ως σφαίρα που περικλείει μέσα τΥ]ς ένα πλήθος όρων, δΥ]λαδή κατΥ]γοριών. Αυτοί οι όροι θα. εκτεθούν παρακάτω με τα ονόματα: το καθαρό Είναι, το μΥ]δέν, το γίγνεσθαι κτλ. Αυτοί οι όροι είναι ιιόντες» (seiende), έχουν δΥ]λαδή μια. άμεση και αυθύπαρκτΥ] υφή: δεν 6α.σίζεται ο ένα.ς πάνω σε άλλους, ούτε αποτελεί κα.θένα.ς συνέχεια. άλλων, αλλά είναι απλά ιιάλλος ως προς τους άλλους». Τί γίνεται τώρα., όταν αυτοί περνούν α.πό το δια. λεκτικό στάδιο που περιγράΦΥJκε στΥ]ν

§ 81;

Τότε ο ένας όρος αντικαθιστά κάποιον άλλο αντίθετό του κατά τέτοιον τρόπο, ώστε γίνεται ιιμ.ετά6α.ση μέσα. σε κάτι άλλο». Ο Χέγκελ χρΥ]σιμο­ ποιεί εδώ τΥ] λέξΥ] ϋ!Jergehen ( =

μετά6αση), για. να δείξει το πέρασμ.α

υπεράνω (ίiber) μια.ς κατΥ]γορίας, το ξεπέρασμ.ά τΥ]ς, για. να διεξαχθεί Υ] προσέγγισ·fJ σε μιαν άλλΥ] κα.τΥ]γορία..

2. Αυτός ο προσδιορισιι-ός, κατά τον οποίο το Rίνα.ι φεύγει από τον ένα. όρο για να. μετα.6εί σε άλλον (ο Χέγκελ λέει ωραιότατα.: Fortbestim-

ιnιιng, όπου το πρόθεμ.α fort- σημ.αίνει τΥ] φυγή), είναι διττός: είναι αφενός εξάπλωση, ιιεκφορά» (Heι·aussetzen) αυτού που κατ' αρχήν είναι

201


'

'

'

~, πραγμ.ατα: σφαφα τοu Ε'ιναι πετuχαινει ouo

εκ φ' ερει τΎJν ο λ' ο-

τΎJτα τοu Είναι, και αναιρεί τψ αμ.εσότΎJτα τοu Είναι, ΟΎJλαοή τΎJ μ.ορφή τοu Είναι σαν τέτοιοu3.

§ 85 ΊΌ Είναι όπως και οι επόμ.ενοι όροι - και όχι μ.όνο οι όροι

τοu Είναι αλλά. και οι Λογικοί όροι ενγένει -

μ.ποροuν να

θεωροuνται ως ορισμ.οί τοu Απόλuτοu, ως μεταφυσικοί ορισμοί

του θεού· τοuλά.χιστο ο πρώτος και ο τρίτος όρος σε κά.θε σφαίρα: ο πρώτος, όποu οιατuπώνεται ΎJ πρώτΎJ μ.ορφή τΎJζ σφαίρας μ.έσα ' ι ι ι φ' ι στΎJν απ λ οτΎJτα τΎJς, και ο τριτος, ποu ειναι ΎJ επιστρο ΎJ απο τΎJ

διαφορά. [τοu οsuτεροu όροu] σε έναν απλό αuτοσχετισμ.ό 1 • Γιατί μ.έσα. στον εα.υτό του ( <<χα:θ' εα.υτό>>), α.Φετέρου είνα.ι μ.ια. φ.6ά.θυνσ'Υ) στον εα.υτό, μ.ια. πορεία. μ.έσα. στον εα.υτό. Με τούτο δΊJλώνετα.ι ότι δεν γίνετα.ι περιοιά.6α.σ'Υ) σε κά.τι εντελώς ά.λλο, για.τί α.υτό που φά.ν'Υ)κε να. υπερ6α.ίνει

(ίil>er-gehen), δεν κά.νει σε τελικ~ α.νά.λυ~ πα.ρά. ένα. εντός-εα.υτού-6α.ίνειν

(Insichgehen). 3. Π δια.λεκτικ~ μ.ετά.6α.~ του Είνα.ι χα.ρα.κτ'Υ)ρίζετα.ι τώρα. ως ιιεκτύλιξΊJ»' πρόκειτα.ι για. η γερμ.α.νικ~ λέξΊJ Explikation, που δεν έχει εδώ το κα.θΊJμ.ερινό νό'Υ)μ.α.:

ιιεξ~γΊJ~», α.λλά. το νό'Υ)μ.α.: ξεοίπλωμ.α.,

α.νά.πτυξΊJ (ex-plicatio). Αυτ~ χα.ρα.κτ'Υ)ρίζετα.ι επί~ς διττά.: α.φενός ως

εκφορά. που α.ποκα.λύπτει τ'Υ)ν ολότ'Υ)τα. του Είνα.ι, α.φετέρου ως εντός­ εα.υτού-πορεία., όπου το Είνα.ι α.υτοα.να.ιρείτα.ι, δΊJλ. α.να.ιρεί τον άμεσο εα.υτό του, έτσι ώστε να. ουσια.στικοποιΊ)θεί α.υτοεπισκοπώμ.ενο χα:ι να. κα.τα.στεί ιιουσία.».

1. Όλοι οι όροι, μ.ε τους οποίους α.σχολείτα.ι ΊJ Χεγκελια.ν~ Λογικ~, ε ίνα. ι μ.ετα.φυσικοί ορισμ.οί (Definitionen) του θεού, γι' α.υτό δίχα:ια. μ.πορεί να. ειπωθεί ότι ΊJ Λογικ~ του Χέγκελ είνα.ι κα.τ' ουσία.ν Μετα.φυσικ~.

Μπορεί όμ.ως επίσ'Υ)ι; να. ειπωθεί ότι όλοι α.υτοί οι όροι είνα.ι μ.όνο στά.δια.

(Momente) προς μ.ια. πλΊJρέστερΊJ σύλλΊJΨΊJ του θεού. ~ε κά.θε μ.ια. α.πό τις τρεις ιισφα.ίρες» τΊJς Λογικ~ς (Είνα.ι, ουσία., έννοια.) υπά.ρχουν κά.ποιες

τριά.δες, που α.'•α.δείχνοντα.ι επί~ς ως ορισμ.οί του θεού· π.χ. στ'Υ) σφα.ίρα. του Είνα.ι υπά.ρχει 'YJ 6α.σικ~ τριά.δα.: ποιότ'Υ)τα. - ποσότψα. - μ.έτρο. Λέει ο

Χέγκελ 'σε μ.ια. προφορικ~ προσθ~κ'Υ): ιιi-Ι ποιότητα είνα.ι κα.τ' α.ρχ~ν ένα.

202


το να ορίσου[J-ε τον θεό [J-εταφυσικά, ση[J-αίνει να εκφράσου[J-ε τη φύση του [J-έσα σε σκέψεις σαν τέτοιες και η Λογική συ[J-περι­ λα[J-bάνει όλες τις σκέψεις, έτσι καθώς αυτές είναι ακό[J-α υπό

[1-Ορφή σκέψεων 2 • Οι δεύτεροι όροι σε κάθε τριάδα, οι οποίοι αποτελούν [J-ια νοη[J-ατική σφαίρα [J-έσα στη διαφορά τους, είναι

οι ορισ[J-οί του πεπερασμένου. Μια ένσταση σχετικά tJ-ε τη [J-ορφή του ορισ[J-ού, είναι ότι όταν αυτή χρησι[J-οποιείται, προbάλλεται στην παράστασή [J-ας ένα υποκεί[J-ενο [στο οποίο αποδίδονται τα

κατηγορού[J-ενα].

Έτσι,

ακό[J-α και το Απόλυτο -

[1-Ολονότι

σκοπεύει να εκφράσει τον θεό tJ-ε τη ση[J-ασία και τη [1-Ορφή της σκέψης - παρα[J-ένει σε σχέση προς το κατηγορού[J-ενό του (ως πραγ[J-ατική έκφραση του υποκεί[J-ενου [J-έσα σε σκέψεις} [J-όνο [J-ια νομιζόμενη σκέψη,

ένα οι'

εαυτό ακαθόριστο uποκείtJ-ενο.

Η

σκέψη, που είναι εδώ ό,τι πιο ση[J-αντικό, περιέχεται [J-όνο [1-έσα στο κατηγορούtJ-ενο· και άρα η [1-Ορφή tJ-ιας πρότασης, όπως κι εκείνο το υποκεί[J-ενο [δηλαδή το Απόλυτο], είναι κάτι εντελώς περιττό (δες

§ 31

και παρακάτω σχετικά tJ-ε την κρίση

[§ 166

κ. εες]}:J.

χcφακτηpιστικό που ταυτίζεται fl-ε το Είναι, εφόσον κά.τι παύει να είναι αυτό που είναι, όταν χά.νει την ποιότητά. του. Αντίθετα η ποσότητα είναι ένα χαpακτηpιστικό εξωτεpικό και αδιά.φοpο για το Είναι.

Έτσι π. χ. ένα

σπίτι παpα[J-ένει αυτό που είναι, είτε είναι [J-εγαλύτεpο είτε [J-ικpότεpο, και το κόκκινο παpα[J-ένει κόκκινο, είτε είναι ανοιχτότεpο είτε πιο σκούpο. ΙΙ

τpίτη bαθ[J-ίδα του Είναι, το μέτρο, είναι η ενότητα των δύο πpώτων, η ποιοτική ποσότητα.» Ο πpώτος όpος κά.θε τpιά.δας είναι πά.ντα [J-ια ά.[J-εση ταυτότητα-[J-ε-τον-εαυτό, και αφού ενωθεί fl-ε τον δεύτεpο όpο (ως κάτι εξωτεpικό και αδιά.φοpο), επιστpέφει ιισε έναν απλό αυτοσχετισ[J-ό» ως τpίτος όpος.

2. ΙΙ Λογική εκφpά.ζει τον θεό [J-όνο fl-έσα σε σκέψεις, και όσο ακό[J-α δεν έχει αποκαλυφθεί ο θεός [J-έσα στη φύση, στην τέχνη ή στη θpησκεία.

3. Εδώ διατυπώνεται η εξής ένσταση σχετικά. [J-ε τους οpισ[J-ούς: Κά.θε οpισ[J-ός πεpιέχει ένα υποκεί[J-ενο και ένα κατηγοpού[J-ενο, π. χ. ιιΟ

θεός είναι απέpαντος» · αλλά. η σκέψη εκφpά.ζεται [J-ε το κατηγοpού[J-ενο: το υποκεί[J-ενο χαpακτηpίζεται [J-έσω τούτου απέpαντο, ενώ το ίδιο το

203


Α. ΠΟΙΟ'ΙΉΤΑ

a)

Είναι

§ 86 Το καθαρό Είναι κάνει το ξεκίνηfΙ-ιχ, ιχφενός γιιχτί είνιχt κιχθιχρ~ σκέψη, ιχφετέροu γιιχτί είνιχι η ιχπροσοιόριστη, ιχπλ~ ctfΙ-εσότητιχ· Κctt το πρώτο ξεκίνηfΙ-ct οεν fΙ-ΠΟpεί νιχ είνιχι κάτι f1-εσολιχ6ηf1-ένο ιχπό άλλιχ, οιίτε κάτι περιχtτέρω προσοιοριζόf1-ενο 1 •

uποκείμ.ενο δεν α.ποτελεί σκέψ-η, πα.ρά μ.όνο μ.ια. πα.ράστα.σ'Υ], μ.ια. γνώμη (ο Χέγκελ λέει: ιιμ.ια. νομιζόμεvη σκέψ-η»). Εφόσον λοιπόν 'YJ σκέψ'Υ] uπάρχει

μ.όνο στο κα.τrιγοροιίμ.ενο, το uποκείμ.ενο κα.ι 'YJ μ.ορφ-ή τοu ορισμ.οιί είνα.ι περιττά. 1. Το ξεκίνη[J.α. ολόκληρ'Υ]c; της Φιλοσοφία.c; κα.ι ειοικότερα. τ'Υ)c; Λογι­ κ-ής γίνετα.ι μ.ε το ιικα.θα.ρό Είνα.ι». Εδώ δεν πρόκειτα.ι για. ολόκληρ'Υ] τ'Υ] ιισφα.ίρα.» τοu Είνα.ι, ποu σχολιάστ'Υ]κε στις

§§ 84-5, μ.α.ζί μ.ε τψ

πλ'Υ]θώρα. όρων τ'Υ)c;, α.λλά για. το καθαρό Είνα.ι ποu δεν περιέχει α.κόμ.α. κα.νένα.ν άλλο όρο. Είναι ένα.c; κα.θα.ρά Λογικός όρος, μ.ια. ιικα.θα.ρ-ή σκέψψ, ποu δεν προuποθέτει κα.μ.ία. εμ.φάνισ'Υ] τοu Είνα.ι μ.έσα. στ'Υ] ΦιίσΥJ -ή στο πνειίμ.α.. Αλλά δεν είνα.ι ένα κάποιο άμ.εσο Είνα.ι

- για.τί κα.ι ένα. οποιοδ-ή­

ποτε ον μ.πορεί να. χα.ρα.κτ'Υ]ριστεί ως άμ.εσα. uπα.ρκτό· εδώ πρόκειτα.ι για. τψ ίδια. τψ α.μ.εσότ'Υ]τα. μ.έσα. σε κα.θα.ρότ'Υ)τα. κα.ι α.πλότ'Υ)τα., ποu δεν έχει

μ.εσολα.6'Υ]θεί (= πα.ρα.χθεί) α.πό κάτι άλλο, κα.ι οιίτε προχωρεί σε περα.ι­ τέρω προσδιορισμ.οιίc;. Για. δια.σάφ'Υ]σ'Υ] τοu ιικα.θα.ροιί Είνα.ι» ως α.πόλuτοu ξεκιν-ήμ.α.τοc; τ'Υ)c; Λογικής, πα.ρα.θέτω τις εξ-ής προτάσεις α.πό τ'ΥJ Μεγάλ'Υ] Λογική τοu Χέγκελ

(Logik Ι, σελ. 68-9): ιι'ΙΌ ξεκίν'Υ]μ.α. πρέπει λοιπόν να. είνα.ι

απόλυτο, ή, πράγμ.α. τα.uτόσ'ΥJμ.ο εδώ, να. είνα.ι α.ΦΥJρΥJμ.ένο ξεκίνΥJμ.α.· οεν πρέπει λοιπόν να. προϋποθέτει τίποτα, δεν πρέπει να. έχει μ.εσολα.6'Υ]θεί α.πό τίποτα. κα.ι οιίτε να. έχει κάποιο θεμ.έλιο· οφείλει α.ντίθετα. να. είνα.ι θεμ.έλιο ολόκλ'Υ]ρ'Υ]c; τ'Υ)c; επιστi)μ.'Υ)c;. Νά για.τί πρέπει να. είνα.ι κάτι άμ.εσο ή μ.άλλον να. είνα.ι α.πλώc; κα.ι μ.όνο το ίδιο το άμεσο.

Όπως δεν μ.πορεί να. έχει ένα.ν

όρο ένα.ντι κάποιου άλλοu, όμ.οια. δεν μ.πορεί να. έχει οιίτε ένα. όρο εντός εα.uτοιί, ένα. περιεχόμ.ενο, για.τί τότε θα. α.ποτελοιίσε διάκρισ'Υ) κα.ι σχέσ'Υ]

204


Όλες οι α.!J-Φι6ολίες κα.ι νουθεσίες, ποu θα. μπορούσα.ν να. προ6ληθούν ενάντια. στο ξεκίνημα. της επιστ~μης με το α.φηρημένο κενό Είναι, θα. εξα.φα.νιστούν εά.ν α.πλώς κα.ι ι μονο

~ ι σuνειοητοποιησοuμε

ι τι

ι περιεχει

η

φ'

ι ενος

uση

μα.τος. Το Είνα.ι μπορεί να. προσοιοριστεί ως Εγώ

ξ

=

ως απόλυτη μη-διαφοροποίηση ~ ταυτότητα κτλ.

ι εκινη-

Εγώ, Ότα.ν

θεωρ~θηκε α.να.γκα.ίο να. ξεκιν~σοuν είτε με κά.τι α.πόλuτα. (JέfJαιο, οηλα.ο~ με την α.uτο6ε6α.ιότητα., ~ με ένα. ορισμό ~ εποπτεία. τοu απόλυτα αληθινού, α.uτές κα.ι ά.λλες πα.ρόμοιες ' μορ φ ες

ι μποροuν

ι

να.

θ

θ ι εωρη οuν

ι οτι

ι πρεπει

να.

1

εινα.ι

οι

Αλλ' θ ι ι ι φ' ι '!1' α. κα. εμια. α.πο α.uτες τις μορ ες περιεχει ηοη

πρωτες.

μεσολά8ηση, κα.ι ά.ρα. οεν μπορεί να. είνα.ι η πρώτη· για.τί

κά.θε μεσολά.6ηση είνα.ι μια. έξοοος ποu έχει γίνει α.πό κά.τι πρώτο προς κά.τι οεύτερο, κα.ι ένα. προχώρημα. α.πό κά.τι !1' φ ι οια. ορετικο.

τα.ν το

Ε ι 1 γω

=

Ε ι ι 1 γω η

κα.ι η

1 !1' οια.νοητικη

εποπτεία. εκλα.μ6ά.νοντα.ι στ' α.λ~θεια. ως μονα.οικό Πρώτο, α.uτ~ η κα.θα.ρ~ α.μεσότητα. οεν περιέχει ά.λλο α.πό το Είναι· ι

κα.ι α.ντιστρο το

φ

θ

ι Ε' 1 ινα.ι,

α. το κα. α.ρο

ι α. φ ηρημενο

Ε' 1 ινα.ι

α. λλ' α.

ι

!1'

ι

1

οτα.ν οεν εινα.ι πια. α.uτο

ι περιεχει

ι μεσα.

τοu

1

κα.ποια.

μεσολά.6ηση, τότε είνα.ι κα.θα.ρ~ νόηση ~ επόπτεuση 2 • οια.φορετικών όντων μ.ετα.ξύ τους, ι:ίρα. μ.εσολι:ί6Ύ]ση. ~υνεπώς το ξεκίν"t)μ.α. είνα.ι το καθαρό Είναι.))

Αποοίοω ως ιιξεκίν"t)μ.α.)) τ"t) γερμ.α.νικ~ λέξΎJ Anfang, ενώ έχει α.ποοο­ θεί πα.λα.ιότερα. (π.χ. α.πό τον Πα.ύλο Γρα.τσιι:ίτο) ως ιια.ρχ~)). Π λέξΎ)

ιια.ρχ~)) είνα.ι πολυ~μ.α.ντ"t), γι' α.υτό πρέπει να. χρ"t)σιμ.οποιείτα.ι μ.ε πολλ~

προσοχ~, ει:ίν θέλουμ-ε να. α.ποφεύγοντα.ι οι πα.ρεξΎ)γ~σεις "t) λέξΎ) «α.ρχ~)) συμ.περιλα.μ.6ι:ίνει τα. νο~μ.α.τα. τριών γερμ.α.νικών λέξεων σα.φώς οια.φορο­ ΠΟιΎ)μ.ένων: Anfang (μ.ετα.φρι:ίζω: ιιξεκίνΎ)μ.α.)) ), Prinzip (μ.ετα.φρι:ίζω: ιια.ξί­ ωμ.α.))) χα. ι Ursprιιng (μ.ετα.φρι:ίζω: «προέλευση))). (Ο Γρα.τσιι:ίτος μ.ετα.φρι:ί­

ζει ως ιια.ρχ~)) α.κόμ.α. κα.ι τον όρο Grund, επιφέροντα.ς πλ~ρ"t] σύγχυσ"t) εννοιών.) Rίνα.ι α.ούνα.το να. συνεννοΎ)θούμ.ε χα. ι να. επικοινων~σουι.ι.ε φιλοσο­

φικι:ί, ει:ίν οεν οια.τΎJρ~σουμ.ε τα. νο~μ.α.τα. σα.φώς οια.χωρισμ.ένα..

2. ο Χέγκελ οεν είνα.ι 6έ6α.ια. ο πρώτος που στοχι:ίστ"t)Κε σχετικι:ί μ.ε το ξεκίν"t)μ.α. ης Φιλοσοφία.ς.

'Rτσι α.να.λα.μ.6ι:ίνει εοώ να. σχολιι:ίσει

205


Εά.ν χα.ρα.κτ-ηρίσοu(J-ε το Είναι ως κα.τ-ηγοροu(J-ενο τοu Απο'λ uτou,

~ ι οaΎ}γοu(J-α.στε

στον

ι πρωτο

ι ορισ(J-Ο

ι ετοuτοu:

1Ί ο

Απόλυτο είναι το Είναι. Αuτός είνα.ι ((J-έσα. στΎ} σκέψΎJ) ο α.πόλuτα. α.ρχικός ορισ~ς, ο πιο α.φΎ}ρΎ}(J-ένος κα.ι ο πιο πενιχρός. Είνα.ι ο ορισ(J-ός ποu οόθΎ)Κε α.πό τοuς Ελεά.τες, α.λλά. τα.uτόχρονα. είνα.ι κα.ι ο γνωστός ορισ(J-ός τοu θεού ως

συνόλου κάθε ρεαλιστικής ύπαρξης. ΣΎ}(J-α.ίνει ότι πρέπει να. ι φ ι ι κα.νοu(J-ε α. α.φεσΎ} τοu περιορισ(J-ΟU ποu ι

ι

ξ

ρεα.λ~στικΎ} uπα.ρ Ύ},

ι

ι

ετσι ωστε ο

θ

ι ενuπα.ρχει

ι

'θ σε κα. ε

ι

ι

εος να. εινα.ι (J-Ονο το

ρεαλιστικά υπαρκτό (J-έσα. σε κά.θε ρεα.λιστικ~ uπα.ρξΎ), το πιο ρεαλιστικά υπαρκτό. Εά.ν α.πορρίψοu(J-ε τον όρο <φεα.λι­

στικ~ uπα.ρξψ [Realitat] επειο~ περιέχει ~ΟΎJ !J-ια. α.να.σκό­ ΠΎJσΎ)3, l)ρίσκοu(J-ε (J-ια. α.(J-εσότερΎ} έκφρα.σΎ} τοu ίοιοu πρά.γ(J-CΧ.τος

σ,

1

α.uτο ποu

λ'εει

ο

Jacob'ι:

1

οτι ο

1 θ εος

τοu

Σπινο'ζ α.

ε ίνα. ι το pήncipium [ =α.ξίω(J-α., α.ρχ~] του Είναι μέσα σε κάθε ύπαρξη.

§ 87 Αuτό το κα.θα.ρό Είνα.ι είνα.ι Ύ} καθαρή αφαίρεση κα.ι ά.ρα. το απόλυτα αρνητικό· πρά.γ(J-α. ποu, λα.(J-l)α.νό(J-ενο επίσΎ)<; ά.(J-εσα., είνα.ι το μηδέν'. σύντομα το ξεκίν't)μ.α που υποστ't)pίζει ο

ιιΕγώ

=

Εγώ»,

(1775-1851)

το

ξεκίν't)μα.

που

J.G. Fichte (1762-1814) α.πό το υποστ't)ptζει ο F.W. Scl1elling

α.πό τψ ιια.πόλυτ't) μ't)-Οια.φοpοποίψψ> ~ ιια.πόλυτ't) τα.υτό­

τητα.», κα.θώc; κα.ι τ't)ν Κα.ντια.ν~ ιιοια.νσητικ~ εποπτεία.». Στις επόμενες πpοτιiσειc; θα. α.να.φερθεί επιπλέον στους Ελειiτεc; κα.ι στον Jacobi.

3. Il λέξΎJ Realitat (μετα.φpιiζω: pεα.λιστικ~ uπα.pξΎJ) είνα.ι 'tJ κατά­ φαση στο Πρα.γμοειοέc; (Sachheit) ενός Πpιiγμα.τος γι' α.υτό είνα.ι μια. κα.τ't)γοpία. που στέκετα.ι σε α.ντίθεσΎJ πpoc; τψ άρνηση, οεc; π.χ. τον Κα.ντια.νό πίνα.κα. κα.τ't)γοpιών, όπου οι ouo α.υτέc; κα.τ't)γοpίεc; τ't)c; ποιότ't)­ τα.c; α.ντιπα.pα.τιΟέμενεc; έχουν ως συνθετικό τους α.ποτέλεσμα. τον πεpιοpι­

σμ.ό (Limitation !Jzw. Eίnschrankung). Σα.ν τέτοια. 't) κα.ηγοpία. Realitat πεpιέχει μέσα. τ't)c; μια. α.ντιπα.pιiθεσΎJ κα.ι ιipα. μια. α.να.σκόπ't)σ't) (Reflexίon). 1. ΊΌ κα.θα.pό Είνα.ι δεν έχει κανένα πpοσοιοpισμό κα.ι κανένα πεpιεχό-

206


1) Από αυτό προέκυψε ο δεύτερος ορισμός του Απόλυ­ του: το Απόλυτο είναι το μηδέν. Πράγματι αυτός ο ορισμός περιέχεται στην κου6έντα, ότι το πράγμα-καθ' -εαυτό είναι το απροσδιόριστο, απόλυτα άμορφο και κενό περιεχομένου

- ή στην κου6έντα ότι ο θεός είναι μόνο το ανώτατο ον και τίποτε άλλο· γιατί έτσι εκφράζεται η ίδια aρνητικότητα. Το μηδέν που ανάγουν οι Βουδιστές σε καθολικό αξίωμα καθώς και σε τελικό αίτιο και σκοπό του κάθε τι, είναι η ίδια αφαίρεση 2 •

- 2) Όταν εκφράζεται η αντίθεση μέσα σ' αυτή την αμεσότητα ως Είναι και μηδέν, τότε φαίνεται ως προφανές ότι πρόκειται για μηδαμινή αντίθεση, ώστε θα επιχειρούσε κανείς να στερεώσει το Είναι και να το προφυλάξει από

του να

μετα6εί στο μηδέν.

ι ανα λ ογισμος

'φ <,επε τει

'C

στο

να

Με αυτή την πρόθεση ο ανα

ζ

ι ητα

ι ενα

ι στερεο

ι ορο,

μέσω του οποίου το Είναι θα διακρινόταν από το (J.ηδέν. ΊΌ

μενο· είναι καθαpή αφαίpεση και απόλυτη ά.pνηση. Δεν είναι καν το αpνητικό κάποιου θετικού, αλλά. το απόλυτα αpνητικό: το μηδέν. Πpόκει­ ται για ά.pνηση οποιασδήποτε μεσολά.~ησης και οποιουδήποτε πpοσδιοpι­

σμού· το καθαpό τίποτα. Αλλά. εά.ν το Είναι είναι μηδέν, και ά.pα μια σαφέστατη έλλειψη μεσολα~ήσεων και πpουποθέσεων, γιατί η Χεγκελιανή Λογική ξεκινά. με το Είναι και όχι με το μηδέν; Ο

Errol Harris 1983, σελ. 94, δίνει την

εξής αξιόλογη απάντηση: «Εά.ν το μηδέν είναι απλώς μηδέν

f=

τίποτα],

δεν είναι αντικείμενο της νόησης, ή είναι αντικείμενο μη νοητό- και έτσι

δεν αποτελεί ξεκίνημα.

Επιπλέον δεν

είναι κά.τι pεαλιστικο.

Αλλά.

καθοσον το μηδέν γίνεται αντικείμενο της νόησης, είναι, και τοτε ταυτίζε­ ται με το Είναι».

2. Ο Χέγκελ παpαλληλίζει εδώ το απολυτα αpνητικό μηδέν με το Καντιανό πpά.γμα-καθ' -εαυτό, που δεν επιδέχεται κανένα πpοσδιοpισμο, και που μόνο μέσω των αισθήσεών μας αποκτά. πεpιεχόμενο, ενώ μέσω της νόησής μας αποκτά. μοpφή.

Παpόμοια όταν ο θεός οpίζεται ως «το

ανώτατο ον», ουσιαστικά. εξοpίζεται στο επέκεινα και στο τίποτα. Τέλος το επίτευγμα του Βουδιστικού νφ~ά.να, ο Οεός ιδωμένος μέσα απο την

207


εκλιψ6ά.νοuν π.χ. ως κά.τι ποu εμ.μ.ένει σταθερό μ.έσα. σε κά.θε α.λλα.γ~, ως απέραντα. επιοεκτικ~ προσοιορισμ.ών ύλη κτλ., ~ κα.ι α.σuλλόγιστα. ως μ.ια. κά.ποια. επιμέρους ύπα.ρξΥJ,

ως ένα. οποιοο~ποτε α.ισθrιτό ~ πνεψα.τικό ον. Αλλά. κά.θε τέτοιος περαιτέρω κα.ι πιο σuγκεκριμ.ένος προσοιορισμ.ός

οεν α.φ~νει πια. το Είναι ως καθαρό Είναι, μ.έσα. στψ α.μ.εσότrιτα. ποu έχει στο ξεκίνrιμ.α.. Μόνο μ.έσα. σ' α.uτ~ τψ κα.θα.ρ~ αοριστία. κα.ι οuνά.μ.ει τούτrις είναι το Είναι μηδέν,

κά.τι ανείπωτο· ενώ YJ οια.φορά. τοu α.πό το μ.rιοέν είναι μ.ια. σκέτrι γνώμη.

- Το μ.όνο ποu χρειά.ζετα.ι, είναι να. σuνειοrιτοποι~σοuμ.ε ι

ι

t

ι

~

οτι α.uτα. τα. ι,εκινrιμ.α.τα. οεν

ι

ι

ι

εινα.ι πα.ρα. κενες α.

φ

ι

α.φεσεις,

κα.θεμ.ιά. τοuς εξίσοu κεν~ μ.ε τψ ά.λλrι. Η ορμή ποu μ.α.ς σπρώχνει να. 6ροuμ.ε μ.ια. στέρεrι σrιμ.α.σία. στο Είναι ~ κα.ι στο μ.rιοέν, είναι YJ ίοια. ετούτrι αναγκαιότητα ποu ωθεί το Είναι κα.ι το μ.rιοέν σε περαιτέρω κίνrισrι [weiteιfϋhrt], κα.ι

τοuς οίνει μ.ια. α.λrιθιν~, οrιλα.ο~ σuγκεκριμ.ένrι σrιμ.α.σία.. Αuτό το προχώρrιμ.α. είναι YJ Λογικ~ οιεξα.γωγ~ [Ausfϋh­

rung] κα.ι YJ νοrιτικ~ πορεία. ποu θα. εκτεθεί πα.ρα.κά.τω. Ο εγκατάλειψη των πάντων, το ι.ι.ηδέν ως σκοπός των πάντων, είναι η ίδια απόλυτη αφαίρεση. Αλλά πώς μ.πορεί το Απόλυτο να χαρακτηρίζεται μ.ε δύο τόσο αντίθετες κατηγορίες, όπως το Είναι και το μ.ηδέν; Πώς μ.πορεί το Rίναι, το οποίο δα σχετίζεται μ.ε όλα όσα είναι, να μ.παίνει στον ίδιο παρονομ.α­ στ~ μ.ε το απόλυτα πενιχρό μ.ηδέν; Και πώς μ.πορεί το Απόλυτο, ο ίδιος ο θεός, να ο~ίζεται ως μ.ηδέν; Λέει ο Χέγκελ σε μ.ια προφορικ~ προσθ~κη: ιιΕίναι φυσικό να παριστάνουν το Είναι ως κάτι απόλυτα πλούσιο και το

μ.ηδέν ως απόλυτη φτώχια. Αλλά εάν δούμ.ε όλο τον κόσμ.ο, και πούι.ι.ε ότι όλα είναι, και τίποτα περισσότερο, τότε παραμ.ερίζουμ.ε κάθε τι ειδικό και προσόιορισμ.ένο, και αντί για απόλυτη πληρότητα έχουμ.ε την απόλυτη

κενότητα. Το ίδιο μ.πορεί να εφαρμ.οστεί σ' εκείνους που ορίζουν τον θεό ως

σκέτο Rίναι· αυτός ο ορισμ.ός είναι εξίσου δικαιωμ.ένος μ.ε τον ορισμ.ό τωy Βουδιστών, ότι ο θεός είναι το μ.ηδέν, ένα αξίωμ.α που έχει ως συνεπές συμ.πέρασμ.α, ότι ο άνθρωπος γίνεται θεός μ.έσω του αυ'";"οεκμ.ηδενισμ.ού. »

208


αναλογισμός που Βρίσκει 6α.θύτερους χα.ρα.κτΎJρισ[J.οuς του

Είναι κα.ι του [J.ΎJΟενός, είναι ΎJ Λογικ~ νόΎJ~, (J.έσω τΎJς

οποίας αυτοί προκύπτουν -· κα.ι [J.ά.λιστα. όχι [J.ε τυχαίο αλλά. [J.ε α.να.γκα.ίο τρόπο.

- κα'θ ε

1

θ α λ'Ρ α.οουν

1

~[J.ΙΧσια. τΎJν οποια.

'

πα.ρα.κα.τω,

'

πρεπει

λοιπόν να. θεωρΎJθεί ως περαιτέρω προσδιορισμός και ως αληθινότερος ορισμός του Απόλυτου. !1' cιεν

' εινα.ι

πια.

[J.ιΙΧ

α φ' α.φε~

κενΎJ'

Ένας τέτοιος ορισ[J.ός

'

οπως

το

Ε' < ινα.ι

κα.ι

το

[J.ΎJΟέν, αλλά. είναι κά.τι σuγκεκρψένο, [J.έσα. στο οποίο αυτά. τα. ούο, το Είναι και το tJ.ΎJΟέν, είναι στά.οια.. -Η α.νώτα.τΎJ (J.Ορφ~ του [J.ΎJΟενός ως κά.τι ξέχωρου θα.

~τα.ν ΎJ ελευθερία· αλλά. ΎJ ελευθερία. είναι α.ρνΎ)τικότΎJτα., [J.όνο καθόσον 6υθίζετα.ι [J.έσα. στον εαυτό τΎJς [J.ε α.νώτα.τΎJ

'

εντα.~,

κα.ι

'

εινα.t

'

σuνα.[J.ΙΧ

'φ α.~, κα.τα.

κα.ι

'λ ιστα. [J.ΙΧ

'

α.πο-

λυτΎJ κα.τά.φα.~ 3 •

§88 Εά.ν το μηδέν είνα.t αυτό το ά.[J.εσο κα.ι ίσο [J.ε τον εαυτό του, ταυτίζεται [J.ε το Είναι. Η α.λ~θεια. τοu Είναι κα.t τοu [J.ΎJΟενός είνα.t λοιπόν ΎJ ενότητά τοuς α.uτ~ ΎJ ενότΎJτα. ε ίνα. ι το γίγνεσθαι 1 •

3. '1'ί σημαίνει αυτός ο παράοοξος σuσχετισ!J-ός του μ:ηοενός μ.ε τ-ην ελευθερία; Πρόκειται για μια υπόθεση, που όμως μόνο ως υποθεση μπορεί να σταθεί - ο Χέγκελ αμέσως την αντικρούει. 11 ανώτατη μ.ορφ~ του

μΎ)οενός είναι μια μονόπλευρΎ) αφαίρεση, ένα φρικτό χάος, που οεν μπορεί να συγκριθεί με τον θετικό χαρακτ~ρα τΎJς ελευθερίας (π.χ. με το

Καντιανό νόΎ)μ.α τΎJς αυτονομίας). Διότι ΎJ ελευθερία είναι αρνΎ)τικότψα, !J-όνο κατά το μέτρο που αρνείται το αρνητικό, κατά το μ.έτρο που απαλλάσ­ σεται από κάθε εξωτερικ~ επίοραση και 6υθίζεται στον εαυτό τΎJς ιψε

ανώτατΎ) ένταση», για να καταστεί εντός εαυτ~ς μια απόλυτΎJ κατάφαση του εαυτού ως απόλυτου νομοθέτΎJ.

1. ~τΎ)V § 87 φανερώθΎ)κε ότι το καθαρό Είναι είναι το μ.Ύ)οέv- τώρα αποκαλύπτεται και αντίστροφα, ότι το μΎ)οέν μέσα στΎ)ν αμ.εσότΎ)τα και

καθαρ~ ταuτότΎ)τα με τον εαυτό του είναι το Είναι. Ο Χέγκελ εκλαι.ι.6άνει

209


1) Η πρόταcτη «Το Είναι και το μηδέν ταυτίζονται» φαίνεται τόσο παρά.οοξ1) για τψ παρά.σταcτη ~ για τ"Υ) οιά.νοια, ώστε ετοuτ"Υ) ίσως οεν τ"Υ)ν παίρνει στα σο6αρά.. Και πρά.γμ.ατι αuτ~ 1) πρότασ"Υ) είναι ένα από τα πιο οuσκολα πρά.γμ.ατα ποu μ.ποροuν να ανατεθοuν στ"Υ) νό"Υ)cτη:

γιατί το Είναι και το μ."Υ)οέν αποτελοuν μ.ια αντίθεcτη μ.έσα σε όλ1) τ1)ς τψ αμεσότητα, Ο1)λαο~ χωρίς να τεθεί σε κάποιον από αuτοuς τοuς όροuς ένα κατ"Υ)γοροuμ.ενο, ποu θα περιείχε τ"Υ) σχέcτη τοu μ.ε τον ά.λλο. Εντοuτοις αuτοί οι όροι περιέχουν αuτό το κατ"Υ)γοροuμ.ενο,

όπως οείχτ"Υ)Κε

στψ προ"Υ)γοuμ.εν"Υ) παράγραφο [ § 87] - ένα κατ"Υ)γοροuμ.ενο ποu είναι το ίοιο και στοuς ouo.

Έτσι λοιπόν 1) παραγωγ~

[Deduktion] τ1)ς ενότψά.ς τοuς είναι εξ ολοκλ~ροu αναλυ­ τική· και γενικά. ολόκλ1)ρ1) 1) πρόοοος τοu φιλοσοφείν ως

μ.εθοοικ~ς, Ο1)λαο~ ως αναγκαίας πορείας, έγκειται μ.όνο στο να τίθενται όσα περιέχονται ~01) μ.έσα σε μ. ία έννοια 2 • κα:τ' α:κpί6εια:ν το μ:ηδέν ως ιιίσο)) με τον εα:υτό του, θέλοντα:ς να: δείξει

μια: απτή α:μεσότψα:, σα:ν να: πpόκειτα:ι για: ένα: μετp~σφ.ο μέγεθος πα:pα:πέμπει έτσι ιipp'Y]τot σε κι:ίποιες α:pχα:ίες εκφpι:ίσεις, όπου π.χ. το Είνα:ι του Πα:pμενίδ'ΥJ χα:pα:κτ'Υ)pίζετα:ι ως ιιίσο με τον εα:υτό του>> (δες Πα:pμενίδ'ΥJ Β 8, 49· Diels-Kranz). Με ην Κοtτ'Υ]γοpία: τ'ΥJς ισότψα:ς α:σχολείτα:ι ο Χέγκελ πα:pα:κι:ίτω, στις

§§ 117-8. -

Αλλι:ί τί θα: πει: «'YJ

α:λ~θεια: του Είνα:ι κα:ι του μ'Υ]δενός)); Πpόκειτα:ι για: μια: χα:pα:κτ'Υ)pιστικ~ έκφpα:σ'Υ) του Χέγκελ, που ΟΥJλώνει ότι οι λέξεις που 6pίσχοντα:ι κα:τι:ί γενικ~ πτώσ'Υ) έχουν οtλ'Υ]θιν~ ύπα:pξΥJ σε κι:ίτι ευpύτεpο α:π' α:υτές, το οποίο

τις πεpιέχει ως πpωτύτεpα: στι:ίδια: τ'ΥJς α:νι:ίπτυξ~ς του. -Το ότι 'YJ ενότψα: του Είνα:ι κα:ι του μ'Υ]δενός είνα:ι το γίγνεσθαι, σ'Υ)μα:ίνει ότι α:) 'YJ μετι:ί6α:σ'Υ) α:πό το μ'Υ]δέν στο Είνα:ι έγκειτα:ι στ'Υ] γένεση· 6) 'Υ] μετι:ί6α:σ'Υ) α:πό το Είνα:ι στο μ'Υ]δέν έγκειτα:ι στ'Υ] φθορά· ωστόσο μέσα: στον όpο ιιγίγνεσθοtι)) δεν

πpέπει να: ιδούμε μεμονωμένα: μια: α:πό α:υτές τις α:λλα:γές (π. χ. ως φυσικι:ί φα:ινόμενα:), για:τί εδώ έχουμε να: κι:ίνουμε με μια: κα:θα:pι:ί Λογικ~ κοtτ'Υ]­ γοpία:.

2. Ποιο είνα:ι το κοινό στοιχείο α:νι:ίμεσα: στο Είνα:ι κα:ι στο μ'Υ]δέν, που μα:ς πείθει ότι α:υτι:ί τα:υτίζοντα:ι; Δεν υπι:ίpχει κα:νένα: στοιχείο που θα:

μποpούσε να: τα: πpοσδιοpίσει, για:τί κα:ι τα: δύο είνα:ι α:πpοσδιόpιστα: κα:ι

2\0


-Εξίσου όμ.ως ορθό μ.ε το ότι το Είναι και το μ.ηδέν αποτελούν ενότητα, είναι και το ότι αυτά είναι απόλυτα διαφορετικά. Το ένα δεν είναι αυτό που είναι το άλλο. Αλλά επειδή εδώ η διαφορά δεν έχει ακόμ.α προσδιοριστεί, αφού δα το Είναι και το μ.ηδέν είναι ακόμ.α το άμ.εσο, η διαφορά τους είναι κάτι ανείπωτο, μ.ια σκέτη γνώμη. 2)Δεν χρειάζεται να δαπανήσει κανείς πολύ μ.υαλό για να γελοιοποιήσει την πρόταση, ότι το Είναι και το μ.ηδέν ταυτίζονται, ή να παράσχει κάποιους παραλογι­

σμ.ούς μ.ε την ψευδή διαf)ε6αίωση ότι αυτή η πρόταση έχει ως επακόλουθο και εφαρμ.ογή ότι δεν έχει χαμ.ιά διαφορά εάν το σπίτι μ.ου, η περιουσία μ.ου, ο αέρας που αναπνέω, αυτή η πόλη, ο ήλιος, ο νόμ.ος, το πνεύμ.α, ο θεός είναι [=υπάρχουν] ή όχι. Σε μ.ερικά από αυτά τα παραδείγμ.ατα παρεμ.6άλλουν ιδιωτικούς στόχους, τη χρησιμότητα που

έχει κάτι για μ.ένα, και ερωτούν εάν είναι σ' εμένα αδιάφορο, εάν το τάδε χρήσιμ.ο πράγμ.α υπάρχει ή όχι:J. Πράγμ.ατι η Φιλοσοφία είναι εκείνη η διδασκαλία, που απελευθερώνει τον άνθρωπο από μ.ια απέραντη ποσότητα πεπερασμένων σκοπών καt προθέσεων, κάνοντάς τον αναί­ σθητο απέναντι σ' αυτούς, έτσι ώστε να του είναι αδιά­

φορη η ύπαρξή τους ή η ανυπαρξία τους. Αλλά γενικά α.μ.εσολά6ητα.

(= δεν έχοuν πα.ρα.χθεί α.πό κάτι άλλο). Αλλά α.κριbώς

α.uτή η αοριστία κα.ι αμεσότητα είναι το κοινό τοuς χαρακτηριστικό. Ο Χέγκελ τονίζει μ.άλιστα. ότι το καθένα. προκύπτει αναλυτικά α.πό το άλλο, κα.ι άρα. δεν uπάρχει κανένα. στοιχείο σuνθετικής τοuς ενότητας αρκεί μ.όνο να. θέσει (setzen) κανείς ρητά όσα. έχει ήδη προϋποθέσει (voι·aιιssetzen) 6άζοντα.ς το Είναι ή το μ.ηδέν κα.τά νοu.

3. Ο Χέγκελ uπα.ινίσσετα.ι εδώ το περίφημ.ο πα.ράδειγμ.α. τοu Κα.ντ μ.ε τα. εκατό τάληρα., ποu όσο τα. σχεφτόμ.α.στε, δεν έχει κα.μ.ιά διαφορά εάν α.uτά uπάρχοuν ή όχι, «α.λλά στην οικονομ.ική μ.οu κατάσταση uπάρχει

κάτι περισσότερο σε εκατό πρα.γμ.α.τικά τάληρα α.πό ό,τι στη σχέτη έννοιά τοuς (δηλ. στη όuνα.τότητά τοuς)» (δες Ιμ.. Κα.ντ, Κριτ. τ. καθ. λογ A5!:J!J

I

Β627).

211


ότα.ν γίνεται λόγος για. κάποιο περιεχόμενο, γίνεται συσχέ­

τισΎJ με άλλες υπάρξεις, με άλλους σκοπούς κτλ, οι οποίοι προϋποτίθενται ως αξιόλογοι· κα.ι αρχίζει α.πό τέτοιες προϋ­

ποθέσεις να. εξα.ρτάτα.ι, κα.τά πόσο τα.υτίζετα.ι ή όχι το Είνα.ι

κα.ι

το

μΎ]-Είνα.ι

ενός

ορισμένου

περιεχόμενου.

Πα.ρεμ.6άλλετα.ι λοιπόν μια. διαφορά περιεχομένων στψ

κενή διαφορά του Είνα.ι κα.ι του μΎ]δενός.

- Σε άλλες όμως περιπτώσεις υπάρχουν ουσιώδεις σκοποί, απόλυτες υπάρξεις κα.ι ιδέες, που τίθενται κάτω α.πό τους

όρους «Είνα.ι» κα.ι <ψΎJ-Είνα.ι». Για. τέτοια. συγκεκριμένα. αντικείμενα. υπάρχουν πολύ περισσότερα. που μπορούν να. ειπωθούν, πέρα. α.πό το ότι α.υτά είναι ή δεν είναι. Οι κενές

'

α. φ α.φεσεις

Ε' ~ ινα.ι κα.ι

~' μΎ]οεν

-

που

,

εινα.ι

'

τετοιες,

~' επεtοΎ)

ορίζουν μόνο το ξεκίνΎ]μα., κα.ι είνα.ι οι πιο πενιχροί όροι

που υπάρχουν - είνα.ι εντελώς α.σύμμετρες προς τΎJ ΦύσΎJ εκείνων των [συγκεκριμένων] αντικειμένων. Το περιεχό­ ι.ιενο της αλήθειας είναι κάτι ποu uπερ6αίνεt κατά. πολύ

'

α.υτες

-

τις

α.

'

φ α.φεσεις

κα.ι τΎJν

'θ εσΎ]'

α.ντι

τους.

Ότα.ν γενικά πα.ρεμ6άλλετα.ι κάτι συγκεκριμένο κάτω

α.πό τους τίτλους «Είνα.ι» κα.ι <ψΎ]δέν», τότε ΎJ απερισκε­ ψία. κάνει το συνΎJθισμένο λάθος να. φέρνει στο μυα.λό τΎJς κάτι εντελώς άλλο κα.ι να. μιλά γι' α.υτό το άλλο· ενώ εδώ

γίνεται λόγος μόνο για. το α.ΦΎJρΎ]μένο Είνα.ι κα.ι μΎ]δέν.

3) Μπορεί ίσως να. ειπωθεί ότι κα.νένα.ς δεν μπορεί να. εννοήσει τψ ενότΎJτα. του Είνα.ι κα.ι του μΎ]δενός. Αλλά ΎJ

'

εννοια.

§§,

τΎJς

'

'

ενοτΎJτα.ς

τους

α.να.

φ'ερ θ Ύ]Κε

στις

'

προΎ]γουμενες

κα.ι δεν υπάρχει τίποτε άλλο α.πό όσα. α.να.φέρθΎ]κα.ν- α.ν

κάποιος

τα.

κα.τα.νοήσει,

θα.

έχει

σuλλά6ει

α.υτή

τψ

έννοια.. Με το ρήμα. <<εννόώ» θέλουν ίσως να. επισΎ)μάνουν

κάτι άλλο α.πό τψ κατεξοχήν έννοια.· α.πα.ιτούν μια. πιο

περίπλοκΎJ κα.ι πιο πλούσια. α.ντίλΎJψΎJ, μια. πα.ράστα.σΎ), έτσι ώστε μια. τέτοια. έννοια. να. πα.ρα.σχεθεί ως συγκεκρι­ μένΎJ περίπτωσΎJ κα.ι ως οικειότερΎ] προς τις συνΎJθισμένες

212


πρακτικές της νόησης. Το ότι δεν μποροuν να εννοήσοuν, σημαίνει μόνο ότι είναι ασuνήθιστοι να σuλλαμbά.νοuν αφηρημένες σκέψεις aπαλλαγμένες από κάθε αισθητηρι­ ακή ανάμειξη και να αγγίζοuν τις θεωρησιαχές προτάσεις

σ' αuτό δεν μποροuμε να ποuμε άλλο,

από το ότι η

φιλοσοφική γνώση διαφέρει από το είδος της γνώσης με το οποίο είναι κανείς εξοικειωμένος στην κοινή ζωή, καθώς

και από το είδος γνώσης ποu επικρατεί σε άλλες επιστή­ μες. Αλλά. εάν με το «δεν εννοώ» θέλοuν να ποuν μόνο ότι δεν μποροuν να αποχτήσοuν μια παράσταση της ενότητας τοu Είναι και τοu μηδενός, αuτό δεν είναι διόλοu αληθινό· γιατί καθένας μας έχει απέραντα πολλές παραστάσεις

αuτής της ενότητας. Το ότι δεν έχοuν μια τέτοια παρά­ σταση θέλει μόνο να πει, ότι σε καμιά. από αuτές τις

[απέραντα πολλές] παραστάσεις δεν αναγνωρίζουν την προκείμενη έννοια, και δεν ξέροuν ότι πρόκειται για παρα­

δείγματά της.

Το πιο προσιτό προς αuτή την έννοια

παράδειγμα, είναι το γίγνεσθαι. Καθένας μας έχει μια παράσταση τοu γίγνεσθαι, και θα παραδεχτεί ότι αuτή είναι μία παράσταση· θα παραδεχτεί επιπλέον ότι αν αuτή αναλuθεί, μέσα της περιέχεται ο όρος Είναι, αλλά και το εντελώς άλλο τοu Είναι, δηλαδή το μηδέν· επιπλέον ότι αuτοί οι

ouo όροι bρίσχονται αδιαχώριστοι μέσα σ' αuτή τη

μία παράσταση, έτσι ώστε το γίγνεσθαι είναι ενότητα τοu Είναι και τοu μηδενός.

-

Ένα επίσης προσιτό παράδειγμα είναι το ξεκίνημα.

Ξεκινώντας, ένα πράγμα δεν είναι [ = δεν υπάρχει] ακόμα, αλλά. δεν είναι χι ένα σχέiο μηδέν, γιατί το Είναι τοu

πράγματος είναι ήδη

μέσα στο ξεκίνημα.

Το ίδιο το

ξεκίνημα είναι και ένα γίγνεσθαι· εκφράζει δα ήδη μια αναφορά στο περαιτέρω προχώρημα.

-Αν θέλαμε να σuμμορφωθοuμε με την πιο συνηθισμένη μέθοδο των επιστημών, θα μποροuσαμε να ξεχινήσοuμε τη

213


Λογικ~ με την παράσταση του ζεκιν~ματος ως καθαρά. νοοuμενου, άρα του ζεκιν~ματος σαν τέτοιου, και στη συνέχεια να. αναλύσοuι.ιε αuτ~ την παράσταση· [σως τότε

μερικοί θα παραδέχονταν ως αποτέλεσμα αυτ~ς της ανά­ λυσης, ότι το Είναι και το μηδέν παρουσιάζονται aχώρι­ στα μέσα σε ενότητα 4 •

4) Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τέτοιες εκφράσεις όπως ((Το Είναι και το μηδέν ταυτίζονται» ~ ((η ενότητα του Είναι και του μηδενός» παρόμοιες

ενότητες:

καθώς και όλες οι άλλες

υποκειμένου-αντικειμένου

κτλ

εuλογα σκανδαλίζουν. 'lΌ σφάλμα τους έγκειται στο ότι

εζαίρουν την ενότητα, ενώ η διαφορά υπάρχει αναμφίgολα

μέσα τους (εφόσον π.χ. Πρόκειται για το Είναι και το μηδέν, που τίθενται ως ενιαία), αλλά. αυτ~ η διαφορά δεν εκφράζεται ταυτόχρονα και δεν αναγνωρίζεται· φαίνεται

λοιπόν σαν να έχει η διαφορά αφαιρεθεί ανάρμοστα και σαν να μην έχει ληφθεί υπόψη. Πράγματι ένας θεωρησια­ κός όρος δεν μπορεί να εκφραστεί σωστά. με τη μορφ~ μιας τέτοιας πρότασης, γιατί η ενότητα πρέπει να συλληφθεί μέσα στη διαφορά, η οποία είναι ταυτόχρονα παρούσα και

έχει τεθεί. 'lΌ γίγνεσθαι είναι η αληθιν~ έκφραση του αποτελέσματος του Είναι και του μηδενός είναι η ενό­

τητα τους δεν είναι όμως μόνο η ενότητά τους, αλλά. κ(Χι η εσωτερικ~ ανησυχία - η ενότητα που δεν είναι απλώς ένας αυτοσχετισμός και άρα κάτι ακίνητο, αλλά. που μέσω της διαφοράς μεταζu του Είναι και του μηδενός, η οποία

Ιι.

Όταν κάτι ξεκινά, δεν uπάpχει ακόμα., και από ι-ιιαν άποψη είναι

μηδέν· αλλά από άλλη άποψη είναι ήδη κάτι, ι-ιιας και bpίσχεται ήδη στο

ξεκίνΎ]μά τοu. Μέσα στο ξεκίνηι-ια γίνεται λοιπόν εύληπτη η ενότητα τοu Rίναι και τοu ι-ιηδενός, και θα μποpούσε για παιδαγωγικούς λόγοuς να αρχίσει η Λογική από την απλή αuτή ει-ιbάθuνση στην παpάσταση ενός ξεκινήματος.

214


uπά.ρχει μ.έσα στο γίγνεσθαι, εναντιώνεται εντός εαuτ~ς προς τον εαuτό τΎJς.

- Το προσδιορισμ.ένο-Είναι αφετέροu είναι αuτ~ ΎJ ενό­ τψα, ~ το γίγνεσθαι μ.έσα σ' αuτ~ τΎJ μ.ορφ~ τΎJς ενότΎ)τας

ι

'

να

γιατι

το

'1" ι Ε' προσοιορισμ.ενο- i ιναι

ι

,

λ

ειναι μονοπ ευρο

και πεπερασμένο. Η αντίθε~ [ανά.μ.εσα στοuς δuο όροuς] είναι σαν να εξαφανίστΎ)κε· περιέχεται μ.όνο καθ' εαυτήν

[=

δuνά.μ.ει] μ.έσα στψ ενότψα, αλλά. δεν τίθεται μ.έσα

στΎ)ν ενότΎ)τα 5 •

5) Στο αξίωμ.α τοu γίγνεσθαι, ότι το Είναι είναι ΎJ μ.ετά.6α~ στο μ.Ύ)δέν και το μ.Ύ)δέν ΎJ μ.ετά.6α~ στο Είναι, εναντιώνεται το αξίωμ.α «Από τίποτα δεν γίνεται τίποτα», «Μόνο από κά.τι γίνεται κά.τι», ποu είναι το αξίωμ.α περί

αιωνιότΎ)τας τΎJς uλΎJς, το αξίωμ.α τοu πανθείσμ.οu. Οι ι

ι

αρχαιGt,εκαναν τΎ)ν απ

λ' 'ψ ι ξ' ΎJ σκε ΎJ οτι το α ιωμ.α

«Αποι

ι

κατι

γίνεται κά.τι» ~ ιιΑπό τίποτα δεν γίνεται τίποτα» ουσια­ στικά. αναιρεί το γίγνεσθαι· γιατί αuτό από το οποίο γίνεται και αuτό ποu γίνεται, είναι ένα και το αuτόιϊ.

5. Μεταφράζω εδώ κα.ι στις επόμενες πα.ρα.γράφουc; τον όρο Dasein ωc;: προσδιορισμένο-Είναι.

Όπου α.uτ-ή ΎJ λέξΎJ δεν έχει το α.υστΎJρά Λογικό

τΎJc; νόΎjμα., μπορεί να. μεταφραστεί κα.ι να. κα.τα.νοΎJθεί με το κα.θΎJμερινό νόΎjμα.: ύπαρξη -ή παρουσία. Για. τα. μεταφραστικά προ6λ-ήμα.τα. που παρου­ σιάζει, δεc; τα. σχόλιά μου στψ

§ 89.

Εδώ α.c; προσεχτεί ότι αντιπροσω­

πεύει κάτι στατικό σε α.ντίθεσΎ) προς τΎJ ρευστότΎJτα. του γίγνεσθαι· ενώ το γίγνεσθαι χα.ρα.κτΎJρίζετα.ι α.πό μια. ιια.νΎJσυχία.» έκδΎJλΎJ μέσα. στψ ενό­

τΎJτα. του Είναι κα.ι του μΎJδενόc;, ΎJ οποία. τείνει να. αναδείξει τΎJ διαφορά τους, το προσδιορισμένο-Είναι εκπροσωπεί μια. στατικ-ή άποψΎJ τΎJc; ενότΎJ­ τάc; τους, όπου «ΎJ α.ντίθεσΎ) ε ίνα. ι σα.ν να. εξα.φα.νίστΎJκε)).

6. Ποιοι είναι ιιοι α.ρχα.ίοι)) που έκα.να.ν α.υτ-ή τΎJ σκέψΎJ; Ο Χέγκελ έχει προφανώς υπόΨΎJ του τους Ελεάτεc; φιλοσόφους (ΞενοφάνΎJ, Πα.ρμε­

νίδΎJ, Ζ-ήνωνα.), που εκδ-ήλωσαν οξύτα.η α.ντίρρΎJσΎJ στο ότι α.πό το μΎJδέν μπορεί να. γίνει κάτι, δΎJλ. να. προκύψει το Είναι, κα.θώc; κα.ι αντίστροφα.

α.πό το Είναι να. γίνει μετά6α.σΎ) στο μΎjδέν. Το Είναι είναι κα.τ' α.υτούc; α.γέννΎJτΟ κα.ι α.νώλεθρο, το μΎJδέν α.πλώc; δεν είναι.

Έτσι οι Ελεάτεc;

215


Έτσι εξΎJγούμ..ενο, πρόκειτιχι γιιχ το ιχξίωμ..ιχ τΎJς ιχΦΎJρΎ]μ..έ­ νΎJς τιχuτότΎJτιχς ποu προκύπτει ιχπό τΎJ οιάνοιιχ. Πρέπει λοιπόν νιχ εκπλ~σσετιχι κιχνείς, ότιχν ιχκούει νιχ λέγοντιχι κιχι στΎJν εποχ~ μ..ιχς ιχuθόρμ..Ύ]τιχ τέτοιες προτάσεις, όπως «Από τίποτιχ δεν γίνετιχι τίποτιχ», ~

ιιΜόνο ιχπό κάτι

γίνετιχι κάτι», χωρίς νιχ σuνειΟΎJτοποιείτιχι ότι ιχuτές είνιχι το θεμ..έλιο τοu πιχνθε"ίσμ..ού, κιχι χωρίς νιχ κιχτέχετιχι ΎJ

γνώσΎJ ότι οι ιχρχιχίοι έχοuν εξετάσει εξιχντλΎJτικά ιχuτές τις προτάσεις.

b) Προσδιορισμένο-Είναι

§ 89 Μέσιχ στο γίγνεσθιχι, το Είνιχι ως ενιιχίο μ..ε το μ..Ύ]δέν κιχι το ~' μ..Ύ]οεν

ως

'

ενιιχιο μ..ε το

Ε' ~ ινιχι

'

'

'~ εινιχι μ..ονο ε ξ ιχ φ ιχνι ζ' ομ..ενιχ στιχοιιχ.

Μέσω τΎJς εσωτερικ~ς τοu ιχντίφιχσΎJς το γίγνεσθιχι σuμ..πίπτει μ..ε τψ ενότΎJτιχ, μ..έσιχ στψ οποίιχ το Είνιχι κιχι το μ..Ύ]δέν ιχνιχιρού­

ντιχι. Το αποτέλεσμά τοu είνιχι το προσδιορισμένο-Είναι

[Da-

sein]1. αρν-ήθηκαν την κίνηση, αφού το Είναι απλώς είναι, δεν γίνεται

( = δεν

γεννιέται και δεν εκμ.ηδενίζεται).

1. ~την § 88 φανερώθηκε ότι το γίγνεσθαι αποτελεί την ενότητα του Είναι και του μ.ηδενός- μ.έσα σ' αυτ-ή την ενότητα το Είναι και το μ.ηοέν αν-ήκουν μ.όνο ως εξαφανιζόμ.ενα

(Verschwindende). Πρόκειται για μ.ια σύμ.πτωση και κατάπτωση (Zusammenfallen in ... : η γερμ.ανικ-ή αυτ-ή λέξη είναι αμ.φισ-ήμ.αντη) στην ενότητα, που κατ' αρχ-ήν έχει τον κινητικό χαρακτ-ήρα του γίγνεσθαι, όταν όμ.ως φτά.νει στην ενότητα, στο αποτέλεσμα της πτώσης, έχει ένα στατικό χαρακτ-ήρα, τον οποίο ο Χέγκελ αποδίδει μ.ε τον όρο Dasein. -Π λέξη Dasein χρησιμ.οποι-ήθηκε από πολλούς γερμ.ανούς στοχαστές, και σε κά.θε στοχαστ-ή αποκτά. διαφορετικό νόημ.α. Στην καθημ.εριν-ή χρ-ήση

σημ.αίνει:

ύπαρξη,

παρουσία

(οποιουδ-ήποτε όντος,

συιι-περιλαιι-6ανόμ.ενου και του ανθρώπου). ~τον 20ό αιώνα ο Μ. Χά.ιντεγ­ γερ κατέστησε αυτ-ή τη λέξη κεντρικό όρο του πρώιιι-ου στοχασμ.ού του, δηλώνοντας τον άνθρωπο ιδωμ.ένο ως προς το Είναι του, 6ασικό χαρακτη-

216


ι '!I' ι Σ ' α.uτοι το πρωτο πα.ρα.οειγμ.α. πρεπει να. uπενθuμ.ί-

σοuμ.ε μ.ια. για. πά.ντα. α.uτό ποu ειπώθΎJκε στΎJν ι Σ

στΎJν εκει ι

ι

ι

ι

κα.ι

ΎJμ.ειωσΎJ: ο μ.ονος τροπος για. να. ε α.σφα.λιστεί ι

!/'

ξ

μ.ια. προοοος κα.ι μ.ια. α.να.πτu ΎJ 1

§ 82

ξ

σuγκρα.τοuμ.ε τα.

ι

μ.εσα. στΎJ

α.ποτε λ' εσμ.α.τα.

1

μ.εσα.

ι

γνω~,

στΎJν

ι

εινα.ι να.

α. λ'θ ΎJ εια. τοuς.

Δεν uπά.ρχει τίποτε απολύτως, μ.έσα. στο οποίο να. μ.Ύ)ν είνα.ι οuνα.τό κα.ι α.να.γκα.ίο να. κα.τα.οείξοuμ.ε μ.ια. α.ντίφα.~, ΟΎJλα.οή α.ντιτιθέμ.ενοuς όροuς 2 • ά.ρα. ΎJ α.φα.ίρεσΎJ ποu γίνετα.ι

α.πό μ.έροuς τΎJς οιά.νοια.ς είνα.ι μ.ια. 6ία.ιΎJ σuγκρά.τψΎJ ενός ι ι μ.ονο οροu,

'θ ι μ.ια. προσπα. εια. να. επισκοτιστει κα.ι να. α.πομ.α.-

κρuνθεί ΎJ σuνείΟΎJ~ τοu ά.λλοu όροu ο οποίος ενuπά.ρχει. ριστικό του οποίου είναι η κατανόηση του Είναι, ωc; ένας ιιφωτισμόc;>> που του αποκαλύπτει τόσο το οικό του Είναι όσο και το Είναι ενγένει· εκφράζοντας αυτ~ την αποκάλυψη ο Χά.ιντεγγερ γρά.φει Da-sein (θα ι.ι.πορούσε να περιγραφεί ωc;: ιιιοού το Είναι!»· μεταφράζω τον όρο του Χά.ιντεγγερ: ιιεοωνά.-Είναι» )· επηρεασμένοι από αυτ~ τη χαιντεγγεριαν~ χρ~ση αποοίοουν οι Andι·e Leonard και Bemard Bourgeois το Χεγκελιανό

Dasein ωc; etre-la. Αλλά. εοώ το νόημα είναι εντελώς διαφορετικό, και για να μην γίνεται σύγχυση, πιστεύω ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί Οιαφορετι­ κός όρος. Ο Χέγκελ οεν έχει στον νου του μόνο τον άνθρωπο, αλλά. ούτε

και ένα ΟΠΟιΟΟ~ποτε ά.λλο OV" Ο όρος σημαίνει εοώ το προσδιορισμένο­ Είναι, αυτό που έχει υπερ~εί την αοριστία, καθαρότητα και αμεσότητα, κι έχει εγκολπωθεί την ά.ρνη~ του, το μηοέν.

Έτσι στην

§ 90

το Dasein

ορίζεται ωc; ιιΕίναι με έναν προσδιορισμό»· και αλλού λέγεται (οεc;

Logik

Ι, σελ. 116): ιιΔεν είναι σκέτο Είναι, αλλά. προσδιορισμένο-ΕίναΙ" ιοωμένο ετυμολογικά.: Είναι σε κάποιον τόπο· αλλά. η παράσταση του χώρου οεν είναι εοώ κατάλληλη». Πρόκειται λοιπόν για το 'εοώ και τώρα' προσδιο­ ρισμένο Είναι, για το Είναι ωc; συγκεκριμένο.

2. Αυτ~ είναι μια θεμελιώοηc; πεποίθηση του Χέγκελ και ~ασικό αξίωμα τηc; Λογικ~c; του, που στρέφεται ενάντια στην παραοοσιακ~ ιιαρχ~ τηc; αντίφασης». Κατά. τον Χέγκελ όλα τα πράγματα ιοωμένα καθ' εαυτά. είναι αντιφατικά, και αυτό το αξίωμα ιιεκφρά.ζει την αλ~θεια και την

ουσία των πραγμάτων>> (Logik Π, σελ. 74).

'Ετσι π.χ. κά.θε αισθητό

πρά.γμα, μια πέτρα, ένα σπίτι, ένα ~ουνό, έχει τα όριά. του, οηλαο~ το μη­ Είναι του ωc; ~ασικό χαρακτηριστικό του Είναι του.

217


Οποτεδ~ποτε όμως α.να.γνωρίζετα.ι μια. τέτοια. α.ντίφα.ση μέσα. σε χά.ποιο α.ντιχείμενο ~ μέσα. σε χά.ποια. έννοια.,

σuνΎJθίζοuν να. ()γά.ζοuν το σuμπέρα.σμα.: « Άρα α.uτό το α.ντιχείμενο=1 δεν είνα.ι τίποτα».

Έτσι ο Ζ~νων, ποu πρώτος

έδειξε τψ α.ντιφα.τιχότψα. τΎJς χίνΎJσης, έ()γα.λε το σuμπέ­

ρα.σμα. ότι δεν uπά.ρχει χίνΎJσΎ)" χα.ι Οι α.ρχα.ίοι ΠΟU διέγνω­

ouo

σα.ν τΎJ γένεση χα.ι τΎJ Φθορά, τα. ως α.να.λΎJθείς όροuς, είπα.ν ότι το

είδΎJ τοu γίγνεσθα.ι,

Ένα, δΎJλα.δ~ το Από­

λuτο, ούτε γεννιέτα.ι ούτε Φθείρετα.ι. Μια. τέτοια. δια.λε­ χτιχ~ χοιτά.ζει μ..όνο τΎJν α.ρνΎJτιχ~ πλεuρά. τοu α.ποτελέσμα.τος

χα.ι

'

χα.νει

α.

φ

ι

ι

α.φεση

α.πο

ι

ι

οσα.

ι

εινα.ι

σuγχρονως

πρά.γμα.τι πα.ρόντα.: ένα. προσδιορισμένο α.ποτέλεσμ..α., στψ πα.ρούσα. περίπτωσΎJ ένα. χα.θα.ρό μηδέν, α.λλά. ένα. μΎJδέν I

I

ποu περιεχει μεσα. τοu το

Ε'ινα.ι, χα.ι α.ντιστρο I φ α. ενα. I Ε'ινα.ι

ποu περιέχει μέσα. τοu το μΎ]δέν. ' Ε ινα.ι

I εινα.ι

στΎJν

οποια.

I

ορων,

I

1) I

Άρα. το προσδιορισμένο-

I ~ I I ΎJ ενοτΎJτα. τοu Ε' i ινα.ι χα.ι τοu μΎ]οενος, μεσα.

εχει

ξ

ε α.

φ

I

α.νιστει

ζ' 'φ μα. ι χα.ι ΎJ α.ντι α.ση

ΎJ I

I

α.μεσοτΎJτα.

μεσα. στον

f'

I

α.uτων I

των I

α.μοιΌα.ιο σχετισμο

τοuς - μια. ενότΎJτα. μέσα. στψ οποία. α.uτά. είνα.ι πια. μόνο στά.δια.. 2) Μια. χα.ι το α.ποτέλεσμα. είνα.ι ΎJ α.νΎJρΎ]μένΎJ

α.ντίφα.ση, α.uτό το α.ποτέλεσμα. εμ..φα.νίζετα.ι με τΎJ μορφ~ απλής ενότητας με τον εα.uτό τοu· πρόχειτα.ι δΎJλα.δ~ για.

ένα. Είνα.ι, α.λλά. ένα. Είνα.ι μα.ζί με ά.ρνΎ]ση ~ με προσδιορι­ σμό· πρόχειτα.ι για. το γίγνεσθα.ι ποu έχει τεθεί με τΎJ

μορφ~ ενός α.πό τα. στά.διά. τοu, δΎJλα.δ~ τοu Είνα.ι.

§ 90 α.) Το προσδιορισμένο-Είναι είνα.ι Είνα.ι με ένα.ν προσδιορι­ σμό - ο οποίος α.πλώς είναι· ένα.ς τέτοιος ά.μεσος προσδιορισμός

3. ~τ-ην πρώτη κα.t δειίτερη γερμ.α.νικ~ έκδοση uπά.ρχει εδώ η λέξη Gegenstand ( =α.ντικείιι-ενο)· στην τρίτη έκδοση πα.ροuσιά.ζετα.ι- ίσως α.πό τuπογρα.φικό λά.θος -η λέξη Gegensatz (= αντίθεση).

218


είνσ.ι ΎJ ποιότητα. Ως σ.νσ.σχοποuμ.ενο εντός εσ.uτού μ.έσσ. σ' σ.uτόν τον προσοιορισμ.ό τοu, το προσοιορισμ.ένο-Είνσ.ι είνσ.ι προσδιορι­ σμένο-ον, Κάτι 1 •

-

,

οι

'

'

'

'λu~ τοu κσ.τΎJγοριες ποu προκuπτοuν σ.πο μ.ισ. εγγuτερΎJ σ.νσ.

προσοιορισμ.ένοu-Είνσ.ι, θσ. σ.νσ.φερθούν πσ.ρσ.κά.τω εντελώς σuνοι

πτικσ..

1. ~· α.υτήν κα.ι στις επόμ.ενεc; πα.ρα.γρά.φουc; εκτίθενται τα τρία 6) το όριο, γ) η

χαρακτηριστικά. του προσδιορισμ.ένου-Είναι: α) το Κά.τι,

απεραντοσuνη. Το πρώτο χαρακτηριστικό έγκειται στο ότι το προσδιορι­

σμ.ένο-Είνα.ι είναι ένα προσδιορισμ.ένο και όχι πια. καθαρό Είναι, ένα Κά.τι (μ.ε την ορολογία του Αριστοτέλη: ένα ιιτόδε τι»· ο Χέγκελ πλά.θει τη λέξη: Daseiendes = προσδιορισμ.ένο-ον). Είναι προσδιορισμ.ένο κατά. το ότι διαφέρει από κά.τι ά.λλο, κι αυτή η διά.κριση συγκροτεί την ΠΟΙότητά του· τέτοιες ποιότητες των πραγμ.ά.των είναι π.χ.: κόκκινο, κίτρινο, 6αρu,

λείο, χωρά.φι, ποτά.μ.ι. Μια τέτοια ποιότητα είναι άμεσα σuνδεοεμ.ένη μ.ε το εκά.στοτε προσδιοριζόμ.ενο Είναι, έτσι ώστε αν αυτή η ποιότητα χαθεί, το Κά.τι παuει να είναι: εά.ν π.χ. ένα ποτά.μ.ι πά.ψει να είναι ποτά.μ.ι και γίνει λίμ.νη ή λι6ά.δι, παύει να είναι αυτό το κάτι που ήταν. Αυτό

συμ.6αίνει μ.όνο μ.ε την ποιότητα. και όχι μ.ε την ποσότητα: εά.ν το ποτά.μ.ι γίνει ευρύτερο, μ.ακρuτερο ή πιο 6ρώμ.ικο, δεν παύει να είναι ποτά.μ.ι. Χά.ρη στον ποιοτικό προσδιορισμ.ό τα όντα συγκεκριμ.ενοποιούνται: δεν είναι πια μ.ια α.φηρημ.ένη ύπαρξη ή μ.ια κά.ποια νόηση, αλλά. ένα υπαρκτό ον, ένα.

νοοuν εγώ κτλ.

Ο Χέγκελ θεωρεί αυτή τη συγκεκριμ-ενοποίηση ωc;

εξαιρετικά. σημ.αντική τόσο για τα πεπερασμ.ένα όντα όσο και για το θεϊκό απέραντο ον, το οποίο παύει να είναι μ.ια θεότητα ενγένει και γίνεται ο συγκεκριμ.ένοc; θεός δεc;

Logik Ι, σελ. 123. - Για το κά.πωc; παρά.δοξο

γεγονός ότι ο Χέγκελ 6λέπει εδώ μ.ια ανασκόπηση (Reflexion), η οποία

είναι κατηγορία τηc; οu,σίαc; και όχι του Είναι, μ.πορεί να ειπωθεί ότι αυτή η ανασκόπηση 6ρίσκεται εδώ σε ένα ά.μ.εσο στά.διο, όπου δεν έχει ακόμ.α

τεθεί σαν τέτοια, δηλαδή ως ανασκόπηση· το προσδιορισμ.ένο-ον (Daseien-

des) δεν τη συνειδητοποιεί και δεν την πραγμ.ατώνει μ.ε οική του θέληση και απόφαση.

219


§ 91 Η ποιότητα ως ων προσδιορισμός σε αντίθεση προς την

άρνηση, η οποία περιέχεται μέσα στην ποιότητα αλλά. διαφέρει από αuτήν, είναι ρεαλιστικότητα

[Realitat]. Η ά.ρνηση δεν είναι

πια το !fΦηρημένο μηδέν, αλλά. ως ένα προσδιορισμένο-Είναι και

'

κ ατι,

[=

'

'

'

'

'

ειναι μονο μ.ορ φ η ενος τετοιοu

ετερότητα] 1

Ε' i ιναι-

ειναι ως α'λλ ο- Ε'ιναι

'

• Μια και αuτό το ά.λλο-Είναι, μολονότι προσδιο­

ρισμός της ποιότητάς τοu, είναι κατ' αρχήν διαφορετικό από αuτήν, η ποιότητα είναι Είναι-για-κάτι-άλλο- μια διεuρuνση τοu

προσδιορισμένου-Είναι, τοu Κά.τι. Σε αντίθεση προς αuτή τη σχέση προς κά.τι ά.λλο, το Είναι της ποιότητας σαν τέτοιο είναι το καθ'-εαυτό-Είναι 2 .

I. Κάθε προσδιορισ11-ός είναι άρνΎJσΎJ. αυτο εχει διατυπωθεί ήδΎJ § 89 ΣΎJ!J-· του Χέγκελ, στο τέλος) χι έχει ακόμα

παραπάνω (δες

πρωτύτερα διατυπωθεί από τον Σπινόζα 11-ε τψ κλασική έ:κφρασΎ): οιηηίs deteι·minatio est negatio. Αλλά Ύ) ποιότΎ)τα είναι «ων προσδιορισ11-ός σε αντίθεσΎJ προς τψ άρνηση»·

11-ε αυτό δΎ)λώνεται ότι ΎJ άρνησΎ] (που

συ11-περιλα11-bάνεται στψ ποιότΎ)τα ως προσδιορισ11-ό) δεν έχει πια εδώ το νόΎ)!J-α του καθαρού 11-ηδενός, 11-ιας απόλυτΎJς άρνΎ)σΎJζ, αλλά είναι 11-ια χατάΦασΎJ στο Πραγ11-οειδές (άρα 11-ια Realitat, δες υποσΎJΙl-· 3 τΎJς

§ 86)

που αρνείται 11-όνο τα άλλα όντα: π.χ. το ποτά11-ι δcν είναι λί11-νη ή bούρχος, είναι κάτι άλλο από αυτά.

2. Τί τρέχει 11-ε αυτό το άλλο-Είναι; Ο Χέγκελ διαbεbαιώνει ότι σε αυτό το αρχάριο στάδιο που διανύου!J-ε, και όπου έχου11-ε να χάνου11-ε 11-ε έναν ά11-εσο ποιοτιχό προσδιορισ11-ό των όντων, τα όντα δεν είναι αχό11-α 11-έσα στον εαυτό τους, καθ' εαυτά (an sich), αλλά είναι σε σχέση προς κάτι άλλο,

και 11-άλιστα κατά τρόπο ι:Jστε αυτό το άλλο διεχδιχεί

ολοχλΎ)ρωτιχά το Rίναι τους τα όντα δcν είναι παρά γι' αυτό το άλλο. Η ποιότΎ)τα

αποκαλύπτεται

ως

Rίναι-για-χάτι-άλλο

(Sein-fίiι--Andeι-es),

πράγ11-α που αποτελεί διεύρυνσΎJ των όντων. Ο Χέγκελ προσθέτει ότι το Είναι της ποιότΎ)τας σε αντίθεση προς αυτή τΎ) διεύρυνσΎJ είναι α:κό11-α δυιιάμει ( =

«καθ' εαυτό», an siclι) και όχι ανεπτυγ11-ένο τόσο, ώστε να

αποτελεί ένα ον δι' εαυτό ( =

220

ξέχωρο, αυθύπαρκτο).


§ 92 6)

Εάν το Είναι σuλλαμ6ανόταν ως διαφορετικό από τον

προσδιορισμό του, ως καθ'-εαυτό-Είναι, θα ήταν μόνο η κενή αφαίρεση του Είναι. Μέσα στο προσδιορισμένο-Είναι ο προσδιο­ ρισμός

ταυτίζεται

με

το

Είναι·

τιθέμενος

ταυτόχρονα

ως

άρνηση, ο προσδιορισμός είναι ένα όριο, ένας φραγμός. Επομέ'~" '~" 'φ ορο ει.,ω απο αυτο, α λλ α νως το α λλ ο- Ε' i ιναι οεν ειναι χατι αοια

'

'

ένα δικό του στάδιο.

'

'-c

'

'

'

Ένα Κάτι είναι μέσω της ποιότητάς του

αφενός πεπερασμένο, αφετέρου μεταΒλητό· έτσι ώστε ο πεπερα­ σμένος και μετα6λητός χαραχτήρας ανήκουν στο Είναι του 1 •

1. Εφόσον έχου11-ε εισδuσει στο προσδιορισμένο-Είναι, δεν !J-ποροu11-ε να συλλά6ου11-ε το Είναι ως απροσδιόριστο και ά11-εσο, όπως ήταν κατά το ξεκίνη!J-α. Και αν συλλά6ου11-ε το Είναι 11-όνο ως δυνά11-ει, ως καθ' -εαυτό­ Είναι, είναι σαν να το σuλλα11-6άνου11-ε ως ά11-εσο και απροσδιόριστο. Τί συ11-6αίνει τώρα 11-έσα στο προσδιορισ11-ένο-Είναι; Με την ποιότητα είδα11-ε έναν θετικό, έναν «όντω) προσδιορισ11-ό· ο ίδιος αυτός προσδιορισ11-ός τίθεται ό11-ως και αρνητικά: ως όριο και φραγμός. Πρόκειται για το άλλο-Είναι που είδα11-ε στην

§ 91,

αλλά όχι πια σαν κάτι εξωτερικό («το ποτά11-ι είναι

κάτι άλλο από τη λί!J-νψ ), αλλά σαν ένα εσωτερικό στοιχείο του προσδιορισ11-ένου-Είναι, ένα στάδιο της εξέλιξής του. Αυτό 11-πορεί να κατανοηθεί χαλuτερα, εάν το όριο ανά11-εσα στο ποτάμι και στη λί11-νη ιδωθεί όχι 11-όνο χωρικά αλλά και χρονικά: το ποτά11-ι είναι προορισ11-ένο να χυθεί στη λί11-νη, είναι λοιπόν χρονικά πεπερασμένο και προ(σδι)ορισ11-ένο να 11-ετα6ληθεί σε λί11-νη. Αυτός ο οριακός και πεπερασ11-ένος χαραχτήρας του προσδιορισμένου-Είναι ανήκει αναπόσπαστα στο Είναι του. Ο Χέγκελ

δια6ε6αιώνει 11-ε 11-ια τραγική διατuπωση ότι «η ώρα της γέννησης είναι και η ώρα του θανάτου))' κάθε Κάτι έχει απ' αρχής ήδη περανθεί, είναι ιιπεπερασ11-ένο))

(endlich= am Ende; begrenzt = an der Grenze).

Και 11-ια 11-εταφραστιχή παρατήρηση: η λέξη veranderlich (!1-ετα­

φράζω: <ψετα6λητό))) θα 11-ποροuσε να 11-εταφραστεί «αλλοιώσψΟ)) για να δειχτεί αυτό που είναι σαφές στη γερ11-ανιχή λέξη: η δυνατότητα 11-ετά6α­ σης στο άλλο· αλλά η ελληνική λέξη «αλλοιώσψω) έχει υπερ6ολιχό φορτίο

δυνατότητας,

ενώ

εδώ πρόκειται για

11-ια

αδιάκοπα

υπαρκτή

ικανότητα 11-ετα6ολής και αλλοίωσης. Παρό11-οια ο Α. Leonard 1974 (σελ.

221


§ 93 Ένα Κάτι γίνεται κάτι άλλο· αλλά το άλλο είναι ε1eίσ-ης Κάτι· άρα γίνεται και αυτό κάτι άλλο, και ούτω καθ' εξ~ς επ' άπειρο'.

§ 94 Αυτή η απεραντοσύνη εlvα.ι YJ κακή ~ αρνητική απεραντο­ σUνΎJ· είναι μ.όνο ΎJ άρνησ-η του πεπερασμ.ένου· αλλά το πεπερα­ σμ.ένο αναοuεται επανειλημ.μ.ένα, άρα οεν έχει αναιρεθεί'. Με άλλες λέξεις, αυτ~ η απεραντοσύνη εκφράζει μ.όνο το ότι πρέπει να αναιρεθεί το πεπερασμ.ένο. Η επ' άπειρο πρόοοος οεν προχω­ ρεί πέρα από τη οιατuπωσ-η της αντίφασ-ης η οποία περιέχεται

στο πεπερασμ.ένο, οηλαο~ ότι το πεπερασμ.ένο είναι και Κάτι και κάτι άλλο, και είναι η άπαυτη [perennierend] συνέχισ-η της εναλλαγ~ς αυτών των όρων, καθένας από τους οποίους προάγει τον άλλο2 •

71' σημ.. 6) οιστάζει να μεταφράσει ως alterable, και προτιμά το λιγότερο χρωματισμένο με δυνατότητα: vaήable.

1.

Το άλλο, στο οποίο μετα6αίνει το ιιΚάτιΙΙ αλλοιωνόμ.ενο, οεν

είναι μ.Υ)οαμ.ινό, μια καθαρ~ άρν'Υ)ση· είναι επίσης κάτι. Αλλά ως ιικάτι11 είναι και αυτό πεπερασμένο και μ.ετα6λΥjτό, άρα προορισμ.ένο να μ.ετα6εί και αυτό σε κάτι άλλο και ούτω καθεξ~ς. Αυτό το επ' άπειρο προχώρ'Υ)μ.α

(regressio ad infinitum) φανερώνει μ.ια πρώτ'Υ) μ.ορφ~ aπεραντοσύνης, Υ) οποία είναι το ριζικά άλλο των πεπερασμ.ένων όντων. 1. Γιατί είναι ιικακ~~~ αυτ~ Υ) απεραντοσύν'Υ); Επειο~ είναι μόνο άρνηση του πεπεριχσμ.ένου και όχι συνάμα κατάφα~ του, όχι άρνηση της άρνησης, όπως είναι Υ) απόλuτ'Υ) απεραντοσύν'Υ) τψ οποία θα ιοούμ.ε στ'Υ)ν

§

95. ΙΙ κιχκ~ απεραντοσύνΥJ, μ.ολονότι αρνείται το πεπερασμ.ένο, οεν κατορθώνει να το εξοντώσει ολοκλ'Υ)ρωτικά, γιατί αυτό αναδύεται ξανά και ξανά μ.έσα από νέες πεπερασμ.ένες υπάρξεις.

2. 1-1 κακ~ απεραντοσύν'Υ) εκφράζει ένα οέον: τα πεπερασμ.ένα όντα οφείλουν να φθαρούν. Αλλά οεν μ.πορεί να πετύχει τ'Υ)ν τέλειωτικ~ και ολοκληρωτι~ πραγμ.ιχτοποί'Υ)ση αυτ~ς τΥ)ς οΦειλ~ς. Διατυπώνει μ.όνο τψ

222


§ 95 γ

' κατι

)

ι

Α

,

,

,

,

,

υτο που εχουμ.ε τωρα πραγμ.ατι εμ.προς μ.ας,

'

γινεται

'λλ ο. Μ'εσα α

'

κατι

στη

'λλ ο, α

' σχεση 1

το

του προς

'λλ ο απο τον εαυτο του· α 1

και

'λλ ο α

' κατι

1

' 'ενα

ενγενει

'λλ ο, α 1

αρα μ.ιας και αυτο,

'

,

,

εινα~ οτι

' κατι ' ' '~' ειναι ηοη

γινεται

Κ ατι '

Ρ στο οποιο μ.εταοαι1

1

νει, είναι εντελώς το ίδιο μ.ε αυτό που μ.εταbαίνει- γιατί και τα δuο έχουν ένα και τον αυτό προσδιορισμ.ό, δηλαδή ότι είναι κάτι

άλλο -, προκuπτει ότι το Κάτι μ.εταbαίνοντας σε κάτι άλλο απλώς και μ.όνο συνδέεται με τον εαυτό του. Αυτός ο αυτοσχετι­

σμ.ός μ.έσα στη μ.ετάbαση και μ.έσα στο άλλο, είναι η αληθινή

·

απεραντοσυνη.

'

απο

' απο ' ψ η:

αρνητικη

'

αυτο

είναι το άλλο: γίνεται το άλλο του άλλου.

που

α

λλ οιωνεται '

Έτσι το Είναι -

αλλά ως άρνησΎ) της άρνησΎ)ς - αποκαθίστα.τα.t ξανά: είναt το δι '-εαυτό-Είναι2. αντίφαση ποu uπά.ρχει α.διά.κοπα. μ.έσα. στα. πεπερα.σμ.ένα.: ότι α.uτά. είναι ο εα.uτός τοuς κα.ι σuνά.μ.α. κά.τι ά.λλο, είτε ιδωμ.ένο τοπικά. (π.χ. είναι α.uτό εδώ το ποτά.μ.ι κα.ι σuνά.μ.α. κά.τι ά.λλο α.πό εκείνη εκεί τη λίμ.νη) είτε χρονικά. (είναι π.χ. ποτά.μ.ι, ποu όμ.ως συνέχεια. μ.ετα.6ά.λλετα.ι σε κά.τι ά.λλο, σε λίμ.νη). Μέσα. σ' α.uτή την α.φηρημ.ένη μ.ορφή τοu α.πείροu κα.ι τοu πεπερα.σμ.ένοu, οι όροι ιιχά.τι» κα.ι ιικά.τι ά.λλο» (α.uτό-έτερο, τα.uτότητα.­ ετερότητα.) συνέχεια. εναλλάσσονται κα.ι α.λληλοi.iποχα.θιστώντα.ι.

1. Εδώ εξετάζεται το τρίτο χα.ι τελεuτα.ίο στά.διο α.νά.πτuξης τοu προσδιορισμ.ένοu-Είνα.ι. Το πρώτο στά.διο (το ιιΚά.τι») αντιτίθεται στο δεύτερο στά.διο ( ιιόριο ή φρα.γμ.ό»), για. να. πα.ρα.γά.γοuν ως σύνθεσή τοuς το

τρίτο ετούτο στά.διο: την α.λrιθινή απεραντοσύνη. ΊΌ προσδιορισμ.ένο-Είνα.ι περνά. λοιπόν α.πό α.) το προσδιορισμ.ένο-Είναι, κα.ι α.πό 6) το προσδιορι­

σμένο-Είναι, για. να. καταλήξει σε ένα. ξεμ.α.σχά.ρεμ.α. τοu πεπερα.σμ.ένοu χαρακτήρα. τοu ως aπεραντοσύνης.

2. Ι1 6α.σική σκέψη έγκειται εδώ στο ότι ένα. οποιοδήποτε Κά.τι είναι ά.λλο α.πό τον εαυτό τοu, κα.ι μ.ετα.6α.ίνοντα.ς στο ά.λλο δεν κά.νει παρά. να.

μ.ετα.bα.ίνει στον εα.uτό τοu. ΙΙ μ.ετά.6α.ση ποu πα.ρα.πά.νω φά.νηκε να. οδηγεί επ' ά.πειpο σε κά.τι ά.λλο, εδώ αποκαλύπτεται ότι οδηγεί στον εα.uτό. Ας προσεχτεί η έκφραση: ιιτο ά.λλο ενγένει [ = das Andeι-e ϋbeι-haupt] γίνεται

κά.τι ά.λλο»· σημ.α.ίνει ότι η ίδια. η ετερότητα., η ετερότητα. ενγένει,

223


ο aυϊσμ.ός που θεωρεί ως α.νυπέρ~λητη την α.ντίθεση

ΙJ-ετα.ξu πεπερα.σ(J.ένου κα.ι α.πέρα.ντου, aεν κάνει την α.πλ~ πα.ρα.τ~ρηση ότι έτσι το α.πέρα.ντο είνα.ι μ.όνο το ένα από τα δύο κα.ι

άρα. α.νάγετα.ι σε κάτι α.πλώς επιμέρους

[=

μερικό], του οποίου το άλλο επι(J.έρους είνα.ι το πεπερα.­ σ(J.ένο.

Ένα. τέτοιο α.πέρα.ντο, που είνα.ι α.πλώς κα.ι (J.όνο

ένα. επι(J.έρους, ~ρίσκετα.ι δίπλα στο πεπερα.σ(J.ένο α.ποτελώντα.ς

το

' '

οριο

του,

τον

'

φ ρα.γ(J.ο

του·

δεν

'

εινα.ι

'

α.υτο

που

πρέπει να. είνα.ι, aηλα.a~ το α.πέρα.ντο, α.λλά είνα.ι (J.όνο κάτι πεπερασμένο3 •

- Μέσα. σε ΙJ-ια. τέτοια. περίστα.ση, όπου το πεπερα.σ(J.ένο είνα.ι εδώθε, ενώ το α.πέρα.ντο εκείθεν, α.ποaίaετα.ι στο πεπερα.σ(J.ένο η ίδια αξιοπρέπεια υπόστασης και αυθυπαρξίας ΙJ-ε το α.πέρα.ντο· το Είνα.ι του πεπερα.σ(J.ένου ΙJ-ετα.~άλλετα.ι

p.ετιχποιείτιχι σε ειχυτότητιχ. Πρόκειτιχι γιιχ p.ιιχ ιχλλοίωση του ά.λλου ενγένει· κιχι το ά.λλο του ά.λλου είνιχι ο ειχυτός - όχι πιιχ p.έσιχ σ' εκείνη την ιχp.εσότητιχ κιχι ιχοριστίιχ του κιχθιχρού Είνιχι, ιχλλά. p.έσιχ σε ένιχν

ιχυθύπιχρκτο σχετισp.ό p.ε τον ειχυτό: ως δι'-ειχυτό-Είνιχι. Είνιχι σιχφές ότι η πιχριχπά.νω θεωρούp.ενη ως ευθύγριχp.p.η ιιπορείιχ επ' ά.πειρο>> προς κά.τι ά.λλο, ιχποχιχλύπτετιχι τώριχ ως κύκλος που κλείνει p.ε ιχυτό που υπήρχε ευθύς εξ ιχρχής, p.ε τον εαυτό - όχι πιιχ ως ά.p.εση κιχτά.φιχση σ' ιχυτόν, ιχλλά. ως ά.ρνηση της ά.ρνησής του. Πρόκειτιχι όχι πιιχ γιιχ p.ιιχ ιχρνητική, ιχλλά. γιιχ p.ιιχ χιχτιχφιχτική ιχπεριχντοσύνη, γιιχτί ιχρνείτιχι την ά.ρνηση του ειχυτού. Αυτό το ιχληθινό ιχπέριχντο δεν είνιχι λοιπόν κά.τι εξωτερικό κιχι

ά.σχετο (ως κά.τι ιιεκείθεν») ιχπό το πεπεριχσp.ένο (ως κά.τι ιιεδώθε» ), όπως ούτε το πεπεριχσp.ένο είνιχι ά.σχετο ιχπό το ιχπέριχντο· το πεπεριχσp.ένο είνιχι ιχυτό, p.έσιχ στο οΠοίο ιχπεριχντοποιείτιχι το ιχπέριχντο, κιχι το ιχπέριχντο

είνιχι ο περιχτωp.ός του πεπεριχσp.ένου, ο εκp.ηδενισp.ός του p.ηδενικού. Την τελευτιχίιχ λέξη δεν έχει ο περιχτωp.ός, ιχλλά. ιιο περιχτωp.ός του περιχτω­

p.ού» (ιιdas Vergehen des Vergehens», ~ε: Logik, Ι, σελ 141).

3. Ο'Χέγκελ ιχσχεί εδώ κριτική στην πιχριχδοσιιχκή δυiστική Μετιχ­ φυσική, η οποίιχ ιχντιπιχριχθέτει το ιχπέριχντο στο πεπεριχσp.ένο κιχτά. τέτοιο τρόπο, ώστε νιχ σχετικοποιεί το ιχπέριχντο, νιχ το χιχθιστά. ιιτο ένιχ ιχπό τιχ

δύο» χσ.ι έτσι νιχ το χιχθιστά. p.ερικό χιχι πεπεριχσp.ένο.

224


σε ένα απόλυτο Είναι, και σ αυτό τον ουϊσfJ-ό διατηρείται σταθερά. οι' εαυτό [ = ανεξάρτητο]. Εά.ν τροποντινά. θιγό­ ταν από το απέραντο, το πεπερασ[J.ένο θα εκ[J.ηοενιζόταν·

αλλά. δεν παραδέχονται ότι [J.πορεί να θιχτεί από το απέραντο· θεωρούν ότι υπάρχει [J.ια ά.bυσσος, ένα αδιαπέ­

ραστο χά.σ[J.α ανά.[J.εσα στα ούο, έτσι ώστε να· εμμένουν σταθερά το απέραντο εκείθεν και το πεπερασ[J.ένο εδώθε. Εκείνοι που υποστηρίζουν ότι το πεπερασ[J.ένο ψ[J.ένει σταθερά. απέναντι στο απέραντο, νο[J.ίζουν ότι bρίσκονται υπεράνω κά.θε Μεταφυσικ~ς αλλά. στέκονται εξ ολοκλήρου πά.νω στο έδαφος της πιο κοινότοπης Μεταφυσικής της διάνοιας. Συ[J.bαίνει εδώ το ίδιο [J.ε εκείνο που εκφράζει η επ' ά.πεφο πρόοδος: κατ' αρχήν γίνεται παραδεκτό ότι το πεπερασ[J.ένο δεν είναι καθ' εαυτό και δι' εαυτό, δεν του ανήκει

[J.ια

αυθύπαρκτη πραγ[J.ατικότητα,

ένα

απόλυτο

Είναι, αλλά. είναι [J.όνο κά.τι περαστικό. Κατά. την επό­ [J.ενη στιγ[J.ή αυτό ξεχνιέται εντελώς το πεπερασ[J.ένο απλώς αντιπαρατίθεται στο απέραντο, διαχωρίζεται εντε­ λώς από αυτό και απαλλάσσεται από την εκ[J.ηδένιση, θεωρείται ως αυθύπαρκτο και ψ[J.ένον οι' εαυτό [ =

ξέ­

χωρα].

- Ενώ έτσι η νόηση νο[J.ίζει ότι ανυψώνεται έως το ' απεραντο,

της

Ρ ' σu[J.οαινει

το

Ρ' ακριοως

αντι'θ ετο:

'

φ τανει

σε

ένα απέραντο που είναι [J.όνο πεπερασ[J.ένο, και το πεπερα­

σ[J.ένο που ά.φησε πίσω της διατηρείται εξακολουθητικά. και [J.εταbά.λλεται σε Απόλυτο. Μετά. από αυτή την εξέταση (αναφορικά. προς την

'

οποια

'

[J.ΠΟρου[J.ε

να

'ψ ου[J.ε

παραπε[J.

στον

Πλ ατωνικο'

Φίληθο 1 ) που θέλει να δείξει τον [J.ηΟα[J.ινό και αταίριαστο ' 'θ t, , ,

χαρακτηρα της

αντι

εσης

[J.εταc:,υ πεπερασ[J.ενου και

απε-

ραντου έτσι όπως την συλλα[J.bά.νει η διάνοια, εύκολα

4. Δες Πλάτωνος Φίλη6ος 23c κα.ι εξής.

225


ι ι θ ι μ.πορει κα.νεις να. πα.ρα.σuρ ει στην

'θ πεποι ηση

1

ι οτι

1

' ' ρα.ντο κα.ι το πεπερα.σμ.ενο εινα.ι ενιαια, κα.ι οτι η

ι α.πε-

το

Αλ'θ η εια.,

η α.ληθινή α.περα.ντοσuνη, πρέπει να. προσδιοριστεί κα.ι να. δια.τuπωθεί ως ενότητα τοu α.πέρα.ντοu κα.ι τοu πεπερα.σμ.έ­ νοu. Μια. τέτοια. δια.τuπωση περιέχει 6έ6α.ια. κά.τι σωστό, α.λλά. είνα.ι εξίσοu α.δέξια. κα.ι εσφα.λμ.ένη όσο κα.ι η πα.ρα.­ πά.νω εξετα.ζόμ.ενη ενότητα τοu Είνα.ι κα.ι τοu μ.ηδενός.

Επιπλέον

είνα.ι επι6α.ρuμ.ένη μ.ε τη δίκα.ιη μ.ομ.φή ότι

ι

α.να.γει την

ι

α.περα.ντοσuνη

ι

ι

φ

σε κα.τι πεπερα.σμ.ενο κα.ι

ι

τια.-

χνει ένα. πεπερα.σμ.ένο α.πέρα.ντο. Για.τί μ.έσα. σ' εκείνη τη ~ ι φ 'ζ ι ι οια.τuπωση εμ. α.νι ετα.ι το πεπερα.σμ.ενο να. πα.ρα.μ.ενει στη

θέση τοu· δεν δια.τuπώνετα.ι ρητά. ως κά.τι ανηρημένο.

- Εά.ν λοιπόν σuλλογιστοuμ.ε ότι το πεπερα.σμ.ένο, ως κά.τι ποu τα.uτίζετα.ι μ.ε το α.πέρα.ντο, δεν μ.πορεί 6έ6α.ια. να. πα.ρα.μ.είνει ό,τι ήτα.ν έξω α.πό α.uτή την ενότητα., κα.ι τοuλά.χιστο θα. uποστεί κά.ποια. α.λλα.γή των χα.ρα.κτηριστι-

'

κων

τοu

(ι οπως

το

'λ ι κα. ιο χα.νει

ι κα.ποιες

ι α.πο

τις

~ ι ι ιοιοτητες

τοu ότα.ν ενωθεί μ.ε ένα. οξu), το ίδιο θα. uποστεί κα.ι το α.πέρα.ντο, ποu ως το α.ρνητ ικό [ τοu πεπερα.σμ.ένοu] θα. 6ρεθεί εξα.σθενημ.ένο α.πό το α.ντίθετό τοu. Κα.ι πρά.γμ.α.τι ι

α.uτο

f'

ι

σuμ.οα.ινει

μ.ε

το

α.

φ

ι

ηρημ.ενο,

ι

μ.ονοπ

λ

εuρο

ι

α.περα.ντο

της διά.νοια.ς. Αλλά. το α.ληθινό α.πέρα.ντο δεν σuμ.περιφέρε­ τα.ι [ verhalt sich] όπως το μ.ονόπλεuρο οξu, α.λλά. δια.σώζε­ τα.ι [ erhalt sich]. Η ά.ρνηση της ά.ρνησης δεν ε ίνα. ι εξοuδε­ τέρωση· το α.πέρα.ντο είνα.ι κά.τι κα.τα.φα.τικό κα.ι μ.όνο το πεπερα.σμ.ένο είνα.ι α.νηρημ.ένο 5 • Στο δι'-εα.uτό-Είνα.ι εισέρχετα.ι η

κα.τηγορία. της

5. ΙΙ ενότητα. πεπερα.σμ.ένου χα.ι α.πέρα.ντου έχει νόημ.α., μ.όνο χα.Οόσον το α.πέρα.ντο είνα.ι η προέλευση χα.ι το επακόλουθο του πεπερα.σμ.ένου· κα.ι ενώ το πεπερα.σμ.ένο είνα.ι α.π' α.ρχής χα.ι α.να.οείχνετα.ι όλο χα.ι περισσό­

τερο ως αvηρημέvο, το α.πέρα.ντο οια.τηρείτα.ι σα.ν τέτοιο, δεν εξασθενίζει α.πό τη σχέση του μ.ε το πεπερα.σμ.ένο χα.ι ούτε πα.ράγετα.ι μ.έσω α.υτού,

α.λλά α.ντίθετα. είνα.ι α.υτό που πα.ράγει το πεπερα.σμ.ένο.

226


ιδεατότητας

[Idealitat].

Το

προσδιορισμένο-Είναι,

έτσι

καθώς συλλαμ6ά.νεται κατ' αρχ~ν μόνο ως προς το Είναι του ~ ως προς το ότι καταφάσκει, έχει ρεαλιστικότητα

[Realitat) (§ 91)·

ά.ρα ακόμα και το πεπερασμένο είναι

κατ' αρχήν μέσα στην κατηγορία της ρεαλιστικότητας.

Αλλά. η αλήθεια του πεπερασμένου είναι η ιδεατότητά του. Παρόμοια το απέραντο που συλλαμ6ά.νεται από τη διάνοια και τίθεται δίπλα στο πεπερασμένο, είναι μόνο το ένα από τα δύο πεπερασμένα:

κά.τι αναληθές,

ιδεατό. Αυτή η

ιδεατότητα του πεπερασμένου είναι το 6ασικό αξίωμα της Φιλοσοφίας, γι' αυτό κά.θε αληθινή Φιλοσοφία είναι ιδεαλι­ σμόςΗ. Αλλά. τα πά.ντα εξαρτώνται από το να μην εχλά.6ουμε ως απέραντο εκείνο που αμέσως μόλις προσδιοριστεί μετα6ά.λλεται σε κά.τι επιμέρους και πεπερασμένο.

- Νά. γιατί στρέψαμε εδώ κά.πως εκτεταμένα την προσοχή σ' αυτή τη διαφορά.· γιατί από αυτήν εξαρτάται η 6ασική έννοια της Φιλοσοφίας, το αληθινό απέραντο. Αυτή η διαφορά. διασαφηνίζεται από τις εντελώς απλές, γι' αυτό

ίσως αφανείς, αλλά. ακαταμάχητες σκέψεις, που περιέχο­ νται στην παρούσα

§.

6. Rόώ εκφράζεται ένα. θεμελιώδες αξίωμα της χεγκελια.νής Φιλο­ σοφία.ς. IJ αλήθεια. των πεπερασμένων όντων όεν είναι η ρεα.λιστικότητά τοuς αλλά η ιδεατότητά τους, κατά το μέτρο ποu α.uτά ισχύοuν ως α.νηρημένα.. Τα. πεπερα.σιJ.ένα. ως α.νηρημένα. αποτελούν ένα. στάδιο τοu α.πέρα.ντοu - τοu θεού. Αλλά κα.ι η αρνητική απεραντοσύνη, ποu μέσα. στην πα.ρα.όοσια.κή Μ ετα.φuσική α.ντ ιπα.ρα.τ ίθετα.ι προς το πεπερα.σιJ.ένο, είναι κάτι ιδεατό κα.ι πρέπει να. νοηθεί ως στάδιο της αληθινής aπεραντο­ σύνης.

'Rτσι ο Χέγκελ περιχαρακώνει τον ιδεαλισμό σε αντίθεση προς τον

ρεαλισμό.

227


c)

Δ ι '-εαυτό-Είναι

§ 96 '

~, -εα.uτο- Ι'' I I ' α. ) 1 'Ι' ο οι <..ινα.ι ως α.uτοιτχετισμος εινα.ι αμεσοτητα,

χα.ι ως α.uτοιτχετισμός τοu α.pνητιχοu είνα.ι οι'-εα.uτό-ον, το Ένα. Α uτηI η

I

ενοτητα.,

ποu

f

uπα.pχει

I

χωpις

f

εσωτεpιχη

~

οια.

φ

I

οpα.,

απο-

κλείει α.πό τον εα.uτό της το άλλο 2 •

I.

Ο Χέγκελ αναλαμ6ά.νει τώpα να εκθέσει τα τpία στά.δια ανάπτυ­

ξης του δι'-εαυτό-Rίναι. Πpόκειται για α) την αμεσότητα ή το Είναι του δι'-εαυτό-Είναι,

6) το αpνητικό στά.διο της μεσολά.6ησής του, και γ) το

θεωpησιακό rrτά.διο της αναίpεσής του, μέσω της οποίας το δι'-εαυτό­ Είναι γίνεται ποσότητα.

2. Το δι' -εαυτό-Είναι εζηγήΟηκε στην § !)5 ως αναίpεση του ά.λλου ενγένει και μεταποίησή του σε εαυτότητα, δηλαδή σε ένα αυθuπαpκτο αυτοσχετισμό. Λυτός ο αυτοσχετισμός είναι μια επιστpοφή στο ά.μεσο Είναι, όχι όμως πια με τη μοpφή του καΟαpοu Είναι

(§ 86),

αλλά. ως

άρνηση της ά.pνησής του και γι' αυτό ως «αυτοσχετισμός του αpνητικοuη. Όπως στην

§ ΗΟ είδαμε το πpοσδιοpισμένο-Είναι να γίνεται ένα πpοσόιο­

pισμένο-ον και ένα «Κά.τι))' έτσι κι εδώ το όι'-εαυτό-Rίναι cξατομικcύcται σε δι'-εαυτό-ον (FίiΙ"sichseiendes), γίνεται μια ατομική ενότητα, το Ένα.

Αυτό το

'Rνα δεν έχει ακόμα ποσοτικό νόημα, αλλά. έχει το νόημα μιας

αφηpημένης σχέσης πpος τον εαυτό, η οποία ως αυτοσχετισμός αpνήσεων αpνείται και αποκλείει κά.θε τι ά.λλο: είναι το ένα και μόνο. αυτοσχετιζόμενο το

Έτσι

'Rνα αποκλείει από τον εαυτό του το ά.λλο, την

ετεpότητα, και παpαμένει χωpίς εσωτεpική διαφοpά. (clas in sicl1 selbςt UnteJ"sc1Ίiecls1ose). Ως πpοσιτό παράδειγμα αυτού του Rνός ο Χέγκελ αναφέρει σε ι..ι.ια προφορική προσθήκη το Εγώ: «Μποpεί να ειπωθεί ότι ο

ά.νΟρωπος διαφέρει από το ζώο, ά.ρα και από τη φύση ενγένει, μέσω του ότι γνωρίζει τον εαυτό του ως Εγώ.))

Rνώ το προσδιορισμένο-Rίναι χαρακτηρίστηκε στην

§ Hi

ως ρεαλι­

στικότητα (Realit<it), το όι'-εαυτό-Είναι ως αυτοσχετισμός του Rγώ οφεί­ λει να χαρακτηριστεί ως ιόεατότητα (Ide<Ίlitat). Λέει ο Χέγκελ σε μια

προφορική προσθήκΥJ:

«II ρεαλιστικότητα και η ιδcατότητα θεωpοuνται

συχνά. ως ένα ζευγάρι με ίση αυθυπαρξία, και λέγεται ότι εκτός από τη ρεαλιστικότητα υπάρχει επίσης μια ιοεατότητα. Αλλά. η ιδεατότητα δεν

228


§ 97 6) Ο α.uτοσχετtσ(J.ός τοu α.ρvητtκοιί είvα.t αρνητική σχέση, κα.t ά.ρα. οιά.κριση τοu Εvός α.πό τοv εα.uτό τοu, η απώθηση

rRepulsion] τοu Εvός- είvα.t οηλα.οή tJ.tα. πρά.ξη κα.τά. τηv οποία. τίθεvτα.t πολλά Ένα. ΣιίtJ.Φωvα. (J.€ τηv αμεσότητα τωv ot' -εα.uτά.­ όvτων α.uτά. τα. πολλά. είνα.t όντα, κα.t η α.πώθηση κά.θε Ενός α.πό

,

α.uτα.

,

γtνετα.t

'θ α.πω ηση

τοu

,

ενος

,

ενα.vτt

τοu

'λλ α.

ou

ως

,~ ηοη

πα.ρόντων - tJ.ε ά.λλες λέξεις: α.[J.οt6α.ίος αποκλεισμός 1 •

είνα.ι κάτι που υπάpχει έξω α.πό κα.ι πα.pάλλΎJλα. ΙJ-ε τΎ) pεα.λιστικότΎ)τα.· ΎJ έννοια. τΎ)ζ ιοεα.τότΎ)τα.ς συνίστα.τα.ι α.χpι6ώς, στο ότι α.υτ~ είνα.ι Ύ) αλήθεια

τΎJς pεα.λιστικότψα.ς.

Ότα.ν ΟΎ)λα.ο~ ΎJ ρεα.λιστικότΎ)τα. τίΟετα.ι pΎ)τά ως

α.υτό που ε ίνα. ι κα.Ο' εα.υτ~ν

[ = ουνάΙJ-ει l, α.να.οείχνετα.ι ως ιοεα.τότΎJτα..

Δεν επιτpέπετα.ι λοιπόν να. πιστεύεις ότι α.πέοωσες τις α.να.γκα.ίες τιμές

στΎ)ν ιΟεα.τότΎ)τοt, ότα.ν Ποtpα.οέχεσα.ι ότι τα. πάντα. Οεν είνα.ι pεα.λιστικό­ τψα., κα.ι ότι εκτός α.πό α.υτ~ν οφείλεις να. πα.pα.οεχτείς κάποια. ιοεα.τό­

τψα.. Μια. τέτοια. ιοεα.τότΎJτα., που υπάpχει πα.pάλλΎJλα. ~ έστω κα.ι υπεpάνω τΎJς pεα.λιστικότψα.ς, οεν θα. ~τα.ν πα.pά !J-όνο ΙJ-ια. κεν~ λέξΎJ. Η ιοεα.τότΎ)τοt έχει νόΎ)ΙJ-οt, !J-όνο εφόσον είνα.ι ιοεα.τότΎ)τοt κάτινος α.λλά α.υτό το Κάτι οεν είνα.ι ένα. α.πpοσοιόpιστο Ετούτο ~ Εκείνο, α.λλά είνα.ι το

πpοσοιοpισΙJ-ένο-Είνα.ι πpοσοιοpισΙJ-ένο ως ρεα.λιστικότΎ)τα., το οποίο, εάν ιοωθεί Οι' εα.υτό

r=

ξέχωpα.l, Οεν κα.τέχει ΚοtΙJ-ιά οtλ~θεια.. »

I. Εοώ α.να.λύετα.ι το οεύτεpο στάδιο α.νάπτυξΎJς του οι' -εα.υτό-Είνα.ι. Ο α.υτοσχετισΙJ-ός που χα.pα.κτΎJpίζει το οι' -εα.υτό-Είνα.ι ως άpνΎJ~ τΎJς άpνΎJ~ζ του σχετίζεται α.pνΎ)τικά πpος τον ίοιο τον εα.υτό. Κα.ι α.φού ο εα.υτός είνα.ι το Ένα., ο α.υτοσχετισΙJ-ός α.pνείτα.ι το Ένα., το ιια.πωΟεί>> κα.ι

θέτει πολλά. Ας πpοσεχτεί ότι οεν πpόκειτα.ι για. α.ντιπα.pάθε~ ενός Εγώ πpος γύpω του πα.pευpισχόΙJ-ενα. α.νθρώπινα. Εγώ, α.λλά για. ΙJ-ια. α.υτοδια.φο­ pοποίΎJ~: ο ίδιος ο εα.υτός α.να.κα.λύπτει εντός εα.υτού πολλά

πpοσπάΟεια. α.πώθΎJ~ζ του ενός Ενός.

Ένα., σε ΙJ-ια.

'Ετσι ο α.υτοσχετισΙJ-ός γίνετα.ι

σχετισΙJ-ός του Ενός πpος άλλα., τα. οποία. ό!J-(ι)ς είνα.ι επί~ς

Ένα., εφόσον

σuνα.ν~κουν ΙJ-έσα. στο Ένα.- δεν πpόκειτα.ι λοιπόν για. το Ένα. ένα.ντι των πολλών, α.λλά για. ένα.ν εσωτεpικό χα.τα.κεpΙJ-α.τισΙJ-ό σε πολλά αλληλοαπο­ κλειόμενα

'Ι~να..

229


§ 98 γ) Αλλά. α.πό τα. πολλά το κα.θένα. είνα.ι ό,τι κα.ι το άλλο, κα.θένα. είνα.ι

Ένα., -ή έστω ένα. α.πό τα. πολλά.· άρα. τα. πολλά.

είνα.ι ένα. κα.ι το α.υτό.

Ή εάν εξετά.σου(J-ε όλα. όσα. περιλα.!J-()ά.νει

η α.πώθηση, θα. ιooufJ-ε ότι α.υτ-ή ως α.ρνητικ-ή συμπεριφορά των πολλών

Ένα. προς άλληλα., είνα.ι εξίσου ουσια.στικά. ένα.ς α.λλη­

λοσχετισμός κα.ι α.φού εκείνα., (J-ε τα. οποία. σχετίζετα.ι το

Ένα.

(J-έσα. στην α.πώθησ-ή του, είνα.ι

Ένα.

σχετι'ζ ετα.ι (J-ε τον εα.υτοι του.

Ένα., (J-έσα. σ' α.uτά. το

'Ε 'θ ηση εινα.ι ι i τσι η α.πω ε ξ'ισου

ουσια.στικά. έλξη [Attraktion]· κα.ι το α.ποκλείον

Ένα., το οι'­

εα.υτό-Είνα.ι, α.να.φείτα.ι. Ο ποιοτικός προσοιορισ(J-ός, ο οποίος ι

(J-εσα. στο

ι

i να. εχει

φ

ι ι ι !:" τα.σει στο α.νωτα.το ση(J-ειο του προσοιορι-

σ(J-Ού του [ κα.τά. λέξη: στο κα.θ' -εα.υτό-κα.ι-οι' -εα.υτό-προσοιορι-

'

Ε'

σ(J-ενο- i ινα.ι του

],

1 ι ι p ι ι ι !:" εχει ετσι (J-ετα.οει σε ενα. νεο προσοιορισ(J-Ο ως

ανηρημένη ποιότητα., οηλα.ο-ή στο Είνα.ι ως ποσότητα 1 •

1.

Αφού πιχριχπάνω φιχνερώθΎ)κε ο εσωτερικός κιχτιχκεpiJ.Ιlτισp.ός του

οι'-ειχυτό-Rίνιχι, εοώ πιχρουσιάζετιχι ο σχετισp.ικός ή ελκτικός χιχριχκτ-ήριχς

του ιχυτοσχετισp.ού. Ο όλος συλλογισp.ός 6ιχσίζετιχι στο ότι ιιτιχ πολλά11 οεν είνιχι εοώ οιιχφορετικά p.ετιχξύ τους, ιχλλά κιχΟένιχ τους είνιχι ό,τι κιχι τιχ άλλιχ, είνιχι

'Rνιχ, κιχ ι άριχ τιχυτίζοντιχι.

'Rτσι όp.ως το οι' -ειχυτό­

Rίνιχι, ιχυτός ο ιχυτοσχετισp.ός του ιχρνΎ)τtκού, ιχποσπάτιχι ιχπό τψ ιχποp.ό­

νωΟ"Ύ) κιχι τΎ)ν ιχΦΎJΡΎJιιένΎ) ιχυτά.ρκειά του

- ιχπό το

'Rνιχ που ιχποκλείει

κάθε τι άλλο- κιχ ι ιχνιχιρείτιχι. Αλλά. p.ιχζί p.ε το οι' -ειχυτό-Rίνιχι, ιχυτό το

ιχποκορύφω!Μl τΎJς ποιότΎ)τιχς, ιχνιχιρείτιχι χιχι ΎJ

ίοιιχ ΎJ ποιότΎ)τιχ κιχι

γίνετιχι ποσότΎ)τιχ. Τί Ο"Ύ)p.ιχίνει ετούτο; Αν πά.ρουp.ε ως πιχράοειγ!J4 τις χρωp.ιχτικές ποιότΎ)τες, εύκολιχ οιιχπιστώνουp.ε ότι το κόκκινο είνιχι κόκκινο p.όνο κιχθόσον δεν είνιχι κίτρινο, ΟΎJλ. p.όνο χιχθόσον οιιχφέρει ιχπό κάτι άλλο έξω ιχπό ιχυτό. Αλλά ότιχν το κόκκινο νοείτιχι ως οι'-ειχυτό-Rίνιχι, ως p.ιιχ εσωτερική πλΎ)θώριχ ιχποχρώσεων που ιχλλΎ)λοιχποκλείοντιχι χιχι ιχλλΎ)λοέλ­

κοντιχι, το κόκκινο πιχύει νιχ είνιχι ιχυτό το ορισp.ένο χρώp.ιχ, που οεν έχουp.ε

Πιχpά. νιχ το Οείξουp.ε p.ε το Οά.χτυλο ως κιχθιχpό ιιετούτΟIΙ" τότε το κόκκινΟ Οιιχθλάτιχι σε p.ιιχ ΠλΎ)θώpιχ

(= ποσότΎ)τιχ) ιχποχpώσεων- ιχποχpωp.ιχτίζετιχι

χιχι ποσοτικοποιείτιχι. Rίνιχι σιχφές ότι χιχτά. τον Χέγκελ Ύ) ποιότΎ)τιχ

230


Η ατομιστική Φιλοσοφία. είναι η ά.ποψη χα.τά. την οποία. το Απόλυτο προσδιορίζεται ως οι'-εα.υτό-Είνα.ι, ως

Ένα. και ως πολλά.

'

α.υτα.

τα.

'

α.το[J-α.

'

φ α.νερωνετα.ι

α.λλά.

η

]

Ένα.. Ως θψελιώοης ούνα.tJ-η [tJ-έσα. σ' f'' εκ λ CΧ.[J-οα.νετα.ι

στην

' εννοια.

σύμπτωση

του

' επισΎ)ς

Ε' < νος.

οηλα.οή

[Zufall],

η

'Ο χι

το

'θ ηση α.πω

' Ο[J-ως

απερίσκεπτο,

εχλα.tJ-6ά.νετα.ι ως ενωτική ούνα.tJ-η. Εφόσον το πίζεται ως

η

που

ε'λ1: c:,η,

Ένα. εντο­

Ένα., είναι 6έ6α.ια. α.Ούνα.το να. θεωρηθεί η

σuνά.θροισή του [J-ε τα. ά.λλα. χά.πως αλλιώς, πα.ρά. ως χά.τι εντελώς εξωτερικό.

- Το κενό, που εχλα.[J-6ά.νετα.ι ως το συ[J-πληρω[J-α.τιχό προς τα. ά.το[J-α. στοιχείο, οεν είναι ά.λλο α.πό την απώθηση, θεωρού[J-ενη ως το [1-ηοέν που υπάρχει α.νά.[J-εσα. στα. ά.το[J-α..

- Ο νεότερος α.το[J-ισ[J-ός - χα.ι η Φυσιχή πα.ρα.[J-ένει α.ζιω' α.το[J-ιστιχη' - εχει ' ' [J-α.τιχα. εγχα.τα. λ ει'ψ ει τα. α.το[J-α., ε φ' οσον πα.ρα.οέχετα.ι τα. [1-όρια..

Έτσι η Φυσιχή ήρθε κοντύτερα.

στην αισθητήρια. αντίληψη, εγχα.τα.λείποντα.ς ό[J-ως τον

νοητ ιχό όρο. -Επιπλέον, εφόσον στην απωθητική Ούνα.[J-η προστέθηκε η ελκτική ούνα.[J-η, η α.ντίθεσΎ) έγινε 6έ6α.ια. πλήρης' και η 'λ υ ψ η α.να.χα.

'

α.υτης

της

'

φ υσιχης

<:-' ουνα.[J-ης,

' οπως

' ονο[J-α.-

στηχε, πρόσφερε πολλή καυχησιά.. Αλλά. η σχέση α.νά.[J-εσα. σ' α.υτές τις ούο ουνά.[J-εις, που συγκροτεί τον συγχεχρι[J-ένο χα.ι αληθινό χαραχτήρα. τους, θα. έπρεπε να. τους αποσπά­

σει α.πό το σχοτά.οι χα.ι τη σύγχυσΎ), !1-έσα. στην οποία. 6ρίσχετα.ι α.χό[J-α. χα.ι ο Κα.ντ στα. Μεταφυσικά θεμέλια της φυσικής επιστήμης 2 •

προηγείται διαλεκτικά της ποσότητας, η οποία περιλα[J.bάνει [J.έσα της ποιότητα ως ένα ανηρη[J.ένο διαλεκτικό στάδιο της ανάπτuξής της.

2. Δεν l[J.. Καντ, Metaphysίsche Anfangsgrilnde der Naturwίssen­ schaft, Riga 1786, προπάντων το δεύτερο κεφάλαιο: «Μεταφυσικά θψέλια της Δuνα[J.ικής)).

231


- ΣτΎJ σuγχρονΎJ εποχή ΎJ α.το[J-ιστική ά.ποψΎJ α.πέκτΎJσε περισσότερΎ) σποuοα.ιότΎJτα. στψ πολιτική κα.ι όχι στΎJ

φuσική επιστή[J-ΎJ· ΣufJ-Φωνα. [J-ε τΎJν πολιτική επιστή[J-ΎJ ΎJ θέλΎ)ση των ατόμων σα.ν τέτοιων είνα.ι το α.ξίω[J-α. [Prinzip] f

τοu κρα.τοuς- η ε

λ

I

~I

Ι

I

Ι

κτικη οuνα.[J-ΎJ εινα.ι οι επι[J-εροuς α.να.γκες

' ' ' το γενικο, ' 11' λ α.οΎJ 11'' α.uτο' τοuτο ' χα.ι ορ[J-ες των α.το[J-ων, ενω οη

το κρά.τος, είνα.ι ΎJ εξωτερική σχέση ενός σψ6όλα.ιοu 3 • Β. ΠΟΣΟ'lΉΤΑ

a)

Η καθαρή ποσότητα

§ 99 Η ποσότητα είνα.ι το κα.θα.ρό Είνα.ι, στο οποίο ο προσοιορι-

,

σμος

~ οεν

'

εχει

ανηρημένος ή

πια.

'

τε θ ει

ως

'

ενια.ιος

[J-ε

το

Ε'ινα.ι,

α. λλ' α.

ως

αδιάφορος 1 •

3. Ο Χέγκελ επικρίνει εδώ με δριμύτ-ητα. τόσο την αρχαία. ατομι­ στική Φιλοσοφία. του Δημόκριτου και του Λεύκιππου όσο και τις νεότερες επιστήμες. Ο aρχαίος aτομισμός διείδε στα. ά.τομα. την απώθηση, αλλά. οεν συνέλα.6ε την έλξη και α.ντ' αυτής έθεσε μια. εντελώς απερίσκεπτη

τά.ση, το τυχαίο, τη σύμπτωση. Ακόμα. και το κενό που συνέλα.6α.ν οι αρχαίοι ατομιστές, και που τελικά. ταυτίζεται με την απώθηση, συνελή­ φοη μέσω -;ης πα.ρά.στα.σης ως μηδέν και έτσι στα.τικοποιήθηκε. Π νεότερη Φυσική (ο Χέγκελ έχει κατά. νου τη Νευτώνεια.) παραδέχεται επίσης το aτομιστικό αξίωμα., εφόσον παραδέχεται τα. μόρια., αλλά. εγκατέλειψε τον νοητικό όρο για. χά.ρη της εμπειρίας. (Ο Β. Lakebι·ink

1979, σελ. 148,

Οεωρεί ότι αυτή η χεγκελια.νή μομφή δεν ισχύει για. τη σύγχρονη Φυσική, γιατί αυτή

ιια.φέθηκε στον μη-εποπτικό χαρακτήρα. του μαθηματικού

σκέπτεσθαι». Ωστόσο υποθέτω ότι η χεγκελια.νή μομφή πηγαίνει πολύ 6α.θύτερα..) Τέλος ο Χέγκελ επικρίνει τη νεότερη πολιτική επιστήμη ότι στηρίζεται στην ατομική θέληση των ανθρώπινων ατόμων και στο μερικό σ-;οιχείο των επιμέρους αναγκών και ορμών, ενώ το καθολικό στοιχείο, το

Κρά.τος, έχει καταντήσει να. θεωρείται μια. εξωτερική σχέση κοινωνικού συμ6ολα.ίου με το νόημα. που έδωσε ο ΡουσσC:J. ι. Οι

232

§§ 99

και ι 00 ασχολούνται με την καθαρή ποσότητα., οι


1)

Ο όρος μέγεθος δεν είναι ταιριαστός για την

ποσότητα ενγένει, γιατί ση11-αίνει προπάντων την προσδιο­ ρισμένη ποσότητα. 2) Τα Μαθη11-ατικά ορίζουν συνήθως το

11-έγεθος ως αυτό που 11-πορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται. Αυτός ο ορισ11-ός είναι ελαττω11-ατικός κατά το ότι περιέχει αυτό που οφείλει να ορίσει 2 • 11-πορεί ό11-ως να χρησι11-εύσει στο να δείξει ότι η κατηγορία του 11-εγέθους έχει τεθεί ως μεταΒλητή και αδιάψο_ρη, έτσι ώστε 11-ολονότι !1-ετα6άλλε­

ται 11-ε 11-ια αυξανό11-ενη έκταση ή ένταση, το πράγ11-α π.χ. ένα σπίτι - δεν παύει να είναι ση;ίτι, το κόκκινο δεν παύει να είναι κόκκινο. ποσότητα 3 •

3) Το Απόλυτο είναι καθαρή

Αυτή η άποψη γενικά σψπίπτει 11-ε εκείνη, η

οποία ορίζει το Απόλυτο ως ύλη, στην οποία η 11-ορφή είναι ασφαλώς παρούσα, αλλά ως ασή11-αντο χαρακτηριστικό. Η ποσότητα αποτελεί επίσης το θε11-ελιώδες χαρακτηριστικό

επόJ.Ι-ενες δύο παpάγραφοι J.Ι-ε την πpοσδιοpισJ.Ι-ένη ποσότητα: το ποσόν. Ι-1 καθαpή ποσότητα είναι J.Ι-ια αφαίpεση και όχι ένας ποσοτικός όpος. Μέσα

στην καθαpή και αφηpηJ.Ι-ένη αυτή fΙ-Οpφή J.Ι-Ποpεί να συσχετιστεί J.Ι-ε το καθαpό Είναι

(§ 86).

Αλλά εδώ δεν υπάpχει πια η ενότητα του πpοσδιοpι­

σfJ-Ού και του Είναι, την οποία γνωpίσαJ.Ι-ε ως πpοσδιοpισJ.Ι-ένο-Είναι ή γενικά ως ποιότητα· ο πpοσδιοpισJ.Ι-ός που πpοσδιοpίζει κάτι ως κόκκινο, κίτpινο, ποτάJ.Ι-ι, λίJ.Ι-νη κτλ έχει εδώ αναιρεθεί χάpη στην εσωτεpική απι:Jθηση και έλξη (δες

§§ 97-8)

και είναι αδιάφορος: είναι αδιά.φοpο εά.ν

πpόκειται για λίJ.Ι-νη ή στέpνα· εδώ ενδιαφέρει εάν είναι J.Ι-εγά.λη ή J.Ι-ικpή,

φαpδιά. ή στενή, ευpύχωρη ή στενόχωρη κτλ.

2. Το J.Ι-έγεθος είναι J.Ι-ια προσδιορισJ.Ι-ένη ποιότητα, που όταν οpίζεται ως κάτι που αυξάνεται ή J.Ι-ειώνεται, χpησψοποιείται το οριζόJ.Ι-ενο J.Ι-έσα στον οpισfl-ό, αφού ιιαυξάνεται» θα πει: γίνεται J.Ι-εγαλύτεpο μέγεθος, και ψειώνεται» θα πει: γίνεται J.Ι-ικρότερο μέγεθος.

3. Αυτό είναι το 6ασικό αξίωJ.Ι-α κάθε υλισμού. Ο Χέγκελ δεν το αpνείται, αλλά τοποθετώντας το σ' αυτήν εδώ τη θέση, δείχνει ανάγλυφα

ότι πρόκειται για J.Ι-ια αφηρημένη θεώρηση της ύλης και της ποσότητας, κατά. το J.Ι-έτρο που αυτή δεν έχει πpοσδιοριστεί ως τά.δε ή δείνα ποσόν, και δεν έχει ληφθεί υπόψη η σηJ.Ι-αντικότητα της μορφής.

233


τοu Απόλuτοu, ότα.ν το Απόλuτο εκλα.ΙJ-6ά.νετα.ι ως το α.πόλuτα. α.οια.φοροποίΎJτο, ΟΎJλα.ο~ γίνεται πα.ρα.οεκτό ότι 'θ

'/>

κα. ε οια.

φ

I

ορα. σ

>

I

Ι

I

ι

α.uτο εινα.ι ΙJ.Ονο ποσοτικΎJ.

- Άλλωστε ο κα.θα.ρός χώρος, ο κα.θα.ρός χρόνος κτλ. ΙJ.Ποροuν να. λα.ΙJ-6ά.νοντα.ι ως πα.ρα.οεtγ~J.α.τα. τΎJς ποσότΎJ­ τα.ς, εά.ν θεωροu!J.ε το ρεαλιστικά. uπα.ρκτό ως κά.τι ποu

γεΙJ.tζει τον χώρο κα.ι τον χρόνο, αδιάφορο τί είναι α.uτό.

§ 100 Όσον αφορά. τον ά.!J.εσο α.uτοσχετισ~ τΎJς ~ τψ ΙJ.έσω έλξΎJς τιθέ!J.ενΎJ ισότΎ)τά. τΎJς ΙJ.ε τον εα.uτό τΎJς, ΎJ ποσότΎJτα. είναι ΙJ.έγεθος συνεχές α.λλά. εά.ν ιδωθεί το ά.λλο τΎJς χα.ρα.κτΎ)ριστικό, το

Ένα. ποu περιέχεται !J.έσα. τΎJς, ΎJ ποσότΎJτα. είναι ΙJ.έγεθος

διακεκριμένο. Ωστόσο ΎJ σuνεχ~ς ποσότΎJτα. είναι κα.ι οια.κεκρι­ ~νΎJ, γιατί οεν είναι πα.ρά. σuνέχεια. των πολλών· κα.ι ΎJ οια.κε­

κριΙJ.ένΎJ ποσότψα. είναι επtσΎ)ς σuνεχ~ς, γιατί ΎJ σuνέχειά. τΎJς εtναt το

Ένα, η ενότητα, 0-ηλaΟ~ η ταυτότητα των πολλών

Ένα. 1 •

1) Το σuνεχές κα.ι το οια.κεκριΙJ.ένο ΙJ.έγεθος οεν πρέπει λοιπόν να. θεωρΎ)θοuν ως ouo είδη ΙJ.εγέθοuς, σα.ν να. !J.ψ τα.ίρια.ζε στο ένα. το χα.ρα.κτΎ)ριστικό τοu ά.λλοu. Η ~νΎJ οια.φορά. α.νά.ΙJ.εσά. τοuς είναι ότι το ίδιο όλο

[ποσότψα.ς]

1. Είδαμε παpαπάνω (§ 98) ότι η ποσότητα πpοέκυψε μέσα από Όύο αντίθετες τάσεις του οι' -εαυτό-Είναι: την απώθηση και την έλξη των πολλών

Ένα που ανακιχλύπτονται μέσα στην ποσότητα. Επακόλουθο της

έλξης είναι ο άμεσος αυτοσχετισμός της ποσότητας (η <<ισότητά της με τον εαυτό της») που την καθιστά ένα συνεχές μέγεθος αλλά η πολλαπλό­ τητα των

Ένα που φανεpώνεται και μέσα της (π. χ. πολύ

I πεpισσότεpο I

λιγότεpο I πάpα πολύ I ελάχιστο) την καθιστά ένα διακεκριμένο μέγεθος. Ο Χέγκελ εφιστά την πpοσοχή στο ότι αυτές είναι δύο συμπληpωματικές και αλληλένδετες απόψεις της ποσότητας, κιχθεμιά από τις οποίες μποpεί να θεωpηθεί ως εμφάνιση της άλλης: το συνεχές ως συνέχεια πολλών, το οιακεκpιμένο ως ταυτότητα των

234

Ένα.


'θ τι ετιχt

τΎJ

(J-tct f

φ

I

οριχ

I

χιχτω

I

ιχπο

το

Ι ενιχ

I

χιχριχχτΎ)ρtστιχο,

τψ ά.λλΎJ φορά. χά.τω ιχπό το ά.λλο. 2) Η ιχντtνΟ(J-tΙΧ τοu χώροu, τοu χρόνοu ή τΎJς uλΎJς όσον ιχφορά. τΎ) οuνιχτότψά. τοuς

~

I

νιχ οtιχφοuντιχt

επ

'

I

I

ιχπεφο ΎJ

νιχ

I

σuνιστιχντιχt

Ι

ιχπο

(J-ΎJ-

11' ' ' 11' ' ' 'λλ ο ιχπο το οτt ΎJ οtιχφετες ενοτΎ)τες, οεν σΎ)(J-ΙΧtνεt τιποτε ιχ

'

'

ποσότψιχ εχλι:t(J-6ά.νετιχt τΎJ (J-tΙX φορά. ως σuνεχής, τψ ά.λλΎJ φορά. ως οιιχχεχρt(J-ένΎJ. Εά.ν ο χώρος, ο χρόνος χτλ. τίθεντιχt (J-όνο ως σuνεχείς ποσότΎ)τες, τότε είνιχt διαιρετοί επ' άπειρο· εά.ν ιχντίθετιχ τίθεντιχt ως οιιχχεχρψένιχ tJ.εγέθΎJ, τότε είνιχt ήδΎJ χιχθ' ειχuτοuς διαιρεμένοι χιχt σuνίστιχντιχt ιχπό (J-Ύ)-Οtιχφετές ενότΎ)τες. Κιχθε(J-tά. ιχπό ιχuτές τις ιχπό­

ψεις είνιχt εξίσοu tJ.ΟνόπλεuρΎ) tJ.ε τΎ)ν ά.λλΎJ 2 •

b)

Το ποσόν

§ 101 Η ποσότΎ)τι:t ποu τίθεται οuσιιχστιχά. (J-ctζt tJ.ε τον ιχποχλείο­ ντιχ χιχριχχτήριχ τον οποίο περtλι:t(J-6ά.νει, είνιχt ποσόν, ΟΎJλιχοή

περtορtσ(J-ένΎJ ποσότΎ)τι:t 1 •

2. Ο Χέγκελ αναμετριέται εοώ με τη οεύτερη Καντιαν~ αντινομία (οες Κριτ. τ. καθ. λογ. Α434 κ.ε. I Β462 κ.ε.), που αποτελείται από μια

θέση και μια αντίθεση. Π θέση ισχυρίζεται ότι όλα όσα υπά.ρχουν μέσα στον κόσμο, συνίστανται από απλά. μέρη ~ από όσα έχουν συντεθεί από

απλά.· η αντίθεση ισχυρίζεται ότι κανένα σύνθετο πρά.γμα οεν συνίσταται από απλά., και ούτε οιόλου υπά.ρχει κά.τι απλό. Ο Χέγκελ αρνείται να ιοεί

εοώ μ.ια αντινομ.ία: 6λέπει μόνο ούο οιαφορετικές όψεις της ποσότητας, το συνεχές και το οιακεκριμένο μ.έγεθος, από τις οποίες εά.ν ιοωθεί μόνο η μ.ία, αποτελεί μ.ια μ.ονόπλευρη ά.ποψη οφειλόμενη στην αφαιρετικ~ μας τά.ση και στην ανικανότητά. μας να νοούμε το όλο.

1. Όταν μ.έσα στην ποσότητα (όπως και μέσα στην ποιότητα, καθώς είοαμ.ε παραπά.νω) τίθεται ένα

Ί<:να που αποκλείει κά.θε τι ά.λλο,

τότε η απεριόριστη, καθαρ~ ποσότητα περιορίζεται και υπερισχύει μ.έσα της ο διακεκριμένος χαρακτ~ρας των πολλών

Ένα. Από την απεριόριστη

235


§ 102 Το ποσόν φτι:iνει την α.νι:iπτuξ~ τοu χα.ι τον πλ~ρη προσοιο­

ρισ(J.ό τοu ως αριθ'μός. Επειο~ το στοιχείο τοu είνα.ι το α.ριθ(J.ός

[Zahl] περιέχει (J.έσα. τοu

Ένα., ο

ouo ποιοτιχι:i στι:iοια.: το πλήθος

lAnzahl], ποu εξα.ρτι:iτα.ι α.πό τον πα.ρι:iγοντα. της οιι:iχρισης, χα.ι την ενότητα, ποu εξα.ρτι:iτα.ι α.πό τον πα.ρι:iγοντα. της σuνέχεια.ς 1 • Στην ΑριθtJ.ητιχ~ πα.ροuσιι:iζοuν σuν~θως τα. οιι:iφορα. ποσότητα

(Quantitat) οδηγούμαστε έτσι στο περιορισμένο τ. •σόν (Qιιantιιn1).

Ο Χέγκελ παρουσιάζει ανάγλυφα αυτή την πορεία, λέγοντας σε μια

προφορική προσθήκη: ιιRά.ν ιδωθεί εκτενέστερα η πορεία από την καθαρή ποσότητα στο ποσόν, θεμελιώνεται στο εξής: ότι ενώ μέσα στην καθαρή ποσότητα η διαφορά., ως διαφορά. του συνεχούς και του διακεκριμένου, υπάρχει κατ' αρχήν μόνο καθ' εαυτήν

r=

δυνάμει], μ.έσα σε ένα ποσόν η

οιαφορά. τίθεται ενεργείq., και μ.ά.λιστα κατά. τρόπο ώστε η ποιότητα

ενγένει εμφανίζεται εφεξής ως διαφοροποιημένη ή περιορισμένη. Τότε όμ.ως διαλύεται συνάμα και το ποσόν σε μ.ια απροσδιόριστη πληθώρα ποσών ή προσδιορισμένων μεγεθών.,

1. ΊΌ ποσόν ως περιορισμένη ποσότητα φτάνει στην ανάπτυξή του και ά.ρα στον εντελώς προσδιορισμένο του χαρακτήρα ως αριθμός.

Ο

αριθμ.ός έχει κατά. τον Χέγκελ αυτό το εντελώς προσδιορισμένο Rίναι,

συνάμα όμως και μια πλήρη ιιαδιαφορία>> απέναντι σε άλλους αριθf!:ούς, που οφείλεται στο ότι πρόκειται για χά.τι εξωτερικό και αφηρημένο. Ο Χέγκελ ανακαλύπτει μέσα στον αριθμό δύο ποιοτικά διαλεκτικά. στά.οια,

το πλήθος και την ενότητα. Πρόκειται για κά.τι ποιοτικό, αφού οφείλο­ νται στις τάσεις του διακεκριμένου και του συνεχούς, που είδαμ.ε να οιακατέχουν το δι'-εαυτό-Rίναι της ποιότητας. Τί θα πει: πλήθος και

ενότητα; Ας προσεχτεί κατ' αρχήν ότι το 'Rνα δεν είναι κατά. τον Χέγκελ αριθμ.ός, γιατί ακόμα δεν έχει συμπεριλά.6ει μέσα του αυτά. τα δύο ποιοτικά. στάδια.

Αντίθετα π.χ.

ο αριθμός

10 περιέχει ένα πλήθος

ενοτήτων, που μπορούν να παραταχθούν κατ' ευαρέσκειαν: π.χ. 2, 3, 5 ή

2, 2, 6· εδώ έχουμε κά.θε φορά. ένα πλήθος τριών αριθμ.ών, που συνενώνο­ νται στην ενότητα 10. (Ας προσεχτεί λοιπόν ότι ο όρος ιιενότητα" δεν

εννοεί τη μ.ονά.δα, αλλά. το σύνολο μονάδων που συμψηφίζονται σε ένα αριθμ.ό, και μ.ά.λιστα όχι ως απλών μ.ονά.δων πλήθος.)

236

- ως πολλά. 'Rνα - αλλά. ως


είδη υπολογισμού ως τυχαίους τρόπους επεξεργασίας των

αριθμών. Εά.ν πρόκε-ιται να υπάρξει μέσα σ' αυτ~ την επεξεργασία μια αναγκαιότητα και μια διάνοια, αυτ~ πρέπει να 6ασίζεται σε ένα αξίωμα [Pήnzip], και αυτό να στηρίζεται στα χαρακτηριστικά. της έννοιας του αριθμού. Αυτό το αξίωμα θα εκτεθεί εδώ με συντομία.

-

Τα χαρακτηριστικά. της έννοιας του αριθμού είναι το

πλήθος και η ενότητα· ο αριθμός ενγένει είναι η ενότητα

αυτών των δύο. Αλλά. η ενότητα, όταν εφαρμόζεται σε εμπειρικούς αριθμούς, είναι μόνο η ισότητά τους ά.ρα το αξίωμα των

ειδών υπολογισμού,

είναι το να θέτουμε

αριθμούς μέσα στη σχέση ενότητας και πλ~θους, και να παράγουμε την ισότητα αυτών των δύο χαρακτηριστικών. Εφόσον τα

Ένα ~ οι αριθμοί είναι αδιάφοροι ο ένας

προς τον ά.λλο, η ενότητα μέσα στην οποία μετατίθενται [με την αρίθμηση] εμφανίζεται σαν ένας εξωτερικός συμ­ ψηφισμός. Κά.θε υπολογισμός είναι λοιπόν μια απαρίθμηση

[Zahlen], και η διαφορά. ανάμεσα στα είδη υπολογισμού έγκειται μόνο στην ποιοτικ~ σύσταση των αριθμών που συνδυάζονται. Το αξίωμα αυτ~ς της σύστασης είναι η ενότητα και το πλ~θος.

Η πρώτη εργασία στον υπολογισμό είναι η αριθμοποί­ ηση

[Numerieren], το να 6ά.ζεις αριθμούς, το να συμψηφί­

ζεις κατά. 6ούληση πολλά. Ένα. -Αλλά. ένα είδος υπολο­ γισμού προκύπτει, όταν αυτά. που συνυπολογίζουμε είναι ~δη αριθμοί, και όχι πια απλά.

Ένα.

Κατ' αρχ~ν και μέσα στην αμεσότητά. τους οι αριθ­ μοί είναι εντελώς aπροσδιόριστοι: αριθμοί ενγένει, ά.ρα

ενγένει άνισοι. Το να συμψηφίζεις ~ να aπαριθμείς τέτοι­ ους αριθμούς, λέγεται πρόσθεση.

Ο επόμενος όρος

είναι αυτός κατά. τον οποίο οι

αριθμοί είναι ίσοι και ά.ρα αποτελούν μια ενότητα· τότε

είναι παρόν ένα πλήθος αριθμών· το να aπαριθμείς τέτοι-

237


ους αριθμούς λέγεται πολλαπλασιασμός. Εδώ είναι αδιά­ φορο το πώς κατανέμονται οι όροι «πλήθος» και «ενότητα» ανάμεσα στους δύο πολλαπλασιαζόμενους αριθμούς, ποιος

από αυτούς εκλαμ6άνεται ως πλήθος και ποιος ως ενό­ τητα.

Ο τρίτος και τελευταίος όρος είναι η ισότητα του πλήθους

και της ενότητας. Η συναρίθμηση τέτοιων αριθμών λέγεται ύψωση σε δύναμη- και κατ' αρχήν: ύψωση στο τετράγωνο. -Η ύψωση σε ανώτερη δύναμη είναι η μορφική συνέχιση του πολλα­ πλασιασμού του αριθμού με τον εαυτό του, που καταλήγει πάλι σε ένα αόριστο πλήθος.

- Επειδή σ' αυτό τον τρίτο τύπο

υπολογισμού πετυχαίνεται η πλήρης

ισότητα της μοναδικής

υπαρκτής διαφοράς, δηλαδή του πλήθους και της ενότητας, δεν

μπορούν να υπάρχουν περισσότερα από αυτά τα τρία είδη υπολο­ γισμού.

- Στη συναρίθμηση αντιστοιχεί η αποσύνθεση αριθμών, σύμ­ φωνα με τα ίδια χαρακτηριστικά.

Άρα παράπλευρα προς αυτά

τα τρία είδη [υπολογισμού] που αναφέρθηκαν και που μπορούν να ονομαστούν θετικά, υπάρχουν και τρία αρνητικά είδη [δηλαδή η αφαίρεση, η διαίρεση και ο υπολογισμός της ρίζας] 2 . 2. Ο Χέγκελ δεν θεωρεί ικανοποιητικούς τους τι;χαίους τρόπους υπολογισ[J-ού, [J-ε τους οποίους εργάζεται η Αριθ[J-ητική (κριτικάρει δηλαδή

ως τυχαίες τις αριθ[J-ητικές πρά.ξεις που κά.νου[J-ε χεφιζό[J-ενοι αυθαίρετα επιλεγ[J-ένους αριθ[J-ούς, έστω και αν τα αποτελέσ(J-ατα αυτών των πρά­

ξεων είναι ορθά.), και επινοεί [J-ια διαλεκτική αναγκαιότητα που στηρίζεται σε ένα αξίω[J-α. Διαπιστώνει κατ' αρχήν ότι κάθε ε[J-πεφικός υπολογισ[J-ός δεν έχει να κά.νει [J-ε την ενότητα, αλλά. [J-ε την ισότητα ( =) των αριθ[J-ών. ΊΌ αξίω(J-α του υπολογισ(J-ού έγκειται λοιπόν στο να συσχετί­ ζου(J-ε τα δύο χαρακτηριστικά. των αριθ(J-ών, το πλήθος και την ενότητα,

ώστε να παρά.γου[J-ε την ισότητα αυτών των χαρακτηριστικών. ΊΌ να 6ά.ζου[J-ε αριθ(J-ούς στα πρά.γ(J-ατα και να τα 6λέπου[J-ε ως

πολλά.

Ί~να, δεν είναι ακό[J-α υπολογισ[J-ός είναι ό[J-ως η πρώτη 6ασική

εργασία της αριθμοποίησης.

αριθ[J-ούς και όχι πολλά.

238

Όταν κατ' αυτή την πρά.ξη συνυπολογίζου[J-ε

Ί<:να, τότε πρόκειται για πρόσθεση, όπου κατ'


c)

Ο Βαθμός

§ 103 Το όριο [(J.έσα σε ένα ποσόν] ταυτίζεται (J.ε την ολότητα

τοu ποσού. Ως εντός εαυτού πολλαπλό, το όριο είναι εκτεινόμενο (J.έγεθος

αλλά. ως

εντός εαuτοιί απλός προσοιορισ[J.ός

είναι

εντεινόμενο (J.έγεθος ~ Βαθμός 1 • ευαpέσκειαν σuμ.ψηφίζουμ.ε τα πιο ετεpόκλητα και ά.pα άνισα. Αυτό είναι το πpι:Jτο και ά.μ.εσο διαλεκτικό στά.οιο αpιθμ.ΎJτικού υπολογισμ.ού.

Όταν

οεν πpοσθέτουμ.ε ά.νισους, αλλά. ίσους αpιθμ.ούς (όταν έχουμε π.χ. ένα

πλ~Οοςτεσσά.pωνίσωνενοτ~τωντου3,τότεπροσθέτουμ.ε3 αυτό

είναι

πολλαπλασιασμός.

+ 3 + 3~4

Ο Χέγκελ παpατΎJpεί

ότι

εοώ

χ 3), είναι

αοιά.φοpο, ποιος από τους πολλαπλασιαζόμ.ενους αpιθμ.ούς θα εκλΎJΦθεί ως πλ~θος και ποιος ως ενότψα, γι' αυτό π. χ. 3

χ 4 ισούται μ.ε 4 χ 3. Στο

τpίτο και τελευταίο στά.οιο αpιθμ'Υ)τικού υπολογισμ.ού έχοuμ.ε όχι πια μ.όνο ίσους αpιθμ.ούς, αλλά. ισότψα πλ~θους και ενότΎJτας. Τότε οεν πολλαπλα­ σιά.ζοuμ.ε 3 χ 4, αλλά. 4 χ 4 ~ 5 χ 5, και αυτ~ είναι 'Υ) ύψωσ'Υj σε ούναμ.'Υ), π.χ.

4

χ

4 = 42

και

5

χ

5

χ

5 = 5=1•

Εφόσον έτσι φτά.νουμ.ε στ'Υ)ν ιιπλ~p'ΥJ ισότψα τΎJς μ.οναοικ~ς υπαp­ κτ~ς οιαφοpά.ς>>, όπου ισούνται το πλ~θος και 'YJ ενότψα, οεν είναι ουνατό να νο'Υ)θούν ά.λλες αpιθμ.ψικές πpά.ξεις. Αλλά. στα τpία αυτά. είΟΎJ συναρίθ­ μησης αντιστοιχούν τpία είΟΎJ αpιθμ.Ύ)τικ~ς αποσι)ι•θεσης, τpία αρνητικά είΟΎJ: 'YJ αφαίpεσ'Υ), 'Υ) οιαίpεσ'Υ) και ο υπολογισμ.ός τΎJς pίζας.

Στψ

αφαίpεσ'Υ) χειpιζόμ.αστε ά.νισους αpιθμ.ούς, στ'ΥJ οιαίpεσ'Υ) ίσους, και στον υπολογισμ.ό τΎJς pίζας έχοuμ.ε ισότ'Υ)τα του πλ~θους και τΎJς ενότ'Υ)τας.

1. Είοαμ.ε παpαπά.νω (§ 101) ότι το ποσόν είναι μ.ια πεpιοpισμ.έν'Υ) ποσότ'Υ)τα. Σε τί έγκειται αυτός ο πεpιοpισμ.ός; Έγκειται στο ότι το ποσόν ταυτίζεται με το όpιο (Grenze). Το όpιο οιαπεpνά. ολόκλΎJpΟ το ποσόν και όχι μόνο κά.ποια ακpαία στοιχεία του.

Έτσι π. χ. στον αpιθμ.ό 10 οεν είναι

'YJ 10ΎJ μ.ονά.οα που αποτελεί το όpιο, αλλά. κά.θε μ.ονά.οα 6pίσκεται κατά. το

ίδιο όpιο οpιζόμ.εν'ΥJ και κανένα

Ένα οεν υπεpέχει ~ μ.ειονεκτεί. Σε

αντιστοιχία τώpα πpος τα ούο ποιοτικά. στά.οια του αpιθμ.ού, ΟΎJλαο~ το

πλ~θος και τψ ενότψα

(§ 102), το όpιο παpουσιά.ζει κά.θε μ.έγεθος είτε

εκτεινόμενο (=μ.έσα σε έκτασ'ΥJ) είτε εντεινόμενο (=μ.έσα σε έντασΎJ). Ο πολλαπλός και οιακεκpιμ.ένος χαpακτ~pας του αpιΟμ.Ύ)τικού πλ~θους καθι-

239


Η διαφορά 11-εταξύ συνεχούς και διαχεχριΙJ-ένοu ΙJ-εγέ­ θους αφενός, από το εχτεινό11-ενο και εντεινό11-ενο 11-έγεθος αφετέρου, συνίσταται στο ότι τα πρώτα αναφέρονται στην ποσότητα ενγένει, ενώ τα δεύτερα αναφέρονται στο όριο ή

στον προσδιορισ11-ό τους σαν τέτοιο.

- Το εχτεινό11-ενο και εντεινό11-ενο 11-έγεθος δεν είναι - όπως δεν είναι ούτε εκείνα - δύο είδη, καθένα από τα οποία θα περιείχε ένα χαραχτήρα τον οποίο δεν θα κατείχε το άλλο· ό,τι είναι ένα εχτεινό11-ενο 11-έγεθος, είναι και ένα εντεινό­

ΙJ-ενο, και αντίστροφα 2 •

§ 104 Μέσα στον 6αθ11-ό έχει τεθεί η έννοια του ποσού. Ο 6αθ11-ός είναι το 11-έγεθος ως κάτι αδιάφορο δι' εαυτό

[ = για τον εαυτό

του] και απλό· αλλά κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο χαραχτήρας,

11-έσω του οποίου είναι ποσόν, κείτεται εντελώς έξω από αυτό στά ένα μέγεθος εκτεινόμενο· ο απλός και συνεχόμενος χαραχτήρας της αριθμητικής ενότητας καθιστά ένα μέγεθος εντεινόμενο. (Ιδωμένες ετυμο­ λογικά οι γερμανικές λέξεις:

vielfach =ιιπολλαπλός» και einfacl1 =

«απλός>> παρουσιάζουν ανάγλυφα τη διάκριση: πολλά- ένα). αριθμός

'Ετσι π. χ. ο

10 είναι ένα εκτεινόμενο μέγεθος κατά τις ενότητες 2, 3, 5 ή 2,

2, 2, 2· αντίθετα ο ίδιος αριθμός εκλαμbανόμενος ως δεκάδα είναι ένα εντεινόμενο μέγεθος ή ένας Βαθμός έντασης (που μπορεί να αφορά τη θερμότητα, την απόχρωση, τη φωτεινότητα κτλ.).

2. Τί σημαίνει η τελευταία αυτή παρατήρηση; Ο Χέγκελ αρνείται να ιδεί το εκτεινόμενο ως κάτι ξέχωρο και διαφορετικό από το εντεινόμ.ενο μέγεθος είναι απόψεις ενός και του αυτού πράγματος, του περιορισμένου ποσού. Κι αυτό γιατί τα δύο ποιοτικά στάδια του αριθμού (δηλ. το πλήθος και η ενότητα) δεν μπορούν να διαχωρίζονται.

Έτσι π. χ. μια τάδε έκταση

του υδράργυρου μέσα σε ένα θερμόμετρο είναι συνάμα και ένας αντίστοιχος

bαθμός έντασης (π.χ. 20 bαθμοί Κελσίου). ~ε μια προφορική προσθήκη ο Χέγκελ παρέχει ένα παράδειγμα και από την περιοχή του πνεύματος: ιι Ένας πιο έντονος [πνευματικός ή ψυχικός] χαρακτήρας ασκεί περισσό­ τερο εκτεταμένη επίδραση από έναν λιγότερο έντονΟ>>.

240


ι.ι-έσα σε άλλα ι.ι-εγέθ'ΥJ'· Μέσα σ' αuτή τψ αντίφασ'Υ}, όποu το δι' εαυτό αδιάφορο όριο είναι απόλuτ'ΥJ εξωτερικότητα, έχει τεθεί 'YJ απέραντη ποσοτική πρόοδος- ι.ι-ια αι.ι-εσότ'Υ}τα ποu ι.ι-ετα6άλλεται

άι.ι-εσα στο αντίθετό τ'ΥJς, στ'Υ}ν εμμεσότητα (στψ uπέρ6ασ'ΥJ , , , 2. uπερανω τοu ι-ι-ο'λ ις τε θ ειι.ι-ενοu ποσοu') , και αντιστροφα Ο αριθμός είναι σκέψ'Υj·, αλλά σκέψ'Υj ως κάτι εντελώς

εξωτερικό προς τον εαuτό τοu. Επειδή είναι σκέψ'Υj, δεν

,

αν'Υjκει στ'Υjν

,

εποπτεια·

α

,

,

λλ' 'ψ α ειναι σκε 'YJ ποu χαρακτ'Υ}ρι-

ζεται από τ'Υ}ν εξωτερικότ'Υ}τα τ'ΥJς εποπτείας.

1. Αυτή η πpόταση είναι αpκετά. πpο6λημα.τική, κυpίως γιατί πpοσπαθεί να εκφpά.σει μια αντίφαση με αντιφατικά. μέσα. Ας δούμε τί είναι ιι6αθμός» μέσα στη συνολική διαλεκτική ποpεία:

Όπως η καθαpή

ποσότητα αντιστοιχεί προς το καθαpό Είναι και το ποσόν αντιστοιχεί πpος

το πpοσδιοpισμένο-Είναι, όμοια ο 6αθμός αντιστοιχεί πpος το δι'-εαυτό­ Είναι.

Ένας 6αθμός είναι λοιπόν μια αναδίπλωση στον εαυτό του και μια

αυθυπαρξία έναντι ά.λλων 6αθμών. Αλλά. ακρι6ώς αυτός ο αυτοσχετισμός

χαpακτηρίζεται από αντίφαση: ο 6αθμός είναι ιικά.τι αδιά.φοpο δι' εαυτό», δηλαδή είναι αφενός αυτοσχετισμός

(= ιιδι' εαυτό»), αφετέpου αδιαφορία

για τον εαυτό. Η αντίφαση εκφpά.ζεται και με ά.λλον τpόπο: ο 6αθμός ως

αυτοσχετισμός είναι σχετισμός του εαυτού με τον εαυτό, ενώ συνά.μα. είναι κά.τι απλό,

αποτελούμενο από ενότητα

(ein-fach). Τέλος ο ποσοτικός

χαpακτήpας του 6αθμού ως εντεινόμενου ιικείτεται εντελώς έξω απ' αυτό».

Πρόκειται λοιπόν για μια πολλαπλά. αντιφατική σχέση εσωτεpικότητας­ εξωτεpικότητας.

2. Ο Χέγκελ προσδιοpίζει εδώ πεpισσότεpο την αντίφαση. Πpόκειται (= ιιδι' εαυτό») - εξωτεpικότητα, αλλά. και

όχι μόνο για εσωτεpικότητα

για μια πορεία επ' άπειρο που φεύγει από τον ένα 6αθμό για _να μετα6εί σε

ά.λλον υπεp6αίνοντας το μόλις τεθειμένο ποσόν· αυτή η ποpεία δεν έχει τον ποιοτικό χαpακτήρα που παpατηρήθηκε παpαπά.νω

(§§ 93-4), αλλά.

είναι καθαpά. ποσοτική, που σημαίνει ότι δεν έχει τον αλματικό χαpα­ κτήpα της μετά.6ασης από μια ποσότητα σε ά.λλη, αλλά. τον συνεχή χαpακτήpα μιας απέpαντης σειρά.ς αpιθμητικών ποσοτήτων

(1, 2, 3, 4 ... ). Και μολονότι πρόκειται για μια αμεσότητα, η επ' ά.πειρο πpόοδος

είναι αντιφατική κατά. το ότι κά.θε ποσόν μεσολα6είται από την ά.μεση υπέp6αση σε ένα ά.λλο ποσόν.

241


- ΊΌ ποσόν μπορεί λοιπόν όχι μ.όνο να. α.uξάνετα.ι ή να. μ.ειώνετα.ι επ' άπειρο· α.uτή τούτΎJ ΎJ έννοιά τοu έγκειται στο να. Βγαίνει εκτός εα.uτού. Η α.πέρα.ντΎJ ποσοτική πρόοδο(; ' εινα.ι

,

α.uτΎJς

Ρ' α.κριοως 'φ

α.ντι

ΎJ

α.σΎJς,

' α.περισχεπτΎJ ποu

,

εινα.ι

'λ ΎJ ψ ΎJ επα.να. το

,

ποσον

μ.ια.ς

και

τΎJς

ενγενει,

και

ποu

,

όταν τίθεται μ.έσα. στον προσδιορισμ.ό τοu, είναι ()α.θμ.ός. Για. να. δείξει πόσο είναι περιττό να. εκφράζεται α.uτή ΎJ α.ντίφα.σΎ)

μ.ε τΎJ μ.ορφή τΎJς α.πέρα.ντΎJς προόδοu,

λέει

σωστά ο Ζήνων, έτσι καθώς το παραθέτει ο ΑριστοτέλΎJς: «Είναι το ίδιο πράγμ.α. να. πεις κάτι μια φορά, και να. το λες πάντα»:ι.

§ 105 Το ότι το ποσόν είναι μ.έσα. στον δι' εα.uτό προσδιορισμ.ό τοu

εξωτερικό προς τον εα.uτό τοu, αποτελεί τΎJν ποιότητά τοu· μ.έσα. σ' α.uτή τψ εξωτερικότΎJτα. είναι α.uτό τούτο και α.uτοσχετιζό­

μ.ενο. Μέσα. τοu έχει ενοποιΎJθεί ΎJ εξωτερικότΎJτα., δΎJλα.δή το ποσοτικό, και το δι' -εα.uτό-Είνα.ι [ = ΎJ α.uθuπα.ρξία.], δΎJλα.δή το ποιοτικό 1 •

3. Il πρόταση αuτη ι:ιεν παραδίδεται από τον Αριστοτέλη, όπως εσφαλμένα γρά.φει ο Χέγκελ, αλλά. από τον Σιμ.πλίκιο στα Σχόλια ποu έχει γρά.ψει για τα aριστοτελικά. Φυσικά. Δες Commentaria in Aristotelem Graeca, τόμο 9, Beι·lin 1882, σελ 141. Στην έκδοση των Diels-Kι-anz, Die Fragmente der Vorsokratiker, παροuσιά.ζεται ως απόσπασμα Β 1 τοu

Ζήνωνα.

Θέλει να πει ότι η σκέτη

επανά.ληψη δεν φέρνει τίποτα

καινούριο, και ότι μια φορά. αρκεί για να ειπωθεί ένα και το αuτό πρά.γμα. 'Ετσι δείχνεται η «απερισκεψία» τού να προχωρεί κανείς ποσοτικά. επ' ά.πειpο, ενώ ήδη ένας απλός (ein-fach) 6αθμός είναι εντός εαuτού αντιφατι­

κόc ως αuτοεξωτερικεuόμενος και αuτοαναιpούμενος.

1. Εδώ αποκαλύπτεται με σαφήνεια αuτό ποu uπέφωσκε στην § 104. Η αντίφαση ποu uπά.ρχει μέσα στον «bαθμό» ως ανώτατη 6αθμίδα της

ποσότητας, η αντίφαση εσωτερικότητας-εξωτερικότητας, αποκαλύπτεται εδώ ως ενότητα ποσότητας και ποιότητας. Κατεξοχήν χαρακτηριστικό τοu ποσού είναι η εξωτερικότητά. τοu -

242

αλλά. ακρι6ώς μέσα σ' αuτή την


Όταν το ποσόν τίθεται έτσι χαθ' εαυτό, είναι η ποσοτική

-

σχέση- ένας προσδιορισιιός που είναι άμεσο ποσόν, ο εκθέτης, όσο χαι έμμεσο ποσόν, δηλαδή η σχέση κάποιου ποσού προς χά.ποιο άλλο - οι δύο πλευρές της σχέσης. Αλλά. τα Οιίο ποσά. ~

οεν

I

I

ισχυουν ως προς τ-φ αιιεση α

ξ'

ια τους

η α

ξ'

Ι

ια τους υπαρχει

ιιόνο ιιέσα σ' αυτή τη σχέση 2 •

§ 106 '

~~ λ I I Ι Ι 1 1 ο ι ουο π ευρες της σχεσης ειναι αχοιια αιιεσα ποσα· τοσο ο I

I

ποιοτιχος

οσο

χαι

ο

f

ποσοτιχος

I

I

ορος

ειναι

Ι

αχοιια

ξ

Ι

ε ωτεριχοι

ο

ένας προς τον άλλο. Αλλά. όσον αφορά. την αλήθεια τους, ότι το Ιrο

I

ξ

I

Ι

Ι

Ι

ιοιο το ποσοτιχο ιιεσα στην ε ωτεριχοτητα του ειναι αυτοσχετι,

σιιος,

I

η

I

οτι

το

~ ,

I

οι -εαυτο-

Ε'

ιναι

χαι

η

~

αοια

φ

I

ορια του

~

προσοιορι-

σιιοιί συνενώνονται, είναι μέτρο 1 • εξωτεpικότΎ)τσ. υπά.pχει κσ.ι ο σ.υτοσχετισμός που χσ.pσ.κτΎ)pίζει τψ ποιό­ τΎJτσ. μέσα. στψ σ.νώτσ.τΎJ ()σ.θμίοσ. τΎJς: στΎJ ()σ.θμίοσ. του οι'-εσ.υτό-Είνσ.ι.

2. Για. να. γίνει κσ.τσ.νοψ~ σ.υτ~ ΎJ πσ.pσ.τ~pΎJσΎ), που εμ()σ.θύνει στψ ποσοτική σχέση, σ.ς σ.νσ.φεpθεί ως πσ.pά.οειγμσ.: 6/3 = 2. Αυτ~ ΎJ ποσοτικ~ σχέσ"Υ) είνσ.ι τόσο ένα. άμεσο ποσόν, το σχέaΎJ τού

2, όσο κσ.ι ένα. έμμεσο ποσόν, ΎJ 6 πpος το 3. Από τα. ούο σ.λλΎJλοσχετιζόμενσ. ποσά.: 6 κσ.ι 3,

κσ.νένσ. οεν ισχύει ως πpος τΎJν ά.μεσ"Υ) σ.ξίσ. του, γισ.τί ιιΎJ σ.ξίσ. τους

υπά.pχει μόνο μέσα. σ' σ.υτ~ τΎJ σχέaΎJ>>. Πpά.γμσ.τι τα. 6 κσ.ι 3 έχουν εοώ μισ.ν σ.ξίσ. όχι γι' σ.υτό το ποσόν που σ.ντιπpοσωπεύει κσ.θένσ. τους, σ.λλά.

για. τΎJ σχέσ"Υ) μέσα. στΎ)ν οποία. ισχύουν- σ.υτό οείχνετσ.ι με το ότι τα. ποσά. μποpούν να. μετσ.6ά.λλοντσ.ι επ' ά.πειpο, χωpίς να. θίγεται ΎJ σχέσ"Υ) τους: τα.

6 κσ.ι 3 μποpούν να. γίνουν 4 κσ.ι 2, ~ 8 κσ.ι 4, ~ 10 κσ.ι 5 κτλ, κσ.ι ο εκΟέτΎJς να. οισ.τΎJpείτσ.ι πά.ντσ. ο ίοιος: 2. Ο Χέγκελ κσ.τσ.οείχνει έτσι τον ποιοτικό χσ.pσ.κτ~pσ. που υπά.pχει μέσα. στψ ποσοτική σχέσ"Υ): όχι ΎJ ποσότψσ. ( =

ιιΎJ ά.μεσ"Υ) σ.ξίσ.»), σ.λλά. ΎJ ποιότΎ)τσ. τΎJς σχέσΎ)ς ε ίνα. ι σ.υτό

που ισχύει.

ι. Οι όύο πλευpές τΎJς σχέaΎJς (στο πσ.pσ.πά.νω σ.νσ.φεpόμενο πσ.pά.­

οειγμσ.: το 6 κσ.ι το 3) είνσ.ι ακόμα. ά.μεσσ. ποσά. κσ.ι ά.pσ. οεν έχουν μετσ.()εί εντελώς στψ εμμεσότΎ)τσ. του ποιοτικού. Επιπλέον ο ποσοτικός όpος (το

2) όσο κσ.ι ο ποιοτικός όpος (ΎJ σχέσ"Υ) του 6 πpος το 3) είνσ.ι σ.κόμσ. μεταξύ

243


C.

ΤΟ ΊνΙΕΤΡΟ

§ 107 Το μ.έτρο είνα.ι το ποιοτικό ποσόν χα.τ' α.ρχήν ως χά.τι άμεσο

ένα. ποσόν μ.ε το οποίο είνα.t σuνοεοεμ.ένο ένα. προσοιορισμ.ένο­ Είνα.t ή μ.ια. ποιότψα. 1 • τοuς ιιεξωτερικοί))' εφόσον τα. 6 και 3 μπορούν να. μετα.6ά.λλοντα.ι χωρίς α.uτό να. ενοχλεί τΎ] σχέσΎ) των ούο όρων, κι εφόσον πρόκειται για. σχέσΎ) ισότψα.ς ( =) κα.ι όχι τα.uτότΎ]τα.ς. Αλλά. ο Χέγκελ οιεuρύνει τώρα. τΎ]ν ποσοτικ~ σχέσΎ) εισάγοντας τΎ]ν ιια.λ~θεια.)) τΎJς, ποu είναι ένα.ς νέος όρος: το μέτρο. Σε τί έγκειται το μ.έτρο; ΙΙ πρώτΎ] εξ~γΎ]σΎ) ποu παρέχεται, είναι ότι Ύ] ποσοτικ~ σχέσΎ) (6 προς 3) σχετίζεται με τψ εξωτερικότΎ]τα. τοu

εκθέτΎJ (οΎJλ. τοu 2) με σχέσΎ) α.uτοσχετισμού, σα.ν ο εκθέτΎJς να. είναι ο εα.uτός τΎJς κα.ι αντίστροφα. το οι'-εα.uτό-Είνα.ι (= ΎJ ποιότΎJτα. τοu εκθέτΎ]

2) ενοποιείται με τΎJν ιια.οια.φορία. τοu προσδιορισμού)) (οΎJλα.ο~ με το 6 προς 3, τα. οποία. έως τώρα. α.οια.φορούσα.ν για. το α.ν θα. παρέμεναν έτσι ~ α.ν θα. μετα.6ά.λλοντα.ν π.χ. σε 4 κα.ι 2 ~ σε 8 κα.ι 4). Το μέτρο είναι λοιπόν Ύ] ενοποίΎ]σΎ] εσωτερικότΎ]τα.ς-εξωτερικότΎ]τα.ς και ποιότΎ]τα.ς-ποσό­ τΎ)τα.ς είναι, καθώς θα. οριστεί πα.ρα.κά.τω, το ιιποιοτικό ποσόν)) ~ το ιιποσοτικό ποιόν)),

1. Τί είναι το μέτρο; Ο Χέγκελ έχει στον νοu τοu μια. πλΎ]θώρα. πα.ρα.οειγμά.των τόσο α.πό τψ περιοχ~ τΎJς εμπειρίας όσο και α.πό τψ περιοχ~ τοu πνεύμ.α.τος. Για. να. α.να.φέρω μερικά.: Το κιλό είναι μέτρο 6ά.ροuς, ο π~χuς ~ το χιλιόμετρο είναι μέτρο μ~κοuς, Ύ] περιφορά. τοu ~λιοu γύρω α.πό τΎ] γΎ] είναι μέτρο χρόνοu. Σε μια. προφορικ~ προσθ~ΚΎ] ο Χέγκελ uπενθuμίζει ότι σύμφωνα. με τΎJ θρφκεία. ο θεός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, και ά.ρα. ότι το μέτρο είναι κα.ι ένα.ς ορισμός {Defίnίtίon) τοu Απόλuτοu. Ειδικά. σε σχέσΎ) προς τψ ·ηθικότψα. οι α.ρχα.ίοι

Έλλψες

λά.τρεuα.ν τΎ] ΝέμεσΎ) ως θεότΎ]τα. τοu μέτροu. Σύμφωνα. τώρα. με τον χεγκελια.νό ορισμό, το μέτρο είναι ιιτο ποιοτικό ποσόν)) κα.ι ά.ρα. μια.

ενότΎ]τα. ποιότΎ]τα.ς κα.ι ποσότΎ]τα.ς. Αuτός ο ορισμός προέκυψε ως αποτέλε­ σμα. τΎJς ποσοτικ~ς σχέσΎjς, Ύ] οποία. Φα.νερώθΎ]κε κα.τ' α.ρχ~ν ως α.ντίφα.σΎ) κα.ι τελικά. ως ενοποίΎ]σΎ] ποιότΎ]τα.ς κα.ι ποσότΎ]τα.ς. Τί θα. πει: ιιτο μέτρο είναι το ποιοτικό ποσόν)); 1\Ιιλά.με π.χ. για. το ιιειοικό 6ά.ρορ) ποu έχει το

κu6ικό εκατοστόμετρο μια.ς ορισμένΎ]ς ύλΎ]ς (π. χ. τοu χαλκού ~ τοu α.λοuμίνιοu), όποu είναι σαφές ότι το είοος ~ ΎJ ποιότητα τΎJς ύλΎJς κα.Οορίζει

244


§ 108 Καθόσον μέσα στο μέτρο η ποιότητα και η ποσότητα είναι μόνο άμεσα ενωμένες, η διαφορά τους προκύπτει κατά τρόπο I

ποσον

[

I

η

I

μετρο

Ρ

υο τινα μπορουν τοτε να συμοοuν:

I

I

,

[Δ,

επισης αμεσο. ]

I

ειναι

I

ενα

I

Ι

I

Ι

σκετο ποσον,

και

I

]

Το ειδικο I

t' ι το προσοιορισμενο-

' f I 'ξ I I Ι Εj ιναι ειναι ικανο για μια αυ ηση και μειωση, χωρις το μετρο

(που τότε είναι κανόνας) να αναιρείται. Ειδάλλως η μετα6ολή του ποσού είναι και μετα()ολή της ποιότητας 1 • τ-ην ποσότητα τοu e>άροuς.

'ΙΙ μ.ιλάμ.ε για μ.ια ορισμ.ένη ποσότητα 365

ημ.ερών κατ' έτος, εξαρτώμ.ενη από τ-ην ποιότητα που συγκροτεί ένας κύκλος περιστροφών τοu ήλιου γύρω από τη γη.

Παρόμ.οια η υγρή

κατάσταση είναι μ.ια ποιότητα του νερού αλληλένδετη μ.ε την ποσότητα 1-

99 e>αθμ.ών Κελσίου, πάνω από τ-ην οποία το νερό εξαερώνεται και κάτω από την οποία παγώνει, άρα αλλάζει ποιότητα. Είναι φανερό ότι αυτά τα μ.έτρα ως ποσοτικοί περιορισμ.οί είναι άμεσα δεμ.ένοι μ.ε κάτι uπαρκτό, μ.ε ένα προσδιορι,.μ.ένο-Rίναι (Da~ein).

ι. 11 ποιότητα και η ποσότητα είναι μ.έσα στο μ.έτρο όχι μ.όνο άμ.εσα ενωμ.ένες,

α.λλά και άμεσα διαφοροποιήσιμ.ες.

Αuτή η διαφοροποίηση

μ.πορεί να γίνει κατά δύο τρόπους: α) Στο παράδειγμ.α. του νερού: η υγρή του κατάσταση ( = η ποιότητα) δεν μεταΒάλλεται, ενώ μ.πορεί η θερμ.ότητά του να ποικίλλει από 1-99 e>αθμ.ούς Κελσίου· ο Χέγκελ παρατηρεί ότι

αυτή η ποιότητα. παίζει εδώ κανονιστικό ρόλο. b) Εάν η θερμ.ότητα. του νερού γίνει μ.ικρότερη ή μ.εγαλύτερη από τους καθορισμ.ένους e>αθμ.ούς,

τότε μεταΒάλλεται και η ποιότητα, το νερό γίνεται υδρατμ.ός ή πάγος. 'Ετσι φανερώνεται ότι μ.έσα στο μ.έτρο η ποιότητα κα.ι η ποσότητα πολύ απέχουν από του να είναι αληθινά και τέλεια μ.εσολαe>ημ.ένες, συμ.φιλιω­ μ.ένες. Το παράδειγμ.α ποu αντλεί ο Α. LeonaΓd 1974 (σελ. 116, σημ.. 3)

από τ-ην πολιτική, είναι πιο πολύπλοκο α.πό ό,τι παρουσιάζεται, άρα απρόσφορο για μ.ια σαφή κατανόηση: Το δημ.οκρα.τικό πολίτευμ.α είναι μ.ια

ποιότητα που εξαρτήθηκε κατά τη γένεσή της στ-ην κλασική Αθήνα α.πό κάποιοuς ποσοτικούς παράγοντες όπως τη

συγκεκριμ.ένη

έκταση της

Αθήνας, τον αριθ~ό κατοίκων κτλ. Αλλά η αντιπαράθεση ποιότητας­ ποσότητας δεν είναι εδώ τόσο απλή. ΙΙ α.θηναική δημ.οκρατία δεν εξαρτή­

θηκε μ.όνο από ποσοτικούς αλλά και από ποιοτικούς παράγοντες, όπως από

245


§ 109 Στ-η Οεύτερη ετούτ-η περίπτωση, όταν έvα μέτρο μέσω τΎ)ς ι

ποσοτικΎJς

τοu

φ' uσΎJς

ι

εχει

p

ογει

ε

ω

κα.ι

ι

uπερα.νω

τοu

ι

ποιοτικοu

τοu χαρακτήρα., πρόκειται για. αμετρία. Αλλά ιιια.ς κα.ι ΎJ οεύ­

τερΎJ ποσοτική σχέ~, ποu σε σύγκρισΎJ ιιε τΎJν πρώτΎJ είναι α.ι.J.ετρία., είναι επί~ς ποιοτική, ΎJ α.ιιετρία. είναι επί~ς ένα.

ιιέτρο. Αuτές οι ούο ιιετα.6άσεις: α.πό τψ ποιότΎJτα. στο ποσόν κα.ι α.πό α.uτό ξανά στΎJν ποιότΎJτα., [J-ΠΟρούν να. παρασταθούν ως ιιια. απέραντη πρόοδος

- ως α.να.ίρε~ κα.ι α.ποκα.τάστα.~ τοu

ιιέτροu ιιέσα. στψ α.ιιετρία. 1.•

§ 110 Αuτό ποu πράγιια.τι σuιι6α.ίνει εοώ, είναι ότι ΎJ αμεσότητα,

ΎJ οποία. ανήκει α.κόιια. στο ιιέτρο σα.ν τέτοιο, α.να.φείτα.ι· ιιέσα. το πολιτιστικό επίπεδο του λαού κσ.ι των τιγετιJ>ν, σ.πό ττιν τιγεμ.ονικ~ θέστι έναντι άλλων κρατών, σ.πό ττι συγκεκpιμ.έντι στάστι απέναντι στους σκλά~ουc; κσ.ι στις γυναίκες κτλ.

1.

Ότσ.ν μ.ισ. ποσόττιτσ. ξεπερνά. το όpιο που έχει τεθεί σ.πό ττι

σχετικ~ ποιόττιτσ., τότε πpόκειτσ.ι γιοι υπέp~σ.στι κσ.ι απώλεια. του μ.έτpου, γι' αυτό μ.ποpεί να. ονομ.σ.στεί αμετρία. Αλλά. μ.έσσ. στα. κσ.ινοupισ. ποσοτικά.

όρια. υπά.pχει μ.ισ. καινούριοι ποιόττιτσ., Υ) οποίοι είναι ένα. κσ.ινοupιο μ.έτpο

-

όπως είναι π.χ. Υ) ποιόττιτσ. του πάγου κσ.ι του υδpσ.τμ.οu στο πσ.pαπά.νω σ.νσ.φεpόμ.ενο πσ.pά.δειηι.σ.. Δεν πpόκειτσ.ι λοιπόν γιοι ολοσχερή απώλεια. του μ.έτpου, αλλά. γιοι μ.ισ. ιισ.λμ.σ.τικ~» (σε σ.ντίθεστι πpος ττι ~σ.θμ.ισ.ίσ. ποσοτικ~) μ.ετά.~σ.στι σε ένα. άλλο μ.έτpο (ποιόττιτα.)' ά.λλωστε Υ) νέοι ποιόττιτσ. δεν είναι εντελώς δισ.φοpετικ~ σ.πό τψ πpώττι: π.χ. σ.πό ένα.

πιάνο μ.ποpοuν να. ξεπτιο~σουν ΥΙΧτιτικέc; ποιόττιτεc; (ντο, pε, μ.ι ... ) αλλά. όχι ηθικές ~ πολιτικές ποιότψεc;. Π σ.μ.ετpίσ. σ.νσ.δείχνετσ.ι έτσι ωc; κάτι

σχετικό πpoc; το πpωτuτεpο κσ.ι ~ΟΥ) ξεπεpσ.σμ.ένο μ.έτpο - κσ.ι όχι ωc; κάτι απόλυτο.

Ωc; πσ.ρά.δειγμ.σ. ιισ.πέpσ.νηc; πpοόοοω> σ.πό μ.ίσ. ποιότψσ. σττιν σ.νσ.ί­ pεσf. ττιc; κσ.ι εν συνεχεί~ στψ σ.ποκσ.τά.στσιστι του μ.έτpου μ.έσω μ.ισ.c; νέσ.c;

ποιόττι-;σ.c;, μ.ποpεί να. σ.ναφεpθεί Υ) σ.pίθμ.τιστι των ιισ.πόλυτων» σ.pιθμ.ών: 1,

2, :J, 4 ...

246


ι

στο μ.ετρο κα.τ

,

ι

α.ρχ"f]ν

1J

ι

ποιοτrJτα. κα.ι

ι ι , ποσοτrJτα. εινα.ι αμεσες,

"fJ

κα.ι το μ.έτρο είνα.ι μ.όνο 1J σχετική ταυτότητά τους. Το μ.έτρο φα.νερώνετα.ι να. ·α.να.φείτα.ι μ.ετα.6α.ίνοντα.ς στψ α.μ.ετρία.· εντοu­

τοις 1J α.μ.ετρία., μ.ολονότι είνα.ι 1J ά.ρν"f]σ"f] του μ.έτρου, είνα.ι ενότrJτα. τrJς ποσότrJτα.ς κα.ι τrJς ποιότrJτα.ς έτσι μ.έσα. στψ α.μ.ετρία. το μ.έτρο φα.νερώνετα.ι να. συμ.6α.οίζει μ.όνο με τον εαυτό του 1 •

§ 111 Αντι' κα.ι

'λλ ο

α.

για. τους κτ

λ.,

το

'

'

α. φ "f]ρ"f]μ.ενος ορους:

'

α.περα.ντο,

που

'

Ε' i ινα.ι

εινα.ι

'!>' κα.ι μ.ψJεν,

'φ α.σrJ

κα.τα.

Κ' α.τι

'

ως

α.ρν"f]σrJ

τrJς ά.ρν"f]σ"fjζ, οέχετα.ι τώρα. τους όρους: ποιότ"fjτα. κα.ι ΠΟσότ"f]τα.. Αυτοί οι όροι α.) κα.τ' α.ρχήν έχουν μεταΒεί: "fJ ποιότrJτα. σε

ποσότψα.

κα.ι 1J ποσότψα. σε ποιότψα.

(§ 98)

(§ 105),

κι έτσι

α.να.οείχτrJκα.ν κα.ι οι ouo ως αρνήσεις. 6) Αλλά. μ.έσα. στψ ενότητά τους, ΟrJλα.οή μ.έσα. στο μ.έτρο, είνα.ι κα.τ' α.ρχήν οια.φορε-

' '

'

'

'

'

'λλ ου. κα.ι

τικοι οροι, κα.ι ο ενα.ς εινα.ι μ.ονο μεσω του α.

γ

)

α.

' "fJ

φ ou

α.μ.εσότrJτα. α.υτής τrJς ενότrJτα.ς α.να.οείχτrJκε ως α.υτοα.να.φοu­ μ.ενrJ, α.υτή "fJ ενότψα. έχει τώρα. τεθεί ως α.υτό που είνα.ι καθ' εαυτήν, ως α.πλός α.υτοσχετισμ.ός, ο οποίος περιέχει μ.έσα. του ως ι. Με τψ απώλεια. τοu μ.έτpοu, ποu πεpιγpά.ΦΎJκε στΎJν

§ 109,

σ.uτό

ποu πpά.γμ.σ.τι ιιχά.νετσ.ι)) (μ.ε το χεγκελισ.νό νόΎ]μ.σ.: σ.νσ.φείτσ.ι) είναι Ύ] σ.pχικ~ αμεσότητα τοu μ.έτpοu (οες

§ 107).

Μέσα. σ' εκείνΎ] την σ.μ.εσότητσ.

Ύ] ποιότητα. κσ.ι Ύ] ποσότητα. ταυτίζονταν, αλλά. Ύ] τσ.uτότητά. τοuς ~τσ.ν μ.όνο σχετική.

Όταν η ποιότΎ]τσ. ξεπεpνιέτσ.ι εξσ.ιτίσ.ς μ.ισ.ς επ' ά.πεφο

uπέp6σ.σ1)ς τοu ποσοτικού opίou, η ενότΎ]τσ. ποιότητας κσ.ι ποσότΎ]τσ.ς γίνεται απόλυτη. Τί θα. πει τούτο; Θα. πει ότι η μ.ετά.6σ.σ1) τοu μ.έτpοu στην αμ.ετpίσ. είναι κατ' οuσίσ.ν τσ.uτισμ.ός μ.ε τον εσ.uτό τοu μ.έσω της σ.νσ.ίpεcrΎJς τοu εσ.uτού τοu· αλλά. σ.uτός ο σ.uτοτσ.uτισμ.ός αρνείται και σ.Φ~νει πίσω τοu όλοuς τοuς πpοσοιοpισμ.ούς τοu Είναι: όχι μ.όνο τοuς ποιοτικούς και τοuς

ποσοτικούς, αλλά. κσ.ι τοuς μ.ετpΎJτικούς. Αuτ~ Ύ] ά.pνΎ]σΎ) είναι απόλυτη, γιατί το μ.έτpο παύει εντελώς να. σχετίζεται μ.ε το Είναι κσ.ι εισούει (όπως θα. ιοούμ.ε) στψ οuσίσ..

247


ι ανηρημενα το

Ε' ~ ιναι

ι ενγενει και ο'λ ες τις

μορ φ' ες του.

- Το Είναι, οηλαοή η αμεσότητα, η οποία μέσω της άρνησης του εαυτού της είναι μεσολά.6ηση με τον εαυτό και σχέση προς ι εαυτον

-

ι ι λ'Ρ ι Ρ'λ ειναι αρα μεσο αοηση που αυτοαναφουμενη μεταοα

-

λεται σε αυτοσχετισμό, οηλαοή σε αμεσότητα- είναι η ουσία 1 •

I. Εδώ γίνεται μ.ισ. σύντομ.ΎJ σ.νσ.σκόπΎJσΎJ των σταδίων που οισ.νύθΎJ­ κσ.ν έως τώρα., σ.πό το ξεκίνΎ]μ.σ. μ.ε τους α.ΦΎJρΎ]μ.ένους όρους (Είναι, μ.Ύ]δέν κλπ.) έως το μ.έτρο κσ.ι τψ σ.μ.ετρίσ., για. να. γίνει τώρα. ΎJ μ.ετά.6σ.σΎ) στψ ουσία, ΎJ οποία. αποτελεί το σ.ντικείμ.ενο του δεύτερου μ.έρους τΎJς Λογικής. Αξίζει να. προσεχτεί ότι όλες αυτές οι κσ.τΎ]γορίες παρουσιάζονται ως όροι

του Απέραντου, δΎ]λσ.δή του Απόλυτου.

'ΙiδΎJ οι 6σ.σικές έννοιες ποιότψσ.­

ποσότΎ)τσ. έχουν σ.ρνΎ]θεί ΎJ μ.ίσ. τψ ά.λλΎJ κσ.ι χσ.θεμ.ιά. έχει αναιρεθεί μ.έσω τΎJς ά.λλΎJς, γι' αυτό χσ.ρσ.κτΎ]ρίζοντσ.ι ως αρνήσεις. Μέσα. σ' αυτόν τον σ.νΎ]ρΎ]μ.ένο τους χαρακτήρα. επσ.νεμ.φσ.νίζοντσ.ι ενιαίες μ.έσσ. στο μ.έτρο, χσ.τ' αρχήν σ.λλΎJλοεξσ.ρτώμ.ενες κσ.ι στΎJ συνέχεια. σ.υτοσχετιζόμ.ενες μ.έσσ. σε σ.πόλυτΎJ τσ.υτότΎ)τσ.. Ενοποιούμ-ενες ΎJ ποιότΎ)τσ. μ.ε τψ ποσότΎ]τσ. ως αρνήσεις αποτελούν μ.ισ. κατάφαση ως διπλή ά.ρνΎ]σΎ)

( ιιά.ρνΎ]σΎ) τΎJς ά.ρνΎ]­

σΎJς» ), πρά.γμ.σ. που ε ίνα. ι ο ορισμ.ός του Απέραντου. Αλλά. πώς μ.πορεί να.

υπάρχει ουσία, όταν έχει αναιρεθεί τόσο ΎJ ποιότΎJτσ. όσο χσ.ι ΎJ ποσότΎ)τσ.;

11 α.πά.ντΎJσΎJ δίνεται μ.έσω του ορισμ.ού, τον οποίο παρέχει εδώ ο Χέγκελ: II ουσία. είναι κσ.θα.ρή μεσολάΒηση, κσ.θσ.ρή σχέσΎ] χωρίς σχετιζόμ.ενσ.· σχετίζεται μ.όνο μ.ε τον εαυτό τΎJς χσ.ι μ.εσολσ.6εί μ.όνο στον εαυτό τΎJς

πpόκειτα.ι για. κσ.θσ.ρό σ.υτοσχετισμ.ό.

248


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

§ 112 Η ουσία είναι η έννοια ως τεθειμένη έννοια. Οι όροι μέσα στην ουσία είναι μόνο σχετικοί, χαι όχι αχόμα απόλυτα ανασχο­

πούμενοι μέσα τους γι' αυτό μέσα στην ουσία η έννοια δεν έχει ακόμα πραγματωθεί ως χάτι δι' εαυτό 1 • Η ουσία- ως Είναι που

έρχεται σε μεσολά6ηση με τον εαυτό του μέσω της άρνησης του εαυτού του - είναι αυτοσχετισμός μόνο καθόσον είναι σχετισμός με χάτι άλλο, αλλά αυτό το άλλο παρουσιάζεται άμεσα όχι ως ον, αλλά ως τεθειμένο χαι μεσολα8ημένο 2 • ι. 'ιΌ οεuτερο μ.έρος της χεγχελιανής Λογικής ασχολείται μ.ε την ουσία.

Μέσα στις πρώτες παραγράφους αυτοu του μ.έρους ο Χέγκελ

αναλαμ.ι)άνει να προσδιορίσει τη σχέση της ουσίας προς τις δuο άλλες ι)ασιχές έννοιες της Λογικής: το Είναι και την έννοια.

«Il ουσία είναι η έννοια ως τεθειμένη έννοια». 'Ετσι προσδιορίζεται η § 84 έχει ειπωθεί: «Το Είναι είναι η έννοια μ.όνο καθ' εαυτήν [ = δυνάμ.ει)». Ενώ

σχέση μ.εταζu ουσίας και έννοιας. Τί θα πει τοuτο; Στην

λοιπόν το Εiναι είναι μ.όνο δυνάμει η έννοια, η ουσία είναι η εκ-τεθειμένη, εχοιπλωμένη έννοια (του Απόλυτου).

Έχοuμ.ε πια υπερι)εί την απλότητα

και χαθαpότητα του Είναι, όπου πρόκειται για κάτι ολωσδιόλου άμ.εσο, χι

έχουμ.ε οδηγηθεί στην περιοχή της μεσολάι)ησης και της ανασκόπησης

(Reflexion). Αλλά ο Χέγκελ προσθέτει ότι οι όροι που προσδιορίζουν την ουσία- με αυτοuς θα ασχοληθοuμ.ε σ' αυτό το κεφάλαιο- δεν είναι αχόμ.α

:<απόλυτα ~νασχοπ~uμ.ενο:, μ.έσα τ~υς», αλλά .καθένας 'σχετίζετ~ι μ.ε και ετσι εζαρταται απο τους αλλους ετσι π.χ. ο ορος «αιτια>> σχετιζεται μ.ε

τον όρο «αποτέλεσμ.α>>, το «περιεχόμενΟ>> με τη <ψορφή>>. Αχόμ.α λοιπόν οεν έχει πραγματωθεί μια τέλεια αυτοανασχόπηση,

ένα τέλειο «δι'

εαυτό>>.

2. Ο Χέγκελ επαναδιατυπώνει εδι:) όσα ειπι:)θηχαν '1την τελευταία § ι 11. Καθόσον το Είναι έχει αρνηθεί τον εαυτο του και

πpοταση της

249


- Το Είνιχι οεν έχει εξ_ιχφιχνιστεί· χιχτ ιχρχ~ν ΎJ οuσίιχ ως ιχπλός ι ιχuτοσχετισμ.ος

ι εινιχι

Ε' i ινιχι·

ι επειτιχ

ι οσον

ιχ

φ

ι οριχ

τον

ι λ μ.ονοπ εuρο

χιχριχχτ~ριχ τΎJς αμεσότητάς τοu, το Είνιχι έχει συρρικνωθεί σε κάτι ιχπλώς ιχρνψιχό, σε εμφάνιση.

-

Άρα YJ ouσLcx εLνat το Eίvcxt ως εμΦαvίζεσθαι μ.έσα στον εαυτό

έχει έτσι οοηγηθεί σε μεσολά.()ηση με τον εαυτό του, προκύπτει η ουσία.. Αλλά τί Οα. πει α.υτό; Θα. πει ότι υπάρχει και α.υτοσχετισμός και σχετισμός με κάτι ά.λλο, και μεσολά6ηση με τον εαυτό και μεσολά.()ηση α.πό ( = εξάρτηση α.πό) κάτι άλλο. Το Απόλυτο οεν είναι λοιπόν ακόμα. το θέτον, ο Δημιουργός, α.λλά το τεθειμένο, α.uτό που έχει οημιουργηθεί θεί))) από κάτι ά.λλο.

( ιιμεσολα.(}η­

'Rχουμε συνεπώς ξεφύγει α.πό την κα.θα.ρή αμεσό­

τητα., όπου κά.τι α.πλώς είναι, α.λλά οεν έχουμε φτάσει κα.ι στην πλήρη εσωτερικότητα. ενός α.υτονοούντος Απόλυτου, το οποίο θέτει τον εαυτό του εντός του εα.uτού του.

3. Ο Χέγκελ προσοιορίζει εοώ καλύτερα. τη σχέση της ουσίας προς το Rίνα.ι. Το Rίνα.ι έχει α.να.ιpεθεί, α.λλ' α.υτό οεν σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί. Π ουσία. είναι Rίνα.ι, χα.τά το μέτρο που είναι ένα.ς ιια.πλόρ' κα.ι άρα. άμεσος α.υτοσχετισμός. Κάνοντας ένα. λεκτικό συσχετισμό γράφει ο Χέγκελ στη Μεγάλη Λογική (οες

Logik Π, σελ 13) ότι η ουσία. (vVesen) είναι το Rίνα.ι ως κά.τι υπά.ρξα.ν (gewesen) χα.ι άρα. παρελθόν,

γιατί μ.όνο εφόσον η γνώση ανα.θυμ.άτα.ι χα.ι άρα. α.να.οιπλώνετα.ι κα.ι εισούει στον εαυτό της (sich er-innert), 6ρίσκει την ουσία.. Αλλά. εκείνο το καθαρό Rίνα.ι, που ήτα.ν μόνο αμεσότητα. κα.ι τίποτε ά.λλο, σίγουρα. οεν είναι πια.· εοώ υπάρχει κάτι επιπλέον. Τί είναι α.υτό; Ο Χέγκελ το προσοιορίζει ως κάτι ιισυρρικνωμένο)), θετικότητά του -

επειοή έχει χαθεί η απόλυτη

το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του Rίνα.ι -, κι έχει

εισούσει μια καθαρή aρνητικότητα..

'Rνα. α.κόμ.α. πα.ιχνίοι πα.ίζετα.ι στη

λέξη ιιlΊeJ·alJgesetzt)) (μεταφράζω: ιισυρρικνωμένο))), όπου πρόκειται για.

κάτι τεθcιμένο (gesetzt), α.λλά χαμηλότερα. α.πό πριν: υπο6ι6α.σμένο ως πpος τον θετικό χαρακτήρα. του. Τέλος η ουσία. χαρακτηρίζεται ως ιιεμ.φάνιση)) (Schein). Η γερμα.­

νικ~ αυτή λέξη είναι πολυσήμ.α.ντη: Schein είναι κάτι το οποίο μπορεί

κάποιος να. παρατηρεί ως προς την εξωτερική του όψη, χωρίς να. μπορεί να. το ελέγξει -

ά.ρα. ενοεχομένως μια. αισθητήρια. απάτη, μια. επίΦαση·

Schein είναι ακόμα. η λάμψη, το φως Schein είναι τέλος η πιστοποίηση,

250


Το Απόλυτο είναι η ουσία. - Αυτός ο ορισμός ταυτί­ ζεται με τον προηγοuμενο ορισμό, ότι το Απόλυτο είναι το . Ειναι,

ε φ' οσον

το

Ε'ινα.ι

I εινα.ι

I επισης

ο

α.π λ' ος

α.υτοσχετι-

σμός αλλά είναι συνάμα. ανώτερος ορισμός, γιατί η ουσία. εί;vα.ι το Είναι που έχει ()α.δίσει μέσα στον εαυτό του·

δηλαδή ο απλός α.υτοσχετισμός του έχει τεθεί ως άρνηση του α.ρνητικοu, ως μεσολά()ησή του εντός εα.υτοu με τον I

εα.υτο

-

του.

Όταν όμως το Απόλυτο ορίζεται ως ουσία, η aρνητικό­

τητα. που περιέχεται σ' αυτό εκλα.μ6άνετα.ι συχνά μόνο με το νόημα. μιας αφαίρεσης όλων των προσδιορισμένων κα.τη­ γοροuμενων. Αυτή η αρνητική πράξη, η αφαίρεση, πέφτει έτσι έξω από την ουσία. - η οποία. παραμένει τότε ένα. σκέτο αποτέλεσμα. ξέχωρα. από τις προκείμενές του, ένα. capιιt mοrtιιιιm [ = νεκροκεφαλή] της αφαίρεσης. Αλλά

μιας και αυτή η aρνητικότητα. δεν είναι εξωτερική προς το

Είναι, αλλά είναι η δική του διαλεκτική, η αλήθεια. του (δηλαδή η ουσία.) είναι το Είναι που έχει ()α.δίσει μέσα στον εαυτό του ή που είναι εντός εαυτού. Τη διαφορά του από το άμεσο Είναι συγκροτεί εκείνη η ανασκόπηση, το αποδεικτικό (ακόιw; και τα χρ~ιι-ατα ως τραπεζικό αποδεικτικό είναι Geld~cl1ein). Για τον Χέγκελ ι)αρuνει επιπλέον η Φιλοσοφικ~ παράδοση,

ποu όρισε τη Διαλεκτικ~ ως «επίφαση αντιφάσεων» (Schein von Widersprίichen, δες

§ 81

Σηιι-.), αλλά σηιι-αντικ~ είναι και η λεκτικ~ συστοι­

χία Sein - Schein, ποu σuιι-παραθέτει και αντιπαραθέτει το Είναι προς το

φαίνεσθαι. Ο αναγνώστης ας διατηρ~σει λοιπόν κατά νοu αuτ~ την πολuσηιι-ία τοu όροu Schein, και ας δει περισσότερα από όσα προσφέρει η λέξη «φ.φάνιση». -Ο Χέγκελ σαφώς αναιι-ετριέται εδώ ιι-ε το πρόι)ληιι-α:

είναι όσα ψφανίζοντι:ιι ο εαuτός τοuς, ~ είναι αuτά κάτι άλλο από όσα ιι-ας φαίνονται; είναι όσα ψφανίζονται ένα :Rίναι, ~ ιι-~πως είναι ιι-ια επίφαση κάποιοu άλλοu ποu δεν φαίνεται; ΙΙ εκπληκτικ~ απάντηση, την οποία δίνει ο Χέγκελ, δεν επιτρέπει καν την uπαρξη κάποιοu «άλλοu»: το

:Rίναι φαίνεται ιι-έσα στον εαuτό τοu, και άρα όχι ιι-έσω κάποιοu άλλοu ~ μέσα σε κάτι άλλο· το έτσι ψφανιζόμενο :Rίναι είναι η οuσία.

251


δηλαδή η φ.φά.νισή τοu ιι-έσα στον εαuτό τοu, και αuτή είναι το ιδιότuπο χαρακτηριστικό της οuσίαςΙι.

§ 113 Ο αuτοσχετισιι-ός ιι-έσα στην οuσία είναι η ιι-ορφή της ταυτότητας, της ανασκόπησης-εντός-εαυτού. Αuτή έχει αντικατα­ στήσει εδώ την αμεσότητα τοu Είναι. Αuτές οι δύο είναι η ίδια αφαίρεση: αφαίρεση τοu αuτοσχετισιι-οtί 1 • Η απερισκεψία της αίσθησης, να εκλαιι-6ά.νει κάθε τι

περιορισιι-ένο και πεπερασιι-ένο ως ον, γίνεται εδώ ιι-ια ιι-ονοιι-ανία της διάνοιας, ποu έγκειται στο ότι το πεπερα-

4. Ο Χέγκελ επικρίνει τον χαθιερωμ.ένο μ.εταφυσιχό οpισμ.ό του Απόλυτου,

ότι

«το Απόλυτο είναι ουσία»,

επειδ~ πρόκειται για μ.ια

αφαίρεσ-η όλων των προσδιορισμ.ένων χατηγορούμ.ενων, που έχει χαταστ~­ σει το Απόλυτο χάη εντελώς αφηρημ.ένο.

Μια τέτοια αφαίρεσ-η δεν

6λέπει ότι η ουσία είναι ασφαλώς ένα αποτέλεσμ.α, που όμ.ως διατηρεί μ.έσα του ως ανηρημ.ένες τις κατηγορίες του Είναι.

Έτσι ο Χέγκελ

διαπιστώνει ότι η ουσία είναι η αλ~Οεια του Είναι, άρα μ.ια εκδιπλωμ.ένη μ.ορφ~ του, όπου το Rίναι έχει εισδύσει στον εαυτό του και 6ρίσχεται εντός

εαυτού. Τέλος ο Χέγκελ πρrJσόιορίζει το χαρακτηριστικό που αναφέρθηκε παραπάνω, «το Είναι ως εμ.φανίζεσθαι μ.έσα στον εαυτό του», ως ανασκό­ πησ-η (Reflexion), μ.ε το νόημ.α ότι πρόκειται για ένα «σχοπείν»

(=

σκέπτεσθαι, αλλά και αποσχοπείν, κατατείνειν προς κάτι) που αναχάμ.­ πτεται και επανέρχεται στον εαυτό. Π ουσία είναι μ.ια τέτοια (αυτο)ανα-

,

σκοπηιτη.

l. Μέσα στη σφαίρα του Είναι υπ-ήpχε αμ.εσότητα · το καΟαρό Είναι § 86 ως κάτι απλό χαι άμ.εσο. Μέσα στη σφαίρα

χαρακτηρίστηκε στην

της ουσίας αυτ~ η αμ.εσότητα γίνεται ταυτότητα. ΙΙ ταυτότητα είναι εξίσου αφηρημ.ένος αυτοσχετισμ.ός όσο και η αμ.εσότητα του Rίναι, ωσ':"όσο

ανάμ.εσά τους υπάρχει μ.ια τεράστια διαφορά: η ταυτότητα που φανερώνε­ ται μ.έσα στη σφαίρα της ουσίας δεν είναι σχετισμ.ός μ.ε κάτι άλλο, το οποίο 6ρίσκεται έζω από τον εαυτό της, αλλά σχετισμ.ός ( = ανασκόπηση) μ.ε τον εαυτό.

252


σμ.ένο σuλλα.μ.6ά.νετα.ι ως κά.τι ταυτό με τον εαυτό του, κά.τι μη-αντιφατικό με τον εαυτό τοι>2 •

§ 114 Αuτή η τα.uτότητα., ,.,!..

ει'"Ψα.νι

ετα.ι

, κα.τ

επειδή προέρχεται α.πό το Είναι,

ι

i'

ι

ι

ι

α.ρχην ως σuνοοεuομ.ενη μ.ονο α.πο τα. χαρακτη-

ριστικά. τοu Είναι κα.ι ως σχετιζόμ.ενη μ.ε το Είναι ως προς κά.τι

εξωτερικό.

Εάν α.uτό το εξωτερικό ληφθεί ξέχωρα. α.πό την

οuσία., ονομ.ά.ζετα.ι επουσιώδες. Αλλ' α.uτό είναι λά.θος, γιατί η

οuσία. είναι εντός-εα.uτού-Είνα.ι, είναι ουσιώδης μ.όνο καθόσον έχει μ.έσα. της το αρνητικό της, οηλα.οή τον σχετισμ.ό-μ.ε-κά.τι­ ά.λλο, τη μ.εσολά.6ηση. ε!J-Φά.ν ιση

μ.έσα. στον

Άρα. έχει το εποuσιώοες ως οική της εα.uτό της 1 • Αλλά. εφόσον

μ.έσα. στην

2. Ο Χέγκελ επεξΎJγεί α.υτ~ τη οια.φοpά ΙJ-ετα.ξύ α.ΙJ-εσότΎJτα.ς (του Rίνα.ι) - τα.υτότ-ητα.ς (τΎJς ουσία.ς), πα.pα.λλΎJλίζοντάς την ΙJ-ε τη οια.φοpά ΙJ-ετα.ξύ α.ίσθΎJσΎJς - οιάνοια.ς. ΙΙ α.ίσθΎJσΎJ εκλα.ΙJ-6άνει α.πεpίσχεπτα. κάθε τι πεπεpα.σ[J.ένο ως ον, κα.ι οεν 6λέπει ότι α.υτό υπόκειτα.ι σε α.λλα.yή, σε

Φθοpά, κα.ι άpα. ότι είνα.ι επίσΎ)ς μη ον. ΙΙ οιάνοια. είνα.ι σίγουpα. πιο πεpιεσκε[J.ΙJ-ένΎJ, κα.ι 6λέπει κάτι πεpισσότεpο· α.λλά εp[J.Ύ)νεύει το ον επίσΎ)ς

α.ΦΎJΡΎJΙJ-ένα., ως κάτι που ταυτίζεται !J-ε τον εα.υτό του κα.ι όχι ως κάτι διαφοροποιούμενο κα.ι άpα. α.ντιφα.τικό πpος τον εα.υτό του· Ύ) οιάνοια.

πpοσχολλάτα.ι στΎJν ιια.pχ~ τΎJς α.ντίφα.σΎJς», λέγοντα.ς ότι τίποτα. οεν ΙJ-ποpεί να. α.ντιφάσχει πpος τον εα.υτό του (Α

=F [J.ΎJ-A).

Ως γνωστόν ο

Χέγκελ α.σχεί οpιΙJ-ύτα.τΎJ κpιτικ~ στΎJν α.pχ~ τ-ης α.ντίΦα.σΎJς (οες

§§ 1 ι 79), για.τί Ύ) α.ντίφα.σΎ) είνα.ι κα.τ' α.υτόν Ύ) κινΎ)τ~pια. OpfJ-~ κάθε Οpα.στηpιό­

τητα.ς κα.ι α.λλα.γ~ς.

ι. ο α.υτοσχετισ[J.ός που πα.pουσιάζετα.ι [J.έσα. στΎ)ν ουσία., Ύ) τα.υτό­ τΎ)τα., [J.Οιάζει κα.τ' α.pχ~ν να. σuνοοεύετα.ι α.πό τις κα.τΎ)γοpίες του Είνα.ι σα.ν κάτι α.λλιώτικο (ιιεξωτεpικό»).

Έτσι π.χ. ΎJ ουσία. φα.ίνετα.ι να. είνα.ι

κάτι άλλο α.πό το Είνα.ι. Τότε το Είνα.ι χα.pα.κτΎ)pίζετα.ι εσφα.λ[J.ένα. ως επουσιώοες. Αλλά Ύ) ουσία. συ[J.πεpιλα.!J-6άνει το Είνα.ι ΙJ-έσα. τΎJς, για.τί το

Rίνα.ι είνα.ι το δικό της α.pνΎ)τικό· το λεγό[J.ενο ιιεπουσιώοες» είνα.ι λοιπόν εΙJ-ΦάνισΎ) της ίοια.ς της ουσία.ς [J.έσα. στον εα.υτό της. Εάν οεν εΙJ-Φα.νιζότα.ν α.υτό το ιιεπουσιώοες», ΎJ ουσία. θα. ~τα.ν κάτι μόνο ουσιώοες, ΟΎ)λα.ο~ ΙJ-ια.

253


φ.φά.νισ-η ή μ.εσολά.6ηση περιέχετCΙι η οιά.κρισ-η, ΧCΙι όσCΙ ΟιCΙΦέροuν

(

~

ως οιCΙ

ι

προκuπτοuν

φ ι

ι

ι

ι

ι

εροντCΙ CΙπο εκεινη την τCΙuτοτητCΙ, ι

κCΙι

μ.εσCΙ

στην

ι

οποιCΙ

~

οεν

ι

uπCΙρχοuν

ι

CΙΠΟ την οποιCΙ ι

ι

η

uπCΙρχοuν

ως

εfJ-Φά.νισ-η) CΙποκτοuν τη μ.ορφή της τCΙuτότητCΙς, η εfJ-Φά.νιση

'

'

'

πρCΙγμ.CΙτωνετCΙι ΧCΙτCΙ τον τροπο τοu τι

' ζ ομ.ενης

'

CΙμ.εσοτητCΙς.

'Ε τσι

Ε'ινCΙι, οη ~λ CΙοη ~,

'

'

της CΙuτοσχε-

η σ φ CitρCI της οuσιCΙς

Ρ 'λλ εμ.ετCΙοCΙ

τCΙι σε μ.ιCΙ CΙκόμ.η CΙτελή σύνοεσ-η της αμεσότητας κCΙι της

μεσολάΒησης. ΜέσCΙ της το κά.θε τι έχει τεθεί έτσι, ώστε νCΙ σχετίζετCΙι μ.ε τον εCΙuτό τοu κCΙι τCΙuτόχρονCΙ νCΙ τον έχει uπερ6εί

- ως ένCΙ Είναι της ανασκόπησης, ένCΙ ΕίνCΙι μ.έσCΙ στο οποίο εμ.φCΙνίζετCΙι κά.τι ά.λλο κCΙι το οποίο εμ.φCΙνίζετCΙι μ.έσCΙ σε κά.τι ά.λλο 2 .

- Η

σ

' φ CitρCI

της

'

οuσιCΙς

'

εινCΙι

λοιπον '

'

επισ-ης

η

σ

φ' CitρCI

της

τεθειμένης αντίφασης, η οποίCΙ [CΙντίφCΙσ-η] μ.έσCΙ στη σφCΙίρCΙ τοu ΕίνCΙι ήτCΙν μ.όνο καθ' εαυτήν

[ = οuνά.μ.ει].

Επειοή η μία έννοιCΙ είνCΙι κά.τι το κοινό ποu uπόκειτCΙι όλων, μ.έσCΙ στην CΙνά.πτuξη της οuσίCΙς 6ρίσκοuμ.ε τοuς ίοιοuς όροuς μ.ε εκείνοuς ποu 6ρήκCΙμ.ε μ.έσCΙ στην CΙνά.πτuξη τοu ΕίνCΙι, CΙλλά. μ.ε μ.ορφή ανασκοπούμενη. Αντί γιCΙ το Είναι ΧCΙι το μηδέν πCΙροuσιά.ζοντCΙι εοώ οι μ.ορφές: θετικό κCΙι αρνητικό· το πρώτο κCΙτ' CΙρχήν ως ταυτότητα CΙντιστοιcψ.εσότψα.. Αλλά η οuσία. ιιείνα.ι ουσιώδης μ.όνο κα.θόσον έχει μ.έσα. της ... τον σχετισμ.ό-μ.ε-κάτι-άλλο». :ι.

Αφού φάνηκε ότι η οuσία. έχει μ.έσα. της τη οια.φοprJποίψη

οuσιώδες - επουσιώδες, η εμ.φάνισΎ)-εντός-εα.uτού ως μεσολάΒηση-μ.ε-τον­

εα.uτό φα.ίνετα.ι να. σχετίζετα.ι άμεσα μ.ε τον εα.uτό· σuμ.πεpιλα.μ.6άνει λοιπόν α.μ.εσότητα. κα.ι μ.εσολά6ησΎ), α.λλά α.κόμ.α. όχι μ.έσα. σε τέλεια. ενότητα.. Αν δούμ.ε π. χ. δύο κα.τηγοpίες της οuσία.ς, την α.ιτία. κα.ι το α.ποτέλεσμ.α. (δες

§§ 153-4), η α.ιτία. φα.νεpώνετα.ι άμεσα σα.ν τέτοια.,

α.λλά τα.uτόχpονα. μcσολαΒcίται α.πό το α.ποτέλεσμ.α.· η α.μ.εσότητα. (της

α.ιτία.ς) είνα.ι τα.uτόχpονα. κάτι μ.εσολα.6ούμ.ενο, α.να.σχοπούμ.ενο, ένα. ιιRίνα.ι

της α.να.σχόπησΎ)ς». Μέσα. στην α.ιτία. εμ.φα.νίζετα.ι (ως α.να.γκα.ίο άλλο) το α.ποτέλεσμ.α., κα.ι η α.ιτία. εμ.φα.νίζετα.ι (ως α.να.γκα.ία. πpοuπόθεcrΎJ) μ.έσα. στο α.ποτέλεσμ.α..

254

·


χει προς το χωρις-α.ντι'θ εσΎ}

'

τα.ι

'

Ε'ινα.ι,

(φ.φα.νίζετα.ι (J-έσα. στον

!1'' ' το οευτερο α.να.πτυσσε-

εα.υτό του)

ως διαφορά.

Επιπλέον πα.ρουσιά.ζετα.ι το γίγνεσθαι ως θεμέλιο του προσ­ διορισμένου-Είναι, το οποίο, ότα.ν α.να.κλά.τα.ι [ = α.να.σκο­ πείτα.ι] πά.νω στο θε[J-έλιο, είνα.ι ύπαρξη:J.

- Η οιοα.σκα.λία. περί τΎJς ουσία.ς είνα.ι το πιο οιίσκολο [J-έρος τΎJς Λογικής. Περιέχει κυρίως τις κα.τΎJγορίες τΎJς

Μεταφυσικής κα.ι των επιστΎJ[J-ών ενγένει. Αυτά. είνα.ι προϊόντα. τΎJς α.να.σκοποιίσα.ς οιά.νοια.ς, ΎJ οποία. ενώ εκλα.[J-­ ()ά.νει τις οια.φορές ως aυθύπαρκτες κα.ι συνά.[J-α. θέτει επίσης

τΎJ σχετικότΎJτά. τους, ωστόσο σuνοέει τψ α.υθυπα.ρξία. κα.ι τΎJ σχετικότΎJτα. ως συνυπά.ρχουσες ή ως οια.οοχικές [J-ε ένα. ιιεπίσης», χωρίς να. σuνοέει α.υτές τις σκέψεις κα.ι χωρίς να.

τις ενοποιεί σε [J-ία. έννοια. 4 • 3. ~τα. τρία. μ.έρη της χεγκελια.νής Λογικής (περί του Είνα.ι, περί της ουσία.ς, περί της έννοια.ς) α.να.πτύσσετα.ι σε τελική α.νάλυ<ΠJ ΎJ τρίτη 6α.θμ.ίοα., ΎJ έννοια (του Απόλυτου)· τα. τρία. μ.έρη είνα.ι, μ.ε άλλη οια.τύ­ πωση, α.) Υ) έννοια. κα.θ' εα.υτήν, 6) Υ) έννοια. οι' εα.υτήν, γ) Ύ) έννοια. κα.θ' εα.υτήν κα.ι οι' εα.υτήν (οες

§ 83).

'Ετσι τις ίοιες κα.τηγορίες, που

συνα.ντήσα.μ.ε μ.έσα. στη οιοα.σκα.λία. περί του Είνα.ι, θα. συνα.ντήσουμ.ε κα.ι μ.έσα. στΎ) οιοα.σκα.λία. περί της ουσία.ς - όχι όμ.ως πια. ως άμεσα υπα.ρκτές

οντότΎ)τες, α.λλά ως ανασκοπούμενες, ΟΎ)λα.οή α.να.κλώμ.ενες τΎJ μ.ία. πάνω στΎ)ν άλλη, σχετιζόμ.ενες μ.έσα. τους τη μ.ία. μ.ε τψ άλλη. Αντί για. τα. Είνα.ι-μ.ηοέν θα. πα.ρουσια.στούν εοώ τα. θετικό-α.ρνΎJτικό

(§ 120), κα.τ' (§§ 115-

α.ρχήν μ.ε την κάπως πιο α.φηρΎ]μ.ένη μ.ορφή: τα.υτότητα.-οια.φορά

9). Στη συνέχεια. θα. πα.ρουσια.στεί το θεμ.έλιο (§§ 121-2) α.ντί για. το γίγνεσθα.ι, κα.ι Υ) ύπα.ρξη (§ 123) α.ντί για. το προσοιορισμ.ένο-Είνα.ι. 4. Για.τί Υ) οιοα.σκα.λία. περί της ουσία.ς είνα.ι το πιο ούσκολο μ.έρος της Λογικής; Επειοή οι οια.φορετικές κα.τηγορίες που πα.ρουσιάζει, συνοέο­ ντα.ι α.νά ζεύγΎ) (θετικό-α.ρνητικό, α.ιτία.-α.ποτέλεσμ.α. κτλ.), α.λλά μ.ε το α.νεπα.ρκές συνδετικό ιιεπί<ΠJζ)). Ο Χέγκελ εντοπίζει εοώ μ.ια. α.ντίΦα.<ΠJ α.νάμ.εσα. στον α.υθύπα.ρκτο κα.ι όμ.ως α.λλΎ)λοεξα.ρτώμ.ενο χα.ρα.κτήρα. τους: οι κα.τηγορίες είνα.ι εοώ α.υθύπα.ρκτες, α.λλά επίσης σχετικές. Σύμ.φωνα. μ.ε το πα.ράοειγμ.α. που προσκομ.ίζει ο R.

Lakebrink 1979 (σελ. 213): ο

άνθρωπος είνα.ι όμοιος μ.ε τον θεό κα.θόσον είνα.ι πνεύμ.α., α.λλά είνα.ι επίσης

255


Α. Η ΟΥΣΙΑ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΊΉΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

a)

Οι καθαρές κατηγορίες της ανασκόπησης

α) Ταυτότητα

§ 115 Η ουσία φ-φανίζεται εντός εαυτής, δηλαδή είναι καθαρή

ανασκόπηση· ά.ρα είναι μ.όνο αυτοσχετισμ.ός, όχι ως ά.μ.εσος αλλά. ως ανασχοποιίμ.ενος

- ταυτότητα με τον εαυτό της 1 •

Αυτή η ταυτότητα είναι μορφική ή της διάνοιας, εά.ν κάποιος εμ.μ.ένει σ' αυτήν και κά.νει αφαίρεση της διαφο­

ράς.

Ή μ.ά.λλον η αφαίρεση είναι το να τίθεται αυτή η

μ.ορφική ταυτότητα, η μ.εταμ.όρφωση κάποιου όντος εντός

εαυτού συγκεκριμ-ένου σ' αυτή τη μ.ορφή της aπλότητας. [Αυτό μ.πορεί να γίνει κατά. δύο τρόπους:] Είτε μ.ε το να παραμεριστεί (μ.έσω της επονομ.αζόμ.ενης ανάλυσης) ένα

μ.έρος από τα πολλαπλά. χαρακτηριστικά. που υπάρχουν στο συγκεκριμ-ένο ον, και να επιλεγεί μ.όνο ένα από αυτά.· είτε ΙJ.ε το να παραμ-εριστεί η διαφορετικότητά. τους και να

συναθροιστούν τα πολλαπλά. χαρακτηριστικά. σε ένα2 • aνόμοιος προς τον θεό καθόσον είναι αισθητός-σωμ.ατικός η ομ.οιότητα και η ανομ.οιότητα είναι εδώ αυθύπαρκτες κατηγορίες, αλλά. «επίσης)) ηε­ τικές.

1. Ο Χέγκελ επαναλαμ.6ά.νει αρχικά. αυτό που αναφέρθηκε στην § 112: «II ουσία είναι το Είναι ως εμ.φανίζεσθαι μ.έσα στον εαυτό του)). Ως τέτοια εμ.φά.νιση εντός της η ουσία είναι μ.ια καθαρή ανασκόπηση (Reflexion), δηλαδή ανά.καμ.ψη στον εαυτό της, σχετισμ.ός μ.όνο μ.ε τον εαυτό της, που δεν συμ.περιλαμ.6ά.νει ά.λλο από τον εαυτό. οδηγείται στον πρώτο όρο

(=

Έτσι ο Χέγκελ

κατηγορία) της ουσίας,

που είναι η

κατηγορία της ταυτότητας. Αυτή είναι η πρώτη «καθαρή κατηγορία της ανασχόπησηρ)· οι ά.λλες δύο είναι η διαφορά (δηλ. η αντίφαση, δες

116-8) και το θεμέλιο (γερμ.ανικά.: Gn_ιnd, δες §§ 121-2). 2. τί θα πει ταυτότητα; Ο Χέγκελ εκθέτει κατ

§§

αρχήν την

αφηρημένη ή μορφική ταυτότητα. Αυτή έγκειται στο να 6λέπει κανείς

256


Εά.ν

σuνδέσουμ.ε την

ταυτότητα. μ.ε το Απόλυτο,

μ.ετα.6ά.λλοντα.ς το Απόλυτο σε υποκείμενο μια.ς πρότασης, προκύπτει: το Απόλυτο ταυτίζεται με τον εαυτό του.

-

Όσο αληθινή χα.ι α.ν είναι αυτή η πρόταση,

είναι

α.μ.φί6ολο εά.ν νοείται μέσα. στην αλήθεια. της γι' αυτό ως προς την έκφρασή της είναι τουλάχιστο ατελής. Γιατί πα.ρα.μ.ένει α.να.ποφά.σιστο, χα.τά. πόσο εννοεί την αφηρη­ μένη ταυτότητα. της διά.νοια.ς, δηλαδή σε αντίθεση προς τα. ά.λλα. χα.ρα.χτηριστιχά. της ουσίας, ή την ταυτότητα. ως

χά.τι εντός εαυτού συγκεκριμένο. Στη δεύτερη περίπτωση, χα.θώς θα. φανεί, η ταυτότητα. είναι χα.τ' αρχήν το θεμέλιο, χι έπειτα. - σε ένα. ανώτερο 6α.θμ.ό α.λήθεια.ς - η έννοια. - Ακόμα. χα.ι η λέξη «απόλυτο>> δεν έχει συχνά. χα.μιά.

ά.λλη σημασία. πέρα. α.πό το ιιαφηρημένο)).

Έτσι π. χ. ο

απόλυτος χώρος χα.ι ο απόλυτος χρόνος δεν σημαίνει τίποτε ά.λλο α.πό τον αφηρημένο χώρο χα.ι τον αφηρημένο χρόνο. μ.όνο την ταυτότητα και να παpαf>λέπει τη διαφοpά ( = ετεpότητα). Η ίδια η αφαίpεση έγκειται στο να τίθεται αυτ~ η μ.οpφικ~ ταυτότητα. Αυτό κάνει η μ.οpφικ~ (~ τυπικ~) Λογικ~, της οποίας η πpώτη «αpχ~>> είναι η «αpχ~ της ταυτότητας»: Α=Α. Ο Χέγκελ ασκεί εδώ μ.ια οξεία κpιτικ~ σ'

αυτό το αξίωμ.α: Πpόκειται για ιψεταμ.όpφωση>> (Venvandlung) κάποιου συγκεκpιμ.ένου όντος σ' αυτ~ την απλ~ φόpμ.α (= τύπο, καλούπι). Αυτ~ η μ.εταμ.όpφωση επιτυγχάνεται είτε μ.ε παραμ.ερισμ.ό '":ων πολλών χαpακτη­ pιστικών για χάρη ενός (π.χ. όταν ο θεός οpίζεται ως το pεαλιστικότατο ον - ens realissimum -, παpαμ.εpίζονται τα ποικίλα χαpακτηριστικά του: η δικαιοσύνη, η αγάπη, η παντοδυναμ.ία κλπ.), είτε μ.ε συνάθpοιση των πολλών χαpακτηpιστικών σε ένα, οπότε η δι-αφοpετικότrjτά τους εξαφανί­

ζεται. Το ότι ο Χέγκελ έχει κατά νου τον θεό, το Απόλυτο, φανεpώνεται μ.ε τις επόμ.ενες πpοτάσεις του κειμ.ένου. Σε μ.ια προφοpικ~ πpοσθ~κη λέει ο Χέγκελ: «Μποpεί να ειπωθεί ότι η αληθιν~ γνώση του θεού αρχίζει μ.ε το να τον γνωρίσει κανείς ως ταυτότητα - ως απόλυτη ταυτότητα· σ'

ετούτο συμ.πεpιλαμ.f>άνεται τότε επίσης, ότι κάθε δύναμ.η και κάθε μ.εγα­ λοπρέπεια του κόσμ.οu καταποντίζεται πpο τοu θεού,

και μ.πορεί να

υφίσταται μ.όνο ως εμ.φάνιση της δικής του δύναμ.ης και της δικής του μ.εγα λοπpέπε ιας >>.

257


Ότα.ν οι όροι της οuσία.ς λα.ΙJ-6ά.νοντα.ι ως ουσιώδεις

όροι, γίνονται κα.τηγορούΙJ-ενα. ενός προϋποτιθέΙJ-ενοu uπο­ κείΙJ-ενοu, το οποίο, επειοή α.uτοί είνα.ι οuσιώοεις, είνα.ι το κάθε τι. Οι προτάσεις ποu προκύπτουν έτσι, οια.τuπώνοντα.ι ως γενικοί νόμοι της νόησης. Η πρώτη α.πό α.uτές, η αρχή της ταυτότητας, λέει: «Το κάθε τι ταυτίζεται με τον εαυτό

=

του· Α

Α»· κα.ι αρνητικά.: «Το Α δεν μπορεί να είναι

ταυτόχρονα Α και μη-Α».

- Αuτή η πρότα.ση, α.ντί να. είνα.ι ένα.ς α.ληθινός νόΙJ-ος της νόησης, οεν είνα.ι πα.ρά. ο νόΙJ-ος της αφηρημένης διάνοιας. Ήοη η προτασιακή μορφή α.ντιφά.σκει προς α.uτήν: για.τί ι

ΙJ-ια.

προτα.ση

ι

ι

uποσχετα.ι

πα.ντα.

ΙJ-ια.

~

οια.

φ

ι

ορα.

ι

α.να.ΙJ-εσα.

στο

uποκείΙJ-ενο κα.ι στο κα.τηγορούΙJ-ενο· α.λλά. α.uτή η πρότα.ση 11'

οεν

εκπ

λ

ι

ι

ηρωνει

α.uτο

ι

ποu

α.πα.ιτει

η

!J-Ορ

φ'

η

Κ

της.

ι

uριως

όΙJ-ως α.uτός ο νόΙJ-ος α.να.φείτα.ι ΙJ-ε τοuς uπόλοιποuς uποτι­ θέΙJ-ενοuς νόΙJ-οuς της νόησης, οι οποίοι !λετα.6ά.λλοuν σε

νόΙJ-ο το αντίθετο α.uτού τοu νόΙJ-οu.

- Εά.ν κάποιος ισχuρίζετα.ι ότι η α.ρχή της τα.uτότητα.ς οεν ΙJ-πορεί να. α.ποοειχτεί, α.λλά. κάθε σuνείοηση πορεuετα.ι ι

σu!λ

φ

ωνα.

ι

ΙJ-ε

α.uτην

κα.ι

σu!λ

φ

ι

ωνει

ι

ΙJ-ε

α.uτην

ι

εΙJ-πεφικα.

α.!λέσως ΙJ-όλις την α.κούσει, σ' α.uτή την uποτιθέΙJ-ενη εΙJ-πεφία. της Σχολής πρέπει να. α.ντιπα.ρα.τα.χθεί η γενική ι ι ι ι~ 11' 'φ ι φ εΙJ-πεφια., οτι κα.ΙJ-ια. σuνειοηση οεν σκε τετα.ι σu!λ ωνα. ΙJ-ε ι

α.uτον

ι

τον νοΙJ-ο,

ι

κα.ι

οuτε

φ

ι

ι

'.ιιh

τια.χνει πα.ρα.στα.σεις

σu!"'Ψωνα.

ΙJ-ε α.uτόν' κα.ι κα.ΙJ-ιά. uπα.ρξη οποιοuοήποτε είοοuς οεν ι uπα.ρχει ΙJ-ε

ι φ σu!λ ωνα. 1

α.uτον

τον

ΙJ-ε

uποτι

ι α.uτον.

θ'εΙJ-ενο

τ

ο να.

1

νΟΙJ-Ο

ι ι ι λ ι π λ α.νητης εινα.ι ενα.ς π α.νητης».

ι

μα.γνητισΙJ-Οζ». πο λ

u'

ι σωστα.

ι εμπεφια..

Η

ιι

ως

τ

ο

η

ι

πνεuΙJ-α.

ι

εινα.ι

λ θ ι ι ιοτητα.·

ΙJ-ι

της

ιι

Ο

το

ι α.uτο

λ' ι ι φ α. κα.νεις σu!λ ωνα. α.

λη'θ εια.ς

{ « 'Ενα.ς ι

ι

ΙJ-α.γνητισΙJ-ος εινα.ι ο ι

πνεu!J-α.»

ι εινα.ι

)

θ

ι

εωρειτα.ι

ι σιγοuρα.

1

γενικη

1 1 ι Σ λ' ι ι ΙJ-Ονη χο η ΙJ-εσα. στην οποια. ισχuοuν -.:ετοιοι

νόμοι, ΙJ-α.ζί ΙJ-ε τη Λογική της, την οποία. εκθέτει ΙJ-ε πο λλ η '

258

p ι σοοα.ροτητα.,

ι ι 11'' λ' ι εχει χα.σει εοω κα.ι πο uν κα.φο την

H επιστήμη της λογικής - Χέγκελ Γκέοργκ part a  
H επιστήμη της λογικής - Χέγκελ Γκέοργκ part a  
Advertisement