Page 1


ΑΠΑΝΤΑ

ΣΟΛΩΜΟΥ ΠΛΗΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗ

ΤΟΜΟΣ

1


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΆ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

Όνομα

ΣΟΛΩΜΟΣ

Επώνυμο 'Ονομα Πατρός

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΜΗΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Όνομα μητρός

ΑΓΓΕΛΙΚΉ το γένος ΝΙΚΛΗ

Εγεννήθη

1798 1857

ΑΠέθανε Εβραβεύθη

με τον Χρυσούν Σταυρόν των

Ιπποτο'.!ν

του Βασιλικού τάγματος του Σωτήρας

10

Φεβρουαρίου

1849

και ανεκηρύχθη

Εθνικός Ποιητής

Λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο του Διονύσιο υ

Σολωμού, δίνονται από τήν Έλλη

; !•

Αλεξί0υ


Διονύσιος Σολωμός

( tργο Σπόρου Προσ~λέντ'Ι})


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛΩΜΟΥ

Πρόλογος

-

Αναλύσεις

ΕΛΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


©

Γ . Μέρμηγκας ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Ζωο δ. Πη γ ή ς

24

Τη λ.

3621.271 • 3624663


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛΩΜΟΥ

Κριτικές-Μελετήματα Δοκίμια*.

Γ . ΚΑΝΕΛΕ

ΣΠΥΡΟΥ ΛΆΜΠΡΟΥ

ΜΙΛ ΤΙΑΔΗ ΜΑΛΑΚΑΣΗ ΙΆΚΩΒΟΥ ΠΟΛ Υ ΛΑ ΜΑΡΙΝΟΥ ΣΙΓΟΥΡΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΤΥΠΆΛΔΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΨΥΧΑΡΗ

Η τυπογραφική διαφρόντιση τά βιογραφικά σημει ώματα και οι περιγραφές των εικόνων είναι

τού ΓΙΩΡΓΗ ΠΙΚΡΟΥ

* Τα ' - - - - -·

ονόματα μπήκαν μέ αλφαβητική σειρά.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Α' ΤΟΜ ΟΥ

Εισαγωγή

Έλλης

Αλεξίου

................................ 11 , ................................... 33 Σημείωσες του · Ποιη.τή .................................... 67 Ανάλυση του Ύμνου στην Ελευθερία, Έλλης Αλεξίου .... 71 Ν εκ ρ ο λ ο γ ή μ α τ α ...... Ό ••••••••••••••••••••• • • .•• 77 Ιακ. Πολυλά .............................................. 77 Σπ. Λάμπρου .. ............... . ........ ...... ............... 7.9 Ο Σολωμός στον Κήπο .................................... 91 Ψυχάρη ................... . .............................. 97 Ιουλίου Τυπάλδου ............................••......• . •. 105 Μ. Μαλακάση (Ποίημα) ............................... . .. 115 Εις τον Θάνατο του Λόρδου Μπάϋρον .................. . .. 119 Σημείωσες του Ποιητή ................................ .. .. 157 Τα Ψαρά .............. . ............... .... .. ... ...... . .. 160 Νεκρική Ωδή ( Απόσπασμα) .......................... . .. 161 Ο Θάνατος του Βοσκού ................................ . .. 163 Ο Θάνατος της Ορφανής ........ ............ ......... . .. 164 Εις φίλον ψυχορραγούντα .............................. . . . 165 Εις Θάνατον κυρίας Αγγλίδας ........................ .. .. 166 Εις τον Θάνατον Αιμιλίας Ροδόσταμο.: ............. .-. : . . .. 167 Είς τον Θάνατον της Ανεψιάς του ..................... . .. 168

Ύμνος στην · Ελευθερία.

Ιακωβ. Πολυλα (προλεγόμενα είς την έκδοση των «Ευρισκομένων>>

1859 .................................. : .. ....... . .. Ο Σολωμός και η Εθνική Αγωγή ..................... . .. Γ. Κανέλε. Ο Σολωμός , .... '. ............. ; ........... . .. Σπ . Τρικούπη. · Ο Σολωμός ....... ·.............. : ..... .. .. Μαρίνου Σιγούρου . Ο Σολωμός εν Κερκύρ~ , ........... . .. Η Κριτική και ο Σολο:ίμός (Θέματα για_ ξετύλιγμα)

169 251

265 273 287 293


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Έλλης ΑλεξίΟ\J Α'

Οι Π{!όγονοι τιμαριούχοι.

tov Σολωμού εlχαν τίc elζεc τοv~ στην Κeήτη. Ήοαv

Αλλa μεeικa χ(!όνια μετa tηv ολοκληeωτικfι κατάκτηση

του νησιού a1W τovc Τούeκοvς, η οικογένεια ΣολωμοV eγκαtαλεlneι τα κeητικα χώματα και πtevάει στο Μωριά. Τι> όνομα δε τοv Σολω­

J.IΟ'b συvαvτάται για πeώtη φoea σε διάtαΊμα

tov

Δ6Ίη tης Βενεtίας,

to 1697, που α'Ι'αφέρει την αvαχώeηση του Ιωά7ΠJ Aeσε,.lov Σολω­ μού οικηεΥειακώς απο τηΥ Κρήtη. Σε συνέχεια εγκαtαλεkιει και

ιο Μωeιιi και eγκσbίσταται στη Ζάκυ'Υ'bο. Σ8 μας η οικογέΥε ια είναι yνωσt7} με tον tίtλο εvγεyε[ας tων κόντηδων, μά ο Βάeναλης aναφέ­ ~ει πως ~~πολλο'ί. απο 1οvς πeογόνοvς του Σολωμού καfίέξαtιε άκQα ά­

ξιώματα: έvας δόγηc, μία αγlα, tvaς άγιος, bιας vαVαeχος .• .>> (ι• Ο Σολωμός χωei.ς μεtαφυσική>>, σελ.

49, υποσημείωση).

Είvαι η εποχ1j όπου tα Εφτάvησα οeίσ1rοnαι ακόμη κάιω απο tην κυeιαρχlα της Βενετίας. Οι Σολωμο~ εlχαv πεleα τωv Βvετώv. Τους

εiχαΥ γνωel.σει σtην Κρήτη και μπορούσαν να συyκρlvουν τη Βε,ετο­

κeατlα με tην Τουeκοκραtlα. Οι

EY810'i.

επιπέδου. Ξέρομε πως τά Γeάμματα επι

ήσαy αΥωtέeοv ΠΥεvμαηκοiJ Εvετοκemlας άvαπrvΜκαν

στηy Κρήτη σε μεΊάλΟ fJα~μό, ώστε νά ~εωρείται σήμερα της

Εvετοκeατlαc ο χώeος της

Ελληνικής

"J

Αναγέννησης.

Κρήτη ΦvσικΟ

ήtαv οι Σολωμο'ί. Υα εγκιnαλείψοvv και τοv τοveκοκeατιrύμε-νο Μωeιa

και να πεeάσουν στη Ζάκυrbο. Εκεί τους αναγνωρίστηκε και η εvγε­

vljς καταγωγή, ο πατέeας του Σολωμού, ο Ν ικ6λαος Σολωμός, πήeε άΠΟ τη Βεvεηκ?] Πολιτεία το μονοπώλιο της εiσαyωyής του καπvοο,

με απο-rέλεσμα με το εμπ/>ριο τοv κaπvoll να γίνει τάχιστα πλοvσιώτατος,

11


ΑΙΙΑΝΤΑ .Σo..umor

αλλa και ο αδελφ6ς τον, ο Δ.ημήτeιος, είχε γl,ει Πeόeδeος της Γε­ ρουσίας του

lo:Yiov Κeάτους

vπο τους 'Λγyλοvς πια.

Το 1798, που γε~ήfhικε ο Δ.ιοΥύσιος .2'ολωμός, ήσαν τα Χe6:Υια ιης τεeάιnιας Ναπολε6ντιας εξόeμησης. Όλες οι πeοηγούμενες δόξες για κατακτήσεις λαώ71 και μεγάλα Ο:Υόματα κατακτηιώ:Υ έχοw επισκια­

σδεl από το 6νομα του << AviJeώπoυ του ΑιώΥΟς». Λ1nός εlΥαι τώeα ο παvτΟΚQάτωQ., της Ευρώπης και πέρα, αυτής. Ιδeύει και καταλύει ε­

πικeάτειες, aλλάοσεc τα σύΥΟ(!α tωv Κ(!αtών και tO όΥΟμά του ΚV(!LaflXεί στα στόματα των δυνατών της Γής.

Ο Ναπολέων, αφού κατέλα6ε τη Βενετία, κατέλα6ε με γαλλο6ε­ vεtικ0 σtόλο και

ta

Εφtάvησα 1

tOV

Ιούνιο_

tov 1797.

Η γαλλικJι Λη­

λαδfι κατάκtηοη 6.eήκε το Σολωμό αγέvt~ητο. 1'α χeόνια tης ενηλικίωσης του 2,'ολωμού εlΥαι ΧeόJ'ια ay(!ιOV άΥ• ·

ταγωvισμι>b tων Μεγάλων Δυνάμεων. PJJaoι 1 Το~eκοι, '.Λyγλοι 1 Γάλ­

λοι, παλεύοw μεταξύ τοvς γιά το ποιός fίά tπικeατ~οει. Το 1799 όλοι ι;νωμένοι έκτοπl.ζοvν τους Γάλλους απο τα Εφτάνησα

'Ca'

εφαeμ6ζουν

αeιστοκeaτικη διακυ6έeνηοη, που πeοκάλεσε λαϊκές εξeyέeσεις και σψαΎtς εvΎε:Υών. Ο aπόηχος της γαλλικης επανάστασης με τα σV'Ι!fίή­ ματά του γιά ισότηtα και ελευ{}εelες είχε κεeδlσει όχι μ&ΥΟ tά λαϊκa στρώματα αλλa και τους μοeφωμένοvς αστούς. Και κατάφερε η Γαλλία 7'α ξανακυeιαeχήσει στα νησιά του ανακόψει την άδηφαγία της

Ιονίου yιά λίγο, χωei.ς όμως "α

ΑΎγλίας . .Μαζl μέ την κveιαeχlα tης

Γαλλίας του

1807 ( 2:υ)Ι'{}'ήκη τ ιλσίr)' αeχίζει να δeαοτηριοποιεlται ?ι 1809 αeχlζοντας απο liJ ΖάκVΥfίο, καταλαμ6άνει σιΎa οιyά όλα τά ,ιηοιά. Το 1814 κατέλα6ε και tην Κέeκυe_α. Μα tότε ό Σο­ λωμός δε 6eίσκεται στα Εφτάνησα. Ήδη απο το 1808 έχει φύγει για Αγγλία. Το

οπουδeς στην Ίιαλία.

Β'

Μέσα σ' αvτa tά τeικυμισμένα για τά ·Εφτάνησα χeό,ια, οι ώeιμοι στην ηλικία ζούσαν 6έ6αια έντο.να και τηv τeαγωδlα της μάνας Ελλάδας. Και οι Εφτανήσιοι, όπως και όλοι ο' ύπο ξέΥΟ ζυΎο -'Ελλη­ vες, ζοvσαν με ~ό &νει(!Ο ~ης Ένωσής ~ους με ~ηv na~elδa. Οι Εψrα­

ι•ήσιοι μισούσαν τους Άγγλους και: αποστQέφου1'ταν, πλην τώ11 ελαχl­ στων που τα σvμφέeοντά tovς ηοαν εξaetημένα απο τό" κατακτητή,

111"

αγγΛικfι κατοχή. Το κίνημα tών κ α λ ο uμ έ ν ω" «Ενωtικώvιι 6eι-

12


ΠΡΟΛΕrοΜΕΝΑ ΕΛΔΗ11 ΑΛΕ:ΕΙΟr

οκόταvε

ot

συνεχή αnιδικία με iovς

:4γγλους <<11eοσ1aτες» . · Ιδιαί­

τερα επι αρμοσιοο Μαlτλαvτ, γνωοτσV για tά φιλιnουρκικά του αιοf)ή­

ματα, γνώeιοαν οι Εψιανήοιοι πaτeιώ1ες, tδιαίτερα η Ζάκυy{Jος και η Αευκaδα, τα aπερίγρωJ-τα σε σκληρότητα μέτρα της αγγλική ς <ιπeο­ στασlας».

Ο δήμιος Μαίτλαn, ήρ~ε στην Κέρκυρα το

Σολωμος επiστ(!εψε σ1η Ζάκυ~ο το

1818.

Τα

1816,

.Εφτaνησα

καt ο

στενaζουν

κάτω απο την αγγλική, και η ·Ελλάδα κάτω απο την τουρκικη κατοχή. Αλλa σiο έργο του Σολωμού κατa κύριο λόγο στόχος επίUεση ς εtναι

η Τοορκlα. Και εlναι ευνόητη η στάση αυτfι του ποιητή. Θα έ6λεπε τα

νησιa σαν παρακλάδια της πατρίδας. Η λευτεριa της πσiιρίδας έ-πρεπε να είναι και ήταν το Π(!ώτο μέλημα των πaτeιωτών. 'Αν η οίκογένειά του δεν εμφανίζεται να παlρνει μέρος <nις επaναστατικeς εκδηλώσεις των ενωτικών καt στο σημείο αυτό υπάρχει η εξήγηση. ·Η οικογένεια

του ΣολωμοJ ανήκει σ-rην αριστοκ(!ατία,. ~Εχει τίτλους και μεγάλη πε­

ριουσία και κα~ώς τα κ~εοτώτα που εφάρμοζαν οι κατακτ ητ eς ήσαν α(!ιστοκρατικά, το περι6άλλον το οικογενειακό του ποιητή δεν δει'ΡΟ­

πάi}ησε έπι αγγλοκρατίας.

Αντί1'1ετα εvνοήi1ηκε.

Ο πατέρας με Π(!Ο­

νόμια και ο αδερφός Δημήτρης με υψηλές ~έσεις . Και υ Σολωμός δε γνώ(!ισε προσωπικοvς διωγμούς, για. να μένει στην ψυχή του τυ

φα:vατισμένο μίσος του «Πα~6ντος». 'Ηταν όμως η ψυχή του εμποτι­ σμένη απο φρονήματα υψηλά. Μα και η φύr»J του η ίδια λάτρευε πάνω aπ' όλα την ανεξαρτησία, την αλή1'1εια 1 το δίκιο, την u~ρώπινη αξιο­ πρέπεια, τrι'Ρ αποδέσμευση απο ταπεινές, ταΠεινωτικες υποδούλωσες. Και ξέρομε πως ανaμεσα στο στενό τσυ περι6άλλον εκπροσωπούσε τη φωτεινfι πλευρa των προοδευτικών πολιτικών και κοινωνικών εξελl­ ξεων. Αυτό φαίνεται κα1'1αρa σ ε απόψεις που δ ιατύπώνει στ ην αλλη­

λογραφία του,

(«....Λέω

για τού ς μεγάλους του τόπου (εννοεί τ ους απο

γενιa αρχόvτους) γιατi άΠΟ τους μεγάλους υπαλλήλους δεν γ νωρίζω

κανένα, ο-ύτε

~έλω να γνωρίσω ....» γράμμα στον

8 - 12 -1833. «... Επειδfι

Ιωάννη .. Γαλ6άνη

ι-(χω μια πεντάρα είναι διατε1'1ειμένοι να τους

6ρουν καλούς (εννοε'ί τους στίχους τοο) Jστ ω καί να fιταν χειρ6τ ερο ι απο του Ροtδη . Ζήτω λοιπόν, πάντα ζήτ ω ο ι Πεντά(!ες ....>>. Γράμμα στόν. · Ιωάννη Γαλ6άνη

26-10-' 1833.

« .. . Ο όχλος δεν έχει οφΟ-αλμοv ς

δια να ίδη τας μεγάλας αρετάς του, άλλa Όλέπει φαvερa εις τ ην Σπια­ νάδa, όπου κατο ικεϊ, tις φανέλλες του γεμάτες απυ μπαλώμά1α ....>> .

Γράμf1!1. στον αδερφ6 τόυ Δημή τριο

4-2-1849. «... Ή

διαφθοQa εί­

ναι τόσον γεvικη και έχει τ6οας Όα1'1εlας ρίζας, ιόστε μού προξενεί κατάπληξιν. Με τοιαύτην στα1'1ερότητα, νομlί;ω δυνατήν, μίαν η1'1ικηιι

13


ΑΙΙΑΝΤΑ ΣΟΛΩΜΟf

αναγέvvησιν, αρκε( όμως ot αίτιοι αυτής να εκλείψουν εντελώς ...>>.

Γeάμμα στον αδεeφό του Δημήτe'ιο της

2-2-1842.

Στον αδεeφό του

εlχε γράψει ενοχλημένος και για την άποδοχη του aδερφο~ του άΠό

τίς ά(!χtς κατοχής του αξιώματος του Προέδρου, «σε λυπούμαι, καημέ­ νε, για το χeυσο κλου6ι που μπηκες μέσα ...». Και για τή διαψ&-οea πού ακολΟ'ύ'bησε μετa την- αποτίναξη του ωυρκικού ζυγού έγραφε και στον

Τεeτσέτη εκφeάζοντας τη μεγάλη του πίκeα ... Ξέeομε ακόμιrι πως ο Σολωμός f]ταν μέλος της «Φιλικής

Εται­

eείαςιι. Γιά το ~έμα αυτό έχουν εγερ~εί άΠΟ τους μελετητtι; του αμφι-

6ολίες. ·Αλλa ο Μαeίvος Σιγοveος, 6αbυς γνώστης του όλου σολωμι­ κου έeγου και οίου μας λέει iίετικa και υ.περίφeαστα

«.•..ΣτΟ'Jf vαο

του Αγίου Γεωργίου, στο Ψήλωμα, ορκίζονται φιλικοl. απο ~ον ·Ηπει­ Qώτην ιεeομ/Jναχο Άν{}ιμο Αeγυeόπουλο. Εκεί έγινε μέλος κι ο Σο­ λωμός, αφού τον εμύησε ο Φραγκίσκος Καρ6ελάς, φίλος κι αργότερα

γιατeος τού πeώτου Έλληνα κύ6εeνήτη ...». Σελ&ς

30

τών «Απάντων».

«Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου, έκδοσις επιτροπής Ζακύν{}ου εΟ(!tα­ ομού εκατοvταετηeίδος ΣολωμσV εν Α~ναις 1957ιι. Εiναι ακόμη γνω-

. οτό

πως κι ο Ρο6έeτος, αδεeφός του Σολωμοv από την πeώτη γυναlκα

του Νικολάου Σολωμού, ήταν επίσης φιλικός, ενώ ο Δημήτeης έμενε μακριa απο κάiίε πωριωτικη εκδήλωση έχει δε και εις 6άeος του μιά

υπογeαφή του κατa του ψηφίσματος της Γεeουσlας του Ιονlου Κρά-zους γιά αντικατάσταση της ιταλικής γλώσσας με την ελληνική, σαν επίσημης γλώσσας. Αυτός; ο Δημήτριος Σολωμός και Πe6εδρος της Γερουσίας,

κατsψήφισε το ψήφισμα τούτο.

·

Γ'

Ο Σολωμός καi ο μικρός αδερφός του Δημήτριος, μετa το iίάνατο

τοιι πατέρα τους, του κόντε Νικολάου Σολωμου, μπrικαν. υπσ τφι κηδε­ μονία του iίείου τους, κόντε Νικολάου Μεσσαλ&. Αvτός αποφάσισε να

στείλει το μεyάλο του aνίψι, το Διοvvσάκι, στην Ιταλία για να φοι­ τήσει σε ιταλικό σχολείο. Στη Ζάκυνiίο ποιός iiα τον φρόντιζε; Kovτa στη μάνα του δυνατότητες για μό(!φωση και πνευμαtικη καλλιέργεια δεν υπήρχαν. ΠέQαν άπό τη στο(!γή της τίποtε δεν ~α ε{χε να του

πeοσφέeει η μητέeα του. Λέμε γιά το Βασlλειο Δηενη ' Aκelτa πως ifτανε γέvvημα μιας Βυζαντινής άqχοντοπούlας κι ενό_ς εμlqη Άι,ιοοα ...

Διγενfις ήταν κι 6 Σολωμός απο έναν ευγενή τιτλούχο, απο

14

tYav

πλού-


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΕΛΛΗΣ ΑΛΕ:ΕΙΟr

οιο κόμητα κι άΠδ ivα δεκαεξ&χροvο κοeιτσ&πουλο του λασV, υπηeε­

τeιούλα του έξηnάχρονοv dρχοnα, τηv Αγγελικη Νlκλη. Λέει σχετ ι­

κιi κι ο Maqlvσς Σιγοι!ρος, στη σελlδα 13 τωΥ προλεγομέΥω'JΙ του ιnα

« Άπαnα» Σολωμού ιι ...ο ποιητης γεvvή-/)ηκε απο μια iνωσι ΠΟύ συν­ ταiριάζει τηv αριστοκρατία με τη φτωχολογιά, τοv πλούτο με 'l fJ'V ομΟρ­ φιά, την εvγέΥεια με τη δύναμη , τα γεeατιά με τα νιάτα .... (η Λγγε­ λικfι Νlκλη) δεΥ ε{yαι μοΥάχα όμορφη, ε{vαι κι iξvπvη κι aς e(ναι

αγράμματη .

Η κοι'Υή και ασήμαnη αυτη εeωτικfι περιπέτεια iγιΥε

ή μεrαλύτερη προσφορά στη νεοελληvικη ποlηση». Και εμείς προσbέ­ τομε: τέτοιες εvώσεις ευλογημένες να ''Vαt .

·'Οταν γεvvή-/)ηκε ο Σολωμ&ς, μα καt μετά τρlα χρόvια, ο αδερ­ φ6ς τοv ο Δημήτρης, η νόμιμη γυναlκα τοv Σολωμού , η Μαρvέττα

Κάκvη, κα~ως και τα δυο παιδιa που εtχε αποκτήσει με το Νικόλαο

Σολωμ&, ήταν εν ζωή .

Αλλa ο γέρο ΣολωμΟς δε ζούσε κοντά στη

Μαρvέττα ούτε στο πλούσιο αρχοντικό του, αλλa σε ταπεινο σπlτι συμ6ιόύσε με τήν υπηρέτρια την · Λγγελικη και τα δυο παιδιa πού εlχε απ•

αυτήν. Εκεί τα παιδιa μίλοtίσαν με τη μάνα τους μόνο ελληνικά καc στηΥ αγeάμματη μάνα του χρωστεί ο Σολωμός τη'V εξοικε ίωσή τοv στηv

ελληνικη γλώσσα. Αυτη ή κοίνωνικη ανωμαλlα στην οικογενε ιακη ζωή

του ΣολωμοV δεv εί~α σε ~έόη 'Vά ποvμε, αν επηρέασε τO'JI ποιητtι αeγότεeα, dταν μεγάλος ~α αντιλήφτηκε τις · σχετικές λεπτομέρειες. Καvεlς πάντως απο τους eιογρ&φους του δεν κάνει λόγο.

Α vτl~ετα,

σε πολλές πεeιπτώσεις από το περι6άλλον τοv και απο επιστολές του

lδιοv μ~αl.Υομε τη μεγάλη αδυναμία που iτρεφε για τη μητέρα του. Εννοείται

η έκκρεμότητα της οίκογενειακής τακτοποlησης τ ων δύο

μικρών κάποτε πήρε τέλος. Πέ{}ανε η ν6μιμη γυναίκα του γέρο Σο­

λωμΟύ, lσως από φvματlωση , πέθανε και το μικeο παιδl της κι απόμει­ νε μόvσ ο πρωτογυιος ο Ρο6έρτος.

Έτσι άνοιξε ή πόρτα της vσμιμο­

ποlησης τώv παιδιών της υπηρέτριας με τον dρχοvτα. Φαίνετα ι όμως πως ο Νικόλαος ΣολωμΟς εlχε φροντlσει να τακτοποιήσει τό ~έμα των κληροvσμικώΥ δικαιωμάτων των παιδιών.

Όσο dμως

για το iJέμα

της τακτοποlησής τους και με το γάμο του μέ τη μητέeα τους, δεy αι­ οf}ανότανε iσως τόσο επιτακtικη τtιν ανάγκη. Άφηνε τtιv vπ6bεση να τρα6&ει και τα παιδιa της υπηρέτριας

va

παραμένουν, από νομικfι πλευ­

ρά, μόvσ φvσικa τέκνα η ν~α, και όχι νόμιμα. Και 6tσι εξάντλησε όλα τα όρια της ζωής του; Ο γέρο ΣολωμΟς στεφα'Vώfhι~ τ"J'V Αγγε­ λικfι Νlκλη, την παραμοyfι του iJανάτου

tov,

τη" 27η Φε6ροvαρlοv του

1807.

15


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛs;ΙΜΟf

Δ'

Ίσως ο γέeο Σολωμός_ να είχε οσφραγ{jε( την απιστία της Αy­ γελικής. Διότι ο Νικόλαος Σολωμος πεbαlνοnας εlχε αφήσει την Αγγελικiϊ έγκvο, όχι 6έ6αια με τόν ίδιο, άφού εκεlvος παράλυτος απΟ το

1802 ήταν αδύνατο να τεκνοποιήσει .... θα εtχε ωwφασίσει να την

έκδtκηbεi iγκαταλε{ποντάς την μετ.a tό bάνατό tOV Οtή φτώχια Καi σΊην περιφρόνηση της trψηλής Ζακvγ(}ινής κοινωνίας. Μετa τό bάνατο

τ.οiι πατ.έeα Σολωμού και το τι>eάστ ιο σκάνδαλο που ξέσπασε σε 6άρος της χήρας, εξηγεlται ως iνα σημεiο η σκληeή οtάση tOiι Νικολάου

Σολωμού άΠέναvτι στην

Αγγελική. Και γίνηκε 6έ6αια προσπάbεια

στην αρχή να αποδοbεί καί το t(!lto παιδ~ τ.ης

Αγγελικής στο Νι­

κόλαο Σολωμό, αλλa χωρiς α'JWΊέλεσμα. Μάλιστα στο χρόνο απάνω

η Αγγελική παnρεύτηκε τον παΊέρα του, τό Μανόλη Λεοnαράκη. Ωσ­

τόσο το τρlτο παιδl της κρατοvσε το όγομα: Ιωάννης 'Σολωμός - Λεον­ Ίαράκης. Δηλαδη δeν ijταν απλwς καί μόvο παιδl του Νικολάου .Σολω­ μού, μα σε σχέση με tά άλλα δυο παιδιά της 6ρισκότανε σε πλεονεκτι­ κή {}έση, γιατ.l αυτ.ο εtχε γεvvη{}έ{ απο νόμιμα ενωμένους γονε(ς, ενdJ

τ.α πρίότα δυο παιδιά της τα εtχε αποκτήσει όντας άσΊεφάνωτη .... Αv­ τ.eς Οί tσωοικσγενειακeς ϋπαbέσεις, κάποτε πήραν τ.έτοια tκταση, που

ο Ιωάννης Σολωμός

-

Λεοnαράκης, ποv ε{χε στο μεταξv φύγει σΊην

Εveώπη για σπουδeς και επέστρeψε διπλωματοvχος νομικός, συνεπι­

κοvρούμεvους απο τη μητέρα 'του, άρχισε το

1833 iνα δικαστικό α­

γώνα κατa των dλλωv δύο γυιών της μάνας του, διεκδικώvτας την περιουσία του Νικολάου Σολωμοv ϋπee αυτού καί του Ρο6έeτου, ως

tών μόνων παιδιών του Νικολάου Σολωμοv, πού, νομικά, ε(χαν δι­ καιώματα 8πi της κληρονομίας του Νικολάου ΣολωμΟ'ύ. Υπεστήριζαν πως μ/Jνο ό Ρο6έρτος καί αϋτος είναι νόμιμα πaιδιa κατ.a τους ισχt$όν­ τες νόμους, ενώ υ Διονύσιος κι υ Δημήτeης εlναι μόνο φυσικa τέκνα,

και ώς τέτοια δεν τα αναγνωρl_ζουν Οί ϋφιστάμενοι νόμοι...

Ο δικα­

στικός aυτός αγώνας κράτησε πέντε ολόκληρα χρhια καί τάeαξε ανε­ παΥόρbωτα τψ ψυχ ική γαλήνη του ποιητη. Μέγα ηbικό δίλημμα ορbω-

. ν6τανε

μπροστά του.

Η έπρεπε να κηρύξει και να αποδεlξει την ανη­

bικότητα της μητέρας του και να άποδείξει και τον τρίτο γυι6 της

εξώγαμο παιδί της, να όηλώσει δηλαδη ο ίδιος στην κοινωνία πως έιχει μάνά διεφι)αρμένη, η να δεχτεl τό vόbo παιδt σαν γνήσιο παιδl του Νικολάου Σολωμού, να εύλογήσει και vά καλύψει τίς σχέσεις της μητέρας του με τόv ασήμαnο τ6πο Μανόλη Λεοnαράκη, νά παραχω-

16


ΠΡΟΔΕΓΟΜΕΝΑ ΕΔΛΗ.11

AAE!IOr

ρήσει τα κληρονομικa δικαιώματα στο yυι6 του και να μείνε ι αυτός

απέξω, να ανεχτει έναν παρεlσακτο vα αλλαλάζει yια -ιηv εfnlo'iκfι λύση που

iJa

ιbιαιρνε η ερωτική του πανδαισlα με την Αyyελικη Νlκλη.

Η δlκη, ως yνωστό τέλειωσε με τη νlκη των αδελφών Σολωμών, αλλa Ot

πίκρες που δοκ(μασε Ο ποιητης στό πεvτάχρονο διάστημα ΠΟV κeάτησε

η δίκη είναι δυσπερίyραπτες, καί τα iχvη τους δε σ6ήσανε από την ψvχfι τοv ποιητή. Στις μικρtς κοιωνίες, και μάλιστα εκατόν πενήvτα

χeόνια πlσω, ε-6κολα μπορεί vα μαvτεvσει κανένας -ια πικρόχολα σχόλια του περι6άλλοvτος.

Φlλοι στεvοi τού Σολωμού πήραv ανοιχτa iJέση

εναvτlοv τοv, 6ρίσκοvτας aχαρακτήριστη τη οκληρ6τητά τοv απέναvτι

στη μητέ(}α του και το παιδί της, πού, όπως ~λεyαν, την υποκινούσε μ6vο η φιλοχρηματία του Σολωμού.

Ε'

Ο Σολωμός λοιπόν μετa το -bάνaτο του πατέρα του, παιδί tvvιa

ΧflOvώv. έφυyε yια τψ Ιταλία. Ο πρόωρος σιrvαισ0ηματισμ6ς του και

η πρόώρη iφεσή του · yια διά6ασμα, κα-bd>ς και η αριστ~κρατική παρά­ δοση της οικογένειας επέ6αλαv τη μετά6αοή του στηv -Ιταλlα. Στή

Ζάκvν-bο δεν υπήρχαν εκπαιδευτήρια ισάξια των ιταλικών.

Η δε

yλώοσα που μ,ιλούοε η ζακvν-bινη αρισtοκραtlα ήtαν η ιταλική . Αυτός

6έ6αια με τη μητέ(}α του· στο σπίτι μιλούόε ελληνικά, και σ• αυτη,, οφείλει την εξοικεlωοή του στην ελληνικfι γλώσσα, αλλά και στη Zά­ κvv-bo η . εκπαlδεvσή τοv εlχε άeχlσει στην ίταλική γλώσσα με tδιω­

τικοVς δασκάλους ιταλομai!είς η

Ιταλούς. · Ιταλός ήταν ο δάσκαλός

·ιου, ιερωμένος Σάvτο Ρώσσης. Αvτός κατά σύμπτωση 6ρισκ6τανε τ6τε στη Ζάκυν-bο εξόριστος τών ιταλικώv αρχών yια ttς επαναστατικές του ιδέες. Κ'αι ανέλαι5ε τη διαπαιδαγώγηση του μικρου Διοvvσάκη . 'Οταν

δε αv~κλή-bηκε το διάταγμα της έξοeίας

tov και ο μα{)ητfις τού ε{χε

απσμε[νει · Ορφανός, ό κηδεμ6vας του Μεσσάλαι;: tOiι τιw tμπισtεύτηκε,

να τον πάρει στην Ιταλlα και να τον εγγeάψει σέ Σχολείο που αυτός

Dα if.κeιvε κατάλληλο. Σtη Βεvεtlα λειτουeγούσε iνα εκπαιδsvτήeιο, «της

Αylας Αικατερlvης», φημισμtνο σ' όλη την

Ιταλlα.

Ο Σάvτο

Ρώσοης ταmοποlηοε τό παιδ~ στη Βεvετlα, κι αvτος έφvΎε για την πα­

τeίδα τοv την Κeεμόνα. Αλλά ο Σολωμός,

1J

aνυπόταχτη φύση

zov

δεν

μπορούσε να πειi!αρχήσει στους αυστηρούς κανΟΥισμούς της Σχολής.

Δημιουργούσε συνεχιbς ζητήματα, μέχρι ΠtΥύ οι δασκάλοι του ά'Jiαyκά­ στηκαν να ;ιeάψουν στό'JΙ κηδεμ6να του και να του s,e{}έσov'JI τtι: δvσκο-

17 2


ΑΙΙΑΝΊΆ .ΣΟΔmΙΟr

λίες που παρουσιάζει η ιlιιόeeυδμη ιδιοσvγκeαοία Σάnο Ρώσσης πήγε αμέσως mη Βενετία, παρέλσόε

10v παιδιού. Ο 10 παιδί, 10 'φεeε

στη-ιι Κeεμ/wα και το 'γραψε σε σχολεiο της πιnρiδας του. Στηv

Κρεμ{wα όλα τα ζητήματα διαμονής, φοίτησης, σπουδής μπήκαν σε πολv καWΥικό δρόμο. Το παιδl 6ρήκε τη συμπαράσταση και τη στοργή, ΠΟύ του λε{ψε σtη Βεvεdα, και όχι μlwo eδειχνε πειδαρχία σ-~η φοί­ τηση και προσοχfι σtα μαδήματα

-

στα εξωσχολικά αναγνώσματα

αλλd άρχισε να διακρl'Ι'εται. Ξεχώρι­

-

ιδιαίtερη αγάπη iδειχνε κvρlως

ζε για το Π7fεύμα του μεταξύ των συμμαδφών του, καf}ώς και για τις πρ6ωρες ποιηηκές του ικαν6τητες. Χρησιμοποιούσε φvσικa τώρα μlwo -rφ• ι-rαλική. Λ~ήν μιλούσε, σ' αυτήν έγραφε και στην ιταλικη ησαν όλα τα πολυποίκιλα διαGάοματά του.

Τα χρόvια τω11 σπουδών τοv :Σολωμο-ό στην lτaλla είναι τά χeόνια

1ης d'Υ'Dησης τ~ν Ιταλικών Γραμμά:ιων. Στις αρχtς του δέκατου 6vατου

αιώvα ά'Ι'<ώεlχvDΥiαι στην Ίταλlα εσμός ολόκληρος από εμ;πνευσμένοvς ποιηtές, πεζογράφους, κριτικούς ... φωtισμένους υμνητeς tων ίδεών tης

ι:λ~εeίας, της ανεξαρτησίας καί της φιλοπατρ{ας. Ο Σολωμ6ς, κατa τiς wδεlξεις όλων των 6ιογράφων και μελετητών του (Πολυλά, Σι­ γοιίροv, Καλοσ;ιούροv, Σπαταλά, Καιροφύλλα, κ.ά.) ε{χε έρδει οε επα­ φη με τους περισσ6τερους από αύτούς. Διά6αζε τα iργα τόvς, αλλa και

κεivοι διά6αtαν τα πρωτόλειά του. Και τοv εiχαν προσέξει καδώς απΟ 1ΟVς πρώτους αυτοvς στίχους του εκπηδοvσαν 6αδυστ6χαστα νοή­ ματα. Ήδη

έφηGος είχε αποκτήσει την αγάπη και είχε επισύρει την

προσοχfι των σvvομηλίκων του. Μαtι δε με tή φήμη της ποιητικrjς 10υ iδιοφvtας συνακολουδουσε η φήμη του πλούσιου συναισf}ηματισμού του. Και ενώ ήταν έvα παιδl τρυφερό και εύαίσbητο, ήτανε σύγχρονα

ευχάριστο στην παρέα, ευφυολόγος, χαριτωμένος στην απομ{μηση δια­ φόeω" -rύπc:ιw και γνώστης πλείιnων ποιημάτc:ιw που τα είχε αποστη­

f/σsι, μatl και δικων του και με μεγάλη προδυμία και στόμφο τα α­

πάγγελνε στην παρέα. Ο Πολυλάς, στενός φίλος του ποιητή, αναφέρει από δικές του tμπειelες κι απΟ πληροφορlες που ε(χε από τον αδερφό

τού Σολωμού, το Δημήτρη,

πως ήξερε απέξω

τούς ψαλμούς τ&υ

Δαυtδ, 10 :Λ.σμα Ασμάτων, τους δρήνους τοϋ προφήτfι Ιερεμlα, τ.ο ~οlημα του lώG. Εξ dλλοv, γ"ωιnό σε όλους ήταy πώς μικeός πήγαιΥε

18


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΕΛλΗ:Σ AΔEIIOr

ταχηχa στf(J' εκκλησlα, διά6αζε τον Απ6ιnολο, iλεyε το <<Κύιpιε ελέη­ σοΥ)) και ήξεeε τα eκκλησιαστικa από άμεσο και {}εeμη eπικοιΥωΥiα.

Κατά σύμπτωση δέ και οι τeεις δάσκαλο[ τοv tjoav tεeωμhοι ο .Σά"ο

Ρώσσης, που αΥαφέeαμε στήν αρχή, ο 'παπα Νικόλας Κασιμάτης και το αVt]σvχο Πvεvμα, ο επαναστάτης ιseωfdroς ΛΥ"ΙώΥιος Μaeτελ&ος. Η {}ρησκεlα τ6τε, στη σκλα6ωμένη ·Ελλάδα και το πά?ιος της Eλeυ­

lJ.εelaς tfσαν aξεχώριστες δw&μεις, ~ jιαζl ξεσήκωναν τούς· 'Ελληνες για αποτl'Vαξη ιmό το Cvγό τωv αλλόδρησκων κaτακτητώv. Τό &διο δε πνεύμα εfhιικής ανάτασης καί φιλελευfJεeισμού επι­

κeατοVσε και στη, 1ταλlα τα χe6νια των σπουόων τΟύ Σολωμού. Καt οι Ιταλο& στέvαCαv κάτω απΟ τη σκληefι μεταχεlριση, και Ψ: 6~ά­ qες eπεμ6άσεις των Αvοτeιακών.

Από τα γαλλικ« κηeύγματα εμπο­

τ.ισμhοι οι λαοl της Εvρώπης Cητούοαν αyεξaeτησlα,

απο8έσμεvση

από τις ξένες κvριαρχ{ες, ισότητα, σε6ασμό στηv Βfhιική κυeιαeχlα,

tvώ οι επεμ8ασlες dvΥ&οτες πalevavε ακόμη αvστηeόtεeα μέτeα για

vα κeατήσοvv τους λαούς στηv fJπόδούλωση. οι πιο dξιοι, ποο πεetέ6αλσ:Ρ το Σολωμό

,.re

Oi 1ταλοl συγγeαφεtς

την άγάπη τοvς, στηv ολ6-

τφ& τοvς σχεδόv, eμπvέοΥ"Ιαv άπό τα φιλελεύ{}εeα αι~ήματα της ε­ :ποΧ']ς. Εl'Vαι τά χeώιια :που στο συγγραφικό ορlCοvτα της Ιταλlας με­ σουραrουv τα μεγάλα ονόματα των Λεοπάρντι

( 1798-1837) ,

Μαvτσόvι

ποο ειναι μέν

Έλληνας μα γeάφοvτας στην ίταλική γλώσσα κατα­

(1785-1873),

Φώσκολοv

Μ6vτι

(1754-1828),

(1778-1827),

γράφηκε στοv ίτάλικό Παρvασσό, τοtι κα.[J.ηγητή του Π ίvη στοv Ο'!Wίο πολv aργότεeα, το

1850,

ο μα{jητής τοv τοv Μτειλε το :ποlημ& του το

<ιΜικeό Πιpοφήτη>>, του κριτικού ΜιWτάvι, του Παρίvη, τοtί Αλφιέ­

eι. Τοvς μελετά, τσι:ις γvωqlζει και προσωπικά, χωρ!ς φυσικά νιt α­ :πομακρύ'Ρεται άΠό τοvς παλαιότερους, τοv Πετράρχη, τ.ο Ντάvτε, τ.ο Βιργlλιο

fJ τοvς. Έλληνες τ.ης αρχαι6τητας ... ΆπΟ όλους αmσVς ιlλο και κάτ.ι /ι.α{}αίvει απέξω,\ f)αμ:πώvοvτας και κατ.ακτ.ώvτας με τ.ην α­ παγγελ{α τ.ου τ.ο ipιλικό τ.ου περι6άλλοv. Η ζωή σtήv Ιτ.αλlα κυλάει μέ τις σπουδές, μsta το Γvμvάσιο ο Σολωμός έγγράφετ.αι στ.ο Παvε­ πιστήμιο tης Πα6ίας, απόπου ά:ποφοίιησε είκοσάχροvος μέ το δlπλω­ μα totι δικηγ6ροv, άλλd, όπως ομολογοVσε ο lδιος, το χaqtt τοt:ι δ61Jη­

κε χαeιστικά ...

19


ΑΠΑΝτΑ :EoΛsmor

Ζ'

Το

1818

ο Σολωμδς επιστρέφει στη Ζάκυv{}ο. Τα πνεύματα κα ι

εδώ ζουν μέσα σε πανεδΥικό επαναστατικΌ ανα6ρασμό. Στην Ιtαλlα η περιώνυμη οργάνωση των ι<Κ.αeμπο,άeωv», κατa του δεσποτισμού, κατa των ξέvωv τvράνvων και των ντόπιωv τυρα,[σκων, έχει φτάσε ι

ώς την ώeα να συΎκεvτeώνει κάτω από τα κηρύγματά της 300.000 μέλη!!!

Κι ανάμεσά τους ·πρώτος και καλύτερος ο γνωστδς και· του Σο­ λωμού ποιητfις Μαvτοόvι, που μέ λόγο και πέ""α αΎωνlζεται γιά :ιην ενοποlηση και τη λευτεριa της Ιταλlας. ''Αδελψη των ιιΚ.αρμπονάρων»

στην Ελλάδα ή «Φιλική Εταιeεία», με vψηλa μέλη της πατριώτες α­ πδ τούς κύκλους της αριστοκeατlας, του λαού και των αγωνιστών ... κι ανάμεσά tους ο νεαρός Διονύσιος Σολωμός κι ο αδερφός του ο Ρο­

βέeτος ... Η δεκαετία που αΚολού{}ησε την επάνοδο τσV Σολωμού στη Ζά­ κvvθο, από το

1818

δηλαδη ως το

1828

που ffα φύγει ·για τήν Κέρκυ­

ρα, περιγράφονται σαν χeόνια μεγαλύτερης αποδέσμευσης του ποιη­ τή. Συνεχlζει να γράφει, και μάλιστα εγκαινιάCει τη χρήση της ελ­

ληνικής στη σύvθεση των ποιημάτων του. yραφε

Ως Ύνωστο στην Ιταλlα

f•

td ποιήματά του στην ίταλική. Αλλά καt ή ζωή του καί η ποl­

ησή του παρουσιάζουν την αφέλεια, την αγνότητα, την ειλικρlνεια και

την ελαφρότητα της πqιbτης νιότης. Σvνήt'}ιζαν πολv τότε οι μοeφω­ μένοι να φτιάχνουν στlχους με προκαffορισμένες ομοιοκαταληξlες, πά­ νω σε οeισμέvο ffέμα.

Ε, λοιπόν και σε κείνα τα στιχοvργικd παιχνl­

-δια ο Σολωμ}Jς άφηνε νd φανεί η ποιητικfι iιπεeοχή του. Μέσα σε κεl­

vη τη χαρούμενη και αμέριμνη vεανικη ζωή, με τίς παρέες, τις σvγ­ κεντριhσεις των διανοουμένων της ζυκvνffινής κοινωνlας, πότε στο δι­

κ6 του σπίτι, του Αεονταράκη, δεύτερου aντρα της μητέeας του, πότε στου Παύλου Μερκάτη, τα τeαγούδια και τις απαγγελ[ες γράφονται

απο tό Σολωμο πολλά απο τα κάλλιστα teγα του. Μέσα ·στον πατeιω­ τικό του οlστρο της έποχής συλλαμ6άνε'ι και συvθέτει και τόν Ύμvο

της Ελ~εelας. Που, &πως όλοι του περι6άλλοντός του δηλώνουν, τον tγραψs μέσα σέ tνα μήνα. Το Μάϊο του ι?ηκε στο Μεσολόγγι. ληνικη εlναι

1823. Τον dλλο χρόνο τυπώ­

Από τα πρώτα ποιήματα ποv έγραψε otή'V iλ­

και η «Ξαv{}ούλα», ή πολυτραγουδημέvη, μελοποιημένη

από tO φίλο του ποιητή, μοvσικοσvvΟ-έτη Νικόλαο Μάντζαρο, ΠΟύ μελο­ ποlησε κι W.λα ποιήματα του Σολωμού καffιlJς και τον 'Ύμνο στην -Ελευ-

20


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΕΛΛΗ.Σ ΑΛΕ~ΙΟΙ

ίtερία, τον Βihιικο 'Υμνο. Τα μικρa ποιήματα τοιi Σολωμού τραγουδη­

μένα πλατιa κι από τούς ζακυvt1ινοvς «καvταδόeοtJς>> κι από το λαό ~­ γαπήiιηκαν και έξω από τη Ζάκυviιο και φέρανε το όνομα του Σολω­ μού και τψ αγάπη στην ποίησή του σ' όλη την Ελλάδα.

Τό

1822

fιe-bε ο Τeικούπης στη Ζάκυν-bο καt ανταμώ-bηκαν με

τον ποιητή. Σε κείνη την πρώτη συνάντηση ο Σολωμός δεlλ ιασε ,α

δείξει στον Τeικούπη δεlγματα της ποιητικής του, γeαμμέvα στην ελ­ ληνική. Του tδωσε νά δια6άσει

γραμμένη στην Ιταλlα.

την ωδη

PER PRIMA MESSA,

Ο Τρικούπης αφού επαlνεσε τον ποιητή, τοϋ

ε{πε πως ο ίταλικός Παρνασσός εlvαι πλούσιος σε dξιους tκπeοσώ­ πους,

ot Έλληνες έχουν ιερό καi1ήκον να iργασi1ούv yια νά αναδεί­

ξουν την ελληνικfι ποίηση. Τον παρώτρυνε να γίνει ιι-bεμελιωτfις νe­ ας φιλολογlας στην Ελλάδα ...».

Ο λόγος του Τeικούπη iπεσε σε γη

αγα'Ι'Ιή. Επηρεάστηκε ο Σολωμός κι αμέσως άρχισε να σκέπtεiαι τον Ύμνο, πιw στην ιiρχfι έλεγε

J'Ct

τοιί δώσει άλλο τίτλο: ωVεσολόγγι»,

«Χρέος» ... ιι'Αδελφοποιτοlη ... τελικa κατάληξε στην

στον

τίτλο: <<'Υμvος

Ελευi1ερlα».

Η' Το έργο του Σολωμοv σωιηi1ίCουν οι περισσ6τεροι μελετ ητές να το χωρίζουν κατa εποχές. Τοπο{}ετούν πρώτα τα ποιήματα ποv έγραψε

στην Ιταλία στην ιταλική, δεύτερο τά ποιήματα

1818

έως

1828,

της δεκαεt ίας απο

ποv παραμένει στη Ζάκυ~ο, καt τρlτο τα ποιήματα

τά γραμμένα στη, Kieκveα, όπου έχει μετοικήσει, ως το δάνατό του .

Μαζl μ' αvτη την κατάταξη συνδυάζουν και ' κάποια αξιολ6yηση του έργου του. Που νομίζομε πως δεy ανταποκρίνεται εντελd>ς με ta πe&­

γματα . Τουλάχιστο σt όμ αφορά τά ποιήματα της διαμονής του

OtfJ

Ζάκυviιο. Δι6τι σε κείνη τη δεκαετ·ία έγραψε 6έ6αια τα πρώτα νεα­

νικά του, που δtν μποροiJν να στσ;{}σύν π~άϊ πλάϊ μt τον Π&ρφvρα,

fJ

τους ιι Ελεύi1ερους Πολιοeκήμέvοvς» η τον ιιΚρητικόη, ώστόσο Ot'f] Ζά­

κυ~ο έγραψε τον 'Υμνο, πού τσν: επέοαλε, στή Ζάκυ~ο fγραψε το Λάμπρο καt τη Φαρμακωμένη, στη Ζάκυv-bο έγραψε ακόμη tα πeιbτα

σχεδιάσματα τωv « Ελεύi1ερων Πσλιορκημένωv» καi1ως και τσ περl­ φημο επlγραμμα για την καταστ(!οφfι των Ψaewv. ΠeοτιμοVμε την κατάταξη κατa πηγές ~μπνΒVσης.

Ο Σολωμός . εμπΥiεται στα πe<δτα Υεανιχa καi ολιγόστιχα ποιήμα-

21


.ΑnΑΝτΑ :EOΛQMOr

τα του, αλλa και σε ποιήματα της ώριμης ηλικlας του, απο το i}άνατο.

Τά πqόωeα χαμένα ωeata νιάτα .η οι αδικοχαμέvες υπάeξεις ανατα­ ράζουν την ευαισ{}ησία του.

Απο το σ6ήσιμο της ζωής t.κπήγασαν τα

τeαγούδια: «Στο i}άvατο της Αιμιλίας Ροδόσταμο», «Ελεγείο στο Dά­ vατο της Πέeση», «Εις το ΙΜνατο μικρής ανεψιάς», <<Ο ~άvατος της Ορφανής», «Ο i}άνατος του 6οσκού», «Η Ψυχούλωι, «Νεκρική ωδή»,

«Εtς το -bάΥατο κυρίας ·Αγγλίδας)), «Στο iiάvaτo της εκλεκτής φlλης τ&υ ποιήτή

Αδελαtδας Καρ6ελλά Γρασσέτη)), ιιΕϊς το -bάνατο της α­

vεψιάς του)), της κόρης του άδελφού του, της Αγγέλικας, που αυτοκτό­ νησε κ.α.

Ποιήματα σχετικa με τα παραπάνω ε{ναι καί τα αφιεeώματα, γραμμέrα γιά τηy απώλεια στενών φίλων, αγωνιστών, ποιητών η καt

μ6vο αγ~πημένωv προσώπων που λείπουν μακeιά. ιιΣονέττο στο ~&να­ το του ΦώσΚΟλου», «Η Σαπφώ)), «Σοvέττο στον κ6μητα Πα'ί5λο Μερ­

κ&τη», ιιΣοvέττο στv ~&νατο του Στυλιανού Μαeκοeά)), ιιΣονέττο στην ALICE WARD?!_, «Επί­

κυρία Στυλια,η Μακρή»,<ι Επlγραμμα στην γραμμα σιοv ιππ6τη Ίωάνvη

Φραίζερ», ι<Στο Μάρκο

Μπ6τσαρη>>,

ιιΣτο Λόρδο Μπάϋρον>>, κ.α. Έγραψε ακόμη ο Σολωμδς σατιρικa ποι­

ήματα, Επιγράμμα-ια κριτικά, λίγα πεζa ύψηλού φρονημα:rισμοv και σπάνιας ε-bνικής οξυδέρκειας και στοχασμσVς επl ποικίλων iiεμάτων.

Στα πρώτα του νιάτα στη Ζά~ο iγραψε και μιά σειρa μικρών

τρυφεeών ποιημάτων πάνω σε διάφορα i}έματα ποο τα χαρακτηρίζει ένας vπ06λητικός ρομαντισμός.

Kat

σε6αστό άρι-bμό μεταφράσεωv ξέ­

νωv καί Ελλήvωv ποιητών. Μέ περισσότερη προσοχη πρέπει vά μελετηiiοvν τα έργα του Σο­ λωμο6 τά γραμμένα η τελι,.α ά,ποδομένα, στην Κέρκυρα. Όσο μπορε{

νά χeησιμοποιηiiεί αvτδς ο χαρακτηρισμός γιά τον άνικανοπο{ητο Σο­ λωμό, με το γράψιμο, το ξαναγράψιμο, καί τών οπωσδήπο1ε aφημέ­

νων

πάντα

στο

«Π6ρφυραι>, ιιΤον

εργαστήρι

γιά

ξανακοίταγμα στίχωv του

ΚρητιΚό», τοος << Ελεύ'Οερους

-

τον

Πολιορκημένους»,

ιιΕίς Φραγκlσκα Φραιζερ» ... Αύτa γραμμένα μετa το σάλο της δlκης ...

Στrrv Κέρ~ρα οπωσδήποτε τοπαΟ-ετοvνται τα άριστα σολωμικa δημι­ ουργήματα του Σολωμού. Κατασταλάγματα, όπως φρονούν άξι6λογοι

μελετητ~ς του, και των φιλοσοφικd:Jν μελετd:Jr του τά τελευταία χρόνια της ζωής του.

Τό ποιητικό έργο του Σολωμού καί ο Σολωμός σάν ποιητής, αv­

τιμετωπlστηκε καί σχολιάστηκε κατa ποικίλους τρόπους. ·'Ομως_ γεγο­ νος αΥαμφισ6ήτηΊΟ μένει πως ο Σολωμος 1ιταν γεννημένος ποιητής.

22


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΕΔΛΗ.Ε AΛE:S:IOr

Φύσει και δέσει. Πeοικισμένος με πλούσιο ψυχικό κόσμο, μέ σπάνιο

κριτικό πνεvμα ακονισμένο στην πεισματικη ανεύρεσiι tης αλ1}1?-ειας,

-«Το έ#νος πeέπε~ να νο»

-

μά~ει να δεωρ,ει' έihιικό ό,τι είναι άληΟοι­

ίκανος νά διακeίνει τις άξιόλογες ποιητικ8ς εργασίες άΠό τις

έστω και μεγαλόστομες μετριότφες, μέ αξεδίψασtη δίψα για μελέτη καt ~νημέeωση πάνω στην παγκόσμια ποιητικη reαμpατολογία και με αποδειγμένες έμψυτες ποιητικ8ς ικανό;ιητες. Οι δασκάλοι του, ο ι συμ­ φοιτητές του, οι κατοπινeς

στηp

γνωeιμίες του, πνευμαιικο/, εκπe,όσωπο~

Ιταλία, τή Ζάκυνδv και την Κέeκυeα εκφeάζοvται άνεπιφύλα­

χτα για το ταλέντο του Σολωμού. Και ενώ αυτa ε(ναι τα δοσμένα, το

μεν έeγο του ατό μεγαλvτεeο μέeος τοv απόμεινε ανολοκλήeωτο κι α­ ποσπασματικό, ο δε ποιητης δεν 6δειξε να 6ασανίζεται

..,...--

οπως συμ-

6αίνει σε κά:tiε συγγραφέα που έχει επίγνωση της aξίας του -

για

-ιήν άΚατασταιιία, το μπέρ,δεμα, τα επανειλημμένα σχεδιάσματα tων στίχων του, που γeάφοvται και ξαναγράφονται; για τα χειρόγραφα που παeαμένοvν με αλλαγeς λέξεων, πe,οσ~αφaιeέσεις, hσι που ο με­

λετητ1}ς δυσκολεύεται να πeοκeίνει επιτρέπεται

-

-

ας άφήσουμε ΠΟύ και δεν του

και δεν μπορεί να μαvτεύσει σε ποιο κείμενο απ' όλα

6e,ίσκεται ή πeο-rίμηση του ποιητή •..

θ' Που ff.eaγε ύψείλεται αvτη η -σπάνια πεeίπ-rωση του τeόποv λει­ τουeγlaς Ιηση

tOV

ποιητή :ΣολωμΟΟ. Πολλa εϊπώf}ηκαν aλλa καμιa άΠάν­

δεν ίκανοποιεt. 'Όταy άπέf)αvε, όeγίασαν

oi

ψl~eοι κα' Deύ­

loι δημιουeγή~καν για τό <<Κeυμμένα>ι, η «κλεμμένο», η «έΕαφανι­ σμένο» <ι.άπο την αiοχροκέρδεια 11 τό φ{}όνο» έργο τQ'V Σολωμού... Τα χρώιια όμως κvλοvσαν κα& πολλa άλλα στοιχεία 6γήκαν στο φως. Α­ ποκαλvπτ ικa τών συγγενικών του δεσμώΡ η δεσμών τοv μέ γνωστοvς

και φίλους, με συγγραφείς. Πολυτιμότατα τέτοια στοιχε(α χρωστούμε

στην ερ,ευνητικη οξύνοια, τήν επιστημονική αντιμετώπιση

καί στην

εeγατικότητα του Alνov Πολίτη (Η τεράστια εργασία συ;ικέντρωσης και επιμέλειας των aυτόγραφων του ποιητή

tέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλοvlκης, hος

- Έκδοση tοϋ Αρ ιστο­ 1964, οί εκδόσεις επιστο­

λών του ποιητή στη μητέρα του <J3ι6λιοπωλείοv της «Εστίας>> , και α . Και α.) 1 και όε dλλους μελετητeς σvγχρονοvς

γενέοτεeους

tOV

ποιητή η κα ι μέtα­

(Α. Μάτεση, Ντίνο Κονόμο, Ν. Β. Τωμαδάκη, Βαγια-

23


ΑΙΙΑΝτΑ .EOAoιt:Or

κάκο και α.). Αλλa δυσzυχώς ως τήν ώeα δε 6ρέ/}ηκαν ανέκδοτα καί aγΥωστα ποιητικa χειeόγeαφα ΤΟύ Σολωμού. Σήμεeο εκείνο ιwυ εντυπωσιάζει, εtναι τούτο

Τό μεγαλύτερο

:

αeιiJμΟ μελετητώv, ποι:ι ασχολή{fηκαν . ιre το' έeγο και Η} ζωi] 'Ελληνα ποιητή ιreτα τψι άπ.οτίναξη τοϋ τοvρκικοV ζυγοiι συγκεντρώνει ο Σο­ λωμός.- Δύσκολα fJα συναντήσει κανε&ς

Έλληνα φιλόλογο της περα­

σμένης εκατονταετίας η και τijς τρέχουσας, που νά μήν iχη άσχολη­

iJει με tιnι ~νικό μας ποιητή. Και όλοι, ακόμη και οι ελάχιστοι σύγ­ χeοvοi του

για το λί­

γο και για

ij και μiταγεvέστεροι, που επέκ(}ιναv το Σολωμό to αποσπασμαr.ικΟ iργο του, ( Σπ. Ζαμπέλιος, Κ . 2,'. Μενάρδος, Γιάν. Ψυχάρης, Θ. Βελλιανlτης ... ) κι αυτοι

Παλαμdς,

ομολογούv

τψ ποιητική τοv άξία. Συχνa οι ιreλετητtς του Σολωμού αφήνουν α­ κόμη να νοηiJεί, πως ο Σολωμός iχοvτας πολiι διαοάσει, ξέροvτας κα­

τά 6άiJος τοiις αeχαίους, δέχ-ιηκε iον επηρεασμό τους και επισημαί­ νουν σε ποιήματα τυυ Σολωμού άπομφήσεις του άπό δια6άσματά ωυ

άλλων ποιητών. Σe όλους αvτσVς · αποστομωτικeς απαντήσεις δίνουν τeεις, ίσως να ε(ναι αvτο& καi οι πω είδικο& κριτικοί, ειναι άναγνω­ {!ισμένοι και ό,τι κveίως επέσveε την πeοσοχή τους ατό Σολωμό καt ό,τι γίνηκε πρωταρχικό

ανzικείμενο της μελέτης

-ιους, ή-ιαν αvτη

καiJαυ-ιη ή ποίησή του. Εμ6αiJύνανε στην ποιητική του σύλληψη, στό 6α{)ύτεeο νόημα, στην ουσία της τέχνης του και εtπαν: ο μty ΓιάνΥης Αποστολάκης

({ ...το

ίδιο το έeγο, έtσι άτελείωω κα·{}d>ς εtναι, σέ σα­

στίζει· με tη οα#ειa και πλατειa σύλληψή lOV)) και aλλοv

(( ...

Ό Σο­

λωμός ήταν ηγεμονικό, πρωτότv;τιι;, δημιουργικό πνεύμα ...>~ (({Η ποί­ ηση στη ζωή μαςιι σελ.

259

και

228,

Β'

Έκδοση).

Ο δέ Κώστας

Βάρναλης «...αλλ' είτε τα ήξεeε {τα κείμενα των αρχαίων κ.λ.π.) εί­ τε όχι, ό,τι δε μαfJαίνεται εCναι το τάλαντο. Και το τάλαντο του Σο­ λωμού είταvε πaρ' όλες τις ποικίλες επιδράσεις έλληνικώτατσ>> και

άλλού

<< ... είναι

κaιι σελ.

129

ποιηη)ς καί μάλιστα ε{),ικός και μέγας ...» («Σολωμι­ και

136

εκδόσεις ιιΚέδροςιι).

Καί ό Αύγέρης γράφει:

παρουσιάζεται στην

«... Από

tό Σολωμό κα.t με το Σολωμό

Ελλάδα σύγχροvη vψηλi} άντίληψη της ποίησης,

μιά μεγάλη ποίηση, ~ου μπορεl Υα ικαvοποιε( τις μεγαλύτερες αισ{}η­ τικeς αξιώσεις». (σελ. 21 «'Απανταιι εκδόσεις «Νέα Τέχνη») και α­ κόμη για τους "Ελεwερους Πολιορκημένους» γράφει: (σελ. 49 <<'Α­ πανrω> εκδόσεις <<Νέα Τέχνη»} «... με τους <<Ελεύθερους Πολιορκη­ μέvοvς)) δέν είχε μόνο σκοπό να ενσαρκώσει μια υψηλη iδέα σέ μια 1!ψη-

24


ΠΡΟΔΕΙΌΜΕΝΑ ΕΔΔΗΣ ΑΔΕ:Ε:ΙΟΙ

λή μορψη τέχvης, παea να υψώσει το eιno του μπροστa στο λαό του σαν πράξη tλε~ε(!lας καί κανόνα ζωής».

Σήμε(!Ο με δυσκολία fία καιάφερvε ο μελετητής, vα ΟVjΙΚΒVΙ(!ώ­ σει τους σχολιαστές, iους 6ιογeάφους, τους δοκιμιογeάφοvς, τοvς ε­

ρευvητές, τοi.ις αρχειοδίφες, όσους γενικa ασχολή-bηκαv η ασχολσ{J1'­ ται με το έeγο .καt τον dYiίeω7W Σολωμ6. -Επιfίυμούμε νά επιχειeή­ σοvμε ένα τέτοιο t(!γο, άλλά ξέeομε έκ των πeοτέeων, ότι η πeοσΠά­ t?ειά j.ιας δεv πρόκειται vα ευοδωθεί. ·ο 6γκος τώv σχετικών eerα­

σιd>v εlvαι τεeάσηος, καί οι σολωμιστες οt)τε εξαvιλήt?ηκαv, ούτε iπaψa'V να προσφέeουν ολοένα καt vεώτεeες εerασίες τους.

l' ·Η Ι;ωη του Σολωμ&ύ στην Kέe'!veα δεv tμοιαζε με τη ζωfι στη

ΖάκυΥiίο. Στηv Κέρκυ{Jα fία παeατηeήσουμε eιζικtς illαγ8ς και στη δια6ίωση καί στον lδιο. τόv άΥiίeωπο. Τις παeέες, τtς συvιροφιές, τα

εύfίυμα 6eαδιvά, fίά τα διαδεχτεί εδdJ ή 'κλειστfι ζωfι του σπη ιού και

η πεeισυλλογή. Εtπώfίηκε τότε από το περι6άλλοv του ποιητή 6τι ά­ κeι6ώς γι' αυτό, για ν' ά1Wψ6γει την κοσμικfι ζωfι της ΖακύΥiίου, που τον κούραζε καί τον αποπροσαvατόλιζε, επιδίωξε την εγκατάστα­

σή του στηy Κέeκυeα, και η d3Εοφη αvτη ε(ναι άΠΟδεκτή.

Α ν και η

ποιητική του δ{/ασtη(!ιόtήτα παeουσlασε κάμψη στην Κέeκυeα. Ήρθαν t7Wχtς που δεν έγραφε καθόλου.

Στην Κiρκυea ακόμη απαλλάχτηκε από τά πeόσωπα εκείνα, που η στάοη ·τους κατά τη δlκη τοv ε(χε πληγώσει *ανάσιμα κα ι ανεπα­

vόet}ωτα. Jlσως και αvτη η ίδια η διαδικασία της δίκης, νά επέδQα­ σε στο χαeαmήeα του, να μeτέ6αλε τοv κοσμικό Σολωμό σε τύπο μο­ vήeη, vα τον ώθησε να ξεμακ{!ύνει, από ό,τι του ΙΜμιζε καταστάσεις

δυσάeεστες και aΥiίeώΜυς, που τόσο εύκολα aπiJ φtλοι μετα6λήδηκαv σε εχft{}σύς ... Πάντως στα γ(!άμματά του στον αδεeφό του και σε γνω­

στούς πλ . έκει συχνa το εγ~μιο τrις μοvαχικής ζω~ ' ς και τηv αγάπη του για τό εeημ.ικό του σπιτι, που δεν ανακόπτει την πορεία των συλ., λοyιομΔW του.

Άλλη αλλαγή, κι αv-ιη σημαvιικ?] για τό Σολωμό είναι ποiι αv­ τός ό φιλαναγνώστης λογοτεχ'Υικών 6ι6λtωΥ, τώρα έχει με πάi}ος α­

φοσιωt?s( στη μελέτη της φιλοσοφίας. Τον έχει tδιαlτεeα αποeeοφή­ σει ο Σtλλεe κα' ο 'ΕΎελος που, όnως 7Wλλοi μελετητές του πιστεύ-

25


ονν, τον tοπeωξαν μt μyαλύτεeη δWαμη

011] φvσι~η ecmή τοv rιa την

επιδίωξη tΟίι 6λο8vα τeλειόtεeοv... Καc δε μλeτούσe μ/wο Σlλλee κat

Έyeλο.

Ο Ν cκόλαος Λούντζης, μο.ς λέει ο Λv.yέeης,

( Σaλ. 25 Ά­

παντα. Εκδόσεις <ιΝία Τέχνη), ΎYώecoe στο Σολωμ/ι, μttαφeάζιwιάς ' τοv σχετικά ~μμό,τια Φιό. τά reeμ,ανικά «•.•τον Κάντ, 'lO'Y Φlχτe, ιόν

ΣέJ.ληκ, το μυσηκΟ φιJ.όσοφο Μπiμt, τΙς ιδέες τοv Χάμμο.Υ, ιΟΥ Γcα­ κόμtιι, ιιw. Σλ6ΎΎeλ, τοΥ .ΛtοιΎ~, τοΥ JΕΔ.Ν PΛUL

RICHTER

και

Γeeμο.νοVς ποιητές •. .>).

Τeίιη άλλαy7} αΥαφέeeταc 011JY οeyανc~ή, ιηv ψvχιχή τοv δcατα­ eαχή. Τον ταλαmωeοVσαν iιwiκlλeς φο6lες, ποv φτάμανe να τοv δημι­ ουeyού'Υ vevecκtς κelσεις. Για Vά τις κατεvvάζεc, λέΥΒ, καιάφεvγe

01ήν ·οϊνοποοlα.-. Η _οt'I'ΟΠΟΟία όμως δεν ' ήταν feeaπevιueό μέσο. Ζη­ τοvοe να άΠaλvvec το-Ανα κακό, μt άλλο χεceι)τεeο. Όλοι ιac πως στα ιeλευιαiα χeώ'cα του εtxe γi'I'B& αλmολιχΟς

1UJ(JMB1,0'J1- ei'l'αι ά­

ξιοοημεlωτο, πφς συχνά στά reάμματά τοtι reάφει και ξαvαreάφeι να τοv στεlλοvν απΟ το πεelφημο ~eαoi

<<6BQV1Ba>) - . Η οerανική

-ιοv αυιfι κιπάσταοη eiχe εξααfe'Υήσει. κac τη δημιοver~ή τοv διάfe­ ση. -Ακόμη κac 01η διά,-οιά τού παeοvοιάζιwιαv eκλεlφeις της πνev­ ματικής του δcαύyειας. Το Νοέμ6eιο τΟϋ 18δ6 έιuii}e σvμφόeηοη, και

παe' όλο ποv η πeοοΟολfι δεν ήτανe σο6αeή, και Πae όλο που η κcnά­ στασή του 6ελτιώt'Jηκt yeήroeα καt σημο.ντικά, του 8βειvε μlwιμη μια

άξεπέeαστη κατάt'Ιλιφη. Έπαψε να 6Ύαl'1ει, t'1ώ neωτtίτεeα έ6Ύα&'1Β ~e μέeα, iλere πως δev_ ~· αerήσeι vα τοvς αφήσει ... . t>Π.όφees απΟ

αϋπ,[ες και δύσπνοια, καt· Q.Κ(!wώς svα xeόvo απΟ 'lfJ" πeιίnή ;neoσ;.

6ολή, η κατάmωσή του rε'Ι'ικetίιη~. αvέπνeε, και., οτtς

Επ& μια 6δομάδα μόΥο lrι'V

9)21 NoεμBelov του 1857, io6ηoe.

Ια' Ο ~άvατος τοv ΣολωμοV πeοκάλeσε τη yevικfι ouyΚl"'Jση και η

κηδεlα τοv πήeε τη μοeφη καfολcκοV ε{}νικού πέvfίοvς. <<Ο 'bάvατ6ς tov, Ύeάφεc ό πeσσωπι~ς ιpίλος τοv πόι1jτή 1 Ίάκω6ος Πολvλάς, ·οιΙς

2 Οκτω6elου του 1859, α11 καt μη· ανέλπιοτος, sκαtα&etί6ηοε δλt;~

την πόλη -ιης Kigκvgaς μe τηΥ πσλvΚαιfl&Υiι δcαμο'Jiή ιου, ό'J,i ολιy6τεeο παρά μ την φήμη τοv μΒγάλοv 'I'Οός καi της οοφlας, ο Σολωμός

slxs ylνει

'lr(]Q

:τιολλού σε6αότός και κοομο.rάπηιος. Ώοτε . τlπσtε δε"

ημ:ιιο(!Ούσε ωeαι6τseα 'Ι'α απαντήσe' το ~ινΟν _f!Ισfημα των Κεe~-

26 -


ΠΡΟΔΕrΟΜΕΝΑ EΔ..ΛIUJ ΑΛΕ:&:ΙΟr

eαίων, πaea η Qμ6φωνη απόφαση της

Επτανησιακής Βουλής, η ό­

ποία εvbυς εδιάκοψε · τψ συνεδeίαση κηρύtτιwτας δημ6σιον το πέν­

Uος. Και η άλλη της τοπικής αeχής, να παύσουν τα δηfώσια ξεφαντώ­ ματα της απόκρεω, νά μείνει κλεισμένο το 1Jέατρο, όσο το ιiψυχ,ο σώ­

μα τοϋ 1Jeηνουμένου aνδeος εκε.ίτετο ακ6μη μεταξv των ζώντων. Καt της ευαγγελικής ζωής του, η οποlα ημπορούσε να οvομασ1Jεl μ(α μv­ στικη ακατάπαυτη πηγη της αγαUοσύνης, κα1Jαρ1} ιivτaνάκλαση εστ&­ {)ηκε ο ένταφιαομός του, εις τον οποlον παeευeέUηκε όλος ο κλή(!Ος, πολυάρι{)μος λαός από την πόλη και από τα προάστια, και η εγχώeιa

μουσική. Δώδεκα νέοι αυτοκάλεστοι, άλλοι εγκάρδιοι φίλοι του, άλλοι απλώς γνώριμο[ του, εοαστούσαν, διαδεχόμενοι την πολυστέναχτη τι­

μή, το φέρετρο, κι εκρατούσαv τις πτέρυγες του μι:ι.ύ(!ΟV νεκeικοV κα­

λύμμι:ι.τος έξη σεοάσμιοι γέeοvτες, έως το κοιμητήρι των οe1Jοδ6ξωv. Η γενικη σιγη ενώ το ξόδι tδιάΟαινε τα πολυαν{)eωπότεeα μέeη της πόλης και η σο6αρη λύπη ει ς όλα τά πρόσωπα έδειχναν ότι σ•

εκείνη

τη στιγμη όλος ο λαος συνέπvεεν εις ένα μόνον {)εάeεστον αίσ{)ημα, και ότι, επιδεχτικός τοϋ πλέον υψηλού εν{)ουσιασμού, επeοσκvνούσε

τΟ μεyαλε[Ο'Ρ του νοος και της αeετής>ι, Ταv κύριο επικήδειο λόγο εκφώνησε ο επlσης στενός φίλος τΟtι

ποιητή Γεώrπιος Μαρκοράς, κάί εlπε: «1Ιολυετ1]ς φιλία, καί αί πολια1 αύται 1elχες ενισχύουσι

την φωγήν μου, μεταξύ τόσων, · αiτινες ήf}ελον 'Ιfψω1Jεί ενταύ-

1Jα mλλώ μάλλον εvφραδέστεeαι, &χι &μως κα~ πλει6τερον τε1Jλιμμέναι, 6πως αποδώσωσιν είς την μνήμην Διονυσlου Σο­ λωμού επl του φερέτρου τούτου, το οποίον κλε~ει τόν ?εκeι)ν του, δημοσiαν μαρτυρίαν τfις λα-ιρείας εγκαρδίου αγάπη ς και

{)avμaoμo{j &σον επήνεγκεν ο οίος του, καί της απεί.gου λύπης

την οποlαv διήγε~eεν η τελευταία αυτο-ύ ώρα. Εις εμέ δεν 1}1Jελεν ε(σ1Jαι δυνατόν vά άνταποκρι1Jώ αρμtJδlως είς τον vψηλόv σκοπόν- όχι.

<<Ούδ" ει μοι δέκα μεν γλίhσσαι, δέκα δε στόματα ε(εr»

Πλην άπαντες ύμείς οίτινες με ακeοάζεσ1Jε.

Υμ~lς λα­

λήσατε μετά της φωνής μοv, ύμεlς προοφέeετε μετ• εμού τον φόeον ~ων δακgύωv σας, ύμεlς έμπvεύσατε δια των ψυχών

, σας

tην υλίγηr και φίλην ταύτηv προσφοράν: προσφέρω δό­

σιv ολίγην τε φίλην τε.

ΕΚΒ·ί eις την ιδ(αy εκείνην 1Jάλασσαv όπου η διάπυρος

27


ΑΙΙΑΝΤΑ .ΣΟΔWΙΟr

ψvχfι τιw αοιδού τών Τύμοων εvηρεστε(το ότι εγεννήhι ε~(, έγεwάτο και ό ημsτεeος Διιwύσιος. Διετέλει ούτος εις τηv t(Jυφερωτέραν ηλικίαν και fJ Ζάκυ~ς ήδη ~αύμαζεy αv­

τώι προλαμ6άvοnα δια tης εvφvtας 10ν χρόνΟΥ και tη'Ρ έκ­ παίδευσιΥ, και αΥαδεικvύιwτα εκλεκτ1}Υ καρδίαΥ υπό tάς πτέ­ ρυγας γλυκέος και γεπαίου εlδους.

Παeέλοοεv αvτοv

it,

vεαvlσκοv, η

Ιταλία, η οποία dλ­

λοτε, προσή,εγκε καταφύγιοΥ εις την πεeιπλαvωμέvηv tλλη­ vικη,. ~{)ησιΥ καί 1 εκ tαύtης επεσώρεvσε {)ησαvρο γΥώσεωΥ1

και ~μος και ουδέποτε έπιλήσμωv αvταπέδωκε το· δώρον. Εκεi ο Διοvύσιοr,;· έτυχεv εvαρεmοτάιωv υποδεξιώσεωv, και

~eεψεν αψΟ'όνους καeποvς ποικtλων γvώσεωy. Άλλ' εισέτι αφbοvωτέeοvς αVtομάτωv επαίνων και αγάπης, δια τα οποiα

σvvησ~νετο πeοσφιλή και ΒVΎΥώμοvα 1ψ εvδύμησιv, ιόσtε s*εώρει ιδίας εαυτού τας δόξας tης ωeαίας χώρας, ως ε­ πίσης τας αvαξίους ωυχίας και τας ελπίδας της.

Μόλις επαvήλifεv εις tην .παtelδα, tα ώτα αvtού πeοσε­ ολήi}ησαν vπΟ της απεράvτου εκείνης φοwής, ή-ιις ηyεleετο

σ:πΟ το μέοο" τω'JΙ ιερώ" ελλη,ικώ" οστέω'JΙ, εκε'i'Jiος δε α'Jiε­ γνώριζε και έδακτvλοδείκvvε την Ελληνlδα παρifένοv εις τώι τρομε(!ον αifέeα του ξίφους, και εις τηv όψιν, ήτις δι' wδς ολέμματος χaτεμέτ(!α 1ήΥ γην. Εvτα(;i}α i}έλω εWυμtσει ε­ γώ, μεταξv. ημών, εκείΥας τας εικόΥας, εκεlvας tας αρμόvl­

ας, αι οποiαι σvvδυαζόμεναι με το τεράστιον τώΥ ιερd:ιΥ μα­ χώΥ, διήΎειρσy εις 1ά tδικά μας στήi}η

to thομα 8vος Υέου

Τυeταίου, πλησίον εις τα ονόματα τωv Υέωv ηeώω'JΙ 1ων θερ­ μοπvλώv και της .Σαλαμίvος:

·ο

Jyμvος

με τοΥ οπο(οΥ

Διιψύσιος πeοσηγόe-εvσε τότε τηv ελληνικηΥ vπήeξεν ό αvατέλλων ήλιος της ·ψήμης

tov

ο

παλιγγεveσlαν,

ή οποlα έξετ&JJη

μετa ταύτα φαειvοtέρα και η οποία πεeιέστιλψε δια φω-ιος

αείποτε ζωηeοτέeου το όνο~ του, 6τε έκεivος ηδwήi}η vά εvτυποποιήσει Ίά υψηλότερα πλάσμαtα tης ποιητικής μtΎα­ λοvοlας

10V

με ε1fvικ1}Υ Ύλώσσαv, ήtις .είΥαι weαlα, οποlα

ε(yαι, α'Ι' δt'l' εl'Ι'αι δυνατόν "α tπα'Ι'έλfίει οποία υπήρξε .•. αλλ'

ήδη μυστικός τις φ{)όΎΎΟς με προσκαλεί εις iη.Υ ιεg6τητα του τόπου όπου εvρισκό~α, εις τά μελαyχολικα dσματα τω'Ι' Υ­ πουρ"ώ" του

Υψlσtου, είς τη" σιωπf]v ειpος τύμοου. Εκάι:,

ω οέοηλοι ΜοVσαι! Αλλa εκείνη η ωδfι ήτις εΥεψvχοποιή-bη

28


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ. ΕΔΛ1UJ ΑΛΕ:ΕΙΟr

εις tόν eeωtα -,;ης πατρίδος, ήτις έψαλε την τελευ-ιαίαν πνοην -ι&υ άγίου Ιεeάeχου ιJlου ώeαις πeώτα ε(χε γευ{)ε( τ• άγιοΥ α(μ,α, τ· άΎιΟ'V σώμα», ναt αvτην δεν πρέπει νά λησμονήσωμεν

καί εις τοtις πόδας των Βωμ.ώΥ!

Η πα-ιρlς ε(ναι καi αvτη

μία ~(}ησκεlα... TώQa -ιι ~έλομεν εl.πει περl του ανδρός άΠΟκεχωρισμέ'Ρου

από τήv δdδα της μγαλοΥοίας, ήτις διαφω-ιίζει και κατα­ λαμ6άνει tόV νοϋv του; Και. τις δεν t~με(ται τψ εκεiΥψ ψυχήν, τηy γενναiαν εκείνην καρδίαν, το

dxaxav άΠλοiίν t-

~lYO καt. κόσμιον ή{}ος; Ζωηeοτάτη αγάπη κat. κaO-αea πί­ στις τΟ'V εδέσμευοv με τοΥ επιζώντα αδελφόν, 6στις άξιος της καρδίας του, επεψυλάηε-ιο υπό τη~ θείας Π(!Ο'J'Οίας εiς το

{}ρηvώδες vπούeγημα τοϋ τελευταίου άσΠασμού. Η φιλία, έν αυτφ εκλογη ώQιμος, ήτον ζωηρά, στα~ερά, ενερΎητική. Έ­ κλαιεν εις τον κλαυbμον 1οϋ φίλου, ήrάλλετο εις τφι χαeάν του, προελάμ6ανε τας

τιμίας του επι-bυμlας, vπεeησπίζετο

τά δίκαiά του. Διήγε τοΥ οίον μακρaν των iiορυ6ωδών συνα­ .fJeοίσεων, πολύ σκεπτόμενος, ηδύναw ενίοτε τσύς πeοσφιλε­ στέρους του με το μεγαλείον των σιοχασμών του, κai μ8 την rοητεvτικην ά(;!μοΥlαΥ τωΥ στίχων του, συνδιαλεγ6μενος συ­

χνάκις, ενίοτε με ύψος, εvίοτε μ8 τεeπv6τητα και &χι σπανί­

ως εvαρεστούμενος εις τοvς ά'bώους αστεϊσμοVς ζωηρώv παί­

δων, ως εις τ11ν εiκόνα της ιδίας αtnού ακάκου ψυχής. Τοιούτον τον εlδε η Kέeκvea, ήτις τφ vπήeξε δεvτέea

πο:ιeίς, ότε εισέτι δεν Π(JΟΟήΎΎιζε ιαο ήμισυ του δQ6μοv του 6ίου μας>> η Kέeκvea ήτις τοΥ εDεώeηοeγ ως . vι6Υ, ιi]'Υ ο­ ποίαν εκείνος ηγάπησε ουχ· ήττον· 11 τήν ίδίaν avτmS Zάκvv­

&w,

και .ήης, ώς εκelrης εις aυτόν ενεκαυχάτο, δακτvλοδει­

κvύονοα τιnι iδιον εις τον Ι;έrον. Tώea δε, εnaV{}a, νεκeον τον δεικνύει! •• Enαύiia εξαίφνης, αι όχiiαι εiς τας οποίας ε­ πέκειτο 10 μμονωμ$νον δωμάτιόν τοv, ιδού, εις την έκπνεvοιν

της ~ημόρι'Υijς αύeας, ήχησαν ~eήνον λύQας...

ΕνταV*α

πένiiψος φωνη πeοσέ6αλε την ημετέραν πόλιν. Έντα()i}α εtς την φωνfJv tκelvηv, εκΟΟσιος κατέeeεvοεv ο κοινός κλαυ.fJμ&~.

Ενταύ1Jα ή σ.υνελiiούσα Παρασταtικη ΟμήΎυf1ι~ ανέδειξε την μεγάλη, άΠώλειαν altιoy δημοσlου . πένiiου~. Και ενταύ{)α επΑ τοv φεeέτeοv, το όπΟWιι πεeικλείει -,;ον αμrήμονα νεκρον Διονvσlου Σολωμού, ενταύiiα aς καταiiέσω-

29


μεν την πeοοφοeάν των δακρύων μας, εnαύ'Οα δι• ημάς, δια

την

,Ελλάδa

άπασαν, ήης τίw Π(}οοηγόρευοεν υ ιόν της και

τιw διέκeινε με πeριφανeς κόσμημα, δι• άπαnας τοvς γε'V'Vαί4 ους εκεlνοvς οlτινες τιW 'Ιjγάπησαν και τό71 ετίμησαν ας δώ­

σωμεν εις tO'V ΔιωιύσιΟ'V τον τελευταίον ασπασμ{)ν. Φlλοι, συμ­

πολtται, -/}ειασταί, ας διατηρήσωμεν, ως την φήμην του ον6ματος, ιερaν καt αέ'V'Vσmι την μvήμην του. Χeισηανοί, ας ε­ Πιαναλά6ωμεν tην ευχήν, η

αμία'V1.ος ψυχή

tOV Διό'Jivolov

μας, -/}εία ευσπλαχνία, είf}ε Π(}οπεμφ-/}εί εις τας πeeιλαμπι;ί.ς και τερπνaς εκείνας σκηvaς της δροσο66λοv Π(}οοδοκίας, από

τας οποlας μετa τα~τα, εν τη φο6ερa ημέρα, να εγε~εl α­ σφαλης είς τον ~χον της τeομεeάς πeοοκλήοεως>).

Ιβ'

Σή!'8QΟ ozo χώeο του εnαφιασμού τΟύ Σολω~ vπά(!χεc κενο­

τάφιο με μαρμάρινη στήλη, αφιέρωμα tO 1990 -rov Δήμου ΚεeκVeας, &που ανayeάφeταc:

ΔΙΟΝΤΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ Εδ& η yης μας στοργικιl

,

'

. εκοιμισε τον ,ποιητη

απΟ τη iανή του

1.85 7 1865

αις την άνακομιδη

Τα οστά tΟϋ ποιητή κατά Ζ:ωηeη επι-θvμlα του αδεeφο{ι του, Δη-. μήτeη, μεταφέefίηκαν στη ZάκvvDo, vστεeα από οκτοο χ(!6νια και εν­

tαφιάστηκαν οε πολυτελες μνημεiο με Π(}οτομη τοv ποιητή,

01tp'

Πλα­

τεία τΟϋ Λγίοv Μά(!κου, όπου ήtαν και tO αqχοnικΟ tώΥ Σολωμbιι. Tlne ακόμη διατηeούnαν σε καλfι καtάσταση. - Λργότεeα οι σεισμοl επέφεραν στο ιστορικό αvτό οικοδόμημα σο6αeές ζημlες. Ένα μήνα

μeτa

tO'V

Πιανηγυeισμό για tη μεταφοed tων οοτώ, του ε{})'ικού ποιηtή

από τήv Κέeκveα στη ZάκvvDo, το Υποveγεlο tων Navtικliw ~ ιγ­ γeαφ6

tov

προς το

Υποveγεlο των Εξωτερικών άΠΟφάοιοε να πal­

ζ81αc ό 'Ύμνος στηv Ελwθερiα στις επίσημες tελetΑς tov ΝαmικοV (Λριf}μός εγγράφου 3281 tης 4ης Λvγούοτοv τοιι 1885. Ο

30

Yπove-


ΠΡΟΔΕΓΟΜΕΝΑ EAΔIUJ ΑΔΕ:ΕΙΟr

γός τιiίν Ναυτικών Δ. Στ. Μπnυvτούρης). Λίγο ύστερα άπό αυτf} tf]ν πρωtο6οvλlα tου Uερία

tov

Υποveγεlου των Ναυτικών ϋ

Ύμvος στην Ελεv­

Σολωμού κα~ιεριΜηκε σαν ο επlσημος 'Υμvος του κρ&τους

με 6ασιλικ0 διάtαγμα.

Στη Z&κvvbo οργαvώbηκαv επlσημοι γιορτασμο'ί και στα tκατο χρόνια απΟ τή γέννηση του ποιητή καt σε συνέχεια τήν

1902

1

Ιουvlου

tov

έγιναν τα αποκαλυπτήρια του ολόσωμου ανδριάντας του Σολω­

μοv, έργο του Γεωργίου Βρούτου, ενω το λόγο εξεφώvηοε ο

Σπ.

Λ&μπeος. Με την lδια ευκαιρ[α καt ο Γιάννης Ψυχάρης έλα6ε με­ ρος σtον έΟ([lασμο στέλνοντας από το Παρίσι σχετικΟ κεlμεvο. Σtα ε­

καtο χριWια στείλανε καt οι Ψαριανο~ ένα τεράσtιο στέφαvο, συγκι­ vητικη εκδήλωση τιμής στον υμvητη του ηρωϊκού νησιού.

Τα χριWια διαδέχονται τιί ένα τό άλλο και η επι6ολfι και δόξα του Σολωμού ολοένά και μεγαλώνει. Επlσημοι οργανισμο'ί και ιδιωτικές

πρωτο6οvλίες οργανώvοvν γιορτές, έmτειακeς εκδηλώσεις και ε~έ­ σεις. -Η Μεση tου Γαλλικού 1νστιτούτόv των Α~νιόν yια τα εκατό

χρ6νια από το

1)6vmo

του :Σολωμού σημεlωσε μεγ&λη ~ιτυχlα. Ενώ

η ωραlα μορψη του εi}vικού μας 6άρδοv ανασταlνεται στο μ&qμαρο η με το πινέλλο και τα χρώματα από τα χέρια των κορυφαlωv καλλι­ τεχνιδv μας. :Ήδη στη Z&κvvbo ύψώνεται προτομή του ποιητη, eργο

Κώστα Δημητριάδη, άλλη του Δημητριάδη τοϋ -A{}ηv.αlov, στον -Ε­

ννικο Κήπο των Αbηνών προτομη Θωμόποvλου, δωρεά Κ.

Ελευδe­

ρουδάκη, μέ το χρωστήρα τον _απαUαvάτισαν ο Προσαλέντης, ο Διιwύ­ σιος Βέγιας, σε · ιχνογράφημα, στό Δημαρχείο Α~νών vπ.άeχει τοι­ γραφία του Σολωμού από το Φώτη Κόvτο,..λου και α. t'Ριδ ό μεί'&λος Ιακω6lδης εμπνεύστηκε έ(}ί'α του απΟ στlχους του ποιητή. Η δε πα­

τρlδα ευγνωμονούσα εξέδωσε ί'ραμματόσημα tιμώντας το τέκνο της.

Πολλοl 6ιογρό.φοι αναφέρουν κάπως λυπημένα, Πως οι Σολω­ μοl δεν άφησαν aπογόνους καt πως με

to δάνατο και tου Δ ημητρlου, 82 ετων, κλεlνει το γενεαλογικό δέντρο tων 'Σολωμώv. Λς παρηγορη~ οι 6ιογράφοι του. Ο νόμος αtnός ισχύει μό),ο yια τους σε ηλικlα

κοινοvς ~tούς. Οι μεγάλοι δημιουργοl κραtιbvτας σtΟ χ~ρι tά αtΜ­ νατα έιηα τους περνοVv μαζ[ τους στην afavaσla. Ο Βάρναλης, εκατο χρQνια από το διίvατο του ΣολωμD'ύ, OtfJ"

31


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΔmΙΟr

τελευτα[α σελlδα του CιCλlου του: ι~ολωμiκΦ>, κ&veι μιά wτατη το­

πnbέτηση του ποιητή, σav επιστέγασμα τού όλου CιCλlου του, που τη διwειζ6μαστε για να κλεlσουμε και μεις . τη μικρfι προσφορά μας, γιατl προσ{}έτει στό ΣολωμΟ ένα χαρακτηρισμο

την επικαιρότητα, που

-

και σήμερα ακ6μη παροtισιάζει το έργο τοv, που μας 6ρlσκει απιSλvτα σύμφωνοvς.

«.•. Η

εθνική

ο Βάρναλης, η

eλεvθeρlα τοvιι'Υμvοv»,λέει

η{} ι κ η

e

λ 8 υ{} 8

μένων», κ' η π ν ε υ μ α τ ι κ η

ελ

e ια e v {}ε

των ι<llολιοeκη­ ρ ι ά

του «Δια­

λόγου», εξακολουθούνε νά είναι τα πιο θετικά αιτήματα τοv λαού μας. Και στόv αγώνα τοο για την κατάκτηση τ~ν τριών

αυτών αγα{}ώv, ο ΣολωμΟς ήτ'αvε κ' είναι ο πρώτος οδηγ6ς. Λλλa και μιg; τέταρτη έλευ{}ερ(α πήρε τη {}έση του πιο φλο­

'γερού ιδαvικού της ανrbρωπότητας σήμεeα: η κ ο ι v ω , ι­ κ η

ε λ ε υ I) ε (! ( α,

κaι γιά την πραγμάτωση τούτης της

ελευiJερlας ο ΣολωμΟς εlναι Και π&λιν ο πρώτος οδηγ6ς.

Όταν στρέφεται tvaντlov της aριστοκρατίας καi πάει με τι) ιΗhιος, αυτή του η πeάξη ~χει κοινωνικfι σημασlα. Τό lδw

κοινωvικfι σημασlα έχει κι ο πόνος του, για τη δvστvχlα τσV

καταπροδομέvοvλαού: ι «Δυστυχισμενε

μου

λ

ι

~~

αε, κα~~.ε κ

J

ι

ηyαπημενε,

πάντοτ' εύκολοπίστεuτε και πάντα προδομ.έ\g. ιιΠοιος άπατά και ποιος προδίδει το λα6;

Όχι 6έ6αια ο tδιος ο λαος τοv εαυτ6 του!».

Έλλη

32

Λλεξiου


ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥθΕΡΙΑ

3


Η

( Έργοv

Γ.

Jσ;κ.ω6ίο1J)

Ελεuθεριrι.


Liberta ν ο c a η t a η d ο, ch't~ si cara Come sa chi per lei vita rifiuta.

DANTE

Σε γνωρίζω απο την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω απο την όψη,

Που με 6ία μετράει τη γη.

2 Απ' τα κόκκαλα 6γαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά,

Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε,

Ελευ-θ-εριά!

3 Εκεί μέσα εκατοικούσες Πικραμένη , εντροπαλή,

Κι' ·ένα στόμα ακαρτερούσες Έλα πάλι, να σου πη.

4 'Αρyειε νάρ-δη εκείνη η μέρα, Και ήταν όλα σιωπηλά , Γιατl τάσκιαζε η φοδέρα, Και τα πλάκωνε η σκλα6ιά.

35


ΑΙΙΑΝτ.Α. ΣΟΔΩΜΟr

5 Δυστυχής! Παρηγορία Μόνη σου έμενε, να λες Περασμένα μεγαλεία, Και διηγώντας τα να κλαις.

6 Και ακαρτέρι, και ακαρτέρι ΦιλελεΟΟερη λαλιά, I I Ένα εκτυπαε τ ''λλ α ο χερι ΑπΟ την απελπισιά,

7 Κι' έλεες! πότε, α! πότε 6γάνω Το κεφάλι απο τ'ς ερμιές; και αποκρινοντο απο πανω Κλάψες, άλυσες, φωνές!

,

' ,

8 τότε . εσήκωνες το 6λέμμα Μες στα κλάιματα fi'ολό, Και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα. Πλή{}ος αίμα Ελληνικό.

9 Με τα ρούχα αιματωμένα, Ξέρω ότι έ6γαινες κρυφα. Ν α γυρε-όης εις τα ξένα

.,Αλλα 36

χέρια δυνατά.


rΜΝΟΣ ΣτΗΝ ΕΔΕrθΕΡΙΑ

10 Μοναχfι το δρόμο επήρες, Εξανάλitες μοναχή· Δέν ειν' εύκολες οι &όρε;, Εάν η χρεία τες κουρταλη.

II 'Αλλο; σου έκλαψε -εις τα στήihα, Αλλ' ανάσασιν καμιά~ 'Αλλος . σου έταξε 6οή3εια, Και σε γέλασε φρικτά.

12 Άλλοι, οιμ{ ! στη συμφοράσσυ Οπο\ι εχαίροντο πολύ, :Σύρε νά6ρη; τα παιδιά σου, Σύρε, ελέγαν οι σκληροί.

13 Φεύγει οπίσω το ποδάρι, Και ολογρήγορο πατει Η την πέτρα, η το χορτάρι,

Που τη δόξα σσu ενθυμεί.

14 Ταπεινότατη σου γέρνει Η τρισάθ-λια κεφαλή,

Σαν πtωχσύ που θυροδέρνει, Κι' είναι 6άρος τσu. η ζωή.

37


ΑΙΙΑΝτ.Α. .ΕΟΔmΙΟr

15 Ν α~· αλλfι. τώρα αντιπαλεύει Κάitε- τέκνο σου με ορμή, π ου

I

ακαταπαυστα

Ι

γυρευει

Ή τη νίκη, η τη {}ανή.

16 Απ' τα κόκκαλα 6γαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευ{}εριά!

17 Μόλις εiδε την ορμή σου Ο ουρανός, που για τ'ς εχ-θ-ρούς,

Εις τη γη τη μητρίκή σου Έτρεφ' άν-θ-ια και καρπούς,

18 Εγαλήνευσε· και εχ-όθη Καταχ-6όνια μία 6οή, Και του Ρήγα σου απεκρίi}η Πολεμόκραχτη η φωνή. ( 1) ·

19 Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν, Χαιρετώντας σε i}ερμά, Και τα στόματα εφωνάξαν 'Ο σα αίσ{}άνετο ή καρδιά.

38


rΙΙΝΟ.Σ .ΣτΗΝ ΕΛΕrθΕΡΙΑ

20 , Ε φωνα'ξ· ανε ως τ ' αστερια Του Ιονίου και τα νησιά, Και εσηκώσανε τα χέρια Για να δείξουνε χαρά, 21 Μ' όλον πσUναι αλυσωμένο Το καWνα τεχνικά, Και εις το μέτωπο γραμμένο

Έχει : Ψεύτρα

Ελευ{}εριά.

22 Γκαρδιακa χαρωτοιή&η .ΚαL τσυ Βάσι γκτον η γη, Και τα σίδερα εν{}υμή&η

Πσυ την έδεναν και αυτή.

23 Απ' τον πύργο του φωνάζει, :Σαν να λέη σε χαιρετώ, Και την χήτη του τινάζει

Το Λεοντάρι το

Ισπανό.

24 Ελαφιάσ&η της Αγγλίας Το {)ηρίο, και σέρνει ευ&υς Κατa τ' άκρα της Ρουσίας ι ' ι τ α μσυγκρισματα τ ς οργης.

39


25 Εις τό κίνημά του δείχνει, Πως τα μέλη ειν' δυνατά·

Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει

Μια σπι-8-όδολη ματιά.

26 Σε ξανοίγει απο τα νέφη Και το μάτι του Αετού, Που φτερό; και νύχια -8-ρέφει Με τα σπλάχνα τσυ Ιταλού.

27 Και σ' εσε καταγυρμένος, ' _ πανtα , 'I γιατι σε μισει..

Έκρωζ' έκρωζε ο σκασμένος, Ν α σε 6λάψη, αν ημπορή.

28 'λλλο εσU δέν συλλογιέσαι Πάρεξ που {}α πρωτοπάς Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι Στες 6ρυσίες oπoiJ αγρικάς

Στροφ.

25

Αντt το-ότης της στeοφής ο ποιητης ε~χε γe&;ιει:

Kai.

σ' το πέλαο μLά ματία

Ριχνε' πον σπιθο&λά, Και τά νύχια τα μακρua

Σφίγγει, ά311ώνει~ αρπαχτικά. Την άλλαξε 6μως ως επεθύμ.ησε ο φίλος του Λορδ Γuίολφορδ.

40


rMNO~ ΣΤΗΝ ΕΛΕrθΕΡΙΑ

29 Σαν το 6ράχον οπο\ι αφήνει κά.fi.ε ακά{}αρτο νερο Εις τα πόδια του να χύνη Ευκολόσ.6ητον αφρό,

30 Οπο\ι αφίνει ανεμοζάλη, Και χαλάζι και 6ροχή, Ν α του δέρνουν τη μεγάλη; I I την αιωνιαν κορυφη.

3Ι Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του, Οποιανού Wλει 6ρε&ή

Στο κ αι

μαχαίρι σου α.ποκάτου

σ

'

'

εκεινο

-~ • αντισταvι 1

32 Το &ηρίο π' ανανογιέται, Πως του λείπουν τα μικρά, Περιορίζεται, πετιέται,

Αίμα ανθ-ρώπινο διψα.

33 Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, Το. λαγκάδια, τα 6ουνά, Και όπου φ{}-άση, όπου περάση, φ ρικη, I

_QI

u·ανατος,

I

ερμια.

41


AIIANT.&

.WΛω)(Οf

34 Ερμιά, fi'άνατος και φρίκη ·Οπου επέρασες κ' εσύ· Ξίφος έξω απο την &ήκη Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35 ΙδσU εμπρός . σου ο τοίχος στέκει Της α&λίας Τριπολιτσaς Τώρα τρόμου αστροπελέκι Να της ρίξης πι{)υμάς.

36 Μεγαλόψυχο το μάτι ' , ' , Δ ειχm, παντα οπως ΎΙιΚει, Και ας ειν' άρματα γεμάτη, Και. πολέμιαν χλαλοή.

37 Σσυ προ6αίνουνε και τρίζουν Για να ιδής πως ει.ν' πολλά·

Δεν ακούς που φοδερίζουν 'Ανδρες μύριοι και παιδιά; (2)

38 Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά, Για να κλαύσετε τα σώματα Που & νάδρη η συμφορά.

42


39 Κατε6αίνουνε, ανάφτει

Tov πολέμου αναλαμπή· Το τουφέκί ανάδει, αστράφτει, ,

Λαμπει,

,

κοφτει το

.Cl' σπαuι.

40 Γιατί η μάχη εστάi}η ολίγη; J

,

Λ ιγα τα αιματα γιατι; Τον εχ3ρο {}ωρώ να φύγη ,

Και στο κάστρο ν' ανε6ή.

(3)

41 Μέτρα... ειν' άπειροι οι φευy«τοι., Οπο.U φεύ-yοντας δειλισύν"

Το. λαδώματα στην πλάτη Δέ:χ,οντ'. ώστε ν' ανε6σύν.

42 Εκεί μέσα ακαρτερείτs Την αφεύγατη φ{}ορά· Να, σας φθ-άνει• αποκρι&ήτε

Στης ννκτΟς τη σκοτεινιά. (4)

43 Αποκρίνονται, και η μάχη Έτσι αρχίζει, σvwU μακριΔ Απο ράχη eκεί. σε ράχη Ανtιδο\κ.ζε φο6ερά.

43


ΑΠΑΝΤΑ .ΣΟ.Λmι:ΟΙ

44 Ακο-ύω κούφια τα τουφέκια, .ι Ακούω σμίξιμο σπαitιών,

Ακσύω ξύλα, ακούω πελέκια, Ακούω τρίξιμο δοντιών.

45 'Α! τι νύκτα ήταν εκείνη Που την τρέμει ο λογισμός;

Άλλος ·Jπνος δεν εγίνη Πάρεξ {}άνατου πικρός.

46 Της σκηνής η ιόρα, ο τόπος, Οι κραυγές, η ταραχή, Ο σκληρόψυχος ο τρόπος Του πολέμου, και οι καπνοί,

47 Και οι 6ροντές, οtαι το σκοτάδι, Οπσ\ι αντίσκοφτε η φωτιά, Επαράσtαιναν τον άδη Ποο ακαρτέρειε τα σκυλιά.

48

,

, '.ισκιοι τ ' ακαρτερειε. - Εφ αινοντ Αναρί-8-μητοι γυμνοί, κορες, γεροντες, νεανισκοι, Βρέφη ακόμη εις το 6υζί. ,

44

,

,


rΜΝΟΣ ΣτΗΝ ΕΔΕrθΕΡΙΑ.

49 Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει, Μαύρη η εντάφια σιΜροφιά, Σαν το ρούχο οποiι σκεπάζει Τα κρεδάτια τα στερνά.

50

,

,

τ οσοι, τοσοι ανταμωμενο~ Επετισίινtο απο τη γη, ,

Όσοι. ειν' άδι.κα σφαγμένοι A:rro τούρκικην οργή.

51 Τόσα πέφτουνε τα -8-ερ~σμένα αστάχιά εις τους αγρούς·

ΣχεδΟν όλα εκειa τά μέρη , Εσκεπάζοντο απ ' αuτους.

52 ι θ αμποφεγγm

ι

κανεν

'

ι

αστρο,

και αναδεύοντο μαζί, Αναδαί:νοντας το ικάστρο Με WΚQώσι.μη σιωm}.

53 Έτσι χάμου εις την πεδι.άδα, Μες στο δάσος το πυκνό, ,Οταν στέλνη μί:αν αχνάδα ΜLσοφέγγαρο χλωμό,

45


ΑΠΑΝΤΑ :ΣΟΛΩΜΟr

54 Εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια Τα κλαδιa μουγκοφυσαuν,

Σειούνtαι, σειούνtαι τα μαυράδια, Οπο\ι οι κλώνοι ανtικτυπούν.

55 Με τα μάτια τους γυρεύουν, Όπου ειν' αίματα πηχτά, Και μες στ' αίματα χορεύουν

Με 6ρυχίσματα 6ραχνά.

56 Και χορεύονtας μανίζουν Εις τους Έλληνας κοντά,

Και τα στήί)ια τους εγγίζουν Με τα χέρια τα ψυχρά.

57 Εκειο το έγγισμα πηγαίνει Βα-&ιa μες τα σω-&ικά,

Ό~εν όλη η λύπη 6γαίνει, Και άκρα αι~άνονται ασπλαχνιά.

58 Τότε αυξαίνει του πολέμου Ο χορος τρομακτικά, Σαν το σκόρπισμα του ανέμου Στου πελάου τη μοναξιά.

46


rΜΝΟ Σ ΣΤΗΝ ΕΛΕrθΕΡΙΑ

59 Κτυπούν όλοι απά·νου κάτου· Κά&ε κτύπημα :ιιου εδγή Είναι κτύπημα &ανάτου, Χωρlς να δευτερω{)ή.

60 Κά&ε σώμα ιδρώνει, ρέει·

Λες και εκεί&εν η ψυχή, Απ' το μίσος που την καίεί πολεμάει να πεταχ{)ή.

61 Της καρδίας κτυπίες 6ρονt1άνε Μες στα στή&ια τους αργά, Και τα χέρια οποiι χουμάνε Περισσότερο είν' γοργά.

62 Ουρανος γι' αυτοiις δεν είναι, Ουδe πέλαγο, ουδδ γη· Γι' αυτοiις όλους το παν είναι Μαζωμένο αντάμα εκεί.

63 Τόση η μάνητα και η ζάλη, Που στοχάζεσαι, μη πως , μερια' και απ' α'λλη Απο' μια Δεν μείνη ~ας ζωντανός.

47


ΑΠΑΝΤΑ .WΔSDIOI

64 Κοίτα χέρια απελπισμένα Πως {}ερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα Χέρια, πόδια, κεφαλές,

65 Και παλλάσκες και σπαitία, Με ολοσκ6ρmστα μυαλά, Και με ολόοχιστα κρανία Σωfuκa λαχταρι.στά.

66 Προσοχfι καμία δεν κάνει I I κανεις, οχι, εις τη σφαγη · Πάνε πάντα εμπρός! Ω I φ{tάνει, ι

Φ.Ο.άνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

67 Ποιος αφ ίνει εκεί τον τόπο, Πάρεξ όταν ξαπλώ&ή; Δεν αισitάνονται τον κόπο, Και λες κ' ειναι εις την αρχή.

68 Ο λί γόστευαν οι σκύλοι, ΚαL Α λ λ α εφωνάζαν, Α λ λ α· Και των Χριστιανών τα χείλη

φωτL

48

a εφώναζαν,

φ ω τ L ά.


fΜΝΟ:Σ :ΣΤΗΝ ΕΛΕΙ'θΕΡΙΑ

69 Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο, Πάvtα εφώναζαν φ ω τ ι .ά,

'

,

και οι μιαροι κατασκορπι.ουντο, Πάvtα σκούζοντας Α λ λ ά.

70

,

,

λ,

,

π αντου κ αψα, παντου ανταρα, Και φ<ιννες και στεναγμοί·

Παντού κλάμα, παντσύ αντάρα, Και παντού ξεψυχισμοί.

71 Ήταν τόσοι! πλέον το 6όλι Εις τ' α:uτιa δεν τους λαλεί· 'Qλοι

ι ' χαμου εκειτοντ 1

ο'λ οι

Εις την τέταρτην αυγή.

72 :Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη, Και κυλάει O't'r} λαγκαδιά,

Και. το α-6-ώο χόρτο πίνει ι αιμα

'

αντις για

τη

ι .δρ οσια.

73 Της aυγής δροσάτο αέQι, Δεν φυσάς τώρα εσU πλιο

Στων ψευδόmστων το αστέρι·

(f-)

Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΤΡΟ.

49


74 Απ' τα κ6κκαλα 6γαλμέvη των Ελλήνων τα ιερά,

Κα~ σαν πρώτα ανδρειωμένη,

,

χ αιρε,

· '

ω χαιρε,

''

Eλ-~CL.~ ~υυ~ια.

75 Της Κορίνθ-ου ιδοο και. οι κάμποι·

Δεν λάμπ' ήλιος μοναχd

'

Ει.ς τους πλάτανους, δεν λάμπει.

, Εις τ' αμπε'λια, εις τα νερα.

76 ~ τον ήσυχον αιιέρα Τώρα α6-ώα δεν ανtηχεί.

Τα λαλήματα η φλογ~α, Τα δελάσματα το αρνί.

77 Τρέχουν άρματα χιλιάδ~ Σαν το κύμα ειζ το γιαλό· Αλλ' οι ανδQεwι παλληκαράδει; Δεν ψηφούν τον αρι&μ6.

78 Ω τριακάnοι! οηκω3ήτε Και ξανάλitετε σ' εμάς

Τα παιδιά σας tέλ' ιδήtε Πόσο μοιάζουνε με σας. 50


liiN011

Μ'ΗΝ ΕΛΕl"θΕΡU

79 Όλοι εκείνοι τα φοδσύνtαι.,

Και. μt; πάτημα τυφλο Εις την · Κ6ρινlrο αποκλεισύνtαι Κι' όλοι χάνουνται απ' εδιδ.

80 Στέλνει ο άγγελος του ολέ{}ρου Πείναν και Θανατικό· Που με σχήμα ενΟς οκελέ{}ρου Περπατούν αντάμα οι δυο.

81 Και πεσμένα εις τά χορτάρια Απεitαίνανε παντού Τα -θ-λιμμένα απομεινάρι.α Της φυγrlς και του χαμού.

82 και

\

εσu

.0. I αυανατη,

\ εσu

_Q._I VΊ>ια,

Που ό,τι -Diλεις ημ.πορείς,

Εις τον κάμπο, Ελευθ-ερία, Ματωμένη περπατsίς.

83 :Στη σκια χεροπιασμένες,

( 6)

Στη σκια 6λέπω κ' εγοο

Κρινοδάχτυλες παρi}iνες Οποο κάνουνε χορό.

51


ΑΠΑΝΊΆ

lJO.MWOr

84 Στο χορο γλυκογυρίζουν

Ωραία μάτια ερωτιικά, Και ει; την αύρα κυματίζουν Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85 Η 'ψυχή μου αναγαλλιάζει Πως ο κόρφος καi}-εμιάς Γλυκο6ύζαστο ετοιμάζει

Γάλα ανδρείας και ελευi}εριάζ.

86 Μες στα χόρτα, στα λουλούδια,

Το ποτήρι δεν .6αστώ· Φιλελεύttερα τραγούδια

Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87 Απ' τα κόκκαλα 6γαλμένη Τ ων Ελλήνων τα ιερ~, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευi}-εριά!

88 Πήγες εις το Μεσολόγγι Την ημέρα του Χριστού, Μέρα που _ άνD-ισαν οι λόγγοι Για το τέκνο του Θεού.

52

( 7)


rMNO:E

:ΕτΙΙΝ ΕΛΕrθΕΡΙ.ί

89 ΣΟ'ύλ{}ε εμπρος λαμποκοπώνt~ Η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,

Και. το δάκτυλο κινώντας ο που ανει τον ουeανο.

'

.

,

90 ~· , f ξ I .w αυτο, εφωνα ε, το χωμα Στάσου ολόρi)η, Ελευitεριά· Και φιλώντας σου το στόμα

Μπαίνει με; στην εκκλησιά. ( 8)

91 ' Ει.ς την τράπεζα

,

σιμώνει.,

'

και το συγνεφο το αχνο Γύρω γύρω της πυκνώνει Που σικορπάει το θυμιατό.

92 Αγeικάεt την ψαλμωδ(α Οπο-U εδίδαξεν αυτή· Βλέπει. τη φωταγωγία Στους Αγίους εμπρος χυτή.

93 Ποι.ο~ ε..ν' αυτοl πον πλησι&ζΟ'U'V ~ε πολλη ποδο6ολή,

Κι' dρματ', άρματα ταρ&ζσυv; Επετάχτηκες εσύ.

53


94 'Α! το φώς ΠΟ'\1 σε · στολίζει., Σαν ηλίου φεγγο6ολή, Και μακρ~εν σπινDηρίζει, I I Δf:V ειναι, οχι, απο τη γη .

95 Λάμψιν έχει όλη φλογώδη Χείλος, μέτωπο, οφ{}αλμ~· Φως το χέρι, φως το πόδι, Κι' όλα γύρω σου εLναι φως.

96 Το σπαθ-ί σου αντισηκώνεις, Τρία πατήματα πατ~, Σαν τον πύργο μεγαλώνεις, Και ει.ς τό τέταρτο κτυπfιs.

97 Με φωνfι που καταπεί&ει, .Προχωρώντας ομιλείς· cΣήμερ', άπιστοι εγεννή{)η, Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

9~ ~Αυτος λέγει... Αφοκρασθητε· Εγοο ειμ' Ά ·λ φ α, Ω μ έ γ α εγώ ( 9) Πέστε, πσυ {}' αποκρυφ6ήτε Εσε(ς όλοι, αν οργισ&ώ;

54


ΙΜΝΟ1:

FrBN

ΕΔΕrθΕΡΙΑ

99 :.Φλ6γα ακοίμητην σας 6ρέχω, Που μ' αντΥιν αν συγκρι{}ή Κείνη η κάτω οποiι σας έχω

Σαν δροσιa Wλει 6ρε{)ή.

100 ,:.Κατατρώγει, ωσaν τη σχίζα,

Τ6πσυς άμετρα

vψηλούς,

Χώρες, όρη, απΟ τη ρίζα, Ζώα, χα~; δένδρα, χα~ -Dνητσύς,

101 )Και το παν το κατακαίει, Και. δεν σώζεται. πνοή, Πάρεξ τοιι άνεμου ποο πνέει Μες στη στάχτη τη λmτή:..

102 Κάποιος ήitελε ερωτήση : Του -θυμού του είσαι. αδελφή; Ποι~ ειν' α'ξι~ νιt νικήση, Η με σο να. μετρηθή;

103 Η γη αισitάνεtαι την. τ6ση Τσυ χεριού σσυ ανδQαγαfl'Lά, Ποο όλην itέλει &ανατώσει Τη μισ6χριστη σπορά.

.5.5


ΑΠΑΝΤΑ })ΟΛΩΜΟr

104 Την αισ&άνυvται, και αφρίζουν Τα νερά, και τ' αγρικώ Δυνατa να μουρμοvρίζουν Σαν να ρυάζετο &ηριό.

105 Κακορίζικοι, που πάτε Του Αχελώου μες στη ροή,

(10)

Και πιδέξια πολεμάτε

Jlπo την καταδρομή.

106 Ν α αποφύγετε! το κύμα Έγινε όλο φουσκωτό· Εκεί ευρήκατε το μνήμα π ριν να ευρητε αφανισμο.

,

'

107 Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει Κάitε λάρυγγαζ εχitρού,

Και το ρεύμα. γαργαρίζει Τες 6λασφήμιες τον &υμού.

108 Σφαλερa τετραποδίζουν Πλή~ος άλογα, και oρita Τρομασμένα χλιμιτρίζουν,

Και πίχτούν εις τα κορμιά.

56


ΟΓ'>ΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕrθΕΡΙΑ

109 Ποιός στο σύντροφον απλώνει Χέρι, ωσaν να δοη&η{}ή· Ποιος τη σάρκα του δαγκώνει 'Οσο οπου να. νεκρω&ή.

11 ο Κέφαλες aπελπισμένες,

Μ ε τα κατα τ

ι

ματια

' '.'

ι

πεταχτα,

ι αστρα σηκωμενες

Για. την ύστερη φορά.

ι ι ι Σ6ηέται- αυξαίνοντας η πρώτη Του Αχελώου νεροσuρμη -

Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι, Και του αν&ρώπου οι γογγυσμοί.

112 Έτσι ν' άκουα να 6ουίξη Τον Βα&Uν Ωκεανό,

·

Και 'ς το κύμα του να πνίξη Κάi}ε σπέρμα Αγαρηνό·

I 13 Και εκεί που 'ναι η Αγία Σοφία, Μες στους λόφους τους επτά, Όλα τ' άψυχα κορμία, Βραχοσύντριφτα, γυμνά.

57


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛΏΜΟf

114 Σωριασμένα να τα σπρώξη Η κατάρα τοϋ Θεού, Κι' απ' έκεί να τα μαζώξη Ο αδελφος του Φεγγαριού·

( 11)

115 Κά& πέτρα μνήμα ας γένη, Και η Θρησκεία κ' η Ελευitεριa Μ' αργοπάτημα ας πηγαίνη Μεταξύ -τ:ους, και ας μετρά.

116 Ένα λείψανο ανε6αίνει

'

,

τ εντωτο, πιστομητο, Κι' άλλο ξάφνου κατε6αίνει Και δεν φαίνεται και πλιό.

117 Και χειρότερα αγριεύει Και φουσκώνει ο ποταμός π ανtα, πανtα περισσευει Πολυφλοίσοισμα και αφρός. ,

,

,

118 Α! για-τ:ί δεν έχω τώρα

Τη φωνfι του Μαυσή; Μεγαλ6φωνα, την ώρα Οπο\ι εσ6ηούνtο οι μισητοί,

58


fΜΝΟ.Σ .ΣΤΗΝ ΕΛΕrθΕΡΙΑ

119 Τον Θεον ευχαριστούσε

Στου πελάου τη λύσσα εμπρός, Και τα λόγια ηχολογαιJσε Αναρί~μητος λαός.

120 Ακλου~άει την αρμονία Η αδελφη του Ααρών, Η προφήτισσα Μαρία, Μ' ένα τύμπανο τερπνόν,

(12)

121 Και πηδούν όλες οι κόρες I Με τ )ς αγκα'λ ες ανοικτες, Τραγουδώντας, αν&οφόρες,

Με τα τύμπανα κ' εκειές.

122 Σε κνωρίζω απο την όψη Του σπα{}ιοίJ την τρομερή, Σε κνωρίζω απο την όψη Που με δία μετράει τη γη.

123 Εις αυτήν, ειν' ξακουσμένο Δεν νικιέσαι εσiι ποτέ· 'Ο μως, οχι, ' δ εν ειν' ξ'ενο Και το πέλαγο για σε.

59


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛΏΜΟf

124 Το στοιχείον αυτο ξαπλώνει Κύματ' άπειρα εις τη γη, Με τα οnοια την περιζώνει, Κ' είναι εικόνα σου λαμπρή.

125 Με 6ρ1.Ι)..ίσματα σαλεύει Που τρομάζει η ακοή ·

Κά{}ε ξύλο κινδυνεύει

Κaι λιμιώνα αναζητεί.

126 Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη

· Και το λάμψιμο του ηλιού, Και τα χρώματα αναδίνει Του γλαυκότατου ουρανού.

127 Δεν νικιέσαι, ειν' ξακουσμένο, \ \ I Στην ξ ηραν εσυ ποτε· 'Ο μως,

.

οχι,

δεν

ειν

'

ξ'ενο

Και το πέλαγο για σε.

128 Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

Και. σαν λόγγος στριμωχτa Τα τρεχούμενα κατάρτια, Τα ολοφούσκωτα πανιά.

60


rΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕrθΕΡΙΑ.

129 Σtι τες δύναμές σου σπρώχνεις,

Και. αγκαλa δεν ειν' πολλές, Πολεμώντας, άλλα διώχνεις, Άλλα παίρνεις, άλλα ικαις·

130 Με επι-6-ύμια να τηράζης Δύο μεγάλα σε i}ωρώ, ( 13) Και -6-ανάσιμον τινάζεις Εναντίον τους κεραυνό.

13 ι Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, Και σηκώνει μια 6ροντή,

Και το πέλαιο χρωματίζει Με αιματόχροη 6αφή.

132 Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι, Και δεν μνέσκει ένα κορμί· ΧάQου, σκιa του Πατριάρχη, Που σ' επέταξαν εκεί.

133 Εκρυφόσμι γ αν οι φίλοι Με τ' ς εχi}ρούς τους τη ΛαμπQή, Και τους έτρεμαν τα . χείλη Δίνοντάς τα εις το φιλί.

61


134 ΚειΕς τες δάφνες, που εσκορπήστε (14) Τώρα πλέον δt:.-v τες πατε~. Και το χέρι οποiι εφιλήστε Πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135 'Ολοι κλαύστε· απο3αμένος

Ο αρχηγος της Εκκλησιάς Κλαύστε, κλαύστε· κρεμασμένος ΩσΟ:ν νάτανε φονιάς.

136 Έχει ολάνοικτο το στόμα Π' ώρες πρώτα είχε γευi}ή Τ' 'Αγιον Αιμα, τ' 'Αγιον Σώμα· Λες πως itε να ξαναδγή.

137 Η κατάρα που είχε αφήσει Λίγο πριν να αδικη&ή Εις οποίον δεν ατολεμήση Και ημπορεί να πολεμή.

138 Την ακούω, 6ροντάει, δεν παύει Ει.ς το πέλαγο, εις τη γη,

Και μουγκρLζοντας ανάβει Την αιώνιαν αστραπή.

62


rMNOΣJ Σ:ΤΗΝ ΕΔΕrθΕΡΙΑ

139 Η καρδιa σuχνοσπαράζει... Πλην τι 6λέπω; σο6αρa Ν ο. σωπάσω με προστάζει.

Με το δάκτυλο η {}εά.

140 Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη Τρεις φορες μ' ανησυχιά· ΠροσηλΟΟνεται κατόπι · Στην Ελλάδα, και αρχινά:

141 «Παλληκάρια μου ! οι πολέμοι Για σας όλοι είναι χαρά, Και το γ&να σας δεν τρέμει Στους κινδύνους εμπροστά.

142 :. Απ'

εσάς απομακραίνει

Κά{}ε δύναμη εχ{}ρική·

Αλλ' ανίκητη μια μένει Που τες δάφνες σας μαδεί·

143 ~Μία, που όταν ωσαν λύκοι

.... , .:.αναρχοστενε

ζ

,

εστοι,

Κουρασμένοι απο τη νίκη, Αχ! τόν νουν σας τυραννεί.

63


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛΩΜΟr

144 »Η Διχόνοια που 6αστάει

Ένα σκήπtρο η δολερή· Κα-8-ενος χαμογελάει, Παρ' το, λέγοντας, και συ.

145 »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει 'Εχει αλήitεια ωραία itωριά· ' γιατι' ριχνει ' Μην το πιαστε, Εισε δάκρυα itλι6ερά.

146 _'\. » .aπο Α

,

'

_Q.

,

στομα οπου φυοναει.

Παλληκάρια, ας μην 'πω{)ή, π ως το χερι σας κτυπαει Του αδελφού την κεφαλή.

'

. '

147 »Μην ειπούν στο στοχασμό τους Τα ξένα έitνη αληthνά:

Εάν μισούνται ανάμεσό τους Δεν τους πρέπει ελευitεριά.

148 »Τέτοια αφήστενε φροντίδα·

Όλο τα αίμα όπου χυ{)ή . Για {}-ρησκεία, και για πατρίδα, Όμοιαν έχει την τιμή.

64


rΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕrθΕΡΙΑ

149 »Στό αίμα αυτό, πού δεν πονείτε Για σtατρ_ίδα, για {}-ρησκειά, :Σας ορκίζω, αγκαλιασ{)ήτε, Σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150 »Πόσον λείπει, στοχασ{)ήτε, Πόσο ακόμη να παρ~· Πάντα η νίκη, αν ενω&ητε,

Πάντα εσάς {}-' ακολου&ή.

151 » Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία! Καταστήστε ένα σταυρό, Και φωνάξετε με μία: Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ.

152 »Τό σημείον που προσκυνάτε ΕΙναι τούτο, και γι' αυτο Ματωμένοvς μας κοιτάτε Στον αγώνα τό σκλη(?ό.

153 » Ακατάπαυστα το 6ρίζουν Τα σκυλιa και το πατόύν Και τα τέκνα του αφανίζουν Και την πίστη αναγελοον.

65 5


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛQΜΟr

154 » Εξ αιτιας του εσπάρ&η,εχά&η Αίμα α&ώο χριστιανικό, Που φωνάζει απο τα οά&η Της νυκτός: Ν α 'κδικη&rο.

155 »Δεν ακούτε, εσείς εικόνες ΊΌυ Θεού τέτοια φωνή; Τώρα επέρασαν αιώνες, Και δεν έπαυσε στιγμή.

156 »Δεν ακούτε; εις κά&ε μέρος Σαν του Αοελ καταδοα· ' ' Δ εν ειν ' φυσημα του αερος, Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157 »Τι &α κάμετε;

&' αφήστε

Ν α αποκτήσωμεν εμείς'

Λευ&ερίαν, ή &α την λύστε Εξ αιτίας Πολιτικής;

158 »τ ουτο ανίσως μελετάτε, Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό·

Βασιλείς ! ελάτε, ελάτε, Και κτυπήσετε κ' εδώ».

66


Σnμείωσεc; τοu Ποιnτn

,

1) 2)

Δεύτε, παlδες των

Ελλήνων ...

Αρματώθηκαν τότε όλοι απο δεκατέσσερους

χρόνους καί α-

πανου.

3)

Η περιτειχισμένη ΤριπολιτσCι δεν έχει κάστρον, καί εις τον τό­

πον του κάστρου εννσt;C ο ποιητi]ς την μεγάλην Τάπιαν της πόλης.

· 4) Αγκαλα καί 'f1τον ημέρα όταν επάρθηκεν η Τριπολιτσά, ο ποιη-

'

' της ακο λο υ'θ ησε την κοινην φημην οπου τοτε

'

1

1

1

1

' εσκορπιστηκε, οτι το παι;ι-

σιμό της εσννέ6ηκε τρεις ώρες έπειτα από τα μεσάνυκτα.

5) ΕCναι γνωστον ότι το φέγγάι;ιι εvι;ιCσκεται τυπωμένον εις τες τούρκικες σημαίες.

S)

Ο λόe-δος Μπάιρον, είς την τρίτην ωδijν του «Όοη

Juan»,

πα­

ρασταίνει ένα ποιηriιν Έλληνα, oπotJ aπελπισμένος καί παραπονψένος διά την σκλα6ιCιν της πατρίδος του, iχει εμπρός του ενα κρασοπότηρον,

και. κοντa εις άλλα λέγει και τά ακόλουθα λόγια:

«...οι

γυναίκες μας χο­

ρεύουν αποκάτου από τον ίσκιον· 6λέπω τα θέλγητρα των

αλλα όταν συλλογίζωμαι μου δάκρυα».

ματιών τους·

ότι θα γεννήσουν σκλάδ.ους, γέμίζουν τά μάτια

Επέρασε ένας χρόνος αφού εγράφθηκε τοότος ο ύμνος

ολοένα ο ποιητi]ς ι:τοιμάζει ένα ποίημα για τον θάνατον του ·Λbρδ Μπάιρον.

7) Αγαλλιάσθω έρημος και άνθείτω ως κρCνον. Ηρα'tας Κεφ. λε' 8) Εtναι αληθινόν ότι οι Τούρκοι όρμησαν εναντία~ του Μεσο­ λογγιού τα ξημερώματα

αυτής της αγίας ημέρας· δεν είναι όμως αλη­

θινόν, καθώς τότε εκοινολογή{}ηκεν, οτι ήταν άνοικτες καί οι έκκλησίες· μJλιστα εκλεCσθησαv επιταυτού δια να tχουν οι Έλληνες όλην την προ­

σοχήν τους είς τον πόλεμον.

9) Και ειπέ μοι· γέγονε· εγώ ειμι το Α καί το Ω, η αρχη και το τέλος. Αποκάλ. Ιωάννου Κεφ. κα,.

10) Τά περιστατικa του περάσματος του ποταμού, της μJχης των Χριστουγέννων και της πολιορκίας του Μεσολογγιού ευρίΟ'I!.ονται κατα-

67


ΑΙΙ.ΑΝΊΆ ΣΟΛωΙΟr

στρωμένα εις την ιστορίαν του Σ~ρίδωνος Τρικούπη, εγκαρδίου φίλου του ποιητή. Αυτη η ίστορCα γλήγορα Θέ6.ει πλουτίσει ~ι την γλώσσαν μας και την φιλολογίαν μας.

11) 12) 13)

Είναι ένας απο τούς τίτλους του Σουλτάνου. 'Εξοδοζ Κεφ. ιε '.

Το καύσιμο της καραβέλας του Καπετaν πασά και ενΟς άλ­

λου καραβιού κοντa εις την Τένεδον, . τες

Οκτωβρίου,

29

14) Οι Χριστιανοl της Ανατολικής · Εκκλησl.ας συνηθίζουν να σπέρνουν δάφνΕς εις τες εκκλησίες την ημέραν του Πάσχα. Όταν επρωτοδια6άσθηκε το ποίημα, κάποιοι ε(J:τ:αν: Κρίμα I υψη­

λό. νοήματα και στίχοι σφαλμένοι! Για να δεχθώ την πρώτην, άκαιn;ε­ ρω να δικαιολογήσουν την δεύτερη παρατήρ-ηση. Μα τον Δία πΟύ εσά­ στισα

I

Αύριό θέλΕι έρ{}η και κανένας νά μου δείξη τ' αλφα6ητάρι με

το κονδύλι στο χέρι· α"iJ.JJ. εγω του το παίρνω και aπιθώνω την άκρηv του εις τα μεγάλα ονόματα του Δάντη και του Πετράρχη, του Αριό­

στου Και του Τάσσου, ~ι εις τά ονόματα όσων στιχουργώντας τους α­ κολούθησαν, και του . λέγω: Λάβε την καλοσύνην, Διδάσκαλε, νά γύρης τ' αυτιά σου εδω πάνου, και μέτρα. Κάθε συλλα6η είναι ένα πόδι, και για μας

και για αυτούς, όποιος και αν είναι ο στίχος όμως εσU δεν

ηξεύρεις νά τα μετράς. Το ψωνήεν, με το οποίον τελειώνει η λέξη, χ&­ vεται εις το φωvηεν, με το οποιον η ακόλουθη αρχινά" όμως το προφέ­ ρω, επειδη έτσι με συμβουλεύει η τέχνη της αληθινής αρμονίας. Το ια

(6ία), το εει (ρέει), τό α'ί (Μά'ί) και τα εξής, 6ταν δέν εtναι εις τό τέ­ λος του στίχου, δεν κάνουν παρa μία συλλαβή. Το τ ι μ η τέλευτο με το π ο λ λ ο ί,

τ ο κ α κ ο ς

με το τ υ φ λ ό ς

εtναι ομοιο­

• το ε χ θ ε ς

με το π ο λ λ έ ς. Τούτοι οί κανόνες έχουν κάποιες εξαίρεσες, τες οποίες οποιος έχει καλa θρεμμένη με τους Κλασσικαuς την ψυχήν του 6άνει εις έργον, χωρlς τόσο να συλλογίζεται, εις την ίδιαν στιγμην εις την .οποίαν

μορφώνει την ύλη. Π ίστευσέ μου, Διδάσκαλε, ή αρμονία του στίχου δεν ε(νάι πράγμα όλο μηχανικό, αλλα εCναι ξεχείλισμα τής ψυχής' μ' όλον

τούτο, αν φθάσης να μου αποδείξης ότι σφάλλω τούς qτίχους, θέλει γράψω των Ιταλών και των Ισπανών, νά τους δώσω τΎJν είδησιν ότι τους έ­

σφαλαν έως τώρα και αυτοί, και μη φο6άσαι νά σου πάρω για την έφεV.. ρεσιν το 6ρα6είον, γιατl

'3έλει σέ μελετήσω.

τσακίσης την λέξη θερι-σμέ ν α; (στρ.

A"iJ.JJ. ποιός σου ειπε 51)- Ποι.ός μου τόπε;

aπόκρυφο της· τέχνης μου και το παράδειγμα των μεγάλων.

να το

'Αμετρα ε{­

''αι τα παραδείγματα τέτοιας λογής, καί θέλει σου τα αναφέρω 6'λι:1 ένα

iνα, όταν αναvοηθώ π~ έχω καιρο νίi χάσω.

68

Ο Πίνδαρος lχει τσα-


κισμένες καμ(α χιλιάδα λέξες οι τραγικοί στούς χορούς ετσάκισαν αρκε­ τές καί αύtοί, καί ο Οράτσιος τους εμιμήθηκε. Το παράδeιγμα του Α­ ριόστου

Ne

men ti raccomando la mia Fiordi ... Ma dir non pote Iigi; e qui finio. (Cando ΧLΠ, 14) c

αναλει την εικόνα και Περιέχει πάθος λύπης. Το παράδειγμα του Π ιν· δάρου Ιδοισα δ' οξεί' ΕρινvUς πέφτεν εοι συν άλλαλο φονίq. γένος αρή"ίον

(

Όλυμπ. Είδ~ β' στίχ, 73)

αναλεί την εικόνα καί περιέχει πάθος τρομάρας. Το παράδέιγμα του Δάντη

Cosi quelle carole differentementie daιnzando, della sua ήcchezza. Mi si facean stimar veloci e lente. · (Parad. Cando 24) ειναι τέτοιοt οπού αν το διαβάσης με εκεινες τες άλλες θειες ζωγραφίες, και καταλά6ης ότι τέτοιες δέν τες κάνει κανένας, ίσως ημπορεί, Διδάσκα­

λε, να φιλιωθούμε· και ή φιλία θέλει 6αστάξη, όσο νά σου κάμω μία παρα_ τήρηση εις τον Π (νδαρο. ·Η λέξη όλον

(

Ολύμπ. Ειδ. β, στίχ.

55)

6ρ(­

σκεται τσαΚισμένη' για όποιο δίκαιο, η μουσικης, ή άλλο έπαρακινήθη­ κεν ο Πίνδαρος να την τσακίση, το πρ<bτο δίκαιο το εΙ.χε ή φύση της

λέξης, η οπο(α, αν τσακισθη, εναvrιώνεται με την ιδέα.V που παρασταί­ νει. Σε 6λέπω και. φρίττεις, και ετοιμάζεσαι να μαδήσης τα μαλλιά σου ωσaν το θ του Λουκιανου (Δίκη φωνηέντων)' αλλσ. ησύχασε, γιατl. ο

Πίνδαρος μ' όλον τΟ'Uτο μένει πάντα ό ίδιος γιά καθέναν' ό lδιqς για μ.ε, οπού 6ρίσκω την τέχνην οπου εtναι, ο ίδιος για σέ αιτού ξανοίγειζ τές οξεtες οπου δεν λεtπουν ... 6λέπω ένα χαμόγελο εις τά χεtλα τών ξένων·

άλλα δεν το κάνουν τόσο πικρό, γιατl 6έ6αια -3υμοiινται καί τα δικά τους. Σχετικa με την εννοια- των στροφ. σημείωση τοϋ ποιητή.

.

*

24

Καί

25

νά μια aυτόγραφη

-

«Γιά νά. μη με ξανασκοτίσουν οι φλύαροι, οι οπο'ιοι μη γνωρίζον-

τας τη φύσι της Τέχνης δεν ημπορσuν να κρίνουν σωστα τά μέσα oπoiJ

uεταχειρίζεται, φανερόνω, ότι οχ ι μόνον η Μεγάλη Βρεταννία δεν . ειναι

* Στ'tjν

εχδοσ'tj TspζliΧ'IJ

-

Κέpκtιpιχ

-

1895,

μs τ:iJν φpοντt/Jιχ

Ιιχχ. Πολuλ<Χ.

69


ΑΠΑΝΤΑ .ΣΟΛgΜοr

χτυπημένη απο τούτη τή στροφή, αλλ(χ παρασταίνεται δυνατή, καί άγρυ­

πνη είς τα μεγάλα συμδεδηκ(ι του κόσμου. Νά, γυμνοι; ο στοχασμός οποv έπαράστησα με μίαν εικόνα. Η Μεγάλη Βρεταννία αλαφιάζεται εκείνη τη στιγμη μήπως τα κι νήματά μας επροέρχονταν

( I)

απο τ'η

Ρωσσία, και της λέει ~λεις να πάρης €σu 'ς τη στερηά, δύνουμαι να πάρω, κ' εγω ς' το πέλαγο, κ' έτοιμάζομαι. επήρε λάθος καί χαίρομαι>>.

70

-

Η αλήθεια εtναι 'που


ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ «ΥΜΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΑΕΥΘΕΡΙΑη

Ο «Ύμνος στην ποίημα απδ

158

Ελεv{}ερία>ι του Σολωμού

εtναι

ένα μεγάλο

στροφές. Κάifε στροφfι αποτελει'ται απδ τέσσερεις στl­

χους: δύο οκτασύλλαδους όμοιοκατάληκτους, έναλλaξ μέ δύο έπτασύλ­ λα6οvς ομοιοκατάληκτους. Τό μέτρο εtναι τροχαϊκ6. Οι στίχοι αρχί­ ζουν με δύναμη, με πείσμα, με μακρa συλλα6ή, γιατt το ποlημα ε(ναι μαχητικ6, υμvητικ6, εκδικητικ6. Το γέννησε το πατριωτικό πάifος τού

ποιητή· ή συνείδησή του τελεί σε κατάσταση διέγερσης άπο τηy aρχfι ως τό τέλος. Την πλημμυρούν έντονα συναισ{}ήματα ποικlλης εκπήγασης.

Ξεκινάνε απδ ανατάσεις καt δραματικeς περιπέτειες της φυλής. Σ' αvτ8ς τις ιστορικ8ς αναδρομ8ς η μορφη της

Ε λ ε υ

if

Ελλάδα εκπροσωπειται με τη ifεία

ε ρ ί α ς.

Ο ποιητης λέγοντας

Ελεwερία

εννοει πατρlδα- Ελλάδα. Γιατt το πάifος για ανεξα{!τησία και λευ­ τεριq συνυπάρχει και δεσπ6ζει σ' όλες τις έκδηλώσεις της Ελληνικής

Ιστορlας.

Όταν ο Σολωμός χαιρετίζει την επάνοδο τrjς Ελεwερίας

στην ελληνικfι γη με την Επανάσταση του

1821,

χαιρετίζει τον ξεση­

κωμό του λαού, την ε{}νικη ομαιιnιχία για την αποτlναξη του αλλ6ifeη­ σκου τυράννου, κα' την έπάνοδο της

λευτεριάς,

Ελευifερίας στην έρωμένη της

Ελλάδα.

Αλλa δεν αρκε{ται στα περιστατικa της Επανάστασης. Το πvεvμα της ελευίfερlας εiναι πανταχού παρ6v . .Σέ στεριeς και σε {}άλασσες, σε πολιτε(ες καt σε νησιά, ενώ σύγχρονα δεν ξεχνάει και δεν παραλεlπει

va

ανατρέξει και σε περασμέvα χρ6νια, σε

στα{}μοvς της ελληνικής

ιστορίας, που έπαιξαν 6ασικο ρ6λο ρτά ελληνικa πεπρωμένα.

Το ποίημα αρχlζει με προσφώνηση του ποιητή στην Ελεwερlα

-

Ελλάδα. Της λέει πως αναγvωρlζει τη μορφή της απδ το κοφτερό

σπαi}i που κρcnά, κι από των μα:ιιών της τήv έντονη ~κφeαση. Την κα­ λωσορίζει,· αποκαλώντας την «αvδρειωμένη>ι και μέ λ6για συμπ6vιας

της εκδηλώνει, μ.ι: ε1μμεσο τρόπο, και τη δική του πlκρα, tνω της εξι­ στορει τα δικά της 6άσανα μέσα στην ταπεlνωση καi τη σκλα6ιά. Τη

71


ΑΠΑΝτΑ ΣΟΛgΜοr

Όλέnει νά Όγαίiιει από τά <<κόκκαλα των Ελλήνων τά ίερ4>.

Ο Σπ.

Τρικούπης, που, 6πως_ μας λέει, τον συνέδεε μέ τον Σολωμό «ειλικρι­ νης φιλίω>, σταμωάει κι αυτδς στό lδιο σημείο του ποιήματος και ffαυ­

μαστικa επιδοκιμάζει τη σκέψη του ποιητή: «Η ελευ1Jερία της Ελλά­

δος συνενταφιάσ1Jη μαιζι με τους ήρωές της· όitεν τοvς τάφοvς ανοίγει και ο ποιητής απδ τα έκεί 1Jαμμένα ίερ(ι κόκκαλα την εΌγάνει ...».

Στα οστά και στις ffυσίες των Έλλήνων στο «..πλή1tος αtμα έλλη­ νικό>>, πού έσταζε άπο τό ρούχο της πατeίδας, η έλευffερία έμενε πι­ κραμένη πε{!ιμένοντας τήν αναο'lΜψη φωνή, που τις «Κλάψες» και τις « ~ Αλυσες»

fJa

την i6γαζε άΠΟ

της σκλαΌιάς.

Από την 9η στροφη ως την 15η ο ποιητΎ]ς άνατρέχει dτο παρελ­ {}όν.

Η

Ελευffερία γεμάτη παράπονο, απογοήτευση καί καημό, ανα­

{}υμa:ιαι μέ τά λόγια του ποιητ'ή τις ταπείνωσες που γνώρισε ζητών· τας Όοή1Jεια και συμπαράσταση .. για να αποκτήσει τελικa την πείρα, πως «δεν είναι εύκολες οι ffύρες

I

Εaν η χρεία τες κουρταλεί».

Η 15η στροφη δίνει τό σύνffημα: · «η τη νίκη η τη ffανή». Τη

ffέση της κατά#λιψης διαδέχεται τώρα η πατριωτικη επανάστατικη έξαρση.

Ο αγώνας υ καffολικός, ο πανελλήνιος, · παίρνει σάρκα "και

οστά. Κι ό ποιητf]ς άσυγκράτητος στη χαρά του, χαιeετlζει την άντeειω­

μένη -Ελευffερία, ποv ξεχύνεται πάλι από (<Τα ίερa κόκκαλα τών Ελ­ λήνωVJ>. Στο 'Ξγερτήριο σάλπισμα τού Έ{}νους, ακούγεται καί ή φωνfι

τού Ρήγα «πολεμόκραχτηη καλώντας τό λαό σέ εξέγερση. Μέσα σ' αυτό

το ένffουσιαστικδ αναστάσιμο κλίμα, που γεμίζει τίς καρδιtς της Ρω­

μιοσύνης, ό ποιητΎ]ς ιδιαίτεeα άΥαφέeεται στην πατρίδα του, στου «Ιονίου τa νησιώ>, ΠQV τα ολέπει τέτοια πού ε{ναι, σ' 6λη τη γυμνη δ.λή1Jειa. Γιατι κι αυτa ε{ναι <<aλυσσωμένωJ. Στο μέτωπό τους γράφει «Ψεύτρα έλευ1tεριά». Δε γελιέται υ ποιητης με τα μεγάλα λόγια της · άγγλικής διπλωματίας. ΚάfJε ξένος ζυγός, είναι ζυγός, όσο κι άν ο κατακτητ7}ς προσπαffεί νά τον χρυσώσει μέ πολιτισμl:να λ6για .. Σε συ­

νέχεια δίνει μιά γένικη εικόνα για τή στάση που τήρησαν τα διάφορα κeάτη της Εύρώπης μπροστa .στον άποφασιστικό, aπεγνωσμένο αγώνα του έλληνικού λαού για άπελευ1Jέρωση.

Η «Βάσιγκτον» χαροποιή1tηκε,

γιατi ffυμή#ηκε τά σίδερα της δικής της υποδούλωσης. Το lδιο και η Ισπανία.

Ο κα1Jένας τοπο{}ετεlται απδ τόν ποιητfι ανάλογα με τα έργα

του. Χτυπιέται το «ffηρίοη η Αγγλία και ο

(<

Αετος>>

-

Η Αυστρlα­

που ευημερεi κατασπαράσσοντας τίς ιταλικtς σάρκες:. Η ΕλευfJερία τώρα έχει άλλα καf}ήκοντα νά επιτελέσει. Δε χρο­

ι·οτριοεί περισσότερο. Βλέπει· κρίνει· άξιολογεί και προχωρεί. Είναι

72


ΑΝΑΛrΣΗ ΕΛΛΗΣ ΑΔΕ:Ε:ΙΟΙ

6ράχος { στροφη 29) που αφηφά τίς καταιγίδες. Εtναι το -ο-ηρίο ( στρο­ φfι 32) που του άρπαξαν τα μικρά του και «αlμα αν{}ρώπινο διψά». Και στην άγρια επι-ο-ετικη ορμή της η

Ελευ-ο-ερία συναντάει μπροστά

της τή

Τριπολιτσά. Οι στροφeς

35

δύστυχη, την τουρκοπαιδεμένη

ως και τη

74

από

είναι μια μεγαλόπνοη περιγραφη άγριων συγκρού­

σεων, όπου ή ψυχη του ποιητή αΡαγαλλιάζει από το άφ-ο-ονο χυμένο τούρ­ κικο αlμα. Η χαρά του είναι άπροσμέτρητη aπο το -{}έαμα σφαγμένων κορμιων και νεκρών τουρκ ικwν σωμάτων. Τον πλημμυρίζει η ικανο­

ποίηση της κά-Jαρσης. 'l'o δlκιο χέeι της εκδtκησης για τα δεινa της Ρωμιοσύνης τεσσάρων αιώνων. Το ύποδέχεται, αν και εύαlσ{}ητη ή ψvχη τοϋ Σολωμαύ, με ανακούφιση · είvαι η επιοαλλόμενη πληρωμη ε­ πιτακτικοv χρέους.

Η φαντασlα του ποιητή φέρνει από τόν Άδη τά

τραγικa πλ1]-ο-η των iJυμάτων της τουρκικ·Υjς -ο-ηριωδίας, που με ποιη­

τικeς αναπαραστάσεις d.φ-ο-αστου μεγαλε[ου, μοναδικες σε πρωτοτυιτία έμπνευσης, τα 6λέπομε να λα6αίνουν μέρος στη μάχη καί να συμπο­ ρεύονται τά πλήiJη των νεκρών με τους μαχητές. Και όταν στήν στροφ1]

72 τελειώνει η μάχη καί «σάν ποτάμι το αtμα εγίνη I και κυλάει στην λαγκαδιά ...» αναπτερωμένος ό ποιητής, χαιρετ[ζει πάλι fJριαμ6ευτικd τη Λευτεριά.

Μετa τη νικηφόρα εξέλιξη της σύγκρουσης στην Τριπολιτσά, οι Τούρκοι υποχωρώντας, όσοι διέφυγαν τη σφαγή, προχωρούν προς τήν Κόριwο

γυρεύοντας καrαφύγιο.

Το τοπίο

γύρω στην Κ6ριν{}ο πα­

ρουσιάζει την ερήμωση που δημιουργεί ένας πόλεμός. Ενώ μέσα στην Κ6ριν{}ο

( στροφeς 80 και 81)

η πείνα -ο-ερίζει τα τουρκικa απομει­

νάρια.

Ξανa, από τη fJεeισμένη τουeκιa η φαντασία του Σολωμοv περ­ νάει σε χαρούμενα οράματα. Βλέπει μια αναγεννημένη

Ελλάδα. Καμα­

eώνει νέες κοπέλλες, που χορεύουν στα έπινίκεια, «κρινοδάχτυλες παρ­

{}έvες

/ όπου κάνουνε χοι;ι6» και μέσα στη χαρά του χαιρετίζει πάλι

τη Λευτεριιi ... Αυτός ο χαιρετισμός, όπως -ο-α παρατηρήσουμε, ακολου­

{}ει κά{}ε χαρούμενη στιyμη του Ύμνου. Είναι σαν επωδός. Εlναι μια έξαρση, ένα ξεχείλισμα, ένα ψυχ ικό ξέσπασμα, που τό συναντούμε και

στα δημοτικa τραγούδια, αλλa και σιην κλασσικη έντεχνη ποίηση. Ό­ ταν ανε6αίνει η στά-{}μη της συγκίνησης,

εiτε άπό

-{}λίψη ε/:ιε αnο

χαρά, καί η ανάσα κόοεται, ζητάει νά σταματήσει η αφήγηση, για να ξεκουραστούν καί να αναπνεύσουν Όα-ο-ιa τα άΥαστατωμένα σω{}ικά. Ε­ διh η επωδ6ς, ή αv&παυλα πeαrματοποι6(ται με το υμνητικό

-

όn(JJς

73


ΑΙΙΑΝΤΑ .ΣΟΔ2ΜΟΙ

iJa το λέγαμΕ σήμερα. - Γεια σου Λευiεeιά! Χίλιοι yα'ναι οι χρόνοι σου, Λευτεριά[ .... Απο τη στροφη 88, που η ΕλευfJερία έχει πάει στο Μεσολόγγι, ο Σολωμος επανέρχεzαι στο σχήμα της aποστροφής. Σταματάει την περιγραφη και απευ1Jύνεται κατ' εwείαν στην

Ελεwερία. Εiναι η

εορτη των Χριστουγέννων. Μέσα στην ' Εκκλησία ανταμώνουν κι ανταλ­

λάσσουν φίλημα ή

ΕλευiJερία με τη Θρησκεlα. Δύο δυνάμεις πανί­

σχυeες καί συναγωνίστριες για τηy ελληνικη απελευiJέρωση.

Η

Ε­

λευiJερία περιγράφεται και εμφανίζεται αάν η αρχηγός τω;; όπλωΥ, ενώ αγγέλλει στους άπιστους τη γέννηση του λυτρωτή. Που αvτος παν­ τοδύναμος «όλην iJέλει iJανατώσει που από τη ατροφη

104

I

τη

μισόχριστη σπορά ...». Και

κάνει iμπραχτη την παρουσία του.

Ο ποταμός

Αχελώος πλημμυρίζει πνίγοντας στα φουσκωμένα νερά του τον εχ{}ρδ με τά άλογά του καt τον οπλισμό του. Και τέτοια ευφροσύνη δοκιμάζει πάλι ο ποιητής, που εκφωνεί επικατάρατες επικλήσεις

( στeοφη 112);

Αχ και να γινότανε ν' ακούσω έτσι να οουίζει ο oαiJVς ωκεανός- Ό­ χι μόνο ο Αχελώος-και να οουλιάξει στα κύματά του κι η τελευταία τούρκικη σπορά ... και τα ψοφίμια τους νά σωριαστοvνε γύρω στην Α­

γιά Σοφιa καί να κατεοει νά τα μα: ζεύει ο Σουλτάνος ...

<ιΚάiJε πέτρα μνήμα ας γένει Μ' αργσπάτημα ας πηγαίΡει

I

I Καί η Θρησκεtα κ η Λευτεριa Ι

Μεταξύ τους και ας μετρά>>.

Μέσα στον αφανιομο των ΤσVρκων, ο Σολωμός {}υμάται από τα

Ιερa Γράμματα παρόμοιες σκηνες ολέ#ροv, και ζήλεύει που δεν έχει τη eητοeικη ικανότητα του Μωϋση, για νά υμνήσει τη {}εία παρουσία

{στροφες

118, 119, 120).

Εδώ αποδείχνεzαι ο Σολωμος oaiJVς μελε­

τητης και γνώστης των ιερών 6ι6λίων της χριστιdνικής {}ρησκεlας και της Αγίας Γραφής.

Ο Σολωμδς στον 'Υ μyσ ατενίζει προς τη Θρη·

σκεία και την Ελεwερία σαν προς δύο συμμάχους . Και στο πλημμvρι­ σμα του

Αχελώου, πάλι Όλέπει τη συμπαράσταση . της φύσης στο έργο

το αγαiJό της ελληνικής επανάστασης.

Ακολοwούν στροφες εγκωμίου της έλληνικής φυλής, πού όπως οι κατa ξηeaν αγώνες 6τσι και οι κατa 'ί)άλαασαν eχουν στεψt)εί απο τα παλιa τα χρόΥια με λαμπρeς επιτυχίες . Παρ' όλο πού πάντοτε οι

δυνάμεις τοϋ εχ{}ρού ήσαν aπείρως μεγαλύτερες . Φέρνει για παράδει­ γμα τψ πυρπολημένη καραοέλα του καπετaν Πασά καί το άλλο τουρ­

κικό πλοίο, που το αχρήστεψε το ελληνικο ναυτ-ι~ο στην Τένεδο στις

29

του Οχτώορη

( σιροψη 120).

Αλλa μιλώντας για #αλασσιΥοiις αγώνες, ο συνειρμός των παρα-

74


ΑΝΑΛr.ΣΗ ΕΛΛΗ.Σ ΑΛΕ:Ε:ΙΟr

στάσεων, με ένα άξιο~αύμαστο ψvχολογικο πήδημα, φέρνει μπροστa στον ποιητη την εικόνα του νεκeού σώματος τοϋ Πατeι&eχη, που μετa τον άπαγχοvισμό του πετάχτηκε 01η ifάλαοοα, στην Κωνσταντινούπολη. Στις στροφές

135

και

137

δίνεται υπο6λητικa όλο το δeάμα του τeα­

γικού χαμού τσιi αρχηγού της Εκκλησίας. Και σaν να λα8αίνει aφοeμfι απο τις κακοτυχιές του Ελληνισμού, η 'Ελευifερία οάvεται να φροvη­

μιnίσει τις νεώτερες γενιές . νέσεις

( 142).

Αλλάζει τόνο. Στeέφεται προς παeαι­

Ομολογεί ότι αναγνωρίζει την ανδρεία τους και

παλικαeιά τους. Ξέeουν νά νικοt5ν

στο τέλος εμφανίζεται φο6ερη και άπαισία δύναμη, η διχόνοια

φές

143

και

144)

ti'JV

αλλά πσιό το όφελος, όταν

( 141),

( στeο­

-πmι αδίσταχτη σηκώνει χέρι αδελφσκtόνο. · Οπότε

και 'iJ καλη φήμη που έχουν κεeδίσει οτό tξωτε(}ιΚΟ tά tλληνικa όπλα, μετατρέπεται σε δυσφήμιση

( στeοφeς 147

και

148).

Ο συμ6ουλευtt­

κος τόνος στη στeοφ11 .149 γίνεται επίκληση για συνετισμ6. Το έργο, τους λέει, δεν ολοκληρώ~ηκε. Πολλa ακόμη εtνaι νά γίνουν

{ στeοφη

150). ύ

Ύμνος τελειώνει με κάλεσμα των 6ασιλέων tης γης, όπως

κάτω από το έμολημα του Σταυeοt5, χeιστιανοι αυτοί, ενω{}ούν όλοι

μαζ'l για την καταπολέμηση των άπιστων ιισκυλιwν». Ο Ύμνος στην Ελευ~ερία του Σολωμού γράφηκε tό το

1824

τυπώifηκε για πρώτη φορa στο Μεσολόγγι.

λες επανεκδόσεις και πολλές μεταφράσεις

tov

1823

και

ΑκολοΜ}ησαν πολ­

σέ ξένες γλώσσες.

Ο

ίδιος σ Σολωμός tόν εlχε δώσει και στόν Σπ. Τeικούπη, για να τον έδειχνε στο Λόeδο Βύρωνα, και να είχε τή γνώμη τοΙJ Άγγλου ποιη­

τή γιά το ποίημα. Αλλa ο Ύμνος δεν πρόφτασε να πάει στα χέρια του. Ο μεγάλος φιλέλλην π~ανε στο μεταξύ.

Το έτος

1865

με 6ασιλικο διάταγμα αποφασίστηκε οι πρώτες

01ροφΕ:ς του <<Ύμνου στην

Ελε~ερlα»

τοv Σολωμού, να καifιερω­

ifουν ως ο επίσημος << Εifνικος Ύμνος» της Ελλάδος. Έκτοτε ο

« Ύ­

μνος στήν EλΈ:vifεeίa» μας είναι γνωστός σαν << Εifνικδς Ύμvος)) και ο μεγάλος Διονύσιος Σολωμος ως « Εifνικος ποιητής». Aifήvα

16-9-1975

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

7S


Ο

-;ά.φο~ ϊ:οu

2:ολωμ.οu

στ-i]ν πλατεία.

ΑγίοΙJ Mcipχou,

στην

Zcixu·ιθo


Νεκρολόγnμα στό θόνατο του Σολωμοό

Ιακ. Πολυλά ΠιwχθΕ-ς επαράδωσε τό πνεύμα ο Κόμ. Διονύσιος Σολωμός. Dοιον·

άνθρωπον έχασεν ο έλληνικbς κόσμος, η aνθρωπότης όλη, αρκετa .καί μόνα τό δείχνουν η ευαγγελικη ζωή του και τά ποιητικά του Εργα, ώστε κάθε εικόνισίς των, εις τi1ν παρούσαν στιγμήν, εtναι περιττή. - Αλλ&. πε­ ριττο δεν είναι είς τό 6αρiJ πένθος, όπου έπλημμύρισε ταις καρδιαlς των

κατο(κων τής Κερκύρας -

όπου ο αείμνηστος με αγάπη έπέρασε το

άν{}ος της χαριτωμένης _ζωής του, και εlδε, αχ! μόλις εις τά χαράματα

ταις γαληναίς ημέραις ηΊς γεροντικής ήλικίας, όπου, με υπομονη και μέ πfστην άσά.λευτην εις η)ν αλήΟεια, ωρ(μαζε τόυς γλυκοiις καρπσuς του

νοός του, όπου τέλος άφήνοντάς μας εις τα δάκρυα αναπαύ{}ηκε εις τα βάθη εκε1νου του νοητοv κόσμου, του οποίου προαισ6ανότουν τα μυ-

στήρια, και εις το ο~ο(ον, καθcbς ό ίδ~ος ε(πε και εις ταις ύστεραις ήμέ-. Qαις της σκληρ1~ς ασθενείας του, ό -Α λ η θ έ ς

,

ti ν

θ ρ ωπος δ λ έ π ε ι

ο το

δέν είναι όχι, περιττο να προσφέρει και ο ελάχιστος μίαν

μαρτυρίαν της άγάπης, την οποίαν εκείνος είχε το χάρισμα νά εμπνείισει

και εις τιιν πλέον αναίσθητη ψυχη με τό αγγελικό του ήθος' · ώς ''α ε(χε τόση δύναμη η φλογερή του καρδιά, c:iSστε ν' αναστήσει και τά νεκρωμένα

αισθήματα εις τά ξένά στήθη. Αυτός, ό οποίος ε(χε την

ι:iρεη1, πόόναι το στεφάνι των d.λλων aρετών, τη γλυκει&. ταπεινοφρο­ cη)νη, τόσο αληθινή, ιοστε έστόμωσε τό n:ικρο δόντι τοϋ φθόνου, άύτός,

απ' έκεί όπου ε(ναι, δέδαια δέχεται με εύγνωμοσίινη τους στεναγμοιΊς: μας, καθ~)ς με τρυφερι1 συγκtνηση έδεχότουν ζώντας μεταξύ μας το χαι­

- ρέτισμα του . μικρότερου ανθρώπου. · Η Κέρκυρα που εχάρη t:ικοσιοκτι'ι> χρόνους την σε δα στη τούτην

'Ί'παρξη, εχει το πικρο προνόμιο να δλέπει σιμα είς ;ο πένθος οπου σκεπάζΕι όλlη την ελληνικι) γη, το χάσμα · που άφήνει είς tού-ς κόλπους της ό θάνατος τού αγαθού ανδρός; του πλο{,σιου . ευεργέτη, του θερμΟ(' φίλου, και, ως προς αυτο μόνον, τούτος ο τόJcος

-

τού οπο(ου μικρ11

παρηγορία απομένει ή μεγάλη αυτη και αξιοθρήνητη δόξα νά τόν εδιά-

77

·


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑ

λεξε δεύτερη πατρίδα του, λέγοντας συχνa εδώ · θ' αφήσω τα κόκκαλά μου.

η Κέρκυρα μόνη δύναται να ξέρει και να αισθανθεί πόσο

-

τέλεια εις τον Μεγάλον 'Ανδρα. τον οποίον κλαίμε, εφαρμόζονtο οι εξης I

I

στιχοι

τον:

Κι αν τα πόδια σου. ΚΑΛΕ. κι αν για την κεφαλή σου κρίνου; ο λί{}-ος έ6γανε, χρυσο στεφάν' ο 'Ηλιος, δώρο δέν έχουνε γιά σε, καί για το μέσα πλσύτος. Όμορφος κόσμος, η~ικός, αγγελικό. πλασμένος.

78


Ση. Λόμηροu- Λ6νοι:

« Απέθανε~ νπήρξεν η λέξιςt η μόνη μεθ' ης επέστρεψε 6αρυαλ­ 9 Φε6ρουαρίου του 1857. Δεν η­

γής εις τον ο(κον ημών ο παη'-Jρ τη

ρωτήσαμεν περισσότερον. Εtχον παρακολου{tήσει την αγωνίαν -του ποιη­

τού οι πατριωτικοt ο(κοι της Κερκύραςt ούς η ιδέα της ενώσεως, . το ό­ νειρον της εθνικής αποκαταστάσεως συνέδεε προς τόν ψάλτην του αγώ­

νος ως προς τινά οικογενήt και δεν είχομεν ανάγκην να μάθωμεν ης ο κλείσας τους γλυκείς οφθαλμούς.

Ήτο ίδιον ημdw πένθος το πένθος

της Επτανήσου, το πένθος του εθνους. Και ότε ' την υστεραίαν διήρχε­

το η πένθιμος πομπή εκ της πατρικής μου οίκίας, έδρεξε τους cχpθαλ­ μούς μου, τους οφθαλμούς μου τούς παιδικούς, τό πρώτον δάκρυ όπερ

έχυνον επl τη θέq. νεκρικού φερέτρου.

Ήμην παιδίον μόλις έξ ετών,

αλλ' άκόμη εν&υμούμαι ζωηρώς την κηδείαν εκείνην του πρεσδύτου. Πα­ ρήλθον έκτοτε τεσσαράκοντα και πέντε όλα έτη, και ο χρόνος λευχάνας

πλέον · την τότε ξανθήν κόμην του πάιδός εσάρωσεν έκτοτε περt εμέ προσφιλεστέρας υπάρξεις και ερρίκνωσε νεανικας ελπίδας και ελακπά·

τησεν εθνικά. ιδεώδη και εδημιούργησεν άλλα περl εμε είδωλα, στηρί· yματα του άρχομένου γήρατος.

Αλλ' όμως δέν απεσδέσθη προ εμού η

ζωηρά ανάμνησις του ημικλείστου παραθύρου, εξ ου εν αλλοκότφ και εν μέρει άσυνειδήτφ παιδική συγκινήσει παρηκολούθουν δια των cχpθαλ­ μών την κηδείαν εκείνην, την μεγάλην λοφι<χ.ν του κράνους του αρχιμου­ σικού με την υψωμένην του μουσικήν. ράδδον, τους επισήμους τους συν­

ηγμένους περt τον βραδέως φερόμενον νεκρικόν κρά66ατον, ον εδάστα­ ζον οι ευσταλέστεροι των νεανιών της θρηνούσης Κερκύρας, τα πλήθη των αστ<hν και τάς γραφικάς ενδυμασίας των άγροτών.

Αληθινa δεν

εκηδεύετό την ημέραν εκείνην ο κόμης· η νησος όλη αντιπροσωπεύουσα

τουi; απανταχού 'Ελληνας, προέπεμπεν εις τον τάφον τον Ποιητήν. Οπόσον δίκαιον είχετε, ω Ζακύν1'tιοι,

6τε οκτrο έτη

μετa τόν

θάνατον του Διονυσίου Σολωμού ανακομίζοντες τά όστά αυτού εις την γενέτειραν, ην έσκεπεν ήδη η γαλανόλευκος σημαία τού έθνους,

ou την

79


ΛΠΑΝΤΑ ΣΟΛQΜΟr

έθνικiιν ανάστασιν είχε ψάλλει εκείνος, και καταθέτοντες αυτa εν τφ

περιφανεστάτφ κέντρφ της έλευθέρας Ζακύνθου, εκαλέσατε την πλα. τείαν εκε(νην Πλατε(αν του Ποιητού. Δεν είχετε ανάγκην να ονομά­

σητε το όνομά του, ως δεν ε(χεν ανάγκην ο

των πατρ1ων aοιδών ενόει λέγων· Ο ποιηη'-Jς του

ΙταλΟς να εξηγήση τίνα

Onorate 1' altissimo Poeta.

'Τμνου της ελευθερίας δεν ηδύνατο άληθώς να

τύχη μεγαλειτέρας τιμής ταύτης, ης έτυχε παρά των ιδίων συμπολιτών .

Η μυροΜλος νήσος των ποιητ(όν, η μήτηρ του Φωσκόλου, οστις iδρεψε ξένας δάφνας εyκολ."tωθεlς την γλιbσσαν του

Ιταλού πατρός, η γενέ­

τειρα του Κάλ6ου, η πατρtς του 'ffρτζέτη, έδωκε δικαίως τa σκήπτρα ε.ις τόν ηδύλαλον υμνητην της εθνικfις δόξης

Onorate 1' altissimo poeta.

Αλλ' ο ποιητής σας, ω Ζακύνθιοι, εί.νε και του έ1'tνους ·ο ποιητής. Ε(χε δίκαιον ο Ιούλιος Τυπάλδος, λέγων τφ 1857, κατά την εν Ζακύνθφ τελετfιν του ποιητού. ~Κατά 6άltος ε.νόησε την ελληνικiιν ζωfιν και είδε το μέλλον όπου τψ προσμένει και με τον δυνατόν του νουν, με την με­

γάλην του ψυχη,, αγκάλιασεν όλον τό έθνος και έγεινε πρώτος και μέ­ γας θεμελιωτi]ς της νέας μας φιλολογίας». Δια τούτο {[αρa την ψυχραν τού τάφου του πλάκα, vπο τους πόδας τής νέας γλυκείας λιθίνης του

μορφής, δέν άπετίσατε μόνοι σεις τόν φόρον του δικαίου σας θαυμα­ σμού πρός τον μελφδικον συμπολίτην, αλλά συγκατέθηκε τους στεφά­ νους αυτr}ς η όλη Ελλaς ευγνωμονοι~σα και υμνολογούσα τον υμνήσαντα τους μεγάλους αυτης αyωνας.

Η όλη ΕλλιΊς αντιπροσωπευομένη σήμε­

ρον εντα-όθα, δι)ναται νa επαναλά6υ προς τον ποιητfιν τους στίχους του Βαλαωρίτου.

Ήλ3α να γονατίσω · σ' το μνήμα. σου καί να σου πω να μη καταφρονέστις το χάρισμά μου το φτωχό .... διο το μνημόσυνό σου σώφερα νεκρολίδανο, σώφερα κ' αγιοκέρι . Η Ελλaς όλη, ναι! Των μεγάλων ποιψών η γενέθλιος κοιτtς μοι · ράζεται σvνήθως την δόξαν την . εξ. αυτής aπαστράπτουσα\! με τ.αζ μυρ Ψ>νύμους πατρίδας, εις ας απηχεί το άσμα της εμχνε,υσμένης αυτών μούσης, ων τάς καρδ{ας συνδονεί η μάγος αυτών λαλιά .

Ο δε στέφα­

νος ο περιβάλλων iην μεμόυσωμένην . αυτών κεφαλi)ν απαρτtζεται εκ φύλλων αμαράντων, άτ.ινα συγκομίζουσιν ώtασαι όμού αι πόλεις του εο,•ους, εϊς ο ανήκε ι. ο εθνικος ποιητής. Δια το11το Οί άρχαίο ι παρίστu­

vον επτ.a πόλεις διαμφισ6ητούσας την γέννησιν του Ομήρου. Δια τούτο

80

.


ΝΕΚΡΟΑΟΓΗΜΑΤΑ

πεντήκοντα και εξ τιμητικι:Jν επά.ιtλων εtχεν αξιωθι) ό αρχα(ος Σιμω­ νίδης.

Ουδ' ·άνε6αίνει τυχαίως επl τα χείλη μου τό δνρμα του μεγάλου

ποιητοv της Κέω. ΕCνε αληθώς περίεργον, ότι εκ δύο νήσων, της εύφό­ ρου καί ύδατοπληθούς νήσου των Κυκλάδων εξ άνατολών, της ανθο­

σπάρτου του · Ιονίου πρασιάς, της Ζακύνθου εκ δυσμιόν, εξε6λάστησαν εν τψ αρχαίψ Μι τφ νέφ ελληνικφ κόσμφ οι δύο μεγαλοφωνότατοι υμνφδοl τής ελευθερίας, ό Σιμωνίδης και ο Σολωμός. Είνε δε περέρyοι αληβιός αι ομοιότητες καί χαρακτηριστικαl αι διαφοραt των δύο ποιητών.

·Αμφότεροι

rπιλαμ6άνονται καθ ' 6λου σχεδΟν πάντων των ειδών

της λυρικής ποι11σεω;. Εις αμφοτέρους δυνάμεθα νά εφαρμόσωμεν τουθ'

όπερ εν τφ Σιμωνίδη επήνουν οι αρχα(οι τεχνοκρ-ίται, την εκλογ1Ίν των

ονομάτων την γλαφυρaν και ανθηρaν σύνθεσι''· Αμφότεροι εχουσι υπε­ ρόχως ανεπτυγμένην την ρυ{}μικην ποικιλίαν και τον μελικόν χαρακτήρα. Καί ο μεν aρχαίος λυρικος υπήρξεν αυτος και ο μουσικος συνθέτης

των ιδίων μελών, ων η γλυκύτης ανέδειξεν αυτον άξιον του επωνύμου

Μελικέρτης . Το δε μελωδικον της ποιήσεως του Σολωμού εν χρόνοις καθ' ους τό μέλος δf.ν εtναι πλέον αναποσπάστως συνδεδεμένον μετa του

ποιήματος αις εν τη αρχαιότητι, κατέδειξεν η εύκολος είς την μουσικην καθυπόταξις των στίχων του Ζακυνθίου ποιητού, οτ' επελήφθη αυτόJν η δημώδης μουσουργία και ότι εκ των αθανάτων στροφών του -'Τμνου της ελευθερίας εξέ.κρουσεν η μεγαλουργος

λύρα του Μαντζάρου τον

εθνικον ύμνον.

Και ο 6ίος bε τών δύο ανδρών παρουσιάζει μεγάλας ομοιότητας,

παρά τον μέγαν αριθμον των ετών, άτινα χωρίζουσιν αυτοiJς παρa τους εικοσιτρείς και πλέον αιώνας, οίτινες παρήλθον μεταξ\ι Σιμωνίδου καί Σολωμού.

Ο Ζακύνθιος κόμης ε(νε ευπρεπης άμα ευπατρίδης και ε-u­

προσήγορος αστός, προθύμως συγκατα6αίνων μέχρι του πλήθους και των παιδίων αυτών.

Όχι δ' ολιγιοτερον του Σολωμού εταίρος των ύ­

ψηλιόν κοινωνικών στρωμάτων και δημοκηδης ciμα είνε ο Κειός ποιη­ τής όστις εtχε την τέχνην μετ<χ της αυτής ευκαμψίας ν' αναστ(Υέφηται εν ταις αυλαίς των τυράΥνων της Θεσσαλίας και της Σικελίας καί ~ν τη αγορQ. των δημοκρατικdw Α{}ηνών.

Κατa τρόπον δε ανάλογον, ει μη παντελώζ όμοιον, αμφοτέι!ων τας εκ6ε6ακχευμένας ψυχaς θολώνει η σκέψις του χρήματος, του μεν Σο­ λωμού κατερείπουσα την φαιδρότητα δια δίκης μακράς, τον δε Σιμω­ vίδην άγουσα αυτόχρημα εις φιλαργυρίαν και επιζήτησιν υλικής αμοι-

81 6


.ΑΙΙΑΝτΑ ΣΟΛS!ΜΟr

6ης δlά τα δημιουργήματα τής υψηλής αυτού μούσης.

·Αμφοτέρων

η

φύσις έχει τι τό ανεκδοτικον και το φιλόσκωμμον, την σπινθηρίζουσαν αγχίνοιαν και τό δηκτικόν. Τέλος δ' ως ο Σιμωνίδης λέγεται αποπειρα­ θεtς να γείνη άναμορφωτijς της αρχαίας ορθογραφίας δια της εισαγω­

γής νέων γραμμάτων, του Η και του Ω, εις το έλληνικον άλφά6ητον,

ούτως ο Σολωμος επεζήτησε ν' απο6ή ηγέτης γλωσσικής σχολης, η; τας αρχaς διετράνωσε μεν εν τοις ποιητικοίς αυτού έργοις, εξέθηκε δ'

εν τφ διαλόγφ μεταξv του Π οιητού και του Σοφολογιωτάτου. Και ο ποιητικός δε χαρακτi]ρ των δύο ανδρών έχει μεγάλας ανα­ λοyίας. Και εξωτερ.ικώς ακόμη οι δύο ποιηταt ομοιάζουσι προς αλλή­ λους δια της αγάπης και της ευστόχου εκλογής των επιθέτων, δια της

απλότητος και της φυσικότητος του καλλιτεχνικού αισθήματοζ. Το οι­ κτίζεσ3αι μή μεγαλοπρεπώς, αλλα παθητιΚώς, όπερ η αρχαία κριτικη εθεώρει χαρακτηρίζον· τον Σιμωνίδην, ή ηδυμελης εκείνη ποίησις του

Κείου λυρικοu, η ζητούσα να συγκινήση όχι δια του . δυσαναδάtου υ­ ψους του π ινδάρου, οχ ι δια της πυργώσεως 6ιαίων διανοημάτων, αλλλ

δια της χάριτος της μαλακώς συγκλονούσης τάς ίνας της καρδίας, δια της απεριστρόφου απλότητος του ομαλού κάλλους και φυσικού σθένους

της ποιητικής συνθέσεως δια του εξόχως γραφικο-ό των εικόνων προσ­

ιδιάζει και εις τόν Σολωμόν.

Αμφοτέρων των ποιητών ή μούσα είνε

γραφική. Εφαρμόζεται και εις τον Σολωμόν ό,τ.ι ο Σιμωνίδης εξετέλη

εν τη ποιήσει, προσαγορεύων την μέν ζωγραφίαν ποίησ~ν σιώπωσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν. Αληθώς Και εξ αυτών των σωζομένων

αποσπασμάτων του μεγάλου ποιητού της Κέω δύναται η γραφιΚη να εξαγάγη σκηνaς απαραμίλλους. Π ολiι δε μάλλον έΠέτυχε καί έτι ζων­ τανώτερον δύναται να επιτύχη εν τω μέλλοντι ή νέα ελληνικη τέχνη, μετάγουσα εις εγχρώμους σιωπώσας ποιήσεις τας λαλούσας ζωγραφίας του

Σολωμού.

Αληθώς τα σχεδιάσματα των Ελευθέρων πολιορκημένων, πολv δε

μάλλον τ' αποσπάσματα του Λάμπρου, πολλαt των ωδών αυτού, η σκιf.t του Ομήρου, ή είς τον Μάρκον Μπότσαρην, ή ωδη εις την Σελήνην,

ο θάνατος της Ορφανής, ο θάνατος του Βοσκο-ό, η Ξανθουλα, η Ευρυ· κόμη

-

και αναφέρω μόνον ολίγα των ποιημάτων αυτού

-

εlνε αυτό­

χρημα έτοιμοι εικόνες. Λείπει μόνον του ζωγράφου το χρώμα δια να

κατατεθώσιν εις μεγάλην πινακοθήκην ης έκαστος πίναξ 3α εξεικονίζη μίαν πολύχρωμον σκηνήν, μίαν νέαν φύσιν της ποιητικής δημιουργίας του Σολωμοv.

Είνε δε ούτω γραφικη ή ποιητικη aντίληψις του Σολωμού καθ'

82


ΝΕΚΡΟΛΟrΗΜΑΤΑ

όλου, είνε ούτω πολλή ή περίσσεια των εϊκόνων εν τtι ψυχή αυτού, ώστε και αυτών των ολιγοστίχων του αποσπασμάτων ένια φαίνονται γε­ γραμμένα εν 6(q. μόνον Και μόνον δια να εμπεδώση επι του χάρτου δραπέτιδα ακτίνα φωτός, ήτις δ-ιέλαμψε την γοργήν φαντασίαν του ποι­ ητού, ανοίγουσα πρό των ρεμ6ών αύτού οφθαλμών γοητευτικον πανό­ ραμα ωραίων εικόνων.

Αλλ' ιδίως ο ζωγραφικος χαρακτηρ της ποιήσεως του Σολωμού

διαπηδi- ενώπιον ημών εν τφ

'Τμνφ εις τήν έλευθερίαν και εν τη

ωδή εις τον θάνατον τοϋ Μπά'ίρον. Εκάστη σχεδΟν στροφη των δύο τούτων ποιημάτων είνε άξία του χρωστήρος μεγάλου ζωγράφου. Αύτος δε ο Λέσσιγκ τέλος ήθελε καταθέσει την γραφίδα μη δυνάμενος να δια­

στείλη τα όρια της ποιήσεως καί της γραφικiις επt τη αναγνώσει του aριστοτεχνήματος εΚείνου, δι' ου ο ποιητης της ανθοπληθούς Ζακύν­

θου έψαλλεν ουκ άνευ ζηλείας την μοίραν της ηρωικής εκείνης νήσου,

ης το καταΚεκαυμένον υπο των υπερ πατρίδος θυσιών έδαφος όλίγα μόνον χορτάρια ηδυνήθη να παράσχη εις τόν στέφανον της Δόξης της περιπολούσης τά καπνίζοντα ερείπια των Ψαρρών.

Και ο Σολωμός, ως ο Σιμωνίδης, έχει τας γλυκερCις σελίδας του,

και αυτος δύ~αται να επονομασfιή ηδυμελίφθογγος ως ο aρχαίος Μελι­ κέρτης.

Έχει και ο μελφδΟς της Ζακύνθου τους θρήνους και τρόπον

τινa τα παρί}ένιά του ως ο Κείος ποιητής.

Αλλ' η μεγίστη των δύο

αοιδιόν όμοιότης έγκειται εν τοις ποιήμασιν εκείνοις ων θέμα είνε η

πατρίς. Οι ηρω·ίκοt πρόμαχοι του Μαραθιόνος, οι γενναίοι ναυμάχοι του

Αρτεμι·σίου, οι μεγάλοι νεκροl των Θερμοπυλών, οι νικηταl των

Π λαταιιόν καί της Μυκάλης, οι ένδοξοι άγωνισται του Ευρυμέδοντος είνε το θέμα των υψηλών στροφών, των συγκινητικών ελεγείων, των πα­ τριωτικών επιγραμμάτων του Σιμωνίδου.

Ολίγοι στίχοι ήρκεσαν εις

τον μέγαν Κείον ποιητi]ν όπως άποθανατίσu την θρησκευτικην εκπλή­

ρωσιν του προς την πατρίδα καθήκοντος, την ευκλεά τύχην, τον καλον

πότμον. τον ίερον τάφον των θυμάτων τής ελευθερίας, 6πως στεφανώση την αρετi]ν των περσοκτόνων των ρυσαμένων την δουλοσύνης.

Ελλάδα απο της

Ως οι αροχα(οι δακτυλιογλύφοι επέδειξαν όλην αυτών την

τέχνην, σμιλεύοντες εν μικρ<{> άριστοτεχνήματα οχι ανάξια των μεγά­

λων έργών της γλυπτικής, ούτως

Q

Σιμωνίδης, ο aριστοτέχνης της επι­

γραμματικής ποιήσεως, κατώρθωσε να μικροτεχνήση μεγαλουργιίJν η

να μεγαλουργήση μικροτεχνών τα βραχέα εκείνα ύμνητικCι των εθνικών

ι~γώνων επιγράμμα,

ων έκαστος

στίχος είνε άλλο μνημείον, έκάστη

λέξις ίση προς ανδριάντα όλον.

83


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛQΜΟΙ

Προς την έΠιγραμματικην δ' έκείνην 6ραχύτητα του Σιμωνίδου αντιπαρα6αλλόμενος ό Σολωμός φαίνεται έκ πρώτης όψεως αδυνατών να μικροτεχνήση

έντος 6ραχείας στεφάνης την μεγάλην δόξαν τ()υ

άγώνος. Άλλa το επίγραμμα είς τήν καταστροφην των Ψαρίόν δεικνύει, ότι είχεν ύπέροχον και την αίσθησιν και την επιτέχνησιν της σιμωνι­ δείου επιγραμματοποιtας. Καί αυτa δε τά δύο του μεγάλα ποιήματα δι' ων iψαλε τον άγώνα, ό 'Τμνος είς την ελευ-&ερίαv καί η ωδη εις τόν

θάνατον τuu Μπά'ίρον καλώς εξεταζ9μενα, δυνάμεΟα να είπωμεν οτι αναλύονται, ως είς χωριστaς ε ίκόνας, ούτω και εις χωριστa επιγράμ­

ματα περl των μεγάλων σκηνών της επαναστάσεως, περl των καλλιστε­ φάνων ηρώων του εθνικοv αγώνος. Είνε δε πράγματι κρίμα, ότι δεν ηυτύχησαν οι ήρωες και οί μάρτυρες, αί νίκαι και αί θυσίαι του με­

γάλου αγώνος. νάπαθανατισθώσιν, ιδίq. υπό του Σολωμού, δ' επιγραμμά­ των αναλόγων προς τΌ γραφεν περL των Ψαρών, άτ.ίνα θα ήσαν εφάμιλ­ λα πρός τά επιγράμματα του Σιμωνίδου.

Η νέα

Ελλλaς 6ραδέως και

μόλις εν ταις καθ' ήμάς ημέραις 1iρξατο ανεγείρουσα τους άνδριάν­ τας τών μεγάλων δημιουργών τής ελευ-&ερίας, αλλa καί επt των 6άθQων

τcύν ανδριάντων τούτων και επt των απερίττων πλακtδν, αίτινες iΚάλυ­ ψαν το θνητον αυτών σκ{lνωμα, εψέλJ.σσε το πλείστον αδέξια κωτίλμα­

τα χελιδόνων η μούσα των επιγόνων, οσάκις, τουθ' όπερ έτι χεiρον, δεν wκνησαν Οί ανα-&έσαντες τά μνημεία να Παραδώσωσιν είς τόν λιθοξόον ωχρα ελεγειακα επιγράμματα εν αρχα(~ γλώσση, στιχοπλοκικα

δοκί­

μια αρχαιομαθόJν λογίων ψυχρότερα συνήθως και αύτού του λίθου εφ' ου εχαράχθησαν.

Ούτως ου μόνον ό 6ίος, άλλα και τα ποιητικα θέματα καl η καλ­ λιτεχνικη

αϋτών επεξεργασία έχουσιν

ίκανi]ν ομοιότητα παρά τε τφ

Σιμωνίδη και τq> Σολωμψ.

.

Καί όμως, όταν εξετάσωμεν εγγύτερον την κατα τό φαι,:όμενον

μεγίστην των ομοιοτήτων περl τα ποιητικα θέματα, την αναφερομένην εις τους μεγάλους εθνικαuς αγώνας, ων τήν εξύμνησιν ανέλα6ον αμφό­ τεροι οι ποιηταί, ου μικραν θα εύρωμεν τήν διαφοραν των

τούτων,

άγόJνων

διαφοραν εξ ης έν μέρει εξηγε{ται καί ό διάφορος τρόπος της

εθνικής υμνωδίας μεταξiJ Σιμωνίδου και Σολωμού.

Ν~ι. Εtνε αληθές. Περl Πατρίδος και ελευθερίας ηγωνίζοντο και οι μηδοφόνοι του Σιμωνίδου καί οι τοuρκομct'χοι του Σολωμού. Αλλ' 1]

παtQ'Lζ των περσικών πολέμων υπήρχεν. Ί'φίσταντο πόλεις μεγάλαι και ι:ινθο;jσαι, μητροπόλεις λαμπρόJν αποικω)γ εγκατεστημέ.νων απανταχοι'Ι

της Μεσογείου και του Πόντου, εστίαι ευνομίας, πλούτου καί πολιτι-

84


~"'ΕΚΡΟΛΟΓΙIΜΑΤ Α

σμου, ας fιλθε να καταπατήση καί καταδουλώση ό 6άρ6αρος. Είς τόν

Π έρσην 8Πιδρόμέα ηδύνατο ναντιτάξη τας κραταwς άύτής τριήρεις ή πλουσία Κόρινθος, η πολυπίδαξ

Εφύρη του Σιμων(δου. Είχε σθενα-.

ροuς 6ραχίονας η εύμηλος Τεγέα, ό Οπους, μητρόπολις Λοκρών . εϋθυ­ νόμων, η ευρύχωρος Σπάρτη ε(χε 6ασιλείς και ως τοιούτος άπέθανεν εν θερμοπύλαις ηρω'ίκώς ό Λεωνίδας Σπάρτας 6ασιλε\ις αρετaς μέγαν

: λελοιπως κόσμον αέναον κλέος τε. Και ύπερ πάσας εκε(νας τας έλευθερί~ τε3αλυίας πόλεις συγκΕνtρ<ί>νοντες απάντων των Ελλήνων την δύναμιν, το κλέος .και τον πλούτον υπερεξείχον οί :Αθηναίοι, lχοντες πόλιν κρα­

ταιοτάτην και τριήρΗς υπερηφάνους, δι' ων 'Ι']δύναντο να δοξασθώσι ρυ­ σάμενοι δουλοσύνας την πατρίδα, ότε η Ελλaς εδέχθη την τραχείαν του

Πολέμου νεφέλην, κατa την ωραίαν εκφρασιν του αρχαίου ποιητο~ . . AΊJ..a τι πάντων τούτων ε(χεν η 'Ελλaς του 1821; Π ου ήτο 'I'] πατρlς των ηρώων του Σολωμο{ι;

Δεν ε(χον ελευθερίg τεθαλυίας ευρυχώρους, ευθυνόμους, πολυπί­

δακας, πλουσίας πόλεις, αφ' ων ν' απαμύνωσιν επιτρέχοντα την γην . αυτών τόν 6άρ6αρον. Τα πάντα

ε(χε ξηράνει ο 6αρ6αρικ0ς λιψ: Τάς

πόλεις αυτ<.ίιν κατείχεν ο κατακτητής, Δεν είχον τείχη, δεν εlχον στρα­ το{ις, δέν εlχον στόλους, δεν εtχον χρήμα, δεν εlχοv ελι:;υθερίαν, ην να

διασ<.ίισωσι, δεν εCχον πατρίδα, ην άγωνιζόμενοι να διαφυλάξώσι. Πτωχοί, εξηντλημένοι υπο της μακράς δουλείας τεταπεινωμένοι

το φρόνημα υπο κατακτήσεως μακραίωνος, ό)φειλον να δημιουργήσωσιν αυτοl πατρίδα. Βασίλισσα του κόσμου άλλοτε, είχεν απο6άλει η Ελλας

το στέμμα το βασίλειον και ~ερι6ληθή στέφανον εξ ακανθών:

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει φιλελεύ-&ερη λαλιά, ένα εκτύπαέ τ' άλλο χέρι απο την απελπισιά. Πανταχού φρίκη, θάνατος, ερμιά:

Σάν ποτάμι το αίμα έγίνη, καί κυλάει στη λαγκαδιά,

και το ά{)ψον χόρτο πίνει αίμα αντlς για την δροσιά. Οί μαχηταl εκείνοι της ανυπάρκτου,

της ονειροπολουμένης, της

85


ΑΠΑΝτΑ :ΣΟ.ΔΩΜΟr

πλασ{}ησομένης πατρίδος cόφειλον να δώσωσιν εις αυτi)ν ελευθερ(αν, ψ αυτοl iπρεπε ν' αναστήσωσι, τεθαμμένην εντος των τάφων, κρυπτομέ­

νην εν μέσφ τών κοκκάλων. Αύτi)ν την νεόπλαστον θεaν του εξαναστάν­ τος ελληνικοu γένους, αυτi}ν την μεγάλην φυγάδα της ελληνικi)ς γής, επανερχομένην εις το πάτριον έδαφος το ηρειπωμένον, το δεδρεγμένον υπό των ιδρώτων καί των δακρύων του δούλου, το καταπεπνιγμένον -ύπο

του τιμίου αίματος των ηρώων και μαρτύρων της πατρίδος, αλλa περι­ σώζουσαν την αρχαίαν ανδρείαν, περι6ε6λημένην την προτέραν δόξαν, επαγγελλομένην την επάνοδον της αποιχομένης αίγλης χαιρετίζει ιfν­ θους ο ποιητής:

Απ' τα κόκκαλα 6γαλμέvη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρωτ' ανδρειωμένη, χα'ιρε, ω χαιρ' Ελευ{)-εριά. Απο των οχθ<Ι>ν της γενετείρας, εφ' ην επέρριπτε προστάτιν σκιι':ιν

η σημαία της Αλ6ιόνος, απο των χαριτωμένων δειράδων της πατρίου

νήσου, εφ' ας ειχε σωρεύσει πλούσια τα δωρα της φυσικi]ς καλλ<>νης ο δημιουργός, πλανώμενος ο οφθαλμός του ποιητοiι δια των γλαυκων

υδάτων του

Ιονίου έφέρετο επl. τας αντιπέραν ακτι':ις του Χλεμετζίου,

ητένιζε την γείτονα παραλίαν του Μεσολογγίου. Και τό μεν Χλεμούτζι εν&ύμιζεν εις τόν ποιητi]ν τον αλησμονήτως προς αυτο δεσπότην της

Πελοποννήσου

Κωνσταντlνον τόν

συνδεδεμένον

Παλαιολόγον και η

φαντασία αυτο\1 έπειτα τον νικηφόρον εκε'ίνον αυθέντην του δυσαλώτου

μεσαιωνικου φρουρίου, τον ευτυχrος εν τφ στρατοπέδφ των εν απόπτφ κειμένων

Π ατρ<Ον πανηγυρίσαντα τους ηγεμονικούς του γάμους νυμ­

φίον, παρηκολούθει απα(ροντα χάριν της κινδυνευούσης πατρίδος εις άλλους αιγιαλούς, εις το ετοιμοθάνατον

Βυζάντιον και φορούντα το

στέμμα το ακάνθινον και κλείοντα τους οφθαλμαuς μαρτυρικιbς παρι':ι την πύλην του αγίου Ρωμανού. Και έπειτα απο χθαμαλης εκείνης θινος του Μεσολογγίου, ης μόλις διεγράφετο ασαφi)ς είς τόν ορίζοντα ή γραμ­ μη, ηχει εις τα τε{tαμδημένα αυτού ωτα ό κρότος των τηλεβόλων, αναγ­

yέλων οτι, καί αν εσαλεύοντο τα τελευταία προπύργια, άτινα καρτερι­ κώς υπερήσπιζον οί λιμοκτονούντες αμύντορες, δαγκάνοντες το 6όλι ό­ περ έτόξευον κατα του τυράννου, ε'ιχον όμως· ακόμη ακατάδλητον την

ελληνικi}ν ψυχi)ν οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι. Και <>τε απο ·της <~γωνιζομένης τον αγώνα ηρω·ίκής πόλεως έφερεν

86


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

εις τας ακοaς αυτού η ποντιιlς τας στοναχιlς των μητέρων και συζύ­ γων της ηρω'ίκής εξόδου, και ότε η υπερπόντιος αύρα προσεκόμιζεν εις αυιον τους θρήνους των κηδευόντων τον λόρδον Μπά'ίρον, τούς κοπε­

τουp των ΣΟ'ι.•λιωτών . θαπτόντωv τον Μάρκον Μπότσαρην, ο Σολωμος δενΙ εθρήνει ως επl ποταμών Βα6υλώνος, αλλ' απο της ηρεμαίας ταύτης

σκοπιάς, ήτις ηυτύχει δυναμένη να παρέχη εσθητάς και άρτον εις τους φυγάδας των δηώσεων και της ερημώσεως Και συστρατιώτας, χρήμα και ενθάρρυνσιν εις τους μαχομένους, δίκην άλλου προφήτου εμεγαλοφώ­ νει εύελπις και πεποιΜτως την ανάστασιν του γένους. Και το έθνος επανελάμ6ανε τας ωδaς αυτού, καί επl των πτερύγων της μούσης του

Σολωμού, ως επι άλλης κι6ωτού της σωτηρίας, εφέρετο πλησίστιον προς την ελπίδα, προς το θάρρος, πρός την νίκην. Το άσμα του ε6αυκάλα τους μαχομένους, εστήριζε τούς ναρκώντας, ηλέκτριζε τους aπαυδώντας.

Και 6τε μετ' αγωνας υπερανθρώπους, μετα μάχας πολυνέκρους, μετα καρτερίαν αξίαν θαυμασμού, αφ' ού η πείνα εtχε ρικνώσει το 6αμ6αι­ νον στόμα των λιμωττόντων, αφ' ου η δίψα ε(χε στεγνώσει τα ωχρa

χείλη των αιχμώντων, αφ' ου ο θάνατος είχε σαρώσει τους οίκους, αφ' ου ο πέλεκυς του τυράννου είχεν aποψιλώσει τα δάση και γυμνώσει τας πεδιάδας, αφ' ου ο δαυλΟς του 6αρ6άρου ε(χε κω)σει τον ο(κον του

αστού και το άροτρον του

γεωργού, ότε εtχε παύσει η ώρα καθ' ην:

Στέλνει ο άγγελος του ολέitρου Πείναν και itανατικό, Που με σχήμα ενος σκελέitρου

Περπατο-ύν αντάμα οι δυο. Καί πεσμένα εις τα χορτάρια Απε-&αίνανε παντού Τά -θ-λιμμένα απομεινάρια Της φυγής και του χαμού. Και εσu αθ-άνατη, εσυ itεία, Που ό,τι itέλεις ημπορείς , Εις τον κάμπο , Ελευitερία,

Ματωμένη περπατείς. Ότε μετa την πε{ναν και την δίψαν, την σφαγijν κα~ τον αvδρα­ ποδισμόν, επεφάνη καλλιστέφανος η Νίκη επl των ηρημωμένων εχι: l.-

87


ΑΠΑΝΊΆ ΣΟΛQΜΟr

νων πεδiων καί επι τών πορφυρών υπό του αίματος σων 6τε τέλος

εκείνων -&αλασ­

:

Τό χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμος ευθiις εγέμισ' άνθη. τότε τϋ ί!θνος, τρί6ον τους οφθαλμοuς και αισθανόμενον έαυτό χαίρον αντt οι.μώζοντος,

ευτυχες

αντi. κακοδαίμονος, ελεωερον αντl δούλου

και καταγράφον είς τάς δέλτους της ευγνωμοσύνης αυτοu τους μεγάλους του πεζομάχους και τους γενναίους του ναυμάχους, τους ηρω·ίκοί•ς πορ­

θητaς πόλεων καί ακροπόλεων και τους ατρομήτους πυρφόρους των θα­ λασσών ηδυνήθη να είπη:

Έστω δεδοξασμένος ο 'Τψιστος, με ηλευ­

θέρωσαν οί 1)ρωές μου, με ηλευitέρωσεν ο ποιητής μου. Ευγνωμοσύνι1 fίς

τα

όπλα των μαχητuJν, ευγνωμοσίινη εις την λύραν τού ποιητού

μας.

ΊΌυ ποιητού τοι'•του παρεδώκατε, ω Ζακ·ύνΟιοι, προχΟες εις τον; uφθαλμο1ις τοu Εθνους την γαληνιαίαν όψιν, ην ωραίαν ανταπέδωκε πρός

τα πρόσω οαίνουσα καί υπu της μεγάλιjς του μορφής φπνευσθείσα η νfα ι:;{.ληνικιΊ τέχνη. Και ότε υπο το εραστuν φως της ευώπιδος σελήνης, ώς θα έλεγεν ό

Πίνδαρο;, περιίJδον την Υήσον ι•μών τας νύκτας οι .

i:μμελοίς χοροi των πατρίων ύμών νεανιών, Πανηγυριζόντων τα αποκα­ λυπτ{)ρια του ανδριάντος του Ζακυνitίου δάρδου, άνεπόλησα τους ιιρ­

χαίους εκείνου; χορο-l•; τους περιάδοντας

'Αλτιν κατa τας ημέρας των

την ιερaν της

Ολυμπίας,

Ολυμπίων, ότε αί πόλεις εώρταζον τα;

εν τψ πανελληνίι~ εκείνφ <iγ<όνι νίκας τών τέκνων αύτιυν. Ολυμπιονίκα; δεν ετίμα. μόνον η yενέτειQα.

Αλλa τούς

Ήσαν λογάδες στεφανη­

φόροι τ11ς Ελλάδος συμπάσης, ήτις επεδείκνυεν εν τψ ιερψ εκείνφ χώρφ υπό την ειρηνικ1Ίν οψιν του - Ολυμπίου Διος, τούς άριστε(ς της σωματι­ κι']ς ευμελεία; και αρεη']ς, του; hυναμένους καί οφείλοντας να τρέξωσιν

ιlταν εκάλει η ελληνικ1'1 πατρίς, από του σταδίου της

Ολυμπίας εις τα

πεδία των Θερμο:τυλών και των Π λαταιdιν. Ομοίως ο

Ζακuνθιος

Ολυμ:τιονίκης της

λί•ρας δέν ανήκ:::ι εις

μιίνην τήν ΖάκυνGον, αλλ' ανήκει εις όλον τό έθνος. Η μνήμη αυτο1.1, ιιν ζωντανότερο\! ιη•επολήσαμεν τάς ημέρας ταύτας, ανέ6η ζωηρa εις την συνείδησιν του έθνους ()λου. Οι στέφανοι οίτινες θα κοσμήσωσιν την

εσ;τ:έραν ταύτην τον αγήρω αύτού τάφον δεν προσεκομίσθησαν απο μil· νων των λειμώνων της πατρίο:u νήσου, οuδε μόνον εκ των οχθών του Ι λωσού, όστις παραQρέει το - ανάκτΟ(ΙΟν του δασιλέως των

88

Ελλήνων,


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΛ

αλλ' επλέχ{}ησαν εξ ανθέων φυομένων απανταχοu, όπου υπάρχει 6λάστη­

σις ελληνικ1) επt εδάφους ελευθέρου, επλέχθησαν και απο τα λl.γα χορ­ τάρια που έχουν μείνει στην iρημη γη των Ψαρών.

Ο δε στέφανο;

εκε{νος της γενετείρας των πυρσοφόρων Οαλασσομάχων συμ6ολίζει τον

aτέρμονα, τον αόρατον στέφανον, δι' ου άπειροι αλύτρωτοι ελληνικαl πατρίδ~ς προσπαθοι\σι τρόπον . τι να . να περι6άλωσι με χλωρΟ.ν άνθησιν

νέου 6ίου τάψυχα κόκκαλα του κοιμωμένου ψάλτου της ελευ3ερίας. Και εν εικόνι εξάλλφ, εν{)υμιζούσll τας μεγάλας στροφaς του εθνι­ κού αοιδού οιονεt φαντάζομαι δίκην άλλων σκιών μελανειμόvων κατερ­ χομένας εις την Ζάκυνθον σήμερον τας ελληνίδας πόλεις των δούλων

απο των εσχάτιων της Μακεδονίας μέχρι του Βοσπόρου και απο του Ευξείνου μέχρι του

Παμφυλίου κόλπου:

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά, 1

σαν

τα

το

l

ρουχο

e.e.' κρευυατια

I

οπου

στα

σκεπα

ει

' στερνα. ,

Και όμως ύποφέγγει έπl των μετώπων της πενΟηφόρου εκείνης συνοδlας ακτtς χαράς και οιονει ακούω αυτας ψαλλούσας εν χορώ επt

τη προσδdΚίq. ευτυχισμένης του μέλλοντος μεγάλης ημέρας νέον τινa εθνικον ύμνον :

Απ' τα κόκκαλα δγαλμένη του Σολωμού τα ιερά, και

σαν

πρωτ

'

,

αν δ ρειωμενη

χαίρε, ω χαιρ' Ελευ-&εριά.

*

*

Σημ. Εκδ. Το~ λ6yον οιuτόν σ.π-ήyγειλεν ο Σπ. Λιtμπρσς στη Ζltκιινθο 1 Ιοuνίοu 1902, στις έορτές των Αποκσ.λuπτηρ(ων του οινδρtltντος τοu Σολωμοι} · το χεφόγρ:ι:φον Όp1σκετα.ι στο: οcρχ~ίοc t'ljς Τεκτονικ~ς Στο<Χς Ζα.κόνθο•J.

89


~

·a. ω

φ

;:)

.....:! :>

"" μ

!iE ~

t>

U>

ο

;>

::!..

Ε-<

1-<

""

"" c Ιθ<

ο

..-:: ο

ο

s::-

·~

α.

>-

ω

-$""

"

"'

~

·.2"" φ

s::-

μ

""


Ο Σολωμός στον ιc:nno

Με 6ρησκευτικi] κατάνυξη εκπληρώνω την έντολη που μου έκαμαν την τιμή να μου εμπιστευθούν αγαπημένοι συνάδελφοί μου. Με κατάνυξη θρησκευτικη να σταθουμ' εμπρος εις την aστόλιστη αυτi)ν εικόνα· ο καλλιτέχνης μόλις φαίνεται πως τήν εσκάλισε λιτα στο μάρμαρο επάνω, για να μας θυμίζτJ, λευκος ημερόφαντος ίσκιος που μολαταύτα δε θέλει να φύγη απο τα μάτια μας, να μας θυμίζυ. το

πέρασμα του Ποιητή απο τη ζωή. Καλα. του στή{)ηκεν η εικόνα στο άλσος τούτο, που ε(ναι και του λα"ίκού αναψυχη και του μοναστικού πεζοδρόμου καταφύγιο. Είναι απο

τους τόπους που μ.' iνα στίχο ζωγραφίζονται στο τραγούδι του· ποιητή:

Εδώ δεν έλειψε ποτε λουλούδι kαi. πουλάκι· Και αν θα έπρεπε να συμ6ολίσουμ" ένα ποιητη όσο πιστότερα μπο­ ρ αόμε, απο που θα πάρουμε τη δροσια και την ευωδια για να μετα­

φέρουμε στη γλώσσα μας την καλλονή της ψυχής του; Απο που αλλού, αν όχι απο τα λουλούδια; Καί απο που αλλού παρa απο τα πουλι<'ι θα δανειστούμε

τα φτερα για να παραστήσουμε το αι6εροπλάνητο περπά­

τημα της φαντασίας του; Για να μας δείξη ο ποιητi)ς τή συνείδηση που

τον κατέχει του εξαιρπικού του υποκειμένου πού τον κ,!Χνει να κρ&ζu μέσα στή λυρ-ική του μέθη

:

Και τ' άσ:τρα μ' όλο τους το φως κοιτούν με ερωτευμένα , δέ δρίσκει για να μας

π11ραστήστι την εκστατική

του ευτυχία τότε

παρ<'ι μονάχα τον έξαιρετικa ωραίο στίχο τούτο, μοσχομύριστο ωτο τόν αέρα ενος περι6ολιού:

Και ρόδο. μέσα μου πολύ , κρίνος πολiJς αν~Ηζει. 91


Άδολος καρπος του ανθοζυμωμένου του νησιού που τον εγέννησε και το~ πέρασε τα πρώτα νιάτα τον, στην πρώτη ειδvλλι.ακiι :ιreρίοδο του

έργου του, είναι ο ποιητης των λουλουδιών. Τα δέντρα και τ' άνθη λυ­ γίζοντ' εμπρός του και ανοίγονται. Στολίζει τα ξανθCι μαλλιit των παρθέ­ νων με ξαν3ες νιοθέριστες μvρτσύλες· και 6ταν ο θάνατος απλώνn στο

ίpέρετρο τίς όμορφες παιδούλες, τα λείψανά του, μοσκο6ολουν απο τριαν­ τάφυλλα και. απΟ γιούλια, τα ραντίζουνε γαζίες και. μοσκιές. Το ερωτικό του όνειρο τον οδηγεί σε ωραίο περιβόλι· εκεi κάθε φιλl ~νει να ξεφuτρώνn OJ.' ένα ρόδο ω.π' -rην τριανταφυλλ~. Το χόρτο

γινεται <άνθο~ απαλΟ στο πάτημα μιας a<JΠQοντυμένης. Οι ημέρες του Μαγιού cροδοφα(νοντα~ στα μάτια τοv. Το Μάη, μας λέει, ξυπν~ ωραιό­ τερη _η φύση.

Και την κάνουν λαμπρa και: γελάει πρασινάδες, ακ~νες, νερά. "Ανθη κι' άνθη 6αστουνε σιο χέρι παιδιa κι' a\fτρες, yυναίD<.ες καί γέροι .... Μια ψuχη που μέ τ' άνθη, μας λέει, εμ(σεψε, την "J.αρτερεί «νά 6ρΊι άνθη σα γυρ.ίσn:.~ Στην πρασινάδα ενός περι6ολwύ θα του φάνηκ' ι εμπρος

του,

.<L'·-

καν~

μας

δ

ι • ι ειχνει ενα του

θ

ι ι ειο αποσπασμα,

η

\

σκια

τοv

Ομήρου. Τη σννώδευε η «'γλυκυτάτη κλάψω, "J.αθώς τη λέει, του αηδο­ νισύ. Του αηδονιού πσυ καi. την ωρ' αυτiι ακούγεται στο χλωρό κατα­

φ\ιγιο τούτο, κα3ώς το γροικούσεν ο Σοφοκλης γλυκά cνα μινuρεται.» στόν Κολωνό του. - ο ψάλτης ποu και τώρα θα σνντροφεύn την εΛJ.στα­ τικiι σιγαλιCι της μαρμαρωμένης εικόνας. Καί. ακόμα και ύστερα, στα πολiι

ωρψώτερα χρόνια του ο ποιητiις όταν ξεμάκρυνε άΠb τη χαρά του ειδυλ­

λίου για να γείρn στα οοθη ενός ίδεοκρατικοu επικοίι λυρισμού, ξανοίγετ'; η γαλάζια πεταλο\ιδα στο φυσιολάτρη στ(χο του νά ενωδιάζu τον 'iSπνο

της μέσα στον άγριο "J.ρ(νο. Το πλήθος των εχθρικών αρμάτων στους

«. Ελευθέρους Π ολιορκημένοv~ τον παρουσιάζεται σαν το πλήθος των άνθών "J.αι τών "J.aQΠdw την άνοιξη. Στο χάσμα τοu σεισμού 6αθιά σ'

ένα τοίχο πέρα, καθ<Ι>ς φυτρώνουν οι ωραwι στίχοι απο τούς καημο\ι; της καρδιάς, κοιτάζει.

Να 6γαίνουν dνi}ια πλουμιστά, νά τρέμουν στόν αέρα,

λούλουδα μύρια που καλούν χρυσο μελισσολόϊ, άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύδουνε τη χλόη.

92


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

Και ο iδιος ο ποιητi}ς με τους υψηλούς του στοχασμοiις που προς

τους ουρανσuς τρεμοσαλεύόυν, καθό>ς tα υψικόρυφα δέντρα, με τα τρυ­ φερά του αισθηματικa ξεχειλίσματα που μας ευφραίνουν καθοος οι χλο·ί­ σμένες δραγιές, είναι σαν ένα περι6όλι.

Καi. ομως ο Σολωμός, ποιητi}ς των λουλουδιών, δεν μας προσφέρει παρ(.ι ελάχιστο δείγμα του -&ησαυρού που κρύδει μέσα του. Σε μια πνευ­

ματικώτερη σφαίρα καθοος τον αντικρύζουμε, δλέπουμε πως ε(ναι ο ποιητης των ποιητ4>ν. Διδάσκαλος, οδηγός, μυσταγωγος προς την ποιη­

τικi}ν αναγέννηση, το σύνθημα μας δίνει αυτός.

Αρχlζει άΠο εκεtνον η που αξίζει τ' όνομα μουσικη συμφωνία. Δεν τελειώνει μ' εκείνον. - Άλλοι το κατόπι του έρχονται, dλλοι θα κατα­ φθάσουν, ύστερ' άπό χρόνια και καιρούς, αγάλια, αγάλια, αράδ' αράδα, να το συνεχίσουν, να το αρμονίσο~, να το ορχηστρώσονν πολυόργανο το μελφδικό τραγο.ύδι, να το ξεπεράσουν. Μ' ένα παράγγελμα, απο τα τυπικa εκε"ίνα αποκαλυπτικά, μας υπο6άλλει δόγμα πολυσήμαντο, . δυσκο­

λοπροσδιόριστο, μα που φτάνεt για ν' ανοίξυ τα μάτια της ποιητικής συν­

είδησης. «Η δυσκολία, λέει, που άισθάνεται ο μεγάλος συγγραφέας δε στέκει εις τό να δεlξυ φαντασία και πάθος, σλλa εις το να υποτάξη αυτa τα δύο πράγματα, με καιρο και με κόπο, εtς το νόημα της νέχνης».

Έτσι της τέχνης την ιδέα σα να την καθίζn σε θρόνο μεταφυσικό. ~α να στοχάζεται πως τ(ποτε δεν συντρέχει τόσο την πρόοδο και της ατο­ μικής καί της Ομαδικής ζωής, Οσο, καθώς μας το υπαγορεύει κάποιος φιλόσοφος .του παλιού καιρού, του καιρού που ποιος ξέρει! δεν έπά­

λι.ωσε τόσο, καθώς νομίζουμε· τίποτε δε σvντρέχει περισσότερο στην πρόοδο όσο η πίστη προς μιάν αλή-&εια υπερδατική, προς μιαν άλήθεια

υπερούσια . .«Το νόημα της τέχνης» τότε είναι το <έν τούtφ νίκφ>.

Η

ποίηση ξαναγίνεται θρησκεία καί. ο ποιητi}ς ιερουργός. Κανεtς δεν εί:ναι σε θέση να αισθανθiι το μάγεμα του Σολωμικού στίχου, κανεlς περισσότερο απο τοvς νέους 'Ελληνες τραγουδιστές. 'Ο­ σόι θα γυρεύουν την έμπνευση, στους μοναχικούς των περιπάτους, κα­ θώς οι ποιητές τους αγαπούν, ανάμεσ' απο τα πολύφυλ' αυτa μονοπά­ τια από την εικόνα εδώ του ποιητή, θα δλέπουν έξαφνα πως την έμπνευ­

ση την ειχαν εύρει, χωρίς καλα να τό καταλάδουν, πως και πότε,

93


!ΠΑΝΤΑ ΣΟΛQΜΟr

Και πλατύτερ' άκόμα και μεγαλύτερα, ό ποιητης των ποιητών, <ι lδιος είνε ο ποιητijς των εθνικών παλμών. Μαχητής δεν κράτησε τΌ του­

φέκι στων πολεμιστών τα τάγματα. Κρατούσε τη Λύρα. Ψάλτης τ'ης ηρώ·ίσσας θεάς,

απ' τά κόκκαλα 6γαλμέvης των Ελλήνων τα ιερa ό ίδως ήρωας, γιατl εLταν ο ποιητής. Καθως ο θάνατος του Μπά·ί(_)Ων

στο Μεσολόγγι, περνώντας ό Μνατος αi.rtός α.;το τον κόσμο των πραγμά­ των στον κόσμο των πνευμάτων, δόξα μας εστάθηκε και μας δοή{}ησε τήν ανάσταση, και η γέννηση του « 'Τμνου είς την

Ελευθερίαν~, που

την ίδιαν ωτάνου κάτου ώρα πρωτοφάνηκε στην (δια γη, άντίθετα περ­ νώντας απο τον κόσμο των πνευμάτων στον κόσμο των πραγμάτων, δόξα μας εστάθηκε και ανάσταση. Καθ<Ι>ς ο χριτι.κΟς πρωτομελετηt'ής του τον εχαρακτήρισε, ο ύμνος

είναι ο ΠQωt'Ος γνήσιος καρπος της Ελληνι.κής φαντασίας vστερ'

aJtO

εtχοσι αιώνες μο.ρασμού. Όμως κ' εδω ακόμα. θα εΠρε.--τε να παρατη­

ρήσουμε πώς και ο Σολωμος και χάΟc ποιηΠ]ς σαν εκε(νον, δε χρειά­ ζεται τόσο νά μετρηθι~ πρός ωρισμένα εκ των προτέρων, αφη(ηlμένα

δογματικa και συχνa σχολαστικc'.ι γνωυίσματα, για να λυθοι\ν, ακαθ ό­ ριστα Υ.άπως, που ε{'Κολα παραπλανούν, Π(_)οuλήματα. Π ω; Ο α φανιί ιιν ε(ναι η δf:ν εCναι γνήσιος Έλλην -δηλονότι με τά χαρίσματα ::του ται­

ριάζουν του νου που λέγεται Ελληνικο;- :-ιοιηηΊ;; :\Ιεγαλόπνοη καΟι~J; ε(ναι i] ποίηση αυτή, και μόνο γιατl. στην · Ελλάδα κα~ για την Ελλάδα γεννήθηκε, και μόνο γιατ[ τραγούδησε -Υ..αι πω;!- με τα

Ελi.ηνιr.α

μέτρα καί με τη γλώσσα την ΕΊ.ληνική, ---'και ποιά γλώσσα!- δΕν ημ,;το­ ρf:ί, στο εξέτασμα του στοχαστικού παρa · Ελληνικlj να είναι_ Καί ο ~ο­

λωμ.ος ε(ναι, φανερώτατα 'Ελληνα; ποιητής, γιατl ε(ναι ό Σολωμό;.

Το χτυπητότερο γνιορισμα τη:; -&έα:; ::τού του φπνέει τον i.!μνο Είναι το φως. Το φω; αυτό, η άκτl.ς ηλίου, το «-ι<.άλλιστον φως», του Σο φι\ ­

κλειου στίχου ε(ναι και το φόρεμα, Οεόσδοτο, το Ί)Πέροχο σημείο nJ; γης αυτής, της ά!:!ηναίας γης που άνοίχτηκε στον κή:το τούτο για να περιλάδη το που τής φύτεψε μαρμάρινο λουλούδι, το άστόλιστο ομοίωμα του ποιητή, όσο μια μέρα που δέ θa bτe'fπε ;ωΊJ; ν' αργ{Jση, να του

υψωθ1) σέ μια περί6λεπτη κορφη το aγαλμά τοv α:ι..έριο ,με μια χρυσή -

ποιός ξέρει- σάλ.πιγγα στό χέρι του ποιητή που 'i1ξερε τόσο γλυκU. το σn]θος του νά γέρνη και προς την άρπα. Καί άκόμα το φως αυτο yί-

C)4


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

νεται φωτοστέφανο του ποιητή του ίδιου. ΚαL όμοια οι στCχοι αντοι του

ύμνου, οι οχτώ, φωτόχυτοι ανταμώνουν σε τρισuπόστατό οραματικΟν Τμέναιο, Ελευθερία, 'Αθήνα, Σολωμό, και απευθVνονται αλάθεvτα και προς τον ποιητη τον ίδιο :

Α ! τό φως που σε στολίζει σαν ηλίου φεγγο6ολη

καL μακρ6~εν σπινθηρίζει, ' ι ' οχι, απο τη γη· δ εν ειναι, Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χειλός, μέτωπο, 'οφWαλμ6ς φως τό χέρι, φως το πόδι κL' όλα γύρω σου είναι φως. Ε(ναι, το είπα, ο ποιητής των εθνικών παλμών. Και χαθιhς ετοπο­

θέτησεν απάνου από τη φαντασία και απο το π&:&ος, πρώτη αρχή, με• τουσιώνοντ&ς την μυστηριακά, «το νόημα της τέχνη~, ανάλογά, παρά­ πλευρα, με την ποίησή του, μας δtνει, κt εκε(νη λυρίκa εκφQασμίνη, την

ποιητική του, στο άλλο φημισμένο του παράγγελμα: cΚλείσε μέσα στην ψυχή σου την m.λάδα και -&α αισ-6-ανΟής μέόα σου να λαχ1:qQ(ζt\ ,αιοε είδος μεγαλείου~. Αλλfι. η απλή, καθ<hς την ονομάζει ο 6ιογράφος του,

αυτη φράση, δεν πρέπει να νοήται μονάχα ως δόγμα που θερμα(νει πι φαντασία για την προκοπή της καλλιτεχνικής ομορφιάς. Πολύ περισσό­

τερο παρQ. απο τα δάθη μιας αισθητικήζ, τό ~ράγγελμα μας έρχεται απb τα ύψη μιας ηθικής, Είναι το σύμβολο της Πίστεως προς την Πα­ τρίδα.

Απλούστεf! ακόμα κάι πεζότερα, εtνε η Φιλοπατρία. 'Τστερ'

απο τα χ(1\Ισa έπη τού π λ α τ ω ν ι κ ο {ι διαλόγου για την υπέρτατη και τιμιότητα και αγιότητα της ιδέας που είναι η Π ατρtς ωραιότερο

τραγούδι προς την Ελληνικη Πατρίδα δε γνωρίζω. Και αντt να το επα­ ναλάβω προς τους ονειροπόλους της φαντασίας, προς τους πιστο\ις του

ρυ{}μού, γυρίζω προς Εσάς νέοι τών καλών ελπίδων, παιδιa του Σχολείου,

έφηβοι των άθλητικών αγώνων, ρηξικέλευθοι, μπορεί, πολίτες τοv Αύριο καί τό μεγαλοφωνώ προς εσάς το σολωμικο ρητό, άσιια τών ασμάτων.*

«Κλείστε μέσα στην ψυχή σας την

ΕλΜδα και θα αισθανθήτε

μ€σα σας νά λαχταρίζη κάθε ειδος μεγαλείου~.

* .Σημ.

Εχ~. -

Λ6γο~ ειπωμινο~ Ο'>Ι\; 30 του Μά:η 1921) ατ~ etπι>χ~λuπτ~ρι~ 't"J~

στ"Ι)μέvη• μισσ. στο &σιλικό K-ljπo προτομ'tfς; τοο .ΣολωμοΙS, κσιμωμi"'ΙJ' γλuπτη κ. θωμόποιιλο, μιο χορ")γό τον κ. Κ.

cιπό τcι

Ελευθερουδ<ιχη.

95


Η Σ-cήλ'η τ-r1 ς Έλsuθεp(α.; κα.ι rι τ:pοτομ-/j τοtι Σολωμού στο Λόyο Στpiν η (Ziκ>Jvθo; )


ιι»uχόρη

Παρίσια,

11/24 του Μαγισό 1902

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,

Η εδγενική σας κ' αγαπητή μου πρόσκληση ναρθι6 και να μιλήσω γιά το μεγάλο μας το Σολωμό, στη περίφημη κι' ωραία του πατρίδα,

είτανε απο τις λίγες τίς χαρες πού μου φέρανε, με τα 6αριοκίνητα φτερU.

-τους, τά υστερνa τα χρόνια, τα χρόνια τα μά6ρα που ακολού~ησαν τόν

πόλεμο του

1897. Ως τόσο μ11τε αφτήμου τη χαρa δε fια την απολάψω.

Π ρέπει φέτο, να μεί,•ω στό Παρίσι. Έτσι το θέλησε η τύχη και διά­ φορα περιστατικa που σας λέω στο ιδιαίτερο το γράμμα μου. Πόσο το λυπΟ'όμαι!

Π όσο -Ιtα μου άρεζε να ξανά6λεπα τη Ζάκυνθο Ι Θυμούμαι

τις χαρισάμενες ώρες που πέρασα στα

1895,

με όλους σας, με τον καλο

το Βιάζη, με το Μαρτζώκη, και με τους άλλους φίλους.

Ώρες χαρισά­

μενες, μα και θλιοερές, yιατl πηγαίναμε κι ακούγαμε yια τον τρομερό

το σεισμό, που ό,τι κι αν έκαμε, όμως εχάλασε ταθάvατο λουλούδι που είναι το Νησί σας. Μου φαίνέται σήμερις πιο αθάνατο ακόμα και πιο ζωντανό, που πρέπει νάχουνε για όλους κ' η ποίηση κι ο ποιητής.

Αφτο είναι που

έσωσε τόν Ελληνισμό. Σα"' κατέ6ηκαν οι Ρωμαίοι στaγια τα χώματα, σάν iγινε η

Ελλάδα επαρχία τους, τη φύλαγε πάντα, την προστάτεδε

η ποίησή της, κ' είτανε προστάτης πού δε φο6ήθηκε ποτέ του κανένα

στρατό. Κατόπι, ό eλληνισμος ο νικημένος νίκiησε τό νικητή του, κ' εί­

τα,•ε ή νiκη σωστή, αφού στο Βυζάντιο, που τό ξέρετε πως άΠαρχής είναι κράτος ρωμα·ίκό, έμειναν οι 'Ελληνες μονάχα. Τι τού~ έδινε τόση

δύναμη; τι τους κρατούσε σφιχτοδεμένους; - π ποίηση έκείνη που της έδωσαν οι πρόγονοι πρώτα πρώτα ψυχη Και σάρκα. Καi. κοιτάξτε αλή­ θεια, στο

21,

πως μέ τήν ίδια τψ• Ίδέα ζωντα,•εύει αμέσως ο ελληνι-

97 7


ΑΙΙΑΝlΆ :ΣΟΛΟΜΟr

σμός. Στοχαστήτε πως άκουστήκανε συνάμα οι κλέφτικες tουφεκιiς καί τα κλέφτικα τα τραγούδια.

Βλέπετε τώρα τι ωραία, τι κατάβαθα, τι λαμπρι\ που κατάλαβε ο ~ολωμος τον Ελληνισμο κι όλη την ελληνικη την ιστορία, όταν εκαμε

τον 'Τμνο του τον περ(φt~μο κι αφού γιορτάζετε τον ποιητή σας, που

δέν είναι μόνο δικό σας ποιητής. που ποιητή tου τον έχει όλο το έθνος. Χρόνια τώρα καί χρόνια, η καρδιά μου το ποθούσε, το λαχταρούσε ο

νους μου, να πω και γω ένα λόγο για το Σολωμό. Ο Σολωμός! Πρώτα πρώτα, πρέπει όμως κάτι να πούμε, νά πwμε μάλιστα πολλά, για σας όλους τους Ζακννθινούς, που με τόση -3έληση, με τόση δραστηριότητα καινά μην τό ξεχνούμε, με τόσους κόπους, το κατορθώσατε νά τιμήσετε

σήμερα τον ποιητή σαςt όπως του αξ(ζει, όπως σάς τιμQ. 'Καί τους; ίδιους; η τιμη που του αποδινετε.

Έχετε δίκιο, εχετε πολiι δίκιο, και μπορεί μάλισtα να μην το 6λέ­ πn ακόμη ξάστερα ο καθένας, το καλΟ που κάνετε, αφον δείχνετε, όχι

μονάχα πως ξέρετε τι σημαίνει ποιητής, μά πως ξέρετε τί σημαlνει Ελληνικη ιστορία. Κι αλήθεια έτσι . εtναι. Ιδού ένα έθνος, ένα κράτος,

ένα βασίλειο~ που χρωστ~ την ύπαρξή τον, στην ποtηση, ναι, στην ποtη­ ση καί μόνο. Πως άρχισε ή Ελλάδα; Τραγουδώντας. Τά τραγούδια εκείνα, τά πρώτα, λέγονταν τότες ραψωδίες κ' έγιναν Ιλιάδα κι · Οδύσ­ σεια.

Εiτανε τραγούδια του λαού, δημοτιχa τραγούδια, και κατόπι, σαν

πολέμησαν τά λιοντάρια στο Μαραθώνα σαν έκαμαν αθάνατο για τους αιώνες τόνομα της Σαλαμίνας, μη θαρρήτε τάχα πως οι προγόνοι μας οι μοναδικοι πολεμούσανε γιά τη Σαλαμίνα η για τον Μαρα3ώνα' για

τον

1

0μηρο πολεμούσανε, πολεμούσανε για τα τραγούδια εκείνα του

λαού, που τα σέ6ουνται σήμερις, που τάγαπούνε όλοι το'i.ι κόσμου οι λαοl. Μη νομίζετε .πως θα τους έμελλε για ένα κομμάτι γις, αν η γις αφτη

δέν εlτανε το περιβόλι που λουλονδίαζει η ποίηση

πέρα και πέρα, Ό ­

ποιος το πιστέδει πως οι Έλληνες το συλλογίστηκαν ποτέ τους να δια­ φεντέψονν το χώμα το ελληνικο για την αιτία που είτανε χώμα δικό τους , δεν κατάλαβε την παντοτειvf) φροντlδα εκεινώνε που δε συλλογιοVνταν,

παρa μόνο την -Ιδέα. Δεν κοίταξαν τον πλούτο, δεν κοίταξαν τά υλικι\ τ' αγαθά, όπως τά λένε. Είχανε δημιουργήσει για την Ελλάδα και για την

αν6ρωπότητα όλη, ταγαθa μεγαλήτερα, κάτι aχάλαστα αγαθά.

Από

τον καιρό -τον ωγύγιο-- που άρχισε ο άνθρωπος να πατtι μέ τά δυο πόδια τοu τη γις, πρόδεψε λ(γο λlγο, άργησε πολiι να προδέψη τανθρώ­ πινο το γένος. Π ρόδεψε όμως πάντα δημιουργώντας.

9R

Ο ένας, λόγου


ΝΕΚΡΟΛΟΙ'ΗΜΑΤΑ

χάρη, 6ρήκε τον τρόπο να πελεκ&n' το ξvλο με πελέκι φτειασμένο από πέτρα· ο άλλος δρήκε τον τρόπο νανά6n φωτώ, κ' έτσι να προφυλάγεται

από τα ζώα, που τα τρόμαζε η φλόγα. Ο τρίτος 6ρήκε, τον τρόπο να -χτί­ ση μια καλύ6α, να κάμn το πρώτο σπ(τι. Οι δικοί μας οι προγόνοί. 6ταν

ήρθε η σειρά τους, 6ρήκαν άλλα' 6ρήκανε τον τρόπο να συλλογιο-Gνται, 6ρήκανε τον τρόπο να συλλογιέται ο ανθρώπινος ο νους, ο νους να γίνη φώς που νά τρομάζn τό χάος, ο νοvς να πλάθυ, κ' έτσι δημιούργησαν οι

'Ελληνε~ πολλά, που τα συνήθισε σήμερις ο κόσμος, μά που κάτι .floα πn νά

τα δημιούργησε πρώτος εκεlνος ο λαός. Δημιούργησε την ·Ιδέα. Δη­ μιούργησε δηλαδiι τη δόξα, iον πόθο για την α&νασία της Ιδέας, δη­

μιούργησε, tσως όχι την ποίηση, αφού ποίηση είχανε . και άλλοι λαοί,

μά δημιούργησε για 6έ6αιο την αξία,' το νόημα το ιερό, κ· εψ:ιλε την ξαναγεννημένη Λεφτεριά. Η λατρεία γιά τΟύς άρχαίους, γαι το μεγα­ λε[ο της, για τα lδια τα ιδανικά, η λατρεία για την Ιδέα, η λατρεία για τη γλώσσα στην καρδιιΧ καί τους στίχους τοv Σολωμσό. Αφτο νά μην ταφήσοvμε απαρατήρητο, άμέσ

τικής πάντα βρίσκεται α

~ατρεία της δόξας μας

να το πούμε, πως η λατρεία της δημο­

ρφωμένη με τη λατρεία της αρχαίας, με τη

1 ς προγονικής. Μας το φανερόνει ο Σολωμός

στα έργα του παντού, κα~ στο γνωστό του τον πεζό Διάλογο, μα και στον

'Τμνο του, με τους πρώ~~ς στ(χους. Απ' τα κόκκαλα 6γαλμένη των Ελλήνων τά ίερά! Και 6έ6αια πως τά θ-υμήθηκε, μόλις ποv άνοιξε το στόμα, τα ιεριl κόκκαλά τους, επειδη όποιος ονειρέ6ετε σήμερα για την Ελλάδα ποίηση

καινούρια, καινούρια φιλολογία, {}α πη πως στον ύπνο του τον ξυπνάνε

οι μυρουδιές της δάφνης της ξακουστής, θα πη πως θέλει την Ελλάδα κόρη αντάξια της μεγάλης της μάννας, θά πυ πως προσμένει κι από τη

σημερνη την Ελλάδα νά δημιουργήσυ όπως δημιουργούσε κ η αρχαία, δηλαδiι ζωντανά. ΠοιΟς φαντάζεται ομως τον "rμνο του Σολωμο-6 γραμ­

μένο στην κα{}αρέ6ουσα; Σας παρακαλώ, ποιος φαντάζεται 'Ομήρο στΎ]ν καθαρέ6ουσα γραμμένο; Ποιος φαντάζεται γραμμένο στην καθαρέ6ουσα τον Πλάτωνα; Λοιπόν, όσο πιο δημοτικa iγραφε ό Σολωμός, τόσο πιο

πολiι έμοιαζε ίσα ίσα με τους aρχαίους. Σε άλλη εποχή, μίλησε την ίδια γλώσσα. Ναί, την ίδια, την lδια πάντα γιατι, κάθε μέρα, κάθε ώρα,

κάθε στιγμή, στα χρόνια της θλίψης καθ<hς και στα χρόνια της χαράς,

όσο ε'ζησε, όσο υπόφερε, όσο δούλε6ε, 6σο πολεμούσε, όσο νικούσε, η

99


ΑΠΑΝτ.Α :ΣΟΛΩΜΟr

6σο νικούντανε, παντού, στη στεριa καί στή θάλασσα, στίς πολιτείες και στα χωριά, στα σπίτια η στις φτωχες καλύβες, σαν έκλαψε, σα γελού­ σε, σαν έτρωγε και ' σαν έπινε, στοχαστητε το και περηφανεφτήτε πού ο

λαος ο ελληνικός, απο του 'Ομήρου τον καιρο καί πιο απάνω, απο τον καιρο που υπάρχει γλώσσα ελληνική, ο λαός μας μίλησε τη γλώσσα του, τή μάθα ινε ο πατέρας του παιδιού του, το παιδt του παιδιού, πράμμα που μας το φανερώνει ξάστερα ως και της γλωσσας η αλλαγή, αφού για

ν' αλλάξη έπρεπε η γλώσσα να μιλιέται; αφού άλλαξε όπως αλλάζουνε μονάχα οι γλώσσες που μιλιοiινται, δηλαδή απαρατήρητα κι αδιάκοπα , κι αφτο θα πη πως στιγμουλα δεν πέρασε, δίχως ελληνικο στόμα να

μιλη , δίχως ελλην ικΟ αφτί νακούrJ, θα πη τη λαλιά μας τήν έχουμε και τη 6αστσuμε απο τους προγόνους μας του ς ίδιους, απο τούς προομηρι­

κούς προγόνους μας ακόμη, θα πη πως καθως η Λεφτεριά, καW>ς κι ό ποιηΠ)ς που την έψαλε, ~α πη πως εtναι κι ο λαός μας

· Απ' τα κόκκαλα 6γ αλμένος των Ελλήνων τα ιερ ά ! Ό λο ι μας ξέρουμε σή με ρις απ' όξω τους στίχους η μερ ικούς στί­

χους του

'Τμνου· τους συνηθ ίσαμε , τούς συχνολέμε και καταντήσαμε

Ι.σως να μη δλέποvμε το αληθινο θάμα που ε lτανε να γίνουνε τέτοιοι

στίχοι στην εποχij που τους έκαμε ο Σολ~μός . ~ ο Π αλαμaς στην πρω­ τότυπη κι; ω'ρά ία του μελέτη για τον ποιητή μας, θυμίζε ι πως ο Π ολυ­ λaς ώνόμασε τόν 'Τμνο . «τον πρillτο γνήσ ιο καρπο της ελληνικtjς φαν­

τασίας, ύστερ' απο είκοσι αιώνες του μαρ ασμοiJ της». Αλήθεια, κ' εί­ ναι ν' απορήση ό λογισμός, όταν αιώνες κ' αιώνες η ποίηση σωπαίνει στά στήθια ενος λαού, κι ακούγεται dξαφνα μια φωνή που ως και τά

κύματα στο γιαλό, που, ως καί τά φύλλα στο δάσος τα γεμίζει μέ κά­

ποιον πρωτότρεμο άντίλαλο .[ης χαρμοσύνης . Μα μήπως είναι δ · 'Τμνος μονάχα; Μήπως δεν εlναι καί τόσα άλλα, που το καθένα τους πρέπει

νά τόχουμε για άληθινο αριστούργημα; Η Αγνώριστη. Η Ξαν{}ού­ λα.

Η Φαρμακωμένη,

Ο .θάνατος της όρφανής,

Ο θάνατος του δο­

σκου. Τα Ψαρά. Τα περίφημα Αποσπάσματα, όλα μαζl. μέ τα Σατυ­ ρικά του, εlναι απο τα πιό πλούσια της σημεριν1]ς μας φιλολογίας τα

στολίδια.

Ως τόσο είδαμε πolliς φορες τούς δικούς μας να γράφουνε,

με κάποια καταφρόνεση, πως δεν έχουμε τάχα έργα φιλολογικά που να εΊ.ναι και του λόγου dξια. Δεν πρέπει νά μας φαίνεται παράξενο που κρίνουν έτσι μερικοί, ενώ έχουμε ένα Σολωμό, ενdι έχουμε κι dλλλους' ιοο


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

είναι ανάγκη κανεlς πολiι πολiι νά δια6άζη και πολ\J πολ\J νά μελετ~ yια

να καταλά6η τα πράγματα τα πιο άπλά. Δεν θέλω να πειράξω κανένα,

μά δέν πιστέδω να το ρίξαμε ως τι~ρα μέ τό παραπάνω ούτε στο διά­ δασμα οιiτε στη μελέτη. Ν ά δήτε μάλιστα που κι ό ίδιος εγω πού σας το λέω, χρόνια και χρόνια θαρροvσα, όπως το θαρροιJν ·άκόμα κάμ.ίτΟ­ σοι, πως 6έ6αια κ' είναι :rοιηη'jς ο Σολωμός, που όμως να συγκιιιθιΊ με τούς

Ε6ρωπαίους;

Όταν πήρα καί σπούδαξα του; μεγάλους ποιητίι­

τες της Ε6ρώπης και σύγκρινα μαζύ του; το Σολωμό, τότες και μένα μου κατέ6ηκε φως.

Ο Σολωμός μας ε(ναι ταίρι ταίρι με τους μεγα­

λήτερους, και μη νομίζετε. πως έτσι ταποφάσισα είτε γιατl μου αρέσει,

είτε γιατl το φαντάζουμαι, είτε καί για να σας κολακέψω. ΕCναι πρα­ μα που μπορεί κανεlς καί να τ' άποδείξη, γιατl ξέρουμε πως υπάρχου­

νε μερικCι γνωρίσματα γενικά, που μας φανερώνουνε ξάστερα ποιος ε(­ ναι και ποιος δεν είναι μεγάλος ποιητής. Τα γνωρίσματα τούτα, φτάνει

μια να τα παρατήρησε κανένας, και του ε(ναι 6ολετο να τα νοιώσrι αμέ­ σως εκεί πού δρίσκουνται, δεν είναι και τίποτες φιλοσοφία, που να μην μπαίνη στο νόημο ο καθένας . Το πρώτο γνώρισμα είναι η εφκολία που μα{}αίνουμε απ' όξω τους στίχους ενός ποιητή, άμα ε(ναι αλήθεια ποι­

ητής. Ν αί, καί δουλεμένα με κόπο, και δυσκολοκαμωμένοι να είναι οι στίχοι φτάνει ποιητijς να τους έκαμε, και τους μαθαίνεις τόσο καλά, το­ σο γρ-ήγορα που δεν μπορείς πια να τους ξεχάσης.

Ο Σολωμος έχει

όμως κι άλλο κάτι , έχει δόξα που την είχανε λίγοι, πολ\J λίγοι στην Ε­ Όρώ:rη· οι στίχοι του γενήκανε δημοτικοί. Αφτο είναι πια το άκρο το

σημείο, σημείο που σ' έναν

Όμηρο το απαντο-t'ιμε. Τρίτο γνώρισμα, η

αρχή του ποιημάτου· ο ποιητής, που είναι γεννημένος ποιητής, τ6χει ι:ι.φτο τό χάρισμα, ν' αρχίζτι ένα ποίημα μ' έναν ώραίο μοναδικΟ στίχο, 6σο αμελημένοι κάποτε κι αν είναι οί ακί>λουθοι. Τέτοιου; στίχους, ολό­ φωτους, με τέλος συχν&. λιγιοτερο ;τιτυχημένο, τοι•ς δλέπουμε στους με­

γαλήτερους, του; βλέπουμε και στο Σολωμό.

Λεφτεριά~ γιά λίγο πάψε Ν ά χτυπ<Χς με τό σπα&ί. Έλα τώρα δω r.αι κλάψε Στου Λόρ Μπά"ίρον το κορμί. η άλλάζοντας ύφος ·

Τα τραγούδια μου τάλεγε; όλα Τούτο μόνο δέ itέλει το πης.

101


ΑΠΑΝΤΑ .ΣΟΛ&!ΜΟr

Τέταρτο γνώρισμα μπορεί νά πούμε πως ε(ναι κάποιο λύσιμο του στίχου άμίμητο, δηλαδη που άδύνατο να τό μιμηθ1'}ς, ό,τι κι' αν κάμης.

Χύνεται μέσα στο στίχο η ψυχή, ο νους, η φαντασία του ποιητή, και χύνεται τόσο γεμάτα, που του κάκου και δέ γίνεται aλλος στίχος απο

το στίχο που θέλησε ο ποιητής. Άπειρους . δια6άζουμε στο Σολωμό, η δυνατοvς η χαριτωμένους καί μυρωδάτους.

Γιούλια , μοσκο'ύλες, και γαντσιές, τριαντάφυλλα και ρόδα. Μά ·νά μην παίρνουμε μονάχα τούς πιο γνωστούς' ως και μερικοl στίχοι, που περνούνε κάποτες aπαρατήρητοι, τόχουν εκείνο το ποιητι­

κο το μεγαλείο, το aταίριαχτο, σά λέει, λόγου χάρη·

Το ένα χτύπαε τάλλο χέρι Απο την απελπισιά. Συχνa πολv συχνά, στου Σολωμου τούς στίχους, η καρδιa φωνά­ ζει, ο νους πλάθει κόσμους με δυο λόγια. Τό πέμπτο ... ίσως όμως δε χρειάζεται νά καταλογήσουμε πια καί το

πέμπτο γνώρισμα, γιατl απ' όσα είπαμε δέν έχει κανένα ο ποιητής, άμα δεν έχει μέσα του τη ζωη την ξαναγεννήτρα, τη ζωή που αλήθεια ξα-' ναγεννάει τόν άν~ρωπο, αφού σ' όλα εκείνα που βλέπεις, νοιώθεις η

συλλογιέσαι, ύπαρξη θά

δώση ό

ποιητής σάν τα ζωντανέΨn μe

τη

ζωή του.

Τέτοια γνωρίσματα, κι ό.λλα πολλά, βρίσκουμε στο Σολωμό. Π ως λέμε το λοιπον πως μας λείπει φιλολογία, όταν εtναι όχι μόνο ένας Σο­ λωμός, μά, για νά μην τους ονομάσουμε όλους, όταν ε(ναι κ' ένας Βα­ λαωρίτης;

Ο Βαλαωρίτης κι αφτος μοναδικος ποιητής, σαν τον Σο­

λωμό, με την καρδιά του που είτανε φλόγα μονάχη, μέ την τέχνη του που σκάλιζε καί που εύρισκε μέ την αγάπη του για το λαό, με τη 8α­

θειa ψυχολογία που ο λαος του έμαθε, με τα σπλάχνα του εκείνα που έννοιω~ε μέσα του για τήν πατρίδα χαλασμό, ο Βαλαωρίτης είναι σαν άλλο αστέρι τουρανού μας. Σας παρακαλώ, να μην τους συγκρίνουμι;. και καλa τον ένα με τον άλλονε.

Ας αφήσουμε στους υπερκριτικούς

τέτοια παιχν ίδια η τέτοια μάντα.

Όσο μεγάλος ε(ναι ο Σολωμός, το­

συ μεγάλος ε(ναι καί ο Βαλαωρίτης. Πατέρες μας καί οι δυο, κ' οι δuu τους παιδιa τις ίδιας μάννας, της Μούσας μας της λα·ίκής, Κοιτάξ-

!02


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

τε πως αλλάζουν οι καιροt και με του~ καιρους πως αλλάζει του ανθρό>­ που η γνώμη. Και το Σολωμο και το Βαλαωρίτη τους κατηγορούσανε

τότες πολλοί, γιατl γράφανε τη γλώσσα του λαού. Σήμερα εμείς

Όέδαια για τίποτα δεν τους κατηγορούμε, ο θεος φυλάξη! -

-

αχ!

Λυπούμα­

στε μόνο που κάπου κάπου, ίσώς για να γίvrι ο στίχος, δεν πρόσεξαν αρκετα στη γλώσσα την αλάθεφτη, όπως την έκαμε ο λαός. Η λύπη μας άφτη δέν ε(ναι διόλου τό παράπονο του σκολαστικού, που δέ θέλει να πατηθή μήτε ο παραμικρΟς κανόνας της γραμματικής. Έχει άλλη αιτία πιό aψηλότερη, και μας έμαθαν ίδιοι τους να λυπούμαστε, γιατl

αφτοl μας έμαθαν τι θα πη και ποιητής. Μας τόμα&ε περίφημα ο Σο­ λωμός, άφού γιά το Σολωμο είναι σήμερις ο λόγος.

Ο σωστος ο ποι­

ητής, ψυχη καί. γλώσσα, ειναι η φωνη του λαού του. Χρέος του να ξε­

διακρίνη κι aχάλαστο νuποδώση κάθε ψιθύρισμα της ψυχης και της γλώσσας. Ο ποιητης εtναι ό μεγάλος πατριώτης. Πρώτο πρόσωπο σ' ό­ λους τούς τόπους του κόσμου, πιό πολ\ι άκόμη στή Μουσοπλασμένη την

Ελλάδα, που ανώτερό του δεν υπάρχει. Ο ποιητης για όλους θα λα­

λήστι. Παντοδύναμα Vανοίξτι τή φωνή του, για να ψάλτι της πατρίδος τα μεγαλεία. Αφτος μ' ένα χάδι της καρδιάς του, όπως η μάννα το παιδί, έθνος αλάκαιρο θα μαγέΨτι ' μ· ένα λλγο της άγάπης, σά να

el-

χανε τά λόγια του φτερά, άνάλαφρα θα μας σηκώση, να μας πάη εκεί που θέλει , μαζί του να μας πάρη κ' η καρδιά μας μέσα μας να λυώνυ

που μας πήρ-ε. Αφτός, όταν η Λευτερια μέ το χέρι της τακούραστο, ανά­

Ψn τούς άγιους τούς πολέμους, θα gροντήξη καί. θα στράΨn , σταλια αίμα στες φλέδες σου δε θαφήση, που νά μην τα κάμη φωτιά.

Αφτος

πάλι, σαν πέστις λαδωμένος, η σαν πονείς, με τα γλυΧά, με τα ίtεόγλυ­ κά σου τα δάκQ'Uα, σιμά σου θαρθή να σε παρηγορήση. Λιγώτερο ωv -Ιtλί-

6εσαι και χαίρεσαι λιγώτερο απο τόν ποιητη γιατl. αφτος θλί6εται και χαίρεται περισσότερο απ· ύλο τσ έθνος που όλο μέσα του τό νοιώθει, που όλο μέσα του ζη.

Αφτος θα σου μάθη και το καλο και τωφέλιμο, θα

σου μάθη την ελπίδα, και να κλαις θα σου μάθη και να γε'f4ς, αφτος

που όλος του εtναι καλοσύνη, που όλος του είναι αγάπη. Αγάπη του χρωστούμε καί μεις . Άκουσα να λένε πως ο Σολωμός, προτού πεθάνη,

κουρασμένος, ίσως και κάπως aπελπισμένος, δλέποντας πως ο κόσμος

δεν αγαπούσε, δεν πο/.υκαταλάδενε τα μονάκρι6ά του τά ιδανικά, πήρε κ' έκαψε η ξέσκισε ο ίδιος τους στίχους που έλπιζε ναληθέψουν τα ιδα­ νικα της τέχνης και της ψυχής του.

Εγω δεν μπορώ να το πιστέψω.

Δεν μπορώ να πιστέψω πως ένας ποιητης σαν το Σολωμό, έκαμε τέτοια

απόφαση, πως το 6άσταξε η καρδιά του να τιμωρήση το έθνος. Γιατl

103


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛQΜΟf

6α εfταν αληθινfι τιμωρία. Τι δυστύχημα μεγαλήtf(ΙΟ, παιδιά, φαντά­

ζεται κανένας στην Ελλάδα, παρCι να σωπάσ't] ο ποιηt{)ς, που Ελλά­ δα την έκαμε αφτός, απο τα χρόνια τα παλιά; Τια 6έ6αιο τόχω πως ο Σολωμός, όσο πικραμένος και νά ε{τανε κάποτε, πάντα παρηγορήθηκε με τα ιδανικά του.

Ο ποιητfις για τά ιδανικά του και μόνο δουλέ6ε ι,

που κατόπι γίνουνται ολονώ μας ιδανικά. Βλέπετε πως προσκυνούμε.

σήμερις τον

Ως τόσο, ίσως είναι καλο και να προσέχουμε. Δε φτάνει

να του στήσουμε αντριάντα, πρέπει να του γλιrι(.αίνουμε και τη ζήση . Δεν πρέπει να σφαλνα, τό στόμα ο ποιητής, να στέκεται μακριάθε α­

JCu

μας

Τι δέ θα δίδαμε τώρα, να τον είχαμε μπροστά μας το Σολωμό, να τον ακούγαμε, να μας μιλούσε ! Χαμόγελα θα γέμιζε η Ζάκυνθο πέρα

πέρα.

Ο ποιητi]ς είναι πάντα λυπημένος. Ένα χαμόγελο να· δn απο

κείνα, τάγαθa χαμόγελα της ΨUχής μας, και στα στήθια του αμέσως

tιά ξανοίξ'!} το λουλούδι της καλοσύνης. Θα ξανοlξΌ και στα στήθια τα δικά μας γιατt {}ά δούμε και μεις στο πρόσωπό του να λάμπ'!} το φως

εκείνο τό σπλαχνικο που λέγεται · Ιδέα.* Δικός σας

ΨΤΧΑΡΗΣ

* ΣΎjμ. Εκ3. - Το γρ~μμ<χ. <χ.<Jτό στ~λθηχε οτrι Ζσ;χuνθιν"Ιj Επιτροπ~ εορτσ;σμοίι ιηs Εκ7.τοντσ;ετηρί6ος τοu ~ολωμοu· 6p!οκετσ;ι στ~ <ipχεισ. τη~; Τεκτονικrις :Στοc!ς . 104


Ί οuλίοu Τunάλδοu

ΛΟΓΟΣ

Ήτον μία γαλανi} ημέρα τής ανοίξεως· η φί•ση ήτον όλη χαρa και αρμονία εις τούτην την γην, μία από ταις ωραιότεραις απ' όσαις περι­ κυκλώνει η θάλασσα, και ο ουρανος καμαρώνει.

Αλλ' η λί'Πη εφαι,•δ­

τουν εις Ολα τα Πρόσωπα• ΠΑήθος ιlνι'}ρωποι μαζόνονται εις τόν ναον τΟΙΙ Ύ'ψίστου· ένα νεκρικον μνημείον εις την μέσην, και αρχίζει η νεκρικΎ1 ακολουθία, και αφού ~παψαν η δέησες καί οι ψαλμοί, ένας νέος τα εμ­ πνευσμένα δλέμματα

του οποίου ακτινοβολούσαν μέσα εις τήV εκκλη­

σία, με μελωδικη φωνη διηγείται τους επαίνους του αποθαμμένου, και η φωνή του εισχωρεί 6αθειa εις όλαις ταίς καρδιαίς

-

ταις συγκινεί,

ταις ενθοvσιάζει, ταις εμπνέει αισθήματα υψηλa καί γενναία,

-

Ο iν-

1\οξος άνθρωπος τον οποίον έκλεγε η Ζάκυνθος, ήτον ο Φώσκολος. Αλ­ λa ποιος 1)τον ο νέος, οι λόγοι του οποίου ε(χαν tαράξει τόσαις ψvχαίς;

ποιος ήτον τοίιτος ο cκλεκτος νέος ο οποίος στολίζοντας με ουράνιον φως tον tάφον του ενδόξου συμπολίτου του, παρηγορούσε την ωραίαν του πατρ-ίδα, η οποία έδλεπε ότι άλλο ένδοξότερον τέκνον ανάστενε εις τούς κόλπους της; Τέκ,•ον με νουν Ελληνικόν, και καρδίαν Ελληνικήν· Ποιος

ήτον ο νέος τούτος; η ελπίδες της Πατρίδος αλη3εύθησαν; Την αυγi)ν

του προπερασμένου Σα66άτου εις την αδελφi)ν Κέρκυραν, μία 3λι6ερ1ι είδησις, ένα τρομερο μήνυμα 3ανάτου γυρίζει απο στόμα σε στόμα.

--

Κα{}ένας ρωτά, ξαναρωτ~· επειδi} κανένας δεν θέλει νά πιστεύση την μεγάλη δυστυχία· επειδη όλοι ελπίζουν να μάθουν ότι η τρομερiι εlδη­ σις δι:ν είναι αληθινή.

Αλλa παύει κάθε δισταγμός.

-

Σολομος δεν ε(ναι πλέον.

-

Ο Διον1ίσιο;

Τότε θλίψι 6αθεία καί ανίκητη απλόνεται

εις όλαις ταις καρδίαις. Όλοι παρατούν ταις . εργασίαις τους, μαζ<ι­ νονται ολόγυρα εις την κατοικίαν του ποιητή· καθένας θέλει vα τόν ιδίι

δια την ύστερη φορ-ά, να φιλήση εκείνο το μέτω~ο εις το οποίο 1)τnν

105


ΑΙΙΑΝΤΑ ~ΟΛΩΜΟt

κρυμμένη μια τόσον λαμπρη ακτίνα Θεού, να σφίξη εκεlνο το χέρι όπου

έγραψε το dσμα ασμάτων της Ελευθερίας, και τόσα άλλα αθάνατα ποι­ ήματα.

-

Η μεγάλη του ψυχη είχε αφήσει ορφανεμένο το σώμα, κ' έ­

να γλυκο χαμόγελο του εστόλιζε ακόμη τα χείλη.

Ο Μνατος όπου

-

ποτε δεν θέλει δυνη{)ή να σ6ύση το ένδοξό του όνομα, δεν t:τολμούσε α­

κόμη να απλώση την

αχνή του σημαία επάνω εις το άψυχο πρόσωπό

του. Κάθε τάξις πολιτών, εντόπιοι και ξένοι, συρροη λαού τον ακο-

λου θούν

f

f

.

f

f

f

εις την υστερην του κατοικιαν και χυνουν επανω εις το

I

μνημα

του .θλι6ερα δάκρυα καρδίας, όπου μόνα τρέφουν τα αθάνατα άνθη .απο τα οποια πλέκεται το στεφάνι της δόξας, επάνω εις τα μνημεία των με­ γάλων ανδρών. Οι ελπίδες της πατρίδος δεν εματαιώθησαν. Ο ένδοξος άνδρας τον θάνατον του οποίου εθρήνησεν η Κέρικυρα, {}ρηνεί κάθε Ελ­ ληνικη γη, {}ρr;νούμε σήμερον μέσα εις τούτον τον Ναο'\' του Τψίστου, είναι εκείνος ο ίδιος, όπου μέσα εις τον Ν αον του Τψίστου, όταν τα ρό­ δα της νεότητός του άνθιζαν εις το πρόσωπο, εγκωμίαζε τον Φώσκολον. Δεν έλαβα τον λόγον, ούτε δια νά. επαινέσω τον ποιητήν, ούτε δια

να αποδείξω τι του χρεωστεί το έθνος και πόσον είναι δικαία η λύπη μας. Εις την Ελλάδα, και εις την Ευρώπην όλην aντηχούν οι έπαινοί του, και κάθε ελληνικij ψυχη αισθάνεται τι έχασε. -

Οί ολίγοι ~όγοι

τους οποίους προφέρω με καταταραγμένην καρδίαν ε(ναι ξεχείλισμα της ψυχι]ς, -

αισθάνομαι ανάγκη να εκφράσω την λύπην μου, επειδη έχω να θρηνήσω όχι μόνον τον έξοχον άνδρα, τον μεγάλον ποιητήν, α'λλ.a και τον εγκάρδιον φίλον, τον οδηγόν, τον διδάσκαλον. Σας παρακαλώ

μη κάμετε λοιπον προσοχήν, 'ς τους α.στολίστους λόγους μου.- Ομιλώ καθwς μ• εμπνέει η καρδία και η λύπη, και εκφράζω την λύπην μου εις εκείνην την γλώσσαν την οποίαν ο αθάνατος ποιητής μας εξόξασε, υψό­

νοντάς τη εις τά μεγαλήτερα και πλέον απόκρυφα μυστήρια της τέχνης. Πόσαις φορα(ς εθαύμασα την ανίκητην δύναμιν τούτης της α­

πλής γλώσσας του ελληνικού λαου, όταν απο τα ουρανοεμπνευσμένα χεί­ λη του ποιητή μας άκουα τους α{}άνατους στίχους του.

-

Εις την γλωσ­

σα φανερόνεται η εσωτερικη ύπαρξις κάθε έ{}νους, η ψυχη της ψυ­

χης του· και απορώ πως η Ευρώπη, αν και πρtν της Ελληνικής επανα­ στάσεως, εγνώριζε την γλώσσα εις την οποίαν οι απόγονοι του

Ομή­

ρου ετραγούδο\ισαν τοuς πόνους τους, ταις ελπίδες τους, ημπόρεσαν να

πιστεύσουν ότι το Ελληνικον πνε-όμα κατέ6η εις τό μνήμα, και το εσκέ­ πασε η πλάκα οπου σκεπάζει τα κόκκαλα των ενδόξων προπατόρων μας.

Το ελληνικον πνε-ύμα δεν απέθανε· καταδιωγμένο απο την 6αρ6αρότη­

τα, και μην ελπίζοντας πλέον εις την 6οήθειαν των ανθρώπων και των

106


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

ϋασιλέων της γης, αλλά μόνον εις εκείνην του Βασιλέως των ούρανών,

επέταξε ψηλά, εις ταις κορφαίς του Κισσά6ου καί του Ολύμπου, όπου

σιμότερα εύρισκότουν εις τόν Ούρανόν. Το Ελληνικον πνεύμα δεν απέ­ θανε, όχι. Μά τον Μπότζαρη, μα τόν Καρα'ίσκάκη, μά τον Μιαούλη, μα

τον Κολοκοτρώνη, μά τον Διονύσιον Σολομόν, πρέπει να το ομολογήση, καί το ωμολόγησε ο κόσμος όλος.

Όποιος ήθελε ιδή τον ποιητήν μας επάνω είς ταις ανθοστολισμέ­ ναις ακροθαλασσιαίς της Κερκύρας, να εκφων!J τους στίχους, οπου του έμπνεε μία μυστικiι εσωτερικiι δύναμις, πότε ρίχνοντας τα 6λέμματα εις τον κα~ρέφτη τοv πελάγου, οπού απλονότουν εμπρός του, πότε υψόνον­

τάς τα εις τον καθαρον Ούρανόν, οπου τον εσκέπαζε, ηθελεν είΠεί ότι κάποια απο ταις μεγάλαις ψυχαίς του

Ομήρου, η του Τυρηχίου; του

Σοφοκλή η του Αισχύλου, καμμία άΠΟ ετούτες ταίς μεγάλες ψυχα'ις

οπου απα~ατατίξουν τα εθνικa ανδραγαθήματα και έκαμαν φλόγα άκοί­ μητη την αγάπην της πατρίδος, κατέ6η πάλιν εις την γην δια ν' ανά­

Ψη έκεtνα τα ίδια αισθήματα, και διάνα κάμη το1

νέους Έλληνας ν' α­

ποδείξουν εις τον κόσμον, ότι η 6αρ6αρότητα υποδούλωσε τα σώματα, όχι τα πνεύματα. Ποιος άκουσε τον ποιητή μας να τραγουδά'l) στίχους, η του 'Τμνου εις την Ελευθερ(αν, η εκείνου διά τον θάνατον του Μπάϊ­

ρον, η του Λάμπρου, η του θερίου της θαλάσσης. η της Σαπφούς, καί δύναται να λησμονήση την έκφρασιν του προσώπου του, το γλυκότατο

χαμόγελο οπου του πρόδαινε είς τα χείλη; εκείνο το γλυκο χαμόγελο, που καθοος μαρτυρούν όλοι εκείνοι οπου τόν είδαν, έμεινε ακόμη επάνω εις τα χείλη του, και αφο{ι ~ο πνε{ιμα ε(χε παρατήσει το σώμα δια να πετακτί1 'ς τούς Ουρανούς. Η θλι6ερi] είκόνα τόσον μου ετάραξε την φαντασίαν, τόσον μου εσυγκίνησε την ψυχήν, ώστε την 6λέπω πάντοτε ακίνητην εμπρός μου, τον 6λέπω γυρμένον εις τό κρε66άτι του itανάτου με τα μάτια γυρι­

σμένα κατa τον ουρανόν, με το χαμόγελο εις το στόμα.

Ω Ι κλείσετε,

κλείσετε εκείνο το στόμα! καί διατί να μείvn άν~.ικτό; μά-rαια ολόγυ­ ρά του πετούν οί γλυκαίες αύραις της ζωής απο εκείνο το στόμα δεν θέλει εύγει πλέον μι' αρμονία, μία λέξις, ένας ήχος.

-

Κλεtσετε εκει­

να τα μάτια! ε(ναι γυρισμένα κατa τον ουρανόν, α"λλa πλέον δεν βλέ­ πουν ταις μυστικα(ς λαμπράδες, .οπου ανάδιδε εις τά αθάνατα ποιήματά του.

Ω σκεπάσετε, σκεπάσετε έκε~νο τό λεlψανο! · Η αίσθητη εικόνα

του αφανισμού, είναι παράπολυ τρομερή! καλύψετε εκείνο τό πρόσωπο :τρtν το μαύρο χέρι · του θανάτου σ6ύσει κά~ ίχνος ζωής. νά στοχασθοvμε, ότι ο ποιηη~

·

-

Αφήσετε

της νέας Ελλάδος ενφ ανέβαινε με τον

107


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛΩΜΟf

νουν ει.ς τον Ουρανόν, ζητιοντας εις την uρύσιν κάθε τελειότητας τους

τί•πους του αγαθού καί του <i>ρα(ου, έμεινε εκεί, κ' αιφνήδια εχάθη απ(Ι την όψιν

της γης.

Είναι ο άνθρωπος έμψυχη εικόνα του Θεου· αΊJ,(;. η θεία εικόνα του Πλάστου κατ' εξοχiJν φανερόνεται μεταξ\ι των ανθρώπων, εις τους

μεγάλους ποιητάς.

-

Εις την ψυχ1)ν του μεγάλου ποιητη ωριμένουν

κα~ τελειοποιούνται όλαις εκειναις οι πνευματικαίς δύναμες, ολα εκείνα τα αισ{}ήματα, όπου εις το κοινον των άλλων ανθρώπων, δεν είναι πα­ ρCι. σπόρος κρυμμένος εις πήλινον τύλιγμα.

Ο μέγας ποιητης με τους

φλογεροvς λόγους, όπου μία αδάμαστη εσωτερικη δύναμις, θεόθεν εμ­ πνευσμένη του 6άνει εις τα χείλη, εισχωρεί μέσα εις όλαις ταις ψυχαίς, ταις συγκινεί, ταις ανάβει, ταις καθαρίζει· ταις κάμνει να γνωρίσουν

τά απόκρυφα είς τα 6ά{}η τους κρυμμένα' ζωογονεί τους άκαρπους σπό­ ρους, 'ξυπνα νέαις κλίσες, νέαις · αρ-εταίς, νέαις επιθυμίαις· ευγενίζει

και υψόνει τα πνεύματα με την φλόγα της αγάπης· πυρόνει και κάμνει στενότερους τους δεσμοvς όπου ενώνουν τόν άνθρωπον με τον Θεόν, δεί­ χνοντας την Θεότητα παντού, και πολλαπλασιάζοντας την φύσιν εις την φύσιν. Τούτη ε/ναι ή αποστολη έΚείνου του θαυμαστο\ι όντος, όπο\ί οι προπάτορές μας με τόσην αλήθειαν ωνόμασαν ποιητήν.

«Μή νομίσητε οτι ήλθον καταλ-ί•σαι τόν νόμον η τους προφήτας ουκ ήλθον καταλύσαι σλλCι. πληρώσαι»

-

είπεν ο Σωτήρας της Οικου­

μένης· και τούτη η θε'ίκi] αλήθεια, αληθεύει εις όλον τον ηθικον κόσμον.

Όποιος στοχάζεται να ωφελήση το έθνος του κόβοντας την κλωστη των παραδόσεων, συντρί6οντας το απερασμένο, δεν ηξεύρει πόθεν έρχεται, οVτε που θέλε~ να υπάγη. Η ζωη των ε'itνών, καθrος εκείνη των ατό­

μων, δεν συνίσταται απο μίαν

"' ι:iλλην εποχην της υπάeξεώς τους όλαις

μαζiι συνθέτουν μίαν ακέραιαν ύπαρξιν, οπου κράζεται η ιστορία του εθνους' κάθε γενεα αφίνει εις εκείνην οπού την διαδέχεται 6αθύταταις αλήθειαις, ταις οποίαις συχνa οι σύγχρονοι δέν εννοόύν, αλλα μόνον οι μεταγενέστεροι 'που φωτίζονται από αυτα(ς.

Η εποχi] της δόξας αφί­

νει μεγάλα καί 6αθειa μαθήματα, αλλa συχνa μεγαλήτερα και 6α3ύτε­

ρα εκείνη της δυστυχίας. -

Όταν η Θεία Πρόνοια θέλu να ευεργε­

τήσu ένα έθνος, Μνοντάς του έναν μέγαν ποιητήν, τούτος 6άνεται με­ ταξυ απερασμένου και μέλλοντος, ρίχνει οπίσω του ένα δλέμμα, χωρlς

να του ξεφύγu τίποτε απ' ότι εστάθη, από ότι ε(ναι' αδράζει. τό μυστή­ ριον του απερασμένου, το κάμνει πνεύμα, ιδέαν και κι'\'άει εμπρός, πέρ­ νονtας κατόπιν τuυ το έθνος όλον, καθως ο

· Ορφεvς

μέ την μυστικήν

τοv λί• ρα έσερ-νε κατόπι θηρία, και λιθάρια και δένδρα.

Η πρώτη ποίησις ει,•αι γέννημα, όχι ενος ανθρώπου, αλλa του

108

l-


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

θνους

-

άνθος του αιqθ·ί]ματός του, μουσικi1 τής ψυχής του, φανερώ­

νΗ τα συμ6άντα του, ταις χαραίς του, τους πόνους του, ταις ελπίδες

του όλην .την εσωτερικi]ν και εξωτερικi]ν ύπαόξιν

-

η απουκάτου εις

ταις ετιαLς του ποταμού Βα6υλώνος, θρηνεί την πατρίδα καί τους 6ω­

μούς' η ψάλλει ταις νίκαις του Μαραθώνος και τών Θερμοπυλών' η έ­ πάνω εις ταίς κορυφαίς τού

Ολύμπου, ταις ανδραγαΟίαις και τα ξε­

ψυχίσματα τών παλληκαριών, ταις ανάμνησες του περασμένου μεγαλείου, ταις ελπίδες εις

Εκείνον οπου τιμωρεί τα έ-3νη και τ' αναζεί. Η ε-3νι­

Κ1l ποίησις 6αστά πάντοτε ζωνταν1Ί μέσα εις ταις καρδίαις -tην αγάπην

της θρησκείας και της πατρίδος.

-

Ο μέγας ποιητής, δεν αρνείται

uύτε την γλώσσα, uύτε τα αισθήματα, ούτε ταις παράδοσες των δημο­

τικών ποιήσεων· και γλώσσα και αισθήματα και παράδοσες καί αρμο­ νίαις άφ' ου καθαρίσθησαν περνόντας ανάμεσα απο τους αιώνες, στα­

λάζουν πολύτιμα μαργαριτάρια, μέσα είς το χρυσό ποτήρι της τέχνης.

-

Ούτως εγεννήθη το μεγαλήτερο ποίημα τής οικουμένης η · Ιλιάδα, -

Ούτως έκαμαν ο Δάντης, ο Σέξσπηρ, ο Κάλδερον' ούτως έκαμε και ο ποιητης της νέας

Ελλάδος, του οποίου θρηνούμε τον {}άνατον.

Δεν ηύρε ζωνταη) τήν γλώσσα του Ομήρου η του Σοφοκλή, άλλΟ. τψ χαριτωμένη θυγατέρα αυτής, η οποία εν{ο ζωογονήται άΠο την ψυ­

χήν και απο τα κάλλη της αθάνατης μητρός, ύπέκυψε εις εκείναις ταίς εξωτερικαίς μετα6ολαίς, οπού έπρεπε aφευκτα νq. προξενήσουν οι και­ ροί, τα πολιτικιl καί κοινωνικιl συμβάντα τού κόσμου, η κατάστασις της

Ελλάδος.

-

Δέν ηύρε μία μορφομένη φιλολογία, αλλιl ηύρε μίαν δημο­

τικiιν ποίησιν, την μεγαλήτερη της οικουμένης, καί όλα τα έθνη -ι;' ομο­

λογο-όν· -

μίαν άγνi]ν και υψηλi]ν ποίησιν με την οποίαν τόσαις γενε­

αίς εκφράζουν απο αιώνες τα κρυφιl της ψυχ.fις τους' αντίλαλος αισθη­ μάτων, οπου, σαν μυστικος και μελαγχολικος ήχος, μακρόθεν αντηχάει μέσα εις τήν ψυχήν του αληθινού ποιητή, καί αντήχησεν εις εκείνην του ιδικού μας.

-

Ο ποιητή; μας dκουσε τον κρυφόν στεναγμόν του

πόνου καί της ελπίδος ενος μεγάλου έθνους, οπου έπεσε αλλιl δεν εχά­ Οη. Μέσα είς τα άΠλά του τραγούδια άκουσε κρυμμέχον τον ύμνον της

ανάστασις, και γενόμενος παραστάτης της έθν ικής

ιδέας, του εθνικού

αισθήματος, ψάλλει την Θριησκείαν και την Πατρlδα, iην ελευ3ερίαν και την πίστιν. Με την εμπνευσμένην καρδίαν του, αγκαλιάζει ό,τι ίε­

QΟV υπάρχει δια την ανθρωπότητα· φουκτόνει την ρομφαία πυρομένη Fις την φλόγα τ' ούρανού, και άρχ[ζει ή μάχη μεταξ\ι του πολεμάρχου αγγέλου καί. των πνευμάτων της αδύσσου.

-

ο ποιητής μας δεν ετρε­

ξε να πολεμήση με το σώμα, εις την φο6ερ1Ίν πάλην της ανεξαρτησία;,

109


ΑΠΑΝΤΑ ~OΛQMOr ι

ενα

e.uo'λ ι

ι

ημπορουσε να

δ

,

ι ξ ι 1 , ι ιω η απο την γην εκεινο το πνευμα, οπου ανα-

6ε εις όλαις ταις Ελληνικα(ς ψυχαίς την λακτάρα του πολέμου.

-

Π ό­

σαις φοραίς οι στρατιώταις του Χριστού και της ελευθερίας, τραγου­ δόντες τον αitάνατον ·ύμνον, ερ-ρίκτηκαν εις την μάχην, και ενίκησαν.

-

Το πνε'Ιlμα, ναι, το πνεύμα όταν πυρόνεται εις την δικαιοσύνην, οσαν και

αν είναι τα εμπόδια, εις το τέλος τα αφαν(ζει όλα και νικ~. Ό ποιητής μας λοι~ον έκαμε ό,τι έκαμαν όλοι οι αληθινa μεγάλοι· μόλις επρό6αλε· εις την μέσην του έθνους έρριξε ένα 6λέμμα ολόγυρά του· προσήλωσε

την ψυχήν του εις το 'περασμένο, εγονάτησε επάνω εις τους τάφους

του Ομήρου, του Αισχύλου, τού Σοφοκλή, του Σωκράτη, του Αριστε{­ δη, του Θεμιστοκλή . ζητώντας έμπνευσιν και αδάμαστην τόλμην, επειδη μέσα είς εκείνους τους τάφους δεν είναι όχι κλεισμένη στάκτη, αλλa φλό­ γα ακοίμητη, παντοτεινή.

κρύο ποτέ. -

-

Το λιθάρι 'που τους σκεπάζει δΕν είναι

Η στάκτη και ό πάγος του θανάτου, Εlναι μέσα είς τί)

στήθος του ανθρώπου, την ψυχη το•J όποίου δεν άναψε ποτε κανένα αί­

σθημα υψηλΟν και γεννάιον· η καρδία μολυμμένη απο την δειλίαν, απο τον φ{tόνον, και απο άλλα ποταπa πάθη, μένει πεθαμένη καί σάπια μέ­ σα εις ενα τάφον, και ας είναι απο κρέας, και ας κυκλοφυρiJ ακόμη εις αυτο

το

αίμα.

Αλλά το σέδας οπου χρεωστείται είς τους μεγάλους άνδρας, οι ό­ ποίοι εδόξασαν την παλαιaν Ελλάδα, καί την ανθρωπότητα δεν έκαμε τον ποιητήν μας να λησμονήσn την Χρ-ιστιανικην

Ελλάδα, 6απ.τισμένη

εις την δυστυχίαν, οπου την κατασταίνει αν όχι μεγαλήτερη, ιερότερην απο τήν παλαιά.

Ο ποιητής μας αισθάνεται ότι η φιλολογ(α δια να εiναι εθ,ιικ11, πρέπει νά ειναι δημοτική· Και δια να γένη τοιαύτη, πρέπει να παύση ε­

κείνη η υπερήφανη, και ανόητη πρόληψις, εξ αιτίας της οποίας κατα­ φρονήται ο λαός, εκείνος ο λαος μέσα εις την ολοζώντανη και γερη ψυ­

χή του οποίου, ευρίσκονται σωριασμένοι · αναρίθμητοι πνευματικοt θη,

σαυροι,

. ι \ λε'ιπουν εις ταις ανωτεραις ι 'ξ οι όποιοι συχνα τα ες, και ας

μαρ-

τυρήση ή ιστορία πούθεν ευγήκαν εκείνοι όπου έσωσαν καί έδόξασαν τα έθνη· ο ποιητής μας δεν καταφρόνεσε ούτε τον λαόν, ούτε την γλώσ­ σαν του, ούτε τα αίσθήματά του· ηξευρε ότι οι γλώσσαις δεν είναι γέν­

νημα της θελήσεως του ανθρώπου· ότι μεγάλη και 1tαυμαστη είναι κά­ θε γλώσσα όπου εκφράζει υψηλαlς ιδέαις, και παραδέχεται την ωραίαν και αρμονικ'i)ν γλώσσαν του λαού, την οποίαν (και τούτο ειναι το έργον του μεγάλου νοος) φψύχωσε και ύψωσε με τα αθάνατα ποιήματά του.

-

Κατa 6άθος ενόησε την

110

Εληλνικην ζωήν, και ε(δε το μέλλον όποu


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

την προσμένει, και με τον δυνατόν του νουν, με την μεγάλην τουψuχήν,

αγκάλιασε όλο το έθνος, και έγινε ο πρώτος και μέγας θεμελιωτης της νέας μας φιλολογίας. Όσοι ανέγνωσαν τά ποιήματά του (και ποιός δέν τά ανέγνωσε;) γνωρίζουν οτι όλα εμπνέουν υψηλa αισθήματα.

Ετρα­

γούδησε την \tρησκείαν και την πατρίδα, της οποίας εδόξασε τα αθάνα­ τα ανδραγαθήματα, και ο ύμνοr, του aντήχησε παντού. Έκαμε την Ευ­ ρώπην όλην να προσηλ6)ση το 6λέμμα εις την τρομερην πάλην, δείχνον­ τάς της την ελευθερίαν που πετιέται ανδρειωμένη σάν πρώτα, απο τα

ίερCι κόκκαλα των Ελλήνων και ρίχνεται εις μάχην. Φθάνει εις τον τοι­

χον της α1'tλίας Τριπολιτζάς, κατε6αίνουν οι εχθροί, και ανά6ε ι ο πόλε­ μος. Τα σκοτάδια της νυκτός, η τρομερη ταραχη του πολέμου έπαρά­

σταιναν τον άδη που επρόσμενε τους εχθροvς του Χριστού. Και κόρες,

γέροντες, νέοι, δρέφη, ίσκιοι γυμνοl και άναρίθμητοι πετιώνται απο την

γην, όqοι άδικα εσφάγησαν απο την οργην των εχθρών. Αυξάνει τρομα­ κτικα ό χορος τοιi πολέμου, τρέχει ποτάμι το αίμα, άλλα το δροσερΌ αέρι της αυγής δεν φυσg πλέον εις των ψευδόπιστων το αστέρι. χαιρετά τον

:Σταυρόν.

-

Απο εκεC η αθάνατη θεα πετιέται εις την Κόρινθον, και

ματωμένη γυρίζει ταις αιματωμέναις της πεδιάδες. Μπαίνει την ημέραν του Χριστο1'J εις το Μεσολόγγι εις το ιερο εκε(νο προσκυνητάρι, τήν η­

μέραν όπου άν1'tισαν τα δάση διά τον υιον της Παρθένας, έρχεται ε­

μπρός της, ολόλαμπρ•η δαστόντας έναν σταυρον η θρησκεία, και κινόντας το δάκτυλο, όπου ανοίγει τους ουρανούς, της φωνάζει. «Σ' αυτο το χώ­ μα στάσου ολόρθη ελευθερία», και την φιλει εις το στόμα.

Εκείνο

-

co

φίλημα της διπλασιάζει την δύναμι, ακούει το α3ι&ον α(μα του μεγαλο­ μάρτυρας Πατριάρχη, οπου φωνάζει εκδίκησιν, και φουσκώνει τα νε­ ρ(χ του Αχελώου, που γένονται μνήμα εις τους έχθρούς, καί εις την

Τένεδον γεμίζεί λείψανα κα ι αίμα εκεινα τα κύματα 6που οι ιερόσυλοι ε­ πέταξαν το Ο.γιόν του σώμα.

Τέλος στένει έναν Σταυρον εις την μέσην της

Ελλάδος, και · ρί­

χνοντας ένα 6λέμμα ολόγυρα εις την Εύρώπην, φωνάζει: κυττάχτ' εδώ

-

-

Βασιλείς

τούτο εlναι το σημείον όπου προσκυνάται και δια τού­

το μας δλέπετε •ματωμένους εις τον τρομερον αγώνα.

-

Και Βασιλεlς

και έθνη άκουσαν την δυνατ-fιν ψωνήν, και κλινοντας το γόνυ Εις τον Σταυρόν, εις το Ναδαρινόν εθέσπισαν την

Ελληνικην ανεξαρτησίαν.

Ολιγώτερον ωραία και υψηλη δεν είναι η ωδή του εις τον θάνα­

τον του Μπά'ίρον του μεγάλου ποιητη της Αγγλίας, όπου ζητώντας μίαν ελεύθερην γην, όπου να ησυχάση την καταταραγμένην ψυχήν του, ενώ ι.iλα τα ένδοξα και ελεύθερα έθνη ξεδίπλωναν ταις σημαίαις τους:, και. ι ι ι


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΛQΜΟr

σηκόνοντας ταις δάφναις όπου τους ~στόλιζαν την κεφαλ~, τον χαιρετού­ σαν, και τον προσκαλΟ't!σαν μ' α'ύταις, έρχεται ανάμεσα εις την χλαλοην

του πολέμου, εις την γην της ποιήσεως, δια να πετακη~ απ' αυrήν εις τα ουράνια.

-

Κα~ η{}έλησεν η Μοlρα ό μεγαλήτερος νέος ποιητης της:

πατρίδος του

Ομήρου και του Πινδάρου, να ψάλλτι τον θάνατον τον

μεγαλητέρου νέου ποιητή της πατρίδος του Σέξπιρ και του Μίλτων.

Ο Λάμπρος, του οποίου ένα μόνον τεμάχιον δημοσιεύ3η, είναι να

είπω αύτως η δεmερη φάσις του πνεύματος του ποιητού μας. Εις αυτο η{}έλησε να δγάλη την ιδανικην ωραιότητα, απο την σύγχυσιν του ηθι­ κού κόσμου, ·ηθέλησε να ρίξη μιαν ακτίνα θεία ανάμεσα εις τους lσκιους της διαφθοράς, δια να την κάμη ακόμη λαμπρότερη. Όλα τά άλλα ποι­ ήματα οπου εσύνθεσε, αφου υψώθη εις την ανωτέραν σφαCρα της τf.· χνης, είναι ανέκδοτα. Δεν αμφιδάλλων οτι γλήγορα {}έλει δημοσιευθούν,

και δέδαια {}έλει υψώσουν πολ\ι περισσότερον τό όνομα του ποιητή μας. Σκοπον δεν είχα ''α εξετάσω σήμερον τα ποιήματά του ως προς το

πνεύμα τών οποίων είπα μόνον ολίγους λόγους· το πνεύμα της ποιήσεως τού Σολωμού πολlι καλήτερα απο κάθε εξέτασιν, δύναται να το φανε­

ρώση εις κα'Ιtέναν τό ίδιόν του αίσθημα.

-

Και τούτο το αίσθημα δέν

θέλει σδυσθή ποτε και οι ερχόμεναις γενεαίς 1Μλει γνωρίσουν, και θέλει εκτιμήσουν καλήτερα τον Σολομόν, έπειδη ο .ένδοξός μας ποιητης δεν

ε6υθίσθη εις την νύκτα του απερασμένου, αλλά εστήθη εις την θύραν του μέλλοντος, ασηκώνοντας τό κάλυμμα όπου τον σκεπάζει, και άνοιξε

εις τα 6λέμματα των νέων Ελλήνων μ1α θέα μεγαλήτερη, πλέον ελεύ­ θερη, καθαρώτερη. Τούτος είναι ο άνδρας τον οποCον εχάσαμεν· και του

όποίου τον θάνατον θρηνε{ ολόκληρον το έθνος. Ούτε δια εξουσία, ούτε δια πλούτη, ζουν οι δυνατοl της γης εις την

ενθύμησιν των αν{}ρώπων. Δάκρυα κα ι αίμα τρέφουν τα στεφάνια, με

τά όποία οι δυνάσταις των εθνών στολίζουν την κεφαλήν τους" αλλά. ε­ κείνα τα στεφάνια μένουν μαραμένα επάνω είς τους τάφους τους, χωρlς

ούτε ένας απο τους μεταγε,•εστέρους να ρίξη ένα ολέμμα εις αυτά.

Αλ­

λά. αιώνιον aνθίζει το δένδρον οπου σκεπάζει τους τάφους τών μεγάλων ανδρών, επειδi) σάν ιερijν παρακαταθήκην οι πατέρες το συσταίνουν εις

τους υιούς;' και το τρέφουν και το ζωογονο-ίιν τα δάκρυα της ευγνωμο­ σύνης, και οι δροσια(ς του ουρανού. Και πάντοτε θέλει aνθ ίζει η Ετιά, που σκεπάζει τον τάφον του ποιητή μας.

Νέοι Ζακύνθwι , 'σεις 'που πρωτοείδετε το .φως της ημέρας εις

ταύτην την ίδίαν γην, όπου και αυτός εγεννήθη, σιμώσετε εις; εκείνον τον τάφον. Στολίσετε με Cίνθη και δάκρυα το χωμα 'που κλει τα κόκ-

112


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

καλα του ~νδόξου συμπολίτη σας, και δεηθήτε εις τόν 'Τψιστον, από τα 6άθη της καρδιας σας να αξιώσn κανέναν από σας,. να γίντι διάδοχος

της δόξας του, και να τιμήστι την πατρ(δα του, κα3<hς κ' εκείνος την ετ(μηάε. Δεη-&ητε, επάνω εις εκείνον τον τάφον· άλλ.fι. αν ζητάτε το

πνεύμα του σηκώσετε τα βλέμματα ψηλά, επειδή, ό ουρανός είναι η πα­ τρίδα των μεγάλων ανδρών.

Μεγάλη ψυχή ! συ τώρα βυθίζεσαι μέσα εις άφθαρτα κύματα φω­ τός, και σου άστράφτει χαρ(ι το πQόσωπο, γροικώντας την άπλαστην αρμονlαν των ουρανών.

Ω ρίξε, ρίξε ψηλάθεν ένα 6λέμμα ε~ς την

γή'ίνην πατρίδα σου που με πικρa δάκρυα κλαίει τον αποχωρισμό σου.

Έμπνευσέ μας ευγενή και υψηλιl αισθήματα, και εμείς σου · ορκιζόμεθα, ότι θέλει τιμώμεν πάντοτε την δικαιοσύvην και την αλήθειαν

-

και 6τι

η ενθύμησις των μεγάλων μας ανδρών, οποv ανέζησαν και εδόξασαν το

έθνος, θέλει ανάφτει πάντοτε περισσότερον εις τα στήθη μας την αγά­

πην της πατρlδος και της ανθρωπότητος.

Σου τ' ορκιζόμεθα, ναι, μα την αιματωμένην Ελλάδα, μα τον κό­ σμον που σ' έχει.*

*

.Σ'r)μ. Ε1ι~. Ο λ6yσι; οιv-.δι; ~ημοοιeύηjχe σe φυλλιtδιο με το<J τίτλο cΛ6yος; '""ψων"Jθetι; η;οφ~ -.οιι χ. Ιαιιλ(ου Τυπιtλδου, χιιτιt. τ-rιv ev τφ vοιφ των Αyιων Π6.ν-.ων πένθιJ.i.οv τελετ'ijv εις μν-rιμόσυvοv του Ζσ.1ιιινθCοιι ποι'r)τοιi Δ ιονυσιοιι .Σολωμού. ·Εκaι­ aετοιt σuνaρσμη aισ.ψόpων Ζσ.χυνθ(ων, προ~ ou~ χιιριζόμε<JΟC ο σuyyριιcpsύ\; εχop1Jr-rι­ σe την επι τούτφ ιtδειιιν. Εν Ζιι1ιόvθφ. Τυποyριιφει'ον • Ο Πιιρνιισοός;• Σεργ(ου Ρσ.φτιtν"η. Δtεuθ. Νέστορος Ι. Τσ.ρουσοποόλου, 1857•. Ακολουθφοιμε τ"Jν ορθσ­ yροιφισ. τοu πρωτότυπου, :Ειι<Jιtδ"ημοσιεύτ"ηχs στά. «Ποι1jμοιτοι• Τιιπιλeου. Φtξ"η;

1916.

113 8


Ο Σολωμός ν~κpός

-

Σχί-ιοο Πepιοδιχό Ποινοιθ~vοιισ:,

.Σελ.

140 - 147 - 207 - 216

Ιοόνιος

-

Ιο:Jλιο;;

1D07


Σολωμός Μ. Μοcλοcκιiσrι

Καitοος την ώρα την απόδροχη, Που τη φωτίζει εφτάχρωμο το {}είο δοξάρι, Ί\ιf' ll~

'λ ο η

την

I

ομορφια

του

.

την

Ι αποκοσμη,

Μ' όλη την ουρανόσταλτή του χάρη, Λάμπουν στεριες και πέλαγα, Μαζί, σε μιaν αiΜνατη λαμπράδα,

Έτσι και συ, τραγουδιστή μου εφτάχρωμε, Ζώνεις απ' άκρη σ' άκρη την Ελλάδα. Είνε ο σκοπός σου, άλήitεια, αitάνατος, Της Ίριδος τα χρώματα ζουν στο σκοπό σου,

Μια Μοίρα που γεννούσε λιονταρόκαρδους Φώναξε καί σέ σένα - Φανερώσου! Κι' ενφ στεριες και πiλαγα Τα σκέπαζαν τα σύγνεφα τα μαύρα, Πρόδαλες συ, και με το φως σου αλαφροχύ-ltηκε, Στη χώρα τα δαρύγνωμη, κ' η αύρα Της Λευτεριάς, uπου δαφτίστηκε Μέσ' στα 6α-3_ειa ποτάμια των αιμάτων,

Της Λεφτεριάς που την τραγούδησες πρωτάκουστα Στη λύρα των εφτa χρωμάτων. Κι' ακόμα δρόμους φώτισες,

Δρόμους και δρόμους άνοιξες τριγύρω, Κ' η αύρα που μια μέρα πρωτοσκόρπισες Έγινεν ευωδιa κι' έγινε μύρο,

115


ΑΠΑΝΤΑ. :ΣΟΑΩΜΟr

Κι' ανάδωσε, κι' ωτλώt}ηκεν,

\

Ω! τά Μαγιάπριλά σου τα αιώνια! -

π Qυ λ εει /

\

κανεις κ

)

I

__1\.Ιζ

οι πετρες πως αvυι ουνε,

Πσtl λέει πως λουλουδίζουν και τα χιόνια .... Κι' ακόμα κόσμους φώτισες, Τους κόσμους της ψuχ1Ίς τους κοιμισμένους, ι ι των ερμων, των α δ' υνατων, τ ων εuγενων, Που τους -&αρρούν οι ανίδεοι για ξένους,

Τους κόσμους της Φαρμακωμέvης σου,

Και της φτωχής Μαρίας, που προ6αίνει Κάτ' απ' τη νύχτα τη γλυκειa και την ασπρόφεγγη , Λίγη δροσιa να πάρtJ η μαραμένη ...

Ω! την αγάπη που την ξύπνησες Μέ τήν ολόφωτή σου Λύρα, Που της εφόρεσες μιάν άφίt-αρτη Και μιαν ασύγκρι τη πορφύρα,

Κι' όταν τη δύστυχη την έσυρες Στην κολασμένη απάνω κλίνη, Στανταριασμένο μέτωπο της έ6αλες Την ακριμάτιστη γαλήνη ! Κι' ακόμα , ω μάγε εσύ, ζωντάνεψες Τον κόσμο που ποτε δεν εγεννήt}η, Και ζη μέσα στα δάση τα 6αρήσκιωτα,

Και μέσ' στων ωκεανών τα 6ύ-&η, Κι' ένα άντιφέγγισμα άφησες Στα πλιο κρυφa κι' aπόξενα εδώ κάτου, Το μελιχρό σου τ' άντιφέγγισμα, που ημέρωσεν Ως κάι την άγρια νύχτα του -6-ανάτου ... 116


ΝΕΚΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

Κι' άν πορφυρώνrι ακόμα ή λάμψη σου , χ α λ ασματα κι

'

,

,

ερειπια και συντριμμια,

Κάποιων ναών μόνον σκορπίσματα Τέτοια. πανίερη έχουν γύμνια, Κάποιων ναών τα μάρμαρα, Που μοναχa ένας ύμνος τα σαλεύει, Του φεγκαριού που τ' αργυρώνει αλαφροφιλητα; Του ήλιου του χρυσού που τα χαϊδεύει ...

Καί τόρα ποιός 3α τραγουδήσrι σε; Ποιός ήχος, ποιός ρ~μος fu: να σε ψάλτι; . Δε μοιάζει ο στίχος μας το στίχο σου τον άχραντο, Πώχει πατρίδα κάποιαν άλλη .... Το φως εσU είσαι το ανιστόρητο, Της Ίριδος τά χρώματα λάμπουν σε σένα,

Δόξα στά μάτια μόνο που σε βλέπουνε, Στα χείλη που μπροστά σου είνε κλεισμένα.! Μ.ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

*

Ιlεριοδ:κό • Ιlοινοιθήνοιισ. » 1

Ιο~νοι;

1907. σελ. 99 • 101.

117

''


Ο τcίφο;; τω Σολωμοb στην K~pκ<>p~


E:ac;

τό θάνατο τοu Λόρδ Μπάuρον

ΠΟΙΗΜΑ ΛΤΡΙΚΟ

Λευ&εριά, για λίγο πάψε Ν α χτυπάς με τό σπαθ-ί·

Τώρα σίμωσε και κλάψε Εις του Μπάιρον το κορμί.

2 Και κατόπι ας ακλου-&ούνε '0σοι επράξανε λαμπρά·

Αποπάνου του άς χτυπούνε Μ ονον στηυια ηρωικα. Ι

Ι~(l

Ι

3 Πρώτοι άς έλ-&ουνε οι Σουλιώτες, Καί απ' το Λείψανον αύτο

Ας μακραίνουνε οι προδότες,

Και απ' τα λόγια οπσu &α πω.

4 Φλάμπουρα, όπλα τιμημένα, Ας γυQίtΩύν κατa τt) γη,

KαftoJς ήτανε γυρμένα Ειι; του Μάρκου τη -3-ανή, 119


ΑΠΑΝΤΑ .ΣΟΛ2ΜΟr

5 Που 6αστούσε τό μαχαίρι Όταν τούλειψε η ζωfι Μες στο ανδρόφονο το χέρι Και δεν τ' άφηνε να 6γη. ( 1)

6 Ανα&ράφηκε ο γενναίος Στων αρμάτων την κλαγγή· Τούτον έμ..τνεuσε, όντας νέος, Μια {}εα μελωδική.

7 Με τες 3-ε(ες της αδελφάδες Εστεκότουν σιωπηλή, Ενώ αυξαίνανε οι λαμπράδες

Στου Θεσύ την κεφαλή,

Στρ,

6. Εις άλλο αρχαιότερο χειρόγραφο ευQίσκονται η εξης Μο στροφές,

η πρώτη μόνον σχεδιασμένη·

cΦανερόνονται

εις την φύσι κάποια υψηλα πνεί,ματα τα οποία

ο 'Απλαστος ηθέλησε να εντύση με θαυμάσιο φως,

Και τόσο ένδοξα κινσVνε Εις τα χτίσματα της γης,

Π ου το θαύμα μαρτυρούνε, Της αγνώριστης Αρχής.

120


8 ΠΟ\1 εμελέτουνε τη Χτίση· Και ότι ε6γrΊκε η προσταγή, Οπού, εστένεψε τη Φύση

Αιφνιδίως να φωτιστl1.

9 Με τα μάτια ακολουθ-(οντας; Το νεογέννητο το φως,

Και σε δαύτο αναφτερώνtας, Της εξέt>γαινε ο ψαλμός.

10 .

Απ' τ' αθ-άνατο το στόμα, Και α."tομάκραινε η .6ροντή,

Που το Χάος έκανε ιrιtόμα Στην ογλήγορη φυγή,

ι ι Έως που ολόκληρον εχά{)η Στου

Έρε6ου τη φυλακή,

'Ο που απλώ-θηκε και εστά{)η

Σα στην πρώτη του πηγή.

12 -

Ψ άλλε, Μπάιρον, του λαλσύσε,

Όσες 6λέπεις ομορφιές Και κειος, που εκρυφαγρικοίισε Ανtαπόκριση μ' αυτές,

121


ΑΠΑΝΤΑ ~ΟΛ!2Μοr

13 Βάνεται, τες τραγουδάει Μ' ένα χείλο αρμονικό, Και τα πά{}η έτσι σου γγιάει, Που τραγούδι πλέον ψηλό.

14 Δεν ακούστηκεν, απ' ότα (2) Έψαλ' ο Άγγλος ο τυφλος τ αγκαλιάσματα τα πρώτα Που έδωσ' άντρας γυναικός.

15 Συχν<Χ εδράχνιασε η μιλιά του Τραγουδώντας λυπηρά,

Πως στον ~ :λιον αποκάτου Ειναι λίγη ελευ-&εριά.

16 «Κά-&ε γη )) . παραπονιέται, ( 3) « Εσκλαοώ{}ηκε- είναι μιά, Όπου ο άν{}ρωπος τιμιέται,

Απο δώ-&ενε μακρυά,

17 .

» την

,

οποια

,

χτυπαει

το

'

ναμα

Σύνορα τ' Ατλαντικό· Μετανώνει εν τφ άμα Όποιος πάει με σtοχασμό,

122


18 »Τη γλυκιaν Ελευ{tερία Ν α της 6λάψη απο κοντά· Το δοκίμασεν η Αγγλία! Κανεlς πλέον ας μην κοτά».

19 Και ότι 6ούλεται να φύγη

( 4)

·Εκεί πέρα ο Ποιητής, Ανεπόλπιστα ξανοίγει Εσε εδώ να πεταχτής.

20 Επετάχτηκες! Μονάχη­ Χωρlς άλλος να σου πη • Τώρα aρχίνησε τη μάχη,

Και γω πλάκωσα μαζί.

21 Να σ' το πη, και να σε ρίξη Στων Τοvρχών τες τουφεκι8ς

_Ασυντρόφιαστη,

αν ξανοίξη

Τες περίστασες δεινές.

22

'

,

κι ' αν τες .ευρη ευτυχισμενες, Ν άλ&η αντlς γιά τον εχ{tρό, Μ' άλλες άλυσες φτειασμένεζ

.Αι-τοκάτου απ' το Σταυρό.

123


ΑΠ!..ΝΤΑ :ΟΟΛΟΜΟr

23 Πούχε λά6ει στες αγκάλες Από μας, κι' είχε ftεo\Jς

Αστραπές, ανεμοζάλες, Και 6ροντες και ποταμούς.

24 Μόνον τ' αδικοσφαμένα Τα παιδιά σου, στριμωχτά, Με τα χέρια τσαχLσμένα Σέ εσπρώ'ξανε ομπροστά;

Στρ.

23.

'Που εtν' σημείο της κεφαλής του,

Σημείον 'Ελέου, Σωτηριάς, 'Που δεν το 'χανε οι γονει'ς του, Και το λάοονε απο μας. Εις τες έρμες τους αγ1(άλες,

'Π ου ελατρεύαν για θεο\ις Αστραπές, ανεμοζά.λες,

Και 6ροντέ;, και ποταμούς. Στρ.

24.

Ότι επρό6αλες την όψι, Π ίιιω σου ήρθαν στρvμωχτά

Όσα τέκνα σου ειχαν κόψει, Όταν ήσουν 'ς στην ερμιά. Α6ψα τέκνα αραχνιασμένα,

Που άνθρωπος δέν τα μετρ~ Και με χέρια τσακισμένα

Σε εσπρώξανε ομ.προστά.

124


ΣΤΟΝ ΜΠΑ·r·ΡΟΝ

25 Και Συ εχύfiηκες, πετώνται; I Μ Ιια ματια' σtον /"\.... v:υρανο, Που τα δίκια σου -θ-ωρώντας, Αποκρίfuικε: Είμ' εδώ.

26 Και χτυπώντας ξεfiυμαίνει

Εις το πέλαγο, εις τη γη, Η ρομφαία σου πυρωμένη Οχ την

'Άπλαστη Φωνή.

27 Και fi'αυμάσια τόσα πράχτει,

Οποi! οι Τύραννοι της γης Σ' εσε κίνησαν με άχτι, 'Q μως εσtρεψαν , ~Μ~~ c:.vuv.:,.

Στρ.

26.

Κα~ η ρομφαία σου πυρωμένη Άπ' την

Άπλαστη Φωνi)

Εις τα εμπόδια ξεθυμαίνει,

Το θυμο τόσο 6αρύ, Και αχαλίνωτη πηγαίνει Προς τα εμπόδια και 6αρεί Η ρωμφαία σου πυρωμένη, Οχ την άπλαστη Φωνή,

Και χουμάει κι' ομπρος παγα(νει Μες τα εμπόδια, και βαρεί Η ρομφα(α σου κτλ.

125


ΑΠΑΝ1Ά ΣΟΛgΜοr

2R Χαίρε! Κι· όποιος σε μισάει ,

Και πικρa σε λοιδορεί., Ευτυχιa να πι&υμάη,

Και ποτε να μην την δη·

29 Και να κλαίη πως iιλίtε η ώnα Η πατρίς του να δε&ή Με τα σίδερα, που τώρα Πας συντρίβοντας Εσύ.

30 Χαίρου ωστόσο όλους τους τόπους, Ilou εξανάλ~αν γοργa Πάλι έλεό{}ερους αν3ρώπους

Και του Μπάιρον τη χαρά.

3ι Χαίρου,ανάμεσα στα άλλα Πράγματα που σε τιμο{ιν·

Οι Μεγάλοι τα μεγάλα

Που τους μοιάζουνε, αγαπσύν.

32 Βλέποντάς σe αναγαλλιάζει Η {)-λιμμένη του ψυχή,

Και του λέγει: Ό π λ α

Τ ώ ρ α η

126

φωνάζει

Ε λ λ ά δ α· π ά μ ε ε κ ε ί.


ΣΤΟΝ ΜΠΑ·r · ΡΟΝ

33 Και. κινάει να σ' απαντήση· Και η Φήμη του Ποιητού,

Που τον κόσμο είχε γυρίσει Και τη δέχτηκαν παντσύ,

34 Μπροστοπάταε, να σβ κράξη · Με όνομα τόσο γλw.ύ, Που όποιο μάτι σε κοιτάξη Σε ξανοίγει πλέσν σεμνή.

35 Τσν ,

,κολού6ησεν ο πλούτος,

,

λ

,

σtα χερια του κα ου, θ Και κακόπραχτος, αν ούτως ι' 1 , κ αι ειν στα χερια του κακου. ειο;

36 Μ' ένα 6λέμμα οποiι φονεύει Τα φρονήματα τα αισχρά, Τρομερη τσν συντροφεύει, ~' ι του εις τα 'δξ' """τεκοντας ε Lα.

37 Και όντας άφαντη στους άλλους, Του Αλκαίου η σκιά, Και στους ώμους τους μεγάλους Λίγο γέρνοντας, κρυφά,

127


ΑΙΙΑΝτΑ .ΣΟΔQΜΟr

38 Λόγια α{}άνατα του λέει,

Με τα όποία στα σrο3ι.κa

Το &υμο του ξανακαίει Εναντίον στην αδικLά·

39 Θυμόν, τρόμο όλον γεμάτσν,

Που νικάει την ταραχη Των 6ρσντόκραυγ<ον αρμάτων, Και πετιέται ολού με ορμή,

40

,

,

κ αι του τυραννου χτυπαει Τη 6ουλiι και την ξυπνά,

.Στη στιγμη που μελετάει Των λαών τη συμφορά.

41 Μόνον άκουε του Κοράκου

(5)

Της Αυστρίας το κραυγητό, Που δεν έκρωξε του κάκου, Και επεitύμαε το κακό.-

42 Ομοίως έστρεφεν η Μοίρα, ( 6) Που ε(χε πάντοτε στα&ή Μες στης Κόλασης τη &ύρα Με το Κρίμα ανταμωτή,

128


43 Έσtρεφε κατa τη χτ(ση, Γιατι εμύριζε νεχο1ι Ι

Μυρωδ ια,

,

I

πφιχε σκορπισει

Η πικρfι μετα6ολή.

44 κ αι

'.' '

απο τ

·απειρο

~ I υιαστημα

Ανnσήκωνε ψηλα

το μιαρο της το αναστημα, Να χαρή τη μυρωδιά. I

I

45 -:Στην Ελλάδα χαQοκόπι·

Γιατί Εκείνον, που ζητεί, Βλέπει νάρχεται, και οι τόποι Που η οκλα6ιa κ_αταπατεί,

46 Χαμηλη την κεφαλή τους, Αyρικώνtας τη 6ουή,

.

Εδακρύζαν,και οι δεσμοί τους Τους εφάνηκαν διπλοί.

47 Αλλά αμέσως όλοι οι άλλοι Πσύ είχαν ελευi}ερωi)ή, Και έχουν δάφνη στό κεφάλι Που δε itέλει μαρα{tή.

129 9


ΑΙΙΑΝτ Α .EO.Λ.QIIOr

48 Τέ; σημα{ες τους ξεδιπλώνουν, Και τες δάφνες που φοQΟ'ύν

Χαιρετώντας τον σηκώνουν Καί μ' αυτες τον προσκαλούν.

49 Που {}α πάη; Βουνά και. λόγγοι Και λαγκάδια αϊλογουν. Που {}α πάη; - Στο Μεσολόγγι Καί άλλοι ας μή ζηλοφ{}ονοUν.

50

Τέτοιο χωμα απ' την ήμέρα ( 71) Τη μεγάλη του Χριστσύ,

Ι

Που ει.χε φέρει απ' τον αι&έρα Τιμη εμάς και δόξα Αυτοο;

51 Ειν' ιερο προσκ'\Μ}τάQι, Καί δε Wλει πατηitή Απο 6άρ6αρο ποδάQι, Πάοεξ όταν χαλαστή.

52 Δέν ήταν τη μέQα τούτη Μοσχολί6αvα, ψαλμοί·

Να, μολύβια, να, μπαρΟ'ύτι, Να, σπα{hών λαμποκοπή.

130


:!:ΤΟΝ ΚΠΑ·r·ΡΟΝ

53 Στνν αέρα ανακατώνοvtαι

Οι σmΒ-ό6ολοι καπνοί, Και απο πάνου φανερώνονται

Ίσκιοι Β-είοι πολεμικοί·

54 Και είναι αιυτοί, πΟύ πολεμώντας Εσκε.πάσανε τη γη,

Πάνου εις τ' άρματα 6ροντώντα; Με το ελεύθ-ερο κορμί· ·

55 ΚαL αj'Κάλιάσματα εκεί πλή&ια, Δάφνες έλα6αν, φιλιά,

'Οσά ελά6ανε εις τα σtήitια Βόλι.α τούQκικα, σπα~ά.

56 Όλοι ~νοι oL πολeμάQχοι Πεοιζώνούνε πυκνοί Τηv ψυχη του Πατριάρχη Που τον πόλεμο ·ευλογεί·

Στρ..

55.

Και εκεί απάνοu ελά6αν πλήθια Αγκαλιάσματα, φιλιά,

Όσα ~τλ.

131


ΑΠΑΝΤΑ :ΣOMDIOI

57 Και αναδεύονται, χάι γέQ'VfYIN,

Και εις το πρόσωπο ιλαροί, Χεραπλώνουνε και πα(ρνονν Απο τη σπιitο6ολή.

58 Εδώ δλέπει aντρειωμένα Ν α φρονούν παρa ποτέ· Και όλος έρωτα για σένα Προσηλώνεται σ' · εσέ·

59 Το πουλί, που 6ασιλεύει Πάνου εις τ' άλλα τα πουλιά,

Γληγορώτατα αναδεύει Τα αι~ερόλαμνα φτερά,

Τρέχει; χάνεται, και πίνει Τόλμην πίνει ο οφ{}αλμος

, ' , Απο' τ ' αστρον οπου χυνει Κύματα άφ~αρτα φωτός.

61 Πλανημένη η φαντασιά του

Μες στο μέλλον το αργό,

'

' , ,

π ου προσμενει τ ονομα του Ν α το κάμ.η πλέον λαμπρό,

132


ΣΤΟΝ ΚΠΑ:r·ΡΟΝ.

62 Ο λοφλόγιστη πηδάει. Εισe μία ματιού ροπή· , , , Στρεφει απεκει και κοιταει· -

Ανεκδιήγητη αντηχεL.

63 Απ' Τσυ Και Τσυ

τσυ κ6σμσυ όλον τα πέQ<n'a Καιρού η χλαλοή, διηγώνtας τσυ τα τέρατα χτυπάει. τrrv ακοή·

64 Έ&νη πον άλλα cpo&SQίζovν, Φωνές, &ρ6νοι δυνατοί·

Άλλοι πέφτουνε, άλλοL τρLζονν, Και άλλοι ατάραχ~οι και ορ&οί·

65 Απο φό& και από τρόμο, Απο 6άρ6αρονς δεσμούς,

,

πσυναι.

,

σκορπιοt

εις

,_Q._

καm:;

δ

,

ρομο,

Και απο μύριους υδρισμούς.

66

,

'

,

Β γαινει, αναμεσα στους κροτους Των γενναίων που την παινούν,

Και κοιτούνtαι, ανάμεσά τους Για το &αύμα που &ωρούν, \33


ΑΠΑΝ1Ά 2ίΟΔUιtΟr

67 Μία Γυναίκα πούχε 6άλει Μες στα .δάσανα ο καιρός, Ξαναδείχνοντας τα κάλλη Που της έσ6ησε ο ζυγός,

68 Μάνον έχοντας για σκέmt ·

Τα τουφέκια τα εθνικά, Και το χαίρεται να 6λέπη Πως και ΑυtΟς την ακλου{}-ά.

69 Αχ.f

11'-

ι

συνερχεται... I

..1..:"\'ιννναν

ξ

I

ανοι γ ει

I

φαρμακερη,

ΟπσU αγιάτρευτην ανοίγει Της Ελλάδας μίαν πληγή·

70 Ερινvύαν απο τα χ~όνια Που η Ελπίδα απαρατά· Η ~εομίσητη Διχόνοια

Που τον άν6-ρωπο χαλνά.

71 Αφσiι εδιώχτηκε απΟ τ' άστρα 'Ο

,.

πσυ ετολμησε να πα,

Πάει στους κάμπου;, πάει στά χ.άστρα, Χωρtς νci6ρη δυσκολιά·

134


ΣΤΟΝ

MUA·t·PoN

72 Και κρατώνrας κάτι φίδια

Που είχε 6γάλει

wr.'

την καρδιά,

Και, χτυπώντας ~α πιτήδεια

Εις τους Έλληνας, περνά·

73 Και όχι πλέον τραγούδια νίκης

' πρωτα, , , λ' ενω τυφ α, Ω σαν Με το τρέξιμο της φρίκης, Τούρκικα άλογα πολλά

74 Ετσακίζανε τa χνάρια

Στην απέλπιστη φυγή, Και εγκρεμίζαν παλληκάρια

Του γκρεμνσύ απο την κορφή·

75 Όχι πλέον, όχι τα δυνατά στοιχειά να μας {}-ωρούν, Και να οργίζωνrαι και εκείνα

Και κια μάς να πολεμούν·

( 8)

76 Αλλa πάει στους νόας μία Wρμη, Που είναι αλλιώτι.κη απ' αmή, Οποiι ειrκόρπισε στην έρμη

Χιο, του Τούρκου η πι6ουλή,

(_9) 135


ΑΠΑΝΤΑ

:EO.UW:Or

77 Όταν τόσuι ε,:τέφταν χάμου, Και με λόγια α.πελπισιάς, Κόψε με, έλεγαν, Αγά μου, Και τους έκο6εν ο Αγάς.

7'8 Όμως ~έρμη· ποιος tJ6ρίζει Τον καλύτερο, και ποι<>ς

Λόγια aνόητα ψι~ρίζει· 'Αλλος στέκεται οκνηρ6ς·

79 'Αλλος παίρνει το ποτήρι Αποκάτου απ' την ελιά, Ωσaν νάτουν πανηγύρι,

Με τα πόδια διπλωτά.

Και άλλοι, αλί τηροι! χτυπώντας Πέφτουνε στον αδελφό, Και. παινεύσνται, -6-αρρώντας Πως εχτύπησαν εχfl-ρό.

81 Και τους φώναξε: «Φεvγάτε Τ'ς

Εριννύας την τρικυμιά·

Ω! Τι κάνετε; Που πάτε; Για φερ{}ήτε ειρηνικά·

\36


82 :.Γιατl. αλλιώ\ί &ε να 6ρε8ήτε Ή με ξένο βασιλιά, Ή &α καταφανισθήτs ΑπΟ χέριά αγαρηνώ. (10)

83 Αφού εδώ στην παλ-αιά σον

Κατοικία και άλλη . φορΟ. Με διχόνοιες τα παιδιά σον Σου ετοιμάσανε εξοριά,

84 Απο τότες οποiι εσώ&η Στην Ελλάδα ο Στρατηγός, Οποiι ο Έλληνας ειπώθη (Και τώρα όχι) ο στερινός.

85 Έω; πο'ύ ο κόσμος ε6αστούσε Τον απάνf}ρωπον Αλή, Πού όσον αίμα .και αν ρουφσύσε Τόσο εγύρευε να πιη,

86 Επερνούσαν οι αιώνες 'Η

σε

ξ'ενη

ι υποταγη,

Ή με ψεύτικες κορόνες, Ή μέ σίδερα και οργή·

1.17


ΑΠΑΝ'1'Α 110ΛQVOr

87 Και ήλ~ε τότες και. επερπάτει 'Οπου επάταγες Εσύ, Και. του δάκρυζε το μάτι. Και επι.{}ύμαε να Σέ ι.δη,

( 11)

88 Κ' έλεε· Πότε έρχεσαι. πάλι!

Και δεν ειναι αληih.νό, Πως μας ειχε αδικο6άλει Με δeι.σιtς και με -&υμό.

( 12)

89 Εζωγράφιζαν οί στίχοι τ ον γαλάζιον οιυρανό,

Και. εκλαι.όνtαν με την τύχη Και με τ' άστρο το κακό,

. Στe. 86 Σψά εις αντJι "(η σt(Ιοψή ενelσχοπαι οι. δυο τούτοι στίχοι·

Ε6ασtλενεν η 6ία, Η αρπαγή και ο σκοτωμός,

Κα~ εις τΟ\'ιτο το μiρος τσυ Ποιήμαtος αναφέρει το εςής οzεδία­ σμα, τu οποίον ευρίσκεται εις το ίδιο χειρδγQΟφο'

cΚα~ η 'tοVρχικη τυραννία έφθασε εις

'to άκρο· -rότε οι ερμιiς και

τά 6ουνa έγιναν προσκυνητάρια Ελευθερίας, εγιομίσανε θεούς, και οι

αντιλαλο~ ηχολόγησαν απο άρμα-rα και υψηλα τραγούδια. Βσυνά, λόγγοι και γκρεμοί,

'Λενθεeιας Π(IΟΟ'Χννψάeια, Καί τα 'πάτησαν θεοί.

138


.ΣΤΟΝ

KIIA·r·PON

90 Εις το οποίον έχει να σχVψη Κάtε δύναμη &νητή, Και η πατρίδα τσυ να στρ(ψη Παντελώς δεν ημπορεί.

91 Τώρα αfΜμπωτη έχει δόξα, Καί μέ φέρσιμο τερπνΟν Βλέπει αδ-ύνατα τα τ6ξα Των aντίζηλων ε&νώv

92 Και Και Και. Αν

λαοος αλυσοδένει, εις τα πόδια τους πατεί, το πέλαγο σωπαίνει τσυ σύρη μία φωνή·

93 , τ εχwς,

'

αρματα ,

'

σοφια,

Τηνέ κάνουν δοξαστή ,

Όμως ~ά6ρουνε ευκαιρία Ν α τη φitείρουνε οι καιροί,

94 Και να ιδή το ριζικό της Κα-8'<0ς είναι καταχνιά,

Που εις τό κλίμα το δικό της Κροοει την ασtQ.Οφεγγιά.

139


ΑΠΑΝΤΑ roAOJrΙOr

95 c:Πού ειν', {}α λένε σαστισμένοι, Το Λεονtάρι το Αγγλιtc6;

Ε ι.ναι.

I

I

η χητη τον πεσμενη,

Και το μούγκρισμα ΟΟυ6ό~.

96 Αλλ' η Ελλaς να ξαναζήση 'Ηταν α'ξια, και να ιδή Ο εeχομ.Ος να την 'tι.μήοη Του uψηλότατον Ποιητή.

97 Έστεκε στο μισημένο Το ζυγο μ' αραitυμιά·

Το ποδάeι είχε δεμένο,

·Αλλa

ελεύftερη καρδιά.

98 Εκα{tότουνε εις τα όQη Ο Σουλιώτης ξακουστός·

Ν α τον διώξη δεν ημ.πόρει. Πείνα, δίψα και αρι&μό;. (13)

99 ι Α.... ι τα υ ••καρια Συχνα' σπωντας Με τα χέρια τα λικνά, Ορμούν σ' άπειρα κονtάρια·

Τες γυναίκες των συχνά, 140 .


ΣΤΟΝ ΜΠΑ·r'ΡΟΝ

100 Μεγαλόψυχα τρα6άει

Το ιδιον αίσt)ημα τιμής,

Που κοι.τώvtας τον Κομ6άϋ ΕLχε ο ανδQέιος Τραγουδιστής.

(14)

ΙΟΙ Τές εμάζωξε εις το μέρος Του Τσαλ6γκου το ακρινΟ

Της ελευ&ερι.άς ο έρως, Και τες έμπνευσε χορό·

(15)

ΙΟ2 Τέτοιο πήδημα δεν το ειδαν Ο-ύτε γάμοι, ούτε χαρές, Και aλλ~ μέσα τους επήδαν Αttω6τερες ζωές.

103 Τα φορέματα εσφυρίζαν Και τα ξ&πλεκα μαλλιά, Κά& γύρο που εγυρίζαν Απο πάνου έλειπε μιά·

104 '

χ ωρις'

,

γογγυσμα κι

7

'

ανταρα

Παρa εκείνη μοναχά, ο που εκαναν με την καρα, Με τα στήitια στα γκρεμά.

'

,

,

\41


ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΔmΙΟr

105 Στα ίδια όρη εγεννη-θήκαν

Και. τα αδάμαστα παιδιά, Ποο την σήμερο εχυ&ήκαν Πάντα οι πρώτοι στη φωτιά.

106 Γιατί, αλίμονον I yυρ(ζοντας τ' ς. ηύρε ο Μπάιρον οκ'Utρωπο'ύς; Εyυρεύανε δακρύζοντας Τον πλέον ένδοξο απ' αυτούς. (16)

107 'Οταν στης νιιχτος τα 6ά&η

Τα πάνtα όλα αιωποUν, · Και ~ τον άν&ρωπο τα πά&η, Πcnίναι ανίκητα, αγρωινούν,

108 Και yυρμένοι ειζ το πλευρό τοu~ Οι. στρατιώτες τσu Χριστού, Μ(ιρια 6λέπονν οτ' όνειρό τοuς

ΞεψνχLσματα τσu εχtρσU·

Στρ.

104,

στίχ.

4.

Ροδολώvtας; 'ς; τα γκρεμά.

142


ΣΤΟΝ ΜΠΑ·r·ΡΟΝ

109

\

Ανtος

I

αγρυπνος

..!fo

στεν~ει,

Και εις την πλάκα την mκρή,

Που τον Μπότσαρη σκεπάζει, Για πολλi) ώρα aργοπΟρεί·

11 ο Έχει πλάγιασμα -8-ανάτοu Και άλλος άνtρας φοδερλζ ( 17) Εις τα πόδια τοu αποκάτοu, Και είναι αντίκρυ τοu ο ναός.

Ι Ι

1

Ακριt>Ο σαν την ελπίδα Που έχει πάντοτε ο itνητός,

Γλυκοφέγγει rm' τη &υρίδα Τ' ς Άγιας Τράπεζας το φως·

ΙΙ2

Μέσα-θ-ε iπαιρνε ο αέρας Με δροσόδολη πνοη

Το λι6άνι της ημέρας, ! και του τοφερνε ως exeι•• ι

113 Δεν ακούς γύρου πατήματα: Μον' τον ίοοα.ο του iωρεί;, Οποiι απλώνεται στα μνήματα,

'Eeμos, άσειστοs, μαχe-ός, 143


ΑΠΑΝΤΑ ~.MDIOl

114 καttως δλέπεις και μαυο(ζει Ίσκιος νέου κwmρι.σcnού, Αν την ακρη του δε 'γγίζει Αwα ζέφυρου λεπτού.

115 Πες μου, Ανδρείε, τι μελετσύνε Οι γενναίοι. σου mοχασμο(, Ποιι πολληώρα αργοπΟQσύνε Εις του Μάρκου την ταφή;

I 16 :.ΣκLάζεσαι. ίσως μη χουμήσουν

Εάφνοu οι τ ούQΙΚΟL το πρω(, ( 18) Και το στράτευμα νικήσουν, Που tι._ει αν(κητην ορμή;

117 :.ΣκιάζεσαL τους Βασιλιάδες, Που l:ι.,wv Ένωσιν

Ιερή,

Μη φερitούνε ωσaν Πασάδες , Στον

Μ

'

αχμουτ

,

εμπιστεuτοι;

118 Η σου λέει στά σπλάχνα η φύσις Μ' ένα "ίνημα κρυφό: «Την

Ελλάδα {)-ε ν' αφήσης

Για να πας στόν Ουρανό;:t.

144

Άπαντα Σολωμού (τόμος 1) - Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας (part 1).pdf  
Άπαντα Σολωμού (τόμος 1) - Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας (part 1).pdf  
Advertisement