Issuu on Google+

Δημήτρης ή Τσάμης ΓΡΙΒΟΓΙΩΡΓΟΣ: (1797-1847) Χιλίαρχος

Γεννήθηκε το 1797 στην Κωνωπίνα του τ. Δήμου Εχίνου και ήταν εξάδελφος* με τους Ανδρέα και Κωσταντή Γριβογιώργο, ενώ ο Καραϊσκάκης σε ένα δηλοποιητικό του έγγραφο το 1825 τον αναφέρει ως αδελφό του Ανδρέα Γριβογιώργου «άφησε μαζί μου τον αδελφόν του Τζιάμην με τριάντα στρατιώτες του...» (πολ.φάκ.76). Ονομάστηκε εκατόνταρχος το 1823 και στις 19 Φεβρουαρίου 1825 ονομάζεται Ταξιαρχικός (πολ.φάκ.55,ΑΕΠ τ.7ος σελ.130), ενώ στις 16 Ιουνίου του ιδίου έτους ονομάζεται χιλίαρχος (ΑΕΠ,τ.Β΄σελ.77,πολ.φάκ.123). Είχε στο στρατό ταχεία βαθμολογική εξέλιξη, καθαρή αλλά και σταθερή πορεία,ήταν πιστός αλλά και ευπειθής προς τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Πολέμησε από την αρχή της επανάστασης ως το τέλος αυτής και συγκεκριμένα έλαβε μέρος στις μάχες, όπως: στην Παλιοκούλια Άρτας (8 Ιουνίου 1821), στο Πέτα (4 Ιουλίου 1822), στον Αετό Ξηρομέρου (9 Αυγούστου 1822), στο Λουτράκι Κατούνας (22 Αυγούστου 1822), στον Πέρσεβο (23 Αυγούστου 1822), στον Μαχαλά (28 Αυγούστου 1825), στο Ρίβιο (1 Νοεμβρίου 1825) καθώς και στην Α΄ πολιορκία του Μεσολογγίου (Δεκέμβριος 1822), αλλά και στην Β΄ πολιορκία (1826) όπου και διεσώθη απ’ το Σώμα του Ανδρέα Γριβογιώργου που ως γνωστόν αποδεκατίστηκε καθ’ ολοκληρίαν την ημέρα της ηρωϊκής Εξόδου(10 Απριλίου 1826). Προς τα μέσα του 1824 αρχές 1825 βρίσκεται μαζί με τους άλλους Γριβογεωργαίους στην Πελοπόννησο υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και λαμβάνει μέρος στις εκεί εμφύλιες συρράξεις ,όπως στην Κερπενή Καλαβρύτων (12 Δεκεμβρίου 1824), στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου 1825) και στο Νεόκαστρο (6 Μαΐου 1825). Στην Πελοπόννησο που ήταν το 1825 προήχθη στο βαθμό του χιλίαρχου. Γνωρίζεται στην Πελοπόννησο εγκαρδίως με τον Καραϊσκάκη τον οποίον και ακολουθεί στη Ρούμελη – όταν έφυγε ο Καραϊσκάκης απ’ την Πελοπόννησο – και συγκαταλέγεται μεταξύ των επιτελών αξιωματικών του στο στρατόπεδο στον Κρίκελο Ευρυτανίας (18 Ιουλίου 1825), στη Δερβέκιστα Τριχωνίδας (30 Ιουλίου 1825) και στο στρατόπεδο της Ακαρνανίας στο Δραγαμέστο Ξηρομέρου που βρίσκονταν ο Καραϊσκάκης από τα μέσα του Αυγούστου του 1825 ως τα μέσα Δεκεμβρίου του 1825.

*

Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ τ. 9ος, σελ. 188.


Η απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος στις 10 Μαρτίου 1825 με την οποία προάγεται ο Δημήτρης ή Τσάμης Γριβογιώργος στον βαθμό του χιλίαρχου

Την παρουσία του Δημήτρη ή Τσάμη Γριβογιώργου στα προαναφερθέντα στρατόπεδα την πιστοποιεί ενυπογράφως ο ίδιος ο


Καραϊσκάκης όπου αναφέρει τα ακόλουθα σε ένα μαρτυρικό του έγγραφο προς τον Τσάμη Γριβογιώργο (πολ. φάκ. 76). «Διά του παρόντος μου δηλοποιώ, ότι αναχωρώντας εις τας 20 Μαΐου ο στρατηγός Ανδρέας Γριβογιώργου από την οδηγίαν μου, όντως εις Σάλωνα, άφησε μαζί μου τον αδελφόν του Τσάμην Γριβογιώργον με τριάντα στρατιώτας του εις την δουλευσίν της πατρίδος. Λοιπόν έως και σήμερον ακολούθησε και αρίστευσε μαζί μου και με τους προρρηθέντας συντρόφους του. Μάλιστα και δεν έλλειψεν να υπακούει όθεν τον εδιώρισα δια την Γενικήν δούλεψιν αόκνως και αξίως. Εκτελών το προς την πατρίδα χρέος του, διό και του δίδεται η παρούσα απόδειξις, για να λάβει τους ανάλογους μισθούς του, όσον εδικών του και των συντρόφων του, παρά της Σεβαστής διοικήσεως.

Τη 19 Σεπτεμβρίου 1825 Εκ του εν Ακαρνανία Ελληνικού στρατοπέδου

Ο πατριώτης Καραϊσκάκης»

Δηλοποιητικό –μαρτυρικό ενυπόγραφο έγγραφο του Καραϊσκάκη με ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου του 1825 απ΄ το στρατόπεδο της Ακαρνανίας στο Δραγαμέστο Ξηρομέρου , και στο οποίο αναφέρει ότι ο στρατηγός Ανδρέας Γριβογιώργος, άφησε κοντά στον Καραϊσκάκη στα Σάλωνα στις 20 Μαΐου 1825 , τον αδελφό του Τσιάμη Γριβογιώργο με 30 στρατιώτες.

Το Β΄ εξάμηνο του 1825 ο Δημήτρης ή Τσάμης Γριβογιώργος βρίσκεται να υπηρετεί κοντά στον Καραϊσκάκη στο στρατόπεδο της Ακαρνανίας (Δραγαμέστο - θέση Προφήτης Ηλίας) και αρχές του επόμενου έτους μπαίνει στο Μεσολόγγι με 30 άνδρες υπό τις οδηγίες του Ανδρέα Γριβογιώργου.(πολ.φάκ.120)


Κατάλογος αξιωματικών του πεντακοσίαρχου Δημήτρη ή Τσάμη Γριβογιώργου στις 29 Σεπτεμβρίου του 1829 στο στρατόπεδο της Βόνιτσας. Διακρίνονται και οι πενήνταρχοι Ξηρομερίτες : Γιάννης Φραγκογιάννης 7ος (Ζάβιτσα) καθώς και ο Αποστόλης Γριβογιώργος 8ος (Κωνωπίνα)

Διασωθείς της Εξόδου ακολούθησε τον Καραϊσκάκη στην Βοιωτία και στην Αττική ,όπου συμμετέχει μαζί με το νταϊφά του στις ένδοξες μάχες της Αράχωβας (24 Νοεμβρίου 1826)- Δαύλεια – Ζεμενό, στο Δίστομο (31 Ιανουαρίου 1827), καθώς και στο Κερατσίνι Αττικής (4 Μαρτίου 1827), στην Ελευσίνα (28 Φεβρουαρίου 1827) και στο Φάληρο (23 Απριλίου 1827) όπου και σκοτώνεται ο αρχηγός του Γεώργιος Καραϊσκάκης.

Έγγραφο υπογεγραμμένο στις 20 Ιουνίου 1832 από τον Δημήτριο Γριβογιώργο φέρων τότε τον βαθμό του πεντακοσίαρχου

Τον Μάϊο του 1827 επιστρέφει στη δυτική Ελλάδα και αρχές του 1828 παίρνει μέρος στο διοργανισμό του στρατού στο Δραγαμέστο όπου και ονομάστηκε με διαταγή του Τσώρτς και του Ιωάννη Καποδίστρια, πεντακοσίαρχος στο Ταξιαρχικό Σώμα στη Βόνιτσα (ανώτερος βαθμός τότε επί Καποδίστρια ήταν ο αμέσως επόμενος δηλαδή αυτός του Χιλίαρχου). Υπηρετεί το 1828 στη χιλιαρχία του Γιώτη Βαρνακιώτη στα στρατόπεδα του Μύτικα, Ζαβέρδας και


Βόνιτσας (Γεν. Φροντ.φάκ. 10, 26Α, 64) έχων υπό τας διαταγές του αρκετούς στρατιώτες απ’ τα χωριά της Κωνωπίνας και της Κατούνας γενικότερα. Ως πεντακοσίαρχος φέρεται καταγεγραμμένος από το 1828 έως και το 1832 όπου και υπηρετεί σε επιτελική θέση στο στρατόπεδο της Βόνιτσας έχων υπό την οδηγίαν του 214 άνδρες και 13 αξιωματικούς. (Γραμ. Στρατ. φάκ. 158). Το 1831 ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τον ορίζει αρχηγό της Πολιτοφυλακής Ακαρνανίας και φρούραρχο του αρχιστράτηγου Ρίχαρντ Τσώρτς.(Γραμ.Στρ.φάκ. 119,144,147). Εκατοντάδες έγγραφα της Πολιτικής Φρουράς Ξηρομέρου και Βονίτσης το 18311832 υπογράφονται από τον τότε πεντακοσίαρχο Δημήτρη ή Τσάμη Γριβογιώργου, άξιο τέκνο της ευάνδρου Κωνωπίνας του τ. Δήμου Εχίνου της Ακαρνανίας. Το 1828-1829 παίρνει μέρος υπό τον αρχιστράτηγο Ρίχαρντ Τσώρτς στις ανά τη δυτική Ελλάδα διεξαχθείσες μάχες με προεξάρχουσα αυτή της Βόνιτσας (15 Δεκεμβρίου 1828) καθώς και στον Μαχαλά (1 Φεβρουαρίου 1828), στον Αγ. Νικόλαο Παλιομάνινας (12 Φεβρουαρίου 1828), στο Λουτράκι Κατούνας (10 Σεπτεμβρίου 1828), στον Καρβασαρά (5 Απριλίου 1829) και στο Μακρυνόρος (13 Μαρτίου 1829).

Έγγραφο με ημερομηνία 14 Δεκ. 1831 όπου ο πεντακοσίαρχος Δημήτρης ή Τσάμης Γριβογιώργος αναφέρεται ως αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς Βονίτσης και Ξηρομέρου


Ο Δημήτρης ή Τσάμης Γριβογιώργος ,πεντακοσίαρχος και αρχηγός της Πολιτικής φρουράς στη Βόνιτσα και το Ξηρόμερο το 1831. Μαζί του συνυπηρετούν αξιόλογοι τότε αξιωματικοί όπως οι ομοιόβαθμοι του : Νικόλαος Μαυρομμάτης (Κατούνα), Νικόλαος Στράτος (Αμφιλοχία ) καθώς και οι Εκατόνταρχοι: Παλαιοκώστας Τσόγκας(Βλάχος-Βόνιτσα),Σπύρος Περδίκης (Κανδήλα), Μιχαήλ Μόστρας (Άρτα),Ιωάννης & Σταμούλης Χοντρός (Ζαβέρδα), καθώς και οι Πενήνταρχοι: Δημήτριος Τσιμπίδας (Βόνιτσα), Αποστόλης Γριβογιώργος (Κωνωπίνα), Γιάννης Λύτρας (Κανδήλα),Γιάννης Παππάς (Παλιάμπελα), συν 194 στρατιώτες και είκοσι κλητήρες


Το 1833 με την έλευση του Όθωνα, η Αντιβασιλεία καταργεί το Ταξιαρχικό Σώμα και επιθυμεί να διαμορφώσει τακτικό στρατό, δημιουργώντας στην αρχή τα Ελαφρά Τάγματα και ακολούθως τη βασιλική Φάλαγγα αποτελούμενη από 13 Τετραρχίες. Διοικητές των Τετραρχιών ήταν ανώτεροι αξιωματικοί (συνταγματάρχεςαντισυνταγματάρχες) και στο νομό Αιτωλοακαρνανίας υπήρχαν τότε οι εξής Τετραρχίες: Η 2α Τετραρχία έδρευε στη Βόνιτσα (διοικητής ο συνταγματάρχης Γεώργιος Τσόγκας και μετά ο αντισυνταγματάρχης Γιώτης Βαρνακιώτης), η 3η Τετραρχία στο Αγρίνιο (διοικητής ο Ιωάν. Στάϊκος), η 4 η στο Αγρίνιο (διοικητής ο Γεώργιος Κίτζος), η 5 η στο Μεσολόγγι (διοικητής ο Γεώργιος Βαρνακιώτης ,ακολούθως ο Δήμος Τσέλιος και μετά για μακρύ διάστημα ο Δημήτρης Μακρής), η 6 η Τετραρχία στη Ναύπακτο (διοικητής ο Διαμαντής Ζέρβας) [υπ.στρατ.φάκ. 421, 423]. Οι διοικητές αλλάζουν σε τακτά και πολλές φορές βραχύβια διαστήματα. Οι υπόλοιπες Τετραρχίες ήταν η 7η Τετραρχία στην Αττική – Βοιωτία, η 8η στα Μέγαρα, η 9η σε Ναύπλιο – Κόρινθο – Άργος, η 10η σε Αχαΐα – Ηλεία, η 11η στη Λακωνία, η 12η στην Τρίπολη, η 13η στην Χαλκίδα (Εύβοια) και η 1 η Τετραρχία στην Λαμία (Φθιώτιδα- Φωκίδα).Το 1834 ονομάζεται ο Δημήτρης ή Τσάμης Γριβογιώργος λοχαγός της βασιλικής Φάλαγγας (Αριστ.φάκ.93) όπου και υπογράφει με αυτή την ιδιότητα πολλά πιστοποιητικά αγωνιστών – μαχητών απ’ το Ξηρόμερο κι όχι μόνον. Παράλληλα του χορηγείται και το αργυρούν Αριστείον ως ανώτερος αξιωματικός που ήταν ,για τις προς την πατρίδα στρατιωτικές του εκδουλεύσεις. Και οι οποίες εκδουλεύσεις ήταν όντως πολλές και δαφνοφόρες, όταν μάλιστα συνυπηρετούσε τον περισσότερο καιρό υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη.Στην επανάστασηεξέγερση των Ακαρνάνων αξιωματικών κατά του Όθωνα, τον Φεβρουάριο του 1836, συμπαρατάχθηκε με τις κυβερνητικές δυνάμεις και, υπό τον συνταγματάρχη Κίτζιο Τζαβέλλα ,πολέμησε λυσσαλέα τους «στασιαστές». Στις 27 Νοεμβρίου το 1836 το υπουργείο των Στρατιωτικών απευθύνει προς τον Δημήτριο ή Τσάμη Γριβογιώργου μία διαταγή η οποία του άφηνε περιθώρια ελπίδας να βαθμολογηθεί σε ανώτερο βαθμό και να αναλάβει διοικητής Τετραρχίας.. « Επί τη προτάσει της ημετέρας επί των Στρατιωτικών Γραμματείας των 24 Νοεμβρίου/6 Δεκεμβρίου θεωρώντες τας ιδιαιτέρας σχέσεις και χωρίς καμμίας άλλης συνεπείας, θέλομεν να θεωρή ο Δημ. Τσάμης Γριβογιώργος, ης ��νήκων εις το Α. Μητρώον μέχρις του δε λάβη ανώτερον βαθμόν και καταταχθή οριστικώς εις μιαν Τετραρχίαν της φάλαγγας, θέλει του πληρωθεί ο ανήκων εις αυτόν κανονικός μισθός εκλεκτού της Φάλαγγας. Εν Αθήναις τη 27 Νοεμβρίου / 9 Δεκεμβρίου 1836 Καθ’ υψηλοτάτην επιταγήν» [ΥΠ.Στρ.Φάκ.419]


Η αναφορά δια υψηλοτάτης διαταγής και υπογραφής με ημερομηνία 27 Νοεμβρίου 1836,γραμμένη στα Ελληνικά και Βαυαρικά όπου ο Δημήτριος ή Τσάμης Γριβογιώργος προορίζονταν ως Διοικητής σε μια απ΄ τις Τετραρχίες της Βασιλικής Φάλαγγας.

Όμως για λόγους άγνωστους προς εμάς, ο Δημήτριος ή Τσάμης Γριβογιώργος δεν αναλαμβάνει διοίκηση Τετραρχίας, καθ’ ότι η 2 α Τετραρχία στη Βόνιτσα διοικούνταν κανονικά από τον συνταγματάρχη Γεώργιο Τσόγκα και αργότερα από τον αντισυνταγματάρχη Γιώτη Βαρνακιώτη και με ενδιάμεσα χρονικά περιθώρια ,λόγω ασθενείας του Γεωργίου Τσόγκα ,εκτελούσαν χρέη διοικητή περιοδικώς και οι: Kωνσταντής Γριβογιώργος από Κωνωπίνα, αλλά και ο Φώτης Κουσουρής από τον Βάρνακα Ξηρομέρου.(Γραμ.Στρατ.φάκ.60). Στις 18 Μαρτίου 1837 αιτείται προς τον Όθωνα βαθμολογική αποκατάσταση, διότι ,κατά την αίτησή του ,αδικούνταν επειδή είχε μεν ονομασθεί αρχαίος ταγματάρχης (1837) αλλά όμως με αποδοχές λοχαγού και ισχύ της προαγωγής του από 1 η Μαΐου 1837, μας αναφέρει στην ακόλουθη αίτησή του (Υπ. Στρατ. Φάκ. 433). « Εν Αθήναις την 18 Μαρτίου 1837

Μεγαλειότατε,

Ότι υπηρέτησα ως οπλαρχηγός και με διαφόρους βαθμούς των τότε προσωρινών κυβερνήσεων την πατρίδα, είναι παρά πάντων ομολογούμενον. Ο μακαρίτης κυβερνήτης με είχεν τιμήσει με τον βαθμόν του αντισυνταγματάρχου και με διέταξεν αρχηγόν της εθνοφυλακής της Ακαρνανίας. Η εν Ναυπλίω πρώτη επιτροπή καταπατήσασα, Βασιλεύ, εναντίον των ευνοϊκών βουλών σου, τα δι’ αιμάτων και πολυετών αγώνων, αποκτηθέντα δικαιά μου ταύτα, είχε πράξει προς εμέ έργον άδικον και παράνομον,


Ενυπόγραφος επιστολή του Δημήτρη ή Τσάμη Γριβογιώργου προς τον βασιλιά Όθωνα στις 18 Μαρτίου 1837 ,δια της οποίας επιστολής ζητούσε τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.

αλλά η ήδη εργαζόμενη εξεταστική επιτροπή προ πολλών μηνών τον ανήκοντα βαθμόν μου, τον οποίον και επί των Στρατιωτικών Βασιλική Γραμματεία καθυπέβαλλον εις την Υψηλήν Μεγαλειότηταν. Όταν το δέλεαρ της ληστανταρσίας διεδίδετο εις την Ακαρνανίαν δι επιβούλων εισηγήσεων επρόσφερα, Βασιλεύ, προς υποστήριξην


του θρόνου Σου και των νόμων του Βασιλείου τον βραχίονά μου με προθυμίαν. Συλλέξας ικανόν Σώμα συμπολιτών μας (εξ εξήντα στρατιωτών)και εκτελέσας τας διαταγάς του Συνταγματάρχη Τζαβέλλα και του Επάρχου εκείνων των μερών, συνήργησα όχι ολίγον εις την αποκατάστασιν της κοινής ευταξίας. Μάρτυς είναι ο ίδιος Συνταγματάρχης κ. Τζαβέλλας, ο Έπαρχος κ. Κριεζής και αυτή η επί των Στρατιωτικών Βασιλικής Γραμματεία προς την οποίαν καθυπέβαλλον τας αποδείξεις.Είμαι ήδη εις Αθήνας προ ενός περίπου έτους, παραμελήσας την οικίαν και τας υποθέσεις μας δια να μη μένω μόνος εγώ άμοιρος της Βασιλικής Σου μεγαλοδωρίας. Ευδόκησον κράτιστε Βασιλεύ, την έγκρισιν του βαθμού μου και να μην εγκαταλείψεις εις την απελπισίαν Έλληνα, εκπληρώσαντα με τόσον ζήλον τα προς τηνπατρίδα και τα προς την Μεγαλειότητά Σου ιερά καθήκοντα του. Εύελπις εις το φιλοδίκαιον, το χαρακτηρίζον καρδίαν Σου, υποφαίνομαι με πληρέστατον Σέβας.

την

Βασιλικήν

Μεγαλειότατε Βασιλεύ! Πιστός υπήκοος και ταπεινότατος Δούλος Δημήτριος Τσάμης Γριβογιώργου» Στις 15 Απριλίου 1837 ευρισκόμενος στην Αθήνα με αίτησή του προς το ανώτερο βασιλικό Φρουραρχείο ζητούσε να καταταγεί σε Τετραρχία της Ακαρνανίας, όπου είναι η διαμονή μου, αναφέρει σχετικώς υποβληθείσα αίτησή του (υπ.στρατ.φάκ. 540). Στις 19 Απριλίου 1837 με απόφαση του βασιλιά Όθωνα που υπογράφεται και από τον υπουργό Στρατιωτικών Σχμάλτς*, του

*

Σχμάλτς: Γιόχαν Κρίστιαν Χαϊνριχ Φον Σχμάλτς (Johann Heinrich Christian von Schmaltz). Ήταν Βαυαρός αξιωματικός του Πυροβολικού που είχε διακριθεί στους Ναπολεόντειους πολέμους. Ήρθε με τον Όθωνα στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας το 1833 κάτω από τις διαταγές του πρίγκηπα Εδουάρδου του Σαξ Αλτεμπούργκ διοικητού των Βαυαρικών στρατευμάτων. Το 1833 ονομάστηκε επιθεωρητής των ελληνικών στρατευμάτων, με σκοπό να συγκροτήσει τακτικό στρατό. Το φθινόπωρο του 1833 έγινε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Σπ. Τρικούπη και στη συνέχεια στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου και με σειρά νόμων και διατάξεων επιμελήθηκε τη σύνταξη τακτικού στρατού. Γίνεται ξανά υπουργός το 1834, 1835 στην κυβέρνηση Άρμασμπεργκ και το 1837 στην κυβέρνηση Ρούντχαρτ και την κυβέρνηση του Όθωνος. Έφυγε από τη θέση του υπουργού Στρατιωτικών το 1841 όταν την εξουσία ανέλαβε ο Αλεξανδρος Μαυροκορδάτος ο οποίος είχε θέση όρο τον διορισμό Έλληνα υπουργού Στρατιωτικών. Στις 2 Ιουλίου 1841 που παύθηκε ο Σχμάλτς, υπουργός Στρατιωτικών ανέλαβε ο Ανδρέας Π. Μεταξάς για βραχύ διάστημα, στις 29 Αυγούστου 1841 ο Αλέξανδρος Βλαχόπουλος, το 1843 ο Ανδρέας Λόντος, το 1844 ο Κίτζιος Τζαβέλας, το 1848 ο Π. Ρόδιος, το 1849 ο Ιωάν. Στάϊκος, το 1854 ο Δημ. Καλλέργης κ.λ.π. Δηλαδή ο πρώτος υπουργός των Στρατιωτικών στην Ελλάδα και για 6 συνεχή χρόνια ήταν ο Βαυαρός Κρίστιαν Σχμάλτς.


Χρίστιαν Σμάλτς: ο πρώτος υπουργός στρατιωτικών της Ελλάδος ( Οκτ.1833 - 2/7/1841)

χορηγείται η προαγωγή του ως αρχαίος ταγματάρχης (υπ. στρατ.φάκ. 433) και ανθυπολοχαγός στη βασιλική φάλαγγα με αποδοχές επιλοχία. Στις 21 Ιανουαρίου 1841 αποστέλλει προς τον Όθωνα και άλλη επιστολή διαμαρτυρίας ζητώντας, τι άλλο, βαθμολογική αποκατάσταση. « Μεγαλειότατε Βασιλεύ, Ενθαρρυνόμενος από την προς πάντας τους πιστούς υπηκόους Σου απονεμομένην εκάστοτε εμπιστοσύνην Σου τολμώ εξ αύθις να θερμοπαρακαλέσω την υμετέραν Μεγαλειότητα όπως ευαρεστηθή να λάβη υπ’ όψιν το γενόμενο μοι αδίκημα, χαρακτηρισμένω όντι ταγματάρχη, ενώ ήμην επί της κυβερνήσεως του μακαρίτου Καποδιστρίου πεντακοσίαρχος, βαθμός αντιστοίχων με τον του αντισυνταγματάρχου, έτι δε και αρχηγός της φρουράς του Στρατάρχου (Ρίχαρντ Τσώρτσ). Ήδη δε να καταντήσω λοχαγός χαρακτηρισμένος ταγματάρχης, ενώ άλλοτε λοχαγοί όταν εγώ ήμην αντισυνταγματάρχης ήδη εισί τέλειοι ταγματάρχες. Εύελπις είμαι, Μεγαλειότατε, ότι δεν θέλετε αναχθεί να μοι γίνεται τοιούτον αδίκημα, επειδή και την πατρίδα πιστώς και προθύμως υπηρέτησα, και τον υψηλόν Σου θρόνον με όλην την αφοσίωσιν πάντοτε εις τα καθεστώτα και τους νόμους και προπάντων εις τας ταραχάς της δυτικής Ελλάδος του 1836 καθ’ ην περίστασιν έκαμα το χρέος μου επικεφαλής 60 στρατιωτών εξοδεύσας εξ ιδίων μου, περί τούτου υπάρχουσι αποδείξεις εις την Γραμματείαν των Στρατιωτικών χωρίς να μοι γίνει καμία αποζημίωσις και ήδη πρόθυμος ων εις πάσαν ανάγκην του θρόνου και της πατρίδος να τρέξω και χύσω εάν η χρεία το καλέσει και την υστερνήν ρανίδα του αίματός μου.


Αθήναι τη 21 Ιανουαρίου 1841 Υποσημειούμενος με βαθύτατο σέβας Ταπεινός και ευπειθέστατος υπήκοος Δ. Τζάμης Γρηβογιώργου» [υπ.στρατ.φακ.455]

Αίτηση για βαθμολογική αποκατάσταση του Δημήτρη ή Τσάμη Γριβογιώργου κατατεθείσα στην Αθήνα με ημερομηνία 21 Ιαναουαρίου 1841

Στις 31 Ιανουαρίου 1841 ο υπουργός Στρατιωτικών Σχμάλτς, με μια μονοκονδυλιά στέλνει στο αρχείο την αναφορά – διαμαρτυρία του Δημήτρη Τσάμη Γριβογιώργου, με την ένδειξη: «ο αναφερόμενος επροικοδοτήθη, Αθήνα 31 Ιανουαρίου 1843, Σχμάλτς». Τους βαθμούς, φαίνεται τους κρατούσε ο Βαυαρός στην καταγωγή και υπουργός Στρατιωτικών της Ελλάδος για τους 5.410 Βαυαρούς αξιωματικούς που επάνδρωσαν τότε τον ελληνικό στρατό και οι απόμαχοι που πολέμησαν 8 χρόνια για να ελευθερωθεί η πατρίδα


και για να είναι υπουργός ο Σχμάλτς, εισέπραταν την απαξίωση και την καταφρόνια του καθεστώτος του Όθωνα. Να σημειωθεί ότι το καλοκαίρι του 1835 ο καλούμενος ελληνικός στρατός αποτελείτο από 5.142 τακτικούς στρατιώτες και 1.463 εθνοφύλακες. Με τους αξιωματικούς και τους επιτελείς των φρουρίων ο ολικός αριθμός ανήρχετο τις 8.208 άνδρες. Τα 2/3 του στρατού ήταν Βαυαροί. Μεταξύ των 30 ανώτερων αξιωματικών οι 23 ήταν Βαυαροί και ουδείς Έλλην στρατηγός. Εκ των 258 κατωτέρων αξιωματικών 132 ήταν Βαυαροί και 119 Έλληνες και τέλος 4.860 υπαξιωματικοί και στρατιώτες εκ των οποίων 3.250 Βαυαροί και μόνο 1.610 Έλληνες. (Κυριακίδη οπ.π. Α΄ 293). Αυτά μόνο να ενστερνηθεί ο σημερινός Έλληνας, θα καταλάβει απολύτως γιατί το 1834 επαναστάτησε η Μάνη και το 1836 η Ακαρνανία κατά του βασιλιά Όθωνα και του στυγερού ολοκληρωτικού καθεστώτος των Βαυαρών.

Στις 24 Νοεμβρίου 1841 στέλνει ξανά προς το υπ. Στρατιωτικών σχετικό αίτημα όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει(υπ.στρατ.φάκ.454) «… καθυποβάλλων ήδη τα παράπονά μου εις τον Υπουργόν τον οποίον τιμούν και λαμπρήνουν τα στρατιωτικά αισθήματά του και εις τον οποίον τέλος πάντων είναι πολλά καλώς εγνωσμένα αι οικογενειακαί εκδουλεύσεις και θυσίες μου, πεποιθόν, ότι η εκπλήρωσις της προκειμένης αιτήσεώς μου είναι βεβαία.

υποσημειούμαι ευσεβάστως ευπειθέστατος Δ. Τσάμης Γριβογιώργου Ταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγος"


Και σ΄ αυτή την αίτηση , ο υπουργός των Στρατιωτικών Σχμάλτς θέτει το αίτημα του Δημήτρη Τσάμη Γριβογιώργου στο αρχείο με την ένδειξη «ο αναφερόμενος επροικοδοτήθη εις την αρχαίαν φάλαγγαν, Αθήνα 29 Νοεμβρίου 1841. Σχμάλτς». Με την επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη του 1843 που ο Όθωνας έδωσε Σύνταγμα στους Έλληνες, τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους. Σχεδόν οι περισσότεροι από το 1835 σε καίριες θέσεις Βαυαροί αξιωματικοί παραγκωνίζονται και τα ηνία τα αναλαμβάνουν Έλληνες διοικούντες αξιωματικοί. Τέλος του 1843 αρχές 1844 αποκαθίστανται πάσης μορφής αδικίες στο στράτευμα καθώς και όσοι είχαν καθαιρεθεί από τις εξεγέρσεις κατά του Όθωνα το 1834 στη Μάνη και το 1836 στην Ακαρνανία. Έτσι με βασιλικό διάταγμα της 5 Μαρτίου 1845 και υπογραφή του Κίτσου Τζαβέλλα (υπουργός τότε των Στρατιωτικών) και προσωπικώς του βασιλιά Όθωνα, ο Δημήτριος ή Τσάμης Γριβογιώργος ονομάζεται ταγματάρχης με πλήρεις μισθολογικές αμοιβές του βαθμού του ταγματάρχη (υπ. στρατ. φάκ. 491). Με την ίδια απόφαση ονομάστηκε πραγματικός ταγματάρχης και ο Φώτης Κουσουρής (Βάρνακας) ο άλλοτε πεντακοσίαρχος επί Καποδίστρια (1830-1831). Με την αυτή απόφαση προβιβάζεται προικοδοτημένος ταγματάρχης (δηλ. ό,τι ήταν ο Τσάμης Γριβογιώργος το 1837) και ο Κωνσταντής Γριβογιώργος καθώς και οι Κωστούλας Χασάπης (Δραγαμέστο)ως λοχαγός και ο Αθανάσιος Χασάπης (Δραγαμέστο) σε υπολοχαγό, αμφότεροι προικοδοτούμενοι και αρχαίοι αξιωματικοί.

Ονομάζομεν πραγματικούς Ταγματάρχες τους άχρι τούδε χαρακτηρισμένους Ταγματάρχας:Δημήτριον Τζάμην Γριβογιώργον εκ Βονίτζης(Κωνωπίνα),Φώτην Κουσουρήν εκ Ξηρομέρου(Βάρνακας),Ιάκωβον Κουμήν εκ Σελίνου Κρήτης και τους χορηγείται η διαφορά της προικοδοτήσεως μεταξύ του λοχαγού και του Ταγματάρχου , αναφέρει το σχέδιο της προαγωγής τους υπογεγραμμένο το 1845 από τον υπουργό στρατιωτικών Κίτζιο Τζαβέλλα.


Πέθανε στη Βόνιτσα το 1847, όπου και ζούσε ως απόμαχος αξιωματικός (ταγματάρχης) της βασιλικής Φάλαγγας, προσβληθείς από τύφο, όπως μας αναφέρει η εφημερίδα «Ταχύπτερος ΦΗΜΗ» στις 27 Δεκεμβρίου 1847 ημέρα Σαββάτο. Ιδού πως καταγράφει μεταξύ των άλλων το θάνατο του Δημήτρη ή Τσάμη Γριβογιώργου, η προαναφερθείσα εφημερίδα που εκδίδονταν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη: «Βόνιτσα 13 Δεκεμβρίου 1847. Εδώ έχομεν τρομεράν επιδημίαν, τα δημόσια καταστήματα εισίν όλα κλειστά ένεκα της ασθένειας των υπαλλήλων. Καθημερινώς αναχωρούν διά τον άλλον κόσμον από τρεις και τέσσαρας. Σήμερον ενταφιάσαμεν μεταξύ των άλλων και τον δυστυχή παλαιόν αγωνιστήν ταγματάρχην Τσάμην Γρηβογεώργον, ο Θεός να μας φυλάξη. Κατά τα άλλα υπάρχει κατά το παρόν εις την Ακαρνανίαν ησυχία» Ήταν τόση η φήμη του ως αξιωματικού και πολεμιστή στην επανάσταση του 1821 και στην οποία συμμετείχε απ’ αρχής μέχρι τέλους αυτής, ώστε δεν χρειάστηκε να κάνει αίτηση για βαθμολογική αναγνώριση στην Επιτροπή των στρατιωτικών εκδουλεύσεων του, ούτε το 1833, ούτε και αργότερα το 1843.


Απόσπασμα απ΄ το βασιλικό διάταγματης 5ης Μαρτίου 1845 με υπογραφές του Όθωνα και του υπ. στρατιωτικών Κίτζιου Τζαβέλλα ,δια του οποίου προάγονται σε διαφόρους βαθμούς 100 αξιωματικοί της βασιλικής Φάλαγγας. Μεταξύ αυτών και οι Ξηρομερίτες : Δημήτριος Τσάμης Γριβογιώργος (Κωνωπίνα) και Φώτης Κουσουρής(Βάρνακας)που προήχθησαν στο βαθμό του Ταγματάρχη. Στον ίδιο κατάλογο καταγράφονται άλλοι 10 Ξηρομερίτες αξιωματικοί, όπως οι λοχαγοί: Κωνσταντής Γριβογιώργος (Κωνωπίνα),Στάθης Χεινόπωρος ή Πεταλιάς (Ζάβιτσα), Σταμούλης Καρπούζης (Βάρνακας), Σπύρος Περδίκης (Κανδήλα), Κωστούλας Χασάπης (Δραγαμέστο), και οι υπολοχαγοί: Ιωάννης Χοντρός (Ζαβέρδα), Αθανάσιος Σπύρου(Βόνιτσα), Αθανάσιος Χασάπης (Δραγαμέστο), Δημήτριος Βαρνακιώτης ( Βάρνακας)καθώς και οι ανθυπολοχαγοί : Σταμούλης Μπουμπούλης (Κατούνα) και Γώγος Βασιλάκης (Βάρνακας).


Ήταν τόση η φήμη του ως αξιωματικού και πολεμιστή στην επανάσταση του 1821 και στην οποία συμμετείχε απ’ αρχής μέχρι τέλους αυτής, ώστε δεν χρειάστηκε να κάνει αίτηση για βαθμολογική αναγνώριση στην Επιτροπή των στρατιωτικών εκδουλεύσεων του, ούτε το 1833, ούτε και αργότερα το 1843. Τάχθηκε από την Επιτροπή των στρατιωτικών εκδουλεύσεων του 1865 στους αξιωματικούς Ε΄ Τάξεως, λοχαγός με αριθμό Μητρώου (ΑΜ) 3.407. Είχε δε σε όλη τη διάρκεια του αγώνα δικό του Σώμα, με φροντιστή τον Απόστολο Γερονικολού από την Κωνωπίνα («Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Ελλάδος» τ. Δ΄, σελ. 160).

[Γ.Α.Κ:Πολ.φάκ.76,Υπ.Στρατ.φάκ.419,433,540,455,491, Γεν. Φροντ.φάκ.64,Γραμ.Στρατ.φάκ.119,144,147,159]

Νίκος Θεοδ. Μήτσης


Δημήτρης ή Τσάμης Γριβογιώργος