Page 1


ΕΞΩΦΥΛΛΟ


S.E.C.R.E.T II


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

«Το παρόν έργο πνευματι κής ι δι οκτησί ας προστατεύεται κατά τι ς δι ατάξει ς της ελληνι κής νομοθεσί ας (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποι ηθεί και ι σχύει σήμερα) και τι ς δι εθνεί ς συμβάσει ς περί πνευματι κής ι δι οκτησί ας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδει ας του εκδότη κατά οποι ονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονι κό, μηχανι κό ή άλλο) αντι γραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμί σθωση ή δανει σμός, μετάφραση, δι ασκευή, αναμετάδοση στο κοι νό σε οποι αδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου».

Εκδόσεις Πατάκη – Ξένη λογοτεχνία Σύγχρονη ξένη λογοτεχνία – 291 L. Marie Adeline, S.E.C.R.E.T. II Τίτλος πρωτοτύπου: S.E.C.R.E.T. Shared Μετάφραση: Νίνα Μπούρη Υπεύθυνος έκδοσης: Κώστας Γιαννόπουλος Επιμέλεια-Διόρθωση: Μαρία Σεβαστιάδου Σελιδοποίηση: Παναγιώτης Βογιατζάκης Φιλμ-Μοντάζ: Γιώργος Κεραμάς © Copyright L. Marie Adeline, 2013 This edition published by arrangement with C. Fletcher & Company LLC. © Copyright για την ελληνική γλώσσα, Σ. Πατάκης ΑΕΕΔΕ (Εκδόσεις Πατάκη), 2013 Πρώτη έκδοση στην ελληνική γλώσσα από τις Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Νοέμβριος 2013 ΚΕΤ 8481 ΚΕΠ 917/13 ISBN 978-960-16-5141-5 Πρώτη ψηφιακή έκδοση στην ελληνική γλώσσα από τις Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Δεκέμβριος 2013 ΚΕΤ 8482 ISBN 978-960-16-5172-9

ΠΑΝΑΓΗ ΤΣΑΛΔΑΡΗ (ΠΡΩΗΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ) 38, 104 37 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210.36.50.000, 210.52.05.600, 801.100.2665, ΦΑΞ: 210.36.50.069 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗ 16, 106 78 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210.38.31.078 ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ: ΚΟΡΥΤΣΑΣ (ΤΕΡΜΑ ΠΟΝΤΟΥ - ΠΕΡΙΟΧΗ Β΄ ΚΤΕΟ), 570 09 ΚΑΛΟΧΩΡΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΤΗΛ.: 2310.70.63.54, 2310.70.67.15, ΦΑΞ: 2310.70.63.55

Web site: http://www.patakis.gr • e-mail: info@patakis.gr, sales@patakis.gr


ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Στην Κάθι Τζέιμς, για τα σοφά σου λόγια, πάντα...


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΒΗΜΑΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΦΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΧΤΩ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ


ΔΈΚΑ ΒΉΜΑΤΑ Βήμα Πρώτο: Παράδοση Βήμα Δεύτερο: Θάρρος Βήμα Τρίτο: Εμπιστοσύνη Βήμα Τέταρτο: Γενναιοδωρία Βήμα Πέμπτο: Αφοβία Βήμα Έκτο: Αυτοπεποίθηση Βήμα Έβδομο: Περιέργεια Βήμα Όγδοο: Γενναιότητα Βήμα Ένατο: Ζωντάνια Βήμα Δέκατο: Απελευθέρωση


[ΠΡΟΛΟΓΟΣ] ΝΤΟΦΙΝ

ΕΒΑΛΑ ΤΑ ΓΕΛΙΑ.

Τι άλλο να έκανα; Αφού συνέβαινε στ’ αλήθεια. Τον είχα πράγματι εδώ, μπροστά μου. Και μου φαινόταν σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο να στέκεται ένας ωραίος άντρας μέσα στα ζεστά νερά του ποταμού Αμπίτα έως το γόνατο και να μου ζητάει να γδυθώ για χάρη του. Τα ανασηκωμένα μπατζάκια του τζιν του είχαν σκουρύνει από το νερό, που έγλειφε τις μυώδεις γάμπες του, και το δεμένο στέρνο του ήταν γυμνό κάτω από τον καυτό απριλιάτικο ήλιο. Έτεινε το μαυρισμένο χέρι του προς το μέρος μου. «Ντοφίν, αποδέχεσαι το Βήμα;» Αντί να του πω αμέσως ναι και να τσαλαβουτήσω προς το μέρος του όπως ήθελα, έμεινα στήλη άλατος στη χλοερή ακροποταμιά με το βίντατζ πράσινο φουστανάκι μου, που το είχα κοντύνει ακριβώς πάνω από το γόνατο. Και τώρα το μετάνιωνα. Ήταν σέξι· όχι σαν αυτά που φορούσα συνήθως. Μήπως φαίνομαι χάλια; Κι αν δεν του αρέσω; Κι αν μας πιάσουν; Κι αν δεν τα πάω καλά; Κι αν πνιγώ; Δεν ξέρω καλό κολύμπι. Μάλιστα, πάντα φοβόμουν λιγάκι το νερό. Ήμαστε καλά κρυμμένοι πίσω από ψηλούς θάμνους με τριαντάφυλλα του βάλτου και ροζ μολόχες, που έγερναν προς την όχθη του ποταμού, αλλά εμένα με έζωνε ο φόβος. Έλεγχος και εμπιστοσύνη, εμπιστοσύνη και έλεγχος. Οι δύο δαίμονες που πάλευαν μέσα μου. Γιατί τώρα; Δεν είχα πληρώσει ολομόναχη τις σπουδές μου; Δεν είχα ξεκινήσει μια πετυχημένη επιχείρηση με βίντατζ ρούχα προτού ακόμα τελειώσω το κολέγιο; Δεν είχα ξεπεράσει οικονομικές κρίσεις και τυφώνες, σέρνοντας πίσω μου το μαγαζάκι μου με τη λύσσα ενός ήρωα πολέμου που προσπαθεί να σώσει έναν τραυματισμένο συμπολεμιστή του; Τα είχα κάνει όλα αυτά –κι άλλα πολλά– αλλά είχαν απαιτήσει αυτοσυγκράτηση, πειθαρχία, καθώς και αυστηρό έλεγχο της κατάστασης. Αν αποδεχόμουν την πρόσκληση του γοητευτικού άγνωστου να μπω στα ορμητικά νερά, τότε θα ωθούσα το ρεύμα της ζωής μου να αλλάξει κατεύθυνση. Θα άφηνα τον εαυτό μου να μπει σ’ έναν νέο κόσμο, γεμάτο αυθορμητισμό και ρίσκο, πόθο και ίσως απογοήτευση. Θα έχανα τον έλεγχο, θα μάθαινα να εμπιστεύομαι. Παρά την τόλμη μου όμως εκείνη τη μέρα στο παλιό αμαξοστάσιο, ξαφνικά ένιωθα απρόθυμη να αφήσω τα πράγματα να κυλήσουν όπως μου είχαν πει ότι θα συμβεί, όπως είχα ορκιστεί στον εαυτό μου ότι θα τα άφηνα επιτέλους να κυλήσουν. Αλλά που να πάρει και να σηκώσει, αυτός ο άντρας ήταν μπάνικος – και πολύ πιο ψηλός από μένα. Από την άλλη, με ύψος ένα εξήντα, ήμουν κοντύτερη από τους περισσότερους άντρες. Είχε χαμογελαστά μάτια, μόρτικο σουλούπι και ανακατωμένα καστανά μαλλιά, που είχαν πάρει χάλκινη απόχρωση από τον ήλιο. Δεν έβλεπα αν τα μάτια του ήταν πράσινα ή γαλάζια, πάντως δεν τα ξεκόλλησε από πάνω μου. Ο ήλιος έπεσε ακόμα πιο καυτός επάνω μας, μετατρέποντας τα μαλλιά μου σε μακρύ βαρύ πέπλο. Έβγαλα αργά τα σανδάλια μου. Η χλόη


ήταν δροσερή κάτω από τα πόδια μου. Ίσως θα μπορούσα να μπω στα ρηχά. Να αρχίσω λάου λάου. «Αποδέχεσαι το Βήμα; Μπορώ να σε ρωτήσω μόνο μία φορά ακόμα» μου είπε, χωρίς ίχνος ανυπομονησίας. Τώρα. Πήγαινε κοντά του. Πρέπει. Αισθάνθηκα τα χέρια μου να ανεβαίνουν στους ώμους μου, ακολουθώντας τις γραμμές του εξώπλατου φουστανιού μου. Τα δάχτυλά μου κοντοστάθηκαν στον κόμπο πίσω στον αυχένα μου. Ύστερα τα χέρια μου κινήθηκαν με δική τους πρωτοβουλία, και τα κορδονάκια ξαφνικά χαλάρωσαν. Κατέβασα το επάνω μέρος και ξεγύμνωσα τα στήθη μου. Έστρεψα βιαστικά το βλέμμα μου αλλού. Έπρεπε να κινηθώ γρήγορα, πριν το μυαλό μου προλάβει να κατακλυστεί από τρόμο. Κι αν τον απογοήτευε το σώμα μου; Κι αν δεν ήμουν ο τύπος του; Σταμάτα να σκέφτεσαι. Δράσε. Άνοιξα το φερμουάρ στην πλάτη του φουστανιού και το άφησα να πέσει στο χορτάρι. Ύστερα κατέβασα το εσώρουχό μου στα πόδια μου και σηκώθηκα ξανά όρθια, ολόγυμνη, εκτός από τη χρυσή αλυσίδα που αγκάλιαζε τον αριστερό καρπό μου. «Θα το πάρω ως κατάφαση» μου είπε. «Έλα μέσα, κούκλα... Το νερό είναι ζεστό». Η καρδιά μου άρχισε να βροντοχτυπάει. Όσο πιο ήρεμα μπορούσα, περπάτησα προς το μέρος του, προς το νερό. Ενώ προχωρούσα, κάλυπτα το κορμί μου, τα στρατηγικά σημεία. Βούτηξα το δαχτυλάκι του ποδιού μου στην άκρη του ποταμού. Το νερό ήταν πιο ζεστό απ’ όσο περίμενα. Έβαλα και το υπόλοιπο πόδι μου μέσα στο ήσυχο ρεύμα και ακολούθησα ένα μονοπάτι με επίπεδες πέτρες καλυμμένες από μούσκλια που οδηγούσαν σ’ εκείνον. Και μπορούσα να διακρίνω τον πυθμένα. Θα ήμουν μια χαρά. Όσο τον πλησίαζα, η διαφορά ύψους μεταξύ μας κόντευε να γίνει τόσο ξεκαρδιστική, ώστε να αλλάξει τη διάθεση και από ερωτική να την κάνει αστεία· θα πρέπει να ήταν γύρω στο ένα ενενήντα πέντε! Πριν προλάβω όμως να σκάσω στα γέλια, προτού καν φτάσω κοντά του, τα χέρια του κατέβηκαν στο κουμπί του τζιν του, κάνοντάς με να κοντοσταθώ και να σωπάσω. Να κοιτάξω; Να μην κοιτάξω; Η νότια ανατροφή μου με έκανε να στραφώ αλλού, για να μη φανεί πόσο κόκκινο είχε γίνει το πρόσωπό μου. Στύλωσα το βλέμμα μου σε μια μακρινή βελανιδιά που σκίαζε τη φυτεία στο βάθος. «Δε χρειάζεται να γυρίσεις». «Έχω άγχος...» «Ντοφίν, είσαι ασφαλής... Μόνο εμείς οι δύο είμαστε εδώ». Με την πλάτη μου ακόμα γυρισμένη, άκουσα έναν ελαφρύ παφλασμό και τον ήχο που κάνει το ύφασμα επάνω στο δέρμα. Ύστερα πέταξε το τζιν του πάνω από το κεφάλι μου, κι αυτό προσγειώθηκε στην ακροποταμιά δίπλα στις πολυφορεμένες μπότες του, στα σανδάλια και στο πράσινο φόρεμά μου. «Ορίστε. Τώρα είμαι κι εγώ γυμνός...» είπε. Τον άκουσα να προχωράει αργά μέσα στο νερό προς το μέρος μου, ώσπου το ζεστό δέρμα του κόλλησε δυνατά επάνω στην πλάτη μου. Ένιωσα το σαγόνι του να στηρίζεται στην κορυφή του κεφαλιού μου και ύστερα τη μύτη του να τρίβεται στα μαλλιά μου και στο πλάι του λαιμού μου. Χριστέ μου! Έκλεισα τα μάτια, πήρα


βαθιά ανάσα κι έγειρα το κεφάλι μου, για να του προσφέρω τον λαιμό μου και το δέρμα εκεί. Αισθανόμουν πόσο πολύ το ήθελε, πόσο πολύ με ήθελε. Οι αισθήσεις μου ήταν ηλεκτρισμένες. Το δέρμα μου, ζεστό από το νερό, δροσερό από τον αέρα, μερωμένο από το άγγιγμά του, ζωντάνεψε μουδιάζοντας. Ο αέρας έφερνε μαζί του τις μυρωδιές του Νότου – το κομμένο χορτάρι, το ποτάμι, τις μανόλιες. Το θέλω. Το θέλω. Τον θέλω! Προς τι ο δισταγμός; Γιατί δεν μπορώ απλώς να γυρίσω και να τον κοιτάξω; Αυτός ο άντρας βρίσκεται εδώ μόνο για να με ευχαριστήσει. Το μοναδικό μου εμπόδιο είναι η ανικανότητά μου να του το επιτρέψω. Έπειτα, τη στιγμή που ακουμπούσε τα χέρια του στους γοφούς μου, άκουσα ξανά εκείνη την εσωτερική φωνή, δυνατή, επίμονη, με τη χαρακτηριστική προφορά του Τεννεσσί που είχε η μητέρα μου. Σε βρίσκει πολύ πλαδαρή. Πολύ αφράτη. Πολύ κοντή. Μάλλον δεν του αρέσουν οι κοκκινομάλλες. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου για να διώξω τη φωνή. Ύστερα άκουσα ένα χαμηλό βογκητό, από κείνα που αναγνώριζα ως βαθιά αρσενική επιδοκιμασία. Εντάξει, του αρέσει αυτό που αγγίζει... Έβαλε το στόμα του δίπλα στο αυτί μου και τα χέρια του τράβηξαν τους γοφούς μου προς τα πίσω, φέρνοντάς μας και τους δύο πιο βαθιά. «Το δέρμα σου είναι απίστευτο...» ψιθύρισε ενώ με τραβούσε ακόμα πιο πίσω, ώσπου το νερό έφτανε ως τη μέση μου. «Σαν αλάβαστρο...» Ψέματα λέει... Του το είπαν να το πει. Ικέτεψα την επικριτική φωνή μέσα μου να πάει στα τσακίδια. «Γύρνα, Ντοφίν... Θέλω να σε κοιτάξω». Τα χέρια μου έπεσαν αργά στα πλευρά μου και τα ακροδάχτυλά μου άγγιξαν το νερό. Άνοιξα τα μάτια μου, γύρισα και κοίταξα την έκταση του στήθους του και τα αναμφισβήτητα σημάδια του πόθου του για μένα. Συμβαίνει. Άφησέ το! Έγειρα πίσω το κεφάλι μου, για να κοιτάξω το ήρεμο όμορφο πρόσωπό του. Έπειτα ουπς! Με άρπαξε στην αγκαλιά του τόσο ξαφνικά και επιδέξια, που τσίριξα από χαρά, παρόλο που ένιωθα πεταλούδες στο στομάχι. Όταν τελικά πέρασα το χέρι μου γύρω από τον μυώδη τράχηλό του, αυτός με λίκνιζε στην αγκαλιά του μέσα στα λαμπερά νερά του ποταμού πειράζοντάς με, βυθίζοντάς με μέσα τους αργά αργά. «Είναι κρύο...» είπα με κομμένη την ανάσα και γραπώθηκα πιο σφιχτά από πάνω του. «Θα ζεσταθείς γρήγορα...» μου ψιθύρισε, βουτώντας με εντελώς μέσα στο νερό. Με τα μπράτσα του από κάτω μου, άφησα το σώμα μου να παραδοθεί πλήρως σ’ εκείνον και στο ποτάμι. Τεντώθηκα επιπλέοντας, βουτώντας πίσω το κεφάλι, αφήνοντας τα μαλλιά μου να παρασυρθούν πόντο πόντο από το ποτάμι. Εντάξει, πάμε λοιπόν... «Μπράβο, αυτό είναι! Χαλάρωσε. Σε κρατάω». Ένιωθα εξόχως ελαφριά. Το νερό δεν ήταν καθόλου τρομακτικό. Έκλεισα τα μάτια και άφησα τα μαλλιά μου να απλωθούν γύρω μου και πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό ήξερα πως ένα αληθινό χαμόγελο απλωνόταν στο πρόσωπό μου. «Μοιάζεις με την Οφηλία» μου είπε. Κρατώντας με ψηλά με το ένα χέρι κάτω από τη μέση μου, πήρε το άλλο από κάτω μου και χάιδεψε αποφασιστικά το πόδι μου, τον μηρό μου, κοντοστάθηκε στην κορυφή και μετά


προχώρησε στην κοιλιά μου, όπου έσκυψε και φίλησε το νερό στη λιμνούλα που είχε σχηματίσει ο αφαλός μου. «Γαργαλιέμαι...» Τα μάτια μου ήταν ακόμα κλειστά. Είσαι θεϊκή και δεν έχεις καθόλου βάρος. Το κορμί σου είναι πανέμορφο, Ντοφίν. «Κι εδώ;» ρώτησε σιγανά, αφήνοντας το χέρι του να ταξιδέψει στις καμπύλες μου, κλείνοντας τη χούφτα του από κάτω μου, ενώ τα δάχτυλά του εξερευνούσαν τη σχισμή μου. Αχ, Θεέ μου. «Λιγάκι...» απάντησα. Το σώμα μου άνοιξε σαν αστερίας, και με κρατούσαν στην επιφάνεια τα μπράτσα μου, που κουνιούνταν. Μου άρεσε αυτό που μου έκανε το νερό. Η ψύχρα έσφιγγε το δέρμα μου. Οι θηλές μου ήταν έτοιμες και σκληρές. Άνοιξα τα μάτια και βρήκα το πρόσωπό του, κι εκεί διέκρινα πόθο. Τον παρακολούθησα να σκύβει για να φιλήσει τα στήθη μου, ενώ πιο κάτω το χέρι του έσπρωχνε τους μηρούς μου να ανοίξουν. «Κι εδώ;» με ρώτησε, γλιστρώντας αργά αργά ένα και μετά δύο δάχτυλα μέσα μου. «Όχι...» είπα με κομμένη την ανάσα. «Εκεί δε γαργαλιέμαι...» Ένιωθα παλμούς καυτής ηδονής να διαπερνούν το κορμί μου. Θα μπορούσε να συμβεί πολύ γρήγορα, σκέφτηκα καθώς τα σκληρά δάχτυλά του ζέσταιναν τα σωθικά μου. Έσφιξα τους μυς μου γύρω από τα δάχτυλά του ενώ εκείνος ερέθιζε απαλά το άνοιγμά μου, στην αρχή πιο επιφυλακτικά και ύστερα πιο επίμονα, πιο βαθιά. Άφησα το νερό να κυματίσει επάνω στο δέρμα μου – ένας συνδυασμός που έκανε την ανάσα μου να επιταχυνθεί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήθελα να τελειώσω, θα μπορούσα να έχω τελειώσει... Αλλά το απώθησα, για να απολαύσω την αίσθηση της αιώρησης. Αψίδωσα ελαφρώς το σώμα μου, ώστε να προτρέψω τα δάχτυλά του να μπουν ακόμα πιο βαθιά· τα μαλλιά μου βυθίστηκαν εντελώς κάτω από το νερό και τυλίγονταν γύρω από το κεφάλι μου. Τα φανταζόμουν σαν πύρινο στέμμα. «Είσαι απίστευτο θέαμα, Ντοφίν...» μουρμούρισε εκείνος, ενώ τα δάχτυλα του ενός χεριού συνέχιζαν τις απαλές παλινδρομικές τους κινήσεις και με κρατούσε στην επιφάνεια με το άλλο χέρι. Ύστερα έστριψε επιδέξια το κορμί μου, που επέπλεε, κατά σαράντα πέντε μοίρες και μπήκε ανάμεσα στα πόδια μου. Πριν προλάβω όμως να τυλιχτώ γύρω του για να τον τραβήξω μέσα μου, εκείνος έσκυψε και το στόμα του συνάντησε το νερό που στάλαζε πάνω στο εσωτερικό των μηρών μου, που τώρα γυάλιζε στον ήλιο, ενώ το άλλο του χέρι βρισκόταν ακόμη από κάτω μου. Η κάψα από τα χείλη του ζευγάρωσε με το ορμητικό νερό, και τα επίμονα δάχτυλά του δημιούργησαν μια αίσθηση τόσο έντονη, που χτύπησα με το χέρι μου τα νερά για να βρω κράτημα. Κατόπιν κρέμασε τα γόνατά μου, πρώτα το ένα και μετά το άλλο, επάνω στους ώμους του, με τα δυνατά του μπράτσα από κάτω μου να στηρίζουν την πλάτη μου, να με κρατούν πάνω από το νερό. Έχοντας πια και τα δυο του χέρια από κάτω μου, γλίστρησε τη γλώσσα του στην απαλή σχισμή μου, στο σημείο όπου ο μηρός μου καμπυλωνόταν προς τις κοντές κόκκινες μπουκλίτσες μου, και τον παρακολούθησα να με γλείφει εκεί, ενώ ένιωθα το νερό σαν μυριάδες δάχτυλα επάνω στο κορμί μου. Για μια στιγμή δεν μπορούσα να καταλάβω τη διαφορά ανάμεσα στο ποτάμι, που έγλειφε το δέρμα μου, και στο άπληστο στόμα του, ώσπου η γλώσσα του, ζεστή και επιτακτική, βρήκε το απόλυτο σημείο μου, εντοπίζοντάς το με μερικά ταλαντούχα αγγίγματα των δαχτύλων του. Αχ... Ανασήκωσα τη λεκάνη μου, και οι μηροί μου


άνοιξαν περισσότερο, ενστικτωδώς, πεινασμένα, ενώ κρατούσα το πρόσωπό μου πάνω από το ήρεμο ρεύμα, με τα αυτιά κάτω από την επιφάνεια. Η ορμή του νερού έκανε ακόμα πιο έντονη την κορύφωση καθώς εκείνος ζωγράφιζε κύκλους επάνω μου, γύρω γύρω, σπρώχνοντας το δάχτυλό του μέσα έξω και... Αχ, Θεέ μου. Αισθανόμουν το άλλο του χέρι, τη φαρδιά παλάμη που ήταν απλωμένη στη μέση μου, ενώ το στόμα και τα δάχτυλά του χόρευαν τον χορό τους. Μετά σήκωσε το χέρι του κι έπαιξε με τις ρώγες μου. Το στόμα του ήταν υγρό και ζεστό, η γλώσσα του φτερούγιζε, με έγλειφε, με έπινε ολόκληρη. Νομίζω πως εκείνος το ένιωσε πριν από μένα, την ένταση που κυρίεψε το κορμί μου, τα γόνατά μου, που σφίχτηκαν, τα χέρια μου, που τεντώθηκαν στα πλάγια, με τις παλάμες γυρισμένες στον ήλιο. Ναι... Το πρώτο κύμα ήταν ζεστό και οικείο. Αχ, αυτό, σκέφτηκα. Το θυμάμαι αυτό. Μετά εντάθηκε, έγινε κάτι παραπάνω, πιο βαθύ, τόσο επιτακτικό, που με έκανε να φωνάξω δυνατά στον ζωηρόχρωμο ουρανό. Τα δάχτυλά του με εξερεύνησαν ακόμα πιο βαθιά, ενώ η γλώσσα του διέγραφε όλο και πιο γρήγορους κύκλους, κι εγώ γελούσα όσο συνέβαινε, όσο τέλειωνα, μία φορά, δύο φορές, με απανωτά κύματα ηδονής. Σπαρταρούσα, τα γόνατά μου έσφιγγαν τους ώμους του και γίναμε για μια στιγμή ένα σώμα. Κατόπιν, έπειτα από κείνη τη μακάρια πλωτή στιγμή όπου το στήθος μου ανεβοκατέβαινε στον ήλιο και τα δάχτυλά μου ακούμπησαν το δροσερό δέρμα μου, ήρθα στα συγκαλά μου. «Είσαι πάρα πολύ καλή...» ψιθύρισε. Με έσπρωχνε μαλακά στην επιφάνεια του νερού σαν χάρτινο καραβάκι όσο ηρεμούσα. «Αλλά δεν τέλειωσε... Έτσι δεν είναι;» ρώτησα, ενώ οι μηροί μου τρεμούλιαζαν και τα πόδια μου είχαν τυλιχτεί γύρω από τη μέση του. Όταν πλησιάσαμε περισσότερο την όχθη, κατέβασα τα πόδια μου από πάνω του και τα πέλματά μου ακούμπησαν στις πέτρες, σταθεροποιώντας με στο πιο ρηχό κομμάτι του ποταμού. Στάθηκα όρθια μέσα στο νερό, που μου έφτανε ως τη μέση, κυλώντας σαν ρυάκια από το στήθος μου, ενώ οι θηλές μου ήταν ακόμα σκληρές. Έσπρωξα τα μαλλιά μου από το πρόσωπό μου, ζαλισμένη, εξαντλημένη, χορτασμένη. «Μόνο μέχρι εδώ έχω τη δυνατότητα να σε πάω σ’ αυτό το Βήμα, Ντοφίν. Δεν το θέλω, αλλά πρέπει να σε δώσω πίσω...» Κατευθύνθηκε προς τη βοτσαλωτή όχθη απ’ όπου είχαμε μπει στο ποτάμι. Κοντά στα ρούχα μας βρισκόταν μια στοίβα από κατάλευκες πετσέτες. Μου άφησε το χέρι και σκαρφάλωσε στην όχθη, με το νερό να κυλάει στραφταλίζοντας από την πλάτη του. Μετά γύρισε για να με τραβήξει στο γρασίδι. Έτρεμα, ώσπου έπιασε μια πετσέτα από τη στοίβα και με τύλιξε, σφίγγοντάς με πάνω του, σταλάζοντας ξανά ζεστασιά μέσα στο κορμί μου, τρίβοντας δυνατά τα μπράτσα μου. «Νιώθω τόσο... Δεν ξέρω τι να πω». «Δε χρειάζεται να πεις τίποτα... Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου». Στράφηκε για να σκουπιστεί. Έσφιξα την πετσέτα γύρω μου, παρακολουθώντας τον να ανεβάζει το τζιν του στους μυώδεις μηρούς του και να φοράει ένα κολλαριστό λευκό φανελάκι, που κολλούσε στο υγρό στέρνο του. Ήρθε πάλι κοντά μου, και τούτη τη φορά ακούμπησε τις μεγάλες παλάμες του στα μάγουλά


μου και με τράβηξε σ’ ένα παρατεταμένο φιλί. Όταν αποτραβήχτηκε, είπε: «Το εννοώ. Η ευχαρίστηση ήταν δική μου, Ντοφίν...» Αφού μου έδωσε ένα τελευταίο φιλί στο κέντρο του μετώπου, έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. Στη συνέχεια έκανε μεταβολή και τράβηξε προς τη φυτεία, ώσπου στο τέλος χάθηκε πίσω από μια στροφή σκεπασμένη από κισσούς. Ήθελα να του φωνάξω ευχαριστώ που με άφησε τόσο όμορφα ναυαγισμένη. Αλλά τα λόγια ήταν ακόμα βυθισμένα κάτω από το νερό μαζί με κομμάτια του παλιού μου εαυτού, εκείνα τα κομμάτια που φοβούνταν να παραδοθούν, να θελήσουν αυτό, που φοβούνταν απλώς να δεχτούν την ηδονή και να πιστέψουν ότι ήταν εφικτή. Αντί γι’ αυτό, γέλασα πάλι δυνατά, και τούτη τη φορά σκεφτόμουν: Το έκανα. Κάτι συνέβη και το άφησα να γίνει! Γύρισα στο φόρεμά μου και το τράβηξα επάνω στα υγρά τρεμάμενα πόδια μου. Καθώς το έστρωνα στους γοφούς μου, αισθάνθηκα κάτι μέσα στην τσέπη μου και το τράβηξα έξω. Ένα μικρό πορφυρένιο κουτάκι. Μέσα, κουρνιασμένο σ’ ένα σύννεφο από βαμβάκι, βρισκόταν ένα χρυσό κρεμαστό, ανοιχτόχρωμο, με τραχιές άκρες. Το σήκωσα. Από τη μια πλευρά είχε έναν λατινικό αριθμό –I– και από την άλλη χαραγμένη τη λέξη «Παράδοση». Η καρδιά μου αναπήδησε από χαρά μόλις έβγαλα το κρεμαστό από τη φωλιά του και το έσφιξα δυνατά στην παλάμη μου. Ήταν σαν ζεστή επίπεδη πέτρα. Ήταν δικό μου. Το κρέμασα στην αλυσίδα μου, εκείνη που φορούσα τρεις εβδομάδες. Ανηφόρισα αργά την πλαγιά, προς το αυτοκίνητο που περίμενε. Ενώ περνούσα δίπλα από έναν ψηλό πέτρινο μαντρότοιχο σκεπασμένο από μπουκαμβίλια, χάιδεψα τα μικροσκοπικά ροζ πέταλα. Τα κατάφερες. Παρέδωσες τον έλεγχο. Είναι λοιπόν ώρα να κάνεις και τα υπόλοιπα Βήματα, όσο αβέβαια κι αν είναι, προς την καινούρια σου ζωή ‒ μακριά από κείνες τις φωνές, μακριά από κείνες τις πικρές απογοητεύσεις, μακριά από το θλιβερό παρελθόν σου.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ] ΚΕΪΣΣΙ

ΤΡΕΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΑΣΑΝ από το μυαλό μου εκείνο το πρωί ενώ τεντωνόμουν στο κρεβάτι μου στο Μαρινύ. Πρώτον, είχαν περάσει έξι εβδομάδες από κείνη την απίστευτη βραδιά με τον Γουίλ. Δεύτερον, πάλι είχα αποκοιμηθεί φορώντας το βραχιόλι του S.E.C.R.E.T. Όσο είχε μονάχα ένα δυο κρεμαστά, αυτό δεν ήταν πρόβλημα, αλλά τώρα είχε δέκα, οπότε ο χρυσός πίεζε την τρυφερή σάρκα των καρπών μου και άφηνε σημάδια. Και τρίτον, σήμερα είχα τα γενέθλιά μου. Η γάτα μου, η Ντίξι, με κοιτούσε από τα πόδια του κρεβατιού. Άπλωσα τα χέρια και την τράβηξα στην αγκαλιά μου, όπου αποκοιμήθηκε πάλι γουργουρίζοντας – μια ικανότητα που θα ήθελα να έχω κι εγώ. «Γίνομαι τριάντα έξι σήμερα, Ντίξι...» είπα ξύνοντάς της τα αυτιά. Άλλη μία χρονιά με είχε αιφνιδιάσει σαν κακομαθημένος φαρσέρ. Δεν έδινα σημασία στον χρόνο που περνούσε, ώσπου έγινε ό,τι έγινε με τον Γουίλ. Είχαν περάσει έξι εβδομάδες, και από τότε ο χρόνος είχε αρχίσει να κυλάει πιο αργά. Κάποιες μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά, και η δουλειά στο Café Rose ήταν ταυτόχρονα μεγάλη παρηγοριά, καθώς και το αλάτι στην πληγή που έπρεπε να κλείσω. Πώς να ξεπεράσω τον Γουίλ όταν τον έβλεπα κάθε μέρα; Πώς να συνεχίσω να προσποιούμαι ότι δεν είχε συμβεί τίποτα μεταξύ μας τη νύχτα που χόρεψα στο ρεβί «Τα κορίτσια της Φρέντσμεν» και φιλιόμασταν σε όλο τον δρόμο του γυρισμού προς το καφέ και την ώρα που ανεβαίναμε τα σκαλοπάτια προς το σκονισμένο δωμάτιο, όπου μου έβγαλε το μπουρλέσκ κουστούμι και με πέταξε ανάσκελα σ’ ένα στρώμα που το φώτιζε το φεγγαρόφωτο; Παρόλο που αυτός δεν το ήξερε, τον είχα διαλέξει εκείνη τη νύχτα ως την τελευταία μου φαντασίωση. Αυτός το μόνο που ήξερε ήταν πόσο πολύ τον ήθελα. Για μένα τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας είχαν διαλυθεί, κι εκείνος είχε γίνει αληθινός. Το δέρμα του το αισθανόμουν οικείο. Φιλιόμασταν σαν να το κάναμε δεκαετίες ολόκληρες. Ταιριάζαμε· τα κορμιά μας ήταν τέλεια σμιλεμένα γι’ αυτά που κάναμε ο ένας στον άλλο φυσικά, χωρίς λόγια. Ξεπερνούσε κάθε φαντασίωση. Και να σκεφτεί κανείς πως όλο τούτο τον καιρό τον είχα κάτω από τη μύτη μου και δεν τον είχα δει, δεν μπορούσα να τον δω. Αλλά έπειτα από έναν χρόνο στο S.E.C.R.E.T., έπειτα από έναν χρόνο όπου έσπρωχνα τον εαυτό μου πέρα από τους περιορισμούς που είχα θέσει η ίδια, είχα απελευθερώσει κάτι πολύ αληθινό μέσα μου. Κι όταν ο Γουίλ μού είπε πως χώρισαν με την Τρεϊσίνα, επιτέλους αισθάνθηκα το σύμπαν να ευθυγραμμίζεται προς όφελός μου. Το πρωί μετά τη μαγευτική βραδιά μας νόμιζα πως ο Γουίλ ήταν η ανταμοιβή μου που επέστρεψα στη ζωή. Έκανα λάθος. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ανάμνηση από κείνη τη νύχτα με στοιχειώνει το πρόσωπο της Τρεϊσίνα – ωχρό, αλλά γεμάτο ελπίδα, ενώ με σταθερή φωνή μού ανακοινώνει


ένα σκληρό γεγονός, από κείνα που σκοτώνουν φαντασιώσεις. Μου είπε πως ήταν έγκυος με το παιδί του Γουίλ και πως εκείνος κατενθουσιάστηκε μόλις το έμαθε. Τι κάνεις με αυτή την πολύ πραγματική πληροφορία όταν πιστεύεις ότι βρήκες μόλις τον έρωτα της ζωής σου; Νιώθεις την τελευταία σαπουνόφουσκα να σκάει γύρω από τη φαντασίωσή σου και φεύγεις μακριά. Εγώ αυτό έκανα. Διέσχισα όλη την πόλη και πήγα μέχρι το αμαξοστάσιο, όπου η Ματίλντα σκούπισε τα δάκρυά μου. Εκεί μου θύμισε ότι σε κάθε φαντασίωση υπάρχει ενσωματωμένη η πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι αγαπούν τη φαντασίωση» μου είπε. «Αλλά αγνοούν τα γεγονότα, κι αυτό τους κάνει κακό. Κι όταν το κάνεις, υπάρχει κόστος. Πάντα...» Γεγονός υπ’ αριθμόν ένα: ο Γουίλ κι εγώ ήμαστε επιτέλους μαζί. Γεγονός υπ’ αριθμόν δύο: κατά πάσα πιθανότητα ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Γεγονός υπ’ αριθμόν τρία: η πρώην φιλενάδα του ήταν έγκυος. Γεγονός υπ’ αριθμόν τέσσερα: όταν του το είπε, τα ξαναβρήκαν. Γεγονός υπ’ αριθμόν πέντε: ο Γουίλ κι εγώ δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Επειδή ο Γουίλ ήταν το αφεντικό μου, είχα σκοπό να παραιτηθώ αμέσως από τη δουλειά, αλλά η Ματίλντα με παρότρυνε να μην επιτρέψω ποτέ στην πληγωμένη καρδιά μου να σταθεί εμπόδιο σε πολύ πρακτικά ζητήματα όπως η δουλειά, το νοίκι, η ευθύνη της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων. «Μη δίνεις στους άντρες τόση δύναμη, Κέισσι... Να συνεχίζεις το καθήκον της ζωής. Έκανες πολλή εξάσκηση τη χρονιά που πέρασε». Εκείνο το πρωί ήμουν ένα χάλι βουτηγμένο στο δάκρυ. Δεν ήμουν σίγουρη αν η απόφαση να γίνω μέλος του S.E.C.R.E.T. ήταν η σωστή. Τουλάχιστον όμως έπαιρνα μια απόφαση. Αυτό ήταν πρωτοφανές για μένα. Πριν από το S.E.C.R.E.T. ακολουθούσα πάντα την πιο ισχυρή δύναμη που κυριαρχούσε στη ζωή μου την εκάστοτε στιγμή, συνήθως του μακαρίτη του συζύγου μου, του Σκοτ. Μας είχε φέρει στη Νέα Ορλεάνη πριν από οχτώ σχεδόν χρόνια, όμως ο αλκοολισμός του είχε σβήσει κάθε πιθανότητα να κάνουμε μια νέα αρχή. Ήμαστε σε διάσταση όταν ο Σκοτ σκοτώθηκε σε τροχαίο· ήταν νηφάλιος εκείνο το διάστημα, αλλά εξακολουθούσε να είναι διαλυμένος. Ήμουν κι εγώ διαλυμένη. Και για τα επόμενα πέντε χρόνια δούλευα σκληρά και κοιμόμουν ανήσυχα, ακολουθώντας ένα μοτίβο απομόνωσης και μεμψιμοιρίας, ώσπου κάποια μέρα βρήκα τυχαία ένα ημερολόγιο που εξιστορούσε την πορεία μιας γυναίκας μέσα από μια σειρά μυστηριωδών βημάτων που έδειχναν συνυφασμένα με το σεξ – μια πορεία που ήταν, το λιγότερο, μεταμορφωτική. Κατόπιν γνώρισα τη Ματίλντα Γκριν, τη γυναίκα που έγινε η Καθοδηγήτριά μου. Μου είπε πως είχε έρθει στο Café Rose για το ημερολόγιο που είχε χάσει η φίλη της, αλλά στην πραγματικότητα είχε έρθει για μένα, για να με μυήσει στο S.E.C.R.E.T., μια μυστική ομάδα που είχε σκοπό να βοηθάει γυναίκες να απελευθερωθούν σεξουαλικά – προσφέροντας σ’ αυτές σεξουαλικές φαντασιώσεις της προτίμησής τους. Αν έμπαινα στην ομάδα, αν επέτρεπα σ’ αυτές τις γυναίκες να οργανώσουν φαντασιώσεις για μένα κι αν έβρισκα το κουράγιο να τις πραγματοποιήσω, είπε, θα έβγαινα από τη μόνιμη δυσθυμία μου. Μου δήλωσε ότι θα με βοηθούσε, θα με καθοδηγούσε και θα με στήριζε. Τελικά, αφού το κλωθογύρισα στο μυαλό μου


επί μία εβδομάδα, είπα το ναι. Ήταν διστακτικό, αλλά ήταν ναι. Κι έπειτα από αυτό η ζωή μου άλλαξε εξολοκλήρου. Μέσα σ’ έναν χρόνο είχα κάνει φανταστικά πράγματα με απίστευτα ελκυστικούς άντρες, πράγματα που δε θα σκεφτόμουν ποτέ πως ήταν πιθανά. Είχα αφήσει έναν πανέμορφο μασέρ να με ικανοποιήσει χωρίς να ζητήσει κανένα αντάλλαγμα. Είχα γνωρίσει έναν σέξι Βρετανό σε κάποιο σκοτεινό μπαρ, που με έφερε κρυφά σε οργασμό στα μέσα μιας δυνατής τζαζ συναυλίας. Είχα εκπλαγεί, με πολλούς τρόπους, από κάποιον ζαχαροπλάστη-κακό παιδί με τατουάζ, που έκλεψε ένα κομμάτι της καρδιάς μου ενώ με έπαιρνε πάνω στο τραπέζι στην κουζίνα του καφέ. Έμαθα πώς να προσφέρω καταπληκτικό οργασμό σ’ έναν διάσημο καλλιτέχνη του χιπ χοπ, ο οποίος μου ανταπέδωσε ένθερμα τη χάρη, και τούτη η ανάμνηση ακόμα με κάνει να ανάβω κάθε που ακούω τα τραγούδια του στο ραδιόφωνο. Πήγα με ελικόπτερο σε μια θαλαμηγό, απ’ όπου έπεσα στη θάλασσα στη διάρκεια μιας τρικυμίας μαζί με τον πιο όμορφο άντρα που έχω αντικρίσει ποτέ μου. Και όχι μόνο με έσωσε, αλλά όλο το (απίστευτο) κορμί του με έκανε να ανακτήσω την πίστη μου στο δικό μου. Κατόπιν ο «Δισεκατομμυριούχος της Πόλης» αυτοπροσώπως, ο Πιέρ Καστίγ, με πήρε στο πίσω κάθισμα μιας λιμουζίνας, αφού πρώτα με έκανε να νιώσω η ωραία του χορού. Έκανα σκι στις ριψοκίνδυνες μαύρες διαδρομές με τον Τεό, τον αξιολάτρευτο Γάλλο που έσπρωξε τα σεξουαλικά μου όρια περισσότερο από κάθε άλλον. Ύστερα οι αισθήσεις μου υπερφορτώθηκαν με έναν άντρα που μπορούσα μονάχα να τον νιώσω, όχι να τον δω, σε μια νύχτα που ήταν εκτυφλωτικά ερωτική με παραπάνω από έναν τρόπους. Στη συνέχεια ήρθε η τελευταία μου φαντασίωση, όπου επέλεξα τον πολυαγαπημένο μου Γουίλ. Διάλεξα τον Γουίλ και όχι το S.E.C.R.E.T. και δε θα μπορούσα να έχω ζήσει μια πιο χαρούμενη νύχτα ή ένα πιο θαυμάσιο επόμενο πρωί. Τώρα, έξι εβδομάδες μετά, δεν υπήρχε Γουίλ να με ξυπνήσει στα γενέθλιά μου με χίλια φιλιά. Μάλλον κοιμόταν βαθιά δίπλα στην Τρεϊσίνα· ίσως μάλιστα την είχε αγκαλιά, με τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από την κοιλιά της, που μεγάλωνε. Ήταν τριών μηνών παρά κάτι, αλλά χτες το απόγευμα είχε αρχίσει ξαφνικά να σέρνεται στο καφέ, θαρρείς και θα γεννούσε από στιγμή σε στιγμή. Έπιανε με το χέρι τη μέση της όταν ξαναγέμιζε τα ποτήρια, βογκούσε και τεντωνόταν όταν δεν εξυπηρετούσε τους πελάτες. Δεν είχε μειώσει ακόμα τις βάρδιές της· ούτε και είχε φτάσει ακόμα στο σημείο να ζητήσει βοήθεια. Αλλά δεν ήμουν η μόνη που θεωρούσα γελοία αυτήν τη δραματοποιημένη δυσφορία της. Η Ντελ σκούπιζε τα τραπέζια ενώ εγώ γέμιζα τις αλατοπιπεριέρες. Όταν η Τρεϊσίνα έσκυψε πολύ επιδεικτικά για να πιάσει ένα πιατόπανο, η Ντελ άφησε ένα μακρόσυρτο χαμηλό σφύριγμα. «Αυτό το κορίτσι έχει δώσει ολόκληρη ερμηνεία για Όσκαρ από ένα κανονικό μωρό που μεγαλώνει μέσα της. Εγώ είχα δίδυμα, που βγήκαν με χρονοκαθυστέρηση, και δεν ήταν τέτοιο βάρος...» Παρακολουθήσαμε την Τρεϊσίνα να περιπλανιέται από την κουζίνα στους πελάτες της και από κει στο ταμείο, κάνοντας τους πάντες γύρω της να φαντάζουν σαν σε γρήγορη κίνηση. Έκανε ακόμα και την Ντελ –στα εξήντα της– να φαίνεται σβέλτη. Σε μια ανάπαυλα ήρθε με δυσκολία σ’ ένα μεγάλο τραπέζι που το αδειάζαμε μαζί με την Ντελ. Η κοιλιά της μετά βίας εξείχε μέσα από


το στενό μπλουζάκι της. «Αχ, Ντελ, άσε με να βοηθήσω...» τραύλισε η Τρεϊσίνα διώχνοντάς την από έναν δίσκο με μισογεμάτα μπουκάλια κέτσαπ. «Με πονάνε τα πόδια μου... Εσύ πάρε τα επόμενα τραπέζια. Δε με πειράζει να χάσω τα φιλοδωρήματα. Αλλά δε θέλω να πιέσω τον εαυτό μου τώρα που μπορώ και δουλεύω ακόμα. Γιατί σε λίγο θα είμαι συνέχεια με τα πόδια ψηλά και θα βλέπω τηλεόραση... Σωστά;» «Με υποχρεώνεις, Τρεϊσίνα...» είπε η Ντελ ενώ σηκωνόταν με κόπο από την καρέκλα. «Πού ακούστηκε η έγκυος να δίνει στη γριά περισσότερη δουλειά;» «Απλώς λέω...» άρχισε η Τρεϊσίνα, αλλά η Ντελ σήκωσε το χέρι της και ακολούθησε το κουδουνάκι στην κουζίνα για να πάρει τα έτοιμα πιάτα. Μόλις κόπασε η μεσημεριανή κίνηση, λες κι έπεσε σύρμα, άρχισαν οι σφυριές. Ο Γουίλ έπρεπε να βγάλει περισσότερα χρήματα από το καφέ, και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν να ανοίξει γκουρμέ εστιατόριο στον επάνω όροφο. Αφού εξασφάλισε επιτέλους τις κατάλληλες άδειες κι ένα δάνειο επαγγελματικής στέγης, ο Γουίλ άρχισε την ανακαίνιση. Και τώρα με το μωρό η δουλειά είχε γίνει πιο επείγουσα. Το δάνειο κάλυπτε τα υλικά, αλλά όχι πολλά επιπλέον εργατικά, οπότε ο Γουίλ έκανε τις ανακαινίσεις μόνος του: έναν τοίχο, ένα παράθυρο, μία δοκό τη φορά. Τις έξι εβδομάδες από τότε που ο Γουίλ κι εγώ είχαμε κοιμηθεί μαζί είχα κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να αποφύγω να πιάσω κουβέντα με την Τρεϊσίνα, επειδή μου φαινόταν κατάσπαρτη από νάρκες αλήθειας. Έτσι, απέφευγα τον Γουίλ και τα θέματα της δουλειάς όσο καλύτερα μπορούσα, μιλώντας για την Ντελ, το μωρό ή τα κουτσομπολιά της γειτονιάς. Ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω πόσα ήξερε για το τι είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα ανάμεσα σε μένα και στον Γουίλ. Όλο το Blue Nile μάς είχε δει να φεύγουμε μαζί, και η μισή Φρέντσμεν μάς είχε δει να φιλιόμαστε, οπότε σίγουρα ήξερε πως κάτι είχε συμβεί. Και παρόλο που δεν είχε πάρει μέρος στο μπουρλέσκ λόγω της εγκυμοσύνης, είχε βγει μετά το σόου με την Άντζελα και την Κιτ, που ήταν και οι δύο μέλη του S.E.C.R.E.T. και είχαν χορέψει και οι δύο στο ρεβί. Τώρα, καθισμένες πλάι πλάι στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, ανταλλάσσαμε πανομοιότυπα χαμόγελα με σφιγμένα χείλη και υψωμένα φρύδια. «Ώστε, εεε... είναι καλά τα πράγματα; Με το μωρό; Καλά φαίνεσαι...» μουρμούρισα κουνώντας σαν ηλίθια το κεφάλι. «Ναι, είμαι πολύυυ καλάαα. Καταπληκτικάαα! Ο γιατρός λέει ότι το μωρό σκάει από υγεία, αν και με τον Γουίλ συμφωνήσαμε ότι δε θέλουμε να μάθουμε το φύλο. Εγώ όμως ορκίζομαι πως είναι αγόρι. Μάλλον θα βγει αθληταράς! Ο Γουίλ θέλει κοριτσάκι...» είπε γλυκά, χαϊδεύοντας με το χέρι την κοιλιά της. Ο θόρυβος της πριονοκορδέλας του Γουίλ από τον επάνω όροφο την έκανε να αναπηδήσει και παραλίγο να πέσει από την καρέκλα της. Την έπιασα από το μπράτσο για να την κρατήσω. «Θεέ μου! Επάνω είναι όλο το πρωί;» με ρώτησε, προσπαθώντας να καμουφλάρει την αληθινή ερώτηση που κρυβόταν από κάτω. Έμεινες μόνη μαζί του σήμερα; Από τότε που τα έφτιαξαν ξανά λόγω του παιδιού, η Τρεϊσίνα και ο Γουίλ έμεναν πάλι μαζί, οπότε υπέθετα πως ήξερε πού ήταν εκείνος όλη τη μέρα.


«Δεν έχω ιδέα!» απάντησα ψέματα. Τον είχα δει το πρωί. Είχαμε ανταλλάξει έναν αμήχανο χαιρετισμό όταν πέρασε από δίπλα μου στην τραπεζαρία και ανέβηκε ορμητικά τις σκάλες, φορώντας μια άκαμπτη δερμάτινη ζώνη εργασίας, από την οποία κρέμονταν αστραφτερά καινούρια εργαλεία. «Χτες ανέβασε πάνω κάτι μεγάλα καρούλια με καλώδια. Τουλάχιστον αφήνει τη φασαριόζικη δουλειά για όταν αραιώνουν οι πρωινοί και μεσημεριανοί πελάτες...» Η Τρεϊσίνα χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι για να στηριχτεί και μετά, χωρίς να πει άλλη λέξη, ανέβηκε τις σκάλες. Αν το να αποφεύγω να πιάνω ψιλή κουβέντα με την Τρεϊσίνα είχε γίνει χόμπι, το να αποφεύγω να μένω μόνη μου με τον Γουίλ είχε αναχθεί σε μορφή τέχνης. Οι τελευταίες κουβέντες που μου είχε πει τις περασμένες έξι εβδομάδες ή, μάλλον, οι τελευταίες κουβέντες που του είχα δώσει την ευκαιρία να μου πει ήταν: «Πρέπει να μιλήσουμε, Κέισσι...». Ήταν ένας απότομος ψίθυρος, ειπωμένος στον διάδρομο ανάμεσα στο γραφείο του και στο αποχωρητήριο του προσωπικού. «Δεν έχουμε τίποτα να πούμε» αποκρίθηκα. Κοιτούσαμε δεξιά αριστερά, για να βεβαιωθούμε πως η Ντελ και η Τρεϊσίνα δεν ήταν κάπου εκεί κοντά. «Καταλαβαίνεις ότι αυτήν τη στιγμή δεν μπορώ...» «Καταλαβαίνω περισσότερα απ’ όσα νομίζεις, Γουίλ» είπα. Ακούσαμε την κελαηδιστή φωνής της Τρεϊσίνα, που έδινε τα ρέστα σ’ έναν πελάτη. «Συγγνώμη...» Δεν μπορούσε να με κοιτάξει στα μάτια όταν το έλεγε, και τούτη η οδυνηρή στιγμή μού έδειξε ακόμα πιο καθαρά ότι δε γινόταν να μείνω. «Ίσως δε θα έπρεπε να δουλεύουμε μαζί, Γουίλ. Βασικά, καλύτερα να παραιτηθώ...» «ΟΧΙ!» είπε κάπως δυνατά και ύστερα πρόσθεσε πιο σιγά: «Όχι... Μην παραιτηθείς. Σε παρακαλώ... Σε χρειάζομαι. Θέλω να πω, ως υπάλληλο. Η Ντελ είναι... μεγάλη, και η Τρεϊσίνα σύντομα δε θα μπορεί να κάνει πολλά. Αν φύγεις, θα βουλιάξω. Σε παρακαλώ...» Έπλεξε τα χέρια του κάτω από το πιγούνι του ικετεύοντάς με. Πώς μπορούσα να τον εγκαταλείψω ενώ βρισκόταν σε αδιέξοδο, όταν πριν από τόσα χρόνια εκείνος, προσλαμβάνοντάς με, με είχε βγάλει από το δικό μου; «Εντάξει, αλλά θα πρέπει να μπουν κάποια όρια. Δε γίνεται να ψιθυρίζουμε έτσι στους διαδρόμους» αποκρίθηκα. Με τα χέρια στη μέση, κοντοστάθηκε μια στιγμή για να συλλογιστεί τον όρο και ύστερα έγνεψε καταφατικά κοιτάζοντας τα παπούτσια του. Οι ορμόνες κυκλοφορούσαν ακόμα στο σύστημά μου, εκείνες που είχαν ξυπνήσει με το σεξ. Είχαμε ανάγκη από κανόνες ώσπου να υποχωρήσουν. Μπορεί στην αρχή ο Γουίλ να μην ήταν χαρούμενος για το μωρό. Ίσως η είδηση τον είχε βρει εντελώς απροετοίμαστο και αισθανόταν συντετριμμένος για την ακρωτηριασμένη σχέση μας εξίσου με μένα, αλλά έπειτα από έξι εβδομάδες δε θα το καταλάβαινες καθόλου. Τον παρακολούθησα να αφήνει πίσω του τη μαγκωμένη περιποιητικότητα προς την Τρεϊσίνα και να μεταλλάσσεται σε υποδειγματικό σούπερ σύντροφο που δεν έχανε ούτε ένα ραντεβού με τον γιατρό, που διάβαζε τα βιβλία τα οποία μόνο οι εγκυμονούσες διάβαζαν με προσοχή, που


βοηθούσε την Τρεϊσίνα να μπαινοβγαίνει στο φορτηγάκι του, παρόλο που ακόμα δεν είχε αρχίσει να φουσκώνει καλά καλά η κοιλιά της. Αυτό είχε αρχίσει να εκμαιεύει μια πρωτοφανή τρυφερότητα και από την Τρεϊσίνα, ακόμα κι αν εκείνη αποσκοπούσε στο να κάνει τη ζωή της πιο εύκολη και τη ζωή των άλλων κάπως πιο δύσκολη. Λίγο πριν τελειώσει η βάρδιά μου, έδωσα την τελευταία στιγμή ένα χεράκι στην Ντελ, βοηθώντας τη να πάει την παραγγελία σε μια παρέα έξι ατόμων. Είχα κάνει ήδη ταμείο, είχα ξαναγεμίσει τα μπουκάλια με τα καρυκεύματα και επίσης είχα καθαρίσει τους πάγκους. Σκόπευα να πάω για τρέξιμο και να πέσω νωρίς για ύπνο, αλλά η Τρεϊσίνα κατέβηκε τη σκάλα τρίβοντας τον αυχένα της. Φαινόταν πράγματι χλωμή, οπότε, μόλις μας είπε ότι θα έφευγε, η Ντελ δεν έδειξε να ξαφνιάζεται καθόλου. «Νιώθω άρρωστη... Μου φαίνεται σαν να θέλω να κάνω εμετό. Ο Γουίλ μού είπε να γυρίσω σπίτι. Συγγνώμη, παιδιά... Φαντάζομαι πως έτσι θα είναι για λίγο καιρό. Υποτίθεται ότι το δεύτερο τρίμηνο είναι πιο εύκολο». Δεν υπήρχε περίπτωση να τα βγάλει πέρα μόνη της η Ντελ στο βραδινό. Προσποιήθηκα πως έπνιγα την οργή μου, αλλά για να πω την αλήθεια, ήθελα να μείνω. Χρειαζόμουν τα χρήματα και δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Επιπλέον υπήρχε αυτή η τρομερή, οδυνηρή, θαυμάσια πιθανότητα να μείνω κατά τύχη μόνη μου με τον Γουίλ, την οποία λαχταρούσα, παρά τις ειλικρινείς απόπειρές μου να την αποφύγω. Κι όπως ήταν αναμενόμενο, έπειτα από μία ώρα, μόλις αραίωσε η δουλειά και άρχισε το βραδινό σφυροκόπημα, ακούστηκε από τον επάνω όροφο η γοερή φωνή του. «Μήπως μπορεί να έρθει κάποια επάνω; Χρειάζομαι βοήθεια! Κέισσι; Είσαι εκεί;» Αντί να ανέβω επάνω, περίμενα να γαρνίρει η Ντελ τα πιάτα των τελευταίων πελατών μας. «Σε παρακαλώ. Δε θα πάρει πολύ!» «Τον ακούς; Ή μόνο εγώ τον ακούω;» μουρμούρισε η Ντελ δίνοντάς μου τα σάντουιτς με την πικάντικη γαλοπούλα. «Τον ακούω...» «Ωραία, επειδή δε μιλάει σε μένα». «Τελειώνω!» φώναξα πάνω από τον ώμο μου, ενώ έλεγα από μέσα μου: Δεν το εννοούσα έτσι. Είχα διατηρήσει μια εσωτερική αίσθηση του χιούμορ ακόμα και τον καιρό που περιποιόμουν τις πληγές μου. Άφησα τα πιάτα και πήγα προς τις σκάλες. Θυμήθηκα την ψεύτικη κουτρουβάλα που είχε φάει η Κιτ ΝτεΜάρκο έως το πάτωμα, εκείνη που μου είχε εξασφαλίσει μια θέση δίπλα στην Άντζελα Ρεζάν στο μπουρλέσκ έξι εβδομάδες νωρίτερα. Τότε δεν είχα ιδέα πως ήταν κι εκείνες μέλη του S.E.C.R.E.T. Ενώ στεκόμουν και κοιτούσα τις σκάλες προς τα επάνω, ξεδιπλώθηκαν κι άλλες αναμνήσεις στο μάτι του μυαλού μου: το παραμορφωμένο από την έκσταση πρόσωπο του Γουίλ από πάνω μου, να λάμπει από τα φώτα του δρόμου. Το ήθελα από την πρώτη μέρα που σε γνώρισα, μου ψιθύρισε ενώ ήμουν ξαπλωμένη από κάτω του. Κι εγώ σε ήθελα, Γουίλ. Απλώς δεν ήξερα πόσο πολύ. Πότε σταματάει; Πότε παύουν να πονάνε τόσο πολύ οι αναμνήσεις; Αν μου έλεγε άλλη μία φορά: Κέισσι, πρέπει να μιλήσουμε, θα έλεγα: Όχι, Γουίλ, δεν


πρέπει... Θα συμπλήρωνα: Σου το είπα ότι δεν πρέπει να μένουμε μόνοι και θα το έλεγα σηκώνοντας το πουκάμισό μου πάνω από το κεφάλι μου, πετώντας το στη γωνία μαζί με όλες τις ανεπιθύμητες αναμνήσεις που έχουν συσσωρευτεί σ’ αυτό το δωμάτιο εκεί ψηλά. Ο Γουίλ θα έλεγε: Έχεις δίκιο, Κέισσι. Δε θα πρέπει να μένουμε μόνοι. Πλησιάζοντάς τον, θα ακουμπούσα το χέρι μου στο γυμνό στήθος του, αφήνοντάς τον να απλώσει το δικό του πίσω από την πλάτη μου και να ξεκουμπώσει το σουτιέν μου. Είναι πολύ κακή ιδέα, θα έλεγα κολλώντας το δέρμα μου στο δικό του, φιλώντας το στόμα του με το δικό μου, σπρώχνοντάς τον προς τα πίσω, ώσπου να μας σταματήσει το περβάζι του παραθύρου. Εκεί, με τους μηρούς του επάνω στους δικούς μου, με τα χέρια του στο κορμί μου, αβέβαιοι για το πού να πρωταγγίξουμε ο ένας τον άλλο, με τα δάχτυλά του τελικά να ανηφορίζουν και να μπλέκονται στα μαλλιά μου, με τα χέρια του να τραβούν πίσω το κεφάλι μου, αφήνοντας εκτεθειμένο τον λαιμό μου στο πεινασμένο στόμα του, θα έλεγα: Βλέπεις; Δεν πρέπει να μιλήσουμε. Πρέπει να κάνουμε αυτό. Πρέπει να κάνουμε ο ένας τον άλλο να βογκήξει και να ιδρώσει. Πρέπει να πηδηχτούμε ξανά, καλά, και να το κάνουμε συχνά. Και μετά πρέπει να αποφασίσω τι θα κάνω, επειδή δε γίνεται να μένω μόνη μαζί σου, επειδή κοίτα τι κάνουμε ο ένας στον άλλο, γιατί όλα έδειχναν ότι υπήρχε εγώ κι εσύ και τώρα δεν υπάρχει εγώ κι εσύ. Και ύστερα όλα τα λόγια θα σταματούσαν και θα υπήρχαν μόνο χέρια και στόματα και ανάσα και δέρμα... και τρομερές συνέπειες. Ενώ ανέβαινα τα σκαλοπάτια για τον πρώτο όροφο, με διαπέρασε πάλι εκείνος ο εξαίσιος οξύς πόνος, εκείνος που με έκανε να πάλλομαι σε σημεία που κάποτε ήταν σε νάρκη, αλλά τώρα ξυπνούσαν κάθε φορά που βρισκόμουν κοντά του. Στην κορυφή της σκάλας παρέκαμψα ένα τρίποδο και πέρασα πάνω από ένα άδειο καρούλι καλωδίων. Ο διάδρομος ήταν κατάσπαρτος από τα κατάλοιπα των πρόσφατων ανακαινίσεων – άδειοι κουβάδες σοβά, περισσευούμενα καρφιά, υπολείμματα σανίδων. Πίσω από τον μισοτελειωμένο τοίχο όπου βρίσκονταν οι καινούριες τουαλέτες, ο Γουίλ στεκόταν επάνω σε μια σκάλα, πλαισιωμένος από τα εκτεθειμένα τούβλα ανάμεσα σε δύο παράθυρα. Ήταν ημίγυμνος και καλυμμένος από άσπρη σκόνη. Δεν υπήρχαν έπιπλα στο δωμάτιο, δεν υπήρχε καμία ένδειξη εκείνης της νύχτας –τότε που καμιά δεκαριά γελαστές γυναίκες ετοιμάστηκαν για ένα ερασιτεχνικό σόου μπουρλέσκ– ούτε καρέκλα ούτε ανάστατο κρεβάτι. Ο Γουίλ κρατούσε την άκρη ενός σιδερένιου κουρτινόξυλου στο ένα χέρι, ένα τρυπάνι στο άλλο, και το μπλουζάκι του ήταν περασμένο στη ζώνη του. «Σ’ ευχαριστώ που ανέβηκες... Μπορείς να μου πεις πού να το βάλω, Κας;» Κας. Από πότε με φώναζε έτσι; Το έλεγε θαρρείς και ήμαστε φιλαράκια. «Πώς σου φαίνεται εδώ;» με ρώτησε ισορροπώντας το κοντάρι. «Λίγο ψηλότερα». Το σήκωσε μερικούς πόντους πιο ψηλά απ’ όσο έπρεπε. «Όχι. Πιο χαμηλά... Πιο χαμηλά». Το είχε φέρει σχεδόν στη σωστή θέση και τότε το χαμήλωσε σκανταλιάρικα πολύ πιο κάτω από την κορνίζα του παραθύρου, σε μια άβολη γωνία. «Πώς είναι εδώ; Είναι καλά;» με ρώτησε, ρίχνοντάς μου ένα χαζοχαρούμενο χαμόγελο πάνω


από τον ώμο του. «Δεν έχω χρόνο για παιχνίδια. Έχω πελάτες». Ίσιωσε το κουρτινόξυλο. Μόλις του έδωσα το οκέι, βίδωσε στα γρήγορα μια βίδα για να το κρατήσει στη θέση του και κατέβηκε με βαριά βήματα τη σκάλα. «Εντάξει. Θα μου το κρατήσεις μανιάτικο;» με ρώτησε ερχόμενος προς το μέρος μου. «Απλώς προσπαθώ να κάνω το σωστό, Κέισσι... Αλλά όσον αφορά εσένα, τα ’χω χαμένα». «Εσύ τα ’χεις χαμένα;» είπα μέσα από τα δόντια μου. «Για να δούμε λίγο ποιος έχει χάσει τι. Εσύ δεν έχασες τίποτα. Εγώ όμως; Εγώ έχασα τα πάντα!» Η Ματίλντα θα μου είχε κλείσει το στόμα. Τίποτα δεν έμαθες; θα μου έλεγε. Γιατί παρουσιάζεις τον εαυτό σου σαν χαμένο; «Δεν έχασες τίποτα...» ψιθύρισε ο Γουίλ. Τα μάτια του έσμιξαν με τα δικά μου, και η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει για τρία ολόκληρα δευτερόλεπτα. Σε διάλεξα και με διάλεξες. «Είμαι ακόμα εδώ. Είμαστε ακόμα εμείς...» «Δεν υπάρχει εμείς, Γουίλ». «Κέισσι, ήμαστε φίλοι χρόνια. Αυτό μου λείπει πάρα πολύ...» «Και μένα. Αλλά... τώρα είμαι απλώς υπάλληλός σου. Έτσι πρέπει να είναι. Θα έρχομαι στο μαγαζί και θα κάνω τη δουλειά μου και θα γυρίζω σπίτι...» αποκρίθηκα, αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Δε γίνεται να είμαι φίλη σου, Γουίλ. Και ούτε μπορώ να είμαι εκείνη η κοπέλα, αυτή που... γυροφέρνει στο περιθώριο, κόβοντας βόλτες στον αέρα σαν κάποιο όρνιο, να δω αν θα πεθάνει και θα ψυχρανθεί η σχέση σου με την Τρεϊσίνα». «Ουάου! Αυτό νομίζεις ότι σου ζητάω να κάνεις;» Σήκωσε την ανάστροφη της παλάμης του στο μέτωπό του και το σκούπισε. Το πρόσωπό του ήταν ρυτιδωμένο από τη θλίψη, την εξάντληση και ίσως την παραίτηση. Μια σιωπή γεμάτη ένταση έπεσε ανάμεσά μας, που με έκανε να αναρωτηθώ αν μπορούσα να συνεχίσω να δουλεύω στο καφέ όσο διαρκούσε ο πόνος της καρδιάς μου. Ταυτόχρονα όμως ήξερα πως αυτό ήταν δικό μου πρόβλημα, όχι δικό του. «Κέισσι, λυπάμαι για όλα...» Οι ματιές μας συναντήθηκαν, φαινομενικά πρώτη φορά έπειτα από εβδομάδες. «Για όλα;» ρώτησα. «Όχι. Όχι για όλα» απάντησε, ακουμπώντας αθόρυβα το σφυρί επάνω στο τρίποδο και τραβώντας το μπλουζάκι του από τη ζώνη του για να σκουπίσει όλο το πρόσωπό του. Ο ήλιος άρχισε να δύει πάνω από τη Φρέντσμεν, ωθώντας με να ξαναγυρίσω κάτω για να κλείσω το καφέ. «Εντάξει. Είσαι απασχολημένος. Κι εγώ το ίδιο. Το κουρτινόξυλο φαίνεται μια χαρά. Η δουλειά μου εδώ τέλειωσε» είπα. «Θα είμαι κάτω και θα κάνω ταμείο αν χρειαστείς τίποτε από μένα». «Δεν έχει να κάνει με το αν θα σε χρειαστώ. Το ξέρεις ότι σε χρειάζομαι...» Ποτέ δε θα μάθω τι έκφραση πήρε το πρόσωπό μου εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αλλά φαντάζομαι πως η αναλαμπή της ελπίδας ήταν αδύνατο να κρυφτεί. Επέστρεψα στο σπίτι κι έδωσα στον εαυτό μου μερικές σταθερές υποσχέσεις. Τέρμα το


μαράζι. Τέρμα τα μούτρα. Αυτά ήταν παρελθόν. Σήμερα είχα τα γενέθλιά μου. Θα συναντούσα τη Ματίλντα για να συζητήσουμε τον καινούριο μου ρόλο στο S.E.C.R.E.T. Η πρώτη χρονιά αφού βγαίνεις από τις φαντασιώσεις σου είναι περίπλοκη. Δεν είσαι μέλος της Επιτροπής. Όχι ακόμα. Πρέπει να κερδίσεις μια θέση. Μπορείς όμως να επιλέξεις ανάμεσα σε τρεις ρόλους, κι εγώ ανυπομονούσα να πέσω με τα μούτρα, να έχω κάτι άλλο να κάνω, κάπου αλλού να βρίσκομαι, κάποιον άλλο να σκέφτομαι πέρα από τον Γουίλ και τον εαυτό μου. Ο ένας από τους ρόλους ήταν εκείνος της Συντονίστριας Φαντασιώσεων, του μέλους του S.E.C.R.E.T. το οποίο συνέβαλλε στην πραγματοποίηση των φαντασιώσεων κλείνοντας τα ταξίδια, ενεργώντας παρασκηνιακά ή συμμετέχοντας σε σενάρια, όπως η Κιτ και η Άντζελα τη βραδιά του ρεβί. Αν η Κιτ δεν είχε υποκριθεί πως χτύπησε, δε θα είχα χορέψει στη σκηνή. Κι αν η Άντζελα δε με είχε βοηθήσει με τη σέξι χορογραφία, θα είχα γίνει ρεζίλι των σκυλιών. Φέτος θα γίνονταν και οι δύο πλήρη μέλη της Επιτροπής, οπότε οι θέσεις τους έμεναν κενές. Μπορούσα επίσης να γίνω Κυνηγός σαν την Πολίν, τη γυναίκα που ξέχασε το ημερολόγιο το οποίο με οδήγησε αρχικά στο S.E.C.R.E.T. Ήταν παντρεμένη, όμως ο σύζυγός της δεν αισθανόταν να απειλείται από το γεγονός ότι αναζητούσε άντρες που θα έπαιρναν μέρος στις φαντασιώσεις, επειδή, τι να λέμε, κάποτε υπήρξε κι εκείνος ένας από αυτούς. Εξάλλου η αναζήτηση και η εκπαίδευση των αντρών για το S.E.C.R.E.T. ήταν δύο διαφορετικά πράγματα· η Πολίν απλώς τους έφερνε στην παρέα. Η εκπαίδευση και το ραφινάρισμα των σεξουαλικών δεξιοτήτων ενός νεοσύλλεκτου ήταν αποκλειστικό προνόμιο των μελών της Επιτροπής, όπως και το να συμμετέχουν σεξουαλικά στις φαντασιώσεις – όχι πως ήμουν έτοιμη για κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως. Ο τρίτος ρόλος ήταν εκείνος της Καθοδηγήτριας, η οποία ενθάρρυνε και στήριζε τις νέες υποψήφιες του S.E.C.R.E.T. Αποκλείεται να είχα καταφέρει να διασχίσω το αχαρτογράφητο έδαφος της ξέφρενης ερωτικής χρονιάς μου δίχως την Καθοδηγήτριά μου, τη Ματίλντα. Έτσι, επέλεξα να γίνω Καθοδηγήτρια –ο λιγότερο τρομακτικός από τους τρεις ρόλους– παρόλο που η Ματίλντα με συμβούλεψε να έχω ανοιχτό μυαλό. «Ίσως σου παρουσιαστούν οι πιο αναπάντεχες ευκαιρίες» μου είπε. Το μόνο που έμενε ήταν να υπογράψω την υπόσχεσή μου προς το S.E.C.R.E.T. και να τη φέρω στο μεσημεριανό μας ραντεβού.

Η υποφαινόμενη, Κέισσι Ρόμπισο, υπόσχομαι να υπηρετήσω για μία θητεία στο S.E.C.R.E.T. ως Καθοδηγήτρια και να κάνω ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να εγγυηθώ πως όλες οι σεξουαλικές φαντασιώσεις είναι: Safe, δηλαδή ασφαλείς Erotic, δηλαδή ερωτικές Compelling, δηλαδή ακαταμάχητες Romantic, δηλαδή περιπαθείς Ecstatic, δηλαδή εκστατικές Transformative, δηλαδή μεταμορφωτικές. Ορκίζομαι να διαφυλάξω την ανωνυμία όλων των μελών και των


συμμετεχόντων στο S.E.C.R.E.T. και να τηρήσω τις αρχές «Χωρίς επικρίσεις, χωρίς όρια, χωρίς ντροπή» κατά τη διάρκεια της θητείας μου και για πάντα. _____________________________ Κέισσι Ρόμπισο Το υπέγραψα με μια ωραία μονοκοντυλιά, ενώ η Ντίξι κυνηγούσε με τις πατούσες της τις αντανακλάσεις που έριχνε το βραχιόλι μου στο κουβερλί. Είχε έρθει η ώρα. Είχε έρθει η ώρα να κάνω καινούρια βήματα – που θα με έπαιρναν μακριά από τον Γουίλ και το παρελθόν μου προς ένα καινούριο μέλλον, ό,τι κι αν αυτό μου επιφύλασσε.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ] ΝΤΟΦΙΝ

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΙ στάθηκα στην Ένατη οδό, απέναντι από το κατάστημά μου στη Μαγκαζίν, και παρακολούθησα την υπάλληλό μου, την Ελίζαμπεθ, να συνθέτει μια από τις γνωστές παράτολμες διακοσμήσεις της στη βιτρίνα. Την είχα κλέψει από τον βασικότερο ανταγωνιστή μας στα βίντατζ ρούχα στη γειτονιά, επειδή είχε μοναδικό μάτι, από αυτό που δε διδάσκεται. Αλλά με τόσο ψυχαναγκασμό που κουβαλούσα δεν ήμουν σίγουρη ότι μου άρεσε η κατεύθυνση που ακολουθούσε η Ελίζαμπεθ με αυτήν τη βιτρίνα. Έβλεπα σουτιέν, καλάθια, καθώς και πολλές κίτρινες λωρίδες πλισαρισμένου χαρτιού. Εκνευριζόταν όταν το έκανα –όταν καθόμουν πάνω από το κεφάλι της, όταν την κατηύθυνα, όταν έκανα μικροαλλαγές– κάνοντας πάντα η ίδια αυτά που δεν εμπιστευόμουν στους άλλους. Ανέκαθεν όμως έτσι έκανα κουμάντο στην επιχείρησή μου, και μέχρι στιγμής όλα είχαν πάει καλά. Έτσι δεν είναι; Πριν από μια δεκαετία και βάλε, όταν η κολλητή μου, η Σάρλοτ, κι εγώ αγοράσαμε το Funky Monkey, εγώ είχα υποστηρίξει πως έπρεπε να διατηρήσουμε το αρχικό όνομα του καταστήματος, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του στοκ και να βάλουμε σε κατάλογο τα περισσότερα από κείνα που δεν μπορούσαμε να πουλήσουμε. Δε μου άρεσαν οι αλλαγές. Όπως οι περισσότεροι νότιοι, αντιμετώπιζα με δεισιδαιμονία οτιδήποτε νέο ή πρωτότυπο. Μετά, όταν εκείνη επέμεινε να πουλάμε δίσκους βινυλίου και τσάντες για ντιτζέι επί παραγγελία ώστε να προσελκύσουμε και άντρες εκτός από γυναίκες, συμφώνησα διστακτικά. Όταν η Σάρλοτ επέμεινε να συμπεριλάβουμε κι άλλα ιδιαίτερα αντικείμενα –κουστούμια για το Μάρντι Γκρα, την Αποκριά, περούκες και επίσημα ενδύματα για ανθρώπους που ήθελαν πραγματικά να ξεχωρίζουν– κώλωσα. Αλλά οφείλω να παραδεχτώ πως ήταν όλες καλές ιδέες, και οι πωλήσεις αυτές μας επέτρεψαν να επιβιώσουμε στις κακές εποχές. Έτσι, άφησα στα χέρια της τη διαχείριση του εμπορεύματος κι εγώ αποτραβήχτηκα στο παρασκήνιο, στο πεδίο της ζωής που πάντα προτιμούσα. Ευτυχώς, είχα το ταλέντο να κάνω τους άλλους να λάμπουν και τώρα, με αυτό το κατάστημα, είχα στη διάθεσή μου έναν ολόκληρο θησαυρό για να το πετύχω. Ο πρώην μου, ο Λουκ, ήταν γνήσιο τέκνο της Νέας Ορλεάνης, γέννημα θρέμμα της συνοικίας Γκάρντεν. Μου είχε πει ότι το κτίριο όπου στεγαζόταν το Funky Monkey παλιότερα ήταν παπουτσάδικο, χρωματοπωλείο, πιο παλιά ποδηλατάδικο, στη συνέχεια καθαριστήριο. Εκείνο που σκέφτηκα βλέποντας την Ελίζαμπεθ να γλιστράει μέσα στην άδεια βιτρίνα κρατώντας ένα καλάθι με σουτιέν σε παστέλ αποχρώσεις (Εντάξει, καταλαβαίνω πού το πας) ήταν πως, ενώ αυτό το κτίριο αναδημιουργούσε διαρκώς τον εαυτό του, εγώ δεν έκανα το ίδιο. Αλλαγή – αυτό ήταν το φόρτε της Σάρλοτ. Αυτό την έκανε σπουδαία συνέταιρο. Ώσπου μέσα σε μία μέρα μια εγωιστική πράξη την έκανε να καταστρέψει και την επιχείρηση και τη φιλία μας. Αλλά η προδοσία που δεν μπορούσα να ξεπεράσω ήταν του Λουκ. Τον γνώρισα στο μάθημα της μουσικής στο κολέγιο και μου ζήτησε να βγούμε στο τέλος του


τρίτου έτους. Σπούδαζα Καλές Τέχνες, με βασική κατεύθυνση το ντιζάιν και δευτερεύουσα τη θεωρία της τζαζ. Ούτε να παίζω κάποιο όργανο ήξερα ούτε και τραγουδούσα. Δεν το θέλησα ποτέ. Λάτρευα όμως να ακούω και να μαθαίνω γι’ αυτά, για όλα· τζαζ, κλασική, εναλλακτική, ό,τι βάλει ο νους σας. Ο Λουκ ήταν χλιαρός με τη μουσική. Παρακολουθούσε το μάθημα μόνο για τον εύκολο βαθμό. Το πάθος του ήταν η λογοτεχνία. Στο δεύτερο έτος, όταν είχε εκδώσει πρώιμα το πρώτο του βιβλίο, μια ιστορία ενηλικίωσης για το πώς είναι να μεγαλώνεις στη Νέα Ορλεάνη, είχα νιώσει πολύ περήφανη για κείνον. Άρχισε να προσελκύει θαυμάστριες, αλλά ήταν όλες σοβαρές και σεβαστικές, οπότε σπάνια αισθανόμουν να απειλούμαι. Αφελές από μέρους μου, όπως συνειδητοποίησα εκ των υστέρων. Αλλά όταν άρχισε να παίρνει προσκλήσεις για παρουσιάσεις και φεστιβάλ βιβλίου, τότε άνοιξε το ρήγμα. Τον συνόδευα σε αναγνώσεις και εμφανίσεις με την προϋπόθεση πως ήταν τοπικές, αλλά δεν μπορούσα να μπω σε αεροπλάνο. Όταν ήμουν οχτώ χρόνων, είχα έναν θείο που σκοτώθηκε επειδή το αεροπλάνο του έπεσε στον ωκεανό. Δεν ήμαστε πολύ δεμένοι, αλλά ήμουν μικρή, κι εκείνα τα χρόνια διαμορφωνόταν ο χαρακτήρας μου· σ’ εκείνη την ηλικία πλάθεις περίπλοκες θεωρίες για να κρατήσεις μακριά τους εφιάλτες. Έπειτα από κείνη την τραγική εισβολή στην παιδική μου ηλικία, ο τρόμος μου για τα αεροπλάνα επεκτάθηκε σε καθετί που δεν μπορούσα να κατανοήσω ή να ελέγξω. Προσπάθησα να εμποδίσω τον φόβο να επηρεάσει την υπόλοιπη ζωή μου, αλλά δεν ήταν πάντα εφικτό. Προτιμούσα να κοιμάμαι με πιτζάμες μην τυχόν συμβεί κάτι και να κάνω σεξ με σβηστά τα φώτα μην τύχει και μπει κάποιος μέσα. Τούτη η τελευταία συνήθεια ήταν εντελώς άσχετη από το βάρος που είχα πάρει στο κολέγιο ή από κείνη τη φορά που η μητέρα μου με είχε αποκαλέσει zaftig, μια λέξη που κοίταξα στο λεξικό όταν έμεινα μόνη μου. «Με είπες χοντρή;» της φώναξα έξω φρενών. Διαμαρτυρήθηκε έντονα. «Όχι, ψυχούλα μου... Σημαίνει χυμώδης. Είναι θαυμάσιο να είσαι χυμώδης!» Μην παρεξηγηθώ: ο Λουκ μού έλεγε συνέχεια πόσο όμορφη και πόσο ποθητή ήμουν, κι εγώ τον πίστευα. Δε φοβόμουν τις καμπύλες μου. Δεν ήμουν καμιά παρθενοπιπίτσα. Ήμουν λάτρης της περιπέτειας. Μου άρεσε το σεξ. Απλώς το προτιμούσα με τους δικούς μου όρους, με τον δικό μου τρόπο, σε κολακευτικές στάσεις, στα σκοτεινά και ήθελα να κάνω ντους αμέσως μετά. Μετά την αποφοίτηση, ο Λουκ, η Σάρλοτ κι εγώ μοιραστήκαμε το τριάρι του δεύτερου ορόφου στην οδό Φίλιπ, κοντά στην πλατεία Κολοσσαίου, εκεί όπου μένω ακόμα – σ’ ένα από κείνα τα παλιά ξύλινα βικτοριανά που είναι βαμμένα κίτρινα κι έχουν λευκό διάκοσμο. Το διαμέρισμα έβλεπε στον δρόμο, ήταν γωνιακό και είχε τα αυθεντικά παράθυρα. Ο Λουκ έστησε το γραφείο του και άρχισε να γράφει το «Νότιο έργο» του. Η κρεβατοκάμαρά μας έμπαζε τον χειμώνα, αλλά δε με πείραζε, επειδή τις περισσότερες νύχτες ο Λουκ με κρατούσε ζεστή, κι όποτε κατάφερνε να κρατήσει δουλειά μερικής απασχόλησης, πλήρωνε το μετρικό του από το νοίκι. Τον προσέλαβα για σύντομο χρονικό διάστημα στο μαγαζί, αλλά έχασα το χρώμα μου όταν αποπειράθηκε να μου κάνει υποδείξεις ώστε να βελτιώσω την επιχείρηση ή άλλαζε θέση στα προϊόντα για να πουληθούν πιο γρήγορα. «Πρόσεχε!» με προειδοποίησε η μητέρα μου. «Στους άντρες δεν αρέσει η κριτική ούτε η αυτάρκεια στις γυναίκες. Θέλουν να νιώθουν ότι τους έχεις


ανάγκη». Ο πατέρας μου διαφωνούσε. «Οι άντρες απλώς θέλουν να τους θες...» έλεγε. Και ο τρόπος με τον οποίο πείραζε και αγκάλιαζε η Σάρλοτ τον Λουκ θεωρούσα ανέκαθεν πως ήταν αδερφικός και καλοπροαίρετος. Ο Λουκ ήταν ένας σπασίκλας συγγραφέας, μονήρης σαν και μένα. Η Σάρλοτ απλώς δεν ήταν ο τύπος του. Κάποτε την είχε αποκαλέσει ανερμάτιστη, ενώ εγώ ήμουν σταθερή, πολυεπίπεδη. Η Σάρλοτ ήταν «παρφέ σοκολάτα», ενώ εγώ «βανίλια»· δεν ήταν προσβολή, μου εξήγησε, αφού η αγαπημένη του γεύση ήμουν εγώ. Γούστα όμως είναι αυτά· αλλάζουν. Αφού δουλεύω στον τομέα της μόδας, θα έπρεπε να το ξέρω. Είχα ρεπό, οπότε δεν προβλεπόταν να τους πιάσω στα πράσα στο γραφείο στο πίσω μέρος του καταστήματος – τη Σάρλοτ ανεβασμένη σε μια στοίβα γερές βαλίτσες που είχαμε πάρει για επιδιόρθωση, με τους αδύνατους άσπρους μηρούς της τυλιγμένους γύρω από τον Λουκ, που το ηλίθιο μαύρο τζιν του ήταν κουβαριασμένο στους βλαμμένους αστράγαλούς του και ο κώλος του ήταν σφιγμένος, στα μισά της διείσδυσης. «Θεέ μου. Με συγχωρείτε...» ψέλλισα οπισθοχωρώντας κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Καταλαβαίνεις ότι η νότια ανατροφή σου έχει στρεβλωθεί τελείως όταν η πρώτη σου αντίδραση μόλις πιάσεις τον γκόμενό σου να πηδάει την κολλητή σου είναι να δείξεις τους καλούς σου τρόπους. Με την πλάτη ακουμπισμένη στην παραστάδα της πόρτας ενός δοκιμαστηρίου, κράτησα το στόμα μου σκεπασμένο με το χέρι μου όση ώρα τούς πήρε να ντυθούν και να έρθουν μπροστά μου συγχυσμένοι και ντροπιασμένοι. Ο Λουκ, ο συγγραφέας, πήρε τον λόγο. Συγγνώμη... Δεν το θέλαμε... Απλώς συνέβη... Δεν ήταν προσχεδιασμένο... Προσπαθήσαμε να το τελειώσουμε, αλλά... Οι λέξεις συναρμολογήθηκαν στις μόνες απαντήσεις που είχαν κάποια σημασία. Πρώτον: αυτό συνέβαινε καιρό. Δεύτερον: ήταν ερωτευμένοι. Έφυγαν από το σπίτι το ίδιο βράδυ. Εξαγόρασα το μερίδιο της Σάρλοτ στην επιχείρηση, και τα χρήματα ήταν αρκετά για να πάνε στη Νέα Υόρκη, όπου ήθελε να μετακομίσει ο Λουκ προτού βγει το δεύτερο βιβλίο του. Έξι μήνες μετά εκδόθηκε η Μεγάλη κόκκινη, με ακόμα μεγαλύτερες φανφάρες. Μια «καταθλιπτικά ειλικρινής αφήγηση για τις διαβρωτικές επιδράσεις του Νότου σε μια υπέρβαρη ευαίσθητη νεαρή που προσπαθεί να αποκοπεί από το παρελθόν». Αφότου διάβασα την περιγραφή της πρωταγωνίστριας, της Σαντρίν, μια «σφιγμένης, καταπιεστικής κοκκινομάλλας» με μια «συλφίδα» αδερφή και μια κολλητή με «τσαγανό», ήμουν σε κατάσταση σοκ επί μέρες, εβδομάδες, μήνες... χρόνια. Μόλις μπήκε στις λίστες των μπεστ σέλερ, νεαρά κορίτσια χώνονταν μέσα στο μαγαζί (στο βιβλίο λεγόταν «Fancy Pansty») και ρωτούσαν ντροπαλά αν ήταν αλήθεια: ήμουν πραγματικά το μοντέλο για την τραγική Σαντρίν από τη Μεγάλη κόκκινη; Η Ελίζαμπεθ έβγαινε από τα ρούχα της. «Βλέπετε καμιά χοντρή κοκκινομάλλα στο μαγαζί;»


τους φώναζε. Και το χειρότερο δεν το έχω πει ακόμα: δεν είχα σκεφτεί πως ήμουν χοντρή ώσπου εκδόθηκε το βιβλίο. Πάντα μου άρεσαν οι καμπύλες μου. Φορούσα μόνο καλοραμμένα βίντατζ φορέματα, που είχαν ραφτεί πριν από «την εποχή του σούπερ μόντελ», τότε που τα ρούχα έγιναν ξαφνικά σαν περίβλημα από λουκάνικο και δεν κολάκευαν παρά μόνο τις πολύ αδύνατες. Και δεν αμφισβήτησα την έλξη που ένιωθε ο Λουκ για μένα, ώσπου διάβασα τις περιγραφές για τους μηρούς της Σαντρίν και τη «λευκή έκταση των μπράτσων της», που με οδήγησαν σε μια δεκαετία αυτοαμφισβήτησης και ανασφάλειας. Οι άλλοι μου έλεγαν να κάνω ένα ταξίδι, να φύγω από την πόλη, να πάω κάπου. Αλλά δεν μπορούσα, μιμούμενη εξοργιστικά τη φοβική Σαντρίν του Λουκ, που μαράζωσε ριζωμένη σ’ ένα σημείο σε όλη της τη ζωή. Σταμάτησα να πηγαίνω ακόμα και στην παραλία, επειδή φοβόμουν να με δουν με μαγιό. Ακολούθησα τη συμβουλή της αδερφής μου, της Μπρι, και ξεκίνησα γιόγκα· ακολούθησα τη συμβουλή της μητέρας μου και άρχισα να μπαίνω σε σάιτ γνωριμιών. Ήταν και οι δύο πολύ κακές ιδέες, όπως αποδείχθηκε. Το μόνο πράγμα που μου πήγαινε καλά ήταν η δουλειά, κι έτσι γραπώθηκα από πάνω της, κάνοντας το μαγαζί κέντρο της ζωής μου και βασική δικαιολογία για να μείνω εκεί όπου ήμουν. Μετά η Μπρι θα άφηνε κατά λάθος να της ξεφύγει πως η Σάρλοτ ήταν πάλι έγκυος ή πως το «κουλ ανεξάρτητο» σενάριο του Λουκ πουλήθηκε αντί «εκατομμυρίων» ή πως το περιοδικό Elle –με το οποίο συνεργαζόταν η Σάρλοτ ως εξωτερική στιλίστρια– έκανε ένα αφιέρωμα στο λοφτ που διατηρούσαν στο Γουιλλιαμσμπέργκ. Κάτι τέτοιες πληροφορίες με έστελναν πίσω στον χρόνο, ανατρέποντας την πρόοδο που είχα κάνει μέσα από τα λιγοστά χλιαρά ραντεβού με κάποιον τύπο με τον οποίο κοιμήθηκα με μισή καρδιά. Το ότι η αδερφή μου παρέμενε φίλη με τη Σάρλοτ ήταν η λιγότερο απροσδόκητη προδοσία απ’ όλες. «Επειδή ψυχρανθήκατε εσείς, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει σώνει και καλά να ξεκόψω κι εγώ, Ντοφίν. Ήμουν κι εγώ φίλη της, ξέρεις. Είναι άδικο...» « Ψυχρανθήκαμε; Δική μου κολλητή ήταν! Δικό μου αγόρι ήταν. Σκότωσαν όλο τον κόσμο μου!» «Πριν από οχτώ χρόνια! Τα περισσότερα βασικά όργανά σου έχουν γιατρευτεί εντελώς σ’ αυτό το διάστημα. Πότε θα το ξεπεράσεις; Έχεις ανάγκη από άντρα!» Κι αν δεν έχεις ανάγκη από άντρα, αλλά θέλεις έναν; Ήθελα έναν άντρα, απλώς δεν ήθελα την ανακατωσούρα – εκείνη τη σκοτεινή λίμνη από συναισθήματα μέσα στην οποία σε αφήνουν βουτηγμένη οι χειρότεροι από δαύτους κάποιες φορές φεύγοντας. Οι άντρες όμως ήταν το μόνο θέμα για το οποίο υποτασσόμουν στη μητέρα μου. Κρατούσε από σόι με καλλονές από το Τεννεσσί και πίστευε πως ήξερε πολλά για τους άντρες και τα κίνητρά τους. Επίσης πίστευε πως ήξερε πολλά για μένα. Δεν ενέκρινε τον τρόπο με τον οποίο ντυνόμουν. Το ύφος της υπήρξε ιδιαίτερα εύγλωττο μια μέρα που κατέβηκαν με τον πατέρα μου από το Μπατόν Ρουζ να πάμε μαζί για μεσημεριανό φαγητό ώστε να γιορτάσουμε τα τριακοστά μου γενέθλια και φόρεσα ένα πανέμορφο ανεπίσημο φουστάνι της δεκαετίας του ’40 από ελαφρύ ύφασμα με ένα στρογγυλό καπελάκι κι ένα μικρό μαύρο βέλο. «Καταλαβαίνω ότι πίσω απ’ το καπέλο κρύβεται μια πολύ συγκινητική ιστορία, όμως στέλνεις ένα μήνυμα που λέει: “Μείνε μακριά μου, επειδή είμαι ιδιόρρυθμη, κολλημένη στο παρελθόν”»


μου είπε. Ιδιόρρυθμη ήταν το χειρότερο που μπορούσες να πεις για μια γυναίκα του Νότου μιας ορισμένης ηλικίας. Κούνησα το κεφάλι σε τούτη τη σύντομη κρίση νοσταλγίας και παρακολούθησα την Ελίζαμπεθ να στρώνει μια κίτρινη φωλιά από κατσαρωμένες χάρτινες λωρίδες. Το Μάρντι Γκρα είχε τελειώσει, και τώρα ετοιμαζόμασταν για το Πάσχα. Χτες αναζητούσα ιδέες για θέμα και σήμερα έβλεπα πως η Ελίζαμπεθ είχε βρει μια πολύ ενδιαφέρουσα. Μόλις ολοκλήρωσε το δέσιμο ενός γαλάζιου κορσέ, χτύπησα τη βιτρίνα και την κοίταξα με ένα ύφος που έλεγε: Τι στο καλό κάνεις εκεί; «Γιατί ήρθες τόσο νωρίς, Ντοφίν; Δουλεύεις απογεύματα!» φώναξε μέσα από το τζάμι. «Υποσχέθηκα να σε φτιάξω. Για το ραντεβού σου απόψε». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Καλά λες!» «Τι σχέδιο έχεις γι’ αυτά εδώ;» ρώτησα κάνοντας έναν κύκλο με το δάχτυλο γύρω από τα χέρια και τα πόδια της κούκλας, που ήταν σωρός στο πάτωμα. «Κορσέδες!» Η Ελίζαμπεθ σήκωσε ψηλά μια χουφτιά δαντέλες και κορδέλες. «Μάλιστα. Όταν σκέφτομαι το Πάσχα, το πρώτο πράγμα που μου ’ρχεται στο μυαλό είναι τα γυναικεία εσώρουχα...» Οι διαβάτες που περνούσαν μπροστά από το μαγαζί κοντοστέκονταν για να δουν τη σχεδόν γυμνή κούκλα και τις δύο γυναίκες που φώναζαν η μια στην άλλη για σουτιέν μέσα από το τζάμι. Έβγαλε κάτι λευκά βίντατζ αυτιά από κουνελάκι του Playboy από μια τσάντα και τα έβαλε δίπλα σ’ ένα ανοιχτό ροζ νυχτικάκι. «Μα κοίτα τι χαριτωμένο!» Αν θέλεις να κρατήσεις κοντά σου τους καλούς ανθρώπους, πρέπει να τους αφήνεις πότε πότε ελεύθερους, έλεγε ο πατέρας μου. Έπρεπε λοιπόν να πιστέψω πως η Ελίζαμπεθ θα συνέθετε μία ακόμα βιτρίνα που θα διέκοπτε την κυκλοφορία. Άφησέ τη να το κάνει· άσε κάποιον άλλο να πάρει τον έλεγχο. Σήκωσα απρόθυμα τον αντίχειρα και μπήκα στο μαγαζί. Το στομάχι μου έπαιζε ταμπούρλο. Δεν είχα φάει πρωινό, αλλά μας είχε έρθει μια μεγάλη παραλαβή από τη δημοπράτηση μιας κληρονομιάς που την είχαμε κερδίσει με κόπο και ήθελα να ψάξω στα κουτιά η ίδια προτού ανοίξουμε το κατάστημα. Άφησα λοιπόν την Ελίζαμπεθ να κάνει τα μαγικά της στη βιτρίνα και ξεκλείδωσα το μαγαζί, κοιτάζοντας το ντύσιμό μου στον ολόσωμο καθρέφτη δίπλα στον πάγκο της ταμειακής μηχανής: ένα σκούρο μπλε φόρεμα σε γραμμή Α, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, που κούμπωνε μπροστά, με ενσωματωμένο σουτιέν, ασορτί ζώνη, δική του φόδρα και μανικάκι τριών τετάρτων· και χαμηλά λεπτά τακούνια. Τα κόκκινα μαλλιά μου ήταν τραβηγμένα πίσω σε σινιόν, πλέον χαλαρό και φουντωμένο από την υγρασία. Φορούσα μεγάλα σκούρα γυαλιά ηλίου αλά Τζάκι Ο. Έπρεπε να παραδεχτώ πως ο καιρός ήταν κάπως ζεστός γι’ αυτό το φόρεμα, αλλά δεν τα έφτιαχναν πια έτσι, πράγμα για το οποίο η μητέρα μου γιόρταζε, κι εγώ φυσικά θρηνούσα. Αλλά πότε οι γιακάδες μου έγιναν τόσο ψηλοί, οι ποδόγυροι τόσο χαμηλοί, τα γυαλιά μου τόσο μεγάλα; Ποια κάνει οχτώ χρόνια να ξεπεράσει έναν άντρα; Αφού η Ελίζαμπεθ ήταν απασχολημένη στη βιτρίνα και το μαγαζί άδειο, σκάλισα την τσάντα


μου για να βρω το μεσημεριανό μου και κατόπιν συνειδητοποίησα ότι το είχα ξεχάσει στον πάγκο της κουζίνας. Οι πελάτες δεν επιτρεπόταν να καταναλώνουν φαγητά και ποτά μέσα στο κατάστημα, αλλά εγώ έτρωγα κάθε μεσημέρι καθισμένη στο σκαμπό πίσω από το ταμείο. Δε γαμιέται, θα άφηνα και το μεσημεριανό και θα έτρωγα γερό βραδινό. Έσυρα τα μικρότερα κουτιά στον μπροστινό πάγκο. Το πρώτο ήταν γεμάτο αξεσουάρ, ειδικότητα της Ελίζαμπεθ, οπότε το άφησα στην άκρη. Το δεύτερο ήταν γεμάτο κοριτσίστικα καλοκαιρινά φουστανάκια, ψάθινα καπέλα (άθλια) και μπαλαρίνες. Δεν υπήρχε λόγος να βγάλω καλοκαιρινά για μερικές εβδομάδες ακόμη, αλλά θαύμασα ένα κυπαρισσί έξωμο φουστάνι της δεκαετίας του ’70. Ήταν από εκθαμβωτικό υλικό, κρεπ, πανέμορφα φοδραρισμένο κι έφτανε ως το πάτωμα. Παρατήρησα ότι το στρίφωμα είχε αρχίσει να ξεφτίζει. Θα μπορούσα να το κοντύνω έως το γόνατο και να το δώσω σε καλή τιμή. Ή να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Τι; Και να δείξω τα μπράτσα μου; Αποκλείεται. Κι όμως ήταν τόσο όμορφο αυτό το πράσινο, και με τα κόκκινα μαλλιά μου... Το άφησα στην άκρη, στον σωρό με κείνα που θα κρατούσα, μια στοίβα που είχε αρχίσει να μεγαλώνει περισσότερο από κείνη με αυτά που πήγαιναν για πούλημα. Γιατί το έκανα αυτό; Γιατί φύλαγα πράγματα για κάποιο φανταστικό μέλλον ή για κάποιον φανταστικό πελάτη που θα τα εκτιμούσε πραγματικά αν του δινόταν η ευκαιρία; «Το πίσω δωμάτιο θα γινόταν άνετα δεύτερο κατάστημα» είχε πει κάποτε η Ελίζαμπεθ. «Πολύ καλύτερο απ’ το μπροστινό». Το τρίτο κουτί ήταν γεμάτο με αντρικά ρούχα: τουίντ σακάκια, διάφορα μπλουζάκια, ένα ζευγάρι παντελόνια σμόκιν (με σατέν λωρίδα στο πλάι) και ασορτί σακάκι με κομψά λεπτά πέτα. Ακούμπησα τη μύτη μου στο χοντρό ύφασμα και το μύρισα. Ήταν καθαρό και μύριζε αντρική κολόνια. Τούτη η αρρενωπή μυρωδιά ήταν πολύ μεθυστική. Μου θύμισε μια βραδινή έξοδο, πούρα και άφτερ σέιβ, το πίσω κάθισμα ενός ταξί, πόθο. Ένιωσα ένα σκίρτημα πίσω από τον αφαλό μου. Με φαντάστηκα να γυρίζω στο σπίτι με τον κουστουμαρισμένο άντρα, να κατεβάζω το φερμουάρ της μακριάς βελούδινης τουαλέτας μου, να την εγκαταλείπω στο πάτωμα. Από κάτω θα φορούσα μια μεταξωτή κομπινεζόν. Εκείνος θα ξάπλωνε στο τσιγγάνικο κουβερλί μου χαμογελώντας και θα άφηνε στην άκρη το σκοτσέζικο ουίσκι του. Αισθανόμουν τα χέρια του στους ώμους μου έτσι όπως με τραβούσε πάνω του, πιάνοντας μια χουφτιά από τα μακριά κόκκινα μαλλιά μου και τραβώντας πίσω το κεφάλι μου για να αποκαλύψει τον τρυφερό λαιμό μου. Θα φώναζα το όνομά του τόσο δυνατά, ώστε θα έδιωχνα τους ιστούς από τους διαδρόμους του κορμιού μου, που είχε μεταμορφωθεί σε εγκαταλειμμένο σπίτι και... «Ντοφίν!» Παραλίγο να πέσω από το σκαμπό μου. «Αμάν, ρε Ελίζαμπεθ!» είπα, αφήνοντας το σακάκι που κρατούσα σφιχτά. «Σε φωνάζω δέκα ώρες!» Το στομάχι μου γουργούρισε τόσο δυνατά, που το ακούσαμε και οι δύο. Είδα αστράκια στην άκρη του οπτικού μου πεδίου και πιάστηκα από τη γυάλινη προθήκη για να μην πέσω. «Είσαι εντάξει;»


«Ναι. Αφαιρέθηκα για μια στιγμή...» «Το στομάχι σου κάνει σαν να τσακώνονται μέσα του δύο λύκοι. Πήγαινε να πάρεις κάτι να φας. Κάτσε έξω στον ήλιο. Στις δύο πιάνεις επίσημα δουλειά!» με μάλωσε, με την αξιολάτρευτη πυγμή των πολύ νέων. Έβγαλε την τσάντα μου από το κάτω μέρος της γυάλινης προθήκης, με γράπωσε από το μπράτσο και με έσπρωξε προς την πόρτα. «Να επιστρέψεις όταν θα έχεις πάρει δυνάμεις, νεαρή μου. Και κοίτα μη βιαστείς!» «Καλά...» είπα, ενώ έβλεπα ακόμη αστράκια. Λίγο παρακάτω τσίμπησα το τελευταίο άδειο τραπεζάκι στο αίθριο του μαγειρείου του Ιγνάτιου και παράγγειλα μια γαβάθα καυτή σούπα γκάμπο. Η κυριακάτικη καταναλωτική κίνηση μου φαινόταν ξέφρενη, αλλά ίσως ήταν απλώς η ιδέα μου, επειδή ήταν αρχές της άνοιξης και για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό έβγαινα έξω κι έβλεπα κόσμο αντί να είμαι τρυπωμένη στο κατάστημά μου και να ασχολούμαι με το εμπόρευμα. Επίσης είχα σταματήσει να τρώω πρωινό και γενικά να κυκλοφορώ πρωί. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έχανα βάρος, κι αυτό σκεφτόμουν όταν τον πρόσεξα – και ήταν ο ίδιος αυτοπροσώπως, ο Μαρκ Ντρούρυ, ο τραγουδιστής του συγκροτήματος Careless Ones. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ με μούσι· μου άρεσε. Η μπάντα του έπαιζε σταθερά νωρίς τα σαββατόβραδα στο Three Muses. Και η φωνή του Μαρκ ήταν ένα βραχνό όνειρο της εναλλακτικής κάντρι. Κάπου κάπου τραγουδούσε μια διασκευή ενός παλιού τραγουδιού του Χανκ Γουίλλιαμς που με έκανε να λιώνω. Είχε μακριά μέλη, μαύρα μαλλιά και γαλάζια μάτια. Οι γερτοί ώμοι του ήταν ανθρώπου που είχε διαρκώς ένα όργανο κρεμασμένο στην πλάτη. Και να τος τώρα που περνούσε μπροστά από το τραπεζάκι μου κι έμπαινε στο μαγειρείο. Αυτός και κάποιοι φίλοι του ψώνιζαν από το Funky Monkey μπλουζάκια, τζιν, ακόμα και αλλόκοτες περούκες, αν είχαν κλείσει δουλειά στο Μάρντι Γκρα. Αλλά εγώ πάντα έσπρωχνα μπροστά τους την Ελίζαμπεθ, επειδή ντρεπόμουν να τους εξυπηρετήσω η ίδια. Οι Careless Ones ήταν η μοναδική ντόπια μπάντα που πήγαινα να ακούσω μόνη μου, αφού η ώρα που περνούσα ακούγοντας μουσική ήταν η μόνη ώρα που μπορούσα πραγματικά να αφεθώ και να υπάρχω μέσα στο κορμί μου. Η μουσική ήταν το αντίθετό μου. Γι’ αυτό τον λόγο με μάγευαν ερμηνευτές όπως ο Μαρκ, που είχαν την ικανότητα να στέκονται πάνω στη σκηνή μπροστά σε όλους και να δίνουν στον εαυτό τους την άδεια να αφεθεί. Μίλησέ του, είπα από μέσα μου. Απλώς πλησίασέ τον μετά το σόου, χτύπησέ τον στον ώμο και πες του: Γεια σου, Μαρκ. Όταν έχω όρεξη να πιω ένα ποτό μόνη μου, έρχομαι και σας βλέπω. Τι βλακεία. Θα με περάσει για τρελή. Λατρεύω να σε βλέπω στο σκοτάδι όταν είμαι μόνη. Μπλιαχ. Μου αρέσει να σε βλέπω να κινείσαι. Λάθος. Είναι όλα λάθος. Έχω γίνει στ’ αλήθεια ιδιόρρυθμη. Προσπάθησα να μην πολυκοιτάζω μέσα από το τζάμι όσο ο Μαρκ Ντρούρυ καθόταν στην μπάρα. Αναθεμάτισα την Ελίζαμπεθ, που μου είπε να φύγω από το μαγαζί. Αναθεμάτισα τον εαυτό μου που φόρεσα σκούρο μπλε φουστάνι μια τόσο ζεστή ανοιξιάτικη μέρα. Αλλά το


γκάμπο είχε έρθει ήδη, οπότε είχα δεσμευτεί. Και επιπλέον: αν είχε κοπέλα; Μια κουβέντα θα του πεις. Απλώς ότι σου αρέσει η δουλειά του. Έπειτα από μερικά λεπτά ο μπάρμαν τού έδωσε έναν καφέ για έξω κι ένα τυλιγμένο σάντουιτς. Με την τσάντα σφιγμένη ανάμεσα στα χείλη και την εφημερίδα κάτω από τη μασχάλη, τράβηξε μερικές χαρτοπετσέτες από μια θήκη από ανοξείδωτο ατσάλι που βρισκόταν κοντά στην πόρτα και ήρθε γραμμή προς το μέρος μου. Από μέσα μου ούρλιαζα: Εδώ. Κάθισε μαζί μου! Αλλά τα μάτια μου ήταν κρυμμένα πίσω από τα πελώρια γυαλιά ηλίου. Ήμουν σαν ψάρι: το στόμα μου ανοιγόκλεινε κολλημένο επάνω στο τζάμι του ενυδρείου, που μου έπνιγε τη φωνή. Ύστερα, προτού καλά καλά το καταλάβω, ήρθε και κάθισε στο τραπέζι που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο δικό μου, μαζί με μια μελαχρινή γυναίκα που είχε μια άδεια καρέκλα στο τραπέζι της. Συστήθηκαν και άρχισαν να κάνουν πλάκα χαλαρά ενώ έτρωγαν. Έτσι όπως τον έβλεπα να της χαμογελάει, να την κάνει να γελάει, με έπιασε το στομάχι μου. Περιεργάστηκα τη φανταστική αντίζηλό μου όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Ήταν όμορφη και γυμνασμένη, αλλά βάζω στοίχημα ότι δεν ήξερε πως ο Μαρκ είχε επιλέξει το όνομα του συγκροτήματος από τον Μεγάλο Γκάτσμπυ, ένα βιβλίο που κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε διαβάσει ποτέ της, για το οποίο όμως είχε αντιγράψει σημειώσεις στο γυμνάσιο από άτομα σαν και μένα. Στοίχημα ότι δε θα της άρεσε καν η μουσική του. Λίγα λεπτά μετά τον είδα να την αποχαιρετάει γράφοντας τον αριθμό του στο κινητό της, ενώ παράλληλα φανταζόμουν ότι τον έδινε σε μένα. Τι έπαθα; Πού πήγα; «Είσαι καλά;» Το είχα πει μεγαλόφωνα; Το είχα πει όντως μεγαλόφωνα... απευθείας στη μελαχρινή που μιλούσε πρωτύτερα με τον Μαρκ Ντρούρυ και τώρα καθόταν μόνη της. Σηκώθηκε, πήρε ένα ποτήρι νερό από το τραπέζι της και ήρθε σε αργή κίνηση προς το μέρος μου. Ακούμπησε το ποτήρι μπροστά μου, με ανήσυχο ύφος στο πρόσωπο. «Είσαι καλά;» με ρώτησε πάλι. Έως σήμερα δεν έχω ιδέα γιατί απάντησα θετικά όταν με ρώτησε αν μπορούσε να καθίσει μαζί μου· μιλούσα πολύ σπάνια με αγνώστους. Αλλά όπως θα έλεγε και η μητέρα μου, «Κάποια πράγματα μοιραία είναι θεϊκά και κάποια είναι απλώς προδιαγεγραμμένα απ’ τα θεία».


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ] ΚΕΪΣΣΙ

ΗΤΑΝ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ. Τόσο ο Γουίλ όσο κι εγώ κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να μη μείνουμε μόνοι, αλλά το Café Rose ήταν μικρό, με στενούς διαδρόμους και σκοτεινές γωνίες. «Σ’ ευχαριστώ που έμεινες μέχρι αργά, Κέισσι...» μου είπε ο Γουίλ τη νύχτα που έφεραν τη γυψοσανίδα. Μου είχε ζητήσει να περιμένω το φορτηγό. «Το ήθελα». «Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσες να μου κάνεις μία ακόμα χάρη...» «Βεβαίως» αποκρίθηκα. «Τι είναι;» «Ξέρεις τι είναι...» μου απάντησε σχεδόν ψιθυριστά. Σταυρώνοντας τα χέρια, έγειρε πίσω και ακούμπησε την πλάτη του στη δροσερή γυάλινη πόρτα του ψυγείου. «Αυτή είναι;» ρώτησα χαλαρώνοντας τον κόμπο της ποδιάς μου, που την άφησα να πέσει στο πάτωμα. «Ναι... Αυτή είναι. Μπορείς να μου κάνεις μία ακόμα χάρη;» «Μπορώ...» τραύλισα, και η φωνή μου έβγαινε τόσο πνιχτή από τον πόθο, που ακουγόταν σαν να ήμουν κάτω από το νερό. Σήκωσα αργά την μπλούζα πάνω από το κεφάλι μου, και τα μαλλιά μου έπεσαν σαν καταρράχτης από τη λαιμόκοψη. Την πέταξα στα πλακάκια. Δε φορούσα σουτιέν. «Αυτή είναι;» «Ναι. Είσαι πολύ όμορφη...» μουρμούρισε. Αυτή την επίδραση είχε το δέρμα μου επάνω του· και το ήξερα. «Σειρά σου...» ψιθύρισα. Χωρίς να διστάσει, τράβηξε την μπλούζα του και την πέταξε δίπλα στη δική μου. Τα μαλλιά του είχαν σηκωθεί όρθια. Ύστερα κατέβασε απότομα το τζιν του, μένοντας με το άσπρο μποξεράκι του. Αυτό ήταν το παιχνίδι μας. «Δε θα σ’ αγγίξω. Σ’ το υπόσχομαι...» είπε. «Θέλω μόνο να σε κοιτάξω. Αυτό δεν είναι κακό». Ξεκούμπωσα το τζιν μου και το έβγαλα, περνώντας τους αντίχειρές μου στα κορδονάκια του εσώρουχού μου. Εκείνος έγνεψε καταφατικά, λαχταρώντας να το βγάλω κι αυτό. Δίστασα, κοιτάζοντας έξω στον κατασκότεινο δρόμο. Τι ώρα ήταν; Πόση ώρα είχαμε μείνει έτσι μόνοι εδώ πέρα; Κατέβασα πόντο πόντο το κιλοτάκι μου στους μηρούς μου και το άφησα να πέσει στο πάτωμα. Έμεινα γυμνή. «Έλα πιο κοντά, Κέισσι. Θέλω να μυρίσω το δέρμα σου...» «Δεν πρέπει να μ’ αγγίξεις». «Το ξέρω». Έκανα μερικά βήματα προς το μέρος του. Δεκαπέντε πόντους από το γυμνό στήθος του


σταμάτησα. Σε τούτη την απόσταση ένιωθα τη λάβρα των κορμιών μας να ενώνεται, την καυτή ανάσα του επάνω στο δέρμα του. Άφησα το χέρι μου να σκαρφαλώσει στο στήθος μου, χουφτώνοντάς το για χάρη του, διαγράφοντας κύκλους με τον αντίχειρά μου γύρω από τη θηλή μου. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του ενώ άπλωνε το χέρι του. Οπισθοχώρησα. «Υποσχέθηκες...» τραύλισα. «Δε θα σ’ αγγίξω. Αλλά μπορείς ν’ αγγίξεις τον εαυτό σου, Κέισσι. Αυτό δεν παραβαίνει τους κανόνες...» Σωστό. Άφησα το άλλο μου χέρι να διασχίσει την κοιλιά μου, και ο μυς στον πήχη μου συσπάστηκε μόλις ψηλάφισα αβέβαια τη σάρκα μου, μόλις ένιωσα πόσο υγρή με έκανε, απολαμβάνοντας πόσο παράφορα τον διέγειρε όλη αυτή η κατάσταση. «Είναι πολύ έντονο. Δεν μπορώ να κρατηθώ...» είπε. Ήταν ξετρελαμένος. Μόνο έτσι μπορώ να εξηγήσω γιατί με μια επιδέξια κίνηση του χεριού του άδειασε το τραπέζι που ήταν δίπλα μας από τα μπολ και τα κουζινικά, τους δίσκους με τις αλατοπιπεριέρες, τα τασάκια όπου βάζουμε τις ζαχαρίτσες, τις θήκες με τις χαρτοπετσέτες – όλα έπεσαν με πάταγο στο πάτωμα. Οποιαδήποτε άλλη στιγμή θα είχα γίνει έξαλλη. Αλλά εκείνη τη νύχτα με είχε συνεπάρει η ανυπομονησία του, η σφοδρότητά του. Με έστρεψε από την άλλη, πιέζοντάς με να ξαπλώσω στο τραπέζι με τα χέρια απλωμένα, για να κρατιέμαι από τις άκρες. «Είπες ότι δε θα μ’ άγγιζες, Γουίλ...» «Δε θα σ’ αγγίξω. Θα σε γαμήσω...» μούγκρισε σπρώχνοντας τα γόνατά μου και στάθηκε γυμνός ανάμεσα στους ανοιγμένους μηρούς μου. Τώρα κρατούσε το βαρύ του όργανο στο χέρι χαϊδεύοντάς το, κοιτάζοντας με τα μανιασμένα μάτια του καθώς τρυπούσε την υγρή μου σάρκα, πρώτα διστακτικά έναν πόντο, κατόπιν έναν δεύτερο, ανάβοντάς με, κάνοντάς με να τον ποθώ και να τεντώνομαι να τον φτάσω, ζητώντας, ικετεύοντάς τον να με γαμήσει, να με γαμήσει δυνατά –Αχ Γουίλ– ενώ οι τρεμάμενοι μηροί μου τύλιγαν τους στενούς γοφούς του και τα νύχια μου μπήγονταν στα μπράτσα του έτσι όπως εκείνος... «Με συγχωρείς... Είναι πιασμένη αυτή η θέση;» Γαμώτο! Η φαντασίωσή μου έσκασε σαν σαπουνόφουσκα. Ένας άντρας –ένας αληθινός άντρας– στεκόταν πάνω από το μεταλλικό τραπεζάκι στο αίθριο του μαγειρείου του Ιγνάτιου, με το πρόσωπό του στη σκιά και πίσω του τον καυτό ήλιο του μεσημεριού. «Λυπάμαι... Δεν ήθελα να σε τρομάξω» πρόσθεσε. «Το αίθριο είναι γεμάτο, και πρόσεξα πως κάθεσαι μόνη σου σ’ ένα τραπέζι για τέσσερις. Πολύ εγωιστικό από μέρους σου...» «Α, συγγνώμη... Ναι, ασφαλώς» αποκρίθηκα μαζεύοντας την τσάντα μου από την καρέκλα. Πρέπει να φαινόμουν σαν νυσταγμένη μαϊμού έτσι που μασουλούσα ένα παγάκι και κοιτούσα το υπερπέραν ενώ φαντασιωνόμουν τον Γουίλ – ξανά. Έπρεπε να την κόψω αυτή την κακή συνήθεια, αλλιώς θα τρελαινόμουν. «Απλώς θα φάω το σάντουιτς, θα πιω τον καφέ μου και θα διαβάσω την εφημερίδα μου» είπε. «Και μπορούμε να προσποιηθούμε ότι δεν καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι για μεσημεριανό». «Καλό σχέδιο...»


Είχε σκανταλιάρικα γαλάζια μάτια, και παρόλο που κανονικά δε μου άρεσαν οι γενειάδες, ούτε καν οι κοντές και περιποιημένες, η δική του ήταν σέξι. «Δε θα θέλαμε να μιλήσουμε ή να συναντηθούν τα βλέμματά μας την ώρα που τρώμε. Θα ήταν πολύ αλλόκοτο...» «Και αμήχανο...» συμπλήρωσα εγώ. «Για να μην πω αγενές». «Αηδία...» «Μα πού ακούστηκε να τρώει ο κόσμος παρέα και να συζητάει ταυτόχρονα; Εν ώρα φαγητού...» συνέχισα με ένα ρίγος. Ακολούθησε σιωπή και μετά εγκαταλείψαμε και οι δύο τους ρόλους μας γελώντας. «Με λένε Κέισσι» είπα δίνοντάς του το χέρι μου. Μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι δε θα ήμουν ικανή να κάνω τέτοιου είδους συζήτηση πριν από λίγους μήνες, προτού μυηθώ στο S.E.C.R.E.T. Είχα αλλάξει. «Μαρκ. Μαρκ Ντρούρυ». Οι άστατοι χίπστερ δεν ήταν ποτέ ο τύπος μου. Αυτός όμως είχε όμορφο χαμόγελο και υπέροχη καδιανή προφορά. Προσθέστε εκείνα τα γαλάζια μάτια και τα δυνατά, μυώδη χέρια... «Διάλειμμα για μεσημεριανό;» με ρώτησε αφού σταύρωσε τα μακριά του πόδια κάτω από το τραπέζι. «Κάτι τέτοιο... Εσύ;» «Πρωινό». «Κοιμήθηκες αργά;» «Οι δυσκολίες του επαγγέλματος... Είμαι μουσικός». «Έλα, δεν το πιστεύω! Στη Νέα Ορλεάνη;» «Είναι παράξενο, το ξέρω. Εσύ;» «Σερβιτόρα». «Κοίτα να δεις τώρα...» Να το πάλι εκείνο το χαμόγελο. Αβίαστα, εύκολα, συνεχίσαμε τη συζήτηση, για τα όργανα που έπαιζε (ήταν τραγουδιστής, έπαιζε μπάσο, δίδασκε λίγο πιάνο για κάνα εξτραδάκι) και για το καφέ όπου δούλευα εγώ (το ήξερε, αλλά είχε καιρό να έρθει). Το επόμενο στάδιο της συζήτησης όταν κουβεντιάζεις με κάποιον που βασίζεται στον τουρισμό σ’ αυτή την πόλη είναι να μιλήσετε για την απαίσια αναγκαιότητα των απαίσιων τουριστών προτού ανταλλάξετε πληροφορίες για τα μέρη που οι απαίσιοι τουρίστες δε γνωρίζουν. Διεκπεραιώσαμε το θέμα σε είκοσι περίπου λεπτά, όσο δηλαδή χρειάστηκε ο Μαρκ –που φαινόταν λίγο μικρότερος από μένα, γύρω στα τριάντα, λόγω των ανακατωμένων καστανών μαλλιών του, των μπεζ δερμάτινων παπουτσιών, του εφαρμοστού τζιν και του ξεθωριασμένου κόκκινου τισέρτ με το λογότυπο και τον αριθμό ενός συνεργείου αυτοκινήτων– να φάει το σάντουιτς και να πιει τον μισό καφέ του και μετά να σκουπίσει τα χέρια του στη χαρτοπετσέτα του και να σηκωθεί να φύγει. Οι μουσικοί έχουν τα πιο ωραία χέρια. Έχω ακούσει να λένε ότι το χέρι αποτελεί κομμάτι του οργάνου... «Περίμενε...» είπα. «Θες να προσπαθήσουμε να φάμε μεσημεριανό παρέα καμιά φορά; Μπορούμε να το κάνουμε όπως σήμερα, χωρίς να μιλάμε, χωρίς να κοιταζόμαστε· απλώς δύο


ξένοι που δεν τρώνε μαζί». Τα ύστερα του κόσμου. Εγώ τα ξεστόμισα αυτά τα λόγια; «Εεε... Βέβαια» απάντησε γελώντας. «Ακίνδυνη φαίνεσαι...» Ναι, ακίνδυνη φαίνομαι, εκτός αν υπολογίσεις το γεγονός ότι πριν από δύο περίπου μήνες χόρεψα σχεδόν γυμνή επάνω στη σκηνή μπροστά σε αγνώστους, έκανα σεξ με το αφεντικό μου, το επόμενο πρωί ήρθε και μου την είπε η έγκυος φιλενάδα του και μετά έγινα μέλος μιας μυστικής οργάνωσης που βοηθάει γυναίκες να πραγματοποιούν τις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους με αγνώστους. Όπως τα λες. Ακίνδυνη. «Εντάξει, λοιπόν... Δώσ’ μου τον αριθμό σου» αποκρίθηκα, σκαλίζοντας την τσάντα μου για να βρω το κινητό μου. Μου το πήρε και πληκτρολόγησε τον αριθμό του. «Εντάξει. Χάρηκα που δε σε γνώρισα και πολύ, Κέισσι, και που δεν έφαγα μεσημεριανό μαζί σου και που δε σου μίλησα και που δεν έμαθα τίποτα για σένα...» είπε δίνοντάς μου το χέρι του. Έβαλα τα γέλια, κι εκείνος στράφηκε να φύγει, γυρίζοντας να με κοιτάξει μία φορά πάνω από τον ώμο του. Ουάου! Ήταν πολύ... εύκολο. Άραγε έτσι είναι η αναζήτηση νέων μελών; Για μια στιγμή απόλαυσα την πρωτόγνωρη τόλμη. Εγώ το έκανα αυτό. Πρώτη φορά στη ζωή μου ζήτησα εγώ από έναν άντρα να βγούμε· και ήταν και χαριτωμένος. Αλλά γιατί ήταν σχεδόν τόσο δύσκολο όσο τα μισά από κείνα που είχα κάνει την περασμένη χρονιά, γυμνή, μπροστά σε άντρες που δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου; Τέτοια πράγματα –οι άντρες, οι έρωτες, το σεξ– θέλουν εξάσκηση. Οι φαντασιώσεις της περασμένης χρονιάς με είχαν βοηθήσει να το καταλάβω, αν και ίσως έκανα αυτό που έκανα παρακινημένη από τη φαντασίωση που είχα την ώρα που κάθισε δίπλα μου ο Μαρκ. Ακούμπησα στην πλάτη της καρέκλας νιώθοντας περήφανη, κι εκείνη τη στιγμή άκουσα στα νώτα μου ένα μουρμουρητό. Κοίταξα πίσω μου και είδα μια νεαρή κοκκινομάλλα με τεράστια μαύρα γυαλιά σαν μάτια εντόμου να με κοιτάζει έντονα από το διπλανό τραπέζι. «Τι έπαθα; Πού πήγα;» τραύλισε τελείως σαστισμένη. «Είσαι καλά;» ρώτησα. Ίσως πάθαινε εγκεφαλικό, σκέφτηκα πηγαίνοντας να καθίσω κοντά της. Έγνεψε καταφατικά, τρίβοντας τον αυχένα της. Δεν ήταν παραπάνω από τριάντα, αλλά, παρά τη ζέστη, φορούσε ένα βαρύ μπλε φουστάνι, που τη μεγάλωνε. «Ορίστε» της είπα ακουμπώντας μπροστά της το ποτήρι. Ήπιε λαίμαργα το νερό και σκούπισε το στόμα της ξαναβρίσκοντας την ψυχραιμία της. «Συγγνώμη...» ψέλλισε. «Δε μου έχει ξανασυμβεί αυτό. Ίσως φταίει η ζέστη». «Κάνει αρκετή για αρχές Απριλίου» αποκρίθηκα. «Ίσως...» Ήπιε άλλη μία γουλιά νερό. «Με συγχωρείς, δε θέλω να φανώ αδιάκριτη, αλλά εκείνο που έκανες με τον τύπο, που του είπες να βγείτε... Ήταν πολύ εντυπωσιακό». «Α, το είδες;» «Σου ορκίζομαι, κανονικά δεν είμαι τόσο αδιάκριτη. Αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο να το αγνοήσω». Ήταν μια αλλόκοτη φιλοφρόνηση από μια αλλόκοτη άγνωστη, αλλά θα τη δεχόμουν. «Δεν ήταν εντυπωσιακό;» ρώτησα, απροσδόκητα ευχαριστημένη και η ίδια από τον εαυτό


μου. «Λοιπόν... ευχαριστώ για το νερό και το ενδιαφέρον. Αλλά νιώθω καλύτερα τώρα. Θα επιστρέψω στη δουλειά». Έσπρωξε τα γυαλιά της στη μύτη της, πήρε την τσάντα της, και τη στιγμή που σηκώθηκε να φύγει, κατέφτασε η Ματίλντα. Χόρεψαν τον γνωστό αμήχανο χορό «πέρνα εσύ πρώτη, όχι, εσύ πρώτη» δίπλα στο στριμωγμένο τραπεζάκι. Η γυναίκα τράκαρε πρώτα στον αριστερό ώμο της Ματίλντας, μετά στον δεξιό. Μόλις απελευθερώθηκε, το έβαλε στα πόδια σαν κυνηγημένη. Την είδαμε να μπαίνει στο Funky Monkey, το γειτονικό κατάστημα. Η Ματίλντα κάθισε στρώνοντας τα μαλλιά της, θαρρείς και είχε γλιτώσει από μικρό ανεμοστρόβιλο. «Ποια ήταν αυτή; Ή, μάλλον, τι ήταν αυτό;» Τα μάτια μου έμειναν κολλημένα στην πόρτα του καταστήματος. «Δεν ξέρω. Μια κοπέλα... Μου φάνηκε πως ήταν άρρωστη, γι’ αυτό ήρθα να δω αν ήταν καλά» απάντησα. «Μάντεψε τι άλλο έγινε!» Άλλαξα θέμα χαμογελώντας πλατιά. «Ζήτησα από κάποιον να βγούμε. Και ξέρεις ποιο είναι το καλύτερο; Μου είπε ναι!» «Ε τότε, χρόνια σου πολλά και ευτυχισμένα!» «Ναι... Κι εκείνη η κοπέλα μού μιλούσε λες και ήμουν καμιά διασημότητα απλώς επειδή του ζήτησα το τηλέφωνό του. Παράξενο... Εμφανισιακά δε μοιάζουμε καθόλου, όμως μου θύμισε λιγάκι τον εαυτό μου πέρυσι. Φαίνεται κάπως άτολμη. Κάπως θλιμμένη. Τέλος πάντων... Αισθάνομαι πως η αυτοπεποίθησή μου αυξάνεται. Νομίζω πως είμαι έτοιμη να γίνω Καθοδηγήτρια. Ορίστε» είπα, βγάζοντας από την τσάντα μου τη δέσμευσή μου. «Με σφραγίδα και υπογραφή!» «Σ’ ευχαριστώ» αποκρίθηκε παίρνοντας το χαρτί. Η έκφρασή της ξαφνικά άλλαξε. Ήταν συλλογισμένη. «Αναρωτιέμαι μήπως έχουμε μπροστά μας μια πιθανή υποψήφια για το S.E.C.R.E.T.». «Εκείνη τη γυναίκα εννοείς;» Η Ματίλντα έγνεψε καταφατικά. «Δεν ξέρω καν αν είναι μόνη της». «Δεν είναι δύσκολο να το μάθεις». Ένιωσα τα νεύρα μου να ηλεκτρίζονται. «Λες ότι θα έπρεπε να την πλησιάσω; Κι αν με περάσει για τρελή;» «Καθένας δικαιούται να έχει την άποψή του. Είσαι πολύ όμορφη, παρεμπιπτόντως». Κοίταξα αυτά που φορούσα· τίποτα το «κραυγαλέο» – στενό τζιν που αγκάλιαζε στους γοφούς κι ένα γκρίζο φανελάκι κάτω από κρεμ κοτλέ μπουφάν. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνω μια από κείνες τις σενιαρισμένες γκόμενες που κατέκλυζαν τη Φρέντσμεν τα βράδια της Πέμπτης, ισορροπώντας μεθυσμένες στον κατάσπαρτο από μπαλώματα δρόμο επάνω στα επικίνδυνα τακούνια τους. Και δεν αντιλαμβανόμουν τι νόημα είχε να βάζεις μάσκαρα ώστε να πας για ψώνια στο μπακάλικο. Αλλά το ότι επί έναν χρόνο μερικοί από τους ωραιότερους άντρες που είχα δει ποτέ μου μου έλεγαν ότι είμαι όμορφη και ποθητή με έκανε να θέλω να βγάζω τον καλύτερό μου εαυτό. «Μετά το φαγητό πάμε για λίγο δίπλα, να μιλήσουμε με κείνη την κοπέλα».


«Σήμερα; Τώρα;» Γίνονταν όλα πολύ γρήγορα. Γιατί είχα τόσο άγχος; «Μην ανησυχείς, Κέισσι. Ακολούθησε το παράδειγμά μου» απάντησε η Ματίλντα ενώ κοιτούσε το μενού. Αχ, Θεέ μου. Αρχίσαμε.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ] ΝΤΟΦΙΝ

ΕΦΥΓΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΓΕΙΡΕΙΟ

του Ιγνάτιου όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μόλις γύρισα στο μαγαζί, πέρασα σαν σαΐτα μπροστά από την Ελίζαμπεθ, χώθηκα στο γραφείο, βρόντηξα την πόρτα πίσω μου και σήκωσα τα γυαλιά μου για να κοιταχτώ στο καθρεφτάκι επάνω στο τραπέζι. Τα μάγουλά μου ήταν κατακόκκινα από τη συνομιλία μου με τη μελαχρινή στο αίθριο. Εντόπισα για πρώτη φορά τις αδιόρατες αυλακιές γύρω από τα μάτια μου, τις ρυτίδες έκφρασης της μητέρας μου που χαράζονταν στα μάγουλά μου. Έσβηνα; Μήπως με εγκατέλειπε η θελκτικότητά μου για πάντα; Με κείνη είχε καθίσει ο Μαρκ, όχι μαζί μου. Μαζί της είχε φλερτάρει, σ’ εκείνη είχε δώσει το τηλέφωνό του, όχι σε μένα. «Έχεις απλώς “τις μαύρες σου”, χρυσό μου... Το πήρες απ’ την οικογένεια του πατέρα σου» άκουγα τη συρτή φωνή της μητέρας μου να λέει. Χαρακτηριστική νότια αντίληψη περί κατάθλιψης, που την έκανε να φαντάζει περισσότερο σαν κληρονομικό φορτίο παρά ως απόρροια των επιπέδων σεροτονίνης. Σωριάστηκα στην καρέκλα και κοίταξα το γραφείο μου. Είχα μαζέψει υπερβολικά πολλά πράγματα, το ήξερα αυτό. Αλλά έλεγα στον εαυτό μου πως, επειδή ήμουν τακτική και οργανωτική στα όρια του ψυχαναγκασμού, η συσσώρευση αυτή δεν ήταν παθολογική. Όλα είχαν τη θέση τους, το ταμπελάκι τους· ακόμα και το περφορατέρ. Κι όμως δεν μπορούσα να αποχωριστώ ούτε ένα από αυτά. Κι αν έχανα βάρος και κατάφερνα επιτέλους να χωρέσω σ’ εκείνο το μοναδικό βυσσινί κουστούμι; Κι αν έφτιαχνα το τέλειο σύνολο για κάποια πελάτισσα, αλλά δεν είχα πια το κολιέ με την κουκουβάγια που θα τα έδενε μεταξύ τους; Κι αν χρειαζόμουν οπωσδήποτε κάτι και δε βρισκόταν πια εδώ; Γι’ αυτό και τα έξι ντουλάπια αρχειοθέτησης και οι ντουλάπες που κάλυπταν τους τοίχους, ξεχειλισμένες από «καταπληκτικά ευρήματα» που ούτε να φορέσω μπορούσα ούτε να πουλήσω άντεχα. Ξέχνα το, Ντοφίν. Ξέχνα το. Η Ελίζαμπεθ έχωσε το κεφάλι της στο γραφείο. «Εντάξει. Το μαγαζί είναι άδειο. Το έβαλα στα γρήγορα. Πες μου την αλήθεια!» αναφώνησε και εμφανίστηκε ολόκληρη στο κάσωμα της πόρτας, αποκαλύπτοντας το ατέλειωτο κορμί της με τη μαύρη ολόσωμη φόρμα και τις άσπρες μπότες που είχα βάλει κατά μέρος για την επέτειό της. «Λοιπόν;» Ήταν έφηβη όταν της έκανα πρόσληψη με μερική απασχόληση για τα Σαββατοκύριακα. Τώρα ήταν είκοσι τεσσάρων, σπούδαζε ψυχολογία στο Τoυλέιν και εφάρμοζε πάνω μου μερικές από τις θεωρίες της. Μου έλεγε πως ήμουν άκαμπτη και λειτουργούσα με βάση τον φόβο. Της απαντούσα, ενώ μάζευα με την άκρη του δείκτη μου πέντε κόκκους ζάχαρης από τη γυάλινη επιφάνεια του πάγκου, ότι μιλούσε σαν τη μάνα μου. Τώρα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη κι έδειχνε εξαίσια, απ’ την κορφή ως τα νύχια.


«Υπέροχο...» είπα. «Αλήθεια;» «Ναι. Σου λείπει ένα μαντίλι Pucci. Και ανοιχτόχρωμο κραγιόν» απάντησα φέρνοντάς τα. Και είχα δίκιο. Μετακινηθήκαμε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη πίσω από την πόρτα. Στάθηκα πίσω της, με το πιγούνι επάνω στον ώμο της. «Μάλιστα. Πετύχαμε διάνα!» «Είσαι σίγουρη ότι δε φαίνομαι σαν χορεύτρια σε ντισκοτέκ;» «Ναι. Είσαι μαγευτική!» «Εσύ έπρεπε να το φοράς αυτό, Ντοφίν...» τραύλισε αμήχανα. «Το φυλάς τόσο καιρό κι έχεις τις σωστές καμπύλες. Συνέχεια λες ότι θα ξαναβγείς στον κόσμο. Πότε θα το κάνεις;» «Μια χαρά είμαι εγώ... Κι εσύ είσαι σχεδόν έτοιμη» είπα, βγάζοντας ένα αυτοκόλλητο ρολό για χνούδια από ένα συρτάρι που έγραφε «Ρολά για χνούδια». «Θα τα φοράω μέχρι να σχολάσω, αν δε σε πειράζει» αποκρίθηκε ενώ της καθάριζα τα μπατζάκια. «Εντάξει. Πήγαινε τώρα. Έρχομαι κι εγώ σ’ ένα λεπτό». Ενώ την παρακολουθούσα να κατευθύνεται προς το μπροστινό μέρος του καταστήματος, με πλημμύρισε ένα μητρικό κύμα ενθουσιασμού. Στο διάστημα που την ήξερα, την είχα βοηθήσει να τελειοποιήσει τουλάχιστον δέκα προφίλ σε σάιτ γνωριμιών, επιμελούμενη το ντύσιμό της στις περισσότερες φωτογραφίες και σε μερικά από τα ραντεβού της. Ο τωρινός φίλος της, ο Έντουαρντ, δεν ήταν κάνας παίδαρος, όμως έδειχναν να είναι τρελοί ο ένας για τον άλλο. Η Ελίζαμπεθ είχε μια ζωντάνια μέσα της την οποία απέδιδε στο απίστευτο σεξ. Απόψε το βράδυ θα γιόρταζαν την πρώτη τους επέτειο με δείπνο στο Coop’s και μετά με ζωντανή μουσική στο αίθριο του Commander’s Palace. Η Ελίζαμπεθ, με τα κοντά ξανθά μαλλιά, τα μάτια που ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, καθώς και τα μακριά και άχαρα σαν οδοντογλυφίδες άκρα, δεν ήταν όμορφη με την παραδοσιακή έννοια, όμως δεν έμενε ποτέ μόνη της για πολύ. Διάστημα οχτώ χρόνων μεταξύ σοβαρών σχέσεων θα ήταν αδιανόητο για κείνην. Η ζωή παραήταν σύντομη για τέτοιες σαχλαμάρες. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, χαλαρώνοντας τη ζώνη του μπλε φουστανιού μου. Ίσως θα έπρεπε να αλλάξω κι εγώ. Θα μπορούσα να δοκιμάσω εκείνο το πράσινο καλοκαιρινό φουστάνι που κρεμόταν στον καλόγερο και περίμενε να του βάλουμε ταμπελάκι και να το αποθηκεύσουμε. Θα μπορούσα να πω στην Ελίζαμπεθ να μου πιάσει το στρίφωμα με καρφίτσες. Μπα, πολλή φασαρία, κι εξάλλου σιγά μην το φορέσω ποτέ. Τότε γιατί το κρατάω; Βγήκα με το ζόρι μπροστά στο μαγαζί, προσπερνώντας μια τιγκαρισμένη κυλιόμενη κρεμάστρα με ρούχα, κάποια για ξεδιάλεγμα, άλλα για τιμολόγηση. Ήταν ένα ήσυχο κυριακάτικο απόγευμα, αλλά η Ελίζαμπεθ ήταν απασχολημένη με δύο πελάτισσες κοντά στην προθήκη. Πλησιάζοντάς τες, συνειδητοποίησα πως ήταν οι δύο γυναίκες που κάθονταν δίπλα μου στο μαγειρείο του Ιγνάτιου· εκείνη που μου έκλεψε τον Μαρκ Ντρούρυ και η ελκυστική μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά που ήταν έναν δυο τόνους πιο ανοιχτά από τα δικά μου, αυτή με την οποία είχα τρακάρει. Η κοκκινομάλλα ντυνόταν αυστηρά και επαγγελματικά σαν τη μητέρα μου και δεν έδειχνε τύπος ανθρώπου που κοιτούσε ρούχα από δεύτερο χέρι. Η μελαχρινή ντυνόταν πολύ συνηθισμένα για να ψωνίζει από το Funky Monkey, πόσο μάλλον για


να γίνει η μέλλουσα γκόμενα μιας μεγαλοφυΐας της μουσικής. «Ήρθες επιτέλους!» αναφώνησε η Ελίζαμπεθ, κάνοντάς το δύσκολο να χωθώ στην αντρική πλευρά του καταστήματος για να τις αποφύγω. «Αυτές οι δύο κυρίες έλεγαν τα καλύτερα για το ντύσιμό μου και τους είπα ότι το διάλεξες εσύ για το αποψινό μου ραντεβού. Εντυπωσιάστηκαν πολύ!» «Γεια...» είπε η κοκκινομάλλα τείνοντας το χέρι της προς το μέρος μου. «Έχεις καταπληκτικό γούστο. Τέλειες οι μπότες! Με λένε Ματίλντα». «Γεια. Ντοφίν...» αποκρίθηκα χαμογελώντας με το ζόρι. «Κι εγώ είμαι η Κέισσι...» μουρμούρισε η μελαχρινή, που τώρα φαινόταν πολύ πιο ντροπαλή από τη γυναίκα που είχε μονοπωλήσει την προσοχή του Μαρκ Ντρούρυ πριν από μισή ώρα. Δεν μπορούσε καλά καλά να με κοιτάξει στα μάτια. «Πολύ χαριτωμένο μαγαζί...» είπε η Ματίλντα κοιτάζοντας τριγύρω. Αυτή ήταν η ομιλητική. «Πολύ καλοδιαλεγμένο εμπόρευμα. Τα πράγματα στα καταστήματα με ρούχα από δεύτερο χέρι είναι συνήθως αχταρμάς». «Ευχαριστώ. Θέλω να πιστεύω πως ξέρουμε τι κάνουμε» αποκρίθηκα. «Και το όνομά σου; Γράφεται σαν την οδό;» «Οι γονείς μου ήρθαν στη Νέα Ορλεάνη για ταξίδι του μέλιτος και μου έδωσαν το όνομα της οδού». «Αλήθεια; Και από πού είναι η οικογένειά σας;» ρώτησε, χρησιμοποιώντας επίτηδες τη λέξη «είναι» και τονίζοντας την προφορά της, για να δείξει όχι μόνο πως ήταν νότια, αλλά και πως ήξερε το πάθος που είχαν οι νότιοι με τη γεωγραφία και την καταγωγή. «Απ’ το Μπατόν Ρουζ. Κυρίως απ’ τη Λουιζιάνα, αλλά έχουμε κι ένα παρακλάδι απ’ το Τεννεσσί». «Α, μάλιστα... Έχετε και λίγο βαμβάκι στην μπεσαμέλ σας, που λέει ο λόγος. Η Κέισσι είναι απ’ τον βορρά» αποκρίθηκε. «Δεν έχει ιδέα για τι πράγμα μιλάμε». Η Ματίλντα τράβηξε ένα μπλε μεταλλιζέ στράπλες φουστάνι μέχρι το πάτωμα και μια κίτρινη πιο αραχνοΰφαντη τουαλέτα από την κρεμάστρα με τα επίσημα ενδύματα. «Θα δοκιμάσω αυτά» είπε κοιτάζοντας την Κέισσι. «Κέισσι, πιστεύω πως έψαχνες κι εσύ κάτι ιδιαίτερο. Ίσως μπορέσει να σε βοηθήσει η Ντοφίν». «Θα σας πάω στα δοκιμαστήρια» προσφέρθηκε η Ελίζαμπεθ παίρνοντας τα φουστάνια. Αφού έφυγαν, σταθήκαμε για λίγες στιγμές αμήχανες με την Κέισσι, νιώθοντας σαν δύο παιδάκια που τα είχαν αναγκάσει να παίξουν παρέα. «Ώστε είσαι απ’ τον βορρά...» μουρμούρισα. «Ναι, απ’ το Μίσιγκαν... Αλλά μένω εδώ σχεδόν οχτώ χρόνια, οπότε, όσο περνάει ο καιρός, νιώθω όλο και πιο πολύ ντόπια». Τα μάτια της στάθηκαν στον σπινθηροβόλο πύργο επάνω στη γυάλινη προθήκη, απ’ όπου κρέμονταν τα σκουλαρίκια με τα στρας. «Αυτά έψαχνα!» αναφώνησε. «Έχω ένα τέτοιο στο οποίο πρέπει να πάω...» Πήρε ένα βαρύ ζευγάρι σκουλαρίκια με πολλά κρεμαστά στρας και παραλίγο να αναποδογυρίσει όλο τον πύργο.


«Αχ, συγγνώμη... Είμαι πολύ αδέξια». Δεν μπορούσα να τη φανταστώ καλεσμένη σε εκδήλωση που θα απαιτούσε τέτοιου είδους σκουλαρίκια. Παραήταν συνηθισμένη και προσγειωμένη. «Πολύ ωραίο μαγαζί» συνέχισε, προσπαθώντας να κεντράρει τα σκουλαρίκια στους λοβούς της. «Δικό σου είναι;» «Ναι. Δέκα χρόνια τώρα. Στάσου να σε βοηθήσω». «Ουάου! Δέκα χρόνια». Μάζεψε πίσω τα μαλλιά της για να στερεώσω τα σκουλαρίκια στο σωστό σημείο, πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Έκανα πίσω. «Έχεις και συνέταιρο ή είσαι μόνη σου;» «Μόνη μου» απάντησα και τη γύρισα για να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Άλλαξα βιαστικά θέμα. «Τι άλλο θα φορέσεις στην εκδήλωση;» «Εεε... Δε νομίζω πως έχω αποφασίσει ακόμα. Πρέπει να είναι δύσκολο να τα βγάζεις πέρα μόνη σου με μια επιχείρηση». «Έχω την Ελίζαμπεθ και μερικούς υπαλλήλους με μερική απασχόληση». Οι ερωτήσεις της πλησίαζαν σε περιοχές όπου δεν ήταν προσκεκλημένη. «Έχεις ξεκινήσει κάπως ανάποδα» είπα. «Δεν πρέπει ν’ αρχίζεις απ’ τα σκουλαρίκια. Ξεκίνα καλύτερα απ’ το φόρεμα. Φέρ’ το σε μένα και θα σε βοηθήσω να βρεις το σωστό κόσμημα». «Δεν ήθελα να σε προσβάλω όταν σε ρώτησα αν διευθύνεις εσύ την επιχείρηση... Είμαι σίγουρη πως είσαι ικανότατη να τη λειτουργήσεις και χωρίς συνέταιρο. Εγώ μια χαρά τα καταφέρνω». «Ναι, αλλά αυτό μπορεί ν’ αλλάξει» αποκρίθηκα. «Εκείνος ο τύπος απ’ το εστιατόριο; Ήταν γλυκούλης. Ίσως αυτό καταλήξει σε κάτι παραπάνω...» Μήπως θα πρέπει να της πω ποιος ήταν; Άραγε διαισθάνεται τη ζήλια μου; Το είπα για κομπλιμέντο, αλλά εκείνη φάνηκε να ταράζεται. Αχ, Θεέ μου, πραγματικά έδειχνα ιδιόρρυθμη! «Πίστεψέ με, δε γεννήθηκα με την ικανότητα να μιλάω σε ωραίους άντρες... Ήταν κάτι που το έμαθα. Και για να είμαι ειλικρινής, είμαι ακόμα πολύ φρέσκια. Όταν μένεις μόνη σου για πολύ καιρό όπως εγώ, ξεχνάς πώς να προσεγγίζεις τους άντρες. Καταλαβαίνεις; Αλλά στην πραγματικότητα είναι σαν το ποδήλατο. Απλώς χρειαζόμουν ένα... σπρωξιματάκι». Αισθάνθηκα τα λόγια της να με διατρυπούν. Μάλιστα. Αυτό ακριβώς είναι. Αυτό ακριβώς χρειάζομαι. Ένα σπρωξιματάκι. Χαμήλωσε τη φωνή της. «Είχα ανάγκη από βοήθεια στο θέμα των αντρών... Σοβαρή βοήθεια. Έτσι γνώρισα τη Ματίλντα...» Άκουγα τη Ματίλντα και την Ελίζαμπεθ να γελούν και να κουβεντιάζουν στο πίσω μέρος του καταστήματος. «Δίνει συμβουλές για ραντεβού;» ρώτησα. «Μπορείς να το πεις κι έτσι...» απάντησε η Κέισσι, που στριφογύρισε τη βάση με τα σκουλαρίκια και περιεργάστηκε ένα ζευγάρι χρυσούς κρίκους που φαίνονταν να της ταιριάζουν περισσότερο. «Έχει πολλή αυτοπεποίθηση, ξέρει πολλά γι’ αυτά τα πράγματα». «Τότε να γραφτώ κι εγώ στον επόμενο κύκλο μαθημάτων...» είπα γελώντας.


«Εγώ θα γραφτώ!» αποκρίθηκε εκείνη, λες και γίνονταν πραγματικά τέτοια μαθήματα, λες και υπήρχε τέτοιου είδους φροντιστήριο. Η Ματίλντα και η Ελίζαμπεθ επέστρεψαν από το δοκιμαστήριο θριαμβεύτριες. «Δεν ήξερα ότι μου πήγαιναν τόσο πολύ τα κίτρινα!» αναφώνησε η Ματίλντα με την τουαλέτα στα χέρια. «Μπορεί να ανακαλύψεις έναν σωρό πράγματα για τον εαυτό σου σ’ ένα μέρος σαν κι αυτό».

*** Κάτι μέσα μου ήξερε πως η Κέισσι και η Ματίλντα δεν είχαν έρθει στο μαγαζί για να ψωνίσουν φουστάνια και σκουλαρίκια, πράγμα που επιβεβαιώθηκε όταν η Κέισσι επέστρεψε μόνη της έπειτα από δύο μέρες, λίγο πριν από το κλείσιμο. «Αποφάσισα να δεχτώ την πρότασή σου να με βοηθήσεις με τα αξεσουάρ» είπε βγάζοντας ένα μαύρο μίνι φουστάνι από μια τσάντα. «Α, ναι; Τέλεια!» Ξαφνιάστηκα από το πόσο χάρηκα που την είδα. Με ακολούθησε στα δοκιμαστήρια· το άγχος μου με έκανε ασυνήθιστα ομιλητική. «Έχω ένα ζευγάρι χρυσούς κρίκους κι ένα φαρδύ βραχιόλι που θα πηγαίνουν καταπληκτικά με το φουστάνι! Τι νούμερο παπούτσι φοράς; Πρέπει να τα δοκιμάσεις όλα μαζί με παπούτσια». «Τριάντα οχτώ» απάντησε και μπήκε σ’ ένα δοκιμαστήριο. Έσπευσα να μπω στο γραφείο πριν από κείνη και πήγα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη: γυαλιά πεταλούδα, κρεμ σετ ζακέτα-μπλούζα και καρό φούστα σε γραμμή Α. Έμοιαζα με κομπάρσα από τηλεοπτική σειρά. Δε χρειαζόμουν καν γυαλιά. Χμμμ... Γιατί με ένοιαζε ξαφνικά τι φορούσα; Ξεφύλλισα τις καρτέλες αρχειοθέτησης και άνοιξα το δεύτερο συρτάρι του τρίτου ντουλαπιού, όπου είχα αποθηκεύσει τους χρυσούς κρίκους· στο αποκάτω συρτάρι είχα τα βραχιόλια. Είχα φυλάξει τους μεγάλους κρίκους για ένα ντύσιμο τύπου Σερ, αλλά επάνω στην Κέισσι, με ένα απλό μαύρο φόρεμα, θα ήταν εκθαμβωτικοί. Η Κέισσι άνοιξε την πόρτα του γραφείου και προσπάθησε να μη φανεί σοκαρισμένη από το συνονθύλευμα που αντίκρισε. «Ουάου! Έχεις ένα δεύτερο κατάστημα εδώ πίσω». «Πίστεψέ με» αποκρίθηκα. «Το ξέρω ότι φαίνονται πολλά, αλλά γνωρίζω πού ακριβώς βρίσκεται καθετί». Την τράβηξα στον κοντινότερο καθρέφτη. «Είναι λίγο στενό στο στήθος... Έχω να το φορέσω απ’ το Φεστιβάλ της Τζαζ» είπε τραβώντας τα κορδονάκια στον λαιμό της. Ήταν κούκλα με τα μαύρα, και της το είπα. Ήμουν έτοιμη να κλείσω το βραχιόλι στον καρπό της, αλλά πρόσεξα την αλυσίδα με τα κρεμαστά· δεν είχα ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο. «Εξαιρετικό κομμάτι!» δήλωσα σηκώνοντας τον καρπό της για να το κοιτάξω καλύτερα. Υπό κανονικές συνθήκες τα βραχιόλια με τα κρεμαστά δε με γοήτευαν καθόλου. Συνήθως φαίνονταν παραφορτωμένα και ψεύτικα, αλλά τούτο εδώ ήταν ξεχωριστό. Επιπλέον ήταν φτιαγμένο από το αγαπημένο μου είδος χρυσού, τον ανοιχτοκίτρινο χρυσό, με μαρτελέ τελείωμα. Η αλυσίδα ήταν χοντρή, σχεδόν αντρική, κι επάνω σε κάθε κρεμαστό ήταν χαραγμένος ένας λατινικός


αριθμός από τη μια πλευρά και μια λέξη από την άλλη. «Περιέργεια... Γενναιοδωρία... Θάρρος... Πού το βρήκες αυτό;» ρώτησα. Η Κέισσι τράβηξε μαλακά τον καρπό της. «Μου... το έδωσαν». «Είναι το πιο ωραίο πράγμα που έχω δει ποτέ μου. Όποιος σ’ το έδωσε πρέπει να σε εκτιμάει πάρα πολύ!» «Νομίζω πως ίσως έχεις δίκιο σ’ αυτό» αποκρίθηκε. «Αλλά πηγαίνει με αυτό το φόρεμα;» «Μμμ... Όχι πολύ. Το πνίγει. Γιατί δε δοκιμάζεις αυτό;» Αντικατέστησα εκείνο που φορούσε με ένα απλό φαρδύ βραχιόλι. Όταν το έριξε στην παλάμη μου, ήταν βαρύ, ευχάριστο· χρειάστηκε να επιστρατεύσω όλη μου τη θέληση για να μην το περάσω στον δικό μου καρπό. «Χωρίς κολιέ;» ρώτησε, γλιστρώντας το βραχιόλι στον γυμνό καρπό της. «Όχι με έξωμο φουστάνι που δένει στον λαιμό» απάντησα με κύρος, ενώ η προσοχή μου ήταν ακόμα στραμμένη στην αλυσίδα που κρατούσα στο χέρι. «Οι κρίκοι θα σου δώσουν λίγη λάμψη. Αλλά στη θέση σου θα μάζευα τα μαλλιά μου πίσω». Πήρε τα σκουλαρίκια από το άλλο μου χέρι και τα κράτησε δίπλα στα αυτιά της. «Είδες; Είναι τέλεια!» αναφώνησα. «Έχεις δίκιο. Είναι τέλεια. Τύλιξέ τα μου». Μου έδωσε τα σκουλαρίκια και άπλωσε την παλάμη της. Ήταν πολύ παράξενη αίσθηση η απροθυμία μου να της επιστρέψω την αλυσίδα της. «Θα σου πω πώς την πήρα» μου είπε βλέποντας τον δισταγμό μου. «Μάλιστα, για να πω την αλήθεια... γι’ αυτό ήρθα. Να κάτσω μια στιγμή;» Πήρε βαθιά ανάσα, και το άγχος της συναγωνιζόταν την ανησυχία μου. Τι συνέβαινε; «Αυτό για το οποίο θα σου μιλήσω είναι αρκετά αλλόκοτο, γι’ αυτό άφησέ με να ολοκληρώσω. Αφορά μια περιπέτεια». Με κυρίεψε πανικός. «Πολύ θα ήθελα να ταξιδέψω περισσότερο, αλλά δεν μπαίνω σε αεροπλάνα» είπα για την προλάβω. «Επιπλέον είμαι η μοναδική ιδιοκτήτρια, οπότε είναι δύσκολο ν’ αφήσω...» «Δεν εννοώ να ταξιδέψεις, αν και ίσως χρειαστεί να μετακινηθείς...» Η φωνή και η στάση της γίνονταν όλο και πιο σταθερές. «Ίσως βοηθήσει» συμπλήρωσε «αν σου διηγηθώ τις δικές μου περιπέτειες». Και τότε άρχισε να μου διηγείται την ιστορία της ζωής της, το πώς ο θάνατος του συζύγου της πριν από εφτά χρόνια είχε φέρει τα πάνω κάτω. Όχι επειδή τον αγαπούσε, αλλά γιατί την είχε κάνει να συνειδητοποιήσει πως είχε πάψει να τον αγαπάει πριν από πολύ καιρό, κι αυτό την έθλιβε ακόμα περισσότερο. Χρόνια ολόκληρα ήταν μουδιασμένη απ’ την κορφή ως τα νύχια. Το ήξερα τούτο το συναίσθημα και της το είπα. «Ναι... Η Ματίλντα μιλάει για την “αύρα της θλίψης” που πέφτει γύρω απ’ τους ανθρώπους. Λέει ότι μπορεί να τη δει. Είδε λίγη επάνω σου. Εγώ δεν έχω αυτή την ικανότητα, μα πιστεύω πως ίσως γνωρίζεις πώς είναι να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε αδιέξοδο». Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω γιατί ξαφνικά μου φάνηκε τόσο εύκολο να πω τα εσώψυχά μου


στην Κέισσι. Ίσως ήταν η ηρεμία της, τα πονόψυχα μάτια της. Ό,τι κι αν ήταν, της μίλησα για την προδοσία του Λουκ, το βιβλίο του, για το πώς με πλήγωσαν με τη Σάρλοτ, κάνοντάς με να εμπιστεύομαι δύσκολα και τους άντρες και τις γυναίκες. Με άκουσε υπομονετικά και ήξερα, δίχως καν να το εκφράσει, ότι με καταλάβαινε. «Λοιπόν, πες μου τον πραγματικό λόγο για τον οποίο ήρθες» είπα. «Ήρθα να σου κάνω μια πρόταση. Μα για να την αποδεχτείς, θα πρέπει να δείξεις εμπιστοσύνη όχι μόνο σε άντρες, αλλά και σε μια ολόκληρη ομάδα γυναικών». Και τότε μου είπε το όνομα –S.E.C.R.E.T.– και μου εξήγησε την πρωτάκουστη αποστολή του: να ενορχηστρώνει σεξουαλικές φαντασιώσεις που κάνουν τις γυναίκες να νιώσουν υπέροχα με τον εαυτό τους ξανά ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, για πρώτη φορά στη ζωή τους. «Το S.E.C.R.E.T.» μου είπε «μ’ έφερε σε επαφή με ένα κομμάτι του εαυτού μου που δεν είχα γνωρίσει ποτέ. Στην περίπτωσή σου πιστεύω πως έχει να κάνει περισσότερο με το ξαναζωντάνεμα ενός κομματιού σου που βρίσκεται απλώς σε νάρκη... Έχω δίκιο;» «Ναι... Σχεδόν οχτώ χρόνια» απάντησα. «Α, είναι πολύς καιρός... Εγώ είχα να κάνω σεξ πέντε χρόνια και νόμιζα ότι την είχα άσχημα!» «Τι; Όχι! Όχι, όχι, όχι, όχι. Έχω ξανακάνει σεξ από τότε, απλώς όχι πολύ καλό σεξ ούτε με πολύ καλούς παρτενέρ. Εννοούσα πως έχουν περάσει οχτώ χρόνια απ’ την τελευταία φορά που ένιωσα αληθινό πάθος, που είχα επαφή με κάποιον άντρα». Η Κέισσι μόρφασε κι έγνεψε καταφατικά. Κατόπιν μου περιέγραψε λεπτομερώς πώς αυτή η γυναικεία ομάδα αναζωπύρωνε το πάθος. «Πραγματοποιούμε σεξουαλικές φαντασιώσεις. Τις δικές σου. Εννιά, που διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια ενός έτους, και παίρνεις ένα χρυσό κρεμαστό για κάθε βήμα» είπε σηκώνοντας το βραχιόλι της. «Το δέκατο συμβολίζει μια απόφαση – να παραμείνεις στο S.E.C.R.E.T., όπως έκανα εγώ, ή να συνεχίσεις μόνη σου, να δοκιμάσεις ενδεχομένως μια πραγματική σχέση αν είσαι έτοιμη. Το βλέπεις αυτό;» Έψαξε τα κρεμαστά της, ώσπου έφτασε σ’ ένα που έγραφε Βήμα Δέκατο από τη μια πλευρά και Απελευθέρωση από την άλλη. «Ολοκλήρωσα τα Βήματα, που με απελευθέρωσαν από πολλά πράγματα, κυρίως απ’ τον φόβο και την αυτοαμφισβήτηση. Το να μείνω στο S.E.C.R.E.T. ήταν ελεύθερη επιλογή και παραμένει τέτοια». «Μυστικές σεξουαλικές φαντασιώσεις; Στη Νέα Ορλεάνη;» ρώτησα, πνίγοντας με το ζόρι ένα χάχανο. «Συγχώρεσέ με, Κέισσι, μα είναι το πιο παράλογο πράγμα που έχω ακούσει στη ζωή μου...» Ένα κομμάτι μου ήθελε να σηκωθεί, να καλέσει την αστυνομία και να την πετάξει έξω από το κατάστημα. Ένα άλλο κομμάτι μου ήταν κολλημένο στην καρέκλα μου, με μάτια, αυτιά και καρδιά διάπλατα ανοιχτά. «Το ξέρω πως ακούγεται γελοίο... Αλλά σ’ το λέω, είναι το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί ποτέ. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις εσύ είναι είτε να δεχτείς είτε ν’ αρνηθείς την προσφορά».


«Κι εσύ το έκανες αυτό;» Έγνεψε καταφατικά. «Πέρυσι;» Έγνεψε πάλι καταφατικά, τούτη τη φορά με ένα χαμόγελο που κύρτωνε προς τα πάνω τις γωνίες των χειλιών της. «Έζησες εννιά διαφορετικές σεξουαλικές φαντασιώσεις με εννιά διαφορετικούς άντρες;» «Ναι...» απάντησε, σχεδόν εξίσου έκπληκτη με τον εαυτό της όσο κι εγώ μαζί της. «Και πήρες την απόφαση να μείνεις σ’ αυτή την... ομάδα και να βοηθήσεις άλλες γυναίκες;» Τα χαρακτηριστικά της τσαλακώθηκαν λίγο, τα μάτια της σκοτείνιασαν. «Για να πω την αλήθεια, όχι. Πήρα την απόφαση να φύγω απ’ το S.E.C.R.E.T., επειδή νόμιζα... Επειδή ερωτεύτηκα. Έναν παλιό φίλο. Αλλά ο σωστός συγχρονισμός είναι το παν, όπως λένε, και ο δικός μας ήταν ολέθριος. Γκρεμίστηκαν όλα. Το μόνο που με σώζει τούτη τη στιγμή είναι η συμμετοχή μου στο S.E.C.R.E.T.». «Λυπάμαι πολύ...» Η σιωπή που ακολούθησε έπεσε βαριά στο δωμάτιο, ενώ συλλογιζόμασταν και οι δύο τα παράξενα λόγια που είχαν ακουστεί. «Διάολε...» ψέλλισα τελικά. «Γιατί εμένα;» «Συγκυρία. Σε είδαμε και σε γνωρίσαμε. Κι εδώ που τα λέμε, νομίζω πως ίσως έχουμε δίκιο, πως το έχεις ανάγκη». Κοίταξα το παραγεμισμένο, υπερβολικά οργανωμένο γραφείο γύρω μου. «Υποθέτω πως έτσι είναι...» παραδέχτηκα. «Αλλά γιατί πιστεύεις ότι το να ζήσεις τρελές σεξουαλικές φαντασιώσεις θα διορθώσει τα πάντα;» «Δε θα διορθώσει τα πάντα. Διορθώνει όμως ένα πράγμα, κι αυτό λειτουργεί σαν ντόμινο στη ζωή σου. Τουλάχιστον έτσι λειτούργησε στη δική μου... Δεν μπορώ να σου πω περισσότερα. Θα μάθεις κι άλλα στη συνάντηση με την Επιτροπή, αν σου κίνησε την περιέργεια. Πριν από έναν χρόνο δεν μπορούσα καλά καλά να κοιτάξω τους άλλους στα μάτια, πόσο μάλλον να πιάσω κουβέντα με έναν τυχαίο ωραίο άντρα. Και ορίστε τώρα που μοιράζομαι ένα απ’ τα πιο προσωπικά μου μυστικά με μια παντελώς άγνωστη». Κοίταξε το ρολόι της. «Πρέπει να πάω στη δουλειά». Ξαφνικά με έπιασε πανικός, θαρρείς κι αν έφευγε, ίσως δεν την έβλεπα ποτέ ξανά. «Και τώρα; Τι κάνω τώρα;» «Ενδιαφέρεσαι;» «Ναι... Όχι! Λιγάκι. Αχ, πρέπει να το σκεφτώ...» «Σκέψου το με την ησυχία σου. Αν αποφασίσεις να αποδεχτείς την προσφορά, τηλεφώνησέ μου. Θα τα κανονίσω όλα εγώ. Και ύστερα... θ’ αρχίσει». Τι θα αρχίσει και πώς και με ποιον και πού; Και πόσο συχνά; Και ποια ώρα της μέρας; Ο ψυχαναγκαστικός εαυτός μου μέσα μου είχε ανάγκη να προσχεδιάσει τα πάντα σχολαστικά. Έπρεπε να καλύψω όλες τις εξόδους και να αναλύσω όλα τα μειονεκτήματα, να μετρήσω, να ζυγίσω και να ισοσκελίσω τα πάντα. Όταν ήμουν μικρή, στεκόμουν στην άκρη κάθε προβλήτας και πισίνας πολύ περισσότερη ώρα από τα άλλα παιδιά, συνοφρυωμένη, σε βαθιά


περισυλλογή. Έβλεπα τον βυθό; Μπορούσα να τον φτάσω; Αν όχι, δε βουτούσα. Και να που τώρα μου έκανε μια πρόταση αυτή η τολμηρή, σίγουρη γυναίκα, που ισχυριζόταν ότι κάποτε ήταν εξίσου χαμένη και μπερδεμένη με μένα τώρα. Πήγαμε στο ταμείο προσπερνώντας μια συγχυσμένη Ελίζαμπεθ, η οποία κρατούσε μόνη της το μαγαζί. Είπα άηχα Συγγνώμη, δείχνοντας θεατρινίστικα την Κέισσι, που βάδιζε μπροστά μου. «Χαίρομαι που σ’ άρεσαν το βραχιόλι και τα σκουλαρίκια, Κέισσι!» είπα, λίγο δυνατότερα απ’ όσο χρειαζόταν, ενώ χτυπούσα το ποσό στην ταμειακή. Τι προσπαθούσα να κρύψω; «Σκέψου όλα όσα είπα...» ψιθύρισε η Κέισσι δίνοντάς μου την πιστωτική της μαζί με μια καρτούλα που έγραφε το όνομα και το τηλέφωνό της κάτω από τη λέξη «S.E.C.R.E.T.». Μου κούνησε βιαστικά το χέρι από την πόρτα και μετά κατηφόρισε τη Μαγκαζίν και χάθηκε προς τη Γαλλική Συνοικία. Τράβηξα τη ζακέτα μου και την έσφιξα επάνω μου. Άραγε ήθελα να συνεχίσω να δουλεύω εφτά μέρες την εβδομάδα, να ανοίγω και να κλείνω ένα άδειο κατάστημα και ύστερα να επιστρέφω σ’ ένα άδειο σπίτι κι ένα άδειο ψυγείο; Ήθελα να ζήσω μια ζωή χωρίς να περιμένω τίποτα με χαρά; Κοίταξα την κάρτα της Κέισσι. Κατά πρώτη φορά δε θα έκανα τα εύκολα δύσκολα. Θα της τηλεφωνούσα αύριο πρωί πρωί. Αμέσως μόλις τέλειωνα με τα κουτιά από τη δημοπρασία. Αλλά προτού πλακώσει η μεσημεριανή πελατεία. Ή ίσως αργότερα, όταν θα άδειαζε το μαγαζί. Ή ίσως όταν έπιανε δουλειά η Ελίζαμπεθ. Ή προτού ανοίξω το μαγαζί. Ναι. Τότε θα το κάνω. Θα της τηλεφωνήσω τότε.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ] ΚΕΪΣΣΙ

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΡΧΟΝΤΑΝ πολλοί πελάτες στο μεσοδιάστημα μεταξύ μεσημεριανού και βραδινού, τότε που το προσωπικό περιοριζόταν σε μένα, που περίμενα να έρθει η Τρεϊσίνα να με αντικαταστήσει. Και οπωσδήποτε δεν έρχονταν τέτοιες ώρες πολλοί ωραίοι Αφροαμερικανοί εισαγγελείς με ύψος ένα ενενήντα οχτώ και κουστούμια των τριών χιλιάδων δολαρίων. Αλλά ο Καρράδερς Τζόνστον έκανε προεκλογική εκστρατεία και το πρόσωπό του φιγουράριζε πάνω σε γιγαντοαφίσες σε όλη την πόλη. Είπα στον εαυτό μου πως προφανώς είχε έρθει να αφήσει φυλλάδια. Όταν όμως ρώτησε αν εργαζόταν στο καφέ μια «νόστιμη μαυρούλα με μακριά πόδια, κάπου τόσο ψηλή» –σήκωσε το χέρι στο στήθος του– το μυαλό μου άρχισε να παίρνει στροφές. Ήξερα ακριβώς ποιος ήταν: εκείνος ο τύπος που είχα δει αγκαλιά με την Τρεϊσίνα στο σκοτεινό γκαράζ μετά τον Χορό της Εταιρείας Αναζωογόνησης, τη νύχτα που υπέκυψα στη γοητεία του Πιέρ Καστίγ. Ενώ ήμουν σχεδόν γυμνή στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας του Πιέρ, διέκρινα την Τρεϊσίνα, με τα χέρια και τα πόδια της τυλιγμένα γύρω του, να τον φιλάει ακουμπισμένη επάνω σε μια μεγάλη λευκή Escalade. Έκτοτε είχα προσπαθήσει να σβήσω τούτη την εικόνα από το μυαλό μου, κατατάσσοντάς τη σ’ αυτά που δεν είναι «καθόλου μα καθόλου δική μου δουλειά». Τώρα όμως αυτή η «δουλειά» στεκόταν μπροστά μου, σκουπίζοντας το μέτωπό του και κοιτάζοντας μουδιασμένα ολόγυρά του. «Η Τρεϊσίνα δεν έχει έρθει ακόμα. Θέλετε να μου πείτε ποιος τη ζητάει;» Το έπαιξα χαζή, από φόβο μην τυχόν βρεθώ κι εγώ συνένοχη σε όποιο μπλέξιμο είχε φέρει μαζί του διαβαίνοντας την πόρτα. «Ναι, εεε... Πείτε της ότι πέρασε ο Καρ. Δώστε της αυτό» αποκρίθηκε δίνοντάς μου μια κάρτα. Καρ; Τον αποκαλούσε Καρ; Έννοια σου, θα της το πω, ήθελα να απαντήσω, αλλά αντ’ αυτού μουρμούρισα «Ασφαλώς...» κι έβαλα την κάρτα στην τσέπη μου. Παρότι δελεαστικό το να χώσω τη μύτη μου σ’ αυτή την υπόθεση, όσο λιγότερο ανακατευόμουν στα προβλήματα της Τρεϊσίνα, τόσο ευκολότερη θα ήταν η ζωή μου. Τώρα όμως η κάρτα του «Καρ» μοιραζόταν τον ίδιο χώρο στην ποδιά μου με το τηλέφωνο του Μαρκ Ντρούρυ, που μου τριβέλιζε το μυαλό εδώ και τέσσερις μέρες. Το είχα γράψει σ’ ένα χαρτάκι, επειδή ο Γουίλ δεν ήθελε να έχουμε πάνω μας τα κινητά μας κατά την ώρα της δουλειάς. Είχε αρχίσει πια να ξεθωριάζει από το πολύ δίπλωνε-ξεδίπλωνε. Το είχα σκυλομετανιώσει που δεν επέμεινα να πάρει κι εκείνος το τηλέφωνό μου. Αλλά είχα θελήσει να κάνω εγώ την πρώτη κίνηση κατά πρώτη φορά στη ζωή μου. Εγώ δεν ήμουν που είχα ζητήσει το τηλέφωνό του; Είχε περάσει μία ολόκληρη εβδομάδα από τότε που είχαμε γνωριστεί στο


αίθριο του μαγειρείου του Ιγνάτιου. Την ίδια μέρα είχα γνωρίσει πρώτη φορά και την Ντοφίν, κι εκείνη χρειάστηκε μόλις μία μέρα για να μου τηλεφωνήσει και να αποδεχτεί την πρόταση που θα της άλλαζε τη ζωή: να συμμετάσχει δηλαδή στο S.E.C.R.E.T. Μία μέρα. Τι περίμενα λοιπόν; Ένα απλό τηλεφώνημα ήταν. Μία ώρα μετά, και το φορτηγάκι του Γουίλ σταμάτησε μπροστά στο καφέ και άφησε την Τρεϊσίνα για την απογευματινή βάρδια, που απόψε είχα ζητήσει να αρχίσει λίγο νωρίτερα, ώστε να μπορέσω να παρευρεθώ στη μύηση της Ντοφίν στο S.E.C.R.E.T., η οποία ήταν προγραμματισμένη για σήμερα το απόγευμα. Η Τρεϊσίνα πέρασε το κατώφλι περπατώντας σαν πάπια. Ήταν μόλις τεσσάρων μηνών, αλλά φαινόταν από τώρα πως ήταν από τις έγκυες που έπαιρναν βάρος μόνο στην κοιλιά. Χώθηκα στην κουζίνα. Γαμώτο. Πάρ’ τον τηλέφωνο. Τώρα. Πήρα το ακουστικό και κάλεσα τον αριθμό. Το σήκωσε μετά το πέμπτο κουδούνισμα. Φτου. Πάρ’ τον από το σπίτι, είπα στον εαυτό μου, κλείνοντάς το μετά το ζαβλακωμένο «Εμπρός...» του. Χτύπησα με τη γροθιά μου την πόρτα των αποδυτηρίων του προσωπικού. Η Τρεϊσίνα είχε ανέβει επάνω σε μια κούτα και θαύμαζε την κοιλιά της στον καθρέφτη. «Αυτό δεν υπήρχε...» είπε η Τρεϊσίνα, ομφαλοσκοπώντας κυριολεκτικά. «Κάπως τη λένε αυτήν τη γραμμή. Δε θυμάμαι πώς... Θα ρωτήσω τον Γουίλ. Ξέρει τα πάντα για την εγκυμοσύνη». «Πώς νιώθεις;» Αυτό τον καιρό ήταν το μόνο που μου ερχόταν στο μυαλό να τη ρωτήσω. «Οι τρεις πρώτοι μήνες ήταν φρίκη, αλλά τώρα που μπαίνω στο δεύτερο τρίμηνο αισθάνομαι καλύτερα». «Κάποιος πέρασε να σε δει σήμερα. Ένας Κάρσον Τζόνστον ή κάπως έτσι...» είπα, μακελεύοντας επίτηδες το όνομά του, ενώ απέφευγα ταυτόχρονα το βλέμμα της. Της έδωσα την κάρτα του. «Ένας πανύψηλος. Με ακριβό κουστούμι». Το πρόσωπό της κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να παραμείνει ατάραχο. Πέταξα το λερωμένο μπλουζάκι μου κι έβγαλα ένα καθαρό από το ντουλάπι μου. Αλληλοκοιταχτήκαμε, φορώντας και οι δύο μόνο τα σουτιέν μας. «Τι του είπες;» «Τίποτα. Ότι δεν είχες έρθει ακόμα». «Τι σου είπε; Είπε πότε θα ξανάρθει;» Μιλούσε αργά, αλλά ο τόνος της φωνής της είχε ανέβει· ήταν ή πολύ χαρούμενη ή πολύ στενοχωρημένη. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι από τα δύο. «Είπε απλώς: “Πείτε της ότι πέρασε ο Καρ”». Ανοιγόκλεισε τα μάτια της επί αρκετά δευτερόλεπτα, κούνησε το κεφάλι της και ύστερα άλλαξε θέμα και πέρασε στα δικά μου, με την κανονική της φωνή. «Λοιπόν, Κέισσι, πώς τα πας εσύ αυτό τον καιρό; Δεν καταφέρνουμε να τα πούμε ποτέ. Έχουμε χαθεί εντελώς». Ήταν φιλική· αλλόκοτα φιλική.


«Μια χαρά. Είμαι μια χαρά. Κι εσύ μια χαρά είσαι. Και ο Γουίλ μια χαρά δείχνει, κι αυτό είναι καλό. Όλοι μια χαρά είμαστε, απ’ ό,τι φαίνεται» απάντησα ενώ ανανέωνα το αποσμητικό μου. «Απ’ ό,τι φαίνεται, έτσι είναι. Κι έχεις δίκιο, ο Γουίλ είναι τρισευτυχισμένος. Αυτό είναι σίγουρο. Συγχρόνως όμως έχει αγχωθεί με το μωρό. Ανησυχεί για την υγεία μου. Τόσο πολύ που, άσε...» Με πλησίασε και χαμήλωσε τη φωνή της, βάζοντας το χέρι της γύρω από το στόμα της. «Που... φοβάται να κάνει σεξ μαζί μου. Δεν εννοώ ότι δεν κάνουμε σεξ. Κάνουμε. Αλλά όχι όσο θα ήθελα, και...» «Εντάξει!» Σήκωσα το χέρι μου για να εμποδίσω τις πληροφορίες να σιμώσουν περισσότερο τον εγκέφαλό μου. «Νομίζει ότι θα κάνει κακό στο μωρό...» «Όπα. Ούτε αυτό ήταν ανάγκη να το μάθω. Θέλω να πω... είναι αφεντικό μου». «Μα εσύ είσαι φίλη μου, Κέισσι... Οι φίλες λένε τα πάντα η μια στην άλλη» αντιγύρισε κατεβάζοντας την ποδιά της από το επάνω ράφι του ντουλαπιού της. Φίλες; Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ήμαστε πολλά πράγματα –συναδέλφισσες, συνεργάτιδες, αντίζηλες– αλλά το τελευταίο πράγμα που περίμενα ήταν να με θεωρεί φίλη της. «Οι φίλες δεν κρατούν η μια τα μυστικά της άλλης;» συνέχισε ενώ έδενε την ποδιά κάτω από την κοιλιά της. «Μερικές φορές οι φίλες μου μου λένε τα μυστικά των άλλων. Κατά λάθος φυσικά. Σου έχει τύχει ποτέ αυτό;» Ο τόνος της μου προκάλεσε ανατριχίλα. Ποιες ήταν οι φίλες της; Η Άντζελα Ρεζάν και η Κιτ ΝτεΜάρκο, για παράδειγμα. Χόρευαν πολλά χρόνια μαζί στο ρεβί «Τα κορίτσια της Φρέντσμεν». Ήξερα ότι πού και πού η Κιτ κρατούσε τον αδερφό της Τρεϊσίνα, τον Τρέυ, και πως η Άντζελα είχε προσφερθεί να διοργανώσει το πάρτι για το μωρό της. Αυτές οι τρεις είχαν προϊστορία. Και μεγάλη μάλιστα. Παρόλο που η Κιτ, η Άντζελα κι εγώ είχαμε κοινό το S.E.C.R.E.T., ποιος μου έλεγε πως ο δεσμός που είχε η Τρεϊσίνα μαζί τους δεν ήταν εξίσου ιερός; Η Τρεϊσίνα τέντωσε το κεφάλι της. «Κάνεις σαν να είδες φάντασμα, Κέισσι... Τι σκέφτεσαι;» Θες να μάθεις τι σκέφτομαι; ήθελα να ουρλιάξω. Τους αμέτρητους τρόπους με τους οποίους θα ήθελα να με πηδήξει ο γκόμενός σου! «Τίποτα...» Έβαλα λίγο λιπ γκλος στον διπλανό καθρέφτη. «Ραντεβουδάκι;» με ρώτησε. «Βασικά, ναι...» απάντησα ψέματα. Αλλά κατά κάποια έννοια δεν έλεγα ψέματα. Θα τηλεφωνούσα στον Μαρκ. Θα έβγαινα ραντεβού μαζί του. Αυτό δεν ήταν ψέμα. «Ααα... Με ποιον;» «Με έναν τύπο που γνώρισα». «Είναι κάνας καλός;» Το σκέφτηκα μια στιγμή. «Δε νομίζω. Αλλά ξέρεις κάτι; Μπορεί να τον πηδήξω έτσι κι αλλιώς». Και την άφησα μόνη της στα αποδυτήρια να μαζέψει το σαγόνι της από το πάτωμα. Γιατί το είπα αυτό; Επειδή ήξερα ότι θα το έλεγε στον Γουίλ. Που να πάρει, ήθελα να του το


πει. Κι επειδή μερικές φορές πρέπει να λες κάποια πράγματα μεγαλόφωνα για να βρεις τη δύναμη να τα πραγματοποιήσεις.

*** Η πόρτα του παλιού αμαξοστασίου ήταν ορθάνοιχτη. Διέσχισα νυχοπατώντας τον προθάλαμο και μπήκα στην υποδοχή, όπου βρήκα την Ντάνικα να μιλάει στο τηλέφωνο. Σκέπασε με το χέρι της το ακουστικό. «Ήρθες νωρίς... Η Ματίλντα είναι στο Μέγαρο, αλλά θα έρθει σ’ ένα λεπτό. Πέρνα μέσα...» ψιθύρισε. «Η Ντοφίν δεν έχει έρθει ακόμα;» «Θα την περιμένω. Καινούρια κοπέλα. Τι συναρπαστικό!» Η πόρτα της αίθουσας συσκέψεων ήταν μισάνοιχτη, οπότε γλίστρησα μέσα και είδα για πρώτη φορά τον θρυλικό Πίνακα Φαντασιώσεων, στον οποίο είχε πρόσβαση μόνο η Επιτροπή. Συνήθως ήταν κρυμμένος πίσω από έναν συρόμενο τοίχο. Τώρα όμως βρισκόταν μπροστά μου σε όλη του την πολύχρωμη δόξα. Τα ονόματα μερικών αντρών ήταν διαγραμμένα. Κάποια άλλα τα αναγνώρισα. Η καρδιά μου χτύπησε πιο γρήγορα όταν είδα το «Τεό» σε μια βυσσινί κάρτα –ο σέξι Γάλλος δάσκαλος του σκι– αλλά το όνομά του ήταν διαγραμμένο. Επίσης υπήρχε ο «κυβερνήτης Άρτσερ», ο πιλότος του ελικοπτέρου που με είχε οδηγήσει στον «Τζέικ», τον καπετάνιο του ρυμουλκού. Δίπλα υπήρχε μια κάρτα που έγραφε «κυβερνήτης Νέιθαν» και είχε ένα ερωτηματικό· δεν αναγνώριζα το όνομα. Μετακίνησα τον πίνακα μερικούς ακόμα πόντους και είδα περισσότερα άγνωστα ονόματα και ύστερα άλλα δύο που με έκαναν να νιώσω θαρρείς και η καρδιά μου ήταν μια μεγάλη μελανιά που την πάτησε κάποιος με το δάχτυλο – το ένα ήταν «Πιέρ Καστίγ», καλυμμένο από ένα Χ. Η φαντασίωσή μου με τον Δισεκατομμυριούχο της Πόλης είχε πάει εξαιρετικά. Ο χορός, η σέξι διαδρομή με τη λιμουζίνα· ο Πιέρ ήταν απίστευτα ωραίος άντρας και πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Αλλά το κόρτε του έγινε τοξικό μετά το ρεβί, τότε που το θεώρησε δεδομένο ότι θα διάλεγα εκείνον αντί του Γουίλ για την τελευταία μου φαντασίωση. Συμπέρανα ότι το Χ σήμαινε πως η Επιτροπή τον είχε κόψει από τον κατάλογο των συμμετεχόντων στις φαντασιώσεις, πράγμα που θα είχα προτείνει και η ίδια αν με είχαν ρωτήσει. Το άλλο γνωστό όνομα όμως ήταν του Τζέσσι, της φαντασίωσης του Τρίτου Βήματος, και η κάρτα του έγραφε πάνω τον αριθμό δύο. Ο Τζέσσι! Ο σούπερ σέξι ζαχαροπλάστης μου με τα τατουάζ. Είχε περάσει κιόλας σχεδόν ένας χρόνος από τότε που με είχε πάρει στην κουζίνα του Café Rose; Καθένας από τους άντρες με τους οποίους είχα πάει ήταν καταπληκτικός με τον τρόπο του, αλλά με τον Τζέσσι είχα δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο δεσμό, τόσο δυνατό, ώστε παραλίγο να παρατήσω τις φαντασιώσεις μου στη μέση για να τον γνωρίσω καλύτερα. Η Ματίλντα με είχε πείσει να μείνω στο S.E.C.R.E.T., να το φέρω εις πέρας. Και παρόλο που στο τέλος, όταν ο Γουίλ κι εγώ πέσαμε στο κρεβάτι, ήμουν ευγνώμων, τώρα δεν ήμουν και τόσο σίγουρη πως είχα πάρει το σωστό ρίσκο με τον σωστό άντρα. «Κέισσι!» Κόντεψα να πάθω συγκοπή μόλις άκουσα τη φωνή της Ματίλντας. «Με κατατρόμαξες!»


Στεκόταν στην πόρτα με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. «Κέισσι, ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είναι σωστό να μπαίνεις εδώ χωρίς επιτήρηση. Δεν επιτρέπεται να βλέπεις τον πίνακα αν δεν είσαι πλήρες μέλος της Επιτροπής». «Μπορώ να το διαχειριστώ... Εννοώ ότι το ήξερα πως μερικοί απ’ αυτούς θα ξαναεμφανίζονταν. Ποιος είναι ο κανόνας λοιπόν; Περνούν τρεις φορές από το S.E.C.R.E.T.;» ρώτησα, ενώ προσπαθούσα να εμποδίσω τη φωνή μου να ραγίσει. Γιατί αναστατώθηκα τόσο πολύ; «Ναι, αυτός είναι». «Και πόσες φαντασιώσεις έχουν απομείνει στον Τζέσσι;» «Έχει συμμετάσχει σε δύο. Συνεπώς μία ακόμα...» απάντησε χαμηλόφωνα η Ματίλντα. «Το όνομα του Πιέρ είναι διαγραμμένο, βλέπω». «Μετά τον τρόπο με τον οποίο σου φέρθηκε στο ρεβί; Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν κάνει πλέον για το S.E.C.R.E.T.». «Συμφωνώ... Και είναι κρίμα. Είναι πολύ, εεε... Ξέρεις. Του το έχετε πει;» «Όχι ακόμα». «Πολύ θα ήθελα να είμαι από μια μεριά ν’ ακούω όταν θα πείτε στον Δισεκατομμυριούχο της Πόλης ότι δε θα χρειαστείτε άλλο τις υπηρεσίες του...» «Οι άντρες που έχουν εξουσία δεν είναι συνηθισμένοι να τους απορρίπτουν. Ο Πιέρ Καστίγ μάλλον δε θα αποτελέσει εξαίρεση». «Λοιπόν... ο Τζέσσι. Απαγορεύεται να επικοινωνήσω μαζί του όσο βρίσκεται στον Πίνακα Φαντασιώσεων;» Γιατί το ρώτησα αυτό; Αφού ήξερα την απάντηση! Αχ, Θεέ μου, έκανα σαν ερωτοχτυπημένο κοριτσόπουλο. «Ναι, απαγορεύεται. Εκτός αν συμμετέχεις σε τρίο ή αν τον εκπαιδεύεις. Ίσως τον σμίξουμε με την Ντοφίν αν το ντοσιέ της μας υποδείξει ενδιαφέρον για τον τύπο του». «Μάλιστα. Καταλαβαίνω...» αποκρίθηκα, κρύβοντας με το ζόρι την απογοήτευσή μου. «Κέισσι, αν θες να κανονίσουμε να ξαναβρεθείτε με τον Τζέσσι για να δείτε αν υπάρχει ακόμα σπίθα, γίνεται. Αλλά ο κανόνας λέει ότι θα πρέπει να βρεις έναν αντικαταστάτη με παρόμοια χαρακτηριστικά... Είσαι έτοιμη να τον αντικαταστήσεις; Να αναζητήσεις έναν καινούριο;» Με είχε στριμώξει και το ήξερε. «Νόμιζα πως φέτος ήθελες μόνο να καθοδηγήσεις». «Αυτό θέλω. Χαίρομαι να καθοδηγώ». «Τότε όλα είναι όπως πρέπει». Κοίταξε το ρολόι της. «Γιατί δε φτιάχνεις λίγο καφέ;» Κατευθύνθηκα προς την κουζινίτσα δίπλα στον προθάλαμο. Σκέφτηκα πώς με είχε φιλήσει ο Τζέσσι. Εκείνο το φιλί. Εκείνο το πεινασμένο ερευνητικό φιλί! Πώς με είχε κολλήσει στα παγωμένα πλακάκια. Πώς με είχε ξαπλώσει στο τραπέζι, με είχε φέρει σε οργασμό με το στόμα του, εκείνο το στόμα, μόνο το στόμα του, επειδή δεν μπήκε ποτέ μέσα μου... Αχ, Θεέ μου, κι εγώ γινόμουν μούσκεμα και μόνο που σκεφτόμουν την πιθανότητα να μπει μέσα μου, να κουνιέται πάνω μου, να βλέπω τους μυς των μπράτσων του να τανύζονται στο φως... Έτσι μου ερχόταν να ξαναμπώ στην αίθουσα συσκέψεων και να βγάλω το όνομά του από τον πίνακα.


Η Ντάνικα έχωσε το κεφάλι της στην κουζινίτσα. «Ήρθε. Η Ντοφίν. Είναι έξω στην πύλη. Έτοιμη;» «Αμέ, βέβαια! Είμαι έτοιμη» απάντησα, με τα χέρια μου βαθιά μέσα στις τσέπες μου. «Πάμε!»


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ] ΝΤΟΦΙΝ

ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΙΧΑ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΕΙ τούτο το μέγαρο χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα τι συνέβαινε μέσα; Έμενα μόλις μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Η δυνατότητα μιας πιο οργιαστικής ζωής βρισκόταν κάτω από τη μύτη μου, κι εγώ ούτε μπορούσα να τη δω ούτε την είχα αντιληφθεί. Είναι παράξενο να μην ξέρεις πως είσαι έτοιμη για αλλαγή ώσπου να εμφανιστεί στην πόρτα σου. Στάθηκα μπροστά στην επιβλητική, σκεπασμένη από κισσούς πύλη στην Τρίτη οδό και σκεφτόμουν αν θα έμπαινα. Μπορείς πάντα να φύγεις, είπα στον εαυτό μου. Δε χρειάζεται να μείνεις. Δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα που δε θέλεις να κάνεις. Το άρρητο απόφθεγμά μου στη ζωή ήταν πάντα αυτό: αν δεν μπορώ να το ελέγξω, δεν το εμπιστεύομαι. Στη δουλειά μου είχε πιάσει – δεν εμπιστευόμουν σχεδόν κανέναν αφότου εξαγόρασα το μερίδιο της Σάρλοτ (η Ελίζαμπεθ ήταν η σπάνια εξαίρεση) και απέκτησα εξολοκλήρου τον έλεγχο του καταστήματος. Παρ’ όλα αυτά, η ελεγκτική μου φύση με είχε εμποδίσει να προχωρήσω, να αλλάξω και να εξελιχθώ. Είχα πάψει να παίρνω ρίσκα. Για όνομα του Θεού, είχα φτάσει στο σημείο να κόβω μόνη μου τα μαλλιά μου, επειδή δεν εμπιστευόμουν κανέναν άλλο να το κάνει. Τα έφερνα μπροστά με τη χτένα και ψαλίδιζα τις άκρες στον καθρέφτη. Ο Λουκ έλεγε ότι δε μας είχε χωρίσει η Σάρλοτ, αλλά το γεγονός ότι ήμουν καθηλωμένη στις ράγες της ζωής μου. Μόλις η Κέισσι βγήκε από το παλιό αμαξοστάσιο, στην αρχή δε με αναγνώρισε. Είχα αφήσει κάτω τα μαλλιά μου και δε φορούσα φόρεμα. Είχα διαλέξει ένα ψαράδικο παντελόνι σε στιλ δεκαετίας του ’60 με φερμουάρ στο πλάι, αμάνικη λουλουδάτη μπλούζα και εσπαντρίγιες. Ήθελα να ντυθώ καθημερινά, αλλά όχι υπερβολικά καθημερινά· να φαίνομαι συγκροτημένη, αλλά όχι πέρα για πέρα συμβατική. Η Κέισσι δε φαινόταν τόσο νευρωτική με το τζιν της και το άσπρο μπλουζάκι της. Εντάξει, σταμάτα πια να σκέφτεσαι, Ντοφίν! «Άργησα;» «Είσαι ακριβώς στην ώρα σου. Έτοιμη;» «Δε λες τίποτα!» Την ακολούθησα πίσω από την πύλη όπου είχαν σκαρφαλώσει οι κισσοί. Οι κήποι πίσω από τον ψηλό μαντρότοιχο ήταν όπως τους είχα φανταστεί – άψογο κοντοκουρεμένο καταπράσινο γκαζόν, μεγάλες ροζ ορτανσίες, άσπρες τριανταφυλλιές μεγάλες σαν φουστίτσα νηπίου, που έφταναν χορεύοντας έως το ημικυκλικό προστώο του κτιρίου. Από κοντά το Μέγαρο σε μάγευε· ήθελες μόνο να μπεις μέσα. Η Κέισσι είχε το χέρι της τυλιγμένο γύρω από το μπράτσο μου και με οδηγούσε μαλακά προς την κόκκινη πόρτα ενός τετράγωνου κτιρίου στα αριστερά μας. Η Ματίλντα άνοιξε την πόρτα προτού χτυπήσουμε. «Ντοφίν, η γυναίκα με το πανέμορφο όνομα! Καλώς όρισες στο Αμαξοστάσιο. Η Επιτροπή


ανυπομονεί να σε γνωρίσει!» Έγιναν όλα τόσο γρήγορα, ώστε δεν είχα την ευκαιρία να καλοκοιτάξω τη διακόσμηση, αν και μου φάνηκε πως αναγνώρισα τους δύο μεγάλους πίνακες αφαιρετικής τέχνης που κρέμονταν στους τοίχους, με τη χαρακτηριστική παλέτα και τεχνοτροπία. «Αχ, Θεούλη μου! Αυτά είναι... τα αφαιρετικά της Μεντόζα;» ρώτησα, προς μεγάλη ευχαρίστηση της Ματίλντας. «Ναι! Είναι τα δύο τελευταία της συλλογής μας. Έχουμε αναλάβει την εκτέλεση της διαθήκης της Καρολίνας Μεντόζα. Γνωρίζεις το έργο της;» «Σπούδασα ντιζάιν. Η Σύγχρονη Τέχνη της Λουϊζιάνας ήταν απ’ τα μαθήματα που παρακολούθησα» απάντησα κοιτάζοντας τον μεγαλύτερο από τους δύο πίνακες, ο οποίος απεικόνιζε δύο φλογοκόκκινα τετράγωνα που έσβηναν σε κίτρινο και πορτοκαλί στις άκρες τους. Ανέσυρα γρήγορα κάποια δεδομένα για κείνη από το αρχείο του εγκεφάλου μου: νεαρή επαναστάτρια από τη Νότια Αμερική, ένθερμη φεμινίστρια... «Ήταν επιστήθια φίλη και μια απ’ τις ιδρύτριες του S.E.C.R.E.T.» πρόσθεσε η Ματίλντα. «Η πώληση των έργων της ανά κάποια χρόνια χρηματοδοτεί τις δραστηριότητές μας. Μάλιστα φέτος θα πουλήσουμε αυτόν εδώ, την “Κόκκινη οργή”. Λυπόμαστε που θα τον αποχωριστούμε...» «Το φαντάζομαι. Είναι πανέμορφος!» Προσπεράσαμε μια νεαρή γυναίκα με πανκ στιλ στη ρεσεψιόν, με μαύρα μαλλιά και κατακόκκινα χείλη. «Ντάνικα, από δω η Ντοφίν». «Γεια σου!» είπε. «Μ’ αρέσει πολύ το μαγαζί σου». «Α, ναι... Σ’ ευχαριστώ». Την αναγνώριζα αμυδρά, αν κι όλοι τούτοι οι νεαροί χίπστερ έμοιαζαν λιγάκι μεταξύ τους. Και τέτοιοι τύποι σπάνια αγόραζαν άθικτα βίντατζ· άλλαζαν και μεταποιούσαν συνεχώς το αριστοτεχνικό ράψιμο για να το κάνουν δικό τους. «Μην ανησυχείς... Τα μυστικά σου είναι ασφαλή στο S.E.C.R.E.T.» είπε η Ντάνικα. Η Ματίλντα ξερόβηξε. «Ντάνικα, τακτοποίησε, σε παρακαλώ, την Ντοφίν στο γραφείο μου για να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο». Κοίταξε το ρολόι της. «Θα δώσω εξετάσεις;» ρώτησα, με την καρδιά μου να βροντοχτυπάει. «Όχι, όχι...» απάντησε η Κέισσι. «Είναι απλώς μια λίστα με πράγματα που έχεις κάνει ή θα ήθελες να κάνεις. Σεξουαλικά. Βοηθάει την Επιτροπή να σχεδιάσει τις φαντασιώσεις. Παίρνει περίπου μισή ώρα». Η Ντάνικα άπλωσε το χέρι της κάτω από το γραφείο κι έβγαλε μέσα από ένα συρταράκι ένα μαλακό μπορντό βιβλιαράκι σε μέγεθος διαβατηρίου. Μου το έδωσε. Είχε την ίδια υφή με τα τετράδια που χρησιμοποιούσαμε στα μαθήματα σχεδίου. Στο εξώφυλλο υπήρχε έκτυπο το σχέδιο τριών γυναικών, που ήταν ολόγυμνες πέρα από τα μακριά σπαστά μαλλιά τους. Από κάτω υπήρχε μια λατινική επιγραφή: Nihil judicii. Nihil limitis. Nihil verecundiae. «Σημαίνει “Χωρίς επικρίσεις. Χωρίς όρια. Χωρίς ντροπή”» είπε η Κέισσι. Άνοιξα το βιβλιαράκι. Μέσα υπήρχε ένα προοίμιο:


Αυτό που κρατάς στα χέρια σου είναι απόλυτα εμπιστευτικό. Οι απαντήσεις σου είναι μόνο για σένα και για την Επιτροπή. Δε θα τις δει κανένας άλλος. Για να σε βοηθήσει το S.E.C.R.E.T., πρέπει να μάθουμε περισσότερα για σένα. Απάντησε διεξοδικά, ειλικρινά και άφοβα. Παρακαλώ, άρχισε από δω:

«Δηλαδή... το συμπληρώνω;» «Ναι. Απλώς προσπαθούμε να καταλάβουμε το σεξουαλικό σου ιστορικό, τις προτιμήσεις σου... Τι σ’ αρέσει και τι δε σ’ αρέσει» απάντησε η Ματίλντα, και ακολούθησα την Ντάνικα σ’ ένα άνετο γραφείο, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο μου την Κέισσι, που μου έκανε νόημα για «καλή επιτυχία» σηκώνοντας τους αντίχειρές της. «Τσάι; Νερό;» ρώτησε η Ντάνικα δείχνοντάς μου μια μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα Eames με το υποπόδιό της κοντά στη βιβλιοθήκη. «Εντάξει είμαι» είπα, χαζεύοντας το πανέμορφα διακοσμημένο δωμάτιο – τους λευκούς τοίχους, τα ράφια από λουστραρισμένη καρυδιά, τις μοντέρνες πινελιές των μέσων του αιώνα. Αυτοί είναι άνθρωποι της δικής μου φιλοσοφίας, σκέφτηκα. Ύστερα η Ματίλντα με άφησε μόνη μου με τις έγνοιες μου. Θα έπρεπε απλώς να είμαι πολύ ξεκάθαρη με την Επιτροπή. Να τους πω τι ήμουν διατεθειμένη να κάνω και τι όχι. Θα απαριθμούσα λοιπόν σχολαστικά τους κανόνες μου: όχι αεροπλάνα, όχι αναμμένα φώτα, τίποτα που να έχει σχέση με παραλίες, όχι νερό. Κι αν δεν μπορούσαν να σεβαστούν αυτές τις επιθυμίες, κανένα πρόβλημα. Θα έφευγα. Δεν είχα έρθει εδώ να αλλάξω τη ζωή μου. Απλώς να τη βελτιώσω ήθελα, να την εμπλουτίσω. Λιγάκι. Το σεξουαλικό κομμάτι τουλάχιστον. Αλλά πρώτα ήθελαν βασικές πληροφορίες. Έστρεψα την προσοχή μου στο βιβλιαράκι μου, διαβάζοντας στα πεταχτά τις ερωτήσεις, που περνούσαν από το πόσους εραστές είχα σε σχέσεις της μίας βραδιάς, τρίο, πρωκτικό, στοματικό – όλα με βολικά κουτάκια, αριθμούς και κυκλάκια δίπλα τους. Οι πρώτες ερωτήσεις ήταν εύκολες. Είχα σταματήσει να μετράω τον «αριθμό» μου μετά τους πρώτους δεκαπέντε, κι έτσι τον στρογγύλεψα στους είκοσι. Κι αν λάβουμε υπόψη τα πέντε χρόνια σχέσης με τον Λουκ, κατά μέσο όρο είχα δύο εραστές τον χρόνο. Πάντα πίστευα πως ήμουν άνθρωπος της περιπέτειας, αλλά ξαφνικά δύο άντρες τον χρόνο δε μου ακούγονταν και τόσο πολλοί. Έπειτα από λίγα λεπτά η Κέισσι τρύπωσε το κεφάλι της στο δωμάτιο. «Πώς τα πας; Είσαι έτοιμη;» «Όσο μπορώ...» απάντησα, δίνοντάς της το συμπληρωμένο βιβλιαράκι μου. Την ακολούθησα στον κεντρικό προθάλαμο, όπου διασχίσαμε δύο ψηλές λευκές πόρτες. Βρεθήκαμε σε μια αίθουσα συσκέψεων γεμάτη γυναίκες, και το κουβεντολόι σταμάτησε ακαριαία αμέσως μόλις μπήκαμε μέσα. Δεν ήταν το φόρτε μου να γνωρίζω καινούριους ανθρώπους, κι αυτοί εδώ ήταν άνθρωποι μπροστά στους οποίους θα έπρεπε να είμαι ευάλωτη. Δεν είναι καλή ιδέα. Πριν προλάβω όμως να κάνω μεταβολή, η Κέισσι τράβηξε μια καρέκλα για να καθίσω. Ενώ καθόμουν, το βλέμμα μου περιφέρθηκε αργά στην κατάλευκη αίθουσα, που ήταν τέλειο φόντο για τις δέκα γυναίκες όλων των ηλικιών, των χρωμάτων και των μεγεθών, όλες στολισμένες με τα ζωηρόχρωμα ντυσίματά τους, μοιάζοντας με την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για Τέλεια


Αξεσουάρ και Μαλλιά. Πέθαινα να μελετήσω το πρόσωπό τους και ταυτόχρονα φοβόμουν να τις κοιτάξω στα μάτια. «Κυρίες μου...» είπε η Κέισσι». «Σας ευχαριστώ που είστε μαζί μας σήμερα. Θα ήθελα να σας συστήσω την Ντοφίν. Είναι η επόμενη υποψήφιά μας για το S.E.C.R.E.T., ελπίζω. Αν μας δεχτεί...» Αυτό προκάλεσε το εύθυμο χειροκρότημα της ομήγυρης. Ακολούθησε σιωπή, κι όλες με κοίταξαν. Τότε συνειδητοποίησα πως είχε έρθει η ώρα να μιλήσω. Και να πω τι; Οχ, όχι, δεν έχω προετοιμαστεί κατάλληλα! Τα κατέστρεψα όλα. Εμπιστοσύνη και έλεγχος. «Γεια σας... Σας ευχαριστώ. Είμαι ακόμα... Λοιπόν, έχω πολλές απορίες. Και δεν είμαι εντελώς... Είναι όλα τόσο... καινούρια». Παρά τον ασυνάρτητο χαιρετισμό μου, όλες οι γυναίκες φάνηκαν καθησυχαστικές και φιλικές, και άρχισα να χαλαρώνω στην καρέκλα μου. Η Κέισσι μου έδειξε τα μέλη της Επιτροπής, λέγοντάς μου τα ονόματά τους: Μπερνίς, Κιτ, Μισέλ, Μπρέντα, Άντζελα, Πολίν, Μαρία, Μάρτα, Αμάνι και Ματίλντα. «Μην ανησυχείς. Το μόνο όνομα που χρειάζεται να θυμάσαι είναι το δικό μου...» είπε η Κέισσι. «Εγώ φυσικά θα είμαι η δική σου Καθοδηγήτρια, ενώ αυτές οι κυρίες, η Επιτροπή» – έδειξε όλη την ομήγυρη– «θα καθοδηγούν εμένα». «Θα τη χρειαστείτε και οι δύο τη βοήθεια» πρόσθεσε η Άντζελα κλείνοντάς μου το μάτι. Συγχρόνως χτυπούσε με τον αγκώνα την Κέισσι στα πλευρά. Ίσως ο λόγος ήταν ότι κάποια πρόσωπα μου φαίνονταν κάπως οικεία – στο κάτω κάτω έτρωγαν, εργάζονταν και ψώνιζαν στην οδό Μαγκαζίν. Ίσως ο λόγος ήταν ότι αναγνώρισα τον πίνακα της Καρολίνας Μεντόζα στον πίσω τοίχο και αποφάσισα να την ορίσω προσωπικό φύλακα άγγελό μου. Ή ίσως ο λόγος ήταν ότι ήξερα πως επρόκειτο για γυναίκες οι οποίες είχαν χάσει ένα μέρος της αυτοπεποίθησής τους, όπως κι εγώ, και βοηθούσαν η μια την άλλη να την ξαναβρεί. Όποια κι αν ήταν η αφορμή, ξαφνικά μου φαινόταν φυσιολογικό να δεχτώ αυτό που πρόσφεραν: σεξουαλική αναγέννηση. Η Ντάνικα ακούμπησε μπροστά μου ένα ντοσιέ. Ήταν μπορντό με απαλή υφή και είχε πάνω του έκτυπη τη φράση «Το S.E.C.R.E.T. μου». «Αυτό είναι το ντοσιέ για τις φαντασιώσεις σου. Σε κάθε φαντασίωση αντιστοιχεί μία σελίδα. Μπορείς να το συμπληρώσεις στο σπίτι σου» είπε η Κέισσι. «Μόλις τελειώσεις, θα στείλει η Ντάνικα έναν κούριερ να το πάρει». Στο δεξί αυτί του ντοσιέ υπήρχαν πολλά φύλλα κρεμ περγαμηνής. Στο αριστερό υπήρχε η επεξήγηση της αποστολής του S.E.C.R.E.T.: «Κάθε φαντασίωση πρέπει να είναι: Safe, δηλαδή ασφαλής, με την έννοια πως η συμμετέχουσα νιώθει ότι δεν κινδυνεύει. Erotic, δηλαδή ερωτική, με την έννοια πως η φαντασίωση έχει σεξουαλικό χαρακτήρα και δεν είναι απλώς φανταστική. Compelling, δηλαδή ακαταμάχητη, με την έννοια πως η συμμετέχουσα θέλει πραγματικά να τη φέρει εις πέρας. Romantic, δηλαδή περιπαθής, με την έννοια πως η συμμετέχουσα νιώθει ποθητή και


επιθυμητή. Ecstatic, δηλαδή εκστατική, με την έννοια πως η συμμετέχουσα εισπράττει ηδονή από την πράξη. Transformative, δηλαδή μεταμορφωτική, με την έννοια πως κάτι μέσα στη συμμετέχουσα αλλάζει θεμελιωδώς». Μέσα στο ντοσιέ, σε κάθε θήκη, υπήρχε μια λίστα με φαντασιώσεις. Τους έριξα μια ματιά και τα μάγουλά μου κοκκίνισαν: σεξ στα κρυφά σε δημόσιο χώρο ... σεξ με εκπρόσωπο της εξουσίας ... καθηγητή ... αστυνομικό ... δέσιμο ( Ξεροκατάπια. Εμπιστοσύνη και έλεγχος!) ... υπηρέτηση, χτυπήματα στα πισινά ... περιποίηση ... φροντίδα ... σεξ με διάσημο ... νερό ... φύση ... διάσωση ... ασανσέρ ... αεροπλάνο (Χριστός και Απόστολος! Μπορεί να χρειαστεί να πετάξω κιόλας;) ... δεμένα μάτια ... φαγητό ... αιφνιδιασμός ... τρίο ... σεξ με τέσσερα άτομα ... να βλέπεις ... να σε βλέπουν... Ήταν γοητευτικό, συναρπαστικό και τρομακτικό σε ίσες ποσότητες. «Να θυμάσαι» είπε η Ματίλντα. «Εσύ επιλέγεις τις φαντασιώσεις, θέτεις τα όρια κι έχεις τον απόλυτο έλεγχο. Μπορείς να σταματήσεις όποια στιγμή το θελήσεις». Κοίταξα ολόγυρα την Επιτροπή. Τούτη τη φορά τα μάτια μου κοντοστάθηκαν για μια στιγμή σε κάθε θερμό, γεμάτο προσδοκία πρόσωπο. Όλες αυτές οι γυναίκες με έκαναν να νιώθω ότι πολύ σύντομα θα ξεκινούσε η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής μου. Παρ’ όλα αυτά, είδα τον εαυτό μου να ίπταται πάνω από κάθε σενάριο ανησυχώντας, ευνουχίζοντας σιγά σιγά τις περιπέτειές μου, συρρικνώνοντάς τες στο τέλος σε ιντερλούδια επιμελώς χορογραφημένα. Είδα τον εαυτό μου να αμφισβητεί κάθε απόφαση ξανά και ξανά. Και μετά θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει ο πατέρας μου τη μέρα που κατάφερε επιτέλους να με ξεκολλήσει από την άκρη της πισίνας μας. Από τότε που ήμουν νήπιο, μου αρκούσε να κρατιέμαι από τα τοιχώματα και να κλοτσάω με τα πόδια μου το νερό. Αλλά εκείνος μου είπε: Αν δε θέλεις να πνιγείς, κουκλίτσα μου, πρέπει να μάθεις να μπαίνεις εντελώς κάτω από το νερό. Οπότε δεν είχα άλλη επιλογή· μόνο να κάνω αυτό που έκανα. Πέταξα το ντοσιέ για τις φαντασιώσεις στο κέντρο του τραπεζιού. «Σας ευχαριστώ όλες. Μα δε θα συμπληρώσω τη λίστα με τις φαντασιώσεις. Όχι επειδή δε θέλω να συμμετάσχω. Το ακριβώς αντίθετο. Όχι μόνο το θέλω, το έχω ανάγκη. Αλλά σε όλη μου τη ζωή φτιάχνω λίστες και ταμπέλες και βάζω όρια και ζω μέσα σε αυστηρά πλαίσια και σύμφωνα με ορισμένους κανόνες. Μου είπατε σήμερα πως η δουλειά σας είναι να φροντίσετε να είμαι ασφαλής. Μου είπατε ότι μπορώ να σταματήσω τις φαντασιώσεις οποιαδήποτε στιγμή. Αυτά τα όρια μου φαίνονται λογικά. Τα υπόλοιπα τα αφήνω στα χέρια σας και η μόνη οδηγία που σας δίνω είναι αυτή: εκπλήξτε με!» Είχα τραβήξει την προσοχή όλων. Είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Η Κέισσι είχε σκεπάσει το στόμα της με το χέρι της και από τον καρπό της κρεμόταν η υπέροχη αλυσίδα της, αυτή που θα φορούσα κι εγώ σε λίγο. «Δηλαδή δέχεσαι;» ρώτησε. «Ναι» απάντησα, νιώθοντας προκλητική, θριαμβεύτρια. «Δέχομαι!»


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΦΤΑ] ΚΕΪΣΣΙ

ΟΣΟ

με το θάρρος της Ντοφίν κι όσο κι αν ανυπομονούσα να την καθοδηγήσω, ομολογώ ότι ζήλευα λίγο. Στο κάτω κάτω είχα δει στα κλεφτά τον πίνακα και μερικούς από τους καταπληκτικούς άντρες που θα γνώριζε. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αποφάσισα να βγάλω επιτόπου το κινητό μου στην Τρίτη οδό, προτού καλά καλά φτάσω στη Μαγκαζίν. Φτάνει πια με αυτή την ανόητη επιφυλακτικότητα, με αυτούς τους γελοίους φόβους. Η Ντοφίν είχε απαντήσει «Εκπλήξτε με» όταν η Επιτροπή τής ζήτησε να πει τι είδους σεξουαλικές φαντασιώσεις ήλπιζε να απολαύσει. Αφού ήθελα να την καθοδηγήσω, θα ήταν καλύτερο να βρω κι εγώ η ίδια λίγο θάρρος. Πληκτρολόγησα τον αριθμό του Μαρκ Ντρούρυ με ανανεωμένη ορμητικότητα. «Εμπρός;» είπε, με μια φωνή που ακουγόταν σαν να είχε μείνει σε βαρέλι από ξύλο βελανιδιάς σε υγρό υπόγειο. «Σε ξύπνησα, ε;» Γαμώτο. «Ναι, με ξύπνησες». «Είναι τέσσερις το απόγευμα». « Μαμά, εσύ; Νόμιζα ότι σε χάσαμε πριν από έντεκα χρόνια. Τι ωραία έκπληξη...» αποκρίθηκε με ένα χασμουρητό. «Όχι, δεν είμαι η... Είμαι αυτή που γνώρισες στου Ιγνάτιου πριν από μερικές μέρες. Η Κέισσι. Αν και λυπάμαι πολύ για τη μητέρα σου...» «Σε δουλεύω. Κατάλαβα ποια είσαι, και για να ξέρεις, η μητέρα μου ζει και βασιλεύει...» Εντάξει, έπεσα σε χωρατατζή. Το έχω. «Θα της το πω, και θα δεις τι θα πάθεις!» «Πολύ αλαζονικό εκ μέρους σου να πιστεύεις ότι θα γνωρίσεις τη μητέρα μου προτού καν βγεις ραντεβού μαζί μου... Πού είσαι;» «Στη συνοικία Γκάρντεν. Φεύγω... απ’ το σπίτι μιας φίλης» απάντησα κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο μου το Μέγαρο, το οποίο είχα αφήσει πίσω. «Λοιπόν;» είπα. «Τι λοιπόν;» «Λοιπόν... θες να βρεθούμε;» «Τώρα;» ρώτησε, κομπιάζοντας λιγάκι. «Ναι. Τώρα». «Ναι!» αποκρίθηκε, εντελώς ξύπνιος πια. Πρότεινε να συναντηθούμε στο Schiro’s έπειτα από μισή ώρα. Αυτό σήμαινε ότι δεν προλάβαινα να αλλάξω, σκέφτηκα κοιτάζοντας το μπλουζάκι και το τζιν μου. Ούτε προλάβαινα να αλλάξω γνώμη. Θα «βρισκόμουν» με κάποιον που είχα μόλις γνωρίσει. ΚΙ ΑΝ ΕΙΧΑ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΤΕΙ


Με έπιασε ναυτία. Μπορούσα να το κάνω; Αυτό τον ρόλο δεν έπαιζε ο ένας χρόνος στο S.E.C.R.E.T.; Να λειτουργεί σαν ένα ζευγάρι σεξουαλικές βοηθητικές ρόδες; Καιρός να τις βγάλω. Ήξερα ποιες ήταν οι ανάγκες μου. Είχε έρθει η ώρα να τις καλύψω.

*** Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Μαρκ Ντρούρυ ήρθε αργοπορημένος. Κι όπως ήταν αναμενόμενο, ήξερε τη χαριτωμένη σερβιτόρα, την όμορφη κοπέλα που έτρωγε μόνη της, τον ανδρόγυνο σου σεφ που κοντοστάθηκε να χαιρετήσει και τη χυμώδη μπαργούμαν, από την οποία παράγγειλε μια κανάτα μπίρα προτού έρθει και καθίσει απέναντί μου στο τελευταίο άδειο τραπέζι. Στο Schiro’s σύχναζαν πολλοί ντόπιοι, μουσικοί και εργαζόμενοι σε εστιατόρια που έτρωγαν σε περίεργες ώρες. Κόντευε 5, ήταν η ώρα του μεσημεριανού για όλους αυτούς. Ο χώρος ήταν σπουδή στο καρό και στο piercing, και, χάρη στην πανσιόν από πάνω, δεν έλειπαν οι αλλοδαποί επισκέπτες. Θύμιζε αίθουσα αναμονής για τους εξόριστους του Παραδείσου. Ξαφνικά αισθάνθηκα γριά. «Γεια...» μου είπε χαμογελώντας κι έβαλε ένα ποτήρι μπίρα για τον εαυτό του κι ένα για μένα. Στην αρχή παραλίγο να μην τον αναγνωρίσω. Είχε ξυριστεί κι έδειχνε το υπέροχο πρόσωπό του σε όλο του το μεγαλείο. «Γεια». «Υποθέτω ότι σ’ αρέσει η μπίρα». «Γι’ αυτή ζω!» Φαινόταν νυσταγμένος, τα μαλλιά του ήταν πατικωμένα, ενώ η πράσινη μπλούζα του –που αναδείκνυε τα ανοιχτογάλανα μάτια του– ήταν φορεμένη το μέσα έξω. Προτού έρθει, είχα πεταλούδες στο στομάχι, αλλά περιέργως άρχισαν να καλμάρουν μόλις ήρθε και κάθισε. Ένα τυπάκι είναι. Με ανάγκες. Σαν εσένα. Έπιασε έναν κατάλογο από το τραπέζι και τον μελέτησε, ρίχνοντας κάθε τόσο κλεφτές ματιές προς το μέρος μου. «Ας πάρουμε μπέργκερ. Τα κάνουν καταπληκτικά εδώ!» «Έχω να έρθω πάρα πολύ καιρό» αποκρίθηκα. «Ερχόμασταν με τον πρώην μου για μεσημεριανό όταν πρωτοήρθαμε στη Νέα Ορλεάνη». Γιατί ανέφερα τον Σκοτ; «Με τον πρώην σου, ε;» Έκλεισε με θόρυβο τον κατάλογο. «Πρώην σύζυγο ή πρώην φίλο;» «Σύζυγο. Αλλά πέθανε πριν από καιρό». «Δε με δουλεύεις, έτσι; Επειδή πραγματικά έκανα πλάκα για τη μαμά μου». «Όχι, δεν κάνω πλάκα». Δεν το σκάλισε περισσότερο. «Και πώς τα έχεις πάει έκτοτε στην ωραία τούτη πόλη;» «Ερωτικά εννοείς;» Συνόδεψα την ερώτηση με μια μεγάλη γουλιά μπίρας. «Ναι». «Ε, πότε έτσι, πότε γιουβέτσι... Εσύ;» ρώτησα σκουπίζοντας το στόμα μου. «Δύσκολα βρίσκεις άνθρωπο που να του αρέσουν οι ώρες των μουσικών... Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»


«Κι αυτό; Είναι ραντεβού;» «Πες το όπως θες, αρκεί να έχεις γδυθεί προτού τελειώσει». Τι τόλμη! Προσπάθησα να μη δείξω ότι σκανδαλίστηκα. Ήταν ακόμα πιο τολμηρός από τους άντρες στις φαντασιώσεις μου – εκείνοι με είχαν βάλει με το μαλακό στα πράγματα. Αλλά αυτή ήταν η πραγματική ζωή, όπως είχε πει η Ματίλντα. Ήταν πιο ριψοκίνδυνη, πιο μπερδεμένη, πιο ύπουλη από τη φαντασίωση. Στο S.E.C.R.E.T. δε θα με απέρριπταν, δε γινόταν να κάνω λάθος. Στη ζωή το ενδεχόμενο να φτάσω σ’ αυτή την αρνητική κατάληξη ήταν κάτι παραπάνω από πιθανό. Τουλάχιστον εξακολουθούσα να έχω την υποστήριξη του S.E.C.R.E.T. και την καθοδήγηση της Ματίλντας ενώ εξερευνούσα το νέο έδαφος. Να που τώρα υπήρχε κάποιος. Ήταν γλυκούλης, αστείος και παλιόπαιδο. Κι αυτό που είχα στο μυαλό μου ήταν ακριβώς αυτό που είχε κι εκείνος στο δικό του. Θα τα καταφέρεις, Κέισσι. Ξαναγέμισα το ποτήρι μου. «Πόσων χρόνων είσαι;» «Είκοσι οχτώ» μου απάντησε. Πνίγηκα με την μπίρα μου. «Είσαι σχεδόν δέκα χρόνια μικρότερος από μένα! Αηδία...» «Για σένα ίσως». Ήρθε η σερβιτόρα. Παράγγειλε μπέργκερ και για τους δυο μας. «Κι αν ήμουν χορτοφάγος;» «Δεν περίμενα να είσαι τέλεια...» Εκμεταλλεύτηκα τη στιγμή για να αλλάξω θέμα. Ήθελα να πάρω ανάσα. «Ώστε είσαι μουσικός...» Ανασήκωσε τους ώμους, παίζοντάς το ντροπαλός στην αρχή. Ύστερα άρχισε να μου λέει για το συγκρότημά του, τους Careless Ones. Ήταν τέσσερις· είχαν μεγαλώσει μαζί στο Μέταιρι. Και παρόλο που είχαν ξεκινήσει ως ντίξιλαντ πανκ συγκρότημα, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό, το είχαν γυρίσει πιο πολύ στα μπλουζ και στην κάντρι. «Αλλά οι μισοί θέλουν να πάμε απ’ τη μια κατεύθυνση» συνέχισε. «Και οι άλλοι μισοί απ’ την άλλη. Κι εγώ είμαι ο βασικός τραγουδιστής. Κάποιες μέρες νιώθω πως είμαι στη μέση της διαμάχης για το ποιος θα κερδίσει την κηδεμονία της ψυχής της μπάντας...» Έπιανε το ποτήρι της μπίρας από το χείλος αντί από τη μέση. Τα μαλλιά του ήταν υγρά και μύριζε μήλο. Και τα χέρια του. Είπα για τα χέρια του; Τα δάχτυλά του ήταν λεπτά και οι πήχεις του νευρώδεις από τις κιθάρες και τα μικρόφωνα που κρατούσε ή από τα αυτόγραφα που υπέγραφε. Ύστερα συνέχισε να μιλάει – για τον εαυτό του, τη μουσική του και το συγκρότημά του, τα όνειρά του, τις φιλοδοξίες του, τις επιρροές του και τις εμπνεύσεις του. Κι εγώ είχα μαγευτεί. Όχι από την ιστορία του, αλλά από τον παντελή εγωκεντρισμό του. Αντί να με ταράξει, η νεανική εγωπάθειά του ξαφνικά με χαλάρωσε πλήρως. Ίσως αυτός αποζητούσε την επιδοκιμασία μου, αλλά εγώ δε ζητούσα τη δική του. Δύο πράγματα ήθελα από κείνον. Το στόμα του στο στόμα μου. Τα χέρια του στο κορμί μου. Ήθελα να κάνω μαζί του αυτά που είχα ζήσει με τους άντρες των φαντασιώσεών μου: σεξ χωρίς δεσμεύσεις.


Ήρθαν τα μπέργκερ, κι έβαλε μια πατάτα στο καταπληκτικό στόμα του. Έκοψα μια δαγκωνιά από το μπέργκερ μου. Ύστερα άλλη μία. Νόμισα πως η σιωπή θα του έδινε το έναυσμα να ρωτήσει για μένα, αλλά εκείνος άρχισε πάλι να μιλάει. «Δηλαδή δε σπούδασα μουσική. Για μένα το μόνο που μετράει είναι το αποτέλεσμα που έχει στο κοινό. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να μετρήσεις τη μουσική, από...» «Σταμάτα να μιλάς». «... το πώς τη νιώθεις όταν διαπερνάει το...» «Σταμάτα να μιλάς». «... πλήθος». Τούτη τη φορά με άκουσε. Ήταν σειρά μου να μιλήσω. «Το πάθος σου για τη μουσική είναι πολύ γλυκό, Μαρκ. Αλλά αν θες ν’ ανέβω επάνω μαζί σου, πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα χρησιμοποιήσεις το όμορφο στόμα σου για κάτι άλλο εκτός απ’ το να μιλάς». Είδα το μήλο του Αδάμ στον λαιμό του να ανεβοκατεβαίνει. Βούτηξε μια πατάτα στο κέτσαπ και τη δάγκωσε. Κατόπιν έκανε νόημα να φέρουν τον λογαριασμό.

*** Ανέβηκα επάνω και προσγειώθηκα στον πάγκο μεταξύ του μικροσκοπικού ψυγείου και της ακόμα πιο μικροσκοπικής κουζίνας, με το μυώδες στέρνο του ανάμεσα στους μηρούς μου. Μου έβγαλε το μπλουζάκι. Ύστερα έπιασε τα αθλητικά μου από τη φτέρνα, τα τράβηξε το ένα μετά το άλλο και τα πέταξε πάνω από τους ώμους του. Σειρά είχε το τζιν μου, κι έμεινα με ένα μαύρο δαντελωτό σουτιέν και ασορτί κιλοτάκι. Δεν ήταν προσχεδιασμένο. Κατά τύχη τα διάλεξα. «Είσαι πολύ ωραία, ρε πούστη μου...» ψιθύρισε ελευθερώνοντας τη θηλή μου, που σκλήρυνε αυτόματα μέσα στο δροσερό στόμα του. «Μη μιλάς, σου είπα...» Ακούμπησα την πλάτη μου στα μεταλλικά ντουλάπια. Έτσι θα το έκανα, με αυτό τον τρόπο θα ξεπερνούσα τον Γουίλ, έτσι θα έδιωχνα την εικόνα του Γουίλ μαζί με την Τρεϊσίνα από το μυαλό μου. Θα δημιουργούσα νέες αναμνήσεις με καινούριους άντρες, ώστε να μπορώ να τους σκέφτομαι όποτε χρειαζόμουν ανακούφιση ή ξαλάφρωμα. Ξεκινώντας από αυτόν εδώ. Περιεργάστηκα πάνω από τον ώμο του το μισοφωτισμένο αντρικό δωμάτιο, με μια βρετανική σημαία για κουρτίνα, μια μικρή παλιά τηλεόραση ανεβασμένη σε μια κασέλα απέναντι από ένα ψηλό διπλό κρεβάτι με συρτάρια από κάτω. Ήταν τακτοποιημένο, αλλά απέπνεε μια αύρα μεταχειρισμένου και προσωρινού. Κανένας δε θα έμενε για πολύ εδώ, πόσο μάλλον κοπέλα. Ενώ εκείνος έπαιρνε την άλλη μου θηλή στο στόμα του, γλιστρώντας αργά πέρα δώθε τη γλώσσα του και γλείφοντάς την, πέρασα τα δάχτυλά μου από τα μαλλιά του και μάζεψα το μπλουζάκι του στις χούφτες μου. Του το έβγαλα· στο λείο δέρμα του, προς έκπληξή μου, δεν είχε τατουάζ. Μου έπιασε σφιχτά και με τα δυο χέρια τους μηρούς, ανοίγοντάς τους λίγο περισσότερο. Ένιωθα τις παλάμες του καυτές επάνω στο ύφασμα, που είχε αρχίσει να υγραίνεται από τον τρόπο με τον οποίο η άρθρωση του δαχτύλου του έπαιζε με τη σχισμή μου.


«Αχ, είσαι υγρή...» μουρμούρισε δαγκώνοντας το κάτω χείλος μου, ενώ παραμέριζε με το δάχτυλό του το λάστιχο. Ερεθισμένος, με έσπρωξε με φιλιά πίσω στα ντουλάπια, ενώ το δάχτυλό του κουνιόταν φρενιασμένα, ελευθερώνοντας περισσότερα από τα υγρά μου. Τα χέρια μου τραβούσαν τα κουμπιά του τζιν του, άνοιξαν ένα, δύο, τρία και χώθηκαν μέσα στο παντελόνι του. «Αχ, Χριστέ μου...» τραύλισα ενώ έκλεινα σφιχτά το χέρι μου γύρω από τη στύση του, που παλλόταν στη χούφτα μου. «Για μένα;» Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι το ξεστόμισα, αλλά τόσο καλό ήταν. Τόσο καλός ήταν. Τον χάιδεψα, και σκλήρυνε ακόμα περισσότερο. «Ω, γαμώτο...» βόγκηξε σηκώνοντάς με από τον πάγκο και μεταφέροντάς με με ευκολία στο καθιστικό, πετώντας με προς τα πίσω στο κρεβάτι, όπου έκανα ένα γκελ. Το πέος του ξεπρόβαλε πάνω από το ανοιγμένο τζιν. Τα χέρια μου είχαν μετρήσει σωστά· ήταν όντως προικισμένος, όπως θέλει το κλισέ του ροκ σταρ, και κρίνοντας από το ύφος στο ευχαριστημένο πρόσωπό του, το ήξερε. Όσο εκείνος τραβούσε το τζιν του για να το βγάλει εντελώς, έμεινα ξαπλωμένη με τα εσώρουχα κι ένιωθα σέξι, πρόστυχη, δικαιωμένη. Τον παρακολούθησα να βγάζει παραπατώντας το μποξεράκι του. «Βρε βρε...» είπε, όρθιος δίπλα μου επάνω στο κρεβάτι του, με ύφος Βρετανού ντετέκτιβ σε τηλεοπτική σειρά. «Τι έχουμε εδώ; Έχουμε ενδείξεις ότι μια πολύ καυλωμένη κοπέλα βρίσκεται στο κρεβάτι μου. Για να δούμε τι υπάρχει κάτω απ’ το σουτιέν και το κιλοτάκι...» Γλίστρησε το χέρι του κάτω από την πλάτη μου για να ξεκουμπώσει το σουτιέν μου, το έβγαλε και το πέταξε πάνω από τον ώμο του. Εκείνο προσγειώθηκε πάνω σε μια κιθάρα στη γωνία και θύμιζε νεκρή φύση που θα μπορούσε να έχει τίτλο «Σεξ με έναν μουσικό». Αψίδωσα την πλάτη μου την ώρα που το χέρι του χώθηκε μέσα στο εσώρουχό μου, ενώ οι λαγόνες μου τινάζονταν ελαφρά για να μη με ακουμπήσουν τα δάχτυλά του, για να τον κάνω να πασχίσει να με βρει, απολαμβάνοντας το παιχνίδι. Ανυπόμονος, έπιασε το λάστιχο και τράβηξε το εσώρουχο έως κάτω, αφήνοντάς το να κρέμεται στον αστράγαλό μου. «Καλύτερα τώρα...» Πήγε στα πόδια του κρεβατιού κι έφερε το γυμνό μου πόδι στο στόμα του. Εκείνο το στόμα – το στόμα που τραγουδούσε, που μουρμούριζε και βογκούσε. Τα χείλη του γαργάλησαν τα μικρότερα δάχτυλά μου προτού κλείσουν τελείως μέσα τους το μεγάλο μου δάχτυλο, στέλνοντας μια οδυνηρή γλύκα, που ανέβηκε γλιστρώντας σαν φίδι στα πόδια μου. Έπειτα άπλωσε το χέρι σ’ ένα κοντινό τραπεζάκι και άνοιξε το επάνω συρτάρι, πήρε ένα προφυλακτικό και το φόρεσε. «Άνοιξε τα πόδια σου, Κέισσι...» είπε. «Πες “παρακαλώ”...» τον πείραξα εγώ τεντώνοντας τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου και κλείνοντας τα γόνατά μου. Πάγωσα τη σκηνή στο κεφάλι μου. Κλικ. Έναν χρόνο νωρίτερα αυτό θα ήταν αδιανόητο. Κάτι που συνέβαινε μόνο σε άλλες. Κι όμως να με τώρα εδώ, να αναζητώ την ηδονή, να δίνω ηδονή, να παίρνω ηδονή. Γλίστρησε τα χέρια του ανάμεσα στους μηρούς μου ανοίγοντάς τους σιγά σιγά, και βρέθηκα ξαπλωμένη, ανοιγμένη, γυαλίζοντας από τα υγρά, ερεθισμένη από το αποφασιστικό ύφος στο πρόσωπό του. Ή ο κόλπος μου είχε στενέψει, μιας και είχα τρεις μήνες να κάνω σεξ, ή το


μέγεθός του ήταν ασυνήθιστο, γιατί, παρόλο που ήμουν κάθυγρη, την πρώτη φορά που μπήκε μέσα μου, με διαπέρασε ο πιο τέλειος πόνος που μπορεί να φανταστεί κανείς. Οι μηροί μου σφίχτηκαν γύρω από τους στενούς γοφούς του. Γραπώθηκα από το τεντωμένο μπράτσο του. Θεούλη μου! Ένα αγκομαχητό βγήκε από τα χείλη μου μόλις μπήκε ξανά μέσα μου, τούτη τη φορά πιο δυνατά. «Σε πονάω;» με ρώτησε γλυκά. «Ναι, αλλά είναι ωραίο... Πολύ ωραίο!» «Είναι...» μουρμούρισε, απολαμβάνοντας τις αργές βαθιές κινήσεις του, που άρχισαν να επιταχύνονται μόλις με ένιωσε να σφίγγομαι γύρω του, παίρνοντάς τον επιτέλους όλο μέσα μου. «Αχ, ναι, είσαι πάρα πολύ στενή...» Τον παρακολούθησα να βυθίζεται μέσα μου, πιο γρήγορα και πιο ασυγκράτητα. Ναι. Μπορώ να τελειώσω έτσι! σκέφτηκα σηκώνοντας τα γόνατά μου πιο ψηλά, νιώθοντάς τον να φτάνει στο βάθος. Στη συνέχεια επιβράδυνε και σταμάτησε. Όχι! Τραβήχτηκε, αφήνοντάς με πεινασμένη, λαχανιασμένη. Παραλίγο να ουρλιάξω: Μη σταματάς! – ώσπου συνειδητοποίησα ότι δεν είχε καμία πρόθεση να σταματήσει τίποτα. Αισθάνθηκα τη γλώσσα του να κολυμπάει μέσα στον αφαλό μου, ελευθερώνοντας ένα νέο κύμα υγρών πιο κάτω. Με άνοιξε ακόμα περισσότερο, σπρώχνοντας τα γόνατά μου πιο ψηλά, και με κρατούσε καθηλωμένη καθώς το πρόσωπό του με εξερευνούσε, φιλούσε τους μηρούς μου, την ήβη μου, πιπίλιζε αχόρταγα τις εσωτερικές πτυχές μου, ώσπου βρήκε τη μικροσκοπική σφιχτή κλειτορίδα μου –που ήταν πλήρως διογκωμένη πλέον– και την έτριψε με τη μύτη του, την έγλειψε. Την έκλεισε εντελώς στο στόμα του, ρουφώντας τα χείλη μου και γυρίζοντας τη γλώσσα του γύρω από την ευαίσθητη παλλόμενη έκφυσή μου, κάνοντάς με να παραληρώ. «Αααχ, ναι...» αναστέναξα. Αυτό είναι για σένα. Άφησέ τον. Έπιασα μια τούφα από τα μαλλιά του, ενώ εκείνος χούφτωσε τον κώλο μου, ο αντίχειράς του μπήκε μέσα μου, η γλώσσα του διέγραφε τρελούς κύκλους, βάζοντας τα πάντα στο παιχνίδι. «Σ’ αρέσει;» μουρμούρισε ανάμεσα στα τινάγματα της γλώσσα του. «Ναι;» Δε γινόταν να κρατηθώ. Δε γινόταν. Παραδόθηκα σ’ έναν οργασμό τόσο έντονο, ώστε το ουρλιαχτό μου έφτασε στο ταβάνι καθώς τα δάχτυλά του μπαινόβγαιναν μέσα μου και η γλώσσα του εξακολουθούσε να γυρίζει και να πάλλεται όσο διαρκούσαν οι κραυγές μου. Αχ, Θεέ μου, αχ, Θεέ μου, αχ, Θεέ μου, χύνω, ναι! Με το ένα χέρι κρατιόμουν από το κεφαλάρι του κρεβατιού, με το άλλο έσφιγγα τα μαλλιά του, ενώ ταυτόχρονα τιναζόμουν και αγκομαχούσα έτσι όπως ο οργασμός περνούσε από το κέντρο του κορμιού μου κι έβγαινε από τα τέσσερα άκρα μου. Τα μάτια μου έκλεισαν σφιχτά για να συγκρατήσουν την ένταση, προτού αυτή κοπάσει τόσο άσπλαχνα. Ανέβηκε σιγά σιγά στο αδύναμο κορμί μου φιλώντας την κοιλιά μου, τρίβοντας τα υγρά του χείλη στις ρώγες μου και ύστερα χώθηκε ξανά μέσα μου· ήταν σκληρός, πάρα πολύ σκληρός. Δεν είχα καλά καλά προλάβει να ξελαχανιάσω, όταν τα κορμιά μας έσμιξαν και πάλι ορμητικά, τα χέρια μου γραπώθηκαν από τους γοφούς του και τα γόνατά μου τον τύλιξαν σφιχτά· η τριβή


με ζάλισε. Η ηδονή εντάθηκε πάλι. Τι στον διάολο; Ύστερα, σαν αστραπή, τέλειωσα ξανά, ρίχνοντας το κεφάλι πίσω. «Αχ, Θεέ μου, Γουίλ! Ναι. Αχ, Γουίλ, αχ!» φώναξα ενώ εκείνος τέλειωνε λέγοντας το όνομά μου, βογκώντας μέσα στα μαλλιά μου, τρίβοντας το σώμα του επάνω στο δικό μου. Σκατά. Σκέπασα το στόμα μου κι έκλεισα τα μάτια μου και εξαιτίας του παροξυσμού της ηδονής και εξαιτίας της ηλίθιας γκάφας μου. Όταν τραβήχτηκε μαλακά από μέσα μου και κατέβηκε από πάνω μου, ήλπιζα, προσευχόμουν να μην είχε ακούσει καλά τι είχα πει. Κάναμε και οι δύο πολλή φασαρία, και ήταν όλα πολύ έντονα και πάρα πολύ ωραία... Γιατί έπρεπε να τα σκατώσω; «Οπότε... Ναι. Ο Γουίλ. Ο πρώην σου είναι;» ρώτησε το ταβάνι ενώ τραβούσε το προφυλακτικό. Γαμώτο. Με κοίταξε κι έγνεψα καταφατικά. «Γιατί δεν είσαι μαζί του;» «Είναι μπερδεμένο...» «Πάντα έτσι είναι». «Συγγνώμη. Ήταν... ατύχημα. Και δεν αξίζει να το συζητήσουμε». «Αφού το λες εσύ». Ακουγόταν ειλικρινής. Ουφ... «Αλλά ξέρεις τι αξίζει να συζητήσουμε;» είπα γυρίζοντας στο πλάι για να τον κοιτάξω, στηριγμένη στον αγκώνα μου. Προσπάθησα να χαμογελάσω δειλά, για να δείξω την αλλαγή όχι μόνο του θέματος, αλλά και της διάθεσης. «Το ότι κοιμάσαι σε κρεβάτι καπετάνιου...» Τσίμπησε. «Το γεγονός ότι έχει συρτάρια από κάτω δε σημαίνει πως είναι κρεβάτι καπετάνιου. Το διαμέρισμα είναι μικρό. Πρέπει να εξοικονομώ χώρο». Τα δάχτυλά μου έκοβαν βόλτες στη σφριγηλή κοιλιά του, ακολουθώντας την απαλή γραμμή από σκούρες τρίχες, η οποία οδηγούσε σ’ έναν περιποιημένο θύσανο που περιέκλειε το πέος του, άτονο πια, γερμένο βαρύ στον μηρό του. Αυτός ο άντρας ήταν εξαιρετικά αισθησιακός όταν δε μιλούσε. «Είσαι εκπληκτικός...» είπα. Διέγραψα μερικούς κύκλους με το δάχτυλό μου γύρω από τη μια θηλή του και ύστερα γύρω από την άλλη. «Κι εσύ είσαι γελαστή...» τραύλισε, ξέπνοος ακόμα. «Και περνάω γαμάτα μαζί σου...» Ακούμπησα το δάχτυλό μου στα καλοσχηματισμένα, πολύ ταλαντούχα χείλη του. «Καλά τα λες...» αποκρίθηκα. «Γελαστά. Και γαμάτα. Αυτές είναι οι σημαντικές λέξεις». «Είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να ενσωματώσουμε κι άλλες λέξεις από γ...» μουρμούρισε, κλείνοντας τα χείλη του γύρω από το δάχτυλό μου και πιπιλίζοντάς το. Έκλεισα τα μάτια μου. Εντάξει. Καλοί ήμαστε. Απελευθέρωση, πράγματι.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΧΤΩ] ΝΤΟΦΙΝ

ΜΕΤΑ

φαντασίωσή μου στον ποταμό Αμπίτα, πριν από έναν σχεδόν μήνα, αισθανόμουν σαν να είχε εγκατασταθεί στο κορμί μου ένας ενισχυτής τάσης. Πώς αλλιώς να εξηγήσω την ενέργεια που είχα εκείνη τη μέρα; Όχι μόνο έστειλα την Ελίζαμπεθ στο σπίτι της, αλλά ξεδιάλεξα και τιμολόγησα τις τελευταίες κούτες από τον πλειστηριασμό, εκκαθάρισα το παλιό στοκ κι έκανα το μαγαζί πεντακάθαρο, λαμπίκο, σε σημείο που μου ήρθε να το κλείσω διά παντός, μην τυχόν κι έρθουν τίποτα πελάτες και μου χαλάσουν τη σκληρή δουλειά που είχα κάνει. Έβγαλα και φωτογραφία. Και αντί να αισθάνομαι εξαντλημένη από την κούραση, ένιωθα νικήτρια, γεμάτη ενέργεια. Και ύστερα τα είδα από το μπροστινό παράθυρο – τα τραπέζια! Είχα ξεχάσει τα πτυσσόμενα τραπεζάκια με τις προσφορές στο πεζοδρόμιο. «Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο!» αναφώνησα, ξεκλειδώνοντας βιαστικά την πόρτα. Ήταν αργά και η Μαγκαζίν σχεδόν έρημη. Στοίβαξα τους γρατζουνισμένους πλαστικούς κάδους που περιείχαν τα πάντα, από παράταιρα ψηλά γάντια, στραπατσαρισμένες περούκες, τσαντάκια από βαμμένο σατέν με μικροσκοπικούς λεκέδες, δικτυωτές κάλτσες σε διαφορετικά μεγέθη, στρας μέτριας ποιότητας, τα οποία είχα αφήσει κάτω από μια ταμπέλα που έγραφε «Κάδοι για φιλανθρωπία: $2 το ένα – ή $20 για όλα». Η Εμπορική Ένωση της Οδού Μαγκαζίν με είχε προειδοποιήσει πολλές φορές ότι δεν επιτρεπόταν να βγάζω το εμπόρευμα στον δρόμο, παρά μόνο κατά τη διάρκεια της Γιορτής της Άνοιξης, όταν έκλεινε όλος ο δρόμος για το υπαίθριο παζάρι. Πέρυσι είχα φάει πρόστιμο οχτακόσια δολάρια επειδή είχα αψηφήσει τον κανόνα το Σαββατοκύριακο του Πάσχα. Αλλά ήμουν τόσο περήφανη για τον εαυτό μου που έσπρωχνα έστω και λίγο από το νεκρό στοκ, ώστε δικαιολογούσα την παράβαση. Είδα μια ψηλή επιβλητική σκιά να πέφτει στο τραπέζι μπροστά μου. «Η δεσποινίς Ντοφίν Μέισον;» Γύρισα αργά, σφίγγοντας μια ροζ κοντή περούκα στη γροθιά μου και δύο αδέσποτα γάντια κάτω από τη μασχάλη μου. Τα μάτια μου βρέθηκαν στο ίδιο ύψος με ένα κολλαριστό μπλε πουκάμισο κι ένα γυαλιστερό χάλκινο σήμα. «Μπα σε καλό μου...» τραύλισα με την προφορά της μητέρας μου. Οι αστυνομικοί ξυπνούν μέσα μου την Καλλονή του Νότου με το κοντοκουρεμένο μαλλί και τις φαρδιές τους πλάτες. Κι αυτός εδώ σε αιχμαλώτιζε και με το παραπάνω, με τα μάτια του, που είχαν γκρίζες πιτσιλιές, και το μάγουλό του με το λακκάκι, το οποίο εξαφανιζόταν όταν μασούσε την τσίχλα του. Στεκόταν με τον γοφό να πετάει αυθάδικα, συνηθισμένος στην εξουσία του, με τις χειροπέδες να κρέμονται από τη ζώνη του. «Θα ήθελα να μπείτε στο κατάστημα, δεσποινίς Μέισον» είπε, κοιτάζοντας γύρω του με το σαγόνι σφιγμένο. ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ


«Ποιος με κάρφωσε τέτοια ώρα;» «Μπείτε μέσα, σας παρακαλώ. Μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει πρόβλημα». Είχε μηρούς δρομέα – μήπως επειδή κυνηγούσε κακούς; «Χριστός και Απόστολος!» αναφώνησα βάζοντας και τα δυο χέρια στους γοφούς. «Ένα παλιοτραπέζι είναι, αστυνόμε!» «Προσέξτε πώς μιλάτε, δεσποινίς Μέισον». «Αν μου ζητήσετε να πληρώσω άλλα οχτακόσια δολάρια πρόστιμο επειδή βγάζω τραπέζια στο πεζοδρόμιο, δε θα χαρώ ιδιαίτερα...» Χωρίς να απαντήσει, με ακολούθησε στο εσωτερικό του καταστήματος, όπου δεν μπορούσα πια να συγκρατήσω την οργή μου. Άναψα ξανά τα φώτα. «Το ξέρετε πως είναι γελοίο!» ξεφώνισα πετώντας τα κλειδιά του μαγαζιού επάνω στον γυάλινο πάγκο. «Θα έπρεπε να κυνηγάτε εγκληματίες, όχι μια καταστηματάρχισσα που πασχίζει να βγάλει το ψωμί της!» Ενώ εγώ παραληρούσα, εκείνος έκοβε αργά βόλτες μέσα στο μαγαζί, έχωσε το κεφάλι του στο ανδρικό τμήμα και κοίταξε εξεταστικά πάνω από τις ψηλές κρεμάστρες. «Δεσποινίς Μέισον, έχω παρκάρει το περιπολικό από πίσω». «Για ποιον λόγο;» «Για να μη βρεθείτε στη δύσκολη θέση να γίνει η προσαγωγή σας στον δρόμο. Αλλά σε περίπτωση που δεν κλείσετε...» «Θέλετε να κλείσω το στόμα μου; Δεν πρόκειται. Νομίζω πως είναι άδικο να...» «Δεσποινίς Μέισον, αυτό που ήθελα να πω είναι πως, αν δεν κλείσετε την μπροστινή πόρτα, δεν την κλειδώσετε και δεν αποδεχτείτε το Βήμα, τότε δε θα μπορέσω να σας... συλλάβω». Με τούτα τα λόγια, ήρθε προς το μέρος μου κουνώντας τις χειροπέδες, τις οποίες είχε βγάλει από τη ζώνη του. Το χαμόγελό του χρωματίστηκε από μια παιχνιδιάρικη κατεργαριά. «Μη με αναγκάσετε να τις χρησιμοποιήσω. Εκτός αν το θέλετε». «Εγώ, εεε... Είσαι από... Αυτές σ’ έστειλαν;» Ο θυμός μου καταλάγιασε κι έδωσε τη θέση του στην ντροπή, στην περιέργεια, στη διέγερση. «Τι θα γίνει, δεσποινίς Μέισον;» «Είσαι στ’ αλήθεια αστυνομικός;» ρώτησα, και τα μάτια μου στένεψαν. Το πράγμα είχε ενδιαφέρον. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω». Στεκόταν τόσο κοντά μου, ώστε μπορούσα να μυρίσω την τσίχλα με άρωμα μέντας που μασούσε. Σήκωσα τους καρπούς μου μπροστά μου. «Φαντάζομαι πως είναι ώρα λοιπόν...» αποκρίθηκα. «Αποδέχομαι το Βήμα». Αν οι κινήσεις ενός αστυνομικού γίνεται να είναι «μπαλετικές», αυτήν τη λέξη θα χρησιμοποιούσα για να περιγράψω πόσο επιδέξια με έστρεψε, μου ακινητοποίησε τα χέρια πίσω από την πλάτη και μου έδεσε τους καρπούς με τις σφιχτές χειροπέδες του. Έφερε το στόμα του δίπλα στο αυτί μου. «Πού είναι τα κλειδιά του μαγαζιού;» ψιθύρισε.


Ένα καυτό ρίγος διαπέρασε σαν φίδι τη ραχοκοκαλιά μου. Ώστε έτσι είναι να σε δένουν... Για να πω την αλήθεια, δεν ήταν μόνο ένας από τους φόβους μου· ήταν και μια από τις πιο σκοτεινές φαντασιώσεις μου. Είχα αρχίσει να διακρίνω ένα μοτίβο. Πρώτα είχα κατακτήσει το νερό και τώρα αυτό. «Δε θα μείνουμε εδώ;» «Φοβάμαι πως όχι, κυρία μου... Θα σας πάω στο τμήμα». Κοίταξα το απλό βαμβακερό φουστάνι μου, που ήταν τέλειο για δουλειές και καθάρισμα, αλλά όχι για αποπλάνηση. Να μην είμαι στην τρίχα προτού κάνω σεξ; Ήταν κι αυτός ένας από τους φόβους μου. Ανάθεμά τους. «Είμαι... κατάλληλα ντυμένη για το τμήμα;» «Θα είστε η καλύτερα ντυμένη ή γδυτή εκεί». «Τι θα μου κάνεις;» «Όλα όσα θες και τίποτα που δε θες». Μάλιστα. Καλά που μου το θύμισε. Ένιωσα ξανά πιο ήρεμη. Ύστερα φτάσαμε στα δοκιμαστήρια και ξαφνικά σταμάτησα να προχωράω· τα πόδια μου έγιναν ένα με το βαμμένο τσιμέντο. «Στάσου!» «Κουράγιο, Ντοφίν» είπε κι έσπρωξε απαλά με το χέρι του τη μέση μου. «Όχι. Χρειάζομαι την τσάντα μου!» Ξεφύσηξε. «Πού είναι;» «Κάτω από τον πάγκο» απάντησα δείχνοντας με το πιγούνι μου. «Ευχαριστώ». Μου έκανε εντύπωση η παραδοξότητα της εικόνας – αυτή η ψηλή αρρενωπή προσωποποίηση της δικαιοσύνης που επέστρεφε με την κοραλλί δερμάτινη τσάντα μου. Ο αέρας στο δρομάκι ήταν δροσερός, η νύχτα ήρεμη. Κλείδωσε την μπροστινή και την πίσω πόρτα του καταστήματος και μετά με έχωσε στο πίσω μέρος του σκοτεινού οχήματος με το χέρι στο κεφάλι μου και ακούμπησε την τσάντα μου δίπλα μου. «Σ’ ευχαριστώ θερμά. Είσαι πολύ κύριος». «Όχι. Είμαι ένας κακός αστυνομικός». «Μάλιστα» αποκρίθηκα. «Καταλαβαίνω...» Πρέπει να παίξει τον ρόλο του – άφησέ τον, Ντοφίν. Εμπιστοσύνη και έλεγχος. Μόλις τακτοποιήθηκε στη θέση του οδηγού και ξεκίνησε, με κυρίεψε ένας μικρός πανικός. Ήξερα ότι δεν είχε σκοπό να μου κάνει κακό, να με συλλάβει ή να με φυλακίσει κάπου όπου δε θα ήθελα να βρίσκομαι, αλλά δε μου άρεσε να είμαι συνοδηγός, πόσο μάλλον να είμαι εγκλωβισμένη με τούτο τον τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχα φοβηθεί ακόμα και τότε που ήταν να αφήσω εκείνο τον ωραίο άντρα να με κρατήσει ανάσκελα στο νερό στον ποταμό Αμπίτα; Είχα νιώσει πολύ φοβισμένη όταν βγήκαμε από τη λεωφόρο Κόβινγκτον εκείνη τη μέρα, αλλά ύστερα ήμουν πολύ χαρούμενη. Τα γεγονότα εκείνης της μέρας επαναλαμβάνονταν ακόμα μέσα στο μυαλό μου σαν ένα μπόνους μουσικό κομμάτι. Προσπάθησα να χαλαρώσω, όμως μέσα μου εναλλάσσονταν ο φόβος και η έξαψη, πράγμα που γιγάντωσε τον ερεθισμό μου.


Άρχιζα να συνειδητοποιώ τι γοητεία ασκούσαν τα δεσμά. Χρειάστηκαν μόλις λίγες στροφές στους σκοτεινιασμένους δρόμους της συνοικίας Γκάρντεν για να φτάσουμε στον προορισμό μας: στο Μέγαρο. Η πύλη άνοιξε και κατάπιε το αυτοκίνητο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα· έως τώρα είχα πάει μόνο στο παλιό αμαξοστάσιο. Απογοητεύτηκα όταν προσπεράσαμε αργά την πλαϊνή είσοδο στην κορυφή του μικρού λοφίσκου και κατευθυνθήκαμε προς κάτι που θύμιζε μεγάλο γκαράζ δίπλα σε μια νεφροειδή πισίνα, η οποία λαμπύριζε κάτω από τον σκοτεινό ουρανό. «Δεν έχει Μέγαρο;» «Τέρμα οι ερωτήσεις». Μια γκαραζόπορτα άνοιξε αργά, και ο αστυνομικός μου πάρκαρε σιγά σιγά το αυτοκίνητο σ’ ένα κενό ανάμεσα σε δύο άλλα οχήματα, πολυτελή και ακριβά, παρόλο που δε θα μπορούσα να πω τι μάρκα ήταν ακόμα κι αν μου είχε κολλήσει το πιστόλι στον κρόταφο. Έσβησε τη μηχανή, βγήκε από το αυτοκίνητο και άνοιξε την πίσω πόρτα. «Βγείτε από το αυτοκίνητο, δεσποινίς Μέισον». Πήρα φόρα και στάθηκα όρθια – οι καρποί μου ακόμα δεμένοι με τις χειροπέδες. Με παρέκαμψε για να κλείσει την πόρτα και ύστερα με κόλλησε στο πλευρό του. Τον ένιωθα σκληρό στον γοφό μου. «Με κάνετε κακό μπάτσο, δεσποινίς Μέισον...» μουρμούρισε κι έσκυψε για να μου δώσει ένα έντονο, επίμονο φιλί. Άνοιξα το στόμα μου στο δικό του ενώ αποτραβιόταν. «Είστε έτοιμη για την ανάκριση;» Έγνεψα καταφατικά. Εντάξει. Καλά θα πάει. Με έπιασε από το μπράτσο και, μέσα από μια πόρτα στο γκαράζ, με οδήγησε σ’ ένα μικρό ζεστό γραφείο. Υπήρχαν δύο αντικριστές ατσάλινες καρέκλες επάνω σε παχιά μοκέτα κι ένα τραπέζι στην άκρη. Τα παράθυρα ήταν καλυμμένα με κουρτίνες συσκότισης. Όλο το δωμάτιο φωτιζόταν από έναν αδύναμο γλόμπο που κρεμόταν από το ταβάνι. Μου τράβηξε τη μια καρέκλα και κάθισα. Βολεύτηκε στην καρέκλα απέναντί μου, έτσι που τα γόνατά μας σχεδόν αγγίζονταν. «Είστε έτοιμη;» με ρώτησε. Περιεργάστηκα με το βλέμμα το γυμνό σιωπηλό δωμάτιο. Δεν ήταν και πολύ ρομαντικό σκηνικό, αλλά με κάποιον τρόπο φάνταζε φορτισμένο με σεξουαλική ενέργεια. «Πανέτοιμη» απάντησα γέρνοντας πίσω στην καρέκλα μου, με τα χέρια δεμένα στην πλάτη μου. «Φέρεστε απερίσκεπτα». «Μου το βγάζει αυτό η εξουσία...» Αλήθεια ήταν. Αποφάσισα πως, αν ήθελε να παραδοθώ, θα έπρεπε να με αναγκάσει. «Σηκωθείτε, παρακαλώ... Θέλω να δω αν έχετε κοριό επάνω σας». «Τι πράγμα;» ρώτησα γελώντας. «Σήκω πάνω και άσε με να ξεκουμπώσω το φόρεμά σου». Πέταξε το πηλήκιό του στο τραπέζι δίπλα μας και ανασκουμπώθηκε. Σηκώθηκα όρθια μπροστά του, με προτεταμένο το πιγούνι. Τα μεγάλα χέρια του κατευθύνθηκαν στο επάνω


κουμπί μου. Τα ξεκούμπωσε το ένα μετά το άλλο, αφήνοντας το φουστάνι ανοιχτό. Βρε, κακό που μας βρήκε· το κιλοτάκι μου δεν ήταν ασορτί με το σουτιέν μου. Και για ποιον λόγο αυτό ήταν ξαφνικά τόσο τραγικό; Δεν υπήρχε περίπτωση να τα χαλάσουμε εκεί· παρ’ όλα αυτά, αισθανόμουν απογοητευμένη. Θα είχα ντυθεί καλύτερα, αλλιώτικα. Εμπιστοσύνη και έλεγχος. Έσπρωξε το φουστάνι από τους ώμους μου, κι αυτό έπεσε και κουβαριάστηκε πίσω μου, γύρω από τις χειροπέδες. «Είδατε; Δεν έχω κοριό, αστυνόμε...» Έτρεμε η φωνή μου; Πού είχε πάει η παλικαριά μου; «Δεν τέλειωσα την έρευνά μου» αντιγύρισε. Ήταν πασιφανές ότι του άρεσε αυτό που έβλεπε, αλλά εγώ δεν είχα ξανανιώσει ποτέ τόσο ευάλωτη, έτσι απροκάλυπτα που με παρατηρούσε. «Έλα πιο κοντά...» πρόσθεσε. Άνοιξε τα πόδια του για να σταθώ ανάμεσά τους, και το εξωτερικό των μηρών μου άγγιζε το εσωτερικό των δικών του. Έγειρε προς τα πίσω ακουμπώντας το κεφάλι του στα χέρια του και κοίταξε το πρόσωπό μου. «Για τόσο κακή γυναίκα, φαίνεσαι πολύ όμορφη τούτη τη στιγμή...» είπε. Τα μάτια του περιεργάστηκαν το στήθος μου, το δέρμα μου, τους γοφούς μου. Αφού δε γινόταν να μου βγάλει το σουτιέν, άπλωσε τα χέρια του στα βυζιά μου, τα σήκωσε και τα άφησε θρασύτατα εκτεθειμένα πάνω από το σουτιέν. «Τέλεια...» μουρμούρισε. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα. Το ότι ήμουν δεμένη, ανήμπορη να τον αγγίξω ή να τον απωθήσω, με τρόμαζε λιγάκι. Αλλά είχε τόσο λαμπερό, ζεστό πρόσωπο και κάτι μάτια... «Θα σας βγάλω το εσώρουχο, δεσποινίς Μέισον» συνέχισε. «Πρέπει να σας ψάξω παντού». Ακούμπησε τρυφερά τα δάχτυλά του στο λάστιχο με αυστηρό ύφος και μου κατέβασε το κιλοτάκι. Σήκωσα τα πόδια και το έβγαλα. Ένιωθα την ανάσα του στο δέρμα μου, στην κοιλιά μου. Κατόπιν έστριψε όλο το σώμα μου κι έπιασε γερά τους γοφούς μου από πίσω. «Τι κάνεις;» ρώτησα και με κατέκλυσε ο φόβος τώρα που δεν τον έβλεπα. Τα μάτια μου στριφογύριζαν στο δωμάτιο. «Σ’ ελέγχω ολόκληρη». Παραμέρισε το φόρεμά μου, που ήταν ακόμα κουβαριασμένο στους καρπούς μου. Γλίστρησε το ένα του χέρι στον κώλο μου, σαν να θαύμαζε από κοντά ένα γλυπτό, φιλώντας μαλακά τα σημεία που άγγιζαν τα χέρια του. Έκλεισα τα μάτια. Αργά, βασανιστικά, αισθάνθηκα τα δάχτυλά του να γλιστρούν ανάμεσα στα πόδια μου, όπου ήξερα πως ήμουν ήδη υγρή. «Απλώς βεβαιώνομαι ότι δεν κρύβεις τίποτα...» είπε, κυρτώνοντας το δάχτυλό του μέσα μου. Αααχ... Η φωνή του ράγιζε από την ανημποριά εκείνη που μόνο ο πόθος προκαλεί. Άραγε συνέβαινε στ’ αλήθεια; Με τράβηξε στην αγκαλιά του. Αχ, Θεέ μου, ένιωθα το σκληρό του όργανο στον μηρό μου, τα χέρια μου ήταν κοντά του και αισθάνθηκα μια λαχτάρα που αυξανόταν. Μου άνοιξε τα πόδια από πίσω, βυθίζοντας το πρόσωπό του ανάμεσα στα μπράτσα μου, στις ωμοπλάτες μου. Τράβηξε το λαστιχάκι από τα μαλλιά μου, αφήνοντάς τα ελεύθερα στην πλάτη μου. Είδα το χέρι του να κατηφορίζει στο κορμί μου, τα δάχτυλά του να με ξαναβρίσκουν. Ήμουν τόσο υγρή, που κόντεψα να ζητήσω συγγνώμη.


«Ήσουν κακό κορίτσι, Ντοφίν...» «Ναι...» Έκλεισα τα μάτια γέρνοντας επάνω του, και ο πόθος μου μεγάλωνε όσο τα δάχτυλά του βυθίζονταν, διαγράφοντας υγρούς κύκλους. «Θα πρέπει να σου κάνω μερικά κακά πράγματα... Θα σ’ άρεσε αυτό;» «Ναι...» απάντησα. Αισθάνθηκα το πέος του να μεγαλώνει, και οι γοφοί μου, ενστικτωδώς, τρίβονταν ελαφρά επάνω του. «Ώρα να ολοκληρωθεί η ανάκριση...» ψιθύρισε. Σηκώθηκε από την καρέκλα και με πήρε μαζί του προχωρώντας προς το τραπέζι. Με έσπρωξε πάνω του, και το στήθος μου ακούμπησε στην ψυχρή επιφάνεια. «Αν σου βγάλω τις χειροπέδες, μου υπόσχεσαι ότι θα κάτσεις φρόνιμη;» ρώτησε. Έγνεψα καταφατικά και με ελευθέρωσε, ακουμπώντας πρώτα το ένα μου χέρι και ύστερα το άλλο μπροστά μου στο τραπέζι. Έτριψα τους καρπούς μου όσο εκείνος έλυνε τη ζώνη του. Κοίταξα κλεφτά πάνω από τον ώμο μου και τον είδα να πετάει τη στολή του και να βγάζει το άσπρο φανελάκι, έτσι που μπόρεσα επιτέλους να δω αυτά που τόση ώρα ένιωθα: το σφριγηλό φαρδύ στέρνο, που κάθε πτυχή του φωτιζόταν από τον γλόμπο, την έκταση από λείο δέρμα, τη γραμμή από σκούρες τρίχες κάτω από τον αφαλό του, τη διογκωμένη άκρη του οργάνου του, που διακρινόταν πάνω από την επιφάνεια του τραπεζιού. Είναι πολύ ερεθιστικό. «Τι ωραία που είσαι έτσι ανοιγμένη για μένα...» μουρμούρισε γλείφοντας ένα δάχτυλο και σέρνοντάς το επάνω στη σπονδυλική μου στήλη έως τον κώλο μου, που τώρα ήταν σηκωμένος ψηλά στον αέρα. Αχ, Θεέ μου. Έκλεισα τα μάτια όσο εξερευνούσε τη χαράδρα ανάμεσα στους γλουτούς μου, διαγράφοντας ξεδιάντροπα κύκλους γύρω από τη σκούρα, γεμάτη νεύρα σούφρα μου. «Χριστέ μου...» ψέλλισα σφίγγοντας τις άκρες του τραπεζιού, καθώς κάθε εισβολή και γαργαλητό έστελνε ένα κύμα ηδονής σε όλο μου το σώμα. Δε με είχε αγγίξει πότε κανένας σ’ αυτό το σημείο. Όχι έτσι, τόσο απροκάλυπτα. «Τι κάνεις;» «Αταξίες με μια άτακτη...» απάντησε πιάνοντας σφιχτά τα πισινά μου, διευρύνοντας την περιοχή στην οποία πρόσφερε ευχαρίστηση. Έσκυψε να με πάρει, μόνο με τη γλώσσα τώρα, αργά, νωθρά. Οι πρόστυχες αισθήσεις διαπερνούσαν σφυροκοπώντας το κορμί μου. Παλλόμουν σφύζοντας, στα πρόθυρα του οργασμού, δίχως καν να πλησιάσει τα συνηθισμένα μου μέρη. Αχ, Θεέ μου. «Σ’ αρέσει αυτό;» Μισοχαμένη στο ντελίριο, μπορούσα να απαντήσω μονάχα με ήχο. Ύστερα άκουσα ένα συρτάρι να ανοίγει στο τραπέζι από κάτω μου και το τρίξιμο της συσκευασίας ενός προφυλακτικού. «Γύρνα απ’ την άλλη, Ντοφίν. Θέλω να κοιτάω το πανέμορφο πρόσωπό σου την ώρα που θα σου πετάω τα μάτια έξω...» Και το έκανα, σαν υπνωτισμένη, γυρίζοντας ανάσκελα για να δω τον τέλειο θώρακά του. Δεν είχα ξαναδεί άντρα τόσο γραμμωμένο, φέτες πάνω από μυς, άτριχο, φτιαγμένο ακριβώς γι’ αυτό.


Ανασηκώθηκα στους αγκώνες μου, παρακολουθώντας τον θαρρετά ενώ ξετύλιγε το προφυλακτικό. Μου τράβηξε τους γοφούς έως την άκρη του τραπεζιού, ερεθίζοντας τη σχισμή μου με το γλιστερό κεφάλι του, βάζοντάς το αργά μέσα του, βγάζοντάς το ύστερα, χωρίς ποτέ να πάρει τα μάτια του από πάνω μου. Κάθε λίγα δευτερόλεπτα σταματούσε, για να μπορέσει να υποδεχτεί η σάρκα μου το φάρδος του, με τη βοήθεια των υγρών δαχτύλων του επάνω στην κλειτορίδα μου. Μόλις μπήκε εντελώς μέσα μου, σωριάστηκα πίσω στο τραπέζι, και τα χέρια του χάιδευαν το στήθος μου, που είχε ελευθερωθεί από το σουτιέν. Οι ρώγες μου ανταποκρίθηκαν, πετρώνοντας κάτω από το άγγιγμά του. Όταν είδε πόσο ερεθισμένη ήμουν, άρχισε να κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα. Τέντωσα πίσω τα χέρια μου και πιάστηκα από την άλλη άκρη του τραπεζιού για καλύτερη αντίσταση, και μετά οι κινήσεις μας έγιναν φρενιασμένες. Αχ, ναι... Είναι καλό. Τότε ήρθε το πρώτο κύμα, μόλις οι κινήσεις του βρήκαν το γλυκό σημείο βαθιά πίσω από τη λεκάνη μου, και τα ’χασα, τα χέρια μου τινάχτηκαν πίσω από το κεφάλι μου γκρεμίζοντας το τείχος μου, ξεπερνώντας τον φόβο που είχε απομείνει. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν στο αποκορύφωμα, την ώρα που ο οργασμός μου με χτύπησε καυτός και μανιασμένος, και ύστερα ήρθε και ο δικός του ενώ μπαινόβγαινε μέσα μου βίαια και γρήγορα, τραυλίζοντας: «Για σένα είναι όλα αυτά, Ντοφίν. Για σένα...» Τινάχτηκε και τρεμούλιασε στο τέλος, αλλά έμεινε μέσα μου κι επάνω μου, με το δέρμα του να λαμπυρίζει εξαίσια από τον ιδρώτα, ενώ ο κόλπος μου σφιγγόταν κάνοντας συσπάσεις γύρω του. Σιγά σιγά η ανάσα μου σταθεροποιήθηκε. Χαμογέλασε. Γέλασε. «Ουάου!» είπε. «Δεν πήρες... όλες τις πληροφορίες... που χρειαζόσουν, αστυνόμε;» «Ναι, και με το παραπάνω... Τώρα έχω εγώ κάτι για σένα». Τραβήχτηκε απαλά από μέσα μου κι έσκυψε για να βγάλει κάτι από την τσέπη του παντελονιού της στολής του, που είχε πέσει στο πάτωμα δίπλα στα πόδια του. Όταν σηκώθηκε, κρατούσε ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη του ένα κρεμαστό που λαμποκοπούσε. «Τι γράφει;» ρώτησα, ξαπλωμένη ακόμα επάνω στο τραπέζι. «Θάρρος. Και δικαίως, δεσποινίς Μέισον...» Τίναξε το κρεμαστό στον αέρα με τον αντίχειρά του σαν νόμισμα και το άφησε να πέσει στην υγρή κοιλιά μου. Ύστερα το καπάκωσε με την παλάμη του. «Κορόνα ή γράμματα;» «Τι κερδίζω αν το πετύχω;» ρώτησα. «Ό,τι θέλετε, δεσποινίς Μέισον...» «Γράμματα». Σήκωσε αργά το χέρι του από την κοιλιά μου και κρυφοκοίταξε από κάτω. «Για δες κάτι πράγματα...» είπε. Τα μάτια του περιεργάστηκαν το σώμα μου κι έσκυψε να φιλήσει το κρεμαστό στην κοιλιά μου. Κατέβηκε χαμηλότερα, κι έκλεισα τα μάτια μου. Το στόμα του με οδήγησε σ’ έναν ακόμα


παροξυσμό, φέρνοντάς με ξανά σ’ εκείνο το απίστευτο βάραθρο, σ’ εκείνη την έκσταση και ύστερα με έσπρωξε πάλι μέσα της. Στη συνέχεια έμεινα ξαπλωμένη στο τραπέζι, με τα δάχτυλα μπλεγμένα στα πυκνά χρυσά μαλλιά του, με την ανάσα του στο στομάχι μου, ενώ το άλλο μου χέρι κρεμόταν από την άκρη του τραπεζιού, σφίγγοντας το Θάρρος στη χούφτα μου.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΙΑ] ΚΕΪΣΣΙ

ΖΗΤΗΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΤΙΛΝΤΑ μια συνάντηση της τελευταίας στιγμής λίγες μέρες μετά τη φαντασίωση της Ντοφίν με τον αστυνομικό. Το ότι ήμουν Καθοδηγήτριά της σήμαινε ότι περνούσα λιγότερο χρόνο με τη δική μου, αλλά μετά το σεξ με τον Μαρκ αισθανόμουν κάπως περίεργα. Έτσι όπως πλησίαζε στο σημείο όπου καθόμουν στο πάρκο Όντυμπον, ήταν η προσωποποίηση της νότιας αριστοκρατίας. Φορούσε ψάθινο καπέλο, μαύρα γυαλιά και έξωμο κοραλλί φουστάνι, που αναδείκνυε τα κόκκινα μαλλιά της και τις φακίδες επάνω στο λείο ντεκολτέ της. Κόντευε τα εξήντα, αλλά φαινόταν δροσερή και σέξι σαν κάποια με τα μισά της χρόνια. Και από τον τρόπο με τον οποίο περπατούσε καταλάβαινες ότι ήξερε πως είχε ξεχωριστό ταλέντο στο να κάνει είσοδο. Δική της ιδέα ήταν να συναντηθούμε κοντά στο γήπεδο ποδοσφαίρου δίπλα στην είσοδο Σεν Τσαρλς. Καθώς ερχόταν προς το παγκάκι, ακόμα και οι παίκτες κατά τη διάρκεια της επίθεσης αναγκάστηκαν να σταματήσουν για να τη χαζέψουν. Όσο καθόμασταν, της είπα τα τελευταία νέα για την Ντοφίν, εξηγώντας της πώς μάθαινε να δίνει τον έλεγχο. «Δύσκολο πράγμα ο έλεγχος...» είπε η Ματίλντα παρακολουθώντας το παιχνίδι. «Αν έχεις πολύ, δεν επιτρέπεις στον εαυτό σου να γνωρίσει τους άλλους. Αν έχεις λίγο, δε γνωρίζεις ποτέ τον εαυτό σου. Για πες μου εσύ, Κέισσι... Πώς τα πηγαίνεις εκεί έξω στην άγρια φύση;» «Καλά. Μια χαρά. Το... έκανα. Έκανα σεξ...» της ξεφούρνισα. «Μπα; Τι ωραία! Με ποιον;» «Με ένα παιδί που γνώρισα!» απάντησα, με τόνο αλλόκοτα θριαμβευτικό. «Αυτόν απ’ το εστιατόριο του Ιγνάτιου εκείνη τη μέρα. Δεν είναι ο τύπος μου. Αλλά στο σεξ καλά περάσαμε». «Δηλαδή δε θα τον ξαναδείς;» «Δεν ξέρω... Είναι σχεδόν δέκα χρόνια μικρότερος από μένα. Νεαρός. Εγωκεντρικός. Παρ’ όλα αυτά, σέξι. Μπορεί και να τον ξαναδώ. Το ωραίο είναι ότι δε με νοιάζει αν θα τον ξαναδώ ή όχι. Αλλά το σεξ ήταν απίστευτο». «Δηλαδή δε θες να τον ξαναδείς;» ρώτησε η Ματίλντα. «Όχι και τόσο... Δεν ξέρω τι να σου πω. Με κάνει πουτάνα αυτό;» Η Ματίλντα έστρεψε όλο της το σώμα προς το μέρος μου, μη δίνοντας πια καμία σημασία στο ματς. Είχε ένα ύφος λες και την είχα χαστουκίσει. «Η λέξη “πουτάνα”, εκτός κι αν χρησιμοποιείται από σκληροπυρηνικές φεμινίστριες ή ειρωνικά από ειδήμονες στην ειρωνεία, δεν έχει καμία θέση στο στόμα μιας γυναίκας! Μ’ ακούς; Όχι όταν περιγράφει τη σεξουαλική της συμπεριφορά, και ιδίως όταν περιγράφει τη συμπεριφορά μιας άλλης γυναίκας. Μια τέτοια λέξη αφήνει σημάδια, Κέισσι!» Είχα μείνει κάγκελο. Δεν την είχα ακούσει ποτέ να χρησιμοποιεί τόσο αυστηρό τόνο. «Αυτή η λέξη χρησιμοποιούνταν ως όπλο κατά των γυναικών σε όλο τον κόσμο από


αμνημονεύτων χρόνων, για να μας κάνει να νιώθουμε ανάξιες και απομονωμένες. Μπορεί να έχει εξαιρετικά τραγικές συνέπειες σε μια νεαρή γυναίκα. Κάποιες μπλοκάρουν· άλλες χάνουν την αυτοπεποίθησή τους· άλλες χάνουν την επιθυμία τους να εξερευνήσουν τη σεξουαλικότητά τους· και κάποιες άλλες δίνουν τέλος στη ζωή τους εξαιτίας της σεξουαλικής ντροπής». Δεν το είχα πολυσκεφτεί το ζήτημα, αλλά κι εγώ είχα αισθανθεί στη ζωή μου αυτή την ντροπή, αυτή την αίσθηση πως ήταν λάθος να θέλεις και να απολαμβάνεις το σεξ. Από τότε όμως που είχα μπει στο S.E.C.R.E.T., αυτή η ντροπή είχε αρχίσει να σβήνει. Μάλιστα μου φαινόταν γελοίο να εξακολουθώ να έχω αυτές τις παλιές ιδέες. Τότε σκέφτηκα κάτι άλλο. «Αφού η ντροπή είναι τόσο τοξική, τότε γιατί δεν είναι πιο γνωστό το S.E.C.R.E.T.; Αυτός θα ήταν ένας τρόπος ώστε να καταπολεμήσουμε το στίγμα, τα δύο μέτρα και σταθμά. Γιατί το “πουτάνα” να είναι προσβολή για τις γυναίκες, αλλά όχι απαραίτητα για τους άντρες;» «Να σε ρωτήσω κάτι; Αν δημοσιοποιούσαμε την ύπαρξή μας, θα παραδεχόσουν πως είσαι ενθουσιώδες μέλος μιας ομάδας γυναικών που οργανώνει και πραγματοποιεί σεξουαλικές φαντασιώσεις για άλλες γυναίκες; Θα ήθελες να μοιραστείς με τον κόσμο όλους τους υπέροχους άντρες που έχεις γνωρίσει κι όλα τα υπέροχα πράγματα που έχεις κάνει μαζί τους στο S.E.C.R.E.T.;» Σήκωσε τα γυαλιά της και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Με είχε στριμώξει. Δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να αντέξω να αντιμετωπίσω τέτοιου είδους έλεγχο. «Δε γίνεται να αλλάξουμε τον κόσμο, Κέισσι, αλλά μπορούμε να απελευθερώσουμε μία γυναίκα κάθε φορά. Να μειώσουμε την ντροπή της. Μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε. Και τώρα πες μου τα πάντα για τον νεαρό με τον οποίο κοιμήθηκες...» «Λοιπόν, για να δούμε... Μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει να είμαι μαζί του. Μα όταν δεν είμαι μαζί του, δεν τον σκέφτομαι. Και μετά νιώθω τύψεις, επειδή θα έπρεπε να αισθάνομαι περισσότερα πράγματα για κείνον... Έτσι δεν είναι;» «Τι θα έπρεπε και τι δε θα έπρεπε... Ποιος νοιάζεται;» είπε κουνώντας το χέρι της. «Εγώ νομίζω πως είναι απόλυτα υγιές, και απολύτως απαραίτητο, μια τριανταεξάχρονη γυναίκα όπως εσύ να κάνει εκπληκτικό σεξ με έναν νεότερό της, απ’ τον οποίο δε θέλει πολύ περισσότερα. Να σε ρωτήσω κάτι; Ήσουν ειλικρινής μαζί του ως προς αυτό που ήθελες;» «Ναι». «Ήταν συναινετικό το σεξ;» «Φυσικά!» «Πήρατε προφυλάξεις;» «Πήραμε». «Ε τότε, πολύ καλά έκανες! Πρέπει να είναι πολύ ωραία να βρίσκεσαι και πάλι μέσα στο κορμί σου και να ανακαλύπτεις απλώς έναν άντρα. Οπότε μην ξαναμιλήσεις πια για πουτάνες. Εντάξει; Χωρίς επικρίσεις. Χωρίς όρια. Χωρίς ντροπή. Αυτό ισχύει και για το πώς σκέφτεσαι για τον εαυτό σου». Μου φάνηκε καλή στιγμή να αναφέρω κάποιον άλλο, κάποιον που ήθελα να ξαναδώ, κάποιον για τον οποίο έτρεφα ακόμα συναισθήματα. «Τι κάνει ο Τζέσσι;» ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα. «Είναι ο επόμενος στη λίστα των


φαντασιώσεων της Ντοφίν;» «Έτσι πιστεύω» απάντησε ατενίζοντας το γήπεδο. «Ήταν ο τρίτος σου. Θεωρούμε ότι θα πρέπει να είναι και της Ντοφίν». Άουτς. Προσπάθησα να μην την κοιτάξω, αλλά εκείνη κάρφωνε έναν γλυκούλη ιδρωμένο ποδοσφαιριστή με τα χέρια στα γόνατα που προσπαθούσε να ξελαχανιάσει. Φαινόταν γύρω στα τριάντα, Λατίνος, ίσως Νοτιοαμερικανός ή Ιταλός. Όχι πολύ ψηλός, γεροδεμένος, γυμνασμένος, με ανακατεμένα μαύρα μαλλιά και δόντια τόσο λευκά, που άστραφταν από δέκα μέτρα μακριά. «Τον βλέπεις εκείνον;» με ρώτησε. «Είναι κάπως δύσκολο να μην τον προσέξεις...» απάντησα. «Τον ξέρεις;» «Προσπαθούμε να τον στρατολογήσουμε. Υποτίθεται ότι θα ερχόταν η Άντζελα να με υποστηρίξει σήμερα. Τώρα το καθήκον αυτό έχει πέσει επάνω σου». «Τώρα;» «Πιάσε την μπάλα!» ούρλιαξε η Ματίλντα. «Γλυκιά μου, ξέρω τι σκέφτεσαι για τον Τζέσσι. Δεν μπορείς να έχεις τον Γουίλ και δε θες αυτό τον νεαρό, οπότε ψάχνεις κάτι ενδιάμεσο. Δεν πειράζει... Αλλά δεν είμαι σίγουρη πως είναι καλή ιδέα να βγάλουμε τον Τζέσσι απ’ τη λίστα. Εξάλλου θα ήθελα να σε στείλω ένα ταξίδι. Το ξέρεις ότι πρέπει να βγάλουμε σε πλειστηριασμό την “Κόκκινη οργή”;» «Τον πίνακα στο αμαξοστάσιο;» «Ναι. Αποφασίσαμε να τον βγάλουμε σε πλειστηριασμό στο Μπουένος Άιρες, στην πατρίδα της Καρολίνας. Πιστεύουμε πως εκεί θα πιάσουμε την καλύτερη τιμή, αφού έχουν μείνει μόνο δύο πίνακες. Θέλουμε να συνοδέψεις τον πίνακα και να εκπροσωπήσεις την... ένωσή μας. Δε χρειάζεται να βγάλεις φωτογραφίες ή να απαντήσεις σε ερωτήσεις. Απλώς θα βάλεις ένα ωραίο φουστανάκι και θα υπογράψεις την απόδειξη αγοράς και μεταβίβασης». Ουάου, Μπουένος Άιρες! Το τελευταίο ταξίδι που είχα κάνει ήταν στον Καναδά, για τη φαντασίωση με τον δάσκαλο του σκι. Καιρός μου ήταν να κάνω διακοπές, αλλά με την Τρεϊσίνα έγκυο και την Ντελ τόσο γερασμένη, ήταν αδύνατο. «Μακάρι να μπορούσα, μα αν αφήσω τον Γουίλ τούτη τη στιγμή, το καφέ θα ρημάξει...» «Τον νοιάζεσαι πραγματικά, ε;» Πριν προλάβω να απαντήσω, μια μπάλα δραπέτευσε και κύλησε κοντά στο παγκάκι μας, ακολουθούμενη από κείνο τον τύπο που είχε βάλει στο μάτι η Ματίλντα. Του χαμογέλασε. «Γεια... Έγινες προπονήτριά μας τώρα; Ή μόνο διαιτητής;» τη ρώτησε, κοντανασαίνοντας από το τρέξιμο. «Χρειάζεστε και απ’ τα δύο...» τον πείραξε η Ματίλντα γέροντας πίσω το κεφάλι της, για να κοιτάξει το πρόσωπό του κάτω από το γείσο του καπέλου της. «Πώς σε λένε;» «Ντόμινικ. Εσένα;» «Ματίλντα Γκριν. Αυτή είναι η φίλη μου η Κέισσι». «Είστε φαν του ποδοσφαίρου;» «Όχι» απάντησε η Ματίλντα. Ο Ντόμινικ έσκασε στα γέλια, ενώ ένας από τους αντιπάλους του τον αποδοκίμαζε,


ουρλιάζοντας να φέρει την μπάλα πίσω στο παιχνίδι. «Μην πας πουθενά, Ματίλντα Γκριν!» φώναξε τρέχοντας με την όπισθεν και ξαναγύρισε στο παιχνίδι. Κάθε λίγα δευτερόλεπτα κοιτούσε προς το μέρος μας για να σιγουρευτεί πως ήταν ακόμα εκεί. Είχα μείνει άναυδη. «Πώς το έκανες αυτό;» «Τι έκανα;» «Κατάφερες τον ωραιότερο γκόμενο στο πάρκο να έρθει να σου μιλήσει. Ούτε γυναίκες με τα μισά σου χρόνια δε θα το κατάφερναν!» Ανασήκωσε τους ώμους, με τα μάτια καρφωμένα επάνω του. «Τον ξεχώρισα. Τον απομόνωσα από την αγέλη του. Καθεμιά στρατολογεί διαφορετικά. Εμένα αυτή είναι η μέθοδός μου». Ο Ντόμινικ έφυγε ξανά με την μπάλα, προχωρώντας γρήγορα προς την άλλη άκρη του γηπέδου. «Φύγε. Φύγε. Φύγε!» «Αναζητάμε κόσμο αυτή την περίοδο;» «Ναι, πράγματι... Είμαστε μείον έναν από τότε που διώξαμε τον Πιέρ. Γι’ αυτό διστάζω να σου δώσω τον Τζέσσι... Μήπως εντόπισες βέρα στον Ντόμινικ;» «Δεν κοιτούσα». «Είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κοιτάς». Το σημείωσα νοερά καθώς οι ποδοσφαιριστές πλησίαζαν στο κέντρο του γηπέδου. Κάποια στιγμή ο Ντόμινικ σήκωσε τη φανέλα του για να σκουπίσει το πρόσωπό του, αποκαλύπτοντας το μυώδες στομάχι του. «Ουάου!» αναφώνησα. «Ναι. Είναι πολύ ωραίος, ε; Δε χρειάζεται όμως να είναι όλοι μοντέλα για να γίνουν μέλη. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ξέρουν ότι είναι σέξι. Πρέπει να μπορούν να κρατήσουν μια συζήτηση, να φαίνονται ενδιαφέροντες, ακόμα κι αν δεν είναι. Η ελκυστικότητα είναι υποκειμενική, αλλά μας αρέσει να μένουμε στην “κλασική” τριάδα χαρακτηριστικών: σέξι, αρρενωπός, με αυτοπεποίθηση. Και φυσικά πρέπει να χαίρουν άκρας υγείας! Αυτός εδώ τα έχει όλα. Και για δες... Δε φοράει βέρα». Κοίταξε το ρολόι της. «Κέισσι, θα το τακτοποιήσεις εσύ για μένα. Εγώ πρέπει να βρω κάποιον να πάει στην Αργεντινή». «Ποιο να τακτοποιήσω;» «Να πάρεις το τηλέφωνο του Ντόμινικ. Ίσως μπορεί να αντικαταστήσει εκείνος τον Τζέσσι...» απάντησε κλείνοντάς μου το μάτι. Ο πανικός άρχισε από τα πόδια μου και ταξίδεψε ως το πίσω μέρος του κρανίου μου σαν πονοκέφαλος έπειτα από παγωτό. «Μα εσένα θέλει να γνωρίσει... Εμένα ούτε που με κοίταξε. Κι αν δε μου δώσει τον αριθμό του;»


Η Ματίλντα σηκώθηκε και κάρφωσε το βλέμμα της στο γήπεδο, σαν λιονταρίνα που κοιτάζει νωχελικά μια γαζέλα. «Αρκεί να του το ζητήσεις. Στο μεταξύ να είσαι καλή με τον εαυτό σου. Αυτή η σχέση της μίας βραδιάς σε τάραξε λιγάκι... Μην την αφήσεις να εκτροχιάσει όλη την πρόοδο που έχεις κάνει. Έχεις ανθίσει. Το βλέπω...» Η Ματίλντα βγήκε νωθρά από την πύλη Σεν Τσαρλς, χάνοντας το γκολ του Ντόμινικ. Εκείνος έκανε έναν νικητήριο γύρο από το τέρμα έως το κέντρο του γηπέδου, όπου ανακάτεψε τα κόκκινα μαλλιά ενός αντιπάλου, έκανε ακόμα έναν κύκλο για να κάνει «κόλλα το» με τους αντιπάλους του που κάθονταν στον πάγκο και τελικά προσγειώθηκε στο παγκάκι μου. «Γεια...» είπε ασθμαίνοντας. «Πού πήγε η φίλη σου;» «Έπρεπε να φύγει» απάντησα και βιάστηκα να συμπληρώσω: «Μου είπε όμως να σου ζητήσω το τηλέφωνό σου». «Τι; Τέλεια!» Χαμογέλασε πλατιά. Αρκεί να του το ζητήσεις. Την ώρα που έγραφα το νούμερό του στο κινητό μου, ο κοκκινομάλλης φίλος του ήρθε τρέχοντας ξοπίσω του. «Γνωρίζεις τις θαυμάστριές σου, Ντομ; Αυτή έχει όνομα;» Εμένα κοιτούσε; Ναι. Εμένα κοιτούσε. «Κέισσι» είπα σκιάζοντας τα μάτια μου και κοιτάζοντας με μισόκλειστα βλέφαρα το πρόσωπό του, που, έπειτα από προσεκτικότερη εξέταση, ήταν χαριτωμένο. Επιπλέον είχε βαριά σκοτσέζικη προφορά και μυώδεις βραχίονες γεμάτους φακίδες. «Με λένε Γιούαν. Άκου... Ξέχνα τον αριθμό αυτού του μαλάκα και γράψε τον δικό μου». «Τι λες γι’ αυτό;» είπα, προσπαθώντας να εμποδίσω τις πεταλούδες στο στομάχι μου να επηρεάσουν τη φωνή μου. «Θα δώσω τον αριθμό του Ντόμινικ στη φίλη μου και ίσως κρατήσω τον δικό σου για μένα...» «Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο σχέδιο!» απάντησε. Αφού κλείδωσα τους αριθμούς τους με ασφάλεια στο τηλέφωνό μου, σηκώθηκα να φύγω. «Λοιπόν, παιδιά, χάρηκα πολύ». Προχωρώντας προς την οδό Μαγκαζίν, συλλογιζόμουν με θαυμασμό το γεγονός ότι είχα έρθει σε επαφή με δύο απίστευτα σέξι άντρες, τις φαντασιώσεις των οποίων ίσως ξεκλείδωνε το S.E.C.R.E.T. Αν ήταν δεκτικοί και διακριτικοί, θα εκπαιδεύονταν από ένα μέλος της Επιτροπής. Μετά θα έσμιγαν με μια τυχερή υποψήφια, την Ντοφίν ενδεχομένως. Κοίταξα το πάρκο, που τώρα ήταν γεμάτο και βούιζε από γυμνασμένους δρομείς, χαριτωμένους μπαμπάδες και σέξι ποδηλάτες. Ήταν πάντα εδώ όλοι αυτοί οι άντρες, κι εγώ δεν τους είχα προσέξει ποτέ; Μήπως έβλεπαν κάτι μέσα μου για πρώτη φορά; Τα λόγια της Ματίλντας αντήχησαν στο μυαλό μου: Έχεις ανθίσει. Το βλέπω...


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ] ΝΤΟΦΙΝ

Η ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ

που πρόσεξε τη μυρωδιά του γκαζιού που πλανιόταν έξω από το κατάστημα. Δε γινόταν να κατηγορήσεις την Κατρίνα ή κάποιον από τους λοιπούς περιβόητους τυφώνες. Η υποδομή της Νέας Ορλεάνης βρισκόταν σε κακό χάλι προτού εκείνες οι επικών διαστάσεων θύελλες αποκαλύψουν τα τραγικά της προβλήματα. Αλλά μια πιθανή διαρροή αερίου θα σήμαινε μαζική εκκένωση, κι αυτό σήμαινε πως έπρεπε να κλείσουν έντεκα καταστήματα και εστιατόρια σ’ ένα κομμάτι της πόλης όπου κυκλοφορούσαν οι περισσότεροι πεζοί. Το Funky Monkey έπρεπε να κλείσει για έναν μήνα, ώσπου να αντικατασταθούν οι παλιοί αγωγοί αερίου που ήταν θαμμένοι κάτω από το πεζοδρόμιο. «Και καταλαβαίνεις, Κέισσι, ότι στη Νέα Ορλεάνη, όταν λένε έναν μήνα, μπορεί να σημαίνει έξι. Έχω να μείνω άνεργη απ’ την εφηβεία μου...» Γκρίνιαζα πίνοντας μαργαρίτες στο Tracy’s. Πρέπει να ήμουν αγχωμένη· είχα πιει δύο ποτά παραπάνω. Είχαμε γίνει φίλες. Μάλιστα μου είχε εκμυστηρευτεί το δράμα που είχε ζήσει με το αφεντικό της, τον Γουίλ, και πώς παραλίγο να καταλήξει μαζί του. Ίσως γι’ αυτό τη ρώτησα με τόσο θάρρος για τον Μαρκ Ντρούρυ. Μιλούσαμε για άντρες, σεξ και σχέσεις, οπότε δε φάνηκε σαν να προσπαθούσα να αποσπάσω πληροφορίες για τον αλλόκοτο έρωτά μου. «Ναι, συναντηθήκαμε. Τον λένε Μαρκ. Είναι μουσικός. Που. Μιλάει. Για. Μουσική. Α-στα-μάτη-τα!» είπε κοιτάζοντας το ταβάνι. «Βγήκαμε μία φορά, αλλά...» «Αλλά;» «Απλώς να, μωρέ... Δεν κάνει για μένα» απάντησε. «Δεν ξέρω γιατί ή τι πρέπει να κάνω για να βγάλω τον Γουίλ απ’ το μυαλό μου και την καρδιά μου για πάντα... Αλλά ο Μαρκ δεν πρόκειται να με βοηθήσει». Δεν το ήθελα, αλλά ανακουφίστηκα. Όχι ότι πίστευα πως είχα καμιά ελπίδα με τον Μαρκ. Και σίγουρα δε με ενδιέφερε να κυνηγήσω κάποιον ενώ με περίμενε μια στοίβα από φαντασιώσεις. Αλλά και πάλι. Κατόπιν το πρόσωπό της χρωματίστηκε με μια έκφραση λες και μια καινούρια και μοναδική ιδέα είχε μόλις πάρει όμηρο το μυαλό της, παραμερίζοντας κάθε άλλη σκέψη. «Στάσου μια στιγμή... Κάτσε να πάρω ένα τηλέφωνο. Θα γυρίσω αμέσως». Όταν επέστρεψε έπειτα από ένα λεπτό, μιλούσε ακόμα στο κινητό. «Αμέ... Ναι. Εδώ είναι... Περίμενε». Σκέπασε το ακουστικό, με πρόσωπο ειλικρινές και γεμάτο ελπίδα. «Η Ματίλντα θέλει να σου μιλήσει». Σαστισμένη, πήρα το τηλέφωνο. «Γεια σου, Ματίλντα. Τι συμβαίνει;» «Ντοφίν γλυκιά μου, απ’ ό,τι κατάλαβα, έχεις κάποιο χρόνο στη διάθεσή σου. Έχω να σου προτείνω μια μάλλον συναρπαστική αποστολή· και ταυτόχρονα θα κάνεις μια μεγάλη χάρη στο S.E.C.R.E.T.».


Στη συνέχεια μου περιέγραψε κάτι που ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα θεωρούσε ονειρεμένες διακοπές: ένα δωρεάν ταξίδι στο Μπουένος Άιρες, όπου θα έμενα σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων και θα παρευρισκόμουν στον πλειστηριασμό ενός σπάνιου πίνακα, ενώ παράλληλα θα είχα αρκετό χρόνο να δω τα αξιοθέατα και να κάνω τα ψώνια μου. Ακουγόταν μεθυστικό, χλιδάτο και συναρπαστικό. Εκτός από το γεγονός ότι θα αναγκαζόμουν να πάρω αεροπλάνο. «Θα σου καλύψουμε τα έξοδα και θα σου δώσουμε άφθονα χρήματα για ξόδεμα, Ντοφίν. Ο πλειστηριασμός είναι ήδη κανονισμένος – το μόνο που χρειάζεται είναι να εμφανιστείς και να υπογράψεις κάποια έγγραφα εκ μέρους του S.E.C.R.E.T.». Την ευχαρίστησα και της είπα πως ακουγόταν καταπληκτικό, απίστευτο μάλιστα, συμπληρώνοντας ότι με κολάκευε και με τιμούσε το γεγονός ότι με σκέφτηκαν. Μάλιστα το Μπουένος Άιρες ήταν μια πόλη που πάντα επιθυμούσα να επισκεφθώ. Υπήρχε όμως ένα προβληματάκι. «Ματίλντα, το θέμα είναι ότι δεν μπαίνω σε αεροπλάνα... Ποτέ». Η Κέισσι παρακολουθούσε τη συζήτησή μας, και μόλις το άκουσε, το χαμόγελο ενθουσιασμού της μετατράπηκε σε συνοφρύωση. «Αχ, γλυκιά μου...» αποκρίθηκε γελώντας η Ματίλντα. «Αυτό σε κρατάει; Ο φόβος που αποκαλύπτεται παύει να είναι φόβος. Γίνεται ευκαιρία να πάρεις μια απόφαση – να μείνεις κολλημένη ή να προχωρήσεις προς τα εμπρός». Διαμαρτυρήθηκα κι άλλο, προσπαθώντας να εξηγήσω. «Δε μ’ αρέσει να είμαι επιβάτης. Θέλω να κρατάω το τιμόνι. Απλώς... δεν μπορώ να παραχωρήσω τον έλεγχο». «Παρ’ όλα αυτά, έχεις επιτρέψει σε κάποιους να σε πάνε κάπου με αυτοκίνητο... Σωστά;» Της είπα πως, όσον αφορά το αυτοκίνητο, ήξερα τουλάχιστον ότι μπορούσα να το αναγκάσω να κάνει στην άκρη και να βγω. «Το ταξίδι με το αεροπλάνο δεν είναι μόνο πλήρης δέσμευση. Πρόκειται για μια πράξη πίστης, τόσο στην ικανότητα του αεροπλάνου να μείνει στον αέρα, όσο και στη δική μου να εμπιστευτώ έναν πιλότο να το κρατήσει εκεί. Όσο χαζό κι αν ακούγεται, δεν έχω πολλή εμπιστοσύνη σε τίποτε απ’ τα δύο, Ματίλντα...» Και πρόσθεσα: «Δεν έχω καν διαβατήριο». «Πφφφ... Λεπτομέρειες. Μπορούμε να σου βγάλουμε διαβατήριο σε είκοσι τέσσερις ώρες. Πίστεψε αυτό που σου λέω, Ντοφίν: μπορείς να μεταμορφώσεις αυτό τον φόβο σε πίστη, και θα το κάνεις. Εμπιστέψου μας. Εμπιστέψου τη διαδικασία». Ενώ η Ματίλντα συνέχιζε να υπογραμμίζει τις αρχές της πτήσης, τονίζοντας τα καλύτερα χαρακτηριστικά της, καθώς κι εκείνα του Μπουένος Άιρες το φθινόπωρο, η Κέισσι έφτιαξε προσεκτικά με το σουβέρ της μια σαΐτα, την οποία άρχισε να πετάει πάνω από το κεφάλι μου. Και μάλιστα κάνοντας ηχητικά εφέ. Τι να πω; Λέγε λέγε, με έπεισαν, υπενθυμίζοντάς μου πως είχα πει στην Επιτροπή να με εκπλήξει. Αφού δέχτηκα το ταξίδι κι έκλεισα το τηλέφωνο, η Κέισσι σηκώθηκε και με χειροκρότησε όρθια μέσα στο Tracy’s. Αργότερα, όταν είπα στην Ελίζαμπεθ ότι θα έμπαινα σε αεροπλάνο,


αισθάνθηκε τόσο περήφανη για μένα, ώστε έσυρε μια βαλίτσα-αντίκα, από κείνες που δεν έχουν ροδάκια, στο διαμέρισμά μου, για να με βοηθήσει να μαζέψω τα ρούχα μου. Μέσα στον προκαταβολικό τρόμο μου της είπα πού βρίσκονταν όλα τα σημαντικά έγγραφα και της έδωσα αυστηρές οδηγίες ότι, αν έπεφτε το αεροπλάνο, το κατάστημα κι όλο το εμπόρευμα θα πήγαινε σ’ εκείνη, όχι στην αδερφή μου, την Μπρι. «Ας πάρει καμιά γούνα» δήλωσα. «Μα όχι απ’ τις μινκ». «Εντάξει» αποκρίθηκε η Ελίζαμπεθ. «Αλλά είμαι σίγουρη ότι δε θα χρειαστεί να μοιράσουμε την περιουσία σου». «Η ζωή είναι παράξενη. Δεν ξέρεις πώς τα φέρνει...» είπα και πέταξα ένα ζευγάρι τακούνια στη βαλίτσα. Πράγματι είχα ταξιδέψει από τη μύησή μου στο S.E.C.R.E.T. έως εδώ, να μαζεύω τα πράγματά μου για μια διηπειρωτική πτήση. Το «ναι» που είπα τελικά στη Ματίλντα είχε προέλθει από το ίδιο μέρος όπου είχα βρει τα «ναι» για τους άντρες των φαντασιώσεών μου έως τώρα, επάνω στο ράφι που βρισκόταν κάτω από την αμφιβολία μου, μπροστά απ’ όλους τους φόβους μου. Ευελπιστούσα ότι θα είχαν απομείνει μερικά «ναι» προτού έρθει η ώρα για επιβίβαση.

*** Αφού αυτή ήταν η πρώτη μου πτήση, μέχρι στιγμής δεν είχα βρει πολλά θετικά στο ταξίδι. Το αεροδρόμιο ήταν ταυτόχρονα χαοτικό και ράθυμο, γεννώντας μου εκείνο το απαίσιο σύνδρομο του «σπεύδε βραδέως», που μου προκαλούσε ιδροκόπημα από το άγχος και ρίγη. «Πηγαίνετε στο Μπουένος Άιρες;» με ρώτησε μια βαθιά φωνή με προφορά, διαπερνώντας τη ρέμβη μου και ξαφνιάζοντάς με. Στράφηκα και είδα ένα κολλαριστό λευκό καλό πουκάμισο, τεντωμένο επάνω στο γυμνασμένο στήθος ενός εξαιρετικά ψηλού, εξαιρετικά γοητευτικού μαύρου άντρα. Στεκόταν πίσω μου στην ουρά και γέμιζε το πλαστικό καλάθι με ένα βαρύ πλατινένιο ρολόι, ένα μαύρο πορτοφόλι από δέρμα χελιού και μια θήκη για κουστούμι διπλωμένη προσεκτικά. Παρόλο που ήταν ντυμένος σαν επιχειρηματίας, το αβίαστο χαμόγελό του τον έκανε να μοιάζει περισσότερο με σταρ του σινεμά. «Πώς ξέρετε πού πηγαίνω;» ρώτησα. Έριξα την αλυσίδα του S.E.C.R.E.T. στο καλάθι μου με θόρυβο. Είχα σκεφτεί να μην την πάρω μαζί μου, αλλά τώρα που είχε δύο κρεμαστά, μου άρεσε να τη φοράω. «Το μάντεψα...» Είχε βρετανική προφορά, λονδρέζικη ίσως. «Για να είμαι ειλικρινής, το γράφει στο εισιτήριό σας. Και είναι η πρώτη πτήση που φεύγει σήμερα». Αν οι θεοί ήταν πραγματικά με το μέρος μου, θα μου έστελναν τούτο τον άντρα να γείρω επάνω του στις αναταράξεις. «Κι εσείς εκεί πηγαίνετε;» ρώτησα και, ναι, πετάρισα τις βλεφαρίδες μου. Πριν προλάβει να απαντήσει, ένας απότομος σεκιουριτάς μού έκανε νόημα να περάσω από το μηχάνημα με τις ακτίνες Χ. Μπήκα στον θάλαμο, σήκωσα ψηλά τα χέρια, έκανα μια περιστροφή και ύστερα έσμιξα πάλι με τα πράγματά μου. Όταν έστρεψα ξανά το κεφάλι μου για να συνεχίσω τη συζήτηση, ο άντρας είχε παρακάμψει την ουρά και είχε προχωρήσει μπροστά, συνοδευόμενος από δύο ένστολους. Πρέπει να ήταν κάποιος σημαντικός. Σίγουρα


ήταν πολύ καλοντυμένος. Λόγω της δουλειάς μου, είχα προσέξει τα καλά κουμπιά και τα καλοδιαλεγμένα μανικετόκουμπα και το πώς ένα πουκάμισο που έχει ραφτεί σωστά τυλίγει εντυπωσιακά την τριγωνική πλάτη ενός άντρα καθώς εκείνος απομακρύνεται – και γυρίζει μία φορά, όπως έκανε αυτός, για να σε κοιτάξει πάνω από τον ώμο του. Από την πρώτη στιγμή που κάθισα στη θέση μου στον διάδρομο της πρώτης θέσης, η συμπαθητική ξανθιά αεροσυνοδός έδειχνε να έχει αναλάβει ειδικά εμένα. «Με λένε Ιλέιν. Μας είπαν ότι είναι η πρώτη σας φορά...» μουρμούρισε. «Πείτε μου πώς μπορώ να σας κάνω να νιώσετε πιο άνετα». Μου έφερε μια ζεστή πετσέτα, ένα μικρό υποπόδιο και μια στοίβα κουτσομπολίστικα περιοδικά, αγγίζοντας κάθε φορά καθησυχαστικά το χέρι μου. Στη διάρκεια της τροχοδρόμησης απηύθυνε την επίδειξη των μέτρων ασφάλειας απευθείας σε μένα. Όταν το αεροπλάνο με ρούφηξε στο κάθισμά μου κατά την απογείωση –μια σοκαριστική και μεθυστική αίσθηση– η Ιλέιν μού έκλεισε το μάτι από το σημείο όπου καθόταν. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα από την καλοσύνη της, πόσο μάλλον από την αβρότητα της Ματίλντας, που τους ειδοποίησε πως ήταν η πρώτη μου φορά. Παρ’ όλα αυτά, δε σταμάτησα να σφίγγω τα μπράτσα της καρέκλας μου, παρά μόνο όταν το αεροπλάνο άρχισε να πετάει παράλληλα με το έδαφος, και τα δάχτυλά μου είχαν μουδιάσει από το πολύ σφίξιμο. Το φωτάκι για τις ζώνες έσβησε, όμως εγώ δεν είχα καμία όρεξη να λύσω τη δική μου. Μάλιστα το σχέδιό μου ήταν να αρνηθώ κάθε υγρό, μην τυχόν και χρειαζόταν να πάω στην τουαλέτα ενώ πετούσαμε τριάντα χιλιάδες πόδια πάνω από το Περού. Είχα αποφασίσει πως, αν καθόμουν εντελώς ακίνητη, θα κατόρθωνα να περάσω αυτήν τη δοκιμασία, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα το λεπτό, χωρίς ποτέ να αφήσω το κάθισμά μου, χωρίς ποτέ να κοιτάξω από το παράθυρο, παρόλο που η θέση δίπλα μου ήταν άδεια. Μιάμιση ώρα μετά ήμαστε ακόμα ζωντανοί και άρχισα να κουνάω λιγάκι τα πόδια μου, γέρνοντας πίσω το κάθισμά μου ώστε να βολευτώ για τη νυχτερινή πτήση. Κάποιοι άρχισαν να κατεβάζουν τα στόρια, και η Ιλέιν χαμήλωσε τα φώτα της καμπίνας προτού αρχίσει να μοιράζει επιπλέον κουβέρτες. Όταν γονάτισε μπροστά μου, για μια στιγμή νόμισα πως θα με σκέπαζε. Αντί γι’ αυτό, άφησε μια διπλωμένη κουβέρτα στα πόδια μου, με πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Δεσποινίς Μέισον, ο κυβερνήτης θα χαρεί πολύ να ικανοποιήσει το αίτημά σας να επισκεφθείτε το πιλοτήριο όσο το αεροπλάνο ταξιδεύει με τον αυτόματο πιλότο...». Έσκασα στα γέλια. Δε μου είχε ξανατύχει ποτέ να κάνουν τόσο μεγάλο λάθος και να με περάσουν για κάποια άλλη. «Ω, μα δε ζήτησα τέτοιο πράγμα. Δε θα ζητούσα ποτέ...» Πριν προλάβω να αποσώσω την πρότασή μου, η Ιλέιν έβγαλε μαλακά έναν φάκελο από τις πτυχές της κουβέρτας μου και τον άφησε στα πόδια μου. «Είμαι σίγουρη ότι δεν έχει γίνει λάθος...» αποκρίθηκε, κοιτάζοντάς με με σταθερό βλέμμα. «Θα επιστρέψω σε λίγα λεπτά για να σας συνοδέψω». Ο φάκελος ήταν ανυπόγραφος, όμως αναγνώρισα το κρεμ χρώμα του. Με έπιασε καρδιοχτύπι. Άραγε θα έκανα το Τρίτο Βήμα στα τριάντα πέντε χιλιάδες πόδια; Το χέρι μου έτρεμε καθώς έσκιζα τον φάκελο. Όπως ήταν αναμενόμενο, στη μια πλευρά της βαριάς κάρτας


έγραφε Βήμα Τρίτο και στην άλλη μόνο μία απλή λέξη: «Εμπιστοσύνη». Αλλά ποιος έπρεπε να δείξει εμπιστοσύνη; Εγώ ή καθένας από τους άλλους επιβάτες του αεροπλάνου, που δε θα τους άρεσε αν μάθαιναν πώς απέσπασα την προσοχή του πιλότου; Έβαλα την κάρτα του Βήματος στην τσάντα μου κι έβγαλα από το κουτάκι μισή ντουζίνα Tic Tac, τις οποίες μόλις που πρόλαβα να βάλω στο στόμα μου προτού επιστρέψει η αεροσυνοδός. «Είστε έτοιμη, δεσποινίς Μέισον;» Κατάπια γρήγορα τα κομματάκια που είχαν απομείνει. «Χμμμ... Ναι. Έτσι νομίζω» απάντησα, πασχίζοντας να κρύψω τον τρόμο στη φωνή μου. «Μια παλιά μου φίλη μού είπε κάποτε πως ο φόβος που αποκαλύπτεται παύει να είναι φόβος... Γίνεται ευκαιρία να πάρεις μια απόφαση. Όταν δεις πώς λειτουργεί το αεροπλάνο, μόλις κοιτάξεις από κοντά όλα τα κουμπιά και τους μοχλούς, μπορείς να πάρεις την απόφαση να βάλεις τέλος στον φόβο σου για τα αεροπλάνα. Ο κυβερνήτης Νέιθαν θα χαρεί πάρα πολύ να σε βοηθήσει». Χρησιμοποιούσε τα λόγια της Ματίλντας! Η Ιλέιν ήταν μια από μας. Μου πρόσφερε το χέρι της –στην ουσία αναγκάστηκε να με τραβήξει για να σηκωθώ– επειδή τα πόδια μου είχαν κοκαλώσει από τον τρόμο. «Ορίστε. Είδες; Δεν ήταν τόσο άσχημα...» Προχωρήσαμε στον μικρό διάδρομο. Μόλις σταθήκαμε μπροστά στην πόρτα του πιλοτηρίου, τη χτύπησε τρεις φορές. Έπειτα από λίγο ένας νεαρός με ξανθωπά μαλλιά, χοντρά γυαλιά και κενό ανάμεσα στα μπροστινά δόντια έβγαλε το κεφάλι του από την πόρτα. Βρε, τι πάθαμε. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά η ρηχή νότια καρδιά μου απογοητεύτηκε, παρόλο που πλάτυνα ευγενικά το χαμόγελό μου, θυμίζοντας στον εαυτό μου τις αρχές του S.E.C.R.E.T. Αν ο άντρας της φαντασίωσης δεν ήταν... ακαταμάχητος, δεν ήμουν υποχρεωμένη να πάρω μέρος στη φαντασίωση. «Αυτή εδώ είναι λοιπόν η αξιαγάπητη επισκέπτριά μας;» ρώτησε ψευδίζοντας. Βρε, τι πάθαμε. «Μάλιστα» απάντησε η αεροσυνοδός. «Δεσποινίς Μέισον, να σας συστήσω τον πολυτάλαντο συγκυβερνήτη Φράιαρ. Η δεσποινίς Μέισον ανυπομονεί να δει τι συμβαίνει εδώ μέσα. Ίσως τη βοηθήσει με τον φόβο της για τα αεροπλάνα...» «Α, ναι. Αν ρίξεις φως στο μυστήριο, ο φόβος εξαφανίζεται. Σ’ αυτό είναι ειδικός ο κυβερνήτης Νέιθαν. Θα σας δείξει τα κατατόπια όσο εγώ ξεμουδιάζω. Δε χωράνε τρεις εδώ μέσα. Καλή τύχη!» Αφού πρόφερε όλα εκείνα τα σίγμα, ο συγκυβερνήτης Φράιαρ τράβηξε γραμμή για το πίσω μέρος του αεροπλάνου. Μπροστά, έξω από το παράθυρο, φαινόταν ένας σκοτεινός ουρανός· από κάτω τίποτα, εκτός από μαύρα νερά. Το οξύτονο ουρλιαχτό των κινητήρων σκέπαζε τις κραυγές μέσα στο κεφάλι μου, ενώ τα πόδια μου γίνονταν πέτρα. Η Ιλέιν με έσπρωξε μαλακά μέσα από το στενό πορτάκι. «Θα επιστρέψω σε λίγο» είπε κοιτάζοντας το ρολόι της. «Ελπίζω να απολαύσεις το μάθημα...» Έκλεισε την πόρτα πίσω της.


Η σιλουέτα του πιλότου διαγραφόταν στο παράθυρο. Το μόνο που έβλεπα πάνω από το κάθισμα ήταν το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Δε φορούσε σακάκι, μόνο το άσπρο πουκάμισο, και οι μύες των μπράτσων του διαγράφονταν κάτω από τα μανίκια καθώς πατούσε κάποιους διακόπτες από τα αριστερά προς τα δεξιά σ’ έναν πίνακα μπροστά του. Ευτυχώς, ο θόρυβος έπνιγε τον βροντερό χτύπο της καρδιάς μου. «Θα είμαι μαζί σου σ’ ένα λεπτό, Ντοφίν. Απλώς θέλω να βεβαιωθώ πως ο αυτόματος πιλότος λειτουργεί ομαλά. Από δω και πέρα το μεγαλύτερο μέρος της πτήσης το αναλαμβάνει ένα ρομπότ. Ένα πολύ έξυπνο ρομπότ...» Να την πάλι. Εκείνη η προφορά. Ήταν ο άντρας από το αεροδρόμιο. Αυτός με τη σέξι λονδρέζικη προφορά! Ο αέρας εγκατέλειψε το στήθος μου, και η πίεση έσφιξε τα πνευμόνια μου. Ο ερεθισμός και ο τρόμος είχαν άσχημη επίδραση στο στομάχι μου. Κόλλησα τα χέρια μου στους καμπυλωτούς τοίχους του πιλοτηρίου, για να μείνω όρθια όσο το αεροπλάνο έπαιρνε ύψος και ευθυγραμμιζόταν. Ο πιλότος κοιτούσε ένα τείχος από φωτάκια και μοχλούς, που θαρρείς και αναβόσβηναν και ανεβοκατέβαιναν κατά βούληση. Εντέλει έστριψε το κάθισμά του, έχοντας βγάλει τα γυαλιά πιλότου, και με κοίταξε με τα μαύρα μάτια του. Αναστέναξα. «Μην ανησυχείς, είμαστε στον αυτόματο. Αλλά δε θα μας αφήσουν μόνους για πολύ, οπότε σου ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη για τη βραχύτητα του ιντερλούδιού μας» μου είπε ανοίγοντας το επάνω κουμπί της στολής του. «Αλλά πρέπει να ξέρω, πριν προχωρήσουμε στο μάθημα περί ασφάλειας πτήσεων: αποδέχεσαι το Βήμα, δεσποινίς Μέισον;» Δεν μπορούσα να το πιστέψω. «Εδώ; Τώρα;» «Μάλιστα. Εδώ και τώρα. Πίστεψε αυτό που σου λέω. Μπορώ να σε βοηθήσω με τον φόβο σου για τα αεροπλάνα. Καθώς και με μερικά πραγματάκια ακόμα, όπως υποψιάζομαι...» απάντησε ακουμπώντας την πλάτη του στο πολυτελές δέρμα του καθίσματός του για να με κοιτάξει από πάνω έως κάτω. «Δεν έχω ξαναμπεί σε αεροπλάνο...» τραύλισα χρονοτριβώντας. «Το αντιλαμβάνομαι» αποκρίθηκε ενώνοντας τις άκρες των δαχτύλων του. «Για πρώτη φορά πάντως τα πηγαίνεις περίφημα». Ενώ στεκόμουν ένα μέτρο μακριά από τον περίπλοκο πίνακα με τα όργανα που ο πιλότος δεν κοιτούσε πια, παρακολούθησα τα σκοτεινά σύννεφα να περνούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα δίπλα από τη μύτη του αεροπλάνου μέσα από τα στενόμακρα παράθυρα. «Είμαστε... ασφαλείς εδώ;» «Πολύ» μου απάντησε εκείνος. «Είναι ασφαλέστερο απ’ την οδήγηση. Είναι ασφαλέστερο σχεδόν από οτιδήποτε άλλο μπορείς να κάνεις με ταχύτητα εκατοντάδων χιλιομέτρων την ώρα όταν βρίσκεσαι ψηλά στον αέρα». «Κι αν πέσουμε σε αναταράξεις;» ρώτησα, ακριβώς τη στιγμή που αισθανθήκαμε ένα τρανταγματάκι. Τσίριξα. Τα χέρια μου τινάχτηκαν και πιάστηκα από την οροφή. Εκείνος το πήρε ως σινιάλο για να μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω. Αρχίσαμε! Αργά, προσεκτικά, κάλυψα το κενό που μας χώριζε και, πάνω από τον ώμο του, είδα καλύτερα τον κόσμο που απλωνόταν εμπρός μου. Ήταν σούρουπο, αλλά το φως


ξεπρόβαλλε μέσα από τα σύννεφα, φωτίζοντας τις πόλεις και τα χωριουδάκια που ήταν φωλιασμένα στους πρόποδες μιας οροσειράς. Έμοιαζαν με σειρά από πετράδια που έπεσαν από ψηλά. Ήταν πανέμορφα, όμως εγώ εξακολουθούσα να νιώθω ανακατωμένη, λες και είχα φάει γροθιά στο στομάχι. Μοχλοί και κουμπιά συνέχισαν να κινούνται σαν στοιχειωμένα γύρω μας. «Οι αναταράξεις είναι απλώς κενά αέρος. Το αεροπλάνο θα συνεχίσει να πετάει... Κι αν κάτι πάει στραβά, εδώ είμαι εγώ». Στεκόμουν ακριβώς από πάνω του τώρα, και το κεφάλι του βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το στήθος μου. «Αποδέχεσαι το Βήμα;» Ωραίο πρόσωπο, καλοσυνάτο βλέμμα, θεσπέσια μυρωδιά, αντρικά χέρια, όμως το πιο ακαταμάχητο ήταν το εξαίσια ραμμένο πουκάμισό του. Είμαι τρομερά ρηχή, το ξέρω. «Ναι, το αποδέχομαι...» «Να σε βοηθήσω λοιπόν να βγάλεις την... κιλότα σου;» Παραλίγο να βάλω τα γέλια με την παλιομοδίτικη λέξη. Φορούσα φούστα πένσιλ και γόβες και μια ροζ ζακέτα από αγκορά. Η χαμηλή αλογοουρά μου ολοκλήρωνε το λουκ «νοικοκυρά της δεκαετίας του ’50 που βγήκε έξω για δουλειές». Δε γινόταν αλλιώς· με χαλάρωνε να σχεδιάζω τι θα φορούσα, και σήμερα είχα ανάγκη να είμαι χαλαρή. «Πες μου πάλι πόσο ασφαλής είμαι...» τον ικέτεψα όσο τα ζεστά του χέρια κατέβαζαν αργά το φερμουάρ στο πίσω μέρος της φούστας μου, αφήνοντάς τη να πέσει στο πάτωμα. «Λοιπόν, Ντοφίν...» μουρμούρισε κατεβάζοντας το εσώρουχό μου, την «κιλότα» μου. «Η απογείωση είναι το δυσκολότερο κομμάτι. Πάρα πολλά μπορούν να πάνε στραβά. Αλλά τώρα το έχουμε αφήσει πίσω μας αυτό». Έτσι όπως ήμουν όρθια μπροστά του, έκλεισα τα μάτια. Αισθάνθηκα τα δάχτυλά του να ξεκουμπώνουν τη ζακέτα μου, να τη σπρώχνουν από τους ώμους μου. Αχ... «Τώρα το μεσαίο σκέλος της πτήσης» συνέχισε σκύβοντας μπροστά για να φιλήσει την απαλή γραμμή από τρίχες στην ήβη μου. «Αυτό είναι το πιο εύκολο... το γλυκύτερο κομμάτι της διαδρομής. Και πάλι όμως, δεν είναι καλό να εφησυχάζεις. Μερικές φορές είναι απατηλά εύκολο. Πρέπει να προσέχεις, να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα για τα ανεπαίσθητα σημάδια». Στάθηκα από πάνω του με πόδια που έτρεμαν. Τέντωσε τα χέρια για να ξεκουμπώσει το ροζ σατέν σουτιέν μου, το γλίστρησε προς τα εμπρός και το πέταξε. Έτσι γυμνή όπως στεκόμουν, για μια στιγμή ξέχασα πως το αεροπλάνο πετούσε μόνο του! Φαινόταν μαυρίλα από το παράθυρο. Δεν ήμουν σίγουρη αν πετούσαμε πάνω από βουνά ή πάνω από νερό, αλλά έκλεισα τα μάτια μου. Αν δεν έβλεπα, δεν είχε σημασία. Ακούμπησα ξανά τα χέρια μου στην οροφή, πιέζοντας το σώμα μου επάνω στο δικό του. Ήταν πολύ άνετος, είχε τον απόλυτο έλεγχο έτσι όπως μου έσπρωχνε μαλακά τα πόδια για να τα ανοίξω περισσότερο και σήκωνε τα χέρια για να τσιμπήσει και να διαγράψει κύκλους γύρω από τις θηλές μου, θαρρείς και ήμουν κι εγώ ένας πίνακας με όργανα που ήξερε ακριβώς πώς λειτουργούσε. «Πώς ξέρει τι να κάνει ο αυτόματος πιλότος;» ρώτησα, τόσο βαθιά ερεθισμένη από τους


αντίχειρές του, που άνοιγαν τη σχισμή μου, ώστε νόμισα ότι θα μου λύνονταν τα γόνατα. «Εμένα ακούει. Του λέω τι να κάνει και ακολουθεί τις εντολές μου» απάντησε γέρνοντας μπροστά για να φιλήσει την κλειτορίδα μου, που τώρα βρισκόταν ανάμεσα στους αντίχειρές του. «Μμμ... Έχεις πολύ ωραία γεύση, αγαπητή μου» είπε, και τα δάχτυλά του ακολούθησαν το στόμα του, γλιστρώντας μέσα έξω, τυραννώντας με. Ένιωθα κάθε κόμπο των δαχτύλων επάνω στα πιο ευαίσθητα σημεία μου, να ωθεί την κλειτορίδα μου προς τα εμπρός ενώ με είχε στο στόμα του. Έπιασα το κεφάλι του καθώς κουνιόταν από κάτω μου. Στη συνέχεια αισθάνθηκα εκείνη την έξαψη, ορμητική και καυτή, και την ενέργεια, που αυξανόταν καθώς η επιτακτική του γλώσσα φτερούγιζε και τιναζόταν και τα δάχτυλά του μπαινόβγαιναν ασυγκράτητα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κλείσω τα μάτια και να γείρω προς τα πίσω ενώ έσβηνα και αναριγούσα κι ένιωθα μέσα μου την έκρηξη μιας πρωτόγνωρης ηδονής, βογκώντας στο ταβάνι, με τη γλώσσα του να με γλείφει ανελέητα, σκεπάζοντας με το χέρι μου το στόμα μου για να πνίξω τις κραυγές μου. «Αχ, Θεέ μου! Αχ, ναι. Ναι!» τσίριξα, προσπαθώντας να πατήσω σταθερά τα πόδια μου όσο εκείνος κατέβαζε το παντελόνι του, έβαζε το προφυλακτικό και με τραβούσε πάνω του. Παραζαλισμένη, αισθάνθηκα κάθε φλέβα, κάθε αυλάκωση καθώς μαράθηκα στην αγκαλιά του, καβαλικεύοντάς τον στο κάθισμά του, με τα πόδια μου ίσα να αγγίζουν το δάπεδο. Ένα στιβαρό χέρι τυλίχτηκε γύρω από τη μέση μου, κάνοντας μια κίνηση προς τα πάνω και μέσα μου, με τα καστανά του μάτια γεμάτα ευχαρίστηση έτσι όπως κοιτούσε το κορμί μου, κι εγώ κοίταξα έξω από το γαμημένο το παράθυρο του αεροπλάνου. Και, γαμώ το κέρατό μου, τι θέα είναι τούτη; Όχι, μην κοιτάζεις. Κλείσε τα μάτια, Ντοφίν. Μην κοιτάζεις! «Πόσο ψηλότερα μπορεί ν’ ανέβει το αεροπλάνο;» ρώτησα ενώ επιτάχυνε τις κινήσεις του. Αχ... Ένιωθα τόσο γεμάτη! «Πολύ ψηλότερα...» ψιθύρισε και άρχισε να τρίβεται δυνατά από κάτω μου, με τους γοφούς του να κάνουν κύκλους και τα χέρια του να τραβούν τους δικούς μου προς τα κάτω. «Αρκεί να ξέρεις να το οδηγείς σωστά. Πρέπει να έχεις αίσθηση του αεροπλάνου και των ορίων του...» Με τούτα τα λόγια, έγινε αχαλίνωτος, και τα σώματά μας άρχισαν να πάλλονται πιο δυνατά επάνω στο κάθισμα. Πιάστηκα από την πλάτη του για να κρατήσω κόντρα. «Αχ, Θεέ μου...» «Νιώθεις πόσο σκληρός είμαι, Ντοφίν; Πόσο σκληρό με κάνεις;» βόγκηξε μπαινοβγαίνοντας μέσα μου, κρατώντας με κάτω για να αυξήσει την τριβή ανάμεσα στη λεκάνη του και στην κλειτορίδα μου. «Ναι... Αχ, ναι. Εκεί...» μουρμούρισα, αλλά ήξερε. Δε χρειαζόταν οδηγίες από μένα. Αισθάνθηκα την κάψα να μεγαλώνει πίσω από τον αφαλό μου πάλι και τέλειωσα ξανά πέφτοντας προς τα εμπρός, ενώ εκείνος θόλωνε το δωμάτιο με τις γρήγορες κινήσεις του, γραπώνοντας τους γοφούς μου για να πάρει και τη δική του ηδονή με μια ορμητική παραίτηση που ήρθε αμέσως μετά τη δική μου. Σπαρτάρισε και σταμάτησε μακάρια, ασθμαίνοντας, με το στήθος μου κρεμασμένο από πάνω του. «Ήταν απίστευτο...» είπε ξέπνοος, διατρέχοντας με τα δάχτυλά του την πλάτη μου, που


ανεβοκατέβαινε. Άνοιξα τα μάτια μου ξανά προς τα παράθυρα – οι φωτεινές δέσμες από κάτω σήμαιναν κοιμισμένες πόλεις γεμάτες ανθρώπους που δεν είχαν την παραμικρή ιδέα τι συνέβαινε στα σκοτεινά σύννεφα πάνω από το κεφάλι τους. Κι εγώ ήμουν εντάξει και το αεροπλάνο ήταν εντάξει και ήμαστε ολοζώντανοι. «Καλύτερα να ντυθείς, αγαπημένη μου. Φοβάμαι ότι το παρακάναμε λιγάκι...» Με σήκωσε προσεκτικά κι έσκυψε για να μου δώσει τη ζακέτα μου. Ενώ εκείνος στάθηκε όρθιος για να ανεβάσει το παντελόνι της στολής του, να κουμπώσει και να τακτοποιήσει το πουκάμισό του, εγώ φόρεσα το εσώρουχό μου και ανέβασα τη φούστα μου, χτενίζοντας με τα δάχτυλα τα μαλλιά μου ξανά σε αλογοουρά. Ανταλλάξαμε χαμόγελα, νιώθοντας κάπως περήφανοι ο ένας για τον άλλο. Όταν η Ιλέιν χτύπησε την πόρτα έπειτα από μερικά λεπτά, το μόνο που θα μπορούσε να μας προδώσει, αν δηλαδή ο κυβερνήτης Νέιθαν δεν το μάζευε από το δάπεδο και δεν το έκρυβε κάτω από το πλαστικό καπάκι μιας άδειας κούπας καφέ, ήταν το προφυλακτικό. Ύστερα τέντωσε το χέρι του δίπλα μου για να πιάσει τη λαβή της πόρτας του πιλοτηρίου και την τράβηξε. Χαμογέλασα στην Ιλέιν με το πιο πλατύ, το πιο άδολο χαμόγελό μου, με τα χέρια πίσω από την πλάτη και το βραχιόλι να ξύνει τον πλαστικό τοίχο. «Πώς πάει η επίσκεψη; Τώρα θα έχεις λιγότερο άγχος για την πτήση, ελπίζω...» «Πολύ λιγότερο» απάντησα. «Ο κυβερνήτης Νέιθαν έβγαλε τον φόβο από μέσα μου...» «Το κάνει πολύ καλά αυτό» αποκρίθηκε εκείνη, δίχως την παραμικρή υπόνοια λαγνείας. «Καλύτερα να επιστρέψεις στη θέση σου, Ντοφίν. Κάνει ζέστη εδώ μέσα. Ορίστε το Gatorade σας, κυβερνήτα. Δε θέλουμε να πάθετε αφυδάτωση...» Με έπιασε από το μπράτσο. «Ευχαριστώ, κυβερνήτα...» ψιθύρισα. «Μου αλλάξατε τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα ταξίδια με το αεροπλάνο». «Χαίρομαι που βοήθησα. Α! Προτού φύγεις, Ντοφίν» είπε βάζοντας το χέρι στην τσέπη του πουκάμισού του. «Μας αρέσει να δίνουμε κάτι μικρό στους επισκέπτες. Επειδή μας εμπιστεύτηκαν. Το κέρδισες». Μου έδωσε ένα μπλε κουτάκι. «Η Ντοφίν παίρνει τα φτερά της!» αναφώνησε η Ιλέιν με ένα χειροκρότημα. «Ευχαριστώ» αποκρίθηκα, και ο κυβερνήτης Νέιθαν σηκώθηκε και υποκλίθηκε βαθιά. Στο μεταξύ επέστρεψε ο συγκυβερνήτης Φράιαρ. «Είστε πολύ καλή που κρατήσατε συντροφιά στον κυβερνήτη» είπε έτσι όπως στριμωχνόταν δίπλα μας για να περάσει. «Ώρες ώρες είναι κάπως μοναχικά εδώ πάνω». Η Ιλέιν με οδήγησε πίσω στη θέση μου. Άραγε ήταν της φαντασίας μου ότι τα βλέμματα της πρώτης θέσης είχαν πέσει επάνω μου, παρατηρώντας την ανεπαίσθητη ατημελησία μου, το αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλά μου; Αφού κάθισα κι έδεσα τη ζώνη μου, σήκωσα διακριτικά το καπάκι του μικρού μπλε κουτιού. Μέσα υπήρχε μια καρφίτσα σε σχήμα φτερών, που είχε το λογότυπο της αεροπορικής εταιρείας στο κέντρο της. Κάτω από το βαμβάκι είχε ένα άλλο χρυσαφένιο στολίδι, το


κρεμαστό του Τρίτου Βήματος, που στο πίσω μέρος έγραφε: Εμπιστοσύνη. Καρφίτσωσα τα φτερά στη ζακέτα μου. Η ηλικιωμένη που καθόταν απέναντί μου σήκωσε τον αντίχειρά της. Τι κατάλαβε για το κρεμαστό που έβαλα στο βραχιόλι μου δε θα το μάθω ποτέ. Αφού όμως το κρέμασα στη θέση του, έσπρωξα πίσω το κάθισμά μου, φόρεσα τα ακουστικά μου, έκλεισα τα μάτια και βυθίστηκα σ’ ένα όνειρο για το υπόλοιπο της ευτυχώς ήρεμης πτήσης.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ] ΚΕΪΣΣΙ

ΗΤΑΝ ΘΕΜΑ ΧΡΟΝΟΥ να εμφανιστεί ο Μαρκ Ντρούρυ στο Café Rose για κυριακάτικο μπραντς, με μια εφημερίδα κάτω από τη μασχάλη κι ένα συνεσταλμένο χαμόγελο στο πρόσωπο. Δεν είχε το τηλέφωνό μου και δεν του είχα ξανατηλεφωνήσει μετά το ραντεβού μας πριν από δύο σχεδόν εβδομάδες. «Γεια σου, Κέισσι» είπε. «Τι παράξενο που σε πετυχαίνω εδώ!» «Πολύ παράξενο...» αποκρίθηκα. «Είναι και νωρίς. Μία το μεσημέρι. Έβαλες ξυπνητήρι;» «Τι αστείο...» Του έφερα τον κατάλογο, γύρισα το φλιτζάνι του και το γέμισα έως επάνω. «Επιστρέφω αμέσως για να πάρω παραγγελία». «Δε βιάζομαι. Σε αντίθεση με σένα...» αντιγύρισε, ανοίγοντας με θόρυβο την εφημερίδα του. Αναφερόταν στο επόμενο πρωί, όταν είχα φύγει από το σπίτι του άρον άρον. Την τελευταία φορά που τον είδα, ήταν μπερδεμένος μέσα σε παράταιρα σεντόνια και ροχάλιζε σιγανά. Κοίταξα το ταβάνι για να του δείξω πως απηύδησα και πήγα προς την κουζίνα. Όταν επέστρεψα, παράγγειλε αυγά δαρτά, μαύρο λουκάνικο και ψημένο ψωμί, τα οποία έφαγε μέσα σε λίγα λεπτά. Μόλις πήρα τα άδεια πιάτα, παράγγειλε μια μεγάλη σαλάτα. «Για τη χώνεψη. Σαν τους Ιταλούς...» είπε. Μετά τη σαλάτα ζήτησε τη σούπα της μέρας. «Ήταν κουνουπίδι με κάρι, αλλά μας τέλειωσε» αποκρίθηκα τη στιγμή που η Ντελ περνούσε δίπλα μου με μια πιατέλα αυγά Μπένεντικτ. «Θα ξεπαγώσω λίγη μινεστρόνε... Δύο λεπτά θα κάνει» προσφέρθηκε. «Τέλεια!» αναφώνησε εκείνος. «Βλέπω πως είστε πολύ πεινασμένος σήμερα, κύριε Ντρούρυ...» «Έχω συναυλία απόψε... Πάντα μου ανοίγει την όρεξη. Γιατί δεν έρχεσαι να μας δεις; Παίζουμε στο Spotted Cat». Έβγαλε ένα φυλλάδιο από την τσέπη του και μου το έδωσε την ώρα που ο Γουίλ, καλυμμένος με άσπρη σκόνη απ’ την κορφή ως τα νύχια, έστριψε στη γωνία και τράβηξε προς τη σκάλα. Δεν ήμουν σίγουρη πως έπιασε το τελευταίο κομμάτι της συζήτησης, γι’ αυτό δυνάμωσα την ένταση της φωνής μου. «Θα βάλω τα δυνατά μου να έρθω απόψε, Μαρκ. Σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση!» «Καταπληκτικά!» αποκρίθηκε ο Μαρκ, μπερδεμένος από τον ξαφνικό ενθουσιασμό μου. «Καλύτερα να πηγαίνω τώρα». «Δε θες σούπα;» «Μόνο τον λογαριασμό. Πρέπει να καθαρίσω το σπίτι, μην τυχόν κι έχω επισκέψεις μετά τη


συναυλία...» «Απίθανο το βρίσκω...» είπα, πιο σιγανά τούτη τη φορά. «Αυτό θα το δούμε...» Όταν με κοίταξε, όλη η αλαζονεία της νιότης του εξατμίστηκε και για μια στιγμή ήταν απλώς ένας νεαρός άντρας που ήθελε να περάσει λίγο χρόνο μαζί μου. Κι όμως... Κι όμως... Το μόνο που λαχταρούσα ήταν να πάω για τρέξιμο και ύστερα να κουρνιάσω στον καναπέ αγκαλιά με το τηλεχειριστήριο και τη γάτα μου. Έδωσα τον λογαριασμό στον Μαρκ, για τον οποίο μου άφησε υπερβολικά γενναιόδωρο φιλοδώρημα. Κατόπιν ανέβηκα στον επάνω όροφο για να πω στον Γουίλ ότι έφευγα. Είχα μία εβδομάδα να ανέβω στον καινούριο χώρο, και η μεταμόρφωση ήταν εκπληκτική. Από τη μισοσκότεινη άθλια αποθήκη με την ξεθωριασμένη ταπετσαρία και τα σκονισμένα πατώματα, ο Γουίλ είχε δημιουργήσει έναν ευάερο μοντέρνο χώρο φαγητού, με καινούρια δίφυλλα παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο, εμφανές τούβλο σε δύο τοίχους, δάπεδα ξυσμένα και γυαλισμένα στην εντέλεια. Τώρα έβαφε τις αντρικές τουαλέτες στην άκρη της σκάλας, δίπλα στους καινούριους φεγγίτες. Έχωσα μέσα το κεφάλι μου για να ανάψω εξυπηρετικά τα φώτα, κάνοντάς μας και τους δύο να μισοκλείσουμε τα μάτια από το εκτυφλωτικό φως. «Όπα... Δεν είχα προσέξει πως άρχισε να σκοτεινιάζει. Τι ώρα είναι;» «Ώρα να πάω σπίτι. Ήθελα μόνο να σου πω πως η Ντελ θα μείνει μόνη της μέχρι να έρθει η Τρεϊσίνα». «Είχε δουλειά σήμερα;» Με ενοχλούσε που η φωνή του μπορούσε ακόμα να με καθηλώσει. Είχαν περάσει σχεδόν πέντε μήνες από τότε που... «Δεν ήταν άσχημα...» Επίσης ήταν δύσκολο να μην προσέξω ότι το επάνω μέρος του σώματός του γινόταν όλο και πιο μυώδες από τη χειρωνακτική εργασία, ειδικά οι πήχεις του. Είχε μπογιές και γύψους στα μαλλιά του, κάνοντάς με να θέλω απεγνωσμένα να του τα καθαρίσω. «Έχεις σχέδια για απόψε;» συνέχισε ενώ έβγαινα από την τουαλέτα για να κοιτάξω τις υπόλοιπες επισκευές. «Αν θες να ξέρεις, ναι, έχω σχέδια». «Με κείνο το αδύνατο παιδί που ήταν εδώ πριν από λίγο;» «Ίσως...» απάντησα. «Δεν έχω λόγια να σου πω πόσο ωραία είναι εδώ πάνω. Έχω εντυπωσιαστεί!» «Βγαίνετε;» «Εμμμ... Ένας απλός φίλος είναι, Γουίλ» είπα, αρνούμενη να μπλέξω σε τέτοια συζήτηση, αλλά ευχαριστημένη από μέσα μου που το ήθελε εκείνος. Η βασική αίθουσα φαγητού μού έκοψε την ανάσα – οι απλίκες από σκούρο γυαλί, τα επιδιορθωμένα μεταλλικά κρεμαστά φωτιστικά που μετεωρίζονταν πάνω από το μπαρ. Φανταζόμουν πόσο ωραία θα φαινόταν επιπλωμένη και ζωντανή, γεμάτη λαμπερούς σέξι πελάτες που ερωτεύονταν υπό το φως των κεριών. Τότε είδα κάτι παράξενο να ξεμυτίζει κάτω από την καινούρια μπάρα από ξύλο καρυδιάς: ένα ολοκαίνουριο μονό στρώμα, στριμωγμένο


ανάμεσα στον τοίχο και στο ψυγείο, με ένα πάπλωμα από πάνω του. Ο Γουίλ μπήκε παραπατώντας στο δωμάτιο, τρίβοντας τα χέρια του στο τζιν του. Έστρεψα το βλέμμα μου από το στρώμα σ’ εκείνον. «Α...» τραύλισε, κοιτάζοντας μία εμένα και μία το στρώμα. «Κοιμάμαι εδώ κάποιες νύχτες. Η Τρεϊσίνα με την εγκυμοσύνη... Θέλω να πω, αν δε την αφήνω εγώ ξάγρυπνη, μ’ αφήνει εκείνη. Και χρειαζόμαστε και οι δύο ξεκούραση... Όταν έρθει το μωρό, όλα θα είναι πιο εύκολα». «Αυτό είναι το αντίθετο από κείνο που ακούω εγώ για τα μωρά» αποκρίθηκα. Ήθελα απεγνωσμένα να αλλάξω θέμα, οπότε το άλλαξα. «Είναι πανέμορφο, Γουίλ! Το εννοώ» πρόσθεσα. «Η δουλειά σου... Πρέπει να είσαι πολύ περήφανος. Θα γίνει ένα απ’ τα ωραιότερα εστιατόρια στη Φρέντσμεν». «Θέλω να έχει πολύ ενδιαφέρουσα λίστα κρασιών. Καταλαβαίνεις; Να φέρω κάποια από ασυνήθιστα μέρη, όπως η Ουρουγουάη και το Τέξας. Έχουν σπουδαία κτήματα στο Χιλ Κάντρυ». «Δεν το ήξερα». «Θα το μάθεις. Πολύ σύντομα». «Τι εννοείς;» «Λοιπόν, θα χρειαστεί να ξεσκονίσεις τις γνώσεις σου στα κρασιά, επειδή θα διευθύνεις το εστιατόριο για λογαριασμό μου. Θέλω να το αναλάβεις εσύ...» απάντησε ο Γουίλ. «Και θ’ αλλάξουν οι ώρες σου. Θα έρχεσαι απ’ το απόγευμα μέχρι το βράδυ. Θα χρειάζεται να φοράς πιο καλά ρούχα. Όχι μαύρες σατέν τουαλέτες αλλά ούτε και μαύρα φανελάκια. Θα σε πληρώνω περισσότερο. Θα σε πληρώνω καλά». Όση ώρα μιλούσε, εγώ στεκόμουν και παρακολουθούσα τα χείλη του να κουνιούνται. Να είμαι κοντά του, να δουλεύω μαζί του, να τον βλέπω κάθε μέρα – αυτό το ήθελα. Να τον βλέπω με την Τρεϊσίνα και το μωρό, να νιώθω διαρκή πόνο κοιτάζοντας την οικογενειακή του ζωή απέξω δεν το ήθελα. «Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν άλλο εκτός από σένα γι’ αυτήν τη δουλειά» συμπλήρωσε κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος μου. «Η Τρεϊσίνα το ξέρει;» «Δεν έχω ζητήσει ακόμα τη γνώμη της, όχι. Κέισσι, δεν είμαστε... Δεν είμαστε σύντροφοι. Όχι όπως θα ήταν... μαζί σου». Νιώσαμε και οι δύο το βάρος της κουβέντας του να γεμίζει το μισοτελειωμένο δωμάτιο. Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα το χέρι του με τα δάχτυλά μου, ηλεκτρίζοντάς μας και τους δύο. Ήταν μια χειρονομία που σήμαινε ευχαριστώ, το έκανα για να υπογραμμίσω τη σπουδαία ευκαιρία που μου είχε προσφέρει, την οποία θα χρειαζόμουν ακόμα χρόνο να σκεφτώ. Αλλά ύστερα το χέρι μου άρχισε να κινείται, σχεδόν από μόνο του, ανεβαίνοντας στο μπράτσο του, κάτω από το μανίκι της μπλούζας του, εκεί όπου είχε σχηματιστεί ένας καινούριος μυς, αυτός που έκανε συσπάσεις κάθε φορά που χτυπούσε τα νούμερα στην ταμειακή ή περνούσε ένα χέρι μπογιά στον τοίχο. Το χέρι μου προχώρησε αργά στο στήθος του, σταματώντας για λίγο επάνω στην καρδιά του, η οποία άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα στο άγγιγμά μου, στέλνοντας μια δόνηση στο χέρι μου. Με έπιασε από τον αγκώνα και με τράβηξε πάνω του, βάζοντας το


χέρι του κάτω από το σαγόνι μου για να σηκώσει το πρόσωπό μου, ώστε να τον κοιτάξω στα μάτια. «Καταλαβαίνεις πόσο πολύ σε θέλω;» Η φωνή του έβγαινε βεβιασμένη, βραχνή. Άνοιξα το στόμα μου να πω κάτι, οτιδήποτε, αλλά οι λέξεις κόλλησαν στο λαρύγγι μου. Ύστερα το ένιωσα, το στόμα του στη βάση του λαιμού μου, να με φιλάει εκεί. Μόλις τα χείλη μας έσμιξαν, ήταν λες και λείπαμε ο ένας από τον άλλο αιώνες. «Κέισσι...» Είπε το όνομά μου ανάμεσα στα φιλιά, δαγκώνοντας, τσιμπώντας τα χείλη μου, αγκαλιάζοντας με το ένα χέρι τη μέση μου, κρατώντας με πάνω του, χώνοντας το άλλο του χέρι κάτω από την μπλούζα μου, χουφτώνοντας το στήθος μου αγαπησιάρικα, αχόρταγα. Τον αισθάνθηκα να σκληραίνει ενώ έχωνα το κεφάλι μου στον ώμο του κι έκλεινα τα μάτια. Ήθελα να παγώσω τούτη τη στιγμή με τον μόνο άντρα που πραγματικά ήθελα να με αγκαλιάζει, να με ποθεί... «Δε θα σταματήσω, εκτός κι αν μου πεις να σταματήσω...» ψιθύρισε, και το χέρι του γλίστρησε στο πίσω μέρος του τζιν μου και με έσφιξε. Δεν ήθελα να σταματήσει, κι αν δεν είχα δει το αναψοκοκκινισμένο, ένοχο πρόσωπό μου στον καθρέφτη πάνω από το μπαρ, δε θα τον είχα αναγκάσει να το κάνει. «Δεν μπορούμε...» ψέλλισα, ξεκολλώντας από την αγκαλιά του και κάνοντας ένα βήμα πίσω. Τραβήχτηκε κι εκείνος. Όχι από μένα, αλλά από τις ίδιες του τις πράξεις. «Ήμαστε φίλοι χρόνια, Γουίλ...» συνέχισα. «Καλοί φίλοι». «Δε θέλω άλλη μία φίλη. Θέλω εσένα...» «Πίστεψέ με. Σε λίγους μήνες θα χρειαστείς φίλους» αποκρίθηκα, βάζοντας ξανά την μπλούζα μου μέσα στο τζιν μου και ισιώνοντας την ποδιά μου. «Συγγνώμη, Κέισσι... Είναι μεγάλη μαλακία από μέρους μου να σου προσφέρω προαγωγή και μετά να σ’ την πέφτω έτσι». «Δε θα σε καταγγείλω... αν μου υποσχεθείς ότι δε θα το ξανακάνεις». «Δε δίνω υποσχέσεις που δεν μπορώ να κρατήσω. Μπορώ όμως να σου ζητήσω κάτι;» «Ρίξ’ το». «Θα σκεφτείς την προσφορά μου;» «Θα τη σκεφτώ». «Θα έρθεις αύριο;» «Πρωί πρωί». «Και μεθαύριο;» «Και αντιμεθαύριο». «Υποθέτω πως αυτό αρκεί. Προς το παρόν...» Χαμογέλασα. Μπορούσα να κάνω αλλιώς; Έκανα μεταβολή, βγήκα από το δωμάτιο και προχώρησα στον διάδρομο προς τις σκάλες. «Κέισσι, για να ξέρεις...» Στράφηκα και τον κοίταξα. «Εσύ είσαι... Πάντα εσύ ήσουν». Κρατήθηκα από το κάγκελο.


«Μ’ άκουσες;» «Σ’ άκουσα. Πρέπει να φύγω, Γουίλ...» Μόλις κατέβηκα, φώναξα ένα «Τα λέμε» στην Ντελ στην κουζίνα, η οποία με κοίταξε παράξενα. Στη συνέχεια πήρα την τσάντα μου από το ντουλάπι μου κι έφυγα, με μάτια που έτσουζαν από τα δάκρυα. Μόνο όταν έφτασα στη Σαρτρ συνειδητοποίησα πως η μπροστινή μεριά από το μαύρο μπλουζάκι μου είχε γεμίσει σοβάδες και κομματάκια μπογιάς.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑ] ΝΤΟΦΙΝ

ΟΙ ΜΕΡΕΣ όπου απλώς

έβλεπα φωτογραφίες από όμορφα μέρη ήταν παρελθόν. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου όταν ξύπνησα, μόλις ο κυβερνήτης Νέιθαν, με την καθησυχαστική προφορά του, ανακοίνωσε την κάθοδο του αεροπλάνου. Περίμενα ότι θα δω αγρούς από το παράθυρο, αλλά όταν κοίταξα, ο ήλιος ανέτελλε πάνω από κάποια πόλη που απλωνόταν σαν χαλί, και το Μπουένος Άιρες εκτεινόταν έως εκεί όπου έφτανε το μάτι μου. Η έκτασή του μου έκοψε την ανάσα. Είχα διαβάσει για την εκπληκτική εξάπλωσή του, αλλά τώρα την έβλεπα με τα μάτια μου, και μάλιστα από ψηλά. Δεν είχα ξαναδεί πόλη από τούτη τη σκοπιά, και φάνταζε εξωπραγματικό, λες και είχα κάποια υπερδύναμη. Σύντομα θα ήμουν κάτι περισσότερο από απλή παρατηρήτρια. Θα βυθιζόμουν μέσα στην ίδια την πόλη, στο Παρίσι της Νότιας Αμερικής. Ευχαρίστησα από μέσα μου το S.E.C.R.E.T. και κατά την αποβίβαση ευχαρίστησα κάπως δημόσια και τον πιλότο μου, φιλώντας τον στο μάγουλο καθώς περνούσα. «Επειδή με βοηθήσατε...» είπα. «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου...» αποκρίθηκε ο κυβερνήτης Νέιθαν αγγίζοντας το πηλήκιό του. Δύο σοφέρ στέκονταν πίσω από μια πινακίδα που έγραφε το όνομά μου: ο ένας θα με πήγαινε στο ξενοδοχείο· ο άλλος θα πήγαινε τον πίνακα της Καρολίνας σε μια ασφαλή αποθηκευτική μονάδα έως τον πλειστηριασμό. Στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας με περίμεναν ένα μπολ με παγωμένα φρούτα, γλυκίσματα και ζεστός καφές, τα οποία απόλαυσα στη διαδρομή. Πεινούσα για φαγητό, για ανθρώπους, για ζωή· περιεργαζόμουν κάθε λεπτομέρεια έξω από το παράθυρο με μάτια γουρλωμένα. Σ’ ένα και μόνο τετράγωνο είδα γαλλικές νεοκλασικές προσόψεις, θόλους ιταλικού ρυθμού, θύρες αρ νουβό και μοντέρνα ορθογώνια από γυαλί σφηνωμένα ανάμεσα σε εξαώροφες παλιές πολυκατοικίες, με μπουγάδες κρεμασμένες από κάθε μπαλκόνι. Μου ήταν αδύνατο να παρακολουθήσω τέτοια αφθονία από καμπύλες και κορνίζες. Οδηγοί και πεζοί έδειχναν να αγνοούν τα φανάρια, πράγμα επικίνδυνο σε μια πόλη όπου μια στροφή σε μια λεωφόρο με οχτώ λωρίδες μπορούσε να σε βγάλει σ’ έναν στενό μονόδρομο χωρίς πεζοδρόμια. Ώστε έτσι είναι να έρχεσαι ξένη για περιπέτεια σ’ ένα καινούριο μέρος. Οι αισθήσεις μου είχαν ξυπνήσει, όλο μου το κορμί μυρμήγκιαζε από τις πιθανότητες. Ο σοφέρ μου, ο Ερνέστο, με ξεναγούσε ενθουσιωδώς και μου επισήμαινε όλες τις σημαντικές ταμπέλες, όπως το σημείο όπου η λεωφόρος από το αεροδρόμιο γινόταν Avenida 9 de julio, η λεωφόρος 9ης Ιουλίου, ένας από τους μεγαλύτερους δρόμους στον κόσμο. « Είναι... comemorativo, αναμνηστική» είπε με κατσαρή προφορά, «για την independencia, την ανεξαρτησία της Αργεντινής... Οι περισσότεροι δρόμοι στο Μπουένος Άιρες πήραν το


όνομά τους προς τιμήν κάποιου προσώπου ή γεγονότος». Καθώς πλησιάζαμε στο ξενοδοχείο, περάσαμε μέσα από την καρδιά κάποιας πυκνοκατοικημένης και γεμάτης κίνηση συνοικίας που λεγόταν Ρεκολέτα, μιας αριστοκρατικής περιοχής, όπως μου είπε ο Ερνέστο, στο διάσημο κοιμητήριο της οποίας συνέρεε ακόμα κόσμος για να αποτίσει φόρο τιμής στην Έβα Περόν. Όταν φτάσαμε μπροστά στο Alvear Palace Hotel, ήταν σαν να σταματήσαμε μπροστά σε κάστρο. Έψεξα τον εαυτό μου που ένιωθα σαν πριγκίπισσα, συναίσθημα στο οποίο πίστευα ότι μου είχε προκαλέσει ανοσία η εργασιομανία μου. Έλα όμως που τώρα έβγαινα από ένα μακρύ κομψό αυτοκίνητο με τη βοήθεια του Ερνέστο και αισθανόμουν βασίλισσα. Μια σειρά από διεθνείς σημαίες πλατάγιζαν στον άνεμο, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι το ξενοδοχείο έπιανε σχεδόν ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο. «Αυτό θα είναι το σπίτι σας για το επόμενο διάστημα» είπε βγάζοντας το καπέλο του και κάνοντας μια μικρή υπόκλιση. Κοίταξα λίγο καλύτερα το πρόσωπό του. Το ανοιχτό μελαχρινό δέρμα του και τα ελαφρώς ασιατικά μάτια του ήταν γοητευτικός συνδυασμός· για τόσο νεαρό άτομο απέπνεε έναν αέρα σοβαρότητας. «Είναι πανέμορφο, ευχαριστώ». Οι αποσκευές μου εξαφανίστηκαν πίσω από τις χρυσές πόρτες, και σύντομα τις ακολούθησα. Η ηγεμονική αίσθηση εντάθηκε όταν πήρα το ασανσέρ για τη σουίτα του όγδοου ορόφου, όπου έβγαλα τα παπούτσια μου. Το καθιστικό έβλεπε σ’ έναν δρόμο πνιγμένο ήδη στην πρωινή κίνηση, αλλά τα παράθυρα με τα τριπλά τζάμια το έκαναν σιωπηλό σαν τάφο. Κύριε των Δυνάμεων, ήταν πραγματική σουίτα, από κείνες όπου έτρωγες σε άλλο δωμάτιο από αυτό όπου κοιμόσουν. Τράβηξα τις βαριές χρυσές κουρτίνες, που έφταναν έως το πάτωμα, ενώ συγχρόνως τα πόδια μου χάιδευαν το παχύ πέλος του ανατολίτικου χαλιού. Ο γκρουμ έφυγε με το φιλοδώρημα στο χέρι, κι εγώ στάθηκα μια στιγμή στη μέση των δωματίων σφίγγοντας τις γροθιές μου. Κατόπιν έβγαλα μια διαπεραστική τσιρίδα χαράς, όρμησα στο κρεβάτι και πήδησα επάνω του. Έμεναν λίγες μέρες ακόμα έως τον πλειστηριασμό, η ευθύνη του οποίου κατέκλυσε ξαφνικά σαν πλημμύρα το σώμα μου. Ήταν θαρρείς και είχα έρθει σε αποστολή, σαν μια γυναίκα όλο μυστήριο και ίντριγκα, αποφάσισα. Αν με φόβιζε κάτι, θα υποκρινόμουν ότι ήμουν εκείνη η γυναίκα, η ατρόμητη γυναίκα, η γυναίκα που ηδονιζόταν στα τριάντα χιλιάδες πόδια στον αέρα κι έπαιρνε ως επιβράβευση μια σουίτα για την τόλμη της. Έπειτα από ένα καυτό ντους τράβηξα τα πουπουλένια σκεπάσματα και γλίστρησα ανάμεσα στα βαριά σεντόνια. Θα πάρω έναν γρήγορο υπνάκο, σκέφτηκα. Δεν είχα κοιμηθεί καλά στο αεροπλάνο. Έκλεισα τα μάτια μου και ξύπνησα έπειτα από τρεις ώρες από ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξα σ’ έναν γκρουμ, που έσπρωξε μέσα ένα τραπεζάκι. Ανάμεσα σε μια κανάτα καφέ κι έναν δίσκο με σάντουιτς χωρίς κόρα ήταν στερεωμένος ένας χοντρός τετράγωνος φάκελος που έγραφε Ντοφίν με τα γνωστά καλλιγραφικά γράμματα του S.E.C.R.E.T. Μου φάνηκε αλλόκοτο και με σάστισε κιόλας που είδα κάτι οικείο σ’ ένα μέρος τόσο μακριά από την πατρίδα. Πήρα τον φάκελο από τον δίσκο και τον άνοιξα με το μαχαίρι. Η


βαριά κάρτα έγραφε Βήμα Τέταρτο από τη μια πλευρά, τη λέξη «Γενναιοδωρία» από την άλλη και από κάτω τη φράση: «Είμαστε μαζί σου σε κάθε Βήμα, Ντοφίν». Συνέβαινε! Άλλο ένα. Από έναν γάντζο πάνω από το τραπεζάκι κρεμόταν μια χοντρή θήκη για ενδύματα, που μου φάνηκε βαριά καθώς την κουβαλούσα στο κρεβάτι. Άνοιξα το φερμουάρ και αποκάλυψα ένα φανταχτερό κόκκινο φόρεμα με πούλιες στο μπούστο, που κατέληγε σ’ έναν καταρράκτη από φτερά γύρω από τους γοφούς και τα πόδια. Έμοιαζε με πελώριο άλικο κύκνο. Το κράτησα μπροστά στο σώμα μου απέναντι από τον ολόσωμο καθρέφτη. Μια πρόσκληση σε μια μεταμεσονύκτια παράσταση ταγκό έπεσε από τα φτερά του. Χορός; Οχ, όχι. Όχι χορός. Τον απέφευγα σχεδόν όσο απέφευγα και τα αεροπλάνα. Όσο και να μου άρεσε η μουσική, το πολύ πολύ να κουνούσα ρυθμικά το κεφάλι στις σκοτεινές γωνίες των κλαμπ. Κάπου κάπου χόρευα μόνη μου στο διαμέρισμά μου. Κάποτε είχα χορέψει για τον Λουκ, ώσπου το γύρισα στην πλάκα και υπονόμευσα την αποπλάνηση, επειδή ντρεπόμουν να κάνω κανονικό στριπτίζ. Αλλά η ιδέα να χορέψω μπροστά σε αγνώστους μού έκοβε τα ήπατα. Δεν ήμουν καλλίγραμμή και αιθέρια σαν την αδερφή μου. «Αν η Μπρι είχε την πειθαρχία της Ντοφίν ή η Ντοφίν τους μηρούς της Μπρι, θα είχαμε μια μπαλαρίνα στην οικογένεια...» έλεγε συχνά η μητέρα μου. Νομίζω ότι το θεωρούσε κομπλιμέντο, αλλά εμένα με πλήγωνε. Άφησα προς στιγμήν κατά μέρος τον τρόμο μου για να θαυμάσω το φόρεμα, την αριστοτεχνική κατασκευή του μπούστου, που ήταν ραμμένο στο χέρι και φοδραρισμένο με στρατηγικό τρόπο, ώστε να μαλακώσουν οι μπανέλες που το κρατούσαν σταθερό. Το ασύμμετρο τελείωμα υπαινισσόταν ταγκό, αυτό ήταν σαφές, και παρόλο που το κόκκινο μου πήγαινε, δεν μπορώ να πω ότι το φουστάνι ήταν του στιλ μου. Όχι. Καθόλου. Κόμποι ιδρώτα σχηματίστηκαν στο μέτωπό μου. Δεν μπορούσα, δε θα χόρευα μπροστά σε κόσμο. Όχι με το κορμί που είχα, όχι με αυτό το φόρεμα. Και το S.E.C.R.E.T., όπως μου υπενθύμιζαν ανελλιπώς η Κέισσι και η Ματίλντα, πρέσβευε να κάνεις όλα όσα θέλεις και τίποτα που δε θέλεις.

*** Είχα πολλές ώρες πριν από την παράσταση. Πήρα τους δρόμους φορώντας την καμπαρντίνα μου και άνετα παπούτσια. Το Μπουένος Άιρες ήταν δροσερό, θορυβώδες και πολυάνθρωπο, και σε κάθε γωνία συγκρουόταν το παλιό με το καινούριο. Οι porteños, οι κάτοικοί του, έδειχναν να αγαπούν το έξω όσο και οι κάτοικοι της Νέας Ορλεάνης. Ακόμα και μια ψυχρή μέρα του φθινοπώρου η πλατεία Σαν Μαρτίν ήταν γεμάτη καρότσια και ποδηλάτες, ενώ σκυλιά ποικίλων μεγεθών τραβούσαν δεκάδες λουριά που τα κρατούσαν απίστευτα χειροδύναμοι άνθρωποι. Αν δεν υπήρχε το S.E.C.R.E.T., δε θα καθόμουν ποτέ στο κέντρο μιας πλατείας απέναντι από τo Κάζα Ροσάδα, το προεδρικό μέγαρο, να παρακολουθώ ηλικιωμένους –με καλοραμμένα τουίντ σακάκια– να παίζουν σκάκι, ενώ παραδίπλα ζευγάρια χαϊδολογιούνταν στον ήλιο. Περπάτησα στις γειτονιές από τη Ρεκολέτα έως το Παλέρμο, από το Σαν Τέλμο έως την Μπόκα, οργώνοντας τα καταστήματα με μεταχειρισμένα, μαθαίνοντας ποιοι ήταν οι


προμηθευτές τους και πώς τιμολογούσαν τα εμπορεύματα. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα σε μια πόλη με ψηλές λεπτές καστανές κοπέλες με αετίσιες μύτες (μερικές εκ γενετής, οι περισσότερες «αγορασμένες») ήταν ότι η χυμώδης «αμερικανοσύνη» μου ξεχώριζε. Τίποτε απ’ όσα δοκίμαζα στα βίντατζ μαγαζιά δε μου έκανε, πράγμα που ανάγκαζε μερικές από τις πωλήτριες να ντρέπονται περισσότερο από μένα. «Lo siento, señora...» είπε η μικροκαμωμένη αγχωμένη ιδιοκτήτρια ενός καταστήματος με εκπληκτικά καλοδιαλεγμένο εμπόρευμα κοντά στο κοιμητήριο της Ρεκολέτα, ενώ σ’ ένα άλλο μαγαζί δεν μπορούσα να ανεβάσω το φερμουάρ μιας φούστας πένσιλ. «Αγαπητή μου...» είπε ένας ευγενικός ηλικιωμένος υπάλληλος με τα άψογα αγγλικά του. Είχε διαισθανθεί την ενόχλησή μου την ώρα που χτυπούσε στην ταμειακή ένα σετ πετσέτες κουζίνας, καθώς κι ένα λινό τραπεζομάντιλο. «Μην αφήνετε το σώμα σας να σας στενοχωρεί... Είναι καλό σώμα». Τον ευχαρίστησα κι έφυγα, κάνοντας προσεκτικούς ελιγμούς στα στενά πεζοδρόμια μαζί με τους υπόλοιπους περαστικούς, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να περάσω για ντόπια, ενώ σκόνταφτα στις λακκούβες καθώς κοιτούσα σαν μαγεμένη τις γκαργκούγιες και τους θόλους στα πιο εντυπωσιακά κτίρια. Στη Λα Μπόκα, ενώ έτρωγα γλυκές alfajores, που είναι κάτι σαν γεμιστό μπισκότο, κι έπινα mate, ένα είδος τσαγιού, παρακολούθησα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι να χορεύει ένα αργό δημόσιο ταγκό. Ο άντρας ήταν αρκετούς πόντους κοντύτερος από κείνη και είχε τα μισά κιλά, ενώ το μακιγιάζ της γυναίκας ήταν υπερβολικά βαρύ για μέρα. Αλλά αυτές οι ιδιορρυθμίες τούς έκαναν πιο ελκυστικούς, πιο γοητευτικούς. Οι κινήσεις τους ήταν οδυνηρά προσωπικές έτσι όπως χόρευαν για ένα πλήθος αγνώστων που είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία το σούρουπο. Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια από τη μουσική και τις εκφράσεις πόνου και αγάπης στο πρόσωπό τους. Αφού εκείνη μπορούσε να γίνει τόσο ευάλωτη μπροστά σε τόσους ανθρώπους κάτω από το φως του ήλιου, εγώ τι στο καλό φοβόμουν; Ίσως αυτό ήταν η αληθινή γενναιοδωρία. Να προσφέρεις τον εαυτό σου, έτσι όπως είναι, για χάρη ενός χορού.

*** Εκείνη τη νύχτα χρειάστηκα στ’ αλήθεια το χέρι που μου πρόσφερε ο Ερνέστο για να σηκωθώ από το πίσω κάθισμα της λιμουζίνας και να ξεδιπλώσω τα κόκκινα φτερά που περιέβαλλαν το φουστάνι. Δε με εξέπληξε καθόλου που το φόρεμα μου πήγαινε τέλεια, αλλά σοκαρίστηκα από το πόσο κολακευτικό ήταν. Το κορσάζ με τύλιγε σφιχτά, κάνοντας το στήθος μου να ξεχειλίζει από πάνω. Κάτω από τη χαμηλή μέση, το φουστάνι άνοιγε σ’ ένα πλήθος φουντωτά φτερά, που κρέμονταν έως τις γάμπες μου. Ένιωθα σαν θεά που αναδυόταν από έναν άλικο ωκεανό. «Gracias». «Por nada, δεν κάνει τίποτε» αποκρίθηκε εκείνος, υποκλινόμενος ξανά. «Είστε... lindísima, πανέμορφη με αυτό το φουστάνι, σενιορίτα Ντοφίν...» Χάρισα στον Ερνέστο ένα αγχωμένο χαμόγελο και κοίταξα μέσα στο στενό σοκάκι, προς τη φωτισμένη με νέον είσοδο του κλαμπ. Ελάχιστοι κυκλοφορούσαν σ’ αυτό τον απομονωμένο δρόμο τα μεσάνυχτα. «Να συναντηθούμε εδώ ακριβώς... μετά;»


Μου έκανε νόημα με τα γαντοφορεμένα χέρια του να προχωρήσω. Εντάξει θα είμαι, εντάξει θα είμαι. Μόλις πλησίασα τη μελαγχολική ρυθμική μουσική που ακουγόταν από το σκοτεινό κλαμπ, ένας θυρωρός με καλοσυνάτο πρόσωπο, επίσης γαντοφορεμένος, άνοιξε τις βελούδινες κουρτίνες που κρέμονταν στην είσοδο, κάνοντάς μου χώρο να περάσω. «Σε περιμέναμε, Ντοφίν». Βρε, τι πάθαμε. Χώθηκα μέσα, νιώθοντας έτοιμη να λιποθυμήσω. Καμιά δεκαριά ζευγάρια στράφηκαν και κοίταξαν προς το μέρος μου θαρρείς και με περίμεναν. Κάποιος με οδήγησε πέρα από τα μικροσκοπικά τραπέζια, σ’ έναν καναπέ στον πίσω τοίχο. Την ώρα που καθόμουν, μια αλέγρα σερβιτόρα με άσπρη τούτου και ασπρόμαυρες ριγέ ψηλές κάλτσες άφησε μπροστά μου ένα ροζ ποτό. «Είμαστε έτοιμοι να αρχίσουμε, Ντοφίν» είπε, με προφορά που ακουγόταν γαλλική. «Θες να σου φέρω κάτι;» Πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα μου, μια ολιγομελής μισοφωτισμένη ορχήστρα στα δεξιά της σκηνής έπιασε μια μπαλάντα. Οι μουσικοί φορούσαν μαντίλια στα μάτια – έσκυβαν και κουνούσαν το κεφάλι έτσι όπως έπαιζαν τα όργανά τους. Γιατί είχαν καλυμμένα τα μάτια; Το κοινό έστρεψε την προσοχή του στην ορχήστρα, και ο προβολέας φώτισε τη σκηνή. Βυθίστηκα στον βελούδινο καναπέ, ελπίζοντας να καθίσω απλώς και να παρακολουθήσω. Αισθανόμουν την καρδιά μου να βροντοχτυπάει επάνω στο κορσάζ μου, σίγουρη πως αφουγκράζονταν τους χτύπους της κι όλοι οι υπόλοιποι. Έπειτα άκουσα μια σιγανή βραχνή φωνή a cappella. Μια πανέμορφη γυναίκα με φουστάνι ολόιδιο με το δικό μου, αλλά μαύρο, βγήκε από τις κουίντες και προχώρησε αργά στη σκηνή, ώσπου βρέθηκε κάτω από το φως του προβολέα. Τα χέρια της αγκάλιαζαν το μικρόφωνο, τα χείλη της είχαν ένα γυαλιστερό ρουμπινί χρώμα. Το τραγούδι ήταν στα ισπανικά, αλλά καταλάβαινα πως οι στίχοι ήταν λυπητεροί. Τα μάτια της έκλεισαν σφιχτά καθώς τραγουδούσε κάτι για μια κοπέλα και την καρδιά της και κάποια χαμένα όνειρα, νομίζω. Κάποιο ζευγάρι σηκώθηκε από τα πρώτα τραπέζια· αγκαλιάστηκαν, έσκυψαν βαθιά σ’ εκείνες τις γνωστές φιγούρες του ταγκό – συγκρατώντας ο ένας τον άλλο, σηκώνοντας το πόδι, τινάζοντάς το πότε πότε, δίχως να φαίνεται φως ανάμεσά τους. Μια άλλη γυναίκα, εκείνη με το στενό μπλε φόρεμα με το κόψιμο στη μέση, τράβηξε τον κουστουμαρισμένο συνοδό της επάνω στην πίστα. Ο χορός τους ελευθέρωσε έναν χείμαρρο από άλλα τέσσερα ζευγάρια, ώσπου η τραγουδίστρια περιστοιχίστηκε από δώδεκα σώματα, που στριφογύριζαν στον ρυθμό της μουσικής. Ύστερα η τραγουδίστρια γύρισε και κοίταξε προς το μέρος μου, στρέφοντας το πάθος της σε... Σε μένα; Το τραγούδι μιλούσε για τον καιρό που περνούσε, για μια γυναίκα η οποία μετάνιωνε για τη ζωή που δεν έζησε. Ή ίσως που έζησε τη ζωή της σχεδόν άπρακτη. Η τραγουδίστρια ήταν μαγευτική. Στριφογύριζα στο κάθισμά μου, δίχως να ξέρω πώς να αντιδράσω στο βλέμμα της. Ήταν σαν να με αποπλανούσε μπροστά σε όλους. Ή ίσως ήταν απλώς έτσι η φύση του ταγκό. Επειδή ένιωθα εναλλάξ γοητευμένη και αμήχανη από την προσοχή της, ανακουφίστηκα όταν ένα ηλιοκαμένο χέρι μού έκανε νόημα να σηκωθώ. «Va a aceptar este paso? Αποδέχεσαι το Βήμα;» Το χέρι ανήκε σ’ έναν ψηλό άντρα με κοντά μαύρα κατσαρά μαλλιά και πανέμορφα μαύρα


μάτια. Μου χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας μια τέλεια λευκή οδοντοστοιχία κόντρα στο αψεγάδιαστο λείο δέρμα του, που είχε το χρώμα της ελιάς. «Φοβάμαι πως δεν ξέρω να χορεύω!» απάντησα όσο πιο δυνατά και ευγενικά γινόταν, χωρίς να ακουστώ δυνατότερα από την τραγουδίστρια. «No importa, δεν έχει σημασία...» αποκρίθηκε δίχως να σταματήσει να χαμογελάει και συμπλήρωσε: «Απλώς παραδώσου σε μένα, και τα υπόλοιπα θα έρθουν από μόνα τους. Θα σε φροντίσουμε...» Φροντίσουμε; Με σήκωσε όρθια, κρύβοντάς με με την έκταση του στήθους του· ένα μαύρο πουκάμισο τεντωμένο επάνω στο τέλειο στέρνο του, βαλμένο μέσα σε μαύρο παντελόνι, που εφάρμοζε τέλεια στα πόδια χορευτή που διέθετε. Παραδώσου σ’ αυτόν, Ντόφιν. Το Βήμα αφορά τη Γενναιοδωρία. «Δέχομαι» είπα, με έναν κόμπο στα σωθικά. Πιάνοντάς με από το χέρι, με οδήγησε στην πίστα. Πέρασε το χέρι του στη μέση μου και με τράβηξε κοντά του, ώσπου κόλλησα ολόκληρη επάνω του, με τα τακούνια ανάμεσα στα παπούτσια του. Έπιασε το άλλο μου χέρι και το κράτησε ψηλά. Ξαφνικά ένιωσα κάποιον άλλο στην πλάτη μου. Γύρισα και είδα εμβρόντητη την όμορφη τραγουδίστρια, με μάτια κλειστά, να ενώνει το χέρι της ψηλά με τα δικά μας, να πλέκει τα δάχτυλά της στα δικά μου. Το άλλο της χέρι γλίστρησε προς τα πάνω και αγκάλιασε τη μέση μου, κάτω ακριβώς από το στήθος μου, τραβώντας με πάνω στο σώμα της, και το άρωμα τριαντάφυλλο που φορούσε αναμείχθηκε με τον απαλό μόσχο του παρτενέρ μου. «Άσ’ τη να σε βοηθήσει. Νιώσε πώς κινείται το σώμα της πίσω σου...» είπε χαμηλόφωνα ο παρτενέρ μου. «Κινήσου όπως εκείνη...» Λύγισε το αριστερό της γόνατο, λυγίζοντας μαζί και το δικό μου, και το αριστερό της χέρι κατηφόρισε χαϊδεύοντας το πόδι μου. Ενώ ήμουν στραμμένη προς τον παρτενέρ μου, αισθάνθηκα τη γυναίκα πίσω μου να σηκώνει τη φούστα μου και να αποκαλύπτει το επάνω μέρος από τις μαύρες ζαρτιέρες μου. Προτού καλά καλά καταλάβω τι συνέβαινε, έσερνε το ζεστό της χέρι στον μηρό μου, γέρνοντάς με προς τα πίσω επάνω στο κορμί της. Η ορχήστρα επιτάχυνε τον ρυθμό. Ένιωθα τα στήθη της στην πλάτη μου και το στέρνο του χορευτή να αγγίζει απαλά τον θώρακά μου. Προχωρήσαμε συντονισμένα στην πίστα σαν αλλοπαρμένοι. Αισθάνθηκα να με παρασέρνουν σαν να ήμουν κομμάτι του χορού τους. Το έκανα! Έπειτα από λίγο τα υπόλοιπα ζευγάρια άρχισαν να αποχωρούν από τη σκηνή και να αποτραβιούνται στα σκοτάδια, ώσπου μείναμε οι τρεις μας. Κατόπιν, με το τέλος του μαθήματος, που συνέπεσε με ένα ποίκιλμα της κιθάρας, η τραγουδίστρια απομακρύνθηκε στροβιλιζόμενη από κοντά μου κι έπεσε στην αγκαλιά μιας πανέμορφης ξανθιάς που βγήκε από τις σκιές. Τα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα πίσω και φορούσε μάσκα και μαύρο παντελόνι σμόκιν. Ήταν πιο ψηλή από την τραγουδίστρια, και το λευκό έξωμο πουκάμισό της τόνιζε τα λυγερά ηλιοκαμένα μπράτσα της. Ο παρτενέρ μου με τράβηξε εντελώς επάνω στο κορμί του, και το χέρι του διέτρεξε απαλά την πλάτη και τους γλουτούς μου, ενώ πίεζε πάνω μου τη λεκάνη του. Αυτό τον είχε κάνει να σκληρύνει και τον ένιωθα να πάλλεται στα πλευρά μου. Μόλις με σήκωσε ψηλά, τα πόδια μου έκαναν ψαλίδι στον


αέρα, κι έπειτα από στροφή σαράντα πέντε μοιρών με απίθωσε μπροστά στις δύο χορεύτριες. Η ξανθιά προχωρούσε σαν πάνθηρας, με το χέρι ακουμπισμένο στη μέση της τραγουδίστριας και τα μπράτσα της σαν εύκαμπτες κληματσίδες. «Παρακολούθησέ τες...» ψιθύρισε ο παρτενέρ μου. «Ό,τι κάνει η τραγουδίστρια θα το κάνεις κι εσύ, κι αυτό που νιώθει θα σε κάνω να το νιώσεις κι εσύ...» Μιμήθηκα την κίνηση των γοφών της τραγουδίστριας στρίβοντας, ένα, δύο, τρία, ψηλά το γόνατο, ενώ ο παρτενέρ μου με έπιανε, τραβώντας με πάνω του και προς τα κάτω, με τα χέρια μου στο στήθος του. Ύστερα παρακολούθησα τις γυναίκες να κολλούν η μια επάνω στην άλλη, βήμα, βήμα, στοπ και περιστροφή, και το χέρι της ξανθιάς να κατεβαίνει στον θώρακα της τραγουδίστριας, ενώ εκείνη έγερνε προς τα πίσω με τα βλέφαρα σφαλιστά. Τι ερεθιστικό. Εκείνες ήταν ερεθιστικές, και οι δύο, έτσι όπως σφίγγονταν η μια επάνω στην άλλη. Το θέαμα με άναβε όσο και τα χέρια του παρτενέρ μου. Στην συνέχεια η ξανθιά κατέβασε αργά το φερμουάρ του φουστανιού της τραγουδίστριας, αφήνοντάς το να ξεψυχήσει στα πόδια της. Φορούσε ψηλές κάλτσες και καλτσοδέτες χωρίς εσώρουχο, οι ρόδινες θηλές της ξεμύτιζαν πάνω από το μαύρο σουτιέν τριών τετάρτων, τα σκούρα μαλλιά της έπεφταν σαν καταρράκτης στους ώμους της. Κοίταξα από πάνω έως κάτω το όμορφο κορμί της και το απαλό μονοπάτι από τρίχες στο εφήβαιό της, που ερχόταν σε αντίθεση με την ανοιχτόχρωμη σάρκα του χεριού της ξανθιάς, το οποίο ταξίδευε πάνω της με τρεμάμενα δάχτυλα. Αισθάνθηκα τον παρτενέρ μου πίσω μου να με σπρώχνει πιο κοντά στην τραγουδίστρια. Και μετά τον άκουσα, τον ήχο από το φερμουάρ καθώς το φόρεμά μου γλιστρούσε κι έπεφτε γύρω από τους αστράγαλούς μου. Η χορεύτρια κι εγώ σταθήκαμε αντικριστά, ημίγυμνες και οι δύο, σχεδόν μισό μέτρο μακριά, με ζαρτιέρες και σουτιέν. Δεν είχα ξαναπάει με γυναίκα, αλλά ο πόθος της για μένα ήταν ολοφάνερος... και μεθυστικός. Ήθελα κι αυτήν κι εκείνον, όλα. Καθώς οι παρτενέρ μας κινούνταν πίσω μας, η τραγουδίστρια με τράβηξε κοντά της για ένα επίμονο φιλί, κι εγώ την άφησα! Φιλούσα μια πανέμορφη γυναίκα, που το απαλό της στόμα μουρμούριζε, η γλώσσα της έπεφτε με ορμή σαν σαΐτα επάνω στη δική μου. Τα χείλη της ταξίδεψαν ανυπόμονα στον λαιμό μου καθώς τα δάχτυλα της ξανθιάς τη διέγειραν, τα μακριά κόκκινα νύχια της ζωγράφιζαν γρήγορους κύκλους επάνω στην κλειτορίδα της. Βλέποντας την ξανθιά να ικανοποιεί την τραγουδίστρια, νιώθοντας τη λαχανιασμένη ανάσα της στο δέρμα μου ενώ τη διαπερνούσε ο οργασμός, το σώμα μου άναψε και άρχισε να πάλλεται, ερεθίζοντας τον παρτενέρ μου πίσω μου. Ακόμα και αφού τέλειωσε, δε σταμάτησε να στριφογυρίζει τις θηλές μου στο δροσερό της στόμα, ενώ τα ζεστά στιβαρά χέρια του παρτενέρ μου γλίστρησαν στο στομάχι μου, στη λεκάνη μου αγκαλιάζοντάς με, τα δάχτυλά του βρήκαν τα υγρά μου σημεία, χρησιμοποιώντας τον ίδιο καταιγιστικό ρυθμό με τη γλώσσα της τραγουδίστριας. Ήμουν θαυμάσια σφιγμένη ανάμεσά τους, σπαρταρώντας από ηδονή· μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το αισθάνθηκα κι εγώ, κι όλο μου το κορμί τραντάχτηκε. Πήρα αυτό που τόσο απλόχερα μου πρόσφεραν. Με το ένα χέρι στα πυκνά μαλλιά της τραγουδίστριας παρακολούθησα την άκρη της ρόδινης γλώσσας της να παίζει με τη θηλή μου όσο τα δάχτυλα του παρτενέρ μου μάλαζαν ασυγκράτητα τον κόμπο της κλειτορίδας μου σε τέλειους κύκλους ξετρελαίνοντάς με, απελευθερώνοντάς με, κάνοντάς με να τελειώσω, με τον οργασμό μου να χτυπάει το σώμα


μου σαν κύματα. «Αχ, ναι...» «Hermosa, όμορφη...» μουρμούρισε η τραγουδίστρια. Ο παρτενέρ μου με κράτησε σφιχτά, σκεπάζοντας με τη χούφτα του την ήβη μου καθώς σπαρταρούσα, και ύστερα ηρέμησα. Μου φάνηκε ότι θα λιποθυμούσα όταν με φίλησε στον ώμο και με απόθεσε μαλακά στο δάπεδο, σ’ έναν εξαντλημένο σωρό δίπλα στο όμορφο φόρεμά μου. Ενώ η ορχήστρα έπιανε καινούριο ρυθμό, η ξανθιά τράβηξε την τραγουδίστρια σε μια αυστηρή πόζα του ταγκό και απομακρύνθηκαν χορεύοντας προς τις σκοτεινές κουίντες της σκηνής. Ο παρτενέρ μου αποχώρησε κι εκείνος πίσω τους, στέλνοντάς μου ένα φιλί, σταματώντας απλώς για να αγγίξει τη σκηνή μία φορά με το χέρι του, σαν να ήθελε να δείξει ευγνωμοσύνη. Μετά χάθηκε κι αυτός. Θεέ και Κύριε, τι έγινε; Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου λαχανιασμένη, ακούγοντας την ορχήστρα με τα δεμένα μάτια να παίζει θαρρείς και η αίθουσα ήταν ακόμα γεμάτη. Ένιωθα τυλιγμένη με ευδαιμονία, ζεστή κάτω από το φως του προβολέα, με το κόκκινο σαν κύκνο φουστάνι μου να κοιμάται δίπλα στον εβένινο φτερωτό σωρό της τραγουδίστριας. Και μετά το είδα, μικρό και στρογγυλό, να αστράφτει στο δάπεδο της σκηνής, εκεί όπου είχε ακουμπήσει το χέρι του ο παρτενέρ μου: το κρεμαστό του Τέταρτου Βήματος. Hermosa.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ] ΚΕΪΣΣΙ

Ο ΜΑΡΚ ΝΤΡΟΥΡΥ πήρε ένα ύφος σαν να τον είχα χτυπήσει στη μύτη με μια εφημερίδα τυλιγμένη σε ρολό. «Δε θες να με ξαναδείς;» Αφού με πήρε δύο φορές τηλέφωνο μέσα σε τρεις μέρες, συμφώνησα να συναντηθούμε στο Ουάσινγκτον Σκουέαρ Παρκ μετά τη δουλειά. Παρά την ταμπέλα που απαγόρευε τα σκυλιά και τα ποδήλατα, το πάρκο ήταν το τέλειο μέρος να φέρεις και τα δύο μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα. «Δεν είναι ότι δε θέλω να σε δω...» είπα. «Νόμιζα ότι περάσαμε καλά...» «Καλά περάσαμε». «Τότε τι τρέχει;» Κοίταξα κάπου πιο πέρα, ακολουθώντας με το βλέμμα μου ένα κουτάβι κόκερ σπάνιελ που ψευτοδάγκωνε το πόδι του ιδιοκτήτη του, ενώ σκεφτόμουν πως, αν ο Μαρκ ήταν σκυλί, τέτοια ράτσα θα ήταν. Ο Γουίλ θα ήταν το εύρωστο σοκολατί λαμπραντόρ δίπλα στο σκάμμα με την άμμο, η Τρεϊσίνα το νευρικό άλφα μπιγκλ που ήταν το κέντρο της προσοχής λίγο παραδίπλα. Εγώ θα ήμουν το ριτρίβερ με το πατικωμένο τρίχωμα κάτω από τους φοίνικες, εκείνο που κυνηγούσε την ουρά του. «Μαρκ» είπα. «Πιστεύω... πως είσαι καταπληκτικός». «Ο Γουίλ είναι;» Οι ώμοι μου έπεσαν. Ο Γουίλ όντως ήταν. Κάθε φορά που έκανα μεγάλα βήματα μακριά του, αρκούσε ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, ένα φιλί και κολλούσα πάλι. «Εν μέρει, ναι». Αλλά το άλλο, το κομμάτι που δεν ήθελα να του πω, ήταν ότι εκτός κρεβατιού τον έβλεπα σαν κακομαθημένο αδερφό μου. Ο Μαρκ πέρασε τρυφερά το χέρι του γύρω μου. «Η αγάπη είναι δύσκολη, Κέισσι... Το ξέρω. Είμαι μουσικός». Παραλίγο να καγχάσω, αλλά ήταν τόσο στοργικούλης. Απλώς δέχτηκα τη χειρονομία κι έγειρα λιγάκι προς το μέρος του. Είχαν περάσει τρεις μέρες από το ιντερλούδιό μου με τον Γουίλ στο καινούριο εστιατόριο, από τότε που με είχε τραβήξει σ’ εκείνο το φιλί. Μέσα σ’ αυτές τις τρεις μέρες είχαμε αποφύγει ντροπαλά ο ένας τον άλλο στη δουλειά, ζητώντας χίλια συγγνώμη κάθε φορά που διασταυρωνόμασταν αμήχανα στον διάδρομο, λέγοντας χίλια ευχαριστώ για κάθε μικροχάρη, για τον καφέ που μου έβαζε ή το σφυρί που του έδινα. Όταν έμεινε για λίγο μόνος του μαζί μου στο γραφείο του στην αλλαγή της βάρδιας, ο Γουίλ μού ψιθύρισε πως ήθελε να μου ξεκαθαρίσει δύο πράγματα – και πως ήταν η τελευταία φορά που θα ανέφερε αυτό που συνέβη. «Πρώτον: δε μετανιώνω για τίποτε απ’ όσα έκανα και είπα. Και δεύτερον: θέλω ακόμα να


δεχτείς τη δουλειά επάνω». «Καλά» αποκρίθηκα, «θα το κάνω. Θα δεχτώ τη δουλειά. Το άλλο όμως; Δε γίνεται να ξανασυμβεί. Είναι άδικο για μένα, είναι άδικο για την Τρεϊσίνα και είναι άδικο για το μωρό...» Με σιγανή φωνή, έχοντας στήσει και οι δύο αυτί μήπως ακούσουμε βήματα στον διάδρομο, μου υποσχέθηκε ότι δε θα είχαμε άλλα δράματα, άλλα φιλιά στα κλεφτά, άλλο κρυφτό. Μάλιστα δώσαμε και τα χέρια, και το άγγιγμά του με ηλέκτρισε όπως πάντα. Και σήμερα, κοιτάζοντας το ελκυστικό προφίλ του Μαρκ, που καθόταν στο παγκάκι δίπλα μου, συνειδητοποίησα πως, εφόσον δε διέθετα την ικανότητα ούτε να μείνω μακριά από κάποιον που ήθελα πραγματικά ούτε να σαγηνευτώ από κάποιον που δεν ήθελα, χρειαζόμουν κάτι ενδιάμεσο. Μια σφήνα ανάμεσα σε μένα και στον Γουίλ, μια σφήνα ανάμεσα σε μένα και στον Μαρκ. Ο μοναδικός άλλος άνθρωπος όμως που έλκυε και το μυαλό και το κορμί μου ήταν ο Τζέσσι, κι εκείνος είχε μπει στη σειρά για έναν τελευταίο γύρο με την Ντοφίν. Εκτός αν κατάφερνα να βρω αντικαταστάτη. Και τότε με χτύπησε κατακέφαλα, σαν υπέροχος κεραυνός. «Τέλος πάντων... Κοίτα, κι εγώ συλλέγω περιπέτειες, Κέισσι, και ίσως είσαι κι εσύ μια απ’ αυτές. Μα αν δεν είσαι, δεν πειράζει. Δεν τρέχει τίποτα». Άρχισα να σκέφτομαι. Ήταν και οι δύο νέοι, τολμηροί και ψηλόλιγνοι. Είχαν και οι δύο σέξι αυτάρεσκα χαμόγελα. Τους πήγαιναν τα άσπρα φανελάκια, πράγμα σπάνιο για άλλον άντρα πέρα από τον Μάρλον Μπράντο της δεκαετίας του ’50. Παρ’ όλα αυτά, ενώ ο Τζέσσι είχε μια ζεστασιά, μια καλοσύνη μέσα του, ίσως επειδή ήταν χωρισμένος πατέρας, ο Μαρκ φερόταν σαν κακομαθημένο. Ο Τζέσσι είχε τατουάζ, αν και ακόμα μου προκαλούσε έκπληξη το γεγονός ότι ο Μαρκ δεν είχε. Προσπάθησα να υπολογίσω πότε ακριβώς θα πραγματοποιούνταν η φαντασίωση της Ντοφίν με τον Τζέσσι. Επέστρεφε από το Μπουένος Άιρες έπειτα από λίγες μέρες, οπότε θα γινόταν σ’ έναν μήνα. Ένα κύμα αγχωμένης ενέργειας διαπέρασε το κορμί μου. Οι συμμετέχοντες στο S.E.C.R.E.T. υποβάλλονταν σε πλήθος εξετάσεων που κρατούσαν πολλές εβδομάδες. Έπρεπε να κινηθώ γρήγορα... Ο Μαρκ έκανε στράκα με τα δάχτυλά του μπροστά στο πρόσωπό μου. «Πού είσαι, Κέισσι;» «Συγγνώμη... Εδώ είμαι. Τα σκυλιά... είναι πολύ χαριτωμένα. Αφαιρέθηκα». Στράφηκα εντελώς προς το μέρος του στο παγκάκι. «Ξέρεις, μ’ άρεσε πολύ αυτό που είπες, ότι συλλέγεις περιπέτειες... Είσαι νέος. Ακριβώς αυτό θα έπρεπε να κάνεις. Όχι να δεσμευτείς με μία γυναίκα τώρα. Καλά δε λέω;» «Υποθέτω» απάντησε. «Αλλά είμαι μουσικός. Και μας αρέσει να έχουμε σταθερές γκόμενες. Μας προσγειώνουν όσο δημιουργούμε». «Μάλιστα...» Τα σκυλιά έκαναν κύκλους το ένα γύρω από το άλλο μυρίζοντας. Γύρισα και τον κοίταξα κατάματα, με στόμα τραβηγμένο σε μια αποφασιστική γραμμή. «Λοιπόν, αν το εννοείς όταν λες ότι θες να “συλλέξεις περιπέτειες”, νομίζω ότι σου έχω μία... Είναι μεγάλη. Απίστευτη. Απ’ αυτές που δε θα βρεις πουθενά αλλού». «Και με καμία άλλη;» με ρώτησε, γέρνοντας προς το μέρος μου για να με φιλήσει.


Τον απώθησα. «Αυτή την περιπέτεια θα τη ζήσεις... με άλλες γυναίκες. Πιο ενδιαφέρουσες από μένα. Λάτρεις της περιπέτειας. Αν είσαι πρόθυμος...» Κι έτσι απλά, ένα αργό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο του Μαρκ. Είναι πραγματικά πιο εύκολο για τους άντρες, σκέφτηκα. Δε χρειάστηκε εισαγωγές και διαβεβαιώσεις προτού δεχτεί την πρότασή μου, την ίδια σοκαριστική πρόταση που μου είχε πετάξει η Ματίλντα, την ίδια που είχα προτείνει κι εγώ στην Ντοφίν μερικούς μήνες πριν. Δε χρειάστηκε προετοιμασία, ενθάρρυνση και καλοπιάσματα. Δε χρειάστηκε να τον πλησιάσω με προσοχή. Δεν είχε να ξεπεράσει βαθιά ψυχικά εμπόδια ή να αντισταθεί στα κοινωνικά στερεότυπα. Η πρότασή μου δεν τον έκανε να αμφισβητήσει όλα όσα είχε διδαχτεί για τον ρόλο του στον κόσμο και τη σεξουαλικότητά του. Μόλις τον δελέασα με την πιθανότητα να κάνει περισσότερο σεξ, ενδιαφέρον σεξ, πολύ σεξ, έτσι ακριβώς όπως άρεσε σ’ εκείνον κι όπως άρεσε στις γυναίκες, αυτός απλώς έπλεξε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του και είπε: «Έχεις την προσοχή μου, Κέισσι Ρόμπισο. Την αμέριστη προσοχή μου!»

*** Η Ματίλντα δεν πείστηκε εξίσου εύκολα. «Πρέπει να περάσει από αυστηρή διαδικασία εξετάσεων, Κέισσι. Αυτό σημαίνει ιατρικές, ψυχολογικές, σωματικές...» «Θα τις περάσει» αποκρίθηκα, βγάζοντας εντελώς την ετικέτα από το μπουκάλι της μπίρας. «Αυτό υποδηλώνει πως είσαι σεξουαλικά ανικανοποίητη» είπε άχρωμα, δείχνοντας τις νευρικές κινήσεις μου. «Το ίδιο κι αυτή η παράκληση, πίστεψέ με!» Το συνηθισμένο στέκι μας, το Tracy’s, ήταν ήσυχο για Παρασκευή απόγευμα. Και τώρα που το σκεφτόμουν, και στη βάρδιά μου στο καφέ είχε ψιλονέκρα. Η Τρεϊσίνα χαιρόταν, μιας και ήταν πια τόσο έγκυος, ώστε οι πελάτες ένιωθαν άβολα όταν τους εξυπηρετούσε, επειδή έδειχνε λες και θα γεννοβολούσε το παιδί επάνω στο τραπέζι τους. Ήταν ζήτημα εβδομάδων να σταματήσει να δουλεύει εντελώς. Ο Γουίλ έβαλε αγγελία για αντικαταστάτρια, αλλά κατόπιν ο αδερφός του, ο Τζάκσον από το Σλάιντελ, τον ρώτησε αν μπορούσε να προσλάβει τη μεγαλύτερη κόρη του, την Κλαιρ, μια εκκεντρική δεκαεφτάχρονη με ράστα, η οποία ήθελε να τελειώσει το λύκειο στο Κέντρο Δημιουργικής Τέχνης της Νέας Ορλεάνης, που οι εγκαταστάσεις του δεν ήταν μακριά από το καφέ. Υποσχέθηκε πως, όταν δεν έβαζε σκουλαρίκια και δεν πήγαινε σε αναγνώσεις ποίησης, μπορούσε να δουλεύει δύο βράδια την εβδομάδα και τα Σαββατοκύριακα και να αναλαμβάνει περισσότερες βάρδιες το καλοκαίρι. Ο Γουίλ αρχικά δίσταζε να βάλει την ατίθαση έφηβη ανιψιά του στο σπίτι του, ώσπου η Τρεϊσίνα επισήμανε πόσο βολική μπέιμπι σίτερ θα ήταν μόλις θα γεννιόταν το μωρό. Έτσι, η Κλαιρ έπιασε αμέσως δουλειά και προσαρμόστηκε εξίσου γρήγορα, τσατίζοντας την Ντελ, καθώς μπλεκόταν συνεχώς στα πόδια μας. Η Ματίλντα δεν είχε απαριθμήσει ακόμα όλες τις επιφυλάξεις της για τη στρατολόγηση του Μαρκ. «Ακόμα κι αν ο Μαρκ περάσει όλα τα τεστ, θα πρέπει να τον εκπαιδεύσουμε, Κέισσι...


Πρέπει να πουν και οι υπόλοιπες τη γνώμη τους. Η απόφαση θα πρέπει να είναι ομόφωνη». «Θ’ αρέσει. Και η Ντοφίν έχει έφεση στους μουσικούς». «Και ύστερα είναι το ζήτημα του τι θα γίνει με σένα και τον Τζέσσι. Ίσως σε απορρίψει, ξέρεις... Θέλω να πω, έχει άλλο ένα πέρασμα από το S.E.C.R.E.T. και μπορεί να θέλει να γευτεί αυτή την ευκαιρία. Είσαι προετοιμασμένη για μια ενδεχόμενη απόρριψη;» «Βέβαια! Αμέ. Φυσικά...» Ανασήκωσα τους ώμους, πίνοντας μια γουλιά από την μπίρα μου. Τινάχτηκα, επειδή έλεγα ψέματα. Το S.E.C.R.E.T. μού είχε προσφέρει πολλά, όμως η ικανότητα να αντέχω την απόρριψη δεν ήταν ανάμεσα σ’ αυτά. Στο κάτω κάτω, μέσα στο S.E.C.R.E.T. δεν υπήρχε η πιθανότητα να σε απορρίψουν, παρά μόνο να απορρίψεις εσύ τους άλλους. Φυσικά και θα μπορούσε να με απορρίψει ο Τζέσσι. Και γιατί να μην το κάνει; Τι επιλογές τού προσφέρονταν άλλωστε; Ένα κοινό ραντεβού με μια γυναίκα με την οποία κοιμήθηκε μία φορά σ’ ένα σενάριο φαντασίωσης πριν από έναν χρόνο και βάλε, με μια γυναίκα που έκανε πίσω μόλις παρουσιάστηκε η δυνατότητα για περισσότερα. Ή η συγκίνηση μιας καινούριας φαντασίωσης και της καινούριας σάρκας που κολλάει στο δέρμα του. Αν μπορούσαν να διαλέξουν, οι περισσότεροι άντρες το καινούριο δε θα ήθελαν; Εγώ αυτό δε θα ήθελα; Λοιπόν, όχι. Είχα ζήσει το καινούριο με τον Μαρκ και κάτι παραπάνω με τον Γουίλ. Αλλά τον Μαρκ δεν τον ήθελα. Και τον Γουίλ δεν μπορούσα να τον έχω. Κι έτσι, στο μυαλό μου απέμενε μόνο ο Τζέσσι. «Θα συναντηθώ με τον Τζέσσι αύριο» είπε η Ματίλντα. «Αν πει ναι, θα σε πάρει τηλέφωνο. Αν πει όχι, δε θα σε πάρει. Όπως και να ’χει, θα τον βγάλουμε απ’ τη λίστα της Ντοφίν, ώστε να μη δημιουργηθεί ένταση ανάμεσά σας. Η σχέση σας είναι ιερή. Κι ό,τι κι αν συμβεί, η Ντοφίν δε χρειάζεται να μάθει για τούτη τη συζήτηση». Η Ματίλντα σταμάτησε να μιλάει, ώστε να εμπεδώσω όσα μου είπε. «Α...» πρόσθεσε έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα. «Παρεμπιπτόντως, ο Ντόμινικ πέρασε. Θα γίνει το καινούριο μας μέλος». «Ο ποδοσφαιριστής;» «Βασικά εργολάβος είναι. Έκανε τις εξετάσεις κι έχει σχεδόν τελειώσει με την εκπαίδευσή του. Αν ο Μαρκ δεν τα πάει καλά, μπορούμε να βάλουμε τον Ντόμινικ μετά». «Με τον Γιούαν τι έγινε; Τον σέξι κοκκινομάλλη φίλο του;» «Δεν πέρασε τον πρώτο γύρο. Είναι παράξενο... Σπάνια πετυχαίνουμε ομοφωνία για κοκκινοτρίχη, πράγμα που, ως κοκκινομάλλα, το θεωρώ προκατάληψη. Η Μάρτα δεν τον πολυσυμπάθησε». «Μα ήταν τόσο γλυκούλης...» «Καλά. Αν μπεις στην Επιτροπή του χρόνου, μπορείς να τον ξαναπροτείνεις έτσι και ενδιαφέρεται ακόμα». Αφού πληρώσαμε μισό μισό τον λογαριασμό και αποχαιρέτησα τη Ματίλντα, αποφάσισα να επιστρέψω στο σπίτι με τα πόδια. Η νύχτα ήταν μυρωμένη, αλλά απόκοσμη – ο ουρανός αφέγγαρος. Από κάπου μακριά άκουγα σειρήνες, μια κακοφωνία τζαζ μουσικής από κάθε δεύτερη πόρτα, ήχος που δυνάμωσε και ακουγόταν πιο παράξενος όταν η Μαγκαζίν έγινε Ντεκατούρ στη Γαλλική Συνοικία. Με έπιασε τρέμουλο. Ερχόταν το φθινόπωρο· το ένιωθα στα κόκαλά μου. Μάλιστα όλη η πόλη φάνταζε ξαφνικά εξίσου σκοτεινή και αναστατωμένη με μένα.


*** Το επόμενο πρωί δεν είχα προλάβει καλά καλά να βγω από το ντους, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. «Εμπρός;» «Γεια σου, κυρία μου...» είπε μια αντρική φωνή με μια γλυκιά, γνώριμη, συρτή νότια προφορά. Ειλικρινά δε μου είχε περάσει από το μυαλό πως θα ήταν ο Τζέσσι. Όχι τόσο γρήγορα. Όχι στις 10 το πρωί. Σίγουρα η Ματίλντα θα τον είχε μόλις πάρει τηλέφωνο, θα του είχε μόλις αναφέρει τις εναλλακτικές του. Σίγουρα θα χρειαζόταν χρόνο να σκεφτεί. Αλλά ήταν εκείνος. Τα νεύρα μου πυροδότησαν διαδοχικές εκρήξεις στο σώμα μου, κάνοντας αυτόματα το ακουστικό στο χέρι μου να γεμίσει με ιδρώτα. Και τώρα; «Ποιος είναι;» ρώτησα. Όταν φοβάμαι, σπρώχνω μακριά μου τα πράγματα και με τα δυο χέρια. Δεν τα αφήνω· τα κρατάω σε απόσταση για να κερδίσω το πάνω χέρι, ελπίζοντας να έρθουν αυτά σε μένα. Αυτό είχα κάνει με τον Γουίλ· αυτό έκανα τώρα και με τον Τζέσσι. «Ξέρεις πολύ καλά ποιος είναι, Κέισσι Ρόμπισο...» Τα Βήματα του S.E.C.R.E.T. πέρασαν γρήγορα από το μυαλό μου· ναι! Είχα πρόσβαση σε όλες τούτες τις ιδιότητες, τις αισθανόμουν, τις είχα βιώσει. Μπορώ να το κάνω. Παράδοση. «Αστειεύομαι... Ξέρω πως είσαι εσύ». «Ναι. Λοιπόν... Η Ματίλντα μού είπε πως ήθελες να με δεις;» Θάρρος. «Θέλω». «Πού είσαι;» Εμπιστοσύνη. «Σπίτι μου». Γενναιοδωρία. «Αναρωτιόμουν αν είσαι ελεύθερος για φαγητό το επόμενο Σάββατο το βράδυ... Μπορώ να μαγειρέψω». «Και πρέπει να περιμένω μία ολόκληρη εβδομάδα; Πού μένεις;» Αφοβία. «Στο Μαρινύ, όχι μακριά από κει όπου δουλεύω». Αυτοπεποίθηση. «Εννοώ πως, αν δεν μπορείς το επόμενο Σάββατο, θα μπορούσαμε να το κάνουμε Κυριακή...» συμπλήρωσα. «Συνήθως φροντίζω τον γιο μου τα Σάββατα...» αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά νομίζω ότι κάτι μπορώ να κανονίσω...» Περιέργεια. «Σωστά. Έχεις γιο... Πόσο είναι τώρα;» «Έξι. Τον παίρνω κάθε Τετάρτη και κάθε δεύτερη Παρασκευή και Σάββατο μέχρι τις έξι. Μετά τον αφήνω στο σπίτι της μάνας του. Είχε γενέθλια πριν από τέσσερις μέρες». Γενναιότητα.


«Α, τι γλυκό! Λοιπόν, γιατί δεν έρχεσαι το επόμενο Σάββατο αφού τον αφήσεις; Θα φτιάξω κάτι να φάμε. Φέρε ένα μπουκάλι κρασί ή ό,τι θες να πιεις». «Αυτό θα κάνω, δεσποινίς Ρόμπισο...» Ζωντάνια. «Τέλεια! Ανυπομονώ. Μένω στο πράσινο σπίτι, στη γωνία Σαρτρ και Μάντεβιλ. Στον δεύτερο. Τα λέμε τότε». Πρέπει να πήδησα μισό μέτρο στον αέρα μόλις κλείσαμε. Είχα ραντεβού με έναν σχεδόν άγνωστο, έναν τύπο που ούτε το επώνυμό του δεν ήξερα, με έναν χωρισμένο πατέρα με τατουάζ που είχα γνωρίσει μέσα από μια εκπληκτική ανώνυμη σεξουαλική επαφή χάρη στην κοινή μας συμμετοχή σε μια μυστική ομάδα η οποία οργάνωνε ερωτικές φαντασιώσεις για γυναίκες που διψούσαν για στοργή. Και δε θα μπορούσα να είμαι πιο ενθουσιασμένη. «Τα κατάφερα!» είπα στην Ντίξι, που ήταν γυρισμένη ανάσκελα κι έπαιζε με τα κρεμαστά στο βραχιόλι μου.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ] ΝΤΟΦΙΝ

ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΕΧΩ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν ένας άλλος οδηγός, όχι ο Ερνέστο, έφτασε είκοσι λεπτά μετά την προκαθορισμένη ώρα. Καθόμουν στο λόμπι του Palace Alvear Hotel με το καινούριο μου φουστάνι από μαύρο μπροκάρ που κούμπωνε στο πλάι και τα τρουακάρ μανίκια που αναδείκνυαν το βραχιόλι μου. Το είχα βρει καταχωνιασμένο σ’ ένα κατάστημα στο Σαν Τέλμο· ήταν ένα πανέμορφο εφαρμοστό μοντελάκι που σταματούσε ακριβώς κάτω από το γόνατο, μάκρος συντηρητικό, που απογειωνόταν από το πώς αγκάλιαζε τις καμπύλες μου. Ο τρόπος με τον οποίο με κοιτούσε ο καινούριος σοφέρ ενώ με πλησίαζε όλο αυτοπεποίθηση στο λόμπι του ξενοδοχείου μού έλεγε ότι το φόρεμα άξιζε τα λεφτά του έως και την τελευταία δεκάρα. Η δική του στολή, αντιθέτως, παραήταν στενή, το καπέλο παραήταν μεγάλο, τα μανίκια παραήταν κοντά. Δεν είχε τη σωματική διάπλαση ανθρώπου που καθόταν όλη μέρα πίσω από ένα τιμόνι, πράγμα που, εδώ που τα λέμε, ήταν κομπλιμέντο. «Lo siento, Señora Dauphine» είπε ζητώντας συγγνώμη για την αργοπορία του, ενώ εγώ κοιτούσα τους όλο φλέβες καρπούς του, που ξεμύτιζαν κάτω από τα μανίκια του ενώ μου έτεινε το χέρι του, όπου δε φορούσε γάντι. Ένιωσα ένα κάψιμο να ανεβαίνει στο χέρι μου σφίγγοντας το δικό του. Κι ενώ ο Ερνέστο είχε μια αγορίστικη γοητεία, ο καινούριος σοφέρ ήταν ο ορισμός της αρρενωπότητας. Ένα δεύτερο καμπανάκι όμως άρχισε να χτυπάει μόλις με τακτοποίησε στο πίσω κάθισμα. «A donde vamos? Πού πηγαίνουμε;» με ρώτησε. Αν τον είχε στείλει το S.E.C.R.E.T., δε θα ήξερε τη διεύθυνση; Η Ματίλντα είχε πει πως ο πλειστηριασμός ήταν άκρως απόρρητος και πως μόνο ελάχιστοι εύποροι προσκεκλημένοι γνώρισαν τον τόπο όπου θα πραγματοποιούνταν. Η πληροφορία είχε δοθεί μέσω τηλεφώνου, όχι μέσω γραπτής πρόσκλησης, ώστε να μην τραβήξουν την προσοχή των δημοσιογράφων. Συνάντησα τα χαμογελαστά πράσινα μάτια του στον καθρέφτη. Ανήκε στους άντρες που ήξεραν ότι είχαν συγκεκριμένη επίδραση στις γυναίκες. «Vamos al Teatro Colón, por supesto ...» απάντησα, κατευθύνοντάς τον προς το ιστορικό θέατρο στο κέντρο της πόλης. Ήταν αδύνατο να μη γοητευτώ από την εμφάνισή του. Τι ρηχή που είσαι, Ντοφίν, μάλωσα τον εαυτό μου ακουμπώντας πίσω στο κάθισμα. Το επόμενο καμπανάκι χτύπησε στην αργή διαδρομή προς το θέατρο, όταν σε κάθε διασταύρωση συμβουλευόταν το GPS του, ενώ έφτιαχνε και ξαναέφτιαχνε τον καθρέφτη του. Κι όμως, μόλις σταματήσαμε τελικά μπροστά στο θέατρο Κολόν, ένα τεράστιο κτίριο που έμοιαζε με κρεμ μαρμάρινη γαμήλια τούρτα, οι ενδοιασμοί μου γι’ αυτό τον άντρα αντικαταστάθηκαν αυτοστιγμεί από αγωνία για τον πλειστηριασμό. Ένας βαλές με σμόκιν περίμενε στο πεζοδρόμιο να με υποδεχτεί. Αγνόησε τον σοφέρ μου καθώς άνοιγε την πόρτα μου και με


βοηθούσε να βγω από το αυτοκίνητο. «Ουάου!» αναφώνησα και ακούστηκα σαν την πιο έκπληκτη Αμερικανίδα που υπήρξε ποτέ. «Δεσποινίς Μέισον, τιμή μου που σας γνωρίζω. Και λυπάμαι αν... δυσκολευτήκατε να βρείτε το θέατρο Κολόν». Κοίταξε τον οδηγό μου. «Quíen es usted?» «Ντάντε» απάντησε ο σοφέρ γραπώνοντάς με από το μπράτσο. Αυτός που με υποδέχτηκε ξεφύσηξε επιδεικτικά κι έκανε μεταβολή επιτόπου. Ο Ντάντε κι εγώ τον ακολουθήσαμε μέσα από το πλήθος των τουριστών που έβγαζαν φωτογραφίες μπροστά από το θέατρο. Περάσαμε βιαστικά μπροστά από τα μαρμάρινα αγάλματα στο χρυσό φουαγέ, όπου είχαν συγκεντρωθεί και περίμεναν οι υπόλοιποι σοφέρ, και κατόπιν περάσαμε κάτω από το ταβάνι με τα βιτρό και τις πινακίδες που έγραφαν EVENTO PRIVADO , κλειστή εκδήλωση. Διασχίσαμε τις σκαλιστές επίχρυσες πόρτες και μπήκαμε στο μισοσκότεινο θέατρο. Το θέατρο Κολόν ήταν ένα μαγευτικό θέαμα από περίτεχνα θεωρεία που περικύκλωναν μακριά πλατιά τόξα από πολυτελή κόκκινα βελούδινα καθίσματα. Οι δώδεκα πρώτες σειρές ήταν γεμάτες από νευρικούς αγοραστές που μας περίμεναν. Ευτυχώς, δεν ήμαστε οι τελευταίοι που έφτασαν. Λίγο πριν καθίσω, μια ψηλή ξανθιά με ραμμένο μπλε ταγέρ κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες και κάθισε στην τελευταία άδεια καρέκλα στο απομακρυσμένο τραπέζι των μεσαζόντων, μπροστά σε μια σειρά από τηλέφωνα. Η Ματίλντα μού είχε πει ότι κάποιοι αγοραστές απ’ όλο τον κόσμο θα συμμετείχαν μέσω τηλεφώνου, και τις θέσεις στα τηλέφωνα θα επάνδρωναν οι ντόπιοι τραπεζίτες τους. Ψυχραιμία, Ντοφίν. Έχεις έρθει απλώς για να υπογράψεις μερικά χαρτιά. Χάιδεψα νευρικά το σινιόν μου, ανακουφισμένη που είχα φορέσει χαμηλά τακούνια με το στενό φουστάνι. Η θέση που μου είχαν δώσει στον διάδρομο της τελευταίας σειράς ήταν το καλύτερο σημείο για να παρακολουθήσω τις προσφορές μπροστά μου. Έγειρα πίσω το κεφάλι μου, για να κοιτάξω τις νωπογραφίες από σέπια που περικύκλωναν έναν πολυέλαιο μεγάλο σαν τον ήλιο. Περιεργάστηκα τους αγοραστές, που ήταν ως επί το πλείστον γυναίκες. Τα χρήματα από την πώληση του πίνακα θα χρηματοδοτούσαν τις μάλλον ανορθόδοξες ενασχολήσεις του S.E.C.R.E.T., όπως μου είχε εξηγήσει η Ματίλντα. Δεν ήθελε να προέρχονται από ανθρώπους ή ομάδες που μπορεί να ερευνούσαν βαθύτερα την πραγματική αποστολή του S.E.C.R.E.T. ή που οι αξίες τους δε συμβάδιζαν με τις δικές μας. Ο Ντάντε στεκόταν φρουρός στα δεξιά μου, σαν ωραίο σκυλί. «Είναι... lindísima» είπα κοιτάζοντας την αίθουσα. «Ναι. Είναι εκπληκτική...» ψιθύρισε σκύβοντας προς το μέρος μου. «Την αναπαλαίωσαν πλήρως τα τελευταία χρόνια. Παρεμπιπτόντως, κι αυτό το φόρεμα είναι εκπληκτικό...» Ώστε μιλούσε αγγλικά! Και μάλιστα με αμερικανική προφορά – όχι· με νότια προφορά! Αυτό ήταν το τελευταίο καμπανάκι. «Ποιος είσαι; Από πού είσαι;» Ένα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του ακριβώς τη στιγμή που ακούστηκε ο ήχος του σφυριού και σηκώθηκε η αυλαία μπροστά από την «Κόκκινη οργή», που ήταν φωτισμένη εξαιρετικά και τοποθετημένη επάνω σε ματ μαύρο καβαλέτο και το μοντέρνο στιλ της ερχόταν σε έντονη αντίθεση με την περίτεχνη αίθουσα. Επιφωνήματα θαυμασμού γέμισαν την αίθουσα,


και το δυνατό χειροκρότημα ήταν σαν να έδωσε το έναυσμα στον Ντάντε να καθίσει ψηλά στο άδειο μέρος του θεάτρου πίσω μου. Ο δημοπράτης ανέβηκε στη σκηνή και καλωσόρισε τους καλεσμένους. Έπειτα από έναν μικρό πρόλογο για την ιστορία του πίνακα ζήτησε από το κοινό να υποδεχτεί την εκπρόσωπο που θα επικύρωνε τη μεταβίβαση της κυριότητας. «Παρακαλώ, καλωσορίστε τη σενιορίτα Μέισον, η οποία συνόδεψε την “Κόκκινη οργή” απ’ τη Νέα Ορλεάνη εκ μέρους του ανώνυμου ιδιοκτήτη της». Αισθάνθηκα το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό μου. Χωρίς να σηκωθώ, ύψωσα το χέρι στον αέρα και το ξανακατέβασα γρήγορα, βουλιάζοντας κι εγώ μαζί του. «Ευχόμαστε καλή τύχη σήμερα, σενιορίτα Μέισον. Ο πλειστηριασμός θα διεξαχθεί στα αγγλικά. Υπάρχουν ακουστικά για τη διερμηνεία. Ας ξεκινήσουμε!» Μπαμ. Οι προσφορές άρχιζαν από 2,3 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής. Η Ματίλντα ήλπιζε να πιάσει τα διπλάσια. Ο δημοπράτης άρχισε να ελίσσεται μέσα σ’ ένα δάσος από χέρια και από τις δύο πλευρές του διαδρόμου. Απαντούσε τόσο γρήγορα, που φαινόταν σαν να κολυμπούσε πεταλούδα. Οι ανώνυμες τηλεφωνικές προσφορές έπεφταν επίσης βροχή, και η ξανθιά που είχε έρθει πιο αργά από μένα καθόταν στην άκρη μιας σειράς τηλεφωνικών συσκευών, τινάζοντας νευρικά το πόδι της. «Άκουσα δύο κόμμα τέσσερα εκατομμύρια; Δύο κόμμα τέσσερα; Μάλιστα, δύο κόμμα έξι. Δύο κόμμα έξι απ’ το βάθος! Τρία εκατομμύρια εδώ μπροστά. Άκουσα τρία εκατομμύρια από μπροστά...» Το κεφάλι μου τιναζόταν πέρα δώθε για να προλαβαίνει την κατακόρυφη άνοδο. «Έχουμε τέσσερα εκατομμύρια, τέσσερα κόμμα δύο, έχουμε τέσσερα κόμμα δύο! Τέσσερα κόμμα οχτώ και τώρα πέντε, κυρίες και κύριοι...» Σ’ αυτή την τιμή κάποιοι εκπρόσωποι έκλεισαν τα τηλέφωνα. Στα έξι εκατομμύρια η μισή αίθουσα είχε μείνει ακίνητη, ενώ εγώ καθόμουν ευθυτενής κυριολεκτικά στην άκρη της καρέκλας μου. Στα εφτά εκατομμύρια σχεδόν όλοι στο θέατρο είχαν παραιτηθεί. Μόνο δύο απέμεναν: μια παχουλή γυναίκα με χοντρά γυαλιά που ανταγωνιζόταν έναν ιδιαίτερα ενθουσιώδη τηλεφωνικό πλειοδότη, τον οποίο εκπροσωπούσε η ξανθιά, που το χέρι της παρέμενε διαρκώς υψωμένο, λέγοντας «ναι» με ένα κούνημα του δαχτύλου σε κάθε αύξηση της τιμής. «Τώρα στα οχτώ κόμμα πέντε... Οχτώ κόμμα πέντε, και είμαστε στα εννιά. Έχουμε εννιά εκατομμύρια απ’ το τηλέφωνο! Εννιά εκατομμύρια διακόσιες...» Χριστός και Παναγία! Θα πάει στα δέκα εκατομμύρια. Θα χρηματοδοτήσει πολλές φαντασιώσεις. Τέντωσα τον λαιμό μου να δω τον οδηγό μου, που δε βρισκόταν πια πίσω μου. Ίσως είχε πάει με τους άλλους οδηγούς στο φουαγέ. «Δέκα εκατομμύρια δολάρια, είμαστε στα δέκα! Δέκα κόμμα τέσσερα, δηλαδή δέκα εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες...» Αριστερά, δεξιά, δεξιά, αριστερά, οι δύο υποψήφιοι αγοραστές που είχαν απομείνει σπιρούνιαζαν ο ένας τον άλλο· η ξανθιά στο τηλέφωνο δεν έχασε ποτέ την ψυχραιμία της, όμως η γυναίκα με τα γυαλιά, όσο περνούσε η ώρα, αναστατωνόταν όλο και περισσότερο. Η καρδιά μου ακολουθούσε τον ρυθμό, επιταχύνοντας σε κάθε σήκωμα χεριού. Ήταν πολύ πιο


συναρπαστικό από ματς! «Κύριες και κύριοι, βρισκόμαστε στα έντεκα εκατομμύρια εκατό χιλιάδες δολάρια! Άκουσα έντεκα διακόσια; Έχουμε... έντεκα διακόσια» είπε ο δημοπράτης δείχνοντας με το σφυράκι του τη γυναίκα με τα γυαλιά, που το χέρι της γινόταν ολοένα και βαρύτερο. Το χέρι της ξανθιάς παρέμενε σταθερά ψηλά στον αέρα. «Έντεκα τριακόσια; Μάλιστα, έχουμε έντεκα τριακόσια απ’ το τηλέφωνο! Θα πάρουμε έντεκα τετρακόσια;» Η σιωπή πλανήθηκε βαριά στην αίθουσα. Όλα τα κεφάλια γύρισαν και κοίταξαν τη γυναίκα με τα χοντρά μαύρα γυαλιά. Ίσως επειδή δεν ήταν κάποια εξαϋλωμένη φωνή από το τηλέφωνο, ξαφνικά ήθελα να κερδίσει εκείνη. Δυστυχώς όμως, το χέρι της ξανθιάς υψώθηκε ήρεμα στην τελική τιμή. «Έχουμε έντεκα κόμμα τέσσερα απ’ τον ανώνυμο πλειοδότη νούμερο οχτώ μπροστά. Έντεκα κόμμα τέσσερα... Έχουμε έντεκα κόμμα πέντε;» Η γυναίκα με τα γυαλιά σήκωσε διστακτικά το χέρι της. «Έχουμε έντεκα πεντακόσια...» «Δεκαπέντε εκατομμύρια!» βροντοφώναξε μια γνώριμη φωνή από το πίσω μέρος της αίθουσας. Μου πήρε μια στιγμή να συνειδητοποιήσω ποιος ήταν, επειδή δε φορούσε πια τη στολή του. Εκεί στεκόταν ο οδηγός μου, ο Ντάντε, με ένα σκούρο κουστούμι που φαινόταν φρεσκοσιδερωμένο, άσπρο πουκάμισο βαλμένο προσεκτικά στο παντελόνι, χωρίς το καπέλο, τα γυαλιά ηλίου και το σακάκι, που δεν ήταν στα μέτρα του. Φαινόταν επικίνδυνα σέξι με το χέρι χαλαρά στην τσέπη. «Έχετε δηλώσει συμμετοχή στον πλειστηριασμό;» Έδειξε την αγχωμένη ξανθιά στα τηλέφωνα, εκείνη που είχε έρθει αργά. «Αυτή είναι η εκπρόσωπος της εταιρείας μου, η Ιζαμπέλα, απ’ την Κεντρική Τράπεζα της Αργεντινής. Μπορεί να εγγυηθεί για το κεφάλαιό μου. Μπορείς να κλείσεις, Ιζαμπέλα. Συγγνώμη που άργησα». Ο Ντάντε –ή όπως τον έλεγαν κανονικά– ανέβασε τη θερμοκρασία του θεάτρου από τους τριάντα στους εκατό βαθμούς. Ο δημοπράτης, σαστισμένος, στράφηκε και είδε τη γυναίκα με τα γυαλιά να στηρίζει το κεφάλι στο χέρι της ηττημένη. «Οπότε... έχουμε δεκαπέντε εκατομμύρια. Μία... δύο... κατακυρώθηκε στον κύριο με το σκούρο κουστούμι! Η “Κόκκινη οργή” της Καρολίνας Μεντόζα πουλήθηκε αντί δεκαπέντε εκατομμυρίων. Τιμή ρεκόρ, κυρίες και κύριοι. Συντριπτικό ρεκόρ!» Το θέατρο ξέσπασε σε χειροκροτήματα, αλλά τα δικά μου χέρια κρατιούνταν σφιχτά από το κάθισμα έτσι όπως παρακολουθούσα τον Ντάντε να πηγαίνει στη γυναίκα που έχασε για να της σφίξει το χέρι. Το πλήθος συνέχισε να χειροκροτάει όσο ο Ντάντε πόζαρε για φωτογραφίες μπροστά στον πίνακα. Ο δημοπράτης, αφού αντάλλαξε ιδιαιτέρως δυο κουβέντες με την Ιζαμπέλα, μου έκανε νόημα να κατέβω στο τραπέζι με τα τηλέφωνα, όπου πλέον βρισκόταν μόνο ένα περίτεχνο πιστοποιητικό κεντραρισμένο προσεκτικά επάνω σ’ ένα δερμάτινο σουμέν. «Η Ιζαμπέλα μού λέει ότι τα δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια έχουν κατατεθεί ήδη. Αν δεν


έχετε αντίρρηση να αγοράσει τον πίνακα ένας μη δηλωμένος πλειοδότης, μπορείτε να υπογράψετε τη μεταβίβαση» είπε ο δημοπράτης δίνοντάς μου μια φανταχτερή πένα με φτερό και συμπλήρωσε: «Το ποσό είναι τεράστιο. Εντυπωσιακό!» Φαινόταν κι εκείνος θορυβημένος από τον ωραίο άντρα που είχε παρεισφρήσει στη σοβαρή, κλειστή διαδικασία με τόσο ιδιόρρυθμα δραματικό τρόπο. Τι λες όμως όταν κάποιος σου πετάει δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια στα πόδια, τριπλασιάζοντας τον αρχικό υπολογισμό; Λες ευχαριστώ και υπογράφεις στη διακεκομμένη γραμμή, κι αυτό έκανα κι εγώ, με την απαραίτητη βέβαια περίτεχνη μονοκοντυλιά. Περίμενα πώς και πώς να πω στη Ματίλντα τι λαχείο μάς έπεσε. Έδωσα στον δημοπράτη τα έγγραφα. Ο Ντάντε, ή όπως τον έλεγαν, ήρθε στο τραπέζι και ολοκλήρωσε τη μεταβίβαση με τη δική του δυσανάγνωστη υπογραφή. Στη συνέχεια το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου, που εξακολουθούσε να είναι μπερδεμένο. «Χαίρομαι που γνωριζόμαστε και επισήμως, δεσποινίς Μέισον. Σας διαβεβαιώνω πως ο πίνακας της κυρίας Μεντόζα πηγαίνει σε πολύ καλό σπίτι. Είμαι μεγάλος θαυμαστής όλων των εγχειρημάτων της. Φαντάζεστε πόσο πολύ λυπήθηκα που έμεινα έξω απ’ τη λίστα των υποψήφιων αγοραστών και πόσο ευγνώμων είμαι που δε με τιμωρήσατε γι’ αυτό...» «Ποιος είσαι;» ρώτησα περνώντας επιφυλακτικά το χέρι μου μέσα από το μπράτσο που μου πρόσφερε. «Και τι ήταν όλο αυτό το τέχνασμα με τη λιμουζίνα; Που δε μιλούσες αγγλικά; Που ήρθες χωρίς να δηλώσεις συμμετοχή; Ήταν πραγματικά ανάγκη; Ασφαλώς θα μπορούσες να...» «Ντοφίν, αγαπητή μου, θα σ’ τα εξηγήσω όλα εν καιρώ. Μα τώρα πρέπει να φύγουμε, προτού η περιέργεια κυριέψει την αίθουσα και μας καταπιεί και τους δύο. Ο κόσμος θ’ αρχίσει να κάνει ερωτήσεις. Για μένα, για σένα και την ομάδα... που εκπροσωπείς». «Τι ξέρεις γι’ αυτήν;» «Ξέρω αρκετά για να σε ρωτήσω αν θα αποδεχτείς το Βήμα...» Φυσικά! Οπότε είναι ένας από αυτούς. Είναι ένας από μας! Ενώ πλήθος κόσμου συγκεντρωνόταν για να φωτογραφίσει την «Κόκκινη οργή» προτού τη συσκευάσουν για την αποστολή, εκείνος με οδήγησε στις σκάλες προς την έξοδο του θεάτρου. Τώρα όλα έβγαζαν νόημα, παρόλο που η καρδιά μου εξακολουθούσε να βροντοχτυπάει. Το φουαγέ ήταν άδειο, εκτός από πέντ’ έξι βαριεστημένους σοφέρ που κοιτούσαν τα ρολόγια τους. Ο Ντάντε με τράβηξε απότομα προς την αντίθετη κατεύθυνση, μέσα από τις ψηλές γυάλινες πόρτες με τις δαντελένιες κουρτίνες. Ξαφνικά βρεθήκαμε ολομόναχοι σ’ έναν πανέμορφο στενό ιβουάρ διάδρομο, πλαισιωμένο από κολόνες και μπουαζερί στην ίδια χρυσαφένια απόχρωση με το βραχιόλι μου. Άφησε το χέρι μου κι έστρεψε όλο του το σώμα προς το μέρος μου. «Λοιπόν;» «Λοιπόν...» είπα πισωπατώντας, ώσπου σωριάστηκα σ’ έναν αναπαυτικό μικρό καναπέ κάτω από την προτομή κάποιου διάσημου συνθέτη. «Έδωσες πραγματικά δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια για έναν πίνακα;»


«Ναι». «Γιατί;» «Για να σε εντυπωσιάσω... Έπιασε;» Μετακινήθηκα για να μπορέσει να καθίσει δίπλα μου. «Ενδεχομένως...» Ήταν προφανές ότι επρόκειτο για έναν άντρα που όλα τού έρχονταν εύκολα. Αλλά δεν ήμουν σίγουρη πως ήθελα να γίνω ένα από αυτά τα πράγματα. Έσκυψε προς το μέρος μου· το πρόσωπό του απείχε λίγα εκατοστά από το δικό μου. Τα ρουθούνια του πετάρισαν σαν ζώου που οσμιζόταν τη μυρωδιά του φόβου... και του άρεσε. «Θα σε ρωτήσω ξανά: αποδέχεσαι το Βήμα;» Σήκωσε το χέρι μου και ήταν έτοιμος να περιεργαστεί το βραχιόλι μου, όταν τράβηξα τον καρπό μου, κρύβοντάς το πίσω από την πλάτη μου. Ήταν σέξι και ήξερε για το S.E.C.R.E.T. Παρ’ όλα αυτά, τον περιέβαλλε μια σκοτεινή αύρα, επάνω στην οποία σκόνταφτα διαρκώς. «Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα;» ρώτησα. «Και πώς και δεν ήξερες πού λάμβανε χώρα ο πλειστηριασμός αφού ήταν εδώ η τραπεζίτισσά σου, η ξανθιά;» «Μας ακολουθούσε, αφού ούτε κι εκείνη είχε λάβει πρόσκληση. Τώρα λοιπόν θα χαρώ πολύ θα απαντήσω και στις υπόλοιπες ερωτήσεις σου, Ντοφίν. Αλλά μόνο μία έχει πραγματικά σημασία... Αποδέχεσαι το Βήμα;» Το στόμα του πήγε στο αυτί μου· έπιασε τον λοβό ανάμεσα στα χείλη του και τον ρούφηξε απαλά. Ένα ηλεκτρικό ρεύμα με διαπέρασε, κάνοντας το κορμί μου λάβα. Όπου με άγγιζε, το δέρμα μου έλιωνε. Προχωρούσε γρήγορα, τόσο γρήγορα, ώστε σύντομα δε θα μπορούσα να τον σταματήσω, ακόμα κι αν το επιθυμούσα. «Ήθελα να το κάνω αυτό απ’ τη στιγμή που σε είδα στο ξενοδοχείο...» ψιθύρισε ανοίγοντας τα γόνατά μου, ενώ το χέρι του ανέβαινε νωθρά ανάμεσα στους μηρούς μου. Πάγωσα μόλις άκουσα συνομιλίες από το φουαγέ. «Έχω κλειδώσει την πόρτα. Δε θα μας βρει κανένας εδώ...» είπε, ενώ η φούστα μου είχε ανέβει σχεδόν έως τους γοφούς μου. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του και τον απώθησα απαλά. «Από πού είσαι;» Όρμησε ξανά επάνω μου και το στόμα του βρήκε τον λαιμό μου. Αδιαφορούσε για τις ερωτήσεις μου. Παραληρούσα από τον πόθο, τα ένστικτά μου είχαν αρχίσει να ατονούν εξαιτίας του ταλαντούχου στόματός του. «Ντοφίν, αποδέξου το Βήμα, και θα σου πω τα πάντα...» «Θα το αποδεχτώ» ψέλλισα με τα μάτια κλειστά «αν μου πεις σε ποιο Βήμα είμαι...». Τα μάτια του αναζήτησαν ξανά το βραχιόλι μου, αλλά το είχα κρύψει έξυπνα πίσω από την πλάτη μου. Ίσιωσε τη ράχη του, τραβώντας τις μανσέτες των μανικιών του. «Δεν είναι δύσκολη ερώτηση...» είπα. «Γιατί δεν κοιτάς το κρεμαστό; Εκείνο που έφερες για μένα. Αυτό θα σου δώσει την απάντηση...» Σώπασε για λίγο και μετά απάντησε: «Ξέρεις τους κανόνες, Ντοφίν. Αν δε δεχτείς, δεν


μπορώ να σου δείξω το κρεμαστό». Απαρίθμησα νοερά τα χαρακτηριστικά των αρχών του S.E.C.R.E.T. Ήταν ακαταμάχητος, αυτό ήταν σίγουρο. Και θα ήταν ένα περιπαθές, ερωτικό ιντερλούδιο. Ίσως με άφηνε εκστατική και μεταμορφωμένη. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: δεν ένιωθα ασφαλής. Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληγα. Αν το Πέμπτο Βήμα με βοηθούσε να ξεπεράσω τους φόβους μου, η άρνησή του να απαντήσει στις ερωτήσεις μου με εμπόδιζε να νιώσω κάτι τέτοιο. «Κι εσύ ξέρεις τους κανόνες, Ντάντε, ή όπως κι αν σε λένε. Αν δεν αποδεχτώ το Βήμα, σταματάμε εδώ. Τέλος. Λέω όχι. Ποιος είσαι τέλος πάντων; Μιλάς σαν να είσαι απ’ τον Νότο, απ’ τη Λουιζιάνα μάλιστα». «Όλα κι όλα...» ξεφύσηξε ενώ σηκωνόταν. «Δε φτάνει που με αρνείσαι, μου κάνεις και ανάκριση». «Έτσι φαίνεται» αποκρίθηκα κατεβάζοντας ξανά το φουστάνι μου στα γόνατά μου. Το σινιόν μου είχε λυθεί στη διάρκεια του σύντομου εναγκαλισμού μας, γι’ αυτό άνοιξα το τσιμπιδάκι που το κρατούσε στη θέση του, ελευθερώνοντας τα μαλλιά μου. «“Κόκκινη οργή” δε θα πει τίποτα...» είπε θαυμάζοντας τα μαλλιά μου και άπλωσε το χέρι του για να χαϊδέψει μια μπούκλα. Τραβήχτηκα. «Μετά χαράς θα σου διαθέσω τον οδηγό μου να σε πάει πίσω στο ξενοδοχείο σου». «Δεν είναι απαραίτητο» αντιγύρισα. «Μπορώ να επιστρέψω και μόνη μου». «Τότε... να πηγαίνω». Σηκώθηκε και απομακρύνθηκε, ξεκλείδωσε την πόρτα και την έκλεισε αθόρυβα πίσω του φεύγοντας. Ποιος στον διάολο ήταν αυτός ο άντρας και τι προσπάθησε να κάνει; Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα προτού γυρίσω στο θέατρο, όπου μια χούφτα άνθρωποι θαύμαζαν ακόμα τον πίνακα. Άραγε μπορούσαμε να σκίσουμε το έγγραφο της μεταβίβασης ή ήταν ήδη πολύ αργά; Έπρεπε να προσπαθήσω. Ο δημοπράτης ήταν απορροφημένος στη χαμηλόφωνη συζήτηση που είχε με την τραπεζίτισσα, την Ιζαμπέλα. «Με συγχωρείτε...» τους διέκοψα. «Προτού φύγω, μήπως μπορείτε να μου πείτε αν είναι δυνατόν να σταματήσουμε τη μεταβίβαση; Απλώς... νιώθω πως ίσως ήταν λάθος μου να πουλήσω τον πίνακα σ’ έναν αγοραστή που δεν είχε δηλώσει συμμετοχή στον πλειστηριασμό». Αλληλοκοιτάχτηκαν σαν να συζητούσαν ακριβώς το ίδιο πράγμα. «Το πρόβλημα είναι ότι τώρα θα χρειαστείτε και τη δική του υπογραφή...» απάντησε ο δημοπράτης. «Επισήμως ο πίνακας είναι δικός του». «Και ενδιαφερόταν πάρα πολύ να τον αγοράσει» συμπλήρωσε η Ιζαμπέλα σε κοφτά, αλλά άψογα αγγλικά. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε δηλώσει συμμετοχή· ειδάλλως δε θα είχα μεσολαβήσει εκ μέρους του σενιόρ Καστίγ». «Του ποιου;» «Του κυρίου Καστίγ» είπε. «Του κυρίου Πιέρ Καστίγ. Φαντάζομαι ότι θα είναι πασίγνωστος στην πόλη σας, αφού η μισή ανήκει στην οικογένειά του». «Κι ένα μικρό κομμάτι αυτής εδώ...» πρόσθεσε γελώντας ο δημοπράτης. Πιέρ Καστίγ; Φυσικά και ήξερα το όνομα. Αλλά δεν είχα αναγνωρίσει το πρόσωπό του σε


ξένο περιβάλλον. Δεν κυκλοφορούσαν πολλές φωτογραφίες του· για τόσο πλούσιος, ζούσε απομονωμένος, αλλά αν έμενες στη Νέα Ορλεάνη, αυτό το όνομα ήταν ισοδύναμο της αριστοκρατίας. Γιατί στον διάολο ο Πιέρ Καστίγ, ο Πιέρ ο Διάδοχος, ο Δισεκατομμυριούχος της Πόλης, να παρεισφρήσει σ’ έναν κλειστό πλειστηριασμό, να ξοδέψει δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια για έναν πίνακα και ύστερα να επιχειρήσει να με αποπλανήσει σ’ έναν μικρό καναπέ μέσα σ’ ένα θέατρο στο Μπουένος Άιρες; Πού είχα μπλέξει; Αισθάνθηκα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. Η Κέισσι και η Ματίλντα θα τα άκουγαν για τα καλά. Ίσως ήταν σημάδι. Ίσως ήταν σωστό να σταματήσω στο Πέμπτο Βήμα. Ζήτησα οδηγίες για την πιάτσα των ταξί και βγήκα έξω ηττημένη. Αρκετούς φόβους είχα νικήσει, σκέφτηκα κοιτάζοντας το βραχιόλι μου. Ακόμα και μισογεμάτο, φαινόταν πολύ όμορφο έτσι όπως αντανακλούσε τη λάμψη από τα διερχόμενα αυτοκίνητα μες στη νύχτα. Ενώ καθόμουν στο ταξί, στον δρόμο για το ξενοδοχείο, η καρδιά μου συνέχιζε να χτυπάει δυνατά και το δέρμα μου έκαιγε εκεί όπου με είχε αγγίξει ο Πιέρ Καστίγ.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ] ΚΕΪΣΣΙ

ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ

που με είχαν καλέσει στο Μέγαρο, είχα έρθει γυμνή κάτω από ένα μακρύ παλτό και με είχαν οδηγήσει με δεμένα μάτια στον επάνω όροφο, όπου με περίμενε μια αισθησιακή πανδαισία (κι ένας εραστής). Τούτη τη φορά ήταν κάπως διαφορετικά. Στο κατώφλι με περίμενε η Ματίλντα με ζοφερό ύφος, το μεσημέρι ενός ζεστού αυγουστιάτικου Σαββάτου. Ήξερα ήδη τι την απασχολούσε. Από την ώρα που έκλεισα το τηλέφωνο με μια θυμωμένη Ντοφίν το προηγούμενο βράδυ, δυσκολεύτηκα πολύ να κοιμηθώ, οπότε τηλεφώνησα στη Ματίλντα και της είπα για τον πλειστηριασμό και την απάτη του Πιέρ. «Δεν τον πιστεύω...» είπα χαιρετώντας τη Ματίλντα. «Η Ντοφίν έχει αναστατωθεί». «Δεν την αδικώ. Στα σχεδόν σαράντα χρόνια που το κάνουμε αυτό, μονάχα ένας άντρας μάς έχει δημιουργήσει πρόβλημα: ο Πιέρ. Έπρεπε να έχω εμπιστευτεί το ένστικτό μου όταν έγινε αρχικά μέλος, αλλά είχαμε θαμπωθεί όλες απ’ τη γοητεία του». «Τουλάχιστον υπάρχει μια παρηγοριά: τα δεκαπέντε εκατομμύρια θα κρατήσουν το S.E.C.R.E.T. σε λειτουργία για πολύ καιρό» αποκρίθηκα. «Αν τα κρατήσουμε...» Δεν είχα αναρωτηθεί καθόλου αν θα κρατούσαμε τα χρήματα. Από τον τρόπο όμως με τον οποίο μιλούσε η Ματίλντα, ξαφνικά φαινόταν πιθανό να τα δώσουμε πίσω. «Τέλος πάντων...» συνέχισε. «Το αν τα κρατήσουμε ή όχι είναι μια απόφαση που θα την πάρει όλη η Επιτροπή, όχι μόνο εγώ. Φεύγω για το σπίτι της Ντοφίν». «Να έρθω κι εγώ; Μπορούμε να αναβάλουμε αυτήν τη... συνεδρία;» «Όχι. Αυτό το καθήκον βαραίνει την πρόεδρο της Επιτροπής, και κάθε ώρα που περνάει, τα πράγματα χειροτερεύουν. Ίσως μπορέσω να πείσω την Ντοφίν να παραμείνει στο S.E.C.R.E.T., μα αν όχι, τουλάχιστον ελπίζω να την πείσω να μας συγχωρέσει. Εν τω μεταξύ εσύ, αγαπητή μου, έχεις αναλάβει ένα συναρπαστικό καθήκον που πρέπει επίσης να ολοκληρωθεί. Είσαι βέβαιη πως νιώθεις έτοιμη;» «Όσο πιο έτοιμη γίνεται». «Έχεις άγχος;» «Ναι». «Ο Τζέσσι επικοινώνησε μαζί σου;» «Θα τον δω απόψε...» Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα αχνό χαμόγελο. Η Ματίλντα δε συμμερίστηκε τον ενθουσιασμό μου· αντίθετα, ο τόνος της έγινε και πάλι ανήσυχος. «Μετά απ’ όσα έγιναν και με δεδομένο το πόσο έξω έπεσα με τον Πιέρ, ελπίζω πραγματικά να μην έχω κάνει λάθος και με τον Τζέσσι...» «Δεν το νομίζω...» αποκρίθηκα και αναρωτήθηκα για ποιον λόγο εξακολουθούσε να με γεμίζει


αμφιβολίες για κείνον. Την ακολούθησα μέσα στο Μέγαρο· ανεβήκαμε τις σκάλες και διασχίσαμε έναν μακρύ δροσερό διάδρομο, όπου σταμάτησε μπροστά σε μια στενή πορτούλα. Την ξεκλείδωσε. Μέσα στο μικρό δωμάτιο υπήρχε μια γκρίζα πολυθρόνα που κοιτούσε προς έναν γυάλινο τοίχο. Η Ματίλντα τράβηξε την πολυθρόνα για να καθίσω. Το δωμάτιο από την άλλη πλευρά του γυαλιού ήταν μισοφωτισμένο, αλλά εντυπωσιακό, με δύο πανύψηλα παράθυρα στα δεξιά, ντυμένα με βαριές μπορντό κουρτίνες, και ξύλινα πλαίσια με σκαλιστούς ερωτιδείς. Παλιές ελαιογραφίες ωραίων γυναικών με έξωμα φορέματα κρέμονταν στους ιβουάρ τοίχους. Το ίδιο το κρεβάτι ήταν έργο τέχνης: κάθε στύλος ήταν σκαλισμένος σαν κορμός ιτιάς, και το δρύινο κεφαλάρι ήταν διακοσμημένο με φύλλα. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε μια καπιτονέ καρέκλα χωρίς χέρια, με επίχρυσα πόδια, κεντημένη με μπορντό τριαντάφυλλα. Είχα περισσότερο άγχος απ’ όσο στις δικές μου φαντασιώσεις. «Αυτό είναι το Αυτοκρατορικό Δωμάτιο» είπε η Ματίλντα. «Ώστε εδώ γίνεται η εκπαίδευση;» «Εν μέρει, ναι. Είσαι έτοιμη;» Έγνεψα καταφατικά, πήρα βαθιά ανάσα και της χαμογέλασα με όση αυτοπεποίθηση διέθετα. Σύντομα θα παρακολουθούσα την πρώτη εκπαιδευτική συνεδρία του Μαρκ Ντρούρυ με την Άντζελα Ρεζάν. Είχε περάσει όλες τις εξετάσεις, είχε υποβληθεί σε δύο ακόμα συνεδρίες και είχε σκίσει στις συνεντεύξεις. Και τώρα, προτού πραγματοποιήσει μια φαντασίωση με την Ντοφίν, έπρεπε να περάσει την τελική εξέταση με την Άντζελα. «Είναι δύσκολο να παρακολουθείς πρώην εραστές, Κέισσι. Χρειάζεται σθένος». «Εντάξει είμαι» είπα, και για να το ακούσω εγώ αλλά και για να το ακούσει η Ματίλντα. «Κάνει για το S.E.C.R.E.T., για την Ντοφίν. Όχι για μένα». «Ωραία». «Το ξέρει ότι παρακολουθώ;» «Όχι... Ξέρει ότι παρακολουθεί κάποιος απ’ το S.E.C.R.E.T., αλλά δεν αποκαλύπτουμε ποτέ ποιος. Ήταν πολύ ενθουσιασμένος». «Η Άντζελα το ξέρει ότι την παρακολουθούν;» Μου χαμογέλασε σαρκαστικά. «Κέισσι γλυκιά μου, αυτό είναι το βίτσιο της... Εντάξει λοιπόν. Καλά να περάσεις. Μα να το μελετήσεις προσεκτικά. Πρέπει να τον αξιολογήσουμε – να βρούμε τρόπους να βελτιωθεί, να προσδώσει ζωντάνια στη φαντασίωση μιας γυναίκας. Πρέπει να βρει ικανοποίηση στο να ικανοποιεί. Και πρέπει να μάθει πώς να κάνει μια γυναίκα να νιώθει πως είναι απόλυτα ποθητή, πράγμα που είναι, χωρίς καμία αμφιβολία, το μεγαλύτερο αφροδισιακό. Θα του προωθήσω τις συμβουλές σου. Η υπομονή είναι ένα πρόβλημα που ανακύπτει συνέχεια με κείνον. Καλή τύχη...» είπε με ένα χαμόγελο και πρόσθεσε: «Έχεις κάνει μεγάλη πρόοδο, Κέισσι. Πάρε με τηλέφωνο αργότερα. Θα σου πω τι έγινε με την Ντοφίν». «Σ’ ευχαριστώ. Ειλικρινά. Για όλα» αποκρίθηκα. «Κι ελπίζω να μείνει η Ντοφίν... Υπάρχουν ακόμα τόσο πολλά». «Αυτό ακριβώς θα της πω».


Έσβησε το φως κι έφυγε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Έμεινα μόνη μου στο σκοτεινό δωματιάκι, χωρίς να είμαι σίγουρη για το τι να κάνω. Σταύρωνα και ξεσταύρωνα τα πόδια μου, περιμένοντας να ξεκινήσει η συνεδρία από την άλλη πλευρά του τζαμιού. Έπειτα από λίγες στιγμές εμφανίστηκε η Άντζελα από μια ιβουάρ πόρτα που ήταν ένα με τον τοίχο στο Αυτοκρατορικό Δωμάτιο. Τα συνήθως ισιωμένα μαλλιά της ήταν χτενισμένα σ’ ένα χαλαρό τσαχπίνικο άφρο και φορούσε ένα λευκό δετό φόρεμα με χαμηλό κόψιμο· το ύφασμα ήταν λεπτό, σχεδόν διάφανο, οι σκούρες θηλές της διογκωμένες. Φορούσε δεκαπεντάποντες γόβες, που αναδείκνυαν τις καστανές μυώδεις γάμπες της στην εντέλεια. Αγνόησε το τζάμι, που από τη δική της πλευρά θα έμοιαζε με καθρέφτη. Πλησίασε τη μαρμάρινη κορνίζα του τζακιού και ακούμπησε προκλητικά επάνω της. Πολλά μπορούσες να ζηλέψεις στην Άντζελα, αλλά εκείνη τη στιγμή το ήρεμο, ψύχραιμο φέρσιμό της βρισκόταν στην κορυφή της λίστας μου. Από μια πόρτα στα αριστερά, από τον ίδιο διάδρομο που είχα μόλις περάσει με τη Ματίλντα, βγήκε ράθυμα ο Μαρκ, με ένα χαμόγελο που πλάτυνε μόλις είδε την επόμενη «εκπαιδεύτριά» του. Φαινόταν πολύ γλυκούλης και καθαρός με το βαμβακερό πουκάμισο μέσα στο φαρδύ κοτλέ και με τα βρεγμένα του μαλλιά. Μπορούσα σχεδόν να μυρίσω το σαμπουάν με άρωμα πράσινο μήλο. «Ο Χριστός και η μάνα του...» ψιθύρισε, και στο σημείο εκείνο συνειδητοποίησα πως όχι μόνο θα έβλεπα τα πάντα, αλλά ότι θα άκουγα και τα πάντα μέσα από μεγάφωνα. «Εντάξει. Κατ’ αρχάς: μη μου χαμογελάς τόσο πολύ» του είπε η Άντζελα. «Θες να νιώσει το κορίτσι μας ότι χαίρεσαι που τη βλέπεις, αλλά βάλε λιγότερο ενθουσιασμό και περισσότερη φλόγα». «Το ’πιασα...» είπε, σβήνοντας κυριολεκτικά το χαμόγελο από το πρόσωπό του με μια κίνηση του χεριού του. Γέλασα. Θέλω να πω, είχε πλάκα – αυτός είχε πλάκα. Αλλά η Άντζελα δεν το βρήκε αστείο. «Κάτσε». Ο Μαρκ σωριάστηκε στην καρέκλα σαν υπάκουο παιδί, πράγμα που έκανε την Άντζελα να στυλώσει τη γροθιά στον γοφό της. Αχ, σε παρακαλώ, μην τα κάνεις θάλασσα, σκέφτηκα. Αν τα κάνεις θάλασσα, Τζέσσι γιοκ. «Μάλιστα, κυρία» αποκρίθηκε. «Μη μου αρχίζεις τα “μάλιστα”. Αυτό δεν πρόκειται ν’ ανάψει καμία γυναίκα». «Συγγνώμη...» Περιεργάστηκε το δωμάτιο, και τα μάτια του στάθηκαν για μια στιγμή στον καθρέφτη. Η Άντζελα ακολούθησε το βλέμμα του. Κοιτούσαν και οι δύο κατευθείαν προς το μέρος μου. Όχι! Βούλιαξα στην καρέκλα με το χέρι στον λαιμό, ο οποίος έκλεινε από κάποιου είδους αναφυλακτικό σοκ που είχε προκαλέσει ο τρόμος. Η Άντζελα έκανε στράκα με τα δάχτυλά της για να τραβήξει την προσοχή του ξανά επάνω της. Ουφ! Δεν μπορούν να σε δουν! Δε σε βλέπουν, Κέισσι! υπενθύμισα στον εαυτό μου. Εκπνοή. Πήγε καμαρωτά προς το μέρος του και στάθηκε τόσο κοντά του, ώστε τα γόνατά της άγγιζαν σχεδόν τα δικά του. «Να θυμάσαι: σε βάζουμε με γυναίκες που θέλουν αυτό που θες, που ποθούν αυτό που


ποθείς, που θέλουν να κάνουν αυτό που θες να κάνεις ή που θέλουν να δοκιμάσουν αυτό που θες να δοκιμάσεις». Ακούμπησε το χέρι του στον αυχένα του για να τρίψει τους μυς του. Χμμμ... Ήταν κι εκείνος αγχωμένος. «Λοιπόν, Μαρκ... πώς θα παίξουμε σήμερα;» Πώς θα παίξουμε σήμερα; Σέξι ήταν αυτό. Αποθησαύρισα τη φράση. Κοίταξε τις λευκές γόβες της, παρατηρώντας τες συλλογισμένος. Ακολούθησα τη ματιά του καθώς ανηφόριζε αργά στα μακριά της πόδια. «Θα παίξω όπως θες εσύ να παίξεις». Μπράβο το αγόρι μου! ήθελα να φωνάξω. Μπορείς να το κάνεις, Μαρκ. Η Άντζελα έφερε το χέρι της μπροστά στο φόρεμά της. «Γιατί δε βγάζεις τα ρούχα σου, Μαρκ;» «Δε θα πω όχι...» Σηκώθηκε, δεκαπέντε πόντους γεμάτους πιο κοντός από κείνη, για να γδυθεί. «Είσαι θεά...» μουρμούρισε κλοτσώντας τα παπούτσια του, κοιτάζοντας συγχρόνως το πρόσωπό της, που δέσποζε από πάνω του, με το στήθος της στο ίδιο ύψος με τα μάτια του. «Δε με νοιάζει αν κάνει να το πω ή όχι. Αυτό είσαι». Έπιασε το πιγούνι του, αλλά αντί να τον φιλήσει, τον άφησε, έκανε μεταβολή και προχώρησε προς ένα γραφείο με βαριά σκαλίσματα. Άνοιξε ένα συρτάρι κι έβγαλε κάτι που έμοιαζε με τυλιγμένο σκοινί. Το μόνο που μπορώ να πω για να περιγράψω τις κινήσεις της είναι πως έμοιαζαν με αίλουρου. Ήταν μια γυναίκα που της άρεσε να βρίσκεται στο σώμα της και είχε συνηθίσει να την κοιτάζουν. Ο Μαρκ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Ούτε κι εγώ. Τώρα στεκόταν πίσω από το γραφείο και τον παρακολουθούσε να βγάζει τα ρούχα του, αρχίζοντας από το παντελόνι. «Μαρκ, Μαρκ, Μαρκ... Γδύνεσαι σαν άγαρμπος φοιτητής. Βάλε τα ρούχα σου και ξεκίνα απ’ την αρχή, καλέ μου». Έκανε αυτό που του είπε. Μόλις ντύθηκε, άρχισε πάλι, τούτη τη φορά βγάζοντας τη ζώνη του πιο αργά. «Τώρα έγινες στρίπερ; Αυτό δεν είναι σέξι». «Το κέρατό μου...» τραύλισε ο Μαρκ, εμφανώς τσατισμένος με τον εαυτό του. «Ξεκίνα απ’ το πουκάμισο. Ξεκούμπωσε τα κουμπιά με το ένα χέρι. Για δοκίμασε αυτό. Να με κοιτάς συνέχεια». Το έκανε, και ήταν πολύ καλύτερο αυτήν τη φορά. Κράτησε το σκοινί στα χέρια της. «Το κοτλέ τώρα» είπε εκείνη, κι αυτός έλυσε χαλαρά τη ζώνη του χωρίς να τη βγάλει από τα θηλάκια και άφησε το παντελόνι μαζί με το μποξεράκι του να πέσουν στο πάτωμα. Τα έσπρωξε μαλακά στο πλάι. Ο Μαρκ ήταν εμφανώς έτοιμος, αλλά εκείνη το αγνόησε. Τον ώθησε πίσω στην καρέκλα και κούνησε δύο σκοινιά μπροστά στο πρόσωπό του. «Θα έπρεπε να είσαι κι εσύ γυμνή...» ψιθύρισε και του ξέφυγε ένα νευρικό γέλιο. «Δε μ’ αρέσει αυτή η λέξη» αντιγύρισε εκείνη. «Γυμνή;»


«Όχι. “Πρέπει”. Δεν την αγαπάμε πολύ εδώ γύρω». Πήγε πίσω του κι έδεσε σφιχτά τους καρπούς του στην καρέκλα. Ύστερα ήρθε ξανά μπροστά του κι έσπρωξε απαλά τους μηρούς του να ανοίξουν. Έχοντας στυλωμένα τα μάτια της επάνω του, έλυσε τον πλαϊνό κόμπο του φουστανιού της. Το άνοιξε μπροστά του σαν φάκελο. Δε φορούσε τίποτε από κάτω. «Να το θέσω αλλιώς...» είπε εκείνος έτσι όπως κοιτούσε όλο της το κορμί. «Θα ήταν υπέροχο αν ήσουν γυμνή όλη την ώρα. Για το καλό της ανθρωπότητας...» Πέταξε το φόρεμα από πάνω της και μετά στάθηκε μπροστά του, φορώντας μόνο τις άσπρες γόβες της. Τον παρακολούθησα να την κοιτάζει. Κατόπιν χούφτωσε με το ένα χέρι το στήθος της, ενώ το άλλο ταξίδεψε παντού στον θώρακά της. Είχα καταμαγευτεί και αισθάνθηκα τον ερεθισμό της τη στιγμή που αγγίχτηκε με το μεσαίο της δάχτυλο. «Έχεις σκληρύνει... Έτσι δεν είναι; Τι θα κάνουμε γι’ αυτό;» «Γαμώτο...» μουρμούρισε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι του, με τα μάτια καρφωμένα στα χέρια της, στα δάχτυλά της. Ήθελε να την αγγίξει, να απλώσει τα χέρια του και να την πιάσει, αλλά δεν μπορούσε. Ακόμα κι εγώ ένιωθα την έξαψή του. Ο ερεθισμός του με ερέθιζε. Αυτό δεν το είχα ξανανιώσει· δεν είχα δει πολύ πορνό και δεν ήμουν ηδονοβλεψίας. Αλλά αυτό... Αυτό είχε ένταση. Ήταν ερεθιστικό. Βούλιαξα κι άλλο στην πολυθρόνα μου, νωθρή από τον πόθο. Φορώντας ακόμα τις γόβες, καβάλησε τα πόδια του, έσκυψε και ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του και τα γεμάτα στήθη της άγγιξαν το δικό του έτσι όπως έγειρε να τον φιλήσει. Άρχισε αργά, νωχελικά, αψιδώνοντας το σφιχτό κορμί της, με τον πισινό της ψηλά στον αέρα. Κατέβασε τα χείλη της στον λαιμό του, σταματώντας πού και πού για να τον κοιτάξει στα μάτια, να ζυγίσει την αντίδρασή του. Ο Μαρκ ήταν απελπισμένος. «Μήπως μπορείς να με λύσεις;» τη ρώτησε. «Γαμώτο, θέλω πάρα πολύ να σ’ αγγίξω...» Σκέφτηκε για μια στιγμή τα λόγια του. Ύστερα, κλοτσώντας τις γόβες της, σήκωσε το ξυπόλυτο πόδι της και το ακούμπησε προσεκτικά στον μηρό του. Με το ένα πόδι σηκωμένο, ανοίχτηκε για χάρη του, κρατώντας τον βασανιστικά τριάντα πόντους μακριά από αυτό που λαχταρούσε. «Θες να μ’ αγγίξεις;» τον ρώτησε. Εκείνος έγνεψε καταφατικά, προσπαθώντας να κρατήσει τα μάτια του στα δικά της, αλλά δε γινόταν. Κατηφόρισαν στο τέλειο κορμί της, ώστε να παρακολουθήσουν αυτό που έκανε στον εαυτό της με το χέρι της. «Μ’ αρέσει όταν μου το κάνει αυτό ένας άντρας...» είπε και οι μύες στο χέρι της έκαναν συσπάσεις με κάθε κύκλο. «Αλλά μ’ αρέσει να το κάνω και μόνη μου». Εκείνος έβγαλε έναν ήχο, κάτι ανάμεσα σε γρύλισμα και βογκητό. «Πιστεύεις ότι μπορείς να κάνεις καλύτερη δουλειά από μένα;» «Ναι...» απάντησε εκείνος τραβώντας στα σκοινιά· αυτό που συνέβαινε τον σκότωνε. Ένιωσα να ανάβω και αισθάνθηκα έκπληξη όταν το χέρι μου ανέβηκε στο δικό μου στήθος και ύστερα χώθηκε μέσα στο σουτιέν μου, βρήκε το δεξί στήθος μου και το έσφιξε μαλακά. Αυτό ήταν κάτι πολύ καινούριο για μένα.


Παρακολούθησα την Άντζελα να λυγίζει περισσότερο το γόνατό της, φέρνοντας τη σχισμή της πιο κοντά στο πρόσωπό του. Έβαλε τα χέρια της στα μαλλιά του, οδηγώντας το στόμα του προς το μέρος της σχεδόν αγαπησιάρικα. Η κορυφή του κεφαλιού του κουνήθηκε μόλις τη συνάντησε με το στόμα του και την έγλειψε, ενώ τα μάτια του κοιτούσαν κάθε τόσο πάνω από τον μηρό της για να τσεκάρουν την αντίδρασή της και τα χέρια του εξακολουθούσαν να είναι δεμένα πίσω από την πλάτη του. Ήταν όλος ένα στόμα. Υπήρχε μόνο για να την ικανοποιήσει και να την υπηρετήσει. Η Άντζελα έριξε πίσω το κεφάλι της. «Είναι καλό. Πολύ καλό, μωρό μου...» είπε γλυκά, και οι λαγόνες της λικνίζονταν απαλά προς τα εμπρός για να ακολουθήσουν τον ρυθμό της γλώσσας του – κι εγώ θυμήθηκα το στόμα του επάνω μου πριν από λίγο καιρό, τα χέρια του... « Γαμώτο, ναι...» ψιθύρισε η Άντζελα τρίβοντας τις λαγόνες της στο πρόσωπό του, στη γλώσσα του. «Οχ... Μμμ... Θα με κάνεις να τελειώσω και μετά... θα σε γαμήσω». Εκείνος έγνεψε καταφατικά, εξουθενωμένος. Ήταν σαν πράξη λατρείας έτσι όπως το κεφάλι του ανεβοκατέβαινε ρυθμικά ανάμεσα στα πόδια της, ώσπου εκείνη τίναξε πίσω το κεφάλι της με έναν σπασμό γραπώνοντας τα μαλλιά του, παίρνοντας από κείνον τον οργασμό της, που της τον πρόσφερε πρόθυμα. Εξαντλημένη, κατέβασε το πόδι της, άπλωσε το χέρι της πίσω του και με ένα τράβηγμα έλυσε τα χέρια του από τα δεσμά τους. Αυτός τύλιξε αμέσως το χέρι του γύρω από τη στύση του, ανήμπορος να αγνοήσει την επιθυμία του, που ολοένα και μεγάλωνε. Η Άντζελα πήγε –κάπως τρεκλίζοντας– στο κομοδίνο και πήρε ένα προφυλακτικό. Μόλις επέστρεψε, το ξετύλιξε πάνω του με μια επιδέξια κίνηση. Ύστερα στάθηκε με ανοιχτά τα πόδια ακριβώς από πάνω του. «Θα σε γαμήσω, Μαρκ...» του είπε. «Έχεις καμιά αντίρρηση;» Έγνεψε ζωηρά, ακουμπώντας τα χέρια του στους μηρούς της και οδηγώντας τη στην παλλόμενη άκρη του οργάνου του. Έβαλε μέσα της μόνο ένα μέρος του, ανεβοκατεβαίνοντας ανεπαίσθητα, βασανίζοντάς τον, χωρίς να γλιστράει έως κάτω. «Το μουνί σου είναι γαμάτο...» είπε γλυκά αυτός, παρακολουθώντας τη να τον καταπίνει αργά. «Σσσσς... Μπράβο, καλό παιδί...» γουργούρισε αυτή χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά. Χαμήλωσε αργά και ύστερα, κρατημένη από τους ώμους του, καρφώθηκε πάνω του, παίρνοντας όλο το καυλί του μέσα της, ενώ εκείνος έριχνε το κεφάλι του πίσω, χώνοντας τα ακροδάχτυλά του στους μηρούς της. Και μετά άρχισε: οι μανιασμένες περιστροφές της, οι εξαίσιοι μηροί της, που ανεβοκατέβαιναν επάνω του ξεζουμίζοντάς τον. Αυτή ήταν όλο όρεξη κι εκείνος απλώς η τροφή της, κι αυτό τον τρέλαινε, έκπληκτος μάλλον που το κορμί του κατάφερνε να καλύπτει τις ανάγκες μιας τέτοιας γυναίκας. Εκείνη τον γαμούσε, κι εγώ αισθάνθηκα να ανάβω περισσότερο καθώς τα δάχτυλά του μπήγονταν στη σφιχτή της σάρκα, οι νευρώδεις μύες του αυχένα του έκαναν συσπάσεις. Κάποια στιγμή έπιασε το πρόσωπό της και τη φίλησε δυνατά, σαν να χρειαζόταν τη δόση του. Έπειτα από αυτό τον κοίταξε από ψηλά, πάνω από τους λόφους των βυζιών της, που χοροπηδούσαν, και τέλειωσε. Οι κραυγές της ίσα που είχαν καταλαγιάσει όταν εκείνος σηκώθηκε όρθιος παίρνοντάς την καβάλα στο σώμα του, έκανε μια περιστροφή και την πέταξε


στο κρεβάτι, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια. «Μπράβο σου!» του είπε. Παραδόξως, ένιωσα κι εγώ περήφανη εκείνη τη στιγμή, πραγματικά. Εμπρός, Μαρκ. Τώρα κάν’ τη δική σου! Τώρα στεκόταν από πάνω της, χτυπούσε τα γόνατά της για να ανοίξουν, ήταν δική του για να την κατακτήσει. Μπήκε μέσα της γρήγορα, απότομα. Αχ, Θεέ μου, φώναξε εκείνη την ίδια στιγμή που εγώ το ψιθύριζα, ενώ τα δάχτυλά μου με ψηλάφιζαν κι έκανα στον εαυτό μου αυτό που της έκανε. Και τότε το ένιωσα κι εγώ βλέποντάς τους. Το αισθάνθηκα να σκαρφαλώνει στο κορμί μου. Με το ένα χέρι μπλεγμένο στα μαλλιά της, συνέχιζε αδυσώπητα, ενώ εκείνη βογκούσε από κάτω του με τα πόδια τυλιγμένα γύρω από τη λεπτή μέση του, τα χέρια της απλωμένα πάνω από το κεφάλι της, αφήνοντάς τον να τη γαμήσει έτσι βίαια για λίγες στιγμές – και κάνοντάς με να μουσκέψω στην πορεία. Έπειτα, με μια εντυπωσιακή κίνηση, τον γύρισε ανάσκελα και τον καβάλησε, παίρνοντας πάλι τον έλεγχο. Εκείνος έβαλε τα γέλια με τα ακινητοποιημένα χέρια του, βάζοντας όλη του τη δύναμη να τη φέρει προς τα εμπρός, στο ακόμα πρόθυμο στόμα του· τα δάχτυλά του άνοιξαν τα χείλη της, το κεφάλι του κουνιόταν σε κύκλους. Εκείνη κοίταξε πάνω από τον ώμο της την ανένδοτη στύση του, γύρισε από την άλλη και του έβγαλε το προφυλακτικό, φέρνοντας έτσι το μπροστινό μέρος του μουνιού της μπροστά στη γλώσσα του Μαρκ. Όταν τον πήρε στο στόμα της, πέρασαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα προτού αψιδώσει το κορμί του από κάτω της και τελειώσει, βογκώντας: «Άντζελα... Αχ, Χριστέ μου...» σηκώνοντας τη λεκάνη του στην υπηρεσία της. Είχα εντυπωσιαστεί από τις ικανότητές της, τον ενθουσιασμό της καθώς έγλειφε και την τελευταία σταγόνα. Κι όταν εκείνη τέλειωσε ξανά, τέλειωσα κι εγώ μαζί της, με μια ένταση που δεν είχα ξανανιώσει ποτέ, με μια έκρηξη αισθήσεων, ενώ τα βογκητά μου έσμιγαν με τα δικά της. Σωριάστηκα πίσω στην πολυθρόνα μου λιγωμένη και βαριανάσαινα μαζί τους. Έπειτα από μια μικρή παύση, η Άντζελα κατέβηκε μπουσουλώντας πάνω από τον Μαρκ και κατέρρευσε δίπλα του στο κρεβάτι. Τα κορμιά τους εξαφανίστηκαν μέσα σ’ ένα σύννεφο από πουπουλένια παπλώματα και μαξιλάρια. Η τρυφερότητα με την οποία την κρατούσε, ο απαλός τρόπος με τον οποίο το χέρι της γλιστρούσε στο στομάχι του, αυτό μου φάνηκε πως παραήταν προσωπικό για να το παρακολουθήσω. Αναψοκοκκινισμένη και ικανοποιημένη, βγήκα αθόρυβα από το δωμάτιο, κλείνοντας μαλακά την πόρτα πίσω μου. Χώθηκα σε μια μικρή τουαλέτα δίπλα, για να ρίξω λίγο κρύο νερό στο πρόσωπο και στα χέρια μου. Το κινητό μου έγραφε πως η ώρα ήταν τρεις. Είχα αρκετό χρόνο να σταματήσω στο μπακάλικο να πάρω λίγο κρασί και ίσως να ξεκουραστώ λιγάκι προτού έρθει ο Τζέσσι από το σπίτι. Αυτό το παιδί δεν είχε ιδέα πόσο ωφελημένο θα έβγαινε από αυτή την εκπαιδευτική συνεδρία.

*** Έχασα σχεδόν μία ώρα στο μπακάλικο προσπαθώντας να σκεφτώ τι να μαγειρέψω, επειδή είχα το μυαλό μου στο δίλημμα της Ντοφίν αλλά και στην απίστευτη σκηνή που είχα παρακολουθήσει πριν από λίγο. Κι έτσι, όταν σταμάτησε το ταξί μου μπροστά στο Γεροντοκοράδικο, είχα λιγότερο από μία ώρα να φτιάξω την μπουγιαμπέσα, να στρώσω το


τραπέζι και να κάνω ντους. Αλλά το ότι δεν είχα πολύ χρόνο να σκεφτώ, να κάνω βόλτες επάνω κάτω και να τα κλωθογυρίζω στο μυαλό μου ήταν καλό. Διάλεξα ένα ξεπλυμένο τζιν με μια μπλε μεταξωτή μπλούζα και ασημένια βραχιόλια για τους καρπούς μου. Για κάποιον λόγο, δεν ήθελα να δει ο Τζέσσι το βραχιόλι του S.E.C.R.E.T. Μου φαινόταν παράξενο, σαν φυλαχτό. Την ώρα που ταμπονάριζα τα μαλλιά μου με το ένα χέρι και ανακάτευα τη σούπα με το άλλο, χτύπησε το κουδούνι. Είχε έρθει νωρίτερα. Πολύ νωρίτερα. Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο! Άνοιξα την πόρτα και τον είδα: εκείνο το χαμόγελο, το αξύριστο γένι, οι ζάρες γύρω από τα μάτια, η καδιανή προφορά. Ήμουν άφωνη και... άβαφη. Φτου! Και τα μαλλιά μου... «Βρε βρε, γεια σου...» είπε και πέρασε το κατώφλι. «Νωρίς ήρθες». «Ήρθα ακριβώς στην ώρα μου» αποκρίθηκε εκείνος και φίλησε το πλάι του βρεγμένου κεφαλιού μου. Μύριζε πολύ όμορφα, σαν κομμένο γρασίδι και καλοκαίρι. «Μια συνήθεια των απανταχού καλών χωρισμένων πατεράδων... Μην αφήνεις ποτέ τα παιδιά σου να σε περιμένουν· μεγαλώνουν νιώθοντας ασήμαντα». «Καλός κανόνας. Αλλά χρειάζομαι μερικά λεπτά». «Για ποιον λόγο; Μια χαρά μού φαίνεσαι». Μου έδωσε λουλούδια κι ένα μπουκάλι κρασί. «Μοσχομπίζελα και παγωμένο ροζέ». «Σ’ ευχαριστώ. Είναι υπέροχα». Το σπίτι μου ήταν μικρό· η κουζίνα, η τραπεζαρία και το καθιστικό ήταν ένα ενιαίο στενόμακρο δωμάτιο, και η κρεβατοκάμαρα φαινόταν μέσα από τις πόρτες με τα τετράγωνα τζαμάκια στο βάθος. Επίσης το μπόι του Τζέσσι έκανε το σπίτι μου να δείχνει σαν χαμηλοτάβανη σοφίτα. Είχαμε και οι δύο κάτι πλατιά χαμόγελα, λες και είχαμε καταφέρει κάτι εξαίσιο. «Χαίρομαι πάρα πολύ που σε βλέπω!» Ακούμπησε το χέρι του στο στήθος του και δάγκωσε το κάτω χείλος του κοιτάζοντάς με από πάνω έως κάτω, ενώ ταλαντευόταν ελαφρά επάνω στις καουμπόικες μπότες του. Το πρόσωπό μου έγινε κατακόκκινο. «Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω... Σαν στο σπίτι σου. Πηγαίνω να... ετοιμαστώ». Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου την ώρα που του έδειχνα το μπάνιο, πηγαίνοντας προς τα κει με την όπισθεν. «Έρχομαι αμέσως!» αναφώνησα κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα του μπάνιου. Μου είχε κοπεί η ανάσα. Διάολε. Ήρθε. Ηρέμησε. Συμπεριφερόμουν σαν κοριτσάκι. Έβαλα το πιστολάκι στην πρίζα και στέγνωσα για μερικά λεπτά τα μαλλιά μου πριν αποφασίσω: Δε γαμιέται. Αυτή είναι η εμφάνισή μου, έτσι είμαι. Κοιτάχτηκα επίμονα στον καθρέφτη για να πάρω θάρρος, ενώ θυμόμουν τα λόγια της Ματίλντας: Ένας άντρας είναι. Είστε και οι δύο άνθρωποι. Τον βρήκα να στρώνει το τραπέζι με μια πετσέτα της κουζίνας ριγμένη στον ώμο, ενώ τα τατουάζ του ξεμύτιζαν κάτω από τα μανίκια της κοντομάνικης μπλούζας του. Τοποθετούσε προσεκτικά τα κουτάλια δίπλα στα παράταιρα μπολ. Ένα θερμό ρεύμα διαπέρασε ελικοειδώς


το κορμί μου. «Η σούπα είναι σχεδόν έτοιμη. Ελπίζω να μη σε πειράζει που πρόσθεσα λίγη σκόνη δάφνης ακόμη. Αλλά μη φοβάσαι να αγοράζεις ολόκληρα φύλλα. Απλώς τα βγάζεις μετά». Είχα ξεχάσει πως ήταν μάγειρας – ζαχαροπλάστης στην ουσία, όμως ήξερε από κουζίνα. «Ευχαριστώ. Θα αναλάβω εγώ από δω και πέρα. Εσύ είσαι ο καλεσμένος. Και μάλλον θα πέρασες ήδη γεμάτη μέρα με τον γιο σου. Κάνατε τίποτα διασκεδαστικό;» Πάρε ανάσα. «Μπα... Μένουν κοντά μου κάτι φιλαράκια του. Ήρθαν απ’ το σπίτι. Έπαιζαν στην πίσω αυλή ενώ εγώ έφτιαχνα τη μηχανή του γκαζόν. Τέτοιες γκλαμουριές...» «Εμένα ωραίο μού ακούγεται» είπα κόβοντας την μπαγκέτα, που την έβαλα στο τραπέζι με λίγο θαλασσινό αλάτι και βούτυρο. «Πολύ θα ήθελα να δω φωτογραφίες του». «Ασφαλώς. Αλλά κάτσε λίγο πρώτα». Έβλεπε πως ήμουν αγχωμένη έτσι όπως στριφογύριζα στην κουζίνα, κατεβάζοντας αλατοπιπεριέρες, κρασοπότηρα, τις τριμμένες λινές πετσέτες μου, γαμήλια δώρα από μια περασμένη εποχή. Μετά βίας θυμόμουν ποια ήμουν τότε. Κάθισα στην παράταιρη καρέκλα δίπλα του, και τα γόνατά μου πέρασαν ξυστά από τα δικά του. «Λοιπόν. Γιατί μ’ έβγαλες απ’ το παιχνίδι;» «Δε... σ’ έβγαλα απ’ το παιχνίδι. Ζήτησα να σε ξαναδώ. Εκτός S.E.C.R.E.T. Και να που ήρθες. Μπορούσες ν’ αρνηθείς». «Σε πειράζω...» Έκοψε μια μεγάλη δαγκωνιά από μια φέτα ψωμί. «Σε σκεφτόμουν κάπου κάπου». «Κι εγώ σε σκεφτόμουν κάπου κάπου...» είπα και ύστερα άρχισα να μασουλάω κι εγώ λίγο ψωμί. «Χαίρομαι που το ζήτησες. Είχα αρχίσει να λαχταράω κάτι... λίγο πιο ουσιαστικό». «Κι εγώ το ίδιο» αποκρίθηκα. Πού πήγαινε όλο αυτό; «Αλλά θέλω να πω... ότι δεν έχω καμία προσδοκία. Αντιλαμβάνομαι πώς γνωριστήκαμε. Απλώς σκεφτόμουν πως απ’ όλους όσους έχω... Με σένα ένιωσα ένα δέσιμο. Οπότε αυτό... Ναι». Μου πήρε το υπόλοιπο ψωμί από το χέρι και το πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Ύστερα άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος μου. «Πιστεύω πως πρέπει να σε ρίξω στο κρεβάτι σου τώρα αμέσως, Κέισσι, γιατί μου δίνεις την εντύπωση ότι θ’ αρχίσεις να το παρασκέφτεσαι. Και ύστερα θα κολλήσουμε για τα καλά στη μηχανή του μυαλού σου...» Χτύπησε μαλακά με το δάχτυλο το πλάι το κεφαλιού μου. «Πά... πάλι καλά που η μπουγιαμπέσα δεν καίγεται...» τραύλισα ενώ σηκωνόμουν όρθια, χωρίς μεγάλη ευστάθεια. «Καίγεται και παρακαίγεται... Αλλά χεστήκαμε». Έσκυψε και με έριξε στην πλάτη του. Ούρλιαξα από τον ενθουσιασμό και το σοκ. Οι αδερφές Ντελμόντ στο κάτω πάτωμα μάλλον θα είχαν βάλει ποτήρια στο ταβάνι για να ακούνε καλύτερα. Δε γαμιούνται κι αυτές, σκέφτηκα την ώρα που με πήγαινε κουβαλητή τρία μέτρα έως την κρεβατοκάμαρα και με πετούσε στο κρεβάτι, προκαλώντας μια έκρηξη από μαξιλάρια και κάνοντας τουλάχιστον ένα από τα πόδια


του κρεβατιού να βροντήξει δυνατά στο πάτωμα, πάνω από το καθιστικό των δύο αδερφών. Έβγαλε ένα προφυλακτικό από το πορτοφόλι του και το πέταξε δίπλα μου. Εντάξει λοιπόν. «Οι γείτονες...» ψιθύρισα όσο ανηφόριζε έρποντας επάνω στο κορμί μου, ώσπου βρέθηκα ανάμεσα σε δυο χέρια διακοσμημένα με τατουάζ δεξιά και αριστερά από το κεφάλι μου. Το πρόσωπο του Τζέσσι, που στην κουζίνα είχε τόσο αγνό ύφος, τώρα πήρε σκοτεινότερη έκφραση. Έτσι όπως καθόταν από πάνω μου, έψαξε και βρήκε τους καρπούς μου, τον έναν μετά τον άλλο, και τους τράβηξε πάνω από το κεφάλι μου, καθηλώνοντας και τους δυο κάτω από τα χέρια του. «Λοιπόν;» « Λοιπόν; » Ο Τζέσσι είναι εδώ, επάνω μου! Με κρατάει από τα χέρια και με έχει ακινητοποιήσει στο κρεβάτι. «Πώς θες να παίξεις, Κέισσι Ρόμπισο;» Είχα déjà vu από το απόγευμα, τότε που η Άντζελα έκανε στον Μαρκ την ίδια ερώτηση. «Εσύ πώς θες να παίξεις;» Ξαφνικά αισθάνθηκα εντελώς έξω από τα νερά μου. Η καρδιά μου χτυπούσε βροντερά στο στήθος μου. Ένιωσα ναυτία. Χαμήλωσε τις λαγόνες του ώσπου με ακινητοποίησε τελείως, και το πέος του ακούμπησε σκληρό επάνω στο εσωτερικό του μηρού μου. Ήταν ολοφάνερο τι επίδραση είχε όλο αυτό σ’ εκείνον, για κείνον. «Θα χαρώ να κάνω τα πάντα μαζί σου, Τζέσσι. Αλλά... δε γύρευα να πραγματοποιήσω μια φαντασίωση μαζί σου». «Το ξέρω» αποκρίθηκε κι έπεσε στο πλάι στηρίζοντας το κεφάλι του στον αγκώνα του, με μάτια ξανά ερευνητικά και ζεστά, ενώ μου έστρωνε με το χέρι τα μαλλιά μου. «Δε χρειάζεται να κάνουμε τίποτα περίεργο. Μου φτάνει απλώς να... χαμουρευτούμε». Ήταν ο τρόπος με τον οποίο το είπε –να χαμουρευτούμε– που μου προκάλεσε χαχανητά. Και τον έκανε κι εκείνον να βάλει τα γέλια. «Δηλαδή το μόνο που θες είναι να χαμουρευτείς μαζί μου;» ρώτησα, μιμούμενη την προφορά του. «Εντάξει, ας χαμουρευτούμε...» Αχ, αυτό ήταν το στόμα που θυμόμουν, το λαίμαργο, ερευνητικό στόμα. Έσκυψε να με φιλήσει, να με κάνει να το βουλώσω βασικά, κρατώντας με την παλάμη το κεφάλι μου, με τα δάχτυλα μπλεγμένα στα μαλλιά μου. Το άλλο του χέρι ξεκούμπωσε αργά την μπλούζα μου και κατέληξε ζεστά ανάμεσα στα στήθη μου πριν προχωρήσει βασανιστικά προς τα κάτω, ξεκουμπώνοντας τα κουμπιά του τζιν μου και κατεβάζοντάς το μαζί με το κιλοτάκι μου. «Πάνε όλα...» ψιθύρισε γλιστρώντας το χέρι του κάτω από την πλάτη μου για να μου ξεκουμπώσει το σουτιέν, που το πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Στάθηκε όρθιος δίπλα στο κρεβάτι για να βγάλει το τζιν του και μετά το μποξεράκι του, φανερώνοντας αμέσως πόσο πολύ τον ερέθιζε όλο αυτό. Έπιασε το χέρι μου και με οδήγησε σ’ εκείνον. «Άγγιξε τον πούτσο μου, Κέισσι...» μουρμούρισε. «Πες το». Ήταν πολύ σκληρός, πολύ απαλός. «Τι να πω;» ρώτησα, ανεβοκατεβάζοντας το χέρι μου στον πούτσο του.


«Πες ότι θες τον πούτσο μου μέσα στο πανέμορφο μουνί σου...» απάντησε χαμηλόφωνα, ενώ τα μάτια του άστραφταν κάτω από το αδέξιο άγγιγμά μου. Δεν τον είχα ξαναδεί ολόγυμνο, αλλά ορίστε που τώρα στεκόταν από πάνω μου, όλο μυς και τένοντες, τατουάζ και πόθο, και ήξερε πως με είχε κερδίσει, αυτός ο αδιάντροπος, ικανός άντρας. «Τι θες, μωρό μου;» με ρώτησε. «Σε θέλω μέσα μου. Τώρα...» τον ικέτεψα. «Θες να σε γαμήσω, Κέισσι;» «Ναι, Τζέσσι...» «Πες το». «Γάμησέ με...» ψέλλισα. «Πες: θέλω να με γαμήσεις δυνατά, Τζέσσι». Έκλεισα τα μάτια, κι όλο μου το σώμα ένιωθε μια απίστευτη ανάγκη, ενώ εκείνος πίεζε τα γόνατά μου στο στρώμα. «Μμμ... Κοίτα τι όμορφη που είσαι εσύ και το μουνάκι σου...» είπε συρτά. «Τι πρέπει να κάνει ένας άντρας για να το κάνει δικό του;» «Ξέρεις...» απάντησα, ευχόμενη να μου έβγαιναν πιο εύκολα οι σέξι κουβέντες. Αυτό ήταν κάτι που θα μπορούσα να το κάνω με τον Τζέσσι, να μάθω να αφήνομαι περισσότερο, να γίνω πιο ελεύθερη... «Πες το, Κέισσι». «Γάμησέ με, Τζέσσι. Θέλω να με γαμήσεις δυνατά...» μουρμούρισα, παραληρώντας σχεδόν από τον πόθο. Έσκυψε πάνω από τα πόδια του κρεβατιού, και το στόμα του ανέβηκε από το πόδι μου στην καμπύλη του εσωτερικού του μηρού μου, η γλώσσα του γαργάλησε τη λεία αυλακιά όπου το τρυφερό δέρμα μου συναντούσε τη γραμμή από απαλές τριχούλες. Ποπό πώς με βασάνιζε. Κόντευε να με τρελάνει. «Τζέσσι, γάμησέ με!» είπα απαιτητικά καθώς το χέρι του χάιδευε τον μηρό μου, ο αντίχειράς του γλιστρούσε πάνω στις πτυχές μου, τρεμοπαίζοντας φευγαλέα πάνω από την κλειτορίδα μου. Και μόλις η λαχτάρα έγινε αφόρητη, οι γοφοί μου άρχισαν να λικνίζονται για να τον κάνουν να με αγγίξει εκεί όπου είχα ανάγκη να με αγγίξει, να με γαμήσει εκεί όπου είχα ανάγκη να με γαμήσει. Εκείνος όμως άφησε απλώς ένα τεμπέλικο δάχτυλο να μπει στο άνοιγμα, βρίσκοντάς με τόσο υγρή, που βόγκηξα. Κι εγώ αψίδωσα το κορμί μου με μανία προς το μέρος του, πιο πεινασμένη από ποτέ. Σπαρταρούσα από κάτω του έτσι όπως εκείνος έπιανε ένα από τα στήθη μου, και η ρώγα μου σκλήρυνε μέσα στο δροσερό στόμα του. Έκανε το ίδιο και στην άλλη, ενώ εγώ βογκούσα, απελπισμένη πια. Και, αχ, η λαχτάρα. Τα γόνατά μου άρχισαν να σπρώχνουν τα πλευρά του, να τον οδηγούν ανάμεσα στους μηρούς μου. «Θες περισσότερα;» «Ναιιιιι...» Ανακάθισε ανάμεσα στα πόδια μου για να βάλει το προφυλακτικό, με τους σφριγηλούς πήχεις


να κάνουν συσπάσεις, τα μάτια του να με χαίρονται. Συνειδητοποίησα πως ο λόγος για τον οποίο ήθελα αυτό τον άντρα, ο λόγος που με έκανε να τον λαχταράω, ήταν επειδή η λαχτάρα μου γι’ αυτόν μπορούσε να καταπραϋνθεί. Με τον Γουίλ ήταν μόνο πείνα, πείνα που δεν μπορούσαμε ποτέ να ικανοποιήσουμε. Είχα ανάγκη τον Τζέσσι επειδή ήθελα τον Γουίλ, και ο Τζέσσι ήταν ο μοναδικός άντρας που μπορούσε να σβήσει τούτη την ανάγκη. Θα τον άφηνα να με κάνει να την ξεχάσω στο κρεβάτι. Κι αυτό ακριβώς έκανε, μπαίνοντας μέσα μου απότομα, ασυγκράτητα, βυθίστηκε μέσα μου βασανιστικά πόντο πόντο, με κινήσεις επίμονες που γίνονταν όλο και πιο παθιασμένες όσο οι λαγόνες μου τινάζονταν επάνω στις δικές του. Έπιασε ξανά τους καρπούς μου και τους ακινητοποίησε δίπλα στο κεφάλι μου. «Σ’ αρέσει;» ρώτησε γεμίζοντάς με, με φωνή σαν χαμηλό μουγκρητό. Έγνεψα καταφατικά, νιώθοντας σαν να γαμούσε την ηδονή μέσα μου έως το τέρμα. Όσο πιο πολύ διείσδυε μέσα μου, τόσο περισσότερο σφίγγονταν και συστέλλονταν οι μύες της κοιλιάς του, μετατρέποντας το σώμα του σε καλολαδωμένο έμβολο. Τα γόνατά μου, που ήταν λυγισμένα ψηλά κι έσφιγγαν τον κορμό του, είχαν καλυφθεί από ιδρώτα. Ύστερα συνέβη: ο πυρήνας μου σφίχτηκε γύρω του, και το ένιωσε κι εκείνος: το πρόσωπό του κατέγραψε το σοκ – το πήρε ως σινιάλο να με φέρει πιο ψηλά, να μπαίνει μέσα μου πιο γρήγορα· η κλειτορίδα μου ήταν εγκλωβισμένη ανάμεσα στη λεκάνη του και στη δική μου, οι παθιασμένοι γοφοί του τη μάλασσαν τέλεια, εξαίσια, την έστελναν προς μια καυτή κορύφωση. Ήθελα να ουρλιάξω έτσι όπως παραδιδόταν όλο μου το είναι. Φώναζα «Αχ, Θεέ μου!» όσο έχυνα, στέλνοντάς τον κι εκείνον στην κορύφωση, και τα όμορφα χείλη του στράβωσαν όσο τέλειωνε έντονα μέσα μου λέγοντας «Αχ, Κέισσι... Ναι...», δίχως να νοιάζεται κανένας από τους δυο μας για τους γείτονες ή τον θόρυβο, καταρρέοντας επιτέλους ξέπνοοι σ’ έναν λαχανιασμένο σωρό από μέλη. «Νομίζω πως η καρδιά μου σταμάτησε. Σσσσς... Πρέπει να δω αν ακούγεται...» τραύλισε μέσα στα μαλλιά μου. «Έχω... πεθάνει; Ακούς τίποτα;» «Νομίζω πως θα είσαι μια χαρά» απάντησα ενώ έβγαινε μαλακά από μέσα μου και κατέβαινε από πάνω μου. Άλλαξα θέση και τον κοίταξα, βουτηγμένο στον ιδρώτα, και ακολούθησα νυσταγμένα με το δάχτυλο τα περιγράμματα των τατουάζ στους ώμους του. Εντόπισα μια ουλή. Μου άρπαξε τα δάχτυλα. «Πώς το έπαθες αυτό;» «Πήγα να κάνω ένα κόλπο με μοτοσικλέτα ανώμαλου δρόμου. Στα δεκατέσσερα» είπε, ενώ ενδιάμεσα μου φιλούσε τα ακροδάχτυλα. Ανακάθισε για να δω τα τατουάζ του σε όλο τους το μεγαλείο και γύρισε από την άλλη για να κοιτάξω καλύτερα την πλάτη του. «Βελανιδιά είναι αυτό;» Σχεδόν σαν παιδάκια που δείχνουν πράγματα και λένε ιστορίες, περάσαμε από το καυτό σεξ στις γλυκές διηγήσεις, όπου άρχισε να μου εξιστορεί τι κρυβόταν πίσω από τα πιο εμφανή τατουάζ – το δέντρο που τα κλαδιά του πλέκονταν σε κρανίο στον έναν ώμο του, το σμήνος πουλιών που κάλυπτε τον άλλο ώμο. «Ναι. Είναι η βελανιδιά απ’ το κτήμα της γιαγιάς μου στο Κέννερ. Εκεί μεγάλωσα όταν


πέθαναν οι γονείς μου. Αυτό πόνεσε» είπε δείχνοντάς μου το εξαιρετικά σχεδιασμένο πρόσωπο κάποιου όμορφου νεαρού στην αριστερή πλευρά του θώρακά του. «Ο μεγάλος μου αδερφός. Μου έμαθε να διαβάζω όταν ήμουν δέκα. Άργησα να πάρω μπρος... Σκοτώθηκε στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου». Πόση τραγωδία επάνω στο κορμί του – νεκροί συγγενείς, παλιές αναμνήσεις. «Κι αυτό είναι το “τσουλόσημό” μου» πρόσθεσε κι έσκυψε για να μου δείξει ένα τατουάζ χαμηλά στη μέση του, όπου επάνω στο ιερό οστό του ήταν γραμμένη η λέξη «Αλήτης». «Χα!» «Περίμενες πεταλούδα;» με ρώτησε. «Νομίζω πως με σένα ίσως είναι κακή ιδέα να έχω προσδοκίες...» απάντησα. Τον ψάρευα; Ζητούσα επιβεβαίωση ότι μπορούσα να έχω προσδοκίες από κείνον; Δεν ήμουν σίγουρη. Είχε ξαπλώσει δίπλα μου για αγκαλίτσες. «Αυτό είναι μάλλον σοφό, Κέισσι» είπε με ειλικρινή και σοβαρό τόνο, περνώντας τον μηρό του επάνω μου. «Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν για σένα». Για μένα; Παραλίγο να κάνω εκείνο το γυναικείο πράγμα, αυτό όπου αρχίζω τις διαβεβαιώσεις και λέω: Μα όχι, όχι, όχι. Είμαι εδώ· μπορείς να περιμένεις πράγματα από μένα. Είμαι εκατό τοις εκατό μέσα. Αλλά ήξερα ότι δεν ήταν έτσι. Το ότι ένας άντρας έχει όλη την ιστορία της ζωής του ζωγραφισμένη επάνω στο δέρμα του και τη βλέπουν οι πάντες δε σημαίνει πως είναι ανοιχτό βιβλίο. Και το ότι έκανα σεξ μαζί του δε με κάνει δική του. Και οι δύο κουβαλούσαμε ακόμα σκιές από το παρελθόν σε όσα μας επιφύλασσε το μέλλον. Αλλά κατά πρώτη φορά στη ζωή μου ήμουν εντάξει με αυτό. Ήμουν άψογα και απόλυτα εντάξει με αυτό.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ] ΝΤΟΦΙΝ

ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΞΑΝΑΤΑΞΙΔΕΨΕΙ

ποτέ, οπότε δεν περίμενα να αισθανθώ τέτοια χαρά μόλις επέστρεψα από το Μπουένος Άιρες και είδα το βεραντάκι του σπιτιού μου, τις γλάστρες με τους κατιφέδες και τα βαριά χρυσάνθεμα, που μαράζωναν μέσα στην αυγουστιάτικη ζέστη. Μόλις ανέβηκα επάνω, άφησα τις τελευταίες αποσκευές και αναστέναξα από ευγνωμοσύνη για το σκονισμένο ηλιόλουστο διαμέρισμά μου. Το ταξίδι μου, που είχε ξεκινήσει μεταμορφωτικά και τονωτικά, είχε καταλήξει σκοτεινό και τρομακτικό μετά τη συνάντησή μου με τον Πιέρ Καστίγ. Το σπίτι με έκανε να νιώθω προσγειωμένη, ασφαλής. Και τώρα ανακάλυπτα πως ήταν αλήθεια αυτό που έλεγαν για τους νότιους νοσταλγούς της πατρίδας: δεν υπάρχει πιο αξιοθρήνητη φάρα από δαύτους. Αφού πότισα τα φυτά μου, έκανα τις ετοιμασίες για ένα αφρόλουτρο και μούλιασα στην μπανιέρα για να ανακουφιστώ από το άγχος της πτήσης – οι αναταράξεις ήταν πιο απότομες, δεν υπήρχε κυβερνήτης Νέιθαν για να μου προσφέρει «παρηγοριά», και οι τελωνειακοί ήταν πιο αδιάκριτοι κι έψαξαν τα πράγματα που είχα αγοράσει με τη βοήθεια ενός μπιγκλ που δε μου επέτρεψαν να χαϊδέψω. Οι τελωνειακοί αναζητούσαν λουκάνικα και ελεφαντόδοτο, ίσως τα μόνα δύο πράγματα που δεν έφερα μαζί μου από την Αργεντινή. Είχα αγοράσει δύο επιπλέον βαλίτσες για τα μπιζού, τα λινά είδη, τα καθημερινά φορέματα και τα τέσσερα βίντατζ φουστάνια του ταγκό που είχα αγοράσει για να πουλήσω στο Funky Monkey. Έτσι είναι η ζωή του «διεθνούς αγοραστή». Παρ’ όλα αυτά, ενώ το μπιγκλ οσμιζόταν τα υπάρχοντά μου, εγώ πήρα κουράγιο από τη συνειδητοποίηση πως είχα πράγματι την πρόθεση να τα πουλήσω όλα. Δεν ήθελα πια να τα χρησιμοποιήσω σαν μόνωση, κάτι που ήταν και ο πραγματικός λόγος για τον οποίο κρατούσα όλο εκείνο τον θησαυρό για τον εαυτό μου. Όλα αυτά τα υποθετικά μέλλοντα όπου θα έβρισκα ακριβώς το κατάλληλο πράγμα που θα συμπλήρωνε το σύνολο. Αυτό το μέλλον συνέβαινε τώρα. Όταν χτύπησε το κουδούνι, αναπήδησα, μιας και τα νεύρα μου ήταν ακόμα λιγάκι τεντωμένα. Όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν η Ματίλντα, με μια συγγνώμη γραμμένη στο καλοσυνάτο πρόσωπό της. «Ντοφίν γλυκιά μου... Μπορώ να περάσω;» Αντικρίζοντας το πρόσωπό της, συνειδητοποίησα πως ο θυμός μου για την παραβίαση της ασφάλειάς μου από τον Πιέρ είχε εξαχνωθεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν την υποδέχτηκα με μια αγκαλιά. «Φυσικά. Παρακαλώ, πέρνα μέσα... Θα φτιάξω τσάι». Σαν τυπικές νότιες, ανταλλάξαμε αβρότητες και μιλήσαμε για τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του ταξιδιού μου. Συμπεριέλαβα μια διακριτική αναφορά για την επίσκεψη στο πιλοτήριο και τη νύχτα στη σκηνή του ταγκό, εμπειρίες που με είχαν κάνει να κατακοκκινίσω και να γεμίσω ευγνωμοσύνη.


«Χαίρομαι πάρα πολύ που ευχαριστήθηκες αυτά τα Βήματα. Αλλά δε σε κατηγορώ, Ντοφίν, που θες να μας εγκαταλείψεις. Ήρθα απλώς να σου πω πόσο πολύ ανακουφίστηκα όταν έμαθα πως ανέτρεψες το χειρότερο μέρος του σχεδίου του Πιέρ». «Η Κέισσι μου τόνιζε διαρκώς ότι μπορούσα να αποχωρήσω από οποιαδήποτε κατάσταση δε μου φαινόταν εκατό τοις εκατό εντάξει... Αυτός δε μου φαινόταν εντάξει». «Έχεις πολύ καλό ένστικτο. Γνωρίζεις τον εαυτό σου. Αυτό είναι αξιοζήλευτο. Έτσι, θέλω να σου δώσω κάτι...» αποκρίθηκε, και βάζοντας το χέρι στην τσάντα της, έβγαλε ένα μικρό πορφυρό κουτάκι, το οποίο τοποθέτησε προσεκτικά μπροστά μου. «Το κρεμαστό του Έκτου Βήματος; Αλήθεια;» «Άνοιξέ το» μου είπε. Για να πω την αλήθεια, ένα από τα πράγματα που σκεφτόμουν ήταν πως, αν έφευγα από το S.E.C.R.E.T., θα έχανα όλα τα υπόλοιπα κρεμαστά για το βραχιόλι μου. Τι να πω; Λατρεύω τα μπιζού. Γι’ αυτό δεν μπορούσα να κρύψω τη χαρά μου όταν άνοιξα το κουτάκι. Δεν περιείχε μόνο το κρεμαστό του Έκτου Βήματος για την Αυτοπεποίθηση, αλλά κι όλα τα υπόλοιπα. «Αχ, θεούλη μου!» αναφώνησα κι έβγαλα από την τσάντα μου το βραχιόλι μου, που το είχα φυλαγμένο σ’ ένα βελούδινο ρολό. «Κέρδισες την Αυτοπεποίθηση όταν εμπιστεύτηκες το ένστικτό σου για τον Πιέρ. Χαίρομαι πολύ που δε σ’ την κλόνισε. Το Έβδομο είναι η Περιέργεια» μου θύμισε η Ματίλντα, απλώνοντας ένα ένα τα κρεμαστά επάνω στη φορμάικα. «Αυτό είναι επειδή έκανες στον Πιέρ τις σωστές ερωτήσεις. Το Όγδοο είναι για το Θάρρος σου φυσικά, επειδή δεν υποχώρησες. Και το Ένατο είναι η Ζωντάνια – και ειλικρινά, ελπίζω να αισθάνεσαι ακόμα κάμποση απ’ αυτήν, Ντοφίν, μετά απ’ όλα όσα έζησες κοντά μας». Τα έβαλα ένα ένα στο βραχιόλι μου και το κούνησα ελαφρά στο ύψος των ματιών μου. Ήταν εντυπωσιακό. «Είναι πολύ ευγενικό, πολύ γενναιόδωρο...» είπα. «Θα το φυλάω σαν τα μάτια μου και θα θυμάμαι με αγάπη τον καιρό που πέρασα στο S.E.C.R.E.T. Πάντα». «Έχω να σου προτείνω κάτι ακόμα...» πρόσθεσε γέρνοντας προς τα εμπρός στην καρέκλα της. «Φυσικά μπορείς να πεις όχι, μα θα σε συμβούλευα να το σκεφτείς... Θα θέλαμε να ζήσεις μια τελευταία φαντασίωση, η οποία είμαστε απόλυτα σίγουρες ότι αξίζει την εμπιστοσύνη που θα δείξεις. Αναστατωθήκαμε όλες πάρα πολύ με αυτό που σου συνέβη στο Μπουένος Άιρες. Θα το εκτιμούσαμε λοιπόν αν μας έδινες την ευκαιρία να επανορθώσουμε. Μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν το επιλέγουμε απλώς για να σε κάνουμε να νιώσεις ξανά ασφαλής, αλλά και για να εδραιώσουμε όλα όσα συμβολίζει το S.E.C.R.E.T. Επιπλέον, έγκυρες πηγές μού λένε πως τούτη η φαντασίωση θα ξεπεράσει όλες τις προηγούμενες φαντασιώσεις που έχεις ζήσει. Για την ακρίβεια, υποπτευόμαστε πως αυτή η τελευταία θα σε ξετρελάνει!» Ίσως ήταν το πρόσωπό της, ικετευτικό και σοβαρό. Και ίσως ξαφνικά είδα πόσο παράλογο ήταν να τιμωρήσω τον εαυτό μου και το S.E.C.R.E.T. εξαιτίας της πράξης ενός κακού ανθρώπου. Κοίταξα το βραχιόλι μου με τα οχτώ κρεμαστά, που χόρευαν γύρω από τον καρπό μου. Τι λες σε μια τέτοια πρόταση; Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο που σου την κάνει και απαντάς: «Ναι, εντάξει. Μία ακόμα».


*** Ήμουν αναπάντεχα ήρεμη τη μέρα που έφτασε η κάρτα για την τελευταία φαντασίωσή μου. Η Ελίζαμπεθ ήταν εκείνη που δυσκολευόταν να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό της όταν της ζήτησα να με ντύσει για ένα «κάζουαλ, αλλά σέξι» ραντεβού στο Tipitina’s. «Σοβαρολογείς; Ραντεβού; Θα βγεις; Με αληθινό, ζωντανό άντρα; Σε συναυλία; Τόση αλλαγή παραείναι πολλή για να την αντέξει η εύθραυστη καρδιά μου!» Προσπαθούσε ακόμα να χωνέψει την καινούρια μου εντολή, εκείνη που είχα φέρει από την Αργεντινή μαζί με όλα τα πανέμορφα ευρήματά μου. Όταν με είχε ρωτήσει, όπως κάθε φορά, τι θα πουλούσαμε και τι θα κρατούσαμε, της είχα απαντήσει: «Πούλησέ τα όλα, τα πάντα. Όλο το επιπλέον εμπόρευμα που κρατάω χωρίς να υπάρχει λόγος. Όλα όσα είναι πίσω. Όλους τους χρυσούς κρίκους και τις μεταξωτές πιτζάμες και τα δερμάτινα γάντια και τα στρογγυλά καπελάκια». Και είχα συμπληρώσει: «Κι ό,τι δεν μπορούμε να πουλήσουμε θα το χαρίσουμε. Χρειάζομαι περισσότερο χώρο για να αναπτυχθώ». Η Ελίζαμπεθ κατασυγκινήθηκε, βούρκωσε, κρατώντας ένα ζευγάρι πενς-νε στα δάχτυλά της. «Ντοφίν, ξέρεις πόσο καιρό περίμενα να μου το πεις αυτό;» με ρώτησε. Και σήμερα της ζητούσα να με βοηθήσει και πάλι. Τούτη τη φορά να κοιτάξω μέσα από τα δικά της μάτια, ώστε να δω από καινούρια σκοπιά τον εαυτό μου. Ήταν λαχανιασμένη. «Εντάξει. Έχω κάποια λουκ υπόψη μου για σένα εδώ και πολύ καιρό... Θα μου επιτρέψεις να τα δοκιμάσουμε;» Γύριζε σαν σίφουνας μέσα στο μαγαζί, συλλέγοντας μαντίλια και μπλούζες, βραχιόλια και τοπάκια, φουστάνια και τζιν. Αυτό κορυφώθηκε με μια στάση στο θησαυροφυλάκιο του γραφείου, απ’ όπου πήρε βραχιολάκια, μπρασελέ, γόβες στιλέτο και μια ολοκαίνουρια βιολετί καμιζόλα. Τίποτε απ’ όσα διάλεξε η Ελίζαμπεθ για μένα δεν ήταν βίντατζ· όλα ήταν στενά, μοντέρνα, σε αποχρώσεις κυρίως του μπλε και μοβ, τις οποίες φορούσα σπάνια. Αλλά όταν έφερε το ισιωτικό μαλλιών της, κατάλαβα ότι μας περίμενε ένα βράδυ που θα άλλαζε τα πάντα. Αν δεν είχα τα ατίθασα κόκκινα μαλλιά μου μαζεμένα ψηλά στο κεφάλι μου ή δεμένα πίσω, δεν ήξερα τι να τα κάνω. Έπειτα από μιάμιση ώρα βάλε βγάλε, κι ενώ τρώγαμε τηγανητές πατάτες και πίναμε smoothies που είχαμε παραγγείλει απέξω και παράλληλα εξυπηρετούσαμε πελάτες κι εγώ ενδιάμεσα δοκίμαζα διάφορα «λουκ», κατέληξα σ’ ένα μαύρο δερμάτινο παντελόνι, ένα τιραντάκι κάτω από μια λευκή διάφανη μπλούζα και γκρι μπουφάν με μια βροχή από λεπτές χρυσές αλυσίδες, ένα χρυσό φαρδύ βραχιόλι και μαύρα καστόρινα μποτάκια έως τον αστράγαλο με τακούνι σφήνα. Φαινόμουν τολμηρή. Και, έπρεπε να το παραδεχτώ, σέξι. «Μα κοίτα πώς αυτή η υποψία βιολετί απ’ το τιραντάκι δίνει στο λουκ μια διακριτική θηλυκή γοητεία...» είπε η Ελίζαμπεθ εξετάζοντάς με συλλογισμένη στον καθρέφτη σαν να ήμουν δημιούργημά της. «Γιατί δε σ’ έχω αφήσει να το ξανακάνεις αυτό;» «Δεν έχω ιδέα. Μοιάζεις με θεά του ροκ!» απάντησε εκείνη. Έμοιαζα με τον εαυτό μου, απλώς σε πιο σύγχρονη, μοντέρνα βερσιόν. Ένιωθα ικανή,


δυναμική και ελεύθερη. «Πώς σου φαίνεται αυτό αντί για το άλλο βραχιόλι;» ρώτησα φέρνοντας το βραχιόλι μου με τα κρεμαστά. «Α, ναι. Αχ, Θεέ μου, αυτό το πράγμα είναι πανέμορφο! Έχεις πολύ καλό μάτι, Ντοφίν. Πολύ καλό μάτι!» « Κι εσύ θα πάρεις αύξηση!» της είπα πιάνοντάς την από τα μάγουλα και φιλώντας την κατευθείαν στα χείλη, που ήταν ίδια με κείνα της Κλάρα Μπόου.

*** Η λιμουζίνα με πήρε από το σπίτι στις δέκα ακριβώς, ενώ ο δροσερός νυχτερινός αέρας με χτυπούσε στο πρόσωπο, δείχνοντας ότι, όπου ’ναι, θα ερχόταν το φθινόπωρο. Η τελευταία φορά που είχα πάει στο Tipitina’s ήταν με έναν πολύ διστακτικό Λουκ στη διάρκεια του Φεστιβάλ της Τζαζ – μια από τις τελευταίες εξόδους μας ως ζευγάρι. Η μουσική δεν ήταν ποτέ η «αδυναμία» του. Έως τώρα οι κυρίες είχαν πέσει διάνα. Αν αυτή η φαντασίωση περιλάμβανε απλώς εμένα να ακούω ωραία μουσική με έναν καλό τύπο που την ευχαριστιόταν κι εκείνος, θα μου έφτανε και θα μου περίσσευε. «Φτάσαμε, δεσποινίς Μέισον» είπε ο οδηγός δείχνοντας με ένα νεύμα προς την ουρά, που διπλωνόταν σαν φίδι γύρω από το κτίριο κι έφτανε πιο πάνω στο τετράγωνο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα στο στήθος μου μόλις είδα το όνομα THE CARELESS ONES φωτισμένο επάνω στη μαρκίζα. Ναι! Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο κατάλληλη μουσική υπόκρουση για ό,τι κι αν ήταν αυτή η φαντασίωση. Μέχρι στιγμής όλα ήταν τέλεια! Απλώς πάρε ανάσα, είπα στον εαυτό μου. Ο καλοσυνάτος οδηγός, που διαισθάνθηκε το άγχος μου, με συνόδεψε μέσα στο ανθρωπομάνι των θαυμαστών, κάνοντας σαν να ήταν δικό μας το μέρος, θαρρείς και ήμουν VIP. Μόλις φτάσαμε μπροστά στη σκηνή, όπου έπαιζε το πρώτο συγκρότημα, εντόπισα δύο γνώριμα πρόσωπα που μου πρόσφεραν μια καρέκλα για να καθίσω. «Ντοφίν, ήρθες! Μας θυμάσαι; Είμαι η Κιτ και από δω η Πολίν!» φώναξε η Κιτ πάνω από τη μουσική. «Θα σε συνοδέψουμε εμείς μέχρι να έρθει ο συνοδός σου. Σου έχω αναφέρει πόσο λατρεύω τη δουλειά μου;» «Φαίνεσαι υπέροχη!» είπε ενθουσιασμένη η Πολίν, σέξι με το καθαρό δέρμα της και τα κοντά μαλλιά της. Φορούσε ένα μαύρο μίνι φόρεμα, που το έκανε πιο σπορ ένα τζιν μπουφάν και φθαρμένα μαύρα μποτάκια. Η Κιτ φορούσε σορτς και χαχόλικο άσπρο πουκάμισο, έχοντας μια εντυπωσιακή γκρίζα τούφα που αναδείκνυε τα πλέον εβένινα μαλλιά της. «Σας ευχαριστώ που ήρθατε» αποκρίθηκα. «Σημαίνει πολλά για μένα». Όντως σήμαινε. Δεν ήμουν συνηθισμένη να βγαίνω έξω έτσι μόνη μου – να βγαίνω έξω με οποιονδήποτε τρόπο, εδώ που τα λέμε. «Λοιπόν... είναι εδώ;» πρόσθεσα, κοιτάζοντας κλεφτά γύρω μου στη γεμάτη αίθουσα. «Έρχεται...» απάντησε η Πολίν, ανταλλάσσοντας ένα βλέμμα με την Κιτ. «Θα μου το πείτε όταν έρθει;» ρώτησα, στρώνοντας νευρικά τα ισιωμένα μαλλιά μου. Ήταν σαν μετάξι. «Όταν έρθει, θα το καταλάβεις» είπε η Κιτ. «Μην ανησυχείς».


Ένα ποτήρι παγωμένο Chablis εμφανίστηκε μπροστά μου, το αγαπημένο μου, και αφού έφυγε από τη σκηνή το πρώτο συγκρότημα, η κατάμεστη αίθουσα σκοτείνιασε εντελώς. Έπειτα από λίγα λεπτά, όταν οι Careless Ones έβαλαν φωτιά στα όργανά τους με μια γνωστή μελωδία, οι τρίχες στα χέρια μου σηκώθηκαν όρθιες. Ήταν εκείνος, ο Μαρκ Ντρούρυ, φωτισμένος από πίσω στο κέντρο της σκηνής. Μόλις έπιασε το μικρόφωνο και το έφερε στο στόμα του, οι προβολείς χτύπησαν το καταπληκτικό πρόσωπό του με όλη τους τη δύναμη. Για μερικά δευτερόλεπτα ο μοναδικός ήχος στη σπηλαιώδη αίθουσα ήταν η ανάσα του επάνω στο νήμα του μικροφώνου. Είχε κορμί μουσικού, όλο γραμμώσεις και νεύρα, θαρρείς και τα κόκαλά του ήταν κούφια για να κινείται μέσα τους η μουσική. Τα ρούχα έπεφταν επάνω του τέλεια, αλλά έρχονταν δεύτερα μπροστά στη φωνή του. Τα πάντα έρχονταν δεύτερα. Δε θα μάθω ποτέ για ποιον λόγο δεν άρεσε στην Κέισσι, αλλά μια ματιά γύρω μου, στις καταμαγεμένες γυναίκες που λικνίζονταν στο κάθισμά τους, επιβεβαίωνε ότι δε θα του έλειπε για πολύ η προσοχή. Επί μερικά δευτερόλεπτα δεν είπε τίποτε· απλώς στεκόταν με τα μάτια κλειστά. Κατόπιν τα φώτα άστραψαν, κι εκείνος άρχισε να τραγουδάει το καλύτερο σινγκλ του συγκροτήματος, το «Days from Here», προσθέτοντάς του μια κάντρι χροιά και ξεσηκώνοντας το πλήθος. Επί 45 λεπτά, όσο διήρκεσε το σετ τραγουδιών τους, ξέχασα τη φαντασίωση, σταμάτησα να ψάχνω τον άντρα με τον οποίο θα έσμιγα σύντομα και απλώς θαύμαζα το ταλέντο του Μαρκ, την ικανότητά του να ανασύρει συναισθήματα από το σώμα του και να τα εκφράζει στο κοινό. Αυτό καταφέρνει η καλύτερη ζωντανή μουσική: κάνει μια ολόκληρη αίθουσα από ανθρώπους να νιώθουν το ίδιο πράγμα. Ήμουν κι εγώ εκεί, μπροστά μπροστά, όρθια, χτυπώντας παλαμάκια και χαμογελώντας πλατιά μαζί με δύο άλλες γυναίκες από το S.E.C.R.E.T., και το κορμί μου γέμιζε με χαρά και ικανοποίηση. Όποιος κι αν ήταν ο άντρας της φαντασίωσής μου, απόψε θα έπαιρνε τον καλύτερό μου εαυτό. «Θα αλλάξουμε λιγάκι τη θερμοκρασία. Θα σας ζεστάνουμε...» είπε ο Μαρκ τραβώντας ένα σκαμπό και ακούμπησε την ακουστική κιθάρα του στο γόνατό του. «Το τελευταίο τραγούδι είναι για το κορίτσι μου. Κάθεται εδώ μπροστά» συμπλήρωσε κι έδειξε ένα τραπέζι κοντά στο δικό μας με ένα νεύμα. Τα βλέπεις; Φυσικά κι έχει «κορίτσι». Αντί να νιώσω πίκρα για το «κορίτσι» του, αισθάνθηκα ξαφνικά... μεγαλόψυχη, λες και υπήρχε αρκετή αγάπη, αρκετή στοργή, αρκετή χαρά για όλους. Ο Μαρκ σκίασε με το χέρι του τα μάτια του, ψάχνοντας στο σκοτεινό πλήθος πάνω από τον ώμο μου. Γύρισα για να δω κι εγώ την τυχερή. Δεν καταλάβαινα ποια εννοούσε, οπότε στράφηκα πάλι μπροστά. «Να την!» είπε κοιτάζοντας κατευθείαν το τραπέζι μας. «Αυτή η πανέμορφη κοκκινομάλλα εδώ μπροστά. Αυτό είναι το μωρό μου. Είσαι καλά;» Ο ζεστός λευκός προβολέας έπεσε πάνω μου και εστίασε στο τρομοκρατημένο πρόσωπό μου. Εγώ; Ένιωσα το σταθερό χέρι της Πολίν να με πιάνει από το μπράτσο, σαν να προσπαθούσε να με εμποδίσει να το βάλω στα πόδια ή να πετάξω στο ταβάνι. «Τη λένε Ντοφίν» ανακοίνωσε ο Μαρκ στο πλήθος. «Κι ελπίζω να με βοηθήσετε όλοι να την πείσω να κάνει κάτι για μένα...» πρόσθεσε χτυπώντας τις χορδές της κιθάρας του και


χαμογελώντας μου. «Ελπίζω ότι θα... αποδεχτεί το Βήμα». Ξεκίνησε να παίζει την εισαγωγή κάποιου τραγουδιού, κι εγώ άρχισα να βλέπω αστεράκια! Συμβαίνει στ’ αλήθεια; Σε μένα; Τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος έδειχναν κάπως σαστισμένα, αλλά μόλις αναγνώρισαν τη μελωδία, μπήκαν στο κομμάτι. «Ξέρω πως δε γνωρίζετε τι στον διάολο σημαίνει αυτό» είπε χαμογελώντας στο πλήθος, «μα εκείνη ξέρει... Έτσι δεν είναι, μωρό μου;» Εκείνο το χαμόγελο. Το πλήθος άρχισε να με παροτρύνει. Άκουγα: Αποδέξου το Βήμα. Αποδέξου το Βήμα! Ακόμα και η Κιτ και η Πολίν φώναζαν, γελώντας και χειροκροτώντας. «Λοιπόν, τι λες; Μετά απ’ αυτό το κομμάτι μπορούμε να πάμε κάπου μαζί...» συνέχισε, κι εγώ είχα βάλει τα γέλια, σκεπάζοντας με τα χέρια το στόμα μου. Ύστερα τράβηξα τα χέρια και φώναξα: «Ναι!». Κι όταν το έκανα, το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα, και ο Μαρκ έπιασε μια φλογερή διασκευή του «Reconsider Me» της Μάργκαρετ Λιούις. Τα επόμενα τρία λεπτά προσπαθούσα να ξαναβάλω την ψυχή μου, που είχε ανέβει στο στόμα μου, στη θέση της. Είχα αναψοκοκκινίσει και ήμουν κατενθουσιασμένη που είχε μοιραστεί τόσο θαρραλέα τη γνωριμία μας με τόσο κόσμο – κι όμως κανένας δεν ήξερε τίποτα για μας, εκτός από την Κιτ και την Πολίν. Μετά το τραγούδι, κι όσο ο κόσμος χειροκροτούσε όρθιος, ο Μαρκ άφησε την κιθάρα του στο σταντ της και ήρθε γραμμή προς εμένα· το πλήθος παραληρούσε έτσι όπως ο χρόνος σταματούσε και με τραβούσε όρθια σ’ ένα μεθυστικό φιλί. «Πάμε να την κάνουμε από δω...» ψιθύρισε στο αυτί μου. «Εντάξει...» ψέλλισα, χωρίς να είμαι βέβαιη ότι τα πόδια μου, που είχαν γίνει σαν ζελέ, θα με κρατούσαν όρθια. Χαιρέτησα από μακριά την Κιτ και την Πολίν καθώς ο Μαρκ με τραβούσε ανάμεσα από το πλήθος, που χειροκροτούσε ακόμα προς τα παρασκήνια, μέσα σ’ ένα πράσινο δωμάτιο γεμάτο κίνηση. Περάσαμε φουριόζοι δίπλα από τα ιδρωμένα φλύαρα μέλη του συγκροτήματός του· ο ένας άλλαζε πουκάμισο, ο άλλος καθόταν με τη γυναίκα ή τη φιλενάδα του, ένας τρίτος στεκόταν λίγο παραπέρα, φυσώντας τον καπνό του από την πίσω πόρτα. Διασχίσαμε το δωμάτιο κάνοντας ζικ ζακ σαν μπαλάκια σε φλιπεράκι και βγήκαμε σ’ έναν στενό σκοτεινό διάδρομο, όπου στρίψαμε πρώτα δεξιά και ύστερα αριστερά, ώσπου φτάσαμε σ’ ένα γραφειάκι με ένα μεταλλικό τραπέζι κι έναν άχαρο γυμνό γλόμπο που κρεμόταν από το ταβάνι. «Ουάου, στα καλύτερα με φέρνεις!» είπα, κάπως ζαλισμένη από την προσοχή και το κρασί. Έκλεισε την πόρτα πίσω μας, ρίχνοντας ένα κιτρινισμένο ημερολόγιο στο πάτωμα. Και μετά ο Μαρκ Ντρούρυ ήρθε καταπάνω μου αργά, πεινασμένα... Οπισθοχώρησα ώσπου ένιωσα τον τσιμεντένιο τοίχο πίσω μου. Μόλις έφτασε κοντά μου, ακούμπησε τα χέρια του, το ένα μετά το άλλο, δεξιά και αριστερά μου. «Ώστε είσαι όντως εσύ...» είπε, κοιτάζοντας εξεταστικά το πρόσωπό μου. «Τι εννοείς;» «Μου έδωσαν ένα όνομα και μια φωτογραφία... Νόμισα ότι σε αναγνώρισα. Αλλά δεν το πίστεψα μέχρι που κοίταξα στο πλήθος και σε είδα. Σ’ έχω δει στις συναυλίες μου...» απάντησε, με τα τέλεια χείλη του λίγα εκατοστά από τα δικά μου.


«Αλήθεια;» «Ναι. Πάντα έρχομαι να σε βρω μετά και πάντα έχεις φύγει. Σε είδα στο μαγειρείο του Ιγνάτιου πριν από μερικούς μήνες, αλλά ύστερα έπιασα κουβέντα με κάποια άλλη». «Την Κέισσι εννοείς;» είπα. «Είναι... Είναι φίλη μου». «Και δική μου» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν είναι παράξενη η ζωή έτσι όπως τα φέρνει ώρες ώρες;» Είχε δίκιο. Είχε απόλυτο δίκιο. Κι έγνεψα καταφατικά. Ακούσαμε την επόμενη μπάντα που πήρε θέση από την άλλη πλευρά του τοίχου, με τις πρώτες νότες να δονούν το σώμα μου και τα χέρια του. «Υποτίθεται ότι πρέπει να σε πάω στο Μέγαρο...» πρόσθεσε τρίβοντας τη μύτη του στο αυτί μου, μυρίζοντας τα μαλλιά μου. Αχ, Θεέ μου. «Μας περιμένει αυτοκίνητο πίσω. Αλλά σε ήθελα όλο το βράδυ. Ήξερα πως ήσουν στο πλήθος... Ήξερα πως ήσουν εσύ. Δε νομίζω ότι μπορώ να περιμένω...» Μύριζε πολύ ωραία, μια υποψία μήλου. Η ανάσα του ήταν ζεστή, είχε μια μυρωδιά μέντας. «Μου επιτρέπεις;» Έσπρωξε αργά το μπουφάν μου από τους ώμους μου. «Κι αυτή;» Έγνεψα καταφατικά ενώ μου ξεκούμπωνε την μπλούζα. Μόλις έμεινα με τη βιολετί καμιζόλα, έσυρε την παλάμη του στην κλείδα μου και κάτω από το στήθος μου, ξυπνώντας με τον αντίχειρά του τη θηλή μου μέσα από το μετάξι. Σήκωσε γλυκά την καμιζόλα πάνω από το κεφάλι μου και ύστερα ελευθέρωσε το στήθος μου από το σουτιέν. «Και γαμώ...» ψιθύρισε πιάνοντας και τα δυο μου στήθη, φιλώντας τα, αφήνοντας ένα υγρό μονοπάτι από τη μια ερεθισμένη θηλή έως την άλλη. Τρύπωσε το χέρι του μέσα στο δερμάτινο παντελόνι μου κι έδειξε να εκπλήσσεται από το πόσο υγρή ήμουν. Χριστούλη μου! Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο παρά να σκεπάσω το στόμα του με ένα δυνατό φιλί, που γρήγορα έγινε μανιασμένο. Έλιωσα επάνω του καθώς με κολλούσε με ολόκληρο το κορμί του στον τοίχο. «Θα σε κάνω να ουρλιάξεις...» πρόσθεσε καθώς αναστέναζα νιώθοντας το στόμα του, που κατηφόριζε στο μπροστινό μέρος του κορμιού μου. Γονάτισε μπροστά μου, μου έβγαλε το παντελόνι και ξεκίνησε να γλείφει τρυφερά, διστακτικά τα κόκαλα των γοφών μου και τον αφαλό μου, πείθοντας τα πόδια μου να ανοίξουν με το όμορφο πρόσωπό του και την ταλαντούχα γλώσσα του. Σηκώνοντας τον έναν μηρό μου, έχωσε το πρόσωπό του στη σχισμή μου, και λίγο ακόμα και θα έχανα την ισορροπία μου αν δεν έβρισκα πάτημα σε μια καρέκλα εκεί δίπλα. Με είχε κολλήσει στον κρύο τσιμεντένιο τοίχο του Tipitina’s ο Μαρκ Ντρούρυ! Τον κοίταξα από ψηλά τη στιγμή που τα ακούραστα χάδια του βρήκαν την κλειτορίδα μου και τη στριφογύρισε μέσα στο ζεστό του στόμα σαν θησαυρό. Οι γοφοί μου πετάχτηκαν μπροστά καθώς η γλώσσα του διέγραφε κύκλους και τιναζόταν και τα δάχτυλά του μπαινόβγαιναν γρήγορα σαν βέλη, φέρνοντάς με στο χείλος των αισθήσεών μου, ανοίγοντάς με ολοένα και περισσότερο, ώσπου ολόκληρο το στόμα του έκανε το κέντρο μου δικό του. Μετά αισθάνθηκα εκείνο τον καυτό πυρετό, που με τράβηξε στα βάθη έτσι όπως τέλειωνα – γρήγορα, δυνατά, απόλυτα– σαν βαριά κύματα που έσκαζαν επάνω μου, ενώ τα δάχτυλά μου


περνούσαν μέσα από τα μαλλιά του. «Αχ, Θεέ μου, αχ, Θεέ μου, αχ, Θεέ μου, Μαρκ...» Μόνο αυτό μπορούσα να ψελλίσω, ώσπου τελικά κατέρρευσα εντελώς επάνω στο σώμα του. Εκείνος σηκώθηκε αργά αργά και ανέβηκε με φιλιά έως το πρόσωπό μου, πιάνοντάς το και με τα δυο του χέρια. Αλλά μου είχαν κοπεί τα πόδια και σωριάστηκα στη χαλασμένη καρέκλα παραδίπλα, με τα γόνατα ανοιχτά και το παντελόνι να κρέμεται από τον έναν αστράγαλο σαν μαύρη δερμάτινη χειροπέδα. «Ρε, τι πάθαμε...» είπα βαριανασαίνοντας. «Όλη μέρα φαντασιωνόμουν να το κάνω αυτό...» αποκρίθηκε, σκουπίζοντας θριαμβευτικά το σέξι στόμα του. «Τι άλλο φαντασιώνεσαι;» ρώτησα, λαχταρώντας ήδη περισσότερα. «Αυτή είναι η δική σου φαντασίωση, Ντοφίν... Για σένα γίνονται όλα, υποτίθεται. Αλλά μην παρεξηγηθώ. Ούτε εμένα με χαλάει...» Έγειρα μπροστά και τον τράβηξα από ένα θηλάκι του παντελονιού του απέναντι από το πρόσωπό μου. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα με χαλαρό στόμα, ζητώντας του σιωπηλά την άδεια. «Ούτε αυτό με χαλάει...» συμπλήρωσε την ώρα που χαϊδευόταν πάνω από το τζιν. Τα χέρια μου, που έτρεμαν ελαφρά, τον ξεκούμπωσαν και ελευθέρωσαν το τέλειο όργανό του, Θεέ μου, και πήρα τη λεία άκρη του στο στόμα μου, πιο πεινασμένη από ποτέ. Σήκωσα ξανά το βλέμμα και τον κοίταξα μόλις η γλώσσα μου άρχισε να ζωγραφίζει κύκλους γύρω από την κορυφή του και τον πέθανα λιγάκι, με το πρόσωπό του να κρεμάει βλέποντας τον ενθουσιασμό μου, που μεγάλωνε. Κατόπιν τον πήρα εντελώς μέσα στο υγρό μου στόμα, βογκώντας παράλληλα, με το σφιχτό χέρι μου να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά επάνω στο καυλί του και το άλλο από κάτω του, κρατώντας τον στη χούφτα μου, όπου τον ένιωθα να ορθώνεται μαζί με τον βασανιστικό ερεθισμό του. Έκλεισε τα μάτια του καθώς τον έπαιρνα βαθιά στο στόμα μου. Ρούφηξα τα μάγουλά μου, με τα χείλη σαν σφιχτό δακτύλιο, το λαρύγγι χαλαρό, το βαθύ βογκητό μου να διαπερνάει τους βουβώνες του. Κλαψούρισε. Ήμουν καλή σ’ αυτό, ανέκαθεν ήμουν, αλλά ποτέ στο παρελθόν δεν είχα θελήσει να είμαι η καλύτερη, όπως το ήθελα τώρα. Το στόμα και τα χέρια μου έκαναν τα μαγικά τους, αλλά αυτό που τον αποτέλειωσε ήταν η οπτική επαφή αμέσως μόλις γλίστρησα το υγρό μου δάχτυλο από πίσω του, πιέζοντάς το επάνω του ακριβώς τη στιγμή που έχυνε, έντονα και μεγαλόφωνα, βαθιά στο πίσω μέρος του λαιμού μου, χαϊδεύοντάς μου με το ένα χέρι τα μαλλιά και με το άλλο στηριγμένο στον τοίχο, ενώ έλεγε Θεέ μου και το όνομά μου ξανά και ξανά ώσπου εξαντλήθηκε. Έπειτα από μερικά τρυφερά χάδια τον άφησα και βούλιαξα πίσω στην καρέκλα απόλυτα ικανοποιημένη. Το μάτι μου έπεσε στο ημερολόγιο που ήταν στο πάτωμα· πέντε χρόνια παλιό. Ποια ήμουν τότε; «Ω, γαμώτο μου... Αυτό ήταν υπεργαμάτο, Ντοφίν!» Τα χέρια του ήταν στηριγμένα στα γόνατά του, το τζιν του ήταν κουβαριασμένο στους αστράγαλούς του. «Δεν έχω ποτέ... Ήταν πολύ... Τι σκατά...;» «Το καλύτερο;» «Εεε... Ναι!»


«Λοιπόν, αυτή ήταν η φαντασίωσή μου...» ψιθύρισα. «Εξετελέσθη». «Α, δεν έχει τελειώσει ακόμα... Πάμε να φύγουμε από δω. Η σουίτα “Ντόμινο” μας περιμένει!» «Τι είναι αυτό;» ρώτησα πιάνοντας το σουτιέν μου από το πάτωμα. «Δεν έχω ιδέα, αλλά θα το μάθουμε». «Δηλαδή έχει κι άλλα;» «Πολλά...» είπε μαζεύοντας τα ρούχα μας και σηκώνοντάς με όρθια. «Περισσότερα απ’ όσα ξέρεις». Ντυθήκαμε ρίχνοντας τρυφερές κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλο. Και μετά ξεγλιστρήσαμε από την πίσω πόρτα του κλαμπ, όπου το ίδιο μακρύ μαύρο αυτοκίνητο που με έφερε τώρα πήρε έναν επιβάτη ακόμα. Μου κρατούσε το χέρι στο πίσω κάθισμα, και με κάποιον τρόπο η χειρονομία αυτή ήταν πιο προσωπική απ’ όσα είχαμε κάνει με τα στόματά μας στο Tipitina’s. «Εκείνο το τραγούδι της Μάργκαρετ Λιούις... Τι ωραίο!» είπα. «Την ξέρεις;» «Αν την ξέρω λέει! Έχω όλους τους δίσκους της. Σε βινύλιο». «Ποιος να μου το ’λεγε πως έτσι θα γνώριζα το κορίτσι των ονείρων μου...» αποκρίθηκε σηκώνοντας το χέρι μου για να φιλήσει την ανάστροφη της παλάμης μου. Το κορίτσι των ονείρων του; Πρόσεξε το βραχιόλι μου για πρώτη φορά. «Τα έχεις πάρει όλα, ε;» Έγνεψα καταφατικά. «Νομίζω πως σήμερα θα κάνεις κάποια πράγματα απ’ την αρχή» είπε φιλώντας μου τα δάχτυλα. Η Ματίλντα είχε δίκιο: αυτή η φαντασίωση εκτυλισσόταν με τρόπο που ούτε εγώ δε θα μπορούσα να φανταστώ. Φιλιόμασταν σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή και σταματήσαμε για να πάρουμε ανάσα μόνο όταν η λιμουζίνα γλίστρησε μέσα στις σκεπασμένες με κισσό πύλες. Το Μέγαρο ήταν σκοτεινό· μόνο ένα παράθυρο ήταν φωτισμένο στον πρώτο όροφο. «Αυτό το μέρος είναι πολύ ανατριχιαστικό... Δε νομίζεις;» μουρμούρισε βγαίνοντας από τη λιμουζίνα μπροστά από ένα μικρό σιντριβάνι με αγγελάκια. «Έχεις έρθει ξανά;» Ο Μαρκ με κοίταξε. «Σωστά...» συνέχισα. «Θα υποθέσω ότι κι εσύ έχεις έρθει ξανά». «Μία φορά, μόνο εκεί πίσω» αποκρίθηκα δείχνοντας πίσω από έναν λόφο, στο γκαράζ στο τέρμα του δρόμου. «Τι έκανες εκεί πίσω;» Το ύφος μου του έδειξε πως ήταν καλύτερα να μη ρωτάει. «Μάλιστα. Είναι τελείως κουλό!» είπε χαμογελώντας πλατιά. «Γουστάρω τρελά!» Η πλαϊνή πόρτα ήταν ανοιχτή, αλλά αντί να με πάει προς τα δεξιά, όπου υπέθετα πως ο μπροστινός προθάλαμος θα μας οδηγούσε στον επάνω όροφο, με τράβηξε στα αριστερά, προς έναν μακρύ διάδρομο με ασπρόμαυρα πλακάκια και μια δρύινη αλέ ρετούρ πόρτα στο τέρμα. Προχωρήσαμε σαν γάτες και τρυπώσαμε χέρι χέρι στην τεράστια κουζίνα. Ένα φως


πάνω από μια στόβα έριχνε σκιές σε συσκευές που είχαν μέγεθος βούβαλου. Τα κατσαρολικά που κρέμονταν από το ταβάνι μπορούσαν να μαγειρέψουν για Βίκινγκ. Ο Μαρκ άνοιξε ένα ψυγείο επαγγελματικού μεγέθους, που περιείχε αρκετό φαγητό για να ταΐσει ολόκληρο λόχο. Αφού έβγαλε έναν μεγάλο δίσκο από ένα ντουλάπι κι ένα κουτί κράκερ, έσκυψε μέσα στο ψυγείο κι έβγαλε χουφτιές σοκολατένιες τρούφες, σταφύλια και τυριά. «Έχουν μόνο ρομαντικά φαγητά» μου είπε δίνοντάς μου τον δίσκο ώστε να συνεχίσει να τον γεμίζει. «Θα πρέπει ν’ αρχίσουν να αγοράζουν αλλαντικά και ψωμί». «Γκούχου γκούχου... Γεια σας». Η φωνή ακούστηκε από την πόρτα της κουζίνας. Από την τρομάρα μου ούρλιαξα μάλλον δυνατά, και ο Μαρκ πέταξε το κουτί με τα κράκερ στον αέρα καθώς μια μικροκαμωμένη γυναίκα με κολλαριστή στολή καμαριέρας άναβε τα φώτα. «Συγγνώμη που σας τρόμαξα... Με λένε Κλοντέτ. Σας περιμέναμε νωρίτερα, αλλά ο σοφέρ μάς είπε ότι καθυστερήσατε. Βρήκατε όσα χρειάζεστε;» «Ναι. Ευχαριστούμε...» απάντησα, προσπαθώντας να ηρεμήσω την καρδιά μου. «Θα σας συνοδέψω στη σουίτα σας...» μας είπε παίρνοντας τον δίσκο από τα χέρια μου. «Θα το πάρω εγώ αυτό, αγαπητή μου... Θα στείλουμε πάνω και μερικά ποτά». Ήμαστε σαν σχολειαρόπαιδα που μας έπιασαν στα πράσα να κάνουμε διάρρηξη στο κυλικείο, αλλά αντί να μας τιμωρήσουν, μας έδιναν τα κλειδιά όλου του σχολείου. Η σουίτα «Ντόμινο» βρισκόταν στη δυτική πτέρυγα, στον πλατύ διάδρομο που συναντούσες μόλις ανέβαινες την πλαϊνή σκάλα. Ήταν, όπως υπαινισσόταν το όνομά της, διακοσμημένη αποκλειστικά σε μαύρο και άσπρο, με κεντρικό στοιχείο μια μαρμάρινη μπανιέρα με λιονταρίσια πόδια στην άκρη ενός ολόλευκου κρεβατιού-πλατφόρμα, στολισμένου με στρογγυλά μαύρα μαξιλάρια. Η Κλοντέτ τοποθέτησε τον δίσκο σ’ ένα γυάλινο τραπέζι μπροστά από ένα ψηλό παράθυρο, που έφτανε ως το ταβάνι, πλαισιωμένο από μαύρες βελούδινες κουρτίνες. Έπειτα από λίγο μια άλλη γυναίκα, επίσης ντυμένη με στολή, άφησε μια σαμπανιέρα με παγωμένη σαμπάνια και μερικά μπουκάλια μεταλλικό νερό. «Καλέστε κάτω αν χρειαστείτε κάτι» είπε η Κλοντέτ καθώς έφευγαν, κλείνοντας πίσω τους τη δίφυλλη πόρτα. Περιμέναμε μια στιγμή, για να βεβαιωθούμε πως ήμαστε πραγματικά μόνοι μας. Ύστερα, με πλατιά χαμόγελα στο πρόσωπο, πηδήσαμε στο κρεβάτι και προσγειωθήκαμε ο ένας επάνω στον άλλο. Είχα να νιώσω τόσο ευτυχισμένη εδώ και πάρα πολύ καιρό. «Τι ωραία που είναι...» μουρμούρισε. «Τι ωραία που είσαι». Παρατήρησα το iPod και το ηχείο στην κορνίζα του τζακιού. «Παραγγελιές;» ρώτησα καθώς σηκωνόμουν και διέσχιζα τρέχοντας το δωμάτιο. «Κάνε μου έκπληξη!» μου απάντησε ο Μαρκ, σαν να επαναλάμβανε την οδηγία που είχα δώσει στο S.E.C.R.E.T. Τότε σκέφτηκα πόσο καλά το είχε καταφέρει αυτό η ομάδα. Με είχαν εκπλήξει ξανά και ξανά. Αυτή όμως ήταν μακράν η μεγαλύτερη έκπληξη – ο αγαπημένος μου μουσικός με ξεχώρισε σε μια κατάμεστη αίθουσα, μου χάρισε ηδονή στο πίσω δωμάτιο ενός κλαμπ και μετά με έφερε σ’


αυτό το πανέμορφο μέρος, κάνοντάς με να αισθανθώ ποθητή, ξεχωριστή, πολύτιμη, έστω για μία νύχτα. Έψαξα στο μενού του iPod, που περιείχε μερικά από τα καλύτερα μπλουζ και τζαζ κομμάτια της Λουιζιάνας, και επέλεξα Προφέσορ Λόνγκχεαρ, πράγμα που έκανε τον Μαρκ να χοροπηδήσει από τη χαρά του στο κρεβάτι. «Ναι, είναι ο βασιλιάς!» «Το αγαπημένο μου είναι το “Willie Mae”» είπα πηγαίνοντας κοντά του κι έβαλα το χέρι μου κάτω από την μπλούζα του. «Δεν εύχεσαι να τον είχες δει να παίζει στο Tipitina’s;» «Στο Tipitina’s. Ναι. Από δω και πέρα θα μπορώ να το σκέφτομαι μόνο ως το μέρος όπου γνωριστήκαμε...» απάντησε τραβώντας με πάνω του. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε και να χαϊδευόμαστε αισθησιακά, έτσι όπως είχα να φιληθώ από το λύκειο. Στη συνέχεια με γύρισε ανάσκελα, με φιλιά πλούσια και βαθιά, με το χέρι του περασμένο από κάτω μου, ενώ εγώ αψιδωνόμουν στο σφιχτό κορμί του. «Δεν έχω ξανασυναντήσει άλλη σαν εσένα...» ψιθύρισε. «Θα μπορούσα να σου μιλάω όλη νύχτα». «Κι εγώ το ίδιο...» αποκρίθηκα και το εννοούσα. «Μα υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που θα μπορούσα να σου κάνω όλη νύχτα...» Τα δάχτυλά μου έστριβαν άσκοπα μια τούφα από τα μαλλιά του όσο μέναμε έτσι ξαπλωμένοι για μερικά τραγούδια, τρώγοντας σιωπηλοί σταφύλια, σοκολάτα και τυρί, κουνώντας το κεφάλι στον ρυθμό των τραγουδιών που έβαζε εκείνος για μένα κι εγώ για κείνον. Εκστασιασμένοι από τη μουσική και ο ένας από τον άλλο.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΦΤΑ] ΚΕΪΣΣΙ

ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΑΡΑΔΕΧΤΩ

ότι μου φαινόταν κάπως παράξενο να βλέπω την Άντζελα Ρεζάν να γλασάρει μια τούρτα στην κουζίνα της, με τα ισιωμένα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά χαμηλά στη βάση του αυχένα της. Την τελευταία φορά που την είχα δει, βρισκόταν πίσω από ένα τζάμι-καθρέφτη και κατασπάραζε τον Μαρκ Ντρούρυ. Η Ντοφίν θα είχε πραγματοποιήσει τη φαντασίωσή της μαζί του χτες βράδυ, και αφού δε με είχε πάρει τηλέφωνο, υπέθετα πως είχε πάει καλά. Τουλάχιστον αυτό ήλπιζα. Με στενοχωρούσε πολύ η ιδέα να φύγει από το S.E.C.R.E.T. θυμωμένη και πικραμένη. Και ήθελα να πιστεύω πως είχα κάνει το σωστό διαλέγοντας τον Μαρκ. Η Άντζελα μου πρότεινε να κάνω μια βόλτα στο σπίτι όσο εκείνη έβαζε τις τελευταίες πινελιές στη φανταχτερή τούρτα και η Κιτ έδενε τα φιογκάκια στις σακουλίτσες με τα δωράκια για τις καλεσμένες στο πάρτι που διοργανώναμε για να ευχηθούμε καλή λευτεριά στην Τρεϊσίνα. Το στενό καθιστικό της πρασινωπής κρεολέζικης μονοκατοικίας στην οδό Νορθ Ρόμαν ήταν διακοσμημένο με ροζ και γαλάζια χάρτινα λουλούδια γύρω από τα παράθυρα, επειδή το φύλο του παιδιού ήταν άγνωστο. Αλλά τα χαζά στολίδια δεν αφαιρούσαν τίποτα από το ώριμο στιλ του σπιτιού της. Κόκκινα ανατολίτικα χαλιά ήταν απλωμένα στα αυθεντικά πατώματα από πεύκο, όπου ήταν τοποθετημένοι αντικριστά δύο αναπάντεχα αναπαυτικοί διθέσιοι καναπέδεςαντίκες, ντυμένοι με καινούριο ύφασμα που είχε πάνω του έντονα πορφυρά λαχούρια. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε σκούρο κοραλλί, όχι ροζ, πιο κοντά στο χρώμα του κραγιόν που φορούσε συνέχεια η Τρεϊσίνα. Κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που απεικόνιζαν τη Νίνα Σιμόν και την Μπίλι Χολιντέι γέμιζαν τον διάδρομο έως την κρεβατοκάμαρα, όπου βρισκόταν ένα επιβλητικό κρεβάτι με ουρανό από αέρινο λευκό τούλι, επάνω στο οποίο καθόταν ο ακόμα πιο επιβλητικός μαυρόασπρος γάτος της, ο Μπουτς, αγκυροβολημένος στο κέντρο σαν παχύ καράβι. Επάνω στο κομό-αντίκα υπήρχε μια συλλογή από κούκλες της Αϊτής και από πάνω κρεμόταν μια κορνιζαρισμένη ασπρόμαυρη αεροφωτογραφία του Πορτ-ο-Πρενς από τη δεκαετία του ’60 και μια επίπεδη τηλεόραση. Το δωμάτιο ήταν θηλυκό, όχι κοριτσίστικο, και ζεστό χωρίς να είναι παραγεμισμένο. «Δώσ’ μου εκείνη την πετσέτα, Κέισσι» μου είπε η Άντζελα μόλις επέστρεψα. Μάζευε το επιπλέον γλάσο από την πιατέλα με το δάχτυλό της. «Μήπως μπορείς να βγάλεις τα πιατάκια; Μόνο γαλάζια είχαν, μα αυτό δε σημαίνει ότι θα κάνει αγόρι. Ελπίζω να μη νομίσουν οι καλεσμένες ότι θα κάνει αγόρι. Δηλαδή δεν ξέρουμε τι είναι... Ίσως πρέπει να πω κάτι. Εσύ τι λες; Ή μάλλον άσ’ το. Θα το αφήσω». Ήταν γλυκιά η σαστιμάρα της. Συνήθως είχε τον απόλυτο έλεγχο. Ήταν πολύ καλή φίλη της Τρεϊσίνα και ήταν προφανές ότι ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πολύ χαρούμενη που η Τρεϊσίνα είχε μια τέτοια φίλη, αφού εγώ σίγουρα μόνο φίλη της δεν ήμουν.


Κάτι η απροθυμία μου να καλύψω τις απουσίες της, κάτι οι ηλίθιες ερωτοτροπίες μου με τον Γουίλ, που ευτυχώς παρέμεναν ακόμα μυστικές, η παρουσία μου στη ζωή της απλώς πρόσθετε προβλήματα. Την ώρα που έβαζα έναν μεγάλο κίτρινο φιόγκο σε μια κούτα πάνες για νεογέννητα, ορκίστηκα να γίνω καλύτερη φίλη για κείνη και το μωρό, άσχετα από τα συναισθήματά μου για τον Γουίλ – ένας όρκος που διευκολυνόταν από την παρουσία του Τζέσσι Τέρνμπουλ στη ζωή μου. Αυτό ήταν το επώνυμό του, όπως είχα μάθει –Τέρνμπουλ– μια μικρή πληροφορία που τον έκανε να φαίνεται πιο πραγματικός στα μάτια μου. Μετά το πρώτο ραντεβού μας, που είχε τελειώσει στην κρεβατοκάμαρά μου, είχαμε ιδωθεί άλλες δύο φορές – τη μια σε μια απογευματινή συναυλία, όπου με είχε αιφνιδιάσει στη γαλαρία βάζοντας τη γλώσσα του στο αυτί μου και το χέρι του μέσα στο τζιν μου, κάνοντάς με αθόρυβα, αχ πόσο αθόρυβα, να τελειώσω. Ύστερα με φίλησε στο μέτωπο έξω στο πεζοδρόμιο κι έφυγε για να πάει να πάρει τον γιο του. Τη δεύτερη φορά πήγαμε ως το Μέταιρι για να δει μια μοτοσικλέτα που σκεφτόταν να αγοράσει. Με τράβηξε σ’ ένα παραδιπλανό σοκάκι και με πήρε πάνω στον τσιμεντένιο τοίχο ενός συνεργείου. Όλες οι συναντήσεις μας ήταν καυτές, σύντομες και γλυκές, και κάθε φορά είχα την αίσθηση πως, αν δεν τον έβλεπα ποτέ ξανά, δε θα με ξάφνιαζε. Θύμιζε φιλικό αλητόγατο που χαίρεται πραγματικά όταν σε βλέπει, τον ταΐζεις και τον χαϊδεύεις, αλλά μπορεί πανεύκολα να επιβιώσει και μόνος του. Την ώρα που ανακάτευα μια σαλάτα, η Κιτ τσούλησε κάμποσα τραπεζάκια μέσα στο καθιστικό, στήνοντάς τα στις γωνίες για τα καναπεδάκια και τα γλυκά. Για λίγο ήμαστε μόνο οι τρεις μας, κι όπως ήταν φυσικό, πιάσαμε κουβέντα για το S.E.C.R.E.T. «Είναι πολλά λεφτά για να τα χαρίσουμε έτσι» μου είπε η Κιτ. «Αλλά η Επιτροπή ψήφισε σήμερα το πρωί. Η απόφαση ήταν ομόφωνη». «Δεκαπέντε εκατομμύρια στον βρόντο...» είπε η Άντζελα σφυρίζοντας. Η Κιτ τη χτύπησε χαϊδευτικά στο χέρι. «Ψήφισες ναι...» «Πώς μπορούσα να κάνω αλλιώς μετά τη συγκλονιστική αγόρευση της Ματίλντας εναντίον του “να δεχτούμε χρήματα από έναν αμετανόητο μισογύνη”;» «Δεν ξέρω» απάντησα. «Ίσως ήρθε η ώρα να κάνουμε κι άλλα για τις γυναίκες εκτός απ’ το να βελτιώνουμε την ερωτική τους ζωή...» «Έχεις παράπονο;» ρώτησε η Άντζελα κρατώντας το καρότο που ξεφλούδιζε μπροστά στο πρόσωπό μου. Το δάγκωσα και χαμογέλασα. «Όχι...» «Μιας και το αναφέραμε» μουρμούρισε η Κιτ, «η Ματίλντα είπε ότι μπορώ να καλέσω όποια θέλω στο τρίο του Ντόμινικ...» Θα ήταν μια από τις εκπαιδεύτριες του ποδοσφαιριστή. «Τι λες, Κέισσι; Ψήνεσαι;» Ήξερε την απάντηση προτού ανοίξω το στόμα μου. «Πλάκα κάνω... Παρεμπιπτόντως, τι κάνει ο Τζέσσι; Είναι έρωτας;» Το ήξερα πως ήξεραν ότι είχα βγάλει τον Τζέσσι από το S.E.C.R.E.T. Αλλά δεν το είχαμε συζητήσει ακόμα. «Βολιδοσκοπούμε την κατάσταση» απάντησα ανασηκώνοντας τους ώμους, σαν να μην ήταν σημαντικό. «Δεν έχω προσδοκίες».


Η Κιτ και η Άντζελα αντάλλαξαν μερικές ματιές σαν να έλεγαν: Ναι, καλά. «Θα μείνεις στο S.E.C.R.E.T. όσο καιρό θα βολιδοσκοπείτε την εν λόγω κατάσταση;» ρώτησε η Κιτ. «Δεν έχουμε φτάσει εκεί ακόμα...» τραύλισα. «Εξακολουθώ να μετανιώνω που δεν έκανα εκείνη την “οδηγική φαντασίωση” με τον Τζέσσι τότε που τον στρατολογήσαμε...» είπε η Άντζελα βάζοντας το δάχτυλό της, που ήταν γεμάτο γλάσο, στο στόμα της. «Είναι εθισμένος στην ταχύτητα, ξέρεις. Δεν είχαμε κανονίσει να πάει την Ντοφίν με ένα κάμπριο μια εκδρομή μέσα στην έρημο; Στη Σεντόνα; Για Σαββατοκύριακο; Τα πήγε τόσο καλά με τον πιλότο, που σκεφτήκαμε ότι θα ήταν ωραίο, αλλά δυστυχώς... η Κέισσι τον θέλει όλο δικό της». «Ποια τον εκπαίδευσε;» ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα. «Η Πολίν φρέσκαρε τις στοματικές του ικανότητες... Το θυμάμαι επειδή είχα την ευκαιρία να τους παρακολουθήσω. Ήταν πολύ ερεθιστικό...» απάντησε η Άντζελα κουνώντας το χέρι της σαν να είχε τσουρουφλιστεί. «Και μετά νομίζω... Η Ματίλντα δεν ήταν που του έκανε εκπαίδευση στα δεσίματα;» Ένα καυτό κύμα πέρασε από μέσα μου. Άουτς. Τι ήταν; Ζήλια; Όχι. Κάτι άλλο ήταν, πιο βαθύ. Ό,τι κι αν ήταν, με έτσουξε κι έκρυψα γρήγορα τη επίδραση που είχε η είδηση επάνω μου. «Ο Τζέσσι ήταν ο αγαπημένος της. Μάλιστα έψαχνε να βρει τρόπο ν’ αλλάξει τους κανόνες για να τον κρατήσει παραπάνω από τρεις γύρους. Μέχρι που τον πήρες εσύ. Αχ...» Η Ματίλντα και ο Τζέσσι. Γιατί δε μου το ανάφερε ποτέ; Ίσως γι’ αυτό δίσταζε πάντα να συζητήσουμε το ενδεχόμενο να βγάλουμε τον Τζέσσι από το S.E.C.R.E.T., ακόμα και πιο παλιά, τότε που συμμετείχε στη φαντασίωση του Τρίτου Βήματός μου κι εγώ σκεφτόμουν να σταματήσω και να εγκαταλείψω την κούρσα. Με έπεισε να μην το κάνω. Με έπεισε να μείνω. Όσο για τα δεσίματα, γιατί ένιωσα τόση έκπληξη; Ήταν φυσικό να εκπαιδεύει τους νεοσύλλεκτους. Και γιατί να μην το κάνει; Τι την εμπόδιζε; Είναι ακόμα πανέμορφη, ακόμα σέξι. Θεέ μου, πότε θα αποκτούσα κι εγώ αυτήν τη μεγαλοθυμία, αυτή την αυτοπεποίθηση που είχαν η Άντζελα και η Κιτ; Αισθανόμουν σαν κοριτσάκι που είχε τόσο πολλά να μάθει ακόμα. «Η Ματίλντα τώρα σχεδιάζει να εκπαιδεύσει τον Ντόμινικ. Απ’ ό,τι φαίνεται, του αρέσει η ορειβασία. Του αρέσει πολύ να κρεμιέται από σκοινιά». «Α, αυτό ωραίο ακούγεται!» είπε όλο ενθουσιασμό η Άντζελα. «Η Μπερνίς προσφέρθηκε να τον εκπαιδεύσει» συνέχισε η Κιτ. «Μάλιστα του αρέσουν οι μαύρες με καμπύλες». «Αυτό δεν είναι δίκαιο... Κι εγώ είμαι μαύρη!» «Δεν έχεις καμπύλες». «Μα δε μου το πρότειναν...» «Γεια σας, κορίτσια!» Η Τρεϊσίνα μπήκε αθόρυβα από την πλαϊνή πόρτα, συνοδευόμενη από τον δεκαπεντάχρονο αδερφό της, τον Τρέυ. Ήταν καλό παιδί, αλλά εξαιτίας του αυτισμού του δυσκολευόταν αρκετά να κάνει παρέα με τους συνομήλικούς του. Παρ’ όλα αυτά, η Τρεϊσίνα είχε αρχίσει να κάνει


προσπάθειες να τον συμπεριλαμβάνει σε πιο ενήλικες δραστηριότητες, και μερικές φορές ο Γουίλ τον άφηνε να τον βοηθάει στον επάνω όροφο για να απασχολείται όταν δεν έκαναν πια δουλειά τα βιβλία για χρωμάτισμα. «Σε ποιον αρέσουν οι μαύρες με καμπύλες;» ρώτησε. «Γιατί μόνο αυτό είμαι: μια μεγάλη καμπύλη!» «Ο καινούριος μπάρμαν στο Maison, που τον έχω βάλει στο μάτι!» απάντησε η Άντζελα. «Με τα πόδια ήρθατε;» «Ναι. Ο Τρέυ με βοήθησε πολύ. Μωρό μου, άντε να παίξεις με τον Μπουτς... Θέλω να μιλήσω με τα κορίτσια». Η Άντζελα ψαχούλεψε στο επάνω μέρος του ψυγείου. «Να το τηλεχειριστήριο» είπε πετώντας το στον Τρέυ. «Θυμάσαι πώς δουλεύει... Σωστά;» Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και πήγε στην κρεβατοκάμαρα, και τότε η Άντζελα ανέλαβε τον ρόλο της μεγάλης αδερφής. «Θα κάνεις μωρό σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες και ήρθες μέχρι εδώ με τα πόδια; Ο Γουίλ θα φάει κλοτσιά κατευθείαν στον κοκαλιάρικο άσπρο κώλο του!» «Του είπα πως ήθελα να περπατήσω. Και ο Τρέυ έχει ανάγκη από γυμναστική. Ο Γουίλ θα έρθει μετά να μας πάρει – μαζί με όλα τα δώρα» είπε εκείνη, κουνώντας χαρούμενα τον πισινό της. Τις παρακολούθησα και τις τρεις, την Κιτ, την Άντζελα και την Τρεϊσίνα, προσπαθώντας να υπολογίσω πόση οικειότητα υπήρχε μεταξύ τους. Άραγε η Τρεϊσίνα ήξερε για το S.E.C.R.E.T. ή της το είχαν κρατήσει κρυφό; Ήταν αδύνατο να καταλάβω. Η Τρεϊσίνα μού πέταξε ένα άχρωμο «Γεια σου, Κέισσι» πάνω από τον ώμο της, συμπληρώνοντας: «Η ανιψιά του Γουίλ, η Κλαιρ, τα πάει καλά. Δε νομίζεις;» «Ναι. Ο Γουίλ έκανε την τύχη του» είπα τακτοποιώντας τα καροτάκια σ’ έναν δίσκο με λαχανικά. «Όχι. Εμείς κάναμε την τύχη μας... Εγώ κι εσύ» αντιγύρισε. «Εμένα θα μου κρατάει το μωρό, και σένα θα σου κάνει τις βραδινές βάρδιες. Η Ντελ θα έπρεπε να βάλει ένα σκαμπό στο ταμείο και να κάτσει να ξεκουραστεί επιτέλους. Κι εγώ δεν υπάρχει περίπτωση να σηκώσω ούτε το δαχτυλάκι μου στο καινούριο εστιατόριο. Δε θέλω να κάνω τη σερβιτόρα ποτέ ξανά! Το μόνο που θέλω να κάνω είναι να κανονίζω το πρόγραμμα και να δοκιμάζω το μενού και το κρασί». Της είχε πει ο Γουίλ ότι μου είχε προτείνει να αναλάβω εγώ το εστιατόριο; Είχε σημασία; Αργά ή γρήγορα θα το ανακάλυπτε, κι ας ελπίσουμε ότι θα έπλεε σε πελάγη ευτυχίας με το μωρό και δε θα την ένοιαζε. Άρχισαν να καταφτάνουν και οι υπόλοιπες καλεσμένες, ανάμεσά τους και η Ντελ, η οποία είχε βάλει το ανοιχτοκίτρινο καπέλο που φορούσε στην εκκλησία και ασορτί γάντια. Η Τρεϊσίνα κυκλοφορούσε προσεκτικά μέσα στο μικρό δωμάτιο σερβίροντας παντς και παραλίγο να αναποδογυρίσει πολλές φορές τα βάζα και τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες της Άντζελας με την κοιλιά της. Η Άντζελα συμμορφώθηκε με τη μόνη απαίτηση της Τρεϊσίνα –«Δε θέλω να παίξουμε χαζά παιχνίδια»– αλλά την ανάγκασε να φορέσει τους φιόγκους απ’ όλα τα δώρα


επάνω σ’ ένα καπέλο φτιαγμένο από ένα χάρτινο πιατάκι. Μάλλον επειδή όλο το δωμάτιο ξέσπασε σε γέλια εξαιτίας του τελευταίου δώρου –ένα σετ μπίλιες Luna για ασκήσεις Kegel από την Κιτ για «γυμναστική μετά την εγκυμοσύνη»– κανένας δεν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα. Ούτε κι εγώ, που καθόμουν ακριβώς δίπλα, το άκουσα, ώσπου το χτύπημα έγινε τόσο επίμονο, που εντέλει σηκώθηκα για να ανοίξω. Μπροστά μου στεκόταν ένας Γουίλ με παγερό ύφος· και δεν ήταν μόνος του. Δίπλα του ο Καρράδερς Τζόνστον αυτοπροσώπως, ο οποίος είχε μόλις εξασφαλίσει την επανεκλογή του ως εισαγγελέας της πόλης της Ορλεάνης. Κάτι μου έλεγε πως δεν είχε έρθει για να ευχαριστήσει τους ψηφοφόρους του. Πισωπάτησα, λες και η οργή που είχε κυριέψει τους δύο άντρες ήταν κολλητική. Το πρόσωπο της Τρεϊσίνα ήταν βλοσυρό – γκρίζο σχεδόν. Καθόταν σε μια σαχλή «τιμητική καρέκλα» φορώντας ένα πλέον τρομερά γελοίο καπέλο γεμάτο γιορτινούς φιόγκους, με ένα ζευγάρι μαύρες μπίλιες Luna στο χέρι. «Τρεϊσίνα, κορίτσια, συγγνώμη που σας διακόπτω με αυτό τον τρόπο...» είπε ο Καρράδερς, μιλώντας όχι ως πολιτικός, αλλά ως συντετριμμένος άνθρωπος. «Σε είδα να περπατάς στον δρόμο, κι εδώ και μισή ώρα κάνω κύκλους γύρω από το τετράγωνο...» «Ποιος είναι αυτός;» μουρμούρισε ο Γουίλ στην Τρεϊσίνα, μπαίνοντας εντελώς μέσα στο ζεστό, γεμάτο κόσμο δωμάτιο. Η Τρεϊσίνα κοιτούσε μια τον έναν και μια τον άλλο με το στόμα ανοιχτό. Πέρασε μια στιγμή προτού μιλήσει, κι όταν το έκανε, το συναισθηματικό κοντέρ της έπιασε αμέσως τα 100. «Γιατί ήρθες εδώ;» τσίριξε στον Καρράδερς προσπαθώντας να σηκωθεί χωρίς βοήθεια, και παραλίγο να φάει τα μούτρα της. «Σου είπα ότι δε χρειάζομαι τίποτε από σένα!» «Ήρθα επειδή σ’ αγαπάω, Τρεϊσίνα!» απάντησε με στεντόρεια φωνή ο Καρράδερς. «Σ’ το είχα πει ότι δε θα ήταν εύκολο να με ξεφορτωθείς. Κι αν το παιδί είναι δικό μου, θα είναι αδύνατο!» Όλες οι γυναίκες στο δωμάτιο πήραν ταυτόχρονα μια βαθιά ανάσα, ρουφώντας όλο το οξυγόνο. Ίσως γι’ αυτό ο Γουίλ έδειχνε σαν να ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει, αναζητώντας με το χέρι τον τοίχο πίσω του για να στηριχτεί. Ήθελα να τρέξω κοντά του, αλλά υπήρχαν πολλοί άνθρωποι ανάμεσά μας – αληθινά εμπόδια, όχι μόνο μεταφορικά. «Και τι θα γίνει με τη γυναίκα σου;» φώναξε η Τρεϊσίνα, ακόμα όρθια, με τις μικροσκοπικές γροθιές της στους γοφούς της. Ο Καρράδερς έσκυψε το κεφάλι του. «Της το είπα... Τελειώσαμε». Οι υπόλοιποι μέσα στο δωμάτιο το πήραν σαν σινιάλο να αρχίσουν να περιεργάζονται κι εκείνοι το πάτωμα. Όταν ξανασήκωσα το βλέμμα μου, τα μάτια της Τρεϊσίνα ήταν γεμάτα απορία. Και το πρόσωπο του Γουίλ είχε μια έκφραση καθαρού σοκ. Όλη αυτή την ώρα η Ντελ καθόταν εντελώς ακίνητη, με το πιρούνι να μετεωρίζεται στον αέρα σε ένδειξη θαυμασμού απέναντι σε μια πιρουνιά από την τούρτα, σαν να μην συνέβαινε τίποτε απ’ όλα αυτά τα τρομερά γύρω της. «Άλλο και τούτο πάλι...» μουρμούρισε η Τρεϊσίνα. «Μπορεί να μου εξηγήσει κάποιος τι στον διάολο συμβαίνει;» απαίτησε ο Γουίλ.


Ο Καρράδερς στράφηκε προς το μέρος του. «Ζητώ συγγνώμη για τον δημόσιο τρόπο με τον οποίο αποκαλύπτονται όλα αυτά. Πιστεύω όμως πως είμαι ο πατέρας του παιδιού» απάντησε. Ύστερα στράφηκε προς την Τρεϊσίνα και πρόσθεσε: «Και λυπάμαι που σου χάλασα το ωραίο πάρτι, αλλά δε δέχεσαι να με δεις και δε σηκώνεις το τηλέφωνο, οπότε δε μου άφησες άλλη επιλογή». «Αλήθεια λέει;» Από τη φωνή του Γουίλ είχε χαθεί κάθε συναίσθημα. Τα μάτια της Τρεϊσίνα μαλάκωσαν μόλις κοίταξε τον Γουίλ και η έκφρασή της τα είπε όλα, ακόμα κι αν τα λόγια της («Δεν ξέρω») δεν είπαν τίποτα. Θαρρείς για να δώσει έμφαση στο δράμα, ένα ξαφνικό ρυάκι νερού άρχισε να τρέχει στους μηρούς της και σχημάτισε μια λιμνούλα στο πάτωμα γύρω από τα πόδια της. Κοίταξε κάτω, προσπαθώντας να δει πάνω από την κοιλιά της. «Αχ, Θεέ μου, κατουρήθηκα...» «Όχι, χρυσό μου» αποκρίθηκε η Ντελ, φέρνοντας επιτέλους το πιρούνι στο στόμα της και μασώντας λίγη τούρτα. «Έσπασαν τα νερά σου». «Τι πράγμα;» Η Άντζελα τσίριξε πρώτη. Ο Καρράδερς έσπευσε δίπλα στην Τρεϊσίνα και την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα. Ο Γουίλ έστεκε ακίνητος και παρακολουθούσε, ενώ εγώ έτρεχα να φέρω πετσέτες. Όταν επέστρεψα, το νερό έτρεχε ακόμα ποτάμι στα πόδια της Τρεϊσίνα, και ο Καρράδερς είχε πάρει το ύφος εισαγγελέα. «Δε θα περιμένουμε να έρθει ασθενοφόρο στην Τρεμέ» είπε δείχνοντας το τηλέφωνο του Γουίλ. «Έχω έξω την Escalade μου. Θα σε πάω τώρα, μωρό μου». Και σε μένα, σε μένα, φώναξε: «Πιάσ’ την απ’ το άλλο χέρι!». Κι έτσι, έμπλεξα στη μητρική κουστωδία, ενώ η Τρεϊσίνα εκτόξευε διαταγές πάνω από τον ώμο της στην Κιτ και στην Άντζελα να προσέχουν τον Τρέυ, να κρατήσουν τον Τρέυ, να πουν στον Τρέυ να μην ανησυχεί. Την ώρα που στριμωχνόμασταν στο πίσω κάθισμα, έριξα μια τελευταία ματιά στο πρόσωπο του Γουίλ, που είχε πάρει σταχτιά απόχρωση, παρατηρώντας πως έτρεμε σύγκορμος ενώ προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του και μετά έτρεξε στην πόρτα του συνοδηγού και μπήκε από κει. Μαζί του έπρεπε να είμαι, σκέφτηκα, αυτόν έπρεπε να βοηθάω. Το ότι κατέληξα να κρατάω το χέρι της Τρεϊσίνα αντί για κείνο του Γουίλ ήταν η πιο αλλόκοτη έκπληξη της μέρας. Μια σύσπαση έπιασε την Τρεϊσίνα, κι εκείνη έμπηξε τα νύχια της στο μπούτι μου. «Θα γίνω καλά;» «Φυσικά! Φυσικά και θα γίνεις καλά. Απλώς πάρε ανάσες» απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα, διώχνοντας τα μαλλιά από το ιδρωμένο πρόσωπό της. «Κρατήσου, γλυκιά μου. Θα σε πάω εκεί όσο πιο γρήγορα μπορώ...» μουρμούρισε ο Καρράδερς πατώντας γκάζι. Η Τρεϊσίνα στράφηκε σε μένα. «Είμαι απαίσια...» μου ψιθύρισε, ενώ στα μάγουλά της κυλούσαν δάκρυα. «Νιώθω απαίσια». «Τώρα δεν πρέπει να ανησυχείς για τίποτε άλλο πέρα απ’ το μωρό... Εντάξει;» Αισθάνθηκα το χέρι της να σφίγγεται στο δικό μου, είδα τα μάτια της να κλείνουν σφιχτά.


Γύρισα και εντόπισα το φορτηγάκι του Γουίλ πίσω μας να κάνει επικίνδυνα ζικ ζακ προσπαθώντας να μη μας χάσει. Ο καημένος ο Γουίλ. Αν αποδεικνυόταν ότι ήταν αλήθεια, αν όντως δεν ήταν ο πατέρας του παιδιού, θα καταρρακωνόταν. Παρά τα δράματα και την αβεβαιότητα γύρω από την εγκυμοσύνη, το μόνο πράγμα για το οποίο ο Γουίλ φαινόταν βέβαιος από την αρχή ήταν η αφοσίωσή του στο μωρό. Ο Καρράδερς οδηγούσε γρήγορα, αλλά πότε πότε έριχνε μια ματιά στην Τρεϊσίνα μέσα από τον καθρέφτη. «Όλα θα πάνε καλά, μωρό μου. Όλα θα πάνε καλά...» Η Τρεϊσίνα δεν του απάντησε ποτέ· δεν πήρε το ιδρωμένο χέρι της από το δικό μου και στο πρόσωπό της δε φαινόταν πια τίποτε άλλο εκτός από κύματα πόνου. Φτάσαμε στο Μαιευτικό Κέντρο Τούρο σε χρόνο ρεκόρ· ο Καρράδερς τούς είχε ειδοποιήσει ήδη με το hands-free του, κι έτσι μας περίμενε μια νοσοκόμα με ένα άδειο καροτσάκι. Μόλις κάθισε η Τρεϊσίνα, άπλωσε το χέρι της ψάχνοντας να με βρει και με άρπαξε. «Κέισσι, μείνε με τον Γουίλ. Θα χρειαστεί μια φίλη...» μου είπε. Τι; Μήπως με γελούσαν τα αυτιά μου; Μου άφησε το χέρι κι έπιασε του Καρράδερς ενώ την έσπρωχναν με το καροτσάκι μέσα στο κέντρο. Βρήκα την αίθουσα αναμονής της μαιευτικής κλινικής. Έπειτα από μερικά λεπτά μπήκε λαχανιασμένος ο Γουίλ, με τρελό βλέμμα και μια γραμμή ιδρώτα στο κέντρο της μπλούζας του. «Πού πήγαν;» «Προς τα κει» του απάντησα. «Παρ’ όλα αυτά, δε νομίζω...» Δεν περίμενε να τελειώσω. Όρμησε μέσα από τις πόρτες και εξαφανίστηκε στον διάδρομο. Ήμουν ήδη τόσο ταραγμένη, που στην αρχή δεν κατάλαβα πως η δόνηση στην τσάντα μου ήταν από τηλεφώνημα. Απάντησα πάνω από τον ήχο μιας δυνατής και στριγκιάς ανακοίνωσης από τα μεγάφωνα, βουλώνοντας το άλλο αυτί μου για να ακούω καλύτερα. «Γεια σου, κυρία μου. Πού βρίσκεσαι; Σαν να είσαι στον ιππόδρομο ακούγεται. Μην παίξεις όλο σου τον μισθό...» Ήταν ο Τζέσσι, με φωνή μελιστάλαχτη και χαλαρωτική. Του εξήγησα για το πάρτι, τον πρόωρο τοκετό, τη δραματική διαδρομή, την άδεια αίθουσα αναμονής στην πτέρυγα τοκετών, όπου τώρα είχα πιάσει μερικά καθίσματα. Σταμάτησα απότομα πάνω που ήμουν έτοιμη του πω ότι φύλαγα καραούλι περιμένοντας να φτάσει στο αποκορύφωμά του ένα πολύ ευαίσθητο ερώτημα πατρότητας. Μια νοσοκόμα έδειξε το τηλέφωνό μου και στη συνέχεια μια πινακίδα πίσω της: ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΚΙΝΗΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΣΤΑ ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ. ΒΓΕΙΤΕ ΕΞΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΤΕ. Σήκωσα τον δείκτη μου, κάνοντας το διεθνές νόημα που σημαίνει Ένα λεπτό. «Δηλαδή αποκλείεται να πάμε για φαγητό και σινεμά...» μου είπε. «Πρέπει να μείνω εδώ». «Είσαι καλή φίλη» μου αποκρίθηκε. «Α, σκεφτόμουν...» «Ναι; Τι;» «Εσένα και...» Αχ, Θεέ μου. Γιατί σφίχτηκε η καρδιά μου; «Και;»


«Και μένα. Και το γεγονός ότι χαίρομαι που επικοινωνήσαμε. Δεν το ήξερα μέχρι τώρα. Μα νομίζω πως ίσως περίμενα μια κοπέλα σαν εσένα». Έμεινα άναυδη. «Πολύ μελό;» με ρώτησε. «Λιγάκι. Αλλά... μ’ αρέσουν τα μελό. Τι απέγινε το σχέδιο να μην έχουμε προσδοκίες;» «Δε φαντάζομαι να περίμενες να το ακολουθήσω... Έτσι;» Έβαλα τα γέλια. Δεν ήταν τώρα ώρα να πιάσουμε κουβέντα γι’ αυτό. Του είπα πως θα του τηλεφωνούσα αργότερα και μετά έκλεισα το τηλέφωνο και το απενεργοποίησα. Πάνω που νομίζεις ότι έχεις βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, εμφανίζεται ένας άγνωστος σ’ ένα χαζοπάρτι και απειλεί να φέρει τα πάνω κάτω. Έτσι ένιωθα εγώ. Μόνο να φανταστώ μπορούσα τι θα περνούσε από το μυαλό του Γουίλ και της Τρεϊσίνα. Ο Καρράδερς, από την άλλη, φαινόταν να έχει πάρει τις αποφάσεις του προτού χτυπήσει την πόρτα. Κοίταξα τη δίφυλλη πόρτα. Τώρα το μόνο βέβαιο ήταν ότι όποιος έβγαινε πρώτος θα μου έλεγε κάτι που ίσως άλλαζε... τα πάντα. Προς το παρόν όμως το μόνο που ήξερα ήταν ότι ο Τζέσσι Τέρνμπουλ ήταν μέσα. Ήταν μέσα πέρα για πέρα. Αυτό δεν ήθελα;


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΧΤΩ] ΝΤΟΦΙΝ

ΜΑΛΛΟΝ Ο ΜΑΡΚ κι εγώ θα έπρεπε να έχουμε φύγει αμέσως μόλις συνειδητοποιήσαμε πως όχι μόνο θα εγκατέλειπα το S.E.C.R.E.T., αλλά θα τον έπαιρνα και μαζί μου. Υπήρχαν παντού τηλέφωνα, σε κάθε δωμάτιο όπου πήγαμε. Θα μπορούσαμε να τηλεφωνήσουμε σε κάποιον, σε οποιονδήποτε. Θα μπορούσαμε να καλέσουμε το αυτοκίνητο ή την Κλοντέτ... Ή να τηλεφωνήσουμε στη Ματίλντα. Ή θα μπορούσαμε απλώς να φύγουμε από το Μέγαρο. Αντίθετα, μετά τα παιχνίδια μας στη σουίτα «Ντόμινο», μας έπιασε ξανά μια παράξενη χαζοχαρούμενη όρεξη. Όταν μου πρότεινε να με ξεναγήσει κρυφά στο Μέγαρο και σε κάποια από τα δωμάτια όπου τον είχαν εκπαιδεύσει, έβαλα ένα μπουρνούζι μες στην προθυμία. «Προχώρα και σε ακολουθώ, Ρωμαίε...» είπα. Είδα το Αυτοκρατορικό Δωμάτιο με την πολυτελή διακόσμηση και το τζάμι-καθρέφτη κι ένα άλλο που το αποκαλούσαν «Ιδιαίτερο» και ήταν γεμάτο σαδομαζοχιστικό εξοπλισμό. «Σ’ αρέσουν αυτά τα πράγματα;» ρώτησα νευρικά (ανυπόμονα;), δείχνοντας ένα τραπέζι με δερμάτινα δεσμά, χωρίς να είμαι σίγουρη για το τι απάντηση ήθελα να πάρω. Ανασήκωσε τους ώμους. «Έχω την εντύπωση ότι μαζί σου θα μ’ άρεσαν τα πάντα...» μου απάντησε σηκώνοντάς με αγκαλιά και βγάζοντάς με με την όπισθεν από το δωμάτιο. «Νομίζω ότι σ’ αυτό έχεις δίκιο». Έσκυψα και τον φίλησα στο στόμα – μα τι χείλη! Δεν ήθελα να μάθω λεπτομέρειες για τις περιπέτειές του περισσότερο απ’ όσο ήθελε να μάθει εκείνος για τις δικές μου· το μόνο που μας ένοιαζε τώρα ήταν πώς θα ωφελούσαν οι εμπειρίες μας τον άλλο. Το αγαπημένο μου δωμάτιο σε όλο το σπίτι ήταν το Δωμάτιο του Χαρεμιού στο υπόγειο, με τον μπρούτζινο στύλο του στριπτίζ, τις πελώριες μαξιλάρες στο πάτωμα και το εσωτερικό τζακούζι. «Τι έμαθες εδώ κάτω; Πώς να γίνεις σεΐχης;» τον πείραξα στριφογυρίζοντας μια δυο φορές γύρω από τον στύλο, ώσπου με έπεισε να ανοίξω το μπουρνούζι μου και να του χορέψω λίγο, όσο εκείνος χαϊδευόταν ξαπλωμένος στις μαξιλάρες. «Μην ακουμπάς...» του είπα γυρίζοντας από την άλλη και σκύβοντας για να τον βασανίσω. Ήταν όλα τόσο ωραία με τον Μαρκ, τόσο αστεία, τόσο χαρούμενα! Είναι αλήθεια, μάλλον θα έπρεπε να έχουμε ειδοποιήσει κάποιον. Αντίθετα, μουλιάσαμε μισή ώρα στο τζακούζι· μετά τυλιχτήκαμε ξανά στα βολικά μας μπουρνούζια και κάναμε επιδρομή στο ψυγείο του μπαρ, παίρνοντας νερό και φρούτα που προορίζονταν για κοκτέιλ (κυρίως πορτοκάλια και κομμένο ανανά και κερασάκια μαρασκίνο) και ανεβήκαμε από μια άλλη σκάλα που οδηγούσε στα δωμάτια των εργαζομένων στον δεύτερο όροφο. Στο τέλος του διαδρόμου πετύχαμε μια ζεστή όμορφη κρεβατοκάμαρα με τοίχους από εκτεθειμένο τούβλο, πατώματα


από πευκοσανίδες βαμμένες λευκές και ψάθινα έπιπλα σε στρατηγικές θέσεις. Μου θύμιζε ξενώνα σε καλόγουστο παραθαλάσσιο εξοχικό. Ανεβήκαμε στο ψηλό κρεβάτι, τραβήξαμε το βαρύ κοφτό κουβερλί επάνω στα τσακισμένα από το σεξ κορμιά μας και μιλήσαμε. Του είπα λίγα πράγματα για το παρελθόν μου, τους φόβους μου, για το πώς ο Λουκ και το ηλίθιο βιβλίο του είχαν στραπατσάρει την αυτοπεποίθησή μου. Αντί να προσφερθεί να ρίξει μπουνιά στον Λουκ, μου είπε ότι θα έγραφε ένα τραγούδι για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Δε χρειάζεται» του είπα. «Το έχω ξεπεράσει». «Τότε αυτό θα λέει το τραγούδι». Και ύστερα κοιμηθήκαμε βαθιά, περικυκλωμένοι από πουπουλένια μαξιλάρια, φλούδες πορτοκαλιών και τουλάχιστον τέσσερα άδεια μπουκάλια νερό. Το πρωί κάναμε σεξ ακόμα μία φορά, τρυφερά, αργά, ενώ τα πόδια μου ήταν γεμάτα μικρές μελανιές από τα χέρια του. Τα σήκωνε πότε από δω και πότε από κει σπρώχνοντας με τους γοφούς του, αλλά τρυφερά, με όμορφες κινήσεις, σαν να ήταν τα σώματά μας φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Πλέκοντας τα δάχτυλά του στα δικά μου, με έφερε από πάνω, και το κεφάλι μου έπεσε πίσω καθώς τον καβαλίκευα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, ενώ τα δάχτυλά του ταξίδευαν στο στήθος μου, στην κοιλιά μου, με ένα ύφος θαυμασμού στο πρόσωπο για το πώς ο ήλιος χόρευε στα μαλλιά μου δίνοντάς τους ένα φλογερό χρυσοκόκκινο χρώμα. Έτσι τέλειωσα, τόσο εύκολα, ενώ με χάιδευε ιδανικά – ένα θαύμα, αφού ήξερε το κορμί μου μόνο μία νύχτα. Έπειτα από αυτό δεν ακολούθησε δισταγμός, μεγάλη συζήτηση, αμφιβολία, φόβος. Η πρώτη που πήρα τηλέφωνο ήταν η Ελίζαμπεθ. Της είπα πως ήμουν άρρωστη και δεν μπορούσα να πάω στη δουλειά, ψέμα που την ενθουσίασε επειδή το έπιασε αμέσως: σήμαινε ότι το ραντεβού μου είχε πάει καλά. «Πόσο καλά πήγε;» «Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα...» «Επειδή είναι ακόμα εκεί! Εντάξει. Τι ωραία!» Η δεύτερη που πήρα τηλέφωνο ήταν η Κέισσι, αλλά μου βγήκε κατευθείαν τηλεφωνητής, και η επόμενη ήταν η Ματίλντα.

*** Τώρα καθόταν στην άλλη πλευρά του γραφείου της στο αμαξοστάσιο, όπου μας είχε πει να τη συναντήσουμε αφού πρώτα ντυνόμασταν. Ο Μαρκ καθόταν στην καρέκλα δίπλα στη δική μου και κρατούσε τρυφερά το χέρι μου στα δικά του. Ακόμα δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι συνέβαινε αυτό το πράγμα. «Έχετε και οι δύο πολύ ένοχο ύφος...» είπε. «Γιατί; Μαρκ; Ώστε μας αφήνεις κι εσύ λοιπόν...» Κοίταξα το προφίλ του. Ο ροκ σταρ μου, που ήταν τόσο τολμηρός επάνω στη σκηνή, φαινόταν πολύ μαζεμένος μπροστά στη Ματίλντα. «Νιώθω κι εγώ όπως κι εκείνη, κυρία. Δεν πέφτουν συχνά τέτοια αστροπελέκια. Το μόνο που θέλω είναι να είμαι μαζί της» απάντησε και φαινόταν τόσο έκπληκτος που το έλεγε, όσο δεν


έδειχνε η Ματίλντα, που το άκουγε. «Γιατί να μη νιώθεις έτσι, χρυσό μου; Δεν είσαι ηλίθιος. Ίσως ζηλεύω λιγάκι... Επειδή έχεις δίκιο: αυτό που συνέβη μεταξύ σας δε συμβαίνει συχνά. Μα όταν συμβαίνει, είναι κάτι ξεχωριστό». Σώπασε. Δεν είναι απλώς ξεχωριστό, ήθελα να πω – είναι κοσμοϊστορικό, ασύλληπτο και σου αλλάζει τη ζωή. Είχα ανησυχήσει ότι θα προσπαθούσε να μου αλλάξει γνώμη, ότι θα με προειδοποιούσε να μην μπερδεύω το καλό σεξ με τον αληθινό έρωτα. Αλλά εδώ παίρναμε την ηχηρότατη έγκρισή της. «Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρούμε αντικαταστάτη για σένα, Μαρκ, και κάποια άλλη υποψήφια για το S.E.C.R.E.T., Ντοφίν, μα αυτή είναι η δουλειά μας. Και τώρα, Μαρκ, θα ήθελα να μιλήσω ιδιαιτέρως με την Ντοφίν. Γιατί δεν την περιμένεις στην αυλή; Ένα λεπτό θα κάνουμε. Και σ’ ευχαριστώ για τις υπηρεσίες σου, παρότι σύντομες. Προφανώς ήσουν... αποκαλυπτικός». «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου, κυρία». Σηκώθηκε όρθιος και με κοίταξε στα μάτια, απλώνοντας το χέρι του προς το πιγούνι μου. «Α, και, Μαρκ...» πρόσθεσε γλυκά η Ματίλντα μόλις εκείνος έφτασε στην πόρτα. «Μη με ξαναπείς ποτέ κυρία». Έγνεψε καταφατικά, ντροπιασμένος, και τα βλέμματά μας τον ακολούθησαν καθώς διέσχιζε την πόρτα. Μόλις μείναμε μόνες μας, γύρισα προς το μέρος της. «Προσπάθησα να βρω την Κέισσι, αλλά το έχει κλειστό» είπα. «Είναι στο νοσοκομείο. Η συνάδελφός της γέννησε χτες βράδυ. Θα της το πω εγώ» αποκρίθηκε, σκεπάζοντας με το χέρι της το δικό μου. «Άκου... Πρέπει να σου πω πως η Επιτροπή χτες ψήφισε να δωρίσουμε τα χρήματα που πήραμε απ’ τις Επιχειρήσεις Καστίγ, το σύνολο του ποσού, σε διάφορες οργανώσεις που βοηθούν γυναίκες. Ο Πιέρ δε δέχεται να μας δώσει πίσω τον πίνακα, αλλά εμείς αποφασίσαμε ότι δε γίνεται να λειτουργήσει μια οργάνωση ταγμένη στην απελευθέρωση των γυναικών με τα χρήματα ενός άντρα ταγμένου στη χειραγώγησή τους». «Και τι θα γίνει με όλες τις γυναίκες που θα μπορούσατε να βοηθήσετε με τα χρήματά του;» «Το S.E.C.R.E.T. είχε θαυμάσια πορεία. Σχεδόν σαράντα χρόνια. Έχουμε μερικά χρονάκια ακόμα μπροστά μας, νομίζω... Θα τα κάνουμε ν’ αξίζουν τον κόπο. Κι αν χρειαστεί, μας έχει μείνει ένας πίνακας ακόμη· αν και ευελπιστώ να μην αναγκαστούμε να τον αποχωριστούμε». Έδιωξε από το μυαλό της τη θλιβερή τροπή των γεγονότων και μου χάρισε ένα γνήσιο χαμόγελο. «Θα γινόσουν εξαιρετική Καθοδηγήτρια, Ντοφίν... Δε θα χαθούμε. Θέλω να μαθαίνω πώς είσαι, πώς πάνε τα πράγματα. Είμαι βέβαιη πως και η Κέισσι το ίδιο θα θέλει». «Δεν ξέρετε πόσα έχετε κάνει για μένα, Ματίλντα... Μου δώσατε πίσω τη ζωντάνια μου, τη χαρά μου. Δεν έχω λόγια να σου πω πόσο ευγνώμων είμαι που υπάρχει αυτή η οργάνωση». Πήγα πίσω από το γραφείο για να τη σφίξω στην αγκαλιά μου. Όσο κι αν μου άρεσε αυτό το μέρος και η μαγεία του, ανυπομονούσα να επιστρέψω στο σκονισμένο μου χαμόσπιτο, στο τακτικό μαγαζάκι μου, στους υπέροχους πελάτες μου και στην αξιολάτρευτη Ελίζαμπεθ.


Και στον Μαρκ. Ο σύντροφός μου με περίμενε έξω στον ήλιο, με το μαλλί του ένα χάλι μαύρο, το χαμόγελό του γλυκύτατο, την αγκαλιά του ζεστή και το στομάχι του να γουργουρίζει σαν τρελό. «Μωρό μου, χρειάζομαι μια μεγάλη λιπαρή ομελέτα, χρειάζομαι σπιτικές τηγανητές πατάτες, χρειάζομαι μπέικον, χρειάζομαι φρυγανισμένο ψωμί...» μου είπε φιλώντας με στον λαιμό. «Και χρειάζομαι εσένα...» Αυτό δεν ήταν φαντασίωση. Ήταν πραγματικό. Να τι συμβαίνει όταν εγκαταλείπεις τον έλεγχο, αφήνοντας λίγο περιθώριο, σκέφτηκα. Ένας ολόκληρος κόσμος έρχεται προς το μέρος σου. «Διάβασες τη σκέψη μου... Πάμε να φύγουμε».


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ] ΚΕΪΣΣΙ

Η ΤΡΕΪΣΙΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕ το όνομα του μωρού –Ρόουζ Νίκο– προς τιμήν του καφέ, που κι αυτό με τη σειρά του είχε πάρει το όνομά του από μια από τις πρώτες Αφροαμερικανίδες εμπόρους της Νέας Ορλεάνης. «Θα τη φωνάζουμε Νίκο» είπε κάνοντας γούτσου γούτσου στο μικρούτσικο μέτωπο του μωρού, που δεν ήταν μεγαλύτερο από τάλιρο. Αν πω μονάχα πως ήταν μικρή, θα περιγράψω απλώς ένα μέρος από αυτό που την έκανε τόσο εκπληκτική. Ήταν σχεδόν διάφανη· ένα δίκτυο από μικροσκοπικές ροζ φλέβες κάλυπτε το πρόσωπο και το σώμα της σαν αχνός ιστός, δίνοντάς της μια ανοιχτορόδινη απόχρωση. Όταν δεν την κρατούσε κάποιος αγκαλιά, ήταν ξαπλωμένη σε μια φορητή θερμοκοιτίδα δίπλα στο κρεβάτι της Τρεϊσίνα, φορώντας μια πάνα –σε μέγεθος κούπας του καφέ– που κατάπινε τελείως το κάτω μέρος του σώματός της και είχε τα χέρια της σφιγμένα σε κάτι γροθίτσες όχι μεγαλύτερες από μπουμπούκια τριαντάφυλλου. Η Τρεϊσίνα βρισκόταν σε μονόκλινο δωμάτιο, χάρη στον πλούσιο πατέρα του παιδιού της. «Ο γιατρός λέει ότι θα γίνει καλά...» μου ψιθύρισε η Τρεϊσίνα, όχι γιατί προσπαθούσε να μην κάνει φασαρία, αλλά επειδή είχε χάσει τη φωνή της έτσι όπως ούρλιαζε κατά τη διάρκεια του τοκετού στον Καρράδερς και στον Γουίλ, στους οποίους, για καλό και για κακό, είχε επιτρέψει να είναι και οι δύο παρόντες. Τώρα ο Καρράδερς, κατά τα φαινόμενα νικητής, με πράσινη νοσοκομειακή φόρμα και σκουφάκι, είχε θρονιαστεί για τα καλά στην τεράστια πολυθρόνα, έχοντας πετάξει δεξιά και αριστερά το σακάκι, το γιλέκο και τη γραβάτα του. Κοιμόταν με το χέρι να ακουμπάει προστατευτικά στο γυάλινο σκέπασμα της θερμοκοιτίδας. «Ίσως χρειαστεί να μείνω μερικές μέρες ακόμη, αλλά δε θα έχουμε επιπλοκές...» είπε η Τρεϊσίνα. Τουλάχιστον όχι ιατρικές. Όλα τα υπόλοιπα που θα μάθαινα ήρθαν αργότερα, τις εβδομάδες και τους μήνες που ακολούθησαν τη δραματική γέννα, καθώς η Τρεϊσίνα κι εγώ προχωρούσαμε σιγά σιγά προς ένα είδος φιλίας, ενώ ανακάλυπτα πως είχαμε περισσότερα κοινά απ’ όσα νόμιζα. Μου είπε πως η επιμονή της να περιμένουν όσο περισσότερο γινόταν προτού γίνει η καισαρική οφειλόταν στο ότι ήξερε πως θα έκαναν το τεστ και ήθελε να καθυστερήσει όσο μπορούσε τον πόνο του Γουίλ. Κανένας δεν αμφέβαλλε ότι νοιαζόταν πάρα πολύ για τον Γουίλ, αλλά κατά τη διάρκεια του τοκετού, και αργότερα, φάνηκε καθαρά πως ο άντρας που αγαπούσε ήταν ο Καρράδερς. Παρ’ όλα αυτά, πίστευε πως ο Γουίλ θα γινόταν καλύτερος πατέρας – θα ήταν πιο αξιόπιστος, θα ασχολιόταν περισσότερο με το παιδί, θα υπήρχαν λιγότερες επιπλοκές στην αγάπη του γι’ αυτό. Ο Καρράδερς ήταν ένας υψηλόβαθμος


πολιτικός· είχε σύζυγο (που σύντομα θα γινόταν τέως) και δύο παιδιά που πήγαιναν στο πανεπιστήμιο. Ήταν όμως συγκινητικό που έμεινε στο πλευρό της Τρεϊσίνα όλη τη νύχτα, ξεγλιστρώντας από το δωμάτιο για να κάνει και να δεχτεί τηλεφωνήματα, και μάλιστα έβαλε τα δυνατά του να φερθεί στον Γουίλ με καλοσύνη, παρόλο που ο Γουίλ δυσκολευόταν να του ανταποδώσει την καλή διάθεση. Γι’ αυτό είχε πει όλα αυτά τα ψέματα. Όπως κι εγώ, η Τρεϊσίνα δεν ήθελε να μπει σφήνα στη σχέση κάποιας άλλης. Αν και ο Καρράδερς ήταν θερμός από την αρχή, απλώς δεν ήταν έτοιμος να φύγει. Η Τρεϊσίνα ήξερε πόσο εύκολο ήταν να ξεπέσει στον ρόλο της ερωμένης και δεν μπορούσε να το δεχτεί, δε θέλησε ποτέ να κρύβεται και να λέει ψέματα, ιδίως αφού ο Τρέυ γινόταν τόσο έξυπνος και υπήρχε διαθέσιμος ένας τόσο καλός άντρας σαν τον Γουίλ. Του το ξέκοψε τελείως. Κατόπιν ανακάλυψε πως ήταν έγκυος. Επειδή η ίδια μεγάλωσε χωρίς πατέρα, ήθελε να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι της για να εξασφαλίσει στο μωρό της έναν πατέρα να το μεγαλώσει. Και πίστευε πως, αν κρατούσε το στόμα της κλειστό, μόνο κάποιος που αγνοούσε πλήρως το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειάς της και του Γουίλ θα αμφισβητούσε την πατρότητα του μωρού, απλώς επειδή δεν ταίριαζε απόλυτα η απόχρωση του δέρματός τους. Εκείνος είχε δύο Αφροαμερικανίδες γιαγιάδες· η Τρεϊσίνα είχε λευκούς συγγενείς και από τους δύο γονείς. Το χρώμα του δέρματος του μωρού, όπως ακριβώς και των γονιών της πριν από την ίδια, θα εξαρτιόταν από το γύρισμα ενός τροχού αναρίθμητων αποχρώσεων. Παρ’ όλα αυτά, έγινε η εξέταση αίματος, και τα αποτελέσματα βγήκαν αμέσως. Αν ο Γουίλ, με το κεφάλι σκυφτό, έσερνε πίσω του μια λερωμένη κουβερτούλα διασχίζοντας τη μαιευτική κλινική, μου είπε αργότερα η Τρεϊσίνα, η σκηνή δε θα γινόταν πιο θλιβερή. Προσπάθησε να τον πείσει να μείνει και να μιλήσουν. Ακόμα και ο Καρράδερς προσφέρθηκε να πάνε μαζί μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο. Αλλά ο Γουίλ συνέχισε να προχωράει. Παραλίγο να φύγει χωρίς να τον δω, καθώς άκουγα τα μηνύματά μου στον τηλεφωνικό θάλαμο, αφού το κινητό μου είχε ξεμείνει εδώ και ώρες από μπαταρία. «Γουίλ, περίμενε!» φώναξα αφήνοντας το ακουστικό να κρέμεται, χωρίς να είμαι σίγουρη για το τι είχε συμβεί, αν και ήταν εύκολο να καταλάβω από το πρόσωπό του τι είχαν δείξει οι εξετάσεις. Φώναξα το όνομά του τρεις τέσσερις φορές διασχίζοντας το πάρκινγκ προτού τελικά σταματήσει και γυρίσει, με το κλειδί του να έχει κολλήσει στην κλειδαριά της πόρτας του, ξανά. «Θες να οδηγήσω εγώ; Άσε με να σε πάω σπίτι, Γουίλ...» τραύλισα, σκύβοντας και ακουμπώντας τα χέρια στα γόνατά μου για να ξελαχανιάσω. Επισήμως ήταν φθινόπωρο, αλλά ο μεσημεριανός ήλιος ήταν καυτός σαν την κόλαση του κατακαλόκαιρου. Είχαμε κλείσει και οι δύο ένα εικοσιτετράωρο στο νοσοκομείο, όπου κοιμόμασταν εναλλάξ στο φορτηγάκι του. Ο Γουίλ στράφηκε αργά, αφήνοντας τα κλειδιά να κρέμονται στην κλειδαριά. «Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;» είπε, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια, ψάχνοντας στον αέρα γύρω μου για απαντήσεις. «Ποτέ δε θέλησα να κάνω παιδιά... Δε νομίζω ότι σ’ το ’χω πει αυτό. Όλοι οι φίλοι μου έκαναν –ο αδερφός μου, τα ξαδέρφια μου, όλοι– αλλά εγώ σκεφτόμουν πως όχι, υπάρχουν ήδη πάρα πολλά στον κόσμο. Κι εγώ δουλεύω πολύ σκληρά και δε βγάζω αρκετά για να το κάνω σωστά. Ο πατέρας μου είχε το καφέ. Δεν ήταν ποτέ σπίτι. Και ήταν


πάντα άφραγκος. Αλλά θα σου πω κάτι...» συμπλήρωσε δείχνοντας το νοσοκομείο. «Εκείνο το μωρό το ήθελα. Αχ, γαμώτο...» Τα συναισθήματά του τον κατέκλυσαν, όλα όσα συσσωρεύονταν μέσα του τους τελευταίους εννιά μήνες, όλες οι αμφιβολίες και οι φόβοι αν θα γινόταν αρκετά καλός πατέρας για ένα παιδί τη μητέρα του οποίου πάσχιζε να αγαπήσει, για να μην πω να συμπαθήσει, ενώ προσπαθούσε να επεκτείνει την επιχείρησή του με επισφαλή δάνεια, δίνοντας το αίμα και τον ιδρώτα του – όλα αυτά μαζί βγήκαν από μέσα του κι έβαλε τα κλάματα. Αλλά όχι για πολύ. Μάλιστα, για λιγότερο από δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Τον άρπαξα στην αγκαλιά μου, εισπνέοντας τη μυρωδιά του νοσοκομείου στα μαλλιά του. Δε μου ανταπέδωσε την αγκαλιά. Αντίθετα, κράτησε τα πιτσιλισμένα με μπογιά χέρια του σφιχτά στο πρόσωπό του. Κι όταν τον άφησα, απρόθυμα, έφυγε μακριά μου κι έδιωξε τον πόνο από πάνω του, οπότε το μόνο που θα καταλάβαινε ίσως κάποιος από τη γλώσσα του σώματός μας αν τύχαινε να παρκάρει στην άδεια θέση εκείνη ακριβώς τη στιγμή (όπως είχε κάνει ο Τζέσσι Τέρνμπουλ) ήταν ότι δύο γνωστοί είχαν ανταλλάξει δυο λόγια και τώρα έλεγαν αντίο. Γι’ αυτό ο Τζέσσι έσκυψε από το παράθυρο του δικού του αυτοκινήτου (που ήταν ένα φορτηγάκι σαν του Γουίλ, φυσικά πιο καινούριο και καλύτερο) και είπε: «Γεια σου, μωρό μου. Είπα να σου φέρω καφέ πηγαίνοντας στη δουλειά». Και ύστερα μου έδωσε ένα μεσαίου μεγέθους κύπελλο με γάλα σόγιας. Δε θα έλεγε «μωρό μου» αν ήξερε ποιον αγκάλιαζα και τι είχε περάσει ο Γουίλ – τι είχαμε περάσει. Δεν ήταν τέτοιος τύπος· καυχησιάρης, κτητικός, κόπανος. Και ο Γουίλ γινόταν σπάνια αγενής. Αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο εύθικτος, η καρδιά του τόσο πληγωμένη, ώστε το μόνο που άντεχε να κάνει ήταν να τον αγνοήσει, να μου ρίξει μια πληγωμένη ματιά, να τραβήξει απότομα τα κλειδιά από την κλειδαριά του ηλίθιου χαλασμένου αυτοκινήτου του, να ορμήσει στην πλευρά του συνοδηγού και να μπει στο αναθεματισμένο το αμάξι από κει. Ήταν άσχημο και αμήχανο να τον βλέπω να ξεπαρκάρει αργά από τη θέση δίπλα μας και ύστερα να φεύγει με τις μπάντες από το πάρκινγκ σαν κάτι ηλίθιους επιδειξιμανείς εφήβους που τεστάρουν τα αυτοκίνητά τους στα πάρκινγκ των πολυκαταστημάτων. «Το αφεντικό σου ήταν αυτό;» ρώτησε ο Τζέσσι δίνοντάς μου τον καφέ. Κούνησα το κεφάλι. «Καλά είναι;» «Ξέρεις κάτι; Όχι». «Λυπάμαι που το ακούω... Θες να σε πετάξω πουθενά;» «Μπα... Είμαι πολύ έξω απ’ τον δρόμο σου. Και μου φαίνεται ότι μου χρειάζεται ένα καλό περπάτημα. Και μετά ένας καλός ύπνος. Ήταν τέτοια νύχτα και τέτοιο πρωί». «Όλα καλά;» «Το μωρό είναι καλά, η μαμά είναι καλά... ο μπαμπάς είναι καλά. Για τον Γουίλ ανησυχώ». «Νόμιζα... Δηλαδή δεν είναι αυτός ο πατέρας;» Έκανα μια γκριμάτσα αντί άλλης απάντησης. «Ποπό, ρε φίλε! Κι εσύ; Είσαι εντάξει;» Του είπα πως ήμουν καλά, απλώς κουρασμένη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχα


σφυγμομετρήσει ακόμα τον εαυτό μου. Τα νοσοκομεία έχουν τον τρόπο τους να βγάζουν από το επίκεντρο όποιον δε βρίσκεται σε φορείο ή σε κρεβάτι. Τι άλλο όμως να του έλεγα εκείνη τη στιγμή; Δε γινόταν να του πω ότι χαιρόμουν που τον έβλεπα, αλλά συγχρόνως έτρεφα μια σκοτεινότερη, πιο βαθιά χαρά γι’ αυτή την ξαφνική τροπή, που είχε αφήσει τον Γουίλ ελεύθερο. Χαιρόμουν που έβλεπα το πρόσωπό του, τον Τζέσσι με τα μπλε γυαλιά ηλίου, τα τραχιά χέρια και τις λείες, απαλές παλάμες, επειδή ήταν όλη τη μέρα χωμένες έως τον αγκώνα στο βούτυρο κακάο και στην αμυγδαλόπαστα, τα ίδια χέρια που είχαν αρχίσει να γνωρίζονται έξοχα με κάθε πόντο του κορμιού μου. Τον ήθελα ακόμα και τώρα· το κορμί μου κόλλησε αντανακλαστικά στην πόρτα του αυτοκινήτου του σαν μεγάλος μαγνήτης, το πρόσωπό μου απείχε λίγα εκατοστά από το δικό του. Ακούμπησε το χέρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και με τράβηξε κοντά του για ένα μακρύ φιλί, που είχε γεύση καλού καφέ. «Εντάξει, μωρό μου... Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα» μου είπε κι έφυγε, αφήνοντάς με με έναν καινούριο γύρο σκέψεων να τριβελίζουν το μυαλό μου. Θέλω τον Τζέσσι. Θέλω τον Γουίλ. Θέλω στ’ αλήθεια τον Γουίλ; Και ποιος μου λέει ότι θα με θέλει ο Γούιλ έπειτα απ’ όσα έγιναν ή ότι θα θέλει οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, εδώ που τα λέμε; Εξάλλου, τώρα μάλλον θα νομίζει πως έχω πήξει στους άντρες. Πρώτα περνάει από το εστιατόριο ένας ψηλόλιγνος μουσικός, και τώρα μου φέρνει καφέ ένας άλλος τύπος. Με έπιασαν τα γέλια. Για φαντάσου να νομίζει ο Γουίλ πως είμαι «πηδούκλω» ή, ακόμα χειρότερα, «πουτάνα», μια λέξη που η Ματίλντα είχε απαγορεύσει... Αλλά και πάλι. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που με είχε κάνει να ανατριχιάσω. Έτσι, έκανα αυτό που έκανα πάντα όποτε δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Άρχισα να περπατάω. Περπάτησα δέκα τετράγωνα έως το Μέγαρο και τον μόνο άνθρωπο που μου είχε προσφέρει διαύγεια.

*** Ήταν Κυριακή, αλλά η Ματίλντα βρισκόταν εκεί. Και ήταν μόνη της. «Ξέρεις τίποτε από εκπτώσεις φόρου για εταιρικές χρηματικές δωρεές;» μου είπε αντί άλλου χαιρετισμού. Την ακολούθησα μέσα στο γραφείο της, όπου επάνω στο τραπέζι ήταν ανοιγμένα πέντ’ έξι λογιστικά βιβλία. «Οχ... Σε διέκοψα από κάτι;» «Α, μαγειρεύω τα βιβλία... Προσπαθώ να υπολογίσω τα λειτουργικά έξοδα. Για πόσο ακόμα μπορούμε να μείνουμε ανοιχτοί... Πώς είναι το μωρό; Ονειρεμένο;» «Μικροσκοπικό και χαριτωμένο, ναι». «Σου τηλεφώνησε η Ντοφίν;» «Είχα το τηλέφωνο κλειστό, μου έπεσε η μπαταρία. Αχ, Θεέ μου! Είχε τη φαντασίωση με τον Μαρκ χτες βράδυ. Το ξέχασα τελείως! Πώς πήγε; Της μίλησες;» «Έφυγε πριν από μία ώρα». Κοίταξα την ώρα. Κόντευε δύο το μεσημέρι. «Δεκαοχτώ ώρες φαντασίωση; Δηλαδή... να υποθέσω ότι πήγε καλά;» «Ίσως υπερβολικά καλά».


Μου είπε όλες τις πικάντικες λεπτομέρειες και πρέπει να παραδεχτώ ότι ζήλεψα λίγο. Παρόλο που ήξερα πως ο Μαρκ ήταν ο τύπος της, δεν είχα ιδέα πως ήταν και οι δύο τόσο έτοιμοι για κάτι βαθύτερο, και μάλιστα τόσο γρήγορα. «Συνέβη στην Πολίν πριν από δύο χρόνια με έναν νεοσύλλεκτο» συνέχισε η Ματίλντα. «Το ίδιο πράγμα. Αλλά η Πολίν έμεινε. Η Ντοφίν έφυγε, δυστυχώς. Το ίδιο και ο Μαρκ. Φαίνονται και οι δύο πολύ ευτυχισμένοι... Και τώρα έχω ένα προαίσθημα ότι θα χάσουμε και σένα. Έχω δίκιο;» «Λόγω του Τζέσσι εννοείς; Δεν έχουμε φτάσει εκεί. Όχι ακόμα. Ή εννοείς λόγω του Γουίλ; Με τον Γουίλ είναι καταδικασμένη η σχέση...» «Είσαι σίγουρη;» Την ενημέρωσα για τα δράματα με την πατρότητα και το παράξενο δίλημμα που αντιμετώπιζα. Τον Γουίλ ή τον Τζέσσι. Δεν μπορούσα να έχω και τους δύο. «Σου έχει ζητήσει ο Γουίλ να είστε μαζί;» «Όχι». «Ο Τζέσσι;» «Κατά κάποιον τρόπο. Θέλω να πω, είναι, είμαστε... είναι καλά. Καταλαβαίνεις; Μ’ αρέσει πραγματικά πολύ, και το σεξ είναι καταπληκτικό. Αλλά νομίζω... Νομίζω πως αγαπάω τον Γουίλ». «Το έχεις πει στον Γουίλ αυτό;» «Όχι». Ένωσε τα δάχτυλά της συλλογισμένη. «Λοιπόν, τι περιμένεις; Δε γίνεται να συνεχίσεις να περιμένεις πότε θα τον πετύχεις τελικά ελεύθερο, Κέισσι...» «Και με τον Τζέσσι τι θα γίνει;» «Κάτι μου λέει ότι θα επιβιώσει... Κι εξάλλου, πάντα θα έχει ένα σπίτι εδώ». Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος μόλις τον σκέφτηκα με κάποια άλλη. Η Ματίλντα τού είχε αδυναμία, το ήξερα. Τι έχω κάνει; Τι να κάνω; «Μόλις βγάλεις άκρη, ειδοποίησέ μας. Ήλπιζα ότι θα ήσουν η επόμενη που θα έμπαινε στην Επιτροπή. Τουλάχιστον με τη δική σου ψήφο ίσως καταφέρναμε επιτέλους να περάσουμε έναν κοκκινομάλλη πέρα απ’ την αρχική φάση. Εν τω μεταξύ, πριν από λίγο ταχυδρομήσαμε αυτά στον Τύπο και σε άλλους σημαντικούς καλεσμένους» μου είπε ανοίγοντας ένα συρτάρι. Μου έδωσε μια πρόσκληση. «Ελπίζω να καταφέρεις να έρθεις. Και κοίτα να φέρεις συνοδό... Όποιον θες απ’ τους δύο».

Το S.E.C.R.E.T. σάς προσκαλεί εγκάρδια στα δημόσια αποκαλυπτήρια της Νέας Μεγάλης Φιλανθρωπικής Πρωτοβουλίας του για τις άπορες γυναίκες και τα άπορα παιδιά της Νέας Ορλεάνης στο Latrobe’s στη Ρόγιαλ Επίσημο Ένδυμα Σοκαρίστηκα που είδα το S.E.C.R.E.T. γραμμένο με τη γνωστή καλλιγραφική γραμματοσειρά


σε μια δημόσια πρόσκληση. «Ματίλντα! Αυτό είναι το όνομα της ομάδας. Θέλω να πω, γράψατε S.E.C.R.E.T. τόσο άφοβα! Δε θα μπορούσα να φέρω τον Γουίλ σε κάτι τέτοιο. Θ’ άρχιζε τις ερωτήσεις... Θα με ρωτούσε: Τι σημαίνουν αυτά τα αρχικά, Κέισσι;» «Α, αυτό... Μην ανησυχείς. Δωρίζουμε τα χρήματα που συγκεντρώσαμε με την επίσημη ονομασία του S.E.C.R.E.T., αυτήν που γράφουν τα βιβλία: Society for the Encouragement of Civic Responsibility and Equal Treatment, Εταιρεία για την Ενθάρρυνση της Κοινωνικής Ευθύνης και της Ίσης Μεταχείρισης. Είδες; Σίγουρα μπορείς ν’ ανήκεις σ’ αυτή την οργάνωση. Έτσι δεν είναι;» Γύρισε ένα από τα βιβλία προς το μέρος μου, για να μου δείξει στα επίσημα τιμολόγια και στις αποδείξεις το πλήρες όνομα, όχι αυτό που είχα συνηθίσει. «Πληρώνουμε φόρους. Έχουμε υποθήκη. Είμαστε καλοί πολίτες. Όταν ο κόσμος ρωτάει τι κάνουμε, απαντάμε πως βελτιώνουμε τη ζωή γυναικών που έχουν ανάγκη. Είναι ακίνδυνο να φέρεις κάποιον σαν τον Γουίλ σε μια δημόσια εκδήλωση σαν κι αυτήν· παίρνουμε πολύ σοβαρά την ανωνυμία μας. Και φυσικά δε θα έχεις καμία τέτοια έγνοια αν επιλέξεις να φέρεις τον Τζέσσι». «Αυτό συνοψίζει το μπλέξιμό μου». «Πράγματι. Αλλά τι υπέροχο μπλέξιμο! Εγώ θα το αποκαλούσα πρόοδο» μου είπε. «Εσύ;» Πράγματι.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ] ΚΕΪΣΣΙ

ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ με τη Ματίλντα ήμουν εξουθενωμένη, αλλά ήξερα πως η Ντελ πρέπει να ήταν πια πτώμα, αφού είχε κλείσει το καφέ το προηγούμενο βράδυ και το είχε ανοίξει σήμερα το πρωί. Έτσι, αντί να πάω να χωθώ στο κρεβάτι μου, έκανα ένα ντους, άλλαξα και πήρα τον μακρύ δρόμο για τη δουλειά, ώστε να δω πώς ήταν ο Γουίλ. Το αυτοκίνητό του δεν ήταν έξω από το σπίτι του στο Μπαϊγουότερ ούτε και παρκαρισμένο μπροστά ή πίσω από το καφέ και δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, οπότε υπέθεσα πως είχε πάει καμιά βόλτα για να ξελαμπικάρει – ή να κλάψει με την ησυχία του, περισσότερο απ’ όσο είχε κλάψει μπροστά μου. Το εστιατόριο ήταν άδειο. Η Κλαιρ βγήκε ορμητικά από την κουζίνα με ένα δεξιοτεχνικά τοποθετημένο φιλέ στα μαλλιά, που συγκρατούσε ελάχιστα τις ξανθές τζίβες της, με τα χέρια γεμάτα λάδια και κομματάκια αγριολάχανο. Μου άρεσε το ντόμπρο, άδολο πρόσωπό της και το ότι μέσα σε λίγες εβδομάδες που έμενε με τον Γουίλ είχε αποβάλει την κακοκεφιά της, έχοντας γίνει μια κανονική φλύαρη έφηβη. Και η Ντελ είχε αρχίσει να τη συμπαθεί, τόσο που της έμαθε αμέσως να ετοιμάζει το φαγητό, κάτι που εμένα μου το έδειξε έπειτα από μήνες. «Πού βρίσκεται το απολυμαντικό σαπούνι για τα χέρια; Εκείνο το ροζ που χρησιμοποιεί η Ντελ;» «Θα σου δείξω» απάντησα. «Μόνη σου είσαι;» «Ναι. Η Ντελ μού ήταν άχρηστη μετά το μεσημεριανό και πήγε σπίτι». Για δεκαεφτά χρόνων ήταν πολύ ώριμη για την ηλικία της, κάτι που δεν ήταν απαραίτητα καλό, σκέφτηκα. Οπωσδήποτε εγώ ήμουν σεξουαλικά καθυστερημένη (έως μετά τα τριάντα μου), αλλά η Κλαιρ και οι καινούριες φίλες της από το σχολείο ήταν ανησυχητικά προχωρημένες. Με τρόμαξαν λίγο όταν ήρθαν στο καφέ με τα τσιγάρα και τα σκουλαρίκια τους, τις προκλητικές φωτογραφίες που τραβούσαν με τα κινητά τους και το απερίσκεπτο «σέξτινγκ». Πριν από μία εβδομάδα είχα ρωτήσει την Κλαιρ πώς γινόταν να είναι βίγκαν και να καπνίζει. «Όπως μπορείς εσύ να είσαι αδιάκριτη και καλή...» με πείραξε. Ψαχούλεψα στο ράφι πάνω από τον νεροχύτη, βρήκα το μπουκάλι με το ροζ αντιβακτηριδιακό σαπούνι πεσμένο στο πλάι και της έριξα λίγο στα χέρια. «Πέρασε καθόλου ο Γουίλ;» «Δεν τον έχω δει» μου απάντησε σκουπίζοντας τα χέρια της στα μπατζάκια της και αμέσως μετά κοίταξε το τηλέφωνό της, που ήταν στη δόνηση. Ο Γουίλ τής επέτρεπε να το έχει στην τσέπη της ποδιάς της, με το σκεπτικό ότι δε μιλούσε στο τηλέφωνο, απλώς κοιτούσε τα μηνύματα, οπότε δεν ήταν τόσο μεγάλη αγένεια. Του είπα πως, αν ερχόταν να δουλέψει επάνω, δε θα της το επέτρεπα.


«Ούτε τα σκουλαρίκια» του είπα. «Εντάξει, εσύ θα είσαι το αφεντικό. Εσύ θα φτιάχνεις τους κανόνες» μου είχε απαντήσει. Παρ’ όλα αυτά, η Κλαιρ δούλευε σκληρά, οπότε δεν παραπονιόμουν. Και ήταν ταλέντο στην κουζίνα. «Άρχισα να ετοιμάζω τις σαλάτες» είπε. «Τα αγριο λάχανα είναι έτοιμα. Τώρα θα πιάσω τα καρότα». «Σ’ ευχαριστώ. Νομίζω ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου με τα τραπέζια απόψε» αποκρίθηκα. «Α, ωραία! Θέλω να πάω να δω το μωρό». Λίγο έλειψε να της ξεφουρνίσω όσα είχαν συμβεί στο νοσοκομείο ανάμεσα στον θείο της και στην παραλίγο θεία της, αλλά πλέον είχε γίνει και επισήμως οικογενειακό ζήτημα, κάτι που θα έπρεπε να συζητήσει με τον Γουίλ. Ενώ βοηθούσα την Κλαιρ να ετοιμάσει και να ζεματίσει τα καρότα, σκεφτόμουν την Ντοφίν και τον Μαρκ, που κατά πάσα πιθανότητα θα κοιμούνταν κάπου του καλού καιρού, με μπλεγμένα χέρια και πόδια. Φθονούσα τη φαινομενική βεβαιότητά τους, την αποφασιστικότητα με την οποία η Ντοφίν άρπαξε αυτό τον άντρα και ακολούθησε το ένστικτό της. Μερικές φορές όμως οι άνθρωποι απλώς γνωρίζουν· είναι στη φύση τους. Όταν εμένα μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία, να βολιδοσκοπήσω τα νερά με τον Τζέσσι έξω από το S.E.C.R.E.T., βρισκόμουν μόλις στο Τρίτο Βήμα μου. Ήμουν βέβαιη πως υπήρχε μια κάποια επαφή μεταξύ μας, αλλά ακόμα δεν είχα έρθει σε επαφή με τον εαυτό μου. Άραγε τώρα είχα; Πόσο καλά ήξερα τον εαυτό μου; Το σώμα μου, το μυαλό μου και την καρδιά μου; Ίσως καλύτερη ερώτηση θα ήταν: Πού συνέπιπταν αυτά τα τρία πράγματα και πού παρέμεναν ξεχωριστά; Το S.E.C.R.E.T. ασχολιόταν με τις ηδονές του σώματος, ένα πεδίο της ζωής που ανέκαθεν αγνοούσα. Επίσης υπήρξα τόσο βαθιά νοητική, ώστε είχα αφήσει την καρδιά μου να ατροφήσει. Ήταν βέβαιο ότι με τον Μαρκ είχαμε σωματική χημεία. Με τον Τζέσσι το ίδιο. Επιπλέον είχε αρχίσει να εισβάλλει αργά και σταθερά στην καρδιά μου. Αλλά ο Γουίλ είχε κατακτήσει και τα τρία καιρό τώρα. Αγαπούσα το κορμί του, το μυαλό του και την καρδιά του, ποτέ περισσότερο απ’ όσο σήμερα, που η απουσία του όχι μόνο με απασχολούσε, αλλά με πονούσε κυριολεκτικά, αφού τον φανταζόμουν να βρίσκεται κάπου λυπημένος και μόνος του. Έτσι, προτού καν βεβαιωθώ πώς ένιωθε ο Γουίλ για μένα, πήρα το κινητό μου έξω στο σοκάκι ενώ η Κλαιρ εξυπηρετούσε τους πελάτες, κάνοντάς μου την τελευταία χάρη που θα της ζητούσα προτού τη στείλω στο σπίτι. Ο Τζέσσι το σήκωσε στο πρώτο κουδούνισμα. «Γεια σου, μωρό μου. Ακόμα στο νοσοκομείο είσαι;» «Όχι. Στη δουλειά. Εσύ;» Μου είπε πως είχε ραντεβού με κάτι πελάτες που ήθελαν μια πενταώροφη γαμήλια τούρτα. «Πρέπει να είσαι εξαντλημένη» πρόσθεσε. «Οπότε υποθέτω πως ακυρώνονται και τα αποψινά μας σχέδια». «Ναι... Πρέπει να μείνω εδώ, Τζέσσι».


Η σιωπή που ακολούθησε είχε υλική υπόσταση· την ένιωθα να βαραίνει το τηλέφωνο. Ίσως έφταιγε ο τρόπος με τον οποίο είχα προφέρει το όνομά του, σαν να ήταν στίξη, με μια νύξη ήπιας οριστικότητας. «Εντάξει... Έχω την εντύπωση πως ούτε αύριο θα μπορείς». Εισπνοή. «Τζέσσι, νομίζω... Όχι. Ξέρω πως είμαι ερωτευμένη με κάποιον άλλο...» Κι άλλη σιωπή, τούτη τη φορά ελαφρύτερη, τώρα που της είχα ενσταλάξει αυτήν τη δόση αλήθειας. «Μάλιστα. Για δες... Ποιος είναι ο τυχερός;» με ρώτησε, με μια δόση ξινίλας στη φωνή του. Του είπα πως ήταν ο Γουίλ, το αφεντικό και φίλος μου εδώ και πολλά χρόνια. Δεν μπήκα σε λεπτομέρειες· δεν ήταν ανάγκη να μάθει ο Τζέσσι για την οχτάχρονη, κατά κύριο λόγο πλατωνική, οδύσσειά μας, το μαράζι, τους φόβους, τις ανασφάλειες, τις αντιζηλίες, τις προδοσίες, όλα τα δράματα που είχαν συνωμοτήσει για να μας κρατήσουν χώρια. «Αυτός σ’ αγαπάει;» «Δεν ξέρω, Τζέσσι, αλλά πρέπει να μάθω. Και δε θέλω να σε κοροϊδέψω ή να σε χρησιμοποιήσω σαν δίχτυ ασφαλείας σε περίπτωση που με απορρίψει... Πιθανόν να το κάνει. Μα εγώ πρέπει να είμαι εκατό τοις εκατό εκεί. Μετά απ’ όσα έχει περάσει, θέλω να μπορώ να είμαι ειλικρινής μαζί του αν με ρωτήσει για σένα. Και αξίζεις κι εσύ το ίδιο. Είσαι καλός άνθρωπος, Τζέσσι... Πάρα πάρα πολύ καλός». «Ουάου! Ακούγεσαι πολύ... Μου τη δίνει που ακούγεσαι τόσο σέξι, επειδή μου ξεριζώνεις την καρδιά, αλλά πραγματικά θα ήθελα να ήμουν στη θέση του άλλου αυτήν τη στιγμή». Τι άλλο να λέγαμε; Ακολούθησαν εκατέρωθεν ευχές. Ακούστηκαν γνήσιες και απαραίτητες. «Δε μ’ αρέσει η φράση “Ελπίζω να μείνουμε φίλοι”, Τζέσσι... Ακούγεται πολύ ξενέρωτη. Στ’ αλήθεια όμως ελπίζω να μπορέσουμε να είμαστε... κάτι ο ένας για τον άλλο». «Κέισσι, μην το πάρεις στραβά, αλλά δεν είμαι καλός στο να γίνομαι φίλος με τις γυναίκες που θέλω να κοιμηθώ μαζί τους». Η σιωπή πλάτυνε· δεν έμεναν πολλά να πούμε. «Καταλαβαίνω...» Αποχαιρετιστήκαμε ευγενικά και κλείσαμε το τηλέφωνο. Φίλησα την οθόνη του κινητού μου. Μέσα στο S.E.C.R.E.T. είχα την τύχη να συναντήσω πάρα πολύ καλούς άντρες, άντρες που, πέρα από το ότι είχαν συμβάλει στη σεξουαλική μου αφύπνιση, με είχαν βοηθήσει να ξεχάσω τους όχι και τόσο καλούς άντρες που είχα γνωρίσει παλιότερα. Και μετά υπήρχε και ο Γουίλ. Ήλπιζα πως άφηνα κάτι καλό, με την ευχή ότι θα έβρισκα κάτι υπέροχο, αλλά δεν ήξερα. Μπορεί ο Γουίλ να είχε τελειώσει μαζί μου. Όπως και να ’χε, δεν το συνήθιζε να εξαφανίζεται έτσι. Κοίταξα το ρολόι μου και μετά δεξιά και αριστερά στο ήσυχο δρομάκι και άρχιζε να με κυριεύει ανησυχία. Τα νέα για το μωρό ήταν οδυνηρό πλήγμα για κείνον. Αλλά τι γίνεται αν ήταν πραγματικά ερωτευμένος με την Τρεϊσίνα; Αν το συνειδητοποιούσε τώρα, που όχι μόνο δεν μπορούσε να την έχει, αλλά επιπλέον μάθαινε ότι δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά δική του; Με την άκρη του ματιού μου είδα μια κουρτίνα να ανεμίζει σ’ ένα από τα ανοιχτά παράθυρα


του επάνω ορόφου του καφέ. Ο Γουίλ ακόμα περίμενε να φέρουν τα παντζούρια που είχε παραγγείλει. Τότε κατάλαβα. Όρμησα στην πόρτα και διέσχισα την κουζίνα και την τραπεζαρία, όπου δύο πελάτες είχαν πιάσει ένα τραπέζι πλάι στο παράθυρο δίπλα στην Κλαιρ, η οποία ήταν σκυμμένη πάνω από το κινητό της, πλαισιωμένη από δύο καινούριες φίλες της από το σχολείο, που κοιτούσαν κι αυτές κάτι στην οθόνη της. «Κλαιρ!» Αναπήδησαν λες και είχα διακόψει λεπτή χειρουργική επέμβαση. «Μπορείς να μείνεις λίγο ακόμα; Και δώσε, σε παρακαλώ, δύο καταλόγους στους ανθρώπους. Θα σου πληρώσω διπλή υπερωρία. Έχω να τσεκάρω κάτι επάνω. Δε θ’ αργήσω». Δεν περίμενα να απαντήσει. Θα γινόμουν άθλια και αυταρχική μάνα, συλλογίστηκα την ώρα που ανέβαινα αθόρυβα τη σκάλα. Το χερούλι της καινούριας δρύινης πόρτας είχε γίνει κι αυτό παραγγελία, οπότε αναγκάστηκα να τη σπρώξω μαλακά με τον ώμο μου για να ανοίξει. Η πόρτα θα χώριζε το παλιό καφέ από το καινούριο εστιατόριο, όταν με το καλό θα ετοιμάζονταν οι σκάλες που θα οδηγούσαν απευθείας έξω στον δρόμο, αλλά προς το παρόν ο Γουίλ την κρατούσε κλειστή, για να μην μπαίνει η σκόνη από τις εργασίες στο Café Rose. Ο χώρος ήταν σκοτεινός για μεσημέρι. Ύστερα πρόσεξα πως όλες οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες. Οι εφημερίδες ήταν ακόμη απλωμένες στο πάτωμα, για να πέφτουν επάνω τους οι πιτσιλιές από το μπογιάτισμα της οροφής. Αλλά τα τραπέζια είχαν έρθει επιτέλους, μια δωδεκάδα, με μαρμάρινες επιφάνειες και ξύλινα πόδια. Άφησα το χέρι μου να χαϊδέψει μια δροσερή λεία επιφάνεια. Και μετά τα είδα, τα ξυπόλυτα πόδια του Γουίλ στο πάτωμα, να ξεμυτίζουν πίσω από την μπάρα, καθώς κι ένα μπουκαλάκι ουίσκι, κατά το ένα τέταρτο άδειο, επάνω στην μπάρα. Ο Γουίλ δεν ήταν γερό ποτήρι και δεν έπινε ποτέ μέρα, οπότε αυτό για κείνον σήμαινε «το τσούζω για τα καλά». «Εσείς είστε, αστυνόμε;» με ρώτησε με φωνή μεθυσμένη. «Γιατί; Σε κυνηγάει η αστυνομία;» Πήγα με τα νερά του, κάνοντας αργά αργά τον κύκλο της μπάρας, ώσπου έφτασα στα πόδια του. Ήταν με το τζιν, χωρίς πουκάμισο, με το πάπλωμα για μαξιλάρι, επάνω στο στρώμα, που ήταν διπλωμένο σαν τάκο για να χωρέσει στον στενό χώρο, και το πρόσωπό του είχε ζάρες από τον ύπνο, που μάλλον ήταν ανήσυχος. «Θα με κυνηγήσει όταν βρουν το φορτηγάκι μου στη Νορθ Πίτερς...» τραύλισε δένοντας τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του, ενώ τεντωνόταν για να ξυπνήσει. Μου ήταν αδύνατο να αποκρυπτογραφήσω τον τόνο του. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν ακόμα στενοχωρημένος ή θυμωμένος ή αν τα είχε αφήσει πίσω του και τα δύο προ πολλού και είχε προχωρήσει σε μια συναισθηματική ζώνη που και ο ίδιος δεν είχε επισκεφθεί ξανά. Αχ, βρε Γουίλ. Ήθελα να μπουσουλίσω δίπλα του και να τυλίξω τα χέρια και τα πόδια μου γύρω από τον πόνο του. Αντί γι’ αυτό, είπα: «Τι δουλειά έχει εκεί πέρα το φορτηγάκι σου;». «Πήρα εκείνη τη στροφή στη Σεν Φέρντιναντ...» μου απάντησε, ζωγραφίζοντας στον αέρα τη διαδρομή του αυτοκινήτου με το χέρι του. «Και ήταν ένα τεράστιο οπόσουμ στη μέση του δρόμου, και μπαμ!» Χτύπησε τα χέρια του μεταξύ τους και τα έτριψε.


«Το καημένο το οπόσουμ...» «Μια χαρά είναι αυτό. Το αμάξι μου σφήνωσε στο χαντάκι, γιατί φράκαρε ανάμεσα στα πασσαλάκια κοντά στην ξυλαποθήκη. Αναγκάστηκα να σπάσω το πίσω παράθυρο για να βγω... Δηλαδή ελπίζω να βρίσκεται ακόμα εκεί το αμάξι. Τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί ν’ αξίζει περισσότερο αν ισχυριστώ ότι μου το έκλεψαν...» Γέλασε σιγανά, αλλά εγώ δεν μπορούσα. Να ρωτήσω; Πού ήσουν και τι σκεφτόσουν και μήπως μπορείς τώρα να γίνεις δικός μου; Μπορούμε να ανήκουμε ο ένας στον άλλο; «Αλλά είσαι εντάξει... Σωστά;» «Μόνο εντάξει; Καλύτερα δε γίνεται! Τραγούδι της κάντρι έχω γίνει, Κέισσι... Ένας τύπος χάνει όλα όσα νόμιζε πως είχε μέσα σε μία μέρα. Το ότι έχασα το αμάξι μου απλώς συμπληρώνει το ρεφρέν... Δε νομίζεις;» Να τος λοιπόν, να ο σαρκασμός που έκρυβε τη θλίψη – να ο άντρας που ήξερα καλά. Αυτός που αγαπούσα πολύ. Να τη ευκαιρία σου, Κέισσι. Πες το. «Δεν τα έχεις χάσει όλα, Γουίλ...» «Αυτό είναι αλήθεια. Η μέρα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ή μήπως τέλειωσε; Δεν καταλαβαίνω με κλειστές τις κουρτίνες... Πώς σου φαίνονται; Καλές δεν είναι;» «Είναι πολύ ωραίες... Βλέπεις; Έχεις τις κουρτίνες και...» Τα μάτια του σταμάτησαν να θαυμάζουν τις κουρτίνες και άρχισαν να περιεργάζονται εμένα. «Τι άλλο έχω;» Ανασηκώθηκε στον έναν αγκώνα· το βλέμμα του βαρύ. Πες το, Κέισσι. «Έχεις... τα μαρμάρινα τραπέζια. Είναι πα... πανέμορφα» απάντησα κομπιάζοντας. «Αυτό είναι αλήθεια. Είναι όντως πανέμορφα» αποκρίθηκε. Έπαιζα νευρικά με την άκρη της μπάρας. «Και... τι άλλο έχω;» Για όνομα του Χριστού, πες το. Πες το τώρα. «Έχεις τα πάντα, Γουίλ. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο...» «Εσένα σ’ έχω;» Φτάνει, Κέισσι. Είναι εδώ, όλα, ακριβώς μπροστά σου. «Ναι, Γουίλ...» «Είσαι σίγουρη, Κέισσι; Επειδή θέλω πραγματικά να σ’ έχω, και νωρίτερα, όταν εκείνος ο τύπος ήρθε στο πάρκινγκ του νοσοκομείου και μου φάνηκε ότι δεν μπορώ να έχω ούτε εσένα, τότε σκέφτηκα...» «Γουίλ, μ’ έχεις...» Δεν ξέρω αν έσκυψα εγώ για να τον συναντήσω ή αν άπλωσε εκείνος τα χέρια του και με τράβηξε κάτω στο στρώμα, αλλά πολύ γρήγορα βρέθηκα γονατισμένη μπροστά του, αφήνοντάς τον να μου τραβήξει το μπλουζάκι, το ηλίθιο σουτιέν, τη χαζή ζώνη μου, κλότσησα το απαίσιο τζιν μου, καθώς και οι δύο μισούσαμε ό,τι στεκόταν εμπόδιο ανάμεσά μας, ακόμα κι αν ήταν απλώς τα ρούχα μας.


Τώρα από πάνω του, με τα δάχτυλά μας πλεγμένα, ένιωθα τυχερή και πάρα μα πάρα πολύ ευγνώμων. «Θα έπρεπε να δεις το πρόσωπό σου τώρα...» μου ψιθύρισε. «Είσαι πολύ όμορφη». Πήγα να πω: Με κάνεις να νιώθω όμορφη, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Αισθανόμουν όμορφη προτού το πει, κι αυτό ήταν θαύμα από μόνο του. «Σ’ ευχαριστώ, Γουίλ...» Τα δάχτυλά μου άγγιξαν απαλά το στέρνο του. Μόνο αυτόν ήθελα και τίποτε άλλο. Άπλωσε το στιβαρό του χέρι, το πέρασε γύρω από τον αυχένα μου και με τράβηξε προς τα κάτω, ώσπου το στήθος μου κόλλησε στον ζεστό θώρακά του. Τα μάτια του ήταν ήρεμα, τα μαλλιά του ένα κουβάρι αγωνίας και ύπνου. Τα έστρωσα προς τα πίσω. «Φίλα με, Κέισσι... Φίλα με σαν να εννοούσες αυτά που είπες. Ότι σ’ έχω. Ότι είσαι δική μου...» Το στόμα του ήταν ελαφρώς ανοιχτό, και χαμήλωσα για να το συναντήσω με το δικό μου. Δεν ήμαστε πιεστικοί ούτε μανιασμένοι. Όχι ακόμα. Δεν υπήρχε βιάση. Του έδωσα ένα γεμάτο φιλί, πλήρες, μία φορά και μετά πιπίλισα το κάτω χείλος του, απολαμβάνοντάς τον, φιλώντας τον ξανά όσο η γλώσσα του τιναζόταν διστακτικά ανάμεσα στα δόντια μου δοκιμάζοντάς με. «Γουίλ» είπα ανάμεσα στα φιλιά, «μου έλειψες πάρα πολύ...». Μας σήκωσε και τους δύο καθιστούς, με τα πόδια μου τυλιγμένα ακόμα γύρω του, το στιβαρό του όργανο επίμονο ανάμεσά μας. «Και μένα μου έλειψες, όπως βλέπεις...» αποκρίθηκε γελώντας, σπρώχνοντας τα μαλλιά μου από τα μάτια μου. Το χέρι μου έψαξε ενστικτωδώς να τον βρει και τύλιξα τα δάχτυλά μου γύρω από τη λεία στρογγυλή κορυφή του, νιώθοντάς τον να σκληραίνει περισσότερο. Τα μάτια του περιεργάστηκαν τα μέρη του κορμιού μου που τεντωνόταν να γευτεί – τον λαιμό μου, τον ώμο μου, το στήθος μου. Η γλώσσα του διέγραψε καυτούς κύκλους γύρω από τις ρώγες μου, τα χείλη του τις τράβηξαν μαλακά σε σφιχτές αιχμές, γλιστερές από τα φιλιά του. Ικανοποιημένος, έσπρωξε μαλακά τον κορμό μου μακριά του, έτσι που κάθισα στις παλάμες μου πίσω μου. Ξαφνικά δε μου άρεσε να βρίσκομαι ούτε καν σε τόση απόσταση από κείνον, αλλά το έκανε για να μπορέσει να γλιστρήσει το χέρι του ανάμεσά μας, ώστε να βγάλει τα υγρά μου με μερικές πυρετώδεις κινήσεις των δαχτύλων του. «Σε ήθελα πολύ καιρό, Κέισσι...» μουρμούρισε βάζοντας δύο δάχτυλα ακόμα πιο βαθιά, κυρτώνοντάς τα με τέτοιον τρόπο, ώστε να αγγίξουν ένα σημείο τόσο ευαίσθητο, τόσο τέλειο, που ένιωσα τα μάτια μου να γουρλώνουν. «Θέλω να σε κοιτάζω στα μάτια όταν τελειώνεις. Όταν θα σε κάνω να τελειώνεις...» συμπλήρωσε γλείφοντας γρήγορα τα δάχτυλά του και σκεπάζοντας την κλειτορίδα μου, που φλεγόταν πια, με το μαλακό μέρος του αντίχειρά του. «Ήθελα να σ’ το κάνω πολύ καιρό αυτό, Κέισσι...» Τα χείλη του στράβωσαν καθώς αύξανε την ταχύτητα, αλλά όχι την πίεση, πετυχαίνοντας το τέλειο σημείο μου με έναν επίμονο υπέροχο ρυθμό. «Τέλειωσε για μένα, Κέισσι. Τέλειωσε για μένα...» Αχ, και το έκανα, εκεί και τότε, ρίχνοντας πίσω το κεφάλι, ανοίγοντας τα γόνατα, με όλο μου


το κορμί να τεντώνεται προς το μέρος του. Τέλειωσα απελευθερώνοντας όλη τη λαχτάρα, όλο τον πόνο, όλο τον πόθο σ’ εκείνη τη σκονισμένη τέλεια αίθουσα στον επάνω όροφο, που γινόταν όλο και πιο ωραία κάθε φορά που βρισκόμασταν μόνοι και γυμνοί εκεί. Τα δάχτυλά του συνέχισαν τις παλινδρομικές κινήσεις τους, ενώ εγώ βογκούσα για χάρη του, ώσπου τον ικέτεψα να σταματήσει, θέλοντας απεγνωσμένα να πάρω ανάσα, να ηρεμήσω, να ξαναγυρίσω σ’ εκείνον, στον Γουίλ μου. Την ώρα που όλο μου το κέντρο ανεβοκατέβαινε, άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα το νυσταγμένο αξύριστο πρόσωπό του και ορκίστηκα από μέσα μου να φροντίζω καλύτερα αυτό τον καλό άνθρωπο, να μην τον αφήσω ποτέ ξανά. Το στόμα του βρήκε τον αντίχειρά μου και τον πιπίλισε, τον έγλειψε, αναπηδώντας ελαφρά μόλις άπλωσα το άλλο μου χέρι ανάμεσα στα πόδια μου για να τον πιάσω. «Κι αυτό μου έλειψε...» είπα τυλίγοντας το χέρι μου γύρω του, ενώ εκείνος στηριζόταν πίσω στα χέρια του. Παρακολούθησε τα δάχτυλά μου να ανεβοκατεβαίνουν παιχνιδίζοντας, χαλαρά αλλά γρήγορα, σφίγγοντας τη λαβή μου μόλις είδα την ολοφάνερη ευχαρίστησή του, με τα δάχτυλα να κινούνται πιο γρήγορα, ώσπου έγινε πολύ έντονο για κείνον κι έστρεψε το βλέμμα του προς τα πάνω. Επιτάχυνα πιο πολύ τον ρυθμό μου γέρνοντας προς τα εμπρός, με το στόμα μου δίπλα στο αυτί του, τις θηλές μου να αγγίζουν φευγαλέα το μπράτσο του. «Εσύ είσαι, Γουίλ... Πάντα εσύ ήσουν. Πάντα εσύ θα είσαι...» ψέλλισα ενώ βογκούσε λέγοντας το όνομά μου. Έψαξε να βρει το πορτοφόλι του, χωμένο στο τζιν του εκεί παραδίπλα, και σταμάτησε το χέρι μου για να βάλει το προφυλακτικό. Κατόπιν έφερε πάλι γύρω του τα πόδια μου, αγκαλιάζοντας σφιχτά με τα χέρια του τη μέση μου. «Έχεις πολύ ωραία αίσθηση...» ψιθύρισε την ώρα που με χαμήλωνε πάνω του, μπαίνοντας μέσα μου έως το τέρμα, γεμίζοντάς με περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πριν ή μετά. Μείναμε ακίνητοι για μια στιγμή, ενωμένοι έτσι, με τις παλάμες μου στα μάγουλά του, τα υγρά μου χείλη να γλιστρούν γλυκά επάνω στα δικά του, να ανασαίνουν την ανάσα του, τους γοφούς μου να τρίβονται αργά τους δικούς του, νιώθοντάς τον βαθιά μέσα μου, με το ένα χέρι στυλωμένο πίσω του να μας στηρίζει, το άλλο γύρω μου, να μου κρατάει κάτω τους γοφούς. Κουνήθηκε από κάτω μου, τρυφερά στη αρχή, παρακολουθώντας ευλαβικά το πρόσωπό μου. Ύστερα οι κινήσεις του απέκτησαν μεγαλύτερη ένταση, και τα χέρια μου κρατήθηκαν από τους ώμους του έτσι όπως τον ένιωθα να σηκώνει τη λεκάνη και να χώνεται μέσα μου όσο εγώ έσπρωχνα τη δική μου προς τα κάτω. «Αχ, Θεέ μου, Γουίλ...» «Κέισσι... Αχ, σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω έτσι» μου είπε, με πρόσωπο παραμορφωμένο από το γλυκό μαρτύριο ενώ τον καβαλίκευα, με όλη μου την ύπαρξη να έχει επικεντρωθεί στο να τον σφίγγει και τους γοφούς μου να πάλλονται δυνατά, για να αντλήσουν επιτέλους την έκσταση από μέσα του. Τέλειωσε. Εγώ τον έκανα να τελειώσει, και κατόπιν έπεσε προς τα πίσω, ασθμαίνοντας για μερικά δευτερόλεπτα. Χάρηκα την υπέροχη νίκη μου ώσπου το κορμί του πεθύμησε το δικό μου και με τράβηξε πάνω του, φέρνοντάς με ξανά κοντά του. Καθίσαμε αγκαλιασμένοι, με τον πισινό μου χωμένο


στην κολλώδη κοιλιά του, τον σκληρό μηρό του επάνω στον δικό μου, τρέμοντας και οι δύο από αυτά που μου είχε κάνει, από κείνα που του είχα κάνει, από αυτά που είχαμε κάνει ο ένας στον άλλο. «Υποσχέσου μου κάτι...» μου είπε. «Ό,τι θες». «Υποσχέσου μου ότι δε θα αφήσουμε τίποτα και κανέναν να μπει ανάμεσά μας ποτέ ξανά». «Ναι...» αποκρίθηκα κλείνοντας τα μάτια μου. «Το υπόσχομαι».


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ] ΚΕΪΣΣΙ

ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ Ο ΓΟΥΙΛ κι εγώ γνωριζόμασταν σχεδόν μία δεκαετία και είχαμε δει ο ένας τον άλλο γυμνό (τουλάχιστον άλλες τρεις φορές έπειτα από κείνο το θαυμάσιο απόγευμα, μία φορά στο σπίτι του, μία στο δικό μου κι άλλη μία σ’ εκείνο το στρώμα προτού το πάει στα σκουπίδια, όταν ήρθαν οι καινούριες καρέκλες), η νύχτα που ήρθε να με πάρει για την εκδήλωση του S.E.C.R.E.T. στο Latrobe’s ήταν, τυπικά, το πρώτο μας ραντεβού. Οι εβδομάδες που μεσολάβησαν έως εκείνη τη μοιραία νύχτα ήταν οι πιο ευτυχισμένες της ζωής μου. Το κρυφτό και τα ψέματα είχαν τελειώσει. Με την Τρεϊσίνα να έχει φύγει από το καφέ και να χτίζει κάπου αλλού την καινούρια της ζωή, ήμαστε ελεύθεροι να αρχίσουμε τη δική μας – το εστιατόριο έγινε για μας ένα διακριτικό πεδίο δοκιμών, ένα φιλί εδώ, μια φανερή αγκαλιά εκεί, μια καυτή ματιά σε κάθε γωνία. Και δε με ένοιαζε που η Ντελ κοιτούσε το ταβάνι και η Κλαιρ ήταν λιγάκι μπερδεμένη, αφού ήταν πολύ μικρή για να την εμπιστευτούμε, αλλά αρκετά μεγάλη για να καταλαβαίνει ότι «πρέπει να παίχτηκε κάτι πολύ χοντρό εδώ πέρα», όπως την έπιασα να λέει στις φίλες της καπνίζοντας πίσω από το μαγαζί. Αφού αποδέχτηκε την πρόσκληση, πήγα τον Γουίλ στο Funky Monkey να αγοράσει το πρώτο του σμόκιν και για να δω την Ντοφίν, η οποία ακτινοβολούσε τόσο πολύ και η ίδια από τον καινούριο της έρωτα, ώστε ήταν σαν να κοιτούσα στον καθρέφτη. Κρατήσαμε την υπερβολική χαρά μας που ειδωθήκαμε σε κανονικά επίπεδα μπροστά στον Γουίλ, λέγοντας μόνο πως η γνωριμία μας είχε προκύψει από τη συμμετοχή μας σ’ αυτήν τη γυναικεία ομάδα στην επίσημη εκδήλωση της οποίας θα πηγαίναμε και οι δύο. Στεκόταν μπροστά σ’ έναν καθρέφτη στα δοκιμαστήρια, όμορφος μέσα στο σμόκιν του, και η Ντοφίν καρφίτσωνε το στρίφωμα του παντελονιού. «Χαίρομαι που το κράτησα αυτό» είπε. «Παραείναι μεγάλο για τον Μαρκ. Αν κι έχω ένα προαίσθημα ότι θα είναι πιο δύσκολο απ’ όσο νομίζω να του βρω αυτού του παιδιού ένα σμόκιν που να του κάνει...» Μία εβδομάδα μετά, το βράδυ της εκδήλωσης, έπειτα από μια αδέξια απόπειρα να δέσουμε το καταραμένο το παπιγιόν, ο Γουίλ με ρώτησε πώς και δεν είχα αναφέρει ποτέ πως ανήκα σ’ αυτήν τη φιλανθρωπική οργάνωση, ιδίως αφού διέθετε τόσα φράγκα, ώστε μπορούσε να χαρίσει δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια. «Επειδή είναι μυστικό. Πάει κάπως πακέτο με το όλο πράγμα, η ανωνυμία, η αθόρυβη προσφορά, κάτι τέτοιο. Αλλά μ’ έχεις δει χίλιες φορές με τη Ματίλντα. Δεν έκρυβα κάτι». Αχ, Θεέ μου, γινόμουν ψεύτρα; Ή αποκτούσα περισσότερη άνεση με την αλήθεια; Γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να τα ξεχωρίσω. «Και τώρα αυτή η ομάδα θέλει να μάθει όλη η πόλη ότι χαρίζει εκατομμύρια;» Την ίδια ερώτηση είχα κάνει κι εγώ στη Ματίλντα, αλλά εκείνη μου είχε απαντήσει ότι,


σύμφωνα με την εμπειρία της, ήταν καλύτερο να κρύβεσαι σε κοινή θέα. Μια τόσο μεγάλη δωρεά σε τόσο πολλές οργανώσεις δε θα έμενε μυστική. Οπότε, γιατί να μην τη γιορτάσουμε ανοιχτά; Εξάλλου το S.E.C.R.E.T., με την άλλη επωνυμία του, χρειαζόταν απεγνωσμένα τη φοροαπαλλαγή για να παραμείνει ανοιχτό λίγο καιρό ακόμη. «Αν δε θες να μάθει κανένας για τη μυστική ομάδα σου, που είναι ταγμένη στη γυναικεία σεξουαλική ικανοποίηση και εξερεύνηση» μου είπε, «στέγασέ τη σ’ ένα μέγαρο στο κέντρο της πόλης. Γιατί; Επειδή κανένας δεν πρόκειται να σε πιστέψει, ακόμα κι αν τους πεις την αλήθεια». Κουμπώνοντας αφηρημένη το βραχιόλι μου στον καρπό μου, αρνούμενη τη βοήθειά του, ξαφνικά αγχώθηκα που θα έπαιρνα τον Γουίλ σε μια τόσο παράξενη εκδήλωση. Αλλά είχα εμπιστοσύνη στις γυναίκες, ιδιαίτερα στη Ματίλντα, ξέροντας ότι δε θα πρόδιδαν το μυστικό μου. Επίσης ήταν το τελευταίο δείγμα αλληλεγγύης που μπορούσα να δείξω, προτού εγκαταλείψω το S.E.C.R.E.T., σ’ αυτές τις γυναίκες που είχαν κάνει τόσο πολλά για μένα και είχαν ζητήσει τόσο λίγα ως αντάλλαγμα. Μάλιστα αγόρασα ένα πανέμορφο μαύρο φόρεμα για την περίσταση, ένα μακρύ εξώπλατο μοντελάκι με τιράντες από αισθησιακή σατινέτα. Βγήκα πισωπατώντας από την κρεβατοκάμαρα φορώντας το, για να μου ανεβάσει το φερμουάρ ο Γουίλ – κακή ιδέα. Με το που ακούμπησε τα δάχτυλά του στην κόπιτσα, το αναθεματισμένο βρέθηκε στους αστράγαλούς μου, κι εγώ πήγαινα σηκωτή, γυμνή και πάλι, φωνάζοντας και χτυπώντας τα πόδια, στο κρεβάτι μου. «Σήκωσε το φόρεμα! Μην το αφήνεις έτσι στο πάτωμα, Γουίλ, θα ζαρώσει. Το πλήρωσα μια περιουσία!» Έσκασα στα γέλια όταν σωριάστηκε πάνω μου λέγοντάς μου: «Να πάει να γαμηθεί το φόρεμα...» ενώ κατέβαζε και το δικό του πανέμορφα ραμμένο παντελόνι στους αστράγαλούς του, έβαζε προφυλακτικό κι έμπαινε μέσα μου τόσο απότομα, που μου έκοψε το χαχανητό μαχαίρι. Θεέ μου, το ύφος στα μάτια του εκείνη τη νύχτα, φλογερό και μανιασμένο όσο έμπαινε μέσα μου ξανά και ξανά, κρατώντας το κεφάλι μου στα δυνατά του χέρια· δεν ήθελα να χάσω ποτέ αυτό το βλέμμα. Παρ’ όλα αυτά, ανυπομονούσα ταυτόχρονα να έρθει μια εποχή που το να είμαι μόνη μαζί του δε θα με έκανε να θέλω να πετάξω τα ρούχα μου. Με κάποιον παράξενο τρόπο, λαχταρούσα να τα βαρεθώ λιγάκι όλα αυτά, να έρθει μια στιγμή που, όταν το δέρμα του θα άγγιζε φευγαλέα το δικό μου στο καφέ, δε θα μούσκευα από τον πόθο. Ήταν έρωτας, ναι, αλλά και κάτι παραπάνω. Με τον Γουίλ με ένωνε η πιο βαθιά, η πιο στενή φιλία. Ένιωθα πως ήταν ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο (εκτός από τη Ματίλντα) που με ήξερε πραγματικά. Και τώρα που κουνιόταν από πάνω μου με τη χάρη ενός ανθρώπου που καταλάβαινε το σώμα μου εξίσου καλά με το δικό του, εξετάζοντας το πρόσωπό μου, μελετώντας το σχεδόν, στρώνοντας πίσω τα μαλλιά μου και διεισδύοντας, διεισδύοντας μέσα μου ενώ τα νύχια μου μπήγονταν στο δέρμα του και τα μάτια του έκλειναν, δεν μπορούσα να φανταστώ να είμαι με κάποιον άλλο. Δεν μπορούσα να θυμηθώ άλλους άντρες. Πίεσε τα γόνατά μου προς τα πίσω κι επάνω, δοκιμάζοντας και των δυο μας τα όρια, το όριο του εξαίσιου πόνου μου, το όριο της ηδονής του, και το κορμί του σφίχτηκε και ζορίστηκε, στα πρόθυρα ενός ακόμα οργασμού που του χάριζα εγώ, κι εγώ σφίχτηκα και σπαρταρούσα από κάτω του βρίσκοντας το τέλειο σημείο μου, ώσπου, με την ηδονή να κυματίζει μέσα μας κι


επάνω μας, φέραμε ο ένας τον άλλο στην κορύφωση, φωνάζοντας ο ένας το όνομα του άλλου, με τα κορμιά μας θολά περιγράμματα από τις γρήγορες και άπληστες κινήσεις, καταλήγοντας ξέπνοοι και γελαστοί – μιας κι αυτό κάνεις όταν μένεις έκπληκτος από την αγάπη. «Που να πάρει, Κέισσι...» μου είπε ξαπλώνοντας δίπλα μου, σφίγγοντάς μου το χέρι ώσπου να ηρεμήσει η αναπνοή του. Πήγα να σηκωθώ για να κάνω ένα γρήγορο ντους, αλλά μου κράτησε το χέρι στο κρεβάτι και ανασηκώθηκε, στηριγμένος στον αγκώνα του δίπλα μου. «Ξέρεις κάτι; Το άξιζε». «Τι άξιζε;» «Όλες οι μαλακίες του περασμένου χρόνου, όλα αυτά τα πράγματα, τα ψέματα που μας κράτησαν χώρια. Το άξιζε. Πριν από μερικές εβδομάδες ήμουν πάρα πολύ θυμωμένος. Έλεγα στον εαυτό μου τέρμα οι γυναίκες. Δεν ήθελα ούτε ν’ ακούσω για έρωτα. Είχα σκοπό να κάνω ένα μεγάλο, γερό διάλειμμα. Και σήμερα, τώρα... Τώρα νιώθω σαν να βγήκα από ένα μακρύ τούνελ. Και αισθάνομαι ελαφρύς. Ολοκαίνουριος. Σαν να αποκαταστάθηκε η πίστη μου». «Κι εγώ» αποκρίθηκα, τραβώντας κοντά μου το πρόσωπό του για ένα φιλί. Χάιδεψε το βραχιόλι μου. «Καιρό έχεις να το φορέσεις...» «Το φοράω μόνο σε πολύ ειδικές περιπτώσεις» είπα αφήνοντάς τον να το περιεργαστεί, αφού ήξερα ότι δεν είχα πια τίποτα να κρύψω. «Δηλαδή, για να καταλάβω... Για κάθε καλή πράξη ή πρόκληση, ό,τι κάνετε τέλος πάντων, παίρνεις ένα κρεμαστό σαν κι αυτό;» με ρώτησε, διαβάζοντας μουρμουριστά μερικά από τα Βήματα: Γενναιοδωρία, Θάρρος, Εμπιστοσύνη. «Τις Προσκοπίνες μού θυμίζει...» «Χα! Κάτι τέτοιο...» αποκρίθηκα γλιστρώντας από το κρεβάτι. «Τι σου δίνουν αν ένα εστιατόριο πάρει το όνομά σου;» «Τι εννοείς;» ρώτησα. «Αποφάσισα να δώσω στο καινούριο εστιατόριο το όνομά σου... Θα φέρουν την ταμπέλα αύριο – και ορίστε» μου απάντησε, ψαρεύοντας ένα φύλλο χαρτί από το σακάκι του, το οποίο σήκωσε από το πάτωμα, όπου ήταν πεταγμένο μαζί με τα υπόλοιπα ρούχα μας. Μου παρουσίασε το διπλωμένο πρωτότυπο του νέου καταλόγου, που πάνω πάνω έγραφε με ωραία καλλιγραφικά γράμματα Κέισσι. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, άφωνη, ενώ χοντρά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά μου. «Σοβαρά μιλάς;» «Ποτέ δε μιλούσα σοβαρότερα» μου απάντησε φιλώντας με. «Δεν ξέρω... Δεν μπορώ... Ποτέ κανένας δεν...» «Κέισσι, απλώς πες ευχαριστώ. Τώρα πάμε να ντυθούμε, να ξεμπερδεύουμε με την εκδήλωση». «Δε θα σε ευχαριστήσω τώρα. Θα σε ευχαριστήσω αργότερα, όταν ξαναβρεθούμε εδώ μόνοι μας». «Δηλαδή δε θα κάτσουμε μέχρι αργά;» «Σε καμία περίπτωση!» Κάναμε ντους εκ περιτροπής, επειδή η μπανιέρα μου παραήταν μικρή για δύο, και στη


συνέχεια μου ανέβασε τρυφερά το φερμουάρ του φουστανιού μου. Ένιωθα ευτυχία και, τολμώ να το πω, πολλή αγάπη. Αν το ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία φορά που θα ήμαστε μαζί, δε θα είχα φύγει ποτέ από το κρεβάτι ή το διαμέρισμα και σίγουρα δε θα τον είχα ξεπλύνει τόσο γρήγορα από το κορμί μου προτού ξαναφορέσω εκείνο το όμορφο καταραμένο φόρεμα.

*** Το Latrobe’s ήταν ένα ζεστό γωνιακό κτίριο φτιαγμένο από κρεμ γυψομάρμαρο και στριμωγμένο στην καρδιά της Γαλλικής Συνοικίας. Με τα θολωτά μαυριτανικά ταβάνια και τους μισοφωτισμένους εσωτερικούς χώρους ήταν το τέλειο μέρος για ένα κλειστό πάρτι ή έναν κομψό γάμο σε στενό κύκλο, κάτι διακριτικό και διόλου φανταχτερό. Έτσι, ήταν ασυνήθιστο να βλέπεις ένα φασαριόζικο πλήθος από ρεπόρτερ στην είσοδο. Αλλά θα γινόταν μια δωρεά δεκαπέντε εκατομμυρίων δολαρίων σε τουλάχιστον οχτώ διαφορετικές τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις οι οποίες βοηθούσαν γυναίκες και παιδιά που είχαν κακοποιηθεί, πεινούσαν, είχαν εγκαταλειφθεί ή βρίσκονταν με κάποιον άλλο τρόπο σε μειονεκτική θέση. Τέτοια ποσά μπορούσαν να αλλάξουν ζωές. Οπότε ήταν σημαντικό και άξιζε να προβληθεί. Η Ματίλντα ασχολιόταν με τους δημοσιογράφους, τις ερωτήσεις και τα συμπαρομαρτούντα. Εμάς μας είπε να χαλαρώσουμε, να κάνουμε γνωριμίες και να φάμε. Η συνεδρίαση της Επιτροπής ήταν κανονισμένη για την επόμενη μέρα. Τότε θα μαθαίναμε πόσα χρήματα είχαν μείνει στα ταμεία του S.E.C.R.E.T. Επίσης τότε σκόπευα να παραιτηθώ επισήμως, αλλά όχι προτού ευχαριστήσω χίλιες φορές καθεμιά από τις γυναίκες ξεχωριστά για την καλή μου τύχη και την υπέροχη ζωή μου. Περάσαμε βιαστικά μπροστά από τα φλας των φωτογράφων και μπήκαμε στον στενό προθάλαμο που οδηγούσε στην κεντρική σάλα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη με τα ανώτατα κοινωνικά κλιμάκια της Νέας Ορλεάνης, συμπεριλαμβανομένου, προς μεγάλη μας έκπληξη, του εντελώς ασυνόδευτου και προσφάτως επανεκλεγέντος εισαγγελέα Καρράδερς Τζόνστον, ο οποίος σκούπιζε το μέτωπό του και υποδεχόταν προσκεκλημένους φορώντας ένα υπερβολικά στενό σμόκιν, με τον υπεύθυνο επικοινωνίας στο πλευρό του να απαντάει στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. «Θα είσαι εντάξει με αυτόν εδώ;» ρώτησα τραβώντας τον Γουίλ από την ουρά στον χώρο υποδοχής, για να αποφύγουμε τη χειραψία με τον Καρράδερς. Είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας, και παρόλο που είχα πάει αρκετές φορές να δω το γλυκό μωράκι και μια πολύ ταπεινωμένη Τρεϊσίνα, ο Γουίλ εξακολουθούσε να αισθάνεται πως είχε πιαστεί κορόιδο. Έτρεφε ακόμα νοσηρά συναισθήματα, τα οποία ήλπιζα ότι θα υποχωρούσαν σύντομα, ώστε η Τρεϊσίνα να μπορεί ελεύθερα να φέρνει το μωρό στο καφέ, από το οποίο είχε πάρει το όνομά του. Κοιτάζοντας τον Καρράδερς, ο Γουίλ είπε: «Δεν πειράζει. Βασικά τον λυπάμαι τον κακομοίρη. Είναι αναγκασμένος να ανέχεται τόσα κλάματα και ουρλιαχτά... Κι έχει και το μωρό από πάνω». Η είδηση της εξωσυζυγικής σχέσης του Καρράδερς είχε έρθει πολύ αργά για να επηρεάσει την επανεκλογή του, όμως οι επιπτώσεις της εμφανίζονταν λί-


γο λίγο. Φυσικά οι ερωτήσεις ήταν πολλές, αλλά τις περισσότερες τις απέφευγε όσο η σύζυγός του μετέφερε τα πράγματά του από το μέγαρό τους στη συνοικία Γκάρντεν, σε μια υπέροχη μονοκατοικία στην οδό Εξποζίσιον απέναντι από το πάρκο Όντυμπον, όπου εκείνος και η Τρεϊσίνα θα μπορούσαν να μεγαλώσουν το μωρό με σχετική ησυχία ώσπου να ξεθυμάνει κάπως το σκάνδαλο. Επίσης ήταν παρούσα και η δημοτική σύμβουλος Κέυ Λαντουσέρ. Είχε προεδρεύσει στον περσινό χορό της Εταιρείας Αναζωογόνησης και απόψε συμπεριφερόταν σαν βασίλισσα μέλισσα, υποδεχόμενη τους καλεσμένους και ποζάροντας για φωτογραφίες, παρόλο που η εκδήλωση ήταν της Ματίλντας. Ο Γουίλ επιδίωξε να τη χαιρετήσει επειδή ήξερε ότι σύντομα θα γινόταν η τελική επιθεώρηση του κτιρίου, έπειτα από την οποία, με την προϋπόθεση ότι θα περνούσε τον έλεγχο, το μόνο που θα μας εμπόδιζε να ανοίξουμε το εστιατόριο της «Κέισσι» (της Κέισσι!) ήταν να εξασφαλίσουμε την άδεια πώλησης οινοπνευματωδών και να κόψουμε την κορδέλα. Η Κέυ είχε μπλοκάρει κάθε απόπειρα του Γουίλ στο παρελθόν να επεκτείνει την επιχείρηση στον επάνω όροφο, προβάλλοντας ως αιτία την υπερβολική ανάπτυξη της οδού Φρέντσμεν. Έτσι, τώρα ο Γουίλ δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, και μάλιστα έφτασε στο σημείο να της κάνει κομπλιμέντο για τα μαλλιά και το φουστάνι της· αλλά ένιωσε τον αγκώνα μου στα πλευρά του όταν άρχισε να λέει για τα παπούτσια της. Βρεθήκαμε με την Ντοφίν και τον Μαρκ για ένα λεπτό – εκείνη φορούσε ένα εντυπωσιακό απαστράπτον μπλε έξωμο φόρεμα, με τα μαλλιά χτενισμένα σε στιλ Βερόνικα Λέικ, κι εκείνος φορούσε επίσημο σακάκι και τζιν φυσικά και είχαν και οι δύο χαζοχαρούμενα χαμόγελα· αν υπήρχε τέλειο ζευγάρι, ήταν αυτοί οι δύο. «Κέισσι, χαίρομαι πάρα πολύ που σε βλέπω!» αναφώνησε ο Μαρκ παίρνοντάς με στην αγκαλιά του και σηκώνοντάς με ψηλά. Μου είπε σιγανά στο αυτί: «Σου χρωστάω μεγάλη χάρη...». Είχα διαβεβαιώσει εδώ και πολύ καιρό τον Γουίλ ότι ήμαστε «μόνο φίλοι» με το «αδύνατο παιδί» που είχε περάσει από το καφέ εκείνη τη μέρα για να με καλέσει στη συναυλία του. Και νομίζω ότι με είχε πιστέψει. Αλλά ο ενθουσιώδης χαιρετισμός του Μαρκ έκανε τον Γουίλ να ακουμπήσει ενστικτωδώς το ζεστό του χέρι στην πλάτη μου. «Είσαι πανέμορφη, Κέισσι...» ψιθύρισε η Ντοφίν σκύβοντας προς το μέρος μου, για να μην ακούει ο Γουίλ. «Και υποσχέσου μου ότι θα περνάς πιο συχνά απ’ το μαγαζί. Δε λέμε αντίο. Στ’ αλήθεια μού άλλαξες τη ζωή...» «Και το καλό που σας θέλω, εσείς οι δύο να γίνετε θαμώνες στο εστιατόριό μου!» είπα ανακοινώνοντας το όνομά του. Ο Γουίλ έδειχνε εξίσου ενθουσιασμένος με μένα. «Συγχαρητήρια!» αποκρίθηκαν, και αφού ο Μαρκ υποσχέθηκε να παίξει στη γωνία με μια κιθάρα στα εγκαίνια, έφυγαν για να διασχίσουν το πλήθος και να πάνε στο μπαρ. Γύρισα και γλίστρησα τα χέρια μου κάτω από το σακάκι του Γουίλ, δένοντάς τα πίσω από την πλάτη του σε μια σφιχτή αγκαλιά. «Δεν έχεις λόγο να ανησυχείς...» του είπα υψώνοντας το βλέμμα, με το πιγούνι μου στο στήθος του. «Τι; Το ξέρω αυτό» μου αποκρίθηκε, βάζοντας μια τούφα που είχε φύγει από τα μαλλιά μου


πίσω από το αυτί μου. «Δε σε είχα για ζηλιάρη, Γουίλ». «Δεν είμαι. Απλώς... υποθέτω πως είμαι κάπως ευαίσθητος αυτό τον καιρό. Θα το ξεπεράσω... Σε λίγο θα σε θεωρώ εντελώς δεδομένη». «Ανυπομονώ» είπα· και το εννοούσα με κάποιον τρόπο. Η βραδιά εκτυλισσόταν υπέροχα. Ακόμα και τότε που η Άντζελα Ρεζάν πέρασε με ένα εγκληματικά κοντό ασημένιο μίνι φόρεμα, που έκανε την προσοχή όλης της αίθουσας να στραφεί προς το μέρος της, συμπεριλαμβανομένου του Γουίλ. Τα πόδια της με μάγεψαν, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε δεν πρόσεξα το ελαφρύ χέρι στον ώμο μου. Υπέθεσα πως ήταν πάλι ο Γουίλ, αφού το άγγιγμά του είχε αρχίσει να γίνεται μια ευχάριστη σταθερά, έτσι που σχεδόν το παρατηρούσα περισσότερο όποτε δεν το είχε πάνω μου. «Κέισσι Ρόμπισο, πολύ χαίρομαι που σε βλέπω ξανά. Πόσο μαγευτική είσαι με το μαύρο σατέν!» Γύρισα και τον είδα· ήταν ο Πιέρ Καστίγ, με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι, και το εκνευριστικά όμορφο πρόσωπό του φωτίστηκε μόλις το βλέμμα μου συνάντησε το δικό του. Με το ελεύθερο χέρι του με έπιασε από το μπράτσο για να με φιλήσει στα μάγουλα, και το δέρμα μου ανατρίχιασε και πάγωσε κάτω από το άγγιγμά του. Ήταν πιωμένος. Πολύ. Αχ, Θεέ μου, τι κάνει εδώ; «Γεια σου, Πιέρ...» είπα με τρεμάμενη φωνή. Κοίταξα γύρω μου για την Ντοφίν, ανησυχώντας ξαφνικά για κείνην. «Και τι φουστάνι! Α, κι αυτός δεν είναι ο παλιός παιδικός μου φίλος, ο Γουίλ Φορέ; Ο Γουίλ με κουστούμι – γι’ αυτό και μόνο άξιζε το ποσό που πλήρωσα για να έρθω!» «Πιέρ, απ’ ό,τι βλέπω, πηγαίνεις πάντα μετά χαράς όπου σε καλούν...» αντιγύρισε ο Γουίλ, ρίχνοντάς μου ένα βλέμμα σαν να έλεγε: Τι στον διάολο θέλει αυτός εδώ; Ανασήκωσα τους ώμους, αναζητώντας φρενιασμένα με το βλέμμα τη Ματίλντα. «Δε γινόταν να μην έρθω απόψε, Γουίλ φίλε μου. Στο κάτω κάτω δικά μου είναι –ή μάλλον ήταν– τα δεκαπέντε εκατομμύρια που χαρίζει τούτη η οργάνωση». Ο Γουίλ στράφηκε προς το μέρος μου. «Δικά του;» «Τι τα θες όμως;» συνέχισε ο Πιέρ, βάζοντας τα δυνατά του για να κρύψει ότι μάσαγε ελαφρώς τις λέξεις από το μεθύσι. «Προσπαθείς να υποστηρίξεις κινήσεις που σε ενδιαφέρουν, αλλά μερικές φορές δε θέλουν τη βοήθειά σου... Γυναίκες! Μα καλά δεν τα λέω; Υπάρχει κι ένα όριο στις μαλακίες που μπορείς ν’ ανεχτείς απ’ αυτές... Και τώρα που το αναφέραμε, να η πολυαγαπημένη μας Ματίλντα Γκριν!» Δόξα τω Θεώ, σκέφτηκα καθώς η Ματίλντα μάς πλησίαζε παγερά. «Κύριε Καστίγ, τι έκπληξη που σας βλέπουμε εδώ» είπε. Η φωνή της ήταν σταθερή, αλλά την ήξερα· έτσι όπως έπαιζε με τα κρεμαστά του βραχιολιού της, καταλάβαινα πως η παρουσία του την είχε αναστατώσει. Στο μέτωπό μου σχηματίστηκαν κόμποι ιδρώτα. «Το φαντάζομαι... Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι πως η πρόσκλησή μου χάθηκε στο ταχυδρομείο. Δεν πιστεύω, με δεδομένη την παθιασμένη υποστήριξή μου προς το S.E.C.R.E.T., να παραλείψατε εσκεμμένα το όνομά μου απ’ τη λίστα των καλεσμένων...»


«Πολύ ευγενικό από μέρους σας που παραβλέψατε την αβλεψία μας» του αποκρίθηκε εκείνη, μορφάζοντας από τη μυρωδιά της ανάσας του όταν έσκυψε να τη φιλήσει στο μάγουλο. Στράφηκε στον Γουίλ. «Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, Γουίλ. Και, Κέισσι... Αχ, ελπίζω να μη σε πειράζει που σ’ στο λέω, αλλά μου φαίνεσαι λίγο αναψοκοκκινισμένη. Με συγχωρείς, αλλά ίσως έπαθες το ίδιο με την Ντοφίν. Η καημενούλα μόλις έφυγε... Ελπίζω να μην έφταιγαν οι γαρίδες». Το πρόσωπο της Ματίλντας ήταν ικετευτικό, τα λόγια της ακούγονταν λες και τα πίεζε σε σκληρό άργιλο. Ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό μου. «Μάλιστα, είσαι πολύ ιδρωμένη. Δε θα σε αδικούσα καθόλου αν ήθελες να φύγεις κι εσύ λίγο νωρίτερα απ’ όλη αυτήν τη φασαρία, προτού αρχίσουν οι βαρετές ομιλίες. Ξέρω πόσο πολύ σε κουράζουν αυτά τα πράγματα». Αυτό μου είπε αντί του Ο Πιέρ έχει έρθει για να κάνει ζημιά, σοβαρή ζημιά, όχι μόνο στο S.E.C.R.E.T., αλλά και σε σένα. Φύγε τώρα. Πάρε και τον Γουίλ. «Είσαι εντάξει;» ρώτησε ο Γουίλ ,που αντιλήφθηκε την ανησυχία της Ματίλντας. «Αν δε νιώθεις καλά, μπορούμε να...» «Ναι, πάμε. Είμαι λίγο...» «Διψασμένη;» ρώτησε ο Πιέρ πιάνοντας ένα ποτήρι παγωμένο νερό από τον δίσκο ενός περαστικού σερβιτόρου και δίνοντάς το μου. «Αν φύγεις τώρα, θα χάσεις το καλύτερο κομμάτι, Κέισσι... Και σε ξέρω εσένα» πρόσθεσε, χτυπώντας με το δάχτυλο τον Γουίλ στο στήθος. «Εσύ θα δεις με μεγάλο ενδιαφέρον πώς θα προχωρήσει αυτή η βραδιά. Όχι άλλα μυστικά. Όχι άλλα ψέματα. Είναι πολύ τοξικά... Τι νομίζεις κι εσύ, Γουίλ;» «Τι σκατά είναι αυτά που λες, Πιέρ;» Αλλά πριν προλάβω να πω: Γουίλ, σε παρακαλώ, πήγαινέ με σπίτι τώρα, προτού ακούσεις κάτι που μπορεί να σε σκοτώσει, να μας σκοτώσει, ο Πιέρ στράγγιξε το ποτήρι του, αφήνοντάς το στον δίσκο ενός άλλου σερβιτόρου που περνούσε. «Τι είναι αυτά που λέω; Λέω για τη σέξι ομάδα στην οποία ανήκουν αυτές οι κυρίες. Σου έχει πει η Κέισσι πώς χρηματοδοτείται; Πουλάνε πίνακες. Πολύτιμους πίνακες! Πρόσφατα αγόρασα έναν αντί δεκαπέντε εκατομμυρίων δολαρίων... Μα απ’ ό,τι φαίνεται, δε θέλουν τα λεφτά μου. Κι εγώ δεν τους δίνω πίσω τον πίνακα! Γι’ αυτό τα χαρίζουν. Πόσο γενναιόδωρο. Πόσο μεγαλόψυχο... Πόσο φαρισαϊκό!» «Πιέρ, αρκετά είπες!» αντιγύρισε η Ματίλντα, προσπαθώντας να κάνει νόημα στους σεκιουριτάδες. Ήμαστε μικρό πηγαδάκι, μόνο η Ματίλντα, ο Γουίλ, ο Πιέρ κι εγώ, αλλά γύρω μας είχαν στηθεί αυτιά, και όχι μόνο ανθρώπων που ανήκαν στο S.E.C.R.E.T. «Και τα έχουν ανάγκη τα λεφτά! Οι ερωτικές φαντασιώσεις δεν είναι φτηνές, Γουίλ. Κυρίως όταν συνοδεύονται από μικρά βραβεία σε κουτάκια» συνέχισε εκείνος αρπάζοντας τον καρπό μου και χώνοντας το βραχιόλι μου στη μούρη του Γουίλ. «Σου είπε ποτέ η Κέισσι πώς κέρδισε αυτά τα κρεμαστά; Ή πού; Αυτό εδώ δεν ήταν μαζί μου, στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας μου;» Τα δάχτυλά του σκάλιζαν τα κρεμαστά στο βραχιόλι μου, προσπαθώντας να βρουν αυτό που


έλεγε. Τράβηξα το χέρι μου από τη λαβή του. «Πάρε τα κουλά σου από πάνω της...» σφύριξε ο Γουίλ. «Γουίλ, πάμε να φύγουμε από δω...» τραύλισα, πιέζοντάς τον με όλο μου το κορμί μακριά από το πηγαδάκι μας, από αυτό το απαίσιο μέρος – πρέπει να ένιωσε το σώμα μου να δονείται από θυμό και φόβο. Η Ματίλντα προσπαθούσε να ηρεμήσει τον Πιέρ, να τον κάνει να σωπάσει, σαν να υπήρχε χρόνος να σωθεί η βραδιά, σαν να μην είχε γίνει ήδη η ζημιά. Αλλά τα μάτια του Γουίλ είχαν τρελαθεί από τη σύγχυση. Η Άντζελα και η Κιτ κοντοζύγωσαν κι έβαλαν τα σώματά τους σαν ασπίδες για να εμποδίσουν τους παρευρισκόμενους να παρακολουθήσουν το δράμα, να μην επιτρέψουν να διαρρεύσουν άλλες λεπτομέρειες πέρα από την ομάδα μας προς την ευρύτερη ομήγυρη. «Μερικές φορές σε εκδηλώσεις όπως αυτή εδώ, Πιέρ» είπε η Ματίλντα πιάνοντάς τον από τον αγκώνα, «όπου τα ποτά ρέουν πιο άφθονα απ’ το φαγητό, λέμε πράγματα που δεν τα εννοούμε και πληγώνουμε φοβερά κάποιους ανθρώπους, ανθρώπους που δεν το αξίζουν». «Και μερικές φορές, Ματίλντα, λέμε την αλήθεια!» αντιγύρισε απότομα εκείνος, ελευθερώνοντας το χέρι του. Στράφηκε στον Γουίλ και πρόσθεσε: «Μαθαίνω πως η αλήθεια είναι είδος εν ανεπαρκεία στη ζωή σου τελευταία, φιλαράκο... Έμαθα για τον γερο-Καρράδερς και τη φιλεναδίτσα σου ή, μάλλον, την πρώην φιλεναδίτσα σου. Πάλι τα λεφτά μου υποστήριξαν τον λάθος υποψήφιο! Οικογενειακές αξίες να σου πετύχουν... Όχι πως υπέφερες πολύ. Πρέπει να ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου, Κέισσι, μόλις έμαθες πως η πρώην του ήταν ακόμα μεγαλύτερη τσουλάρα από σένα!» Μπαμ έσκασε η μπουνιά, που πέρασε πάνω από τον ώμο μου και προσγειώθηκε βαριά και ύστερα σφραγίστηκε με μια καλή κλοτσιά στα πλευρά του, πριν καλά καλά προλάβει να πέσει στο πάτωμα. Το μπράτσο του Γουίλ ήταν τραβηγμένο πίσω και έτοιμο να επιτεθεί· ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Αλλά μόλις ξεπέρασα το σοκ, συνειδητοποίησα πως η πλάτη που έβλεπα πάνω από το σώμα του Πιέρ, που σφάδαζε, δεν ήταν του σακακιού του Γουίλ, αλλά της λευκής στολής σεφ που ανήκε στον Τζέσσι Τέρνμπουλ. Ο χρόνος σταμάτησε ακαριαία, επιτρέποντάς μου για μια στιγμή να αισθανθώ σαν παρατηρητής, που πετούσε απόκοσμα πάνω από τα τεκταινόμενα, παρακολουθώντας την Άντζελα και την Κιτ να κρατούν τον Γουίλ να μην αποτελειώσει αυτό που είχε αρχίσει ο Τζέσσι, βλέποντας τους δύο ψωμωμένους σωματοφύλακες να σηκώνουν τον αιμόφυρτο Πιέρ, που φώναζε ακόμα, παρά το αίμα και το μπροστινό δόντι που έλειπε: «Απλώς ρώτα τη, Γουίλ! Ρώτα την πώς πήρε τα κρεμαστά της. Πώς τα πήραν όλες τους!» Το «ρώτα την» ακουγόταν περισσότερο σαν «ρώαην», πράγμα που θα ήταν αστείο και ίσως μια μέρα, σε κάποιο μακρινό μέλλον, φαινόταν ακόμη αστείο για άλλους ανθρώπους, που δε θα επηρεάζονταν από το μεθυσμένο κατηγορητήριό του. Ακόμα κι όταν κατάφερε και ελευθέρωσε τα χέρια του από τους φύλακες, ο Πιέρ δεν έλεγε να σταματήσει. «Επειδή απλώς τους χρησιμοποιούν τους άντρες, Γουίλ! Τους χρησιμοποιούν για να ευχαριστηθούν και μετά τους πετάνε. Και το ίδιο θα κάνει και με σένα, φίλε! Οπότε αντίο σας, πουτάνες...» είπε με έναν χλιαρό χαιρετισμό προτού τον πάνε καροτσάκι έως την πόρτα και


τον πετάξουν μέσα στη λιμουζίνα του, που τον περίμενε. Αυτό το άκουσαν όλοι: έναν μεθυσμένο Πιέρ Καστίγ που μιλούσε περισσότερο σαν ζηλιάρης πρώην παρά ως πικραμένος άντρας που τον είχε απορρίψει μια ομάδα γυναικών, για την οποία ένιωθε πλέον βαθιά απέχθεια. Έτσι, πέρα από μερικούς ψιθύρους και κάποια βλέμματα, η ομήγυρη αναγνώρισε μεμιάς το θέαμα, και αμέσως μόλις έφυγε η λιμουζίνα, ησύχασε και επέστρεψε στα ποτά και στα ορντέβρ της. Ευχαρίστησα σιωπηλά τον Τζέσσι με τα μάτια μου βουρκωμένα και μετά έπιασα τον Γουίλ από τα πέτα, τραβώντας τον απαλά πιο πέρα από το πλήθος, προς έναν μισοφωτισμένο διάδρομο που οδηγούσε στις τουαλέτες. Εκεί τον έσπρωξα σ’ έναν τοίχο, κρατώντας τον όρθιο για μια στιγμή με το μέτωπό μου στο κέντρο του στήθους του, όπου άφησα μια μικρή προσευχή, κάτι για να τον βοηθήσει να με ακούσει καλύτερα όσο θα προσπαθούσα απεγνωσμένα να του εξηγήσω. Κοντανάσαινε. «Έχω μπερδευτεί πολύ, Κέισσι!» μου είπε, και η φωνή του είχε ανέβει κατά μία οκτάβα. «Έχω μπερδευτεί από κάποια πράγματα που είπε αυτός ο μαλάκας. Μήπως μπορείς... να με διαφωτίσεις;» «Δεν ξέρω. Νομίζω, υποθέτω... πως ο Πιέρ θέλει να μας καταστρέψει». «Ποιους;» «Να καταστρέψει το S.E.C.R.E.T., την οργάνωσή μας, εμένα, εμάς...» «Γιατί; Τι τον νοιάζει;» «Επειδή... τον απέρριψα. Τον απορρίψαμε». Ο Γουίλ άρχισε να γελάει, να γελάει με την καρδιά του. «Συγγνώμη. Κάτσε να δω αν κατάλαβα... Απέρριψες τον πλουσιότερο άντρα στην πόλη, οπότε αγόρασε έναν πίνακα δεκαπέντε εκατομμυρίων δολαρίων απ’ την... ομάδα σου. Μα δε θέλετε τα χρήματα, επειδή είναι κακός άνθρωπος. Κι εκείνος θύμωσε και σας αποκάλεσε τσούλες και πουτάνες...» «Το ξέρω πως ακούγεται γελοίο...» «Όχι γελοίο. Απλώς ελλιπές» μου αντιγύρισε. «Ξέρεις, κάποτε η Τρεϊσίνα μού είπε πως η Άντζελα και η Κιτ έκαναν κάτι τρελιάρικα πράγματα σε κάποιο μέγαρο στη συνοικία Γκάρντεν. Έτσι τα αποκάλεσε: τρελιάρικα. Δεν την πίεσα, επειδή ήμαστε έξω και είχε πιει. Σκέφτηκα ότι δε με αφορούσε. Απόψε όμως είδα πως η Κιτ και η Άντζελα κι εσύ ανήκετε στην ίδια ομάδα, στο S.E.C.R.E.T. Αυτό εννοούσε η Τρεϊσίνα;» Δάκρυα που θύμιζαν δάκρυα ντροπής άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά μου. Γιατί; Δεν είχα κάνει τίποτα κακό. Κι όμως το έβλεπα στα μάτια του Γουίλ: αηδία. «Γουίλ, μη με κοιτάς έτσι...» «Πες μου, Κέισσι. Γιατί σ’ το λέω: άλλο ένα γαμοψέμα, άλλο ένα μυστικό, και θα σπάσω στα δύο! Ναι ή όχι. Ανήκεις σε κάποια... ομάδα σεξ;» Ταπείνωση άρχισε να κατακάθεται μέσα μου, ξεκινώντας από τα πόδια μου και ανεβαίνοντας αργά στο κορμί μου. Δεν του είχα πει ψέματα. Είχα αφαιρέσει απλώς κάποια κομμάτια της αλήθειας που δεν τον αφορούσαν ή που δεν είχα τη δυνατότητα να του εξηγήσω. Κι εκείνη τη


στιγμή πήρα κάποια απόφαση. Αν ο Γουίλ δεν μπορούσε να αποδεχτεί ολόκληρο το S.E.C.R.E.T., αυτό που είχε κάνει για μένα, το πώς μου είχε δώσει πίσω τον εαυτό μου, τότε ήταν καλύτερο να το μάθω τώρα. Ανοιγόκλεινα τις γροθιές μου προσπαθώντας να μαζέψω το κουράγιο για να πω την αλήθεια. Έπιασα το χέρι του και κοίταξα τα σκούρα μπλε μάτια του, που τώρα ήταν αλλόκοσμα από τη σαστιμάρα. «Μου υπόσχεσαι ότι θα μ’ ακούσεις;» «Είμαι όλος αυτιά, μωρό μου. Όλος αυτιά...» «Λοιπόν, άκου... Σου έχω πει την αλήθεια. Το S.E.C.R.E.T. είναι μια ομάδα που βοηθάει γυναίκες. Αυτό το κομμάτι είναι αλήθεια. Αλλά τις βοηθάει... σεξουαλικά, χαρίζοντάς τους μια σειρά από σεξουαλικές φαντασιώσεις, απ’ αυτές που τις βοηθούν να αναπτύξουν ιδιότητες όπως θάρρος και εμπιστοσύνη και... αυτοπεποίθηση. Ιδιότητες που πάντα μου έλειπαν» είπα. Το πρόσωπό του παρέμεινε ανέκφραστο, αλλά συνειδητοποιούσα ότι το μυαλό του δεν μπορούσε να επεξεργαστεί τις πληροφορίες αρκετά γρήγορα. «Την περασμένη χρονιά έζησα πολλά... σενάρια. Ένιωσα τρόμο, ένιωσα ενθουσιασμό. Χάθηκα και ξαναβρέθηκα. Και στο τέλος ήμουν άλλος άνθρωπος, αλλά συγχρόνως ο ίδιος, απλώς πιο δυνατός, πιο ο εαυτός μου... Ακόμα κι εσύ μου είπες πέρυσι, όταν κοιμηθήκαμε πρώτη φορά μαζί, ότι φαινόμουν διαφορετική, μα ταυτόχρονα πολύ ίδια. Ήταν αυτό ακριβώς. Αυτό μου έδωσε το S.E.C.R.E.T.». Σώπασα περιμένοντας να παρέμβει, να πει κάτι, οτιδήποτε, όμως το πρόσωπό του έμεινε ασάλευτο σαν άγαλμα της Νήσου του Πάσχα. «Κι έτσι, μετά τις φαντασιώσεις μου είχα την ευκαιρία είτε να μείνω στην ομάδα και να βοηθήσω άλλες γυναίκες είτε ήμουν ελεύθερη να φύγω αν ήθελα να κυνηγήσω κάτι άλλο, αληθινό... Αφού κοιμήθηκα μαζί σου, επέλεξα να φύγω απ’ το S.E.C.R.E.T. Μέχρι που έμαθα για το μωρό και πως επέστρεψες στην Τρεϊσίνα. Έχασα τα πάντα. Η συμμετοχή μου στο S.E.C.R.E.T. μού πρόσφερε παρηγοριά, μια ασχολία, έναν σκοπό. Ύστερα, όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια για τον πατέρα του μωρού, αποφάσισα πως είχε έρθει η στιγμή να αποχωρήσω απ’ το S.E.C.R.E.T. Επειδή μπορούσα επιτέλους να είμαι μαζί σου». Ήλπιζα ότι τα λόγια μου θα του έδιναν να καταλάβει έστω και λίγο, αλλά έδειχναν να έχουν ρουφήξει το φως από τα μάτια του. «Δηλαδή...» ψέλλισε ανοιγοκλείνοντας γρήγορα τα μάτια. «Για να καταλάβω... Έγινες μέλος σε μια μυστική ομάδα σεξ. Πραγματοποίησες σεξουαλικές φαντασιώσεις με... πόσους άντρες πέρυσι;» Πήρα βαθιά ανάσα. «Εννιά... Μαζί με σένα». «Μαζί με μένα... Και με πόσους φέτος; Προσπάθησες να διπλασιάσεις τον αριθμό; Έτσι πάει;» «Όχι. Είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Δεν έχει να κάνει με νούμερα. Το κάνεις να ακούγεται...» «Πόσοι άντρες; Παίρνεις ένα κρεμαστό για καθέναν; Έτσι πάει; Πας να μαζέψεις και τα δέκα;» Έκρυψα το βραχιόλι μου, το ωραίο βραχιόλι μου, πίσω από την πλάτη μου, μαγκώνοντάς το


στο μαύρο σατινένιο φουστάνι μου, που πριν από μερικά λεπτά το ένιωθα τόσο αισθησιακό επάνω στο δέρμα μου και τώρα μου φαινόταν φτηνό, πρόστυχο. Άκουσα μια φωνή από την άκρη του διαδρόμου, μια φωνή χρωματισμένη με καλοσύνη. «Είσαι καλά, Κέισσι;» Στο τέρμα του μισοσκότεινου διαδρόμου διέκρινα τη σιλουέτα του Τζέσσι. Προχώρησε προς το μέρος μας και στάθηκε κάτω από το φως. «Βρε βρε...» είπε ο Γουίλ. «Ο τύπος με τον καφέ και το εξαιρετικό αριστερό χουκ! Αυτός ποιος ήταν, Κέισσι; Είναι απ’ τη φετινή λίστα ή ήταν περσινό μοντέλο; Κρεμαστήκατε από πολυελαίους; Κάτι μου λέει πως όχι... Βάζω στοίχημα ότι το κάνατε με σκοινιά και αλυσίδες». «Γουίλ, σταμάτα...» «Ή μπορεί να σ’ αρέσει να τον βάζεις να σ’ τις βρέχει». «Γουίλ!» «Όπα, άκου, φίλε...» αποκρίθηκε ο Τζέσσι σηκώνοντας ψηλά τα χέρια σαν να παραδιδόταν. «Δεν ήθελα να διακόψω μια προσωπική συζήτηση. Είμαι απλώς ένας φίλος που ήρθε να δει αν είναι καλά». «Είμαι σίγουρος... Κέισσι, σε ενδιαφέρει να γυρίσεις σπίτι με τον φανταστικό φίλο σου από δω ή με τον απλό και συνηθισμένο Γουίλ;» Η φωνή του έσπασε. «Έναν τύπο που ποτέ δεν ξέρει πότε τον περνάνε για κορόιδο...» Κούνησε ζωηρά το κεφάλι του κι έσπρωξε πίσω τα μαλλιά του, όπως κάνει όταν οι λέξεις χρειάζονται τη βοήθεια των χεριών του για να βγουν. «Γουίλ, λυπάμαι που το έμαθες έτσι... Και το ξέρω ότι σου πέφτει βαρύ, μα άκου τη μόνη αλήθεια που μετράει: σ’ αγαπάω. Λυπάμαι που δε σου είπα τα πάντα νωρίτερα, αλλά ανησυχούσα ότι θα αντιδρούσες έτσι...» απάντησα, συνειδητοποιώντας ότι κατά πάσα πιθανότητα πλήγωνα τον Τζέσσι στην προσπάθειά μου να παρηγορήσω τον Γουίλ. «Ξέρεις κάτι; Προτού πω κάτι που θα το μετανιώσω ή που δε θα το εννοώ, φεύγω. Επειδή αυτά... Αυτά είναι κάπως υπερβολικά τρελιάρικα για μένα. Είμαι ένας κανονικός άντρας που του αρέσει το σεξ με κανονικές γυναίκες, χωρίς τίποτα πολύ παράξενο ή τραβηγμένο... Χωρίς μεγάλες ομάδες και τέτοια. Λυπάμαι που σε απογοητεύω, Κέισσι, μα καλύτερα να σου πω από τώρα ότι θα πεθάνεις απ’ τη βαρεμάρα... Θα προτιμούσα λοιπόν να κρατήσουμε τη σχέση μας σε αυστηρά επαγγελματικό επίπεδο από δω και πέρα. Εντάξει; Έτσι, αυτά που θα κάνεις μετά το τέλος του ωραρίου θα είναι δική σου δουλειά. Επειδή εγώ έχω ζήσει αρκετό ερωτικό δράμα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου... Οπότε καλά να περάσετε. Καλά να περάσετε και μεταξύ σας, ποσώς με ενδιαφέρει». «Γουίλ!» φώναξα καθώς απομακρυνόταν, ενώ ο Τζέσσι με κρατούσε μαλακά ώστε να μην τον κυνηγήσω. «Ίσως δεν είναι η καλύτερη στιγμή να τον λογικέψεις, Κέισσι... Ίσως είναι καλύτερο να τον αφήσεις να κοιμηθεί και να το σκεφτεί». Έπεσα με την πλάτη στον τοίχο, ανίκανη να κοιτάξω τον Τζέσσι στα μάτια. «Θα το δει αλλιώς μετά από μερικές μέρες, Κέισσι. Δώσ’ του λίγο χρόνο...» συμπλήρωσε. «Τι κάνεις εδώ, τέλος πάντων;» ρώτησα.


«Η εκδήλωση διοργανώθηκε τελευταία στιγμή. Η Ματίλντα χρειαζόταν κέτερινγκ». «Δεν εννοούσα... Φυσικά είσαι εδώ. Δόξα τω Θεώ που ήσουν εδώ. Πολύ καλά του έκανες του Πιέρ» αποκρίθηκα. Και μετά εφόρμησε ο χείμαρρος των δακρύων. «Συγγνώμη, Τζέσσι. Συγγνώμη...» «Έλα, έλα, έλα... Δε χρειάζεται να μου ζητάς συγγνώμη, Κέισσι. Σε μένα δεν είπες ποτέ ψέματα...» μουρμούρισε και με τράβηξε για να με σφίξει στην αγκαλιά του έτσι όπως έκλαιγα αθόρυβα για λίγο επάνω στην άσπρη στολή του. Μόλις σταμάτησα να τρέμω, μου έδωσε μια πάνινη πετσέτα που κρεμόταν από την τσέπη του. «Ορίστε. Έλα να σε πάρω από δω πέρα...» Κι αυτό έκανε. Με συνόδεψε προσεκτικά μέσα από τη σάλα· το πάρτι ήταν θορυβώδες, στο απόγειό του. Ήταν λες και δεν είχε καταστραφεί καμία ζωή, λες και δεν είχε χαθεί καμία αγάπη, λες και δεν είχε αποκαλυφθεί κανένα μυστικό. Η Ματίλντα κουβέντιαζε με έναν δημοσιογράφο και τα μάτια της καρφώθηκαν επάνω μου καθώς περνούσα. Μου άπλωσε το χέρι της, ζήτησε συγγνώμη και ήρθε κοντά μου. «Κέισσι...» τραύλισε πιάνοντάς με μαλακά από το μπράτσο, για να μου μιλήσει κατευθείαν στο αυτί. «Όλα θα φτιάξουν. Σ’ το υπόσχομαι...» «Όχι, δε θα φτιάξουν, Ματίλντα... Θα σου τηλεφωνήσω αύριο» αποκρίθηκα με φωνή επίπεδη, έκφραση νεκρωμένη. Πήρε το βλέμμα της από μένα και κοίταξε τον Τζέσσι. «Φρόντισέ την...» Εκείνος έγνεψε καταφατικά, με το χέρι του στην πλάτη μου, τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω από το κορμί μου, σαν να ήμουν μια μεγάλη πληγή. Ο Τζέσσι μού άνοιξε την πόρτα και μας χτύπησε και τους δύο η πρώτη φθινοπωρινή ψύχρα της χρονιάς. Αμίλητοι, προχωρήσαμε στη Ρόγιαλ προς τη Σεν Λούις, όπου είχε παρκάρει το φορτηγάκι του μισό τετράγωνο πιο κάτω. Το σώμα μου, άδειο από κάθε συναίσθημα, μου φαινόταν σαν σάρκα τεντωμένη επάνω σε κόκαλα, κάτω από ένα φουστάνι που δεν έβλεπα την ώρα να πετάξω από πάνω μου και να το κάψω. Ο Γουίλ έμαθε το μυστικό μου και δε με ήθελε πια. Δεν μπορούσα πλέον να δεχτώ την καινούρια δουλειά στο καινούριο εστιατόριο που είχε το όνομά μου. Πώς θα τα βγάζαμε πέρα, με αυτόν να ξέρει αυτά που ήξερε και μένα να νιώθω όπως ένιωθα; Ο Τζέσσι κι εγώ δεν ανταλλάξαμε κουβέντα όση ώρα οδηγούσε στους στενούς δρόμους της Γαλλικής Συνοικίας, με τους μεθυσμένους τουρίστες να παραπατούν μπροστά στο αργοκίνητο φορτηγάκι μας. Περάσαμε την Εσπλανέιντ και την οδό Ηλυσίων Πεδίων και σταματήσαμε δίπλα στο Γεροντοκοράδικο, γωνία Μάντεβιλ και Σαρτρ, όπου οι αδερφές Ντελμόντ σίγουρα ξαγρυπνούσαν, κοιτάζοντας και περιμένοντας πότε θα επιστρέψω στο σπίτι. Άραγε θα πρόσεχαν ότι ο άντρας που με έφερε ήταν άλλος από κείνον με τον οποίο είχα φύγει; Και πραγματικά, τι έλεγε αυτό για μένα; Τίποτε, αποφάσισα. Έλεγε πως είχα δεχτεί βοήθεια όταν τη χρειαζόμουν περισσότερο, και κάνοντάς το, είχε αλλάξει η ζωή μου. Έχτισα αληθινές σχέσεις και με άντρες, και σίγουρα με αυτόν που καθόταν δίπλα μου τώρα, κοιτάζοντάς με με τρυφερό βλέμμα. «Εδώ είσαι. Θες ν’ ανέβω επάνω; Να σου φτιάξω λίγο τσάι; Να σε σκεπάσω; Σου υπόσχομαι


ότι μόνο αυτό θα κάνω. Ξέρω πού είναι το μυαλό σου». Ήθελα να πω: Ναι, είναι εκεί όπου βρίσκεται και η καρδιά μου, με έναν πολύ πληγωμένο άντρα που με παράτησε, κάνοντάς με να αισθάνομαι διαλυμένη και βρόμικη. Έναν άντρα που αγαπούσα και νόμιζα ότι με αγαπούσε άνευ όρων. Αλλά έκανα λάθος. Φυσικά και υπήρχαν όροι. Πάντα υπάρχουν όροι όταν πρόκειται για άντρες και γυναίκες και έρωτα και σεξ. Αλλά αν, για να με αγαπήσει ο Γουίλ όπως κάποτε, έπρεπε να μοιάσω με τον παλιό μου εαυτό, τότε να μου λείπει η αγάπη του. Δε θα γινόμουν ποτέ ξανά εκείνη η μικροσκοπική, ευπρεπής, άτολμη γυναικούλα. Ποτέ! Κοίταξα το πρόσωπο του Τζέσσι – τα μάτια του γλυκά μες στο σκοτάδι της καμπίνας του φορτηγού. «Λοιπόν; Τι λες, δεσποινίς Ρόμπισο;» Τότε το ένιωσα· ξεκίνησε πίσω από τον αφαλό μου, σκαρφάλωσε σιγά σιγά προς τα πάνω και εγκαταστάθηκε γύρω από την καρδιά μου: περιφρόνηση. Από το απαραίτητο είδος, αυτό το οποίο αντιστεκόταν σε οποιαδήποτε επίκριση είχα δει στα μάτια του Γουίλ, στο βλέμμα που με είχε κάνει να νιώσω ανεπιθύμητη, ανάξια της αγάπης του. Δε μου το είχε προκαλέσει εκείνος· η αίσθηση υπήρχε ήδη μέσα μου, και είχε έρθει ο καιρός, ο καιρός να τα αφήσω όλα πίσω μου: Όχι άλλες επικρίσεις, όχι άλλα όρια και όχι άλλη ντροπή, Κέισσι. Αρχίζοντας από τώρα. Στράφηκα προς τον Τζέσσι. Γύρισα και κοίταξα τον άντρα που ήξερε τα σκοτεινότερα κομμάτια μου, τους φόβους και τις επιθυμίες μου και δεν απομακρυνόταν. «Βασικά θα το ήθελα να έρθεις επάνω, Τζέσσι. Πέρασα πολύ άσχημη νύχτα... και νομίζω ότι πραγματικά χρειάζομαι έναν φίλο απόψε». Έβρεξε τον αντίχειρά του στη γλώσσα του κι έτριψε τη μάσκαρα που είχε μουτζουρώσει το μάγουλό μου. «Τότε χρησιμοποίησε εμένα, αγάπη μου» είπε. «Χρησιμοποίησε εμένα...»


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Θέλω να ευχαριστήσω πολλές «Επιτροπές», προσωπικές και επαγγελματικές, που με έχουν βοηθήσει να κουβαλήσω το δικό μου S.E.C.R.E.T.: τη Σούζαν Γκάμπριελ, τη Λίσα ΛαΜπορντέ, την Τζεν Γκούντγουιν, τη Σάρα Ντάρνινγκ, την Ντέμπρα Θίερ, τη Σαρλίν Ντόνοβαν, την Αρλίν Ντίκινσον, τη Βανέσσα Κάμπιον, τον Τζον Κάμπιον, τη Λι-Αν ΜακΑλίαρ, τον Τζιμ Χάρρις, τη Μέρεντιθ Όουκ, την Άργουεν Χάμφρυς, την Τζοάν Μόρρα, την Κατρίνα Όνσταντ, την Μπέκι Ρόουζ, τον Στιβ Έργουιν και την υπόλοιπη οικογένειά μου. Από το Random House και τον Doubleday Canada τους: Κριστίν Κοχρέιν, Μπραντ Μάρτιν, Έντρια Αϊγουόσατουκ, και ιδιαίτερα τη Νίτα Πρόνοβοστ, το μυαλό πίσω απ’ όλο αυτό το εγχείρημα. Τα κορίτσια μου στο δικηγορικό γραφείο Gowlings: τη Σούζαν Αμπράμοβιτς και τη Σάιλα Κάρνεγκι, καθώς και τον Άντριου Κέυ και τη Μαρίσα Ντε Λούκα στη λογιστική εταιρεία Kay Warburton. Από το Random House US τους: Αλέξις Γουόσαμ, Μόλλυ Στερν, Ντιάνα Μεσσίνα, Ντανιέλ Κράμπτρι, Τζούλι Κέπλερ και Σίλα Ο’Σι. Τους πάντες στη Fletcher and Company NYC: Μελίσσα Τσιντσίλο, Κέβιν Κόττερ, Μινκ Τσόι, Ρέιτσελ Κρόφορντ, Γκρέιννι Φοξ και φυσικά την υπέροχη ατζέντισσά μου, Κρίστυ Φλέτσερ. Πολλή αγάπη και πολλές ευχαριστίες σε όλους τους εκδότες και αναγνώστες απ’ όλο τον κόσμο (ποια συγγραφέας δε θέλει να γράψει αυτή την πρόταση;) που αγκαλιάσατε το S.E.C.R.E.T. και το κάνατε δικό σας.

Μπορείς να κρατήσεις μυστικό; L marie adeline secret 2