Page 1

ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΘΗΝΑ

Καθηγηιού Πανεπισυημίου Αθηνών

1988


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το εγχειρίδιο «Κ λ ι ν ι κ ή ψ υ χ ο λ ο γ ί α » περιλαμβάνει περιλήψεις των διδακτικών ενοτήτων που πραγματεύομαι στις παραδόσεις μου προς τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών σε θέματα κλινικής ψυχολογίας. Ο κλάδος αυτός της ψυχολογικής θεωρίας και πράξης ασχολείται με τη δ ι ά γ ν ω σ η , την π ρ ό λ η ­ ψ η και τη θ ε ρ α π ε ί α της παθολογικής συμπεριφοράς και αποτελεί έναν από τους δυναμικότερους κλάδους της εφαρμοσμένης ψυχολογίας.

Στο εγχειρίδιο αυτό περιγράφονται τα κριτήρια καθορισμού της παθολογικής συμπεριφοράς, οι διάφορες μορφές της, τα αίτια που την προκαλούν και τα διάφορα θεωρητικά πρότυπα που καθορίζουν τον τρόπο διάγνωσης και θεραπείας της. Ιδιαί­ τερη έμφαση δίνεται στις ψυχολογικές μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας των ψυχικών παθήσεων, όπως είναι οι ψυχοδυναμικές μέθοδοι των ψυχαναλυτικών, οι συμπεριφοριστικές τεχνικές, τα ανθρωπιστικά - υπαρξιστικά πρότυπα και οι ομαδι­ κές ψυχοθεραπείες. Ειδικότερα, στο κεφάλαιο για τις ψ υ χ ο δ υ ν α μ ι κ έ ς θεραπείες (βλέπε σελ. 40-61), δίνονται βασικά στοιχεία για την ψυχανάλυση του ΡΓβυά, την ατομική ψυχολογία του ΑοΙΙθγ και την αναλυτική ψυχολογία του ϋυης, καθώς επίσης και για τις απόψεις των νεοφροϋδιστών. Επίσης, στο κεφάλαιο για το θεωρητικό πλαίσιο και τις τεχνικές της σ υ μ π ε ρ ι φ ο ρ ι ο τ ι κ ή ς θεραπείας (βλέπε σελ. 62-111), δίνονται βασικά στοιχεία για την κλασική εξαρτημένη μάθηση, τη συντελεστική μάθηση, τη μίμηση προτύπων και τον γνωστικό συμπεριφορισμό. Συνάμα περιγράφονται οι κυριότερες μορφές συμπεριφοριοτικής θεραπείας, όπως είναι η συντελεστική ενίσχυση, η μίμηση προτύπων, η λογικο - θυμική θεραπεία, η παρρησιαστική θεραπεία, ο αυτοέλεγχος, η βιοανάδραση κ.ά. Στο κεφάλαιο για τις α ν θ ρ ω π ι σ τ ι κ έ ς - υ π α ρ ξ ι σ τ ι κ έ ς θεραπείες (σελ. 112-123),δίνονται βασικά στοιχεία για τη θεωρητική προσέγγιση της ψυχικής ασθένειας από τους ανθρωπιστές ψυχολόγους και περιγράφονται οι αντιπροσωπευτικότερες ανθρω­ πιστικές ψυχοθεραπευτικές διαδικασίες, όπως είναι η πελατοκεντρική θεραπεία του 03ΓΙ Ρ09ΘΓ5 και η μορφολογική θεραπεία του Ρπΐζ ΡβΓίδ. Στο κεφάλαιο για τις ο μ α δ ι κ έ ς ψυχοθεραπείες (σελ. 124-12 7),περιγράφονται οι κυριότερες μορφές ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης σε πολλούς ασθενείς συγχρόνως, όπως είναι η οικογενειακή θεραπεία, το ψυχόδραμα, η παιγνιοθεραπεία και οι διάφορες

Η φωτογραφία στην απέναντι σελίδα έχει ληφθεί από τη φωτογραφική συλλογή «ΡΙτοΙος/ίβρΜηςι οΝΙάτβη» (εκδόσεις ΤίΓηβ-ϋίβ, 1971) σελ. 71.


6

ουναντησιακές ομάδες. Στο τελευταίο κεφάλαιο (σελ. 128-131), γίνεται μια σύντομη ι σ τ ο ρ ι κ ή α ν α δ ρ ο μ ή καιεπισημαίνονταιοικυριότερεςσύγχρονες τάσεις στην κλινική ψυχολογία. ' Οπως είναι φυσικό, η διαπραγμάτευση, σε τόσο μικρή έκταση, των σημαντικών αυτών θεμάτων της ψυχολογίας της προσωπικότητας και της προσαρμογής δεν μπορεί παρά να είναι ελλιπής. Σκοπός του εγχειριδίου αυτού είναι να φέρει το φοιτητή των Φιλοσοφικών Σχολών σε μια πρώτη επαφή και γνωριμία με τα καίρια αυτά προβλήματα της ψυχολογικής θεωρίας και πράξης. Για περισσότερες πληροφορίες ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στη βιβλιογραφία που παρατίθεται στις υποσημειώσεις κάθε κεφαλαίου και στο τέλος του εγχειριδίου. Πρέπει να τονιστεί ότι το εγχειρίδιο αυτό δεν έχει αξιώσεις πρωτότυπης επιστημονικής συγγραφής■ είναι ένα χρηστικό βοήθημα - είδος καλογραμ­ μένων σημειώσεων διδασκαλίας - που αποβλέπει στο να καλύψει τις άμεσες ανάγκες της προετοιμασίας των φοιτητών για τη συμμετοχή τους στις φροντιστηριακές ασκήσεις και στις εξετάσεις του συγκεκριμένου μαθήματος. Το εγχειρίδιο αυτό κυκλοφορούσε, σε πρόδρομη μορφή, ήδη από το 1979. Η προετοιμασία του είχε γίνει σε συνεργασία με τα μέλη του επικουρικού διδακτικού προσωπικού της ψυχολογίας αρχικά του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και αργότερα του Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδιαίτερα του Νικολάου Γιαννίτσα, του Ηλία Μπεζεβέγκη, της Βασιλικής Παπαδιώτου-Αθανασίου, της Μαρίας Τζουριάδου και της Αννας Αβεντισιάν.

Αθήνα, 1988

Ι.Ν.Π.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Σελ. Π Ρ Ο Λ Ο ΓΟ Σ..........................................................................................................

5

ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ: ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ .........................................

9

ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ: ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ Τ Η Σ .............

10

1) Στατισ τικά κ ρ ιτ ή ρ ια ................................................................................

10

2) Λ ειτο υρ γικά κριτήρια .............................................................................

11

ΜΟΡΦΕΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥ Μ Π ΕΡ ΙΦ Ο Ρ Α Σ................................................

14

1) Ν ευ ρ ώ σ εις .................................................................................................

14

χ | 2) Ψυχώσεις ..................................................................................................

18

^

3) Δ ιαταραχές διαγωγής ............................................................................

22

4) Ν οητικές ανεπ άρκειες ...........................................................................

24

ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ Ε Φ Η Β Ο Υ Σ.....

26

1) Ταξινόμηση του 05Μ-111 .........................................................................

26

2) Προβληματική συμπεριφορά: Συμπτώματα - Σ ύ ν δ ρ ο μ α ................. — Πότε ένα σύμπτωμα είναι σοβαρό .......................................................

27 31

ΑΙΤΙΑ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ......................................................

32

ΜΕΘΟΔΟΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ .......................................................................................................

36

1) Β ιο λογικές μ έ θ ο δ ο ι................................................................................

36

72) Ψ υχολογικές μέθοδοι: Είδη ψ υχο θ ερ απ ειώ ν....................................

38

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ I: Ψ Υ Χ Ο Δ Υ Ν Α Μ ΙΚ Ε Σ.....................................................

40

ν/ 1) Ψ υχαναλυτική θεωρία του ΡΓβυά - Ψ υ χ α νά λυ σ η .... .......................... — Δομικά στοιχεία της προσωπικότητας και η μεταξύ τους αντιπαλότητα........................................................................................ — Σπουδαιότητα των εμπειριών της παιδικής ηλικίας: Τα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης....................................................... — Μηχανισμοί άμυνας του Εγώ: Οι ασφαλιστικές δικλείδες της ψυχικής συσκευής ......................................................................... — Η διαδικασία της ψυχανάλυσης .................................................... ......

42

ν

44 47 49 51

1 2) Ατομική ψυχολογία του ΑόΙβ[: Τ ο συναίσθημα μ ειο νεξία ς .............

54

3) Α ναλυτική ψυχολογία του ϋυης: Το συλλογικό α σ υ ν ε ίδ η τ ο ...........

57

4) Οι νεο φ ρ ο ϋδ ισ τές και οι βιοκοινω νικές το υ ς θεω ρίες .................... — ΕιϊοΙι Ργογππί και ο διαλεκτικός ανθρωπισμός ......................................

59 60


ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ II: ΣΥ Μ Π ΕΡ ΙΦ Ο Ρ ΙΣΤΙΚ ΕΣ............................................. Οι κ υ ρ ιό τερ ες μορφ ές μ ά θ η σ η ς ............................................................... /

1) Κλασική εξαρτημένη μάθηση ............................................................... 2) Συντελεστική μάθηση...................................................... .................... — Είδη ενίσχυσης ................................................................................... — Σταδιακή διαμόρφωση της συμπεριφοράς............................................. 3) Παρατήρηση και μίμηση προτύπων - Κοινωνική μάθηση .................... — Δομικά στοιχεία της διαδικασίας της κοινωνικής μάθησης ..................... 4) Γνωστικός συμπεριφορισμός ............................................................... Κ υρ ιό τερες μορφ ές συμπ εριφ οριοτικής ψ υ χ ο θ ερ α π εία ς..................

62 64 64 70 71 74 76 79 81 83

1) Συστηματική αποευαισθητοποίηση (5 γδΐθηΐ3ίίο όθδθηδΐίΐζΒίΐοη) ....... 84 — Η διαδικασία της συστηματικής αποευαισθητοποίησης .......................... 86 2) Ψυχοκατακλυσμική θεραπεία, ενδοεκρηκτική θεραπεία και κορεσμός του ερεθίσματος ................................................................ .. 87 3) Αποστροφική θεραπεία (ΑνθΓδΐνθ οουηΐθΓΟοηάίίίοηίηο)) ......................... 89 4) «Το στρώμα του ενουρητικού» (ΒθΙΙ-^ηά-ΡβοΙ ίθοΜπίςυθ) ................... .. 91 5) Παρρησιαστική θεραπεία (Αδδθίΐϊνθ ΐΓδΐηΐης)) ........................................ 92 6) Συστηματική συντελεστική ενίσχυση (Οοπίΐηςθπογ ΓΠΒηεςθηΊθηί) .... ...94 — Το σύστημα των ανταλλάξιμων αμοιβών (ΤοΚθη θοοηοιτιν) .................... 95 7) Μίμηση προτύπων (ΜοάθΙΐης).............................................................. 96 8) Λογικο-θυμική θεραπεία (Ρ3ίΐοη3 ΐ-θΐηοίΐνθ ίΙΐθΓ^ργ)........................... 100 9) Αυτοέλεγχος (δθΙί-οοπίΓοΙ) .................................................................. 103 10) Βιοανάδραση (ΒΐοίθθάββοΚ) ................................................................ 109 ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ III: ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ..................................................... 112 1) Π ελατοκεντρική θεραπεία (ΟΙΐθηί-οθηίθΓθά ΐΙΐθΓ8ργ) .........................115 2) Μορφολογική θεραπεία (ΟθδΐβΙί ΐΙΐθΓβργ) ........................................... 119 3) Σ υνδιαλεκτική ανάλυση (ΤΓ3ηδ30ΐίοπ3ΐ 3Π3ΐγδΐδ) ............................... 121 ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ IV: Ο Μ Α Δ ΙΚ Ε Σ ................................................................. 124 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ: ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ......................................................................................................... 128 Β ΙΒ Λ ΙΟ ΓΡ Α Φ ΙΑ ....................................................................................................132 ΠΙΝΑΚΑΣ ΟΡΩΝ ..................................................................................................135


ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ: ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ Η κλινική ψυχολογία είναι ο κλάδος της εφαρμοσμένης ψυχολογίας που ασχολείται με τη διάγνωση, την πρόληψη και τη θεραπ εία των ψυχικών διαταραχών.1 - Για να γίνει σαφέστερο το έργο του ειδικού αυτού κλάδου της ψυχολογίας είναι σκόπιμο να δούμε πρώτα ποιο είναι το έργο της ψυχολογίας στο σύνολό της, το αντικείμενο της ψυχολογίας γενικότερα. Ψ υχολογία είναι η επιστήμη των ψυχικών φαινομένων. Ψυχικά φαινόμενα είναι οι εκδηλώσεις - εκφάνσεις του ψυχικού βίου: ορμές, έξεις, συγκινήσεις, αναμνήσεις, αντιλήψεις, μάθηση, κρίσεις, κινήσεις κ.τ.ό. Τα ψυχικά αυτά γεγονότα εμφανίζονται κάτω από ορισμένες συνθήκες, αναπτύσσονται σύμφωνα με ορισμένη εξελικτική πορεία και συμπλέκονται με βάση ορισμένους κανόνες. Η ψυχολογία μελετάει τη γένεση, την εξέλιξη και την αλληλεξάρτηση των εκφάνσεων αυτών του ψυχικού βίου. Ειδικότερα, η μελέτη των ψυχικών φαινομένων περιλαμβάνει πέντε επιμέρους σκοπούς: α) Την περιγραφή των ψυχικών φαινομένων όπως εμφανίζονται και εξελίσσονται- β) τηνταξινόμησή τους σε περιεκτικές κατηγορίες με βάση τα κοινά τους χαρακτηριστικά ■γ)τη νερ μ η νεία τους με βάση τους παράγοντες-αίτιαπου τα προκαλούν δ) την πρόβλεψή τους με βάση την πιθανότητα εμφάνισής τους κάτω από διάφορες συνθήκες· και ε) την τροποποίησή τους με σκόπιμες εξωτερικές παρεμβάσεις. Η κλινική ψυχολογία ασχολείται με ένα μόνο είδος ψυχικών εκδηλώσεων: τις παθολογικές. Σε κάθε τομέα ψυχικών φαινομένων - κινητικό, αντιληπτικό, νοητικό, γλωσσικό, συναισθηματικό,διαπροσωπικό, κοινωνικό - εστιάζει το ενδιαφέρον της και μελετάει τις μορφές εκείνες που χαρακτηρίζονται ως παθολογικές αποκλίσεις. Η μελέτη της παθολογικής συμπεριφοράς καλύπτει και τους πέντε παραπάνω σκοπούς της επιστημονικής διερεύνησης των ψυχικών φαινομένων. Ειδικότερα, ο όρος «διάγνωση» καλύπτει κυρίως τους τρεις πρώτους από τους σκοπούς αυτούς: την περιγραφή, την ταξινόμηση και την ερμηνεία, ενώ οι όροι «πρόληψη» και «θεραπεία» καλύπτουν τους δύο τελευταίους σκοπούς: την πρόβλεψη και την τροποποίηση με σκόπιμες εξωτερικές παρεμβάσεις.

1. Πληροφορίες για τους διαφόρους τομείς θεωρητικής μελέτης, πρακτικής εφαρμογής και εμπειρικής έρευνας της κλινικής ψυχολογίας περιέχονται στο σύγγραμα Μ. ΗθΠδθη θί 3ΐ «Ή ίθ οΙΐηΐοΒΐ ρδγοήοίοςιγ ίΊΒηεΙόοοΚ» (εκδόσεις Ρθγ93ΓΠΟΓ), 1983). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα Ρ.Ν. \Λ/3ίΙδ «Νβνν όθνθΙορπΊθηίΒ ίη οΙίηίοθΙ ρδγοϊιοίοςγ» (εκδόσεις Βπίΐδϊι ΡδγοΜοΙθ9ΐθ3ΐ δοοΐθίγ ΒοοΚδ, τόμοι I και II, 1985 και 1988).


10

Πρέπει να τονιστεί ότι, ενώ ανέκαθεν στο επίκεντρο της κλινικής ψυχολογίας ήταν η θεραπευτική της παθολογικής συμπεριφοράς, όμως τελευταία έμφαση δίνεται και στην πρόληψη (κατά το γνωστό: Καλύτερα να προλαμβάνεις παρά να θεραπεύεις) και γενικότερα στην προαγωγή τη ς ψ υχικής υ γεία ς όλου του πληθυσμού. Οι προληπτικές αυτέ ς ~παρεμβάσεις έχουν ως κύριο στόχο τις επιδράσεις που ασκούν στην ψυχική ζωή του ατόμου οι ραγδαίες τεχνολογικές και οικολογικές αλλαγές.1

ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ: ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ Η κλινική ψυχολογία είναι, όπως είπαμε παραπάνω, ο κλάδος της εφαρμοσμένης ψυχολογίας που ασχολείται με τη διάγνωση, την πρόληψη και τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών, της παθολογικής συμπεριφοράς. Πρώτο λοιπόν τίθεται το πρόβλημα της έννοιας και του ορισμού της ψυχικής διαταραχής, της παθολογικής σ υμπ εριφ οράςΓ- "-"””^ Τι είναι παθολογική και τι φυσιολογική συμπεριφορά ορίζεται κυρίως με δύο είδη κριτηρίων: 1) Τα)σ τ α τ ι σ τ ι κ ά και 2) τέι λ ε ι τ ο υ ρ γ ι κ ά κριτήρια.

1) Στατιστικά κριτήριο Τα στατισ τικά κριτήρια εντοπίζουν τη διαφορά μεταξύ παθολογικού και φυσιολογικού στη συχνότητα εμφάνισης της κάθε συμπεριφοράς στο γενικό πληθυσμό και κατά συνέπεια στο βαθμό απόκλισης της κάθε μορφής συμπεριφοράς από το σύνηθες, το μέσο. έτσι, κάθε μορφή συμπεριφοράς που απαντά σε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού και που δεν διαφέρει σημαντικά από τη μέση, την τυπική, συμπεριφορά θεωρείται φυσιολογική. Αντίθετα, οι μορφές 1. Η ψυχοπαθολογία και η ψυχική υγεία αποτελούν το αντικείμενο, όχι μόνο της κλινικής ψυχολογίας, αλλά και άλλων επιστημονικών και επαγγελματικών κλάδων. Ασφαλώς, στους κλάδους αυτούς κεντρική θέση κατέχει η ψυχιατρική. Τόσο ο ψυχίατρος όσο και ο κλινικός ψυχολόγος έχουν ειδικά εκπαιδευθεί, από διαφορετική σαφώς αφετηρία ο καθένας, στη θεωρία και στην πράξη της διάγνωσης, της πρόληψης και της θεραπείας των ψυχικών διαταραχών. Και οι δύο εργάζονται σε διαγνωστικά και θεραπευτικά κέντρα —ιατροπαιδαγωγικούς σταθμούς, συμβουλευτικά κέντρα, κλινικές, νοσοκομεία— ως ειδικοί σε θέματα ψυχοπαθολογίας και ψυχικής υγιεινής. Κύρκι διαφορά μεταξύ ψυχιάτρου και κλινικού ψυχολόγου είναι ότι ο ψυχίατρος έχει το* δικαίωμα, ως γιατρός, να κάνει χρήση και βιολογικών-ιατροφαρμακευτικών μεθόδων διάγνωσης και θεραπείας των ψυχικών διαταρα­ χών, ενώ ο κλινικός ψυχολόγος περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στις ψυχολογικές μεθόδους—τις ψυχοθεραπείες (πληροφορίες για τη διάκριση ανάμεσα στις βιολογικέςιατροφαρμακευτικές μεθόδους και στις ψυχολογικές μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας των ψυχικών διαταραχών δίνονται στις σελ. 36 κ.ε.).


11

συμπεριφοράς που είναι ασυνήθεις και που παρουσιάζουν σημαντική απόκλιση από το μέσο, το κοινό, θεωρούνται παθολογικές (βλέπε σχ. 1). Πρέπει να σημειωθεί ότι σημαντικές αποκλίσεις από το μέσο, το κοινό, υπάρχουν και προς τις δύο κατευθύνσεις: το λιγό τερ ο και το περισσότερο. Ας πάρουμε για παράδειγμα το ποσό της κινητικής συμπεριφοράς του ατόμου. Παθολογικό μπορεί να θεωρηθεί τόσο το άτομο που παρουσιάζει ελάχιστη κινητική δραστηριότητα (βραδυψυχικό άτομο), όσο και το άτομο που παρουσιάζει υπερβολική κινητική δραστηριότητα (υπερκινητικό άτομο). Στην εφαρμογή των στατιστικών κριτηρίων προκύπτουν δυσκολίες. Πρώτον, γιατί συχνά οι σπάνιες μορφές συμπεριφοράς αποτελούν εξαιρετικά ταλέντα, δηλαδή επιθυμητές «αποκλίσεις», τις οποίες θα πρέπει να βοηθήσουμε το άτομο να τις διαφυλάξει και να τις ενισχύσει μάλλον, παρά να τις απαλείψει. Δεύτερον, γιατί συχνά οι σημαντικές αποκλίσεις από το μέσο, το κοινό, αποτελούν παθολογική μορφή συμπεριφοράς μόνο προς τη μια κατεύθυνση, δηλαδή μόνο προς το «λιγότερο» ή μόνο προς το «περισσότερό», και όχι και προς τις δύο κατευθύνσεις. Τυπικό παράδειγμα διαφορετικού είδους διπολικής απόκλισης είναι τα δύο άκρα της κατανομής της νοημοσύνης: οι νοητικώς καθυστερημένοι και οι ευφυείς (μόνο προς το «λιγότερο» είναι παθολογικο) ή, τα δύο άκρα της κατανομής του καπνίσματος - του ποσού της νικοτίνης που παίρνει το άτομο - (μόνο προς το «περισσότερο» είναι παθολογικό). Στην πράξη οι δυσκολίες αυτές παρακάμπτονται, λαμβάνοντας κάθε φορά ως παθολογική μόνο την απόκλιση που, σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα και τις γενικά παραδεκτές αξίες, αντιπροσωπεύει ανεπιθύμητη μορφή συμπεριφοράς.

Σχ. 1. Σχηματική παράσταση των στατιστικών κριτηρίων για τη διάκριση ανάμεσα στη φυσιολογική και στην προβληματική συμπεριφορά. Στα άκρα της κατανομής βρίσκονται οι εξαιρέσεις.


12

2) Λειτουργικά κριτήρια Τα λ ειτο υ ρ γικά κριτήρια εντοπίζουν τη διαφορά μεταξύ ομαλής και παθολογικής συμπεριφοράς, όχι στη συχνότητα εμφάνισης και κατά συνέπεια στο βαθμό της απόκλισης από το μέσο, αλλά στις επιπτώ σεις που έχει κάθε μορφή συμπεριφοράς στην προσαρμογή του ατόμου. Μορφές συμπεριφοράς που βοηθούν το άτομο να ζήσει αρμονικά, τόσο με το ν ίδιο τον εα υ τό του (ενδοπροσωπική προσαρμογή), όσο και μ ε το υ ς άλλους (διαπροσωπική προσαρμογή), θεωρούνται εξ ορισμού φυσιολογικές. Αντίθετα, όσες μορφές συμπεριφοράς παρακωλύουν είτε την ενδοπροσωπική είτε τη διαπροσωπική προσαρμογή θεωρούνται παθολογικές (βλέπε σχ. 2). ' Εχουν προταθεί πέντε το μ είς-π α ρ ά γο ντες που μπορούν να αποτελέσουν λειτουργικά κριτήρια για τη διαφοροποίηση ανάμεσα στην ομαλή και στην παθολογική συμπεριφορά: α) Οι γνω στικές ικ α νό τη τες, δηλαδή ο βαθμός ανάπτυξης των λειτουργιών με τις οποίες το άτομο κατανοεί και ερμηνεύει τον κόσμο γύρω του, όπως είναι οι λειτουργίες της προσοχής, της αντίληψης και της μνήμης, η μαθησιακή ικανότητα, η κριτική σκέψη, η γλώσσα, η επικοινωνία κ.τ.ό. β) Η κοινωνική προσαρμογή, δηλαδή οι κοινωνικές δεξιότητες που έχει αποκτήσει το άτομο, η ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κοινωνικής ομάδας, οι διαπροσωπικές του σχέσεις, το ενδιαφέρον του για τους άλλους και το συναίσθημα της φιλαλληλίας, η υπεραπασχόληση ή όχι με τον εαυτό του κ.τ.ό. γ) Ο α υ το έλ εγ χ ο ς και η αυτοσυγκράτηση, δηλαδή η ικανότητα του ατόμου να χαλιναγωγεί τις επιθυμίες και τις ορέξεις του, να διακυβερνά τα συναισθήματά του, να συγκροτεί τις αψιθυμικές του αντιδράσεις και να μη γίνεται εκτός εαυτού κ.τ.ό. δ) Οι αξιο λο γή σ εις που κάνουν για τη συμπεριφορά του ατόμου τα σημαντικά στη ζωή του πρόσωπα, δηλαδή το πώς χαρακτηρίζουν τις διάφορες αντιδράσεις του και την εν γένει συμπεριφορά του τα πρόσωπα που βρίσκονται σε άμεση σχέση και αλληλεξάρτηση μαζί του, όπως είναι οι γονείς του, οι δάσκαλοί του, οι συνάδελφοί του, οι προϊστάμενοί του, οι στενοί του φίλοι κ.τ.ό. ε) Το αυτοσυναίσθημα, δηλαδή το πώς νιώθει το ίδιο το άτομο για τον εαυ­ τό του' αν νιώθει ικανοποίηση ή δυσαρέσκεια για ό,τι είναι, για τις πράξεις του, για το πρόγραμμα ζωής που έχει υιοθετήσει κ.τ.ό.1 Στην πράξη, ο χαρακτηρισμός μιας μορφής συμπεριφοράς ως παθολογικής συνήθως γίνεται με βάση ένα .συνδυασμό στατιστικών και λειτουργικών

1. Βλέπε σύγγραμμα ϋ.ϋ. Ρ39Θ «ΡδγοίΊορβίΜοργ» (έκδοση ΑάΙΐηβ-ΑΙΙΐθΓίοη, 1971) σελ. 50 κ.ε. Το σχ. 2 έχει ληφθεί από το σύγγραμμα \ΛΛΕ. νϊη3θΙΐθ «Ρουηό3ίίοηδ οί ρ$γοΙιοΙοςγ» (εκδόσεις Α γπθγϊοβπ ΒοοΚ Οοιηρ3ηγ, 1968) σελ. 121.


13

κριτηρίων. Αρχικά, κάθε συμπεριφορά, που έχει χαμηλή συχνότητα και διαφέρει σημαντικά από το σύνηθες (στατιστικά κριτήρια), θεωρείται ύποπτη παθολογίας. Αν συγχρόνως η συμπεριφορά αυτή εμποδίζει το άτομο να προσαρμοστεί και να ζήσει αρμονικά μέσα στο κοινωνικό σύνολο (λειτουργικά κριτήρια), θεωρείται διπλά «ύποπτη» διαταραχής και αντιμετωπίζεται ως παθολογική. Πρέπει να τονιστεί ότι τα όρια ανάμεσα στη φυσιολογική και στην παθολογική συμπεριφορά είναι ρευστά, γιατί είναι συνάρτηση και των εκάστοτε ψυχοκοινωνικών αντιλήψεων. Το τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό δεν μπορεί να καθοριστεί με βάση μια αυστηρά καθορισμένη πανανθρώπινη ψυχοκοινωνική εμπειρία, αλλά αντίθετα διαφέρει από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία. Τυπικό παράδειγμα της διαχρονικής και της διαπολιτιστικής αυτής ρευστότητας των κριτηρίων καθορισμού της παθολογικής συμπεριφοράς είναι η αλλαγή στάσης της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας1 απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Η κατά τεκμήριο πλέον αρμόδια για τα θέματα αυτά επιστημονική εταιρία, ενώ μέχρι πριν μερικά χρόνια θεωρούσε την ομοφυλοφιλία ως παθολογική κατάσταση που έπρεπε να εξαλειφθεί μέσω θεραπείας, η ίδια αυτή επιστημονική οργάνωση, ήδη από το 1968, θεωρεί την απόκλιση αυτή ως απλή έκφραση ^α φ ρρ ικής προτίαοσοα_και δεν την περιλαμβάνει στις ψυχικές διαταραχές. 1. Σύγκρινε τα δύο π αλιότερα εγχ ειρ ίδ ια τα ξινόμησ ης των ψυχικών διαταραχώ ν τη ς Α μ ερ ικ α νι­ κής Ψ υχιατρική ς Εταιρίας «Οίειςηοείιο βηό 3(3ΐί8ΐίβ3ΐ πιαηυβΙ ο ί γπθπ Ιβ Ι άίεοτάβΓε» (έκδοση Αγπθποηπ ΡδγοΙιίΗΐΝΟ Α5500ί9(ί0π) του έτο υ ς 1952 και του έτο υ ς 1968.

Σχ. 2. Σχηματική παράσταση των λειτο υ ρ γικώ ν κριτηρίω ν για τη διάκριση ανάμεσα στη φ υσ ιολογική και σ την παθολογική συμπεριφορά.


14

ΜΟΡΦΕΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ Η παθολογική συμπεριφορά παίρνει πολλές και ποικίλες μορφές. Οι μορφές αυτές διαφέρουν ως προς πλείστες παραμέτρους, όπως π.χ. είναι ο βαθμός σοβαρότητας της διαταραχής (ελαφρές διαταραχές, σοβαρές ψυχικές ασθέ­ νειες), ο τομέας της ψυχικής ζωής που έχει περισσότερο επηρεαστεί (γνωστικές λειτουργίες, συναισθηματικές-θυμικές εκδηλώσεις, πραξιακός - εκτελεστικός τομέας), η περίοδος της ζωής στην οποία πρωτοεμφανίζεται η διαταραχή (παιδική, εφηβική, γεροντική ηλικία) κ.τ.ό. Στο «Εγχειρίδιο ταξινόμησης και στατιστικής των ψυχικών διαταραχών»' του 1980 της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας, το γνωστό ως ϋδΜ-ΙΙΙ, περιγράφονται περί τις 230 μορφές ψυχικών διαταραχών. Οι πιο συνήθεις μορφές παθολογικής συμπεριφοράς μπορούν να ταξινο­ μηθούν σε τέσσερις μεγάλες διαγνωστικές κατηγορίες: 1) Τις νευρώ σεις, 2) τις ψυχώσεις, 3) τις δια τα ρα χές τη ς διαγωγής και 4) τις ν ο η τικ ές ανεπ άρ κειες. Στη συνέχεια του κεφαλαίου θα περιγράψουμε ενσυντομία τις τέσσερις αυτές κατηγορίες και τις χαρακτηριστικότερες επιμέρους διαταραχές που εντάσσονται σε καθεμιά από τις κατηγορίες αυτές.

1) Νευρώσεις Οι ν ευ ρ ώ σ εις2 είναι ελαφράς μορφής ψυχικές διαταραχές που κύριο χαρακτηριστικό τους είναι το υπερβολικό άγχος, μια διαρκής έντονη εσωτερική ανησυχία. Το νευρωσικό άτομο δεν χάνει την επαφή με την πραγματικότητα (όπως συμβαίνει π.χ. με τα ψυχωσικά άτομα), συνεχίζει να συμμετέχει και να δρα στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή, αλλά αδιάλειπτα νιώθει - μπροστά σε ορισμένες ιδέες, αντικείμενα ή καταστάσεις - μια δυσάρεστη εσωτερική ένταση, εκνευρισμό, συναισθήματα ενοχής, φόβο (ακόμη και πανικό) κ.τ.ό. Υποφέρει από συναισθήματα ανεπάρκειας και κατωτερότητας (συνεχώς αμφιβάλλει αν «έπραξε καλώς»),δείχνει δυσκαμψία στη σκέψη, αδυνατεί να πάρει αποφάσεις για τα σημαντικά θέματα της ζωής, δυσκολεύεται να διατηρήσει θετικές διαπροσωπικές σχέσεις κ.τ.ό. Οι εκδηλώσεις αυτές συνοδεύονται και από νευροφυτικές διαταραχές (ταχυπαλμία, συχνουρία, εφίδρωση, ωχρότητα, διάρροια, επιγαστρικό πόνο, αυξημένη συστολική πίεση, τρεμούλιασμα και μούδιασμα στα άκρα, αϋπνία). Για να μη βιώνει τις δυσάρεστες αυτές συνέπειες, το νευρωσικό άτομο αποφεύγει π.χ. να συζητάει ορισμένα θέματα ή να αλληλεπιδρά με άλλους ανθρώπους ή να πλησιάζει ορισμένα αντικείμενα και χώρους κ.τ.ό. Το νευρωσικό άτομο αναγνωρίζει ότι πρόκειται για παράλογες εκδηλώσεις, όμως η επιστράτευση της λογικής δεν φέρει κανένα 1. Βλέπε "Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών» της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας, 3η έκδοση, ΟδΜ-ΙΙΙ, 1980 (μετάφραση και προσαρμογή Σ. Ντώνια και Ν. Μάνου, έκδοση του Κοινοτικού Κέντρου Ψυχικής Υγείας και της Β' Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης). 2. Ευρεία ανάλυση των διαφόρων μορφών νευρώσεων γίνεται στο σύγγραμμα Π. Χαρτοκόλλη «Εισαγωγή στην ψυχιατρική» (εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1986) σελ. 81-128.


15

ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το άτομο ανακουφίζεται μόνο όταν απομακρυνθεί από τις γενεσιουργές συνθήκες. Οι νευρώσεις είναι η πιο κοινή μορφή παθολογικής συμπεριφοράς (στα μεγάλα αστικά κέντρα νευρωσικές αντιδράσεις παρουσιάζει μέχρι και το 30% του πληθυσμού) και πρωτοεκδηλώνεται κυρίως κατά την εφηβική και την πρώτη ώριμη ηλικία (ώς το 35ο έτος).1 Οι πιο συνήθεις μορφές νευρώσεων είναι: α) Αγχώδης νεύρωση: Χαρακτηρίζεται από έναν αόριστο, αιωρούμενο και γενικευμένο φόβο που μπορεί να ενταθεί ώς τον πανικό. Πρόκειται για μια κατάσταση αδιάλειπτης ανησυχίας που δεν σχετίζεται με κάποια συγκεκριμένη απειλή είναι ένας μάλλον μόνιμος και διάχυτος φόβος που εκδηλώνεται λίγο-πολύ κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και διαποτίζει κάθε ενέργεια του ατόμου. Το άτομο με αγχώδη νεύρωση παρουσιάζει αδυναμία να συγκεντρωθεί, αϋπνία, υπερκινητικότητα, μυϊκή υπερένταση, θυμική καταπόνηση κ.τ.ό. β) Φοβίες: Χαρακτηρίζονται από έντονο φόβο, μπροστά σε ορισμένα ερεθίσματα - καταστάσεις, ο οποίος όμως φόβος δεν προέρχεται από πραγματική αιτία. Στην αγοραφοβία π.χ. το άτομο νιώθει φόβο όταν βρεθεί μέσα στο πλήθος όταν π.χ. μπει στο γεμάτο λεωφορείο - ενώ το ίδιο συγχρόνως ομολογεί ότι δεν διατρέχει, από την παρουσία των επιβατών αυτών, κανέναν συγκεκριμένο κίνδυνο. Η φοβία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως π.χ. ακροφοβία (το άτομο φοβάται να πλησιάσει σε γκρεμό ή να ανεβεί σε χώρους με υψομετρική διαφορά), 1. Βλέπε σύγγραμμα !-. 3οοΙθ «ΜβηΙεI ΗβθΙΙίι ίη ΙΗβ πιβίΓοροΙίε» (εκδό σ εις ΜοθΓ 3νν-ΗίΙΙ, 1962).

Πίν. 1. Κ υ ρ ιό τερ ες μ ο ρ φ ές π αθολογικής συμπεριφοράς

Ν Ε Υ Ρ Ω Σ Ε ΙΣ — Αγχώδης νεύρωση — Φοβίες — Υστερική νεύρωση — Ιδεοληπτικήψυχαναγκαστική νεύρωση — ΥποχονδρΙαση — Νευρωσική κατάθλιψη — Ψυχοσωματικές διαταραχές

Ψ ΥΧ Ω ΣΕ ΙΣ

— Σχιζοφρένεια

Δ ΙΑ Τ Α Ρ Α Χ Ε Σ Δ ΙΑ Γ Ω Γ Η Σ

— Ψυχοσεξουαλικές διαταραχές

— Παράνοια — Τοξικομανίες — Μανία-Μελαγχολία — Ψυχοπαθητική προσωπικότητα

- Αλκοολισμός - Ναρκωτικά -Φ αρμακευτική εξάρτηση

Ν Ο Η Τ ΙΚ Ε Σ Α Ν Ε Π Α Ρ Κ Ε ΙΕ Σ

— Βαθμίδες καθυστέρησης - Εκπαιδεύσιμοι - Ασκήσιμοι - Ιδιώτες — Κλινικά σύνδρομα - Μ ογγολοειδής ιδιωτεία - Κρετινισμός - Υδροκεφαλία


16

αγοραφοβία (φόβος και αποφυγή του πλήθους), μονοφοβία, κλειστοφοβία (φόβος και αποφυγή του κλειστού χώρου), μυσοφοβία (παθολογικός φόβος της ακαθαρσίας και των μικροβίων), νυκτοφοβία, ζωοφοβία, πυροφοβία κ.ά (βλέπε εικ. 1). Η φοβία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι κάτι ενδιάμεσο μεταξύ φόβου και άγχους (βλέπε σχ. 3). Ο φόβος είναι αντίδραση σε κάποιο συγκεκριμένο και πραγματικό κίνδυνο. Είναι μια αντίδραση αυτοπροστασίας, απαραίτητη για την αυτοσυντήρηση (φυσιολογικό φαινόμενο). Το άγχος είναι και αυτό φοβική αντίδραση αλλά προς κάποιον αόριστο, ακαθόριστο, υποτιθέμενο κίνδυνο. Είναι αδικαιολόγητος φόβος, γιατί δεν υπάρχει άμεση συγκεκριμένη απειλή (παθολογικό φαινόμενο). Η φοβία είναι και αυτή φοβική αντίδραση που εκδηλώνεται όμως μόνο προς ένα ορισμένο συγκεκριμένο είδος ερεθισμάτων - καταστάσεων, όπως είναι π.χ. ο κλειστός χώρος, το πλήθος, το ύψος κ.ά. (ως προς αυτό μοιάζει με το φόβο), αλλά είναι αδικαιολόγητος - παθολογικός φόβος, γιατί οι καταστάσεις αυτές δεν αποτελούν, αυτές καθεαυτές, πραγματική απειλή (ως προς αυτό μοιάζει με το άγχος). Υ) Νευρωσική κατάθλιψη: Χαρακτηρίζεται από υπερβολική ευαισθησία σε δυσάρεστα γεγονότα, η οποία δημιουργεί βαθιά και παρατεταμένη απελπισία. Ασφαλώς, όλα τα άτομα νιώθουν, μπροστά σε κάθε προσωπική αποτυχία ή απώλεια, κάποια στενοχώρια και θλίψη. Γρήγορα όμως την ξεπερνούν και ξαναβρίσκουν το ρυθμό της ζωής. Αντίθετα, τα άτομα με νευρωσική κατάθλιψη, ακόμη και σε μικρότερες κακοτυχίες, δείχνουν έντονη μελαγχολική κατάπτωση, την οποία δύσκολα ξεπερνούν (βλέπε εικ. 2).

Φόβος

Α γχο ς

— Προκαλείται κάθε φορά από συγκεκριμένο ερέθισμα-κατάσταση

— Υπάρχει στο άτομο αδιάλειπτα και εκδηλώνεται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες

Είναι αντίδραση προς πραγματικό κίνδυνο (φυσιολογική αντίδραση)

Φοβία — Προκαλείται κάθε φορά από ορΐ€ κατηγορία ερεθισμάτων-καταστ — Δ εν υπάρχει πραγματική απειλή (παθολογική αντίδραση)

Σχ. 3. Ο μ ο ιό τη τες και δ ια φ ορ ές ανάμεσα στο φόβο, στο άγχος και στη φοβία.


17

δ) Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση: Χαρακτηρίζεται από έμμονες ιδέες και επίμονη επανάληψη, κατά τρόπο τελετουργικό, μιας σειράς στερεοτυπικών ενεργειών. ' Ενα άτομο με ιδεοψυχαναγκαστικές τάσεις π.χ. μπορεί να ελέγχει επανειλημμένα αν έχει κλειδώσει ή όχι την πόρτα (τρέλα της αμφιβολίας), να μην αρχίζει να εργάζεται παρά μόνο αφού «στοιχίσει» σχολαστικά όλα τα αντικείμενα του γραφείου του, να έχει την έμμονη ιδέα ότι σε μια ορισμένη ηλικία θα πεθάνει κ.τ.ό. ε) Υποχονδρίαση: Χαρακτηρίζεται από διαρκή ενασχόληση με θέματα σωματικής υγείας. Το άτομο με υποχονδρίαση δείχνει υπερβολική ευαισθησία στην παρουσία ακόμη και του πιο ασήμαντου σωματικού συμπτώματος, κατατρύχεται συνεχώς από το φόβο ότι είναι άρρωστο και αναζητεί εναγωνίως τρόπους «να προλάβει το χειρότερο». στ) Ψυχοσωματικές διαταραχές: Οι διαταραχές του είδους αυτού περιλαμβάνουν οργανικά συμπτώματα - όπως π.χ. πονοκεφάλους, στομαχόπονους, άσθμα, έλκος, ζαλάδες, χρόνια πνευματική και σωματική κόπωση κ.ά. - που γενεσιουργό τους αίτιο είναι κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Πρόκειται για σωματοποιητικές διεργασίες - οργανονευρώσεις - που κύριο στοιχείο τους είναι ο πόνος. ζ) Υστερική νεύρωση: Σε βαριές περιπτώσεις έχει ως αποτέλεσμα την εκδήλωση σοβαρών σωματικών συμπτωμάτων, όπως ολική ή μερική αχρηστία των αισθητηρίων οργάνων ή μελών του σώματος, χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχη οργανική βλάβη. Οι συνηθέστερες μορφές υστερίας είναι η υστερική τύφλωση, η υστερική κώφωση, η υστερική αλαλία (απώλεια της ομιλίας), οι υστερικές παραλύσεις, η υστερική αμνησία, η υστερική ανοσμία, η νευρωσική ανορεξία κ.ά.

Εικ. 1. Φοβική αντίδραση.

Εικ. 2. Νευρωσική κατάθλιψη.


2) Ψυχώσεις Οι ψ υχώ σ εις1είναι οι πιο βαριές μορφές ψυχικών διαταραχών. Είναι το είδος των ψυχικών παθήσεων που βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που ο κοινός άνθρωπος αποκαλεί «τρέλα», γιατί χαρακτηρίζεται από τις πιο ακραίες και δραματικές ψυχοπαθολογικές αποκλίσεις. Οι ψυχωσικές διαταραχές παίρνουν ποικίλες μορφές. Κοινό χαρακτηριστικό των διαφόρων μορφών ψυχώσεων είναι ότι το άτομο έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα. Διεγείρεται περισσότερο από εσωτερικές καταστάσεις, υπακούει σε μια εξωπραγματική λογική και ζει στο δικό του κόσμο. Παρουσιάζει ενα είδος νοητικής σύγχυσης και συχνά οι συναισθηματικές του αποκρίσεις είναι απρόσφορες-ανορθόδοξες, ' Εχει ελάχιστη, ή ακόμη και καμία, επίγνωση τόσο της φύσης όσο και της σοβαρότητας της πάθησής του. Δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις επαγγελματικές και κοινωνικές απαιτήσεις. Επίσης, επειδή συχνά είναι επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τους άλλους, απαιτεί εγκλεισμό και περίθαλψη σε ψυχιατρική κλινική. Οι ψυχώσεις διακρίνονται σε: α) Ο ργανικές, όσες δηλαδή έχουν διαγνωσμένο οργανικό αίτιο (εγκεφαλικό τραύμα, εγκεφαλική αρτηριοσκλήρυνση, ορμονικές διαταραχές), όπως είναι οι γεροντικές άνοιες, αλκοολικές ψυχώσεις κ.ά. β) Λ ειτο υ ρ γ ικ ές, όσες δηλαδή δεν έχουν σαφώς διαγνωσμένη οργανική αιτία, ιστοπαθολογική αλλοίωση, και επομένως μπορούν να αποδοθούν σε ψυχοκοινωνικά αίτια. Οι συνηθέστερες μορφές ψυχώσεων είναι: α) Σ χιζοφ ρ ένεια: Περιλαμβάνει ομάδα ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων που χαρακτηρίζονται από διαταραχές στη σκέψη, στο συναίσθημα και στην κινητικήπραξιακή συμπεριφορά. Οι διαταραχές στη σκέψη συνίστανται σε μεταβολή του τρόπου σχηματισμού των εννοιών και των κρίσεων που οδηγούν σε παρερμηνείες της πραγματικότητας και, μερικές φορές, σε παραγωγή ψευδαισθήσεων (ο ασθενής π.χ. ακούει φωνές, βλέπει οράματα, βιώνει αισθήματα που δεν προέρχονται από εξωτερικούς ερεθισμούς) και αλλόκοτων παραληρηματικών ιδεών (ο ασθενής π.χ. πιστεύει ότι μαγνητικά κύματα από μακρινό πλανήτη ελέγχουν τη σκέψη του και τον εξαναγκάζουν να κάνει ορισμένες πράξεις· πιστεύει ότι ζωύφια περνούν κάτω από το δέρμα του- νομίζει ότι είναι ήδη νεκρός). Οι διαταραχές στο συναίσθημα περιλαμβάνουν αμφιθυμικές καταστάσεις (ο ασθενής π.χ. αγαπάει και μισεί ταυτόχρονα με την ίδια ένταση το ίδιο πρόσωπο), υποτονικό θυμικό (ο ασθενής π.χ. μένει απαθής, ασυγκίνητος και αδιάφορος μπροστά στα διάφορα συγκινησιογόνα ερεθίσματα· ούτε χαίρεται ούτε λυπάται) και

1. Ευρεία ανάλυση των μορφών, της αιτιολογίας, της κλινικής εικόνας και της θεραπευτικής αντιμετώπισης των ψυχώσεων γίνεται στο σύγγραμμα Κ. Στεφάνή και συνεργατών του «Ψυχιατρικά θέματα» (Αθήνα). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα Π. Χαρτοκόλλη «Εισαγωγή στην ψυχιατρική» (εκδόσεις Θεμέλιο, 1986) σελ. 129-208. Το σχ. 3, στην απέναντι σελίδα, έχει ληφθεΐ από το σύγγραμμα δ. Α πθ Ι ϊ «ΙηΙθφΓθΜΐοη οί $αΪΊίζορΪΊΓθηΐ3» (έκδοση Ββδίο ΒοοΚδ, 1974).


19

απρόσφορες συναισθηματικές αποκρίσεις (ο ασθενής π.χ. σκάει στα γέλια όταν κτυπήσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος· χαίρεται στο άκουσμα ότι κάποιο προσφιλές του πρόσωπο - π.χ. ο πατέρας του - πέθανε). Οι διαταραχές στον κινητικό -πραξιακό τομέα συχνά περιλαμβάνουν αδράνεια, εσωστρέφεια, απόσυρση, παλινδρόμηση σε παιδικά πρότυπα συμπεριφοράς και παραδοξότητα (ο ασθενής π.χ. στέκεται σαν άγαλμα χωρίς καμιά έκφραση- στηρίζεται για ώρες στο ένα πόδι σαν πελεκάνος- δεν ακουμπάει το κεφάλι του στο μαξιλάρι όταν είναι ξαπλωμένος, το λεγόμενο ψυχικό προσκέφαλο* μένει για ώρες σε άβολη διευθέτηση των μελών του σώματος - όπως π.χ. το χέρι πάνω από το κεφάλι-χωρίς να δείχνει ότι ενοχλείται, η λεγάμενη κηρώδης ευκαμψία). Η σχιζοφρένεια είναι η πιο συχνή μορφή ψύχωσης (το 25%τωνεισαγομένων σε ψυχιατρικές κλινικές είναι σχιζοφρενείς) και παρουσιάζεται κυρίως στους νέους (το 60% των σχιζοφρενών είναι κάτω των 35 ετών) και ιδιαίτερα στους άνδρες. β) Παράνοια: Χαρακτηρίζεται κυρίως από επίμονες ιδεοληψίες και παραληρηματικές ιδέες. Οι ιδεες αυτές συνήθως περιστρέφονται γύρω από ένα κεντρικό θέμα, όπως είναι ιδεες μεγαλείου, καταδίωξης, ζηλοτυπίας κ.ά. Στο παραλήρημα μεγαλομανίας και παντοδυναμίας οι ιδέες περιστρέφονται γύρω από κάποια μεσσιανική αποστολή, την οποία ο ασθενής πιστεύει ότι γεννήθηκε για να επιτελέσεί" ή, γύρω από κάποια κοινωνική μεταρρύθμιση, την οποία ο ασθενής θεωρεί ότι είναι ο μοναδικός για να εφαρμόσει (ο ασθενής πιστεύει π.χ. ότι είναι ο Μέγας Ναπολέων - ή ο Ιησούς Χρίστος - και προσπαθεί εναγωνίως να πείσει τον

Σχ. 4. Σχέδιο ανθρώπινου προσώπου φιλοτεχνημένο από έναν σχιζοφρενή. Στο σχέδιο καταφαίνεται η δυσκολία του σχιζοφρενούς να αντιληφθεί το πρόσωπο ως ένα όλο.


20

κόσμο για αυτή του την ιδιαίτερη ταυτότητα και για το μοναδικό έργο που πρέπει να επιτελέσει). Στο παραλήρημα καταδίωξης οι ιδέες περιστρέφονται γύρω από κάποιον υποτιθέμενο εχθρό - όπως π.χ. υποτιθέμενη άπιστη σύζυγο, συγγενείς, μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού - που έχουν καταστρώσει σχέδιο να τον εξοντώσουν (ο ασθενής π.χ. αποφεύγει να τρώει στο σπίτι του για να μην τον δηλητηριάσουν) κ.τ.ό. Το κύριο χαρακτηριστικό του παρανοϊκού είναι ότι οι παραληρηματικές του ιδέες αποτελούν ένα πλήρες σύστημα, καλά μελετημένο, συστηματοποιημένο, χωρίς κενά και ασυνέπειες. Ο παρανοϊκός έχει έντονη λογικότητα, ετοιμότητα και αισθαντικότητα, όμως τα γεγονότα γύρω του τα προσλαμβάνει και τα ερμηνεύει επιλεκτικώς για να τεκμηριώσει τις παρανοϊκές του ιδεοληψίες. Δεν παρουσιάζει γενικότερες δραματικές αλλαγές στην προσωπικότητα, παρά μόνο τις παραληρηματικές ιδέες. γ) Μ ανία-Μ ελαγχολία: Πρόκειται για μείζονες διαταραχές του συναισθήμα­ τος. Χαρακτηρίζονται από περιοδική εμφάνιση ακραίων συναισθηματικών καταστασεων, αφενός καταθλιπτικής κατάπτωσης - φάση μελαγχολίας - και αφετέρου πλεονάζουσας συναισθηματικής έξαρσης - φάση μανίας. Οι δύο φάσεις, η μανία και η μελαγχολία, μπορεί να διαδέχονται περιοδικά η μια την άλλη (συνήθως ενδιάμεσα μεσολαβεί ένα διάστημα ηρεμίας, όπου ο ασθενής νιώθει και συμπεριφέρεται σχεδόν φυσιολογικά), οπότε έχουμε τη λεγάμενη μανιοκαταθλιπ τική (ή διπολική - κυκλική) ψύχωση. Μπορεί όμως να επαναλαμβάνεται

Εικ. 3. «Τάση για αυτοκτονία». (Λιθογραφία του ζωγράφου όθ νίΙΙθΓΒ, 1832).


21

περιοδικά μια μόνο φάση, πάντοτε η ίδια, οπότε έχουμε τη λεγάμενη μονοφασική (ή μονοπολική) ψύχωση (επικρατεί μόνο ο ένας πόλος της μανιοκατάθλιψης). Ανάλογα με τη φάση που επικρατεί, έχουμε τη διαλείπουσα μανία ή τη διαλείπουσα μελαγχολία. Στη φάση της μανίας τα κυριότερα συμπτώματα είναι: ' Εκφραση ζωηρή (έχει βλέμμα σπινθηροβόλο, κάνει συνεχώς χειρονομίες), θυμική έξαρση (είναι εύθυμος, φλύαρος, δραστήριος, αισιόδοξος, ευέξαπτος), υπερεκτίμηση του Εγώ (πιστεύει ότι είναι ωραίος, έξυπνος, πλούσιος, άξιος, ικανός), ιδεόρροια λογόρροια (έχει πληθώρα ιδεών, τις οποίες, για να εκφράσει, μιλάει γρήγορα και αδιάλειπτα), υπερκινητικότητα (κοιμάται λίγο, κουράζεται δύσκολα, μπορεί να χορεύει για ώρες), αύξηση της ερωτικής επιθυμίας κ.τ.ό. Στη φάση της μελαγχολίας (πρόκειται για τον αντίποδα της μανίας) τα κυριότερα συμπτώματα είναι: Αθυμία και κατήφεια, παραμελημένη εμφάνιση, αναποφασιστικότητα, ευσυγκινησία, πτωχεία και λίμνασμα ιδεών, ανορεξία και απώλεια βάρους, μειωμένη κινητικότητα που μπορεί να φθάσει στην εμβροντησία (πλήρης αναστολή κάθε κίνησης), συναισθήματα αναξιότητας και ενοχής, τάσεις αυτοκαταστροφής (το 75% των μελαγχολικών έχουν τάση για αυτοκτονία· μόνο το 10-15% πραγματοποιούν την απειλή τους αυτή), τάσεις συλλογικής αυτοκτονίας (ο ασθενής επιχειρεί να παρασύρει και προσφιλή του πρόσωπα - π.χ. τα παιδιά του - να αυτοκτονήσουν μαζι του ή επιχειρεί να τα σκοτώσει ο ίδιος για να τα απαλλάξει από τα υποτιθέμενα βασανα και τις επικείμενες καταστροφές), αναφροδισία και σεξουαλική ανικανότητα κ.τ.ό.

Εικ. 4. «Κραυγή απόγνωσης». (Λιθογραφία του Νορβηγού ζωγράφου Μυποή, 1893).


22

3) Διαταραχές διαγωγής Οι δια τα ρ α χές διαγωγής αναφέρονται σε καταστάσεις που κύριο χαρακτηριστικό τους είναι οι αντικοινωνικές μορφές έκφρασης των εσωτερικών ενορμήσεων και επιθυμιών. Περιλαμβάνουν πράξεις που συστηματικά αντίκεινται στο ηθικό, στο κοινωνικά καθιερωμένο, στην έννομη τάξη. Ενώ στις άλλες μορφές ψυχικών παθήσεων η διαταραχή είναι κυρίως ενδοτροπική και ζημιώνει κυρίως το ίδιο το άτομο (οι νευρώσεις π.χ. αναφέρονται σε καταστάσεις όπου το άτομο καταπνίγει ή ακόμη και απαρνείται τις παρορμήσεις και επιθυμίες του), στις διαταραχές διαγωγής η παθολογική απόκλιση είναι παρορμητική - αντικοινωνική και ζημιώνει κυρίως τους άλλους. Οι κυριότερες μορφές διαταραχών διαγωγής είναι1: α) Ψυχοπαθητική προσωπικότητα: Ψυχοπαθητικό είναι το άτομο που η συμπεριφορά του καθορίζεται εξολοκλήρου από τις δικές του επιθυμίες. Ενεργεί παρορμητικά και επιδιώκει άμεση ικανοποίηση των ορέξεων και επιθυμιών του, χωρίς να νιώθει κανέναν ηθικό φραγμό. Δείχνει παντελή αδιαφορία για τους άλλους και πλήρη περιφρόνηση για τους κοινωνικούς κανόνες. Γνωρίζει ποιο είναι «το πρέπον», αλλά συστηματικά δείχνει παντελή έλλειψη συναισθημάτων φιλαλληλίας και αναλγησία· ή, ακόμη νιώθει ικανοποίηση, παραβαίνοντας τους κοινωνικούς κανόνες, την έννομη τάξη. Κύριο χαρακτηριστικό της ψυχοπαθητικής προσωπικό­ τητας είναι ότι το άτομο προβαίνει συστηματικά σε αντικοινωνικές πράξεις (π.χ. ψεύδεται, κλέβει, βασανίζει τους άλλους, ληστεύει ή δολοφονεί), χωρίς να νιώθει κανένα συναίσθημα ενοχής ή μεταμέλειας (π.χ. αμέσως μετά από τη διάπραξη μιας άγριας δολοφονίας περνάει από το σπίτι του για να αλλάξει το πουκάμισό του γιατί είχε μερικές κηλίδες αίματος - και στη συνέχεια ατάραχος πηγαίνει στο καφενείο και παίζει το τάβλι του, σαν να μην συμβαίνει τίποτε). Συνήθως ενεργεί μόνος του (είναι ο ανάλγητος και αμετανόητος μονήρης εγκληματίας). Εγκληματικές πράξεις ψυχοπαθητικών ατόμων είναι από τα θέματα εκείνα των εφημερίδων που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη και έχουν αποτελέσει σενάριο για κινηματογραφικά έργα. Δεν πρέπει να συγχέεται η ψυχοπαθητική προσωπικότητα με τις περιπτώσεις όπου η αντικοινωνική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα τυφλής υποταγής στον κώδικα συμπεριφοράς μιας μικρότερης ομάδας, μιας συμμορίας, στην οποία έχει ενταχθεί το άτομο και είναι συνειδητό μέλος της (π.χ. μαφία). Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει άλλη διαταραχή της προσωπικότητας, παρά μόνο η τυφλή και απόλυτη συμμόρφωση προς τους κανόνες δράσης μιας

1. Βλέπε μελέτη Π. Σακελλαρόπουλου «Ψυχανωμαλίες και τοξικομανίες» στο σύγγραμμα Κ. Στεφάνή και συνεργατών «Θέματα ψυχιατρικής» (Αθήνα) σελ. 274-281.


23

αντικοινωνικής ομάδας (πρόκειται για ψ ευδό - κοινωνικο - ψυχοπαθητική προσωπικότητα). β) Ψ υχοσ εξουαλικές δ ια τα ρ α χ ές 1: Σχετικά με το τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό στη σεξουαλική συμπεριφορά, κυριαρχούν μεταξύ των ειδικών κυρίως δύο διαφορετικές απόψεις. Η μια άποψη δέχεται ότι κάθε σεξουαλική δραστηριότητα που δεν απολήγει-κορυφώνεται στον οργασμό με ετερόφυλη συνουσία θεωρείται απόκλιση. Η άλλη άποψη τονίζει περισσότερο, όχι τόσο τις συγκεκριμένες πράξεις, αυτές καθεαυτές, αλλά τα συναισθήματα που βιώνει το άτομο για τις πράξεις του αυτές Το άτομο, που νιώθει καταπίεση ή ενοχή για τη σεξουαλική του ζωή ή είναι ανίκανο να απολαμβάνει πλήρως τη σεξουαλική ζωή, θεωρείται ότι παρουσιάζει σεξουαλική διαταραχή. Οι κυριότερες μορφές ψυχοσεξουαλικών διαταραχών είναι: 1) Η σ εξουαλική α να π οτελεσ ματικότητα, όπως π.χ. η ανεσταλμένη σεξουαλική επιθυμία, η αδυναμία για επίτευξη και διατήρηση στύσης πέους, η σεξουαλική ψυχρότητα, ο ανεσταλμένος οργασμός, η πρόωρη εκσπερμάτωση. 2) Οι παραφιλίες, δηλαδή περιπτώσεις στις οποίες ο σεξουαλικος οργασμός επισυμβαίνει, αποκλειστικά και μόνιμα, μόνο με ανορθόδοξα σεξουαλικά αντικείμενα και ανορθόδοξους τρόπους σεξουαλικής έκφρασης, όπως είναι ο φ ετιχισ μ ό ς (η χρήση άψυχων αντικειμένων φετίχ είναι η προτιμούμενη ή / και η αποκλειστική μέθοδος για σεξουαλική διέγερση)· η παρενδυσία (η χρηση ένδυσης με ρούχα του αντίθετου φύλου ως μόνου τρόπου για σεξουαλική διεγερση), η παιδεραστία, η επ ιδειξιομα νία, η ηδονοβλεψ ία, ο σ εξο υ αλικό ς μαζοχισμός - σαδισμός κ.ά. 3) Οι δια τα ραχές τη ς φ υ λ ετικ ή ς τα υ τό τη τα ς ,όπως είναι η φιλονοφυλία (η αδυναμία να αποδεχθεί το ρόλο του ανατομικού του φυλου και η εμμονή σε διφυλικότητατρανσεξουαλισμό), η διαταραχή της φυλετικής ταυτότητας κατά την παιδική ηλικία κ.τ.ό. γ) Τ ο ξικομ α νίες: Χαρακτηρίζονται από την ακατανίκητη επιθυμία να χρησιμοποιεί συνεχώς μεγαλύτερες ποσότητες τοξικών χημικών ουσιών. Ο τοξικομανής έχει έκδηλα τα συμπτώματα του εθισμού: την αδυναμία να εγκαταλείψει ή να ασκήσει έλεγχο επάνω στη χρήση των τοξικών ουσιών και την ανάγκη να καταναλώνει προοδευτικά μεγαλύτερες ποσότητες-δόσεις της τοξικής ουσίας. Η χρήση των τοξικών ουσιών διαταράσσει σημαντικά τη ζωή του ατόμου. Οι βλαπτικές επιδράσεις της τοξικομανίας οφείλονται κυρίως στην ποσότητα της τοξικής ουσίας (όπως συμβαίνει με το οινόπνευμα, ινδική κάνναβη, τα ηρεμιστικά και διεγερτικά φάρμακα) ή / και στην π οιότητα - το είδος της τοξικής ουσίας (όπως συμβαίνει με τη μορφίνη, την ηρωίνη, το όπιο, την κοκαΐνη, τα παραισθησιογόνα φάρμακα -Ι.50). 1. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Κ. Μπουλουγούρη «Κατανόηση του σεξ» (κεντρική πώληση Βιβλιοπω­ λείο Δανιά, Αθήνα).


24 4) Νοητικές ανεπάρκειες Οι ν ο η τικ ές α ν επ ά ρ κ ειες 1 χαρακτηρίζονται από ελλιπή ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων, όπως είναι οι λειτουργίες της μνήμης, της προσοχής, της αντίληψης, της κρίσης, της γλώσσας και επικοινωνίας, της ικανότητας για μάθηση κ.τ.ό. Το άτομο με νοητική καθυστέρηση έχει, στις συνήθεις κλίμακες γενικής νοημοσύνης (Βίηθί, ΝΛ/θοίΊβΙβΓ), νοητικό πηλίκο μικρότερο του 70 (δηλαδή περισσότερο από δύο τυπικές αποκλίσεις, 30 μόρια, κάτω του μέσου όρου 100) και συγχρόνως παρουσιάζει μειωμένη ικανότητα προσαρμογής στις συνήθεις για την ηλικία του αναπτυξιακές απαιτήσεις. Η έναρξη της διαταραχής πρέπει να συμβεί κατά την περίοδο της ανάπτυξης (πριν το 18ο έτος). Τα νοητικώς καθυστερημένα άτομα αποτελούν μια ανομοιογενή ομάδα. Διαφορές μεταξύ τους υπάρχουν ως προς το βαθμό της νοητικής ανεπάρκειας και τη δυνατότητα αγωγής, τα αίτια της ανεπάρκειας και το είδος των διαταραχών που συνυπάρχουν με τα κύρια συμπτώματα, την πρόγνωση για το τελικό επίπεδο ανάπτυξης και τις προοπτικές για κοινωνική ένταξη και επαγγελματική αποκατάσταση κ.τ.ό. Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορα κριτήρια ταξινόμησης των νοητικώς καθυστερημένων σε επιμέρους διαγνωστικές κατηγορίες .2 Για εκπαιδευτικούς σκοπούς, οι νοητικώς τρεις κα τη γο ρ ίες - βαθμίδες:

καθυστερημένοι διακρίνονται σε

α) Οι εκπ αιδεϋσιμοι: Είναι η ελαφρότερη μορφή νοητικώς καθυστερημένων. Ο ρυθμός της νοητικής τους ανάπτυξης είναι μεταξύ του μισού (1/2) και των τριών τετάρτων (3/4) του μέσου - κανονικού (το νοητικό τους πηλίκο κυμαίνεται μεταξύ 50 και 70). Στο σχολικό τομέα, έχουν την ικανότητα να αφομοιώνουν σχολικές γνώσεις και δεξιότητες (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική) σε βαθμό ώστε να μη θεωρούνται αναλφάβητοι (μπορούν να αφομοιώσουν σχολική ύλη ώς την Δ' τάξη δημοτικού σχολείου). Στον κοινωνικό τομέα, μπορούν να ενταχθούν μέσα στο κοι­ νωνικό σύνολο, ως ανειδίκευτοι ή ημιειδικευμένοι εργάτες, και να ζήσουν ως ανε­ ξάρτητοι και αυτάρκεις πολίτες, μερικώς ή ολικώς. Ο όρος δηλαδή «εκπαιδεύσιμοι» αναφέρεται σε επαρκή αγωγιμότητα για σχολικές, κοινωνικές και επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητες, β) Οι ασκήσιμοι:3 Είναι η μεσαία βαθμίδα νοητικώς καθυστερημένων. Ο ρυθμός της νοητικής τους ανάπτυξης είναι μεταξύ του ενός τετάρτου (1/4) και

1. Η αιτιολογία, η πρόληψη και η διάγνωση της νοητικής καθυστέρησης, καθώς και η εκπαίδευση και η κοινωνική αποκατάσταση των νοητικώς καθυστερημένων εξετάζονται διεξοδικά στο σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Νοητική καθυστέρηση: Διαφορική διάγνωση, αιτιολογία-πρόληψη και ψυχοπαιδαγωγική αντιμετώπιση» (κεντρική πώληση Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1979). 2. Ειδικότερες πληροφορίες για τα διάφορα συστήματα ταξινόμησης των νοητικώς καθυστε­ ρημένων περιέχονται στο «Εγχειρίδιον ορολογίας και ταξινομήσεως» (μετάφραση Κ. Τσιμπούκη, Αθήνα 1974) του Αμερικανικού Συνδέσμου Νοητικής Καθυστέρησης-ΑΑΜϋ. 3. Πρακτικές υποδείξεις για την ψυχοπαιδαγωγική αντιμετώπιση των ασκησίμων νοητικώς καθυστερημένων δίνονται στο σύγγραμμα της Λουκίας Πιστικίδου-Δρόσου «Το ασκήσιμο νοητικό καθυστερημένο παιδί» (έκδοση Εταιρίας Ελληνικών Εκδόσεων, Αθήνα 1982).


25

του μισού ( 1/ 2) του μέσου - κανονικού (το νοητικό τους πηλίκο κυμαίνεται περίπου μεταξύ 25 και 50). Δεν έχουν την ικανότητα να αποκτήσουν ούτε τις στοιχειώδεις σχολικές γνώσεις, εκτός μόνο από μεμονωμένες λέξεις, απλές φράσεις καιαπλές αριθμητικές έννοιες. Μπορούν όμως να ασκηθούν και να αποκτήσουν τις βασικές δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης (ντύσιμο, καθαριότητα, περιποίηση σώματος, προετοιμασία και λήψη φαγητού κ.τ.ό.) και να απασχολούνται παραγωγικά στα πλαίσια της οικογένειας ή σε ειδικά προστατευτικά εργαστήρια .1Οι ασκήσιμοι, για να διατηρηθούν στη ζωή, χρειάζονται συνεχή φροντίδα, άμεση εποπτεία και οικονομική βοήθεια. γ) Οι ιδιώ τες: Είναι η βαρύτερη μορφή νοητικώς καθυστερημένων. Η ανεπάρκειά τους είναι τόσο μεγάλη (νοητικό πηλίκο κάτω του 25) και τα ελαττώματα που την συνοδεύουν τόσο σημαντικα ώστε τους καθιστά ουσιαστικά ανίκανους να επωφεληθούν από οποιαδήποτε σχεδόν μορφή σχολικής μάθησης ή άσκησης. Δεν είναι σε θέση να μάθουν τις απαιτούμενες για αυτοεξυπηρέτηση ατομικές δεξιότητες. Οι ιδιώτες, για να διατηρηθούν στη ζωή, απαιτούν συνεχή ιατρική φροντίδα και προσωπική επίβλεψη. Οι περισσότεροι περιθάλπονται σε ιδρύματαάσυλα όλη τους τη ζωή (είναι τα «ανθρώπινα χορτάρια»). Ορισμένες μορφές νοητικης καθυστέρησης έχουν ιδιαίτερα φυσιογνωμικάκλινικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι εμφανή ακόμη και σε μικρή ηλικία. Συνήθεις κλινικές μορφές - κλινικά σύνδρομα - νοητικής καθυστέρησης είναι: η μογγολοειδής ιδιωτεία (σύνδρομο Οο\νπ), η υδροκεφαλία και η μικροκεφαλία (βλέπε εικ. 5). Στατιστικές έρευνες ανάγουν το ποσοστό των νοητικώς καθυστερημένων σε 1% ώς 3% του γενικού πληθυσμου. Σύμφωνα με τα στατιστικά αυτά δεδομένα πρέπει να υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα τουλάχιστο 100 χιλιάδες νοητικώς καθυστερημένοι: 83 χιλιάδες εκπαιδεύσιμοι, 14 χιλιάδες ασκήσιμοι και 3 χιλιάδες ιδιώτες. Επίσης, κάθε χρόνο θα πρεπει να γεννιούνται 1.500 παιδιά (1 ανά 100 γεννήσεις), τα οποία σε κάποια στιγμή της ζωής τους θα χαρακτηριστούν ως νοητικώς καθυστερημένα και θα απαιτήσουν ειδική αγωγή και φροντίδα. 1. Τα προστατευτικά εργαστήρια είναι ειδικά κέντρα επαγγελματικής απασχόλησης των νοητικώς καθυστερημένων. Τα κέντρα αυτα είναι κοινωφελή ιδρύματα —συνήθως επιχορη­ γούνται από την Πολιτεία— μέσα στα οποία ο. νοητικώς καθυστερημένοι εργάζονται με αμοιβή, υπό την επίβλεψη και καθ ο δ ήγ η ση ειδικού προσωπικού. Εικ. 5. Κλινικά σύνδρομα νοητικής κ α θ υ σ τέρ η σ η ς: Μογγολοειδής ιδιωτεία, μικροκεφαλία και υδροκεφαλία.

β

Η

Β

»ψ

τ

^

* * * >

\ ’ ρ

ρ

^

ι

ΑΡχ ψ

ν

\

V

ί

*

1

V

ί

Μ

ο


26

ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ Ορισμένες ψυχικές διαταραχές πρωτοεμφανίζονται στη βρεφονηπιακή, την παιδική ή την εφηβική ηλικία, στην περίοδο δηλαδή της ανάπτυξης, οπότε εκδιπλώνονται, ενεργοποιούνται και διαμορφώνονται οι διάφορες ψυχοσωματικές ιδιότητες του ατόμου. Οι διαταραχές αυτές μπορεί να συμβούν σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης: σωματικό - κινητικό, νοητικό - γλωσσικό, συναισθηματικό κοινωνικό. Η ονοματολογία και η ταξινόμηση των διαταραχών αυτών έχει γίνει κατά ποικίλους τρόπους.1 Στο κεφάλαιο αυτό θα παρουσιάσουμε την ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών στα παιδιά και στους εφήβους που προτείνεται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία. Επίσης, θα παρουσιάσουμε την προσπάθεια που γίνεται από τους παιδοψυχολόγους για μια αναλυτική περιγραφή της προβληματικής συμπεριφοράς των παιδιών και των εφήβων με τη χρήση ερωτηματολογίων προβληματικής συμπεριφοράς.

1) Η ταξινόμηση του 05Μ-ΙΙΙ Στο τελευταίο «Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των ψυχικών παθήσεων»,2 της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας - το γνωστό ως ΟδΜ III έχει συμπεριληφθεί χωριστή διαγνωστική κατηγορία για τις καταστάσεις που πρωτοεμφανίζονται κατά την περίοδο της ανάπτυξης. Μεταξύ των διαταραχών της βρεφονηπιακής, της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας οι κυριότερες είναι: α) Νοητική καθυστέρηση (οι διάφορες βαθμίδες νοητικής ανεπάρκειας: ελαφρά, μέτρια, βαριά, βαρύτατη νοητική καθυστέρηση)· β) δ ια τα ραχές τη ς προσοχής (ελαττωματική προσοχή με υπερκινητικότητα, ελαττωματική προσοχή υπολειμματικού τύπου)· γ) αγχώ δεις δ ια τα ραχές (διαταραχές του άγχους του αποχωρισμού, διαταραχές του άγχους προς τα ξένα πρόσωπα3)· δ) δ ια τα ραχές πρόσληψης τη ς τρο φ ή ς (ψυχογενής ανορεξία, βουλιμία, ρίθ34) ■ε ) δ ια τα ραχές τη ς διαγωγής (επιθετικότητα, καταστροφική τάση, ακοινώνητη συμπεριφορά)· στ) δ ια τα ρ α χ ές σ τερεοτυπ ικώ ν κινήσεων (τικ, τραυλισμός, λειτουργική ενούρηση, λειτουργική εγκόπρηση, υπνοβασία, ενύπνιος τρόμος)· ζ) βαρ ιές ε κ τ ε τ α μ έ ν ε ς

1. Βλέπε σύγγραμμα Η.Γ. Μπεζεβέγκη «Εξελικτική ψυχοπαθολογία» (Αθήνα, 1985). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα Β.Β. ΜοΙητιβη (βά) «ΜβπυβΙ οί οίιίΐό ρβγοίιοραΙΗοΙοςίγ» (έκδοση ΜοθΓ3νν-ΗίΙΙ, 1972). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα ϋ.Β. ϋούάδ «Α ΰίιίΐά ρεγοίιορβΙΜοςγ ρήπιβΓ: δυςρβείίοηε 1ογ ύβρίηηίπς ΐί>βΓ3ρί5ΐ5» (εκδόσεις Ηυιπβη δοίθηϋίίο Ργθ33, 1986). 2. Βλέπε υποσημείωση 1, σελ. 14. 3. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Εξελικτική ψυχολογία» (κεντρική πώληση Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 1ος, σελ. 201-205. 4. Το άτομο κατ’ επανάληψη τρώει κάποια μη θρεπτική ουσία (πηλό, σοβά, στάχτη).


27

δια τα ρ α χές τη ς ανάπτυξης (γενικευμένη ανωριμότητα, βρεφονηπιακός αυτισμός - βλέπε εικ. 6)· η) ε ιδ ικ έ ς δ ια τα ραχές τη ς ανάπτυξης (αναπτυξιακή διαταραχή της ανάγνωσης-δυσλεξία, αναπτυξιακή διαταραχή της αριθμητικής ικανότητας - αναριθμηοία, αναπτυξιακές διαταραχές του λόγου)· και θ) ά λλες δια τα ρ α χές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, όπως είναι η σχιζοειδής διαταραχή (το άτομο αποφεύγει να κάνει παρέα και να συμμετέχει σε δραστηριότητες με συνομηλίκους, δεν έχει φίλους), η εκ λ εκ τικ ή βωβότητα (συνεχής άρνηση να μιλήσει σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις, συμπεριλαμβανο­ μένου και του σχολείου), η εναντιω ματική συμπεριφορά (πείσμα, αρνητισμός), οι δια τα ρ α χές τη ς τα υ τό τη τα ς του Εγώ1 (σύγχυση ρόλων) κ.ά.

2) Προβληματική συμπεριφορά: Συμπτώματα Σύνδρομα Στην ψυχοπαθολογία της παιδικής ηλικίας σκόπιμο είναι να αποφεύγεται η χρήση των όρων της κλασικής ψυχιατρικής και κλινικής ψυχολογίας, γιατί οι όροι αυτοί, από τη μακρόχρονη χρήση τους στους ενηλίκους, ενέχουν μεγάλη αρνητική θυμική φόρτιση. Η ψυχική διαταραχή π.χ. είναι προτιμότερο να αποδίδεται με τον ηπιότερο και πολύσημο όρο προβληματική συμπεριφορά. Επίσης, αντί των γενικών διαγνωστικών όρων (αγχώδης νεύρωση, σχιζοφρένεια), είναι προτιμότερο να γίνεται αναλυτική περιγραφή των συγκεκριμένων συμπτωμάτων της προβληματικής συμπεριφοράς. Μια τέτοια αναλυτική περιγραφή της προβληματι­ κής συμπεριφοράς του παιδιού είναι εξαιρετικά χρήσιμη στην ψυχοπαιδαγωγική 1. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Εξελικτική ψυχολογία» (κεντρική πώληση Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 4ος, σελ. 163-173.

Εικ. 6. Παιδικός αυτισμός: Παντελής έλλειψη απαντητικότητας προς το περιβάλλον πλήρες κλείσιμο στον εαυτό.


28

αντιμετώπιση της διαταραχής, δηλαδή στην αντιμετώπιση - προληπτική και θεραπευτική - που γίνεται μέσα στα πλαίσια της οικογένειας και του σχολείου. Η αναλυτική περιγραφή της προβληματικής συμπεριφοράς γίνεται με τη χρήση ειδικών ερωτηματολογίων (οΙίθοΚΙίδΙδ). Τυπικό παράδειγμα τέτοιου ψυχοτεχνικού μέσου είναι το Ερωτηματολόγιο Συμπτωμάτων Προβληματικής Συμπερι­ φοράς, γνωστό στη χώρα μας με τα αρχικά ΕΣΠΣ Το ΕΣΠΣ περιλαμβάνει 67 συγκεκριμένες εκδηλώσεις (βλέπε τις δύο επόμενες σελίδες), οι οποίες αναφέρονται - όπως έδ ειξε σχετική έρευνα - συχνότατα στο ατομικό αναμνηστικό ιστορικό παιδιών που αναζητούν ψυχολογική βοήθεια σε ιατροπαιδαγωγικά κέντρα. ' Ετσι, οι εκδηλώσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως χαρακτηριστικές μορφές συμπεριφοράς προβληματικών παιδιών. Τις πληροφορίες για την προβληματική συμπεριφορά του παιδιού δίνουν ενήλικοι που βρίσκονται σε στενή επαφή με το παιδί (γονείς, δάσκαλοι). Η συμπλήρωση του δελτίου γίνεται είτε από τον ίδιο τον ενήλικο που δίνει τις πληροφορίες είτε από ειδικευμένο προσωπικό (κοινωνικό λειτουργό, ψυχολόγο) σε ατομική συνέντευξη με τον ενήλικο που δίνει τις πληροφορίες. Στις σελ. 29 και 30 παρατίθεται πλήρες το ΕΣΠΣ, με τις απαραίτητες οδηγίες για τη συμπλήρωσή του. Τα συμπτώματα προβληματικής συμπεριφοράς είναι δυνατό να ομαδοποιηθούν σε κατηγορίες ομοειδών συμπτωμάτων, τα λεγάμενα σύνδρομα προβλημα­ τική ς συμπεριφοράς. Η στατιστική ανάλυση (παραγοντική ανάλυση) εμπειρικών δεδομένων που έχουν ληφθεί από διάφορες ομάδες παιδιών έχει δείξει ότι τα κυριότερα σύνδρομα προβληματικής συμπεριφοράς είναι τέσσερα: α) Αντικοινω νική συμπεριφορά: Χαρακτηρίζεται από επιθετικότητα, αρνητισμό, ανυπακοή, παρορμητική συμπεριφορά και καταστροφική διάθεση. Τυπικά συμπτώματα του συνδρόμου αυτού είναι στο ΕΣΠΣ τα υπ'αριθμ.: 2, 3,8,11,16,17,25,27,37,44,45,47,48,53,55,60,61 και 64. β) Υπερβολική αναστολή -νεύρω ση: Χαρακτηρίζεται από εσωστρέφέια περιορισμένη επαφή, συναίσθημα μειονεξίας, άγχος και αμηχανία. Τυπικά συμπτώματα του συνδρόμου αυτού είναι στο ΕΣΠΣ τα υπ 'αριθμ.: 5,6,12,13,14, 15,23,30,32,40,41,50 και 54. γ) Ανεπ άρκεια - ανω ριμότητα: Περιλαμβάνει μορφές συμεριφοράς που χαρακτηρίζουν παιδιά μικρότερης ηλικίας. Τυπικά συμπτώματα αυτού του συνδρόμου είναι στο ΕΣΠΣ τα υπ’ αριθμ.: 9,20,21,42,43 και 63. δ) Ψυχοσωματικό σύνδρομο: Περιλαμβάνει βιοσωματικές διαταραχές, όπως ζαλάδες, ναυτία, δερματική αλλεργία, άσθμα, οι οποίες οφείλονται σε ψυχογενή αίτια. Τυπικά συμπτώματα του είδους αυτού είναι στο ΕΣΠΣ τα υπ' αριθμ.: 4,7,10,26,54 και 62.

1. Βλέπε άρθρο Ι.Ν. Παρασκευόπουλου και Χαρίκλειας Λεούση «Διάγνωσις προβληματικής συμπεριφοράς εις παιδιά» στο περιοδικό Σχολική Υγιεινή, τόμ. 31ος, τεύχος 3.


29

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ (ΕΣΠΣ) (Συμπληρώνεται από ενηλίκους - μητέρα, πατέρα, δάσκαλο που βρίσκονται σε στενή επαφή με το παιδί) ΟΔΗΓΙΕΣ Στο φύλλο αυ τό έχο υν κα τα γρ α φ εί μερ ικά χα ρα κτηρ ισ τικά που π αρατηρούμε στην κα θ ημε­ ρινή συμπεριφορά των παιδιών (στο σπίτι, στο σχολείο, στο παιγνίδι, στην εξοχή). Πρέπει να α π α ντήσ ετε σε κάθε ερώτηση, έχο ντα ς π ά ντο τε υπόψη το παιδί για το οποίο συμπ ληρώ νετε το ερ ω τημα τολόγιο. Η συμπλήρωση κάθε ερώ τησης γ ίν ε τ α ι ως εξής: Μπροστά από κάθε ερώτηση, υπάρχουν οι αριθμοί 0, 1, 2. Για κάθε ερώτηση πρέπει να θά λε­ τ ε σε κύκλο το ν κατάλληλο αριθμό, ακολουθώ ντας τη ν εξή ς διαβάθμιση: αν το χα ρ α κτηρ ισ τικό δεν α π ο τελεί πρόβλημα για το παιδί αν υπάρχει πρόβλημα για το παιδί αλλά είνα ι σχετικά μικρό αν το χα ρ α κτηρ ισ τικό α π ο τελεί σοβαρό πρόβλημα για το παιδί

0, 1, 2,

Δηλαδή η απάντησή σας σε κάθε ερώ τηση θα είνα ι ( 0 ) ΐ 2 ή 0 ( Τ ) 2 ή 0

1 ©

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Να απ α ντήσ ετε σε ό λες τις ερ ω τήσ εις που ακολουθούν:

Λ

©. 4. 5.

6. 7.

φ 9.

10.

Θ 12. 13. 14. 15.

@ νν

■Ο; 19.'

20. 21. 22. 23. 24.

0

0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1

2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2

1 1 1

2 2 2

Β υ ζαίνει τα δάκτυλα. Ανήσυχο, δεν μπορεί να καθήσ ει φρόνιμα. Επ ιζητεί να π ροκαλεί τη ν προσοχή των άλλων. Δ ερ μ α τική αλλεργία, ερ εθισ μό , φαγούρα. Σ υ μ π ερ ιφ έρ ετα ι σαν «μικρομέγαλος», δ εν ξ έ ρ ε ι να παίζει και να χα ίρ εται. Το απασχολεί ο εα υ τό ς του, δεν νιώ θ ει ά νετα, συχνά β ρ ίσ κετα ι σε αμηχανία. Π ονοκέφαλοι. Τάση να εν ο χ λ εί το υ ς άλλους, «ζιζάνιο». Ν ιώθει μ ειο ν εκ τικ ό , θεω ρ εί το ν εα υ τό το υ κατώ τερο από ό ,τι είναι. Ζαλάδες, ίλιγγοι. Κ άνει το ν «παλλικαρά», το «νταή». Κ λα ίει με το παραμικρό. Απορροφημένο, ζει σε δικό το υ κόσμο. Ν τροπ α λό,σ υνεσ τα λμένο . Κοινω νικά απ οτραβηγμένο, π ρο τιμ ά ει να απ ασχολείται μόνο του. Δ εν το υ α ρ έσ ει το σχολείο. Ζ η λ εύ ει τα άλλα παιδιά. Έ λ εγ χ ο ς σφιγκτήρων, «λερώ νετα ι επάνω του» (κόπρανα). Π ρ ο τιμ ά ει να παίζει με μ ικρ ό τερ α παιδιά. Α δυναμία σ υγκέντρω σης προσοχής. Έ λ λ ειψ η αυτοπεποίθησης. Α διαφ ορία γ ι’ αυτά που λ έ ν ε οι άλλοι. Εύκολα τα ρ ά ζετα ι και τα χάνει. Δ είχ ν ει έλλειψ η εν δ ια φ έρ ο ν το ς για το π εριβάλλον, πλήξη, ανία. Π ροκαλεί καυγάδες, ερ ισ τική διάθεση, είν α ι καυγατζής, επ ιθ ετικό.

(Σ υ νεχίζετα ι στην επ όμενη σελίδα)


30

(Συνέχεια από την προηγούμενη σελίδα) 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1

2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2

65. 66.

0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0 0

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1

2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2 2

67.

0

1

2

26. 28. 29. 30. 31. 32. 33. 34. 35. 36. 38. 39. 40. 41. 42. 43.

>££) 49. 50. 51. 52. 54.

57. 58. 59. \60) V® 62. , 63.

Ναυτία, εμετοί. Ξεσπάσματα οργής. Εχέμυθο, δεν είναι ανακοινωτικό. Το «σκάει» από το σχολείο. Υπερευαίσθητο, πληγώνεται εύκολα. Τεμπελιά στο σχολείο και στα άλλα του καθήκοντα. Άγχος, πάντα φοβισμένο. Ανευθυνότητα, δεν μπορείς να το εμπιστευθείς. Υπερβολικά ονειροπόλο, φαντασιόπληκτο. Αυνανισμός. Αλλεργικό συνάχι ή άσθμα. Βρίσκεται σε συνεχή ένταση, δεν ησυχάζει, δεν ηρεμεί. Ανυπάκουο, δύσκολα πειθαρχεί. Συνήθως κατηφές. άκεφο, μελαγχολικό. Έλλειψη συνεργασίας σε ομαδικές εκδηλώσεις. Διστάζει να αναμιχθεί, προτιμάει μόνο να παρακολουθεί ή συμμετέχει από μα­ κριά. Υποβολιμότητα, παρασύρεται από τους άλλους, παθητικότητα. Αδέξιο, ελλιπής συντονισμός κινήσεων, «άγαρμπο». Τραυλισμός. Υπερκινητικότητα, αεικίνητο, «κινείται σαν σβούρα». Διασπάται η προσοχή του εύκολα. Καταστροφική διάθεση για τα δικά του ή/και των άλλων τα πράγματα. Αρνητισμός, τάση να κάνει το αντίθετο από αυτό που του ζητούν. Αυθάδεια, αγένεια. Νωθρό, βραδυψυχικό. Υπνηλία. Άσχημη γλώσσα, βρίζει,βλασφημεί. Προτιμάει να παίζει με μεγαλύτερα παιδιά. Εύκολα τρομάζει, ανησυχία, νευρικότητα. Ευερέθιστο, ευέξαπτο, θυμώνει εύκολα. Ενούρηση, «βρέχεται στον ύπνο του». Κοιλόπονοι, στομαχόπονοι. Φόβοι (όπως φόβος για τα σκυλιά, για το σκοτάδι). Υπεροπτικό, θεωρεί τον εαυτό του πιο σπουδαίο από ό,τι είναι. Το «σκάει» από το σπίτι. Πεισματάρικο, θέλει να γίνεται το δικό του. Σπαστικές κινήσεις, τικ. Λέει ψέματα. Τρώει τα νύχια του. Κλέβει χρήματα ή/και πράγματα στο σχολείο ή/και στο σπίτι. Διαταραχές του ύπνου, όπως τρίξιμο δοντιών, νυχτερινοί εφιάλτες, νυκτοβασία, αϋπνία, ολιγόωρος ύπνος. Ψυχαναγκαστικές τάσεις, όπως σχολαστικότητα στη δουλειά, στην τάξη, στην καθαριότητα.

Τι άλλο σχετικό πρόβλημα παρατηρείτε στη συμπεριφορά του παιδιού;


31

Πότε ένα σύμπτωμα είναι σοβαρό Ασφαλώς, η παρουσία ενός συμπτώματος προβληματικής συμπεριφοράς στο παιδί δεν πρέπει αναγκαστικά να μας βάζει σε ανησυχία. Πολλές φορές ένα σύμπτωμα μπορεί να αποτελεί φυσιολογική αντίδραση μιας εξελικτικής περιόδου, να είναι δηλαδή αναπτυξιακής - μεταβατικής υφής, χωρίς επιπτώσεις στην ψυχική υγεία του παιδιού. Οπως ένα σωματικά υγιές παιδί είναι δυνατό να περάσει μια συνήθη παιδική ασθένεια, χωρίς να διαταραχθεί σοβαρά η σωματική του υγεία, έτσι και ένα ψυχικά υγιές μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα ελαφράς μορφής προβληματικής συμπεριφοράς, χωρίς σοβαρές συνέπειες στην ψυχολογική του ανάπτυξη. Ά λ λ ο τε όμως συμβαίνει ένα σύμπτωμα να είναι σοβαρότερο και να αποτελεί τον αρχικό πυρήνα μεγαλύτερης διαταραχής. Τα συμπτώματα του είδους αυτού πρέπει να διαγνωστούν και να αντιμετωπιστούν εγκαίρως. Πότε όμως ένα σύμπτωμα είναι σοβαρό; Η σοβαρότητα ενός συμπτώματος εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες. Οι σπουδαιότεροι είναι οι εξής: α) Η συχνότητα εμφ άνισης του συμπτώματος: ' Οσο συχνότερα παρουσιάζεται το σύμπτωμα στο άτομο, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται το σύμπτωμα. β) Η εμφάνιση συγχρόνως και άλλων συμπτωμάτων: Οσο περισσότερα συμπτώματα, έστω και ελαφράς μορφής, εμφανίζονται συγχρόνως με το συγκεκριμένο σύμπτωμα, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται. γ) Ο βαθμός απόκλισης του συμπτώματος από το μέσο φυσιολογικό: Οσο περισσότερο αποκλίνει το σύμπτωμα από το μέσο- ^ φυσιολογικό, τόσο σοβαρότερο πρεπει να θεωρείται. Γ δ) Η έντασ η του σ υνοδευτικού συναισθήματος: Ό σ ο εντονότερο είναι το συναίσθημα που συνοδευει το σύμπτωμα, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται. ε) Η αδυναμία αποφυγής του συμπτώματος: Οσο πιο αδύναμο είναι το άτομο να απαλλαγεί από το σύμπτωμα, αν και έχει σαφή επίγνωση ότι η παρουσία του συμπτώματος είναι επιζήμια, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται το σύμπτωμα. στ) Η πιθανότητα να έ λ θ ε ι το παιδί αντιμέτω π ο μ ε το νόμο: Πολλά συμπτώματα, όπως π.χ. η κλοπή και η καταστροφική συμπεριφορά, αποτελούν κοινό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας. ' Οταν όμως τα συμπτώματα αυτά παρουσιάζονται σε τέτοια μορφή και βαθμό, ώστε να γίνονται επικίνδυνα ή/και επιζήμια για τους άλλους, είναι δυνατό να εμπλέξουν το παιδί με τις διωκτικές και τις σωφρονιστικές αρχές, με τις γνωστές δυσάρεστες συνέπειες για το αναπτυσσόμενο άτομο. Γενικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η παρουσία ενός ή/και περισσότερων συμπτωμάτων με τα παραπάνω χαρακτηριστικά πρέπει να μας βάζει σε ανησυχία. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να ζητείται η γνώμη του ειδικού παιδοψυχιάτρου ή παιδοψυχολόγου, για μια έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική παρέμβαση.1 1. Βλέπε άρθρο Ι.Ν. Παρασκευόπουλου και συνεργατών του «Προβληματική συμπεριφορά παιδιών σχολικής ηλικίας» στο περιοδικό Σχολική Υγιεινή, τόμ. 32ος, τεύχος 40, 1971, σελ. 145-174. .

I __ . ,

1

ΙΙΐΓ


32

ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ Τα αίτια της παθολογικής συμπεριφοράς μπορεί να είναι κυρίως δύο ειδών: ο ρ γ α ν ι κ ά και ψ υ χ ο λ ο γ ι κ ά . Τα οργανικά αίτια περιλαμβάνουν βλάβες του εγκεφάλου, δυσλειτουργίες των ενδοκρινών αδένων, χρωμοσωματικές ανωμαλίες, προχωρημένη ηλικία κ.τ.ό. Π.χ. το παιδί της εικόνας στην απέναντι σελίδα είναι νοητικώς καθυστερημένο, της βαθμίδας των ασκησίμων,1 με ιδιαίτερα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά (σύνδρομο ϋοννη). Η βαριά νοητική του ανεπάρκεια οφείλεται σε ανωμαλία του αριθμού των χρωμοσωμάτων (έχει ένα επιπλέον χρωμόσωμα, αντί 46 έχει 47- είναι τρισωμικό άτομο). Η ανωμαλία αυτή είναι παρούσα κατά τη σύλληψη. Επίσης, ανωμαλίες στη λειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να προκαλέσουν ταχείες αλλαγές στην ψυχική διάθεση, διαταραχές του ύπνου, ανεξέλεγκτη νευρικότητα και ταραχή, φοβικές καταστάσεις που μπορούν να φθάσουν ώς τον πανικό, παραισθήσεις κ.ά. Τα ψυχολογικά αίτια αναφέρονται στις προσωπικές εμπειρίες του ατόμου μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Σχετικά με τα αίτια αυτά έχουν διατυπωθεί, όπως θα δούμε στα επόμενα κεφάλαια, διάφορες απόψεις. Κάθε θεωρία για τη γένεση και την εξέλιξη της προσωπικότητας έχει καθορίσει και διαφορετικά αίτια που προκαλούν τις παθολογικές αποκλίσεις. ’ Ετσι, ο ΡΓθυά π.χ. θεωρεί ως αίτιο της παθολογικής συμπεριφοράς τις διάφορες άλυτες συγκρούσεις, ψυχοσεξουαλικής κυρίως υφής, που ανάγονται στα πρώτα χρόνια της ατομικής ζωής. Ο ΑοΙΙθγ θεωρεί ως αίτιο της παθολογικής συμπεριφοράς το συναίσθημα μειονεξίας που δημιουργείται από την παρεμπόδιση της ορμής για επικράτηση. Οι συμπερκροριστές (\Λ/3 ίδοη, δΚϊηηθΓ, Β3 ηάυΓ3 ) αποδίδουν την παθολογική συμπεριφορά σε ανεπιθύμητες μαθήσεις μέσω χωροχρονικών συνδέσεων του τύπου «ερέθισμα αντίδραση» ( 5 ^ Π ) , μέσω συντελεστικών συνεξαρτήσεων του τύπου «αντίδραση-^αμοιβή» (Ρ -^ 8 ) ή/και μέσω της μίμησης προτύπων. ’ Ετσι, ο υπερβολικός φόβος π.χ. προς τους σκύλους αποδίδεται σε σύνδεση του σκύλου με κάποιο άλλο φοβικό ερέθισμα (πτώση, ξάφνιασμα). Ομοίως, το υποχονδριακό άτομο έχει «μάθει» ότι προσελκύει την προσοχή και το ενδια­ φέρον των άλλων όταν είναι άρρωστο κ.τ.ό. Γενικά, πιστεύεται ότι τα αίτια των ψυχικών διαταραχών πρέπει να αναζητούνται στις διάφορες εσωτερικές εντάσεις, απογοητεύσεις και συγκρού­ σεις που δοκίμασε το άτομο και τις οποίες δεν μπόρεσε να ξεπεράσει με θετικό τρόπο. Τέτοιες αγχογόνοι καταστάσεις μπορεί να δημιουργηθούν από την ταυτόχρονη εμφάνιση ανταγωνιστικών κινήτρων και σκοπών, από τη ματαίωση έντονων επιθυμιών και επιδιώξεων, από εσφαλμένη μεταχείριση εκ μέρους των 1. Βλέπε σελ. 24. Η φωτογραφία στην απέναντι σελίδα έχει ληφθεί από το φωτογραφικό αρχείο της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γονέων Νοητικώς Καθυστερημένων Παιδιών (έδρα Βρυξέλλες).


34

γονέων και από ψυχοπαθογενεσιουργές ενδοοικογενειακές σχέσεις (απόρριψη, υπερπροστασία και αυταρχική αγωγή, εξωπραγματικές απαιτήσεις, διαζευγμένοι γονείς), από ποικίλες κοινωνικές συνθήκες και μεταβολές (οικονομικά και επαγγελματικά προβλήματα, ηθικά διλήμματα), από περιστασιακές τραυματικές εμπειρίες κ.τ.ό. Υποστηρίζεται π.χ. ότι η ψυχοπαθητική προσωπικότητα1 είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής αποστέρησης κατά την παιδική ηλικία. Τα συναισθήματα φιλαλληλίας και της ενσυναίσθησης (να μπορεί το άτομο να κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων) είναι η βάση όπου οικοδομούνται τα κοινωνικά συναισθήματα και ο σεβασμός προς τους κοινωνικούς κανόνες. Οταν όμως το παιδί ζει σε ένα εχθρικό- απορριπτικό, αυταρχικό- καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον, αναπτύσσει συναισθήματα πικρίας, αποστροφής προς τους άλλους και επιθετικότητα. Το άτομο αυτό στη συνέχεια θα δώσει ό,τι πήρε: εχθρότητα και απόρριψη πήρε, επιθετικότητα και αναλγησία θα δώσει. Οι γονείς στις περιπτώσεις αυτές «σπέρνουν ανέμους και θερίζουν θύελλες»2. Επίσης, είναι εύκολο να σκεφτούμε τι μπορεί να συμβεί σε ένα παιδί που η μητέρα του εκδηλώνει αμφιθυμία, δηλαδή ταυτόχρονα δείχνει στο παιδί αγάπη και απόρριψη στην ίδια ένταση. Η μητέρα αυτή δίνει αντιφατικά μηνύματα στο παιδί. Π.χ., ενώ με τα λόγια της του δείχνει ότι το αγαπαει, με τις πράξεις της του δείχνει ότι είναι ανεπιθύμητο. Το παιδί βιώνει αυτό που ο Ογθ90γυ Ββΐθδοη ονομάζει «διπλή παγίδευση» (άουβΙθ βϊηά ήγροΐΐΐθδϊδ). Κάτω από τέτοιες συνθήκες, το παιδί, όποια στάση και αν τηρησει απέναντι στη μητέρα του, θα βρεθεί σε αδιέξοδο. Αν αντιδρά στη θετική λεκτική της συμπεριφορά και την πλησιάζει, θα βρεθεί μπροστά στις απορριπτικές της πράξεις. Αν αντιδρά στις αρνητικές πράξεις της και την αποφεύγει, θα βρεθεί μπροστά σε μια μητέρα που παραπονείται ότι το παιδί της δεν την θέλει, ενώ εκείνη μόλις πριν λίγο του «είπε» ότι το αγαπάει. Και όταν την πλησιάζει και όταν την αποφεύγει βρίσκει τον μπελά του. Τι λοιπόν το παράδοξο, αν το άτομο, που έχει μια τέτοια μακρά ιστορία «διπλής παγίδευσης» μέσα στην οικογένεια, παρουσιάζει αργότερα σχιζοφρενικές αντιδράσεις ;3 Πρωταρχικό ρόλο στη θεμελίωση και στην ανάπτυξη υγιούς προσωπικότητας διαδραματίζουν οι πρώτες εμπειρίες του ατόμου και οι σχέσεις του με τα σημαντικά πρόσωπα στο περιβάλλον. Χαρακτηριστικό είναι το παθολογικο σύνδρομο τη ς μ ητρ ικής αποστέρησης που παρατηρείται στα παιδιά που ζουν από τη γέννησή τους σε ιδρύματα παιδικής προστασίας (εξώγαμα, έκθετα, ορφανά), γιατί δεν υπάρχει μια ζεστή και σταθερή σχέση ανάμεσα στο παιδί και στη μητέρα -τροφό. Τα πειράματα του διάσημου Αμερικανού ψυχολόγου Ηβιΐονν είναι διαφωτιστικά: Πιθηκάκια, που τα χώρισαν από τις μητέρες τους και τα μεγάλωσαν απομονωμένα, 1. Βλέπε σελ. 22. 2. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Εξελικτική ψυχολογία» (κεντρική πώληση Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 2ος, σελ. 167-170. 3. Βλέπε άρθρο Ο. Ββίθδοη θί ά \ «ΤοννβιχΙδ 3 ίΜθΟΓγ οί δοΜζορΜΓθηίΒ» στο περιοδικό Βθίΐ3νΐθΓ3ΐ Βοϊθποθ, 1956, τόμ. 1ος, σελ. 251-254. Ομοίως,βλέπε σύγγραμμα ΒΌ. 1_8ΐΠ9 «Ο διχασμένος εαυτός: Μια υπαρξιακή μελέτη της ψυχικής ισορροπίας και της τρέλας» και «Η πολιτική της εμπειρίας και το πουλί του Παραδείσου» (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1977).


35

παρουσίαζαν εμφανή συμπτώματα ψυχοπαθολογίας (βλέπε εικ. 7, αριστερά). Σοβαρότερες διαταραχές παρουσίαζαν τα πιθηκάκια που μεγάλωσαν σε ολική κοινωνική απομόνωση, χωρίς την παρουσία ομοίων τους, ενηλίκων ή συνομηλίκων (βλέπε εικ. 7, δεξιά).1 Αναμφίβολα, επιβαρυντικές καταστάσεις που προκαλούν ψυχική ένταση και άγχος δοκιμάζουν όλοι οι άνθρωποι. Δεν αντιδρούν όμως όλοι με τον ίδιο τρόπο. Τα άτομα με ισχυρή προσωπικότητα και με μεγάλη ανοχή και αντοχή στις θυμικές εντάσεις κατορθώνουν να ξεπερνούν τις δυσκολίες αυτές της ζωής, παρουσιάζοντας απλώς μια «φυσιολογική» επιθετικότητα, μελαγχολία, κατάπτωση, άρνηση, αμφιταλάντευση ή έναν από τους μηχανισμούς άμυνας.2 Αντίθετα, τα άτομα που έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία και είναι επιρρεπή σε καταστάσεις άγχους δεν έχουν την ψυχική αντοχή να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα τους ευθέως και κατά τρόπο θετικό. Τα ψυχικώς αδύναμα αυτά άτομα, για ναξεπεράσουντην κρίση, «καταφεύνουν» σε διάφορες μορφές παθολογικής συμπεριφοράς. Περισσότερες πληροφορίες για τα αίτια της παθολογικής συμπεριφοράς δίνονται στα επόμενα πέντε κεφάλαια, όπου γίνεται λόγος για τις διάφορες θεωρητικές απόψεις σχετικά με τις μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας των ψυχικών διαταραχών. 1. Βλέπε μ ελ έτη του «ΤΙιβ ηβΐυτθ οί Ιονβ» στο π εριοδικό Απβποβη ΡεγοήοΙοςίεΙ, 1958, τόμ. 13ος, σελ. 673-685. 2. Βλέπε σελ. 49-51.

Εικ. 7. Π ειρα ματικά πιθηκάκια του ΗθγΙομ .

·Μ Ι Β Μ ·Μ ··Μ Μ ·Ι


36

ΜΕΘΟΔΟΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση και τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών είναι πολυάριθμες και ποικίλες. ' Ενα εγχειρίδιο του 1959 περιείχε 36 ψυχοθεραπευτικά συστήματα.1 Ο κατάλογος αυτός έχει στο μεταξύ αυξηθεί σημαντικά. Υποστηρίζεται ότι περισσότερες από 350 διαφορετικές μέθοδοι - και αναρίθμητες παραλλαγές των μεθόδων αυτών - έχουν επινοηθεί και χρησιμοποιη­ θεί για να βοηθήσουν τα άτομα που έχουν ψυχολογικά προβλήματα.2 Η μέθοδος, την οποία κάθε θεραπευτής τελικά επιλέγει και χρησιμοποιεί, είναι σύστοιχη προς τις θεωρητικές απόψεις που έχει υιοθετήσει ο θεραπευτής αυτός αναφορικά με τα αίτια της παθολογικής συμπεριφοράς και με τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση και την εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας γενικότερα. Στη διαγνωστική - θεραπευτική μεθοδολογία των ψυχικών διαταραχών υπάρχουν δύο βασικές κατευθύνσεις: η β ι ο λ ο ν ι κ ή και η ψ υ χ ο λ ο γ ικ ή κατεύθυνση.

1) Βιολογικές μέθοδοι Η βιολογική (ή ιατροφαρμακευτική) κατεύθυνση βασίζεται στην άποψη ότι η ψυχική διαταραχή έχει άμεση σύνδεση με κάποια δυσλειτουργία του οργανισμού και ειδικότερα του νευρικού συστήματος. Για να αποκατασταθεί λοιπόν η ψυχική λειτουργία, πρέπε ι να προηγηθεί κατάλληλη ιατρική παρέμβαση στον οργανικό παράγοντα, στις νευρολογικές και βιολογικές λειτουργίες. Η πιο συνήθης ιατρική παρέμβαση, για την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, είναι η ψ υχοφ αρμακευτική θεραπεία. Συνίσταται στη χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων που έχουν ψυχοτροπο δράση. Τα ψυχοφάρμακα είναι κυρίως δύο ειδών: α) Τα ηρεμισ τικά - καταπραϋντικά φάρμακα - μείζονα και ελάσσονα - για τη μείωση του άγχους και την καταστολή της ψυχοκινητικής διέγερσης· και β) τα αντικαταθλιπ τικά - δ ιεγ ερ τικ ά φάρμακα για τη μείωση των μελαγχολικών καταπτώσεων και για την επαναδραστηριοποίηση του ατόμου.3 Στα πλαίσια της φαρμακευτικής θεραπείας γίνεται επίσης ευρεία χρήση βιταμινών, ορμονών,

1. Βλέπε σύγγραμμα Ρ.Α. Η βγ ρθ γ «Ρ5γ0ΐΐ03η3ΐγδΐδ Βηό ρδγοήοίΙΐθΓ3ργ: 36 δγείθΠΊ5» (έκδοση ΡγθπΙϊοθ-ΗβΙΙ, 1959). Ομοίως, του ιδίου «Τήθ ηβννρ5γοήοίήθΓ3ρΐθ5» (έκδοση ΡγθπΙϊοθ-ΗβΙΙ, 1974). 2. Από την πληθώρα των βιβλίων που έχουν κατά καιρούς εκδοθεί για τις μεθόδους θεραπείας των ψυχικών παθήσεων, αναφέρουμε ενδεικτικώς το σύγγραμμα Ρ. ΗθπιίΚ θΙ ά \ «ΡεγοήορβΙΐΊοΙοβγ ΙίθηόόοοΚ» (έκδοση ΤΜθ Νθνν Αγπθνοβπ ϋβΐΉΓγ, 1980) και το σύγγραμμα Β.Β. ννοίητιβη (θ<3) «ΤΜθ ίίΐθΓ3ρϊ5ί8 Ιΐ3ηεΙόοοΙ<» (έκδοση \ί&η ΝοδίΓΒηά ΡθΐηϊιοΙοΙ, 1983, 2η έκδοση). 3. Βλέπε σύγγραμμα των Ο. ΗοπΐςίθΙοΙ και Α. Ηονν3ΐτ! «ΡεγοΜΐθίπε όίυςδ: Α όθ5ΐ< γ θ ϊ θ γ θ π ο θ » (έκδοση ΑοβοΙθιτήο Ργθ55, 1973). Επίσης, βλέπε το περιοδικό «ΙηΙθΓΠ3ΐίοη3ΐ Οίυ$ ΤΙΐθΓ3ργ ΝθννδΙθΙίθΓ».


37

υδροθεραπείας, φυσιοθεραπείας κ.τ.ό. Τα νεότερα επιτεύγματα της βιοχημικής και ενδοκρινολογικής έρευνας έχουν συντελέσει στην ολοένα και περισσότερο ευρεία χρήση των ψυχοτρόπων φαρμάκων στην ψυχοπαθολογία. Ά λλη μορφή ιατρικής θεραπείας είναι οι σπασμοθεραπείες (δήοοΚε). Με αυτές προκαλείται στον ασθενή κώμα με ενέσεις ινσουλίνης ή απώλεια της συνείδησης και επιληπτικός παροξυσμός με διοχέτευση ακίνδυνης ποσότητας ηλεκτρικού ρεύματος (ηλεκτροσόκ). Οι θεραπείες αυτές εφαρμόζονται σε βαριές μορφές ψυχικών διαταραχών: η ινσουλινοθεραπεία για τη μείωση του άγχους και της υπερδιέγερσης, ενώ η ηλεκτροσπασμοθεραπεία για τη μείωση της κατά­ θλιψης και της μελαγχολίας. Οι βιολογικές - ιατροφαρμακευτικές μέθοδοι συνήθως χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με άλλες ψυχολογικές θεραπείες και όχι ως αποκλειστικό θεραπευτικό μέσο.1 1. Για ειδικότερες πληροφορίες βλέπε μελέτη «Βιολογικές μέθοδοι θεραπείας» του Δ. Μαλλιάρα και τη μελέτη «Τα ψυχοφάρμακα» του Γ. Χριστοδούλου στο εγχειρίδιο Κ. Στεφάνή και συνεργατών «Θέματα ψυχιατρικής» (Αθήνα) σελ. 322-326 και σελ. 327-338. Οι φωτογραφίες της εικ. 8 έχουν ληφθεί. αντίστοιχα, από τα συγγράμματα Ρ.ϋ. ΤιόΗθγ και ϋ.ν. ΜοΟοιίιίθΙΙ «ΡβγοΜοςίγ: Τήθ ΪΊυηΊβη εαβηοθ» (εκδόσεις ΗοΙί-ΡΐηθΜ3Γΐ-ννϊη5ίοη, 1978) σελ. 430 και των ΙΌ . ΡθπίβΙοΙ και Ρ.5. ΡθΓπαΙό «ΙηίΓοάυοΐΐοη Ιο ρεγοΜος/γ» (εκδόσεις ΗουςιΜοη-ΜϊίίΙΐη, 1978) σελ. 471.

Εικ. 8. Θεραπεία με ηλεκτροσόκ.


38

2) Ψυχολογικές μέθοδοι: Είδη ψυχοθεραπειών

Η ψυχολογική κατεύθυνση βασίζεται στην άποψη ότι η ψυχική πάθηση έχει άμεση σύνδεση με τις προσωπικές εμπειρίες του ατόμου και τις σχέσεις του με τους άλλουςΓΤΤαΜΤαΠαΤτταΤϋ^ άτομο από την παθολογική συμπεριφορά, πρέπει να προηγηθει κατάλληλη παρέμβαση στους ενδοπροσωπικούς και διαπροσωπικούς αυτούς παραγοντες^ Η ψυχολογική παρέμβαση λέγεται ειδικότερα ψ υχοθερα­ πεία και συνήθως συνίσταται σε προφορικές συζητήσεις με τον ασθενή'κάΓστη μεθοδευμένη καθοδήγηση και τροποποίηση της συμπεριφοράς του. Στα πλαίσια του ψυχολογικού προτύπου έχουν διαμορφωθεί ποίκιλες θεωρήσεις της ψυχικής διαταραχής και έχουν επινοηθεί και χρησιμοποιούνται πλείστες ψυχοθεραπευτικές τεχνικές .1 ’ Ετσι π.χ. ορισμένες μέθοδοι στηρίζονται στην άποψη ότι οι ψυχικές παθήσεις οφείλονται σε εσω τερικές- συναισθηματικές συγκρούσεις και η παρέμβαση πρέπει να αποσκοπεί στην εξομάλυνση της βαθύτερης αυτής αιτίας. Η εξάλειψη της βαθύτερης αιτίας συνεπάγεται και την απαλοιφή των εξωτερικών παθολογικών συμπτωμάτων. Αντίθετα, άλλες μέθοδοι δεν δέχονται την άποψη ότι η παθολογική συμπεριφορά οφείλεται σε βαθύτερη εσωτερική αιτία, αλλά εντοπίζουν την παρέμβασή τους απευθείας στην εξάλειψη των εξωτερικών συμπτωμάτων. Δηλαδή, οι μεν ασχολούναι με την αιτία των εξωτερικών συμπτωμάτων (ψυχοδυναμικές μέθοδοι), ενώ οι άλλες ασχολούνται απευθείας με τα εξωτερικά συμπτώματα (συμπεριφοριστικές μέθοδοι). Σε άλλες μεθόδους ακολουθείται μΤοΓαυστηραΓ τελετουργική διαδικασία και ο ψυχοθε­ ραπευτής μένει όσο το δυνατό ουδέτερος (ψυχαναλυτικές μέθοδοι). Αντίθετα, σε άλλες μεθόδους η όλη ψυχοθεραπευτική στηρίζεται στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στο θεραπευτή και στον ασθενή. Η συμμετοχή του ασθενούς είναι ενεργός και άμεση, γιατί πιστεύεται ότι ο ασθενής γνωρίζει, καλύτερα από κάθε άλλον, ποιος είναι και πώς νιώθει. Επίσης, πιστεύεται ότι κάθε άτομο έχει τεράστιες εξελικτικές δυνατότητες και ότι ο κάθε ασθενής μπορεί να βρει λύση στα προβλήματά του ο ίδιος, αρκεί να του εξασφαλιστεί περιβάλλον πλήρους αποδοχής, κατανόησης και συμπαράστασης (ανθρωπιστικές - υπαρξιστικές μέθοδοι). Επίσης, άλλες μέθοδοι αναζητούν τα αίτια της ψυχικής διαταραχής στις εμπειρίες του παρελθόντος, κυρίως της παιδικής ηλικίας, ενώ άλλες στις

1. Για τις διάφορες μορφές ψυχολογικής θεραπείας βλέπε σύγγραμμα του Τ. ΚΪΓΠ3Π «Ψυχοθεραπεία: Θεωρίες και πρακτικές από τον Φρόυντ μέχρι σήμερα» (μετάφραση Μαστοράκη, έκδοση Επίκουρος, Αθήνα 1977). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα Β.Β. \Λ/οΙητΐ3η (θά) «Τήθ ΙΐΊθΓ3ρΐ5ΐ’5 ίΊ3ηόόοοΙ<: ΤΓθ3ίηΐθηΙ οί ΓΠθηί3ΐ 0Ϊ30Γ0ΘΓ5» (εκδόσεις νβη ΝοδίΓβηά ΡθΐπήοΙεΙ, 1983, 2η έκδοση). Επίσης, βλέπε σύγγραμμα \Λ/.Η. Ρθΐά «Τίθ3ΐηΐθηΙ οί ίήθ Ω8Μ-ΙΙΙ ρεγοΙιΐΒίπο 0Ϊ50Γ0ΘΓ5» (εκδόσεις ΒΓυηηθΓ-Μ βζθΙ, 1983).


39

εμπειρίες και στις δυσκολίες του παρόντος, του «τώρα και εδώ». Ομοίως, άλλες μέθοδοι χρησιμοποιούν την ατομική ψυχοθεραπεία (ένας ψυχοθεραπευτής προς έναν ασθενή κάθε φορά), ενώ άλλες την ομαδική ψυχοθεραπεία (ένας ή/και περισσότεροι ψυχοθεραπευτές προς ομάδα ασθενών συγχρόνως) κ.τ.ό.

Οι ψυχολογικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται νια τη διάννωσπ και τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών είναι δυνατό να ταξινομηθούν στις εξής τέσσερις γενικότερες κατηγορίες: 1) Τις ψυχοδυναμικές, 2) τις συμπεριφοριστϊκές, 3) τις ανθρωπιστικές-υπαρξιστικές και 4) τις ομαδικές ψυχοθεραπείες (βλέπε πίν. 2). Στα επόμενα τέσσερα κεφάλαια γίνεται σύντομη αναφορά σε καθεμιά από τις παραπάνω τέσσερις κατηγορίες ψυχοθεραπευτικών μεθόδων. Για καθεμιά κατηγορία αναφέρονται οι βασικότερες θεωρητικές ερμηνείες που έχουν προταθεί για τη φύση και τα αίτια της παθολογικής συμπεριφοράς, καθώς και οι κυριότερες μορφές θεραπευτικής παρέμβασης που χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη.

Πίν. 2. Τα κ υ ρ ιό τερ α είδ η ψυχοθεραπειώ ν

Ψ Υ Χ Ο Δ Υ Ν Α Μ ΙΚ Ε Σ Μ ΕΘΟΔΟΙ

Σ Υ Μ Π Ε Ρ ΙΦ Ο Ρ ΙΣ Τ ΙΚ Ε Σ Μ ΕΘΟΔΟΙ

Α Ν Θ Ρ Ω Π ΙΣ Τ ΙΚ Ε Σ Μ ΕΘΟΔΟΙ

Ο Μ Α Δ ΙΚ Ε Σ Μ ΕΘΟΔΟΙ

— Συστηματική αποευαισθητοποίηση — Ψυχα νάλ υση του ΡΓθυό — Ανάλυση του ΑόΙθί — Α νάλ υση του — Θεραπεία του Ργογώγπ — Θεραπείες ^ των αναλυτών του Εγώ (ΚθΓθΠ Ηοίπβγ, ΑΠΠ3 ΡΓθυό, ΕπΙ< ΕπΙ<5θη,

— Ψυχοκατακλυσμική θεραπεία — Ενδοεκρηκτική θεραπεία — Αποστροψική θεραπεία — Παρρησιαστική θεραπεία — Συστηματική συντελεστική ενίσχυση

Ηθπγ βυΙΙίνθπ κ.ά.) — Το σύστημα των «ανταλ­ λάξιμων» αμοιβών — Μίμηση προτύπων — Λογικο-θυμική θεραπεία — Αυτοέλεγχος — Βιοανάδραση

— Πελατοκεντρική θεραπεία

— Οικογενειακή θεραπεία

του Ο θγ Ι ΠοςβΓδ

— Ψυχόδραμα — Μορψολογική θεραπεία 1 του ΡγϊΙζ ΡθγΙβ — Συνδιαλεκτική ανάλυση του Επο Βθπίθ

— Παιγνιοθεραπεία — Συναντησιακές ομάδες


40

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ I: ΨΥΧΟΔΥΝΑΜΙΚΕΣ Οι ψ υχοδυναμικές ψυχοθεραπείες στηρίζονται στην άποψη ότι η παθολο­ γική συμπεριφορά είναι το εμφανές αποτέλεσμα μη συνειδητών ενδοψυχικών συγκρούσεων που διακυβερνούν το ψυχικό σύστημα του ασθενούς (βλέπε εικ. 9 ). Οι συγκρούσεις αυτές έχουν συνήθως την αφετηρία τους στις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Κατά τους ψυχοδυναμικούς η σχολική φοβία (ο υπερβολικός φόβος προς το σχολείο) π.χ. πρέπει να αποδοθεί σε εσωτερικές - ασυνείδητες διεργασίες που μόνο έμμεσα σχετίζονται με το αντικείμενο του φόβου, το σχολείο. Το παιδί παρουσιάζει σχολική φοβία, όχι γιατί έχει κάποια συγκεκριμένη αιτίαση για το σχολείο που φοιτά, αλλά γιατί ακόμη βιώνει έντονο άγχος αποχωρισμού. Η εξελικτική ψυχολογία 1 μας διδάσκει ότι το νέο άτομο, ενωρίς κατά τη βρεφική ηλικία, αναπτύσσει μια συναισθηματική προσκόλληση προς τη μητέρα - τροφό. Συνέπεια αυτής της μονοπροσωπικής προσκόλλησης είναι ότι το βρέφος προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρίσκεται κοντά στη μητέρα του, να την ακολουθεί στις μετακινήσεις της μέσα στο σπίτι, να φροντίζει να διατηρεί μαζί της οπτική επαφή κ.τ.ό. Ό τα ν το βρέφος αδυνατεί να διατηρεί αυτή την «εγγύτητα» με τη μητέρα, νιώθει έντονη δυσφορία και αναστάτωση, βιώνει το άγχος του αποχωρισμού. Η αντίδραση αυτή κορυφώνεται μεταξύ του 13ου και 18ου μήνα. Μετά όμως από την ηλικία αυτή, καθώς το βρέφος αναπτύσσει πολυπροσωπική προσκόλληση (αναπτύσσει συναισθηματικούς δεσμούς με περισσότερα πρόσωπα -πατέρα, γιαγιά, αδέλφια- το άγχος του αποχωρισμού μειώνεται και τελικά εξαφανίζεται. Ενώ λοιπόν το άγχος του αποχωρισμού είναι μια φυσιολογική αντίδραση της βρεφικής ηλικίας, μπορεί όμως το άγχος αυτό, αν υπάρξει εσφαλμένη τακτική εκ μέρους της μητέρας (όταν δείχνει π.χ. υπέρμετρη υπερπροστατευτική διάθεση), να συνεχίσει να υπάρχει και στις επόμενες ηλικίες. ’ Ετσι, όταν το άτομο «πρέπει» να αποχωριστεί τη μητέρα του, για ναανταποκριθείσε υποχρεώσεις που δεν μπορεί να αποφύγει (να φοιτήσει στο σχολείο όπως όλα τα παιδιά, να πάει στη θερινή κατασκήνωση γιατί πάνε και οι φίλοι του, να καταταγείστο στρατό για να υπηρετήσει τη θητεία του), νιώθει έντονο άγχος αποχωρισμού. Το άγχος αυτό μ ε τα ­ β ιβ ά ζετα ι από την πραγματική του πηγή (την άλυτη συμβιωτική σχέση μητέρας παιδιού) σε ένα ερέθισμα (το σχολείο) που μέχρι πριν λίγο ήταν ουδέτερο. Το σχολείο απλώς έχει αποτελέσει μια πρόσφορη υποκατάσταση άλλου φοβικού γεγονότος (του αποχωρισμού)· είναι μια διέξοδος σε άλυτη εσωτερική - ασυνείδητη σύγκρουση (θέλω να μείνω με τη μητέρα μου - πρέπει να φοιτώ στο σχολείο). ' Ολη αυτή η διαδικασία γίνεται χωρίς το άτομο να έχει επίγνωση -γίνεται στο ασυνείδητο.

1. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Εξελικτική ψυχολογία» (κεντρική πώληση Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 1ος, σελ. 156-158. Η εικ. 9, στην απέναντι σελίδα, είναι ξυλόγλυπτο της συλλογής «Τίΐθ Βθΐίιτιαη Α γοΝ υοβ».


41

Η παθολογική λοιπόν συμπεριφορά δεν είναι κάτι που απλώς εμφανίζεται, αλλά εξυπηρετεί κάποιο σκοπό: τη ν αποφυγή κάποιας επώδυνης ενδοιμυχικής σύγκρουσης. Η θεραπευτική διαδικασία πρέπει να στοχεύει, όχι στο συγκεκριμένο σύμπτωμα (το φόβο προς το σχολείο), αλλά στη βαθύτερη αιτία (το άγχος του αποχωρισμού και την άλυτη συμβιωτική σχέση μητέρας - παιδιού). Ό τα ν διευθετηθεί η εσωτερική σύγκρουση, η ανεπιθύμητη συμπεριφορά (η σχολική φοβία) θα απαλειφθεί «άνευ ετέρου». Οι ψυχοδυναμικοί, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν την εξομάλυνση των εσωτερικών συγκρούσεων και να απαλείψουν τη βαθύτερη αιτία της διαταραχής, επιχειρούν μια ολική αλλαγή στην προσωπικότητα του ασθενούς. Η αλλαγή αυτή γίνεται μέσω μιας διαισθητικής ερμηνείας και μιας θεραπευτικής σχέσης μεταβίβασης συναισθημάτων μεταξύ ασθενούς και ψυχοθεραπευτή, διαδικασία που απαιτεί πολύ χρόνο (η ορθόδοξη ψυχαναλυτική διαδικασία διαρκεί 3-4 χρόνια) και μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους και των δύο μερών. Ενώ κοινή αφετηρία για όλους τους ψυχοδυναμικούς είναι η άποψη ότι η παθολογική συμπεριφορά είναι απλώς το εξωτερικό σύμπτωμα μιας βαθύτερης εσωτερικής αιτίας - ενδοψυχικής σύγκρουσης - και ότι αυτό που πρέπει να απαλειφθεί με την ψυχοθεραπευτική παρέμβαση είναι η βαθύτερη αιτία, εντούτοις έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις για τη δομή και τη λειτουργία της εσωτερικής αυτής ζωής του ανθρώπου και του είδους τωναιτίων-συγκρούσεωνπου την διακυβερνούν. ' Ετσι, μέσα στο χώρο των ψυχοδυναμικών έχουν διαμορφωθεί διαφορετικές ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις - διαδικασίες.

Εικ. 9. Οι ψυχοδυναμικές θεωρίες στηρίζονται στην άποψη ότι υπάρχουν ασυνείδητες εσωτερικές συγκρούσεις που διακυβερνούν τον ψυχισμό του ανθρώπου.


42

Στη συνέχεια του κεφαλαίου θα εξετάσουμε πρώτα την πιο χαρακτηριστική ψυχοδυναμική ψυχοθεραπευτική μέθοδο, την ψυχανάλυση του ΡΓθυά. Επίσης, θα παρουσιάσουμε βασικά στοιχεία για τις απόψεις δύο μαθητών και συνεργατών του ΡΓθυά, την ατομική ψυχολογία του ΑάΙθΓ και την αναλυτική ψυχολογία του ϋυης). Τέλος, θα εξετάσουμε βασικά στοιχεία για τις απόψεις των νεοφροϋδιστών, και ιδιαίτερα για τη θεωρία του διαλεκτικού ανθρωπισμού του νεοφροϋδιστή ΕνοΙί Ριόγϊίιύί.

1) Ψ υχαναλυτική θεω ρία του Ργθικ Ι: Ψυχανάλυση Η κύρια ψυχοδυναμική ψυχοθεραπευτική μέθοδος είναι η ψυχανάλυση που επινόησε ο 5ϊ9ηηυηο1 ΡΓθυά.1 Ο ΡΓθυά έζησε και εργάστηκε στη Βιέννη ως νευρολόγος - ψυχίατρος. Μαθήτευσε κοντά στο διαπρεπή γιατρό του Παρισιού ΟΙι^Γοοί, από τον οποίο διδάχθηκε τη χρήση του υπνωτισμού και της υποβολής στη θεραπεία των νευρώσεων. Την ψυχαναλυτική του θεωρία ο ΡΓθυά στήριξε στις προσωπικές του κυρίως εμπειρίες. Από τις παθολογικές περιπτώσεις που αντιμετώπισε, ως θεράπων ψυχίατρος, παρατήρησε ότι οι κύριες συναισθηματικές καταστάσεις, που ανέφεραν οι ασθενείς και που προκαλούσαν τις νευρώσεις, είχαν σχέση με σεξουαλικές δυσκολίες και συγκρούσεις που ανάγονταν στα πρώτα παιδικά χρόνια. Δια­ πίστωσε επίσης ότι, από τη στιγμή που ο ασθενής συνειδητοποιούσε τη σύγκρουση που του προκαλούσε τη νεύρωση, άρχιζε η θεραπεία του. Επίσης, επειδή η ύπνωση δεν ήταν αποτελεσματική με όλα τα άτομα, ο ΡΓθυά άρχισε να εφαρμόζει τον ελεύθερο συνειρμό. Εξάλλου, η οικογενειακή ζωή του ΡΓθυά ήταν περίπλοκη και επέδρασε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της επιστημονικής του σκέ­ ψης. Ο πατέρας του νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά, σε ηλικία 41 ετών, μια νεαρή γυναίκα β^Γπυπό Γίθυα (1856-1939) 21 ετών, τη μέλλουσα μητέρα του ΡΓθυά. ’ Οταν γεννήθηκε ο ΡΓθυά, ο πατέρας του ήταν ήδη παππούς από τον πρώτο του γιο. Ο δεύτερος ετεροθαλής αδελφός του ΡΓθυά, ο Φίλιππος,ήταν συνομήλικος με τη μητέρα του. Στη σκέψη του ΡΓθυά «υπεύθυνος» 1. Τα έργα του ΡτουοΙ έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στην ελληνική. Ενδεικτικά αναφέρουμε την έκδοση «Τα άπαντα» (εκδόσεις Πανεκδοτική, τόμοι 16), «Η τεχνική της ψυχανάλυσης», «Πρακτική ψυχανάλυση», «Νέα σειρά παραδόσεων για εισαγωγή στην ψυχανάλυση»

(εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα) κ.ά. Πληροφορίες για τη διάδοση της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα δίδονται στο σύγγραμμα Θ. Τζαβάρα (επιμέλεια) «Ψυχανάλυση στην Ελλάδα: Στοιχεία, θέσεις, ερωτήματα» (εκδόσεις Εταιρείας Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1984).


43

για τη δεύτερη εγκυμοσύνη της μητέρας του, από την οποία γεννήθηκε ο μικρότερος του αδελφός Ιούλιος, ήταν ο Φίλιππος. Ο Ιούλιος έζησε μόνο 8 μήνες. Ο ΡΓθυά, κυριευμένος από παιδική ζήλεια προς την αδελφή του Αννα, ένιωθε ένοχος στη σκέψη ότι είχε θελήσει το θάνατο του αδελφού του. Προς τον πατέρα του ένιωθε φόβο που κατέληξε σε αποστροφή, ενώ προς τη μητέρα του είχε σε όλη τη ζωή ιδιαίτερη προσκόλληση. Ο βιογράφος του ΡΓβυά, Εγπθ51 ϋοηββ, παρατηρεί ότι: «Ο ΡΓβυά από μικρό παιδί ζυμώθηκε με τα μεγάλα προβλήματα της ζωής: τη γέννηση, τον έρωτα και το θάνατο».1 Μια από τις βασικές έννοιες που εισήγαγε ο ΡΓβυά με την ψυχαναλυτική του θεωρία είναι το ασυνείδητο. Ο ΡΓθυά υποστηρίζει ότι στην ανθρώπινη προσωπικότητα συμβαίνει ό,τι και με ένα παγόβουνο: μόνο ένα μικρό του μέρος είναι εμφανές και ορατό, ενώ το υπόλοιπο, το μεγαλύτερο, παραμένει καλυμμένο και απόκρυφο. Υποστηρίζει ότι υπάρχουν στην προσωπικότητά μας διάφορες πλευρές (επιθυμίες, ικανότητες, ηθικοί κανόνες), οι οποίες, ενώ εμείς ουδέποτε τις γνωρίσαμε, ουδέποτε τις συνειδητοποιήσαμε, εντούτοις έχουν σημαντικές επιδράσεις στη συμπεριφορά μας' διακυβερνούν ουσιαστικά την ψυχική μας ζωή (βλέπε εικ. 9, σχ. 5 και σχ. 6). Ειδικότερα, ο ΡΓθυά διακρίνει τριών ειδών ψυχολογικές διαδικασίες και δραστηριότητες (βλέπε σχ. 5): α) Τις συνειδητές, οι οποίες αναφέρονται στην άμεση εμπειρία, ό,τι δηλαδή προσλαμβάνει και αντιλαμβάνεται το άτομο σε κάθε 1. Βλέπε σύγγραμμά του «Τ Ι ίθ Ιίίβ 3ηό Ιήβ \λ/ογΙ< ο ί 5ί9πηυηά Ρτβυό» (έκδοση Βθδίο ΒοοΙ<8, 1953) τόμ. 1ος, σελ. XIII.

Σχ. 5. Σχέση ανάμεσα σ τις σ υνειδη τές, σ τις υ π οσ υνείδητες και σ τις α σ υ νείδ η τες διαδικασ ίες.


44

δεδομένη στιγμή- β) τις υπ οσυνείδητες, οι οποίες περιλαμβάνουν όλα τα γεγονότα - σκέψεις, ιδέες, αναμνήσεις - που είναι εκτός της άμεσης επίγνωσης του ατόμου, αλλά είναι άμεσα διαθέσιμα- και γ) τις ασ υ νείδ η τες, οι οποίες είναι η απέραντη τράπεζα των παιδικών μας και τρεχουσών εμπειριών, αναμνήσεων, φόβων, ελπίδων, επιθυμιών, ορέξεων, σκέψεων και ορμών, για τις οποίες όμως δεν έχουμε καμιά σαφή επίγνωση. Ο ΡΓθυά μάλιστα πίστευε ότι οι ασυνείδητες διαδικασίες και δραστηριότητες παρέμεναν εκτός της επίγνωσης του ατόμου μέσω μιας διαδικασίας λογοκρισίας (βλέπε σχ. 5 και σχ. 6). Η λογοκριτική αυτή διαδικασία προστατεύει το άτομο απο την απειλή απαράδεκτων επιθυμιών και παρορμήσεων. Οι συνειδητές διαδικασίες είναι μικρό μέρος της ψυχικής ζωής, ενώ το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνουν οι ασυνείδητες διαδικασίες. Τις ασυνείδητες διαδικασίες μπορούμε να τις γνωρίσουμε μονο εμμέσως, μέσω των παραδρομών της γλώσσας, των απροσδόκητων κενών στη μνήμη, των συμβολικών γεγονότων στα όνειρα και του ελεύθερου συνειρμου. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τι υποστηρίζει ο ΡΓθυά για τα συστατικά στοιχεία της ψυχικής συσκευής και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Δομικά στοιχεία της προσωπικότητας και η μεταξύ τους αντιπαλότητα

Σύμφωνα με τη θεωρία του ΡΓθυά, ο ανθρώπινος ψυχισμός, η προσωπικότητα, αποτελείται από τρία αλληλεξαρτώμενα στρώματα: Το Ε κ ε ί ν ο , το Ε γ ώ και το Υ π ε ρ ε γ ώ (βλέπε σχ. 6 ). Το Εκείνο (Ιά) είναι το ασυνείδητο μέρος της ψυχικής ζωής και περιλαμβάνει τα ένστικτα, τις πρωτόγονες ορμές και τις απωθημένες επιθυμίες. Γνωρίζουμε το Εκείνο μόνο έμμεσα με τα όνειρα, τις παραδρομές της γλώσσας και με τον ελεύθερο συνειρμό. Το Εκείνο είναι το πρωτογενές, το πρωτόγονο μέρος της ψυχικής συσκευής- δεν έχει όρια, είναι άχρονο και άλογο, χωρίς συνέπεια. Κυρίαρχο κίνητρο στην περιοχή του είναι η Ιϊόίάο. Κατά τον ΡΓθυά η Ιΐόίάο είναι η γενετήσια ορμή, με την ευρύτερη έννοια του όρου, η ορμή για ευχαρίστηση που έχει σεξουαλικό χαρακτήρα, η ορμή για ηδονή. Αργότερα ο ΡΓθυά πρόσθεσε στο Εκείνο ένα ακόμη κίνητρο, το ένσ τικ το τη ς κ α τα σ τρ ο φ ή ς 1 (Τοάθδΐπθβ), εξηγώντας έτσι τη μανία αλληλοεξόντωσης 1. Η άποψη αυτή του ΡΓθυά, για το ένστικτο της καταστροφής και του θανάτου, ότι δηλαδή ο κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του ένα δολοφόνο και ότι, εξαιτίας αυτού του πολεμικού ενστίκτου, δεν μπορεί να -υπάρξει ανθρωπότητα χωρίς πόλεμο, έχει αμφισβητηθεί από πλείστους βιολόγους γενετισ τές και φιλειρηνιστές (βλέπε άρθρο ΕΐδθηβθΓς «Η ανθρώπινη φύση της ανθρώπινης φύσης» (μετάφραση Γαλάτη, στο περιοδικό Συνέχεια, τεύχος 5, 1973).


45

που έδειξαν οι άνθρωποι στον παγκόσμιο πόλεμο. Το ένστικτο αυτό παράγει παρορμήσεις σκληρότητας, επιθετικότητας, καταστροφικότητας, ακόμη και αυτοκαταστροφής και αυτοτιμωρίας. Τα δύο αυτά αντιθετικά ένστικτα - το ένστικτο της ζωής και το ένστικτο του θανάτου - συνυπάρχουν στο Εκείνο και το καθένα απαιτεί άμεση ικανοποίηση. Το Εκείνο, για να ικανοποιήσει την ερωτική ορμή, επιδιώκει την απόλυτη κατοχή (κάθεξη) καθετί που ορέγεται και αγαπά. Ομοίως, για να ικανοποιήσει την επιθετικότητα, θέλει να βασανίζει και να καταστρέφει ό,τι βρει πρόσφορο. Η ικανοποίηση της Ιίβίάο ρυθμίζεται από το Εγώ. Το Εκείνο λειτουργεί με βάση την αρχή της ευχαρίστησης (ίυδίρπηζϊρ). Μοναδικός του σκοπός είναι να εκτονώνει ψυχική ενέργεια με την αχαλίνωτη ικανοποίηση των στιγμιαίων του παρωθήσεων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις περιοριστικές συνθήκες της εξωτερικής πραγματικότητας. Το Εγώ (Εξ)θ) είναι ο «πραγματικός» εαυτός μας, το συνειδητό μέρος της ψυχικής μας συσκευής, το οποίο αναπτύσσεται καθώς το άτομο μεγαλώνει και έρχεται σε επαφή με τον κόσμο γύρω του. Περιλαμβάνει τις

Λογοκριτική διαδικασία

Σχ. 6. Η δομική σχέση ανάμεσα στα τρία μέρ η τη ς ψυχής: Το Εγώ κ είτα ι μερικώ ς στο ασ υ νείδ ητο και μερικώ ς στο σ υνειδητό. Π αίρνει · τα μ ηνύ μ ατα και γνω ρίζει τη ν εξω τερ ική π ρα γματικότητα μέσω των γνωστικών λειτουργιώ ν. Σ κ έψ εις που απωθούνται από το Εγώ εκσ φ ενδ ονίζο ντα ι στο ασ υνείδητο. Το Υπερεγώ κ είτα ι μερικώ ς στο σ υνειδη τό και μερ ικώ ς στο ασυνείδητο. Το Εκείνο έρ χ ετα ι σε επαφή μ ε το ν εξω τερ ικ ό κόσμο μέσω του Εγώ. Το α νο ικτό μ έρ ο ς σ την κάτω πλευρά του σχήματος δ είχ ν ει ό τι το ασ υ νείδ ητο Ιό είνα ι απεριόριστο, απύθμενο.


46

διάφορες ικανότητες - αντιληπτικές, γνωστικές - με τις οποίες το άτομο γνωρίζει τον κόσμο γύρω του, σκέπτεται και ενεργεί. Το Εγώ λειτουργεί με βάση την αρχή τη ς π ραγματικότητας (ΡΘειΙϊίβίερπηζΙρ) και είναι ο ρυθμιστής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Προσπαθεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Εκείνο, αλλά με πραγματιστικούς και αποτελεσματικούς τρόπους. Το Εγώ διαδραματίζει ρόλο διαιτητή ανάμεσα στο Εκείνο και στο Υπερεγώ. Ό τα ν οι απαιτήσεις του Εκείνο είναι εξωπραγματικές, το Εγώ είτε προσπαθεί να τις διοχετεύσει σε υποκατάστατες ενέργειες που είναι κοινωνικά αποδεκτές (π.χ. τη θέση μιας ανοικτής έκφρασης της ερωτικής ορμής παίρνει η καλλιτεχνική ενασχόληση και δημιουργία) είτε τις απωθεί στο ασυνείδητο (βλέπε σχ. 5 και σχ. 6 ). Στις απωθημένες αυτές ανεκπλήρωτες επιθυμίες βρίσκεται ο πυρήνας των νευρώσεων. Το Υπερεγώ (5 υρΘΓθ9θ) είναι η συνείδηση «περί του πρακτέου», των ηθικών επιταγών, του κοινωνικά αποδεκτού. Είναι το σύνολο των κανόνων που διέπουν τις πράξεις του ανθρώπου, όπως τους ορίζει η κοινωνία. Κατά τον ΡΓθυά, το Υπερεγώ δημιουργείται κατά την παιδική ηλικία, τότε που το παιδί συναισθάνεται την αδυναμία του έναντι των μεγαλυτέρων και προσπαθεί να γίνει σαν αυτούς, υιοθετώντας τους τρόπους συμπεριφοράς τους. Η ψυχολογική αυτή διαδικασία, με την οποία το παιδί επιτυγχάνει να εξομοιώνεται με διάφορα πρότυπα συμπεριφοράς λέγεται ταύτιση. Η ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου βοηθάει το παιδί να ξεπεράσει, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Τα τρία μέρη της προσωπικότητας - Εκείνο, Εγώ, Υπερεγώ - αντιστοιχούν στις τρεις πτυχές της ψυχικής ζωής: τη βιολογική, την ψυχολογική και την κοινωνική. Για

Σχ.7. Το Εγώ είναι ο κεντρικός οργανωτικός πυρήνας της προσωπικότητας: Το Εγώ μεσολαβεί και επιλύει συγκρούσεις ανάμεσα στις εσωτερικές βιολογικές ανάγκες και στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.


47

να υπάρξει ψυχική ηρεμία και υγεία, θα πρέπει τα τρία αυτά στοιχεία να βρίσκονται σε αρμονική ισορροπία: το Εγώ να ικανοποιεί τις ανάγκες του Εκείνο με τρόπο λογικό και ηθικό, αποδεκτό από το Υπερεγώ (βλέπε σχ. 7). Συχνά όμως οι πρωτόγονες ενστικτώδεις επιθυμίες και απαιτήσεις του Εκείνο συγκρούονται με τις επιταγές του Υπερεγώ ή/και με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Πιστεύ­ εται δηλαδή ότι τα στοιχεία της ψυχής συγκρούονται μεταξύ τους, ότι υπάρχει ενδοψυχική σύγκρουση. Η λύση που δίνει το Εγώ στις συγκρούσεις αυτές αποτελεί βασικό στοιχείο της ψυχικής υγείας. Οι νευρώσεις και οι άλλες ψυχικές διαταραχές έχουν τις ρίζες τους στην αδυναμία του ατόμου να δώσει ικανοποιητική λύση στις συγκρούσεις αυτές.

Σπουδαιότητα των εμπειριών της παιδικής ηλικίας: Στάδια ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης

Βασικό αξίωμα της ψυχαναλυτικής θεωρίας είναι ότι οι παθολογικές καταστάσεις που παρουσιάζουν τα ατομα, ακόμη και ως ενήλικοι, έχουν την αφετηρία τους στην παιδική ηλικία. Το άτομο, ακόμη και από τη βρεφική ηλικία, πριν ακόμη αρχίσει να μάθει να μιλάει και να σκέπτεται, έχει επιδοθεί σε έναν αγώνα για την ικανοποίηση των παρορμησειον του Εκείνο. Οι πρώτες αυτές προσπάθειες και οι συνακόλουθες εμπειρίες του ατομου αφήνουν ανεξίτηλες επιδράσεις στο χαρακτήρα και στην προσωπικότητα του. Πιστεύεται μάλιστα ότι τα αίτια των νευρώσεων που παρουσιάζει το άτομο αργότερα, ως έφηβος και ως ενήλικος, πρέπει να αναζητηθούν σε αρνητικές εμπειρίες της βρεφονηπιακής και παιδικής ηλικίας. Για την κατανόηση λοιπόν της συμπεριφοράς του ατόμου, είναι απαραίτητη η μελέτη ολόκληρου του εξελικτικού ιστορικού - της ατομικής ζωής - και ιδίως των πρώτων χρόνων της ζωής του. Ειδικότερα, ο ΡΓθυά υποστηρίζει οτι η Ιϊβίάο, το κυρίαρχο κίνητρο στην περιοχή του Εκείνο, είναι πηγή ψυχικής ενέργειας, η οποία είναι παρούσα κατά τη γέννηση και με την πάροδο του χρόνου εξελίσσεται, ακολουθώντας μια σειρά από πέντε προκαθορισμένα στάδια. Κάθε στάδιο αναφέρεται σε μια περίοδο της ζωής του ατόμου, κατά την οποία επιλέγεται και χρησιμοποιείται, για την ικανοποίηση της Ιϊβϊάο και για τη μείωση της ψυχικής έντασης, διαφορετική περιοχή του σώματος (ερωτογενής ζώνη), όπως το στόμα, ο πρωκτός και τα γεννητικά όργανα. Οι ερωτογενείς ζώνες είναι οι πρώτες πηγές διερεθισμού, με τις οποίες το παιδί πρέπει να αντιπαλέψει. Συγχρόνως, πράξεις του παιδιού που εμπεριέχουν τις ερωτογενείς αυτές ζώνες επισύρουν τις επικρίσεις των γονέων. Το παιδί λοιπόν θα πρέπει να αντιμετωπίσει το άγχος που προκύπτει από τις συγκρούσεις αυτές. Οι τρόποι, που χρησιμοποιεί το παιδί στις πρώτες του αυτές προσπάθειες αντιμετώπισης αγχογόνων καταστάσεων, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας.


48

Τα στάδια που διέρχεται η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη κατά τον ΡΓθυά είναι τα εξής: α) Το στοματικό στάδιο (1σ έτος της ηλικίας), με κύρια πηγή ευχαρίστησης το θηλασμό, την απομύζηση, τη μάσηση, την κατάποση. Στην περίοδο αυτή το άτομο παρουσιάζει τη μεγαλύτερη εξάρτηση. β) Το πρωκτικό στάδιο (2ο και 3ο έτος), κατά το οποίο το παιδί πρέπει να αποκτήσει τον έλεγχο σφιγκτήρων (ενούρηση, εγκόπρηση) και ο πρωκτός αποτελεί την εστία της ψυχικής έντασης και ικανοποίησης. Κύριο χαρακτηριστικό του σταδίου αυτού είναι η τάση για αυτονομία και και ο αρνητισμός. γ) Το φαλλικό στάδιο (3ο έως 7ο έτος), κατά το οποίο το παιδί αποκτά επίγνωση των διαφορών στα γεννητικα όργανα μεταξύ των δύο φύλων και συνειδητοποιεί την αγάπη του προς τους γονείς. Η αγάπη όμως αυτή παύει να κατευθυνεται και προς τους δύο γονείς και αναπτύσσεται μια βαθμιαία αυξανόμενη στοργή και προσκόλληση προς το γονέα του αντίθετου φύλου. Το αγόρι αρχίζει να νιώθει μια νέα μορφή αγάπης προς τη μητέρα και να θεωρεί ως ερωτικό αντίζηλο τον πατέρα, συγχρόνως όμως βιώνει έντονα συναισθήματα (το γνωστό οιδιπόδειο σύμπλεγμα). Ομοίως, το κορίτσι αρχίζει να προσκολλάται στον πατέρα και να θεωρεί αντίζηλο τη μητέρα (σύμπλεγμα Ηλέκτρας). Στο τέλος της περιόδου αυτής επέρχεται η λύση του οιδιπόδειου συμπλέγματος με την ταύτιση του παιδιού προς το γονέα του ίδιου φύλου. δ) Το στάδιο της λανθάνουσας σεξουαλικότητας (7ο έως 11ο έτος), κατά το οποίο το άτομο στρέφεται προς τα πρόσωπα και τα πραγματα του ευρύτερου περιβάλλοντος και αποκτά ποικίλες γνώσεις και δεξιότητες και ενισχύει το Υπερεγώ. Το στάδιο αυτό είναι μια περίοδος εσωτερικής γαλήνης πριν από την καταιγίδα της ήβης. ε) Στάδιο της ετερόφ υλης σεξουαλικότητας, κατά το οποίο το άτομο εγκαταλείπει τα ναρκισσιστικά - εαυτοκεντρικά διαφέροντα των προηγούμενων σταδίων και στρέφεται προς τα μέλη του αντίθετου φύλου για να εκφράσει την αγάπη του και να αναπαραγάγει απογόνους. Στο φαλλικό στάδιο επισυμβαίνει ένα σημαντικό ψυχολογικό γεγονός, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Το σύμπλεγμα αυτό πήρε το όνομά του από τον μυθικό Οιδίποδα, ο οποίος, χωρίς να το γνωρίζει, σκότωσε τον πατέρα του Λάιο και νυμφεύθηκε τη μητέρα του Ιοκάστη. Ο τραγικός αυτός γιος, μόλις έμαθε τι είχε κάνει, αυτοτυφλώθηκε ως απόδειξη μετάνοιας και αυτοτιμωρίας. Ο ΡΓθυά υποστηρίζει ότι όλα τα παιδιά στη νηπιακή ηλικία δείχνουν μια προσήλωση προς το γονέα του αντίθετου φύλου. Ενώ στα προηγούμενα στάδια η ικανοποίηση της Ιΐόϊάο γινόταν από το ίδιο το άτομο (πρωτόγονος αυτοερωτισμός), στο φαλλικό στάδιο το νήπιο κατευθύνεται προς άλλα πρόσωπα με τα οποία έρχεται σε άμεση επαφή. Οι αιμομικτικές αυτές βλέψεις του παιδιού δημιουργούν στο αγόρι το φόβο του ευνουχισμού: το αγόρι πιστεύει ότι και τα κορίτσια είχαν γεννητικά όργανα σαν τα δικά του, αλλά τα «έχασαν» και ότι η ίδια τύχη περιμένει και το ίδιο. Φοβάται μάλιστα ότι θα υποστεί τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων από τον πατέρα του, τον οποίο στην ηλικία αυτή βλέπει ως ερωτικό αντίζηλο για τη μητρική «κλίνη» (άγχος του ευνουχισμού). Παρόμοια περίοδο κρίσης, με


49

συγκρουόμενα συναισθήματα αγάπης και μίσους προς τους γονείς, περνάει και το κορίτσι (στα κορίτσια η συναισθηματική αυτή κατάσταση λέγεται σύμπλεγμα της Ηλέκτρας και φθόνος του πέους).1 Το παιδί, για να ξεπεράσει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ταυτίζεται με το γονέα του ίδιου φύλου. * Ετσι, το αγόρι «ικανοποιεί» την ερωτική προσήλωση προς τη μητέρα του, ταυτιζόμενο με τον πατέρα του, και το κορίτσι την προσήλωση προς τον πατέρα, ταυτιζόμενο με τη μητέρα του. Με την ταύτισή του αυτή υιοθετεί και το Υπερεγώ του γονέα. Οι εμπειρίες του ατόμου σε κάθε στάδιο πιστεύεται ότι ασκούν αποφασιστική επίδραση στη θεμελίωση των βασικών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Πολλά από τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα στη ζωή τους οφείλονται, κατά τον ΡΓβυά, στο οτι δεν έλυσαν ικανοποιητικά το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Επίσης, προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει στο άτομο η ανεπιτυχής μετάβαση από το ένα εξελικτικό στάδιο στο άλλο. Έτσι, στις περιπτώσεις που η βιολογική ορμή δεν ικανοποιείται επαρκως σε ένα στάδιο ή, αντίθετα, ικανοποιείται υπερβολικά, το άτομο αφήνει το στάδιο αυτό με ένα βαθμό καθήλωσης (ίΐχβίΐοη), με αποτέλεσμα να παρουσιάζει μειωμενη προσαρμογή στα επόμενα στάδια. Αν η ικανοποίηση της βιολογικής ορμής στα επόμενα στάδια δεν είναι επαρκής, το παιδί, για να αντλήσει ικανοποίηση, παλινδρομεί σε μορφές συμπεριφοράς μικρότερης ηλικίας. Οι δύο αυτές λειτουργίες, η καθήλωσή και η παλινδρόμηση, είναιδυνατόνα προκαλέσουν μόνιμες αλλοιώσεις στο χαρακτήρα και στην προσωπικότητα του ατόμου. ' Ετσι, κατά τον ΡΓθυά καθήλωσή στο στοματικό στάδιο εκδηλώνεται στην ενήλικη ζωή με ψυχαναγκαστική ταση για πολύ φαγητό ή φλυαρία, κάπνισμα και αλκοολισμό, καθώς επίσης και με εξωπραγματική αυτοπεποίθηση, ή ψυχική κατάπτωση και μελαγχολία. Καθήλωσή στο πρωκτικό στάδιο εκδηλώνεται με πείσμονα διάθεση, καταπιεστική συμπεριφορά, ιδιογνώμονα δογματισμό, επιδεικτι­ κή εκκεντρικότητα, παθητική αντίσταση, τσιγκουνιά και επιθετικότητα. Καθήλωση στο φαλλικό στάδιο εκδηλώνεται με ομοφυλοφιλική διάθεση, ναρκισσισμό, αλαζονεία, επιδεικτικότητα και σωβινισμό.

Μηχανισμοί άμυνας του Εγώ: Οι ασφαλιστικές δικλείδες της ψυχικής συσκευής Βασικό αξίωμα της ψυχαναλυτικής θεωρίας, όπως είπαμε και προηγουμένως, είναι ότι τα στοιχεία της ψυχής συγκρούονται μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να βιώνει το άτομο εσωτερική ένταση, άγχος. Διαιτητής στη διαμάχη αυτή είναι το Εγώ. Το Εγώ, όταν στην αντιπαλότητα μεταξύ των στοιχείων της ψυχικής συσκευής προκύψει κάποια σύγκρουση, για να μειώσει την ψυχική ένταση, συχνά «αλλοιώνει» την πραγματικότητα κατά κάποιο τρόπο και παρακάμπτει το πρόβλημα, υιοθετώντας ψυχολογικές διαδικασίες που στην κλινική ψυχολογία είναι γνωστές ως μηχανισμοί άμυνας του Εγώ.2 1.Η άποψη ό τι το κορίτσ ι βιώ νει τη ν απουσία των φαλλικών συμβόλων ως α τέλ εια που σ χ ετίζετα ι με τη ν αυτοαναγνώ ριση του φύλου έχ ει π ροκαλέσει αντιδ ρά σ εις και α μ φ ισ β η τή­ σ εις από το γυ να ικ είο φ εμ ινισ τικό κίνημα. 2. Βλέπε σύγγραμμα Αππθ ΡΓθυά «Τήθ θςο Βηό ΐϊΐθ ηΊθοΙίθηΐβηΊΒ ο ί όβίθηβθ» (έκδοση ΙπΙθΓπβΐίοηβΙ υηίνθΓ3ΪΙΐθ5 Ργθ55, 1946).


50

Οι κυριότεροι μηχανισμοί άμυνας του Εγώ είναι οι ακόλουθοι: α) Απώθηση: Το άτομο εκδιώκει από το συνειδητό παρορμήσεις του Εκείνο που αντιτίθενται στις επιταγές του Εγώ, εξακοντίζοντάς τες στο ασυ­ νείδητο (βλέπε σχ. 5 και σχ. 6). Οι ανεκπλήρωτες αυτές επιθυμίες παραμένουν εγκλειστες στο ασυνείδητο, μακριά από το συνειδητό. ΊΕτσι, το άτομο μπορεί σχεδόν να ξεχνάει σκέψεις και κίνητρα, που αν έλθουν στο συνειδητό, του προκαλούν άγχος. Πιστεύεται ότι περιπτώσεις αμνησίας, χωρίς οργανική αιτία, είναι ακραίες μορφές απώθησης. Η απώθηση αποτελεί κεντρική έννοια στην ψυχαναλυτική θεωρία. Πιστεύεται μάλιστα ότι οι απωθημένες παραστάσεις μπορεί, ενώ βρίσκονται στο ασυνείδητο, μακριά από το συνειδητό, να συνεχίσουν να ενδυναμώνονται (να γίνονται σύμπλεγμα) και ότι αποτελούν τον αρχικό πυρήνα των νευρώσεων. β) Εκλογίκευση: Το άτομο βρίσκει λογικοφανείς δικαιολογίες για μια αποτυχία, απογοήτευση ή απρεπή συμπεριφορά. Ο μαθητής π.χ., που δεν πετυχαίνει κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στη Σχολή της προτίμησής του, βρίσκει λογικά επιχειρήματα «να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους» ότι κατά βάθος δεν ήθελε να πάει σε αυτό το επάγγελμα, γιατί «ο ίδιος είναι πλασμένος για κάτι διαφορετικό» κ.τ.ό. Συναφής είναι ο μύθος του Αισώπου για την αλεπού που δεν έφτανε τα σταφύλια και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «όμφακες εισί». γ) Προβολή: Το άτομο, για να αντιμετωπίσει προβλήματα, απαράδεκτες τάσεις και σκέψεις του, προβάλλει σε άλλους ιδέες και κίνητρα που έχει ο ίδιος και του δημιουργούν άγχος. Το άτομο π.χ. που μιλάει συνεχώς για την κακοήθεια και την ατιμία των ανθρώπων, ισως προβάλλει στους άλλους δικές του αντικοινωνικές διαθέσεις. δ) Άρνηση: Το άτομο δεν αποδέχεται ότι έχουν πραγματικά συμβεί γεγονότα που του δημιουργούν άγχος. Το παιδί π.χ. που έχασε τον πατέρα του, μπορεί να αρνείται να δεχθεί το γεγονός και ασυνείδητα να «πιστεύει» ότι ο πατέρας του πήγε ταξίδι και θα επιστρέφει. ε) Ταύτιση: Το άτομο υιοθετεί τις σκέψεις και τους τρόπους συμπεριφοράς κάποιου άλλου προσώπου για να συμμετάσχει στις επιτυχίες του και να αποφύγει τη δική του ανεπάρκεια. Η γυναίκα π.χ. που έχει λόγους να φοβάται ότι έχασε τη γοητεία της, ταυτίζεται με τις ηρωιδες των μυθιστορημάτων που πετυχαίνουν στη ζωή. Η ταύτιση του παιδιού με το γονέα του ίδιου φύλου είναι από τις βασικές διαδικασίες για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. στ) Υπεραναπλήρωση: Το άτομο προσπαθεί να αποκρύψει τα κοινωνικώς απαράδεκτα συναισθήματά του, υιοθετώντας το διαμετρικά αντίθετό τους. ’ Ενα επιθετικό και εριστικό π.χ. άτομο μπορεί να συγκαλύπτει τα εχθρικά του συναισθήματα κάτω από μια υπερβολική ευγένεια και δουλοπρέπεια. ζ) Υποκατάσταση: Το άτομο αντικαθιστά ένα κίνητρο που αδυνατεί να ικανοποιήσει με κάποιο άλλο πραγματοποιήσιμο. Το άτομο π.χ. που έντονα επιθυμεί να γίνει αθλητής και να αποκτήσει κοινωνική αναγνώριση, αλλά η σωματική του διάπλαση δεν του το επιτρέπει, ικανοποιεί αυτή του τη φιλοδοξία, προσπαθώντας να γίνει δυναμικός ρήτορας. η) Παλινδρόμηση: Το άτομο υιοθετεί τρόπους συμπεριφοράς που προσιδιάζουν σε ηλικία μικρότερη από τη δική του. Η μεγαλύτερη αδελφή π.χ, για να «καλύψει» την αποτυχία της στο σχολείο, κάνει τα μαλλιά της κοτσίδες, παίζει με τις κούκλες της κ.τ.ό. Υιοθετεί δηλαδή μορφές συμπεριφοράς της ανέμελης ηλικίας του νηπίου.


51

Κατά την εφηβική ηλικία, το άτομο, εξοπλισμένο με τα γνωστικά σχήματα της αφαιρετικής σκέψης,1 μπορεί επιπλέον να χρησιμοποιεί και πιο περίτεχνους μηχανισμούς άμυνας του Εγώ, όπως είναι: α) Ο ασκητισμός (το άτομο προσπαθεί να αρνηθεί πλήρως τις ενστικτώδεις τάσεις και επιθυμίες του), β) ο διανοουμενισμός (το άτομο προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις αγχογόνους καταστάσεις με πολύπλοκα ιδεοσυλλογιστικά επιχειρήματα και με λογικές ερμηνείες) και γ) η ονειροπόληση (το άτομο αφήνει τη σκέψη του να περιπλανηθεί στο χώρο της φαντασίας και του ονείρου). Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί άμυνας του Εγώ είναι, όπως είπαμε, ασυνείδητοι τρόποι συμπεριφοράς, τους οποίους χρησιμοποιεί το άτομο για να μειώσει το άγχος που βιώνει μετά από μια εσωτερική σύγκρουση, και εφόσον βρίσκονται μέσα σε ορισμένα όρια, θεωρούνται φυσιολογικές αντιδράσεις προασαρμογής. Είναι ασφαλιστικές δικλείδες που χρησιμοποιεί το Εγώ για να μειώσει το άγχος. Η χρησιμοποίησή τους είναι φυσιολογική. εφόσον όμως δεν γίνονται ο αποκλειστικός -μονοπωλιακός τρόπος αντιμετώπισης κάθε αντιξοότητας της ζωής.

Η διαδικασία της ψυχανάλυσης

Σύμφωνα με το ψυχοδυναμικό πρότυπο του ΡΓθυά, οι νευρώσεις δημιουργούνται από συγκρούσεις ενδοψυχικές, οι οποίες έχουν απωθηθεί βαθιά στο ασυνείδητο. Οι συγκρουσεις αυτές έχουν κυρίως ερωτογενή και επιθετικό χαρακτήρα και συχνά προέρχονται από απωθήσεις κατά την παιδική ηλικία, οι οποίες εντωμεταξυ έχουν ενδυναμωθεί (έχουν γίνει σύμπλεγμα). Η θεραπευτική λοιπόν διαδικασία θα πρέπει να αποβλέπει στη διευθέτηση της βαθύτερης αυτής ασυνείδητης συγκρουσης - αιτίας. Κύριο μέσο σε αυτή την προσπάθεια για την ανακάλυψη της βαθύτερης αιτίας είναι ο λόγος: Ο ασθενής ενθαρρύνεται να μιλάει για τα βιώματα του ελεύθερα, ενώ ο ψυχα­ ναλυτής2 είναι ο «ο ακροατής» του ασθενούς. Η θεραπεία των νευρώσεων κατα τον ΡΓθυά αρχίζει από τη στιγμή που το άτομο συνειδητοποιεί τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Ο ΡΓβυά, για να συγκεντρώσει και να ερμηνεύσει υλικό από το ασυνείδητο και τελικά για να βοηθήσει τον ασθενή να συνειδητοποιήσει τις συγκρούσεις του αυτές, χρησιμοποιεί τον ελεύθερο συνειρμό (ο ασθενής ενθαρρύνεται να εκφραστεί ελεύθερα), τις παραδρομές της γλώσσας («γλώσσα λανθάνουσα ταληθή λέγει») και την ανάλυση των ονείρων.3 1. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Εξελικτική ψυχολογία» (κεντρική πώληση Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 4ος, σελ. 88 κ.ε. 2. Ψυχαναλυτής λέγεται ο ψυχοθεραπευτής, κλινικός ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που χρησιμο­ ποιεί στη θεραπευτική του πράξη την ψυχανάλυση ως κύρια μέθοδο. 3. Ο ΡΓθυά θεωρεί την ανάλυση των ονείρων ως τη «βασιλική οδό» για την αποκάλυψη του ασυνειδήτου (βλέπε σύγγραμμα 5. Ρίθυά «Ερμηνευτική των ονείρων», μετάφραση Ζωγράφου-Μεραναίου, έκδοση Μαρή, Αθήνα 1965).


52

ί Η διαδικασία που ακολουθεί η ψυχανάλυση είναι σε γενικές γραμμές η ακόλουθη:___ Ο ασθενής ξαπλώνει στο ψυχιατρικό ντιβάνι (βλέπε εικ. 11), για να νιώθει άνετα, χωρίς να βλέπει τον ψυχαναλυτή, και ενθαρρύνεται να λέγει, χωρίς δισταγμό και χωρίς καμιά λογοκρισία, ό,τι έρχεται στη σκέψη του, ανεξάρτητα από το πόσο απειλητικά, απαράδεκτα και επώδυνα είναι για τον ασθενή οι ιδέες και τα βιώματα αυτά. Αυτή η ελεύθερη έκφραση των ιδεών και των βιωμάτων αποσκοπεί να φέρει στο φώς τις ασυνείδητες τραυματικές εμπειρίες που προκαλούν τη νεύρωση. Τέτοιες «αποκαλύψεις» υπάρχουν και στις φαντασιώσεις και στα όνειρα του ασθενούς. Ο ΡΓβυά πίστευε ότι ειδικώς στα όνειρά παρουσιάζονται, σε συμβολική μορφή, οι απωθημενες συγκρούσεις. Ο ψυχαναλυτής προσπαθεί να παρακάμψει την «αμνησία» που καλύπτει τα αίτια της νεύρωσης. Ενθαρρύνει τον ασθενή^/α «θυμηθεί» την τραυματική εμπειρία που του προκαλεί τη νεύρωση και ταυτόχρονα να βιώσει έντονα τα συναισθήματα που συνόδευαν την τραυματική του αυτή εμπειρία (συναισθηματική κάθαρση). Μια χαρακτηριστική φάση της ψυχανάλυσης είναι η αντίσταση (Γβ3ί$ΐ3ηοβ). Ο ασθενής, όταν αρχίζει να ομιλεί για σημαντικά γεγονότα που του προκαλούν άγχος, συχνά σταματάει ή αλλάζει θέμα ήξεσπάει σε βίαιες συναισθηματικές εκρήξεις, κλάματα, επιθετικότητα. Οι αντιδράσεις αυτές αποτελούν ένδειξη ότι ο ασθενής «ανθίσταται» και ότι βρισκόμαστε στα όρια συμπλέγματος απωθημένων παραστάσεων, οι οποίες προκαλούν το άγχος. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να διερευνήσει όλες τις σχετικές παραστάσεις. Ιδιαίτερα ενθαρρύνεται να εξετάσει το παρελθόν του και κυρίως τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Ο θεραπευτής προσπαθεί να αναλύσει τις αντιστάσεις αυτές, να βοηθήσει δηλαδή τον ασθενή να κατανοήσει τη φύση, την προέλευση και τις επιπτώσεις που έχουν τα συναισθήματά του και γενικά η συμπεριφορά του αυτή προς τον ψυχοθεραπευτή.

Εικ. 10. Το ιατρείο του Ρτβυά με το ψυχιατρικό ντιβάνι.


53

Η κυριότερη φάση στην πορεία της ψυχανάλυσης είναι η συναισθηματική μεταβίβαση (ΐΓθπείβΓβηοθ). Η μεταβίβαση είναι η διαδικασία με την οποία ο ασθενής αντιδρά προς τον ψυχαναλυτή σαν να ήταν σημαντικό πρόσωπο του παρελθόντος του- βιώνει, μέσω του ψυχοθεραπευτή, συναισθήματα του παρελθόντος. Τα συναισθήματά του προς τα πρόσωπα αυτά γενικεύονται στον ψυχαναλυτή (ενσυναίσθηση) και έτσι βρίσκουν έκφραση. Η εξωτερίκευση αυτή προκαλεί ανακούφιση, γιατί, ενώ ο ασθενής αναμένει ότι ο ψυχαναλυτής θα αντιδράσει όπως αντιδρούσε το σημαντικό πρόσωπο του παρελθόντος, αυτός δείχνει κατανόηση και ψυχική υποστήριξη. Η ψυχαναλυτική θεωρία του Ρι-βυά προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις και υποβλήθηκε, όσο καμιά άλλη, σε αυστηρότατη κριτική: εκατοντάδες είναι οι έρευνες που έχουν γίνει για να ελέγξουν την ορθότητά της. Ένα βασικό σημείο, για το οποίο ο ΡΓβυά έχει έντονα επικριθεί, είναι ότι τα συμπεράσματά του δεν τα στήριξε σε αντικειμενικά επιστημονικά δεδομένα, αλλά τα βάσισε σε κλινικές υποκειμενικές παρατηρήσεις. Αναμφισβήτητα, πολλές απόψεις του ΡΓβυά δεν έχουν την καθολικότητα που αυτός θέλησε να τους δώσει. Ο πανσεξουαλισμός π.χ. αποτελείσαφή υπερβολή. Η ερωτική ορμή σαφώς δεν κατευθύνει και δεν ερμηνεύει ολόκληρη τη συμπεριφορά του ατόμου.' Ερευνες που έχουν γίνει σχετικά με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα έδειξαν ότι πολλά παιδιά δεν περνούν από την αναπτυξιακή αυτή φάση. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δηλαδή δεν αποτελεί εξελικτικό στάδιο από το οποίο απαραίτητα περνούν όλα τα άτομα. Καθοριστικός παράγοντας στη δημιουργία του συμπλέγματος αυτού είναι η στάση των γονέων: παιδιά που ζουν σε ορφανοτροφεία Εικ. 11. Ψ υχαναλυτική σ υ νέντευ ξη : Ο ασ θενής είνα ι ξαπλωμένος στο ψ υχιατρικό ντιβάνι και ενθ α ρ ρ ύ νετα ι να λ έ γ ε ι ό,τι έρ χ ετα ι στη σκέψη του. Ο ψ υχαναλυτής κ ά θ ετα ι πίσω από το ν ασθενή, έτσ ι ώ στε ο ασ θενής να μ η ν μ π ορ εί να βλέπ ει τις α ντιδ ρ ά σ εις του θεραπ ευτή στα εκ ά σ το τε λεγά μενα. Η τελ ετο υ ρ γ ικ ή α υ τή του ψ υχιατρικού ντιβανιού χρησ ιμ οπ οιείτα ι για να εξα σ φ α λ ισ τεί όσο το δ υνα τό π ερισσότερο η ο υ δ ετερ ό τη τα του ψ υχοθεραπευτή.


54

δεν παρουσιάζουν εμφανείς εκδηλώσεις του εξελικτικού αυτού σταδίου. Ο ΡΓβυά επίσης αποδίδει τα μεγάλα επιτεύγματα του ατόμου στην εξιδανίκευση , τη διοχέτευση δηλαδή της ερωτικής ορμής και της επιθετικότητας σε δραστηριότητες κοινωνικά παραδεκτές. ' Ετσι όμως παραγνωρίζει την εγγενή τάση του ανθρώπου για συνεχή εξερεύνηση και δημιουργία. Εξάλλου, οι σχετικές έρευνες του Α.Ο.νν. Κίπβθγ1και άλλων ερευνητών έδειξαν ότι οι πνευματικές και οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες δεν περιορίζουν αναγκαστικά τις σεξουαλικές ορμές. Πέρα όμως από τα μειονεκτήματα που μπορεί να εντοπίσει κανείς στην ψυχαναλυτική θεωρία, η προσφορά του ΡΓθυά στην κλινική ψυχολογία είναι σημαντικότατη. Με τη θεωρία του πρόσφερε μια νέα θεώρηση της δομής του ψυχικού βίου, στην οποία το ασυνείδητο κατέχει δυναμική θέση. Εισήγαγε την ψυχανάλυση ως μέθοδο για τη θεραπεία των νευρώσεων, θεραπευτική τεχνική η οποία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να έχει ευρύτατη εφαρμογή. Ορίζει ως αιτία των νευρώσεων τις συναισθηματικές συγκρούσεις, άποψη η οποία είναι αποδεκτή και σήμερα από την κλινική ψυχολογία. Ο ΡΓθυά τονίζει τη σημασία που έχουν τα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας, άποψη που και σήμερα είναι γενικά αποδέκτη και έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης της ψυχολογίας του παιδιού. Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι οι απόψεις του ΡΓθυά άσκησαν σημαντικές επιδράσεις σε πλείστους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας: εικαστικές τέχνες, λογοτεχνία, θρησκεία, μελέτη της κοινωνικής συμπεριφοράς και των κοινωνικών θεσμών κ.ά.

2) Ατομική ψυχολογία του Αι ΙΙθγ: Τ ο συναίσθημα μειονεξίας Στο προηγούμενο κεφάλαιο περιγράψαμε τα κύρια χαρακτηριστικά στοιχεία της κλασικής ψυχαναλυτικής θεωρίας, όπως διατυπώθηκε από τον ιδρυτή της, τον ΡΓβυά. Πολλοί όμως από τους μαθητές του ΡΓβυά και τους μεταγενέστερους φροϋδιστές τροποποίησαν τις αρχικές θέσεις της ψυχαναλυτικής θεωρίας και διατύπωσαν δικές τους απόψεις για τα αίτια και τους τρόπους θεραπείας των νευρώσεων. Οι απόψεις αυτές διαφέρουν σημαντικά από το αρχικό φροϋδικό πρότυπο. Στη συνέχεια του κεφαλαίου αυτού θα αναφέρουμε τις θεωρητικές απόψεις δύο μαθητών του ΡΓθυά: του ΑΙίτβά ΑάΙβτ και του ΟβγΙ ϋυπς. Επίσης, θα παρουσιάσουμε βασικά στοιχεία για τους νεοφροϋδιστές, και κυρίως για τη θεωρία του διαλεκτικού ανθρωπισμού του Εποίι Ργοιτιιτι. 1. Βλέπε σ υγγράμματα του ιδίου και των συνεργατώ ν του «8θχυ3ΐ όθ!ΐ3νΐθΓ ίη Ιήθ ήυηΐ3η πίθΙθ» και «8θχυ3ΐ όθΙΐ3νίθΓ ΐη ίήθ ήυητΐ3η ϊθπί3Ιθ» (έκδοση δβυηάθΓδ, 1948, 1953).


55

Ο ΑΙίΓθά ΑοΙΙθγ (1870-1935),ψυχίατρος από τη Βιέννη, υπήρξε μαθητής του ΡΓ6υ<± Συνεργάστηκε αρχικά με το δάσκαλό του (γύρω στα 1902), πολύ γρήγορα όμως (το 1911) διαφοροποίησε τη θέση του και δημιούργησε δική του ψυχαναλυτική θεωρία. Ο ΑοΙΙθγ τονίζει ιδιαίτερα τη σπουδαιότητα του συνόλου της ατομικής ζωής - του εξελικτικού ιστορικού και της παρούσας κατάστασης - όπως τα βιώνει το ίδιο το άτομο. ΓΓ αυτό, την ψυχολογία του την ονομάζει «Ατομική ψυχολογία».1 Ο ΑάΙθΓ δέχεται, όπως και ο ΡΓθυά, την ύπαρξη ενός δυναμικού ασυνειδήτου. Ως βασικό κίνητρο δραστηριότητας όμως δεν θεωρεί τη γενετήσια ορμή, αλλά την ορμή για την υπερνίκηση ατελειών και μειονεκτημάτων, την ορμή για επικράτηση, για κυριαρχία και για κοινωνική αναγνώριση. Τα άτομα, που δεν κατορθώνουν να ικανοποιήσουν την ορμή για επικράτηση, αναπτύσσουν το συναίσθημα της μειονεξίας (Μίηάθη/νθΓίΐ^βϊΐδ ΚοηιρΙθχ). Το άτομο με συναίσθημα μειονεξίας νιώθει ότι είναι κατώτερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Το συναίσθημα αυτό μπορεί να δημιουργηθεί οταν το άτομο έχει ελαττωματικά σωματικά χαρακτηριστικά (όπως π.χ. δυσμορφία, σωματική αναπηρία, σεξουαλική ανε­ πάρκεια) ή εξαιτίας του οικογενειακού περιβάλλοντος (ταπεινή οικογενειακή καταγωγή, εξώγαμο τέκνο, διαζευγμένοι γονείς). Πολλά άτομα κατορθώνουν να ξεπεράσουν τις παντός είδους «μειονεκτικές» καταστάσεις, επιζητώντας να διακριθουν σε έναν άλλον τομέα, αντισταθμίζοντας έτσι τη μειονεκτική τους θέση. Στη λειτουργία της αντιστάθμισης οφείλονται, κατα τον ΑάΙθΓ, τα μεγάλα επιτεύγματα ελαττωματικών ατό­ μων/ Ετσι π.χ. ο Δημοσθένης της αρχαιότητας κατόρθωσε να ξεπεράσει τον τραυλισμό του και να γίνει μεγάλος ρήτορας- ο κουτσός Αγησί­ λαος αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός- ο κου­ φός Βθθϋιονθη έγραψε την περίφημη ένατη συμφωνία κ.ά. ' Οσα όμως άτομα δεν κατορθώ­ σουν να ξεπεράσουν την ανεπάρκειά τους με τρόπο θετικό, αναπτύσσουν νευρωσικά συμ­ πτώματα - φανταστικές ασθένειες, για να δικαιολογήσουν την αδυναμία τους. Το παραμελημένο παιδί της οικογένειας π.χ. παρουσιάζει Α}{ίθό ΑόίθΓ πονοκεφάλους, ζαλάδες και εμετούς, για να (1870-1935) προσελκύσει το ενδιαφέρον των γονέων. Κλα­ σικό είναι το παράδειγμα του Ηρόστρατου που έκαψε το ναό της Εφέσου, ένα από τα .επτά θαύματα της αρχαιότητας, για να μείνει το όνομά του στην ιστορία (ηροστράτειος δόξα). 1. Πληροφορίες για τη θεωρία του ΑόίθΓ δίνονται στο σύγγραμμά του «Τήθ ρΓβοίΐοθ Βηό ίΐΐθ ίΙίθΟΓγ οΠηάΐνϊόυΒί ρβγοίιοίοςγ» (έκδοση ΗθΓΟουΓί-ΒΓΒΟθ-ννοΓίά, 1927). Επίσης, βλέπε σύγγραμ­ μα Ρ. ΟΓθϊΚυΓδ «Οι βασικές αρχές της αντλεριανής ψυχολογίας» (μετάφραση Πανταζή, εκδόσεις Κέδρος, 1975). Πλείστα έργα του ΑοΙΙθγ έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα (εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα), όπως «Ανθρωπογνωσία», «Οι νευρώσεις και η ερμηνεία τους», «Το κοινωνικό ενδιαφέρον» και «Τα προβληματικά παιδιά».


56

Ο ΑοΙΙθγ υποστηρίζει ότι σι νευρώσεις οφείλονται στο συναίσθημα μειονεξίας που δημιουργείται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ορμή για επικράτηση και στην αδυναμία του ατόμου να ικανοποιήσει την ορμή αυτή με θετικό τρόπο. Η διάγνωση και η θεραπεία των νευρώσεων, κατά τον ΑοΙΙθγ, βασίζεται στη μελέτη του ατομικού-εξελικτικού ιστορικού του ασθενούς. Η εμπεριστατωμένη μελέτη του ιστορικού του ασθενούς και της οικογένειας του είναι το μέσο για να διαπιστωθεί ποιο πρότυπο ζωής, ποιο στυλ ζωής (Ιϊίθ δΐγΐθ), έχει υιοθετήσει ο ασθενής και σε ποιον τομέα προσπάθησε να διακριθεί. ' Ετσι, εντοπίζεται τι είναι εκείνο που του δημιουργεί το συναίσθημα μειονεξίας. Ενσυνεχεία, επισημαίνεται στον ασθενή η εσφαλμένη τακτική που ακολουθεί στη ζωή, με το να υποτιμά τις •πραγματικές του δυνατότητες, και του υποδεικνύονται τα θετικά του στοιχεία και οι τομείς, στους οποίους μπορεί να προσφέρει και να επιτύχει. Βασικό στοιχείο για τη θεραπεία των νευρώσεων είναι η τόνωση του αυτοσυναισθήματος του ασθενούς, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως με την ενθάρρυνση να αναλάβει έργα που μπορεί να ολοκληρώνει με επιτυχία. Το παιδί π.χ., που κλέβει το μολύβι της δασκάλας του, προβαίνει στην ανεπιθύμητη αυτή πράξη για να συλληφθεί και έτσι να γίνει το επίκεντρο της προσοχής και να βγει από την απομόνωση και την αφάνεια, στην οποία νομίζει ότι το έχει καταδικάσει η τάξη. Η δασκάλα πρέπει να συλλάβει το ιδιαίτερο «μήνυμα» μιας τέτοιας πράξης του παιδιού και,αντί να το τιμωρήσει και να το αποδοκιμάσει, νατού δώσει ευκαιρίες, με την ανάθεση διαφόρων πρωτοβουλιών, να «φανεί» μέσα στην τάξη. Ο ΑοΙΙθγ τονίζει τη σπουδαιότητα της οικογένειας για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού. Μέσα στην οικογένεια το άτομο δημιουργεί το ιδιαίτερο στυλ ζωής, το χαρακτήρα, που θα διατηρήσει στην κατοπινή του ζωή.1Ηδη στο 4ο ή 5ο έτος της ηλικίας το μοντέλο ζωής του παιδιού έχει βασικά διαμορφωθεί. Έ τσι π.χ. το παραχαϊδεμένο παιδί θέλει πάντα να γίνεται το χατήρι του- ο πρωτότοκος ακολουθεί συντηρητική γραμμή, γιατί έτσι θα διατηρήσει τα κεκτημένα- ο δευτερότοκος γίνεται επαναστάτης και αρνητής, για να υπερκεράσει τον ισχυρότερο του μεγαλύτερο αδελφό κ.ο.κ. ★ Ο ΑάΙθΓ δημιούργησε μια ολοκληρωμένη ψυχαναλυτική θεωρία, η οποία εισάγει στο χώρο της ψυχολογίας της προσωπικότητας και της κλινικής ψυχολογίας νέες θεωρήσεις. Αναμφισβήτητα, η ορμή για αναγνώριση και επικράτηση διέπει, άλλοτε σε μικρό και άλλοτε σε μεγάλο βαθμό, την ανθρώπινη συμπεριφορά. Πολλές ενέργειές μας ερμηνεύονται με βάση την ορμή αυτή. Η άποψη όμως του ΑοΙΙθγ, ότι τα μεγάλα επιτεύγματα οφείλονται στην προσπάθεια του ατόμου για αντιστάθμιση 1. Π ληροφορίες για το υ ς διαφ όρους κοινω νικούς τύπους που υ ιο θ ετο ύ ν τα ι από τα παιδιά μέσα στην ο ικ ο γ έν εια βλέπε σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Ε ξελικτική ψυχολογία» (κ εν τρ ι­ κή πώληση Βιβλιοπω λείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 2ος, σελ. 154.


57

του συναισθήματος μειονεξίας, εμπεριέχει το στοιχείο της υπερβολής. Τα ελαττωματικά άτομα δεν έχουν πάντοτε συναίσθημα μειονεξίας. Σημαντική και γενικής αποδοχής επίσης είναι η άποψή του ότι το οικογενειακό περιβάλλον ασκεί τεράστια επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ατόμου. Ο θεραπευτής πρέπει να ανατρέξει στο οικογενειακό και ατομικό ιστορικό, για να αποκτήσει μια σαφέστερη και πληρέστερη αντίληψη για το άτομο και να εντοπίσει την αιτία που δημιουργεί τη νεύρωση. Ο ΑάΙβΓ, αντίθετα από το δάσκαλό του, τον ΡΓβυά, δεν περιορίζεται μόνο στην ανεύρεσή της αιτίας που δημιουργεί τη νεύρωση καιτη συνειδητοποίησή της, αλλά προχωρεί και σε ενεργητική αντιμετώπιση της ασθένειας. Με τη μέθοδό του αποβλέπει στην ενίσχυση του αυτοσυναισθήματος του ασθενούς. Η μέθοδος αυτή είναι πιο εύκολη στην εφαρμογή της και απαιτεί λιγότερο χρόνο από ό,τι η ορθόδοξη ψυχανάλυση του ΡΓβυά. ' Ενα μειονέκτημα της θεωρίας του ΑάΙβΓ είναι ότι στα κίνητρα των πράξεων του ανθρώπου περιέλαβε μόνο το συναίσθημα μειονεξίας και δεν αναφέρεται καθόλου στο συναίσθημα ανωτερότητας και κενοδοξίας (ευρβποπίγ οοπτιρίβχ), το οποίο εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα και έχει σοβαρότερες επιπτώσεις τόσο για το άτομο όσο και για το κοινωνικό σύνολο (όλες οι θρησκείες καυτηριάζουν την τάση αυτή του ανθρώπου).

3) Αναλυτική ψυχολογία του )υπ§: Το συλλογικό ασυνείδητο Ο ΟβγΙ ΟυδΙβν ϋυης (1870-1961) υπήρξε μαθητής και συνεργάτης του ΡΓβυά. Οι απόψεις όμως του ϋυηο ενωρίς απέκλιναν από την ψυχαναλυτική θεωρία του δασκάλου του. Ο ϋυης), ενώ προοριζόταν να γίνει διάδοχος του ΡΓβυά, το 1914 παραιτείται από την προεδρία της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρίας και δημιουργεί ιδιαίτερη ψυχολογική θεωρία, την οποία ονόμασε «Αναλυτική ψυχολογία» και «Ψυχολογία του βάθους».1 Ο ϋυηο, όπως και ο δάσκαλός του ο ΡΓβυά, δέχεται την ύπαρξη δυναμικού ασυνειδήτου. Θεωρεί όμως τη Ιίβίάο ως μια γενική και αδιαφοροποίητη ψυχική ενέργεια που υπεισέρχεται σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και την ταυτίζει με την ορμή για δράση. Ο ϋυης , με τον όρο ορμή για δράση, εννοεί ολόκληρη τη δραστηριότητα του ατόμου για την εξασφάλιση της τροφής, την αναπαραγωγή, την πνευματική δημιουργία κ.τ.ό. Η Ιίβίάο δηλαδή κατά τον ϋυης περιλαμβάνει και τη γενετήσια ορμή του ΡΓβυά και την ορμή για επικράτηση του ΑάΙβΓ.

1. Π ληροφορίες για τη θεωρία του ϋυπ9 δ ίνοντα ι στα συγγράμματά του (μετα φ ρ άσ εις στην ελλη νική) «Αναλυτική ψυχολογία» (εκδόσ εις Γκοβότσος, Αθήνα), «Εισαγωγή στην αναλυτική ψυχολογία» (μετάφραση Κ. Μ εραναίου και Μ. Ζωγράφου, Αθήνα 1950) και «Ψυχολογία του ασυνειδήτου » (μετάφραση Νικολάου).


58

Ο ψυχισμός του ανθρώπου κατά τον ϋυης αποτελείται από το συνειδητό και το ασυνείδητο. Τα δύο αυτά μέρη της ψυχής αλληλοσυμπληρώνονται. Το ασυνείδητο περιλαμβάνει δύο μέρη: α) Το π ρ ο σ ω π ι κ ό ασυνείδητο και β) τ ο κ ο ι ν ω ν ι κ ό ασυνείδητο. Το προσωπικό ασυνείδητο είναι το μέρος της ψυχής όπου έχουν εναποτεθεί εμπειρίες και βιώματα του ατόμου, όπως είναι: ατομικές παραστάσεις και επιθυμίες που άλλοτε ήταν συνειδητές και λησμονήθηκαν εμπειρίες οδυνηρές για το άτομο που δεν είναι συνειδητές, αλλά δρουν συνεχώς και προκαλούν νευρώσειςαντιλήψεις που προσπίπτουν στα αισθητήρια όργανα, αλλά δεν γίνονται σαφώς καταληπτές- και στοιχεία που δεν ωρίμασαν ακόμη για να γίνουν συνειδητά. Το κοινωνικό (ή φυλετικό ή συλλογικό) ασυνείδητο, είναι το μέρος της ψυχής που περιλαμβάνει τα ένστικτα και τα αρχέτυπα. Τα αρχέτυπα είναι πανανθρώπινοι συμβολισμοί που χρησιμοποιεί το άτομο κάθε φυλής και εποχής για να εκφράσει πρωτογονικές εμπειρίες (έννοιες), όπως την αρρενωπότητα (θηΐιηυδ) και τη θηλυκότητα (βηίηπβ), τη γέννηση, το θάνατο, το γενετήσιο ένστικτο κ.ά. Τα αρχέτυπα είναι η συλλογική μνήμη του ανθρώπινου νου και εκδηλώνονται στις μυθολογίες των λαών, καθώς και στα όνειρα και στις φαντασιώσεις των ατόμων. Το κοινωνικό ασυνείδητο είναι το βαθύτερο στρώμα της ψυχής και αποτελεί το σημαντικότερο τμήμα του ασυνειδήτου. Ο άνθρωπος, με βάση το προσωπικό και το κοινωνικό του ασυνείδητο και τις απαιτήσεις της κοινωνίας, διαμορφώνει έναν ψυχολογικό τύπο. Ο ϋυπ9 διακρίνει δύο βασικούς τύπους: α) Τον εσωστρεφή, που είναι κλεισμένος στο δικο του κόσμο και ενδιαφέρεται περισσότερο για τις ιδ έες - και β) τον εξωστρεψή, που είναι στραμμένος προς τον εξωτερικό κόσμο και ενδιαφέρεται περισ­ σότερο για τα πράγματα. Ο καθένας από τους δύο βασικούς αυτούς τύπους υποδιαιρείται σε άλλους τέσσερις, με βάση τις θεμελιώδεις ψυχολογικές λειτουργίες: την αντίληψη, την ενόραση, τη νόηση και το συναίσθημα. ' Ετσι έχουμε τέσσερις εξωστρεφείς τύπους (τον αισθητηριακό, τον ενορατικό, το διανοητικό, Ο.Θ. ϋυης το συναισθηματικό εξωστρεφή τύπο) και τέσ­ (1875-1961) σερις εσωστρεφείς τύπους (τον αισθητηριακό, τον ενορατικό, το διανοητικό, το συναισθηματικό εσωστρεφή τύπο).1 Ο ϋυηο) υποστηρίζει ότι οι δύο βασικές τυπολογικές διαθέσεις, η εσωστρέφεια και η εξωστρέφεια, υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους, στο κάθε όμως άτομο η μια από τις δύο είναι επικρατέστερη.

1. Λεπτομερής περιγραφή των οκτώ ψυχολογικών τύπων του ϋυπ9 γίνεται στο σύγγραμμά του «Ψυχολογικοί τύποι» (μετάφραση Ζωγράφου-Μεραναίου, έκδοση Μαρή, Αθήνα 1954).


59

Οι νευρώσεις κατά τον ϋυης δημιουργούνται σε άτομα που δεν ζουν σύμφωνα με τον ψυχολογικό τους τύπο. Πολλές φορές το άτομο, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, αναγκάζεται να περιορίσει τα διαφέροντά του και να εξειδικεύσει τις δραστηριότητές του. Αυτή η μονομερής ανάπτυξη της προσωπικότητας τελικά δημιουργεί συναισθήματα κενού και ματαιότητας και την επιθυμία για κάτι βαθύτερο, κάτι ουσιαστικότερο. Οι δυσμενείς επιδράσεις της μονομέρειας αυτής παρουσιάζονται στην ώριμη ηλικία. ΓΓ αυτό, η θεραπευτική του ϋυπς απευθύνεται κυρίως σε άτομα της μέσης ώριμης ηλικίας. Η θεραπεία των νευρώσεων επιτυγχάνεται, αν βοηθηθεί το άτομο να ανακαλύψει τον τύπο του (εξωστρεφή ή εσωστρεφή) και να ζήσει σύμφωνα με αυτόν. Ο ϋυπς πιστεύει ότι πρέπει να ενθαρρυνθεί το άτομο να αναπτύξει όλες τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες που υπάρχουν στο ασυνείδητο, για να βοηθηθεί να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του. Γι' αυτό, συνιστούσε στους ασθενείς του να αφήνουν ελεύθερο το ασυνείδητό τους να εκδηλώνεται με κάποια καλλιτεχνική δραστηριότητα και τους παρότρυνε να διαβάζουν μυθολογία για να ικανοποιούν τα αρχέτυπά τους.

4) Νεοφροϋδιστές και οι βιοκοινωνικές τους θεωρίες Είδαμε στα δύο προηγούμενα κεφάλαια ότι δύο μαθητές - συνεργάτες του ΡΓβυά, ο ΑάΙβΓ και ο ϋυπς, ενωρίς τροποποίησαν τις αρχικές θέσεις της ψυχαναλυτικής θεωρίας και διατύπωσαν δικές τους απόψεις για τα αίτια και τη θεραπεία των νευρώσεων. Πολλοί επίσης μεταγενέστεροι ψυχίατροι και ψυχολόγοι της ψυχαναλυτικής σχολής έχουν διατυπώσει απόψεις που διαφέρουν από τα αρχικά φροϋδικά διδάγματα. Η σημαντικότερη απόκλιση των νεότερων φροϋδιστών είναι ότι τονίζουν τη σημασία του κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Σύμφωνα με τους νεοφροϋδιστές τα κίνητρα των πράξεων του ανθρώπου δεν είναι μόνο τα κληροδοτημένα ένστικτα, όπως ισχυρίζεται ο ΡΓβυά και οι ορθόδοξοι ψυχαναλυτές, αλλά και οι απαιτήσεις που πηγάζουν από την κοινωνία. ' Ετσι, οι νευρώσεις δημιουργούνται από την αδυναμία του ατόμου να προσαρμοστεί στο εκάστοτε κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Τα παθογενετικά αίτια των νευρώσεων δεν παραμένουν τα ίδια στις διάφορες εποχές, γιατί οι κοινωνικές απαιτήσεις κάθε εποχής διαφέρουν. Ό ,τι παρατήρησε ο ΡΓβυά στην εποχή του δεν μπορεί αναγκαστικά να ισχύει για άλλες εποχές. Στην εποχή του ΡΓβυά π.χ. η γενετήσια ορμή αντιμετωπιζόταν διαφορετικά από ό,τι σήμερα: οι ηθικοί κανόνες ήταν αυστηρότεροι, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις ήταν περισσότερες. ' Ηταν λοιπόν φυσικό τα αίτια των νευρώσεων να οφείλονταν κατά ένα μεγάλο βαθμό σε σεξουαλικής φύσης συγκρούσεις. Στην εποχή μας όμως όπου οι κοινωνικοί κανό­ νες στα θέματα διαφυλικών σχέσεων είναι ελαστικότεροι, η γενετήσια ορμή δεν είναι το κυριότερο ούτε το μόνο πρόβλημα που μπορεί να δημιουργήσει νευρώσεις.


60

Μια άλλη απόκλιση των νεότερων ψυχοδυναμικών είναι ότι, ενώ δέχονται τον τριμερή διαχωρισμό της ψυχικής συσκευής - Εκείνο, Εγώ, Υπερεγώ - και την ύπαρξη ενός ισχυρού ασυνειδήτου, πιστεύουν όμως ότι το Εγώ - και όχι το Εκείνο διαδραματίζει τον πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και στην προσαρμογή. Οι ψυχοδυναμικοί αυτοί, γνωστοί ως αναλυτές του Εγώ, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο ρόλο του Εγώ, στην ικανότητα δηλαδή του ατόμου να ελέγχει το περιβάλλον και να επιλέγει ενεργά τους τρόπους για να ικανοποιεί τις ώσεις του ασυνειδήτου.1 Οι κυριότεροι εκπρόσωποι του νεοφροϋδισμού είναι η Κβγθπ Ηογγίθυ, ο Οίίο Ρ3ΠΚ, ο Ηβιτγ 5ί3θΙ< ΒυΙΙϊνβη, ο Ηθίηζ Ηβιΐηποηη, ο Ειϊοή Ριόπίγγι, ο Ειϊ Κ Επ^δοη κ.ά. Στη συνέχεια του κεφαλαίου θα αναφέρουμε βασικά στοιχεία για τις θεωρητικές απόψεις του διαλεκτικού ανθρωπισμού του ΕιϊοΙτ Ργοιόππι, όπου φαίνεται καθαρά η έμφαση, όχι πλέον μόνο στα βιολογικά ένστικτα, αλλά κυρίως στις επιδράσεις του κοινωνικού - πολιτιστικού περιβάλλοντος.

ΕνοΙι Ργογπγπ και ο διαλεκτικός ανθρωπισμός Ο Ειϊο Ιί Ργογγίγγί γεννήθηκε το 1900 στη Γερμανία, όπου σπούδασε ψυχολογία και κοινωνιολογία. Το 1933 κατέφυγε στις ΗΠΑ, ως πολιτικός εξοριστος, όπου και σταδιοδρόμησε επαγγελματικά και επιστημονικά.2 Ο ΡΐΌΓΓίιηπι στις θεωρητικές του συλλήψεις προσπαθεί να συνδυάσει μερικές απόψεις της φροϋδικής θεωρίας και του διαλεκτικού υλισμού. Υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα διαμορφώνεται με βάση τις έμφυτες δυνατότητες και ανάγκες αφενός και τις εκάστοτε κοινωνικές - περιβαλλοντικές απαιτήσεις αφετέρου. Ο Ρ γογγίγγί υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος κυριαρχείται από δυο είδη αναγκών. Ως ζωικός οργανισμός, έχει ορισμένες βιολογικές ανάγκες (πείνα, δίψα, ύπνος, ανάπαυση, ανάγκη αυτοσυντήρησης), τις οποίες πρέπει να ικανοποιεί. Επίσης, ως ανθρώπινο ον με λογική, συνείδηση και φαντασία, έχει ορισμένες ειδικές κοινωνικές ανάγκες. Οι σημαντικότερες από τις ειδικές αυτές κοινωνικές ανάγκες είναι: α) Η ανάγκη για επαφή και επικοινωνία, η οποία ικανοποιείται με τις διανθρώπινες σχέσεις που βασίζονται στην παραγωγική αγάπη (αμοιβαία φροντίδα, σεβασμός και κατανόηση), β) Η ανάγκη για βελτίωση και τελειοποίηση· είναι η ανάγκη που νιώθει ο άνθρωπος να ξεπεράσει τη ζωώδη φύση του και να γίνει παραγωγικός, γ) Η ανάγκη «του ανήκειν», η οποία ικανοποιείται με την 1. Βλέπε σύγγραμμα ϋ. Ι_οθ\λ/ϊιί9θγ «Βάθηΰΰο ινβγε οί Ε ς ο όθνβίορηίθηΐ» (έκδοση ΟΙβγΚ υηΐνθΓδΐΙγ Ργθ55, 1979).

2. Περί τα 20 συγγράμματα του Ρ γογπιτι έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα (εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα). Ενδεικτικά αναφέρουμε τα βιβλία: «Ο φόβος μπροστά σ την ελευθερ ία », «Η υγιής κοινωνία», «Ο άνθρωπος για το ν εα υ τό του», «Η τέχ νη της αγάπης», «Θα επ ικρα τή σ ει ο άνθρωπος» κ.ά.


61

αδελφότητα των ανθρώπων, δ) Η ανάγκη της προσωπικής ταυτότητας- κάθε άτομο επιθυμεί να νιώθει ότι είναι μια ξεχωριστή ατομικότητα, μια μοναδικότητα, και την ανάγκη αυτή την ικανοποιεί με την προσωπική δημιουργία, ε) Η ανάγκη για ένα φιλοσοφικό και αξιολογικό πλαίσιο, μια βιοθεωρία και κοσμοθεωρία- είναι η ανάγκη για ένα σταθερό και συνεπή τρόπο αντίληψης, κατανόησης και ερμηνείας του κόσμου. Ο ΡΐΌΓπηπ! υποστηρίζει ότι το άτομο, μέσα σε μια κοινωνία όπου λείπει η αγάπη και η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, βαθμιαία εγκαταλείπει την προσπάθειά του για προσωπική ελευθερία και εξατομίκευση και υιοθετεί έναν «κοινωνικό τύπο», ελπίζοντας έτσι ότι με την υποταγή και τη συμμόρφωση θα δώσει λύση στο πρόβλημα της απομόνωσης. Οι γονείς αρχικά και ενσυνεχεία η συστηματική αγωγή καλλιεργούν στο παιδί, σε βάρος του ατομικού χαρακτήρα, εναν «κοινωνικό χαρακτήρα», προσαρμοσμένο ειδικά στο πολιτικό-οικονομικό σύστημα, στο οποίο μεγάλωσαν οι ίδιοι. Ο ρόλος του κοινωνικού αυτού χαρακτήρα είναι να διαμορφώσει τις δυνάμεις των μελών της κοινωνίας κατά τρόπο ώστε η συμπεριφορά τους να μην αφήνει περιθώριο για ενσυνείδητες και προσωπικές αποφασεις, αλλά τα άτομα να θέλουν και να δρουν όπως «πρέπει» να δρουν και συγχρόνως να βρίσκουν ικανοποίηση δρώντας σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Ο κοινωνικός χαρακτήρας παρεμποδίζει την ανάπτυξη ελεύθερης και παραγωγικής προσωπικότητας που μπορεί να ζει και να δρα σύμφωνα με τη δική της λογική και βούληση. Ο Ρ γογύίγπ περιγράφει τις κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν στην εγκατάλειψη της προσωπικής ελευθερίας και τις διάφορες μορφές των «κοινωνικών τύπων» που παίρνει αυτή η προσωπική υποδούλωση. Ειδικότερα, ο Ρ γοπτιιτί διακρίνει στη σημερινή κοινωνία τους εξής μη παραγω­ γικούς τύπους ανθρώπων: Τον υποτακτικό, ο οποίος συμβιβάζεται εύκολα, υπακουει και αποδέχεται την καταπίεση - τον εκ μ ετα λ λ ευ τή και άπληστο που βρίσκει ασφάλεια και ικανοποι ηση στη συγκέντρωση πλούτου το σαδιστή που έχει την τάση να βασανίζει τους άλλους το μαζοχιστή που ευχαριστείται να βασανίζει τον εαυτό του- το μηχανιστικό-αυτόματο τυπο που εκτελεί πιστά το ρόλο του, κάνει ο.τι του ζητήσει το κοινωνικό σύστημα κ.ά. Υγιής, αλλά σπάνιος, είναι ο τύπος της παραγωγικής αγάπης (ρΐΌάυοίίνθ Ιονθ), ο οποίος είναι έτοι­ μος για δημιουργία και συγχρόνως για αμοιβαί­ ΕποΙί Εγοπίπί (1900-1980) α φροντίδα, αμοιβαία κατανόηση και αμοιβαίο σεβασμό. Ο τύπος αυτός της παραγωγικής αγάπης δημιουργείται μόνο με μια «αυθόρμητη» διαλεκτική σχέση ανθρώπου και φύσης, με μια σχέση που ενώνει το άτομο με τον κόσμο, χωρίς να του στερεί την ατομικότητα. Αυτή η σχέση πραγματοποιείται μέσω της ενσυνείδητης άσκησης της λογικής, της αγάπης και της παραγωγικής εργασίας.


62

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ II: ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΤΙΚΕΣ Οι συμπεριφοριστικές1 θεραπείες απορρίπτουν την αρχή των ψυχοδυναμι­ κών ότι η ψυχική διαταραχή είναι το αποτέλεσμα εσωτερικών μη συνειδητών συναισθηματικών συγκρούσεων και ότι είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης εσωτερικής αιτίας, η οποία θα πρέπει να αποκαλυφθεί και να απαλειφθεί. Προτείνουν, αντίθετα, την ενασχόληση απευθείας με το σύμπτωμα, με τις συγκεκριμένες ανεπιθύμητες εκδηλώσεις, και όχι με τη βαθύτερη αιτία που υποτίθεται ότι τις προκαλεί. Ασχολούνται λοιπόν ευθέως με τις εμφανείς ανεπιθύμητες εκδηλώσεις, τις οποίες επιχειρούν άλλοτε να απαλείψουν και άλλοτε να υποκαταστήσουν με άλλες αποδεκτές. Η θεραπεία συνίσταται στην τροποποίηση της συμπεριφοράς (βθϊιβνΐοΓ ιτιοοίϊίΐοβϋοη, βθΐΊΒνίοΓ 11ΐθΓ3ργ),κατά την οποία ο θεραπευτής προσπαθεί να διδάξει το άτομο να μάθει να αντιδρά κατά τον επιθυμητό τρόπο. Το συμπεριφοριστικό πρότυπο στηρίζεται στην άποψη ότι όλη η συμπεριφορά του ανθρώπου, φυσιολογική και παθολογική, είναι αποτέλεσμα μ ά θ η σ η ς . Μάθηση είναι οποιαδήποτε αλλαγή στη συμπεριφορά, η οποία είναι μόνιμη και προκύπτει από την άσκηση και την απόκτηση εμπειρίας. Κύρια χαρακτηριστικά του φαινομένου της μάθησης είναι ότι πρόκειται περί αλλαγής στη συμπεριφορά, ότι η αλλαγή αυτή είναι σχετικά μόνιμη και ότι οφείλεται στις επιδράσεις του περιβάλλοντος και στις αντιδράσεις του οργανισμού σε αυτές. Έτσι, η μάθηση αντιδιαστέλλεται από τις έμφυτες αντιδράσεις (αντανακλαστικές κινήσεις) και από τις αλλαγές της συμπεριφοράς που οφείλονται σε οξείες ασθένειες (εγκεφαλικό τραύμα). Επίσης, αντιδιαστέλλεται από τις αλλαγές που οφείλονται στην ωρίμαση, στην αυθόρμητη δηλαδή εκδίπλωση των εγγενών ικανοτήτων του ατόμου κ.ο.κ. Οι συμπεριφοριστές ερμηνεύουν την παθολογική συμπεριφορά ως ανεπιθύ­ μητη μάθηση. Ο υποχόνδριος π.χ. έχει «μάθει» ότι προσελκύει τοενδιαφέροντων άλλων όταν είναι άρρωστος- το αυτιστικό άτομο έχει «μάθει» ότι είναι ασφαλές όταν απομονώνεται στον εαυτό του κ.τ.ό. Ομοίως, ο υπερβολικός φόβος προς τους σκύλους ερμηνεύεται ως κάποια χωροχρονική σύνδεση του σκύλου με κάποιο άλλο ερέθισμα που προκαλεί φυσικό φόβο (ένα ξάφνιασμα, μια πτώση). Ο θεραπευτής πρέπει να εξαλείψει τις ανεπιθύμητες αυτές μορφές συμπεριφοράς και να «διδάξει» νέες περισσότερο αποδεκτές. Στην προσπάθειά του αυτή, δεν είναι

1Βλέπε σύγγραμμα \Λ/.0. ΜΐουΙβδ “ Β θ ϊιβ ν ΐο Γ ηιοόΐίίοθΐΐοη: Αη ο ν θ Γ ν ίβ ν /' (έκδοση ΗΒφθΓ-Πονν, 1972). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα των Η.Η. δοΙίθθίθΓ και Ρ.Ι. Μβιΐΐη “ Β θ ϊΐθ ν ΐο Γ Ιή θ Γ Β ρ γ ” (έκδοση Μο<3γ3\λ/-ΗΠΙ, 1969). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα των Τ. Τοιτιρδοη και \Λ/.δ. ϋοοΚθηδ (θάδ) “ΑρρΙΐοθίΐοπΒ ο ί ό θ ϊια ν ΐο Γ ΓηοάϊίΐοΒΰοη” (έκδοση ΑοβεΙθίτπο ΡΓθδδ, 1975). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα των ϋ.Ο. Ρΐιηιτι και ϋ.Ο. ΜβδίθΓδ “ΒθϊιεινϊοΓ ΟΐθΓΆργ: ΤθϋΙιηΐηυθΒ από θ ΐτ ιρ ΐή θ 3 ΐ ίΐηεΐΐηρε" (έκδοση Αοβάθίτπο ΡΓθδδ, 1972, 2η έκδοση). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα Α. ΒβηόυΓβ “ Ρ ή η α ρ Ιθ β οί όθϊΐ3νΐθΓ ΓηοάίίΐοΒίΐοη” (έκδοση ΗοΙΙ-ΡΐηθΙΐ3ΐ1-\Λ/ίηδΙοη, 1969).


63

απαραίτητο να γνωρίζει ο θεραπευτής την παθογενετική αιτία, το «γιατί» δηλαδή το άτομο έμαθε την ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Οι συμπερκροριστές, για να απαλλάξουν το άτομο από τις ανεπιθύμητες μορφές συμπεριφοράς ή/και να το διδάξουν νέες συνήθειες, χρησιμοποιούν ποικίλες μεθόδους. Οι μέθοδοι αυτές στηρίζονται στα διάφορα είδη μάθησης, και κυρίως: α) Στην κλασική εξαρτημένη μάθηση, β) στη συντελεστική μάθηση, γ) στην παρατήρηση και μίμηση προτύπων και δ) στη γνωστική μάθηση. Στη συνέχεια του κεφαλαίου θα δώσουμε βασικά στοιχεία για κάθε είδος μάθησης και θα περιγράφουμε συγκεκριμένες μορφές εφαρμογής των γενικών αρχών στη θεραπεία της παθολογικής συμπεριφοράς. Πρέπει να τονιστεί ότι ένα πλεονέκτημα των συμπεριφοριστικών μεθόδων είναι ότι δεν απαιτούν αναδρομή στο παρελθόν του ασθενούς, πράγμα που εξοικονομεί χρόνο και προσπάθεια εκ μέρους και του θεραπευτή και του ασθενούς. ' Ενα άλλο πλεονέκτημα - το μεγαλύτερο ίσως πλεονέκτημα των μεθόδων αυτών είναι ότι δεν απαιτούν προσωπική και άμεση σχέση μεταξύ θεραπευτή και ασθενούς. ' Ετσι, οι μέθοδοι αυτές μπορούν να εφαρμοστούν, με την καθοδήγηση του θεραπευτή, και από άτομα που δεν έχουν εξειδίκευση στην ψυχοθεραπευτική, όπως είναι οι δάσκαλοι (για την εφαρμογή θεραπευτικών προγραμμάτων μέσα στη σχολική τάξη1) και οι γονείς2 (για τη θεραπεία των παιδιών τους κατ’ οίκον). Επίσης, η διαδικασία που ακολουθείται στη θεραπεία της συμπεριφοράς είναι περισσότερο κατανοητή από τον ίδιο τον ασθενή, με αποτέλεσμα να υπάρχει καλύτερη συνεργασία ασθενούς και θεραπευτή. Πολλές φορές μάλιστα αναλαμβάνει ο ίδιος ο ασθενής να εφαρμόσει το θεραπευτικό πρόγραμμα.3 Η σημαντικότερη κριτική4που έχει δεχθείτο συμπεριφοριστικά πρότυπο είναι ο ισχυρισμός των ψυχοδυναμικών ότι, αφού η κύρια εσωτερική αιτία παραμένει ανέπαφη, το σύμπτωμα που μόλις φαίνεται ότι θεραπεύθηκε θα αντικατασταθεί από κάποιο άλλο σύμπτωμα. Το επιχείρημα αυτό είναι γνωστό ως υποκατάσταση του συμπτώματος. Για τους ψυχοδυναμικούς η ψυχική συσκευή μπορεί να παρομοιαστεί με κλειστό υδραυλικό σύστημα. Αν κάτι μέσα στο σύστημα δημιουργεί μεγάλες πιέσεις, μπορεί να προκληθεί ρήγμα στην εξωτερική επιφάνεια και να έχουμε βίαιη εκροή υγρού. Για να εξασφαλίσουμε μια ριζική αποκατάσταση της βλάβης, θα πρέπει να ασχοληθούμε με την αιτία που προκαλεί τις εσωτερικές πιέσεις (τη βαθύτερη αιτία της διαταραχής), οπότε θα σταματήσει και η ανεπιθύμητη εκροή (το σύμπτωμα). Αν όμως ασχοληθούμε απευθείας μόνο με την

1Βλέπε σύγγραμμα Α. Καλαντζή-Αζίζι «Εφαρμοσμένη κλινική ψυχολογία στο χώρο του σχολείου» (Αθήνα, 1985). 2Βλέπε σύγγραμμα \Ν.Ο. Β θοΚ θγ “ Ρ β γ θ π Ιβ 3 γθ {Θ30ΙΊΘΓ8” (έκδοση Ρθ5Θ3ιόΙί Ργθ55, 1971). 3Βλέπε παρακάτω κεφάλαιο «Αυτοέλεγχος», σελ. 103-109. 4Πληροφορίες και κριτικές για την παρούσα κατάσταση του κλάδου της συμπεριφοριστικής θεραπείας περιέχονται στη σειρά των Ο.Μ. ΡΓΒηΚδ και Τ.Ο. ννίΐδοη “ΑππυθΙ γθνΐβνν ο ί όθΙΐθνΐΟΓ ΙίΐθΓθργ: ΤϊίθΟΓγ 3 πό ρΓθοίΐοθ” (έκδοση ΒΓυηηθΓ-ΜβζθΙ, εκδίδεται κάθε χρόνο από το 1973).


64

επιδιόρθωση του ρήγματος (το σύμπτωμα), χωρίς να ενδιαφερθούμε για την εσωτερική βλάβη που προκαλεί τις αυξημένες πιέσεις - όπως δηλαδή ενεργούν οι συμπερκροριστές - μοιραία, αφού το υγρό δεν είναι συμπιεστό, θα έχουμε ρήγμα σε κάποιο άλλο μέρος του συστήματος (υποκατάσταση του συμπτώματος). Ό μως, ο τόσο ευλογοφανής αυτός ισχυρισμός των ψυχοδυναμικών δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Δεδομένα από την κλινική πράξη, τόσο με ατομικές περιπτώσεις όσο και με ελεγχόμενα πειράματα, δείχνουν σαφώς ότι η αναμενόμενη αυτή υποκατάσταση του συμπτώματος δεν επισυμβαίνει.

Οι κυριότερες μορφές μάθησης

Είδαμε προηγουμένως ότι η μάθηση είναι κάθε αλλαγή της συμπεριφοράς που είναι σχετικά μόνιμη και που οφείλεται στην εμπειρία. Η αλλαγή αυτή στη συμπεριφορά μπορεί να επισυμβεί κατά διαφόρους τρόπους - διαδικασίες μάθησης. Οι κυριότερες μορφές μάθησης είναι: 1) Η κλασική εξαρτημένη μάθηση, 2) η συντελεστική μάθηση, 3) η παρατήρηση και μίμηση προτύπων και 4) η γνωστική μάθηση. Αμέσως παρακάτω θα παρουσιάσουμε βασικά στοιχεία για καθένα από τα είδη μάθησης και τις αρχές που διέπουν την απόκτησή τους. Σε επόμενο κεφάλαιο θα παρουσιάσουμε την εφαρμογή των μαθησιακών αυτών διαδικασιών στη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών.

1) Κλασική εξαρτημένη μάθηση Μια βασική μορφή μάθησης είναι η λεγάμενη κλασική εξαρτημένη μάθηση (0ΐ355ί03ΐ οοπάίΐίοπίης). Η μελέτη του είδους αυτού μάθησης άρχισε στις αρχές του αιώνα μας με τα πειράματα του Ρώσου φυσιοδίφη Ινβπ ΡβνΙον και συστηματοποιήθηκε αργότερα (από το 1920) με τις θεωρητικές μελέτες και τις πειραματικές έρευνες του ιδρυτή του συμπεριφορισμού ϋοΐιη ν\/3ΐδοη.

Ινθη Ρβνίον

ϋοίιη \Λ/3ίδοη

(1849-1936)

(1876-1958)


65

Ο ΡβνΙον, σε πειράματα που έκανε για τη λειτουργία του πεπτικού συστήματος των σκύλων, διαπίστωσε ότι τα ζώα αυτά παρουσιάζουν έκκριση σιέλου, όχι μόνο στη θέα της τροφής, αλλά και στο άκουσμα των βημάτων του φύλακα που τους έφ ερνε την τροφή. Όπως αργότερα επιβεβαιώθηκε και πειραματικά, η έκκριση σιέλου - η απλή, αυτόματη και εγγενής αυτή αντίδραση του ζώου - είχε τεθ εί κάτω από τον έλεγχο, όχι μόνο του φυσικού της ερεθίσματος - της θέας της τροφής αλλά και ενός άλλου ουδέτερου και άσχετου ερεθίσματος του ήχου των βημάτων του φύλακα. Η εξάρτηση αυτή της σιελόρροιας από ένα ουδέτερο ερέθισμα ήταν αποτέλεσμα των επανειλημμένων χωροχρονικών συνδέσεων μεταξύ του ήχου των βημάτων και του αρχικού ερεθίσματος (θέα της τροφής). Ο ΡβνΙον εντυπωσιάστηκε με την τυχαία αυτή διαπίστωση, θέλησε μάλιστα να μελετήσει το φαινόμενο συστηματικά. Με τη συσκευή που εικονίζεται στην εικ. 12, έκανε σειρά πειραμάτων, με τα οποία προσπάθησε νε μελετήσει τη φύση των συνδέσεων μεταξύ ερεθίσματος (5) και αντίδρασης (Η) και να καθορίσει τους παράγοντες που επηρεάζουν τις συνδέσεις αυτές (3 — Ρ). Η τυπική πειραματική διαδικασία που ακολουθούσε ο ΡβνΙον ήταν η εξής: Αρχικά παρουσίαζε στον πεινασμένο σκύλο το ουδέτερο ερέθισμα - π.χ. τον ήχο ενός κουδουνιού - για να βεβαιωθεί ότι το ζώο έμενε πράγματι αδιάφορο και δεν αντιδρούσε με έκκριση σιέλου πριν από το πείραμα (ο σκύλος απλώς έστρεφε το κεφάλι του προς το μέρος του ήχου και ύψωνε τα αυτιά του). Ενσυνεχεία, κάθε φορά που έδινε φαγητό στο ζώο, χτυπούσε συγχρόνως και το κουδούνι. Το ζώο στη θέα της τροφής παρήγαγε ορισμένη ποσότητα σιέλου, η οποία διοχετευόταν σε μια ογκομετρική φιάλη. Η ταυτόχρονη παρουσίαση του ήχου και τητ τροφής επαναλαμβανόταν αρκετές φορές. Μετά τις αλλεπάλληλες αυτές συνδέσεις, ο ΡβνΙον παρουσίαζε μόνο τον ήχο του κουδουνιού, χωρίς την τροφή. Διαπίστωνε ότι το ζώο παρήγαγε συστηματικά σίελο, ακόμη και όταν παρουσιαζόταν μόνο ο ήχος του κουδουνιού. Ο σκύλος αντιδρούσε στο άκουσμα του ήχου του κουδουνιού με έκκριση σιέλου, όπως δηλαδή αντιδρούσε και στη θέα της τροφής. Η ταυτόχρονη παρουσίαση του ήχου και της τροφής έκανε το ζώο να συνδέσει τον ήχο με την


66

τροφή και γΓ αυτό αντιδρούσε στα δύο αυτά διαφορετικά ερεθίσματα με τον ίδιο τρόπο. Με βάση τη σύνδεση που δημιουργήθηκε με τις επανειλημμένες χωροχρονικές συνδέσεις των δύο ερεθισμάτων (θέα τροφής και ήχου), το ζώο έμαθε να αντιδρά κατά έναν ορισμένο τρόπο (έκκριση σιέλου) σε ένα ερέθισμα (ήχος) που πριν από τη σύνδεση ήταν ουδέτερο (δεν προκαλούσε καμιά σχετική με την πέψη αντίδραση). Το είδος μάθησης, κατά την οποία ο ζων οργανισμός, με βάση τις αντανακλαστικές κινήσεις, μαθαίνει να αντιδρά σε ερεθίσματα που πριν ήταν ουδέτερα, ονομάζεται κλασική εξαρτημένη μάθηση (οΙβδδϊοΒΙ οοηάίίΐοηΐης)). Η κλασική εξαρτημένη μάθηση είναι δυνατό να παρασταθεί σχηματικά , όπως στο σχ. 8. ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΦΥΣΙΚΗ

φ υ σ ικ ό

ΕΡΕΘΙΣΜΑ

------------------- ---------------->

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ (Εκκριση σιέλου)

(Θέα τροφής)

Ο) ΑΣχΕΤΗ

ΟγΔΕΤΕΡΟ ΕΡΕΘ ΙΣΜ Α

--------------- >

(Ήχος)

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ (Στροφή κεφαλής)

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΦΥΣΙΚΟ

------ >

Ε Ρ Ε Θ ΙΣΜ Α

ΦΥΣΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

(Θέο τροφής)

(Εκκριση σιέλου)

β) ΟΥΔΕΤΕΡΟ ΕΡ Ε Θ ΙΣΜ Α

" '

(Ήχος)

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ

Ε Ξ Α Ρ ΤΗ Μ Ε Ν Ο

Υ)

Ε Ρ Ε Θ ΙΣΜ Α

(Ήχος)

-------------------- ------ >

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ (Εκκριση σιέλου)

Σχ.8. Διαδικασία απόκτησης της κλασικής εξαρτημένης μάθησης: α) Πριν την εξάρτηση: Το φυσικό ερέθισμα (θέα τροφής) προκαλεί τη φυσική αντίδραση (έκκριση σιέλου), ενώ το ουδέτερο ερέθισμα (ήχος) προκαλεί μόνο άσχετες αντιδράσεις (στροφή της κεφαλής, τέντωμα αυτιών), β) Κατά την εξάρτηση: Το φυσικό ερέθισμα (θέα τροφής) προκαλεί τη φυσική αντίδραση (έκκριση σιέλου), ενώ ταυτόχρονα με το φυσικό ερέθισμα παρουσιάζεται και το ουδέτερο ερέθισμα (ήχος). Η διαδικασία αυτή της ταυτόχρονης παρουσίασης των δύο ερεθισμάτων επαναλαμβάνεται για μερικές φορές. Η ταυτόχρονη αυτή παρουσίαση του φυσικού και του ουδέτερου ερεθίσματος δημιουργεί μεταξύ τους υποκατάστατη σύνδεση, γ) Μετά την εξάρτηση: Το ουδέτερο ερέθισμα (ήχος) προκαλεί, μόνο του πλέον, τη φυσική αντίδραση (έκκριση σιέλου).


67

Στην κλασική εξαρτημένη μάθηση γίνεται υποκατάσταση ερεθίσματος. Μετά την υποκατάσταση, ο πειραματιστής μπορεί να προκαλεί, με την ίδια ευχέρεια, μια αντίδραση του ζώου (έκκριση σιέλου) με δύο ερεθίσματα: είτε με τη θέα της τροφής (φυσικό ερέθισμα) είτε με τον ήχο του κουδουνιού (εξαρτημένο ερέθισμα). Η αντίδραση (έκκριση σιέλου), όταν προκαλείται από το φυσικό της ερέθισμα (θέα τροφής),λέγεται φυσική αντίδραση, ενώ όταν προκαλείται από το εξαρτημένο ερέθισμα (ήχος κουδουνιού), λέγεται εξαρτημένη (ή υποκατάστατη) αντίδραση. Ο βαθμός σύνδεσης μεταξύ του φυσικού και του εξαρτημένου ερεθίσματος ονομάζεται ενίσχυση. Η ενίσχυση είναι συνάρτηση κατά κύριο λόγο του αριθμού των επαναλήψεων της ταυτόχρονης παρουσίασης των δύο ερεθισμάτων. Εξάλλου, η σύνδεση ανάμεσα στα δύο ερεθίσματα αποδυναμώνεται και τελικά εξαλείφεται, αν συστηματικά παρουσιάζεται μόνο του το εξαρτημένο ερέθισμα (ήχος), χωρίς να συνοδεύεται από το φυσικό ερέθισμα (θέα τροφής). Δηλαδή, αν για πολλές φορές, μετά τη μάθηση, παρουσιάζεται μόνο το εξαρτημένο ερέθισμα (ήχος), χωρίς να συνοδεύεται από το φυσικό ερέθισμα (θέα της τροφής), τότε η εξαρτημένη μάθηση βαθμιαία εξαφανίζεται. Στην περίπτωση αυτή ο σκύλος του πειράματος του ΡβνΙον παύει να παράγει σίελο στο άκουσμα του ήχου. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται απόσβεση της σύνδεσης. Αν, μετά την απόσβεση μιας εξαρτημένης αντίδρασης, παρουσιάσουμε το εξαρτημένο ερέθισμα (ήχος), μπορεί να εμφανιστεί πάλι η εξαρτημένη αντίδραση (ο σκύλος στο πείραμα αρχίζει πάλι να παράγει σίελο στο άκουσμα του ήχου). Το φαινόμενο αυτό λέγεται αυθόρμητη επαναφορά της αντίδρασης. Για να εξαφανιστεί τελείως μια εξαρτημένη αντίδραση, πρέπει να επακολουθήσουν διαδοχικές αποσβέσεις. Ενα άλλο φαινόμενο που παρατηρήθηκε στο πειραματικό πρότυπο του ΡβνΙον είναι η γενίκευση του ερεθίσματος. Ο σκύλος δηλαδή μάθαινε να αντιδρά με έκκριση σιέλου, όχι μόνο στο συγκεκριμένο ήχο του κουδουνιού, αλλά και σε κάθε άλλον παρόμοιο ήχο. ★

Η σπουδαιότητα της κλασικής εξαρτημένης μάθησης του ΡβνΙον για τη διάγνωση και τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών τονίστηκε από τον ϋοΜη ννθίδοη, τον ιδρυτή της θεωρίας του συμπεριφορισμού. Χαρακτηριστικό είναι το πείραμα του \Λ/3ΐ 3οη με ένα βρέφος 11 μηνών, τον ΑΙββιΙ.1 Το πείραμα «ΑΙββιΙ» έγινε ως εξής: Το βρέφος είχε στο δωμάτιό του, για να παίζει, ένα μικρό κουνέλι. Κάθε φορά που το βρέφος άγγιζε το κουνέλι, ο πειραματιστής χτυπούσε δυνατά σε ένα ξύλινο τραπέζι με ένα σφυρί. Ο οξύς αυτός κρότος προκαλούσε στο βρέφος τις αντανακλαστικές κινήσεις του ξαφνιάσματος και του τρόμου. Μετά από μερικές επαναλήψεις της ταυτόχρονης εμφάνισης του απότομου κρότου του σφυριού με το άγγιγμα του κουνελιού δημιουργήθηκε υποκατάστατη σύνδεση ανάμεσα στην αφή του μαλακού τριχώματος και στον οξύ κρότο, με αποτέλεσμα το βρέφος να ξαφνιάζεται και να τρομάζει κάθε φορά που συνέβαινε να αγγίζει το κουνέλι και, στη συνέχεια, οποιοδήποτε μαλακό 1Βλέπε άρθρο ϋ.Β. \Λ/3ΐ5οη και Β. ΗβγηοΓ ΧοηϋίΙιοηθά θΓηοΙίοηβΙ Γθ3θΙίοη” στο περιοδικό ΰουΓηβΙ οί ΕχρβπΓηβηίθΙ Ρεγοίιοίοςιγ, 1920, τόμ. 3ος, σελ. 1-14.


68

τριχωτό αντικείμενο, ακόμη και τα γένια του παππού του (γενίκευση του ερεθίσματος). Η εικ. 13 και το σχ. 9 παριστάνουν σχηματικά τη σύνδεση των δύο ερεθισμάτων (αφή μαλακού τριχώματος και οξύς ήχος) και την υποκατάσταση του ερεθίσματος. Τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του πειράματος του ννβίδοη, το 1924, ένας άλλος ερευνητής κατόρθωσε να εξαλείψει τέτοιους πειραματικούς φόβους, χρησιμοποιώντας πάλι τη διαδικασία της κλασικής εξαρτημένης μάθησης. Ο πειραματιστής παρουσίαζε στο παιδί το κουνέλι αρχικά σε κάποια απόσταση και ενσυνεχεία ολοένα και κοντύτερα, ενώ το παιδί έτρωγε με έκδηλη ευχαρίστηση το φαγητό του. Ο πειραματιστής, διατηρώντας πάντοτε σε μια υπεροχή το ευχάριστο συναίσθημα που προκαλούσε η ικανοποίηση της πείνας έναντι του αρνητικού συναισθήματος που προκαλούσε η θέα του κουνελιού, κατόρθωσε να εξαλείψει το φόβο του παιδιού προς το κουνέλι.1 2

1Βλέπε άρθρο τη ς Μ.Ο. ϋοηθδ "Α ΐ3 β θ Γ 3 ΐθ Γ γ δίυάγ οί ίθ 3 Γ ” στο π εριοδικό Ρθόθςιθ9ίθ9ΐ βθΠΊΐηθΓγ, 1924, τόμ. 31ος, σελ. 308-315. 2Η διαδικασία αυτή λ έγ ετα ι αντι-εξάρτηση (εουηίθΓ -οοπςΐΐΐίοηϊης) και α π ο τελεί κύρια μορφή σ υμπ εριφ οριστικής θεραπ ευτικής μεθόδου (βλέπε σελ. 84).

Εικ. 13. Σχηματική παράσταση της πορείας για τη ν απόκτηση φόβου, μέσω της κλασικής εξα ρ τη μ ένη ς μάθησης στο πείραμα “ΑΙόβΓί” του ΙΛ^3ί5οπ.


69

Κάθε οργανισμός, κατά τον \Λ/3ίδοη, με βάση τις φυσιολογικές κινήσεις (ξάφνιασμα στην προκείμενη περίπτωση), μαθαίνει να αντιδρά στα διάφορα ερεθίσματα, ανάλογα με τις συνδέσεις που γίνονται κάθε φορά. Αν π.χ. στο πείραμα του ννβίδοη παρουσιαζόταν, με το άγγιγμά του μαλακού αντικειμένου, ένα ευχάριστο ερέθισμα, το υποκείμενο, συνδέοντας τα δύο ερεθίσματα, θα απολάμβανε την αφή μαλακών αντικείμενων, ακόμη και εκείνων που φυσιολογικά θα του προκαλούσαν αποστροφή. Σύμφωνα λοιπόν με τα διδάγματα των ορθόδοξων συμπεριφοριστών, όλη η συμπεριφορά του ατόμου, ακόμη και τα συναισθήματα και οι σκέψεις, είναι αντιδράσεις του οργανισμού σε φυσικά και εξαρτημένα ερεθίσματα κατά τον τύπο 5 -> Ρ (δίΐηπυΐυδ —> ΠθδροπδΘ, Ερέθισμα — Αντίδραση). Βασιζόμενος σε μια παντοδυναμία και αποκλειστική σημασία των συνδέσεων αυτών για την ψυχική ζωή του ανθρώπου, ο \Λ/8ίδοη έκαμε την περίφημη διακήρυξη: «Δώστε μου μια δωδεκάδά νήπια, με υγεία και αρτιμέλεια, και το ειδικό δικό μου περιβάλλον μέσα στο οποίο θα τα αναθρέψω, και σας εγγυώμαι ότι μπορώ να παρω κατά τύχη ένα οποιοδήποτε από αυτά και να το εκπαιδεύσω με το δικό μου τρόπο και τελικά να γίνει ένας οποιοσδήποτε ειδικός που εγώ θα επιθυμούσα - γιατρός, δικηγό­ ρος, ακόμη και ζητιάνος η κλέφτης - ανεξάρτητα από τα ταλέντα, τις κλίσεις, τις τάσεις, τις ικανότητες, τις ενασχολήσεις και τον ψυχισμό γενικά των προγόνων του». 1Β λ έπ ε σ ύ γ γ ρ α μ μ α το υ ϋ.Β. \/\/3ί5οη ' Βθηζνιοπδηη" (έκ δ ο σ η ΡθορΙθ δ Ιηδίίίυΐθ ΡυβΙΐθ 3 ΐΐοηδ,

1924).

ΦΥΣΙΚΟ ΕΡΕΘΙΣΜΑ (Οξύς κρότος)

X 5 Κι 5 5

ΦΥΣΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ (Φόβος, ξάφνιασμα)

ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ (Φόβος, ξάφνιασμα)

ο £ ΟΥΔΕΤΕΡΟ ΕΡΕΘΙΣΜΑ (Αφή μαλακού τριχώματος ζώου)

ΦΥΣΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ (Ευχάριστο συναίσθημα)

Σχ. 9. Σχηματική παράσταση της πορείας για την απόκτηση φόβου, μέσω της κλασικής εξαρτημένης μάθησης, στο πείραμα “ΑΙΰθΓί” του \Α/3 ΐ5 οη.


70

2) Συντελεστική μάθηση Μια άλλη βασική μορφή εξαρτημένης μάθησης είναι η συντελεστική μάθηση (ορβΓβπ* οοηάίίίοηίπς), την οποία μελέτησε ο Β.Ρ. δΚΐηπβΓ,1 καθηγητής της ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Ηβη/βΓά. Ο δΙάηηβΓ κατέληξε στα συμπεράσματά του συνδυάζοντας τις απόψεις του μεγάλου Αμερικανού ψυχολόγου Ε.Ι_. ΤΙιΟΓΠάίΚβ για το «νόμο του αποτελέσματος» (1_&νν οί βίίβοί) με τα πειραματικά δεδομένα μακράς σειράς δικών του ερευνών, στις οποίες χρησιμοποιούσε κυρίως ζώα (ποντικούς, περιστέρια). Βασικό εργαστηριακό όργανο που χρησιμοποίησε στα πειράματά του ο δΚίηπβΓ ήταν «το κλουβί του δΚίηηθΓ» (δΚίηηβΓ’ 5 βοχ),όπως συνηθίζεται να λέγεται η πειραματική αυτή συσκευή. Η συσκευή αυτή είναι ένα κοινό κλουβί,το οποίο στη μια του πλευρά έχει ένα μοχλό. ' Οταν το ζώο πιέσει το μοχλό αυτόν, παρουσιάζεται αυτόματα τροφή (βλέπε εικ. 14). Η τυπική πειραματική διαδικασία για την απόκτηση της συντελεστικής μάθησης είναι η εξής: Το ζώο, αφού μείνει νηστικό για ένα εικοσιτετράωρο, τοποθετείται μέσα στο πειραματικό κλουβί. Στην αρχή το πεινασμένο ζώο κάνει τυχαίες και άσκοπες κινήσεις, οι οποίες είναι οι φυσικές κινήσεις για το είδος του. Κάποτε όμως πιέζει τυχαία το μοχλό, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση της τροφής. Η κίνηση αυτή (πίεση του μοχλού) αμείβεται με την τροφή, γιατί με την τροφή ικανοποιείται μια ανάγκη του ζώου (πείνα).Στο εξής η κίνηση αυτή (πίεση του μοχλού) έχει πιθανότητα εμφάνισης μεγαλύτερη από ό,τι έχουν οι άλλες κινήσεις. Μετά από αρκετές επαναλήψεις της ακολουθίας «πίεση μοχλού - εμφάνιση τροφής», το ζώο μαθαίνει κάθε φορά που πεινάει να πηγαίνει κατευθείαν στο 1Βλέπε σύγγραμμά του “ 5άβηοβ από ΙιυΓηαη ΰβϊιβνίοΐ' (έκδοση ΜοΜιΙΙβπ, 1953).

Εικ. 14. Ο Β.Ρ. 5Ι(ίηηθΓ και η πειραματική του συσκευή.


71

μοχλό, να τον πιέζει και να ικανοποιεί την πείνα του. Η μορφή αυτή μάθησης λέγεται συντελεστική μάθηση. Κατά τη συντελεστική μάθηση ο οργανισμός, από την αρχικά τυχαία συμπεριφορά του, υιοθετεί και εκτελεί εκείνες τις μορφές συμπεριφοράς που οδηγούν σε επιθυμητά αποτελέσματα, τις μορφές δηλαδή που αμείβονται. Η διαδικασία της συντελεστικής μάθησης μπορεί να παρασταθεί σχηματικά, όπως στο σχ. 10. Το ερωτηματικό δίπλα στη λέξη «Ερέθισμα» και η διακοπτόμενη γραμμή δείχνουν ότι κάποιο ερέθισμα οδήγησε το ζώο να πιέσει το μοχλό την πρώτη φορά, αλλά η αιτία που έκανε το ζώο να προβεί στην πρώτη αυτή αντίδραση είναι άγνωστη- το ζώο επ ενεργεί επάνω στο περιβάλλον. Το συμπαγές τόξο δείχνει ότι η αντίδραση αυτή (πίεση του μοχλού) οδήγησε σε επιθυμητό αποτέλεσμα (παροχή τροφής - αμοιβή). Το ανακυκλούμενο τόξο δείχνει ότι η αμοιβή (παροχή τροφής) αυξάνει ενσυνεχεία την πιθανότητα εμφάνισης της αντίδρασης (πίεση μοχλού) που συντέλεσε στην παροχή της αμοιβής. Η ανακυκλούμενη αυτή διαδικασία λέγεται

ενίσχυση (ΓβίηίοΓοβητιβηΙ).

Είδη ενίσχυσης Είδαμε προηγουμένως ότι η μορφή συμπεριφοράς - αντίδραση (πίεση μοχλού) που ακολουθείται από επιθυμητά γεγονότα (παροχή τροφής), αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισής της. Τα επιθυμητά αποτελέσματα είναι ερεθίσματαγεγονότα που ικανοποιούν ανάγκες - βιολογικές και κοινωνικές - του οργανισμού, όπως η τροφή, το νερό, οι βαθμοί στο σχολείο, ο δημόσιος έπαινος, το χαμόγελο και η κοινωνική επιδοκιμασία, και λέγονται ενισχυτές (ΓβίπίοΓοβΓε), ενώ η όλη ανακυκλούμενη διαδικασία «Αντίδραση — Ενισχυτής Αντίδραση -^Ενισχυτής...» λέγεται ενίσχυση (βλέπε σχ. 10) Η ενίσχυση μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές. Ως προς το είδος των ενισχυ­ τών, μια συνήθης διάκριση είναι μεταξύ θ ε τ ι κ ή ς και α ρ ν η τ ι κ ή ς ενίσχυσης. Η θετική ενίσχυση συνίσταται στην εμφάνιση ευχάριστου ερεθίσματοςγεγονότος, ενώ η αρνητική συνίσταται στην απομάκρυνση δυσάρεστου ερεθίσματος - γεγονότος. Το πειραματόζωο π.χ. μπορεί να μάθει να πιέζει το μοχλό είτε για να εξασφαλίσει την τροφή του (θετική ενίσχυση) είτε για να σταματήσει το ηλεκτροσόκ που του χορηγεί ο πειραματιστής (αρνητική ενίσχυση). Ομοίως, το παιδί μπορεί να μάθει να μελετάει είτε για να εξασφαλίσει συστηματικά το «Μπράβο» του δασκάλου του (θετική ενίσχυση) είτε για να αποφύγει τα επιτιμητικά

ΕΡΕΘΙΣΜΑ(;) ■

->

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ■ (Πίεση μοχλού)

->

ΑΜΟΙΒΗ (Τροφή)

Σχ. 10. Σχηματική παράσταση της συντελεστικής μάθησης του βΚίηπθΓ.


72

λόγια που του απευθύνουν οι γονείς του κάθε φορά που το βλέπουν να παραμελεί τα μαθήματά του (αρνητική ενίσχυση).1 Συχνά γίνεται ταύτιση μεταξύ θετικής ενίσχυσης και αμοιβής αφενός και μεταξύ αρνητικής ενίσχυσης και τιμωρίας αφετέρου. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο η θετική όσο και η αρνητική ενίσχυση είναι και οι δύο μορφές αμοιβής: η μια περιλαμβάνει προσθήκη ευχάριστου ερεθίσματος - γεγονότος και η άλλη απαλοιφή δυσάρεστου ερεθίσματος - γεγονότος και ότι και οι δύο αποβλέπουν στην ενδυνάμωση της σύνδεσης μεταξύ αντίδρασης και ερεθίσματος, δηλαδή στην αύξηση της πιθανότητας εμφάνισης της αντίδρασης. Η τιμωρία είναι ένας γενικότερος όρος που αναφέρεται στην παρουσία δυσάρεστου ερεθίσματος γεγονότος που αποβλέπει όμως στην αποδυνάμωση, στην παρεμπόδιση (ϊηΝβϊΐίοη), μιας ανεπιθύμητης αντίδρασης και που η αποτελεσματικότητά της εξαρτάταιαπό το πώς και πότε χρησιμοποιείται. Έ χ ει διαπιστωθεί π.χ. ότι η τιμωρία είναι πιο αποτελεσματική όταν ακολουθεί αμέσως την εκτέλεση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς (χωρίς καμία καθυστέρηση)· όταν χορηγείται κάθε φορά που εκτελείται η ανεπιθύμητη συμπεριφορά χωρίς καμία παράλειψη, όταν δηλαδή είναι συνεχής- όταν είναι εξαρχής σταθερά και στην πλήρη έντασή της (να μην παρουσιάζει αυξομειώσεις ο βαθμός της) κ.τ.ό. Ιδιαίτερα αποτελεσματική είναι η τιμωρία όταν, μαζί με αυτή, δίνεται η δυνατότητα για κάποια εναλλακτική επιθυμητή μορφή συμπεριφοράς, η οποία συνοδεύεται και από κάποια αμοιβή. Ας πάρουμε για παράδειγμα το παιδί που, ενώ οι γονείς του ρητά του έχουν απαγορεύσει να πίνει κόκα-κόλα γιατί του φέρνει αϋπνίες, εκείνο όμως σε κάθε ευκαιρία πηγαίνει στο ψυγείο και κρυφά πίνει από το απαγορευμένο αναψυκτικό. Το παιδί αυτό έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να απαλλαγεί από την ανεπιθύμητη αυτή συμπεριφορά,αν, παράλληλα με την τιμωρία, του υποδεικνύουμε κάθε φορά που πηγαίνει στο ψυγείο να παίρνει και να πίνει ένα χυμό φρούτων και για αυτή του την πράξη να το αμείβουμε (π.χ. το ίδιο βράδυ να του επιτρέπουμε να δει κάποιο αγαπημένο του πρόγραμμα στην τηλεόραση) κ.τ.ό. Η ενίσχυση επίσης, ως προς το είδος των ενισχυτών, μπορεί να είναι π ρ ω τ ο ­ γ ε ν ή ς ή δ ε υ τ ε ρ ο γ ε ν ή ς . Πρωτογενής λέγεται η ενίσχυση όταν το ερέθισμα ικανοποιεί ευθέως μια βασική ανάγκη του ατόμου. Π.χ. η τροφή, το γλύκισμα, το νερό είναι πρωτογενείς ενισχύσεις. Δευτερογενής είναι η ενίσχυση που συντελεί μόνο εμμέσως στην ικανοποίηση μιας ανάγκης· η παρουσία της είναι προϋπόθεση για την εξασφάλιση πρωτογενούς ενίσχυσης. Π.χ. τα χρήματα είναι μορφή δευτερογενούς ενίσχυσης, γιατί μπορούν να χρησιμοποιθούν για την αγορά αγαθών που ικανοποιούν βασικές ανάγκες του ατόμου (τροφής, αναψυκτικών), μπορούν δηλαδή να χρησιμοποιηθούν ως μέσο για την απόκτηση πρωτογενούς ενίσχυσης. Σε ένα πείραμα του δΚίηηθΓ ο ποντικός πίεζε το μοχλό για να ακούει τον ήχο (δευτερογενής ενίσχυση), ο οποίος προηγουμένως είχε συνδεθεί με την παροχή τροφής (πρωτογενής ενίσχυση). 1Το είδος της μάθησης, κατά την οποία το άτομο μαθαίνει πώς να σταματάει μια δυσάρεστη κατάσταση, λέγεται μάθηση διαφυγής (θ503ρθ ΙθΒΓΠΐης). Ένα άλλο είδος μάθησης, συναφές προς την αρνητική ενίσχυση, είναι η μάθηση αποφυγής (3νοιο)3ηοθ ΙθΒίτπης)). Με τη διαδικασία αυτή το άτομο μαθαίνει πώς να αποφεύγει την εμφάνιση μιας δυσάρεστης κατάστασης (το πειραματόζωο μαθαίνει να πιέζει το μοχλό, κάθε φορά που άκουγε ένα χαρακτηριστικό ήχο, για να διακόψει το κύκλωμα, πριν ακόμη διοχετευθεί σε αυτό ηλεκτρικό ρεύμα). Στη μάθηση διαφυγής η δυσάρεστη κατάσταση αίρεται μετά την εμφάνισή της (παίρνεις ασπιρίνη για να σταματήσει ο πονοκέφαλος), ενώ στη μάθηση αποφυγής η δυσάρεστη κατάσταση αίρεται πριν ακόμη εμφανιστεί (φοράς το πουλόβερ σου για να μην κρυώσεις).


73

Η ενίσχυση μπορεί να ποικίλλει και ως προς το πρόγραμμα χορήγησής της. Μια συνήθης διάκριση γίνεται μεταξύ σ υ ν ε χ ο ύ ς και μ ε ρ ι κ ή ς ενίσχυσης. Συνεχής λέγεται η ενίσχυση όταν αμείβεται συστηματικά κάθε σωστή αντίδραση, ενώ μερική λέγεται η ενίσχυση όταν αμείβονται όχι όλες, αλλά μόνο μερικές από τις σωστές αντιδράσεις. Στη μερική ενίσχυση η αμοιβή μπορεί να δίνεται με βάση ένα ορισμένο σταθερό πρόγραμμα (να αμείβεται π.χ. κάθε 3η, 5η ή 10η σωστή αντίδραση), οπότε λέγεται προγραμματισμένη μερική ενίσχυση, ή να δίνεται χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα, να αμείβονται δηλαδή μερικές μόνο αντιδράσεις εντελώς τυχαία, οπότε λέγεται απρογραμμάτιστη μερική ενίσχυση. Μια άλλη διάκριση είναι μεταξύ ά μ ε σ η ς και κ α θ υ σ τ ε ρ η μ έ ν η ς ενίσχυσης. Αμεση λέγεται η ενίσχυση όταν δίνεται αμέσως μετά την εκδήλωση της επιθυμητής συμπεριφοράς, ενώ καθυστερημένη (ετεροχρονισμένη) λέγεται η ενίσχυση όταν δίνεται αφού μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ της αντίδρασης και της αμοιβής. Τα πειράματα του δΚίππθΓ έδειξαν ότι η απρογραμμάτιστη μερική ενίσχυση συντελεί σε σταθερότερη μάθηση: η ομάδα των ποντικών, η οποία δεν έπαιρνε τροφή μετά από κάθε πίεση του μοχλού, αλλά μόνο μερικές φορές και απρογραμμάτιστα, χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για απόσβεση. Στην καθημερινή ζωή η μερική και απρογραμμάτιστη ενίσχυση αποτελεί τον κανόνα: δεν αμείβεται κανείς (θετικά ή αρνητικά) κάθε φορά που επαναλαμβάνει μια ενέργεια, αλλά μερικές μόνο φορές. Παρόλα αυτά εξακολουθεί να κάνει αυτή την ενέργεια με την ελπίδα ότι κάποτε θα αμειφθεί. Ο κανόνας αυτός εξηγεί επίσης τον τρόπο με τον οποίο αποκτώνται και διατηρούνται διάφορες προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Οι άνθρωποι συνδέουν ένα συγκεκριμένο γεγονός (ευχάριστο ή δυσάρεστο) με μια κατάσταση που συμβαίνει εντελώς τυχαία (π.χ. ένα ατύχημα ή μια ευχάριστη έκπληξη) και διατηρούν αυτή τη σύνδεση με βάση τη μερική απρογραμμάτιστη ενίσχυση. Η σύνδεση του είδους αυτού έχει επιβεβαιωθεί και πειραματικά. Ο δΚίηηβΓ έδινε τροφή στα περιστερια με βάση την απρογραμμάτιστη μερική ενίσχυση για αντιδράσεις τελείως αφύσικες για το είδος τους (να στέκονται στο ένα πόδι, να τσιμπούν την ουρά τους). Τα περιστέρια έκαναν τη σύνδεση ανάμεσα στην αμοιβή (τροφή) και στη συγκεκριμένη αντίδραση (τσίμπημα της ουράς), με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνουν αυτή τη συμπεριφορά για ώρες ολόκληρες, περιμένοντας να τους δοθεί τροφή. Επίσης, έχει διαπιστωθεί ότι η άμεση ενίσχυση, σε σύγκριση προς την καθυστερημένη, έχει καλύτερα αποτελέσματα. Στα πειράματα του δΚίηηθΓ οι ποντικοί που αμείβονταν αμέσως μετά από την επιθυμητή μορφή συμπεριφοράς μάθαιναν γρηγορότερα τη συμπεριφορά αυτή και τη διατηρούσαν για περισσότερο χρόνο, σε σύγκριση προς τους ποντικούς στους οποίους η ενίσχυση για την αντίστοιχη συμπεριφορά δινόταν καθυστερημένα. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη συντελεστική μάθηση ισχύουν κατά παρόμοιο τρόπο οι αρχές που αναφέρθηκαν στην κλασική εξαρτημένη μάθηση, δηλαδή η γενίκευση του ερεθίσματος, η απόσβεση της σύνδεσης,η αυθόρμητη επαναφορά της αντίδρασης κ.τ.ό.1 1.Βλέπε σελ. 67


Σταδιακή διαμόρφωση της συμπεριφοράς Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε το μηχανισμό μέσω του οποίου ο ζων οργανισμός μαθαίνει να εκτελεί μια επιθυμητή μορφή συμπεριφοράς. Η επιθυμητή συμπεριφορά (πίεση μοχλού) όμως υπήρχε στο αρχικό ρεπερτόριο του ατόμου. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που η επιθυμητή αντίδραση δεν υπάρχει στο αρχικό ρεπερτόριο του ατόμου και δεν εμφανίζεται αυθορμήτως για να την αμείψουμε. Επίσης, τι γίνεται με τις πολύπλοκες μορφές συμπεριφοράς που δεν φαίνεται να εξηγούνται με το απλό σχήμα «Αντίδραση - Αμοιβή»; Η εκμάθηση μορφών συμπεριφοράς που δεν υπάρχουν στο αρχικό ρεπερτόριο, ακόμη και πολύπλοκων μορφών συμπεριφοράς, επιτυγχάνεται με τη σταδιακή-προσεγγιστική διαμόρφωση της συμπεριφοράς (δΙιβρίης). Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, ακόμη και δύσκολες μορφές μάθησης, αποκτώνται με ενδιάμεσα, επάλληλα στάδια, σε καθένα από τα οποία επιτυγχάνεται μια μερικότερη μάθηση. Για να μάθει π.χ. ένα περιστέρι να χτυπά με το ράμφος του μια μαύρη κηλίδα σε λευκό τετράγωνο πλαίσιο (μάθηση αρκετά δύσκολη για τα περιστέρια), ο πειραματιστής επέλεγε και ενίσχυε απλούστερες ενέργειες του περιστεριού, οι οποίες διαδοχικά οδηγούσαν στην τελική συμπεριφορά. Αρχικά το πεινασμένο περιστέρι έκανε διάφορες κινήσεις και απλώς κοίταζε γύρω τ ο υ .' Οταν έστρεφε το κεφάλι του προς την πλευρά με το τετράγωνο πλαίσιο, ο πειραματιστής το ενίσχυε (του έδινε τροφή). Στη συνέχεια το ενίσχυε μόνο όταν κτυπούσε με το ράμφος κάπου στην πλευρά με το τετράγωνο πλαίσιο. Κατόπιν το ενίσχυε μόνο όταν χτυπούσε με το ράμφος κάπου κοντά στον κύκλο. Τέλος, το ενίσχυε μόνο

Εικ. 15. Το ζώο έχει μάθει «να παίζει» μπάσκετ με τη μέθοδο της σταδιακής διαμόρφωσης της συμπεριφοράς (εήερίης).


75

όταν χτυπούσε με το ράμφος μέσα στον κύκλο, επάνω στην κηλίδα. Με τη διαδικασία αυτή οι συμπεριφοριστές έχουν κατορθώσει να διδάξουν ζώα να εκτελούν πολύπλοκες ενέργειες (σκύλους να σβήνουν φώτα, αρκούδες να οδηγούν ποδήλατο). Τυπικό παράδειγμα εφαρμογής των αρχών της θεωρίας του δΚίπηβΓ στη σχολική πράξη είναι η προγραμματισμένη διδασκαλία (ρΓοςΓβΓΠΓΠβά ίηβίΓυοΙίοπ). Στη διδακτική αυτή μεθολογία το αντικείμενο που πρόκειται να διδαχθεί χωρίζεται σε μικρές μαθησιακές ενότητες που ακολουθούν μια αυστηρή λογική σειρά, σαν αυτή της σταδιακής-προσεγγισπκής διαμόρφωσης της συμπεριφοράς (3(ΐ3ρίπ9). Σε κάθε ενότητα προσφέρεται ένα μικρό μέρος της γνώσης πού πρόκειται να μάθει το παιδί. Στο τέλος κάθε ενότητας ο μαθητής δίνει μια απάντηση, για την ορθότητα της οποίας πληροφορείται ευθύς αμέσως, στην αρχή της επόμενης ενότητας. Η άμεση γνώση από το παιδί του αποτελέσματος της επίδοσής του αποτελεί την αμοιβή, η οποία παρακινεί το μαθητή σε συνεχή προσπάθεια για νέες αμοιβές, για νέες δηλαδή γνώσεις. ★

Η κύρια διαφορά μεταξύ της κλασικής και της συντελεστικής μάθησης είναι ότι στην κλασική μάθηση, ως μονάδα μάθησης, λαμβάνονται οι αντανακλαστικές - ακούσιες αντιδράσεις του οργανισμού, ενώ στη συντελεστική μάθηση λαμβάνεται ολόκληρη η εκούσια συμπεριφορά του οργανισμού με την οποία επενεργεί στο περιβάλλον του. Επίσης, η κλασική εξαρτημένη μάθηση είναι παθητική: η αντίδραση του υποκειμένου είναι αντανακλαστική - ακούσια και προκαλείται από κάποιο εξωτερικό ερέθισμα. Αντίθετα, στη συντελεστική μάθηση είναι ενεργητική: παράγεται αυτοβούλως και αποτελεί εκούσια επενέργεια του οργανισμού στο περιβάλλον του, η οποία συντελεί στην ικανοποίηση μιας ανάγκης του. Η ικανοποίηση των αναγκών είναι η αμοιβή, το στοιχείο δηλαδή που ενισχύει μια αρχικά τυχαία μορφή συμπεριφοράς και κάνει πιθανότερη την επανεμφάνισή της. Η συντελεστική μάθηση είναι και αυτή εξαρτημένη, γιατί αποκτάται με βάση τη σύνδεση μεταξύ μιας μορφής συμπεριφοράς και της αμοιβής που την συνοδεύει. Διαφέρει όμως από την κλασική εξαρτημένη μάθηση, γιατί ο ΡβνΙον δίνει έμφαση στο ερέθισμα που προηγείται της αντίδρασης, ενώ ο δΚίηηβΓ δίνει έμφαση στο ερέθισμα που ακολουθεί την αντίδραση. Η κλασική εξαρτημένη θα μπορούσε να παρασταθεί με τον τύπο 5 -* Π, ενώ η συντελεστική με τον τύπο Π ^ 5. Επίσης, στην κλασική μάθηση η σύνδεση μεταξύ των δύο ερεθισμάτων (φυσικού και ουδέτερου - εξαρτημένου) στηρίζεται στη χωροχρονική συνάφειάτους, ενώ στη μάθηση του δΚίπηβΓ βάση για τη σύνδεση αποτελεί η αμοιβή. ' Ετσι, στην κλασική μάθηση ο βαθμός της σύνδεσης στηρίζεται στον αριθμό των επαναλήψεων της χωροχρονικής ακολουθίας δ -»■ Ρ, ενώ στη μάθηση του δΚίηπβΓ στηρίζεται στο είδος της ενίσχυσης.1 1. Βλέπε σελ. 71. Η εικ. 15, στην απέναντι σελίδα, είναι του αρχείου της ΑηίπιβΙ ΒβήβνΐΟΓ ΕηΙβφή5β5.


76

3) Παρατήρηση και μίμηση προτύπων - Κοινωνική μάθηση Μια τρίτη μαθησιακή διαδικασία είναι η κοινωνική μάθηση (δοοϊβΙ ΙθβΓηίης). Το είδος αυτό μάθησης και ο ρόλος που διαδραματίζει στην αλλαγή της συμπεριφοράς έχουν μελετηθεί συστηματικά από τον ΑΙββιΙ ΒβπάυΓα1 και τους συνεργάτες του (κυρίως από τον ΠιοϊίβγοΙ \Λ/8Ιϊθγ5) στο Πανεπιστήμιο δίβηίοΓά, ΗΠΑ. Ο Β8πάυΓδ υποστηρίζει ότι μάθηση συμβαίνει χωρίς να είναι αναγκαίο να προβαίνει το ίδιο το άτομο στην εκτέλεση της αντίδρασης ή/και να λαμβάνει άμεσα το ίδιο κάποια ενίσχυση, αλλά απλώς με την παρατήρηση και τη μίμηση της συμπεριφοράς των άλλων. Εντυπωσιακά είναι τα ευρήματα του ΒβπάυΓβ στα πειράματά του για την επιθετική συμπεριφορά στα παιδιά. Σε ένα από τα πειράματα αυτά, δύο ομάδες παιδιών παρακολούθησαν βιντεοταινία όπου ένας ενήλικος εκδήλωνε επιθετική συμπεριφορά προς μια μεγάλη κούκλα - ομοίωμα ανθρώπου, με διαφορετικές συνέπειες για το «δράστη» στην κάθε ταινία: Στη μια ταινία δίνονταν στον ενήλικο για την επιθετική του συμπεριφορά αμοιβές, ενώ στην άλλη του επιβάλλονταν ποινές. Διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά της ομάδας που παρακολούθησαν την ταινία με τον επιθετικό ενήλικο αμειβόμενο, έδειχναν και εκείνα ασυνήθιστα υψηλή επιθετική συμπεριφορά προς το ανθρώπινο ομοίωμα , όταν βρέθηκαν στην πειραματική αίθουσα. Αντίθετα, τα παιδιά της ομάδας που παρακολούθησαν την ταινία με τον επιθετικό ενήλικο τιμωρού­ μενο, έδειχναν προς το ανθρώπινο ομοίωμα ελάχιστες επιθετικές ενέργειες. Μάλιστα, τη διαφορετική τους αυτή συμπεριφορά τα παιδιά των δύο ομάδων την εκδήλωναν και στις καθημερινές - πραγματικές συναναστρο­ φές τους (στα παιγνίδια με συνομηλίκους, στην αυλή του σχολείου). Τα παιδιά δηλαδή είχαν μάθει απλώς παρατηρώντας τη συμπε­ ριφορά κάποιου προτύπου και τις συνέπειες (αμοιβή, ποινή) που είχε η συμπεριφορά αυτή για το πρότυπο. Το είδος αυτό μάθησης λέγεται

αι&θπ ΒθπόυΓ3 (1925)

μάθηση

από παρατήρηση

(οβδθΓνβίϊοηβΙ

ΙθβΓπίης) και το είδος της ενίσχυσης λέγεται συμβολική - εσωτερική (νΐοβπουδ τθιπΙογοθηπθηί). Αργότερα, τα παιδιά των δύο αυτών ομάδων, σε μια νέα πειραματική κατάσταση, αμείβονταν όλα για τις επιθετικές τους ενέργειες. Διαπιστώθηκε ότι όλα τα παιδιά-και εκείνα που παρακολούθησαν την ταινία με το επιθετικό πρότυπο αμειβόμενο και εκείνα που παρακολούθησαν την ταινία με το επιθετικό πρότυπο τιμωρούμενο - έδειχναν ασυνήθιστα υψηλή επιθετική συμπεριφορά. 1Βλέπε σύγγραμμά του “ ΡπηάρΙθβ οί όθήθνΐοΓ η Ίο ό ΐί^ϋ ο η ” (έκδοση ΗοΙΙ, 1969).


77

Τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν ότι η συμπεριφορά μαθαίνεται μεν αρχικά με βάση τις συνέπειες που έχει η συμπεριφορά αυτή για το πρότυπο - για κάποιον άλλον - σε συμβολικό επίπεδο, αλλά η εκδήλωσή της καθορίζεται με βάση τις πραγματικές συνέπειες που έχει για το ίδιο το άτομο. Σύμφωνα δηλαδή με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, η συμπεριφορά του ατόμου είναι συνάρτηση της παρατήρησης προτύπων (συμβολική μίμηση) και της ανταπόκρισης (του είδους της ενίσχυσης) που βρίσκει στο περιβάλλον η μιμητική εκτέλεση της πρότυπης συμπεριφοράς. Για τους θεωρητικούς της κοινωνικής μάθησης, η συμπεριφορά μας αποκτάται με τη μίμηση προτύπων, «αντιγράφοντας» δηλαδή τη συμπεριφορά κάποιου άλλου ηθελημένα ή ευκαιριακά, χωρίς να είναι απαραίτητη η άμεση εμπειρία, χωρίς την επανάληψη και την εξωτερική αμοιβή.1,2,3 Η κοινωνική μάθηση γίνεται σε δυο φάσεις: 1) Στη φάση της απόκτησης της συμπεριφοράς: Το άτομο παρατηρεί το πρότυπο να εκτελεί τη συγκεκριμένη αντίδραση, αλλά δεν προβαίνει το ίδιο σε καμιά σχετική αντίδραση και ούτε λαμβάνει κανένα είδος ενίσχυσης. Αυτές οι «παθητικές» αντιληπτικές εμπειρίες αποθηκεύονται, ως μνημονικές παραστάσεις, και είναι άμεσα διαθέσιμες. 2) Στη φάση της έμπρακτης εκτέλεσ ης της συμπεριφοράς: Το άτομο εκτελεί τη συμπεριφορά μιμούμενο το πρότυπο, με βάση τη μνημονική παράσταση που εξασφάλισε στην πρώτη φάση. Η διάκριση αυτή ανάμεσα στην απόκτηση (θοοίυΐδϊίϊοη) και στην εκτέλεσ η (ρθΓίοΓΠΊΒΠοβ) της συμπεριφοράς είναι σημαντική. Η πρώτη δείχνει τι μπορεί να κάνει το άτομο σε κάθε δεδομένη στιγμή και εξαρτάται από τις δεξιότητες και τις γνώσεις που έχει αποκτήσει και διαθέτει κάθε φορά το άτομο. Η δεύτερη δείχνει την πράξη την ίδια και εξαρτάται από το είδος της ενίσχυσης που είναι άμεσα διαθέσιμη στο περιβάλλον. ’ Ετσι, π.χ. το παιδί μπορε ί να μαθαίνει, παρατηρώντας τους άλλους, πλείστες πολύπλοκες μορφές συμπε­ ριφοράς, όμως να μην τις εκτελεί άμεσα, αλλά σε χρόνο εύθετο (ότανφθάσειστην ανάλογη ηλικία, όταν οι αντικειμενικες συνθήκες του εξασφαλίζουν αμοιβή κ.τ.ό.).

1Τα ευρήματα αυτά έθεσαν το πρόβλημα του ρόλου που διαδραματίζει η τηλεόραση στην ανθρώπινη βία και επιθετικότητα. 2Περισσότερες πληροφορίες για το θέμα της επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά δίνονται στο σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Εξελικτική ψυχολογία» (κεντρική πώληση Βιβλιοπω­ λείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 2ος, σελ. 118 κ.ε. 3Ακόμη και τα ζώα μαθαίνουν απλώς παρατηρώντας άλλα ζώα να εκτελούν διάφορες ενέργειες. Σε ένα παλιότερο πείραμα μια γάτα στο κλουβί του δΚΐηηθΓ έμαθε να παίρνει φαγητό, πιέζοντας ένα μοχλό όταν άναβε ένα λαμπάκι (τυπική διαδικασία συντελεστικής μάθησης, βλέπε σελ. 70). Μια άλλη γάτα παρακολουθούσε την όλη διαδικασία. Ό ταν τοποθετήθηκε στο πειραματικό κλουβί η «παρατηρητής» γάτα, έμαθε τη διαδικασία (να πιέζει το μοχλό όταν ανάβει το λαμπάκι και να παίρνει την τροφή της) πολύ πιο γρήγορα, βοηθούμενη προφανώς από κάποια μνημονική εικόνα «περί του πρακτέου» που απεκόμισε, καθώς παρατηρούσε την άλλη γάτα-πρότυπο να εκτελεί τις ενέργειες αυτές (βλέπε άρθρο Ε.Π. ϋοΐιηδοη θΐ 31 “ΟβδθΓνθΙίοηβΙ ΙθΒΠΊΐηα ίη 03ίδ” στο περιοδικό 8άθηοθ, 1968, τόμ. 159ος, σελ. 1489-91).


78

Ασφαλώς, η έννοια της ενίσχυσης υπάρχει και στην κοινωνική μάθηση (η κοινωνική μάθηση είναι και αυτή συνεξάρτηση1), αλλα διαφερει από την παραδοσιακή. Η ενίσχυση στην κοινωνική μάθηση είναι συμβολική (νίοευϊουδ), τη χειρίζεται το άτομο στη σκέψη, εσωτερικώς, στο νου. Μπορεί μαλιστα να πάρει και τη μορφή της αυτο-ενίσχυσης (δβΐΐ - ΓθϊηίοΐΌθίτίθηί), το ίδιο το άτομο δηλαδή αναλαμβάνει να αμείβει ή να τιμωρεί τον εαυτό του για τις πράξεις του με τις αξιολογήσεις που κάνει για την επίδοσή του, εσωτερικώς, στη σκέψη. Ο ΒβηοΙυΓΒ, σχετικά με τη δύναμη της αυτο-ενίσχυσης, λέει χαρακτηριστικά ότι «δεν υπάρχει πιο καταλυτική τιμωρία από την αυτοκαταδίκη».2 ★ Το γεγονός ότι μάθηση συμβαίνει απλώς με την παρατήρηση της συμπεριφοράς των άλλων δείχνει πόσο αναγκαίο είναι, για την ορθή διαπαιδαγώγηση των παιδιών, οι γονείς και τα άλλα σημαντικά πρόσωπα στο περιβάλλον να συμπεριφέρονται πρωτίστως οι ίδιοι κατά τον επιθυμητό τρόπο. Συχνά το παιδί υιοθετεί τις συνήθειες των προσώπων αυτών, απλώς μιμούμενο τη 1Βλέπε 2Βλέπε σελ. 48. 3Βλέπε 4Βλέπε

σχ. 10, σελ. 71. σύγγραμμά του “ΑςιςΓθδΒίοη: Α 3θά3ΐ Ιθ3Γηίης; 3Π3ΐγ5ί5'' (έκδοση ΡγθπΙϊοθ-ΗβΙΙ, 1973) 77?θ 83ίυΓά3γ Ηθνΐθνν Α85θά3ΐ68, 1951. συλλογή του «Ο/ σπόροι» (έκδοση ΟυΙθηβθΓςι, 1982).

Εικ. 16. «Το ξύλο αυτό θα σε μάθει να μην κτυπάς άλλη φορά τους άλλους». (Γελοιογραφία του 8ί3πΙθγ 8ί3ΓΠ3ίγ)3

Εικ. 17. «Προσπάθησε να το κόψεις. Δεν είναι τίποτα. Θέληση χρειάζεται». (Γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου)4.


79

συμπεριφορά τους. Σκεφθείτε π.χ. το γονέα που δέρνει το παιδί του, γιατί κτυπησε το αδελφάκι του, ελπίζοντας ότι η αυστηρή αυτή τιμωρία θα πειθαναγκάσει το παιδί να σταματήσει την επιθετική του συμπεριφορά (βλέπε εικ. 16). Τι ειρωνεία! Ο γονέας αυτός κάνει ζωντανή επίδειξη στο παιδί της συμπεριφοράς που θέλει να το διδάξει να μην πράττει. Το παιδί μαθαίνει, μέσω της παρατήρησης, ότι η βία είναι αποτελεσματική και ότι μπορεί να την χρησιμοποιεί και εκείνο σε ανάλογες περιστάσεις. ΓΓ αυτό, έρευνες έχουν δείξει ότι οι τιμωρητικοί γονείς έχουν επιθετικά παιδιά.1 Επίσης, σκεφθείτε πόσο αναποτελεσματικός είναι ο γονέας που εξαντλείται σε συμβουλές και παραινέσεις, ενώ ο ίδιος πράττει το αντίθετο (βλέπε εικ. 17). Στο γονέα αυτόν ταιριάζει η λαϊκή παροιμία «Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις». Η μιμητική μάθηση είναι ιδιαίτερα πανίσχυρη στα παιδιά και εύκολα μπορεί να εξουδετερώσει κάθε άλλη προσπάθεια διαπαιδαγώγησής τους.

Δομικό στοιχεία της διαδικασίας της κοινωνικής μάθησης Ο ΒβηάυΓβ2 και οι συνεργάτες του έχουν επισημάνει τέσσερις φάσειςδιαδικασίες, οι οποίες επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της παρατήρησης και μίμησης προτύπων (βλέπε σχ. 11). Τα δομικά αυτά συστατικά στοιχεία αναφέρονται: α) Σε αντιληπτικές διαδικασίες, όπως είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του 1Βλέπε σύγγραμμα Β.Π. δθ3Γδ, Ε.Ε. Μβοοοόγ και Η. Ιθνΐη “ ΡβίίθΓηβ οί οήΐΐό Γθβπηρ” (έκδοση Βονν-ΡθΙθΓδοη, 1957). 2Βλέπε σύγγραμμά του “ 5οο/3/ ΙθΒΓπίηρ ΐήθΟΓγ” (έκδοση ΡγθπΙϊοθ-Η3ΙΙ, 1977).

Σχ. 11. Διαδικασίες που καθορίζουν την αποτελεσματικότητα της παρατήρησης και μίμησης προτύπων κατά τον Βθπόυίθ.

Αντιληπτικές διαδικασίες

Μνημονικές διαδικασίες

Κινητικές διαδικασίες


80

προτύπου που προσελκύουν την προσοχή του παρατηρητή (πόσο καινοφανές, περίοπτο, διακεκριμένο ή/και πολύπλοκο πρέπει να είναι το πρότυπο- πόση συναισθηματική αξία και πρακτική χρησιμότητα πρέπει να έχει το πρότυπο για τον παράτηρητή κ.ά), τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παρατηρητή (οι αισθητηριακές του ικανότητες, ο βαθμός διέγερσής του, η επιλεκτικότητα της προσοχής του κ.ά). β) Σε μνημονικές διαδικασίες, όπως είναι η κωδικοποίηση, η αποθήκευση και η διατήρηση της παράστασης που απεικονίζει εσωτερικώς, στο νου, την παρατη­ ρούμενη συμπεριφορά, γ) Σε πραξιακές - εκτελεσ τικ ές διαδικασίες, όπως είναι οι διάφορες σωματικές και κινητικές ικανότητες που επηρεάζουν τη μιμητική αναπαραγωγή της συμπεριφοράς του προτύπου, τη «μετάφραση» δηλαδή της μνημονικής παράστασης σε έκδηλη πράξη κ.ά. δ) Στα κίνητρα που ωθούν το άτομο στην εκτέλεση της συμπεριφοράς του προτύπου. Μερικά από τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στο σχ. 11. Ο Β3ΠάυΓ3 και οι συνεργάτες του προσπάθησαν να καθορίσουν το ρόλο που διαδραματίζει καθένα από τα στοιχεία αυτά στην αποτελεσματικότητα της μιμητικής μάθησης με προγραμματικές έρευνες. Λεπτομερής ανάλυση των σχετικών ευρημάτων και τρόπων αξιοποίησής τους στην κλινική πράξη γίνεται στα δημοσιεύματα του Β3ΠάυΓ3 και των άλλων θεωρητικών της κοινωνικής μάθησης. ' Ερευνες έχουν δείξει ότι η κοινωνική μάθηση μπορεί ταχύτατα να εξασφαλίσει ικανοποιητικά αποτελέσματα για ποικίλες μορφές και συνθήκες μάθησης - όχι μόνο για εκμάθηση συνηθειών και δεξιοτήτων, αλλά και για αλλαγή στάσεων, αξιών και πεποιθήσεων - και έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στην ψυχοθεραπευτική πράξη. Ως πρότυπα χρησιμοποιούνται πραγματικά πρόσωπα σε πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε συμβολικές-φανταστικές παραστάσεις (το άτομο φαντάζεται το πρότυπο να εκτελεί τις αντιδράσεις) ή/και σε εικονιστικές αναπαραστάσεις (το άτομο παρακολουθεί προβολή βιντεοταινίας, μικρού μήκους, όπου το πρότυπο εκτελεί την υπο μίμηση συμπεριφορά).1 Πρέπει να τονιστεί ότι η διαδικασία της κοινωνικής μάθησης εμπεριέχει στοιχεία - όπως είναι π.χ. η εσωτερική συμβολική αναπαράσταση της παρα­ τηρούμενης συμπεριφοράς και η μνημονική της αξιοποίηση για την «εν ευθέτω χρόνω» εκτέλεσή της - τα οποία είναι το κύριο αντικείμενο έρευνας της γνωστικής ψυχολογίας και επομένως εκτός του πεδίου έρευνας του ορθόδοξου συμπεριφορισμού. ΓΓ αυτό, η κοινωνική μάθηση αποτελεί μέρος του λεγάμενου «γνωστικού συμπεριφορισμού», για τον οποίο λόγος γίνεται αμέσως παρακάτω.

1Για εφαρμογές της κοινωνικής μάθησης στην ψυχοθεραπευτική πράξη βλέπε σελ. 96 κ.ε.


81

4) Γνωστικός συμπεριφορισμός Θεμελιακό αξίωμα του συμπεριφορισμού, όπως αναπτύχθηκε αρχικά από τον ννβίδοη με την κλασική εξαρτημένη μάθηση και αργότερα από τον δΚίηηβΓ με τη συντελεστική μάθηση, είναι ότι η ψυχολογία πρέπει να ασχολείται μόνο με τις εξω τερ ικές εκδηλώσεις, απορρίπτοντας κάθε αναφορά σε εσωτερικάπροσωπικά γεγονότα και διαδικασίες. Αλλωστε, ο συμπεριφορισμός αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη «μενταλιστική» άποψη, που τόσο έντονα κυριάρχησε στην ψυχολογική θεωρία και πράξη στις αρχές του αιώνα μας, ότι έργο της ψυχολογίας είναι η μελέτη των πνευματικών - εσωτερικών εμπειριών και βιωμάτων (οοηδοίουδ θχρθΐϊθποβ) και ότι η κατάλληλη ψυχολογική μέθοδος είναι η αυτοπαρατηρησία και η ενδοσκόπηση (ίηίΐΌδρθοίΐοη), η προσεκτική δηλαδή παρατήρηση και περιγραφή των αντιλήψεων και των συναισθημάτων από το ίδιο το άτομο. Οι συμπερκροριστές υποστήριξαν ότι η ψυχολογία θα γίνει αντικειμενική επιστήμη, αν ασχολείται μόνο με τα ψυχικά φαινόμενα που είναι «παρατηρήσιμα και μετρήσιμα», τις έκδηλες εξωτερικές - ορατές μορφές συμπεριφοράς, αποκλείοντας κάθε αναφορά σε εσωτερικά γεγονότα και διαδικασίες. Συνδυάζοντας αυτή τους τη θεωρητική αφετηρία με το δόγμα ότι ο άνθρωπος γεννιέται «ί3βυΐ3 τβδβ», «χάρτης λευκός, ευεργός προς απογραφήν», και ότι ολη η ψυχική ζωή είναι αποτέλεσμα μάθησης, προσπάθησαν να καθορίσουν τους νομούς που διέπουν τις συνδέσεις μεταξύ των εξωτερικών γεγονότων, των συνδεσεων 3 —Ρ. Σύντομα όμως η μηχανιστικη και αυτοματική αυτή άποψη των ορθόδοξων συμπεριφοριστών για τη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Υποστηρίχθηκε οτι ο άνθρωπος δεν είναι παθητικός δέκτης των εξωτερικών ερεθισμάτων. Διαθετει τις γνωστικές λειτουργίες-την αντίληψη, τη μνήμη, την κρίση - και ενεργά επεξεργάζεται τις πληροφορίες που παίρνει από το περιβάλλον, τις μετασχηματίζει, τις κωδικοποιεί, τις αποθηκεύει σε μνημονικούς χώρους για μελλοντική χρήση και τις ανακαλεί κατά βούληση. Μπορεί να σκέπτεται, να προγραμματίζει, να λαμβάνει αποφάσεις με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες και να αντιδρά στα διάφορα εξωτερικά ερεθίσματα επιλεκτικά. Ολες αυτές οι διαδικασίες γίνονται εσωτερικώς, στο νου, στη σκέψη, στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο Ερέθισμα και στην Αντίδραση. Το εργο λοιπόν της ψυχολογίας θα πρέπει να είναι η μελέτη των γνωστικών αυτών διαδικασιών. Έτσι, αναπτύχθηκε μια ξεχωριστή κατεύθυνση στην ψυχολογία, η λεγάμενη γνωστική ψυχολογία.1 Από τη δεκαετία του ’ 60 παρατηρείται στους νεότερους συμπερκροριστές μια σημαντική εξέλιξη: μια ολοένα και μεγαλύτερη ανεκτικότητα και ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα εσωτερικά-προσωπικά γεγονότα, και ιδίως προς τις ενσυνείδητες γνωστικές διαδικασίες. Εγκατέλειψαν την άποψη του άκρατου συμπεριφορισμού - ότι οι αντιδράσεις μας παράγονται αυτόματα από τα γεγονότα στο περιβάλλον - και δέχτηκαν ότι η ενσυνείδητη σκέψη αποτελεί διάμεσο στη συμπεριφορά. Κατά τις απόψεις των νεοσυμπερκροριστών, υπάρχουν δύο ειδών συνδέσεις μεταξύ των ερεθισμάτων στο περιβάλλον και των αντιδράσεών 1Βλέπε σύγγραμμα υ.ΝθίδδθΓ “ Οοςιηΐϋνθ ρ 8γοΐΊθΙθ3 γ3’ (έκδοση ΡγθπΙιοθ-ΗοιΙΙ, 1967).


82

μας σε αυτά: α) Η άμεση σύνδεση, 3^-Ρ, η οποία παράγεται αυτόματα από τα εξωτερικά γεγονότα και η οποία γίνεται με τη διαμεσολάβηση μόνο του σώματος, και β) η διάμεση σύνδεση, 3-> Υποκείμενο^» Β, όπου ανάμεσα στα εξωτερικά γεγονότα παρεμβαίνει και συμμετέχει ενεργά το υποκείμενο με τη σκέψη του. Αλλαγή στις σκέψεις επιφέρει και αλλαγή στη συμπεριφορά. Ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αντίδραση παρεμβάλλεται το σκεπτόμενο άτομο. Ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς παίζουν όχι μόνο τα ερεθίσματα και οι αντιδράσεις μας και οι μεταξύ τους συνδέσεις, αλλά και το πώς προσλαμβάνει και ερμηνεύει το άτομο τις συνθήκες της μάθησης. Οι αντιδράσεις μας δεν διακυβερνούνται μόνο από μηχανιστικές αυτοματικές συνδέσεις 8 —Ρ, αλλά και από το τ ι σκεπτόμαστε για το περιβάλλον και για τις αντιδράσεις μας, από τις προσδοκίες και τις στάσεις μας, από τις πεποιθήσεις και τις αξίες μας κ.τ.ό. Η νέα αυτή ψυχολογική κατεύθυνση είναι γνωστή ως γνωστικός συμπεριφορισμός. Ο γνωστικός συμπεριφορισμός είναι μια διεύρυνση της συμπεριφοριστικής θεωρίας για να συμπεριληφθούν στην ερμηνεία της συμπεριφοράς και γνωστικά γεγονότα. Αποτελεί μια προσπάθεια για ένα συνδυασμό των δύο ψυχολογικών κατευθύνσεων, της συμπεριφοριστικής και της γνωστικής, με βάση όμως τις αρχές του συμπεριφορισμού. Εμμένει στη μελέτη της συμπεριφοράς, αλλά η έννοια του όρου έχει διευρυνθεί, για να συμπεριλάβει τόσο την έκδηλη συμπεριφορά (ονειΐ) όσο και την εσωτερική, τη συμβολική, συμπεριφορά (οονβιΐ). Επίσης, εμμένει στην αντικειμενική μέτρηση και στην πειραματική έρευνα, παράλληλα όμως έχει δεχθεί ότι οι ενσυνείδητες γνωστικές- συμβολικές λειτουργίες είναι δυνατό να μελετηθούν, να προβλεφθούν και να ελεγχθούν με την ίδια ικανοποιητική ακρίβεια, όπως και τα εξωτερικά γεγονότα (νόμος της ομοιογένειας της συμπεριφοράς). Μέσα στα πλαίσια του γνωστικού συμπεριφορισμού έχουν αναπτυχθεί πλείστες τεχνικές και μέθοδοι τροποποίησης της συμπεριφοράς. Βασική αφετηρία των μεθόδων αυτών είναι η παραδοχή ότι η συμπεριφορά - τόσο η επιθυμητή όσο και η ανεπιθύμητη - είναι συνάρτηση των πεποιθήσεων, των αξιών, των προσδοκιών και των αντιλήψεών μας, και ότι αλλάζοντας τα γνωστικά αυτά στοιχεία, συγχρόνως έχουμε και σύστοιχη αλλαγή στη συμπεριφορά και στα συναισθήματά μας. Κύριοι εκπρόσωποι στον ψυχοθεραπευτικό αυτόν τομέα είναι ο ΑΙβθΓΐ ΒβπάυΓβ, ο Α βγοπ ΒθοΚ,ο ΟοπθΙά ΜθίοΐΊΘηβΒυιτι,ο ΑΙββιΙ ΕΙΙίδ, ο \Λ/3ΙΙθγ ΜίεοΙίθΙ, ο ΜίοΜθβΙ Μθήοηβγ, οι Ρ.Μ. και Α.Ρ. ΘοΙάίπβά κ.ά. Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μέσα στο χώρο του γνωστικού συμπεριφορισμού, έχει προκαλέσει το θέμα του αυτο-ελέγχου (3βΙί-οοηΙΐΌΐ). Πρόκειται για συστηματικά προγράμματα - τεχνικές αλλαγής της συμπεριφοράς - τα οποία εφαρμόζει ο ίδιος ο ασθενής. Τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνουν λεπτομερείς οδηγίες για την ανάλυση και περιγραφή της συμπεριφοράς, στρατηγικές για αυτοκαθοδήγηση, τρόπους αυτο-ενίσχυσης κ.τ.ό. Τα αυτοδιαχειριζόμενα αυτά προγράμματα έχουν εφαρμοστεί για τη θεραπεία πλείστων ανεπιθύμητων μορφών συμπεριφοράς, όπως είναι το κάπνισμα, η παχυσαρκία, οι αναποτελεσματικοί τρόποι μελέτης κ.ά.1 Ί Για τις μεθόδους αυτές ευρύς λόγος γίνεται σε επόμενο κεφάλαιο (θλέπε σελ. 103 κ.ε.).


Ο ι κυριότερες μορφές συμπεριφοριστικής ^ θεραπείας Για τους συμπερκροριστές η παθολογική συμπεριφορά θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης- ανεπιθύμητης μάθησης. Η_θεραπευτική της λοιπόν αντιμετώπιση πρέπει να συνίσταται στην απόσβεση αυτών των εσφαλμένων ανεπιθύμητων μορφών συμπεριφοράς και στην απόκτηση νέων συνηθειών και στρατηγικών θετικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας. Οι εφαρμοζόμενες τεχνικές στηρ^ονταΓστις^γενικές αρχές και διαδικασίες που δίέπουν τις διάφορες μορφές μάθησης. Αρχικά, η θεραπευτική διαδικασία βασιζόταν κυρίως στις διαδικασίες της κλασικής εξαρτημένης μάθησης1καιτης συντελεστικής μάθησης2. Τελευταία όμως τεράστια έμφαση έχει δοθεί στις γνωστικές μορφές συμπεριφοριστικής μάθησης3 και κυρίως στην παρατήρηση και μίμηση προτύπων4 και στις τεχνικές του αυτοελέγχου.5 Στο κεφάλαιο αυτό θα παρουσιάσουμε τις κυριότερες μεθόδους συμπεριφοριστικής θεραπείας. Θα φροντίσουμε να παρουσιάσουμε παραδείγματα, αντιπροσωπευτικά, της εφαρμογής στην ψυχοθεραπευτική πράξη όλων των βασικών μορφών μαθησιακών διαδικασιών. Ειδικότερα, στο κεφάλαιο αυτό θα περιγράφουμε τις εξής συμπεριφοριστικές θεραπείες: (1) Τη συστηματική αποευαισθητοποίηση, 2) την ψυχοκατακλυσμική θεραπεία, την ενδοεκρηκτική θεραπεία και τον κορεσμό του ερεθίσματος* 3) την αποστροφική θεραπεία, 4) το «στρώμα του ενουρητικού», 5) την παρρησιαστική θεραπεία, 6) τη συστηματική συντελεστική ενίσχυση, 7) τη μίμηση προτύπων, 8) τη λογικο - θυμική θεραπεία, 9) τον αυτοέλεγχο και 10) τη βιοανάδραση.6 Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάφορες συμπεριφοριστικές θεραπευτικές τεχνικές χρησιμοποιούνται συχνά στην κλινική πράξη πολλές μαζί, σε συνδυασμό μεταξύ τους. Οπως θα δούμε παρακάτω, στη μίμηση προτύπων π.χ. παράλληλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η τεχνική της μυοκινητικής χαλάρωσης και της ιεραρχικής οργάνωσης των αγχογονων καταστάσεων. Ομοίως, στην παρρησιαστική θεραπεία μπορεί παράλληλα να χρησιμοποιηθεί η υπόδυση ρόλων και η καθοδηγούμενη συμμετοχή και άσκηση του ασθενούς στην έμπρακτη εκτέλεση της επιθυμητής συμπεριφοράς. Επίσης, η μέθοδος της αποστροφικής αντιεξάρτησης (χρήση ποινών για να παρεμποδίσουμε την εμφάνιση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς) μπορεί να συνδυαστεί με τη συστηματική συντελεστική ενίσχυση (χρήση αμοιβών για να εμπλουτίσουμε το ρεπερτόριο με επιθυμητές μορφές συμπεριφοράς). Ο ψυχοθεραπευτής επιλέγει και χρησιμοποιεί κάθε φορά, συνδυαστικά, τις τεχνικές εκείνες που θα εξασφαλίσουν στον ασθενή τα μεγαλύτερα θεραπευτικά οφέλη. Η επιλεκτική-συνδυαστική αυτή τακτική αποτελεί τον κανόνα στη σύγχρονη συμπεριφοριστική ψυχοθεραπευτική πρακτική. 1Βλέπε σελ. 64 κ.ε. 2Βλέπε σελ. 70 κ.ε. 3Βλέπε σελ. 81 κ.ε. 4Βλέπε σελ. 76 κ.ε. 5Βλέπε σελ. 103 κ.ε. 6Ευρύτατη ανάλυση των συμπεριφοριστικών ψυχοθεραπειών γίνεται στο σύγγραμμα των ϋ.Ο. ΒίηΊΐη και ϋ.Ο. ΜβδίθΓδ “Βθήθνΐοί ίήθΓ3ργ: ΤθοήηΐηυθΒ 3ηό θΐνρίποβΙ ίΐηάΐηρέ' (έκδοση Αθ30ΘΙΠίθ ΡΓΘ53, 1979).


84

1) Συστηματική αποευαισθητοποίηση (5γ§ΐΘΐτΐίΐίκ (]6§6η§ί(ίζ3(ιοη) Ο όρος «αποευαισθητοποίηση» (άθδθηδϊίϊζβίϊοπ) σημαίνει γενικά διαδικασία

απο-εξάρτησης ή αντι-εξάρτησης (οουηίθΐΌοηάίίίοη'ιης)). Η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για την απάλειψη διαφόρων μορφών φοβικών αντιδράσεων. Η βασική επιδίωξη είναι η αποδυνάμωση - μείωση «του σθένους» - της παθολογικής αντίδρασης, μέσω της ενδυνάμωσης μιας άλλης αντίδρασης, ασυμβίβαστης ή ανταγωνιστικής προς την παθολογική. Η υποκατάστατη αυτή σύνδεση γίνεται κατά το πρότυπο της κλασικής εξαρτημένης μάθησης.1Ο όρος «συστηματική» δηλώνει ότι η διαδικασία της αποεξάρτησης γίνεται σταδιακά και βαθμιαία, διατηρώντας πάντοτε σε υπεροχή τη θετική - ανταγωνιστική για το άγχος αντίδραση. Κυριότερος εκπρόσωπος του θεωρητικού αυτού θεραπευτικού προτύπου είναι ο ϋοδθρίι \Λ/οΙρθ.2 Η διαδικασία της θεραπευτικής μεθόδου της συστηματικής αποευαισθητοποίησης περιλαμβάνει την ταυτόχρονη παρουσία δύο αντιθετικών καταστάσεων: η μια δημιουργεί χαλάρωση και ψυχική ηρεμία, ενώ η άλλη προκαλεί άγχος και έντονες αρνητικές θυμικές αντιδράσεις. Επειδή όμως το άτομο δεν μπορεί να βιώνει συγχρόνως δύο αντιθετικά συναισθήματα, χαλάρωση και άγχος, δημιουργείται, όταν του παρουσιαστούν ταυτόχρονα τέτοια ερεθίσματα, μια διαδικασία αμοιβαίας παρεμπόδισης (ΓΘοΐρΐΌοβΙ ϊηΐιί&ίίϊοη), κατά την οποία η «κατάσταση της χαλάρωσης» (το ευχάριστο συναίσθημα, το οποίο φροντίζουμε να είναι πάντοτε σε σαφή ποσοτική υπεροχή έναντι του δυσάρεστου) αναστέλλει την «αντίδραση άγχους» (το δυσάρεστο συναίσθημα) και τελικά την αποδυναμώνει και την εξα λείφ ει. Ο ννοΐρβ άρχισε να χρησιμοποιεί συστηματικά τη μέθοδο της συστηματικής αποευαισθητοποίησης στη δεκαετία του 1950. Μια πρώτη όμως εφαρμογή της μεθόδου είχε ήδη γίνει το 1924 στα πειράματα της Μ.Ο. ϋοηβδ για τους παιδικούς φόβους.3

Η διαδικασία της συστηματικής αποευαισθητοποίησης περιλαμβάνει δύο προκαταρκτικά στάδια: την ά σ κ η σ η για χ α λ ά ρ ω σ η και την ι ε ρ ά ρ χ η σ η των α γ χ ο γ ό ν ω ν κ α τ α σ τ ά σ ε ω ν . Στη φάση της άσκησης για χαλάρωση, ο ασθενής διδάσκεται τρόπους με τους οποίους πετυχαίνει νευρομυϊκή χαλάρωση (μερών ή ολοκλήρου του σώματος). Μετά από μερικές ασκήσεις, ο ασθενής είναι σε θέση, με τις σχετικές

1Βλέπε σελ. 64 κ.ε. 2Βλέπε σύγγραμμά του “ Ρ5γοήοΙΙΐ6Γ3ργ όγ ίθοΐρωοθΙ ^η^^^ι^^ΐ^οη’, (έκδοση δίβηίοιχΐ ϋηΐνθΓδΐΙγ Ργθ35, 1958). Ομοίως, βλέπε σύγγραμμα του ιδίου “ ΤΙίθ ρΓβοίΐοθ οί όθήβνϊοΓ ίήθΓΒργ” (έκδοση ΡθΓ93ΐηοη Ργθ55, 1973, 2η έκδοση). 3Βλέπε σελ. 68.


85

προφορικές οδηγίες του ψυχοθεραπευτή, να επιτύχει κατάσταση πλήρους χαλάρωσης.1 Χαλάρωση μπορεί να επιτευχθεί και με την τεχνική της βιοανάδρασης2 (βίοίθθάββοΚ). Ο ασθενής ασκείται, με τη βοήθεια ηλεκτρονικής συσκευής, στον εκούσιο έλεγχο του αυτόνομου νευρικού συστήματος, και ιδίως στην αύξηση της παραγωγής ΑΙρΙιβ - εγκεφαλικών ρυθμών, οι οποίοι συνδέονται άμεσα, όπως έχειαποδειχθεί, με καταστάσεις ψυχικής χαλάρωσης και εσωτερικής ηρεμίας.

Στη φάση της ιεράρχησης των αγχογόνων ερεθισμάτων καθορίζεται, για κάθε φοβικό ερέθισμα, ο βαθμός του άγχους που προκαλεί και, με βάση τη βαθμο­ λογία αυτή, γίνεται ιεραρχική τους κλιμάκωση. Το πρώτο βήμα στη φάση αυτή είναι ο ακριβής καθορισμός - με συνεντεύξεις, τεστ, ερωτηματολόγια, αφηγήσεις του ασθενούς και με μετρήσεις βιολογικών λειτουργιών (π.χ. χτύποι καρδιάς) - των καταστάσεων, συνθηκών και ερεθισμάτων που προκαλούν άγχος στον ασθενή. Στη συνέχεια, τα δυσάρεστα αυτα γεγονότα ταξινομούνται σε ομάδες. Η κατηγοριοποίηση αυτή γίνεται είτε με βάση ένα κεντρικό θέμα, όπως π.χ. το συναίσθημα ενοχής του ασθενούς (θεματική κλίμακα), είτε με βάση ένα συγκεκριμένο γεγονός, όπως π.χ. ο θανατος προσφιλούς προσώπου (χωρο-χρονική κλίμακα). Κατά τον ΝΛ/οΙρθ, οι περισσότεροι ασθενείς έχουν 3 ώς 4 ομάδες αγχογόνων καταστάσεων. Κατόπιν, τα ερεθίσματα κάθε ομάδας ταξινομούνται ιεραρχικά. Το ερέθισμα που προκαλεί το περισσότερο άγχος τοποθετείται στην κορυφή της κλίμακας, ενώ το ερεθισμα που προκαλεί το λιγότερο άγχος καταλαμβάνει τη βάση της κλίμακας. Στην περίπτωση π.χ. του φόβου για τους νεκρούς, η κλίμακα αγχογόνων καταστάσεων μπορεί ιεραρχικά να περιλαμβάνει: τη θέα αγγελτηρίου θανάτου, τη θεα γραφείου κηδειών, τη θέα νεκροταφείου από μακρινή απόσταση, την παρακολούθηση μνημοσύνης ακολουθίας, τη θέα εκφοράς του νεκρού, την επίσκεψη σε νεκροταφείο, την επίσκεψη σε γραφείο κηδειών, την παρακολούθηση κηδείας, ασπασμό του νεκρού κ.τ.ό. Ο ννοΐρθ καθιέρωσε ειδική μονάδα μέτρησης του άγχους που προκαλούν τα διάφορα φοβικά ερεθίσματα, τα δυάδ. ' Ετσι, το πιο «οδυνηρό» ερέθισμα βαθμολογείται με εκατό (100) μονάδες δυάδ, ενώ το πιο ανώδυνο - το χαμηλότερο ερέθισμα της κλίμακας βαθμολογείται με μηδέν (0) μονάδες δυάδ. Ο ασθενής στην παρουσίαση των ερεθισμάτων καλείται να υποδηλώσει το άγχος σε μονάδες δυάδ.

Στην κατασκευή των κλιμάκων των αγχογόνων ερεθισμάτων χρησιμοποιούνται και φανταστικές-υποθετικές σκηνές, ιδιαίτερα στη βάση της κλίμακας, γιατί 1Ασκήσεις για σταδιακή νευρομυϊκή χαλάρωση έχουν περιγράφει ήδη από το 1938 από τον Ε. ϋθοΚοβδοη (βλέπε σύγγραμμά του “ΡΓος/Γθ55ΐνθ Γθΐ3Χ3ΰοη", έκδοση 1)ηΐνβΓδΐίγ οί ΟΝθ3θ)θ ΡΓθδδ). Περιγραφή των ασκήσεων αυτών γίνεται στο σύγγραμμα της Αναστασίας Καλαντζή-Αζίζι «Εφαρμοσμένη κλινική ψυχολογία στο χώρο της υγείας» (Αθήνα, 1983) σελ. 33-41. Επίσης, ασκήσεις νευρομυϊκής χαλάρωσης περιλαμβάνονται στο σύγγραμμα της ϋβηθ ΜβεΙοΙθΓδ «Στρες και χαλάρωση» (εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 1983). 2Βλέπε σελ. 109.


86

μπορούν να γίνουν, όσο κρίνεται κάθε φορά σκόπιμο, λιγότερο οδυνηρέςδυσάρεστες για το άτομο. ’ Ετσι, δίνεται στο θεραπευτή περισσότερη ευελιξία στην επιλογή των ερεθισμάτων. Τα ερεθίσματα στην κορυφή της κλίμακας προέρχονται συνήθως από πραγματικές καταστάσεις. Ο ασθενής παρακινείται να επιδιώκει τέτοιες καταστάσεις και να τις αντιμετωπίζει «εκ του φυσικού». Η διαδικασία αυτή λέγεται αποευαισθητοποίηση ίη νίνο.

Η διαδικασία της συστηματικής αποευαισθητοποίησης Αφού ο ασθενής μάθει να χαλαρώνει και αφού κατασκευαστούν οι αγχογόνοι κλίμακες, αρχίζει η καθεαυτό αποευαισθητοποίηση, με την εξής διαδικασία: Ο θεραπευτής παρουσιάζει στον ασθενή, ο οποίος στο μεταξύ έχει φθάσει σε κατάσταση πλήρους χαλάρωσης, τα ερεθίσματα της κλίμακας, αρχίζοντας από το ερέθισμα που προκαλεί το λιγότερο άγχος και που συνήθως είναι μια φανταστική σκηνή. Ο ασθενής φαντάζεται τη σκηνή για 20-40 δευτερόλεπτα. Κάθε φορά ο ασθενής δηλώνει στο θεραπευτή, προφορικά ή με νοήματα, το ποσό του άγχους που του προκαλεί το ερέθισμα. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται ωσότου ο ασθενής δηλώνει ότι δεν του προκαλεί πια άγχος η πρώτη σκηνή, οπότε ο θεραπευτής εισάγει το δεύτερο στην ιεραρχική κλίμακα φοβικό ερέθισμα. Μετά το επιτυχές πέρασμα από το δεύτερο ερέθισμα, εισάγεται το τρίτο

Εικ. 18. Ο υοΒθρή ννοΐρθ σε θεραπεία ασθενούς με τη μέθοδο της συστηματικής αποευαισθητοποίησης.


87

ερέθισμα κ.ο.κ., ωσότου εισαχθεί το ερέθισμα της κορυφής της κλίμακας. Με τον τρόπο αυτόν ο ασθενής συνηθίζει να αντιμετωπίζει την κατάσταση που του προκαλεί ψυχικές διαταραχές, παραμένοντας ο ίδιος σε μια κατάσταση σωματικής και ψυχικής χαλάρωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «συστηματική» χρησιμοποιείται για να υποδηλωθεί η βαθμιαία και σταδιακή, σε επάλληλες φάσεις, αποευαισθητοποίηση, με βάση την ιεράρχηση των αγχογόνων καταστάσεων. Σε κάθε φάση λαμβάνεται πρόνοια ώστε το ευχάριστο συναίσθημα (η νευρομυϊκή χαλάρωση) να είναι σε σαφή ποσοτική υπεροχή έναντι του δυσάρεστου. Μια παραλλαγή της συστηματικής αποευαισθητοποίησης είναι η εφαρμογή της

ίη νϊνο με τη χρήση προτύπου.1 Στο είδος αυτό θεραπείας ο ασθενής παρακολουθεί κάποιον άλλον (το πρότυπο) να πλησιάζει το αγχογόνο ερέθισμα. Ενσυνεχεία, το πρότυπο καθοδηγεί τον ασθενή να πλησιάσουν μαζί το αγχογόνο ερέθισμα. Τέλος, το πρότυπο αποσύρεται σταδιακά, καθώς ο ασθενής «μαθαίνει» να πλησιάζει το αγχογόνο ερέθισμα μόνος του. Η αποευαισθητοποίηση ίη νίνο με τη χρήση προτύπου απαιτεί λιγότερο χρόνο και είναι τουλάχιστο το ίδιο αποτελεσματική όσο και η κλασική μορφή αποευαισθητοποίησης. Μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί μόνο για τη θεραπεία περιπτώσεων στις οποίες η ανεπιθύμητη κατάσταση μπορεί εύκολα να γίνει αντικείμενο μίμησης. Μια άλλη παραλλαγή της συστηματικής αποευαισθητοποίησης είναι η εφαρμογή της σε ομάδα ασθενών. Για την ομαδική εφαρμογή της αποευαισθητοποίησης απαιτείται η κατασκευή μιας κλίμακας άγχους κοινής για όλα τα μέλη της ομάδας. Μια τέτοια ρύθμιση μπορεί βέβαια να γίνει μόνο όταν το πρόβλημα είναι κοινό και συγκεκριμένο, όπως π.χ.ο φόβος για τα φίδια, το άγχος των εξετάσεων κ.τ.ό. Επίσης, στην ομαδική αποευαισθητοποίηση ο ρυθμός της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες των ασθενών με την πιο αργή πρόοδο. Η ομαδική αποευαισθητοποίηση έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως για τη θεραπεία διαφόρων μορφών φοβίας.2

2) Ψυχοκατακλυσμική θεραπεία, ενδοεκρηκτική θεραπεία και κορεσμός του ερεθίσματος Μια άλλη μορφή απο-εξάρτησης είναι η ψυχοκατακλυσμική θεραπεία (ίΙοοοΙίη9 ΙΙΐΘΓβργ).3 Με τη μέθοδο αυτή ο ασθενής οδηγείται να βιώσει απότομα, χωρίς να του δίνεται η δυνατότητα να υπαναχωρήσει, τη χειρότερη δυνατή αγχογόνο κατάσταση στη μεγαλύτερη δυνατή της ένταση. Η προσωρινή βίωση ενός τέτοιου κατακλυσμικού άγχους αποσβένει το αρχικό άγχος (πρόκειται για ένα είδος ψυχο - ομοιοπαθητικής τακτικής). 1. Βλέπε σελ. 96 κ.ε. 2. Ανάλυση των ερευνών που αναφέρονται στη χρήση της θεραπευτικής αυτής μεθόδου στην κλινική πράξη γίνεται στο σύγγραμμα Ο.Ο. Πίιηιτι και ϋ.Ο. ΜβδίθΓδ «ΒθΙΐ3νίθΓ ίΙΐθΓ3ργ: Τθθήηϊειυθ8 3 ηό θΓηρΐπο3ΐ ίίηάΐηβ5» (έκδοση ΑοβοΙθπίϊο ΡΓθδδ, 1979) σελ. 306-313. 3. Βλέπε άρθρο Τ.Θ. δ ΐ 3 ΐτιρίΙ και ϋ.ϋ. Ιθνϊδ «ΕδδθηΙϊβΙδ οί ίιτιρίοδΐνθ ΙΙΐθΓδργ: Α ΙθΒίτιΐηςι-ίΐΊθΟΓγ-ββδθά ρδγοΐΊθάγη3 ΓΤΉθ ίήθΓβργ» στο περιοδικό ϋουπΊ3ΐ οί Αόηοπν3ΐ ΡΒγοήοΙοςίγ, 1967, τόμ. 72ος, σελ. 496-503.


88

Παρεμφερής προς την ψυχοκατακλυσμική θεραπεία είναι η ενδοεκρηκτική θεραπεία (ΐηηρΙοδ'ινΘ ϋΐθΓβργ).1 Το άτομο οδηγείται να φανταστεί το φοβικό ερέθισμα στην πιο απειλητική του μορφή και να προσπαθήσει να βιώσει το φόβο που χου προκαλεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Στη συνέχεια, αφήνεται να επανέλθει σταδιακά στην ηρεμία. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται αρκετές φορές. Η βίωση του φόβου στον ανώτερο δυνατό βαθμό και η ενσυνεχεία επαναφορά στην ηρεμία συντελούν στη σταδιακή εξασθένιση του άγχους και στην πλήρη εξάλειψή του. Σε άλλες περιπτώσεις η αποδυνάμωση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς επιδιώκεται με την τεχνική του κορεσμού του ερεθίσματος (δίϊιηυΐυδ δβί'ιβίίοη). Η τεχνική αυτή συνίσταται στην αναγκαστική μαζική και παρατεταμένη ενασχόληση του ατόμου με το ανεπιθύμητο ερέθισμα, ωσότου του προκληθεί ανία και αηδία. Π.χ. το κάπνισμα μπορεί να χάσει την ελκυστικότητά του, αν ο καπνιστής αναγκαστεί να καπνίζει ασταμάτητα για ώρες· ή, το άτομο με συλλεκτική μανία για σεξουαλικά αντικείμενα μπορεί να εγκαταλείψει την ανεπιθύμητη αυτή συνήθεια, όταν το αναγκάσουμε να έρχεται σε συνεχή επαφή με αντικείμενα του είδους αυτού, τα οποία, φροντίζουμε, να του παρέχονται αφειδώς- ή, το παιδί που έχει ονυχοφαγία μπορεί να σταματήσει την αηδιαστική αυτή συνήθεια, όταν το αναγκάσουμε να εξαντληθεί, τρώγοντας όλα του τα νύχια κ.τ.ό. Το πιο γνωστό χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής της τεχνικής του κορεσμού είναι η περίπτωση κρυπτομανίας μιας ψυχωσικής σε ψυχιατρική κλινική. Η ασθενής αυτή έκρυβε πετσέτες στο δωμάτιό της (σε κάποια φάση είχε κρυμμένες σε διάφορα μέρη του δωματίου της περί τις 30 πετσέτες). Η ασθενής εγκατέλειψε τη συνήθειά της αυτή, όταν το προσωπικό της κλινικής άρχισε να της «προμηθεύει» καθημερινά ολοένα και περισσότερες πετσέτες.2 ¥ Πρέπει να σημειωθεί ότι,ανάμεσα στις τρεις παραπάνω μεθόδους και στη συστηματική αποευαισθητοποίηση του \Λ/οΙρθ,3 υπάρχει μια σαφής διαφορά στη θεραπευτική παρέμβαση. Ενώ όλες οι μέθοδοι αυτές αποβλέπουν στην παρεμπόδιση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, η συστηματική αποευαισθητοποίση προσπαθεί να το επιτύχει με το να διατηρεί, χρησιμοποιώντας τη νευρομυϊκή χαλάρωση και την ιεράρχηση των αγχογόνων καταστάσεων, σε σαφή υπεροχή το ευχάριστο συναίσθημα και να εξασφαλίσει ένα όσο το δυνατόν «ανώδυνο» πλησίασμα του αγχογόνου ερεθίσματος. Αντίθετα, τόσο η ψυχοκατακλυσμική θεραπεία όσο και η ενδοεκρητική θεραπεία προσπαθούν να αποσβέσουν την ανεπιθύμητη συμπεριφορά με την ακριβώς αντίθετη διαδικασία: με τη βίωση του άγχους, εξαρχής, στη χειρότερη δυνατή του μορφή. 1Βλέπε άρθρο Τ. ΑγΙΙοη ΊηίθΠδΐνθ ΐΓθβίΓΠθηί οί ρεγοίιοΐΐο βθήβνίοΓ 6γ δίΐιπυΐϋδ δΒΐϊβΙΐοπ Άηό ίοοά ΓθΐηίθΓθθΓηθηΙ” στο περιοδικό ΒθΙΐθνίοΓ ΠθβθβγοΙί 3 ηό ΤΜθίβργ, 1963, τόμ. 1ος, σελ. 53-62. 2Βλέπε σελ. 84 κ.ε. 3Βλέπε σελ. 84 κ.ε.


89

3) Αποστροφική θεραπεία (ΑνθΓδίνβ οουηίθΓ<:οη<1ίίίοηίη§)

Η μέθοδος της αποστροφίκής θεραπείας στηρίζεται στην άποψη ότι η κάθε μορφή συμπεριφοράς που ακολουθείται από δυσάρεστα γεγονότα (πόνο, ναυτία, ταπείνωση) έχει μικρότερη πιθανότητα να εμφανίζεται στο εξής. Αν π.χ. ο οδηγός αυτοκινήτου, ο οποίος κάθε φορά που κάνει υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, παίρνει και μια «κλήση», το πιθανότερο είναι ότι γρήγορα θα μάθει να «σέβεται» τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Η μέθοδος αυτή είναι ένα είδος αποεξάρτησης και χρησιμοποιείται κυρίως για την απάλειψη ανεπιθύμητων μορφών συμπεριφοράς, όπως π.χ. είναι ο αλκοολισμός, οι σεξουαλικές αποκλίσεις, το κάπνισμα κ.ά. Επειδή η τεχνική αυτή χρησιμοποιεί την «τιμωρία» και είναι δυσάρεστη, εφαρμόζεται μόνο οταν η παθολογική περίπτωση δεν επιδέχεται θεραπεία με άλλη μέθοδο. Η τεχνική της αποστροφίκής θεραπείας συνίσταται στη σύνδεση ανάμεσα σε ερεθίσματα που σχετίζονται με την ανεπιθύμητη μορφή συμπεριφοράς και σε ερεθίσματα που προκαλούν πόνο και αποστροφή. Η σύνδεση αυτή γίνεται κατά το πρότυπο της κλασικής εξαρτημένης μάθησης.1 Για τη θεραπεία του αλκοολισμού π.χ. η γεύση ενός ποτού μπορεί να συνδεθεί με μια χημική ουσία που προκαλεί στον ασθενή ναυτία. Ο ασθενής ενθαρρυνεται να καταναλίσκει όση ποσότητα ποτού επιθυμεί, συγχρόνως όμως νιώθει και ανάλογη ναυτία και εμετική τάση. Η διαδικασία συνεχίζεται ωσότου η γεύση του ποσού, μόνη της πια, ακόμη και η απλή θέα της φιάλης του ποτού, να προκαλεί το δυσάρεστο συναίσθημα, τη ναυτία. Επίσης, το υπερβολικό κάπνισμα μπορεί να καταπολεμηθεί με τη χωροχρονική σύνδεση ανάμεσα στη γεύση του τσιγάρου και σε ρεύμα καυτού - μολυσμένου αέρα που κατευθύνεται στο πρόσωπο του καπνιστή. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να καπνίζει όσα τσιγάρα θέλει. Τη στιγμή όμως που βάζει το τσιγάρο στο στόμα, ο θεραπευτής διοχετεύει στο πρόσωπό του ασθενούς ποσότητα του μολυσμένου καυτού αέρα. Η διαδικασία αυτη συνεχίζεται ωσότου το πλησίασμα του τσιγάρου στο στόμα του ασθενούς, μόνο του. να προκαλεί το δυσάρεστο αίσθημα του καυτού - μολυσμένου αέρα. Ομοίως, η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται με τη σύζευξη ομοφυλοφιλικών σκηνών (προβολή διαφανειών) και ακίνδυνης - αλλά επώδυνης ηλεκτρικής καταπληξίας. Η αποτελεσματικότητα της τεχνικής της αποστροφής εξασφαλίζεται με τη λειτουργία του νόμου της χωροχρονικής συνεξάρτησης.1 Έτσι, ο αλκοολικός π.χ. εξακολουθεί, και μετά το τέλος της θεραπείας, να αποφεύγει το ποτό, παρόλο που «ξέρει» ότι δεν θα του δοθεί το αποτρεπτικό ερέθισμα (εμετικό φάρμακο), όπως συνέβαινε κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τα ερεθίσματα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αντιδράσεων αποστροφής διακρίνονται σε δύο κατηγορίες :Τα χ η μ ι κ ά π α ρ α σ κ ε υ ά σ μ α τ α και τις ε λ α φ ρ έ ς η λ ε κ τ ρ ι κ έ ς κ α τ α π λ η ξ ί ε ς (δήοοΚδ). 1Βλέπε σελ. 64 κ.ε.


90

Τα χημικά παρασκευάσματα χρησιμοποιούνται κυρίως για την πρόκληση ναυτίας σε περιπτώσεις αλκοολικών. Ορισμένες χημικές ουσίες, αν αναμιχθούν ακόμη και με μικρές ποσότητες οινοπνεύματος, προκαλούν ναυτία και εμετικές καταστάσεις για αρκετές ώρες. Το σοβαρότερο μεθοδολογικό μειονέκτημα των χημικών παρασκευασμάτων είναι ότι δεν υπόκεινται σε ακριβή έλεγχο ως προς την έναρξη, τη διάρκεια, την ένταση και τη λήξη της επίδρασής τους. Επίσης, συχνά έχουν παρενέργειες και γενικά είναι δυσάρεστα στον ασθενή. Οι ελαφρές ηλεκτρικές καταπληξίες συνίστανται στη διοχέτευση μικρής ακίνδυνης ποσότητας ηλεκτρικού ρεύματος στο σώμα του ασθενούς, η οποία του προκαλεί πόνο. Οι καταπληξίες πλεονεκτούν, έναντι των χημικών παρασκευασμάτων, γιατί τα αποτελέσματα και οι παρενέργειες των δυσάρεστων καταστάσεων που προκαλούνται από τις καταπληξίες μπορούν να ελεγχθούν αποτελεσματικότερα. Η καταπληξία π.χ. μπορεί να αρχίσει ακριβώς μισό δευτερόλεπτο μετά την παρουσίαση του ερεθίσματος προς το οποίο επιδιώκεται να προκληθεί η αποστροφή του ασθενούς. Επίσης, βασικό πλεονέκτημα των ελαφρών ηλεκτροκαταπληξιών είναι ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον ίδιο τον ασθενή (χρησιμοποιούνται φορητές συσκευές ηλεκτρικού ρεύματος, τις οποίες ενεργοποιεί ο ασθενής όταν αντιληφθεί ότι παρωθείται να εκδηλώσει την ανεπιθύ­ μητη συμπεριφορά). Εκτός από τα χημικά παρασκευάσματα και τις ελαφρές ηλεκτρικές καταπληξί­ ες , έχουν επινοηθεί και χρησιμοποιούνται, ανάλογα με την ειδική ψυχοθεραπευτική περίπτωση, και άλλες τεχνικές, όπως η προβολή σκηνών που προκαλούν αποστροφή (π.χ. τραυματισμοί), η καλλιέργεια στον ασθενή του συναισθήματος της «αιδούς» για ό,τι κάνει, η θέαση φανταστικών παραστάσεων με αποτρόπαιες σκηνές (ο αλκοολικός π.χ. παρακινείται να φανταστεί σκηνές φρίκης τη στιγμή που πλησιάζει στα χείλη του ποτήρι με ποτό) κ.ά. Τα αποτελέσματα της αποστροφικής θεραπείας υπήρξαν ικανοποιητικά. Η θεραπεία αυτή πρόσφερε στην κλινική πράξη χρήσιμους τρόπους για την αντιμετώπιση μορφών συμπεριφοράς, οι οποίες διαφορετικά θα ήταν δύσκολο - αν όχι και αδύνατο - να θεραπευθούν. Παρά τα θετικά της όμως αποτελέσματα, η μέθοδος αυτή παρουσιάζει μειονεκτήματα, τα οποία καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή της σε αρκετές ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις. Εκτός από το γεγονός ότι η ποινή είναι από τη φύση της δυσάρεστη, μερικοί ασθενείς εμφανίζουν παρενεργειακά συμπτώματα αυξημένης επιθετικότητας και άγχους. Τέλος, η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασθενείς που παρουσιάζουν οργανικές παθήσεις. Πρέπει να τονιστεί ότι με την αποστροφική θεραπεία επιδιώκεται να παρεμποδιστεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων μορφών συμπεριφοράς, με τη χρήση της τιμωρίας. Οπως είπαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο,1 η αποτελεσματικότητα 1Βλέπε σελ. 72.


91

της χρήσης της τιμωρίας μεγιστοποιείται, όταν παράλληλα, μέσα στα ίδια πλαίσια, δίνεται η δυνατότητα για την εκτέλεση επιθυμητών μορφών συμπεριφοράς, οι οποίες, φροντίζουμε και να αμείβονται συστηματικά. Στη θεραπεία των ομοφυλοφιλικών τάσεων μπορεί π.χ. να υποδείξουμε στον ασθενή, ενώ παρακολουθεί στην οθόνη τη γυμνή ομοφυλόφιλη εικόνα και δέχεται για την ενέργειά του αυτή ηλεκτρικό σοκ (ενώ του γίνεται δηλαδή αποστροφική θεραπεία), παράλληλα ενθαρρύνεται να φυλλομετράει άλμπουμ με ετερόφυλες σκηνές και, ως αμοιβή για την ενέργειά του αυτή (επιθυμητή συμπεριφορά), να του δίνεται το δικαίωμα να σταματάει ο ίδιος το ηλεκτρικό σοκ (ενίσχυση).1

4) «Το στρώμα του ενουρητικού» (ΒθΙΙ-αη(1-Ρ3(1 ΙεΐΗηίηιιε) Εφαρμογή των αρχών της κλασικής εξαρτημένης μάθησης στην ψυχοθε­ ραπευτική αποτελεί και η τεχνική που είναι γνωστή ως «το στρώμα του ενουρητικού», το οποίο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της νυκτερινής ενούρησης.2 Πρόκειται για ένα ειδικά κατασκευασμένο στρώμα κρεβατιού, στο οποίο έχει ενσωματωθεί ένας ηλεκτρολογικός μηχανισμός αφύπνισης. Ο μηχανισμός αυτός αποτελείται απο ενα συρμάτινο πλέγμα που απολήγει σε κύκλωμα ηλεκτρικού κουδουνιού (ξυπνητήρι). Το κύκλωμα κλείνει (το ξυπνητήρι κτυπάει), όταν το συρμάτινο πλέγμα υγρανθεί. Ο μηχανισμός λειτουργεί με μπαταρίες ή/και με ρεύμα απευθείας απο κοινή πρίζα.3 Το σκεπτικό για τη χρήση της τεχνικής αυτής είναι ότι το ενουρητικό άτομο δεν διαθέτει την αναγκαία ευαισθησία προς τις νευρομυϊκές συσπάσεις που κάνει η ουροδόχος κύστη, καθώς αυτή γεμίζει και τα όρια της χωρητικότητάς της εξαντλούνται. Στο φυσιολογικό άτομο οι συσπάσεις αυτές της γεμάτης ουροδόχου είναι ικανές να το αφυπνίσουν και ετσι εγκαίρως να πάει στην τουαλέτα να ουρήσει. Στο ενουρητικό όμως άτομο οι συσπάσεις αυτές είναι για την αφύπνιση ένα «ουδέτερο» ερέθισμα. Φυσικό ερεθισμα για την αφύπνιση σε όλα τα άτομα-επομένως και στα ενουρητικά - είναι ο ήχος του κουδουνιού. Αν λοιπόν συνεξαρτηθούν το ουδέτερο ερέθισμα «σύσπαση της γεμάτης ουροδόχου» με το φυσικό ερέθισμα «ήχος κουδουνιου», τότε η επιθυμητή έγκαιρη αφύπνιση θα προκαλείται και στο ενουρητικό άτομο από τις πρώτες συσπάσεις της ουροδόχου. Η θεραπευτική διαδικασία είναι απλή: Το ενουρητικό άτομο κοιμάται για μερικές ημέρες συστηματικά επάνω στο ειδικό «στρώμα». Ό ταν η ουροδόχος

1Το είδ ος αυτό μάθησης είνα ι γνωστό ως μάθηση διαφυγής (βλέπε υποσημείωση 1, σ ελ.71). 2Βλέπε άρθρο Β.Η. ΜοννΓΘΓ και \Λ/.Μ. Μο\λ/γθγ “ ΕηυΓθδίδ: Α γπθΙΙίοοΙ ίθΓ ίίδ δΐυάγ Άηό ΐΓθΒΐηίθηΙ” στο π εριοδικό ΑηΐθήΟΒη ϋουπΊΒΐ ο ί ΟιΙΐΊορδγοίΊΐθίΓγ, 1936, τόμ. 8ος, σελ. 436-459. 3Το «στρώμα» δ ια τίθ ετα ι από το υς κατά τόπους αντιπροσώπους οίκων κατασ κευής και εμπορίας ψυχολογικών οργάνων.


92

κύστη γεμίζει, αρχίζει να συσπάται. Το ενουρητικό άτομο όμως δεν ξυπνά και έτσι «βρέχεται» επάνω του. Τα παραγόμενα ούρα όμως ενεργοποιούν το σύστημα αφύπνισης, κτυπάει το κουδούνι και το άτομο ξυπνάει. Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται για μερικές ημέρες, οπότε η ταυτόχρονη εμφάνιση των δύο ερεθισμάτων - αίσθηση της γεμάτης ουροδόχου και ήχος κουδουνιού σχηματίζουν υποκατάστατη συνεξάρτηση και τελικά το άτομο ξυπνάει με τις πρώτες συσπάσεις της ουροδόχου, πριν ακόμη χτυπήσει το ξυπνητήρι. ’ Ετσι, το άτομο «μαθαίνει» την επιθυμητή συμπεριφορά, να ξυπνάει δηλαδή μόνο με τις πρώτες συσπάσεις της ουροδόχου και να αποφεύγει την ενούρηση.

5) Παρρησιαστική θεραπεία (Αδδθΐΐίνθ (Γ3ίηίη§) Υποστηρίζεται1 ότι τα άγχη που νιώθουν ορισμένα άτομα σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις και διαπροσωπικές σχέσεις μπορούν να μειωθούν, αν τα άτομα αυτά ασκηθούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και τις σκέψεις τους με παρρησία, με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Πιστεύεται ότι τα άτομα αυτά νιώθουν έντονο κοινωνικό-διαπροσωπικό άγχος,γιατί έχουν μάθει να μη λένε τη γνώμη τους ευθαρσώς για κάτι που νομίζουν ότι είναι σωστό- να εκδηλώνουν ελεύθερα τη δυσαρέσκειά τους και την αποδοκιμασία τους, όταν κάτι που γίνεται τους ενοχλεί” να δείχνουν απροκάλυπτα την ευχαρίστησή τους και την επιδοκιμασία τους για κάτι που τους ενθουσιάζει· να αρνούνται κάτι στους άλλους, όταν δεν τους αρέσει ή όταν νομίζουν ότι γίνονται θύματα εκμετάλλευσης· να «υψώνουν το ανάστημά τους» και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους* να «πατάνε πόδι», οπως λέμε, στους άλλους και να υπερασπίζονται τον εαυτό τους κ.τ.ό. Η παρρησιαστική θεραπεία (η θεραπεία αυτή λέγεται και διεκδικητική) χρησιμοποιείται για αυτόν ακριβώς το σκοπό: να μειώσει το κοινωνικό-διαπροσωπικό άγχος, μέσω της άσκησης σε μια ευθεία και ειλικρινή έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις. Πρέπει να τονιστεί ότι η ελεύθερη και θαρραλέα αυτή έκφραση των προσωπικών βιωμάτων γίνεται μέσα σε πλαίσιο κοινωνικά αποδεκτό. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται ώστε το άτομο να μάθει να ενεργεί με ενσυναίσθηση, δηλαδή να μεταφέρεται «ψυχολογικά» στη θέση των άλλων και να λαμβάνει υπόψη του τις επιθυμίες και τα δικαιώματα των άλλων. Στην παρρησιαστική θεραπεία πρώτα καθορίζονται, με συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια, οι συγκεκριμένες σχέσεις που προκαλούν άγχος στο άτομο.2 Στη συνέχεια, το άτομο ασκείται, με την καθοδήγηση του θεραπευτή, να αντιμετωπίζει τις περιστάσεις αυτές κατά τρόπο που να είναι ικανοποιητικός για το ίδιο το άτομο και κοινωνικά αποτελεσματικός. 1Βλέπε σύγγραμμα Α. ΒβΙΙθγ θί ο\ (θάδ) “ ΤΜθ οοηάΐίίοηΐηςι {ΜθΓβρϊββ: ΤΙίθ οΙίβΙΙθπθθ ίη ρεγοίΊΟΐήθΓΒργ” (έκδοση ΗοΙί, 1964). 2Το κοινωνικό-διαπροσωπικό άγχος δεν θεωρείται από τους συμπεριφοριστές ότι είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και κατά συνέπεια ότι το άτομο εκδηλώνει το άγχος αυτό σε όλες τις κοινωνικές καταστάσεις και διαπροσωπικές σχέσεις. Αντίθετα, το θεωρούν ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητης μάθησης και ότι εκδηλώνεται σε ορισμένες μόνο περιστάσεις, οι οποίες έχουν συνάφεια με τις προηγούμενες εμπειρίες του ατόμου.


93

Μερικά από τα πιο συνήθη προβλήματα, στα οποία ασκείται το άτομο να επιλύει κατά την παρρησιαστική θεραπεία, είναι: - Κάποιος μπαίνει μπροστά σου στην ουρά του λεωφορείου. - Να αρνηθείς να κάνεις κάτι που σου ζητάει κάποιο αγαπητό σου πρόσωπο, αλλά που δεν το εγκρίνεις ή δεν το θέλεις. - Να ζητήσεις να σου επιστρέψουν κάτι που βιβλία, εργαλεία).

δάνεισες (χρήματα,

- Να αντισταθείς στις πιέσεις του πωλητή να αγοράσεις κάτι που δεν θέλεις. - Να αρνηθείς να δανείσεις κάτι που σου ζητάνε και που δεν θέλεις να το δώσεις. - Να ανοίξεις συζήτηση με κάποιον άγνωστο. - Να ζητήσεις ραντεβού με το άλλο φύλο. Ρ Να εκφράσεις μια γνώμη που είναι αντίθετη στα όσα υποστηρίζουν οι άλλοι. - Στο θέατρο δύο άτομα που κάθονται ακριβώς πίσω σου συνεχώς συζητούν και δεν σε αφήνουν να παρακολουθήσεις την παράσταση. Μπροστά σε περιστάσεις, όπως οι παραπάνω, σίγουρα όλοι μας νιώθουμε κάποια δυσκολία να τις αντιμετωπίσουμε, ορισμένα όμως άτομα νιώθουν τόσο ανήμπορα ώστε δεν λένε τίποτε και απλώς υπομένουν την κατάσταση, αυτοκαταπιεζόμενα. Τέτοιες εμπειρίες τελικά οδηγούν το άτομο να αποφεύγει συστηματικά να συμμετέχει σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να του δημιουργήσουν κοινωνικό άγχος, οπότε νιώθει έντονα συναισθήματα αναξιότητας και ηττοπάθειας ή, όταν συμμετέχει, νιώθει έντονη πικρία, μνησικακία και ζήλεια προς τους άλλους. ' Εχει αποδειχθεί ότι η άσκηση σε παρρησιαστικές πράξεις έχει, αυτή καθεαυτή, θεραπευτική αξία. Πιθανότατα αυτο συμβαίνει γιατί οι πράξεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως αντιδράσεις ασυμβίβαστες - ανταγωνιστικές προς το άγχος, όπως η νευρομυϊκή χαλάρωση στη συστηματική αποευαισθητοποίηση του \Λ/οΙρθ,1 και αμοιβαίως παρεμποδίζουν το άγχος. Μέσω λοιπόν της άσκησης αυτής δημιουργείται αντι - εξάρτηση, κατά το πρότυπο της κλασικής εξαρτημένης μάθησης, και τελικά το άτομο μαθαίνει να μη νιώθει άγχος στις διάφορες κοινωνικές καταστάσεις και διαπροσωπικές σχέσεις, ανεξάρτητα από το αν εκδηλώνει ή όχι παρρησιαστική συμπεριφορά. Μια άλλη ερμηνεία είναι ότι η άσκηση αυτή, επειδή κάνει το άτομο κοινωνικά πιο αποτελεσματικό, προσπορίζει στο άτομο ικανοποιήσεις, οι οποίες στη συνέχεια ενισχύουν, κατά το πρότυπο της συντελεστικής μάθησης, τη διαπροσωπική δραστηριότητα και συμπεριφορά του ατόμου. Για να γίνει αποτελεσματικότερη η άσκηση σε παρρησιαστικές δραστηριότητες χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές, όπως είναι η μίμηση προτύπου με καθοδηγούμενη συμμετοχή, η χρήση βοηθού θεραπευτή (κάποιος συγγενής ή φίλος του ασθενή εκτελεί και αυτός μαζί τις ασκήσεις), πρόβες μπροστά σε καθρέφτη, η ιεραρχική κλιμάκωση των αγχογόνων καταστάσεων κ.ά. 1Βλέπε σελ. 84 κ.ε.


94

6) Συστηματική συντελεστική ενίσχυση (Οσπίίηζθπογ ηΊ<ίηα§6ηΐ6ηί) Ευθεία εφαρμογή των αρχών της συντελεστικής μάθησης του εΚιηηθΓ1στην ψυχοθεραπευτική πράξη αποτελούν οι λεγάμενες τεχνικές της συστηματικής συντελεστικής ενίσχυσης. Με τις τεχνικές αυτές επιδιώκεται να μάθει ο ασθενής να εκτελεί σειρά από επιθυμητές μορφές συμπεριφοράς μέσω της παροχής αμοιβών. Οι αμοιβές ρυθμίζεται ώστε να δίνονται αμέσως μετά από την εμφάνιση της επιθυμητής συμπεριφοράς (και μόνο τότε), σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα. Παράλληλα, επιδιώκεται η απόσβεση κάθε εκδήλωσης που είναι ανεπιθύμητη - ανταγωνιστική (οι εκδηλώσεις αυτές άλλοτε συστηματικά αγνοούνται, ενώ άλλοτε συνοδεύονται και από ποινές). Η θεραπευτική διαδικασία της συστηματικής συντελεστικής ενίσχυσης είναι σχετικά απλή: Πρώτα, καθορίζονται οι μορφές συμπεριφοράς που επιθυμούμε να εκδηλώνει το άτομο. Ενσυνεχεία, καθορίζεται το είδος ή τα είδη αμοιβής που θα χρησιμοποιήσουμε για την ενίσχυση των εκδηλώσεων αυτών, καθώς επίσης και το ακριβές πρόγραμμα χορήγησης των αμοιβών αυτών. Τέλος, προβαίνουμε στην παρακολούθηση της συμπεριφοράς του ατόμου και στη διαφορική ενίσχυσή της. Στις περιπτώσεις που η επιθυμητή μορφή συμπεριφοράς δεν υπάρχει στο ρεπερτόριο των αντιδράσεων του ασθενούς, χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές με τις οποίες προκαλείται η εμφάνισή της και στη συνέχεια επιχειρείται η ενίσχυσή της. Οι τεχνικές αυτές βασικά είναι δύο: η σταδιακή - προσεγγιστική διαμόρφωση της συμπεριφοράς2και η παρατήρηση και μίμηση προτύπων.3 Επίσης, μπορεί ο ίδιος ο θεραπευτής να καθοδηγήσει τον ασθενή φυσικά και αβίαστα να εκτελέσει την επιθυμητή εκδήλωση, χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο μέσο, όπως π.χ. σωματική χειραγώγηση, αναλυτική περιγραφή και επίδειξη των επιμέρους ενεργειών που συναποτελούν την επιθυμητή συμπεριφορά κ.τ.ό. Ως ενισχυτές συνήθως χρησιμοποιούνται τεσσάρων ειδών αμοιβές: α) Υλικές αμοιβές: Χρησιμοποιούνται κυρίως με παιδιά και συνίστανται στη χορήγηση διαφόρων ειδών γλυκισμάτων, τροφών, αναψυκτικών και άλλων δώρων, τα οποία χρησιμοποιεί το άτομο όπως εκείνο θέλει, β) Δραστηριότητες: Παρέχεται το δικαίωμα στο άτομο να κάνει ορισμένες προσφιλείς του δραστηριότητες, όπως π.χ. να οργανώσει ή/και να συμμετάσχει σε φιλικά πάρτυ και εκδρομές, να κάνει επίσκεψη σε φίλους του, να προσκαλέσει στο σπίτι και να φιλοξενήσει φίλους του, να παρακολουθήσει κάποιο προσφιλές πρόγραμμα στην τηλεόραση, να ακούσει μουσική της αρεσκείας του, να διαβάσει ένα βιβλίο που έχει το ίδιο επιλέξει κ.τ.ό. γ) Κοινωνικές αμοιβές. Πρόκειται για διάφορες μορφές κοινωνικής αναγνώρισης, όπως π.χ. είναι ο δημόσιος έπαινος, η απονομή αναμνηστικών βραβείων, και διαπροσωπικής ανταπόκρισης, όπως π.χ. είναι στάσεις και κινήσεις του σώματος που δηλώνουν πλησίασμα και διαπροσωπική εγγύτητα, το χαμόγελο, το βλέμμα, η 1Βλέπε σελ. 70 κ.ε. 2Βλέπε σελ. 74 κ.ε. 3Βλέπε σελ. 96 κ.ε.


95

συνομιλία, η έκφραση του προσώπου κ.τ.ό. δ) Αυτο - αξιολόγηση: Πρόκειται για τις σκέψεις και αξιολογικές κρίσεις που κάνει το ίδιο το άτομο για τη συμπεριφορά του. Το είδος αυτό ενισχυτών αναφέρεται σε γεγονότα που γίνονται στο νου, στη σκέψη, εσωτερικώς, σε εντελώς συμβολικό επίπεδο και έχουν τεράστια συντελεστική δύναμη. Ο ΒειηάυΓα, αναφορικά με τις αυτο-αξιολογήσεις αυτές, λέει χαρακτηριστικά ότι «δεν υπάρχει πιο καταλυτική τιμωρία από την αυτοκαταδίκη».1

Το σύστημα των ανταλλάξιμων αμοιβών (ΤοΚβη θεοηοιηγ) Η πιο εντυπωσιακή πρακτική εφαρμογή της διαδικασίας της συστηματικής συντελεστικής ενίσχυσης είναι τα θεραπευτικά προγράμματα γνωστά ως σύστημα των συμβατικών - ανταλλάξιμων αμοιβών (ίοΚθη θοοηοηιγ). Στα προγράμματα αυτά χρησιμοποιούνται για αμοιβή μικρά-εύχρηστα αντικείμενα, με συμβατική - αυθαίρετη αξία (όπως πλαστικές μάρκες, κέρματα, σταυρουδάκια, αστερίσκοι, μικρά χαρτονάκια), τα οποία το άτομο μπορεί στη συνέχεια να «εξαργυρώνει» και να παίρνει άλλου είδους αμοιβές (υλικές αμοιβές, κοινωνικές αμοιβές, δικαίωμα οργάνωσης ή/και συμμέτοχης σε προσφιλείς δραστηριότητες). Τα προγράμματα των συμβατικών - ανταλλάξιμων αμοιβών περιλαμβάνουν τρία στοιχεία: α) Καθορίζονται αναλυτικα οι μορφές συμπεριφοράς που επιθυμούμε να εκδηλώνει το άτομο. Για κάθε μορφή συμπεριφοράς ορίζεται η «αξία», δηλαδή πόσα «κέρματα» θα παίρνει το άτομο καθε φορά που θα την εκτελεί. β) Καταρτίζε­ ται ο κατάλογος με τα «έπαθλα» που μπορεί να κερδίσει το άτομο, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα (δώρα, αναψυκτικα. γλυκίσματα, ειδικά προνόμια και δικαιώματα). Για κάθε αντικείμενο του καταλογου έχει οριστεί και η «τιμή» σε κέρματα, γ) Καθορίζεται ο τρόπος εξαργυρωσης των κερμάτων (οργάνωση και λειτουργία ειδικής «καντίνας» με τα δώρα, παροχή «πριμ» όταν το άτομο συγκεντρώσει ένα ορισμένο ποσό κερμάτων μέσα σε ενα ορισμένο σύντομο χρονικό διάστημα κ.ά.). Συντελεστικά προγράμματα με το σύστημα των συμβατικών - ανταλλάξιμων αμοιβών έχουν χρησιμοποιηθεί, με ικανοποιητικά αποτελέσματα, σε εκπαιδευτικά θεραπευτικά ιδρύματα με αποκλίνοντα παιδιά (με νοητικώς καθυστερημένα για την εκμάθηση δεξιοτήτων αυτοεξυπηρέτησης, με υπερκινητικά παιδιά για μεγαλύτερη συγκέντρωση της προσοχής και εμμονή ώς την ολοκλήρωση του μαθησιακού έργου, με παραπτωματικά παιδιά για την αύξηση της σχολικής επίδοσης, με αυτιστικά παιδιά για μεγαλύτερη απαντητικότητα και γλωσσική επικοινωνία κ.ά), σε ψυχιατρικές κλινικές με ψυχωσικούς και άλλες περιπτώσεις μακράς ιδρυματικής περίθαλψης, σε φυλακές και αναμορφωτικά ιδρύματα (με παραπτωματικούς εφήβους και βαρυποινίτες ενηλίκους) κ.ά.2 Επίσης,τέτοια προγράμματα έχουν 1Βλέπε υποσημείωση 2, σελ. 78. 2Ευρεία περιγραφή και κριτική αξιολόγηση των προγραμμάτων αυτών γίνεται στο σύγγραμ­ μα Ο.Ο. Βίιηιτι και ϋ.Ο. Μ^δίθΓδ “ ΒθίΊβνϊοΓ ΙίΐθΓΒργ: ΤθοΙιηϊηυθΒ 3ηό θίτιρΐποβΙ ίΐηόΐη95” (έκδοση ΑοδάθΓπίο ΡΓθδδ, 1979).


96

εφαρμοστεί κατ’ οίκον, σε συνεργασία με τους γονείς,1 για τη βελτίωση της καθημερινής συμπεριφοράς των παιδιών, ή/και με τα ίδια τα ενδιαφερόμενο άτομα (τεχνικές αυτοελέγχου2). * Η πιο γνωστή περίπτωση εφαρμογής του συστήματος των συμβατικών ανταλλάξιμων αμοιβών στον ψυχιατρικό χώρο είναι το πρόγραμμα των ΑγΙΙοη και Αζπη.3 Το πρόγραμμα αυτό εφαρμόστηκε σε πτέρυγα ψυχιατρικής κλινικής όπου νοσηλεύονταν ασθενείς με χρόνιες ψυχικές παθήσεις. Ένα σοβαρό πρόβλημα που παρουσιάζουν όσοι νοσηλεύονται για πολύ χρόνο σε ψυχιατρικά ιδρύματα είναι ότι σιγά-σιγά χάνουν κάθε ενδιαφέρον για τον εαυτό τους και για τη ζωή, γίνονται απαθείς και τελικά περιπίπτουν σε αδράνεια και απραξία. Το πρόγραμμα των ΑγΙΙοη και Αζιϊη απέβλεπε στο να βοηθήσει τους ασθενείς να ξεπεράσουν το ιδρυματικό αυτό σύνδρομο και να επαναδραστηριοποιηθούν. Καταρτίστηκε #λοιπόν ένας κατάλογος από δραστηριότητες και βοηθητικές εργασίες μέσα στο ίδρυμα, τις οποίες μπορούσαν να εκτελούν οι ασθενείς, όπως μικροδουλειές στην κουζίνα και στο εστιατόριο, καθαριότητα και περιποίηση του σώματος, καλοί τρόποι διαπροσωπικής συμπεριφοράς, καθαριότητα των θαλάμων και των κοινόχρηστων χώρων, στρώσιμο κρεβατιών, κηπευτικές εργασίες κ.τ.ό. Για κάθε εργασία είχε οριστεί, ως αμοιβή, ένας ορισμένος αριθμός συμβολικών κερμάτων. Τα κέρματα αυτά ο ασθενής ενσυνεχεία τα αντάλλασσε με διάφορα επιπλέον προνόμια και δώρα, όπως είναι π.χ. η παρακολούθηση επιπλέον τηλεοπτικών προγραμμάτων, μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης μέσα και έξω από το ίδρυμα, τσιγάρα, γλυκίσματα κ.τ.ό. Οι ασθενείς ενθαρρύνονταν να εναλλάσσονται στις διάφορες εργασίες και δραστηριότητες. Παρατηρήθηκε μια θεαματική βελτίωση τόσο στο γενικό κλίμα του ιδρύματος όσο και στην καθημερινή ζωή και συμπεριφορά των ασθενών.

7) Μίμηση προτύπων (ΜοάεΙίηξ) Οι τεχνικές της μίμησης προτύπων στηρίζονται στις αρχές της κοινωνικής μάθησης του ΑΙβθΐΙ ΒθπάυΓβ.4 Στην κλασική της μορφή η ψυχοθεραπευτική αυτή μέθοδος είναι σχετικά απλή: Περιλαμβάνει την παρουσίαση στον ασθενή ενός προτύπου, το οποίο κάνει επίδειξη της συμπεριφοράς που θα πρέπει να μιμηθεί ο ασθενής. Συνήθως, μετά την επίδειξη, ο ασθενής, με την καθοδήγηση του θεραπευτή, ασκείται να εκτελεί την πρότυπη συμπεριφορά. Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι ο ασθενής να καταστεί ικανός να αναπαράγει πιστά την πρότυπη συμπεριφορά. Ασφαλώς, η μίμηση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο το εκτελεστικό πραξιακό μέρος της συμπεριφοράς του προτύπου (κινήσεις, δεξιότητες), αλλά και τα συνοδευτικά συναισθήματα, πεποιθήσεις, στάσεις και αξίες. 1Βλέπε σύγγραμμα \Λ/.0. Β θο Κθγ “ Ρ3γθπ(8 θγθ ΙθθΰΐΊθΓβ" (έκδοση ΒθδθΒΓΟίΊ Ργθ53 , 1971). 2Βλέπε σελ. 103. 3Βλέπε σύγγραμμα Τ. ΑγΙΙοη και Ν.Η. Α ζγϊπ “ 7?7θ ΙοΚθη θοοηοηιγ: Α ηηοΙΐν3ίΐοη3ΐδγείθΓη ίοΓίήθΓΒργ 3ηό ΓθΐΊθϋΐΙϋβΙίοη” (έκδοση ΑρρΙθΙοη, 1968). 4Βλέπε σελ. 76 κ.ε.


97

Στην ψυχοθεραπευτική πράξη η μίμηση προτύπων χρησιμοποιείται σε διάφορες παραλλαγές.Π.χ. παραλλαγές υπάρχουν ως προς το είδος του προτύπου. Το πρότυπο μπορεί να παρουσιάζεται ζωντανό-πραγματικό ή σε εικονιστική αναπαράσταση (συνήθως σε βιντεοταινία) ή ακόμη και σε συμβολική μορφή στη σκέψη του ασθενούς (δίνονται οδηγίες στον ασθενή να φανταστεί σκηνές με το επιθυμητό θέμα).1Επίσης, το πρότυπο μπορεί να είναι ένα μόνο άτομο ή πολλά άτομα που κάνουν επίδειξη συγχρόνως, του ίδιου φύλου με τον ασθενή ή διαφορετικού φύλου, μιας μόνο ηλικίας (συνομήλικο με τον ασθενή) ή διαφορετικών ηλικιών.2 Παραλλαγές επίσης υπάρχουν και ως προς τη φάση3 της μιμητικής διαδικασίας στην οποία δίνεται μεγαλύτερη έμφαση. Αλλοτε δίνεται έμφαση στην παρατήρηση του προτύπου (γίνεται επίδειξη της πρότυπης συμπεριφοράς πολλές φορές και με πολλά είδη προτύπων), ενώ άλλοτε δίνεται έμφαση στην εκτέλεση της πρότυπης συμπεριφοράς (ο ασθενής κάνει πολλές ασκήσεις και πρόβες, μιμούμενος το πρότυπο) και άλλοτε η θεραπευτική προσπάθεια κατανέμεται ισομερως στις δύο αυτές φάσεις. Επίσης, ο ασθενής άλλοτε καθοδηγείται συστηματικό απο το θεραπευτή πώς να εκτελεί την πρότυπη συμπεριφορά και άλλοτε ασκείται μόνος του. Η καθοδήγηση αυτή γίνεται άλλοτε μόνο με προφορικές οδηγίες, ενώ άλλοτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η σωματική χειραγώγηση. Παραλλαγές επίσης υπάρχουν και ως προς την επιλογή και παρουσίαση των αγχογόνων ερεθισμάτων. Άλλοτε τα αγχογόνα ερεθίσματα ιεραρχούνται σε κλιμακωτή ένταση (από το πιο ανώδυνο ώς το πιο επώδυνο) και παρουσιάζονται στον ασθενή σταδιακα,4 ενώ άλλοτε παρουσιάζεται απευθείας η τελική τυπική μορφή (ένα είδος ψυχοκατακλυσμικής θεραπείας5). Παραλλαγές επίσης υπάρχουν ως προς τον τροπο ενίσχυσης του ασθενή για την έμπρακτη εκδήλωση της πρότυπης συμπεριφοράς. Αλλοτε ο θεραπευτής χορηγεί στον ασθενή για την επίδοσή του συστηματικά, κατά το πρότυπο της συστηματικής συντελεστικής ενίσχυσης,6 συμπληρωματικές αμοιβές (υλικές αμοιβές, κοι­ νωνικές αμοιβές), ενώ άλλοτε αρκείται μόνο στη συμβολική - εσωτερική ικανοποίηση που προσπορίζει στον ασθενή η επιτυχής μίμηση. Παραλλαγές υπάρχουν εξάλλου και ως προς τον αριθμό των ασθενών που κάθε φορά συμμετέχουν στη θεραπεία. Αλλοτε η θεραπεία είναι ατομική και άλλοτε ομαδική (περισσότεροι ασθενείς που παρουσιάζουν παρόμοια προβλήματα συμμετέχουν στη θεραπευτική διαδικασία συγχρόνως ).

1Έ χ ει αποδειχθεί ότι η πιο αποτελεσματική μορφή προτύπου είναι το ζωντανό-πραγματικό πρότυπο και ότι μεταξύ του εικονιστικού και του συμβολικού δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά (βλέπε υποσημείωση 5, σελ. 97). 2Πιο αποτελεσματική είναι η μάθηση, όταν πολλά πρότυπα κάνουν επίδειξη της επιθυμητής συμπεριφοράς, συγχρόνως, κάτω από ποικίλες συνθήκες. 3Βλέπε σελ. 77. 4Βλέπε σελ. 85. 5Βλέπε σελ. 87. 6Βλέπε σελ. 94.


98

Από τις παραπάνω παραλλαγές της μίμησης προτύπων, οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες στη θεραπευτική πράξη είναι: η μίμηση προτύπων με καθοδηγούμενη συμμετοχή (ητιοάθΙ^ ννιίΐι ςυίάθά ροιΙΟΓηηβηοΘ), η μίμηση προτύπων σε εικονιστική ή συμβολική μορφή (οονβιΐ ιτιοάθΠηο}), η κλιμακωτή μίμηση προτύπων (ςτΒάυβΙ ηηοοίθϋης)) και η μίμηση προτύπων με ενισχυόμενη καθοδηγούμενη συμμετοχή (ηηοοίΘΐίΓ^ ννϊίΐι ΓβϊηίοΐΌΘά ςιυΐάβά ρθΐΐοπηβηοθ). Η μίμηση προτύπων στην ψυχοθεραπευτική πράξη μπορεί να εξυπηρετήσει τρεις σκοπούς: α) Να βοηθήσει τον ασθενή να αποκτήσει νέες, κατάλληλες μορφές συμπεριφοράς, σι οποίες δεν υπάρχουν στο ρεπερτόριο των αντιδράσεών του. Τυπικό παράδειγμα είναι η χρησιμοποίηση, από τον Ο.Ι. ίονββδ και τους συνεργάτες του,1 της τεχνικής «μίμηση προτύπων με ενισχυόμενη καθοδηγού­ μενη συμμετοχή», για να διδάξει ομιλία σε εντελώς «άλαλα» αυτιστικά παιδιά, β) Να διευκολύνει τον ασθενή να χρησιμοποιεί υπάρχουσες μορφές συμπεριφοράς του κατά τρόπο κοινωνικά πιο αποτελεσματικό: σε πιο κατάλληλο χρόνο, με πιο κατάλληλους τρόπους και προς πιο κατάλληλα πρόσωπα. Τυπικό παράδειγμα είναι η χρησιμοποίηση, από τον Α.Ε. Κβζάΐη,2 της τεχνικής «διαφορική ενίσχυση ζωντανού προτύπου», για τη βελτίωση της μαθησιακής συμπεριφοράς,μέσα στην τάξη, παιδιών με ελαφρά νοητική καθυστέρηση, γ) Να οδηγήσει τον ασθενή να αποδεσμεύει και να εκτελεί μορφές συμπεριφοράς, τις οποίες αποφεύγει να εκτελέσει, γιατί του προκαλούν φόβο ή άγχος. Με την αποδέσμευση και εκτέλεση των παρεμποδιζόμενων αυτών μορφών συμπεριφοράς γίνεται απόσβεση και των φόβων που είναι συνυφασμένοι με τις αντιδράσεις αυτές. Τυπικό παράδειγμα είναι η πειραματική προσπάθεια του Β3ηάυΓ3 και των συνεργατών του για τη θεραπεία του φόβου προς τα φίδια.3 Στο παραπάνω πείραμα του Β3ΠοΙυΓ3, έλαβαν μέρος νέοι και ενήλικοι, των οποί­ ων ο έντονος φόβος για τα φίδια περιόριζε σημαντικά τη δραστηριότητά τους στο ύπαιθρο (τα άτομα αυτά δεν μπορούσαν π.χ. να κάνουν έναν περίπατο στο πάρκο, να πάνε εκδρομή στην εξοχή, να περιποιηθούν τα λουλούδια στον κήπο, να κάνουν πικ-νικ στο δάσος), από το φόβο μήπως και συναντήσουν κάποιο φίδι. Στην αρχή του πειράματος τα υποκείμενα, ανάλογα με το βαθμό του φόβου τους προς τα φίδια (ο βαθμός αυτός καθορίστηκε με βάση τις αντιδράσεις τους προς ένα μεγάλο ακίνδυνο φίδι που βρισκόταν σε μια παρακείμενη πειραματική αίθουσα), χωρίστηκαν σε τέσσερις ισότιμες ομάδες. Η πρώτη ομάδα παρακολούθησε μια βεντεοταινία,

1Βλέπε άρθρο τους “ΑοςυίδϊΙΐοπ οί ϊΓπίίβΙίνθ δρθθοίι βγ δοΜζορϊπθηΐο οΜΙάΓθη” στο περιοδικό 8άθηοθ, 1966, τόμ. 151ος, σελ. 705-707. 2Βλέπε άρθρο του “ΤΙίθ θίίθοί οί νΐ03Π0υδ ΓθΐηίοΓΟθίτίθηΙ οη 3«θπίϊνθ βθήβνίοΓ ΐη ΙΜθ οΙθδδΐΌοηι” στο περιοδικό ϋουίΠΒΐ οί ΑρρΙΐθό ΒθΙΐ3νΐθΓ Αη3ΐγ8Ϊ8, 1973, τόμ. 6ος, σελ. 71-78. 3Βλέπε άρθρο τους “ΤΙίθ ΓθΙβϋνθ θίίΐ030γ οί άθδθηδΐΙΐζ3ΐΐοη βηε! ιηοοίθΐΐης 3ρρΐΌ3θήθδ ίοΓ ΐηοΐυοΐη9 6θίΐ8νίθΓ3ΐ, θίίθοίϊνθ βποΙ βΙΙΐίυοΙΐηβΙ οΗ3η9θδ” , στο περιοδικό ϋουΓΠ3ΐ οί Αόηοητΐ3ΐ 3ηό 8οά3ΐ ΡεγοΜοΙοθγ, 1964, τόμ. 13ος, σελ. 173-199.


99

όπου ένας ενήλικος και ένα παιδί αλληλεπιδρούσαν με ένα μεγάλο ακίνδυνο φίδι. Τα δύο αυτά πρόσωπα έδειχναν ότι απολάμβαναν πλήρως μια σειρά από αλληλεπιδράσεις με το φίδι, οι οποίες γίνονταν βαθμιαία πιο φοβικές. Τα άτομα στην ομάδα αυτή είχαν ασκηθεί στην τεχνική της μυοκινητικής χαλάρωσης και είχαν το δικαίωμα να σταματούν την ταινία, όταν κάποια σκηνή τους προκαλούσε άγχος, να γυρίζουν την ταινία στην αρχή της σκηνής που τους προκαλούσε το φόβο και να επανέρχονται σε κατάσταση χαλάρωσης. Η διαδικασία αυτή λέγεται κλιμακωτή μίμηση προτύπων σε εικονιστική μορφή. Η δεύτερη ομάδα παρακολουθούσε ένα πραγματικό πρότυπο (βλέπε εικ. 19) να αλληλεπιδρά με ένα ακίνδυνο φίδι σε μια σειρά από καταστάσεις που γίνονταν σταδιακά πιο φοβικές. Τα υποκείμενα καθοδηγούνταν να μιμούνται σταδιακά το πρότυπο, εκτελώντας δραστηριότητες, όπως: να πιάνουν πλαστικά ομοιώματα φιδιού, να πλησιάζουν ζωντανό φίδι μέσα σε κλουβί, να το πιάνουν με ένα χοντρό γάντι, να το πιάνουν με γυμνό χέρι, να το αφήνουν ελεύθερο και να το ξαναπιάνουν, να το βάζουν επάνω στο σώμα τους κ.τ.ό. Η διαδικασία αυτή λέγεται ζωντανή κλιμακωτή μίμηση προτύπων με καθοδηγούμενη συμμετοχή. Στην τρίτη ομάδα τα άτομα ακολούθησαν τη διαδι­ κασία της συστηματικής αποευαισθητοποίησης του ννοΙρβ.1 Ο θεραπευτής τους έδινε οδηγίες να φαντάζονται φοβικές σκηνές με φίδια, οι οποίες γινόντουσαν βαθμιαία πιο επώδυνες, ενώ συγχρόνως βρίσκονταν σε κατάσταση νευρομυϊκής χα­ λάρωσης. Η τέταρτη ομάδα δεν έλαβε καμιά θεραπευτική παρέμβαση και χρησιμοποιήθηκε ως ομάδα ελέγχου - σύγκρισης. Διαπιστώθηκε ότι και οι τρεις θεραπευτικές τεχνικές είχαν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η μέθοδος που είχε τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ήταν η ζωντανή επίδειξη συνδυασμένη με καθοδηγούμενη συμμετοχή (η δεύτερη ομάδα). Σχεδόν όλα τα άτομα στην ομάδα αυτή ξεπέρασαν τελείως τους φόβους τους. Επιπλέον, τα άτομα αυτά ένιωθαν πιο σίγουρα και σε πλείστες άλλες μορφές αγχογόνων καταστάσεων. Επανεξέταση 1. Βλέπε σελ. 84 κ.ε. Η εικ. 18 έχει ληφθεί από το σύγγραμμα Ε.Π. ΗϊΙςβιχΙ θί ο\ «ΙηίΓοάυοϋοη ίο ρεγοίιοίοςγ» (εκδόσεις Η3ΓθουΓΐ-ΒΓ3θθ-ϋον3Πονΐο(ι. 1979) σελ. 497.

Εικ. 18. Οι φωτογραφίες δείχνουν ζωντανό πρότυπο να κάνει επίδειξη σε φοβικά άτομα θαρραλέας αντιμετώπισης φιδιού. Η παρατήρηση ενός τέτοιου προτύπου, συνδυασμένη με τη μιμητική εκτέλεση από το ίδιο το φοβικό άτομο της συμπεριφοράς του προτύπου, έχει αποδειχθεί αποτελεσματικός τρόπος για τη θεραπεία του φόβου προς τα φίδια.


100

των ατόμων αυτών, μετά από παρέλευση μηνών, έδειξε ότι τα θεραπευτικά αυτά οφέλη παρέμεναν σταθερά. Οι δύο άλλες θεραπευτικές τεχνικές - η μίμηση προτύπων σε εικονιστική μορφή και η συστηματική αποευαισθητοποίηση (ο ασθενής φαντάζεται τις φοβικές-αγχογόνους σκηνές) - είχαν περίπου την ίδια αποτελεσματικότητα. Η μίμηση προτύπων έχει χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για τη θεραπεία πλείστων μορφών φόβου και αντιδράσεων αποφυγής, όπως είναι ο φόβος προς το νερό, τη θάλασσα, το σκοτάδι, τα σκυλιά, και για την εκμάθηση νέων, πιο αποτελεσματικών, μορφών διαπροσωπικής συμπεριφοράς.1

8) Λογικο-θυμική θεραπεία (ΚαίίοηβΙ-θΠΊΟίίνε ΙήθΓαργ) ' Οπως είδαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο,2στη δεκαετία του *60 άρχισε να διαμορφώνεται, μέσα στο χώρο του συμπεριφορισμού, μια νέα τάση ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο γνωστικός συμπεριφορισμός. Η τάση αυτή προσπάθησε να συνδυάσει τις αρχές της συμπεριφοριστικής θεωρίας και τις αρχές της γνωστικής ψυχολογίας. Σύμφωνα με τη νέα αυτή θεώρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι αντιδράσεις μας δεν παράγονται αυτόματα από τα γεγονότα στο περιβάλλον, αλλά στα γεγονότα αυτά παρεμβάλλεται και τα επηρεάζει το σκεπτόμενο άτομο. Το αποτέλεσμα της μάθησης καθορίζεται όχι μόνο από τις εξωτερικές συνθήκες της μάθησης, αυτές καθεαυτές, αλλά και κυρίως από το πώς προσλαμβάνει και ερμηνεύει το άτομο τις συνθήκες αυτές: από τις σκέψεις, τις προσδοκίες, τις πεποιθήσεις, τις αξίες καιτις στάσεις τουατόμου. Κάθε αλλαγή στα γνωστικά αυτά στοιχεία συνεπάγεται και αλλαγή στη συμπεριφορά μας και στα συναισθήματά μας. Οι απόψεις των γνωστικών συμπεριφοριστών επηρέασαν αναπόφευκτα και το χώρο της κλινικής ψυχολογίας. Διαφοροποίησαν τόσο τον τρόπο θεώρησης της ψυχικής διαταραχής όσο και τον τρόπο της θεραπευτικής της αντιμετώπισης. Η διαφορά μεταξύ φυσιολογικής και παθολογικής συμπεριφοράς εντοπίζεται σε διαφορές που υπάρχουν στη γνωστική συσκευή, στο «μαύρο κουτί» τουατόμου. Η παθολογική συμπεριφορά σχετίζεται με παρεκκλίσεις γνωστικές: παράλογες πεποιθήσεις, λανθασμένες αντιλήψεις και εκτιμήσεις, μαγική-παγανιστική σκέψη, απόλυτη κρίση. Τα γνωστικά αυτά λάθη είναι υπεύθυνα (τουλάχιστο συνυπεύθυνα) για τους φόβους, τα άγχη, την κατάθλιψη και τις άλλες διαταραχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο σκοπός της ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης πρέπει να είναι η αποκάλυψη στον ασθενή των γνωστικών του αυτών παρεκκλίσεων και η παροχή βοήθειας για τη διόρθωσή τους. Επινοήθηκαν λοιπόν διάφορες ψυχοθεραπευτικές τεχνικές, στις οποίες έμφαση δίνεται στο διαμεσολαβητικό ρόλο της σκέψης και η

1Βλέπε σύγγραμμα ϋ.Ο. Ριπίπί και ϋ.Ο. ΜβδίθΓδ “ Βθή3νίθΓ ΙήθΓ3ργ: ΤβοΙιηΐηυθΒ 3ηά θΐτιρίήθ3ΐ ίΐηόΐηςε” (έκδοση Αοβάθιτπο ΡΓθδδ,1979). 2Βλέπε σελ. 81 κ.ε.


101

τροποποίηση της συμπεριφοράς και των συναισθημάτων επιδιώκεται με απευθείας αλλαγές στο βασικό γνωστικό «πιστεύω» του ατόμου. Οι νέες αυτές ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι είναι γνωστές ως γνωστικές συμπεριφοριστικές θεραπείες .1 Οι κυριότερες μορφές γνωστικής συμπεριφοριστικής θεραπείας είναι η λογικο-θυμική θεραπεία (Γ3ίίοη8ΐ - ©ηιοΐϊνθ ΙΙΐθΓβργ) του ΑΙββιΙ ΕΙΙΐδ2η γνωστικοσυμπεριφοριστική θεραπεία του Αβιόπ ΒθοΚ3, η μέθοδος της «κλινικής μαθητείας» (οΙίπΐοβΙ βρρΓβηίϊοθδΝρ) του ΜιοΙίεθΙ ΜβΙίοπθυ4 και η τεχνική της αυτο-καθοδήγησης(δβΙί-ΐηδίΓυοίϊοπ ίθοίππΐςυβ) του ΟοηβΙά ΜβίοΙιβηβΒυηπι.5 Από τις θεραπείες αυτές επιλέξαμε και θα παρουσιάσουμε στο κεφάλαιο αυτό, ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, την πιο γνωστή από αυτές, τη λογικο-θυμική θεραπεία του ΕΙΙΐδ. Ο ΕΙΙίδ υποστηρίζει, όπως όλοι οι γνωστικοί συμπεριφοριστές, ότι καθοριστικός παράγοντας για τη συμπεριφορά και τα συναισθήματά μας είναι ο τρόπος που σκεπτόμαστε. Ο τρόπος αυτός σκέψης εδράζεται στις διάφορες πεποιθήσεις και προσδοκίες που έχει ο καθένας μας διαμορφώσει για τη ζωή. Ο ΕΙΙΐδ υποστηρίζει ότι ορισμένα άτομα έχουν εσφαλμένες πεποιθήσεις και προσδοκίες για τη ζωή, ορισμένες σκέψεις τους είναι εντελώς πα­ ράλογες, εξωπραγματικές, και ότι στις σκέ­ ψεις αυτές πρέπει να αναζητηθεί η πηγή της ψυχικής διαταραχής. Ένα άτομο π.χ. μπορεί να έχει, εσφαλμένα ασφαλώς, πιστέψει ότι «Για να αξίζεις, πρέπει να είσαι καλός σε όλα». Το άτομο αυτό, μπροστά σε μια του αποτυχία, νομίζει ότι όλα «τελείωσαν» γΓ αυτόν. Δεν μπορεί να περιμένει κάτι καλύτερο, όποια προσπάθεια και αν καταβάλει, γιατί έχει πιστέψει ότι είναι βασικά άχρηστος. Οι παράλογες αυτές και αυτοκαταστροφικές σκέψεις φυσικό είναι να του δημιουργούν συναισθήματα αναξιότητας και ηττοπάθεια. Αιό6Γί Ειι'8 Ο ρόλος λοιπόν του θεραπευτή είναι να ^1926 * αποκαλύψει στον ασθενή τις εξωλογικές αυτές του σκέψεις και να τον βοηθήσει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα της ζωής με τρόπο ορθολογικό.

1Ευρεία ανάλυση των θεραπειών αυτών γίνεται στο σύγγραμμα I. Παπακώστα «Γνωσιακές ψυχοθεραπείες» (δακτυλογραφημένη έκδοση Ψυχιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1982). 2Βλέπε σύγγραμμά του “Κθ38οη εηό θηηοΙίοη ίη ρεγοήοΙΙίθΜργ” (έκδοση ίγΐθ δΐυβιΐ, 1962). Ομοίως, βλέπε το σύγγραμμά του “ ΗυΓΠθηΐΒΐΐο ρεγοήοΙΙΐθΓθργ: Τήθ ΓΒΐΐοηθΙ-θίνοΙΐνβ 3ρρΓ030ή” (έκδοση Μο(3Γ3νν-ΗίΙΙ, 1974). 3Βλέπε σύγγραμμά του “ Οοβηΐΰνθ ΙΙΐ6Γ3ργ 3ηό Οιβ θΓηοΙΐοη3ΐ όΐ50ΓεΙθΓ5” (έκδοση ΙηΙθΠΊ3ΐίοη3ΐ ϋπΐνθΓδΐΙγ ΡΐΌδδ, 1976). 4Βλέπε σύγγραμμά του “ ΟοςηΐΙΐοη 3ηό όθήβνΐοΓ ΓηοάίίΐοΒίίοη” (εκδόσεις Β3ΙΝιί9θγ, 1974). 5Βλέπε σύγγραμμά του “ΟοςηΐΙΐνθ-όθϊΊβνϊοΓ ηηοόΐίΐοΒίΐοη” (έκδοση ΡΙθηυηι, 1977).


102

Ο ΕΙΙίε έχει καταγράψει διάφορες παράλογες - εξωπραγματικές σκέψεις που συνήθως κάνουν οι άνθρωποι και οδηγούν τους εαυτούς τους σε αυτοκαταστροφικά αδιέξοδα. Μερικές από τις σκέψεις αυτές είναι: - Κάποιος, για να αξίζει, πρέπει να είναι ικανός και να επιτυγχάνει σε όλα. - Πρέπει να σε εκτιμούν και να σε αποδέχονται αλλιώς είσαι άχρηστος.

όλοι, όλες τις φορές,

- Υπάρχουν άνθρωποι που είναι από τη φύση τους κακοί και πρέπει να τιμωρούνται (το πιθανότερο είναι ότι ένας από αυτούς είμαι και εγώ). - Ο καθένας μας έχει ελάχιστη δύναμη να αλλάξει τη μοίρα του. Η ζωή είναι γεμάτη κακοτυχίες και οι άνθρωποι ουσιαστικά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να μετριάσουν τη δυστυχία τους. - Τα πρόσωπα και τα πράγματα γύρω μας έπρεπε να είναι διαφορετικά από ό,τι είναι. Είναι τρομερό να ξέρεις ότι δεν μπορείς να τα αλλάξεις. - Τις δυσκολίες είναι προτιμότερο - συνετότερο - να τις αποφεύγεις παρά να τις αντιμετωπίζεις. - Κάθε πρόβλημα σίγουρα έχει την ιδανική του λύση και είναι καταστροφικό όταν ξέρεις ότι η λύση αυτή δεν μπορεί να βρεθεί. - Πάντοτε πρέπει να έχεις εξασφαλισμένη την υποστήριξη κάποιου ισχυρού, αλλιώς δεν θα προκόψεις. Οι διάφορες παράλογες - αυτοκαταστροφικές μας σκέψεις οφείλονται, κατά τους νεοσυμπεριφοριστές, σε διάφορα γνωστικά λάθη, όπως είναι: α) Η υπεργενίκευση: Το άτομο διατυπώνει καθολικά συμπεράσματα, στηριζόμενο κάθε φορά σε ένα μόνο παράδειγμα. Π. χ. το άτομο, μετά από μια αποτυχία του, αποφαίνεται ότι ποτέ του δεν θα τα καταφέρει, β) Η πολωτική σκέψη: Το άτομο κάνει διωνυμικές κρίσεις· υπάρχει μόνο «άσπρο» και «μαύρο» στις αποφάνσεις του, και τίποτε «ενδιαμέσως». Π.χ. μια περιστασιακή αποφυγή από κάποιον ερμηνεύεται ως περιφρόνηση, γ) Η επιλεκτική αφαίρεση: Το άτομο εστιάζει την προσοχή του σε μια επιμέρους λεπτομέρεια, αγνοώντας το όλο πλαίσιο, δ) Η αυθαίρετη επαγωγή: Το άτομο διατυπώνει συμπεράσματα εντελώς αυθαίρετα, χωρίς να υπάρχει κάποιο αποδεικτικό υλικό, ε) Η αυτο-ενοχοποίηση: Το άτομο έχει την τάση να αποδίδει ευθύνες στον εαυτό του, ακόμη και για μακρινές και άσχετες με αυτό κακοτυχίες. Κατά τη θεραπευτική διαδικασία, ο θεραπευτής προσπαθεί να βοηθήσει τον ασθενή να εγκαταλείψει τις αυτοκαταστροφικές - παράλογες ιδέες του και να κάνει ευρεία εφαρμογή, στην αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων, των κανόνων της λογικής, της πραγματιστικής σκέψης και της επιστημονικής πειραματικής μεθόδου. Η θεραπεία περιλαμβάνει διαλογικές συζητήσεις γύρω από την παραδοξότητα των διαφόρων σκέψεων του ασθενούς (οι συζητήσεις αυτές συχνά γίνονται έντονες - θερμές),ευθεία αμφισβήτηση εκ μέρους του θεραπευτή των πεποιθήσεων του ασθενούς (οι αμφισβητήσεις αυτές φθάνουν μέχρι και την


103

έντονη αντιδικία), διαλεκτική εξέταση κάθε παράλογης σκέψης και αντικειμενικό καθορισμό των «υπέρ» και των «κατά» επιχειρημάτων, υπόδειξη νέων - θετικών τρόπων σκέψης κ.τ.ό. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να εξετάζει και να αναλύει λογικά τις σιωπηλές σκέψεις του. Π.χ. καθοδηγείται να ερωτά τον εαυτό του: «Γιατίείναι τόσο τρομερό το ότι δεν με θέλει ο τάδε;», «Γιατί πρέπει να αρέσω στον τάδε;» «Γιατί είναι καταστροφικό που δεν πέτυχα στην τάδε επιδίωξή μου;» κ.τ.ό. Με τις διερευνήσεις αυτές οδηγείται ο ασθενής να κάνει διάκριση, πρώτον, ανάμεσα στις ανάγκες και στις επιθυμίες. Οι ανάγκες είναι ουσιώδεις για τη ζωή και πρέπει να ικανοποιούνται, ενώ οι επιθυμίες απλώς κάνουν τη ζωή πιο ευχάριστη. Επίσης, οδηγείται ο ασθενής να κάνει διάκριση ανάμεσα στο μη αρεστό και στοτρομερόκαταστροφικό. Ο ασθενής π.χ. βοηθείται να κατανοήσει ότι δεν είναι καθόλου ουσιώδες, και σίγουρα όχι καταστροφικό, το γεγονός ότι δεν μας εκτιμά και δεν μας αποδέχεται ο τάδε (υπάρχουν άλλοι που μας αγαπούν και μας θέλουν), ότι κάναμε λάθη στην τάδε περίπτωση (την επόμενη φορά θα είμαστε εμπειρότεροι) κ.τ.ό. Το να περιμένει κανείς περισσότερα, το τέλειο, είναι εξωπραγματικό και το να θεωρεί πράγματα, που είναι μόνο μη αρεστά, ως καταστροφικά - τρομερά, είναι παράλογο. Πρέπει να τονιστεί ότι οι γνωστικοί συμπερκροριστές χρησιμοποιούν παράλληλα, για τη μεγιστοποίηση των θεραπευτικών οφελών, πλείστες άλλες βοηθητικές τεχνικές, όπως είναι η άσκηση στο ενσυνείδητο σταμάτημα των ενοχλητικών σκέψεων,1 η βιβλιοθεραπεία (μελέτη κατ’ οίκον κεφαλαίων από εκλαϊκευμένα εγχειρίδια που έχουν ειδικώς συγγράψει ο ΕΙΙϊδ και οι συνεργάτες του2), οι τεχνικές της εσωτερικής αυτοκαθοδήγησης και ο αυτοέλεγχος,3 οι γνωστικές ασκήσεις παρρησιαστικής αγωγής4 κ.ά.

(

9) Αυτοέλεγχος (δθΙί-εοηΙΐΌΐ)

Ο όρος «αυτοέλεγχος» έχει ποικίλες σημασίες στον καθημερινό λόγο. Συχνά, όταν ακούμε τον όρο «αυτοέλεγχος», αυτόματα σκεπτόμαστε ότι πρόκειται για κάποια μορφή αυτοκυριαρχίας, επιβολής στον εαυτό μας, η οποία σχετίζεται άμεσα με τη δύναμη της θέλησής μας, της βούλησής μας, του χαρακτήρα μας. Επίσης, ο όρος αυτός μας υποδηλώνει κάποια αυτορρύθμιση που προέρχεται «εκ των ένδον» του ατόμου, συνήθως από κάποια «αόρατη», πνευματική ικανότητα κ.ά. Ασφαλώς, ο όρος χρησιμοποιείται εδώ χωρίς καμιά αναφορά σε τέτοιες θεολογικές και μεταφυσικές έννοιες. Πρόκειται για τεχνικές ενσυνείδητου συμπερκροριστικού αυτοελέγχου, για συστηματοποιημένα προγράμματα που εφαρμόζει το ίδιο άτομο για να τροποποιήσει τη συμπεριφορά του (να απαλείψει μια ανεπιθύμητη μορφή ή/και να ενδυναμώσει μια επιθυμητή μορφή), με βάση τις αρχές της μάθησης. Πρόκειται δηλαδή για τεχνικές αλλαγής της συμπεριφοράς, η οποία 1Βλέπε άρθρο ϋ. \Λ/οΙρθ “ 0θ3ΐΐη9 ννϊΙΙι Γθδΐδΐ3Π0θ Ιο Ιήους)ίΗδΙορρ39θ: Α ΐΓβηδΟπρΙ” στο περιοδικό ϋουηΐΘΐ ο ί Βθήθνϊοί ΤίΐθΓβργ 3ηό ΕχρβήηίθηίθΙ ΡεγοΝΆΐΓγ, 1976, τόμ. 7ος, σελ. 1-5. 2Βλέπε σύγγραμμα των Α. ΕΙΙϊδ και Ρ.Α. Ηβγρθγ “Α ηβνν αυΐόθ (ο ΓθίΐοηβΙ Ιΐνΐηα” (έκδοση Ρ γθπ Ι ϊοθ -Η3ΙΙ, 1975). 3Βλέπε το αμέσως παρακάτω κεφάλαιο. 4Βλέπε σελ. 91 κ.ε.


104

αλλαγή επιδιώκεται με τον κατάλληλο αυτοχειρισμό των γεγονότων - εξωτερικών και εσωτερικών - τόσο εκείνων που προηγούνται όσο και εκείνων που έπονται της υπό τροποποίηση συμπεριφοράς μας. Συμπεριφοριστικά προγράμματα αυτοελέγχου έχουν επινοηθεί και χρη­ σιμοποιούνται, με ικανοποιητικά αποτελέσματα, για τη θεραπεία της παχυσαρκίας, του καπνίσματος, του αλκοολισμού, των αναποτελεσματικών τρόπων μελέτης κ.ά. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της θεωρίας και της πράξης του συμπερκροριστικού αυτοελέγχουείναιο ΜΐοήββΙ Μ8ΐιοηθγ1,ο Ρ.Η ΚβηίβΓ2και ο ΟοηβΙά ΜθίοΙιβηβ3υηπι.3 Επειδή τα προγράμματα αυτά δίνουν έμφαση στα εσωτερικά - γνωστικά γεγονότα, και όχι μόνο στα εξωτερικά - περιβαλλοντικά γεγονότα, οι τεχνικές αυτές του συμπερκροριστικού αυτοελέγχου ανήκουν στην ευρύτερη ομάδα των γνωστικών συμπεριφοριστικών θεραπειών.475 ' Ενα συμπεριφοριστικά πρόγραμμα αυτοελέγχου περιλαμβάνει πέντε βασικά συστατικά στοιχεία: α) Αυτοπαρατήρηση και αυτοκαταγραφή της συμπεριφοράς (δβΐίηηοηιίοπη9): Βασική προϋπόθεση για μια επιτυχή παρέμβαση και αλλαγή ενός φαινομένου οιασδήποτε μορφής (επομένως και της ανθρώπινης συμπερι­ φοράς) είναι η βαθιά γνώση του φαινομένου (της παρούσας κατάστασης και των συνθηκών που προσδιορίζουν την εξέλιξή του) εκ μέρους αυτού που επιχειρεί την αλλαγή του φαινομένου (εκ μέρους του ίδιου του ασθενή στην περίπτωσή μας). ΓΓ αυτό, κάθε πρόγραμμα αυτοελέγχου περιλαμβάνει οδηγίες τεχνικές που βοηθούν τον ασθενή να προβαίνει σε συστηματική παρατήρηση και αναλυτική περιγραφή της υπό τροποποίηση συμπεριφοράς. Με τις τεχνικές αυτές ο ασθενής επισημαίνει και καταγράφει π.χ. τη συχνότητα εμφάνισης της συμπεριφοράς· την τυπική μορφή της συμπεριφοράς και τις κυριότερες παραλλαγές της- τα ερεθίσματα στο περιβάλλον που πυροδοτούν την εμφάνιση της συμπεριφοράς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εμφανίζεται η συμπεριφορά συχνότερα: ποιες ώρες (στον ύπνο, τα Σαββατοκύριακα, ορισμένες εποχές, τα βράδυα), σε ποιους χώρους (όταν είναι στο σπίτι, στην εργασία, σε κλειστούς χώρους, σε παρέες, μόνος), μαζί με ποιες δραστηριότητες-πράξεις (όταν δεν έχει να κάνει κάτι, όταν συναντάει κάποιον άγνωστο, όταν εργάζεται με άλλους), κάτω από ποιες ψυχικές καταστάσεις (όταν είναι κουρασμένος, στενοχωρημένος,

1Βλέπε σύγγραμμά του “8άθηΐί5ΐ 38 8υό]θθί: Τήθ ρεγοϊΊοΙοςι^Ι ίηηρ6Γ3ΐίνθ” (έκδοση ΒβΙΙΐηςθΓ, 1974). 2Βλέπε σύγγραμμα Ρ.Η. Κβιίϊθγ και Α. ΟοΙϋδΙθίη “ΗθΙρΐηςι ρβορίθ οήβηρβ: Α ΙβχΙόοοΚ οίίΤΊθΐήοόε” (έκδοση 1975). 3Βλέπε σύγγραμμά του “ ΟορηΐΙίνθ-όθίιβνΐοΓ ηιοείΐίΐοβίΐοη” (έκδοση ΡΙθηυιη, 1975). Ομοίως, βλέπε μελέτη του “Το\λ/3ιτΙ 3 οοςηίίίνθ ΙΙίθΟΓγ οί δθΐί οοπΙγοΙ” στο σύγγραμμα Ο. 5οΙΐ33Γίζ και δ(Ί3ρΐΓ0 (θάδ) “ Οοηδάουεηθδδ 3πό 8θίί-Γθςιυΐ3ΰοη: Αόν3Π0θ5 ίη Γ68θ3ΓθίΊ” (έκδοση ΡΙθηυιη, 1975). 4Οι τεχνικές του ενσυνείδητου συμπερκροριστικού ελέγχου - στις τεχνικές αυτές πρέπει να συμπεριληφθεί και η βιοανάδραση (βλέπε αμέσως επόμενο κεφάλαιο) - λέγονται τεχνικές αυτοελέγχου «Δυτικού» τύπου και αντιδιαστέλλονται από τις τεχνικές αυτοελέγχου «της Ανατολής» (γιόγκα), οι οποίες στηρίζονται σε μορφές υπερβατικής αυτοσυγκέντρωσης κ.τ.ό. 5Για μια περιληπτική βιβλιογραφική ενημέρωση βλέπε σύγγραμμα Α. Καλαντζή-Αζίζι: «Αυτογνωσία: Ανάλυση και αυτοέλεγχος» (έκδοση Δίφρος, Αθήνα 1984) σελ. 160-162.


105

εκνευρισμένος)- τις συνέπειες - τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς για το άτομο (αμοιβές, ποινές, ευχάριστα συναισθήματα, δυσάρεστες σκέψεις)- τους λόγους που συντηρούν την εμφάνιση της συμπεριφοράς (για ποιους λόγους εμμένει το άτομο να εκδηλώνει τη συμπεριφορά)· τους τομείς της ζωής του ατόμου που επηρεάζονται από την εμφάνιση της συμπεριφοράς και το μέγεθος της επίδρασης αυτής σε κάθε τομέα ■τις συγκεκριμένες αλλαγές που θέλει το άτομο να γίνουν στη συμπεριφορά του· τις μορφές συμπεριφοράς που αντιμάχονταιανταγωνίζονται την αλλαγή της συμπεριφοράς κ.τ.ό. Π.χ. σε ένα πρόγραμμα για την παχυσαρκία, το άτομο πρέπει να συγκεντρώνει και να τηρεί λεπτομερή στοιχεία για καθετί που τρώει (είδος της τροφής, ποσότητα της τροφής, αντιστοιχία σε θερμίδες), τις ώρες και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνήθως τρώει (όταν είναι στο σπίτι, ενδιάμεσα στα γεύματα, στις βραδινές εξόδους, μόνο στην τραπεζαρία, όταν βλέπει τηλεόραση, όταν δεν έχει τι άλλο να κάνει), το ποσό των θερμίδων που θέλει να καταναλώνει ημερησίως, το βάρος που θέλει να χάνει εβδομαδιαίως κ.τ.ό. Η παρατήρηση και περιγραφή της συμπεριφοράς γίνονται τόσο πριν από την έναρξη του προγράμματος, για να καθοριστεί το σημείο εκκίνησης της θεραπείας, όσο και καθόλη τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος, για να αξιολογείται η πρόοδος της θεραπείας. Για να διευκολυνθεί το άτομο στην καταγραφή των στοιχείων αυτών, μπορεί να χρησιμοποιεί και διάφορα τεχνικά βοηθητικά μέσα, όπως ημερολογιακά σημειωματάρια, αριθμητικές καρτέλες, σχεδιαγράμματα συχνότητας και χρονικής ακολουθίας κ.τ.ό. Έ χει διαπιστωθεί ότι η πράξη, αυτή καθεαυτή, της παρατήρησης και της καταγραφής, από το ίδιο το άτομο, της συμπεριφοράς του επιδρά στην ίδια τη συμπεριφορά και την αλλάζει. Έχει παρατηρηθεί π.χ. ότι η απλή και μόνο καταγραφή από παχύσαρκα ατομα της διαιτητικής τους συμπεριφοράς συνεπάγεται και μείωση του βάρους τους. Η μείωση αυτή γίνεται μάλιστα μεγαλύτερη, όταν η καταγραφή γίνεται συστηματικά πριν από το φαγητό.1Φαίνεται ότι η παρατήρηση και η καταγραφή της συμπεριφοράς βοηθάει το άτομο να αποκτήσει καλύτερη επίγνωση των συνηθειών του (έχει παρατηρηθεί ότι τα παχύσαρκα άτομα, σε σύγκριση προς τα άτομα με κανονικό βάρος, έχουν λιγότερη επίγνωση των ποσοτήτων τροφής που καταναλίσκουν) και ότι η επίγνωση αυτή καθεαυτή συντελεί στην αλλαγή της συμπεριφοράς (προς το καλύτερο ή/και προς το χειρότερο).

β) ’ Ελεγχος των σημάτων-ερεθισμάτων που προκαλούν την εκδήλωση της συμπεριφοράς (δίϊιτιυΐυδ οοηίΓοΙ): Για κάθε συμπεριφορά μας υπάρχουν στο περιβάλλον ερεθίσματα που την πυροδοτούν, συνθήκες που διευκολύνουν τη συχνότερη εμφάνισή της. Είναι σίγουρο ότι αν μπορούσαμε με κάποιο τρόπο να παρέμβουμε και να περιορίσουμε τα ερεθίσματα και τις συνθήκες αυτές, θα είχαμε και αντίστοιχη μείωση της συχνότητας εμφάνισης της συμπεριφοράς. 1Βλέπε άρθρο Α.5. ΒθΙΙβοΚ θί 3ΐ “Α οοιτιρΒΠδοη οί Ιννο ίοπηδ οί δθΐί Γηοηΐίοπηρ ΐη 3 βθή3νΐθΓ3ΐ ννθΐ9ΐπί ΓβεΙϋοίίοη ρΐΌ9Γ3ηι” στο περιοδικό ΒθΙιανΐοΓ ΤήθΓβργ, 1974, τόμ. 5ος, σελ. 523-530.


106

' Ηδη είδαμε αμέσως παραπάνω στο στοιχείο (α) ότι ο ασθενής έχει στη διάθεσή του τεχνικές που τον βοηθούν να επισημαίνει και να καταγράφει τα ερεθίσματα και τις συνθήκες αυτές. Το πρόγραμμα λοιπόν περιλαμβάνει οδηγίες - τεχνικές που βοηθούν τον ασθενή να αποφεύγει τα ερεθίσματα και τις συνθήκες αυτές και έτσι να επιτύχει τη μείωση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Π.χ. για τον αυτοέλεγχο των ερεθισμάτων και συνθηκών που διευκολύνουν την πολυφαγία, μερικές από τις συνήθεις τεχνικές - οδηγίες είναι: - Προσπάθησε να τρως μόνο στις προκαθορισμένες ώρες και στους προκαθορισμένους χώρους: τις ίδιες ώρες, στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια θέση, με τα ίδια σερβίτσια. - Μην τρως ενδιάμεσα, μην τρως στην αναπαυτική καρέκλα στο σαλόνι, μην τρως όρθιος. - Μη συνδυάζεις το φαγητό με άλλες δραστηριότητες. Μην τρως, ενώ κάνεις κάτι άλλο (όταν βλέπεις τηλεόραση, όταν διαβάζεις εφημερίδα, όταν συζητάς με κάποιον). -Μη φέρνετε στο σπίτι τρόφιμα που τρώγονται χωρίς άλλη προπαρασκευή. Να αγοράζετε τρόφιμα που για να τα φάτε, πρέπει να τα μαγειρέψετε. - Να βάζετε τα τρόφιμα σε ορισμένους - λίγους σε αριθμό - χώρους. Να απομακρύνετε από τα εκτεθειμένα μπολάκια και φοντανιέρες τις διάφορες παχυντικές λιχουδιές (σοκολατάκια, ξηρούς καρπούς). -Να ψωνίζετε τα τρόφιμα όταν είστε χορτάτος (μετά το φαγητό). - Τα περισσεύματα να τα βάζετε στην κατάψυξη, ώστε να μην τρώγονται απευθείας· να θέλουν πρώτα απόψυξη. Με τις παραπάνω τεχνικές-οδηγίες γίνεται προσπάθεια να αλλάξει το σηματοδοτικό σύστημα στο περιβάλλον και να περιοριστεί όσο το δυνατό περισσότερο η εξωτερική - περιβαλλοντική πρόκληση για την εκτέλεση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς.' Εχει παρατηρηθεί π.χ. ότι τα παχύσαρκα άτομα είναι ευεπίφορα όχι τόσο στα σπλαχνικά ερεθίσματα (αίσθηση πείνας, κορεσμός), αλλά κυρίως στα περιβαλλοντικά «κεντρίσματα» για καταβροχθιτική δραστηριότητα.1 γ) Παρεμβολή εναλλακτικών- ασυμβίβαστων δραστηριοτήτων (Οοητιρβίίης Γβεροηδθβ): Η εμφάνιση μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς μπορεί να παρεμποδιστεί, αν παρεμβάλουμε κάποια άλλη αντίδραση και δραστηριότητα,απλώς εναλλακτική ή εντελώς ασυμβίβαστη προς την ανεπιθύμητη συμπεριφορά. ' Οταν π.χ. νιώθεις έντονη επιθυμία να φας σε άλλη ώρα ή/ και σε άλλον χώρο από τα καθορισμένα, μπορεί να κάνεις κάτι άλλο, μια υποκατάστατη αντίδραση απόδρασης, όπως: να πας μια βόλτα, να τηλεφωνήσεις σε κάποιον φίλο (κατά

1Βλέπε άρθρο 5. 3οίΐ3<;ΜβΓ “δοιπθ βχίΓΒΟΓΟίίηβιγ ίβοΐδ 36ου! ο&β5β ήυιτιβηδ ειηϋ Γ3(3” στο περιοδικό Αιτιβηοαπ ΡεγβήοΙοςιίεΙ, 1971, τόμ. 26ος, σελ. 129-144.


107

προτίμηση σε κάποιον που κάνει και εκείνος δίαιτα), να πιεις ένα ποτήρι νερό, να αρχίσεις να διαβάζεις το πρόγραμμα της δίαιτας που εφαρμόζεις, να εξετάσεις το σχεδιάγραμμα που δείχνει πόσο βάρος έχεις χάσει, να διαβάσεις ένα βιβλίο, να παίξεις ένα μουσικό όργανο κ.τ.ό. Κάθε πρόγραμμα αυτοελέγχου περιλαμβάνει οδηγίες που βοηθούν τον ασθενή να καταρτίσει κατάλογο με προσφιλείς του εναλλακτικές - ασυμβίβαστες προς την ανεπιθύμητη συμπεριφορά δραστηριότητες και, κάθε φορά που «προκαλείται» να προβεί στην εκτέλεση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, να επιλέγει και να εκτελεί, αντ’ αυτής, μια δραστηριότητα του καταλόγου: την πιο πρόσφορη στην κάθε περίπτωση.

δ) Μετατροπές στο εκτελεστικό μέρος της ίδιας της συμπεριφοράς (Μοάΐίγίπρ 3θΙυ3ΐ 6βΙΐ3νίοι·): Η τροποποίηση μιας συμπεριφοράς μπορεί να επιτευχθεί και με αλλαγές απευθείας στην ίδια την πράξη. Π.χ. σε προγράμματα αυτοελέγχου της πολυφαγίας, για να περιοριστεί ο ρυθμός κατανάλωσης των εδεσμάτων, χωρίς να μειωθεί η αισθησιακή απόλαυση, ο ασθενής καθοδηγείται να εφαρμόζει τεχνικές, όπως οι παρακάτω: - Μετά από κάθε πηρουνιά - κουταλιά να αφήνετε τα μαχαιροπήρουνα κάτω και να τα ξαναπαίρνετε όταν έχει αδειάσει τελείως το στόμα. - Να τρώτε σιγά και να συγκεντρώνετε την προσοχή σας σε αυτό που κάθε φορά τρώτε. - Να αρχίζετε να τρώτε δύο (2) λεπτά μετά το σερβίρισμα και αφού είναι όλα στη θέση τους. - Να κάνετε 3/λεπτες διακοπές κατά το φαγητό, ώστε να μην καταναλώνετε τροφές καθόλη τη διάρκεια του φαγητού. - Η ποσότητα που βάζετε κάθε φορά στο στόμα να είναι μικρή. - Να μασάτε καλά όλες τις τροφές. - Να ζυγίζεστε πριν από το φαγητό. Τα προγράμματα συμπερκροριστικού αυτοελέγχου περιλαμβάνουν τεχνικές οδηγίες, που βοηθούν τον ασθενή να καταρτίσει σειρά από αλλαγές στην όλη πορεία της εκτέλεσης της συμπεριφοράς και να την παρεμποδίσει. Πρέπει να τονιστεί ότι κάθε συμπεριφορά είναι η απόληξη σε μια σειρά από στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους επιμέρους ενέργειες. Για να αποτρέψουμε λοιπόν την εκτέλεση μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, είναι σκόπιμο να παρεμβαίνουμε και να σπάμε την αλυσίδα των διαδοχικών επιμέρους ενεργειών, να κόβουμε την ακολουθία των αντιδράσεων που απολήγουν στην ανεπιθύμητη συμπεριφορά. ' Οσο μάλιστα ενωρίτερα στην ακολουθία γίνεται η αποκοπή της αλυσίδας αυτής τόσο καλύτερα είναι τα αποτελέσματα.


108

ε) Αυτο - ενίσχυση (δβΙί-ΓβίηίοΐΌβητίθηί): Θεμελιακό συστατικό σε κάθε συμπεριφοριστική παρέμβαση είναι η ενίσχυση. Στα προγράμματα αυτοελέγχου, τη διαχείριση της ενίσχυσης την αναλαμβάνει και την εκτελεί το ίδιο το άτομο (αυτο - ενίσχυση). Διαρρυθμίζεται εκ των προτέρων ένα πρόγραμμα αμοιβών, τις οποίες χειρίζεται ο ασθενής για να ενισχύσει τις διάφορες μορφές βελτίωσης που παρουσιάζει κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η επιδιωκόμενη τελική βελτίωση χωρίζεται σε μικρά επάλληλα βήματα, κατά το πρότυπο της σταδιακής προσεγγιστικής μάθησης (5ΐΐ8ρίη9),' ώστε να μπορεί ο ασθενής να τα επιτυγχάνει, και για κάθε τέτοιο βήμα χορηγείται η προκαθορισμένη αμοιβή. Ως ενισχυτές χρησιμοποιούνται όλων των ειδών οι αμοιβές2: υλικές αμοιβές, ειδικά προνόμια δικαιώματα (συμμετοχή σε προσφιλείς δραστηριότητες) και η αυτο-αξιολόγηση (αξιολογικές κρίσεις και σκέψεις που κάνει το άτομο για την πρόοδό του). Επίσης, ο ασθενής αυτοδιαχειρίζεται μια σειρά από τιμωρίες για την παρεμπόδιση ανεπιθύμητων μορφών συμπεριφοράς. Ειδικότερη σημασία στα προγράμματα αυτοελέγχου έχει η συμβολική - εσωτερική ενίσχυση και τιμωρία. Π.χ στη θεραπεία της παχυσαρκίας, ο ασθενής ενθαρρύνεται να σκέπτεται «τα χάλια του» με τη σφαιρική του εμφάνιση, να σκέπτεται πόσο απωθητική θα είναι η εμφάνισή του στην πλαζ με μαγιό, να φαντάζεται πώς θα φαίνεται όταν λεπτύνει κ.τ.ό. Συχνά ο ασθενής, για να ενισχυθεί να ολοκληρώσει με επιτυχία το πρόγραμμα, καλείται να καταθέσει στο θεραπευτή ένα χρηματικό ποσό, ως «ενέχυρο», το οποίο παίρνει πίσω εφόσον σημειώσει την προκαθορισμένη πρόοδο. Επίσης, χρησιμοποιούνται διάφορες μορφές συμβολαίου τιμής. Αλλοτε, το συμβόλαιο τιμής γίνεται από τον ασθενή με τον ίδιο τον εαυτό του και αποτελεί μια μορφή αυτοδέσμευσης. Άλλοτε γίνεται με άλλα πρόσωπα σε μια βάση αμοιβαιότητας. Π.χ. η σύζυγος υπόσχεται στο σύζυγο ότι θα κόψει το τσιγάρο (θα τα μειώσει στα 10 τσιγάρα ημερησίως) και εκείνος, ως αντάλλαγμα, υπόσχεται ότι θα πάψει να αδιαφορεί για τη δίαιτά του κ.τ.ό. Πρέπει να τονιστεί ότι η ενίσχυση και η τιμωρία, οποιοσδήποτε μορφής και αν είναι, γίνεται πιο αποτελεσματική, όταν είναι άμεση και συνεχής, δίνεται δηλαδή αμέσως μετά την πραγμάτωση κάθε βήματος προόδου.

★ Η διαδικασία, που συνήθως ακολουθεί η εφαρμογή ενός συμπερκροριστικού προγράμματος αυτοελέγχου, περιλαμβάνει ένα πρώτο στάδιο, 3-4 ωριαίων συναντήσεων του ασθενούς με το θεραπευτή, για την προετοιμασία του προγράμματος. Στη φάση αυτή ο ασθενής ενημερώνεται για τις αρχέςτης θεωρίας της μάθησης και για τις τεχνικές αυτοελέγχου. Για το σκοπό αυτόν, γίνονται αναλυτικές συζητήσεις και υποδειγματικές πρακτικές ασκήσεις. Επίσης, 1. Βλέπε σελ. 74. 2. Βλέπε σελ. 94.


109

προσδιορίζεται το συγκεκριμένο πρόγραμμα που ταιριάζει περισσότερο στον συγκεκριμένο ασθενή και δίνονται λεπτομερείς οδηγίες εφαρμογής του. Οι οδηγίες αυτές συχνά περιλαμβάνονται σε ειδικό εγχειρίδιο 1(βιβλίο οδηγιών), το οποίο ο ασθενής φροντίζει να έχει πάντα μαζί του κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να το συμβουλεύεται. Σε ένα δεύτερο στάδιο, το οποίο διαρκεί συνήθως 12-18 εβδομάδες, γίνεται η βήμα προς βήμα εφαρμογή του προγράμματος. Στη δεύτερη αυτή φάση ο ασθενής επισκέπτεται το θεραπευτή για τυχόν διορθωτικές αλλαγές στην πορεία της εφαρμογής του προγράμματος και για την αξιολόγηση της συντελούμενης προόδου. Ό ταν πλέον η εφαρμογή του προγράμματος έχει πλήρως εκδιπλωθεί, μπορεί να αποφασιστεί οι συναντήσεις αυτές να γίνονται ολοένα και περισσότερο αραιότερες (1 ωριαία συνάντηση κάθε 2-3 εβδομάδες), ωσότου να επιτευχθεί η πλήρης ανεξαρτητοποίηση του ασθενούς.

10) Βιοανάδραση (ΒίοίεΘάΙ)^) Οι διάφορες κινήσεις - αντιδρασεις του ανθρώπου διακρίνονται: α) Σε εκούσιες, που ελέγχονται από το κεντρικό νευρικό σύστημα και εκτελούνταιαπό το άτομο κατά βούληση, και β) σε ακούσιες, που ελέγχονται από το περιφερειακό και το αυτόνομο νευρικό σύστημα και εκτελούνται αυτόματα, χωρίς την ενσυνείδητη συμμετοχή του ατόμου. Στα πλαίσια της συμπεριφοριστικής θεωρίας υποστηριζόταν αρχικά ότι μόνο οι εκούσιες κινήσεις μπορούσαν να τροποποιηθούν με βάση τις αρχές της συντελεστικής μάθησης,2δηλαδή να τεθούν κάτω από τον έλεγχο της ενίσχυσης. Οι ακούσιες κινήσεις-αντιδράσεις υπόκεινται μόνο σε χωροχρονικές υποκατάστατες συνδέσεις του τύπου της κλασικής μάθησης του ΡβνΙον.3 Τελευταία, η άποψη αυτή έχει αμφισβητηθεί και γίνονται προσπάθειες να εφαρμοστούν οι αρχές της συντελεστικής μάθησης σε όλες τις λειτουργίες του σώματος, ακόμη και σε αυτές που δεν υπάρχει συνειδητός έλεγχος, όπως είναι η πίεση του αίματος, οι σφυγμοί της καρδιάς, οι εκκρίσεις του στομάχου, η ηλεκτροενεργειακή δραστηριότητα του εγκεφάλου κ.ά. Υποστηρίζεται ότι το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει τις διάφορες ακούσιες αντιδράσεις και λειτουργίες του σώματός του, γιατί δεν λαμβάνει γνώση των αλλαγών που συμβαίνουν στις λειτουργίες αυτές, δεν παίρνει πληροφορίες για την έναρξη, τη διάρκεια και το μέγεθος κάθε αλλαγής στις λειτουργίες αυτές. Π.χ. δεν γνωρίζουμε πότε και πώς γίνονται οι αυξομειώσεις στην πίεση του αίματος ■πότε και

1. Εγχειρίδια με προγράμματα συμπεριφοριστικού αυτοελέγχου, τα οποία μπορεί ο ίδιος ο ασθενής να εφαρμόσει χωρίς τη διαμεσολάβηση θεραπευτή, έχουν συγγράφει και εκδοθεί για τη θεραπεία πλείστων μορφών ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, όπως είναι το κάπνισμα, η παχυσαρκία κ.ά. Τα εγχειρίδια αυτά μπορεί να τα προμηθευθεί ο ενδιαφερόμενος απευθείας από τους εκδότες (του αποστέλλονται ταχυδρομικώς). 2. Βλέπε σελ. 70 κ.ε. 3. Βλέπε σελ. 64 κ.ε.


110

πώς συμβαίνουν αλλαγές στην ένταση των μυών του μετώπου και του λαιμού (η ένταση αυτή φαίνεται ότι είναι η αιτία πονοκεφάλων)· πότε και πώς συμβαίνουν σπασμοί στα αιμοφόρα αγγεία στο κεφάλι μας (οι σπασμοί του είδους αυτού είναι η αιτία των ημικρανιών)· πότε και πώς έχουμε μεγαλύτερους ρυθμούς ΑΙρϊιβ κυμάτων στον εγκέφαλο (η παρουσία ΑΙρήβ κυμάτων σχετίζεται με τις καταστάσεις χαλάρωσης, ψυχικής ηρεμίας και ευχάριστης υπνηλίας)· πότε και πώς ενεργοποιείται το στομάχι και παράγει τις διάφορες ποσότητες γαστρικού υγρού (οι ποσότητες αυτές σχετίζονται με τη δημιουργία στομαχικού έλκους) κ.τ.ό. Αν γνωρίζαμε την πορεία που ακολουθούν οι αλλαγές στις λειτουργίες αυτές, τελικά θα καταφέρναμε να ελέγχουμε τις λειτουργίες αυτές. Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε έναν εσωτερικό μηχανισμό για να μας πληροφορεί για τις αλλαγές αυτές. Η βιοανάδραση1 είναι τεχνικές που χρησιμοποιούνται για να μας δώσουν πληροφορίες για το τι συμβαίνει ανά πάσα στιγμή στις διάφορες λειτουργίες του σώματός μας. ' Εχοντας στη διάθεσή μας αυτές τις πληροφορίες, μπορούμε να τις αναλύσουμε και να κατανοήσουμε τι ακριβώς κάνουμε (ή σκεπτόμαστε) κάθε φορά που συμβαίνει μια αλλαγή σε μια σωματική μας λειτουργία. ' Ετσι, τελικά μαθαίνουμε όχι μόνο να διακρίνουμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι λειτουργίες μας αυτές κάθε φορά (π.χ. να μπορούμε να διακρίνουμε μόνοι μας κάθε φορά, χωρίς τη χρήση οργάνου, αν η πίεσή μας είναι υψηλή ή χαμηλή), αλλά και να ελέγχουμε τις λειτουργίες αυτές και να τις ρυθμίζουμε κατά 1. Ο όρος «ανάδραση» (ίθβάϋβοΚ) σημαίνει συνεχή παροχή, κάθε φορά και νέων, πληροφοριών. Το πρόθεμα «Βιο» χρησιμοποιείται γιατί η επανατροφοδότηση γίνεται μέσω βιολογικών μας συστημάτων.

Εικ. 20. Συσκευή για τον ενσυνείδητο αυτοέλεγχο της ποσότητας ΑΙρήα εγκεφαλικών ρυθμών και για την αυτορρύθμιση του άγχους.


βούληση (π.χ. μόνοι μας να μπορούμε να χαμηλώνουμε ή να αυξάνουμε την πίεσή μας). Οι τεχνικές αυτές συνίστανται συνήθως στη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών, οι οποίες με κάποιο τρόπο συνδέονται με ένα βιολογικό μας σύστημα και καταγράψουν και παρουσιάζουν με κάποιο εποπτικό τρόπο - ακουστικό σήμα (ήχος), οπτικό σήμα (λαμπάκι), γραφική παράσταση (διάγραμμα) - τις διάφορες αλλαγές που επισυμβαίνουν στις λειτουργίες αυτές. Τις συσκευές αυτές μπορεί να τις χειρίζεται μόνο του το ίδιο το άτομο. Τυπικό παράδειγμα εφαρμογής της βιοανάδρασης είναι η λεγάμενη τεχνική της συσκευής ΑΙρΙιβ εγκεφαλικών κυμάτων.1Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται στην ψυχοθεραπευτική πράξη για να μάθει το άτομο να μειώνει το άγχος του, αυξάνοντας κατά βούληση την ΑΙρΜε ηλεκτρική δράση του εγκεφάλου. Είναι γνωστό ότι μεγάλες ποσότητες ΑΙρίιβ εγκεφαλικών κυμάτων συνδέονται με καταστάσεις ψυχικής χαλάρωσης και εσωτερικής ηρεμίας. Το άτομο, μέσω ειδικής ηλεκτρονικής συσκευής (βλέπε εικ. 20), πληροφορείται το ποσό των ΑΙρΙιβ ρυθμών που υπάρχει κάθε φορά στον εγκέφαλό του και, συνδυάζοντας τη μέθοδο της νευρομυϊκής χαλάρωσης,2μαθαίνει να αυξομειώνει την ποσότητα κατά βούληση. Η συσκευή συλλέγει, με ηλεκτρόδια που εφαρμόζονται στην επιφάνεια του κρανίου, την ΑΙρΜει ηλεκτρική δράση του εγκεφάλου και τη μετατρέπει σε σήμα ηχητικό (κτυπάει ένα κουδούνι) ή οπτικό (ανάβει ένα λαμπάκι). Η ένταση του σήμα­ τος ποικίλλει ανάλογα με το ποσό των ΑΙρϊΐΒ ρυθμών στον εγκέφαλο. Έ χει αποδειχθεί ότι τα περισσότερα άτομα μαθαίνουν να ελέγχουν την ένταση του σήματος - να αυξομειώνουν κατά βούληση την έντασή του - και την συνακόλουθη ποσότητα των ΑΙρΙιβ κυμάτων. ' Ετσι. μπορούν να ρυθμίζουν, μέσω της δράσης του αυτόνομου νευρικού συστήματος, την εσωτερική - ψυχική τους κατάσταση.3 Οι τεχνικές της βιοανάδρασης έχουν χρησιμοποιηθεί με ικανοποιητικά αποτελέσματα, για την αυτορρύθμιση διαφόρων βιοσωματικών λειτουργιών και οργανικών διαταραχών, όπως είναι π.χ. η πίεση του αίματος, πονοκέφαλοι, ημικρανίες κ.ά. Οι επιπτώσεις της βιοανάδρασης για την ιατρική είναι τεράστιες. Υποτίθεται ότι με τις τεχνικές της βιοανάδρασης μπορούμε να επιτύχουμε ό,τι προσπαθούμε να καταφέρουμε με τα φάρμακα, χωρίς να υφιστάμεθα το υψηλό κόστος τους και τις παρενέργειές τους. Δυστυχώς όμως η αισιοδοξία που ενέπνευσαν τα πρώτα, πράγματι επαναστατικά, πειράματα δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα πράγμα­ τα. Υπάρχουν τεράστιες ατομικές διαφορές στην ικανότητα για ενσυνείδητο έλεγχο και αυτορρύθμιση στις λειτουργίες του αυτόνομου νευρικού συστήματος.

1. Βλέπε άρθρο ϋ. Κ3ΐτιΐγ3 «Οοηδοΐοιίδ οοπΙ γοΙ οί 0Γ3ίπ ννβνθδ» στο περιοδικό ΡδγοΙιοΙοργ Τοόεγ, 1968, τόμ. 1ος, σελ. 56-60. 2. Βλέπε σελ. 84-85. 3. Βλέπε άρθρο Ι_. Τ3Γΐθί-ΒθηΙοηο «ΤΜθ γοΙθ οί Γθΐ3 Χ3 ΐΐοη ΐπ βϊοίθθά63θΚ ΐΓ3ίηΐη9» στο περιοδικό ΡδγοΙιο/ος/ΐοΒΐ ΒυΙΙθίΐη, 1978, τόμ. 85ος, σελ. 725-755.


ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ III: ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ' Οπως είπαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο,1 κάθε ψυχολογική θεωρία εκκι­ νεί από μια διαφορετική άποψη αναφορικά με την ανθρώπινη φύση. Η ψυχαναλυτική κατεύθυνση δέχεται ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα διαμορφώνεται από εσωτερι­ κές δυνάμεις υπό τη μορφή βιολογικών ορμών και ασυνείδητων συγκρούσεων. Η συμπεριφοριστική θεωρία δέχεται ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα διαμορφώνεται από εξωτερικές περιβαλλοντικές δυνάμεις μέσω της τοποχρονικής συνεξάρτησης, της συστηματικής συντελεστικής ενίσχυσης και της μίμησης προτύπων. Τόσο η ψυχαναλυτική όσο και η συμπεριφοριστική κατεύθυνση εμπεριέχουν μια αιτιοκρατία (όθΐθΓηΊίπίδίτιυδ), την άποψη δηλαδή ότι κάθε ανθρώπινη αντίδραση είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα κάποιας προγενέστερης κατάστα­ σης. Η μεν ψυχαναλυτική θεωρία εμπεριέχει μια βιολογική ετεραρχία, ενώ η συμπεριφοριστική εμπεριέχει μια περιβαλλοντική ετεραρχία. Το άτομο είναι δέσμιο των ασυνείδητων ορμών και συγκρούσεων ή των περιβαλλοντικών συγκυριών. Ελεύθερη βούληση και προσωπική επιλογή είναι σχεδόν απούσες. Σε αντίθεση προς τις απαισιόδοξες και μηχανιστικές αυτές θεωρήσεις της 1. Βλέπε σελ. 38. Η εικ. 21 έχει ληφθεί από το σύγγραμμα Ο.δ. δοΙιυδίθΓ και δ.δ. Αδϊιόυτη «Τ^ θ ργοοθ33 οί ήυηΐ3η όθνθίορπίθηί» (εκδόσεις ΙΐΚΙθ-ΒΐΌννη, 1980) σελ. 17.

Εικ. 21. Σύμφωνα με το ανθρωπιστικό πρότυπο, το άτομο έχει απεριόριστες δυνατότητες για αυτο-ανάπτυξη. Αυτό που χρειάζεται το άτομο είναι μόνο ένα περιβάλλον που να διευκολύνει την αυτορρύθμιση και τον αυτοπροσδιορισμό.


113

ανθρώπινης φύσης, οι οποίες, ας σημειωθεί, κυριάρχησαν στον ψυχοθεραπευτικό χώρο για πολλές δεκαετίες^σχεδόν μονοπωλιακά, δημιουργήθηκε μια «τρίτη λύση», μια εναλλακτική λύση, γνωστή ως ανθρωπιστική - υπαρξιστική θεωρία. Η θεωρητική αυτή κατεύθυνση εκκινεί από την αισιόδοξη άποψη ότι ο άνθρωπος έχει την ικανότητα για αυτοπροσδιορισμό και τη δυνατότητα για αυτοεξέλιξη· ότι το άτομο δεν είναι θύμα ούτε του ασυνειδήτου ούτε των περιβαλλοντικών συνεξαρτήσεων, αλλά ότι είναι ελεύθερο να καθορίσει ποιος θέλει να γίνει και πώς θέλει να ζήσεΐ’ ότι κάθε άτομο έχει απεριόριστες εξελικτικές δυνατότητες και έντονη την τάση για ανάπτυξη, αυτογνωσία και αυτοπραγμάτωση κ.τ.ό.(βλέπε εικ. 21 ).

Η ανθρωπιστική κατεύθυνση τονίζει ιδιαίτερα τρία χαρακτηριστικά της ψυχικής ζωής του ανθρώπου: την πολυπλοκότητα, τη μοναδικότητα και την ικανότητα για ανάπτυξη και ευτυχία. Το άτομο, παράλληλα προς τις βιολογικές ανάγκες, έχει και ειδικές ανθρώπινες ανάγκες, όπως είναι η ανάγκη για προσωπική έκφραση, η ανάγκη για την επίτευξη σκοπών που το ίδιο θέτει, η ανάγκη για ένα αξιολογικό σύστημα κ.τ.ό. Ο Αμερικανός ψυχολογος ΑβΓ3 (ΐ3ΐτ> ΜβεΙονν έχει καθορίσει ένα ιεραρχικό σύστημα των ανθρώπινων αναγκών και κινήτρων. Οπως δείχνει και η εικ. 22, οι ανάγκες του ανθρώπου βρίσκονται σε μια σειρά προτεραιότητας: Στη

ΑύΓβ(ΐ3 ΓΠ ΜβεΙονν (1908-1970)

Εικ. 22. Ο ΑόΓ8ή3ΓΠ Μ3 5 ΐο\ν και το σύστημά του για την ιεράρχηση των ανθρώπινων αναγκών.


114

βάση της πυραμίδας βρίσκονται οι βιολογικές ανάγκες (δίψα, πείνα, ύπνος). Οι ανάγκες αυτές είναι οι πρώτες που πρέπει το άτομο να φροντίσει να ικανοποιηθούν. ' Επονται οι ανάγκες για ασφάλεια και προστασία. Οι ανάγκες αυτές παίρνουν σειρά για να ικανοποιηθούν μόνο εφόσον έχει εξασφαλιστεί η πλήρης κάλυψη των βιολογικών αναγκών. Ακολουθούν, στο επόμενο ιεραρχικό επίπεδο, οι ανάγκες για αγάπη και συναισθηματική ανταπόκριση. Στο επόμενο επίπεδο ανήκουν η ανάγκη για κοινωνική επαφή και η ανάγκη για κοινωνική αναγνώριση. Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται οι ανάγκες για αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό (να κάνει αυτό που νομίζει το άτομο ότι ταιριάζει καλύτερα στον εαυτό του, να ενεργοποιήσει όλες του τις ικανότητες στο μέγιστο δυνατό βαθμό). Ο ΜβδΙονν υποστηρίζει ότι η ικανοποίηση όλων των αναγκών στην ιεραρχία είναι βασικός παράγοντας για την ψυχική υγεία του ατόμου. Απαραίτητη προϋπόθεση για μια ολοκληρωμένη και ευτυχισμένη ζωή είναι η ικανοποίηση των αναγκών των υψηλότερων βαθμιδών.1 Σύμφωνα με το ανθρωπιστικό - υπαρξιστικό πρότυπο, τα αίτια της ψυχικής διαταραχής πρέπει να αναζητηθούν στην κοινωνία, στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, και όχι στο άτομο. Στη σημερινή καταναλωτική κοινωνία των μεγαλουπόλεων, πολλά άτομα χάνουν τη δυνατότητά τους για ανάπτυξη και αυτοπροσδιορισμό και γίνονται μηχανιστικά αυτόματα, επιδιώκοντας κοινωνική και επαγγελματική επιτυχία. Οταν πλέον δεν μπορούν να ελέγξουν τη ζωή τους, βιώνουν αντιφάσεις, γιατί συγχέουν τις δικές τους επιθυμίες με τις εσωτερικευμένες πλέον επιθυμίες των άλλων. Η ανθρωπιστική θεραπευτική παρέμβαση παίρνει περισσότερο τη μορφή, όχι πλέον θεραπείας μιας συγκεκριμένης μορφής παθολογικής συμπεριφοράς, αλλά της βοήθειας για μια ολική προσωπική ανάπτυξη και αυτογνωσία. Αποβλέπει κυρίως στο να απελευθερώσει τις δυνάμεις του ατόμου και να το βοηθήσει να επανακτήσει την ελεύθερη έκφραση και την αυθόρμητη επαφή με τη ζωή. Επίκεντρο της θεραπευτικής διαδικασίας είναι, όχι τόσο οι εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά «το εδώ» και «το τώρα», οι συγκρούσεις και οι δυσκολίες του παρόντος. Έτσι, η θεραπευτική εμπειρία έρχεται σαν επέκταση της καθημερινής ζωής και δεν απευθύνεται μόνο στους «αρρώστους», αλλά στο ευρύ κοινό, σε κάθε άτομο. Τυπική μορφή ανθρωπιστικής ψυχοθεραπείας είναι η μέθοδος του Οβιΐ Ρ096Γ3, γνωστή ως πελατοκεντρική (οΙίθηΙ-οβπΙθΓβά) θεραπεία, η μέθοδος του ΡΐΌάβποΚ ΡβτΙδ, γνωστή ως μορφολογική (ΟβδίβΙΙ) θεραπεία, και η συνδιαλεκτική ανάλυση (ίΓ3Π330ΐί0η3ΐ 3Π3ΐγδίδ) του Επο Βθγπθ. Για τις τρεις αυτές ψυχοθεραπευ­ τικές μεθόδους θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω.

1. Βλέπε σύγγραμμά του «ΜοΙινβΙιοη βηό ρβΓΒοηζΙιΙγ» (έκδοση ΗβφβΓ, 1954). Επίσης, του ίδιου «Τονν3Γά3 3 ρεγοΜο§γ οί ΰβίηρ» (εκδόσεις Υβπ Νθ5ΐΓ3π<1 1968).


115

1) Πελατοκεντρική θεραπεία (ΟΙϊβηΙ-οβηΙβΓβίΙ (ΙιεΜργ)

Η πελατοκεντρική θεραπεία επινοήθηκε και άρχισε να εφαρμόζεται στην κλινική πράξη στα τέλη της δεκαετίας του ' 40 από τον Αμερικανό καθηγητή της ψυχολογίας ΟθγΙ ΡοςβΓε.' Ηταν μια από τις πρώτες προσπάθειες να δημιουργηθεί μια νέα προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία και έκτοτε, στα σαράντα περίπου χρόνια εφαρμογής της, σημείωσε (και συνεχίζει να σημειώνει) τεράστια ανάπτυξη. Σήμερα ο ΟηγΙ ΗοςβΓδ είναι ο πιο γνωστός και πιο δημοφιλής εκφραστής του ανθρωπιστικού προτύπου. Ο Ρθ9βΓ3 έχει διατυπώσει δική του θεωρία για την ανθρώπινη συμπεριφορά και την παθολογία της. Η θεωρία αυτή έχει αποτελέσει το θεωρητικό υπόβαθρο της πελατοκεντρικής θεραπείας. Από τη θεωρία αυτή θα παρουσιάσουμε ορισμένα βασικά στοιχεία, μόνο όσα κρίνουμε ότι είναι απαραίτητα για μια πληρέστερη κατανόηση και εκτίμηση της Ροτζεριανής θεραπείας. Ο ΡοςβΓδ, ως ανθρωπιστής ψυχολόγος, εκκινεί από την άποψη ότιοάνθρωπος είναι κατά βάση «όν λογικόν και φύσει καλόν» και ότι η κύρια έμφυτή του ανάγκη είναι η αυτοπραγμάτωση. Η αναγκη του αυτή αντανακλάται στην προσπάθειά του για συνεχή εκδίπλωση και ανάπτυξη όλων των χαρακτηριστικών του ιδιοτήτων και στην ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση της εμπειρίας του σε πολυπλοκότερους και δημιουργικότερους τρόπους. Η αυτοπραγμάτωση αυτή γίνεται μέσα από την αλληλεπίδραση και τις συγκρούσεις του ατόμου με το περιβάλλον, ιδίως με το κοινωνικό περιβάλλον. Το περιβάλλον όμως νοείται όχι όπως είναι στην πραγματικότητα, αντικειμενικό, αλλά όπως το αντιλαμβάνεται το ίδιο το άτομο. Η εξωτερική πραγματικότητα παίρνει ένα προσωπικό, μοναδικό, χαρακτήρα και η εμπειρία είναι μια βιωμένη υποκειμενικότητα (φαινομενολογική ερμηνεία της πραγματικό­ τητας). Ανάμεσα στην εσωτερική πραγματικότητα, ~ την ανάγκη για αυτοπραγμάτωση, και στην εξω­ τερική πραγματικότητα,ττην υποκειμενική ε ­ μπειρία, παρεμβάλλονται διάφοροι μεταβιβαστικοί μηχανισμοί, διάφορες υπο - ανάγκες, οι οποίες στη συνέχεια παίζουν η καθεμιά καθο­ ριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπικότη­ τας. Οι κυριότεροι από τους μηχανισμούς αυτούς είναι: α) Η αντίληψη του εαυτού: Το άτομο, ενωρίς στη ζωή του, αρχίζει να διαφοροποιεί τις εμπειρίες του και μερικές να ο&ι Βο§βΓβ τις συνδέει με το περιβάλλον, ενώ άλλες να τις (1902- ) συνδέει με τον εαυτό του και τη λειτουργία του, ανεξάρτητα από το περιβάλλον, ως αυθύπαρκτης οντότητας. Το δεύτερο αυτό είδος εμπειριών λέγονται αυτο­ 1. Βλέπε συγγράμματά του «Οη όθοοΓηΐηςι 3 ρβΓδοη» (έκδοση Ηους^ίοη-ΜΐίΐΙΐη, 1961) και «ΟΙΐθηί-αθηίθΓθό ίήθΓ3ργ» (έκδοση Ηους^Ιοη-ΜϊίίΙΐη, 1951).


116

εμπειρίες και συναποτελούν την αυτο-εικόνα (δβΐί-οοποβρί). β) Η ανάγκη για θετική εκτίμηση: Το άτομο, καθώς η αυτο-εικόνα του διαμορφώνεται, αναπτύσσει μια νέα ανάγκη: να εκτιμάται θετικά και να γίνεται αποδεκτό (ροδίΐίνβ Γβ93Γά). Η ανάγκη αυτή θεωρείται από τον ΒορβΓδ ως μια από τις ισχυρότερες πανανθρώπινες ανάγκες και μπορεί να γίνει πιο επιτακτική και από την ανάγκη για αυτοπραγμάτωση και να την αντιστρατεύεται. Μπορεί δηλαδή το άτομο να φθάσει στο σημείο, αντί να επιδιώκει εμπειρίες αυτοπραγματιστικές, να ασχολείται με το πώς θα ικανοποιήσει την ανάγκη για θετική εκτίμηση, γ) Η ανάγκη για θετική αυτο-εκτίμηση: Για να μετριάσει την αντιπαλότητα ανάμεσα στην ανάγκη για αυτοπραγμάτωση και στην ανάγκη για θετική εκτίμηση, το άτομο αναπτύσσει μια νέα ανάγκη, την ανάγκη για θετική εκτίμηση του εαυτού από το ίδιο το άτομο, κάπως χώρια από την εκτίμηση των άλλων (ροδίίίνβ δβΐί - ΓβςβΓά). δ) Οι συνθήκες αξίας: Για να διατηρήσει τη θετική αυτοεκτίμηση, το άτομο διαμορφώνει διαφόρους προστατευτικούς μηχανισμούς με τους οποίους προσπαθεί να αλλοιώσει την εξωτερική πραγματικότητα, για να είναι η εμπειρία και η αυτο-εικόνα σε συμφωνία. ' Ετσι π.χ. το άτομο μπορεί επιλεκτικά να αντιλαμβάνεται και να αντιδρά στα διάφορα ερεθίσματα, να φιλτράρει τις πληροφορίες, να παραμορφώνει τα διάφορα μηνύματα κ.τ.ό. Οι παραμορφωτικοί - αλλοιωτικοί αυτοί μηχανισμοί λέγονται συνθήκες αξίας (οοηάίίίοηε οί ννοΓίΙι) και ενσωματώνονται σταθερά στην αυτο­ εικόνα. Οι συνθήκες αξίας είναι κατά τον Ρθ9βΓ3 η αιτία των ψυχικών διαταραχών, γιατί παρεμποδίζουν την αυτοπραγμάτωση. Το άτομο που στην πορεία της ζωής του δεχόταν συστηματικά θετικές εκτιμήσεις, δεν έχει ουσιαστικά δημιουργήσει συνθήκες αξίας και η θετική του αυτοεκτίμηση είναι ικανοποιητική, οποιεσδήποτε και αν είναι οι εξωτερικές του εμπειρίες. Έτσι, απερίσπαστα μπορεί να επιχειρεί ποικίλες δημιουργικές δραστηριότητες και να αυτοπραγματώνεται. Το άτομο όμως που συστηματικά δεχόταν αρνητικές εκτιμήσεις, έχει διαμορφώσει πολλές και έντονες συνθήκες αξίας. Πολλές λοιπόν από τις νέες εμπειρίες του βρίσκονται σε ασυμφωνία (ίηοοπ9Γυβηοβ) με την παρούσα δομή του εαυτού και θεωρούνται απειλητικές για την ενότητα της αυτο-εικόνας ως μιας συνεπούς δομής, με αποτέλεσμα το άτομο να βιώνει άγχος. Για να αποφύγει το άγχος, το άτομο επιστρατεύει διάφορες μορφές αμυντικής συμπεριφοράς, αλλοιώσεις της εμπειρίας, όπως είναι οι μηχανισμοί άμυνας του Εγώ, οι φοβίες, οι παρανοϊκές αντιδράσεις καχυποψίας κ.τ.ό. Στις περιπτώσεις μάλιστα που οι νέες απειλητικές εμπειρίες είναι απότομες και πιεστικές, το άτομο νιώθει έντονο άγχος, με αποτέλεσμα να εκδηλώνει αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, αλλοιώσεις του εαυτού (άρνηση του εαυτού ή διαταραγμένη αυτο-αντίληψη), όπως είναι οι οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, το παρανοϊκό παραλήρημα κ.τ.ό. Ετσι, περιορίζεται η δημιουργική δραστηριότητα και παρεμποδίζεται η αυτοπραγματιστική προσπάθεια. Το σχ. 11 δείχνει τη διαδικασία αυτή της ανάπτυξης της ψυχικής διαταραχής. Το σχ. 12, στην απέναντι σελίδα, έχει ληφθεί από το σύγγραμμα Β.Η. Ριίοθ «ΑόηοηναΙύβήβνίοΓ: ΡθΓβρβοΙινβΒ ίη αοηίΐίΰΐ» (εκδόσεις ΗοΙΙ-Ρϋπθ(Ί3Γΐ-\Λ/ίη3ΐοπ, 1978, 2η έκδοση) σελ. 186 και 188.


117

Από όσα είπαμε παραπάνω γίνεται φανερό ότι, για τον Ρθ9βΓδ, οι ψυχικές διαταραχές προέρχονται από την παρεμποδισμένη αυτοπραγμάτωση, λόγω της ενσωμάτωσης στην αυτο-εικόνα πολλών και έντονων συνθηκών αξίας, τις οποίες διαμορφώνει το άτομο όταν συστηματικά δέχεται αρνητικές εκτιμήσεις. Η πελατοκεντρική θεραπεία προσπαθεί να αντιστρέψει τη διαδικασία αυτή (βλέπε σχ.12). Επιχειρεί να μειώσει τις συνθήκες αξίας-τόσο σε αριθμό όσο και σε έντασηκαι να βοηθήσει το άτομο να αποκτήσει μια σωστή - όχι πλασματική - θετική αυτοεκτίμηση, προσφέροντάς του απεριόριστη, άνευ όρων, θετική αυτοεκτίμηση.

Απουσία απεριόριστης θετικής εκτίμησης

I Απουσία απεριόριστης θετ.κή ς αυτοεκτίμησης

1 Συνθήκες αξίας

Σχ. 12. Η διαδικασία ανάπτυξης της αμυντικής και της αποδιοργανωμένης συμπεριφοράς κατά τον ΟβγΙ ΠοςίθΓδ.


118

Η πελατοκεντρική θεραπευτική διαδικασία είναι μια πρόσωπο με πρόσωπο μη διευθυντική συζήτηση και οδηγητική. Στο επίκεντρο της διαδικασίας είναι ο ασθενής, ο οποίος σκοπίμως, ονομάζεται «πελάτης» (ο ψυχοθεραπευτής ονομά­ ζεται « σύμβουλος»). Πιστεύεται ότι ο ασθενής - και όχι ο θεραπευτής ούτε κανένας άλλος «ειδικός» - είναι το πιο κατάλληλο πρόσωπο να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τι του συμβαίνει, τι τον ενοχλεί, και ο ίδιος να βρει τρόπους για να δώσει λύσεις στα προβλήματά του.Το έργο του πελατοκεντρικού συμβούλου είναι να εξασφαλίσει στον πελάτη ένα περιβάλλον πλήρους αποδοχής, συμπαθητικής κατανόησης και ειλικρινούς συμπαράστασης. Ο σύμβουλος αντιπροσωπεύει στη ζωή του πελάτη ένα κεντρικό πρόσωπο, διαφορετικό από εκείνους που μέχρι τώρα του πρόσφεραν αρνητικές εκτιμήσεις. Είναι ένας σημαντικός άλλος που δείχνει στον πελάτη, με λόγια και με έργα, ότι τον δέχεται και τον εκτιμά όπως είναι. Ο πελάτης νιώθει ότι είναι ελεύθερος να έχει τις δικές του, τις προσωπικές, αυτοεμπειρίες, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη θετική εκτίμηση του συμβούλου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πελατοκεντρική θεραπεία δεν υιοθετεί και δεν ακολουθεί συγκεκριμένες θεραπευτικές τεχνικές, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες άλλες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους. Μάλλον εφαρμόζει γενικούς θεραπευτικούς κανόνες, στάσεις του θεραπευτή προς τον ασθενή, που τηρούνται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας. Οι βασικότεροι από τους κανόνες αυτούς είναι: α) Η απεριόριστη και ακλόνητη αποδοχή του ασθενούς, β) η συμπαθητική και ειλικρινής κατανόηση των συναισθημάτων του, η ενσυναίσθητη συναντιληψη του ενδότερου πλαισίου αναφοράς του και γ) η μη διευθυντική στοργή και ο γνήσιος σεβασμός προς τις αυτοπραγματιστικές ανάγκες και προσπάθειές του.

Εικ. 23. Οι ανθρωπιστές ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι το άτομο πρέπει να α φ εθ ε’ι ελεύθερο να επιδιώξει και να ικανοποιήσει τις αυτοπραγματιστικές του ανάγκες.


119

2) Μορφολογική θεραπεία (06$(βΙ( (ΗβΓ3ργ)

Η μορφολογική θεραπεία αναπτύχθηκε στην Ευρώπη ως μια αντίδραση στις φροϋδικές τεχνικές, ως μια «τρίτη Λύση» κατά των ορθόδοξων ψυχοθεραπευτι­ κών μεθόδων, καθώς επίσης και ως συνέπεια του υπαρξιστικού κινήματος. Πήρε το όνομά της από τη Μορφολογική Σχολή της ψυχολογίας, η οποία αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γερμανία, και η οποία υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη προσω­ πικότητα μπορεί να κατανοηθεί μόνο στη βάση της ολότητας, της οργάνωσης της συνολικής μορφής, ΟβδίβΙί. Η σχέση της όμως με τη Μορφολογική ψυχολογία είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, απόμακρη. Πρωτοπόρος και πρωτεργάτης της μορφολογικής θεραπείας είναι ο ΡΓβάβπαΚ ΡθΜδ, Γερμανός ψυχίατρος που μαθήτευσε αρχικά κοντά στον ΡΓβυά και κατέληξε στις ΗΠΑ. Ο ΡθΜδ υποστηρίζει ότι πρωταρχική πηγή νεύρωσης είναι η έλλειψη οργάνωσης, στο επίπεδο του ασυνειδήτου, του συνόλου της εμπειρίας μας αντιλήψεων, σκέψεων, συναισθημάτων. Η έλλειψη αυτή αποδυναμώνει την ικανό­ τητα του ατόμου να έλθει σε επαφή με την ολότητα της εμπειρίας του, με τον εαυτό του και το περιβάλλον. Εμποδίζει την απόλυτη επίγνωση (το άτομο δεν αντιλαμβάνεται σωστά τον εξωτερικό κόσμο και συχνά ούτε και τις λειτουργίες του σώματός του) και καταπνίγει τον αυθορμητισμό (το άτομο δεν μπορεί να εκφράσει ανοιχτά - ελεύθερα τις ανάγκες του και να τις αντιμετωπίσει) και δεν αφήνει να έχει το άτομο απόλυτη επαφή με το παρόν. Η θεραπευτική διαδικασία αποβλέπει στο να βοηθήσει το άτομο να οργανώσει σωστά και συγκροτημένα το σύνολο της εμπειρίας του και να αποκτήσει «απόλυτη επίγνωση του παρόντος» και έτσι να μπορέσει να γίνει «αυθεντικό, εκφραστικό, υπεύθυνο και αισθαντικό» ανθρώπινο πλάσμα. Ο ΡβΓίδ υποστηρίζει ότι η νεύρωση ακολου­ θεί πέντε επάλληλα «στρώματα». Στο πρώτο στρώμα, το υποκριτικό, ο νευρωσικός ζει μια πλαστογραφημένη εικόνα του εαυτού του, ένα ψεύτικο είδωλο, και όχι τον ίδιο τον εαυτό του, παίζοντας διαφόρους ρόλους και ψεύτικα «παιγνίδια». Οταν φύγει από το χώρο αυτόν της υποκρισίας και της αλλοτρίωσης, θα βρεθεί στο φοβικό στρώμα, όπου νιώθει δυσαρεστημένο για τις αποτυχίες του και τα αλλότρια «Πρέπει» και «Δεν πρέπει» που έχει υιοθετήσει, αλλά ακόμη αντιστέκεται στην αλλαγή. Ό ταν ξεπεράσει και αυτό το επίπεδο, φθάνει στο « ·Γ « · ·Ω · · 1883-1970) αδιέξοδο, οπου νιώθει κενός και ασήμαντος. Μετά το στάδιο αυτό της απαξίας και της ασημαντότητας φθάνει στην εμπειρία της ενδόρρηξης, όπου στρέφει τα συναισθήματά του προς τα μέσα, τα παγώνει και τα 1. Βλέπε σύγγραμμά του «θβεΙβΙΙ βρρίοβείι Βηά βγβννίΙηβ35 Ιο (ήβΓβργ» (εκδόσ εις δοίθποβΒθΐΊβνίοΓ ΒοοΙο, 1961). Η εικ. 23, σ την απ έναντι σελίδα, έχ ε ι λη φ θ εί από το σύγγραμμα Ι.Τ . ΒΓΟννπ και Ε.Α. ΜβίηθΓ «ΙηίΓοόυοΙίοη Ιο ρεγοΜ οςίγ» (εκδόσ εις ΝΛ/ίπΙίίΓορ, 1979) σελ. 541.


120

ακινητοποιεί, αντί να τα ενεργοποιήσει και να τα εκφράσει ελεύθερα. Τέλος, φθάνει στο εκρηκτικό στρώμα, που αρχίζει να ελευθερώνει τα καταπιεσμένα συναισθήματά του, όσο αφύσικη και απαράδεκτη και αν γίνεται η συμπεριφορά του. Στο τελευταίο αυτό επίπεδο αρχίζει να γίνεται η αναγκαία μορφολογική αναδιοργάνωση και η συμπλήρωση των κενών της εμπειρίας που απαιτούνται για την καταπολέμηση της νεύρωσης. Οι παραπάνω απόψεις του ΡβτΙδ για τη διαστρωματική φύση και δυναμική της νεύρωσης αποτελούν το θεωρητικό στήριγμα και το δομικό πλαίσιο της πρακτικής της μορφολογικής θεραπείας. Ο θεραπευτής προσπαθεί να βοηθήσει τον ασθενή να εξουδετερώσει όλη την πανοπλία των αντιστάσεών του, να «σπάσει» την πλαστή ψυχική εικόνα - το υποκριτικό στρώμα - και σταδιακά να κατορθώσει να ελευθερώσει τα καταπιεσμένα συναισθήματά του, να τα εκφράσει ανεμπόδιστα -το εκρηκτικό στρώμα- και να επιτύχει την ολική του ενεργοποίηση και να γίνει ο πραγματικός του εαυτός. Η μορφολογική θεραπεία δίνει έμφαση στην επίγνωση της τωρινής εμπειρίας (Ιίνίη9-ίη-Ιή8-ιηοΓηθη1) και στην αξιοποίηση των αυτοπραγματιστικών δυνατοτήτων του ασθενή.Για τον ΡβτΙδ «Το παρελθόν δεν υπάρχει πια και το μέλλον δεν υπάρχει ακόμη. Μόνο το εδώ και τώρα υπάρχει». Επίσης, ο ασθενής θεωρείται ως ο μόνος υπεύθυνος για την ύπαρξή του και για την προσωπική του ευημερία και καλείται να αναλάβει τις ευθύνες του. Παρακάτω παραθέτουμε τις «εννέα παραγγελίες» ' της μορφολογικής θεραπείας, με τις οποίες υλοποιούνται στην πράξη οι αρχές αυτές: - Να ζεις το παρόν. Καλύτερα να ενδιαφέρεσαι για τον παρόν, παρά για το μέλλον. - Να ζεις το εδώ. Καλύτερα να ασχολείσαι με ό,τι είναι παρόν, παρά με ό,τι είναι απόν. - Να σταματήσεις να φαντάζεσαι. Βίωνε το πραγματικό. - Να σταματήσεις τις άσκοπες - ανώφελες σκέψεις. Καλύτερα να ζεις τα πράγματα με τις σωματικές αισθήσεις: άγγιξε, παρατήρησε, αφουγκράσου, μύρισε, γεύσου. - Να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου και τις σκέψεις σου ελεύθερα. Πάψε να κάνεις ελιγμούς, να δίνεις εξηγήσεις, να δικαιολογείσαι, να απολογείσαι. - Μην ξεχνάς ότι υπάρχουν και τα δυσάρεστα και τα επώδυνα. Να τα δέχεσαι και αυτά όπως δέχεσαι και τα ευχάριστα και τα ανώδυνα. - Να αποδέχεσαι μόνο τα δικά σου «Πρέπει» και «Δεν πρέπει». Μην εντυπωσιάζεσαι από τις λεγάμενες «αυθεντίες». - Να αναλαμβάνεις εξολοκλήρου, εσύ ο ίδιος, την ευθύνη για τις πράξεις σου, για τα συναισθήματά σου και για τις σκέψεις σου. - Άφησε τον εαυτό σου τελείως ελεύθερο να εκδηλώνεται όπως πράγματι είναι. 1. Βλέπε μ ελ έτη Ο. Ν3Γ3π]ο «ΡΓθδβπΙ οθηΙβΓβάηβεδ ϊη ΟθδΙεΙΙ ΙήθΓβργ» στο σύγγραμμα Β. Ο ηδίθίη (βό) «ΤΙιβ ηβίυΓβ ο ί ίιυινβη οοηεαουεπβεβ■> (εκδόσ εις Ργθθπίηπ, 1973).


121

Για να εντατικοποιήσει την επίγνωση της τωρινής εμπειρίας και την αξιοποίηση των αυτοπραγματιστικώννδυνατοτήτων του ασθενούς, ο μορφολογικός θερα­ πευτής χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές. Μια τέτοια τεχνική είναι η «άδεια καρέκλα». Ο ασθενής π.χ., που έχει άλυτα συναισθήματα λύπης ή πικρίας για το Θάνατο της μητέρας του, ενθαρρύνεται να προβάλει την εικόνα της μητέρας του επάνω σε μια άδεια καρέκλα και να συζητεί μαζί της. Με τη συζήτηση αυτή βοηθείται ο ασθενής να αποκτήσει επίγνωση των πραγματικών του συναισθημάτων και σκέψεων. Μεγάλη έμφαση επίσης δίνεται στην επικέντρωση των συναισθημάτων στις σωματικές αισθήσεις και στις μη λεκτικές μορφές έκφρασής τους. Επίσης, ο θεραπευτής απαγορεύει στον ασθενή να χρησιμοποιεί αόριστες ή παθητικές εκφράσεις - οπως «Αυτό», «Κάτι πρέπει να μου συμβαίνει...» γιατί πιστεύει ότι αποτελούν προκάλυμμα των πραγματικών του συναισθημάτων και σκέψεων. Επίσης, μέσα από πίεση που συχνά γίνεται ανελέητη, ο θεραπευτής επιβάλλει στον ασθενή επώδυνες συναισθηματικές αλληλεπιδράσεις, αποσπώντας του δεσμευτικές δηλώσεις - υποσχέσεις, αμφισβητώντας ευθέως τις ιδέες του, απορρίπτοντας οργισμένα τα υποκριτικά του στοιχεία κ.τ.ό. Ο μορφολογικός θεραπευτής, σε αντίθεση προς τον πελατοκεντρικό,1 είναι ενεργητικός καθοδηγητής (δεν «κανακεύει» τον ασθενή, καμιά φορά γίνεται και τυραννικός). Ο ΡβΓίδ, αναφορικά με την ευθεία και ενεργό αυτή καθοδήγηση του ασθενούς, λέει κατηγορώντας τους ψυχαναλυτικους - ότι «ο ΡΓθυά ανακάλυψε το ψυχιατρικό ντιβάνι, γιατί δεν μπορούσε να κοιτάζει τον ασθενή στα μάτια».2 Η μορφολογική θεραπεία έχει σημειώσει τεράστια εξάπλωση, γιατί κυρίως συνδυάζει πολλά από τα ισχυρά στοιχεία και των τριών βασικών ψυχοθεραπευτικών κατευθύνσεων: την επίλυση ενδοψυχικών συγκρούσεων από τους ψυχοδυναμι­ κούς, την έμφαση στην έκδηλη συμπεριφορά από τους συμπεριφοριστές και την αξιοποίηση των αυτοπραγματιστικών δυνατοτήτων και αναγκών από τους ανθρωπιστές - υπαρξιστές.

3) Συνδιαλεκτική ανάλυση (ΤΓαπδαοίίοηαΙ 3ηαΙγ$ί$) Η συνδιαλεκτική ανάλυση είναι μια ανθρωπιστική μέθοδος διαπροσωπικής θεραπείας (κυρίως χρησιμοποιείται με παντρεμένα ζευγάρια), η οποία έχει πάρει ευρύτατη δημοσιότητα, χάρις σε δύο βιβλία, βθδί βθΙΙθγ, το βιβλίο του Επο Βθγπθ «Παιγνίδια που παίζουν οι άνθρωποι»3 και το βιβλίο του ΤΤιοηπβδ Ηβπϊδ «Είμαι Ο ’ ΚΕΥ - Είσαι Ο ’ ΚΕΥ».4 1. Βλέπε σελ. 115 κ.ε. 2. Βλέπε εικ. 10 στη σελ. 52 και εικ. 11 στη σελ. 53. 3. Το βιβλίο αυτό έχει εκδοθεί σε ελληνική μετάφραση με τίτλο «Τα τρελά-τρελά παιχνίδια που παίζουν οι άνθρωποι» (εκδόσεις ΤΑγκυρα, Αθήνα 1971). Ο αρχικός τίτλος είναι «Οθηΐθδ ρβορίθ ρΐ3γ» (εκδόσεις Οτονβ ΡΓθδδ, 1964). 4. Ο αρχικός τίτλος του βιβλίου είναι «Γπί ΟΚ, Υου’Γθ ΟΚ». Η ελληνική μετάφραση έχει εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο Καστανιώτη (Αθήνα, 1977).


122

Η συνδιαλεκτική ανάλυση βασίζεται στην άποψη του Ββιτιβ, πρωτεργάτη και εισηγητή της μεθόδου, ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα συντίθεται από τρεις καταστάσεις (β9 0 δί3ΐβδ):α) Το Γ ο ν έα , β) το Π α ιδ ί και γ) τον Ε νή λικο . Ο Γ ο νέας είναι το μέρος των πρώιμων εμπειριών μας, τις οποίες έχουμε ο καθένας αποκομίσει από τους γονείς μας και από τα άλλα πρόσωπα που ασκούσαν κάποια εξουσία επάνω μας (μεγαλύτερα αδέλφια, συνοικούντες ενήλικοι). Στις εμπειρίες αυτές περιλαμβάνονται οι διάφορες νουθεσίες και κανόνες συμπεριφοράς που μας δίδαξαν τα πρόσωπα αυτά, τα διάφορα «Μη», «Απαγορεύεται», «Πρέπει», «Οφείλεις να...», «Να θυμάσαι....»,«Είναι για το καλό σου...» που χρησιμοποίησαν στη διαπαιδαγώγησή μας. Το Παιδί είναι το μέρος των πρώιμων εμπειριών μας που αποτελούν εσωτερικά γεγονότα, δηλαδή το τι «είδε, άκουσε, ένιωσε και κατάλαβε» ο καθένας μας στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, όταν ήμασταν αδύναμοι και εξαρτημένοι (τα διάφορα αρνητικά συναισθήματα μειονεξίας, απογοήτευσης και πικρίας), όταν η σκέψη μας ήταν προ-λογική 1 (οι διάφορες ελάχιστα διαφοροποιημένες αντιλήψεις μας και οι διάφορες προεννοιολογικές αλλοιώσεις της πραγματικότητας), αλλά συγχρόνως και όταν ακόμη είχαμε έντονη περιέργεια και δίψα για εξερεύνηση (οι διάφορες εμπειρίες των θαυμαστικών - Ω! επιφωνημάτων και οι διάφορες «πρωτιές μας»), όταν είχαμε μια αυθορμησία και αμεσότητα στην έκφραση των συναισθημάτων μας κ.τ.ό. Ο Ενήλικος είναι το μέρος της προσωπικότητάς μας, το οποίο συλλέγει πληροφορίες και τις επεξεργάζεται κατά τρόπο λογικό και κατάλληλο για την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι ο “ οοιπρυίΘΓ” της ψυχικής μας ζωής που κύρια φροντίδα του είναι να παίρνει στοιχεία - τόσο από το Γονέα και το Παιδί όσο και από τη συσσωρευμένη εμπειρία να τα ταξινομεί, να τα επεξεργάζεται και να καθορίζει για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τι είναι έγκυρο και τι όχι. Ο Ενήλικος είναι διαφορετικός τόσο από το Γονέα ( ο Γονέας είναι κριτικός και γεμάτος δοσμένα πρότυπα) όσο και από το Παιδί (το Παιδί αντιδρά απότομα-αυθόρμητα, με βάση μια εγωκεντρική και συχνά αλλοιωμένη αντίληψη της πραγματικότητας). Ο Ενήλικος είναι η ικανότητά μας να ανακαλύπτουμε μόνοι μας, για τον εαυτό μας, τι είναι κατάλληλο για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση μια ορθολογιστική αντίληψη της πραγματικό­ τητας. Σε κάθε μας διαπροσωπική αλληλεπίδραση, είτε όταν εισάγουμε ένα ερέθισμα είτε όταν δίνουμε κάποια απόκριση, ενεργούμε με βάση μια από τις τρεις καταστάσεις: ως Γονέας, ως Παιδί, ως Ενήλικος. Παραδείγματα των διαφόρων τύπων συνδιαλέξεων είναι: α) Συνδιάλεξη «Ενηλίκου-Ενηλίκου»: (Ο σύζυγος) «Πού είναι ο αναπτήρας μου;» - (Η σύζυγος) «Στο μικρό τραπεζάκι του σαλονιού», β) Συνδιάλεξη «Ενηλίκου - Γονέα»: (Ο σύζυγος) «Πού είναι ο αναπτήρας μου;» (Η σύζυγος) «Εκεί που τον παράτησες», γ) Συνδιάλεξη «Παιδιού - Γονέα»: (Ο σύζυγος) «Ψάχνω τόση ώρα για τον αναπτήρα μου,αλλά δεν μπορώ να τον βρω.» (Η σύζυγος) «Να μάθεις άλλη φορά να τον βάζεις στη θέση του», δ) Συνδιάλεξη «Παιδιού - Παιδιού»: (Ο σύζυγος)« Δεν μπορώ να βρω τον αναπτήρα

1. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Ν. Παρασκευόπουλου «Εξελικτική ψυχολογία» (κεντρική πώληση Βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμ. 2ος, σελ. 32 κ.ε.


123

μου» - (Η σύζυγος) «Και εγώ έχασα προχθές τα κλειδιά μου και δεν μπορούσα να τα βρώ». ε) Συνδιάλεξη «Γονέα-Γονέα»: (Ο σύζυγος) «Έχασα τον αναπτήρα μου. Πρέπει να βρω ένα σταθερό μέρος να τον βάζω». - (Η σύζυγος) «Πρέπει να βάλουμε μια τάξη στο σπίτι, αλλιώς συνεχώς θα ταλαιπωρούμαστε» κ.ά. Ορισμένες μορφές συνδιαλέξεων δεν δημιουργούν πρόβλημα στην επικοινωνία, ενώ άλλες προκαλούν σύγχυση και δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις. Πρόβλημα π.χ. δεν υπάρχει όταν ο άλλος αντιδρά με την κατάσταση που λειτουργούμε και εμείς. Έτσι, όταν απευθύνεσαι σε κάποιον ως Ενήλικος και εκείνος αντιδρά ως Ενήλικος (βλέπε παραπάνω συνδιάλεξη τύπου α), ή όταν απευθύνεσαι ως Παιδί και ο άλλος αντιδρά ως Παιδί (βλέπε παραπάνω συνδιάλεξη τύπου δ), ή όταν απευθύνεσαι ως Γονέας και αυτός αντιδρά ως Γονέας (βλέπε παραπάνω συνδιάλεξη τύπου ε), δεν προκύπτει πρόβλημα στην επικοινωνία (ομόλογες καταστάσεις). Πρόβλημα θα δημιουργηθεί όταν π.χ. απευθύνεσαι ως Ενήλικος και ο άλλος αντιδρά ως Γονέας (βλέπε παραπάνω συνδιάλεξη τύπου β). Πρόβλημα επίσης δημιουργείται όταν απευθύνεσαι σε κάποιον που περιμένεις να αντιδράσει με μια ορισμένη κατάσταση (π.χ. ως Παιδί) και εκείνος αντιδρά με άλλη κατάσταση (π.χ. ως Γονέας). Έ χει διαπιστωθεί π.χ. ότι ορισμένα ζευγάρια συνδιαλέγονται και αλληλεπιδρούν για πολύ χρόνο, χωρίς να δημιουργείται κανένα πρόβλημα, με τον τύπο συνδιάλεξης «Γονέας - Παιδί» (ο σύζυγος ως πατέρας προς κόρη και η σύζυγος ως μητέρα προς γιο). Αν όμως κάποιος από τους δύο (ο σύζυγος ή η σύζυγος) αποφασίσει να σταματήσει να παίζει το Παιδί στο Γονέα του άλλου (να πάψει η σύζυγος να παίζει το Παιδί στο Γονέα του συζύγου ή ο σύζυγος να παίζει το Παιδί στο Γονέα της συζύγου), η επικοινωνία σταματάει και δημιουργούνται συγκρούσεις. Ο Β θγπθ χαρακτηρίζει ορισμένες μορφές συνδιαλέξεων ως παιγνίδια, όχι γιατί τα παίζουμε για να διασκεδάσουμε, αλλά γιατί ακολουθούν σιωπηρώς ένα σύνολο κανόνων. Μερικά από τα παιγνίδια αυτά τα χρησιμοποιούμε πολύ συχνά στις διαπροσωπικές μας σχέσεις και πολλοί από μας τα παίζουν με μεγάλη επιδεξιότητα (ο ΒβΓπβ περιγράφει τρία τέτοια παιγνίδια: το παιγνίδι «Γιατί δεν κάνεις αυτό! - Ναι, αλλά...», το παιγνίδι «Το ξύλινο πόδι» και το παιγνίδι«Τώρα σε έπιασα - Είσαι ένας παλιάνθρωπος»). Τα παιγνίδια αυτά αποβαίνουν αρκετά επικίνδυνα, ακόμη και καταστροφικά,για τις διαπροσωπικές σχέσεις και για την προσαρμογή. Στη θεραπευτική της συνδιαλεκτικής ανάλυσης γίνεται προσπάθεια να βοηθηθούν τά ζευγάρια να κατανοήσουν τις διάφορες καταστάσεις που χρησιμοποιούν κάθε φορά στη μεταξύ τους επικοινωνία και να ελαχιστοποιήσουν τις «διασταυρούμενες» μορφές συνδιαλέξεων. Με τη θεραπεία προσπαθούμε να εντοπίσουμε τα διάφορα «τερτίπια» και τους «δόλιους» τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζουμε τους άλλους, να συνειδητοποιήσουμε τις συνέπειες που έχουν τα «παιγνίδια» μας αυτά για τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και για την προσαρμογή και να αποκτήσουμε ένα γνήσιο, αυθεντικό και ανθρωπιστικό μοντέλο διαπροσωπικής συμπεριφοράς και στάσης απέναντι στη ζωή.1 1. Βλέπε σύγγραμμα Ε. Βθγπθ «\Λ/ή3ΐ άο γου εβγ ΆίΙβΓ γου εβγ ΗβΙΙο?» (εκδόσεις ΟΓονβ ΡΓβδδ, 1972).


124

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ IV: ΟΜΑΔΙΚΕΣ Οι ομαδικές ψυχοθεραπείες (θεραπεία πολλών ασθενών συγχρόνως) εφαρμόστηκαν αρχικά ως λύση ανάγκης - σε κληρωτούς στρατιώτες κυρίως - για να εξοικονομηθεί χρόνος και να μειωθεί το κόστος της ψυχοθεραπείας. Διαπιστώθηκε όμως ότι, πέραν των πρακτικών ωφελημάτων, η θεραπεία πολλών ατόμων συγχρόνως σε ομάδα έχει και τεράστια ψυχοθεραπευτική αξία. Οι υπέρμαχοι της μορφής αυτής ψυχοθεραπείας τονίζουν περισσότερο, όχι τόσο το οικονομικό όφελος, αλλά κυρίως τη θεραπευτική αξία των διαπροσωπικών επιδράσεων της ομάδας. Υποστηρίζεται ότι το άτομο μέσα στην ομάδα κατορθώνει καλύτερα να εντοπίσει τις παθολογικές μορφές συμπεριφοράς, να λύσει τις εσωτερικές συγκρούσεις και να αποκτήσει νέους αποδεκτούς τρόπους διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης. Το άτομο, διαπιστώνοντας ότι και άλλοι συνάνθρωποί του αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες, ότι δεν είναι ο μόνος που έχει προβλήματα, ενθαρρύνεται και ενεργά αναζητεί διευθέτηση των δυσκολιών του σε διαπροσωπικό επίπεδο. Υπάρχουν ποικίλες μορφές ομαδικής θεραπείας. Κατ' αρχήν, όλες οι ατομικές ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι που αναφέραμε μέχρι στιγμής (οι ψυχαναλυτικές, οι συμπεριφοριστικές και οι ανθρωπιστικές) έχουν προσαρμόσει τη διαδικασία τους ώστε να περιλαμβάνουν πολλά άτομα συγχρόνως. Στην πρώτη φωτογραφία της εικ. 24 εικονίζεται ο 03 γΙ Ρο9ΘΓ51να χρησιμοποιεί τη μέθοδό του, την πελατοκεντρική θεραπεία, σε ομαδική μορφή. Επίσης, η εικ. 25 δείχνει τη 1. Βλέπε σελ. 115 κ.ε. Οι φωτογραφίες στην εικ. 24 έχουν ληφθεί, αντίστοιχα, από τα συγγράμματα ϋ. Κ3931Ί θί 3ΐ «ΡδγοΙιοΙοςγ: Αη ίηίΓοόυοίΐοη» (εκδόσεις ΗΒΓΟουιΙ-Β^οθ-ϋονβηονίοή, 1984) σελ. 480 και Ρ.ϋ. ΤιόΜθγ και ϋ.ν. ΜοΟοηηθΙΙ «ΡδγοϊιοΙοργ: ΤΙίθ Μυιτΐ3η βάθηοθ» (εκδόσεις ΗοΙί-ΗίηθΜ3ΐ1-ννΐη5ΐοη, 1978) σελ. 441.

Εικ. 24. Ομαδική ψυχοθεραπεία.


125

μέθοδο της συστηματικής αποευαισθητοποίησης του ϋοδβρίι ΝΛ/οΙρβ1 να εφαρμόζεται σε ομαδική μορφή. Συνήθως οι θεραπευτικές αυτές ομάδες αποτελούνται από μικρό αριθμό ασθενών (6 ώς 10) με παρόμοια προβλήματα και η θεραπευτική εργασία που γίνεται στις ομάδες αυτές είναι συχνά προέκταση της ατομικής ψυχοθεραπείας. Συχνά ο θεραπευτής βλέπει συγχρόνως τον ασθενή και ατομικώς. Εκτός όμως από τις παραδοσιακού τύπου αυτές ομαδικές ψυχοθεραπεί­ ες έχουν επινοηθεί ποικίλες άλλες μορφές αντιμετώπισης των ψυχολογικών προβλημάτων σε ομάδες. Οι ψυχοθεραπείες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί σε ποικίλα ψυχοθεραπευτικά πλαίσια (κέντρα ιδιωτικά ψυχοθεραπείας), για ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα (φοβίες, αντικοινωνική συμπεριφορά, διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις, τάση για απομόνωση). Τυπική μορφή ομαδικής ψυχοθεραπείας είναι η γνωστή ως οικογενειακή θεραπεία (ίβππίΐγ ΙήβΓβργ). Η μέθοδος αυτή στηρίζεται στην άποψη ότι, όταν ένα μέλος της οκογένειας παρουσιάζει προβλήματα, αυτό είναι «σήμα» ότι ολόκληρη η οικογένεια έχει ανάγκη από βοήθεια. Συχνά το πρόβλημα και η λύση του δεν βρίσκεται στο μέλος που παρουσιάζει τη διαταραχή, αλλά στον τρόπο που η οικογένεια λειτουργεί ως ομάδα. Στη θεραπευτική διαδικασία τα μέλη της οικογένειας ενθαρρύνονται, ως ομάδα πλέον, να ξεκαθαρίσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματα που νιώθει ο ένας για τον άλλον, να εντοπίσουν δυσκολίες στην επικοινωνία, να επισημάνουν τα εμπόδια που παρακωλύουν την αμοιβαιότητα σε θετικά συναισθήματα και σε αποτελεσματική συνεργασία. Κύριο στοιχείο της θεραπευτικής διαδικασίας είναι να πειστούν όλα τα μέλη της οικογένειας ότι κερδίζουν όλοι τους, όταν αλλάξει η συμπεριφορά τους. Προσπάθεια καταβάλλεται να πειστεί το κάθε μέλος να αλλάξει πρωτίστως τους τρόπους που χρησιμοποιεί για να ικανοποιεί τις ανάγκες του, και όχι τις ίδιες τις ανάγκες του και την 1. Βλέπε σελ. 84 κ.ε.

Εικ. 25. Ομαδική αποευαισθητοποίηση: Οι τρεις ασθενείς με ζωοφοβία παρακολουθούν εικόνες του φοβικού ερεθίσματος, ενώ βρίσκονται σε κατάσταση χαλάρωσης.


126

προσωπικότητά του.1 Συχνά γίνεται χρήση βιντεοσκοπήσεων από διάφορες σκηνές της οικογενειακής του ζωής για να μπορέσει ο καθένας αναλυτικά να εξετάσει και να συνειδητοποιήσει σφάλματα στη συμπεριφορά του. Άλλη μορφή ομαδικής ψυχοθεραπείας είναι το ψυχόδραμα. Στο ψυχόδραμα, θεμελιωτής του οποίου είναι ο ϋ.Ι_. Μογθπο,2 ο ασθενής υποδύεται ρόλους που καθορίζονται από τον ψυχοθεραπευτή ανάλογα με την προσωπικότητα και τα προβλήματα του ασθενούς. Στον «πρωταγωνιστή» δίνονται συνήθως ρόλοι που στην πραγματικότητα του προκαλούν άγχος. Εκτός από τον «πρωταγωνιστή», στο ψυχόδραμα παίρνουν μέρος και άλλοι ασθενείίς, είτε ως συμπαίκτες είτε ως θεατές, οι οποίοι βαθμιαία προωθούνται προς τον «πρώτο» ρόλο. Με την ελεύθερη έκφραση στη «σκηνή», ο ασθενής πετυχαίνει μια συναισθηματική εκφόρτιση, η οποία επιφέρει τελικά και τη θεραπεία. Ο ελεύθερος διάλογος στο ψυχόδραμα είναι το αντίστοιχο του ελεύθερου συνειρμού στην ψυχανάλυση. Συναφής προς το ψυχόδραμα μορφή ομαδικής ψυχοθεραπευτικής δια­ δικασίας είναι η παιγνιοθεραπεία.3 Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται κυρίως με παιδιά, γιατί στη μικρή ηλικία η προφορική επικοινωνία και η συνεργασία δεν είναι εύκολη. Τα προβληματικά παιδιά δίνουν διέξοδο στα συναισθήματα και στις σκέψεις τους, ζωγραφίζοντας ή παίζοντας με παιγνίδια που έχουν στη διάθεσή τους.' Ετσι, εξωτερικεύουν τις εσωτερικές τους συγκρούσεις και μεταφέρουν στην πραγματική ζωή τις λύσεις που βρήκαν στο παιγνίδι με τη βοήθεια του ψυχοθεραπευτή. 1. Βλέπε σύγγραμμα 5. ΜΐηυοΜΐη «ΓβπιϊΙϊθβ θηό ΐβίτιΐΐγ ΐίΐ6Γ3ρΐ65» (εκδόσεις Η3Γν3Γά ΙΙηΐνθΓ5ΐίγ Ργθ85, 1974). 2. Βλέπε σύγγραμμά του «ΤΙίθ ΙΙίθβϊγθ οί εροηίβηθΐίγ: Αη ΐηίΓοόυοϋοη ίο ρ5γοϊιοάΓ3ητΐ3» (έκδοση Βθβοοπ, 1947). 3. Βλέπε σύγγραμμά του Η. ΟΐηοΜ «θωυρ ρβγοϊιοίήθΜργ ννίΐή οήΐΙείΓθη» (έκδοση ΜοΘΓβνν-ΗΐΙΙ, 1961). Οι φωτογραφίες στην εικ. 26 έχουν ληφθεί, αντίστοιχα, από τα συγγράμματα ϋ. Κ393Π θί 3ΐ «ΡεγείΊοΙοςίγ: Αη ΐηίΓοάυοίϊοη» (εκδόσεις Η3ΓΌουΓΐ-ΒΓ3θθ-ϋον3ηονΐοΐΊ, 1984) σελ. 491 και 0.0. ΜοίΤίδ «Ρβγοίιοίοςιγ: Αη ΐηίΓοόυοίΐοη» (εκδόσεις ΡγθπΙϊοθ-ΗβΙΙ, 1976) σελ. 542.

Εικ. 26. Ασκήσεις αυτο-επίγνωσης σε συναντησιακές ομάδες.


127

Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει προκαλέσει η μορφή της ομαδικής θεραπείας, που είναι γνωστή ως συναντησιακές ομάδες (θηοουηίθΓ 9Γουρδ, Τ-9Γουρδ). Οι μορφές αυτές ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης στηρίζονται στις αρχές του ανθρωπιστικού προτυπου και αποβλέπουν στο να «απελευθερώ­ σουν» το άτομο και να το βοηθησουν να ζήσει μια «πληρέστερη» ζωή. Κύριο θεραπευτικό στοιχείο στις ομάδες αυτές είναι η «συνάντηση», ένα είδος αμοιβαίας προσπάθειας και επιθυμίας του ατομου να επηρεάσει και να επηρεαστεί συγχρόνως, μέσα σε ομαδικό πλαίσιο. Στις ομάδες αυτές χρησιμοποιούνται ποικίλες ασκήσεις για να βοηθήσουν το άτομο να αυξήσει την αυτογνωσία του, να βελτιώσει τις διαπροσωπικές του σχέσεις και να αξιοποιήσει νέες διόδους εμπειρίας και προσωπικής ανάπτυξης. Τα άτομα που συμμετέχουν στις ομάδες αυτές δεν είναι καθόλου απαραίτητο να παρουσιάζουν κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα και να αναζητούν βοήθεια για να το ξεπεράσουν, αλλά ακόμη και ψυχικώς «εντελώς» υγιη που επιδιώκουν προσωπική ανάπτυξη και αυτοπραγμάτωση.1 Σε κάθε συναντησιακή ομάδα συμμετέχουν 12 έως 20 άτομα, τα οποία ενθαρρύνονται να βγάλουν τη «μάσκα» της καθημερινής τους συμπεριφοράς και να εκφράσουν ελεύθερα τις βαθύτερες σκέψεις και τα ειλικρινή τους συναισθήματα. Ο θεραπευτής γενικά μένει στο «παρασκήνιο», αφήνοντας τα μέλη, μέσα στην ασφάλεια που τους εξασφαλίζει η «μικροκοσμική» κοινωνία της συναντησιακής τους ομάδας, να ανταλλάξουν εμπειρίες, να σχολιάσουν ο ένας τη συμπεριφορά του άλλου, να συζητήσουν τα προβλήματά τους, να αφυπνίσουν τις αισθήσεις τους, να δοκιμάσουν νέες και πρωτόγνωρες μορφές συμπεριφοράς, ναεξερευνήσουν τα συναισθήματα και τα κίνητρα των πραξεών τους κ.τ.ό. (βλέπε εικ. 26). Συχνά οι συναντησιακές θεραπευτικές ομάδες συνεδριάζουν για μια ολόκληρη ημέρα ή για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο ή για περισσότερο χρονικό διάστημα, χωρίς ουσιαστική διακοπή. Η εντατική αυτή μορφή ομαδικής ψυχοθεραπείας είναι γνωστή ως «Μαραθώνιες συνεδρίες» (ΜβγθΙΙίοπ δθδδίοηδ). Οι συνεδρίες αυτές γίνονται είτε στο γραφείο του οδηγού - συμβούλου είτε σε έναν απομονωμένο - ήσυχο χώρο (θερινή ή χειμερινή έπαυλη).2 Οι συναντησιακές ομάδες έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλείς τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα. Ο ΟβγΙ Ρθ9βΓδ τις θεωρεί ως τη σημαντικότερη κοινωνική ανακάλυψη στην ψυχοθεραπευτική. Οι προσδοκίες όμως των υποστηρικτών τους δεν έχουν επιβεβαιωθεί από την πράξη. Η έμφαση των μεθόδων αυτών στην «ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων» συχνά αποβαίνει επιζήμια στα άτομα που η αυτοεκτίμησή τους είναι εύθραυστη για να αντέξει την ομαδική κριτική και πίεση.314 Βλέπε σύγγραμμα Μ.Α. ϋ θ β θ π τ ο η η θ ί 3 ΐ « Ε η ο ο υ η ΐθ Γ ς ω υ ρ β : Ε ϊγ β ϊ ί3 0 ΐ8 » (έκδοση Ββδϊο ΒοοΚδ, 1973). 2. Βλέπε σύγγραμμα Ε.Ε. Μΐηίζ « Μ 3 Γ 3 ΐ( ιο η ς ;Γ ο υ ρ 5 : Π θ 3 ϋ ( γ 3 η ό 8 γ η ιό ο Ι » (έκδοση Ανοπ, 1972). 3. Βλέπε άρθρο \Ν. ΚίηίδοΜ και 1.1. 0ΐ3δδ «ΡδγοΝ3ΐιϊο οϋδίυΓββηοθδ 3δδθθΐ3ίθθ1 ννΐίΐι ΕιΐιβιχΙ δθπιίηβΓδ ΤΓ3ΐπϊη9: II ΑάάίΙίοη3ΐ 03δθδ 3ηοΙ ίήθΟΓθίίοβΙ οοηδΐάθΓβΙΐοηδ» στο περιοδικό ϋουπιβΙ οί Εχρθήηίθη&Ι ΡΒγείιοΙοςίγ, 1977, τόμ. 134ος, σελ. 1254-58. 1.

4 . Γ ια τ ις ε ξ ε λ ί ξ ε ι ς σ τ ο χ ώ ρ ο τ η ς ο μ α δ ικ ή ς θ ε ρ α π ε ία ς β λ έ π ε ε τ ή σ ια α ν α σ κ ό π η σ η α π ό τ ο υ ς Ι . Β . \Λ /ο Ι6 θ γ 9 κ α ι Μ . Ι . Α Γ ο η δ ο η ( θ ά δ ) « Ο ω υ ρ ίή θ Γ 3 ρ γ : Α η ο ν θ ίν ΐθ ν ν » ( έ κ δ ο σ η δ ίΓ 3 ΐΙο π Ι η Ιθ Γ θ θ π ίίη θ η ΐ3 ΐ Μ θ ό ΐ0 3 ΐ Β ο ο Κ

Ο θ Γ ρ ο Γ 3 ίίο π ,

1973).


128

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ: ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ Οπως τονίστηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο,1 τόσο η έννοια όσο και ο τρόπος αντιμετώπισης της ψυχικής διαταραχής διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή. Σε παλιότερες εποχές οι ψυχασθενείς συχνά αντιμετώπιζαν απάνθρωπη μεταχείριση. Η προκατάληψη, οι παρανοήσεις και η άγνοια για τα αίτια της ψυχικής ασθένειας οδηγούσαν σε βάναυσες, και συχνά γελοίες, μεθόδους θεραπείας. Τον Μεσαίωνα, ακόμη και πιο πρόσφατα, ήταν γενικά αποδεκτό ότι η βιαιότητα, σωματική και ψυχολογική, είναι ο αποτελεσματικό­ τερος τρόπος αντιμετώπισης του ψυχασθενούς. Οι παρακάτω εικόνες δείχνουν μορφές απάνθρωπης αντιμετώπισης ψυχασθενών. ' Αλλοτε άνοιγαν τρύπες στο κεφάλι του ψυχασθενούς, για να φύγουν «τα κακά πνεύματα», ή να βγάλουν από τον εγκέφαλό του τους «λίθους» που υποτίθεται ότι είχαν σχηματιστεί (δεύτερη εικόνα). Αλλοτε, για να φέρουν τους ψυχασθενείς στα «συγκαλά» τους, τους κρέμαγαν από την οροφή και τους κουνούσαν για πολλές ώρες την ημέρα (τρίτη εικόνα) ή τους έβαζαν στην περιστρεφόμενη καρέκλα και τους γυρνούσαν δαιμονιωδώς (τέταρτη εικόνα). Αλλοτε τους έβαζαν πεινασμένους μέσα σε ένα καλάθι ψηλά στο ταβάνι, από όπου έβλεπαν τους άλλους να τρώνε πλούσια εδέσματα (πέμπτη εικόνα) κ.τ.ό. Η μεταρρύθμιση του Γάλλου ΡΝΙίρρθ Ρ ϊπθ Ι στα τέλη του 18ου αιώνα, η οποία εισήγαγε τη λεγάμενη ανθρωπιστική μεταχείριση των ψυχασθενών, καθώς και οι προσπάθειες της ϋοΐΌίΙΐθδ ϋΐχ στις ΗΠΑ, άλλαξαν σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσης των ψυχασθενών στα άσυλα και έθεσαν τα θεμέλια για τα νεότερα επιτεύγματα στον τομέα της ψυχοκοινωνικής αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας.2

1. Βλέπε σελ. 13. 2. Βλέπε σύγγραμμα των Ρ.6. Α Ι θχβπο Ιθγ και δ.Τ. δθΙθ5Πΐο(< «Ηίδίοίγ οί ρ5γοήΐ9ΐιγ» (έκδοση ΗβφθΓ & Βονν, 1966). Οι εικόνες στις σελ. 128 και 129 έχουν ληφθεί από το σύγγραμμα των ϋ.Ο. ΟοΙθΓΠβη και \Λ/.Ε. Β γοθπ «Αόηοητΐ3ΐ ρ5γ 0ίΐ 0 ΐ03 γ άπ6 ηηοόθΓη Ιΐίθ» (εκδόσεις δοοΚ-ΡοΓθδίΠΒη, 1972).


129

Τα ψυχολογικά - ψυχοθεραπευτικά πρότυπα άρχισαν να χρησιμοποιούνται συστηματικά, με την ψυχανάλυση του Ρ Γ θ υά , μόλις στις αρχές του αιώνα μας. Τα συμπεριφοριστικά πρότυπα άρχισαν να αξιοποιούνται στην ψυχοθεραπευτική πράξη στο τέλος της δεκαετίας του ’ 50, ως επακόλουθο της δυσαρέσκειας που είχε προκληθεί από την απόλυτη κυριαρχία του ιατρικού - ψυχαναλυτικού προτύπου. Τα ανθρωπιστικά-υπαρξιστικά πρότυπα και οι διάφορες μορφές δυναμικής ομαδικής θεραπείας αρχισαν να αναπτύσσονται και να χρησιμοποιούνται στη δεκαετία του ’ 60 ως μια λυση στα προβλήματα της μοναξιάς, του αποπροσανατολισμού και της αποξένωσης, τα οποία τόσο έντονα ζει ο κάτοικος της μεγαλούπολης και του «μοναχικού πλήθους» στην τεχνικο-λογικοποιημένη μας εποχή. Πρέπει να σημειωθεί ότι, ηδη από το 1920 δύο βασικές επιστημονικές θεωρήσεις και ερμηνείες της ψυχικής ασθένειας είχαν διαμορφωθεί: το β ι ο λ ογ ι κ ό - ο ρ γ α ν ι κ ό και το ψ υ χ α ν α λ υ τ ι κ ό πρότυπο. Το οργανικό πρότυπο στηριζόταν στην άποψη ότι η ψυχική ασθένεια είχε ως βάση κάποια βιοχημική και βιοψυχοφυσιολογική διαταραχή (τραύματα στον εγκέφαλο, έλλειψη ενζύμων, κληρονομική προδιάθεση). Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό η αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας πρέπει να βασίζεται στη χρήση φαρμάκων, στην ευγονική, στην περίθαλψη σε ιδρύματα ψυχιατρεία κ.τ.ό. Το ψυχαναλυτικό πρότυπο, που διαμόρφωσαν ο ΡΓθυά και οι μαθητές του, στηριζόταν στην άποψη ότι η ψυχική ασθένεια είναι μια συμβολική έκφραση κάποιας εσωτερικής ασυνείδητης σύγκρουσης. Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, όπως κατ’ επανάληψη τονίστηκε, η θεραπεία πρέπει να βασίζεται στην αναζήτηση της αρχικής αιτίας ανάμεσα στις πρώτες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.1 Οι δύο παραπάνω θεωρητικές κατευθύνσεις, οι οποίες, ας σημειωθεί, κυριάρχησαν στο χώρο της ψυχοπαθολογίας και επηρεάζουν ακόμη και σήμερα την 1. Βλέπε σύγγραμμα Ι.Π. ΑΙΙιπβπ και ϋ.Τ. ϋθίίθ «ΑόηοητίθΙ ρεγοίιοίοςγ ίη Οίθ Μθ $ρ3 η» (έκδοση ΗβφθΓ-Ποδδ, 1978) σελ. 45-62. Επίσης, βλέπε σύγγραμμα ϋ.Ο. ΟοΙθγπβπ και \Λ/.Ε. Βγοθπ «ΑόηοηνβΙ Ρ8Υ0Μ 09Υ 3ηά ΓΏ006ΓΠ Ιΐΐθ» (έκδοση δοοίί-ΡοΓθδΠΊΒπ, 1972) σελ. 3-90.


130

ψυχοθεραπευτική έρευνα και πράξη, αποτελούν το αποκαλούμενο ιατρικό πρότυπο ψυχοπαθολογίας. Το ιατρικό πρότυπο, τόσο το οργανικό όσο και το ψυχαναλυτικό, στηρίζεται στην άποψη ότι το άτομο με παθολογική συμπεριφορά είναι «άρρωστος» με την ιατρική έννοια του όρου. Για την παθολογική συμπεριφορά υπάρχει μια βαθύτερη αιτία - μόνο που στο οργανικό πρότυπο η αιτία είναι βιολογική, ενώ στο ψυχαναλυτικό είναι ψυχολογική. Η θεωρητική αυτή κατεύθυνση οδήγησε στην επινόηση συστημάτων ταξινόμησης των παθολογικών συμπτωμάτων και στην κατονομασία «ψυχικών ασθενειών», μια διαδικασία που επιτρέπει στο θεραπευτή να καθορίζει σε κάθε περίπτωση το είδος της ασθένειας και να εφαρμόζει την αντίστοιχη μέθοδο θεραπείας. Η κατεύθυνση αυτή ενίσχυσε την άποψη ότι ο ψυχασθενής^ αφού θεωρείται ιατρικώς άρρωστος, δεν είναι υπεύθυνος για τη συμπεριφορά του, δεν μπορεί να χειριστεί υπεύθυνα τις υποθέσεις του, είναι ανίκανος να διατηρήσει υγιείς σχέσεις με τους συνανθρώπους του κ.τ.ό. Η άποψη αυτή καθιέρωσε για το άτομο με ψυχική διαταραχή ένα «ρόλο ασθενούς», μια παθητική στάση έναντι της ζωής. Απόρροια μιας τέτοιας θεώρησης της ψυχικής διαταραχής είναι η άποψη ότι ο ψυχικώς ασθενής είναι ουσιαστικά διαφορετικός από το φυσιολογικό άνθρωπο. Τελευταία, πλείστες άλλες θεωρητικές απόψεις σχετικά με την ψυχική ασθένεια έχουν διατυπωθεί, ενώ το ιατρικό πρότυπο άρχισε να δέχεται δριμύτατες επιθέσεις. Αυστηρή κριτική άσκησαν πρώτοι οι οπαδοί του συμπεριφορισμού, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι, όπως όλη η συμπεριφορά του ανθρώπου, έτσι και η παθολογική είναι αποτέλεσμα μάθησης. Οι διάφορες μορφές παθολογικής συμπεριφοράς είναι δυνατό να απαλειφθούν χωρίς τη βαθυψυχολογική παρέμβαση του ψυχαναλυτή ή τη χρήση φαρμάκων. Σύμφωνα με τη συμπεριφοριστική κατεύθυνση η διαφορά ανάμεσα στο φυσιολογικό και στο παθολογικό άτομο είναι διαφορά στις εμπειρίες. Δριμύτατη κριτική δέχθηκε το ιατρικό πρότυπο και από τους οπαδούς του ανθρωπισμού - υπαρξισμού. Ο ψυχίατρος Τήοιτιβδ δζβδζ υποστηρίζει ότι η ψυχική

ΤΙ"ΙΟίΤΙ33 8 Ζ35Ζ

Ρ.ϋ Ι_3ΐΠ9

(1920- )

(1927- )


131

ασθένεια είναι ένας μύθος, σαν το μυθο για τους «δαιμονισμένους» του Μεσαίωνα* ότι πολλά πρόσωπα «ψυχικώς ασθενή» δεν είναι στην πραγματικότητα «άρρωστα» με την ιατρική σημασία του όρου. Μάλλον πρόκειται για άτομα που η συμπεριφορά τους αποκλίνει από το σύνηθες, απο το κοινωνικό στερεότυπο, και ότι η παθολογική απόκλιση κυρίως προέρχεται από τις ψυχικές εντάσεις της καθημερινής ζωής. Η «παθολογική» συμπεριφορά δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας οργανικής δυσλει­ τουργίας ή απωθημένης παράστασης, αλλά απόρροια των δυσκολιών και των προβλημάτων της ζωής. Η θεραπευτική διαδικασία πρέπει να αποβλέπει σε περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, ώστε να περιοριστούν οι αγχογόνοι καταστάσεις, και σε εκμάθηση εκ μέρους του ατόμου νέων τρόπων, πιο αποτελεσματικών, για μια θετική αντιμετώπιση των καθημερινών δυσκολιών και προβλημάτων της ζωής.1 Ο ' Αγγλος ψυχίατρος Ρ.ϋ. Ι_3ίη9 έχει λάβει μια επαναστατικότερη θέση κατά του ιατρικού προτύπου. Υποστηρίζει ότι πολλοί αρνούμεθα να δεχθούμε την τρέλα μας. Προτιμάμε να ζούμε στον τεχνητό - ψεύτικο κόσμο της λογικής, της «τετράγωνης» ερμηνείας και του αίσιου τέλους. Ο αποκαλούμενος «ψυχικώς ασθενής» έχει τολμήσει να βγεί έξω από τα όρια του κόσμου αυτού, στο δικό του, τον προσωπικο του, κόσμο. Ο Ι_3ίΠ9 θεωρεί την έξοδο αυτή μέσα στον άγνωστο και χαώδη κόσμο του προσωπικού Ενώ ως μια πράξη ηρωισμού.2 Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όλων των νεότερων τάσεων στην κλινική ψυχολογία είναι ότι αποσκοπούν, όχι μόνο στην απάλειψη της παθολογίας, αλλά και στην προαγωγή της προσωπικής ανάπτυξης, της ευτυχίας και της αυτοπραγμάτωσης. Επίσης, η έμφαση της θεραπευτικής διαδικασίας δίνεται, όχι τόσο στην κλινική ατομική θεραπεία κάποιας «ασθένειας», αλλά κυρίως στην προληπτική και κοινωνική κλινική ψυχολογία. Οι προσπάθειες σήμερα εστιάζονται στο διττό σκοπό: α) Στην προληπτική ψυχική υγιεινή και στην προαγωγή της ψυχικής υγείας του λαού ολόκληρου, β) Για τα άτομα που παρουσιάζουν ψυχοπαθολογικές «παρεκκλίσεις», στην παροχή ψυχοκοινωνικής βοήθειας για να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους, παραμένοντας πάντοτε μέσα στους χώρους όπου καθημερινά ζουν και δρούν: μέσα στην οικογένεια, στο χώρο δουλειάς, στην κοινότητα.

1. Βλέπε σύγγραμμά του «Ο μύθος της ψυχικής αρρώστιας» (μετάφραση Βολίδου, εκδόσεις Κασόλου, Αθήνα 1976). Ομοίως, του ιδίου «ΤΜθ ΓηγίΙπ οί ΓΠθηίβΙ ϊΙΙηθδδ» άρθρο στο περιοδικό Αητίθήοθπ ΡεγοΙιοΙοβΐδί, 1960, τόμ. 15ος, σελ. 113-118. ί 2. Βλέπε σύγγραμμά του «Η πολιτική της εμπειρίας και το πουλί του παραδείσου» (μετάφραση Ραλλίδου, εκδόσεις Καστανιώτη, 1977). Ομοίως, βλέπε μελέτη του «Ιη δθ3ΓθΙι οί 3 ηβνν ρδγοΝ3ίΓγ» στο σύγγραμμα ϋ.δ. ΟοιτΙοη (θό) «\Λ/ίιο ΐβ ΓΠ3ό? \Α/ίιο Ϊ3 33πθ^ (ζ κδόσεις ΑΙΐ3ηΙΐο, 1967).


132

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Η βιβλιογραφία -α υ το τε λ ε ίς και περιοδικές εκδ ό σ εις- για τα θέματα της κλινικής ψυχολογίας είναι πραγματικά ογκώδης. Από την πληθώρα των εκδόσεων αυτών επιλέξαμε και παραθέτουμε, επιπλέον των όσων αναφέρουμε στις υποσημειώσεις κάθε κεφαλαίου, μερικά ελληνικά και νεότερα ξένα αυτοτελή συγγράμματα. Στα συγγράμματα αυτά μπορεί να ανατρέξει ο αναγνώστης για περισσότερες πληροφορίες, τόσο σε πρόσθετη ύλη για κάθε θέμα που εξετά ζετα ι στο εγχειρίδιο αυτό, όσο και σε βιβλιογραφικές πηγές για περαιτέρω μελέτη. Στην επιλογή της πρόσθετης αυτής βιβλιογραφίας, φροντίσαμε πολλά από τα συγγράμματα αυτά να αναφέρονται στην κλινική ψυχολογία της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, σε θέματα δηλαδή που ενδιαφέρουν άμεσα το φοιτητή των Καθηγητικών Σχολών και των Παιδαγωγικών Τμημάτων. Αο^βηόθοΙι, Τ.Μ. “Αβδθδδηίθηί βηό ίΒχοηοητιγ οί οίΊϊΐό Βηό ΒόοΙθδββηί ρδγοήορΒί^οΙοςΥ' (δβςβ, 1983). ΑάβΓΠδ, Η.Ε. & Ρ.Β. δυίΚθΓ "ΟοηιρΓβΐΊθηδΐνθ ηβηόόοοΚ ο ί ρδγοίιορβίήοΐοςγ” (ΡΙθηυηι. 1984). Α9Γ35, νν.δ. 'ΈθΙίης όΐδΟΓόβΓδ: ΜΒηβςβΠΊθηί οί οόθδΐίγ, όυΐΐιτιίβ 3ηό 3Π0γθχι3 ηβη/083" (Ρθ^βηιοη, 1987). ΑηοΝη, ϋ.Ο. & Ο.ϋ. ΚίβδΙθΓ (βάδ) ΗΒηόόοοΚ ο ί ΐηίβφθΓδοηΒΐ ρδγαήοίϊΊθΓΒργ" (Ρθγοβγποπ, 1982). ΑηΐΗοηγ, Ε.ϋ. & ϋ.Ο ΟίΙρίη “ ΤΜγθθ οΙίηίοΒΐ ίβοβδ οί οΜΙόήοοό” (\Λ/ΐΙβγ, 1976). ΑρΙθΓ, δ.ϋ. “ Τωυόΐθό οΝΙόΓβη.Π’ΓουόΙθό δγδίβπΐδ” (ΡβΓςβηηοη, 1982). ΑρΙβΓ, δ.ϋ. &Α.Ρ. ΟοΙάδΙβίη 'Ύουίίι νίοΙθηοβ: ΡίοςΓΒηπδ βηό ρΓΟδρθΟίδ" (Ρθγοβγποπ, 1986). ΑΙΚϊηδοη, ϋ.Μ. “ δοήΐζορήΓβηΐΒ 3ί Μογπθ: Α ςυΐόθ ίο ήθΐρΐης ίήθ ίΒΠΊΐΙγ” (Νθνν ΥογΚ ΙΙηίνβΓδίίγ ΡΓβδδ, 1986). ΒθγΚθγ, Τ.Χ. θΙ 3 ΐ “ ΒΐοίθθόόΒοΚ βηό 5θΙί-οοηίΓοΓ (ετήσια ανασκόπηση, ΑΙάίηβ-Αί^βΓίοη, 1969). ΒβΓίοη, Α. “ Τήωβ ννοίΐόδ οί ίήθΓβργ: Ρίθυό, ϋυης Βηό Ηοςθίδ" (ΝβΙϊοηβΙ ΡΓθδδ, 1974). ΒβοΚ, Α.Τ. “ Οοςηίίίνθ ΟΐθΓΒργ 3ηό θΠΊοίΐοηΒΐ όΐδΟΓόθΓδ" (ΙηίβΓηβΙϊοηβΙ ϋηίνθΓδίΐγ ΡΓβδδ, 1985). ΒβοΚ, Α.Τ. & Ο. Επιβιγ “Αηχίθίγ όΐδΟΓόβΓδ Βηό ρήοόΐβδ: Α οοςηίίίνθ ρβΓδρθαΙίνβ" (Ββδΐο ΒοοΚδ, 1985). ΒθΙβΓ, Ο.ϋ. βΐ 3 ΐ “ 777© ρΓΩΟίίβθ οί οΙίοιοβΙ ήθΒΐίίι ρδγοήοΐοςγ” (ΡβΓ93ΐηοη, 1986). ΒβΙΐ3θΚ, Α.δ. & Μ. ΗβΓδβη (βάδ) "ΗβδθΒΓβή πίθΐήοόβ ΐη οΙΐηίοΒΐ ρβγοίιοίοςγ (ΡθΓ93ΐηοη, 1984). ΒβιτιβΙά, Μ.Ε. & Μ.Ρ. ϋογοβ “ ΡΒίίοηΒΐ-βηηοΙίνθ ίήθΓβργ ννΐΐη οΝΙόίθη Βηό 300ΐθδ0θηί8: ΤήθΟΓγ, ίΓθΒΐηηθηί 8ίΓ3ίθςίθ8, ρΓβνβηίίνβ πΐθίί)008 (ννϋβγ, 1984). ΒβυΙΙβΓ, Ι.Ε. “ Εοίθοίίο ρβγοήοίί'βΓΒργ: Α εγδίθηηΒίΐο βρρΓΟΒοή” (ΡβΓ93Γποη, 1983). ΒουΙου9θυπδ, ϋ.Ο. “ίθΒΓηΐης ίήβΟΓγ 3ρρΓ030ί)θδ ίο ρ8γοίιΐ3ίιγ' (ννϋβγ, 1982) ΒοοΙζίη, Ρ.Β. “ΒθήΒνΐοΓ ΓηοόΐίΐοΒίΐοη Βηό ΙήβΓβργ: Αη ΐηίωόυοίΐοη” (\Μηί(ΊΓορ. 1975). ΒοΓΠδίθίη, Ρ.Η. & Μ.Τ. ΒοΓΠδΐβίη “ΜΒπίβΙ ίίιβΓΒργ: Α όθίΊΒνΐοΓβΙ-οοπΊΓηυηΐαΒίίοηδ βρρΓΟΒΟή” (ΡβΓ93ητιοη, 1986). Βγθππθγ, ϋ. “ ΤΜθ θίίθοίίνθ ρδγοϊιοίίΐθΓΒρίδΙ: Οοηοΐυδΐοηδ ίΓΟΓη ρΓΒοϋοθ Βηό γθβθβγοΙί " (Ρβ^βηιοη, 1983). ΟβηΙννθΙΙ, ϋ.Ρ. & 6 .Α. ΟβΓίδοη “Αίίθοίίνβ όΐδΟΓόθΓδ ίη οΝΙόήοοό Βηό ΒόοΙθδοβηοβ" (δρβοίΓυηη, 1983). 03Γηνν3ί^ι, Τ. & ϋ.Ο. ΜϊΙΙθγ “ΒθήΒνΐοΓΒΐ ρδγοίιοίήθΓΒργ ΐη ρηπίΒΓγ οβγθ" (Αο3<3θγτήο ΡΓβδδ, 1986). 03γγ, ϋ. “Ηβΐρίης γουΓ ίίΒηόΐοΒρρβό οϊιίΐό: Α δίβρ-όγ-δίβρ ςυΐόβ ίο βνβΓγόΒγ ρΓοόΙβηηδ" (Ρβη9υϊη, 1980). ΟβΓδΙβηδβη, ί. Ι . & Β.Α. ΕόβΙδΙβιη (βάδ) “ΗβηόόοοΙκ ο ί οΐΐηΐοΒΐ ςθΓΟόοΙοςγ” (Ρβ^βηιοη, 1987). ΟΙβοΚΙβγ, Η. “ 777© ΓΠ38ΐ< ο ί δβηίίγ” (Μοδβγ, 1976, 5η έκδοση). Οοήβπ, ϋ.ϋ. βΐ 3 ΐ “ΗβηόόοοΚ οί βυίίδΓη βηό όΐδΟΓόθΓδ ο ί ΒίγρΐΟΒΙ όβνβΙορηηβηΓ (\Λ/ϊΙβγ, 1987). Οοϊιβπ, δ. & δ .Ι. δγπιβ (βόδ) “ 8 οοϊβΙ δυρροΓί Βηό ηβΒΐίή” (Αοβόβιπΐο ΡΓβδδ, 1985). ΟοηηβΓδ, Ο.Κ. & Κ.Ο. \Λ/βΙΙδ “Ηγρβήίίηβϊιο οΝΙόίθη” (δ 39β, 1986). ΟοηοΙβγ, ϋ.Ο. & Ο.νν. ΟοηοΙβγ “δοϊιοοΙ οοηδυΙίΒίίοη: Α ςυίόθ ίο ρΓ30ίί0β Βηό ίΓΒϊηίηςι" (ΡβΓ93ΓΤΐοη, 1982). ΟοορβΓ, ϋ. «Ψυχιατρική και αντιψυχιατρική» (Ράππα, Αθήνα 1974). Οογοογ3 Π, Κ. & ϋ. ΡΐδΙιβΓ “ΜθΒδυΓβδ ίΟΓ οΙίηΐοΒΐ ρΓΒΟίίοβ: Α βουΓΟβόοοΚ' (ΜβοΜίΙΙβπ, 1987). Οοχ, \Λ/. Μ. (θό) “ ΤΓθΒίπιθηί βηό ρΓβνβηΰοη οί ΒίοοήοΙ ρωδίβητίδ" (ΑοβάβΓπϊο ΡΓβδδ, 1986). ϋβνβγ, (3. (βοΐ) “ Οοςηίίίνθ ρίοοβδδθδ Βηό ΡΒνΙονΐΒη οοηόϋίοηΐης ίη ήυηΊΒηδ” (ννϋβγ, 1987). ϋβνίδ, Α. (βά) “ ΟΜΙό ρθΓδοηβΙίίγ Βηό ρδγοήορβίήοίοςγ: Ουηβηί ίορίοδ" (ννϋβγ, 1974). ϋβνβΓβυχ, Κ. “ ίΙηόθΓ8ί3ηόίης ΙθΒΓηϊης όίίίίουΐίίθδ" (Ορβη ϋηίνβΓδίίγ, 1982). ϋΓβΐΚυΓδ, Ρ. «Οί βασικές αρχές της αντλεριανής ψυχολογίας» (Κέδρος, Αθήνα 1975). ΕϊπδΙβϊπ, δ. (βό) “ Τήθ οοηίΓηυηΐίγ’δ Γβδροηδθ ίο όως υδθ" (ΡβΓ93πηοη, 1980). ΕίηδΙβϊπ, δ. (βά) “ Οως/δ ίη ΓθΐΒίϊοη ίο όηις υδθΓ: ΟηίίοΒΐ όίυς ίδδυθδ” (Ρβ^βηποη, 1980). Είδβηδοη, ϋ. “Ιβηςυβςθ Βηό δρββοίι όΐδΟΓόθΓδ ΐη οίιΐΙόΓθη” (ΡβΓ93ηιοη, 1987). ΕΙΙΐδ, Ν.Ρ. (βό) “ ΗβηόόοοΗ οη ΓηθηίβΙ όβίίαβηογ: ΡδγοήοΙοςίοβΙ ΟιβΟΓγ Βηό ΓθδθΒΓοή" (ΕΓίόβυηη, 1981). ΕΙΙΐδ, Π. & Μ.Ε. ΒβΓΠβΓοΙ “ ΠΒΐΐοηΒΐ-βηιοίΐνθ ΆρρωΒοίιβδ ίο ίίΐθ ρωΰίβηΐδ οί οΝΙόήοοό” (ΡΙβηυιτι, 1983). ΕΙννβΙΙ, Ε.Ε. & ϋ.1_. δΙιβηΚβΓ “ Ωΐβςηοδΐδ Βηό ΓθΓηβόΐΒίΐοη οί ίήβ όΐδβόΐθό γθβ0θγ” (ΑΙΙγη-Ββοοη, 1983). Ενβηδ, Θ.νν. “ ΕηνΐΓοηΓηβηίΒΐ 8ίΓβ88” (03Γπόπά9β ϋηΐνβΓδϊΙγ ΡΓβδδ, 1983). ΕνβΓδίϊηβ, Ο.δ. & Ι_. ΕνβΓδίίηβ “Ρβορ/β ΐη οήδΐδ: ΒίΓΒίβςΐο ίήβΓΒρβυίΐο ΐηίβΓνθηίΐοηδ" (ΒΓυηηβΓ-ΜβζβΙ, 1983). ΡβίηοίΙβΓ, Ε.1_. & Ρ.Β. ΕοΙοη “Αόοίθδοθηί ΒηςβΓ οοηίΓοΙ: Οοςηΐίΐνβ-όθϊΐΒνΐοΓΒI ίβοήηΐηυβδ" (ΡβΓ93Γηοη, 1986). ΡβΙηβΓ, ΡΌ. βΐ 3 ΐ (βάδ) “ ΡΓβνβηίΐνθ ρδγοήοίοςγ: Τήβοίγ, γθ8Θ3γοϊ) βηό ρΓΒΟίίοβ" (ΡβΓ93Γηοη, 1983). ΡίηΚβΙήοΓ, ϋ. “ ΟΜΙό δβχίΐΒΐ Βόυ5β” (ΡΓββ ΡΓβδδ, 1984). ΡΓβηΚδ, Ο.Μ. & Τ.Θ. ννϋδοπ “ΑηηυβΙ Γθνΐβνν οί όβήβνΐοΓ ίήβΓβργ: Τϊιθογυ Βηό ρΓΒΟίίοβ" (ΒΓυηηβΓ-ΜβζβΙ, 1973). ΟβΙίβηοΙ, Ο.Μ. & ί. ΡβΙβΓδοη “ ΟΜΙό όβνβίορηηθηί Βηό ρδγοήορβίήοίοςγ” (δ 39β, 1985). Οίόδοη, ϋ. “ Ωοννη’δ δγηόΓΟΠίβ: ΤΙίθ ρδγοήοΐοςγ οί ηιοςοΙΐδΓη” (Οβητιόπ^β ϋηίνβΓδίίγ ΡΓβδδ, 1979). ΟΐίίβΙππβη, Ρ. (βά) “Αηχΐβίγ όΐδΟΓόθΓδ ΐη οΝΙόήοοό” (ννϋβγ, 1986). Οοΐ€ΐΐ3βΓ9, δ.Ρ. & Ι.Ρ. δίοΙβητΐ3 η (βάδ) “ΒθϊΊΒνΐοΓΒΐ ΒΠΒΐγδΐδ ο ί όίυς όβρβηόβηοθ" (ΑοβόβΓηϊο ΡΓβδδ, 1986). ΟοΙό6βΓ9βΓ, ί . & δ. ΒΓβζηΐΙζ “ ΗθηόόοοΚ ο ί δίΓβδδ” (ΡΓββ ΡΓβδδ, 1982). ΟοΙδίβίη, Α.Ρ. & Η. ΚβΙΙβΓ “Αςςίθδδΐνβ όθΐΊΒνΐοη Αδδβδδηίθηί Βηό ΐηίβη/βηίΐοη" (ΡβΓ93Γηοη, 1987). ΘοΙάδΙβίη, Ο. & Μ. ΗβΓδβη “ ΗβηόΰοοΚ οί ρδγοϊιοΙοςΐοΒΐ ΒδββδδηΊβηΐ’ (ΡβΓ93Γηοη, 1984). ΟθΙβΓΠ3Π, ϋ. & Κ.Ρ. δρββίΜ “ Τήβ 683βηίΐ3ΐ ρ8γθΐΊθίήθΓΒρΪ68” (ΝΑΙ, 1982).


133 ΟοίΙΐΙο, Ι.Η. & Ο.Α. ΟοΙβγ “ ΤΓθβίΠΊβηί οί όβρΓβδδίοη: Αη ίηίθΓρθΓδοηβί δγδίβηΐδ βρρΓΟβοή” (Ρβ^βηιοη, 1987). ΗθΙΙθίη, Ρ.3. “Αηχίθίγ: ΡδγοήοΙοςίοβί ρβΓδρθοίίνββ οη ρβηίο βηό βςοΓβρίιοόίβ" (Αοβόβιτιίο Ργθ55, 1985). ΗβηΙβγ, I. & Μ. ΟίΙϊιοοΙγ (βάδ) “ ΡδγοίιοΙοςίοβί ΟιβΓΆρίβδ ίοΓ θΙόβΓίγ” (Νβνν ΥογΚ ΙΙηίνβΓδίίγ ΡΓβδδ, 1986). Ηβηηβηι, Ο. “ ΡβγθπΙβ βηό ΠΊθηίβΙΙγ ήβηόίοβρρθό οΝίόΓθη" (Ρθηουίη, 1980). Ηβννίοη, Κ. “ Βυίάόθ βηό βίίβ(πρίβό δυίοίόθ βηιοης οΜΙόίθη βηό βόοίθδοβηίδ" (8390, 1986). ΗβΓβθΐΙ, Μ. “ Οοηόυοί όίδΟίόθΓδ ο ί οΜΙόϊιοοό βηό βόοίθδοθηοβ: Α δοάβί ΙθβΓηίης ρβΓδρβοίίνθ" (ΝΛ/ϋβγ, 1987). ΗβΓ0^θΠ50η, ϋ.Β. & Ρ.\Λ/. ΡοννβΓ “ΜβηίβΙ ήθβΐίϊι οουηοβίίης: ΤΙίθογυ 3ηό ρΓβοίίοθ" (Ρ β ^ η ιο η , 1987). ΗβΓδβη, Μ. θί 3 ΐ (βόδ) “ Τίίθ οΐίηίοβί ρδγοίιοίοςγ ΜβηόόοοΚ' (Ρβ^βηηοη, 1983). ΗβΓδβη, Μ. βΐ 3 ΐ “Ιδδυθδ ίη ρδγοήοίίΊθΓβργ ΓθδθβΓΟή" (ΡΙβηυηι, 1984). ΗβΓδβη, Μ. & Α.δ. ΒβΙΙβοΚ “όίοίίοηβιγ οί όθίΊβνίΟΓβί βδδθδδηίθηί ίθοήηίηυθδ" (ΡθΓ93(ηοη, 1987). ΗβΓδΟΓ, Ι.Α. θί 3 ΐ (βόδ) “Ι3ης)υ3ς)θ βηό Ιβηςυβςβ όίδΟΓόθΓδ ίη οΝΙόήοοό' (ΡβΓ93πτκ>η, 1980). Ηθ99. Λ· & Ρ Λ· Μι'ΙίΙθΓ “Αόνβηοθδ ίη ΠΊβηίβί ίιβηόίοβρ ΓβδθβΓοίΊ" (ννϊΐβγ, 1982). Ηογπθυ, Κ. «Αυτοανάλυση» (Ταμασός, Αθήνα 1979). ΙΠ9Γ3 ΓΠ, Ρ.Ε. (βό) “ ΙηίοΓηιβΰοη ρίοοβδδίης βρρΓΟβσίΊβδ ίο εΙίηίοβΙ ρδγ0ΪΊ0ΐ0ςΐγ’' (Αοβόβηιΐο ΡΓθδδ, 1986). ϋθΗυ, Ο. “8βχυβί όγδίυηοίίοηΑ όθήβνίοΓβΙ βρρΓΟβείι ίο οβυδβίίοη, βδδθδδηιβηί βηό ίίββίηηθηΓ (ΝΛ/ϋβγ, 1979). ϋοίιηδοη, ϋ.Η. θΙ 3ΐ “Αρρωβοήβδ ίο οΜΙό ίΓββίηηβηί: ΙηίΓοόυοίίοη ίο ίίίθοιγ, ΓβδββΓοί) βηόρΓβείίοβ" (ΡβΓ93πιοη, 1986). Καλαντζή-Αζίζι, Α. «Εφαρμοσμένη ψυχολογία στο χώρο της υγείας» (Αθήνα, 1983). Καλαντζή-Αζίζι, Α. «Αυτογνωσία: Αυτοανάλυση και αυτοέλεγχος» (Δίφρος, Αθήνα 1984). Καλαντζή-Αζίζι «Εφαρμοσμένη ψυχολογία στο χώρο του σχολείου» (Αθήνα, 1985). Κ3 ΪΊΠ, ϋ.Η. & ϋ.Ρ. ΝυΓδΙβπ “ ίΙπννίΙΙίης ίο δείιοοΙ: 8οίιοοί ρίΊοόίβ ογ δοίιοοΙ Γθίυδβί’ (Ρβ^βπποη, 1981). Κ3ρ!3 Π, Η.δ. “ ΤίΊβ Πβνν 8ΘΧ ίίΊ6Γ3ργ' (ΡβΙΪ03Π, 1981). Κ3 ρΐ3Π, Η.δ. “ΩΪ80Γ0ΘΓ8 οί 8βχυ3ΐ όηνβ” (ΒΓυΠΠΘΓ-ΜβΖβΙ, 1979). Κβζόΐη, Α.Ε. (βό) “ΒβίιβνίΟΓ Γηοόίίίεβίίοη ίη βρρΙίθό δβίίίηςδ” (όοΓδβγ, 1984). Κβζόΐη, Α.Ε. (βό) “ ΤίΊβ ίοΚβη θοοηοπιγ: Α Γβνίβνν βηό βνβΐυβίίοη" (ΡΙθηυιη, 1977). Κ3 ΓθΙγ, Ρ. & Ρ.Η. ΚβηίβΓ “ΒβΙί-ηηβηβςθηηβηΙ βηό όβίιβνίοΓ οίΊβηςβ” (ΡβΓ93Γηοη, 1982). Κ3ΓθΙγ, Ρ. &ϋ.ϋ. δίβίΐβη (βόδ) “ Οίιίίό ίΊββίίίι ρδγοήοίοςγ: Οοηοβρίδ βηό ιδδυθδ" (ΡβΓ93Γηοη, 1982). Καρπάθιου, Χ.Ε. «Δυσλεξία: Η παιδική ασθένεια του αιώνα μας» (Ίων, Αθήνα 1985). ΚβηόβΙΙ, Ρ. & Ι_. ΒίβδννθΙΙ “ ΟοηςίΙίνβ-όβΪΊβνίοΓβί ίήβΓβργ ίοτ ίηιρυΐδίνβ οίιίΙόΓβη" (ΟυϊΙίΟΓό ΡΓβδδ, 1984). ΚθδΙβηόβυΓΠ, Ο.ϋ. & ϋ.Τ. \Λ/ϊΙΙϊ3 γτι5 (βόδ) “ ΗβηόόοοΚ οί είίηίοβΙ βδδθδδπιβηί οί οίΊίΙόΓβη βηό βόοίθδοβηίδ" (Νβνν ΥογΚ ϋηίνβΓδΐίγ ΡΓθδδ, 1986). Κίπ9, Ν.ϋ. & ϋ.ϋ. ΗβΓτιίΙΙοη “ ΟΝΙόίβη’δ ρίιοόίβδ: Α όθϊιβνίΟΓβΙ ρβΓδρβαίνθ" (ννίΐβγ, 1987). ΚποΚ, ϋ.Η. “ΑΙοοϊιοΙ ρΓοόΙθΓηδ: Οΐβςηοδίδ βηό ίΓββίηπθηΓ (ΡθΓςθητιοη, 1986). ΚΐρρβΓ, Ε.Ρ. “ ΡδγείιοίίΊθΓβργ ίίίΓουρϊι εΙΐηίοβΙ γοΙθ ρΙβγϊης” (ΒΓυπηβΓ-ΜβζβΙ, 1987). ΚΪΓόγ, Ε.Α. & Ι.Κ. ΟπΓηΙβγ “ ίΙηόβΓδίβηόίης βηό ίΓθβίΓηβηί βίίβηϋοη όθίΐάί όϊδΟίόθί” (ΡθΓ93πηοη, 1986). ΚΐίίΓϊβ, Ν.Ν. “ Τίΐθ ης/Μ ίο όβ όίίίθΓβηί: Οβνίβηοθ βηό θηίοίοθό ίί)βΓβργ' (Ρβη9υΐη, 1973). Κολιάδης, Ε. «Θεωρίες μάθησης και εκπαιδευτική πράξη» (υπό εκτύπωση) τόμοι 2. ΚονθΙ, ϋ. “Α οοΓηρΙθίθ ςυίόβ ίο ίί)6Γβργ: Ργογπ ρδγοίιοβηβίγδΐδ ίο όβίιβνϊοΓ Γηοόίίίοβίίοη" (ΡθΠ9υίη, 1978). ΚυΙβδΙι, I. & Α. \Λ/οΙί (βϋδ) “ ΡδγοίιοίίΐθΓβρΐδϊδ εβδθΙχ)θΙ<: ΤίίθΟΓγ βηό ίβοϊιηίςυθδ ίη ρΓβοίίοβ οίηηοόθΓη ίίΐθΓβργ' (ϋοδδβγ, 1986). 1_Ά&3ΐθ, 1_. “ Τήθ ϊιβηόόοοΚ ο ί ίβπιίΐγ ρβγο/ιοίοςγ βηό ίήβΓβργ” (ΒΓυηηβΓ-ΜβζβΙ, 1985) τόμοι 2. 1-381, Ο.Ο. & Μ. ΗβΓδθη (βάδ) “ΗβηόόοοΚ ο ί βηχίβίγ όίδΟΓόθΓδ" (ΡβΓ93ΐηοη, 1987). ΐ3Ζ3Γυδ, Α.Α. “ΒθήβνίοΓ ίίΐθΓβργ βηό όβγοηό' (ΜοΟΓβνν-ΗΐΙΙ, 1971). Ιβόονν, ΜΌ. “ \Α/θίρΜί οοηίίοΙ: ΒβίιβνίΟΓ δίΓβίθςίθδ” (νΥίΙβγ, 1981). Μ3 ΐΙδόθΓ9βΓ, ϋ.Τ. “βυίδίόθ ήδΚ: Τίίθ ίΟΓΓηβίίοη οί ίίιβ σΙίηίοβΙ ίυόςβπίθηΐ' (Νβνν ΥογΚ ϋηίνβΓδΐίγ ΡΓβδδ, 1986). Μ3 Π93Π, 6.1. & ϋ.Ρ. ΟοΙοΙίη9 “ ΤΜβ ρδγοίιορήβΓηηβοοΙοςγ οί δηιοΚίης” (ΟβΓηόπ^β ϋηίνβΓδΐίγ ΡΓβδδ, 1984). Μαρκαντώνη, Ι.Σ. «Βαθυψυχολογία και αγωγή» (Αθήνα, 1976). ΜβδίβΓδ, νν. & V. ϋο^ηδοη “Ηυπιβη δβχυβΙ ίηβόβηυβογ ” (ΒΓοννη, 1970). ΜβΙδοη, ϋ.Ι. & Ο.Ι_. ΡΓ3 Γηβ “ΗθίβΓόβό οΜΙόΓβη βηό βόοίθδοβηίδ" (Ββςβ, 1986). ΜοΙηβΓηβγ, ϋ.Ρ. βί 3 ΐ “ΠβίίοηβΙ-θηΊοϋνβ βρρίΌβοΪΊβδ ίο ίίιβ ίΓββίηηβηί οί βίοοίιοΙ βηό δυόδίβηοβ βόυδθ" (ΡβΓ93Γηοη, 1987). ΜοΜυΙΙΐη9, Ρ.Ε. & Τ.Ρ. ΟίΙβδ “ Οοςηίίίνβ όθίιβνίοΓ ίήβΓβργ: Α ΓθδίΓυοίυήης βρρΓΟβείι” (Οαιηβ-δίΓβΚοη, 1981). Μβΐοήβηϋβυππ, Ό. “ΒίΓθδδ ίηοβυΙβίίοη ίΓβίηίης" (ΡβΓ93ηιοη, 1985). ΜβγβΓ, Ρ.Ο. “ 77ϊβ εΐίηίοίβη’δ ήβηόόοοΚ: Τίιβ ρδγοήορβίήοΐο^γ ο ί βόυΐίήοοό βηό Ιβίθ βόοίθδοθηοβ” (ΑΙΙγη-Β3 θοη, 1983). ΜΐΙΙοη, Τ. “ ΟίδότόθΓδ οί ρβΓδοηβΙίίγ: Ω8Μ-ΙΙΙ, βχίδ ΙΓ (ννΐΐβγ, 1981). ΜϊΙΙοη, Τ. & <3.Ι_. ΚΙβΓΓηβη (βόδ) “ΟοηίβπιροΓβΓγ όίΓβοίίοηδ ίη ρδγοίΊΟίϊιβΓβργ: Τοννβίό ίίιβ ΩΒΜ-ΐν' (ΟυίΙίοΓά ΡΓβδδ, 1986). ΜοΓΓΪδ, Ρ.ϋ. & Τ.Ρ. ΚΓ3ΐοοίιννίΙΙ “ Τίββίίης οΝΙόίβη’δ ίββΓδ βηό ρήοόίβδ: Α όβί)βνίθΓ3ΐ βρρΓΟβοίι" (ΡβΓ93Γηοη, 1983). ΜοΓΓΐδ, Ρ.ϋ. &Τ.Ρ. ΚΓβΙοοΜννΐΙΙ (βόδ) “ Τίίθ ρΓβοίίοβ ο ί οΝΙό ρβγείΊΟίίΊβΓβρΫ' (ΡβΓ93πηοη, 1983). Μπεζεθέγκη, Η.Γ. «Εξελικτική ψυχοπαθολογία» (Αθήνα, 1985) τόμ. 1ος. ΜΓβζβΚ, Ρ.Β. & Ο.Η. ΚβΓηρβ (βόδ) “ ΒβχυβΙΙγ βόυδθό οΝΙόίβη βηό ίίιβίΓ ίβΓηίΙίβδ” (ΡβΓ93πηοη, 1981). Νασιάκου, Μ. «Η ψυχολογία σήμερα 2: Κλινική ψυχολογία» (Παπαζήση, Αθήνα 1982). Ν3Μΐ3 π, Ρ.Ε. & δ .Ι. Η3 ΓΓΐδ “ΡδγσϊΊορβίήοΙοςγ βηό δοοίβίγ” (ΜοθΓ3νν-ΗΐΙΙ, 1980). ΝίοίιοΙδ, Ρ.Ι_. & Τ. ΟΗβη “ΜίηίπΊβΙ όΓβίη όγδίυηοίίοη: Α ρβΓδρβοίίνβ δίυόγ" (ΕΜ^βυητι, 1980). ΝϊοοΙ, Α.Ρ. (βό) “ ίοηςίίυόίηβί δίυόίβδ ίη οίιίΐό ρδγοήοίος/γ βηό ρδγοήίβίΓγ: ΡΓβοίίοβΙ Ιβδδοηδ ίΓΟΓΠ ΓθδββΓΟϊι βχρβηθηοθ" (ΝΛ/ϋβγ, 1985). ΝθΓθΓθδδ, ϋ.Ο. “ ΗβηόόοοΚ ο ί θοΐβοίίο ρ3γοί)οίΪΊθΓβρΓγ' (ΒΓυηηβΓ-ΜβζβΙ, 1986). ΝθΓθΓθδδ, ϋ.Ο. “ ΟβδθόοοΙ< ο ί βοΐβοίίο ρδγοίιοίήθΓβργ” (ΒΓυηηβΓ-ΜβζβΙ, 1987). ΟΙΙβηόϊοΚ, Τ.Η. & Μ. ΗβΓδβη (βόδ) “ ΟΝΙό όβϊιβνίοΓβί βδδθδδηίθηί: ΡπηαρΙθδ βηό ρΓΟΟβόυΓβδ” (ΡβΓ93ηιοη, 1984).


134 Ο’ΟοηηοΓ, νν.Α. & Β. Ιυόίη “ΕοοίοςίοθΙ ΒρρΓΟΒΟήβδ ίο οΙϊΜοβΙ οοΓΠΓηυηίίγ ρδγοήοίοςγ” (\ΜΙβγ, 1984). Παρασκευόπουλου, Ι.Ν. «Νοητική καθυστέρηση: Διαφορική διάγνωση, αιτιολογία-πρόληψη και ψυχο­ παιδαγωγική αντιμετώπιση» (βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1979). Παρασκευόπουλου, Ι.Ν. «Ψυχολογία ατομικών διαφορών» (βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1982). Παρασκευόπουλου, Ι.Ν. «Εξελικτική ψυχολογία» (βιβλιοπωλείο Γρηγόρη, Αθήνα 1985) τόμοι 4. ΡβνΙκϋδ, Ο. & Τ.Ρ. Μϋβδ “ ΩγδΙθχίΒ ΓβδβΒΓοή Βηό ΐίδ ΒρρΙίοΒίίοη ίο θόυοΒίίοη" (ννϋβγ, 1981). ΡβΓίδ, Ρ. βί ά \ “ ΟθδίΒΐί ίήβΓΒργ: ΕχάίθΓΠθηί Βηό ςΓονΛή ίη ίήβ ήυηΐΒη ρθΓδοηβΙίίγ” (Ρβηςυίη, 1973). Ρ^ιβϊίίβΓ, 8 .Ι. “ ΟΙϊΜοβΙ οΜΙό ρδγοίΊορβίήοΙοςγ” (ΘΓυηβ-δΐΓ3Ηοη, 1985). Πόρποδα, Κ. «Δυσλεξία» (Εκπαιδευτήρια «Μορφωτική», Αθήνα 1981). ΡΓΟθΙΐ3δΙ<3 , ϋ.Ο. “3γ5ίθΠΊ5 Οί ρδγοήοίήθΓΒργ: Α ΐΓΒηδίήθΟΓθΙΪΟΒΐ 3η3ΐγ8Ι8'' (ϋΟΓδβγ, 1984). Ουβγ, Ο. &ϋ.δ. ννβΓΓγ “ΡδγοήοίοςίοΒί όΐδΟΓόβΓδ ο ί οΜΙόήοοό" (\Λ/ϋβγ, 1972). Ρβοϊιιτιβη, δ.ϋ. & Ο.Τ. ννϋδοη “ Τήθ βίΐβοίδ οί ρδγοήοΙοςϊοΒΐ ίήθΓΒρΫ' (ΡβΓ93ηηοη, 1980). Ρββό, Θ.Ρ. “ 008688ΙΟΠ3Ι βχρβπβηοβ βηό οοΓηρυΙδϊνθ όθϊιβνίοΐ’ (ΑοβάβΓηίο ΡΓβδδ, 1985). ΡβίοΙ, \Λ/.Η. “ ΤίθΒίηίθηΙ οί ίήθ 03Μ-ΙΙΙ ρδγοήΪΒίήο όΐδΟΓόθΓδ” (ΒΓυηηβΓ-ΜβζβΙ, 1983). ΡΐοΚδ, ϋ.Ρ. & Β.δ. ΟοΙίΓβηννβηό “ Οηςΐηδ οί ρδγοήοίήθΓΒργ” (ΟβιηόποΙρβ ϋηίνβΓδίίγ ΡΓβδδ, 1983). ΡοβθΓΐδ, Μ.Ο. & Ι_. ΡβΙβΓδοη “ Ρίβνβηίίοη οί ρΓοόΙθΓΠδ ίη οΜΙόήοοό: ΡδγοήοΙοςίοβΙ ΓΘ8Θ3Γ0Ϊ1 Βηό ΒρρΙίοΒίίοηδ” (ννϋβγ, 1984). ΡοΓηβηοζγΚ, Ρ.<3. “ ΟΙϊΜοβΙ υΐιΐιζθΐιοη οί ηηΐοΓΟΟΟΓηρυίθΓ ίβοήηο!οςγ' (ΡβΓρθΓΠοη, 1986). Ροδδ, Α.ϋ. “ ΟΜΙό όβήβνίοΓ ΙήβΓΒργ: ΡηηοΐρΙθδ, ρωοβόυΓβδ 3ηό βΓηρήοΒΙ όθδίδ" (\Λ/ϊΙβγ, 1981). ΡιιΚβΓ, Μ. βί 3 ΐ (βάδ) “ ΩθρΓθδβίοη ίη γουης ρβορΙβ: ΩβνβΙορΓηβηίΒΐ βηό οΙίηίοΒΐ ρβΓδρβοίίνβδ" (ΟυίΙίοΓο! ΡΓβδδ, 1986). Ρυ«βΓ, Μ. & I. ΗβΓδοη (βοΐδ) “ ΟΜΙό Βηό ΒόοΙθβοβηί ρβγοήΐΒίΓγ' (ΒΙβοΚννβΙΙ, 1985). ΡγάβΓ, Ρ.Θ. “ Τήβ ΓβΒΐίδίίο ίίΐθΓ3ργ,' (ΜβΙΙιυβη, 1987). δβηΚ, 1_.Ι. & Ο.δ. δϊ)3ίίβΓ “Α ΙήθΓβρίδΙ’δ ΓΠ3ηυ3ΐ ίθΓ οοςηίίίνθ όβήβνΐΟΓ ίήβΓΒργ ίη ςΓουρδ” (ΡΙβηυπη, 1984). δβηΐοδίβίαηο, δ. “ Οοςηίίίνθ οοΜγοΙ ίήβΓΒργ ννίίή οήΐΙόΓβη βηό ΒόοΙβδοβηίδ'’ (ΡθΓ93ΐηοη, 1985). δ3Γβΐη, Τ.Ρ. & ϋ.δ. Μ3 Γθθυδθ “ΒοήίζορΜβηίΒ: Α πίθόίοβΙ όϊθςηοδίδ ογ β γπογβΙ νβΓ0ίοί?' (ΡβΓςβηιοη, 1980). δοΗββίβΓ, Ο.Ε. “ ΗβηόόοοΚ οί ρΙβγ ίήβΓΒργ ” (ννϋβγ, 1983). δοίΐ3 βίβΓ, Ο.Ε. “ΑόνΒηββδ ίη ίήβΓΒρίβδ ίθΓ οήΐΙόΓβη” (ϋοδδβγ-Ββδδ, 1986). δοΙΐ3νν3 Γΐζ, δ. & ϋ.Η. ϋοΐιηδοη “ ΡβγοήορθίήοΙοςγ ο ί οΜΙόήοοό" (ΡβΓ93ΐηοη, 1985). δο^ΐ3νν3 ΓΐζβΓ, Ρ. (βά) “8θΙί-Γβΐ3ίθό οοςηίίίοη ίη οοηόίίίοηδ ο ί βηχϊβίγ Βηό ΓηοίίνΒίϊοη” (ΕΓί&βυιτι, 1986). δοήΓ39, Ρ. & ϋ. ϋΐνοΚγ “ Τήθ Γηγίή οί ήγρβΓΒΟίίνβ οΜΙό" (ΡβΙΐοβη, 1981). δίβρΚβΓ, Β.Β. & Ο.δ. Κ3 ΓΚ)3 Γ3δ (βάδ) “ Οίουρ ίήβΓΒργ ν/ϊίή οήΐΙόΓβη Βηό Βόοίβδοβηίδ: Α ίΓβΒίηηβηί ΓΠΒηυΒΓ (Ηυητοη δοΐβηοβ ΡΓβδδ, 1986). δ ΐ 3Κ, Ο.Η. “ ΗθΙρΐης ίήθ ΓΠΒίΒόϊυδίθό οήίίό' (Ορβη υηΐνβΓδϊΙγ, 1981). δίβίη, Μ.Ρ. & ϋ.Κ. ϋβνΐδ “ ΤήβΓΒρίβδ ίθΓ βόοίθδοθηίδ: ΟυΓΓβηί ίΓβΒίΓπβηί ίθΓ ρΓοΰΙβηη ΰβήΒνίοΐ' (ϋθδδβγ-Β3δδ, 1982). δίβΐηόβΓ9, ϋ. “ Τήθ οΙϊΜοβΙ ρεγοήίΒίΓγ οί Βόοίβδοβηοβ" (ννϋβγ, 1983). Στεφάνή, Κ. και συνεργατών «Θέματα ψυχιατρικής» (Αθήνα). δίβνβηδοη, ϋ.Ε. “Πβοβηί ΓβδβΒΓοή ΐη όθνθΙορηίθηίΒΐ ρδγοήορΒίήοίοςγ” (ΡβΓ93ηιοη, 1984). δΐΓ63η, Η.δ. “ ΤήβΓΒρβυίίο ρήηοίρΙθδ ΐη ρΓΒοϋοβ" (δ 39β, 1986). δζβδζ, Τ. Η έννοια της ψυχικής ασθένειας: Εξήγηση ή δικαιολογία» (Χατζηνικολή, Αθήνα 1978). ΤβΙΙβπί, Ν. “ΡδγοϊιοΙοςίοΒΐ ΓβροΠ ννπίίης” (ΡΓβπΙΐοβ-ΗβΙΙ, 1983). Τ3«υπι, Ο.Ρ. (βό) “ΜΒΠΒςβηηβηί οί όίδίυρίίνβ ρυρίί όθίΐΒνίοΓ ίη εοήοοίδ” (ννϋβγ, 1986). ΤΗοτρβ, 6.1_. & Ι_.Ε. ΒυΓΠδ “ Τήθ ΒςοΓΒρήοόίο δγηόίοηηβ: ΒθήΒνΐοΓΒΐ 3 ρρΓ030 ήβ8 ίο θνβΙυΒίίοη Βηό ίΓθΒίπίθηΐ' (ννϋβγ, 1983). Τπρρ, Ο.Α. “ Τήθ ήοιηοδθχυΒί ηΊ3ίπχ,' (ΜοθΓ3νν-ΗϋΙ, 1975). Τσιάντη, Γ. & Σ. Μανωλόπουλου «Σύγχρονα θέματα παιδοψυχιατρικής» (Καστανιώτη, Αθήνα 1987). υΐίητιβη, Ι_.Ρ. & I. ΚΓβδηβΓ “Α ρεγοήοΙοςίοΒΐ ΒρρΓΟΒοή ίο ΒόηοΓΓηβΙ ρδγοήοίοςγ” (ΡΓβηΙίοβ-Η3ΐΙ, 1969). ϋρρβΓ, Ο. &ϋ.Ρ. ΟβυΙβΙβ (βόδ) “ Οονθίΐ οοηόίϋοΜης" (ΡβΓρβιηοη, 1979). νβη Ηοοδβ, νν.Η. & Α. ϋβίίΓβγ “ ΕίήίοΒΐΒηόΙβςβΙΙδδυθδ ίη οουηοθΙίης ΒηόρδγοήοίήθΓΒργ” (ϋθδδβγ-Β35δ, 1985). νβη όβ ΡΐβΙ, V. & Μ.Ρ. Κοιί) “ ΟθδίΒΐί ίήβΓΒργ: Αη ΙηίΓΟόυοίίοη" (ΡβΓ93Πΐοη, 1980). ν 3 Γηΐ, ϋ.νν. “ ΟΙϊΜοβΙ όβήΒνΐοΓΒΐ ρβόίΒίποδ: Αη ίηίβΓόίδάρϋηΒΓγ όίοόθήΒνίοΓΒΐ βρρΓΟΒΟή” (ΡβΓ93ΐηοη, 1982). Χαρτοκόλλη, Π. «Εισαγωγή στην ψυχιατρική» (Θεμέλιο, Αθήνα 1986). ννβΙΚβΓ, Ο.Ε. (βά) “ ΟΙϊΜοβΙ ρΓΒοϋοβ οί ρδγοήοίοςγ: Α ςυΐόθ ίθΓ ηίθηίΒΙ ήθθΚή ρΓοίθδδίοηΒίδ" (ΡβΓ93ηιοη, 1981). \Λ/3ΐΚβΓ, Ο.Ε. βί 3ΐ “ Τήθ ρήγδίΟΒίΙγ Βηό δβχυβΙΙγ Βόυδθό οΜΙό: ΕνΒΐυβίίοη βηό ίΓβΒίηηβηΓ (ΡβΓ93Πτιοη, 1987). ννβη9, Μ.Ο. βί 3ΐ (βάδ) “ΗΒηόόοοΙ< ο ί δρβοίΒΐ βόυοΒίίοη” (ΡβΓ93πτιοη, 1987). ννβΚ, Ν. βί 3ΐ “ ΟήίΙόΓβη Βί ήδΙ< ϊγογπ δοήίζορΜθΜΒ: Α ΙοηςίίυόίηΒΐ ρθΓδρβοίίνθ" (θ3Γπόπο)9β υηΐνβΓδϊΙγ ΡΓβδδ, 1985). ννβΗδ, Ρ.Ν. (βό) “Νβνν όθνθίορηιβηίδ ίη οΙϊΜοβΙ ρδγοήοίοςγ” (ννϋβγ, 1985). ννβόδίβΓ, ΟΌ. βί βί “Αυίίδηι: Νθμ όίΓβοίίοηδ ίη ΓβδθΒΓΟή Βηό θόυεΒίίοη" (ΡβΓ93Γποπ, 1980). ΝΛ/βο10ΪΠ9, ϋ. βί 3 ΐ (βοΐδ) “ ΝθυωρδγοήοΙοςγ ήβηόόοοΚ: ΒθήΒνίοΓΒΐ Βηό οΙϊΜοβΙ ρθΓδρβοίίνθδ" (δρπη9βΓ, 1986). ννβίδδ, Ι_. “ Ογθβγπ ΒΠΒίγδίδ ρδγοήοίήθΓΒργ" (ΡβΓρβιποη, 1986). ννήβίβη, Ο.Κ. & Β. ΗβηΚβΓ (βοΐδ) “ΗγρβΓΒΟίίνβ οΜΙόΓθη" (ΑοβοΙβπηϊο ΡΓβδδ, 1980). ννοΙββΓ9, ί.Ρ . & Μ.1_. ΑΓοηβοη (βοΐδ) “ Οωυρ ίήβΓΒργ: Αη ονβη/ίθνν” (ετήσια ανασκόπηση, ΘΓυηβ-δΐΓ3«οη, 1973). ννοΙιτ»3η, Β.Β. (βά) “ΗβηόόοοΚ ο ί 0γθβγτί8: ΠβδθΒΓοή, ίήβοήθδ Βηό ΒρρΙίοΒίίοηδ" (νβη ΝοδίΓβηοΙ-ΡβίηΗοΙά, 1982). ννοίΓηβη, Β.Β. (βοΙ) “ Τήθ ίήθΓΒρίδί’δ ήβηόόοοΚ: ΤΓθΒίηηβηί βηό ΓηβηίΒΐ όΐδΟΓόθΓδ” (νβη ΝοδίΓβηά-ΡβϊηΗοΙά, 1983, 2η έκδοση). ννοΐρβ, ϋ. “ Τήθ ρΓΒοϋοβ ο ί όθήβνίΟΓ ίήβΓΒργ’ (ΡθΓ93Γηοπ, 3η έκδοση, 1982). Ζβΐ9, ϋ. (βύ) “ ΕνοΙυϋοη ο ί ρδγοήοίήθΓΒργ (ΒΓυηηβΓ-ΜβζβΙ, 1987).


ΠΙΝΑΚΑΣ ΟΡΩΝ

Αγχογόνων καταστάσεων, ιεράρχηση 85 Αγχος 16. ...αποχωρισμού 40. ...ευνουχι­ σμού 18 Αγχώδης νεύρωση 15 ΑάΙθτ, Α. 54-57 ΑΙρήθ ρυθμοί 111 Αμοιβών ανταλλάξιμων, σύστημα 95-96 Αμφιθυμία 34 Αναγκών, ιεράρχηση 113-114 Αναλυτική θεραπεία του ϋυηρ 57-59 Αναριθμησία 27 Αναστολής υπερβολικής, σύνδρομο 28 Ανωριμότητας, σύνδρομο 28 Ανθρωπιστικές ψυχοθεραπείες 112-123, μορ­ φές ... 114-123, ορισμός ... 112-114 Αντίδρασης, αυθόρμητη επαναφορά 67 Αντι-εξάρτηση 84 Αντικοινωνικής συμπεριφοράς, σύνδρομο 28 Αποευαισθητοποίηση. συστηματική 84-87 Απόσβεση 67 Αποστέρησης μητρικής, σύνδρομο 94 Αποστροφική θεραπεία 89-91 Απώθηση 50 Άρνηση 50 Ασκήσιμοι 24-25 Ασκητισμός 51 Ασυνείδητο 43.54.58 Ατομική θεραπεία του Α οΙΙθγ 54-57 Αυτισμός,βρεφονηπιακός 27 Αυτο-εικόνα 115-116 Αυτο-εκτίμηση 116 Αυτοέλεγχος 103-109 Αυτοενίσχυση 78 Αυτοπραγμάτωση 115 Αυτοσυναίσθημα 12.56 Β8ηο1υΓ3, Α. 76.78-80.96.98 ΒθοΚ, Α. 82. 101 Βθγπθ, Ε. 114. 121-123 Βιοανάδραση 109-111 Βιολογικές μέθοδοι 36-37 Βωβότητα, επιλεκτική 27

Γνωστικές θεραπείες 81-82. 100-109 Γνωστικός συμπεριφορισμός 81-82. 100

Διαγωγής, διαταραχές 22-23 Διαλεκτικός ανθρωπισμός του Ργογπγπ 60-61 Διανοουμενισμός 51 Διάμεσα 81-82 Διαμόρφωση της συμπεριφοράς, σταδιακή 74 ϋδΜ-ΙΙΙ 14.26-27 Δυσλεξία 27

Εγώ (Ε90) 45-46 Εθισμός 23 Εκείνο (Ιά) 44-45 Εκλογίκευση 50 Εκπαιδεύσιμοι 24 Ελεύθερος συνειρμός 51 ΕΙΙϊδ Α. 82,101-102 Εναντιωματική συμπεριφορά 27 Ενδοεκρηκτική θεραπεία 88 Ενδόρρηξη 119 Ενίσχυση 67.71-73, 76-78 Ενουρητικού, στρώμα 91 Εξ ιδανίκευση 54 Εργαστήρια, προστατευτικά 25 Ε.Σ.Π.Σ. 28-30 Ευχαρίστησης, αρχή 45

ΡΓΘυά, δ. 42-44. 51-54, 129 ΡΓΟίΓίητι, Ε.60 Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση 17 Ιδιώτες 25 ϋυΠ9, Ο.Ο. 57-59 Καθήλωση 49 Καθυστέρηση νοητική 24-35. 26 ΚθπίΘΓ, Ρ.Η. 104 Καταπληξίες 37 Καταστροφής, ένστικτο 45 Κηρώδης ευκαμψία 19 Κλασική εξαρτημένη μάθηση 64-69 Κοινοτική ψυχική υγιεινή 131 Κορεσμός ερεθίσματος 88 ί3ϊη9, Ρ. 131 ϋβϊάο 44-45. 47, 57 Λογικο-θυμική θεραπεία 100-103

Μάθηση 62-82,είδη ... 63-82 ορισμός... Μθίιοηβγ, Μ. 101, 104 Μανία 20-21 Μαραθώνιες συνεδρίες 127 ΜθδΙονν, Α. 113 ΜΘίοήΘηββυιτι, ϋ. 101, 104 Μειονεξίας, συναίσθημα 55 Μελαγχολία 20-21 Μεταβίβαση 40,53 Μηχανισμοί άμυνας του Εγώ 49-51 Μίμηση προτύπων 76-80, 96-100 Μογθπο, ϋ.Ι_. 126 Μορφολογική θεραπεία 119-121


136 Νεοφροϋδιστές 59-60 Νευρώσεις 14-17, μορφές... 15-17, ορισμός ... 14 Νευρωσική κατάθλιψη 16 Νοητικές ανεπάρκειες 24-25 Οικογενειακή θεραπεία 125 Ομαδικές ψυχοθεραπείες 124-127 Ονειροπόληση 51

Παγίδευση, διπλή 34 Παθολογικής συμπεριφοράς, αίτια ... 32-35, κριτήρια καθορισμού 10-13, μορφές ... 14-25, παιδιών - εφήβων μορφές ... 26-31 Παιγνιοθεραπεία 126 Παλινδρόμηση 50 Παράνοια 19-20 Παραφιλίες 23 Παρεμπόδιση, αμοιβαία 84 Παρρησιαστική θεραπεία 92-93 ΡβνΙον, |. 64-65, 67 Πελατοκεντρική θεραπεία 115-118 ΡθΓΙδ, Ρ. 114, 119-121 Πραγματικότητας, αρχή 46 Προβληματική συμπεριφορά 27-31 Προβολή 50 Προσκέφαλο, ψυχικό 19 Προτύπων, παρατήρηση και μίμηση 76-80. 96-100

ν/ ΡΙ096Γ5,

Ο. 114-117, 126-127

Σπασμοθεραπείες 37 Στερεοτυπικών κινήσεων, διαταραχές 26 Στύλ ζωής 56 Συμπεριφοριστικές ψυχοθεραπείες 62-111, μορφές... 83-111, ορισμός ... 62 Συναντησιακές ομάδες 127 Συνφιαλεκτική ανάλυση 121-123

Σύνδρομα, κλινικά ...25, ... προβληματικής συμπεριφοράς 28 Συμπτώματα προβληματικής συμπεριφοράς 27-31 Συντελεστική μάθηση 70-80 Σχιζοφρένεια 18-19 Ταύτιση 50 Τιμωρία 72 • Τοξικομανίες 23 Υπεραναπλήρωση 50 Υπόδυση ρόλων 126 Υποκατάσταση 50, ... ερεθίσματος 67, ... συμπτώματος 63-64 Υποχονδρίαση 17 Υστερική νεύρωση 17 Φαρμακευτική θεραπεία 36 Φοβίες 15-16 Χαλάρωση, άσκηση για... 84 Ψυχανάλυση 42-54 Ψυχόδραμα 126 Ψυχοδυναμικές ψυχοθεραπείες 40-61, μορφές 42-61, ορισμός ... 40-42 Ψυχοθεραπείες 40-127. ανθρωπιστικές ... 112123, ομαδικές ... 124-127, συμπερκροριστικές... 62-111, ψυχοδυναμικές... 40-61 Ψυχοκατακλυσμική θεραπεία 87 Ψυχοπαθητική προσωπικότητα 22-23 Ψυχοσεξουαλικές διαταραχές 23 Ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, στάδια 48 Ψυχοσωματικές διαταραχές 17,28 Ψυνοφάρυακα 3 0 ^ Ψυχώσεις 1β-21, μορφές ... 19-21,ορισμός ... 18 \Λ/3ίδ0Π, ϋ. 64, 67 - 69 ννοΐρθ, ϋ. 84, 88


ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ - ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ  
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ - ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ  
Advertisement