Page 1


ΧΑΡΟΥΚΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ

Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου Μετάφραση ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΙΜΟΤΛΗΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ 1 Γεννήθηκα στις 4 Ιανουαρίου του 1951. Την πρώτη εβδομάδα του πρώτου μήνα του πρώτου χρόνου του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Γεγονός αξιομνημόνευτο, υποθέτω, γι’ αυτό και οι γονείς μου μού έδωσαν το όνομα Χατζίμε «ξεκίνημα» στα γιαπωνέζικα. Πέραν τούτου, μια εκατό τοις εκατό συνηθισμένη γέννα. Ο πατέρας μου εργαζόταν σ’ ένα μεγάλο χρηματιστηριακό γραφείο, η μητέρα μου ήταν μια τυπική νοικοκυρά. Στον πόλεμο επιστράτευσαν τον πατέρα μου που σπούδαζε και τον έστειλαν να πολεμήσει στη Σιγκαπούρη· μετά τη συνθηκολόγηση πέρασε λίγο καιρό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το σπίτι τής μητέρας μου ισοπεδώθηκε σ’ ένα βομβαρδισμό το 1945. Η δική τους γενιά υπέφερε περισσότερο στο μεγάλο πόλεμο. Όταν γεννήθηκα, ωστόσο, τίποτα δεν μαρτυρούσε πως είχε γίνει πόλεμος. Ούτε καμένα ερείπια υπήρχαν ούτε στρατός κατοχής. Ζούσαμε σε μια μικρή, ήσυχη πόλη, σ’ ένα σπίτι που μας παρείχε η εταιρεία του πατέρα μου. Το σπίτι ήταν προπολεμικό, κάπως παλιό αλλ’ αρκετά ευρύχωρο. Ο κήπος είχε πεύκα, ακόμη και μια μικρή λιμνούλα και μερικά πέτρινα φωτιστικά. Η πόλη όπου ζούσα ήταν ένα τυπικό μικροαστικό προάστιο. Οι συμμαθητές μου όλοι έμεναν σε μικρά, καλοβαλμένα σπίτια μ’ επίπεδες στέγες’ μερικά ίσως ήταν λίγο μεγαλύτερα απ’ το δικό μου, όλα-όμως ανεξαιρέτως είχαν παρόμοια είσοδο και πεύκα στον κήπο. Και οι δουλειές. Οι πατεράδες των φίλων μου εργάζονταν σ’ εταιρείες ή είχαν κάποιο ελεύθερο επάγγελμα. Οι μητέρες σπάνια εργάζονταν. Και σχεδόν όλοι είχαν γάτα ή σκύλο. Κανείς απ’ όσους γνώριζα δεν έμενε σε διαμέρισμα. Αργότερα μετακόμισα σε κάποια άλλη γειτονιά, αλλά ήταν σχεδόν ολόιδια. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέχρι που πήγα στο Τόκιο ήμουν πεπεισμένος πως όλοι οι άνθρωποι ζουν με την οικογένειά τους σε μονοκατοικίες με κήπο και κατοικίδιο, και πηγαινοέρχονται στη δουλειά τους με τρένο ή λεωφορείο φορώντας κοστούμι. Δεν μπορούσα να φανταστώ ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Στον κόσμο όπου μεγάλωσα, μια τυπική οίκο-γένεια είχε δύο ή τρία παιδιά. Οι φίλοι των παιδικών μου χρόνων ανήκαν όλοι σε τέτοιες τυποποιημένες οικογένειες. Αν όχι δύο παιδιά στην οικογένεια, τότε τρία’ αν όχι τρία, τότε δύο. Οικογένειες με έξι ή εφτά παιδιά συναντούσες ελάχιστες, αραιά και πού, όμως ακόμη πιο ασυνήθιστες ήταν οι οικογένειες με ένα παιδί. Εγώ έτυχε ν’ ανήκω σε μια απ’ αυτές τις ασυνήθιστες, αφού ήμουν μοναχοπαίδι. Κι αυτό μου δημιουργούσε σύμπλεγμα κατωτερότητας, σαν να συνέβαινε κάτι περίεργο μ’ εμένα, επειδή μου έλειπε ό,τι όλοι οι άλλοι είχαν και θεωρούσαν δεδομένο. Σιχαινόμουν τον όρο μοναχοπαίδι. Κάθε φορά που τον άκουγα, ένιωθα πως κάτι μου λείπει σαν να μην ήμουν ολόκληρος άνθρωπος. Η έκφραση μοναχοπαίδι στεκόταν μπροστά μου, κουνώντας μου


επικριτικά το δάχτυλο. «Κάτι σου λείπει, φιλαράκο», μου έλεγε. Στον κόσμο όπου ζούσα, ήταν κοινώς αποδεκτό πως τα μοναχοπαίδια είναι κακομαθημένα, αδύναμα κι εγωκεντρικά. Ήταν κάτι δεδομένο σαν το γεγονός ότι το βαρόμετρο πέφτει όσο ψηλότερα ανεβαίνεις ή σαν το γεγονός ότι η αγελάδα κάνει γάλα. Γι’ αυτό μισούσα την ερώτηση πόσα αδέρφια έχω. Μόλις άκουγαν ότι δεν έχω κανένα, ενστικτωδώς σκέφτονταν: Μοναχοπαίδι, ε; Κακομαθημένο, αδύναμο κι εγωκεντρικό, σίγουρα πράγματα. Αυτού του είδους η ανακλαστική αντίδραση με κατέθλιβε, με πλήγωνε. Αλλά περισσότερο με κατέθλιβε και με πλήγωνε κάτι άλλο: πως όλα όσα πίστευαν για μένα ήταν αλήθεια. Στα έξι χρόνια του Δημοτικού, γνώρισα μόνο άλλο ένα μοναχοπαίδι. Γι’ αυτό τη θυμάμαι (ναι, ήταν κορίτσι) ολοζώντανα. Τη γνώρισα καλά και συζητούσαμε μαζί τα πάντα. Καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλο. Θα μπορούσε να πει κανείς ακόμη και πως την είχα ερωτευτεί. Τ’ όνομά της ήταν Σιμαμότο. Λίγο μετά που γεννήθηκε, έπαθε πολιομυελίτιδα, γι’ αυτό έσερνε το αριστερό της πόδι. Επιπλέον, ήρθε στο σχολείο μας στο τέλος της πέμπτης τάξης. Σε σύγκριση μ’ εμένα, τότε, είχε τεράστια ψυχολογικά προβλήματα ν’ αντιμετωπίσει. Αυτά τα προβλήματα όμως την είχαν κάνει ένα μοναχοπαίδι δυνατότερο, πιο ήρεμο απ’ όσο θα μπορούσα να γίνω ποτέ εγώ. Δεν κλαψούριζε και δεν παραπονιόταν, ούτ’ έδειχνε το παραμικρό σημάδι της οργής που πρέπει να ’νιώθε κάποιες φορές. Ό,τι κι αν συνέβαινε, κατάφερνε να χαμογελάσει. Στην πραγματικότητα, όσο πιο άσχημη ήταν η κατάσταση, τόσο πιο πλατύ γινόταν το χαμόγελό της. Το αγαπούσα το χαμόγελό της. Με μαλάκωνε, μου ’δίνε θάρρος. Όλα θα πάνε καλά, μου ’λεγε το χαμόγελό της. Απλώς κάνε υπομονή κι όλα θα πάνε καλά. Χρόνια μετά, όποτε τη σκεφτόμουν, πρώτα το χαμόγελό της ερχόταν στο μυαλό μου. Η Σιμαμότο ήταν καλή με όλους. Οι άνθρωποι τη σέβονταν. Σ’ αυτό διαφέραμε, παρ’ όλο που ήμασταν κι οι δυο μοναχοπαίδια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως όλοι στην τάξη μας τη συμπαθούσαν. Κανένας δεν την πείραζε ή την κορόιδευε, αλλά εκτός από μένα δεν είχε αληθινούς φίλους. Ίσως παραήταν ψύχραιμη, αγέρωχη. Μερικοί στην τάξη μας πρέπει να τη θεωρούσαν ψυχρή και φαντασμένη. Εγώ όμως διέκρινα κάτι άλλο κάτω απ’ την επιφάνεια κάτι ζεστό κι εύθραυστο. Κάτι που μου θύμιζε πολύ ένα παιδί που παίζει κρυφτό, ένα παιδί κρυμμένο βαθιά μέσα της, που όμως έλπιζε να το βρουν. Επειδή ο πατέρας της μετακινούνταν συχνά λόγω της δουλειάς του, η Σιμαμότο είχε περάσει από αρκετά σχολεία. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι έκανε ο πατέρας της. Κάποτε μου είχε εξηγήσει αναλυτικά ποια ήταν η δουλειά του, αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως με τα παιδιά, από το ένα αυτί μπήκε κι από το άλλο βγήκε. Μου φαίνεται πως είχε να κάνει με κάποια τράπεζα ή εφορία ή κάτι τέτοιο. Έμενε σε σπίτι της εταιρείας, αλλά ήταν μεγαλύτερο απ’ το κανονικό, μια Δυτικού τύπου κατοικία μ’ ένα χαμηλό, γερό πέτρινο τοίχο τριγύρω. Πάνω απ’ τον τοίχο μπορούσες μόλις να διακρίνεις έναν κήπο με γρασίδι. Η Σιμαμότο ήταν μεγαλόσωμη, σχεδόν στο ύψος μου, μ’ εντυπωσιακά χαρακτηριστικά. Ήμουν σίγουρος ότι σε μερικά χρόνια θα γινόταν μια κούκλα. Αλλά όταν την πρωτογνώρισα, η εξωτερική της εμφάνιση δεν είχε φτάσει ακόμη στο σημείο ν’ αντανακλά την εσωτερική ομορφιά της. Υπήρχε κάτι ασύμμετρο πάνω της κι ελάχιστοι της έδιναν σημασία. Ένα μέρος του εαυτού της ήταν ήδη


ενήλικο κι ένα άλλο ακόμη παιδικό κι αυτά τα δυο δεν συγχρονίζονταν. Κι αυτό δημιουργούσε ταραχή στους ανθρώπους. Ίσως επειδή τα σπίτια μας ήταν τόσο κοντά, κυριολεκτικά δυο βήματα το ένα απ’ το άλλο, τον πρώτο κιόλας μήνα που ήρθε στο σχολείο μας την έβαλαν να καθίσει δίπλα μου. Της είπα τι βιβλία θα χρειαζόταν, τι εξετάσεις δίναμε κάθε βδομάδα, πόση ύλη καλύπταμε σε κάθε μάθημα, τι καθήκοντα είχαμε σχετικά με την καθαριότητα και το σερβίρισμα του μεσημεριανού. Η πολιτική τού σχολείου μας ήταν: όποιο παιδί μένει πιο κοντά στον καινούργιο μαθητή, να τον βοηθάει’ ο δάσκαλός μου με πήρε παράμερα και μου είπε ότι περίμενε από μένα να φροντίσω ιδιαιτέρως τη Σιμαμότο με το κουτσό της πόδι. Όπως συμβαίνει μ’ όλα τα εντεκάχρονα ή δωδεκάχρονα παιδιά όταν μιλάνε για πρώτη φορά μ’ ένα παιδί του αντίθετου φύλου, για κάμποσες μέρες ήμασταν σφιγμένοι. Όταν όμως ανακαλύψαμε πως ήμασταν κι οι δυο μοναχοπαίδια, χαλαρώσαμε. Ήταν η πρώτη μας φορά που συναντούσαμε ένα άλλο μοναχοπαίδι. Και κουβαλούσαμε κι οι δυο πολλά μέσα μας ως μοναχοπαίδια. Συχνά γυρνούσαμε μαζί στο σπίτι. Περπατούσαμε αργά, εξαιτίας του ποδιού της, για ένα περίπου χιλιόμετρο, και λέγαμε ό,τι μας ερχόταν στο κεφάλι. Όσο προχωρούσαμε, τόσο συνειδητοποιούσαμε τι μας ένωνε: η αγάπη μας για τα βιβλία και τη μουσική’ για να μην αναφέρω τις γάτες. Και οι δυο δυσκολευόμασταν να εκφράσουμε τα αισθήματά μας στους άλλους. Και οι δυο είχαμε έναν ολόκληρο κατάλογο από φαγητά που δεν μας άρεσε να τρώμε. Κι όταν η κουβέντα πήγαινε στα θέματα του σχολείου, δεν διστάζαμε καθόλου να βρούμε τι μας αρέσει’ κι ό,τι δεν μας άρεσε, το μισούσαμε θανάσιμα. Ανάμεσά μας όμως υπήρχε μια μεγάλη διαφορά: η Σιμαμότο, πολύ περισσότερο από μένα, φυλαγόταν συνειδητά κάτω από ένα προστατευτικό καβούκι. Σε αντίθεση μ’ εμένα, έκανε προσπάθεια να μελετήσει τα μαθήματα που μισούσε, κι έπαιρνε καλούς βαθμούς. Έτρωγε όλα τα γεύματα του σχολείου, ακόμη και τα φαγητά που σιχαινόταν. Με άλλα λόγια, έχτιζε γύρω της ένα αμυντικό τείχος πολύ ψηλότερο απ’ αυτό που θα μπορούσα ποτέ να χτίσω εγώ. Ωστόσο πίσω κι απ’ το δικό της κι απ’ το δικό μου τείχος υπήρχαν τα ίδια περίπου πράγματα. Αντίθετα απ’ ό,τι συνέβαινε όποτε βρισκόμουν με άλλα κορίτσια, με τη Σιμαμότο μπορούσα να χαλαρώσω. Μου άρεσε να γυρίζω σπίτι μαζί της. Περπατούσε κουτσαίνοντας ελαφρά. Μερικές φορές σταματούσαμε για λίγο σε κάποιο παγκάκι · στο μέσο της διαδρομής, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Το αντίθετο μάλλον χαιρόμουν για τον επιπλέον χρόνο που κέρδιζα. Σύντομα αρχίσαμε να περνάμε πολλές ώρες μαζί, αλλά δεν θυμάμαι να μας πείραζε κανείς γι’ αυτό. Τότε δεν μου είχε κάνει εντύπωση, τώρα όμως μου φαίνεται παράξενο. Κανονικά, τα παιδιά σ’ αυτή την ηλικία κοροϊδεύουν όσους κάνουν στενή παρέα. Μπορεί να οφειλόταν στην προσωπικότητα της Σιμαμότο. Είχε κάτι που έκανε τους άλλους να μαζεύονται. Κάτι στο ύφος της έκανε τους ανθρώπους να σκέφτονται: Καλύτερα να μην πετάξω καμιά βλακεία μπροστά σ’ αυτό το κορίτσι. Ακόμα κι οι δάσκαλοί μας ήταν κάπως σφιγμένοι όταν είχαν να κάνουν μαζί της. Μπορεί να οφειλόταν στην αναπηρία της. Όπως και να ’χει, οι περισσότεροι πίστευαν πως η Σιμαμότς δεν είναι ο τύπος του ανθρώπου που αστειεύεσαι μαζί του πράγμα που δεν με χάλαγε καθόλου. Την ώρα της γυμναστικής καθόταν παράμερα κι όταν η τάξη μας πήγαινε πεζοπορία ή αναρρίχηση, εκείνη έμενε στο σπίτι. Το ίδιο και το καλοκαίρι που πηγαίναμε στην κατασκήνωση για μπάνια. Στις ετήσιες γυμναστικές επιδείξεις έδειχνε πράγματι λίγο έξω απ’ τα νερά της. Αλλά πέρ’ απ’ αυτό είχε μια συνηθισμένη σχολική ζωή. Είναι ζήτημα αν αναφέρθηκε ποτέ στο πόδι της. Απ’ όσο θυμάμαι, ούτε μια φορά. Όποτε γυρνούσαμε μαζί στο σπίτι απ’ το σχολείο, ουδέποτε απολογήθηκε που με


καθυστερούσε ούτε άφησε ποτέ αυτή τη σκέψη να περάσει απ’ το πρόσωπό της. Όμως εγώ καταλάβαινα πως ακριβώς επειδή την ενοχλούσε το πόδι της, απέφευγε ν’ αναφερθεί σ’ αυτό. Δεν της άρεσε να πολυπηγαίνει στα σπίτια άλλων παιδιών, αφού θα ’πρεπε να βγάλει τα παπούτσια της στην είσοδο, κατά το γιαπωνέζικο έθιμο. Τα τακούνια των παπουτσιών της είχαν διαφορετικό ύψος και τα ίδια τα παπούτσια είχαν διαφορετικό σχήμα κάτι που ήθελε πάση θυσία να κρύψει. Πρέπει να ήταν φτιαγμένα κατά παραγγελία. Μόλις έφτανε σπίτι της, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πετάξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε τα παπούτσια στο ντουλάπι. Στο σπίτι της Σιμαμότο είχαν ένα ολοκαίνουργιο στερεοφωνικό στο καθιστικό κι εγώ συνήθιζα να πηγαίνω εκεί για ν’ ακούσω μουσική. Ήταν καλό μηχάνημα. Αλλά η συλλογή δίσκων του πατέρα της δεν ήταν αντάξιά του. Είχε το πολύ δεκαπέντε δίσκους, κυρίως συλλογές κλασικής μουσικής. Ακούσαμε αυτούς τους δεκαπέντε δίσκους καμιά εκατοστή φορές, κι ακόμη και σήμερα θυμάμαι τη μουσική την κάθε νότα. Η Σιμαμότο ήταν υπεύθυνη για τους δίσκους. ‘ Έβγαζε κάποιον απ’ τη θήκη του, τον τοποθετούσε προσεκτικά στο πικάπ χωρίς ν’ αγγίζει τ αυλάκια με τα δάχτυλα κι αφού βεβαιωνόταν πως είχε καθαρίσει και την παραμικρή σκόνη απ’ την κεφαλή μ’ ένα μικροσκοπικό βουρτσάκι, χαμήλωνε πάρα πολύ απαλά τη βελόνα πάνω στο δίσκο. Όταν ο δίσκος τελείωνε, τον ράντιζε μ’ ένα ειδικό υγρό και τον σκούπιζε μ’ ένα κομμάτι τσόχα. Τέλος ξανάβαζε το δίσκο στη θήκη του και τον τοποθετούσε^στη θέση του στο ράφι. Ο πατέρας της την είχε μάθει αυτή τη διαδικασία κι εκείνη ακολουθούσε τις οδηγίες του μ’ ένα τρομερά σοβαρό ύφος, με τα μάτια μισόκλειστα και κρατώντας την ανάσα της. Μονάχα όταν ο δίσκος ήταν πάλι ασφαλής στο ράφι γύριζε προς το μέρος μου και μου χαμογελούσε ελαφρά. Και κάθε φορά έκανα την ίδια σκέψη: δεν ήταν δίσκος αυτό που έπιανε στα χέρια της, ήταν μια εύθραυστη ψυχή μέσα σε γυάλινο μπουκάλι. Στο σπίτι μου δεν είχαμε δίσκους ή πικάπ. Οι γονείς μου δεν έδιναν μεγάλη σημασία στη μουσική. Έτσι άκουγα πάντα μουσική από ένα μικρό πλαστικό ραδιόφωνο. Περισσότερο απ’ όλα μου άρεσε το ροκ εντ ρολ, πολύ σύντομα ωστόσο άρχισα ν’ απολαμβάνω την κλασική μουσική της Σιμαμότο. Ήταν μουσική από έναν άλλο, γοητευτικό κόσμο, αλλά πιο πολύ μου άρεσε γιατί εκείνη ήταν μέρος αυτού του κόσμου. Μια-δυο φορές την εβδομάδα, εκείνη κι εγώ καθόμασταν στον καναπέ, πίνοντας το τσάι που μας έφτιαχνε η μητέρα της, και περνούσαμε το απόγευμα ακούγοντας ουβερτούρες του Ροσίνι, την «Ποιμενική» τού Μπετόβεν και το Πέερ Γκιντ. Η μητέρα της χαιρόταν πολύ που ήμουν εκεί. Ήταν χαρούμενη που η κόρη της είχε κάνει ένα φίλο τόσο γρήγορα στο νέο σχολείο, και φαντάζομαι πως βοηθούσε και το γεγονός ότι ήμουν καλοντυμένος. Ειλικρινά, ποτέ δεν μπόρεσα να χωνέψω τη μητέρα της. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος που ένιωθα έτσι. Ήταν πάντα καλή μαζί μου, αλλά μπορούσα να διακρίνω μια υποψία εκνευρισμού στη φωνή της που μου ’φερνε υπερένταση. Απ’ όλους τους δίσκους του πατέρα της, εκείνος που μου άρεσε περισσότερο ήταν μια ηχογράφηση των κονσέρτων για πιάνο του Λιστ: είχε από ένα κονσέρτο σε κάθε πλευρά. Μου άρεσε για δυο λόγους. Πρώτ’ απ’ όλα, το κάλυμμα του δίσκου ήταν πανέμορφο. Δεύτερο, κανείς απ’ όσους γνώριζα -εκτός από τη Σιμαμότο, εννοείταιδεν είχε ακούσει ποτέ τα κονσέρτα για πιάνο του Λιστ. Κι αυτή ακριβώς η ιδέα μου ’φερνε έξαψη. Είχα ανακαλύψει έναν κόσμο που κανείς άλλος τριγύρω μου δεν γνώριζε ένα μυστικό κήπο όπου μονάχα εγώ είχα το δικαίωμα να μπω. Ένιωθα ν’ ανυψώνομαι, ν’ ανεβαίνω στην κλίμακα της ύπαρξης. Και η ίδια η μουσική ήταν υπέροχη. Αρχικά μου είχε φανεί υπερβολική, ψεύτικη, σχεδόν ακατανόητη. Σιγά σιγά όμως, ακούγοντάς την ξανά και ξανά, έπαιρνε μορφή στο μυαλό μου μια


ακαθόριστη εικόνα μια εικόνα γεμάτη νοήματα. Όταν έκλεινα τα μάτια και συγκεντρωνόμουν, ένιωθα τη μουσική να με κατακλύζει σαν μια σειρά από στροβίλους νερού. Ενώ σχηματιζόταν ο πρώτος, από μέσα του ξεπηδούσε ο επόμενος. Κι ο δεύτερος ενωνόταν μ’ έναν τρίτο. Αυτοί οι στρόβιλοι, συνειδητοποιώ τώρα, είχαν μια εννοιολογική, αφηρημένη μορφή. Γι’ αυτούς ήθελα να μιλήσω πιο πολύ απ’ όλα στη Σιμαμότο. Αλλά ήταν πέρ’ από τη συνηθισμένη γλώσσα. Χρειάζονταν λέξεις εντελώς διαφορετικές, δεν είχα όμως ιδέα τι είδους λέξεις ήταν αυτές. Κι επιπλέον δεν ήξερα αν άξιζε να διατυπωθεί με λόγια αυτό που ένιωθα. Δυστυχώς δεν μπορώ να θυμηθώ πια τ όνομα του πιανίστα. Το μόνο που θυμάμαι είναι το γεμάτο χρώματα, ολοζώντανο κάλυμμα και το βάρος του ίδιου του δίσκου. Ο δίσκος ήταν βαρύς και παχύς μ’ έναν παράξενο τρόπο. Η συλλογή του σπιτιού της περιλάμβανε κι από ένα δίσκο του Νατ Κινγκ Κόουλ και του Μπινγκ Κρόσμπι. Τους ακούγαμε συχνά και τους δυο. Του Κρόσμπι είχε χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που τ’ απολαμβάναμε ανεξάρτητα απ’ την εποχή. Είναι περίεργο πώς μπορούσαμε να χαιρόμαστε με κάτι τέτοιο ξανά και ξανά. Μια μέρα του Δεκεμβρίου, γύρω στα Χριστούγεννα, η Σιμαμότο κι εγώ καθόμασταν στο σαλόνι του σπιτιού της. Στον καναπέ, όπως πάντα, ακούγοντας δίσκους. Η μητέρα της έλειπε σε κάποια δουλειά κι ήμασταν μόνοι. Ήταν ένα συννεφιασμένο, σκοτεινό χειμωνιάτικο απόγευμα. Οι αχτίδες του ήλιου, διάστικτες από λεπτή σκόνη, ίσα που έλαμπαν μέσ’ από τα πυκνά σύννεφα. Όλα έμοιαζαν θαμπά κι ακίνητα. Ήταν σχεδόν η ώρα του λυκόφωτος και το δωμάτιο ήταν σκοτεινό σαν τη νύχτα. Μια θερμάστρα παραφίνης έλουζε το δωμάτιο με μια μουντή ανταύγεια. Ο Νατ Κινγκ Κόουλ τραγουδούσε το «Pretend». Φυσικά, δεν είχαμε ιδέα τότε τι σήμαιναν οι αγγλικοί στίχοι. Για μας ήταν απλώς μουσική. Αγαπούσα όμως το τραγούδι και το είχ’ ακούσει τόσες φορές, που μπορούσα να παπαγαλίσω τα πρώτα λόγια: Κάνε πως είσ’ ευτυχισμένος όταν έχεις τις μαύρες σου, δεν είναι και τόσο δύσκολο. Το τραγούδι και τ’ όμορφο χαμόγελο που στόλιζε πάντα το πρόσωπο της Σιμαμότο ήταν το ίδιο’ πράγμα για μένα. Οι στίχοι έμοιαζαν να εκφράζουν μια ορισμένη στάση ζωής, αν κι εκείνα τα χρόνια μου φαινόταν δύσκολο να δω τη ζωή μ’ αυτό τον τρόπο. Η Σιμαμότο φορούσ’ ένα μπλε πουλόβερ με στρογγυλό γιακά. Είχε αρκετά μπλε πουλόβερ’ πρέπει να ήταν το αγαπημένο της χρώμα. Ή μπορεί να φορούσε αυτά τα πουλόβερ επειδή πήγαιναν ωραία με το σκούρο μπλε παλτό που φορούσε πάντα στο σχολείο. Ο λευκός γιακάς της μπλούζας της ξεπρόβαλλε στο λαιμό της. Μια καρό φούστα και λευκές βαμβακερές κάλτσες συμπλήρωναν την εξωτερική της εμφάνιση. Το μαλακό, εφαρμοστό πουλόβερ της τόνιζε το αδιόρατο φούσκωμα του στήθους της. Καθόταν στον καναπέ με τα δυο της πόδια διπλωμένα κάτω απ’ το σώμα της. Με τον ένα αγκώνα ακουμπισμένο στην πλάτη του καναπέ, είχε καρφώσει το βλέμμα σε κάποια μακρινή εικόνα της φαντασίας της ακούγοντας τη μουσική. «Πιστεύεις πως είν’ αλήθεια αυτό που λένε ότι οι γονείς με μοναχοπαίδια δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους;» ρώτησε. Άρχισα να το σκέφτομαι. Αλλά δεν μπορούσα να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα.


«Πού το άκουσες αυτό;» ρώτησα. «Κάποιος μου το ’πε. Πριν από πολύ καιρό. Οι γονείς που δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους, καταλήγουν να κάνουν μόνο ένα παιδί. Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ όταν το άκουσα». «Χμμ…» είπα. «Η μητέρα σου κι ο πατέρας σου τα πάνε καλά;» Δεν μπορούσα ν’ απαντήσω αμέσως. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. «Η μητέρα μου δεν είναι και πολύ γερός οργανισμός», είπα. «Δεν είμαι σίγουρος, αλλά μάλλον θα της έπεφτε βαρύ να κάνει κι άλλο παιδί μετά από μένα». «Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πώς θα ήταν αν είχες έναν αδερφό ή μια αδερφή;» «Όχι». «Γιατί όχι;» Πήρα το κάλυμμα του δίσκου απ’ το τραπέζι. Ήταν πολύ σκοτεινά για να διαβάσω τι έγραφε πάνω. Το ξανάφησα κι έτριψα μια-δυο φορές τα μάτια μου με τον καρπό μου. Κάποτε η μητέρα μου με είχε ρωτήσει το ίδιο πράγμα. Η απάντηση που έδωσα τότε δεν την έκανε να χαρεί ούτε να λυπηθεί. Απλώς την μπέρδεψε. Για μένα όμως ήταν μια απόλυτα τίμια, απόλυτα ειλικρινής απάντηση. Αυτά που ήθελα να πω μπερδεύονταν μεταξύ τους όλο και περισσότερο καθώς μιλούσα και η εξήγησή μου έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ.’ Όμως αυτό που προσπαθούσα να εκφράσω ήταν το εξής: το.εγώ που είναι τώρα εδώ, μεγάλωσε χωρίς αδερφό ή αδερφή. Αν είχα αδερφό ή αδερφή, δεν θα ήμουν το εγώ που είμαι. Έτσι είναι αφύσικο για το εγώ που βρίσκεται τώρα μπροστά σου να σκεφτεί πώς θα ήταν αν είχε αδερφό ή αδερφή… Με άλλα λόγια, πίστευα πως η ερώτηση της μητέρας μου ήταν άστοχη. Την ίδια απάντηση έδωσα στη Σιμαμότο. Με κοίταζε σταθερά όσην ώρα μιλούσα. Κάτι στην έκφρασή της έκανε τους ανθρώπους να μαζεύονται. Ήταν σαν να ξεφλούδιζε ευγενικά -βέβαια, αυτό είναι κάτι που το σκέφτηκα πολύ αργότερα-, το ένα μετά το άλλο, τ’ αλλεπάλληλα στρώματα που κάλυπταν την καρδιά ενός ανθρώπου, ένα πολύ αισθησιακό συναίσθημα. Τα χείλη της κινούνταν ανεπαίσθητα με κάθε αλλαγή στην έκφρασή της, και βαθιά μες στα μάτια της μπορούσα να διακρίνω τη λάμψη από ένα αχνό φως, σαν μικρό κεράκι που τρεμόσβηνε στο σκοτεινό, στενό δωμάτιο. «Νομίζω πως καταλαβαίνω τι εννοείς», είπε με ώριμη, ήρεμη φωνή. «Αλήθεια;» «Μμμ», απάντησε. «Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο που γίνεται ν’ αλλάξουν κι άλλα που δεν γίνεται. Κι ο χρόνος που περνάει είν’ ένα πράγμα που δεν ξεγίνεται. Όταν έχεις φτάσει ώς εδώ, δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Δεν συμφωνείς;» Κούνησα το κεφάλι.


«Όταν περάσει κάποιος χρόνος, τα πράγματα σκληραίνουν. Σαν το τσιμέντο στον κουβά. Και δεν μπορούμε πια να γυρίσουμε πίσω. Αυτό που θες να πεις είναι ότι το τσιμέντο με το οποίο φτιάχτηκες έχει πήξει, έτσι αυτός που είσαι τώρα δεν μπορεί να γίνει άλλος». «Νομίζω πως αυτό εννοούσα», είπα αβέβαια. Η Σιμαμότο κοίταξε για λίγο τα χέρια της. «Μερικές φορές, ξέρεις, κάνω διάφορες σκέψεις. Για μετά που θα μεγαλώσω και θα παντρευτώ. Σκέφτομαι πώς θα είναι το σπίτι που θα ζω, τι θα κάνω. Και σκέφτομαι πόσα παιδιά θ’ αποκτήσω». «Ουάου», είπα. «Δεν σου ’χει περάσει ποτέ απ’ το μυαλό;» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Πώς είναι δυνατό να περιμένεις από ένα δωδεκάχρονο αγόρι να σκεφτεί κάτι τέτοιο; «Και πόσα παιδιά θέλεις να κάνεις;» Το χέρι της, που μέχρι τότε ήταν ακουμπισμένο στην πλάτη του καναπέ, το ’βάλε τώρα πάνω στο γόνατό της. Κοίταζα αφηρημένα τα δάχτυλά της ν’ ακολουθούν τα καρό σχέδια της φούστας της. Είχε κάτι περίεργο αυτό το θέαμα, λες κι απ’ τις άκρες των δαχτύλων της ξεπηδούσαν αόρατες κλωστές κούφαιναν μια ολοκαίνουργια αντίληψη του χρόνου. Έκλεισα τα μάτια μου και, μες στο σκοτάδι, στρόβιλοι άστραψαν μπροστά μου. Αμέτρητοι στρόβιλοι γεννιούνταν κι εξαφανίζονταν χωρίς κανέναν ήχο. Μακριά, πολύ μακριά, ο Νατ Κινγκ Κόουλ τραγουδούσε το «South of the Border». To τραγούδι μιλούσε για το Μεξικό, αλλά τότε δεν είχα ιδέα. Οι λέξεις «south of the border» κουδούνιζαν παράξενα στ’ αυτιά μου, σαν κάλεσμα. Ήμουνα σίγουρος πως κάτι υπέροχο, μαγικό υπήρχε «νότια των συνόρων». Όταν άνοιξα τα μάτια μου, η Σιμαμότο κινούσε ακόμη τα δάχτυλα πάνω στη φούστα της. Κάπου βαθιά μες στο σώμα μου αισθάνθηκα έναν απέραντα γλυκό πόνο. «Είναι παράξενο», είπε, «αλλά όταν σκέφτομαι παιδιά, μπορώ να με φανταστώ μονάχα με ένα. Μπορώ με κάποιον τρόπο να δω τον εαυτό μου με ποαδιά. Είμαι μητέρα κι έχω παιδί. Δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτό. Αλλά δεν μπορώ να δω αυτό το παιδί με άλλα αδέρφια. Είναι μοναχοπαίδι». Χωρίς αμφιβολία, ήταν ένα πρόωρα αναπτυγμένο κορίτσι. Είμαι σίγουρος πως την τραβούσα σαν εκπρόσωπος του άλλου φύλου και το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο. Αλλά δεν είχα ιδέα πώς να διαχειριστώ αυτά τα συναισθήματα. Ούτε η Σιμαμότο, υποπτεύομαι. Μονάχα μια φορά κρατηθήκαμε απ’ το χέρι. Με οδηγούσε κάπου κι έσφιξε το χέρι μου σαν να ’θελε να πει: Από δω βιάσου. Τα χέρια μας έμειναν ενωμένα δέκα δευτερόλεπτα το πολύ, αλλά εμένα μου φάνηκε σαν να πέρασε μισή ώρα. Όταν άφησε το χέρι μου, ένιωσα ξαφνικά χαμένος. Όλα έγιναν πολύ φυσικά, ο τρόπος που έπιασε το χέρι μου, αλλά ήξερα πως πέθαινε να το πιάσει. Η αίσθηση του χεριού της δεν μ’ άφησε ποτέ. Ήταν διαφορετικό απ’ οποιοδήποτε άλλο χέρι είχα κρατήσει ποτέ, διαφορετικό απ’ οποιοδήποτε άλλο άγγιγμα είχα νιώσει. Ήταν απλώς το μικρό, ζεστό χέρι ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού, κι όμως αυτά τα δάχτυλα κι αυτή η παλάμη ήταν σαν μια προθήκη ξέχειλη απ’ όλα όσα ήθελα να ξέρω κι όλα όσα έπρεπε να ξέρω. Παίρνοντας το χέρι μου, μου έδειξε ποια ήταν αυτά τα πράγματα. Ότι στον πραγματικό κόσμο υπήρχε ένα μέρος σαν αυτό. Μέσα σ’ εκείνα τα δέκα δευτερόλεπτα έγινα ένα μικρό πουλί που φτεροκοπούσε στον αέρα, με τον


άνεμο να φυσάει δυνατά. Από κει ψηλά στον ουρανό μπορούσα να δω ένα μακρινό μέρος. Ήταν τόσο μακριά, που δεν το ’βλεπα καθαρά, όμως υπήρχε κάτι εκεί και ήξερα πως κάποια μέρα θα ταξίδευα σ’ εκείνο το μέρος. Αυτή η αποκάλυψη μου ’κόψε την ανάσα κι έκανε το στήθος μου να τρέμει. Γύρισα σπίτι, κάθισα στο γραφείο μου και κοίταζα πολλή ώρα αυτά τα δάχτυλα που είχε σφίξει η Σιμαμότο. Βρισκόμουν σε έκσταση επειδή είχε κρατήσει το χέρι μου. Το απαλό της άγγιγμα ζέσταινε για μέρες την καρδιά μου. Ταυτόχρονα με μπέρδευε, μόυ ’φερνε σύγχυση, ακόμα και θλίψη, με κάποιον τρόπο. Πώς θα μπορούσα ποτέ να τα βγάλω πέρα μ’ αυτή τη ζεστασιά; Όταν τελειώσαμε το Δημοτικό, η Σιμαμότο κι εγώ πήγαμε σε διαφορετικά Γυμνάσια. Εγώ μετακόμισα απ’ το σπίτι που έμενα μέχρι τότε σε μια νέα πόλη. Λέω νέα πόλη, αλλά απείχε μόνο δυο στάσεις με το τρένο από κει που μεγάλωσα, και τους πρώτους τρεις μήνες αφότου “μετακόμισα πήγα να τη δω τρεις ή τέσσερις φορές. Κι αυτό ήταν όλο. Τελικά σταμάτησα να πηγαίνω. Ήμασταν κι οι δυο σε μια ευαίσθητη ηλικία, όπου το γεγονός και μόνο ότι πηγαίναμε σε διαφορετικά σχολεία και μέναμε δυο στάσεις με το τρένο μακριά ήταν αρκετό για να με κάνει να νιώσω πως οι κόσμοι μας είχαν αλλάξει τελείως. Είχαμε άλλους φίλους, άλλες στολές κι άλλα βιβλία. Το σώμα μου, η φωνή μου, ο τρόπος που σκεφτόμουν ήταν έρμαια σ’ απότομες αλλαγές και μια αναπάντεχη αμηχανία απειλούσε τον ιδιωτικό κόσμο που είχαμε δημιουργήσει. Η Σιμαμότο βέβαια δοκίμαζε ακόμα μεγαλύτερες σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές. Κι όλ’ αυτά μ’ έκαναν να νιώθω άβολα. Η μητέρα της άρχισε να με κοιτάζει παράξενα. Γιατί αυτό το αγόρι έρχεται ακόμη εδώ; έμοιαζε να λέει. Δεν μένει πια στη γειτονιά μας και πηγαίνει σ9 άλλο σχολείο. Μπορεί να παραήμουν ευαίσθητος. Έτσι η Σιμαμότο κι εγώ μεγαλώσαμε χωριστά και κατέληξα να μην τη βλέπω πια. Κι αυτό πιθανώς (πιθανώς είναι η μόνη λέξη που μου ’ρχεται να χρησιμοποιήσω εδώ’ θεωρώ πως δεν είναι δική μου δουλειά να κοσκινίζω την περιοχή της μνήμης που ονομάζουμε παρελθόν και να κρίνω τι είναι σωστό και τι όχι) ήταν λάθος. Θα ’πρεπε να μείνω κοντά της όσο μπορούσα περισσότερο. Την είχα ανάγκη κι εκείνη είχε ανάγκη εμένα. Όμως η ατολμία μου ήταν πολύ μεγάλη, και φοβόμουνα πολύ μην πληγωθώ; Δεν την ξαναείδα ποτέ. Τουλάχιστον όχι πριν περάσουν πολλά χρόνια. Ακόμη κι όταν σταματήσαμε να βλεπόμαστε, τη σκεφτόμουν με μεγάλη τρυφερότητα. Η ανάμνησή της μου έδινε κουράγιο, με καθησύχαζε, καθώς διέσχιζα τη σύγχυση και τον πόνο της εφηβείας. Για πολύ καιρό κρατούσε μια ειδική θέση στην καρδιά μου. Φύλαγα αυτή την ειδική θέση για κείνη μονάχα, σαν την ταμπέλα ((Reserved» σε κάποιο ήσυχο γωνιακό τραπέζι ενός εστιατορίου. Παρά το γεγονός ότι ήμουν σίγουρος πως δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ πια. Όταν τη γνώρισα, ήμουν ακόμη δώδεκα χρονών, χωρίς καμιά σεξουαλική έλξη ή επιθυμία. Αν και ομολογώ πως είχα ένα αόριστο ενδιαφέρον για το φούσκωμα’ του στήθους της και γι’ αυτό που ήταν κάτω απ’ τη φούστα της. Αλλά δεν είχα ιδέα τι σήμαινε αυτό ή πού θα μπορούσε να οδηγήσει. Με τ’ αυτιά τεντωμένα και τα μάτια κλειστά, φανταζόμουν την ύπαρξη κάποιου τόπου. Ο τόπος αυτός που φανταζόμουν ήταν ακόμη ανολοκλήρωτος. Ομιχλώδης, δυσδιάκριτος, με ασαφές περίγραμμα. Κι όμως ήμουν σίγουρος πως κάτι απόλυτα ζωτικό με περίμεν’ εκεί. Και ήξερα πως η Σιμαμότο είχε τα μάτια στυλωμένα στον ίδιο τόπο. Ήμασταν κι οι δυο ατελή όντα ακόμη, μόλις αρχίζαμε να διαισθανόμαστε την παρουσία μιας απροσδόκητης πραγματικότητας που έμελλε να κατακτήσουμε και θα μας γέμιζε και θα μας


ολοκλήρωνε. Μονάχοι οι δυο μας, στο μισοσκόταδο, με τα χέρια σφιχτοπλεγμένα για δέκα φευγαλέα δευτερόλεπτα του χρόνου. 2 Στο Γυμνάσιο ήμουν ένας τυπικός έφηβος. Ήταν το δεύτερο’κεφάλαιο της ζωής μου, ένα βήμα στην προσωπική μου εξέλιξη εγκατάλειψη της ιδέας της διαφορετικότητας και προσγείωση στην κανονικότητα. Όχι ότι δεν είχα τα προβλήματά μου. Αλλά ποιο δεκαεξάχρονο παιδί δεν έχει; Σταδιακά πλησίασα τον κόσμο κι ο κόσμος πλησίασε εμένα. Όταν έκλεισα τα δεκάξι, δεν ήμουν πια ένα αδύνατο μοναχοπαίδι. Στο Γυμνάσιο ξεκίνησα να πηγαίνω στο κολυμβητήριο κοντά στο σπίτι μου. Έμαθα καλό κρόουλ και δυο φορές την εβδομάδα κολυμπούσα μεγάλες αποστάσεις. Οι ώμοι και το στήθος μου στρογγύλεψαν και οι μύες μου δυνάμωσαν κι έσφιξαν. Δεν ήμουν πια το φιλάσθενο παιδάκι που ανέβαζε πυρετό για ψύλλου πήδημα και κρεβατωνόταν. Συχνά στεκόμουν γυμνός μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου κι ερευνούσα εξονυχιστικά κάθε σημείο του κορμιού μου. Σχεδόν μπορούσα να παρακολουθήσω το σώμα μου ν’ αλλάζει ταχύτατα μπροστά στα μάτια μου. Και το ευχαριστιόμουν. Δεν εννοώ πως είχα ενθουσιαστεί με την ιδέα ότι ενηλικιώνομαι. Πολύ περισσότερο από τη διαδικασία της ωρίμανσης χαιρόμουν να βλέπω την ίδια την αλλαγή. Γινόμουν κάτι καινούργιο. Μου άρεσε να διαβάζω και ν’ ακούω μουσική. Πάντα συμπαθούσα τα βιβλία και το ενδιαφέρον μου γι’ αυτά είχε καλλιεργηθεί χάρη στη φιλία μου με τη Σιμαμότο. Άρχισα να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη, να καταβροχθίζω όποιο βιβλίο έπεφτε στα χέρια μου. Κάθε φορά που ξεκινούσα κάποιο, δεν μπορούσα να τ’ αφήσω. Εθίστηκα στο διάβασμα’ διάβαζα την ώρα του φαγητού, στο τρένο, στο κρεβάτι μέχρι αργά το βράδυ, στο σχολείο, κρυφά την ώρα του μαθήματος. Σύντομα αγόρασα ένα μικρό στερεοφωνικό και περνούσα όλη την ώρα στο δωμάτιό μου, ακούγοντας τζαζ. Δεν είχα την παραμικρή όρεξη να μιλήσω σε κανέναν για τις εμπειρίες που μου χάριζαν τα βιβλία κι η μουσική. Αισθανόμουν μια χαρά μόνος με τον εαυτό μου και κανέναν άλλο. Απ’ αυτή την άποψη, θα μπορούσε να πει κανείς πως ήμουν φαντασμένος και μονόχνοτος. Αντιπαθούσα όλα τα ομαδικά αθλήματα. Μισούσα κάθε είδους ανταγωνισμό, να πρέπει να πάρω περισσότερους πόντους από κάποιον άλλο. Προτιμούσα να κολυμπώ συνέχεια, μόνος, στη σιωπή. Όχι πως ήμουν τελείως μονόχνοτος. Κατάφερα να κάνω κολλητούς φίλους στο σχολείο, μερικούς τουλάχιστον. Το ίδιο το σχολείο το μισούσα. Ένιωθα πως αυτοί οι φίλοι προσπαθούσαν συνεχώς να με συνθλίψουν και πως έπρεπε να είμαι πάντα έτοιμος ν’ αμυνθώ. Αυτό με δυνάμωσε. Χωρίς τους φίλους μου, θα ’βγαινα απ’ αυτά τα ύπουλα χρόνια της εφηβείας με ακόμα περισσότερα σημάδια. Αφότου άρχισα να κολυμπάω, έπαψα να έχω ιδιοτροπίες με το φαγητό μου και μπορούσα να μιλάω στα κορίτσια χωρίς να κοκκινίζω. Μπορεί να ήμουν μοναχοπαίδι, αλλά κανείς δεν έδινε πια σημασία. Τουλάχιστον εξωτερικά, φαινόταν πως είχα ελευθερωθεί cnf την κατάρα που κουβαλάνε τα μοναχοπαίδια. Και είχα και φιλενάδα. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη, ούτε ο τύπος του κοριτσιού που η μητέρα σου θα ξεχώριζε σε κάποια


φωτογραφία της τάξης σαν τ’ ομορφότερο κορίτσι του σχολείου. Αλλά την πρώτη φορά που την είδα, τη βρήκα νοστιμούλα. Δεν ήταν μοντέλο, αλλά η αμεσότητα κι η ζεστασιά της τραβούσαν τους ανθρώπους. Δεν ήταν η καλλονή για την οποία θα μπορούσα να κοκορεύομαι. Αλλά κι εγώ δεν ήμουν κανένα κελεπούρι. Εκείνη κι εγώ ήμασταν στην ίδια τάξη την τρίτη χρονιά του Γυμνασίου και βγαίναμε συχνά ραντεβουδάκια. Στην αρχή, παρέα μ’ άλλο ζευγάρι, έπειτα μόνοι οι δυο μας. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα με ηρεμούσε η παρέα της. Ό,τι και να ’λεγα, με άκουγε προσεκτικά. Μπορεί ν’ αράδιαζα ανοησίες για τελείως ασήμαντα θέματα, εκείνη όμως είχε μια έκφραση λες και της αποκάλυπτα κάποια σπουδαία ανακάλυψη που επρόκειτο ν’ αλλάξει τη ροή της Ιστορίας. Ήταν το πρώτο κορίτσι μετά τη Σιμαμότο που κρεμόταν απ’ τα χείλη μου. Κι εγώ από τη μεριά μου ήθελα να μάθω τα πάντα για κείνη. Τι έτρωγε κάθε μέρα, πώς ήταν το δωμάτιό της. Τι μπορούσε να δει απ’ το παράθυρό της. Τ’ όνομά της ήταν Ιζούμι. Μ’ αρέσει τ’ όνομά σου, της είπα την πρώτη φορά που μιλήσαμε. «Βουνίσια πηγή» σημαίνει στα γιαπωνέζικα. Ρίξε μέσα ένα τσεκούρι, και θα βγει μια νεράιδα, είπα, όπως λέει το παραμύθι. Γέλασε. Η Ιζούμι είχε μια αδερφή τρία χρόνια μικρότερη κι έναν αδερφό πέντε χρόνια μικρότερο. Ο πατέρας της ήταν οδοντίατρος κι έμεναν -καμιά έκπληξησε μονοκατοικία, μ’ ένα σκύλο. Ήταν σκύλος Αλσατίας και τον φώναζαν Καρλ, από τον Καρλ Μαρξ, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο. Ο πατέρας της ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιαπωνίας. Είναι βέβαιο πως υπάρχουν κομμουνιστές οδοντίατροι στον κόσμο, όλοι μαζί όμως θα χωράγανε μάλλον σε τέσσερα-πέντε λεωφορεία. Έτσι μου φαινόταν αρκετά αλλόκοτο που ο πατέρας τής φιλενάδας μου έτυχε ν’ ανήκει σ’ αυτό το σπάνιο είδος. Οι γονείς της Ιζούμι ήταν φανατικοί τενίστες και κάθε Κυριακή τους έβλεπες να κατευθύνονται προς το γήπεδο με τις ρακέτες στο χέρι. Ένας τρελαμένος με το τένις κομμουνιστής οδοντίατρος τι παράξενος συνδυασμός! Η Ιζούμι δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική, αλλ’ αγαπούσε τους γονείς της και κάθε τόσο τους ακολουθούσε για έναν αγώνα τένις. Προσπάθησε να με βάλει κι εμένα στο παιχνίδι, αλλά το τένις δεν ήταν το φόρτε μου. Με ζήλευε που ήμουν μοναχοπαίδι. Δεν τα πήγαινε καλά με τ’ αδέρφια της. Κατά τη γνώμη της, ήταν κι οι δυο αναίσθητοι και ηλίθιοι, και δεν θα της καιγόταν καρφί αν δεν τους ξανάβλεπε ποτέ. Πάντα ήθελα να είμαι μοναχοπαίδι, είπε, να ζω όπως μ’ αρέσει, να μη μ’ ενοχλεί κανείς μόλις γυρίσω την πλάτη μου. Στο τρίτο μας ραντεβού τη φίλησα. Είχε έρθει στο σπίτι μου εκείνη τη μέρα. Η μητέρα μου είχε βγει για ψώνια, έτσι ήμασταν ολομόναχοι. Όταν πλησίασα το πρόσωπό μου κι ακούμπησα τα χείλη μου στα δικά της, απλώς έκλεισε τα μάτια κι έμεινε σιωπηλή. Είχα προετοιμάσει μια ντουζίνα δικαιολογίες σε περίπτωση που θύμωνε ή με απέφευγε, αλλά δεν μου χρειάστηκε καμιά. Με τα χείλη μας ενωμένα, την αγκάλιασα και την τράβηξα κοντά μου. Κόντευε να τελειώσει το καλοκαίρι και φορούσε ένα λεπτό λινό φόρεμα με ρίγες. Έδενε στη μέση κι ο φιόγκος κρεμόταν χαλαρά πίσω της σαν ουρά. Το χέρι μου άγγιξε το κούμπωμα του σουτιέν της. Ένιωθα την αναπνοή της στο λαιμό μου. Βρισκόμουν σε τέτοια διέγερση, που ένιωθα την καρδιά μου έτοιμη να πεταχτεί έξω απ’ το σώμα μου. Το πέος μου κόντευε να εκραγεί’ πίεζε το μπούτι της κι εκείνη τραβήχτηκε λιγάκι. Όμως αυτό ήταν όλο. Δεν φαινόταν ενοχλημένη. Καθίσαμε για λίγο στον καναπέ σφιχταγκαλιασμένοι. Μια γάτα ήταν ξαπλωμένη στην καρέκλα απέναντί μας. Άνοιξε τα μάτια, κοίταξε προς το μέρος μας, τεντώθηκε και συνέχισε τον ύπνο της.


Της χάιδεψα τα μαλλιά και φίλησα τα μικρά της αυτάκια. Σκέφτηκα πως κάτι έπρεπε να πω, αλλά δεν μου ’ρχόταν τίποτα. Με δυσκολία ανάπνεα, πόσο μάλλον να μιλήσω. Ξανάπιασα το χέρι της και τη φίλησα άλλη μια φορά. Γ ι’ αρκετή ώρα μείναμε σιωπηλοί. Την αποχαιρέτησα στο σταθμό, αλλά δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Γύρισα σπίτι, ξάπλωσα στον καναπέ και κάρφωσα το βλέμμα στο ταβάνι. Το μυαλό μου γύριζε. Τελικά επέστρεψε η μητέρα μου κι είπε ότι θα ετοίμαζε να φάμε. Το φαγητό όμως ήταν το τελευταίο πράγμα που μ’ απασχολούσε. Χωρίς να πω λέξη, βγήκα έξω και περιπλανήθηκα δυο ολόκληρες ώρες στην πόλη. Ήταν παράξενο συναίσθημα. Δεν ήμουν πια μόνος, κι όμως την ίδια στιγμή ένιωθα μια πρωτόγνωρη βαθιά μοναξιά. Είχε αλλάξει ο τρόπος που έβλεπα τα πράγματα, σαν να φορούσα για πρώτη φορά γυαλιά. Πράγματα μακρινά, μπορούσα τώρα να τ’ αγγίξω, κι άλλα που ήτανε θολά φάνταζαν καθαρά σαν κρύσταλλο. Όταν με άφησε εκείνη τη μέρα η Ιζούμι, μ’ ευχαρίστησε και μου είπε πόσο χαρούμενη ήταν. Δεν ήταν μόνο εκείνη χαρούμενη. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ένα κορίτσι με είχε πράγματι αφήσει να το φιλήσω. Πώς να μην πετάω; Παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορούσα ν’ αφεθώ απόλυτα στην ευτυχία μου. Ήμουν σαν πύργος χωρίς θεμέλια. Είχα ανέβει πολύ ψηλά κι όσο περισσότερο κοιτούσα μακριά, τόσο ζαλιζόμουν. Γιατί εκείνη; ρωτούσα τον εαυτό μου. Και πόσο καλά την ξέρω; Τη συνάντησα μερικές φορές, μιλήσαμε λιγάκι κι αυτό ήταν όλο. Ήμουν νευρικός, ανήσυχος, εκτός ελέγχου. Αν στη θέση της ήταν η Σιμαμότο, δεν θα υπήρχε σύγχυση. Ο καθένας μας, χωρίς κουβέντα, θ’ αποδεχόταν απόλυτα τον άλλο. Ούτε στενάχωρα συναισθήματα ούτε αμηχανία. Αλλά η Σιμαμότο δεν ήταν πια εκεί. Ήταν σ’ έναν καινούργιο, δικό της κόσμο, κι εγώ το ίδιο. Δεν είχε νόημα να συγκρίνω την Ιζούμι με τη Σιμαμότο. Η πόρτα που οδηγούσε στον κόσμο της Σιμαμότο είχε κλείσει με πάταγο μπροστά μου κι είχα ανάγκη να βρω τη θέση μου σ’ ένα νέο, διαφορετικό κόσμο. Έμεινα ξύπνιος μέχρι που άρχισε ν’ αχνοφέγγει στ’ ανατολικά. Κοιμήθηκα δυο ώρες, έκανα ένα ντους και πήγα στο σχολείο. Έπρεπε να βρω την Ιζούμι και να της μιλήσω γι’ αυτό που συνέβη μεταξύ μας. Ήθελα ν’ ακούσω από τα χείλη της πως τα αισθήματά της δεν είχαν αλλάξει. Τα τελευταία της λόγια ήταν πόσο ευτυχισμένη ένιωθε, αλλά στο ψυχρό φως της αυγής έμοιαζαν με ονειροφαντασία. Πέρασε η μέρα χωρίς να βρω ευκαιρία να της μιλήσω. Στο διάλειμμα ήταν με τις φίλες της κι όταν σχολάσαμε πήγε κατευθείαν σπίτι. Μόνο μία φορά, στο διάδρομο, την ώρα που αλλάζαμε αίθουσες, καταφέραμε να κοιταχτούμε. Το πρόσωπό της φωτίστηκε όταν με είδε κι εγώ της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Αυτό ήταν όλο. Έπιασα όμως στο χαμόγελό της κάτι σαν επιβεβαίωση των γεγονότων της προηγούμενης μέρας. Μην ανησυχείς, έμοιαζε να μου λέει. Αλήθεια συνέβη. Μέχρι να μπω στο τρένο για το σπίτι, η σύγχυσή μου είχε εξαφανιστεί. Την ποθούσα κι η επιθυμία μου είχε νικήσει κάθε αμφιβολία. Ήταν ξεκάθαρο τι ήθελα. Την Ιζούμι γυμνή, να κάνει έρωτα μαζί μου. Είχαμε όμως πολύ δρόμο ακόμη μέχρι τον τελικό προορισμό. Υπήρχε μια ορισμένη σειρά από ενέργειες που έπρεπε να γίνουν. Για να φτάσεις στο σεξ, πρώτα πρέπει να. κατεβάσεις το φερμουάρ του φορέματος της κοπέλας. Κι ανάμεσα στο φερμουάρ και το σεξ υπάρχει μια διαδικασία από είκοσι -μπορεί και τριάνταλεπτές κρίσεις κι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν. Πρώτ’ απ’ όλα έπρεπε να προμηθευτώ μερικά προφυλακτικά. Στην πραγματικότητα, αυτό το στάδιο βρισκόταν λίγο παρακάτω στην αλυσίδα των ενεργειών, παρ’ όλ’ αυτά όμως έπρεπε να βρω μερικά.


Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου χρειαστούν. Αλλά δεν μπορούσα έτσι απλά να μπω στο φαρμακείο, να πετάξω τα χρήματα στον πάγκο και να φύγω άνετος κι ωραίος με τα προφυλακτικά στο χέρι. Πώς να παραστήσω κάτι άλλο απ’ αυτό που ήμουν -ένα γυμνασιόπαιδο-, για να μην αναφέρω κι ότι παραήμουν δειλός για να το τολμήσω. Μια λύση ήταν οι αυτόματες μηχανές στ^) γειτονιά, αν όμως μ’ έπιαναν επ’ αυτοφώρω, θα βρισκόμουν σε τραγική θέση. Επί τρεις-τέσσερις μέρες αυτό το δίλημμα στριφογυρνούσε αδιάκοπα στο μυαλό μου. Τελικά τα πράγματα εξελίχθηκαν ευκολότερα απ’ ό,τι περίμενα. Ζήτησα τη συμβουλή κάποιου περπατημένου φίλου μου, που ήταν η τοπική αυθεντία σ’ αυτά τα θέματα. Κοίτα, του είπα, το θέμα είναι ότι θέλω να βρω μερικά προφυλακτικά, τι να κάνω; Άνετα, μου απάντησε ατάραχος, μπορώ να σου φέρω ολόκληρο κουτί. Ο αδερφός μου αγόρασε έναν τόνο από κατάλογο. Λεν ξέρω γιατί πήρε τόσα πολλά, το ντουλάπι του πάντως είναι γεμάτο. Λεν θα του λείψει ένα κουτί. Φανταστικά, είπα μ’ ενθουσιασμό. Την άλλη μέρα έφερε τα προφυλακτικά στο σχολείο σε μια χάρτινη σακούλα. Τον κέρασα κάτι και του ζήτησα να μη βγάλει άχνα. Κανένα πρόβλημα, είπε. Φυσικά, τα ξέρασε όλα, είπε σε κάνα δυο άτομα πως είχα βγει στη γύρα για προφυλακτικά. Αυτοί το είπαν σε άλλους και το ’μάθε όλο το σχολείο, μέχρι που έφτασε στ’ αυτιά της Ιζούμι. Μόλις σχολάσαμε, μου ζήτησε ν’ ανεβούμε μαζί στην ταράτσα. «Χατζίμε, είν’ αλήθεια ότι πήρες κάτι προφυλακτικά από τον Νισίντα;» ρώτησε. Τη λέξη προφυλακτικά δεν την είπε έτσι χύμα, καθαρά, Την έκανε ν’ ακουστεί σαν το όνομα κάποιας κολλητικής αρρώστιας. «Εεε… ναι», παραδέχτηκα. Πάλευα να βρω τις κατάλληλες λέξεις. «Δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Απλώς σκέφτηκα, ξέρεις, ότι ίσως είναι καλό να έχω μερικά». «Τα πήρες εξαιτίας μου;» «Όχι, δεν είν’ αυτό», είπα. «Απλώς ήμουνα περίεργος πώς είναι. Αν όμως σ’ ενοχλεί, σου ζητάω συγγνώμη. Θα τα δώσω πίσω, ή θα τα πετάξω». Καθόμασταν σ’ ένα μικρό πέτρινο παγκάκι σε μια γωνιά της ταράτσας. Φαινόταν ότι μπορεί να· ’βρέχε από στιγμή σε στιγμή. Ήμασταν ολομόναχοι. Είχε.απόλυτη ησυχία. Δεν μου ’χε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι μπορεί να ήταν τόσο σιωπηλά στην ταράτσα. Το σχολείο μας βρισκόταν στην κορυφή ενός λόφου κι είχαμε ανεμπόδιστη θέα προς την πόλη και τη θάλασσα. Μια φορά οι φίλοι μου κι εγώ κλέψαμε κάτι δίσκους από την Αίθουσα Μουσικής και τους εκσφενδονίσαμε από την ταράτσα σαν φρίσμπι’ υψώθηκαν στον αέρα σχηματίζοντας ένα όμορφο τόξο και πέταξαν χαρούμενα προς το λιμάνι, σαν να τους είχαν εμφυσήσει ζωή για μια φευγαλέα στιγμή. Τελικά όμως ένας απ’ αυτούς δεν κατάφερε ν’ απογειωθεί κι έπεσε κυλώντας άτσαλα κατευθείαν αποκάτω, στο γήπεδο του τένις, όπου μερικά έκπληκτα κοριτσάκια της πρώτης εξασκούνταν στο σέρβις. Φυσικά μας τιμώρησαν. Αυτό είχε συμβεί πάνω από ένα χρόνο πριν, και τώρα βρισκόμουν ξανά στο ίδιο σημείο, να με ανακρίνει η κοπέλα μου για τα προφυλακτικά. Κοίταξα ψηλά κι είδα ένα πουλί να διαγράφει έναν αργό κύκλο στον ουρανό. Τι ωραία να είσαι πουλί, σκέφτηκα. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πετάς. Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς για την αντισύλληψη. αΣου αρέσω στ’ αλήθεια;» με ρώτησε η Ιζούμι χαμηλόφωνα.


«Και βέβαια», απάντησα. «Και βέβαια μου αρέσεις». Σουφρώνοντας τα χείλη, με κοίταξε ίσια στα μάτια. Με κοίταζε τόσην ώρα, που άρχισα να νιώθω άβολα. «Κι εσύ μου αρέσεις», είπε μετά από λίγο. Αλλά, σκέφτηκα. «Αλλά», είπε πράγματι, «δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε». Κούνησα το κεφάλι. «Μην είσαι τόσο ανυπόμονος. Έχω το ρυθμό μου. Δεν είμαι γρήγορη. Χρειάζομαι πολύ χρόνο για να προετοιμαστώ για κάτι. Μπορείς να περιμένεις;» Έγνεψα πάλι σιωπηλά. «Υπόσχεσαι;» ρώτησε. «Υπόσχομαι». «Δεν θα με πληγώσεις;» «Δεν θα σε πληγώσω». Έμεινε για λίγο να κοιτάζει τα παπούτσια της. Απλά μαύρα μοκασίνια. Σε σύγκριση με τα δικά μου, που ήταν ακριβώς δίπλα της, ήταν μικροσκοπικά σαν παιχνίδια. «Φοβάμαι», είπε. «Αυτό τον καιρό αισθάνομαι σαν σαλιγκάρι χωρίς κέλυφος». «Κι εγώ φοβάμαι», είπα. «Αισθάνομαι σαν βάτραχος χωρίς πόδια». Με κοίταξε και χαμογέλασε. Χωρίς άλλη κουβέντα, πήγαμε σ’ ένα σκιερό σημείο του κτηρίου, αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε, ένα γυμνό σαλιγκάρι κι ένας ανάπηρος βάτραχος. Την κράτησα σφιχτά πάνω μου. Οι γλώσσες μας αγγίχτηκαν απαλά. Ένιωσα τα στήθη της κάτω απ’ την μπλούζα της. Δεν αντιστάθηκε. Έκλεισε μόνο τα μάτια της κι αναστέναξε. Τα στήθη της ήταν μικρά και χώραγαν άνετα στην παλάμη του χεριού μου, σαν να είχαν σχεδιαστεί μόνο γι’ αυτό το σκοπό. Ακούμπησε την παλάμη της στην καρδιά μου και η αίσθηση του αγγίγματος της κι ο χτύπος της καρδιάς μου έγιναν ένα. Δεν ε·ίναι η Σιμαμότο, είπα στον εαυτό μου. Δεν μπορεί να μου δώσει αυτό που μου έδινε η Σιμαμότο. Αλλά είν’ εδώ, καταδική μου, και προσπαθεί μ’ όλη της την ψυχή να μ,ου δώσει ό,τι μπορεί. Πώς θα μπορούσα να την πληγώσω; Τότε όμως δεν καταλάβαινα. Ότι θα μπορούσα να πληγώσω κάποιον τόσο άσχημα, που να μην το ξεπεράσει ποτέ. Ότι ένας άνθρωπος μπορεί, απλώς με το να υπάρχει, να βλάψει ανεπανόρθωτα κάποιον άλλο. 3


Η Ιζούμι κι εγώ βγαίναμε μαζί πάνω από ένα χρόνο. Μια φορά την εβδομάδα πηγαίναμε στον κινηματογράφο, ή μελετούσαμε παρέα στη βιβλιοθήκη, ή κάναμε μακρινούς, άσκοπους περιπάτους. Όσον αφορά το σεξ, ωστόσο, ποτέ δεν φτάσαμε μέχρι το τέλος. Μια-δυο φορές το^χήνα ερχόταν στο σπίτι μου όταν έλειπαν οι γονείς μου και ξαπλώναμε αγκαλιά στο κρεβάτι μου. Ποτέ όμως δεν έβγαλε όλα της τα ρούχα. Μπορεί να γυρίσει χάνεις από στιγμή σε στιγμή, επέμενε. Υπερβολικά επιφυλακτική, θα την έλεγες. Δεν φοβόταν’ απλώς δεν ήθελε με τίποτα να βρεθεί σε δυσάρεστη θέση. Έτσι, έπρεπε πάντα να την αγκαλιάζω ντυμένη και να την πασπατεύω κάτω απ’ τα ρούχα όσο καλύτερα μπορούσα. «Σιγά σιγά», μου έλεγε κάθε φορά που φαινόταν η απογοήτευση στο πρόσωπό μου. «Χρειάζομαι κι άλλο χρόνο. Σε παρακαλώ». Στην πραγματικότητα ούτ’ εγώ βιαζόμουν. Ήμουν απλώς μπερδεμένος, κι απογοητευμένος από ένα σωρό πράγματα. Φυσικά, μου άρεσε κι ένιωθα ευγνώμων που ήταν κοπέλα μου. Αν δεν ήμασταν μαζί, τα χρόνια της εφηβείας μου θα ήταν ανιαρά κι άχρωμα. Ήταν πραγματικά ένα ειλικρινές, ευχάριστο κορίτσι, ο τύπος που όλοι συμπαθούν. Τα ενδιαφέροντά μας όμως τα χώριζε άβυσσος. Δεν μπορούσε να καταλάβει τα βιβλία που διάβαζα ή τη μουσική που άκουγα, κι έτσι δεν μπορούσαμε να συζητήσουμε ισότιμα γι’ αυτά. Απ’ αυτή την άποψη, η σχέση μου μαζί της διέφερε δραματικά απ’ αυτή με τη Σιμαμότο. Όταν όμως καθόμουν πλάι της κι άγγιζα τα δάχτυλά της, μια φυσική ζεστασιά ανάβλυζε από μέσα μου. Μπορούσα να της πω τα πάντα. Μου άρεσε να τη φιλάω στα βλέφαρα και στο σημείο ακριβώς πάνω απ’ τα χείλη. Μου άρεσε επίσης να της σηκώνω τα μαλλιά και να φιλάω τα μικρά της αυτάκια, πράγμα που την έκανε πάντα να ξεσπάει σε χαχανητά. Ακόμη και τώρα, όποτε τη σκέφτομαι, μου ’ρχεται η εικόνα ενός ήρεμου κυριακάτικου πρωινού. Να ξεκινάει μια γλυκιά, καθαρή μέρα. Χωρίς μαθήματα, μια Κυριακή που απλώς κάνεις το κέφι σου. Η Ιζούμι πάντα μου δημιουργούσε αυτή την αίσθηση της ξάπλας και χαλάρωσης του κυριακάτικου πρωινού. Βέβαια, είχε και τα ελαττώματά της. Παραείχε τετράγωνη λογική και θα ’πρεπε να φροντίσει κάπως το θέμα της φαντασίας της. Δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει ούτ’ ένα βήμα έξω απ’ το βολικό της κόσμο. Ποτέ δεν καταπιανόταν με κάτι και να παθιαστεί τόσο που να ξεχάσει ακόμη και να φάει ή να κοιμηθεί. Κι αγαπούσε και σεβόταν τους γονείς της. Οι απόψεις που διατύπωνε -οι’ τυπικές απόψεις μιας δεκαεξάχρονης-δεκαεπτάχρονης κοπέλαςήταν αναμενόμενα βαρετές. Ωστόσο, προς τιμήν της, ποτέ δεν την άκουσα να κακολογεί κάποιον. Και ποτέ δεν μ’ έκανε να πλήξω με ματαιόδοξες κουβέντες. Της άρεσα κι ήταν καλή μαζί μου. Με άκουγε όταν της μιλούσα και μου ’φτιάχνε το κέφι. Μιλούσα πολύ για τον εαυτό μου και το μέλλον μου, τι ήθελα να κάνω, πώς να εξελιχθώ. Τα ναρκισσιστικά παραμύθια ενός νεαρού. Άκουγε όμως προσεκτικά. «Είμαι σίγουρη ότι θα γίνεις ένας υπέροχος άνθρωπος όταν μεγαλώσεις. Έχεις κάτι ξεχωριστό», μου ’λεγε η Ιζούμι. Και μιλούσε σοβαρά. Κανείς δεν μου το είχε ξαναπεί αυτό. Κι ήταν υπέροχο να την έχω στην αγκαλιά μου ακόμα και ντυμένη. Αυτό που με μπέρδευε ωστόσο και μ’ απογοήτευε ήταν ότι ποτέ, δεν μπορούσα ν’ ανακαλύψω μέσα της κάτι ξεχωριστό που να υπήρχε μόνο για μένα. Τα προτερήματά της ήταν σαφώς περισσότερα απ’ τα ελαττώματά της και σίγουρα επισκίαζαν τα δικά μου, αλλά και πάλι κάτι έλειπε, κάτι ζωτικό. Αν μπορούσα μονάχα να εντοπίσω τι ήταν αυτό, ξέρω πως θα καταλήγαμε στο κρεβάτι. Δεν θα μπορούσα να κρατηθώ για


πάντα. Ακόμη κι αν έπαιρνε πολύ καιρό, στο τέλος θα την έπειθα πως ήταν απόλυτα αναγκαίο να κοιμηθεί μαζί μου. Δεν είχα όμως την ικανότητα να το εντοπίσω. Ήμουν απλώς ένα επιπόλαιο δεκαεφτάχρονο αγόρι με το κεφάλι παραγεμισμένο λαγνεία και περιέργεια. Όμως ακόμα και μ’ αυτό το κεφάλι μπορούσα να καταλάβω πως αν εκείνη δεν ήθελε να κάνει σεξ, δεν έπρεπε να τη ζορίσω. Θα περίμενα υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή. Ωστόσο, μια φορά κράτησα την Ιζούμι ολόγυμνη στην αγκαλιά μου. Δεν αντέχω άλλο να σ’ αγκαλιάζω ντυμένη, την ικέτεψα. Αν δεν θέλεις να κάνεις σεξ, εντάξει. Αλλά θέλω να δω το σώμα σου, θέλω να σ’ αγκαλιάσω γυμνή. Πρέπει, δεν αντέχω άλλο. Η Ιζούμι το σκέφτηκε για λίγο κι ύστερα είπε ότι αν αυτό ήθελα πραγματικά, δεν την πείραζε. «Αλλά μου υπόσχεσαι», με κοίταξε σοβαρά, «ότι θα κάνεις μόνο αυτό; Μην κάνεις κάτι που δεν θέλω». Ήρθε στο σπίτι μου ένα υπέροχο, γλυκό κυριακάτικο πρωινό στις αρχές Νοεμβρίου. Έκανε όμως λίγη ψύχρα. Οι γονείς μου είχαν πάει στο μνημόσυνο κάποιου συγγενή από την πλευρά του πατέρα μου και κανονικά θα ’πρεπε να πάω κι εγώ μαζί τους. Τους είπα πως είχα να διαβάσω για ένα διαγώνισμα κι έμεινα μόνος στο σπίτι. Δεν επρόκειτο να γυρίσουν νωρίτερα απ’ το βράδυ. Η Ιζούμι ήρθε αργά το μεσημέρι. Ξαπλώσαμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μου και της έβγαλα τα ρούχα.· Έκλεισε τα μάτια της και μ’ άφησε να τη γδύσω. Δεν ήταν εύκολο. Πρώτ’ απ’ όλα, είμαι πολύ αδέξιος, αλλά και τα γυναικεία ρούχα είναι σκέτο βάσανο. Κάπου στη μέση, η Ιζούμι άνοιξε τα μάτια κι ανέλαβε δράση. Φορούσ’ ένα ανοιχτό μπλε βρακάκι και ίδιο σουτιέν. Μάλλον τα είχε αγοράσει ειδικά για την περίσταση· μέχρι τότε φορούσε πάντα τα εσώρουχα που αγοράζουν οι μαμάδες στα κοριτσάκια τους. Στο τέλος γδύθηκα κι εγώ. Κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου το γυμνό κορμί της και τη φίλησα στο λαιμό και στα στήθη. Χάιδεψα το λείο δέρμα της και ρούφηξα το άρωμά του. Να ’μαστέ αγκαλιασμένοι, έτσι γυμνοί, ήταν κάτι εξωπραγματικό. Ένιωθα πως αν δεν μπω μέσα της, θα τρελαθώ. Αλλά μ’ εμπόδισε αποφασιστικά. «Λυπάμαι», είπε. Αντίθετα, πήρε το πέος μου στο στόμα της και το έγλειψε παντού. Ποτέ δεν το ’χε ξανακάνει. Περνούσε τη γλώσσα της ξανά και ξανά στο πάνω μέρος του πέους μου, μέχρι που το μυαλό μου θόλωσε κι έχυσα. Έπειτα την έσφιξα πάνω μου κι άρχισα να χαϊδεύω κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Λουσμένο στο φθινοπωρινό φως, το σώμα της ήταν πανέμορφο και τη φίλησα παντού. Ήταν πραγματικά ένα καταπληκτικό απόγευμα. Σφιχταγκαλιαζόμασταν συνέχεια κι έχυσα ξανά και ξανά. Κάθε φορά που τέλειωνα, πήγαινε στο μπάνιο να ξεπλύνει το στόμα της. «Τι παράξενη αίσθηση», έλεγε γελώντας. Ήμασταν ζευγάρι με την Ιζούμι λίγο παραπάνω από χρόνο, αυτή όμως ήταν χωρίς αμφιβολία η πιο ευτυχισμένη στιγμή που περάσαμε ποτέ μαζί. Γυμνοί, δεν είχαμε τίποτα να κρύψουμε. Ένιωθα πως την είχα γνωρίσει καλύτερα από κάθε άλλη φορά, και το ίδιο πρέπει να ένιωθε κι εκείνη. Δεν είχαμε ανάγκη από λόγια κι υποσχέσεις, αλλ’ από τη σταθερή συγκέντρωση μικρών κομματιών πραγματικότητας.


Η Ιζούμι έμεινε ακίνητη αρκετή ώρα, με το κεφάλι της κουρνιασμένο στο στήθος μου σαν ν’ αφουγκραζόταν το χτύπο της καρδιάς μου. Της χάιδεψα τα μαλλιά. Ήμουν δεκαεφτά χρονών, υγιής, στο κατώφλι της ενηλικίωσης. Υπέροχα είναι η πιο κατάλληλη λέξη. Γύρω στις τέσσερις, ακριβώς την ώρα που η Ιζούμι ντυνόταν για να φύγει, ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας. Στην αρχή απλώς το αγνόησα. Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν’ αν δεν άνοιγα, όποιος και να ταν θ’ απογοητευόταν σίγουρα και θα ’φεύγε. Αλλά το κουδούνι συνέχισε να χτυπάει επίμονα. Γαμώτο, σκέφτηκα. «Γύρισαν οι γονείς σου;» ρώτησε η Ιζούμι χλομιάζοντας. Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι μαζεύοντας βιαστικά τα ρούχα της. «Μην ανησυχείς. Δεν μπορεί να γύρισαν τόσο νωρίς. Κι έχουν κλειδί, άρα δεν θα χτυπούσαν το κουδούνι». «Τα παπούτσια μου!» είπε. «Παπούτσια;» «Τα παπούτσια είναι ακριβώς πίσω απ’ την εξώπορτα». Φόρεσα όπως όπως τα ρούχα μου, όρμησα στο ισόγειο και πέταξα τα παπούτσια μες στο ντουλάπι του χολ. Όταν άνοιξα την πόρτα, είδα τη θεία μου να στέκεται μπροστά μου. Η μικρότερη αδερφή της μητέρας μου, που έμενε μια ώρα με το τρένο από μας και μας επισκεπτόταν κάθε τόσο. «Τι στην ευχή έκανες; Χτυπάω εδώ και ώρα», είπε. «Άκουγα μουσική με τ’ ακουστικά, γι’ αυτό δεν σ’ άκουσα», απάντησα. «Οι γονείς μου λείπουν πήγαν σ’ ένα μνημόσυνο. Θα γυρίσουν αργά το βράδυ. Αλλά φαντάζομαι πως το ξέρεις». «Μου το είπαν. Είχα μια δουλειά στη γειτονιά κι επειδή ήξερα πως είσαι σπίτι και μελετάς, σκέφτηκα να σου ετοιμάσω βραδινό. Έχω ψωνίσει κιόλας». «Μπορώ να μαγειρέψω και μόνος μου. Δεν είμαι παιδάκι, ξέρεις», είπα. «Μα έχω ψωνίσει τα πάντα. Κι έχεις δουλειά, έτσι δεν είναι; Θα σου μαγειρέψω όσο μελετάς». Θεέ μου, σκέφτηκα. Ήθελα να κουλουριαστώ και να πεθάνω. Τώρα πώς θα ’φεύγε η Ιζούμι; Στο σπίτι μου έπρεπε να διασχίσεις το καθιστικό για να φτάσεις στην εξώπορτα, μετά να περάσεις μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας για να πας στην αυλόπορτα. Φυσικά, μπορούσα να συστήσω την Ιζούμι σαν μια φίλη που πέρασε να με δει, αλλά υποτίθεται ότι μελετούσα σκληρά για το διαγώνισμα. Αν μαθευόταν πως είχα φέρει μια κοπέλα στο σπίτι, θα το πλήρωνα πολύ ακριβά. Ούτε μπορούσα να ζητήσω από τη θεία μου να το κρατήσει μυστικό απ’ τους γονείς μου. Η θεία μου δεν ήταν κακός άνθρωπος, απλώς τα μυστικά δεν ήταν το δυνατό της σημείο. Ενώ η θεία μου βρισκόταν στην κουζίνα κι έβγαζε τα ψώνια από τις σακούλες, πήγα επάνω τα παπούτσια της Ιζούμι. Είχε ντυθεί πια. Της εξήγησα την κατάσταση. Χλόμιασε. «Τι στο καλό θα κάνω τώρα; Κι αν δεν μπορέσω να φύγω; Το ξέρεις ότι κάθε βράδυ πρέπει να ’χω γυρίσει ως την ώρα του φαγητού. Αν δεν τα καταφέρω, θα μπλέξω άσχημα».


«Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Θα σκεφτούμε κάτι», είπα προσπαθώντας να την ηρεμήσω. Στην πραγματικότητα όμως δεν είχα ιδέα για το επόμενο βήμα. «Και δεν βρίσκω πουθενά τις ζαρτιέρες μου. Κοίταξα παντού». «Τις ζαρτιέρες;» ρώτησα. «Είναι κάτι μικρά μεταλλικά πιαστράκια, τόσα δα». Χτένισα όλο το δωμάτιο, απ’ το πάτωμα μέχρι και πάνω στο κρεβάτι. Αλλά δεν μπόρεσα να τα βρω. «Λυπάμαι. Δεν μπορείς να φορέσεις σκέτες τις κάλτσες σου αυτή τη φορά;» ρώτησα. Πήγα στην κουζίνα, όπου η θεία μου ψιλόκοβε λαχανικά. Χρειαζόμαστε λίγο λάδι, είπε, και μου ζήτησε να πάω ν’ αγοράσω. Δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ, έτσι καβάλησα το ποδήλατό μου και πετάχτηκα σ’ ένα κοντινό μαγαζί. Έξω σουρούπωνε σιγά σιγά. Έτσι όπως πήγαιναν τα ‘πράγματα, η Ιζούμι δεν θα ξεκολλούσε ποτέ απ’ το σπίτι μου. Κάτι έπρεπε να κάνω προτού γυρίσουν οι γονείς μου.. «Νομίζω πως η μόνη μας ελπίδα είναι να ξεγλιστρήσεις όταν η θεία μου θα είναι στην τουαλέτα», είπα στην Ιζούμι. «Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρουμε;» «Ας κάνουμε μια προσπάθεια. Δεν μπορούμε να καθόμαστ’ έτσι με σταυρωμένα τα χέρια». Θα περίμενα κάτω μέχρι να πάει η θεία μου στην τουαλέτα’ ύστερα θα χτυπούσα παλαμάκια δυνατά δυο φορές. Θα κατέβαινε η Ιζούμι, θα φορούσε τα παπούτσια της και θα ’φεύγε. Αν κατάφερνε να το σκάσει, θα μου τηλεφωνούσε από έναν κοντινό τηλεφωνικό θάλαμο. Η θεία μου τραγουδούσε χαρούμενα καθώς έκοβε λαχανικά, έφτιαχνε μια σούπα Μισό και τηγάνιζε αυγά. Όμως περνούσε και περνούσε η ώρα και δεν πήγαινε στην τουαλέτα. Θα μπορούσε άνετα να μπει στο Βφλίο των Ρεκόρ Γκίνες για τη Μεγαλύτερη Φούσκα του Κόσμου. Πάνω που είχα απογοητευτεί τελείως, έβγαλε την ποδιά της και βγήκε από την κουζίνα. Αμέσως μόλις είδα πως ήταν στην τουαλέτα, έτρεξα στο καθιστικό και χτύπησα δυο φορές τα χέρια μου, δυνατά. Η Ιζούμι κατέβηκε στις μύτες των ποδιών, με τα παπούτσια στο χέρι, τα φόρεσε γρήγορα και βγήκε κλεφτά από την εξώπορτα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Πήγα στην κουζίνα να σιγουρευτώ πως είχε βγει από την αυλόπορτα. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, η θεία μου βγήκε απ’ την τουαλέτα. Αναστέναξα μ’ ανακούφιση. Μετά από πέντε λεπτά μου τηλεφώνησε η Ιζούμι. Είπα στη θεία μου ότι θα γυρίσω σ’ ένα τέταρτο και βγήκα έξω. Η Ιζούμι στεκόταν μπροστά στον τηλεφωνικό θάλαμο. «Το σιχαίνομαι αυτό», είπε πριν προλάβω να πω λέξη. «Δεν θέλω να ξαναγίνει ποτέ». Δεν μπορούσα να την κατηγορήσω που είχε ταραχτεί και θυμώσει. Την οδήγησα στο πάρκο δίπλα στο σταθμό και την έβαλα να καθίσει σ’ ένα παγκάκι. Κράτησα απαλά το χέρι της. Πάνω απ’ το κόκκινο πουλόβερ φορούσε ένα μπεζ παλτό. Θυμήθηκα με τρυφερότητα τι υπήρχε από μέσα. «Αλλά ήταν όμορφα σήμερα. Εννοώ μέχρι που εμφανίστηκε η θεία μου. Δεν συμφωνείς;» ρώτησα.


«Και βέβαια το απόλαυσα. Κάθε φορά που είμαι μαζί σου, περνάω υπέροχα. Αλλά κάθε φορά, ύστερα, αισθάνομαι μπερδεμένη». «Για ποιο πράγμα;» «Για το μέλλον. Μόλις τελειώσουμε το σχολείο, εσύ θα πας στο πανεπιστήμιο στο Τόκιο κι εγώ θα μείνω εδώ. Τι θα γίνει μ’ εμάς;» Είχα ήδη αποφασίσει να πάω στο πανεπιστήμιο στο Τόκιο όταν θα τέλειωνα το σχολείο. Δεν έβλεπα την ώρα να σηκωθώ να φύγω απ’ την πόλη που γεννήθηκα, να ζήσω μόνος μακριά από τους γονείς μου. Η γενική μου απόδοση δεν ήταν σπουδαία, αλλά στα μαθήματα που μ’ άρεσαν έπαιρνα καλούς βαθμούς χωρίς ν’ ανοίγω βιβλίο, κι έτσι δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο να περάσω σε κάποιο ιδιωτικό κολέγιο, αφού οι εξετάσεις ήταν σχετικά απλές. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση να μ’ ακολουθήσει η Ιζούμι στο Τόκιο. Οι γονείς της ήθελαν να την κρατήσουν κοντά τους κι εκείνη δεν ήταν ο τύπος του επαναστάτη. Έτσι ήθελε να μείνω εκεί που ήμουν. Έχουμε καλό κολέγιο εδώ, υποστήριζε. Γιατί να τρέχεις στο Τόκιο; Αν της υποσχόμουν ότι δεν θα φύγω, είμαι σίγουρος ότι θα κοιμόταν μαζί μου. «Έλα τώρα», είπα. «Δεν πάω στην ξενιτιά. Είναι μόλις τρεις ώρες από δω. Και οι φοιτητικές διακοπές είναι μεγάλες, επομένως τρεις-τέσσερις μήνες το χρόνο θα είμ’ εδώ». Της το είχα εξηγήσει εκατό φορές. «Αν όμως φύγεις, θα με ξεχάσεις τελείως. Και θα βρεις άλλη κοπέλα», είπε. Κι αυτά τα είχ’ ακούσει εκατό φορές. Της είπα ότι αυτό δεν θα γινόταν. Μ’ αρέσεις πολύ, είπα, πώς μπορώ λοιπόν να σε ξεχάσω έτσι εύκολα; Αλλά δεν ήμουν και τόσο σίγουρος. Μια απλή αλλαγή σκηνικού μπορεί να φέρει τεράστιες αλλαγές στη ροή του χρόνου και των συναισθημάτων: ακριβώς ό,τι είχε γίνει με τη Σιμαμότο κι εμένα. Μπορεί να ήμασταν πολύ στενά δεμένοι, αλλά μια μετακίνηση λίγα μίλια παραπέρα ήταν αρκετή για ν’ ακολουθήσει ο καθένας το δρόμο του. Μου άρεσε πολύ και μου είχε πει να πηγαίνω να τη βλέπω. Αλλά στο τέλος σταμάτησα. «Ένα πράγμα δεν μπορώ να καταλάβω», είπε η Ιζούμι. «Λες ότι σου αρέσω. Κι ότι θέλεις να με φροντίζεις. Μερικές φορές όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι Συμβαίνει μες στο μυαλό σου». Η Ιζούμι έβγαλε ένα μαντίλι απ’ την τσέπη τού παλτού της και σκούπισε τα δάκρυά της. Συνειδητοποίησα έκπληκτος πως εδώ και λίγη ώρα έκλαιγε. Δεν ήξερα τι να πω, κι έτσι κάθισα και περίμενα να συνεχίσει. «Προτιμάς να τα σκέφτεσαι όλα μόνος σου και δεν αφήνεις κανέναν να μπει στο μυαλό σου. Ίσως επειδή είσαι μοναχοπαίδι. Έχεις συνηθίσει να σκέφτεσαι και να δρας μόνος σου. Θεωρείς ότι από τη στιγμή που εσύ έχεις καταλήξει σε κάτι, αυτό αρκεί». Κούνησε το κεφάλι της. «Κι αυτό με φοβίζει. Αισθάνομαι εγκαταλειμμένη». Μοναχοπαίδι. Καιρό είχα ν’ ακούσω αυτή τη λέξη. Στο Δημοτικό, αυτή η λέξη με είχε πληγώσει. Αλλά η Ιζούμι τη χρησιμοποιούσε με άλλη / έννοια. Για κείνη, «μοναχοπαίδι» δεν ήταν το παραχαϊδεμένο, κακομαθημένο παιδί, αλλά το απομονωμένο εγώ μου που κράταγε τον κόσμο σε απόσταση. Δεν με κατηγορούσε. Απλώς αυτή η κατάσταση την έκανε πολύ δυστυχισμένη.


«Δεν μπορώ να σου πω πόσο ευτυχισμένη ήμουν όταν ήμασταν αγκαλιά. Αυτό μ’ έκανε να ελπίζω, και σκεφτόμουνα, ποιος ξέρει, μπορεί όλα τελικά να πάνε καλά», είπε καθώς αποχαιρετιόμασταν. «Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή, έτσι δεν είναι;» Επιστρέφοντας από το σταθμό, στριφογύριζα στο μυαλό μου τα λόγια της. Είχαν νόημα. Δεν είχα συνηθίσει ν’ ανοίγομαι στους άλλους. Εκείνη ανοιγόταν σ’ εμένα, εγώ όμως δεν μπορούσα να κάνω το ίδιο. Πραγματικά μου άρεσε, και πάλι όμως κάτι με κρατούσε. Είχα περπατήσει απ’ το σταθμό ώς το σπίτι χιλιάδες φορές, αλλά τώρα η πόλη έμοιαζε ξένη. Δεν μπορούσα να διώξω απ’ το μυαλό μου την εικόνα του γυμνού κορμιού της Ιζούμι: τις σφιχτές ρώγες της, τη μικρή τούφα του εφηβαίου της, τα απαλά της μπούτια. Και τελικά δεν άντεξα άλλο. Αγόρασα τσιγάρα από μια αυτόματη μηχανή, ξαναγύρισα στο πάρκο όπου είχαμε μιλήσει κι άναψα τσιγάρο να χαλαρώσω. Αν δεν είχε πλακώσει η θεία μου, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχθεί καλύτερα. Αν είχαμε συνεχίσει ανενόχλητοι, ο αποχαιρετισμός μας θα ήταν πιο ευχάριστος. Θα νιώθαμε πιο ευτυχισμένοι. Όμως ακόμη κι αν δεν κατέφθανε η θεία μου, οπωσδήποτε κάποια στιγμή κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε. Αν όχι σήμερα, τότε αύριο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να την πείσω πως ήταν αναπόφευκτο. Επειδή δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου. Καθώς έπεφτε ο ήλιος, ο άνεμος έγινε πιο ψυχρός. Ο χειμώνας πλησίαζε με γρήγορα βήματα. Και με το νέο χρόνο θα έρχονταν οι εισαγωγικές εξετάσεις και το ξεκίνημα μιας ολοκαίνουργιας ζωής. Όσο ανήσυχος κι αν ήμουν, αποζητούσα την αλλαγή. Η καρδιά και το σώμα μου λαχταρούσαν αυτή την άγνωστη χώρα, μια ανάσα φρέσκου αέρα. Ήταν η χρονιά που τα πανεπιστήμια της Ιαπωνίας είχαν καταληφθεί απ’ τους φοιτητές και το Τόκιο είχε κατακλυστεί από μια θύελλα διαδηλώσεων. Ο κόσμος άλλαζε ριζικά μορφή μπροστά στα μάτια μου κι εγώ ήθελα σαν τρελός να ζήσω αυτό τον πυρετό. Ακόμη κι αν η Ιζούμι ήθελε να μείνω κι.αποφάσιζε να κάνει σεξ μαζί μου για να το διασφαλίσει, ήξερα πως οι μέρες μου σ’ αυτή την κοιμισμένη πόλη ήταν μετρημένες. Ακόμη κι αν αυτό σήμαινε το τέλος της σχέσης μας. Αν παρέμενα εδώ, κάτι μέσα μου θα χανόταν για πάντα — κάτι που δεν άντεχα να το χάσω. Ήταν σαν ένα αόριστο όνειρο, μια φλογερή, ανικανοποίητη επιθυμία. Το είδος του ονείρου που οι άνθρωποι βλέπουν μονάχα στα δεκαεφτά τους. Η Ιζούμι δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει τ’ όνειρό μου. Είχε τα δικά της όνειρα, το όραμα ενός εντελώς διαφορετικού τόπου, ενός κόσμου που δεν έμοιαζε καθόλου στο δικό μου. Όμως προτού καν ξεκινήσει η νέα μου ζωή, μια κρίση ήρθε να κουρελιάσει τη σχέση μας. 4 To πρώτο κορίτσι με το οποίο έκανα έρωτα ήταν μοναχοπαίδι. Όπως και η Ιζούμι, δεν ήταν ακριβώς ο τύπος της γυναίκας που θα γύριζες να την κοιτάξεις· για τους περισσότερους ανθρώπους, περνούσε σχεδόν απαρατήρητη. Παρ’ όλ’ αυτά, την πρώτη φορά που έπεσε πάνω της το βλέμμα μου ήταν σαν να με χτύπησε κατακέφαλα αστροπελέκι εκεί που περπατούσα έν’ απόγευμα στο δρόμο. Ούτε αν, ούτε και, ούτε αλλά απλώς είχα χάσει το μυαλό μου. Μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν με τραβάνε οι θεωρούμενες ωραίες γυναίκες. Μερικές φορές, εκεί που κάνουμε βόλτα με κάποιο φίλο, με σκουντάει και μου λέει: «Πω πω! Την είδες αυτή την κοπέλα;»


Αλλά περιέργως δεν έχω πάρει χαμπάρι την υποτιθέμενη φοβερή ομορφιά. Εκθαμβωτικά μοντέλα και ηθοποιοί δεν μου λένε τίποτα. Δεν ξέρω γιατί, πάντως έτσι είναι. Ι ία μένα, το όριό ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον κόσμο των-ονείρων ήταν πάντα απροσδιόριστο και κάθε φορά που με τύφλωνε ο έρωτας, ακόμη και στην αρχή της εφηβείας μου, ένα όμορφο πρόσωπο δεν αρκούσε για να με ξεσηκώσει. Πάντοτε με γοήτευε όχι η ποσοτικά μετρήσιμη, εξωτερική ομορφιά, αλλά κάτι βαθιά κρυμμένο, κάτι απόλυτο. Όπως μερικοί άνθρωποι έχουν ένα κρυφό πάθος με τις θύελλες, τους σεισμούς ή τις διακοπές ρεύματος, έτσι κι εμένα μου άρεσε αυτό το απροσδιόριστο κάτι που εξέπεμπαν πάνω μου ορισμένα άτομα του άλλου φύλου. Θα μπορούσαμε πιο σωστά να τ’ ονομάσουμε μαγνητισμό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι μια δύναμη που τυλίγει τους ανθρώπους στα δίχτυα της. Η πιο κοντινή παρομοίωση θα μπορούσε να είναι η δύναμη των αρωμάτων. Ακόμα κι ο μεγαλύτερος αρωματοποιός δεν μπορεί να εξηγήσει πώς δημιουργείται ένα άρωμα που μαγνητίζει τους ανθρώπους. Η επιστήμη σίγουρα δεν μπορεί να το εξηγήσει. Κι όμως, παραμένει γεγονός πως ένας ορισμένος συνδυασμός αρωμάτων μπορεί να ξελογιάσει το άλλο φύλο σαν τη μυρωδιά ενός ζώου που βρίσκεται σε οίστρο. Ένα άρωμα μπορεί να τραβήξει πενήντα στους εκατό ανθρώπους. Κι ένα άλλο θα τραβήξει τους άλλους πενήντα. Υπάρχουν όμως και μυρωδιές που μονάχα ένας-δυο άνθρωποι θα τις βρουν άκρως ερεθιστικές. Κι εγώ έχω την ικανότητα να οσμίζομαι αυτές τις σπάνιες μυρωδιές από μακριά. Όταν μου ’ρχονται, θέλω να πάω στην κοπέλα που ακτινοβολεί αυτή την αύρα και να της πω: Κοίτα, το πιάνω στον αέρα. Κανένας άλλος δεν το νιώθει, αλλά εγώ μπορώ. Από την πρώτη στιγμή που είδα αυτό το κορίτσι, ήξερα πως ήθελα να κάνουμε έρωτα. Πιο συγκεκριμένα, ήξερα πως έπρεπε να κάνουμε έρωτα, Κι ενστικτωδώς ήξερα Γ:ως ένιωθε κι εκείνη το ίδιο, Όταν ήμουν μαζί της, μ’ έπιανε τρεμούλα. Κι είχα τόσο έντονη στύση, που με δυσκολία περπατούσα. Πιθανότατα είχα ξανανιώσει τη διέγερση απ’ αυτού του είδους την έλξη -το αρχέτυπό τηςμε τη Σιμαμότο, αλλά ήμουν πολύ νέος για να την αναγνωρίσω ή να της δώσω όνομα. Όταν γνώρισα εκείνο το άλλο κορίτσι, ήμουν δεκαεφτά, τελειόφοιτος Λυκείου, κι εκείνη ήταν είκοσι, στο δεύτερο έτος του κολεγίου. Και μέσα σ’ όλα, τύχαινε να είναι ξαδέρφη της Ιζούμι. Είχε ήδη σχέση, όμως αυτό ήταν και για τους δυο μας παντελώς αδιάφορο. Θα μπορούσε να είναι σαράντα δύο χρονών, με τρία παιδιά και να έχει πίσω δυο ουρές το ίδιο μου έκανε. Τόσο δυνατός ήταν ο μαγνητισμός. Δεν μπορούσα να το προσπεράσω έτσι αυτό το κορίτσι. Αν το έκανα, θα το μετάνιωνα σ’ όλη μου τη ζωή. Τέλος πάντων, έτσι έγινε και το πρόσωπο με το οποίο έχασα την παρθενιά μου έτυχε να είναι ξαδέρφη της κοπέλας μου. Κι όχι απλώς κάποια μακρινή ξαδέρφη, αλλά εκείνη με την οποία είχαν τη στενότερη σχέση. Από μικρά παιδιά, η Ιζούμι κι εκείνη επισκέπτονταν συχνά η μια την άλλη. Η ξαδέρφη σπούδαζε σ’ ένα κολέγιο στο Κιότο κι έμενε σ’ ένα διαμέρισμα κοντά στη δυτική πύλη του Γκόσο, των παλαιών Αυτοκρατορικών Ανακτόρων. Μια φορά πήγαμε με την Ιζούμι στο Κιότο, κι έτσι της τηλεφωνήσαμε και βγήκαμε για φαγητό μαζί. Αυτό έγινε δυο βδομάδες μετά το μικρό καψόνι της θείας μου. Κάποια στιγμή που η Ιζούμι έλειψε για λίγο, ζήτησα από την ξαδέρφη της το τηλέφωνό της, λέγοντας πως ήθελα να τη ρωτήσω μερικά πράγματα για το κολέγιό της. Δυο μέρες αργότερα της τηλεφώνησα και τη ρώτησα αν μπορούσα να τη συναντήσω την επόμενη Κυριακή. Μετά από μια μικρή παύση, είπε εντάξει. Κάτι στον τόνο τής φωνής της με διαβεβαίωσε πως κι εκείνη έλπιζε να κάνει έρωτα μαζί μου. Την επόμενη Κυριακή πήγα μόνος μου στο Κιότο και τη συνάντησα, και


μέχρι το απόγευμα, όπως ήταν βέβαιο, είχαμε πέσει στο κρεβάτι. Για δυο μήνες κάναμε σεξ με τόσο πάθος, που νόμιζα ότι θα λιώσει το μυαλό μου. Ούτε ταινίες, ούτε βόλτες, ούτε κουβεντούλα για μυθιστορήματα, μουσική, ζωή, πόλεμο, επανάσταση. Το μόνο που κάναμε ήταν να πηδιόμαστε. Πρέπει να είχαμε μιλήσει και λίγο, αλλά ειλικρινά έχω ξεχάσει για τι. Θυμάμαι μονάχα συγκεκριμένες λεπτομέρειες το ξυπνητήρι δίπλα στο μαξιλάρι της, τις κουρτίνες στο παράθυρο, το μαύρο τηλέΤ φωνο πάνω στο τραπέζι, τις φωτογραφίες ενός ημερολογίου, και τα ρούχα της βουνό στο πάτωμα. Και τη μυρωδιά του κορμιού της και τη φωνή της. Ποτέ δεν της έκανα την παραμικρή ερώτηση, το ίδιο κι εκείνη. Μόνο μια φορά, ωστόσο, ενώ ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, ξαφνικά αναρωτήθηκα μεγαλόφωνα μήπως ήταν μοναχοπαίδι. «Ακριβώς», είπε με έκπληκτα μάτια. «Μα πώς το ήξερες;» «Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Απλώς το ένιωσα». Με κοίταξε για λίγο. «Μήπως είσαι κι εσύ μοναχοπαίδι;» «Μέσα έπεσες», είπα. Αυτό μονάχα θυμάμαι από τις συζητήσεις μας. Σπάνια σταματούσαμε να φάμε ή να πιούμε. Αμέσως μόλις κοιταζόμασταν, χωρίς ν’ ανταλλάξουμε κουβέντα, πετούσαμε τα ρούχα μας, πηδούσαμε στο κρεβάτι και το κάναμε. Δεν χόρταινα να βλέπω αυτό που ήταν μπροστά στα μάτια μου,’το ίδιο κι εκείνη. Κάθε φορά που συναντιόμασταν, κάναμε σεξ τέσσερις-πέντε φορές, μέχρι που ένιωθα κυριολεκτικά ξεζουμισμένος και η άκρη του πέους μου πρηζόταν και πονούσε. Παρά το πάθος και τη ζωώδη έλξη που νιώθαμε, ποτέ δεν μας πέρασε απ’ το μυαλό να κάνουμε μόνιμη σχέση. Ήμασταν στη μέση μιας θύελλας που με τον καιρό θα περνούσε. Και η συνειδητοποίηση αυτού του πράγματος, πως κάθε φορά που συναντιόμασταν μπορεί να ήταν η τελευταία, απλώς έριχνε λάδι στη φωτιά του πάθους μας. Δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Ούτ’ εκείνη ήταν ερωτευμένη μαζί μου. Για μένα, το ζήτημα του έρωτα ήταν άσχετο. Αυτό που ζητούσα ήταν να νιώσω πως παρασύρομαι από μια παράφορη, κτηνώδη δύναμη, που στο κέντρο της βρισκόταν κάτι πάρα πολύ κρίσιμο. Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό. Ήθελα όμως να χώσω το χέρι μου κατευθείαν μέσα στο κορμί της και να τ’ αγγίξω, ό,τι και να ’ταν. Μου άρεσε πολύ η Ιζούμι, αλλά μαζί της δεν ένιωσα ούτε μια φορά αυτή την πέρα από κάθε λογική δύναμη. Δεν ήξερα σχεδόν τίποτα γι’ αυτό το άλλο κορίτσι, κι όμως μ’ επηρέαζε βαθιά. Ποτέ δεν συζητήσαμε σοβαρά για οτιδήποτε, επειδή δεν βλέπαμε το λόγο. Αν είχαμε αρκετή ενέργεια για κουβέντα, θα την είχαμε χρησιμοποιήσει γι’ άλλον ένα γύρο στο κρεβάτι. Αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί ομαλότερα, θα παραμέναμε απορροφημένοι στη σχέση μας μερικούς μήνες ακόμη, χωρίς διάλειμμα ούτε γι’ ανάσα, μέχρι κάποιος απ’ τους δυο μας ν’ αλλάξει πορεία για τον απλούστατο λόγο πως ό,τι κάναμε ήταν μια αναγκαία, φυσική πράξη, που δεν μας άφηνε περιθώριο γι’ αμφιβολίες. Απ’ την πρώτη στιγμή, δεν υπήρχε χώρος για έρωτες, ενοχές ή σχέδια για το μέλλον. Έτσι, αν δεν μας ανακάλυπταν (ήταν τελείως εξωπραγματικό να μη μας ανακαλύψουν, τόσο ολοκληρωτικά που με είχε απορροφήσει το σεξ μαζί της), η Ιζούμι κι εγώ μπορεί να παραμέναμε για


ένα διάστημα ακόμη όπως ήμασταν, ζευγάρι. Όταν έρχονταν οι καλοκαιρινές διακοπές, θα ήμασταν και πάλι μαζί. Ποιος ξέρει πόσο θα διαρκούσε η φιλία μας. Μετά από μερικά χρόνια όμως ένας απ’ τους δυο μας σίγουρα θα τραβούσε το δρόμο του. Παραήμασταν διαφορετικοί κι ο χρόνος απλώς θα μεγάλωνε τις διαφορές μας. Κοιτάζοντας τώρα προς τα πίσω, μοιάζει ολοφάνερο. Όμως ακόμη κι όταν θα ’φτάνε η ώρα ν’ ακολουθήσει ο καθένας την πορεία του, αν δεν είχα πάει με την ξαδέρφη της μπορεί να είχαμε χωρίσει σαν φίλοι και να προχωρούσαμε στην επόμενη φάση της ζωής μας αλώβητοι. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, αυτό ήταν αδύνατο. Είν’ αλήθεια ότι έβλαψα ανεπανόρθωτα την Ιζούμι. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να καταλάβει κανείς πόσο πολύ πληγώθηκε. Με τους βαθμούς της, θα ήταν παιχνιδάκι για κείνη να μπει στο καλύτερο πανεπιστήμιο, απέτυχε όμως στις εισαγωγικές της εξετάσεις και κατέληξε να φοιτά σ’ ένα μικρό, δευτεροκλασάτο κολέγιο θηλέων. Αφότου έγινε γνωστή η σχέση μου με την ξαδέρφη της, είδα την Ιζούμι μονάχα μια φορά. Μιλήσαμε πολλή ώρα σ’ ένα από τα καφέ που συχνάζαμε. Προσπάθησα να της εξηγήσω τα πάντα όσο μπορούσα πιο ειλικρινά, διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις μου, πασχίζοντας να εκφράσω τα συναισθήματά μου. Αυτό που συνέβη ανάμεσα στην ξαδέρφη σου κι εμένα δεν ήταν προσχεδιασμένο, είπα’ ήταν μια σωματική έλξη που μας πήρε και μας σήκωσε. Ούτε καν ενοχή δεν μ’ άφησε να νιώσω που σε πρόδωσα, όπως θα περίμενες, αφού ό,τι έγινε δεν είχε καμιά σχέση μ’ εμάς. Βέβαια, η Ιζούμι δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήθελα να πω. Και μ’ αποκάλεσε βρομερό ψεύτη. Είχε απόλυτο δίκιο. Είχα πάει με την ξαδέρφη της στα μουλωχτά, πίσω απ’ την πλάτη της. Όχι μονάχα μία ή δύο, αλλά δέκα, είκοσι φορές. Ήταν ξεκάθαρη προδοσία. Και σε τελική ανάλυση, αν το φέρσιμό μου ήταν σωστό, γιατί το έκανα στα κρυφά; Ήθελα να πω το εξής στην Ιζούμι: Ήθελα να χάνω έρωτα με την ξαδέρφη σου’ ήθελα να την πηδήξω μέχρι να χαεί το μυαλό μου χίλιες φορές, σε χάθε πιθανή στάση. Αυτό δεν έχει χαμιά σχέση μ’ εσένα, σ’ αυτό θα ’πρεπε να επιμείνω εξαρχής. Αλλά δεν μπορούσα. Γι’ αυτό είπα τόσα ψέματα κατ’ εξακολούθηση. Βρήκα μια δικαιολογία ν’ ακυρώσω ένα ραντεβού μαζί της, μετά έτρεξα στο Κιότο να πηδήξω την ξαδέρφη της. Το θέμα ήταν ένα: ο ένοχος ήμουν εγώ. Η Ιζούμι έμαθε για μας στα τέλη Ιανουαρίου, λίγο αφότου έκλεισα τα δεκαοχτώ. Το Φεβρουάριο έβαλα πλώρη για τις εισαγωγικές εξετάσεις κι επρόκειτο να μετακομίσω στο Τόκιο στα τέλη Μαρτίου. Πριν φύγω, της τηλεφώνησα, ξανά και ξανά. Αλλά δεν έβγαινε στο τηλέφωνο. Της έγραψα μεγάλα γράμματα, περιμένοντας μάταια να μου απαντήσει. Δεν μπορώ να σηκωθώ και να φύγω έτσι, σκεφτόμουν. Δεν μπορώ απλώς να την αφήσω εδώ. Ήταν-όμως πέρ’ από τις δυνάμεις μου. Η Ιζούμι δεν ήθελε πια καμιά σχέση μαζί μου. Στο τρένο προς το Τόκιο χάζευα αδιάφορα το τοπίο και σκεφτόμουνα για μένα -ν ποιος ήμουν. Κοίταξα τα χέρια μου και το πρόσωπό μου που καθρεφτιζόταν στο τζάμι. Ποιος διάολο είμαι; αναρωτήθηκα. Γ ία πρώτη φορά στη ζωή μου ξεχείλισε από μέσα μου ένα έντονο μίσος για τον εαυτό μου. Πώς μπόρεσα να κάνω αυτό το πράγμα; Ήξερα όμως γιατί. Αν ξαναβρισκόμουν στην ίδια θέση, πάλι το ίδιο θα ’κανα. Ακόμη κι αν χρειαζόταν να πω ψέματα στην Ιζούμι, θα πήγαινα με την ξαδέρφη της. Όσο κι αν πλήγωνα την Ιζούμι, Με πόναγε που το παραδεχόμουν. Ήταν όμως η αλήθεια.


Δεν είχε πληγωθεί μονάχα η Ιζούμι, Είχα πληγώσει βαθιά και τον εαυτό μου, αν και τότε δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο. Αυτή η εμπειρία θα ’πρεπε να μου ’χει μάθει πολλά, καθώς όμως την αναπολώ, καταλήγω σε ένα μόνο, αδιαμφισβήτητο γεγονός: ότι τελικά είμαι κάποιος που μπορεί να κάνει κακό. Ποτέ δεν προσπάθησα συνειδητά να πληγώσω κανέναν, αλλά παρά τις καλές προθέσεις, όταν το απαιτούσαν οι συνθήκες μπορούσα να γίνω εντελώς εγωκεντρικός, ακόμα κι ανελέητος. Ήμουν το είδος του ανθρώπου που μπορεί, με κάποια αληθοφανή δικαιολογία, να καταφέρει και στον πιο κοντινό του ένα πλήγμα που δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Χάρη στο κολέγιο βρέθηκα σε μια νέα πόλη, όπου προσπάθησα, γι’ άλλη μια φορά, να επανεφεύρω τον εαυτό μου. Αν γινόμουν κάποιος άλλος, θα μπορούσα να διορθώσω τα λάθη του παρελθόντος μου. Στην αρχή ήμουν αισιόδοξος: θα τα έβγαζα πέρα. Στο τέλος όμως, όπου κι αν πήγαινα, ήμουν πάντα ο ίδιος. Έκανα ξανά και ξανά τα ίδια λάθη, πλήγωνα τους άλλους κι επιπλέον πλήγωνα και τον εαυτό μου. Είχα μόλις κλείσει τα είκοσι, όταν μου ήρθε η εξής σκέψη: Ίσως έχω χάσει πια την ευκαιρία να γίνω ένας σωστός άνθρωπος. Τα λάθη που είχα διαπράξει μπορεί να μην ήταν παρά ένα μέρος τού ψυχισμού μου, ένα αναπόφευκτο κομμάτι της ύπαρξής μου. Είχα πιάσει πάτο, και το ήξερα. 5 Τα τέσσερα χρόνια του κολεγίου ήταν λίγο ώς πολύ χαμένος χρόνος. Στο πρώτο έτος πήρα μέρος σε μερικές διαδηλώσεις, ακόμη και σε συμπλοκές με την αστυνομία. Βγήκα στους δρόμους με απεργούς φοιτητές και παρευρέθηκα σε πολιτικές συγκεντρώσεις. Γνώρισα έτσι μερικές φλογερές προσωπικότητες, αλλά ποτέ δεν με συγκίνησε η πολιτική. Ένιωθα άβολα σχηματίζοντας ανθρώπινη αλυσίδα με αγνώστους στις διαδηλώσεις,, κι όταν ήταν να πετάξουμε πέτρες στους μπάτσους, αναρωτιόμουν ποιος ήμουν πραγματικά. Αυτό είναι τ’ όνειρό μου; σκεφτόμουν. Δεν μπορούσα να αισθανθώ την απαραίτητη αλληλεγγύη με τους ανθρώπους που ήταν δίπλα μου. Το άρωμα της βίας που πλανιόταν στους δρόμους, τα δυναμικά συνθήματα της εποχής, όλα σύντομα έχασαν το νόημά τους. Κι ο χρόνος που είχα περάσει με την Ιζούμι αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη αξία στο μυαλό μου. Όμως δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Είχα πει αντίο σ’ εκείνο τον κόσμο. Τα περισσότερα μαθήματα ήταν απελπιστικά βαρετά. Κανένα δεν με συγκινούσε. Πολύ σύντομα ήμουν τόσο απασχολημένος με την περιστασιακή δουλειά που είχα πιάσει, που σπάνια μ’ έβλεπαν στο κολέγιο’ από καθαρή τύχη κατάφερα ν’ αποφοιτήσω σε τέσσερα χρόνια. Όταν ήμουν στο πρώτο έτος, είχα μια φιλενάδα με την οποία συζούσαμε για έξι μήνες. Δεν τα πήγαμε όμως καλά. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι έψαχνα στη ζωή μου. Και χωρίς να το καλοκαταλάβω, η εποχή τής πολιτικοποίησης πέρασε. Σαν σημαία που κρέμεται στην άπνοια, η άχρωμη, ανιαρή καθημερινότητα κατάπιε το γιγάντιο κύμα που είχε συνταράξει για λίγο την κοινωνία. Μόλις αποφοίτησα, ένας φίλος με βοήθησε να πιάσω δουλειά στη συντακτική ομάδα ενός εκδοτικού οίκου που ειδικευόταν στα εκπαιδευτικά βιβλία. Κουρεύτηκα, γυάλισα τα παπούτσια μου κι αγόρασα κοστούμι. Δεν ήταν καμιά σπουδαία επιχείρηση, αλλά καθώς σπάνιζαν εκείνο τον καιρό οι δουλειές για τους απόφοιτους φιλολόγους, έπρεπε να βολευτώ μ’ ό,τι μπορούσε να βρεθεί.


Η δουλειά μου ήταν η προσωποποίηση της βαρεμάρας. Το εργασιακό περιβάλλον δεν ήταν άσχημο, αλλά η επιμέλεια σχολικών εγχειριδίων δεν ήταν κι ο καλύτερος τρόπος για να φτιάξει η μέρα μου. Στην αρχή σκέφτηκα: Εντάξει λοιπόν, θα βάλω τα δυνατά μου, θα προσπαθήσω να βρω κάτι ενδιαφέρον σ9 αυτή τη δουλειά’ και για μισό χρόνο δούλεψα όσο πιο σκληρά μπορούσα. Δώσε τον καλύτερό σου εαυτό και κάτι καλό θα βγει, έλεγα. Στο τέλος όμως απελπίστηκα. Όπως κι αν το ’βλεπα το πράγμα, αυτή η δουλειά δεν μου ταίριαζε. Αισθανόμουν το τέλος της ζωής μου να με κοιτάζει στα μάτια. Οι μήνες και τα χρόνια θα κυλούσαν ένα-ένα κι εγώ θα βαριόμουν θανάσιμα. Μου έμεναν τριάντα τρία χρόνια μέχρι τη σύνταξη, να σέρνω καθημερινά τις αλυσίδες μου σ’ ένα γραφείο, κοιτάζοντας τυπογραφικά δοκίμια, μετρώντας αράδες, διορθώνοντας λάθη. Θα παντρευόμουν ένα καλό κορίτσι, θα κάναμε μερικά παιδιά, θα παίρναμε δυο φορές το χρόνο το δώρο η μόνη φωτεινή στιγμή μιας κατά τα άλλα πληκτικής ύπαρξης. Θυμήθηκα τι μου είχε πει κάποτε η Ιζούμι. «Είμαι σίγουρη ότι θα γίνεις ένας υπέροχος άνθρωπος όταν μεγαλώσεις. Έχεις κάτι ξεχωριστό». Ένιωθα έναν πόνο κάθε φορά που το θυμόμουν. Έχω κάτι ξεχωριστό, Ιζούμι; Ξέχνα το. Αλλά τώρα είμαι σίγουρος πως το ξέρεις. Δεν βαριέσαι, όλοι κάνουμε λάθη. Έκανα μηχανικά τη δουλειά που μου ανέθεταν και περνούσα τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζοντας ή ακούγοντας μουσική. Η δουλειά είναι απλώς μια ανιαρή υποχρέωση, κατέληξα, κι όταν δεν θα δουλεύω, θ’ αξιοποιώ το χρόνο μου όσο καλύτερα μπορώ και θα το απολαμβάνω. Έτσι, δεν έβγαινα ποτέ να πιω με συναδέλφους. Όχι ότι δεν τα πήγαινα καλά με τους άλλους. Απλώς δεν έκανα προσπάθεια να γνωριστώ και ν’ αναπτύξω προσωπικές σχέσεις με τους συναδέλφους. Ήμουν αποφασισμένος να διαθέσω τον ελεύθερο χρόνο μου για τον εαυτό μου.. Τέσσερα ή πέντε χρόνια πέρασαν σαν αστραπή. Έκανα διάφορες σχέσεις, καμιά όμως δεν κράτησε. Έβγαινα με κάποια για μερικούς μήνες κι έπειτα άρχιζα να σκέφτομαι: Δεν είν αυτό που ψάχνω. Δεν μπορούσα να βρω σ’ αυτές τις γυναίκες κάτι που να είναι μόνο για μένα. Έκανα έρωτα με μερικές απ’ αυτές, αλλά δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Θεωρούσα αυτή την περίοδο ως το τρίτο στάδιο της ζωής μου τα δώδεκα χρόνια που μεσολάβησαν απ’ την αρχή του κολεγίου μέχρι που έκλεισα τα τριάντα. Χρόνια απογοήτευσης και μοναξιάς. Και σιωπής. Παγωμένα χρόνια, όπου τα αισθήματα βρίσκονταν κλειδωμένα μέσα μου. Αποτραβήχτηκα στον εαυτό μου. Έτρωγα μόνος, έκανα βόλτες μόνος, πήγαινα ζττο κολυμβητήριο μόνος, σε συναυλίες και στον κινηματογράφο μόνος. Δεν ένιωθα πληγωμένος ούτε θλιμμένος. Συχνά σκεφτόμουν τη Σιμαμότο και την Ιζούμι, κι αναρωτιόμουν πού να βρίσκονταν τώρα, τι να έκαναν. Φανταζόμουν ότι μπορεί να είχαν παντρευτεί, να είχαν ακόμη και παιδιά, Θα έδινα τα πάντα για να τις δω, να τους μιλήσω, ας ήταν και για μια ώρα. Με τη Σιμαμότο και την Ιζούμι μπορούσα να είμαι ειλικρινής. Έστυβα το μυαλό μου πώς να ξαναβρώ την Ιζούμι, πώς να ξαναδώ τη Σιμαμότο. Φανταζόμουν πόσο υπέροχα θα ήταν. Όχι ότι έκανα τίποτα για να το πετύχω. Τις είχα χάσει και τις δυο για πάντα. Οι δείκτες του ρολογιού κινούνται προς μία μόνο κατεύθυνση. Άρχισα να μιλάω στον εαυτό μου, να πίνω μόνος τα βράδια. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα παντρευόμουν ποτέ. Δυο χρόνια αφότου άρχισα να δουλεύω, γνώρισα ένα κορίτσι που είχε μια αναπηρία στο πόδι. Κάποιος συνάδελφος είχε κανονίσει να βγούμε έξω παρέα δυο ζευγάρια. «Έχει κάποιο πρόβλημα στο ένα της πόδι», μου είπε διστακτικά. «Είναι όμως χαριτωμένη κι έχει ωραία προσωπικότητα. Είμαι σίγουρος πως θα τη συμπαθήσεις. Ούτε που θα το προσέξεις το πόδι της. Απλώς το σέρνει λιγάκι».


«Κανένα πρόβλημα», απάντησα. Για να είμαι ειλικρινής, αν δεν είχε αναφέρει το πρόβλημα στο πόδι της κοπέλας, θα είχα αρνηθεί. Είχα σιχαθεί τις εξόδους με δυο ζευγαράκια και τα ραντεβού στα τυφλά. Όταν όμως άκουσα για το πόδι της, κατά κάποιον τρόπο δεν μπορούσα να μη δεχτώ. Ούτε που θα το προσέξεις το πόδι της. Απλώς το σέρνει λιγάκι Την κοπέλα την ήξερε η φιλενάδα του συναδέλφου μου. Ήταν φίλες απ’ το Γυμνάσιο. Ήταν. κάπως κοντή, με σεμνό παρουσιαστικό και μια ομορφιά συγκρατημένη, που μου θύμιζε μικρό ζωάκι που ζει βαθιά μες στο δάσος και ξεμυτίζει σπάνια. Πήγαμε οι τέσσερις μας στον κινηματογράφο μια Κυριακή πρωί κι ύστερα για φαγητό. Σχεδόν δεν έβγαλε κουβέντα. Έβαλα τα δυνατά μου να την κάνω ν’ ανοιχτεί, αλλά χωρίς επιτυχία. Απλώς χαμογελούσε. Έπειτα χωριστήκαμε απ’ τους άλλους. Πήγαμε οι δυο μας μια βόλτα στο πάρκο Χιμπίγια, όπου ήπιαμε καφέ. Έσερνε το δεξί της πόδι, όχι το αριστερό όπως η Σιμαμότο. Κι ο τρόπος που το έστριβε ήταν επίσης διαφορετικός. Ενώ η Σιμαμότο στριφογύριζε ελαφρά το πόδι της καθώς προχωρούσε, εκείνη γύριζε λιγάκι τη μύτη στα πλάγια κι έπειτα την έσερνε μπροστά. Παρ’ όλ’ αυτά έμοιαζε πολύ ο τρόπος που περπατούσαν. Φορούσε ένα κόκκινο ζιβάγκο, τζιν παντελόνι και μπότες. Ήταν σχεδόν άβαφτη κι είχε πιάσει τα μαλλιά της αλογοουρά. Αν και μου είπε πως ήταν τελειόφοιτη στο κολέγιο, έδειχνε μικρότερη. Δεν μπορούσα να καταλήξω αν ήταν απλώς ένας ήσυχος και σιωπηλός άνθρωπος ή αν είχε μια νευρικότητα καθώς συναντούσε κάποιον για πρώτη φορά. Μπορεί να μην της ερχόταν κάτι να πει. Όπως και να ’χει, δεν θα χαρακτήριζα την πρώτη μας επαφή ως συνομιλία. Η μόνη πληροφορία που κατάφερα να της αποσπάσω ήταν ότι σπούδαζε φαρμακολογία σ’ ένα ιδιωτικό κολέγιο. «Φαρμακολογία, ε; Έχει καθόλου ενδιαφέρον;» ρώτησα. Βρισκόμασταν σ’ ένα μαγαζί στο πάρκο και πίναμε καφέ. Κοκκίνισε. «Ε, μην κάνεις έτσι», είπα. «Να διορθώνεις σχολικά εγχειρίδια δεν είναι κι η πιο συναρπαστική δουλειά του κόσμου. Ο κόσμος είναι γεμάτος βαρετά πράγματα. Μη σκοτίζεσαι». Έμεινε για λίγο σκεφτική. Τελικά άνοιξε το στόμα της. «Δεν είναι και τόσο ενδιαφέρον. Αλλά οι γονείς μου έχουν φαρμακείο». «Μπορείς να μου μάθεις τίποτα για τη φαρμακολογία; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Τα τελευταία έξι χρόνια δεν θυμάμαι να ήπια ούτε ένα χάπι». «Άρα είσαι πολύ υγιής». «Ούτε καν πονοκέφαλος δεν με πιάνει όταν έχω πιει», είπα. «Σαν παιδί όμως ήμουνα πολύ αρρωστιάρης. Πολλά φάρμακα. Ήμουν μοναχοπαίδι, κι έτσι οι γονείς μου ήταν υπερπροστατευτικοί». Κούνησε το κεφάλι της κι έμεινε να κοιτάζει το φλιτζάνι. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να ξαναμιλήσει. «Η φαρμακολογία δεν έχει τίποτα το συγκλονιστικό», άρχισε να λέει. «Σίγουρα υπάρχουν εκατομμύρια άλλα πράγματα πολύ πιο διασκεδαστικά από το ν’ απομνημονεύεις τα συστατικά διαφόρων φαρμάκων. Δεν είναι ρομαντική, σαν την αστρονομία, ούτε γεμάτη συγκινήσεις, σαν την ιατρική. Έχει ωστόσο κάτι οικείο, κάτι που το αισθάνομαι κοντινό. Κάτι γήινο».


«Καταλαβαίνω», είπα. Τελικά μπορούσε να μιλήσει. Απλώς της έπαιρνε περισσότερο χρόνο ώσπου να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Έχεις αδέρφια;» τη ρώτησα. «Δύο μεγαλύτερα αδέρφια. Ο ένας έχει ήδη παντρευτεί». «Κι εσύ σπουδάζεις φαρμακολογία επειδή θ’ αναλάβεις την οικογενειακή επιχείρηση;» Ξανακοκκίνισε. Κι αυτή τη φορά έμεινε περισσότερο χρόνο σιωπηλή. «Δεν ξέρω. Τα δυο μου αδέρφια έχουν τις δουλειές τους, κι έτσι μπορεί τελικά ν’ αναλάβω εγώ το φαρμακείο. Τίποτα όμως δεν είναι σίγουρο. Αν δεν μου κάνει κέφι, δεν υπάρχει πρόβλημα, είπε ο πατέρας μου. Θα συνεχίσει να το δουλεύει όσο μπορεί και μετά θα το πουλήσει». Κούνησα το κεφάλι και περίμενα να συνεχίσει. «Σκέφτομαι όμως ότι πρέπει να το αναλάβω. Μ’ αυτό το πόδι, δύσκολα θα βρω άλλη δουλειά». Έτσι κουβεντιάσαμε και περάσαμε το απόγευμα μαζί. Με πολλές παύσεις κι αρκετή αναμονή μέχρι να συνεχίσει. Όποτε της έκανα μια ερώτηση, κοκκίνιζε. Ευχαριστήθηκα την κουβέντα μας, πράγμα που μου φάνηκε κατόρθωμα για μένα εκείνη την εποχή. Έτσι όπως καθόμουνα μαζί της στο καφέ, ένιωσα κάτι σαν νοσταλγία να ξεχειλίζει μέσα μου. Άρχισα να νιώθω σαν να την ήξερα σ’ όλη μου τη ζωή. Όχι ότι με τραβούσε. Όχι. Ήταν καλή και περνούσα όμορφα μαζί της. Ήταν χαριτωμένο κορίτσι και, όπως είχε πει ο φίλος μου, πολύ ευχάριστη. Πέρα όμως απ’ όλ’ αυτά τα θετικά, όταν αναρωτήθηκα αν είχε κάτι που θα μπορούσε να με αναστατώσει, να μιλήσει κατευθείαν στην καρδιά μου, η απάντηση ήταν όχι. Τίποτα. Μόνο η Σιμαμότο το είχε αυτό. Και νά με τώρα εκεί, ν’ ακούω αυτό το κορίτσι και να σκέφτομαι όλη την ώρα τη Σιμαμότο. Δεν είχε νόημα, το ήξερα, αλλά έτσι ήταν. Και μόνο που σκεφτόμουν τη Σιμαμότο, έτρεμα ολόκληρος, κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια. Μ’ έπιανε μια έξαψη σαν πυρετός, σαν ν’ άνοιγα μαλακά μια πόρτα βαθιά μέσα μου. Αυτή η έξαψη, αυτή η ανατριχίλα σ’ όλο μου το κορμί, έλειπε όταν περπατούσα στο πάρκο Χιμπίγια μ’ αυτό το χαριτωμένο κορίτσι. Το μόνο που ένιωθα για κείνη ήταν κάποια συμπάθεια, και μια αίσθηση γαλήνης. Το σπίτι της -δηλαδή το φαρμακείοήταν στο Κομπινάτα. Τη συνόδεψα ώς εκεί με το λεωφορείο. Καθίσαμε πλάι πλάι κι εκείνη σχεδόν δεν είπε λέξη. Λίγες μέρες αργότερα, ο φίλος μου απ’ τη δουλειά ήρθε και μου είπε πως το κορίτσι με είχε συμπαθήσει πολύ. Τι θα “λεγες να πηγαίναμε κάπου οι τέσσερις μας στις διακοπές; είπε. Βρήκα κάποια δικαιολογία κι άλλαξα κουβέντα. Όχι πως θα με πείραζε να την ξαναδώ και να μιλήσουμε. Αντίθετα, θα ’θελα να βρεθεί μια ευκαιρία να τα πούμε κάποτε. Κάτω από διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαμε να γίνουμε καλοί φίλοι. Αλλά ξεκίνησε σαν έξοδος με ζευγαράκια, και το θέμα μ’ αυτές τις εξόδους είναι να βρεις σύντροφο. Έτσι, αν της ζητούσα να βγούμε ξανά, θα ήταν σαν ν’ αναλάμβανα μια υποχρέωση. Και το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να την πληγώσω. Έτσι δεν μου έμενε παρά ν’ αρνηθώ. Δεν την ξανάδα ποτέ.


6 Εκείνη την εποχή, άλλη μια γυναίκα με κουτσό πόδι πρωταγωνίστησε σ’ ένα παράξενο επεισόδιο, που το νόημά του ακόμη και τώρα μου διαφεύγει. Ήμουν είκοσι οκτώ χρονών όταν συνέβη. Βρισκόμουν στην εμπορική περιοχή Σιμπούγια, τελευταίες μέρες της χρονιάς, και περπατούσα μόνος μέσα στο εορταστικό πλήθος, όταν πρόσεξα μια γυναίκα που έσερνε το πόδι της ακριβώς όπως η Σιμαμότο. Φορούσε ένα μακρύ κόκκινο παλτό και κρατούσε κάτω απ’ το μπράτσο της μια τσάντα από μαύρο λουστρίνι. Στον αριστερό της καρπό είχε ένα ασημένιο ρολόι, που έμοιαζε πιο πολύ με βραχιόλι. Όλα πάνω της φώναζαν χρήμα. Ήμουν στο απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά μόλις την είδα, βιάστηκα να διασχίσω το δρόμο. Είχε τόσο συνωστισμό, που μ’ έκανε ν’ απορώ από πού μπορεί να είχαν έρθει όλοι αυτοί οι άνθρωποι, γρήγορα όμως κατάφερα να την προλάβω. Λόγω της αναπηρίας της, περπατούσε πολύ αργά, περιστρέφοντας το αριστερό της πόδι καθώς το έσερνε μπροστά, ακριβώς όπως η Σιμαμότο. Δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από τις κομψές καμπύλες των πανέμορφων ποδιών της, έτσι όπως διαγράφονταν μέσ’ από το καλσόν το είδος της κομψότητας που αποκτάται μόνο με μακροχρόνια εξάσκηση. Άρχισα να την ακολουθώ, κρατώντας λίγη από’σταση. Δεν ήταν εύκολο να συγχρονίσω το βηματισμό μου με το δικό της, να διατηρήσω έναν αργό ρυθμό μες στο ξέφρενο πλήθος. Συντόνισα το βάδισμά μου, σταματώντας κάθε τόσο να κοιτάξω κάποια βιτρίνα ή κάνοντας πως ψάχνω τις τσέπες μου. Φορούσε μαύρα δερμάτινα γάντια και κρατούσε μια κόκκινη σακούλα από κάποιο πολυκατάστημα. Παρά τη συννεφιά της χειμωνιάτικης μέρας, φορούσε γυαλιά ηλίου. Από πίσω μπορούσα απλώς να διακρίνω τα όμορφα, καλοχτενισμένα της μαλλιά, που γύριζαν κομψά προς τα έξω στο ύψος των ώμων, και την πλάτη της, τυλιγμένη ζεστά σ’ εκείνο το απαλό κόκκινο παλτό. Βέβαια, αν ήθελα πραγματικά να δω μήπως ήταν η Σιμαμότο, θα μπορούσα να την προσπεράσω και να την κοιτάξω με την ησυχία μου. Αλλά τι θα γινόταν αν ήταν η Σιμαμότο; Τι έπρεπε να της πω και πώς έπρεπε να φερθώ; Κατ’ αρχήν, μπορεί να μη με θυμόταν καν. Χρειαζόμουν χρόνο για ν’ ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου. Πήρα μερικές βαθιές ανάσες για να καθαρίσει το μυαλό μου. Προσέχοντας να μένω πάντα πίσω της, την ακολούθησα γι’ αρκετή ώρα. Δεν γύρισε ούτε μια φορά πίσω και δεν σταμάτησε πουθενά. Δεν κοίταζε καν γύρω της. Έδινε την εντύπωση πως είχε κάπου να πάει κι ήταν αποφασισμένη να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όπως κι η Σιμαμότο, περπατούσε με την πλάτη στητή και το κεφάλι ψηλά. Κοιτάζοντάς την απ’ τη μέση και πάνω, κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να υποπτευθεί πως είχε κάποιο πρόβλημα με το πόδι της. Απλώς περπατούσε λίγο πιο αργά απ’ τους άλλους. Όσο την κοίταζα, τόσο μου θύμιζε τη Σιμαμότο. Αν δεν ήταν η Σιμαμότο, πρέπει να ήταν η δίδυμη αδερφή της. Η γυναίκα έστριψε μέσα στο πλήθος μπροστά από το σταθμό Σιμπούγια κι άρχισε ν’ ανεβαίνει προς την περιοχή Αογιάμα. Η ανηφόρα την έκανε να πηγαίνει ακόμη πιο αργά. Παρ’ όλ’ αυτά κάλυψε αρκετά μεγάλη απόσταση τόση, που αναρωτήθηκα γιατί δεν πήρε ταξί. Ακόμη και για κάποιον χωρίς πρόβλημα στο πόδι, ήταν πολύς ο δρόμος. Ωστόσο συνέχισε να προχωράει, σέρνοντας το πόδι της, κι εγώ ακολουθούσα από διακριτική από-στάση. Τίποτα, σε καμιά βιτρίνα, δεν τράβηξε το βλέμμα της. ‘Αλλαξε μερικές φορές την τσάντα της και τη σακούλα με τα ψώνια απ’ το δεξί στο αριστερό χέρι, αλλά πέρ’ απ’ αυτό συνέχισε να περπατάει, με τον ίδιο πάντα ρυθμό στο βήμα. Τελικά άφησε τον πολυσύχναστο κεντρικό δρόμο. Φαινόταν να ξέρει καλά την περιοχή. Ελάχιστα πιο κει από την πολύβουη εμπορική συνοικία έμπαινες σ’ έναν ήσυχο δρόμο με σπίτια. Την


ακολούθησα, παίρνοντας ακόμη μεγαλύτερες προφυλάξεις για να μη με καταλάβει τώρα που αραίωσε ο κόσμος. ‘ Πρέπει να την ακολουθούσα σαράντα λεπτά. Φτάσαμε στο τέλος του απόκεντρου δρόμου, στρίψαμε πολλές φορές και ξαναβγήκαμε στον κεντρικό δρόμο. Όμως εκείνη δεν ενώθηκε με το ρεύμα των περαστικών. Αντίθετα, σαν να το είχε προσχεδιάσει, μπήκε κατευθείαν σ’ ένα καφέ, που πουλούσε επίσης κέικ και γλυκά. Άφησα να περάσει ένα δεκάλεπτο, σουλατσάροντας πέρα δώθε, κι έπειτα μπήκα κι εγώ μέσα. Στο μαγαζί έκανε αποπνικτική ζέστη, κι όμως εκείνη είχε καθίσει με την πλάτη προς την πόρτα, χωρίς να βγάλει το βαρύ παλτό της. Το κόκκινο παλτό της ξεχο>ριζε. Κάθισα στο πιο απομακρυσμένο απ’ την είσοδο τραπέζι και παράγγειλα καφέ. Πήρα μια εφημερίδα που ήταν πάνω στο τραπέζι και, παριστάνοντας πως διαβάζω, παρακολουθούσα τι έκανε. Στο τραπέζι της είχε ένα φλιτζάνι καφέ, όμως όλη την ώρα που την παρατηρούσα δεν το άγγιξε. Κάποια στιγμή έβγαλε ένα τσιγάρο απ’ την τσάντα της και το άναψε μ’ ένα χρυσό αναπτήρα, όμως εκτός απ’ αυτό απλώς καθόταν εκεί, ακίνητη, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Μπορεί να κάθισε λίγο να ξεκουραστεί, ή μπορεί να ήταν βυθισμένη σε σκέψεις για κάποιο σοβαρό ζήτημα. Ρουφώντας τον καφέ μου, διάβασα το ίδιο άρθρο καμιά δεκαριά φορές. Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκε απότομα και ήρθε κατευθείαν προς το μέρος μου. Έγινε τόσο ξαφνικά, που ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει. Δεν ερχόταν όμως σ’ εμένα. Προσπέρασε το τραπέζι μου και πήγε στο τηλέφωνο. Έριξε μέσα μερικά κέρματα και σχημάτισε κάποιον αριθμό. Το τηλέφωνο δεν ήταν μακριά από κει που καθόμουν, αλλά μες στο θόρυβο απ’ τις συζητήσεις κι απ’ τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που έπαιζαν δυνατά τα ηχεία, δεν μπορούσα ν’ ακούσω τι έλεγε. Μίλησε αρκετή ώρα. Ο καφές της, ανέγγιχτος, κρύωνε. Όταν πέρασε δίπλα μου, μπόρεσα να δω το πρόσωπό της από μπροστά, αλλά και πάλι δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος πως ήταν η Σιμαμότο. Είχε έντονο μακιγιάζ, ενώ τα γυαλιά ηλίου τής έκρυβαν το μισό πρόσωπο. Είχε περάσει με έντονο μολύβι τα φρύδια της, και τα λεπτά της χείλη που διαγράφονταν ζωηρά ήταν σφιγμένα. Το πρόσωπό της μου θύμιζε τη Σιμαμότο όταν ήταν κορίτσι, αν όμως μου έλεγε κάποιος ότι δεν ήταν αυτή, θα τον πίστευα. Άλλωστε την τελευταία φορά που είχα δει τη Σιμαμότο ήμασταν κι οι δυο δώδεκα χρονών, κι από τότε είχαν περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Το μόνο σίγουρο ήταν πως επρόκειτο για μια ελκυστική νέα γυναίκα γύρω στα τριάντα, με ακριβό ντύσιμο. Κι είχε ένα πρόβλημα στο πόδι. Είχα γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Το μπλουζάκι μου είχε μουλιάσει. Έβγαλα το παλτό μου και παράγγειλα κι άλλο καφέ. Τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνεις; ρώτησα τον εαυτό μου. Είχα χάσει τα γάντια μου κι είχα βγει στη Σιμπούγια ν’ αγοράσω άλλα. Όμως από τη στιγμή που είδα αυτή τη γυναίκα, την ακολουθούσα σαν τρελός. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα πήγαιναν κατευθείαν και θα της έλεγαν: Με συγχωρείτε, είστε η δεσποινίς Σιμαμότο; Εγώ όμως όχι. Δεν είπα τίποτα και την ακολούθησα. Κι είχα φτάσει τελικά σ ένα σημείο απ’ όπου δεν υπήρχε γυρισμός. Όταν τέλειωσε το τηλεφώνημά της, η γυναίκα γύρισε στη θέση της. Όπως και πριν, κάθισε με την πλάτη γυρισμένη σ’ εμένα, χαζεύοντας έξω την κίνηση. Η σερβιτόρα ήρθε και’τη ρώτησε αν μπορούσε να πάρει τον καφέ της που είχε κρυώσει. Δεν άκουσα, αλλά νομίζω πως αυτό πρέπει να της είπε. Η γυναίκα γύρισε κι έκανε ναι με το κεφάλι. Και, απ’ ό,τι φαίνεται, παράγγειλε άλλο καφέ. Όταν ήρθε όμως, και πάλι δεν τον άγγιξε. Εγώ συνέχιζα να ρίχνω ματιές στην εφημερίδα. Εκείνη


σήκωνε κάθε τόσο το χέρι να δει την ώρα στο ασημένιο ρολόι της, σαν να περίμενε κάποιον ανυπόμονα. Αυτή μπορεί να είναι η τελευταία μου ευκαιρία, είπα στον εαυτό μου. Αν εμφανιστεί εκείνος που περιμένει, δεν θα μπορέσω να της μιλήσω. Παρέμεινα όμως καρφωμένος στην καρέκλα μου. Εντάξει, καθησύχασα τον εαυτό μου. Εντάξει, δεν υπάρχει λόγος να βιαστώ. Γ ία δεκαπέντε-είκοσι λεπτά δεν έγινε τίποτα. Εκείνη συνέχιζε να χαζεύει την κίνηση έξω στο δρόμο. Ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, σηκώθηκε αθόρυβα, έβαλε την τσάντα κάτω απ’ το μπράτσο της και πήρε τη σακούλα στο άλλο χέρι. Προφανώς είχε βαρεθεί να περιμένει. Ή μπορεί να μην περίμενε κανέναν, τελικά. Την παρατηρούσα καθώς πλήρωνε το λογαριασμό και βγήκε από το καφέ, ύστερα σηκώθηκα βιαστικά, πλήρωσα το δικό μου λογαριασμό κι έτρεξα πίσω της. Μπορούσα να διακρίνω το κόκκινο παλτό της ν’ ανοίγει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. Την ακολούθησα κάνοντας ελιγμούς μέσα στον κόσμο. Με το χέρι σηκωμένο, έψαχνε ταξί. Τελικά κάποιο της αναβόσβησε τα φώτα και σταμάτησε κοντά στο πεζοδρόμιο. Πρέπει να τη φωνάζω, σκέφτηκα. Αν μπει στο ταξί, τέλειωσαν όλα. Καθώς όμως πήγα να προχωρήσω, κάποιος μου άρπαξε το μπράτσο. Η δυνατή λαβή του μου ’κόψε την ανάσα. Δεν με πόνεσε, αλλά μ’ έσφιξε τόσο δυνατά, που πνίγηκα. Γύρισα και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα μεσήλικα που με κοιτούσε κατάματα. Ο άντρας ήταν πέντ’-έξι πόντους πιο κοντός από μένα, αλλά πολύ σωματώδης. Γύρω στα σαράντα πέντε, μάντεψα. Φορούσε σκούρο γκρι παλτό κι ένα κασμιρένιο κασκόλ, που και τα δυο φαίνονταν πανάκριβα. Είχε καλοφτιαγμένη χωρίστρα και φορούσε γυαλιά με σκελετό από ταρταρούγα σε μοντέρνο σχέδιο. Εμφανώς αθλητικός τύπος, με ωραίο μαύρισμα. Μπορεί να έκανε σκι, σκέφτηκα. Ή τένις. Θυμήθηκα ότι ο πατέρας τής Ιζούμι, που αγαπούσε το τένις, είχε ακριβώς το ίδιο μαύρισμα. Ο άνθρωπος έμοιαζε με στέλεχος κάποιας επιτυχημένης εταιρείας, ή μάλλον με υψηλόβαθμο δημόσιο υπάλληλο. Το ’βλεπες στα μάτια του. Ήταν τα μάτια ανθρώπου που έχει συνηθίσει να δίνει εντολές. «Θα ήθελες έναν καφέ;» ρώτησε ήρεμα. Ακολούθησα τη γυναίκα με το βλέμμα. Καθώς έσκυβε να μπει στο ταξί, κοίταξε μέσ’ απ’ τα γυαλιά της προς το μέρος μας. Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Η πόρτα του ταξί έκλεισε κι εκείνη χάθηκε από μπροστά μου, αφήνοντάς με μόνο μ’ αυτό τον άγνωστο μεσήλικα. «Δεν θα σε απασχολήσω πολύ», είπε ο άντρας στον ίδιο ήρεμο τόνο. Δεν ήταν ούτε θυμωμένος ούτε νευρικός. Συνέχιζε να μου σφίγγει με δύναμη το μπράτσο, σαν να κρατούσε ανοιχτή μια πόρτα για κάποιον. «Πάμε να πιούμε έναν καφέ και να μιλήσουμε». Θα μπορούσα να σηκωθώ και να φύγω. Δεν έχω καμιά όρεξη να πιω καφέ και δεν έχουμε τίποτα να πούμε. Πρώτ’ απ’ όλα, δεν ξέρω ποιος είσαι, κι επιπλέον βιάζομαι λυπάμαι, θα μπορούσα να του πω. Αλλά δεν είπα τίποτα κι απλώς τον κοίταζα επίμονα. Τελικά έγνεψα καταφατικά κι έκανα όπως είπε, τον ακολούθησα ξανά πίσω στο καφέ. Μπορεί κάτι να με φόβισε σ’ αυτή την ατσάλινη λαβή. Ένιωθα μια παράξενα ακλόνητη δύναμη μέσα της. Η λαβή του, περισσότερο μηχανική παρά ανθρώπινη, ήταν τέλεια, δεν χαλάρωσε στιγμή. Αν αρνιόμουνα την πρότασή του, τι θα μου έκανε; Δεν μπορούσα να φανταστώ. Αλλά όσο φοβισμένος ήμουν, άλλο τόσο ήμουν περίεργος. Ήθελα ν’ ανακαλύψω τι μπορεί να ήθελε να κουβεντιάσουμε. Μπορεί αυτό να οδηγούσε σε κάποιες πληροφορίες σχετικά με τη γυναίκα.


Τώρα που εκείνη είχε εξαφανιστεί, αυτός ο άντρας μπορεί να ήταν ο μόνος κρίκος που με συνέδεε μαζί της. Εξάλλου δεν επρόκειτο να με σπάσει στο ξύλο μέσα σ’ ένα καφέ, έτσι δεν είναι; Καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι ο ένας απέναντι στον άλλο. Μέχρι να έρθει η σερβιτόρα, δεν είπαμε κουβέντα. Απλώς καθόμασταν και κοιταζόμασταν. Ο άντρας παράγγειλε δυο καφέδες. «Θα μπορούσα να μάθω για ποιο λόγο την ακολουθούσες τόση ώρα;» με ρώτησε ευγενικά. Δεν ήξερα τι να πω. Με ανέκφραστα μάτια, με κοίταξε επίμονα αρκετή ώρα. «Ξέρω πως την ακολουθούσες σ’ όλη τη διαδρομή από τη Σιμπούγια», είπε. «Παραείναι μεγάλη απόσταση για να μη σε πάρουν χαμπάρι». Δεν απάντησα. Εκείνη είχε καταλάβει πως την ακολουθούσα, μπήκε στο καφέ και τηλεφώνησε σ’ αυτό τον άνθρωπο. «Αν δεν θες να μιλήσεις, καλώς. Ξέρω τι συμβαίνει χωρίς να χρειάζεται να μου πεις». Ίσως είχε τσαντιστεί, αλλά δεν μπορούσες να το καταλάβεις από τον ευγενικό, ήρεμο τρόπο που μιλούσε. «Υπάρχουν διάφορες επιλογές», είπε ο άντρας. «Δεν αστειεύομαι. Πίστεψέ με, ό,τι θέλω να κάνω, μπορώ να το κάνω». Ύστερα σώπασε και συνέχισε να με κοιτάζει. Σαν να ήθελε να μου δώσει να καταλάβω ότι δεν χρειαζόταν καμιά εξήγηση, αφού είχε τον έλεγχο της κατάστασης. Και πάλι δεν είπα τίποτα. «Όμως δεν θέλω να παραφερθώ. Δεν θέλω να δημιουργήσω σκηνή. Με καταλαβαίνεις; Πρώτη και τελευταία φορά», είπε. Σήκωσε το δεξί του χέρι, που το είχε ακουμπισμένο στο τραπέζι, το έβαλε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του κι έβγαλε έναν άσπρο φάκελο. Στο μεταξύ, το αριστερό του χέρι παρέμενε στο τραπέζι. Ήταν ένας συνηθισμένος λευκός φάκελος, τίποτα το ιδιαίτερο. «Πάρε αυτό και μην πεις κουβέντα. Ξέρω ότι κάποιος σ’ έβαλε να το κάνεις και θέλω να τακτοποιήσουμε το θέμα φιλικά. Δεν θα πεις λέξη για ό,τι συνέβη. Δεν σου συνέβη τίποτα το ιδιαίτερο σήμερα, και δεν με συνάντησες ποτέ. Κατάλαβες; Αν ανακαλύψω ποτέ ότι σου ξέφυγε οτιδήποτε, να είσαι σίγουρος ότι θα σε βρω και θα τακτοποιήσω το ζήτημα. Γι’ αυτό, θα ’θελα να ξεχάσεις πως την ακολούθησες. Κανένας απ’ τους δυο μας δεν θέλει προβλήματα. Σωστά;» Ο άντρας άφησε το φάκελο μπροστά μου και σηκώθηκε. Άρπαξε το λογαριασμό, πλήρωσε στο ταμείο και βγήκε αποφασιστικά απ’ το καφέ. Έμεινα αποσβολωμένος. Τελικά πήρα το φάκελο απ’ το τραπέζι και κοίταξα μέσα. Υπήρχαν δέκα χαρτονομίσματα των δέκα χιλιάδων γιεν. Ολοκαίνουργια, κολλαριστά δεκαχίλιαρα. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Έχωσα το φάκελο στην τσέπη κι έφυγα απ’ το μαγαζί. Κοίταξα τριγύρω, να σιγουρευτώ ότι ο άνθρωπος δεν ήταν εκεί, κι έπειτα σταμάτησα ένα ταξί και γύρισα στη Σιμπούγια, απ’ όπου άρχισε αυτή η ατυχής περιπέτεια. Πέρασαν χρόνια από τότε κι εγώ είχα ακόμη το φάκελο με τα χρήματα. Χωρίς να τον ξανανοίξω ποτέ, τον είχα χώσει σ’ ένα συρτάρι του γραφείου μου. Τις νύχτες που δεν μου κολλούσε ύπνος, έβλεπα συχνά το πρόσωπο εκείνου του ανθρώπου. Αναδυόταν ολοκάθαρα στο μυαλό μου σαν δυσοίωνο προαίσθημα. Ποιος στην οργή ήταν τελικά; Κι αυτή η γυναίκα ήταν η Σιμαμότο; Είχα σκαρφιστεί διάφορες θεωρίες. Ήταν ένας άλυτος γρίφος. Απέρριπτα την μια υπόθεση μετά την άλλη. Η πιο πειστική εξήγηση ήταν πως αυτός ο άντρας ήταν εραστής της γυναίκας, ο οποίος νόμισε πως ήμουν κάποιος ντετέκτιβ που προσέλαβε ο σύζυγός της για να μάθει τις κινήσεις της. Και μου


έδωσε τα χρήματα για να εξαγοράσει τη σιωπή μου. Ίσως πίστευαν πως τους είχα δει να βγαίνουν μαζί από κάποιο ξενοδοχείο όπου είχαν ραντεβού. Έμοιαζε λογική εξήγηση. Και πάλι όμως, κάτι μέσα μου έλεγε όχι. Υπήρχαν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Είχε πει ότι μπορούσε να μου κάνει ό,τι ήθελε, αλλά τι εννοούσε μ’ αυτό; Πώς είχε καταφέρει να με ακινητοποιήσει έτσι ξαφνικά; Αν η γυναίκα είχε καταλάβει πως την ακολουθούσα, γιατί δεν σταμάτησε ένα ταξί; Θα μπορούσε να με κάνει να τη χάσω πολύ εύκολα. Κι αυτός ο άνθρωπος, χωρίς να ξέρει ποιος ήμουν πραγματικά, γιατί μου έδωσ’ ένα φάκελο με τόσα λεφτά; Παρέμενε αίνιγμα. Μερικές φορές σκεφτόμουν πως ήταν μια παραίσθηση, μια φαντασίωση, απ’ την αρχή ώς το τέλος, που είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου. Ή ίσως ένα πολύ μεγάλο, πολύ αληθινό όνειρο που το είχα κάπως μπερδέψει με την πραγματικότητα. Κι όμως συνέβη. Μες στο συρτάρι του γραφείου μου υπήρχε ένας λευκός φάκελος με δέκα δεκαχίλιαρα, απόδειξη πως δεν τ’ ονειρεύτηκα. Συνέβη πραγματικά. Μερικές φορές βγάζω το φάκελο πάνω στο γραφείο μου και τον κοιτάζω. Ναι, συνέβη πραγματικά. 7 Παντρεύτηκα στα τριάντα μου. Γνώρισα τη γυναίκα μου ένα καλοκαίρι που ταξίδευα μόνος. Ήταν πέντε χρόνια μικρότερή μου. Περπατούσα σ’ ένα δρόμο στην εξοχή, όταν ξαφνικά άρχισε να βρέχει. Έτρεξα να βρω καταφύγιο να γλιτώσω απ’ την μπόρα, κι εκείνη με μια φίλη της βρίσκονταν ήδη στο ίδιο μέρος. Ήμασταν και οι τρεις βρεγμένοι ώς το κόκαλο και πιάσαμε την κουβέντα, περιμένοντας να σταματήσει η βροχή. Αν δεν είχε βρέξει τότε, αν είχα πάρει μαζί μου ομπρέλα (πράγμα πολύ πιθανό, μιας και είχα προβληματιστεί σοβαρά αν έπρεπε να την πάρω πριν φύγω απ’ το ξενοδοχείο μου), δεν θα την είχα γνωρίσει ποτέ. Κι αν δεν την είχα γνωρίσει, θα δούλευα ακόμη σαν το σκλάβο στον εκδοτικό οίκο, θα ’κοβα βόλτες μόνος τα βράδια στο διαμέρισμά μου, πίνοντας και παραμιλώντας. Αυτό με κάνει να συνειδητοποιώ πόσο περιορισμένες δυνατότητες έχουμε. Η Γιουκίκο κι εγώ νιώσαμε μια έλξη ο ένας για τον άλλο απ’ την πρώτη στιγμή, Η φίλη της ήταν πολύ πιο όμορφη, αλλά δεν είχα μάτια παρά για τη Γιουκίκο. Μια παράλογα δυνατή έλξη μας έφερε κοντά’ είχα σχεδόν ξεχάσει πώς είναι να νιώθεις αυτού του είδους το μαγνητισμό. Ζούσε κι εκείνη στο Τόκιο, κι έτσι μόλις γυρίσαμε αρχίσαμε να συναντιόμαστε. Όσο περισσότερο την έβλεπα τόσο περισσότερο μου άρεσε. Ήταν μια συνηθισμένη κοπέλα, τουλάχιστον όχι ο τύπος της γυναίκας που τραβάει παντού τα βλέμματα των αντρών. Υπήρχε όμως κάτι στο πρόσωπό της που προοριζόταν μόνο για μένα. Κάθε φορά που βρισκόμασταν, την κοιτούσα καλά καλά για πολλή ώρα. Και μου άρεσε πολύ αυτό που έβλεπα. «Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» ρωτούσε. ((Γιατί είσαι όμορφη», απαντούσα. «Είσαι ο πρώτος που το λέει». «Είμαι ο μόνος που ξέρει», της έλεγα. «Και πίστεψέ με, ξέρω». Στην αρχή δεν με πίστευε. Σύντομα όμως με πίστεψε. Πηγαίναμε σε κάποιο ήσυχο μέρος και συζητούσαμε. Μπορούσα να της μιλήσω για όλα, ανοιχτά,


χωρίς περιορισμούς. Ένιωθα το βάρος απ’ όλα όσα είχα χάσει τα τελευταία δέκα χρόνια, όλ’ αυτά τα χαμένα χρόνια, να με καταπλακώνει. Πριν να είναι πολύ αργά, έπρεπε να ξανακερδίσω μερικά. Κρατώντας αγκαλιά τη Γιουκίκο, ένιωθα να με διαπερνάει μια νοσταλγική, ξεχασμένη ανατριχίλα. Μόλις χωρίζαμε, ένιωθα πάλι χαμένος. Η μοναξιά με πονούσε, η σιωπή με είχε εξουθενώσει. Μια βδομάδα πριν από τα τριακοστά μου γενέθλια, κι ενώ ήμασταν ήδη τρεις μήνες μαζί, της έκανα πρόταση γάμου. Ο πατέρας της ήταν πρόεδρος σε μια μεσαίου μεγέθους ‘κατασκευαστική εταιρεία ένας φοβερός τύπος. Δεν είχε καν τελειώσει το σχολείο, κι όμως ήταν πετυχημένος αν και αρκετά επιθετικός για τα γούστα μου. Κι όμως μ’ εντυπωσίαζε ο τρόπος που έβλεπε τη ζωή. Δεν είχα ξαναγνωρίσει τέτοιο άνθρωπο. Κυκλοφορούσε στο Τόκιο με τη Mercedes του κι είχε σοφέρ, αλλά ποτέ δεν ήταν σνομπ. Όταν πήγα να τον συναντήσω για να ζητήσω το χέρι της κόρης του, είπε απλώς: «Δεν είστε πια παιδιά, οπότε αν θέλετε ο ένας τον άλλο, είναι δικό σας θέμα». Δεν ήμουν κανένα κελεπούρι, ήμουν ένα τίποτα που εργαζόταν σ’ ένα τίποτα, αυτό όμως δεν τον ενοχλούσε. Η Γιουκίκο είχε ένα μεγαλύτερο αδερφό και μια μικρότερη αδερφή. Ο αδερφός της ήταν αντιπρόεδρος της κατασκευαστικής εταιρείας κι επρόκειτο ν’ αναλάβει την επιχείρηση. Δεν ήταν κακός τύπος, αλλά τον επισκίαζε ο πατέρας του. Από τα τρία παιδιά, η μικρότερη αδερφή, φοιτήτρια ακόμη, ήταν η πιο κοινωνική· είχε συνηθίσει να γίνεται το δικό της. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή μπορεί να γινόταν καλύτερη πρόεδρος απ’ τον αδερφό της. Περίπου έξι μήνες αφότου παντρευτήκαμε, ο πατέρας της Γιουκίκο ζήτησε να με δει. Είχε ακούσει από τη γυναίκα μου ότι δεν ήμουν και τόσο ευχαριστημένος απ’ την εργασία μου στον εκδοτικό οίκο κι ήθελε να μάθει αν σχεδίαζα ν’ αλλάξω δουλειά. «Δεν έχω πρόβλημα να παραιτηθώ», είπα. «Το πρόβλημα είναι τι θα κάνω μετά». «Πώς θα σου φαινόταν να δουλέψεις για μένα;» ρώτησε. «Θα σου βγάζω το λάδι, αλλά θα πληρώνεσαι καλά». «Εντάξει, ξέρω ότι δεν είμαι φτιαγμένος για επιμελητής βιβλίων, αλλά τ’ όνειρό μου δεν είναι ούτε να δουλέψω σε κατασκευαστική εταιρεία», είπα με ειλικρίνεια. «Εκτιμώ την προσφορά, αλλ’ από τη στιγμή που δεν μ’ ενδιαφέρει η δουλειά, δεν θα ’χουμε καλά ξεμπερδέματα». «Μάλλον έχεις δίκιο. Δεν πρέπει να πιέζουμε τους άλλους να κάνουν κάτι που δεν θέλουν», απάντησε. Φαίνεται ότι περίμενε αυτή την αντίδραση. Πίναμε το ποτό μας. Ο γιος του σπάνια έβαζε στο στόμα του αλκοόλ, οπότε μερικές φορές πίναμε παρέα ένα ποτό. .«Με την ευκαιρία, η εταιρεία μου έχει ένα κτήριο στην Αογιάμα. Είναι υπό κατασκευή και τελειώνει τον άλλο μήνα. Βρίσκεται σε καλό μέρος και θα γίνει καταπληκτικό. Η περιοχή δεν είναι και τόσο της μόδας, αλλά θα πάρει τα πάνω της. Σκεφτόμουν μήπως σ’ ενδιέφερε ν’ ανοίξεις κάποιο μαγαζί εκεί. Είναι ιδιοκτησία της εταιρείας, γι’ αυτό θα πρέπει να μάθουμε τις τρέχουσες τιμές όσον αφορά τον αέρα και το νοίκι, αν -όμως θες πράγματι να κάνεις μια προσπάθεια, μπορώ να σου δανείσω όποιο ποσό κι αν χρειαστείς». Άρχισα να το σκέφτομαι. Δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Έτσι κατέληξα ν’ ανοίξω ένα τζαζ μπαρ πολυτελείας στο ισόγειο ενός ολοκαίνουργιου κτηρίου στην


Αογιάμα. Είχα δουλέψει σε μπαρ στα φοιτητικά μου χρόνια κι ήμουν εξοικειωμένος με τα μυστικά της δουλειάς τι ποτά και φαγητά πρέπει να σερβίρεις, η μουσική και η ατμόσφαιρα του μαγαζιού, το είδος της πελατείας στην οποία απευθύνεσαι, και τα λοιπά. Την εσωτερική διαμόρφωση του χώρου ανέλαβε η εταιρεία του πεθερού μου. Ανέθεσε την εργασία στους καλύτερους διακοσμητές. Περιέργως, ζήτησαν μια πολύ λογική τιμή κι όταν τελείωσε το μαγαζί ήταν χάρμα οφθαλμών. Η επιτυχία του μπαρ ξεπέρασε και τα πιο τρελά μου όνειρα και δύο χρόνια αργότερα άνοιξα κι ένα δεύτερο, πάλι στην Αογιάμα. Αυτό ήταν μεγαλύτερο κι εμφανιζόταν εκεί κι ένα συγκρότημα τζαζ, ένα τρίο. Μου πήρε πολύ χρόνο και προσπάθεια, για να μη μιλήσω για τα λεφτά, αλλά τελικά κατάφερα να φτιάξω ένα ξεχωριστό και δημοφιλές κλαμπ. Είχα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που μου δόθηκε κάνοντας προσεκτικές κινήσεις κι ένιωθα ότι μπορούσα πια να πάρω μια ανάσα. Διόλου συμπτωματικά, την ίδια εποχή γεννήθηκε και το πρώτο μας παιδί ένα κοριτσάκι. Στην αρχή βοηθούσα πίσω από την μπάρα, φτιάχνοντας κοκτέιλ, αφότου όμως άνοιξα το δεύτερο μαγαζί, με απορρόφησε το επιχειρηματικό κομμάτι. Έπρεπε να σιγουρευτώ ότι όλα κυλούσαν ομαλά οι διαπραγματεύσεις με τους προμηθευτές, η επιλογή του προσωπικού, τα λογιστικά. Αν και άσχετος, ασχολήθηκα ακόμη και με το μενού. Και προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν τα πήγα καθόλου άσχημα. Μου άρεσε η διαδικασία να ξεκινάω απ’ το μηδέν, να δημιουργώ κάτι και να το τελειοποιώ. Ήταν το μπαρ μου, ο δικός μου μικρόκοσμος. Μπορεί κανείς να πάρει τόση ικανοποίηση διορθώνοντας σχολικά βιβλία; Σε καμιά περίπτωση. Τα πρωινά έκανα κάθε λογής αγγαρείες, ενώ τα βράδια περνούσα από τα δύο μπαρ, τσεκάροντας τη γεύση των κοκτέιλ, παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των πελατών, ελέγχοντας αν οι εργαζόμενοι ήταν εντάξει στη δουλειά τους. Και άκουγα μουσική. Κάθε μήνα ξεπλήρωνα κι ένα μέρος του χρέους μου προς τον πεθερό μου’ ακόμη κι έτσι, μου περίσσευαν πολλά λεφτά, Η Γιούκίκο κι εγώ αγοράσαμε ένα τεσσάρι διαμέρισμα στην Αογιάμα και μια BMW 320. Και κάναμε και δεύτερο παιδί. Χωρίς να το καλοκαταλάβω, είχα γίνει πατέρας δυο μικρών κοριτσιών. Στα τριάντα έξι μου αγόρασα ένα μικρό εξοχικό στο Χακόνε κι ένα κόκκινο Jeep Cherokee στη Γιουκίκο για τα ψώνια και τις μετακινήσεις της με τα παιδιά. Θα μπορούσα ν’ ανοίξω και τρίτο μαγαζί με τα λεφτά που έβγαζα, αλλά δεν σκόπευα ν’ ανοιχτώ κι άλλο. Να φέρνω σε λογαριασμό τα πάντα για τα δύο μπαρ, μου ήταν αρκετό’ οι επιπλέον ευθύνες θα μ’ εξαντλούσαν. Ήδη αφιέρωνα τον περισσότερο χρόνο μου στη δουλειά. Το συζήτησα με τον πεθερό μου και μου πρότεινε να επενδύσω ό,τι μου περίσσευε σε μετοχές και ακίνητα. Ούτε χρόνο θέλει ούτε κόπο, έλεγε. Δεν είχα όμως την παραμικρή ιδέα για το χρηματιστήριο ή την κτηματαγορά. «Άσ’ το σ’ εμένα», είπε. «Αν κάνεις ό,τι σου λέω, όλα θα πάνε καλά. Πρέπει να ξέρεις τα “κόλπα” σ’ αυτά τα πράγματα». Έτσι επένδυσα τα λεφτά μου σύμφωνα με τις οδηγίες του. Και πραγματικά, πολύ σύντομα είχα κάνει μια μικρή περιουσία. «Είδες τι σου ’λεγα;» με ρώτησε. «Πρέπει να ξέρεις τα “κόλπα” στις επενδύσεις. Κι εκατό χρόνια να δουλέψεις σε μια εταιρεία, πάλι δεν θα βγάλεις τόσα. Γ ία να πετύχεις, χρειάζεται τύχη και μυαλό. Αυτά είναι τα βασικά. Αλλά δεν φτάνουν. Πρέπει να ’χεις και κεφάλαιο. Χωρίς κεφάλαιο, τα χέρια σου είναι δεμένα. Πάνω απ’ όλα όμως πρέπει να ξέρεις τα “κόλπα”. Με τ’ άλλα μονάχα δεν πας πουθενά». «Φαντάζομαι πως έχεις δίκιο», είπα. Καταλάβαινα πού το πήγαινε. Τα «κόλπα» που έλεγε ήταν το σύστημα που είχε δημιουργήσει. Ένα σταθερό, περίπλοκο σύστημα που γεννούσε αμύθητα κεφάλαια χάρη στο χτίσιμο ενός αχανούς δικτύου γνωριμιών, τη συλλογή ζωτικών πληροφοριών και


τις αντίστοιχες επενδύσεις. Ξεγλιστρώντας απ’ τα δίχτυα των νόμων και της φορολογίας, αλλάζοντας διαρκώς μορφή, τα κέρδη γιγαντώνονταν πέρ’ από κάθε προσδοκία. Αν δεν είχα γνωρίσει τον πεθερό μου, θα διόρθωνα ακόμη βιβλία. Θα ζούσα ακόμη σ’ ένα μίζερο διαμέρισμα στο Νισιογκικούμπο, θα οδηγούσα ακόμη ένα μεταχειρισμένο Toyota Corona μ’ ελαττωματικό κλιματισμό. Και τώρα, μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο βρέθηκα ιδιοκτήτης δύο μπαρ σε μια από τις πιο φινετσάτες περιοχές της πόλης, απασχολώντας πάνω από τριάντα ανθρώπους και βγάζοντας περισσότερα χρήματα απ’ όσα είχα βγάλει σ’ όλη μου τη ζωή ή είχα ποτέ φανταστεί ότι θα βγάλω. Η επιχείρηση δούλευε ρολόι -ακόμη κι ο λογιστής μου είχε εντυπωσιαστείκαι τα μαγαζιά είχαν αποκτήσει καλό όνομα. Δεν λέω ότι μονάχα εγώ μπορούσα να τα καταφέρω. Χωρίς το δάνειο του πεθερού μου και τα «κόλπα» του, δεν θα είχα κάνει τίποτα.


Παρ’ όλ’ αυτά δεν αισθανόμουν εντελώς άνετα μ’ αυτή την εξέλιξη. Ένιωθα σαν να είχα κάνει κάποια απατεωνιά, σαν να χρησιμοποιούσα αθέμιτα μέσα για να πετύχω το σκοπό μου. Στο κάτω κάτω, ανήκα στη γενιά -τέλη του ’60, αρχές του ’70που είχε γεννήσει το ριζοσπαστικό φοιτητικό κίνημα. Ήμασταν οι πρώτοι που φωνάξαμε ένα ηχηρό «Όχι!» στη λογική του ύστερου καπιταλισμού, που είχε καταβροχθίσει όσα μεταπολεμικά ιδανικά είχαν απομείνει. Ήταν σαν το ξέσπασμα ενός πυρετού τη στιγμή ακριβώς που η χώρα στεκόταν σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Και νά με τώρα εδώ, μες στην κοιλιά εκείνης της παλιάς καπιταλιστικής λογικής, ν’ απολαμβάνω το Χειμερινό ταξίδι του Σούμπερτ βολεμένος στην BMW μου, καθώς περιμένω ν’ ανάψει το φανάρι σ’ ένα σταυροδρόμι της φανταχτερής συνοικίας Αογιάμα. Ζούσα τη ζωή κάποιου άλλου, όχι τη δική μου. Κι αυτός που αποκαλούσα εαυτό μου, πόσο ήμουν εγώ στ’ αλήθεια; Και πόσο δεν ήμουν; Αυτά τα χέρια, γαντζωμένα στο τιμόνι, πόσο δικά μου ήταν; Το σκηνικό τριγύρω μου πόσο αληθινό ήταν; Όσο περισσότερο σκεφτόμουν, τόσο λιγότερο καταλάβαινα. Όχι πως ήμουν δυστυχισμένος. Δεν είχα παράπονα. Η Γιουκίκο ήταν μια ευγενική, διακριτική γυναίκα και την αγαπούσα. Όταν έβαλε μερικά κιλά μετά τη γέννα, ξεκίνησε δίαιτα και συστηματική γυμναστική. Λίγα κιλά ωστόσο δεν μ’ ενοχλούσαν πίστευα πάντα πως ήταν όμορφη. Μου άρεσε να είμαι μαζί της και μου άρεσε να κάνουμε έρωτα. Είχε κάτι που με γλύκαινε. Δεν ξέρω τι, πάντως ούτε νεκρός δεν θα ξαναγύριζα στη ζωή που είχα στα είκοσι μέρες μοναξιάς κι απομόνωσης. Εδώ ανήκα. Εδώ μ’ αγαπούσαν και με πρόσεχαν. Κι εδώ μπορούσα ν’ ανταποδώσω την αγάπη και τη φροντίδα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου. Αυτή η πραγματικότητα ήταν μια ανέλπιστη ανακάλυψη, μια εντελώς καινούργια εμπειρία. Κάθε πρωί πήγαινα τη μεγάλη μου κόρη στο ιδιωτικό νηπιαγωγείο της, ακούγαμε παιδικά τραγούδια στο αυτοκίνητο και τραγουδούσαμε μαζί. Έπειτα, πριν πάω στο μικρό γραφείο που νοίκιαζα κοντά στο σπίτι, έπαιζα λίγη ώρα με τη μικρή μου κόρη. Το καλοκαίρι περνούσαμε τα Σαββατοκύριακα στο εξοχικό μας στο Χακόνε, χαζεύοντας τα πυροτεχνήματα, κάνοντας βόλτες με τη βάρκα στη λίμνη ή περιπάτους στους γύρω λόφους. Όταν ήταν έγκυος η γυναίκα μου, είχα μερικές περιπέτειες, αλλά τίποτα σοβαρό. Ποτέ δεν πήγα με την ίδια γυναίκα πάνω από μια-δυο φορές. Εντάξει, τρεις το πολύ. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι κάνω σχέση με Σ κεφαλαίο. Απλώς ήθελα να κάνω έρωτα με κάποια, το ίδιο κι οι σύντροφοί μου. Γ ία ν’ αποφύγω τα μπλεξίματα, διάλεγα με προσοχή τις ερωμένες μου. Πηγαίνοντας μαζί τους, ίσως έκανα κάποια δοκιμή. Να δω αν μπορούσα να βρω κάτι σ’ αυτές κι αυτές σ’ εμένα. Αίγο μετά τη γέννηση του πρώτου μας παιδιού, οι γονείς μου μού ταχυδρόμησαν μια κάρτα που είχε σταλεί στο σπίτι τους. Ήταν ένα αγγελτήριο κηδείας με τ’ όνομα κάποιας γυναίκας. Είχε πεθάνει σε ηλικία τριάντα έξι χρονών. Δεν μου έλεγε όμως κάτι το όνομα. Η κάρτα είχε την ταχυδρομική σφραγίδα της πόλης Ναγκόγια. Δεν γνώ-ρίζα κανέναν εκεί. Μετά από λίγο όμως συνειδητοποίησα ποια ήταν αυτή η γυναίκα: η ξαδέρφη της Ιζούμι που έμενε στο Κιότο. Είχα ξεχάσει εντελώς τ’ όνομά της. Απ’ ό,τι φαίνεται, το πατρικό της σπίτι ήταν στη Ναγκόγια. Δεν χρειαζόταν πολύ σκέψη για να καταλάβω πως η ίδια η Ιζούμι μου είχε στείλει την κάρτα. Ποιος άλλος θα την έστελνε; Στην αρχή ωστόσο δεν μπορούσα να λύσω το μυστήριο γιατί το έκανε. Αφού διάβασα όμως την κάρτα αρκετές φορές, άρχισα να διαισθάνομαι την παγερή μνησικακία που έκρυβε αυτή η πράξη. Η Ιζούμι δεν είχε ξεχάσει ποτέ τι είχα κάνει και δεν με είχε συγχωρέσει ποτέ. Δεν πρέπει να ευτύχησε στη ζωή της - μια γυναίκα ικανοποιημένη απ’ τη ζωή δεν θα έστελνε ποτέ μια τέτοια κάρτα. Κι αν την έστελνε, θα έγραφε δυο λέξεις σαν εξήγηση.


Η ξαδέρφη κι όλες οι σχετικές αναμνήσεις επέστρεψαν ορμητικά. Το δωμάτιό της, το κορμί της, οι παθιασμένοι μας έρωτες. Όμως αυτές οι αναμνήσεις είχαν χάσει πια την κρυστάλλινη καθαρότητά τους, σαν καπνός που σκόρπισε στον άνεμο. Δεν μπορούσα να φανταστώ από τι πέθανε. Ήταν τριάντα έξι χρονών, πολύ νέα. Είχε ακόμη το ίδιο επίθετο, άρα δεν παντρεύτηκε ποτέ ή είχε χωρίσει. Ανακάλυψα κι άλλα πράγματα για την Ιζούμι από έναν παλιό φίλο στο Αύκειο. Είχε διαβάσει έναν «Οδηγό διασκέδασης» του Τόκιο που παρουσίασε το περιοδικό Brutus, είδε τη φωτογραφία μου κι έμαθε πως είχα τα δύο μπαρ στην Αογιάμα. Ένα βράδυ ήρθε εκεί που καθόμουν στον πάγκο του μπαρ και είπε, Γεια χαρά, πώς πάει; Δεν άφησε να εννοηθεί ότι πέρασε ειδικά για να με δει. Απλώς έτυχε να πίνει εκεί με κάτι φιλαράκια κι ήρθε να πει ένα γεια. «Έχω έρθει πολλές φορές σ’ αυτό το μπαρ», είπε. «Είναι κοντά στο γραφείο μου. Αλλά δεν είχα ιδέα πως είναι δικό σου. Τι μικρός που είναι ο κόσμος». Στο Λύκειο’ εγώ ήμουν απ’ τους μέτριους, ενώ εκείνος ήταν καλός υιαθητής, έκανε σπορ κι ήταν απ’ τους τύπους που ανακατεύονται στα μαθητικά συμβούλια. Ήταν ευχάριστος, καθόλου ενοχλητικός. Γενικά, ένα καλό παιδί. Έπαιζε στην ομάδα ποδοσφαίρου κι ήταν μεγαλόσωμος, αλλά τώρα είχε βάλει μερικά κιλά: διπλοσάγονο και τρίκουμπο σακάκι που τσίτωνε στις ραφές. Λόγω του ότι πρέπει συνέχεια να βγάζω έξω και να διασκεδάζω τους πελάτες, μου εξήγησε. Οι μεγάλες εταιρείες είναι ο διάβολος μεταμορφωμένος, είπε. Σε βάζουν να κάνεις υπερωρίες, να διασκεδάζεις τους πελάτες, σε μεταφέρουν από θέση σε θέση ‘ κάνεις ένα λάθος και σε πετάνε έξω με τις κλοτσιές, πιάσε τους στόχους σου και θα σου βάλουν κι άλλους. Δεν είναι δουλειές αυτές για κανονικούς Ανθρώπους. Το γραφείο του, όπως αποδείχτηκε, βρισκόταν στην Αογιάμα, ακριβώς στο τέλος του δρόμου. Συζητήσαμε για τα πράγματα που συζητάνε συνήθως οι συμμαθητές που έχουν να ιδωθούν δεκαοκτώ χρόνια για δουλειές, γάμους, πόσα παιδιά έχουμε, κοινούς γνωστούς που συναντήσαμε. Τότε ανέφερε την Ιζούμι. «Ήταν ένα κορίτσι που βγαίνατε τότε. Ήσασταν συνέχεια μαζί. Μια τάδε Οχάρα». «Ιζούμι Οχάρα», είπα. «Ακριβώς, ακριβώς», είπε. «Ιζούμι Οχάρα. Ξέρεις, τυχαία έπεσα πάνω της πριν από λίγο καιρό». «Στο Τόκιο;» ρώτησα έκπληκτος. «Όχι, όχι στο Τόκιο. Στο Τογιοχάσι». «Στο Τογιοχάσι;» ρώτησα, ακόμη πιο έκπληκτος. «Εννοείς το Τογιοχάσι στο νομό Αΐτσι;» «Ακριβώς». «Δεν καταλαβαίνω. Πώς συνάντησες την Ιζούμι στο Τογιοχάσι; Τι στο καλό κάνει εκεί πέρα;» Εκείνος φαίνεται πως διέκρινε κάτι σκληρό κι απότομο στη φωνή μου. «Δεν ξέρω», είπε αργά. «Απλώς την είδα εκεί. Αλλά δεν έχω να πω και πολλά πράγματα. Δεν είμαι καν σίγουρος πως ήταν εκείνη». Παράγγειλε άλλο ένα ουίσκι Wild Turkey με πάγο. Εγώ έπινα ένα κοκτέιλ Τζίμλετ βότκα, τζιν και


λεμόνι. «Δεν με νοιάζει αν δεν έχεις να πεις και πολλά πράγματα. Θέλω να ξέρω τι είδες». «Νά…» Δίσταζε να μιλήσει. «Θέλω να πω ότι μερικές φορές αισθάνομαι σαν να μη συνέβη πραγματικά. Είν’ ένα παράξενο συναίσθημα, σαν να ονειρευόμουν αλλά ήταν αληθινό, καταλαβαίνεις; Είναι δύσκολο να το εξηγήσω». «Συνέβη όμως στ’ αλήθεια ή όχι;» ρώτησα. «Ναι», είπε. «Λέγε λοιπόν». Έκαν’ ένα νεύμα παραίτησης και ήπιε μια γουλιά Wild Turkey. «Είχα πάει στο Τογιοχάσι επειδή μένει εκεί η μικρότερη αδερφή μου. Βρισκόμουν για επαγγελματικούς λόγους στη Ναγκόγια, ήταν Παρασκευή, κι έτσι αποφάσισα να περάσω τη νύχτα στο σπίτι της. Κι εκεί συνάντησα την Ιζούμι. Μπήκαμε μαζί στο ασανσέρ στην πολυκατοικία τής αδερφής μου. Σκέφτηκα: Πω πω, αυτή η κοπέλα είναι φτυστή η Οχάρα. Αλλά μετά σκέφτηκα: Αποκλείεται, δεν μπορεί. Από πού κι ως πού να τη συναντήσω στο ασανσέρ στο σπίτι της αδερφής μου, στο Τογιοχάσι. Το πρόσωπό της έδειχνε διαφορετικό από πριν. Κι εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω πώς συνειδητοποίησα αμέσως πως ήταν εκείνη. Ένστικτο, υποθέτω». «Είσαι σίγουρος πως ήταν η Ιζούμι;» Έγνεψε καταφατικά. «Κατά σύμπτωση, έμενε στον ίδιο όροφο με την αδερφή μου. Βγήκαμε κι οι δυρ απ’ το ασανσέρ και προχωρήσαμε στο διάδρομο προς την ίδια κατεύθυνση. Μπήκε σ’ ένα διαμέρισμα δυο πόρτες πριν απ’ της αδερφής μου. Ήμουν περίεργος κι έλεγξα το όνομα στο κουδούνι. Οχάρα, έγραφε». «Εκείνη σε πρόσεξε;» Κούνησε το κεφάλι του. «Πηγαίναμε στην ίδια τάξη, αλλά ποτέ δεν είχαμε μιλήσει πολύ. Εξάλλου έχω παχύνει πάνω από είκοσι κιλά από τότε. Πώς να μ’ αναγνωρίσει;» «Ήταν όμως σίγουρα η Ιζούμι; Αμφιβάλλω. Το Οχάρα είναι πολύ κοινό όνομα. Και σίγουρα θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που της μοιάζουν». «Τις ίδιες αμφιβολίες είχα κι εγώ, κι έτσι ρώτησα την αδερφή μου. Τι είδους άνθρωπος ήταν αυτή η Οχάρα. Η αδερφή μου μού έδειξε μια λίστα με τα ονόματα των ενοίκων. Ξέρεις, αυτές τις λίστες που συντάσσουν όταν πρόκειται να επιμεριστούν τα κοινά έξοδα, για βαψίματα και τέτοια. Ήταν γραμμένα τα ονόματα όλων των ενοίκων. Και το δικό της Ιζούμι Οχάρα. Και το Ιζούμι ήταν με τη γραφή κατακάνα, όχι με κινέζικους χαρακτήρες. Λες να ’ναι τυχαίες τόσες συμπτώσεις;» «Άρα δεν έχει παντρευτεί». «Η αδερφή μου δεν είχε ιδέα», είπε. «Η Ιζούμι Οχάρα είναι, όπως ανακάλυψα, η γυναίκα-μυστήριο της πολυκατοικίας. Κανείς δεν έχει μιλήσει μαζί της ποτέ. Αν συναντηθείτε στο διάδρομο και τη χαιρετήσεις, σε αγνοεί. Δεν απαντάει όταν της χτυπάνε το κουδούνι. Σίγουρα δεν είναι κι ο


συμπαθέστερος άνθρωπος στην πολυκατοικία». «Δεν μπορεί να είν’ εκείνη». Γέλασα και κούνησα το κεφάλι μου. «Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος η Ιζούμι. Ήταν πάντα κοινωνική, πάντα χαμογελαστή». «Εντάξει. Μπορεί να έχεις δίκιο. Μπορεί να ήταν κάποια άλλη», είπε. «Κάποια με το ίδιο ακριβώς όνομα. Ας πούμε τίποτ’ άλλο». «Εκείνη όμως η Ιζούμι Οχάρα ζούσε μόνη της;» «Έτσι φαίνεται. Δεν είδαν ποτέ κανέναν άντρα να την επισκέπτεται. Δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι δουλειά κάνει. Είναι το απόλυτο μυστήριο». «Κι εσύ τι πιστεύεις;» «Για ποιο πράγμα;» «Για κείνη. Για την Ιζούμι Οχάρα που μπορεί να είναι ή να μην είναι κάποια με το ίδιο όνομα. Είδες το πρόσωπό της στο ασανσέρ. Πώς σου φάνηκε; Φαινόταν καλά;» Το σκέφτηκε. «Καλά, νομίζω», απάντησε. «Τι εννοείς καλα ;» Κούνησε το ποτήρι με το ουίσκι, τα παγάκια κουδούνισαν. «Βέβαια, έχει μεγαλώσει λίγο. Άλλωστε είναι τριάντα έξι χρονών. Όπως κι εμείς. Ο μεταβολισμός πέφτει. Βάζεις μερικά κιλά. Δεν γίνεται να είσαι μια ζωή όπως στο Λύκειο». «Σύμφωνοι», είπα. «Γιατί δεν αλλάζουμε θέμα; Μάλλον ήταν κάποια άλλη». Αναστέναξα. Ακούμπησα τους αγκώνες μου στον πάγκο, τον κοίταξα κατάματα. «Κοίτα, θέλω να μάθω. Πρέπει να μάθω. Ακριβώς πριν τελειώσουμε το Λύκειο, η Ιζούμι κι εγώ χωρίσαμε. Άσχημα. Πήδηξα κάποια άλλη και την πλήγωσα πολύ. Από τότε δεν είχα τρόπο να μάθω πώς είναι. Δεν είχα ιδέα πού βρίσκεται ή τι κάνει. Πες μου λοιπόν την αλήθεια, καθαρά και ξάστερα. Ήταν η Ιζούμι, ναι ή όχι;» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Αφού το θέτεις έτσι, ναι, ήταν σίγουρα εκείνη. Και λυπάμαι που αναγκάζομαι να στο πω». «Ειλικρινά λοιπόν, πώς ήταν;» Έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Πρώτ’ απ’ όλα θέλω να συνειδητοποιήσεις κάτι, εντάξει; Εγώ κι εκείνη ήμασταν στην ίδια τάξη και την έβρισκα πολύ ελκυστική. Ήταν καλό κορίτσι. Ωραίος χαρακτήρας, γλυκιά κοπέλα. Όχι καμιά καλλονή, αλλά, ξέρεις, συμπαθητική. Έχω δίκιο;» Κούνησα το κεφάλι. «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να μάθεις την αλήθεια;» «Συνέχισε», είπα.


«Δεν θα σου αρέσει». «Δεν με νοιάζει. Απλώς πες μου την αλήθεια». Ήπιε άλλη μια γουλιά ουίσκι. «Σε ζήλευα που ήσασταν πάντα μαζί. Ήθελα κι εγώ μια τέτοια φιλενάδα. Τώρα πια μπορώ να το πω, φαντάζομαι. Δεν την ξέχασα ποτέ. Το πρόσωπό της έμεινε χαραγμένο στη μνήμη μου. Γ ι’ αυτό, μόλις έπεσα πάνω της εντελώς ξαφνικά μέσα σ’ ένα ασανσέρ κι ας είχαν γεράσει δεκαοκτώ χρόνιατη γνώρισα αμέσως. Θέλω να καταλήξω στο εξής: δεν έχω κανένα λόγο να θέλω να πω οτιδήποτε άσχημο για κείνη. Ήταν δυσάρεστη έκπληξη και για μένα, καταλαβαίνεις; Δεν ήθελα να παραδεχτώ πως είν’ αλήθεια. Ας το πω έτσι: δεν είναι πια ελκυστική». Δάγκωσα τα χείλη μου. «Τι εννοείς;» «Σχεδόν όλα τα παιδιά στην πολυκατοικία τη φοβούνται». «Τη φοβούνται;» επανέλαβα. Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω. Μάλλον διάλεξε λάθος λέξη. «Τι εννοείς τη φοβούνται;» «Γιατί δεν αταματάμ’ εδώ; Δεν είχα καμιά όρεξη εξαρχής». «Στάσου ένα λεπτό τι κάνει; Λέει πράγματα στα παιδιά;» «Δεν λέει τίποτα σε κανέναν. Το είπα και πριν». «Άρα φοβούνται τη φάτσα της;» «Ακριβώς», είπε. «Έχει καμιά ουλή ή κάτι τέτοιο;» «Όχι ουλή». «Τότε τι τα φοβίζει;» Τέλειωσε το ουίσκι του κι άφησε το ποτήρι στον πάγκο. Έμεινε να με κοιτάζει πολλή ώρα. Έμοιαζε σαστισμένος κι αρκετά μπερδεμένος. Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο στην έκφρασή του. Μπορούσα να διακρίνω κάτι απ’ το πρόσωπό του όπως ήταν τότε στο σχολείο. Σήκωσε για λίγο το βλέμμα, κοιτάζοντας κάπου μακριά σαν να παρακολουθούσε ένα χείμαρρο να κυλάει και να χάνεται. Τελικά μίλησε. «Δεν μπορώ να το εξηγήσω καλά’ κι ούτε θέλω. Γι’ αυτό μη με ρωτάς άλλο, εντάξει; Πρέπει να το δεις με τα ίδια σου τα μάτια για να καταλάβεις. Αν δεν το δεις, δεν γίνεται να καταλάβεις». Κούνησα το κεφάλι, χωρίς να πω τίποτ’ άλλο, ρουφώντας το κοκτέιλ μου. Ο τόνος του ήταν ήρεμος, αλλά ήξερα πως οποιαδήποτε άλλη ερώτησή μου θα ’πεφτε στο κενό. Άρχισε να μιλάει για τα δύο χρόνια που δούλεψε στη Βραζιλία. Αεν θα το πιστέψεις, είπε, αλλά στο Σάο Πάολο έπεσα πάνω σε κάποιο συμμαθητή μου απ’ το Γυμνάσιο αν είναι δυνατόν. Αουλ£υε μηχανικός στην Toyota. Τα λόγια του ακούγονταν αδιάφορα στ’ αυτιά μου. Όταν έφευγε, με χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Οι άνθρωποι αλλάζουν με τα χρόνια, καθένας με διαφορετικό τρόπο, έτσι δεν είναι; Δεν έχω ιδέα τι έγινε τότε μεταξύ σας. Ό,τι κι αν έγινε όμως, δεν ήταν δικό σου λάθος. Λίγο ώς πολύ, όλοι τα


περάσαμε αυτά. Ακόμα κι εγώ. Δεν κάνω πλάκα. Μου έτυχε ακριβώς η ίδια περίπτωση. Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη ζωή του. Δεν μπορείς ν<’ πάρεις εσύ την ευθύνη. Είναι σαν να ζούμε στην έρημο. Πρέπει απλώς να το πάρεις απόφαση. Είχες δει στο Δημοτικό εκείνη την ταινία του Ντίσνεϊ Η ζωντανή έρημος;» «Ναι», απάντησα. «Ο κόσμος μας είναι ακριβώς ίδιος. Πέφτει βροχή κι ανθίζουν τα λουλούδια. Δεν βρέχει, μαραίνονται. Τα έντομα τα τρώνε οι σαύρες, τις σαύρες τις τρώνε τα πουλιά. Στο τέλος όμως όλα πεθαίνουν. Πεθαίνουν και ξεραίνονται. Η γενιά μας πεθαίνει κι έρχεται η επόμενη. Έτσι πάει. Χίλιοι διαφορετικοί τρόποι να ζήσεις. Και χίλιοι διαφορετικοί τρόποι να πεθάνεις. Στο τέλος όμως δεν έχει και τόση σημασία. Το μόνο που μένει είναι η έρημος». Πήγε στο σπίτι του κι έμεινα μόνος στο μπαρ, πίνοντας. Όταν έκλεισε το μπαρ για βράδυ, όταν έφυγαν όλοι οι πελάτες, ακόμη κι όταν το προσωπικό συμμάζεψε το μαγαζί και πήγαν κι αυτοί στα σπίτια τους, έμεινα εκεί μόνος. Δεν ήθελα να γυρίσω αμέσως στο σπίτι. Τηλεφώνησα στη γυναίκα μου και της είπα πως είχα κάτι να φροντίσω στη δουλειά και θ’ αργούσα. Έσβησα τα φώτα και κάθισα στο σκοτάδι, πίνοντας ουίσκι. Ολόκληρη φασαρία να βρω τον πάγο, κι έτσι το ήπια σκέτο. Όλοι χάνονται ο ένας μετά τον άλλο. Μερικά πράγματα απλώς εξαφανίζονται, σαν να τα κόβει κάποιος. Άλλα σβήνουν αργά στην ομίχλη. Και το μόνο που μένει είναι η έρημος. Όταν έφυγα από το μπαρ, λίγο προτού χαράξει, έριχνε ψιλόβροχο στον κεντρικό δρόμο τής Αογιάμα. Ήμουν εξαντλημένος. Η βροχή μούλιαζε αθόρυβα τα ψηλά κτήρια που στέκονταν στη σειρά σαν ταφόπλακες. Άφησα το αμάξι μου στο πάρκινγκ του μπαρ και γύρισα σπίτι με τα πόδια. Στο δρόμο κάθισα σ’ ένα κάγκελο και κοίταζα ένα μεγάλο κοράκι που έκρωζε ψηλά σ’ ένα φανάρι. Οι δρόμοι στις τέσσερις τα ξημερώματα φαίνονταν άθλιοι και βρομεροί. Παντού παραμόνευε η σκιά της σήψης και της φθοράς, κι εγώ ήμουν μέρος της. Σαν σκιά που σβήνει στον τοίχο. 8 Για καμιά δεκαριά μέρες αφότου εμφανίστηκε εκείνο το άρθρο με τη φωτογραφία μου στο Brutus., παλιοί γνώριμοι πετάγονταν απ’ το μπαρ να με δουν. Φίλοι απ’ το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Μέχρι τότε αναρωτιόμουν πάντα ποιοι στο καλό διαβάζουν όλ’ αυτά τα περιοδικά που στοιβάζονται στις προσόψεις των περιπτέρων. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκα κι εγώ σ’ ένα απ’ αυτά, ανακάλυψα πως οι εθισμένοι στα περιοδικά ήταν πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι μπορούσα να φανταστώ. Στα κομμωτήρια, στις τράπεζες, στα καφενεία, στα τρένα, σε κάθε πιθανό κι απίθανο μέρος, άνθρωποι κρατούσαν μπροστά τους ανοιχτά περιοδικά σαν δαιμονισμένοι. Μπορεί να φοβούνται ότι δεν θα ’χουν τίποτα να σκοτώσουν την ώρα τους κι έτσι αρπάζουν απλώς ό,τι πέσει στα χέρια τους. Ξέρω ’γώ; Τέλος πάντων, δεν μπορώ να πω ότι ήταν το πιο συναρπαστικό πράγμα του κόσμου να βλέπω αυτά τα πρόσωπα απ’ το παρελθόν. Όχι ότι δεν μ’ άρεσε να μιλάμε. Μου δημιουργούσε μια ευχάριστη, νοσταλγική διάθεση. Και φαίνονταν χαρούμενοι που με ξανάβλεπαν. Αλλά, ειλικρινά, δεν μ’ ενδιέφεραν καθόλου αυτά που λέγανε. Πόσο είχε αλλάξει η πόλη των παιδικών μας χρόνων, τι έκαναν τώρα άλλοι συμμαθητές. Λες και μ’ ένοιαζε. Είχα απομακρυνθεί πάρα πολύ από κείνο το μέρος κι εκείνη την εποχή. Επιπλέον, ό,τι και να συζητούσαμε, μου ξυπνούσε αναμνήσεις από την


Ιζούμι. Κάθε αναφορά στην πόλη των παιδικών μου χρόνων μ’ έκανε να τη φαντάζομαι μόνη σ’ εκείνο το θλιβερό διαμέρισμα. Λεν είναι πια ελκυστική, είχε πει ο φίλος μου. Τα παιδιά τη φοβούνται. Δεν μπορούσα να βγάλω αυτά τα λόγια απ’ το μυαλό μου. Και το γεγονός ότι η Ιζούμι δεν με συγχώρεσε ποτέ. Ήθελα ν’ ακουστεί λίγο το μαγαζί, αλλά πολύ σύντομα μετά τη δημοσίευση του άρθρου άρχισα να μετανιώνω που επέτρεψα στο περιοδικό να το αναφέρει. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να δει το άρθρο η Ιζούμι. Πώς θα ένιωθε αν μ’ έβλεπε να ζω μακάρια μια ευτυχισμένη ζωή, φαινομενικά αλώβητος απ’ το παρελθόν μας; Μετά από ένα μήνα ωστόσο η παρέλαση των παλιών φίλων ξεφούσκωσε. Νομίζω πως αυτό το καλό έχουν τα περιοδικά: ζεις μια στιγμή δόξας, κι ύστερα παφ!, σ’ έχουν ξεχάσει. Ανάσανα με ανακούφιση. Τουλάχιστον δεν είχε εμφανιστεί η Ιζούμι. Φαίνεται πως δεν ήταν συνδρομήτρια στο Brutus. Αλλά μερικές εβδομάδες αργότερα, αφού είχε κατακαθίσει ο θόρυβος απ’ το άρθρο, εμφανίστηκε ο τελευταίος φίλος. Η Σιμαμότο. Ήταν το βράδυ της πρώτης Δευτέρας του Νοεμβρίου. Κι αυτή κάθισε εκεί, στην μπάρα του Robin’s nest (το όνομα του τζαζ κλαμπ, τίτλος μιας παλιάς αγαπημένης μελωδίας), σιγοπίνοντας ήσυχα ένα Ντάκιρι. Στεκόμουν κι εγώ εκεί, τρεις θέσεις παρακάτω, εντελώς ανυποψίαστος πως ήταν εκείνη. Απλώς είχα προσέξει ότι μια εκπληκτικά όμορφη γυναίκα είχε μπει στο μπαρ, τίποτ’ άλλο. Ένας καινούργιος πελάτης, είπα με το μυαλό μου. Αν την είχα ξαναδεί, θα τη θυμόμουν’ τόσο εντυπωσιακή ήταν. Σύντομα, σκέφτηκα, θα εμφανιστεί αυτός που περιμένει. Όχι πως οι γυναίκες δεν πίνουν ποτέ μόνες τους στο μπαρ. Μερικές μοναχικές γυναίκες δείχνουν πως θα τις πλησιάσουν οι άντρες’ άλλες το εύχονται. Μπορούσα εύκολα να ξεχωρίσω ποιες είναι ποιες. Αλλά μια τόσο όμορφη γυναίκα δεν θα ’βγαίνε ποτέ έξω να πιει μόνη της. Δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που τη συνεπαίρνει το φλερτ των αντρών. Το βρίσκει απλώς ενοχλητικό. Γι’ αυτό δεν της έδωσα πολλή σημασία. Φυσικά, την πρόσεξα καλά όταν μπήκε και κάθε τόσο της έριχνα καμιά ματιά. Είχε πολύ διακριτικό μακιγιάζ και φορούσε πανάκριβα ρούχα μπλε μεταξωτό φουστάνι κι ανοιχτόχρωμη μπεζ ζακέτα από κασμίρι. Μια ζακέτα τόσο ντελικάτη όσο μια φλούδα κρεμμυδιού. Κι είχε ακουμπισμένη πάνω στον πάγκο μια τσάντα που ταίριαζε τέλεια με τα ρούχα της. Δεν μπορούσα να μαντέψω την ηλικία της. Είχε απλώς την κατάλληλη ηλικία, θα ’λεγα. Η ομορφιά της σου ’κόβε την ανάσα, δεν έμοιαζε όμως με ηθοποιό ή μοντέλο. Σύχναζαν τέτοιοι τύποι στο μπαρ μου, αλλά τους καταλάβαινες από μακριά: είχαν συναίσθηση πως εκτίθενται σε κοινή θέα κι επιδείκνυαν το ανυπόφορα φουσκωμένο εγώ τους. Όμως αυτή η γυναίκα ήταν διαφορετική. Ήταν απόλυτα χαλαρή κι άνετη λες και βρισκόταν στο σπίτι της. Ακουμπούσε στον πάγκο με το πιγούνι στηριγμένο στα χέρια της, απορροφημένη απ’ το πιάνο, και κάθε τόσο ρουφούσε μια γουλιά από το κοκτέιλ της σαν να κοντοστεκόταν σε μια αριστοτεχνικά παιγμένη μουσική φράση. Κάθε λίγα λεπτά έριχνε μια ματιά προς το μέρος μου. Την ένιωθα πάνω μου. Αλλά ήμουν σίγουρος ότι δεν κοίταζε πραγματικά εμένα. Φορούσα τα συνηθισμένα μου ρούχα κοστούμι Λουτσιάνο Σοπράνι, πουκάμισο και γραβάτα Αρμάνι. Καλώς ή κακώς, δεν ήμουν ο τύπος που σκοτίζεται για το ντύσιμό του. Ο βασικός μου


κανόνας ήταν ν’ αφιερώνω σ’ αυτό όσο το δυνατό λιγότερο χρόνο. Όταν γυρνούσα έξω για δουλειές, ένα τζιν και μια μπλούζα ήταν μια χαρά. Είχα όμως τη δική μου, μικρή φιλοσοφία όσον αφορά το χώρο εργασίας: φορούσα το είδος των ρούχων που θα ’θελα να φοράνε οι πελάτες μου. Είχα διαπιστώσει πως έτσι οι εργαζόμενοι έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό και δημιουργούσαμε αυτή την ανεβασμένη ατμόσφαιρα που ήθελα. Γ ι’ αυτό, κάθε φορά που ερχόμουν στο μπαρ φρόντιζα ευλαβικά να φοράω ένα καλό κοστούμι και γραβάτα. Καθόμουν λοιπόν εκεί αυτό το βράδυ, ελέγχοντας πως τα κοκτέιλ φτιάχνονταν σωστά, προσέχοντας τους πελάτες κι ακούγοντας το συγκρότημα να παίζει. Στην αρχή το μπαρ ήταν σχεδόν γεμάτο, μετά τις εννιά όμως άρχισε να βρέχει κι οι πελάτες αραίωσαν. Στις δέκα, μόνο τρία-τέσσερα τραπέζια ήταν γεμάτα. Όμως η γυναίκα καθόταν ακόμη στον πάγκο, μόνη με τα κοκτέιλ της. Η περιέργειά μου γι’ αυτήν άρχισε να μεγαλώνει. Μπορεί τελικά να μην περίμενε κανέναν. Δεν κοίταξε ούτε μια φορά το ρολόι της ή προς την είσοδο. Τελικά πήρε την τσάντα της και κατέβηκε απ’ το σκαμπό. Ήταν σχεδόν έντεκα. Αν ήθελες να προλάβεις το μετρό, αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή να φύγεις. Ωστόσο εκείνη προχώρησε προς το μέρος μου αργά, άνετη πάντα, και κάθισε στο διπλανό σκαμπό. Μου ήρθε μια απαλή πνοή αρώματος. Αφού βολεύτηκε στο κάθισμα, έβγαλ’ ένα πακέτο Σάλεμ απ’ την τσάντα της κι έβαλ’ ένα τσιγάρο στο στόμα. Τα παρακολουθούσα όλα με την άκρη του ματιού μου. «Τι όμορφο μπαρ», μου είπε. Σήκωσα τα μάτια μου απ’ το βιβλίο που διάβαζα και την κοίταξα με απορία. Και τότε ένιωσα κάτι να με χτυπάει δυνατά κατακούτελα. Σαν να βάρυνε ξαφνικά ο αέρας πάνω στο στήθος μου. «Ευχαριστώ», είπα. Πρέπει να ήξερε πως ήμουν ο ιδιοκτήτης. «Χαίρομαι που σου αρέσει». «Μου αρέσει, πολύ». Με κοίταξε βαθιά στα μάτια και χαμογέλασε. Ένα υπέροχο χαμόγελο. Τα χείλη της τραβήχτηκαν και μικρές, γοητευτικές ρυτίδες σχηματίστηκαν στις γωνίες των ματιών της, Το χαμόγελό της σκάλιζε πολύ παλιές αναμνήσεις αλλ’ από τι; «Μ’ αρέσει και η μουσική σου». Έδειξε το συγκρότημα. «Έχεις φωτιά;» ρώτησε. Δεν είχα ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρα. Ζήτησα από τον μπάρμαν να φέρει ένα κουτί διαφημιστικά σπίρτα του μαγαζιού. Και της άναψα το τσιγάρο. «Ευχαριστώ», είπε. Την κοίταξα κατάματα. Κι επιτέλους κατάλαβα. «Σιμαμότο», είπα βραχνά. «Σου πήρε αρκετή ώρα», είπε μετά από λίγο με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Έλεγα ότι μπορεί και να μη με καταλάβεις ποτέ». Είχα μείνει άφωνος, κοιτάζοντάς τη λες κι ήμουνα μπροστά σ’ ένα μηχάνημα υψηλής τεχνολογίας για το οποίο είχ’ ακούσει μόνο φήμες. Ήταν στ’ αλήθεια η Σιμαμότο, μπροστά μου. Αλλά δεν μπορούσα ακόμη να το πιστέψω. Την είχα σκεφτεί τόσες πολλές, αμέτρητες φορές. Κι ήμουν σίγουρος πως δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ.


«Ωραίο κοστούμι», είπε. «Σε κολακεύει». Κούνησα το κεφάλι αμίλητος. Είχα χάσει τα λόγια μου. «Ξέρεις κάτι, Χατζίμε; Είσαι πολύ πιο γοητευτικός από παλιά. Και πιο καλοφτιαγμένος». «Κολυμπάω συχνά», κατάφερα να πω τελικά. «Άρχισα να κολυμπάω στο Γυμνάσιο κι από τότε δεν σταμάτησα». «Φαίνεται πως το κολύμπι είναι πολύ ευχάριστο. Πάντα το πίστευα αυτό». «Είναι. Αλλά με εξάσκηση, όλοι μπορούν να μάθουν», είπα. Αμέσως μόλις ξεστόμισα αυτά τα λόγια, θυμήθηκα το πόδι της. Μα τι στο διάολο λες; ρώτησα τον εαυτό μου. Τα είχα κάνει θάλασσα κι έψαχνα πελαγωμένος να βρω κάτι να τα μπαλώσω. Οι λέξεις όμως μου ξέφευγαν. Έψαξα τις τσέπες του σακακιού μου να βρω ένα πακέτο τσιγάρα. Κι ύστερα θυμήθηκα. Το είχα κόψει πριν από πέντε χρόνια. Η Σιμαμότο με παρακολουθούσε αμίλητη. Σήκωσε το χέρι και παράγγειλε άλλο ένα Ντάκιρι, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο. Ένα πραγματικά υπέροχο χαμόγελο. Το είδος του χαμόγελου που σε κάνει να θέλεις ν’ αγκαλιάσεις την εικόνα για να τη φυλάξεις για πάντα. «Σου αρέσουν ακόμη τα μπλε, βλέπω», είπα. «Ναι. Πάντα μου άρεσαν. Έχεις καλή μνήμη». «Θυμάμαι σχεδόν τα πάντα για σένα: πώς ξύνεις τα μολύβια σου, πόσες κουταλιές ζάχαρη βάζεις στο τσάι σου». «Πόσες δηλαδή;» «Δύο». Μισόκλεισε λίγο τα μάτια και με κοίταξε. «Πες μου κάτι, Χατζίμε», άρχισε να λέει. «Εκείνη τη φορά, πριν από οχτώ χρόνια περίπου - γιατί με παρακολούθησες;» Αναστέναξα. «Δεν ήμουν σίγουρος πως ήσουν εσύ. Ο τρόπος που περπατούσες ήταν ολόιδιος. Αλλά την ίδια στιγμή είχε και κάτι που δεν μου θύμιζε εσένα. Σε παρακολούθησα γιατί δεν ήμουν βέβαιος. “Παρακολούθησα” δεν είναι η σωστή λέξη. Απλώς έψαχνα την κατάλληλη στιγμή να σου μιλήσω». «Και γιατί δεν μου μίλησες; Γιατί δεν ήρθες κατευθείαν να διαπιστώσεις αν ήμουν εγώ; Θα ήταν πιο γρήγορο». «Δεν ξέρω», απάντησα. «Κάτι με κρατούσε. Δεν θα μου ’βγαίνε η φωνή». Δάγκωσε λίγο τα χείλη της. «Δεν είχα καταλάβει τόΐε πώς ήσουν εσύ. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν ότι κάποιος μ’ ακολουθεί κι είχα φοβηθεί. Αλήθεια. Είχα τρομοκρατηθεί. Αλλά μόλις μπήκα στο ταξί και μπόρεσα να ηρεμήσω, τότε μου ήρθε. Μήπως ήταν ο Χατζίμε;»


«Σιμαμότο, μου έδωσαν κάτι τότε. Δεν ξέρω τι σχέση είχες μ’ αυτό το πρόσωπο, αλλά μου έδωσε…» Έφερε το δείκτη του χεριού της στα χείλη. Και κούνησε ελαφρά το κεφάλι. Ας μη μιλάμε γι9 αυτό, εντάξει; έμοιαζε να λέει. Σε παρακαλώ, μην το αναφέρεις ποτέ ξανά. «Είσαι παντρεμένος;» ρώτησε, αλλάζοντας θέμα. «Με δυο παιδιά», απάντησα. «Κορίτσια και τα δυο. Είναι ακόμη μικρά». «Υπέροχα. Νομίζω σου ταιριάζουν οι κόρες. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί, αλλά σου πάνε». «Αναρωτιέμαι γιατί». «Σου πάνε κάπως». Χαμογέλασε. «Τουλάχιστον δεν έχεις μοναχοπαίδι». «Όχι πως το σχεδίασα. Απλώς έτυχε». «Πώς είναι; Αναρωτιέμαι. Να έχεις δυο κόρες». «Ειλικρινά, λίγο περίεργα. Περισσότερ’ από τα μισά παιδιά στο νηπιαγωγείο της μεγάλης μου κόρης είναι μοναχοπαίδια. Ο κόσμος έχει αλλάξει από τότε που ήμασταν εμείς παιδιά. Στην πόλη τα μοναχοπαίδια είναι πλέον ο κανόνας, όχι η εξαίρεση». «Εσύ κι εγώ γεννηθήκαμε πολύ νωρίς». «Μπορεί», είπα. «Ίσως όμως ο κόσμος να έρχεται πιο κοντά μας. Μερικές φορές, όταν βλέπω τις δυο τους να παίζουν μαζί στο σπίτι, εκπλήσσομαι. Ένας τελείως διαφορετικός τρόπος να μεγαλώνει ένα παιδί. Όταν ήμουν μικρός, έπαιζα πάντα μόνος. Νόμιζα πως έτσι έπαιζαν όλοι». Οι μουσικοί μόλις είχαν ολοκληρώσει μια δική τους διασκευή του «Corcovado» κι οι πελάτες χειροκροτούσαν. Όπως πάντα, όσο προχωρούσε η νύχτα, η μουσική γινόταν όλο και πιο ατμοσφαιρική, πιο οικεία. Ανάμεσα στα κομμάτια, ο πιανίστας έπινε κόκκινο κρασί, ενώ ο μπασίστας κάπνιζε. Η Σιμαμότο ήπιε μια γουλιά από το κοκτέιλ της. «Ξέρεις, Χατζίμε, στην αρχή δεν ήμουν καθόλου σίγουρη αν έπρεπε να έρθω εδώ. Το παίδευα στο μυαλό μου σχεδόν ένα μήνα. Διάβασα για το μαγαζί σου σ’ ένα περιοδικό που έπεσε στα χέρια μου. Νόμισα πως έγινε κάποιο λάθος. Εσύ, ιδιοκτήτης μπαρ! Αλλά υπήρχε τ όνομά σου κι η φωτογραφία σου. Ο παλιός καλός Χατζίμε από την παλιά μας γειτονιά. Χάρηκα που σε ξαναείδα, έστω και σε φωτογραφία. Δεν ήμουν όμως σίγουρη αν ήταν καλή ιδέα να σε συναντήσω από κοντά. Ίσως ήταν καλύτερα και για τους δυο μας να μη συναντιόμασταν. Ίσως ήταν αρκετό να ξέρω πως ήσουν ευτυχισαένος και τα πήγαινες καλά». Την άκουγα σιωπηλός. «Αλλ’ από τη στιγμή που ήξερα πού βρίσκεσαι, μου φαινόταν κρίμα να μην έρθω τουλάχιστον να σε δω μια φορά, και νά με λοιπόν. Κάθισα εκεί και σε παρατηρούσα. Αν δεν με προσέξει, σκεφτόμουν, ίσως φύγω χωρίς να πω τίποτα. Αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Όλ’ αυτά μου έφεραν τόσες αναμνήσεις, που έπρεπε να πω ένα γεια».


«Γιατί;» ρώτησα. «Εννοώ γιατί σκεφτόσουν πως ίσως είναι καλύτερα να μη με συναντήσεις;» Χαϊδεύοντας με το δάχτυλο τα χείλη του ποτηριού της, είχε χαθεί στις σκέψεις της. «Σκεφτόμουν ότι αν σε συναντούσα, θα ήθελες να μάθεις τα πάντα για μένα. Αν είχα παντρευτεί, πού έμενα, τι έκανα τόσα χρόνια, τέτοια πράγματα. Δεν έχω δίκιο;» «Ε, ναι, φαντάζομαι ότι τέτοια πράγματα θα βγουν στη συζήτηση». ((Φυσικά». «Θα προτιμούσες όμως να μην τα συζητήσεις;» Χαμογέλασε αμήχανα και κούνησε το κεφάλι. Το χαμόγελό της είχε ένα εκατομμύριο διαφορετικές αποχρώσεις. «Ακριβώς. Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά τα πράγματα. Σε παρακαλώ, μη με ρωτάς γιατί. Απλώς δεν θέλω να μιλήσω για τον εαυτό μου. Ξέρω πως είναι αφύσικο, πως φαίνεται σαν να ’χω καβαλήσει το καλάμι και προσπαθώ να το παίξω η μυστηριώδης γυναίκα της βραδιάς ή κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό σκεφτόμουν πως ίσως δεν έπρεπε να σε δω. Δεν ήθελα να με περάσεις για καμιά παράξενη, καμιά φαντασμένη. Αυτός είναι ο ένας λόγος που δεν ήθελα να έρθω εδώ». «Και ο άλλος;» «Δεν ήθελα ν’ απογοητευτώ». Κοίταξα το ποτήρι στο χέρι της. Κοίταξα τα ίσια, μακριά ώς τους ώμους μαλλιά της και τα καλοσχηματισμένα, λεπτά χείλη της. Και τα βαθιά, απύθμενα σκούρα της μάτια. Μια λεπτή ρυτίδα ακριβώς πάνω απ’ τα βλέφαρα την έκανε να μοιάζει σκεπτική. Αυτή η γραμμή μ’ έκανε να φαντάζομαι ένα μακρινό ορίζοντα. «Μου άρεσες πάρα πολύ, κι έτσι δεν ήθελα να σε συναντήσω και ν’ απογοητευτώ». «Σε απογοήτευσα;» Κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Σε παρατηρούσα από κει που καθόμουν. Στην αρχή έμοιαζες άλλος άνθρωπος. Φαινόσουν πολύ πιο μεγαλόσωμος με κοστούμι. Αλλά όταν σε είδα από πιο κοντά, αναγνώρισα τον Χατζίμε που ήξερα. Συνειδητοποιείς πως οι κινήσεις σου δεν έχουν αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε που ήσουν δώδεκα χρονών;» «Δεν το ήξερα». Προσπάθησα να χαμογελάσω, αλλά δεν μπορούσα. «Ο τρόπος που κουνάς τα χέρια σου, τα μάτια σου, ο τρόπος που χτυπάς συνέχεια κάτι με τα δάχτυλά σου, ο τρόπος που σμίγεις τα φρύδια σαν να σε δυσαρεστεί κάτι δεν έχουν αλλάξει καθόλου. Κάτω από το Αρμάνι κοστούμι βρίσκεται ολόιδιος ο παλιός Χατζίμε». «Όχι Αρμάνι», τη διόρθωσα. «Το πουκάμισο και η γραβάτα ναι, το κοστούμι όχι». Μου χαμογέλασε. «Σιμαμότο», άρχισα να λέω. «Ξέρεις, εδώ και πάρα πολύ καιρό ήθελα να σε δω. Να σου μιλήσω. Είχα τόσα πολλά πράγματα να σου πω». «Κι εγώ ήθελα να σε δω», είπε. «Αλλά ποτέ δεν ήρθες. Το συνειδητοποιείς αυτό, έτσι δεν είναι;


Αφότου πήγες σε άλλη πόλη στο Γυμνάσιο, σε περίμενα. Γιατί δεν ήρθες; Ήμουν πραγματικά λυπημένη. Σκεφτόμουν ότι έκανες καινούργιους φίλους στο νέο σου σπίτι και με ξέχασες τελείους». Η Σιμαμότο έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι. Τα νύχια της είχαν διάφανο βερνίκι. Ήταν σαν ένα εξαίσιο χειροτέχνημα, αστραφτερό αλλά σεμνό. «Φοβόμουν, αυτό ήταν όλο», είπα. «Φοβόσουν;» ρώτησε. «Τι φοβόσουν; Εμένα;» «Όχι. Όχι εσένα. Φοβόμουν την απόρριψη. Ήμουν ακόμη παιδί. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι με περίμενες στ’ αλήθεια. Με τρομοκρατούσε η ιδέα ότι μπορεί να με απέρριπτες. Ότι μπορεί να ερχόμουν στο σπίτι σου να σε δω και να σου ήμουν αδιάφορος. Έτσι σταμάτησα να ’ρχομαι. Αν επρόκειτο να πληγωθώ, σκέφτηκα ότι θα ’ταν καλύτερα να συνεχίσω να ζω με τις ευτυχισμένες αναμνήσεις από τότε που ήμασταν μαζί». Έγειρε ελαφρά το κεφάλι και στριφογύριζε στο χέρι ένα φιστίκι. «Η ζωή είναι δύσκολη, δεν είναι;» «Είναι». «Ήταν όμως γραφτό να μείνουμε φίλοι πολύ περισσότερο καιρό. Πέρασα όλα τα χρόνια, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, ακόμη και στο κολέγιο, χωρίς να κάνω ούτε ένα φίλο. Ήμουν πάντα μόνη. Φανταζόμουν πόσο όμορφα θα ήταν αν ήσουν δίπλα μου. Κι αν δεν μπορούσες να είσαι πραγματικά εκεί, τουλάχιστον θα μπορούσαμε να γραφούμε ο ένας στον άλλο. Τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Θα τα είχα βγάλει πέρα καλύτερα στη ζωή». Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Δεν ξέρω ακριβώς γιατί, αλλά μετά το Γυμνάσιο η ζωή μου στο σχολείο πήρε την κατηφόρα. Κι αυτό μ’ έκανε να κλειστώ ακόμη περισσότερο στον εαυτό μου. Ένας φαύλος κύκλος». Έγνεψα με το κεφάλι. «Μέχρι το Δημοτικό ήμουν καλά, αλλά μετά ήταν χάλια. Σαν να ήμουν χωμένη μέσα σ’ ένα πηγάδι». Το ’ξέρα αυτό το συναίσθημα. Έτσι ακριβώς ένιωθα τα οχτώ χρόνια που μεσολάβησαν από το κολέγιο μέχρι που παντρεύτηκα τη Γιουκίκο. Ένα πράγμα να πάει στραβά, όλος ο χάρτινος πύργος καταρρέει. Και δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις. Μέχρι να βρεθεί κάποιος να σε τραβήξει έξω. «Μ’ αυτό το πόδι δεν μπορούσα να κάνω ό,τι έκανε όλος ο κόσμος. Απλώς διάβαζα βιβλία κι έμενα κλεισμένη στον εαυτό μου. Και ξεχώριζα. Εξωτερικά, εννοώ. Έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι κατέληγαν να πιστεύουν πως είμαι μια στριμμένη, ξυπασμένη γυναίκα. Κι ίσως να έγινα έτσι τελικά». «Ε, λοιπόν, είσαι πραγματικά υπέροχη», είπα. Έβαλε άλλο ένα τσιγάρο στα χείλη της. Της το άναψα μ’ ένα σπίρτο. «Πιστεύεις αλήθεια πως είμαι όμορφη;» ρώτησε. «Ναι. Αλλ’ αυτό σίγουρα το ακούς συνέχεια». Η Σιμαμότο χαμογέλασε. «Όχι τόσο. Στην πραγματικότητα δεν μ’ ενθουσιάζει το πρόσωπό μου. Γι’


αυτό χαίρομαι πολύ που το είπες. Δυστυχώς, οι άλλες γυναίκες δεν με πολυσυμπαθούν. Πολλές φορές έχω σκεφτεί το εξής: Δεν θέλω να μου λένε πως είμαι όμορφη. Απλώς θέλω να είμ9 ένα συνηθισμένο κορίτσι και να έχω φίλους όπως όλοι». Άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε ελαφρά το δικό μου πάνω στον πάγκο. «Αλλά χαίρομαι που εσύ είσ’ ευτυχισμένος στη ζωή σου». Παρέμενα σιωπηλός. «Είσ’ ευτυχισμένος, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. «Δεν ξέρω. Τουλάχιστον δεν είμαι δυστυχισμένος, και δεν είμαι μόνος». Κι αμέσως μετά πρόσθεσα: «Αλλά μερικές φορές σκέφτομαι πως οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου ήταν τότε που ήμασταν μαζί στο καθιστικό του σπιτιού σου κι ακούγαμε μουσική». «Ξέρεις, έχω ακόμη εκείνους τους δίσκους. Νατ Κινγκ Κόουλ, Μπινγκ Κρόσμπι, Ροσίνι, τον Πέερ Γκιντ κι όλους τους άλλους. Όλους. Ενθύμιο του πατέρα μου όταν πέθανε. Τους περιποιούμαι πάντα πολύ, κι έτσι ακόμη και τώρα δεν έχουν την παραμικρή γρατζουνιά. Θυμάσαι πόσο πολύ τους πρόσεχα τους δίσκους». «Ο πατέρας σου πέθανε, λοιπόν». «Πριν από πέντε χρόνια, καρκίνος του εντέρου. Απαίσιος τρόπος να φύγεις. Κι ήταν πάντα τόσο υγιής». Είχα συναντήσει τον πατέρα της μερικές φορές. Μου έδινε την εντύπωση πως ήταν γερός σαν τη βελανιδιά στην αυλή τους. «Η μητέρα σου είναι καλά;» ρώτησα. «Χμ, υποθέτω». Κάτι δεν μου άρεσε στον τόνο της φωνής τής. «Δεν τα πάτε καλά, ε;» Η Σιμαμότο τέλειωσε το Ντάκιρι που έπινε, άφησε κάτω το ποτήρι και φώναξε τον μπάρμαν. «Υπάρχει κανένα σπέσιαλ κοκτέιλ του μαγαζιού να μου προτείνεις;» «Έχουμε πολλά δικά μας κοκτέιλ», είπα. «Το πιο δημοφιλές είναι το Robin’s Nest, από το όνομα του μπαρ. Εγώ το σκαρφίστηκα. Σαν βάση έχει ρούμι και βότκα. Κατεβαίνει εύκολα, αλλά βαράει». «Ακούγεται ό,τι πρέπει για να ρίξεις μια γυναίκα». «Μα αυτό δεν είναι το νόημα των κοκτέιλ;» Χαμογέλασε. «Εντάξει, θα το δοκιμάσω». Όταν άφησαν το κοκτέιλ μπροστά της, κοίταξε προσεκτικά το χρώμα κι έπειτα δοκίμασε λίγο. Έκλεισε τα μάτια κι άφησε το άρωμα να την πλημμυρίσει. «Έχει πολύ λεπτή γεύση, έτσι δεν είναι;» είπε. «Ούτε γλυκιά ούτε στυφή. Ελαφρύ και απλό, αλλά γεμάτο. Δεν το ’ξέρα πως έχεις τόσο ταλέντο».


«Δεν μπορώ να τοποθετήσω ούτε ράφι. Δεν έχω ιδέα πώς αλλάζουν φίλτρο λαδιού σ’ ένα αμάξι. Ούτε καν το γραμματόσημο δεν μπορώ να κολλήσω ίσια στο φάκελο. Και πάντα παίρνω λάθος αριθμό όταν τηλεφωνώ. Αλλά έχω φτιάξει μερικά δικά μου κοκτέιλ που φαίνεται πως αρέσουν στον κόσμο». Ακούμπησε το ποτήρι της σ’ ένα σουβέρ και το κοίταξε για λίγο. Καθώς έγειρε το ποτήρι με το χέρι της, η αντανάκλαση των φώτων τρεμόπαιξε στο γυαλί. «Έχω καιρό να δω τη μητέρα μου. Είχαμε τσακωθεί πριν από δέκα χρόνια κι από τότε τη βλέπω σπάνια. Φυσικά, ειδωθήκαμε στην κηδεία τού πατέρα μου». Οι μουσικοί τέλειωσαν ένα δικό τους κομμάτι μπλουζ κι άρχισαν να παίζουν την εισαγωγή τού «Star-Crossed Lovers». Όποτε βρισκόμουν στο μπαρ, ο πιανίστας άρχιζε πάντα να παίζει αυτό το τραγούδι, ξέροντας πως ήταν απ’ τ’ αγαπημένα μου. Δεν ήταν απ’ τις πιο γνωστές μελωδίες τού Έλινγκτον, ούτε μου ξυπνούσε ιδιαίτερες αναμνήσεις’ απλώς το είχα ακούσει μια φορά κι είχε αγγίξει κάποια ευαίσθητη χορδή μέσα μου. Από το κολέγιο μέχρι και τα μοναχικά χρόνια στον εκδοτικό οίκο, έβαζα το βράδυ το άλμπουμ Such Sweet Thunder χι άκουγα το «Star-Crossed Lovers» ξανά και ξανά. Είχε αυτό το γεμάτο ευαισθησία και χάρη σόλο του Τζόνι Χότζες. Κάθε φορά που άκουγα αυτή την υπέροχη, χαλαρή μελωδία, ξανάρχονταν στο μυαλό μου εκείνες οι μέρες. Δεν θα τη χαρακτήριζα ευτυχισμένη περίοδο της ζωής μου, έτσι όπως ζούσα, ένα κουβάρι από ανικανοποίητες επιθυμίες. Ήμουν πολύ νεότερος, πολύ πιο πεινασμένος, πολύ πιο μόνος. Αλλά ήμουν ο εαυτός μου, έστω και με τα ελάχιστα. Μπορούσα να αισθανθώ κάθε νότα που άκουγα, κάθε φράση που διάβαζα, να μπαίνουν βαθιά μέσα μου. Τα νεύρα μου ήταν κοφτερά σαν λεπίδι, τα μάτια μου έλαμπαν μ’ ένα φως διαπεραστικό. Κι όποτε άκουγα αυτή τη μουσική, θυμόμουν εκείνα τα μάτια, να μου ανταποδίδουν το βλέμμα μέσ’ από έναν καθρέφτη. «Ξέρεις», είπα, «κάποτε, στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, ήρθα να σε δω. Ένιωθα τόσο μόνος, που δεν άντεχα άλλο. Προσπάθησα να σου τηλεφωνήσω, αλλά δεν απαντούσε κανείς. Πήρα το τρένο και ήρθα σπίτι σου, αλλά είχε άλλο όνομα στο κουδούνι». «Ο πατέρας μου πήρε μετάθεση και μετακομίσαμε δυο χρόνια μετά από σένα. Στη Φουτζισάβα, κοντά στην Ινοσίμα. Και μείναμ’ εκεί μέχρι που πήγα στο κολέγιο. Σου έστειλα μια κάρτα με τη νέα μας διεύθυνση. Δεν την έλαβες;» Κούνησα το κεφάλι μου. «Αν την είχα λάβει, θα σου είχα απαντήσει. Παράξενο, όμως. Κάποιο λάθος θα ’γίνε στην αποστολή». «Είτε απλώς είμαστε άτυχοι», είπε. «Πολλά τα λάθη, και καταλήξαμε να χαθούμε. Τέλος πάντων όμως θέλω να μου πεις για σένα. Πώς ήταν η ζωή σου». «Θα πλήξεις θανάσιμα», είπα. «Δεν με νοιάζει. Θέλω να μου πεις». Έτσι της μίλησα σε γενικές γραμμές για τη ζωή μου. Πως είχα μια φιλενάδα στο Λύκειο, αλλά στο τέλος την πλήγωσα πολύ. Απέφυγα να της πω δυσάρεστες λεπτομέρειες. Της εξήγησα ότι συνέβη κάτι και πλήγωσα αυτό το κορίτσι. Και με όλ’ αυτά κατέληξα να πληγωθώ κι εγώ. Πως πήγα στο κολέγιο στο Τόκιο και δούλεψα σ’ έναν εκδοτικό οίκο μ’ εκπαιδευτικά βιβλία. Πως αυτά τα χρόνια


μετά τα είκοσί μου ήταν γεμάτα μέρες μοναξιάς, χωρίς φίλους. Είχα σχέσεις με γυναίκες, αλλά δεν ήμουν ποτέ ευτυχισμένος. Πως από τη στιγμή που τέλειωσα το σχολείο μέχρι που γνώρισα τη Γιουκίκο και παντρευτήκαμε, δεν είχα βρει κανέναν να μου αρέσει πραγματικά. Πως τη σκεφτόμουνα συχνά τότε, σκεφτόμουνα πόσο υπέροχα θα ήταν αν μπορούσαμε να ιδωθούμε, έστω για μια ώρα, και να μιλήσουμε. Η Σιμαμότο χαμογελούσε. «Με σκεφτόσουν;» «Συνέχεια». «Κι εγώ σε σκεφτόμουν», είπε. «Όποτε αισθανόμουν άσχημα. Ήσουν ο μόνος φίλος που είχα ποτέ, Χατζίμε». Με το σαγόνι της στηριγμένο στο χέρι που ακουμπούσε στον πάγκο, έκλεισε τα μάτια σαν να είχε στραγγίξει από μέσα της όλη η δύναμη. Το χνούδι στα μπράτσα της τρεμούλιασε. Τελικά άνοιξε αργά τα μάτια και κοίταξε το ρολόι της. Το κοίταξα κι εγώ. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Πήρε την τσάντα της και κατέβηκε απ’ το σκαμπό. «Καληνύχτα. Χάρηκα που σε είδα». Τη συνόδεψα μέχρι την πόρτα. «Να σου φωνάξω ένα ταξί; Βρέχει και μπορεί να δυσκολευτείς να βρεις. Αν βέβαια σκέφτεσαι να γυρίσεις στο σπίτι σου με ταξί». Η Σιμαμότο κούνησε το κεφάλι της. «Είμ’ εντάξει. Μην μπαίνεις στον κόπο. Μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου». «Πραγματικά δεν απογοητεύτηκες;» ρώτησα. «Από σένα;» «Ναι». «’Οχι, δεν απογοητεύτηκα». Χαμογέλασε. «Μείνε ήσυχος. Όμως αυτό το κοστούμι είναι Αρμάνι, έτσι δεν είναι;» Δεν έσερνε πια το πόδι της όπως παλιά. Δεν κινούνταν πολύ γρήγορα, κι αν παρατηρούσες προσεκτικά, υπήρχε κάτι τεχνητό στο βάδισμά της, αν και γενικά έδειχνε απολύτως κανονικό. «Έκανα μια επέμβαση πριν από τέσσερα χρόνια», είπε σχεδόν απολογητικά. «Δεν θα ’λεγα πως είχε εκατό τα εκατό επιτυχία, αλλά το πόδι μου δεν είναι όσο άσχημα ήταν. Ήταν σοβαρή επέμβαση, με πολλά κόψε-ράψε στα κόκαλα. Όλα όμως πήγαν καλά». «Αυτό είναι υπέροχο. Το πόδι σου φαίνεται μια χαρά τώρα», είπα. «Είναι», είπε. «Απ’ ό,τι φαίνεται, ήταν σωστή απόφαση. Ίσως μάλιστα άργησα πολύ να την πάρω». Πήρα το παλτό της από το βεστιάριο και τη βοήθησα να το φορέσει. Έτσι όπως στεκόταν δίπλα μου, δεν ήταν πολύ ψηλή. Μου φάνηκε παράξενο. Στα δώδεκα είχαμε σχεδόν το ίδιο ύψος. «Σιμαμότο, θα σε ξαναδώ;» «Ίσως», απάντησε. Ένα χαμόγελο έπαιξε στο στόμα της. Ένα χαμόγελο σαν μικρό δαχτυλίδι καπνού


που υψώνεται νωχελικά στον ουρανό μια μέρα με άπνοια. «Ίσως». Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Μετά από πέντε λεπτά ανέβηκα τη σκάλα μέχρι το δρόμο. Ανησυχούσα ότι θα δυσκολευόταν να βρει ταξί. Έβρεχε ακόμη. Κι η Σιμαμότο δεν φαινόταν πουθενά. Ο δρόμος ήταν έρημος. Τα φώτα των περαστικών αυτοκινήτων έπεφταν θαμπά στο υγρό πεζοδρόμιο. Ίσως ήταν παραίσθηση, σκέφτηκα. Στάθηκα πολλή ώρα εκεί, κοιτάζοντας τους βρεγμένους δρόμους. Γι’ άλλη μια φορά ήμουν ένα δωδεκάχρονο αγόρι που κοίταζ’ επί ώρες τη βροχή. Συγκεντρώσου για πολλή ώρα στη βροχή, χωρίς να σκέφτεσαι τίποτα, και θα νιώσεις σιγά σιγά το κορμί σου ν’ αλαφραίνει, ν’ απελευθερώνεται απ’ τη γήινη πραγματικότητα. Η βροχή έχει τη δύναμη να μας υπνωτίζει. Όμως αυτό δεν ήταν ψευδαίσθηση. Όταν ξαναμπήκα στο μπαρ, υπήρχε ακόμη ένα ποτήρι κι ένα τασάκι εκεί που καθόταν. Δυο ελαφρά πατημένα αποτσίγαρα μες στο τασάκι, μ’ ένα αχνό σημάδι από κραγιόν πάνω τους. Κάθισα κι έκλεισα τα μάτια. Ο απόηχος της μουσικής έσβηνε αργά, αφήνοντάς με στη μοναξιά μου. Μέσα σ’ εκείνο το απαλό σκοτάδι, η βροχή συνέχιζε να πέφτει αθόρυβα. 9 Μετά από κείνη τη μέρα έκανα καιρό να δω τη Σιμαμότο. Κάθε βράδυ καθόμουν στον πάγκο τού Robin’s Nest και σκότωνα την ώρα μου. Διάβαζα βιβλία, ρίχνοντας πού και πού ματιές στην είσοδο. Αλλά δεν ήρθε. Φοβόμουν πως κάτι είχα πει λάθος, κάτι που δεν έπρεπε, και την είχα αναστατώσει. Ξανάφερνα στο μυαλό μου, μία-μία, όλες τις λέξεις που ανταλλάξαμε εκείνο το βράδυ. Αλλά δεν έβγαζα άκρη. Μπορεί η Σιμαμότο να είχε απογοητευτεί. Πολύ πιθανό. Ήταν τόσο όμορφη και το πόδι της είχε θεραπευτεί. Τι στο καλό μπορούσε να βρει σ’ εμένα μια τέτοια γυναίκα; Η χρονιά κόντευε να τελειώσει, τα Χριστούγεννα ήρθαν κι έφυγαν, το ίδιο κι η Πρωτοχρονιά. Τα τριακοστά έβδομα γενέθλιά μου κύλησαν κι αυτά. Και ξαφνικά ο Ιανουάριος είχε περάσει. Σταμάτησα να την περιμένω κι εμφανιζόμουν σπάνια πια στο Robin’s Nest. Ο χώρος εκεί μου τη θύμιζε και μ’ έκανε να την αναζητώ μάταια στα πρόσωπα των πελατών. Καθόμουν στο μπαρ του άλλου μαγαζιού μου, ξεφυλλίζοντας βιβλία, χαμένος σ’ άσκοπες ονειροπολήσεις. Δεν μπορούσα με τίποτα να συγκεντρωθώ. Μου είχε πει πως ήμουν ο μοναδικός φίλος που είχε ποτέ. Αυτό μ’ έκανε ευτυχισμένο και ξύπνησε την ελπίδα πως θα μπορούσαμε να ξαναγίνουμε φίλοι. Ήθελα να της μιλήσω για τόσα πράγματα, να τη· ρωτήσω τη γνώμη της. Δεν μ’ ένοιαζε αν δεν ήθελε να πει κουβέντα για τον εαυτό της. Μου έφτανε να μπορώ να τη βλέπω, να της μιλάω. Αλλά δεν ήρθε. Ίσως ήταν πολυάσχολη και δεν έβρισκε το χρόνο να με δει, έλεγα με το μυαλό μου. Τρεις μήνες όμως ήταν πολύ μεγάλο κενό. Ακόμη κι αν δεν μπορούσε νά ’ρθει να με δει, μπορούσε τουλάχιστον να σηκώσει το ακουστικό και να μου τηλεφωνήσει. Με είχε ξεχάσει τελείως, κατέληξα. Δεν ήμουν τίποτα σπουδαίο για κείνη, τελικά. Πονούσα λες κι είχε ανοίξει μια μικρή τρύπα στην καρδιά μου. Δεν έπρεπε να μου πει ότι μπορεί να ξαναρχόταν. Οι υποσχέσεις -ακόμα κι αόριστες όπως αυτήμπορούν να στοιχειώσουν το μυαλό.


Όμως στις αρχές Φεβρουαρίου, πάλι μια νύχτα βροχερή, εμφανίστηκε. Έπεφτε μια σιγανή, παγωμένη βροχή. Κάτι είχε συμβεί και βρισκόμουν νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως στο Robin’s Nest. Οι ομπρέλες των πελατών έφερναν μέσα το άρωμα της παγερής βροχής. Ένας σαξοφωνίστας είχε προστεθεί για μερικά κομμάτια στο κλασικό τρίο με το πιάνο. Ήταν αρκετά γνωστός και το κοινό περίμενε με ανυπομονησία. Ως συνήθως, κάθισα στο γωνιακό σκαμΛο του μπαρ διαβάζοντας. Η Σιμαμότο κάθισε ήσυχα δίπλα μου. «Καλησπέρα», είπε. Άφησα το βιβλίο μου και την κοίταξα. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. «Ήμουν βέβαιος ότι δεν θα ξανάρθεις ποτέ». «Με συγχωρείς», είπε. «Θύμωσες;» «Δεν θύμωσα. Δεν θυμώνω με τέτοια πράγματα. Στο κάτω κάτω, εδώ είναι μπαρ. Οι άνθρωποι έρχονται όποτε θέλουν και φεύγουν όταν τους κάνει κέφι. Η δουλειά μου είναι απλώς να τους περιμένω». «Όπως και να ’χει, λυπάμαι. Δεν έχω να πω τίποτα, απλώς δεν μπορούσα να έρθω». «Δουλειές;» «Όχι, όχι δουλειές», απάντησε ήρεμα. «Απλώς δεν μπορούσα να έρθω εδώ». Τα μαλλιά της ήταν υγρά απ’ τη βροχή. Μερικές τούφες είχαν κολλήσει στο μέτωπό της. Ζήτησα από το σερβιτόρο να της φέρει μια πετσέτα. «Ευχαριστώ», είπε και στέγνωσε τα μαλλιά της. Έβγαλ’ ένα τσιγάρο και το άναψε με τον αναπτήρα της. Τα δάχτυλά της, υγρά και παγωμένα απ’ τη βροχή, έτρεμαν ελαφρά. «Απλώς ψιχάλιζε και σκέφτηκα να πάρω ένα ταξί, γι’ αυτό φόρεσα μονάχα ένα αδιάβροχο. Άρχισα όμως να περπατάω και τελικά περπάτησα πολύ». «Θα ’θελες κάτι ζεστό να πιεις;» ρώτησα. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια και χαμογέλασε. «Ευχαριστώ, .είμαι μια χαρά». Μέσα σε μια στιγμή αυτό το χαμόγελο μ’ έκανε να ξεχάσω τους τρεις μήνες. «Τι διαβάζεις;» Έδειξε το βιβλίο μου. Της το έδωσα. Η ιστορία της σύρραξης στα σύνορα Κίνας-Βιετνάμ, μετά τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Το ξεφύλλισε λιγάκι και μου το έδωσε πίσω. «Δεν διαβάζεις πια μυθιστορήματα;» «Διαβάζω. Όχι όμως τόσο όσο παλιά. Δεν ξέρω τίποτα για τα σύγχρονα μυθιστορήματα. Μ’ αρέσουν μόνο τα παλιά, κυρίως του δέκατου ένατου αιώνα. Αυτά που έχω ξαναδιαβάσει». «Τι έχουν τα σύγχρονα μυθιστορήματα;»


«Νομίζω ότι φοβάμαι μήπως απογοητευτώ. Νιώθω ότι χάνω το χρόνο μου όταν πέφτω σε σκουπίδια. Δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποτε είχα πολύ ελεύθερο χρόνο κι έλεγα ότι κάτι θα κερδίσω διαβάζοντάς τα, ακόμη κι όταν ήξερα πως είναι της σειράς. Τώρα είναι αλλιώς. Μάλλον γερνάω». «Ναι, δεν έχεις άδικο ότι γερνάς», είπε μ’ ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. «Κι εσύ; Διαβάζεις ακόμη πολύ;» ρώτησα. «Ναι, συνέχεια. Καινούργια βιβλία, παλιά βιβλία. Μυθιστορήματα, τα πάντα. Βιβλία της σειράς, καλά βιβλία. Είμαι μάλλον το αντίθετο από σένα δεν με νοιάζει να σκοτώνω το χρόνο μου διαβάζοντας». Ζήτησε από τον μπάρμαν να της φτιάξει ένα Robin’s Nest. Παράγγειλα το ίδιο. Ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της, κούνησε ελαφρά το κεφάλι κι άφησε το ποτήρι στο μπαρ. «Χατζίμε, γιατί τα κοκτέιλ εδώ είναι πάντα πολύ καλύτερα απ’ οπουδήποτε αλλού;» «Επειδή βάζουμε τα δυνατά μας να τα κάνουμε τόσο καλά», απάντησα. «Χωρίς προσπάθεια δεν υπάρχει αποτέλεσμα». «Τι είδους προσπάθεια εννοείς;» «Πάρε αυτόν, για παράδειγμα», είπα δείχνοντας τον όμορφο νεαρό μπάρμαν, ο οποίος, απόλυτα συγκεντρωμένος, έσπαζε ένα κομμάτι πάγο με τον παγοκόφτη. «Τον πληρώνω ένα σωρό λεφτά. Κι αυτό κρυφά απ’ τους άλλους εργαζόμενους. Ο λόγος για το μεγάλο μισθό είναι το ταλέντο του ν’ αναμειγνύει τέλεια τα ποτά. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν, αλλά τα καλά κοκτέιλ απαιτούν ταλέντο. Ο καθένας μπορεί να φτιάξει υποφερτά ποτά με λίγη προσπάθεια. Εκπαίδευσέ τον μερικούς μήνες και μπορεί να φτιάξει ένα συνηθισμένο κοκτέιλ απ’ αυτά που σερβίρουν τα περισσότερα μπαρ. Αν θέλεις όμως να περάσεις σε ανώτερο επίπεδο, πρέπει να έχεις πηγαίο ταλέντο. Όπως με το πιάνο, τη ζωγραφική, το κατοστάρι στο τρέξιμο. Πάρε εμένα για παράδειγμα: πιστεύω ότι μπορώ να φτιάξω ένα αρκετά καλό κοκτέιλ. Έχω διαβάσει πώς γίνονται κι έχω αποκτήσει εμπειρία. Δεν υπάρχει όμως περίπτωση να τον συναγωνιστώ. Βάζω ακριβώς τις ίδιες ποσότητες αλκοόλ, τις ανακατεύω με το σέικερ ακριβώς τον ίδιο χρόνο, κι όμως το κοκτέιλ δεν είναι το ίδιο γευστικό. Δεν έχω ιδέα γιατί. Είναι θέμα ταλέντου μονάχα αυτό μπορώ να πω. Είναι όπως στην τέχνη. Υπάρχει κάποιο όριο που μόνο ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να το περάσουν. Γ ι’ αυτό, έτσι και βρεις κάποιον με ταλέντο, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να τον προσέχεις πολύ και να μην τον αφήσεις να σου φύγει ποτέ. Και να τον πληρώνεις καλά; εννοείται». Ο μπάρμαν ήταν γκέι, κι έτσι μερικές φορές μαζεύονταν στο μπαρ κι άλλοι γκέι. Ήταν μια ήσυχη παρέα και δεν μ’ ενοχλούσαν. Συμπαθούσα πραγματικά το νεαρό μπάρμαν κι εκείνος μ’ εμπιστευόταν και δούλευε σκληρά. «Φαίνεται πως τελικά έχεις πραγματικό ταλέντο στις επιχειρήσεις», είπε η Σιμαμότο. «Φοβάμαι πως όχι», είπα. «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αληθινό επιχειρηματία. Απλώς τυχαίνει να έχω δυο μικρά μπαρ. Και δεν σκοπεύω ν’ ανοίξω κι άλλο, ούτε να βγάλω περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι τώρα. Δεν είναι θέμα ταλέντου αυτό που κάνω. Αλλά, ξέρεις, καμιά φορά φαντάζομαι διάφορα ας πούμε, μπαίνω στη θέση του πελάτη. Αν ήμουν πελάτης, σε τι είδους μπαρ θα πήγαινα, τι θα μου άρεσε να φάω και να πιω; Αν ήμουν εικοσάρης κι εργένης, σε τι είδους μαγαζί θα πήγαινα με μια


κοπέλα; Πόσα χρήματα θα μπορούσα να ξοδέψω; Σε ποια περιοχή θα έμενα και μέχρι τι ώρα θα μπορούσα να μείνω έξω; Κάθε πιθανό σενάριο. Όσο περισσότερα σενάρια κατεβάζω, τόσο πιο ξεκάθαρη γίνεται η εικόνα που έχω για το μπαρ». Η Σιμαμότο φορούσε ανοιχτόχρωμο μπλε πουλόβερ με ψηλό λαιμό και σκούρα μπλε φούστα. Μικρά σκουλαρίκια άστραφταν στ’ αυτιά της. Το εφαρμοστό πουλόβερ αποκάλυπτε το σχήμα τού στήθους της. Ξαφνικά άρχισα ν’ αναπνέω με δυσκολία. «Συνέχισε», είπε. Γι’ άλλη μια φορά εμφανίστηκε στα χείλη της το γνωστό χαρούμενο χαμόγελο. «Τι να πω;» «Για την επιχειρηματική σου φιλοσοφία», ει-πε. «Μ’ αρέσει να σ’ ακούω να μιλάς μ’ αυτό τον τρόπο». Κοκκίνισα λιγάκι, πράγμα που είχε καιρό να μου συμβεί. «Δεν θα την έλεγα “επιχειρηματική φιλοσοφία”. Ξέρεις, όλη αυτή η διαδικασία είναι ό,τι ακριβώς έκανα από παιδί: αφήνω τη σκέψη μου ελεύθερη κι η φαντασία μου παίρνει το πάνω χέρι. Στήνω στο μυαλό μου ένα φανταστικό τόπο και σιγά σιγά προσθέτω τις λεπτομέρειες. Αλλάζω πότ’ εκείνο πότε τ’ άλλο, ανάλογα με τα κέφια μου. Όπως σου είπα, μετά το κολέγιο δούλεψα πολύ καιρό σ’ έναν εκδοτικό οίκο μ’ εκπαιδευτικά βιβλία. Η δουλειά ήταν σκέτη βαρεμάρα. Κανένα απολύτως περιθώριο στη φαντασία. Είχα σιχαθεί. Δεν άντεχα πια να πηγαίνω στο γραφείο. Ένιωθα να πνίγομαι, σαν να συρρικνωνόμουν μέρα με τη μέρα, ώσπου κάποια στιγμή θα εξαφανιζόμουν εντελώς». Ρούφηξα μια γουλιά απ’ το ποτό μου κι έριξα μια ματιά τριγύρω στο μπαρ. Αρκετός κόσμος, αν σκεφτεί κανείς τη βροχή. Ο σαξοφωνίστας έβαζε το όργανό του στη θήκη. Φώναξα το σερβιτόρο και του είπα να πάει ένα μπουκάλι ουίσκι στο σαξοφωνίστα και να τον ρωτήσει αν θέλει να φάει κάτι. «Εδώ όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά», συνέχισα. «Για να επιβιώσεις, πρέπει να βάλεις τη φαντασία σου να δουλέψει. Και μπορείς να εφαρμόσεις άμεσα τις ιδέες σου. Ούτε συμβούλια ούτε στελέχη. Ούτε έχεις ν’ ανησυχείς για νομικά προηγούμενα ούτε να συμμορφωθείς σε οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας. Πίστεψέ με, είναι τέλεια. Έχεις εργαστεί ποτέ σ’ εταιρεία;» Χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. «Όχι». «Να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό. Εγώ κι οι εταιρείες δεν τα πάμε καλά. Ούτ’ εσύ πιστεύω ότι θα τα πήγαινες καλά. Μετά από οχτώ χρόνια δουλειάς σ’ αυτό το χώρο, έχω πειστεί. Οχτώ χρόνια στο βρόντο. Στα είκοσί μου τα καλύτερά μου χρόνια. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς άντεξα τόσο πολύ. Φαντάζομαι όμως ότι έπρεπε να περάσω αυτή τη δοκιμασία για να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα. Τώρα αγαπάω τη δουλειά μου. Ξέρεις, μερικές φορές αισθάνομαι ότι τα μπαρ μου είναι σαν τους φανταστικούς τόπους που φτιάχνω στο μυαλό μου. Παλάτια στην άμμο. Φυτεύω μερικά λουλούδια εδώ, χτίζω ένα σιντριβάνι εκεί, τα μαστορεύω όλα με μεγάλη φροντίδα. Έρχονται άνθρωποι, πίνουν ποτά, ακούνε μουσική, συζητάνε και πάνε σπίτι τους. Είναι πρόθυμοι να ξοδέψουν πολλά λεφτά για νά ’ρθουν ώς εδώ και να πιουν μερικά ποτά και ξέρεις γιατί; Γιατί όλοι αναζητούν το ίδιο πράγμα: ένα φανταστικό τόπο, το δικό τους παλάτι στην άμμο και τη δική τους, προσωπική γωνίτσα μέσα σ’ αυτό». Η Σιμαμότο πήρε ένα τσιγάρο Σάλεμ μέσ’ από τη μικρή της τσάντα. Πριν βγάλει τον αναπτήρα, της


το άναψα μ’ ένα σπίρτο. Μου άρεσε να της ανάβω το τσιγάρο και να βλέπω τα μάτια της να στενεύουν καθώς κοίταζε τη φλόγα που τρεμόπαιζε. «Δεν έχω δουλέψει ούτε μια μέρα σ’ όλη μου τη ζωή», είπε. «Ούτε μία;» «Ούτε μία. Ούτε για μερικές ώρες. Η δουλειά μού είναι τελείως άγνωστη. Γι’ αυτό σε ζηλεύω. Είμαι πάντα μόνη, διαβάζοντας βιβλία. Και πάντα σκέφτομαι πώς θα ξοδέψω χρήματα, όχι πώς θα βγάλω». Τέντωσε τα δυο της χέρια μπροστά μου. Στο δεξί φορούσε δυο λεπτά χρυσά βραχιόλια, στο αριστερό ένα ακριβό χρυσό ρολόι. Τα κράτησε για λίγο τεντωμένα μπροστά μου, σαν να επιδείκνυε την πραμάτεια της. Έπιασα το δεξί της χέρι και κοίταξα για λίγη ώρα τα χρυσά βραχιόλια. Θυμήθηκα τότε που ήμουν δώδεκα χρονών και μου κράτησε το χέρι. Μπορούσα να θυμηθώ ακριβώς πώς είχα νιώσει. Και πόσο με είχε αναστατώσει. «Δεν ξέρω… μάλλον τελικά το καλύτερο απ’ όλα είναι να σκέφτεσαι πώς θα ξοδέψεις χρήματα», είπα. Άφησα το χέρι της κι ένιωσα σαν να ήμουν έτοιμος να με παρασύρει κάποιο ρεύμα μακριά. «Όταν το μόνο που κάνεις είναι να μηχανεύεσαι τρόπους να βγάλεις χρήματα, χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου». «Δεν ξέρεις όμως πόσο κενός αισθάνεσαι όταν δεν είσαι ικανός να δημιουργήσεις τίποτα». «Εί-μαι σίγουρος ότι έχεις δημιουργήσει πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι συνειδητοποιείς». «Τι είδους πράγματα;» «Πράγματα που δεν μπορείς να δεις», απάντησα. Εξέτασα τα χέρια μου, ακουμπισμένα στα γόνατά μου. Με κοίταξε για λίγο, κρατώντας το ποτήρι της. «Εννοείς συναισθήματα;» «Ναι»,, είπα. «Όλα χάνονται κάποια μέρα. Όπως αυτό το μπαρ δεν θα υπάρχει για πάντα. Τα γούστα των ανθρώπων αλλάζουν, κι ένας μικρός κλυδωνισμός στην οικονομία αρκεί για να πέσει έξω η επιχείρηση. Το έχω δει να συμβαίνει’ δεν θέλει πολύ. Όλα τα πράγματα που έχουν σχήμα και μορφή, θα χαθούν. Αλλά μερικά συναισθήματα μένουν μαζί μας για πάντα». «Ξέρεις όμως, Χατζίμε, μερικά συναισθήματα μας προκαλούν πόνο επειδή παραμένουν μαζί μας. Δεν συμφωνείς;» Ο σαξοφωνίστας ήρθε να μ’ ευχαριστήσει για το ουίσκι. Τον συγχάρηκα για την ερμηνεία του. «Στις μέρες μας, οι μουσικοί της τζαζ είναι τόσο ευγενικοί», εξήγησα στη Σιμαμότο. «Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, δεν συνέβαινε το ίδιο. Όλοι έπαιρναν ναρκωτικά και οι μισοί τουλάχιστον ήταν ρεμάλια. Μερικές φορές όμως τύχαινε ν’ ακούσεις κάτι που σε ξετρέλαινε. Πάντα άκουγα τζαζ στα κλαμπ του Σιντζούκου. Πάντα έψαχνα κάτι να με ξετρελάνει». «Σου αρέσει αυτός ο κόσμος, ε;» «Έτσι φαίνεται», είπα. «Οι άνθρωποι ψάχνουν κάτι μοναδικό, κάτι να τους καταπλήξει. Εννιά φορές στις δέκα είναι πράγματα που τα ξεχνάς, αλλά τη δέκατη… Αυτή την κορυφαία εμπειρία θέλουν


όλοι. Αυτή είναι που σπρώχνει τον κόσμο μπροστά. Αυτό είναι η τέχνη». Κοίταξα πάλι τα χέρια μου, ακουμπισμένα στα γόνατα μου. Έπειθα κοίταξα εκείνη. Με περίμενε να συνεχίσω. «Τέλος πάντων, τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Έχω ένα μπαρ κι η δουλειά μου είναι να επενδύω κεφάλαια και να επιτυγχάνω κέρδη. Δεν είμαι καλλιτέχνης ούτε δημιουργός. Ούτε καν μαικήνας των τεχνών. Είτε μου αρέσει είτε όχι, δεν είναι ένας χώρος τέχνης. Κι είναι πολύ πιο εύκολο για έναν επιχειρηματία να διευθύνει μια ευπρεπή, καλοβαλμένη ομάδα παρά ένα τσούρμο Τσάρλι Πάρκερ!» Παράγγειλε κι άλλο κοκτέιλ. Κι άναψε κι άλλο τσιγάρο. Μείναμε σιωπηλοί για ένα διάστημα. Φαινόταν χαμένη στις σκέψεις της. Άκουγα το σόλο του μπασίστα στο «Embraceable You». Ο πιανίστας τον συνόδευε κάθε τόσο με την κατάλληλη συγχορδία, ενώ ο ντραμίστας σκούπιζε τον ιδρώτα του κι έπινε ένα ποτό. Με πλησίασε κάποιος τακτικός πελάτης και κουβεντιάσαμε λίγο. «Χατζίμε», είπε μετά από αρκετή ώρα η Σιμαμότο, «ξέρεις κανένα καλό ποτάμι; Ένα όμορφο ποτάμι σε κοιλάδα, όχι πολύ μεγάλο, κάποιο που να χύνεται αρκετά γρήγορα στη θάλασσα;» Την κοίταξα ξαφνιασμένος. «Ποτάμι;» Τι στο καλό εννοούσε; Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο. Είχε μια ηρεμία σαν ν’ ατένιζε κάποιο μακρινό τοπίο. Ίσως βέβαια εγώ να βρισκόμουν μακριά μακριά απ’ τον κόσμο της, τουλάχιστον, μ’ ένα ασύλληπτο κενό ανάμεσά μας. Η σκέψη αυτή μ’ έκανε να μελαγχολήσω. Υπήρχε κάτι στα μάτια της που προκαλούσε θλίψη. «Γιατί αυτό το ποτάμι έτσι ξαφνικά;» ρώτησα. «Απλώς μου ήρθε», απάντησε. «Ξέρεις κανένα τέτοιο ποτάμι;» Όταν ήμουν φοιτητής, ταξίδευα πολύ σ’ όλη τη χώρα μ’ ένα σλίπινγκ μπαγκ. Έτσι είχα δει μερικά ιαπωνικά ποτάμια. Αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποιο ποτάμι σαν αυτό που μου περιέγραφε. «Νομίζω ότι ίσως υπάρχει ένα τέτοιο ποτάμι στην ακτή της Θάλασσας της Ιαπωνίας», είπα ύστερ’ από αρκετή σκέψη. «Δεν θυμάμαι τ’ όνομά του. Είμαι σίγουρος όμως ότι βρίσκεται στο νομό Ισικάουα. Δεν θα ’ναι δύσκολο να το βρει κανείς. Μάλλον ταιριάζει πολύ σ’ αυτό που ψάχνεις». Τώρα θυμόμουν καθαρά το ποτάμι. Είχα πάει εκεί φθινόπωρο, στο πρώτο ή στο δεύτερο έτος του κολεγίου. Η βλάστηση ήταν υπέροχη, οι οροσειρές τριγύρω έμοιαζαν βαμμένες στο αίμα., Τα βουνά κατέβαιναν μέχρι τη θάλασσα, τα νερά κυλούσαν όμορφα και κάπου κάπου άκουγες κραυγές από ελάφια στο δάσος. Το ψάρι που έφαγα ήταν απίστευτα νόστιμο. «Θα μπορούσες να με πας εκεί;» ρώτησε η Σιμαμότο. «Είναι στο δρόμο προς την Ισικάουα», είπα στεγνά. «Μέχρι την Ινοσίμα, εντάξει, μετά όμως πρέπει να συνεχίσουμε αεροπορικώς κι ύστερα να οδηγήσουμε για τουλάχιστον μια ώρα ακόμη. Και θα χρειαστεί να διανυκτερεύσουμε. Πιστεύω να καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο απ’ τη μια στιγμή στην άλλη». Η Σιμαμότο έστριψε αργά στο κάθισμά της και γύρισε προς το μέρος μου. «Χατζίμε, ξέρω ότι δεν θα ’πρεπε να σου ζητάω μια τέτοια χάρη. Το ξέρω. Πίστεψέ με, καταλαβαίνω πως σου γίνομαι βάρος. Αλλά δεν έχω κανέναν άλλο να του το ζητήσω. Πρέπει να πάω εκεί και δεν θέλω να πάω


μόνη μου». Κοίταξα μέσα στα μάτια της. Ήταν σαν μια βαθιά πηγή στη σκιά ενός βράχου, που δεν την έπιανε ποτέ ο αέρας. Τίποτα δεν σάλευε εκεί, όλα ήταν ακίνητα. Αν κοίταζες προσεκτικά, μπορούσες ν’ αρχίσεις να διακρίνεις ακόμη και τη σκηνή που καθρεφτιζόταν στην επιφάνεια του νερού. «Συγχώρεσέ με». Χαμογέλασε σαν να την είχε εγκαταλείψει όλη η δύναμή της. «Σε παρακαλώ, μη νομίσεις πως ήρθα εδώ απλώς για να σου ζητήσω αυτό το πράγμα. Ήθελα μόνο να σε δω και να μιλήσουμε. Δεν είχα σκοπό να πάει εκεί η κουβέντα». Υπολόγισα στα γρήγορα το χρόνο με το μυαλό μου. «Αν ξεκινήσουμε νωρίς νωρίς το πρωί και πάμε κι έρθουμε με το αεροπλάνο, πρέπει να προλαβαίνουμε να γυρίσουμε όχι και πολύ αργά το βράδυ. Φυσικά, εξαρτάται απ’ το πόσο θα καθίσουμ’ εκεί». «Δεν νομίζω ότι θα μας πάρει πολλή ώρα», είπε. «Μπορείς πραγματικά να μου διαθέσεις αυτό το χρόνο και να έρθεις μαζί μου;» Το σκέφτηκα καλά. «Έτσι πιστεύω. Δεν μπορώ να πω κάτι οριστικό ακόμη, αλλά μάλλον μπορώ να το κάνω. Τηλεφώνησέ μου αύριο βράδυ εδώ, εντάξει; Θα είμ’ εδώ αυτή την ώρα. Μέχρι τότε θα έχω σκεφτεί κάποιο σχέδιο. Τι υποχρεώσεις έχεις;» «Δεν έχω καμιά. Ό,τι ώρα βολεύει εσένα, βολεύει κι εμένα». Κούνησα το κεφάλι. «Λυπάμαι πολύ», είπε. «Τελικά ίσως δεν έπρεπε να σε ξανασυναντήσω. Το ξέρω ότι στο τέλος θα τα χαλάσω όλα». Έφυγε λίγο πριν από τις έντεκα. Τη συνόδεψα με μια ομπρέλα και σταμάτησα ένα ταξί. Έβρεχε ακόμη. «Αντίο. Και σ’ ευχαριστώ», είπε. «Αντίο», είπα. Γύρισα στο μπαρ και κάθισα στο ίδιο σκαμπό στον πάγκο. Το ποτήρι του κοκτέιλ της ήταν ακόμη εκεί. Το ίδιο και το τασάκι, με αρκετά σβησμένα Σάλεμ. Δεν ζήτησα από το σερβιτόρο να τα πάρει. Την περ’σσότερη ώρα κοίταζα το αχνό χρώμα του κραγιόν πάνω στο ποτήρι και στ’ αποτσίγαρα. Η Γιουκίκο με περίμενε όταν γύρισα σπίτι. Είχε ρίξει πάνω από τις πιτζάμες της μια ζακέτα κι έβλεπε σε βίντεο τον Λόρενς της Αραβίας. Ήταν η σκηνή όπου ο Λόρενς, μετά από πολλές ταλαιπωρίες και βάσανα, καταφέρνει τελικά να διασχίσει την έρημο και να φτάσει στη διώρυγα του Σουέζ. Είχε ήδη δει την ταινία τρεις φορές. Είναι σπουδαία ταινία, μου είπε. Μπορώ να τη βλέπω συνέχεια. Κάθισα δίπλα της κι ήπια λίγο κρασί καθώς βλέπαμε το τέλος του έργου. Την ερχόμενη Κυριακή έχει συγκέντρωση το κλαμπ του Κολυμβητηρίου, της είπα. Ένα από τα μέλη διέθετε ένα μεγάλο γιοτ, με το οποίο είχαμε πάει πολλές φορές κρουαζιέρα, ψαρεύοντας και πίνοντας. Είχε αρκετό κρύο για βόλτα με γιοτ το Φεβρουάριο, αλλά η γυναίκα μου δεν ήξερε τίποτα από σκάφη κι έτσι δεν είχε καμιά αντίρρηση. Εγώ έβγαινα σπάνια τις Κυριακές κι εκείνη έμοιαζε να σκέφτεται πως δεν ήταν κακή ιδέα να συναντήσω ανθρώπους από άλλους χώρους έξω στη φύση.


«Θα φύγω πολύ νωρίς το πρωί. Και θα ’χω γυρίσει μέχρι τις οχτώ το βράδυ, πιστεύω. Θα φάμ’ εδώ μαζί», είπα. «Εντάξει. Έτσι κι αλλιώς θα έρθει να με δει η αδερφή μου την Κυριακή», είπε. «Αν δεν κάνει πολύ κρύο, μπορεί να πάμε για πικνίκ στον Εθνικό Κήπο Σιντζούκου Γκοέν. Τα τέσσερα κορίτσια». «Ωραία ιδέα», είπα. Την άλλη μέρα το απόγευμα πήγα σ’ ένα ταξιδιωτικό γραφείο όπου έκλεισα τ’ αεροπορικά εισιτήρια και κανόνισα την ενοικίαση ενός αυτοκινήτου. Για την επιστροφή υπήρχε μια πτήση που έφτανε στο Τόκιο στις εξήμισι το απόγευμα. Απ’ ό,τι έβλεπα, θα ήμουν πίσω έγκαιρα για το βραδινό φαγητό, αργούτσικα το βράδυ. Έπειτα πήγα στο μπαρ και περίμενα να τηλεφωνήσει η Σιμαμότο. Πήρε στις δέκα. «Είμαι λίγο πνιγμένος, αλλά νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω», της είπα. «Σε βολεύει την ερχόμενη Κυριακή;» «Για μένα είναι μια χαρά», απάντησε. Της είπα τι ώρα ήταν η πτήση και πού να συναντηθούμε στο αεροδρόμιο Χανέντα. «Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ», είπε. Αφού κλείσαμε, κάθισα για λίγο στο μπαρ μ’ ένα βιβλίο. Μ’ ενοχλούσε όμως το αδιάκοπο πηγαινέλα των πελατών και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Πήγα στην τουαλέτα κι έπλυνα το πρόσωπο και τα χέρια μου με κρύο νερό, κοιτώντας το είδωλό μου στον καθρέφτη. Είπα ψέματα στη Γιουκίκο, μονολόγησα. Βέβαια, της είχα ξαναπεί ψέματα, τότε που είχα πάει με άλλες γυναίκες. Αλλά δεν είχα νιώσει ποτέ πως την εξαπατώ. Εκείνα δεν ήταν παρά ακίνδυνα παραστρατήματα. Αυτή τη φορά όμως ήταν σοβαρό. Όχι ότι σκόπευα να κάνω έρωτα με τη Σιμαμότο, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, ήταν σοβαρό. Γ ία πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό κοίταξα κατάματα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Κι εκείνα τα μάτια δεν ήξεραν να μου πουν ποιος είμαι. Στηρίχτηκα με τα χέρια στο νιπτήρα κι αναστέναξα βαθιά. 10 Το ποτάμι κυλούσε γρήγορα ανάμεσα στ’ απότομα βράχια, σχηματίζοντας εδώ κι εκεί μικρούς καταρράχτες κι αλλού λιμνούλες που στην επιφάνειά τους καθρεφτιζόταν αχνά ο χλομός ήλιος. Μια παλιά σιδερένια γέφυρα ένωνε τις δυο όχθες. Ήταν τόσο στενή, που ίσα ίσα χωρούσε να περάσει ένα αυτοκίνητο. Ο μαυρισμένος, αγέρωχος μεταλλικός σκελετός της καθόταν βαρύς μες στην παγερή σιωπή του Φεβρουαρίου. Οι μόνοι άνθρωποι που διέσχιζαν τη γέφυρα ήταν οι πελάτες κι οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου, καθώς κι εκείνοι που ήταν υπεύθυνοι για την προστασία του δάσους. Όταν περάσαμε τη γέφυρα, δεν συναντήσαμε κανέναν να ’ρχεται απ’ την άλλη μεριά ούτε είδαμε κανέναν κοιτάζοντας πίσω. Η Σιμαμότο φορούσε ένα βαρύ μάλλινο μπουφάν, με σηκωμένο το γιακά, κι ήταν τυλιγμένη μ’ ένα κασκόλ ώς τη μύτη. Το ντύσιμό της ήταν σπορ, κατάλληλο για πεζοπορία στα βουνά, πολύ διαφορετικό απ’ τη συνηθισμένη της εμφάνιση. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πίσω και φορούσε ένα ζευγάρι χοντρές, φθαρμένες μπότες. Στον ώμο της είχε κρεμασμένο ένα πράσινο νάιλον σακίδιο. Έτσι ντυμένη, ήταν ολόιδια με μαθήτρια. Και στις δυο όχθες είχαν απομείνει σκληρά κομμάτια πάγου. Δυο κουρούνες, κουρνιασμένες στην κορφή της γέφυρας, κοιτούσαν κάτω το ποτάμι και κάθε τόσο άφηναν βραχνά, στριγκλιάρικα κρωξίματα. Οι


διαπεραστικές κραυγές τους αντηχούσαν στα στρωμένα με φύλλα δάση, διέσχιζαν το ποτάμι και κουδούνιζαν δυσάρεστα στ’ αυτιά μας. Ένα στενό, ανώμαλο μονοπάτι συνεχιζόταν κατά μήκος της απέναντι όχθης, ένα φριχτά σιωπηλό, έρημο μονοπάτι που οδηγούσε ένας θεός ξέρει πού. Κανένα σπίτι δεν φαινόταν προς τα κει, μονάχα σκόρπια γυμνά χωράφια. Αυλακιές γεμάτες χιόνι διέγραφαν τις λαμπερές άσπρες τροχιές τους στη χέρσα γη. Παντού υπήρχαν κουρούνες. Αες κι ειδοποιούσαν τους παραταγμένους στη σειρά συντρόφούς τους ότι πλησιάζαμε, έβγαζαν κοφτές, στριγκές κραυγές καθώς προχωρούσαμε. Υπερασπίζονταν την περιοχή τους, δεν προσπαθούσαν να πετάξουν μακριά. Από >ίοντά, μπορούσα να διακρίνω τα κοφτερά, σαν όπλα ράμφη τους και τα ζωηρόχρωμα γαμψά τους νύχια. «Έχουμε ακόμη χρόνο;» ρώτησε η Σιμαμότο. «Μπορούμε να περπατήσουμε κι άλλο;» Κοίταξα το ρολόι μου. «Είμαστ’ εντάξει. Θα μπορούσαμε να μείνουμ’ εδώ καμιά ώρα ακόμη». «Είναι τόσο ήσυχα», είπε, κοιτώντας αργά τριγύρω. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της, η ανάσα της γινόταν ένα άσπρο συννεφάκι στον αέρα. «Αυτό είναι το ποτάμι που έψαχνες;» Μου χαμογέλασε. «Είναι λες και μπορούσες να διαβάσεις το μυαλό μου», απάντησε. Κι άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι της να πιάσει το δικό μου, κι αυτό μες στο γάντι του. «Χαίρομαι», είπα. «Αν είχαμε κάνει όλο αυτό το ταξίδι ώς εδώ κι έλεγες ότι δεν ήταν αυτό το μέρος, τότε τι θα κάναμε;» «Να έχεις μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Ποτέ δεν θα ’κάνες τέτοιο λάθος», είπε. «Ξέρεις όμως, έτσι όπως περπατάμε, μόνοι οι δυο μας, θυμάμαι τον παλιό καιρό. Τότε που συνηθίζαμε να γυρνάμε μαζί στο σπίτι απ’ το σχολείο». «Το πόδι σου όμως δεν είναι όπως παλιά». Έκαν’ ένα μορφασμό. «Δείχνεις σχεδόν απογοητευμένος». «Μπορεί και να είμαι». Γέλασα. «Αλήθεια;» «Αστειεύομαι. Χαίρομαι πολύ που είναι καλύτερα το πόδι σου. Νομίζω πως ήταν απλώς μια κρίση νοσταλγίας». «Χατζίμε», είπε, «ελπίζω να καταλαβαίνεις πόσο ευγνώμων σου είμαι γι’ αυτό που κάνεις». «Μην το σκέφτεσαι», είπα. «Είναι σαν να πήγαμε για πικνίκ. Μόνο που πήραμε το αεροπλάνο». Η Σιμαμότο συνέχισε για λίγο να προχωράει, κοιτώντας μπροστά. «Αλλ’ αναγκάστηκες να πεις ψέματα στη γυναίκα σου». «Μάλλον ναι», είπα. «Κι αυτό δεν θα ήταν εύκολο. Είμαι σίγουρη ότι δεν ήθελες να της πεις ψέματα».


Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. Απ’ το διπλανό δάσος, μια κουρούνα έβγαλε άλλο ένα διαπεραστικό κρώξιμο. «Έχω κάνει άνω κάτω τη ζωή σου. Το ξέρω», είπε σιγανά η Σιμαμότο. «Κοίτα, ας μην το συζητάμε άλλο», είπα. «Κάναμε τόσο δρόμο ώς εδώ, ας μιλήσουμε λοιπόν για κάτι πιο ευχάριστο». «Σαν τι;» «Έτσι που είσαι ντυμένη, μοιάζεις με μαθήτρια». «Ευχαριστώ», είπε. «Μακάρι να ήμουν». Περπατήσαμε αργά, αντίθετα στο ρεύμα τού ποταμού. Προχωρήσαμε για λίγο αμίλητοι, συγκεντρωμένοι στο περπάτημά μας. Εκείνη δεν μπορούσε να περπατήσει πολύ γρήγορα, κατάφερνε όμως να διατηρεί ένα αργό, σταθερό βήμα. Κρατούσε το χέρι μου σφιχτά. Το μονοπάτι ήταν τελείως παγωμένο κι οι λαστιχένιες σόλες μας δεν ακούγονταν σχεδόν καθόλου. Όπως ακριβώς είχε υπαινιχθεί, πόσο υπέροχα θα ήταν αν είχαμε μπορέσει να περπατήσουμε έτσι όταν ήμασταν έφηβοι, ή ακόμη και στα είκοσί μας! Ένα κυριακάτικο απόγευμα, οι δυο μας μονάχα, να κάνουμε βόλτα πλάι σ’ ένα ποτάμι σαν αυτό… Θα πέταγα στα ουράνια. Δεν ήμασταν όμως πια στο σχολείο. Είχα γυναίκα, παιδιά και δουλειά. Κι έπρεπε να πω ψέματα στη γυναίκα μου για να βρεθώ εδώ. Έπρεπε να οδηγήσω ώς το αεροδρόμιο, να πάρω την πτήση που έφτανε στο Τόκιο στις εξήμισι, κι έπειτα να γυρίσω βιαστικά στο σπίτι μου, όπου θα με περίμενε η γυναίκα μου. Κάποια στιγμή η Σιμαμότο σταμάτησε, έτριψε τα γαντοφορεμένα χέρια της και κοίταξε επίμονα τριγύρω. Κοίταξε προς τα κει απ’ όπου ερχόταν το ποτάμι, έπειτα προς τα εκεί που κυλούσε. Στην απέναντι όχθη φαινόταν μια οροσειρά, στ’ αριστερό μας χέρι μια σειρά γυμνά δέντρα. Ήμασταν ολομόναχοι. Το ξενοδοχείο με τις θερμοπηγές, όπου είχαμε φάει το μεσημέρι, και η σιδερένια γέφυρα είχαν κρυφτεί στη σκιά των βουνών. Κάθε λίγο και λιγάκι, λες και θυμόταν το καθήκον του, ο ήλιος φανέρωνε το πρόσωπό του μέσ’ από κάποιο άνοιγμα στα σύννεφα. Το μόνο που ακούγαμε ήταν τα κρωξίματα απ’ τις κουρούνες κι ο παφλασμός του νερού. Κάποια μέρα, κάπου, θα δω αυτή τη σκηνή έτσι ένιωθα. Το αντίθετο του deja vu όχι την αίσθηση πως είχα ξαναδεί ό,τι ήταν γύρω μου, αλλά το προαίσθημα ότι κάτιοια μέρα θα το δω. Αυτό το προαίσθημα άπλωσε το μακρύ του χέρι και γράπωσε γερά το μυαλό μου. Ένιωθα τη λαβή του. Ήμουν εγώ, πιασμένος ‘τα δάχτυλά του. Εγώ στο μέλλον γέρος. Φυσικά, δεν μπορούσα να δω πώς θα έμοιαζα. «Αυτό το σημείο είναι κατάλληλο», είπε. «Για ποιο πράγμα;» ρώτησα. Χαμογέλασε με το συνηθισμένο αχνό χαμόγελό της. «Για να κάνω αυτό που πρόκειται να κάνω», απάντησε. Κατεβήκαμε στην όχθη του ποταμού. Υπήρχε μια μικρή λιμνούλα, καλυμμένη μ’ ένα λεπτό στρώμα πάγου. Στο βυθό της λιμνούλας στέκονταν ακίνητα μερικά πεσμένα φύλλα, σαν πλακουτσωτά, νεκρά ψάρια. Έπιασα μια στρογγυλή πέτρα και την έτριψα στη χούφτα μου. Η Σιμαμότο έβγαλε τα γάντια της και τα έχωσε στην τσέπη του μπουφάν της. Πήρε την τσάντα απ’ τον ώμο της, την άνοιξε


κι έβγαλε ένα σακουλάκι από καλό ύφασμα. Μέσα στο σακουλάκι ήταν μια τεφροδόχος. Ξεβίδωσε το καπάκι κι άνοιξε προσεκτικά την τεφροδόχο. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει επίμονα αυτό που είχε μέσα. Στεκόμουν πλάι της, κοιτώντας, χωρίς να λέω τίποτα. Μέσα στην τεφροδόχο υπήρχαν άσπρες στάχτες. Πολύ προσεκτικά, ώστε να μη χυθεί ούτ’ ένας κόκκος, άδειασε τη στάχτη στην αριστερή της χούφτα. Ίσα που γέμισε η παλάμη της. Στάχτη από αποτέφρωση, σκέφτηκα. Ήταν ένα ήρεμο απόγευμα, δεν φυσούσε καθόλου, και η στάχτη παρέμεινε ακίνητη. Η Σιμαμότο ξανάβαλε την άδεια τεφροδόχο στην τσάντα της, ακούμπησε το δείκτη του χεριού της στη στάχτη, έβαλε το δάχτυλο στο στόμα της και το έγλειψε. Με κοίταξε και προσπάθησε να χαμογελάσει. Αλλά δεν μπορούσε. Το δάχτυλό της έμεινε κοντά στα χείλη της. Καθώς έσκυψε στην άκρη της όχθης και σκόρπισε τις στάχτες, στάθηκα δίπλα της, κοιτώντας. Μέσα σε μια στιγμή η λιγοστή στάχτη παρασύρθηκε μακριά. Εκείνη κι εγώ σταθήκαμε στην όχθη παρακολουθώντας το νερό. Κοιτούσε επίμονα την παλάμη της, έπειτα τίναξε όση στάχτη είχε απομείνει και φόρεσε τα γάντια της. «Θα φτάσει πραγματικά στη θάλασσα;» ρώτησε. «Έτσι πιστεύω», είπα. Αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Ο ωκεανός ήταν αρκετά μακριά. Μπορεί η στάχτη να κατακαθόταν σε κάποιο σημείο. Ακόμη κι έτσι όμως, ένα μέρος της θα έφτανε πράγματι στη θάλασσα. Πήρε ένα κομμάτι από σανίδα που ήταν πεσμένο παραδίπλα κι άρχισε να σκάβει εκεί που το έδαφος ήταν πιο μαλακό. Τη βοήθησα. Αφού ανοίξαμε μια μικρή λακκούβα, έθαψε την τεφροδόχο, τυλιγμένη στο υφασμάτινο σακουλάκι. Οι κουρούνες έκρωζαν από μακριά, παρατηρώντας τις κινήσεις μας απ’ την αρχή ώς το τέλος. Δεν πειράζει’ κοιτάξτε αν θέλετε, σκέφτηκα. Δεν κάνουμε τίποτα κακό. Το μόνο που κάναμε είναι ότι σκορπίσαμε μερικές στάχτες στο ποτάμι. «Πιστεύεις ότι θα γίνει βροχή;» ρώτησε η Σιμαμότο, χτυπώντας με τη μύτη της μπότας της το έδαφος. Κοίταξα τον ουρανό. «Νομίζω ότι θα κρατήσει για λίγο ακόμη», είπα. «Όχι, δεν εννοώ αυτό. Εννοώ, οι στάχτες τού παιδιού θα κυλήσουν μέχρι τη θάλασσα, θ’ ανακατευτούν με το θαλασσινό νερό, θα εξατμιστούν, θα γίνουν σύννεφα και θα πέσουν σαν βροχή;» Κοίταξα πάλι τον ουρανό. Κι έπειτα το ποτάμι που κυλούσε. «Κανείς δεν ξέρει», απάντησα. Πηγαίναμε με το νοικιασμένο μας αυτοκίνητο προς το αεροδρόμιο. Ο καιρός χειροτέρευε πολύ γρήγορα. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί από βαριά σύννεφα, δεν έβλεπες καθόλου γαλάζιο. Φαινόταν πως θα χιονίσει από λεπτό σε λεπτό. «Αυτές ήταν οι στάχτες του μωρού μου. Του μοναδικού μωρού που είχα ποτέ», είπε η Σιμαμότο σαν να μονολογούσε.


Γύρισα προς το μέρος της κι έπειτα ξανακοίταξα μπροστά. Φορτηγά μάς πιτσίλιζαν με σταγόνες λασπωμένο χιόνι κι έπρεπε κάθε τόσο να βάζω τους υαλοκαθαριστήρες. «Το μωρό μου πέθανε την επόμενη μέρα που γεννήθηκε», είπε. «Έζησε μονάχα μια μέρα. Το κράτησα μόνο μια-δυο φορές. Ήταν όμορφο μωρό. Τόσο απαλό… Δεν ήξεραν την αιτία, αλλά δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει σωστά. Όταν πέθανε, είχε ήδη αλλάξει το χρώμα του». Δεν μπορούσα να πω τίποτα. Άπλωσα το χέρι μου κι έπιασα το δικό της. «Ήταν κοριτσάκι. Δεν είχε όνομα». «Πότε συνέβη;» «Πέρσι τέτοια εποχή. Το Φεβρουάριο». «Καημενούλι», είπα. «Δεν ήθελα να το θάψω πουθενά. Δεν άντεχα να το σκέφτομαι μέσα σε κάποιο σκοτεινό μέρος. Ήθελα να το κρατήσω για λίγο μαζί μου κι έπειτα να τ’ αφήσω να χυθεί στη θάλασσα και να γίνει βροχή». Έμεινε σιωπηλή για πολλή, πολλή ώρα. Συνέχισα να οδηγώ, αμίλητος. Μάλλον δεν είχε διάθεση να μιλήσει, κι έτσι σκέφτηκα πως το καλύτερο ήταν να την αφήσω μόνη της. Σύντομα όμως πρόσεξα πως κάτι δεν πήγαινε καλά η αναπνοή της ακουγόταν περίεργα, σαν μηχανικό τρίξιμο. Στην αρχή νόμισα πως ήταν η μηχανή του αυτοκινήτου, μετά όμως συνειδητοποίησα πως ο ήχος ερχόταν από δίπλα μου. Ήταν σαν να είχε μια τρύπα στο λαρύγγι και να έχανε αέρα με κάθε αναπνοή της. Περιμένοντας ν’ ανάψει το φανάρι, γύρισα και την κοίταξα. Ήταν άσπρη σαν το χαρτί κι είχε μια παράξενη ακαμψία. Είχε ρίξει το κεφάλι πίσω στο στήριγμα του καθίσματος κι είχε καρφωμένα τα μάτια της μπροστά. Δεν σάλευε ούτε ένας μυς· κάθε τόσο ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα, σαν να την ανάγκαζαν να το κάνει. Οδήγησα λίγο ακόμη και βρήκα ένα μέρος να σταματήσω στο πάρκινγκ ενός εγκαταλειμμένου μαγαζιού μπόουλινγκ. Στην κορυφή του κτηρίου, που έμοιαζε με υπόστεγο γι’ αεροπλάνα, υπήρχε μια διαφημιστική ταμπέλα με μια πελώρια κορίνα του μπόουλινγκ. Μόνοι μέσα στο αχανές πάρκινγκ, ήταν σαν να βρισκόμασταν σε κάποια ερημιά στην άκρη τού πολιτισμού. «Σιμαμότο». Στράφηκα προς το μέρος της. «Είσαι καλά;» Δεν’απάντησε. Απλώς καθόταν γερμένη πίσω στο κάθισμά της, βγάζοντας αυτό τον αλλόκοτο ήχο. Έβαλα το χέρι μου στο μάγουλό της. Ήταν τόσο παγωμένο όσο και το σκηνικό γύρω μας. Ούτε ίχνος ζεστασιάς. Έπιασα το μέτωπό της, αλλά δεν φαινόταν να ’χει πυρετό. Ένιωθα να πνίγομαι. Μήπως πέθαινε, εδώ και τώρα; Κοίταξα βαθιά μες στα μάτια της δεν είχαν ζωή. Δεν έβλεπα τίποτα’ ήταν κρύα και σκοτεινά σαν το θάνατο. «Σιμαμότο!» φώναξα, αλλά δεν αντέδρασε. Κοιτούσε το κενό. Μπορεί και να είχε χάσει τις αισθήσεις της. Έπρεπε να την πάω σ’ ένα νοσοκομείο, και γρήγορα. Σίγουρα θα χάναμε το αεροπλάνο, αλλά δεν ήταν στιγμή ν’ ανησυχώ γι’ αυτό. Η Σιμαμότο μπορεί να πέθαινε, και δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αφήσω να συμβεί κάτι τέτοιο. Όταν έβαλα πάλι μπροστά το αυτοκίνητο, προσπαθούσε να πει κάτι. Έσβησα τη μηχανή, έβαλα τ’


αυτί μου στα χείλη της, αλλά δεν έβγαζα τα λόγια της. Έμοιαζαν περισσότερο με σφύριγμα του ανέμου μέσ’ από μια ρωγμή σε τοίχο παρά με λόγια. Βάζοντας όλη της τη δύναμη, επαναλάμβανε ξανά και ξανά τα ίδια λόγια. Τελικά βγήκε μια λέξη. «Φάρμακο». «Θέλεις να πάρεις κάποιο φάρμακο;» ρώτησα. Έγνεψε αδιόρατα τόσο αδύναμα, που θα μπορούσα να μην το προσέξω καν. Ήταν το καλύτερο που μπορούσε να καταφέρει. Έψαξα στην τσέπη του μπουφάν της. Πορτοφόλι, μαντίλι, κλειδοθήκη μ’ ένα σωρό κλειδιά, όχι όμως φάρμακο. Άνοιξα το σακίδιό της. Μέσα υπήρχε ένα μικρό κουτάκι με τέσσερις κάψουλες. Της το έδειξα. ((Αυτό είναι;» Χωρίς να κουνάει τα μάτια της, έγνεψε καταφατικά. Έσπρωξα πίσω το κάθισμά της, της άνοιξα το στόμα κι έβαλα μέσα μια κάψουλα. Το στόμα της όμως ήταν κατάξερο και δεν μπορούσε να καταπιεί τίποτα. Έψαξα σαν τρελός για κανένα αυτόματο μηχάνημα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Και δεν είχαμε χρόνο να βρούμε. Η μόνη πηγή νερού τριγύρω ήταν το χιόνι. Δόξα τω Θεώ, υπήρχε αρκετό. Πήδηξα έξω από τ’ αυτοκίνητο, μάζεψα λίγο καθαρό χιόνι κάτω από τη μαρκίζα του κτηρίου και το ’βαλα μέσα στο μάλλινο σκούφο της Σιμαμότο. Λίγο λίγο, έβαζα το χιόνι στο στόμα μου και το ’λιωνα. Μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να λιώσω αρκετό και η άκρη της γλώσσας μου μούδιασε. Της άνοιξα το στόμα κι άφησα το νερό να κυλήσει απ’ το στόμα μου στο δικό της. Έπειτα της έκλεισα τη μύτη και την ανάγκασα να καταπιεί. Πνίγηκε λίγο, αλλά μετά από μερικές προσπάθειες κατάφερε στο τέλος να καταπιεί ^ην κάψουλα. Κοίταξα το κουτάκι. Δεν είχε τίποτα γραμμένο πάνω, ούτε τ όνομα του φαρμάκου, το δικό της ή οδηγίες. Παράξενο, σκέφτηκα, συνήθως αναγράφονται τέτοιες πληροφορίες, για να μην πάρεις λάθος φάρμακο, αλλά και για να ξέρουν οι άλλοι τι να κάνουν. Ξανάβαλα το κουτάκι στο σακίδιό της και την παρακολούθησα για λίγο. Δεν είχα ιδέα τι είδους φάρμακο ήταν ή τι συμπτώματα είχε εκείνη, εφόσον όμως, όπως φαινόταν, είχε το φάρμακο πάντα μαζί της, κάτι θα έκανε. Για κείνη, τουλάχιστον, αυτή η κρίση δεν ήταν εντελώς αναπάντεχη. Μετά από δέκα λεπτά άρχισε να ξανάρχεται το χρώμα στο πρόσωπό της. Ακούμπησα απαλά το μάγουλό μου στο δικό της’ η ζεστασιά κυλούσε και πάλι μέσα της. Αναστέναξα μ’ ανακούφιση και την έβαλα να γείρει πίσω στο κάθισμά της. Τελικά δεν θα πέθαινε. Την αγκάλιασα απ’ τους ώμους κι έτριψα το μάγουλό μου στο δικό της. Αργά, πάρα πολύ αργά, επέστρεφε στη χώρα των ζωντανών. «Χατζίμε», ψιθύρισε με στεγνή φωνή. «Μήπως πρέπει να πάμε σ’ ένα νοσοκομείο; Μάλλον πρέπει να βρούμε το κοντινότερο εφημερεύον», είπα. «Όχι, δεν χρειάζεται», απάντησε. «Είμ’ εντάξει. Όταν παίρνω το φάρμακό μου, είμαι καλά. Σε λίγα λεπτά θα έχω συνέλθει. Αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί είναι αν θα προλάβουμε το αεροπλάνο». «Για όνομα του Θεού, μη σκοτίζεσαι γι’ αυτό. Θα μείνουμ’ εδώ μέχρι να νιώσεις καλύτερα». Σκούπισα το στόμα της μ’ ένα μαντίλι. Το πήρε στο χέρι της και το κοίταξε. «Είσαι πάντα τόσο καλός με όλους;» «Όχι με όλους», είπα. «Μ’ εσένα, ναι. Δεν μ7τορώ να είμαι καλός με όλους. Υπάρχουν όρια στην


καλοσύνη μου’ ακόμη και στο πόσο καλός μπορώ να είμαι μαζί σου. Μακάρι να μην υπήρχαν τότε θα μπορούσα να κάνω πολύ περισσότερα για σένα. Αλλά δεν μπορώ». Γύρισε και με κοίταξε. «Χατζίμε, δεν το έκανα επίτηδες για να χάσουμε το αεροπλάνο», είπε σιγανά. Την κοίταξα έκπληκτος. «Και βέβαια δεν το έκανες! Δεν χρειάζεται να το λες. Αρρώστησες. Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα». «Συγγνώμη», είπε. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη. Δεν έκανες τίποτα κακό». «Σου χάλασα όμως τα σχέδια». Της χάιδεψα τα μαλλιά, έσκυψα προς το μέρος της και τη φίλησα στο μάγουλο. Ήθελα σαν τρελός να τη σφίξω ολόκληρη πάνω μου, να νιώσω τη ζεστασιά της. Αλλά δεν μπορούσα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τη φιλήσω στο μάγουλο. Ήταν ζεστό, απαλό και υγρό, «Μην ανησυχείς για τίποτα», είπα. «Όλα θα πάνε καλά». Όταν φτάσαμε στο αεροδρόμιο κι επέστρεψα το αυτοκίνητο, είχε ήδη περάσει η ώρα της επιβίβασης. Ευτυχώς όμως το αεροπλάνο μας είχε καθυστέρηση. Βρισκόταν ακόμη στο διάδρομο’ οι επιβάτες περίμεναν στην πύλη. Αφήσαμε κι οι δυο ένα στεναγμό ανακούφισης. Επισκευάζουν τη μηχανή, μας είπε ο άνθρωπος στον έλεγχο εισιτηρίων. Δεν ξέρουμε πόσο χρόνο θα πάρει, είπε’ δεν έχουμε άλλες πληροφορίες. Είχε αρχίσει να χιονίζει όταν φτάσαμε στο,αεροδρόμιο’ τώρα έριχνε πολύ. Μ’ αυτό το χιόνι, μπορεί η πτήση ν’ ακυρωνόταν. «Τι θα κάνεις αν δεν μπορέσεις να γυρίσεις απόψε στο Τόκιο;» με ρώτησε η Σιμαμότο. «Μην ανησυχείς. Το αεροπλάνο θα φύγει κανονικά», είπα. Όχι πως είχα καμιά απόδειξη. Η ιδέα και μόνο ότι μπορεί να μην απογειωνόταν, μου ’φερνε κατάθλιψη. Θα ’πρεπε να βρω κάποια απίθανη δικαιολογία. Πώς στο καλό είχα βρεθεί στην Ισικάουα; Αρκετά, είπα στον εαυτό μου’ κάθε πράγμα στην ώρα του. Τώρα είχα ν’ ανησυχώ για τη Σιμαμότο. «Κι εσύ;» ρώτησα. «Τι θα κάνεις αν δεν μπορέσεις να γυρίσεις απόψε στο Τόκιο;» Κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχω πρόβλημα», είπε. «Εσύ έχεις το πρόβλημα. Θα βρεις τον μπελά σου». «Ίσως. Ας μην ανησυχούμε όμως δεν είπαν ακόμη ότι ακυρώνεται η πτήση». «Το ’ξέρα ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο», είπε σαν να μιλούσε στον εαυτό της. «Όποτε ανακατεύομαι κάπου, τίποτα δεν πάει καλά. Είναι κανόνας. Αν βάλω την ουρά μου, τα πράγματα πάνε χάλια. Αν όλα κυλάνε καλά και μπω εγώ στη μέση, μπαμ! φέρνω την καταστροφή». Κάθισα σ’ ένα παγκάκι στην αίθουσα αναμονής και σκεφτόμουν το τηλεφώνημα που έπρεπε να κάνω στη Γιουκίκο αν η πτήση ακυρωνόταν πραγματικά. Γυρόφερνα στο μυαλό μου όλες τις πιθανές δικαιολογίες, αλλά ό,τι κι αν έβρισκα δεν ακουγόταν καθόλου πειστικό. Είχα φύγει λέγοντας ότι θα περάσω την Κυριακή με τους φίλους μου από το κλαμπ του Κολυμβητηρίου, και κατέληξα ν’ αποκλειστώ στα χιόνια στην Ισικάουα. Δεν υπήρχε τρόπος να δώσω μια καλή εξήγηση. «Όταν


έφυγα απ’ το σπίτι, ένιωσα ξαφνικά μια ακατανίκητη επιθυμία να επισκεφτώ τη Θάλασσα της Ιαπωνίας, κι έτσι πήγα στο αεροδρόμιο Χανέντα», μπορούσα να της πω. Έλα τώρα, είπα στον εαυτό μου. Αν αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσα να καταφέρω, μάλλον θα ’πρεπε απλώς να το βουλώσω. Ή, ακόμη καλύτερα, θα μπορούσα ίσως να δοκιμάσω να πω την αλήθεια. Πολύ σύντομα συνειδητοποίησα κατάπληκτος ότι στην πραγματικότητα έλπιζα ν’ αποκλειστούμε απ’ το χιόνι και ν’ ακυρωθεί η πτήση. Υποσυνείδητα έλπιζα ν’ ανακαλύψει η γυναίκα μου πως είχα πάει εκεί με τη Σιμαμότο. Ήθελα να βάλω ένα τέλος στις δικαιολογίες, στα ψέματα. Περισσότερο απ’ όλα, ήθελα να μείνω εκεί ακριβώς που βρισκόμουν, με τη Σιμαμότο δίπλα μου, και ν’ αφήσω τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους. Το αεροπλάνο τελικά απογειώθηκε με μιάμιση ώρα καθυστέρηση. Μέσα στην καμπίνα, η Σιμαμότο έγειρε πάνω μου και κοιμήθηκε. Μπορεί απλώς να κρατούσε τα μάτια της κλειστά. Έβαλα το χέρι μου γύρω απ’ τους ώμους της και την κράτησα κοντά μου. Κάποιες στιγμές έμοιαζε να κλαίει. Έμεινε σιωπηλή όλη την ώρα· τα πρώτα λόγια που ανταλλάξαμε ήταν λίγο πριν προσγειωθεί το αεροπλάνο. «Σιμαμότο, είσαι σίγουρη πως αισθάνεσαι καλά;» Έκαν’ ένα νεύμα, κουλουριασμένη δίπλα μου. «Καλά είμαι. Όσο παίρνω το φάρμακο, είμαι καλά. Μην ανησυχείς λοιπόν». Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου. «Αλλά μη με ρωτήσεις τίποτα, εντάξει; Γιατί συνέβη αυτό». «Κατανοητό. Όχι ερωτήσεις», είπα. «Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ για σήμερα», είπε. «Για ποιο απ’ όλα;» «Που με πήγες στο ποτάμι. Που μου έδωσες νερό απ’ το στόμα σου. Που με ανέχεσαι». Την κοίταξα. Τα χείλη της ήταν ακριβώς μπροστά μου. Τα χείλη που είχα φιλήσει όταν της έδωσα νερό. Και γι’ άλλη μια φορά αυτά τα χείλη έμοιαζαν να με ζητούν. Μισάνοιχτα, με τα υπέροχα άσπρα δόντια της μόλις να φαίνονται. Είχα ακόμη την αίσθηση της μαλακιάς γλώσσας της, που την είχα‘αγγίξει ελάχιστα καθώς της έδινα νερό. Ανάπνεα με δυσκολία και δεν μπορούσα να σκεφτώ. Το κορμί μου φλεγόταν. Με θέλει, σκέφτηκα. Κι εγώ τη θέλω. Αλλά με κάποιον τρόπο κατάφερα να συγκρατηθώ. Έπρεπε να σταματήσω εκεί. Άλλο ένα βήμα και δεν θα υπήρχε επιστροφή. Τηλεφώνησα στο σπίτι από το αεροδρόμιο Χανέντα. Είχε ήδη πάει οκτώμισι. Συγγνώμη, άργησα, είπα στη γυναίκα μου. Δεν μπορούσα να σε ειδοποιήσω. Θα είμ’ εκεί σε μια ώρα. «Περίμενα πολύ. Στο τέλος έφαγα βραδινό. Έφτιαξα βραστό», είπε. Πήρα τη Σιμαμότο με την BMW μου, που την είχα παρκάρει στο αεροδρόμιο. «Πού θέλεις να σε πάω;» ρώτησα. «Μπορείς να μ’ αφήσεις στην Αογιάμα. Από κει μπορώ να γυρίσω μόνη μου». «Είσ’ εντάξει έτσι;» Χαμογέλασε πλατιά και κούνησε το κεφάλι.


Κάναμε τη διαδρομή αμίλητοι, μέχρι που άφησα τον αυτοκινητόδρομο κι έστριψα στην Γκεέν. Έβαλα μια κασέτα μ’ ένα κονσέρτο για εκκλησιαστικό όργανο του Χέντελ, πολύ σιγανά. Η Σιμαμότο είχε ακουμπισμένα ήρεμα τα χέρια της πάνω στα γόνατά της και κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο. Ήταν Κυριακή βράδυ και τ’ αυτοκίνητα γύρω μας ήταν γεμάτα οικογένειες που γύριζαν από ημερήσιες εκδρομές. Άλλαζα τις ταχύτητες κοφτά. «Χατζίμε», είπε η Σιμαμότο καθώς πλησιάζαμε στη λεωφόρο Αογιάμα. «Σκεφτόμουν νωρίτερα πόσο καλά θα ήταν αν το αεροπλάνο δεν απογειωνόταν». Κι εγώ σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, ήθελα να της πω. Αλλά δεν είπα τίποτα. Το στόμα μου είχε στεγνώσει και τα λόγια μου δεν έβγαιναν. Κούνησα απλώς το κεφάλι και της έπιασα το χέρι. Σε μια διασταύρωση της λεωφόρου Αογιάμα μου είπε να σταματήσω για να κατέβει. «Μπορώ να έρθω πάλι να σε δω;» με ρώτησε χαμηλόφωνα καθώς άνοιγε την πόρτα. «Με αντέχεις ακόμη;» «Θα σε περιμένω», είπα. Η Σιμαμότο κούνησε το κεφάλι. Καθώς έφευγα, σκεφτόμουν το εξής: Αν δεν την ξαναδώ ποτέ, θα τρελαθώ. Όταν βγήκε από το αυτοκίνητο κι έφυγε, ο κόσμος μου μού φάνηκε άδειος ξαφνικά και χωρίς νόημα. 11 Τέσσερις μέρες αφότου η Σιμαμότο κι εγώ είχαμε γυρίσει από την Ισικάουα, έλαβα ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα απ’ τον πεθερό μου. Είπε πως είχε να μου ζητήσει μια χάρη και με κάλεσε να φάμε μαζί την άλλη μέρα. Δέχτηκα, ειλικρινά έκπληκτος. Συνήθως το φορτωμένο του πρόγραμμα δεν του επέτρεπε παρά επαγγελματικά γεύματα. Πριν από έξι μήνες η εταιρεία του είχε μετακομίσει από το Γιογιόγκι σ’ ένα καινούργιο επταώροφο κτήριο στη Γιοτσούγια. Τα γραφεία του καταλάμβαναν τους δυο τελευταίους ορόφους και νοίκιαζε τους πέντε αποκάτω σ’ άλλες εταιρείες, εστιατόρια και μαγαζιά. Πρώτη φορά πήγαινα εκεί. Όλα άστραφταν, φίνα κι ολοκαίνουργια. Η είσοδος είχε μαρμάρινο δάπεδο κι οροφή σαν καθεδρικό ναό, ενώ υπήρχαν τεράστια πήλινα βάζα γεμάτα πλούσια μπουκέτα με λουλούδια. Όταν βγήκα από το ασανσέρ στον έκτο όροφο με υποδέχτηκε μια νέα κοπέλα με τόσο εκπληκτικά μαλλιά, λες κι είχε βγει από διαφήμιση για σαμπουάν. Κάλεσε τον πεθερό μου να του πει ότι είχα φτάσει. Είχε ένα σκούρο γκρι υπερσύγχρονο τηλέφωνο που μου θύμιζε σπάτουλα με ενσωματωμένη αριθμομηχανή. Με κοίταξε ακτινοβολώντας και είπε, «Παρακαλώ, περάστε. Ο πρόεδρος σας περιμένει». Ένα υπέροχο χαμόγελο, όχι όμως του επιπέδου της Σιμαμότο. Το προεδρικό γραφείο βρισκόταν στον τελευταίο όροφο και υπήρχε ένα φαρδύ παράθυρο με θέα σ’ όλη την πόλη. Δεν σου άνοιγε κι η καρδιά με το θέαμα, αλλά το δωμάτιο ήταν φωτεινό κι ευρύχωρο. Ένας ιμπρεσιονιστικός πίνακας κρεμόταν στον τοίχο. Μια ζωγραφιά μ’ ένα φάρο και μια βάρκα. Έμοιαζε με Σερά, πιθανότατα αυθεντικό έργο. «Οι δουλειές πάνε καλά, φαντάζομαι», είπα.


«Όχι κι άσχημα», απάντησε. Προχώρησε προς το παράθυρο κι έδειξε έξω. «Καθόλου άσχημα. Και τα πράγματα θα πάνε ακόμη καλύτερα. Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή να βγάλεις χρήμα. Για τους ανθρώπους της δουλειάς μου, τέτοια ευκαιρία παρουσιάζεται μόνο μια φορά στα είκοσι ή τριάντα χρόνια. Αν δεν βγάλεις χρήμα τώρα, δεν θα βγάλεις ποτέ. Ξέρεις γιατί;» «Δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω τίποτα για τον κατασκευαστικό τομέα». «Κοίτα έξω το Τόκιο. Βλέπεις όλ’ αυτά τα άδεια οικόπεδα; Σαν στόμα που του λείπουν ένα σωρό δόντια. Κοιτάζοντας κάτω από τόσο ψηλά, είν’ εύκολο να τα δεις, αν όμως τριγυρνάς κάτω στους δρόμους, χάνεις την εικόνα. Υπήρχαν κάποτε παλιά σπίτια και κτήρια σ’ εκείνα τα μέρη, αλλά κατεδαφίστηκαν. Η αξία της γης εκτοξεύτηκε τόσο ψηλά, που τα παλιά κτήρια δεν είναι πια προσοδοφόρα. Δεν μπορείς να χρεώσεις υψηλά νοίκια ούτε βρίσκεις εύκολα ενοικιαστές. Γι’ αυτό ο κόσμος χρειάζεται καινούργια, μεγαλύτερα κτήρια. Κι όσο για τις μονοκατοικίες στην πόλη, κανείς δεν διαθέτει τόσα λεφτά για τους φόρους ιδιοκτησίας ή τους φόρους κληρονομιάς. Έτσι τις πουλάνε και μετακομίζουν στα προάστια. Και οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες αγοράζουν τα παλιά σπίτια, τα κατεδαφίζουν και χτίζουν ολοκαίνουργια, πιο λειτουργικά κτήρια. Έτσι, σε λίγο καιρό θα ξεφυτρώσουν νέα κτήρια σ’ όλους αυτούς τους κενούς χώρους. Σε κάνα δυο χρόνια δεν θ’ αναγνωρίζεις το Τόκιο. Τα κεφάλαια δεν λείπουν. Η ιαπωνική οικονομία ανθεί, οι μετοχές έχουν ανέβει. Και οι τράπεζες ξεχειλίζουν από ρευστό. Αν έχεις υποθηκεύσει κάποιο ακίνητο, οι τράπεζες θα σου δανείσουν ό,τι ζητήσεις και με το παραπάνω. Γιαυτό βλέπεις όλ’ αυτά τα κτήρια να σηκώνονται το ένα μετά το άλλο. Και μάντεψε ποιος τα χτίζει. Άνθρωποι σαν εμένα». «Καταλαβαίνω», είπα. «Αλλά τι θα συμβεί στο Τόκιο αν χτιστούν όλ’ αυτά τα κτήρια;» «Τι θα συμβεί; Μα θα γίνει πιο ζωντανό, πιο όμορφο, πιο λειτουργικό. Στο κάτω κάτω, οι πόλεις αντανακλούν την πορεία της οικονομίας». «Πολύ καλά όλ’ αυτά, όμως το Τόκιο πνίγεται ήδη από τ’ αυτοκίνητα. Μερικοί ουρανοξύστες ακόμη, και οι δρόμοι θα μετατραπούν σε τεράστιο πάρκινγκ’. Και πώς θα διατηρήσουμε τ αποθέματα νερού σε περίπτωση ξηρασίας; Το καλοκαίρι που όλοι οι άνθρωποι έχουν ανοιχτά τα κλιματιστικά, πώς θα καλυφθεί η ζήτηση ενέργειας; Τα εργοστάσια παραγωγής ρεύματος λειτουργούν με καύσιμα από τη Μέση Ανατολή, σωστά; Τι θα γίνει αν ξεσπάσει κι άλλη πετρελαϊκή κρίση; Τι θα κάνουμε;» «Άσε την κυβέρνηση να λύσει το πρόβλημα. Γι’ αυτό δεν πληρώνουμε φόρους; Άσε όλους αυτούς τους απόφοιτους του Πανεπιστημίου του Τόκιο να πονοκεφαλιάσουν. Το παίζουν πάντα πολυάσχολοι, με τη μύτη σηκωμένη μέχρι κει πάνω, και παριστάνουν πως κυβερνάνε τη χώρα. Άσε τους εξυπνάκηδες να δουλέψουν και μια φορά στη ζωή τους. Εγώ δεν έχω λύσεις. Είμ’ ένας απλός έργο-λάβος. Έρχονται παραγγελίες για κτήρια κι εγώ τα χτίζω. Αυτό δεν είναι που λένε “δυνάμεις της αγοράς”, ή κάνω λάθος;» Δεν είπα τίποτα. Δεν είχα πάει εκεί να επιχειρηματολογήσω για την ιαπωνική οικονομία. «Τέλος πάντων», είπε, «ας αφήσουμε αυτά τα μπερδεμένα πράγματα κι ας πάμε να φάμε. Είμαι θεονήστικος». Μπήκαμε στην τεράστια μαύρη Mercedes του και πήγαμε στο αγαπημένο του εστιατόριο με το ψητό χέλι, στην Ακασάκα. Μας οδήγησαν σ’ ένα ιδιαίτερο δωμάτιο στο βάθος, τακτοποιηθήκαμε και


περιμέναμε να μας σερβίρουν. Ήταν μεσημέρι, κι έτσι ήπια μόνο λίγο σακέ, αλλά ο πεθερός μου κατέβαζε το ένα ποτήρι μετά το άλλο. «Είπες ότι ήθελες να συζητήσουμε κάτι;» ρώτησα. Αν είχε κακά νέα, καλύτερα να ξεμπερδεύαμε απ’ την αρχή μ’ αυτά. «Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη», είπε. «Τίποτα σπουδαίο. Απλώς χρειάζεται να χρησιμοποιήσω τ’ όνομά σου για κάτι». «Τ’ όνομά μου;» «Ξεκινάω μια καινούργια εταιρεία και χρειάζεται να χρησιμοποιήσω τ’ όνομα κάποιου άλλου ως ιδρυτή. Δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα. Μόνο τ’ όνομά σου. Σου υπόσχομαι ότι δεν θα σε μπλέξω κι ότι θα στο ξεπληρώσω». «Μη σε νοιάζει αυτό», είπα. «Αν πρόκειται να σε βοηθήσει, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τ’ όνομά μου όσες φορές θέλεις. Για τι είδους εταιρεία όμως μιλάς; Αν πρόκειται να γραφτεί τ’ όνομά μου ως ιδρυτή, δικαιούμαι τουλάχιστον να ξέρω». «Λοιπόν, για να πω την αλήθεια, δεν πρόκειται για πραγματική εταιρεία», απάντησε ο πεθερός μου. «Υπάρχει μόνο στα χαρτιά, θα ’λεγα. Δεν υπάρχει πραγματικά». «Μια εταιρεία-φάντασμα, μ’ άλλα λόγια. Εταίρε ία-μαϊμού». «Μπορείς να το πεις κι έτσι». «Και για ποιο λόγο; Για να γλιτώσεις φόρους;» «Χμμ… όχι ακριβώς», είπε διστακτικά. «Για λαδώματα;» τόλμησα να πω. «Κατά κάποιον τρόπο», είπε. «Πρώτος εγώ θα παραδεχτώ ότι δεν είναι κι η καλύτερη ιστορία για ν’ ανακατευτεί κανείς. Στη δουλειά μου όμως είσαι αναγκασμένος να το κάνεις». «Και τι γίνεται αν προκύψει κάποιο πρόβλημα;» «Δεν είναι παράνομο να στήσεις μια εταιρεία». «Εννοώ μ’ αυτό που θα κάνει η εταιρεία». Έβγαλ’ ένα τσιγάρο από την τσέπη του και το άναψε μ’ ένα σπίρτο. Και φύσηξε τον καπνό ψηλά. «Δεν θα παρουσιαστούν προβλήματα. Αλλά κι αν υπάρξουν, ακόμα κι ένας ηλίθιος μπορεί να καταλάβει ότι εσύ απλώς δάνεισες τ’ όνομά σου. Ο πατέρας της γυναίκας σου σου ζητησε να χρησιμοποιήσει τ’ όνομά σου κι εσύ δέχτηκες. Κανείς δεν θα σου ρίξει την ευθύνη». Έμεινα για λίγο σιωπηλός. «Και πού πάνε όλ’ αυτά τα λαδώματα;» «Καλύτερα να μην ξέρεις». «Πες μου κι άλλα για τις λεγόμενες δυνάμεις της αγοράς», είπα. «Καταλήγουν στην τσέπη κάποιου


πολιτικού;» «Μερικά», είπε. «Στους γραφειοκράτες;» Ο πεθερός μου έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι. «Αυτό θα ήταν δωροδοκία, δεν θα ήταν; Θα με συλλάμβαναν». «Όλοι όμως στο κύκλωμά σου το κάνουν, σωστά;» «Υποθέτω», είπε. Και πήρε μια έκφραση πόνου. «Όχι όμως σε σημείο που να ρισκάρουν να συλληφθούν». «Με τη Γιακούζα, τι γίνεται; Είναι πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν όταν πρόκειται γι’ αγορά ακινήτων, έτσι δεν είναι;» «Ποτέ δεν τα πήγα καλά μαζί τους. Τέλος πάντων, δεν σκοπεύω να μονοπωλήσω την αγορά. Μπορεί να έχει χρήμα η υπόθεση, αλλά δεν θα το κάνω. Όπως είπα και πριν, είμ’ ένας απλός εργολάβος». Έβγαλα ένα βαθύ αναστεναγμό. «Το ήξερα πως δεν θα σ’ αρέσει», είπε. «Δεν έχει σημασία αν μ’ αρέσει ή όχι, αφού ήδη μ’ έχεις υπολογίσει στην εξίσωση κι έχεις κάνει τα σχέδιά σου, έτσι δεν είναι; Θεωρώντας δεδομένο πως θα δεχτώ». «Φοβάμαι πως έχεις δίκιο». Γέλασε συγκρατημένα. Αναστέναξα πάλι. «Πατέρα, για να πω την αλήθεια, δεν μ’ αρέσει αυτή η ιστορία. Όχι επειδή είναι παράνομη ή κάτι τέτοιο. Είμ’ ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ζει μια συνηθισμένη ζωή. Και θα προτιμούσα να μην μπλέξω με συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι». «Δεν έχω καμιά αμφιβολία», είπε. «Άσ’ το λοιπόν πάνω μου. Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω εκτεθειμένο. Αν το έκανα, θα ήταν σαν να έμπλεκα και τη Γιουκίκο και τα παιδιά. Και δεν πρόκειται να επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο. Ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνουν για μένα η κόρη μου και τα εγγόνια μου». Κούνησα το κεφάλι. Δεν μπορούσα έτσι απλά ν’ αρνηθώ αυτό που μου ζητούσε. Ένιωθα πιεσμένος. Είχ’ αρχίσει να πέφτω στην παγίδα. Δεν ήταν παρά η αρχή· πρώτα λέω ναι σ’ αυτό, έπειτα θα ’χει σειρά κάτι άλλο. Συνεχίσαμε να τρώμε. Ήπια τσάι, ενώ ο πεθερός μου κατέβαζε το σακέ με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. «Πόσων χρονών είσαι;» με ρώτησε ξαφνικά. «Τριάντα εφτά», απάντησα. Με κοίταξε έντονα. «Τα τριάντα εφτά είναι η κατεξοχήν ηλικία για γυναικοδουλειές», είπε. «Η δουλειά πάει καλά, έχεις


αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Έτσι αρχίζουν να στην πέφτουν οι γυναίκες, σωστά;» «Στην περίπτωσή μου, όχι και τόσο πολλές, φοβάμαι». Γέλασα, μελετώντας την έκφρασή του. Για ένα δευτερόλεπτο πανικοβλήθηκα, σίγουρος πως είχε μάθει για μένα και τη Σιμαμότο και πως αυτός ήταν ο λόγος που με κάλεσε σήμερα εδώ. Εκείνος όμως είχε απλώς όρεξη να κουτσομπολέψουμε. «Όταν ήμουν στην ηλικία σου, είχα πολλές γυναικοδουλειές. Έτσι δεν θα σου πω μην κάνεις σχέσεις. Ακούγεται παράξενο να το λέω εγώ αυτό στον άντρα της κόρης μου, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι μερικές τρέλες στα κρυφά δεν κάνουν καθόλου κακό. Σ’ ανανεώνουν. Εκτονώσου κάθε τόσο κι η ζωή στο σπίτι θα βελτιωθεί’ θα συγκεντρώνεσαι καλύτερα και στη δουλειά σου. Γι’ αυτό, αν σκοπεύεις να κοιμηθείς με καμιά γυναίκα, εγώ αν μη τι άλλο δεν θα πω κουβέντα. Κατά τη γνώμη μου, οι γυναικοδουλειές είναι μια χαρά, πρόσεχε όμως πολύ ποια θα διαλέξεις. Μπλέξε με λάθος άνθρωπο, κι η ζωή σου θα καταστραφεί. Το ’χω δει να συμβαίνει ένα εκατομμύριο φορές». Κούνησα το κεφάλι μου. Και ξαφνικά θυμήθηκα τη Γιουκίκο να μου λέει πως ο αδερφός της κι η γυναίκα του δεν τα πήγαιναν καλά. Ο αδερφός της, που ήταν ένα χρόνο μικρότερος μου, είχε φιλενάδα και δεν πολυπήγαινε σπίτι του πια. Προφανώς ο πεθερός μου ανησυχούσε για το μεγάλο του γιο και γι’ αυτό είχε ξεκινήσει όλη αυτή την κουβέντα. «Τέλος πάντων, κοίτα μην μπλέξεις με καμιά σκάρτη, καμιά παλιογυναίκα. Αν μπλέξεις, δεν θ’ αργήσεις· να χάσεις κι εσύ την αξία σου. Τσιλημπούρδισε με καμιά ανόητη γυναίκα, και θα γίνεις κι εσύ ανόητος. Απ’ την άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα φτιάξεις με καμιά πρωτοκλασάτη. Γιατί έτσι δύσκολα θα γυρίσεις πίσω σ’ ό,τι σε περιμένει στο σπίτι σου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;» «Νομίζω ναι», απάντησα. «Όσο το μυαλό σου είναι στη θέση του, δεν θα ’χεις πρόβλημα. Πρώτον, μην ανοίξεις σπιτικό για καμιά γυναίκα. Είναι τεράστιο λάθος. Δεύτερον, ό,τι και να γίνει, να είσαι πίσω στις δύο το πρωί. Μετά τις δύο δεν υπάρχει επιστροφή. Τέλος, μη χρησιμοποιείς τους φίλους σου σαν δικαιολογία για να κουκουλώσεις τις γυναικοδουλειές σου. Μπορεί να σ’ ανακαλύψουν. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, δεν μπορείς να κάνεις και τίποτα. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να χάσεις ένα φίλο στην πορεία». «Ακούγεται σαν να μιλάς εκ πείρας». «Το ’πιασες. Ο άντρας μαθαίνει μόνο απ’ τις εμπειρίες του», είπε. «Είναι και μερικοί που δεν μαθαίνουν’ ξέρω ότι δεν είσαι απ’ αυτούς. Κόβει το μάτι σου, κι αυτό μονάχα η εμπειρία στο μαθαίνει. Έχω έρθει στα μπαρ σου μια-δυο φορές, κι αυτό φαίνεται από μακριά. Ξέρεις να προσλαμβάνεις καλούς ανθρώπους και να τους φέρεσαι σωστά». Έμεινα σιωπηλός, περιμένοντας να συνεχίσει. «Και στο θέμα της γυναίκας όμως κόβει το μάτι σου. Η Γιουκίκο είναι πολύ ευτυχισμένη μαζί σου. Και τα παιδιά σου είναι υπέροχα πλάσματα. Σου είμαι ευγνώμων». Έχει μεθύσει για τα καλά, σκέφτηκα. Αλλά δεν είπα τίποτα. «Ίσως να μην το ξέρεις, αλλά η Γιουκίκο έκανε κάποτε μια απόπειρα αυτοκτονίας. Πήρε πολλά υπνωτικά χάπια μαζί. Την πήγαμε άρον άρον στο νοσοκομείο κι επί δυο μέρες ήταν αναίσθητη. Ήμουν βέβαιος πως δεν θα τα βγάλει πέρα. Το σώμα της ήταν κρύο κι ανάπνεε με το ζόρι. Τη


χάσαμε, σκεφτόμουν. Ένιωθα τον κόσμο να καταρρέει». Γύρισα και τον κοίταξα. «Πότε έγινε αυτό;» «Όταν ήταν είκοσι δύο χρονών. Μόλις είχε αποφοιτήσει απ’ το πανεπιστήμιο. Εξαιτίας ενός άντρα. Κάποιου βλάκα που είχε αρραβωνιαστεί. Η Γιουκίκο δείχνει μαλακιά, κατά βάθος όμως είναι δυνατή. Και έξυπνη. Γι’ αυτό δεν μπορώ να καταλάβω πώς πήγε κι έμπλεξε μ’ έναν τέτοιο άντρα». Έγειρε πίσω στην κολόνα του παραδοσιακού δωματίου όπου βρισκόμασταν, έβαλ’ ένα τσιγάρο στα χείλη και το άναψε. «Τέλος πάντων, ήταν ο πρώτος άντρας της ζωής της. Την πρώτη φορά όλοι κάνουμε λάθη. Για τη Γιουκίκο όμως ήταν φοβερό σοκ. Γι’ αυτό προσπάθησε να σκοτωθεί. Για πολύ καιρό δεν ήθελε καμιά σχέση με άντρες. Αν και ήταν πάντα πολύ κοινωνική, σταμάτησε να βλέπει κόσμο και κλείστηκε στο καβούκι της στο σπίτι. Όμως απ’ τη στιγμή που σε γνώρισε άρχισε πάλι να χαίρεται τη ζωή της. Έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Θυμάμαι ότι γνωριστήκατε σε κάποιο ταξίδι». «Ακριβώς. Στο Γιατσουγκατάκε». «Την έβγαλα σχεδόν σπρώχνοντας απ’ το σπίτι γι’ αυτό το ταξίδι. Σκεφτόμουν ότι μπορεί να της έκανε καλό». Κούνησα το κεφάλι. «Δεν ήξερα τίποτα για την αυτοκτονία», είπα. «Πίστευα πως ήταν καλύτερα να μην το ξέρεις, γι’ αυτό δεν στο ανέφερα ποτέ. Ήταν καιρός όμως να το μάθεις. Εσείς οι δυο θα είστε μαζί για πολλά χρόνια ακόμη, οπότε καλύτερα να τα ξέρεις όλα και τα καλά και τα κακά. Εξάλλου, δεν έχει πολύ καιρό που συνέβη». Έκλεισε τα μάτια και φύσηξ’ ένα δαχτυλίδι καπνού στον αέρα. «Ακούγεται αστείο να το λέω εγώ που είμαι πατέρας της, αλλά είναι καλή γυναίκα. Έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες στη ζωή μου κι αναγνωρίζω μια πραγματική κυρία όταν τη δω. Είτε είναι κόρη μου είτε όχι, έχω την ικανότητα να κρίνω άριστα τις γυναίκες. Η μικρή μου κόρη είναι πολύ πιο όμορφη, αλλά η Γιουκίκο είναι καλύτερος άνθρωπος. Κι εσύ ξέρεις να κρίνεις τους ανθρώπους». Ήμουν σιωπηλός. «Δεν έχεις αδέρφια, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν έχω», είπα. «Πιστεύεις ότι αγαπάω το ίδιο και τα τρία μου παιδιά;» «Δεν έχω ιδέα». «Κι εσύ; Αγαπάς το ίδιο και τις δυο σου κόρες;» «Φυσικά». «Επειδή είναι ακόμα μικρές», είπε. «Περίμενε να μεγαλώσουν. Στην αρχή θα σου αρέσει η μια, μετά όμως θ’ αρχίσεις να προτιμάς την άλλη. Κάποια μέρα θα καταλάβεις τι εννοώ». «Αλήθεια;» είπα. «Ποτέ δεν τους το ’χω πει, αλλ’ από τα τρία μου παιδιά μ’ αρέσει περισσότερο η Γιουκίκο.


Αισθάνομαι άσχημα για τους άλλους που το λέω, αλλά έτσι είναι. Η Γιουκίκο κι εγώ τα βρίσκουμε μια χαρά και μπορώ να της έχω εμπιστοσύνη». Κούνησα το κεφάλι μου. «Εσύ ξέρεις να διακρίνεις τους ανθρώπους, κι αυτό είναι σπουδαίο ταλέντο που πρέπει να το διατηρήσεις. Εγώ είμαι χαμένη υπόθεση, όμως τουλάχιστον βοήθησα να γίνει ένας άνθρωπος λιγότερο χαμένος». Βοήθησα τον τελείως μεθυσμένο πια πεθερό μου να μπει στη Mercedes του. Βούλιαξε στο πίσω κάθισμα μ’ ορθάνοιχτα τα πόδια κι έκλεισε τα μάτια του. Σταμάτησα ένα ταξί και πήγα σπίτι. Μόλις έφτασα, η Γιουκίκο ήθελε ν’ ακούσει για ποιο λόγο βγήκαμε να φάμε. «Τίποτα σημαντικό», είπα. «Ο πατέρας σου ήθελε απλώς παρέα να πιει ένα ποτηράκι. Στο τέλος μέθυσε για τα καλά. Αναρωτιέμαι αν θα μπορέσει αύριο να πάει στη δουλειά του σ’ αυτή την κατάσταση». «Πάντα έτσι κάνει», γέλασε η Γιουκίκο. «Πίνει μερικά ποτηράκια με το φαγητό, έπειτα λαγοκοιμάται καμιά ώρα στον καναπέ του γραφείου του. Η εταιρεία του πάντως δεν χρεοκόπησε ακόμη. Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς και τόσο». «Δεν φαίνεται ν’ αντέχει όπως παλιά το ποτό». «Όχι, δεν το αντέχει. Πριν πεθάνει η μαμά, μπορούσε να πιει σαν σφουγγάρι και να μην του φαίνεται καθόλου. Ήταν σκληρό καρύδι. Τι να κάνεις όμως. Όλοι γερνάμε». Έφτιαξε καφέ και καθίσαμε να τον πιούμε στην τραπεζαρία. Αποφάσισα να μην πω τίποτα για την εταιρεία-φάντασμα και την πρόταση του πατέρα της. Η Γιουκίκο θα θεωρούσε απλώς ότι εκείνος με φέρνει σε δύσκολη θέση και δεν θα της άρεσε. Είν’ αλήθεια ότι δανείστηκες λεφτά απ9 τον πατέρα, όμως αυτό δεν έχει καμιά σχέση μ9αυτή την υπόθεση, θα ’λεγε χωρίς αμφιβολία η Γιουκίκο. Τα ξεπληρώνεις και μάλιστα με τόκο, σωστά; Δεν ήταν όμως τόσο απλά τα πράγματα. Η μικρότερη κόρη μου κοιμήθηκε γρήγορα στο δωμάτιό της. Όταν τέλειωσα τον καφέ μου, παρέσυρα τη Γιουκίκο στο κρεβάτι. Πετάξαμε τα ρούχα μας και σφιχταγκαλιαστήκαμε λουσμένοι στο φως του ήλιου. Ερέθισα αργά αργά το κορμί της κι έπειτα μπήκα μέσα της. Όσην ώρα όμως ήμουν μέσα της, έβλεπα μπροστά μου τη Σιμαμότο. Έκλεισα τα μάτια μου κι ένιωσα πως κρατούσα τη Σιμαμότο. Κι έχυσα δυνατά. Έκανα ντους, έπειτα ξανάπεσα στο κρεβάτι να κοιμηθώ λίγο. Η Γιουκίκο είχε ήδη ντυθεί, όταν όμως ξάπλωσα στο κρεβάτι, χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα κι ακούμπησε τα χείλη της στην πλάτη μου. Έμεινα σιωπηλός με τα μάτια κλειστά. Είχα κάνει σεξ μαζί της κι όλη την ώρα σκεφτόμουνα μια άλλη γυναίκα, κι ένιωθα ενοχές. «Ξέρεις κάτι; Σ’ αγαπάω πραγματικά», είπε η Γιουκίκο. «Είμαστε παντρεμένοι εφτά χρόνια, έχουμε δυο παιδιά», είπα. «Καιρός να με βαρεθείς, δεν νομίζεις;» «Μπορεί. Αλλά σ’ αγαπάω ακόμη».


Την κράτησα στην αγκαλιά μου. Κι άρχισα να τη γδύνω. Της έβγαλα το πουλόβερ και τη φούστα, το εσώρουχο. «Ουάου! Δεν έχεις στο μυαλό σου αυτό που νομίζω ότι έχεις στο μυαλό σου;» ρώτησε έκπληκτη. «Φυσικά», είπα. «Είσοδος εκτός ωραρίου θα το καταγράψω στο ημερολόγιό μου», είπε. Αυτή τη φορά προσπάθησα πολύ να μη σκέφτομαι τη Σιμαμότο. Κρατούσα το κορμί της Γιουκίκο, την κοιτούσα στο πρόσωπο, συγκεντρωμένος μόνο σ’ εκείνη. Φίλησα τα χείλη της, το λαιμό της, τα στήθη της. Και τέλειωσα μέσα της. Έπειτα την κράτησα πολλή ώρα στην αγκαλιά μου.


«Είσαι καλά;» με ρώτησε χωρίς να παίρνει το βλέμμα της από πάνω μου. «Μήπως έγινε τίποτα σήμερα ανάμεσα σ’ εσένα και τον πατέρα;» «Δεν έγινε τίποτα», απάντησα. «Τίποτα απολύτως. Απλώς μ’ αρέσει να μείνουμε λίγο έτσι». «Πολύ ευχαρίστως», είπε. Και με κράτησε σφιχτά ενώ ήμουν ακόμη μέσα της. Έκλεισα τα μάτια και την έσφιξα δυνατά πάνω μου, λες κι αν δεν το έκανα, το κορμί μου θα πετούσε στο διάστημα. Όπως την κρατούσα, θυμήθηκα την απόπειρα αυτοκτονίας για την οποία μου μίλησε ο πατέρας της. Ήμουν βέβαιος πως δεν Θα τα βγάλει πέρα. Τη χάσαμε, σκεφτόμουν. Κάτι να μην είχε πάει καλά, δεν θα κρατούσα τώρα το κορμί της. Άγγιξα τρυφερά τους ώμους, τα μαλλιά, το στήθος της. Ήταν αληθινά ζεστά κι απαλά. Μπορούσα να νιώσω στην παλάμη μου τη ζωή μέσα της. Κανείς δεν μπορούσε να πει πόσο θα κρατήσει αυτή η ζωή. Ό,τι έχει σχήμα και μορφή, μπορεί να εξαφανιστεί σ’ ένα λεπτό. Η Γιουκίκο. Αυτό το δωμάτιο. Αυτοί οι τοίχοι, το ταβάνι, αυτό το παράθυρο. Μπορούν όλα να χαθούν χωρίς να το καταλάβουμε. Ξαφνικά ήρθε στο μυαλό μου η Ιζούμι. Εκείνος ο άντρας είχε πληγώσει βαθιά τη Γιουκίκο κι εγώ είχα κάνει το ίδιο στην Ιζούμι. Ύστερα η Γιουκίκο έτυχε να με γνωρίσει, αλλά η Ιζούμι ήταν ολομόναχη. Φίλησα τον τρυφερό λαιμό της Γιουκίκο. «Θα κοιμηθώ λιγάκι», είπα. «Και μετά θα πάω να πάρω τη μικρή απ’ το νηπιαγωγείο». «Όνειρα γλυκά», μου είπε. Κοιμήθηκα ελάχιστα. Όταν άνοιξα τα μάτια, ήταν περασμένες τρεις. Απ’ το παράθυρο του υπνοδωματίου μπορούσα να δω το νεκροταφείο της Αογιάμα. Κάθισα σε μια καρέκλα πλάι στο παράθυρο και το κοίταζα πολλή ώρα. Πολλά πράγματα φαίνονταν διαφορετικά τώρα, τώρα που η Σιμαμότο είχε ξαναμπεί στη ζωή μου. Μπορούσα ν’ ακούσω τη Γιουκίκο που ετοίμαζε φαγητό στην κουζίνα. Οι ήχοι αντηχούσαν υπόκωφα στ’ αυτιά μου, σαν να έφταναν μέσ’ από ένα σωλήνα από κάποιον απίστευτα μακρινό κόσμο. Έβγαλα την BMW απ’ το υπόγειο γκαράζ και ξεκίνησα για το σχολείο να πάρω την κόρη μου. Είχαν κάποια έκτακτη δραστηριότητα εκείνη τη μέρα, κι έτσι είχε πάει σχεδόν τέσσερις όταν εμφανίστηκε στην πύλη. Πάντα περίμεναν στη σειρά ένα σωρό ακριβά, αστραφτερά αυτοκίνητα εκεί Saab, Jaguar, ακόμη κι Alpha Romeo καμιά φορά. Νεαρές μητέρες μ’ ακριβά παλτά έβγαιναν από τ’ αυτοκίνητα, έπαιρναν τα παιδιά τους, τα ’βαζαν στο αυτοκίνητο κι έφευγαν. Η κόρη μου ήταν το μόνο παιδί που ερχόταν ο πατέρας της να την πάρει. Όταν την είδα, φώναξα τ’ όνομά της κουνώντας το χέρι μου. Κούνησε το μικρό της χεράκι κι ήρθε προς το μέρος μου. Έπειτα είδε ένα κοριτσάκι που καθόταν σε μια μπλε Mercedes 260Ε κι έτρεξε κοντά του, φωνάζοντας κάτι. Το κορίτσι φορούσ’ έναν κόκκινο μάλλινο σκούφο κι ήταν γερμένο έξω απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτοα. Η μητέρα του κοριτσιού φορούσ’ ένα κόκκινο κασμιρένιο παλτό και φαρδιά γυαλιά ηλίου. Όταν πήγα προς τα κει κι έπιασα το χέρι της κόρης μου, η γυναίκα γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε πλατιά. Ανταπέδωσα το χαμόγελο. Το κόκκινο παλτό και τα γυαλιά μ’ έκαναν να σκεφτώ τη Σιμαμότο. Τη Σιμαμότο που είχα ακολουθήσει από τη Σιμπούγια μέχρι την Αογιάμα. «Γεια», είπα. «Γεια», είπε.


Η γυναίκα ήταν εκθαμβωτική. Δεν θα ήταν πάνω από είκοσι πέντε. Το στερεοφωνικό του αυτοκινήτου της έπαιζε το τραγούδι «Burning down the house» των Talking Heads. Στο πίσω κάθισμα υπήρχαν δυο χάρτινες σακούλες από την Αγορά Κινοκουνίγια. Είχε όμορφο χαμόγελο. Η κόρη μου είπε ψιθυριστά μερικά λόγια στη φίλη της κι ύστερα τη χαιρέτησε. «Γεια σου», είπε το κορίτσι. Έπειτα πάτησε το κουμπί κι έκλεισε το παράθυρο του αυτοκινήτου. Πήρα την κόρη μου απ’ το χέρι και περπατήσαμε ώς εκεί που είχα παρκάρει την BMW. «Πώς πέρασες σήμερα; Έγινε τίποτα καλό;» ρώτησα. Κούνησε έντονα το κεφάλι της. «Τίποτα καλό. Ήταν χάλια», είπε. «Δύσκολα τα πράγματα και για τους δυο μας», είπα. Έσκυψα και τη φίλησα στο μέτωπο, και το πρόσωπό της πήρ’ εκείνη την ξινή έκφραση που παίρνουν οι ιδιοκτήτες των κυριλέ γαλλικών εστιατορίων όταν πας να τους πληρώσεις με κάρτα American Express. «Είμαι σίγουρος ότι όλα θα είναι καλύτερα αύριο», της είπα. Ήθελα να το πιστέψω κι εγώ. Όταν ανοίξω αύριο τα μάτια μου, θα είν’ ένας καινούργιος κόσμος κι όλα τα προβλήματα θα ’χουν λυθεί. Όμως δεν μπορούσα να το χάψω αυτό το σενάριο. Γιατί είχα γυναίκα και δυο κόρες. Κι ήμουν ερωτευμένος με κάποια άλλη. «Μπαμπά;» είπε η κόρη μου. «Θέλω να καβαλήσω ένα άλογο. Θα μου αγοράσεις ένα άλογο κάποια μέρα;» «Εντάξει. Κάποια μέρα», είπα. «Πότε είναι η κάποια μέρα;» «Όταν ο μπαμπάς μαζέψει μερικά λεφτά. Τότε θα σου αγοράσει ένα άλογο». «Έχεις κουμπαρά-γουρουνάκι, μπαμπά;» «Βέβαια, έναν τεράστιο κουμπαρά. Μεγάλο σαν αυτό το αυτοκίνητο. Αν δεν μαζέψω πάρα πολλά λεφτά, δεν θα μπορέσω να σου αγοράσω άλογο». «Αν το ζητήσουμε απ’ τον παππού, νομίζεις ότι θα μου αγοράσει ένα άλογο; Ο παππούς είναι πλούσιος». «Σωστά», είπα. «Ο παππούς έχει έναν κουμπαρά-γουρουνάκι μεγάλο σαν αυτό εκεί το κτήριο. Με πολλά λεφτά μέσα. Αλλά είναι τόσο μεγάλος, που είναι δύσκολο να τραβήξει έξω τα λεφτά». Η κόρη μου το σκέφτηκε για λίγο. «Μπορώ όμως να το ζητήσω απ’ τον παππού καμιά φορά; Να μου αγοράσει ένα άλογο;» «Και βέβαια μπορείς να του το ζητήσεις. Ποιος ξέρει, για σένα μπορεί να το κάνει». Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, μιλούσαμε γι’ άλογα. Τι χρώμα ήθελε να ’χει το άλογο. Τι όνομα θα του έδινε. Πού ήθελε να πάει βόλτα. Πού θα κοιμόταν το άλογο. Την έβαλα στο ασανσέρ και ξεκίνησα για τη δουλειά. Τι θα φέρει το αύριο; αναρωτήθηκα. Ακούμπησα τα χέρια στο τιμόνι κι έκλεισα τα μάτια. Δεν ένιωθα να βρίσκομαι μες στο δικό μου σώμα’ το σώμα μου ήταν απλώς ένα μοναχικό, προσωρινό σκεύος που έτυχε να δανειστώ. Τι θα γινόμουν αύριο, δεν ήξερα. Ν’ αγοράσω


στην κόρη μου ένα άλογο ξαφνικά μου φάνηκε εξαιρετικά επείγον. Έπρεπε να της το αγοράσω πριν χαθούν όλα. Πριν ο κόσμος γίνει χίλια κομμάτια. 12 Από τότε μέχρι την άνοιξη βλεπόμασταν με τη Σιμαμότο σχεδόν κάθε βδομάδα. Περνούσε από κάποιο απ’ τα μπαρ, πιο συχνά από το Robin’s Nest, πάντοτε μετά τις εννιά. Καθόταν στο μπαρ, έπινε ένα-δυο κοκτέιλ κι έφευγε γύρω στις έντεκα. Καθόμουν δίπλα της και μιλούσαμε. Δεν ξέρω τι σκέφτονταν οι εργαζόμενοι, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Ήταν όπως τότε που κάναμε παρέα στο σχολείο και δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να χολοσκάει για το τι σκέφτονταν οι συμμαθητές μου για μας τους δυο. Κάπου κάπου μου τηλεφωνούσε να με καλέσει για φαγητό. Συνήθως κανονίζαμε να βρεθούμε σε κάποιο καφέ στο μοντέρνο εμπορικό κέντρο τού Ομότε Σάντο. Τρώγαμε κάτι ελαφρύ και μιλούσαμε. Καθόμασταν μαζί για δύο, το πολύ τρεις ώρες. Όταν ερχόταν η ώρα να φύγει, έριχνε μια ματιά στο ρολόι της και μου χαμογελούσε: «Λοιπόν, καλύτερα να πηγαίνω», έλεγε. Δεν μπορούσα να‘καταλάβω τι αισθήματα κρύβονταν πίσω απ’ αυτό το χαμόγελο. Δεν είχα ιδέα αν λυπόταν ή όχι που έφευγε, ή αν ένιωθε ανακούφιση που με ξεφορτωνόταν. Δεν ήξερα ούτε καν εάν πράγματι έπρεπε να πάει σπίτι της. Εν πάση περιπτώσει, τις δυο-τρεις ώρες που ήμασταν μαζί δεν σταματούσαμε σχεδόν καθόλου να μιλάμε. Ωστόσο, τα σώματά μας δεν ήρθαν σ’ επαφή ούτε μια φορά. Ούτε μια φορά δεν την αγκάλιασα, ούτε καν της έπιασα το χέρι. Όταν βγαίναμε πάλι στους δρόμους του Τόκιο, η Σιμαμότο έπαιρνε το συνηθισμένο, υπέροχο, ελκυστικό της χαμόγελο. Κανένα ίχνος απ’ το βίαιο ξέσπασμα των συναισθημάτων της εκείνη την κρύα μέρα του Φεβρουαρίου στην Ισικάουα. Σαν από κάποια σιωπηλή συμφωνία, ποτέ δεν αναφέραμε το παράξενο μικρό μας ταξίδι. Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι, αναρωτιόμουν τι αισθήματα είχε κρυμμένα στην καρδιά της. Και πού θα την οδηγούσαν αυτά τα αισθήματα. Μερικές φορές κοιτούσα βαθιά μες στα μάτια της, αλλά το μόνο που μπορούσα να δω ήταν μια διακριτική σιωπή. Όπως πριν, η λεπτή ρυτίδα πάνω απ’ τα βλέφαρά της μου ’φερνε στο μυαλό τον ορίζοντα έναν πολύ μακρινό ορίζοντα. Στο τέλος μπόρεσα να καταλάβω τη μοναξιά που ένιωθε η Ιζούμι τότε που ήμασταν μαζί. Η Σιμαμότο είχε μέσα της το δικό της μικρό κόσμο. Έναν κόσμο για κείνη μονάχα, όπου δεν μπορούσα να μπω. Κάποτε η πόρτα γι’ αυτό τον κόσμο είχε αρχίσει ν’ ανοίγει λιγάκι. Τώρα όμως ήταν κλειστή. Ένιωθα πάλι σαν αβοήθητο, μπερδεμένο δωδεκάχρονο παιδί. Δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω, τι έπρεπε να πω. Έβαλα τα δυνατά μου να μείνω ψύχραιμος και να σκεφτώ λογικά. Αλλά ήταν μάταιο. Ό,τι κι αν έλεγα ή έκανα, ήταν λάθος. Το αστραφτερό της χαμόγελο ρουφούσε κάθε μου συναίσθημα. Μην ανησυχείς, μου ’λεγε το χαμόγελό της. Όλα είν’ εντάξει. Βρισκόμουν στο απόλυτο σκοτάδι σχετικά με τη ζωή της Σιμαμότο. Δεν ήξερα ούτε καν πού έμενε. Ή με ποιον ζούσε. Αν ήταν παντρεμένη, τώρα ή παλιότερα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι τον περασμένο Φεβρουάριο έκαν’ ένα παιδί που πέθανε την άλλη μέρα. Κι ότι δεν είχε δουλέψει ποτέ. Κι όμως φορούσε πάντα τα πιο ακριβά ρούχα κι αξεσουάρ, πράγμα που σήμαινε πως είχε αρκετά μεγάλη περιουσία. Αυτά ήξερα όλα κι όλα για κείνη. Πιθανό να ήταν παντρεμένη όταν έκανε το


παιδί, αλλά δεν μπορούσα να είμαι βέβαιος. Χιλιάδες εξώγαμα παιδιά γεννιούνται κάθε μέρα, έτσι δεν είναι; Καθώς περνούσε ο καιρός, η Σιμαμότο άρχισε να μου λέει λίγα πράγματα για τα χρόνια της στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Καθώς εκείνα τα χρόνια δεν συνδέονταν άμεσα με την τωρινή της ζωή. δεν την ένοιαζε να μιλάει γι’ αυτά. Διαπίστωσα πόσο φριχτά μόνη ήταν τότε. Όσο μεγάλωνε, έβαζε τα δυνατά της να είν’ εντάξει με όλους γύρω της, να μην ψάχνει δικαιολογίες. «Έτσι κι αρχίσεις τις δικαιολογίες, δεν υπάρχει τέλος», μου είπε. «Δεν την αντέχω μια τέτοια ζωή». Τα πράγματα όμως δεν πήγαν καλά. Η συμπεριφορά της έδωσε απλώς αφορμή γι’ ανόητες παρεξηγήσεις, που την πλήγωσαν βαθιά. Αργά και σταθερά, κλείστηκε στον εαυτό της. Σηκωνόταν το πρωί, ξερνούσε κι αρνιόταν να πάει στο σχολείο. Μου έδειξε μια φωτογραφία βγαλμένη την εποχή που πρωτοπήγε στο Γυμνάσιο. Καθόταν σε μια καρέκλα σ’ έναν κήπο, μ’ ανθισμένα ηλιοτρόπια γύρω της. Ήταν καλοκαίρι και φορούσε τζιν σορτσάκι κι ένα λευκό μπλουζάκι. Ήταν πανέμορφη. Χαμογελούσε πλατιά κοιτώντας την κάμερα. Σε σύγκριση με το τωρινό της χαμόγελο, έμοιαζε λιγάκι αμήχανη. Ακόμα κι έτσι όμως ήταν ένα υπέροχο χαμόγελο. Το είδος του χαμόγελου που, επειδή ακριβώς είναι αβέβαιο, επηρεάζει τους άλλους ακόμα πιο πολύ. Σίγουρα όχι το χαμόγελο ενός μοναχικού κοριτσιού που κάθε μέρα του κυλάει στη δυστυχία. «Κρίνοντας απ’ αυτή τη φωτογραφία», της είπα, «θα ’λεγα πως ήσουν το πιο ευτυχισμένο κορίτσι του κόσμου». Κούνησε αργά το κεφάλι της. Γοητευτικές ρυτίδες σχηματίστηκαν στις γωνίες των ματιών της’ έμοιαζε σαν να ξανάφερνε στο μυαλό της κάποια μακρινή σκηνή απ’ το παρελθόν. «Χατζίμε, δεν μπορείς να καταλάβεις τα πάντα απ’ τις φωτογραφίες. Είναι απλώς σκιές. Ο αληθινός μου εαυτός βρίσκεται πολύ μακριά. Κι αυτό δεν φαίνεται σε μια φωτογραφία». Η φωτογραφία μού έφερ’ έναν πόνο στο στήθος. Μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο πολύ χρόνο είχα χάσει. Πολύτιμα χρόνια που δεν μπορούσαν ποτέ ν’ ανακτηθούν, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσα να τα φέρω πίσω. Χρόνος που υπήρξε μονάχα τότε, μονάχα σ’ εκείνο το μέρος. Κοίταζα επίμονα τη φωτογραφία πολλή ώρα. «Τι βρίσκεις τόσο ενδιαφέρον;» ρώτησε. «Προσπαθώ να γεμίσω το χρόνο», απάντησα. «Πάνε είκοσι πέντε χρόνια απ’ την τελευταία φορά που σε είδα. Θέλω να γεμίσω αυτό το κενό, έστω και λίγο». Χαμογέλασε και με κοίταξε παραξενεμένη, σαν να είχε κάτι περίεργο το πρόσωπό μου. «Παράξενο», είπε. «Εσύ θέλεις να γεμίσεις αυτό το κενό του χρόνου, αλλά εγώ θέλω να το κρατήσω άδειο». Σ’ όλο το Γυμνάσιο και το Λύκειο δεν έκανε ποτέ πραγματική σχέση με κάποιο αγόρι. Ήταν όμορφο κορίτσι, κι έτσι τ’ αγόρια την πρόσεχαν, όμως εκείνη σπάνια τους έδινε σημασία. Έβγαινε με μερικούς, αλλά ποτέ για πολύ καιρό. «Δύσκολα μπορεί να σου αρέσει έν’ αγόρι σ’ αυτή την ηλικία. Καταλαβαίνεις. Οι έφηβοι είναι αδέξιοι κι εγωιστές. Το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι να βάλουν το χέρι τους κάτω απ’ τη φούστα της κοπέλας. Ήμουν πολύ απογοητευμένη. Ήθελα αυτό που είχαμε εμείς οι δυο».


«Ναι, αλλά κι εγώ όταν ήμουν δεκαέξι χρονών δεν διέφερα σε τίποτα αδέξιος, εγωιστής, και προσπαθούσα να βάλω το χέρι μου κάτω απ’ τη φούστα της κοπέλας. Αυτός ήμουν με λίγα λόγια». «Φαντάζομαι λοιπόν πως ήταν καλύτερα που δεν σε συνάντησα τότε», είπε και χαμογέλασε. «Να χωρίζεις στα δώδεκα, να ξανασυναντιέσαι στα τριάντα εφτά… ίσως τελικά να ’ναι καλύτερα έτσι για μας». «Αναρωτιέμαι». «Τώρα μπορείς να σκεφτείς και μερικά άλλα πράγματα εκτός απ’ το τι κρύβεται κάτω απ’ τη φούστα μιας κοπέλας, έτσι δεν είναι;» «Μερικά», είπα. «Αν όμως ανησυχείς, ίσως είναι καλύτερα την επόμενη φορά να φορέσεις παντελόνι!» Η Σιμαμότο κοίταξε τα χέρια της, ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι, και γέλασε. Δεν φορούσε δαχτυλίδι. Ένα βραχιόλι κι ένα καινούργιο ρολόι κάθε φορά που βρισκόμασταν. Και σκουλαρίκια. Ποτέ όμως δαχτυλίδι. «Δεν ήθελα να γίνω βάρος σε κανένα αγόρι», συνέχισε. «Ξέρεις τι εννοώ. Υπήρχαν τόσα πράγματα που δεν μπορούσα να κάνω. Να πάω για πικνίκ, κολύμπι, σκι, πατίνια, χορό σε ντισκοτέκ. Ακόμη και το περπάτημα ήταν δύσκολο. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κάθομαι μαζί με κάποιον, να μιλάμε και ν’ ακούμε μουσική, πράγμα που τ’ αγόρια σ’ αυτή την ηλικία δεν το αντέχουν για πολύ. Κι αυτό το σιχαινόμουν». Έπινε Perrier με μια φέτα λεμόνι. Ήταν ένα ζεστό απόγευμα στα μέσα Μαρτίου. Μερικοί απ’ τους νέους που περνούσαν έξω στο δρόμο φόραγαν κοντομάνικα μπλουζάκια. «Αν κάναμε τότε παρέα, ξέρω ότι στο τέλος θα σου γινόμουν βάρος. Σύντομα θα με βαριόσουν. Θα ’θελες να ’σαι πιο δραστήριος, να ριχτείς έξω στο μεγάλο κόσμο. Κι εγώ δεν θα μπορούσα να το αντέξω αυτό». «Σιμαμότο», είπα, «αυτό είναι αδύνατο. Ποτέ δεν θα ’χανα την υπομονή μου μ’ εσένα. Είχαμε κάτι πολύ σπάνιο. Δεν μπορώ να το εξηγήσω με λόγια, αλλά είν’ αλήθεια. Κάτι σπάνιο και πολύτιμο». Με κοίταξε προσεκτικά, χωρίς ν’ αλλάξει έκφραση. «Δεν είμαι κανένας σπουδαίος άνθρωπος», συνέχισα. «Δεν καυχιέμαι και για πολλά πράγματα. Κάποτε ήμουν πολύ ωμός, αναίσθητος κι αλαζόνας. Γι’ αυτό ίσως να μην ήμουν το κατάλληλο πρόσωπο για σένα. Για ένα πράγμα όμως είμαι σίγουρος: ποτέ, ποτέ δεν θα βαριόμουν μαζί σου. Αυτό τουλάχιστον με κάνει να διαφέρω από άλλους ανθρώπους που γνώρισες. Απ’ αυτή την άποψη, είμαι πράγματι ξεχωριστός για σένα», Το βλέμμα της Σιμαμότο πήγε πάλι στα χέρια της πάνω στο τραπέζι. Άνοιξε ελαφρά τα δάχτυλά της, σαν να τα έλεγχε και τα δέκα στη σειρά. «Χατζίμε», άρχισε να λέει, «η θλιβερή αλήθεια είναι ότι μερικά πράγματα δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω. Απ’ τη στιγμή που αρχίζουν να προχωρούν μπροστά, ό,τι κι αν κάνεις, δεν μπορούν να ξαναγίνουν όπως πριν. Κι αν κάτι στραβώσει, θα μείνει έτσι για πάντα».


Μια μέρα μου τηλεφώνησε και με κάλεσε σ’ ένα κονσέρτο με έργα του Λιστ για πιάνο. Ο σολίστας ήταν κάποιος διάσημος Νοτιοαμερικανός πιανίστας. Ρύθμισα το πρόγραμμά μου και πήγα μαζί της στην αίθουσα συναυλιών στο πάρκο Ουένο. Η συναυλία ήταν εξαιρετική. Η τεχνική του σολίστα ήταν εντυπωσιακή, η μουσική απαλή και βαθιά μαζί κι ο πιανίστας άγγιξε με το πάθος του όλο το κοινό. Κι όμως, ακόμη και με τα μάτια κλειστά, η μουσική δεν με συνεπήρε. Ανάμεσα σ’ εμένα και τον πιανίστα κρεμόταν μια λεπτή κουρτίνα και, όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να περάσω απ’ την άλλη μεριά. Όταν το είπα στη Σιμαμότο μετά τη συναυλία, συμφώνησε. «Μα τι λάθος υπήρχε στην εκτέλεσή του;» ρώτησε. «Νόμιζα πως ήταν εξαιρετική». «Δεν θυμάσαι;» είπα. «Ο δίσκος που ακούγαμε τότε, στο τέλος του δεύτερου μέρους είχε μια μικρή γρατζουνιά που μπορούσες να την ακούσεις. Πσστ! Πσστ! Κατά περίεργο τρόπο, χωρίς αυτή τη γρατζουνιά δεν μπορώ να νιώσω τη μουσική!» Η Σιμαμότο γέλασε. «Δεν θα ’λεγα ότι ξέρεις να εκτιμάς την τέχνη». «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την τέχνη. Πέταξε την τέχνη σ’ ένα φαλακρό γύπα να τη φάει, καρφί δεν μου καίγεται. Δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι’ εμένα μ’ αρέσει αυτή η γρατζουνιά!» «Μπορεί να έχεις δίκιο», παραδέχτηκε. «Αλλά τι σχέση έχει ο φαλακρός γύπας; Εγώ ξέρω τους κανονικούς γύπες τρώνε πτώματα. Οι φαλακροί όμως;» Στο τρένο καθώς γυρίζαμε της εξήγησα πολύ αναλυτικά τις διαφορές: τη διαφορά στον τόπο όπου γεννιούνται, στο κρώξιμο τους, στην περίοδο του ζευγαρώματος. «Ο φαλακρός γύπας ζει καταβροχθίζοντας τέχνη. Ο κοινός γύπας ζει καταβροχθίζοντας πτώματα αγνώστων. Είναι τελείως διαφορετικοί». «Είσαι παράξενος!» Γέλασε. Κι εκεί στο κάθισμα του τρένου, έστω κι ανεπαίσθητα, κούνησε τον ώμο της κι άγγιξε τον δικό μου. Η μία και μοναδική φορά τους τελευταίους δυο μήνες που τα σώματά μας αγγίχτηκαν. Ο Μάρτιος πέρασε, το ίδιο κι ο Απρίλιος. Η μικρότερη κόρη μου άρχισε να πηγαίνει στο νηπιαγωγείο. Τώρα που τα παιδιά έλειπαν απ’ το σπίτι, η Γιουκίκο άρχισε να προσφέρει εθελοντική εργασία στην κοινότητα, βοηθώντας ένα ίδρυμα γι’ ανάπηρα παιδιά. Τις περισσότερες φορές, εγώ πήγαινα κι έφερνα τα παιδιά από το σχολείο. Όποτε ήμουν απασχολημένος, αναλάμβανε η γυναίκα μου. Παρακολουθώντας τα παιδιά να μεγαλώνουν μέρα με τη μέρα, ένιωθα να γερνάω. Από μόνα τους, ανεξάρτητα απ’ ό,τι σχέδια μπορεί να είχα εγώ γι’ αυτά, εκείνα μεγάλωναν. Τις αγαπούσα τις κόρες μου, εννοείται. Τις παρατηρούσα να μεγαλώνουν κι ένιωθα τη μεγαλύτερη ευτυχία. Μερικές φορές όμως, βλέποντάς τες να μεγαλώνουν από μήνα σε μήνα, ένιωθα ένα βάρος. Ήταν σαν να μεγάλωνε μες στο σώμα μου ένα δέντρο, να ’βγάζε ρίζες, ν’ άπλωνε τα κλαδιά του, να πίεζε τα όργανά μου, τους μυς, τα κόκαλα και το δέρμα, πασχίζοντας να βγει έξω. Κι αυτό ήταν τόσο ασφυκτικό μερικές φορές, που δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Μια φορά την εβδομάδα συναντούσα τη Σιμαμότο. Και κάθε μέρα πηγαινόφερνα τις κόρες μου στο σχολείο. Και μια-δυο φορές την εβδομάδα έκανα έρωτα με τη γυναίκα μου. Από τότε που άρχι’σα να βλέπω ξανά τη Σιμαμότο, έκανα πιο συχνά έρωτα με τη Γιουκίκο. Όχι όμως από ενοχή. Δίνοντας αγάπη και παίρνοντας αγάπη, ήταν ο μόνος τρόπος να διατηρήσω ;ην αυτοκυριαρχία μου.


«Έχεις αλλάξει. Τι συμβαίνει;» με ρώτησε η Γιουκίκο έν’ απόγευμα μετά το σεξ. «Κανείς δεν μου είπε ποτέ πως όταν οι άντρες φτάνουν στα τριάντα εφτά, η απόδοσή τους στο σεξ ανεβαίνει». «Τίποτα δεν συμβαίνει. Τα ίδια και τα ίδια», απάντησα. Με κοίταξε για λίγο. Και κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι τρέχει μες στο κεφάλι σου», είπε. Στον ελεύθερο χρόνο μου άκουγα κλασική μου σική και κοίταζα έξω το νεκροταφείο της Αογιάμα. Δεν διάβαζα πια όσο παλιά. Η αυτοσυγκέντρωσή μου είχε πάει περίπατο. Ξαναείδα αρκετές φορές τη νεαρή γυναίκα με τη Mercedes 260Ε. Περιμένοντας τις κόρες μας να βγουν απ’ την πύλη του σχολείου, πιάναμε την κουβεντούλα, το είδος του κουτσομπολιού που μόνο κάποιος που έμενε στην Αογιάμα μπορούσε να καταλάβει. Συμβουλές σχετικά με το σε ποιο σουπερμάρκετ μπορούσες να παρκάρεις εύκολα και ποιες ώρες· νεότερα για κάποιο ιταλικό εστιατόριο, που άλλαξε τους σεφ και δεν σέρβιρε πια φαγητό της προκοπής’ νέα για το πολυκατάστημα τροφίμων Μέιτζι-για, που θα είχε προσφορά στα εισαγόμενα κρασιά τον άλλο μήνα, και τα λοιπά. Διάολε, σκέφτηκα. Έχω καταντήσει κανονική κουτσομπόλα της γειτονιάς! Αυτά τα πράγματα όμως ήταν το μοναδικό κοινό μας σημείο. Στα μέσα Απριλίου η Σιμαμότο εξαφανίστηκε πάλι. Την τελευταία φορά που την είδα, καθόμασταν στο Robin’s Nest. Λίγο πριν από τις δέκα μου τηλεφώνησαν απ’ το άλλο μπαρ, σχετικά με κάτι που έπρεπε να φροντίσω αμέσως. «Θα γυρίσω σε μισή ώρα περίπου», της είπα. «Εντάξει», είπε χαμογελώντας. «Θα διαβάσω ένα βιβλίο όσο θα λείπεις». Έλυσα στα γρήγορα το πρόβλημα, έπειτα γύρισα πίσω βιαστικά, αλλά δεν ήταν πια εκεί. Ει-χε πάει έντεκα και κάτι. Στον πάγκο, στην πίσω πλευρά ενός σπιρτόκουτου, είχε αφήσει ένα μήνυμα: «Μάλλον δεν θα μπορέσω να έρθω εδώ για ένα διάστημα», έλεγε το σημείωμα. «Τώρα πρέπει να γυρίσω στο σπίτι. Αντίο. Να προσέχεις». Επί μέρες ένιωθα μετέωρος. Έκανα κύκλους γύρω απ’ το σπίτι μου, περιπλανιόμουν άσκοπα στους δρόμους και πήγαινα νωρίτερα να πάρω τις κόρες μου. Και κουβέντιαζα με την κυρία Mercedes 260Ε. Πήγαμε σ’ ένα κοντινό μαγαζί να πιούμε καφέ, κουτσομπολεύοντας ως συνήθως για την ποιότητα των λαχανικών στην Αγορά Κινοκουνίγια, για τ αυγά ημέρας στο κατάστημα τροφίμων Natural House, τις εκπτώσεις στα παιδικά ρούχα του Miki House. Η γυναίκα λάτρευε το σχεδιαστή ρούχων Ινάμπα Γιόσι και παράγγελνε από πριν όλα τα ρούχα της σεζόν απ’ τον κατάλογο. Κουβεντιάζαμε επίσης για το καταπληκτικό εστιατόριο με τα χέλια κοντά στο αστυνομικό τμήμα του Ομότε Σάντο, που είχε κλείσει πια. Μας άρεσε να κουβεντιάζουμε. Η γυναίκα ήταν περισσότερο φιλική κι ανοιχτή απ’ όσο μου είχε φανεί στην αρχή. Όχι πως με τραβούσε ερωτικά. Απλώς είχα ανάγκη κάποιον -οποιονδήποτενα μιλήσω. Αυτό που ήθελα ήταν μια ανώδυνη, ελαφριά συζήτηση, μια συζήτηση που θα μ’ οδηγούσε οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ τη Σιμαμότο. ‘Οταν δεν μπορούσα να βρω τίποτ’ άλλο ν’ ασχοληθώ, πήγαινα για ψώνια. Μια φορά μ’ έπιασε τρέλα κι αγόρασα έξι πουκάμισα. Αγόρασα παιχνίδια και κούκλες για τις κόρες μου, γυναικεία αξεσουάρ για τη Γιουκίκο. Σταμάτησα μια-δυο φορές στην έκθεση αυτοκινήτων της BMW να τσεκάρω τη Μ5’ δεν σκόπευα πραγματικά ν’ αγοράσω αυτοκίνητο, αλλ’ άφησα τον πωλητή να μου κάνει την επίδειξή του.


Μερικές ακόμη τέτοιες εβδομάδες χωρίς πρόγραμμα κι ανακάλυψα ότι μπορούσα να συγκεντρωθώ και πάλι. Δεν με βγάζει πουθενά έτσι, κατέληξα. Τηλεφώνησα λοιπόν σ’ ένα σχεδιαστή κι ένα διακοσμητή εσωτερικών χώρων για να συζητήσουμε για την ανακαίνιση των μπαρ. Έτσι κι αλλιώς, από καιρό είχαν ανάγκη από μια ανανέωση κι ήταν η κατάλληλη στιγμή να σκεφτώ σοβαρά την πορεία της επιχείρησής μου. Όπως ακριβώς με τους ανθρώπους, έτσι και με τα μπαρ υπάρχει μια εποχή που τ’ αφήνεις στην ησυχία τους και μια εποχή γι’ αλλαγές. Αν μείνεις κολλημένος στο ίδιο περιβάλλον, καταντάς νωθρός και κοιμισμένος. Το επίπεδο της ενέργειάς σου κάνει κατακόρυφη βουτιά. Ακόμη και τα παλάτια στην άμμο χρειάζονται ένα φρέσκο χέρι μπογιά. Ξεκίνησα με το άλλο μπαρ, αφήνοντας το Robin’s Nest γι’ αργότερα. Άρχισα αφαιρώντας όλες τις υπερβολικές πολυτέλειες, που, αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι παρά μπελάς, γιατί το θέμα είναι να δημιουργήσεις έναν αποτελεσματικό, λειτουργικό χώρο εργασίας. Το σύστημα ήχου κι ο κλιματισμός χρειάζονταν κι αυτά επιδιόρθωση, το ίδιο και το μενού, που το αναμόρφωσα δραστικά. Πέρασα από συνεντεύξεις όλο το προσωπικό μου και κατέληξα με μια μεγάλη λίστα από προτεινόμενες βελτιώσεις. Παρουσίασα στο σχεδιαστή με κάθε λεπτομέρεια το όραμά μου για το μπαρ, τον έβαλα να καταστρώσει το σχέδιό του, έπειτα τον ξανάστειλα στο σχεδιαστήριο για να συμπεριλάβει ιδέες που μου είχαν έρθει στο μεταξύ. Επαναλάβαμε αυτή τη διαδικασία αρκετές φορές. Διάλεξα όλα τα υλικά, μάζεψα προσφορές απ’ τους εργολάβους, αναπροσάρμοσα τον προϋπολογισμό μου. Έφαγα τρεις εβδομάδες χτενίζοντας τα μαγαζιά σ’ όλο το Τόκιο για να βρω τον καλύτερο μηχανισμό παροχής σαπουνιού του κόσμου. Όλ’ αυτά με κρατούσαν πάρα πολύ απασχολημένο. Αλλά, στο κάτω κάτω, αυτό ακριβώς ήθελα. Ο Μάιος ήρθε κι έφυγε, έφτασε ο Ιούνιος. Πουθενά ακόμη η Σιμαμότο. Ήμουν βέβαιος πως είχε φύγει για.πάντα. Μάλλον δεν θα μπορέσω να έρθω εδώ για ένα διάστημα, είχε γράψει. Αυτό το μάλλον κι αυτό το για ένα διάστημα μ’ έκαναν να υποφέρω με την εγγενή τους ασάφεια. Κάποια μέρα ίσως εμφανιστεί ξανά. Δεν μπορούσα όμως απλώς να σέρνομαι τριγύρω, εναποθέτοντας τις ελπίδες και τα όνειρά μου σ’ αόριστες υποσχέσεις. Συνέχισε μ’ αυτό τον τρόπο, σκέφτηκα, και θα καταλήξεις ένας γραφικός ηλίθιος, κι έτσι συγκεντρώθηκα στο πώς θα είμαι συνεχώς απασχολημένος. Άρχισα να πηγαίνω στην πισίνα κάθε πρωί και να κολυμπάω δύο χιλιόμετρα ασταμάτητα, κι έπειτα ανέβαινα στο γυμναστήριο για μερικές ασκήσεις με βαράκια. Μετά από μια βδομάδα μ’ αυτό το πρόγραμμα, οι μύες μου άρχισαν να επαναστατούν. Περιμένοντας στο φανάρι μια μέρα, ένιωσα το αριστερό μου πόδι να μουδιάζει και δεν μπορούσα να πατήσω το πεντάλ. Στο τέλος όμως οι μύες μου συνήθισαν στην άσκηση. Η σκληρή σωματική προσπάθεια δεν άφηνε περιθώριο στη σκέψη και το να κρατάω το σώμα μου συνέχεια σε κίνηση με βοηθούσε να επικεντρώνομαι στα μικροπράγματα της καθημερινής ζωής. Η ονειροπόληση απαγορευόταν. Έβαζα τα δυνατά μου να συγκεντρώνομαι σ’ ό,τι έκανα. Όταν έπλενα το πρόσωπό μου, σκεφτόμουν μόνο αυτό’ όταν άκουγα μουσική, γινόμουν όλος μουσική. Μονάχα μ’ αυτό τον τρόπο μπορούσα να επιβιώσω. Το καλοκαίρι η Γιουκίκο κι εγώ πηγαίναμε συχνά με τα παιδιά στο εξοχικό μας στο Χακόνε. Μακριά απ’ το Τόκιο, στην εξοχή, η Γιουκίκο και τα παιδιά ήταν ανέμελοι κι ευτυχισμένοι. Μάζευαν λουλούδια, παρατηρούσαν τα πουλιά με τα κιάλια, έπαιζαν κυνηγητό, πλατσούριζαν στο ποτάμι. Ή απλώς κυλιόνταν στον κήπο. Αλλά δεν ήξεραν την αλήθεια. Ότι μια συγκεκριμένη χειμωνιάτικη μέρα με χιόνι, αν το αεροπλάνο μου είχε καθηλωθεί στο έδαφος, θα τα είχα κάνει όλα πέρα για να είμαι με τη Σιμαμότο. Τη δουλειά μου, την οικογένειά μου, τα λεφτά μου τα πάντα, χωρίς δισταγμό. Και νά με πάλι, με το μυαλό μου κατακυριευμένο απ’ τη Σιμαμότο. Η αίσθηση πως την κρατούσα στην αγκαλιά μου, πως τη φιλούσα στο μάγουλο, δεν θα μ’ άφηνε ποτέ. Δεν μπορούσα να βγάλω


την εικόνα της Σιμαμότο απ’ το μυαλό μου και να την αντικαταστήσω με τη γυναίκα μου. Όπως εγώ δεν μπορούσα ποτέ να καταλάβω τι σκεφτόταν η Σιμαμότο, έτσι κανείς δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι είχα στο μυαλό μου. Αποφάσισα να περάσω τις υπόλοιπες καλοκαιρινές διακοπές μας ολοκληρώνοντας την ανακαίνιση. Ενώ η Γιουκίκο και τα παιδιά βρίσκονταν στο Χακόνε, έμενα μόνος στο Τόκιο για να επιβλέπω τις εργασίες και να δίνω οδηγίες της τελευταίας στιγμής. Κολυμπούσα στην πισίνα, έκανα τις ασκήσεις μου στο γυμναστήριο. Τα Σαββατοκύριακα πήγαινα στο Χακόνε, κολυμπούσα με τις κόρες μου στην πισίνα του ξενοδοχείου Φουτζίγια και τρώγαμε όλοι μαζί. Και το βράδυ έκανα έρωτα με τη γυναίκα μου. Πλησίαζα ολοταχώς στη μέση ηλικία, κι όμως δεν είχα παραπανίσια κιλά ούτε αραιά μαλλιά. Κι ούτε μια άσπρη τρίχα. Η άσκηση καθυστερούσε την αναπόφευκτη παρακμή του σώματος. Βάλε ένα καλό πρόγραμμα στη ζωή σου, απόφευγε τις υπερβολές και πρόσεχε τη διατροφή σου: αυτό ήταν το σύνθημά μου. Δεν αρρώσταινα ποτέ κι οι περισσότεροι θα με περνούσαν το πολύ για τριαντάρη. Στη γυναίκα μου άρεσε ν’ αγγίζει το κορμί μου. Ν’ αγγίζει τους μυς στο στήθος και το στομάχι μου και να χαϊδεύει το πέος και τους όρχεις μου. Και η Γιουκίκο πήγαινε τακτικά στο γυμναστήριο. Αλλά δεν φαινόταν να τη βοηθάει ν’ αδυνατίσει. «Μου φαίνεται ότι γερνάω», έλεγε αναστενάζοντας. «Το βάρος μου πέφτει, αλλά η σαμπρελίτσα μένει στη θέση της». «Μ’ αρέσει το κορμί σου όπως είναι», της είπα. «Είσαι μια χαρά έτσι δεν έχεις ανάγκη από γυμναστική και δίαιτες. Δεν είσαι καμιά χοντρή». Δεν ήταν ψέμα. Πραγματικά μου άρεσε το κορμί της, απαλό και με λίγα πιασίματα. Μου άρεσε να τρίβω τη γυμνή πλάτη της. «Δεν μπορείς να καταλάβεις», είπε κουνώντας το κεφάλι. «Λες ότι είμαι μια χαρά όπως είμαι τώρα, αλλά για να παραμείνω έτσι πρέπει να ξοδεύω και το τελευταίο απόθεμα ενέργειας που διαθέτω». Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα ’λεγε πως η ζωή μας ήταν ιδανική. Φυσικά, κάποιες φορές το πίστευα κι εγώ ο ίδιος. Ήμουν ενθουσιασμένος με τη δουλειά μου κι έβγαζα πολύ καλά λεφτά. Είχα ένα τεσσάρι διαμέρισμα στην Αογιάμα, ένα μικρό εξοχικό στα βουνά του Χακόνε, μια BMW, ένα Jeep Cherokee. Και είχα μια ευτυχισμένη οικογένεια. Αγαπούσα τη γυναίκα μου και τις δυο μου κόρεςΤι-παραπάνω μπορούσε να ζητήσει κανείς; Αν, ας πούμε, η Γιουκίκο και τα παιδιά με ικέτευαν να τους πω τι έπρεπε να κάνουν για να μου αρέσουν ακόμη πιο πολύ, για να τους αγαπάω ακόμη περισσότερο, δεν θα ’βρισκα τίποτα να πω. Δεν μπορούσα να φανταστώ πιο ευτυχισμένη ζωή. Από τότε όμως που η Σιμαμότο σταμάτησε να ’ρχεται να με βλέπει, ασφυκτιούσα, είχα κολλήσει στη χωρίς αέρα επιφάνεια του φεγγαριού. Αν είχε φύγει για πάντα, δεν έμενε πια κανείς που να μπορώ να του αποκαλύψω τ’ αληθινά μου αισθήματα. Τις νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, έμενα ξαπλωμένος στο κρεβάτι κι έφερνα ξανά και ξανά στο μυαλό μου εκείνη τη σκηνή στο χιονισμένο αεροδρόμιο Κομάτσου. Όσο περισσότερο την έφερνα στο μυαλό μου, τόσο γρηγορότερα θα ξεθώριαζαν οι αναμνήσεις. Τουλάχιστον έτσι πίστευα. Αλλά όσο θυμόμουν, τόσο δυνάμωναν οι αναμνήσεις. Η λέξη «Καθυστέρηση» ν’ αναβοσβήνει στον πίνακα με τις πτήσεις’ έξω απ’ το παράθυρο να πέφτουν χοντρές νιφάδες χιόνι. Δεν έβλεπες τίποτα πέρ’ από τα πενήντα μέτρα. Στο παγκάκι, η Σιμαμότο καθόταν ακίνητη, με τα χέρια τυλιγμένα σφιχτά στο κορμί της. Το βαρύ μάλλινο μπουφάν της και το κασκόλ. Το σώμα της ν’ αναδίδει ένα άρωμα από δάκρυα και θλίψη


μαζί. Μπορούσα να μυρίσω αυτό το άρωμα. Δίπλα μου, στο κρεβάτι, η γυναίκα μου ανάπνεε ήρεμα, κοιμισμένη. Δεν ξέρει τίποτα. Έκλεισα τα μάτια και κούνησα το κεφάλι. Λεν ξέρει τίποτα. Το πάρκινγκ του εγκαταλειμμένου μαγαζιού μπόουλινγκ, να λιώνω χιόνι στο στόμα μου και να το ρίχνω στο δικό της. Η Σιμαμότο στο αεροπλάνο, στην αγκαλιά μου. Τα κλειστά μάτια της, ο αναστεναγμός μέσ’ απ’ τα μισάνοιχτα χείλη της. Το κορμί της, απαλό κι ανάπηρο. Με ήθελε τότε. Μου είχε ανοίξει την καρδιά της. Κι όμως κρατήθηκα, κρατήθηκα στην επιφάνεια του φεγγαριού, κόλλησα σ’ αυτό το νεκρό κόσμο. Και στο τέλος μ’ άφησε κι ήμουνα πάλι χαμένος στη ζωή. Μερικές φορές ξυπνούσα στις δύο ή στις τρεις το πρωί και δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ. Σηκωνόμουν απ’ το κρεβάτι, πήγαινα στην κουζίνα κι έβαζα ένα ουίσκι. Με το ποτήρι στο χέρι, κοίταζα έξω το σκοτεινό νεκροταφείο και τα φώτα των αυτοκινήτων στο δρόμο. Οι στιγμές του χρόνου που ένωναν τη νύχτα με την αυγή ήταν μακριές και σκοτεινές. Αν μπορούσα να κλάψω, μπορεί τα πράγματα να ήταν πιο εύκολα. Αλλά για τι να κλάψω; Για ποιον να κλάψω; Ήμουν πολύ εγωκεντρικός να κλάψω για τους άλλους, πολύ μεγάλος να κλάψω για μένα. Το φθινόπωρο τελικά έφτασε. Και τότε πήρα μια απόφαση. Έπρεπε να δώσω ένα τέλος: δεν μπορούσα να συνεχίσω να ζω έτσι. 13 Ένα πρωί, αφού άφησα τις κόρες μου στο νηπιαγωγείο, πήγα στην πισίνα και κολύμπησα ως συνήθως δύο χιλιόμετρα. Φανταζόμουν πως ήμουν ψάρι. Απλώς ψάρι, χωρίς να χρειάζεται να σκέφτομαι, ούτε καν το κολύμπι. Μετά έκανα ντους, φόρεσα ένα μπλουζάκι και σορτς κι άρχισα να σηκώνω βάρη. Έπειτα πήγα στην γκαρσονιέρα που χρησιμοποιούσα σαν γραφείο κι άρχισα να ελέγχω τους λογαριασμούς, να βγάζω τη μισθοδοσία των υπαλλήλων μου, να σκέφτομαι το σχέδιο ανακαίνισης του Robin’s Nest τον επόμενο Φεβρουάριο. Στη μία, ως συνήθως, πήγα σπίτι κι έφαγα με τη γυναίκα μου. «Αγάπη μου, μου τηλεφώνησε ο πατέρας μου σήμερα το πρωί», είπε η Γιουκίκο. «Πολυάσχολος, όπως πάντα. Είπε ότι υπάρχει μια μετοχή που θα χτυπήσει ταβάνι κι ότι πρέπει ν’ αγοράσουμε όσο περισσότερες μπορούμε. Δεν είναι μια συνηθισμένη πληροφορία για το χρηματιστήριο, είπε, αλλά μια πραγματικά μοναδική ευκαιρία». «Αν πρόκειται να φέρει τόσα κέρδη, δεν έπρεπε να το πει σ’ εμάς, αλλά να το κρατήσει για τον εαυτό του. Αναρωτιέμαι γιατί δεν το έκανε». «Είπε ότι μ’ αυτό τον τρόπο θέλει να σ’ ευχαριστήσει. Είπε ότι θα καταλάβεις τι εννοεί. Καταλαβαίνεις; Μας παραχωρεί το μερίδιό του, μ’ άλλα λόγια. Είπε να επενδύσουμε όλα μας τα χρήματα και να μην ανησυχούμε, γιατί αυτή η μετοχή είναι “καυτή’’. Αν για κάποιο λόγο δεν φέρει κέρδος, θα φροντίσει να μη χάσουμε ούτε δεκάρα». Άφησα το πιρούνι μου στο πιάτο με τα μακαρόνια. «Τίποτ’ άλλο;» «Ναι, είπε ότι έπρεπε να κινηθούμε γρήγορα, κι έτσι τηλεφώνησα στην τράπεζα και τους είπα να κλείσουν τους λογαριασμούς των καταθέσεών μας και να στείλουν τα χρήματα στον κύριο


Νακαγιάμα στην εταιρεία επενδύσεων. Για ν’ αγοράσει μετοχές. Κατάφερα να μαζέψω μόνο γύρω στα οχτώ χιλιάδες γιεν. Μήπως έπρεπε ν’ αγοράσω περισσότερες;» Ήπια λίγο νερό. Και προσπάθησα να βρω τα κατάλληλα λόγια. «Πριν τα κάνεις όλ’ αυτά, γιατί δεν με ρώτησες;» «Να σε ρωτήσω;» είπε έκπληκτη. «Αφού πάντα αγοράζεις τις μετοχές που σου λέει ο πατέρας μου. Τόσες φορές μου ’χεις ζητήσει να το κάνω, δεν θυμάσαι; Πάντα μου λες να προχωρήσω και να κάνω ό,τι θεωρώ σωστό. Αυτό έκανα λοιπόν. Ο πατέρας μου είπε ότι δεν έπρεπε να χάσουμε ούτε λεπτό. Ήσουν στην πισίνα και δεν μπορούσα να σε βρω. Επομένως ποιο είναι το πρόβλημα;» «Κανένα πρόβλημα», είπα. «Αλλά θέλω να πουλήσεις όλες τις μετοχές». « Να τις πουλήσω;» Μισόκλεισε τα μάτια της σαν να την είχε τυφλώσει κάποιο δυνατό φως. «Πούλησε όλες τις μετοχές που αγόρασες και βάλε τα χρήματα πίσω στους λογαριασμούς καταθέσεών μας». «Μα έτσι θα πρέπει να πληρώσουμε ένα σωρό λεφτά για ακυρωτικά». «Δεν με νοιάζει», είπα. «Να τα πληρώσουμε. Δεν με νοιάζει ακόμη κι αν χάσουμε λεφτά. Απλώς πούλησε ό,τι αγόρασες σήμερα». Η Γιουκίκο αναστέναξε. «Τι έγινε ανάμεσα σ’ εσένα και τον πατέρα; Τι τρέχει;» Δεν απάντησα. «Τι έγινε;» «Άκου, Γιουκίκο», άρχισα να λέω, «τα έχω σιχαθεί όλ’ αυτά. Δεν θέλω να βγάλω λεφτά στο χρηματιστήριο. Θέλω να βγάλω λεφτά δουλεύοντας με τα χέρια μου. Τα ’χω καταφέρει καλά μέχρι τώρα. Δεν σου έλειψαν ποτέ τα χρήματα, έτσι δεν είναι;» «Το ξέρω ότι κάνεις πολύ καλά τη δουλειά σου και δεν έχω παραπονεθεί ποτέ. Σου είμαι ευγνώμων και ξέρεις ότι σε σέβομαι. Όμως ο πατέρας μου το κάνει για να μας βοηθήσει. Δεν το καταλαβαίνεις;» «Καταλαβαίνω. Γιουκίκο, ξέρεις τι σημαίνει κατάχρηση εσωτερικής πληροφόρησης; Ξέρεις πώς το λένε όταν κάποιος σου εγγυάται ότι έχεις εκατό τοις εκατό πιθανότητα να βγάλεις κέρδος;» «Όχι». «Το λένε χειραγώγηση μετοχών», είπα. «Κάποιος μέσα σε μια εταιρεία μαγειρεύει τη μετοχή για να παρουσιάσει τεχνητά κέρδη, κι έπειτα μοιράζεται τα οφέλη με τα φιλαράκια του. Κι αυτά τα χρήματα καταλήγουν στις τσέπες πολιτικών ή χρησιμεύουν για εταιρικές μίζες. Αυτές δεν είναι σαν τις μετοχές που με πίεζε άλλοτε ο πατέρας σου ν’ αγοράσω. Εκείνες οι μετοχές πιθανό να έβγαζαν κέρδος. Ήταν μια καλοδεχούμενη πληροφορία τίποτ’ άλλο. Και τις περισσότερες φορές η μετοχή πράγματι ανέβαινε, όχι όμως πάντα. Αυτή τη φορ.ά είν’ αλλιώς. Το πράγμα βρομάει. Και δεν θέλω να έχω καμιά σχέση».


Η Γιουκίκο, χαμένη στις σκέψεις της, είχε μείνει με το πιρούνι στο χέρι. «Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι πρόκειται για χειραγώγηση μετοχών;» «Αν θες αλήθεια να μάθεις, ρώτησε τον πατέρα σου», είπα. «Όμως σου λέω το εξής: μόνο κάποια παράνομη συμφωνία μπορεί να σου εγγυηθεί ότι μια μετοχή δεν πρόκειται να πέσει. Ο πατέρας μου δούλευε σαράντα χρόνια σ’ ένα χρηματιστηριακό γραφείο. Δούλευε σκληρά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Και το μόνο που άφησε πίσω του ήταν ένα τρισάθλιο σπιτάκι. Μπορεί να μην ήταν καλός στη δουλειά του. Κάθε βράδυ η μητέρα μου ήταν σκυμμένη πάνω απ’ τους οικογενειακούς λογαριασμούς κι έσκαγε για τα εκατό ή διακόσια γιεν που μας έλειπαν. Σε μια τέτοια οικογένεια μεγάλωσα. Είπες ότι μπόρεσες να μαζέψεις μόνο οχτώ χιλιάδες γιεν. Γιουκίκο, εδώ μιλάμε γι’ αληθινά λεφτά, όχι για λεφτά της Μονόπολης. Οι περισσότεροι άνθρωποι τρέχουν κάθε μέρα στη δουλειά, στριμωγμένοι σαν σαρδέλες μες στα τρένα, κάνουν υπερωρίες, βγαίνουν νοκ-άουτ, και πάλι δεν καταφέρνουν να κερδίσουν τόσα σε μια χρονιά. Έζησα αυτή τη ζωή οχτώ χρόνια, και ξέρω. Και δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να βγάλω οχτώ χιλιάδες γιεν. Αλλά εσύ μάλλον δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να ζεις έτσι». Η Γιουκίκο ήταν σιωπηλή. Δάγκωσε τα χείλη της και στύλωσε το βλέμμα στο πιάτο της. Συνειδητοποίησα πως είχα αρχίσει να υψώνω τη φωνή μου κι έριξα τους τόνους. «Μπορεί να χαίρεσαι στην ιδέα ότι μέσα σε δεκαπέντε μέρες τα λεφτά που επενδύσαμε θα διπλασιαστούν. Τα οχτώ χιλιάδες γιεν θα γίνουν δεκαέξι χιλιάδες. Αλλά κάτι είναι πολύ λάθος σ’ αυτό τον τρόπο σκέψης. Έχω διαπιστώσει ότι εμένα αυτή η νοοτροπία με ξεζουμίζει, με κάνει να νιώθω άδειος». Η Γιουκίκο με κοίταζε απ’ την άλλη άκρη τού τραπεζιού. Όταν άρχισα πάλι να τρώω, ένιωθα κάτι μέσα μου να τρέμει. Ήταν εκνευρισμός ή οργή; Δεν καταλάβαινα. Ό,τι κι αν ήταν, δεν μπορούσα να τα ελέγξω. «Συγγνώμη. Έπρεπε να είχα κοιτάξει τη δουλειά μου», είπε ήρεμα η Γιουκίκο αφού έμεινε πολλή ώρα σιωπηλή. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν σε κατηγορώ. Δεν κατηγορώ κανέναν». «Θα τους τηλεφωνήσω αμέσως και θα τους πω να πουλήσουν και την τελευταία μετοχή. Απλώς σταμάτα να θυμώνεις μαζί μου». «Δεν θυμώνω». Συνέχισα να τρώω σιωπηλά. «Μήπως υπάρχει κάτι που θέλεις να μου πεις;» ρώτησε η Γιουκίκο κοιτώντας με ίσια στα μάτια. «Αν σ’ ενοχλεί κάτι, πες το μου. Ακόμη κι αν είναι δύσκολο να μιλήσεις γι’ αυτό. Αν υπάρχει ότιδήποτε που μπορώ να κάνω, απλώς πες το. Δεν είμαι παρά ένας συνηθισμένος άνθρωπος και ξέρω πως είμαι εντελώς αφελής σ’ όλα τα θέματα πόσο μάλλον με τις επιχειρήσεις. Αλλά δεν αντέχω να σε βλέπω δυστυχισμένο. Δεν θέλω να βλέπω αυτή την πονεμένη έκφραση στο πρόσωπό σου. Τι σιχαίνεσαι στη ζωή μας; Πες μου». Κούνησα το κεφάλι μου. «Δεν έχω παράπονα. Μ’ αρέσει η δουλειά μου και σ’ αγαπάω. Το μόνο που λέω είναι ότι μερικές φορές δεν μπορώ να συμβαδίσω με τον τρόπο που κινείται ο πατέρας σου. Μη με παρεξηγείς, τον συμπαθώ. Ξέρω ότι προσπαθεί να μας


βοηθήσει και το εκτιμώ. Γ ι’ αυτό δεν είμαι θυμωμένος. Απλώς δεν μπορώ να καταλάβω πια ποιος είμαι. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το σωστό απ’ το λάθος. Γ ι’ αυτό είμαι μπερδεμένος. Αλλά όχι θυμωμένος». «Κι όμως φαίνεσαι θυμωμένος». Αναστέναξα. «Κι όλη την ώρα αναστενάζεις», είπε. «Τέλος πάντων, σίγουρα κάτι σ’ ενοχλεί. Το μυαλό σου πετάει χίλια μίλια μακριά». «Δεν ξέρω». Η Γιουκίκο δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω μου. «Κάτι έχεις στο μυαλό σου», είπε. «Αλλά δεν έχω ιδέα τι είναι. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι να σε βοηθήσω». Μου ήρθε μια τρελή επιθυμία να τα ομολογήσω όλα. Τι ανακούφιση θα ήταν! Ούτε να κρύβομαι άλλο ούτε να πρέπει να παίζω θέατρο ή να λέω ψέματα. Κοίτα, Γιουκίκο, αγαπάω μια άλλη γυναίκα, κάποια που απλώς δεν μπορώ να την ξεχάσω. Συγκρατήθηκα, προσπάθησα να μην αφήσω τον κόσμο μας να διαλυθεί, αλλά £εν μπορώ να συγκρατηθώ άλλο. Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί, 5εν με νοιάζει τι θα συμβεί: θα κάνω. έρωτα μαζί της. Τη σκεφτόμουν ενώ αυνανιζόμουν. Την σκεφτόμουν ενώ έκανα έρωτα μ9εσένα, Γιουκίκο… Αλλά δεν είπα τίποτα. Η ομολογία δεν θα εξυπηρετούσε σε τίτ Ότα. Απλώς θα μας έκανε δυστυχισμένους. Μετά το φαγητό γύρισα στο γραφείο μου να δουλέψω κι άλλο. Αλλά το μυαλό μου πετούσε χίλια μίλια μακριά. Ένιωθα ελεεινός μ’ αυτό το κήρυγμα που είχα κάνει στη Γιουκίκο. Όσα είπα ήταν σωστά. Αλλά το πρόσωπο που τα είπε αυτά ήταν λάθος. Είχα πει ψέματα στη Γιουκίκο, είχα κάνει παιχνίδια πίσω· απ’ την πλάτη της. Ήμουν ο τελευταίος που θα ’πρεπε να το παίζει υπόδειγμα ηθικής. Η Γιουκίκο προσπαθούσε πάρα πολύ, νοιαζόταν για μένα. Αυτό ήταν ξεκάθαρο κι ήταν συνεπής με τον εαυτό της. Αλλά η ζωή μου εμένα;

Πού ήταν η συνέπεια, η πίστη; Ένιωθα άδειος, χωρίς καμιά επιθυμία να κάνω την παραμικρή κίνησή. Έβαλα τα πόδια πάνω στο γραφείο και με το μολύβι στο χέρι χάζευα αδιάφορα έξω απ’ το παράθυρο. Από το γραφείο μου φαινόταν ένα πάρκο. Ο καιρός ήταν καλός και υπήρχαν μερικοί γονείς με τα παιδιά τους. Τα παιδιά έπαιζαν στο σκάμμα ή έκαναν τσουλήθρα, ενώ οι μητέρες τους τα πρόσεχαν και μιλούσαν μ’ άλλες μητέρες. Όπως τα κοίταζα, θυμήθηκα τις κόρες μου. Ήθελα να τις δω, να περπατήσω έξω στο δρόμο κρατώντας τες στην αγκαλιά μου άλλη μια φορά. Ήθελα να νιώσω τη ζεστασιά των κορμιών τους. Η σκέψη τους όμως μου ’φερε ανελέητα αναμνήσεις απ’ τη Σιμαμότο. Ολοζώντανες αναμνήσεις των μισάνοιχτων χειλιών της. Η εικόνα της Σιμαμότο παραμέριζε την εικόνα των παιδιών μου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτ’ άλλο. Έφυγα απ’ το γραφείο μου και κατηφόρισα στον κεντρικό δρόμο της Αογιάμα. Πήγα στην καφετέρια όπου συνηθίζαμε να συναντιόμαστε με τη Σιμαμότο και ήπια έναν καφέ. Διάβασα ένα βιβλίο κι όταν κουράστηκα απ’ το διάβασμα την ξανασκέφτηκα. Έφερα στο μυαλό μου αποσπασματικές φράσεις απ’ τις κουβέντες μας, πώς έβγαζε ένα Σάλεμ απ’ την τσάντα της και το άναβε, πώς έστρωνε κάθε τόσο μια τούφα απ’ τα μαλλιά της, πώς έγερνε ελαφρά το κεφάλι ενώ χαμογελούσε. Σύντομα βαρέθηκα να κάθομαι μόνος μου εκεί και κατευθύνθηκα προς τη Σιμπούγια. Παλιά μου άρεσε να περπατάω στους δρόμους της πόλης, να χαζεύω τα κτήρια και τα μαγαζιά, να παρατηρώ όλους τους ανθρώπους. Μου άρεσε η αίσθηση να κινούμαι στην πόλη με το δικό μου ρυθμό. Τώρα όμως η πόλη ήταν καταθλιπτική κι άδεια. Τα, κτήρια κατέρρεαν, όλα τα δέντρα είχαν χάσει το χρώμα τους και κάθε περαστικός ήταν άδειος από αισθήματα κι από όνειρα.

κό πλήθος στο τέλος της χρονιάς, ο τρόπος που περπατούσε, κάθε γωνιά όπου στρίβαμε, ο συννεφιασμένος ουρανός, η σακούλα με τα ψώνια που κρατούσε, το φλιτζάνι του καφέ που δεν


άγγιξε, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Γ ι’ άλλη μια φορά ένιωσα σαν σουβλιά ένα κύμα θλίψης να με πλημμυρίζει επειδή δεν την είχα φωνάξει. Τότε δεν είχα καμιά δέσμευση, δεν είχα τίποτα να χάσω. Θα μπορούσα να την είχα κρατήσει σφιχτά και να ’χαμέ φύγει μαζί οι δυο μας. Όσο μπερδεμένη κι αν ήταν η ζωή της, θα βρίσκαμε μια λύση. Είχα χάσει όμως για πάντα την ευκαιρία. Ένας μυστηριώδης μεσήλικας με άρπαξε απ’ το μπράτσο και η Σιμαμότο χώθηκε σ’ ένα ταξί κι εξαφανίστηκε. Γύρισα πίσω μ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο τρένο. Ο καιρός είχε χειροτερέψει όσο έβλεπα την ταινία κι ο ουρανός είχε καλυφθεί από βαριά, υγρά σύννεφα. Φαινόταν πως θα βρέξει από στιγμή σε στιγμή. Δεν είχα μαζί μου ομπρέλα κι απ’ το πρωί που είχα πάει στην πισίνα φορούσα το αντιανεμικό, τζιν κι αθλητικά παπούτσια. Θα ’πρεπε να πάω σπίτι ν’ αλλάξω και να βάλω το κοστούμι μου. Αλλά δεν είχα όρεξη. Δεν πειράζει, αποφάσισα, Μια φορά χωρίς γραβάτα μικρό το κακό. Στις εφτά είχε ήδη αρχίσει να βρέχει. Μια απαλή βροχή, το είδος της φθινοπωρινής ψιχάλας που δεν λέει να σταματήσει. Όπως συνήθως, έκανα πρώτα μια στάση στο ανακαινισμένο μπαρ για να τσεκάρω πώς πάει η δουλειά. Το μέρος είχε γίνει τελικά ακριβώς όπως το είχα φανταστεί. Ένας πολύ πιο χαλαρός και λειτουργικός χώρος. Ο φωτισμός ήταν πιο διακριτικός κι η μουσική τόνιζε αυτή την αίσθηση. Είχα φτιάξει χωριστά μια μικρή κουζίνα, είχα προσλάβει έναν επαγγελματία σεφ κι είχαμε σκαρώσει ένα καινούργιο μενού με απλά. αλλά φίνα πιάτα. Το είδος των πιάτων που ενώ δεν έχουν υπερβολικά υλικά ή φιοριτούρες, κανένας ερασιτέχνης δεν μπορεί να τα πετύχει. Έτσι κι αλλιώς ο σκοπός τους ήταν να συνοδεύουν τα ποτά, άρα έπρεπε να τρώγονται εύκολα. Κάθε μήνα αλλάζαμε εντελώς το μενού. Δεν ήταν εύκολο να βρω τον κατάλληλο σεφ γι’ αυτό που είχα στο μυαλό μου. Τελικά εντόπισα κάποιον, παρ’ όλο που μου κόστισε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι λογάριαζα. Τα άξιζε όμως τα λεφτά του κι ήμουν ικανοποιημένος. Οι πελάτες μου έδειχναν κι αυτοί ευχαριστημένοι.

Γύρω στις εννιά δανείστηκα μια ομπρέλα από το μπαρ και κατευθύνθηκα προς το Robin’s Nest. Και στις εννιάμισι εμφανίστηκε η Σιμαμότο. Πολύ παράξενο πάντα εμφανιζόταν τις ήσυχες, βροχερές νύχτες. «Κάποιες φορές όμως αυτές οι λέξεις είναι αναγκαίες. Υπάρχουν καταστάσεις όπου αυτές είναι οι μόνες λέξεις που μπορείς να χρησιμοποιήσεις», είπε. «Και το μάλλον είναι μια λέξη με ανυπολόγιστο βάρος». «Έχεις δίκιο», είπε και το πρόσωπό της φωτίστηκε απ’ το γνώριμο χαμόγελό της, έν’ απαλό αεράκι που φυσάει από κάπου μακριά. «Σου ζητώ · συγγνώμη. Δεν προσπαθώ να δικαιολογηθώ, απλώς δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που μπορούσα να χρησιμοποιήσω». «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη. Όπως σου είπα κάποτε, εδώ είναι μπαρ κι εσύ είσαι πελάτισσα. Έρχεσαι όποτε θέλεις. Το ’χω συνηθίσει. Απλώς μιλάω μόνος μου. Μη δίνεις σημασία». Φώναξε τον μπάρμαν και παράγγειλε ένα κοκτέιλ. Με κοίταξε προσεκτικά, σαν να μ’ επιθεωρούσε. «Νά και μια φορά που είσαι απλά ντυμένος». «Πήγα για κολύμπι το πρωί και μετά δεν άλλαξα. Δεν είχα καιρό», είπα. «Αλλά μ’ αρέσει. Αισθάνομαι ότι ξαναβρήκα τον αληθινό μου εαυτό». «Δείχνεις πιο νέος. Κανείς δεν θα σ’ έκανε τριάντα εφτά». «Ούτ’ εσύ μοιάζεις για τριάντα εφτά». «Ούτε για δώδεκα όμως». «Αυτό είν’ αλήθεια», είπα.


«Ακριβώς». «Με άλλα λόγια, όπου δεν υπάρχουν σκύλοι, δεν υπάρχουν και σκυλόσπιτα». «Ναι’ όχι σκύλοι, όχι σκυλόσπιτα», είπε η Σιμαμότο. Και με κοίταξε με περίεργο τρόπο. «Έχεις · μια παράξενη αίσθηση του χιούμορ, το ξέρεις;» Οι μουσικοί, όπως έκαναν συχνά, άρχισαν να παίζουν το «Star-Crossed Lovers». Για ένα διάστημα οι δυο μας καθόμασταν εκεί, ακούγοντας αμίλητοι. «Σε πειράζει να σε ρωτήσω κάτι;» «Καθόλου», είπα. «Τι συμβαίνει μ’ εσένα κι αυτό το τραγούδι;» ρώτησε. «Μου φαίνεται ότι όποτε είσ’ εδώ, παίζουν αυτό το κομμάτι. Είναι κάποιου είδους κανόνας του μαγαζιού;» «Όχι. Απλώς ξέρουν ότι μ’ αρέσει». «Είναι πολύ ωραίο τραγούδι». Κούνησα το κεφάλι. «Μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω πόσο σύνθετο είναι, πόσα πράγματα κρύβει αυτή η φαινομενικά απλή, χαριτωμένη μελωδία. Μόνο ταλαντούχοι μουσικοί μπορούν να το παίξουν σωστά», είπα. «Ο Ντιουκ Έλινγκτον κι ο Μπίλι Στρέιχορν το έγραψαν πριν από πολλά χρόνια. Το ’57, νομίζω». «Όταν λένε “star-crossed”, τι εννοούν;» «Νά εραστές που γεννήθηκαν κάτω από άτυχο άστρο. Άτυχοι εραστές. Εδώ αναφέρεται στον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Ο Έλινγκτον κι ο Στρέιχορν το έγραψαν για μια παράσταση στο Φεστιβάλ Σαίξπηρ του Οντάριο. Στην αυθεντική ηχογράφηση, το άλτο σαξόφωνο του Τζόνι Χότζες ήταν η Ιουλιέτα και ο Πολ Γκονσάλβες έπαιζε τον Ρωμαίο με το τενόρο σαξόφωνο». «Εραστές που γεννήθηκαν κάτω από άτυχο άστρο», είπε. «Μοιάζει σαν να γράφτηκε για μας τους δυο». «Εννοείς ότι είμαστε εραστές;» «Νομίζεις πως δεν είμαστε;» Την κοίταξα. Δεν χαμογελούσε πια. Μπορούσα να διακρίνω μια θαμπή αναλαμπή βαθιά μες στα μάτια της. «Σιμαμότο, δεν ξέρω τίποτα για σένα», είπα. «Το αισθάνομαι κάθε φορά που σε κοιτάζω στα μάτια. Το μόνο που μπορώ να πω για σένα είναι πώς ήσουν στα δώδεκα. Η Σιμαμότο που έμενε στη γειτονιά και πηγαίναμε στην ίδια τάξη. Αυτό όμως ήταν πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Το τουίστ ήταν της μόδας κι ο κόσμος πήγαινε ακόμη με το τραμ. Ούτε κασέτες, ούτε ταμπόν, ούτε γρήγορα τρένα, ούτε φαγητά διαίτης. Μιλάω για μια πολύ παλιά εποχή. Αν εξαιρέσεις όσα ξέρω για σένα από τότε, βρίσκομαι στο σκοτάδι».

«Αυτό βλέπεις μέσα στα μάτια μου; Ότι δεν ξέρεις τίποτα για μένα;» «Στα μάτια σου δεν είναι γραμμένο τίποτα», απάντησα. «Στα δικά μου μάτια είναι γραμμένο. Κι απλώς βλέπω την αντανάκλαση στα δικά σου». «Χατζίμε», είπε, «ξέρω ότι θα ’πρεπε να σου λέω · περισσότερα. Το ξέρω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Γι’ αυτό, σε παρακαλώ μη συνεχίζεις». «Όπως είπα, απλώς μιλάω μόνος μου. Ξέχασέ το».


Σήκωσε το χέρι στο γιακά της και ψηλάφισε την καρφίτσα-ψάρι. Και συνέχισε ν’ ακούει ήρεμα τους μουσικούς. Όταν τέλειωσε το κομμάτι που έπαιζαν, χειροκρότησε και ήπιε μια γουλιά απ’ το κοκτέιλ της. Στο τέλος άφησ’ ένα βαθύ αναστεναγμό και γύρισε προς το μέρος μου. «Έξι μήνες είναι πολύς καιρός», είπε. «Μάλλον όμως θα μπορώ να έρχομ’ εδώ για ένα διάστημα». «Η γνωστή μαγική επωδός», είπα. «Μαγική επώδός;» «Μάλλον και για ένα διάστημα». Χαμογέλασε και με κοίταξε. Πήρ’ ένα τσιγάρο από τη μικρή της τσάντα και το άναψε μ’ έναν αναπτήρα. «Μερικές φορές, όταν σε κοιτάζω, αισθάνομαι ότι παρατηρώ ένα μακρινό αστέρι», είπα. «Είναι λαμπερό, αλλά το φως του έχει ηλικία δεκάδων χιλιάδων ετών. Μπορεί το αστέρι να μην υπάρχει πια. Κι όμως μερικές φορές αυτό το φως μού φαίνεται πιο αληθινό απ’ οτιδήποτε άλλο», Η Σιμαμότο δεν είπε τίποτα. «Είσ’ εδώ», συνέχισα. «Τουλάχιστον φαίνεται να είσ’ εδώ. Μπορεί όμως και να μην είσαι. Μπορεί να είναι απλώς η σκιά σου. Ο αληθινός σου εαυτός μπορεί να βρίσκεται κάπου αλλού. Ή μπορεί να ’χεις εξαφανιστεί εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Απλώνω το χέρι μου να σε βρω, αλλά έχεις κρύψει τον εαυτό σου πίσω από ένα σύννεφο από μάλλον. Πιστεύεις ότι αυτό μπορεί να συνεχιστεί για πάντα;» «Πιθανό. Για την ώρα», απάντησε. «Βλέπω ότι δεν είμαι ο μόνος με παράξενη αίσθηση του χιούμορ», είπα. Και χαμογέλασα. Χαμογέλασε κι εκείνη: η βροχή έχει σταματήσει, τα σύννεφα ξανοίγουν αθόρυβα και λάμπουν από μέσα οι πρώτες πρώτες ακτίνες του ήλιου ένα τέτοιο χαμόγελο. Μικρές, ζεστές ρυτίδες στις γωνίες των ματιών της, σαν υπόσχεση πως κάτι υπέροχο θα συμβεί. «Χατζίμε», είπε, «σου έφερα ένα δώρο». Μου έδωσ’ ένα όμορφα τυλιγμένο πακέτο μ’ έναν κόκκινο φιόγκο.

«Μοιάζει με δίσκο», είπα, κρίνοντας απ’ το μέγεθος και το σχήμα του. «Είν’ ένας δίσκος του Νατ Κινγκ Κόουλ. Αυτός που συνηθίζαμε ν’ ακούμε μαζί. Θυμάσαι; Στον χαρίζω». «Ευχαριστώ. Αλλά δεν τον θέλεις; Σαν ενθύμιο απ’ τον πατέρα σου;» «Έχω πολλά. Αυτό είναι για σένα». Έσκυψα και κοίταξα το δίσκο, τυλιγμένο και . στολισμένο με την κορδέλα. Πολύ σύντομα, όλοι οι ήχοι γύρω μου -οι φωνές του κόσμου στο μπαρ, η μουσική του συγκροτήματος-, όλα σβήσανε μακριά, σαν να τραβήχτηκε πίσω η παλίρροια. Μείναμε μόνο εκείνη κι εγώ. Όλα τ’ άλλα ήταν μια ψευδαίσθηση, χάρτινα σκηνικά σ’ ένα θέατρο. Το μόνο που υπήρχε, το μόνο που ήταν πραγματικό, ήμασταν εμείς οι δυο. «Σιμαμότο», είπα, «γιατί δεν πάμε κάπου να τον ακούσουμε μαζί;» «Αυτό θα ήταν υπέροχο», είπε.


«Έχω ένα μικρό εξοχικό στο Χακόνε. Δεν είναι κανείς εκεί τώρα και υπάρχει ένα στερεοφωνικό. Τέτοια ώρα, βράδυ, μπορούμε να είμαστ’ εκεί με τ’ αυτοκίνητο σε μιάμιση ώρα». Κοίταξε το ρολόι της. Κι ύστερα εμένα. «Θέλεις να πάμ’ εκεί;» «Ναι», είπα. «Αγάπη μου, σκεφτόμουν τι έγινε και πραγματικά λυπάμαι. Είχες δίκιο. Ξεφορτώθηκα όλες τις μετοχές. Γιατί δεν γυρίζεις σπίτι λοιπόν;» «Γιουκίκο, δεν είμαι θυμωμένος μαζί σου. Καθόλου. Ξέχασ’ το αυτό το θέμα. Απλώς χρειάζομαι χρόνο να σκεφτώ. Δώσε μου μια νύχτα καιρό·, εντάξει;» Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Κι ύστερα: «Εντάξει». Ακουγόταν εξαντλημένη. «Πήγαινε στο Χα. κόνε. Αλλά πρόσεχε στο δρόμο με τ’ αυτοκίνητο. Βρέχει». «Θα προσέχω». «Είναι τόσα πολλά rou δεν καταλαβαίνω», είπε η γυναίκα μου. «Πες μου ένα πράγμα: σου είμαι εμπόδιο;» «Καθόλου», απάντησα. «Δεν έχει καμιά σχέση μ’ εσένα. Αν φταίει κάποιος, αυτός είμ’ εγώ. Μην ανησυχείς λοιπόν, εντάξει; Απλώς χρειάζομαι λίγο χρόνο να σκεφτώ». Έκλεισα το τηλέφωνο και πήγα με το αυτοκίνητο στο μπαρ. Μπορούσα να καταλάβω απ’ τη φωνή της Γιουκίκο πως είχε προβάρει πολλές φορές στο μυαλό της τι θα μου έλεγε την ώρα του βραδινού. Ήταν κουρασμένη, μπερδεμένη. Κι αυτό με γέμιζε θλίψη. Συνέχιζε να βρέχει καταρρακτωδώς. Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου στη Σιμαμότο. κάτι διαφορετικό. Ακόμη και ροκ καμιά φορά, αλλά ποτέ τζαζ». «Τι είδους μουσική ακούει η γυναίκα σου;» «Συνήθως ό,τι ακούω κι εγώ. Σπάνια βάζει μόνη της κανένα δίσκο. Δεν είμαι καν σίγουρος αν ξέρει να χειριστεί το πικάπ». Η Σιμαμότο άπλωσε το χέρι της στη θήκη με τις κασέτες και πήρε μερικές. Μια από αυτές είχε τα παιδικά τραγούδια που τραγουδούσαμε μαζί με τις κόρες μου στο αυτοκίνητο. «Σκυλάκοςαστυφύλακας» και «Τουλίπα». Από την έκφρασή της καθώς κοιτούσε την κασέτα και την εικόνα του Σνούπι στο κάλυμμά, θα ’λεγε κανείς πως είχε ανακαλύψει κάτι απ’ το υπερπέραν. Γύρισε πάλι και με κοίταξε έντονα. «Χατζίμε», είπε ύστερ’ από λίγο. «Όταν σε βλέπω να οδηγείς, μερικές φορές θέλω ν’ αρπάξω το τιμόνι και να το στρίψω απότομα. Θα σκοτωνόμασταν, έτσι δεν είναι;» «Θα πεθαίναμε, είναι βέβαιο. Πηγαίνουμε μ’ εκατόν τριάντα χιλιόμετρα την ώρα». «Θα προτιμούσες να μην πεθάνεις μαζί μου;» «Μπορώ να σκεφτώ και πιο ευχάριστους τρόπους να φύγω απ’ τη ζωή». Γέλασα. «Κι επιπλέον, δεν ακούσαμε ακόμη το δίσκο. Γι’ αυτό είμαστ’ εδώ, έτσι δεν είναι;»


«Μην ανησυχείς», είπε. «Δεν θα κάνω τίποτα τέτοιο. Απλώς κάπου κάπου μου περνάει αυτή η σκέψη απ’ το μυαλό». Δεν είχε καλά καλά μπει ο Οκτώβριος, αλλά τα βράδια στο Χακόνε έκανε ψύχρα. Φτάσαμε στο εξοχικό μου κι άναψα τα φώτα και τη θερμάστρα γκαζιού στο σαλόνι. Και κατέβασα απ’ το ράφι ένα μπουκάλι μπράντι και δυο ποτήρια. Καθίσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο στον καναπέ, όπως συνηθίζαμε πριν από τόσα χρόνια, κι έβαλα το δίσκο του Νατ Κινγκ Κόουλ στο πικάπ. Η κόκκινη λάμψη της θερμάστρας καθρεφτιζόταν στα ποτήρια μας με το μπράντι. Η Σιμαμότο καθόταν με τα πόδια διπλωμένα κάτω απ’ το σώμα της. Είχε ακουμπισμένο το ένα της χέρι στην πλάτη του καναπέ, το άλλο στα πόδια της. Ακριβώς όπως τον παλιό καιρό. Τότε ίσως προσπαθούσε να κρύψει το πόδι της κι η συνήθεια παρέμενε ακόμη και τώρα. Ο Νατ Κινγκ Κόουλ τραγουδούσε το «South of the Border». Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που άκουσα αυτή τη μελωδία; «Όταν ήμουνα παιδί κι άκουγα αυτό το δίσκο, αναρωτιόμουνα τι υπάρχει νότια των συνόρων», είπα. «Κι εγώ», είπε. «Όταν μεγάλωσα και μπορούσα να διαβάσω στ’ αγγλικά τους στίχους, απόγοητεύτηκα. Ήταν απλώς ένα τραγούδι για το Μεξικό. Πάντα πίστευα πως υπήρχε κάτι καταπληκτικό νότια των συνόρων». «Σαν τι;» Η Σιμαμότο χτένισε τα μαλλιά της προς τα πίσω και τα μάζεψε απαλά στο σβέρκο. «Δεν είμαι σίγουρη. Κάτι όμορφο, μεγάλο κι απαλό». «Κάτι όμορφο, μεγάλο κι απαλό», επανέλαβα. «Τρώγεται;» Γέλασε. Τα λευκά της δόντια φάνηκαν αχνά. «Αμφιβάλλω». «Μπορείς να το αγγίξεις;» «Μάλλον». «Πάλι αυτά τα μάλλον». «Ένας κόσμος γεμάτος μάλλον», είπε. Άπλωσα το χέρι μου και το ακούμπησα πάνω στα δάχτυλά της στην πλάτη του καναπέ. Είχα πάρα πολύ καιρό ν’ αγγίξω το σώμα της, από τότε που γυρίζαμε με το αεροπλάνο από την Ισικάουα. Καθώς τα δάχτυλά μου άγγιξαν ελαφρά τα δικά της, με κοίταξε για μια στιγμή κι ύστερα χαμήλωσε πάλι το βλέμμα. «South of the border, west of the sun», είπε. «Δυτικά του ήλιου;» «Έχεις ακούσει για την ασθένεια hysteria siberiana;» «Όχι». «Το διάβασα κάπου πριν από πολύ καιρό. Ίσως στο Γυμνάσιο. Σπάζω το κεφάλι μου αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιο βιβλίο το διάβασα. Τέλος πάντων, προσβάλλει τους αγρότες που ζουν


στη Σιβηρία. Προσπάθησε να φανταστείς το εξής. Είσαι αγρότης και ζεις ολομόναχος στη σιβηρική τούντρα. Μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, οργώνεις τα χωράφια σου. Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, τίποτα. Προς το βορρά, ο ορίζοντας, στην ανατολή, ο ορίζοντας, στο νότο, στη δύση, μια απ’ τα ίδια. Κάθε πρωί, μόλις βγαίνει ο ήλιος στην ανατολή, πηγαίνεις να δουλέψεις στα χωράφια σου. Όταν είναι μεσούρανα, κάνεις ένα διάλειμμα για φαγητό. Όταν βασιλεύει στη δύση, πηγαίνεις σπίτι σου για ύπνο». «Κι ύστερα, κάποια μέρα, κάτι μέσα σου πεθαίνει». «Τι εννοείς;» Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Κάτι. Τη μια μέρα μετά την άλλη παρακολουθείς τον ήλιο να βγαίνει στην ανατολή, να διασχίζει τον ουρανό, ύστερα να χάνεται στη δύση, και κάτι σπάζει μέσα σου και πεθαίνει. Πετάς στην άκρη το αλέτρι και, με το μυαλό εντελώς άδειο από σκέψεις, αρχίζεις να περπατάς προς τη δύση. Τραβάς για μια χώρα που βρίσκεται δυτικά του ήλιου. Συνεχίζεις να προχωράς σαν δαιμονισμένος, τη μια μέρα μετά την άλλη, χωρίς φαΐ και νερό, μέχρι που σωριάζεσαι κάτω και πεθαίνεις. Αυτή είναι η hysteria siberiana». Προσπάθησα να φανταστώ την εικόνα ενός αγρότη της Σιβηρίας που είναι νεκρός κάτω στο χώμα. «Μα τι υπάρχει εκεί, δυτικά του ήλιου;» ρώτησα. Κούνησε ξανά το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Ίσως τίποτα. Ή ίσως κάτι. Όπως και να ’χει, είναι διαφορετικό απ’ αυτό που υπάρχει νότια των συνόρων». Όταν ο Νατ Κινγκ Κόουλ άρχισε να τραγουδάει το «Pretend», η Σιμαμότο, όπως και τόσον καιρό πριν, τραγούδησε κι αυτή χαμηλόφωνα. Όταν τελείωσα, έκλεισε τα μάτια της. Η φωτιά της θερμάστρας έκαιγε και ο Νατ Κινγκ Κόουλ συνέχιζε να τραγουδάει τα παλιά του τραγούδια. Πρέπει να πω κάτι ακόμα, σκέφτηκα, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. «Χατζίμε», άρχισε να λέει, «θα σου πω κάτι πολύ σημαντικό, γι’ αυτό άκουσέ με προσεκτικά. Όπως σου είπα πριν, δεν υπάρχει μέση λύση μ’ εμένα. Ή είμαι δική σου ολόκληρη ή καθόλου. Έτσι είναι τα πράγματα. Αν δεν σε πειράζει να συνεχίσουμε όπως είμαστε τώρα, δεν βλέπω το λόγο να μην το κάνουμε. Δεν ξέρω για πόσον καιρό θα είμαστε σε θέση να το κάνουμε, αλλά θα κάνω ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου για να διατηρηθεί. Όταν μπορώ να έρθω να σε δω, θα έρθω. Αλλά όταν δεν μπορώ, δεν θα έρθω. Δεν μπορώ να έρχομαι έτσι απλά όποτε μου κάνει κέφι. Μπορεί να μη σε ικανοποιεί αυτή η συμφωνία, αν όμως δεν θέλεις να ξαναφύγω, θα πρέπει να με δεχτείς όπως είμαι. Ολόκληρη. Μ’ όλα τα βάρη που κουβαλάω, μ’ ό,τι σέρνω μαζί μου. Κι εγώ θα σε κάνω δικό μου ολόκληρο. Το καταλαβαίνεις αυτό; Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;» «Ναι», είπα. «Και θέλεις ακόμη να ’σαι μαζί μου;» «Έχω ήδη αποφασίσει, Σιμαμότο», είπα. «Το σκέφτηκα όταν είχες φύγει κι έχω πάρει την απόφασή μου».


«Όμως, Χατζίμε, έχεις γυναίκα και δυο παιδιά. Και τους αγαπάς. Θέλεις να κάνεις το σωστό γι’ αυτούς». «Και βέβαια τους αγαπάω. Πάρα πολύ. Και θέλω να τους φροντίζω. Αλλά κάτι λείπει. Έχω οικογένεια, δουλειά και δεν παραπονιέμαι για κανένα απ’ τα δυο. Θα μπορούσες να πεις πως είμ’ ευτυχισμένος. Κι όμα>ς απ’ τη στιγμή που σε ξανασυνάντησα, ξέρω πως κάτι λείπει. Η σημαντική ερώτηση είναι τι λείπει. Υπάρχει μια έλλειψη. Σ’ εμένα και στη ζωή μου. Κι αυτό το κομμάτι μου είναι πάντα πεινασμένο, πάντα διψασμένο. Ούτε η γυναίκα μου ούτε τα παιδιά μου μπορούν να γεμίσουν αυτό το κενό. Σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μονάχα ένα πρόσωπο μπορεί να το κάνει αυτό. Εσύ. Μόνο τώρα, που αυτή η δίψα βρίσκει ικανοποίηση, μπορώ να συνειδητοποιήσω πόσο άδειος ήμουν. Και πόσο πεινούσα, διψούσα, εδώ και τόσα χρόνια. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω σ’ εκείνο τον κόσμο». Η Σιμαμότο τύλιξε και τα δυο της χέρια γύρω μου κι έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου. Μπορούσα να νιώσω την απαλότητα του κορμιού της. Κολλούσε πάνω μου ζεστά, επίμονα. «Κι εγώ σ’ αγαπάω, Χατζίμε. Είσαι ο μόνος άνθρωπος που αγάπησα ποτέ. Δεν νομίζω ότι συνειδητοποιείς πόσο πολύ σ’ αγαπάω. Σ’ αγαπούσα από τότε που ήμουν δώδεκα χρονών. Όποτε μ’ αγκάλιαζε κάποιος, σκεφτόμουν εσένα. Κι αυτός είν’ ο λόγος που δεν ήθελα να σε ξαναδώ. Αν σ’ έβλεπα έστω και μια φορά, ήξερα ότι δεν θ’ άντεχα άλλο. Μα δεν μπορούσα να κρατηθώ μακριά. Στην αρχή σκεφτόμουν ότι απλώς θα βεβαιωνόμουν πως είσαι πράγματι εσύ κι ύστερα θα γύριζα σπίτι. Από τη στιγμή όμως που σε είδα, έπρεπε να σου μιλήσω». Είχε πάντα το κεφάλι της γερμένο στον ώμο μου, «Από τότε που ήμουν δώδεκα χρονών, ήθελα να μ’ αγκαλιάσεις. Ποτέ δεν το κατάλαβες, έτσι δεν είναι;» «Όχι, ποτέ», παραδέχτηκα. «Από τότε που ήμουν δώδεκα χρονών, ήθελα να σ’ αγκαλιάσω, γυμνό. Δεν είχες ιδέα, φαντάζομαι». Την έσφιξα στην αγκαλιά μου και τη φίλησα. Έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε ακίνητη. Οι γλώσσες μας τυλίχτηκαν η μια με την άλλη και μπορούσα να νιώσω το χτύπο της καρδιάς της κάτω απ’ τα στήθη της. Ένας παθιασμένος, ζεστός χτύπος. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα το κόκκινο αίμα να κυλάει στις φλέβες της. Χάιδεψα τ’ απαλά μαλλιά της και ρούφηξα το άρωμά τους. Τα χέρια της περιπλανήθηκαν στην πλάτη μου. Ο δίσκος τελείωσε κι ο βραχίονας του πικάπ γύρισε στη βάση του. Γι άλλη μια φορά βρεθήκαμε τυλιγμένοι μόνο απ’ τον ήχο της βροχής. Ύστερ’ από λίγο άνοιξε τα μάτια της. «Χατζίμε», ψιθύρισε, «είσαι σίγουρος ότι είναι σωστό; Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τα χαραμίσεις όλα για χάρη μου;» Κούνησα το κεφάλι. «Ναι. Το ’χω ήδη πάρει απόφαση». «Αν όμως δεν με είχες συναντήσει ποτέ, η ζωή σου μπορεί να ήταν ήρεμη. Χωρίς αμφιβολίες, χωρίς απογοητεύσεις. Δεν νομίζεις;» «Ίσως. Αλλά σε συνάντησα. Κι αυτό δεν ξεγίνεται», είπα. «Όπως μου είπες κάποτε, υπάρχουν πράγματα που δεν γίνεται ν’ αλλάξουν. Μπορείς μόνο να τραβήξεις μπροστά. Σιμαμότο, δεν με νοιάζει πού θα καταλήξουμε’ απλώς ξέρω ότι θέλω να είμ’ εκεί μαζί σου. Και να κάνουμε μια νέα αρχή».


«Χατζίμε», είπε, «θέλεις να βγάλεις τα ρούχα σου και να μ’ αφήσεις να δω το σώμα σου;» «Θέλεις μόνο εγώ να βγάλω τα ρούχα μου;» «Ναι. Πρώτα εσύ θα βγάλεις όλα σου τα ρούχα. Θέλω να δω το σώμα σου. Δεν θέλεις;» «Δεν με πειράζει. Αν το θέλεις, θα το κάνω», είπα. Γδύθηκα μπροστά στη θερμάστρα. Έβγαλα το αντιανεμικό, το μπλουζάκι, το τζιν, τις κάλτσες, το φανελάκι, το εσώρουχο. Η Σιμαμότο μ’ έβαλε να γονατίσω στο πάτωμα. Το πέος μου ήταν ήδη σκληρό, κι αυτό μ’ έκανε να νιώσω κάπως αμήχανα. Εκείνη έκανε λίγο πίσω για να βλέπει όλη τη σκηνή. Φορούσε ακόμη τη ζακέτα της. «Είναι παράξενο να είμαι μόνο εγώ γυμνός». Γ έλασα. «Είναι υπέροχο, Χατζίμε», είπε. Ήρθε κοντά μου, τύλιξε απαλά με το χέρι της το πέος μου και με φίλησε στα χείλη. Έβαλε τα χέρια της πάνω στο στήθος μου και για πολλή ώρα μου έγλειψε τις ρώγες και χάιδεψε το τρίχωμα του πέους μου. Έβαλε το αυτί της στον αφαλό μου και πήρε τα μπαλάκια μου στο στόμα της. Με φίλησε παντού. Ακόμη και στις πατούσες των ποδιών μου. Ήταν σαν να προσπαθούσε να κάνει δικό της τον ίδιο το χρόνο. Άγγιζε το χρόνο, τον χάιδευε, τον έγλειφε. «Δεν θα βγάλεις τα ρούχα σου;» ρώτησα. «Αργότερα», απάντησε. «Πρώτα θέλω ν’ απολαύσω το σώμα σου, να το κοιτάξω, να το αγγίξω, να το γλείψω όσο μ’ αρέσει. Αν γδυνόμουν τώρα, θα ’θελες να μ’ αγγίξεις, έτσι δεν είναι; Ακόμη κι αν σου ’λεγα να μην το κάνεις, δεν θα μπορούσες να κρατηθείς». «Σ’ αυτό έχεις δίκιο». «Δεν θέλω να το κάνω μ’ αυτό τον τρόπο. Μας πήρε πολύ καιρό να φτάσουμε ώς εδώ και θέλω να γίνει όμορφα κι αργά. Θέλω να σε κοιτάξω, να σ’ αγγίξω μ’ αυτά τα χέρια, να σε γλείψω με τη γλώσσα μου. Θέλω να τα δοκιμάσω όλα αργά. Αν δεν το κάνω, δεν μπορώ να προχωρήσω στην επόμενη φάση. Χατζίμε, αν αυτό που κάνω φαίνεται λίγο παράξενο, μη δίνεις σημασία, εντάξει; Πρέπει να το κάνω. Μη λες τίποτα, απλώς άσε με να το κάνω». «Δεν με πειράζει. Κάνε ό,τι σ’ αρέσει. Όμως αισθάνομαι λίγο παράξενα να με κοιτάζουν μ’ αυτό τον τρόπο». «Είσαι όμως δικός μου, σωστά;» «Ναι». «Άρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνεσαι αμήχανα». «Νομίζω πως έχεις δίκιο», είπα. «Πρέπει να το συνηθίσω». «Απλώς κάνε λίγο ακόμη υπομονή. Αυτό ήταν τ όνειρό μου εδώ και πάρα πολύ καιρό». «Τ’ όνειρό σου ήταν να κοιτάξεις το σώμα μου; Να μ’ αγγίξεις παντού, ενώ εσύ φοράς όλα σου τα ρούχα;» «Ναι», απάντησε. «Φανταζόμουν το σώμα σου όλ’ αυτά τα χρόνια. Πώς είναι το πέος σου, πόσο σκληρό γίνεται, πόσο μεγάλο».


«Γιατί σκεφτόσουν αυτά τα πράγματα;» «Γιατί;» ρώτησε με δυσπιστία. «Σου είπα ότι σ’ αγαπάω. Είναι κακό να σκέφτεσαι το σώμα τού άντρα που αγαπάς; Εσύ δεν σκεφτόσουν ποτέ το σώμα μου;» «Το σκεφτόμουν», είπα. «Βάζω στοίχημα ότι σκεφτόσουν το σώμα μου την ώρα που αυνανιζόσουν». «Ναι. Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο», είπα, κι ύστερα το διόρθωσα. «Και πριν από λίγες μέρες, για να είμαι ειλικρινής». «Έτσι κι εγώ. Σκεφτόμουν το σώμα σου. Κι οι γυναίκες το ίδιο κάνουν, ξέρεις», είπε. Την τράβηξα πάλι κοντά μου και τη φίλησα αργά. Η γλώσσα της γλίστρησε χαλαρά μες στο στόμα μου. «Σ’ αγαπάω, Σιμαμότο», είπα. «Σ’ αγαπάω, Χατζίμε», είπε. «Μόνο εσένα αγαπάω, κανέναν άλλο. Μπορώ να δω λίγο ακόμη το σώμα σου;» «Φυσικά», απάντησα. Τύλιξε απαλά το χέρι της γύρω απ’ το πέος και τα μπαλάκια μου. «Είναι υπέροχο», είπε. «Θέλω να το φάω όλο». «Κι ύστερα τι θα κάνω εγώ;» «Μα θέλω να το φάω όλο», είπε. Σαν να τα ζύγιζε, κράτησε για πολλή, πολλή ώρα τα μπαλάκια μου μες στην παλάμη της. Κι έγλειψε και ρούφηξε το πέος μου πολύ αργά, πολύ προσεκτικά. Με κοίταξε. «Μπορώ να το κάνω όπως θέλω την πρώτη φορά; Μ’ αφήνεις;» «Δεν με πειράζει. Κάνε ό,τι θέλεις», είπα. «Μόνο μη με φας όλο». «Αισθάνομαι λίγο αμήχανα, γι’ αυτό μη λες τίποτα, εντάξει;» «Δεν θα πω», υποσχέθηκα. Όπως ήμουν γονατισμένος στο πάτωμα, μ’ έπιασε με το αριστερό της χέρι απ’ τη μέση. Δεν έβγαλε το φόρεμά της, αλλά με το άλλο χέρι κατέβασε το καλσόν και το εσώρουχό της. Ύστερα πήρε το πέος και τα μπαλάκια μου στο δεξί της χέρι και τα έγλειψε. Γλίστρησε το άλλο της χέρι κάτω απ’ το φόρεμα. Ρουφώντας το πέος μου, άρχισε να κουνάει το άλλο της χέρι αργά με κυκλικές κινήσεις. Δεν έβγαλα άχνα. Κατάλαβα πως έτσι ήθελε να γίνει. Παρακολουθούσα τις συσπάσεις των χειλιών της και τη γλώσσα της, και την αργή κίνηση του χεριού της κάτω απ’ το φόρεμα. Ξαφνικά θυμήθηκα τη Σιμαμότο που είχα δει στο πάρκινγκ του μπόουλινγκ άκαμπτη κι άσπρη σαν το χαρτί. Ξανάφερα ολοκάθαρα στο μυαλό μου αυτό που είχα δει βαθιά μες στα μάτια της. Μια σκοτεινή έκταση, παγωμένη και σκληρή, σαν υπόγειο παγετώνα. Μια σιωπή τόσο βαθιά, που απορροφούσε κάθε ήχο και δεν τον άφηνε ν’ αναδυθεί ποτέ ξανά. Πλήρης, απόλυτη σιωπή. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο. Έτσι δεν ήξερα πώς


ακριβώς ήταν στ’ αλήθεια ο θάνατος. Κι όμως ήταν εκεί τότε, μπροστά στα μάτια μου, απλωνόταν λίγα μόλις εκατοστά απ’ το πρόσωπό μου. Αυτή είναι λοιπόν η όψη του θανάτου, σκέφτηκα. Κι ο θάνατος μου μίλησε, κι είπε πως θά ’ρθει κάποτε κι η δική μου ώρα. Τελικά όλοι θα πέσουν μέσα σ’ αυτά τα αιώνια έρημα βάθη, την πηγή όλου του σκότους, μια σιωπή χωρίς αντίλαλο. Ένιωσα το φόβο να μου κόβει την ανάσα, να με πνίγει, καθώς κοίταζα μέσα σ’ ένα απύθμενο σκοτεινό πηγάδι. Αντικρίζοντας εκείνα τα μαύρα, παγερά βάθη, είχα φωνάξει τ’ όνομά της. Σιμαμότο, είχα φωνάξει ξανά και ξανά. Η φωνή μου όμως χανόταν μες στην απέραντη ανυπαρξία. Όσο κι αν κραύγαζα, τίποτα δεν άλλαζε στα βάθη των ματιών της. Η αναπνοή της παρέμενε αλλόκοτη, σαν τον άνεμο που σφυρίζει μέσ’ από ρωγμές. Η σταθερή αναπνοή της μου ’λεγε πως βρισκόταν ακόμη σ’ αυτή την πλευρά του κόσμου. Τα μάτια της όμως μου ’λέγαν πως .είχε ήδη παραδοθεί στο θάνατο. Καθώς κοιτούσα βαθιά μες στα μάτια της και φώναζα τ’ όνομά της, ένιωσα το ίδιο μου το σώμα να παρασύρεται σ’ εκείνα τα βάθη. Λες και το κενό είχε ρουφήξει όλο τον αέρα γύρω μου, εκείνος ο άλλος κόσμος με τραβούσε σταθερά κοντά του. Ακόμη και τώρα μπορούσα να αισθανθώ τη δύναμή του. Με ήθελε. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια. Κι έδιωξα αυτές τις αναμνήσεις απ’ το μυαλό μου. Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα τα μαλλιά της. Άγγιξα τ’ αυτιά της κι ακούμπησα το χέρι μου στο μέτωπό της. Το σώμα της ήταν ζεστό και μαλακό. Ρουφούσε το πέος μου σαν να προσπαθούσε να ρουφήξει την ίδια τη ζωή. Το χέρι της, επικοινωνώντας σε κάποια μυστική νοηματική γλώσσα, συνέχιζε να κινείται ανάμεσα στα πόδια της, κάτω απ’ το φόρεμά της. Μετά από λίγο τέλειωσα μες στο στόμα της’ το χέρι της σταμάτησε να κινείται κάτω απ’ το φόρεμα κι έκλεισε τα μάτια της. Κατάπιε και την τελευταία σταγόνα απ’ το σπέρμα μου. «Με συγχωρείς», είπε η Σιμαμότο. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ζητάς συγγνώμη», είπα. «Την πρώτη φορά ήθελα να το κάνω μ’ αυτό τον τρόπο», είπε. «Είναι λίγο παράξενο, αλλά το είχ’ ανάγκη. Είναι, φαντάζομαι, μια τελετή μετάβασης για τους δυο μας. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;» Την τράβηξα πάνω μου κι έτριψα το μάγουλό μου στο δικό της. Το μάγουλό της ήταν ζεστό. Σήκωσα τα μαλλιά της και της φίλησα το αυτί. Και κοίταξα μες στα μάτια της. Μπορούσα να δω το πρόσωπό μου να καθρεφτίζεται μέσα τους. Βαθιά μες στα μάτια της, στα παντοτινά απύθμενα βάθη, υπήρχε μια πηγή. Κι ακόμη πιο μακριά, ένα φως. Το φως της ζωής, σκέφτηκα. Κάποια μέρα θα σβήσει, αλλά για την ώρα το φως είν’ εκεί. Μου χαμογέλασε. Οι γνώριμες μικρές ρυτίδες σχηματίστηκαν στις γωνίες των ματιών της. Φίλησα τις λεπτές γραμμούλες της. «Τώρα είναι η σειρά σου να μου βγάλεις τα ρούχα», μου είπε. «Και να κάνεις ό,τι θέλεις εσύ». «Μπορεί να μην είμαι πολύ εφευρετικός, αλλά μ’ αρέσει απλώς με το ουνηθισμένο τρόπο. Εντάξει;» είπα. «Εντάξει», είπε. «Κι εμένα μ’ αρέσει». Της έβγαλα το φόρεμα και το σουτιέν, την πήγα στο κρεβάτι και τη φίλησα παντού. Κοίταξα το


κορμί της πόντο πόντο, αγγίζοντάς τη παντού, φιλώντας τη παντού. Προσπαθώντας ν’ ανακαλύψω τα πάντα και να τα φυλάξω στο μυαλό μου. Ήταν μια νωχελική εξερεύνηση. Μας είχε πάρει πάρα πολύ χρόνο μέχρι να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο και, όπως κι εκείνη, το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να βιαστώ. Κρατήθηκα όσο περισσότερο μπορούσα, ώσπου δεν άντεχα άλλο. Και τότε γλίστρησα αργά μέσα της. Αποκοιμηθήκαμε λίγο πριν ξημερώσει. Δεν ξέρω πόδες φορές κάναμε έρωτα, άλλοτε τρυφερά κι άλλοτε παθιασμένα. Μια απ’ αυτές τις φορές, ενώ ήμουν μέσα της, την έπιασε μανία, έκλαιγε ασυγκράτητα και με χτυπούσε με τις γροθιές της στην πλάτη. Την κρατούσα συνέχεια πάνω μου σφιχτά. Αισθανόμουν πως αν δεν την κράταγα γερά, θα σκόρπιζε σε χίλια κομμάτια. Τη χάιδευα ξανά και ξανά στην πλάτη για να την ηρεμήσω. Τη φίλησα στο λαιμό και χτένισα τα μαλλιά της με τα δάχτυλά μου. Δεν ήταν πια η ψύχραιμη, συγκρατημένη Σιμαμότο που ήξερα. Ο σκληρός πάγος μέσα της έλιωνε σιγά σιγά κι επέπλεε στην επιφάνεια. Μπορούσα να νιώσω την ανάσα της, μακρινά σημάδια της παρουσίας της. Την αγκάλιασα σφιχτά κι άφησα το ρίγος της να περάσει μέσα μου. Έτσι, αργά αργά, θα γινόταν δική μου. «Θέλω να μάθω τα πάντα για σένα», της είπα. «Πώς ήταν η ζωή σου μέχρι σήμερα, πού μένεις. Αν είσαι παντρεμένη ή όχι. Τα πάντα. Όχι άλλα μυστικά, γιατί δεν αντέχω πια». «Αύριο», είπε. «Αύριο θα στα πω όλα. Ώς τότε λοιπόν μη με ρωτάς. Σήμερα ας τ’ αφήσουμε όπως είναι. Αν σου τα πω τώρα, δεν θα μπορέσεις να ξαναγυρίσεις εκεί που ήσουν». «Έτσι κι αλλιώς δεν σκοπεύω να γυρίσω πίσω. Και, ποιος ξέρει, μπορεί να μην υπάρχει αύριο. Κι αν δεν υπάρχει, τελικά δεν θα μάθω ποτέ». «Εύχομαι να μην υπάρχει αύριο», είπε. «Και να μη μάθεις ποτέ». Πήγα να μιλήσω, αλλά μου έκλεισε το στόμα μ’ ένα φιλί. «Εύχομαι ένας φαλακρός γύπας να καταβροχθίσει το αύριο», είπε. «Υπάρχει περίπτωση να το . κάνει αυτό ένας φαλακρός γύπας;» «Και βέβαια .υπάρχει. Οι φαλακροί γύπες δεν καταβροχθίζουν μόνο την τέχνη, αλλά και τα αύριο». «Και οι κοινοί γύπες τρώνε…» «… πτώματα αγνώστων», είπα. «Πολύ διαφορετικοί απ’ τους φαλακρούς γύπες». «Δηλαδή οι φαλακροί γύπες τρώνε την τέχνη και τα αύριο;» «Ακριβώς». «Ωραίος συνδυασμός». «Και για επιδόρπιο τσιμπάνε και λίγο λογοτεχνία». Η Σιμαμότο γέλασε. «Τέλος πάντων, αύριο», είπε. Και το αύριο ήρθε. Όταν ξύπνησα, ήμουν μόνος. Η βροχή είχε σταματήσει και το λαμπερό, διάφανό πρωινό φως έμπαινε απ’ το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Το ρολόι έδειχνε περασμένες εννέα. Η


Σιμαμότο δεν ήταν στο κρεβάτι, όμως ένα μικρό βαθούλωμα στο διπλανό μαξιλάρι φανέρωνε πως είχε ξαπλώσει εκεί. Δεν φαινόταν πουθενά. Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα στο σαλόνι να τη βρω. Κοίταξα στην κουζίνα, στο δωμάτιο των παιδιών και στο μπάνιο. Τίποτα. Τα ρούχα της ήταν άφαντα, το ίδιο και τα παπούτσια της. Πήρα μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ξαναγυρίσω στην πραγματικότητα. Αυτή η πραγματικότητα όμως δεν έμοιαζε με τίποτα απ’ ό,τι είχα γνωρίσει ώς τότε: μια πραγματικότητα που έμοιαζε να μην κολλάει πουθενά. Ντύθηκα και βγήκα έξω. Η BMW ήταν παρκαρισμένη εκεί που την είχα αφήσει το προηγούμενο βράδυ. Μπορεί να ξύπνησε νωρίς και να πήγε μια βόλτα. Την έψαξα παντού γύρω απ’ το σπίτι, ύστερα μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα ώς την πιο κοντινή πόλη. Πουθενά η Σιμαμότο. Γύρισα στο σπίτι, αλλά δεν ήταν εκεί. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε αφήσει κάποιο σημείωμα κι έψαξα σ’ όλο το σπίτι. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε το παραμικρό ίχνος ότι πέρασε από κει. Χωρίς εκείνη, το σπίτι ήταν πνιγηρά άδειο. Ο αέρας ήταν γεμάτος μ’ ένα πυκνό στρώμα σκόνης, που μου καθόταν στο λαιμό καθώς ανάπνεα. Θυμήθηκα το δίσκο, τον παλιό δίσκο του Νατ Κινγκ Κόουλ που μου έδωσε. Όσο κι αν έψαξα όμως, δεν υπήρχε πουθενά. Πρέπει να τον πήρε μαζί της. Γι’ άλλη μια φορά η Σιμαμότο είχε εξαφανιστεί απ’ τη ζωή μου. Αυτή τη φορά όμως δεν είχε αφήσει τίποτα που να μου δίνει ελπίδες. Όχι άλλα μάλλον. Όχι άλλα για ένα διάστημα. 15 Γύρισα πίσω στο Τόκιο λίγο πριν από τις τέσσερις. Ελπίζοντας μάταια πως η Σιμαμότο θα γυρίσει, είχα μείνει στο εξοχικό μου στο Χακόνε ώς το μεσημέρι. Η αναμονή ήταν μαρτύριο, κι έτσι σκότωσα το χρόνο μου καθαρίζοντας την κουζίνα και τακτοποιώντας όλα τα ρούχα του σπιτιού. Η ησυχία ήταν καταθλιπτική’ οι σποραδικοί ήχοι των πουλιών και των αυτοκινήτων με ξάφνιαζαν, μου φαίνονταν αφύσικοι, σαν παραφωνία. Οι ήχοι παραμορφώνονταν και συνθλίβονταν κάτω απ’ το βάρος μιας ακατανίκητης δύναμης. Και στη μέση όλων αυτών, εγώ, περιμένοντας κάτι να συμβεί. Κάτι πρέπει να συμβεί, αισθανόμουν με βεβαιότητα. Δεν μπορεί να τελειώσει έτσι. Τίποτα όμως δεν συνέβη. Η Σιμαμότο δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που θ’ άλλαζε γνώμη έτσι κι έπαιρνε μια απόφαση. Έπρεπε να γυρίσω στο Τοκιο. Φαινόταν παρατραβηγμένο, αν όμως επιχειρούσε πράγματι να έρθει σ’ επαφή μαζί μου, θα το έκανε μέσω του κλαμπ. Σε κάθε περίπτωση, δεν είχε νόημα να μείνω άλλο στο εξοχικό. Στο δρόμο της επιστροφής έπρεπε να πιέζω τον εαυτό μου να παραμείνει συγκεντρωμένος. Ξεχνιόμουν στις στροφές, περνούσα οριακά τα κόκκινα φανάρια κι έμπαινα στο αντίθετο ρεύμα. Όταν έφτασα στο πάρκινγκ του κλαμπ, τηλεφώνησα στο σπίτι από έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Είπα στη Γιουκίκο ότι γύρισα κι ότι θα πήγαινα κατευθείαν στη· δουλειά. «Μ’ έκανες ν’ ανησυχήσω. Μπορούσες τουλάχιστον να μου τηλεφωνήσεις». Η φωνή της ακουγόταν σκληρή, στεγνή. «Είμαι καλά. Μην ανησυχείς», είπα. Δεν είχα ιδέα πώς ακουγόταν στ’ αυτιά της η φωνή μου. «Δεν έχω πολύ χρόνο, γι’ αυτό πηγαίνω στο γραφείο να ελέγξω τους λογαριασμούς κι ύστερα κατευθείαν


στο κλαμπ». Στην γκαρσονιέρα μου, κάθισα στο γραφείο και με κάποιον τρόπο κατάφερα να περάσω την ώρα μου ώς το βράδυ. Ξανασκέφτηκα τα γεγονότα τής προηγούμενης νύχτας. Η Σιμαμότο πρέπει να σηκώθηκε ενώ εγώ κοιμόμουν και, χωρίς να κλείσει μάτι, έφυγε πριν ξημερώσει. Πώς γύρισε πίσω στην πόλη, δεν είχα ιδέα. Ο κεντρικός δρόμος ήταν πολύ μακριά κι εκείνη την ώρα θα ήταν σχεδόν αδύνατο να βρει κάποιο λεωφορείο ή ένα ταξί στους λόφους γύρω απ’ το Χακόνε. Κι επιπλέον φορούσε ψηλοτάκουνα. Γιατί έπρεπε να μ’ αφήσει μ’ αυτό τον τρόπο η Σιμαμότο; Το ερώτημα με βασάνιζε όλη την ώρα της επιστροφής στο Τόκιο. Της είχα πει ότι θα είμαι δικός της και μου είχε πει ότι θα είναι δική μου. Και ρίχνοντας όλες τις άμυνες, κάναμε έρωτα. Κι όμως μ’ άφησε μόνο, χωρίς την παραμικρή εξήγηση. Πήρε ακόμη και το δίσκο που είχε πει πως ήταν δώρο. Κάποια λογική, κάποια αιτία πρέπει να υπήρχε στις πράξεις της, μου ήταν όμως αδύνατο να σκεφτώ λογικά. Οι σκέψεις μου εκτροχιάζονταν σαν τρένα. Πίεσα τόσο πολύ τον εαυτό μου να σκεφτεί, που στο τέλος ένιωθα ένα ασταμάτητο σφυροκόπημα στο κεφάλι. Συνειδητοποίησα πόσο εξουθενωμένος ήμουν. Κάθισα στο κρεβάτι του γραφείου μου, ακούμπησα με την πλάτη στον τοίχο κι έκλεισα τα μάτια. Από τη στιγμή που έκλεισαν, ήταν αδύνατο να τα ξανανοίξω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να θυμάμαι. Σαν ταινία που επαναλαμβάνεται ατέλειωτα, οι αναμνήσεις της περασμένης νύχτας προβάλλονταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Το κορμί της Σιμαμότο. Το γυμνό κορμί της όπως ήταν ξαπλωμένη δίπλα στη θερμάστρα με τα μάτια κλειστά, και κάθε λεπτομέρεια ο λαιμός της, το στήθος της, τα πλευρά της, το τρίχωμα της ήβης της, τα γεννητικά της όργανα, η πλάτη της, η μέση της, τα πόδια της. Όλα ήταν τόσο κοντινά, τόσο καθαρά. Πιο κοντινά και πιο καθαρά απ’ ό,τι αν ήταν αληθινά. Καθώς ήμουν μόνος σ’ εκείνο το μικροσκοπικό δωμάτιο, σύντομα οι ολοζώντανες αυτές οπτασίες με απορρύθμισαν τελείως. Βγήκα τρέχοντας απ’ το κτήριο και περιπλανήθηκα άσκοπα. Τελικά · πήγα στο κλαμπ και ξυρίστηκα στις τουαλέτες. Δεν είχα πλύνει το πρόσωπό μου όλη μέρα. Και φορούσα ακόμη τα ίδια ρούχα από χθες. Οι υπάλληλοί μου δεν είπαν τίποτα, καταλάβαινα όμως ότι με κοιτούσαν περίεργα. Αν είχα πάει τώρα στο σπίτι και στεκόμουν μπροστά στη Γιουκίκο, το ’ξέρα πως θα ομολογούσα τα πάντα. Πως αγαπούσα τη Σιμαμότο, είχα περάσει μαζί της τη νύχτα κι ήμουν έτοιμος να τα τινάξω όλα στον αέρα - το σπίτι μου, τις κόρες μου, τη δουλειά μου. Ήξερα ότι έπρεπε να τα είχα πει όλα στη Γιουκίκο. Αλλά δεν μπορούσα. Όχι ακόμη. Δεν είχα πια τη δύναμη να ξεχωρίσω το σωστό απ’ το λάθος, ούτε καν ν’ αντιληφθώ τι μου είχε συμβεί. Έτσι δεν πήγα σπίτι. Πήγα στο κλαμπ και περίμενα τη Σιμαμότο, ξέροντας πολύ καλά πως η αναμονή μου θα ήταν μάταιη. Πρώτα έλεγξα μήπως ήταν στο άλλο μπαρ, ύστερα περίμενα στο Robin’s Nest μέχρι που έκλεισε. Είπα δυο λόγια με μερικούς τακτικούς θαμώνες, αλλά ήταν απλώς σαν μακρινά παράσιτα. Έβγαζα τους απαραίτητους ήχους κατανόησης, ενώ στο μεταξύ το μυαλό μου ήταν συνεχώς γεμάτο απ’ το κορμί της Σιμαμότο. Πώς με υποδεχόταν ο κόλπος της τόσο γλυκά. Και πώς φώναζε τ’ όνομά μου. Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, η καρδιά μου φτερούγιζε. Αφού έκλεισε το μπαρ κι όλοι τράβηξαν για τα σπίτια· τους, εγώ έμεινα εκεί στον πάγκο πίνοντας. Όσο κι αν έπινα, δεν μπορούσα να μεθύσω. Στην πραγματικότητα, όσο έπινα, τόσο καθάριζε το μυαλό μου. Ήταν δύο το πρωί όταν έφτασα στο σπίτι και η Γιουκίκο ήταν ξύπνια και με περίμενε. Μην μπορώντας να κοιμηθώ, κάθισα μόνος στο τραπέζι της κουζίνας κι έπινα ουίσκι. Εκείνη ήρθε


με το ποτήρι της να μου κάνει παρέα. «Βάλε λίγη μουσική», είπε. Έπιασα μια κασέτα από δίπλα, την έβαλα στο κασετόφωνο και χαμήλωσα την ένταση για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά. Καθίσαμε αμίλητοι για λίγο στο τραπέζι, ο ένας απέναντι στον άλλο, πίνοντας ουίσκι. «Προφανώς σου αρέσει κάποιο άλλο πρόσωπο», είπε η Γιουκίκο κοιτώντας με ίσια στα μάτια. Κούνησα τα κεφάλι συμφωνώντας. Τα λόγια της, ξεκάθαρα κι αποφασιστικά, είχαν μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Πόσες φορές άραγε να τα είχε δουλέψει στο μυαλό της προετοιμάζοντας αυτή τη στιγμή; «Κι αυτό το πρόσωπο σου αρέσει πραγματικά. Δεν είναι απλώς μια περιπέτεια». «Έτσι είναι», είπα. «Δεν είναι μια τρέλα της στιγμής. Όχι όμως κι αυτό ακριβώς που φαντάζεσαι». «Πώς ξέρεις εσύ τι σκέφτομαι;» ρώτησε. «Πιστεύεις πραγματικά ότι ξέρεις τι σκέφτομαι;» Δεν μπορούσα ν’ αρθρώσω λέξη. Η Γιουκίκο έμεινε κι εκείνη σιωπηλή. Η μουσική έπαιζε απαλά. Βιβάλντι ή Τέλεμαν. Κάποιος απ’ τους δυο. Δεν μπορούσα να θυμηθώ τη μελωδία. «Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν έχεις ιδέα τι σκέφτομαι», είπε. Μιλούσε αργά, προφέροντας πολύ καθαρά κάθε της λέξη, σαν να εξηγούσε κάτι στα παιδιά. «Πιστεύω ότι δεν έχεις την παραμικρή ιδέα». Βλέποντας ότι δεν είχα σκοπό να της απαντήσω, σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε. Και κούνησε πολύ αργά το κεφάλι της. «Ελπίζω να ξέρεις ότι δεν είμαι τόσο ηλίθια. Ζω μαζί σου, κοιμάμαι μαζί σου. Εδώ και λίγο καιρό το ξέρω ότι σου αρέσει κάποια άλλη». Την κοίταξα αμίλητος. «Δεν σε κατηγορώ», συνέχισε. «Αν αγαπάς κάποια άλλη, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αγαπάς αυτόν που αγαπάς. Δεν σου αρκώ εγώ. Το ξέρω. Τα πηγαίναμε καλά μαζί και με φρόντιζες πολύ. Ήμουν πολύ ευτυχισμένη που ζούσα μαζί σου. Πιστεύω πως μ’ αγαπάς ακόμη, αλλά δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε το γεγονός ότι δεν σου αρκώ. Το ’ξέρα ότι θα συμβεί. Δεν σε κατηγορώ λοιπόν που ερωτεύτηκες κάποια άλλη γυναίκα. Ούτε είμαι θυμωμένη. Θα ’πρεπε, αλλά δεν είμαι. Απλώς πονάω. Πονάω πολύ. Πίστευα ότι μπορούσα να φανταστώ πόσο θα πληγωνόμουν, αλλά έκανα λάθος». «Συγγνώμη», είπα. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη», είπε. «Αν θέλεις να μ’ αφήσεις, δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν θα πω κουβέντα. Θέλεις να μ’ αφήσεις;» «Δεν ξέρω»,.απάντησα. «Μπορώ να σου εξηγήσω τι συνέβη;» «Εννοείς μ’ εσένα κι αυτή τη γυναίκα;» «Ναι», είπα. Κούνησε έντονα το κεφάλι. «Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα γι’ αυτήν. Μη με κάνεις να υποφέρω περισσότερο απ’ όσο έχω ήδη υποφέρει. Δεν με νοιάζει τι είδους σχέση έχετε οι δυο σας ή τι σχέδια έχετε κάνει. Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα. Αυτό που θέλω να ξέρω είναι αν θέλεις να μ’ αφήσεις ή


όχι. Δεν χρειάζομαι το σπίτι, ούτε λεφτά ούτε τίποτα. Αν θέλεις τα παιδιά, πάρ’ τα. Μιλάω σοβαρά. Αν θέλεις να μ’ αφήσεις, απλώς πες το. Μόνο αυτό θέλω να ξέρω. Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτ’ άλλο. Απλώς ένα ναι ή ένα όχι». «Δεν ξέρω», είπα. «Εννοείς ότι δεν ξέρεις αν θέλεις να μ’ αφήσεις ή όχι;» «Όχι. Δεν ξέρω καν αν μπορώ να σου δώσω μια απάντηση». «Πότε θα ξέρεις;» Κούνησα το κεφάλι μου. «Εντάξει, λοιπόν, έχεις όλο το χρόνο να το σκεφτείς». Αναστέναξε. «Δεν με πειράζει να περιμένω. Όσο χρόνο κι αν ο ου πάρει». Ύστερ’ απ’ αυτό κοιμόμουν στον καναπέ στο σαλόνι. Μερικές φορές τα παιδιά σηκώνονταν στη μέση της νύχτας και με ρωτούσαν γιατί κοιμόμουν εκεί. Τους εξηγούσα πως το ροχαλητό μου ήταν τόσο δυνατό εκείνες τις μέρες, που η μητέρα τους κι εγώ είχαμε αποφασίσει να κοιμόμαστε σε χωριστά δωμάτια. Αλλιώς η μαμά δεν θα ’κλείνε μάτι. Κάποιο από τα παιδιά κουλουριαζόταν πλάι μου στον καναπέ. Κι εγώ το αγκάλιαζα σφιχτά. Μερικές φορές μπορούσα ν’ ακούσω τη Γιουκίκο να κλαίει στην κρεβατοκάμαρα. Τις επόμενες δυο βδομάδες περνούσα τις μέρες μου ξαναζωντανεύοντας αδιάκοπα τις αναμνήσεις. Έφερνα στο μυαλό μου κάθε λεπτομέρεια της νύχτας που είχα περάσει με τη Σιμαμότο, προσπαθώντας να βγάλω νόημα. Προσπαθώντας ν’ ανακαλύψω κάποιο μήνυμα. Θυμόμουν τη ζεστασιά της μες στην αγκαλιά μου. Τα μπράτσα της να ξεπροβάλλουν απ’ τα μανίκια του λευκού της φορέματος. Τα τραγούδια του Νατ Κινγκ Κόουλ. Τη φωτιά στη θερμάστρα. Θυμόμουν μία προς μία τις λέξεις που είχαμε πει. Και μέσα σ’ όλες, τα δικά της λόγια: Δεν υπάρχει μέση λύση μ9 εμένα. Δεν χωράνε ημίμετρα, κι όπου δεν χωράνε ημίμετρα, δεν υπάρχει μέση λύση. Και τα δικά μου: Έχω ήδη αποφασίσει, Σιμαμότο. Το σκέφτηκα όταν έφυγες κι έχω πάρει την απόφασή μου. Θυμήθηκα τα μάτια της, να με κοιτάζουν στο αυτοκίνητο. Αυτό το έντονο βλέμμα μού φλόγιζε τα μάγουλα. Ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή ματιά. Η μυρωδιά του θανάτου αιωρούνταν πάνω της. Σχεδίαζε να πεθάνει. Γ ι’ αυτό είχε έρθει στο Χακόνε για να πεθάνει, μαζί μ’ εμένα. «Κι εγώ θα σε κάνω δικό μου ολόκληρο. Το καταλαβαίνεις αυτό; Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;» Όταν το είπε αυτό η Σιμαμότο, ήθελε τη ζωή μου. Τώρα μονάχα το καταλάβαινα. Είχα φτάσει σε μια τελική απόφαση το ίδιο κι εκείνη. Γιατί ήμουν τόσο τυφλός; Ύστερ’ από μια νύχτα έρωτα, σχεδίαζε ν’ αρπάξει το τιμόνι τής BMW καθώς θα γυρνούσαμε στο Τόκιο και να μας σκοτώσει και τους δυο. Δεν της έμενε καμιά άλλη επιλογή. Κάτι όμως τη σταμάτησε. Και κρατώντας τα όλα μέσα της, εξαφανίστηκε.


Σε τι αδιέξοδο την είχε ωθήσει η απελπισία της; Γιατί; Και, ακόμη πιο σημαντικό, ποιος την είχε οδηγήσει σε τέτοια απελπισία; Γιατί, τελικά, ο θάνατος ήταν η μόνη δυνατή διέξοδος; Προσπαθούσα ν’ ανακαλύψω κάποια ίχνη, κάνοντας τον ντετέκτιβ, αλλά κατέληξα με άδεια χέρια. Απλώς εξαφανίστηκε, μαζί με τα μυστικά της. Χωρίς μάλλον ή για ένα διάστημα αυτή τη φορά - απλώς ξεγλίστρησε σιωπηλά. Τα σώματά μας είχαν γίνει ένα, κι όμως στο τέλος αρνήθηκε να μου ανοίξει την καρδιά της. Μερικά πράγματα, έτσι και πάρουν το δρόμο τους, δεν μπορούν ποτέ να ξαναγίνουν όπως στην αρχή, Χατζίμε, θα ’λεγε χωρίς αμφιβολία. Στην καρδιά της νύχτας, ξαπλωμένος στον καναπέ μου, μπορούσα ν’ ακούσω τη φωνή της να ξετυλίγει αυτά τα λόγια. Όπως είπες, πόσο υπέροχα θα ήταν αν μπορούσαμε να πάμε κάπου οι δυο μας και να κάνουμε μια νέα αρχή. Δυστυχώς, δεν μπορώ να ξεφύγω από δω που είμαι. Το σώμα μου δεν μπορεί. Κι ύστερα η Σιμαμότο ήταν πάλι ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, καθισμένο μπροστά σε ηλιοτρόπια, χαμογελώντας ντροπαλά. Πραγματικά δεν έπρεπε νά \ρθω να σε δω. Το ’ζερα απ9 την αρχή. Μπορούσα να προβλέψω ότι θα καταλήξει έτσι. Αλλά δεν άντεχα να μην έρθω. Απλώς έπρεπε να σε δω, κι όταν σε είδα, έπρεπε να σου μιλήσω. Χατζίμε αυτή είμαι. Δεν το επιδιώκω, αλλά ό,τι πιάσω στα χέρια μου, στο τέλος καταστρέφεται. Δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ, μόνο στις αναμνήσεις. Ήταν εδώ και τώρα έφυγε. Δεν υπάρχει μέση λύση. Το μάλλον είναι μια λέξη που μπορεί να τη βρεις νότια των συνόρων. Αλλά ποτέ, μα ποτέ, δυτικά του ήλιου. Κάθε μέρα ξεφύλλιζα τις εφημερίδες απ’ την αρχή ώς το τέλος ψάχνοντας για άρθρα σχετικά με αυτοκτονίες γυναικών. Ανακάλυψα ότι αυτοκτονούν πολλοί άνθρωποι, πάντα όμως επρόκειτο για κάποια άλλη. Απ’ όσο μπορούσα να ξέρω, αυτή η όμορφη τριανταεφτάχρονη γυναίκα με το πιο υπέροχο χαμόγελο ήταν ακόμη ζωντανή. Όμως είχε φύγει από μένα για πάντα. Επιφανειακά οι μέρες μου ήταν ίδιες με πριν. Πήγαινα κι έφερνα τα παιδιά απ’ το νηπιαγωγείο και στη διαδρομή λέγαμε τραγούδια οι τρεις μας. Μερικές φορές, στη σειρά των αυτοκινήτων μπροστά στο νηπιαγωγείο έβλεπα τη νέα γυναίκα με τη Mercedes 260Ε και μιλούσαμε. Μιλώντας μαζί της μπορούσα να ξεχαστώ, έστω για λίγο. Τα θέματα των συζητήσεών μας ήταν περιορισμένα, όπως πάντα. Ανταλλάσσαμε τα τελευταία νέα για την Αογιάμα, για τις φυσικές τροφές, για τα ρούχα. Τα συνηθισμένα. Κι από τη δουλειά, επίσης, έκανα το συνηθισμένο μου πέρασμα. Φορούσα το κοστούμι μου . και πήγαινα στα μπαρ κάθε βράδυ, κουβέντιαζα λίγο με τους.τακτικούς πελάτες, άκουγα τις γνώμες και τα παράπονα του προσωπικού, θυμόμουν κάποια μικροπράγματα, όπως να κάνω δώρο σ’ έναν εργαζόμενο για τα γενέθλιά του. Περιποιόμουν κάποιους μουσικούς που περνούσαν από κει για φαγητό, έλεγχα τα κοκτέιλ να σιγουρευτώ πως είν’ εντάξει, βεβαιωνόμουν πως το πιάνο ήταν κουρδισμένο, είχα το νου μου για φασαρίες από κανένα μεθυσμένο έκανα τα πάντα. Οποιοδήποτε πρόβλημα το έλυνα στο λεπτό. Όλα δούλευαν ρολόι, η σπίθα όμως είχε σβήσει. Ωστόσο κανείς δεν το υποπτευόταν. Επιφανειακά ήμουν ίδιος όπως πάντα. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ήμουν πιο φιλικός, ευγενικός κι ομιλητικός από κάθε άλλη φορά. Όταν όμως καθόμουν σ’ ένα σκαμπό στο μπαρ, κοιτώντας γύρω την επιχείρησή μου, όλα μου φαίνονταν μονότονα, μουντά. Δεν ήταν πια ένα προσεκτικά και με μαστοριά φτιαγμένο, πολύχρωμο παλάτι στην άμμο’ αυτό που έβλεπα μπροστά μου ήταν ένα κλασικό, θορυβώδες μπαρ τεχνητό, επιφανειακό και κακομοίρικο. Ένα στημένο


σκηνικό, το αναγκαίο παραμύθι για να ξαποστείλεις τους μεθυσμένους αφού τους πάρεις το χρήμα. Οποιαδήποτε ψευδαίσθηση περί του αντιθέτου είχε εξαφανιστεί σαν δαχτυλίδι καπνού στον αέρα. Κι όλ’ αυτά επειδή η Σιμαμότο δεν επρόκειτο να σκορπίσει ποτέ ξανά τη χάρη της σ’ αυτά τα μέρη. Ποτέ ξανά δεν θα καθόταν στο μπαρ’ ποτέ ξανά δεν θα ’βλεπα το χαμόγελό της καθώς παράγγελνε ένα ποτό. Η καθημερινότητά μου στο σπίτι ήταν κι αυτή απαράλλαχτη. Έτρωγα μαζί με την οικογένεια και τις Κυριακές πήγαινα τα παιδιά για περίπατο ή στο ζωολογικό κήπο. Η Γιουκίκο, τουλάχιστον επιφανειακά, μου φερόταν όπως πάντα. Μιλούσαμε για όλα τα θέματα. Ήμασταν σαν παιδικοί φίλοι που έτυχε να ζουν κάτω απ’ την ίδια στέγη. Υπήρχαν ορισμένες λέξεις που δεν μπορούσαμε να τις πούμε, μερικά γεγονότα που δεν τα ομολογούσαμε. Αλλά δεν υπήρχε συγκαλυμμένη εχθρότητα στην ατμόσφαιρα. Απλώς δεν αγγίζαμε ο ένας τον άλλο. Τη νύχτα κοιμόμασταν χώρια εγώ στον καναπέ, η Γιουκίκο στην κρεβατοκάμαρα. Εξωτερικά, αυτή ήταν η μόνη αλλαγή στη ζωή μας. Μερικές φορές δεν μπορούσα ν’ αντέξω το γεγονός ότι απλώς επαναλαμβάναμε μηχανικά κινήσεις, ερμηνεύοντας τους προκαθορισμένους ρόλους μας. Κάτι πολύ ουσιώδες για μας είχε χαθεί, κι όμως μπορούσαμε και συνεχίζαμε όπως πριν. Ένιωθα απαίσια. Αυτή η κενή, δίχως νόημα ζωή πλήγωνε βαθιά τη Γιουκίκο. Ήθελα να της δώσω μια απάντηση στην ερώτησή της, αλλά δεν. μπορούσα. Και βέβαια δεν ήθελα να την αφήσω, αλλά ποιος’ ήμουν εγώ που το ’λεγα αυτό; Εγώ ο άνθρωπος που ετοιμαζόταν να τινάξει στον αέρα την οικογένειά του. Επειδή η Σιμαμότο έφυγε, ανεπιστρεπτί, δεν σήμαινε ότι μπορούσα να γυρίσω χαρούμενα στην παλιά μου ζωή και να παριστάνω ότι δεν συνέβη τίποτα. Η ζωή δεν είναι τόσο εύκολη και δεν πιστεύω ότι πρέπει να είναι. Άλλωστε οι εικόνες της Σιμαμότο εξακολουθούσαν να είναι πεντακάθαρες, ολοζώντανες. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια, κι η παραμικρή λεπτομέρεια του κορμιού της αιωρούνταν μπροστά μου. Οι παλάμες μου θυμούνταν την αίσθηση του δέρματός της κι ο ψίθυρος της φωνής της στο αυτί μου δεν μ’ εγκατέλειπε. Δεν μπορούσα να κάνω έρωτα με τη Γιουκίκο μ’ αυτές τις εικόνες ριζωμένες ακόμη τόσο γερά στο μυαλό μου. Ήθελα να μένω μόνος, και μην ξέροντας τι άλλο να κάνω, πήγαινα κάθε πρωί στην πισίνα για κολύμπι. Ύστερα πήγαινα στο γραφείο μου, στύλωνα το βλέμμα στο ταβάνι και χανόμουν σ’ ονειροπολήσεις για τη Σιμαμότο. Με την ερώτηση της Γιουκίκο να αιωρείται αναπάντητη μπροστά μου, ζούσα σ’ ένα κενό. Δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι για πάντα. Δεν ήταν σωστό. Σαν άνθρωπος, σαν σύζυγος, σαν πατέρας, έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω τις ευθύνες μου. Αλλά όσο με περικύκλωναν αυτές οι ψευδαισθήσεις, παρέλυα. Ακόμη χειρότερα ήταν όταν έβρεχε, γιατί τότε μου καρφωνόταν στο μυαλό η αυταπάτη πως θα εμφανιστεί η Σιμαμότο: ανοίγοντας απαλά την πόρτα, φέρνοντας μαζί της το άρωμα της βροχής. Μπορούσα να φανταστώ το χαμόγελο στο πρόσωπό της. Κι αν έλεγα κάτι λάθος, θα κουνούσε σιωπηλά το κεφάλι, χαμογελώντας συνεχώς. Τα λόγια μου έχαναν τη δύναμή τους και, σαν σταγόνες βροχής κολλημένες στο τζάμι, έχαναν σιγά σιγά την επαφή με την πραγματικότητα. Τις βροχερές νύχτες ανάπνεα με δυσκολία. Η βροχή παραμόρφωνε το χρόνο και την πραγματικότητα. Όταν μ’ εξαντλούσαν αυτές οι ονειροπολήσεις, καθόμουν και κοίταζα έξω απ’ το παράθυρο. Ήμουν εγκαταλειμμένος σε μια νεκρή, στεγνή γη. Τα οράματα είχαν στραγγίξει το χρώμα απ’ τον κόσμο. Το καθετί, ό,τι συνέβαινε μπροστά μου, ήταν ανούσιο, απλό υποκατάστατο. Όλα τα πράγματα ήταν τραχιά κι είχαν το χρώμα της άμμου. Τ’ αποχαιρετιστήρια λόγια του παλιού μου συμμαθητή με στοίχειωναν. Χίλιοι διαφορετικοί τρόποι να ζήσεις. Και χίλιοι διαφορετικοί τρόποι να πεθάνεις. Στο


τέλος όμως …το μόνο που μένει είναι η έρημος, Την επόμενη εβδομάδα, παράξενα γεγονότα, λες. και περίμεναν λουφαγμένα, μου ’στησαν καρτέρι το ένα μετά το άλλο. Τη Δευτέρα το πρωί, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, θυμήθηκα το φάκελο με τα εκατό χιλιάδες γιεν κι αποφάσισα να ψάξω γι’ αυτόν. Πριν από πολλά χρόνια τον είχα βάλει σ’ ένα συρτάρι του γραφείου μου, ένα κλειδωμένο συρτάρι, το δεύτερο από πάνω. Όταν μετέφερα τα πράγματά μου στην γκαρσονιέρα που νοίκιασα για γραφείο, είχα βάλει σ’ αυτό το συρτάρι και μερικά άλλα πολύτιμα αντικείμενα μαζί με το φάκελο’ ωστόσο δεν τον άγγιξα ποτέ, μόνο κοίταζα κάπου κάπου να βεβαιωθώ πως ήταν εκεί. Τώρα όμως ο φάκελος είχε κάνει φτερά. Ήταν παράξενο, σχεδόν αλλόκοτο, γιατί δεν θυμόμουν καθόλου να τον είχα μετακινήσει. Ήμουν σίγουρος γι’ αυτό. Απλώς για να βεβαιωθώ, τράβηξα έξω τ’ άλλα συρτάρια και τα έψαξα από πάνω ώς κάτω. Πουθενά ο φάκελος. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε τον είχα δει τελευταία φορά. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω ακριβή ημερομηνία. Δεν ήταν και τόσο παλιά, ούτε όμως και πολύ πρόσφατα. Πριν από ένα μήνα, ίσως δύο. Τρεις το πολύ. Μπερδεμένος, κάθισα στην καρέκλα μου και κοίταζα το συρτάρι. Μπορεί κάποιος να είχε παραβιάσει το γραφείο μου, να ξεκλείδωσε το συρτάρι και να πήρε το φάκελο. Δεν ήταν όμως πολύ πιθανό το συρτάρι περιείχε κι άλλα μετρητά και πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία ήταν ανέγγιχτα. Ωστόσο ήταν μέσα στη σφαίρα των πιθανοτήτων. Ή μπορεί ασυναίσθητα να είχα ξεφορτωθεί το φάκελο και για κάποιο λόγο να είχα διαγράψει αυτή την ανάμνηση απ’ το μυαλό μου. Εντάξει, είπα στον εαυτό μου, και τι έγινε; Κάποια μέρα θα τον ξεφορτωνόμουν.· Απλώς γλίτωσα τον κόπο, έτσι δεν είναι; Από τη στιγμή όμως που παραδέχτηκα πως ο φάκελος είχε εξαφανιστεί, η ύπαρξη και η μη ύπαρξή του άλλαξαν θέσεις στη συνείδησή μου. Ένα παράξενο συναίσθημα, σαν ίλιγγος, με κυρίευσε. Η πεποίθηση πως τελικά ο φάκελος δεν υπήρξε ποτέ θέριεψε μέσα μου, ροκανίζοντας άγρια το μυαλό μου, συντρίβοντας και καταβροχθίζοντας λαίμαργα την παλιά μου βεβαιότητα πως ο φάκελος ήταν αληθινός. Επειδή η μνήμη και οι αισθήσεις είναι τόσο αβέβαιες, τόσο μεροληπτικές, πάντα στηριζόμαστε σε μια ορισμένη πραγματικότητα -ας την πούμε αναπληρωματική πραγματικότηταγια ν’ αποδείξουμε πως τα γεγονότα είναι πραγματικά. Σε ποιο βαθμό τα γεγονότα που αναγνωρίζουμε ως τέτοια είναι πράγματι όπως φαίνονται, και σε ποιο βαθμό είναι γεγονότα απλώς επειδή εμείς τους βάζουμε την ταμπέλα αυτή η διάκριση είναι αδύνατο να γίνει. Επομένως, προκειμένου να. προσδιορίσουμε την πραγματικότητα ως πραγματικότητα, χρειαζόμαστε μια άλλη πραγματικότητα για να ορίσουμε την πρώτη. Όμως αυτή η άλλη πραγματικότητα απαιτεί μια τρίτη πραγματικότητα για να θεμελιωθεί. Μια ατέλειωτη αλυσίδα δημιουργείται μες στη συνείδησή μας, και η συντήρηση αυτής της αλυσίδας είν’ εκείνο που παράγει την αίσθηση πως είμαστε πράγματι εδώ, πως κι εμείς οι ίδιοι υπάρχουμε. Κάτι όμως μπορεί να συμβεί και να σπάσει αυτή η αλυσίδα, και τότε νιώθουμε χαμένοι. Τι είναι πραγματικό; Η πραγματικότητα βρίσκεται απ’ αυτή τη μεριά της σπασμένης αλυσίδας; Ή μήπως εκεί πέρα, απ’ την άλλη ‘μεριά; Έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή, αυτή την αίσθηση πως η αλυσίδα έχει σπάσει. Έκλεισα το συρτάρι, αποφασίζοντας να τα ξεχάσου όλα. Έπρεπε να είχα πετάξει αυτά τα λεφτά όταν τα πρωτοπήρα. Ήταν λάθος που τα κράτησα.


Την ίδια εβδομάδα, την Τετάρτη το απόγευμα, ενώ κατηφόριζα με το αυτοκίνητο την Γκεέν Χιγκασιντόρι, το βλέμμα μου έπεσε σε μια γυναίκα που έμοιαζε στη Σιμαμότο. Φορούσε μπλε βαμβακερό παντελόνι, ένα μπεζ αδιάβροχο κι άσπρα αθλητικά παπούτσια. Κι έσερνε το ένα της πόδι καθώς περπατούσε. Αμέσως μόλις την είδα, όλα γύρω μου πάγωσαν. Ένας κόμπος αέρα ανέβηκε απότομα απ’ το στήθος μου στο λαιμό. Η Σίμαμότο, σκέφτηκα. Την προσπέρασα με το αυτοκίνητο για να την κοιτάξω καλά απ’ τον καθρέφτη, αλλά το πρόσωπό της ήταν κρυμμένο μες στο πλήθος. Κάρφωσα το πόδι μου στο φρένο, εισπράττοντας τα οργισμένα κορναρίσματα του αυτοκινήτου πίσω μου. Ο τρόπος που στεκόταν η γυναίκα, καθώς και το μήκος των μαλλιών της ήταν ολόιδια η Σιμαμότο. Ήθελα να σταματήσω επιτόπου τ’ αυτοκίνητο, όμως όλες οι θέσεις για παρκάρισμα κατά μήκος του δρόμου ήταν πιασμένες. Γύρω στα διακόσια μέτρα παρακάτω βρήκα τελικά μέρος και κατάφερα να στριμώξω τ αυτοκίνητό μου, κι ύστερα έτρεξα πίσω να τη βρω. Αλλά δεν φαινόταν πουθενά. Έτρεχα τριγύρω σαν τρελός. Έχει πρόβλημα στο πόδι, άρα δεν μπορεί να ’χει πάει μακριά, έλεγα στον εαυτό μου. Σπρώχνοντας τον κόσμο, διασχίζοντας ριψοκίνδυνα τους δρόμους, ανέβηκα τρέχοντας στην ανισόπεδη διάβαση και κοίταξα κάτω τους περαστικούς. Το μπλουζάκι μου ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Σύντομα όμως μου ήρθε κάτι σαν αποκάλυψη. Η γυναίκα έσερνε το αντίθετο πόδι. Και η Σιμαμότο δεν είχε πια πρόβλημα στο πόδι. Κούνησα το κεφάλι κι ανάσανα βαθιά. Κάτι δεν. πήγαινε καλά μ’ εμένα. Ένιωσα μια ζαλάδα, τις δυνάμεις μου να μ’ εγκαταλείπουν. Γέρνοντας πάνω στο στύλο με την ταμπέλα της διάβασης, έμεινα για λίγη ώρα να κοιτάζω τα πόδια μου. Το φανάρι από πράσινο έγινε κόκκινο, από κόκκινο ξανά πράσινο. Άνθρωποι περνούσαν το δρόμο, περίμεναν, ξαναπερνούσαν, κι εγώ ακίνητος, σωριασμένος πάνω στο στύλο, λαχανιασμένος. Ξαφνικά σήκωσα το βλέμμα μου κι είδα το πρόσωπο της Ιζούμι. Ήταν μέσα σ’ ένα ταξί που είχε σταματήσει ακριβώς μπροστά μου. Από το πλαϊνό παράθυρο κοιτούσε κατευθείαν προς το μέρος μου. Το ταξί είχε σταματήσει στο κόκκινο φανάρι και το πολύ ένα μέτρο χώριζε τα πρόσωπά μας. Δεν ήταν πια το δεκαεπτάχρονο κορίτσι που ήξερα κάποτε, αλλά την αναγνώρισα αμέσως. Το κορίτσι που είχα κρατήσει στην αγκαλιά μου πριναπό είκοσι χρόνια, το πρώτο κορίτσι που φίλησα. Το κορίτσι που ένα φθινοπωρινό απόγευμα πριν από πολλά χρόνια είχε βγάλει τα ρούχα του κι είχε χάσει τις ζαρτιέρες του. Οι άνθρωποι αλλάζουν σε μια εικοσαετία, αλλά ήξερα πως ήταν εκείνη. Τα παιδιά τη φοβούνται, είχε πει ο παλιός μου φίλος. Όταν το είχ’ ακούσει, δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε. Δεν μπορούσα να συλλάβω το ακριβές νόημα αυτών των λέξεων. Τώρα όμως, με την Ιζούμι μπροστά στα μάτια μου, κατάλαβα. Δεν υπήρχε τίποτα στο πρόσωπό της που θα μπορούσε κανείς να τ ονομάσει έκφραση. Όχι, δεν είν’ απόλυτα ακριβής αυτή η περιγραφή. Ας το θέσω διαφορετικά: σαν ένα δωμάτιο απ’ το οποίο έχει απομακρυνθεί και το τελευταίο έπιπλο, είχε αφαιρεθεί οτιδήποτε θα μπορούσε κανείς να ονομάσει έκφραση, χωρίς ν’ αφήσει τίποτα πίσω του. Ούτε το παραμικρό ίχνος αισθήματος δεν σημάδευε το πρόσωπό της’ ήταν σαν τον πυθμένα ενός βαθιού ωκεανού, σιωπηλό και νεκρό. Και μ’ αυτό το απίστευτα ανέκφραστο πρόσωπο με κοίταζε επίμονα. Τουλάχιστον νομίζω πως κοιτούσε εμένα. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα κατευθείαν πάνω μου, όμως το πρόσωπό της δεν μου ’δείχνε τίποτα. Ή μάλλον αυτό που έδειχνε ήταν το εξής: ένα απέραντο κενό. Στεκόμουν εκεί αποσβολωμένος, βουβός. Με το ζόρι κρατώντας όρθιο το κορμί μου, ανάπνεα αργά. Γ ία μια-δυο στιγμές έχασα την αίσθηση του εαυτού μου, η ίδια η σιλουέτα μου έλιωνε και γινόταν μια μάζα σαν πηχτό σιρόπι. Ασυναίσθητα άπλωσα το χέρι μου κι άγγιξα το παράθυρο του ταξί, χάιδεψα τη γυάλινη επιφάνεια με τις άκρες των δαχτύλων μου. Δεν είχα ιδέα γιατί. Κάποιοι


περαστικοί, κατάπληκτοι, σταμάτησαν και με κοιτούσαν. Δεν μπορούσα όμως να σταματήσω. Μέσ’ απ’ το τζάμι χάιδεψα αργά αυτό το απρόσωπο· πρόσωπο. Η Ιζούμι δεν έκανε την παραμικρή σύσπαση, δεν κούνησε βλέφαρο. Ήταν νεκρή; Όχι, όχι νεκρή. Ήταν ακόμη ζωντανή, σ’ έναν ανέκφραστο κόσμο. Σ’ ένα βαθύ, σιωπηλό κόσμο πίσω απ’ το τζάμι του παραθύρου, ζούσε. Και τα χείλη της, ακίνητα, μιλούσαν για έν’ ατέλειωτο τίποτα. Το φως έγινε τελικά πράσινο και το ταξί ξεκίνησε. Το πρόσωπο της Ιζούμι παρέμεινε ανέκφραστο ώς το τέλος. Έμεινα καθηλωμένος εκεί, κοιτάζοντας ώσπου το κύμα των αυτοκινήτων κατάπιε το ταξί.


Γύρισα στο αυτοκίνητό μου και σωριάστηκα στο κάθισμα. Έπρεπε να του δίνω από κει. Καθώς ετοιμαζόμουν να βάλω μπροστά τη μηχανή, ένιωσα ένα κύμα ναυτίας μέσα μου, σαν να ’μουν έτοιμος να ξεράσω τα σωθικά μου. Αλλά δεν έκανα εμετό. Με τα δυο μου χέρια πάνω στο τιμόνι, έμεινα εκεί ένα ολόκληρο τέταρτο. Οι μασχάλες μου ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και το σώμα μου ανάδιδε μια απαίσια μυρωδιά. Αυτό δεν ήταν το κορμί που η Σιμαμότο είχε αγαπήσει τόσο τρυφερά. Ήταν το κορμί ενός μεσήλικα, που έβγαζε μια βαριά μπόχα. Αίγα λεπτά αργότερα, ένας αστυνομικός πλησίασε στο αυτοκίνητό μου και χτύπησε το παράθυρο. Το κατέβασα. «Δεν μπορείτε να παρκάρετε εδώ, κύριε», είπε, χτενίζοντας με τα μάτια το εσωτερικό. «Πάρτε το αυτοκίνητό σας από δω». Κούνησα το κεφάλι κι έβαλα μπροστά. «Δείχνετε πολύ άσχημα. Αισθάνεστε άρρωστος;» με ρώτησε ο αστυνομικός. Χωρίς να πω τίποτα, κούνησα το κεφάλι. Και ξεκίνησα. Μου πήρε αρκετές ώρες να συνέλθω. Ήμουν ξεζουμισμένος, εντελώς, αφήνοντας πίσω μου ένα άδειο κέλυφος. Ένας υπόκωφος ήχος αντηχούσε μες στο σώμα μου. Παρκάρισα το αυτοκίνητό μου μέσα στο νεκροταφείο της Αογιάμα κι έμεινα να κοιτάζω απαθής τον ουρανό αποπάνω μου μέσ’ από το παρμπρίζ. Η Ιζούμι με περίμενε εκεί. Πάντα βρισκόταν κάπου, περιμένοντάς με. Στη γωνία κάποιου δρόμου, πίσω απ’ το τζάμι ενός παραθύρου, περιμένοντάς με να εμφανιστώ. Παρακολουθώντας με. Απλώς δεν το είχα προσέξει. Επί μέρες μετά δεν μπορούσα να πω κουβέντα. Άνοιγα το στόμα μου να μιλήσω, αλλά οι λέξεις εξαφανίζονταν, λες και το απόλυτο τίποτα που ήταν η Ιζούμι με είχε κυριεύσει. Ύστερ’ απ’ αυτή την παράξενη συνάντηση, ωστόσο, οι εικόνες της Σιμαμότο που ακολούθησαν άρχισαν σιγά σιγά να ξεθωριάζουν. Το χρώμα επέστρεψε στον κόσμο και δεν είχα πια την αποτρόπαιη αίσθηση ότι περπατούσα στην επιφάνεια του φεγγαριού.· Αόριστα, σαν να κοιτούσα μέσ’ από ένα παράθυρο τις αλλαγές που συνέβαιναν σε κάποιον άλλο, μπορούσα ν’ αντιληφθώ μια βαθμιαία μεταβολή της βαρύτητας και μια σταδιακή απογύμνωση από κάτι που είχε γαντζωθεί πάνω μου. Κάτι μέσα μου αποκόπηκε κι εξαφανίστηκε. Σιωπηλά. Γ ία πάντα. Την ώρα που το τρίο έκανε διάλειμμα, σηκώθηκα και πήγα στον πιανίστα και του είπα ότι δεν ήταν πια ανάγκη να παίζει το «Star-Crossed Lovers». Επιστράτευσα το πιο φιλικό χαμόγελο που μπορούσα. «Το ’χεις παίξει αρκετά για χάρη μου. Ήρθε η ώρα να σταματήσεις». Με κοίταξε σαν να ζύγιζε κάτι μες στο μυαλό του. Ήμασταν φίλοι οι δυο μας, είχαμε πιει αρκετές φορές μαζί κι είχαμε προχωρήσει πιο πέρα από τις τυπικές ευγενικές συζητήσεις. «Δεν καταλαβαίνω πολύ καλά», είπε. «Δεν θέλεις να μπαίνω στον κόπο να παίζω αυτό το τραγούδι; Ή θέλεις να μην ξαναπαίξω ποτέ αυτό το τραγούδι; Υπάρχει μεγάλη διαφορά, και θα ’θελα να ’μαι απόλυτα ξεκάθαρος». «Δεν θέλω να το παίζεις», είπα. «Δεν σ’ αρέσει ο τρόπος που το παίζω;»


«Δεν έχω κανένα πρόβλημα με το παίξιμό σου. Είναι καταπληκτικό. Δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπορούν να ερμηνεύσουν αυτό το κομμάτι με τον τρόπο που το κάνεις εσύ». «Άρα δεν θες να ξανακούσεις το ίδιο το κομμάτι». «Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι», απάντησα. «Μου ακούγεται κάπως σαν Καζαμπλάνκα!» είπε. «Έτσι μου φαίνεται», είπα. Από τότε, όταν καμιά φορά το μάτι του πιανίστα έπεφτε πάνω μου, έπαιζε μερικές νότες από την εισαγωγή του «As Time Goes By». Ο λόγος που δεν ήθελα να ξανακούσω αυτό το κομμάτι δεν είχε καμιά σχέση με τις αναμνήσεις απ’ τη Σιμαμότο. Απλώς το τραγούδι δεν μ’ έκανε να νιώθω όπως παλιά. Γιατί, δεν ξέρω. Αυτό το κάτι που είχα βρει πριν από τόσα χρόνια σ’ αυτή τη μελωδία δεν υπήρχε πια. Ήταν ακόμη ένα όμορφο κομμάτι, αλλά τίποτα περισσότερο. Και δεν είχα σκοπό να χάνω το χρόνο μου πάνω απ’ το πτώμα ενός όμορφου τραγουδιού. «Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε η Γιουκίκο μπαίνοντας στο δωμάτιο. Ήταν δυόμισι το πρωί. Ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ, με το βλέμμα στο ταβάνι. «Σκεφτόμουν μια έρημο», είπα. «Μια έρημο;» ρώτησε. Κάθισε κοντά στα πόδια μου και με κοίταζε. «Τι είδους έρημο;» «Απλώς μια συνηθισμένη έρημο. Με αμμόλοφους και μερικούς κάκτους. Ένα σωρό πράγματα είν’ εκεί, ζουν εκεί». «Είμαι κι εγώ σ’ αυτή την έρημο;» ρώτησε. «Και βέβαια είσαι», είπα. «Όλοι μας ζούμε εκεί. Στην πραγματικότητα όμως το μόνο που είναι αληθινά ζωντανό είναι η ίδια η έρημος. Όπως και στην ταινία». «Ποια ταινία;» «Την ταινία του Ντίσνεϊ Η ζωντανή έρημος. Ένα ντοκιμαντέρ για την έρημο. Δεν το είδες όταν ήσουν μικρή;» «Όχι», είπε. Μου φάνηκε λίγο παράξενο. Στο Δημοτικό, όλο το σχολείο είχε πάει σύσσωμο στον κινηματογράφο να το δει. Η Γιουκίκο όμως ήταν πέντε χρόνια μικρότερή μου. Ίσως ήταν πολύ μικρή για να το δει όταν πρωτοβγήκε στις αίθουσες. «Γιατί δεν το νοικιάζουμε την άλλη Κυριακή να το δούμε μαζί; Είναι ωραία ταινία. Τα τοπία είναι πανέμορφα και υπάρχει κάθε είδους ζώο και φυτό. Θ’ αρέσει στα παιδιά». Η Γιουκίκο μου χαμογέλασε. Είχα πάρα πολύ καιρό να τη δω να χαμογελάει. «Θέλεις να μ’ αφήσεις;» ρώτησε.


«Γιουκίκο, σ’ αγαπάω», είπα. «Μπορεί να μ’ αγαπάς, αλλά σε ρωτάω αν θέλεις να μ’ αφήσεις. Η απάντηση είναι ναι ή όχι. Δεν δέχομαι καμιά άλλη». «Δεν θέλω να σ’ αφήσω», είπα. Κούνησα το κεφάλι μου. «Μάλλον δεν έχω το δικαίωμα να το λέω αυτό, αλλά δεν θέλω να σ’ αφήσω. Αν σε άφηνα τώρα, δεν ξέρω τι θα μου συνέβαινε. Δεν θέλω να ξαναμείνω ποτέ πια μόνος. Θα προτιμούσα να πεθάνω». Τέντωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο στήθος μου. Και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Ξέχνα τα δικαιώματα. Δεν πιστεύω ότι έχει κανείς αυτού του είδους τα δικαιώματα». Η αίσθηση του ζεστού χεριού της πάνω στο στήθος μου μ’ έκανε να σκεφτώ το θάνατο. Θα μπορούσα κάλλιστα να είχα πεθάνει εκείνη τη μέρα στον αυτοκινητόδρομο με τη Σιμαμότο. Και τότε το σώμα μου δεν θα υπήρχε. Θα είχα φύγει, θα είχα χαθεί για πάντα. Όπως τόσα άλλα πράγματα. Όμως νά που ήμουν εκεί. Όπως και το ζεστό χέρι της Γιουκίκο πάνω στο στήθος μου. «Γιουκίκο», είπα, «σ’ αγαπώ πάρα πολύ. Σ’ αγάπησα από την πρώτη μέρα που σε γνώρισα κι ακόμη αισθάνομαι το ίδιο. Αν δεν σε είχα γνωρίσει, η ζωή μου θα ήταν αβάσταχτη. Γι’ αυτό δεν’ έχω λόγια να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Και παρ’ όλ’ αυτά, νά που σε πληγώνω. Επειδή είμ’ ένας εγωιστής, αδιόρθωτος, ανάξιος άνθρωπος. Χωρίς κανένα προφανή λόγο, πληγώνω τους ανθρώπους γύρω μου και καταλήγω να πληγώνω τον εαυτό μου. Να καταστρέφω τη ζωή κάποιου άλλου και τη δική μου. Όχι επειδή το θέλω. Έτσι όμως καταλήγει». «Κανένα σχόλιο», είπε ήρεμα η Γιουκίκο. Στις γωνίες του στόματός της υπήρχαν ακόμη ίχνη απ’ το χαμόγελό της. «Είσαι σίγουρα εγωιστής κι αδιόρθωτος, και ναι, με πλήγωσες». Την κοίταξα για λίγο. Δεν υπήρχε καμιά κατηγόρια στα λόγια της. Δεν ήταν ούτε θυμωμένη ούτε λυπημένη. Απλώς εξηγούσε το αυτονόητο. Ήρεμα κι αργά, προσπάθησα να βρω τις κατάλληλες λέξεις. «Πάντοτε νιώθω ‘αν ν’ αγωνίζομαι να γίνω κάποιος άλλος. Σαν να προσπαθώ να βρω έναν καινούργιο τόπο, ν’ αγκιστρωθώ από μια καινούργια ζωή, μια καινούργια προσωπικότητα. Φαντάζομαι πως αυτό είναι μέρος της ωρίμανσης, είναι όμως και μια προσπάθεια να επανεφεύρω τον εαυτό μου. Με το να γίνω κάποιος άλλος, θα μπορούσα ν’ απελευθερωθώ απ’ όλα. Πίστευα πολύ σοβαρά ότι θα μπορούσα να ξεφύγω απ’ τον εαυτό μου αρκεί να προσπαθούσα. Πάντοτε όμως βρισκόμουν σ’ αδιέξοδο. Όπου κι αν πάω, καταλήγω πάλι στον εαυτό μου. Αυτό που λείπει, δεν αλλάζει ποτέ. Το σκηνικό μπορεί ν’ αλλάζει, εγώ όμως είμαι πάντα η ίδια, παλιά, ατελής ύπαρξη. Τα ίδια στοιχεία που λείπουν, με βασανίζουν με μια πείνα που δεν μπορώ ποτέ να τη χορτάσω. Νομίζω πως η ίδια η έλλειψη είναι σχεδόν ταυτόσημη με τον εαυτό μου. Για χάρη σου, θα ’θελα να γίνω ένας καινούργιος άνθρωπος. Μπορεί να μην είναι εύκολο, αν όμως κάνω τα πάντα, ίσως μπορώ να καταφέρω ν’ αλλάξω. Παρ’ όλ’ αυτά, η αλήθεια είναι πως αν βρισκόμουν πάλι στην ίδια κατάσταση, ίσως έκανα απλώς τα ίδια ακριβώς πράγματα απ’ την αρχή. Μπορεί να σε πλήγωνα ξανά. Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα. Αυτό εννοούσα όταν είπα πως δεν έχω το δικαίωμα. Απλώς δεν έχω την αυτοπεποίθηση για να νικήσω αυτή τη δύναμη μέσα μου». «Και σ’ όλη σου τη ζωή προσπαθούσες να ξεφύγεις απ’ αυτή τη δύναμη;»


«Έτσι πιστεύω», είπα. Το χέρι της ήταν ακόμη ακουμπισμένο στο στήθος μου. «Καημένε μου», είπε. Σαν να διάβαζε φωναχτά κάτι γραμμένο με μεγάλα γράμματα σ’ έναν τοίχο. Μπορεί να ήταν πράγματι γραμμένο στον τοίχο, σκέφτηκα. «Δεν ξέρω τι να πω», είπα. «Ξέρω ότι δεν θέλω να σ’ αφήσω. Αλλά δεν ξέρω αν αυτή είναι η ‘ σωστή απάντηση. Δεν ξέρω καν αν αυτό είναι κάτι που μπορώ να το επιλέξω ο ίδιος. Γιουκίκο, υποφέρεις. Μπορώ να το δω. Μπορώ να νιώσω το χέρι σου πάνω μου. Υπάρχει όμως κάτι πέρα απ’ ό,τι μπορούμε να δούμε ή να νιώσουμε. Πες το αισθήματα. Ή πιθανότητες. Κι αυτά πηγάζουν από κάπου κι ανακατεύονται μέσα μου. Δεν είναι κάτι που μπορώ να επιλέξω ή να τους δώσω μια απάντηση». Η Γιουκίκο έμεινε σιωπηλή αρκετή ώρα. Κάθε τόσο περνούσε απέξω κάποιο φορτηγό. Κοίταξα απ’ το παράθυρο αλλά δεν μπορούσα να δω τίποτα. Υπήρχε μόνο αυτός ο ανώνυμος χρόνος κι ο χώρος που ενώνει τη νύχτα με την αυγή. «Τις τελευταίες εβδομάδες σκεφτόμουν πραγματικά ότι θα πέθαινα», είπε η Γιουκίκο. «Δεν το λέω για να σε φοβερίσω. Είναι γεγονός. Τόσο μόνη και δυστυχισμένη ήμουν. Δεν είναι φοβερό να πεθαίνεις. Σαν να ρουφιέται αργά ο αέρας από ένα δωμάτιο, η θέληση για ζωή ξεγλιστρούσε σιγά σιγά από μέσα μου. Όταν αισθάνεσαι έτσι, ο θάνατος δεν φαίνεται και τίποτα σπουδαίο. Δεν σκεφτόμουν ούτε καν τα παιδιά. Δεν μου περνούσε απ’ το μυαλό τι θα γίνονταν αφού πέθαινα. Τόσο μόνη ένιωθα. Δεν το ήξερες, ε; Ποτέ δεν σ’ απασχόλησε σοβαρά, έτσι δεν είναι; Τι ένιωθα, τι σκεφτόμουν, τι μπορεί να έκανα». Δεν είπα τίποτα. Πήρε το χέρι της απ’ το στήθος μου και το ακούμπησε στα πόδια της. «Τέλος πάντων, ο λόγος που δεν πέθανα, ο λόγος που είμαι ακόμη ζωντανή, είναι επειδή σκέφτηκα πως αν επρόκειτο να γυρίσεις σ’ εμένα, θα ήμουν σε θέση να σε ξανακερδίσω. Το θέμα δεν είναι αν έχεις το δικαίωμα, ούτε αν είναι σωστό ή λάθος. Μπορεί πράγματι να είσαι αδιόρθωτος. Ανάξιος άνθρωπος. Και πολύ απλά μπορεί να με ξαναπληγώσεις. Όμως το σημαντικό δεν είν’ αυτό. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα». «Κατά πάσα πιθανότητα, όχι», είπα. «Και δεν ρωτάς το παραμικρό», είπε. Άνοιξα το στόμα μου να πω κάτι, αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν. Είχε δίκιο: ποτέ δεν τη ρώτησα τίποτα. Γιατί όμως; Δεν είχα ιδέα. «Τα δικαιώματά σου είναι ό,τι θα χτίσεις από δω και πέρα», είπε η Γιουκίκο. «Ή μάλλον ό,τι θα χτίσουμε. Νομίζαμε πως τα είχαμε καταφέρει μια χαρά μέχρι τώρα, αλλά στην πραγματικότητα κάναμε μια τρύπα στο νερό. Η ζωή παραήταν εύκολη. Ήμασταν υπερβολικά ευτυχισμένοι. Δεν νομίζεις;» Κούνησα το κεφάλι. Η Γιουκίκο σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της και με κοίταξε. «Είχα κι εγώ όνειρα, ξέρεις. Αλλά κάπου στην πορεία χάθηκαν. Πριν σε γνωρίσω.. Τα σκότωσα. Τα τσαλαπάτησα και τα πέταξα


μακριά. Σαν κάποιο όργανο του σώματός σου που δεν το χρειάζεσαι πια και το ξεριζώνεις. Δεν ξέρω αν έκανα σωστά. Ήταν όμως το μόνο που μπορούσα να κάνω τότε… Μερικές φορές βλέπω το εξής όνειρο. Το ίδιο όνειρο ξανά και ξανά. Κάποιος κουβαλάει κάτι μες στα δυο του χέρια, με πλησιάζει και μου λέει: “Κοίτα, ξέχασες κάτι”. Έζησα πολύ ευτυχισμένα μαζί σου. Δεν μου έλειψε τίποτα και ποτέ δεν είχα παράπονο. Κι όμως, κάτι με καταδιώκει. Ξυπνάω μες στη νύχτα λουσμένη στον ιδρώτα. Με καταδιώκει αυτό που πέταξα μακριά. Νομίζεις πως είσαι ο μόνος που τον καταδιώκουν, αλλά κάνεις λάθος. Δεν είσαι ο μόνος που έχει πετάξει κάτι, που έχει χάσει κάτι. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;» «Έτσι νομίζω», είπα. «Μπορεί να με ξαναπληγώσεις. Δεν ξέρω πώς θ’ αντιδράσω τότε. Ή μπορεί την επόμενη φορά να σε πληγώσω εγώ. Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτα. Κανείς από τους δυο μας δεν μπορεί να δώσει υποσχέσεις. Κι όμως σ’ αγαπάω ακόμη». Την αγκάλιασα και της χάιδεψα τα μαλλιά. «Γιουκίκο», είπα, «ας κάνουμε μια καινούργια αρχή από αύριο. Σήμερα είναι πολύ αργά. Θέλω να ξεκινήσουμε σωστά, μια ολοκαίνουργια μέρα». Η Γιουκίκο με κοίταξε για λίγο. «Μου φαίνεται πως ακόμη δεν με ρώτησες τίποτα». «Θα ’θελα ν’ αρχίσουμε μια καινούργια ζωή, ξεκινώντας από αύριο. Εσύ τι πιστεύεις;» ρώτησα. «Πιστεύω πως είναι καλή ιδέα», είπε μ’ ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη. Όταν η Γιουκίκο γύρισε στην κρεβατοκάμαρα, έμεινα για λίγο ξαπλωμένος στον καναπέ, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Ήταν ένα συνηθισμένο ταβάνι διαμερίσματος, τίποτα το ιδιαίτερο. Κι όμως το παρατηρούσα προσεκτικά. Κάθε λίγο και λιγάκι τα φώτα κάποιου αυτοκινήτου άστραφταν πάνω του. Δεν είχα πια ψευδαισθήσεις. Η αίσθηση του στήθους της Σιμαμότο, η φωνή της, το άρωμα του δέρματος της όλα είχαν ξεθωριάσει. Το ανέκφραστο πρόσωπο της Ιζούμι επέπλεε στην επιφάνεια του μυαλού μου. Και η αίσθηση του παραθύρου του ταξί που μας χώριζε. Έκλεισα τα μάτια μου και σκέφτηκα τη Γιουκίκο. Σκεφτόμουν ξανά και ξανά ό,τι είχε πει. Με τα μάτια κλειστά, άκουγα κάτι να κινείται μέσα στο σώμα μου. Μπορεί απλώς να άλλαζα. Κι έπρεπε ν’ αλλάξω. Δεν ξέρω αν έχω τη δύναμη να φροντίσω τη Γιουκίκο και τα παιδιά, σκέφτηκα. Οι οπτασίες δεν μπορούν να με βοηθήσουν πια, να μου χαρίσουν το όνειρο. Μέχρι εκεί που φτάνει το βλέμμα, το κε. νό είναι αυτό που είναι ένα κενό. Βρέθηκα πολλές φορές σ’ αυτό το κενό και πίεσα τον εαυτό μου να προσαρμοστεί. Και τώρα, τελικά, κατέληξα εκεί απ’ όπου ξεκίνησα, και καλά θα κάνω να το πάρω απόφαση. Κανείς δεν θα μου χαρίσει το όνειρο είναι η σειρά μου να χαρίσω όνειρα στους άλλους. Αυτό πρέπει να κάνω. Μπορεί να μην έχουν ισχύ αυτά τα όνειρα, αν όμως θέλω ν’ αποκτήσει κάποιο νόημα η ζωή μου, αυτό πρέπει να κάνω. Μάλλον. Καθώς κόντευε πια να ξημερώσει, σταμάτησα να προσπαθώ ν’ αποκοιμηθώ. Έριξα μια ζακέτα πάνω από τις πιτζάμες μου, πήγα αθόρυβα στην κουζίνα κι έφτιαξα καφέ. Κάθισα στο τραπέζι τής κουζίνας κι έβλεπα τον ουρανό να φωτίζεται λεπτό το λεπτό. Είχα πολύ καιρό να δω την ανατολή. Μια μπλε γραμμή εμφανίστηκα στην άκρη τ’ ουρανού και σαν μπλε μελάνι σ’ ένα φύλλο χαρτί


απλώθηκε αργά κατά μήκος του ορίζοντα. Αν μάζευες όλες τις αποχρώσεις του μπλε που έχει ο κόσμος και διάλεγες την πιο μπλε, την επιτομή τού μπλε, σίγουρα αυτό το χρώμα θα επέλεγες. Ακούμπησα τους αγκώνες μου στο τραπέζι και κοίταζα το θέαμα, με το μυαλό άδειο. Όταν βγήκε ο ήλιος στον ορίζοντα, εκείνο το μπλε απορροφήθηκε απ’ το κανονικό φως. Μονάχα ένα σύννεφο αιωρούνταν πάνω απ’ το νεκροταφείο, ένα ολόλευκο σύννεφο με σαφές περίγραμμα. Ένα σύννεφο τόσο έντονα σχηματισμένο, που θα μπορούσες να γράψεις πάνω του σαν σε χαρτί. Μια καινούργια μέρα είχε ξεκινήσει. Τι θα ’φερνε όμως αυτή η μέρα, δεν είχα ιδέα. Θα πήγαινα τις κόρες μου στο νηπιαγωγείο κι ύστερα θα πήγαινα στην πισίνα. Τα ίδια όπως πάντα. Θυμήθηκα την πισίνα όπου κολυμπούσα όταν ήμουνα στο Γυμνάσιο. Τη μυρωδιά του χώρου, τον τρόπο που αντηχούσαν οι φωνές στο ταβάνι. Βρισκόμουν στη μέση μιας μεταμόρφωσης σε κάτι νέο. Στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και μπορούσα να δω τις αλλαγές στο κορμί μου. Το βράδυ, μες στη σιωπή, έπαιρνα όρκο ότι μπορούσα ν’ ακούσω τον ήχο της σάρκας μου που ωρίμαζε. Ήμουν έτοιμος να φορέσω τον καινούργιο μου εαυτό, έτοιμος να κάνω το πρώτο βήμα σ’ έναν πρωτόγνωρο τόπο. Καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας, κοιτούσα το μοναχικό σύννεφο πάνω απ’ το νεκροταφείο. Το σύννεφο δεν κουνιόταν καθόλου. Ήταν ακίνητο, καρφωμένο στο ίδιο σημείο. Ώρα να ξυπνήσω τις κόρες μου. Είχε ξημερώσει για τα καλά κι ήταν ώρα να σηκωθούν. Εκείνες ήταν που χρειάζονταν αυτή την καινούργια μέρα, πολύ περισσότερο από μένα. Θα πήγαινα στο δωμάτιό τους, θα τις ξεσκέπαζα, θ’ ακουμπούσα το χέρι μου στα ζεστά τους κορμάκια και θα ανάγγελλα τον ερχομό μιας καινούργιας μέρας. Αυτό έπρεπε να κάνω. Κι όμως, για κάποιο λόγο δεν μπορούσα να σηκωθώ απ’ το τραπέζι της κουζίνας. Όλη η δύναμη είχε αδειάσει απ’ το κορμί μου, σαν να γλίστρησε κάποιος κλεφτά πίσω μου κι έβγαλε αθόρυβα την πρίζα. Με τους αγκώνες στο τραπέζι, έκρυψα το πρόσωπό μου μες στις παλάμες. Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά, είδα βροχή να πέφτει στη θάλασσα. Βροχή να πέφτει απαλά σε μια απέραντη θάλασσα, χωρίς να ναι κανείς εκεί να τη δει. Η βροχή χτυπάει την επιφάνεια της θάλασσας, κι όμως ούτε καν τα ψάρια δεν ξέρουν ότι βρέχει. Μέχρι τη στιγμή που ήρθε κάποιος κι ακούμπησ’ ελαφρά το χέρι του στον ώμο μου, η σκέψη μου ταξίδευε στη θάλασσα.

Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου - Χαρούκι Μουρακάμι  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you