Issuu on Google+

ΧΑΡΟΥΚΙ MOΥPAKAMI Το κουρδιστό πουλί

Μετάφραση ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ Τίτλος πρωτοτύπου: Haruki Murakami, The WindUp Bird Chronicle 1η έκδοση: Οκτώβριος 2005 Μετάφραση από τα αγγλικά: Λεωνίδας Καρατζάς Επιμέλεια-Τυπογραφική διόρθωση: Δημήτρης Παπακώστας © 1997, Haruki Murakami © 2004, για την ελληνική γλώσσα Εκδόσεις Ωκεανίδα ΑΕ Σολωμού 25, 106 82 Αθήνα, τηλ. 210-38.27.341 Πλάτωνος 17, 546 31 Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310231.800 e-mail: oceanida@internet.gr www.oceanida.gr Ηλεκτρονική στοιχειοθεσία-Σελιδοποίηση: Εκδόσεις ((Ωκεανίδα» Εκτύπωση: Μ. Σπύρου & Σια ΑΕ Βιβλιοδεσία: Βιβλιοδομή ΑΕ ISBN 960-410-391-1 ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ Η Κλέφτρα Κίσσα

Ιούνιος και Ιούλιος 1984 Το κουρδιστό πουλί της Τρίτης Έξι δάχτυλα και τέσσερα στήθη

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ήμουν στην κουζίνα κι έφτιαχνα μια μακαρονάδα σφυρίζοντας το σκοπό της Κλέφτρας Κίσσας του Ροσίνι, που έπαιζ’ εκείνη την ώρα το ραδιόφωνο. Ήταν η τέλεια μουσική υπόκρουση για το μαγείρεμα της μακαρονάδας. Το ένστικτό μου με παρότρυνε να αγνοήσω το κουδούνισμα, όχι γιατί έπρεπε όπου να ’ναι να


Τίτλος πρωτοτύπου: Haruki Murakami, Sputnik Sweetheart 1η έκδοση: Μάιος 2008 Μετάφραση από τα αγγλικά: Λεωνίδας Καρατζάς Επιμέλεια: Ζένια Χασάπη Τυπογραφική διόρθωση: Αρετή Μπουκάλα

Κί όρεξη καμιά δεν είχε να σκάψει για τη δόξα Ακολουθώντας τη συνηθισμένη τους ρουτίνα, γύρισαν Έχετε δει ποτέ πληγή από σφαίρα να μη ματώνει; Όταν είχε απομακρυνθεί πια, πήγα με το Καρότο σ’ έ


Σπούτνικ αγαπημένη Μετάφραση ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ ΣΠΟΥΤΝΙΚ Στις 4 Οκτωβρίου 1957, η Σοβιετική Ένωση έστειλε στο διάστημα τον πρώτο τεχνητό δορυφόρο, τον Σπούτνικ 1, από το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ στο Καζαχστάν. Ο Σπούτνικ είχε διάμετρο 58 εκ., ζύγιζε 83,6 κιλά και έκανε μια πλήρη περιφορά της Γης σε 96 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα. Στις 3 Νοεμβρίου του ίδιου έτους εκτοξεύτηκε ο Σπούτνικ 2 με επιβάτη τη σκυλίτσα Λάικα. Η Λάικα ήταν το πρώτο έμβιο ον που βγήκε από την ατμόσφαιρα της Γης, αλλά ο δορυφόρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Γη και η Λάικα θυσιάστηκε στο βωμό της διαστημικής βιολογίας. The Complete Chronicle of World History Ήταν άνοιξη, όταν η Σουμίρε, στα είκοσι δύο της χρόνια, ερωτεύτηκε για πρώτη φορά. Και ήταν μια αγάπη δυνατή, ένας πραγματικός τυφώνας που σάρωσε το τοπίο της ζωής της ισοπεδώνοντας τα πάντα στο διάβα του, παρασέρνοντας ό,τι ήταν όρθιο, διαλύοντάς το, συνθλίβοντάς το. Η ένταση του τυφώνα δεν μειώθηκε καθόλου καθώς διέσχιζε τον ωκεανό, έκανε στάχτη το Άνγκορ Βατ, κατέκαψε μια ινδική ζούγκλα, μαζί με τις τίγρεις και τα άλλα ζώα, για να μετατραπεί σε αμμοθύελλα στην περσική έρημο θάβοντας ένα εξωτικό φρούριο κάτω από μια θάλασσα άμμου. Με άλλα λόγια, ήταν ένας έρωτας τεραστίων διαστάσεων. Το αντικείμενο του έρωτά της έτυχε να είναι δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερο της και παντρεμένο. Και το σημαντικότερο: ήταν γένους θηλυκού. Απ’ αυτό ξεκίνησαν όλα και σ’ αυτό κατέληξαν. Σχεδόν. Εκείνη την εποχή, η Σουμίρε -Βιολέτα στα ιαπωνικάπροσπαθούσε να γίνει συγγραφέας. Όσους δρόμους και να άνοιγε μπροστά της η ζωή, εκείνη ήθελε να γίνει ή συγγραφέας ή τίποτε. Η αποφασιστικότητά της ήταν πιο στέρεη κι από το βράχο του Γιβραλτάρ. Τίποτε δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα σ’ εκείνη και την πίστη της στη λογοτεχνία. Όταν αποφοίτησε από ένα δημόσιο λύκειο της Καναγκάβα, πήγε στο τμήμα ανθρωπιστικών σπουδών ενός μικρού και ταπεινού ιδιωτικού κολεγίου στο Τόκιο. Δεν κατάφερε ν’ αποκτήσει επαφή με το ίδρυμα, για κείνη ήταν ένα χλιαρό, χλομό μέρος που το μισούσε και θεωρούσε τους συμφοιτητές της (ανάμεσα σ’ αυτούς κι εμένα, φοβάμαι) απελπιστικά βαρετούς, σκαρταδούρα δευτέρας διαλογής. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το τρίτο έτος, τα παράτησε οριστικά. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα δύο χρόνια. Νομίζω ότι ήταν σωστή η κίνησή της, αλλά -επιτρέψτε μου μια ήπια γενίκευσησ’ αυτό τον κάθε άλλο παρά τέλειο κόσμο δεν προβλέπεται χώρος και για πράγματα που δεν έχουν νόημα; Αν τα αφαιρέσεις αυτά από μια ατελή ζωή, τότε η ζωή αυτή θα χάσει ακόμη και την ατέλειά της. Η Σουμίρε ήταν αθεράπευτα ρομαντική και αμετακίνητη στις απόψεις της και κάπως αφελής, για να μην πω τίποτε χειρότερο. Εάν της έδινες αφορμή να μιλήσει, άρχιζε και ξεχνούσε να τελειώσει, αλλά αν βρισκόταν με κάποιον που δεν τον συμπαθούσε -δηλαδή με τους περισσότερους ανθρώπους


αυτού του κόσμουσχεδόν δεν άνοιγε το στόμα της. Κάπνιζε υπερβολικά και ήταν σίγουρο ότι αν έπρεπε να πάρει το τρένο, θα έχανε το εισιτήριο. Μερικές φορές βυθιζόταν τόσο πολύ στις σκέψεις της που ξεχνούσε να φάει. Είχε καταντήσει σκιά του εαυτού της, σαν ορφανό από παλιά ιταλική ταινία σαν σπιρτόξυλο με μάτια. Πολύ θα ήθελα να σας δείξω μια φωτογραφία της, αλλά δεν έχω καμιά. Απεχθανόταν τις φωτογραφίες, ιδιαίτερα τις δικές της δεν είχε καμιά διάθεση ν’ αφήσει για τους μεταγενέστερους ένα δικό της Πορτρέτο του καλλιτέχνη (της καλλιτέγνιδας) σε νεαρή ηλικία. Αν υπήρχε φωτογραφία της Σουμίρε από εκείνη την εποχή, ξέρω πως θα ήταν πολύτιμη μαρτυρία σχετικά με το πόσο ιδιόρρυθμοι μπορούν να γίνουν ορισμένοι άνθρωποι. Όμως έχω αρχίσει και μπερδεύω τα πράγματα χρονικά. Η γυναίκα που ερωτεύτηκε η Σουμίρε λεγόταν Μίου. Τουλάχιστον έτσι τη φώναζαν όλοι. Δεν ξέρω το πραγματικό της όνομα, και αυτό είναι κάτι που αργότερα προκάλεσε προβλήματα, αλλά και πάλι άρχισα να μιλάω πρωθύστερα. Η Μίου ήταν κορεατικής καταγωγής, αλλά μέχρι που, γύρω στα είκοσι πέντε της, αποφάσισε να μάθει κορεάτικα, δεν ήξερε ούτε μια λέξη απ’ αυτή τη γλώσσα. Είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στην Ιαπωνία και είχε σπουδάσει σε μια μουσική ακαδημία στη Γαλλία, οπότε, εκτός από τα ιαπωνικά, ήξερε θαυμάσια γαλλικά και αγγλικά. Ντυνόταν πάντα καλά και με γούστο, με ελάχιστα αλλά ακριβά κοσμήματα, και οδηγούσε μια δωδεκακύλινδρη γαλάζια Τζάγκουαρ. Την πρώτη φορά που συνάντησε η Σουμίρε τη Μίου, της μίλησε για τα μυθιστορήματα του Τζακ Κέρουακ. Η Σουμίρε

ήταν τρελαμένη με τον Κέρουακ. Πάντα είχε ένα λογοτεχνικό Είδωλο του Μήνα·, κι εκείνες τις μέρες συνέβη να είναι ο παλιομοδίτης Κέρουακ. Κουβαλούσε στην τσέπη του παλτού της ένα φθαρμένο αντίτυπο του Στο δρόμο ή του Μοναχικού ταξιδιώτη, και το ξεφύλλιζε κάθε φορά που της δινόταν η ευκαιρία. Όποτε έβρισκε κάποιες φράσεις που της άρεσαν, τις σημείωνε με μολύβι και τις απομνημόνευε σαν να ήταν κείμενα από κάποιες, ιερές γραφές. Τα αγαπημένα της αποσπάσματα ήταν από το κομμάτι του Μοναχικού ταξιδιώτη που μιλάει για τους εθελοντές δασοπυροσβέστες. Ο Κέρουακ πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες σε μια καλύβα στην κορυφή ενός ψηλού βουνού προσέχοντας μην πάρει φωτιά το δάσος. Στη Σουμίρε άρεσε ιδιαίτερα το εξής κομμάτι: Κανείς δεν πρέπει να ζει τη ζωή του χωρίς να περάσει έστω και μια φορά την εμπειρία της ανίας και της μοναξιάς στην ερημιά, εκεί όπου βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του και όπου μπορεί να συνειδητοποιήσει την πραγματική και κρυμμένη δύναμή του. αΔεν είναι υπέροχο;» είπε. «Κάθε μέρα στέκεσαι στην κορυφή ενός βουνού, κοιτάς ολόγυρα σαρώνοντας με το βλέμμα ολόγυρα τον ορίζοντα, προσέχοντας μήπως έχει πάρει κάπου φωτιά. Κι αυτό είν’ όλο. Η δουλειά της ημέρας έχει τελειώσει. Τον υπόλοιπο χρόνο μπορείς να διαβάσεις, να γράψεις, να κάνεις ό,τι θέλεις. Τη νύχτα, διάφορες ψωραλέες αρκούδες περιφέρονται γύρω από την καλύβα σου. Αυτή είναι ζωή! Σε σύγκριση μ’ αυτό, το να σπουδάζεις λογοτεχνία στο κολέγιο είναι σαν να μασάς την πικρή άκρη από ’να αγγουράκι». «Εντάξει», της έλεγα εγώ, «αλλά κάποια μέρα, πού θα πάει, θα κατέβεις απ’ την κορυφή του βουνού». Ως συνήθως, οι πρακτικές και βαρετές γνώμες μου δεν της άλλαζαν καθόλου τη διάθεση. Η Σουμίρε ήθελε να γίνει κάτι σαν ήρωας μυθιστορήματος του Κέρουακ άγρια, κουλ, χωρίς ηθικούς φραγμούς. Περιφερόταν με τα χέρια βαθιά στις τσέπες του παλτού της, τα μαλλιά της αχτένιστα και ανακατεμένα, κοιτάζοντας με βλέμμα απλανές τον ουρανό μέσα από τα πλαστικά μαύρα γυαλιά της τύπου Ντίζι Γκιλέσπι, τα οποία επέμενε να φοράει, παρότι η όρασή της ήταν δέκα στα δέκα. Κατά κανόνα, φορούσε ένα παλτό ψαροκόκαλο, γύρω στα δύο νούμερα μεγαλύτερο, αγορασμένο από στοκατζίδικο, κι ένα ζευγάρι άκομψες εργατικές μπότες. Εάν μπορούσε ν’ αφήσει γενειάδα, είμαι σίγουρος ότι θα το έκανε. Η Σουμίρε δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε καλλονή. Τα μάγουλά της ήταν βουλιαγμένα, το στόμα της λίγο πιο πλατύ απ’ το κανονικό. Η μύτη της ήταν μάλλον μικρή και με την άκρη της γυρισμένη προς


τα πάνω. Είχε εκφραστικό πρόσωπο και φοβερή αίσθηση του χιούμορ, αν και ποτέ δεν γελούσε δυνατά. Ήταν κοντή, και ακόμη κι όταν ήταν στις καλές της, μιλούσε σαν να έξυνε τα νύχια της για καβγά. Ποτέ δεν την είχα δει να χρησιμοποιεί κραγιόν ή μάσκαρα, και έχω σοβαρές αμφιβολίες αν ήξερε ότι τα σουτιέν έχουν νούμερα. Παρ’ όλα αυτά όμως, η Σουμίρε είχε κάτι ξεχωριστό επάνω της, κάτι που τραβούσε τους ανθρώπους. Αυτό τοκάτι δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αλλά όταν την κοίταζες στα μάτια, πάντα το έβλεπες ν’ αντανακλάται στο βάθος τους. Δεν ωφελεί να κρύβομαι. Ήμουν ερωτευμένος με τη Σουμίρε. Με τράβηξε απ’ την πρώτη στιγμή που μου μίλησε, και πολύ σύντομα δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Για πολύ καιρό ήταν το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν. Προσπάθησα να της πω πώς ένιωθα, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο δεν μου έβγαιναν τα κατάλληλα λόγια. Ίσως πάλι να ήταν για καλό. Εάν είχα καταφέρει να της μιλήσω για ��α αισθήματά μου, το πιθανότερο ήταν να με περιγελάσει. Όσο η Σουμίρε κι εγώ κάναμε παρέα, βγήκα με δύο ή τρία άλλα κορίτσια. Και δεν είναι ότι δεν θυμάμαι τον ακριβή αριθμό. Το δύο ή το τρία εξαρτάται από το κριτήριο που χρησιμοποιείς για να τα μετρήσεις. Αν σ’ αυτά προσθέταμε και τα κορίτσια με τα οποία πλάγιασα μιαδυο φορές, η λίστα θα μεγάλωνε ανεπαίσθητα. Εν πάση περιπτώσει, όποτε έκανα έρωτα μ’ αυτά τα άλλα κορίτσια, στο μυαλό μου είχα πάντα τη Σουμίρε. Ή, τουλάχιστον, η σκέψη της ροκάνιζε αδιάκοπα μια γωνιά του μυαλού μου. Φανταζόμουν ότι την κρατούσα στην αγκαλιά μου. Χυδαίο, θα μου πείτε, αλλά τι να κάνουμε; Έτσι σκεφτόμουν. Γιά να δούμε πώς γνωρίστηκαν η Σουμίρε και η Μίου. Τον Τζακ Κέρουακ η Μίου τον είχε ακουστά, ήταν μάλίστα σχεδόν σίγουρη ότι ήταν συγγραφέας. Όμως τι είδους συγγραφέας, δεν μπορούσε να θυμηθεί. «Κέρουακ… μμμ… Σπούτνικ δεν ήτανε αυτός;» Η Σουμίρε δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε. Με το μαχαίρι και το πιρούνι μετέωρο, προσπάθησε να σκεφτεί. «Σπούτνικ; Εννοείς τον πρώτο δορυφόρο που έστειλαν στο διάστημα οι Σοβιετικοί τη δεκαετία του ’50; Ο Τζακ Κέρουακ ήταν Αμερικανός μυθιστοριογράφος. Βέβαια, ως προς την εποχή συμπίπτουν…» «Έτσι δεν έλεγαν τους συγγραφείς εκείνη την εποχή;» ρώτησε η Μίου. Σχεδίασε έναν κύκλο στο τραπέζι με την άκρη του δαχτύλου της, σαν ν’ ανακάτευε ένα βαζάκι γεμάτο αναμνήσεις. «Σπούτνικ;…» «Πώς το έλεγαν αυτό το λογοτεχνικό κίνημα; Ξέρεις τώρα τι εννοώ όταν ταξινομούν τους συγγραφείς σε διάφορες σχολές γραφής. Όπως λέμε, ας πούμε, ότι ο Σίγκα Ναόγια ανήκε στη σχολή της Λευκής Σημύδας». Κάποια στιγμή η Σουμίρε το κατάλαβε. αΜπίτνιχ\ϊ> Η Μίου σκούπισε ελαφρά με μια χαρτοπετσέτα τη γωνία του στόματός της. «Μπίτνικ… Σπούτνικ. Ποτέ δεν τους θυμάμαι αυτούς τους όρους. Είναι σαν την Παλινόρθωση των Κενμούν ή τη Συνθήκη του Ραπάλο. Πού να τα θυμάσαι όλα αυτά;» Μία αμήχανη σιωπή έπεσε αναμεταξύ τους, απόδειξη ότι ο χρόνος δεν είχε πάψει να κυλάει.


«Η Συνθήκη του Ραπάλο;» ρώτησε η Σουμίρε. Η Μίου χαμογέλασε. Ένα νοσταλγικό, οικείο χαμόγελο, σαν παλιό αναμνηστικό που αναδύθηκε ξαφνικά μετά από χρόνια απ’ τα βάθη ενός συρταριού. Τα μάτια της στένεψαν με απίστευτη χάρη. Άπλωσε το χέρι της, και με τα μακριά λευκά δάχτυλά· της έφτιαξε μια μπούκλα παραπάνω στα ήδη ανακατεμένα μαλλιά της Σουμίρε. Ήταν μια τόσο ξαφνική και φυσική κίνηση που η Σουμίρε δεν μπορούσε παρά να της ανταποδώσει το χαμόγελο. Από εκείνη την ημέρα, το όνομα της Μίου για τη Σουμίρε έγινε Αγαπημένη μου Σπούτνικ. Η Σουμίρε λάτρευε τον ήχο αυτών των λέξεων. Της θύμιζαν τη Αάικα, τη σκυλίτσα. Τον τεχνητό δορυφόρο που διέσχιζε σιωπηλά τα σκοτάδια του διαστήματος. Τα σκούρα γυαλιστερά μάτια της σκυλίτσας να κοιτάζουν απ’ το φινιστρίνι. Μέσα στην απέραντη μοναξιά του διαστήματος, τι θα μπορούσε άραγε να κοιτάζει το σκυλάκι; Η συζήτηση για τον Σπούτνικ έγινε σε μια γαμήλια δεξίωση για την εξαδέλφη της Σουμίρε σ’ ένα ξενοδοχείο πολυτελείας της Ακασάκα. Η Σουμίρε δεν είχε και πολλά πολλά με την εξαδέλφη της* στην πραγματικότητα δεν τη συμπαθούσε καθόλου. Θα προτιμούσε να την υποβάλουν σε βασανιστήρια παρά να παραστεί σε μια απ’ αυτές τις δεξιώσεις, αλλά απ’ αυτή τη συγκεκριμένη δεν μπορούσε να λείψει. Εκείνη και η Μίου κάθονταν δίπλα δίπλα σ’ ένα τραπέζι. Η Μίου δεν μπήκε σε πολλές λεπτομέρειες, αλλά, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν δασκάλα της νύφης στο πιάνο -ή κάτι τέτοιο τέλος πάντωνόταν εκείνη ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις στη μουσική σχολή του πανεπιστημίου. Η σχέση τους δεν ήταν ούτε μακρόχρονη ούτε στενή, αλλά η Μίου θεώρησε υποχρέωσή της να παραστεί. Τη στιγμή που η Μίου άγγιξε τα μαλλιά της, η Σουμίρε ερωτεύτηκε. Ήταν σαν να περπατούσε σ’ ένα ξέφωτο στην εξοχή και κρακί να τη χτύπησε κατακέφαλα κεραυνός. Κάτι σαν καλλιτεχνική αποκάλυψη. Γι’ αυτό ακριβώς, εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, δεν είχε καμιά σημασία για τη Σουμίρε ότι το πρόσωπο που ερωτεύτηκε έτυχε να είναι γυναίκα. Δεν νομίζω ότι η Σουμίρε είχε ποτέ αυτό που θ’ αποκαλούσαμε «εραστή». Στο λύκειο είχε μερικά αγόρια, φίλους δηλαδή, με τους οποίους πήγαινε στον κινηματογράφο ή για κολύμπι. Δεν μπορούσα να φανταστώ οποιαδήποτε απ’ αυτές τις σχέσεις να γίνεται κάτι πιο βαθύ. Η Σουμίρε ήταν υπερβολικά απορροφημένη από τη φιλοδοξία της να γίνει συγγραφέας για να ερωτευτεί οποιονδήποτε. Και εάν είχε την εμπειρία του σεξ -ή κάτι παρόμοιοστο σχολείο, είμαι σίγουρος ότι θα είχε συμβεί λιγότερο από σεξουαλική επιθυμία ή έρωτα και περισσότερο από λογοτεχνική περιέργεια. «Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, η σεξουαλική επιθυμία με μπερδεύει αφάνταστα», μου είπε μια φορά η Σουμίρε με απόλυτα σοβαρό ύφος. Αυτό έγινε λίγο πριν εγκαταλείψει το κολέγιο. Είχε κατεβάσει πέντε νται’κιρί μπανάνας και ήταν τελείως τύφλα. «Ξέρεις τι εννοώ… πώς γίνεται όλο αυτό το πράγμα. Εσύ τι άποψη έχεις;» «Η σεξουαλική επιθυμία δεν είναι κάτι που το καταλαβαίνεις», είπα, δίνοντάς της τη συνηθισμένη νερόβραστη απάντησή μου. «Απλώς υπάρχει». Με κοίταξε για λίγο ερευνητικά, σαν να ήμουν μηχάνήμα που έκαιγε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε καύσιμο. Χάνοντας κάθε ενδιαφέρον, γύρισε το βλέμμα της προς το ταβάνι και η συζήτησή μας ξέφτισε. Δεν είναι αυτός για τέτοιες κουβέντες, πρέπει να είπε μέσα της.


Η Σουμίρε είχε γεννηθεί στο Τσιγκασάκι. Το σπίτι της ήταν κοντά στην παραλία και μεγάλωσε με τον ξερό κρότο του γεμάτου άμμο αέρα πάνω στα παράθυρά της. Ο πατέρας της είχε μια οδοντιατρική κλινική στη Γιοκοχάμα. Ήταν ωραίος άντρας και η καλοσχηματισμένη μύτη του θύμιζε τον Γκρέγκορι Πεκ στη Νύχτα αγωνίας. Η Σουμίρε δεν κληρονόμησε αυτή την ωραία μύτη αλλά ούτε και ο αδελφός της, κατά τη γνώμη της. Η Σουμίρε θεωρούσε απορίας άξιο πώς τα γονίδια που είχαν δημιουργήσει εκείνη τη μύτη εξαφανίστηκαν. Αν είχαν βυθιστεί για πάντα στο έρεβος της γονιδιακής θάλασσας, τότε ο κόσμος θα ήταν πολύ θλιβερότερο μέρος. Τόσο τρομερή ήταν αυτή η μύτη. Ο πατέρας της Σουμίρε ήταν σχεδόν μυθική μορφή για την περιοχή της Γιοκοχάμα, και ιδιαίτερα για τις γυναίκες με οδοντιατρικά προβλήματα. Στο ιατρείο του, πάντα φορούσε χειρουργικό σκούφο και μεγάλη μάσκα προσώπου, έτσι ώστε το μόνο που έβλεπε η ασθενής ήταν ένα ζευγάρι μάτια κι ένα ζευγάρι αυτιά. Ακόμη κι έτσι όμως, ήταν προφανές πόσο ελκυστικός ήταν. Η όμορφη αντρική του μύτη φούσκωνε γεμάτη υπονοούμενα κάτω από τη μάσκα, κάνοντας τις ασθενείς του να κοκκινίζουν. Αρκούσε μια στιγμή -είτε τις κάλυπτε η ασφάλειά τους είτε όχιγια να πέσουν στον έρωτά του. Η μητέρα της Σουμίρε πέθανε από συγγενή καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία μόλις τριάντα ενός ετών. Η Σουμίρε δεν είχε κλείσει ακόμη τα τρία. Το μόνο που θυμόταν απ’ τη μητέρα της ήταν μια αόριστη μυρωδιά, η μυρωδιά της επιδερμίδας της. Έμεναν όλες κι όλες δυο φωτογραφίες της η στημένη φωτογραφία απ’ το γάμο και μια άλλη, αμέσως μετά τη γέννηση της Σουμίρε. Η Σουμίρε συχνά έβγαζε το οικογενειακό λεύκωμα και κοίταζε τις φωτογραφίες. Η μητέρα της Σουμίρε ήταν για να μην πούμε τίποτε χειρότεροένα άτομο απ’ αυτά που ξεχνιούνται αμέσως. Κοντά, πολύ συνηθισμένα μαλλιά, ρούχα που σ’ έκαναν ν’ αναρωτιέσαι τι σκεφτόταν όταν τα αγόραζε, ένα χαμόγελο μόνιμης αμηχανίας. Εάν έκανε ένα βήμα προς τα πίσω μπορεί και να γινόταν ένα με τον τοίχο. Η Σουμίρε ήταν αποφασισμένη να καταγράψει ανεξάλειπτα το πρόσωπο της μητέρας της στη μνήμη της. Τότε θα μπορούσε ίσως κάποια μέρα να τη συναντήσει στα όνειρά της. Θα έσφιγγαν η μια το χέρι της άλλης, θα έκαναν μια φιλική κουβεντούλα. Όμως* τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Όσο κι αν προσπαθούσε ν’ απομνημονεύσει το πρόσωπο της μητέρας της, εκείνο συνεχώς της ξέφευγε. Κι ας μη μιλάμε καλύτερα για όνειρα εάν η Σουμίρε συναντούσε τη μητέρα της στο δρόμο μέρα μεσημέρι, δεν θα την αναγνώριζε. Ο πατέρας της Σουμίρε δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ για τη νεκρή σύζυγό του. Αυτός ο άνθρωπος γενικά δεν ήταν ομιλητικός, και ό,τι και να του συνέβαινε, ποτέ δεν μιλούσε για τα συναισθήματά του λες και ήταν μολυσματικά μικρόβια σε στόμα ασθενούς. Η Σουμίρε δεν θυμόταν να έχει ρωτήσει ποτέ τον πατέρα της για τη νεκρή μητέρα της. Εκτός από μια φορά, όταν ήταν ακόμη πολύ μικρή, που τον ρώτησε χωρίς να θυμάται γιατί: «Πώς ήταν η μαμά;» Θυμόταν αυτή τη συζήτηση πολύ καθαρά. Ο πατέρας της κοίταξε αλλού και σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει. «Είχε φοβερή μνήμη», είπε. «Και είχε ωραίο γραφικό χαρακτήρα». Περίεργος τρόπος για να περιγράφεις έναν άνθρωπο. Η Σουμίρε περίμενε γεμάτη αγωνία, με τη λευκή πρώτη σελίδα του τετραδίου της ανοιχτή μπροστά της, ν’ ακούσει θετικά λόγια, που θα ήταν για κείνη πηγή ζεστασιάς και ανακούφισης ένα στήριγμα, ένας άξονας που θα τη βοηθούσε να πατήσει πιο στέρεα σ’ αυτό τον τρίτο πλανήτη από τον ήλιο. Ο πατέρας της θα έπρεπε να της είχε πει κάτι, στο οποίο να μπορούσε να στηριχτεί η μικρή κόρη του. Όμως ο ωραίος πατέρας της Σουμίρε


δεν ήταν διατεθειμένος να πει τα λόγια που χρειαζόταν το κοριτσάκι περισσότερο απ’ όλα. Ο πατέρας της Σουμίρε παντρεύτηκε ξανά, όταν η κόρη του ήταν έξι χρονών. Δύο χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο μικρότερος αδελφός της. Η καινούργια μητέρα της δεν ήταν ούτε κι εκείνη όμορφη. Επιπλέον, είχε κακή μνήμη και ο γραφικός της χαρακτήρας ήταν άθλιος. Ήταν όμως ευγενικό και καλόβολο άτομο. Αυτό ήταν ευτύχημα για τη μικρή Σουμίρε, την ολοκαίνουργια προγονή της. Όχι, ευτύχημα δεν είναι η σωστή λέξη. Στο κάτω κάτω, ο πατέρας της δεν την είχε παντρευτεί τυχαία. Την είχε επιλέξει. Μπορεί να μην ήταν ο ιδανικός πατέρας, όταν έφτασε όμως η στιγμή να επιλέξει μια σύντροφο, ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Η αγάπη της μητριάς της γι’ αυτήν ποτέ δεν μειώθηκε κατά τη διάρκεια της δύσκολης περιόδου της εφηβείας, και όταν η Σουμίρε δήλωσε ότι είχε σκοπό να εγκαταλείψει το κολέγιο και να γράψει μυθιστορήματα, η μητριά της -αν και είχε τις δικές της απόψεις περί του θέματοςσεβάστηκε την επιθυμία της Σουμίρε. Πάντα την ευχαριστούσε που η Σουμίρε διάβαζε πολλά βιβλία, και ενθάρρυνε τις λογοτεχνικές της φιλοδοξίες. Η μητριά της τελικά κατάφερε να πείσει τον πατέρα της και αποφάσισαν μαζί ότι μέχρι να γίνει η Σουμίρε είκοσι οχτώ χρονών, θα της έδιναν ένα μικρό επίδομα. Εάν δεν κατάφερνε μέχρι τότε να κερδίζει τα προς το ζην με το γράψιμο, θα έπρεπε να φροντίσει να κερδίσει τα προς το ζην με κάποιον άλλο τρόπο μόνη της. Εάν δεν είχε πάρει το μέρος της η μητριά της, ο πατέρας της μπορεί να την είχε διώξει απ’ το σπίτι -χωρίς μια δεκάρα στην τσέπη και χωρίς καμία κοινωνική εξασφάλισηπαρατώντας τη στο έρημο τοπίο μιας πραγματικότητας χωρίς ίχνος χιούμορ. Όπου η Γη, αυτό είναι σίγουρο, δεν αγκομαχάει στο δρομολόγιό της γύρω από τον ήλιο για να μπορούν ν’ απολαμβάνουν και να χαίρονται τα ανθρώπινα όντα. Η Σουμίρε γνώρισε την αγαπημένη της Σπούτνικ δύο χρόνια και κάτι αφότου εγκατέλειψε το κολέγιο. Η Σουμίρε έμενε σε μια γκαρσονιέρα στο Κιτσιτζότζι, όπου τα έβγαζε πέρα με ελάχιστα έπιπλα κι έναν απίστευτο αριθμό βιβλίων. Σηκωνόταν κατά τις δώδεκα, και το μεσημεράκι, με τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα, έκανε τη βόλτα της στο πάρκο Ινογκασίρα. Όταν είχε ήλιο, καθόταν σ’ ένα παγκάκι και μασουλούσε το ψωμί της καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Όταν έβρεχε ή έκανε κρύο, έμπαινε σ’ ένα παλιομοδίτικο καφενείο, όπου έπαιζαν στη διαπασών κλασική μουσική, βούλιαζε σ’ ένα φθαρμένο καναπέ και διάβαζε τα βιβλία της, με σοβαρό ύφος καθώς άκουγε τις συμφωνίες του Σούμπερτ ή τις καντάτες του Μπαχ. Το βράδυ έπινε μια μπίρα και έτρωγε το μαγειρεμένο φαγητό που αγόραζε στο σούπερ μάρκετ. Στις έντεκα τη νύχτα καθόταν στο γραφείο της. Είχε πάντα δίπλα της ένα θερμός γεμάτο καφέ, μια κούπα (που της είχα κάνει δώρο εγώ στα γενέθλιά της, με μια εικόνα του Σνάφκιν επάνω), ένα πακέτο Μάρλμπορο κι ένα γυάλινο σταχτοδοχείο. Φυσικά, είχε κι έναν υπολογιστή. Το κάθε πλήκτρο με το δικό του ξεχωριστό γράμμα. Ακολουθούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό της ήταν καθαρό σαν τον χειμωνιάτικο νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Είχε τόσα πράγματα να γράψει, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που της έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή πρωτότυπων έργων, που


όμοιά τους ο κόσμος δεν είχε δει ποτέ. Τα μάτια των ανθρώπων θα άνοιγαν διάπλατα από την έκπληξη στο ντεμπούτο αυτής της νεαρής συγγραφέως με το σπάνιο ταλέντο. Μια φωτογραφία της μ’ ένα κουλ χαμόγελο, θα έμπαινε στις λογοτεχνικές σελίδες της εφημερίδας, και οι εκδότες θα περνούσαν πολλές ώρες περιμένοντας έξω από την πόρτα της. Ποτέ όμως δεν συνέβη έτσι. Η Σουμίρε έγραψε μερικά έργα που είχαν αρχή. Μερικά άλλα είχαν τέλος. Κανένα όμως δεν είχε αρχή xat τέλος. Και δεν ήταν γιατί είχε πάθει συγγραφική εμπλοκή. Κάθε άλλο έγραφε ασταμάτητα, καθετί που της περνούσε από το μυαλό. Το πρόβλημα ήταν ότι έγραφε υπερβολικά πολλά. Θα σκεφτόταν κανείς ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει θα ήταν να κόψει αυτά που περισσεύουν και τότε θα έμενε η ουσία, όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Δεν μπορούσε με τίποτε ν’ αποφασίσει, όταν έβλεπε το κείμενο στο σύνολό του, τι ήταν απαραίτητο και τι όχι. Την επόμενη μέρα, όταν διάβαζε ξανά αυτά που είχε εκτυπώσει, κάθε γραμμή τής φαινόταν απολύτως απαραίτητη. Αλλιώς θα έπρεπε να τα σβήσει όλα. Μερικές φορές, όντας σε απόγνωση, έσκιζε ολόκληρο το χειρόγραφό της και το πετούσε στα σκουπίδια. Κι αν ήταν χειμωνιάτικη η νύχτα και στο δωμάτιο είχε τζάκι, αυτή η πράξη θα είχε τουλάχιστον θερμαντική αξία -θυμηθείτε τη σκηνή από την Μποέμ-, όμως το διαμέρισμα της Σουμίρε όχι μόνο δεν είχε τζάκι, δεν είχε καν τηλέφωνο. Δεν είχε ούτε έναν καθρέφτη της προκοπής. Τα Σαββατοκύριακα, η Σουμίρε ερχόταν στο διαμέρισμά μου με αγκαλιές ολόκληρες χειρόγραφα όσα τυχερά είχαν γλιτώσει από τη σφαγή. Ακόμη κι αυτά τα απομεινάρια ήταν ολόκληρος σωρός. Η Σουμίρε έδειχνε τα γραπτά της σ’ ένα μόνο άτομο σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Σ’ εμένα. Στο κολέγιο ήμουν δυο χρόνια μεγαλύτερος της, και ακολουθούσαμε διαφορετική ειδίκευση, οπότε δεν είχαμε και πολλές ευκαιρίες να συναντηθούμε. Γνωριστήκαμε από καθαρή τύχη. Ήταν μια Δευτέρα του Μαΐου, η πρώτη εργάσιμη μετά από παρατεταμένες αλυσιδωτές διακοπές, και περίμενα στη στάση μπροστά από την κεντρική πύλη του κολεγίου διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα του Πολ Νιζάν που είχα αγοράσει δεύτερο χέρι σ’ ένα μαγαζί. Μια μικροσκοπική κοπελίτσα δίπλα μου έγειρε προς το μέρος μου, έριξε μια ματιά στο βιβλίο και με ρώτησε: «Γιατί συγκεκριμένα Νίζάν; Άλλοι συγγραφείς δεν υπάρχουν;» Ο τόνος της ήταν σαφώς εριστικός. Σαν να ήθελε να κλοτσήσει κάτι, αλλά μη βρίσκοντας τίποτε κατάλληλο, τα έβαλε με το γούστο μου στο διάβασμα. Η Σουμίρε κι εγώ μοιάζαμε πολύ. Καταβροχθίζαμε βιβλία με τη φυσικότητα που αναπνέαμε. Κάθε ελεύθερη στιγμή που είχαμε, βρίσκαμε μια ήσυχη γωνιά, καθόμασταν και γυρίζαμε ακούραστα τη μια σελίδα μετά την άλλη. Γιαπωνέζικα μυθιστορήματα, ξένα μυθιστορήματα, καινούργια έργα, κλασικά, από πρωτοπορία μέχρι μπεστσέλερ εάν υπήρχε κάτι πνευματικά ερεθιστικό σε κάποιο βιβλίο, το διαβάζαμε. Περνούσαμε πολλές ώρες στις βιβλιοθήκες, μέρες ολόκληρες στο Κάντα, τη Μέκκα μεταχειρισμένων βιβλίων του Τόκιο. Ποτέ μου δεν είχα συναντήσει άτομο να διαβάζει τόσο διψασμένα -σε βάθος και κάθε είδοςόσο η Σουμίρε, και είμαι σίγουρος ότι και εκείνη σκεφτόταν το ίδιο για μένα. Πήρα πτυχίο περίπου την εποχή που τα παράτησε η Σουμίρε. Στη συνέχεια, ερχόταν στο σπίτι μου δύο με τρεις φορές το μήνα. Πού και πού, πήγαινα κι εγώ στο διαμέρισμά της, αλλά εκεί δεν υπήρχε αρκετός χώρος για δύο άτομα, οπότε τις περισσότερες φορές ερχόταν εκείνη στο δικό μου. Μιλούσαμε για τα μυθιστορήματα που είχαμε διαβάσει και ανταλλάσσαμε βιβλία. Πολλές φορές της μαγείρευα κιόλας. Μου άρεσε η μαγειρική και η Σουμίρε ήταν από εκείνα τα άτομα που προτιμούσε να πεθάνει από την πείνα παρά να μαγειρέψει και να φάει. Για να μ’ ευχαριστήσει, μου έφερνε


διάφορα δώρα από τις ευκαιριακές δουλειές που έκανε. Μια φορά είχε πιάσει δουλειά στην αποθήκη μιας φαρμακοβιομηχανίας και μου έφερε έξι ντουζίνες προφυλακτικά. Μάλλον θα βρίσκονται ακόμη κάπου στο βάθος κάποιου συρταριού. Τα μυθιστορήματα -ή μάλλον αποσπάσματα μυθιστορημάτωνπου έγραφε η Σουμίρε δεν ήταν και τόσο φριχτά όσο νόμιζε. Είναι αλήθεια βέβαια ότι μερικές φορές το στιλ της έμοιαζε με κουβέρτα φτιαγμένη από κάτι πεισματάρες γιαγιάδες, που καθεμιά είχε τα δικά της γούστα και τα δικά της προβλήματα και που δούλευαν σε απόλυτη σιωπή. Εάν προσθέσεις σ’ αυτό και την ενίοτε μανιοκαταθλιπτική προσωπικότητα της Σουμίρε, τα πράγματα πού και πού έβγαιναν εκτός ελέγχου. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η Σουμίρε είχε αποφασίσει αμετάκλητα να δημιουργήσει ένα τεράστιο Απόλυτο Μυθιστόρημα, σαν αυτά που έγραφαν τον 19ο αιώνα, κάτι σαν πανόραμα γεμάτο απ’ όλα τα πιθανά φαινόμενα της ζωής ώστε να μπορέσει έτσι να συλλάβει την ψυχή και τη μοίρα της ανθρωπότητας. Εάν το παραβλέψει κανείς αυτό, το γράψιμο της Σουμίρε είχε μια αξιοσημείωτη φρεσκάδα, ήταν μια προσπάθεια ν’ απεικονίσει έντιμα ό,τι θεωρούσε η ίδια σημαντικό. Ένα άλλο θετικό ήταν ότι δεν προσπαθούσε να μιμηθεί το στιλ κανενός ούτε ν’ αποστάξει τα πάντα μέσα σε μερικές πυκνές και έξυπνες παραγράφους. Αυτό μου άρεσε περισσότερο απ’ όλα στο γράψιμό της. Δεν θα ήταν σωστό να ψαλιδίσει κανείς την άμεση δύναμη της γραφής της μόνο και μόνο για να του δώσει μια ευχάριστη και βολική φόρμα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης. Είχε ακόμη πολύ χρόνο μπροστά της και μπορούσε να δοκιμάσει διάφορα δρομάκια και στενοσόκακα. Όπως λέει η παροιμία: «Μεγαλώνει καλά ό,τι μεγαλώνει αργά». «Το κεφάλι μου μοιάζει μ’ ένα γελοίο στάβλο γεμάτο από πράγματα, για τα οποία θέλω να γράψω», είπε η Σουμίρε. Εικόνες, σκηνές, αποσπασματικές λέξεις… στό μυαλό μου είναι όλα λαμπερά, ζωντανά. Γράψε! μου φωνάζουν. Μια φοβερή καινούργια ιστορία ετοιμάζεται να γεννηθεί… το νιώθω. Θα με μεταφέρει σε κάποιο ολοκαίνουργιο μέρος. Το πρόβλημα είναι ότι μόλις καθίσω στο γραφείο μου και αρχίσω να τα βάζω όλα αυτά στο χαρτί, συνειδητοποιώ ότι λείπει κάτι ουσιαστικό. Δεν αποκρυσταλλώνονται… δεν βγαίνουνε κρύσταλλοι αλλά απλά χαλίκια. Και δεν μεταφέρομαι πουθενά». Συνοφρυωμένη, η Σουμίρε πήρε το διακοσιοστό πεντηκοστό της χαλίκι και το πέταξε στη λιμνούλα. «Μπορεί κάτι να μου λείπει. Κάτι που πρέπει να έχεις οπωσδήποτε για να γίνεις συγγραφέας». Ακολούθησε βαριά σιωπή. Έμοιαζε ν’ αποζητά την τετριμμένη μου γνώμη. Μετά από λίγο άρχισα να μιλάω. «Πριν από πολλά χρόνια, στην Κίνα, υπήρχαν πόλεις μ�� ψηλά τείχη γύρω γύρω, με τεράστιες και υπέροχες πύλες. Οι πύλες δεν ήταν απλώς πόρτες για να μπαίνει και να βγαίνει ο κόσμος αλλά είχαν βαθύτερο νόημα. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ψυχή της πόλης έδρευε στις πύλες. Ή τουλάχιστον ότι εκεί θα έπρεπε να βρίσκεται. Είναι σαν την Ευρώπη τον Μεσαίωνα, όταν οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι η καρδιά της πόλης βρισκόταν στον καθεδρικό ναό της και στην κεντρική πλατεία. Γι’ αυτό και σήμερα ακόμη στην Κίνα σώζονται πολλές υπέροχες πύλες. Ξέρεις πώς έφτιαχναν αυτές τις πύλες οι Κινέζοι;» «Δεν έχω ιδέα», απάντησε η Σουμίρε. «Οι κάτοικοι των πόλεων έβγαιναν με κάρα στα πεδία των μαχών και μάζευαν τα ξασπρισμένα


κόκαλα που ήταν θαμμένα εκεί ή που ήταν απλώς σκορπισμένα στο έδαφος. Η Κίνα είναι πολύ παλιά χώρα -έχει πολλά παλιά πεδία μαχώνοπότε δεν χρειαζόταν να ψάξουν πολύ. Στην είσοδο της πόλης κατασκεύαζαν μια τεράστια πύλη και σφράγιζαν μέσα της τα κόκαλα. Ήλπιζαν έτσι ότι, μνημονεύοντας μ’ αυτό τον τρόπο τους νεκρούς, οι στρατιώτες θα συνέχιζαν να φρουρούν την πόλη τους. Υπάρχει και κάτι ακόμη. Όταν τελείωνε η κατασκευή της πύλης, έφερναν κάμποσα σκυλιά σ’ αυτήν, τους έκοβαν το λαιμό και ράντιζαν την πύλη με το αίμα τους. Μόνο ανακατεύοντας το φρέσκο αίμα με τα ξεραμένα κόκαλα θα μπορούσαν να φέρουν με μαγικό τρόπο και πάλι στη ζωή τους νεκρούς. Τουλάχιστον αυτή ήταν η κεντρική ιδέα». Η Σουμίρε περίμενε σιωπηλά να συνεχίσω. «Η συγγραφή μοιάζει πάρα πολύ μ’ αυτή τη διαδικασία. Μαζεύεις κόκαλα και φτιάχνεις την πύλη σου, όμως όσο υπέροχη και να είναι αυτή η πύλη, από μόνη της δεν μπορεί να γίνει ένα ζωντανό και παλλόμενο μυθιστόρημα. Οι ιστορίες δεν ανήκουν σ’ αυτό τον κόσμο. Οι πραγματικές ιστορίες απαιτούν ένα είδος μαγικής βάπτισης που συνδέει τον κόσμο αυτής της πλευράς με τον κόσμο της άλλης πλευράς». «Αυτό που λες δηλαδή είναι ότι θα πρέπει να ξαμοληθώ μόνη μου να βρω τον δικό μου σκύλο;» Έκανα ναι με το κεφάλι. «Και να χύσω αχνιστό αίμα;» Η Σουμίρε δάγκωσε τα χείλη της και σκέφτηκε λιγάκι. Πέταξε άλλη μια κακομοίρη πέτρα στη λιμνούλα. ((Πραγματικά δεν θα ήθελα να σκοτώσω κάποιο ζώο εάν μπορώ να το αποφύγω». «Μια μεταφορά ήταν», της είπα. «Δεν θα χρειαστεί, στην πραγματικότητα, να σκοτώσεις τίποτε». Καθόμασταν ως συνήθως δίπλα δίπλα στο πάρκο Ινογκασίρα, στο αγαπημένο της παγκάκι. Η λιμνούλα απλωνόταν μπροστά μας. Επικρατούσε άπνοια. Τα φύλλα έμεναν εκεί που είχαν πέσει, σαν κολλημένα στην επιφάνεια του νερού. Μου μύριζε καπνός από κάποια φωτιά λίγο μακρύτερα. Ο αέρας ήταν γεμάτος από τη μυρωδιά του όψιμου φθινοπώρου, και οι μακρινοί ήχοι ήταν επώδυνα καθαροί. «Αυτό που χρειάζεσαι είναι χρόνος και εμπειρία», είπα. «Χρόνος και εμπειρία», επανέλαβε ονειροπόλα η Σουμίρε και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. «Δεν μπορείς να επηρεάσεις και πολύ το χρόνο περνάει με τον δικό του ρυθμό. Τι γίνεται όμως με την εμπειρία; Μην το λες. Δεν είμαι περήφανη γι’ αυτό, αλλά δεν έχω καμία σεξουαλική επιθυμία. Και τι είδους εμπειρίες μπορεί να έχει ένας συγγραφέας εάν δεν νιώθει μέσα του πάθος; Θα είναι σαν σεφ που δεν του αρέσει το φαγητό». «Δεν ξέρω πού χάθηκε το σεξουαλικό σου ένστικτο», είπα. «Μπορεί κάπου να κρύβεται. Ή μπορεί να έφυγε ταξίδι και να έχασε το δρόμο στο γυρισμό. Όμως ο έρωτας είναι πάντα κάτι απόλυτα τρελό. Μπορεί να εμφανιστεί από το μηδέν και να σε συνεπάρει. Ποιος ξέρει… μπορεί να συμβεί αύριο κιόλας». Η Σουμίρε έστρεψε το βλέμμα από τον ουρανό στο πρόσωπό μου. «Σαν ανεμοστρόβιλος;»


«Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι». Σκέφτηκε. «Έχεις δει ποτέ ανεμοστρόβιλο;» «Όχι», απάντησα. Ευτυχώς, απ’ το Τόκιο δεν περνούσαν και πολύ συχνά ανεμοστρόβιλοι. Περίπου μισό χρόνο αργότερα, έτσι όπως το είχα προβλέψει, ξαφνικά και εντελώς παράλογα, ένας τέτοιος ανεμοστρόβιλος άρπαξε τη Σουμίρε. Με μια γυναίκα δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερή της. Την αγαπημένη της Σπούτνικ. Καθώς η Σουμίρε και η Μίου ήταν καθισμένες μαζί στο τραπέζι της δεξίωσης, έκαναν αυτό που κάνουν όλοι σε αυτές τις περιπτώσεις, και συγκεκριμένα συστήθηκαν η μια στην άλλη. Η Σουμίρε μισούσε το όνομά της και προσπαθούσε να το κρύψει, όποτε μπορούσε. Όμως, όταν κάποιος σε ρωτάει το όνομά σου, αυτό που απαιτούν οι καλοί τρόποι είναι να του το πεις. Σύμφωνα με τον πατέρα της, η μητέρα της είχε διαλέξει εκείνη το όνομα Σουμίρε. Λάτρευε το τραγούδι του Μότσαρτ με το ίδιο όνομα και είχε αποφασίσει από πολύ νωρίς ότι, εάν έκανε κόρη, θα την ονόμαζε έτσι. Σ’ ένά ράφι του σαλονιού υπήρχε ένας δίσκος με τραγούδια του Μότσαρτ, αναμφίβολα ο ίδιος δίσκος που άκουγε η μητέρα της, και όταν ήταν μικρή, η Σουμίρε έβαζε με πολύ μεγάλη προσοχή αυτό το βαρύ LP στο πικάπ και άκουγε το τραγούδι ξανά και ξανά. Τραγουδούσε η Ελισάβετ Σβάρτσκοπφ. Πιάνο έπαιζε ο Βάλτερ Γκίζεκινγκ. Η Σουμίρε δεν καταλάβαινε τουε στίχους, αλλά από το χαριτωμένο μοτίβο ήταν σίγουρη ότι το τραγούδι υμνούσε τις όμορφες βιολέτες που φυτρώνουν στο λιβάδι. Η Σουμίρε λάτρευε αυτή την εικόνα. Στο λύκειο ωστόσο βρήκε μια γιαπωνέζικη μετάφραση του τραγουδιού στη βιβλιοθήκη του σχολείου και έπαθε σοκ. Οι στίχοι μιλούσαν για μια αναίσθητη βοσκοπούλα που τσαλαπάτησε μια μικρή βιολέτα στο λιβάδι. Το κορίτσι ούτε καν πρόσεξε ότι πάτησε τη βιολέτα. Ήταν βασισμένο σ’ ένα ποίημα του Γκαίτε, και η Σουμίρε δεν βρήκε τίποτε το συμπαθητικό σ’ αυτό, το τραγούδι δεν είχε τίποτε να τη διδάξει. «Πώς ήταν δυνατόν να μου δώσει η μητέρα μου το όνομα ενός τόσο φριχτού τραγουδιού;» είπε η Σουμίρε κατσουφιάζοντας. Η Μίου ίσιωσε τις γωνίες της πετσέτας στα γόνατά της, χαμογέλασε ουδέτερα και κοίταξε τη Σουμίρε. Τα μάτια της ήταν πολύ σκούρα. Πολλά χρώματα μαζί αλλά καθαρά και ασυννέφιαστα. «Θεωρείς το τραγούδι όμορφο;» «Ναι, το ίδιο το τραγούδι είναι ωραίο». «Εάν η μουσική είναι καλή, νομίζω ότι αυτό φτάνει. Στο κάτω κάτω, δεν γίνεται να είναι όλα τα πράγματα στον κόσμο όμορφα, έτσι δεν είναι; Η μητέρα σου πρέπει ν’ αγαπούσε αυτό το τραγούδι και να μην την ενοχλούσαν οι στίχοι. Επιπλέον, εάν συνεχίσεις να κατσουφιάζεις έτσι, θα κάνεις μόνιμες ρυτίδες». Η Σουμίρε επέτρεψε στο ύφος της να χαλαρώσει. «Μπορεί να έχεις δίκιο, όμως δεν μπορώ να κρύψω ότι ένιωσα πολύ απογοητευμένη. Θέλω να πω, το μόνο χειροπιαστό πράγμα που μου άφησε η μητέρα μου ήταν αυτό το όνομα. Εκτός από τον ίδιο


μου τον εαυτό φυσικά». «Τι να σου πω, εγώ θεωρώ το Σουμίρε πολύ ωραίο όνομα. Μου αρέσει πολύ», είπε η Μίου και έγειρε λίγο το κεφάλι, σαν να προσπαθούσε να δει τα πράγματα από άλλη σκοπιά. «Επί τη ευκαιρία, ο πατέρας σου είναι εδώ, στη δεξίωση;» Η Σουμίρε κοίταξε ολόγυρα. Η αίθουσα της δεξίωσης ήταν τεράστια, αλλά ο πατέρας της ήταν ψηλός και τον ξεχώρισε εύκολα. Καθόταν δύο τραπέζια πιο εκεί, με το πρόσωπό του στραμμένο στο πλάι, μιλώντας μ’ έναν κοντό ηλικιωμένο άντρα με πρωινό παλτό. Το χαμόγελό του ήταν τόσο εγκάρδιο και ζεστό που θα μπορούσε να λιώσει παγετώνα. Κάτω απ’ το φως των πολυελαίων, η ωραία μύτη του ορθωνόταν απαλά, σαν ροκοκό καμέο, έτσι ώστε ακόμη και η Σουμίρε, που ήταν συνηθισμένη να τον βλέπει, συγκινήθηκε απ’ την ομορφιά της. Ο πατέρας της ανήκε πράγματι σ’ αυτού του είδους την τυπική συγκέντρωση. Από μόνη της η παρουσία του δημιουργούσε εντύπωση. Σαν κομμένα λουλούδια σε μεγάλο βάζο ή σαν μιά κατάμαυρη εξάπορτη λιμουζίνα. Όταν είδε τον πατέρα της Σουμίρε, η Μίου έμεινε άφωνη. Η Σουμίρε κυριολεκτικά άκουσε την ανάσα της να κόβεται. Ήταν σαν τον ήχο μιας βελούδινης κουρτίνας που την ανοίγουμε ένα ήρεμο πρωινό για ν’ αφήσουμε να μπει το φως του ήλιου και να ξυπνήσει κάποιον που αγαπάμε πολύ. Ίσως θα έπρεπε να φέρω μαζί μου κι ένα ζευγάρι κιάλια της όπερας, μονολόγησε η Σουμίρε. Όμως ήταν συνηθισμένη στις υπερβολικές αντιδράσεις που προκαλούσε πάντα στους άλλους η εμφάνιση του πατέρα της ιδιαίτερα στις γυναίκες μέσης ηλικίας. Τι είναι η ομορφιά; Ποια αξία έχει; Η Σουμίρε πάντα το θεωρούσε παράξενο. Κανείς όμως δεν της έδινε μια πειστική απάντηση. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι υπήρχε πάντα η ίδια αναλλοίωτη αντίδραση. Πώς είναι να έχει κανείς έναν τόσο ωραίο πατέρα;» ρώτησε η Μίου. «Έτσι, από περιέργεια ρωτάω». Η Σουμίρε αναστέναξε οι άνθρωποι είναι τελικά πολύ προβλέψιμοι. «Δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει. Όλοι σκέφτονται το ίδιο πράγμα: τι ωραίος άντρας. Πραγματικά ξεχωρίζει. Αλλά εκείνη η καημενούλα η κόρη του… πώς και δεν του ’μοιάσε; Από κάποιον παππού θα ’χει πάρει αυτή, σκέφτονται». Η Μίου στράφηκε στη Σουμίρε, την έπιασε από το σαγόνι πολύ ελαφρά και έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος της και την κοίταξε. Σαν να θαύμαζε έναν πίνακα σε έκθεση ζωγραφικής. «Εάν ένιωθες έτσι μέχρι τώρα, έχεις κάνει ένα τεράστιο λάθος», είπε η Μίόυ. «Είσαι υπέροχη. Όσο ακριβώς κι ο πατέρας σου». Άπλωσε το χέρι της και εντελώς ανεπιτήδευτα άγγιξε ελαφρά το χέρι της Σουμίρε, το οποίο ήταν ακουμπισμένο επάνω στο τραπέζι. «Δεν καταλαβαίνεις πόσο γοητευτική είσαι». Το πρόσωπο της Σουμίρε έγινε σαν παντζάρι. Η καρδιά της άρχισε να τρέχει σαν τρελό άλογο σε ξύλινη γέφυρα. Μετά απ’ αυτό, η Σουμίρε και η Μίου απορροφήθηκαν εντελώς στη δική τους προσωπική συζήτηση. Η δεξίωση ήταν πολύ ζωντανή, με τη συνηθισμένη σειρά από ομιλίες (μία από τις οποίες φυσικά ήταν και του πατέρα της Σουμίρε), και το φαί δεν ήταν καθόλου άσχημο. Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έμεινε στη μνήμη της Σουμίρε. Το πρώτο πιάτο ήταν κρέας �� ψάρι; Χρησιμοποίησε μαχαίρι και πιρούνι, όπως επιβάλλουν οι καλοί τρόποι, ή έφαγε με τα χέρια και έγλειψε το πιάτο; Η Σουμίρε δεν είχε ιδέα.


Οι δυο τους μίλησαν για μουσική. Η Σουμίρε ήταν φανατική της κλασικής και από τότε που ήταν μικρή, της άρεσε να σκαλίζει τη συλλογή των δίσκων του πατέρα της. Απ’ ό,τι αποδείχθηκε τελικά, η ίδια και η Μίου είχαν σχεδόν τα ίδια γούστα στη μουσική. Τους άρεσε και των δύο η μουσική με πιάνο και πίστευαν ότι η σονάτα αριθμός 32 του Μπετόβεν ήταν η κορωνίδα όλης της μουσικής όλων των εποχών. Και ότι η ασύγκριτη εκτέλεση της σονάτας από τον Βίλελμ Μπάκχαους για την Decca έθετε καινούργια στάνταρ στην ερμηνεία της μουσικής. Τι απολαυστική, ζωντανή και χαρούμενη εμπειρία! Οι μονοφωνικές ηχογραφήσεις του Σοπέν από τον Βλαντίμιρ Χόροβιτς, ειδικά τα σκέρτσι, είναι συναρπαστικές, έτσι; Οι εκτελέσεις των πρελουδίων του Ντεμπισί από τον Φρίντριχ Γκούλντα δεν είναι εξαιρετικά ευφυείς και χαριτωμένες; Ο Γκριγκ του Γκίζεκινγκ δεν είναι γλυκύτατος από την πρώτη έως την τελευταία νότα; Ο Προκόφιεφ του Σβιατοσλάβ Ρίχτερ είναι κάτι που όσες φορές και να το ακούσεις δεν το χορταίνεις η ερμηνεία του συλλαμβάνει με ακρίβεια τις φευγαλέες αποχρώσεις της ψυχικής διάθεσης. Και οι σονάτες του Μότσαρτ με τη Βάντα Ααντόφσκα -τόσο γεμάτες από ζεστασιά και τρυφερότηταγιατί άραγε να μην έχουν γίνει ευρύτερα γνωστές; «Τι δουλειά κάνεις;» ρώτησε η Μίου μόλις ξέφυγαν από τη συζήτηση περί μουσικής. Εγκατέλειψα το κολέγιο, εξήγησε η Σουμίρε και κάνω διάφορες δουλειές του ποδαριού δουλεύοντας παράλληλα τα μυθιστορήματά μου. Τι είδους μυθιστορήματα; ρώτησε η Μίου. Είναι δύσκολο να σου εξηγήσω, απάντησε η Σουμίρε. Τουλάχιστον, είπε η Μίου, πες μου τι είδους μυθιστορήματα σου αρέσει να διαβάζεις. Εάν σ’ τα πω όλα θα μείνουμε εδώ για πάντα, είπε η Σουμίρε. Τον τελευταίο καιρό διαβάζω Τζακ Κέρουακ. Και εκεί ακριβώς έγινε η περίφημη συζήτηση για το Σπούτνικ. Αν εξαιρέσει κανείς μερικά ελαφρά μυθιστορήματα που διάβαζε για να περνάει την ώρα της, η Μίου δεν είχε καλές σχέσεις με το διάβασμα. Με τίποτε δεν μπορώ να πάψω να σκέφτομαι ότι όλα αυτά είναι φτιαχτά, εξήγησε, οπότε μου είναι αδύνατο να ταυτιστώ με τους χαρακτήρες. Και ήμουν πάντα έτσι. Γι’ αυτό και τα διαβάσματά της περιορίζονταν σε βιβλία που αντιμετώπιζαν την πραγματικότητα σαν πραγματικότητα. Βιβλία, κατά κανόνα, που τη βοηθούσαν στη δουλειά της. «Και τι δουλειά κάνεις»; ρώτησε η Σουμίρε. «Ως επί το πλείστον έχει να κάνει με ξένες χώρες», είπε η Μίου. «Πριν από δεκατρία χρόνια ανέλαβα την εμπορική επιχείρηση που είχε ο πατέρας μου, δεδομένου ότι ήμουν το μεγαλύτερο παιδί. Ετοιμαζόμουν να γίνω πιανίστρια, αλλά τότε πέθανε ο πατέρας μου από καρκίνο* η μητέρα μου δεν είχε γερή κράση και επιπλέον δεν ήξερε καλά ιαπωνικά. Ο αδελφός μου πήγαινε ακόμη στο σχολείο, οπότε αποφασίσαμε, προσωρινά, ν’ αναλάβω εγώ την εταιρεία. Κάμποσοι συγγενείς έβγαζαν ψωμί απ’ αυτήν, οπότε δεν μου πήγαινε να την αφήσω να ρημάξει». Όλα αυτά τα υπογράμμισε μ’ έναν παρατεταμένο αναστεναγμό. «Η εταιρεία του πατέρα μου αρχικά έκανε εισαγωγές ξηρών τροφίμων και φαρμακευτικών βοτάνων από την Κορέα, αλλά τώρα ασχολείται με μεγάλη γκάμα προϊόντων. Ακόμη και με ανταλλακτικά υπολογιστών. Είμαι ακόμη καταγεγραμμένη ως επικεφαλής της εταιρείας, αλλά στην πράξη έχουν αναλάβει ο άντρας μου και ο μικρότερος αδελφός μου, οπότε δεν χρειάζεται να πηγαίνω και πολύ συχνά στο γραφείο. Έχω έτσι το χρόνο ν’ ασχολούμαι με τη δική μου ιδιωτική επιχείρηση».


«Η οποία είναι;» «Εισαγωγή κρασιών, κυρίως. Μερικές φορές αναλαμβάνω και τη διοργάνωση συναυλιών. Ταξιδεύω στην Ευρώπη πολύ συχνά, δεδομένου ότι αυτού του είδους η δουλειά εξαρτάται πολύ από τις προσωπικές διασυνδέσεις. Γι’ αυτό και μπορώ, παρ’ όλο που είμαι ολομόναχη, ν’ ανταγωνιστώ τις μεγαλύτερες εταιρείες. Η συντήρηση όμως ενός τέτοιου δικτύου απαιτεί πολύ χρόνο και ενέργεια. Βέβαια είναι κάτι αναμενόμενο, υποθέτω…» σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τη Σουμίρε σαν να είχε μόλις θυμηθεί κάτι. «Επί τη ευκαιρία, ξέρεις αγγλικά;» «Τα αγγλικά δεν είναι το φόρτε μου, αλλά νομίζω ότι τα καταφέρνω. Αυτό που αου αρέσει ιδιαίτερα είναι να διαβάζω αγγλικά». «Ξέρεις υπολογιστή;» «Όχι ακριβώς, απλώς ξέρω να χρησιμοποιώ το Word, και είμαι σίγουρη πως αν χρειαστεί, μπορώ να τα καταφέρω». «Οδηγείς;» Η Σουμίρε κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Τη χρονιά που άρχισε το κολέγιο, προσπάθησε να βάλει με την όπισθεν το Βόλβο στέισον βάγκον του πατέρα της στο γκαράζ και έκανε σμπαράλια την πόρτα. Από τότε είχε πιάσει τιμόνι μόνο κάνα-δυο φορές. «Εντάξει… μπορείς να μου εξηγήσεις, με διακόσιες λέξεις το πολύ, τη διαφορά ανάμεσα στη λέξη συμβολίζω και τη λέξη σημαίνω;» Η Σουμίρε σήκωσε την πετσέτα από τα πόδια της, σφούγγισε ελαφρά το στόμα της και την ξανάβαλε στη θέση της. Πού το πήγαινε αυτή η γυναίκα; «Ανάμεσα σ’ ένα σύμβολο και την ουσία;» «Δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Είναι ένα απλό παράδειγμα». Η Σουμίρε κούνησε για άλλη μια φορά αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν έχω ιδέα». Η Μίου χαμογέλασε. «Αν δεν σε πειράζει, θα ήθελα να μου πεις ποιες πρακτικές δεξιότητες διαθέτεις. Σε τι είσαι πραγματικά καλή. Εκτός βέβαια απ’ το να διαβάζεις πολλά μυθιστορήματα και ν’ ακούς πολλή μουσική». Η Σουμίρε άφησε ήσυχα το μαχαίρι και το πιρούνι της στο πιάτο, κοίταξε τον απρόσωπο χώρο πάνω από το τραπέζι και συλλογίστηκε την ερώτηση. «Αντί για πράγματα στα οποία είμαι καλή, θα ήταν μάλλον πιο γρήγορο να σου παραθέσω τα πράγματα που δεν ξέρω να κάνω. Δεν ξέρω να μαγειρεύω και να καθαρίζω το σπίτι. Το δωμάτιό μου είναι ένα αχούρι και διαρκώς χάνω πράγματα. Λατρεύω τη μουσική, αλλά δεν μπορώ να τραγουδήσω ούτε μια νότα. Είμαι αδέξια και δεν μπορώ να ράψω ούτε κουμπί. Δεν έχω καθόλου καλή αίσθηση προσανατολισμού και τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να ξεχωρίσω το αριστερά από το δεξιά. Όταν θυμώνω πάρα πολύ, έχω την τάση να σπάω πράγματα. Πιάτα και μολύβια, ξυπνητήρια. Μετά το μετανιώνω, αλλά την ώρα που το κάνω δεν μπορώ να επιβληθώ στον εαυτό μου. Δεν έχω χρήματα στην τράπεζα. Είμαι ντροπαλή για κάποιο λόγο που και η ίδια δεν ξέρω, και δεν έχω σχεδόν κανένα φίλο».


Η Σουμίρε πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε ακάθεκτη. «Ωστόσο ξέρω τυφλό σύστημα στον υπολογιστή. Δεν είμαι πολύ αθλητική, αλλά εκτός από μαγουλάδες δεν έχω αρρωστήσει ποτέ, ούτε μια μέρα στη ζωή μου. Είμαι πάντα ακριβής στα ραντεβού μου. Τρώω σχεδόν τα πάντα. Δεν βλέπω ποτέ τηλεόραση. Και εκτός από ελάχιστες φορές που μου αρέσει να παινεύω τον εαυτό μου, σχεδόν ποτέ δεν δικαιολογούμαι. Περίπου μια φορά το μήνα πιάνεται η πλάτη μου και δεν μπορώ να κοιμηθώ, αλλά τον υπόλοιπο καιρό κοιμάμαι σαν μωρό. Η περίοδός μου είναι ήπια. Δεν έχω ούτε ένα σφράγισμα και τα ισπανικά μου είναι πολύ καλά». Η Μίου σήκωσε το βλέμμα. «Μιλάς ισπανικά;» Όταν η Σουμίρε ήταν στο γυμνάσιο, πέρασε ένα μήνα στο σπίτι του θείου της, ενός επιχειρηματία που έμενε στην Πόλη του Μεξικού. Εκμεταλλευόμενη αυτή την ευκαιρία, είχε κάνει εντατικά ισπανικά, τα οποία συνέχισε και στο κολέγιο. Η Μίου έπιασε ανάμεσα στα δύο δάχτυλα το λεπτό πόδι του κρασοπότηρου και άρχισε να το στρίβει, σαν να έστριβε μια βίδα μηχανής. «Τι θα έλεγες να έρθεις να δουλέψεις στο γραφείο μου για λίγο;» «Να δουλέψω;» Μη ξέροντας ποια έκφραση θα ταίριαζε στην περίπτωση, η Σουμίρε αρκέστηκε στη συνηθισμένη ανέκφραστη μάσκα της. «Ποτέ στη ζωή μου δεν έκανα κάποια πραγματική δουλειά, και δεν είμαι καν σίγουρη πώς απαντάνε σωστά στο τηλέφωνο. Προσπαθώ ν’ αποφεύγω τα τρένα πριν από τις δέκα το πρωί και είμαι σίγουρη ότι απ’ την κουβέντα μας κατάλαβες πως δεν μιλάω ευγενικά». «Τίποτε απ’ αυτά δεν έχει σημασία», είπε απλά η Μίου. «Επί τη ευκαιρία, είσαι ελεύθερη αύριο το μεσημέρι;» Η Σουμίρε έκανε αμέσως ένα καταφατικό νεύμα. Δεν χρειαζόταν να το σκεφτεί. Ο ελεύθερος χρόνος ήταν το βασικό της προτέρημα, στο κάτω κάτω, «Τότε γιατί δεν πάμε κάπου να φάμε μαζί; Θα κλείσω ένα ήσυχο τραπέζι σ’ ένα κοντινό εστιατόριο», είπε η Μίου. Ανασήκωσε λίγο το ποτήρι με το κρασί που μόλις της είχε γεμίσει ένας σερβιτόρος, το μελέτησε προσεχτικά, μύρισε το άρωμα και ήπιε την πρώτη γουλιά. Όλες της οι κινήσεις είχαν τη φυσική κομψότητα μιας γρήγορης και εξαιρετικά περίτεχνης μουσικής φράσης που έχει τελειοποιήσει ένας πιανίστας παίζοντάς την πολλά χρόνια. «Τις λεπτομέρειες θα τις κουβεντιάσουμε τότε. Σήμερα θα προτιμούσα απλώς να περάσουμε καλά. Δεν είμαι σίγουρη από πού είναι πραγματικά, αλλά αυτό το μπορντό δεν είναι καθόλου άσχημο». Η Σουμίρε πήρε κάπως πιο χαλαρό ύφος και ρώτησε τη Μίου χωρίς περιστροφές: «Μα μόλις με γνώρισες και δεν ξέρεις σχεδόν τίποτε για μένα». «Αυτό είναι αλήθεια. Μπορεί να μην ξέρω τίποτε», παραδέχτηκε η Μίου. «Τότε γιατί νομίζεις ότι μπορώ να σε βοηθήσω;» Η Μίου ανάδευσε το κρασί στο ποτήρι της. «Πάντα κρίνω τους ανθρώπους από το πρόσωπό τους»,


είπε. «Πράγμα που σημαίνει ότι μου αρέσει το πρόσωπό σου, μου αρέσει η εμφάνισή σου». Η Σουμίρε ένιωσε τον αέρα δίπλα της ξαφνικά ν’ αραιώνει. Οι ρώγες της σφίχτηκαν κάτω από το φόρεμα. Μηχανικά άπλωσε το χέρι, πήρε ένα ποτήρι νερό και το ήπιε μονορούφι. Ένας σερβιτόρος με γερακίσια μύτη έτρεξε αμέσως και γέμισε το άδειο ποτήρι με παγωμένο νερό. Στο σκοτισμένο μυαλό της Σουμίρε, ο ήχος που έκαναν τ�� παγάκια αντήχησε κούφιος σαν το βογκητό ενός ληστή που κρύβεται στη σπηλιά του. Πρέπει να είμαι ερωτευμένη μ’ αυτή τη γυναίκα, συνειδητοποίησε ξαφνικά η Σουμίρε. Δεν κάνω λάθος. Ο πάγος είναι κρύος* τα τριαντάφυλλα κόκκινα* είμαι ερωτευμένη. Και αυτός ο έρωτας κάπου ετοιμάζεται να με οδηγήσει. Το ρεύμα είναι ακατανίκητο* δεν έχω καμία επιλογή. Το μέρος αυτό μπορεί να είναι κάποιο μέρος πολύ ξεχωριστό, κάποιο μέρος που δεν έχω δει ποτέ. Μπορεί εκεί να με περιμένουν κίνδυνοι, κάτι που μπορεί να με πληγώσει βαθιά και μοιραία. Μπορεί να χάσω τα πάντα. Όμως δεν υπάρχει επιστροφή. Πρέπει ν’ ακολουθήσω το ρεύμα. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καώ και να χαθώ για πάντα. Τώρα, μετά τα γεγονότα, ξέρω ότι η προαίσθησή της αποδείχθηκε σωστή. Εκατόν είκοσι τα εκατό σωστή, για την ακρίβεια. Δύο εβδομάδες περίπου μετά τη δεξίωση με πήρε τηλέφωνο η Σουμίρε. Ήταν πρωί Κυριακής, λίγο πριν ξημερώσει. Φυσικά κοιμόμουνα. Αδιάφορος για τον κόσμο σαν παλιό αμόνι. Την προηγούμενη εβδομάδα είχε πέσει πάνω μου η διοργάνωση ενός συνεδρίου και είχα κοιμηθεί ελάχιστα, καθώς έπρεπε εγώ να μαζέψω όλα τα απαραίτητα (δηλαδή άχρηστα) έγγραφα που χρειαζόμασταν. Όταν ήρθε το Σαββατοκύριακο, ήθελα να κοιμηθώ όσο τραβούσε η ψυχή μου. Και τότε, φυσικά, χτύπησε το τηλέφωνο. «Κοιμόσουνα;» ρώτησε η Σουμίρε επιφυλακτικά. «Μμ», μούγκρισα και ενστικτωδώς κοίταξα το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι μου. Το ρολόι είχε τεράστιους φωσφορίζοντες δείκτες, αλλά μου ήταν αδύνατο να διαβάσω την ώρα. Η εικόνα που προβαλλόταν στον αμφιβληστροειδή μου και το μέρος του μυαλού μου που την επεξεργαζόταν είχαν αποσυντονιστεί, σαν μια γιαγιά που προσπαθεί μάταια να περάσει στη βελόνα της την κλωστή. Αυτό που καταλάβαινα στα σίγουρα ήταν ότι ολόγυρα υπήρχε σκοτάδι και πολύ κοντά στη «Σκοτεινή νύχτα της ψυχής» του Φιτζέραλντ. «Όπου να ’ναι θα ξημερώσει». «Μμ», μουρμούρισα. «Εδώ που μένω έχουμε κάποιον που έχει κοκόρια. Πρέπει να τα έχει πολλά χρόνια. Σε κάνα μισάωρο θ’ αρχίσουν να λαλούν ομαδικά. Αυτή είναι η αγαπημένη μου ώρα της ημέρας. Ο κατάμαυρος νυχτερινός ουρανός που αρχίζει να φεγγίζει στα ανατολικά, τα κοκόρια να λαλούν με όλη τους την ψυχή λες και θέλουν να πάρουν εκδίκηση από κάποιον. Εσείς εκεί έχετε κοκόρια;» Στην από δω πλευρά της γραμμής κούνησα το κεφάλι μου ελαφρά. «Σε παίρνω απ’ το θάλαμο δίπλα στο πάρκο». «Μμ», είπα. Υπήρχε ένας τηλεφωνικός θάλαμος γύρω στα διακόσια μέτρα απ’ το διαμέρισμά της.


Καθώς η Σουμίρε δεν είχε δικό της τηλέφωνο, έπρεπε πάντα να περπατήσει μέχρι εκεί όποτε ήθελε να καλέσει κάποιον. Ένας κοινός θάλαμος σαν όλους τους άλλους δηλαδή. «Ξέρω ότι δεν θα έπρεπε να σε πάρω τόσο νωρίς. Αυπάμαι ειλικρινά. Αυτή την ώρα της ημέρας που ούτε τα κοκόρια δεν έχουν αρχίσει ακόμη να λαλούν. Και το θλιβερό φεγγάρι κρέμεται σ’ εκείνη τη γωνιά του ανατολικού ουρανού σαν εξαντλημένο νεφρό. Σκέψου όμως κι εμένα που αναγκάστηκα να βγω έξω μες στα μαύρα σκοτάδια και να έρθω μέχρι εδώ. Σφίγγοντας στο χέρι αυτή την τηλεφωνική κάρτα που μου έδωσαν δώρο στο γάμο του εξαδέλφου μου. Με τη φωτογραφία του ευτυχούς ζεύγους επάνω της χεράκι χεράκι. Μπορείς να φανταστείς πόσο καταθλιπτικά είναι όλα αυτά; Ούτε οι κάλτσες μου δεν ταιριάζουν, που να πάρει. Η μια έχει τον Μίκι Μάους* η άλλη είναι από σκέτο μαλλί. Το δωμάτιό μου είναι σαν βομβαρδισμένο πεδίο μάχης* δεν μπορώ να βρω τίποτε εκεί μέσα. Δεν θέλω να το πω αυτό πολύ δυνατά, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο απαίσια είναι τα εσώρουχά μου. Φαντάζομαι ότι ακόμη κι ένας επαγγελματίας κλέφτης εσωρούχων δεν θα τα πλησίαζε. Εάν με σκότωνε κανένας ανώμαλος αυτή την ώρα, μόλις τα έβλεπε θα το ’βαζε στα πόδια. Δεν ζητάω συμπόνια, αλλά θα ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου αν έδειχνες έστω μια απειροελάχιστη κατανόηση. Και όχι αυτά τα ψυχρά επιφωνήματα που βγάζεις τόση ώρα όλο μμμ και αγά. Τι θα έλεγες για κάνα σύνδεσμο; Ένας σύνδεσμος θα ήταν ό,τι πρέπει. Ένα όμως ή ένα μα». «Ωστόσο», είπα. Ήμουν εξαντλημένος και μου φαινόταν ότι βρισκόμουν ακόμη στη μέση ενός εφιάλτη. «Ωστόσο», επανέλαβε εκείνη. «Οκέι, μου αρκεί αυτό. Ένα μικρό βήμα για την ανθρωπότητα. Ένα πολύ μικρό βήμα, ωστόσο». «Ε, για κάποιο λόγο πήρες εσύ». «Σωστά, ήθελα να μου πεις κάτι. Γι’ αυτό πήρα», είπε η Σουμίρε. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Αυτό που θέλω να μάθω είναι ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο συμβολίζω και το σημαίνω». Ένιωσα μια παράξενη αίσθηση, σαν κάτι να περιφερόταν σιωπηλά στο μυαλό μου. «Θα μπορούσες να επαναλάβεις την ερώτηση;» Το έκανε. «Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο συμβολίζω και το σημαίνω;» Ανακάθισα στο κρεβάτι, πέρασα το ακουστικό από το αριστερό χέρι στο δεξί. αΓια να ξεκαθαρίσουμε κάτι με παίρνεις για να μάθεις τη διαφορά ανάμεσα στις λέξεις συμβολίζω και σημαίνω. Κυριακή πρωί, λίγο πριν απ’ την αυγή. Χμ…» «Στις τέσσερις και μισή για την ακρίβεια», είπε. «Είχα χάσει τον ύπνο μου. Ποια θα μπορούσε να είναι η διαφορά ανάμεσα στο συμβολίζω και το σημαίνω; Κάποιος μου έχανε αυτή την ερώτηση πριν κάνα-δυο εβδομάδες, και μου είναι αδύνατο να τη βγάλω από το μυαλό μου. Γδυνόμουν για να πέσω στο κρεβάτι και ξαφνικά θυμήθηκα. Δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δεν πάρω απάντηση. Μπορείς να μου το εξηγήσεις; Σε τι διαφέρει το συμβολίζω από το σημαίνω;» «Να σκεφτώ», είπα και κοίταξα το ταβάνι. Ακόμη και όταν ήμουν σε απόλυτη εγρήγορση, ήταν πάντα δύσκολο να εξηγήσω κάτι λογικά στη Σουμίρε. «Ο αυτοκράτορας είναι ένα σύμβολο της Ιαπωνίας. Το καταλαβαίνεις αυτό;»


«Κατά κάποιο τρόπο», απάντησε. «Το “κατά κάποιο τρόπο” δεν μας κάνει εδώ. Το γράφει το ιαπωνικό σύνταγμα», της είπα όσο μπορούσα πιο ήρεμα. «Δεν χωράνε εδώ ούτε συζητήσεις ούτε αμφιβολίες. Είσαι υποχρεωμένη να το δεχτείς, αλλιώς δεν μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτηση». «Εντάξει. Το κατάλαβα. Θα το δεχτώ». «Σ’ ευχαριστώ. Άρα λοιπόν… ο αυτοκράτορας συμβολίζει την Ιαπωνία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αυτοκράτορας και η Ιαπωνία είναι ισοδύναμα πράγματα. Με παρακολουθείς;» «Δεν το καταλαβαίνω». «Εντάξει, εντάξει, να σ’ το πω αλλιώς το βέλος δείχνει προς μία κατεύθυνση. Ο αυτοκράτορας είναι σύμβολο της Ιαπωνίας, αλλά η Ιαπωνία δεν είναι σύμβολο του αυτοκράτορα. Αυτό το καταλαβαίνεις;» « Υποθέτω)). «Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι γράφεις “αυτοκράτορας σημαίνει Ιαπωνία”. Αυτό κάνει τα δύο αυτομάτως ισοδύναμα. Έτσι όταν λέμε “Ιαπωνία”, αυτό σημαίνει ταυτόχρονα “αυτοκράτορας” και όταν λέμε “αυτοκράτορας”, εννοούμε ταυτόχρονα “Ιαπωνία”. Με άλλα λόγια, τα δύο αυτά είναι μεταξύ τους αντίστοιχα. Είναι σαν να λέμε “το α ισούται με το β, άρα το β ισούται με το α”. Αυτή είναι η έννοια της λέξης σημαίνω». «Λες δηλαδή ότι μπορείς να βάλεις τον Ιάπωνα αυτοκράτορα στη θέση της Ιαπωνίας και την Ιαπωνία στη θέση του αυτοκράτορα; Μπορείς να το κάνεις αυτό;» «Δεν εννοώ αυτό», είπα κουνώντας το κεφάλι μου έντονα από τη δική μου άκρη της γραμμής. «Απλώς προσπαθώ να σ’ το εξηγήσω όσο καλύτερα μπορώ. Δεν σκοπεύω ν’ ανταλλάξω τον αυτοκράτορα με την Ιαπωνία. Είναι απλώς ένας τρόπος να σ’ το εξηγήσω». «Χμ», είπε η Σουμίρε. «Νομίζω ότι το κατάλαβα. Αν προσπαθούσα να το εξηγήσω σαν εικόνα θα ήταν η διαφορά ανάμεσα σ’ ένα μονόδρομο και σ’ ένα δρόμο διπλής κατεύθυνσης». «Για τώρα μας φτάνει αυτή η εξήγηση». «Πάντα με κάνεις και απορώ πόσο καλός είσαι όταν εξηγείς διάφορα πράγματα». «Αυτή είναι η δουλειά μου», είπα. Τα λόγια μου ακούγονταν κάπως άψυχα και παλιομοδίτικα. «Θα πρέπει καμιά φορά να μπεις σε τάξη δημοτικού σχολείου. Δεν μπορείς να φανταστείς τι είδους ερωτήσεις μού κάνουν. Γιατί δεν είναι ο κόσμος τετράγωνος; Γιατί τα καλαμάρια έχουν δέκα πόδια και όχι οχτώ; Έχω μάθει να βρίσκω απαντήσεις σχεδόν για το καθετί». «Πρέπει να είσαι καταπληκτικός δάσκαλος». «Αναρωτιέμαι», είπα. Πραγματικά αναρωτιόμουν. «Αλήθεια, γιατί τα καλαμάρια έχουν δέκα πόδια κι όχι οχτώ;» «Μπορώ, σε παρακαλώ, να γυρίσω στο κρεβάτι μου; Είμαι πτώμα. Κρατάω το τηλέφωνο και μου


φαίνεται ότι κρατάω έναν τεράστιο πέτρινο τοίχο που καταρρέει». ((Ξέρεις…» είπε η Σουμίρε, αφήνοντας να περάσει ένα διακριτικό διάστημα σιωπής σαν γεροφύλακας σιδηροδρομικής διάβασης που κατεβάζει την μπάρα λίγο πριν περάσει το τρένο για την Αγία Πετρούπολη. «Είναι πραγματικά χαζό που το λέω, αλλά είμαι ερωτευμένη». «Μμ», είπα φέρνοντας το ακουστικό και πάλι στο αριστερό μου χέρι. Την άκουγα ν’ ανασαίνει από την άλλη άκρη της γραμμής. Δεν ήξερα πώς ν’ απαντήσω. Και όπως συμβαίνει συχνά, όταν δεν ξέρω τι να πω, έκανα το συνηθισμένο άνοστο σχόλιο. «Υποθέτω όχι μ* εμένα». «Όχι μ’ εσένα», απάντησε η Σουμίρε. Ακόυσα τον ήχο ενός φτηνού αναπτήρα ν’ ανάβει ένα τσιγάρο. «Είσαι καθόλου ελεύθερος σήμερα; Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο ακόμη». «Εννοείς ότι θες να μου μιλήσεις για τον έρωτά σου για κάποιον που δεν είμαι εγώ;» «Ακριβώς», είπε. «Για τον έρωτά μου για κάποιον που δεν είσαι εσύ». Βόλεψα το τηλέφωνο ανάμεσα στο κεφάλι και τον ώμο μου και τεντώθηκα. «Είμαι το απογευματάκι». «Θα έρθω στις πέντε», είπε η Σουμίρε και μετά πρόσθεσε, σαν να το σκέφτηκε μόλις εκείνη τη στιγμή: «Ευχαριστώ». «Για ποιο πράγμα;» «Γιατί είχες την καλοσύνη ν’ απαντήσεις στην ερώτησή μου νυχτιάτικα». Έβγαλα έναν απροσδιόριστο ήχο, έκλεισα το τηλέφωνο και έσβησα το φως. Απέξω το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, σκέφτηκα το τε��ευταίο της ευχαριστώ και προσπάθησα να θυμηθώ πότε την είχα ξανακούσει να λέει αυτή τη λέξη. Μπορεί να την είχε ξαναπεί μια φορά στη ζωή της, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ τίποτε το συγκεκριμένο. Η Σουμίρε έφτασε στο διαμέρισμά μου λίγο πριν απ’ τις πέντε. Δεν την αναγνώρισα. Είχε αλλάξει εντελώς στιλΤα μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά, όπως ήταν τότε η μόδα, και στις άκρες τους φαίνονταν ακόμη τα ίχνη του ψαλιδιού. Φορούσε μια ελαφριά καζάκα πάνω από ένα κοντομάνικο γαλάζιο φόρεμα κι ένα ζευγάρι λουστρίνια με χαμηλό τακούνι. Φορούσε και καλσόν. Καλσόν; Τα γυναικεία ρούχα δεν είναι η ειδικότητά μου, αλλά ήταν παραπάνω από σαφές ότι όλα όσα φορούσε κόστιζαν πανάκριβα. Ντυμένη έτσι, η Σουμίρε φαινόταν εξευγενισμένη και αξιαγάπητη. Της ταίριαζαν μάλιστα πάρα πολύ, έπρεπε να το παραδεχτώ. Παρ’ όλο που εγώ προτιμούσα την παλιά τρελούτσικη Σουμίρε. Ο καθένας με τις προτιμήσεις του. «Καθόλου άσχημα», είπα, κοιτάζοντάς την από πάνω μέχρι κάτω. «Αναρωτιέμαι όμως τι θα έλεγε ο κακομοίρης ο Τζακ Κέρουακ αν σ’ έβλεπε». Η Σουμίρε χαμογέλασε, ένα χαμόγελο λίγο πιο μπλαζέ απ’ το συνηθισμένο της. «Δεν πάμε μια βόλτα;» Κατεβήκαμε δίπλα δίπλα τη λεωφόρο του πανεπιστημίου με κατεύθυνση προς το σταθμό και μπήκαμε στην αγαπημένη μας καφετέρια. Η Σουμίρε παρήγγειλε το συνηθισμένο της κέικ κι έναν καφέ. Ήταν ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο απόγευμα κατά τα τέλη Απριλίου. Τα ανθοπωλεία ήταν


γεμάτα κρόκους και τουλίπες. Φυσούσε μια απαλή αύρα, που έκανε τις φούστες των κοριτσιών να θροΐζουν και σκόρπιζε ολόγυρα τη ράθυμη ευωδιά των καινούργιων φυλλωμάτων. Έπλεξα τα χέρια μου πίσω από το κεφάλι μου και κοίταξα τη Σουμίρε καθώς καταβρόχθιζε το κέικ της αργά αλλά με βουλιμία. Από τα μικρά μεγάφωνα στην οροφή της καφετέριας, η Άστρουντ Ζιλμπέρτου τραγουδούσε μια παλιά μποσανόβα. «Take me to Aruanda», έλεγε. Έκλεισα τα μάτια μου και ο κρότος από τα φλιτζάνια και τα πιατάκια μού φάνηκε σαν βρυχηθμός μιας μακρινής θάλασσας. Aruanda… πώς να είναι άραγε εκεί; αναρωτήθηκα. «Ακόμη νυστάζεις;» «Όχι πια», απάντησα ανοίγοντας τα μάτια μου. «Είσαι εντάξει;» «Είμαι μια χαρά. Σαν τον Μολδάβα την άνοιξη». Η Σουμίρε κοίταξε για λίγο το άδειο πιάτο απ’ όπου μόλις είχε εξαφανιστεί το κέικ της. Μετά κοίταξε εμένα. «Δεν σου φαίνεται περίεργο που φοράω αυτά τα ρούχα;» «Μάλλον». «Δεν τα αγόρασα. Πού να τα βρω τόσα λεφτά; Υπάρχει μια ιστορία πίσω απ’ αυτά». «Να μαντέψω τι συνέβη;» «Σ’ ακούω», είπε. «Βρισκόσουν φορώντας τη συνηθισμένη στολή Τζακ Κέρουακ και με το τσιγάρο να κρέμεται απ’ τα χείλη σου στις τουαλέτες κάποιας καφετέριας κι έπλενες τα χέρια σου, όταν μπήκε μέσα τρέχοντας μια γυναίκα λαχανιασμένη, ντυμένη στην πένα, και είπε: “Σε παρακαλώ, βοήθησέ με! Δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω, αλλά με κυνηγάνε κάτι ανώμαλοι. Θα σε πείραζε ν’ αλλάξουμε ρούχα; Αν το κάνουμε αυτό, μπορεί και να τη γλιτώσω. Ευτυχώς, φοράμε το ίδιο νούμερο”. Ξέρεις, σαν ταινία δράσης από το Χονγκ Κονγκ». Η Σουμίρε γέλασε. «Η άλλη γυναίκα έτυχε να φοράει παπούτσια εξήμισι και φόρεμα εφτά. Εντελώς συμηττωματικά». «Κι αλλάξατε ρούχα επιτόπου, ακόμη και το βρακάκι σου, με τον Μίκι Μάους». «Οι κάλτσες μου έχουνε Μίκι Μάους, όχι το βρακάκι μου». «Τέλος πάντων», είπα. «Χμ», έκανε η Σουμίρε. «Δεν έπεσες και πολύ έξω». «Πόσο έξω;» Έγειρε μπροστά ακουμπώντας τους αγκώνες της στο τραπέζι. «Είναι μεγάλη ιστορία. Θα ήθελες να την ακούσεις;»


«Αφού ήρθες μέχρι εδώ για να μου την πεις, κάτι μου λέει ότι η απάντησή μου δεν θα έχει καμιά σημασία. Οπότε ξεκίνα. Βάλε και πρελούδιο, εάν θέλεις. Και το “Χορό των ευλογημένων ψυχών” για φλάουτο και άρπα. Δεν με νοιάζει». Άρχισε να μιλάει. Για τη δεξίωση της εξαδέλφης της και για το γεύμα με τη Μίου στην Αογιάμα. Και η ιστορία ήταν πράγματι μεγάλη. Την ημέρα μετά το γάμο, έβρεχε. Ήταν Δευτέρα και η βροχή που είχε αρχίσει λίγο μετά τα μεσάνυχτα συνεχίστηκε ασταμάτητα μέχρι την αυγή. Ήταν μια απαλή και ποτιστική βροχή που την έπινε το χώμα στο σκοτάδι και έκανε τα ανομολόγητα πλάσματα που έκρυβε μέσα του να θεριεύουν. Η Σουμίρε έβρισκε την προοπτική να ξανασυναντήσει τη Μίου συναρπαστική. Της ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί. Ένιωθε σαν να στέκεται μόνη στην κορυφή ενός λόφου με τον άνεμο να λυσσομανάει γύρω της. Κάθισε στο γραφείο της όπως έκανε πάντα, άναψε ένα τσιγάρο κι άνοιξε τον υπολογιστή της, αλλά όσο και αν κοίταζε την οθόνη, δεν της ερχόταν στο μυαλό ούτε μια φράση. Για τη Σουμίρε αυτό ήταν ανήκουστο. Εγκατέλειψε την προσπάθεια, έσβησε τον υπολογιστή, ξάπλωσε στο απειροελάχιστο κλουβάκι της και, μ’ ένα σβηστό τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλη της, αφέθηκε σε άσκοπες ονειροπολήσεις. Αν αρκεί η σκέψη ότι θα ξαναδώ τη Μίου για να φτάσω σ’ αυτό το σημείο απελπισίας, σκέφτηκε, φαντάσου τι βασανιστήριο θα ήταν για μένα αν απλώς αποχαιρετιόμασταν στο πάρτι και δεν ξανασυναντιόμασταν ποτέ. Μήπως τη ζηλεύω και θέλω να γίνω σαν κι αυτή μια όμορφη, εκλεπτυσμένη σαραντάρα; Όχι, αποφάσισε, δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Όταν είμαι δίπλα της, θέλω να την αγγίξω. Αυτό είναι λίγο διαφορετικό από μια απλή ζήλια. Η Σουμίρε αναστέναξε, κοίταξε για λίγο το ταβάνι κι άναψε το τσιγάρο της. Είναι πολύ περίεργο, αν το καλοσκεφτείς, σκέφτηκε. Είμαι ερωτευμένη για πρώτη φορά στη ζωή μου, στα είκοσι δύο μου. Και το άλλο άτομο απλώς συμβαίνει να είναι γυναίκα. Το εστιατόριο όπου είχε κάνει την κράτηση η Μίου απείχε δέκα λεπτά από το σταθμό του μετρό Ομότε Σάντο, Ήταν ένα εστιατόριο που οι πρωτάρηδες το έβρισκαν με μεγάλη δυσκολία. Σαφώς δεν ήταν το μαγαζί όπου θα μπορούσε να μπει και να φάει ένας τυχαίος περαστικός. Ακόμη και το όνομα του εστιατορίου ήταν δύσκολο να το θυμηθείς, εάν δεν το άκουγες πρώτα μερικές φορές. Στην είσοδο, η Σουμίρε τους είπε το όνομα της Μίου και την οδήγησαν σ’ ένα μικρό ιδιωτικό δωμάτιο στον δεύτερο όροφο. Η Μίου ήταν ήδη εκεί πίνοντας ένα παγωμένο Περιέ καθώς εντρυφούσε με τη βοήθεια του σερβιτόρου, στα μυστικά του μενού. Πάνω από ένα ουρανί ζιβάγκο, η Μίου φορούσε μια βαμβακερή μπλούζα του ίδιου χρώματος, και στα μαλλιά είχε μια λεπτή και πολύ απλή ασημένια καρφίτσα. Το παντελόνι της ήταν λευκό εφαρμοστό τζιν. Στη γωνία του τραπεζιού υπήρχε ένα ζευγάρι μπλε γυαλιά ηλίου και στην καρέκλα δίπλα της μια ρακέτα του σκουός και μια αθλητική τσάντα Μισόνι. Έδειχνε να επιστρέφει στο σπίτι μετά από μεσημεριάτικο παιχνίδι σκουός. Τα μάγουλά της ήταν ακόμη κόκκινα απ’ την προσπάθεια. Η Σουμίρε προσπάθησε να τη φανταστεί στο ντους του γυμναστηρίου να τρίβει το σώμα της μ’ ένα εξωτικό σαπούνι. Όταν η Σουμίρε μπήκε στο δωμάτιο φορώντας το συνηθισμένο παλτό ψαροκόκαλο και το χακί παντελόνι της και έχοντας τα μαλλιά ανακατωμένα σαν ορφανό, η Μίου σήκωσε τα μάτια από το μενού και της χάρισε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο. «Μου είπες προχθές ότι μπορείς να φας τα πάντα,


σωστά; Υποθέτω ότι δεν θα έχεις αντίρρηση να παραγγείλω και για τις δυο μας». Φυσικά όχι, απάντησε η Σουμίρε. Η Μίου παρήγγειλε το ίδιο και για τις δυο τους. Το πρώτο πιάτο ήταν ένα ελαφρύ ψάρι στη σχάρα με πράσινη σάλτσα και μανιτάρια. Τα ψάρια ήταν ψημένα στην εντέλεια έχοντας πάρει ακριβώς το χρώμα που έπρεπε, σαν να είχαν φτιαχτεί από καλλιτέχνη. Ιταλικά νιόκι με κολοκύθα και μια υπέροχη σαλάτα από αντίδια ολοκλήρωναν το γεύμα. Για επιδόρπιο πήραν την κρεμ μπριλέ, την οποία έφαγε μόνο η Σουμίρε. Η Μίου δεν την άγγιξε. Στο τέλος ήπιαν κι από έναν εσπρέσο. Η Σουμίρε παρατήρησε ότι η Μίου πρόσεχε πάρα πολύ τι έτρωγε. Ο λαιμός της ήταν λεπτός σαν μίσχος λουλουδιού, το σώμα της χωρίς γραμμάριο παραπανίσιου λίπους. Προφανώς δεν χρειαζόταν να κάνει δίαιτα. Ακόμη κι έτσι όμως, φαινόταν να προσέχει ιδιαίτερα το φαγητό της. Σαν Σπαρτιάτης οχυρωμένος σε ορεινό κάστρο. Καθώς έτρωγαν, συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων. Η Μίου ήθελε να μάθει περισσότερα για την οικογένεια της Σουμίρε κι εκείνη της έκανε το χατίρι απαντώντας όσο πιο ειλικρινά μπορούσε. Μίλησε στη Μίου για τον πατέρα της, τη μητέρα της, τα σχολεία που παρακολούθησε (όλα μισητά), τα βραβεία που κέρδισε σε φιλολογικούς διαγωνισμούς -ένα ποδήλατο και μια εγκυκλοπαίδεια-, πώς εγκατέλειψε το κολέγιο, πώς περνούσε το χρόνο της τώρα. Τίποτε το ιδιαίτερα συναρπαστικό. Ακόμη κι έτσι, η Μίου την άκουγε, μαγεμένη, σαν ν’ άκουγε να της περιγράφουν τις συνήθειες μιας μακρινής χώρας. Η Σουμίρε ήθελε να μάθει κι εκείνη πάρα πολλά για τη. Μίου, Ωστόσο η Μίου δίσταζε να μιλήσει για τον εαυτό της. «Αυτά δεν έχουν σημασία», έλεγε χαμογελώντας πλατιά. «Θα προτιμούσα να μάθω περισσότερα για σένα». Όταν τελείωσαν το φαγητό, η Σουμίρε δεν είχε μάθει ακόμη πολλά. Το μόνο σχεδόν πράγμα που ανακάλυψε ήταν το εξής: ο πατέρας της Μίου είχε δωρίσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στη μικρή πόλη όπου γεννήθηκε στα βόρεια της Νότιας Κορέας και είχε κατασκευάσει και αρκετά δημόσια κτίρια για τους ντόπιους, οι οποίοι έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους στήνοντας ένα μπρούντζινο άγαλμά του στην κεντρική πλατεία της πόλης. «Είναι ένα μικρό μέρος χαμένο στα βουνά», εξήγησε η Μίου. «Ο χειμώνας είναι φοβερός και σε πιάνει σύγκρυο μόνο που το βλέπεις. Τα βουνά είναι βραχώδη και κοκκινωπά, γεμάτα σκυφτά δέντρα. Μια φορά όταν ήμουν μικρή, ο πατέρας μου με πήγε εκεί. Όταν έκαναν τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος. Ήρθαν κι όλοι αυτοί οι συγγενείς κλαίγοντας και αγκαλιάζοντάς με. Δεν καταλάβαινα λέξη απ’ όσα μου έλεγαν* θυμάμαι μάλιστα ότι φοβόμουν. Για μένα ήταν μια πόλη σε μια ξένη χώρα που δεν είχα δει ποτέ πριν». Τι είδους άγαλμα ήταν; ρώτησε η Σουμίρε. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε γνωρίσει κάποιον που του είχαν φτιάξει άγαλμα. «Ένα απλό άγαλμα. Σαν αυτά που βλέπει κανείς παντού. Είναι όμως περίεργο να βλέπεις ένα άγαλμα που δείχνει τον ίδιο σου τον πατέρα. Φαντάσου να φτιάξουν μια μέρα ένα άγαλμα του πατέρα σου στην πλατεία μπροστά από το σταθμό Τσιγκασάκι. Δεν θα σου φαινόταν πολύ περίεργο; Ο πατέρας μου ήταν στην πραγματικότητα αρκετά κοντός, αλλά το άγαλμα τον έκανε να φαίνεται γίγαντας. Ήμουν μόλις πέντε χρονών εκείνη την εποχή, κι αυτό που μου φάνηκε πολύ περίεργο ήταν ότι τα πράγματα που βλέπουμε δεν είναι πάντα έτσι στην πραγματική ζωή». Εάν έφτιαχναν ποτέ άγαλμα του δικού μου πατέρα, σκέφτηκε η Σουμίρε, μάλλον θα τον αδικούσε,


δεδομένου ότι στην πραγματική ζωή ο πατέρας της παραήταν όμορφος. «Θα ήθελα να ξαναπιάσουμε την κουβέντα μας εκεί που την αφήσαμε χθες», είπε η Μίου, όταν έφτασαν στον δεύτερο εσπρέσο. «Τι λες, θα μπορούσες να δουλέψεις για μένα;» Η Σουμίρε ήθελε σαν τρελή να καπνίσει, αλλά πουθενά γύρω δεν υπήρχαν τασάκια. Αρκέστηκε σε μια γουλιά παγωμένο Περιέ και απάντησε έντιμα. «Και τι ακριβώς θα είναι αυτή η δουλειά; Όπως είπα χθες, εκτός από απλές χειρωνακτικές εργασίες, ποτέ μου δεν έκανα αυτό που θα έλεγε κανείς κανονική δουλειά. Εκτός αυτού, δεν έχω και τίποτε κατάλληλο να φορέσω. Τα ρούχα που φορούσα στη δεξίωση ήταν δανεικά». Η Μίου κούνησε το κεφάλι χωρίς το πρόσωπό της ν’ αλλάξει έκφραση. Πρέπει να είχε προβλέψει αυτή την απάντηση. «Νομίζω ότι καταλαβαίνω θαυμάσια τι είδους άτομο είσαι», είπε η Μίου, «και η δουλειά που έχω υπόψη μου δεν θα σου δημιουργήσει κανένα πρόβλημα. Είμαι σίγουρη ότι θα μπορείς ν’ αντιμετωπίσεις ό,τ’ι και να συμβεί. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι αν θα ήθελες ή όχι να δουλέψεις μαζί μου. Δες το απ’ αυτή τη σκοπιά, σαν ένα απλό ναι ή όχι». Η Σουμίρε επέλεξε τα λόγια της προσεχτικά. «Χαίρομαι που σε ακούω να το λες, αλλά τώρα αυτό που προέχει για μένα είναι να γράφω μυθιστορήματα. Εννοώ, αυτός είναι ο λόγος που εγκατέλειψα το κολέγιο». Η Μίου κοίταξε κατάματα τη Σουμίρε. Η Σουμίρε ένιωσε το ήρεμο αυτό βλέμμα πάνω της και το αίμα πλημμύρισε τα μάγουλά της. «Θα σε πείραζε αν σου έλεγα τι ακριβώς έχω στο μυαλό μου;» ρώτησε η Μίου. «Φυσικά όχι. Σ’ ακούω». «Μπορεί να σε κάνει να νιώσεις άσχημα». Για να δείξει ότι μπορούσε να το αντιμετωπίσει, ό,τι και να ’ταν αυτό, η Σουμίρε έσφιξε τα χείλη και κοίταξε τη Μίου στα μάτια. «Σ’ αυτό το στάδιο της ζωής σου δεν νομίζω ότι θα γράψεις κάτι αξιόλογο, όση προσπάθεια και ενεργητικότητα και να βάλεις στο γράψιμό σου», είπε η Μίου ήρεμα και χωρίς να διστάσει καθόλου. Έχεις ταλέντο. Είμαι σίγουρη ότι κάποια μέρα θα γίνεις έξοχη συγγραφέας. Και δεν το λέω απλώς για να το πω, το πιστεύω ακράδαντα. Έχεις μέσα σου αυτή τη φυσική ικανότητα. Όμως δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα. Η δύναμη που χρειάζεσαι για ν’ ανοίξεις αυτή την πόρτα δεν έχει σχηματιστεί ακόμη. Δεν το έχεις νιώσει ποτέ αυτό;» «Χρόνος και εμπειρία», είπε η Σουμίρε συνοψίζοντας. Η Μίου χαμογέλασε. «Εν πάση περιπτώσει, έλα να δουλέψεις μαζί μου. Αυτή θα είναι η καλύτερη επιλογή για σένα. Κι όταν θεωρήσεις ότι ωρίμασε ο καιρός, μη διστάσεις να τα κάνεις όλα πέρα και να γράψεις όσα μυθιστορήματα θέλεις. Απλώς χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο απ’ το μέσο άτομο για να φτάσεις σ’ αυτό το στάδιο. Οπότε ακόμη κι αν γίνεις είκοσι οχτώ χρονών χωρίς να έχεις κάνει το


μεγάλο μπαμ κι οι γονείς σου σού κόψουν το επίδομα και μείνεις εντελώς στον άσο… ε, και λοιπόν; Μπορεί να πεινάσεις λιγάκι, αλλά αυτό είναι θετική εμπειρία για ένα συγγραφέα». Η Σουμίρε άνοιξε το στόμα της για ν’ απαντήσει, αλλά δεν βγήκε κανένας ήχος. Απλώς κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Η Μίου άπλωσε το δεξί της χέρι προς το μέσο του τραπεζιού. «Γιά να δω το χέρι σου», είπε. Η Σουμίρε άπλωσε το δεξί της χέρι και η Μίου το άρπαξε σαν να ήθελε να το καταπιεί. Η παλάμη της ήταν ζεστή και απαλή. «Δεν είναι ανάγκη ν’ ανησυχείς τόσο πολύ. Μην τα βάφεις μαύρα. Θα τα πάμε καλά». Η Σουμίρε ξεροκατάπιε και κατάφερε όπως όπως να χαλαρώσει. Με τη Μίου να την κοιτάζει έτσι, ένιωθε σαν να μικραίνει. Σαν ένα κομμάτι πάγου αφημένο στον ήλιο, που αν έμενε λίγο ακόμη θα εξατμιζόταν. «Απ’ την επόμενη εβδομάδα θα ήθελα να έρχεσαι στο γραφείο μου τρεις φορές την εβδομάδα. Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Μπορείς ν’ αρχίζεις στις δέκα και να φεύγεις στις τέσσερις. Έτσι θα γλιτώνεις τις ώρες αιχμής. Δεν μπορώ να σε πληρώσω πολλά, αλλά η δουλειά είναι εύκολη και θα μπορείς να διαβάζεις όταν δεν θα έχεις τίποτε να κάνεις. Μία προϋπόθεση είναι να κάνεις ιδιαίτερα μαθήματα ιταλικών δύο φορές την εβδομάδα. Ξέρεις ήδη ισπανικά, οπότε δεν πρέπει να είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Και θα ήθελα να κάνεις προφορική εξάσκηση στα αγγλικά και στην οδήγηση, όποτε έχεις χρόνο. Νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις;» ((Έτσι νομίζω», απάντησε η Σουμίρε. Η φωνή της ήχησε σαν ν’ ανήκε σε κάποια άλλη και να ερχόταν από άλλο δωμάτιο. Ό,τι και να μου ζητήσει να κάνω, ό,τι και να με διατάξει, δεν μπορώ παρά να υπακούσω, συνειδητοποίησε. Η Μίου την κοίταξε με βλέμμα σταθερό κρατώντας ακόμη το χέρι της. Η Σουμίρε διέκρινε καθαρά τη μορφή της ν’ αντικατοπτρίζεται βαθιά μέσα στα σκούρα μάτια της Μίου. Ήταν σαν να περνούσε η ψυχή της απ’ την άλλη πλευρά ενός καθρέφτη. Στη Σουμίρε άρεσε αυτή η μεταφορά, αλλά ταυτόχρονα την τρόμαζε. Η Μίου χαμογέλασε και στις άκρες των ματιών της φάνηκαν χαριτωμένες γραμμούλες. «Πάμε στο σπίτι μου. Έχω κάτι να σου δείξω». Στις καλοκαιρινές διακοπές του πρώτου έτους στο κολέγιο έκανα ένα αλήτικο ταξίδι μόνος στην περιοχή Χοκουρίκου, στη διάρκεια του οποίου γνώρισα μια γυναίκα οχτώ χρόνια μεγαλύτερή μου, που επίσης ταξίδευε μόνη, και περάσαμε μια νύχτα μαζί. Τότε μου είχε φανεί σαν κάτι βγαλμένο κατευθείαν από την εισαγωγή του μυθιστορήματος του Σοσέκι Σανσίρο. Η γυναίκα δούλευε στο τμήμα συναλλάγματος μιας τράπεζας στο Τόκιο. Όποτε είχε λίγο χρόνο στη διάθεσή της, έπαιρνε μερικά βιβλία κι έφευγε μόνη για έναν τυχαίο προορισμό, αΕίναι πολύ λιγότερο κουραστικό να ταξιδεύω μόνη», μου εξήγησε. Ήταν αρκετά χαριτωμένη και δύσκολα μπορούσα να καταλάβω τι μπορούσε να βρίσκει σε κάποιον σαν κι εμένα ένα ήσυχο, κοκαλιάρικο, δεκαοχτάχρονο κολεγιόπαιδο. Ωστόσο, έτσι όπως καθόταν απέναντι μου στο τρένο, έδειχνε ν’ απολαμβάνει την ανώδυνη κουβεντούλα μας. Γελούσε δυνατά και πολύ. Κι εγώ -παραβαίνοντας τις συνήθειές μουδεν έβαζα γλώσσα μέσα μου. Κατεβήκαμε τυχαία στον ίδιο σταθμό, στην Καναζάβα.


«Έχεις κάπου να μείνεις;» με ρώτησε. Όχι, απάντησα* ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κλείσει δωμάτιο από πριν. Έχω κλείσει εγώ δωμάτιο στο ξενοδοχείο, μου είπε. Μπορείς να μείνεις μαζί μου, αν θέλεις. «Και μην ανησυχείς», συνέχισε, «κοστίζει το ίδιο είτε είμαστε ένας είτε είμαστε δύο». Είχα μεγάλη νευρικότητα την πρώτη φορά που κάναμε έρωτα, με αποτέλεσμα να νιώσω πάρα πολύ άβολα. Της ζήτησα συγγνώμη. «Άσε τις πολλές ευγένειες!» είπε. «Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη για τέτοιου είδους λεπτομέρειες». Αφού έκανε ντους, έριξε πάνω της μια ρόμπα, πήρε δύο μπίρες από το ψυγείο και μου έδωσε τη μία. «Είσαι καλός οδηγός;» ρώτησε. «Μόλις πήρα το δίπλωμά μου, άρα είμαι μάλλον μέτριος». Χαμογέλασε. «Το ίδιο κι εγώ. Εγώ θεωρώ ότι είμαι εξαιρετική, αλλά οι φίλοι μου δεν συμφωνούν. Άρα πρέπει* κι εγώ να είμαι μέτρια, υποθέτω. Πρέπει να έχεις γνωρίσει ανθρώπους που θεωρούν ότι είναι σπουδαίοι οδηγοί, έτσι;» «Ναι, βέβαια». «Και πρέπει να υπάρχουν κάποιοι ανάμεσά τους που δεν είναι καθόλου καλοί». Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Ήπιε μια γουλιά μπίρα και φάνηκε να σκέφτεται. «Ώς ένα βαθμό αυτά τα πράγματα είναι έμφυτα. Ταλέντο, θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς. Μερικοί άνθρωποι είναι ευέλικτοι* άλλοι είναι εντελώς αδέξιοι… μερικοί άνθρωποι είναι προσεχτικοί, κάποιοι άλλοι δεν βλέπουν τη μύτη τους. Σωστά;» Έκανα και πάλι ναι με το κεφάλι. «Ωραία. Σκέψου το εξής: πες ότι ετοιμάζεσαι να κάνεις ένα μεγάλο ταξίδι με κάπίοιον με αυτοκίνητο. Οι δυο σας θα οδηγείτε εκ περιτροπής. Τι είδους άτομο θα διάλεγες; Ένα άτομο που οδηγεί καλά αλλά δεν προσέχει ή ένα άτομο που προσέχει αλλά δεν οδηγεί πολύ καλά;» «Ίσως το δεύτερο», είπα. «Το ίδιο κι εγώ», απάντησε. «Αυτό που έχουμε εδώ είναι παρόμοιο. Καλός ή κακός, ευκίνητος ή αδέξιος αυτά δεν είναι σημαντικά πράγματα. Αυτό που είναι όμως σημαντικό είναι η προσοχή. Να είσαι ήρεμος και πανέτοιμος για ό,τι συμβαίνει γύρω σου». «Πανέτοιμος;» ρώτησα. Εκείνη χαμογέλασε και δεν σχολίασε. Αίγο αργότερα κάναμε έρωτα για δεύτερη φορά, και αυτή τη φορά όλα πήγαν πρίμα και χωρίς κανένα πρόβλημα. Η προσοχή νομίζω ότι είχα αρχίσει να το καταλαβαίνω. Για πρώτη φορά πρόσεξα πώς αντιδρά μια γυναίκα που βρίσκεται στην κορύφωση του πάθους. Το επόμενο πρωί φάγαμε πρόγευμα μαζί και τραβήξαμε ο καθένας τον δικό του δρόμο. Εκείνη


συνέχισε το ταξίδι της κι εγώ το δικό μου. Καθώς έφευγε, μου είπε ότι σε δύο μήνες θα παντρευόταν κάποιον απ’ τη δουλειά της. «Είναι καλό παιδί», είπε χαρούμενη. «Βγαίνουμε πέντε χρόνια τώρα και αποφασίσαμε επιτέλους να το επισημοποιήσουμε. Πράγμα που σημαίνει ότι τέρμα τα μοναχικά ταξίδια. Μέχρι εδώ ήτ��ν». Εγώ ήμουν ακόμη νέος και σίγουρος ότι τέτοιου είδους συναρπαστικά γεγονότα συνέβαιναν διαρκώς στη ζωή. Αργότερα θα καταλάβαινα πόσο άδικο είχα. Είπα στη Σουμίρε αυτή την ιστορία πριν από πολύ καιρό. Δεν θυμάμαι γιατί την ανέφερα. Μπορεί να ήταν τότε που μιλούσαμε για τη σεξουαλική επιθυμία. «Οπότε ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας σου;» με ρώτησε η Σουμίρε. «Ότι πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά», απάντησα. «Να μην προδικάζεις τα πράγματα, ν’ ακούς τι συμβαίνει, να έχεις ανοιχτά τ’ αυτιά σου, την καρδιά και το μυαλό σου». «Χμ», απάντησε η Σουμίρε. Φάνηκε να μελετάει στο μυαλό της τη χλομή αυτή σεξουαλική μου περιπέτεια, προσπαθώντας ν’ αποφασίσει αν θα την έβαζε σε κάποιο μυθιστόρημά της ή όχι. «Τέλος πάντων, εσύ σίγουρα έχεις πολλές εμπειρίες, έτσι δεν είναι;» «Δεν θα έλεγα πολλές», διαμαρτυρήθηκα χλιαρά. «Καμιά φορά συμβαίνουν». Άρχισε να τρώει τα νύχια της χαμένη στις σκέψεις της, «Και πώς αποκτά κανείς αυτή την εγρήγορση; Φτάνει η κρίσιμη στιγμή κι εσύ λες: “Εντάξει, τώρα θα είμαι ξύπνιος και θα ακούω προσεχτικά”; Μα δεν μπορεί ο άνθρωπος να γίνει καλός σ’ αυτά τα πράγματα, επειδή το αποφάσισε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, έτσι δεν είναι; Μπορείς να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένος; Να μου δώσεις ένα παράδειγμα;» «Το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να χαλαρώσεις. Ας πούμε… μετρώντας». «ΙΙώς αλλιώς;» «Φαντάσου ένα αγγουράκι στο ψυγείο ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα. Παραδείγματος χάρη». «Γιά μια στιγμή», είπε εκείνη κι έκανε μια παύση γεμάτη νόημα. «Θες να πεις ότι όταν κάνεις έρωτα με μια κοπέλα, σκέφτεσαι αγγουράκια σ’ ένα ψυγείο ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα;» «Όχι συνεχώς», είπα. «Μερικές φορές όμως το κάνεις». «Υποθέτω». Η Σουμίρε συνοφρυώθηκε και κούνησε πέρα-δώθε το κεφάλι της κάνα-δυο φορές. «Είσαι πολύ πιο αλλόκοτος απ’ ό,τι φαίνεσαι». «Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια μυστήρια πλευρά», είπα. «Στο εστιατόριο, καθώς η Μίου με κρατούσε απ’ το χέρι και με κοίταζε βαθιά στα μάτια, έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί αγγουράκια», μου είπε η Σουμίρε. «Πρέπει να μείνω ήρεμη, πρέπει να την


ακούσω προσεχτικά, σκέφτηκα». Αγγουράκια;» «Δεν θυμάσαι τι μου είχες πει… για τα αγγουράκια στο ψυγείο ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα;» «Α, ναι, κάτι θυμάμαι», είπα. «Και σε βοήθησε καθόλου;» «Λίγο», είπε η Σουμίρε. «Χαίρομαι που το ακούω», απάντησα. Η Σουμίρε ξανάφερε την κουβέντα στην ουσία του θέματος. «Το διαμέρισμα της Μίου είναι πολύ κοντά στο εστιατόριο. Πας με τα πόδια. Δεν είναι μεγάλο, αλλά είναι πολύ όμορφο. Έχει μια ηλιόλουστη βεράντα, φυτά εσωτερικού χώρου, έναν ιταλικό δερμάτινο καναπέ, ηχεία Bose, αφίσες στους τοίχους, και μια Τζάγκουαρ στο πάρκινγκ. Μένει μόνη. Το σπίτι που έχει με το σύζυγό της είναι κάπου στη Σεταγκάγια. Εκεί πηγαίνει τα Σαββατοκύριακα. Τις περισσότερες φορές μένει στο διαμέρισμά της στην Αογιάμα. Τι φαντάζεσαι ότι μου έδειξε εκεί;» «Τα αγαπημένα μοκασίνια από δέρμα φιδιού του Μαρκ Μπόλαν σε γυάλινη προθήκη», τόλμησα να μαντέψω. «Ένα από τα πολύτιμα αντικείμενα χωρίς τα οποία δεν μπορεί να ειπωθεί η ιστορία της ροκ. Δεν λείπει ούτε λέπι. Και με το αυτόγραφό του στο κουτουπιέ. Οι θαυμαστές σκοτώνονται ποιος θα τα πρωτοαγοράσει». Η Σουμίρε συνοφρυώθηκε κι αναστέναξε. «Αν υπήρχε ένα αυτοκίνητο που παίρνει για καύσιμο ανόητα αστεία, με τα δικά σου θα πήγαινε στο φεγγάρι». «Πάσχω από βαριά νοητική ανεπάρκεια», είπα ταπεινά. «Καλά, εντάξει, ας αφήσουμε τ’ αστεία. Θέλω να σκεφτείς σοβαρά. Τι νομίζεις ότι μου έδειξε εκεί; Εάν το βρεις, θα πληρώσω εγώ το λογαριασμό». Ξερόβηξα. «Σου έδειξε τα θεσπέσια ρούχα που φοράς τώρα. Και σου είπε να φορέσεις αυτά στη δουλειά». «Κέρδισες», είπε. «Έχει μια πλούσια φίλη που της περισσεύουν ρούχα και φοράει περίπου το ίδιο νούμερο μ* εμένα. Μυστήριο πράγμα η ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τόσο πολλά περισσευούμενα ρούχα που δεν χωράνε στις ντουλάπες τους. Κι έπειτα υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εμένα, που δεν έχουν δύο όμοιες κάλτσες. Τέλος πάντων, δεν με νοιάζουν εμένα αυτά. Πήγε στο σπίτι της φίλης της και γύρισε με μια αγκαλιά απ’ αυτά τα αποφόρια. Είναι λίγο περασμένης μόδας, αν κοιτάξεις προσεχτικά, αλλά οι περισσότεροι ούτε που θα το παρατηρούσαν». Εγώ προσωπικά δεν θα το παρατηρούσα, όσο καλά και να κοίταζα, της είπα. Η Σουμίρε χαμογέλασε ικανοποιημένη. «Τα ρούχα μού έρχονται μια χαρά. Τα φορέματα, οι μπλούζες, οι φούστες… τα πάντα. Θα πρέπει να τα μαζέψω λίγο στη μέση, αλλά άμα βάλω ζώνη δεν θα φαίνεται καμιά διαφορά. Στα παπούτσια φοράω, ευτυχώς, σχεδόν το ίδιο νούμερο με τη Μίου, οπότε μου χάρισε μερικά ζευγάρια που δεν χρειάζεται η ίδια. Ψηλά τακούνια, χαμηλά τακούνια, καλοκαιριάτικα σανδάλια. Όλα με ιταλικά ονόματα επάνω τους. Μου χάρισε και τσάντες. Και λίγο μέικ απ». «Κανονική Τζέιν Έιρ», είπα.


Έτσι λοιπόν η Σουμίρε άρχισε να δουλεύει τρεις μέρες την εβδομάδα στο γραφείο της Μίου. Φορώντας ταγέρ ή φόρεμα, ψηλά τακούνια και μια ιδέα μέικ απ, έπαιρνε το πρωινό τρένο από το Κιτσιτζότζι στο Χαρατζούκου. Δεν ξέρω γιατί μου ήταν αδύνατο να το φανταστώ. Εκτός απ’ το γραφείο της στην εταιρεία της στην Ακασάκα, η Μίου είχε κι ένα δικό της μικρό γραφείο στην Τζινγκουμάε. Εκεί υπήρχε ένα γραφείο για την ίδια κι ένα για τη βοηθό της (τη Σουμίρε, με άλλα λόγια), ένας φοριαμός αρχειοθέτησης, ένα φαξ, ένα τηλέφωνο κι ένα λάπτοπ. Αυτό ήταν όλο. Ήταν ένα μόνο δωμάτιο σε μια πολυκατοικία με διαμερίσματα και διέθετε μια μικροσκοπική κουζίνα κι ένα εξίσου μικροσκοπικό μπάνιο. Υπήρχε ένα CD player, μίνι ηχεία και καμιά δεκαριά κλασικά CD. Το δωμάτιο βρισκόταν στον τρίτο όροφο κι απ’ τα ανατολικά παράθυρα έβλεπε σ’ ένα μικρό πάρκο. Το ισόγειο του κτιρίου το καταλάμβανε εξ ολοκλήρου μια έκθεση σουηδικών επίπλων. Το κτίριο στο σύνολό του ήταν αποτραβηγμένο από τον κεντρικό δρόμο, οπότε ο θόρυβος ήταν ελάχιστος. Μόλις έφτανε στο γραφείο, η Σουμίρε πότιζε τα λουλούδια κι άναβε την καφετιέρα. Τσέκαρε τα μηνύματα στον τηλεφωνητή και τα ηλεκτρονικά μηνύματα στο λάπτοπ. Τα τύπωνε όλα και τα άφηνε πάνω στο γραφείο της Μίου. Τα περισσότερα ήταν από ξένους αντιπροσώπους, είτε στα αγγλικά είτε στα γαλλικά. Όλα τα κανονικά γράμματα που έφταναν τα άνοιγε και πετούσε όσα ήταν διαφημιστικά. Μερικές φορές, απαντούσε σε τηλεφωνήματα, συχνά από το εξωτερικό. Η Σουμίρε σημείωνε το όνομα του προσώπου που καλούσε, τον αριθμό και το μήνυμα και τα προωθούσε στο κινητό τηλέφωνο της Μίου. Η Μίου εμφανιζόταν γύρω στη μία με δύο το μεσημέρι. Έμενε για καμιά ώρα, έδινε οδηγίες στη Σουμίρε, έπινε έναν καφέ, έκανε μερικά τηλεφωνήματα. Τα γράμματα που απαιτούσαν απάντηση τα υπαγόρευε στη Σουμίρε, η οποία τα έγραφε στον υπολογιστή και ή τα ταχυδρομούσε ή τα έστελνε με φαξ. Τα περισσότερα ήταν σύντομες επαγγελματικές επιστολές. Η Σουμίρε έκλεινε επίσης τα ραντεβού της Μίου στο κομμωτήριο, στα εστιατόρια, στο γήπεδο του σκουός. Όταν τελείωνε η καθαυτό δουλειά, η Μίου και η Σουμίρε κουβέντιαζαν για λίγο και μετά η Μίου έφευγε. Έτσι η Σουμίρε έμενε πολύ συχνά μόνη στο γραφείο, χωρίς να έχει κανέναν να μιλήσει για ώρες, αλλά δεν βαριόταν και δεν ένιωθε μοναξιά. Έκανε επανάληψη στα μαθήματα των ιταλικών της, τα οποία έκανε δυο φορές την εβδομάδα, απομνημονεύοντας τα ανώμαλα ρήματα, και διορθώνοντας την προφορά της μ’ ένα κασετόφωνο. Έκανε μερικά μαθήματα χειρισμού υπολογιστή και έφτασε στο σημείο να μπορεί ν’ αντιμετωπίζει μόνη της τις πιο απλές δυσλειτουργίες. Έμπαινε στα αρχεία του σκληρού δίσκου και μελετούσε τα γενικά χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων της Μίου, Η κύρια δουλειά της ήταν όπως της την είχε περιγράφει στη δεξίωση. Ερχόταν σε επαφή με μικρούς οινοπαραγωγούς, κυρίως στη Γαλλία, και αναλάμβανε να πουλήσει ολόκληρη την παραγωγή τους σε εστιατόρια και εξειδικευμένα καταστήματα στο Τόκιο. Μερικές φορές οργάνωνε και περιοδείες συγκροτημάτων στην Ιαπωνία. Εξειδικευμένα στελέχη μεγάλων εταιρειών αναλάμβαναν το καθαρά επιχειρησιακό και πολύπλοκο μέρος, ενώ η Μίου αναλάμβανε τον γενικότερο σχεδιασμό και όλα τα προκαταρκτικά. Ειδικότητά της ήταν να βρίσκει άγνωστους και πολλά υποσχόμενους νεαρούς καλλιτέχνες και’να τους φέρνει στην Ιαπωνία. Πόσα έβγαζε η Μίου από την ιδιωτική αυτή επιχείρησή της δεν μπορούσε με τίποτε να το συμπεράνει η Σουμίρε. Τα λογιστικά υπήρχαν σε άλλους δίσκους, στους οποίους κανείς δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση χωρίς τον απαραίτητο κωδικό. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, η Σουμίρε


πετούσε στον έβδομο ουρανό και η καρδιά της πετάριζε κάθε φορά που συναντούσε τη Μίου και μιλούσε μαζί της. Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθεται η Μίου, σκεφτόταν. Αυτό είναι το στιλό που χρησιμοποιεί, η κούπα που πίνει καφέ. Όσο απλές και τετριμμένες και να ’ταν οι δουλειές που είχε να κάνει, η Σουμίρε έβαζε τα δυνατά της. Κάθε τόσο, η Μίου χαλούσε τη Σουμίρε για φαγητό. Εφόσον η δουλειά τους αφορούσε το κρασί, η Μίου θεωρούσε αναγκαίο να επισκέπτεται κάθε τόσο τα καλύτερα εστιατόρια έτσι ώστε να έχει επαφή με τις τρέχουσες εξελίξεις στον τομέα αυτό. Η Μίου πάντα παράγγελνε κάποιο ελαφρύ ψάρι ή, σπανιότερα, κοτόπουλο, αν και άφηνε πάντα το μισό στο πιάτο και ποτέ δεν άγγιζε το επιδόρπιο. Μελετούσε διεξοδικά τον κατάλογο των κρασιών πριν παραγγείλει κάποιο μπουκάλι, ποτέ όμως δεν έπινε παραπάνω από ένα ποτήρι. «Εσύ μπορείς να πιεις όσο θέλεις», έλεγε η Μίου στη Σουμίρε, αλλά ήταν αδύνατο για τη Σουμίρε να πιει τόσο πολύ. Στο τέλος, όταν έφευγαν, άφηναν σχεδόν πάντα πίσω τους ένα μισογεμάτο μπουκάλι πανάκριβο κρασί, αλλά αυτό τη Μίου δεν την ένοιαζε. «Μα είναι τεράστια σπατάλη να παραγγέλνουμε ένα ολόκληρο μπουκάλι κρασί για τις δυο μας», είπε μια φορά η Σουμίρε στη Μίου, «Αφού δεν μπορούμε να πιούμε ούτε το μισό». «Μην ανησυχείς», γέλασε η Μίου. «Όσο περισσότερο αφήσουμε πίσω μας, τόσο περισσότεροι άνθρωποι του εστιατορίου θα μπορέσουν να το δοκιμάσουν. Ο ειδικός επί των κρασιών, ο μετρ, μέχρι κι ο σερβιτόρος, που βάζει νερό στα ποτήρια. Έτσι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα αποκτήσουν την αίσθηση του καλού κρασιού. Γι* αυτό δεν είναι ποτέ σπατάλη ν’ αφήνεις πίσω σου καλό κρασί». Η Μίου εξέτασε το χρώμα του Μεντόκ 1986 και, σαν να διάβαζε μια παράγραφο έξοχης πρόζας, το δοκίμασε πολύ προσεχτικά. «Είναι όπως όλα τα πράγματα μαθαίνεις απ* τη δική σου εμπειρία, ανοίγοντας τον δικό σου προσωπικό δρόμο. Δεν μπορείς να τα μάθεις αυτά από βιβλία». Ακολουθώντας το παράδειγμα της Μίου, η Σουμίρε πήρε το ποτήρι της και πολύ προσεχτικά ήπιε μια γουλιά, την κράτησε στο στόμα της και μετά την κατάπιε. Για λίγο έμεινε στο στόμα της μια ευχάριστη γεύση, αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα η γεύση αυτή εξαφανίστηκε, όπως εξαφανίζεται η πρωινή δροσιά στα καλοκαιριάτικα φύλλα. Ήταν μια γουλιά που ετοίμαζε τον ουρανίσκο για την επόμενη μπουκιά. Κάθε φορά που έτρωγε και μιλούσε με τη Μίου, η Σουμίρε μάθαινε και κάτι καινούργιο. Την είχε καταπλήξει ο τεράστιος αριθμός πραγμάτων που έπρεπε ακόμη να μάθει. «Ξέρεις, ποτέ μου δεν θα πίστευα ότι κάποτε θα ήθελα να ήμουν κάποια άλλη», είπε κάποτε η Σουμίρε, παρακινημένη ίσως από την ασυνήθιστα μεγάλη ποσότητα κρασιού που είχε καταναλώσει. «Όμως μερικές φορές σκέφτομαι τι ωραία που θα ήταν να ήμουν εσύ». Η Μίου κράτησε την ανάσα της για μια στιγμή. Μετά σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά. Για ένα δευτερόλεπτο, το φως χρωμάτισε τα μάτια της με το πορφυρό του κρασιού. Το πρόσωπό της έχασε τη συνηθισμένη εκλεπτυσμένη έκφρασή του. «Είμαι σίγουρη ότι δεν το ξέρεις αυτό», είπε ήρεμα, αφήνοντας και πάλι το ποτήρι της στο τραπέζι. «Το πρόσωπο που βλέπεις απέναντι σου τώρα δεν είναι ο πραγματικός μου εαυτός. Πριν από δεκατέσσερα χρόνια έμεινα η μισή απ’ ό,τι ήμουν. Μακάρι να σε είχα συναντήσει όταν ήμουν ολόκληρη αυτό θα ήταν καταπληκτικό. Όμως δεν έχει νόημα να τα σκέφτομαι αυτά τώρα».


Η Σουμίρε ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που έμεινε άλαλη. Δεν σκέφτηκε καν να κάνει τις προφανείς ερωτήσεις. Τι είχε συμβεί στη Μίου πριν από δεκατέσσερα χρόνια; Γιατί είχε μείνει ο μισός πραγματικός της εαυτός; Και τι ακριβώς εννοούσε με αυτό το μισό; Τελικά, αυτή η αινιγματική δήλωση έκανε τη Σουμίρε να νιώσει ακόμη πιο ερωτευμένη με τη Μίου. Τι φοβερό άτομο, σκέφτηκε η Σουμίρε. Μέσα από σκόρπιες συζητήσεις, η Σουμίρε κατάφερε να μάθει κάποια πραγματικά γεγονότα για τη Μίου. Ο άντρας της ήταν Ιάπωνας, πέντε χρόνια μεγαλύτερος της. Μιλούσε καλά κορεάτικα γιατί είχε κάνει δύο χρόνια σ’ ένα πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών στο οικονομικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Σεούλ. Ήταν ζεστός άνθρωπος, καλός στη δουλειά του, για την ακρίβεια ήταν η ψυχή της εταιρείας της Μίου. Και παρ’ όλο που αυτή η εταιρεία ήταν ευθύς εξαρχής οικογενειακή, δεν ακούστηκε ποτέ κανείς να λέει κακό λόγο γι’ αυτόν. Από τότε που ήταν κοριτσάκι, η Μίου είχε ταλέντο στο πιάνο. Όταν ήταν ακόμη έφηβη, κέρδισε πρώτα βραβεία σε αρκετούς διαγωνισμούς για νέους πιανίστες. Παρακολούθησε μαθήματα σε ωδείο, έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με φημισμένους σολίστες, και μετά από επιμονή του πατέρα της πήγε να συνεχίσει τις σπουδές της σ’ ένα μουσικό πανεπιστήμιο στη Γαλλία. Το ρεπερτόριό της κυμαινόταν από τους ύστερους ρομαντικούς, τον Σούμαν και τον Μέντελσον, μέχρι τον Πουλένκ, τον Ραβέλ, τον Μπάρτοκ και τον Προκόφιεφ. Το παίξιμό της συνδύαζε τον έντονο αισθησιασμό με μια άψογη τεχνική όλο ζωντάνια. Την εποχή που ήταν στο πανεπιστήμιο, έδωσε πολλά κοντσέρτα και όλα έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό. Μπροστά της ανοιγόταν ένα λαμπρό μέλλον στον τομέα της μουσικής. Όμως, όσο η ίδια ήταν στο εξωτερικό, ο πατέρας της αρρώστησε, και η Μίου έκλεισε το καπάκι του πιάνου της και επέστρεψε στην Ιαπωνία. Δεν ξανάγγιξε πλήκτρα ποτέ. «Πώς μπόρεσες ν’ αφήσεις το πιάνο τόσο εύκολα;» ρώτησε διστακτικά η Σουμίρε. «Εάν δεν θες να μιλήσεις γι’ αυτό, κανένα πρόβλημα. Απλώς το βρίσκω, δεν ξέρω, λίγο αφύσικο. Εννοώ, ότι είχες θυσιάσει πολλά πράγματα για να γίνεις πιανίστρια, έτσι δεν είναι;» «Δεν θυσίασα πολλά πράγματα για το πιάνο», είπε η Μίου χαμηλόφωνα. «Θυσίασα τα πάντα. Το πιάνο διεκδικούσε κάθε τετραγωνικό εκατοστό του δέρματός μου, κάθε σταγόνα του αίματός μου και δεν θα μπορούσα να το αρνηθώ. Ούτε μία φορά». «Και δεν λυπήθηκες που το άφησες; Ήσουν σχεδόν φτασμένη». Η Μίου κοίταξε διερευνητικά τα μάτια της Σουμίρε. Ήταν ένα βαθύ και σταθερό βλέμμα. Βαθιά μέσα στα μάτια της Μίου, σαν μέσα σε μια ήρεμη λιμνούλα στο περιθώριο ενός ορμητικού ρεύματος, βουβές δίνες αντιμάχονταν η μια την άλλη. Σιγά σιγά η τρικυμία κόπασε. «Συγγνώμη. Ήμουν πολύ αδιάκριτη», είπε με απολογητικό ύφος η Σουμίρε. «Κανένα πρόβλημα. Απλώς δεν μπορώ να το εξηγήσω καλά». Δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτό το θέμα. Η Μίου δεν επέτρεπε το κάπνισμα στο γραφείο της και ένιωθε απέχθεια για τους ανθρώπους που κάπνιζαν μπροστά της, οπότε από τότε που άρχισε τη δουλειά, η Σουμίρε αποφάσισε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να το κόψει. Καθώς όμως ήταν από τα άτομα που καπνίζουν δύο πακέτα Μάρλμπορο τη μέρα, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου απλά. Μετά από ένα μήνα, σαν ζώο που του έκοψαν τη


φουντωτή του ουρά, δεν μπορούσε πια να ελέγξει τις συναισθηματικές αντιδράσεις της όχι δηλαδή πως είχε και ποτέ τον έλεγχο. Και όπως μπορείτε ίσως να φανταστείτε, άρχισε να μου τηλεφωνεί κάθε τρεις και λίγο μες στη νύχτα. «Το μόνο που σκέφτομαι είναι το τσιγάρο. Δεν μπορώ να κοιμηθώ, και όταν κάποια στιγμή με παίρνει ο ύπνος, βλέπω εφιάλτες. Έχω δυσκοιλιότητα. Δεν μπορώ να διαβάσω, δεν μπορώ να γράψω ούτε γραμμή». «Όλοι τα περνάνε αυτά όταν προσπαθούν να το κόψουν. Στην αρχή τουλάχιστον», είπα. «Εύκολα δίνεις συμβουλές όταν πρόκειται για τους άλλους, έτσι δεν είναι;» μου πέταξε η Σουμίρε. «Εσύ που δεν έχεις αγγίξει τσιγάρο ούτε μια φορά στη ζωή σου». «Μπα, εάν οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εκφράσουν τη γνώμη τους για τους άλλους ανθρώπους, τότε ο κόσμος θα γινόταν ένα πολύ τρομακτικό μέρος, δεν νομίζεις; Αν δεν το έχεις σκεφτεί, δεν έχεις παρά να δεις τι έκανε ο Ιωσήφ Στάλιν». Στο άλλο άκρο της γραμμής, η Σουμίρε έμεινε σιωπηλή για ώρα πολλή. Ήταν μια βαριά σιωπή, σαν πεθαμένες ψυχές στο ανατολικό μέτωπο. «Είσαι ακόμη εκεί;» Η Σουμίρε μίλησε τελικά. «Ή αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν φταίει η έλλειψη του τσιγάρου που δεν μπορώ να γράψω. Μπορεί να παίζει κι αυτή το ρόλο της, αλλά δεν είναι μόνο αυτή. Θέλω να πω ότι το σταμάτημα του τσιγάρου είναι μόνο μια δικαιολογία. Ξέρετε, έχω σταματήσει το τσιγάρο γι’ αυτό και δεν μπορώ να γράψω. Είμαι εντελώς ανήμπορη, η καημενούλα». «Κι αυτό εξηγεί την αναστάτωσή σου;» «Υποθέτω πως ναι», είπε μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής της. «Δεν είναι μόνο ότι δεν μπορώ να γράψω. Αυτό που με αναστατώνει ιδιαίτερα είναι ότι δεν έχω πια καμία εμπιστοσύνη στο ίδιο το γράψιμο. Διαβάζω πράγματα που έγραψα πρόσφατα και τα βρίσκω απίστευτα βαρετά. Τι σκεφτόμουν άραγε τότε που τα έγραφα; Είναι σαν να κοιτάζω ένα ζευγάρι βρόμικες κάλτσες πεταμένες στο πάτωμα. Αισθάνομαι απαίσια συνειδητοποιώντας το χρόνο και την ενέργεια που κατανάλωσα». «Όταν συμβαίνει αυτό, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις: να τηλεφωνήσεις σε κάποιον τρεις η ώρα τη νύχτα και να τον ξυπνήσεις -συμβολικά, φυσικάαπό τον μακάριο σημειολογικό του ύπνο». «Πες μου», είπε η Σουμίρε, «νιώθεις ποτέ σύγχυση και αμφιβολία γι’ αυτά που κάνεις, σαν να είναι όλα λάθος;» «Περνάω πολύ περισσότερο χρόνο στη σύγχυση και στην αμφιβολία απ’ ό,τι στη βεβαιότητα και στη σαφήνεια», απάντησα. «Μιλάς σοβαρά;» «Μμ». Η Σουμίρε έπαιξε ταμπούρλο με τα νύχια της στα μπροστινά της δόντια, μία από τις πάμπολλες


συνήθειες που είχε όταν σκεφτόταν. «Εγώ σχεδόν ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο μπερδεμένη στο παρελθόν. Όχι πως νιώθω πάντα αυτοπεποίθηση και σιγουριά για το ταλέντο μου. Δεν είμαι τόσο σπαστικιά. Ξέρω ότι είμαι εντελώς χύμα και απερίγραπτα εγωίστρια. Όμως μπερδεμένη δεν ήμουνα ποτέ. Μπορεί να έκανα κάποια λάθη στη διαδρομή, αλλά πάντα ένιωθα ότι βρίσκομαι στον σωστό δρόμο». «Είσαι τυχερή», απάντησα. «Σαν ένα μεγάλο βροχερό διάστημα μετά το φύτεμα του ρυζιού». «Μπορεί να έχεις δίκιο». «Όμως τώρα η εξίσωση δείχνει να μην έχει λύση». «Σωστά. Έτσι ακριβώς είναι. Μερικές φορές συνειδητοποιώ με τρόμο ότι όσα έχω κάνει μέχρι τώρα είναι λάθος. Βλέπω αυτά τα τόσο ζωντανά όνειρα και πετάγομαι πάνω έντρομη μες στη μέση της νύχτας. Και για λίγο, δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αληθινό και τι όχι… τέτοια πράγματα μου συμβαίνουν. Καταλαβαίνεις καθόλου για τι σου μιλάω;» «Νομίζω πως ναι», απάντησα. «Μου ’ρχεται και μου ξανάρχεται η σκέψη αυτό τον καιρό ότι μπορεί η συγγραφική μου περίοδος να έχει πάρει τέλος. Ο κόσμος είναι γεμάτος από χαζά αθώα κοριτσάκια κι εγώ είμαι ένα απ’ αυτά και κυνηγάω αμήχανα ένα όνειρο που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Θα πρέπει ��α κλείσω το καπάκι του πιάνου και να κατέβω απ’ τη σκηνή. Προτού να είναι πολύ αργά». «Να κλείσεις το καπάκι του πιάνου;» «Αλληγορικά». Μετέφερα το ακουστικό από το αριστερό χέρι στο δεξι. «Εγώ είμαι σίγουρος για ένα πράγμα. Εσύ μπορεί να μην είσαι, αλλά εγώ είμαι. Κάποια μέρα θα γίνεις καταπληκτική συγγραφέας. Έχω διαβάσει όσα έχεις γράψει και ξέρω». «Το πιστεύεις πραγματικά αυτό;» «Από τα βάθη της καρδιάς μου», είπα. «Δεν θα σου πω εγώ ψέματα για κάτι τέτοιο. Υπάρχουν κάποιες συγκλονιστικές σκηνές στα πράγματα που έχεις γράψει μέχρι τώρα. Ας πούμε ότι γράφεις για την ακρογιαλιά τον Μάιο. Διαβάζω και ακούω τον ήχο του ανέμου στ’ αυτιά σου και μυρίζω τον ίδιο νοτισμένο αέρα μ’ εσένα. Νιώθω την απαλή ζεστασιά του ήλιου στα μπράτσα σου. Εάν έγραφες για ένα μικρό δωμάτιο γεμάτο καπνό, να είσαι σίγουρη, ο αναγνώστης σου θα ένιωθε ότι δεν μπορεί ν’ ανασάνει. Και τα μάτια του θα έτσουζαν. Αυτού του τύπου η πρόζα ξεπερνάει τους περισσότερους σημερινούς συγγραφείς. Το γράψιμό σου το διαπερνά η ζωντανή πνοή μιας φυσικής δύναμης. Σήμερα αυτή η δύναμη δεν έχει καταφέρει ακόμη ν’ αποκρυσταλλωθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ώρα να… κλείσεις το καπάκι του πιάνου». Η Σουμίρε έμεινε σιωπηλή για δέκα-δεκαπέντε δευτερόλεπτα. «Δεν μου τα λες αυτά για να με κάνεις να νιώσω καλύτερα ή για να μου φτιάξεις το κέφι;» «Οχι, κάθε άλλο. Είναι ένα αναντίρρητο γεγονός, καθαρά και ξάστερα».


«Σαν τον Μολδάβα;» «Το έπιασες. Ακριβώς, σαν τον Μολδάβα». «Σ’ ευχαριστώ», είπε η Σουμίρε. «Παρακαλώ», απάντησα. «Μερικές φορές είσαι το γλυκύτερο πλάσμα στον κόσμο. Σαν τα Χριστούγεννα, τις καλοκαιρινές διακοπές κι ένα ολοκαίνουργιο αρκουδάκι όλα τυλιγμένα σ’ ένα πακέτο». Όπως κάνω πάντα όταν κάποιος με επαινεί, ψέλλισα μια αόριστη απάντηση. «Όμως ένα πράγμα με απασχολεί», είπε η Σουμίρε. «Κάποια μέρα θα παντρευτείς ένα καλό κορίτσι και θα με ξεχάσεις εντελώς. Και δεν θα μπορώ να σε παίρνω τηλέφωνο μες στα μεσάνυχτα όποτε σε χρειάζομαι. Σωστά;» «Θα μπορείς να με παίρνεις την ημέρα». «Την ημέρα δεν είναι το ίδιο. Δεν καταλαβαίνεις τίποτε, έτσι;» «Ούτε κι εσύ», διαμαρτυρήθηκα. «Οι περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν όταν ο ήλιος είναι ψηλά στον ουρανό και τη νύχτα σβήνουν το φως και πηγαίνουν για ύπνο». Ήταν σαν να είχα απαγγείλει με στόμφο ένα παιδικό ποιηματάκι με μόνο ακροατήριο τον εαυτό μου. «Διάβασα ένα άρθρο στην εφημερίδα τις προάλλες», είπε η Σουμίρε χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία σ’ αυτό που της είπα. «Έλεγε εκεί ότι οι λεσβίες γεννιούνται, δεν γίνονται* υπάρχει ένα κοκαλάκι στο μέσα μέρος του αυτιού τους που είναι πολύ διαφορετικό από το αντίστοιχο κοκαλάκι στις άλλες γυναίκες και αυτό κάνει τη διαφορά. Ένα κοκαλάκι μ’ ένα περίεργο και πολύπλοκο όνομα. Οπότε οι λεσβίες γεννιούνται, δεν γίνονται* είναι στα γονίδια. Ένας Αμερικανός γιατρός το ανακάλυψε αυτό. Δεν έχω ιδέα γιατί σκέφτηκε να κάνει αυτού του είδους την έρευνα, αλλά από τότε που το διάβασα δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου αυτό το άχρηστο κοχαλάκι μέσα στ’ αυτί μου. Αναρωτιέμαι τι σχήμα να έχει άραγε το δικό μου». Δεν ήξερα τι να της πω. Η σιωπή ανάμεσά μας έπεσε τόσο απότομα σαν το λάδι στο καυτό τηγάνι. «Δηλαδή είσαι σίγουρη ότι αυτό που νιώθεις για τη Μίου είναι σεξουαλικής φύσεως;» ρώτησα. «Εκατό τα εκατό σίγουρη», είπε η Σουμίρε. «Όταν είμαι μαζί της, αυτό το κοκαλάκι στ’ αυτί μου αρχίζει να δονείται. Βγάζει ήχους σαν όστρακο στον άνεμο. Και θέλω να με αγκαλιάσει και όλα να πάρουν το δρόμο τους. Εάν αυτό δεν είναι σεξουαλική επιθυμία, τότε αυτό που κυλάει στις φλέβες μου είναι ντοματόζουμο». «Χμ», είπα. Τι σχόλιο θα μπορούσα να κάνω για κάτι τέτοιο; «Εξηγεί τα πάντα. Γιατί δεν θέλω να κάνω έρωτα με άντρες. Γιατί δεν νιώθω τίποτε μαζί τους. Γιατί πάντα πίστευα ότι είμαι διαφορετική από τους άλλους ανθρώπους». «Θα σε πείραζε εδώ να σου προσφέρω την ταπεινή μου γνώμη;» ρώτησα. «Σ’ ακούω».


«Οι εξηγήσεις και τα λογικά συμπεράσματα που ερμηνεύουν τα πράγματα τόσο εύκολα κρύβουν συνήθως κάποια παγίδα. Σου μιλάω εκ πείρας. Κάποιος είπε κάποτε ότι εάν κάτι μπορεί να εξηγηθεί μ’ ένα μόνο βιβλίο, τότε δεν αξίζει να εξηγηθεί. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν πρέπει να βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα». «Θα το θυμάμαι αυτό», είπε η Σουμίρε. Και το τηλεφώνημα τελείωσε, κάπως απότομα. Τη φαντάστηκα να κρεμάει το ακουστικό και να βγαίνει από τον τηλεφωνικό θάλαμο. Σύμφωνα με το ρολόι μου, ήτανε τρεισήμισι. Πήγα στην κουζίνα, ήπια ένα ποτήρι νερό, ξαναχώθηκα στο κρεβάτι κι έκλεισα τα μάτια. Όμως ο ύπνος δεν έλεγε να με πάρει. Τράβηξα την κουρτίνα και είδα το φεγγάρι να πλέει στον ουρανό σαν χλομό, ξύπνιο ορφανό. Το ήξερα ότι δεν επρόκειτο να με πάρει ο ύπνος. Έφτιαξα ένα φρέσκο φλιτζάνι καφέ, τράβηξα μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και κάθισα εκεί μασουλώντας τυρί και κρακεράκια. Το έριξα στο διάβασμα περιμένοντας την αυγή. Είναι ώρα να πω μερικά πράγματα για τον εαυτό μου. Φυσικά, η αφήγηση αυτή έχει γραφτεί για τη Σουμίρε κι όχι για μένα. Όπως και να το κάνουμε όμως, η ιστορία περνάει μέσα από τα δικά μου μάτια -ποια είναι η Σουμίρε και τι έκανε-, άρα θα πρέπει να εξηγήσω ορισμένα πράγματα για τον αφηγητή. Εμένα, με άλλα λόγια. Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσω για τον εαυτό μου. Πάντα σκοντάφτω στο αιώνιο παράδοξο του «ποιος είμαι εγώ;» Σαφώς κανείς δεν ξέρει τόσο πολλά στοιχεία για τον εαυτό μου όσα ο ίδιος ο εαυτός μου. Όταν όμως μιλάω για μένα, ένα σωρό άλλοι παράγοντες -αρχές, αξίες, τα όρια της παρατηρητικότητάς μουκάνουν εμένα, τον εαυτό μου ως αφηγητή, να επιλέγει και να εξαλείφει στοιχεία σχετικά μ’ εμένα, τον εαυτό μου ως πρόσωπο της ιστορίας. Πάντα με βασάνιζε το άγχος ότι μπορεί να μην παρουσιάζω τον εαυτό μου αρκετά αντικειμενικά. Αυτού του είδους οι προβληματισμοί δεν φαίνεται να απασχολούν πολλούς ανθρώπους. Άμα τους δοθεί η ευκαιρία, οι άνθρωποι είναι απρόσμενα ειλικρινείς όταν μιλούν για τον εαυτό τους. «Είμαι τίμιος κι ανοιχτός μέχρι σημείου γελοιότητας», λένε, ή «είμαι πολύ ευαίσθητος και κάθε άλλο παρά τύπος που επιβιώνει άνετα στον κόσμο». Ή «έχω ιδιαίτερη ικανότητα να εκτιμώ τα πραγματικά συναισθήματα των άλλων». Όπως επίσης είναι αμέτρητες οι φορές που έχω δει ανθρώπους να δηλώνουν ευαίσθητοι τη στιγμή που πληγώνουν άλλους ανθρώπους χωρίς προφανή λόγο. Εκλεπτυσμένοι, έντιμοι και ανοιχτόκαρδοι άνθρωποι, χωρίς να συνειδητοποιούν τι κάνουν, εκμεταλλεύονται «ελαφρά τη καρδία» καταστάσεις. Ενώ άλλοι, που σύμφωνα με δήλωσή τους «έχουν την ικανότητα να ψυχολογούν τους ανθρώπους», ξεγελιούνται από την πιο κραυγαλέα κολακεία. Δεν μπορώ λοιπόν να μην αναρωτηθώ: Πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας; Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύ καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτή τη μελέτη του εαυτού μου μάλλον πρέπει να την αναβάλω. Αυτό που θα μ* ενδιέφερε περισσότερο είναι η αντικειμενική ουσία των πραγμάτων που βρίσκονται έξω από τον εαυτό μου. Πόσο σημαντικός είναι ο έξω κόσμος για μένα, πώς μπορώ να διατηρήσω ένα αίσθημα ισορροπίας συμβιβαζόμενος μαζί του; Έτσι θα καταφέρω να σχηματίσω μια σαφέστερη εικόνα για τον εαυτό μου. Αυτού του είδους οι ιδέες περνούσαν απ’ το κεφάλι μου όταν ήμουν έφηβος. Σαν αρχιεργάτης που τεντώνει το σπάγκο του και τοποθετεί το ένα τούβλο μετά το άλλο, κατασκεύασα αυτή την άποψη


φιλοσοφία ζωής θα μπορούσα να την αποκαλέσω, αν ήθελα να της δώσω λίγο μεγαλύτερη βαρύτητα. Η λογική και η φαντασία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της άποψης, αλλά θεμέλιό της ήταν οι δικές μου εμπειρίες. Και μιας και μίλησα για εμπειρίες, θα πρέπει να πω εδώ ότι μια σειρά από επώδυνα επεισόδια μού έμαθαν ότι δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο να δώσω στους άλλους να καταλάβουν αυτή τη συγκεκριμένη φιλοσοφία. Η κατάληξη όλων αυτών ήταν ν’ αρχίσω να κατασκευάζω, όταν ήμουν νέος ακόμη, έναν αόρατο τοίχο ανάμεσα σ’ εμένα και τους άλλους ανθρώπους. Και άσχετα με το ποιον είχα να κάνω, φρόντιζα να παίρνω πάντα αποστάσεις, αναμετρώντας προσεχτικά τη στάση του άλλου και εμποδίζοντάς τον να έρθει κοντύτερα. Δεν κατάπινα με ευκολία όσα μου έλεγαν οι άλλοι άνθρωποι. Τα μόνα μου πάθη ήταν τα βιβλία και η μουσική. Και, όπως μπορείτε να φανταστείτε, η ζωή μου ήταν μάλλον μοναχική. Η οικογένειά μου δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο. Τόσο απόλυτα φυσιολογική, στην πραγματικότητα, που δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Ο πατέρας μου τελείωσε φυσικομαθηματικά σ’ ένα τοπικό πανεπιστήμιο και βρήκε δουλειά στο ερευνητικό εργαστήριο μιας μεγάλης βιομηχανίας τροφίμων. Του άρεσε το γκολφ και κάθε Κυριακή πήγαινε να παίξει. Η μητέρα μου τρελαινόταν για ποίηση τάνκα και παρακολουθούσε συχνά πυκνά ποιητικές βραδιές. Όταν έβλεπε το όνομά της γραμμένο στη λογοτεχνική στήλη της εφημερίδας, ήταν για πολλές μέρες η ευτυχέστερη των θνητών. Της άρεσε να συγυρίζει και να καθαρίζει, αλλά δεν της άρεσε καθόλου να μαγειρεύει. Η αδελφή μου, πέντε χρόνια μεγαλύτερη από μένα, απεχθανόταν και το ένα και το άλλο. Αυτές ήταν δουλειές που έκαναν οι άλλοι, ποτέ η ίδια, αυτή ήταν η ατράνταχτη πεποίθησή της. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν μεγάλωσα αρκετά και με άφηναν να μπαίνω στην κουζίνα, μαγείρευα πάντα ο ίδιος για τον εαυτό μου. Αγόρασα κάμποσα βιβλία μαγειρικής κι έμαθα να μαγειρεύω σχεδόν τα πάντα. Ήμουν το μοναδικό παιδί στον κύκλο μου που ζούσε έτσι. Γεννήθηκα στο Σουγκινάμι, αλλά, όταν ήμουν ακόμη μικρός, μετακομίσαμε στην Τσουντανούμα της επαρχίας Τσίμπα, όπου και μεγάλωσα. Η γειτονιά ήταν γεμάτη από μεσοαστικές οικογένειες σαν τη δική μας. Η αδελφή μου ήταν πάντα πρώτη στην τάξη της* της ήταν αδύνατο να μην είναι πρώτη και δεν έκανε ούτε ένα βήμα έξω από τη σφαίρα των ενδιαφερόντων της. Ούτε μία φορά δεν έβγαλε το σκύλο μας βόλτα. Τελείωσε το Πανεπιστήμιο του Τόκιο, τη νομική σχολή, και πέρασε τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου τον επόμενο χρόνο, έν& κατόρθωμα αξιοσημείωτο. Ο άντρας της είναι σύμβουλος επιχειρήσεων από τα μεγάλα κεφάλια του χώρου. Ζουν σ’ ένα δικό τους τεσσάρι σε μια πολυκατοικία κοντά στο πάρκο Γιογιόγκι. Μέσα όμως το διαμέρισμα είναι σαν στάβλος. Εγώ ήμουν το αντίθετο της αδελφής μου, δεν μ’ ένοιαζαν ιδιαίτερα οι σπουδές ούτε η θέση μου στην τάξη. Κι επειδή ήθελα να τα έχω καλά με τους γονείς μου, έκανα ό,τι χρειαζόταν να κάνω, πήγαινα στο σχολείο καταβάλλοντας τη λιγότερη δυνατή προσπάθεια στις σπουδές μου, επιδιώκοντας να πάρω ίσά ίσα έναν αξιοπρεπή βαθμό. Τον υπόλοιπο χρόνο έπαιζα ποδόσφαιρο και, όταν γύριζα στο σπίτι, περνούσα αρκετές ώρες στο κρεβάτι διαβάζοντας το ένα μυθιστόρημα μετά το άλλο. Καμία σχέση με το τυπικό ωράριο των άλλων μαθητών ούτε φροντιστήρια ούτε ιδιαίτερα. Αλλά ακόμη κι έτσι, οι βαθμοί μου δεν ήταν ιδιαίτερα άσχημοι. Μ’ αυτόν το ρυθμό, σκεφτόμουν, θα μπορούσα να μπω σε κάποιο αξιοπρεπές πανεπιστήμιο χωρίς να σκοτωθώ για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Κι αυτό ακριβώς συνέβη.


Άρχισα να πηγαίνω στο κολέγιο κι έμενα μόνος σε μια στενάχωρη γκαρσονιέρα. Ακόμη κι όταν έμενα στο σπίτι μας στην Τσουντανούμα, σχεδόν ποτέ δεν έκανα ανοιχτές και ειλικρινείς συζητήσεις με την οικογένειά μου. Ζούσαμε μαζί κάτω απ’ την ίδια στέγη, αλλά οι γονείς μου και η αδελφή μου ήταν για μένα ξένοι και δεν είχα ιδέα τι ήθελαν από τη ζωή τους. Και το ίδιο ίσχυε από την πλευρά τους δεν είχαν ιδέα τι είδους άτομο ήμουν ή ποιες ήταν οι φιλοδοξίες μου. Όχι πως ήξερα εγώ τι ζητούσα από τη ζωή ιδέα δεν είχα. Μου άρεσε να διαβάζω μυθιστορήματα και να χάνομαι μέσα τους, αλλά δεν έγραφα αρκετά καλά ώστε να γίνω συγγραφέας* δεν υπήρχε επίσης περίπτωση να γίνω επιμελητής εκδόσεων ή κριτικός, αφού τα γούστα μου ήταν μάλλον ακραία. Τα μυθιστορήματα πρέπει να προσφέρουν καθαρά προσωπική απόλαυση, έτσι πίστευα, και να μην είναι μέρος της δουλειάς σου ή των σπουδών σου. Γι’ αυτό και το πτυχίο μου ήταν στην ιστορία κι όχι στη λογοτεχνία. Στην αρχή, δεν είχα κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία, αλλά όταν άρχισα να τη μελετάω, τη βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δεν είχα σκοπό να μπω σε μεταπτυχιακό και να φάω τη ζωή μου ολόκληρη με την ιστορία ή με οτιδήποτε παρόμοιο, αν και ο σύμβουλός μου αυτό μου σύστησε. Μου άρεσε να διαβάζω και να σκέφτομαι, αλλά δεν ήμουν ο τύπος που θα αφιερωνόταν στην πανεπιστημιακή ζωή. Όπως έγραψε ο Πούσκιν:


Κί όρεξη καμιά δεν είχε να σκάψει για τη δόξα βαθιά στη λάσπη που έστρωσε ο χρόνος. Αυτά όλα σημαίνουν ότι δεν είχα σκοπό να βρω δουλειά σε κάποια φυσιολογική εταιρεία αντιπαλεύοντας με νύχια και με δόντια τον απάνθρωπο ανταγωνισμό για ν’ αναρριχηθώ βήμα βήμα στη γλιστερή πλαγιά της καπιταλιστικής πυραμίδας. Έτσι, διά της μεθόδου της απαλοιφής, κατέληξα στο δασκαλίκι. Το σχολείο απέχει ελάχιστες στάσεις με το τρένο. Ο θείος μου ήταν μέλος της σχολικής επιτροπής εκείνης της πόλης και με ρώτησε εάν είχα όρεξη ν’ ασχοληθώ με τη διδασκαλία. Δεν είχα κάνει τα απαραίτητα παιδαγωγικά, οπότε με διόρισαν αρχικά δόκιμο* όμως μετά από μια μικρή περίοδο προσαρμογής, διορίστηκα κανονικός δάσκαλος. Δεν ήταν κάτι που είχα σχεδιάσει, αλλά, όταν έγινε τελικά, ανακάλυψα ένα βαθύ σεβασμό και μια ανυπόκριτη αγάπη για το επάγγελμα, που ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είχα. Και για να μη μασάω τα λόγια μου, η πραγματικότητα ήταν ότι εντελώς τυχαία ανακάλυψα τον εαυτό μου. Στεκόμουν μπροστά στην τάξη, διδάσκοντας τους πιτσιρικάδες βασικά πράγματα σχετικά με τη γλώσσα, τη ζωή, τον κόσμο, κι ανακάλυπτα ότι ταυτόχρονα δίδασκα και τον ίδιο μου τον εαυτό από την αρχή όλα αυτά τα πράγματα φιλτραρισμένα μέσα από τα μάτια και τα μυαλά αυτών των παιδιών. Όταν κάνεις σωστά αυτή τη δουλειά, αυτή η εμπειρία είναι αναζωογονητική. Βαθιά, θα έλεγα. Τα πήγαινα πάρα πολύ καλά με τους μαθητές μου, με τις μητέρες τους και τους συναδέλφους μου. Παρ’ όλα αυτά, το βασικό ερώτημα εξακολουθούσε να με τραβάει από το μανίκι: Ποιος είμαι; Τι ψάχνω; Για πού τραβάω; Η πρώτη φορά που ένιωσα να πλησιάζω σε κάποια απάντηση ήταν όταν μίλησα με τη Σουμίρε. Αντί να μιλάω όμως για τον εαυτό μου, άκουγα προσεχτικά τι μου έλεγε εκείνη. Μου έκανε ένα σωρό ερωτήσεις, κι αν δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω ή αν η απάντησή μου δεν έβγαζε νόημα, να μην αμφιβάλλετε καθόλου, δεν μου έκρυβε τη γνώμη της. Αντίθετα από άλλους ανθρώπους, εκείνη ήθελε έντιμα και ειλιχρινά ν’ ακούσει αυτά που είχα να της πω. Έκανα ό,τι μπορούσα για να της δίνω απαντήσεις, και μέσα από τις συζητήσεις μας αποκάλυπτα σ’ εκείνη, και ταυτόχρονα σ’ εμένα τον ίδιο, μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μου απ’ ό,τι συνήθως. Περνούσαμε πολλές ώρες συζητώντας. Ποτέ δεν βαριόμασταν και ποτέ δεν μας τελείωναν τα θέματα: μυθιστορήματα, ο κόσμος, το τοπίο, η γλώσσα. Οι συζητήσεις μας ήταν πιο ανοιχτές και πιο προσωπικές από τις συζητήσεις εραστών. Φανταζόμουν πόσο υπέροχα θα ήταν εάν πράγματι μπορούσαμε να γίνουμε εραστές. Ποθούσα τη θέρμη του κορμιού της επάνω στο δικό μου. Μας φανταζόμουν παντρεμένους, να ζούμε μαζί. Έπρεπε όμως ν’ αντιμετωπίσω το αναντίρρητο γεγονός ότι η Σουμίρε δεν έτρεφε τέτοια ρομαντικά αισθήματα απέναντι μου, πόσο μάλλον σεξουαλικό ενδιαφέρον. Μερικές φορές διανυκτέρευε στο διαμέρισμά μου μετά από κάποια μαραθώνια συζήτησή μας που κρατούσε μέχρι τις πρωινές ώρες, αλλά δεν υπήρξε ποτέ ούτε η παραμικρή υπόνοια ερωτικής διάθεσης. Όταν έφτανε η ώρα δύο ή τρεις το πρωί, την έπιαναν τα χασμουρητά, χωνόταν στο κρεβάτι, βύθιζε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι μου και κοιμόταν αυτοστιγμεί. Εγώ άπλωνα μερικές κουβέρτες στο πάτωμα κι έπεφτα εκεί, αλλά μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ, καθώς το μυαλό μου γέμιζε από φαντασιώσεις, συγκεχυμένες σκέψεις, αηδία για τον εαυτό μου. Μερικές φορές, η αναπόφευκτη σωματική αντίδραση μπορούσε


να με ρίξει σε βαθιά μελαγχολία και να με αφήσει ξάγρυπνο μες στη δυστυχία μου μέχρι το πρωί. Ήταν αδύνατο ν’ αποδεχτώ ότι δεν μ’ έβλεπε σχεδόν καθόλου σαν άντρα, ή μάλλον ότι δεν μ’ έβλεπε καθόλου μα καθόλου σαν άντρα. Αυτό μερικές φορές με πονούσε τόσο πολύ, που ένιωθα σαν κάποιος να προσπαθούσε να μου ξεριζώσει τα σωθικά μ’ ένα μαχαίρι. Ωστόσο ο χρόνος που περνούσα μαζί της ήταν πιο πολύτιμος απ’ οτιδήποτε. Με βοηθούσε να ξεχνάω τη μόνιμη παρουσία της μοναξιάς στη ζωή μου. Τέντωνε τα εξωτερικά όρια του κόσμου, με βοηθούσε να πάρω μια βαθιά, απελευθερωτική ανάσα. Μόνο η Σουμίρε μπορούσε να το κάνει αυτό για μένα. Και για να ελαφρύνω τον πόνο και να εξαλείψω τη σεξουαλική ένταση ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνη, αυτό ήλπιζα τουλάχιστον, άρχισα να πηγαίνω με άλλες γυναίκες. Δεν θέλω να πω ότι ήμουν κανένας φοβερός και τρομερός εραστής, κάθε άλλο. Δεν ήμουν αυτό που θα λέγαμε γόης και δεν διεκδικούσα δονζουανικές δάφνες. Για κάποιο λόγο πάντως μερικές γυναίκες ένιωθαν έλξη για μένα και ανακάλυψα ότι, εάν άφηνα τα πράγματα να πάρουν αβιαστα το δρόμο τους, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να τις πείσω να κοιμηθούν μαζί μου. Αυτές οι περιπετειούλες ποτέ δεν μου προκάλεσαν δυνατά πάθη, στην.καλύτερη περίπτωση μου πρόσφεραν ανακούφιση. Δεν έκρυβα τις περιπέτειές μου απ’ τη Σουμίρε. Δεν ήξερε βέβαια κάθε απόκρυφη λεπτομέρεια, μόνο τις γενικές γραμμές. Αυτό δεν φαινόταν να την ενοχλεί. Αν υπήρχε κάτι στις σχέσεις μου που μπορούσε ν’ αποτελέσει αιτία προβληματισμού, αυτό ήταν ότι οι γυναίκες ήταν όλες μεγαλύτερές μου και είτε παντρεμένες είτε με αρραβωνιαστικό ή με άλλο μόνιμο φίλο. Η πιο πρόσφατη κατάχτησή μου ήταν η μητέρα ενός από τους μαθητές μου. Κάναμε έρωτα περίπου δυο φορές το μήνα. Αυτό θα σε σκοτώσει, με προειδοποίησε κάποτε η Σουμίρε. Κι εγώ συμφώνησα. Ωστόσο δεν μπορούσα να κάνω και πολλά για να το αποτρέψω. Ένα Σάββατο, στις αρχές Ιουλίου, η τάξη μου έπρεπε να κάνει έναν περίπατο. Πήρα τους τριάντα πέντε μαθητές μου και ανεβήκαμε σ’ ένα βουνό στην Οκουτάμα. Η μέρα άρχισε μέσα σε μια ατμόσφαιρα απόλυτου ενθουσιασμού για να καταλήξει σε απόλυτο χάος. Όταν φτάσαμε στην κορυφή, δύο από τα παιδιά ανακάλυψαν ότι είχαν ξεχάσει να πάρουν μαζί τους φαγητό. Δεν υπήρχαν μαγαζιά στην περιοχή, οπότε αναγκάστηκα να τους μοιράσω το νόρι-μάκι που είχε ετοιμάσει για μένα το σχολείο αφήνοντας τον εαυτό μου νηστικό. Κάποιος μου έδωσε λίγη σοκολάτα, και αυτή η σοκολάτα ήταν το μόνο που έφαγα ολόκληρη την ημέρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάποιο κορίτσι είπε ότι δεν μπορούσε πια να περπατήσει και αναγκάστηκα να την κουβαλήσω στους ώμους σε όλη την κάθοδο από το βουνό. Δύο αγόρια άρχισαν να τσακώνονται, στ’ αστεία υποτίθεται, κι ένα απ’ αυτά έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα. Έπαθε ελαφρά διάσειση και η μύτη του έτρεχε ποτάμι. Τίποτε το τρομερό, αλλά το πουκάμισό του γέμισε αίματα, σαν να τον είχαν σφάξει. Όπως είπα, το απόλυτο χάος. Όταν έφτασα στο σπ��τι, ήμουν ταλαιπωρημένος σαν παλιό καρφί σιδηροτροχιάς. Έκανα ένα ντους, ήπια κάτι δροσιστικό, ξάπλωσα στο κρεβάτι ανήμπορος να σκεφτώ απ’ την κούραση, έσβησα το φως και βυθίστηκα στον ύπνο του δικαίου. Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν απ’ τη Σουμίρε. Κοίταξα το ρολόι στο κομοδίνο. Είχα προλάβει να κοιμηθώ όλο κι όλο μια ώρα. Όμως δεν παραπονέθηκα. Ήμουν τόσο κουρασμένος που δεν μπορούσα ούτε να διαμαρτυρηθώ. Συμβαίνουν αυτά μερικές φορές.


«Μπορώ να σε δω αύριο το απόγευμα;» ρώτησε. Η φίλη μου θα ερχόταν στο διαμέρισμά μου στις 6 μ. μ. Θα πάρκαρε την κόκκινη Τογιότα Τσέλικα λίγο πιο κάτω. «Δικός σου μέχρι τις τέσσερις», είπα απλά. Η Σουμίρε φορούσε λευκή αμάνικη μπ?νούζα, γαλάζια μίνι φούστα κι ένα ζευγάρι μικροσκοπικά γυαλιά ηλίου. Το μόνο περιττό επάνω της ήταν ένα πλαστικό κοκαλάκι στα μαλλιά. Πολύ απλό ντύσιμο. Δεν φορούσε σχεδόν καθόλου μέικ απ, εμφανιζόταν όπως ακριβώς ήταν. Στην αρχή δεν τη γνώρισα. Μπορεί να είχαν περάσει μόνο τρεις εβδομάδες από την τελευταία μας συνάντηση, αλλά το κορίτσι που καθόταν απέναντι μου στο τραπέζι έμοιαζε ν’ ανήκει σε εντελώς διαφορετικό κόσμο από τη Σουμίρε που γνώριζα. Ήταν, χωρίς υπερβολή, π:ανέμορφή. Κάτι μέσα της ανθούσε. Παρήγγειλα ένα μικρό ποτήρι βαρελίσιας μπίρας κι εκείνη πήρε χυμό σταφυλιού. «Παραλίγο να μη σε αναγνωρίσω», είπα. «Είναι η περίοδος τέτοια», είπε δήθεν αδιάφορα πίνοντας μια γουλιά από τό ποτό της με το καλαμάκι. «Ποια περίοδος;» ρώτησα. «Η καθυστερημένη εφηβεία, υποθέτω. Όταν σηκώνομαι το πρωί και βλέπω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη, νομίζω ότι ανήκει σε κάποια άλλη. Εάν δεν προσέξω, μπορεί να μείνω πίσω». «Μήπως τότε θα ήταν καλύτερα ν’ αφεθείς;» είπα. «Κι αν χαθώ; Πού θα καταλήξω;» «Αν είναι για κάνα-δυο μέρες, μπορείς πάντα να καταλήξεις στο δικό μου διαμέρισμα. Είσαι πάντα ευπρόσδεκτη εσύ με τον χαμένο εαυτό σου». Η Σουμίρε γέλασε. «Καλά τ’ αστεία», είπε, «αλλά εγώ, για πού πηγαίνω;» «Δεν ξέρω. Σκέψου τα πράγματα θετικά. Σταμάτησες το κάπνισμα, φοράς ωραία καθαρά ρούχα ακόμη κι οι κάλτσες σου είναι όμοιεςκι έχεις μάθει να μιλάς ιταλικά. Έχεις μάθει να κρίνεις τα κρασιά, να χρησιμοποιείς υπολογιστή και, τουλάχιστον προς το παρόν, πηγαίνεις για ύπνο τη νύχτα και ξυπνάς το πρωί. Σίγουρα για κάπου έχεις βάλει πλώρη». «Όμως εξακολουθώ να μην μπορώ να γράψω. Ούτε γραμμή».^ «Όλα έχουν τα συν τους και τα πλην τους». Η Σουμίρε σούφρωσε τα χείλη της. «Θα έλεγες ότι περνάω μια περίοδο αποστασίας;» «Αποστασίας;» Για μια στιγμή δεν κατάλαβα τι εννοούσε. «Αποστασία. Το να προδίδεις τα πιστεύω και τις πεποιθήσεις σου». «Εννοείς ότι βρήκες μια δουλειά, ότι ντύνεσαι καλά κι ότι σταμάτησες να γράφεις μυθιστορήματα;»


«Ακριβώς». Κούνησα το κεφάλι μου πέρα-δώθε. «Πάντα έγραφες επειδή ήθελες να γράψεις. Εάν δεν θες να γράψεις πια·, τότε γιατί να το κάνεις; Μήπως έχεις την εντύπωση ότι επειδή σταμάτησες να γράφεις, θα γκρεμιστεί κανένας φούρνος; Θα βυθιστεί κάποιο βαπόρι; Θ’ αλλάξει η ώρα της παλίρροιας; Ή ότι θα πάει η επανάσταση πέντε χρόνια πίσω; Πολύ αμφιβάλλω. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς να το αποκαλέσει αυτό αποστασία». «Τότε, πώς μπορώ να το ονομάσω;» Κούνησα πάλι το κεφάλι μου. «Η λέξη αποστασία είναι πολύ παρωχημένη. Δεν τη χρησιμοποιεί κανείς πια. Εάν βρεθείς σε κανένα ξεχασμένο κοινόβιο, μπορεί εκεί να τη χρησιμοποιούν ακόμη. Δεν ξέρω τις λεπτομέρειες, αλλά εάν δεν θες να γράψεις πια, αυτό είναι δικό σου θέμα». «Κοινόβιο; Εννοείς αυτά τα πράγματα που έφτιαξε ο Αένιν;» «Αυτά τα λέγανε κολχόζ,. Τέτοια δεν έχουν μείνει πια καθόλου». «Δεν είναι ότι θέλω να σταματήσω το γράψιμο», είπε η Σουμίρε. Σκέφτηκε για λίγο. «Είναι ότι όταν προσπαθώ να γράψω, δεν μπορώ. Κάθομαι στο γραφείο μου και δεν μου ’ρχεται τίποτε στο μυαλό ούτε ιδέες ούτε λόγια ούτε σκηνές. Το απόλυτο κενό. Και δεν πάει και πολύς καιρός που είχα εκατομμύρια πράγματα να γράψω. Τι διάβολο μου συμβαίνει;» «Ερώτηση είναι αυτό;» Η Σουμίρε έκανε ναι με το κεφάλι. Ήπια μια γουλιά παγωμένη μπίρα και προσπάθησα να συγκεντρωθώ. «Νομίζω ότι τώρα είναι σαν να επανατοποθετείσαι σε καινούργιο μυθοπλαστικό πλαίσιο. Αυτό σέ απασχολεί τώρα, οπότε δεν χρειάζεται να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου στον γραπτό λόγο. Εκτός αυτού, έχεις και πολλή δουλειά». ((Εσύ το κάνεις αυτό; Τοποθετείς τον εαυτό σου σε καινούργιο μυθοπλαστικό πλαίσιο;» «Νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν στον δικό τους μύθο. Κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση. Μπορείς να το παραλληλίσεις με το κιβώτιο ταχυτήτων ενός αυτοκινήτου. Είναι ένας μηχανισμός που παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ εσένα και τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής. Παίρνεις ενέργεια απέξω και χρησιμοποιείς ταχύτητες για να την προσαρμόσεις έτσι ώστε όλα να ρολάρουν αρμονικά. Έτσι κρατάς το εύθραυστο σώμα σου άθικτο. Καταλαβαίνεις τίποτε απ’ αυτά που λέω;» Η Σουμίρε κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι. «Και δεν έχω βολευτεί ακόμη εκατό τα εκατό σ’ αυτό το καινούριο πλαίσιο. Αυτό δεν μου λες;» «Το μεγαλύτερο πρόβλημα τώρα είναι ότι δεν ξέρεις με τι είδους μυθοπλασία έχεις να κάνεις. Δεν ξέρεις την υπόθεση του έργου* ούτε το στιλ έχει καθοριστεί ακόμη. Το μόνο που γνωρίζεις στα σίγουρα είναι το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα. Ωστόσο αυτός ο καινούργιος μύθος επανεφευρίσκει εσένα την ίδια. Δώσ’ του το χρόνο που χρειάζεται και θα σε πάρει προστατευτικά στην αγκαλιά του, οπότε τότε θα μπορέσεις να δεις, έστω στα κλεφτά, έναν ολοκαίνουργιο κόσμο. Όμως δεν έχεις φτάσει ακόμη εκεί. Κι αυτό κάνει τη θέση σου εξαιρετικά επισφαλή».


«Εννοείς ότι έχω βγάλει τον παλιό άξονα και δεν έχω τοποθετήσει ακόμη στη θέση του τον καινούργιο. Κι όλα αυτά ενώ η μηχανή εξακολουθεί να λειτουργεί. Σωστά;» «Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι». Η Σουμίρε πήρε το συνηθισμένο προβληματισμένο της ύφος και ανάδευσε με το καλαμάκι τα παγάκια του ποτού της. Τελικά σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε. «Καταλαβαίνω τι εννοείς όταν λες ότι η θέση μου είναι επισφαλής. Μερικές φορές νιώθω τόσο, δεν ξέρω, μόνη. Είναι η αίσθηση που έχει κανείς όταν του αφαιρούν βίαια όλα τα πράγματα που έχει συνηθίσει μέχρι τότε. Σαν να μην υπάρχει πια βαρύτητα και να πλέω στο άπειρο διάστημα. Χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα προς τα πού κινούμαι». «Σαν ένας μικρός χαμένος Σπούτνικ;» «Έτσι νομίζω». «Όμως έχεις τη Μίου», είπα. «Για τώρα τουλάχιστον». Για λίγο επικράτησε σιωπή. «Νομίζεις ότι η Μίου θέλει κι εκείνη το ίδιο;» ρώτησα. Η Σουμίρε κούνησε το κεφάλι. «Νομίζω πως ναι. Ίσως όσο κι εγώ». «Ακόμη και σαρκικά;» «Εδώ τα μπερδεύουμε λιγάκι. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη. Για τα αισθήματά της, εννοώ. Κι αυτό με κάνει να νιώθω χαμένη και μπερδεμένη». «Κλασικό αίνιγμα», είπα. Αντί για απάντηση, η Σουμίρε σούφρωσε και πάλι. τα χείλη της. «Όσο για σένα όμως», είπα «είσαι απολύτως έτοιμη». Η Σουμίρε έκανε μία και μοναδική καταφατική κίνηση με το κεφάλι, δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Ήταν απόλυτα σοβαρή. Βυθίστηκα στην καρέκλα μου κι έδεσα τα χέρια μου πίσω απ’ το κεφάλι. «Μετά απ’ όλα αυτά, μην αρχίσεις να με μισείς, εντάξει;» είπε η Σουμίρε. Η φράση ακούστηκε σαν ατάκα ηρωίδας από παλιά ασπρόμαυρη ταινία του Γκοντάρ, λες κι έφτανε στο μυαλό μου φιλτραρισμένη, από κάπου πέρα απ’ τα όρια της συνείδησής μου. «Μετά απ’ όλα αυτά, δεν θ’ αρχίσω να σε μισώ», απάντησα. Η επόμενη φορά που είδα τη Σουμίρε ήταν δύο εβδομάδες αργότερα, Κυριακή, όταν τη βοήθησα να μετακομίσει. Είχε αποφασίσει να μετακομίσει εντελώς ξαφνικά και ήμουν ο μόνος που προσφέρθηκε να


βοηθήσει. Εκτός από βιβλία, είχε πολύ λίγα πράγματα, και η όλη διαδικασία τελείωσε πριν καλά καλά αρχίσει. Αυτό είναι ένα απ’ τα καλά που έχει η φτώχεια. Δανείστηκα ένα φορτηγάκι Τογιότα και μετέφερα τα πράγματά της στο καινούργιο διαμέρισμα, στη ΓιογιόγκιΟυεχάρα. Το διαμέρισμα δεν ήταν και τόσο καινούργιο, ούτε ιδιαίτερα ωραίο, αλλά σε σύγκριση με το παλιό ξύλινο κτίριο στο Κιτσιτζότζι -ένα μέρος που θα έπρεπε κανονικά ν’ ανακηρυχτεί ιστορικό αρχιτεκτονικό μνημείοήταν σαφώς μεγάλη πρόοδος. Της το είχε βρει ένας μεσίτης, φίλος της Μίου· παρά την προνομιακή του θέση, το νοίκι ήταν λογικό και είχε και πολύ ωραία θέα. Ήταν επίσης διπλάσιο σε σχέση με το παλιό. Σαφώς άξιζε τον κόπο η μετακόμιση. Το πάρκο Γιογιόγκι ήταν κοντά και, αν της έκανε κέφι, μπορούσε να πάει στη δουλειά με τα πόδια. «Από Δευτέρα θα δουλεύω πέντε μέρες την εβδομάδα», είπε η Σουμίρε. «Οι τρεις μέρες είναι μεσοβέζικη κατάσταση, κι είναι ευκολότερο ν’ αντέξει κανείς τα πρωινά με τις συγκοινωνίες κι όλα αυτά, αν το κάνει κάθε μέρα. Θα πρέπει να πληρώνω περισσότερο νοίκι τώρα, κι η Μίου μου είπε ότι γενικότερα θα ήταν καλύτερο εάν αποφάσιζα να δουλέψω πλήρες ωράριο. Θέλω να πω, ότι ακόμη και αν έμενα στο σπίτι, πάλι δεν θα είχα τίποτε να γράψω». «Μου φαίνεται καλή ιδέα», σχολίασα. «Η ζωή μου θα γίνει πιο οργανωμένη εάν δουλεύω κάθε μέρα, κι έτσι θα σταματήσω μάλλον να σε παίρνω τηλέφωνο στις τρεισήμισι το πρωί. Αυτό θα είναι άλλο ένα θετικό σημείο». «Ένα πολύ θετικό σημείο», είπα. «Ωστόσο είναι λυπηρό που θα μένεις τόσο μακριά από μένα». «Πραγματικά νιώθεις έτσι;» «Φυσικά. Θες να ξεριζώσω εδώ μπροστά σου την καρδιά μου για να σ’ το αποδείξω;» Καθόμουν στο γυμνό πάτωμα του νέου διαμερίσματος με την πλάτη στον τοίχο. Η Σουμίρε είχε τόσο λίγα δικά της πράγματα που το νέο διαμέρισμα έμοιαζε εντελώς άδειο. Δεν υπήρχαν κουρτίνες στα παράθυρα και τα βιβλία που δεν χωρούσαν στα ράφια ήταν αφημένα σε σωρούς στο πάτωμα σαν ιδεολογικοί πρόσφυγες. Ο ολόσωμος καθρέφτης στον τοίχο, δώρο της Μίου για τη μετακόμιση, ήταν το μόνο που ξεχώριζε. Τα κρωξίματα από τα κοράκια του πάρκου έφταναν μέχρι το δωμάτιο με τη βραδινή αύρα. Η Σουμίρε κάθισε δίπλα μου. «Να σου πω…» είπε. «Τι;» «Αν αποδειχτώ τελικά μια άχρηστη λεσβία, θα είσαι ακόμη φίλος μου;» «Είτε είσαι άχρηστη λεσβία είτε όχι, αυτό δεν έχει καμία σημασία. Φαντάσου τιc Μεγαλύτερες επιτυχίες του Μπόμπι Ντάριν χωρίς το “Mack the Knife”. Αυτή θα ήταν η ζωή μου χωρίς εσένα». Η Σουμίρε μισόκλεισε τα μάτια και με κοίταξε. «Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να πιάσω τον παραλληλισμό, αλλά αυτό που μου λες είναι ότι θα ένιωθες πραγματικά μόνος;» «Αυτό εννοώ πάνω-κάτω» είπα. Η Σουμίρε έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πίσω μ’ ένα κοκαλάκι,


κι έβλεπα τα μικρά και καλοσχηματισμένα της αυτιά. Αυτιά τόσο όμορφα που θα έλεγες πως είχαν μόλις πλαστεί. Απαλά, ευαίσθητα αυτιά. Ένιωθα την ανάσα της στο δέρμα μου. Φορούσε ένα ροζ σορτσάκι μ’ ένα ξεβαμμένο γαλαζωπό κοντομάνικο μπλουζάκι. Μέσα απ’ το μπλουζάκι της διαγράφονταν οι μικρές της ρώγες. Μύριζε ελαφρώς ιδρώτα. Ο δικός της ιδρώτας κι ο δικός μου, και οι δύο οσμές ανακατεύτηκαν αξεδιάλυτα. Ήθελα τόσο πολύ να την πάρω στην αγκαλιά μου. Ένιωσα μια βίαιη επιθυμία να την ξαπλώσω στο πάτωμα επιτόπου. Ήξερα όμως ότι θα ήταν μάταιη η προσπάθειά μου. Ξαφνικά ένιωσα ότι δυσκολευόμουν ν’ ανασάνω και το οπτικό μου πεδίο στένεψε. Ο χρόνος ακινητοποιήθηκε, σταμάτησε για λίγο να γυρίζει τους τροχούς του. Ο πόθος φούσκωσε στο παντελόνι μου, σκληρός σαν βράχος. Μπερδεύτηκα, ένιωσα ντροπή. Προσπάθησα να επιβληθώ στον εαυτό μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να γεμίσω τα πνευμόνια μου με καθαρό αέρα, έκλεισα τα μάτια μου, και μέσα σ’ αυτή την ακατανόητη μαυρίλα άρχισα σιγά σιγά να μετράω. Ο πόθος μου ήταν τόσο ισχυρός που μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. «Κι εμένα μου αρέσεις», είπε η Σουμίρε. «Σ’ ολόκληρο τον απέραντο κόσμο περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο». «Μετά τη Μίου, εννοείς», είπα. «Η Μίου είναι λίγο διαφορετική». «ΓΙώς, δηλαδή;» «Τα αισθήματα που νιώθω για κείνη είναι διαφορετικά απ’ αυτά που νιώθω για σένα. Αυτό που εννοώ είναι… χμ. Πώς να το εκφράσω;» «Εμείς οι άχρηστοι ετεροφυλόφιλοι έχουμε γι’ αυτό. έναν όρο», είπα. «Αέμε ότι μ’ αυτή την γκόμενα σου σηκώνεται». Η Σουμίρε γέλασε. «Εκτός απ’ το να γίνω συγγραφέας, ποτέ δεν ήθελα κάτι άλλο τόσο πολύ. Μου αρκούσαν πάντα όσα είχα. Όμως τώρα, αυτή τη στιγμή, θέλω τη Μίου. Πολύ, πάρα πολύ. Θέλω να την κάνω δική μοϋ. Έτσι πρέπει να γίνει. Δεν υπάρχουν άλλες επιλογές. Καμία. Δεν ξέρω γιατί έφτασαν εκεί τα πράγματα. Βγάζουν νόημα αυτά που λέω;» Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Εξακολουθούσα.να είμαι πάρα πολύ ερεθισμένος και προσευχόμουν να μην το παρατηρήσει η Σουμίρε. «Υπάρχει μια φοβερή ατάκα του Γκράουτσο Μαρξ», είπα. «“Είναι τόσο ερωτευμένη μαζί μου που δεν το ξέρει ούτε κι η ίδια. Γι’ αυτό κι είναι ερωτευμένη μαζί μου”». Η Σουμίρε γέλασε. «Ελπίζω τα πράγματα να εξελιχτούν ομαλά», είπα. «Όμως να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα. Είσαι ακόμη ευάλωτη. Να το θυμάσαι». Χωρίς να πει λέξη, η Σουμίρε πήρε το χέρι μου και το έσφιξε απαλά. Το μικρό απαλό της χέρι ήταν ελαφρώς ιδρωμένο. Το φαντάστηκα να χαϊδεύει το σκληρό μου πέος. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι αυτό το πράγμα, αλλά μου ήταν αδύνατο. Όπως είχε πει η Σουμίρε, δεν υπήρχαν άλλες επιλογές. Τη


φαντάστηκα να βγάζει την μπλούζα της, το σορτσάκι της, την κιλότα της. Αισθάνθηκα κάτω από τη γλώσσα μου τις σκληρές σφιχτές της ρώγες. Φαντάστηκα ότι της άνοιγα τα πόδια διάπλατα κι ότι έμπαινα στον υγρό της κόλπο. Αργά αργά, στα σκοτεινά της βάθη. Τον φαντάστηκα να με καλεί, να με τυλίγει και να με ξαναβγάζει έξω… η παραίσθηση με κατέλαβε ολόκληρο και δεν έλεγε να μ’ αφήσει. Έκλεισα ξανά τα μάτια μου σφιχτά κι άφησα να με παρασύρει το τεράστιο κύμα του χρόνου. Με το πρόσωπο σκυφτό, περίμενα υπομονετικά να περάσει από πάνω μου και να φύγει μακριά ο καυτός λίβας. «Γιατί δεν τρώμε για βράδυ μαζί;» ρώτησε η Σουμίρε. Ωστόσο έπρεπε να επιστρέφω το φορτηγάκι στο Χίνο μέχρι κάποια συγκεκριμένη ώρα. Πάνω απ’ όλα όμως έπρεπε να μείνω μόνος με τις βίαιες ορέξεις μου. Δεν ήθελα να μπερδέψω τη Σουμίρε παραπάνω απ’ ό,τι ήταν ήδη μπερδεμένη. Δεν ήξερα μέχρι ποιο βαθμό θα μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου, αν την είχα δίπλα μου. Αν περνούσα κάποιο κρίσιμο σημείο, θα έχανα τελείως τον έλεγχο. «Τότε θα μου επιτρέψεις μια απ’ αυτές τις μέρες να σε καλέσω σε δείπνο. Ξέρεις τώρα. Τραπεζομάντιλο, κρασί. Όλα όπως πρέπει. Ίσως την επόμενη εβδομάδα», μου υποσχέθηκε η Σουμίρε, καθώς λέγαμε αντίο. «Κράτα μια βραδιά για μένα την επόμενη εβδομάδα». «Εντάξει», είπα. Κοίταξα τον ολόσωμο καθρέφτη καθώς περνούσα από μπροστά του και είδα το πρόσωπό μου να με κοιτάζει. Είχε μια πολύ παράξενη έκφραση. Ήταν το δικό μου πρόσωπο, καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, αλλά πού στο καλό είχε βρεθεί αυτή η γκριμάτσα; Δεν είχα καμιά όρεξη να ξαναγυρίσω πίσω και να διερευνήσω το θέμα. Η Σουμίρε στεκόταν στην είσοδο του καινούργιου της διαμερίσματος και μ’ αποχαιρετούσε. Κούνησε το χέρι, κάτι που έκανε σπάνια. Τελικά, όπως και πολλές άλλες όμορφες υποσχέσεις στη ζωή μας, αυτό το δείπνο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στις αρχές Αυγούστου, έλαβα από εκείνη ένα μεγάλο γράμμα. Ο φάκελος είχε ένα μεγάλο, πολύχρωμο γραμματόσημο πάνω του και σφραγίδα της Ρώμης, αν και δεν μπορούσα να διακρίνω την ημερομηνία αποστολής. Την ημέρα που έφτασε το γράμμα, είχα βγει στο Σιντζούκου για πρώτη φορά μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, πήρα μερικά καινούργια βιβλία από το βιβλιοπωλείο Κινοκουνίγια και πήγα να δω μια ταινία του Αικ Μπεσόν. Μετά, έκανα μια στάση σε μια μπιραρία, όπου έφαγα με μεγάλη όρεξη μια πίτσα με αντζούγιες πίνοντας ένα μεγάλο ποτήρι μαύρη μπίρα. Προσπαθώντας ν’ αποφύγω την ώρα αιχμής, πήρα το μετρό της γραμμής Τσούο και διάβασα ένα από τα καινούργια μου βιβλία μέχρι που έφτασα στο σπίτι μου στο Κουνιτάτσι. Είχα σκοπό να μαγειρέψω κάτι απλό και να παρακολουθήσω έναν αγώνα στην τηλεόραση. Ο ιδανικός τρόπος για να περάσει κανείς τις καλοκαιριάτικες διακοπές. Ζέστη, μοναξιά και απόλυτη ελευθερία, να μην ενοχλώ κανέναν και να μη μ’ ενοχλεί κανείς. Όταν γύρισα στο σπίτι, υπήρχε ένα γράμμα στο γραμματοκιβώτιο. Ο φάκελος δεν είχε όνομα αποστολέα, αλλά μια ματιά στον γραφικό χαρακτήρα δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι ήταν απ’ τη Σουμίρε. Ιερογλυφική γραφή, συμπαγής, δύσκολη, ασυμβίβαστη. Γραφή που μου θύμιζε τα σκαθάρια που ανακάλυπταν μέσα στις πυραμίδες της Αιγύπτου. Αες κι ήταν έτοιμα ν’ αρχίσουν να


έρπουν για να ξαναχαθούν μέσα στην άβυσσο της ιστορίας. Ρώμη; Έβαλα τα ψώνια του σουπερμάρκετ στο ψυγείο και σέρβιρα παγωμένο τσάι σε ψηλό ποτήρι. Κάθισα σε μια καρέκλα της κουζίνας, άνοιξα το φάκελο μ’ ένα χασαπομάχαιρο και διάβασα το γράμμα. Πέντε ολόκληρες σελίδες απ’ το ξενοδοχείο Εξέλσιορ της Ρώμης γεμάτες με μικροσκοπικά γραμματάκια σχεδιασμένα με μπλε μελάνι. Πρέπει να της πήρε πολλή ώρα για να τα γράψει όλα αυτά. Στην τελευταία σελίδα, σε μια γωνιά υπήρχε κάτι σαν λεκές καφές, ίσως. Τι χάνεις; Μπορώ να φανταστώ την έκπληξή σου που εντελώς ξαφνικά παίρνεις ένα γράμμα δικό μου απ’ τη

,

,

Ρώμη. Όμως εσύ είσαι γενικά ψύχραιμος και για να νιώσεις έκπληξη σίγουρα δεν αρκεί ένα γράμμα απ’ τη Ρώμη. Μια πόλη που βουλιάζει απ’ τους τουρίστες. Θα έπρεπε να σου ‘χω γράψει

,

απ’ τη Γροιλανδία το Τιμπουκτού ή τα Στενά του Μαγγελάνου δίκιο δεν έχω; Αν καί μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δυσκολεύομαι να πιστέψω πως βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι. Εν πάση περιπτώσεις λυπάμαι πολύ που δεν κατάφερα να σε κεράσω, έτσι όπως είχαμε σχεδιάσει. Αυτό το ταξίδι στην Ευρώπη μου προέκυψε εντελώς ξαφνικά, αμέσως μετά τη μετακόμιση. Μετά απ’ αυτήν ακολούθησε μια περίοδος απόλυτης τρέλας για μερικές μέρες τρεχάματα για το διαβατήριο, ν’ αγοράσω βαλίτσα, να τελειώσω τη δουλειά που είχα αρχίσει. Λεν τα καταφέρνω και τόσο καλά να θυμάμαι πράγματα -το ξέρεις άλλωστε, δεν χρειάζεται να σου το θυμίσω-, αλλά κάνω ό,τι μπορώ για να κρατάω τις υποσχέσεις μου. Αυτές που θυμάμαι, εννοείται. Γι’ αυτό και αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω συγγνώμη που δεν τήρησα το ραντεβού μας για δείπνο. Πραγματικά μου αρέσει το καινούργιο μου διαμέρισμα. Η μετακόμιση είναι αληθινή δοκιμασία (το ξέρω ότι εσύ έκανες την περισσότερη δουλειά και σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτό’ ωστόσο δεν παύει να είναι δοκιμασία), όμως απ’ τη στιγμή που εγκαθίστασαι, τα πράγματα γίνονται πολύ καλύτερα. Δεν υπάρχουν κοκόρια να λαλούν στο καινούργιο μου σπίτι, όπως υπήρχαν στο Κιτσιτζότζι: τη θέση τους έχουν πάρει τα κοράκια που θρηνολογούν όλη μέρα σαν μοιρολογίστρες. Την αυγή, ένα σωρό απ’ αυτά μαζεύονται στο πάρκο Γιογιόγκι και κάνουν τέτοιο σαματά, που νομίζεις ότι ο κόσμος έχει φτάσει στο τέλος του. Δεν χρειάζομαι ξυπνητήρι αφού πάντα με ξυπνάει η κορακοσυναυλία. Έτσι, έχω γίνει κι εγώ σαν κι εσένα, κοιμάμαι και ξυπνάω με τις κότες, σαν παραδοσιακός αγρότης. Αρχίζω να καταλαβαίνω τι σημαίνει να σε παίρνει κάποιος τηλέφωνο στις τρεισήμισι το πρωί. Αρχίζω να το καταλαβαίνω, πρόσεχε. Γράφω αυτό το γράμμα σ’ ένα υπαίθριο καφέ σ’ ένα σοκάκι της Ρώμης, πίνοντ��ς εσπρέσο βαρύ σαν τον ιδρώτα του διαβόλου, κι έχω το περίεργο συναίσθημα ότι δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Είναι πολύ δύσκολο να το εκφράσω με λόγια, αλλά έχω την εντύπωση ότι κάποια στιγμή κοιμήθηκα βαθιά κι ήρθε κάποιος, με αποσυναρμολόγησε και με ξανασυναρμολόγησε βεβιασμένα. Μια τέτοια αίσθηση. Καταλαβαίνεις πού θέλω να καταλήξω; Τα μάτια μου μού λένε ότι είμαι ο παλιός μου εαυτός, αλλά κάτι είναι διαφορετικό σε σχέση με πριν. Όχι πως μπορώ να θυμηθώ πώς ακριβώς ήταν αυτό το ((πριν». Από τότε που κατέβηκα απ’ το αεροπλάνο, δεν μπορώ ν’ απαλλαγώ απ’ αυτή την πολύ πραγματική και πολύ αποδομητική παραίσθηση. Παραίσθηση; Φαντάζομαι ότι αυτή είναι η σωστή λέξη…


Κάθομαι εδώ κι αναρωτιέμαι: ((Γιατίείμαι στη Ρώμη; Γιατί σ’ αυτή την πόλη συγκεκριμένα;» Όλα γύρω μου αρχίζουν να φαίνονται εξωπραγματικά. Φυσικά, εάν θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια πώς ήρθα εδώ, θα βρω μια εξήγηση, αλλά βαθιά μέσα μου δεν έχω πειστεί ακόμη. Ο εαυτός μου που κάθεται εδώ κι η εικόνα του εαυτού μου, αυτή η εικόνα που είχα πάντα, δεν είναι συγχρονισμένες. Για να το πω με άλλα λόγια, δεν έχω καμία ιδιαίτερη ανάγκη να είμαι εδώ, αλλά παρ’ όλα αυτά είμαι εδώ. Ξέρω ότι όσα λέω είναι πολύ ασαφή, αλλά εσύ, φαντάζομαι, με καταλαβαίνεις. Υπάρχει ένα πράγμα που μπορώ να πω στα σίγουρα: θα ήθελα πολύ να ήσουν εδώ. Παρ’ όλο που έχω τη Μίου μαζί μου, νιώθω μοναξιά που βρίσκομαι τόσο μακριά σου. Και αν ήμαστε ακόμη πιο μακριά, ξέρω ότι θα ένιωθα ακόμη μεγαλύτερη μοναξιά. Θέλω να πιστεύω ότι νιώθεις ανάλογα. Τέλος πάντων, η Μίου και εγώ βρισκόμαστε εδώ, κάνουμε το γύρο της Ευρώπης. Είχε κάποιες δουλειές να φροντίσει κι αρχικά σχεδίαζε να κάνει μια περιοδεία στην Ιταλία και στη Γαλλία μόνη της για δύο εβδομάδες, αλλά μου ζήτησε να έρθω μαζί της σαν προσωπική γραμματέας. Το είπε ένα πρωί και με κατέλαβε εξαπίνης. Ο τίτλος μου θα μπορούσε όντως να είναι ((προσωπική γραμματέας», αλλά δεν νομίζω ότι τη βοηθάω και πολύ* ωστόσο η εμπειρία θα μου κάνει καλό, κι η Μίου μου λέει ότι το ταξίδι είναι το δώρο της, γιατί έκοψα το κάπνισμα. Οπότε όλη αυτή η αγωνία που τράβηξα απέδωσε κάτι στο τέλος. Πρώτος σταθμός μας ήταν το Μιλάνο. Πήγαμε και είδαμε τα αξιοθέατα και μετά νοικιάσαμε μια μπλε Άλφα Ρομέο και τραβήξαμε νότια από την αουτοστράντα. Επισκεφθήκαμε μερικά οινοποιεία στην Τοσκάνη και, αφού φροντίσαμε τα θέματα της δουλειάς, μείναμε για μερικές νύχτες σ’ ένα συμπαθητικό μικρό ξενοδοχείο και μετά φτάσαμε στη Ρώμη. Οι δουλειές γίνονται πάντα είτε στα γαλλικά είτε στα ιταλικά, οπότε δεν έχω να παίξω και μεγάλο ρόλο, αν και τα ιταλικά μου έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμα στις καθημερινές μας δοσοληψίες καθώς ταξιδεύουμε. Εάν πηγαίναμε στην Ισπανία (πράγμα που δεν θα συμβεί σ’ αυτό το ταξίδι), θα μπορούσα να φανώ πιο χρήσιμη στη Μίου. Η Άλφα Ρομέο που νοικιάσαμε δεν ήταν αυτόματη, οπότε δεν μπορούσα να βοηθήσω καθόλου. Όλη την οδήγηση την έκανε η Μίου. Μπορεί να οδηγεί ώρες ολόκληρες και δεν φαίνεται να τη νοιάζει. Η Τοσκάνη είναι όλο λόφους και στροφές, και ήταν εκπληκτικό πόσο απαλά ανεβοκατέβαζε τις ταχύτητες* την παρακολουθούσα και (δεν αστειεύομαι καθόλου) ανατρίχιαζα ολόκληρη. Μου ήταν αρκετό που βρισκόμασταν μακριά από την Ιαπωνία και που ήμουν δίπλα της. Μακάρι να μέναμε έτσι για πάντα. Την επόμενη φορά θα σου γράψω για όλα τα καταπληκτικά φαγητά και κρασιά που δοκιμάσαμε στην Ιταλία* θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο αν το έκανα τώρα. Στο Μιλάνο πηγαίναμε από μαγαζί σε μαγαζί και ψωνίζαμε. Φορέματα, παπούτσια, εσώρουχα. Εκτός από •μια πιζάμα (είχα ξεχάσει να πάρω τη δική μου), δεν αγόρασα τίποτε. Δεν είχα αρκετά χρήματα, και εκτός αυτού υπήρχαν τόσα όμορφα πράγματα που δεν είχα ιδέα από πού ν’ αρχίσω. Είναι μια κατάσταση όπου η κριτική μου ικανότητα παθαίνει ολικό μπλακάουτ. Μου ήταν αρκετό που συνόδευα τη Μίου στα μαγαζιά. Είναι εξαιρετικά επιδέξια στα ψώνια, διαλέγει ό,τι πιο φίνο κι εκλεκτό. Σαν να τρώει μόνο μία μπουκιά απ’ το πιο νόστιμο μέρος ενός φαγητού. Πολύ κομψή και χαριτωμένη. Όταν την είδα να διαλέγει ένα ζευγάρι ακριβές κάλτσες και εσώρουχα, μου κόπηκε η ανάσα. Σταγόνες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό μου. Πράγμα που είναι πολύ περίεργο, αν το καλοσκεφτείς. Είμαι κορίτσι στο κάτω κάτω. Αρκετά είπα όμως για τα ψώνια εάν γράψω και γι ’ αυτά, το γράμμα μου δεν θα τελειώσει ποτέ.


Στα ξενοδοχεία μένουμε σε χωριστά δωμάτια. Η Μίου είναι κάθετη σ’ αυτό. Μια φορά μόνο, στη Φλωρεντία, έγινε κάποιος λάθος με τις κρατήσεις και καταλήξαμε να μοιραστούμε το ίδιο δωμάτιο. Είχε δύο ξεχωριστά κρεβάτια, αλλά και μόνο που μπόρεσα να κοιμηθώ στο ίδιο δωμάτιο μαζί της η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Την είδα να βγαίνει από το μπάνιο με μία πετσέτα τυλιγμένη γύρω της και ν’ αλλάζει ρούχα. Φυσικά, έκανα πως δεν κοίταζα και πως διάβαζα το βιβλίο μου, αλλά την είδα με την άκρη του ματιού μου. Η Μίου έχει συγκλονιστικό κορμί. Δεν ήταν εντελώς γυμνή, αλλά φορούσε αραχνοΰφαντα εσώρουχα* το σώμα της ήταν αρκετό για να μου κόψει την ανάσα. Πολύ λεπτό, με σφιχτούς γοφούς, μια γυναίκα απόλυτα ελκυστική. Μακάρι να μπορούσες να τη δεις αν και είναι λίγο περίεργο να το λέω εγώ αυτό. Φαντάστηκα να με κρατάει αυτό το λυγερό και σφιχτοδεμένο κορμί. Διάφορες χυδαίες εικόνες μού κατέκλυσαν το μυαλό καθώς ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, στο ίδιο δωμάτιο μ’ εκείνη, κι ένιωσα ότι αυτές οι σκέψεις σιγά σιγά με ωθούσαν κάπου αλλού. Νομίζω ότι ερεθίστηκα πάρα πολύ την ίδια νύχτα μου ήρθε περίοδος, πολύ πριν απ’ το αναμενόμενο. Τι φριχτή ιστορία κι αυτή. Χμμμ. Ξέρω ότι δεν έχει κανένα νόη’ μα να σ’ τα λέω αυτά, αλλά θα συνεχίσω έτσι κι αλλιώς μόνο και μόνο για να καταγράψω τα γεγονότα στο χαρτί. Χθες τη νύχτα πήγαμε σ’ ένα κοντσέρτο στη Ρώμη. Δεν περίμενα και πάρα πολλά, καθώς τώρα είναι νεκρή περίοδος, αλλά τελικά η εκτέλεση ήταν συγκλονιστική. Η Μάρθα Άργκεριχ έπαιξε το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 του Λιστ. Ένα κομμάτι που λατρεύω. Διευθυντής ορχήστρας ήταν ο Τζουζέπε Σινόπολι. Τι δεξιοτεχνία! Είναι αδύνατο να μείνεις αδιάφορος, όταν ακούς αυτή τη μουσική! Ήταν αναμφισβήτητα η πιο εκφραστική, η πιο φανταστική μουσική που έχω ακούσει ποτέ. Όσο το σκέφτομαι, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ήταν υπερβολικά τέλεια για τα γούστα μου. Το κομμάτι του Λιστ πρέπει να είναι λίγο φευγαλέο κι άπιαστο σαν μουσική σε χωριάτικο πανηγύρι. Διώξε απ’ τη μέση τα δύσκολα σημεία κι άσε με να νιώσω την καθαρή συγκίνηση αυτό είναι που μου αρέσει. Η Μίου κι εγώ συμφωνήσαμε σ’ αυτό το σημείο. Υπάρχει ένα φεστιβάλ Βιβάλντι στη Βενετία και σκεφτόμαστε να πάμε. Όπως εσύ κι εγώ μιλάμε για λογοτεχνία, η Μίου κι εγώ μπορούμε να μιλάμε για μουσική ώς τον αιώνα τον άπαντα. Αυτό το γράμμα αρχίζει και τραβάει σε μάκρος, δεν νομίζεις; Όμως από τη στιγμή που πιάνω στο χέρι μου πένα κι αρχίζω να γράφω, μου είναι αδύνατο να σταματήσω πριν τελειώσω. Πάντα έτσι ήμουν εγώ. Λένε ότι τα κορίτσια των καλών οικογενειών δεν το παραν κάνουν στις εκδηλώσεις τους αλλά, όταν πρόκειται για γράψιμο (κι ίσως όχι μόνο για γράψιμο), οι καλοί μου τρόποι πάνε περίπατο. Ο σερβιτόρος, με το λευκό του σακάκι, έρχεται κάθε τόσο και κοιτάζει πάνω απ’ τον ώμο μου με μια έκφραση αηδίας στο πρόσωπο. Εδώ που τα λέμε, έχει αρχίσει να κουράζεται και το χέρι μου, πρέπει να το παραδεχτώ. Επιπλέον, τέλειωσε και το χαρτί. Η Μίου έχει πάει να επισκεφθεί έναν παλιό της φίλο στη Ρώμη κι εγώ έκανα μερικές βόλτες στα σοκάκια γύρω απ’ το ξενοδοχείο κι είπα να κάνω ένα διαλειμματάκι σ’ αυτό το καφέ που βρήκα μπροστά μου, απ’ όπου σου γράφω αυτό το τεράστιο γράμμα. Σαν να έχω εξοκείλει σε κάποιο ερημονήσι και σου στέλνω μήνυμα σε μπουκάλι. Το περίεργο είναι ότι, όταν δεν είμαι με τη Μίου, δεν έχω διάθεση να πάω πουθενά. Εχω κάνει όλη αυτή την απόσταση μέχρι τη Ρώμη (όπου πιθανότατα δεν πρόκειται να ξανάρθω), αλλά δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να σηκωθεί και να πάει να δει αυτά τα ερείπια -πώς να τα λένε άραγε;ή τις περίφημες κρήνες και τα σιντριβάνια. Ή να πάω για ψώνια. Μου αρκεί να κάθομαι εδώ σ’ ένα καφέ, να περιδιαβάζω την πόλη, όπως θα


έκανε ένας σκύλος, ν’ ακούω φωνές και ήχους, και να κοιτάζω τα πρόσωπα των ανθρώπων που περνούν από δίπλα μου. Και ξαφνικά έχω την αίσθηση, καθώς γράφω αυτό το γράμμα σ’ εσένα, ότι αυτό που περιέγραψα στην αρχή -η περίεργη αίσθηση της αποσυναρμολόγησηςαρχίζει να ξεθωριάζει. Λεν μ*ενοχλεί τόσο πολύ τώρα. Είναι’ όπως όταν σε παίρνω τηλέφωνο μες στ’ άγρια μεσάνυχτα και τελειώνω το τηλεφώνημα και βγαίνω απ’ το θάλαμο. Μήπως έχεις εσύ αυτή την επίδραση πάνω μου; Τι γνώμη έχεις; Εν πάση περιπτώσει, σε παρακαλώ να προσεύχεσαι για την ευτυχία μου και για την καλή μου τύχη. Το χρειάζομαι. Γεια χαρά για την ώρα. ΤΓ. Θα επιστρέφω γύρω στις 15 Λυγούστου. Τότε θα μπορέσουμε να κανονίσουμε αυτό το δείπνο -σ’ το υπόσχομαι!πριν βγει το καλοκαίρι. Πέντε μέρες αργότερα ήρθε καινούργιο γράμμα, σταλμένο από κάποιο άγνωστο γαλλικό χωριό. Ήταν μικρότερο απ’ το πρώτο. Η Μίου κι η Σουμίρε είχαν παραδώσει το νοικιασμένο αυτοκίνητό τους στη Ρώμη κι είχαν πάει με τρένο στη Βενετία. Εκεί άκουγαν Βιβάλντι επί δύο ολόκληρες μέρες. Τα περισσότερα κοντσέρτα δόθηκαν στην εκκλησία όπου ιερουργούσε ο ίδιος ο συνθέτης. αΕάν δεν ακούσω πια Βιβάλντι για έξι μήνες, δεν θα έχω κανένα πρόβλημα», έγραψε η Σουμίρε. Η περιγραφή της για τα ψητά θαλασσινά στα κάρβου��α στη Βενετία ήταν τόσο ρεαλιστική που μ’ έκανε να θέλω να πάω αμέσως εκεί να τα δοκιμάσω ο ίδιος. Μετά τη Βενετία, η Μίου κι η Σουμίρε επέστρεψαν στο Μιλάνο κι έπειτα πήραν το αεροπλάνο για το Παρίσι. Εκεί έκαναν ένα διάλειμμα για μερικά ψώνια ακόμη, και πήραν το τρένο για τη Βουργουνδία. Ένας φίλος της Μίου είχε εκεί ένα τεράστιο σπίτι, υποστατικό για την ακρίβεια, όπου και έμειναν. Όπως και στην Ιταλία, η Μίου επισκέφθηκε διάφορα μικρά οινοποιεία για να κανονίσει μαζί τους δουλειές. Όσα απογεύματα είχαν ελεύθερα, έπαιρναν το φαγητό τους σ’ ένα καλαθάκι και πήγαιναν βόλτα στο κοντινό δάσος. Με κάνα-δυο μπουκάλια κρασί για συμπλήρωμα, εννοείται. «Το κρασί εδώ είναι πραγματικά άλλης κλάσης», έγραφε η Σουμίρε. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, το αρχικό μας σχέδιο να γυρίσουμε στην Ιαπωνία στις 15 Αυγούστου θ’ αλλάζει. Όταν τελειώσουμε τη δουλειά μας στη Γαλλία, μπορεί να πάμε για σύντομες διακοπές σ’ ένα ελληνικό νησί. Γνωρίσαμε έναν Άγγλο τζέντλεμαν εδώ -κυριολεκτικά τζέντλεμαν, σε διαβεβαιώπου έχει μια βίλα στο νησί και μας κάλεσε να τη χρησιμοποιήσουμε όσο θέλουμε. Καταπληκτικά νέα! Και η Μίου έχει ενθουσιαστεί με την ιδέα. Χρειαζόμαστε ένα διάλειμμα απ’ τη δουλειά, λίγο χρόνο να καθίσουμε και να χαλαρώσουμε. Οι δυο μας ξαπλωμένες στις λευκές αμμουδερές παραλίες του Αιγαίου, δύο πανέμορφα ζευγάρια στήθη στραμμένα προς τον ήλιο, να πίνουν κρασί που μυρίζει ρετσίνι και να κοιτάζουμε τα σύννεφα να ταξιδεύουν στον ουρανό. Δεν είναι υπέροχη ιδέα; Φοβερή ιδέα, σκέφτηκα. Εκείνο το απόγευμα πήγα στη δημόσια πισίνα και πλατσούρισα λίγο, έκανα μια στάση σ’ ένα κλιματιζόμενο καφέ στο δρόμο της επιστροφής, και διάβασα για μία ώρα. Όταν γύρισα στο σπίτι,


άκουσα και τις δύο πλευρές ενός παλιού LP καθώς σιδέρωνα τρία πουκάμισα. Όταν τελείωσα το σιδέρωμα, ήπια λίγο φτηνό κρασί που είχα βρει σε προσφορά, ανάμικτο με Περιέ, και παρακολούθησα έναν αγώνα που είχα γράψει στο βίντεο. Όποτε έβλεπα μια ενέργεια που θεωρούσα ότι εγώ θα την είχα κάνει καλύτερα, κουνούσα το κεφάλι μου κι αναστέναζα. Είναι εύκολο να κρίνεις τα λάθη των άλλων χώρια που είναι απίστευτα ευχάριστο. Μετά τον αγώνα ξανακάθισα στην καρέκλα μου, κοίταξα το ταβάνι και φαντάστηκα τη Σουμίρε στο χωριό της, στη Γαλλία. Τώρα, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρισκόταν ήδη στο ελληνικό νησί. Ξαπλωμένη στην παραλία να κοιτάζει τα περαστικά συννεφάκια. Έτσι κι αλλιώς, ήταν μακριά από μένα. Ρώμη, Ελλάδα, Τιμπουκτού, Αρουάντα -δεν είχε καμία σημασία-, ήταν πολύ πολύ μακριά. Και το πιθανότερο ήταν ότι αυτή η κατάσταση προδιέγραφε το μέλλον. Η Σουμίρε θα γινόταν όλο και πιο απόμακρη. Μελαγχόλησα. Ένιωθα σαν ένα ασήμαντο ζουζούνι γαντζωμένο χωρίς κανένα λόγο ψηλά σ’ έναν πέτρινο τοίχο μια νύχτα με αέρα, χωρίς σχέδια, χωρίς απόψεις. Η Σουμίρε έλεγε ότι της έλειπα. Όμως είχε τη Μίου δίπλα της. Εγώ δεν είχα κανέναν. Το μόνο που είχα ήταν… ο εαυτός μου. Όπως πάντα. Η Σουμίρε δεν επέστρεψε στις 15 Αυγούστου. Το τηλέφωνό της απαντούσε ακόμη μ’ ένα κοφτό μήνυμα, που έλεγε ότι λείπει σε ταξίδι. Μία από τις πρώτες της αγορές όταν μετακόμισε ήταν ένα τηλέφωνο με τηλεφωνητή. Έτσι δεν θα χρειαζόταν πια να βγαίνει στο δρόμο τις βροχερές νύχτες με την ομπρέλα στο χέρι για να πάει στον κοντινότερο τηλεφωνικό θάλαμο. Εξαιρετική ιδέα, από κάθε άποψη. Δεν άφησα μήνυμα. Της ξανατηλεφώνησα στις 18, αλλά άκουσα το ίδιο μήνυμα. Μετά το άψυχο μπιπ είπα το όνομά μου και άφησα κι ένα απλό μήνυμα, να με πάρει τηλέφωνο όταν θα επέστρεφε. Το πιθανότερο ήταν ότι εκείνη και η Μίου διασκέδαζαν τόσο πολύ στο ελληνικό νησί που δεν ήθελαν να φύγουν. Στο διάστημα ανάμεσα στα δύο τηλεφωνήματα προπόνησα μερικές φορές την ομάδα του σχολείου και πλάγιασα μια φορά με την κοπέλα μου. Είχε μαυρίσει αφού είχε γυρίσει μόλις από διακοπές στο Μπαλί με τον άντρα της και τα δυο της παιδιά. Καθώς την κρατούσα στην αγκαλιά μου, σκεφτόμουν τη Σουμίρε στο ελληνικό της νησί. Μέσα της, δεν μπορούσα να βγάλω απ’ το μυαλό μου την εικόνα του κορμιού της Σουμίρε. Εάν δεν είχα γνωρίσει τη Σουμίρε, θα μπορούσα ευκολότατα να έχω ερωτευτεί αυτή τη γυναίκα, εφτά χρόνια μεγαλύτερή μου (και με τον ένα της γιο μαθητή στην τάξη μου). Ήταν όμορφη και δραστήρια. Φορούσε λίγο παραπάνω μέικ απ απ’ όσο μου άρεσε, αλλά ντυνόταν όμορφα. Την απασχολούσε πάρα πολύ η σιλουέτα της, αλλά δεν είχε κανένα λόγο ν’ ανησυχεί. Εγώ σίγουρα δεν υπήρχε περίπτωση να διαμαρτυρηθώ για την εμφάνισή της. Ήξερε όλες μου τις επιθυμίες, κι αυτά που ήθελα κι αυτά που δεν ήθελα. Ήξερε μέχρι πού την έπαιρνε και πότε έπρεπε να σταματήσει στο κρεβάτι και όχι μόνο. Μ’ έκανε να νιώθω ότι πετούσα πρώτη θέση. αΈχω να κάνω έρωτα με τον άντρα μου περίπου ένα χρόνο», μου αποκάλυψε έτσι όπως είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά μου. «Είσαι ο μόνος». Όμως δεν μπορούσα να την αγαπήσω. Για κάποιο λόγο, η φυσική και άνευ όρων οικειότητα που είχα με τη Σουμίρε απούσιαζε. Ανάμεσά μας υπήρχε πάντα ένα λεπτό διαφανές πέπλο. Μπορεί να μη φαινόταν, αλλά ήταν εκεί. Αμήχανες σιωπές έπεφταν κάθε τόσο ανάμεσά μας ιδιαίτερα όταν αποχαιρετιόμασταν. Αυτό δεν συνέβαινε ποτέ μ’ εμένα και τη Σουμίρε. Η σχέση μου μ’ αυτή τη


γυναίκα επιβεβαίωνε ένα αναντίρρητο γεγονός: χρειαζόμουν τη Σουμίρε όσο ποτέ άλλοτε. Όταν έφυγε η γυναίκα, πήγα βόλτα μόνος μου, περιπλανήθηκα για ένα διάστημα και μετά κατέληξα σ’ ένα μπαρ κοντά στο σταθμό, όπου ήπια ένα Κανέιντιαν Κλαμπ με παγάκια. Όπως πάντα τέτοιες ώρες, αισθανόμουν ο πιο άθλιος άνθρωπος στη γη. Πολύ γρήγορα κατέβασα το πρώτο μου ποτό και παρήγγειλα ένα δεύτερο. Έκλεισα τα μάτια μου και σκέφτηκα τη Σουμίρε. Τη Σουμίρε γυμνόστηθη να κάνει ηλιοθεραπεία στην ξανθή άμμο ενός ελληνικού νησιού. Στο τραπέζι δίπλα μου τέσσερα κολεγιόπαιδα, αγόρια και κορίτσια, έπιναν μπίρα, χασκογελούσαν και γενικά περνούσαν καλά. Απ’ τα μεγάφωνα ακουγόταν ένα παλιό τραγούδι του Χιούι Λιούις και των Νιουζ. Κάπου έψηναν πίτσα. Πότε έφυγε μέσα απ’ τα χέρια μου η νιότη; σκέφτηκα ξαφνικά. Ήμουν σίγουρος ότι είχε τελειώσει. Μόλις χτες μου φαινόταν ότι ήμουν ένα ανώριμο αγοράκι. Ήταν τότε που ο Χιούι Λιούις και οι Νιουζ έκαναν κάνα-δυο επιτυχίες. Δεν πάνε και πολλά χρόνια. Και τώρα βρίσκομαι εγκλωβισμένος σ’ ένα κλειστό κύκλωμα διαγράφοντας συνεχώς την ίδια τροχιά. Ξέροντας ότι δεν θα φτάσω πουθενά, αλλά συνεχίζοντας έτσι κι αλλιώς την πορεία μου. Ήμουν αναγκασμένος. Έπρεπε να φοράω αυτό το προσωπείο, αλλιώς δεν θα μπορούσα να επιβιώσω. Εκείνη τη νύχτα με πήραν τηλέφωνο από την Ελλάδα. Ήταν δύο το πρωί. Μόνο που δεν ήταν η Σουμίρε αλλά η Μίου. Το πρώτο που άκουσα ήταν μια βαθιά αντρική φωνή με βαριά αγγλική προφορά να λέει το όνομά μου και μετά να ξελαρυγγιάζεται: «Μιλάω με τον σωστό κύριο;» Με είχε ξυπνήσει από βαθύ ύπνο. Το μυαλό μου ήταν άδειο, σαν ρυζοχώραφο στη μέση της καταιγίδας, και δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Τα σεντόνια του κρεβατιού διατηρούσαν ακόμη μια ανάλαφρη ανάμνηση του ερωτικού απογεύματος και η πραγματικότητα έμοιαζε με κάτι παράταιρο και αταίριαστο σαν στραβοκουμπωμένο παλτό. Η αντρική φωνή ξαναείπε το όνομά μου. «Μιλάω με τον σωστό κύριο;» «Μάλιστα, μ’ αυτόν μιλάτε», απάντησα. Το όνομα που άκουσα δεν έμοιαζε καθόλου με το δικό μου, αλλά αυτό ήταν. Για μερικά δευτερόλεπτα ακούστηκαν παράσιτα σαν να είχαν συγκρουστεί δύο αέριες μάζες με διαφορετικό φορτίο. Πρέπει να είναι η Σουμίρε που παίρνει υπεραστικό απ’ την Ελλάδα, φαντάστηκα. Κράτησα το ακουστικό κάπως μακρύτερα από τ’ αυτί μου περιμένοντας ν’ ακούσω τη φωνή της. Όμως η φωνή που άκουσα μετά τη φωνή του άντρα δεν ήταν της Σουμίρε αλλά της Μίου. «Είμαι σίγουρη ότι σας έχει μιλήσει για μένα η Σουμίρε, σωστά;» «Σωστά», απάντησα. Η φωνή της στη γραμμή ακουγόταν παραμορφωμένη σαν από κάποια μακρινή ανόργανη ουσία, αλλά μπορούσα να διακρίνω μέσα της την ένταση. Κάτι υλικό και σκληρό πέρασε μέσα από το τηλέφωνο σαν σύννεφο ξηρού πάγου και απλώθηκε στο δωμάτιό μου ξυπνώντας με εντελώς. Ανακάθισα στο κρεβάτι κι έπιασα καλά το ακουστικό. «Πρέπει να μιλήσω γρήγορα», είπε η Μίου ξέπνοα. «Καλώ από ένα ελληνικό νησί κι είναι σχεδόν αδύνατο να βγάλω Τόκιο ακόμη κι όταν το πετυχαίνω, με κόβουν αμέσως. Προσπάθησα άπειρες φορές και μόλις τώρα τα κατάφερα. Γι’ αυτό θα παρακάμψω τις τυπικότητες και θα μπω κατευθείαν στο θέμα, αν δεν σας πειράζει».


«Δεν με πειράζει», είπα. «Μπορείτε να έρθετε εδώ;» «Όταν λέτε “εδώ”, εννοείτε την Ελλάδα;» «Ναι. Το συντομότερο δυνατόν». Πρόφερα το πρώτο πράγμα που μου πέρασε από το μυαλό. «Συνέβη κάτι στη Σουμίρε;» Παύση, καθώς η Μίου πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν ξέρω ακόμη. Όμως νομίζω ότι θα ήθελε να έρθετε εδώ. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». «Νομίζετε ότι θα ήθελε;» «Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες απ’ το τηλέφωνο. Δεν ξέρουμε πότε θα μας διακόψουν, κι επιπλέον πρόκειται για πολύ λεπτό ζήτημα και θα προτιμούσα να το συζητήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο. Θα σας πληρώσω τα εισιτήρια πηγαινέλα. Απλώς ελάτε. Το συντομότερο δυνατόν. Βγάλτε εισιτήριο, πρώτη θέση, ό,τι θέλετε». Η νέα σχολική χρονιά άρχιζε σε δέκα μέρες. Θα έπρεπε να επιστρέφω πριν από τότε, αλλά αν το έβαζα σκοπό, ένα σύντομο ταξίδι στην Ελλάδα δεν ήταν πέρα απ’ τα όρια του εφικτού. Είχα την υποχρέωση να παρουσιαστώ στο σχολείο δύο φορές στο διάστημα αυτό για τυπικούς λόγους, αλλά κάποιον θα έβρισκα να με αντικαταστήσει. «Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι μπορώ να έρθω», είπα. «Ναι, νομίζω ότι μπορώ. Όμως πού πρέπει να έρθω ακριβώς;» Μου είπε το όνομα του νησιού. Έγραψα τις οδηγίες της στο εσώφυλλο του πρώτου βιβλίου που βρήκα δίπλα στο κρεβάτι μου. Το όνομα του νησιού μού φάνηκε αόριστα γνωστό. «Θα πάρετε το αεροπλάνο από την Αθήνα για τη Ρόδο και μετά, το φέρι μποτ. Υπάρχουν δύο δρομολόγια τη μέρα για το νησί, το ένα τό πρωί και το άλλο το βράδυ. Θα κατεβαίνω στο λιμάνι όποτε έρχεται το φέρι. Θα ’ρθείτε;» «Νομίζω ότι κάπως θα τα καταφέρω. Μόνο που…» άρχισα να λέω αλλά η γραμμή νεκρώθηκε. Ξαφνικά, βίαια, σαν να την είχε κόψει κάποιος με τσεκούρι. Και ξανά τα ίδια τα φριχτά παράσιτα. Πιστεύοντας ότι μπορεί να μας ξανασυνδέσουν, κάθισα εκεί για λίγο με το ακουστικό στ’ αυτί μου, περιμένοντας, αλλά το μόνο που άκουγα ήταν ο εκνευριστικός ήχος από τα παράσιτα. Κατέβασα το ακουστικό και σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι. Στην κουζίνα ήπια ένα ποτήρι κρύο τσάι κι έγειρα πίσω μέχρι που ακούμπησα στο ψυγείο προσπαθώντας να συγκεντρωθώ. Πράγματι θα έπαιρνα το αεροπλάνο και θα πετούσα στην Ελλάδα; Η απάντηση ήταν ναι. Δεν είχα άλλη επιλογή. Κατέβασα έναν άτλαντα από ένα ράφι για να εντοπίσω το νησί, για το οποίο μου είχε μιλήσει η Μίου. Ήταν κοντά στη Ρόδο, μου είχε πει, αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολο να το βρει κανείς ανάμεσα στα άπειρα νησιά που είναι σπαρμένα στο Αιγαίο. Τελικά κατάφερα να εντοπίσω το μέρος που αναζητούσα με το όνομά του γραμμένο με μικροσκοπικά γράμματα. Ένα μικρό νησί κοντά στις


τουρκικές ακτές. Τόσο μικρό που δεν μπορούσες να διακρίνεις καθαρά ούτε το σχήμα του. Έβγαλα το διαβατήριό μου από ένα συρτάρι και τσεκάρισα να δω αν ίσχυε ακόμη. Έπειτα μάζεψα όλα τα μετρητά που είχα στο σπίτι και τα έβαλα στο πορτοφόλι μου. Δεν ήταν και πολλά, αλλά θα μπορούσα να τραβήξω και κάμποσα από την τράπεζα το πρωί. Είχα μπόλικα χρήματα σ’ ένα λογαριασμό όψεως και σχεδόν δεν είχα αγγίξει το καλοκαιρινό επίδομα. Αυτό και η πιστωτική μου κάρτα θα έφταναν για να πάω και να γυρίσω στην Ελλάδα. Μάζεψα στα γρήγορα μερικά ρούχα σε μια τσάντα γυμναστικής από βινίλιο κι έβαλα μέσα και τα ξυριστικά μου. Μαζί με δύο μυθιστορήματα του Τζόζεφ Κόνραντ που είχα σκοπό να τα ξαναδιαβάσω. Δίσταζα στην αρχή εάν θα έπρεπε να πάρω μαζί μου μαγιό, αλλά τελικά αποφάσισα να το πάρω. Μπορεί να έφτανα εκεί και όποιο πρόβλημα υπήρχε να είχε ήδη λυθεί και όλοι να ήταν σώοι κι αβλαβείς, οπότε με τον ήλιο να κρέμεται γαλήνια στον ουρανό θα απολάμβανα με την ησυχία μου τη θάλασσα πριν γυρίσω στο σπίτι. Αυτή βέβαια θα ήταν η καλύτερη έκβαση για όλους τους ενδιαφερομένους. Αφού τελείωσα μ’ όλες αυτές τις δουλειές, έσβησα το φως, άφησα το κεφάλι μου να βυθιστεί στο μαξιλάρι και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ. Ήταν λίγο μετά τις τρεις και μπορούσα ακόμη να κερδίσω μερικές ώρες ύπνου πριν ξημερώσει. Όμως δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Η ανάμνηση από τα παράσιτα του τηλεφώνου είχε αρχίσει να κυλάει στο αίμα μου. Βαθιά μέσα στο κεφάλι μου άκουγα τη φωνή εκείνου του ανθρώπου να γαβγίζει το όνομά μου. Άναψα το φως, σηκώθηκα πάλι απ’ το κρεβάτι, πήγα στην κουζίνα, έφτιαξα ένα παγωμένο τσάι και το ήπια. Κι έπαιξα ξανά στο μυαλό μου ολόκληρη τη συζήτηση που είχα με τη Μίου, σχεδόν λέξη προς λέξη. Τα λόγια της ήταν ασαφή, αφηρημένα και διφορούμενα. Υπήρχαν όμως δύο πραγματικά γεγονότα σε όσα μου είπε. Τα έγραψα και τα δύο σ’ ένα σημειωματάριο. 1. Κάτι συνέβη στη Σουμίρε. Όμως η Μίου δεν ξέρει τι ακριβώς. 2. Πρέπει να πάω εκεί το συντομότερο δυνατόν. Η Μίου θεωρεί ότι και η Σουμίρε θέλει να το κάνω αυτό. Κοίταξα το σημειωματάριο. Και υπογράμμισα δύο φράσεις. 1. Κάτι συνέβη στη Σουμίρε. Όμως η Μίου δεν ξέρει τι ακριβώς. 2. Πρέπει να πάω εκεί το συντομότερο δυνατόν. Η Μίου θεωρεί ότι και η Σουμίρε θέλει να το κάνω αυτό. Δεν μπορούσα να φανταστώ τι μπορεί να είχε συμβεί στη Σουμίρε σ’ εκείνο το μικρό ελληνικό νησί. Ήμουν όμως σίγουρος ότι ήταν κάτι κακό. Το ερώτημα ήταν πόσο κακό: Μέχρι το πρωί δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για ν’ αντιμετωπίσω την κατάσταση. Κάθισα στην καρέκλα μου με τα πόδια ανεβασμένα στο τραπέζι και διάβασα το βιβλίο μου περιμένοντας το πρώτο φως. Ο χρόνος μού φάνηκε ατέλειωτος. Μόλις ξημέρωσε, πήρα πρώτα τη γραμμή Τσούο για το Σιντζούκου, μετά το Ναρίτα εξπρές κι έφτασα στο αεροδρόμιο στις εννέα. Έκανα το γύρο όλων των έκδοτηρίων, μόνο και μόνο για να μάθω ότι δεν υπήρχαν απευθείας πτήσεις από το Ναρίτα για την Αθήνα. Μετά από λίγο ψάξιμο έκλεισα εισιτήριο στην πρώτη θέση με KLM για το Άμστερνταμ. Εκεί θα μπορούσα ν’ αλλάξω και να πάρω αεροπλάνο για την Αθήνα. Από την Αθήνα θα μπορούσα να πάρω μια εσωτερική πτήση της Ολυμπιακής για τη Ρόδο. Οι υπάλληλοι της KLM έκαναν όλα τα απαραίτητα. Εάν δεν υπήρχαν


προβλήματα, θα μπορούσα να προλάβω και τις δύο πτήσεις. Ήταν ο γρηγορότερος τρόπος να φτάσω εκεί πέρα. Είχα ανοιχτό το εισιτήριο της επιστροφής και θα μπορούσα να γυρίσω όποια στιγμή ήθελα μες στους επόμενους τρεις μήνες. Πλήρωσα με πιστωτική. Τι αποσκευές έχετε; με ρώτησαν. Καμία, απάντησα. Μου έμενε λίγος χρόνος μέχρι την πτήση, οπότε έφαγα πρωινό στο εστιατόριο του αεροδρομίου. Πήρα μερΙκά μετρητά από ένα ATM και αγόρασα ταξιδιωτικές επιταγές σε αμερικάνικα δολάρια. Μετά αγόρασα έναν οδηγό της Ελλάδας από το βιβλιοπωλείο. Το όνομα του νησιού που μου είχε πει η Μίου δεν α-ναφερόταν στο βιβλιαράκι, αλλά έπρεπε οπωσδήποτε να πάρω μερικές πληροφορίες για τη χώρα το νόμισμα, το κλίμα, τα βασικά. Εκτός απ’ την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας και το αρχαίο δράμα, δεν ήξερα σχεδόν τίποτε για τον τόπο αυτό. Περίπου όσα ήξερα για τη γεωγραφία του πλανήτη Δία ή για τη λειτουργία του ψυκτικού συστήματος μιας Φεράρι. Ούτε μια φορά στη ζωή μου δεν μου είχε περάσει η ιδέα να πάω στην Ελλάδα. Τουλάχιστον όχι μέχρι τις δύο η ώρα το πρωί εκείνης της συγκεκριμένης μέρας. Λίγο πριν απ’ το μεσημέρι τηλεφώνησα σε μια συνάδελφό μου. Δυστυχώς κάτι είχε συμβεί σ’ ένα συγγενή μου, της είπα, και θα έλειπα απ’ το Τόκιο για μια εβδομάδα περίπου, μήπως θα μπορούσε να φροντίσει τις υποθέσεις του σχολείου μέχρι να επιστρέψω; Κανένα πρόβλημα, απάντησε. Είχαμε αλληλοεξυπηρετηθεί σε ανάλογες καταστάσεις πολλές φορές στο παρελθόν, οπότε δεν ήταν δα και τόσο σπουδαίο. «Πού πας;» με ρώτησε. «Στο Σικόκου», απάντησα. Μου ερχόταν δύσκολο να της πω ότι θα πήγαινα στην Ελλάδα. «Λυπάμαι που τ’ ακούω», είπε. «Τέλος πάντων, φρόντισε να είσαι πίσω εγκαίρως για την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Και φέρε μου κι ένα σουβενίρ, αν μπορείς, εντάξει;» «Φυσικά», είπα. Αυτό το ζήτημα θα με απασχολούσε αργότερα. Πήγα στην αίθουσα αναμονής των επιβατών της πρώτης θέσης, βούλιαξα σ’ έναν καναπέ και το έριξα στον ύπνο, σ’ έναν ανήσυχο ύπνο. Ο κόσμος φαινόταν εντελώς εξωπραγματικός. Τα χρώματα ήταν αφύσικα, κάποιες λεπτομέρειες έβγαζαν μάτι. Το φόντο ήταν από χαρτόνι, τ αστέρια από αλουμινόχαρτο. Φαινόταν η κόλλα και τα κεφάλια των καρφιών που τα συγκρατούσαν όλα μαζί. Οι ανακοινώσεις των πτήσεων μπαινόβγαιναν στις μισοναρκωμένες μου αισθήσεις. «Οι επιβάτες της Αιρ Φρανς, πτήση 275 για Παρίσι…» Μέσα σ’ αυτό το παράλογο όνειρο -οριακή εγρήγορση μάλλονσκέφτηκα τη Σουμίρε. Σαν αποσπάσματα παλιού ντοκιμαντέρ, μου ήρθαν στο μυαλό οι στιγμές και τα μέρη που είχαμε μοιραστεί κατά καιρούς. Μέσα στη βαβούρα του αεροδρομίου, με τους επιβάτες να τρέχουν από δω κι από κει, ο κόσμος που μοιραζόμουν με τη Σουμίρε έμοιαζε φτωχικός, αδιέξοδος, αβέβαιος. Κανείς απ’ τους δυο μας δεν ήξερε κάτι πραγματικά σημαντικό, ούτε είχαμε τη δυνατότητα ν’ αλλάξουμε αυτή την κατάσταση. Δεν υπήρχε κάτι σταθερό στο οποίο να μπορούμε να βασιστούμε. Ήμαστε δύο απέραντα μηδενικά, δύο θλιβερά ανθρωπάκια που τα παράσερνε η ζωή από τη μια λήθη στην άλλη. Ξύπνησα νιώθοντας δυσάρεστα. Απ’ τον ιδρώτα, το πουκάμισό μου είχε κολλήσει στο στήθος μου. Το σώμα μου ήταν ναρκωμένο, τα πόδια μου πρησμένα. Ένιωθα σαν να είχα καταπιςί έναν ολόκληρο συννεφιασμένο ουρανό. Πρέπει να φαινόμουν χλομός. Μια συνοδός εδάφους με ρώτησε αν ήμουν καλά. «Εντάξει είμαι», απάντησα, «έχει αρχίσει απλώς να με πειράζει η ζέστη». Θα θέλατε ίσως να πιείτε κάτι; με ρώτησε. Σκέφτηκα για μια στιγμή και ζήτησα μπίρα. Μου έφερε ένα παγωμένο υγρό πανί για να πλυθώ, μια Χάινεκεν κι ένα σακουλάκι αλμυρούς ξηρούς καρπούς. Όταν σκούπισα το ιδρωμένο μου πρόσωπο και ήπια τη μισή μπίρα, ένιωσα καλύτερα και μπόρεσα να


κοιμηθώ λιγάκι. Η πτήση έφυγε από το Ναρίτα σχεδόν στην ώρα της και πέταξε πάνω απ’ τον πόλο για το Άμστερνταμ. Ήθελα να κοιμηθώ λίγο ακόμη, οπότε ήπια μερικά ουίσκι, και όταν ξύπνησα, έφαγα ένα ελαφρό δείπνο. Δεν είχα σχεδόν καθόλου όρεξη και παρέλειψα το πρόγευμα. Ήθελα να κρατήσω το μυαλό μου καθαρό, οπότε όση ώρα ήμουν ξύπνιος, την αφιέρωσα στην ανάγνωση του Κόνραντ. Στο Άμστερνταμ άλλαξα αεροπλάνο, έφτασα στην Αθήνα, πήγα στο τέρμιναλ των εσωτερικών πτήσεων και, σχεδόν χωρίς να χάσω καθόλου χρόνο, βρέθηκα στο 727 για τη Ρόδο. Το αεροπλανο ήταν γεμάτο από ζωηρούς νεαρούς κάθε εθνικότητας. Ήταν όλοι ηλιοκαμένοι και φορούσαν μπλουζάκια και σκισμένα τζιν. Οι περισσότεροι νεαροί άφηναν γένια (ή μπορεί να είχαν ξεχάσει απλώς να ξυριστούν) και είχαν μακριά μαλλιά, κατά κανόνα δεμένα αλογοουρά. Με το μπεζ παντελόνι μου, το λευκό αμπιγέ πουκάμισο και το σκούρο μπλε βαμβακερό σακάκι μου, έδειχνα εντελώς παράταιρος. Δεν είχα θυμηθεί καν να φέρω γυαλιά ηλίου. Ποιος μπορούσε όμως να με ψέξει; Πριν από ελάχιστες ώρες, βρισκόμουν στο διαμέρισμά μου στο Κουνιτάτσι και το βασικό μου πρόβλημα ήταν τι θα κάνω με τα σκουπίδια. Στο αεροδρόμιο της Ρόδου ρώτησα στις πληροφορίες πού θα μπορούσα να πάρω το φέρι για το νησί. Το λιμάνι δεν ήταν ιδιαίτερα μακριά. Εάν βιαζόμουν, μπορεί να προλάβαινα το βραδινό. «Θα έχει θέσεις άραγε;» ρώτησα, γιατί είχα πραγματικά αγωνία. Η απροσδιορίστου ηλικίας γυναίκα με τη σουβλερή μύτη στις πληροφορίες συνοφρυώθηκε και κούνησε πέρα-δώθε το χέρι και το κεφάλι της μαζί. «Πάντα υπάρχει χώρος για έναν ακόμη, μην ανησυχείτε», απάντησε. «Το πλοίο δεν είναι ασανσέρ». Σταμάτησα ένα ταξί και ξεκίνησα για το λιμάνι. Βιάζομαι, είπα στον οδηγό, αλλά εκείνος δεν έδειξε να καταλαβαίνει τι ακριβώς εννοούσα. Το ταξί δεν είχε κλιματισμό κι ο καυτός, σκονισμένος αέρας έμπαινε ελεύθερα από τ’ ανοιχτά παράθυρα. Όλη την ώρα, ο ταξιτζής, σε τρισάθλια αγγλικά, εξέθετε την άποψή του για το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Έκανα διάφορους ευγενικούς ήχους για να του δείξω ότι τον παρακολουθούσα, αλλά στην πραγματικότητα δεν άκουγα τίποτε. Αντί γι’ αυτό, κοίταζα το λαμπερό ροδίτικο τοπίο που ξετυλιγόταν μπροστά μου. Ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος κι ο αέρας χωρίς ίχνος υγρασίας. Ο ήλιος έψηνε τις πέτρινες πλάκες των σπιτιών. Ένα στρώμα σκόνης κάλυπτε τα ροζιασμένα δέντρα δίπλα στο δρόμο και οι άνθρωποι κάθονταν παρέες παρέες κάτω απ’ τα δέντρα και τις πέργκολες παρατηρώντας σιωπηλά τον κόσμο. Είχα αρχίσει ν’ αναρωτιέμαι αν ήμουν στο σωστό μέρος. Οι φανταχτερές επιγραφές με τα ελληνικά γράμματα ωστόσο, που διαφήμιζαν τσιγάρα και ούζο και ήταν πανταχού παρούσες στο δρόμο, απ’ το αεροδρόμιο μέχρι την πόλη με διαβεβαίωναν ότι βρισκόμουν πράγματι στην Ελλάδα. To βραδινό φέρι βρισκόταν ακόμη στο λιμάνι. Το πλοίο ήταν μεγαλύτερο απ’ ό,τι φανταζόμουν. Στην πρύμνη υπήρχε χώρος για τη μεταφορά αυτοκινήτων, και δύο μεσαίου μεγέθους φορτηγά γεμάτα τρόφιμα κι άλλα προϊόντα, μαζί μ’ ένα παλιό Πεζό σεντάν ήταν ήδη επάνω περιμένοντας να φύγει το καράβι απ’ το λιμάνι. Αγόρασα εισιτήριο κι επιβιβάστηκα. Δεν είχα προλάβει καλά καλά να καθίσω στην καρέκλα του καταστρώματος όταν λύθηκαν οι κάβοι κι οι μηχανές φουλάρισαν. Αναστέναξα και κοίταξα τον ουρανό. Το μόνο που μπορούσα να κάνω τώρα ήταν να περιμένω να φτάσει το πλοίο στον προορισμό του. Έβγαλα το ιδρωμένο και σκονισμένο βαμβακερό σακάκι μου, το τύλιξα και το στρίμωξα στην


τσάντα μου. Ήταν πέντε η ώρα το απόγευμα, αλλά ο ήλιος βρισκόταν ακόμη στα μισά τ’ ουρανού κι η λάμψη του ήταν απαγορευτική. Το αεράκι που φυσούσε από την πλώρη κάτω από το καναβάτσο της τέντας μου χάιδευε το πρόσωπο κοζΐ σιγά σιγά άρχισα να ηρεμώ. Οι μελαγχολικές σκέψεις που είχαν κατακλύσει το μυαλό μου στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου Ναρίτα είχαν εξαφανιστεί. Αφήνοντας όμως μια πικρή γεύση. Υπήρχαν ελάχιστοι τουρίστες στο πλοίο, πράγμα που μου έδωσε να καταλάβω ότι ο προορισμός μου δεν ήταν το κλασικό νησί των διακοπών. Η πλειονότητα των επιβατών ήταν ντόπιοι, κυρίως ηλικιωμένοι, άνθρωποι που είχαν πάει για δουλειές στη Ρόδο και επέστρεφαν στα ρπίτια τους. Τα ψώνια τους τα φύλαγαν οι περισσότεροι ανάμεσα στα πόδια τους σαν ευαίσθητα ζώα. Τα πρόσωπα των ηλικιωμένων ήταν όλα ρυτιδωμένα και ανέκφραστα, λες κι ο δυνατός ήλιος και μια ολόκληρη ζωή σκληρής δουλειάς τούς είχαν στερήσει την όποια έκφραση. Υπήρχαν και μερικοί νεαροί στρατιώτες στο πλοίο. Και δύο τουρίστες με βαριά σακίδια σαν τους παλιούς χίπηδες, καθισμένοι στο κατάστρωμα. Και οι δύο είχαν αδύνατα πόδια και βλοσυρό ύφος. Υπήρχε και μια νεαρή Ελληνίδα με μακριά φούστα. Ήταν πανέμορφη, με σκούρα εκφραστικά μάτια. Τα μακριά της μαλλιά ανέμιζαν στον άνεμο, καθώς συζητούσε ανέμελη με μια φίλη της. Ένα ελαφρό χαμόγελο παιχνίδιζε στις άκρες του στόματός της, σαν να επρόκειτο να συμβεί κάτι θαυμάσιο από στιγμή σε στιγμή. Τα χρυσά σκουλαρίκια της λαμπύριζαν στον ήλιο. Οι νεαροί στρατιώτες κάπνιζαν όρθιοι στην κουπαστή παριστάνοντας τους αδιάφορους, αλλά ρίχνοντας πού και πού κλεφτές ματιές προς το μέρος της κοπέλας. Έπινα σιγά σιγά μια λεμονίτα που είχα αγοράσει στο μπαρ του πλοίου και κοίταζα τη βαθυγάλαζη θάλασσα και τα μικρά νησιά που προσπερνούσαμε. Τα πιο πολλά ήταν μάλλον βράχοι σκόρπιοι στη θάλασσα παρά νησιά, και ήταν εντελώς έρημα. Λευκά θαλασσοπούλια αναπαύονταν στις κορυφές τους και εξέταζαν τη θάλασσα ψάχνοντας για ψάρια. Τα πουλιά αγνοούσαν το πλοίο μας. Τα κύματα έσκαγαν στη βάση των βράχων ζωγραφίζοντας μια εκθαμβωτική λευκή μπορντούρα. Πού και πού περνούσαμε και κανένα κατοικημένο νησί. Δέντρα που έμοιαζαν ικανά ν’ αντέξουν σε οποιονδήποτε καιρό φύτρωναν στις πλαγιές κι ανάμεσά τους κάτασπρα σπιτάκια. Φρεσκοβαμμένες βάρκες ήταν αραγμένες στους όρμους, με τα ψηλά τους κατάρτια να διαγράφουν τόξα καθώς τις λίκνιζε το κύμα. Ένας ρυτιδωμένος ηλικιωμένος κύριος που καθόταν δίπλα μου μού πρόσφερε τσιγάρο. Τον ευχαρίστησα μ’ ένα χαμόγελο κάνοντας μια ευγενική χειρονομία για να καταλάβει ότι δεν ήμουν καπνιστής. Ανταποκρίθηκε προσφέροντάς μου μια τσίχλα δυόσμου. Τη δέχτηκα με ευγνωμοσύνη και συνέχισα ν’ ατενίζω τη θάλασσα καθώς μασούσα. Το φέρι έφτασε στο νησί λίγο μετά τις εφτά. Ο καυτός ήλιος είχε περάσει το ζενίθ του, αλλά ο ουρανός ήταν το ίδιο λαμπερός όπως πριν, το καλοκαιρινό φως στην πραγματικότητα δυνάμωνε τη λάμψη του. Σαν σε μια τεράστια κονκάρδα, το όνομα του νησιού ήταν γραμμένο με γιγαντιαία γράμματα στον κάτασπρο τοίχο ενός κτιρίου στο λιμάνι. Το πλοίο έδεσε στην αποβάθρα κι ένας ένας οι επιβάτες κατέβηκαν από τη σκάλα με τις αποσκευές τους στο χέρι. Μπροστά μπροστά στο λιμάνι υπήρχε ένα υπαίθριο καφενείο, όπου περίμεναν όσοι είχαν έρθει να υποδεχθούν κάποιον μέχρι να τον δουν να κατεβαίνει. Μόλις βγήκα στην αποβάθρα, έψαξα να βρω τη Μίου. Όμως δεν είδα καμία εκεί γύρω που θα


μπορούσε να είναι αυτή. Αρκετοί ιδιοκτήτες πανσιόν ήρθαν και με ρώτησαν αν ήθελα δωμάτιο. «Όχι, δεν θέλω», τους έλεγα κάθε φορά κουνώντας το κεφάλι μου. Ακόμη κι έτσι όμως, ο καθένας τους μου άφηνε την κάρτα του πριν φύγει. Οι συνεπιβάτες μου σκόρπισαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι ντόπιοι, φορτωμένοι με ψώνια, πήραν το δρόμο για τα σπίτια τους κι οι ταξιδιώτες για τα ξενοδοχεία και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όσοι περίμεναν, μόλις έβλεπαν τους δικούς τους, τους αγκάλιαζαν ή τους χαιρετούσαν κι έφευγαν μαζί. Τα δύο φορτηγά και το Πεζό βγήκαν κι αυτά και χάθηκαν στην πρώτη στροφή του δρόμου. Ακόμη κι οι γάτες κι οι σκύλοι, που είχαν μαζευτεί από περιέργεια, έφυγαν πριν περάσει πολλή ώρα. Όσοι έμειναν, ήταν μερικοί ηλιοκαμένοι μεσήλικες που, απ’ ό,τι φαίνεται, είχαν άπειρο χρόνο για ξόδεμα. Κι εγώ, με την τσάντα του γυμναστηρίου στο χέρι, σαν να είχα κατέβει από άλλο πλανήτη. Κάθισα σε μια καρέκλα στο καφενείο και παράγγειλα παγωμένο τσάι μη ξέροντας τι να κάνω. Δεν είχα και πολλές επιλογές. Η νύχτα πλησίαζε και δεν ήξερα τίποτε για το νησί και τη γεωγραφία του. Εάν δεν εμφανιζόταν κανείς μέσα στην επόμενη ώρα, θα έπιανα κάποιο δωμάτιο και το επόμενο πρωί θα ερχόμουν και πάλι στο λιμάνι ελπίζοντας να συναντήσω τη Μίου. Σύμφωνα με τη Σουμίρε, η Μίου ήταν μεθοδικό άτομο, οπότε δεν μπορούσα να πιστέψω ότι με είχε στήσει. Εάν δεν είχε καταφέρει να έρθει στο λιμάνι, θα πρέπει να υπήρχε κάποια λογική εξήγηση. Μπορεί να μην πίστευε ότι θα έφτανα τόσο γρήγορα. Πέθαινα της πείνας. Πεινούσα τόσο πολύ που είχα την εντύπωση ότι τα τοιχώματα του στομαχιού μου είχαν κολλήσει μεταξύ τους. Ο καθαρός θαλασσινός αέρας πρέπει να υπενθύμισε στο σώμα μου ότι είχε να φάει απ’ το πρωί. Δεν ήθελα ωστόσο να χάσω τη Μίου, οπότε αποφάσισα να περιμένω λίγο ακόμη στο καφενείο. Κάθε τόσο περνούσε και κανένας ντόπιος και με κοίταζε γεμάτος περιέργεια. Στο περίπτερο δίπλα στο καφενείο αγόρασα ένα μικρό φυλλάδιο στα αγγλικά που μιλούσε για την ιστορία και τη γεωγραφία του νησιού. Το ξεφύλλισα καθώς έπινα το απίστευτα άγευστο παγωμένο τσάι. Ο πληθυσμός του νησιού κυμαινόταν από τρεις μέχρι έξι χιλιάδες, ανάλογα με την εποχή. Αύξανε το καλοκαίρι με τους τουρίστες και μειωνόταν το χειμώνα, όταν ο κόσμος έφευγε για να βρει αλλού δουλειά. Το νησί δεν είχε κανενός είδους βιοτεχνία ή βιομηχανία, αλλά και η αγροτική οικονομία ήταν σε εμβρυακό στάδιο μόνο ελιές και κάνα-δυο είδη οπωροφόρων. Υπήρχε επίσης αλιεία και σπογγαλιεία. Τι αυτό και απ’ τις αρχές του εικοστού αιώνα η πλειονότητα των κατοίκων του νησιού είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Οι περισσότεροι κατέληξαν στη Φλόριντα, όπου μπόρεσαν ν’ αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους σχετικά με τη θάλασσα και τα σφουγγάρια. Υπήρχε μάλιστα και μια πόλη στη Φλόριντα με το όνομα του νησιού. Πάνω στους λόφους δέσποζε μια στρατιωτική βάση ραντάρ. Κοντά στο πολιτικό λιμάνι υπήρχε κι ένα δεύτερο, όπου έπιαναν πλοία του πολεμικού ναυτικού. Με τα τουρκικά σύνορα πολύ κοντά, οι Έλληνες προσπαθούσαν να σταματήσουν την παράνομη διακίνηση μεταναστών και το λαθρεμπόριο. Γι’ αυτόν το λόγο υπήρχαν στρατιώτες στην πόλη. Όποτε υπήρχε κάποια διαμάχη με την Τουρκία και στην πραγματικότητα τα μικροεπεισόδια δεν ήταν καθόλου σπάνια-, η κίνηση προς και από το λιμάνι αύξανε. Πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια πριν, στην ακμή του ελληνικού πολιτισμού, αυτό το νησί, το οποίο αποτελούσε τμήμα του εμπορικού δρόμου προς την Ασία, ευημερούσε ως διαμετακομιστικό κέντρο.


Εκείνη την εποχή, οι λόφοι ήταν ακόμη γεμάτοι με πράσινα δέντρα, τα οποία έδιναν την πρώτη ύλη στη ναυπηγία. Όταν όμως ο ελληνικός πολιτισμός παρήκμασε και τα δέντρα χάθηκαν ολοκληρωτικά (το πράσινο από τότε μέχρι και σήμερα παρέμενε λιγοστό), το νησί πήρε οικονομικά την κατιούσα. Τελικά πέρασε στην κυριαρχία των Τούρκων. Η εξουσία τους ήταν πολύ σκληρή, σύμφωνα με όσα έλεγε το φυλλάδιο. Εάν κάποιος δεν ήταν της αρεσκείας τους, του έκοβαν τ’ αυτιά και τη μύτη τόσο εύκολα όσο κλάδευαν τα δέντρα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά από αμέτρητες αιματηρές μάχες, το νησί κέρδισε τελικά την ανεξαρτησία του απ’ την Τουρκία, κι η γαλανόλευκη κυμάτισε στο λιμάνι. Ο επόμενος εισβολέας ήταν ο Χίτλερ. Οι Γερμανοί κατασκεύασαν ένα ραντάρ κι ένα μετεωρολογικό σταθμό στην κορυφή των λόφων για να παρακολουθούν τη γύρω θαλάσσια περιοχή, δεδομένου ότι οι λόφοι είχαν πανοραμική θέα. Μία αγγλική αεροπορική μοίρα απ’ τη Μάλτα βομβάρδισε αυτόν το σταθμό. Μαζί μ’ αυτόν βομβάρδισε και το λιμάνι, βυθίζοντας αρκετές αθώες βάρκες και σκοτώνοντας και κάμποσους ανυποψίαστους ψαράδες. Περισσότεροι Έλληνες χάθηκαν στην επιδρομή αυτή απ’ ό,τι Γερμανοί, και κάποιοι υπερήλικες θυμόνταν ακόμη με αγανάκτηση το επεισόδιο. Όπως και στα περισσότερα ελληνικά νησιά, τα επίπεδα μέρη ήταν ελάχιστα. Το μεγαλύτερο τμήμα του εδάφους ήταν απότομοι απαγορευτικοί λόφοι μ’ έναν μόνο παραλιακό οικισμό νότια του λιμανιού. Κάπως απόμερα από την πόλη υπήρχε μια υπέροχη και ήσυχη παραλία, αλλά για να φτάσεις εκεί έπρεπε ν’ ανέβεις και να κατέβεις έναν απότομο λόφο. Στα μέρη με ευκολότερη πρόσβαση, οι παραλίες δεν ήταν και τόσο σπουδαίες, κι αυτός ήταν ίσως ο λόγος που οι περισσότεροι τουρίστες δεν μετακινούνταν ιδιαίτερα. Υπήρχαν και κάποια ορθόδοξα μοναστήρια στους λόφους, αλλά οι μοναχοί ήταν ιδιαίτερα αυστηροί και δεν επέτρεπαν την επίσκεψη σε τυχαίους τουρίστες. Απ’ ό,τι κατάλαβα διαβάζοντας το φυλλάδιο, βρισκόμουν σ’ ένα μάλλον τυπικό ελληνικό νησί. Για κάποιο λόγο ωστόσο, οι Άγγλοι έβρισκαν το νησί ιδιαίτερα γοητευτικό (οι Βρετανοί γενικά είναι κάπως εκκεντρικοί) και με το ζήλο που τους διακατείχε, έφτιαξαν έναν οικισμό με παραθεριστικές κατοικίες στην πρώτη πλαγιά δίπλα από το λιμάνι. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήρθαν κι έμεναν εδώ κάμποσοι Βρετανοί συγγραφείς, που έγραφαν ατενίζοντας τη γαλάζια θάλασσα και τα λευκά σύννεφα. Πρλλά από τα έργα τους έγιναν ευρύτατα γνωστά, με αποτέλεσμα το νησί να θεωρείται ένας ιδιαίτερα ρομαντικός προορισμός στους κύκλους των Βρετανών διανοουμένων. Όμως αυτή η σημαντική κατά κάποιο τρόπο πλευρά του νησιού άφηνε τους Έλληνες κατοίκους του παγερά αδιάφορους. Όλα αυτά τα διάβασα για να προσπαθήσω να βγάλω απ’ το μυαλό μου την πείνα μου. Έκλεισα το^φυλλάδιο και κοίταξα ξανά γύρω μου. Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι στο καφενείο, σαν να συμμετείχαν σε κάποιο διαγωνισμό σιωπηλής ενατένισης, κοίταζαν αδιάλειπτα τη θάλασσα. Η ώρα είχε πάει οχτώ κι η πείνα μου κόντευε να γίνει κάτι σαν σωματικό μαρτύριο. Η μυρωδιά του ψητού κρέατος και του ψαριού στα κάρβουνα έφτασε στα ρουθούνια μου από κάπου κοντά και σαν πεπειραμένος βασανιστής με άρπαξε απ’ το στομάχι. Μου ήταν αδύνατο να το αντέΕω άλλο οπότε σηκώθηκα. Μόλις πήρα στο χέρι την τσάντα μου κι ετοιμάστηκα να οδεύσω προς αναζήτηση εστιατορίου, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μια γυναίκα βρέθηκε στο οπτικό μου πεδίο. Ο ήλιος, έχοντας αποφασίσει επιτέλους να βυθιστεί στη θάλασσα, φώτιζε άπλετα τη γυναίκα, που κατέβαινε τα πέτρινα σκαλιά με τη φούστα της να κυματίζει ανάλαφρα. Φορούσε ελαφριά αθλητικά παπούτσια κι οι γάμπες της ήταν κοριτσίστικες. Την ανοιχτή πράσινη μπλούζα της συμπλήρωνε ένα


καπέλο με στενό μπορ. Στον ώμο είχε περασμένη μια πάνινη τσάντα. Ο τρόπος που περπαΤ τούσε ήταν τόσο φυσικός, τόσο κανονικός, που την έκανε να γίνεται ένα με το τοπίο, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που αρχικά νόμισα ότι είναι ντόπια. Μόνον όταν με πλησίασε πρόσεξα τα ασιατικά της χαρακτηριστικά. Αντιδρώντας αντανακλαστικά, κάθισα ξανά στην καρέκλα μου για να σηκωθώ και πάλι την επόμενη στιγμή. Η γυναίκα έβγαλε τα μαύρα γυαλιά της και είπε τ’ όνομά μου. «Συγγνώμη που άργησα», είπε. «Έπρεπε να πάω στο τμήμα και τα γραφειοκρατικά κράτησαν παραπάνω απ’ ό,τι υπολόγιζα. Και δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έφτανες σήμερα. Αύριο μεσημέρι το νωρίτερο, σκέφτηκα». «Όλες μου οι ανταποκρίσεις έγιναν στην ώρα τους», είπα. Στο τμήμα; Η Μίου με κοίταξε και χαμογέλασε ελαφρά. «Εάν δεν έχεις αντίρρηση, πάμε κάπου να φάμε και θα τα πούμε όλα εκεί. Σήμερα έχω φάει μόνο πρωινό. Εσύ; Πεινάς καθόλου ;» «Τι να σου λέω!» απάντησα. Με πήγε σε μια ταβέρνα σ’ ένα σοκάκι κοντά στο λιμάνι. Υπήρχε μια ψησταριά δίπλα από την είσοδο κι όλων των ειδών τα φρέσκα θαλασσινά που ψήνονταν στη σχάρα. Σου αρέσει το ψάρι; ρώτησε και της είπα ότι μου αρέσει. Η Μίου κάλεσε το σερβιτόρο και παρήγγειλε σε σπαστά ελληνικά. Το πρώτο που ήρθε ήταν μια καράφα λευκό κρασί, ψωμί και ελιές. Χωρίς προπόσεις και τυπικότητες, σερβιριστήκαμε κρασί κι αρχίσαμε να πίνουμε. Έφαγα λίγο σκέτο ψωμί με ελιές για να ξεγελάσω λίγο την πείνα μου. Η Μίου ήταν πανέμορφη. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν αυτό το απλό και αναντίρρητο γεγονός. Όχι, ίσως δεν ήταν και τόσο απλό τελικά. Μπορεί να βρισκόμουν υπό την επήρεια μιας φοβερά εσφαλμένης εντύπωσης. Μπορεί για κάποιο λόγο να είχα εμπλακεί στην ονειρική εμμονή κάποιου άλλου προσώπου. Καθώς το σκέφτομαι τώρα, δεν μπορώ ν’ αποκλείσω αυτή την πιθανότητα. Το μόνο που μπορώ να πω στα σίγουρα είναι ότι εκείνη τη στιγμή η Μίου ήταν μια απίστευτα όμορφη και χαριτωμένη γυναίκα. Φορούσε αρκετά δαχτυλίδια στα λεπτά της δάχτυλα. Το ένα ήταν μια απλή χρυσή βέρα. Καθώς προσπαθούσα βεβιασμένα να βάλω σε κάποια τάξη την πρώτη μου εντύπωση, με κοίταζε με ενδιαφέρον πίνοντας πού και πού και λίγο κρασί. «Νιώθω σαν να σε ξέρω», είπε. «Ίσως γιατί ακούω συνεχώς πράγματα για σένα». Η Σουμίρε μου έχει πει πολλά και για σένα», είπα. Η χαρά της ήταν φανερή. Όταν χαμογελούσε, και μόνο τότε, στις γωνίες των ματιών της εμφανίζονταν χαριτωμένες γραμμούλες. «Υποθέτω λοιπόν ότι μπορούμε να κάνουμε και χωρίς συστάσεις». Έκανα ναι με το κεφάλι. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο σ’ εκείνη ήταν ότι δεν προσπαθούσε να κρύψει την ηλικία της. Σύμφωνα με τη Σουμίρε, πρέπει να ήταν τριάντα οχτώ με τριάντα εννιά. Και πράγματι, τόσο φαινόταν. Με τη λεπτή και σφιχτοδεμένη σιλουέτα της, εάν έβαζε λίγο μέικ απ, θα περνούσε άνετα


για τριαντάρα. Όμως δεν έκανε καμία -τέτοια προσπάθεια. Η Μίου άφηνε την ηλικία να βγαίνει αβίαστα στην επιφάνεια, τη δεχόταν όπως ήταν και φαινόταν να συνυπάρχει μαζί της ειρηνικά. Έβαλε μια ελιά στο στόμα της, έπιασε το κουκούτσι με τα δάχτυλα και, σαν ποιητής που βάζει στίξη στο ποίημά του, το άφησε με μια χαριτωμένη κίνηση σ’ ένα τασάκι. «Συγγνώμη που σε πήρα έτσι μες στα μαύρα μεσάνυχτα», είπε. «Μακάρι να σου ’χα εξηγήσει καλύτερα τα γεγονότα, ήμουν όμως υπερβολικά αναστατωμένη και δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω. Δεν έχω ηρεμήσει ακόμη εντελώς, αλλά η αρχική μου σύγχυση έχει υποχωρήσει». «Μα τι στο καλό συνέβη;» ρώτησα. Η Μίου έδεσε τα χέρια της στο τραπέζι, τα χώρισε ξανά και τα ξανάδεσε. «Η Σουμίρε εξαφανίστηκε». «Εξαφανίστηκε;» «Σαν καπνός», είπε η Μίου. Ήπιε μια γουλιά κρασί. Συνέχισε. «Είναι μεγάλη ιστορία, γι’ αυτό θα ήταν καλύτερα ν’ αρχίσω από την αρχή και να σ’ την πω με τη σειρά. Αλλιώς κάποιες απ’ τις πιο λεπτές αποχρώσεις μπορεί να μη γίνουν κατανοητές. Η ιστορία είναι από μόνη της αρκετά μπερδεμένη. Ας φάμε όμως πρώτα. Τα δευτερόλεπτα δεν έχουν σημασία τώρα και είναι δύσκολο να σκεφτείς σωστά όταν πεινάς. Επίσης, εδώ έχει λίγο παραπάνω φασαρία απ’ ό,τι πρέπει για να μιλήσουμε με την ησυχία μας». Η ταβέρνα ήταν γεμάτη Έλληνες που χειρονομούσαν και -μιλούσαν δυνατά. Για να μη χρειάζεται να φωνάζουμε ο ένας στον άλλο, η Μίου κι εγώ σκύψαμε μπροστά στο τραπέζι, φέραμε τα κεφάλια μας κοντά και μιλούσαμε σχεδόν συνωμοτικά. Σε λίγο ο σερβιτόρος έφερε ένα πιάτο γεμάτο ώς επάνω με χωριάτικη σαλάτα ki ένα άλλο με ψητό ψάρι. Η Μίου έριξε στη μερίδα της λίγο αλάτι, έστυψε και μισό λεμόνι από πάνω και πρόσθεσε ελάχιστο λάδι. Έκανα κι εγώ το ίδιο. Για λίγη ώρα συγκεντρωθήκαμε στο φαγητό μας. Όπως είπε κι εκείνη, το καθετί με τη σειρά του. Έπρεπε πρώτα να κατευνάσουμε την πείνα μας. Πόσο μπορούσα να μείνω εδώ; ρώτησε. Η καινούργια σχολική χρονιά αρχίζει σε μια εβδομάδα, απάντησα. Οπότε πρέπει να είμαι πίσω μέχρι τότε. Αλλιώς τα πράγματα θα μπερδευτούν πάρα πολύ. Η Μίου κούνησε το κεφάλι με κατανόηση. Σούφρωσε τα χείλη της και φαινόταν να υπολογίζει κάτι. Δεν είπε τίποτε απ’ όσα περίμενα, όπως, παραδείγματος χάρη, «μην ανησυχείς, θα είσαι πίσω στην ώρα σου» ή «ελπίζω να έχουν τακτοποιηθεί όλα μέχρι τότε». Έβγαλε το δικό της προσωπικό συμπέρασμα, το οποίο έκλεισε σ’ ένα συρτάρι, και ξανάρχισε σιωπηλά να τρώει. Μετά το δείπνο, καθώς πίναμε τον καφέ μας, η Μίου έθεσε το θέμα του εισιτηρίου. Θα σε πείραζε να σου δώσω το ποσό σε ταξιδιωτικές επιταγές; ρώτησε. Αλλιώς θα πρέπει να σου μεταφέρω τα χρήματα στο λογαριασμό σου σε γεν μετά την επιστροφή σο�� στο Τόκιο. Τι από τα δύο προτιμάς; Δεν έχω καμία ιδιαίτερη οικονομική στενότητα, απάντησα, μπορώ να πληρώσω μόνος μου. Ωστόσο η Μίου επέμενε να πληρώσει. Εγώ σου ζήτησα να έρθεις, είπε. Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. «Δεν το λέω από ευγένεια, μη νομίζεις. Αν περνούσε λίγος


καιρός ακόμη, θα είχα έρθει εδώ με δική μου πρωτοβουλία. Αυτό προσπαθώ να πω». Η Μίου το σκέφτηκε λιγάκι και έγνεψε καταφατικά. «Σου είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων. Που ήρθες εδώ. Δεν μπορώ να σου πω πόσο». Όταν φύγαμε απ’ την ταβέρνα, ο ουρανός ήταν σαν ένας πίνακας με λαμπερά χρώματα. Ο αέρας σού έδινε την εντύπωση ότι, εάν τον ανέπνεες βαθιά, τα πνευμόνια σου θα βάφονταν κι αυτά στο χρώμα του ουρανού. Αστεράκια άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Ανυπόμονοι να φέρουν το τέλος της καλοκαιριάτικης μέρας λίγο πιο κοντά, οι ντόπιοι ξεχύθηκαν στο λιμάνι για τη βραδινή τους βόλτα. Οικογένειες, ζευγάρια, παρέες. Η ελαφριά μυρωδιά της αλμύρας του δειλινού αγκάλιασε τους δρόμους. Η Μίου κι εγώ αρχίσαμε να περπατάμε στην πόλη. Η δεξιά πλευρά του δρόμου ήταν γεμάτη μαγαζιά, μικρά ξενοδοχεία και ταβέρνες με τραπέζια στο πεζοδρόμιο. Όμορφα κίτρινα φώτα λαμπύριζαν σε μικρά παράθυρα με ξύλινα παντζούρια κι από κάποιο ραδιόφωνο ξεχυνόταν στο δρόμο ελληνική μουσική. Στην αριστερή πλευρά απλωνόταν η θάλασσα με τα σκούρα κύματά της να χαϊδεύουν νωχελικά τις προκυμαίες. Σε λίγο ο δρόμος ανηφορίζει», είπε η Μίου. «Μπορούμε να πάμε είτε από τα σκαλιά, που είναι μάλλον απότομα, είτε να κάνουμε το γύρο. Απ’ τα σκαλιά είναι πιο γρήγορα. Έχεις πρόβλημα;» «Καθόλου», απάντησα. Τα στενά πέτρινα σκαλιά ακολουθούσαν την κλίση του λόφου. Ήταν βαθιά και απότομα, αλλά τα πόδια της Μίου με τα αθλητικά παπούτσια δεν έδειχναν να ‘κουράζονται και δεν χαλάρωσε ούτε για μια στιγμή το ρυθμό της. Η άκρη της φούστας της, ακριβώς μπροστά μου, ταλαντευόταν ανάλαφρα πέρα-δώθε, ενώ οι ηλιοκαμένες καλοσχηματισμένες γάμπες της έλαμπαν στο φως του φεγγαριού που ήταν σχεδόν πανσέληνος. Μου κόπηκε η ανάσα κι αναγκάστηκα να σταματήσω για να συνέλθω λιγάκι. Καθώς ανεβαίναμε, τα φώτα του λιμανιού φαίνονταν όλο και πιο μικρά, όλο και πιο μακρινά. Όλες οι δραστηριότητες των ανθρώπων, που μέχρι λίγο πριν βρίσκονταν δίπλα μου, είχαν χαθεί πια μέσα σ’ αυτή την ανώνυμη φωτεινή γραμμή. Ήταν εντυπωσιακό θέαμα, κάτι που πολύ θα ήθελα να μπορούσα να το κόψω με το ψαλίδι και να το κολλήσω στον τοίχο της μνήμης μου. Το μέρος όπου έμεναν η Μίου κι η Σουμίρε ήταν ένα σπιτάκι με βεράντα και με θέα στη θάλασσα. Λευκοί τοίχοι και κόκκινη κεραμοσκεπή, πόρτα βαμμένη σε σκούρο πράσινο. Άφθονες κόκκινες βουκαμβίλιες σκέπαζαν σχεδόν ολοκληρωτικά τον χαμηλό πέτρινο τοίχο που περιέβαλλε το σπίτι. Άνοιξε την ξεκλείδωτη πόρτα και με προσκάλεσε να μπω. Το σπιτάκι ήταν ευχάριστα δροσερό. Υπήρχε ένα σαλονάκι, μια μεσαίου μεγέθους τραπεζαρία και κουζίνα. Οι τοίχοι ήταν κατάλευκοι κι είχαν πάνω τους μερικούς πίνακες αφηρημένης τέχνης. Στο σαλόνι υπήρχε ένας καναπές και μια βιβλιοθήκη μ’ ένα μίνι στέρεο συγκρότημα. Δύο κρεβατοκάμαρες κι ένα μικρό, καθαρό κατά τα φαίτ νόμενα, μπάνιο με πλακάκια. Κανένα από τα έπιπλα δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφο, αλλά ήταν όλα πολύ πρακτικά και λειτουργικά. Η Μίου έβγαλε το καπέλο της κι άφησε την τσάντα της στον πάγκο της κουζίνας. Θα ήθελες να πιεις κάτι; ρώτησε. Ή μήπως θα ήθελες να κάνεις πρώτα ένα ντους; Της είπα ότι θα προτιμούσα να κάνω πρώτα ένα ντους. Λούστηκα και ξυρίστηκα. Στέγνωσα με το πιστολάκι τα μαλλιά μου και φόρεσα καθαρό μπλουζάκι και σορτς. Στο τέλος ένιωθα και πάλι σχεδόν φυσιολογικός. Κάτω απ’ τον καθρέφτη στο μπάνιο υπήρχαν δύο οδοντόβουρτσες, η μια μπλε κι η άλλη κόκκινη. Αναρωτήθηκα


ποια να ήταν της Σουμίρε. Γύρισα στο σαλονάκι και βρήκα τη Μίου καθισμένη, σε μια άνετη πολυθρόνα μ’ ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι. Μου πρότεινε να το δοκιμάσω, αλλά αυτό που πραγματικά ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν μια κρύα μπίρα. Πήρα μια Άμστελ από το ψυγείο και την άδειασα σ’ ένα ψηλό ποτήρι. Καθισμένη βαθιά στην καρέκλα της, η Μίου έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα. Δεν φαινόταν να ψάχνει τις κατάλληλες λέξεις αλλά μάλλον να είναι βυθισμένη σε κάποια προσωπική ανάμνηση, χωρίς αρχή και τέλος. «Πόσον καιρό είσαι εδώ;» ρώτησα δισταχτικά. «Σήμερα είναι η όγδοη μέρα», είπε η Μίου, αφού το σκέφτηκε πρώτα. «Και πού εξαφανίστηκε η Σουμίρε; Εδώ;» «Ναι. Όπως σου είπα πριν, έγινε καπνός». «Πότε έγινε αυτό;» «Τη νύχτα, πριν από τέσσερις μέρες», είπε κοιτάζοντας ολόγυρα το δωμάτιο σαν να έψαχνε να βρει κάποια εξήγηση. «Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω». «Η Σουμίρε μου έγραψε στα γράμματά της για το ταξίδι στο Παρίσι απ’ το Μιλάνο», είπα. «Μετά μου είπε ότι πήρατε το τρένο για τη Βουργουνδία. Μείνατε στο κτήμα ενός φίλου σου σ’ ένα χωριό». «Ε, τότε, θ’ αρχίσω την ιστορία μου από κει», είπε η Μίου. «Γνωρίζω τους οινοπαραγωγούς εκείνου του χωριού εδώ και πάρα πολλά χρόνια και ξέρω τα κρασιά τους όπως ξέρω την παλάμη του χεριού μου, όπως ξέρω το σπίτι μου. Τι είδους κρασί δίνουν τα σταφύλια μιας συγκεκριμένης πλαγιάς ή ενός συγκεκριμένου χωραφιού. Πώς επιδρά ο καιρός κάθε χρονιάς στη γεύση* ποιοι παραγωγοί δουλεύουν σκληρότερα* ποιοι έχουν γιους που τους βοηθάνε. Πόσα δάνεια έχουν πάρει κάποιοι απ’ αυτούς και ποιοι αγόρασαν καινούργια Σιτροέν. Τέτοια πράγματα. Όταν εμπορεύεσαι κρασί, είναι σαν να μεγαλώνεις καθαρόαιμα άλογα πρέπει να ξέρεις την καταγωγή τους και κάθε πληροφορία που τα αφορά. Δεν μπορείς να κάνεις αυτή τη δουλειά και ν’ αποφασίζεις με βάση ποιο κρασί έχει καλή γεύση και ποιο όχι». Η Μίου σταμάτησε για λίγο για να πάρει ανάσα. Έδειχνε να μην μπορεί ν’ αποφασίσει αν θα έπρεπε να συνεχίσει ή όχι. Τελικά συνέχισε. «Υπάρχουν ένα-δυο μέρη στην Ευρώπη από τα οποία αγοράζω, αλλά σ’ εκείνο το χωριό της Βουργουνδίας βρίσκονται οι βασικοί μου προμηθευτές. Έτσι προσπαθώ να περνάω όσο μπορώ περισσότερο καιρό εκεί για ν’ ανανεώνω τις παλιές φιλίες και να μαθαίνω τα τελευταία νέα. Πάντα πηγαίνω μόνη, αλλά αυτή τη φορά, μια και βρισκόμασταν μαζί στην Ιταλία, αποφάσισα να πάρω τη Σουμίρε μαζί μου. Μερικές φορές είναι πιο βολικό να έχεις κάποιο άλλο άτομο δίπλα σου σε τέτοιου είδους ταξίδια κι επιπλέον εγώ της είχα ζητήσει να μάθει ιταλικά. Στο τέλος αποφάσισα ότι στη Γαλλία θα προτιμούσα να πάω μόνη κι ετοιμάστηκα να βρω κάποια δικαιολογία να της πω για να τη στείλω πίσω στην Ιαπωνία πριν ξεκινήσουμε για τη Γαλλία. Έχω συνηθίσει να ταξιδεύω μόνη από


τότε που ήμουν πολύ μικρή, κι όσο στενή κι αν είναι η σχέση σου με κάποιο άτομο, δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μαζί του όλη τη μέρα κάθε μέρα. »Η Σουμίρε αποδείχτηκε αρκετά ικανή και φρόντισε αρκετές λεπτομέρειες για χάρη μου. Αγόρασε εισιτήρια, έκλεισε ξενοδοχεία, διαπραγματεύτηκε τιμές, κράτησε λεπτομερή κατάλογο των εξόδων, έψαξε να βρει τα καλά ντόπια εστιατόρια. Τέτοια πράγματα. Τα ιταλικά της είχαν βελτιωθεί σημαντικά, και μου άρεσε η υγιής περιέργειά της, η οποία με βοήθησε να δω πράγματα που δεν θα τα είχα δει εάν ήμουν μόνη. Με έκπληξή μου ανακάλυψα πόσο εύκολο είναι να συνυπάρχεις με κάποιον άλλο. Νομίζω ότι ένιωθα έτσι γιατί υπήρχε κάτι πολύ ξεχωριστό που μας έφερε κοντά». «Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε και μιλήσαμε για τους Σπούτνικ. Μου έλεγε για τους συγγραφείς Μπίτνικ κι εγώ έκανα λάθος και νόμιζα ότι μου μιλούσε για τους Σπούτνικ. Γελάσαμε κι αυτό έσπασε τον πάγο. Ξέρεις τι σημαίνει η λέξη Σπούτνικ στα Ρωσικά; “Συνοδοιπόρος”. Το κοίταξα σ’ ένα λεξικό πρόσφατα. Περίεργη σύμπτωση, αν την καλοσκεφτείς. Αναρωτιέμαι γιατί να έδωσαν άραγε οι Ρώσοι στο δορυφόρο τους αυτό το περίεργο όνομα. Δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι μετάλλου που περιφέρεται γύρω απ’ τη Γη». Η Μίου σταμάτησε για λίγο και μετά συνέχισε. «Τέλος πάντων, τελικά πήρα τη Σουμίρε μαζί μου στη Βουργουνδία. Όσο εγώ έβλεπα παλιούς γνωστούς κι έκανα επαγγελματικές επαφές, η Σουμίρε, που τα γαλλικά της ήταν ανύπαρκτα, δανείστηκε το αυτοκίνητο κι έκανε βόλτες στην περιοχή. Σε μια πόλη συνάντησε τυχαία μια πλούσια Ισπανίδα μεγάλης ηλικίας, έπιασαν κουβέντα στα ισπανικά κι έγιναν φίλες. Η Ισπανίδα σύστησε τη Σουμίρε σ’ έναν Άγγλο, ο οποίος έμενε στο ξενοδοχείο τους. Ήταν πάνω από πενήντα χρονών, συγγραφέας σύμφωνα με δήλωσή του, πολύ καλλιεργημένος κι όμορφος. Είμαι σίγουρη ότι ήταν γκέι. Είχε μαζί του ένα γραμματέα που μάλλον έδειχνε για εραστής του. »Μας κάλεσαν σε δείπνο. Ήταν πολύ ωραίοι άνθρωποι και καθώς μιλούσαμε, συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε κοινούς γνωστούς. Ένιωσα σαν να είχα βρει δυο αδελφές ψυχές. »0 Άγγλος μας είπε ότι είχε ένα μικρό σπίτι σ’ ένα νησί στην Ελλάδα και ότι μας το διέθετε με μεγάλη του ευχαρίστηση. Χρησιμοποιούσε το σπίτι αυτό μόνο για ένα μήνα κάθε καλοκαίρι, αλλά αυτό το καλοκαίρι είχε κάποιες δουλειές που τον εμπόδιζαν να πάει. Τα σπίτια πρέπει να κατοικούνται, αλλιώς αυτοί που αφήνεις πίσω να τα φροντίζουν τεμπελιάζουν, μας είπε. Οπότε, αν δεν έχετε πρόβλημα, παρακαλώ χρησιμοποιήστε το. Κι έτσι βρεθήκαμε εδώ. Η Μίου περιέφερε το βλέμμα της στο δωμάτιο. «Όταν ήμουν στο κολέγιο, επισκέφθηκα μια φορά την Ελλάδα. Ήταν ένα από εκείνα τα ταξίδια αστραπή, όπου πηγαίνεις από λιμάνι σε λιμάνι, όμως, παρ’ όλα αυτά, πρόλαβα κι ερωτεύτηκα αυτή τη χώρα. Γι’ αυτό κι ήταν τόσο ελκυστική η προσφορά να έχω στη διάθεσή μου δωρεάν ένα σπίτι σ’ ένα ελληνικό νησί για να το χρησιμοποιήσω όσον καιρό ήθελα. Άλλωστε και η Σουμίρε ενθουσιάστηκε με την ευκαιρία που μας παρουσιαζόταν. Πρόσφερα ένα λογικό ποσό για να νοικιάσω το σπίτι, αλλά ο Άγγλος αρνήθηκε, λέγοντας ότι το σπίτι του δεν το νοικιάζει. Αφού διαφωνήσαμε ακόμη λίγο γι’ αυτό το ζήτημα, καταλήξαμε ότι θα έστελνα στο σπίτι του στο Λονδίνο ένα κιβώτιο κόκκινο κρασί για να τον ευχαριστήσω. »Η ζωή στο νησί ήταν σαν όνειρο. Για πρώτη φορά, δεν ξέρω κι εγώ από πότε, απολάμβανα


πραγματικές διακοπές, χωρίς να με νοιάζει αν περνάει ο χρόνος ή όχι. Οι επικοινωνίες εδώ είναι λίγο πίσω -είχες κι εσύ την εμπειρία των φρικτών τηλεφώνων τουςκαι δεν υπάρχει ούτε φαξ ούτε διαδίκτυο. Αν γύριζα στο Τόκιο αργότερα απ’ ό,τι είχα σχεδιάσει αρχικά, θα δημιουργούσα αρκετά μεγάλο πρόβλημα σε πολύ κόσμο, αλλά μόλις πάτησα το πόδι μου εδώ, αυτό δεν φαινόταν να έχει πια καμία σημασία. »Η Σουμίρε κι εγώ σηκωνόμασταν νωρίς κάθε πρωί, γεμίζαμε μια τσάντα με πετσέτες, νερό και αντηλιακό, και πηγαίναμε στην παραλία απ’ την άλλη μεριά των βουνών. Η παραλία είναι τόσο όμορφη που σου κόβει την ανάσα. Η άμμος είναι κατάλευκη και δεν έχει σχεδόν καθόλου κύμα. Είναι ωστόσο λίγο απόμερα και πολλοί λίγοι πηγαίνουν εκεί, ιδιαίτερα τα πρωινά. Όλοι, άντρες και γυναίκες, κολυμπάνε γυμνοί. Το ίδιο κάναμε κι εμείς. Είναι καταπληκτική αίσθηση να κολυμπάς στα πεντακάθαρα κρυστάλλινα νερά το πρωί γυμνός σαν νεογέννητο. Νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σ’ άλλο κόσμο. »Όταν κουραζόμασταν από το κολύμπι, η Σουμίρε κι εγώ ξαπλώναμε στην παραλία και κάναμε η?αοθεραπεία. Στην αρχή νιώσαμε κάπως άβολα γυμνές η μια μπροστά στην άλλη, αλλά από τη στιγμή που το συνηθίσαμε, έπαψε να μας κάνει εντύπωση. Η ενέργεια του χώρου είχε αρχίσει να μας επηρεάζει, υποθέτω. Αλείφαμε η μια την· πλάτη της άλλης με αντηλιακό, κυλιόμασταν στον ήλιο, διαβάζαμε, λαγοκοιμόμασταν, κουβεντιάζαμε. Όλο αυτό μ’ έκανε να νιώθω πραγματικά ελεύθερη. «Γυρίζαμε στο σπίτι από τα βουνά, κάναμε ντους και τρώγαμε κάτι απλό και μετά κατεβαίναμε τα σκαλιά μέχρι την πόλη. Πίναμε τσάι σ’ ένα καφενείο του λιμανιού, διαβάζαμε την αγγλική εφημερίδα. Αγοράζαμε τρόφιμα σ’ ένα μαγαζί, γυρίζαμε στο σπίτι και περνούσαμε την ώρα μας όπως θέλαμε μέχρι το βράδυ διαβάζοντας στη βεράντα ή ακούγοντας μουσική. Μερικές φορές η Σουμίρε κλεινόταν στο δωμάτιό της και μάλλον έγραφε. Την άκουγα που άνοιγε το λάπτοπ και χτυπούσε τα πλήκτρα με μανία. Το βράδυ βγαίναμε στο λιμάνι και παρακολουθούσαμε το φέρι μποτ να δένει στο λιμάνι. Πίναμε κάτι δροσερό και χαζεύαμε τον κόσμο που κατέβαινε από το πλοίο». «Καθόμασταν οι δυο μας στην άκρη της γης και δεν μπορούσε κανείς να μας δει. Έτσι ακριβώς νιώθαμε λες και ήμαστε μόνες εδώ. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να σκεφτούμε. Δεν ήθελα να μετακινηθώ, δεν ήθελα να πάω πουθενά. Ήθελα να μείνω έτσι για πάντα. Ήξερα ότι αυτό ήταν αδύνατο η ζωή μας εδώ ήταν μια στιγμιαία ονειροφαντασία, και κάποια μέρα η πραγματικότητα θα μας τραβούσε διά της βίας πίσω στον κόσμο απ’ τον οποίο ήρθαμε. Όμως μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα ήθελα ν’ απολαύσω κάθε μέρα στο έπακρο, χωρίς να νοιάζομαι για τίποτε. Λατρεύαμε τη ζωή μας εδώ. Μέχρι πριν από τέσσερις μέρες». Το τέταρτο πρωί πήγαν ως συνήθως στην παραλία, έκαναν το μπάνιο τους και την ηλιοθεραπεία τους, επέστρεψαν στο σπίτι κι έφυγαν ξανά για το λιμάνι. Ο σερβιτόρος στο καφενείο τις θυμήθηκε -τα γενναιόδωρα φιλοδωρήματα που άφηνε πάντα η Μίου δεν τον ενοχλούσαν καθόλουκαι τις υποδέχτηκε με διαχυτικότητα. Τους έκανε και κάποια κομπλιμέντα για την εμφάνισή τους. Η Σουμίρε πήγε στο περίπτερο κι αγόρασε ένα φύλλο της αγγλικής εφημερίδας που εκδίδεται στην Αθήνα. Αυτός ήταν ο μόνος σύνδεσμός τους. με τον έξω κόσμο. Η δουλειά της Σουμίρε ήταν να διαβάζει την εφημερίδα. Ήλεγχε την αντιστοιχία των νομισμάτων και μετέφραζε δυνατά στη Μίου ό,τι της φαινόταν σημαντικό κι ενδιαφέρον. Το άρθρο που επέλεξε να διαβάσει δυνατά η Σουμίρε εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα ήταν ένα ρεπορτάζ για μια εβδομηντάχρονη γιαγιά που την έφαγαν οι


γάτες της. Συνέβη σ’ ένα προάστιο της Αθήνας. Η νεκρή είχε χάσει τον άντρα της, έναν επιχειρηματία, πριν από έντεκα χρόνια και από τότε ζούσε μια ήσυχη και μοναχική ζωή σ’ ένα δυάρι, με μοναδική συντροφιά αρκετές γάτες. Μια μέρα κατέρρευσε στον καναπέ της από καρδιακό επεισόδιο και εξέπνευσε. Δεν ήταν γνωστό πόση ώρα πέρασε ανάμεσα στην καρδιακή προσβολή και το θάνατο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ψυχή της γυναίκας πέρασε όλα τα προκαθορισμένα στάδια για να πει αντίο στον παλιό της σύντροφο, το σώμα όπου κατοικούσε για εβδομήντα χρόνια. Η γυναίκα δεν είχε συγγενείς ή φίλους που να την επισκέπτονται τακτικά, και το σώμα της ανακαλύτ φθηκε μετά από μια ολόκληρη εβδομάδα. Οι πόρτες ήταν κλειστές, τα παραθυρόφυλλα κλειστά και οι γάτες δεν μπορούσαν να βγουν από πουθενά μετά το θάνατο της κυράς τους. Δεν υπήρχε καθόλου τροφή στο διαμέρισμα. Πρέπει να υπήρχε κάτι στο ψυγείο, αλλά οι γάτες δεν έχουν την ικανότητα ν’ ανοίγουν πόρτες ψυγείων. Έχοντας φτάσει στο έσχατο όριο της πείνας, καταβρόχθισαν τη σάρκα της κυράς τους. Πίνοντας γουλιά γουλιά τον καφέ της, η Σουμίρε μετέφραζε το άρθρο. Μερικές μέλισσες έκαναν βόλτες γύρω απ’ το τραπέζι, προσπαθώντας να φάνε τη μαρμελάδα που είχε χύσει ο προηγούμενος πελάτης. Η Μίου κοίταζε τη θάλασσα μέσα από τα μαύρα της γυαλιά ακούγοντας με μεγάλη προσοχή όσα της μετέφραζε η Σουμίρε. «Και μετά τι έγινε;» ρώτησε η Μίου. «Αυτό ειν’ όλο», είπε η Σουμίρε διπλώνοντας την εφημερίδα στα δύο και αφήνοντάς τη στο τραπέζι. «Η εφημερίδα δεν λέει τίποτε άλλο». «Τι να συνέβη άραγε στις γάτες;» «Δεν ξέρω…» είπε η Σουμίρε σουφρώνοντας τα χείλη της προς τη μια πλευρά και προσπαθώντας να σκεφτεί. «Όλες οι εφημερίδες είναι ίδιες. Δεν σου λένε ποτέ αυτό που θες πραγματικά να μάθεις». Οι μέλισσες, σαν να διαισθάνονταν κάτι, υψώθηκαν στον αέρα και μ’ ένα τελετουργικό βουητό έκαναν μερικούς κύκλους πριν προσγειωθούν ξανά στο τραπέζι. Ξανάρχισαν να γλείφουν τη μαρμελάδα. «Αλήθεια, τι ν’ απογίνανε οι γάτες;» είπε η Σουμίρε στρώνοντας το γιακά τής κατά δύο νούμερα μεγαλύτερης πουκαμίσας που φορούσε. Κάτω απ’ αυτή φορούσε σορτσάκι αλλά -όπως τύχαινε να γνωρίζει η Μίουδεν φορούσε εσώρουχα. «Οι γάτες που δοκιμάζουν ανθρώπινη σάρκα μπορεί να γίνουν ανθρωποφάγες, άρα μπορεί να τις θανάτωσαν. Ή πάλι, μπορεί να σκέφτηκε η αστυνομία: “Τα καημένα τα ζωάκια, αρκετά υπέφεραν” και να τις άφησαν να φύγουν». «Εσύ, αν ήσουν δήμαρχος ή διοικητής της αστυνομίας της συνοικίας αυτής, τι θα έκανες;» Η Σουμίρε σκέφτηκε. «Θα τις έβαζα σ’ ένα ίδρυμα μετεκπαίδευσης και θα τις έκανα χορτοφάγες». «Καθόλου κακή ιδέα», γέλασε η Μίου. Έβγαλε τα γυαλιά της και γύρισε να κοιτάξει τη Σουμίρε. «Αυτή η ιστορία μού θυμίζει το πρώτο μάθημα που παρακολούθησα όταν μπήκα στο καθολικό γυμνάσιο. Σου ανέφερα ποτέ ότι πήγαινα σ’ ένα πολύ αυστηρό καθολικό παρθεναγωγείο επί έξι χρόνια; Πήγα σε κανονικό δημοτικό, αλλά μετά με στείλανε σ’ αυτό το σχολείο για γυμνάσιο και λύκειο. Μετά την εναρκτήρια τελετή, μια ετοιμόρροπη γριά καλόγρια μας πήρε στο αμφιθέατρο και


μας έβγαλε ένα λόγο περί καθολικής ηθικής. Ήταν Γαλλίδα, αλλά τα ιαπωνικά της ήταν τέλεια. Μας μίλησε για πολλά πράγματα, ωστόσο αυτό που θυμάμαι είναι η ιστορία με τις γάτες και το έρημο νησί». «Ενδιαφέρουσα ακούγεται», είπε η Σουμίρε. «Έχεις ναυαγήσει σ’ ένα ερημονήσι. Μόνο εσύ και μια γάτα καταφέρατε να βρεθείτε στη σωσίβια λέμβο και, αφού σας παρασέρνει το κύμα για ένα διάστημα, καταλήγετε οι δυο σας σ’ αυτό το ερημονήσι. Είναι ένας βράχος μες στη θάλασσα χωρίς τίποτε να φάτε και χωρίς νερό. Στη βάρκα υπάρχουν μπισκότα και νερό για ένα άτομο για δέκα μέρες, κι αυτό είν’ όλο. Έτσι πήγαινε η ιστορία. »Η καλόγρια κοίταξε ολόγυρα στο αμφιθέατρο και είπε το εξής με καθαρή και δυνατή φωνή. “Κλείστε τα μάτια σας και φανταστείτε τη σκηνή. Βρίσκεστε σ’ ένα ερημονήσι με μια γάτα. Είναι ένα μοναχικό νησί στη μέση του πουθενά. Είναι σχεδόν αδύνατο να σας σώσει κάποιος μέσα σε δέκα μέρες. Όταν τελειώσει το φαγητό και το νερό, το πιθανότερο είναι ότι θα πεθάνετε. Τι θα κάνετε λοιπόν; Εφόσον η γάτα υποφέρει όσο κι εσείς, θα μοιραστείτε την ελάχιστη τροφή σας μαζί της;” Η αδελφή έμεινε για λίγο σιωπηλή και κοίταξε τα πρόσωπα όλων μας. ‘Όχι. Αυτό θα ήταν λάθος”, συνέχισε. “Θέλω να καταλάβετε ότι αν μοιραζόσασταν την τροφή σας με τη γάτα θα ήταν λάθος. Ο λόγος είναι ότι εσείς είστε πολύτιμα όντα, επιλεγμένα απ’ το Θεό, ενώ η γάτα δεν είναι. Γι’ αυτό θα πρέπει να φάτε όλο το φαί εσείς”. Η καλόγρια είχε πάρει ύφος πάρα πολύ σοβαρό. »Στην αρχή μου φάνηκε σαν κακόγουστο αστείο. Περίμενα ότι θ’ άκουγα κάτι που θα αναιρούσε όσα είχε πει, αλλά δεν είπε τίποτε. Άρχισε να μιλάει για το θέμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αξίας, και όλα αυτά μού μπήκαν απ’ το ένα αυτί και βγήκαν απ’ το άλλο. Τι νόημα είχε να λέει τέτοια πράγματα σε παιδάκια που μόλις είχαν μπει στο σχολείο; Μου ήταν αδύνατο να το καταλάβω και εξακολουθώ να μην το καταλαβαίνω». Η Σουμίρε το σκέφτηκε. «Εννοείς αν θα ήταν σωστό στο τέλος να φάει τη γάτα;» «Τι να σου πω, ακόμη δεν ξέρω. Δεν έφτασε μέχρι εκεί». «Είσαι καθολική;» Η Μίου κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Το σχολείο απλώς έτυχε να βρίσκεται κοντά στο σπίτ�� μου, κι έτσι πήγα. Μου άρεσαν και οι στολές. Ήμουν η μοναδική μη Γιαπωνέζα στο σχολείο». «Είχες καθόλου κακές εμπειρίες;» «Επειδή ήμουν Κορεάτισσα;» «Ναι». Η Μίου κούνησε και πάλι το κεφάλι της. «Το σχολείο ήταν αρκετά φιλελεύθερο. Οι κανόνες ήταν πολύ αυστηροί, και αρκετές από τις αδελφές ήταν εκκεντρικές, αλλά η ατμόσφαιρα γενικά ήταν προοδευτική και όχι, ποτέ δεν ένιωσα προκατάληψη προς το πρόσωπό μου. Έκανα πολύ καλές φιλίες, και γενικά μπορώ να πω ότι πέρασα καλά στο σχολείο. Είχα βέβαια και μερικές δυσάρεστες εμπειρίες, αλλά αυτό αφού βγήκα έξω, στον πραγματικό κόσμο. Αυτό όμως δεν είναι τίποτε το ασυνήθιστο συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους».


«Έχω ακούσει ότι τρώνε γάτες στην Κορέα. Είναι αλήθεια;» «Κι εγώ έχω ακούσει το ίδιο. Κανείς απ’ τους γνωστούς μου όμως δεν το κάνει». Ήταν η πιο ζεστή ώρα της μέρας, και η πλατεία του χωριού αμέσως μετά το μεσημέρι ήταν σχεδόν έρημη. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν επιστρέψει στα δροσερά τους σπίτια κι έπαιρναν τον μεσημεριάτικο ύπνο τους. Μόνο περίεργοι ξένοι διακινδύνευαν να βγουν έξω εκείνη την ώρα της μέρας. Υπήρχε το άγαλμα ενός ήρωα στην πλατεία. Είχε ηγηθεί μιας επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά των Τούρκων, οι οποίοι κατείχαν κάποτε το νησί, αλλά τον έπιασαν και τον σούβλισαν. Οι Τούρκοι έστησαν ένα μυτερό παλούκι στην πλατεία του χωριού και ανασκολόπισαν τον δυστυχή ήρωα γυμνό. Αργά αργά, το παλούκι διαπέρασε τον πρωκτό του, ώσπου έφτασε μέχρι το στόμα του* έκανε πολλές ώρες να πεθάνει. Το άγαλμα υποτίθεται ότι είχε στηθεί εκεί όπου συνέβη το περιστατικό. Στην αρχή, το ηρωικό μπρούντζινο άγαλμα πρέπει να προκαλούσε δέος, αλλά με τα χρόνια που είχαν περάσει, με τον θαλασσινό αέρα, τη σκόνη και τα περιττώματα των πουλιών, τα χαρακτηριστικά του προσώπου είχαν σχεδόν σβηστεί. Οι κάτοικοι του νησιού δεν έριχναν ούτε μια φευγαλέα ματιά στο κακοπαθημένο άγαλμα, αλλά κι εκείνο έμοιαζε να έχει στρέψει την πλάτη του στον κόσμο. «Μια και μιλάμε για γάτες», είχε πει τότε η Σουμίρε, «έχω μια πολύ περίεργη ανάμνηση. Όταν ήμουν στη δευτέρα τάξη είχαμε ένα όμορφο γατάκι έξι μηνών με τρίχωμα που θύμιζε καβούκι χελώνας. Ήμουν στη βεράντα μας ένα βράδυ διαβάζοντας ένα βιβλίο, όταν είδα τη γάτα να τρέχει σαν τρελή γύρω απ’ τη ρίζα του μεγάλου πεύκου στον κήπο. Οι γάτες το κάνουν αυτό καμιά φορά. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε εκεί, κι αυτές ξαφνικά αρχίζουν να βγάζουν απειλητικούς ήχους, καμπουριάζουν, οι τρίχες τους σηκώνονται όρθιες και παίρνουν στάση μάχης. »Η γάτα ήταν τόσο αγριεμένη ώστε δεν πρόσεξε πως την κοίταζα απ’ τη βεράντα. Ήταν τόσο περίεργο το θέαμα, που άφησα το βιβλίο μου κι άρχισα να παρακολουθώ τη γάτα. Εκείνη δεν έδειχνε να κουράζεται απ’ το μοναχικό της παιχνίδι. Στην πραγματικότητα, όσο περνούσε η ώρα, αγρίευε όλο και περισσότερο κι έμοιαζε όλο και πιο αποφασισμένη. Συμπεριφερόταν σαν δαιμονισμένη». Η Σουμίρε ήπιε λίγο νερό κι έξυσε ελαφρά τ’ αυτί της. «Όσο κοίταζα, τόσο περισσότερο τρόμαζα. Η γάτα έβλεπε κάτι που δεν έβλεπα εγώ, κι ό,τι και να ’ταν αυτό, της προκαλούσε φρενίτιδα. Τελικά η γάτα άρχισε να τρέχει γύρω απ’ τον κορμό του δέντρου με τρομακτική ταχύτητα, σαν την τίγρη που μετατρέπεται σε βούτυρο στη γνωστή παιδική ιστορία. Τελικά, μετά από πολύ τρέξιμο, η γάτα έδωσε έναν πήδο κι ανέβηκε στον κορμό. Έβλεπα τη μουρίτσα της να κοιτάζει ανάμεσα στα κλαδιά ψηλά στο δέντρο. Απ’ τη βεράντα φώναξα τ’ όνομά της δυνατά, αλλά δεν φάνηκε να μ’ ακούει. »Τελικά ο ήλιος έδυσε κι άρχισε να φυσάει ένας ψυχρός φθινοπωρινός άνεμος. Κάθισα στη βεράντα περιμένοντας να κατέβει η γάτα. Ήταν μια πολύ ήρεμη γατούλα και θεώρησα ότι αν καθόμουν εκεί για λίγο, θα κατέβαινε. Όμως δεν κατέβηκε. Δεν την άκουγα καν να νιαουρίζει.


Το σκοτάδι πύκνωνε. Φοβήθηκα και το είπα στην οικογένειά μου. “Μην ανησυχείς”, μου είπαν, “άσ’ την ήσυχη και δεν θ’ αργήσει να κατέβει”. Όμως η γάτα δεν γύρισε ποτέ». «Τι εννοείς “δεν γύρισε ποτέ”;» ρώτησε η Μίου. αΑπλώς εξαφανίστηκε. Έγινε καπνός. Όλοι μου έλεγαν ότι η γάτα πρέπει να κατέβηκε απ’ το δέντρο τη νύχτα και να ’φυγε μακριά. Οι γάτες πολλές φορές αγριεύουν κι ανεβαίνουν στα δέντρα, και μετά φοβούνται, μόλις συνειδητοποιούν πόσο ψηλά βρίσκονται, κι αρνούνται να κατέβουν. Συμβαίνει πολύ συχνά. Εάν η γάτα ήταν ακόμη εκεί, είπαν, θα νιαούριζε σαν τρελή για να την ακούσουμε. Όμως αυτά που μου έλεγαν δεν μ’ έπειθαν. Σκεφτόμουν ότι η γάτα πρέπει να είχε αρπαχτεί από ένα κλαδί, πεθαμένη από το φόβο της, ανίκανη να βγάλει οποιονδήποτε ήχο. Όταν γύρισα απ’ το σχολείο, κάθισα στη βεράντα, κοίταξα το πεύκο και κάθε λίγο και λιγάκι φώναζα το όνομα της γάτας. Καμία απάντηση. Μετά από μια εβδομάδα, εγκατέλειψα την προσπάθεια. Το αγαπούσα αυτό το γατάκι και λυπήθηκα πάρα πολύ που το έχασα. Κάθε φορά που κοίταζα το πεύκο, φανταζόμουν με το μυαλό μου το κορμάκι, πετρωμένο, αρπαγμένο από ’να κλαδί. Μια γάτα που δεν πήγε πουθενά, που πέθανε απ’ την πείνα και συρρικνώθηκε εκεί πάνω». Η Σουμίρε κοίταξε τη Μίου. «Δεν απέκτησα ποτέ ξανά γάτα. Εξακολουθούν να μου αρέσουν, αν και αποφάσισα τότε ότι το ταλαίπωρο γατάκι που σκαρφάλωσε στο δέντρο και δεν γύρισε ποτέ, θα ήταν το πρώτο και το τελευταίο μου. Δεν θα μπορούσα να ξεχάσω το γατάκι και ν’ αρχίσω ν’ αγαπώ κάποιο άλλο». «Αυτά συζητήσαμε εκείνο το απόγευμα στο καφενείο», είπε η Μίου. «Νόμιζα ότι δεν ήταν παρά ανώδυνες αναμνήσεις, αλλά τώρα όλα μου φαίνονται σημαντικά. Μπορεί πάλι να είναι ιδέα μου.). Η Μίου γύρισε το κεφάλι και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Η αύρα που φυσούσε από τη θάλασσα κουνούσε τις πτυχώσεις της κουρτίνας. Καθώς κοίταζε προς το σκοτάδι, το δωμάτιο έμοιαζε να βυθίζεται σε ακόμη μεγαλύτερη σιωπή. «Θα σε πείραζε να σε ρωτήσω κάτι; Συγγνώμη αν φανεί άσχετο με το θέμα, αλλά είναι κάτι που με απασχολεί», είπα. «Είπες ότι η Σουμίρε έγινε “καπνός”, έτσι το έθεσες. Πριν από τέσσερις μέρες. Και πήγες στην αστυνομία. Εντάξει;» Η Μίου έκανε ναι με το κεφάλι. «Γιατί ζήτησες να έρθω εγώ αντί να έρθεις σε επαφή με την οικογένεια της Σουμίρε;» «Δεν είχα κανένα στοιχείο για το τι της είχε συμβεί. Και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, δεν ήξερα αν είχα το δικαίωμα ν’ αναστατώσω τους γονείς της. Το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα και τελικά αποφάσισα να περιμένω να δω τι θα γίνει». Προσπάθησα να φανταστώ τον όμορφο πατέρα της Σουμίρε να παίρνει το φέρι μποτ γι’ αυτό το νησί. Θα τον ακολουθούσε άραγε η μητριά της, αναστατωμένη, όπως θα περίμενε κανείς, από


το περιστατικό; Απίστευτο μπέρδεμα. Όσο για μένα πάντως, τα πράγματα ήταν ήδη μπερδεμένα. Πώς γινόταν να εξαφανιστεί ένας ξένος σ’ ένα τόσο μικρό μέρος για τέσσερις μέρες; «Όμως γιατί πήρες εμένα;» Η Μίου έκλεισε τα πόδια της, έπιασε τον ποδόγυρο της φούστας της με τα δάχτυλα και τον τράβηξε προς τα κάτω. «Ήσουν ο μόνος στον οποίο μπορούσα να βασιστώ». «Μα δεν με είχες γνωρίσει». «Η Σουμίρε σ’ εμπιστευόταν περισσότερο απ’ οποιοσδήποτε άλλο. Μου είπε ότι σκέφτεσαι πάντα σε βάθος τα πράγματα, άσχετα από το αντικείμενο». «Αυτή, φοβάμαι, είναι η γνώμη της μειοψηφίας». Η Μίου μισόκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. Οι μικρές ρυτίδες εμφανίστηκαν ξανά γύρω απ’ τα μάτια της. Σηκώθηκα όρθιος και πέρασα από μπροστά της παίρνοντας μαζί μου το άδειο της ποτήρι. Πήγα στην κουζίνα κι έβαλα λίγο Κουρβουαζιέ στο ποτήρι. Μετά γύρισα στο σαλόνι. Μ’ ευχαρίστησε και πήρε το κονιάκ απ’ το χέρι μου. Πέρασε αρκετή ώρα μόνο με την κουρτίνα να σαλεύει. Η αύρα ήταν σαν να κουβαλάει το άρωμα ενός άλλου τόπου. «Θέλεις πραγματικά να μάθεις την αλήθεια;» ρώτησε η Μίου. Η φωνή της μου φάνηκε στεγνή, σαν να είχε μόλις φτάσει σε μια δύσκολη απόφαση. Σήκωσα το βλέμμα και την κοίταξα. «Ένα πράγμα που μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα», είπα, «είναι ότι αν δεν ήθελα να μάθω την αλήθεια, δεν θα ήμουν εδώ». Η Μίου μισόκλεισε τα μάτια κοιτάζοντας προς το μέρος της κουρτίνας. Και τελικά μίλησε με χαμηλή φωνή. «Συνέβη εκείνο το βράδυ, μετά την κουβέντα μας για τις γάτες στο καφενείο». Μετά τη συζήτησή τους για τις γάτες στο καφενείο του λιμανιού, η Μίου και η Σουμίρε πήγαν να ψωνίσουν φαγώσιμα και επέστρεψαν στο σπίτι. Όπως έκαναν κάθε απόγευμα, χαλάρωσαν μέχρι το δείπνο. Η Σουμίρε κλείστηκε στο δωμάτιό της γράφοντας στο λάπτοπ. Η Μίου ξάπλωσε στον καναπέ του σαλονιού με τα χέρια δεμένα πίσω απ’ το κεφάλι και τα μάτια κλειστά, ακούγοντας τις μπαλάντες του Μπραμς στην ηχογράφηση του Γιούλιους Κάτσεν. Ήταν ένα παλιό LP, αλλά η εκτέλεση ήταν αριστοτεχνική, γεμάτη ευαισθησία και απόλυτα κλασική. Καθόλου επιδεικτική αλλά απολύτως εκφραστική. «Σ’ ενοχλεί που βάζω μουσική;» ρώτησε κάποια στιγμή η Μίου κοιτάζοντας από την πόρτα το δωμάτιο της Σουμίρε. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη, «Ο Μπραμς ποτέ δεν μ’ ενοχλεί», είπε η Σουμίρε καθώς γύρισε και την κοίταξε. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε η Μίου τη Σουμίρε να γράφει με τέτοιο ζήλο. Το στόμα


της ήταν κλεισμένο σφιχτά, σαν στόμα αρπακτικού που ετοιμάζεται να επιτεθεί, τα μάτια της βαθύτερα απ’ ό,τι συνήθως. «Τι γράφεις;» ρώτησε η Μίου. «Καινούργιο Σπούτνικ μυθιστόρημα;» Η ένταση στο στόμα της Σουμίρε αποφορτίστηκε κάπως. «Τίποτε το φοβερό. Πράγματα που μου πέρασαν από το μυαλό και που κάποια μέρα μπορεί να φανούν χρήσιμα». Η Μίου επέστρεψε στον καναπέ της και βυθίστηκε και πάλι στο μικρόκοσμο που χάραζε η μουσική στο φως του μεσημεριού* τι ωραία που θα ήταν, σκέφτηκε, αν μπορούσα να παίξω Μπραμς τόσο όμορφα. Στο παρελθόν πάντα είχα πρόβλημα με τα μικρότερα έργα του, ειδικότερα τις μπαλάντες, σκέφτηκε. Με τίποτε δεν μπορούσα ν’ ανοιχτώ σ’ αυτό τον κόσμο με τα αλλοπρόσαλλα και φευγαλέα υπονοούμενα και τους στεναγμούς. Τώρα ωστόσο, αν τα πράγματα είχαν εξελιχτεί φυσιολογικά, θα μπορούσα να παίζω Μπραμς πολύ πιο όμορφα απ’ ό,τι πριν. Όμως η Μίου δεν ξεγελιόταν: Αεν μπορώ να παίξω τίποτε,, Ποτέ πια. Στις εξήμισι ετοίμασαν δείπνο στην κουζίνα κι έφαγαν στη βεράντα. Φαγκρί σούπα με αρωματικά χόρτα, σαλάτα και ψωμί. Ήπιαν λίγο κρασί κι αργότερα ζεστό καφέ. Παρακολούθησαν ένα καΐκι να εμφανίζεται στην απάνεμη πλευρά του νησιού και να διαγράφει ένα μικρό λευκό τόξο, καθώς έστριβε για να μπει στο λιμάνι. Τους ψαράδες αναμφίβολα θα τους περίμενε ένα πιάτο ζεστό φαΐ στα σπίτια τους. «Για να ’χουμε καλό ρώτημα, πότε θα φύγουμε από δω;» ρώτησε η Σουμίρε καθώς έπλενε τα πιάτα. «Θα ήθελα να μείνω μία εβδομάδα ακόμη, δεν μπορώ παραπάνω», απάντησε η Μίου κοιτάζοντας το ημερολόγιο στον τοίχο. «Εάν εξαρτιόταν από μένα, θα έμενα εδώ για πάντα». «Κι εγώ, εάν εξαρτιόταν από μένα», είπε η Σουμίρε αστράφτοντας ολόκληρη. «Τι να κάνουμε όμως; Όλα τα ωραία πράγματα κάποτε τελειώνουν».


Ακολουθώντας τη συνηθισμένη τους ρουτίνα, γύρισαν στα δωμάτιά τους πριν από τις δέκα. Η Μίου φόρεσε τη βαμβακερή μακρυμάνικη πιζάμα της κι αποκοιμήθηκε αμέσως μόλις το κεφάλι της άγγιξε το μαξιλάρι. Σύντομα όμως ξύπνησε σαν να την είχε συνταράξει ο χτύπος της καρδιάς της. Έριξε μια ματιά στο μικρό ξυπνητήρι στο κομοδίνο* ήταν περασμένες δωδεκάμισι. Το δωμάτιο ήταν κατασκότεινο κι απόλυτα σιωπηλό. Αισθάνθηκε την παρουσία κάποιου δίπλα της, κάποιου που κρυβόταν κρατώντας την ανάσα του. Η Μίου τράβηξε τα σκεπάσματά της μέχρι το λαιμό και τέντωσε τ’ αυτιά της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά πνίγοντας κάθε άλλον ήχο. Δεν ήταν κάποιο κακό όνειρο που συνεχιζόταν στον ξύπνιο της κάποιος ήταν όντως στο δωμάτιο μαζί της. Προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο, άπλωσε το χέρι και παραμέρισε λίγο την κουρτίνα του παραθύρου. Χλομό, νερουλό φεγγαρόφωτο μπήκε στο δωμάτιο. Απόλυτα ακίνητη, σάρωσε το δωμάτιο με τα μάτια της. Καθώς η όρασή της σιγά σιγά προσαρμόστηκε στο σκοτάδι, διέκρινε έναν άμορφο όγκο σε μια γωνιά του δωματίου. Στη σκιά της ντουλάπας δίπλα στην πόρτα, όπου το σκοτάδι ήταν πιο βαθύ. Ό,τι και να ήταν, ήταν χαμηλό και κουλουριασμένο σαν παλιός ξεχασμένος ταχυδρομικός σάκος. Κάποιο ζώο; Μεγάλο σκυλί; Μα η μπροστινή πόρτα ήταν κλειδωμένη, η πόρτα του δωματίου της κλειστή. Πώς ήταν δυνατόν να μπει μέσα σκύλος; Η Μίου συνέχισε ν’ αναπνέει αθόρυβα και προσπάθησε να διακρίνει λεπτομέρειες. Το στόμα της ήταν στεγνό κι ένιωθε ακόμη την ελαφριά μυρωδιά του κονιάκ που είχε καταναλώσει πριν πάει για ύπνο. Άπλωσε το χέρι και τράβηξε την κουρτίνα λίγο περισσότερο για να μπει κι άλλο φως. Αργά αργά, σαν να ξετύλιγε ένα κουβάρι,.άρχισε να διακρίνει το σχήμα του μαύρου όγκου στο πάτωμα. Έμοιαζε με σώμα ανθρώπου. Μαλλιά να κρέμονται μπροστά και δύο λεπτά πόδια λυγισμένα σε ορθή γωνία. Κάποιος καθόταν στο πάτωμα, κουλουριασμένος, με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια, σαν να προσπαθούσε να προστατευτεί από κάτι που έπεφτε απ’ τον ουρανό. Ήταν η Σουμίρε. Φορώντας τη συνηθισμένη γαλάζια πιζάμα της, ήταν κουλουριασμένη σαν ζωύφιο ανάμεσα στην πόρτα και την ντουλάπα. Ακίνητη. Χωρίς καν ν’ αναπνέει, απ’ ό,τι έβλεπε η Μίου. Η Μίου έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης. Μα τι στο καλό έκανε εκεί η Σουμίρε; Η Μίου ανασηκώθηκε αργά κι άναψε το φωτιστικό. Το χλομό φως πλημμύρισε το δωμάτιο, αλλά η Σουμίρε δεν κουνήθηκε ούτε χιλιοστό. Δεν φαινόταν να καταλαβαίνει καν ότι είχε ανάψει το φως. «Τι τρέχει;» φώναξε η Μίου. Αρχικά ψιθυριστά και μετά πιο δυνατά. Καμία απάντηση. Η φωνή της Μίου δεν φαινόταν να φτάνει μέχρι εκείνο το σημείο. Η Μίου σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε προς το μέρος της. Κάτω από τις γυμνές πατούσες της το χαλί ήταν σκληρό. «Είσαι άρρωστη;» ρώτησε σκύβοντας δίπλα στη Σουμίρε. Καμία απάντηση.


Η Μίου παρατήρησε ότι η Σουμίρε κρατούσε κάτι στο στόμα της. Ένα ροζ σφουγγαράκι που κρεμόταν πάντα μέσα στο μπάνιο. Προσπάθησε να της το τραβήξει απ’ το στόμα, αλλά το στόμα της Σουμίρε ήταν κλεισμένο σφιχτά. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά, αλλά δεν έβλεπε. Η Μίου εγκατέλειψε την προσπάθεια και ψηλάφισε τον ώμο της Σουμίρε. Η πιζάμα της ήταν μούσκεμα. «Καλύτερα να τις βγάλεις», είπε η Μίου. «Έχεις ιδρώσει τόσο πολύ που θα κρυώσεις». Η Σουμίρε φαινόταν να μην ακούει και να μη βλέπει τίποτε. Η Μίου αποφάσισε να της βγάλει την πιζάμα* αλλιώς το σώμα της θα πάγωνε. Ήταν Αύγουστος, αλλά μερικές φορές τις νύχτες στο νησί είχε δροσιά. Οι δυο τους κολυμπούσαν γυμνές κάθε μέρα κι είχαν συνηθίσει να βλέπουν η μια το σώμα της άλλης, οπότε η Μίου θεώρησε ότι δεν θα την ένοιαζε τη Σουμίρε εάν την έγδυνε. Στηρίζοντας το σώμα της Σουμίρε, η Μίου της ξεκούμπωσε την πιζάμα και σε λίγο κατάφερε να της βγάλει το σακάκι. Έπειτα το παντελόνι. Το κοκαλωμένο σώμα της Σουμίρε άρχισε σιγά σιγά να χαλαρώνει μέχρι που έμεινε στα χέρια της άτονο σαν παράλυτο. Η Μίου κατάφε-ρε τότε να βγάλει το σφουγγάρι απ’ το στόμα της. Ήταν μούσκεμα απ’ το σάλιο κι είχε πάνω το αποτύπωμα των δοντιών της. Η Σουμίρε δεν φορούσε εσώρουχα κάτω απ’ την πιζάμα της. Η Μίου πήρε μια πετσέτα και της σκούπισε τον ιδρώτα. Πρώτα την πλάτη, έπειτα κάτω από τα χέρια, ύστερα το στήθος. Σκούπισε την κοιλιά της και μετά πολύ γρήγορα την περιοχή από τη μέση μέχρι τους μηρούς. Η Σουμίρε καθόταν εκεί σαν υποταγμένη χωρίς ν’ αντιδρά καθόλου. Έμοιαζε αναίσθητη, αν και κοιτάζοντας τα μάτια της, η Μίου νόμισε ότι ξεχώρισε μια σπίθα κατανόησης. Η Μίου δεν είχε αγγίξει ποτέ το γυμνό σώμα της Σουμίρε. Το δέρμα της ήταν κρουστό και τρυφερό σαν παιδιού. Καθώς την ανασήκωνε, η Μίου ανακάλυψε ότι η Σουμίρε ήταν πιο βαριά απ’ ό,τι είχε φανταστεί, και μύριζε ιδρώτα. Καθώς τη σκούπιζε, η Μίου ένιωσε και πάλι τη δική της καρδιά να χτυπάει δυνατά. Το στόμα της γέμισε σάλιο κι αναγκάστηκε να καταπιεί ξανά και ξανά. Λουσμένη στο φεγγαρόφωτο, η Σουμίρε γυάλιζε σαν αρχαίο κεραμικό. Τα στήθη της ήταν μικρά και καλοσχηματισμένα, με τέλειες ρώγες. Οι τρίχες ανάμεσα στα πόδια της ήταν μαύρες απ’ τον ιδρώτα και γυάλιζαν σαν χορτάρι στην πρωινή δροσιά. Το άτονο και γυμνό κορμί της ήταν τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που είχε δει η Μίου κάτω από τον λαμπερό ήλιο στην ακρογιαλιά. Το σώμα της ήταν ένα μίγμα κοριτσίστικων χαρακτηριστικών και μιας ωριμότητας που μόλις είχε ανθήσει παρασυρμένη από την επώδυνη ροή του χρόνου. Η Μίου ένιωσε σαν να κρυφοκοίταζε τα μυστικά κάποιου άλλου, κάτι απαγορευμένο που δεν επιτρεπόταν να βλέπει. Απέφυγε να κοιτάξει το γυμνό δέρμα καθώς συνέχισε να σφουγγίζει τον ιδρώτα από το σώμα της Σουμίρε, παίζοντας συνεχώς στο μυαλό της ένα κομμάτι του Μπαχ που είχε μάθει απέξω όταν ήταν ακόμη κοριτσάκι. Σκούπισε τους ιδρωμένους βοστρύχους που είχαν κολλήσει στο μέτωπο της Σουμίρε. Ακόμη και το εσωτερικό των μικρών αυτιών της Σουμίρε ήταν ιδρωμένο,


Η Μίου ένιωσε το μπράτσο της Σουμίρε ν’ αγκαλιάζει σιωπηλά το σώμα της και την ανάσα της να χαϊδεύει το λαιμό της. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε. Η Σουμίρε δεν απάντησε. Όμως το μπράτσο της την κράτησε λίγο πιο σφιχτά. Κουβαλώντας την όπως μπορούσε, η Μίου τη βοήθησε να ξαπλώσει στο δικό της κρεβάτι. Την ξάπλωσε κανονικά και τη σκέπασε. Η Σουμίρε έμεινε εκεί ξαπλωμένη, ακίνητη και με τα μάτια κλειστά. Η Μίου την παρατήρησε για λίγο, αλλά η Σουμίρε δεν κούνησε ούτε ένα μυ. Έμοιαζε να ’χει αποκοιμηθεί. Η Μίου πήγε στην κουζίνα και ήπιε αρκετά ποτήρια μεταλλικό νερό. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες μέχρι που κατάφερε να ηρεμήσει. Η καρδιά της ήταν λες κι είχε σταματήσει να χτυπάει, αν και το στήθος της πονούσε απ’ την ένταση των τελευταίων στιγμών. Όλα ήταν βυθισμένα σε μια αποπνικτική σιωπή. Καμία φωνή, ούτε καν ένα γάβγισμα σκύλου. Ούτε ο ήχος των κυμάτων ούτε ο άνεμος. Γιατί, αναρωτήθηκε η Μίου, είναι όλα τόσο θανάσιμα σιωπηλά; Η Μίου μπήκε στο μπάνιο, πήρε την ιδρωμένη πιζάμα της Σουμίρε, την πετσέτα που είχε χρησιμοποιήσει για να τη σκουπίσει και το δαγκωμένο σφουγγάρι και τα έριξε στο καλάθι για τ’ άπλυτα. Έπλυνε το πρόσωπό της και κοίταξε την αντανάκλασή της στον καθρέφτη. Από τότε που ήρθε στο νησί δεν είχε βάψει τα μαλλιά της, τα οποία τώρα ήταν κάτασπρα, σαν φρέσκο χιόνι. Όταν η Μίου γύρισε στο δωμάτιό της, τα μάτια της Σουμίρε ήταν ανοιχτά. Ένα λεπτό διάφανο πέπλο έμοιαζε να τα καλύπτει, αλλά είχε επιστρέψει η σπίθα της εγρήγορσης. Η Σουμίρε έμενε εκεί ξαπλωμένη με τα σκεπάσματα μέχρι τους ώμους. «Συγγνώμη. Μερικές φορές το παθαίνω αυτό», είπε βραχνά. Η Μίου κάθισε στη γωνιά του κρεβατιού, χαμογέλασε κι άπλωσε το χέρι της ν’ αγγίξει τα υγρά ακόμη μαλλιά της Σουμίρε. «Πρέπει να κάνεις ένα καλό ντους. Κολυμπούσες στον ιδρώτα». «Ευχαριστώ», είπε η Σουμίρε. «Θα ήθελα να μείνω ξαπλωμένη εδώ». Η Μίου κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση κι έδωσε στη Σουμίρε μια καθαρή πετσέτα, έβγαλε μια δική της καθαρή πιζάμα απ’ την ντουλάπα και την ακούμπησε δίπλα στη Σουμίρε. «Μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτή. Νομίζω ότι δεν έχεις άλλη πιζάμα μαζί σου, έτσι δεν είναι;» «Μπορώ να κοιμηθώ εδώ απόψε;» ρώτησε η Σουμίρε. «Ε��τάξει. Προσπάθησε να κοιμηθείς. Θα κοιμηθώ εγώ στο κρεβάτι σου». «Το κρεβάτι μου πρέπει να είναι μούσκεμα», είπε η Σουμίρε. «Τα σεντόνια, όλα. Και δεν θέλω να είμαι μόνη. Μη μ’ αφήνεις εδώ. Θες να κοιμηθείς δίπλα μου; Μόνο γι’ απόψε; Δεν θέλω να δω άλλους εφιάλτες».


Η Μίου το σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Θα φορέσεις όμως πιζάμα. Δεν νομίζω ότι θα μου άρεσε να έχω ένα γυμνό κορμί ξαπλωμένο ακριβώς δίπλα μου… ειδικά σ’ ένα τόσο μικρό κρεβάτι». Η Σουμίρε σηκώθηκε αργά και παραμέρισε τα σκεπάσματα. Στάθηκε όρθια, ακόμη γυμνή, και φόρεσε την πιζάμα της Μίου. Έγειρε μπροστά και φόρεσε το παντελόνι και μετά το σακάκι. Χρειάστηκε αρκετή ώρα για να κουμπώσει τα κουμπιά. Τα δάχτυλά της δεν δούλευαν σωστά. Η Μίου δεν βοήθησε, στεκόταν απλώς εκεί και την κοίταζε. Η Σουμίρε κούμπωσε την πιζάμα με τόσο επιτηδευμένες κινήσεις που της Μίου της φάνηκε σαν θρησκευτική τελετή. Το φεγγαρόφωτο έμοιαζε να κάνει τις ρώγες του στήθους της παράξενα σκληρές. Μπορεί να είναι παρθένα, σκέφτηκε ξαφνικά η Μίου. Αφού φόρεσε τη μεταξωτή πιζάμα, η Σουμίρε ξάπλωσε ξανά στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Η Μίου ξάπλωσε δίπλα της, όμως η μυρωδιά του ιδρώτα παρέμενε δυνατή. «Μπορώ», άρχισε η Σουμίρε, «να σε κρατήσω για λίγο;» «Να με κρατήσεις;» «Ναι». Καθώς η Μίου αναρωτιόταν τι να κάνει, η Σουμίρε άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το δικό της. Η παλάμη της ήταν ακόμη ιδρωμένη, ζεστή και μαλακιά. Αγκάλιασε τη Μίου και με τα δυο της χέρια. Τα στήθη της Σουμίρε πίεσαν το κορμί της Μίου λίγο πάνω από την κοιλιά της. Η Σουμίρε έβαλε το μάγουλό της ανάμεσα στα στήθη της Μίου. Έμειναν έτσι για ώρα πολλή, με τη Σουμίρε να τρέμει ελαφρά. Πρέπει να κλαίει, σκέφτηκε η Μίου. Όμως ήταν σαν να μην μπορούσε ν’ αφήσει τον εαυτό της εντελώς ελεύθερο. Η Μίου αγκάλιασε τον ώμο της Σουμίρε και την τράβηξε πιο κοντά της. Είναι ακόμη παιδί, σκέφτηκε. Μοναχικό και φοβισμένο, έχει ανάγκη τη ζεστασιά κάποιου. Σαν εκείνο το γατάκι που είχε γαντζωθεί απ’ το κλαδί του πεύκου. Η Σουμίρε μετακίνησε το σώμα της λίγο προς τα πάνω. Η άκρη της μύτης της άγγιξε το λαιμό της Μίου. Τα στήθη τους σφίχτηκαν το ένα πάνω στ’ άλλο. Η Μίου ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό. Τα χέρια της Σουμίρε έκαναν βόλτες στην πλάτη της. «Πραγματικά μου αρέσεις», είπε η Σουμίρε με φωνή που μόλις ακουγόταν. «Κι εσύ μου αρέσεις», είπε η Μίου. Δεν ήξερε τι άλλο να πει και στο κάτω κάτω αυτό που είχε πει ήταν η αλήθεια. Τα δάχτυλα της Σουμίρε άρχισαν να ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της πιζάμας της Μίου. Εκείνη προσπάθησε να τη σταματήσει, αλλά η Σουμίρε δεν σταματούσε με τίποτε. «Μόνο λιγάκι», είπε η Σουμίρε. «Λιγάκι… σε ικετεύω». Η Μίου έπαψε ν’ αντιστέκεται. Τα δάχτυλα της Σουμίρε διέγραψαν απαλά το σχήμα του στήθους της Μίου. Το στόμα της πηγαινοερχόταν στο λαιμό της. Η Σουμίρε άγγιξε τις ρώγες της, τις χάιδεψε απαλά και τις έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Στην αρχή διατακτικά, έπειτα


πιο τολμηρά. Η Μίου σταμάτησε να μιλάει. Με κοίταξε περιμένοντας την αντίδρασή μου. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει ελαφρά. Πρέπει να σου εξηγήσω κάτι. Πριν από πολύ καιρό, είχα μια πολύ ασυνήθιστη εμπειρία και τα μαλλιά μου έγιναν κάτασπρα. Μέσα σε μια νύχτα, εντελώς άσπρα. Από τότε τα βάφω συστηματικά. Η Σουμίρε ήξερε ότι βάφω τα μαλλιά μου, και καθώς ήταν πάρα πολύ δύσκολο να το κάνω αυτό από τότε που ήρθα σε τούτο το νησί, εγκατέλειψα την προσπάθεια. Κανείς δεν με ξέρει εδώ, οπότε δεν είχε καμία σημασία. Όμως ξέροντας ότι θα έρθεις, τα ξανάβαψα. Δεν ήθελα να σου δώσω μια τόσο περίεργη πρώτη εντύπωση». Ο χρόνος συνέχισε να κυλάει στη σιωπή που ακολούθησε. «Ποτέ δεν είχα ομοφυλοφιλική εμπειρία και ποτέ δεν θεωρούσα ότι είχα τέτοιες τάσεις, αλλά αν αυτό πραγματικά ήθελε η Σουμίρε, είχα την εντύπωση ότι μπορούσα να της κάνω τη χάρη. Τουλάχιστον δεν το έβρισκα αηδιαστικό. Εφόσον επρόκειτο για τη Σουμίρε δηλαδή. Έτσι δεν αντιστάθηκα όταν άρχισε να με χαϊδεύει σε όλο μου το σώμα ή όταν έβαλε τη γλώσσα της μέσα στο στόμα μου. Αισθάνθηκα περίεργα, αλλά προσπάθησα να το συνηθίσω. Την άφησα να κάνει ό,τι ήθελε. Μου αρέσει η Σουμίρε, και αν αυτό την έκανε ευτυχισμένη, δεν θα με πείραζε ό,τι κι αν έκανε. »Όμως το σώμα και το μυαλό είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ένα μέρος του εαυτού μου ήταν ευτυχισμένο που η Σουμίρε με χάιδευε τόσο ερωτικά. Όμως όσο κι αν το μυαλό μου ήταν ευτυχισμένο, το σώμα μου αντιδρούσε. Δεν εννοούσε να υποταχτεί σ’ αυτήν. Η καρδιά μου και το κεφάλι μου είχαν ξεσηκωθεί, αλλά το υπόλοιπο του εαυτού μου ήταν σαν μια σκληρή στεγνή πέτρα. Είναι θλιβερό αλλά μου ήταν αδύνατο να το ελέγξω. Φυσικά, η Σουμίρε το διαισθάνθηκε αυτό. Το σώμα της ήταν ξαναμμένο και ελαφρά υγρό, αλλά εγώ δεν μπορούσα ν’ ανταποκριθώ. »Της είπα πώς αισθανόμουν. “Δεν σε απορρίπτω”, της είπα, “απλώς δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο”. Από τότε που μου συνέβη εκείνο πριν από δεκατέσσερα χρόνια, δεν έχω καταφέρει να δοθώ σωματικά σε οποιονδήποτε σ’ αυτό τον κόσμο. Είναι κάτι που δεν εξαρτάται από μένα, απόφασίζεται κάπου αλλού. Της είπα ότι εάν υπήρχε κάτι που θα μπορούσα να κάνω, ξέρεις, με τα δάχτυλά μου, το στόμα μου, θα το έκανα. Όμως εκείνη δεν ήθελε κάτι τέτοιο. Αυτό το ήξερα ήδη». «Με φίλησε στο μέτωπο και μου είπε ότι λυπόταν. “Είναι που μου αρέσεις πάρα πολύ”, είπε. “Με βασάνιζε πολύ καιρό κι έπρεπε να προσπαθήσω”. “Μου αρέσεις κι εσύ”, είπα στη Σουμίρε, “γι’ αυτό μη δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Εξακολουθώ να θέλω να είσαι μαζί μου”. »Σαν να είχε σπάσει ένα φράγμα, η Σουμίρε έβαλε τα κλάματα και συνέχισε να κλαίει στο μαξιλάρι της για πάρα πολλή ώρα. Της χάιδεψα τη γυμνή πλάτη ενόσω έκλαιγε, από τους ώμους μέχρι τη μέση, νιώθοντας στα χέρια μου όλα της τα κόκαλα. Ήθελα να κλάψω μαζί της, αλλά δεν μπορούσα.


»Και τότε κατάλαβα κάτι. Ότι ήμαστε δύο υπέροχοι συνοδοιπόροι που όμως, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι παρά δύο μοναχικές πλάκες μετάλλου η καθεμιά στη δική της τροχιά. Από μακριά φαίνονται σαν όμορφοι διάττοντες αστέρες, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά φυλακές, όπου η καθεμιά μας είναι κλεισμένη μόνη και δεν πηγαίνει πουθενά. Όταν οι τροχιές αυτών των δύο δορυφόρων συμβεί να διασταυρωθούν, μπορούμε να είμαστε μαζί. Μπορούμε ίσως ν’ ανοίξουμε την καρδιά μας η μια στην άλλη. Όμως αυτό θα συμβεί για μια ελάχιστη στιγμή. Την επόμενη ακριβώς στιγμή θα πλέουμε μέσα στην απόλυτη μοναξιά. Μέχρι να καούμε και να γίνουμε στάχτη». «Αφού έκλαψε με την καρδιά της, η Σουμίρε σηκώθηκε, πήρε την πιζάμα της που είχε πέσει στο πάτωμα και τη φόρεσε», είπε η Μίου. «Είπε ότι ήθελε να μείνει μόνη κι ότι θα γύριζε στο δωμάτιό της. “Μην τα παίρνεις όλα τόσο κατάκαρδα”, της είπα, “αύριο είναι μια καινούργια μέρα και τα πράγματα θα συνεχιστούν όπως πριν”. “Ναι, μάλλον”, είπε η Σουμίρε. Έγειρε προς το μέρος μου κι ακούμπησε το μάγουλό της στο δικό μου. Το μάγουλό της ήταν υγρό και ζεστό. Νομίζω ότι ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί μου, αλλά τόσο χαμηλόφωνα που δεν κατάφερα να το ξεχωρίσω. Ετοιμαζόμουν να της ζητήσω να μου το επαναλάβει, αλλά εκείνη είχε ήδη απομακρυνθεί». «Η Σουμίρε σκούπισε τα δάκρυά της με την πετσέτα του μπάνιου κι έφυγε απ’ το δωμάτιο. Η πόρτα έκλεισε κι εγώ χώθηκα πάλι κάτω απ’ τα σκεπάσματα κι έκλεισα τα μάτια μου. Μετά από μια εμπειρία σαν κι αυτή, θεώρησα ότι θα ήταν δύσκολο να κοιμηθώ, αλλά κατά περίεργο τρόπο με πήρε εύκολα ο ύπνος. »Όταν ξύπνησα στις εφτά το επόμενο πρωί, η Σουμίρε δεν ήταν πουθενά στο σπίτι. Μπορεί να ’χε σηκωθεί νωρίς -ή μπορεί και να μην είχε κοιμηθεί καθόλουκαι να πήγε μόνη της στην παραλία. Ήθελε ίσως να μείνει μόνη για ένα διάστημα. Ήταν περίεργο που δεν είχε αφήσει ούτε ένα σημείωμα, αλλά κρίνοντας από τη νύχτα που είχαμε περάσει, θεώρησα ότι ήταν ακόμη αναστατωμένη και συγχυσμένη. »Έπλυνα τα σεντόνια, τα άπλωσα να στεγνώσουν και κάθισα στη βεράντα να διαβάσω περιμένοντας να γυρίσει. Πέρασε ολόκληρο το πρωί αλλά πουθενά η Σουμίρε. Ανησύχησα κι έψαξα το δωμάτιό της, αν και ήξερα ότι δεν έπρεπε. Φοβόμουν ότι μπορεί να είχε φύγει από το νησί. Όμως οι βαλίτσες της ήταν ακόμη ανοιχτές* το διαβατήριό της ήταν στο πορτοφόλι της, το μαγιό και οι κάλτσες της στέγνωναν σε μια γωνιά του δωματίου. Διάφορα νομίσματα, σημειώσεις και μια αρμαθιά κλειδιά ήταν απλωμένα πάνω στο γραφείο της. Το ένα από τα κλειδιά ήταν το κλειδί της εξώπορτας του σπιτιού. »Όλα αυτά μου φάνηκαν πολύ περίεργα. Αυτό που εννοώ είναι ότι κάθε φορά που πηγαίναμε στην παραλία, πάντα φορούσαμε βαριά παπούτσια πεζοπορίας και μπλουζάκια πάνω από το μαγιό μας γιατί περπατούσαμε στα βουνά. Με πετσέτες και μεταλλικό νερό σε μια πάνινη τσάντα. Όμως η Σουμίρε τα είχε αφήσει όλα πίσω τσάντα, παπούτσια, μαγιό. Τα μόνα που έλειπαν ήταν τα φτηνά σανδάλια που είχε αγοράσει στο μαγαζί της γειτονιάς κι η μεταξωτή πιζάμα που της είχα δανείσει. Ακόμη κι αν το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν μια βόλτα στη γειτονιά, δεν θα μπορούσε να μείνει για πολύ έξω μ’ αυτή την αμφίεση, δεν συμφωνείς;


»Το απόγευμα, βγήκα να την ψάξω στη γύρω περιοχή. Έκανα μερικές βόλτες εκεί κοντά, πήγα στην παραλία, μετά περπάτησα σχεδόν όλους τους δρόμους της πόλης και τελικά γύρισα στο σπίτι. Όμως η Σουμίρε πουθενά. Ο ήλιος έδυε κι η νύχτα έπεφτε. Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Όλη τη νύχτα άκουγα τον ήχο των κυμάτων. Ο παραμικρός ήχος με ξυπνούσε. Άφησα την εξώπορτα ξεκλείδωτη. Ήρθε η αυγή κι η Σουμίρε εξακολουθούσε να λείπει. Τα κρεβάτι της ήταν όπως το είχε αφήσει. Οπότε κατέβηκα στο τοπικό αστυνομικό τμήμα κοντά στο λιμάνι». «Εξήγησα τα πάντα σ’ έναν αστυνομικό, κάποιον που μιλούσε αγγλικά. “Η κοπέλα που ταξίδευε μαζί μου εξαφανίστηκε”, του είπα, “και δεν έχει γυρίσει δύο ολόκληρες νύχτες”. Δεν με πήρε στα σοβαρά. “Η φίλη σας θα επιστρέψει”, είπε. “Αυτά συμβαίνουν. Όλοι το ρίχνουν έξω σ’ αυτό το νησί. Είναι καλοκαίρι, είναι νέοι, τι περιμένετε;” Πήγα την επόμενη μέρα πάλι, κι αυτή τη φορά μου έδωσαν λίγη προσοχή παραπάνω. Όχι πως είχαν σκοπό να κάνουν κάτι γι’ αυτό. Τηλεφώνησα στην ιαπωνική πρεσβεία στην Αθήνα και εξήγησα την κατάσταση. Ευτυχώς, το άτομο με το οποίο μίλησα ήταν πάρα πολύ ευγενικό. Είπε κάποια πράγματα στον αρχηγό της αστυνομίας με πολύ πειστικό τρόπο κι εκείνος αποφάσισε τελικά να διατάξει έρευνα. «Όμως δεν είχαν στοιχεία για να δουλέψουν. Ανέκριναν ανθρώπους στο λιμάνι και γύρω από το σπίτι μας, αλλά κανείς δεν είχε δει τη Σουμίρε. Ο καπετάνιος του φέρι μποτ και ο άνθρωπος που πουλούσε τα εισιτήρια δεν θυμόνταν καμία Γιαπωνέζα ν’ ανεβαίνει στο καράβι τις τελευταίες δυο-τρεις μέρες. Η Σουμίρε πρέπει να βρισκόταν ακόμη στο νησί. Δεν είχε πάρει μαζί της χρήματα για ν’ αγοράσει εισιτήριο, κι αυτό ήταν καθοριστικό. Σ’ ένα τέτοιο νησάκι, μια νεαρή Γιαπωνέζα που περιφέρεται φορώντας πιζάμα δεν θα περνούσε κατά κανέναν τρόπο απαρατήρητη. Η αστυνομία ανέκρινε ένα ζευγάρι Γερμανών που κολυμπούσε εκείνο το πρωί στην παραλία. Δεν είχαν δει καμία Γιαπωνέζα ούτε στην παραλία ούτε στο δρόμο προς τα κει. Η αστυνομία μού υποσχέθηκε ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε, και νομίζω ότι όντως έκαναν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους. Όμως ο χρόνος περνούσε χωρίς να διαφαίνεται κανένα στοιχείο». Η Μίου πήρε μια βαθιά ανάσα και μισοσκέπασε το πρόσωπό της με τα χέρια της. «Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να σου τηλεφωνήσω στο Τόκιο και να σου ζητήσω να έρθεις. Είχα φτάσει σε αδιέξοδο». Φαντάστηκα τη Σουμίρε μόνη να περιφέρεται στους κακοτράχαλους λόφους φορώντας μια μεταξωτή πιζάμα και σανδάλια για την παραλία. «Τι χρώμα ήταν η πιζάμα;» ρώτησα. «Χρώμα;» είπε η Μίου, με απορημένη έκφραση στο πρόσωπο. «Η πιζάμα που φορούσε η Σουμίρε όταν εξαφανίστηκε». «Τι χρώμα ήταν; Δεν είμαι σίγουρη. Τις αγόρασα στο Μιλάνο και δεν τις είχα φορέσει ακόμη. Κάτι ανοιχτό. Μάλλον πράσινο. Ήταν πολύ ελαφρές, χωρίς τσέπες». «Θα ήθελα να πάρεις την πρεσβεία στην Αθήνα ξανά και να τους ζητήσεις να στείλουν κάποιον εδώ. Να επιμείνεις σ’ αυτό. Μετά ζήτησε απ’ την πρεσβεία να έρθει σε επαφή με τους γονείς


της Σουμίρε. Θα είναι σκληρό γι’ αυτούς, αλλά δεν μπορείς να τους το κρύβεις άλλο», Η Μίου έκανε ένα ελαφρό νεύμα με το κεφάλι. «Η Σουμίρε είναι κάπως υπερβολική μερικές φορές, όπως πιθανότατα γνωρίζεις», είπα, «και κάνει θεότρελα· πράγματα. Ωστόσο δεν θα έφευγε για τέσσερις μέρες χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τόσο ανεύθυνη. Δεν θα είχε εξαφανιστεί εάν δεν υπήρχε κάποιος πολύ καλός λόγος γι’ αυτό. Ποιος λόγος, δεν ξέρω, αλλά πρέπει να είναι σοβαρός. Μπορεί να έπεσε σε κάποιο πηγάδι έξω στα χωράφια, και να περιμένει κάποιον να τη σώσει. Μπορεί κάποιος να την απήγαγε. Δεν μπορούμε ν’ αποκλείσουμε ότι τη δολοφόνησαν και την έθαψαν κάπου. Ένα νεαρό κορίτσι που περιφέρεται μες στη νύχτα φορώντας πιζάμα θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να καταστρώσουμε κάποιο σχέδιο. Πριν απ’ όλα όμως πρέπει να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Αύριο η μέρα θα είναι πολύ μεγάλη». «Νομίζεις ότι… η Σουμίρε μπορεί… ν’ αυτοκτόνησε;» ρώτησε η Μίου. «Δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. Ωστόσο θα είχε αφήσει σημείωμα. Δεν θα τα διέλυε όλα έτσι για να μαζέψεις εσύ τα συντρίμμια. Σ’ αγαπούσε, και ξέρω ότι θα λάμβανε υπόψη τα συναισθήματά σου». Με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της, η Μίου με κοίταξε για λίγο. «Το πιστεύεις πραγματικά αυτό;» Έκανα ναι με το κεφάλι. «Απολύτως. Έτσι είναι η Σουμίρε». «Σ’ ευχαριστώ. Αυτό ήθελα ν’ ακούσω πάνω απ’ όλα». Η Μίου με οδήγησε στο δωμάτιο της Σουμίρε. Χωρίς περιττά στολίδια, το δωμάτιο μου θύμισε ένα μεγάλο κύβο. Υπήρχε ένα μικρό ξύλινο κρεβάτι, ένα ξύλινο γραφείο, μια ντουλάπα κι ένα μικρό σκρίνιο. Στα πόδια του τραπεζιού υπήρχε μια μεσαίου μεγέθους κόκκινη βαλίτσα. Το μπροστινό παράθυρο ήταν ανοιχτό κι έβλεπε στους πέρα λόφους. Πάνω στο γραφείο υπήρχε ένα ολοκαίνουργιο Macintosh PowerBook. «Συμμάζεψα κάπως τα πράγματά της για να μπορείς να κοιμηθείς εδώ». Όταν έμεινα μόνος, μ’ έπιασε ξαφνικά νύστα. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Γδύθηκα και χώθηκα κάτω απ’ τα σκεπάσματα, αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Μέχρι πριν από λίγο, σκέφτηκα, σ’ αυτό το κρεβάτι κοιμόταν η Σουμίρε. Η έκσταση από το μεγάλο ταξίδι δονούσε το σώμα μου. Είχα την αυταπάτη ότι είχα ξεκινήσει ένα ταξίδι χωρίς τέλος. Στο κρεβάτι εξέτασα ξανά όλα όσα μου είχε πει η Μίου, φτιάχνοντας ένα νοερό κατάλογο με τα πιο σημαντικά σημεία. Όμως το μυαλό μου δεν ήθελε να δουλέψει. Μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ συστηματικά εκείνη τη στιγμή. Ας μείνει για αύριο, κατέληξα. Σαν απ’ το πουθενά, μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα της γλώσσας της Σουμίρε μέσα στο στόμα της Μίου. Ξέχνα το κι αυτό, έπεισα το μυαλό μου. Άσ’ το κι αυτό για αύριο. Όμως οι πιθανότητες να φέρει το αύριο κάποια βελτίωση σε σχέση με το σήμερα ήταν δυστυχώς απειροελάχιστες. Οι μελαγχολικές σκέψεις δεν θα με οδηγήσουν πουθενά, αποφάσισα, κι έκλεισα τα μάτια μου. Σύντομα έπεσα σ’


ένα βαθύ ύπνο. Όταν ξύπνησα, η Μίου έστρωνε τραπέζι για πρωινό έξω στη βεράντα. Ήταν οχτώμισι η ώρα κι ένας ολοκαίνουργιος ήλιος πλημμύριζε τον κόσμο με φως. Η Μίου κι εγώ καθίσαμε στη βεράντα και φάγαμε τοστ και αυγά με καφέ αγναντεύοντας τη λαμπερή θάλασσα. Δύο λευκά πουλιά πέταξαν παράλληλα με την πλαγιά προς την ακτή. Ένα ραδιόφωνο έπαιζε κάπου κοντά, η φωνή ενός εκφωνητή μιλούσε γρήγορα, ανακοινώνοντας τις ειδήσεις στα ελληνικά. Μια περίεργη νάρκη σαν αυτή που νιώθει κανείς στα υπερατλαντικά ταξίδια, γέμισε το κεφάλι μου. Δεν μπορούσα να διακρίνω το όριο ανάμεσα σ’ ό,τι ήταν πραγματικό και σ’ ό,τι φαινόταν πραγματικό. Βρισκόμουν ξαφνικά σ’ ένα μικρό ελληνικό νησί και μοιραζόμουν το πρωινό μου με μια όμορφη γυναίκα, μεγαλύτερή μου, που είχα γνωρίσει μόλις την προηγούμενη μέρα. Αυτή η γυναίκα αγαπούσε τη Σουμίρε. Όμως δεν ένιωθε καμία σεξουαλική επιθυμία γι’ αυτήν. Η Σουμίρε αγαπούσε αυτή τη γυναίκα και την επιθυμούσε. Εγώ αγαπούσα τη Σουμίρε κι ένιωθα σεξουαλική επιθυμία γι’ αυτήν. Η Σουμίρε με συμπαθούσε αλλά δεν μ’ αγαπούσε, και δεν ένιωθε καμία επιθυμία για μένα. Εγώ ένιωθα σεξουαλική επιθυμία για μια γυναίκα που θα παραμείνει ανώνυμη. Όμως δεν την αγαπούσα. Ήταν όλα τόσο πολύπλοκα, σαν υπόθεση υπαρξιστικού έργου. Όλα κατέληγαν σε αδιέξοδο, χωρίς ν’ αφήνουν καμιά εναλλακτική λύση. Και η Σουμίρε είχε υποκλιθεί στο κοινό της κι είχε χαθεί στα παρασκήνια. Η Μίου μου ξαναγέμισε το άδειο φλιτζάνι και την ευχαρίστησα. «Σου αρέσει η Σουμίρε, έτσι;» με ρώτησε η Μίου. «Σαν γυναίκα, εννοώ». Κούνησα ελαφρά το κεφάλι καθώς έβαζα βούτυρο σε μια φρυγανιά. Το βούτυρο ήταν κρύο και σκληρό και δυσκολεύτηκα να το αλείψω. Σήκωσα το βλέμμα και προσθεσα: «Εννοείται ότι αυτό δεν είναι θέμα επιλογής. Απλώς συμβαίνει». Συνεχίσαμε να τρώμε σιωπηλά. Τα νέα του ραδιοφώνου τελείωσαν, και τη θέση τους πήρε ελληνική μουσική. Ο άνεμος δυνάμωσε κάπως κι έκανε τις βουκαμβίλιες να σαλέψουν. Αν κοίταζες προσεχτικά, μπορούσες να διακρίνεις άσπρους αφρούς στ’ ανοιχτά. «Το σκέφτηκα πολύ και νομίζω ότι θα πρέπει να πάω στην Αθήνα αμέσως», είπε η Μίου καθαρίζοντας ένα πορτοκάλι. «Κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα βγάλω άκρη απ’ το τηλέφωνο, γι’ αυτό και θα πρέπει μάλλον να πάω κατευθείαν στην πρεσβεία και να τους μιλήσω πρόσωπο με πρόσωπο. Μπορεί κάποιος να θελήσει να έρθει εδώ μαζί μου ή θα μπορούσα να περιμένω να φτάσουν οι γονείς της Σουμίρε στην Αθήνα και να γυρίσω μαζί τους. Σε κάθε περίπτωση, θα σε παρακαλούσα να μείνεις εδώ όσο γίνεται περισσότερο. Μπορεί να θελήσει να επικοινωνήσει μαζί μας η αστυνομία, αλλά υπάρχει πάντα και η πιθανότητα να επιστρέφει η Σουμίρε. Θα το έκανες αυτό για μένα;» Φυσικά, απάντησα. «Θα ξαναπεράσω από το τμήμα να δω πώς πάνε οι έρευνες και μετά θα νοικιάσω ένα καΐκι να με πάει στη Ρόδο. Το ταξίδι στην Αθήνα θέλει χρόνο, γι’ αυτό λέω να πιάσω δωμάτιο σε ξενοδοχείο και να μείνω κάνα-δυο μέρες». Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.


Η Μίου τελείωσε το καθάρισμα του πορτοκαλιού και το σκούπισε προσεχτικά με μια πετσέτα. «Έχεις γνωρίσει ποτέ τους γονείς της Σουμίρε;» Ποτέ, είπα. Η Μίου αναστέναξε σαν τον άνεμο στην άκρη της γης. «Αναρωτιέμαι πώς θα μπορέσω να τους τα εξηγήσω όλα αυτά». Μπορούσα να καταλάβω τη σύγχυσή της. Πώς μπορείς να εξηγήσεις το ανεξήγητο; Η Μίου κι εγώ κατεβήκαμε στο λιμάνι. Είχε μαζί της μια μικρή τσάντα με μια αλλαξιά ρούχα, φορούσε δερμάτινα ψηλοτάκουνα παπούτσια και στον ώμο της είχε κρεμασμένη μια τσάντα Μίλα Σεν. Κάναμε μια στάση στο αστυνομικό τμήμα. Τους είπαμε ότι ήμουν συγγενής της Μίου που έτυχε να ταξιδεύει σ’ αυτά τα μέρη. Εξακολουθούσαν να μην έχουν κανένα στοιχείο. «Όλα θα πάνε καλά», είπαν γεμάτοι αισιοδοξία. «Μην ανησυχείτε. Κοιτάξτε γύρω σας. Ο τόπος μας είναι ειρηνικός. Έχουμε βέβαια μια σχετική παραβατικότητα καβγάδες ερωτευμένων, μεθυσμένους, πολιτικούς τσακωμο��ς. Με ανθρώπους έχουμε να κάνουμε στο κάτω κάτω κι όπου και να πας, το ίδιο είναι. Όλα αυτά όμως αφορούν τους ντόπιους. Στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια δεν είχαμε περιστατικό, όπου κάποιος ξένος να έπεσε θύμα εγκληματικής ενέργειας στο νησί μας». Αυτό μπορεί κάλλιστα να ήταν αλήθεια. Όταν όμως τους ζητούσες να εξηγήσουν την εξαφάνιση της Σουμίρε, δεν είχαν να πουν τίποτε. «Υπάρχει ένα μεγάλο ασβεστολιθικό σπήλαιο στη βόρεια ακτή του νησιού», είπε διστακτικά ο αστυνομικός. «Εάν πήγε και χώθηκε εκεί μέσα, μπορεί να μην κατάφερε να βρει το δρόμο της επιστροφής. Είναι σαν λαβύρινθος. Όμως βρίσκεται πολύ, πάρα πολύ μακριά. Ένα κορίτσι σαν κι αυτό που μου λέτε δεν θα μπορούσε ποτέ να περπατήσει μέχρι εκεί». Θα μπορούσε να έχει πνιγεί; ρώτησα. Οι αστυνομικοί κούνησαν το κεφάλι. Δεν υπάρχουν ισχυρά ρεύματα εδώ γύρω, είπαν. Κι ο καιρός αυτή την τελευταία εβδομάδα ήταν πολύ ήπιος με ήρεμη θάλασσα. Πάρα πολλοί ψαράδες βγαίνουν για ψάρεμα κάθε μέρα, και αν η κοπέλα είχε πνιγεί, κάποιος απ’ αυτούς θα είχε βρει το σώμα της. «Και τα πηγάδια;» ρώτησα. «Μπορεί να έπεσε σε κάποιο βαθύ πηγάδι καθώς περπατούσε;» Ο αρχηγός της αστυνομίας κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν υπάρχουν πηγάδια στο νησί. Έχουμε πολλές φυσικές πηγές, γι’ αυτό και δεν υπάρχει καμία ανάγκη να σκάψουμε πηγάδια. Επιπλέον, το έδαφος είναι πετρώδες και το σκάψιμο ενός πηγαδιού θα ήταν γιγαντιαία επιχείρηση)). Αφού φύγαμε απ’ την αστυνομία, είπα στη Μίου ότι ήθελα να πάω μέχρι την παραλία που έκαναν μπάνιο, κι αν ήταν δυνατόν, το ίδιο πρωί. Αγόρασε έναν απλό χάρτη του νησιού από ένα περίπτερο και μου έδειξε το δρόμο* η διαδρομή είναι σαράντα πέντε λεπτά να πας και σαράντα πέντε να γυρίσεις, με προειδοποίησε, γι’ αυτό και φρόντισε να φορέσεις γερά παπούτσια. Πήγε στο λιμάνι και μ’ ένα μίγμα γαλλικών και αγγλικών κανόνισε με τον καπετάνιο ενός μικρού καϊκιού να την πάει στη Ρόδο. «Μακάρι όλη αυτή η ιστορία να έχει αίσιο τέλος», είπε η Μίου καθώς έφευγε. Όμως τα μάτια της έλεγαν άλλα. Ήξερε ότι τα πράγματα ποτέ δεν ήταν τόσο απλά. Το’ίδιο ήξερα κι εγώ. Η μηχανή του


καϊκιού πήρε μπρος και, καθώς απομακρυνόταν, η Μίου με χαιρέτησε με το δεξί της χέρι κρατώντας το καπέλο της στη θέση του με το αριστερό. Όταν το πλοιάριο εξαφανίστηκε, ένιωσα σαν να έλειπαν από μέσα μου διάφορα όργανα. Έκανα μερικές βόλτες στο λιμάνι κι αγόρασα ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά από ένα κατάστημα με σουβενίρ. Μετά ανέβηκα τα απότομα σκαλιά για το σπίτι. Καθώς ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό, η ζέστη γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη. Φόρεσα ένα κοντομάνικο πουκάμισο πάνω από το μαγιό μου, εφοδιάστηκα με κιάλια και παπούτσια του τζόγκινγκ και πήρα τον απότομο ορεινό δρόμο για την παραλία. Πολύ σύντομα μετάνιωσα που δεν είχα πάρει καπέλο, αλλά αποφάσισα να συνεχίσω. Καθώς ανηφόριζα, ένιωσα να διψάω. Σταμάτησα και ήπια μερικές γουλιές και άλειψα στο πρόσωπό μου και στα χέρια μου το αντηλιακό που μου είχε δώσει η Μίου. Το μονοπάτι ήταν γεμάτο σκόνη, η οποία στροβιλιζόταν στον αέρα σε κάθε πνοή του ανέμου. Πού και πού περνούσαν δίπλα μου ντόπιοι με γαϊδουράκια. Με χαιρετούσαν μεγαλόφωνα: «Καλημέρα/» Απαντούσα με την ίδια λέξη ελπίζοντας ότι έκανα το σωστό. Η πλαγιά ήταν καλυμμένη από κοντά ροζιασμένα δέντρα. Στο κακοτράχαλο τοπίο έβοσκαν εδώ κι εκεί κατσίκια και πρόβατα με απαθές βλέμμα. Τα κουδουνάκια γύρω από το λαιμό τους έβγαζαν μια μελωδία που γινόταν ένα με το τοπίο. Οι βοσκοί ήταν ή παιδιά ή γέροι. Καθώς περνούσα, με κοίταζαν με την άκρη του ματιού τους και ύψωναν το χέρι τους σε ένδειξη χαιρετισμού. Απαντούσα κι εγώ με την ίδια κίνηση. Η Σουμίρε ήταν αδύνατο να έχει έρθει εδώ από μόνη της. Δεν υπήρχε μέρος να κρυφτεί και κάποιος θα την είχε δει οπωσδήποτε. Η παραλία ήταν έρημη. Έβγαλα το πουκάμισο και το μαγιό μου κι έπεσα στη θάλασσα γυμνός. Το νερό ήταν πεντακάθαρο και η αίσθηση υπέροχη. Μπορούσες να μετρήσεις τις πέτρες του βυθού. Ένα γιοτ ήταν αγκυροβολημένο στο στόμιο του όρμου με το πανί μαζεμένο και το κατάρτι να πηγαινοέρχεται ελαφρά σαν τεράστιος μετρονόμος. Κανείς δεν βρισκόταν στο κατάστρωμα. Κάθε φορά που το κύμα αποτραβιόταν, χιλιάδες βοτσαλάκια έμεναν εκτεθειμένα κροταλίζοντας υπόκωφα. Μετά το κολύμπι, γύρισα στην παραλία και ξάπλωσα γυμνός στην πετσέτα μου κοιτάζοντας ψηλά τον καθαρό γαλάζιο ουρανό. Διάφορα θαλασσοπούλια πετούσαν πάνω από τον όρμο ψάχνοντας για ψάρια. Ο ουρανός δεν είχε το παραμικρό συννεφάκι. Με πήρε ο ύπνος για μισή ώρα περίπου κι όταν ξύπνησα, συνέχιζα να είμαι μόνος. Πολύ σύντομα ένιωσα να με κυριεύει η σιωπή. Αυτή η παραλία ήταν υπερβολικά ήσυχη για ένα μοναχικό άτομο. Ήταν αδύνατο ν’ αντέξει κανείς μόνος τόση ομορφιά. Μ’ έκανε να φανταστώ ένα συγκεκριμένο τρόπο θανάτου. Ντύθηκα και πήρα το μονοπάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση επιστρέφοντας στο σπιτάκι. Η ζέστη τώρα ήταν ακόμη πιο έντονη. Κουνώντας μηχανικά το ένα πόδι μετά το άλλο, προσπάθησα να φανταστώ τι μπορεί να συζητούσαν η Σουμίρε και η Μίου όταν περπατούσαν οι δυο τους σ’ αυτό το μονοπάτι. Η Σουμίρε μπορεί να σκεφτόταν τη σεξουαλική επιθυμία που ένιωθε. Με τον ίδιο τρόπο που κι εγώ σκεφτόμουν τη δική μου σεξουαλική επιθυμία όταν ήμουν μαζί της. Δεν ήταν δύσκολο για μένα να καταλάβω πώς ένιωθε. Η Σουμίρε φανταζόταν τη Μίου γυμνή δίπλα της κι αυτό που ήθελε περισσότερο στον κόσμο ήταν να την κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά της. Η ελπίδα ήταν πάντα παρούσα, ανάμικτη με τόσα άλλα συναισθήματα -έξαψη, παραίτηση, δισταγμό, σύγχυση, φόβο-, τα οποία φούντωναν για να καταλαγιάσουν αμέσως μετά. Τη μια στιγμή είσαι αισιόδοξος και την αμέσως επόμενη σε βασανίζει η βεβαιότητα ότι όλα θα διαλυθούν και θα γίνουν κομμάτια. Και στο τέλος πράγματι αυτό συμβαίνει. Έφτασα στην κορυφή του βουνού, έκανα ένα μικρό διάλειμμα και ήπια λίγο νερό πριν πάρω την κατηφόρα προς το σπίτι. Μόλις η οροφή του σπιτιού βρέθηκε στο οπτικό μου πεδίο, θυμήθηκα ότι η


Μίου μου είχε πει ότι η Σουμίρε έγραφε πυρετωδώς κάτι στο δωμάτιό της, κάθε μέρα από τότε που είχαν έρθει στο νησί. Τι μπορεί να έγραφε; Η Μίου δεν είχε πει τίποτε άλλο ούτε είχα ανακινήσει κι εγώ το θέμα. Θα μπορούσε -απλώς θα μπορουσενα υπάρχει κάποιο στοιχείο σ’ αυτά που έγραφε η Σουμίρε. Τα ’βαλα με τον εαυτό μου που δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα. Όταν γύρισα στο σπιτάκι, πήγα στο δωμάτιο της Σουμίρε, άνοιξα το λάπτοπ κι έψαξα τα περιεχόμενα του σκληρού. Δεν έβλεπα τίποτε το ενθαρρυντικό. Υπήρχε ένας κατάλογος με έξοδα για το ευρωπαϊκό ταξίδι, διευθύνσεις, ένα πρόγραμμα. Όλα σχετικά με τη δουλειά της Μίου. Κανένα προσωπικό αρχείο. Άνοιξα το φάκελο με τα ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ τίποτε. Μάλλον δεν ήθελε να πέσει στα χέρια κανενός και το είχε σβήσει. Πράγμα που σήμαινε ότι πρέπει να είχε σώσει τα προσωπικά της αρχεία σε κάποια δισκέτα. Ήταν απίθανο να πήρε μαζί της τη δισκέτα όταν εξαφανίστηκε* άλλωστε η πιζάμα της δεν είχε τσέπες. Έκανα μια έρευνα στα συρτάρια. Βρήκα κάνα-δυο δισκέτες, αλλά ήταν αντίγραφα όσων είχα βρει ήδη στον σκληρό δίσκο ή άλλα αρχεία σχετικά με τη δουλειά. Δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτε απ’ αυτά που έψαχνα. Κάθισα στο γραφείο κι έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί. Αν ήμουν η Σουμίρε, πού θα το έβαζα; Το δωμάτιο ήταν μικρό* δεν υπήρχαν πολλές κρυψώνες. Η Σουμίρε ήταν πολύ μυστήρια και δεν θ’ άφηνε τον καθένα να διαβάσει αυτά που έγραφε. Μα φυσικά… η κόκκινη βαλίτσα. Ήταν το μόνο πράγμα στο δωμάτιο που μπορούσε να κλειδωθεί. Η καινούργια βαλίτσα της ήταν τόσο ελαφριά που έμοιαζε άδεια* την κούνησα αλλά δεν έβγαλε κανέναν ήχο. Ωστόσο το τετραψήφιο λουκέτο ήταν κλειδωμένο. Δοκίμασα διάφορους συνδυασμούς αριθμών που ήξερα ότι ήταν πιθανόν να χρησιμοποιεί η Σουμίρε -τα γενέθλιά της, τη διεύθυνσή της, τον αριθμό τηλεφώνου της, τον ταχυδρομικό τομέα τηςαλλά κανένας δεν ταίριαζε. Καθόλου παράξενο, σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι καλό να χρησιμοποιείς νούμερα που δεν μπορεί να μαντέψει κανείς. Έπρεπε να είναι κάτι που θα μπορούσε να θυμηθεί, αλλά που δεν θα βασιζόταν σε κάτι προσωπικό. Σκέφτηκα για αρκετή ώρα και μετά μου ήρθε η φαεινή ιδέα. Δοκίμασα τον ταχυδρομικό τομέα του Κουνιτάτσι τον δικό μου, δηλαδή: 0-4-2-5. Η κλειδαριά άνοιξε αμέσως. Στην εσωτερική τσέπη της βαλίτσας υπήρχε μια μικρή μαύρη πάνινη θήκη. Την άνοιξα και βρήκα μέσα ένα μικρό πράσινο ημερολόγιο και μια δισκέτα. Άνοιξα πρώτα το ημερολόγιο. Ήταν γραμμένο με τον συνηθισμένο της γραφικό χαρακτήρα. Τίποτε ενδιαφέρον, εκ πρώτης όψεως. Ήταν απλώς πληροφορίες για τους τόπους που είχαν επισκεφθεί. Ποιους είδαν, σε ποια ξενοδοχεία έμειναν, οι τιμές της βενζίνης, τα μενού στα εστιατόρια, τύποι κρασιών και γεύσεις. Κατά βάση ένας κατάλογος και τίποτε άλλο. Πολλές σελίδες ήταν λευκές. Η Σουμίρε προφανώς δεν ήταν ιδιαίτερα φανατική στην τήρηση του ημερολογίου της. Η δισκέτα δεν είχε τίτλο. Η ετικέτα της είχε πάνω μόνο την ημερομηνία με τον χαρακτηριστικό γραφικό χαρακτήρα της Σουμίρε. Αύγουστος 19**. Έβαλα τη δισκέτα στον υπολογιστή και την άνοιξα. Το μενού έδειχνε δύο αρχεία. Κανένα από τα δύο δεν είχε τίτλο. Ήταν απλώς Έγγραφο 1 και Έγγραφο 2. Πριν τ’ ανοίξω, κοίταξα αργά αργά ολόγυρα το δωμάτιο. Το παλτό της Σουμίρε κρεμόταν στην ντουλάπα. Είδα τα γυαλιά της θάλασσας, το ιταλικό λεξικό της, το διαβατήριό της. Μέσα στο γραφείο υπήρχαν το στιλό της και το μηχανικό της μολύβι. Απ’ το παράθυρο πάνω απ’ το γραφείο


φαινόταν η βραχώδης πλαγιά. Μια μαύρη γάτα περπατούσε στην κορυφή της μάντρας του διπλανού σπιτιού. Το λιτό σαν κουτί δωμάτιο ήταν τυλιγμένο στην απογευματινή σιωπή. Έκλεισα τα μάτια μου κι ήταν σαν ν’ ακούω τα κύματα στην έρημη ακρογιαλιά του πρωινού. Άνοιξα πάλι τα μάτια μου κι αυτή τη φορά αφουγκράστηκα προσεχτικά τον πραγματικό κόσμο. Κανένας ήχος. Μ’ ένα διπλό κλικ άνοιξα το Έγγραφο 1. ΕΓΓΡΑΦΟ 1 ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΠΟΤΕ ΠΛΗΓΗ ΑΠΟ ΣΦΑΙΡΑ ΝΑ ΜΗ MATQNEI; Η μοίρα μ’ έχει οδηγήσει σ’ ένα συμπέρασμα -ένα συμπέρασμα ad hoc, να μην ξεχνιόμαστε (υπάρχει άραγε άλλο είδος; Ενδιαφέρουσα ερώτηση, θα την αφήσουμε όμως για κάποια άλλη φορά)και νά με χώρα σ’ ένα νησί στην Ελλάδα. Ένα μικρό νησί που το όνομά του δεν το ‘χα ακούσει μέχρι που έφτασα εδώ. Η ώρα είναι… λίγο μετά τις τέσσερις το πρωί. Έξω έχει ακόμη σκοτάδι, φυσικά. Τα ανυποψίαστα κατσίκια έχουν παραδοθεί στον ήρεμο, συλλογικό τους ύπνο. Οι ελιές έξω στο χωράφι ρουφάνε σταγόνα σταγόνα την τροφή που τους δίνει η νύχτα. Και το φεγγάρι, σαν μελαγχολικός ιερέας, έχει κατασκηνώσει πάνω από τη στέγη μας, απλώνοντας τα μακριά του χέρια μέχρι τη στείρα θάλασσα. Σ’ όποιο μέρος κι αν βρίσκομαι, αυτή είναι η ώρα της μέρας που μου αρέσει περισσότερο. Η ώρα που είναι μόνο για μένα. Σύντομα θα ξημερώσει, κι εγώ κάθομαι τώρα εδώ και γράφω. ^ Σαν τον Βούδα, που γεννήθηκε από το πλευρό της μητέρας του (to δεξί ή to αριστερό, όεν μπορώ να θυμηθώ), ο καινούργιος ήλιος θα υψωθεί βαρύς και δυσκίνητος και θα μας κλείσει to μάτι πάνω απ’ tn γραμμή της λοφοσειράς. Και η Μίου, διακριτική όπως πάντα, θα ξυπνήσει προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο. Στις έξι θα φτιάξουμε ένα απλό πρόγευμα μαζί και μετά θ’ ανέβουμε στους λόφους μέχρι την αγαπημένη μας παραλία. Πριν αρχίσει αυτή η ρουτίνα, πρέπει ν’ ανασκουμπωθώ και να τελειώσω κάποιες δουλίτσες που έχω. Εκτός από μερικά γράμματα, πάει πολύς καιρός που έχω να γράψω κάτι αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό μου, και όεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι μπορώ να εκφραστώ με τον τρόπο που θα ήθελα. Όχι πως είχα ποτέ τέτοια αυτοπεποίθηση. Πάντα όμως το γράψιμο ήταν για μένα εσωτερική ανάγκη. Γιατί; Στην πραγματικότητα για έναν πολύ απλό λόγο. Εάν θέλω να σκεφτώ κάτι, πρέπει πρώτα να το γράψω. Ήταν πάντα έτσι, από τότε που ήμουν μικρή. Όταν δεν καταλάβαινα κάτι, μάζευα τις λέξεις που βρίσκονταν σκόρπιες στα πόδια μου και τις έβαζα τη μία δίπλα στην άλλη σε προτάσεις. Εάν αυτό δεν βοηθούσε, τις ξανασκόρπιζα και τις μάζευα πάλι με διαφορετική σειρά. Όταν το επαναλάμβανα αυτό αρκετές φορές, έφτανα στο σημείο να σκέφτομαι όπως οι άλλοι άνθρωποι. Δεν δυσκολευόμουν ποτέ να γράψω για τον εαυτό μου. Άλλα παιδιά μάζευαν πετραδάκια ή βελανίδια. Εγώ έγραφα. Με την ίδια φυσικότητα που ανέπνεα, σκάλιζα στο χαρτί τη μία πρόταση μετά την άλλη. Και σκεφτόμουν. Αναμφίβολα θα θεωρείτε ότι είναι πολύ χρονοβόρα αυτή η διαδικασία για να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, αφού κάθε φορά που σκέφτομαι κάτι πρέπει να περάσω απ’ όλα


αυτά τα στάδια. Ή μπορεί και να μην το νομίζετε αυτό. Στην πραγματικότητα έπαιρνε όντως πολύ χρόνο. Σε βαθμό που όταν πήγα στο δημοτικό, οι δάσκαλοι νόμιζαν ότι ήμουν καθυστερημένη. Δεν μπορούσα ν’ ακολουθήσω τ’ άλλα παιδιά. Όταν τελείωνα το δημοτικό, το αίσθημα της αποξένωσης που μου δημιουργούσε αυτή η συνήθεια είχε υποχωρήσει σημαντικά. Μέχρι τότε είχα βρει έναν τρόπο να συμβαδίζω με τον κόσμο γύρω μου. Και μέχρι που εγκατέλειψα το κολέγιο κι έκοψα κάθε σχέση με το επίσημο κράτος και την επίσημη παιδεία, αυτό το κενό υπήρχε μέσα μου σαν φίδι που καραδοκεί κρυμμένο στο γρασίδι. Πρόχειρο συμπέρασμα: σε καθημερινή βάση χρησιμοποιώ το γράψιμο για να καταλάβω ποια είμαι. Σωστά; Πολύ σωστά! Έχω γράψει μέχρι τώρα άπειρες σελίδες. Έγραφα σχεδόν κάθε μέρα. Είναι σαν να στέκομαι στη μέση ενός λιβαδιού, να κόβω όλο το χορτάρι μόνη μου κι εκείνο να ξαναμεγαλώνει με την ίδια ταχύτητα που το κόβω. Σήμερα κόβω εδώ, αύριο εκεί… κι όταν έχω κάνει όλο το γύρο, το γρασίδι στην αφετηρία είναι το ίδιο ψηλό όπως ήταν στην αρχή. Από τότε όμως που γνώρισα τη Μίου, δεν έχω γράψει σχεδόν καθόλου. Γιατί συμβαίνει αυτό; Η θεωρία του Κ. Μυθιστόρημα=Μεταβίβαση έχει κάποιο νόημα. Από μια άποψη μπορεί να πει κανείς ότι είναι αληθινή. Δεν εξηγεί όμως τα πάντα. Εδώ, πρέπει ν’ απλοποιήσω τη σκέψη μου. Απλοποίηση, απλοποίηση. Auto που συνέβη όταν γνώρισα χη Μίου ήταν όχι σχαμάχησα να σκέφτομαι. (Εννοείχαι όχι εόώ χρησιμοποιώ χον δικό μου προσωπικό ορισμό χου σκέπτεσθαι.) Η Μίου κι εγώ ήμασχε πάνχοχε μαζί, σαν δύο σκέλη μιας λαβίδας, και μαζί χης συμπαρασύρθηκα κάπου μακριά -σ’ ένα μέρος που όεν μπορούσα να καχανοήσωκαι απλώς σκέφχηκα, οκέι, πήγαινε όπου σε πάει χο ρεύμα. Μ’ άλλα λόγια, χρειάσχηκε ν’ αφήσω πολλά πίσω μου για να χην πλησιάσω. Ακόμη κι η ίόια η πράξη χης σκέψης έγινε βάρος. Αυχό νομίζω όχι είναι μια ικανοποιηχική εξήγηση. Όσο ψηλό και να γινόχαν χο γρασίδι, δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Ξάπλωνα ανάσκελα, κοίχαζα χον ουρανό παρακολουθώνχας χα όανχελωχά σύννεφα να περνάνε. Εμπισχευόμουνχη μοίρα μου σχα σύννεφα. Παραδιόόμουν σχο όιαπερασχικό άρωμα χης χλόης, σχο μουρμουρηχό χου ανέμου. Και μεχά από κάποιο όιάσχημα όεν μ’ ένοιαζε καθόλου για χη διαφορά ανάμεσα σ’ αυχό που ήξερα και σ’ αυχό που όεν ήξερα. Όχι, αυχό όεν ισχύει. Από την πρώτη μέρα όεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Εδώ, πρέπει να είμαι λίγο πιο ακριβής σχις περιγραφές μου. Ακρίβεια, ακρίβεια.


Βλέπω χώρα όχι η βασική μέθοδος που πάνχα ακολουθούσα είναι να γράφω για χα πράγμαχα σαν να μην τα ήξερα κι αυχό χωρίς να εξαιρώ πράγμαχα που όνχως ήξερα ή νόμιζα όχι ήξερα. Εάν έλεγα από χην αρχή: Α, το ξέρω αυτό, όεν χρειάζεται να σπαταλήσω τον πολύτιμο χρόνο μου γράφοντας γϊ αυτό, χο γράψιμό μου ποχέ όεν θ’ απογειωνόχαν. Για παράδειγμα, εάν σκέφχομαι για κάποιον: τον ξέρω αυτό τον τύπο, όεν χρειάζεται να σπαταλήσω πολύτιμες σκέψεις για πάρτη του, τον έχω καταγράψει, όιαχρέχω χον κίνδυνο να προδοθώ (κι αυχό θα ίσχυε και για σένα). Σχην πίσω πλευρά όσων πραγμάχων θεωρούμε απολύτως ξεκαθαρισμένα, κρύβεται το άγνωστο σε ίση και αντίθετη ποσότητα. Η κατανόηση δεν είναι παρά το άθροισμα των παρανοήσεων μας. Μεταξύ μας, έτσι καταλαβαίνω εγώ τον κόσμο. Εν ολίγοις. Στον κόσμο όπου ζούμε, το γνωστό και το άγνωστο είναι σαν σιαμαία αδελφάκια, αξεχώριστα, σε μόνιμη κατάσταση σύγχυσης. Σύγχυση, σύγχυση. Ποιος μπορεί πράγματι να διακρίνει τη θάλασσα απ’ αυτό που αντανακλάται μέσα της; Ή να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στη βροχή που πέφτει και τη μοναξιά; Χωρίς πολλά πολλά λοιπόν, σταμάτησα ν’ ανησυχώ για τη διαφορά ανάμεσα στη γνώση και τη μη γνώση. Αυτή έγινε η αφετηρία μου. Τρομακτική αφετηρία ίσως αλλά οι άνθρωποι πάντα χρειάζονται έναν τεχνητό βατήρα, σωστά; Όλα αυτά εξηγούν τελικά πώς άρχισα να βλέπω τους διάφορους δυϊσμούς -θέμα και ύφος, αντικείμενο και υποκείμενο, αίτιο και αποτέλεσμα, κλειδώσεις του χεριού και υπόλοιπο σώμα-, όχι σαν ασπρόμαυρα ζευγάρια αλλά σαν αξεδιάλυτα μεταξύ τους δίπολα. Όλα είχαν χυθεί στο πάτωμα της κουζίνας-το αλάτι, το πιπέρι, το αλεύρι, το άμυλο. Όλα είχαν αναμιχθεί σ’ έναν τεράστιο σβόλο. Οι κλειδώσεις του χεριού μου και ο υπόλοιπος εαυτός μου… Παρατηρώ, καθώς κάθομαι εδώ μπροστά στον υπολογιστή, ότι έχω επιστρέφει στην παλιά συνήθεια να τρίζω τα δάχτυλά μου. Αυτή η κακή συνήθεια επέστρεψε δριμύτερη όταν σταμάτησα το κάπνισμα. Πρώτα τρίζω τις κλειδώσεις των πέντε δακτύλων του δεξιού μου χεριού -κρακ κρακ-, μετά τις κλειδώσεις του αριστερού μου χεριού. Δεν προσπαθώ να υπερηφανευτώ, αλλά μπορώ και τρίζω τις κλειδώσεις μου τόσο δυνατά που νομίζεις ότι σπάει κάποιος λαιμός. Ήμουν πρωταθλήτρια σ’ αυτό το σπορ στο δημοτικό. Είχα ντροπιάσει όλα τ’ αγόρια. Όταν βρέθηκα στο κολέγιο, ο Κ μου τόνισε χωρίς ν’ αφήνει περιθώριο αμφιβολιών ότι όεν θα έπρεπε να είμαι και ιδιαίτερα περήφανη γι’ αυτή μου την επίδοση. Όταν μια κοπέλα φτάνει σε μια συγκεκριμένη ηλικία, δεν μπορεί να περιφέρεται κάνοντας αυτό τον ήχο με τα δάχτυλά της. Ιδιαίτερα μπροστά στους άλλους. Αλλιώς θα καταλήξει σαν τη Λότε Λένια στην ταινία Απ’ τη Ρωσία με αγάπη. Και γιατί παρακαλώ δεν μου το είχε πει ποτέ κανείς αυτό στο παρελθόν; Προσπάθησα να κόψω τη συνήθεια. Όντως μου αρέσει η Λότε Λένια, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να θέλω να είμαι εκείνη. Όταν όμως σταμάτησα το κάπνισμα, παρατήρησα ότι κάθε φορά που καθόμουν να γράψω, έκανα ασυναίσθητα και


πάλι αυτή την κίνηση. Κρακράκ κρακρακράκ. Το όνομα είναι Μποντ. Τζέιμς Μποντ. Ας επιστρέψω όμως στο κύριο θέμα μου. 0 χρόνος είναι περιορισμένος δεν υπάρχει χώρος για παρεκβάσεις. Τέρμα η Λότε Λένια. Συγγνώμη, αλληγορίες μου πρέπει να σας αφήσω. Όπως είπα και πριν, μέσα μας, όσα ξέρουμε κι όσα όεν ξέρουμε μοιράζονται το ίδιο σπίτι. Για την ευκολία τους, οι περισσότεροι άνθρωποι σηκώνουν ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο έναν τοίχο. Αυτό κάνει τη ζωή ευκολότερη. Εγώ όμως γκρέμισα αυτό τον τοίχο. Αναγκάστηκα να το κάνω. Σιχαίνομαι τους τοίχους. Έτσι είμαι φτιαγμένη εγώ. Για να επιστρέφω στην παρομοίωση των σιαμαίων, το γεγονός ότι συνυπάρχουν αναγκαστικά όεν σημαίνει ότι τα πάνε και καλά. Δεν προσπαθούν πάντα να καταλάβουν το ένα το άλλο. Στην πραγματικότητα τις περισσότερες φορές συμβαίνει το αντίθετο* Το όεξί χέρι όεν προσπαθεί να μάθει τι κάνει το αριστερό και το αντίστροφο. Επικρ��τεί σύγχυση, χαμός και η αναπόφευκτη τελική μετωπική σύγκρουση. Βντουπ. Το συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι ότι οι άνθρωποι πρέπει να επινοήσουν μια έξυπνη στρατηγική, εάν θέλουν να πετύχουν την ειρηνική συνύπαρξη όσων ξέρουν κι όσων όεν ξέρουν. Κι αυτή η στρατηγική-ναι, μπράβο, το βρήκατε!είναι το σκέπτεσθαι. Πρέπει από κάπου να κρατηθούμε. Αλλιώς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, η σύγκρουση θα είναι τρομερή κι αναπόφευκτη. Μία ερώτηση. Οπότε; Τι κάνουν οι άνθρωποι άμα θέλουν ν’ αποφύγουν τη σύγκρουση (το βντουπ!) όσο είναι ακόμη ξαπλωμένοι στο καταπράσινο λιβάόι τους κι απολαμβάνουν τα συννεφάκια να περνούν στον ουρανό ακούγοντας τη χλόη να μεγαλώνει όσο δεν σκέφτονται, μ’ άλλα λόγια; Σας φαίνεται δύσκολο; Κάθε άλλο. Λογικά, είναι εύκολο. C’est simple. Η απάντηση είναι όνειρα. Ονειρεύονται όιαρκώς. Μπαίνουν στον κόσμο των ονείρων και όεν βγαίνουν ποτέ από κει. Όλο τον υπόλοιπο καιρό ζουν μέσα στα όνειρα. Στα όνειρα δεν χρειάζεται να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στα πράγματα. Κάθε άλλο. Εκεί δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές. Ούτε συγκρούσεις. Ακόμη κι αν υπήρχαν όμως, δεν θα πείραζαν καθόλου. Ενώ η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η πραγματικότητα δαγκώνει. Πραγματικότητα, πραγματικότητα. Πριν από πολλά χρόνια, όταν βγήκε στους κινηματογράφους η ταινία του Σαμ Πέκινπα Άγρια συμμορία, μια γυναίκα δημοσιογράφος σήκωσε το χέρι της στη συνέντευξη τύπου και ρώτησε το εξής: «Για ποιο λόγο αισθάνεστε αναγκασμένος να δείξετε όλο αυτό το αίμα;» Ακουγόταν πραγματικά ενοχλημένη. Ένας απ’ τους ηθοποιούς, ο Ερνστ Μποργκνάιν, έδειξε ειλικρινά απορημένος και ανέλαβε ν’ απαντήσει στην ερώτηση. «Κυρία μου, έχετε δει ποτέ πληγή από σφαίρα να μη ματώνει;» Το φιλμ αυτό είχε βγει τότε που ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν στο αποκορύφωμά του. Λατρεύω αυτή την απάντηση. Αυτή πρέπει να είναι μία από τις αρχές που κυβερνούν την


πραγματικότητα. Να αποδέχεσαι πράγματα που είναι δύσκολο να τα καταλάβεις, και να τ’ αφήνεις έτσι όπως τα βρίσκεις. Και να ματώνεις. Να πυροβολείς και να ματώνεις.


Έχετε δει ποτέ πληγή από σφαίρα να μη ματώνει; Πράγμα που εξηγεί τη συγγραφική μου στάση. Σκέφτομαι-με κοινότοπο τρόπο θα έλεγακαι φτάνω σ’ ένα σημείο όπου, σ’ ένα χώρο που δεν μπορώ καν να ονομάσω, συλλαμβάνω ένα όνειρο, ένα τυφλό έμβρυο που λέγεται κατανόηση, το οποίο κολυμπάει μέσα στο πανταχού παρόν, πνιγηρό αμνιακό υγρό της ακαταληψίας. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος που τα μυθιστορήματά μου είναι παράλογα, μακροσκελή και, μέχρι τώρα τουλάχιστον, δεν έχουν καταφέρει ποτέ ν’ αποκτήσουν ένα κατάλληλο τέλος. Οι τεχνικές και οι ηθικές δεξιότητες που απαιτούνται για την τροφοδότηση ενός ομφάλιου λώρου σε τέτοια μαζική κλίμακα είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις μου. Φυσικά, αυτό που γράφω τώρα δεν είναι μυθιστόρημα. Δεν ξέρω πώς να το ονομάσω. Απλώς γράψιμο. Σκέφτομαι φωναχτά, γι’ αυτό και δεν είναι απαραίτητο το ωραίο περιτύλιγμα. Δεν έχω ηθικές δεσμεύσεις. Απλώς-χμσκέφτομαι. Δεν έχω σκεφτεί πραγματικά εδώ και πολύ καιρό και δεν πρόκειται να ξανασκεφτώ στο άμεσο μέλλον. Όμως τώρα, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, σκέφτομαι. Κι αυτό σκοπεύω να κάνω μέχρι το πρωί. Να σκέφτομαι. Έχοντας πει όλα αυτά ωστόσο, δεν μπορώ ν’ απαλλαγώ απ’ την παλιά και τόσο γνώριμη μαυρίλα της αμφιβολίας. Μήπως αναλώνω χρόνο κι ενέργεια σε κάτι εντελώς άχρηστο κι ανούσιο; Μήπως κουβαλάω έναν κουβά νερό σ’ ένα μέρος όπου επίκειται πλημμύρα; Μήπως θα έπρεπε να εγκαταλείψω κάθε μάταιη προσπάθεια κι απλώς ν’ ακολουθήσω τη ροή των πραγμάτων; Σύγκρουση; Ποια σύγκρουση; Ας το πω λίγο διαφορετικά. Οκέι, ποιον άλλο τρόπο να χρησιμοποιούσα; Α, ναι, θυμάμαι αυτό είναι λοιπόν. Αν πρόκειται ν’ αρχίσω να μιλάω περί ανέμων και υόάτων, θα ήταν ίσως καλύτερα να χωθώ κάτω απ’ τα ζεστά σκεπάσματα, να σκεφτώ τη Μίου και να παίξω με τον εαυτό μου. Αυτό εννοούσα. Μου αρέσει η καμπύλη των γοφών της Μίου. Η έξοχη αντίθεση ανάμεσα στο κατάμαυρο εφήβαιο και τα κάτασπρα μαλλιά της, τα καλοσχηματισμένα οπίσθια μέσα στα μικροσκοπικά μαύρα εσώρουχα. Τι θα μπορούσε να είναι πιο σέξι από τις μαύρες τρίχες της σε σχήμα Τ μέσα στη μαύρη κιλότα της; Πρέπει να πάψω να τα σκέφτομαι αυτά. Να κλείσω το κύκλωμα των άσκοπων ερωτικών φαντασιώσεων (κλικ) και να επικεντρωθώ στο γράψιμο. Δεν μπορώ ν’ αφήσω να μου ξεφύγουν αυτές οι πολύτιμες στιγμές πριν απ’ το ξημέρωμα, θ’ αφήσω κάποιον άλλον, κάποια άλλη στιγμή, ν’ αποφασίσει τι είναι αποτελεσματικό και τι όχι. Αυτή τη στιγμή όεν θα χαράμιζα ούτε ένα φλιτζάνι τσάι για τη γνώμη τους. Σωστά; Πολύ σωστά!


Λοιπόν εμπρός κι απογειωθήκαμε. Λένε ότι είναι επικίνδυνο πείραμα να περιλαμβάνεις όνειρα (πραγματικά όνειρα ή ονειροφαντασίες) στα μυθιστορήματά σου. Μόνο ελάχιστοι συγγραφείς-και μιλάω μόνο για τους πιο ταλαντούχουςκαταφέρνουν να τα βγάλουν πέρα με την παράλογη σύνθεση που βρίσκει κανείς στα όνειρα. Φαίνεται λογικό. Παρ’ όλα αυτά, εγώ θέλω ν’ αφηγηθώ ένα όνειρο, ένα όνειρο που είδα πρόσφατα, θέλω να το καταγράψω σαν ένα γεγονός που αφορά εμένα και τη ζωή μου. Δεν δίνω δεκάρα αν είναι λογοτεχνικά δόκιμο ή όχι. Το γεγονός ότι έχω τα κλειδιά δεν σημαίνει ότι ξέρω τι έχει μέσα η αποθήκη. Έχω δει τον ίδιο τύπο ονείρου πολλές φορές. Διαφέρουν οι λεπτομέρειες, ακόμη και το σκηνικό, όλα όμως ακολουθούν το ίόιο μοτίβο. Κι ο πόνος που νιώθω όταν ξυπνάω είναι πάντα ο ίόιος. Το ίόιο θέμα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σαν ένα τρένο που φυσάει τη σφυρίχτρα του στην ίδια κλειστή στροφή κάθε νύχτα. ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΣΟΥΜΙΡΕ (Αυτό το γράφω στο τρίτο πρόσωπο. Έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό.) Η Σουμίρε ανεβαίνει μια μεγάλη περιστροφική σκάλα για να συναντήσει την από χρόνια πεθαμένη μητέρα της που την περιμένει στην κορυφή της σκάλας, θέλει να πει κάτι στη Σουμίρε, να της όώσει μια χρήσιμη πληροφορία που η Σουμίρε τη χρειάζεται επειγόντως για να συνεχίσει να ζει. Η Σουμίρε ποτέ στη ζωή της δεν έχει συναντήσει πεθαμένο και φοβάται. Δεν ξέρει τι είδους άτομο είναι η μητέρα της.Ίσως-για κάποιο λόγο που η Σουμίρε δεν μπορεί να τον φανταστείη μητέρα της να τη μισεί. Όμως πρέπει να τη συναντήσει. Αυτή είναι η μία και μοναδική της ευκαιρία. Τα σκαλιά μοιάζουν να μην έχουν τέλος. Ανεβαίνει κι ανεβαίνει αλλά η κορυφή πουθενά. Η Σουμίρε αρχίζει να τρέχει και της κόβεται η ανάσα. 0 χρόνος τελειώνει. Η μητέρα της δεν θα είναι πάντα εκεί, σ’ αυτό το κτίριο. Η Σουμίρε λούζεται στον ιδρώτα. Και τελικά τα σκαλιά φτάνουν στο τέρμα τους. Στην κορυφή της σκάλας υπάρχει ένα μεγάλο κεφαλόσκαλο κι ένας χοντρός πέτρινος τοίχος ακριβώς απέναντι της. Στο επίπεδο του κεφαλιού της, υπάρχει μια στρογγυλή τρύπα σαν σωλήνας εξαερισμού. Μια μικρή τρύπα με διάμετρο γύρω στο μισό μέτρο. Και η μητέρα της Σουμίρε, σαν να την έχει χώσει κάποιος εκεί μέσα με τα πόδια, είναι σφηνωμένη σ’ αυτή την τρύπα. Η Σουμίρε συνειδητοποιεί ότι ο χρόνος της τελειώνει. Απ’ αυτόν το στενό χώρο, η μητέρα της κοιτάζει προς τα έξω, προς το μέρος της. Κοιτάζει το πρόσωπο της Σουμίρε σαν να την ικετεύει. Η Σουμίρε δεν χρειάζεται να την κοιτάξει δεύτερη φορά για να καταλάβει ότι αυτή είναι η μητέρα της. 0 άνθρωπος που μου έδωσε ζωή και σάρκα, συνειδητοποιεί. Μα τι περίεργο! Αυτή η γυναίκα όεν μοιάζει καθόλου με τη μητέρα που γνωρίζει απ’ το οικογενειακό λεύκωμα. Η πραγματική μου μητέρα είναι όμορφη και νέα. Άρα εκείνο το άτομο στο λεύκωμα όεν ήταν πραγματικά η μητέρα μου. 0 πατέρας μου με ξεγέλασε. «Μητέρα!» φωνάζει γενναία η Σουμίρε. Αισθάνεται σαν να γκρεμίζεται μέσα της ένας τοίχος. Μόλις προφέρει αυτή τη λέξη, η μητέρα της χώνεται βαθύτερα μέσα στην τρύπα,


σαν να τη ρουφάει ένα τεράστιο κενό απ’ την άλλη πλευρά. Το στόμα της μητέρας της είναι ανοιχτό και φωνάζει κάτι στη Σουμίρε. Όμως το κούφιο βουητό του ανέμου που ξεχύνεται απ’ την τρύπα καταπίνει τα λόγια της. Την επόμενη στιγμή η μητέρα της χάνεται. Τη ρουφάει το σκοτάδι της τρύπας. Η Σουμίρε κοιτάζει πίσω και η σκάλα έχει εξαφανιστεί. Γύρω της υπάρχουν μόνο πέτρινοι τοίχοι. Εκεί όπου πριν υπήρχε η σκάλα, τώρα υπάρχει μια ξύλινη πόρτα. Στρίβει το πόμολο, την ανοίγει και βλέπει τον ουρανό. Βρίσκεται στην κορυφή ενός ψηλού πύργου. Τόσο ψηλού που ζαλίζεται όταν κοιτάζει κάτω. Πολλά μικρά αντικείμενα, σαν αεροπλανάκια, περιφέρονται βουίζοντας στον ουρανό. Απλά, μικρά αεροπλάνα, που θα μπορούσε οποιοσδήποτε να φτιάξει από μπαμπού κι ελαφρό ξύλο. Στο πίσω μέρος κάθε μικρού αεροπλάνου υπάρχει μια μικρή μηχανή σαν γροθιά και μία προπέλα. Η Σουμίρε φωνάζει σ’ έναν από τους περαστικούς πιλότους να έρθει να τη σώσει. Όμως όεν της δίνει κανείς σημασία. Πρέπει να είναι επειδή φοράω αυτά τα ρούχα, σκέφτεται η Σουμίρε. Κανείς δεν με βλέπει. Φοράει μια κοινή, λευκή νοσοκομειακή ρόμπα. Τη βγάζει και μένει γυμνή κάτω απ’ τη ρόμπα δεν φοράει τίποτε. Αφήνει τη ρόμπα στο πάτωμα δίπλα στην πόρτα και σαν απελευθερωμένη ψυχή αρπάζεται σ’ ένα ανοδικό ρεύμα και πετάει μακριά. 0 ίδιος άνεμος χαϊδεύει το σώμα της και κάνει τις τρίχες ανάμεσα στα πόδια της να τρέμουν. Ξαφνιασμένη παρατηρεί ότι όλα τα μικρά αεροπλάνα έχουν μετατραπεί σε λιβελούλες. 0 ουρανός είναι γεμάτος από πολύχρωμα ελικοπτεράκια, με τα τεράστια γουρλωτά μάτια τους να γυαλίζουν καθώς κοιτάζουν ολόγυρα. 0 βόμβος των φτερών τους γίνεται όλο και πιο δυνατός, σαν ραδιόφωνο που σιγά σιγά δυναμώνε��. Τελικά γίνεται ανυπόφορος. Η Σουμίρε κουλουριάζεται, βάζει το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια και κλείνει τ’ αυτιά της. Και ξυπνάει. Η Σουμίρε θυμόταν και την παραμικρή λεπτομέρεια του ονείρου. θα μπορούσε να το ζωγραφίσει. Το μόνο πράγμα που δεν θυμόταν ήταν το πρόσωπο της μητέρας της καθώς τη ρουφούσε εκείνη η μαύρη τρύπα. Και τα σημαδιακά λόγια που της είπε χάθηκαν για πάντα στο χάος του κενού. Στο κρεβάτι, η Σουμίρε δάγκωνε με λύσσα το μαξιλάρι και πλάνταζε στο κλάμα. 0 ΚΟΥΡΕΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΣΚΑΨΕΙ ΑΛΛΕΣ ΤΡΥΠΕΣ Μετά απ’ αυτό το όνειρο κατέληξα σε μια σημαντική απόφαση. Η αιχμή της επίμονης σκαπάνης μου θ’ αρχίσει τελικά να πελεκάει τον στέρεο βράχο. Χραπ. Αποφάσισα να δείξω καθαρά στη Μίου τι θέλω. Δεν μπορώ να μείνω έτσι για πάντα, μετέωρη. Δεν μπορώ να είμαι ένας άνευρος μπαρμπεράκος που σκάβει μια τρύπα στην αυλή του, να μην αποκαλύπτω σε κανέναν το γεγονός ότι είμαι ερωτευμένη με τη Μίου. Εάν συνεχίσω έτσι, αργά αλλά σίγουρα θα μαραθώ. Όλες οι αυγές κι όλα τα δειλινά θα με κλέψουν κομμάτι κομμάτι απ’ τον εαυτό μου, και πολύ σύντομα η ίδια μου η ζωή θα αποψιλωθεί και θα καταλήξω ένα τίποτε. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα σαν κρύσταλλο. Κρύσταλλο, κρύσταλλο.


θέλω να κάνω έρωτα με τη Μίου, να με κρατήσει στην αγκαλιά της. Έχω ήδη παραιτηθεί από πολλά πράγματα που ήταν εξαιρετικά σημαντικά για μένα. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να δώ-· σω. Δεν είναι υπερβολικά αργά. Πρέπει να σμίξω με τη Μίου, να μπω μέσα της. Κι εκείνη πρέπει να μπει μέσα μου. Σαν δύο λαίμαργα γυαλιστερά φίδια. Κι αν η Μίου δεν με δεχτεί, τότε τι; Αυτή τη γέφυρα θα την περάσω όταν έρθει η ώρα της. «Είδες ποτέ πληγή από σφαίρα να μη ματώνει;» Πρέπει να χυθεί αίμα. θ’ ακονίσω το μαχαίρι μου και κάπου θα βρω ένα σκύλο να του κόψω το λαιμό. Σωστά; Πολύ σωστά! Αυτό που έχω γράψει εδώ είναι ένα μήνυμα στον εαυτό μου. Το πετάω στον αέρα σαν μπούμερανγκ. Διαγράφει το τόξο του μες στο σκοτάδι, θερίζει την ψυχή κάποιου ταλαίπωρου καγκουρό, και τελικά επιστρέφει σ’ εμένα. Ναι, αλλά το μπούμερανγκ που επιστρέφει όεν είναι το ίδιο μ’ εκείνο που έριξα. Μπούμερανγκ, μπούμερανγκ. ΕΓΓΡΑΦΟ 2 Είναι δυόμισι η ώρα το μεσημέρι. Έξω ο ήλιος λάμπει και κάνει φοβερή ζέστη. Οι βράχοι, ο ουρανός κι η θάλασσα αστράφτουν. Εάν τα κοιτάξεις αρκετή ώρα, τα όρια ανάμεσά τους αρχίζουν και χάνονται, όλα λιώνουν και γίνονται μια χαοτική ρευστή μάζα. Οι αισθήσεις βυθίζονται στο λήθαργο της σκιάς για ν’ αποφύγουν το φως. Ακόμη και τα πουλιά σταματούν να πετάνε. Μέσα στο σπίτι ωστόσο επικρατεί μια ευχάριστη δροσιά. Η Μίου είναι στο σαλόνι και ακούει Μπραμς. Φοράει ένα γαλάζιο καλοκαιρινό φόρεμα με τιράντες, τα κάτασπρα μαλλιά της είναι πιασμένα αλογοουρά. Εγώ κάθομαι στο γραφείο μου και γράφω αυτά τα λόγια. «Μήπως σ’ ενοχλεί η μουσική;» με ρωτάει η Μίου. 0 Μπραμς ποτέ δεν μ’ ενοχλεί, απαντάω. Ανασκαλεύω τη μνήμη μου προσπαθώντας ν’ αναπαραγάγω την ιστορία που μου είπε η Μίου πριν από μερικές μέρες στο χωριό της Βουργουνδίας. Δεν είναι εύκολο. Μου την είπε με πολλές διακοπές και πισωγυρίσματα. Αποτέλεσμα: μου είναι αδύνατο να θυμηθώ ποια περιστατικά έγιναν πρώτα και ποια μετά, ποιο ήταν το αίτιο και ποιο το αποτέλεσμα. Δεν την κατηγορώ όμως. Η απάνθρωπη συνωμοτική λεπίδα που ήταν κρυμμένη^τη μνήμη της άρχισε να την πετσοκόβει, κι όπως τ’ αστέρια παραχωρούσαν τη θέση τους στην αυγή πάνω από την κληματαριά, έτσι και η ζωή έφευγε σιγά σιγά από τα μάγουλά της καθώς μιλούσε.


Η Μίου μου είπε την ιστορία μόνο αφού επέμεινα εγώ να την ακούσω. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω πολλαπλά τεχνάσματα και ικεσίες για να την πείσω να μιλήσει πότε ενθαρρύνοντάς την, πότε πιέζοντάς την, πότε κάνοντας πίσω, κολακεύοντάς τη, όελεάζοντάς τη να συνεχίσει. Ήπιαμε κόκκινο κρασί και μιλήσαμε μέχρι την αυγή. Κρατημένες γερά απ’ το χέρι, ακολουθήσαμε τα χνάρια της μνήμης της, βάζοντας τα κομμάτια της στη θέση τους, αναλύοντας τ’ αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν σημεία που όεν μπορούσε να τ’ ανασύρει απ’ τη μνήμη της. Όποτε προσπαθούσε να εισχωρήσει σ’ αυτά, την έπιανε ελαφριά ταραχή και κατέληγε να πιει περισσότερο κρασί. Αυτές ήταν οι ζώνες υψηλού κινδύνου της μνήμης. Όποτε πέφταμε πάνω τους, εγκαταλείπαμε την έρευνα και υποχωρούσαμε άτακτα σε πιο ασφαλείς περιοχές. Έπεισα τη Μίου να μου πει την ιστορία όταν συνειδητοποίησα ότι έβαφε τα μαλλιά της. Η Μίου είναι τόσο προσεχτική που μόνο ελάχιστοι άνθρωποι γύρω της έχουν αντιληφθεί ότι βάφει τα μαλλιά της. Εγώ όμως το παρατήρησα. Σ’ ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, όπου περνάς την κάθε μέρα με το άλλο άτομο, παρατηρείς εύκολα τέτοιες λεπτομέρειες. Ή μπορεί η Μίου να μην προσπαθούσε καν να το κρύψει, θα ήταν πολύ πιο σχολαστική εάν πράγματι το ήθελε. Μπορεί να θεωρούσε ότι ήταν αναπόφευ-κχο να χο ανακαλύψω. Ή να ήθελε να χο ανακαλύψω. (Χμ καθαρή εικασία εκ μέρους μου.) Τη ρώτησα ευθέως. Έτσι είμαι εγώ δεν μου αρέσουν οι περιστροφές. Πόσο άσπρα είναι τα μαλλιά σου; ρώτησα. Πόσον καιρό τα βάφεις; Δεκατέσσερα χρόνια, απάτχησε. Δεκατέσσερα χρόνια πριν, τα μαλλιά μου άσπρισαν ετχελώς, μέχρι και την τελευταία τρίχα. Αρρώστησες; Όχι δεν ήταν αυτό, είπε η Μίου. Κάτι συνέβη και όλα μου τα μαλλιά έγιναν άσπρα. Μέσα σε μια νύχτα. θα ήθελα να την ακούσω αυτή την ιστορία, είπα, ικετεύοντάς τη. θέλω να μάθω τα πάντα για σένα. Ξέρεις ότι εγώ δεν θα σου έκρυβα τίποτε. Όμως η Μίου κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Ποχέ και σε κανέναν δεν είχε αποκαλύψει δο μυσδικό, ούτε καν στον άντρα της. Για δεκατέσσερα χρόνια το κρατούσε καλά φυλαγμένο. Στο τέλος όμως μιλούσαμε όλη τη νύχτα. Για κάθε ιστορία έρχεται η ώρα που πρέπει να ειπωθεί, της είπα με μεγάλη πεισχικότητα. Αλλιώς καταλήγεις αιχμάλωτος του μυστικού που φυλάς μέσα σου. Η Μίου με κοίταξε σαν να ήμουν κάπου πολύ μακριά. Κάτι βγήκε στην επιφάνεια των ματιών της, και μετά αργά αργά ξαναβυθίστηκε εκεί που βρισκόταν στην αρχή. «Εγώ δεν χρωστάω τίποτε σε κανέναν», είπε. «Εκείνοι έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί μου όχι εγώ». Δεν μπορούσα να καταλάβω πού το πήγαινε. «Εάν σου πω την ιστορία», είπε η Μίου, «οι δυο μας θα τη μοιραζόμαστε για πάντα. Και δεν ξέρω αν αυτό είναι σωστό. Εάν ανοίξω τώρα το καπάκι, θα σε κάνω συνένοχο. Αυτό θέλεις; θες πραγματικά να μάθεις κάτι που έχω θυσιάσει τόσο πολλά για να το ξεχάσω;» Ναι, είπα. Ό,τι και να ‘ναι αυτό, θέλω να το μοιραστώ μαζί σου. Δεν θέλω να μου κρύψεις το παραμικρό.


Η Μίου ήπιε μια γουλιά κρασί και, εμφανώς μπερδεμένη, έκλεισε τα μάτια της. Ακολούθησε μια σιωπή και κάτω απ’ το βάρος της ο ίδιος ο χρόνος έμοιαζε να κυρτώνει και να ζαρώνει. Στο τέλος όμως άρχισε να λέει την ιστορία. Κομμάτι κομμάτι, ένα απόσπασμα τη φορά. Μερικά στοιχεία της ιστορίας ζωντάνεψαν κανονικά, ενώ άλλα παρέμειναν καλά θαμμένα. Υπήρξαν τα αναπόφευκτα κενά και οι συντομεύσεις, μερικές με τη δική τους ειδική σημασία. Η δουλειά η δική μου τώρα, η δουλειά της αφηγήτριας, είναι να συμμαζέψω -όσο πιο προσεχτικά μπορώόλα αυτά τα στοιχεία σε ενιαίο σύνολο. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΟΔΑΣ ΤΟΥ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ Ένα καλοκαίρι η Μίου έμεινε μόνη σε μια μικρή πόλη της Ελβετίας κοντά στα γαλλικά σύνορα. Ήταν είκοσι πέντε χρονών και ζούσε στο Παρίσι, όπου σπούδαζε πιάνο. Είχε πάει σ’ αυτή τη μικρή πόλη, μετά από παράκληση του πατέρα της, να κάνει για λογαριασμό του κάποιες επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις. Αυτή καθ’ εαυτήν η δουλειά ήταν απλή, στην πραγματικότητα ήταν ένα απλό δείπνο με τους συνεταίρους και η υπογραφή ενός συμβολαίου. Στη Μίου άρεσε η μικρή πόλη απ’ την πρώτη στιγμή. Ήταν ένα πολύ συμπαθητικό και περιποιημένο μέρος, με μια λίμνη κι ένα μεσαιωνικό κάστρο ακριβώς δίπλα. Σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραία να μένει εκεί, κι έκανε το μεγάλο βήμα. Επιπλέον, σ’ ένα κοντινό.χωριό διεξαγόταν ένα φεστιβάλ μουσικής και, αν νοίκιαζε αυτοκίνητο, θα μπορούσε να πηγαίνει κάθε μέρα. Ήταν τυχερή που βρήκε ένα επιπλωμένο διαμέρισμα για βραχυπρόθεσμη ενοικίαση σ’ ένα ευχάριστο, περιποιημένο κτίριο στην κορυφή ενός λόφου στα περίχωρα της πόλης. Η θέα ήταν υπέροχη. Πολύ κοντά υπήρχε ένας χώρος όπου μπορούσε να εξασκείται στο πιάνο. Το νοίκι δεν ήταν φτηνό, αλλά δεν αντιμετώπιζε δυσκολίες, πάντα μπορούσε να υπολογίζει στη βοήθεια του πατέρα της. Έτσι η Μίου άρχισε την προσωρινή και μάλλον ήρεμη διαμονή της στην πόλη. Παρακολουθούσε κοντσέρτα στο μουσικό φεστιβάλ κι έκανε βόλτες στην περιοχή και πολύ σύντομα είχε αποκτήσει αρκετές γνωριμίες. Βρήκε ένα ωραίο μικρό εστιατόριο και καφέ, στο οποίο έγινε τακτική πελάτισσα. Απ’ το παράθυρο του διαμερίσματος της έβλεπε λίγο έξω απ’ την πόλη ένα λούνα παρκ, όπου ξεχώριζε μια τεράστια ρόδα. Πολύχρωμες καμπίνες με πόρτες κρέμονταν απ’ την τεράστια ρόδα ανεβοκατεβαίνοντας στον ουρανό καθώς εκείνη περιστρεφόταν αργά. Μόλις κάποια απ’ αυτές έφτανε στο ζενίθ, άρχιζε να κατεβαίνει. Φυσικά, οι ρόδες των λούνα παρκ δεν οδηγούν πουθενά. Οι καμπίνες ανεβαίνουν και κατεβαίνουν σ’ ένα αέναο περιστροφικό ταξίδι, το οποίο, για κάποιον περίεργο λόγο, οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν ευχάριστο. Τα βράδια, η ρόδα ήταν διάστικτη από αμέτρητα φωτάκια. Ακόμη κι όταν έκλεινε για τη νύχτα, όταν σταματούσε να δουλεύει το λούνα παρκ, η ρόδα λαμπύριζε μέχρι το πρωί, σαν να ήθελε ν’ ανταγωνιστεί τ’ αστέρια του ουρανού. Η Μίου καθόταν δίπλα στο παράθυρο ακούγοντας μουσική από το ραδιόφωνο και κοιτάζοντας το ατέλειωτο πάνωκάτω της ρόδας. Ή, όταν σταματούσε, τη μεγαλόπρεπη ακινησία της. Γνώρισε κι έναν άντρα που ζούσε σχην πόλη. Έναν ωραίο πενηντάρη με μεσογειακά


χαρακτηριστικά. Ήταν ψηλός, με ωραία μύτη και σκούρα ίσια μαλλιά. Της συστήθηκε στο καφέ. Από πού είσαι; ρώτησε. Είμαι απ’ την Ιαπωνία, απάντησε εκείνη. Κι έπιασαν την κουβέντα. Τον έλεγαν Φερντινάντο. Ήταν από τη Βαρκελώνη και είχε μετακομίσει εκεί πριν από πέντε χρόνια για να δουλέψει ως σχεδιαστής επίπλων. Μιλούσε άνετα και χαλαρά, κάνοντας πολύ συχνά αστεία. Συζήτησαν για λίγο και μετά είπαν αντίο. Δυο μέρες αργότερα συναντήθηκαν τυχαία στο ίδιο καφέ. Ήταν μόνος, διαζευγμένος, της αποκάλυψε. Της είπε ότι είχε φύγει απ’ την Ισπανία για ν’ αρχίσει καινούργια ζωή. Η Μίου δεν σχημάτισε καλή εντύπωση γι’ αυτόν. Διαισθανόταν ότι προσπαθούσε να τη ρίξει. Μυρίστηκε μια υποψία σεξουαλικής επιθυμίας κι αυτό την τρόμαξε. Αποφάσισε να κόψει τις επισκέψεις στο συγκεκριμένο καφέ. Παρ’ όλα αυτά, συναντούσε τον Φερντινάντο πολλές φορές στην πόλη αρκετά συχνά για ν’ αρχίσει να πιστεύει ότι την παρακολουθούσε. Μπορεί να ήταν μια ανόητη αυταπάτη. Ήταν μικρή πόλη, οπότε όεν φαινόταν καθόλου παράξενο να συναντήσεις το ίδιο άτομο ξανά και ξανά. Κάθε φορά που την έβλεπε, χαμογελούσε πλατιά και τη χαιρετούσε φιλικά. Σιγά σιγά, η Μίου άρχισε να ενοχλείται και να αισθάνεΐίη άβολα. Άρχισε να βλέπει τον Φερντινάντο σαν απειλή στην ήρεμη ζωή της. Σαν μια παραφωνία στην αρχή ενός μουσικού μέτρου, μια απειλητική σκιά άρχισε να σκοτεινιάζει το ευχάριστο καλοκαίρι της. * 0 Φερντινάντο ωστόσο αποδείχθηκε μικρό κακό μπροστά στη μεγαλύτερη σκιά που την απειλούσε. Αφού έμεινε εκεί δέκα μέρες, η Μίου άρχισε να αισθάνεται κάτι αόριστα δυσάρεστο να βαραίνει τη ζωή της στην πόλη. Η απόλυτα αξιαγάπητη και περιποιημένη στο έπακρο πόλη τώρα της φαινόταν στενοκέφαλη και φαρισαϊκή. Οι άνθρωποι ήταν φιλικοί και αρκετά ευγενικοί. Εκείνη όμως είχε αρχίσει να αισθάνεται μια αδιόρατη προκατάληψη εναντίον της επειδή ήταν Ασιάτισσα. Το κρασί που έπινε στα εστιατόρια απέκτησε ξαφνικά μια δυσάρεστη πικρίλα. Έβρισκε σκουλήκια στα λαχανικά που αγόραζε. Οι παραστάσεις στο μουσικό φεστιβάλ άρχισαν να της φαίνονται ανούσιες. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη μουσική της. Ακόμη και το διαμέρισμά της, που αρχικά το θεωρούσε εξαιρετικά βολικό, άρχισε να της φαίνεται κιτς και βρόμικο. Όλα έχασαν την πρώτη τους λάμψη. Η απειλητική σκιά απλωνόταν. Και δεν μπορούσε να την αποφύγει. Χτυπούσε το τηλέφωνο τη νύχτα κι όταν το σήκωνε κι έλεγε «alio», απ’ την άλλη άκρη δεν απαντούσε κανείς. Αυτό συνέβη πολλές φορές. Πρέπει να είναι ο Φερντινάντο, σκεφτόταν αλλά δεν είχε αποδείξεις. Πώς γινόταν να μάθει τον αριθμό της; Το τηλέφωνο ήταν παλιό μοντέλο και δεν μπορούσε να το βγάλει απ’ την πρίζα. Της ήταν αδύνατο να κοιμηθεί κι άρχισε να παίρνει υπνωτικά χάπια. Έχασε την όρεξή της. Πρέπει να φύγω από δω, αποφάσισε, αλλά για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει και η ίδια, της ήταν αδύνατο να φύγει ΟΜ^την πόλη. Σκαρφιζόταν διάφορους λόγους για να μείνει. Είχε πληρώσει ήδη το νοίκι ενός μηνός κι είχε αγοράσει ελευθέρας για το μουσικό φεστιβάλ. Και είχε ξενοικιάσει το διαμέρισμά της στο Παρίσι για το καλοκαίρι. Δεν μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει τώρα, έλεγε στον εαυτό της. Κι


επιπλέον, για την ακρίβεια, τίποτε δεν είχε συμβεί. Δεν είχε πάθει κάτι, έτσι δεν είναι; Κανείς δεν την είχε κακομεταχειριστεί. Όλα αυτά τα βγάζω απ’ το μυαλό μου, έπεισε τον εαυτό της. Ένα βράδυ, περίπου δύο εβδομάδες αφότου είχε αρχίσει να μένει εκεί, βγήκε για φαγητό, όπως έκανε συνήθως, σ’ ένα κοντινό εστιατόριο. Μετά το δείπνο αποφάσισε έτσι για αλλαγή να κάνει έναν μακρύ περίπατο για ν’ απολαύσει τη βραδιά. Χαμένη στις σκέψεις της, περιπλανύθηκε απ’ τον ένα δρόμο στον άλλο. Πριν το καλοκαταλάβει είχε φτάσει στην είσοδο του λούνα παρκ. Του λούνα παρκ με τη μεγάλη ρόδα. Ο αέρας ήταν γεμάτος από ζωηρή μουσική, τις φωνές των ανθρώπων του λούνα παρκ και τις χαρούμενες φωνές των παιδιών. Οι επισκέπτες ήταν κυρίως οικογένειες και μερικά ζευγάρια απ’ την πόλη. Η Μίου θυμήθηκε μια φορά που την είχε πάει ο πατέρας της σ’ ένα λούνα παρκ όταν ήταν μικρή, θυμόταν ακόμη και τώρα τη μυρωδιά του τουΐντ σακακιού του πατέρα της καθώς στροβιλίζονταν μαζί μέσα σε κάτι τεράστια πιάτα. Όση ώρα διαρκούσε η περιστροφή, ήταν αρπαγμένη απ’ το μανίκι του πατέρα της. Για τη μικρή Μίου αυτή η μυρωδιά ήταν ένα σημάδι απ’ τον μακρινό κόσμο των ενηλίκων, ένα σύμβολο σιγουριάς. Ανακάλυψε ότι της έλειπε ο πατέρας της. Χωρίς να το καλοσκεφτεί, αγόρασε ένα εισιτήριο και μπήκε στο λούνα παρκ. Ο χώρος ήταν γεμάτος από πολλά μαγαζάκια και περίπτερα ένα σκοπευτήριο, μια έκθεση ερπετών, ένα σπιτάκι όπου μια μάγισσα έλεγε τη μοίρα. Με μια γυάλινη σφαίρα μπροστά της, η μάντισσα, μια μεγαλόσωμη γυναίκα, έγνεψε στη Μίου: «Μαντμουαζέλ, ελάτε εδώ, παρακαλώ. Είναι πολύ σημαντικό. θ’ αλλάξει η μοίρα σας». Η Μίου απλώς χαμογέλασε και την προσπέρασε. Αγόρασε ένα παγωτό και κάθισε σ’ ένα παγκάκι να το φάει παρακολουθώντας τους περαστικούς. Παρά τα θορυβώδη πλήθη γύρω της, εκείνη αισθανόταν πολύ απόμακρη. Κάποιος κύριος άρχισε να της μιλάει στα γερμανικά. Ήταν περίπου τριάντα χρονών, μικρόσωμος, με ξανθά μαλλιά και μουστάκι, το είδος του ανθρώπου που θα του πήγαινε να φοράει στολή. Κούνησε to κεφάλι της και χαμογέλασε δείχνοντας το ρολόι της. «Περιμένω κάποιον», είπε στα γαλλικά. Η φωνή της ακουγόταν πιο τσιριχτή απ’ ό,τι συνήθως και εντελώς ξένη. 0 άντρας δεν συνέχισε, χαμογέλασε ντροπιασμένος, τη χαιρέτησε με μια κοφτή κίνηση του χεριού κι έφυγε. Η Μίου σηκώθηκε κι άρχισε να γυρνάει από δω κι από κει. Κάποιος πετούσε βελάκια σ’ ένα στόχο, κι ένα μπαλόνι έσκασε. Μια αρκούδα χόρευε λίγο παρακάτω. Ένα αρμόνιο έπαιζε «Τα κύματα του Δουνάβεως». Κοίταξε ψηλά και είδε τη ρόδα να στρέφεται νωχελικά στον αέρα. θα ‘χε πλάκα να δω το διαμέρισμά μου από κει πάνω, σκέφτηκε ξαφνικά, αντί να κάνω το αντίθετο όπως συνήθως. Ευτυχώς είχε στην τσάντα της ένα μικρό ζευγάρι κιάλια. Τα είχε πάντα μαζί της, γιατί κάθε φορά που πήγαινε στο μουσικό φεστιβάλ τα χρησιμοποιούσε για να βλέπει τη σκηνή απ’ όποια θέση κι αν βρισκόταν, ακόμη κι από το γρασίδι. Ήταν ελαφρά κι αρκετά ισχυρά. Μ’ αυτά θα μπορούσε να δει ακόμη και μέσα στο δωμάτιό της. Πήγε ν’ αγοράσει εισιτήριο στο κιόσκι μπροστά από τη ρόδα. «Κλείνουμε σε λίγο,


μαντμουαζέλ», της είπε ο υπάλληλος, ένας ηλικιωμένος κύριος. Μουρμούριζε και κουνούσε το κεφάλι του αποφεύγοντας να την κοιτάξει, σαν να μιλούσε μόνος του. «Έχουμε σχεδόν τελειώσει για σήμερα. Αυτή θα είναι η τελευταία στροφή. Μια φορά γύρω γύρω και τέρμα». Λευκά γένια δύο ημερών κάλυπταν τα μάγουλά του κι οι μακριές του φαβορίτες είχαν πάρει το χρώμα του ταμπάκου. Έβηξε. Τα μάγουλά του ήταν κόκκινα σαν να τα φύσαγε για πολλά χρόνια το ξεροβόρι. «Δεν πειράζει. Μια φορά μου αρκεί», απάντησε η Μίου. Αγόρασε ένα εισιτήριο κι ανέβηκε στην πλατφόρμα. Ήταν το μόνο άτομο που περίμενε να επιβιβαστεί και, απ’ ό,τι έβλεπε, οι καμπίνες ήταν όλες άόειες. Τα άόεια κουτιά έκαναν τις τελευταίες τους στροφές στον αέρα λες κι ο ίόιος ο κόσμος πλησίαζε στο τέλος του. Μπήκε στον κόκκινο θαλαμίσκο και κάθισε στο παγκάκι. 0 ηλικιωμένος υπάλληλος ήρθε κι έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε απέξω. Για λόγους ασφαλείας, χωρίς αμφιβολία. Σαν κάποιο αρχαίο ζώο που ξυπνάει μετά από χρόνια, ο τροχός άρχισε να περιστρέφεται. Το ετερόκλητο πλήθος από τα περίπτερα και τις ατραξιόν άρχισε να μικραίνει όσο απομακρυνόταν. Καθώς αυτά χάνονταν, άρχισαν να εμφανίζονται μπροοτά της τα φώτα της πόλης. Η λίμνη ήταν στ’ αριστερά της κι έβλεπε τα φώτα απ’ τα τουριστικά καραβάκια ν’ αντανακλώνται αμυόρά στην επιφάνεια του νερού. Η μακρινή βουνοπλαγιά ήταν διάστικτη απ’ τα φώτα των μικρών χωριών. Το στήθος της σφίχτηκε απ’ όλη αυτή την ομορφιά. Η περιοχή όπου ζούσε, στην κορυφή του λόφου, εμφανίστηκε μπροστά της. Η Μίου εστίασε τα κιάλια της κι έψαξε να βρει το διαμέρισμά της, αλλά όεν ήταν εύκολο να το εντοπίσει. Η ρόδα συνέχισε να περιστρέφεται ανεβάζοντάς την όλο και ψηλότερα. Έπρεπε να βιαστεί. Πήγαινε τα κιάλια πέρα-όώθε ψάχνοντας με μανία. Υπήρχαν όμως υπερβολικά πολλά κτίρια κι ήταν όλα παρόμοια. Έφτασε στην κορυφή του κύκλου κι άρχισε να κατεβαίνει. Επιτέλους εντόπισε το κτίριο. Νά το! Μα αυτό είχε πιο πολλά παράθυρα απ’ ό,τι θυμόταν. Πολύς κόσμος είχε τα παράθυρά του ανοιχτά για να εκμεταλλευτεί την καλοκαιρινή αύρα. Μετακίνησε τα κιάλια απ’ το ένα παράθυρο στο επόμενο και τελικά εντόπισε το όεύτερο διαμέρισμα απ’ τα δεξιά στον τρίτο όροφο. Είχε αρχίσει ήδη να πλησιάζει στο έδαφος. Οι τοίχοι των άλλων κτιρίων μπήκαν στη μέση. Τι κρίμα μερικά δευτερόλεπτα ακόμη και θα ‘χε δει το εσωτερικό του σπιτιού της. Η καμπίνα πλησίαζε στο έδαφος σιγά σιγά. Προσπάθησε ν’ ανοίξει την πόρτα για να βγει έξω, αλλά δεν τα κατάφερε. Φυσικά. Ήταν κλειδωμένη απέξω. Κοίταξε ολόγυρα ψάχνοντας με το βλέμμα τον ηλικιωμένο στο κιόσκι, αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί. Είχε σβήσει μάλιστα και το φως. Ήθελε να φωνάξει κάποιον, αλλά δεν έβλεπε κανέναν. Η ρόδα άρχισε ν’ ανεβαίνει για άλλη μια φορά. Αυτό είναι απαράδεκτο, σκέφτηκε. Πώς είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Αναστέναξε. Μπορεί ο κύριος να είχε πάει στην τουαλέτα και να καθυστέρησε, θα έπρεπε να κάνει άλλη μια στροφή. Εντάξει, σκέφτηκε. Η αφηρημάδα αυτού του ανθρώπου θα της χάριζε μια δεύτερη δωρεάν στροφή με τη ρόδα. Αυτή τη φορά, σίγουρα θα εντόπιζε το διαμέρισμά της. Κράτησε τα κιάλια σταθερά κι έβγαλε το πρόσωπό της από το παράθυρο. Εφόσον είχε εντοπίσει τη γύρω περιοχή και τη θέση στην προηγούμενη στροφή, τώρα θα ήταν πολύ πιο εύκολο να εστιάσει στο δωμάτιό της. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, το ίδιο και τα


φώτα. Δεν της άρεσε να επιστρέφει στο σπίτι και να βρίσκει τα πάντα σκοτεινά, και το αρχικό σχέδιο ήταν να επιστρέφει αμέσως μετά το δείπνο. Ένιωσε ενοχές που κοίταζε το δωμάτιό της από τόσο μακριά μέσα απ’ τα κιάλια, σαν να κατασκόπευε τον ίδιο της τον εαυτό. Όμως δεν είμαι εκεί, όιαβεβαίωσε τον εαυτό της. Και βέβαια όχι. Υπάρχει ένα τηλέφωνο στο τραπέζι. Πολύ θα ήθελα να καλέσω τώρα αυτό το τηλέφωνο. Νά και το γράμμα που άφησα πάνω στο τραπέζι. Μακάρι να μπορούσα να το διαβάσω από δω, σκέφτηκε η Μίου. Όμως, φυσικά, όεν μπορούσε να όει τέτοιες λεπτομέρειες. Τελικά η καμπίνα της πέρασε το ζενίθ του κύκλου κι άρχισε να κατεβαίνει. Είχε όιανύσει μικρή μόνο απόσταση, όταν ξαφνικά σταμάτησε. Η Μίου έχασε την ισορροπία της κι έπεσε πάνω στο τοίχωμα της καμπίνας με τον ώμο. Παραλίγο να της πέσουν τα κιάλια απ’ τα χέρια. Μ’ ένα τρίξιμο, το μοτέρ της ρόδας σταμάτησε να δουλεύει κι όλα τυλίχτηκαν σε μια απόκοσμη σιωπή. Η χαρούμενη μουσική του λούνα παρκ έπαψε ν’ ακούγεται. Τα περισσότερα φώτα στα κιόσκια είχαν σβήσει. Αφουγκράστηκε προσεχτικά, αλλά το μόνο που άκουσε ήταν ο αμυόρός ήχος του ανέμου και τίποτε άλλο. Απόλυτη ακινησία. Ούτε κράχτες ούτε χαρούμενες φωνές παιδιών. Στην αρχή όεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Ώσπου κάποια στιγμή το συνειδητοποίησε. Την είχαν ξεχάσει. Έβγαλε το κεφάλι της από το μισάνοιχτο παράθυρο και κοίταξε ξανά κάτω. Συνειδητοποίησε πόσο ψηλά βρισκόταν. Η Μίου σκέφτηκε ν’ αρχίσει να φωνάζει βοήθεια, αλλά ήξερε ότι όεν επρόκειτο να την ακούσει κανείς. Ήταν πολύ ψηλά και η φωνή της πολύ αδύναμη. Πού μπορεί να είχε πάει εκείνος ο ηλικιωμένος κύριος; Πρέπει να ήταν πιωμένος. Το πρόσωπό του, το χρώμα του, η ανάσα του, το σύρσιμο της γλώσσας του καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Ξέχασε ότι με είχε βάλει στη ρόδα κι έκλεισε το μηχανισμό. Και αυτή τη στιγμή, κατά πάσα πιθανότητα, βρίσκεται σε κάποιο μπαρ, καταναλώνοντας μπίρα ή τζιν, ζαλίζοντας ακόμη περισσότερο το κεφάλι του και ξεχνώντας τι έχει κάνει. Η Μίου δάγκωσε τα χείλη της. Μπορεί να μη βγω από δω μέχρι αύριο το απόγευμα, σκέφτηκε. Ή ίσως το βράόυ. Πότε άνοιγε το λούνα παρκ για το κοινό; Δεν είχε ιδέα. Η Μίου φορούσε μια ελαφριά μπλούζα και μια κοντή βαμβακερή φούστα και, παρ’ όλο που ήταν μεσοκαλόκαιρο, ο νυχτερινός ελβετικός αέρας δεν αστειευόταν. 0 άνεμος είχε δυναμώσει. Έγειρε για άλλη μια φορά από το παράθυρο για να κοιτάξει το σκηνικό από κάτω. Υπήρχαν ακόμη λιγότερα φώτα από πριν. Το προσωπικό του λούνα παρκ είχε τελειώσει τη βάρδια του κι είχε φύγει για το σπίτι. Κάπου θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος νυχτοφύλακας. Πήρε μια βαθιά ανάσα και φώναξε βοήθεια όσο πιο δυνατά μπορούσε. Σταμάτησε και αφουγκράστηκε. Και μετά ξαναφώναξε. Ξανά και ξανά. Καμία απάντηση. Έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο από την τσάντα του ώμου που κρατούσε κι έγραψε στα γαλλικά: «Είμαι κλειδωμένη μέσα στη μεγάλη ρόδα του λούνα παρκ. Παρακαλώ, βοηθήστε με». Πέταξε το σημείωμα από το παράθυρο. Το χαρτί παρασύρθηκε από τον άνεμο. 0 άνεμος φυσούσε προς την πόλη, άρα, εάν ήταν τυχερή, θα κατέληγε εκεί. Εάν όμως το έβρισκε πράγματι κάποιος και το διάβαζε, θα το πίστευε; Σ’ ένα άλλο φύλλο έγραψε το όνομά της και τη διεύθυνσή της μαζί με το μήνυμα. Αυτό θα ήταν πιο πιστευτό. Οι άνθρωποι τότε μπορεί να μην το θεωρούσαν αστείο, αλλά να


συνειδητοποιούσαν ότι διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο. Συμπλήρωσε με τον ίδιο τρόπο τις μισές σελίδες του σημειωματάριου της και τις έστειλε να πετάξουν στον άνεμο. Ξαφνικά της ήρθε μια άλλη ιδέα. Έβγαλε ό,τι είχε μέσα στο πορτοφόλι της, εκτός από ένα χαρτονόμισμα των δέκα φράγκων κι έβαλε μέσα ένα σημείωμα: «Μία γυναίκα είναι κλειδωμένη μέσα στη ρόδα από πάνω σας. Παρακαλώ βοηθήστε με». Πέταξε το πορτοφόλι απ’ το παράθυρο. Έπεσε κατευθείαν στο έδαφος. Δεν μπορούσε ωστόσο να δει πού ακριβώς είχε πέσει ή ν’ ακούσει το θόρυβο που έκανε όταν χτύπησε το έδαφος. Έβαλε ένα ίδιο σημείωμα μέσα στο πορτοφολάκι για τα κέρματα και το πέταξε κι εκείνο. Η Μίου κοίταξε το ρολόι που φορούσε. Ήταν δέκα και μισή. Ψαχούλεψε μέσα στην τσάντα της για να δει τι άλλο μπορούσε να βρει. Ένα απλό μέικ απ, ο καθρέφτης της, το διαβατήριό της. Γυαλιά ηλίου. Κλειδιά του νοικιασμένου αυτοκινήτου της και του διαμερίσματος της. Ένας σουγιάς για να καθαρίζει φρούτα. Ένα πλαστικό σακουλάκι με τρία κρακεράκια μέσα.Ένα γαλλικό μυθιστόρημα τσέπης. Είχε φάει για βράδυ, οπότε δεν θα πεινούσε μέχρι το πρωί. Με τον ψυχρό αέρα δεν επρόκειτο να διψάσει ιδιαίτερα. Και ευτυχώς δεν ένιωθε ακόμη την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κάθισε στο πλαστικό κάθισμα κι έγειρε το κεφάλι της πίσω στον τοίχο. Οι τύψεις βασάνιζαν το μυαλό της. Γιατί είχε έρθει στο λούνα παρκ και γιατί είχε ανέβει σ’ αυτή τη ρόδα; Όταν έφυγε απ’ το εστιατόριο, έπρεπε να πάει κατευθείαν στο σπίτι. Εάν το είχε κάνει, τώρα θα είχε πάρει το ζεστό της μπάνιο και θα είχε χωθεί στο κρεβάτι μ’ ένα καλό βιβλίο στα χέρια. Όπως έκανε πάντα. Γιατί να μην το κάνει; Και γιατί στο καλό να πάρουν σ’ αυτή τη δουλειά έναν άθλιο μπεκρή σαν εκείνο το γέρο; Η ρόδα άρχισε να τρίζει στον άνεμο. Προσπάθησε να κλείσει το παράθυρο έτσι ώστε να μην μπαίνει ο αέρας μέσα, αλλά εκείνο δεν κουνήθηκε ρούπι. Εγκατέλειψε την προσπάθεια και κάθισε στο πάτωμα, θα ‘πρεπε να έχω πάρει μαζί μου ένα πουλοβεράκι, σκέφτηκε. Καθώς έφευγε από το διαμέρισμά της είχε σταθεί για λίγο και είχε αναρωτηθεί μήπως έπρεπε να ρίξει στους ώμους της κάτι ελαφρύ. Όμως το καλοκαιρινό βράδυ ήταν τόσο ευχάριστο και το εστιατόριο μόνο τρία τετράγωνα από το σπίτι της. Εκείνη την ώρα όεν της περνούσε καν απ’ το μυαλό ότι θα πήγαινε στο λούνα παρκ και θα ανέβαινε στη ρόδα. Όλα είχαν πάει στραβά. Για να μπορέσει να χαλαρώσει λίγο, έβγαλε το ρολόι από το χέρι της, έβγαλε και το λεπτό ασημένιο μπρασελέ της και τα σκουλαρίκια σε σχήμα αχηβάδας και τα έκρυψε στην τσάντα της. Κουλουριάστηκε σε μια γωνιά στο πάτωμα ελπίζοντας όχι απλώς θα κοιμόταν μέχρι το πρωί. Εννοείται όχι δεν μπορούσε να την πάρει ο ύπνος. Κρύωνε και ένιωθε άβολα. Κάθε τόσο, μια πνοή ανέμου τράνταζε την καμπίνα. Έκλεισε τα μάτια της κι έπαιξε στο μυαλό της μια σονάτα του Μότσαρτ σε τχο ελάσσονα, κουνώτας τα δάχτυλά της σ’ ένα φανταστικό πιάνο. Χωρίς συγκεκριμένη αιτία, είχε απομνημονεύσει αυτό το κομμάτι που είχε παίξει όταν ήταν μικρή. Στα μισά του δεύτερου μέρους όμως το μυαλό της θόλωσε και την πήρε ο ύπνος. Δεν ήξερε πόσο είχε κοιμηθεί. Δεν πρέπει να ήταν πολύ. Ξύπνησε μ’ ένα τίναγμα και για μια σχιγμή δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν. Αργά αργά επανήλθε η μνήμη της. Σωστά, σκέφτηκε, είμαι μέσα σε μια καμπίνα στη ρόδα ενός λούνα παρκ. Έβγαλε το ρολόι από


την τσάντα της· ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Η Μίου σηκώθηκε όρθια αργά αργά. 0 ύπνος σ’ αυτή την άβολη στάση είχε κάνει όλα τα μέλη του σώματός της να πονάνε. Χασμουρήθηκε μερικές φορές, τεντώθηκε, κι έτριψε τους καρπούς των χεριών της. Ξέροντας όχι δεν υπήρχε περίπτωση να την ξαναπάρει ο ύπνος τα αμέσως επόμενα λεπτά, έβγαλε απ’ την τσάντα της το βιβλίο και, για να μη σκέφχεται άλλο τα προβλήματά της, συνέχισε το διάβασμα από κει που το είχε αφήσει. Το βιβλίο ήταν ένα αστυνομικό που είχε αγοράσει σ’ ένα βιβλιοπωλείο στην πόλη. Ευτυχώς, τα φώτα της ρόδας έμεναν αναμμένα όλη νύχτα. Αφού διάβασε μερικές σελίδες, συνειδητοποίησε όχι δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την πλοκή. Τα μάτια της ακολουθούσαν κανονικά τις γραμμές, αλλά το μυαλό της βρισκόχαν μίλια μακριά. Η Μίου τα παράτησε κι έκλεισε το βιβλίο. Κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό. Τον κάλυπτε ένα λεπτό στρώμα από σύννεφα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δει κανένα αστέρι. Υπήρχε μόνο μια θαμπή φέτα φεγγαριού. Τα φώτα τής επέτρεπαν να βλέπει καθαρά την αντανάκλασή της στο γυάλινο παράθυρο της καμπίνας. Κοίταξε το πρόσωπό της για αρκετή ώρα. Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο; αναρωτήθηκε. Μη δίνεις σημασία. Αργότερα όλο αυτό θα είναι μια αστεία ιστορία που θα τη λες στους φίλους σου για να γελάνε. Όμως, όπως αποδείχτηκε, η ιστορία δεν ήταν καθόλου αστεία. Και άρχιζε μόλις τώρα. Λίγο αργότερα πήρε πάλι τα κιάλια και κοίταξε προς το παράθυρο του διαμερίσματος της. Τίποτε όεν είχε αλλάξει. Και τι θα μπορούσε άλλωστε ν’ αλλάξει; είπε στον εαυτό της και χαμογέλασε. Κοίταξε τα άλλα παράθυρα του κτιρίου. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και σχεδόν όλοι κοιμόνταν. Τα περισσότερα διαμερίσματα ήταν σκοτεινά. Κάποιοι ωστόσο ήταν ακόμη ξύπνιοι και τα παράθυρά τους φωτισμένα. Αυτοί που έμεναν στα χαμηλότερα πατώματα είχαν φροντίσει να κλείσουν τις κουρτίνες τους. Οι άλλοι, που έμεναν πιο ψηλά, όεν έδιναν καμία σημασία και είχαν αφήσει τις κουρτίνες τους ανοιχτές για να μπορεί να μπαίνει η νυχτερινή αύρα. Η ζωή μέσα σ’ αυτά τα δωμάτια ήταν σε κοινή θέα. (Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να φανταστεί ότι κάποιος θα παρακολουθούσε νυχτιάτικα με τα κιάλια κρυμμένος μέσα στη ρόδα του λούνα παρκ;) Η Μίου όμως όεν ενόιαφερόταν καθόλου να κατασκοπεύσει την ιδιωτική ζωή των άλλων. Έβρισκε το δικό της άδειο δωμάτιο πολύ πιο συναρπαστικό. Αφού πέρασε απ’ όλα τα παράθυρα και επέστρεψε στο δικό της, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μες στην κρεβατοκάμαρά της υπήρχε ένας γυμνός άντρας. Στην αρχή νόμιζε ότι είχε εστιάσει σε λάθσς διαμέρισμα. Μετακίνησε τα κιάλια πάνω-κάτω, πισω-μπρσς. Όχι, δεν έκανε λάθος* ήτσν τσ δικό της δωμάτιο. Τα έπιπλά της, τα λουλούδια της στο βάζο, οι πίνακες που κρέμονταν στον τσίχσ. 0 άντρας ήταν σ Φερντινάντο. Καμία αμφιβολία. Καθόταν στσ κρεβάτι, ολόγυμνος. Το στήθος και το στομάχι του ήταν τριχωτά και το μακρύ πέος του κρεμόταν κάτω πλαδαρό, σαν παραζαλισμένο ζωάκι. Τι γυρεύει στο δωμάτιό μου; Ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα εμφανίστηκε στσ μέτωπο της


Μίου. Πώς μπήκε μέσα; Δεν μπορούσε να καταλάβει. Στπν αρχή θύμωσε, έπειτα ένιωσε μπερδεμένη. Ξαφνικά, εμφανίστηκε και μια γυναίκα στο παράθυρο. Φορούσε μια κοντομάνικη λευκή μπλούζα κι ένα γαλάζιο βαμβακερό μινι. Γυναίκα; Η Μίου έσφιξε γερά τα κιάλια και κάρφωσε το βλέμμα της στη σκηνή. Αυτό που είδε ήταν ο εαυτός της. Το μυαλό της Μίου άδειασε εντελώς από σκέψεις. Βρίσκομαι εδώ και κοιτάζω το δωμάτιό μου με τα κιάλια. Και σ’ εκείνο το δωμάτιο βρίσκομαι και πάλι εγώ. Η Μίου εστίασε και ξαναεστιασε με τα κιάλια, αλλά όσες φορές και να κοίταξε, ήταν πράγματι ηίόια μέσα στο δωμάτιο. Φορώντας ακριβώς τα ίδια ρούχα που φορούσε τώρα. 0 Φερντινάντο την τράβηξε κοντά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Φιλώντας την, έγδυσε σιγά σιγά τη Μίου που βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο. Της έβγαλε την μπλούζα, της ξεκούμπωσε το σουτιέν, της κατέβασε τη φούστα και τη φίλησε στο λαιμό καθώς της χάιδευε τα στήθη. Μετά από λίγο, της έβγαλε με το ένα χέρι την κιλότα, μια κιλότα ακριβώς σαν αυτή που φορούσε π ίδια τώρα. Η Μίου δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Τι συνέβαινε; Πριν το συνειδητοποιήσει καλά καλά, το πέος του Φερντινάντο ορθώθηκε, σκληρό σαν έμβολο. Δεν είχε δει ηοτέ της τόσο μεγάλο αντρικό όργανο. Πήρε το χέρι της Μίου και το έβαλε πάνω στσ πέος του. Τη χάιδεψε και την έγλειψε αη’ το κεφάλι ώς τα δάχτυλα. Δεν βιαζόταν καθόλου, αλλά κι εκείνη δεν αντιστεκόταν. Η Μισυ τσυ διαμερίσματος τον άφηνε να κάνει ό,τι ήθελε, απολαμβάνοντας στο έπακρο τον αυξανόμενο πόθο του. Πού και πού άπλωνε το χέρι της και χάιδευε το πέος του Φερντινάντο. Και του επέτρεπε να την αγγίζει παντού. Η Μίου δεν μπορούσε ν’ αποστρέψει τσ βλέμμα απ’ αυτό το περίεργο θέαμα. Ένιωσε αηδία. 0 λαιμός της ήταν τόσο ερεθισμένος που δεν μπορούσε να καταπιεί. Είχε τάση για εμετό. Υπήρχε παντού μια γκροτέσκα και απειλητική υπερβολή, όπως στσυς αλληγορικσύς πίνακες του Μεσαίωνα. Η Μίου σκέφτηκε ότι επίτηδες της έδειχναν αυτή τη σκηνή. Ξέρουν ότι τους παρακολουθώ. Παρ’ όλα αυτά, της ήταν αδύνατο να πάψει να κοιτάζει. Κενό. Μετά τι έγινε; Η Μίου δεν θυμόταν. Σ’ αυτό το σημείο, η μνήμη της έφτανε απότομα στο τέρμα. Δεν θυμάμαι, είπε. Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ήταν τρομακτική εμπειρία, είπε αργά. Εγώ ήμουν εδώ κι ένας άλλος εαυτός μου ήταν εκεί. Κι εκείνος ο άντρας-ο Φερντινάντο- δεν μπορείς να φανταστείς τι μου έκανε. Δηλαδή τι σου έκανε; Απλώς δεν θυμάμαι. Ένα σωρό πράγματα. Ενώ εγώ ήμουν κλειδωμένη μέσα στη ρόδα, εκείνος έκανε ό,τι ήθελε - στον εαυτό μου εκεί πέρα. Και μη νομίζεις ότι φοβόμουν το σεξ. Τότε ήταν μια εησχή όπσυ είχα αρκετές περιστασιακές σχέσεις. “Ομως αυτό πσυ έβλεπα εκεί δεν ήταν τσ ίδιο. Ήταν χωρίς νόημα και χυδαίο, μ’ ένα μόνο σκοπό - να με


μολύνει απ’ άκρη σ’ άκρη. 0 Φερντινάντο χρησιμοποίησε όλα τα κόληα που ήξερε για να με λερώσει με τα χοντρά του δάχτυλα και το γιγαντιαιο του πέος -και απ’ ό,τι φαίνεται, ο εαυτός μου εκεί πάνω δεν ένιωθε να μο-λύνεται καθόλου μα καθόλου. Και στσ τέλος δεν ήταν καν ο Φερντινάντο. Δεν ήταν ο Φερντινάντο; Κοίταξα τη Μίου. Εάν δεν ήταν ο Φερντινάντο, τότε ποιος ήταν; Δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι. Στο τέλος όμως δεν ήταν πια ο Φερντινάντο. Ή μπορεί κι απ’ την αρχή να μην ήταν αυτός. Το επόμενο πράγμα που θυμόταν η Μίου ήταν ο εαυτός της σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου μ’ ένα λευκό σεντόνι να καλύπτει τσ γυμνό της σώμα. Όλες της σι κλειδώσεις πονούσαν. Ο γιατρός τής εξήγησε τι είχε συμβει. Τσ πρωί, ένας απ’ τσυς εργάτες τσυ λούνα παρκ βρήκε το πορτοφόλι που είχε πετάξει κι έβγαλε το σωστό συμπέρασμα. Κατέβασε τη ρόδα και κάλεσε ένα νοσοκομειακό. Μέσα στην καμπίνα η Μίσυ ήταν αναίσθητη, πεσμένη σαν άμορφος σωρός στσ πάτωμα. Έδειχνε να είναι σε κατάσταση σοκ. Οι κόρες των ματιών της δεν αντιδρούσαν καθόλου. Το πρόσωπο και τα χέρια της ήταν γεμάτα γδαρσιματα και η μπλούζα της γεμάτη αίματα. Την πήγαν στο, νοσοκομείο για παρακολούθηση. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχε αποκτήσει αυτές τις πληγές. Ευτυχώς καμία δεν θ’ άφηνε μόνιμο σημάδι. Η αστυνομία έφερε τον ηλικιωμένο που χειριζόταν τη ρόδα για ανάκριση, αλλά εκείνος δεν θυμόταν ν’ άφησε κάποια γυναίκα ν’ ανέβει στον τροχό λίγο πριν σχολάσει.

Την επόμενη μέρα ήρθαν να την ανακρίνουν μερικοί ντόπιοι αστυνομικοί. Δυσκολευόταν ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις τους. Όταν συνέκριναν το πρόσωπό της με τη φωτογραφία της στο διαβατήριο, συνοφρυώθηκαν καί το πρόσωπό τους πήρε περίεργη έκφραση σαν να είχαν καταπιεί κάτι ξινό. Δισταχτικά τη ρώτησαν: Δεσποινίς, συγγνώμη που ρωτάμε, αλλά είστε πράγματι είκοσι πέντε χρονών; Ναι, είμαι, απάντησε εκείνη, όπως λέει στο διαβατήριό μου. Γιατί ρωτούσαν κάτι τέτοιο; Λίγο αργότερα ωστόσο, όταν πήγε στο μπάνιο για να πλύνει το πρόσωπό της, κατάλαβε. Κάθε τρίχα του κεφαλιού της ήταν άσπρη. Εντελώς άσπρη σαν το φρέσκο χιόνι. Στην αρχή νόμιζε πως έβλεπε κάποια άλλη στον καθρέφτη. Γύρισε και κοίταξε πίσω της, αλλά ήταν μόνη στο μπάνιο. Κοίταξε τον καθρέφτη άλλη μια φορά. Και η πραγματικότητα ήρθε και την πλάκωσε σαν μολύβι. Η ασπρομάλλα γυναίκα που την κοίταζε από τον καθρέφτη ήταν η ίόια. Σωριάστηκε λιπόθυμη στο πάτωμα. Και η Μίου εξαφανίστηκε. «Εγώ ήμουν ακόμη σ’ αυτή την πλευρά, εδώ. Όμως υπήρχε και μια άλλη εγώ, ίσως το άλλο μου μισό, που είχε περάσει στην άλλη πλευρά. Παίρνοντας μαζί της τα μαύρα μου μαλλιά, τις σεξουαλικές μου ορμές, την περίοδό μου, την ωορρηξία μου, ίσως ακόμη και την επιθυμία μου για ζωή. Το μισό που έμεινε είναι το άτομο που βλέπεις εδώ. Αιοθάνομαι έτσι εδώ και πάρα πολύ καιρό από τότε που σε μια ρόδα μιας μικρής ελβετικής πόλης, για ένα λόγο που όεν μπορώ να τον εξηγήσω, χωρίστηκα στα δύο για πάντα. Όμως μπορεί αυτό που έγινε να ήταν ένα είδος δοσοληψίας. Δεν είναι ότι


κάποιος μου έκλεψε κάτι, γιατί ακόμη υπάρχουν όλα, αλλά υπάρχουν στην άλλη πλευρά. Και αυτό που μας χωρίζει απ’ την άλλη πλευρά είναι ένας καθρέφτης. Ένα απλό φύλλο γυαλιού, ένα γυάλινο φράγμα που όεν θα μπορέσω να το όιασχίσω ποτέ. Ποτέ». Η Μίου άρχισε να τρώει τα νύχια της νευρικά. «Υποθέτω ότι το ποτέ είναι υπερβολικά δυνατή λέξη. Μπορεί κάποια μέρα, κάπου, να συναντηθώ με το άλλο μου μισό και να ξαναγίνουμε ενιαίο άτομο. Μια πολύ σπουδαία ερώτηση παραμένει ωστόσο αναπάντητη. Ποιος εαυτός, σε ποια από τις δύο πλευρές του καθρέφτη είναι ο πραγματικός; Δεν έχω ιδέα. Να είναι άραγε ο πραγματικός μου εαυτός εκείνος που κράτησε στην αγκαλιά του τον Φερντινάντο; Ή εκείνος που τον απεχθανόταν; Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη για την απάντηση». Όταν τελείωσαν οι καλοκαιρινές διακοπές, η Μίου δεν επέστρεψε στο σχολείο. Εγκατέλειψε τις σπουδές της στο εξωτερικό και γύρισε στην Ιαπωνία. Και δεν ξανάγγιξε ποτέ πια κλαβιέ πιάνου. Η ικανότητα να δημιουργεί μουσική την είχε εγκαταλείψει και δεν επρόκειτο να γυρίσει ποτέ. Ένα χρόνο αργότερα, ο πατέρας της πέθανε κι ανέλαβε εκείνη την εταιρεία. «Το ότι δεν μπορούσα πια να παίξω πιάνο ήταν σαφώς τεράστιο σοκ, αλλά δεν κάθισα να το πολυσκεφτώ. Είχα πάντα την υποψία ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Αργά ή γρήγορα…» είπε η Μίου και χαμογέλασε. «0 κόσμος είναι γεμάτος πιανίστες. Είκοσι ενεργοί πιανίστες διεθνούς κλάσης είναι παραπάνω από αρκετοί. Πήγαινε σ’ ένα δισκοπωλείο και ψάξε να βρεις όλες τις εκτελέσεις του “Βάλντσταϊν”, της “Κραϊσλεριάνας” ή ό,τι άλλο θέλεις. Τα κλασικά κομμάτια που μπορείς να ηχογραφήσεις είναι περιορισμένα και ο χώρος στα ράφια των δισκοπωλείων επίσης περιορισμένος. Όσο για τη βιομηχανία παραγωγής δίσκων, είκοσι πιανίστες πρώτης διαλογής είναι πολλοί. Κανείς δεν θα έδινε σημασία εάν εγώ δεν γινόμουν ένας απ’ αυτούς». Η Μίου άπλωσε τα δάχτυλα και των δύο χεριών μπροστά της και χα κούνησε ξανά και ξανά. Σαν να προσπαθούσε να επιβεβαιώσει χη μνήμη χης. «Όταν έμεινα στη Γαλλία περίπου ένα χρόνο, παρατήρησα κάτι παράξενο. Πιανίστες με τεχνική χειρότερη απ’ τη δική μου, που δεν έκαναν ούτε τη μισή εξάσκηση από μένα, μπορούσαν να συγκινήσουν το κοινό τους περισσότερο απ’ όσο εγώ. Στο τέλος πάντα με νικούσαν. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν μια απλή παρεξήγηση. Όμως το ίδιο πράγμα συνέβη τόσο πολλές φορές που άρχισα να τρελαίνομαι. Είναι πολύ άδικο! σκεφτόμουν. Αργά αλλά σίγουρα, κατάλαβα τελικά ότι κάτι μου έλειπε. Κάτι απολύτως θεμελιώδες, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς. Υποθέτω ότι ήταν το πάθος του συναισθήματος που χρειάζεται κάποιος για να δημιουργήσει μουσική που θα εμπνεύσει τους άλλους. Δεν το είχα παρατηρήσει αυτό όσο ήμουν στην Ιαπωνία. Στην Ιαπωνία ποτέ δεν είχα χάσει από κανέναν, και σαφώς δεν είχα το χρόνο να σταθώ κριτικά απέναντι στις δικές μου εκτελέσεις. Στο Παρίσι όμως, περιτριγυρισμένη από τόσους και τόσους ταλαντούχους πιανίστες, τελικά το κατάλαβα. Ήταν απολύτως σαφές - όπως όταν ανατέλλει ο ήλιος και διώχνει την ομίχλη». Ή Μίου αναστέναξε. Με κοίταξε και χαμογέλασε.


«Από τότε που ήμουν μικρή, πάντα μου άρεσε να φτιάχνω τους δικούς μου προσωπικούς κανόνες και να ζω με βάση αυτούς. Ήμουν ένα πολύ ανεξάρτητο και πολύ σοβαρό κορίτσι. Γεννήθηκα στην Ιαπωνία, πήγα σε ιαπωνικά σχολεία, μεγάλωσα παίζοντας με Γιαπωνέζες φίλες. Συναισθηματικά ήμουν τελείως Γιαπωνέζα, αλλά από εθνικότητα ήμουν ξένη. Για μένα, για τεχνικούς λόγους, η Ιαπωνία θα είναι πάντα μια ξένη χώρα. Οι γονείς μου δεν ήταν απ’ αυτούς που επέμεναν στην αυστηρότητα, αλλά αυτό το γεγονός ήταν κάτι που μου το έβαλαν καλά στο κεφάλι μου από τότε που ήμουν πολύ μικρή Είσαι ξένη εδώ. Αποφάσισα ότι για να μπορέσω να επιβιώσω, έπρεπε να γίνω πιο δυνατή». Η Μίου συνέχισε με ήρεμη φωνή. «Το να είναι κανείς σκληρός στη ζωή όεν είναι από μόνο του κακό πράγμα. Τώρα όμως που κοιτάζω κριτικά το παρελθόν βλέπω ότι είχα εθιστεί σ’ αυτή τη δύναμη και ποτέ όεν είχα προσπαθήσει να καταλάβω όσους όεν την είχαν. Είχα συνηθίσει να είμαι τυχερή και όεν καταλάβαινα όσους ήταν λιγότερο ευνοημένοι απ’ την τύχη. Είχα συνηθίσει να είμαι υγιής και όεν μπορούσα να καταλάβω τον πόνο όσων όεν ήταν. Όποτε έβλεπα κάποιον να υποφέρει, κάποιον που τον είχε παραλύσει η πραγματικότητα, θεωρούσα ότι ήταν αποκλειστικά και μόνο όικό του σφάλμα απλώς όεν προσπαθούσε αρκετά. Οι άνθρωποι που διαμαρτύρονταν ήταν απλώς τεμπέληδες. Η άποψή μου για τη ζωή ήταν ακλόνητη και πρακτική, αλλά της έλειπε η ανθρώπινη ζεστασιά. Και κανείς απ’ όσους με περιέβαλαν δεν μου το επισήμανε αυτό. »Έχασα την παρθενιά μου στα δεκαεφτά και πλάγιασα με αρκετούς άντρες. Είχα πολλούς εραστές και αν μου έκανε κέφι, όεν είχα κανένα πρόβλημα να περάσω με κάποιον μία και μόνο νύχτα. Όμως ποτέ όεν ερωτεύτηκα κάποιον πραγματικά. Δεν είχα χρόνο. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι έπρεπε να γίνω πια-· νίστρια διεθνών προδιαγραφών και η οποιαδήποτε απόκλιση απ’ αυτή την πορεία ήταν απλώς αδιανόητη. Κάτι μου έλειπε, αλλά όταν παρατήρησα αυτό το κενό, ήταν πια πολύ αργά». Άπλωσε ξανά μπροστά της τα χέρια της και σκέφτηκε για λίγο. «Υπ’ αυτή την έννοια, αυτό που συνέβη στην Ελβετία πριν από δεκατέσσερα χρόνια μπορεί κάλλιστα να το προκάλεσα εγώ. Μερικές φορές το πιστεύω αυτό». Η Μίου παντρεύτηκε στα είκοσι εννιά της. Από την Ελβετία και μετά ήταν σεξουαλικά απόλυτα ψυχρή και της ήταν αδύνατο να ανχαποκριθεί σχο σεξ με οποιονόήποχε. Κάχι μέσα χης είχε χαθεί για πάνχα. Εξομολογήθηκε χο πρόβλημά χης-και μόνο αυχόσχον άνόρα που πανχρεύχηκε χέλικά. Γι’ αυχό και όεν μπορώ να πανχρευχώ, εξήγησε. Όμως εκείνος χην αγαπούσε, και παρ’ όλο που η σχέση χους ήχαν μοιραίο να παραμείνει πλαχωνική, ήθελε να μοιρασχεί χην υπόλοιπη ζωή χου μαζί χης. Η Μίου όεν μπορούσε να σκεφχεί έναν πεισχικό λόγο για ν’ απορρίψει χην πρόχασή χου. Τον ήξερε από χόχε που ήχαν παιόί και πάνχα χης άρεσε. Όποια μορφή και να έπαιρνε η σχέση χους, ήχαν χο μόνο πρόσωπο με χο οποίο μπορούσε να φανχασχεί όχι θα μοιραζόχαν χη ζωή χης. Επίσης, σε καθαρά πρακχικό επίπεδο, ο γάμος χης χής επέχρεπε ν’ ασχολείχαι με χις επιχειρήσεις χης σχην Ιαπωνία απρόσκοπχα.


Η Μίου συνέχισε. «0 άντρας μου κι εγώ βλεπόμαστε μόνο τα Σαββατοκύριακα, και γενικά τα πάμε καλά μαζί. Είμαστε σαν καλοί φίλοι, συνεταίροι που περνάμε πού και πού μερικές ευχάριστες ώρες μαζί. Μιλάμε για πάρα πολλά πράγματα και εννοείται ότι εμπιστευόμαστε απόλυτα ο ένας τον άλλο. Τώρα, αν έχει κάποια σεξουαλική ζωή και τι είδους ζωή είναι αυτή, δεν το ξέρω, και στην πραγματικότητα δεν μ’ ενδιαφέρει. Ποτέ δεν κάνουμε έρωτα μεταξύ μας-ούτε καν αγγίζουμε ο ένας τον άλλον. Νιώθω άσχημα γι’ αυτό, αλλά δεν θέλω να τον αγγίξω. Απλώς δεν θέλω». Κουρασμένη απ’ όλες αυτές τις εξηγήσεις, η Μίου έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. Έξω, ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζεται. «Ήμουν ζωντανή στο παρελθόν, και είμαι ζωντανή τώρα, αφού κάθομαι εδώ και σου μιλάω. Όμως αυτό που βλέπεις δεν είναι ο πραγματικός μου εαυτός. Είναι η σκιά αυτού που ήμουν κάποτε. Εσύ είσαι πραγματικά ζωντανή. Εγώ όχι. Ακόμη και τα λόγια που σου λέω τώρα, μου ακούγονται κούφια, σαν ηχώ». Χωρίς να πω λέξη, έβαλα to χέρι μου γύρω από τον ώμο της Μίου. Δεν μπορούσα να βρω τα κατάλληλα λόγια, γι’ αυτό και tnv κράτησα απλώς στην αγκαλιά μου. Είμαι ερωτευμένη με τη Μίου. Με τη Μίου αυτής της πλευράς, εννοείται. Όμως αγαπάω και τη Μίου της άλλης πλευράς με την ίόια ένταση. Τη στιγμή που μου πέρασε απ’ το μυαλό αυτή η σκέψη ήταν σαν ν’ άκουγα τον εαυτό μου να χωρίζεται στα δύο, μ’ ένα ηχηρό κρακ. Λες και ο διχασμός της Μίου είχε ανοίξει μια ρωγμή που μ’ έκοψε κι εμένα στα δύο. Η αίσθηση ήταν συγκλονιστική και ήξερα ότι όεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να την πολεμήσω. Παραμένει ωστόσο ένα ερώτημα. Εάν αυτή η πλευρά όπου βρίσκεται η Μίου δεν είναι ο πραγματικός κόσμος-εάν αυτή η πλευρά είναι στην πραγματικότητα η άλλη πλευρά-, τι συμβαίνει τότε μ’ εμένα, το πρόσωπο που μοιράζεται τον ίδιο χωροχρόνο μαζί της; Ποια ακριβώς είμαι εγώ; Διάβασα και τα δύο έγγραφα από δύο φορές, στην αρχή διαγώνια και μετά αργά και προσεχτικά, δίνοντας μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες, καταγράφοντάς τες στο μυαλό μου. Τα κείμενα ήταν σαφώς της Σουμίρε* το γράψιμο ήταν γεμάτο από ττ χαρακτηριστική και αποκλειστικά δική της φρασεολογία. Υπήρχε κάτι διαφορετικό στο γενικότερο ύφος, ωστόσο κάτι που δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Ήταν πιο συγκρατημένο, πιο αποστασιοποιημένο. Ωστόσο δεν υπήρχε καμία αμφιβολία τα είχε γράψει και τα δύο η Σουμίρε. Μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό, έβαλα τη δισκέτα στη θήκη της τσάντας μου. Εάν όλα πήγαιναν κατευχήν κι επέστρεφε τελικά η Σουμίρε, θα την ξανάβαζα στη θέση της. Το πρόβλημα ήταν τι θα γινόταν αν δεν επέστρεφε. Εάν έψαχνε κανείς τα πράγματά της, θα έβρισκε οπωσδήποτε τη δισκέτα και μου ήταν αδύνατο ν’ ανεχτώ έστω και τη σκέψη ότι θα διάβαζαν άλλα μάτια αυτό που μόλις τώρα είχα διαβάσει. Αφού διάβασα τα κείμενα, αισθάνθηκα την ανάγκη να πάρω καθαρό αέρα. Φόρεσα καθαρό


πουκάμισο, βγήκα έξω και κατέβηκα τα σκαλιά μέχρι την πόλη. Άλλαξα εκατό δολάρια σε ντόπιο νόμισμα, αγόρασα μια εφημερίδα στα αγγλικά και κάθισα να τη διαβάσω κάτω από μια ομπρέλα στο καφενείο. Παρήγγειλα σ’ ένα υπναλέο γκαρσόνι μια λεμονίτα κι ένα τοστ. Έγραψε την παραγγελία μ’ ένα κοντό μολύβι χωρίς να βιάζεται. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει την πλάτη του πουκαμίσου του σχηματίζοντας έναν τεράστιο υγρό λεκέ. Ο λεκές έμοιαζε να μου στέλνει ένα μήνυμα, αλλά δεν μπορούσα να το αποκρυπτογραφήσω. Ξεφύλλισα μηχανικά την εφημερίδα και μετά κοίταξα αφηρημένα το σκηνικό του λιμανιού. Ένας κοκαλιάρης μαύρος σκύλος εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, οσμίστηκε τα πόδια μου και, χάνοντας κάθε ενδιαφέρον, απομακρύνθηκε αργά αργά. Οι άνθρωποι περνούσαν τις νυσταλέες ώρες του καλοκαιριάτικου μεσημεριού, ο καθένας στο μέρος που είχε διαλέξει. Οι μόνοι που έμοιαζαν να κινούνται ήταν ο σερβιτόρος και ο σκύλος, αν και δεν μπορούσα να πω με σιγουριά πόση ώρα θα το έκαναν ακόμη. Ο παππούς στο περίπτερο όπου είχα αγοράσει την εφημερίδα κοιμόταν του καλού καιρού κάτω από μια ομπρέλα με τα πόδια του διάπλατα ανοιχτά. Το άγαλμα του ήρωα στην πλατεία στεκόταν το ίδιο αδιάφορο όπως πάντα, με την πλάτη στραμμένη στον καυτό ήλιο. Δρόσισα τις παλάμες μου και το μέτωπό μου με το κρύο ποτήρι της λεμονίτας, αναζητώντας με το μυαλό μου οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στην εξαφάνιση της Σουμίρε και σε όσα είχε γράψει. Γ ια πολύ καιρό η Σουμίρε είχε σταματήσει να γράφει. Όταν γνώρισε τη Μίου στη γαμήλια δεξίωση, η επιθυμία της να γράψει πέταξε από το παράθυρο. Κι όμως εδώ, σ’ αυτό το μικρό νησί, είχε καταφέρει να γράψει αυτά τα δύο κομμάτια σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Καθόλου κακή επίδοση για τόσο λίγες μέρες. Κάτι πρέπει να έσπρωξε τη Σουμίρε να καθίσει στο γραφείο και να γράψει. Ποιο να ήταν το κίνητρο; Και κάτι ακόμη σημαντικότερο: ποιο θέμα έδενε αυτά τα δύο κομμάτια μεταξύ τους; Κοίταξα τα πουλιά που πετούσαν ή έκοβαν βόλτες στην προκυμαία και προσπάθησα να σκεφτώ. Η ζέστη ήταν υπερβολικά μεγάλη για να σκεφτώ τέτοια πολύπλοκα θέματα. Ήμουν πραγματικά μπερδεμένος και κουρασμένος. Παρ’ όλα αυτά, σαν να προσπαθούσα να συμμαζέψω τα ηττημένα απομεινάρια ενός στρατού -μείον οι τυμπανοκρουσίες και τα σαλπίσματα-, συγκέντρωσα τις σκόρπιες σκέψεις μου. Τα κομμάτια του μυαλού μου άρχισαν επιτέλους να παίρνουν τη σωστή τους θέση. Αυτό που πραγματικά έχει σημασία εδώ», είπα ψιθυριστά στον εαυτό μου, «δεν είναι τα μεγάλα πράγματα που έχουν σκεφτεί κάποιοι άλλοι, αλλά τα μικρά που έχεις σκεφτεί εσύ». Ήταν μια αγαπημένη μου αρχή που δίδασκα στους μαθητές μου. Ίσχυε όμως πραγματικά; Είναι εύκολο να το λες αλλά δύσκολο να το εφαρμόσεις στην πράξη. Είναι πολύ δύσκολο να ξεκινήσει κανείς ακόμη κι από τα πολύ μικρά, πόσο μάλλον ν’ ασχοληθεί με την ευρύτερη εικόνα. Ή μήπως ισχύει το αντίθετο; Μήπως είναι δυσκολότερο να συλλάβει κανείς τις μικρότερες έννοιες; Επιπλέον, δεν βοηθούσε καθόλου το γεγονός ότι ήμουν τόσο μακριά από την πατρίδα. Το όνειρο της Σουμίρε. Ο διχασμός της Μίου. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους, σκέφτηκα. Αυτό είναι το κοινό στοιχείο εδώ. Έγγραφο 1: αφηγείται ένα όνειρο που είδε η Σουμίρε. Ανεβαίνει μια μεγάλη σκάλα για να πάει να


δει τη νεκρή μητέρα της. Όμως τη στιγμή που φτάνει, η μητέρα της ήδη επιστρέφει στην άλλη πλευρά. Και η Σουμίρε δεν μπορεί να τη σταματήσει. Και ξεμένει στην κορυφή του πύργου έχοντας γύρω της αντικείμενα ενός άλλου κόσμου. Η Σουμίρε είδε πολλά τέτοια όνειρα. Έγγραφο 2: αυτό αφορά τις περίεργες εμπειρίες που είχε’ η Μίου πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Βρέθηκε αποκλεισμένη για μία ολόκληρη νύχτα μέσα στην καμπίνα μιας ρόδας λούνα παρκ σε μια μικρή ελβετική πόλη, και κοιτάζοντας μέσα απ’ τα κιάλια το δωμάτιό της, είδε εκεί έναν δεύτερο εαυτό. Ένα σωσία. Και αυτή η εμπειρία κατέστρεψε τη Μίου ως άτομο ή τουλάχιστον έκανε αυτή την καταστροφή χειροπιαστή. Όπως το έθεσε η Μίου, χωρίστηκε στα δύο, μ’ έναν καθρέφτη ανάμεσα στους δύο εαυτούς. Η Σουμίρε είχε πείσει τη Μίου να της πει την ιστορία και την έγραψε όσο καλύτερα μπορούσε. Αυτή η πλευρά η άλλη πλευρά. Νά η κοινή γραμμή. Η μετάβαση από τη μία πλευρά στην άλλη. Αυτό το μοτίβο πρέπει να ερέθισε τη Σουμίρε και ν’ αποτέλεσε αρκετά ισχυρό κίνητρο για να καθίσει και να γράψει όλα αυτά. Και για να δανειστώ τη δική της έκφραση, τα έγραψε όλα αυτά για να μπορέσει να σκεφτεί. Ο σερβιτόρος ήρθε να πάρει το άδειο πιάτο μου, οπότε παρήγγειλα άλλη μία λεμονίτα. Βάλτε μέσα και πολύ πάγο, του ζήτησα. Όταν μου έφερε το αναψυκτικό, ήπια μια γουλιά και το χρησιμοποίησα πάλι για να δροσίσω το μέτωπό μου. «Κι αν η Μίου δεν με δεχτεί, τότε τι;» είχε γράψει η Σουμίρε. «Αυτή τη γέφυρα θα την περάσω όταν έρθει η ώρα της. Πρέπει να χυθεί αίμα. Θ’ ακονίσω το μαχαίρι μου και κάπου θα βρω ένα σκύλο να του κόψω το λαιμό». Τι προσπαθούσε να πει; Υπονοούσε ίσως ότι θα αυτοκτονούσε; Μου ήταν αδύνατο να πιστέψω κάτι τέτοιο. Τα λόγια της δεν είχαν την ξινή μυρωδιά του θανάτου. Αυτό που ένιωθα μέσα τους ήταν μάλλον η επιθυμία να προχωρήσει μπροστά. Ο σκύλος και το αίμα είναι απλή αλληγορία, όπως της είχα εξηγήσει σ’ εκείνο το παγκάκι στο πάρκο Ινογκασίρα. Αντλούν το νόημά τους από μαγικές ζωογόνες δυνάμεις. Η ιστορία για τις κινέζικες πύλες ήταν μια μεταφορά, έδειχνε πώς μπορεί μια ιστορία να κλείσει μέσα της τη μαγεία. Κάπου θα βρω ένα σκύλο να του κόψω το λαιμό. Κάπου; Η σκέψη μου βρέθηκε απέναντι σ’ ένα στέρεο τοίχο. Το απόλυτο αδιέξοδο. Πού μπορεί να είχε πάει η Σουμίρε; Υπήρχε κάποιο μέρος σ’ αυτό το νησί όπου ένιωθε υποχρεωμένη να πάει; Μου ήταν αδύνατο να διώξω την εικόνα της Σουμίρε να πέφτει σ’ ένα πηγάδι σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή και να περιμένει, μόνη, να φτάσει κάποια βοήθεια. Πληγωμένη, μόνη, πεινασμένη και διψασμένη. Αυτή η σκέψη με τρέλαινε. Η αστυνομία το είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν υπήρχε ούτε ένα πηγάδι στο νησί. Ούτε χάσματα και καταβόθρες κοντά στην πόλη. Εάν υπήρχαν, τότε θα ήταν οι πρώτοι που θα το ήξεραν, δήλωσαν. Εδώ δεν μπορούσα να διαφωνήσω.


Αποφάσισα ν’ αποτολμήσω μια θεωρία. Η Σουμίρε πέρασε στην άλλη πλευρά. Αυτό θα εξηγούσε πολλά. Η Σουμίρε πέρασε μέσα απ’ τον καθρέφτη και ταξίδεψε στην άλλη πλευρά. Για να συναντήσει την άλλη Μίου που βρισκόταν εκεί. Εφόσον η Μίου αυτής της πλευράς την απέρριψε, δεν θα ήταν λογικό να κάνει κάτι τέτοιο; Ανέσυρα απ’ τη μνήμη μου αυτό που είχε γράψει: «Τι κάνουν οι άνθρωποι άμα θέλουν ν’ αποφύγουν τη σύγκρουση; Λογικά, είναι εύκολο. Η απάντηση είναι όνειρα. Ονειρεύονται διαρκώς. Μπαίνουν στον κόσμο των ονείρων και δεν βγαίνουν ποτέ από κει. Όλο τον υπόλοιπο καιρό ζουν μέσα στα όνειρα». Ωστόσο παραμένει ένα ερώτημα. Ένα μεγάλο ερώτημα. Πώς μπορεί να πάει κανείς εκεί; Είναι εύκολο να βγάλεις το συμπέρασμα. Είναι όμως δύσκολο να το εξηγήσεις. Είχα γυρίσει και πάλι εκεί από όπου ξεκίνησα. Σκέφτηκα το Τόκιο. Το διαμέρισμά μου, το σχολείο που δίδασκα, τα σκουπίδια που είχα πετάξει κρυφά σ’ ένα σκουπιδοτενεκέ του σταθμού. Έλειπα απ’ την Ιαπωνία μόλις δύο μέρες, αλλά είχα ήδη την εντύπίοση ότι βρισκόμουν σε διαφορετικό κόσμο. Η καινούργια χρονιά θα άρχιζε σε μία εβδομάδα. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να στέκεται μπροστά σε τριάντα πέντε μαθητές. Από δω που βρισκόμουν, η σκέψη ότι θα δίδασκα κάποιον -ακόμη και δεκάχρονα παιδάκιαφαινόταν παράλογη. Έβγαλα τα γυαλιά μου, σκούπισα το ιδρωμένο μου μέτωπο μ’ ένα μαντίλι και τα ξαναφόρεσα. Κοίταξα τα θαλασσοπούλια. Σκέφτηκα τη Σουμίρε. Την τρομερή στύση που είχα όταν κάθισα δίπλα της τότε που μετακόμισε στο καινούργιο της διαμέρισμα. Μια στύση τόσο σκληρή και τόσο έντονη που παρόμοια δεν είχα δοκιμάσει ποτέ. Αες και το σώμα μου ολόκληρο ήταν έτοιμο να εκραγεί. Εκείνη την ώρα, στη φαντασία μου -κάτι σαν τον κόσμο των ονείρων για τον οποίο έγραψε η Σουμίρεκάναμε έρωτα. Και η αίσθηση ήταν πολύ πιο πραγματική απ’ όλες τις άλλες φορές που είχα κάνει πραγματικά έρωτα. Ήπια λίγη λεμονίτα για να καθαρίσω το λαιμό μου. Επέστρεψα στην υπόθεσή μου, πηγαίνοντάς την ένα βήμα παρακάτω. Η Σουμίρε κατά κάποιο τρόπο μπόρεσε να βρει μία έξοδο. Τι είδους έξοδος ήταν αυτή και πώς την ανακάλυψε δεν είχα κανέναν τρόπο να το μάθω. Αυτό έπρεπε λοιπόν να το αφήσω για αργότερα. Ας πούμε ότι είναι ένα είδος πόρτας. Έκλεισα τα μάτια μου και έφερα στο μυαλό μου μια εικόνα μια λεπτομερή εικόνα αυτής της πόρτας. Μιας συνηθισμένης πόρτας σ’ ένα συνηθισμένο τοίχο. Η Σουμίρε έτυχε να βρει αυτή την πόρτα, έστριψε το χερούλι και βγήκε έξω περνώντας απ’ αυτή την πλευρά στην άλλη. Φορώντας μόνο μια μεταξωτή πιζάμα και καλοκαιρινά σανδάλια. Ό,τι υπήρχε πίσω απ’ αυτή την πόρτα ήταν πέρα απ’ τη φαντασία μου. Η πόρτα έκλεισε και η Σουμίρε δεν θα ερχόταν πίσω. Γύρισα στο σπίτι και ετοίμασα ένα απλό δείπνο με ό,τι βρήκα στο ψυγείο. Ζυμαρικά με σάλτσα ντομάτα και βασιλικό, σαλάτα, μια Άμστελ. Βγήκα και κάθισα στη βεράντα χαμένος στις σκέψεις


μου. Ή μήπως χωρίς καθόλου σκέψεις; Κανείς δεν πήρε τηλέφωνο. Η Μίου μπορεί να προσπαθούσε να τηλεφωνήσει από την Αθήνα, αλλά σε τούτο το νησί κανείς δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στα τηλέφωνα. Όσο περνούσε η ώρα, το μπλε της θάλασσας γινόταν βαθύτερο και μια τεράστια κυκλική σελήνη υψώθηκε από το νερό, με κάμποσα αστέρια να τρυπούν τον ουρανό. Το βραδινό αεράκι σάρωσε τις πλαγιές κάνοντας τον ιβίσκο να θροιζει. Ο αυτόματος φάρος στην άκρη της αποβάθρας αναβόσβηνε το αρχέγονο φως του. Άνθρωποι κατέβαιναν την πλαγιά, πολλοί μαζί με τα ζωντανά τους. Οι μεγαλόφωνες κουβέντες τους πλησίασαν για ν’ απομακρυνθούν και πάλι. Όλα αυτά τα ρουφούσα σιωπηλά, αυτό το ξένο σκηνικό άρχισε να μου φαίνεται εντελώς φυσικό. Τελικά το τηλέφωνο δεν χτύπησε και η Σουμίρε δεν εμφανίστηκε. Αργά και ανεπαίσθητα, ο χρόνος κυλούσε, το βράδυ γινόταν όλο και πιο σκοτεινό. Πήρα μερικές κασέτες από το δωμάτιο της Σουμίρε κι έβαλα να τις ακούσω στο στέρεο του σαλονιού. Η μία ήταν συλλογή τραγουδιών του Μότσαρτ. Ελισάβετ Σβάρτσκοπφ καί Βάλτερ Γκίζεκινγκ (π), έλεγε η χειρόγραφη ταμπελίτσα. Δεν έχω γνώσεις κλασικής μουσικής, αλλά αρκούσε να την ακούσω μια φορά για να εκτιμήσω την ποιότητά της. Το στιλ του τραγουδιού ήταν λίγο παλιομοδίτικο, σαν να διάβαζα παλιά κλασική πρόζα απαιτούσε αυτοσυγκέντρωση και προσοχή. Οι εκτελεστές ήταν σαν να βρίσκονταν εκεί μπροστά μου, με τις περίτεχνες φράσεις τους να κατακλύζουν το χώρο, να υποχωρούν και μετά να επανέρχονται δριμύτερες. Ένα από τα τραγούδια της συλλογής πρέπει να είναι η ((Σουμίρε». Βυθίστηκα στην καρέκλα μου, έκλεισα τα μάτια μου και μοιράστηκα τη μουσική με τη χαμένη φίλη μου. Με ξύπνησε η μουσική. Μια μακρινή μουσική που μετά βίας ακουγόταν. Αργά αλλά σταθερά, όπως σηκώνει ένας ανώνυμος ναύτης την άγκυρα απ’ τα βάθη της θάλασσας, ο αμυδρός ήχος με ξύπνησε εντελώς. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι, έγειρα στο ανοιχτό παράθυρο και αφουγκράστη-κα. Το ρολόι δίπλα στο κρεβάτι μου έδειχνε μία και κάτι. Μουσική; Τόσο αργά τη νύχτα; Έβαλα στα γρήγορα ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο, φόρεσα κι ένα ζευγάρι παπούτσια και βγήκα έξω. Τα φώτα της γειτονιάς ήταν όλα σβηστά και οι δρόμοι ερημωμένοι. Ούτε άνεμος ούτε ήχος κυμάτων. Μόνο το φεγγαρόφωτο να λούζει τη γη. Στάθηκα και αφουγκράστηκα ξανά. Ήταν περίεργο αλλά η μουσική έμοιαζε να έρχεται από την κορυφή των λόφων. Δεν υπήρχαν χωριά στα απότομα βουνά, μόνο μερικοί βοσκοί και μοναστήρια, όπου οι μοναχοί ζούσαν μέσα σε αυστηρή απομόνωση. Ήταν δύσκολο να φανταστώ είτε τους μεν είτε τους δε να στήνουν πανηγύρι νυχτιάτικα. Έξω, η μουσική ήταν ακόμη πιο ευδιάκριτη. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τη μελωδία, αλλά ο ρυθμός ήταν σαφώς ελληνικός. Είχε τον ακανόνιστο και κοφτό ήχο της ζωντανής μουσικής, αυτή η μουσική δεν ακουγόταν από μεγάφωνα. Είχα ξυπνήσει πια για τα καλά. Ο καλοκαιριάτικος νυχτερινός αέρας ήταν ευχάριστος και είχε ένα μυστηριώδες βάθος. Εάν δεν ανησυχούσα για τη Σουμίρε, μπορεί η διάθεσή μου να ήταν γιορταστική. Ακούμπησα τα χέρια μου στους γοφούς μου, τεντώθηκα, κοίταξα τον ουρανό και εισέπνευσα βαθιά. Η δροσιά της νύχτας όρμησε μέσα μου σαν κύμα. Ξαφνικά μου πέρασε απ’ το μυαλό μια σκέψη λες, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, ν’ ακούει και η Σουμίρε την ίδια μουσική; Αποφάσισα να περπατήσω για λίγο προς την κατεύθυνση της μουσικής. Έπρεπε ν’ ανακαλύψω από


πού προερχόταν και ποιος έπαιζε. Ο. δρόμος προς την κορυφή ήταν ο ίδιος που είχα πάρει το πρωί γ��α να πάω στην παραλία, οπότε μου ήταν οικείος. Θα πάω μέχρι εκεί που μπορώ, αποφάσισα. Η λαμπερή πανσέληνος φώτιζε τα πάντα διευκολύνοντας την πορεία μου. Δημιουργούσε πολύπλοκες φωτοσκιάσεις ανάμεσα στα βράχια, έβαφε το έδαφος με απίστευτες σκιές. Κάθε φορά που οι σόλες των παπουτσιών μου έλιωναν κάποιο χαλίκι στο δρόμο, ο ήχος πολλαπλασιαζόταν. Η μουσική δυνάμωνε όσο ανέβαινα την πλαγιά. Όπως είχα υποθέσει, ερχόταν απ’ την κορυφή του λόφου. Μπορούσα να ξεχωρίσω ένα κρουστό, ένα μπουζούκι, ένα ακορντεόν κι ένα φλάουτο. Ίσως και μια κιθάρα. Εκτός απ’ αυτά, δεν μπορούσα ν’ ακούσω τίποτε άλλο. Δεν υπήρχε τραγούδι ούτε φωνές ανθρώπων. Μόνο η μουσική να παίζει ασταμάτητα μ’ έναν αυτόνομο, σχεδόν μονότονο ρυθμό. Ήθελα να δω τι συνέβαίνε στην κορυφή του βουνού, ταυτόχρονα όμως σκεφτόμουν ότι καλό θα ήταν να κρατήσω τις αποστάσεις μου. Η ακατανίκητη περιέργεια πάλευε με τον ενστικτώδη φόβο. Ωστόσο έπρεπε να προχωρήσω. Ένιωθα σαν να βρίσκομαι μέσα σε όνειρο. Η αρχή που έκανε εφικτές κι άλλες επιλογές έλειπε. Ή μήπως αυτό που έλειπε ήταν η επιλογή που έκανε εφικτή αυτή την αρχή; Μπορούσα να φανταστώ τη Σουμίρε να ξυπνάει μερικές μέρες πριν ακούγοντας την ίδια μουσική και την περιέργεια να την ωθεί ν’ ανέβει την πλαγιά φορώντας την πιζάμα της. Στάθηκα και γύρισα να κοιτάξω πίσω μου. Η πλαγιά κατηφόριζε απαλά προς την πόλη με το μονοπάτι να ελίσσεται σαν χνάρι ενός τεράστιου εντόμου. Ύψωσα το βλέμμα και κοίταξα τον φεγγαρόφωτο ουρανό και μετά κοίταξα την παλάμη του χεριού μου. Το μυαλό μου ξαφνικά φωτίστηκε και κατάλαβα ότι αυτό δεν ήταν πια το χέρι μου. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Όμως μία ματιά ήταν αρκετή για να καταλάβω. Το χέρι μου δεν ήταν πια το δικό μου χέρι, τα πόδια μου δεν ήταν τα δικά μου πόδια. Λουσμένο στο χλομό φεγγαρόφωτο, το σώμα μου, σαν γύψινη κούκλα, είχε χάσει τη ζεστασιά της ζωής. Λες και κάποιος μάγος βουντού είχε εμφυσήσει με τα ξόρκια του το φθαρτό μέρος της ζωής μου μέσα σ’ αυτή την άμορφη πήλινη μάζα, Η σπίθα της ζωής είχε εξαφανιστεί. Η πραγματική μου ζωή είχε αποκοιμηθεί κάπου αλλού και ένας απρόσωπος κάποιος την παράχωνε σε μια βαλίτσα έτοιμος να φύγει. Μια τρομακτική ανατριχίλα μού συντάραξε το κορμί και ένιωσα να πνίγομαι. Κάποιος είχε αναδιατάξει τα κύτταρά μου, είχε λύσει τους δεσμούς που κρατούσαν το μυαλό μου ενιαίο. Μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ καθαρά. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να υποχωρήσω όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο συνηθισμένο μου καταφύγιο. Πήρα μια βαθιά ανάσα, και βούτηξα στη θάλασσα των αισθήσεων μέχρι τον πάτο. Παραμερίζοντας το βαρύ νερό, κατέβηκα γρήγορα και άρπαξα έναν τεράστιο βράχο και με τα δυο μου χέρια. Το νερό προσπαθούσε να συνθλίψει τα τύμπανα των αυτιών μου. Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, κράτησα την ανάσα μου, αντιστάθηκα. Απ’ τη στιγμή που το πήρα απόφαση, δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Σύντομα προσαρμόστηκα σε όλα αυτά στην πίεση του νερού, στην έλλειψη του αέρα, στο παγωμένο σκοτάδι, στα σήματα που εξέπεμπε το χάος. Ήταν κάτι που είχα κάνει ξανά και ξανά σαν παιδί. Ο χρόνος έπαψε να κυλάει, έκανε στροφή 180 μοιρών, κατέρρευσε, αναδιατάχθηκε. Ο κόσμος απλώθηκε σε άπειρο πλάτος παραμένοντας ταυτόχρονα μέσα σε αυστηρά καθορισμένα όρια.


Πεντακάθαρες εικόνες -άυλες εικόνεςέπλεαν σε σκοτεινούς διαδρόμους, σαν μέδουσες, σαν περιπλανώμενες ψυχές. Όμως έσφιξα τα δόντια και δεν τις κοίταξα. Εάν έδειχνα και το παραμικρό· ενδιαφέρον, τότε οι εικόνες θα αποκτούσαν νοηματικό περίβλημα. Το νόημα ήταν αναπόσπαστο στοιχείο του προσωρινού, και το προσωρινό προσπαθούσε να με αναγκάσει να βγω στην επιφάνεια. Αποφάσισα να μην ενδώσω σε όλα αυτά και περίμενα να τελειώσει η διερχόμενη πομπή. .Πόσο έμεινα σ’ αυτή τη θέση, δεν ξέρω. Όταν ξαναβγήκα στην επιφάνεια, άνοιξα τα μάτια και πήρα μια βουβή ανάσα. Η μουσική είχε ήδη σταματήσει. Η αινιγματική συναυλία είχε τελειώσει. Αφουγκράστηκα προσεχτικά. Δεν άκουγα τίποτε. Απολύτως τίποτε. Καμία μουσική, καμία φωνή, κανένα θρόισμα του αέρα. Προσπάθησα να κοιτάξω την ώρα, αλλά δεν φορούσα ρολόι. Το είχα αφήσει στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου. Ο ουρανός ήταν τώρα γεμάτος αστέρια. Ή μήπως ήταν της φαντασίας μου; Ο ίδιος ο ουρανός έμοιαζε να έχει μεταβληθεί σε κάτι άλλο. Η περίεργη αίσθηση αποξένωσης που είχα νιώσει μέσα μου είχε εξαφανιστεί. Τεντώθηκα, λύγισα τα χέρια μου, τα δάχτυλά μου. Ήμουν ο εαυτός μου. Οι μασχάλες μου κολλούσαν, κι αυτό ήταν όλο. Σηκώθηκα από το χορτάρι όπου ήμουν καθισμένος και συνέχισα ν’ ανεβαίνω προς την κορυφή. Είχα φτάσει μέχρι εδώ και θα ήταν κρίμα να μην ολοκληρώσω τη διαδρομή. Ακουγόταν πραγματικά μουσική από κει πάνω; Έπρεπε να δω με τα ίδια μου τα μάτια, ακόμη κι αν υπήρχαν ελάχιστες ενδείξεις. Σε πέντε λεπτά είχα φτάσει. Προς τα νότια, ο λόφος κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα, το λιμάνι και την πόλη που κοιμόταν. Μια σειρά από λάμπες φώτιζαν το δρόμο της παραλίας. Η άλλη πλευρά του βουνού ήταν τυλιγμένη στο σκοτάδι. Δεν φαινόταν ούτε ένα φως. Έστρεψα το βλέμμα μου προς τα κει, ώσπου τελικά ξεχώρισα στο φεγγαρόφωτο τη σειρά των επόμενων λόφων. Πίσω απ’ αυτούς, το σκοτάδι ήταν ακόμη πυκνότερο. Και εδώ, γύρω μου, δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη ότι κάποιοι έπαιζαν ζωντανή μουσική μόλις πριν από μερικά λεπτά. Αν και ο απόηχος της μουσικής παρέμενε βαθιά μες στο κεφάλι μου, τώρα δεν ήμουν καν σίγουρος ότι την είχα ακούσει. Όσο περνούσε η ώρα, η σιγουριά μου μειωνόταν. Μπορεί όλα αυτά να μην ήταν παρά μία παραίσθηση, τ’ αυτιά μου να έπιαναν σήματα από διαφορετικό χρόνο και τόπο. Αυτό ήταν πιθανό αλλά η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι μαζεύτηκαν στην κορυφή ενός λόφου στη μία τα μεσάνυχτα για να παίξουν μουσική ήταν πραγματικά εξωφρενική. Στον ουρανό πάνω από την κορυφή, η τραχιά επιφάνεια του φεγγαριού έμοιαζε τρομερά κοντινή. Μια σκληρή πέτρινη μπάλα φαγωμένη από το ανελέητο πέρασμα του χρόνου. Οι απειλητικές,σκιές στην επιφάνειά της ήταν τυφλά καρκινικά κύτταρα που με τις κεραίες τους απορροφούσαν ζωική ενέργεια. Το φεγγαρόφωτο παραμόρφωνε κάθε ήχο, ξέπλενε κάθε νόημα, έριχνε το νου στο χάος. Έκανε τη Μίου να βλέπει έναν δεύτερο εαυτό. Εξαφάνισε τη γάτα της Σουμίρε. Εξαφάνισε την ίδια τη Σουμίρε. Κι έφερε εμένα εδώ, να προσπαθώ να βρω την προέλευση μιας μουσικής που -κατά πάσα πιθανότηταδεν υπήρξε ποτέ. Μπροστά μου ανοιγόταν ένα απύθμενο σκοτάδι* πίσω μου ένας κόσμος θαμπός. Στεκόμουν εκεί, στην κορυφή ενός βουνού σε μια ξένη χώρα, κολυμπώντας στο φως του φεγγαριού. Ίσως όλα αυτά να είχαν σχεδιαστεί σχολαστικά απ’ την αρχή. Επέστρεψα στο σπίτι και ήπια ένα ποτήρι από το κονιάκ της Μίου. Προσπάθησα να κοιμηθώ, αλλά δεν μπορούσα. Ούτε για λίγο. Μέχρι να προβάλει το πρώτο φως στην ανατολή, ήμουν πιασμένος


στις αρπάγες του φεγγαριού και της βαρύτητας και μιας άλλης οντότητας που σάλευε στον κόσμο. Είδα με το μυαλό μου πεινασμένες γάτες σ’ ένα κλειστό διαμέρισμα. Μεταξένια μικρά σαρκοφάγα. Εγώ -ο πραγματικός εγώήμουν νεκρός και εκείνες ζωντανές κι έτρωγαν τη σάρκα μου, μασούσαν την καρδιά μου, ρουφούσαν το αίμα μου. Αν αφουγκραζόμουν πιο προσεχτικά, κάπου πολύ μακριά θ’ άκουγα τις γάτες να καταβροχθίζουν μπουκιά μπουκιά το μυαλό μου. Τρία μικρά αιλουροειδή γύρω από το σπασμένο κεφάλι μου να ρουφάνε τον φαιό χυλό. Οι τραχιές κόκκινες γλώσσες τους έγλειφαν με την άκρη τους τις μαλακές πτυχώσεις του μυαλού μου. Και με κάθε άγγιγμα της γλώσσας τους, το μυαλό μου -σαν μια μαρμαρυγή καυτού αέρατρεμούλιαζε και εξαϋλωνόταν. Τελικά, δεν καταφέραμε να βρούμε άκρη. Όπως είχε πει η Μίου, η Σουμίρε έγινε καπνός. Δύο μέρες αργότερα, επέστρεψε η Μίου στο νησί με το μεσημεριανό φέρι έχοντας μαζί της ένα διπλωμάτη από την ιαπωνική πρεσβεία κι έναν αξιωματικό της τουριστικής αστυνομίας. Ενημερώθηκαν από τους ντόπιους αστυνομικούς και οργάνωσαν μια πλήρη έρευνα που περιλάμβανε και τους νησιώτες. Η αστυνομία έκανε δημόσια έκκληση για πληροφορίες, δημοσιεύοντας σε μια εφημερίδα των Αθηνών τη φωτογραφία του διαβατηρίου της Σουμίρε σε μεγέθυνση. Πολλοί ήρθαν σε επαφή, αλλά τελικά δεν βγήκε τίποτε. Οι πληροφορίες κάθε φορά αφορούσαν κάποιο άλλο άτομο. Ήρθαν στο νησί και οι γονείς της Σουμίρε. Εγώ έφυγα λίγο πριν φτάσουν. Με περίμενε η νέα σχολική χρονιά, αλλά κυρίως δεν μπορούσα ν’ αντέξω στην ιδέα ότι θα τους αντιμετώπιζα. Επιπλέον, τα ΜΜΕ στην Ιαπωνία είχαν αντιληφθεί το γεγονός και είχαν αρχίσει να επικοινωνούν με την ιαπωνική πρεσβεία και την ντόπια αστυνομία. Είπα στη Μίου ότι ήταν ώρα να γυρίσω στο Τόκιο. Εάν έμενα λίγο ακόμη στο νησί, αυτό δεν θα βοηθούσε να βρούμε τη Σουμίρε. Η Μίου συμφώνησε. Έχεις κάνει τόσο πολλά ήδη, είπε. Πράγματι. Εάν δεν είχες έρθει, θα ήμουν εντελώς χαμένη. Μην ανησυχείς. Θα εξηγήσω τα πάντα στους γονείς της Σουμίρε. Θα αντιμετωπίσω εγώ τους οποιουσδήποτε περίεργους ρεπόρτερ. Άσ’ το σ’ εμένα. Εσύ σ’ όλη αυτή την ιστορία δεν είχες έτσι κι αλλιώς καμία ευθύνη. Εγώ έχω πείρα από επιχειρήσεις και δύσκολα μου παίρνουν τον αέρα. Με αποχαιρέτησε στο λιμάνι. Θα έπαιρνα το απογευματινό φέρι για τη Ρόδο. Ήταν ακριβώς δέκα μέρες από τότε που είχε εξαφανιστεί η Σουμίρε. Η Μίου με αγκάλιασε λίγο πριν φύγω. Ήταν μια εντελώς αυθόρμητη και φυσική κίνηση. Για αρκετή ώρα, μου χάιδεψε σιωπηλά την πλάτη καθώς με κρατούσε. Ο απογευματινός ήλιος ήταν καυτός, αλλά κατά περίεργο τρόπο το δέρμα της το αισθανόμουν δροσερό. Το χέρι της προσπαθούσε να μου πει κάτι. Έκλεισα τα μάτια μου και άκουσα αυτό το κάτι. Δεν ήταν λόγια ήταν κάτι που δεν μπορούσε ν’ αποκρυσταλλωθεί σε γλώσσα. Μέσα στη σιωπή, κάτι παίχτηκε μεταξύ μας. «Να προσέχεις», είπε η Μίου. «Κι εσύ το ίδιο», είπα. Για αρκετή ώρα σταθήκαμε εκεί οι δυο μας, μπροστά απ’ τη σανιδόσκαλα του πλοίου. «Θέλω να μου πεις κάτι ειλικρινά», είπε η Μίου παίρνοντας σοβαρό ύφος, λίγο πριν ανέβω στο


πλοίο. «Πιστεύεις ότι η Σουμίρε δεν είναι ζωντανή;» Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. «Δεν μπορώ να το αποδείξω, αλλά διαισθάνομαι ότι κάπου βρίσκεται κι ότι είναι ζωντανή. Ακόμη και μετά από τόσες μέρες δεν έχω την αίσθηση ότι έχει πεθάνει». Η Μίου σταύρωσε τα ηλιοκαμένα χέρια της και με κοίταξε. «Ξέρεις, αισθάνομαι κι εγώ ακριβώς το ίδιο», είπε. «Ότι η Σουμίρε δεν είναι νεκρή. Αλλά επίσης αισθάνομαι ότι δεν θα την ξαναδώ ποτέ. Ωστόσο ούτε κι εγώ μπορώ ν’ αποδείξω οτιδήποτε απ’ αυτά που λέω». Δεν απάντησα. Η σιωπή γέμισε όλα τα κενά ανάμεσά μας και γύρω μας. Τα θαλασσοπούλια διέσχιζαν κρώζοντας τον ανέφελο ουρανό και στο καφενείο ο μόνιμα νυσταγμένος σερβιτόρος μετέφερε άλλον ένα δίσκο με ποτά. Η Μίου σούφρωσε τα χείλη της και φάνηκε να σκέφτεται. «Με μισείς;» ρώτησε τελικά. «Επειδή εξαφανίστηκε η Σουμίρε;» «Ναι». «Γιατί να σε μισώ;» «Δεν ξέρω». Η φωνή της είχε την απόχρωση μιας κούρασης συσσωρευμένης από καιρό. «Έχω την αίσθηση ότι ούτε κι εσένα θα σε ξαναδώ. Γι’ αυτό ρώτησα». «Όχι, δεν σε μισώ», είπα. «Όμως ποιος μπορεί να εγγυηθεί το μετά;» «Δεν μισώ τους ανθρώπους για τέτοια πράγματα». Η Μίου έβγαλε το καπέλο της, ίσιωσε τις μπούκλες, τη φράντζα της και το ξαναφόρεσε. Με κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια. «Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί δεν περιμένεις τίποτε από κανέναν», είπε. Τα μάτια της ήταν βαθιά και καθαρά, σαν το σκοτάδι του δειλινού τη μέρα που συναντηθήκαμε. «Εγώ δεν είμαι έτσι. Θέλω να ξέρεις ότι μου αρέσεις. Πάρα πολύ». Και είπαμε αντίο. Το πλοίο βγήκε με την όπισθεν από το λιμάνι, με τις μηχανές στο ρελαντί και τις προπέλες ν’ αναδεύουν βίαια το νερό καθώς έκανε επιτόπου στροφή 180 μοιρών* στο μεταξύ, όλη αυτή την ώρα η Μίου στεκόταν στην αποβάθρα παρακολουθώντας με να φεύγω. Φορούσε ένα εφαρμοστό λευκό φόρεμα και κάθε τόσο σήκωνε το χέρι κι έπιανε το καπέλο της για να μην της το πάρει ο αέρας. Καθώς στεκόταν εκεί, σ’ εκείνη την αποβάθρα του μικρού ελληνικού νησιού, έμοιαζε με κάτι βγαλμένο από διαφορετικό κόσμο, κάτι φευγαλέο, γεμάτο χάρη και ομορφιά. Έγειρα στην κουπαστή και την παρατηρούσα για αρκετή ώρα. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει παγώσει, και η σκηνή χαράχτηκε για πάντα στη μνήμη μου. Όμως ο χρόνος ξαναπήρε μπρος και η Μίου άρχισε να μικραίνει μέχρι που έγινε μια θαμπή


κουκκίδα, πριν την καταπιεί εντελώς ο καυτός και φορτωμένος υδρατμούς αέρας. Η πόλη απομακρύνθηκε, το σχήμα των βουνών έχασε τη σαφήνειά του ώσπου στο τέλος το νησί έγινε ένα με την αχλή του φωτός, σβήστηκε και χάθηκε εντελώς. Ένα άλλο νησί αναδύθηκε από το νερό και πήρε τη θέση του για να εξαφανιστεί κι αυτό με τη σειρά του καθώς συνεχίζαμε την πορεία μας. Όσο περνούσε η ώρα, όλα όσα άφηνα πίσω μου σ’ εκείνο τον τόπο έμοιαζαν να μην έχουν υπάρξει ποτέ. Θα έπρεπε ίσως να έχω μείνει με τη Μίου. Τι κι αν άρχιζε η καινούργια σχολική χρονιά; Θα την ενθάρρυνα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να βοηθήσω στις έρευνες, και αν συνέβαινε κάτι το απροσδόκητα τρομερό, τότε θα την έπαιρνα στην αγκαλιά μου, θα της πρόσφερα όση παρηγοριά μπορούσα. Η Μίου με ήθελε, πιστεύω, και υπό κάποια έννοια την ήθελα κι εγώ. Με είχε συνταράξει με πρωτόγνωρη ένταση. Όλα αυτά τα συνειδητοποίησα για πρώτη φορά καθώς στεκόμουν στο κατάστρωμα και την παρακολουθούσα να εξαφανίζεται στον ορίζοντα. Ένιωσα ξαφνικά σαν να μ’ έδεναν μ’ αυτή τη γυναίκα χιλιάδες αόρατοι δεσμοί. Μπορεί να μην ήταν ο κλασικός ρομαντικός έρωτας, σίγουρα όμως ήταν κάτι πολύ κοντά σ’ αυτό. Ταραγμένος, κάθισα .σ’ ένα παγκάκι του καταστρώματος, έβαλα τον αθλητικό σάκο στα γόνατά μου και αφαιρέθηκα παρακολουθώντας τον άσπρο αφρό που άφηνε η προπέλα. Γλάροι ακολουθούσαν το φέρι σαν κολλημένοι στο υδάτινο ίχνος που άφηνε πίσω του. Αισθανόμουν ακόμη τη μικρή παλάμη της Μίου στην πλάτη μου, σαν τη μικροσκοπική σκιά μιας ψυχής. Σχέδιαζα να πετάξω κατευθείαν προς Τόκιο, αλλά για κάποιο λόγο η κράτηση που είχα κάνει την προηγούμενη μέρα ακυρώθηκε και κατέληξα να περάσω τη νύχτα στην Αθήνα. Πήρα το λεωφορείο του αεροδρομίου και έμεινα στην πόλη, σ’ ένα ξενοδοχείο που μου σύστησε η αεροπορική εταιρεία. Ένα ευχάριστο, νοικοκυρεμένο ξενοδοχείο κοντά στην Πλάκα, το οποίο, δυστυχώς, ήταν γεμάτο από θορυβώδεις Γερμανούς τουρίστες. Μη έχοντας τι άλλο να κάνω, περιπλανήθηκα στην πόλη, αγόρασα μερικά σουβενίρ όχι για κάποιο συγκεκριμένο άτομο και το βραδάκι ανέβηκα στην Ακρόπολη. Ξάπλωσα σε μια μαρμάρινη πλάκα, και, καθώς με φυσούσε η αύρα του δειλινού, θαύμασα τον λευκό ναό να πλέει στο γαλαζωπό φως των προβολέων. Υπέροχο, ονειρικό θέαμα. Όμως αυτό που ένιωθα πραγματικά ήταν μια απροσμέτρητη μοναξιά. Πριν καλά καλά καταλάβω γιατί, ο κόσμος γύρω μου έχασε το χρώμα του. Από την άθλια βουνοκορφή, τον ερημότοπο του συναισθηματικού μου κενού, έβλεπα το μέλλον να ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Έμοιαζε με την έρημη επιφάνεια ενός ακατοίκητου πλανήτη σε μια εικόνα από ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που είχα διαβάσει όταν ήμουν μικρός. Κανένα σημάδι ζωής. Κάθε μέρα έμοιαζε να διαρκεί αιώνες, ο αέρας ήταν ή καυτός ή παγωμένος. Το διαστημόπλοιο που με είχε φέρει σ’ αυτό τον πλανήτη είχε εξαφανιστεί και είχα ξεμείνει εκεί ναυαγός. Θα έπρεπε να επιβιώσω μόνος μου. Για άλλη μια φορά, κατάλαβα πόσο σημαντική, πόσο αναντικατάστατη ήταν η Σουμίρε για μένα. Με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο με είχε κρατήσει δεμένο στον κόσμο. Καθώς της μιλούσα και διάβαζα τις ιστορίες της, το μυαλό μου διευρυνόταν αθόρυβα κι έβλεπα πράγματα που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τότε. Χωρίς να προσπαθήσουμε καν, δημιουργήσαμε ανάμεσά μας μια ιδιότυπη οικειότητα. Σαν ζευγάρι νεαρών ερωτευμένων που γδύνεται ο ένας μπροστά στον άλλον, η Σουμίρε κι εγώ ανοίξαμε αμοιβαία τις καρδιές μας, μια εμπειρία που δεν είχα με κανέναν άλλον άνθρωπο, ποτέ και πουθενά. Φυλάγαμε σαν κόρη οφθαλμού αυτό που υπήρχε ανάμεσά μας, αν και ποτέ δεν είχαμε εκφράσει με λόγια το πόσο πολύτιμο ήταν.


Φυσικά με πονούσε που δεν μπορέσαμε ποτέ ν’ αγαπηθούμε σαρκικά. Θα ήμαστε πολύ πιο ευτυχισμένοι αν το είχαμε κάνει. Όμως αυτό ήταν κάτι σαν τις παλίρροιες, σαν την αλλαγή των εποχών κάτι αμετάβλητο, ένα αμετακίνητο πεπρωμένο που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τ αλλάξουμε. Όσο επιδέξια κι αν την προστατεύαμε, η ντελικάτη φιλία μας δεν επρόκειτο να κρατήσει για πάντα. Θα φτάναμε κάποτε σε αδιέξοδο. Αυτό ήταν επώδυνα ξεκάθαρο. Αγαπούσα τη Σουμίρε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο και την ήθελα περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Και μου ήταν αδύνατο να βάλω αυτά τα συναισθήματα στο ράφι γιατί δεν είχα με τι να τα αντικαταστήσω. Ονειρευόμουν ότι κάποια μέρα θα γινόταν μια ξαφνική, μεγάλης κλίμακας μεταμόρφωση. Ακόμη κι αν οι πιθανότητες να συμβεί αυτό ήταν απειροελάχιστες, γιατί να μην μπορώ να το ονειρεύομαι τουλάχιστον; Ωστόσο ήξερα ότι ποτέ δεν θα γινόταν πραγματικότητα. Όπως την ώρα της άμπωτης, όπου το νερό αποσύρεται αφήνοντας την ακτή εκτεθειμένη, έχοντ&ς χάσει τη Σουμίρε, είχα μείνει μόνος σ’ ένα παραμορφωμένο, άδειο τοπίο. Έναν μελαγχολικό και ψυχρό κόσμο, όπου αυτό που εκείνη κι εγώ είχαμε μεταξύ μας δεν θα ξανασυνέβαινε ποτέ πια. Όλοι μας έχουμε ένα ξεχωριστό κάτι που μπορούμε να το προσεγγίσουμε σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ζωής μας. Σαν μια μικρή φλόγα. Λίγοι προσεχτικοί και τυχεροί νοιάζονται γι’ αυτή τη φλόγα, τη φροντίζουν, την έχουν σαν πυρσό να φωτίζει το δρόμο τους. Αν όμως η φλόγα σβήσει, δεν ξανανάβει. Αυτό που είχα χάσει δεν ήταν μόνο η Σουμίρε. Ήταν κι αυτή η πολύτιμη φλόγα. Πώς να ήταν άραγε εκεί στην άλλη πλευρά; Η Σουμίρε βρισκόταν εκεί, όπως και το χαμένο μισό της Μίου. Η Μίου με μαύρα μαλλιά και φυσιολογικές σεξουαλικές ορέξεις. Μπορεί να βρέθηκαν εκεί, ν’ αγάπησαν η μία την άλλη, να συμπλήρωσαν η μία την άλλη. «Κάνουμε πράγματα που δεν περιγράφονται με λέξεις», θα μου έλεγε ίσως η Σουμίρε, εκφράζοντάς το την ίδια στιγμή με λέξεις. Υπάρχει άραγε χώρος για μένα εκεί πέρα; Θα μπορούσα να είμαι μαζί τους; Όσο θα έκαναν παθιασμένο έρωτα, θα καθόμουν στη γωνιά ενός δωματίου και θα περνούσα την ώρα μου διαβάζοντας τα Άπαντα του Μπαλζάκ. Η Σουμίρε θα έκανε ντους και μετά θα κάναμε μακρινούς περιπάτους και θα μιλούσαμε για ένα σωρό πράγματα με τη Σουμίρε, ως συνήθως, να έχει τη μερίδα του λέοντος στη συζήτηση. Θα κρατούσε όμως η σχέση μας για πάντα; Είναι φυσικό αυτό; «Φυσικά», θα μου έλεγε η Σουμίρε. «Δεν χρειάζεται να το ρωτάς. Γιατί είσαι ο ένας και μοναδικός μου φίλος!» Όμως δεν είχα ιδέα πώς θα μπορούσα να πάω σ’ εκείνο τον άλλο κόσμο. Έτριψα με το χέρι μου τον γυαλιστερό σκληρό βράχο της Ακρόπολης. Η ιστορία είχε περάσει μέσα απ’ αυτή την επιφάνεια και είχε αποθηκευτεί στο εσωτερικό της. Είτε μου άρεσε είτε όχι, ήμουν εγκλωβισμένος σ’ αυτή τη χρονική ροή. Δεν μπορούσα να ξεφύγω. Όχι αυτό δεν αληθεύει απόλυτα. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν θέλω να ξεφύγω. Αύριο θα πάρω ένα αεροπλάνο και θα γυρίσω στο Τόκιο. Οι καλοκαιρινές διακοπές έχουν τελειώσει σχεδόν και θα πρέπει να ξαναμπώ στην ατέλειωτη ροή της καθημερινότητας. Υπάρχει μία θέση για μένα εκεί. Το διαμέρισμά μου είναι εκεί, το γραφείο μου, η τάξη μου, οι μαθητές μου. Ήρεμες μέρες με περιμένουν, μυθιστορήματα πολλά να διαβάσω. Πού και πού και καμιά ερωτική σχέση. Όμως αύριο θα είμαι διαφορετικός άνθρωπος, ποτέ ξανά το άτομο που ήμουν πριν ξεκινήσω. Όχι


πως θα το παρατηρήσει κανείς, όταν θα επιστρέψω στην Ιαπωνία. Επιφανειακά τίποτε δεν θα έχει διαφοροποιηθεί. Όμως κάτι μέσα μου έχει καεί κι έχει εξαφανιστεί. Έχει χυθεί αίμα και κάτι μέσα μου έχει πεθάνει. Με το κεφάλι κάτω, απόλυτα βουβό, αυτό το κάτι υποκλίνεται και βγαίνει απ’ τη σκηνή. Η πόρτα ανοίγει* η πόρτα κλείνει. Το φως σβήνει. Αυτή είναι η τελευταία μέρα για τον τωρινό μου εαυτό. Το τελευταίο δειλινό. Όταν έρθει η αυγή, η Τωρινή μου εκδοχή δεν θα υπάρχει πια. Κάποιος άλλος θα ζει σ’ αυτό το σώμα. Γιατί πρέπει οι άνθρωποι να είναι τόσο μόνοι; Τι νόημα έχει αυτό; Εκατομμύρια άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο, και όλοι προσβλέπουν με λαχτάρα στους άλλους για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, ενώ ταυτόχρονα απομονώνονται. Γιατί; Να φτιάχτηκε άραγε η Γη μόνο και μόνο για να τρέφει την ανθρώπινη μοναξιά; Γύρισα ανάσκελα στη μαρμάρινη πλάκα όπου ήμουν ξαπλωμένος, κοίταξα τον ουρανό και σκέφτηκα όλους τους τεχνητούς δορυφόρους που περιστρέφονταν γύρω απ’ τη Γη. Ο ορίζοντας διατηρούσε ακόμη μια μικρή πεισματάρα ανταύγεια και τα αστέρια είχαν αρχίσει να τρεμοσβήνουν στον γαλαζοκόκκινο ουρανό. Προσπάθησα να διακρίνω ανάμεσά τους το φως κάποιου δορυφόρου, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ακόμη πολύ φωτεινή για να μπορεί να διακρίνει κανείς κάποιον με γυμνό μάτι. Η παρέα των αστεριών έμοιαζε καρφωμένη στο ίδιο σημείο, ακίνητη. Έκλεισα τα μάτια μου και αφουγκράστηκα προσεχτικά τους επιγόνους του Σπούτνικ, που ακόμη και τώρα έκαναν το γύρο της Γης, έχοντας τη βαρύτητα μοναδικό δεσμό τους με τον πλανήτη. Μοναχικές μεταλλικές ψυχές στο αδιατάρακτο σκοτάδι του διαστήματος, συναντιούνται, προσπερνούν η μία την άλλη και χωρίζουν, για να μην ξανασυναντηθούν ποτέ πια. Δεν ανταλλάσσουν μεταξύ τους λόγια. Δεν δεσμεύονται με υποσχέσεις. Το τηλέφωνο χτύπησε μια Κυριακή απόγευμα. Τη δεύτερη Κυριακή μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς το Σεπτέμβριο. Έφτιαχνα καθυστερημένα κάτι να φάω για μεσημέρι και χρειάστηκε πρώτα να κλείσω το μάτι του γκαζιού πριν απαντήσω. Το τηλέφωνο χτυπούσε σαν να επρόκειτο για κάτι σημαντικό τουλάχιστον έτσι το ένιωσα εγώ. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν η Μίου κι ότι μ’ έπαιρνε για να μου πει νέα σχετικά με την εξαφάνιση της Σουμίρε. Το τηλεφώνημα ωστόσο δεν ήταν απ’ τη Μίου αλλά απ’ τη φίλη μου. «Συνέβη κάτι», μου είπε παραλείποντας τους συνηθισμένους προκαταρκτικούς χαριεντισμούς. «Μπορείς να έρθεις αμέσως;» Έτσι όπως μιλούσε, μου έδινε την εντύπωση ότι είχε συμβεί κάτι τρομακτικό. Είχε ανακαλύψει άραγε ο άντρας της το δεσμό μας; Πήρα μια βαθιά ανάσα. Εάν ανακάλυπτε κανείς ότι πλάγιαζα με τη μητέρα ενός από τους μαθητές μου, θα έβρισκα πολύ μεγάλο μπελά, για να μην πω τίποτε χειρότερο. Θα μπορούσα να χάσω ακόμη και τη δουλειά μου. Ταυτόχρονα ωστόσο ήταν κάτι με το οποίο είχα συμβιβαστεί. Ήξερα από την αρχή τους κινδύνους. «Πού είσαι;» ρώτησα. «Σ’ ένα σουπερμάρκετ», είπε. Πήρα το τρένο για την Τατσικάβα και έφτασα στο σταθμό κοντά στο σουπερμάρκετ στις δυόμισι. Το απόγευμα ήταν καυτό και το καλοκαίρι είχε επιστρέφει με εκδικητική μανία, αλλά εγώ φορούσα λευκό πουκάμισο, γραβάτα και γκρι κοστούμι, τα ρούχα που μου είχε ζητήσει να φορέσω. Έτσι ντυμένος, μοιάζεις πραγματικά με δάσκαλο, είπε, και θα κάνεις καλύτερη εντύπωση. «Μερικές


φορές μοιάζεις σαν να είσαι ακόμη πρωτοετής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας». Στην είσοδο του σουπερμάρκετ ρώτησα ένα νεαρό υπάλληλο που μάζευε παρατημένα καροτσάκια πού ήταν το γραφείο της Ασφάλειας. Ήταν στο απέναντι κτίριο, στον τρίτο όροφο του «παραρτήματος», όπως είπε. Το παράρτημα ήταν ένα άσχημο τριώροφο που δεν είχε ούτε ασανσέρ. Μη σας νοιάζει για μας, έμοιαζαν να λένε οι ρωγμές στους τσιμεντένιους τοίχους. Έτσι κι αλλιώς κάποια μέρα θα το γκρεμίσουν αυτό το ερείπιο. Ανέβηκα τη στενή, φαγωμένη απ’ τα χρόνια σκάλα, εντόπισα την πόρτα με τη λέξη ΑΣΦΑΛΕΙΑ και χτύπησα μια-δυο φορές απαλά. Μου απάντησε μια βαθιά αντρική φωνή* άνοιξα την πόρτα και είδα τη φίλη μου και το γιο της στο εσωτερικό. Κάθονταν μπροστά σ’ ένα γραφείο, απέναντι από έναν ένστολο ηλικιωμένο φύλακα. Ήταν μόνο οι τρεις τους. Το δωμάτιο ήταν μεσαίου μεγέθους, ούτε υπερβολικά μεγάλο ούτε υπερβολικά μικρό. Τρία γραφεία ήταν αραδιασμένα κατά μήκος του παραθύρου, ένας μεταλλικός φοριαμός καταλάμβανε τον απέναντι τοίχο. Στον ενδιάμεσο τοίχο υπήρχαν ένας πίνακας ανακοινώσεων μ’ ένα πρόγραμμα υπηρεσίας και τρία πηλίκια αφημένα σ’ ένα ατσάλινο ράφι. Πίσω από το αδιαφανές τζάμι στο βάθος του δωματίου έμοιαζε να υπάρχει ένα ακόμη δωμάτιο, το οποίο οι φρουροί μάλλον χρησιμοποιούσαν για να παίρνουν κάναν υπνάκο. Στο δωμάτιο δεν υπήρχε το παραμικρό διακοσμητικό στοιχείο. Δεν υπήρχαν λουλούδια ούτε πίνακες ούτε καν ημερολόγιο. Μόνο ένα τεράστιο στρογγυλό ρολόι στον τοίχο. Ένα απόλυτα στείρο δωμάτιο, σαν μια αρχαία, ξεχασμένη απ’ το χρόνο γωνιά του κόσμου. Επιπλέον, υπήρχε και μια περίεργη διάχυτη μυρωδιά καπνός τσιγάρου, μουχλιασμένα έγγραφα και ιδρώτας σ’ ένα αξεδιάλυτο πολυκαιρισμένο μίγμα. Ο φύλακας υπηρεσίας ήταν ένας μυώδης άνδρας που πρέπει να πλησίαζε τα εξήντα. Είχε ψωμωμένα μπράτσα και μεγάλο κεφάλι με πυκνά, άγρια, ασπρόμαυρα σαν αλατοπίπερο μαλλιά, πατικωμένα με κάποια λοσιόν, την καλύτερη ίσως που θα μπορούσε να βρει με τον χαμηλό μισθό του. Το τασάκι μπροστά του ήταν γεμάτο από αποτσίγαρα Σέβεν Σταρς. Όταν μπήκα στο δωμάτιο, έβγαλε τα γυαλιά του με τον μαύρο σκελετό, τα σκούπισε μ’ ένα πανί και τα ξαναφόρεσε. Ήταν ίσως ο τρόπος με τον οποίο συνήθιζε να χαιρετάει τους νεοφερμένους. Όταν έβγαλε τα γυαλιά του, τα μάτια τού ήταν ψυχρά σαν βράχοι της σελήνης. Όταν τα ξαναφόρεσε, η ψυχρότητα υποχώρησε και αντικαταστάθηκε από ένα λούστρο εξουσίας. Είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν ήταν ένα βλέμμα που σ’ έκανε να νιώθεις άνετα. Το δωμάτιο ήταν αποπνιχτικά ζεστό* το παράθυρο ήταν ορθάνοιχτο, αλλά δεν έμπαινε μέσα ούτε μια πνοή αέρα. Μόνο ο θόρυβος απ’ το δρόμο. Ένα μεγάλο φορτηγό σταμάτησε στο κόκκινο ταλαιπωρώντας τα αερόφρενά του και θυμίζοντάς μου τον Μπεν Γουέμπστερ και το σαξόφωνό του στα τελευταία του χρόνια. Αρχίσαμε όλοι μας να ιδρώνουμε. Πλησίασα το γραφείο, συστήθηκα και έδωσα στο φρουρό την επαγγελματική μου κάρτα. Εκείνος την πήρε χωρίς να πει λέξη, σούφρωσε τα χείλη του και την κοίταξε για λίγο. Άφησε την κάρτα στο γραφείο και με κοίταξε. αΝέος δεν είστε για δάσκαλος;» είπε. «Πόσα χρόνια διδάσκετε;» Προσποιήθηκα ότι σκεφτόμουν και απάντησα: «Τρία χρόνια». «Χμμμ», είπε. Κι αυτό ήταν το μόνο του σχόλιο. Όμως η σιωπή του έλεγε πολλά. Πήρε στα χέρια του την κάρτα μου και ξανακοίταξε το όνομά μου, σαν να ήθελε να διευκρινίσει κάτι. «Το όνομά μου είναι Νακαμούρα και είμαι ο επικεφαλής της Ασφάλειας του καταστήματος», είπε


συστήνοντας τον εαυτό του. Δεν μου έδωσε την κάρτα του. «Πάρτε μια καρέκλα από κει κάτω και καθίστε, αν θέλετε. Συγγνώμη για τη ζέστη. Ο κλιματισμός τα ’χει φτύσει και κανείς δεν έχει όρεξη να έρθει να τον φτιάξει κυριακάτικα. Δεν έχουν φιλοτιμηθεί καν να μου φέρουν τουλάχιστον έναν ανεμιστήρα, οπότε κάθομαι εδώ και υποφέρω. Βγάλτε και το σακάκι σας, αν θέλετε. Μπορεί να φάμε αρκετή ώρα εδώ. Και μόνο που σας βλέπω, ζεσταίνομαι». Έκανα όπως μου είπε, παίρνοντας μια καρέκλα και βγάζοντας το σακάκι μου. Το ιδρωμένο μου πουκάμισο κόλλησε στο δέρμα μου. «Ξέρετε, πάντα ζήλευα τους δασκάλους», άρχισε ο φρουρός. Ένα βεβιασμένο χαμόγελο πλανήθηκε στα χείλη του, όμως τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι μάτια καρχαρία που προσπαθούσε να ερμηνεύσει και την ελάχιστη κίνησή μου. Τα λόγια του-ήταν αρκετά ευγενικά, αλλά αυτό ήταν το περιτύλιγμα. Η λέξη δάσκαλος ακουγόταν σαν βρισιά. «Έχετε έναν ολόκληρο μήνα διακοπές το καλοκαίρι, δεν δουλεύετε Κυριακές και νύχτες, κι ο κόσμος σάς δίνει συνέχεια δώρα. Αυτή tivai ζωή, αν θέλετε τη γνώμη μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να διαβάζω περισσότερο και να γινόμουνα κι εγώ δάσκαλος. Η μοίρα όμως το θέλησε αλλιώς, και νά με τώρα εδώ φύλακας σε σουπερμάρκετ. Ήμουνα λειψός στο μυαλό, απ’ ό,τι φαίνεται. Λέω όμως στα παιδιά μου, όταν μεγαλώσουνε να γίνουνε δάσκαλοι. Δεν ξέρω τι λέει ο κόσμος, αλλά οι δάσκαλοι την έχουνε καλύτερα απ’ όλους». Η φίλη μου φορούσε ένα απλό γαλάζιο κοντομάνικο φόρεμα. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα ψηλά στην κορυφή του κεφαλιού και στ’ αυτιά της είχε ένα ζευγάρι μικρά σκουλαρίκια. Λευκά σανδάλια με χαμηλό τακούνι συμπλήρωναν το σύνολο. Κρατούσε στα πόδια της μια λευκή τσάντα κι ένα μικρό κρεμ μαντίλι. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα μετά την Ελλάδα. Κοίταζε πότε εμένα και πότε το φύλακα με τα μάτια πρησμένα απ’ το κλάμα. Ήταν προφανές ότι είχε ταλαιπωρηθεί. Ανταλλάξαμε ένα σύντομο βλέμμα και στράφηκα να δω το γιο της. Το όνομά του ήταν Σινίτσι Νιμούρα, αλλά οι συμμαθητές του τον φώναζαν Καρότο. Με το μακρύ, στενό του πρόσωπο και την τζίβα των κατσαρών μαλλιών του, έμοιαζε απόλυτα με το παρατσούκλι του. Μερικές φορές τον φώναζα κι εγώ έτσι. Ήταν ήσυχο αγόρι και δεν μιλούσε ποτέ παραπάνω απ’ όσο ήταν απολύτως απαραίτητο. Οι βαθμοί του δεν ήταν καθόλου κακοί* σπάνια ξεχνούσε να φέρει τις ασκήσεις που τους έβαζα για το σπίτι και ποτέ δεν παρέλειπε να συμμετάσχει στην καθαριότητα του σχολείου. Ποτέ δεν έμπλεκε σε φασαρίες. Του έλειπε ωστόσο η πρωτοβουλία και δεν σήκωνε ποτέ το χέρι του στην τάξη. Οι συμμαθητές του Καρότου δεν τον αντιπαθούσαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Αυτό δεν ευχαριστούσε πολύ τη μητέρα του, αλλά απ’ τη δική μου σκοπιά ήταν αυτό που θα λέγαμε καλό παιδί. «Υποθέτω ότι μάθατε τι συνέβη από τη μητέρα του παιδιού», είπε ο φύλακας. «Ναι, το έμαθα», απάντησε. «Πιάστηκε να κλέβει». «Σωστά», είπε ο φρουρός και άφησε πάνω στο τραπέζι ένα χαρτονένιο κουτί που είχε στα πόδια του. Το έσπρωξε προς το μέρος μου. Μέσα υπήρχαν κάμποσα πανομοιότυπα συρραπτικά, όλα στην αρχική τους συσκευασία. Σήκωσα ένα και το εξέτασα. Η ετικέτα της τιμής έλεγε 850 γεν. «Οχτώ συρραπτικά», σχολίασα. «Αυτό είν’ όλο;»


«Ναι. Αυτό είν’ όλο». Έβαλα το συρραπτικό πάλι στο κουτί. «Οπότε το σύνολο των κλεμμένων θα έφτανε στα 6.8ΟΟ γεν». «Σωστά. 6.8ΟΟ γεν. Θα σκέφτεστε ίσως: “Ε, τι να κάνουμε τώρα, το παιδί έκλεψε. Είναι έγκλημα, σίγουρα, αλλά γιατί να γίνεται τόση φασαρία για οχτώ συρραπτικά; Παιδί είναι στο κάτω κάτω”. Δίκιο δεν έχω;» Δεν απάντησα. «Είναι φυσιολογικό να σκέφτεται κανείς έτσι. Γιατί αυτή είναι η’ αλήθεια. Υπάρχουν πολύ χειρότερα εγκλήματα απ’ την κλοπή οχτώ συρραπτικών. Πριν γίνω φύλακας σε σουπερμάρκετ, ήμουν αστυνομικός και ξέρω πολύ καλά τι σας λέω». Ο φρουρός με κοίταξε κατάματα καθώς μιλούσε. Αντιγύρισα το βλέμμα του, προσέχοντας να μη φανώ προκλητικός. «Εάν αυτό ήταν το πρώτο του παράπτωμα, το κατάστημα δεν θα ξεσήκωνε όλη αυτή τη φασαρία. Η δουλειά μας στο κάτω κάτω είναι να εξυπηρετούμε τους πελάτες μας και προτιμάμε να μη δημιουργούμε εντάσεις για μικροπράγματα σαν αυτό. Υπό κανονικές συνθήκες, θα έφερνα το παιδί εδώ, σ’ αυτό το δωμάτιο, και θα προσπαθούσα να του βάλω λίγο μυαλό. Σε χειρότερες περιπτώσεις, θα ερχόμουν σε επαφή με τους γονείς και θα τους ζητούσα να τιμωρήσουν το παιδί. Δεν ερχόμαστε σε επαφή με το σχολείο. Αυτή είναι η τακτική του καταστήματος, ν’ αντιμετωπίζουμε αθόρυβα τις κλοπές που κάνουν τα παιδιά. »Το πρόβλημα είναι ότι αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συλλαμβάνεται το συγκεκριμένο παιδί να κλέβει. Στο δικό μας μαγαζί μόνο, ξέρουμε ότι το έχει κάνει τρεις φορές. Τρεις φορές! Το φαντάζεστε; Και το χειρότερο είναι ότι τις άλλες δυο φορές αρνήθηκε να μας δώσει το όνομά του ή το όνομα του σχολείου του. Είχα φροντίσει προσωπικά την υπόθεση τότε και το θυμάμαι πολύ καλά. Δεν εννοούσε ν’ ανοίξει το στόμα του, ό,τι κι αν τον ρωτούσαμε. Τακτική της σιωπής τη λέγαμε τότε στην αστυνομία. Καμία συγγνώμη, καμία τύψη, μόνο προκλητικότητα και ξεροκεφαλιά. Εάν αυτή τη φορά δεν μου έλεγε το όνομά του, θα τον παρέδιδα στην αστυνομία, του είπα, αλλά ούτε αυτό έφερε αποτέλεσμα. Δεν μου έμεινε άλλη διέξοδος απ’ το να τον αναγκάσω να μου δείξει το μαθητικό του πάσο, κι έτσι έμαθα το όνομά του». Σταμάτησε να μιλάει περιμένοντας να γίνουν απολύτως κατανοητά όσα είχε ήδη πει. Εξακολούθησε να, με κοιτάζει κατάματα κι εγώ συνέχισα ν’ αντιγυρίζω το βλέμμα του. «Ένα άλλο θέμα είναι τα πράγματα που έκλεβε. Τίποτε το εντυπωσιακό. Την πρώτη φορά έκλεψε δεκαπέντε μηχανικά μολύβια. Συνολική αξία 9.750 γεν. Τη δεύτερη φορά οχτώ διαβήτες, συνολικής αξίας 8.ΟΟΟ γεν. Με άλλα λόγια, κάθε φορά κλέβει ένα σύνολο ίδιων πραγμάτων. Δεν υπάρχει περίπτωση να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος. Ή το κάνει για διασκέδαση ή σχεδιάζει να τα πουλήσει στους συμμαθητές του στο σχολείο». Προσπάθησα να φανταστώ το Καρότο να πουλάει κλεμμένα συρραπτικά στους φίλους του την ώρα του φαγητού. Απλώς μου ήταν αδύνατο να το φανταστώ. «Δεν καταλαβαίνω», είπα. «Γιατί κλέβει συνέχεια από το ίδιο μαγαζί; Δεν αυξάνει αυτό τις


πιθανότητες να συλληφθεί κάνοντας έτσι και την τιμωρία πιο αυστηρή; Εάν προσπαθείς να κάνεις κάτι κρυφά, δεν θα ήταν πιο φυσιολογικό να πηγαίνεις κάθε φορά σε άλλο μαγαζί;» «Μη με ρωτάτε εμένα τέτοια. Μπορεί να κλέβει καί από άλλα μαγαζιά. Ή μπορεί το δικό μας μαγαζί να είναι το αγαπημένο του. Μπορεί να μην του αρέσει η φάτσα μου. Εγώ δεν είμαι παρά ένας απλός φύλακας σουπερμάρκετ και δεν πρόκειται να καθίσω ν’ αναλύσω όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Δεν πληρώνομαι αρκετά γι’, αυτό. Εάν θέλετε πράγματι να μάθετε, ρωτήστε τον ο ίδιος. Τον έφερα εδώ πριν από τρεις ώρες και μέχρι τώρα δεν έχει ανοίξει το στόμα του. Είναι εκπληκτικό. Γι’ αυτό και σας έφερα εδώ. Λυπάμαι που σας ανησυχήσαμε μέρα αργίας… Ένα πράγμα που με απασχολεί από την ώρα που ήρθατε είναι το μαύρισμά σας. Όχι πως έχει κάποια σχέση, αλλά πήγατε σε κάνα ιδιαίτερο μέρος για διακοπές;» «Όχι, τίποτε το ιδιαίτερο», απάντησα. Ωστόσο, ακόμη και μετά την απάντησή μου, συνέχισε να κοιτάζει διερευνητικά το πρόσωπό μου σαν ν’ αποτελούσε έναν σημαντικό κρίκο στο γρίφο. Πήρα ξανά στο χέρι μου το συρραπτικό και το εξέτασα λεπτομερώς. Ένα απλό, συνηθισμένο συρραπτικό, απ’ αυτά που βρίσκει κανείς σε οποιοδήποτε σπίτι και οποιοδήποτε γραφείο. Και μάλιστα απ’ τα πολύ φτηνά. Ο φρουρός άναψε μ’ έναν Μπικ το Σέβεν Σταρς που κρεμόταν απ’ τα χείλη του, και γυρίζοντας το κεφάλι στο πλάι φύσηξε έξω τον καπνό. Στράφηκα στο αγόρι και τον ρώτησα ήρεμα: ((Γιατί συρραπτ^κά;» Το Καρότο κοίταζε όλη την ώρα το πάτωμα, αλλά τώρα ύψωσε το βλέμμα και με κοίταξε. Δεν είπε όμως τίποτε. Παρατήρησα για πρώτη φορά ότι η έκφρασή του ήταν απόλυτα αλλαγμένη παράξενα απαθής, με τα μάτια του να μην εστιάζουν πουθενά. Έμοιαζε να κοιτάει κατευθείαν το κενό. «Σε υποχρέωσε κανείς να το κάνεις;» Καμία απάντηση. Μου ήταν δύσκολο να καταλάβω αν τα λόγια μου έφταναν πράγματι στ’ αυτιά του. Εγκατέλειψα την προσπάθεια. Ό,τι και να τον ρωτούσα τώρα, δεν επρόκειτο να πάρω απάντηση. Η πόρτα του ήταν κλειστή και τα παράθυρα σφαλισμένα. «Λοιπόν, κύριέ μου, τι προτείνετε να κάνουμε;» με ρώτησε ο φύλακας. «Με πληρώνουν για να κόβω βόλτες στο κατάστημα, να ελέγχω τα μόνιτορ, να πιάνω τους κλέφτες και να τους φέρνω σ’ αυτό το δωμάτιο. Το τι γίνεται μετά είναι εντελώς άλλη υπόθεση. Και είναι πολύ δύσκολο να κάνεις οτιδήποτε, όταν έχεις απέναντι σου ένα παιδί. Τι προτείνετε να κάνουμε; Είμαι σίγουρος ότι είστε πιο αρμόδιος από μένα στον τομέα αυτό. Ν’ αφήσουμε την αστυνομία να χειριστεί την όλη υπόθεση; Αυτό ασφαλώς θα ήταν πιο εύκολο για μένα. Να μη χάναμε καί τον καιρό μας, αφού έτσι κι αλλιώς κάνουμε μια τρύπα στο νερό». Στην πραγματικότητα, εκείνη τη στιγμή εγώ σκεφτόμουν κάτι άλλο. Αυτό το αχούρι, που έπαιζε το ρόλο του δωματίου ασφαλείας του σουπερμάρκετ, μου θύμισε το αστυνομικό τμήμα στο ερημικό νησί. Και η σκέψη αυτή μου έφερε ξανά στο μυαλό τη Σουμίρε και την εξαφάνισή της. Χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβω τι προσπαθούσε να μου πει αυτός ο άνθρωπος. «Θα το πω στον πατέρα του», είπε η μητέρα του Καρότου, με φωνή που προσπαθούσε να κρατήσει


σταθερή, «κι εκείνος θα φροντίσει να καταλάβει ο γιος μας ότι η κλοπή είναι έγκλημα. Υπόσχομαι ότι δεν θα σας ξαναενοχλήσει». «Με άλλα λόγια, δεν θέλετε να φτάσουμε στα δικαστήρια. Μου το είπατε αυτό ξανά και ξανά», είπε ο φύλακας με βαριεστημένη φωνή. Έριξε τη στάχτη του τσιγάρου του στο τασάκι. Στράφηκε ξανά σ’ εμένα και πρόσθεσε: «Όμως, απ’ τη δική μου τη σκοπιά, οι τρεις φορές είναι ήδη πολλές. Κάποιος πρέπει να βάλει ένα τέλος σ’ αυτή την κατάσταση. Εσείς τι σκέφτεστε γι’ αυτό;» Πήρα μια βαθιά ανάσα κι ανάγκασα το μυαλό μου να προσγειωθεί και πάλι στο.παρόν. Στα οχτώ συρραπτικά κα.ι σ’ ένα κυριακάτικο απόγευμα του Σεπτέμβρη. «Δεν μπορώ να πω τίποτε, αν δεν του μιλήσω», απάντησα. «Είναι έξυπνο αγόρι και δεν έχει προκαλέσει ποτέ προβλήματα στο παρελθόν. Δεν ξέρω γιατί έκανε κάτι τόσο ανόητο, αλλά θα ασχοληθώ και θα αναλύσω σε βάθος αυτή την υπόθεση. Πραγματικά θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη για τα προβλήματα που σας προκάλεσε». «Ναι, αλλά υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνω», είπε ο φρουρός σμίγοντας τα φρύδια πίσω απ’ τα γυαλιά του. «Αυτό το αγόρι -ο Σινίτσι Νιμούρα, αν δεν κάνω λάθοςείναι στην τάξη σας, έτσι δεν είναι; Οπότε τον βλέπετε κάθε μέρα, σωστά;» «Σωστά». «Πάει στην τετάρτη, πράγμα που σημαίνει ότι τον έχετε μαθητή σας εδώ κι ένα χρόνο και τέσσερις μήνες. Σωστά;» «Και πάλι σωστά. Έχω αυτή την τάξη από τότε που ήταν στην τρίτη». «Και πόσους μαθητές έχετε στην τάξη σας;» «Τριάντα πέντε». «Οπότε μπορείτε και τους παρακολουθείτε όλους. Και μου λέτε ότι δεν είχατε ποτέ κάποια ένδειξη ότι αυτό το παιδί θα προκαλέσει πρόβλημα; Καμία απολύτως ένδειξη;» «Σωστά». «Γιά μισό λεπτό… απ’ ό,τι ξέρουμε, επιδίδεται σε κλοπές στα σουπερμάρκετ εδώ και μισό χρόνο. Πάντα μόνος. Κανείς δεν τον υποχρεώνει να το κάνει. Και δεν πρόκειται για μια παρόρμηση της στιγμής. Ούτε το κάνει για τα λεφτά. Σύμφωνα με τη μητέρα του, του δίνουν γενναίο χαρτζιλίκι. Το κάνει μόνο και μόνο για να έχει την ικανοποίηση ότι έκλεψε και γλίτωσε. Με άλλα λόγια, αυτό το παιδί έχει προβλήματα. Κι εσείς μου λέτε ότι δεν υπήρχε κανένα απολύτως προειδοποιητικό σημάδι;» «Εγώ σας μιλάω σαν δάσκαλος», απάντησα, «αλλά, ειδικά στα παιδιά, η ε��αναλαμβανόμενη κλοπή δεν είναι τόσο θέμα παραβατικής συμπεριφοράς όσο αποτέλεσμα κάποιας λεπτής ψυχολογικής αστάθειας. Μπορεί, εάν είχα δώσει λίγο περισσότερη προσοχή, να είχα παρατηρήσει κάτι. Για μένα αυτό ήταν σαφώς μια αποτυχία. Όμως με τα συναισθηματικώς διαταραγμένα παιδιά δεν υπάρχουν πάντα εξωτερικές ενδείξεις για να σου ανοίξουν τα μάτια. Εάν απομονώσεις την πράξη απ’ όλα τα υπόλοιπα και τιμωρήσεις το παιδί, το βασικό πρόβλημα δεν πρό-χζιτοα να θεραπευτεί. Εάν δεν βρεις


τη βασική αιτία για να τη θεραπεύσεις, το ίδιο πρόβλημα θα εμφανιστεί αργότερα σε διαφορετική μορφή. Πολύ συχνά τα παιδιά στέλνουν το μήνυμά τους διαπράττοντας μικροκλοπές, οπότε η συζήτηση με το παιδί είναι ένα βασικό βήμα, παρ’ όλο που εκ πρώτης όψεως δεν είναι ο πιο αποδοτικός και γρήγορος τρόπος για την αντιμετώπιση του προβλήματος». Ο φύλακας έλιωσε το τσιγάρο του στο τασάκι και με το στόμα μισάνοιχτο με κοίταξε για ώρα πολλή σαν να έβλεπε κάποιο περίεργο και άγνωστο ζώο. Τα δάχτυλά του, που αναπαύονταν επάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού, ήταν τρομερά χοντρά, σαν μαλλιαρά μαύρα τερατάκια. Όσο τα κοίταζα, τόσο δυσκολότερο μου ήταν ν’ αναπνεύσω. «Αυτά σας μαθαίνουν στα κολέγια, στα παιδαγωγικά, ή όπως αλλιώς το λέτε;» ((Όχι κατ’ ανάγκην. Είναι στοιχειώδης ψυχολογία. Μπορείς να τη διαβάσεις σε οποιοδήποτε βιβλίο». «Μπορείς να τη διαβάσεις σε οποιοδήποτε βιβλίο», είπε επαναλαμβάνοντας τα λόγια μου άχρωμα. Πήρε μια πετσέτα και σκούπισε τον ιδρώτα απ’ τον χοντρό λαιμό του. «Αεπτή ψυχολογική αστάθεια τι σημαίνει ακριβώς αυτό; Όταν ήμουν αστυνομικός, περνούσα κάθε μέρα, από το πρωί ώς το βράδυ, ασχολούμενος με τύπους που έπασχαν από αστάθεια, σας διαβεβαιώ. Όμως δεν υπήρχε τίποτε το λεπτό σ’ αυτή την αστάθεια. Ο κόσμος είναι γεμάτος από άτομα τέτοιου είδους. Βρομάει ο τόπος από δαύτους. Κι αν είχα όρεξη να ξοδέψω το χρόνο μου ακούγοντας το μήνυμα που είχε να μου περάσει καθένας απ’ αυτούς, θα χρειαζόμουν όχι ένα αλλά δέκα μυαλά. Κι αμφιβάλλω αν θα φτάνανε». Αναστέναξε και ξανάβαλε το κουτί με τα συρραπτικά κάτω από το γραφείο του. «Οκέι… έχετε απόλυτο δίκιο. Τα παιδιά έχουν αγνή καρδιά. Η σωματική τιμωρία είναι απορριπτέα. Οι άνθρωποι είναι όλοι ίσοι. Δεν μπορείς να κρίνεις τους ανθρώπους από τους βαθμούς τους. Να βρούμε χρόνο να μιλήσουμε και να φτάσουμε σε κάποια λύση. Δεν έχω ιδιαίτερο πρόβλημα μ’ αυτό. Έχετε όμως την εντύπωση ότι έτσι γίνεται ο κόσμος καλύτερος; Ούτε κατά διάνοια. Χειρότερος θα γίνει. Πώς είναι δυνατό να είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι; Πού ακούστηκε κάτι τέτοιο. Γιά σκεφτείτε: εκατόν δέκα εκατομμύρια άνθρωποι συνωστίζονται κάθε στην Ιαπωνία. Γιά προσπαθήστε να τους κάνετε όλους αυτούς ίσους. Κόλαση θα γίνει η ζωή μας. »Είναι πολύ εύκολο να λέει κανείς όλα αυτά τα ωραία λόγια. Κλείστε τα μάτια σας, κάντε πως δεν βλέπετε αυτό που συμβαίνει, και κάντε πάσα το πρόβλημα στους επόμενους. Κουκουλώστε τα, τραγουδήστε τον εθνικό μας ύμνο, δώστε στα καημένα τα παιδιά τα διπλώματά τους και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Η μικροκλοπή δεν είναι παρά ένα μήνυμα που μας στέλνει το παιδί. Τι σας νοιάζει τι θα γίνει αργότερα; Αυτή είναι η εύκολη λύση, οπότε γιατί όχι; Όμως ποιος θα κάνει όλη τη βρομοδουλειά; Άνθρωποι σαν κι εμένα, αυτοί θα το αναλάβουν. Μήπως νομίζετε ότι κάνουμε αυτά που κάνουμε επειδή μας αρέσει; Έχετε στα πρόσωπά σας ένα υφάκι που λέει “ε, τώρα τι είναι 6.800 γεν”, αλλά γιά ρωτήστε αυτούς απ’ τους οποίους τα έκλεψε. Εκατό άνθρωποι δουλεύουν εδώ, και σας διαβεβαιώ ότι θεωρούν πολύ σοβαρή τη διαφορά του ενός γεν από τα δύο. Όταν μαζεύουν τις αποδείξεις από τα ταμεία και βρίσκουν κάπου εκατό γεν διαφορά, μπορεί να δουλέψουν όλη τη νύχτα για να βρουν πού είναι το πρόβλημα. Ξέρετε πόσα κερδίζουν την ώρα οι γυναίκες που δουλεύουν στα ταμεία εδώ; Γιατί δεν μαθαίνετε αυτά τα απλά πράγματα στους μαθητές σας;»


Δεν είπα τίποτε. Η μητέρα του Καρότου έμεινε σιωπηλή, όπως και το παιδί. Ο φύλακας βαρέθηκε να μιλάει και προσαρμόστηκε κι αυτός στη γενικότερη βουβαμάρα. Σε κάποιο διπλανό δωμάτιο χτύπησε ένα τηλέφωνο και κάποιος το σήκωσε απ’ το πρώτο κιόλας κουδούνισμα. «Λοιπόν, τι θα κάνουμι;» ρώτησε. «Εγώ λέω να τον κρεμάσουμε ανάποδα μ’ ένα σκοινί απ’ το ταβάνι μέχρι να ζητήσει συγγνώμη», είπα. «Γουστάρω! Βέβαια θα μας πάρει τ’ αυτιά με τις τσιρίδες του». «Ε, τότε το μόνο που απομένει είναι να δείξουμε υπομονή και να συζητήσουμε μαζί του το πρόβλημα. Εγώ άλλη λύση δεν βλέπω». Κάποιος από ένα διπλανό δωμάτιο χτύπησε την πόρτα και μπήκε. «Κύριε Νακαμούρα, μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου δώσετε το κλειδί της αποθήκης;» είπε. Ο κύριος Νακαμούρα ψαχούλεψε στο συρτάρι του γραφείου του για λίγο, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει. «Χάθηκε», είπε. «Περίεργο. Πάντα εδώ το φυλάω». «Είναι επείγον», είπε ο άλλος. «Το χρειάζομαι αμέσως». Ο τρόπος που μιλούσαν μεταξύ τους οι δυο τους έδειχνε ότι το κλειδί αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό, κάτι που πιθανότατα δεν θα έπρεπε να φυλάσσεται σ’ εκείνο το συρτάρι. Έψαξαν κι όλα τα άλλα συρτάρια αλλά μάταια. Οι τρεις μας καθίσαμε εκεί και τους κοιτάζαμε όσο διαρκούσε αυτή η ιστορία. Κάνα-δυο φορές η μητέρα του Καρότου με κοίταξε ικετευτικά. Το Καρότο στεκόταν όπως πριν, ανέκφραστο, με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Διάφορες ασυνάρτητες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Το δωμάτιο είχε αρχίσει να γίνεται αποπνικτικό. Εκείνος που αναζητούσε επειγόντως το κλειδί παραιτήθηκε απ’ την προσπάθεια κι έφυγε μουρμουρίζοντας. «Αρκετά», είπε ο κύριος Νακαμούρα και γύρισε προς το μέρος μας* με μονότονη και άχρωμη φωνή συνέχισε: «Σας ευχαριστώ που ήρθατε. Εγώ δεν έχω να πω τίποτε άλλο. Αφήνω τα υπόλοιπα σ’ εσάς και στη μητέρα του παιδιού. Ένα πράγμα όμως να ξέρετε: εάν το ξανακάνει, δεν θα τη γλιτώσει τόσο εύκολα. Το καταλαβαίνετε αυτό, ελπίζω. Δεν θέλω φασαρίες. Πρέπει όμως να κάνω τη δουλειά μου». Η μητέρα του Καρότου έδειξε με το κεφάλι ότι συμφωνούσε και το ίδιο έκανα κι εγώ. Το Καρότο έμοιαζε να μην είχε ακούσει λέξη. Σηκώθηκα και το ίδιο έκαναν μητέρα και γιος. «Και κάτι τελευταίο», είπε ο φρουρός καθιστός ακόμη. Σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε. «Ξέρω ότι είναι αγενές εκ μέρους μου, αλλά θα το πω. Από τη στιγμή που σας αντίκρισα, έχω την εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά. Είστε νέος, ψηλός, δίνετε καλή εντύπωση, έχετε τέλειο μαύρισμα και είστε και απόλυτα λογικός. Όλα όσα λέτε βγάζουν τέλειο νόημα. Είμαι σίγουρος ότι αρέσετε πολύ στους γονείς των μαθητών. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά από τη στιγμή που σας είδα κάτι με τρώει. Κάτι μου κάθεται στο λαιμό. Δεν είναι προσωπικό, μη θυμώνετε. Απλώς κάτι μ’ ενοχλεί. Μόνο που δεν καταλαβαίνω τι είναι ακριβώς». «Θα σας πείραζε να ρωτήσω κι εγώ κάτι προσωπικό;» είπα.


«Ελεύθερα». «Εάν οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, εσείς σε ποια κατηγορία ανήκετε;» Ο κύριος Νακαμούρα τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο του, κούνησε το κεφάλι του κι έβγαλε τον καπνό αργά, σχεδόν απρόθυμα. «Δεν ξέρω», απάντησε. «Μην ανησυχείτε όμως. Οι δυο μας αποκλείεται να βρεθούμε στο ίδιο επίπεδο». Είχε παρκάρει το αυτοκίνητό της, ένα κόκκινο Τογιότα Τσέλικα, στο πάρκινγκ του σουπερμάρκετ. Την πήρα λίγο παράμερα και της είπα να γυρίσει στο σπίτι μόνη. Χρειάζεται να μιλήσω για λίγο μόνος με το γιο σου, της είπα. Θα τον φέρω εγώ αργότερα. Κούνησε το κεφάλι με κατανόηση. Πήγε κάτι να πει, αλλά μετάνιωσε. Μπήκε στο αυτοκίνητό της, έβγαλε τα μαύρα γυαλιά της από την τσάντα της κι έβαλε μπροστά.


Όταν είχε απομακρυνθεί πια, πήγα με το Καρότο σ’ ένα σχετικά χαρούμενο καφενεδάκι που βρήκα εκεί κοντά. Ο κλιματισμός του μαγαζιού με χαλάρωσε κάπως και παράγγειλα ένα παγωμένο τσάι για τον εαυτό μου κι ένα παγωτό για το αγόρι. Ξεκούμπωσα το επάνω κουμπί του πουκαμίσου μου, έβγαλα τη γραβάτα μου και τη φύλαξα στην τσέπη του σακακιού. Το Καρότο παρέμεινε βυθισμένο στη σιωπή. Η έκφρασή του και το βλέμμα του δεν άλλαξαν καθόλου από την ώρα που ήμαστε στο γραφείο του σουπερμάρκετ. Έδειχνε να μην καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του, και φαινόταν ότι θα μείνει σ’ αυτή την κατάσταση για αρκετή ώρα. Με τα μικρά του χέρια δεμένα μπροστά του, κρατούσε το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα αποφεύγοντας να με κοιτάξει. Ήπια το παγωμένο μου τσάι, αλλά το Καρότο ούτε που άγγιξε το παγωτό. Το παγωτό άρχισε να λιώνει σιγά σιγά μέσα στο μπολ, αλλά το Καρότο δεν φάνηκε να νοιάζεται. Καθίσαμε εκεί ο ένας απέναντι στον άλλο, σαν παντρεμένο ζευγάρι που μοιράζεται μια αμήχανη σιωπή. Η σερβιτόρα, κάθε φορά που σταματούσε δίπλα στο τραπέζι μας, έδειχνε να υποφέρει. «Υπάρχουν πράγματα που απλώς συμβαίνουν», είπα τελικά. Δεν προσπαθούσα να σπάσω τον πάγο. Τα λόγια βγήκαν αυθόρμητα από το στόμα μου. Το Καρότο ύψωσε σιγά σιγά το κεφάλι του και με κοίταξε. Δεν είπε τίποτε. Έκλεισα τα μάτια μου, αναστέναξα κι έμεινα για λίγο σιωπηλός. «Δεν το έχω πει σε κανέναν ακόμη», είπα, «αλλά στη διάρκεια των διακοπών πήγα στην Ελλάδα. Ξέρεις πού είναι η Ελλάδα, έτσι; Θυμάσαι εκείνο το βίντεο που είδαμε στο μάθημα των κοινωνικών σπουδών; Στη Νότια Ευρώπη, στη Μεσόγειο. Έχουν πολλά νησιά και παράγουν ελιές. Το 500 π.Χ ήταν η ακμή του πολιτισμού τους. Η Αθήνα ήταν το λίκνο της δημοκρατίας και ο Σωκράτης ήπιε δηλητήριο και πέθανε. Εκεί πήγα. Είναι ωραίο μέρος, αλλά δεν πήγα για να διασκεδάσω. Μια φίλη μου εξαφανίστηκε σ’ ένα μικρό ελληνικό νησί και πήγα για να βοηθήσω στις έρευνες. Όμως δεν βρήκαμε τίποτε. Η φίλη μου απλώς εξαφανίστηκε. Έγινε καπνός». Το Καρότο άνοιξε λίγο το στόμα του και με κοίταξε. Η έκφρασή του ήταν ακόμη σκληρή και άψυχη, αλλά διέκρινα μία αχτίδα φωτός. Είχα σπάσει τον πάγο. ((Πραγματικά μου άρεσε αυτή η φίλη. Μου άρεσε πάρα πάρα πολύ. Ήταν το πιο σπουδαίο και το πιο σημαντικό άτομο για μένα. Γι’ αυτό και πήρα το αεροπλάνο και πήγα στην Ελλάδα για να βοηθήσω στις έρευνες. Όμως δεν βοήθησα. Δεν βρήκαμε το παραμικρό στοιχείο. Από τότε που έχασα τη φίλη μου, δεν έχω άλλους φίλους. Ούτε έναν». Δεν μιλούσα στο Καρότο αλλά στον εαυτό μου. Σκεφτόμουν φωναχτά. αΞέρεις τι θα ήθελα να κάνω περισσότερο τώρα; Ν’ ανέβω σε κάποιο ψηλό μέρος όπως οι πυραμίδες. Το ψηλότερο σημείο που μπορώ να βρω. Και να δω από κει την αιωνιότητα. Να σταθώ στην κορφή, να κοιτάξω ολόγυρα και να δω με τα ίδια μου τα μάτια ό,τι έχει χαθεί απ’ τον κόσμο. Δεν ξέρω… μπορεί τελικά να μη θέλω να δω αυτό. Μπορεί να μη θέλω να δω τίποτε πια». Η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι μας, πήρε το μπολ του Καρότου με το λιωμένο παγωτό και άφησε το λογαριασμό. «Νιώθω μόνος από τότε που ήμουν παιδί. Είχα γονείς και μια μεγαλύτερη αδελφή στο σπίτι, αλλά


δεν τα πήγαινα καλά μαζί τους. Δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με κανέναν στην οικογένειά μου. Γι’ αυτό και συχνά φανταζόμουν ότι είμαι υιοθετημένος. Ότι για κάποιο λόγο κάποιοι μακρινοί συγγενείς με παρέδωσαν στην οικογένειά μου. Ή ότι ίσως με περιμαζέψανε από κάποιο ορφανοτροφείο. Τώρα καταλαβαίνω πόσο ανόητη ήταν αυτή η ιδέα. Οι γονείς μου δεν είναι άνθρωποι που θα υιοθετούσαν ένα δυστυχισμένο ορφανό. Τέλος πάντων, δεν μπορούσα να δεχτώ το γεγονός ότι είχα το ίδιο αίμα μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ήταν ευκολότερο να σκέφτομαι ότι μου ήταν απολύτως ξένοι. «Φανταζόμουν ότι υπήρχε μια πόλη πολύ πολύ μακριά. Υπήρχε κι ένα σπίτι εκεί, όπου ζούσε η πραγματική μου οικογένεια. Ένα ταπεινό σπιτάκι, που όμως ήταν ζεστό και φιλόξενο. Όλοι εκεί καταλαβαίνουν όλους τους άλλους, λένε ό,τι θέλουν να πουν. Το βράδυ ακούς τη μαμά να παλεύει με τα κουζινικά ετοιμάζοντας το φαγητό και στα ρουθούνια σου έρχεται μια ζεστή ευχάριστη μυρωδιά. Εκεί ανήκω. Πάντα φανταζόμουν αυτό το μέρος στο μυαλό μου και ο εαυτός μου ήταν μέρος αυτής της εικόνας. »Στην πραγματική ζωή, η οικογένειά μου είχε ένα σκύλο και ήταν ο μόνος με τον οποίο τα πήγαινα καλά. Ήταν κοπρίτης αλλά πολύ έξυπνος. Όταν του μάθαινες κάτι, δεν το ξεχνούσε ποτέ. Τον πήγαινα βόλτες κάθε μέρα, συνήθως στο πάρκο* καθόμουν σ’ ένα παγκάκι και του μιλούσα για ένα σωρό πράγματα. Καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλο. Αυτές ήταν οι ευτυχέστερες στιγμές μου όταν ήμουν παιδί. Στην πέμπτη τάξη, το σκύλο μου τον χτύπησε ένα φορτηγό δίπλα στο.σπίτι μας και τον σκότωσε. Οι γονείς μου δεν μου επέτρεψαν ν’ αγοράσω άλλον. Είναι πολύ θορυβώδη και βρόμικα ζώα, μου είπαν, μεγάλος μπελάς. »Όταν ψόφησε το σκυλί μου, έμενα πολλές ώρες στο δωμάτιό μου διαβάζοντας βιβλία. Ο κόσμος των βιβλίων μού φαινόταν πολύ πιο ζωντανός από τον κόσμο έξω από το δωμάτιο. Έβλεπα στα βιβλία πράγματα που δεν είχα δει ποτέ πριν. Τα βιβλία και η μουσική ήταν οι καλύτεροι φίλοι μου. Είχα και μερικούς καλούς φίλους στο σχολείο, αλλά ποτέ δεν είχα γνωρίσει κάποιον, στον οποίο να μπορώ ν’ ανοίξω την καρδιά μου. Κουβεντιάζαμε, παίζαμε μαζί μπάλα. Όταν κάτι μ’ ενοχλούσε, δεν το συζητούσα με κανέναν. Το σκεφτόμουν ολομόναχος, κατέληγα σε κάποιο συμπέρασμα και αναλάμβανα δράση. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι αντιλαμβανόμουν τη μοναξιά μου. Νόμιζα ότι έτσι είναι τα πράγματα. Ότι τα ανθρώπινα πλάσματα, σε τελευταία ανάλυση, είναι υποχρεωμένα να επιβιώνουν μόνα τους. »Όταν όμως μπήκα στο πανεπιστήμιο, απέκτησα μια φίλη, αυτή για την οποία σου μίλησα. Και ο τρόπος που σκεφτόμουν άρχισε ν’ αλλάζει. Έφτασα στο σημείο να καταλάβω ότι με το να σκέφτομαι ολομόναχος για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είχα μείνει πίσω, είχα κολλήσει σε μια συγκεκριμένη οπτική. Και άρχισα να αισθάνομαι ότι η μοναξιά είναι τρομερό πράγμα. »Η μοναξιά είναι σαν αυτό που νιώθεις όταν στέκεσαι στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού ένα βροχερό βράδυ και παρακολουθείς το νερό να χύνεται στη θάλασσα. Το έχεις κάνει ποτέ σου; Να σταθείς στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού και να παρατηρείς το νερό να χύνεται στη θάλασσα;» Το Καρότο δεν απάντησε. «Εγώ το έχω κάνει», είπα. Το Καρότο γύρισε και με κοίταξε με τα μάτια ορθάνοιχτα.


«Δεν ξέρω για ποιο λόγο αισθάνεσαι τόση μοναξιά όταν βλέπεις όλο αυτό το ποταμίσιο νερό ν’ αναμιγνύεται με το θαλασσινό. Όμως αυτό πραγματικά συμβαίνει. Θα πρέπει να το δοκιμάσεις κάποτε». Πήρα το σακάκι μου και το λογαριασμό και σηκώθηκα αργά αργά. Έβαλα το ένα χέρι μου στον ώμο του Καρότου και σηκώθηκε κι εκείνος* πλήρωσα και φύγαμε από το μαγαζί. Κάναμε γύρω στη μισή ώρα να φτάσουμε στο σπίτι. Περπατούσαμε δίπλα δίπλα, αλλά δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη. Κοντά στο σπίτι του είχε ένα ποταμάκι με μια τσιμεντένια γέφυρα. Ένα άχρωμο πράγμα, λιγότερο ποτάμι και περισσότερο διευρυμένος αποχετευτικός οχετός. Τον καιρό που εδώ γύρω υπήρχαν ακόμη χωράφια, πρέπει να τον χρησιμοποιούσαν για άρδευση. Τώρα όμως το νερό ήταν θολό και μύριζε ελαφρά απορρυπαντικό. Καλοκαιριάτικα χόρτα φύτρωναν στις όχθες κι ένα πεταμένο κόμικ έπλεε ανοιχτό στο νερό. Το Καρότο έμεινε ακίνητο στη μέση της γέφυρας, έγειρε πάνω από το παραπέτο και κοίταξε κάτω. Στάθηκα δίπλα του και κοίταξα κι εγώ κάτω. Μείναμε εκεί ώρα πολλή. Το πιθανότερο ήταν ότι δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι. Σ’ αυτό τον καταλάβαινα. Το Καρότο έβαλε το χέρι του μέσα στην τσέπη του παντελονιού του, έβγαλε ένα κλειδί και το κράτησε προς το μέρος μου. Ένα απλό, κοινό κλειδί με μια κόκκινη ταμπελίτσα επάνω. Η ταμπελίτσα έγραφε «Αποθήκη 3». Ήταν το κλειδί που έψαχνε ο Νακαμούρα. Το Καρότο πρέπει να έμεινε για λίγο μόνο στο δωμάτιο, το βρήκε στο συρτάρι και το έχωσε στην τσέπη του. Το μυαλό αυτού του παιδιού ήταν μεγαλύτερο αίνιγμα απ’ ό,τι μπορούσα να φανταστώ. Ήταν ένα πολύ παράξενο παιδί. Πήρα το κλειδί και το κράτησα στην παλάμη μου νιώθοντας το βάρος των αμέτρητων ανθρώπων που είχε συσσωρευτεί μέσα του. Μου φάνηκε ξαφνικά άθλιο, βρόμικο, μικροπρεπές. Δίστασα για μια στιγμή και μετά πέταξα το κλειδί στο ποτάμι. Βυθίστηκε στο νερό μ’ έναν ελαφρό παφλασμό. Το ποτάμι δεν ήταν πολύ βαθύ, αλλά το νερό ήταν θολό και το κλειδί εξαφανίστηκε. Δίπλα δίπλα στη γέφυρα, το Καρότο κι εγώ κοιτάξαμε για λίγη ώρα το νερό. Για κάποιο λόγο ένιωσα χαρούμενος και το σώμα μου ελαφρύτερο. «Δεν μπορούμε πια να το ξαναβρούμε», είπα, περισσότερο στον εαυτό μου και λιγότερο σ’ εκείνον. «Είμαι σίγουρος ότι κάπου θα έχουν κάποιο εφεδρικό. Στο κάτω κάτω πρόκειται για την πολύτιμη αποθήκη τους». Απλωσα το χέρι μου και το Καρότο το έπιασε απαλά. Ένιωθα τα λεπτά μικρά δάχτυλά του στα δικά μου. Μια αίσθηση που είχα ξανανιώσει κάπου -πού μπορεί να ήταν; πριν από πάρα πολλά χρόνια. Τον κράτησα από το χέρι και κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι. Η μητέρα του μας περίμενε. Είχε φορέσει μια λευκή κομψή αμάνικη μπλούζα και μια πλισέ φούστα. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και πρησμένα. Πρέπει να έκλαιγε μόνη όση ώρα την είχαμε αφήσει. Ο άντρας της είχε ένα μεσιτικό γραφείο στην πόλη και τις Κυριακές ή ήταν στη δουλειά ή έπαιζε γκολφ. Έστειλε το Καρότο στο δωμάτιό του στον επάνω όροφο κι εμένα με πήγε όχι στο σαλόνι αλλά στην κουζίνα, όπου καθίσαμε στο τραπέζι. Ίσως ήταν ευκολότερο για κείνη να μιλήσει εκεί. Η κουζίνα είχε ένα μεγάλο ψυγείο στο πράσινο χρώμα του αβοκάντο, ένα τραπέζι στη μέση, κι ένα ηλιόλουστο παράθυρο που έβλεπε ανατολικά.


«Μου φαίνεται λίγο καλύτερα απ’ ό,τι πριν», είπε αδύναμα. «Όταν τον είδα σ’ εκείνο το γραφείο, δεν ήξερα τι να κάνω. Ποτέ δεν τον έχω δει σ’ αυτή την κατάσταση. Σαν να βρισκόταν σε άλλο κόσμο». «Μην ανησυχείς. Απλώς δώσ’ του χρόνο και θα επιστρέψει στο φυσιολογικό. Προς το παρόν, καλύτερα να μην του πεις τίποτε. Άσ’ τον μόνο του». «Τι κάνατε εσείς οι δυο απ’ την ώρα που σας άφησα;» «Μιλήσαμε», είπα. «Για ποιο πράγμα;» «Δεν είπαμε πολλά. Βασικά μιλούσα εγώ. Τίποτε το ιδιαίτερο, αλήθεια». «Θα ήθελες να πιεις κάτι παγωμένο;» Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. «Δεν ξέρω πια πώς να του μιλήσω», είπε. «Και αυτή η αίσθηση όλο και μεγαλώνει». «Δεν είναι ανάγκη να υποχρεώνεις τον εαυτό σου να του μιλάει. Τα παιδιά είναι στον δικό τους κόσμο. Όταν θελήσει να μιλήσει, θα το κάνει». «Όμως δεν μιλάει σχεδόν καθόλου». Φροντίσαμε να μην ακουμπήσουμε ο ένας τον άλλον έτσι όπως καθόμασταν εκεί, αντικριστά στο τραπέζι της κουζίνας. Η συζήτησή μας ήταν φορτισμένη, όπως περιμένει κανείς να είναι η συζήτηση ενός δασκάλου και μιας μητέρας που συζητούν για ένα προβληματικό παιδί. Καθώς μιλούσε, έπαιζε με τα χέρια της, στρίβοντας τα δάχτυλά της, τεντώνοντάς τα, σφίγγοντας το ένα χέρι με το άλλο. Θυμήθηκα πράγματα που μου είχαν κάνει στο κρεβάτι αυτά τα δάχτυλα. Δεν πρόκειται ν’ αναφέρω στο σχολείο όσα συνέβησαν, της είπα. Θα κάνω μια καλή συζήτηση μαζί του κι αν υπάρξει πρόβλημα, θα το φροντίσω. Γι’ αυτό μην ανησυχείς. Είναι έξυπνο παιδί, καλό παιδί* δώσ’ του χρόνο να συνέλθει. Περνάει μια φάση. Το πιο σημαντικό για σένα είναι να είσαι ήρεμη. Ήρεμα και αργά, τα είπα αυτά ξανά και ξανά προσπαθώντας να της τα βάλω στο μυαλό. Όσα της έλεγα έμοιαζαν να την ανακουφίζουν. Ε��πε ότι θα με πήγαινε με το αυτοκίνητο πίσω στο διαμέρισμά μου στο Κουνιτάτσι. «Νομίζεις ότι ο γιος μου διαισθάνεται αυτό που συμβαίνει;» με ρώτησε καθώς είχαμε σταματήσει σ’ ένα φανάρι της τροχαίας. Εννοούσε βέβαια αυτό που συνέβαινε ανάμεσα σ’ εκείνη και σ’ εμένα. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. «Γιατί το λες αυτό;» «Όσο ήμουν μόνη στο σπίτι περιμένοντάς σε να επιστρέφεις, μου πέρασε ξαφνικά η ιδέα απ’ το μυαλό. Δεν μπορώ να το στηρίξω κάπου, έχω απλώς αυτή την αίσθηση. Είναι παιδί με πολύ οξυμμένη διαίσθηση και είμαι σίγουρη ότι έχει καταλάβει πως εγώ κι ο άντρας μου δεν τα πάμε καλά». Δεν είπα τίποτε. Ούτε εκείνη συνέχισε.


Στάθμευσε το αυτοκίνητό της στο πάρκινγκ λίγο πέρα από τη διασταύρωση όπου βρισκόταν το διαμέρισμά μου. Τράβηξε χειρόφρενο κι έσβησε τη μηχανή. Όταν σταμάτησε και ο θόρυβος του κλιματισμού, ανάμεσά μας έπεσε μια άβολη σιωπή. Ήξερα ότι ήθελε να την πάρω στην αγκαλιά μου εδώ και τώρα. Σκέφτηκα το λυγερό κορμί της κάτω από την μπλούζα και το στόμα μου ξεράθηκε. «Νομίζω πως το καλύτερο θα ήταν να μην ξανασυναντηθούμε», της είπα ευθέως. Δεν είπε τίποτε. Με τα χέρια στο τιμόνι, κάρφωσε το βλέμμα της στον χιλιομετρικό δείκτη. Κάθε έκφραση είχε χαθεί από το πρόσωπό της. «Το έχω σκεφτεί πάρα πολύ», είπα. «Δεν νομίζω ότι είναι σωστό να γίνω μέρος του προβλήματος. Δεν μπορώ να γίνω μέρος της λύσης, εάν είμαι μέρος του προβλήματος. Είναι καλύτερο για όλους έτσι». «Για όλους;» «Ειδικά για το γιο σου». «Και για σένα;» «Ναι, φυσικά». «Κι εγώ; Μέσα σε “όλους” συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ;» Ναι, ήθελα να της πω. Όμως μου ήταν αδύνατο να προφέρω τη λέξη. Έβγαλε τα σκούρα Ρέιμπαν που φορούσε για μια στιγμή και μετά τα ξαναφόρεσε. «Δεν μου είναι εύκολο να σ’ το πω», είπε, «αλλά εάν δεν μπορώ να σε δω πια, θα είναι πολύ σκληρό για μένα». «Και για μένα θα είναι σκληρό. Μακάρι να μπορούσαμε να συνεχίσουμε έτσι όπως είμαστε. Όμως δεν είναι σωστό». Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει. «Και τι είναι σωστό; Μπορείς να μου πεις; Δεν ξέρω τι είναι σωστό. Ξέρω τι είνα; λάθος. Αλλά τι είναι σωστό;» Δεν είχα καμία πειστική απάντηση. Ήταν έτοιμη να κλάψει και πάλι. Ή να φωνάξει. Όμως με κάποιο τρόπο κατάφερε να ελέγξει τον εαυτό της. Απλώς έσφιξε δυνατά το τιμόνι και η ανάστροφη των χεριών της πήρε χρώμα ελαφρά κόκκινο. «Όταν ήμουν μικρή, πολλοί άνθρωποι μου μιλούσαν», είπε. «Μου έλεγαν ένα σωρό πράγματα. Συναρπαστικές ιστορίες, όμορφες και παράξενες ιστορίες. Όμως από ένα σημείο και μετά δεν μου μιλούσε κανείς πια. Κανείς. Ούτε ο άντρας μου ούτε το παιδί μου ούτε οι φίλοι μου… Κανείς. Αες και τελείωσαν τα θέματα συζήτησης σ’ αυτό τον κόσμο. Μερικές φορές νιώθω σαν να είμαι αόρατη, σαν να μπορείς να κοιτάξεις μέσα από το σώμα μου». Έπαψε να κρατάει το τιμόνι και άπλωσε τα χέρια της ανοιχτά μπροστά της.


«Πού να καταλάβεις όμως εσύ τώρα τι σου λέω». Έψαξα να βρω τις κατάλληλες λέξεις. Και δεν μου ήρθε καμία. «Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα όσα έκανες σήμερα», είπε προσπαθώντας να συγκρατηθεί. Η φωνή της ήταν σχεδόν φυσιολογική, και ο τόνος της σχεδόν ήρεμος. «Δεν νομίζω ότι θα τα είχα βγάλει πέρα μόνη. Είναι πολύ σκληρό για μένα. Η παρουσία σου με βοήθησε πάρα πολύ. Σου είμαι ευγνώμων. Ξέρω ότι θα γίνεις εξαιρετικός δάσκαλος. Είσαι ήδη εξαιρετικός δάσκαλος». Υπήρχε άραγε σαρκασμός σ’ αυτά που έλεγε; Μπορεί. Κι όμως όχι… σαφώς όχι. «Όχι ακόμη», είπα. Χαμογέλασε σχεδόν αδιόρατα. Κι εκεί τελείωσε η κουβέντα μας. Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκα έξω. Η καλοκαιριάτικη λιακάδα δεν ήταν πια τόσο έντονη. Δυ1 σκολευόμουν πολύ ν’ αναπνεύσω, κι ένιωθα τα πόδια μου περίεργα καθώς στεκόμουν εκεί. Η μηχανή της Τσέλικα πήρε μπρος, το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε και η γυναίκα αυτή βγήκε από τη ζωή μου για πάντα. Κατέβασε το παράθυρό της και κούνησε το χέρι της σε αποχαιρετισμό. Σήκωσα κι εγώ το χέρι μου ανταποδίδοντάς της το χαιρετισμό. Πίσω στο διαμέρισμα έβγαλα το ιδρωμένο μου πουκάμισο και το έριξα στο πλυντήριο, έκανα ντους και έλουσα τα μαλλιά μου. Πήγα στην κουζίνα, αποτέλειωσα το’γεύμα που είχα αφήσει σχεδόν έτοιμο κι έφαγα. Μετά, βυθίστηκα στον καναπέ και διάβασα ένα βιβλίο που μόλις είχα ξεκινήσει. Δεν μπόρεσα όμως να προχωρήσω ούτε πέντε σελίδες. Εγκαταλείποντας την προσπάθεια, έκλεισα το βιβλίο και σκέφτηκα για λίγο τη Σουμίρε. Και το κλειδί της αποθήκης που είχα πετάξει στο βρομερό ποτάμι. Και τα χέρια της φίλης μου που σφίγγονταν με μανία στο τιμόνι. Ήταν μια πολύ μεγάλη μέρα που είχε τελειώσει επιτέλους αφήνοντας πίσω της σκόρπιες μνήμες. Είχα κάνει ένα χαλαρωτικό ντους, αλλά το σώμα μου ήταν ακόμη ποτισμένο από τη βρόμα του καπνού. Και στην παλάμη μου υπήρχε ακόμη μια έντονη αίσθηση σαν να είχα συνθλίψει κάτι ζωντανό. Είχα κάνει άραγε το σωστό; Μάλλον όχι. Απλώς είχα κάνει αυτό που ήταν απαραίτητο για μένα. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. «Για όλους;» με είχε ρωτήσει. ((Μέσα σε “όλους” συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ;» Η αλήθεια ήταν ότι εκείνη την ώρα δεν με απασχολούσαν όλοι. Σκεφτόμουν μόνο τη Σουμίρε και όχι όλους τους ή όλους μας. Μόνο τη Σουμίρε, η οποία δεν ήταν πουθενά. Δεν είχα νέα της Μίου από τότε που είπαμε αντίο στο λιμάνι. Αυτό μου φάνηκε περίεργο καθώς είχε υποσχεθεί ότι θα ερχόταν σε επαφή μαζί μου είτε υπήρχαν νεότερα για τη Σουμίρε είτε όχι. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι με είχε ξεχάσει* δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που έδινε υποσχέσεις τις οποίες δεν σκόπευε να τηρήσει. Κάτι πρέπει να είχε συμβεί που την εμπόδιζε να επικοινωνήσει μαζί μου’. Σκέφτηκα να της τηλεφωνήσω, αλλά δεν ήξερα το πραγματικό της όνομα. Ή το όνομα της εταιρείας της ή πού ακριβώς είχε την έδρα της. Σε σχέση με τη Μίου, η Σουμίρε δεν είχε αφήσει πίσω κανένα ενδεικτικό στοιχείο. Το τηλέφωνο της Σουμίρε εξακολουθούσε ν’ απαντάει με το ίδιο μήνυμα, ώσπου κάποια στιγμή αποσυνδέθηκε. Σκέφτηκα να πάρω την οικογένειά της. Δεν ήξερα τον αριθμό, αν και δεν θα ήταν


δύσκολο να βρω το οδοντιατρείο του πατέρα της στον Χρυσό Οδηγό της Γιοκοχάμα. Όμως, για κάποιο λόγο, μου ήταν δύσκολο να κάνω αυτό το βήμα. Αντί γι’ αυτό, πήγα στη βιβλιοθήκη και κοίταξα τις εφημερίδες του Αυγούστου. Υπήρχε ένοί μικρό άρθρο για κείνη, για ένα εικοσιδυάχρονο κορίτσι από την Ιαπωνία που εξαφανίστηκε στην Ελλάδα. Οι τοπικές αρχές την αναζητούν. Μέχρι στιγμής χωρίς αποτέλεσμα. Κι αυτό ήταν όλο. Τίποτε που να μην ήξερα ήδη. Πολλοί ταξιδιώτες εξαφανίζονται στο εξωτερικό, απ’ ό,τι φαίνεται. Κι εκείνη ήταν μία απ’ αυτούς. Σταμάτησα την προσπάθεια να παρακολουθήσω τα νέα. Όποιοι λόγοι και να υπήρχαν για την εξαφάνισή της, όπως και να προχωρούσε η έρευνα, ένα πράγμα ήταν σίγουρο. Εάν η Σουμίρε επέστρεφε, θα έπαιρνε τηλέφωνο. Αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία. Ο Σεπτέμβριος ήρθε κι έφυγε, το φθινόπωρο τελείωσε πριν καν το καταλάβω κι έπιασε χειμώνας. Στις 7 Νοεμβρίου η Σουμίρε θα έκλεινε τα είκοσι τρία και στις 9 Δεκεμβρίου εγώ θα έκλεινα τα είκοσι πέντε μου. Ήρθε ο καινούργιος χρόνος και η σχολική χρονιά τελείωσε. Το Καρότο δεν προκάλεσε άλλα προβλήματα και πέρασε στην πέμπτη τάξη. Από εκείνη τη μέρα και μετά δεν ξαναμίλησα μαζί του για το περιστατικό της κλοπής. Κάθε φορά που τον έβλεπα, καταλάβαινα ότι δεν ήταν απαραίτητο να το κάνω. Καθώς είχε καινούργιο δάσκαλο τώρα, ο δρόμος μου διασταυρωνόταν πιο σπάνια με την παλιά μου φιλενάδα. Όλα είχαν τελειώσει. Μερικές φορές ωστόσο μ’ έπιανε μια αφόρητη νοσταλγία για τη ζεστή της σάρκα κι έτσι μου ’ρχόταν να σηκώσω το τηλέφωνο. Αυτό που με σταματούσε ήταν η αίσθηση του κλειδιού της αποθήκης εκείνου του σουπερμάρκετ στην παλάμη μου. Η αίσθηση εκείνου του καλοκαιριάτικου απογεύματος. Και του χεριού του Καρότου στο δικό μου. Όποτε διασταυρωνόμουν με το Καρότο στο σχολείο, δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι ότι ήταν πραγματικά πολύ παράξενο παιδί. Δεν είχα ιδέα τι σκέψεις περνούσαν πίσω από εκείνο το λεπτό και ήρεμο πρόσωπο. Όμως σίγουρα κάτι συνέβαινε κάτω από το φαινομενικά γαλήνιο παρουσιαστικό του. Και αν κάποτε βρισκόταν στην ανάγκη, είχε το δυναμικό για να δράσει. Ένιωθα κάτι βαθύ σ’ αυτό το παιδί. Πίστευα ότι η αυθόρμητη εξομολόγησή μου του έκανε καλό. Έκανε καλό και σ’ εκείνον και σ’ εμένα. Ίσως περισσότερο σ’ εμένα. Είναι λίγο περίεργο που το λέω αυτό, αλλά τότε ακριβώς με κατάλαβε και με δέχτηκε. Και με συγχώρεσε. Ώς ένα βαθμό, τουλάχιστον. Τι είδους μέρες -τις φαινομενικά ατέλειωτες μέρες της νιότηςθα περνούσαν παιδιά σαν το Καρότο καθώς πλησίαζαν στην ενηλικίωσή τους; Δεν θα τους ήταν καθόλου εύκολο. Οι δύσκολοι καιροί θα ήταν πολύ περισσότεροι από τους εύκολους. Από τη δική μου εμπειρία μπορούσα να προβλέψω το σχήμα που θα έπαιρνε ο πόνος τους. Θα ερωτευόταν ποτέ το Καρότο; Και το άλλο άτομο θα ανταποκρινόταν στον έρωτά του; Όχι πως οι σκέψεις μου είχαν καμία σημασία. Όταν τελείωνε το δημοτικό, θα έφευγε και δεν θα τον ξανάβλεπα. Και είχα τα δικά μου προβλήματα να σκεφτώ. Πήγα σ’ ένα δισκοπωλείο, αγόρασα ένα CD με την Ελίζαμπεθ Σβάρτσκοπφ σε τραγούδια του Μότσαρτ και το άκουσα ξανά και ξανά. Μου άρεσε η ήρεμη ομορφιά των τραγουδιών. Αν έκλεινα τα μάτια μου, η μουσική με πήγαινε πάντα πίσω σ’ εκείνη τη νύχτα στο ελληνικό νησί. Εκτός από κάποιες πολύ ζωντανές μνήμες, ανάμεσα στις οποίες και η συγκλονιστική επιθυμία που είχα νιώσει την ημέρα που τη βοήθησα να μετακομίσει, το μόνο που άφησε πίσω της η Σουμίρε ήτα�� μερικά μακροσκελή γράμματα και η δισκέτα. Διάβασα τα γράμματα και τα δύο κείμενα τόσο πολλές


φορές που σχεδόν τα έμαθα απέξω. Κάθε φορά που τα διάβαζα, ένιωθα ότι η Σουμίρε κι εγώ ήμαστε πάλι μαζί, ότι οι καρδιές μας είχαν γίνει ένα. Αυτό μαλάκωνε την καρδιά μου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Σαν να περνάς με το τρένο τη νύχτα μια τεράστια πεδιάδα και να βλέπεις ένα φωτάκι στο παράθυρο ενός μικρού σπιτιού. Την επόμενη στιγμή το ξανακαταπίνει το σκοτάδι και εξαφανίζεται. Άμα κλείσεις όμως τα μάτια σου, αυτό το αμυδρό φωτάκι μένει μαζί σου για μερικές στιγμές ακόμη. Ξυπνάω μες στη μέση της νύχτας και σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι (δεν θα καταφέρω να κοιμηθώ έτσι κι αλλιώς), ξαπλώνω στον καναπέ και ξαναζώ νοερά τις μνήμες εκείνου του μικρού ελληνικού νησιού, καθώς ακούω τη Σβάρτσκοπφ. Θυμάμαι το καθετί καθώς ξεφυλλίζω αργά τις σελίδες της μνήμης. Την υπέροχη έρημη παραλία, το υπαίθριο καφενείο στο λιμάνι. Το ιδρωμένο πουκάμισο του σερβιτόρου. Το χαριτωμένο προφίλ της Μίου και το λαμποκόπημα της Μεσογείου απ’ τη βεράντα. Τον δυστυχή ήρωα που τον ανασκολόπισαν στην πλατεία του χωριού. Και την ελληνική μουσική που άκουσα απ’ τη βουνοκορφή εκείνη τη νύχτα. Ξαναζώ με μεγάλη ένταση τη μαγεία του φεγγαρόφωτου, τη θαυμαστή ηχώ της μουσικής. Την αίσθηση της αποστασιοποίησης απ’ την πραγματικότητα που ένιωσα όταν με ξύπνησε η μουσική. Αυτό τον άμορφο μεταμεσονύχτιο πόνο, λες και το σώμα μου σιωπηλά κι απάνθρωπα είχε συμμεριστεί κι εκείνο τη μοίρα του ήρωα της πλατείας. Ξαπλωμένος σ’ αυτή τη θέση, κλείνω για λίγο τα μάτια μου και μετά τα ξανανοίγω. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και βγάζω τον αέρα από τα πνευμόνια μου. Μια σκέψη αρχίζει να σχηματίζεται στο μυαλό μου, αλλά στο τέλος καταλήγει στο μηδέν. Όχι πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο, ανάμεσα στη σκέψη και τη μη σκέψη. Ανακαλύπτω ότι δεν μπορώ πια να διακρίνω ανάμεσα στο ένα και το άλλο, ανάμεσα σε πράγματα που υπήρχαν και σε πράγματα που δεν υπήρχαν. Κοιτάζω απ’ το παράθυρο. Μέχρι να γίνει άσπρος ο ουρανός, πετούν από πάνω σύννεφα, κελαηδούν πουλιά, και μια καινούργια μέρα ετοιμάζεται να εισβάλει ανασκαλεύοντας τα κοιμισμένα μυαλά των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτό τον πλανήτη. Μια φορά στο κέντρο του Τόκιο είδα τη Μίου. Ήταν περίπου έξι μήνες μετά την εξαφάνιση της Σουμίρε, μια ζεστή Κυριακή στα μέσα του Μάρτη. Χαμηλά σύννεφα κάλυπταν τον ουρανό και δεν θ’ αργούσε να βρέξει. Όλοι κουβαλούσαν ομπρέλες. Εγώ πήγαινα να επισκεφθώ κάποιους συγγενείς, που έμεναν στο κέντρο, και με σταμάτησε το κόκκινο στο Χιρόο, στη διασταύρωση κοντά στο πολυκατάστημα Μέιντι-για, όταν είδα τη γαλάζια Τζά-γκουαρ να προχωρεί βήμα βήμα λόγω της μεγάλης κυκλοφορίας. Εγώ βρισκόμουν σ’ ένα ταξί και η Τζάγκουαρ ήταν αριστερά μου στη γρήγορη λωρίδα. Το αυτοκίνητο μου τράβηξε την προσοχή, γιατί το οδηγούσε μια γυναίκα με μια εντυπωσιακή χαίτη λευκών μαλλιών. Από μακριά, τα λευκά μαλλιά της γυναίκας ξεχώριζαν έντονα με φόντο το άψογο γαλάζιο του αυτοκινήτου. Είχα δει τη Μίου μόνο με μαύρα μαλλιά, οπότε χρειάστηκα κάμποση ώρα για να ταυτίσω τη Μίου που ήξερα με τη Μίου που έβλεπα. Όμως ήταν σίγουρα εκείνη. Ήταν όσο όμορφη θυμόμουν, με σπάνια και υπέροχη φινέτσα. Τα συγκλονιστικά λευκά μαλλιά της σε κρατούσαν σε απόσταση και της έδιναν έναν τόνο μυθικής σχεδόν αποφασιστικότητας. Η Μίου που έβλεπα μπροστά μου ωστόσο, δεν ήταν η γυναίκα που είχα αποχαιρετήσει στο λιμάνι του ελληνικού νησιού. Είχε περάσει μόλις μισός χρόνος και μου φαινόταν εντελώς διαφορετικό άτομο. Φυσικά είχε αλλάξει το χρώμα των μαλλιών της. Δεν ήταν όμως μόνο αυτή η διαφορά. Ένα αδειανό καβούκι. Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις που μου ήρθαν στο μυαλό. Η Μίου ήταν σαν ένα


άδειο δωμάτιο απ’ όπου είχαν φύγει όλοι οι άλλοι. Κάτι τρομερά σπουδαίο -το ίδιο κάτι που είχε ρουφήξει τη Σουμίρε σαν σίφουνας, το ίδιο που τράνταξε την καρδιά μου καθώς στεκόμουν στο κατάστρωμα του φέριείχε εξαφανιστεί από τη Μίου για πάντα. Αφήνοντας πίσω όχι ζωή αλλά απουσία ζωής. Όχι τη ζεστασιά κάποιου ζωντανού όντος αλλά τη βουβαμάρα της μνήμης. Τα κάτασπρα μαλλιά της μου θύμισαν αναπόφευκτα τα ανθρώπινα κόκαλα, όπως τα λευκαίνει το διάβα του χρόνου. Για αρκετή ώρα, δεν μπορούσα να βγάλω τον αέρα απ’ τα πνευμόνια μου. Η Τζάγκουαρ που οδηγούσε η Μίου πότε περνούσε μπροστά απ’ το ταξί μου και πότε έμενε πίσω, αλλά η Μίου δεν πρόσεξε ότι την παρατηρούσα. Δεν μπορούσα να της φωνάξω. Δεν ήξερα τι να της πω, αλλά ακόμη κι αν το ’χα κάνει, τα τζάμια της Τζάγκουαρ ήταν ερμητικά κλειστά. Η Μίου καθόταν στητή, με τα δυο της χέρια στο τιμόνι, απόλυτα συγκεντρωμένη στα αυτοκίνητα που είχε μπροστά της. Μπορεί να ήταν χαμένη στις σκέψεις της. Ή μπορεί και ν’ άκουγε την «Τέχνη της φούγκας» στο στέρεο του αυτοκινήτου της. Όση ώρα την παρατηρούσα, η σκληρή και παγωμένη έκφραση δεν έφυγε από το πρόσωπό της και τα μάτια της δεν ανοιγόκλεισαν ούτε μία φορά. Κάποια στιγμή το φανάρι έγινε πράσινο και η Τζάγκουαρ ξέφυγε μπροστά προς την κατεύθυνση της Αογιάμα, αφήνοντας πίσω το ταξί μου, το οποίο περίμενε στη σειρά του για να πάρει στροφή δεξιά. Κάπως έτσι ζούμε τη ζωή μας. Όσο ριζική και μοιραία κι αν είναι η απώλεια, όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό που μας έκλεψαν -που μας άρπαξαν μέσα απ’ τα χέρια-, ακόμη κι αν αλλάξαμε εντελώς, κι απ’ τον προηγούμενο εαυτό μας δεν έχει μείνει παρά μόνο η επιδερμίδα, συνεχίζουμε να παίζουμε το ρόλο της ζωής μας όπως και πριν, βουβά. Πλησιάζουμε όλο και περισσότερο στο τέλος του χρόνου που μας αντιστοιχεί, αποχαιρετώντας κάθε κομμάτι που αφήνουμε πίσω μας. Επαναλαμβάνοντας, πολλές φορές με περισσή επιδεξιότητα, τα άπειρα κατορθώματα της καθημερινότητας. Αφήνοντας πίσω μας ένα αίσθημα απροσμέτρητου κενού. Αν και επέστρεψε στην Ιαπωνία, η Μίου για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να έρθει σε επαφή μαζί μου. Έμεινε έτσι πιστή στη σιωπή της, αρκούμενη στις αναμνήσεις και αναζητώντας κάποιον ανώνυμο, μακρινό τόπο να την .καταπιεί. Αυτό τουλάχιστον φανταζόμουν. Δεν ένιωσα καθόλου την ανάγκη να την κατηγορήσω. Πόσο μάλλον να τη μισήσω. Η εικόνα που τριγύριζε στο μυαλό μου εκείνη την εποχή ήταν το μπρούντζινο άγαλμα του πατέρα της Μίου στο μικρό ορεινό χωριό της Κορέας. Έβλεπα με τα μάτια της φαντασίας τη μικρή πλατεία του χωριού, τα χαμηλοτάβανα σπίτια και το σκονισμένο μπρούντζινο άγαλμα. Ο άνεμος φυσάει πάντα κρύος εκεί και παραμορφώνει τα δέντρα δίνοντάς τους σουρεαλιστικά σχήματα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνο το μπρούντζινο άγαλμα και η Μίου, με τα χέρια αρπαγμένα από το τιμόνι της Τζάγκουαρ, είχαν γίνει ένα στο μυαλό μου. Μπορεί σε κάποιο μακρινό τόπο, όλα να έχουν ήδη, σιωπηλά, χαθεί. Ή τουλάχιστον να υπάρχει εκεί ένα βουβό μέρος όπου όλα μπορούν να εξαφανιστούν, να συγχωνευτούν σε μία μοναδική, πολυσύνθετη μορφή. Και καθώς ζούμε τη ζωή μας, ανακαλύπτουμε -μαζεύοντας τα λεπτά νήματα που μας δείχνουν το δρόμοόσα έχουν χαθεί. Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να φέρω στο μυαλό μου όσο περισσότερα όμορφα χαμένα πράγματα μπορούσα. Φέρνοντάς τα κοντότερα, κρατώντας τα όσο περισσότερο γινόταν. Ξέροντας ταυτόχρονα ότι η ζωή τους είναι περαστική. Ονειρεύομαι. Μερικές φορές νομίζω ότι είναι για μένα η μοναδική διέξοδος. Να ονειρεύομαι, να ζω στον κόσμο των ονείρων όπως έλεγε η Σουμίρε. Όμως αυτό δεν διαρκεί αιώνια. Η πραγματικότητα καιροφυλακτεί για να με διεκδικήσει ξανά.


Ξυπνάω στις τρεις το πρωί, ανοίγω το φως, ανακάθομαι στο κρεβάτι και κοιτάζω το τηλέφωνο δίπλα μου. Φαντάζομαι την εικόνα της Σουμίρε σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο, ν’ ανάβει τσιγάρο και να σχηματίζει τον αριθμό μου. Τα μαλλιά της είναι ανακατεμένα* φοράει αντρικό παλτό, πολύ μεγαλύτερο απ’ το νούμερό της και παράταιρες κάλτσες. Συνοφρυώνεται, πνίγεται λίγο από τον καπνό. Κάνει αρκετή ώρα να πατήσει όλα τα νούμερα σωστά. Το κεφάλι της είναι γεμάτο από πράγματα που θέλει να μου πει. Θα μπορούσε να μου μιλάει μέχρι την αυγή, ποιος ξέρει; Για τη διαφορά, ας πούμε, ανάμεσα σ’ ένα σύμβολο και την ουσία. Το τηλέφωνό μου μού δίνει την εντύπωση ότι θα χτυπήσει ανά πάσα στιγμή. Όμως δεν χτυπάει. Ξαπλώνω ξανά στο κρεβάτι και κοιτάζω το βουβό τηλέφωνο. Όμως μία φορά χτύπησε. Μπροστά μου ακριβώς, στ’ αλήθεια χτύπησε. Κάνοντας τον αέρα του πραγματικού κόσμου να τρέμει και να δονέίται. Άρπαξα το ακουστικό. «Εμπρός;» «Έλα, γύρισα», είπε η Σουμίρε. Πολύ άνετη, πολύ πραγματική. «Δεν ήταν εύκολο, αλλά τελικά τα κατάφερα. Σαν να έγραψα περίληψη της Οδύσσειας σε πενήντα λέξεις». «Πολύ ωραία», είπα. Ακόμη δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ότι άκουγα τη φωνή της. Ότι συνέβαινε αυτό που συνέβαινε. «Τι εννοείς, πολύ ωραία;» είπε η Σουμίρε και το κατσούφιασμά της το άκουσα σχεδόν απ’ το τηλέφωνο. «Τι διάολο εννοείς μ’ αυτό; Πέρασα τα μαρτύρια της κόλασης, αν θες να ξέρεις. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα εμπόδια -εκατομμύρια, αν αρχίσω να σ’ τα να λέω ένα ένα, δεν θα τελειώσω ποτέκαι όλα αυτά για να γυρίσω πίσω, κι εσύ το μόνο που έχεις να πεις είναι “πολύ ωραία”; Έτσι μου ’ρχεται να κλάψω. Αν δεν είναι ωραία που γύρισα, τότε ποιο το νόημα; Πολύ ωραία. Δεν το πιστεύω! Αυτές τις εξυπνάδες, άσ’ τες καλύτερα για τα παιδάκια της’τάξης σου όταν μάθουν επιτέλους την προπαίδεια!» «Πού είσαι τώρα;» «Πού είμαι; Πού μπορεί να είμαι; Στον παλιό καλό πιστό τηλεφωνικό μου θάλαμο Σ’ αυτό τον άθλιο μικρό ορθογώνιο τηλεφωνικό θάλαμο που είναι γεμάτος διαφημίσεις τοκογλύφων και δήθεν συνοδών. Ένα μισοφέγγαρο κρέμεται σαν μουχλιασμένο στον ουρανό· το πάτωμα είναι γεμάτο αποτσίγαρα. Και όσο βλέπει το μάτι, δεν υπάρχει τίποτε για να ζεστάνει τα φύλλα της καρδιάς. Ένας εναλλακτικός, απόλυτα σημειολογικός τηλεφωνικός θάλαμος. Πού να βρίσκεται άραγε; Δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Όλα είναι υπερβολικά σημειολογικά κι εμένα τώρα πια μ’ έχεις μάθει, έτσι; Τον μισό καιρό δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Δεν μπορώ να δώσω οδηγίες στους άλλους. Οι ταξιτζήδες πάντα μού βάζουν τις φωνές: Δε μου λες κυρά μου, θ’ αποφασίσεις καμιά φορά πού πάμε; Δεν είμαι και πολύ μακριά, νομίζω. Μάλλον αρκετά κοντά». «Έρχομαι να σε πάρω». «Πολύ θα μου άρεσε αυτό. Θα ανακαλύψω πού είμαι και θα σε ξαναπάρω. Μου τελειώνουν και τα ψιλά, γαμώτο. Περίμενε λίγο, εντάξει;» «Πραγματικά ήθελα να σε δω», είπα.


«Πραγματικά ήθελα να σε δω κι εγώ, επίσης», είπε εκείνη. «Το συνειδητοποίησα όταν δεν μπορούσα να σε δω πια. Ήταν τόσο καθαρό σαν να είχαν ευθυγραμμιστεί ξαφνικά όλοι οι πλανήτες για χάρη μου. Πραγματικά σε χρειάζομαι. Είσαι μέρος του εαυτού μου* είμαι μέρος του εαυτού σου. Ξέρεις, κάπου -δεν είμαι και τόσο σίγουρη πούνομίζω ότι έκοψα κάποιο λαιμό. Ακόνισα το μαχαίρι μου, η καρδιά μου πέτρα. Συμβολικά, σαν να φτιάχνω πύλες στην Κίνα. Καταλαβαίνεις τι λέω;» «Νομίζω πως ναι». «Τότε έλα να με πάρεις». Ξαφνικά η γραμμή κόβεται. Κρατώντας ακόμη το ακουστικό στο χέρι, το κοιτάζω για ώρα πολλή. Αες και το ίδιο το τηλέφωνο κουβαλάει ένα μήνυμα βαρύνουσας σημασίας κρυμμένο στο σχήμα και το χρώμα του. Το ξανασκέφτομαι και αφήνω το ακουστικό στη θέση του. Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι και περιμένω να ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο. Με την πλάτη στον τοίχο, το βλέμμα μου καρφώνεται σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο στο χώρό μπροστά μου και ανασαίνω αργά και αθόρυβα. Ψηλαφώντας νοερά τις κλειδώσεις που ενώνουν τη μία στιγμή του χρόνου με την επόμενη. Το τηλέφωνο δεν χτυπάει. Μια σιωπή άνευ όρων αιωρείται στον αέρα. Όμως δεν βιάζομαι. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστώ. Είμαι έτοιμος. Μπορώ να πάω παντού. Σωστά; Πολύ σωστά! Σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι. Τραβάω την παλιά ξεθωριασμένη κουρτίνα κι ανοίγω το παράθυρο. Βγάζω το κεφάλι μου έξω και κοιτάζω τον ουρανό. Πράγματι, εκεί πάνω κρέμεται ένα μουχλιασμένο μισοφέγγαρο. Ωραία. Κοιτάζουμε και οι δύο το ίδιο φεγγάρι, στον ίδιο κόσμο. Μας συνδέει με την πραγματικότητα το ίδιο νήμα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να το τραβήξω σιγά σιγά προς το μέρος μου. Απλώνω τα δάχτυλά μου και κοιτάζω τις παλάμες και των δύο χεριών μου ψάχνοντας να βρω κηλίδες αίματος. Δεν υπάρχει καμία. Καμία μυρωδιά αίματος, καμία ακαμψία. Το αίμα πρέπει να έχει διεισδύσει κιόλας στο εσωτερικό με τον δικό του σιωπηλό τρόπο.


Σπούτνικ αγαπημένη - Χαρούκι Μουρακάμι