Page 1

Ε Λ Λ Η Ν ΙΚ Ε Σ

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ ΙΚ Ε Σ

ΙΣ Τ Ο Ρ ΙΕ Σ

ΙΤέΊρας

Μάρκαρης Ν ΥΧ ΤΕΡΙΝ Ο ΔΕΛΤΙΟ


zzzm M l t&WiZ β w § WM §|§|§§ί

mmm

iSWJBSS

ίίϊ<"·Α\% Χ'·

|&S®Si ' I5 * Ζ'ΜΖΖΖ'· W M mΆ •;*;.v.v>;*v.v>;«% v Μ&Φ.

W M m

wmm, « Μ ΪίίΜ & ί

Φωτογραφία: Νίκος Τασσούλας

m mM m m im


Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε το 1937 στα Πριγκηπόνησα, και

συγκεκριμένα στη Χάλκη. Ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαί­ δευση στην εξατάξια Αστική Σχολή της Χάλκης, κι έπειτα φοίτησε στο αυστριακό κολέγιο «Sank* Georg» της Κωνσταντινούπολης. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Αυστρία και, το 1964,

εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Στα ελληνικά Γράμματα εμ­ φανίστηκε το 1965 με το θεατρικό έργο Η ιστορία τουΑλή Ρέτζο

που είχε δημοσιευτεί το 1964 στο περιοδικό Θέατρο. Ακολούθησαν τα έργα Το έπος του βασιλιά Υμπύ, Οι φιλοξενούμενοι, Όπως και Τ άλογα. Μεταξύ άλλων μετέφρασε, για τον θίασο Παξινού-Μινωτή, το/Μάνα κουράγιο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, το έργο του οποίου μελέτησε, ενώ

επίσης εξέδωσε το βιβλίο Ο Μπρεχτ και ο διαλεκτικόςλόγος(1983). || Συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο στο σενάριο των ταινιών «Μέρες του '36», «Μεγαλέξανδρος», «Το με­

τέωρο βήμα του πελαργού», «Το βλέμμα του Οδυσσέα» και «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»,Ήταν επίσης ο σεναριογράφος της τη­ λεοπτικής σειράς «Ανατομία ενός εγκλήματος» και εξέδωσε μια

συλλογή αστυνομικών διηγημάτων με τον ίδιο τίτλο (1994). Μετέ­ φρασε σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταξύ των

οποίων εξέχουσα θέση έχουν οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Μπρεχτ και του ΦάουσττουΓκαίτε. || Ως μυθιστοριογράφος εμφα­ νίστηκε το 1995 με το Νυχτερινό δελτίο που ήταν και το πρώτο του

αστυνομικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον αστυνόμοΧαρίτο. Ακολούθησαν και άλλα μυθιστορήματα με τον ίδιο ήρωα: Άμυνα ζώ­ νης (1998), Ο Τσε αυτοκτόνησε (2003), Βασικός μέτοχος (2006), Παλιά, πολύ παλιά (2008), Ληξιπρόθεσμα δάνεια (2010). Τα μυθιστορήματά

του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες.


Ν ΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ ]

ΒΗΜΑ

ΝΟΥΑΡ


ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Ειδική έκδοση για την εφημερίδα

ΤΟ ΒΗΜΑ Επιμέλεια σειράς:

Ελένη Κ εχαγιόγλου Σχεδιασμός σειράς:

Γιάννης Καρλόπουλος Εικονογράφηση εξωφύλλου:

Πέτρος Χριστούλιας Επιμέλεια εξωφύλλου:

Εύη Καλογεροπούλου Σελιδοποίηση:

Μ πουζάλα- Γραφικές Τέχνες ISBN: 978-960-503-005-6

© Πέτρος Μάρκαρης και εκδόσεις Γαβριηλίδη © 2011 για αοτή την έκδοση, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε. Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας, απαγορεοτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται, πάντως, ότι κατά τον Ν. 2387/20 (όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τον Ν. 100/1975) απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αποθήκευση σε κάποιο σύστημα διάσωσης, και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου, με οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Νυχτερινό Δελτίο ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Φ ίλ ιπ π ο ς Φ ιλ ίπ π ου

ΤΟ ΒΗΜΑ


ΠΕΡΙΕΧ Ο Μ ΕΝ Α

Εισαγωγικό σημείωμα του Φίλιππου Φ ιλίππου..................9

Νυχτερινό δελτίο .........................................................................15


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Νεοελληνική αστυνομική λογοτεχνία. Από τον Παύλο Νιρβάνα στον Πέτρο Μάρκαρη Το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή δημο­ σιεύτηκε σε συνέχειες από τον Δεκέμβριο του 1927 έως τον Απρίλιο του 1928 στο περιοδικό Θεατής: πρόκειται για το Έγκλημα του Ψυχικού του Παύλου Νιρβάνα, που, στην πραγ­ ματικότητα, αποτελούσε παρωδία του είδους· ο ήρωας, επιθυ­ μώντας τη δόξα, ομολογεί ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Άλλος Έλληνας που έγραψε αστυνομικά αναγνώσματα ήταν ο αμερικανοτραφής Ορφέας Καραβίας, ο οποίος ως Φέλιξ Καρ το 1932 δημοσίευσε στο περιοδικό Εβδομάς μια σειρά διηγή­ ματα με χώρο δράσης τη Νέα Υόρκη, ενώ, αργότερα, έγραψε τις περιπέτειες του ντετέκτιβ Μάρτιν Μπεγκ. Το πρώτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα με όλα τα γνω­ ρίσματα του είδους το έγραψε σαφώς η Ελένη Βλάχου, η οποία, νεαρή ακόμα στις αρχές του 1938, το δημοσίευσε σε συνέχειες στην πρώτη σελίδα της Καθημερινής, της εφημερίδας του π α ­ τέρα της: ήταν Το μυστικό της ζωής του Πέτρου Βερίνη με κε­ ντρικό ήρωά του τον ανθυπομοίραρχο Γρηγορίου, και θέμα του τα μυστικά μιας αστικής οικογένεια στο Ψυχικό· ένα μυθιστό­ ρημα, το οποίο όμως δεν εκδόθηκε ποτέ αυτοτελώς, ως βιβλίο. Στη διάρκεια της Κατοχής, το κοινό μπορούσε να διαβάσει αστυνομικές ιστορίες στα αστυνομικά περιοδικά Αράχνη και Άσσος. Μάλιστα, στο εβδομαδιαίο Μπουκέτο, που το διηύθυνε ο ποιητής Μήτσος Παπανικολάου, εμφανίστηκε ο πρώτος έλληνας αστυνομυιός ήρωας. Ήταν ο «διάσημος έλληνας ντετέκτιβ Μπίλλυ Γεράνης», αρχικά ενωμοτάρχης της Χωροφυλακής 9


ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

και στη συνέχεια, μετά την ίδρυση της Αστυνομίας Πόλεων, αστυνόμος. Τις περιπέτειες του -έξ ι διηγήματα που δημοσιεύ­ τηκαν από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο του 1942- τις έγρα­ φε ο Πέτρος Μακρυνός. Μετά την Απελευθέρωση και στη διάρκεια του Εμφυλίου, οι εφημερίδες και τα περιοδικά δημοσίευαν αστυνομικά διη­ γήματα και μυθιστορήματα ξένων συγγραφέων σε συνέχειες. Στην Ελλάδα υπήρχε κοινό που διψούσε για παρόμοιες ιστο­ ρίες, διαμορφωμένο κυρίως από τα αστυνομικά περιοδικά Μά­ σκα' και Μυστήριον, τα οποία είχαν πρωτοκυκλοφορήσει το 1935. Στα περιοδικά αυτά δημοσιεύονταν αστυνομικές περι­ πέτειες αμερικανών, βρετανών και γάλλων συγγραφέων, ενώ στη δημοσίευση αστυνομικών ιστοριών δεν υπολείπονταν ούτε τα περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής.. Ωστόσο, μολονότι υπήρχαν αναγνώστες για τις αστυνομικές ιστορίες, δεν είχε αναπτυχθεί εγχώρια αστυνομική λογοτεχνία. Απλώς, οι συγγραφείς του είδους που μετέφραζαν τις ιστορίες των ξένων συγγραφέων, έγραφαν και δικά τους διηγήματα με ξένους ήρωες για τα ίδια περιοδικά. Στην πλειονότητά τους, ήταν άντρες, όπως ο Μαγγανάρης -π ο υ έγραψε περιπέτειες του Άγιου και του Ντετέκτιβ X -, ο Γιώργος Τσουκαλάς και ο Στέλιος Ανεμοδουράς. Ανάμεσά τους υπήρχαν, βέβαια, και γυ ­ ναίκες, όπως η Γεωργία Δεληγιάννη και η Ειρήνη Καλκάνη. Με­ ταπολεμικά, προστέθηκαν και ορισμένοι ακόμη: ο Πολύβιος Βασιλειάδης, ο Φάνης Κλεάνθης, ο Πωλ Μενεστρέλ, ο Γιώργος Σεβαστίκσγλου. 0 πρώτος έλληνας συγγραφέας που έγραψε αστυνομικό μυθι­ στόρημα τη δεκαετία του ’50 ήταν ο Χρίστος Χαιρόπουλος, γιος του δημοσιογράφου Κωστή Χαιρόπουλου, δημοσιογράφος κι ο

1. Δημιουργός της Μόσχας ήταν ο ποιητής και δημοσιογράφος Απόστολος Μαγγανάρης, ο οποίος την είχε εμπνευστεί από τα αντίστοιχα αμερικανι­ κά, ιδίως το περίφημο Blade Mask. 0 Μαγγανάρης, γεννημένος στη Σμύρνη, με σπουδές στη Νομική του Πανεπιστημίου Αθηνών, ήταν ο άνθρωπος που πάσχισε όσο κανένας άλλος να μεταφυτεύσει στο ελληνικό έδαφος την ξέ­ νη αστυνομική φιλολογία. 10


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ίδιος: τον Ιούλιο του 1952 άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα Εμπρός τα Καλλιστεία του θανάτου? Το μυθιστύρημα, στο οποίο καθρεφτιζόταν η αθηναϊκή κοινωνία της επο­ χής, ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Έκτοτε, ο Χαιρόπουλος δεν ασχολήθηκε ξανά με το αστυνομικό είδος. Την ίδια δεκαετία εμφανίστηκε ο Γιάννης Μαρής. Η στα­ διοδρομία του ως αστυνομικού συγγραφέα άρχισε το καλοκαίρι του 1953, όταν με το πραγματικό του όνομα, Γιάννης Τσιριμώκος, δημοσίευσε σε συνέχειες το κλασικό πλέον Έγκλημα στο Κολωνάχι, ένα «Αθηναϊκό Αστυνομικό Μυθιστόρημα», στο εβδομαδιαίο περιοδικό Οικογένεια. Ήρωάς του ήταν ο θρυλι­ κός αστυνόμος Γιώργης Μπέκας που βασίστηκε στον επιθεω­ ρητή Μαιγκρέ του Ζωρζ Σιμενόν ο Μπέκας, όπως και ο Μαιγκρέ, δεν λύνει απλώς γρίφους σχετικούς με ένα έγκλημα, αλλά επιχειρεί να διεισδύσει στην ψυχοσύνθεση των προσώπων. Αυτή, η πρώτη περίοδος της ελληνικής αστυνομικής λογο­ τεχνίας έκλεισε οριστικά με τον θάνατο του Γιάννη Μαρή, τον Νοέμβριο του 1979· το γεγονός αυτό σήμανε και τυπικά το τέ­ λος του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα. Το 1989, όταν η αστυνομική λογοτεχνία, πρωτότυπη και με­ ταφρασμένη, βρισκόταν σε ύφεση και δεν έχαιρε καμίας εκτί­ μησης καθώς αντιμετωπιζόταν ως παραλογοτεχνία, ο Δημήτρης Χ ανός, μελετητής, συλλέκτης, αλλά και συγγραφέας, πρώην συνεργάτης του περιοδικού Μάσκα, αναγκάστηκε να την υπερασπίσει στη μελέτη του Το αστυνομικό μυθιστόρημα

και ο Περιοδικός Τύπος: «Με το βιβλίο μου θα προσπαθήσω να κλονίσω ένα κατε­ στημένο που στέκεται ακόμα και σήμερα. Ν’ αποδείξω πως πολλοί αναγνώστες της αξέχαστης παλιάς “Μάσκας” ήταν διακεκριμένοι επιστήμονες, διανοούμενοι και πολιτικοί που διάβαζαν ή μάλλον ρουφούσαν κυριολεκτικά τις περιπέτειές

2. Εκείνη τη χρονιά, στον διαγωνισμό που έγινε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» για την ανάδειξη της ομορφότερης Ελληνίδας, Σταρ Ελλάς εκλέ­ χτηκε η Νταίζη Μαυράκη. 11


ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

της αλλά απόφεογαν να το δείξουν από ντροπή, μήπως κά­ ποιος τους δει και τους κακολογήσει ότι διαβάζουν “φτη­ νά” αστυνομικά έντυπα... Δεν ήταν ακατάλληλο ανάγνω­ σμα ούτε εξυμνούσε το Έγκλημα όπως υποστήριζαν οι δάσκαλοι τα χρόνια εκείνα. Κι όμως γνώρισα αρκετούς δα­ σκάλους και καθηγητές που διάβαζαν τη “Μάσκα”. Τον ίδιο τον φιλόλογο καθηγητή μου στο Γυμνάσιο που τον τροφο­ δοτούσα με τεύχη του περιοδικού...» Σταδιακά τη δεκαετία του ’80, η αστυνομική λογοτεχνία άρχι­ σε να γίνεται και πάλι επίκαιρη. Τότε μάλιστα εκδόθηκαν π ε ­ ριοδικά τα οποία επιχείρησαν να καλύψουν το κενό που άφη­ σαν η Μάσκα και το Μυστήριον μετά τη διακοπή της έκδοσής τους: το 1981 κυκλοφόρησε το περιοδικό Κλέφτες κι αστυνό­ μοι με αστυνομικά διηγήματα· το 1982 κυκλοφόρησε Ο Λαβύ­ ρινθος της «Γνώσης» που δημοσίευε σταυρόλεξα, προβλήματα σκακιού και μπριτζ και αστυνομικά διηγήματα του Φώντα Λάδη με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Φοίβο Μαύρο* το 1983 κυ­ κλοφόρησε το Έλλερυ Κουήν με αποκλειστικά μεταφρασμένα αστυνομικά διηγήματα από το ομώνυμο αστυνομικό περιοδι­ κό των ΗΠΑ. Το πρώτο μεγάλο αφιέρωμα στην ελληνική και ξένη αστυ­ νομική λογοτεχνία έγινε μάλλον από το περιοδικό Όμως τον Νοέμβριο του 1983, χωρίς ωστόσο την παραμικρή αναφορά στην ελληνική εκδοχή του είδους. Η παράλειψη αυτή διορθώθηκε την επόμενη χρονιά, τον Ιανουάριο του 1984, στο αντίστοιχο αφιέ­ ρωμα του περιοδικού Διαβάζω, σε επιμέλεια του Γιώργου Γαλάντη, ο οποίος στο προλογικό του σημείωμα έγραφε: «Τα αστυνομικά βέβαια δεν τα βρίσκει κανείς εύκολα σε βιβλιο­ πωλεία και δημόσιες βιβλιοθήκες, αλλά η παρουσία τους είναι έντονη σε καταστήματα ψιλικών και σε περίπτερα. Το παραμελημένο αυτό από τους εκδότες, μεταφραστές και μελετητές βιβλίο άρχισε τον τελευταίο καιρό να προκαλεί την προσοχή». Και όντως, τη δεκαετία του ’80, μερικοί εκδοτικοί οίκοι (Άγρα, Νέα Σύνορα-Λιβάνης, Γράμματα, Ερατώ, Παρατηρη­ τής, Οδυσσέας, Εξάντας, Μέδουσα, Σύγχρονη Εποχή), ακο­ λουθώντας το παγκόσμιο ρεύμα αναθεώρησης και αναξιολόγησης της αστυνομικής λογοτεχνίας, άρχισαν να εκδίδουν τα 12


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

κλασικά έργα της αστυνομικής φιλολογίας με καλαίσθητα εξώ­ φυλλα και προσεγμένες μεταφράσεις. Την ίδια εποχή, συγγραφείς της νέας γενιάς (Τιτίνα Δανέλλη, Φώντας Λάδης, Φίλιππος Φιλίππου, Πάρις Αριστείδης, Στέ­ λιος Κούλογλου, Στάθης Βαλούκος) επιχείρησαν να αναβιώ­ σουν το αστυνομικό μυθιστόρημα.

Ο Πέτρος Μάρκαρης, ο συγγραφέας που αναθέρμανε το εν­ διαφέρον των αναγνωστών για την ελληνική αστυνομική λογο­ τεχνία, έκανε την εμφάνισή του ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων τη δεκαετία του ’90. Το Νυχτερινό δελτίο του, με ήρωα τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο, που εκδόθηκε το 1995, δεν τάραξε αμέσως τα λιμνάζοντα νερά, αλλά η μετάφρασή του στη γερμανική γλώσσα και η επιτυχία που σημείωσε στις γερ­ μανόφωνες χώρες κίνησαν το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων, των κριτικών και των αναγνωστών. Η εν συνεχεία μεταφορά του βιβλίου στην τηλεόραση του έδωσε καινούργια ώθηση. Σύ­ ντομα, ο Χαρίτος έγινε ένας αξιαγάπητος ήρωας που οδήγησε τον Μάρκαρη στη συγγραφή μιας καινούργιας περιπέτειάς του, της Άμυνας ζώνης. Στο Νυχτερινό δελτίο ο Χαρίτος αφηγείται την υπόθεση της δολοφονίας ενός ζευγαριού Αλβανών. Η υπόθεση είναι εύκολη και την εξιχνιάζει. Μια αστυνομική ρεπόρτερ, όμως, που ερευ­ νά το συγκεκριμένο έγκλημα του θέτει ένα, φαινομενικά, απλό ερώτημα, εάν οι Αλβανοί είχαν παιδιά, το οποίο ωστόσο περι­ πλέκει τα πράγματα. Κι όταν εκείνη βρίσκεται δολοφονημένη, για τον Χαρίτο αρχίζουν οι μεγάλες φουρτούνες. Στην ιστορία εμπλέκονται δημοσιογράφοι της τηλεόρασης, επιχειρηματίες και στελέχη εταιρειών, ενώ ο συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώ­ στη στα άδυτα των καναλιών. Ο Χαρίτος είναι συνηθισμένος άνθρωπος, ένας μέσος Έλλη­ νας που χρησιμοποιεί αγοραίο λεξιλόγιο, ένας σπιτόγατος, μι­ κροαστός οικογενειάρχης- παρ’ όλα αυτά, δεν βλέπει τηλεό­ ραση και είναι μανιώδης λάτρης των λεξικών. Η γυναίκα του η Αδριανή είναι νοικοκυρά, καλή μαγείρισσα και δεν χάνει με τίποτα τα αγαπημένα της τηλεοπτικά σίριαλ. Η σχέση του με 13


ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

την Αδριανή δεν είναι ιδανική - αλλά ο Χαρίτος το έχει φιλο­ σοφήσει το θέμα: «Η πρώτη φάση της οικογενειακής ζωής εί­ ναι η χαρά της συμβίωσης. Η δεύτερη είναι το παιδί. Η τρίτη και μεγαλύτερη είναι οι εκδικήσεις. 'Οταν φτάσεις εκεί, ξέρεις άτι άραξες και άτι τίποτα δεν πρόκειται ν ’ αλλάξει». Έχει και μια μοναχοκόρη, που τη λατρεύει. Ο Χαρίτος είναι επίγονος του Μπέκα, του εμβληματικού μικροαστού αστυνομικού, του ήρωα του Μαρή, που έχει επίσης γυναίκα και κόρη κι είναι ντό­ μπρος, τίμιος, αυθόρμητος. Ο Χαρίτος, πρωτοπρόσωπος αφηγητής μιας άρτιας λογοτε­ χνικά ιστορίας, μιλάει για τον ίδιο, για τους συνεργάτες και τους προϊσταμένους του, για όσα τον κουράζουν ή τον αγανα­ κτούν. Δεν παραλείπει επίσης να σαρκάζει τους πάντες και τα πάντα, μα και τον εαυτό του. Τελειώνοντας την αφήγησή του, μετά την εξιχνίαση της δολοφονίας της δημοσιογράφου, σκέ­ φτεται πως με την Αδριανή τον περιμένουν καβγάδες που εί­ ναι πιθανό να τους οδηγήσουν να κόψουν και την καλημέρα, «ώς τα επόμενα γεμιστά». Διότι τα γεμιστά είναι η αδυναμία του. Κάθε φορά που τσακώνονται, εκείνη του φτιάχνει γεμι­ στά και ο πάγος λιώνει. Φίλιππος Φιλίππου

14


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ


ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πέτρος Μάρκαρης, Ν υ χ τ ε ρ ιν ό δ ε λ τ ίο , Γαβριηλίδης 1995


στη Σοφία στη Ράνια στον Φίλιππο έστω και αργά


1

Κάθε πρωί στις εννιά κοιταζόμαστε. Αυτός είναι όρθιος μπροστά στο γραφείο μου, με το βλέμμα κολλημένο π ά ­ νω μου, όχι ακριβώς στο ύψος των ματιών, αλλά λίγο πιο ψηλά, κάπου εκεί ανάμεσα στη βάση του μετώπου και στις βλεφαρίδες. «Είμαι μαλάκας» μου λέει. Όχι με λόγια, με το βλέμμα του μου το λέει. Εγώ εί­ μαι καθισμένος πίσω από το γραφείο και τον κοιτάζω ακρι­ βώς στην κόρη, ούτε πιο ψηλά ούτε πιο χαμηλά. Γιατί εγώ είμαι ο προϊστάμενός του και μπορώ να τον κοιτάζω στα μάτια, αυτός δεν μπορεί. «Το ξέρω ότι είσαι μαλάκας» του λέω. Ούτε εμένα βγαίνει λέξη από το στόμα μου, το βλέμμα μου μιλάει. Αυτή τη συζήτηση την κάνουμε δέκα μήνες το χρόνο, αν εξαιρέσεις τους δύο που είμαστε ο κα­ θένας σε άδεια, πέντε μέρες την εβδομάδα, Δευτέρα ώς Παρασκευή, χωρίς να λέμε λέξη, μόνο με το βλέμμα. «Εί­ μαι μαλάκας» - «Το ξέρω ότι είσαι μαλάκας». Σε κάθε υπηρεσία αναλογεί κι ένα ποσοστό αποτυχη­ μένων. Δεν μπορείς να ’χεις μόνο σαΐνια, θα φορτωθείς και μερικούς στούρνους. 0 Θανάσης ανήκει σ’ αυτό το πο­ σοστό. Μπήκε στη Σχολή Αξιωματικών της Αστυνομίας, αλλά τα παράτησε στη μέση. Με τα χίλια βάσανα κατάφερε να φτάσει αρχιφύλακας, κι εκεί άραξε. Καμία φι­ λοδοξία για παραπάνω. Από την πρώτη μέρα που ήρθε στην υπηρεσία, φρόντισε να μου το ξεκαθαρίσει ότι είναι μαλάκας. Κι εγώ το εκτίμησα δεόντώς. Γιατί η ειλικρίνειά 19


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

του τον έσωσε από τις δύσκολες αποστολές, τα ξενύχτια,] τα μπλόκα, τα κυνηγητά. Τον κράτησα στο γραφείο. Κα­ μιά εύκολη ανάκριση, αρχειοθέτηση, τις επαφές με την ια­ τροδικαστική υπηρεσία, το υπουργείο. Επειδή όμως έχου­ με χρόνια έλλειψη ανδρών στο Σώμα, τρέχουμε και δ ε | φτάνουμε, αυτός φροντίζει 'ία μου το θυμίζει κάθε μέρα! ότι είναι μαλάκας, μην το ξεχάσω και βρεθεί κατά λάθος| σε κανένα περιπολικό. Ρίχνω ένα βλέμμα στο γραφείο και βλέπω ότι λείπουν ■ κρουασάν και ο καφές. Αυτή είναι η μόνη τακτική αποστο-ί λή που έχει, να μου φέρνει κάθε πρωί τον καφέ και το κρουα-j σάν μου. Σηκώνω το κεφάλι και τον κοιτάζω με απορία. «Πού πήγε το πρωινό μου σήμερα, ρε Θανάση; Το ξέ] χάσες;» Όταν μπήκα στο Σώμα, τρώγαμε κουλούρι. Σκου-j πίζαμε με την παλάμη το γραφείο για να φύγουν τα σου-] σάμια κι απέναντι μας καθόταν κανένας Δήμος ή Μένιο ή Λάμπρος, φονιάς ή κλεφτρόνι ή κοινός πορτοφολάς. 0 Θανάσης χαμογελάει. «Πήρε ο κύριος διευθυντής κο σας θέλει επειγόντως, και είπα να σας το φέρω μετά». Θα με θέλει για τον Αλβανό. Τον είχαν δει να γυροφέ( νει στο σπίτι του ζευγαριού που βρήκαμε σφαγμένο το με·] σημέρι της Τρίτης. Όλο το πρωί η εξώπορτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή, μα κανείς δεν έμπαινε. Ποιος μπαίνει σε μιι ασοβάτιστη χαμοκέλα, με το ένα παράθυρο γυμνό, το ι φραγμένο με σανίδες; Τη φτύνουν και οι κλέφτες. Τελικό^ γύρω στο μεσημέρι, μια γειτόνισσα, που έβλεπε όλο το · την πόρτα ανοιχτή και κίνηση καμία, μπήκε για να ρίξει μιι ματιά. Καθυστέρησε μια ώρα να μας ειδοποιήσει, γιατί < μεταξύ είχε λιποθυμήσει. 'Όταν φτάσαμε εκεί, δύο γυν κες προσπαθούσαν ακόμα να τη συνεφέρουν ραντίζοντά τη με νερό, όπως τα ψάρια για να δείχνουν φρέσκα. Το στρώμα ήταν γυμνό, απλωμένο στο τσιμέντο. Η ■ ναίκα, που ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα πάνω του, θα ’το 20


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

γύρω στα είκοσι πέντε. Ο λαιμός της έχασκε ανοιχτός από τη μαχαιριά, λες και κάποιος να της είχε ανοίξει ένα δεύ­ τερο στόμα, πιο κάτω από το κανονικό, για να διευκολύ­ νει το αίμα. Το δεξί της χέρι κρατούσε σφιχτά το στρώ­ μα. Δεν ξέρω τι χρώμα είχε το νυχτικό της, αλλά τώρα ήταν κατακόκκινο. Ο άντρας, δίπλα της, θα ήταν κάπου πέντε χρόνια μεγαλύτερός της. Ήταν πεσμένος μπρού­ μυτα και ο θώρακάς του εξείχε από το στρώμα. Τα μά­ τια του έμοιαζαν να έχουν κολλήσει σε μια κατσαρίδα, που περνούσε εκείνη τη στιγμή από μπροστά τους, με το πάσο της. Είχε πέντε μαχαιριές στην πλάτη, οι τρεις ορι­ ζόντιες, από το ύψος της καρδιάς προς τη δεξιά ωμοπλά­ τη, και οι άλλες δυο κάτω από τη μεσαία μαχαιριά, δια­ δοχικά, λες και ο φονιάς ήθελε να του χαράξει στην πλάτη το «Τ» του τέλους. Το υπόλοιπο σπίτι ήταν όπως όλα τα σπίτια αυτών που φεύγουν από τη μια κόλαση για να π ά ­ νε στην επόμενη, μ’ ένα πτυσσόμενο τραπέζι, δυο πλα­ στικές καρέκλες κι ένα μάτι υγραερίου. Δυο Αλβανοί σφαγμένοι ενδιαφέρουν μόνο τα κανάλια, κι αυτό αν η σφαγή έχει φωτογένεια και φέρνει στον κό­ σμο εμετό στις εννιά, πριν κάτσει στο τραπέζι. Παλιά εί­ χαμε κουλούρι και Έλληνες. Τώρα έχουμε κρουασάν και Αλβανούς. Μας πήρε σκάρτη μια ώρα για να κλείσουμε την πρώ­ τη φάση, που σημαίνει να φωτογραφίσουμε τα δύο πτώ­ ματα, να πάρουμε δακτυλικά αποτυπώματα, να μαζέ­ ψουμε σε πλαστικές σακούλες τα πέντε ευρήματα, και να σφραγίσουμε την πόρτα. Ο ιατροδικαστής δεν μπήκε στον κόπο να έρθει. Προτίμησε να παραλάβει τα πτώματα στο νεκροτομείο. Έρευνα δε χρειαζόταν. Τι να ερευνήσεις; Δεν υπήρχε ούτε ντουλάπα στο σπίτι. Τα πέντε κουρέλια της γυναίκας κρέμονταν από ένα γάντζο στον τοίχο. 0 άντρας είχε τα δικά του δίπλα του, στο τσιμέντο. 21


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Να μην ψάξουμε για λεφτά;» με ρώτησε ο Σωτήρης,] ο υπαστυνόμος, που είναι ψείρας. «Ψάξε κι ό,τι βρεις δικά σου, αλλά δε θα βρεις δεκά-| ρα. Είτε γιατί δεν είχαν είτε γιατί τα πήρε ο φονιάς. Χω­ ρίς αυτό να σημαίνει ότι τους σκότωσε για να τους λη­ στέψει. Και για εκδίκηση να τους σκότωσε, τα λεφτά θο τα ’παίρνε έτσι κι αλλιώς. Δεν υπάρχει περίπτωση vc βρουν αυτοί λεφτά και να τ ’ αφήσουν». Έψαξε και βρή-^ κε μια τρύπα στο στρώμα. Λεφτά δε βρήκε. Από τους γείτονες, κανείς δεν είχε δει τίποτα. Έτε έλεγαν τουλάχιστον. Τώρα, μπορεί και να το έκρυβαν γιο να το πουν μπροστά στην κάμερα και να κάνουν το κομ| μάτι τους. Δεν έμενε παρά να πάμε στην υπηρεσία γ ια ' δεύτερη φάση - μια αναφορά που θα πήγαινε κατευθείο στο αρχείο. Γιατί να ψάχνουμε αυτόν που τους σκότωσε θα ήταν χαμένος κόπος. Έσκασε μύτη πάνω που σφραγίζαμε το σπίτι. Φεγγο ροπρόσωπη, με μια μπλούζα φωσφορίζουσα, που τα < θια της πάλευαν να την ξεσκίσουν για να πεταχτούν έξο μια φούστα στενή και πιο κοντή πίσω, γιατί ο κώλος την εμπόδιζε να κατέβει, και λιλά πασούμια. Καθόμοι στο περιπολικό, όταν την είδα να πηγαίνει στους δ ύ | άντρες που σφράγιζαν την πόρτα. Κάτι τους ψιθύρισε αυτοί έδειξαν εμένα. Πήρε στροφή και με πλησίασε. «Πού μπορώ να σας μιλήσω;» με ρώτησε, λες και π ί ρίμενε να της κλείσω ραντεβού. «Εδώ. Λέγε». «Τις τελευταίες μέρες είδα έναν άντρα να γυροφέ| νει το σπίτι. Χτυπούσε να του ανοίξουν, αλλά η γυναίχ τού έκλεινε κάθε φορά την πόρτα στα μούτρα. Ήταν έ\ μέτριος, ξανθουλός, με μια ουλή στο αριστερό μάγου> Φορούσε ένα γαλάζιο μπουφάν, ένα τζιν μανταρισμέΐ στο γόνατο και αθλητικά παπούτσια. Τελευταία φορά τ<! 22


ΝΪΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

είδα προχτές το α π ό γ ευ μ α να χτυπάει. Μα αυτή πάλι του την έκλεισε την π ό ρ τα » . «Κ αι γιατί δεν τ α ’π ες αυτά στον αστυνομικό π ο υ σε ρώτησε;» « Ή θ ελ α ν α το σκεφτώ πρώ τα. Δ εν έχω όρεξη να με τρέχουν στις αστυνομίες και στα δικαστήρια». Π όσες ώ ρες καθόταν και χά ζευ ε το δρόμο, τους γ είτ ο ­ νες και τους περαστικούς; Προφανώς, έστρωνε το κ ρ εβά ­ τι της το πρωί, έβ α ζε την κατσαρόλα στη φωτιά και μετά έπιανε βάρδια στο παρά θυρο. «Κ αλά. Αν σε χρειαστούμε, θα σε ειδοποιήσουμε». Ό ταν γύρισα στο γραφείο, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ν’ αφήσω την υπόθεση ν α π ά ει στο αρχείο. Τρομοκράτες, ληστείες, ναρκω τικά, π ο ιο ς έχει καιρό ν ’ ασχολείται με Αλβανούς; Αν είχαν σκοτώσει κανέναν δικό μας, Έ λληνα, α π ’ αυτούς π ο υ τώ ρα τρώ νε σνακ ή κρέπες, θα ήταν δ ια ­ φορετικό. Μ εταξύ τους όμω ς α ς κάνουν ό,τι θέλουν. Φ τά­ νει π ου διαθέτουμε τα ασθενοφόρα για τη διακίνησή τους. Ποιος λέει ότι μ αθαίνουμ ε α π ό τ α λάθη μας; Εγώ δε μαθαίνω π οτέ. Στην αρχή λέω ότι δε θα κάνω τίποτα, και μετά αρχίζει να με τρώ ει το σαράκι. Είτε γιατί με πνίγει το γρ α φ είο και βαριέμαι είτε γιατί κάτι μου έμεινε α κ ό­ μη α π ό το ένστικτο του αστυνομικού, δε μου το έφ αγε όλο η ρουτίνα, με κυριεύει μια διάθεση να κάνω κάτι. Έ σ τει­ λα ένα σήμα στα αστυνομικά τμήματα με την περιγραφή του Α λβανού π ο υ μου είχε δώ σει η χοντρή. Εδώ π ο υ τα λέμε, δ ε χρειάζεσαι εκ τεταμ ένες έρευνες. Φ τάνει να π ά ­ ρεις σβάρνα τις πλατείες. Πλατεία Ομονοίας, Πλατεία Β ά ­ θη, Π λατεία Κ οτζιά, Π λατεία Κ ουμ ουνδούρου, Π λατεία του Ηλεκτρικού στην Κηφισιά, π λ α τ είες... 0 κόσμος έχει γίνει ένα ς ζω ολογικός κήπος α π ό την ανάποδη. Κ λείσανε τους ανθρώ πους σε κλουβιά και τα ζώ α φ έρνουν γύ ρ α τις πλατείες και μας χα ζεύουν. Ή ξερα ότι η προσπάθειά μου 23


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

ήταν χαμένη από χέρι. Δεν είχα την παραμικρή ελπίδα vc τον βρω. Κι όμως, σε τρεις μέρες μού τον έστειλαν πακέ-j το από τη Λούτσα. Η χοντρή ήρθε με το ίδιο σουλούπι. Μόνο που αυτή φορά φορούσε παπούτσια, κάτι παλιομοδίτικα ψηλοτά-j κουνά, που λύγιζαν από το βάρος της, και τα τακούνιο γλιστρούσαν μια μέσα μια έξω, τη μια πήγαιναν ν’ αγκα-j λιαστούν, μα αμέσως το μετάνιωναν, χώριζαν, και τρ α | βούσε το καθένα το δρόμο του. «Αυτός είναι!» φώναξα μόλις είδε τον Αλβανό. Την πίστεψα αμέσως και δόξασς τον Θεό που δεν την είχα γειτόνισσα να με περνάει πρωί] βράδυ από επιθεώρηση. Όπως μου τον είχε περιγράφει έτσι ήταν. Δεν της είχε ξεφυγει τίποτα. Γι’ αυτό με ήθελε τώρα ο διευθυντής. Για να με ρο σει πώς πήγαινε η ανάκριση. Και ο Θανάσης δε μου είχ φέρει το πρωινό, γιατί ήταν σίγουρος πως μόλις άκουγ^ ότι με ζήτησε ο διευθυντής, θα τα παρατούσα όλα συξι λα και θα έτρεχα επάνω. «Εσένα η δουλειά σου είναι να μου φέρνεις το κρουο σάν και τον καφέ μου. Το πότε θα δω τον διευθυντή, αποφασίζω εγώ» του λέω θυμωμένος και βουλιάζω πιι βαθιά στην πολυθρόνα μου, για να του δείξω ότι δεν έχ«| πρόθεση να το κουνήσω όλο το πρωί από το γραφείο. Το χαμόγελο εξαφανίζεται αμέσως από τα χείλη του Όλη η σιγουριά του πάει περίπατο. «Μάλιστα» ψελλίζε «Ακόμα εδώ είσαι;» Παίρνει στροφή επιτόπου και πετάγεται έξω από γραφείο. Περιμένω ένα λεπτό και μετά σηκώνομαι να πό στον διευθυντή. Είναι ικανός ο Θανάσης να το σφυρίΕ πως μου είπε ότι με θέλει ο διευθυντής κι εγώ έκανα τ<) τζόρα. Και ο διευθυντής είναι μέσα σε όλα τα κόλπα, δΐ ξέρεις τι μπορεί να σου κάνει. Ασε που είναι και κ<| μπλεξικός. 24


2

Το γραφείο μου είναι στον τρίτο όροφο, αριθμός 321. Το γραφείο του διευθυντή της Ασφάλειας είναι στον πέμπτο. 0 μέσος χρόνος αναμονής στο ασανσέρ είναι από πέντε έως δέκα λεπτά, ανάλογα με τη διάθεσή του να δουλέψει. Αν νευριάσεις κι αρχίσεις να πατάς συνέχεια το κουμπί, μπορεί να κάνει και τέταρτο. Το ακούς που είναι στον δεύτερο, λες νάτο, ανεβαίνει, και ξαφνικά αυτό μετανιώ­ νει και παίρνει την κάθοδο. Ή το αντίθετο. Κατεβαίνει στον τέταρτο κι αντί να συνεχίσει, παίρνει πάλι την άνο­ δο. Καμιά φορά διαολίζομαι κι αρχίζω ν’ ανεβαίνω δυοδυο τα σκαλιά, πιο πολύ για να ξεθυμάνω παρά που βιά­ ζομαι. Άλλες φορές πάλι με πιάνει το πείσμα μου και λέω, αφού κανείς δε βιάζεται, τι θέλω εγώ και τρέχω, τρελός είμαι; Ακόμα και την αυτόματη πόρτα του τη ρύθμισαν έτσι που ν’ ανοίγει αργά, για να σου σπάει τα νεύρα. Όλα τα μεγάλα κεφάλια είναι στον πέμπτο. Τους μά­ ζεψαν όλους εκεί ή για να μπορούν να σκέφτονται συλ­ λογικά ή για να τους απομονώσουν συλλογικά και να μη στραβώνουν κι εμάς, εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Το γραφείο του διευθυντή Ασφάλειας είναι το 504, αλλά στην πόρτα δεν υπάρχει αριθμός, γιατί έβαλε και τον ξήλω­ σαν. Το θεώρησε υποτιμητικό να έχει αριθμό στην πόρ­ τα, όπως στα νοσοκομεία ή στα ξενοδοχεία. Στη θέση του κόλλησε μια ταμπελίτσα: Νικόλαος Γκίκας - Διευθυντής Ασφάλειας. «Στην Αμερική δεν υπάρχουν αριθμοί στις 25


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

πόρτες. Μόνο ονόματα» έλεγε επί τρεις μήνες οργισμέ| νος. Το ’πε, το ξανάπε, ώσπου στο τέλος ξήλωσε τον αριθμό κι έβαλε τ ’ όνομά του. Κι όλα αυτά, επειδή έκαί νε έξι μήνες μ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο ΕφΙ Μπι-Άι. «Περάστε, σας περιμένει» μου λέει η Κουλά, η αο νομικίνα που εκτελεί χρέη γραμματέως και το παίζει μ α | νεκέν με στολή. Το γραφείο είναι μεγάλο και φωτεινό, με μοκέτα πάτωμα και κουρτίνες στα παράθυρα. Στην αρχή είχο σκοπό να βάλουν κουρτίνες σε όλους μας, μα το κονδύ)| δεν έφτασε, κι έτσι περιορίστηκαν στον πέμπτο όροφο Δίπλα στην πόρτα υπάρχει ένα ορθογώνιο τραπέζι σι σκέψεων με έξι καρέκλες. Ο διευθυντής κάθεται με πλ τη στο παράθυρο, και το γραφείο του θα ’ναι γύρω τρία μέτρα. Απ’ αυτά τα μοντέρνα, με μεταλλική επέ}| δύση στις γωνίες. Αν θέλεις να πιάσεις κανένα έγγρο που είναι στην άκρη του γραφείου, χρειάζεσαι τσιμπίδ^ με το χέρι είναι αδύνατο να το φτάσεις. Σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει. «Νέα α π ’ τον . βανό;» με ρωτάει. «Τίποτα νεότερο, κύριε διευθυντά. Τον ανακρίνου^ ακόμα». «Επιβαρυντικά στοιχεία;» Κοφτές ερωτήσεις, κο<| απαντήσεις, μόνο τα απαραίτητα, για να δείξει ότι είν άλφα, πνιγμένος, βήτα, αποδοτικός και, γάμα, ουσκ και συγκεκριμένος. Αμερικάνικα κόλπα, το ’πάμε. «Όχι, αλλά έχουμε αυτόπτη μάρτυρα που τον α\ γνώρισε, όπως σας είπα». «Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη επιβαρυντικό στοιχείο, είδε να τριγυρνάει γύρω από το σπίτι. Δεν τον είδε ούτε ί) μπαίνει ούτε να βγαίνει. Δακτυλικά αποτυπώματα;» «Πολλά. Τα περισσότερα του ζευγαριού. Όχι όμως' 26


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

ύποπτου. Φονικό όπλο δε βρέθηκε». Με παρέσυρε και μι­ λάω κι εγώ τηλεγραφικά, ο κόπανος. «Καλώς. Πες στους δημοσιογράφους ότι δεν υπάρχει καμία ανακοίνωση προς το παρόν». Αυτό δε χρειαζόταν να μου το πει. Αν υπήρχε ανακοί­ νωση, θα την έκανε ο ίδιος. Όχι μόνο αυτό, αλλά θα μου ζητούσε να του τα γράψω όλα στο χαρτί, για να τα μάθει απέξω και να τους τα πει. Αυτό δεν το λέω με παράπο­ νο, καθόλου δε με πειράζει. Οι ρεπόρτερ μου κάθονται στο στομάχι. Όπως με το κουλούρι και το κρουασάν, έτσι κι εδώ. Παλιά υπήρχαν δημοσιογράφοι και φύλλα, τώρα υπάρχουν ρεπόρτερ και κάμερες. Από το εσωτερικό της γραμματέως λέω να μου φέρουν τον Αλβανό γ ι’ ανάκριση. Οι ανακρίσεις γίνονται σ’ ένα γραφείο με γυμνούς τοίχους, ένα τραπέζι και τρεις καρέ­ κλες. Όταν μπαίνω, ο Αλβανός είναι καθισμένος σε μια καρέκλα, με τα χέρια στις χειροπέδες. «Να τον λύσω;» με ρωτάει ο αστυφύλακας που τον έφερε. «Άσ’ τον έτσι και βλέπουμε. Αναλόγως, αν θα μας βγει άνθρωπος ή μαντρόσκυλο». Κοιτάζω τον Αλβανό. Τα χέρια του ακουμπάνε στο τραπέζι. Δυο χέρια ροζιάρικα, με χοντρά δάχτυλα και νύ­ χια μακριά και κατάμαυρα στις άκρες, το πένθος της δυ­ στυχίας. Το βλέμμα του είναι πάνω τους. Τα κοιτάζει σα να τα βλέπει για πρώτη φορά και ν’ απορεί. Τι απορεί; Που σκότωσε μ’ αυτά; Ή που είναι έτσι χοντροκομμένα και βρόμικα; Ή που ο Θεός τον έπλασε με χέρια; «Θα μου πεις γιατί τους σκότωσες;» τον ρωτάω. Σηκώνει αργά το κεφάλι από τα χέρια του. «Έκεις τσιγκάρο;» «Δώσ’ του ένα α π ’ τα δικά σου» λέω στον αστυφύ­ λακα. 27


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Αυτός με κοιτάζει έκπληκτος. Νομίζει ότι του κάνο τράκα, τόσο του κόβει. Αυτός καπνίζει Μάρλμπορο, εν εγώ έμεινα στα Καρέλια. Δίνω στον Αλβανό Μάρλμπο( για να τον καλοπιάσω. 0 αστυφύλακας του βάζει το το γάρο στο στόμα κι εγώ του το ανάβω. Παίρνει δυο βαθκ ρουφηξιές, γεμάτες λαχτάρα. Κρατάει τον καπνό στα σο θικά του, σα να θέλει να τον φυλακίσει, και μετά αφήν^ να του ξεφύγει όσο γίνεται λιγότερος, για να μην κάν| άσκοπες σπατάλες. Σηκώνει και τα δυο χέρια μαζί κο μαγκώνει το τσιγάρο ανάμεσα στον αντίχειρα και το δ ε| κτη του δεξιού χεριού. «Εγκώ ντεν σκότωσα» λέει, και την ίδια στιγμή τα δι του χέρια κινούνται αστραπιαία και κολλάνε το τσιγά στο στόμα, ενώ το στήθος του φουσκώνει για να κάνει; ρο στον καπνό. Το ένστικτό του τού λέει ότι μπορεί του πάρω το τσιγάρο τώρα που δε μου είπε αυτά π ο υ 1 λω, και βιάζεται να ρουφήξει ό,τι προλάβει. «Με δουλεύεις, ρε παλιοπούστη, κωλοαλβανέ!» οι λιάζω έξαλλος. «Θα σου φορτώσω όσες δολοφονίες. νών ρεμπεσκέδων εκκρεμούν στο αρχείο, εδώ και τρ | χρόνια, και θα φας ισόβια, γαμώ τον Μπερίσα σου!» «Εγκώ τρία χρόνια όχι εδώ. Εγκώ έρθει - » σταματ γιατί δεν ξέρει το «πέρσι» και ψάχνει να βρει άλλη «Εγκώ έρθει ενενήντα ντύο» συμπληρώνει ευχαριστη|ΐ νος που έλυσε το γλωσσικό του πρόβλημα. Τώρα τ α ; ρια του είναι κρυμμένα κάτω από το τραπέζι, προφο για να μη βλέπω το τσιγάρο και να το ξεχάσω. «Και πώς θα το αποδείξεις; Από το διαβατήριό αρχίδη;» Ορμάω απότομα, τον βουτάω και τον σηκώνω όρ(| Δεν περίμενε την κίνησή μου, τα χέρια του χτυπάνε μεΊ ναμη στην ανάποδη του τραπεζιού, και το τσιγάρο τού* φτει χάμω. Ρίχνει ένα φευγαλέο βλέμμα, γεμάτο αγ& 28


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

στο τσιγάρο που του έπεσε, και μετά το γυρίζει, ανήσυ­ χο, σ’ εμένα. 0 αστυφύλακας απλώνει το πόδι και πατάει το τσιγάρο, ενώ χαμογελάει ηδονικά στον Αλβανό. Ξύπνιο παιδί, μπαίνει αμέσως στο νόημα. «Μπήκες λαθραία στην Ελλάδα, δεν είσαι γραμμένος πουθενά, ούτε βίζα ούτε σφραγίδα, τίποτα. Μπορώ να σ’ εξαφανίσω και κανείς δε θα ρωτήσει τι έγινες. Ούτε σε εί­ δα ούτε σε ξέρω, γιατί δεν υπάρχεις, ακούς; Δεν υπάρ­ χεις!» «Εγκώ πηγκα για γκυναίκα» λέει έντρομος, καθώς τον ταρακουνόιω. «Τη γούσταρες, ε;» τον αφήνω να πέσει πάλι στην κα­ ρέκλα. «Ναι». «Γι’ αυτό τριγύριζες γύρω από το σπίτι όλη μέρα. Ήθε­ λες να μπεις να την πλακώσεις, κι εκείνη δε σου άνοιγε». «Ναι» λέει πάλι, και τώρα χαμογελάει ευχαριστημέ­ νος που έπεσα μέσα στην ψυχανάλυση. «Κι επειδή δε σου άνοιγε, λύσσαξες από το κακό σου, μπήκες μέσα τη νύχτα και τους έσφαξες!» «Όχι!».φωνάζει έντρομος τώρα. Κάθομαι στην καρέκλα, απέναντι του, και τον κοιτά­ ζω στα μάτια. Σωπαίνω κι αφήνω να περάσει λίγος χρό­ νος. Αυτός δεν μπορεί να εξηγήσει τη σιωπή μου και η αγωνία του μεγαλώνει. Ευτυχώς, γιατί έτσι δεν μπορεί να καταλάβει ότι είμαι σε αδιέξοδο. Τι να του κάνω; Να τον αφήσω νηστικό; Στα παπάρια του, έτσι κι αλλιώς τρώει μια στις τρεις μέρες, κι αυτό αν είναι τυχερός. Να φέρω από πάνω δύο μπρατσωμένους μαντράχαλους να τον σπά­ σουν στο ξύλο; Έχει φάει τόσο ξύλο στη ζωή του, που θα υποστεί το μοιραίο αγογγύστως και δε θα ιδρώσει ούτε τ’ αφτί του. «Ακούσε» του λέω ήρεμα, γλυκά. «Ό λα αυτά που 29


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

είπαμε, θα τα γράψω σ’ ένα χαρτί, θα βάλεις την υ π γραφή σου και θα ησυχάσεις». Δε λέει τίποτα. Με κοιτάζει μόνο μ’ ένα βλέμμα α ποφάσιστο, γεμάτο αμφιβολία. Δεν τον τρομάζει τόσο πι λύ η φυλακή, απλώς έμαθε να είναι καχύποπτος. Δεν π· στεύει ότι το κακό τελειώνει κάπου και παίρνεις ανάσι Φοβάται πως αν αποδεχτεί το ένα, θα του έρθει και δει τερο και τρίτο, αυτή ήταν πάντα η μοίρα του. Χρειάζετι βοήθεια ο άνθρωπος για να πειστεί. «Στο κάτω-κάτω, δε θα περάσεις κι άσκημα στη λακή» του λέω φιλικά, στο κουβεντιαστό. «Θα ’χεις κρεβάτι σου, τρία φαγητά τη μέρα, όλα χαρισμένα από κράτος. Θα κάθεσαι και θα σε φροντίζουν, όπως και πι λιά στον τόπο σου. Κι αν είσαι ξύπνιος, σε κάνα-δυο νες θα βολευτείς σε καμιά από τις συμμορίες και θα νομάς κι από πάνω. Η φυλακή είναι ο μόνος τόπος δεν υπάρχει ανεργία. Λίγο μυαλό να ’χεις και θα βγεις κομπόδεμα από μέσα». Εξακολουθεί να με κοιτάζει βουβός. Μόνο που τι το μάτι του παίζει, σα να του αρέσει η ιδέα. Δε λέει ί τίποτα. Ξέρω ότι θέλει να το σκεφτεί και σηκώνομαι, «I χρειάζεται να μου απαντήσεις τώρα» του λέω. «Σκέι το και τα λέμε αύριο». Καθώς πηγαίνω προς την πόρτα, βλέπω τον αστι λακα να βγάζει τα Μάρλμπορο και να του προσφέι Πρέπει να ζητήσω μετάθεση γι’ αυτό το παιδί και να πάρω κοντά μου. Τους βρίσκω όλους μαζεμένους μπροστά στο γρ μου. Άλλοι κρατούν μικρόφωνα στο χέρι, άλλοι κασι φωνα. Όλοι τους μ’ ένα βλέμμα λαίμαργο και ανυπι νο, ένας λόχος πεινασμένων, που περιμένουν την ει όπως ο φαντάρος το σιτηρέσιο. Οι κάμεραμεν με βΐ να έρχομαι και φορτώνονται τις μηχανές τους στον 30


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Ελάτε μέσα, παιδιά». Ανοίγω την πόρτα του γρ α ­ φείου μου, ενώ μέσα μου λέω «δεν πάτε στο διάολο, τσόγλανοι, να βρω την ησυχία μου». Μπουκάρουν όλοι πίσω μου κι ακουμπάνε πάνω στο γραφείο τα μικρόφωνά τους με το σήμα του τηλεοπτικού σταθμού, τα καλώδιά τους, τα κασετόφωνά τους. Μέσα σ’ ένα λεπτό το γραφείο μου έχει μετατραπεί σε πάγκο Ρωσοπόντιου στην Αθηνάς. «Έχεις να μας πεις τίποτα νεότερο για τον Αλβανό, αστυνόμε;» με ρωτάει ο Σωτηρόπουλος, με το καρό που­ κάμισο Αρμάνι, την εγγλέζικη καμπαρντίνα, τα μοκασίνια Τίμπερλαντ και τα γυαλιά με τον στρογγυλό, μεταλ­ λικό σκελετό, από εκείνα που φορούσε κάποτε ο συχωρεμένος ο Χίμλερ και τώρα τα φοράνε οι διανοού­ μενοι. Το «κύριε» το έχει κόψει από καιρό, λέει το «αστυ­ νόμε» σκέτο. Και πάντα ξεκινάει με το «έχεις να μας πεις» ή «τι έχεις να μας πεις», για να σου δημιουργήσει το κόμπλεξ ότι περνάς από εξετάσεις και είναι έτοιμος να σε βαθμολογήσει. Βλέπεις, θεωρεί ότι εκφράζει τη λαϊ­ κή συνείδηση. Και η λαϊκή συνείδηση φέρεται σε όλους ισότιμα. Κομμένα τα «κύριε» και ο πληθυντικός, που δη­ μιουργούν διακρίσεις ανάμεσα στους πολίτες. Και το μά­ τι του είναι πάντα πάνω σου, άγρυπνο, έτοιμο να σε ελέγ­ ξει ανά πάσα στιγμή. Ο μοντέρνος Ροβεσπιέρος με κάμερα και μικρόφωνο. Τον αγνοώ και απευθύνομαι σε όλους συλλογικά. Αφού θέλει ισοτιμία, θα την έχει. «Δεν έχω να σας πω τίποτα, παιδιά» λέω με χαμόγελο και με εγκάρδιο ύφος. «Τον ανακρίνουμε ακόμα». Με κοιτάζουν απογοητευμένοι. Μια κοντή, σταφιδωμένη, με κόκκινο καλσόν, κάνει μια προσπάθεια να μου | αποσπάσει κάτι παραπάνω, έτσι, για την τιμή των όπλων. «Έχετε στοιχεία ότι αυτός είναι ο δολοφόνος;» με ρωIτάει. 31


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Σας είπα, τον ανακρίνουμε» απαντάω πάλι, και γΐί να τους δείξω ότι τελείωσε η συζήτηση, παίρνω το κρουα σάν, που μου έχει αφήσει ο Θανάσης, το βγάζω από τ< σελοφάν και το δαγκώνω. Αρχίζουν να μαζεύουν τα συμπράγκαλά τους και τ< γραφείο μου επανέρχεται πάλι, σαν τον άρρωστο που ξέ φύγε τον κίνδυνο και τον αποσυνδέουν από τις συσκευές Η Γιάννα Καραγιώργη μένει τελευταία. Καθυστερε επίτηδες κι αφήνει τους άλλους να βγουν. Αυτή την αντί παθώ πιο πολύ από τους άλλους. Έτσι, χωρίς συγκεκρι μένο λόγο. Δε δείχνει πάνω από τριάντα πέντε και είνο ντυμένη πάντα κομψά, αλλά καθόλου εξεζητημένα. Φαρ δύ παντελόνι, ζακέτα και μια ακριβή αλυσίδα με σταυρ ή μενταγιόν στο λαιμό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει κο> λήσει η ιδέα ότι είναι λεσβία. Είναι ωραία γυναίκα, το κο ντό μαλλί όμως μαζί με το ντύσιμο της δίνουν κάτι τι αντρικό. Μπορεί βέβαια να μην είναι τίποτε α π ’ όλα αο τά και να φταίει το αρρωστημένο μυαλό μου. Τώρα στέ κεται δίπλα στην πόρτα. Ρίχνει ένα βλέμμα έξω, για ν δει αν έχουν απομακρυνθεί οι άλλοι, και την κλείνει. Εγ( συνεχίζω να τρώω το κρουασάν μου σα να μην έχω προ σέξει ότι είναι ακόμα στο γραφείο. «Ξέρετε αν το ζευγάρι που σκότωσαν είχε παιδιά;» μ ρωτάει ξαφνικά. Γυρίζω και την κοιτάζω έκπληκτος. Το α φ ’ υψηλό βλέμμα είναι στη θέση του και μου χαμογελάει ειρωνικι Νά τι μ’ εκνευρίζει, αυτές οι άσχετες ερωτήσεις που πι τάει ξαφνικά, και τις υπογραμμίζει μ’ ένα ειρωνικό χο μόγελο για να σου δώσει την εντύπωση ότι αυτή ξέρει κ< τι παραπάνω και δε σ’ το λέει για να σε βασανίσει. Δί ξέρει τίποτα, ψαρεύει στα θολά. «Λες να υπήρχαν παιδιά και να μην τα είδαμε;» «Μπορεί να μην ήταν εκεί όταν πήγατε». 32


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Τι να σου πω, αν τα έχουν στείλει για σπουδές στην Αμερική, δεν τα βρήκαμε ακόμα» της λέω σαρκαστικά. «Δε μιλάω για μεγάλα παιδιά, για βρέφη μιλάω» μου απαντάει. «Το πολύ μέχρι δύο χρόνων». Κάτι ξέρει αυτή και διασκεδάζει παίζοντας μαζί μου. Αποφασίζω να το πάω μαλακά, στο φιλικό, μπας και τη φέρω στο φιλότιμο. Της δείχνω την καρέκλα μπροστά στο γραφείο μου. «Κάθισε να τα πούμε» της λέω. «Αδύνατο, πρέπει να πάω στο κανάλι. Άλλη φορά». Ξαφνικά την έπιασαν φούριες. Επίτηδες το κάνει η πουτάνα, για να μ’ αφήσει σε αγωνία. Καθώς ανοίγει την πόρτα για να βγει, πέφτει πάνω στον Θανάση, που μπαίνει εκείνη τη στιγμή μ’ ένα έγ­ γραφο. Κοιτάζονται και η Καραγιώργη τού χαμογελάει. 0 Θανάσης αποσύρει γρήγορα το βλέμμα του, αλλά της Καραγιώργη μένει πάνω του, έντονο και προκλητικό. Φαί­ νεται ότι τον γουστάρει. Εδώ που τα λέμε, δεν έχει κι άδικο, γιατί ο Θανάσης είναι όμορφο παιδί. Ψηλός, με­ λαχρινός, γεροδεμένος. Θα πρέπει να της τον ρίξω από δίπλα για να μου λυθούν δύο απορίες μαζί: αν πράγμα­ τι ξέρει κάτι για τους Αλβανούς και μου το κρύβει κι αν είναι λεσβία. Μου κουνάει φιλικά το χέρι, δήθεν ότι με χαιρετάει, αλ­ λά στην πραγματικότητα είναι σα να μου λέει «κάτσε και περίμενε, βλίτο». Κλείνει την πόρτα πίσω της. 0 Θανά­ σης με πλησιάζει και μου δίνει το έγγραφο. «Η έκθεση του ιατροδικαστή για τους Αλβανούς» μου λέει. Τα χαμόγελα με την Καραγιώργη τον έχουν φέρει σε αμηχανία και το χέρι του τρέμει, καθώς μου απλώνει το χαρτί. Δεν ξέρει αν το πρόσεξα και πώς θ’ αντιδράσω. «Καλά» του λέω. «Άσ’ την και φύγε». Δεν έχω διάθε­ ση να τη διαβάσω. Τι να μου πει, άλλωστε; Ό,τι είχαν ν’ 33


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

αποκαλύψουν τα πτώματα, φαινόταν με γυμνό μάτι. Ε> από την ώρα που διαπράχθηκε ο φόνος, μα ούτε κι αυ έχει σημασία. Σιγά μη μας προβάλει αξιόπιστο άλλοθι Αλβανός και να πρέπει να το σπάσουμε. Και η Καραί γιώργη δεν ξέρει τίποτα. Μπλοφάρει, όπως όλοι οι ρεί πόρτερ. Θέλει να μου κεντρίσει την περιέργεια για να ανοι| χτώ πρώτος και να μάθει περισσότερα. Παιδιά δε υπάρχουν. Αν υπήρχαν και δεν τα βρίσκαμε, θα το είχα με μάθει από τους γείτονες.

34


3 Η Αδριανή είναι καθισμένη φάτσα στην τηλεόραση. Πέ­

ρασαν πέντε λεπτά αφότου μπήκα στο καθιστικό κι ακό­ μα να με προσέξει. Η παλάμη της αγκαλιάζει σφιχτά το τηλεκοντρόλ, ο δείκτης της ακουμπάει σταθερά στο κου­ μπί, έτοιμη ν’ αλλάξει κανάλι μόλις πέσουν οι διαφημί­ σεις. Στο γυαλί, ένας κατσαρομάλλης αστυνομικός γ α ­ βγίζει σε μια καστανόξανθη. Πέφτω πάνω του κάθε απόγευμα και ή ανακρίνει κάποιον ή έχει τύψεις. Και στις δυο περιπτώσεις γαβγίζει. Αν ήταν έτσι οι αστυνομικοί, θα είχαμε πάει όλοι από έμφραγμα στα σαράντα μας. «Γιατί φωνάζει συνέχεια αυτός ο μαλάκας;» ρωτάω ξαφνικά. Το «μαλάκας» το προσθέτω επίτηδες, γιατί ξέ­ ρω ότι λυσσάει όταν εκφράζομαι περιφρονητικά για τους ήρωες των προσωπικών της σίριαλ. Θέλω να την τσαντίσω, για να την κάνω να με προσέξει, αλλά χάνω το στοίχημα. «Σσστ!» μου λέει απότομα, ενώ το βλέμμα της εξα­ κολουθεί να είναι κολλημένο στον κατσαρομάλλη με τη στολή. «Τι χαζεύεις, ρε κόπανε! Μίλα!» μου φώναζε ο π α ­ τέρας μου και μου άστραφτε το χαστούκι. Να δω τι θα έκανε τώρα, που ο τρόπος τού λέγειν έγινε τρόπος τού βλέπειν, κι όλοι χαζεύουν και δε μιλάνε. Ευτυχώς που πέθανε, θα μαράζωνε ο γέρος. Όπως κάθε απόγευμα, βρίσκω καταφύγιο στην κρεβα­ τοκάμαρα και παίρνω από τη βιβλιοθήκη το Λεξικό του Δημητράκου. Βιβλιοθήκη, τη λέμε έτσι για να της δώσουμε 35


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

βάρος. Στην πραγματικότητα είναι μια εταζέρα με τέσ­ σερα ράφια. Στο πάνω ράφι είναι τα λεξικά: Μέγα Λεξι-j κόν της Ελληνικής Γλώσσης των Λίντελ-Σκοτ, Λεξικόν Ορθογραφικόν και Ερμηνευτικόν της Νεοελληνικής Γλώσ·] σης του Δημητράκου, Αντιλεξικόν ή Ονομαστικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης του Βοσταντζόγλου, Ετυμολογικά Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ν.Π. Ανδριώτη και Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου-Φυτράκη. Αυτό είναι' μόνο χόμπι που έχω - τα λεξικά. Ούτε γήπεδα ούτε μα^ στορέματα, τίποτα. Αν ρίξει κανένας τρίτος μια ματιά ι βιβλιοθήκη, θα πάθει την πλάκα του. Το πάνω ράφι είν γεμάτο λεξικά. Εντυπωσιάζεσαι, πας στα παρακάτω κο πέφτεις πάνω σε Βίπερ, Νόρα, Μπελ, Άρλεκιν και Μπιάν κα. Κράτησα το ρετιρέ για μένα κι άφησα τους τρεις κ<3 τω ορόφους στην Αδριανή. Πάνω το πασάλειμμα γνώσης κάτω η ξεφτίλα. Η Ελλάδα σε τέσσερα ράφια. Παίρνω αγκαλιά τον Δημητράκο και ξαπλώνω στο κρβ| βάτι. Το ανοίγω στο λήμμα «βλέπω». Βλέπω = έχω δύναμή του οράν. Νους ορά και νους ακούει, έλεγε ο πο τέρας μου. Κάθε βράδυ, μισή ώρα πριν γυρίσει στο τι, άνοιγα τα βιβλία στο τραπέζι της κουζίνας κι έπεη με τα μούτρα στο διάβασμα για να του δείξω ότι σκίζβ μαι. Αυτός έμπαινε με τη στολή του ενωμοτάρχη, στεκ<3 ταν στο κατώφλι και με κοιτούσε. Τσιμουδιά εγώ. Ήμο τόσο βυθισμένος στη μελέτη, που δεν είχε υποπέσει την αντίληψίν μου, όπως λέει ο Δημητράκος. Ξαφνικά σίαζε, με βούταγε από τ ’ αφτί κι άρχιζε να με σηκών από την καρέκλα. «Πάλι πήρες οχτώ στα μαθηματικά, κόπανε» μου 1 Εγώ δεν το ήξερα ακόμα, το μάθαινα την επομένη τον μαθηματικό. Αυτός το ήξερε πάντα από την πο «Πού το ξέρεις;» ρωτούσα γεμάτος απορία. «Νους ορά και νους ακούει» ήταν η απάντησή του.| 36


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ώσπου μια μέρα έτυχε να είμαι στο γραφείο του, στη Χωροφυλακή, και τότε κατάλαβα ότι ο νους ούτε ορούσε ούτε άκουγε, απλώς χτυπούσε το τηλέφωνο. Ο πατέρας μου είχε κάνει κάποτε ένα ρουσφέτι στον μαθηματικό, με­ σολάβησε να βγάλει άδεια κυνηγού ή κάτι τέτοιο, και ο μαθηματικός τον έπαιρνε στο τηλέφωνο, μόλις έβλεπε την κόλλα μου, και τον ενημέρωνε για να του ανταποδώσει την εξυπηρέτηση. Το παράξενο είναι ότι τις πιο πολλές φορές ήμουν βέβαιος ότι είχα γράψει καλά, κι όμως έπαιρ­ να οχτάρια κι εννιάρια. Στον έλεγχο όμως μου κότσαρε ένα δεκάξι, για να το βλέπει ο πατέρας μου και να χαί­ ρεται που δεν πήγε στράφι το ρουσφέτι. «Πάλι με τα παπούτσια πάνω στο κρεβάτι είσαι;» ακούω την τσιριχτή φωνή της Αδριανής και πετάγομαι π ά ­ νω. Πάει, ώς εδώ ήταν η ονειροπόλησή μου. Σε τι αντι­ στοιχεί χρονικά ένα όνειρο; Σ ’ ένα σίριαλ. Τελειώνει το σίριαλ, τελειώνει και το όνειρο. «Μόλις γυρίζεις στο σπίτι, πέφτεις με τα μούτρα σ’ αυ­ τό το χαζοβιβλίο, αντί να μου πεις μια κουβέντα, που με τρώει η μοναξιά όλη μέρα. Και σα να μην έφτανε αυτό, μου λερώνεις και το κρεβάτι με τα βρομοπάπουτσά σου». «Τι κουβέντα να σου πω, που έχεις αγκαλιάσει την τη­ λεόραση και δε λες ούτε καλησπέρα;» «Επειδή ήμουνα στο πιο κρίσιμο σημείο. Τι θα πάθαινες αν περίμενες πέντε λεπτά; Εσύ όμως βρήκες αφορμή να τρέξεις στις ψείρες!» «Ψείρες» λέει τα γράμματα του λεξικού. «Δε βαρέθηκες να διαβάζεις είκοσι χρόνια τις ίδιες λέξεις ξανά και ξανά! Εγώ θα τις είχα μάθει απέξω ώς τώρα και θα παραληρούσα!» «Και τι θες να κάνω; Να κάθομαι να βλέπω αυτόν τον ηλίθιο μπάτσο, που αν τον είχα υφιστάμενο, θα τον είχα στείλει στην αποθήκη να μετράει σφαίρες; Ή να περι­ μένω το δεύτερο ημίχρονο, μ ’ εκείνη την κλώσσα που 37


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

παριστάνει την εισαγγελέα, και εξακόσια επεισόδια δε μπόρεσε ν’ αποφασίσει αν θα πηδηχτεί με τον άντρα της!·> «Ε, βέβαια» μου λέει περιφρονητικά. «Είσαι ψιλικο τζής και δε σου αρέσουν τα γκλάμουρουζ». Γυρίζει και κάνει μεγάλη έξοδο, όπως η Βέμπο, ότο τραγουδούσε το «Χειμώνας». Κατάφερε, ωστόσο, να τσιγκλίσει, γιατί δεν ξέρω τι σημαίνει το «γκλάμουρουζ* ούτε ξέρω από πού το ’μάθε αυτή και μου κουνιέται. Πάω στο ράφι και τραβάω το Oxford English-Gree Learner’s Dictionary, το μοναδικό αγγλικό λεξικό που έχα Το είχα πάρει το 77, όταν ήμουν στη Δίωξη Ναρκωτικώ^ και μας έφερναν για ανάκριση κάτι .ξένους που είχαν πάι στην Ινδία, δήθεν σε αναζήτηση γκουρού, και γύριζαν σαρί, ένα σωρό χαϊμαλιά και μισό κιλό άσπρη, κρυμμέν σαν υπόθετο ανάμεσα στα κωλομάγουλα. Τότε αποφάο σα να μάθω πέντε κουτσά αγγλικά, από φόβο μη μου ’τ φτε καμιά ξεπλυμένη κοκκινομάλλα και μου πετούσε κ<3 νένα «fuck you!», κι εγώ δε θα ’ξέρα αν μ’ έβριζε ή μου ζητούσε τυρόπιτα. Ψάχνω το λήμμα «glamorous», μα δε βρίσκω τίποτή Ψάχνω στο «glamourus» και πάλι δε βρίσκω τίποτα, κερατάδες οι Άγγλοι τα γράφουν και τα δυο με ο-ου να μου κάνουν τη ζωή δύσκολη. «Glamourous», λοιπέ Γεμάτος λάμψη/αίγλη, σχεδόν μυθικός, σαγηνευτικέ Glamourous film stars: κινηματογραφικοί αστέρες γεμόη αίγλη και λάμψη. Αυτό ήθελε να μου πει - ότι εμένα ι μου αρέσουν τα γεμάτα αίγλη και λάμψη, και κατ’ ετ κταση οι κινηματογραφικοί αστέρες γεμάτοι αίγλη λάμψη, γιατί είμαι ψιλικατζής. Εσένα σου πήρε κον$| τριάντα χρόνια να κάνεις τη διαδρομή από το κουλοέ στο κρουασάν, κι αυτή σε λέει ψιλικατζή επειδή δε νεύεις τις διάφορες βλαχοβεντέτες. Βιδώνομαι και πάω στην τηλεόραση. Είναι περασμέ 38


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

οχτώμισι και θέλω ν’ ακούσω το δελτίο ειδήσεων, μήπως πουν τίποτα για τους Αλβανούς. Το μισό δελτίο περνάει με τα πολιτικά, τη Βοσνία, δυο πρεζόνια που τέζαραν από υπερβολική δόση, κι έναν ογδοντάρη που βίασε και σκό­ τωσε την εβδομηντάρα κουνιάδα του. Πάνω που χαίρομαι ότι εμείς περάσαμε στα αζήτητα, νάσου και ο παρουσιαστής παίρνει το θλιμμένο ύφος του. Το πρόσωπό του σκο­ τεινιάζει, τα χέρια του σηκώνονται λίγο από το τραπέζι, σε ένδειξη απόγνωσης για τη στενοχώρια που θα προκαλέσει στους θεατές, και αφήνει να του ξεφύγει ένας ανε­ παίσθητος αναστεναγμός. Οι λέξεις βγαίνουν από το στό­ μα του μοναχικές, μία-μία, όπως οι τελευταίοι πελάτες ενός καφενείου, που σκορπάνε στο δρόμο λίγο πριν κατέβουν τα ρολά. Στην τσέπη του πέτου του φοράει πάντα μαντίλι. Περιμένω κάθε φορά να το βγάλει και να σκου­ πίσει τα δάκρυά του, μα δεν το έχει κάνει ποτέ ώς τώρα. Ποιος ξέρει, μπορεί να το κρύβει για άσο στο μανίκι, όταν θα πέσει η θεαματικότητα. «Μα και στο άλλο έγκλημα, κυρίες και κύριοι» λέει «στην άγρια σφαγή των δύο Αλβανών, στου Ρέντη, δεν έχουμε καμία εξέλιξη». Ατάκα κάνει την εμφάνισή της η Γιάννα Καραγιώργη. Κρατάει στα χέρια της το μικρόφωνο και φοράει το ίδιο συνολάκι που φορούσε και το πρωί. Πολύ φυσικό, αφού μι­ λάει στο διάδρομο με πλάτη στην πόρτα του γραφείου μου. «Η αστυνομία δεν έχει κανένα νέο στοιχείο για τη δο­ λοφονία, πέρα από τη σύλληψη ενός Αλβανού, ο οποίος κρατείται στην Ασφάλεια Αθηνών. Όπως δήλωσε ο προϊ­ στάμενος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος, η ανάκριση του Αλβανού συνεχίζεται. Η αστυνομία υποπτεύεται ότι το ζευγάρι είχε κι ένα παιδί, που όμως δε βρέθηκε πουθενά μέχρι σήμερα». Ορμάω να τη βουτήξω από το γυαλί, τόσο έξαλλος είμαι. 39


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Μου το σκάει όμως και βγαίνει στη θέση της η χοντρή. Αρχ ζει να τα ρίχνει στο μικρόφωνο για τον Αλβανό και πώς μο ειδοποίησε. Είναι το τρίτο βράδυ στη σειρά που δείχνου την ίδια εικόνα. Με τη χοντρή να λέει ακριβώς τα ίδια, ν φοράει την ίδια φωσφορίζουσα μπλούζα και την ίδια φοί στα που σκαλώνει στον πισινό, καθόλου γκλάμουρουζ. Αν; να εξηγήσεις εσύ αύριο στον διευθυντή ότι αυτά είναι πο ραμόθια της Καραγιώργη και δεν τρέχει τίποτα. «Ποιος έχει κολλήσει τώρα στην τηλεόραση, εγώ ή εσόί ακούω από την κουζίνα, θριαμβευτική, τη φωνή της Αδρια νής. «Άντε, έλα να φάμε». Το λέει, αλλά η ίδια δεν τρώει. Κάθεται απέναντι μο και με κοιτάζει. «Έχω νέα» μου λέει, μόλις φέρνω το π ρούνι με το παστίτσιο στο στόμα μου. «Τι νέα;» «Πήρε η Κατερίνα σήμερα». Το λέει και χαμογελάει «Και γιατί δε λες τίποτα τόσην ώρα;» «Ή θελα να σ’ το πω πάνω στο φαγητό, για να σο ανοίξει η όρεξη». Σαχλαμάρες. Μου το έκρυψε επίτηδες, επειδή δεν κι θισα δίπλα της στην τηλεόραση. Ξέρει την αδυναμία π< έχω στην κόρη μου και με τον τρόπο της μ’ εκδικήθηκε! «Τελικά, θα έρθει τα Χριστούγεννα» μου λέει και σι νεχίζει να χαμογελάει ικανοποιημένη. Η Κατερίνα σπουδάζει νομικά στη Θεσσαλονίκη. Είν δευτεροετής και δε χρωστάει ούτε ένα μάθημα. Σκοπεύ να πάει για εισαγγελέας, όταν τελειώσει. Μέσα μου πι ρακαλάω να μην έχω βγει ακόμα στη σύνταξη, για να τ στέλνω κατηγορούμενους. Και μετά να κάθομαι στο ακροι τήριο και να την καμαρώνω που θα διαβάζει το κατηγορ τήριο, θα κάνει ερωτήσεις στους μάρτυρες, θ’ αγορεύει. «Πρέπει να της στείλω λεφτά για το εισιτήριο του a ροπλάνου». 40


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Μπα, είπε ότι θα ’ρθει με το λεωφορείο, μαζί με τον Πάνο» απαντάει η Αδριανή. Βέβαια, είναι κι ο μαντράχαλος. Αυτόν τον είχα ξεχάσει. Ή μάλλον προσπαθώ να μην τον θυμάμαι. Κατά βά­ θος δεν είναι κακό παιδί, σπουδάζει γεωπόνος. Μ’ ενο­ χλεί όμως που είναι μπρατσωμένος, αθλητικός τύπος, κυκλοφορεί όλο με μακό, τζιν και σπορτέξ, κι όσους έχου­ με τέτοιους στο Σώμα, είναι όλοι τους βλίτα. Τι να σου κάνει, είναι κι αυτός της γενιάς των πενήντα. Όχι της πρώ­ της μεταπολεμικής, αλλά της σημερινής. Τους λέω γενιά των πενήντα, γιατί το λεξιλόγιό τους είναι πενήντα λέξεις όλες κι όλες. Βγάλε το «γαμώτο», το «πούστη» και το «μαλάκα», μας μένουν σαράντα εφτά καθαρό φορολογη­ τέο εισόδημα, όπως λένε οι εφοριακοί. Θυμάμαι την π ε­ ρίοδο από το 71 ώς το Πολυτεχνείο τις πορείες των φοι­ τητών, τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, το σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», κι εμάς που μας έστελναν να τους αναχαιτίσουμε ή να τους διαλύσουμε. Μετωπικές συγκρούσεις, κυνηγητά στους δρόμους, σπασμένα κεφά­ λια, αυτοί να μας βρίζουν, εμείς να σιχτιρίζουμε. Πού να το ξέραμε, τότε, ότι όλος ο καβγάς γινόταν για να φτά­ σουμε σήμερα στις πενήντα λέξεις. Μπορεί και να πηγαί­ ναμε όλοι σπίτια μας, γιατί δεν άξιζε τον κόπο. «Έχεις τα λεφτά για το αεροπορικό εισιτήριο ή σκό­ πευες να δανειστείς;» Το ρωτάει αθώα, αλλά εγώ βλέπω την πονηριά στο βλέμμα της. «Όχι, τα ’χω» της απαντάω. «Έβαλα κάτι λίγα στην άκρη από τα αναδρομικά που πήραμε». «Αφού δε θα τα χρειαστείς για το εισιτήριο, δε μου τα δίνεις να πάρω εκείνες τις μπότες που σου ’λεγα;» Σκάει ένα χαμόγελο, που πάει να το κάνει σαγηνευτικό, αλλά της βγαίνει πονηρό. «Άσε, θα δούμε». Θα της τα δώσω, αλλά το αφήνω 41


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

επίτηδες στο φλου για να τη βασανίσω και να πάρω εγώ τη μικρή μου εκδίκηση. Η πρώτη φάση της οικογε νειακής ζωής είναι η χαρά της συμβίωσης. Η δεύτερη ε| ναι το παιδί. Η τρίτη και μεγαλύτερη είναι οι εκδικήσει 'Οταν φτάσεις εκεί, ξέρεις ότι άραξες και ότι τίποτα δε πρόκειται ν’ αλλάξει. Το παιδί σου θα τραβήξει σε λ£γ το δρόμο του, κι εσύ θα μπαίνεις κάθε βράδυ στο σπί-jj σου και θα ξέρεις ότι σε περιμένει η γυναίκα σου, το φο γητό και οι εκδικήσεις. «Έλα, ρε Κωστή μου, αφού δεν έχω μπότες της πρ κοπής...» «Θα δούμε» λέω απότομα και κόβω τη συζήτηση. Στο κρεβάτι, έρχεται και κολλάει πάνω μου. Περνά|| το χέρι της γύρω από τη μέση μου κι αρχίζει να με φ ϊ στο αφτί, στο λαιμό. Εγώ κάθομαι ακίνητος. Φέρνει τη μπα της πάνω στο γόνατό μου κι αρχίζει να την ανεβο» τεβάζει ρυθμικά, από την κνήμη στο πέος και πίσω πόΰ «Πόσα θέλεις για τις μπότες;» τη ρωτάω. «Είδα ένα πολύ όμορφο ζευγάρι, όμως είναι λί·γ τσουχτερές. Τριάντα πέντε χιλιάδες. Αλλά θα τις φοριί χρόνια». «Εντάξει, θα σ’ τις δώσω». Η γάμπα της κατεβαίνει μια τελευταία φορά, ό π ω ς' ασανσέρ από τον τρίτο στο ισόγειο, και σταματάει. Τρ βάει το χέρι της από τη μέση μου. Μου δίνει ένα φιλί ι μάγουλο και οπισθοχωρεί αμέσως στα χωρικά της ύδατ «Καληνύχτα» μου λέει ανακουφισμένη. «Καληνύχτα» της απαντώ, ανακουφισμένος κι εγώ ,: ανοίγω το Λίντελ-Σκοτ, που είχα πάρει από το ράφι ■ πέσω. Μου είναι όμως αδύνατο να συγκεντρωθώ. Η σκέ^ μου είναι στην Καραγιώργη και σ’ αυτή την ιδέα για παιδί που της έχει κολλήσει. Δεν μπορεί να το λέει 42


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

στον αέρα, κάτι έχει στο νου της και μου το κρύβει. Ξαφ­ νικά μου κατεβαίνει η ιδέα να ρωτήσω τον Αλβανό. Μπο­ ρεί αυτός κάτι να ξέρει. Άσε να τον ρωτήσω και μετά βλέ­ πουμε με την Καραγιώργη. Το πολύ να κάνω αυτό που είχα σκεφτεί το πρωί. Να βάλω τον Θανάση να την πλευ­ ρίσει, μπας και της αποσπάσει τίποτα. Στο όνειρό μου είμαι στο σπίτι των δύο Αλβανών. Μό­ νο που τα κουφάρια τους δεν είναι πια εκεί, και το στρώ­ μα είναι σκεπασμένο με κουβέρτα. Πάνω στο πτυσσόμενο τραπέζι υπάρχει ένα πορτ-μπεμπέ. Σκύβω και βλέπω ένα μωράκι. Δε θα είναι πάνω από τριών μηνών και σφαδάζει στο κλάμα. Μπροστά στο μάτι υγραερίου βλέπω, όρθια, την Καραγιώργη να ζεσταίνει το μπιμπερό του μωρού. «Τι κάνεις εσύ εδώ;» ρωτάω απορημένος. «Την μπεϊμπισίτερ» μου απαντάει.

43


4 Έχω καταπιεί την πρώτη μπουκιά από το κρουασάν και ι μαι στην πρώτη γουλιά του καφέ, όταν ανοίγει η πόρτα; μπαίνει ο Θανάσης. Με κοιτάζει στα μάτια και χαμογε> Είναι από τις σπάνιες φορές που δε μου λέει ότι είναι ι λάκας. Αυτό συμβαίνει μία φορά το χρόνο, άντε δύο. «Αυτό είναι για σας» μου λέει και μου απλώνει χαρτί που κρατούσε στο χέρι του. «Καλά, άσ’ το». Με τα χρόνια έχω αποκτήσει μια πάγια αρχή: να παίρνω ποτέ τα χαρτιά που μου δίνουν. Συνήθως είν οδηγίες, απαγορεύσεις, περικοπές, κάτι τέλος πάντων σου σπάει τα νεύρα. Γι’ αυτό τ ’ αφήνω να πέσουν γραφείο μου και περιμένω να ετοιμαστώ ψυχολογικά ■ να τα διαβάσω. 0 Θανάσης όμως δεν αφήνει το δικό τ<3 Εξακολουθεί να μου το προτάσσει, ενώ μου λέει θριο βευτικά: «Είναι η ομολογία του Αλβανού». Μένω κόκαλο. Απλώνω το χέρι και παίρνω την κο θέση. «Πώς τα κατάφερες;» τον ρωτάω, χωρίς να το : βω ότι μου φαίνεται απίστευτο. «Μου το ’πε ο Βλάσης» μου απαντάει γελώντας. « 0 Βλάσης;» «Είναι ο συνάδελφος που έχει υπηρεσία στο κρατ ριο. Πίναμε καφέ στην καντίνα και μου έλεγε πως θέ τε να πείσετε τον Αλβανό ότι θα περνούσε καλύτερα 1 44


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

φυλακή. Έκατσα κι εγώ, χτύπησα μια κατάθεση στη μη­ χανή και του την πήγα. Την υπέγραψε αμέσως». Κοιτάζω την τρίτη σελίδα. Δυο δάχτυλα πάνω από το τέλος της κόλλας, υπάρχει ένα σχέδιο που θυμίζει παιδι­ κή ζωγραφιά του Υμηττού. Είναι η υπογραφή του Αλβα­ νού. Διαβάζω την κατάθεση στα γρήγορα, πηδώντας τα τυπικά. Είναι μέσα όλα, ακριβώς όπως μου τα είπε χτες στην ανάκριση: ότι την κοπέλα τη γνώριζε από την Αλβα­ νία και τη γούσταρε, ότι τη γυρόφερνε μέρες, αλλά αυτή τον έδιωχνε. Το πήρε προσωπικά κι αποφάσισε να μπει στο σπίτι, για να τη βιάσει. Ξήλωσε μια σανίδα από το παράθυρο και τρύπωσε μέσα. Νόμιζε ότι ο άντρας της έλειπε. Τρομοκρατήθηκε όταν τον είδε πλαγιασμένο δί­ πλα της. Κι όταν ο άντρας τού όρμηξε, αυτός έβγαλε το μαχαίρι, έσφαξε πρώτα αυτόν και μετά την κοπέλα. Όλα καθαρά, νοικοκυρεμένα, ούτε κενά ούτε απορίες, τίποτα. «Μπράβο, ρε Θανάση» του λέω με θαυμασμό. «Άψο­ γος». Αυτός με κοιτάζει και το βλέμμα του λάμπει από χα­ ρά. Εκεί πάνω χτυπάει το τηλέφωνο. Σηκώνω το ακου­ στικό. «Χαρίτος». Είναι κι αυτό μέσα στις μεταρρυθμίσεις τύπου Εφ-ΜπιΆι που μας επέβαλε ο Γκίκας. Δε λέμε «μπρος» ή «ναι» ή «έλα», αλλά «Χαρίτος», «Σωτηρίου», «Παπατριανταφυλλόπουλος». Άσχετα αν κάπου στη μέση του Παπατριανταφυλλόπουλος κόβεται η σύνδεση, εσύ επιμένεις. «Για το παιδί τι ξέρεις;» Πάντα κοφτός και επί της ου­ σίας. «Δεν υπάρχει παιδί, κύριε διευθυντά. Έχω μπροστά μου την ομολογία του Αλβανού. Πουθενά δεν αναφέρεται παιδί. Αυτά είναι ανοησίες της Καραγιώργη. Η ματαιοδοξία της θα τη φάει». 45


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Το λέω επίτηδες, για να τον τσαντίσω, επειδή ξέρω < έχει σ’ εκτίμηση την Καραγιώργη. «Ομολόγησε;» ρωτάει κι ακούγεται σα να μην το στεύει. «Ομολόγησε. Ερωτικό έγκλημα. Παιδί δεν υπάρ) πουθενά». «Καλώς. Στείλε μου την έκθεσή σου. Και μια περί ψη, για να κάνω δηλώσεις». Κλείνει το τηλέφωνο χωρ καλή κουβέντα. Τώρα πρέπει να του γράψω και μια θέση πρώτης λυκείου, για να τη μάθει απέξω. Κανονικά, η υπόθεση κλείνει εδώ. Ο Αλβανός ομο> γησε και παραπέμπεται σε τακτική ανάκριση, τα περί πο διού αποδεικνύονται μούσια, ο διευθυντής της Ασφάλει στήνεται μπροστά στο φακό και λέει στους ρεπόρτερ ποιηματάκι του - καθαρίσαμε. Εγώ όμως έχω παλού| στον κώλο. Αρχίζω να ψάχνομαι, και στο τέλος την π> ρώνω πάντα. «Δε μου λες, ρε Θανάση; Μήπως σου είπε τίποτα κανένα παιδί;» «Παιδί;» επαναλαμβάνει και τα χάνει. Άνθρωποι τον Θανάση το ’χουν αυτό. Ξαφνικά, εκεί που δεν το ριμένεις, τους έρχεται μια φαεινή ιδέα και πετυχαίνο κάτι που για τα μέτρα τους αγγίζει το θαύμα. Μόλις όρι τους βάλεις σφήνα κάτι άλλο, έκτακτο, η ασφάλειά το|| πέφτει από την υπερβολική φόρτιση και βυθίζονται σκοτάδι. Κοιτάζω το ρολόι μου. Η ώρα είναι ακόμα εννιάρι Έχω δύο ώρες ώσπου να εμφανιστούν οι δημοσιογράς Φτάνει και περισσεύει για να γράψω την έκθεση τον Γκίκα. «Πες να φέρουν τον Αλβανό γ ι’ ανάκριση». Με κοιτάζει και όλη του η χαρά ξεφουσκώνει. «Ας ομολόγησε» ψελλίζει. 46


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Το ξέρω, αλλά αυτή η Καραγιώργη μάς έβαλε πάγο χτες το βράδυ στις ειδήσεις, λέγοντας ότι υπήρχε και παι­ δί. Τ’ άκουσε ο Γκίκας και με ρωτάει. Ξέρω ότι δεν υπάρ­ χει τίποτα, αλλά προτιμώ να το επιβεβαιώσω, για να ’μα­ στέ και τυπικά εντάξει. Πες να τον φέρουν κι έλα». Τον παίρνω μαζί μου, για να του δείξω την εκτίμησή μου, και του αρέσει. Βγαίνει από το γραφείο μ’ ένα χαμόγελο ώς τ’ αφτιά. 0 Αλβανός κάθεται στην ίδια θέση, αλλά τα χέρια του δεν είναι σε χειροπέδες, όπως χτες. 'Οταν μπαίνουμε μέσα, μας κοιτάζει φοβισμένος. Βγάζω και τον κερνάω τσιγάρο. «Τα είπα όλα» μου λέει, καθώς τραβάει την πρώτη ρου­ φηξιά. «Αυτός ήρτε και τα είπα». Δείχνει τον Θανάση. «Το ξέρω. Μη φοβάσαι, ησύχασες. Μόνο μια ερώτηση θέλω να σου κάνω, από περιέργεια. Ξέρεις αν αυτοί οι δυο που σκότωσες είχαν παιδιά;» «Παιντιά;» Με κοιτάζει σα να ήταν το πιο απίθανο πράγμα του κόσμου να έχει παιδιά ένα ζευγάρι Αλβανών. Δε μου απα­ ντάει, μόνο το βλέμμα του γυρίζει αργά στον Θανάση. Αυ­ τός ορμάει ξαφνικά, τον βουτάει από το μπουφάν και τον σηκώνει όρθιο, ενώ του φωνάζει (άγρια: «Λέγε, ρε μαλάκα! Είχαν παιδιά οι Αλβανοί; Λέγε, για­ τί θα σε λιώσω!» Αλί από τον τεμπέλη όταν τον πιάσει προκοπή, έλεγε η μάνα μου. Επειδή κατόιφερε ν’ αποσπάσει μια ομολο­ γία, ξεσάλωσε και το παίζει σκληρό καρύδι. Ελευθερώνω τον Αλβανό από το κράτημά του και τον καθίζω πάλι στην καρέκλα. «Ήρεμα, ρε Θανάση. Αν ξέρει κάτι το παιδί, θα μας το πει με το μαλακό. Έτσι δεν είναι;» Το τελευταίο απευθύνεται στον Αλβανό. Αυτός τρέμει σύγκορμος τώρα, άγνωστο γιατί. Στο κάτω-κάτω, μια 47


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

απλή ερώτηση ήταν. Δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Μπή» ο Θανάσης στη μέση και από υπερβάλλοντα ζήλο τον τρ μαξε. «Όχι» μου λέει. «Πακιζέ ντεν είχε παιντιά». Πακιζέ έλεγαν την κοπέλα που έσφαξε. «Εντάξει, < τό ήταν όλο» του λέω φιλικά. «Δε σε θέλω τίποτε άλλθ)ί Με κοιτάζει ανακουφισμένος, σα να του έφυγε ένα βέ Γυρίζω στο γραφείο και κάθομαι να γράψω την έκθ^ ση πρώτης λυκείου για τον Γκίκα. Δε θέλει πολλά. κόλλα διαγωνισμού με τα δικά μου γράμματα, που είν μεγάλα και στρογγυλά. Τα γεγονότα μόνο, συνοπτικά, σάλτσες τις βάζει μόνος του. Τελειώνω και περνάω αναλυτική έκθεση. Αυτή μου τρώει περισσότερο χρόν αλλά σε μια ώρα έχω τελειώσει. Τις στέλνω και τις δι] μαζί στον Γκίκα. Πιάνω ν’ αποτελειώσω το κρουασάν και να πιω το ν : φέ μου, που έχει γίνει νερκψπλούκι. Η γάτα λιάζεται < απέναντι μπαλκόνι. Έχει ξαπλώσει φαρδιά-πλατιά κ α ι4 κεφάλι της ακουμπάει στα πλακάκια, που τα ψήνε* ήλιος. Είναι από τα λίγα πλάσματα που χαίρονται τ ο : μίνι. Η γριά βγαίνει μ’ ένα πιατάκι στο μπαλκόνι, ακουμπάει μπροστά στη γάτα. Περιμένει ν’ ανοίξει τα | τια της, για να δει το φαγητό, μα η γάτα την έχει γρ μένη. Η γριά περιμένει υπομονετικά, της χαϊδεύει το φάλι, της μιλάει, γλυκόλογα θα της λέει, μα η γάτα ■ δίνει καμία σημασία. Στο τέλος απελπίζεται, αφήνει'^ πιάτο και μπαίνει πάλι στο δωμάτιο. Κοιτάζω την ροψία της γάτας, που της φέρνουν το φαγητό στα και μπροστά μου έρχονται οι δύο Αλβανοί, ξαπλωμέ πάνω στο γυμνό στρώμα, το πτυσσόμενο τραπέζι, οι ■< πλαστικές καρέκλες, το μάτι υγραερίου. Όχι πως συρ θώ τους Αλβανούς, αλλά διαολίζομαι. Είναι κι αυτός ο i λόκαιρος που δε λέει να βρέξει. 48


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Η πόρτα ανοίγει απότομα και μπαίνει η Καραγιώργη. Σα στο σπίτι της, χωρίς καν να χτυπήσει. Να θυμηθώ να της δώσω κλειδί. Έχει αλλάξει σήμερα. Φοράει τζιν και μακό. Τη ζακέτα την έχει περασμένη στην τσάντα της, που κρέμεται διαγώνια από τον ώμο της. Κλείνει την πόρτα και μου χαμογελάει. Εγώ την κοιτάζω αμίλητος. Πολύ θα ήθελα να την αρχίσω στα γαμοσταυρίδια, αλλά υπάρχει εντολή από πάνω να φερόμαστε με το γάντι στους ρε­ πόρτερ. Παλιά, στους δημοσιογράφους, φερόμαστε δια­ φορετικά. «Συγχαρητήρια. Έμαθα ότι ο Αλβανός ομολόγησε. Την κλείσατε την υπόθεση». Το χαμόγελο είναι ειρωνικό, το ύφος υπεροπτικό, με δουλεύει. «Τη διαλευκάναμε» τη διορθώνω ψύχραιμα. «Έτσι λέ­ γεται στην αστυνομική γλώσσα. Θα ’πρεπε να το ’χες μά­ θει μετά από τόσα χρόνια». «Ξέρω πολύ καλά τι λέω» απαντάει και συνεχίζει να με κοιτάζει μ’ εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο. Αποφασίζω να επιτεθώ, γιατί δεν έχω διάθεση να πα ί­ ζω τη γάτα με το ποντίκι. «Γιατί είπες ψέματα χτες το βράδυ στο ρεπορτάζ σου;» τη ρωτάω. «Ή ξερες πολύ καλά ότι δεν υπήρχε παιδί, ούτε είχαμε καμία τέτοια υποψία». Βάζει τα γέλια. «Δεν πειράζει» μου λέει αδιάφορα. «Δεν έχετε παρά να με διαψεύσετε». «Γιατί μου το πέταξες αυτό χτες;» «Ποιο;» «Αυτό για το παιδί. Πώς σου ’ρθε; Έριξες άδεια για να πιάσεις γεμάτα;» «Σ’ το ’πα γιάτί σε συμπαθώ» μου λέει ξαφνικά στον ενικό. «Ξέρω ότι εσύ δε με χωνεύεις, αλλά δεν πειράζει, εγώ παρ’ όλα αυτά σε συμπαθώ. Έχω τις αδυναμίες μου, βλέπεις». 49


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Έτσι όπως μου το είπε, στα ίσα, κατάφερε να με <ρ ρει σε αμηχανία. «Ούτε σε συμπαθώ ούτε σε αντιπαθώ της λέω, με την ελπίδα ότι η ουδέτερη στάση μου θα $ ναι πιο πειστική. «Μ’ εκνευρίζετε και σας εκνευρίζω. Ε ναι μέρος της δουλειάς κι αυτό. Αλλά δε σ’ αντιπαθώ π ρισσότερο από τους άλλους συναδέλφους σου». «Σίγουρα με αντιπαθείς περισσότερο» μου λέει γελ< ντας πάντα. «Μ’ εξαίρεση ίσως τον Σωτηρόπουλο». Είναι σαΐνι η αφιλότιμη, τίποτα δεν της έχει ξεφύγί «Κι εσύ γιατί με συμπαθείς;» τη ρωτάω, για να ξεφύγ από τη δύσκολη θέση. «Γιατί είσαι ο μόνος που κάτι πιάνει εδώ μέσα. Μ' το πάρεις όμως απάνω σου, γιατί δε σημαίνει και πο λά. Πάντα υπάρχει ένας μονόφθαλμος ανάμεσα στοι τυφλούς. Έστω κι αν στραβώθηκες τελείω ς αυτή ■ φορά». Ανοίγει την πόρτα και πετάγεται έξω, για να μη μ< δώσει την ευκαιρία να συνεχίσω τη συζήτηση. Πάλι μ’ άφησε με την απορία. Με δουλεύει ή ξέρει κ τι και μου το κρύβει; Αν πράγματι ξέρει κάτι και το βγ λει στη φόρα εκ των υστέρων, θα πέσουν όλοι πάνω μο Εισαγγελέας, ανακριτής, διευθυντής αστυνομίας, όλοι. ( τρέχω και δε θα φτάνω. Και να πεις ότι έχω χρόνο σ διάθεσή μου - δεν έχω. Ο Γκίκας θα κάνει δηλώσεις σε I γο, ο φάκελος θα φύγει αύριο για τον εισαγγελέα, άν να φάει κι αυτός δυο μέρες ώσπου να τον παραπέμψει τακτική ανάκριση. Από εκεί και πέρα, η υπόθεση θα έ] φύγει τελείως από τα χέρια μου, κι αν σκάσει καμιά βό βα, που τότε θα σκάσει, τρέχα να τα μαζεύεις. Σηκώνω το ακουστικό και λέω στον Σωτήρη, τον υπ στυνόμο, να έρθει στο γραφείο μου. Αυτός έκανε την έρι να στη χαμοκέλα των Αλβανών. Μπορεί κάτι να πήρε ' μάτι του. j 50


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Δε μου λες, ρε Σωτήρη, όταν ψάξατε το σπίτι των δυο Αλβανών, μήπως πήρε το μάτι σου τίποτα παιδικό;» «Παιδικό; Τι παιδικό;» ρωτάει με απορία. «Οτιδήποτε. Από κουδουνίστρες και σαλιάρες, μέχρι φόρμες και παιχνίδια». Με κοιτάζει σα να έχει να κάνει με τρελό. Και με το δίκιο του. «Όχι, δε βρήκαμε τίποτα». Σκέφτεται λίγο και προσθέτει. «Εκτός από ένα κουτί πάμπερς». «Πάμπερς;» φωνάζω και πετάγομαι πάνω. «Ναι, το χρησιμοποιούσαν για ντουλάπι. Είχε μέσα ζά­ χαρη, καφέ και μισό πακέτο ξερά φασόλια». Η γάτα έχει ξυπνήσει τώρα και τρώει, όπως οι βλαχοβεντέτες που τρώνε πρωινό στις έντεκα. Η γριά στέκεται από πάνω της και την καμαρώνει. Προφανώς, χαίρεται που έχει όρεξη και δε θα χρειαστεί να της δώσει σίδηρο και βιταμίνες. Τα φύλλα στις γλάστρες έχουν γείρει και κοιτάνε χάμω τα πλακάκια σα ντροπαλές παρθένες. Μό­ λις χτες τα πότισε η κακομοίρα η γριά και κοντεύουν να μαραθούν. Άντε να είσαι τώρα στο αυτοκίνητο με τέτοια ζέστη, να εισπνέεις το καυσαέριο, να νιώθεις το πλαστικό ν’ ανάβει από κάτω σου και τον κώλο σου να μουλιάζει σιγά-σιγά. «Πες να ετοιμάσουν ένα περιπολικό και φύγαμε. Μό­ νο οι δυο μας». «Πού θα πάμε;» ρωτάει με απορία. «Στο σπίτι των δυο Αλβανών. Να ψάξουμε ξανά». Με κοιτάζει. Κάτι πάει να πει, αλλά το μετανιώνει και βγαίνει από το γραφείο. Σε πέντε λεπτά με ειδοποιεί ότι το περιπολικό είναι έτοιμο.

51


5 Μας παίρνει κοντά στη μία ώρα για να φτάσουμε στ<3 Ρέντη, παρόλο που ο Σωτήρης βάζει μπρος τη σειρήνα' περιπολικού. Σε όλη τη διαδρομή κάθομαι δίπλα στον 1 τήρη και παίζω με το παράθυρο. Το ανοίγω και με πνίγ το νέφος. Το κλείνω και με πνίγει η ζέστη. Στο τέλος · ραιτούμαι και τ ’ αφήνω μισάνοιχτο. Ίσως φταίει το πή^ μο που μου σπάει τα νεύρα, ξαφνικά όμως με κυριεύ ανυπομονησία, να φτάσουμε στο σπίτι των Αλβανών, το ψάξουμε και να τελειώνουμε. Τα ’χω με την Κο γιώργη, που μου έχει ανάψει φωτιές στα καλά καθούμ να, με τον εαυτό μου, που μπήκα στο παιχνίδι της, και | τους Αλβανούς, που δε φρόντισαν να κάνουν ένα νχ. τσούβελο, για να κάθεται δίπλα τους στο στρώμα και j κλαίει, κι εμείς να το μαζέψουμε, να το στείλουμε ΓΠΚΠΑ και να ξεμπερδεύουμε. Δίπλα μου, ο Σωτήρης < γεί αμίλητος, με μια μούρη ώς το δάπεδο. Η μούρη ζί\ για μένα, που τον ταλαιπωρώ χωρίς λόγο, ενώ τώρα | καθόταν στο γραφείο του, θα παίδευε κάποιο έγγρο και θα έλεγε στους άλλους για το σασί του Χιουντάι ] του, που το αγόρασε πρόσφατα, πουλώντας ένα χα που είχε στο χωριό του. Έτσι λέει τουλάχιστον. Όταν μπαίνουμε στο σπίτι, βιδώνομαι ακόμα πιο λύ. Ένα γυμνό δωμάτιο, με τα πέντε κουρέλια στη ρα, το πιάνεις με την πρώτη ματιά. Τι ήρθα να ψάξω; 1 στικά συρτάρια, κούφιους τοίχους που χρησιμεύουν ; 52


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

κρύπτες; Το κουτί των πάμπερς είναι πάνω στο πτυσσό­ μενο τραπέζι· σωστά θυμόταν ο Σωτήρης. Το ανοίγω και βρίσκω μέσα αυτά που μου είπε: ένα πακέτο καφέ Μπρά­ βο των εκατό γραμμαρίων, ένα πακέτο ζάχαρη και μισό πλαστικό σακουλάκι ξερά φασόλια. Μάζεψαν το κουτί από το δρόμο, για να βάλουν μέσα τα φαγώσιμά τους, μην τους τα φάνε τα ποντίκια. «Τι ψάχνουμε;» ρωτάει ο Σωτήρης που με παρακο­ λουθεί. 1 «Οτιδήποτε παιδικό, πάλι θα τα λέμε;» απαντάω νευ­ ριασμένος. Παίρνω τα ρούχα της κοπέλας από το γάντζο, τα πετάω χάμω και τ ’ απλώνω με το πόδι μου. Μήπως είναι κάτι πα­ ραχωμένο ανάμεσά τους και μας ξέφυγε. Μα δε βρίσκω πα­ ρά ένα πανταλόνι, μια μπλούζα κι ένα ζευγάρι κάλτσες. Ρίχνω ένα βλέμμα στα ρούχα του άντρα, που είναι ακόμα πεταμένα δίπλα στο στρώμα. Κι αυτός ήταν μ’ ένα που­ κάμισο, ένα πανταλόνι κι ένα ζευγάρι κάλτσες. Και τα π α ­ πούτσια τους. Γόβες αυτηνής, δετά του άντρα. Καλά, εσώ­ ρουχα δεν είχαν αυτοί, αναρωτιέμαι. Ούτε μια αλλαξιά; Είπαμε ότι έρχονται μ’ ένα βρακί στον κώλο, αλλά όταν βρε­ θείς αντιμέτωπος με την κυριολεξία, κάτι δε σου πάει. Τα κοιτάζω και σκέφτομαι τι μπορεί να σημαίνει αυτό. «Πιάσε να σηκώσουμε το στρώμα» λέω στον Σωτήρη. Το πιάνουμε από τις δυο άκρες και το διπλώνουμε. Από κάτω ξεπετάγονται τρεις κατσαρίδες, που τρέχουν αλαφιασμένες στο γυμνό τσιμέντο. Η μια είναι λίγο αργή, προλαβαίνω και την πατάω. Οι άλλες δυο το σκάνε. Αυ­ τή είναι όλη κι όλη η συγκομιδή μας από την έρευνα: μια ψόφια κατσαρίδα και δυο καταζητούμενες. «Πάμε να φύγουμε» λέω στον Σωτήρη ανακουφισμέ­ νος κι αφήνω το στρώμα. Αφού δε βρήκαμε τίποτα, πάει να πει ότι δεν υπάρχει τίποτα. 53


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Μια στιγμή μόνο, να πάω στην τουαλέτα». «Πρόσεξε μην ακουμπήσει πουθενά το πουλάκι γιατί θα πάθεις καμιά ουρολοίμωξη και θα μου ζητ<) αναρρωτική άδεια». Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Η χοντρή είναι < μένη μπροστά μου και με κοιτάζει. «Ακόμα ψάχνετε, με ρωτάει με οικειότητα, έτοιμη να κεράσει καφέ γ ια ) μάθει τα υπόλοιπα. «Κι εσένα τι σε νοιάζει. Άντε, πήγαινε σπίτι σου, ρά μου» της λέω απότομα και γιατί είμαι εκνευρισμέν επειδή σκέφτομαι την επιστροφή μέσα από το κέντρο ‘ Αθήνας. Μετά τις ευγένειες και τους επαίνους, που είχε* σπράξει στο γραφείο μου για την παρατηρητικότητά · αυτό της έρχεται ξαφνικό. Μου ρίχνει ένα οργισμένο | μα, κάνει απότομη στροφή, κι αρχίζει να απόμακρα* με όση ταχύτητα μπορεί ν ’ αναπτύξει μια νταλίκο υπέρβαρο. Ξαφνικά μου έρχεται μια ιδέα. «Έλα δω!» της < Στέκεται μια στιγμή αναποφάσιστη, με την π) γυρισμένη σ’ εμένα, μετά παίρνει πάλι στροφή και με j σιάζει. Διατηρεί όμως το προσβεβλημένο ύφος. «Δε μου λες; Ξέρεις αν αυτοί οι Αλβανοί είχαν) διά;» «Παιδιά;» επαναλαμβάνει, και η ερώτηση την χό ξεχάσει την προσβολή που της έγινε. «'Οχι... Όσες < έρχονταν εδώ, δεν τους είδα ποτέ με παιδιά». «Τι θα πει αυτό;» ρωτάω ξαφνιασμένος. «Δη) έμεναν μόνιμα εδώ;» «Έρχονταν για κάνα-δυο μέρες, έφευγαν κι έ* βδομάδα να φανοόν. Όταν ρωτούσα την κοπέλα, μου έλεγε ότι πήγανε στα πεθερικά της στα Γιάννε άλλη στην Αλβανία, γιατί ήταν άρρωστος ο πατέρας t 54


ΝΪΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Γι’ αυτό δεν είχαμε βρει άλλα ρούχα, επειδή έμεναν μια εδώ, μια αλλού, σωστοί ματζίρηδες. Προσπαθώ να σκεφτώ τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όταν ακούω από μέ­ σα τη φωνή του Σωτήρη: «Κύριε αστυνόμε, έρχεστε ένα λεπτό;» Γυρίζω πάλι στο σπίτι. Ο Σωτήρης στέκεται στη μέση του δωματίου. Μόλις με βλέπει, πάει προς την τουαλέτα, χωρίς να πει λέξη. Τον βρίσκω να στέκεται μπροστά στη λεκάνη. Απότομα, τα ρουθούνια μου παίρνουν φωτιά από την τσίκνα κι αρχίζω να φταρνίζομαι. Η λεκάνη είναι γυ ­ μνή, χωρίς πλαστικό κάλυμμα. Μια χεσιά σκατά σε σχή­ μα κώνου έχουν ξεραθεί ακριβώς στη μέση. Στο χείλος της λεκάνης υπάρχουν πατημασιές από παπούτσια. Αυτοί που έκαναν την ανάγκη τους, ανέβαιναν πάνω της και κάθο­ νταν ανακούρκουδα, αρβανίτικο χέσιμο. Το καζανάκι εί­ ναι από εκείνα τα στρογγυλά, που μοιάζουν με μικρό θερμοσίφωνο, και μ ’ ένα κουμπί, που το πιέζεις προς τα πάνω.

«Πήγα να πατήσω το καζανάκι, αλλά δεν πατιέται», μου λέει ο Σωτήρης. «Τι θες να κάνω; Να φωνάξω υδραυλικό;» «Για δοκιμάστε κι εσείς» επιμένει. Είμαι έτοιμος να του βάλω τις φωνές, αλλά κάτι στο ύφος του με σταματάει. Πατάω το κουμπί, μα δεν πάει προς τα πάνω, κάτι το εμποδίζει. Δοκιμάζω πάλι, με πιο πολλή δύναμη, τίποτα. «Έχει φρακάρει ο μηχανισμός». 0 Σωτήρης βάζει αμίλητος το χέρι του στο καζανάκι, που είναι ανοιχτό από πάνω. Βγάζει πρώτα μια μεγάλη πέτρα και το ξαναβουτάει. Αυτή τη φορά το χέρι του βγαί­ νει μ’ ένα μάτσο πεντοχίλιαρα, τυλιγμένα με λαστιχάκι. Μένω μ ’ ανοιχτό το στόμα να κοιτάζω τα πεντοχίλιαρα. «Εγώ σας το ’πα ότι θα υπάρχουν λεφτά, αλλά δε με 55


ΠΕΤΡΟΓ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

πιστέψατε». Πάει να μου βγει α π ’ αριστερά και δεν κρι| βει τον ενθουσιασμό του. «Έψαξες και δε βρήκες, γιατί δεν έψαξες σωστά. 'C σου είπα ότι δε θα βρεις λεφτά, εννοούσα το στρώμα, ολόκληρο το σπίτι. Αν είχες ψάξει πιο μεθοδικά, θα τα i χαμέ βρει από την πρώτη φορά». Το χαμόγελο μαραίνεται στα χείλη του και ο ενθο σιασμός του λιώνει σαν γλειφιτζούρι. Καλά να πάθει. γε να με βγάλει φταίχτη και τώρα του φορτώνω το λάθ ενώ κανονικά θα τον είχα παινέψει. Για να μάθει ότι| λάθη τα κάνουν πάντα οι υφιστάμενοι. Οι πρόίστά(. δεν κάνουν ποτέ λάθη. «Μέτρα τα!» Αρχίζει να μετράει και τελειωμό δεν έχουν. «Πε κόσια χιλιάρικα». Κοιτάζω αμίλητος το πάκο με τα λεφτά, και την στιγμή φωτογραφίζω στη μνήμη μου την έκθεση που ι γράψει. Ψάχνω να βρω ένα κενό για να στριμώξω εκ.4 υστέρων το καινούργιο εύρημα, χωρίς να το πάρει εί ο Γκίκας κι αρχίσει τις φωνές, ότι δεν κάνουμε σο δουλειά μας.

56


Κάποιος είχε καταδικάσει τις οικογένειες της οδού Καραδήμα να ζουν μαζί και μόνες. Γιατί ο δρόμος δεν είχε πλάτος πάνω από τρία μέτρα και τα σπίτια ήταν στρω­ μένα στις δοο πλευρές του. Όποιος καθόταν στο ένα π α ­ ράθυρο κοιτούσε στο άλλο σπίτι, μιλούσε με το άλλο, ζούσε μέσα στο άλλο, ήθελε δεν ήθελε. Η διάταξη των σπιτιών ήταν παράλογη, αυθαίρετη: τρία σπίτια κολλη­ μένα το ένα στο άλλο, μετά μια αλάνα, μετά ένα σπίτι με κηπάκο και δίπλα του άλλα δυο σπίτια κολλημένα, σαν σιαμαία. Στη μια πλευρά του δρόμου υπήρχε ένα ψιλικατζίδικο και στην άλλη ένα μπακάλικο. Τα περισσότε­ ρα σπίτια ήταν μονώροφα, πού και πού μόνο έβλεπες κα­ νένα διώροφο. Στις ταράτσες, αλλού ήταν στημένες κεραίες τηλεόρασης, κι αλλού εξείχαν σίδερα του μπετόν, άλλα όρθια κι άλλα λυγισμένα, σημάδια μιας ελπίδας, ότι κάποτε θα έριχναν και δεύτερο όροφο. Η ελπίδα είχε π α ­ ραγραφεί στο μεταξύ, και πολλά από τα σπίτια ήταν τό­ σο στενά, που δε χρειαζόσουν καν μέτρο για να μετρή­ σεις το φάρδος τους, μπορούσες και με την παλάμη. Τα πιο φτωχά είχαν τις πιο ωραίες πόρτες, ξύλινες, βαμμέ­ νες γαλάζιες, κόκκινες, πράσινες. Τα άλλα, τα πιο π ε ­ ριωπής, είχαν κάτι σιδερένιες, φερ-φορζέ σε χρώμα κε­ ραμίδι, με σχήματα που θύμιζαν απολιθώματα λουλουδιών ήκλαδιά από καμένο δάσος. Το σπίτι που έμενε το ζευγάρι των Αλβανών ήταν στο


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τέλος του δρόμου, δίπλα σε μια εγκαταλειμμένη αποθήί ξυλείας. Είχαμε σταθεί άτυχοι και σ’ αυτό. Ενώ σχεδ όλα τα σπίτια κοιτούσαν το ένα το άλλο, στο σπίτι το Αλβανών δεν κοιτούσε κανείς. Στεκόμουν μαζί με τον Σ< τήρη έξω από την πόρτα, φάτσα στην αλάνα απέναντι, κΙ βλαστημούσα την ώρα και τη στιγμή. Άντε πάλι από τ αρχή οι ερωτήσεις, το ψάξιμο πόρτα-πόρτα, ο ένας να σ λέει το μακρύ του, ο άλλος το κοντό του, και το αποτέλ σμα μηδέν εις το πηλίκον, όπως έλεγε κι ο πατέρας μοι «Πιάσε εσύ το ένα πεζοδρόμιο κι εγώ το άλλο» λ στον Σωτήρη. Αυτός καταλαβαίνει και ξεκινάει για το < λικατζίδικο. Εγώ πηγαίνω προς το μπακάλικο. Ο μπακόιλης έχει πάνω στο ψυγείο ένα κεφάλι κεφ λογραβιέρα και την κόβει στη μέση. Ξακρίζει τις άκρ και τις μασουλάει. Σηκώνει λίγο το βλέμμα και με κοιτι ζει. Με θυμάται αμέσως. 1 «Πάλι για τους Αλβανούς;» με ρωτάει, ενώ τοποθε! το μισό κεφάλι τυρί στο ψυγείο. ( «Ξέρεις αν έμεναν μόνιμα εδώ; Ακόυσα ότι ερχόντί σαν για λίγο κι έφευγαν». Πιο πολύ από τα πεντακόι χιλιάρικα μου έχει κολλήσει αυτό που μου είπε η χοντ| «Ξέρω μόνο ότι η γυναίκα ήρθε να ψωνίσει δυο φο( όλες κι όλες. Τη μια πήρε ένα πακέτο μακαρόνια κι 4 Βιτάμ, την άλλη ένα σακούλι γίγαντες». · «Μωρέ, μπράβο μνήμη» του λέω, πιο πολύ για να 1 κολακέψω και να πάρει φόρα. «Όχι μνήμη, αναδουλειά. 0 κόσμος εδώ αγοράζει; σο λίγα, που σου μένουν σαν τον Εθνικό Ύμνο». «Πάντως, αν έμεναν μόνιμα, θα ψώνιζαν πιο συχνό «Με συγχωρείς που σ’ το λέω, αλλά δεν ξέρεις τίι τα. Αυτοί με μια φασολάδα βγάζουν δεκαήμερο». | «Πήρε το μάτι σου κανέναν ξένο να μπαινοβγαίνει σπίτι τους;» f 58


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Τι ξένο;» «Οποιονδήποτε, που να μην ήταν της γειτονιάς». Έχει αρχίσει να δυσφορεί, το βλέπω στο βλέμμα του. «Άκου, κυρ αστυνόμε» μου λέει. «Βέβαια, εσύ ξέρεις τη δουλειά σου, αλλά γιατί τόση φασαρία για δυο Αλβανούς; Πιάσατε αυτόν που τους έσφαξε, τι θέλεις και τα σκαλί­ ζεις; Στο κάτω-κάτω με δυο Αλβανούς λιγότερους κι έναν στη φυλακή, η Ελλάδα είναι καλύτερη». «Για να ρωτάω, θα πει ότι έχω το λόγο μου. Νομίζεις ότι το κάνω για πλάκα;» Γυρίζω και πάω προς την πόρ­ τα, όταν τον ακούω να λέει πίσω από την πλάτη μου: «Ένα βράδυ, θα ’ναι τώρα ένας μήνας, είδα φορτηγά­ κι σταματημένο μπροστά στην πόρτα τους». Σταματάω απότομα. «Τι φορτηγάκι;» «Ένα α π ’ αυτά τα κλειστά. Πώς τα λέμε, ντε; Τα βαν... Αλλά ήταν σκοτάδι και δεν μπορώ να σου πω τη μάρκα του». Τα λέει όλα αυτά, καθώς βάζει τάξη στο ψυγείο του. Τι τάξη να βάλει δηλαδή, που είναι άδειο σα διαμέρισμα εργένη. Ένα ρολό σαλάμι αέρος, ένα ρολό μορταδέλα, η μισή κεφαλογραβιέρα και μερικά στρογγυλά κουτιά τυρί «Αγελαδίτσα». Και στον τοίχο, εκεί που ο εργένης θα εί­ χε στοιβάξει τα βιβλία του, αυτός έχει στοιβάξει δεκάδες φακελάκια με τουρσί ανάμεικτο. «'Οχι πως έχει καμιά σημασία, μπορεί να ήταν και σύ­ μπτωση» συνεχίζει «αλλά σ’ το ’πα έτσι, γιατί δε μ’ αρέ­ σει να φεύγει ο κόσμος με άδεια χέρια από το μαγαζί». «Τόσο πολύ τουρσί τρώτε εδώ;» τον ρωτάω περίεργος. «Μπα, τα βρήκα κοψοτιμής. Αλλά δεν παίρνει κανείς». «Και γιατί τα φορτώθηκες, αφού δεν τα παίρνουν;» «Αν δεν έκανα τέτοια λάθη, δε θα ’μουνα μπακάλης στου Ρέντη, θα είχα σούπερ μάρκετ» μου απαντάει και με αποστομώνει. 59


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Το τελευταίο σπίτι στη δεξιά πλευρά του δρόμου, τό που βλέπει διαγώνια στο σπίτι των Αλβανών, έχει πρ σινη πόρτα κι ένα τετράγωνο παράθυρο, μικρό, ίσα χωράει ένα κεφάλι να βγει έξω και να χαζέψει στο μο. Μα από μέσα είναι ντυμένο με κουρτινάκια από τασπρο λινό, κεντημένα με μικρά μπακλαβαδάκια. Χι« ζουν στη μέση, κάνουν δυο καμπύλες και μαζεύονται κέ στις άκρες. Αν ήταν κόκκινα, το παράθυρο θα θύμιζε < νή του μπαρμπα-Μυτούση. «Να σας προσφέρω ένα γλυκό νεραντζάκι;» με ρωτ^| η γριά. Θα κοντεύει τα ογδόντα, κοντή και σκελετωμέ σέρνει το βήμα της όταν περπατάει, λες και το πετσί ■ κόλλησε στο κόκαλο και τα πόδια της στα πλακάκια, ράει μια ρόμπα με τριφύλλια και το πρόσωπό της έχει i ρώσει, σα χαρτί που το τσαλακώνεις και μετά το ξο νοίγεις, γιατί κάτι έχεις σημειώσει πάνω του. «Όχι, ευχαριστώ. Δε θα μείνω πολύ» της λέω για | τελειώνω. «Πάρτε μια κουταλιά, είναι σπιτικό» επιμένει η Της κάνω το χατίρι, παρόλο που σιχαίνομαι τα γλυκά; ταλιού, και κατεβάζω από πάνω μονορούφι το νερό ■ ξεπλύνω τη γεύση και να μη μου κολλάει στο λαρύ> «Μου το στέλνει η κόρη μου από την Καλαμάτα. | είναι καλά, και ελιές μού στέλνει και το λάδι μου χρόνο. Πέρσι την Πρωτοχρονιά μου ’κάνε δώρο και την* λεόραση». Και μου δείχνει μια τηλεόραση δεκαεφτά ιντσών, νω σ’ ένα τραπεζάκι. Ανάμεσα στο τραπεζάκι και τηλεόραση υπάρχει ένα κάλυμμα, άσπρο κι αυτό, κεντημένο με λουλουδάκια. Κάθε φορά που βλέπω ι τά τα κεντήματα, θυμάμαι τη μάνα μου, που δεν νε επιφάνεια ακάλυπτη σε ολόκληρο το σπίτι και κυνηγούσε τον πατέρα μου κι εμένα για να μην της 60


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

λερώσουμε. Με τις στάχτες του αυτός, με τα βρομόχερά μου εγώ. «Μόνο κοντά της δε με θέλει» συνεχίζει η γριά, με κά­ ποιο παράπονο τώρα. «'Οχι αυτή δηλαδή, ο άντρας της. Αυ­ τός ούτε να τ ’ ακούσει, να ’χει την πεθερά μέσα στα πόδια του. Μικρή δε σε θέλει η πεθερά σου. Μεγάλη δε σε θέλει ο γαμπρός σου. Η πιο καλή ηλικία είναι τα σαράντα με πε­ νήντα. Είναι η ηλικία που σε θέλουν και δεν τους θέλεις». «Για τους Αλβανούς ξέρεις να μου πεις τίποτα, κυραΑήμητρα;» Βιάζομαι να την κόψω πριν φτάσει στα τρία ξαδέρφια της. «Τι να σου πω, κυρ αστυνόμε μου; Ήσυχοι άνθρωποι,' που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Αν κι έτσι που κατόιντησε ο κόσμος σήμερα, ήσυχους λέμε πια τους φοβισμένους». «Αυτοί τι ήταν; Ήσυχοι ή φοβισμένοι;» Με κοιτάζει και χαμογελάει. Καθώς τραβιέται το στό­ μα της, όλες οι ζάρες της συγκεντρώνονται στα μάγουλα σαν πευκοβελόνες. «Εμένα τι με κάνεις;» με ρωτάει. «Ήσυχη ή φοβισμένη;» «Ήσυχη». «Έτσι σου φαίνομαι, αλλά δεν είμαι». Κάθεται στην καρέκλα και με κοιτάζει στα μάτια. «Βλέπεις το τηλέ­ φωνο;» Μου δείχνει τη συσκευή που είναι κολλημένη δί­ πλα στην τηλεόραση. «Πέρσι μου το ’βαλαν. Ώς πέρσι ήμουν ολομόναχη και χωρίς τηλέφωνο. Αν πέθαινα, οι γειτόνοι θα το μάθαιναν από την μπόχα. Κανονικά θα έπρε­ πε να της τα πω ένα χεράκι της κόρης μου, που αυτή έχει τα ελέη του Θεού κι εμένα μ’ αφήνει μόνη σ’ αυτή την τρύ­ πα. Δε λέω να με πάρει κοντά της, αφού δεν μπορεί, αλ­ λά εδώ η εγγονή μου ήρθε να σπουδάσει στην Αθήνα και της έπιασαν δυάρι στο Παγκράτι. Χάθηκε να ’πιαναν ένα μεγαλύτερο και να πήγαινα κι εγώ μαζί της; Θα ’πρεπε να της τα πω όλα αυτά, αλλά κάνω το σταυρό μου και 61


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

σωπαίνω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί φοβάμαι μην την avc και μου κόψει το λάδι, μου κόψει τις ελιές, μου κόψει j τα ογδόντα χιλιάρικα που μου στέλνει - κάθε μήνα αυτή, πες κάθε δίμηνο να ’σαι μέσα. Με βλέπεις ήε γιατί φοβάμαι. Μέσα μου όμως βράζω». «Θέλεις να πεις ότι κι αυτοί έδειχναν ήσυχοι, αλλά | ρεί να ήταν από φόβο, ε;» «Δεν ξέρω. Τους έβλεπες όμως να ’ρχονται και να ι γουν, και απορούσες». «Γιατί απορούσες;» «Γιατί έφευγαν σαν κυνηγημένοι και γύριζαν σ α ν; φτες. Πάντα αργά τη νύχτα. Ξυπνούσες το πρωί και ■ εδώ. Ένα βράδυ είχα κλείσει την τηλεόραση και κε μουνα στο παράθυρο. Εγώ, παιδάκι μου, κάθομαι ατ τρεις στην τηλεόραση και τα βλέπω όλα. Μόνο όταν| χίσουν τα πολιτικά και τα ερωτικά, εκεί βαριέμαι καί| κλείνω. Στα πολιτικά, γιατί δεν καταλαβαίνω λέξη j αυτά που λένε. Και στα ερωτικά, γιατί είναι ψέματ με νευριάζουν. Τους βλέπω να χτυπιούνται, να υπ^ ρουν, να μαλώνουν, κι όταν βαρεθώ να τους μουντζ την κλείνω. Εγώ έζησα σαράντα χρόνια με τον άντρα) μαλώναμε για το φαΐ, για τα λεφτά, για το παιδί, γ ια . τα όμως δε μαλώσαμε ποτέ. Τι νομίζεις, ότι η κόρη] παντρεύτηκε από έρωτα τον Καλαματιανό; Αυτή να βολευτεί, κι αυτός να την πάει στο κρεβάτι. Έλα 4 που η αφιλότιμη δεν τον άφηνε να της αγγίξει ούτε' ρι. Στο τέλος αυτός πείσμωσε, και για να την πάε κρεβάτι την παντρεύτηκε». «Κι αυτό πού κολλάει στους Αλβανούς;» ι «Μη βιάζεσαι» μου λέει. «Όλα έχουν σχέση μ<| τους. Γιατί αν δεν έπαιζε το ερωτικό εκείνο το βράδι; δε θα καθόμουν στο παράθυρο και δε θα τους έβ> έρχονται με την κουρσάρα». 62


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Ποια κουρσάρα;» ρωτάω και θυμάμαι αυτό που μου είχε πει ο μπακάλης για το βαν έξω από την πόρτα. «Κουρσάρα τη λέω εγώ, γιατί δε σκαμπάζω από αυ­ τοκίνητα. Ό πως και να ’ναι, ήταν ένα τεράστιο αμάξι, κλειστό, α π ’ αυτά που χωράνε καμιά δεκαριά νομάτους. Από μέσα βγαίνουν αυτός με την κοπέλα. Τρέχουν και χώνονται στο σπίτι, και το αμάξι φεύγει αμέσως. Σε λίγο το σπίτι φωτίζεται με το γκαζάκι, γιατί φως δεν έχουν. Όλο μαζί δεν κράτησε πάνω από τρία λεπτά. Ούτε βαλί­ τσα είχαν μαζί τους ούτε τίποτα. Μόνο η κοπέλα κρατούσε στην αγκαλιά της έναν μπόγο». Με κοιτάζει και το χαμό­ γελο φέρνει πάλι τις πευκοβελόνες στα μάγουλά της. Εγώ φέρνω μπροστά μου τα ξερά σκατά μέσα στη λε­ κάνη και τα πεντακόσια χιλιάρικα στο καζανάκι. Τα φ α­ γώσιμα μέσα στο κουτί των πάμπερς και το βαν που τους φέρνει νύχτα στο σπίτι. Και ανάμεσα σε όλα αυτά ένας Αλβανός δολοφόνος, έτοιμος να παραπεμφθεί σε τακτική ανάκριση. Άντε τώρα να βρεις άκρη και να τα συνδυάσεις έτσι που να βγάζουν νόημα. Βγαίνω από το σπίτι της γριάς, και από μέσα μου βρί­ ζω τους νεότερους, που κοιτάζουν πώς να τα μπουρδου­ κλώσουν με πέντε ερωτήσεις στο όρθιο και να ξεμπερ­ δεύουν. Αν κάποιος είχε την υπομονή, όταν κάναμε την πρώτη έρευνα, να καθίσει δίπλα στη γριά και ν’ ακούσει τον πόνο της, θα τα ξέραμε όλα αυτά πριν ακόμα μετα­ φέρουν τα πτώματα στο νεκροτομείο. Τελικά, ισχύει και για μας αυτό που λένε οι ομοφυλόφιλοι για τους δικούς τους. Άλλο αδερφή κι άλλο πούστης. Άλλο αστυνομικός Χΐάλλο μπάτσος.

63


7 «Μίλα, ρε παλιοπούστη, γιατί θα σε κάνω κιμά! Θα σε | ράσω δυο φορές από τη μηχανή και θα σε στείλω στην Κορυτσά, να μάθετε να τρώτε!» 0 Αλβανός τρ γιατί έπαθε ακριβώς αυτό που φοβόταν. Ομολόγησε να βρει την ησυχία του, και τώρα του ζητάμε τα ρέο «Πού τα βρήκαν τα πεντακόσια χιλιάρικα αυτοί ο(| μπεσκέδες, λέγε!» «Εγκώ ντεν ξέρω... τίποτα ντεν ξέρω» λέει και | ένα φοβισμένο βλέμμα στον Θανάση, που στέκεται ί πάνω του. Αυτός τον βουτάει από το μπουφάν και τον ση» ψηλά. Τα πόδια του Αλβανού αιωρούνται αδέσποτα < αέρα. 0 Θανάσης παίρνει μιαν απότομη στροφή καί| καρφώνει στον τοίχο. Τον κρατάει εκεί, μισό μέτρο από το δάπεδο. «Πρόσεξε τι θα πεις, γιατί θα πεθάνεις, μαλάκα» ι λιάζει, ενώ η μούρη του είναι κολλημένη στη μούρτ] Αλβανού τόσο πολύ, που δεν ξέρεις αν θα τον φι ή αν θα τον δαγκώσει. «Δε θα βγεις ζωντανός ατ μέσα!» Και απότομα, όπως τον κρατάει σφιχτά, τον αφή\τ Αλβανός μένει μια στιγμή μετέωρος, όμως όταν τα του αγγίζουν το δάπεδο, σωριάζεται χάμω από την ] μάρα του. «Σήκω!» του γαβγίζει ο Θανάσης, πριν καλά 64


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

αγγίξει το πάτωμα. Ο Αλβανός κολλάει πάλι στον τοίχο, εθελοντικά αυτή τη φορά, κι αρχίζει να σέρνεται πάνω του σαν κάμπια. Καταφέρνει να στυλωθεί και η αναρρίχησή του σταματάει. Ο Θανάσης τον βουτάει αμέσως πάλι και τον καθίζει στην καρέκλα. «Λέγε τώρα!» του φωνάζει άγρια. «Λέγε!» «Εγκώ ντεν ξέρω τίποτα» επιμένει ο Αλβανός. «Εγκώ πήγκα για Πακιζέ». Τώρα κοιτάζει έντρομος μόνο τον Θανάση, εμένα με αγνοεί. Έκανα καλά που τον πήρα μαζί μου. Και ήταν λά­ θος μου που τον έκοψα το πρωί, όταν άρχισε ν’ αγριεύει στον Αλβανό, έπρεπε να τον αφήσω. Μπορεί να μαθαίνα­ με τότε την αλήθεια και να μη χρειαζόταν να στείλω κο­ λοβή έκθεση στον Γκίκα. «Τι παρτίδες είχες με τον άντρα της Πακιζέ;» Τώρα είμαι ’γώ αυτός που αγριεύει. «Ληστείες; Ναρκωτικά; Μαλώσατε στη μοιρασιά και τον έσφαξες. Δε βρήκες όμως τα λεφτά, γιατί τα είχε κρύψει σε σίγουρο μέρος». Αρπάζεται α π ’ αυτό που του είπα και με κοιτάζει πο­ νηρά. «Μεχμέτ, άντρας Πακιζέ, μπορεί κλεψιές, μπορεί ναρκωτικά» μου λέει. «Εγκώ, όχι. Εγκώ ντουλεύω οικοντομές, ντουλεύω Ρέντη, λαχαναγκορά. Εγκώ ντεν ξέρω Μεχμέτ. Ξέρω μόνο Πακιζέ». «Ήσουν τόσες μέρες στημένος έξω από το σπίτι τους και δεν είδες που έρχονταν με βαν;» Τώρα με κοιτάζει έκπληκτος ο Θανάσης. Δεν του είχα πει αυτή τη λεπτομέρεια, την ακούει για πρώτη φορά. «Μια γειτόνισσα είδε ένα βαν να τους αφήνει μπροστά <πην πόρτα. Νύχτα, στα μουλωχτά» του εξηγώ και γυρί­ ζω πάλι στον Αλβανό. «Ποιος ήταν αυτός που τους έφερ­ νε με το βαν; Πώς τον λένε; Πού μένει; Μίλα!» «Εγκώ όταν πήγα, Πακιζέ σπίτι» λέει τρέμοντας ο Αλβανός. «Εγκώ ντεν είντα βαν». Ξαφνικά του κατεβαίνει 65


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

μια ιδέα και λέει γρήγορα: «Πακιζέ κατάριζε σπίτια, i λαγκε παιντιά. Μπορεί αφεντικό της την πήγκε με βο Ο Θανάσης ορμάει πάλι και τον βουτάει από το κά. «Εσύ πας γυρεύοντας» του λέει απειλητικά. «1 μισόλογα είσαι και θα φας το κεφάλι σου». «Όκι, όκι» λέει έντρομος ο Αλβανός. «Εγκώ σκότή Πακιζέ και άντρα της. Άλλο ντεν ξέρει τίποτα». 0 Θανάσης τον αφήνει να πέσει πάλι στην καρέ)| Αν συνεχίσουμε έτσι, θα ξημερωθούμε και δε θα βγε ποτά, λέω βαριεστημένος μέσα μου. Ομολόγησε ότι · σκότωσε, ως εδώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Autj| σημαίνει ότι ήξερε για τα πεντακόσια χιλιάρικα καΐ| το βαν. Το πιο πιθανό είναι ότι έχουμε να κάνου|, ένα ερωτικό έγκλημα και ψάχνοντας πέσαμε τυχαία| νω σε κάτι άλλο, χωρίς τα δύο να συνδέονται με1 τους. Στο κάτω κάτω βρήκαμε τα πεντακόσια χιλιό αλλά δε βρήκαμε ούτε ναρκωτικά ούτε κλοπιμαία όπλα. Είχαν σίγουρα κι άλλο στέκι, αυτά τα περί διών στα Γιάννενα και στην Αλβανία ήταν παραμή| Αντε όμως ν’ ανακαλύψεις τι άλλη βρομοδουλειά : κρυμμένη πίσω α π ’ όλα αυτά. Ούτε και μας ενδιο άλλωστε. Από τη στιγμή που αυτοί είναι νεκροί, στ^| τάει κάθε δίωξη. «Αλήθεια λέει, δεν ξέρει τίποτα» ακούω τη φων Θανάση δίπλα μου, στο ασανσέρ, λες και θέ? επιβεβαιώσει τις σκέψεις του. Νά, λοιπόν, που συμη και ο Θανάσης, αυτός ο κατά δήλωση μαλάκας, κ^| οχυρώνομαι πίσω α π ’ αυτή τη βολική εξήγηση κ α ι' ανακουφισμένος. Το μόνο παλούκι που μου μένει ι είναι ν’ αλλάξω την έκθεσή μου. Αφήνω τον Θανάση στον τρίτο και συνεχίζω για * μτττο. Στέκομαι και κοιτάζω την ταμπελίτσα: «Νι Γκίκας - Διευθυντής Ασφάλειας». Τη διαβάζω, μπο 66


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

δέκα φορές, και προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να πάρω πίσω την έκθεση, χωρίς να κινήσω υποψίες. Τελικά, φο­ ράω το καλό μου χαμόγελο και ανοίγω την πόρτα. «Γεια σου, Κούλα» λέω εγκάρδια στο μανεκέν με στο­ λή, που κάθεται στο γραφείο. Αυτή ανοίγει αστραπιαία το συρτάρι και χώνει μέσα το καθρεφτάκι και το τσιμπι­ δάκι που έβγαζε τα φρύδια της. «Καλώς τον κύριο Χαρίτο!» Έχει ξεχάσει το κρυόκωλο ύφος του μανεκέν και μου κάνει χαρούλες, γιατί την έπιασα στα πράσα. «Δυστυχώς δεν μπορείτε να μπείτε, είναι απασχολημένος» προσθέτει με περίλυπο ύφος. «Πάλι; Α, ρε Κούλα, απορώ πώς τα βγάζεις πέρα με τόση φασαρία εδώ μέσα». «Αφήστε τα, δεν παίρνω ανάσα». Είμαι έτοιμος να της πω ότι το βλέπω, δεν προλαβαί­ νει ούτε τα φρύδια της να βγάλει, αλλά λέω κάτι άλλο: «Δεν ξέρω τι θα κάναμε χωρίς εσένα. Όχι μόνο αυτός, αλ­ λά κι εμείς. Όλα από τα χέρια σου περνάνε». «Ξέρετε τι ώρα έφυγα χτες; Στις εννιά!» «Να του πω να σου δώσει μετάθεση για το δικό μου τμήμα; Και να πάρει δέκα από τους δικούς μου να τους φέρει εδώ; Γιατί εσύ κάνεις για δέκα». «Δε θα μ’ αφήσει» μου απαντάει και γελάει κολακευ­ μένη. «Τρελός είναι να σ’ αφήσει, πού θα βρει τέτοιο ξε­ φτέρι». Έχει λιώσει από την ευχαρίστηση. Σκύβω πάνω από το γραφείο, χαμηλώνω τη φωνή μου και της λέω συ­ νωμοτικά: «Ρε Κούλα, να σου ζητήσω μια χάρη;» «Αμέ» μου λέει γρήγορα, γιατί είναι ακόμα σε οργασμό και μου κάνει τα χατίρια. «Θέλω να πάρω πίσω την έκθεση που του άφησα το πρωί, γιατί ξέχασα να βάλω κάτι. Αλλά δε θέλω να το κα­ ταλάβει». 67


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Είναι ακόμα στο γραφείο του. Θα πάω να τη φέ μαζί με τ ’ άλλα εξερχόμενα. Δε θα καταλάβει τίποτα! «Μόνο να μη σου τη ζητήσει όσο θα την κρατάω».| «Θα πω ότι την έδωσα για φωτοτυπίες και θα σας > , ρω να μου τη φέρετε». Μου χαμογελάει πονηρά και μτ νει στο γραφείο. Ωραία, κάναμε κόμμα ο μούργος με την κότα και μας πιάνει, λέω μέσα μου. Σ’ ένα λεπτό ξαναβγαίνε ένα πάκο χαρτιά, που τα κρατάει ανάσκελα πάνω στο:| χέρι. Τα ψάχνει με το άλλο, βρίσκει την έκθεση μου μου τη δίνει. «Είσαι θησαυρός» της λέω ενθουσιασμένος. Δεν έχω την υπομονή ν’ αντέξω στο σπάσιμο νεύ{ του ασανσέρ και παίρνω τις σκάλες. «Πνίγομαι και ι είμαι δω για κανέναν» φωνάζω στον Θανάση και κλ μαι στο γραφείο μου. Κάθομαι κι αρχίζω να ξεφυλλίζω την έκθεση. Για ι λή μου τύχη δεν πρέπει να την έχει διαβάσει, γιατί δε | πω πουθενά σημειώσεις. Διάβασε την περίληψη που ■ έστειλα, για να τη μάθει απέξω και να την πει στους| πόρτερ, και άφησε την έκθεση γι’ αργότερα, όπως το-jj νηθίζει. Φτάνω στο τέλος και διαπιστώνω ότι η τύχη : σήμερα με το μέρος μου. Μόνο πέντε αράδες έχουν | βαλήσει την τελευταία σελίδα. Μπορώ άνετα να την^ ναγράψω προσθέτοντας στο τέλος τις πληροφορίες συγκέντρωσα πριν από λίγο. Βέβαια, κινδυνεύω να με | τήσει γιατί δεν ανέφερα στην περίληψη τα πεντακόσιι λιάρικα, αλλά τότε εγώ του λέω ότι γι’ αυτό του έο και την έκθεση μαζί, για να πάρει από εκεί τις λετ ρειες, και τον βάζω να μουντζώνει τον εαυτό του π ο υ | τη διάβασε εγκαίρως. Έτσι εισπράττω τα θετικά π<ί και γλιτώνω τ ’ αρνητικά. Γιατί μια από τις καινοτο που μας έφερε ο Γκίκας από το Εφ-Μπι-Άι, είναι το ■ 68


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

σύστεμ. 'Οταν ξεδιαλύνεις με επιτυχία μια υπόθεση, παίρ­ νεις θετικά πόιντς, όταν τα κάνεις μπάχαλα, παίρνεις αρ­ νητικά. Όλα αυτά καταγράφονται στο φάκελό σου και όταν συνεδριάσει το Υπηρεσιακό Συμβούλιο για ν’ απο­ φασίσει τις προαγωγές, παίρνει το φάκελό σου, τον με­ λετάει, μετράει τα θετικά και τα αρνητικά πόιντς, και στο τέλος η κάθε κυβέρνηση διορίζει τους δικούς της κι εσύ μένεις στην ίδια θέση με τα πόιντς στη ρεζέρβα. Αρχίζω να γράφω την τελευταία σελίδα, πυρετωδώς, για να προλάβω, αλλά ξαφνικά σκαλώνω, γιατί κάτι άλ­ λο τριβελίζει το μυαλό μου. Η γριά μού είχε πει ότι η γυ ­ ναίκα κρατούσε στα χέρια της έναν μπόγο. Για να τον κρατάει στα χέρια της, πάει να πει ότι δεν ήταν μεγάλος. Τι μπορούσε να έχει μέσα, ρούχα; Ρούχα δε βρήκαμε. Κο­ σμήματα, χρυσαφικά, αρχαία; Το πιο πιθανό. Πώς αλλιώς θα ’βρισκαν τα πεντακόσια χιλιάρικα αυτοί οι γύφτοι ει­ σαγωγής; Ή λήστευαν ή έκαναν τον αγγελιοφόρο κι έβγα­ ζαν μίζα. Και η χαμοκέλα της οδού Καραδήμα ήταν η γιάφκα τους. Έμεναν ώσπου να δώσουν το εμπόρευμα και να πόιρουν τα λεφτά. Μετά άλλαζαν στέκι. Αυτό είχε το καλό ότι άφηνε τον Αλβανό απέξω. Γιατί αν τους είχε σκοτώσει για τα κλοπιμαία, δε θα ’βάζε, βέβαια, τα λε­ φτά στο καζανάκι. Όχι, αυτός ήταν παραφωνία στην υπό­ θεση, σκότωσε για την Πακιζέ. Άρα, με τον Αλβανό κα­ θαρίσαμε, μπορούμε να τον στείλουμε πακεταρισμένο στον εισαγγελέα. Όσο για τα υπόλοιπα, ας διαβάσει την έκθε­ ση ο Γκίκας κι ας αποφασίσει αν θα συνεχίσει τις έρευνες και σε ποιον θα τις αναθέσει. Εγώ εισπράττω τα πόιντς μου και την αράζω. Ξαφνικά όμως μου μπαίνει σφήνα στη σκέψη η Κα­ ί ραγιώργη. Α π’ αυτήν δεν ξεκίνησαν όλα; Αυτή δε μου άναψε φωτιές με το παιδί και άρχισα να ψάχνω; Παιδί δε βρήκαμε, βέβαια, αλλά η γριά είδε κάτι που έμοιαζε 69


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

με μπόγο. Κι αν δεν ήταν μπόγος, αλλά ένα μωρό λιγμένο σε κουβέρτες; Πώς θα το ξεχώριζε μέσα σκοτάδι; Παίρνω το εσωτερικό και λέω στον Θανάση να ’( στο γραφείο μου. Ώσπου να ’ρθει, συμπληρώνω τα λευταία στοιχεία στην έκθεση και του τη δίνω. «Δώσ’ τη στην Κουλά και μετά έλα πάλι, γιατί σε λω» του λέω, επίτηδες, για να κερδίσω λίγο χρόνο ακ και να πάρω μια απόφαση. Τι θέλω και μπλέκω; Γιατί δεν αφήνω την υπόθεση υπάρχει υπόθεση, να προχωρήσει υπηρεσιακά; Έχω^ σηκώσει χιλιάδες φορές την υπηρεσία, και στο τέλος; αποδείχτηκε τίποτα, κι αντί για' πόιντς εισέπραξα λιάρες. Με κάτι τέτοια δεν κατάφερα ποτέ να π ά μετεκπαίδευση, όχι στο Εφ-Μπι-Άι, αλλά ούτε στην ντειο για σεμινάρια. Ο Θανάσης γυρίζει σε λίγο. Έχει ψυλλιαστεί ότι φορτώσω δουλειά, και με κοιτάζει πάλι μ’ εκείνο το μα που μου λέει ότι είναι μαλάκας. «Το ξέρω ότι μαλάκας» του απαντώ, με το βλέμμα πάντα, « χρειάζομαι». «Δε μου λες, ρε Θανάση, αυτή η Καραγιώργη σε στάρει ή κάνω λάθος;» Του ήρθε απότομα και τα χάνει. Με κοιτάζει ξι σμένος και έντρομος μαζί. «Πώς σας ήρθε, κύριε με;» ψελλίζει, γιατί δεν ξέρει τι άλλο να πει. «Ρωτάω, γιατί κάτι πήρε το μάτι μου. Ο τρό σε κοιτάζει, τα χαμόγελα που σου σκάει... Έλα τώ μου πεις ότι δεν το πρόσεξες». «Μπα, ιδέα σας» μου λέει γρήγορα. «Γιατί να μβ; στάρει;» «Ε ξαρτάται... Μπορεί να σε γουστάρει γιατί; λεβεντόπαιδο. Μπορεί να σου τα ρίχνει για τί θι 70


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

αποκτήσει πρόσβαση στην υπηρεσία και να παίρνει πρώ­ τη τις πληροφορίες, από μέσα... Μπορεί και τα δυο μα­ ζί...» «Με ξέρετε να μιλάω;» μου λέει προσβεβλημένος, λες και θα ήταν ο πρώτος. «Αυτό θέλω, να της μιλήσεις. Θέλω να την πάρεις τη­ λέφωνο, τάχα μου εμπιστευτικά, και να της πεις ότι έχεις να της δώσεις κάποιες πληροφορίες. Κι όταν τα βρείτε, θέλω να τη ρωτήσεις τι ξέρει για το παιδί». Με κοιτάζει άφωνος. Περιμένω να το χωνέψει, γιατί εί­ ναι μαλάκας και αργεί, το ’πάμε. «Ακου, να σ’ ενημερώ­ σω για να ξέρεις» του λέω, αφού του αφήσω λίγο χρόνο. «Εδώ και δυο μέρες η Καραγιώργη με ρωτάει αν οι Αλβα­ νοί είχαν παιδί. Και χτες στις ειδήσεις είπε ότι ψάχνουμε για ένα παιδί. Ήταν ψέμα αυτό, αλλά για να το πει, κά­ ποιο λόγο θα ’χε. Σήμερα μια γριά γειτόνισσα μου είπε ότι είδε το ζευγάρι να βγαίνει από το βαν και η κοπέλα κρα­ τούσε έναν μπόγο στην αγκαλιά. Ο μπόγος μπορεί να ήταν μωρό και να μην το ’δε μέσα στο σκοτάδι. Θέλω λοιπόν να μάθεις τι ξέρει και γιατί μου πετάει συνέχεια σπόντες». «Μη μου το κάνετε αυτό» ψελλίζει σφιγμένος. «Τι σου κάνω, ρε στούρνο!» Δεν τον λέω μαλάκα, γιαIτί αυτό το λέμε συνωμοτικά, στα βουβά. «Τόσα χρόνια τη βγάζεις στη λούφα εδώ μέσα, κι εγώ κάνω τα στραβά μά­ τια. Και μια φορά στα τόσα χρόνια σε στέλνω για δου­ λειά και σου πληρώνω έξοδα παραστάσεως με συνοδεία Iγκόμενας, κι εσύ μου κάνεις τον δύσκολο». «Δε θέλω να μπλέξω. Αν με δει κανένα μάτι και το πει | στους από πάνω, θα βρω τον μπελά μου». «Εσύ γιατί να μπλέξεις; Το πολύ να μπλέξω εγώ που Iο’ έστειλα. Ή μπας και φοβάσαι ότι, αν μαθευτεί, θα κά| νω την πάπια και θα τα φορτώσω σ’ εσένα;» « Όχι» απαντάει γρήγορα, αλλά μετά κομπιάζει πάλι. 71


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Είναι και η κοπέλα μου. Αν μάθει ότι βγήκα με άλλη| ’χω τραβήγματα κι άντε να την πείσω». «Να τη στείλεις σ’ εμένα, να της το δώσω γραπτώς πήγες υπηρεσιακώς. Φύγε τώρα και μην ξανάρθεις χο τις πληροφορίες». Ακόμα στέκεται και με κοιτάζει σαν τρομαγμένο λί. «Φύγε!» Εγώ του βάζω τις φωνές κι αυτός το β4 στα πόδια. Να τα χέσω τα πόιντς.

72


8 Πριν γυρίσω στο σπίτι, περνάω από την τράπεζα για να σηκώσω τα χρήματα που μου ζήτησε η Αδριανή. Δε σκό­ πευα να της τα πάω σήμερα, αλλά μου ήρθαν όλα βολικά κι έχω τα κέφια μου. Πρώτα πρώτα σιγουρεύτηκα για τον Αλβανό. Μ’ αυτόν δεν κινδυνεύω να πατήσω πεπονό­ φλουδα. Και, δεύτερο, διόρθωσα την έκθεση χωρίς να μυ­ ριστεί τίποτα ο Γκίκας. Βέβαια, το κόλπο με την Καραγιώργη μπάζει, γιατί ο Θανάσης δεν είναι το πρώτο μυαλό, κι αν του ξεφύγει ότι τον έστειλα εγώ για να την ψαρέψει, η Καραγιώργη θα το κάνει βούκινο και θα ’χω μεγάλες φουρτούνες. Δεν μπορείς όμως να έχεις δεμένο από π α ­ ντού το γάιδαρο σου, πρέπει να πάρεις και τα ρίσκα σου. Έχω λογαριασμό με κάρτα στην τράπεζα. Ήταν ιδέα της Αδριανής αυτό, υστερόβουλη, αλλά με βόλεψε. Στην αρχή μ’ έψησε ν’ ανοίξουμε κοινό λογαριασμό, αλλά της το ξέκοψα. Δεν τρελάθηκα να τη βάλω συνεταίρο στα λε­ φτά μου, για να μη βρίσκω υπόλοιπο στην τράπεζα και να τραβάω τα μαλλιά μου. Όχι πως είναι σπάταλη, αλλά τρώ­ γοντας έρχεται η όρεξη, γ ι’ αυτό άσ’ την καλύτερα στη δίαιτα. Είδε ότι από εκεί δεν υπήρχε φως, άλλαξε τροπάρι, και μ’ έπεισε ν’ ανοίξω λογαριασμό με κάρτα. Πί­ στευε ότι θα μάθαινε τον κωδικό και θα μου έπαιρνε την χάρτα για να σηκώνει λεφτά, αλλά ούτε από εκεί της έφεξε. Ούτε τον κωδικό έμαθε ούτε την κάρτα πήρε ποτέ στα γέρια της. Της δίνω τριάντα χιλιάρικα την εβδομάδα για 73


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τα έξοδα του σπιτιού, κι όταν μου ζητάει να τσόντας την αφήνω να περιμένει μερικές μέρες πριν της τα δώβ Υποχωρώ πάντα, αλλά της κάνω τη ζωή δύσκολη, επί δες, για να μην παίρνει φόρα. Το μόνο που έχει κάτι ρει, είναι να με στέλνει να ψωνίζω κάπου κάπου, τάχα ότι δεν προλαβαίνει, και να βάζει τα λεφτά που της ρισσεύουν στην άκρη. Βάζω την κάρτα στην υποδοχή. «Αγγίξτε εδώ γι μιλήσουμε ελληνικά» μου λέει το μηχάνημα για να δείξει ότι αυτό είναι κοσμοπολίτικο κι εγώ βλάχος. τη φέρνω όμως και πατάω το δεύτερο πλήκτρο, που «Touch here to speak english». Όχι πως τα καταλα| όλα όσα λέει στα αγγλικά, αλλά έχω μάθει τη σειρι πλήκτρων στα τυφλά και δε με νοιάζει. Είναι σα να ναλαμβάνω κι εδώ την κουβέντα με τον Θανάση, στα βά, μόνο με το βλέμμα: «Είμαι μαλάκας» - «Το ξι είσαι μαλάκας». Μόνο που τώρα ο μαλάκας γιατί το μηχάνημα μου τα λέει όλα, μασημένη μ· μην τυχόν και δεν τα καταλάβω και τα θαλασ Σηκώνω πενήντα χιλιάρικα και πάω σπίτι. Η Α< κάθεται στη γνωστή της θέση, στην πολυθρόνα, με λεκοντρόλ στο χέρι. Μόνο που σήμερα δεν πέφτω? στον μπάτσο, αλλά σ’ έναν άλλον τύπο, που ντρευτεί τη μάνα και θέλει να πηδήξει την κόρη δε θέλει. Στέκομαι από πάνω της, κι όπως κάθε δε με παίρνει καθόλου είδηση ή με παίρνει και γραμμένο. Βγάζω από την τσέπη μου τριάντα λιάρικα, που τα έχω ξεχωρίσει, και χωρίς να πω ντα τ ’ αφήνω να πέσουν στην αγκαλιά της. Ξι γιατί είναι τελείως απορροφημένη από την κόρηπατριό, που αυτή τον βρίζει, ενώ αυτός της λογά, ο μαζόχας, αποσπάει μόνο μια στιγμή το από το γυαλί και κοιτάζει την αγκαλιά της. Απ< 74


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

αριστερό της χέρι βουτάει τα πεντοχίλιαρα, το δεξί της αφήνει το τηλεκοντρόλ, πετάγεται πάνω και το τηλεκο­ ντρόλ κυλάει χάμω. «Κωστάκη μου!» φωνάζει ενθουσιασμένη, «σ’ ευχαρι­ στώ, χρυσέ μου!». Με σφίγγει πάνω της και κολλάει τα χείλη της στο μάγουλό μου. Στο γυαλί η κόρη χαστουκίζει τον πατριό και η σκηνή κόβεται απότομα. Βγαίνει πάλι ο μπάτσος κι αρχίζει να γαβγίζει. Μα η Αδριανή τα έχει ξεχάσει όλα και με κρατάει αγκαλιασμένο σφιχτά, λες κι αγκαλιάζει τις μπότες από τώρα. Και όταν ξεκολλάει από την αγκαλιά μου, σκύ­ βει και σηκώνει το τηλεκοντρόλ. «Άι στο διάολο, βαρέθηκα πια, τα ίδια και τα ίδια» λέει αγανακτισμένη και πατάει το κουμπί με λύσσα, ενώ με κοιτάζει μ’ ένα πονηρό χαμόγελο, σα να μου λέει: «Βλέ­ πεις; Αν μου παίρνεις ένα ζευγάρι μπότες κάθε μέρα, δεν πρόκειται να ξαναδώ τηλεόραση!». Όλο το υπόλοιπο βράδυ, ως το δελτίο ειδήσεων, έχει κολλήσει δίπλα μου και δε βάζει γλώσσα μέσα. Και τι δε μου λέει - για το πόσο ακρίβυνε η ζωή, και πώς ένα ζευ­ γάρι παπούτσια έκανε πριν από πέντε χρόνια μόλις πέντε με έξι χιλιάδες και τώρα θέλεις είκοσι, για το σούπερ μάρχετ απέναντι μας, που είναι πανάκριβο, και πως αυτή πη­ γαίνει στου Σκλαβενίτη, που είναι τρία τετράγωνα πιο π έ­ ρακι έχει πιο καλές τιμές, και πόσο χαίρεται που θα έρθει 1Κατερίνα, γιατί της λείπει τρομερά. Όλα τ ’ άλλα είναι Ραλακίες, στάχτη στα μάτια, εκτός από την Κατερίνα. Για^αυτή της λείπει αφάνταστα, όπως κι εμένα. Μαράζωσε «πό τη μέρα που έφυγε για τη Θεσσαλονίκη· ζει μόνο για επιστροφές της, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, τις διαές. Τα ενδιάμεσα είναι κούφια διαστήματα αναμονής, τα γεμίζει με το νοικοκυριό, την τηλεόραση, και τις μι, καθημερινές, εκδικήσεις που παίρνει από μένα. 75


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Στις οχτώμισι ανοίγω το δελτίο ειδήσεων και βγαίν Γκίκας. Δεν είναι κοντός, αλλά όπως κάθεται πίσω εκείνο το πελώριο γραφείο, το κεφάλι του μόλις εξέ σαν του πνιγμένου που παλεύει να κρατηθεί έξω απ<| νερό. Δεν τα καταφέρνει όμως, γιατί τον σκεπάζουν μικρόφωνα και βουλιάζει ακόμα πιο πολύ. Έχει μάθεο ράκι την περίληψη που του έγραψα και τη λέει χωρίι σκαλώσει πουθενά. Ο Κούβελος, ο ιστορικός μας στο μνάσιο, θα του είχε βάλει είκοσι με τόνο. Για τα πε κόσια χιλιάρικα και για το βαν δε λέει λέξη, σημάδ^ δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει την έκθεσή μου. Αν ριο το ανακαλύψουν οι ρεπόρτερ και τον ρωτήσουν,1 μπαλώσει λέγοντας ότι οι έρευνες συνεχίζονταν ακόμ δεν μπορούσε να κάνει δηλώσεις. Σερνόμαστε άλλες δυο ώρες, πρώτα το φαγητό, j| διαφημίσεις με λίγη ταινία στην τηλεόραση, λίγη κο ντούλα, στις έντεκα μας πλακώνει η βαρεμάρα και για ύπνο. Έχω ξαπλώσει ήδη και είμαι έτοιμος ν’ μπήσω το Λίντελ-Σκοτ στο στομάχι μου, όταν η Αδ|| έρχεται και πέφτει δίπλα μου. Φοράει ένα γαλάζιο' κό, με κέντημα στο στήθος, που είναι σχεδόν διάφε τί από μέσα φεγγρίζει η άσπρη κιλότα της. Είναι να πιάσει το Άρλεκιν από το κομοδίνο, όταν εγώ το Λίντελ-Σκοτ και της ορμάω. Την τραβάω πάνω | το ένα χέρι, ενώ το άλλο μου χώνεται κάτω από τοί κό της κι αρχίζει να χαϊδεύει την αριστερή γάμπ<| Ξαφνιάζεται και παγώνει στην αρχή, μετά απλώνει | τή το χέρι της κι αρχίζει να μου χαϊδεύει την πλάτη,,1 πιάστηκα και να μου κάνει μασάζ. 'Οχι πως καίγομο τέρα για να κάνω έρωτα, αλλά κάπως πρέπει να ξεπληρώσει που της έδωσα αμέσως τα τριάντα πέ λιάρικα για τις μπότες και την απάλλαξα από τ ο ) φτιλίζει τον εγωισμό της. Η γενναιοδωρία μου δικί| 76


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

ανταμοιβής. Το χέρι μου ανεβαίνει πιο ψηλά, φτάνει στο λάστιχο της κιλότας και το τραβάει προς τα κάτω. Λυγί­ ζει λίγο τα γόνατα για να με διευκολύνει, αλλά μετά τα απλώνει πάλι και τα κρατάει κλειστά, γιατί ξέρει ότι μου αρέσει να χώνω την παλάμη μου ανάμεσα στις γάμπες της, να τις ανοίγω και μετά να μπαίνω ανάμεσά τους. Κάπου στη μέση το έχω μετανιώσει και θέλω να φύ­ γω, όπως φεύγεις από βαρετή ταινία στο διάλειμμα. Εί­ ναι και τα βογκητά και οι κραυγές της Αδριανής, που κά­ νουν τα πράγματα χειρότερα. Μία στις δυο φορές μου υποκρίνεται οργασμό, η αφιλότιμη, και νομίζει ότι εγώ κοιμάμαι. Αν κάθε φορά τη βούταγα και την πήγαινα μέ­ σα, ώς τώρα θα είχε φάει ισόβια για απάτη κατά συρροή. Αφού βλέπω την Κατερίνα και απορώ πώς μου βγήκε τέ­ τοιο παιδί μέσα από οργασμό μαϊμού. Μόλις τελειώνω, τα βογκητά της Αδριανής κόβονται μαχαίρι. Πετάγεται πάνω και βγαίνει από την κρεβατο­ κάμαρα. Δεν ξέρει ότι α π ’ αυτό καταλαβαίνω πότε υπο­ κρίνεται και πότε όχι. Όταν τελειώνουμε και μένει στο κρεβάτι να μετράει τις ανάσες της, σημαίνει ότι είχε ορ­ γασμό. Όταν τρέχει στο μπάνιο να πλυθεί, λες κι έχω βλεν­ νόρροια, τότε υποκρίνεται. Στηρίζω το Λίντελ-Σκοτ και είμαι έτοιμος να το ανοί­ ξω, όταν ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει στο καθιστικό. Είναι κι αυτό από τις βίδες της Αδριανής. Δε δέχεται να τραβήξουμε γραμμή στην κρεβατοκάμαρα, για να μην την ξυπνάει τις νύχτες όταν με ζητάνε καμιά φορά, και μ’ ανα­ γκάζει να τρέχω αλαφιασμένος από το κρεβάτι στο καθιστικό, άσε που κοιμάμαι κάθε βράδυ με την αγωνία ότι δε θα το ακούσω το ρημάδι. Το τηλέφωνο έχει χτυπήσει ήδη καμιά δεκαριά φορές ώσπου να φτάσω δίπλα του και να σηκώσω το ακουστικό. «Εμπρός» λέω λαχανιασμένος. 77


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Πήγαινε αμέσως στο Χέλας Τσάνελ» ακούω κε από το άλλο άκρο τη φωνή του Γκίκα. «Θέλω να πας ι αυτοπροσώπως και όχι να στείλεις κάποιον δικό σου5| «Είναι σοβαρό;» ρωτάω σα μαλάκας, αφού ξέρω για να στέλνει εμένα σοβαρό θα ’ναι. «Σκότωσαν τη Γιάννα Καραγιώργη». Μένω ξερός,ι κανος ν’ αρθρώσω λέξη. «Αύριο στις εννιά σε θέλω^ γραφείο μου με όλες τις λεπτομέρειες. Πριν φας το σάν σου». Το τελευταίο το τονίζει για να μου δείξε<| το μάτι του είναι παντού και δεν του ξεφεύγει τίπο Ακούω τη γραμμή να κλείνει, μα εγώ μένω κα(: νος στη θέση μου. Το ακουστικό έχει κολλήσει στην\| λάμη μου.

78


9 Τη βρίσκω καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη του μακι­ γιάζ. Δεν κοιτάζει όμως στον καθρέφτη. Η πλάτη της εί­ ναι ακουμπισμένη στην καρέκλα, έχει ρίξει πίσω το κε­ φάλι και κοιτάζει ψηλά, στην οροφή, σα να τη σκότωσαν πάνω στο τέντωμα που έκανε για να ξεμουδιάσει. Τα χέ­ ρια της κρέμονται άψυχα στο πλάι. Φοράει ένα φόρεμα λαδί, με χρυσά κουμπιά, κι έχει ένα μαντήλι δεμένο στο λαιμό της. Πρώτη φορά τη βλέπω με φόρεμα και μένω να την κοιτάζω. Μου γεννιέται η περιέργεια να δω τι της πάει καλύτερα, το φόρεμα ή το πανταλόνι, λες κι έχει σημασία τώρα πια, εκ των υστέρων. Είναι φρεσκοβαμμένη: ρίμελ στις βλεφαρίδες, κοκκινάδι στα μάγουλα και στα χείλη ένα σάπιο κόκκινο, σαν το αίμα που αφήνει το κοψίδι στη σχά­ ρα. Δεν υπάρχουν ίχνη βίας στο πρόσωπο και το μακιγιάζ της έχει μείνει άθικτο. Είχε ετοιμαστεί, φαίνεται, για να βγει στο δελτίο των δώδεκα. Αυτό είναι περίεργο, γιατί τα ζωντανά ρεπορτάζ τα βγάζουν συνήθως στο δελτίο των οχτώμισι, στις δώδεκα βγάζουν κονσέρβες. Το σιδερένιο κοντάρι την τρύπησε αριστερά, κάτω από τον πνεύμονα, και καθώς βγήκε λοξά και ανοδικά από την πλάτη, την κάρφωσε στην καρέκλα. Θυμίζει λιγάκι τις μο­ νομαχίες ιπποτών στον Μεσαίωνα, που κάρφωναν ο ένας τον άλλον, τον Ιβανόη ή τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. 'Οχι πως τα έχω διαβάσει ποτέ, εγώ μόνο λεξικά διαβάζω, αλ­ λά ο πατέρας μου βάλθηκε κάποτε να με μορφώσει και 79


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

μου αγόραζε όλα τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», εκεί τα ξέρω, από την έντυπη τηλεόραση. «Τι κοντάρι ήταν αυτό;» ρωτάω τον Στέλιο από τΐ( μανση, που φωτογραφίζει το πτώμα για να βγάλοπ φονικό εργαλείο και να μπορέσει να κάνει τη δουλειό ο Μαρκίδης, ο ιατροδικαστής. «Βάση προβολέα» μου απαντάει και το φλας του βοσβήνει τέσσερις φορές απανωτά. Αλλάζει θέση, καί λι το φλας, άλλες τέσσερις φορές. Όταν μπήκα, έριξα μια ματιά στα γρήγορα, αλ προσοχή μου ήταν στην Καραγιώργη. Τώρα κοιτάζω νά γύρω μου. Είναι ένα μεγάλο δωμάτιο. Κατά μήκο< τοίχου, δίπλα στην πόρτα έχουν φτιάξει έναν πάγκο; αυτούς που έχουν οι δημόσιες υπηρεσίες ή το ΙΚΑ, ι που του λείπουν τα γκισέ. Στη θέση τους υπάρχει μεγάλος, ορθογώνιος καθρέφτης, που σκεπάζει ολόκΐ τον τοίχο. Μπροστά στον πάγκο είναι τοποθετημένες ι καρέκλες στη σειρά. Στην πρώτη κάθεται ακόμα η ραγιώργη και περιμένει τον ιατροδικαστή. Οι άλλεςΐ είναι άδειες. Η τρίτη κοιτάζει φάτσα στον καθρέφΐ δεύτερη όμως είναι στραμμένη προς την Καραγιώργ» δεν τη μετακίνησε πάνω στην ταραχή του αυτός που κάλυψε το πτώμα, τότε μπορεί αυτό να είναι ένα < χείο. Κάποιος καθόταν δίπλα στην Καραγιώργη και. βέντιαζε μαζί της. Αν ήταν ο δολοφόνος της, τότε σημι ότι τον γνώριζε και είχε παρτίδες μαζί του. Στην απέναντι γωνία του δωματίου είναι στοιβαγι προβολείς και σποτάκια, άλλα χάμω κι άλλα σφηνω| στις βάσεις τους. Μερικές βάσεις ακουμπάνε γυμνές < τοίχο. Δεν ήρθε για να τη σκοτώσει, σκέφτομαι, ήρθε να; βεντιάσει μαζί της. Ξαφνικά κάτι του τη βάρεσε, βού μια βάση και της την κάρφωσε. Τι ήταν αυτό που το βάρεσε όμως; Ερωτικό πάθος; Επαγγελματική αντιζι 80


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Εκδίκηση κάποιου που τον εξέθεσε; Μη βιάζεσαι, Χαρίτο, είναι νωρίς ακόμα. Τουλάχιστον όμως έχω έναν μπούσουλα για να ψάξω. Αν, μάλιστα, αποδειχτεί ότι η καρέ­ κλα ήταν σ’ αυτή τη θέση. «Τελειώσατε εδώ;» ρωτάω τον Δημήτρη, τον άλλο τε­ χνικό της Σήμανσης. «Τελειώσαμε γενικώς. Τα μαζεύουμε». Στον ενδιάμεσο τοίχο υπάρχει μια κλειστή ντουλάπα. Πάω και την ανοίγω. Αντρικές κοστουμιές και γυναικεία μοντελάκια, αυτά που προσφέρουν διάφορες επιχειρήσεις μόδας για να ντύνουν τους παρουσιαστές και να βάζουν τ’ όνομά τους στους τίτλους, για διαφήμιση. Για πρώτη φορά, εγώ φόρεσα γραβάτα όταν μπήκα στη Σχολή. Μα­ ζί με τη στολή πήρα και τη γραβάτα. Και κοστούμι απόκτησα μόλις αποφοίτησα. Απ’ του Κάπα Μαρούση, «γνω­ ρίστε το μισοέτοιμο». Μου ’φεραν ένα καφέ κοστούμι, γεμάτο καρικώματα, που χώραγε άλλος ένας Χαρίτος μέ­ σα. «Μην ανησυχείτε» μου είχε πει ο υπάλληλος τότε. «Γι’ αυτό το παίρνετε μισοέτοιμο. Για να το τελειώσουμε στα μέτρα σας και να σας έρχεται κουτί». 'Οταν το πήρα, σε δυο μέρες, το έτοιμο έπλεε πάνω μου όσο και το μισοέτοιμο. «Ιδέα σας είναι» μου είπε θρασύτατα ο ίδιος υπάλ­ ληλος. «Δεν κάθισε ακόμα πάνω σας, γι’ αυτό». Στο με­ ταξύ ο Κάπα Μαρούσης κάηκε, εγώ ανέβηκα κοινωνικά και μετακόμισα στον Βάρδα, κι αυτοί κάνουν το κομμάτι τους με ρούχα χρησικαρπίας. Ψάχνω γρήγορα τα ρούχα, μα δε βρίσκω τίποτα. Των γυναικών δεν έχουν τσέπες, των ανδρών είναι άδειες. Γυρίζω πάλι στον πάγκο, δίπλα στη Γιάννα Καραγιώργη, που της έχουν βγάλει το καμάκι. 0 Μαρκίδης εί­ ναι σκυμμένος πάνω της και την πιλατεύει. Πιάνω την τσά­ ντα της και την αναποδογυρίζω πάνω στον πάγκο. Κραγιόν, πούδρα, ρίμελ, τα ίδια που φοράει και τώρα. 81


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Κανείς δεν πρόκειται πια να της τα βγάλει, έτσι μ ρεμένη θα μπει στον τάφο. Ένα πακέτο τσιγάρα Ρ ένας ασημένιος αναπτήρας Ντυπόν, πανάκριβος, μπρελόκ με κλειδιά αυτοκινήτου και άλλα, προφο σπιτιού. Και το πορτοφόλι της. Έχει μέσα τρία πε λιαρα, τέσσερα χιλιάρικα, μια Εθνοκάρτα και μια Ντάινερς. Στη φωτογραφία της ταυτότητάς της δε δ πάνω από δεκαπέντε, με μακριά μαλλιά και αυ βλέμμα. Κοιτάζω το έτος γεννήσεως, 1953. Σαράντα νών και δεν το ’δείχνε με τίποτα. Κρατάω τα κλειδ ξαναβάζω όλα τα άλλα αντικείμενά στην τσάντα, τα πάρει η Σήμανση. Ο Μαρκίδης έχει τελειώσει κι έρχεται δίπλα μο ναι κοντός, φαλακρός, με χοντρά γυαλιά και φορ ίδιο κοστούμι είκοσι χρόνια. Ή δεν το λερώνει ποτέ ή κε τον τρόπο να το στέλνει Κυριακή στο καθαριο Έχει πάντα ένα ύφος δαρμένου σκυλιού, από την υ σία, από τη γυναίκα του, δεν ξέρω. Εμένα πάντως μ νει στα νεύρα. «Βαρέθηκα να βλέπω πτώματα» μου λέει. «Είν ρες που βλέπω και τρία και τέσσερα μαζί. Έπρεπε νω μικροβιολόγος». «Εγώ σου φταίω, που αντί για τσίσα διάλεξες τα, ματα;» του λέω. «Έλα, πες τα γρήγορα, μπας και λάβω να κοιμηθώ καμιά ωρίτσα». «Το σίδερο μπήκε κάτω από τον αριστερό θώρα κλίση δεκαπέντε μοιρών περίπου. Τρύπησε την κ και βγήκε από την ωμοπλάτη. 0 δολοφόνος στεκότ σω της». «Γιατί πίσω της;» «Από μπροστά δε θα μπορούσε να την καρφώ τόση δύναμη χωρίς ν’ αναποδογυρίσει την καρέκλα; κάπως έτσι τη σκότωσε». Πάει και φέρνει μια σιδ 82


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

βάση. Την κρατάει με τα δυο χέρια, λίγο πάνω από τη μέοη. Παίρνει θέση πίσω από την καρέκλα. Σηκώνει το σί­ δερο και το κατεβάζει με δύναμη. «Πρέπει να ήταν αρ­ κετά ψηλός και χειροδύναμος». «Από πού το συμπεραίνεις;» «Αν ήταν κοντός, ή θα την είχε τρυπήσει πιο ψηλά ή δε θα την είχε τρυπήσει καθόλου, γιατί σκύβοντας θα ’χάνε από δύναμη». Μπορεί να δείχνει μουρτζούφλης και κακομοίρης, αλλά τη δουλειά του την ξέρει. «Χρόνο μπορείς να μου πεις;» «Δύο με τρεις ώρες. 'Οχι περισσότερο από τρεις, κι όχι λιγότερο από δύο. Ίσως να είμαι πιο ακριβής μετά τη νε­ κροψία». Φεύγει χωρίς να μ’ αποχαιρετήσει. «Κύριε αστυνόμε» μου λέει ο Σωτήρης, που έβαλα να τον ειδοποιήσουν κι έχει έρθει στο μεταξύ, «έξω έχουν μαζευτεί δημοσιογρά­ φοι και ζητάνε να σας δουν. Και ο κύριος Σπεράντζας, ο παρουσιαστής, διαμαρτύρεται που τον αφήνετε να περι­ μένει». «Χέστηκα! Θέλω να δω πρώτα αυτόν που βρήκε το πτώμα». «Δεν είναι αυτός, αυτή είναι. Μια κοπέλα από το συ­ νεργείο». «Φέρ’ την». Πώς είναι δυνατό να πλησίασε ο δολοφόνος από πίσω την Καραγιώργη, με ολόκληρο σιδερικό στο χέρι, κι αυτή να μην τον είδε μέσα από τον καθρέφτη; Τον είδε, μα δεν πήγε ο νους της στο κακό, γιατί τον ήξερε, ήταν γνωστός Της. Άρα ψάχνουμε έναν ψηλό, γεροδεμένο, γνωστό της Γιάννας Καραγιώργη, που τη στιγμή του φόνου βρισκό­ ταν στο κανάλι. Η κοπελίτσα που μπαίνει μέσα δε θα ’ναι πάνω από είκοσι δύο, άχρωμη και άοσμη. Το πολύ να είναι ένα και 83


ΠΕΤΡΟ: ΜΑΡΚΑΡΗΣ

πενήντα με ανάταση. Φοράει τζιν, πουκάμισο και μτ Τρέμει ακόμη από το σοκ και τα μάτια της είναι πρ να από το κλάμα. Ο Σωτήρης τη στήνει μπροστά μου, j τώντας την από το μπράτσο, μην του φύγει, σα μπάτσος που είναι, αντί την καθίσει σε μια κο για να χαλαρώσει και να βγάλουμε άκρη. «Έλα, κάθισε» της λέω μαλακά και τη βάζω να : σει στην τρίτη καρέκλα, ποίυ είναι η μόνη διαθέσιμης θεται με τα πόδια μαζεμένα, τα χέρια κλειδωμένα στα γόνατα, και με κοιτάξει βουβή. «Πώς σε λένε;» «Δήμητρα... Δήμητρα Ζουμαδάκη...» «Ακούσε, Δήμητρα, κατκρχήν μη φοβάσαι. Θα μο ό,τι ξέρεις, με την ησυχία ττου, χωρίς να βιάζεσαι, χάσεις κάτι, δεν πειράζει, μου το λες μετά». Σωπαίνει μια στιγμή για να συγκεντρώσει τις < της. Δεν της είναι εύκολο, γ ι ’ αυτό λύνει τα χέρ ια ; αρχίζει να τρίβει τις παλάμες της πάνω στο παντβ «Μπαίναμε στο δελτίο, ότα*.ν είδαμε ξαφνικά ότι ι ένα σποτ, και ο κύριος Μαν»ίσαλης μ’ έστειλε να φέρ άλλο - » «Ποιος είναι ο κύριος Μανίσαλης;» «Ο σκηνοθέτης μας... Εγώ είμαι η βοηθός του...1} «Ωραία... παρακάτω...*» «Μπήκα μέσα τρέχοντος3και δεν την πρόσεξα. Βι να προλάβω το σποτ. 'Οταν «όμως γύρισα για να < νικά είδα το - » Σωπαίνει «απότομα και σκεπάζει' σωπό της με τα χέρια της σαχ να θέλει να διώξει την ι «Είδες το σίδερο που έβγαινε από την πλάτη λέω μαλακά, για να τη βοηίθησω. Κουνάει με ορμή' φάλι της και κλαίει με αναφιλητά. «Άνοιξε τα μάτια σου» της λέω, μα αυτή εξακολ τα κρατάει κλειστά. «Άνοιξε τα μάτια σου. Μη 84


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

§εν υπάρχει τίποτα». Τα ανοίγει και κοιτάζει, πρώτα εμέ­ να και μετά, δειλά, γύρω της. 0 χώρος έχει αδειάσει. Το ίττώμα είναι στο ασθενοφόρο και ταξιδεύει για το νεκρο­ τομείο, τα παιδιά της Σήμανσης έχουν φύγει. Μόνο ο Σω­ τήρης στέκεται σε μια γωνιά, διακριτικά, έξω από το οπτι­ κό της πεδίο. «Προσπάθησε να θυμηθείς, Δήμητρα. Αυτή εδώ η κα­ ρέκλα ήταν έτσι, όπως είναι τώρα, ή ήταν διαφορετικά, προς τον καθρέφτη, ας πούμε;» Κοιτάζει την καρέκλα και σκέφτεται μια στιγμή. «Έτσι πρέπει να ήταν. Γιατί εγώ δεν άγγιξα τίποτα, είμαι σίγου­ ρη. Άφησα μια φωνή και βγήκα τρέχοντας. Και ο κύριος Μανίσαλης, που ήρθε μετά μαζί μου, δεν μπήκε καν μέσα. Έριξε μια ματιά από την πόρτα κι έτρεξε στο τηλέφωνο». «Όταν ερχόσουν για να πάρεις το σποτ, είδες κανέναν στο διάδρομο; Κάποιον που να βγαίνει από το δωμάτιο ή που να φεύγει;» «Δεν είδα, άκουσα». «Τι άκουσες;» «Βήματα. Κάποιος έτρεχε. Αλλά δεν έδωσα σημασία, γιατί πάντα κάποιος τρέχει εδώ μέσα. Είμαστε όλοι σπινταρισμένοι». «Μπράβο, μου τα ’πες νεράκι. Θα σε ειδοποιήσουμε να ’ρθεις για επίσημη κατάθεση, αλλά αυτό δε βιάζει. Κι αύριο και μεθαύριο, όταν συνέλθεις. Άντε, πήγαινε τώρα σπίτι σου να ησυχάσεις. Μόνο βρες κάποιον να σε πάει, μην πας μόνη». Μου χαμογελάει, ανακουφισμένη κάπως. Μόλις ανοί­ γει την πόρτα, για να βγει, τη σπρώχνουν πίσω και μπουΧάρουν μέσα όλοι μαζί. Είχα βάλει απέξω φρουρό, έναν αστυφύλακα, αλλά τον παίρνει κι αυτόν η μπάλα και βρί­ σκεται μέσα στο δωμάτιο. Επικεφαλής είναι ο ΣωτηρόΧουλος, ηγέτης στην κατάληψη της Βαστίλης. 85


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Είναι τραγικό αυτό που συνέβη» μου λέει περίλι Δηλαδή, μόνο ο τόνος της φωνής του είναι περίλυπος,) τί το ύφος του δε δείχνει τίποτα, έτσι αξύριστος πα ναι, κι όσο για τα μάτια του, πίσω από τα στρογγυλά' λιά, είναι δυο μικρές χαντρούλες, που αντιδρούν μόνί πολύ φως. «Η Γιάννα Καραγιώργη ήταν η προσωποποίηι έντιμης και ευσυνείδητης δημοσιογράφου, που κυνηγ την αλήθεια χωρίς φόβο, αλλά με πάθος. 0 θάνατό αφήνει ένα τεράστιο κενό». Ακούω τον δεκάρικο του, χωρίς να λέω τίποτα. A ανεβάζει τους τόνους, όχι λόγω της σιωπής μου, θαι ανέβαζε έτσι κι αλλιώς, το ετοίμαζε. «Κι ενώ όλος μοσιογραφικός κόσμος είναι αναστατωμένος, η ασί μία κρατάει προκλητική σιωπή και δεν κάνει καμία' κοίνωση. Απαιτούμε να μας πεις ό,τι ξέρεις γι στυγερή δολοφονία της συναδέλφου Γιάννας Καρα γη, αστυνόμε». «Δεν πρόκειται να σας πω τίποτα, κύριε Σωτηι λε». Το ύφος μου τον ρίχνει έξω, γιατί πάντα του στον ενικό και ξαφνικά έγινα επίσημος. «Αυτό είναι απαράδεκτο, κύριε αστυνόμε» μοίλι επίσημα τώρα κι αυτός. «Δεν μπορείτε να μας φέ| έτσι, όταν εμείς πληρώνουμε την αλήθεια με τη ζωή j «Δεν μπορώ να κάνω δηλώσεις και να σας απ< ψω στοιχεία της έρευνας, πριν σας ανακρίνω» «Να μας ανακρίνεις;» Ξαφνικά ένα σούσουρο μί συστατικά απλώνεται ανάμεσά τους: απορία, α διαμαρτυρία. Δύο φλιτζάνια νερό, τέσσερα φλιτζάνι ρι και μισό φλιτζάνι ζάχαρη, που λέει και η Αδρι δίνει τη συνταγή του περίφημου κέικ της, που, μετι δεν τρώγεται. «Υπάρχουν ενδείξεις ότι το θύμα γνώριζε τον δο! 86


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Κι όλοι εσείς είσαστε γνωστοί και φίλοι της Καραγιώργη. Είναι φυσικό να θέλουμε να σας ανακρίνουμε». «Μας θεωρείς ύποπτους;» «Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω στοιχεία πριν σας ανα­ κρίνω, αυτό είναι όλο. Αύριο το πρωί σάς θέλω στο γρα­ φείο μου, αλλά όχι για δηλώσεις». «Όλοι είναι αθώοι μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Αυτός είναι βασικός κανόνας του δικαίου, εκτός κι αν δε σας τον έμαθαν στη Σχολή». «Αυτά τα λένε οι δικηγόροι. Για την αστυνομία είναι όλοι ένοχοι μέχρις αποδείξεως του εναντίου». Τους σπρώ­ χνω και βγαίνω στο διάδρομο. Πίσω μου υψώνεται ένα βουητό διαμαρτυρίας και αγα­ νάκτησης, αλλά εγώ το φχαριστιέμαι. Βέβαια, αύριο ο Γκίκας θα μου βάλει τις φωνές, που του χάλασα τις κα­ λές σχέσεις με τους ρεπόρτερ, αλλά έχω περάσει και χει­ ρότερα.

87


10 Ο Σπεράντζας κάθεται στη θέση που έχει όταν λέει' δήσεις, πίσω από το ωοειδές τραπέζι. Είναι μόνος γιατί στις ειδήσεις των δώδεκα βγαίνει χωρίς κοι Δεν είναι αυτός που έχει το μαντίλι στο πέτο, για να \ πίζει τα δάκρυα του, αλλά ο άλλος, αυτός που δι τις ειδήσεις σα να πουλάει καρπούζια στη λαϊκή, τάζει καθώς μπαίνω, και δεν μπορεί ν’ αποφασίσει ( πρέπει να δείξει δυσφορία που τον άφησα να πε ή συντριβή για το φόνο της συναδέλφου του. Τέλι: βιβάζεται μ’ έναν αναστεναγμό εκ βαθέων, που κο και τα δυο. Πάω και κάθομαι δίπλα του, στη θέση' πέλας που παρουσιάζει τα αθλητικά. «Πού το ’μαθαν όλοι αυτοί και μαζεύτηκαν εδώ^Ι για τους ρεπόρτερ στο διάδρομο, που η φασαρία! φτάνει ώς εδώ. « «Θα το άκουσαν στις ειδήσεις». Μου φαίνεται απίστευτο. «Βγάλατε τη δολοη Καραγιώργη στις ειδήσεις, πριν καλά-καλά μας ει σετε;» «Συγκλονίστηκε το πανελλήνιο» μου λέει ξο πάθος. «Τέτοιο ντιρέκτ δεν έχει ξαναγίνει. Άναψο λέφωνα. Ξαφνικά, μόλις άρχισα να λέω την είδηε καινούργια οικονομικά μέτρα, με κόβουν στον ρίχνουν διαφήμιση. Δεν προλαβαίνω να ρωτήσω ται, νάσου και ορμάει μέσα ο Μανίσαλης, ο σκηΊ| 88


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

μας, και μου λέει ότι σκότωσαν τη Γιάννα. Ρίξτε κι άλλη διαφήμιση, φωνάζω εγώ, και στέλνω αμέσως μια κάμερα στο μακιγιάζ. Όταν ξαναβγαίνω στον αέρα, είναι συντε­ τριμμένος. “Κυρίες και κύριοι” λέω “αυτή τη στιγμή στο στούντιο μας εκτυλίσσεται μια τραγωδία. Η Γιάννα Καραγιώργη, η αστυνομική μας ρεπόρτερ, το λαγωνικό, όπως την έλεγαν οι συνάδελφοί της, βρίσκεται νεκρή στο δ ι­ πλανό δωμάτιο, δολοφονημένη απάνθρωπα. Δεν ξέρου­ με ακόμα ποιος είναι ο δράστης αυτής της στυγερής δο­ λοφονίας. Δυστυχώς, η αλήθεια έχει πολλούς εχθρούς. Το Χέλας Τσάνελ όμως, το κανάλι με τις μεγάλες δημοσιο­ γραφικές επιτυχίες, το πρώτο κανάλι στην ενημέρωσή σας, δεν μπορούσε να μην ενημερώσει πρώτα εσάς, τους τη­ λεθεατές του. Κυρίες και κύριοι, μαθαίνετε την είδηση για το τραγικό τέλος της Γιάννας Καραγιώργη, σχεδόν τη στιγμή που επήλθε το μοιραίο, πριν ακόμα ειδοποιήσου­ με την αστυνομία”. Και ατάκα ρίχνω το πλάνο από το μακιγιάζ, με τη Γιάννα όπως ακριβώς τη βρήκατε. Καλά, μιλάμε για ντοκουμέντο. Έχουμε το βίντεο. Μπορείτε να το δείτε, αν θέλετε». Γιατί δεν τον αρχίζω στις φάπες; Γιατί δεν τον πλα­ κώνω στα χαστούκια; Γιατί δε στήνω δυο καρέκλες, να τον δέσω ανάμεσά τους, να του βγάλω κάλτσες και π α ­ πούτσια και να τον περάσω από φάλαγγα; Ο αστυνομι­ κός που έχει σταματήσει να δέρνει, είναι σαν τον καπνι­ στή που έκοψε το τσιγάρο. Έστω κι αν λογικά λες ότι έκανες καλά που το ’κοψες, μέσα σου πεθαίνεις να ρίξεις μερικές φάπες, όπως ο τέως καπνιστής που ψοφάει για μια τζούρα. «Ξέρεις τι πρέπει να σε κάνω;» του λέω. «Να σε πάω σηκωτό στην Ασφάλεια, να σε κλείσω σ’ ένα μπουντρού­ μι μαζί με φονιάδες, μπράβους και βαποράκια, κι αυτοί Ήχσε στρώσουν χάμω και να παίζουν μπαρμπούτι πάνω 89


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

στον κώλο σοο!» Λόγια, φωνές, κούφιες απειλές. Έ το τσιγάρο και ξεγελάω τον εαυτό μου με την τσίχΐ «Πώς τολμάτε και μου μιλάτε έτσι; Ποιος σας διν» τό το δικαίωμα; Θα διαμαρτυρηθούμε εντονότατα κι μόσια και προς τους ανωτέρους σας. Ζείτε σε άλλες χές, μου φαίνεται». Η φωνή του τρέμει σα να έχει ( «Πρώτον, είναι παράνομο να αποκαλύπτεις μια φονία πριν ειδοποιήσεις την αστυνομία. Εμείς αποί ζουμε πότε θα τη γνωστοποιήσουμε και ποια στοιχ« δώσουμε στη δημοσιότητα. Δεύτερον, όταν αποκαλι πότε βρέθηκε το πτώμα, μπορεί να βοηθάς τον δολ^ να διαφύγει και να γίνεσαι άθελα συνεργός του. Αι μαρτυρηθείς, το μόνο που θα πετύχεις θα ’ναι ν’ an τον εξάψαλμο γιατί δε σε μπαγλάρωσα». «Εγώ είμαι δημοσιογράφος κι έκανα το καθήκσι Αν ζούσε η Γιάννα, θα με είχε συγχαρεί». j Όχι απλώς θα τον είχε συγχαρεί, θα έτριβε τα,; της που μας την έφερε. Ξέρω ότι είναι έτσι και δεν u λιάζω. ? «Γιατί θα ’βγαίνε η Καραγιώργη στις ειδήσεις το< δέκα; Απ’ όσο ξέρω, δεν υπήρχε τίποτα έκτακτο στο. νομικό δελτίο». ·-.■! «Θα έκανε μια αποκάλυψη-βόμβα». ] «Τι αποκάλυψη;» «Δεν ξέρω, δε μου είπε». j Αγριεύω πάλι. «Πρόσεξε, Σπεράντζα, μη μου ή σαι, για να σκάσεις εσύ τη βόμβα και να εισπράξι επιτυχία, γιατί θα σε κάνω να τρέχεις σα μουσομ της Βοσνίας». «Δε σας κρύβω τίποτα. Την αλήθεια σας λέω»^ «Ποια είναι η αλήθεια, δηλαδή; Ότι ήρθε και 4 πε πως θα κάνει μια αποκάλυψη-βόμβα, χωρίς νο| αποκάλυψη ήταν αυτή και χωρίς να ζητήσει άδε| 90

;


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

κανέναν; Τι μου λες, ότι στο κανάλι σας ο καθένας μπο­ ρεί να βγαίνει και να λέει ό,τι θέλει;» «Όχι ο καθένας. Η Γιάννα Καραγιώργη» μου απαντάει μαζεμένος και ταυτόχρονα κοιτάζει προς την πλευρά που είναι οι κάμερες, σα να φοβάται μήπως τον καταγράφει κανείς. «Τι θα πει αυτό;» Διστάζει πάλι πριν απαντήσει. Τώρα είναι σφιγμένος, μιλάει με δυσκολία. «Η Γιάννα αποφάσιζε μόνη της. Δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν». Σκύβει μπροστά και χα­ μηλώνει τη φωνή του. «Ακούστε, μην τα θέλετε όλα από μένα. Εγώ δεν μπορώ να σας πω περισσότερα». Κάτω από το κοστούμι της χρησικαρπίας, κρύβεται το ανθρωπάκι. Φοβισμένο, ανασφαλές. Ξαφνικά νιώθω μια οικειότητα και μου κόβεται η όρεξη να τον πιέσω άλλο. «Πότε σου είπε για την αποκάλυψη;» «Ήμουν στη σύνταξη και έριχνα μια τελευταία ματιά στο δελτίο. Γύρω στο μισάωρο πριν βγω στον αέρα». «Τι ώρα βγήκες στον αέρα; Στις δώδεκα;» «Δώδεκα και τρία. Το επεισόδιο που παίζαμε πριν από τις ειδήσεις, είχε τρία λεπτά καθυστέρηση και δεν το διακόψαμε. Το αφήσαμε να τελειώσει». «Ήταν μόνη;» «Φυσικά» μου απαντάει απορημένος. «Με ποιον θα ήταν;» «Αυτό θα ήθελα να ξέρω κι εγώ». Σηκώνομαι. «Πού είναι η σύνταξη;» «Δίπλα στο μακιγιάζ». «Κύριε αστυνόμε». Έχω φτάσει σχεδόν στην πόρτα και γυρίζω. «Δεν είναι πολλοί αυτοί που θα κλάψουν την Καραγιώργη εδώ μέσα. Ρωτήστε τη Μάρθα την Κωσταράκου, που κάνει το ιατρικό ρεπορτάζ. Αυτή ξέρει πιο κολλά». 91


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Το λέει κι αρχίζει να μαζεύει γρήγορα τα χαρτί πάνω από το τραπέζι, αποφεύγοντας το βλέμμα μο «Έλα μαζί μου στη σύνταξη». «Σας είπα ό,τι ξέρω. Αν με χρειαστείτε για κάτι < θα με βρείτε πάντα στο σταθμό. Αλλά τώρα αφήτ να πάω σπίτι μου, γιατί είμαι ξεθεωμένος». «Έλα». Το ύφος του φωνάζει ότι θέλει να με χο κίσει, αλλά κρατιέται. Παίρνει τα χαρτιά του κι έρ μαζί μου. Ο διάδρομος είναι άδειος, οι δημοσιογράφοι έχο γει. Πέφτουμε πάνω στον Μανίσαλη, τον σκηνοθέ έτσι δε χρειάζεται να τον ψάξω. Έτσι κι αλλιώς δεν j τίποτα σπουδαίο. Κάποια στιγμή, όταν άρχιζε το > ήρθε η μικρή και του είπε ότι βρήκε την Καραγκ κρή. Την είδε από την πόρτα και κατάλαβε ότι ριττό να μπει στο δωμάτιο. Έριξε κι άλλη διαφήμιι λά δεν έτρεξε στο τηλέφωνο, όπως μου είχε | Ζουμαδάκη. Ενημέρωσε πρώτα τον Σπεράντζα. Ερ ενημέρωσε αφού έστειλε την κάμερα στο μακιγιάζ^] που γύρω στις δώδεκα και δέκα. Δεν ξέρω ακόμα γιατί τη σκότωσαν, τουλάχιο ξεκαθάρισα πώς και πότε έγινε ο φόνος. Γύρω κάμισι με δώδεκα παρά, η Καραγιώργη πάει και | τον Σπεράντζα στη σύνταξη και του λέει ότι θέλει1 στο δελτίο. Στις δώδεκα και τρία, η Ζουμαδάκη σκει νεκρή. Άρα, ο φόνος έγινε σ’ αυτό το μισάωρά ρε το δολοφόνο. Καθόταν δίπλα της στο μακιγιάζ XJ βέντιαζε μαζί της. Σηκώθηκε, πιθανώς κουβεντιό! κι άρχισε να παίζει με τη βάση του προβολέα καΜ πλησιάζει, πάντα στο κουβεντιαστό. Αυτή τον » σε από τον καθρέφτη καθώς βαφόταν, αλλά ο ν | δεν πήγε στο κακό. Και όταν έφτασε πίσω της κά, σήκωσε το σίδερο και της το κάρφωσε. Αν σ 92


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

δακτυλικά αποτυπώματα πάνω στο κοντάρι, υπάρχει μια πιθανότητα να βρούμε και τα δικά του. Αν δε βρούμε, ση­ μαίνει ότι τα σκούπισε πρώτα, μετά άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε. Αν ο δολοφόνος ήταν κάποιος απέξω, τό­ τε να κάνω το σταυρό μου ότι τον είδαν να μπαίνει ή να βγαίνει. Αν είναι από μέσα, τότε ταξιδεύουμε με δέκα μποφόρ στο νότιο Αιγαίο. Η αίθουσα σύνταξης είναι ένας μεγάλος θάλαμος με δέκα γραφεία, τοποθετημένα σε τρεις σειρές, τρία, τρία και τέσσερα. Οι τοίχοι είναι γυμνοί. Κανείς δε σκέφτηκε να κρεμάσει ούτε κάδρο ούτε ημερολόγιο, σημάδι ότι όσοι μπαίνουν εδώ μέσα είναι περαστικοί, κάθονται όσο χρειά­ ζεται για να κάνουν τη δουλειά τους, και φεύγουν ή για το στούντιο ή για το δρόμο. Στο βάθος υπάρχει ένα χώρισμα με τζαμαρία, μικρό σαν κουβούκλιο, μόλις χωράει ένα γρα­ φείο και δυο καρέκλες μ’ ένα τραπεζάκι ανάμεσά τους. «Είναι το γραφείο του διευθυντή ειδήσεων» μου λέει ο Σπεράντζας. «Ποιο ήταν το γραφείο της Καραγιώργη;» Μου το δεί­ χνει. Είναι το δεύτερο στη δεύτερη σειρά. Βγάζω τα κλει­ διά της, βρίσκω αυτό που ταιριάζει στα συρτάρια και τα ανοίγω. «Δε σε θέλω άλλο» λέω στον Σπεράντζα ενώ αρ­ χίζω να ψάχνω. Αυτός φαίνεται να διστάζει. Τώρα τον τρώει η περιέργεια και θέλει να μείνει. «Δεν είπες ότι εί­ σαι ξεθεωμένος; Φύγε». Το ’πε και δεν μπορεί να το π ά ­ ρει πίσω. Γυρίζει και φεύγει. Το γραφείο είναι από τα μικρά κι έχει μόνο δυο συρ­ τάρια, δεξιά. Στο πρώτο συρτάρι βρίσκω δύο μπλοκ, ένα μικρό, δημοσιογραφικό, κι ένα μεγαλύτερο, αλληλογρα­ φίας, και μερικά φτηνά μπικ, α π ’ αυτά που μοιράζουν οι *&ιχειρήσεις στο προσωπικό για γραφική ύλη. Ανοίγω το δεύτερο συρτάρι. Μπροστά-μπροστά ένα σακουλάκι με ματιστές καραμέλες. Της άρεσε, φαίνεται, να μασου93


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

λάει όταν σκάλωνε στο γραφτό, για να κατεβάζει ιδ Ένα σετ, χαρτοκόπτης και ψαλίδι, σε ακριβή, δερμ ' θήκη, αλλά ακόμα μέσα στο διάφανο, πλαστικό κάλυ τους, προφανώς δώρο που δεν το άνοιξε. Και στο β ' ένα ημερολόγιο γραφείου, με χαραγμένο επάνω το λ τύπο μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Ξεφυλλίζω το ημ λόγιο. Είναι άδειο κι αυτό· δεν είχε σημειώσει τίποτ Στέκομαι πάνω από τα συρτάρια, προβληματισμ' γιατί κάτι μου λείπει. Καλά, δεν είχε φάιλοφαξ; Πού στηκε ρεπόρτερ χωρίς φάιλοφαξ; Όλα εκεί μέσα τα ' σημειωμένα: τηλέφωνα, στοιχεία, δανεικά και χρω μένα, επαγγελματικές σχέσεις και προσωπικές γνωρ αγάπες και μίση, φιλίες και έχθρες. Φάιλοφαξ, το Ε' γέλιο του σύγχρονου χριστιανού. Δεν είχε Ευαγγέ Καραγιώργη; Αποκλείεται. Πού πήγε λοιπόν; Συ το κουβαλάνε μαζί τους, άρα θα πρέπει να ήταν τσάντα της, αλλά δεν ήταν. Να το κλείδωσε στο γρ της, ούτε κι εδώ είναι. Να τ ’ άφησε στο σπίτι της; ρεί, αλλά το βρίσκω απίθανο. Το πιο πιθανό είναι ν το πήρε ο δολοφόνος, είτε γιατί κάτι έψαχνε είτε υπήρχε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο γ ι’ αυτόν κ εξαφάνισε. « 0 Ντελόπουλος, το αφεντικό του σταθμού, είνα γραφείο του και σας θέλει» μου λέει ο Σωτήρης, που; μπει ο μισός μέσα και με κοιτάζει. «Καλά. Πες ότι θα πάω σε λίγο». «Εμένα με θέλετε τίποτε άλλο ή να φύγω;» ρωτάει ζεμένος. «Όχι, να μείνεις» του λέω αυστηρά. «Να πας να ] τον φρουρό ασφαλείας, που είχε βάρδια στην είσοδ ρω στις έντεκα, και να του πεις να περιμένει, γιατί να του μιλήσω». «Μάλιστα» μου απαντάει και φεύγει μουτρωμέν 94


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

μπορούσα να το τακτοποιήσω και τηλεφωνικός μέσω του Ντελύπουλου, αλλά δε μου πάει να ξημερώνεται ο προϊ­ στάμενος και ο υφιστάμενος να ροχαλίζει στο κρεβάτι του. Αυτοί οι νεότεροι είναι βουτυρόπαιδα, θέλουν να τη βγά­ ζουν αραχτοί στο γραφείο και να λένε για τα Χιουντάι Εξέλ τους και για τα Τογιότα Στάρλετ τους. Αν ήταν τρό­ πος. θα έβγαζαν μια εγκύκλιο για να γίνονται τα εγκλή­ ματα μόνο σε εργάσιμες ώρες, εννιά με πέντε, Κυριακών και αργιών εξαιρουμένων.


11 Το γραφείο του Ντελόπουλου είναι ένα τριάρι, εβδό ντα τετραγωνικά, με συνεχόμενη σαλοτραπεζαρία, χ βατοκάμαρα, χολ και λουτροκαμπινέ, όλα ενωμένα, π του λουτροκαμπινέ. 0 ίδιος κάθεται πίσω από ένα γ φείο, που αν το συγκρίνω με το γραφείο του Γκίκα, Γκίκα είναι τραπέζι του πινγκ πονγκ κι αυτουνού γήπ του μπάσκετ. Στη μεσημβρινή πλευρά του τριαριού, ι που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται η σαλοτραπεζα υπάρχει ένα τεράστιο, ορθογώνιο τραπέζι και γύρω ; δέκα καρέκλες με ψηλές πλάτες. Αυτή που είναι στην φαλή διαφέρει από τις άλλες, γιατί έχει πιο ψηλή πλ και χέρια, ενώ οι άλλες είναι ανάπηρες. Διαγώνια πρα γραφείο του Ντελόπουλου είναι στημένη μια οθόνη τι όρασης, πενταπλάσια από την κανονική. Είναι κλειστή ρα και πάνω στο γυαλί αντανακλάται η φάτσα του μ με τη δική μου. Σκέφτομαι αν θα πρέπει να παίξω τον μπάτσο που βγίζει, μιας και μπήκα από σπόντα στην τηλεόραση, αυτός ο κερατάς φωνάζει εκ του ασφαλούς σε γυναΙ και σε διάφορους ψιλικατζήδες, ενώ εγώ έχω μπροστά τον Ντελόπουλο. Είναι ένας ψηλός, ξερακιανός, με αραιά μαλλιά κα στυφό ύφος. Τώρα, στο πρόσωπό του είναι ζωγραφιο νη η θλίψη, αλλά με τη φάτσα που έχει, του βγαίνει κι τή στυφή. 96


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Είμαι συγκλονισμένος, κύριε Χαρίτο» μου λέει και επαναλαμβάνει για να μη μου αφήσει καμία αμφιβολία. «Συγκλονισμένος. Η Γιάννα Καραγιώργη ήταν εξαίρετος άνθρωπος και σπουδαία δημοσιογράφος. Λαγωνικό τη φώ­ ναζαν οι συνάδελφοί της. Εγώ αυτό το θεωρούσα τίτλο τι­ μής. που τον είχε κατακτήσει επάξια». Κάνει μια παύση, με κοιτάζει και προσθέτει υπογραμμίζοντας τις λέξεις. «Πέρα όμως από συνεργάτιδα του σταθμού, ήταν και προ­ σωπική φίλη». Φτάνω στο αμήν να τον ρωτήσω, αν ήταν και γκόμενά του, γιατί για να λύνει και να δένει εδώ μέσα η Καρα­ γιώργη από κάπου ψηλά κρατούσε, αλλά το βουλώνω. «Έχετε κάποιες πρώτες ενδείξεις; Στοιχεία; Υποψίες, έστω;» «Είναι πολύ νωρίς ακόμα, κύριε Ντελόπουλε. Ξέρου­ με, πάντως, πότε ακριβώς έγινε ο φόνος και ότι ο δολο­ φόνος πρέπει να ήταν κάποιος γνωστός της, γιατί πριν τη σκοτώσει κουβέντιαζε μαζί της στο μακιγιάζ». «Τότε, σίγουρα είναι κάποιος α π ’ αυτούς που ξεσκέ­ παζε τόσο ανελέητα, κάποιος που έπαθε ζημιά από τις αποκαλύψεις της και θέλησε να την εκδικηθεί. Προς τα εκεί πρέπει να κατευθύνετε τις έρευνές σας». Μου λέει τώρα και πού να ψάξω, άλλο Γκίκα έβαλα στο κεφάλι μου. «Ο κύριος Σπεράντζας μού είπε ότι η Κα­ ραγιώργη ζήτησε να βγει στο δελτίο των δώδεκα για να κάνει μια αποκάλυψη-βόμβα». «Το ’πε και σ’ εμένα ο Σπεράντζας αυτό, αλλά εγώ δεν ήξερα τίποτα. Αλλωστε, δε χρειαζόταν να ξέρω, της είχα απόλυτη εμπιστοσύνη». «Ξέρετε αν έκανε κάποια έρευνα αυτόν τον καιρό;» «Όχι, αλλά κι αν έκανε, πάλι δε θα το ’ξέρα. Η Κα­ ραγιώργη δεν αποκάλυπτε ούτε τα θέματά της ούτε τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει. Δεν έπεφτε όμως ποτέ 97


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

έξω, γι’ αυτό και είχα δώσει εντολή να την αφήνουν χη να κάνει τη δουλειά της». Σταματάει, μετά σκί μπροστά και μου λέει: «Από μας, πάντως, θα έχετε βοήθεια θέλετε. Αύριο το πρωί θα δώσω εντολή σε ρεπόρτερ μου ν’ αρχίσουν να ψάχνουν. Θα είναι σε χή επαφή μαζί σας». «Βεβαίως, να ψάξουν. Κάθε βοήθεια μάς είναι^ πρόσδεκτη». Όλα αυτά με υπερβολική προθυμία, που ι νεται να τον ευχαριστεί. «Το μόνο, να μη βάζουμε χήματα ποιος θα φτάσει πρώτος και να μην μπλέκοι ένας στα πόδια του άλλου». Του ’κόψε η μαγιονέζα μ’ αυτό που του είπα, απότομα γίνεται ψυχρός μαζί μου. «Τι θέλετε να Μιλήστε ελεύθερα. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι η Γκ ήταν από τα αστέρια του δημοσιογραφικού μας εί λείου και η δολοφονία της μας αφορά άμεσα». «Το καταλαβαίνω, κύριε Ντελόπουλε. Αλλά απέ κύριος Σπεράντζας έβγαλε στο δελτίο τη δολοφονίι Καραγιώργη πριν ακόμα μας ειδοποιήσει. Δε λέω ι τό μας δημιούργησε σοβαρά προβλήματα, θα μπο όμως. Γι’ αυτό, καλό θα είναι οι άνθρωποί σας νο συμβουλεύονται πριν πάρουν πρωτοβουλίες». «Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να ενημε τον κόσμο, κύριε Χαρίτο» μου λέει με το ίδιο πόλε χος. «Με ταχύτητα και ακρίβεια. Όταν κλέβει την|| τιά από τους άλλους, ακόμα και από την αστυνομίι τό είναι μεγάλη επιτυχία για το σταθμό. Πρέπει να:4 συγχαρητήρια στον κύριο Σπεράντζα και όχι να το λήσω, όπως κάνατε εσείς, και μάλιστα με βαρύτο φράσεις». Τι περίμενα; Εδώ ο Σπεράντζας έβαλε πάγο < σταράκου, που είναι συνάδελφός του, και δε θα έβ εμένα; 98


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Θέλουμε τη συνεργασία με την αστυνομία. Αλλά η δο­ λοφονία της Καραγιώργη είναι για μας κάτι σαν οικογε­ νειακή υπόθεση. Έχω, λοιπόν, την απαίτηση να μας ενημε­ ρώνετε για την πορεία των ερευνών κατ’ αποκλειστικότητα, και όχι μαζί με όλα τα άλλα κανάλια. Στην περίπτωση αυ­ τή δεν ισχύουν ούτε η αντικειμενικότητα ούτε οι ίσες απο­ στάσεις». Σωπαίνει, με κοιτάζει, και συνεχίζει αργά: «Αλλιώς θ’ αναγκαστώ να διαβιβάζω τις πληροφορίες που θα συγκεντρώνουμε στον προϊστάμενό σας υπουργό, που τυγχάνει να είναι φίλος μου, κι εσείς θα τις μαθαίνετε α π ’ αυτόν». Προσθέτει, καλού-κακού, κι ένα βλέμμα γεμάτο σημα­ σία, επειδή θεωρεί όλους τους αστυνομικούς τριτοκοσμι­ κούς και υπανάπτυκτους, που δεν τους φτάνουν όσα χο­ ντρά τούς λες, πρέπει να τα καπακώνεις και με βλέμματα και με νοήματα, μπας και καταλάβουν. «Είμαι βέβαιος ότι θα έχουμε μια πολύ καλή συνεργα­ σία» μου λέει, εγκάρδιος πάλι, και μου απλώνει το χέρι. Καθώς σφίγγω το χέρι του, σκέφτομαι ότι τώρα εγκαι­ νιάζω τη συνεργασία του Εφ-Μπι-Άι με το Σι-Εν-Εν και δεν πρόκειται να πιάσουμε τον δολοφόνο ούτε σε τρία τέρμενα, εξόν κι αν μας λάχει καμιά καλή καφετζού. Φεύγω σα βρεγμένη γάτα. 0 Σωτήρης με περιμένει στην είσοδο. Δίπλα του στέ­ κεται ένα παλικάρι με στολή, α π ’ αυτές που φοράνε όσοι πουλάνε ασφάλεια. Γαλανομάτης, με κουρεμένο μαλλί, κρατάει χέρια-πόδια μισάνοιχτα, για να μεγαλώνει το εκτόπισμά του. Μπουλούκος πεζοναύτης από τα Πετράλωνα. Τυχερός ο πιτσιρικάς. Αν ήταν σε καμιά συμμορία που πουλούσε προστασία, μπορεί και να τον είχαμε μπα­ γλαρώσει. Ενώ τώρα δουλεύει σε επιχείρηση, εισπράττει δεκατέσσερις μισθούς και με κοιτάζει σα συνάδελφο. «Την ήξερες την Καραγιώργη;» τον ρωτάω. 99


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΛΡΗΣ

«Πώς δεν την ήξερα. Όλους τους ξέρω, έναν-έναν. μνήμη κομπιούτερ». «Ασε το κομπιούτερ και πες μου για την Καραγι γη. Τι ώρα ήρθε απόψε;» «Έντεκα και τέταρτο. Τσεκάρω πάντα». Παίζει με τη φωτιά. Δεν ξέρει ότι είμαι έτοιμος να!) σπάσω πάνω του. «Ήταν μόνη;» «Ολομόναχη». «Μήπως ήταν με κάποιον άλλον, που την άφησε μ στά στην είσοδο κι έφυγε;» «Αν την άφησε στο δρόμο, αυτό δεν το ξέρω, γιαφαίνεται από δω. Όταν ήρθε στο. σταθμό, πάντως, μόνη». «Είδες κανέναν άγνωστο να βγαίνει από το στα! Κάποιον που να μην τον έχεις ξαναδεί;» «Όχι. Κανέναν». «Έλειψες καθόλου από το πόστο σου;» Σ’ αυτό δεν απαντάει αμέσως. Σωπαίνει και μοι να το σκέφτεται. Τελικά, λέει σφιγμένος: «Για δυο μόνο. Ο Βαγγέλης, ο συνόιδελφος, που έχει βάρδια γραφείο του αφεντικού, ήρθε και μου είπε ότι βρή: σφαγμένη την Καραγιώργη. Έτρεξα πάνω μαζί του, γ τί σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι είναι άπειροι σ’ αυτά, μ' ρεί να κάνουν καμιά πατάτα». «Κι εσύ που είσαι έμπειρος, τι θα ’κάνες; Θα την OT σταινες;» του λέω έξαλλος. Φαίνεται ότι το κομπιού του δεν έχει το κατάλληλο πρόγραμμα, γιατί δεν ξέρε να μου απαντήσει και σωπαίνει. «Πάρε τα στοιχεία του και πες του να ’ρθει για κα1 θέση» λέω στον Σωτήρη. Όταν βγαίνω στο δρόμο για να πάω στο αυτοκίνι μου, που το έχω αφήσει καβάλα στο πεζοδρόμιο, έχει χίσει να ψιχαλίζει. Κάτι είναι κι αυτό. 100


12 Η Καραγιώργη έμενε στον Λυκαβηττό, δυο βήματα από του Δοξιάδη. Ξυπνούσε κάθε πρωί, κοιτούσε το δάσος, και ζούσε με την αυταπάτη της εξοχής. Και τώρα πρωί είναι, εννιά η ώρα, μόνο που βρέχει καρεκλοπόδαρα. Οι καθαριστήρες του Μιραφιόρι έχουν χαλάσει και δουλεύουν μό­ νο στο αργό. Ώσπου να διώξουν το ένα κύμα νερού και να ξαναπιάσουν δουλειά από την ανάποδη, το παρμπρίζ έχει πλημμυρίσει πάλι. Κοντεύω να στραβωθώ, για να κρατή­ σω ίση απόσταση από το αυτοκίνητο που σέρνεται μπρο­ στά μου, και χάνω το σπίτι. Το έχω σχεδόν προσπεράσει, όταν βλέπω το περιπολικό σταματημένο μπροστά του και φρενάρω απότομα. «Ποιος σου ’δώσε δίπλωμα, ρε κόπα­ νε;» φωνάζει ο οδηγός πίσω μου. «Φρενάρουν έτσι από­ τομα σε βρεμένο κράσπεδο; Καλά ήσουν με το μουλάρι, τι το ’θελες τ ’ αμάξι;» Όλα αυτά με την κόρνα, ολόκληρη κουβέντα, με φωνές, παύσεις και σημεία στίξης. Στο τέ ­ λος μού ρίχνει και δέκα φάσκελα, έτσι, για να κλείσει τα εισαγωγικά. Εγώ κάνω τον αδιάφορο. Ο χώρος πίσω από το περιπολικό είναι άδειος, μπαίνω και παρκάρω. Το σπίτι είναι ένα παλιό διώροφο, κίτρινο με γκρενά παντζούρια, και μια σιδερένια πόρτα με φύλλα από φερφορζέ. Θυμίζει τα καλά σπίτια της οδού Ακρίτα στο πιο καθωσπρέπει τους. Σβήνω τη μηχανή, αλλά μένω στο αμά­ ξι. Έχω κοιμηθεί δύο ώρες όλες κι όλες, και ξύπνησα με φοβερό πονοκέφαλο. Πήρα ένα Πονστάν πριν φύγω από 101


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΛΡΗΣ

το σπίτι, μα δε μου έκανε τίποτα. Το κεφάλι μου εζ ασήκωτο και μια τανάλια σφίγγει τους κροτάφους Κοιτάζω την πόρτα του σπιτιού, που είναι μισάνοιχτη! απόσταση από το αυτοκίνητο ώς την πόρτα είναι τ( δρασκελιές, αλλά μέσα στη βροχή μου φαίνονται βοι] και δεν τολμάω να κουνηθώ. Μάλλον θα πρέπει να κίνησα τις υποψίες των δυο ι νομικών στο περιπολικό, γιατί ο ένας βγαίνει και με σιάζει. Ανοίγω την πόρτα και πετάγομαι έξω. «Ac μος Χαρίτος» του φωνάζω, καθώς περνάω τρέχοντος < δίπλα του. Ώσπου να μπω στο σπίτι, έχω γίνει μούο και οι κάλτσες πλέουν μέσα στα παπούτσια μου. Γο καιρός. Το χολ είναι μικρό, στρωμένο με μάρμαρο, κι έχει ^ πόρτες, μία δεξιά και μία αριστερά. Στο βάθος, μια ι νή, ξύλινη σκάλα, με λουστραρισμένη κουπαστή, οδ% στον δεύτερο όροφο. Ανοίγω την πόρτα δεξιά και σκομαι στο γραφείο της Καραγιώργη. Ο Δημήτρης, το συνεργείο της Σήμανσης, στέκεται μπροστά σε μι κρή, εντοιχισμένη, βιβλιοθήκη και ψάχνει κάτι ντοσιέ.· «Έχουμε τίποτα;» Με κοιτάζει και σηκώνει τους ώμους. «Πέσαμε σε 1 μπιούτερ» μου λέει. Βλέπω την οθόνη του κομπιουτερ φάτσα στην καρέ του γραφείου και καταλαβαίνω τι θέλει να μου πει. πει να μεταφέρουμε τον υπολογιστή στα εργαστήρια, ι| ζί με όλες τις δισκέτες, και ν’ αρχίσουν να τον ψάχνουν| διαβάσουν ό,τι έχει γραμμένο, να κάνουν ένα πρώτο! καθάρισμα, να τυπώσουν όσα γραφτά κράτησαν, κο μας τα στείλουν για αξιολόγηση. Με το ρυθμό που < λεύει το εργαστήριο, βάλε τρεις ^τέσσερις μέρες, στην, jj λυτερη περίπτωση. Πάνε οι καλές εποχές, που είχο κάνουμε με χειρόγραφα, με δακτυλόγραφα, με σημειι 102


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

σε χαρτάκια, σε κουτιά τσιγάρων, πίσω από παλιούς λο­ γαριασμούς. Τα κουβαλούσαμε στην υπηρεσία και βγά­ ζαμε συμπεράσματα από τον γραφικό χαρακτήρα ή από το «α» της γραφομηχανής, που η καμπούρα του ήταν φα­ γωμένη. Τώρα, είτε βλέπεις τον Μπεν Χουρ είτε διαβά­ ζεις συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ένα και το αυτό είναι, άντε να βγάλεις άκρη. «Άσ’ τα σ’ εμένα και πήγαινε να κάνεις κάτι άλλο» λέω στον Δημήτρη. Αυτός, άλλο που δε θέλει, φεύγει πριν το μετανιώσω. Το δωμάτιο είναι τετραγωνισμένο, όπως σε όλα τα π α ­ λιά σπίτια. Το γραφείο είναι ξύλινο, με σκαλιστά πόδια. Παλιό δικηγορικό γραφείο. Θα της είχε μείνει κληρονομιά από τον πατέρα της ή από κανέναν θείο της οικογένειας. Όταν κάθεσαι στο γραφείο, βλέπεις από το παράθυρο τον Περιφερειακό του Λυκαβηττού. Βρέχει ακόμα καταρρά­ κτες και τα αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι κολλημέ­ να το ένα στ’ άλλο και να κορνάρουν σα δαιμονισμένα. Το παράθυρο είναι μικρό και το δωμάτιο θα πρέπει να εί­ ναι σκοτεινό ακόμα και με λιακάδα. Τώρα με τη βροχή, αν δεν ανάψεις φως, ψηλαφίζεις στο σκοτάδι. Στις δυο πλευρές του παραθύρου είναι τοποθετημένες δυο παλιές, δερμάτινες, πολυθρόνες, που πόινε σετάκι με το γραφείο. 0 τοίχος, δεξιά, είναι σκεπασμένος με ράφια ώς την οροφή. Τα βιβλία είναι αλλού στριμωγμένα κι αλλού αραιά, φαίνεται ότι τα ταξινομούσε κατά είδος. Πιο πο­ λύ μ’ ενδιαφέρει όμως η εντοιχισμένη βιβλιοθήκη στον απέ­ ναντι τοίχο, γιατί στο πάνω ράφι βλέπω κλασέρ, ενώ στα υπόλοιπα είναι στοιβαγμένοι φάκελοι, αλλά και πολύ χαρ­ τικό, σκόρπιο ή μέσα σε νάιλον θήκες. Τα κοιτάζω και σκέφτομαι ότι θα πρέπει να είμαι π ο­ λύ μαλάκας αν φάω τη μέρα μου ξεψαχνίζοντας όλο αυ­ τό το χαρτομάνι. Στο κάτω κάτω, δουλειά της Σήμανσης 103


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

είναι να τα ξεδιαλύνει και να μου τα φέρει στο γραφ Και μετά, λες και θέλω να επιβεβαιώσω ότι είμαι μ κας, απλώνω το χέρι και κατεβάζω το πρώτο κλασέρ. ξεφυλλίζω γρήγορα και το παρατάω αμέσως. Είναι μάτο λογαριασμούς, της ΔΕΗ, του ΟΤΕ και της ΕΤΔ Πιάνω το δεύτερο και πέφτω πάνω στις φορολογικές λώσεις της. Στην τελευταία έχει δηλώσει δώδεκα ε τομμύρια καθαρό εισόδημα. Το χοντρό ποσό, τα οχτώ τρακόσια, είναι μισθοί από το κανάλι. Κάνω έναν γρ υπολογισμό και βρίσκω ότι έβγαζε εξακόσια χιλιάρικ μήνα. Εξακόσια χιλιάρικα για να παίρνει από μέν πληροφορίες και να τις λέει στο γυαλί. Κι εγώ, που τις έδινα μασημένη μπουκιά, έφαγα είκοσι πέντε για να φτάσω να παίρνω τα μισά. Με τέτοια άβυσσο μας χώριζε, πώς αυτή να μη με κοίταζε αφ ’ υψηλού πώς εγώ να μην την έλεγα λεσβία; Τα υπόλοιπα έσοδά της ήταν από τα ενοίκια ενός ' ριού που είχε στους Αμπελοκήπους και από ένα β που είχε βγάλει. Στη δήλωση βρίσκω συνημμένο ένα γραφο της εκκαθάρισης του εκδοτικού οίκου. Το β λέγεται Ένας ήσυχος άνθρωπος. Πάω στη μεγάλη βι θήκη, το παίρνω από το τρίτο ράφι και διαπιστώνω < χε κάνει βιβλίο την επιτυχία της με τον Κολάκογλου, 0 Πέρος Κολάκογλου ήταν φοροτεχνικός και είχ ταδικαστεί πριν από τρία χρόνια για το βιασμό δυο λίκων κοριτσιών. Το ένα ήταν η βαφτισιμιό του, μό> νιά χρονών. 0 Κολάκογλου την πήρε ένα απόγευμα β για να της ψωνίσει ρούχα. Το κοριτσάκι είπε αργιί στη μητέρα του ότι ο νονός της την είχε πάει μετά στο τι του. Εκεί την έγδυσε, δήθεν για να της φορέσει τ α ' χα, και άρχισε να τη χαϊδολογάει. Οι γονείς το και λαν αμέσως στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Φαί* όμως ότι τα βρήκαν με τον Κολάκογλου στη διάρκε 104


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

προανάκρισης, γιατί η μικρή πήρε ξαφνικά πίσω την κα­ τάθεσή της, οι γονείς απέσυραν την καταγγελία και η υπό­ θεση πήγαινε για το αρχείο. Εκεί πάνω όμως νάσου κι εμ­ φανίζεται η Καραγιώργη και κάνει την αποκάλυψη-βόμβα: υπήρχε και δεύτερο παιδί. Ήταν το κοριτσάκι της βοηθού του Κολάκογλου στο φοροτεχνικό γραφείο. Η κοπέλα το έπαιρνε μαζί της στις σχολικές αργίες, γιατί δεν είχε πού να τ ’ αφήσει. Ο Κολάκογλου έδειχνε μεγάλη αγάπη στη μικρή, της αγόραζε γλυκά, δώρα, και το κοριτσάκι τον φώ­ ναζε «θείο». Μα και πάλι υπήρχαν, φαίνεται, κάποια σκο­ τεινά σημεία, που τ ’ ανακάλυψε η Καραγιώργη και έπει­ σε τη μάνα να πάει στην Αστυνομία. Η δεύτερη περίπτωση παράσυρε και την πρώτη. Οι γονείς της βαφτισιμιός υπα­ ναχώρησαν πάλι κι επανέφεραν την καταγγελία. Ο Κο­ λάκογλου έφαγε πρωτοδίκως οχτώ χρόνια, που στο Εφετείο έγιναν έξι. Η πρώτη αποκάλυψη-βόμβα έκανε την Καραγιώργη διάσημη. Η δεύτερη την έστειλε στον τάφο. Αφήνω το βιβλίο, γιατί ξαφνικά θυμάμαι το λόγο που μ’ έφερε εδώ πρωί πρωί: να βρω το φάιλοφαξ της Καρα­ γιώργη. Οι δυο πλευρές του γραφείου είναι σκεπασμένες με ντουλάπια, όπως στα περισσότερα παλιά γραφεία. Ανοίγεις τα ντουλάπια και ξεπετάγονται τα συρτάρια, τρία σε κάθε πλευρά. Στο πρώτο συρτάρι δεξιά βρίσκω μια φωτογραφική μηχανή Νίκον, πανάκριβη, με όλα τα σύ­ νεργά της, ώς και τηλεφακό. Κοιτάζω το μετρητή του φιλμ, είναι στο μηδέν. Δεν πρέπει να υπάρχει φιλμ μέσα, αλλά καλού-κακού την αφήνω πάνω στο γραφείο για να την π ά ­ ρει η Σήμανση. Στο τελευταίο συρτάρι αριστερά βρίσκω τέσσερις έγχρωμες φωτογραφίες ενός ζευγαριού, που κά­ θεται αγκαλιασμένο σ’ έναν καναπέ. Η κοπέλα είναι η Καραγιώργη, όπως την είχα γνωρίσει. Το πρόσωπο του άντρα είναι αγνώριστο, γιατί κάποιος το έχει παραμορ­ φώσει με μαύρο μαρκαδόρο. Του έχει βάλει μουστάκι και 105


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

μούσι, έχει μεγαλώσει τη μύτη του σα μελιτζάνα. Στη μάλιστα, του έχει βάλει και καπέλο. Στο πρώτο συρτάρι δεξιά βλέπω ένα φάκελο με Το υπόλοιπο συρτάρι είναι άδειο, κι αυτός κάθεται μ ξεχασμένος. Τον βγάζω από το συρτάρι και τον ανο Πέφτω πάνω σε έξι γράμματα προς την Καραγιώργη. στα έξι ο γραφικός χαρακτήρας είναι ο ίδιος, κάτι θοσκαλίσματα, α π ’ αυτά που όταν τα κάναμε στο σχ ο δάσκαλος μας έδερνε με την κοφτερή πλευρά του χ κα. Το πιο πρόσφατο έχει γραφτεί πριν από δυο εβ~ δες, το πιο παλιό είναι του 1992, πριν από ενάμιση Όλα αρχίζουν με την ίδια, ξερή, προσφώνηση: «Γκ Στο πρώτο, αυτός που γράφει, μιλάει για την έκπληξή που τη συνάντησε τυχαία μετά από τόσα χρόνια, κ ζητάει «να βρεθούνε και να τα πούνε». Φαίνεται όμ η Καραγιώργη δεν του έκανε το χατίρι, γιατί μετά ένα μήνα επανέρχεται και της το ζητάει πάλι. Από το και μετά όμως, τα γράμματα αράζουν ν’ αποκτο λο ενδιαφέρον. Γιατί ο γράφων κάτι θέλει από την ραγιώργη, κάτι που αυτή κρατάει και δεν του το Ποτέ δε λέει τι ακριβώς είναι, μιλάει πάντα αόριστ να είναι κάτι πολύ κοινό, που το έχουν κουβεντιάσει ρες φορές: «θέλω να το δω», «θέλω να μου το δείξ «έχω και ’γώ δικαίωμα πάνω του». Στην αρχή πο λάει, την εξορκίζει. Φαίνεται όμως ότι η Καραγιώ£ κορόιδευε, γιατί γίνεται όλο και πιο πιεστικός, ώσπο τελευταίο γράμμα φτάνει στις απειλές:

Τόσο καιρό κάνω 6,τι μου ζητάς, κι όλο λέω ότι κρατήσεις το λόγο σου, αλλά εσύ πάντα με κορΐ. δευεις. Το ’χω πάρει πια απόφαση ότι δε σκοπείνα μου κάνεις το χατίρι, απλά μ ’ έχεις πάντα < περίμενε για να μπορείς να μ ’ εκβιάζεις και 106


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

παίρνεις αυτό που θέλεις. Τέρμα όμως, δεν πάει άλ­ λο. Αυτή τη φορά δε θα χάνω πίσω. Μη μ ’ αναγκά­ ζεις, γιατί θα φας το κεφάλι σου και το φταίξιμο θα ’ναι δικό σου. Δεν υπάρχει υπογραφή στα γράμματα. Μόνο ένα κεφα­ λαίο «Ν». Κάθομαι και το κοιτάζω. Τι όνομα κρύβεται πίσω από το «Ν»; Νίκος, Νώντας, Νότης, Νικήτας, Νικη­ φόρος; Όποιος και να ’ναι όμως αυτός ο «Ν», ήταν γνω­ στός της και την απειλούσε. Και η Καραγιώργη είχε πιάσει κουβέντα με τον δολοφόνο της, πριν τη σκοτώσει. Τα άλλα δυο συρτάρια είναι άδεια. Φάιλοφαξ δεν υπάρχει πουθενά. Εδώ που τα λέμε, δεν περίμενα να το βρω. Αφού δεν ήταν ούτε στην τσάντα της ούτε στο γρα­ φείο της, μάλλον θα το πήρε ο δολοφόνος. Δεν υπάρχει όμως και κάτι άλλο, δεν υπάρχει πουθενά τίποτα για παι­ διά, εκτός από το βιβλίο για τον Κολάκογλου. Ούτε φ ά­ κελος ούτε χαρτί, τίποτα. Γιατί μου πιπιλούσε το μυαλό με τους Αλβανούς, τότε; Εκτός, βέβαια, κι αν βρούμε κά­ τι στο αρχείο του κομπιούτερ της. Παίρνω το φάκελο με τα γράμματα, μαζεύω και τις φωτογραφίες και βγαίνω από το δωμάτιο. Με τη βροχή που ρίχνει, θέλω μία ώρα για να φτάσω σημειωτόν στο γραφείο. Έχω όλο το χρόνο να σκεφτώ.


13 Πάνω στο γραφείο βρίσκω το κρουασάν μου, τον κο μου και τρία μηνύματα του Γκίκα, να τον δω κατεπει ντως. Η διαδρομή από το σπίτι της Καραγιώργη Ασφάλεια μ’ έκανε χειρότερα. Βγάζω από το συρτάρι | δυο ασπιρίνες και τις καταπίνω με τον παγωμένο κο που μου φέρνει αηδία. Ακουμπάω στην πλάτη της πο θρόνας και κλείνω τα μάτια, μπας και υποχωρήσει κάτ το σφυροκόπημα. Μάταιος κόπος. Σα να μπήκα σε νάγιο και να μου βαράνε με σφυριά τα ύφαλα. Πο τούμαι, βουτάω το φάκελο και τις φωτογραφίες και · βάω για τον Γκίκα. Μόλις ανοίγω την πόρτα, τους βλέπω μπροστά Επικεφαλής ο Σωτηρόπουλος. Τώρα που έφυγε η Κο γιώργη, κανείς δεν αμφισβητεί τον ηγετικό του ρόλο. «Τι θα γίνει, αστυνόμε;» με ρωτάει, με ύφος που 1 ότι αρκετά με ανέχτηκε, και είναι έτοιμος να στήσει ) καρμανιόλα. «Μη φύγετε, σας θέλω». Έτσι όπως το είπα, γενικά και αόριοττα, μπορεί ναί μαίνει ότι θέλω να τους ανακρίνω ή ότι πρόκειται να ■ ; νω δηλώσεις. Επειδή δε θέλουν να χάσουν το δεύτερο^ σκάρουν το πρώτο. Τους αφήνω με την απορία και στο ασανσέρ. Φαίνεται ότι είδε τα χάλια μου και με| ττήθηκε, γιατί έρχεται αμέσως. Η Κούλα μού την έχει οπημένη και με αρπάζει απέ 108


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

μούτρα. «Καλέ, τι ήταν αυτό με την Καραγιώργη; Το ’μαθα σήμερα το πρωί». Μου φτιάχνει το κέφι χωρίς να το ξέρει. Σκέφτομαι ότι η βόμβα του Σπεράντζα αποδεικνύεται, τελικά, μπα­ λονάκι, γιατί ο περισσότερος κόσμος ετοιμάζεται στις δώ­ δεκα να πάει για ύπνο και δεν έχει όρεξη να βλέπει εφιάλτες με φόνους, βιασμούς, λοιμούς, σεισμούς και κα­ ταποντισμούς. «Ερωτικό έγκλημα είναι, να μου το θυμηθείτε» συνε­ χίζει η Κούλα με αυτοπεποίθηση. «Αυτό πάλι πώς σου’ρθε;» «Έννοια σας, και την ψυχολόγησα εγώ. Ήξερε πώς να τρελαίνει τους άντρες. Τους είχε όλους για φτύσιμο, κι αυτοί έτρεχαν πίσω της σαν τα σκυλάκια. Στο τέλος, κά­ ποιος έπαθε αμόκ και την έσφαξε. Δεν σας κάνει εντύ­ πωση που την τρύπησε με σιδηροσωλήνα;» «Όχι. Γιατί;» «Συμβολίζει το πέος» μου λέει θριαμβευτικά. «Είναι μέσα;» ρωτάω γρήγορα, πριν αρχίσει να ψυχο­ λογεί κι εμένα. «Ναι, και σας περιμένει». Μόλις κλείνω την πόρτα, ο Γκίκας σηκώνει το κεφάλι, ακουμπάει την πλάτη στην καρέκλα και σταυρώνει τα χέ­ ρια στο στήθος. Το ύφος του μου λέει να πλησιάσω για να μου τα ψάλει. Δεν προλαβαίνω να φτάσω μπροστά στο γραφείο του και περνάει στην επίθεση. «Είπα ότι σε θέλω στις εννιά στο γραφείο μου. Έχω σπάσει τα τηλέφωνα από το πρωί». Δε λέω τίποτα. Στέκομαι με το φάκελο παραμάσχαλα και τον κοιτάζω. «Έχουμε δολοφονημένη μια διάσημη συντάκτρια, το πρώτο όνομα στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Εφημερίδες, ρα­ διόφωνα, κανάλια, όλοι θα πέσουν πάνω μας. Σε τέτοιες 109


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

περιπτώσεις, το Εφ-Μπι-Άι δουλεύει επί εικοσιτετ ρου βάσεως». «Εγώ δουλεύω επί εικοσαώρου βάσεως, θέλω τ ρις ώρες για να πιάσω τη νόρμα» του απαντώ ήρε «Έφυγα στις πέντε από το σταθμό, κοιμήθηκα τρεις και στις εννιά ήμουν στο σπίτι της Καραγιώργη». «Γιατί να πας στης Καραγιώργη; Αυτό είναι δου της Σήμανσης. Εγώ σε θέλω εδώ». Χωρίς να πω λέξη, ακουμπάω το φάκελο μπροστά και τον ανοίγω. Πάνω πάνω, έχω βάλει τις φωτογρο «Ποιος είναι αυτός;» με ρωτάει, όταν βλέπει τον; γραφισμένο τύπο. «Δεν ξέρω ακόμα». «Και γιατί μου τον έφερες; Απόκριες έχουμε;» Τον αφήνω με την απορία. Καταλαβαίνει ότι η υτ ση δε λύνεται τηλεγραφικά, με πέντε αράδες, κι ατ σίζει να διαβάσει τα γράμματα. «Ωραία» μου λέει \ σό στόμα, όταν τελειώνει. «Κάποιος “Ν” απειλούν Καραγιώργη. Είναι ένα στοιχείο, σύμφωνοι. Άντε όμ τον εντοπίσεις. Ψάχνουμε μέσα στον μισό ανδρικό θυσμό της Ελλάδας». «Εκτός κι αν ο “Ν” είναι ο μουντζούρης της φο φίας». «Είναι ένα ενδεχόμενο. Ψ ά ξ’ το!» μου λέει, βεβαιότητα ότι μου άνοιξε τα μάτια, γιατί εγώ δε σκεφτόμουν ποτέ. «Κανένα άλλο στοιχείο; Μη μου!* για το φόνο, ξέρω πώς έγινε. Μου τα ’πε ο Σωτήί «Λείπει το φάιλοφάξ της. Δε βρέθηκε πουθενά, λον θα το πήρε ο δράστης». «Καμιά σχέση με τους Αλβανούς;» Το περίμενα ότι θα το ρωτούσε. Θα τον βόλευε είχε καθαρίσει κι αυτήν κανένας Αλβανός. Οι εφημ* το κάνουν πρωτοσέλιδο, με κάτι τίτλους κατάμο 110


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

σαν πλερέζα, τα κανάλια οργανώνουν συζητήσεις για την εισαγόμενη εγκληματικότητα, κι αντί για πτώματα με­ τράνε διαφημίσεις, και πάνω στο τριήμερο το πένθος τε­ λειώνει και η Καραγιώργη παραγράφεται. «Ώς τώρα δε βρήκαμε τίποτα, αλλά μένει ακόμα το κομπιούτερ της. Μπορεί από κει να βγει κάτι». «Θέλω να με ενημερώνεις καθημερινά. Κι όταν λέω να μ’ ενημερώνεις, εννοώ να μου τα λες όλα. Όχι να γράφεις τα μισά στο σημείωμα και τ ’ άλλα μισά να τα χαντακώ­ νεις στην έκθεσή σου, όπως με τους Αλβανούς». «Στο σημείωμα γράφω όσα κρίνω ότι είναι ανακοινώ­ σιμα. Τα υπόλοιπα είναι στην έκθεση. Γι’ αυτό σας τη στέλνω μαζί» του λέω, ενώ μαζεύω το φάκελο και τις φω­ τογραφίες. Φεύγω με την ικανοποίηση ότι βγήκα κι από πάνω. Είναι ακόμα μπροστά στο γραφείο μου και με περι­ μένουν. Μόλις με βλέπουν, μου φράζουν την είσοδο. Στέ­ κομαι μπροστά στον Σωτηρόπουλο. «Ας αρχίσουμε από σένα, που είσαι ο πιο παλιός και την ήξερες καλύτερα». Επιτέλους, λύνεται η απορία τους. Καταλαβαίνουν ότι τους κράτησα για ανάκριση κι όχι για δηλώσεις. Ο Σωτηρόπουλος με κοιτάζει προκλητικά. Αν αναγκάσω αυτόν να υποχωρήσει, οι άλλοι είναι μπουλού­ κι και θ’ ακολουθήσουν. «Θα ’ρθεις;» τον ρωτάω ψυχρά «ή προτιμάς να σου στείλω κλήση για να παρουσιαστείς εντός είκοσι τεσσά­ ρων ωρών;». Πάω στην πόρτα, την ανοίγω και περιμένω. Ταλα­ ντεύεται για λίγο, μετά προχωράει και μπαίνει στο γρα­ φείο. «Κάθισε» του λέω και του δείχνω την καρέκλα α π έ­ ναντι μου. «Να μη σταθώ όρθιος, αφού είμαι ύποπτος;» 111


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Δε μου λες, ρε Σωτηρόπουλε, νομίζεις ότι ο φ<! της Καραγιώργη σηκώνει πλάκες και κουνήματα; Σ ι| δελφός σας ήταν, γαμώτο. Εσείς πρώτοι θα πρέπει] ενδιαφέρεστε να βρούμε άκρη. Κι αντί γ ι’ αυτό, το * νετε ζήτημα, επειδή θέλουμε να σας κάνουμε πέντε τήσεις». Η επίθεσή μου τον βρίσκει στο δοξαπατρί. Μπορε μισούσε την Καραγιώργη, δε θέλει όμως να δείξει ότι j ρεται που θα πάρει τη θέση της κανένα στραβάδι κο το έχει του χεριού του. Κάθεται στην καρέκλα. «Ορίστε... ρώτα ό,τι θέλεις» μου λέει σοβαρός τώ( «Εγώ δεν έχω να ρωτήσω τίποτα, εσύ θα μου πειςιΐ σαι πεπειραμένος δημοσιογράφος' ξέρεις τι μπορεί ’ ενδιαφέρει». Αυτή την τακτική την είχα μάθει από τον αστυνόμο j σταρά, στη χούντα, που με είχαν αποσπάσει για ένα ί στημα στην Μπουμπουλίνας. 'Οταν έπεφτε πάνω σ ε| νέναν πρωτάρη, τον έβαζε για κάνα-δυο μέρες pc αυτούς που τους βασάνιζαν για να τον κοψοχολιάσει. ] τρίτη μέρα τον κάθιζε απέναντι του και του έλεγε: «^ δεν έχω να σε ρωτήσω τίποτα, εσύ πρέπει να ξέρεις' μου πεις. Αν μ’ αρέσουν αυτά που θ’ ακούσω, μπο να σε λυπηθώ». Κι αυτός ο κακομοίρης, για να είναύ σα, τα ξερνούσε όλα. Εμένα, η δουλειά μου ήταν να | βαλάω τους κρατούμενους για ανάκριση. Στεκόμοι θιος σε μια γωνιά, παρακολουθούσα τον Κωσταρέ θαύμαζα την τεχνική του. Τώρα πια ξέρω ότι όλα ■ ήταν μαλακίες, δεν είχε από πού να κρατηθεί κι άδεια για να πιάσει γεμάτα. Καλή ώρα. 0 Σωτηρόπουλος με κοιτάζει σκεφτικός. Προσπαθώ ξεδιαλύνει τι πρέπει να μου πει. «Δεν ξέρω τίποτα»*! λέει τελικά. Ξαφνικά παίρνω ανάποδες. «Δε μου λες, πού τ ο 1 112


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

0α μου επικαλεστείς το δημοσιογραφικό απόρρητο κι άλ­ λες τέτοιες μαλακίες; Θα γίνουμε βίδες, να το ξέρεις». «Δε θα επικαλεστώ τίποτα» μου απαντάει ήρεμα. «Απλά, λέω την οιλήθεια. Δεν ξέρω». Σωπαίνει και σκέ­ φτεται. Σα να προσπαθεί να βρει μιαν εξήγηση, πιο πολύ για τον εαυτό του. «Η Καραγιώργη ήταν κλειστός άν­ θρωπος» συνεχίζει αργά. «Δεν άνοιγε ποτέ τα χαρτιά της. Όχι μόνο τα επαγγελματικά, αλλά και τα προσωπικά. Στο κάτω κάτω, τα επαγγελματικά κανείς μας δεν τ ’ ανοίγει. Ζούσε στον Περιφερειακό του Λυκαβηττού. Μόνη. Το “μό­ νη” το τονίζω, γιατί δεν είδα ποτέ κανέναν να τη συνο­ δεύει. Όταν βγαίναμε καμιά φορά οι συνάδελφοι, παρέα, για να τα πιούμε, πάλι μόνη ερχόταν». Μ’ αυτά που μου λέει, μου βάζει πάλι την ιδέα. «Ρε συ, μπας και ήταν λεσβία;» Βάζει τα γέλια, αλλά το βλέμμα του πίσω από τα στρογγυλά γυαλάκια, αλά Χίμλερ, με κοιτάζει σα να θέ­ λει να με στείλει σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. «Εσείς οι αστυνομικοί είστε διεστραμμένοι, όπως όλοι οι μικρο­ αστοί. Μόλις ακούσετε ότι μια γυναίκα κυκλοφορεί μόνη, τη δηλώνετε λεσβία». Προφανώς, διαχωρίζει εμάς τους αστυνομικούς από τον ίδιο, που δεν είναι μικροαστός. Ώς εκεί το καταλαβαίνω. Εκείνο που δεν ξέρω, είναι πού βά­ ζει τον εαυτό του, στους αριστερούς ή στους μεγαλοα­ στούς με τα Αρμάνι και τα Τίμπερλαντ. Το πιο πιθανό, να είναι και αριστερός και στιλάτος μεγαλοαστός. Κάπο­ τε τη βγάζαμε με ολίγη από γιουβέτσι. Τώρα τρεφόμαστε με σαλάτες. «Αν κρίνω α π ’ αυτά που έλεγαν διάφοροι» συνεχίζει ο Σωτηρόπουλος «μάλλον ήταν το αντίθετο». «Τι, δηλαδή;» «Νυμφομανής. Λυσσάρα». Ξαφνικά βλέπει ότι η κα­ κία τού ξέφυγε από το λουρί και τρέχει να τη μαζέψει. 113


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Αλλά και πάλι, μπορεί να την αδικώ, γιατί δεν υπά τίποτα συγκεκριμένο. Όλα είναι φήμες». «Και τι λένε οι φήμες;» «Ότι δεν έκανε ποτέ σταθερούς δεσμούς. Κάθε τ τα ’φτιάχνε και με άλλον. Αλλά διάλεγε πάντα άντρε επιφάνεια. Επιχειρηματίες... Πολιτικούς... Το τερπνόν τά του ωφελίμου, όπως λέγαμε παλιά». Βάζει πάλι ρί στην κακία του, γιατί προσθέτει αμέσως: «Να συν νοούμαστε. Δεν τα λέω εγώ, άλλοι τα λένε». «Ξέρεις αν έκανε καμιά έρευνα;» «Μπορώ να σου πω, γενικά και αόριστα, πως π ' κάτι έψαχνε. Ήταν μαμούνι και αδίστακτη. Χωνόταν ντού και χρησιμοποιούσε κάθε μέσο. Αλλά τρελαινόταν; σκάει βόμβες και δεν έλεγε το παραμικρό σε κανέναν. τε καν στον Ντελόπουλο, που έπινε νερό στ’ όνομά «Ήταν καλή δημοσιογράφος; Θέλω να μου πεις τη μη σου στα ίσα, χωρίς σάλτσες». Σοβαρεύει και το σκέφτεται. «Την αντιπαθούσαν < άρα ήταν καλή» μου απαντάει αργά. «Η δουλειά του πόρτερ είναι να γίνεται αντιπαθής. Όσο πιο αντιπαθής νεται, τόσο πιο καλός είναι». Η εξήγησή του κολλάει και στην Καραγιώργη κ α ι. ίδιο. Καταφέρνει να μου γίνει συμπαθής μ’ αυτό πο πε, πράγμα που επιβεβαιώνει την άποψή μου ότι δε ναι καλός δημοσιογράφος. Μένω να τον κοιτάζω σιο λός. Καταλαβαίνει ότι δεν έχω να τον ρωτήσω τίποτε και σηκώνεται. «Τι θα γίνει; Θα κάνεις καμιά δήλωση για να ’χουμ εμείς κάτι να πούμε στον κόσμο;» «Τι δηλώσεις να κάνω, αφού δεν έχω κανένα στοιχ Αυτά που ξέρω είναι από χτες τη νύχτα και τα ξέρ& εσείς. Κάντε υπομονή κάνα-δυο μέρες, όλο και κ ά τ βρεθεί». 114


Γ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Την ώρα που βγαίνει, χτυπάει το τηλέφωνο. «Χαρίτος» λέω στο ακουστικό, πιστός στις παραδόσεις του ΕφΜπι-Άι. «Είμαι η Μίνα Αντωνακάκη, η αδελφή της Γιάννας Καραγιώργη» ακούω μια σπασμένη φωνή από την άλλη άκρη του σύρματος. «Πότε μπορώ να πάρω την αδελφή μου για ταφή και από πού θα την πάρω;» «Σε μια-δυο μέρες από το νεκροτομείο, κυρία Αντω­ νακάκη. Θα πρέπει όμως να μιλήσουμε πρώτα». «Όχι τώρα. Δεν είμαι σε ψυχική κατάσταση να μιλήσω σε κανέναν». «Ακούστε, κυρία Αντωνακάκη. Χτες κάποιος σκότωσε την αδελφή σας. Ψάχνουμε να βρούμε τον δολοφόνο και χρειαζόμαστε πληροφορίες. Καταλαβαίνω την ψυχική σας κατάσταση, αλλά πρέπει να σας δούμε. Αν θέλετε, μπορώ να έρθω σ’ εσάς. Φτάνει μόνο να μην καθυστερήσουμε». Φαίνεται να το σκέφτεται μια στιγμή. «Ελάτε, εδώ θα ’μαι» μου λέει μετά ξεψυχισμένα και μου δίνει τη διεύ­ θυνσή της. Δεν έχω ακόμα ούτε τα στοιχεία από τη Σήμανση ού­ τε την έκθεση του ιατροδικαστή, κι αποφασίζω να πάρω σβάρνα τους υπόλοιπους ρεπόρτερ για να μη μείνει κα­ νένας παραπονεμένος. Κανείς δε μου λέει τίποτα παρα­ πάνω α π ’ όσα μου είπε ο Σωτηρόπουλος. Δεν ξέρουν τί­ ποτα, η Καραγιώργη δεν εμπιστευόταν κανέναν, δεν άνοιγε ποτέ τα χαρτιά της. Όταν φεύγει και η τελευταία, εκείνη η μπασμένη με το κόκκινο καλσόν, προσπαθώ να βάλω σε τάξη αυτά που έμαθα ώς τώρα. Έξω, η βροχή πέφτει ακόμα ορμητική. Η γριά, απέναντι, στέκεται στην μπαλκονόπορτα με τη γάτα στα μπράτσα της και κάτι της λέει. Δεν ξέρω αν της κου­ βεντιάζει ή αν της τραγουδάει το «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», πάντως η γάτα έχει κουρνιάσει στην αγκαλιά της, 115

ν


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

κοιτάζει τη βροχή και φαίνεται να το απολαμβάνει, αφήσει να με παρασύρει η ευτυχία της γάτας και ακούω την πόρτα ν’ ανοίγει. Ένας διακριτικός ξερόβ με συνεφέρνει και μ’ αναγκάζει να γυρίσω. Δίπλα στην πόρτα στέκεται μια τριαντάρα, ούτε ούτε κοντή, ούτε όμορφη ούτε άσκημη. Φοράει μπότ μια μπεζ καμπαρντίνα, που την έχει δέσει σφιχτά ση, ίσως γιατί κάνει μια προσπάθεια να δείχνει π ι ξουαλική, αλλά το αποτέλεσμα είναι τριάντα εφτά κα ούτε άρρωστη ούτε καλά. «Καλημέρα σας, είμαι η Μάρθα Κωσταράκου» λέει μ’ ένα χαμόγελο. Ξαφνικά τη βλέπω με άλλο μάτι. Η Κωσταράκου η μόνη μου ελπίδα για να μάθω κάτι συγκεκριμένο,, λάχιστον αν μου είπε την αλήθεια ο Σπεράντζας. «Από σήμερα πήρα τη θέση της Γιάννας Κάρο γη». Το λέει με δυσκολία και εξακολουθεί να χα; λάει αμήχανα. «Ο κύριος Ντελόπουλος μου είπε δω. Μου είπε επίσης ότι θα μ’ ενημερώνετε πρ για το φόνο της Γιάννας, και όχι μαζί με τους Ασυναίσθητα, της ξεφεύγει ένας αναστεναγμός, λυτρώθηκε από ένα βάρος. Είναι το αντίθετο της γιώργη. Ούτε επιθετική ούτε αφ’ υψηλού, αλλά σεμ· θένα, απ’ αυτές που τις λυπάσαι και τους ρίχνεις; κόκαλο για να γλείψουν. Σαν τριτοκοσμική χώρα, που νει τη βοήθεια, σου λέει χίλια ευχαριστώ, και μό> καλύψει κανένα πηγαδάκι με πετρέλαιο, σε μουν «Γιατί μισούσες την Καραγιώργη; Τι σου ’χε κ ' Μένει άφωνη και με κοιτάζει. Το χαμόγελο σβτ χέρια της κολλάνε στην τσάντα της και τη σφίγγουν ναμη. Εκεί που είχε πιστέψει ότι όλα πήγαιναν χήν, ξαφνικά της τα ανέτρεψα, και τώρα, αντί να θα μου λέει. 116


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Ποιος τα λέει αυτά;» ρωτάει και η φωνή της τρέμει. «Με τη Γιάννα ήμαστε συνάδελφοι. Δεν ήμαστε, βέβαια, χολλητές, αλλά όχι ότι τη μισούσα και ήθελα να της κάνω κακό».

«Θες να με πείσεις, δηλαδή, ότι αυτό που σου ’κάνε §εν είχε καμία σημασία και το ξέχασες τόσο εύκολα;» Σαν τον Κωσταρά. Πετάω άδεια για να πιάσω γεμάτα. «Ποιο; 'Οτι μ’ έβγαλε από το αστυνομικό ρεπορτάζ για να πάρει τη θέση μου και μ’ έστειλε στο ιατρικό; Να σας πω κάτι; Ήμουν πιο καλά εκεί. Η δουλειά ήταν λιγότερη, δε χρειαζόταν να τρέχω όλη μέρα. Άσε που είχα να κάνω με επιστήμονες κι όχι με ληστές και φονιάδες». «Ποιον είχε μέσο; Απ’ ό,τι έμαθα, είσαι πολύ καλή στη δουλειά σου. Θα πρέπει λοιπόν να είχε γερό δόντι για να σε κάνει πέρα». Το καταλαβαίνει ότι πάω να κολακέψω τη ματαιοδοξία της και χαμογελάει, ειρωνικά αυτή τη φορά. «Ακούσε» της λέω πιο έντονα τώρα. «Ήσουν υπεύ­ θυνη του αστυνομικού ρεπορτάζ. Ήρθε η Καραγιώργη, σου πήρε τη θέση και σ’ έριξε στο ιατρικό. Μη μου πεις ότι δε σε πείραξε. Μπορεί να μην είπες τίποτα, αλλά μέ­ σα σου ήσουν έξαλλη μαζί της. Και ξαφνικά, ένα βράδυ, κάποιος σκοτώνει την Καραγιώργη. Το άλλο πρωί κιόλας εσύ ξαναγυρίζεις στην παλιά σου θέση. Είσαι η πρώτη που βγαίνει κερδισμένη από το θάνατό της. Ξέρεις τι θα πει αυτό;» Πήρε το μήνυμα, γιατί πετάγεται πάνω και φωνάζει: «Τι θέλετε να πείτε; 'Οτι εγώ τη σκότωσα;» «Όχι, δε λέω αυτό. Για την ώρα, τουλάχιστον. Βέβαια, δεν ξέρω τι Θα βρω αύριο, αν αρχίσω να ψάχνω. Οι κακές γλώσσες όμως Θ’ αρχίσουν να λένε από σήμερα. Κι όσο περνάει ο καιρός και η ιστορία τραβάει σε μάκρος, Θα λένε ακόμα πιο πολλά. Σε συμφέρει λοιπόν να βρούμε 117


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

γρήγορα άκρη για να βουλώσουν τα στόματα. Σε π<! ακουμπούσε; Στον Ντελόπουλο;» Βάζει τα γέλια, σα να της φάνηκε αστείο αυτό που πα. «Έτσι σας είπαν; 'Οτι έλυνε κι έδενε, επειδή πλό ζε με τ ’ αφεντικό;» Το γέλιο της κόβεται απότομα και* βαρεύει. «Κάνετε λάθος. Η Γιάννα είχε μυαλό και ι 'Οταν ήρθε στο κανάλι, ανέλαβε το ιατρικό ρεπορτάζ.'! αυτό δεν την ενδιέφερε ιδιαίτερα, γιατί δεν είχε ούτε;| νταρακτικές ειδήσεις ούτε γροθιές στο στομάχι. Πέντε; βέντες προς το τέλος του δελτίου, κι αυτό περιστασκ Μέσα σ’ ένα μήνα τα είχε φτιάξει με τον Πετράτο;| διευθυντή ειδήσεων. Της πήρε άλλες δυο εβδομάδες! να μου φάει τη θέση. Μ’ αρέσει όμως να λέω την αλήθ Δεν ήταν μόνο φιλόδοξη αλλά και ικανή, πολύ πιο από μένα. Εξασφάλιζε αποκλειστικά ρεπορτάζ, ξέ6 υποθέσεις, ξετρύπωνε πρόσωπα. Αρπάχτηκε από την «I θέση Κολάκογλου κι ανάγκασε τον Ντελόπουλο vc δώσει το ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει. Μόλις το εξο λισε αυτό, ο Πετράτος πήρε πόδι. Αυτός, βέβαια, το ι ρε βαρέως, θα την έδιωχνε ευχαρίστως, αλλά ήταν ι δεν μπορούσε πια να της κάνει τίποτα». Σωπαίνει κι< νει πάλι να της ξεφύγει ένας αναστεναγμός ανακού<] σα να ξαλάφρωσε που τα είπε. «Όχι, η Γιάννα δ εν| ανάγκη να πλαγιάσει με τον Ντελόπουλο για να έχει.1! τες. Έπειθε με τις ικανότητές της. Χρησιμοποίησε το^ τράτο για να της δώσει μια ευκαιρία. Όλα τ ’ άλλα ι τα κέρδισε με το σπαθί της». Εγώ την Καραγιώργη δεν την πήγαινα καθόλοι της είχα κολλήσει τη ρετσινιά της λεσβίας. 0 Σι πουλος, που την αντιπαθούσε επίσης αλλά ως Ροβε ρος υπερασπίζεται το λαό και διάφορους περιθωρι προτίμησε να τη βγάλει νυμφομανή και λυσσάρα, χεται τώρα μια ξεθωριάρα, για να βάλει τα πρά^ 118


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

στη θέση τους. Αρχίζω να νιώθω εκτίμηση για την Κω-

αταράκου, αλλά το ένστικτό μου μου λέει να μην παίρνω φόρα. Κι αν αυτή η ειλικρίνεια είναι μια βιτρίνα, που π ί­ σω της κρύβονται άλλα; «Πού ήσουν χτες το βράδυ, μεταξύ δέκα και δώδεκα;» «Μόνη στο σπίτι, όπως κάθε βράδυ» μου απαντάει ήρε­ μα. σχεδόν λυπημένα. «Πρώτα με μια σαλάτα, μετά μ’ ένα ουίσκι και πάντα με ανοιχτή την τηλεόραση». Στα­ ματάει, με κοιτάζει στα μάτια και προσθέτει, τονίζοντας ανεπαίσθητα: «Ώς τις έντεκα, που με πήρε η Γιάννα». «Η Καραγιώργη σε πήρε στις έντεκα τηλέφωνο;» «Ναι. Για να μου πει ότι θα έβγαζε μια είδηση στο δελ­ τίο των δώδεκα, που θα έκανε πάταγο». Σε ποιον άλλον το είχε πει, εκτός από την Κωσταράκου και τον Σπεράντζα; Αν το μάθαινα αυτό, μπορεί και ν’ άγγιζα τον δολοφόνο της. «Μου είπε και κάτι άλλο». «Τι;» «Μου είπε ν’ ακούσω την είδηση, γιατί, αν πάθαινε κά­ τι, ήθελε να συνεχίσω εγώ την έρευνα. Για να πω την αλή­ θεια, δεν πήρα τοις μετρητοίς τα λόγια της. Αντίθετα, νό­ μισα ότι ήταν κακία, ότι το ’λεγε για να μου μπει στο μάτι, και της έκλεισα το τηλέφωνο. Λίγο η μοναξιά, λίγο η ορ­ γή γ ι’ αυτό που μου είπε η Γιάννα, ξαφνικά ένιωσα το σπίτι να με πλακώνει. Μπήκα στο αυτοκίνητο κι άρχισα να φέρνω βόλτα τους δρόμους, στην τύχη. Ήταν γύρω στη μία όταν γύρισα σπίτι». «Δε σου είπε ποια ήταν η είδηση;» «Όχι. Μου είπε μόνο ν’ ακούσω το δελτίο». «Καλά». Φωνάζω τον Θανάση και τη στέλνω μαζί του για να δώσει κατάθεση. «Περίμενε, μη φύγεις» της λέω, όταν έχει φτάσει στην πόρτα. Βγάζω τη φωτογραφία της ΚαραΥΐώργη με τον μουντζούρη. «Αυτόν εδώ μήπως τον ξέρεις;»


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Κοιτάζει τη φωτογραφία και, ξαφνικά, ξεσπάει γέλια. «Τι γελάς; Τον ξέρεις;» «Αν τον ξέρω, λέει!» «Ποιος είναι;» «Ο Πετράτος, ο διευθυντής ειδήσεων του Χέλας Τ νελ. Ο προϊστάμενός μου». Τον κοιτάζει και ξεραίνεται στα γέλια.


14 Η Μίνα Αντωνακάκη μένει στην οδό Χρυσίππου, στου Ζω­ γράφου. Στην Ούλοφ Πάλμε σταματώ κάθε δέκα μέτρα, κι ώσπου να ξεκινήσω πάλι, έχω χρόνο να πάω για καφέ. Σε όλη τη διαδρομή βλέπω μπροστά μου την αδερφή της Καραγιώργη, καθισμένη σ’ έναν καναπέ, με μάτια κατακόκκινα κι ένα μαντιλάκι στο χέρι, και κακοκεφιάζω. Ο πονοκέφαλος, που είχε υποχωρήσει κάπως με τις δυο ασπιρίνες, αρχίζει να φουντώνει πάλι. Τα ίδια χάλια και στη Λεωφόρο Παπανδρέου. Φτύνω αίμα ώσπου να φτά­ σω στη Γαΐόυ και να στρίψω. Εκεί όμως η τύχη μου αλ­ λάζει. Βρίσκω μια άδεια θέση και παρκάρω αμέσως. Η γυναίκα που μου ανοίγει την πόρτα, είναι γύρω στα σαράντα πέντε και φοράει μαύρα. «Είστε ο κύριος Χαρίτος; Περάστε. Είμαι η Μίνα Αντωνακάκη». Σπάνια έχω δει τόσο διαφορετικές αδελφές. Αν δε μου ’λεγε τ ’ όνομά της, θα την είχα περάσει για κάποια συγ­ γενή που ήρθε για συμπαράσταση. Η Γιάννα ήταν ψηλή, αδύνατη και επιβλητική. Η Μίνα είναι κοντοστούπα, στρουμπουλή και γυναικούλα. Η Γιάννα ήταν καστανή. Η αδελφή της είναι μελαχρινή, αλλά τα μαλλιά της έχουν αρ­ χίσει να ασπρίζουν στις ρίζες. Η Γιάννα σε κοιτούσε π ά ­ ντα αφ ’ υψηλού. Αυτή έχει ένα βλέμμα μοσχαριού, που σε κάνει να την υποτιμάς, κι αντί να τη λυπηθείς, θέλεις να της βάλεις τις φωνές. Με μπάζει σ’ ένα σαλονάκι, μου δείχνει τον καναπέ, 121


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

και κάθεται απέναντι μου. Δεν έχω πέσει έξω. Τα μ<! της είναι κατακόκκινα, κρατάει σφιχτά το μαντιλάκι, | λά μάλλον βαρέθηκε να το χρησιμοποιεί, γιατί προτψ να ρουφάει τη μύτη της για συντομία. Το σαλονάκι μ<! ζει με το δικό μου, της κουνιάδας μου, και με όλα τ α | ληνικά σαλονάκια που έχω δει στα είκοσι δύο χρόνια ι ρεσίας: ένας καναπές, δύο πολυθρόνες, ένα τραπεί δύο καρέκλες, και ένα έπιπλο για την τηλεόραση. Φαίνεται πως μαντεύει την απορία μου, γιατί μου ί μ ’ ένα πικρό χαμόγελο: «Δε μοιάζουμε καθόλου Γιάννα, ε;». Απότομα, συνειδητοποιεί ότι έκανε λάθος^ χρόνο, από κεκτημένη ταχύτητα, και διορθώνει με σμένη φωνή: «Μοιάζαμε, ήθελα να πω». Κάνει μια ση, σα να προσπαθεί να πάρει δυνάμεις, και συνεχίζει^ Γιάννα είχε πάρει από τη μητέρα μου. Εγώ είμαι πατέρας μας. Κι όμως ήμαστε πολύ δεμένες. Βλεπ<ί στε σχεδόν κάθε μέρα. Επειδή κι εγώ ζω σχεδόν μόν το παιδί μου. 0 άντρας μου είναι ναυτικός και λείπει | πελάγη». Βλέπω το χείλι της να τρεμοπαίζει και σπεύδω προλάβω πριν μου διαλυθεί και μαζεύω τα θρύψαλα, λουμε ορισμένες πληροφορίες για την αδελφή σας, Αντωνακάκη. Πρέπει να συμπληρώσουμε την εικόνα, < να ξέρουμε πού θα ψάξουμε για τον δολοφόνο της»*| Υπάρχουν αποστολές που τις αναθέτεις γιατί θέλει] μάθεις κάτι ή να παγιδεύσεις κάποιον ή να,ξεκαθο μιαν υπόθεση. Κι άλλες που δεν έχουν ιδιαίτερη σηρ τις αναθέτεις για να δώσεις σε κάποιον μιαν απασχό| και να τον βοηθήσεις να σταθεί στα πόδια του. Η Αντωνακάκη εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Θεωρε(] τό που της είπα σπουδαία αποστολή και στυλώνετο να τα βγάλει πέρα. «Ρωτήστε» μου λέει με σταθερή φωνή τώρα. 122


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Πότε είδατε, τελευταία, την αδελφή σας;» «Προχτές το απόγευμα. Ήταν να περάσει και χτες το βράδυ, αλλά πήρε τηλέφωνο ότι της έτυχε κάτι και δεν μπορούσε». «Τι ώρα θα περνούσε;» «Συνήθως ερχόταν στις εννιά κι έμενε κάνα-δυο ώρες». «Και τι ώρα σας τηλεφώνησε;» «Θα πρέπει να ήταν γύρω στις έξι». Άρα, στις έξι είχε αποφασίσει να κάνει την αποκάλυ­ ψη-βόμβα και ανέβαλε την επίσκεψη στην αδελφή της. Αφού όμως το είχε αποφασίσει στις έξι, γιατί δε βγήκε στο δελτίο των οχτώμισι, που το βλέπει πολύ περισσότε­ ρος κόσμος, αλλά περίμενε το δελτίο των δώδεκα; «Κυρία Αντωνακάκη, τι ξέρετε για τη σχέση της αδελ­ φής σας με τον Πετράτο;» «Με τον Πετράτο;» Ταράζεται κι επαναλαμβάνει το όνομα από αμηχανία. «Σαν τι να ξέρω, δηλαδή;» «Η αδελφή σας είχε ερωτική σχέση με τον Πετράτο και τον παράτησε. Δεν είναι μυστικό, το ξέρουν όλοι. Σας μί­ λησε ποτέ η Γιάννα για το δεσμό της;» Διστάζει και λέει σφιγμένα: «Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ήταν ένας δεσμός, όπως τον καταλαβαίνετε εσείς ή εγώ». «Τι ήταν;» ρωτάω έκπληκτος. «Αυτό μόνο η ίδια θα μπορούσε να σας το πει». Ξεκί­ νησε με φόρα, μα απότομα βάζει φρένο και ψάχνει να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Δεν τον εκτιμούσε καθόλου. Γε­ λούσε μαζί του, τον κοροΐδευε. “Είναι μαλάκας” μου έλε­ γε. Με συγχωρείτε για την έκφραση, αλλά αυτά ήταν τα λόγια της. “Δεν ξέρει πού πάνε τα τέσσερα”. Κι όταν της έλεγα, μα πώς είναι δυνατόν, κοτζάμου διευθυντής ειδή­ σεων τηλεοπτικού σταθμού να είναι μαλάκας, έβαζε τα γέλια. “Πρόκοψε, επειδή είναι γλείφτης και δούλος” μου 123


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

απαντούσε. “Τρέχει σαν το σκυλάκι πίσω από τον λόπουλο και του λέει ναι σε όλα”». Παίρνει μια ανάσα τα λόγια βγαίνουν τώρα πιο δύσκολα. «Κι όταν έ» έρωτα μαζί του, αήδιαζε και τον σιχαινόταν. “Σαρ<|| χρόνων μπουντούβαλος, ακόμα δεν έμαθε να κάνει τα” μου έλεγε. “Πρέπει να τον παίρνω από το χέρι κα τον πηγαίνω στράτα-στράτα, όπως τα μωρά στο πάρχ «Αφού δεν τον ήθελε, γιατί έμενε μαζί του;» ενώ ξέρω την απάντηση. «Γιατί τον χρησιμοποιούσε. Σας το λέω έτσι, εν ψε όπως μου το ’λεγε και η ίδια. Τα ’φτιάξε μαζί τοι μπήκε στο Χέλας Τσάνελ με ψηλό μισθό. Έσφιγγε το ντια της και πλάγιαζε μαζί του για να της δώσει τη που ήθελε και ν’ αποκτήσει απευθείας πρόσβαση Ντελόπουλο. Και μόλις τα πέτυχε αυτά, τον έδιωξε^ θυμάμαι σαν σήμερα, ήταν μετά την επιτυχία της με Κολάκογλου, όταν ο Ντελόπουλος της είπε: “Από ρα, Γιάννα, έχεις την έγκρισή μου να περνάς στο δε ό,τι θέλεις”. Πετούσε από τη χαρά της, όταν μου είπ ε| αύριο κιόλας παίρνει πόδι ο Πετράτος». 0 νους μου πάει στον μουντζούρη της φωτογρο Τον έκανε έτσι ακριβώς όπως τον έβλεπε, τον έβγαζε | | το συρτάρι, τον κοιτούσε και το φχαριστιόταν. «Πώς είναι το μικρό όνομα του Πετράτου; Μήπο ξέρετε;» «Νέστωρ, νομίζω. Νέστωρ Πετράτος». Ούτε Νίκος, λοιπόν, ούτε Νότης ούτε Νικήτας, αλλά! στωρ. Ο άγνωστος «Ν» της αλληλογραφίας. Η τύχη | χαμογελάει, αλλά μου χαμογελάει πολύ γρήγορα, τιέμαι για να μην πέσω στην παγίδα της. «Δε σας έκρυψα τίποτα» συνεχίζει η Αντωναχ «γιατί ούτε και η Γιάννα τα έκρυβε. Μου τα έλεγε ένα προς ένα». Αφήνει έναν αναστεναγμό. «Δεν ήταν < 124


ΝΪΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

μόνο ο Πετράτος. Η αδελφή μου σιχαινόταν γενικώς τους (άντρες, κύριε αστυνόμε». «Γιατί τους σιχαινόταν;» «Τι να σας πω. Έλεγε ότι όλα τα κακά στον κόσμο, εμείς οι γυναίκες τα τραβάμε από τους άντρες, ότι ενώ είναι δειλοί και σκάρτοι, μας κάνουν πάντα ό,τι θέλουν. Και ότι πρέπει να τους κρατάς μόνο όσο κάνουν τη δου­ λειά σου και μετά να τους πετάς σαν τρύπιες κάλτσες. “Ξέρεις γιατί λυπάμαι;” μου έλεγε καμιά φορά. “Γιατί δε μου πάει να είμαι λεσβία”. Κι εμένα μου σηκώνονταν οι τρίχες». Μπροστά μου εμφανίζεται η Γιάννα Καραγιώργη, με το υπεροπτικό χαμόγελο, το αγέρωχο ύφος, έτοιμη να με ειρωνευτεί. Βλέπεις, ήμουν κι εγώ στην ίδια κατηγορία με τον Πετράτο και τον Ντελόπουλο, του σωρού. Εντάξει, δεν ήταν λεσβία, μπορεί να μην έπεσα τελείως μέσα, έπε­ σα όμως ακριβώς δίπλα. «Έ να διάστημα ήθελε να με χωρίσει από τον Βάσο μου» συνεχίζει η Αντωνακάκη. «Τον έβγαζε κι αυτόν σκάρτο και μου ’ψήνε το ψάρι στα χείλια για να τον π α ­ ρατήσω. Μα ο Βάσος μου δεν έχει σχέση με τον Πετρά­ το. Είναι καλός σύζυγος, καλός πατέρας και σκυλοπνίγεται στα πελάγη για να μας ζήσει, εμένα και την Άννα. “Έννοια σου” της έλεγα, “θα βρεις μια μέρα έναν άντρα που θα σου κάνει, και τότε θα δεις ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα”». Με την τελευταία φράση, λύνεται απότομα και το κλά­ μα επανέρχεται. Αυτή τη φορά όμως θυμάται το μαντίλι και σκουπίζει τη μύτη της, αντί να τη ρουφήξει. Ξεχνάω να την παρηγορήσω, γιατί το μυαλό μου έχει κολλήσει στη σχέση της Καραγιώργη με τον Πετράτο. Στη Γιάννα και Τον μουντζούρη Νέστορα. «Έ λα, φτάνει. Από το πρωί κλαις. Ακόμα και την 125


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

αστυνομία την έφερες στα πόδια σου, αντί να τρέξεμάθεις τι έγινε. Λες και με το κλάμα θ’ αλλάξει τίπ ' Γυρίζω και βλέπω μια κοπέλα να στέκεται στο κ φλι. Θα πρέπει να είναι συνομήλικη με την Κατερίνα ίσως λίγο νεότερη, κι εγώ την κοιτάζω μ’ ανοιχτό στ «Η Άννα, η κόρη μου» ακούω την Αντωνακάκη να λέει. Είναι σα να βλέπω μπροστά μου τη Γιάννα Κ γιώργη, είκοσι χρόνια νεότερη, περίπου στην ηλικία είχε βγάλει τη φωτογραφία για την ταυτότητα. Έ να ρίτσι ψηλό και λεπτό, με την ίδια αυστηρή ομορφιά κ ίδιο υπεροπτικό βλέμμα της Γιάννας. Λες και η φύ είχε όρεξη για παιχνίδια, πήρε όλη την ομοιότητα απ αδελφή και την έδωσε στην ανιψιά. Η μικρή δε φο μαύρα. Είναι ντυμένη απλά, με μακό, τζιν και σπο Κάθεται και γυρίζει το βλέμμα της σ’ εμένα, ψυχρό αγέρωχο. Ξαφνικά με κυριεύει η διάθεση να την σω, όπως αγνοούσα και τη θεία της. 'Οχι από υπε κόντρα, αλλά επειδή στο βάθος φοβόμουν να ι μαζί της. Προτιμώ τη μητέρα, που θέλει να μιλήσει * εκτονωθεί. «Σας είπε τίποτα η αδελφή σας για μια αποκο βόμβα που επρόκειτο να κάνει;» «'Οχι. Η Γιάννα δε μιλούσε ποτέ για τη δουλειά «Ξέρετε αν την απειλούσαν; Αν φοβόταν για τη της;» Η κόρη προλαβαίνει τη μάνα. «Φοβόταν» μου «Φοβόταν συνεχώς. Έλεγε ότι κάποια μέρα θα ’τρ» κεφάλι της. Το ’λεγε γελώντας, αλλά κατά βάθος τ ' στευε. Ήταν δύσκολος άνθρωπος η θεία μου. Όταν ζε κάτι στο μυαλό της, δεν καταλάβαινε Χριστό, σε, κι όποιον πάρει ο χάρος». «Άννα, τι είναι αυτά που λες;» φωνάζει έντρομη η 126


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Την αλήθεια λέω». Γυρίζει σ’ εμένα, ψύχραιμη. «Στη θεία μου άρεσε να προκαλεί, να σου μπαίνει στο ρουθού­ νι. Το γλεντούσε, αλλά και το φοβόταν. 'Οταν κάποτε ήθε­ λα να γίνω δημοσιογράφος, μου πιπίλαγε μήνες το μυαλό για να με κάνει ν’ αλλάξω γνώμη. Μου απαριθμούσε όλα τα κακά. Ότι το επάγγελμα ξεφτιλίστηκε, ότι τώρα ή έπρεπε να γλείφεις, ή να γίνεσαι κακός και να σου την έχουν όλοι στημένοι με το ντουφέκι. Και ότι αυτή έκανε τόσες αβαρίες, που κανονικά θα έπρεπε κάθε πρωί να φτύνει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Στο τέλος μ’ έπει­ σε και πήγα στην Ιατρική». «Άννα, σε παρακαλώ! Δε σου επιτρέπω να προσβάλ­ λεις τη μνήμη της Γιάννας». Η μικρή γυρίζει και ρίχνει στη μητέρα της ένα ψυχρό, οργισμένο βλέμμα. Ξαφνικά όμως διαισθάνομαι ότι το βλέμμα αυτό είναι μια μάσκα και ότι το πρόσωπο που κρύβεται πίσω της είναι έτοιμο να ξεσπάσει σε δάκρυα. 0 πονοκέφαλος έχει δυναμώσει πάλι. Με δυσκολία κρατάω όρθιο το κεφάλι μου. Με κυριεύει μια φοβερή κούραση και σηκώνομαι. Άλλωστε, δε μου κατεβαίνει κα­ μία άλλη ερώτηση. «Σας ευχαριστώ. Αν χρειαστούμε κάποια συμπληρω­ ματική πληροφορία, θα σας πάρουμε τηλέφωνο».. Η μητέρα με χαιρετάει με το κεφάλι, γιατί έχει αρχί­ σει να σιγοκλαίει πάλι και δεν μπορεί ν’ αρθρώσει λέξη. Η κόρη σηκώνεται ανέκφραστη και με συνοδεύει. Έχω ανοίξει την εξώπορτα, όταν με σταματάει. «Κύριε αστυνόμε». «Ναι». «Τίποτα - » μου λέει γρήγορα σα να μετάνιωσε. «Κάτι ήθελες να μου πεις». «Όχι. Αν ήθελα να σας πω κάτι, θα σας το ’λεγα». Κουμπώνεται και γίνεται εχθρική για να μου κόψει τον 127


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

αέρα. Καταλαβαίνω ότι δεν πρέπει να επιμείνω. 'Ic βιάστηκε και να θέλει χρόνο να σκεφτεί. «Πάντως, αν θέλεις να επικοινωνήσεις μαζί μου,1 τέρα σου έχει το τηλέφωνό μου» της λέω και της ; γελάω φιλικά. Μου ρίχνει ένα ουδέτερο βλέμμα κ α ι: νει την πόρτα. Από τη Χρύσιππού βγαίνω στη Λεωφόρο Παπο και παίρνω την κάθοδο της Ούλοφ Πάλμε. 0 νους μο ναι στη σχέση της Καραγιώργη με τον Πετράτο. Η νακάκη μου είπε ότι είχαν διακόψει αμέσως μετά την ι θέση Κολάκογλου. Τα γράμματα του «Ν» άρχιζαν ■ από το *91, ένα χρόνο περίπου μετά την υπόθεση κογλου. Αν αποστολέας ήταν ο Πετράτος, τότε η συνεχιζόταν με άλλον τρόπο και κατάληγε σε απείΐ Σκέφτομαι πώς θα βρω τρόπο να πάρω δείγμα γρ χαρακτήρα του Πετράτου και να τον συγκρίνω μ’ ε* του άγνωστου «Ν». Η άλλη απορία που με βασανίί ναι γιατί η Καραγιώργη δε βγήκε στο δελτίο των οχ σι και προτίμησε το δελτίο των δώδεκα. Από την Υμηττού στρίβω στην Ιφικράτους και ψ<ί θέση για να παρκάρω μεταξύ Πρωτεσιλάου, Αρώνη| Αριστοκλέους. Φυσικά, δε βρίσκω, κι αρχίζω το ίδιο | λί όπως κάθε απόγευμα: να φέρνω γύρα τα τετράγο ώσπου να πετύχω κάποιον που να φεύγει και να βο ξω τη θέση του. Ρίχνει μια βροχή, ψιλή σαν πούσι, το κεφάλι μου * νάει κι εγώ σιχτιρίζω, όταν το μάτι μου πιάνει τον 0c ση, γωνία Τζαβέλα και Αριστοκλέους, να κόβει βόλτε μικρά βήματα και να ρίχνει κλεφτές ματιές μια προς ΐ ένα δρόμο και μια προς τον άλλον. Σταματάω δίπλα^ και κατεβάζω το παράθυρο. «Τι τρέχει; Έγινε τίποτα;» τον ρωτάω ανήσυχος, να ’ρθει ώς εδώ, θα π ει πω ς κάτι σοβαρό συμβαί 128


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο αμάξι. Κάθεται δίπλα μου αμίλητος και με κοιτάζει. «Γιατί δεν πήγες σπίτι μου, αλλά κάθεσαι στο δρόμο και βρέχεσαι;» «Ήθελα να σας δω μόνο». Παίρνει βαθιά ανάσα. Αλλος που παίρνει βαθιές ανά­ σες. Σ’ όποιον πέφτω σήμερα, ή κλαίει ή αναστενάζει. Δεν μπορώ να μείνω πάνω στη στροφή. Πατάω γκάζι κι αρχί­ ζω να φέρνω πάλι γύρα το τετράγωνο. «Χτες το βράδυ ήμουν μαζί της. ΓΓ αυτό ήθελα να ’μα­ στέ μόνοι, για να μη σας το πω μπροστά σε τρίτους». Παγώνω. Το πόδι μου πατάει ασυναίσθητα το φρένο. Το Μιραφιόρι τραντάζεται και σταματάει, ενώ αυτός που είναι πίσω μου κορνάρει μανιασμένα, αλλά εγώ δεν ακούω τίποτα. Το βλέμμα μου είναι στον Θανάση. Αυτός απο­ φεύγει το δικό μου και κοιτάζει έξω από το παρμπρίζ. «Τι θέλατε και με στείλατε» μου λέει. «Εγώ δεν ήθε­ λα να πάω. Εσείς με στείλατε με το στανιό». Ξέρω πολύ καλά πού το πάει. Αν αύριο μαθευτεί ότι ήταν με την Καραγιώργη λίγο πριν τη σκοτώσουν, θα πει ότι εγώ τον έστειλα, ότι εκτελούσε δική μου εντολή. Βέ­ βαια, του το είχα ξεκαθαρίσει προκαταβολικά ότι θα έπαιρνα πάνω μου την ευθύνη, αλλά καλού-κακού μού το θυμίζει για να έχει ήσυχο το κεφάλι του. Μπορεί να μου δηλώνει κάθε πρωί στις εννιά ότι είναι μαλάκας, αλλά μό­ λις δει τα ζόρικα, επικαλείται τη μαλακία του και απαλ­ λάσσεται πάσης ευθύνης. Στο βάθος όμως δεν τον αδικώ. Κι εγώ το ίδιο θα έκανα στη θέση του. Αν βρεθεί ο Θα­ νάσης μπλεγμένος στη δολοφονία της Καραγιώργη, θα ξε­ σπάσει τέτοιο σκάνδαλο, που ο Γκίκας θα με φτάσει μέ­ χρι διαθεσιμότητα. Το σκέφτομαι και με πιάνει ίλιγγος. «Πού πήγατε;» Ρωτάω για να προσανατολιστώ, να δω ποιος μπορεί να τους είδε μαζί. 129


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

« Σ ’ ένα μικρό εστιατόριο-μπαρ στου Ψυρρή, κ ' στην Πλατεία Αγίων Αναργύρων». Γι’ αυτό τηλεφώνησε στην αδελφή της ότι δε θα; γαινε. Όχι για την αποκόιλυψη-βόμβα, αλλά γιατί είχε; νονίσει να βγει με τον Θανάση. «Σας είδε κανείς;» , ( «Μόνο ένα ζευγάρι, γνωστοί της, αλλά δε με σύο Από δικούς μου γνωστούς δεν υπήρχε κανείς, είμαι, βαιος, γιατί ήταν ένα α π ’ αυτά τα στέκια για στιλο που το παίζουν υπόκοσμος και κυκλοφορούν ανάμε Ψυρρή, Γκάζι και Μεταξουργείο». «Εκεί βρεθήκατε;» «Όχι. Στην Πλατεία Αγίων Αναργύρων. Πήγαμε με ριστά αυτοκίνητα». Σκέφτεται λίγο και συμπλήρωνε" μόνη περίπτωση να μας είδαν, είναι όταν την περί μπροστά στην εκκλησία για να βρει περίπτερο και ναν ρει τσιγάρα. Αλλά και πάλι το βρίσκω απίθανο». «Τι ώρα ήταν;» «Εννιά και... Είχαμε πει στις εννιά, αλλά άργησε νένα τέταρτο». Συμπληρώνει γρήγορα. «Έννοια σ« βγήκα έξω, την περίμενα στο αυτοκίνητο. Έτσι κι ι πρόσεχα». «Φύγατε χώρια;» «Ναι. Η - » Πάει να πει τ ’ όνομά της, αλλά σκο στο λαρύγγι του και σταματάει. «Εκείνη έφυγε γύρω έντεκα. Εγώ πλήρωσα κι έφυγα λίγο μετά». Βγάζει από την τσέπη του την απόδειξη και μου νει. 0 λογαριασμός είναι 11.800. Έξι χιλιάρικα το ά για να φάνε σε μια τρύπα στου Ψυρρή. Σε όλα τα και τα πλάτη του κόσμου, οι έξυπνοι ακονίζουν το μ τους στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Στην Ελλάδ ακονίζουν στα κορόιδα. Όσο περισσεύουν τα κορόιδα, ξάνονται και οι έξυπνοι. 130


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Την απόδειξη την κρατάω εγώ. Και για την Καρα­ γιώργη δε θα πεις τίποτα σε κανέναν. Ούτε την είδες ού­ τε της μίλησες. Αλλιώς την έχουμε βαμμένη και οι δυο». «Εντάξει». Ρίχνω την απόδειξη στην τσέπη μου, βγάζω το πορτο­ φόλι μου και μετράω δώδεκα χιλιάρικα. Καθώς του τα δί­ νω. έχω την αίσθηση ότι παίζω ρέστα τα πόιντς μου σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη. Τουλάχιστον, υπάρχουν δυο στοιχεία σε όλο αυτό το μπάχαλο, που με ανακουφί­ ζουν κάπως. Το ένα είναι ότι μάλλον δεν είδε κανείς τον Θανάση με την Καραγιώργη. Το άλλο είναι ότι τώρα ξέ­ ρω με ακρίβεια τι έκανε η Καραγιώργη από τις εννιά το βράδυ περίπου ώς την ώρα που τη σκότωσαν. 0 Θανάσης είναι έτοιμος να κατέβει, αλλά τον σταμα­ τάω. «Έκανε κανένα τηλεφώνημα η Καραγιώργη όσο ήσα­ στε μαζί;» «Ναι, λίγο πριν φύγει. Για την ακρίβεια, τηλεφώνησε κι έφυγε αμέσως μετά». Με κοιτάζει περίεργος. «Γιατί;» ρωτάει. «Τηλεφώνησε σε μια συνάδελφό της, την Κωσταράκου. Της είπε να δει το δελτίο των δώδεκα, γιατί θα έκανε μια αποκάλυψη-βόμβα. Της είπε ακόμα ότι, αν πάθαινε τί­ ποτα, ήθελε η Κωσταράκου να συνεχίσει την έρευνα». «Τι βόμβα ήταν αυτή;» «Η Κωσταράκου λέει ότι δεν ξέρει. Μπορεί όμως και να το κρύβει για να το βγάλει στον αέρα και να κάνει το κομμάτι της. Εσένα σου είπε ότι κινδύνευε ή ότι φοβό­ ταν;» «Όχι» μου απαντάει γρήγορα. «Αν μου είχε πει κάτι τέτοιο, θα σας το ’λεγα αμέσως. Αντίθετα, ήταν κεφάτη και με πείραζε, έριχνε σπόντες για την υπηρεσία». Ξαφνικά θυμάμαι γιατί τον είχα στείλει να κολλήσει στην Καραγιώργη. «Δε μου λες; Γι’ αυτή την ιστορία με 131


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τα παιδιά, έμαθες τίποτα;» Όχι πως τώρα μ’ ενδια ιδιαίτερα, αλλά να ξέρω τουλάχιστον γιατί πλήρω δώδεκα χιλιάρικα. Χαμογελάει. «Όση ώρα τρώγαμε, γυρόφερνα την βέντα, αλλά αυτή ξεγλιστρούσε σαν το χέλι. Στο τέ είπε πως ήθελε να πλαγιάσει πρώτα μαζί μου, κι έκανα στο κρεβάτι, μπορεί και να μου ’λεγε». Λίγο πριν η μικρή μου είχε πει ότι η θεία της έ αβαρίες και μετά ήθελε να φτύσει τον εαυτό της. φομανής και λυσσάρα, αλλά με τύψεις. Να, λοιπόν, Ροβεσπιέρος έπεσε μέσα. Το ’χουν αυτό οι επαναστ Τα σκατώνουν στην επανάσταση, αλλά τα πάνε κι τις γκόμενες.

132


15

Κλείνω την πόρτα και περιμένω ν’ ακούσω τον μπάτσο να γαβγίζει ή την εισαγγελέα να μυξοκλαίει, αλλά δεν ακούω τίποτα. Το καθιστικό είναι σκοτεινό και η τηλεόραση κλει­ στή. Στην κουζίνα βρίσκω μια κατσαρόλα σπανακόρυζο. Η Αδριανή έχει εξαφανιστεί. Αναρωτιέμαι πού μπορεί να έχει πάει, επειδή δε βγαίνει σχεδόν ποτέ τ ’ απογεύματα, ξαφνικά όμως συνειδητοποιώ ότι έχω ολόκληρο το σπίτι δικό μου και μου φτιάχνει το κέφι. Βουτάω τον Δημητράκο και πέφτω με τα ρούχα στο κρεβάτι. Βγάζω, ωστόσο, τα παπούτσια μου. Δε θέλω να δώσω αφορμή στην Αδριανή, γιατί στην κατάσταση που είμαι, ψάχνω άνθρωπο για να ξεσπάσω και θα τα λουστεί αυτή. Ανοίγω τυχαία το Μι και το ξεφυλλίζω. Μου(ν)τζουρα (δημ.) χ. Μουτζούρα = ρύπος εξ ασβόλης, μελάνης ή άλ­ λης βαθυχρώμου ουσίας. Και παρακάτω: Μου(ν)τζούρης (δημ.) = ο φέρων, ο έχωνμουντζούρες, μουντζουρωμένος, (φρ.) πάμε στου μουντζούρη το γάμο. Για γάμο, ούτε λό­ γος να γίνεται. Η Καραγιώργη τού είχε δώσει από νωρίς τα παπούτσια στο χέρι. Φαίνεται όμως ότι στην εποχή του Δημητράκου ο μουτζούρης δεν ήταν ακόμα γνωστός ως χαρτοπαίγνιο. Τι παιχνίδι έπαιζαν η Καραγιώργη με τον Πετράτο; Αυτή τον έκανε μουτζούρη, είναι προφανές. Αυ­ τός όμως; Τι ζητούσε α π ’ αυτήν και την απειλούσε; Και τι σήμαινε το πρώτο γράμμα, που λέει ότι ξαφνιάστηκε που την είδε; Αφού την έβλεπε κάθε μέρα στο σταθμό. 133


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Μήπως την είχε δει κάπου αλλού και όχι στο σταθμό που που δεν περίμενε να τη δει; Εντάξει, ότι ζητάει δει για να το κουβεντιάσουν, είναι λογικό. Δεν μπο να συναντηθεί μαζί της στο σταθμό και ήθελε να β κάπου έξω. «Εδώ είσαι;» Πάνω από το λεξικό βλέπω την νή να στέκεται στο κατώφλι και να μου χαμογε' «Μπράβο, έβγαλες και τα παπούτσια σου» συμπλη ικανοποιημένη. «Πού ήσουν;» «Θα δεις. Σου ’χω μια έκπληξη». Φεύγει φουριόζα. Έξω ακούω θόρυβο από πλ σακούλες, κουτιά που ανοίγουν, χαρτιά που σκίζοντ λίγο ξαναμπαίνει, αλλά τα χέρια της είναι άδεια, δεν τάει τίποτα. «Πώς σου φαίνονται; Μου πάνε;» Απλώνει το πόδι της, σα συνταξιούχα μπαλαρί* τότε μόνο προσέχω τις μπότες. Είναι ψηλές, φτάνουν δόν στο γόνατο, σε σκούρο καφέ χρώμα, που στρ κοπάει. «Λοιπόν, για λέγε» επιμένει ανυπόμονα η Αδρκ Περιμένει να εκδηλώσω το θαυμασμό μου, κι εδώ τα λέμε, οι μπότες το αξίζουν. Με κυριεύει όμως ξ κά μια ανεξήγητη τσαντίλα και μιζεριάζω. Σκέφτομ τις πλήρωσα τριάντα πέντε χιλιάρικα, και σα να μην νε αυτό, έσκασα από την τσέπη μου άλλες δώδεκα δες στον Θανάση για το λογαριασμό του εστιατόριό σε δυο μέρες έχω ξοδέψει πενήντα χιλιάρικα, κοροϊδ κα λεφτά. Τα βάζω με τον εαυτό μου, που μ ’ έφ προθυμία να δώσω στην Αδριανή το ποσό για τις μ ενώ, αν είχα ακολουθήσει την πεπατημένη, θα είχα ξ ψει μόνο τα δώδεκα χιλιάρικα, κι αυτή θα με πα λούσε ακόμα. 134


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Καλές είναι» λέω με μισό στόμα και ξαναγυρίζω στον Αημητράκο μου. «Καλές; Μόνο αυτό έχεις να πεις;» «Τι άλλο να σου πω, δηλαδή; Στο κάτω της γραφής, μπότες είναι, όπως όλες οι άλλες». «Όχι όπως όλες οι άλλες. Αυτές είναι μπότες του Πετρίδη». «Εντάξει, του Πετρίδη είναι διαφορετικές. Γι’ αυτό και της πληρώνεις τριάντα πέντε χιλιάρικα, όταν αλλού κά­ νουν είκοσι». «Τι θέλεις να πεις; Ότι σκορπάω τα λεφτά για να κά­ νω φιγούρα;» «Όχι, δε λέω αυτό. Πάντως, σου πάνε πολύ. Με γεια σοο».

0 έπαινός μου είναι στριμόκωλος και δεν την ικανο­ ποιεί καθόλου. «Τέλος πάντων, έχεις έναν τρόπο να σπας τη χαρά του άλλου» μου λέει με πίκρα. «Είσαι ειδικός σ’ αυτό».

«Μην είσαι αχάριστη» φωνάζω εγώ, και ο Δημητράκος πετάγεται στα πόδια του κρεβατιού. «Τη χαρά σ’ την έδω­ σα με τα τριάντα πέντε χιλιάρικα! Δε σου φτάνει;» «Πώς, και σ’ ευχαριστώ πολύ. Ξέρεις όμως τι λέει η μάνα μου; “Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο! ”» Γυρίζει και βγαίνει από την κρεβατοκάμαρα, πριν προλάβω ν’ απαντήσω, για να έχει τον τελευταίο λόγο. Τα βάζω με τον εαυτό μου, γιατί είπα να χαλαρώσω και κατάφερα να τσαντιστώ. Πιάνω πάλι τον Δημητράκο. Έ πεσε άτσαλα και μερικές σελίδες του έχουν τσα­ λακωθεί. Καθώς προσπαθώ να τις στρώσω, πέφτω π ά ­ νω στη λέξη «κορόιδο». Σκέφτομαι ότι με εκφράζει απόλυτα, κι αρχίζω να διαβάζω το λήμμα για να βρω τις ρίζες μου. Κορόιδο = (δημ. κουρεμένο+γίδι > κουρόγιδο > χορό(γι)ιδο) ο εμπαιζόμενος, ο καταγελώμενος, μωρός, 135


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

ανόητος. Μάλιστα. Καταγελώμενος, που έδωσαΑδριανή τα τριάντα πέντε χιλιάρικα κι άκουσα από νω τα σχολιανά μου. Μωρός, που ήθελα να μάθω ντ καλά γιατί η Καραγιώργη μου πετούσε σπόντες για' διά, ενώ είχα τυλίξει την υπόθεση σε μια κόλλα χαρτί; ανόητος που έμπλεξα τον Θανάση για να μάθω αυτό ήθελα. Έτσι θα με καταντήσει ο Γκίκας αν μάθει γιό Θανάση: κουρεμένο γίδι = κουρόγιδο. Θα με κουρέφ την ψιλή. «Ζαγάρι» με φώναζε ο πατέρας μου. Τότεϊ ήξερα τι σήμαινε, αλλά ούτε τολμούσα να ρωτήσω,, όταν το φώναζε, ήταν πάντα φουρκισμένος μαζί μοί νόμιζε ότι έκανα τον έξυπνο και θα μου έριχνε σφο ρα. Ήταν η πρώτη λέξη που έψαξα, μόλις έπεσε λέ στα χέρια μου. Ζαγάρι = (δημ. -μ σ ν., ζαγόφιον < cq sakar) ιχνηλάτης, κυνηγετικός κύων, οικόσιτον εν γένει ζ (μτφ.) άνθρωπος μηδαμινός (τιποτένιος). Από ζαγάρι ; ρόγιδο, λοιπόν. Η κατιούσα σε όλη της τη μεγαλοπρέΐ| Δεν παραπονιέμαι. Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώί Εννιά στους δέκα ξεκινάνε μούργοι και καταλήγουν ^ ρεμένα γίδια. < Οι φωνές από την τηλεόραση με συνεφέρνουν καί μάμαι ότι πρέπει να δω τις ειδήσεις. Κοιτάζω το ρ< μου, έχω μόλις δύο λεπτά. Είμαι σίγουρος ότι η Kq γιώργη θα είναι πρώτη είδηση. Παρατάω τον Δημητρ στο κρεβάτι και τρέχω στο καθιστικό. Η Αδριανή είναι θισμένη στην πολυθρόνα, στη γνωστή της θέση. Έχει q λημένο το βλέμμα της στο γυαλί και με αγνοεί επιδεε κά για να μου υπογραμμίσει την προσβεβλημένη αξιοπρέπεια. Μόλις προλαβαίνω να την αράξω στον καναπέ και φτει ο πρώτος τίτλος. «Έρευνα του Χέλας Τσάνελ α καλύπτει τις άγνωστες πτυχές της στυγερής δολοφαι της Γιάννας Καραγιώργη». Ευτυχώς που μέσα μοι 136


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

τιερίμενα ότι θα έβγαζαν λαγό, και το αντιμετωπίζω ψύ­ χραιμα. Η λύπη στάζει από το πρόσωπο του παρουσία­ ση). όπως η μύξα από το ρουθούνι. Αν δε βγάλει και τώ ­ ρα το μαντίλι να σκουπίσει τα δάκρυά του, δε θα το βγάλει ποτέ. Κι όμως δεν το βγάζει. Ίσως επειδή διαισθάνεται ότι και η υποκρισία έχει τα όριά της. «Σκοτάδι εξακολουθεί να καλύπτει την άγρια δολο­ φονία της Γιάννας Καραγιώργη, αγαπητοί τηλεθεατές. Η εμμονή της αστυνομίας να κρατάει κλειστά τα χαρτιά της έχει ξεσηκώσει σάλο. Ο σταθμός μας δέχτηκε σήμερα κα­ ταιγισμό τηλεφωνημάτων. Οι τηλεθεατές μας ζητούν απε­ γνωσμένα κάποια πληροφορία και διαμαρτύρονται για την αδιαφορία της αστυνομίας απέναντι στην κοινή γνώμη. Καταρχήν, παραμένει αναπάντητο ένα καίριο ερώτημα: ποια ήταν η αποκάλυψη-βόμβα που σκόπευε να κάνει στο δελτίο μας των δώδεκα η Γιάννα Καραγιώργη; Ας ακού­ σουμε όμως καλύτερα τη Μάρθα Κωσταράκου». Βγαίνει η Μάρθα Κωσταράκου και λέει για το τηλε­ φώνημα που της έκανε η Καραγιώργη. Λέει τα απαραί­ τητα, χωρίς σάλτσες. Ίσως γι’ αυτό να δείχνει τόσο άχρω­ μη δίπλα στον παρουσιαστή. «Γιατί η Καραγιώργη τηλεφώνησε στη Μάρθα Κωστα­ ράκου; Και γιατί της ζήτησε να συνεχίσει αυτή την έρευ­ να, αν της συνέβαινε κάτι; Ποιον φοβόταν η Γιάννα Κα­ ραγιώργη;» 0 παρουσιαστής κοιτάζει στο φακό, λες και περιμένει από τους θεατές να λύσουν το μυστήριο. «Οι ρεπόρτερ του σταθμού μας έψαξαν να βρουν απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα και έκαναν μια συνταρακτική ανα­ κάλυψη». Κάνει μια μικρή παύση, μετά στυλώνει το βλέμ­ μα, σα να μας κοιτάζει έναν-έναν χωριστά, και ρωτάει: «Κυρίες και κύριοι, θυμάστε αυτόν τον άνθρωπο;» Η εικόνα αλλάζει πάλι και πάμε στον περίβολο των δι­ καστηρίων, στην Ευελπίδων. Η κάμερα στέκεται πάνω σ’ 137


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

έναν κοντό, αδύνατο, άντρα. Φοράει σκούρο κοστι άσπρο πουκάμισο, γραβάτα και θυμίζει τραπεζικό ευθυντή δημόσιου ταμείου. Μα η εντύπωση αυτή < ρείται αμέσως, γιατί τα χέρια του είναι σε χειροπέδι δυο αστυνομικοί με πολιτικά τον κρατάνε από τα μ; τσα και τον σπρώχνουν για να τον βγάλουν από τον > των δημοσιογράφων. Τον αναγνωρίζω αμέσως. Εί\ Πέτρος Κολάκογλου. Η εικόνα αλλάζει πάλι. Μια κοριτσίστικη φωνή μι πίσω από ένα ψηφιδωτό, α π ’ αυτά που ρίχνουν ότα λουν να κρύψουν το πρόσωπο. Η φωνή που κάνει τις τήσεις είναι της Καραγιώργη. «Και μετά τι σου έκανε;» «Με χάιδεψε» απαντάει η κοριτσίστικη φωνή πίσω* το ψηφιδωτό. «Πού σε χάιδεψε;» Ακολουθεί παύση. Μετά, το κοριτσάκι ξεσπάει σε : ματα. «Η σκηνή που θα σας παρουσιάσουμε τώρα, κυρίει κύριοι, δε χρειάζεται σχόλιο. Μιλάει από μόνη της», ο παρουσιαστής. Έχει αλλάξει ύφος και είναι όλο γέλα. Η επιτυχία έδιωξε το πένθος. Κλάψαμε τη θεία θε όμως η ώρα της κληρονομιάς, και τρίβουμε τα χέρια Πίσω, στην Ευελπίδων. Ο Κολάκογλου, με συνα τους δυο αστυνομικούς, πηγαίνει προς την κλούβα, σκυφτό το κεφάλι και δεν κοιτάζει γύρω του. Καθώς ; σιάζει στην κλούβα, ένα τσούρμο ρεπόρτερ ορμάει του, με τα μικρόφωνα τεντωμένα σαν ξιφολόγχες. Μι στάρισσα είναι η Καραγιώργη. «Τι έχετε να πείτε για την απόφαση του δικαστής κύριε Κολάκογλου;» τον ρωτάει. Απότομα, ο Κολάκογλου σηκώνει το κεφάλι. Το β μα του καρφώνεται πάνω της. «Εσύ μ’ έκαψες, άτς 138


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

-της λέει με λύσσα. «Θα μου το πληρώσεις όμως! Θα μου to πληρώσεις ακριβά!» Δεν μπορεί να συνεχίσει, γιατί οι αστυνομικοί σπάνε τον κλοιό και τον σπρώχνουν στην χλοόβα. Η μηχανή μένει πάνω στην Καραγιώργη, που κοι­ τάζει πίσω από τον Κολάκογλου και χαμογελάει με ικα­ νοποίηση. Η εικόνα κόβεται και εμφανίζεται πάλι ο παρουσιαστής. « 0 Πέτρος Κολάκογλου, κυρίες και κύριοι, αποφυ­ λακίστηκε πρόωρα πριν από ένα μήνα, λόγω καλής δια­ γωγής. Η περίπτωση Κολάκογλου ήταν έμμονη ιδέα της Γιάννας Καραγιώργη. Τον θεωρούσε άτομο άκρως επι­ κίνδυνο. Είχε ήδη εκδώσει ένα βιβλίο με θέμα τον Κολά­ κογλου, αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι συνέχιζε τις έρευνές της και γι’ αυτό φοβόταν». Κοιτάζει το φακό μ’ ένα βλέμμα σοβαρό, γεμάτο σιωπή και σημασία, που αφήνει ανοιχτές όλες τις εκδοχές. «Ψάξαμε τον Κολάκο­ γλου, αλλά δεν τον βρήκαμε πουθενά. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται ή κανείς δε θέλει να μιλήσει». Απ’ αυτό το σημείο χάνω την επαφή με το γυαλί. Οι εικόνες κυλάνε μπροστά μου, αλλά εγώ δεν τις βλέπω. Τώρα όλο το πανελλήνιο πιστεύει ότι ο δολοφόνος της Κα­ ραγιώργη είναι ο Πέτρος Κολάκογλου. Από αύριο οι ρε­ πόρτερ όλων των καναλιών θα ξαμοληθούν να τον ψ ά­ χνουν. Κι αυτός που θα τον ανακαλύψει πρώτος, θα είναι το πιάτο ημέρας του καναλιού. Δεν περνάει μισό λεπτό και η σκέψη μου επιβεβαιώ­ νεται, τουλάχιστον ως προς το ένα σκέλος. «Ευτυχώς που υπάρχουν οι δημοσιογράφοι και φέρνουν στο φως κάποια πράγματα. Γιατί αν περιμέναμε από την αστυνομία...» ακούω την Αδριανή να μου λέει με περιφρόνηση και βι­ δώνομαι διπλά. Πρώτον, γιατί η αστυνομία μάς ταΐζει, μας ντύνει, σπουδάζει το παιδί μας, κι αυτή τη φτύνει. Εκεί που τρώμε δε φτύνουμε. Δεύτερον, γιατί το κάνει 139


F

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

επίτηδες, επειδή δε σημαιοστολίστηκα αρκετά για να φράσω τον ενθουσιασμό μου για τις μπότες της. J «Τι ξέρεις εσύ από έρευνες της αστυνομίας για να και γνώμη, μωρή χαρχάλω;» της φωνάζω έξαλλος. ; «Πώς μου μιλάς έτσι!» Έχει πεταχτεί όρθια από; αγανάχτηση. ? «Τι τους πέρασες τους αστυνομικούς; Σαν κι αυτόν μαλάκα που στήνεσαι και τον βλέπεις κάθε απόγευμο γαβγίζει; Αυτούς τους φτιάχνουν έτσι για να πείθουν τι κότες σαν κι εσένα!» ι «Δε σου επιτρέπω να μου μιλάς έτσι!» ι «Σκάσε, που θα σου ζητήσω και την άδεια. Μπρος,5 λε τις μπότες σου κι άντε να μου ετοιμάσεις να φάω) «Να ετοιμάσεις μόνος σου, κτήνος! Βάρβαρε!» Φεί τρέμοντας σύγκορμη, τη στιγμή που εγώ βουτάω το τ πεζάκι στη μέση του καθιστικού και το αναποδογυρ Μοιάζει με το τραπεζάκι που είχε στο σαλόνι της η Αν νακάκη, αλλά το δικό μας έχει κι ένα βάζο με λουλοά που κάνει μούσκεμα το χαλί. ί Βρήκα αφορμή, κι όσα είχα μαζεμένα όλη μέρα, τα f ζω πάνω της. Το έκανα όμως και επίτηδες, γιατί ήθελ$ της κόψω το βήχα. Ξέρω καλά τι με περιμένει. Θα i πρήξει το συκώτι. Κάθε ανοησία που θ’ ακούει στην* λεόραση για το φόνο της Καραγιώργη, θα θέλει ναι τσεκάρει και θα μου ζητάει λεπτομέρειες για τις έρευί Κι εγώ δεν έχω όρεξη να δίνω δυο αναφορές τη μέρα, j στον Γκίκα το πρωί και μια στην Αδριανή το βράδυ. I ρα θα μου κόψει την καλημέρα, τουλάχιστον για δύο ε$ μάδες. Κι εγώ θα την αράζω στο κρεβάτι, παρέα μι λεξικό, και θα βρω την ησυχία μου. ;>ί Κλείνω την τηλεόραση και προσπαθώ να βάλω σβίί ξη τις σκέψεις μου. Προφανώς, ο Κολάκογλου από λακίστηκε, αφού εξέτισε τα τρία πέμπτα της ποινής 1 140

ί


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Είχε απειλήσει ανοιχτά την Καραγιώργη, επ’ αυτού δε χω­ ράει αμφιβολία. Τριάμισι χρόνια στη φυλακή ζει με την ιδέα της εκδίκησης, αυτή τον κρατάει. Σ’ αυτό το διά­ στημα κυκλοφορεί και το βιβλίο της Καραγιώργη, που του ανεβάζει τα γράδα ακόμα πιο πολύ. Μόλις βγει έξω, μέ­ σα σ’ ένα μήνα, την καθαρίζει. Το ότι έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης είναι πρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο, όπως και το γεγονός ότι η Καραγιώργη φοβόταν για τη ζωή της. Είχε μάθει ότι ο Κολάκογλου είχε αποφυλακι­ στεί και γι’ αυτό φοβόταν. Το όλο στήσιμο μου πάει εξαι­ ρετικά, γιατί αφήνει απέξω τον Πετράτο. Βουτάς έναν παιδεραστή, που έχει κάνει τριάμισι χρόνια φυλακή, τον κλείνεις ξανά μέσα, για ισόβια αυτή τη φορά, και όλοι εί­ ναι ευχαριστημένοι, με πρώτο τον Γκίκα, που με πιστώ­ νει με καμιά εικοσαριά πόιντς. Καλά ώς εδώ, αλλά υπάρχει ένα αγκάθι στην υπόθε­ ση. Γιατί να ρισκάρει ο Κολάκογλου να μπει στο σταθμό για να σκοτώσει την Καραγιώργη; Κινδύνευε να τον ανα­ γνωρίσουν ανά πάσα στιγμή. Δε θα ήταν πιο εύκολο και πιο σίγουρο, αν την έστηνε νύχτα σε καμιά γωνιά και την καθάριζε; Ας πούμε όμως ότι πήρε το ρίσκο και μπήκε. Δε θα είχε μαζί του κανένα μαχαίρι για να τη σφάξει, ή σκοινί για να την πνίξει; Θα τ ’ άφηνε στην τύχη ελπίζο­ ντας ότι θα βρισκόταν η βάση του προβολέα για να κάνει τη δουλειά του; Δεν έχω καμιά συμπάθεια για τον Κολά­ κογλου, ευχαρίστως θα τον ξανάστελνα μέσα, άλλο όμως αυτό, κι άλλο να βουτάμε όποιον βρίσκουμε μπροστά μας. Αλλωστε, υπάρχει και το απειλητικό γράμμα που βρέθη­ κε στα χαρτιά της Καραγιώργη. Τον Κολάκογλου τον έλε­ γαν Πέτρο. Πώς ταιριάζει το «Πέτρος» με τον «Ν», που υπέγραφε τα γράμματα; Κι αφού δεν ταιριάζει, άρα υπήρ­ χε και κάποιος άλλος που απειλούσε την Καραγιώργη, εκτός από τον Κολάκογλου. 141


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Όλα αυτά με ζοχαδιάζουν, γιατί η βολική λύση π χα βρει, εκτός Πετράτου, δε μοιάζει, τελικά, τόσο β~ Βουτάω το τηλέφωνο και παίρνω το σταθμό. Από λεφωνήτρια, που μου απαντάει βαριεστημένα, ζητ με συνδέσει με τον Πετράτο. : «Ναι» ακούω μια κοφτή φωνή. «Αστυνόμος Χαρίτος, κύριε Πετράτο. Είδα το ρ· τάζ σας στις ειδήσεις για το φόνο της Καραγιώργη κ λω να τα πούμε. Μη φύγετε, σας παρακαλώ. Έ{ αμέσως». «Κατανοώ τη σπουδή σας» μου λέει ειρωνικά, τε, σας περιμένω». Ευκαιρία να ξεφύγω κι από το δίλημμα να ετο μόνος μου φαγητό και να ξεφτιλιστώ στην Αδριανή. φτομαι, μάλιστα, πως γυρίζοντας μπορώ να ρίξω κ σουβλάκια-απ’ όλα, που πολύ τα γουστάρω, α ντί' σπανακόρυζο, που το σιχαίνομαι. Άσε που θα βρ σκόρδο στα πενήντα μέτρα και η Αδριανή δε θα μ ' να κλείσει μάτι από την μπόχα όλη νύχτα.


16 Επιτέλους, βλέπω τον μουτζούρη σαν κανονικό τραπου­ λόχαρτο. Είναι ένας παχουλός σαραντάρης, με στρου­ μπουλά μάγουλα, μαλλί κομμένο κοντό στους κροτάφους και φουσκωτό στην κορυφή - σωστός μπουλούκος. Εμφανισιακά το παίζει σε δυο ταμπλό: σοβαρός διευθυντής ει­ δήσεων, με σκούρο γκρίζο κοστούμι, αλλά και άνετος δη­ μοσιογράφος, με πουλόβερ ζιβάγκο, χωρίς γραβάτες κι επισημότητες. Είμαστε στο κουβούκλιο, που είναι το γραφείο του Πετράτου, και δεν κάθομαι ακριβώς απέναντι του, αλλά διαγώνια. Απέναντι μου κάθεται ο παρουσιαστής του δελτίου, με το κοστούμι της χρησικαρπίας και το μαντί­ λι στο πέτο. Μου χαμογελάνε και οι δυο μαζί. Έ να χα ­ μόγελο γεμάτο συγκατάβαση για τον κακομοίρη τον μπάτσο, που ήρθε να προσκυνήσει. Εγώ κάνω τον βλάκα γιατί με βολεύει. «0 Κολάκογλου είναι ενδιαφέρουσα περίπτωση» λέω πολύ φιλικά. «Βέβαια, είναι πολύ νωρίς για να πούμε στα σίγουρα ότι αυτός είναι ο δολοφόνος. Χρειάζεται κι άλλο ψάξιμο». Κάνουν τράμπα τα χαμόγελά τους και ο Πετράτος ανασηκώνει τους ώμους. «Εμείς ψάχνουμε ήδη» μου λέει. «Ψάξτε κι εσείς. Στο κάτω-κάτω, το ψάξιμο είναι δική σας δουλειά». «Γι’ αυτό ήρθα να σας δω. Μήπως έχετε κι άλλα 143


I ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

στοιχεία, που δεν τα αποκαλύψατε ακόμα, και θα ρούσαν να βοηθήσουν στην έρευνα». «Εμείς δεν κρύβουμε άσους στο μανίκι, κύριε ac με» επεμβαίνει ο παρουσιαστής. «Ό,τι στοιχείο έχς το βγάζουμε στο φως, για να το μάθει η κοινή γνώμτ] 0 Πετράτος ακουμπάει τους αγκώνες στο γραφείο| κλειδώνει τα δάχτυλά του. «Ας μιλήσουμε ανοιχτά, Χαρίτο. Χτες ο κύριος Ντελόπουλος σας πρότεινε να| νεργαστούμε. Εσείς να μας ενημερώνετε κατά προτε τητα για την πορεία των ερευνών κι εμείς να σας δίν ό,τι στοιχεία έχουμε. Σήμερα το πρωί σάς έστειλα την| σταράκου. Εσείς όχι μόνο δεν της είπατε τίποτα, αλλά! ανακρίνατε κι από πάνω. Τώρα ζητάτε από μας vajj δώσουμε στοιχεία. Αυτά δεν πάνε μαζί, ξέρετε». $ «Δεν ενημέρωσα την κυρία Κωσταράκου, γιατί δε χα τι να της πω. Ψάχνουμε ακόμα στο σκοτάδι. Εσείς|| σκεστε ήδη ένα βήμα μπροστά μας». Μοιάζει σα να | γλείφω, αλλά δεν είναι γλείψιμο, είναι τακτικός ελιγ Όχι τύπου Εφ-Μπι-Άι, τύπου Ψωροκώσταινας. «Γι’j τό ήρθα να ζητήσω τη βσήθειά σας. Από αύριο το σπάνε τα τηλέφωνα. Κάθε τρία λεπτά κάποιος θα μ ας| ότι είδε τον Κολάκογλου. Δεν ξέρουμε πού θα τον Κολάκογλου αυτή η ομαδική υστερία. Πρέπει, 1 να τον βρούμε γρήγορα». «Διαφωνούμε και εδώ, κύριε Χαρίτο». Το ύφος το ο | λέει ότι είμαι άτομο με ειδικές ανάγκες, που του μαθ γράμματα. «Μακάρι ο κόσμος να ενδιαφερθεί τόσο ■ δολοφονία της Γιάννας Καραγιώργη, ώστε να βγει ι στους δρόμους και να ψάχνει τον δολοφόνο της. Αι θα ’ναι μόνο μια τεράστια δημοσιογραφική επιτ λά και μια αναγνώριση της προσφοράς της Γιάννας»ι| «Κι αν ο δράστης είναι κάποιος άλλος; Εντάξει, ι χουν επιβαρυντικά στοιχεία για τον Κολάκογλου, 144


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«κόμα δεν είμαστε σίγουροι ότι αυτός τη σκότωσε. Μπο­ ρεί να είναι αθώος». «Τι φοβάστε;» με ρωτάει ειρωνικά ο παρουσιαστής. «Μήπως σπιλώσουμε την τιμή ενός παιδεραστή, που κα­ ταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακή;» «'Οχι. Φοβάμαι ότι θα χάσουμε χρόνο ψάχνοντας λά­ θος άνθρωπο». «Καταρχήν δεν είναι δική μας δουλειά ν’ αποδείξου­ με την ενοχή του Κολάκογλου» επεμβαίνει ο Πετράτος. «Εμείς σας τον παραδίνουμε. Όλα τ ’ άλλα είναι δική σας δουλειά». Μ’ άλλα λόγια, σας φορτώνουμε τον Κολάκογλου, εσείς τρέχετε για ν’ αποδείξετε την ενοχή του, και στο μεταξύ εμείς φουσκώνουμε τα δελτία ειδήσεων και εισπράττου­ με πόντους θεαματικότητας. «Άδικα ανησυχείτε, πάντω ς» συνεχίζει ο Πετράτος. «Ενενήντα τα εκατό, αυτός είναι ο δολοφόνος. Αν δεν ήταν η Γιάννα, θα είχε γλιτώσει τη φυλακή. Είναι ο μόνος που είχε κίνητρο». «Κάνετε λάθος» του απαντώ ήρεμα. «Κίνητρο είχαν κι άλλοι. Ακόμα κι εσείς». Μένει μ’ ανοιχτό το στόμα και η εικόνα του μπουλού­ κου ολοκληρώνεται. Δεν μπορεί ν’ αποφασίσει αν το εί­ πα σοβαρά ή αστεία. Τελικά, μάλλον προτιμάει τη δεύ­ τερη εκδοχή, γιατί ξεσπάει σε τρανταχτό γέλιο. «Εγώ; Αστειεύεστε, βέβαια». Δεν του απαντώ, αλλά γυρίζω στον παρουσιαστή, που προσπαθεί ακόμα να συνέλθει από την έκπληξή του. «Μας αφήνετε μόνους, σας παρακαλώ;» 0 παρουσιαστής τα χάνει τελείως και δεν ξέρει τι να κάνει. Πιάνει όμως το νεύμα του Πετράτου και σηκώνεται. «Το ύφος σας δε μου αρέσει καθόλου, κύριε αστυνό­ με» μου λέει παγερά.

Ι


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Ούτε κι εμένα το δικό σας, όταν παρουσιάζετε δήσεις» του απαντώ και τον αφήνω σύξυλο. Ευχαρ θα βρόνταγε την πόρτα πίσω του, αλλά είναι από μίνιο και φοβάται μην πάρει μαζί του ολόκληρο τ βούκλιο. «Λοιπόν, κύριε αστυνόμε; Τι λόγο είχα να σκοτ' Γιάννα Καραγιώργη;» «Είχατε δεσμό μαζί της. Αυτή σας χρησιμοποίν’ ανέβει, κι όταν έφτασε εκεί που ήθελε, σας παρά Κάνει μια προσπάθεια να διατηρήσει το ειρων χαμόγελο, αλλά αποτυχαίνει, γιατί αυτό που άκου του άρεσε καθόλου. «Ποιος σας τα είπε αυτά;» «Ρωτήσαμε και μάθαμε. Αυτή είναι η δουλειά «Επειδή είχαμε ένα δεσμό μαζί και χωρίσαμε νίζω αυτό, δε με παράτησε, χωρίσαμε-, είναι λόγος για να τη σκοτώσω;» «Εγώ τ ’ άκουσα αλλιώς, κύριε Πετράτο. Δε χα σας παράτησε, όταν απέκτησε απευθείας πρόσβα κύριο Ντελόπουλο και έκανε ό,τι ήθελε, χωρίς να από σας. Έθιξε και τον ανδρικό και τον επαγγε σας εγωισμό. Θα θέλατε πολύ να της δώσετε ένα μα, αλλά είχε τις πλάτες του κυρίου Ντελόπουλο μπορούσατε ούτε να την ελέγξετε ούτε να την απ τε. Και όσο ήξερα εγώ την Καραγιώργη, σας το αυτό κάθε μέρα και σας έκανε έξαλλο». Αν είχα ' φωτογραφία του μουτζούρη, θα του την είχα κολλή μούρη, αλλά την άφησα στο γραφείο. Βράζει από το κακό του, αλλά προσπαθεί να ξει αδιάφορος. «Ό λα αυτά είναι δικές σας εικα στηρίζονται πουθενά». «Δεν είναι εικασίες. Είναι συμπεράσματα από θέσεις μαρτύρων. Η δολοφονία της Καραγιώργη


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

τα στοιχεία εγκλήματος πάθους. Αυτό ταιριάζει στονΚολάκογλου, ταιριάζει όμως και σ’ εσάς, που της γράφομε γράμματα και την απειλούσατε». Η έκπληξή του μοιάζει ειλικρινής, όσο ειλικρινής μπο­ ρεί να είναι ένας δημοσιογράφος. «Εγώ;» μου λέει μετά «πό ώρα. «Εγώ έγραφα γράμματα στη Γιάννα και την απειλούσα;» «Τα βρήκαμε στο συρτάρι του γραφείου της. Στο τε­ λευταίο την απειλείτε ανοιχτά ότι θα φάει το κεφάλι της». «Και τα υπογράφω εγώ αυτά τα γράμματα;» Τώρα είναι η σειρά μου να στριμωχτώ. «Τα υπογρά­ φατε μόνο με ένα “Ν”. Σας λένε Νέστορα, αν δεν κάνω λάθος». «Και επειδή βρήκατε μερικά απειλητικά γράμματα, που τα υπογράφει κάποιος “Ν”, βγάζετε το συμπέρασμα ότι τα έγραψα εγώ; Τι να σας πω, η αστυνομία θα πρέ­ πει να αισθάνεται πολύ περήφανη για σας». Καταπίνω την προσβολή και του λέω πολύ ήρεμα: «Εί­ ναι εύκολο να βρούμε ποιος έχει δίκιο. Τα γράμματα είναι χειρόγραφα. Δώστε μου ένα δείγμα του γραφικού σας χα­ ρακτήρα, να τον συγκρίνω μ’ αυτόν του επιστολογράφου». «Όχι» μου απαντάει έξαλλος. «Αν θέλετε δείγμα του γραφικού μου χαρακτήρα, να με πάτε για ανάκριση στην Ασφάλεια και να μου το ζητήσετε επίσημα, παρουσία του δικηγόρου μου! Αν όμως κάνετε λάθος, θα σας διασύρω δημόσια σε όλο το πανελλήνιο!» Και μαζί, όλη την αστυνομία. Από τον υπουργό και κα­ τέβαινε. Θα ’μαι τυχερός αν τη γλιτώσω με μετάθεση στη Φρουρά Επισήμων Προσώπων. «Πρέπει πρώτα να αποδείξετε ότι είχα την ευκαιρία να τη σκοτώσω. Η Γιάννα ήρθε στο σταθμό γύρω στις εντεΧάμισι. Εγώ είχα φύγει από τις δέκα. Τουλάχιστον τέσ­ σερα άτομα με είδαν να φεύγω». 147


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Σας είδαν να μπαίνετε στο ασανσέρ. Αυτό δε νει κατ’ ανάγκη ότι φύγατε». «Πού κρύφτηκα; Σε ντουλάπα ή σε κανένα ερμ «Στο γκαράζ» του απαντώ ψύχραιμα. «Κατεβή με το ασανσέρ στο γκαράζ, κρυφτήκατε εκεί και α· κατε πριν από το δελτίο των δώδεκα». Ώς εδώ τα πήγε αρκετά καλά, τώρα όμως χάνε ψυχραιμία του, πετάγεται πάνω και βάζει τις φωνές: τό δε θα μείνει έτσι. Δεν μπορείτε να εκτοξεύετε α· στατες κατηγορίες». «Ποιες κατηγορίες;» ρωτάω αθώα. «Δε μου ζι ν’ ανταλλάξουμε πληροφορίες; Σας δίνω αυτές που Μην παραπονιέστε». Ώσπου να καταλάβει ότι έπεσε μόνος του στη εγώ έχω βγει από το γραφείο. Καθώς διασχίζω την αίθουσα συντακτών, μερικοί ροί δημοσιογράφοι, που δουλεύουν ακόμα, γυρίζο­ με κοιτάζουν περίεργοι. Βγαίνω, χωρίς να τους δώσ μασία. Έχω πατήσει το κουμπί του ασανσέρ, όταν β από το βάθος να έρχεται η Κωσταράκου. Κρατάει πελλο με αχνιστό καφέ. «Γεια σας» μου λέει τυπικά και πάει να με π ράσει. Αφήνω το ασανσέρ και την πλησιάζω. «Είσαι σίγουρη ότι η Καραγιώργη δε σου είπε άλλο στο τηλέφωνο;» Κουμπώνεται αμέσως. «Ό,τι ήξερα, σας το είπα ρα το πρωί» μου απαντάει ψυχρά. «Δεν ξέρω τίπ λο. Εξαιτίας σας βρήκα τον μπελά μου με τον Πετ, «Είπες στον Πετράτο για τη φωτογραφία που σου ξα;» «Όχι, βέβαια. Αν του είχα πει και για τη φωτογθα με είχε σκολάσει με τη φούρκα που είχε». «Αν η Καραγιώργη σού μίλησε στο τηλέφωνο 148


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

έρευνα που ετοίμαζε, καλύτερα να μου το πεις τώρα πριν είναι πολύ αργά». Δεν μπαίνει καν στον κόπο να μου απαντήσει. Μου ρί­ χνει ένα θυμωμένο βλέμμα, γυρίζει και απομακρύνεται. Βγαίνω από το ασανσέρ και πέφτω πάνω στον πεζο­ ναύτη από τα Πετράλωνα. Προβάλλει πάλι το εκτόπισμά του κρατώντας χέρια-πόδια ανοιχτά. «Πάλι εδώ είμαστε; Έχουμε εξελίξεις;» «Γιατί στέκεσαι συνέχεια με τα πόδια σαν τσατάλια; Σύγκαμα έχεις;» τον ρωτάω και πάω για σουβλάκια.


17 «Το προφάιλ, πάντως, ταιριάζει». Αυτό το «προφάιλ» μού το ξεφουρνίζει για πρ„ ρά. Το σημειώνω για να ψάξω στο λεξικό της Οξφ Είναι εννιάμισι το πρωί και δίνω αναφορά στον Γκί τον Κολάκογλου. Έ χει μυριστε'ί ότι δεν κατάλα «προφάιλ» και περιμένει να δει πώς θ’ αντιδράσω όμως ψυλλιάζομαι τι θέλει να μου πει -ότι ο Κολά μας κάνει για δολοφόνος-, κι αρχίζω να του αρ αμέσως τι δεν κολλάει. Δεν κολλάει ότι ο Κολάκ μπήκε στο σταθμό, ενώ κινδύνευε να τον αναγνω Δεν κολλάει ότι πήγε χωρίς φονικό εργαλείο, ενώ νε για να σκοτώσει. Του θυμίζω ακόμα ότι ο Κ ολ' δεν είναι ο μόνος ύποπτος. «Ξέρω» μου λέει. «Έχουμε και τον άγνωστο ‘ τα γράμματά του». «Ξέρετε πώς λένε τον Πετράτο; Νέστορα...» Με κοιτάζει σιωπηλός. Στο μυαλό του προσπ συνδυάσει τον μουτζούρη της φωτογραφίας με στορα της αλληλογραφίας, και του ταιριάζει, όπ ριαξε και σ’ εμένα. «Μακριά από τον Πετράτο» | ει. «Δε θα τον αγγίξεις, αν δε μου φέρεις επιβαρυντικά στοιχεία, για να με πείσεις. Δεν έχω ;, να τραβιέμαι με τον υπουργό». Το ύφος του με κόβει και δεν τολμάω να του τη συζήτηση που είχα με τον Πετράτο χτες το βί 150


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

μάθει, μάλιστα, ότι του ζήτησα δείγμα του γραφικού το©, χαρακτήρα, τότε είναι που θα με κρεμάσει. «Βρες γρήγορα τον Κολάκογλου και κλείσ’ τον μέσα». Κλασικός τρόπος προϊσταμένου να λέει στον υφιστά­ μενό του: «Εντάξει, είπες τις μαλακίες σου, κάνε τώρα αυτό που πρέπει». Θέλει κι αυτός τη βολική λύση, όπως χι ο Ντελόπουλος, ο Πετράτος, ο παρουσιαστής, όλοι. Ού­ τε μπλεξίματα ούτε υπουργικές παρεμβάσεις λόγω ανά­ μειξης επιφανών πολιτών. Η σίγουρη λύση είναι το ρεμά­ λι. Πάντα. «Το μόνο επιβαρυντικό στοιχείο για τον Κολάκογλου είναι ότι απείλησε την Καραγιώργη μετά τη δίκη. Κι αν αποδείξει ότι ήταν αλλού την ώρα του φόνου;» «Το άλλοθι ενός παιδεραστή με βεβαρημένο ποινικό μητρώο δε μετράει» μου απαντάει. «Στο κάτω-κάτω, έπρεπε να κάτσει έξι χρόνια φυλακή και γλίτωσε με τα μισά. Δε θα πάθει τίποτα αν μείνει άλλες δυο^τρεις βδο­ μάδες στη στενή, μαθημένος είναι». Δεν έχει νόημα να συζητάω. Τα μαζεύω και ετοιμάζο­ μαι να φύγω. «Ακόμα δεν μπήκες στο νόημα, ε;» Βλέπει ότι τον χοιτάζω με απορία και συνεχίζει, χωρίς να κρύβει ότι διασκεδάζει με τη βλακεία μου. «Κλείσε μέσα τον Κο­ λάκογλου. Μπορεί να είναι ο φονιάς, μπορεί και όχι. Εμείς θα δηλώσουμε ότι τον κρατάμε για να τον αναφίνουμε. Στο μεταξύ αυτοί θα βγάζουν τ ’ άπλυτα του πη φόρα. Θα ξεσκαλίσουν τη δίκη από την αρχή, θα βα­ ράνε τις πόρτες των κοριτσιών που βίασε, για να πάρουν συνεντεύξεις. Αν στο τέλος αποδειχτεί ότι ο φονιάς εί•οαο Κολάκογλου, τότε βγαίνουμε και λέμε ότι χρωστάμε ν επιτυχία στην πολύτιμη συνεργασία των ΜΜΕ και είι όλοι ευχαριστημένοι. Αν πάλι δεν είναι ο ΚολάκοW>, τότε παρουσιάζουμε τον πραγματικό δολοφόνο, κι 151


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

αστοί τρέχουν και δε φτάνουν. Και στις δυο περιτ είμαστε κερδισμένοι». Μπράβο, ρε Γκίκα! Τώρα καταλαβαίνω γιατί αιι νε διευθυντής κι εγώ έμεινα απλός προϊστάμενος. Σ εισπράττει χαμόγελα θαυμασμού από μένα, αλλά ι φορά τού αξίζει. Το βλέπει και βάζει τα γέλια ει στημένος. «Όσο για τον Πετράτο, μπορείς να τον ψάξεις, απέξω-απέξω. Διακριτικά» μου λέει γενναιόδωρα, του ’φτιαξα το κέφι. «Και φρόντισε να μάθεις τι είν προφάιλ. Σε κάνα-δυο χρόνια θα το χρησιμοποιούμε Φοβόμουν το ρεζίλεμα από τις ξεπλυμένες Ε γγ και το βρήκα από τον Γκίκα. Ανοίγω την πόρτα και νω, με το ηθικό μου κουρελιασμένο. Το κοπάδι των ρεπόρτερ είναι μαζεμένο στο δ' μο και περιμένει. Είδαν ότι χτες δεν έβγαλαν τίποτε μένα, και σήμερα χτυπάνε την πόρτα του κηδεμόνα· μήπως μάθουν α π ’ αυτόν. Ανάμεσά τους είναι και η σταράκου, αλλά αυτή δε συμμετέχει στο ομαδικό, κλητικό, βλέμμα που μου ρίχνουν οι άλλοι. Αποφεέ με κοιτάξει. Λέω στον Θανάση να έρθει. Δεν έχουμε μιλήσει: χτες το απόγευμα και με κοιτάζει φοβισμένα. Νομί θ’ ανοίξω κουβέντα για το ραντεβού του με την Κ γιώργη. Μόλις του λέω ότι θέλω μια εκτεταμένη για τον Κολάκογλου, με διανομή της φωτογραφίας:’ σήμα στα περιπολικά και όλα τα συναφή, ανακουφ'’ σα ν’ άδειασε μετά από δέκα μέρες δυσκοιλιότητα, καλός στα οργανωτικά. Φτάνει να μην τον βγάλεις α γραφείο και σ’ τα κάνει μούσκεμα, είτε από ανικα* είτε από καντεμιά. όπως με την Καραγιώργη. Τοακόμα να μάθει πού μένει η μάνα του Κολάκογλου: μου ετοιμάσει ένα περιπολικό με συνοδεία. 152


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Θέλετε και ένταλμα έρευνας;» «Σιγά να μη χρειάζομαι ένταλμα έρευνας για να ψά­ ξω το σπίτι ενός παιδεραστή. Αυτό μας έλειπε». Το κρουασάν είναι ακόμα πάνω στο γραφείο μου, μέ­ σα στο σελοφάν. Το ανοίγω και παίρνω μια δαγκωνιά. Το βράδυ σουβλάκι, το πρωί κρουασάν. Να δούμε πότε θα μας δίνουν τα σουβλάκια τυλιγμένα σε κρουασάν, με τζα­ τζίκι, ντομάτα και κρεμμύδι. Μου θυμίζει κάτι πίνακες που δείχνουν τους οπλαρχηγούς στην αυλή του Όθωνα, ντυμένους με φουστανέλα και φράκο από πάνω. Το προφάιλ ταιριάζει, που θα ’λεγε και ο Γκίκας. Δαγκώνω το κρουασάν και πιάνω το πάκο με τα έγ­ γραφα. Αρχίζω με την έκθεση του Μαρκίδη. Δε μου λέει τίποτα καινούργιο, εκτός από το ότι η Καραγιώργη είχε φάει περίπου δυο ώρες πριν από το φόνο, πράγμα που επιβεβαιώνει όσα μου είχε πει χτες ο Θανάσης. Ο φόνος έγινε μεταξύ έντεκα και δώδεκα. Και αυτό το ξέρω. Αφή­ νω την ιατροδικαστική έκθεση και περνάω στο αρχείο από τον υπολογιστή της Καραγιώργη. Ούτε εδώ βρίσκω κάτι που να μου κινεί το ενδιαφέρον. Άρθρα, συνεντεύξεις και ιδέες για θέματα. Δεν υπάρχει τίποτα για τον Κολάκογλου. Ούτε και στα χαρτιά της υπήρχε. Τι διάολο, έκανε έρευνα και δεν κρατούσε ούτε μια σημείωση; Έχω φτά­ σει στο τέλος του πάκου, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. «Χαρίτος». «Χαρίτου» ακούω μια γυναικεία φωνή να μου λέει γ ε ­ λώντας και αναγνωρίζω τη φωνή της Κατερίνας. Τα τηλεφωνήματα με την Κατερίνα είναι αραιά, γιατί δεν έχει τηλέφωνο στο σπίτι που μένει και δεν μπορούμε να την πάρουμε εμείς. Μας τηλεφωνάει αυτή κάθε βδο­ μάδα, συνήθως βράδια, στο σπίτι. Στο γραφείο με παίρ­ νει σπάνια. Γι’ αυτό, κάθε φορά που με παίρνει, με πιά­ νει μια ανησυχία, μήπως της συμβαίνει τίποτα. 153


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Τι νέα, μπαμπάκα;» Η φωνή της ακούγεται; μενη, ξένοιαστη. «Ό πως τα ξέρεις, κοριτσάκι μου. Τρεχάματα.j| και με πήρες πρωί; Συμβαίνει τίποτα;» Καλύτερα> βαιωθώ. «Τίποτα δε συμβαίνει, μια χαρά είμαι. Πήρα · μαμά στο σπίτι κι έμαθα ότι τα τσουγκρίσατε πό Αν είχα μπροστά μου την Αδριανή, θα την είχα% σει γενεές δεκατέσσερις. Τι θέλει και το φαρμα» παιδί; Όταν είσαι μακριά, όλα σου φαίνονται με ρα α π ’ ό,τι είναι. «Έλα, ρε μπαμπά. Αφού την ξέρεις. Είναι μέ πω κι εγώ από το σπίτι, και είναι συνέχεια σ τη ν Αρπάζεται με το παραμικρό». «Το ξέρω, αλλά ώρες-ώρες μου σπάει τα νεύρα^ αχαριστία της». «Είναι λίγο μη μου άπτου, αλλά μη δίνεις Κοίταξε να τα βρείτε. Δεν αντέχω να ξέρω ότι είο λωμένοι και δε λέτε κουβέντα». «Εντάξει, θα κάνω μια προσπάθεια». Το λέω | στόμα, γιατί είχα στήσει ολόκληρο στρατηγικό σχέ§) να βρω την ησυχία μου, και τώρα πρέπει να one ατάκτως. Δεν μπορώ όμως να πω όχι στην Κατερίι «Είσαι γλύκας» φωνάζει, ενθουσιασμένη που ■ τάφερε, κι εγώ λιώνω. «Κι επειδή είσαι ο πιο γλυ> μπάς του κόσμου, θα σου πω κάτι ακόμα. Ο Σκ καθηγητής του Ποινικού, μου πρότεινε να μ ε : διδακτορικό. Μου είπε, μάλιστα, ότι κάπου θα ξε σει κανένα κονδύλι για να δουλεύω στο τμήμα κ αι; ρώνομαι». «Μπράβο, κούκλα μου!» Θέλω να φωνάξω, < νή μου πνίγεται από το καμάρι και τη συγκίνηση.^ «Αυτό σ’ το φύλαξα τελευταίο για να σου 154


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

χέφι. Άντε, κλείνω τώρα, γιατί θα φάω το μεσημεριανό μου 0X0 τηλεφώνημα. Έχεις χαιρετίσματα από τον Πάνο». Δεν το έχουμε κουβεντιάσει ποτέ, αλλά ξέρει ότι δε χω­ νεύω αυτόν τον παιδοβούβαλο που σέρνει δίπλα της. Μου lit ι όμως πάντα τα χαιρετίσματά του. Είναι ένας τρόπος για να μου δείχνει ότι είναι ακόμα μαζί του. «Να του πεις κι εσύ τα δικά μου» της λέω, ευγενικά μεν. στριμόκωλα δε. Ακούω τη γραμμή να κλείνει και κατεβάζω το ακου­ στικό. Έχουν φύγει όλοι από τη σκέψη μου, η Καραγιώργη, ο Κολάκογλου, ο Πετράτος, όλοι, κι έχει μείνει μόνο η Κατερίνα. Τι είναι στο κάτω-κάτω; Η κόρη ενός αστυνο­ μικού, που ξεκίνησε από αστυφύλακας, του πήρε είκοσι πέντε χρόνια για να φτάσει προϊστάμενος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, και δεν μπόρεσε ποτέ να μάθει τα κόλπα για να κάνει το μεγάλο άλμα. Ούτε τα πολλά φόντα είχε ούτε σε καλά σχολεία πήγε, το λύκειο της γειτονιάς της έβγαλε, με κανένα φροντιστήριο από δίπλα, κι αυτό μόνο στην τρίτη λυκείου πριν από τις Πανελλαδικές. Και νά που τώρα της προτείνουν να κάνει διδακτορικό, πριν ακόμα πάρει το πτυχίο. Κοίτα να δεις, τι κάνω τώρα, λέω μέσα μου. Μειώνω τον εαυτό μου, τον ταπεινώνω για να μεγαλώσω τη χαρά μου, να καμαρώσω ακόμα πιο πολύ. Κάνω μια προσπάθεια να προσγειωθώ πάλι, γιατί εί­ μαι έτοιμος να μουντζώσω το λαγωνικό, τον μουτζούρη και τον παιδεραστή. Από το εσωτερικό φωνάζω τον Σω­ τήρη. Του λέω να κάνει μια έρευνα σχετικά με τον Πετράτο. Ποια είναι η αυλή του στο σταθμό, με ποιους έχει κόντρες, ποιες παρέες έχει, σε ποια στέκια κυκλοφορεί. Και προπαντός τι ώρα έφυγε από το σταθμό το βράδυ του φόνου, αν τον είδε κανείς να φεύγει, και πού πήγε με­ τά. Όλα αυτά όμως διακριτικά, χωρίς να το πάρει είδηση. Όταν φεύγει ο Σωτήρης, διαπιστώνω ξαφνικά ότι όλα 155


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

στη ζωή μου πρέπει να τα κάνω διακριτικά, και δ μαι. Πρέπει να είμαι διακριτικός με τον Πετράτ μπορεί να το μάθει ο Ντελόπουλος και να με στρ Πρέπει να είμαι διακριτικός με την Αδριανή, γιατί νοχωρηθεί η Κατερίνα. Πρέπει να είμαι διακριτικός! Γκίκα, για να μη μου κόψει τα πόιντς. Ευτυχώς πο νάσης με ειδοποιεί ότι το περιπολικό είναι έτοιμο σταματάει από τον κατήφορο. 1

156


18 Δε βρέχει, αλλά ο ουρανός κι εγώ μοιραζόμαστε τον Τσιτσάνη. Αυτός έχει συννεφιές κι εγώ ακεφιές. Η μάνα του Κολάκογλου μένει στην Καλλιθέα, στην οδό Αργοναυτών, που είναι παράλληλος της Δαβάκη. Λέω στον οδηγό να βάλει μπρος τη σειρήνα, γιατί ώσπου να διασχίσουμε τη Βασιλέως Κωνσταντίνου, να βγούμε στην Αμαλίας και να πάρουμε τη Θησέως, θα φάμε μια ώρα. Ευτυχώς, η Θη­ σέως δεν είναι πηγμένη και κόβουμε πάλι τη σειρήνα, για­ τί μου σπάει τα νεύρα. Φτάνουμε εύκολα στη Δαβάκη. Από εκεί ώς την Αργοναυτών δε μας παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Η Κολάκογλου μένει στον δεύτερο όροφο μιας τετραώ­ ροφης πολυκατοικίας. Είναι μια φτηνή κατασκευή, που έχει αρχίσει να ξεφτάει. Οι βεράντες έχουν σιδερένια κάγκελα χαι γεράνια. Ο εργολάβος έκανε οικονομία στα κάγκελα και οι ένοικοι στα λουλούδια. Λέω στον αρχιφύλακα που είναι μαζί μου, να χτυπήσει κάποιο άλλο κουδούνι. Όχι πως θα ’ναι μέσα ο Κολάκογλου, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να τον ειδοποιήσουμε, άθελά μας, και να μας το σκάσει. 0 δεύτερος όροφος έχει τέσσερα διαμερίσματα. Της Κολάκογλου είναι δίπλα στο ασανσέρ. Ανοίγει αμέσως την πόρτα, λες και μας περίμενε. Είναι μια ζαρωμένη, ασπρομάλλα, που φοράει μαύρα. Μπορεί να πενθεί τον άντρα της. Μπορεί να πενθεί και για τη συφορά που τη βρήκε, εδώ και τέσσερα χρόνια. Εμένα δε με ξέρει, αλλά 157


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

μόλις βλέπει τους υπόλοιπους με στολή, κοκαλ' σπρώχνω στην άκρη και μπαίνω στο διαμέρισμα. «Ψάξτε!» λέω στους άλλους με άγριο ύφος. « τα όλα άνω-κάτω!» Τι να κάνουν άνω-κάτω, δηλαδή, ένα τριάρι εί* θιστικό, δυο κρεβατοκάμαρες, κουζίνα και μπάνιο, λύ εβδομήντα τετραγωνικά. Η πρώτη κρεβατοκά ναι της μάνας, η δεύτερη του γιου. Μπαίνω στη δε Το κρεβάτι είναι στρωμένο με κάλυμμα και κεντημ ' ξιλάρι. Στο κομοδίνο υπάρχει ένα ξυπνητήρι, ένα φωνάκι μπαταρίας και ένα κουτί χάπια Υπνοστεντόν γω την εντοιχισμένη ντουλάπα. Τρία κοστούμια, χρησικαρπίας, αλλά ετοιματζίδικα, και πέντε που που ο Σωτηρόπουλος δε θα τα φορούσε ποτέ, γ είναι Αρμάνι, μυρίζουν βιοτεχνία. Όλα κρεμασμ σειρά και με κενό ανάμεσα τους, για να μην τσ νται. Η σχολαστικότητα της νοικοκυράς. «Δεν είναι εδώ. Σας τ ’ ορκίζομαι» ακούω πίσω κλαψιάρικη φωνή της. Γυρίζω απότομα. «Πού είναι;» τη ρωτάω άγρ «Δεν ξέρω». «Ξέρεις και μου το κρύβεις». «Όχι, σας ορκίζομαι. Δεν ξέρω και ανησυχώ». «Αν θέλεις το καλό του, πες του να μην κρύβ τί θα φάει το κεφάλι του. Πάει φουλαριστός για «Γιατί να πάει ισόβια; Τι έχει κάνει;» Δεν απαντώ, γιατί δεν ξέρω την απάντηση. «Π είδες τελευταία;» «Τη μέρα που σκότωσαν την - » Το όνομα της γιώργη δεν της βγαίνει. «Τη μέρα που σκότωσαν? Έλειπε από νωρίς τ ’ απόγευμα. Το βράδυ τον π~ αλλά δε γύρισε. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ; ναι καλά και να μην ανησυχώ». 158


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Τι ώρα σε πήρε;» «Γύρω στη μία τα μεσάνυχτα. Είχα πέσει για ύπνο και ξύπνησα». Είδε το «ντοκουμέντο» του Σπεράντζα και φρόντισε να εξαφανιστεί. Επειδή σκότωσε την Καραγιώργη ή επει­ δή τρόμαξε που τ ’ άκουσε στην τηλεόραση κι έτρεξε να κρυφτεί; «Πού μπορεί να κρύβεται; Έχει φίλους, συγγενείς;» «Κανέναν δεν έχουμε. Όλοι μάς έκλεισαν την πόρτα. Απομείναμε δυο κούκοι μόνοι». Το ζαρωμένο κορμί της σωριάζεται στο κρεβάτι κι αρχίζει να κλαίει. «Ούτε ένα μήνα δεν έμεινε στο σπίτι του. Έφυγα από την παλιά μας γειτονιά και ήρθα εδώ, που δεν τον ξέρει κανείς, για ν’ αλλάξει περιβάλλον και να ξεχάσει. Και σ’ ένα μήνα έγι­ νε πάλι κυνηγημένο αγρίμι». «Παλιά πού μένατε;» «Στο Κερατσίνι. Αλλά είχα γίνει δαχτυλοδεικτούμενη και δεν μπορούσα να μείνω άλλο». 0 αρχιφύλακας μπαίνει και μου κάνει νόημα ότι δε βρή­ καν τίποτα. Δεν περίμενα ότι θα έβρισκαν. Απλώς, ήταν τέχνασμα. Αν τη ρωτήσει κανένας δημοσιογράφος, θα πει ότι ήρθαμε και τον ψάξαμε. Βουλώνω στόματα, όπως θα ’λεγε κι ο Γκίκας. «Να πεις στον γιο σου να μην κρύβεται. Αργά ή γρή­ γορα θα τον βρούμε. Το μόνο που κάνει, είναι να επιβα­ ρύνει τη θέση του». . «Αν με πάρει, θα του το πω» μου απαντάει, κλαίγοντας πάντα. Ακόμα κι αν του το πει, αυτός θ’ ακολουθή­ σει το νόμο της φυλακής, που σου μαθαίνει να κρύβεσαι, είτε είσαι ένοχος είτε όχι. Όταν γυρίζω στο γραφείο, βρίσκω τον Σωτηρόπουλο στημένο μπροστά στην πόρτα να με περιμένει. «Πώς κι είσαι δω τέτοια ώρα; Ξέμεινες από ρεπορτάζ;» 159


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Συνήθως, μετά τη μία έχουν εξαφανιστεί όλοι. Πηγ στα κανάλια για να ετοιμάσουν τα ρεπορτάζ τους. Γελάει και μπαίνει πίσω μου στο γραφείο. « σειρά μου να κάνω μια αποκάλυψη-βόμβα». Κάθεται και τεντώνει τα πόδια του με ηδονή, πως δεν άκουσα αυτό που μου είπε, και ξεφυλλίζω γραφα που είχα διαβάσει το πρωί, σα να κάνω εψη στο μάθημά μου. «Λέγε γρήγορα, γιατί πνίγομαι». «Μεταξύ μας, τελείως ειλικρινά. Πιστεύεις ότι τωσε ο Κολάκογλου;» με ρωτάει. «Δεν ξέρω. Προσπαθούμε να τον εντοπίσουμε, τον βρούμε και τον ανακρίνουμε, θα σου πω». Βάζει πάλι τα γέλια. «Θα χάσετε τον καιρό σ τές είναι μαλακίες του Πετράτου. Μόνο ένας ηλίθ τον Πετράτο θα έβγαζε στον αέρα τέτοια πατάτα «Δεν είναι καθόλου πατάτα. Είχε απειλήσει την Καραγιώργη, το ξέχασες;» «Κρίμα, σε είχα για πιο έξυπνο. Ο Κολάκογ. ένα ανθρωπάκι. Βιτσιόζος, αλλά ανθρωπάκι. Έ δουλειά του με καραμέλες και σοκολάτες. Τον σαι να σκοτώνει, και μάλιστα με τέτοιο άγριο τρό που δεν αποκλείεται να έπεσε και θύμα». «Θύμα;» Κατάφερε να με κάνει να τον προσέξω. Πίσω στρογγυλά γυαλάκια, το βλέμμα του λάμπει πον του Χίμλερ όταν ξετρύπωνε Εβραίους, κρυμμένους φίτες. «Έχεις περάσει τελευταία από το φοροτεχν φείο του Κολάκογλου;» «'Οχι. Ούτε τώρα ούτε και πιο παλιά. Δεν έχω; σει ποτέ». «Θα βρεθείς μπροστά σ’ ένα τεράστιο γραφ


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

λογιστικά και φορολογικά. Έχουν χεστεί στο χρήμα. Και ξέρεις ποιοι το ’χουν;» «Ποιοι;» «Οι γονείς των δύο κοριτσιών. Έκαναν κολεγιά και το κράτησαν». Σωπαίνει και με κοιτάζει. Ξέρω ότι θα συνε­ χίσει και περιμένω. «Ποιος μου λέει ότι δεν του έριξαν τη ρετσινιά για να του φάνε το μαγαζί; Ο Κολάκογλου αγα­ πούσε τις δυο μικρές, δεν το ’κρύψε ποτέ. Δεν ήταν δύ­ σκολο για τους γονείς να πείσουν ότι τα γλυκά και τα δώ­ ρα του είχαν άλλο σκοπό. Δυο παιδάκια τα δασκαλεύεις εύκολα. Δε λέω ότι έγινε σίγουρα έτσι, αλλά αξίζει τον κόπο να το ψάξει κανείς. Τα δυο κοριτσάκια θα βγάζουν τώρα το γυμνάσιο. Αν καταφέρω και τους μιλήσω, μπο­ ρεί σήμερα να μου τα πουν τελείως διαφορετικά». Τα είπε μονορούφι. Παίρνει ανάσα και με κοιτάζει πο­ λύ περήφανος. Σκέφτομαι πως ώσπου να βρούμε τον δο­ λοφόνο της Καραγιώργη, στο δρόμο θα μαζέψουμε καμιά δεκαριά μηνύσεις, κάνα-δυο αυτοκτονίες και βάλε. «Αν βγω σωστός, αυτή θα είναι η χαριστική βολή για τον Πετράτο. Είναι που είναι για φύσημα». «Ποιος; Ο Πετράτος;» «Καλά, δεν το ξέρεις; Ο Ντελόπουλος τον είχε για από­ λυση. Μεσολάβησε όμως ο φόνος της Καραγιώργη και τη γλίτωσε προσωρινά. Γι’ αυτό ξεσήκωσε τη φασαρία με τον Κολάκογλου. Θέλει απεγνωσμένα μια επιτυχία για να κρατήσει την καρέκλα του. Αλλά κι εδώ έπαιξε λάθος». Παίρνει πάλι το πονηρό του ύφος και με κοιτάζει. «Οι κα­ κές γλώ σσες λένε, μάλιστα, ότι ο Ντελόπουλος προόριζε ην Καραγιώργη για τη θέση του». «Γιατί δε μου τα ’πες χτες όλα αυτά;» τον ρωτάω αυ°τηρά. «Τι να σου ’λεγα; Χτες δεν υπήρχε ο Κολάκογλου. Αυτός μας προέκυψε το βράδυ». Αισθάνεται ότι μ’ έχει 161


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

αφήσει άφωνο και το πρόσωπό του λάμπει. «Χτες < είπα τίποτα, γιατί δεν ήξερα τίποτα. Σήμερα π ο υ . έρχομαι και σ’ τα λέω. Αυτό δείχνει τις καλές μοι*| θέσεις». Σηκώνεται, αλλά δε φεύγει. Στέκεται και | τάζει. «Μου χρωστάς» μου λέει αργά. Δεν είχα, βέβαια, την αυταπάτη ότι όλα αυτά είπε από γενναιοδωρία. «Εντάξει, αλλά μπορώ δώσω μόνο μεταχρονολογημένη επιταγή. 'Οταν μάθ{| τι, θα σου πω». «Έλα τώρα. Τι έμαθες από τη μάνα Κολάκογλοι ρωτάει με ύφος που δείχνει ότι τα ξέρει όλα. «Τίποτα. Εξαφανίστηκε τη μέρα του φόνου και < ναγύρισε στο σπίτι του. Πήρε μόνο τηλέφωνο και ε&| είναι καλά. Έτσι λέει, τουλάχιστον, η μάνα». Με κοιτάζει καχύποπτα. Δε με πιστεύει, αλλά < τον καίει ιδιαίτερα, γιατί είχε άλλο σκοπό. Ή θελε' λει αναξιόπιστο τον Πετράτο και το πέτυχε. Γιατί^ τράτος βγαίνει συνέχεια μπροστά μου; Χωρίς να το*1 ο Σωτηρόπουλος μου έδωσε και ένα πρόσθετο Η Καραγιώργη ήθελε να του φάει τη θέση κι a t άλλον ένα λόγο για να τη μισεί. Ποιος άντρας δ ε 1 σούσε την γκόμενα που πρώτα τον εκμεταλλεύετο τον φτύνει, και στο τέλος του τρώει και το πόστο; Όταν φεύγει ο Σωτηρόπουλος, φωνάζω τον Θε του λέω να στείλει σήμα στα αστυνομικά τμήματα < ρατσίνι, στο Πέραμα και στη Νίκαια, για να ψάξε Κολάκογλου. Λογικά δε θα πήγαινε εκεί που τον όλοι, αλλά σ’ αυτή τη δουλειά βρίσκεις πολλές φορέ εκεί που δεν το περιμένεις.

162


19 Όπως κάθε απόγευμα, τη βρίσκω μπροστά στην τηλεό­ ραση, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Λέω να πάω κατευ­ θείαν στην κρεβατοκάμαρα, να την αράξω με το λεξικό μου. αλλά θυμάμαι την υπόσχεση που έδωσα στην Κατε­ ρίνα και μπαίνω στο καθιστικό. «Καλησπέρα». Δε μου απαντάει, ούτε γυρίζει να με κοιτάξει. Μόνο στυλώνει ανεπαίσθητα το κεφάλι, τεντώνει, ταυτόχρονα, την κάτω γνάθο -όπω ς θα ’λεγε και ο Μαρκίδης-, ενώ το χέρι της σφίγγει το τηλεκοντρόλ, σημάδι ότι με άκουσε, αλλά είναι αποφασισμένη να με αγνοήσει. Ξέρω, δεν της φτάνει που έκανα το πρώτο βήμα με το «καλησπέρα», θέλει να καθίσω δίπλα της και να την αρχίσω στις γαλι­ φιές, αυτή να μου κουνιέται και να μου λέει ότι δεν μπο­ ρεί να υποφέρει άλλο τους βάρβαρους τρόπους μου, εγώ να της λέω ότι έχει δίκιο, αλλά φταίει η πίεση και η υπε­ ρένταση της υπηρεσίας, κι αφού φάμε έτσι κάπου τρία τέ­ ταρτα της ώρας, στο τέλος να ενδώσει με μεγάλο κόπο, λέγοντας ότι είναι η τελευταία φορά που υποχωρεί, ενώ στην πραγματικότητα είναι πάντα η προτελευταία, η τε­ λευταία δεν έρχεται ποτέ. Την πάτησε όμως, γιατί η κα­ λησπέρα που της είπα με βγάζει από την υποχρέωσή μου απέναντι στην Κατερίνα και δε σκοπεύω να κάνω βήμα παραπέρα. Προς μεγάλη μου χαρά, παραμένω στο αρχιΧό μου σχέδιο. Αν με πάρει τηλέφωνο η Κατερίνα, θα της 163


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

πω ότι εγώ έκανα την προσπάθεια, αλλά η Αδριανή| κολουθεί να μου κρατάει μούτρα, κι άσ’ τη να κυν τη μάνα της. Produce... Profess... είμαι αραχτός στο κρεβάτι καέ| χνω στο Oxford English-Greek Learner’s Dictionary το φάιλ» του Γκίκα. Δεν έχω βγάλει τα παπούτσια μου,| τηδες, για να προβληματίσω την Αδριανή: να μου τις φωνές και ν’ αναγκαστεί να μου μιλήσει, ή να σει να μου κρατάει μούτρα, οπότε εγώ θα ξαπλώνο θε απόγευμα με τα παπούτσια, όσο θα ’χουμε κόψβ καλημέρα. Νάτο, εδώ είμαστε: Profile = 1. Κατατομή,,§ φίλ. 2. Πορτρέτο, σύντομη βιογραφία. Αυτό ήθελε' πει. Παλιά το λέγαμε καλούπι, τώρα έγινε προφάιί καλούπι του Κολάκογλου ταιριάζει με το καλούπι · λοφόνου της Καραγιώργη. Απλά ελληνικά, να καί βαινόμαστε. Ταιριάζει όμως; Πέρα από την απειλή|] είναι κάθε άλλο παρά καλούπι, δεν ταιριάζει τίπο λο. Ο Σωτηρόπουλος έχει δίκιο. Πάμε να βγάλουμ Κολάκογλου, που ξεγελούσε τα παιδάκια με κο και σοκολάτες, ψυχρό δολοφόνο. Εκτός από την π ιί τητα να μας εμφανίσει κάποιο άλλοθι και να μας β | κορόιδα, υπάρχει και το άλλο. Σύμφωνα με την καστική έκθεση, ο δολοφόνος θα πρέπει να ήταν < και γεροδεμένος. Αυτό που μου είχε πει προφο£ Μαρκίδης το βράδυ του φόνου, το έγραψε και στηνί σή του. Ο Κολάκογλου είναι ένα και τίποτα σε αν και σταφιδωμένος, ίδιος η μάνα του. Πού βρήκε τη ^ μη να καταφέρει τέτοιο χτύπημα στην Καραγιώργη; ] ξει, αν στο τέλος αποδειχτεί ότι ο δολοφόνος ήταν \ λάκογλου, δε θα είναι η πρώτη φορά που θα έχει * έξω ο ιατροδικαστής. Το προφάιλ -α ς το λέω «προφάιλ» για να το συν αφού αργά ή γρήγορα θα το λουστώ κι αυτό- ται< 164


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

^ολύ περισσότερο στον Πετράτο. Καταρχήν, έχει το μπόι που χρειάζεται. Είναι γύρω στο ένα κι ογδόντα και εύ­ σωμος. Δείχνει λαπάς βέβαια, αλλά τόση δύναμη για να καρφώσει το κοντάρι του προβολέα στο στήθος της Καραγιώργη, θα την έχει. Αυτό εξηγεί και γιατί δε χρησιμο­ ποιήθηκε μαχαίρι, πιστόλι ή άλλο φονικό όπλο. Ο Πετράτος δεν πήγε με την πρόθεση να τη σκοτώσει. Το αποφάσισε εκείνη τη στιγμή, βγήκε μπροστά του το κοντάρι και την κάρφωσε. Είχε κίνητρο, αφού η Καραγιώργη τού έσκαβε to λάκκο, αλλά αυτό το είχε και ο Κολάκογλου, που του τον είχε σκάψει τρία χρόνια νωρίτερα. Επιπλέον, η Κα­ ραγιώργη τούς ήξερε και τους δύο, δε θα ξαφνιαζόταν αν τους έβλεπε μπροστά της. Βέβαια, με τον Κολάκογλου θα ήταν πιο επιφυλακτική, αφού την είχε απειλήσει, αλλά εί­ χε τέτοια έπαρση και σιγουριά, που μπορεί να μην έδω­ σε σημασία. Ένα χτύπημα στην πόρτα με ξυπνάει από τις σκέψεις μου. Απορώ, γιατί η Αδριανή δε μ’ έχει συνηθίσει σε τέ­ τοιες ευγένειες. Όταν ανοίγει η πόρτα, βλέπω τον Θανά­ ση να με κοιτάζει μ’ ένα αμήχανο χαμόγελο. «Με συγχωρείτε, αλλά η γυναίκα σας μου είπε ότι δεν κοιμάστε». Πετάγομαι από το κρεβάτι. «Τι τρέχει;» «Τίποτα» μου απαντάει καθησυχαστικά. «Απλά ήμουν εδώ γύρω και σκέφτηκα να σας ενημερώσω για τον Κο­ λάκογλου». Κατά καιρούς, τα κάνει κάτι τέτοια. Δείχνει έναν υπερβάλλοντα ζήλο για να με καλοπιάσει, αλλά εκ του ασφα­ λούς, όταν είναι βέβαιος ότι αυτό δε θα μεταφραστεί σε τρεχάματα και θα χάσει τις ανέσεις του. Τον πάω στο καθιστικό. Η Αδριανή κατάλαβε ότι θα ερχόμαστε κι έχει κλείσει την τηλεόραση. Είναι όλο γλύ­ κες και ευγένειες με τον Θανάση. Τον ρωτάει πώς είναι, 165


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τι κάνουν οι γονείς του, του -προσφέρει καφέ και γλυ* ταλιού. Σ’ εμένα δε σπαταλάει ούτε βλέμμα ούτε κ^ «Βρήκαμε τον μπελά μας με τον Κολάκογλου» | ο Θανάσης, όταν τελειώνουν οι τσιριμόνιες της A8f «Ώς τις έξι είχαμε πάρει τριάντα τηλεφωνήματα, κοσι πέντε αστικά, δύο από τη Θεσσαλονίκη, ένα Λάρισα, ένα από την Καστοριά κι ένα από τη Ρέ «Τι περίμενες, αφού τον έβγαλαν στο σφυρί, κανένα νέο;» Σωπαίνει και με κοιτάζει. Προφανώς, έχει κάτ μό στο μανίκι, αλλά τον νομίζει άσο κι ετοιμάζεται ' τον βγάλει. «Τον αναγνώρισε ένας υπάλληλος στα,ι τήρια των υπεραστικών, στον Κηφισό». «Πότε;» «Χτες. Απ’ ό,τι θυμάται, έβγαλε εισιτήριο για < λονίκη». Αυτό ήταν όλο κι όλο. Όχι άσος, εφτάρι στούνι. Αυτός όμως δεν το καταλαβαίνει και συν ακάθεκτος. «Μάλλον τα τηλεφωνήματα από τη Θε νίκη θα πρέπει να είναι σωστά». «Και της Ρόδου» απαντάω ατάραχος. «Από σαλονίκη πήρε το αεροπλάνο και πήγε στη Ρόδο' κοπές». Μόλις τώρα ψυχανεμίζεται ότι κάτι δεν π ά ε ι: το συλλογισμό του και ξαναβρίσκει το προφάιλ · λάκα. «Βρήκατε τον ελεγκτή εισιτηρίων του λει τον ρωτάω. «Κανένας ελεγκτής δεν τον θυμάται, αλλά έχει και τόση σημασία. Οι ελεγκτές δεν κοιτάνε · βάτες, κοιτάνε τα εισιτήρια. Αν σκέπασε το με μια εφημερίδα, ο ελεγκτής δε θα τον πρόσεξε* «Δε σκέφτηκες ότι μπορεί να μην μπήκε π ο τ έ ' φορείο, να έβγαλε το εισιτήριο μόνο και μόνο για ■ 166


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

^ραπλανήσει; Ή να μπήκε και να κατέβηκε σε ενδιάμε­ ση στάση για να θολώσει τα νερά;» «Τον έχετε για τόσο έξυπνο;» «Κάθε ρεμάλι, που έκανε φυλακή, έχει μάθει πέντε φόπους για να επιβιώνει. Τόση εξυπνάδα τού φτάνει. Έχει συγγενείς ή φίλους στη Θεσσαλονίκη;» Η ερώτησή μου τον φέρνει σε αμηχανία. «Δεν ξέρω. Αεν το ερευνήσαμε ακόμα». «Αυτό έπρεπε να ερευνήσεις πρώτα. Γιατί, αν δεν έχει εκεί δικούς του που να τους εμπιστεύεται, πού θα κρο­ τεί; Όπου κι αν πάει, θα τον βρούμε. Να σου πω τη γνώ­ μη μου; Είναι εδώ, στην Αθήνα. Εδώ μπορεί να λουφάξει καλύτερα α π ’ οπουδήποτε αλλού. Κι αν τον βρουν αυτά τα καθίκια, οι δημοσιογράφοι, πριν από μας, ποιος ακούει τον Γκίκα». Θυμάμαι, απότομα, ότι είναι η ώρα των ειδήσεων και πατάω το τηλεκοντρόλ. 0 Θανάσης με κοιτάζει νευρικός και ανήσυχος. Εύχομαι πραγματικά να μην τον έχουν ξε­ τρυπώσει ο Σωτηρόπουλος και η παρέα του. Μπορεί να λέει ό,τι θέλει, είμαι βέβαιος ότι τον ψάχνει και αυτός, έστω για να κλέψει την μπουκιά από το στόμα του Πετράτου. Είναι ο μόνος που μπορεί να τον βρει. Η Κωσταράκου δε μου γεμίζει το μάτι. Γι’ αυτό πάω πρώτα στο Όριζον, το κανάλι που δου­ λεύει ο Σωτηρόπουλος. Τον βρίσκω σ’ ένα γραφείο, με το μικρόφωνο στο χέρι, να μιλάει με μια σαραντάρα, μελα­ χρινή και σπασμένη. Δεν ξέρω ποια είναι, γιατί δεν είχα «νάμειξη στην υπόθεση Κολάκογλου. Από τις ερωτήσεις του καταλαβαίνω ότι είναι η μητέρα του ενός κοριτσιού, δύτη που βούτηξε το μισό φοροτεχνικό γραφείο. 0 Σω^ρόπουλος προσπαθεί να της αποσπάσει μιαν εξήγηση, πώς βρέθηκαν αυτή και ο πατέρας του άλλου κοριτσιού ^νιδιοκτήτες του γραφείου του Κολάκογλου. Η γυναίκα 167


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

είναι έξαλλη, αρνείται να του απαντήσει, του λ έει' γει, αλλά αυτός επιμένει απτόητος. Στο τέλος η γυν απειλεί να καλέσει την αστυνομία, μιας και είμαο τουμποφλό που ξεβουλώνει όλες τις τρύπες. Δεν λαβαίνει η κακομοίρα ότι αυτό ακριβώς επιδιώκει ον| τηρόπουλος: να την παρουσιάσει εκνευρισμένη, φοββ νη και εχθρική. Η εικόνα αλλάζει και ο Σωτηρόπουλος εμφανίζετο διάδρομο μιας πολυκατοικίας, μπροστά σε μια κλειστής τα διαμερίσματος. Δείχνει την πόρτα και μιλάει στο ι «Σ’ αυτό εδώ το διαμέρισμα μένει η άλλη οικο που το παιδί της κακοποιήθηκε από τον Κολάκογλου| στυχώς, αρνήθηκαν να μας μιλήσουν. Είναι, βέβαια,; νοητό, κυρίες και κύριοι, ότι οι άνθρωποι θέλουν vtt>| σουν το παρελθόν, να ξεχάσουν τις τραγικές στη έζησαν αυτοί και τα παιδιά τους. Από την άλλη πλ όμως υπάρχουν μερικά καυτά ερωτήματα, που m νουν αναπάντητα: πώς, δηλαδή, τα θύματα βρήκαν1 χική δύναμη ν’ αγοράσουν την επιχείρηση του θύτη, · θρώπου που ασέλγησε πάνω στα παιδιά τους; Katij ενώ θέλουν να ξεχάσουν το παρελθόν, ταυτόχρονα ζο κινούνται σ’ ένα χώρο που τους θυμίζει καθημερινά ■ ρελθόν αυτό; Ερωτήματα που ζητούν επίμονα απο Διάολος ο Σωτηρόπουλος. Δεν κάνει κουβέντα ■ υποψίες του ότι μπορεί ο Κολάκσγλου να είναι αθ(ί οι δυο γονείς να του έστησαν μηχανή για να του μαγαζί. Απλώς ρίχνει λίγη λάσπη στους γονείς των · Με μέτρο όμως. Στάζει το δηλητήριο και τ ’ αφήνει ’ λέψει. Όταν βγει αύριο-μεθαύριο και πει ότι ο Κο> μπορεί να έπεσε θύμα στημένου παιχνιδιού, ένα μέ κόσμου θα είναι έτοιμο να το δεχτεί, έστω και ως ι Μόλις αλλάζω κανάλι και πάω στο Χέλας καταλαβαίνω ότι έπεσα μέσα. Η Μάρθα Κωστο 168


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

πιλατεύει την Κολάκογλου, που στέκεται στην πόρτα του §ιαμερίσματός της. Κάνει τις ίδιες ερωτήσεις μ’ εμένα και παίρνει τις ίδιες απαντήσεις. Σκέφτομαι να της προτείνω ν’ αλλάξουμε θέσεις, μια και κάνουμε την ίδια δουλειά. Να πάρει αυτή το πόστο μου και να πάω εγώ στο Χέλας Τσάνελ, να καθαρίζω μ’ εξακόσια χιλιάρικα το μήνα. «Ξέρετε ότι τον γιο σας τον ψάχνει η αστυνομία;» «Το ξέρω. Ήρθαν σήμερα το πρωί και μ’ έκαναν άνωκάτω». Δίνω συγχαρητήρια στον εαυτό μου. Έγινε ακρι­ βώς αυτό που είχα προβλέψει. «Τι έκανε και τον ψάχνουν;» συνεχίζει η Κολάκογλου. «Δε φτάνει όσα τραβήξαμε; Αφή­ στε μας πια στην ησυχία μας». Η οργή της για μας παίρ­ νει σβάρνα και την Κωσταράκου. «Η αστυνομία πιστεύει ότι ο γιος σας σκότωσε τη Γιάννα Καραγιώργη. Τι έχετε να πείτε γ ι’ αυτό;» Πετάγομαι πάνω σα να μου μπήκε καρφίτσα στον κώλο. Πότε είπαμε εμείς ότι ο Κολάκογλου είναι ο δολοφό­ νος της Καραγιώργη; Αυτοί θέλουν να τον βγάλουν φονιά και χρησιμοποιούν εμάς για βιτρίνα. Ξαφνικά βλέπω μια διαφορετική Κωσταράκου. Προσπαθεί να μιμηθεί την Κα­ ραγιώργη, αλλά της λείπει η εξυπνάδα και το έμφυτο θρά­ σος της άλλης. Το μόνο που καταφέρνει, είναι να γίνεται πιο σκληρή και πιο απάνθρωπη α π ’ αυτήν. Η γριά αρχί­ ζει να κλαίει. Ένα κλάμα σουρντίνα, σα μοιρολόι. «0 γιος μου δε σκότωσε κανέναν. Δεν είναι φονιάς ο Πέτρος μου. Δε φτάνει που σάπισε τόσα χρόνια στη φυ­ λακή χωρίς λόγο; Θα του φορτώνετε κι άλλα τώρα;» Η Κωσταράκου την κοιτάζει έκπληκτη. Η χαζοβιόλα κομίζει ότι έβγαλε λαγό. «Τι θέλετε να πείτε, κυρία Κο­ λάκογλου, ότι ο γιος σας πήγε άδικα στη φυλακή;» «Να ρωτήσεις αυτούς που τον έστειλαν και βούτηξαν ^ δουλειά του. Όσο γ ι’ αυτήν που τον έκαψε, δε χαίροΗαι που τη σκότωσαν, αλλά υπάρχει και θεία δίκη». Το 169


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

λέει και σταυροκοπιέται, ενώ δάκρυα κυλάνε από τια της. Να το κατάλαβαν, άραγε, ο Ντελόπουλος με τον ] το, ότι έπαιξαν το παιχνίδι του Σωτηρόπουλου; Σα ’ μαντέψει το ρεπορτάζ της Κωσταράκου και φρόντισε νίσει τη σιωπή των γονιών, ώστε να (ραίνονται ένοχρ κώς τον λέω Ροβεσπιέρο, Ρασπούτιν θα έτφεπε να ■ «Έτσι θα βρουν τον Κολάκογλου;» με ρωτάει ε' κά ο Θανάσης, που παρακολουθούσε τις ειδήσεις σμένος δίπλα μου, στον καναπέ. «Δεν κατάλαβες» του απαντώ. «Δε θέλουν να τον Κολάκογλου. Τους βολεύει να μείνει άφαντος ρίχνουν λάδι στη φωτιά». Με κοιτάζει σα να του είπα καμιά μεγάλη σοφ' να προσπαθεί να την αναλύσει. «Ακόμα εδώ είσαι;» του λέω απότομα. «Πίσω < φείο, να συνεχίσεις το ψάξιμο. Ψάξε τις καφετέρ μπαρ, όλα τα στέκια που συχνάζουν τα ρεμάλια. Δεν κλείεται να λουφάζει τη μέρα και να βγαίνει τη Πετάγεται αμέσως επάνω, με αποχαιρετάει βιαστ φεύγει. Μπορεί να έχει δίκιο ο Σωτηρόπουλος, έχει και ο Γκίκας. Ας τον μπαγλαρώσουμε πρώτα και βλέπουμε. Στο τραπέζι της κουζίνας υπάρχει μόνο ένα ι Το μάτι είναι ανοιχτό και πάνω του η κατσαρόλα σι* ζει. Την ανοίγω και βλέπω το χτεσινό σπανακόρυζο, γλίτωσα, τελικά. Βάζω λίγο στο πιάτο μου και κά φάω μόνος. Καθώς τρώω, σκέφτομαι ότι ο Πετράτος νησε το κυνήγι του Κολάκογλου. Αν σκότωσε αυτός ραγιώργη, τότε το έκανε σκόπιμα, για να στρέψει σοχή μας πάνω του και να έχει το κεφάλι του ή σκέψη με κάνει ν’ αφήσω το φαγητό μου στη μέση, ριέσαι, έτσι κι αλλιώς το σπανακόρυζο μου φέρνει 170


20 0 Θανάσης ορκίζεται σ’ ό,τι έχει ιερό ότι συντόνιζε τις έρευνες ώς τις δύο το πρωί. Έστειλε νέο σήμα στα περι­ πολικά να χτενίσουν τις καφετέριες, τα μπαρ, όλα τα στέ­ κια που μπορεί να συχνάζουν οι σημερινές του παρέες. Αποτέλεσμα μηδέν. Στάθηκε αδύνατο να εντοπίσει τον Κολάκογλου. Η φωτογραφία του δε θύμιζε τίποτα σε κανέναν. Κάποιοι που τον θυμόντουσαν από τη δίκη, δεν τον είχαν δει ποτέ. Έτσι, τουλάχιστον, έλεγαν. Ήταν αναμε­ νόμενο. Η φυλακή είναι ένα είδος ιδρύματος αρωγής, όταν περάσεις από εκεί, όλο και θα βρεις κάποιον να σε συ­ ντρέξει. Και μόνο ότι τον καταζητά η αστυνομία φτάνει στον Κολάκογλου για να βρει στέκι να λουφάξει και φι­ λαράκια να τον βοηθήσουν. Λέω στον Θανάση να συνεχί­ σει τις έρευνες και να μου στείλει τον Σωτήρη. 0 Σωτήρης αρχίζει αμέσως να μου αραδιάζει τη συ­ γκομιδή του. Πράγματι, οι δημοσιογράφοι είχαν δει τον I Πετράτο να φεύγει στις δέκα. Κανείς όμως δεν τον είδε | να βγαίνει από το σταθμό. Βέβαια, μπορεί να πήρε από το γκαράζ το αυτοκίνητό του και να έφυγε. Επειδή του | είπα να κινηθεί διακριτικά, ο Σωτήρης δε θέλησε να εξαί κριβώσει χωρίς την έγκρισή μου αν κάποιος είδε το αυ­ τοκίνητο του Πετράτου στο γκαράζ μετά τις δέκα. Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, ο Πετράτος κάνει την εμφάνισή του σ’ ένα μπαρ πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, όπου συχνάζουν δημοσιογράφοι. Ο μπάρμαν θυμάται 171


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

καθαρά πότε ήρθε και πότε έφυγε, λίγο μετά τ& Ωστόσο, από τις δέκα ώς την ώρα που πήγε στο μτ ίχνη του χάνονται, κανείς δεν τον έχει δει να μπαιν νει στο σπίτι του. Το πιο σπουδαίο, μου το φυλφ λευταίο: η Καραγιώργη είχε τηλεφωνήσει στο σταθμ τέλειωνε το δελτίο των οχτώμισι, και είπε να της σουν χρόνο στο δελτίο των δώδεκα. «Σε ποιον το είπε; Στον Πετράτο;» «Όχι. Στην Κονταξή, μια κοπέλα που δουλεύει ι νταξη. Της είπε να ειδοποιήσει τον Σπεράντζα ότΐ| ένα λεπτό στο δελτίο των δώδεκα». « 0 Σπεράντζας δεν ήξερε τίποτα. Το άκουσε αχ Καραγιώργη». «Ναι, γιατί δεν είχε πάει ακόμα. Η Κονταξή το ’ι Πετράτο, για να ’χει το κεφάλι της ήσυχο, και έφυ «Άρα, ο Πετράτος πρέπει να ήξερε ότι η Kc θα έβγαζε μια είδηση-βόμβα στο δελτίο των δώδεχ κι αν δεν ήξερε τι βόμβα ήταν αυτή» λέω στον Και δεν είπε τίποτα στον Σπεράντζα, δεν του τε σημείωμα. Σηκώθηκε κι έφυγε. Γιατί; Από αδιι ή από υστεροβουλία; Αρχίζω να φτιάχνομαι με χείο που ανακάλυψε ο Σωτήρης, μα το τηλέφωνο, βει πάνω στη γλύκα. «Χαρίτος». «Έ λα στο γραφείο μου! Τώρα!» «Με θέλει ο Γκίκας. Τα λέμε αργότερα». Από · του Γκίκα καταλαβαίνω ότι θα ξεσπάσει φουρτο κινδυνεύω να σκυλοπνιγώ. Έχει ύφος δέκα μποφόρ και μ’ αρπάζει από τρα. «Ποιος σου είπε να στείλεις τον Βλασόπουλο' νήσει τον Πετράτο;» Βλασόπουλος είναι ο Σωτήρης. Έ πρεπε να το νω ότι κάποιος καλοθελητής θα το σφύριζε στον. 172


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

(fiο διακριτικά κι αν έκανε τη δουλειά του. Κάνω μια προ­ μήθεια να το πλασάρω για ρουτίνα. «Δεν ήταν έρευνα. Απλώς ένας τυπικός έλεγχος, για να εξακριβώσουμε τις κινήσεις όσων συνδέονταν με την Καραγιώργη». «Δε μου τα λες καλά. Προχτές το βράδυ που πήγες να βρεις τον Πετράτο για τον Κολάκογλου, του είπες ότι εί­ ναι κι αυτός ύποπτος! Του ζήτησες, μάλιστα, και δείγμα γραφής, για να εξακριβώσεις αν αυτός είχε στείλει τα γράμματα στην Καραγιώργη!» Αρχίζω να υπολογίζω πόσα πόιντς μοό στοιχίζουν οι πρωτοβουλίες μου, και νιώθω σα να τρώω το μισθό μου στο καζίνο της Πάρνηθας. «Σας είπα ότι το μικρό όνομα του Πετράτου είναι Νέστορας, όπως ο “Ν” που υπέγρα­ φε τα γράμματα». «Αυτό μου το ’πες! Για το δείγμα γραφτής το μαθαίνω τώρα!» «Νομίζω ότι σας το ’πα και αυτό, αλλά μπορεί να μου διέφυγε». Η διαρροή των πόιντς συνεχίζεται. «Εν πάση περιπτώσει, έχω και μια πληροφορία ότι ο Ντελόπουλος σκόπευε να διώξει τον Πετράτο και να βάλει στη θέση του την Καραγιώργη». «Κι απ’ αυτό συμπεραίνεις ότι τη σκότωσε ο Πετράτος για να κρατήσει το πόστο του, ε;» με ρωτάει σαρκαστικά. «Δεν έβγαλα κανένα συμπέρασμα. Από τη στιγμή όμως που υπάρχει κίνητρο, και μάλιστα τριπλό, η ερωτική απο­ γοήτευση, συν το συμφέρον, συν τα γράμματα, είμαι υπο­ χρεωμένος να το ερευνήσω». «Άρα δεν ήταν τυπικός έλεγχος, όπως ήθελες να μου τον παρουσιάσεις» μου λέει και το βουλώνω, ενώ αυτός επανέρχεται δριμύτερος. «Πριν από λίγο με πήρε ο ίδιος οΝτελόπουλος και μου τα ’ψελνε επί μισή ώρα. Και τι δε Hoij είπε: ότι είναι απαράδεκτο να υποπτευόμαστε ένα 173


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

διακεκριμένο στέλεχος του Χέλας Τσάνελ, ότι σκ να διαμαρτυρηθεί προσωπικά στον υπουργό και ν ταγγείλει τις απαράδεκτες μεθόδους μας, ότι από το: δυ του φόνου, που σε συνάντησε, διαπίστωσε ότι εχθρική στάση απέναντι στο σταθμό και δεν ήσουν λου συνεργάσιμος, ότι εκτός από τον Πετράτο κάθ σκαμνί και την Κωσταράκου, και ότι όλα αυτά απ πουν στο να μετατρέψεις τα θύματα σε θύτες. Μου σε να σου πάρω την έρευνα και να την αναθέσω ποιον άλλον». Τα είπε όλα με μια ανάσα και έχει λαχανιάσει, όταν έκανε τζόγκινγκ στο Εφ-Μπι-Άι. Εμένα αρχίζο μου ανεβαίνουν τα γράδα. «Εντάξει, να το πάμε μαλακά, χωρίς ντόρο, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι μπορεί να είναι α δράστης». «Συμφωνήσαμε να βρεις τον Κολάκογλου. Τον κες;» με ρωτάει αμέσως. «Όχι, ακόμα. Είναι άφαντος». «Μου το ’πε και αυτό ο Ντελόπουλος. Μου εί επειδή είσαι ανίκανος να πιάσεις τον πραγματικό θολώνεις τα νερά για να δείξεις ότι κάτι κάνεις». «Τον ψάχνουμε μόλις ένα εικοσιτετράωρο. Πώς βρίσκαμε μέσα σε μια μέρα; Μόνο αν έπινε καφέ λωνάκι!» Δε βιάζεται να μου απαντήσει. Με κοιτάζει κ λέει αργά, για να το χωνέψω: «Θα πας να βρεις τ' Ντελόπουλο. Σε περιμένει. Θέλει να του δώσεις εξ" αυτοπροσώπως. Αλλιώς, απειλεί να μιλήσει στον γό. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό. Εγώ μέχρις ε μείου μπορώ να σε καλύψω. Φρόντισε να τον πας/ μαλακό. Και κοίταξε να μπαγλαρώσεις τον Κολάκ Μόνο τότε θα ησυχάσουμε». 174


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Μόλις τελειώνει, βουτάει ένα χαρτί από το γραφείο του κοα κάνει πως το μελετάει. Μ’ άλλα λόγια: άντε να βγά­ λεις το φίδι από την τρύπα και παράτα με, γιατί έχω ν’ ασχοληθώ με πιο σοβαρά θέματα. Σ ε όλη τη διαδρομή ώς το Χέλας Τσάνελ προσπαθώ να ηρεμήσω και να σκεφτώ ψύχραιμα πώς θ’ αντιμετωπίσω τον Ντελόπουλο. Η διαφορά μου με τον Γκίκα είναι ότι εγώ τον ξέρω, γιατί έχω έρθει πρόσωπο με πρόσωπο μα­ ζί τ ο υ , ενώ αυτός του μίλησε μόνο στο τηλέφωνο και δεν ξέρει με ποιον έχει να κάνει. Ο Ντελόπουλος παίζει θέα­ τρο γ ια να μ’ εκβιάσει. Στην αρχή το πήγε στο φιλικό για να μ ε πάρει με το μέρος του, είδα όμως ότι ψάχνω τους δι­ κούς του, την Κωσταράκου και τον Πετράτο, και λύσσαξε. Άλλωστε, δεν είναι βλάκας, καταλαβαίνει ότι αν δεν του βγει ο Κολάκογλου για δολοφόνος, τότε την έχει πατήσει, για τί θα δικαιωθούν ο Σωτηρόπουλος και το Όριζον, που πά νε ν α τον βγάλουν θύμα. Αποφάσισε, λοιπόν, να ρίξει όλο το βάρος του σ’ εμένα, μιας και είμαι ο τελευταίος τρο­ χός τ η ς άμαξας, ο πιο ευάλωτος α π ’ όλους. Αν πράγματι π ε ρ ν ά ει ο λόγος του στον υπουργό, τότε ο Γκίκας θα κοι­ τάξει ν α βγάλει την ουρά του απέξω και θα μ’ αφήσει ακά­ λυπτο. Δε χωράει αμφιβολία ότι πρέπει να νερώσω το κρα­ σί μου· το κακό είναι ότι δεν έχω βρει τη σωστή δόση και φοβάμαι ότι στο τέλος θα μου γίνει βυσσινάδα. Μόλις λέω στην ιδιαιτέρα τ ’ όνομά μου, αυτή πετάγε­ ται πάνω, ανοίγει την πόρτα, και με μπάζει στο τριάρι του Ντελόπουλου. Μαζί του είναι και ο Πετράτος. Κάθεται στη μια από τις δυο πολυθρόνες, που είναι κολλημένες στο γραφείο του Ντελόπουλου, και με κοιτάζει όπως η αρά­ χνη τη μύγα που μπλέχτηκε στον ιστό της. «Καθίστε» μου λέει παγερά ο Ντελόπουλος και μου δείχνει την άλλη πολυθρόνα. Ο κώλος μου δεν προλαβαί­ νει ν’ αγγίξει το δέρμα και μου ορμάει. 175


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Χαίρομαι που μας κάνατε την τιμή να έρθετε προσώπως και δεν στείλατε πάλι τον υφιστάμενό Η κορμοστασιά του προβάλλει επιβλητική πίσω γραφείο, αλλά το βλέμμα του δεν είναι αυστηρό, μίζει το βλέμμα του Κωσταρά πριν αρχίσει την ανι γεμάτο ειρωνεία και περιφρόνηση. «Φοβάμαι ότι δόθηκε μεγάλη διάσταση σε μια εξακρίβωση, κύριε Ντελόπουλε. Ίσως να φταίει ο λακας Βλασόπουλος γι’ αυτό. Είμαστε όμως υπ< νοι να τσεκάρουμε τις κινήσεις όλων όσοι είχαν το θύμα. Όπως καταλαβαίνετε, έχω κι εγώ πρόίστι πάνω από το κεφάλι μου και δίνω αναφορά. Δε θι μου πουν αύριο ότι δεν έκανα σωστά τη δουλειά μ «0 κύριος Γκίκας με διαβεβαίωσε ότι δε σας αυτός εντολή να ερευνήσετε τον κύριο Πετράτο. 1 νατε με δική σας πρωτοβουλία». «Ο κύριος Γκίκας είναι διευθυντής της Ασφάλει αντιμετωπίζει χιλιάδες προβλήματα κάθε μέρα αν τον ενημερώναμε για κάθε τυπική διαδικασία, τέλειωνε ποτέ ο άνθρωπος. Αν όμως αύριο υπάρξει ποιο κενό στην έρευνα, να είστε βέβαιος ότι θα μου σει ευθύνες». Έχω ζαρώσει και παίζω τον κακομοίρη μπάτσο, τ α | γανο, που τα κάνει όλα σύμφωνα με τον κανονισι τρέμει τους προϊσταμένους του. Μάλλον όμως δεν πι γιατί τώρα μου επιτίθεται ο Πετράτος. «Δεν πιστεύω τίποτε α π ’ όσα λέτε, κύριε Χαρίτο ο ίδιος μου δηλώσατε, το βράδυ που ήρθατε στο γι μου, ότι με θεωρείτε ύποπτο. Φτάσατε στο σημείο ν ζητήσετε δείγμα του γραφικού μου χαρακτήρα». «Ποτέ δεν είπα ότι σας θεωρώ ύποπτο. Απλώς, δή εσείς επιμείνατε ότι ο μόνος ύποπτος είναι ο Κο! γλου, θέλησα να σας δείξω ότι, θεωρητικά, υπάρχοι 176


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

(jtXXoi ύποπτοι, ανάμεσα τους και εσείς. Είχατε δεσμό με την Καραγιώργη, κι αυτή σας παράτησε μόλις εξασφάλι­ σε απόλυτη ελευθερία κινήσεων από τον κύριο Ντελόττουλο. Αλλά το έφερα σαν παράδειγμα. Εσείς το πήρα­ τε τοις μετρητοίς». Έρχεται σε φοβερή αμηχανία και δεν ξέρει πώς ν’ αντιδράσει. 0 Ντελόπουλος του ρίχνει ένα ενοχλημένο βλέμ­ μα, μετά γυρίζει σ’ εμένα. «Ποιος σας είπε αυτές τις ανοησίες;» μου λέει αυστη­ ρά. « 0 κύριος Πετράτος δεν είχε κανένα πρόβλημα με την ελευθερία κινήσεων της Καραγιώργη. Μάλιστα, ο ίδιος μου πρότεινε να την αφήσουμε να κινείται μόνη της, για­ τί έφερνε καλύτερα αποτελέσματα». Δεν καταλαβαίνει ότι μ’ αυτό που μου είπε, επιβαρύ­ νει ακόμα περισσότερο τη θέση του Πετράτου. Αν είναι έτσι, αυτό σημαίνει ότι ο Πετράτος τής εξασφάλισε πλή­ ρη ανεξαρτησία, κι αυτή, για ευχαριστώ, του ’δώσε την κλοτσιά. «Ακούστε, κύριε Ντελόπουλε. 0 κύριος Γκίκας μού συ­ νέστησε να πω την αλήθεια και να μη σας κρύψω τίποτα». Η εισαγωγή τού αρέσει. Ακουμπάει την πλάτη στην πο­ λυθρόνα, τους αγκώνες του στο γραφείο, πλέκει τα δά ­ χτυλα των δύο χεριών, και περιμένει την πλήρη συνθηκο­ λόγησή μου. «Η δουλειά μας μάς υποχρεώνει να ερευνάμε κάθε πληροφορία, κάθε φήμη, όσο απίθανη κι αν φαίνεται. Κυ­ κλοφορούν, λοιπόν, φήμες ανάμεσα στους δημοσιογρά­ φους ότι σκοπεύατε να διώξετε τον κύριο Πετράτο και να βάλετε στη θέση του την Καραγιώργη». 0 Πετράτος πετάγεται πάνω. Τρέμει ολόκληρος από οργή και αγανάκτηση. Μα και ο Ντελόπουλος δείχνει έξαλ­ λος. Παρατάει την άνετη στάση του, βροντάει την παλά­ μη του στο γραφείο και φωνάζει: 177


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Το διαψεύδω κατηγορηματικά. Έχω απόλυτη στοσύνη στον κύριο Πετράτο και σας διαβεβαιώνω θέση του δεν κινδύνεψε ποτέ από την Καραγιώργη»; «Όλα αυτά είναι φτηνός αντιπερισπασμός» φο τρέμοντας ο Πετράτος. «Δεν μπορείτε να βρείτε τον; λάκογλου, που είναι ο δολοφόνος, και προσπαθείτε ■ ξετε στάχτη στα μάτια». «Τι κάνατε με τον Κολάκογλου;» με ρωτάει ο Ν: πουλος και μοιάζει έτοιμος να με πετάξει στα σχοι «Τίποτε ακόμα». «Χα!» παρεμβαίνει θριαμβευτικά ο Πετράτος. «Ώς τώρα είχαμε μόνο μία πληροφορία από έναν ι ληλο που δουλεύει στα εκδοτήρια των υπεραστικών 1 φορείων, στον Κηφισό. Θυμάται ότι τον είδε να βγάζ σιτήριο για τη Θεσσαλονίκη». «Και γιατί δε μας το είπατε αυτό; Από την πρώτη συνάντηση σας είπα ότι θέλω ν’ ανταλλάσσουμε πλΓ φορίες κατά προτεραιότητα. Σας το επανέλαβε και οί ριος Πετράτος. Εσείς όμως εξακολουθείτε να μας < τε στο σκοτάδι, σε μια υπόθεση που αφορά άμεσ σταθμό μας». «Δεν ήθελα να βγει η πληροφορία στη φόρα κ α ι' μάθει ο Κολάκογλου. Όταν κυνηγάτε κάποιον, δε πού τον είδατε, γιατί τον βοηθάει να διαφύγει. Πάν σας διαβεβαιώνω ότι δεν έχουμε άλλο στοιχείο». «Τείνω να πιστέψω ότι ο κύριος Πετράτος έχει δ' μου λέει ο Ντελόπουλος. «Είστε ανίκανος. Και σκέ, μαι σοβαρά να ζητήσω από τον υπουργό σας να σας καταστήσει. Από σας θα εξαρτηθεί αν - » Δεν προλαβαίνω να μάθω τι θα εξαρτηθεί από μ" γιατί χτυπάει το τηλέφωνο. Σηκώνει το ακουστικό, ένα κοφτό «ναι» και απλώνει το ακουστικό σ’ εμένα; «Για σας» μου λέει. 178


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

I

I I

I I

!

«Εμπρός». Το «Χαρίτος» το λέμε μόνο στην υπηρεαία. Από το άλλο άκρο της γραμμής ακούω τη φωνή του Σωτήρη, ανήσυχη. «Η Μάρθα Κωσταράκου βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της, κύριε αστυνόμε». Μου παίρνει κάποιο χρόνο να συνέλθω και να συγκε­ ντρώσω τη σκέψη μου. «Πότε το μάθατε;» «Πριν από λίγο. Πήραμε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα. Έστειλα ένα περιπολικό. Φεύγω αμέσως, αλλά σκέφτηκα μήπως θέλετε να έρθετε κι εσείς. Μένει στην Ιέρωνος 21, στο Παγκράτι». «Καλά, έρχομαι». Ο Ντελόπουλος, που περίμενε να κατεβάσω το ακου­ στικό, συνεχίζει ακάθεκτος. «Έλεγα, λοιπόν, ότι από σας θα εξαρτηθεί αν - » Καθυστέρησε όμως, όπως ο Ρόμελ στη μάχη της ερή­ μου, κι έχασε το πάνω χέρι. «Έχω να σας δώσω μια πλη­ ροφορία κατά προτεραιότητα, κύριε Ντελόπουλε. Πριν από λίγο βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της η Μάρθα Κωστα­ ράκου». Τους βλέπω να παγώνουν στη θέση τους, ανίκανοι ν’ αρθρώσουν λέξη, και ξαφνικά μου έρχονται στο νου τα λόγια της μάνας του Κολάκογλου: «Δεν ήθελα να πεθάνει η κοπέλα, αλλά υπάρχει και θεία δίκη».

ι

179


21 «Μπορείς να μου πεις ώρα;» 0 Μαρκίδης σηκώνεται αργά πάνω από το πτώμα»< απαντάει αμέσως. Κοιτάζει το ρολόι του και κάνει υπολογισμούς του. «Τώρα είναι δώδεκα. Πρέπει να πέρασαν γύ ρ ω f δεκαεφτά ώρες, άρα τη σκότωσαν μεταξύ έξι και χτες το απόγευμα». Ωραία. Την ώρα που εγώ άκουγα τον Θανάση να δίνει αναφορά για τον Κολάκογλου, κάποιος σκότων Μάρθα Κωσταράκου, δέκα τετράγωνα πάνω από το τι μου. Είναι πεσμένη μπρούμυτα μπροστά μου, δίπλα καναπέ. Το ένα χέρι της είναι κάτω από το σώμα της, το άλλο, το αριστερό, απλωμένο στο πλάι. Σα να στρησε μετά από βαρύ μεθύσι, και να έπεσε ξερή στο τωμα. Φοράει τζιν, πουλόβερ και τσόκαρα, α π ’ αυτ ολλανδέζικα. «Τη στραγγάλισαν, ε;» «Ναι. Με σύρμα ή με συρματόσχοινο». Σκύβει και παραμερίζει τα μαλλιά της. Το κεφάλι είναι ακουμπισμένο στο πλάι και κοιτάζει το χέρι της. ουλή, σαν χαρακιά, διασχίζει την αριστερή πλευρά του μού. Το λιγοστό αίμα, ολόγυρά της, έχει παγώσει. «Αυτό είναι τραύμα από σύρμα» μου λέει ο Μ δης. «Το σκοινί ή το κορδόνι δεν κάνουν τέτοιες ου 180


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τη στραγγάλισε όρθια και όταν ξεψύχησε, την άφησε να κυλήσει στο πάτωμα». «Ήταν χειροδύναμος;» «Ναι, όπως και ο δολοφόνος της άλλης. Μάλλον μιλά­ με για το ίδιο πρόσωπο». Ξέρω τι σημαίνει αυτό και δε μου αρέσει καθόλου; Αν την είχε στραγγαλίσει με κανένα δικό της μαντίλι λαιμού ή με καλώδιο, τότε θα είχαμε την ίδια περίπτωση μ’ εκεί­ νη της Καραγιώργη. Δεν ήρθε για να σκοτώσει, το απο­ φάσισε πάνω στην κουβέντα, άρπαξε ό,τι βρήκε μπροστά του. και τη σκότωσε. Εδώ όμως ο δολοφόνος ήρθε προε­ τοιμασμένος. Αν, μάλιστα, ήταν ο ίδιος, όπως υποθέτει ο Μαρκίδης, τότε ξεκίνησε από έναν φόνο παρορμητικό, της στιγμής, και προχώρησε σε προμελετημένο. Από το κακό στο χειρότερο, δηλαδή. Εξάλλου, το διαμέρισμα μιλάει από μόνο του. 0 δρά­ σ τη ς το έχει κάνει φύλλο και φτερό. Συρτάρια που χά­ σ κουν ανοιχτά, χαρτιά που έχουν γίνει χαλί στο πάτωμα. Τ α βιβλία, από τη βιβλιοθήκη του τοίχου, σκόρπια στις τέσσερις γωνίες του δωματίου. Έψαχνε απεγνωσμένα κά­ τι που είχε η Κωσταράκου, γι’ αυτό τη σκότωσε, λέω μέ­ σα μου. Οι άντρες που ήρθαν με το περιπολικό βρήκαν την εξώπορτα του διαμερίσματος μισάνοιχτη, αλλά η κλει­ δαριά δεν είχε παραβιαστεί. Η ίδια η Κωσταράκου θα πρέπει να τον έμπασε στο σπίτι. Όπως και η Καραγιώρ­ γη, που κάθισε και κουβέντιασε μαζί του πριν τη σκοτώ­ σει. Η θεωρία του Μαρκίδη επιβεβαιώνεται. Πρόκειται για τον ίδιο δράστη και ήταν γνωστός τους, τον ήξεραν και οι δ υ ο . Άρα, πρέπει να ήταν κάποιος από τον κύκλο τους. 0 Πετράτος; Πάλι αυτός βγαίνει μπροστά μου. Μπορεί, τελικά, η σχέση του με την Καραγιώργη να ήταν πιο μπλεγμένη. Μπορεί η Καραγιώργη να είχε μάθει κάποιο μυστικό του, τότε που είχαν τα ερωτικά τους, και να τον 181


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

εκβίαζε. Γιατί όμως να υποθέσει ο Πετράτος ότι η Κ γιώργη είχε δώσει το μυστικό του στην Κωσταράκου;' ρε ότι δε χώνευαν η μια την άλλη. Πάντως, το σίγο ναι ότι η Κωσταράκου γνώριζε πιο πολλά α π ’ όσα ομολόγησε. Της το είχα πει εκείνο το βράδυ που έβγ από το γραφείο του Πετράτου, ότι θα έτρωγε το κ της, αλλά δε μ’ άκουσε. Το γράμμα που είχα βρει στο γραφείο της Καραγκ αποκτάει τώρα άλλο βάρος. Αν αυτός που την απε ' σε εγγράφως είναι ο Νέστωρ Πετράτος, τότε το πρ φωνάζει. Έμαθε από την Κωσταράκου για το τηλε μα που της είχε κάνει η Καραγιώργη, αλλά δεν την στεψε. Ήταν σίγουρος ότι θα ’βρίσκε στην Kcocrce αυτό που ζητούσε, και τη σκότωσε για να το πάρει, αυτό και δεν παραβιάστηκε η εξώπορτα. Η Κωστο δε θα δίσταζε ν’ ανοίξει την πόρτα της στον Πετράτο. όμως ο «Ν» δεν είναι ο Πετράτος, τότε μπλέκουμε άσκημα, γιατί έχουμε και τρίτο υποψήφιο. 0 Σωτήρης έρχεται από την κρεβατοκάμαρα και με ζει από τις σκέψεις μου. «Τα ίδια χάλια είναι και μ μου λέει. «Ξετίναξε μέχρι και τα συρτάρια της κουζί' «Βρήκατε τίποτα;» «Τι να βρούμε; Σάμπως ξέρουμε τι ψάχνουμε;» «Το ανώνυμο τηλεφώνημα που πήραμε, ήταν άντρα ή από γυναίκα;» «Από γυναίκα, αλλά δεν πήρε εμάς. Πήρε την Ά Δράση». «Θα πρέπει να βιαζόταν πολύ. Αλλιώς θα έβλεπε δεν είχε κλείσει καλά την εξώπορτα». «Αποκλείεται να είχε κλειδί αυτή που τη βρήκε; Μπ στο σπίτι, βλέπει ξαφνικά το πτώμα μπροστά της και στην παραζάλη της ξεχνάει την πόρτα ανοιχτή και φεύ] «Δεν αποκλείεται, αλλά το βρίσκω απίθανο. Αν 182


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

κάποιος με κλειδί, όπως η παραδουλεύτρα για π α ρ ά ­ δειγμα, θα έβαζε τις φωνές, θα χτυπούσε στους γείτονες. Αυτή που τη βρήκε δεν πρέπει να γνώριζε την Κωσταράκου. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, μπήκε, την είδε νεκρή κι έφυ­ γε αθόρυβα. Μετά, πήρε τηλέφωνο και μας ειδοποίησε, χωρίς να δώσει όνομα, για ν’ αποφύγει τα μπλεξίματα». 0 Σωτήρης με κοιτάζει σκεφτικός. «Ποια μπορεί να ήταν;» ρωτάει, πιο πολύ από αμηχανία, επειδή δεν του κατεβαίνει καμία ιδέα. «Μάλλον θα ήταν μια α π ’ αυτές τις κοπέλες που κά­ νουν έρευνες ή διαφημιστικές καμπάνιες, και το ’βάλε στα πόδια για να μη χάσει το μεροκάματό της. Βρήκατε κα­ νένα κομμάτι σύρμα ή συρματόσκοινο;» «Όχι». «Με τέτοιο την έπνιξε. Μιλήσατε με τους γείτονες;» «Ναι. Και οι πάνω και οι κάτω ήταν στο σπίτι, αλλά δεν άκουσαν τίποτα». Για να μην ακούσουν φασαρία, σημαίνει ότι η Κωσταράκου δεν αντιστάθηκε. Τη σκότωσε κι αυτήν όπως την Καραγιώργη. Ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενε. Τον ήξε­ ραν και οι δυο και δεν τον υποπτεύθηκαν, γ ι’ αυτό τις έπιασε στον ύπνο. Έκανε τη δουλειά του, μετά έβαλε το σύρμα στην τσέπη του κι έφυγε σαν κύριος. «Μήπως είδαν καμία άγνωστη φάτσα να έρχεται ή να φεύγει, μεταξύ έξι και οχτώ που έγινε ο φόνος;» «Ρώτησα, αλλά δεν είδαν κανέναν. Θυρωρός δεν υπάρ­ χει. Η ψιλικατζού απέναντι λέει ότι είναι μεγάλη πολυ­ κατοικία και μπαινοβγαίνουν πολλοί. Δεν είδε κανέναν που να της τραβήξει την προσοχή». «Πώς θα τραβούσε την προσοχή ο δολοφόνος, ρε Σω­ τήρη; Ταμπέλα θα ’βάζε;» Έχω τα μπουρίνια μου και ξεσπάω σ’ αυτόν, ενώ δε μου φταίει σε τίποτα. Αυτός το καταλαβαίνει και σωπαίνει. 183


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Πάω στον Γκίκα» του λέω και τον χτυπάω φιλικά' ώμο. «Θα περιμένει αναφορά. Αν έχεις τίποτα νε^ πάρε με στο γραφείο». Η Κουλά μου την έχει στημένη. Μόλις με βλέπ μπαίνω στον προθάλαμο, πετάγεται πάνω. «Καλέ, τι ήταν πάλι αυτό;» με ρωτάει και προ<“ ’ να μου περάσει την περιέργειά της για αγωνία. «Έ θανατικό στους δικούς σας;» «Δικοί μου; Από πότε έπιασα δουλειά στην τη> ση και δεν το ξέρω». «Δεν ήθελα να πω αυτό» μου απαντάει και μου j ένα από εκείνα τα παιχνιδιάρικα χαμόγελά της, έχει για να σφάζει τον Γκίκα. «Απλώς, με το πάρε που έχετε, γίνατε λίγο κολλητοί. Να, τώρα είναι κάτ σας περιμένουν». Κάνει νόημα με το κεφάλι προς το φείο του Γκίκα. «Δεν ήθελε να τους δει και τους πεμψε σ’ εσάς». 0 Καλογιάννης με τον Κακογιάννη. Αυτός είναι ο λογιάννης, που τους λέει τα ευχάριστα και πουλάει ρη. Εγώ είμαι ο Κακογιάννης, που βγάζω το φίδι α~ τρύπα και σπάω τα μούτρα μου. «Να μπω;» ρωτάω την Κούλα. «Το ρωτάτε; Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα». Φαίνεται ότι η Κούλα το εννοούσε, γιατί βρίσκ Γκίκα όρθιο πίσω από το γραφείο του. Μου δείχνει*; πολυθρόνα, ενώ αυτός κάθεται στη δική του, άκρη «Λοιπόν;» με ρωτάει ανυπόμονα. Του παραθέτω όλα τα στοιχεία ένα προς ένα, συν άποψη του Μαρκίδη ότι έχουμε να κάνουμε με τον δράστη. Αυτός με κοιτάζει σκεφτικός. «Πιστεύεις κι εσύ ότι είναι ο ίδιος δράστης;» με, τάει στο τέλος. «Όλες οι ενδείξεις δείχνουν προς τα εκεί». 184


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Αναστενάζει σα να έχασε τον πρώτο λαχνό παρά ένα νούμερο. «Τότε, η περίπτωση Κολάκογλου απομακρύνε­ ται. Έστω ότι έκανε πράξη την απειλή του και σκότωσε την Καραγιώργη. Την Κωστάκου όμως δεν είχε κανένα λόγο να τη σκοτώσει». Με δυσκολία κρατιέμαι να του πω «έλα στα λόγια μου», αλλά αυτός μου παίρνει την μπουκιά από το στόμα. «Για τους ίδιους όμως λόγους, αποκλείεται να τις σκό­ τωσε και ο Πετράτος» προσθέτει, χωρίς να κρύβει την ικα­ νοποίησή του που μ’ έβγαλε σκάρτο. «Άδικα μ’ έβαλες σε μπελάδες με τον Ντελόπουλο. Ας πούμε ότι σκότωσε την Καραγιώργη επειδή τον παράτησε και απειλούσε να του φάει το πόστο. Είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά, αλλά να το δεχτώ. Την Κωσταράκου όμως, γιατί να τη σκοτώσει;» «Θα είχε λόγο, αν τον εκβίαζε». «Να τον εκβίαζε; Η Κωσταράκου;» Του φαίνεται απί­ στευτο. «Ας υποθέσουμε ότι είχε κάποιο στοιχείο που έδειχνε ότι ο Πετράτος ήταν ο δολοφόνος της Καραγιώργη. Δεν το λέει σ’ εμένα, όταν την ανακρίνω, αλλά πάει στον Πετράτο και τον εκβιάζει. Το βλέπει σαν ευκαιρία για να βγά­ λει κάτι για πάρτη της. Μην ξεχνάμε ότι αυτός την είχε κά­ νει πέρα, για να βοηθήσει την Καραγιώργη. 0 Πετράτος τής λέει ότι θα περάσει από το σπίτι της να το κουβεντιά­ σουν. Πηγαίνει οπλισμένος με το σύρμα και την πνίγει. Με­ τά, κάνει το σπίτι της άνω-κάτω. Ψάχνει να βρει το ενο­ χοποιητικό στοιχείο. Η Καραγιώργη κάθισε και κουβέντιασε με τον δράστη. Δε θα κουβέντιαζε με τον Πετράτο; Η Κω­ σταράκου τού άνοιξε την πόρτα. Πιθανώς, στον Κολάκογλου δε θα την άνοιγε, στον Πετράτο όμως; Και τα δυο θύ­ ματα δέχτηκαν το χτύπημα ξαφνικά, ανυποψίαστα. Θα περνούσε ποτέ από το μυαλό τους ότι κινδύνευαν από τον Πετράτο; Το προφάιλ ταιριάζει απόλυτα». 185


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

\

Το «προφάιλ» τού το φύλαγα τελευταίο. Είναι; ρασάκι πάνω στην τούρτα. Το εισπράττει σκεφτι αμίλητος. «Όλα αυτά θα μπορούσαν να σταθούν σαν υπ< μου απαντάει προσεκτικά «υπό την προϋπόθεση τράτος δεν έχει άλλοθι. Αν, λόγου χάρη, ήταν στο την ώρα του φόνου, όλη η θεωρία σου τινάζεται ρα». Μ «Στο σταθμό πηγαίνει στις εφτά και μίση, μία από το μεγάλο δελτίο ειδήσεων. Το εξακρίβωσα θω να σας δω. 0 Μαρκίδης λέει ότι ο φόνος έγινε έξι και οχτώ. Αν τη σκότωσε γύρω στις έξι, είχε ώρα για να φτάσει από την οδό Ιέρωνος στα Σπά­ νω στη φούρια του ξέχασε ανοιχτή την εξώπορτα, θος μου είναι ότι δεν τον έψαξα πιο εξονυχιστικά αρχή». Είναι σα να του λέω: «Έκανα λάθος που σας κα, εσένα και τον Ντελόπουλο, και δεν έκανα του λιού μου, αφού είχα δίκιο». Το καταπίνει στυφός; κατάπινα εγώ το μουρουνόλαδο που μου έδινε η μι για να δυναμώσω. ,ΐι «Μ’ άλλα λόγια, βρήκαμε τον δολοφόνο; Τον Κι γλου τον αφήνουμε;» Πάει να με ψαρέψει, να δει αν θα του βγάλω κι φασούλι. Κρατήσου, Χαρίτο, και μην παίρνεις φό| μέσα μου. Μια στο καρφί και μια στο πέταλο. «Όχι, ακόμα υποθέσεις κάνουμε. Συνεχίζω να ι τον Κολάκογλου». «Αν είχαμε το δείγμα γραφής του Πετράτου, διαφώτιζε» μου λέει με μισό στόμα. Ευχαρίστως θα έπαιρνα το αίμα μου πίσω, το ξανασκέφτομαι, ο ενθουσιασμός μου ξεφουσκώμέρει». 186


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Γιατί εν μέρει;» «Ας πούμε ότι ο Πετράτος έγραψε τα γράμματα. Αυ­ τό δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι τη σκότωσε. Και αντί­ στροφα. Η Καραγιώργη τρύπωνε παντού. Μπορεί να την απειλούσε κάποιος άλλος. Αυτό δεν ξεπλένει τον Πετράτο. Υπάρχουν ένα σωρό άλλα επιβαρυντικά στοιχεία. Αφή­ στε να εξακριβώσω πού ήταν ο Πετράτος χτες το από­ γευμα, μεταξύ έξι και οχτώ. Μετά, βλέπουμε». «Αν υποθέσουμε ότι τη σκότωσε ο άλλος, αυτός που την εκβίαζε πώς έμαθε ότι αυτά που έψαχνε ήταν στην Κωσταράκου;» «Από τις ειδήσεις. Έκαναν βούκινο το τηλεφώνημα της Καραγιώργη στην Κωσταράκου». Το μόνο που βρίσκει να μου πει πριν φύγω, είναι να τον κρατάω ενήμερο. Έτσι, για την τιμή των όπλων. Μόλις με βλέπουν να μπαίνω στο διάδρομο, τρέχουν να με προϋπαντήσουν, λες και γυρνάω από ταξίδι. Ψ ά­ χνω με το βλέμμα να εντοπίσω καμιά άγνωστη φάτσα ανά­ μεσα τους, τον καινούργιο ρεπόρτερ του Χέλας Τσάνελ, αλλά όλα τα πρόσωπα είναι γνωστά και μένω με την απο­ ρία μου. «Καταλαβαίνω την αγωνία σας και ξέρω πώς αισθά­ νεστε αυτή τη στιγμή» τους λέω με πένθιμο ύφος. «Είναι ηδεύτερη συνάδελφός σας που δολοφονείται μέσα σε λί­ γες μέρες. Αλλά προς το παρόν μπορώ να σας πω μόνο για το φόνο». Και αρχίζω να τους τα ρίχνω, χωρίς να κρύψω τίποτα. Αυτοί κρατάνε τα μικρόφωνά τους και με ακούνε βουβοί. Τελειώνω και εξακολουθούν να σωπαίνουν. Το σοκ δεν τους αφήνει ν’ ασκήσουν τη συνηθισμένη τους πίεση, για να μου ξηλώσουν κάτι παραπάνω . Μόνο εκείνη η μ πα­ σμένη, με το κόκκινο καλσόν, με ρωτάει μετά από λίγο: «Πιστεύετε ότι ο δολοφόνος είναι ο ίδιος;» 187


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Από τις πρώτες ενδείξεις που έχουμε, μου κειται για τον ίδιο δράστη». Ένας άλλος παίρνει θάρρος και ρωτάει για να σει το μονοπώλιο. «Εξακολουθείτε να πιστεύετε ■ στης είναι ο Κολάκογλου;» «Αυτή τη στιγμή ερευνάμε όλα τα ενδεχόμεν μπορούμε να αποκλείσουμε τίποτα». Το λέω και κάνω ένα βήμα για να διασπάσω το τους. Αυτοί, ίσως για πρώτη φορά, δεν προσπαθούν κρατήσουν. Παραμερίζουν βουβοί και μ’ αφήνουν ράσω. 0 Θανάσης, που άκουγε τις δηλώσεις από τα του γραφείου του, έρχεται πίσω μου. «Τι κάνουμε με τον Κολάκογλου;» με ρωτάει, χίζουμε το ψάξιμο;» Τον κοιτάζω σκεφτικός. Η λογική λέει ότι πρέ σταματήσω το κυνηγητό και να τον αφήσω ήσυχο, πια δε θα είχε αντίρρηση ούτε ο Γκίκας. Από όμως το κυνήγι του Κολάκογλου ρίχνει στάχτη τια του Ντελόπουλου και του Πετράτου, και μου τα χέρια. * «Συνέχισε, μέχρι να σου πω να σταματήσεις» λέ* Θανάση. «Μα πιστεύεις στα σοβαρά ότι ο Κολάκογλου σε την Καραγιώργη και την Κωσταράκου;» Ακούω τη φωνή του Σωτηρόπουλου και γυρίζω μπει αθόρυβα. Ακουμπάει στον τοίχο, δίπλα στην και με κοιτάζει ειρωνικά. «Πήγαινε, θα σε δω αργότερα» λέω στον Θανά 0 Σωτηρόπουλος παρακολουθεί τον Θανάση να νει, μετά έρχεται και κάθεται, απρόσκλητος, στην κλα απέναντι μου. «Μαζί με την Κωσταράκου πέθανε και ο Πετρ μου λέει καταχαρούμενος. 188


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Γιατί;» «Καλά, δεν καταλαβαίνεις; Έχτισε για δολοφόνο τον Κολάκογλου και τώρα πρέπει να πει ότι έκανε λάθος. Εκθέτει το κανάλι, και ο Ντελόπουλος δε θα του το συγχωρέσει». Σωπαίνει και με κοιτάζει. Πίσω από τα στρογ­ γυλά γυαλάκια οι δυο χάντρες του χαμογελάνε πονηρά. «Είδες χτες το ρεπορτάζ μου;» με ρωτάει. «Το είδα». «Απόψε θα σπρώξω λίγο ακόμα. Ποιοι είναι αυτοί που επωφελήθηκαν από την καταδίκη του Κολάκογλου; Και ποιοι εξακολουθούν να τον χρησιμοποιούν για εξιλαστή­ ριο θύμα; Από αύριο ο Πετράτος περνάει στα αζήτητα». «Γιατί τον μισείς τόσο πολύ;» Δεν περίμενε την ερώτησή μου και ξαφνιάζεται στην αρχή. Μετά σοβαρεύει και δείχνει να ταλαντεύεται. «Έχω τους λόγους μου, αλλά δε θα σ’ τους πω, είναι προσωπικοί» μου λέει τελικά. «Ένα μόνο σου λέω. 0 Πε­ τράτος ανέβηκε πατώντας σε πτώματα. Θα χαρώ πολύ αν τον δω να σπάει τα μούτρα του». «Θα χαιρόσουν ακόμα πιο πολύ αν ήταν αυτός ο δο­ λοφόνος». Με κοιτάζει και προσπαθεί να μαντέψει πού το πάω. «Γιατί;» με ρωτάει. «Τον υποπτεύεσαι;» «Το μίσος γεννάει πάντα υποψίες. Προς πάσα κατεύ­ θυνση». Βάζει τα γέλια. «Τι θα πει αυτό; Υ ποπτεύεσαι κι εμένα;» Δεν απαντώ. Το αφήνω να αιωρείται για να τον ανα­ γκάσω να πει κι άλλα. Αλλά αυτός εξακολουθεί να γελόιει. «Ομολογώ ότι θα μου άρεσε να τον δω με χειροπέδες και να του κολλήσω το μικρόφωνο στη μούρη για να μου πει γιατί τις σκότωσε. Αλλά αυτά είναι όνειρα. Δεν τις σκότωσε ο Πετράτος. Αλλού πρέπει να ψόιξετε». 189


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Γιατί; Κάτι μου κρύβεις εσύ». «Όχι, στο λόγο μου. Το ένστικτό μου όμως μ ότι πίσω από δυο φόνους κρύβεται κάτι άλλο, που φανταζόμαστε, ούτε εσύ ούτε εγώ». Σηκώνεται και πηγαίνει στην πόρτα. «Θα δεις δίκιο, η μύτη μου δε με γελάει» μου λέει καθώς Γυρίζω το βλέμμα μου στο παράθυρο και π να μαντέψω τι ήθελε να μου πει. Να ξέρει κάτι να μου το κρύβει; Το πιο πιθανό. Στο μπαλκόνι της γριάς η γάτα έχει στριμωχτ μέσα σε δυο γλάστρες και χαζεύει τους περαστικ δρόμο, με τη μούρη της κολλημένη στα κάγκελα, με στον Δεκέμβρη, κι αν εξαιρέσεις τις δυο μέρες κρύο, έξω σκάει ο τζίτζικας. Σκέτη αρρώστια, ο καιρός.


22 ΟΠετράτος μένει στην οδό Ασημακοπούλου, δίπλα στο Κέντρο Νεότητος της Αγίας Παρασκευής. Είναι μια α π ’ αυτές τις νεόκτιστες πολυκατοικίες για δημοσιοσχεσάδες, στελέχη επιχειρήσεων, και επιστήμονες που τρώνε από προγράμματα της ΕΟΚ. Η πιλοτή της δεν είναι γκαράζ, όπως είθισται, αλλά κήπος, με πρασιές και λουλούδια. Το γκαράζ είναι ξεχωριστό, υπόγειο. Τα κουδούνια είναι συνδεδεμένα με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης, για να βλέ­ πουν τη φάτσα σου όταν χτυπάς κι αν δεν τους κάνει να μη σου ανοίγουν. Διαλέγω ένα όνομα στα τυφλά και είμαι έτοιμος να χτυπήσω, όταν βλέπω μια σαραντάρα να βγαίνει από το ασανσέρ. Μόλις ανοίγει την εξώπορτα, τρυπώνω μέσα. Ο Πετράτος μένει στον δεύτερο όροφο. Ο όροφος έχει τρία διαμερίσματα, τα δύο κολλητά και το τρίτο μόνο τόυ, απέ­ ναντι στα όιλλα. Αρχίζω από το τρίτο, μια κι είναι πιο κο­ ντά στο ασανσέρ. «Yes?» μου λέει η Φιλιππινέζα που μου ανοίγει. Πέρασαν οι καλές εποχές, που οι οικογένειες έφερναν κορίτσια από το χωριό, για να κάνουν όλες τις δουλειές και επιπλέον να εκπαιδεύουν τον κανακάρη του σπιτιού στο πήδημα. Τώρα, χτυπάς το κουδούνι, σου ανοίγει μια Φιλιππινέζα, αυτηνή^τα αγγλικά είναι κουτσά, τα δικά σου παράλυτα, άντε να συνεννοηθείς. Μόλις της λέω «police», αρχίζει να τρέμει. Προφανώς, 191


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

\

δουλεύει λαθραία. «No problem, not for you» τη ς. τα άπταιστα αγγλικά μου την καθησυχάζουν άμεσο ρωτάω αν γνωρίζει τον Πετράτο, αν τον είδε χτες τον; γεύμα να έρχεται ή να φεύγει και τι ώρα ήταν. Η ντηση στην πρώτη ερώτηση είναι «yes», στις άλλες «ηο», και με το δεύτερο «ηο» μού κλείνει την πόρτ μούτρα. Χτυπάω στο διαμέρισμα που είναι δίπλα στου Π του, κι αυτή τη φορά η τύχη μού χαμογελάει. Ανοίγ εξηντάρα, δική μας. Της λέω ποιος είμαι, δείχνω την; τότητά μου, και με μπάζει μέσα. Όταν τη ρωτάω · Πετράτο, η γλώσσα της στάζει μέλι. «Τον κύριο Πετράτο; Πώς, βέβαια, τον γνωρίζω! ρετος κύριος!» «Μήπως ξέρετε τι ώρα φεύγει συνήθως τα απο τα από το σπίτι του;» «Γιατί;» με ρωτάει και ξαφνικά γίνεται καχύπο Σκύβω μπροστά σα να πρόκειται να της πω το κό της μασονίας. «Θα μάθατε ότι δολοφονήθηκαν δι μοσιογράφοι του Χέλας Τσάνελ, όπου δουλεύει ο Πετράτος». «Το άκουσα στις ειδήσεις. Νέοι άνθρωποι. Τι τ~ δία, Θε μου!» «Επειδή παίρνουμε τα μέτρα μας για να μην υπ κι άλλο θύμα, παρακολουθούμε τα σπίτια όλων το μοσισγράφων του Χέλας Τσάνελ. Γι’ αυτό θέλουμε1 ρουμε ποιες ώρες είναι στο σπίτι, κυρίως απογεύμο βράδια. Χτες το απόγευμα, λόγου χάρη, μήπως τον τε να έρχεται ή να φεύγει;» «Γιατί δε ρωτάτε τον ίδιο;» «Οι δημοσιογράφοι είναι περίεργοι, δε θέλου αστυνομία μέσα στα πόδια τους. Εξάλλου, θέλουμε μαστέ διακριτικοί. Να μη δημιουργήσουμε πανικό»^ 192


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Η απάντησή μου φαίνεται ότι την πείθει, γιατί το σκέ­ φτεται. «Τι να σας πω » μου λέει στο τέλος. «Το πρωί φεύγει κατά τις έντεκα, γιατί πολλές φορές γυρίζω από τα ψώνια και συναντιόμαστε στο διάδρομο. Τα μεσημέ­ ρια δεν τον έχω δει ποτέ, γιατί τρώμε και ξαπλώνω λίγο. Τ ’ απογεύματα τον βλέπω σπάνια». «Τι ώρα συνήθως;» «Γύρω στις εξίμισι με εφτά. Χτες όμως δεν τον είδα καθόλου». Σηκώνομαι να φύγω, όταν ξαφνικά θυμάται κάτι, που Θα προτιμούσα να το είχε ξεχάσει. «Προχτές ήρθε άλλος ένας δικός σας και ρωτούσε» μου λέει. Οι ανακρίσεις του Σωτήρη, που έκαναν έξαλλους τους Ντελόπουλο και Πετράτο. «Ναι, ήταν μετά το πρώτο έγκλημα. Και τότε είχαμε προτείνει, και στον κύριο Πετράτο και σε άλλους, να παρακολουθούμε τα σπίτια τους, αλλά δεν ήθελαν. Το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε και δεύ­ τερο φόνο. ΓΓ αυτό αποφασίσαμε να τους παρακολου­ θούμε διακριτικά, χωρίς να το ξέρουν, ώσπου να βρούμε τον δράστη. Καταλαβαίνετε, αν θρηνήσουμε και τρίτο θύ­ μα, θα πέσουν όλοι πάνω μας». «Αχ, δουλειά και η δική σας!» μου λέει με κατανόηση. Χωρίζουμε φιλικά, αλλά φεύγω με άδεια χέρια. Το ίδιο και από τα υπόλοιπα διαμερίσματα. Οι περισσότεροι δε με μπάζουν στο σπίτι τους, με κρατάνε στην πόρτα. Και οι απαντήσεις είναι όλες ένα καλούπι: «δεν ξέρω», «τον βλέπω σπάνια», «ρωτήστε τον ίδιο». Οσο ψηλότερα ανεβαίνω, τόσο πέφτουν οι ελπίδες μου, αλλά το έχω πάρει προσωπικά. Από τη μια ο φόνος της Κωσταράκου, από την άλλη η κόντρα μου με το τρίο -Γκίκας, Ντελόπουλος, Πετράτος-, βάλε και τον Σωτηρόπουλο, που μου διαφημίζει τη μύτη του, όλα αυτά έχουν μα­ στιγώσει τον εγωισμό μου. Θέλω να μαζέψω στοιχεία για 193


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

να καλέσω τον Πετράτο σε ανάκριση και ν’ αρχίσω' στριμώχνω. Έχω φτάσει στον τέταρτο όροφο και μιλάω με μ λή, ξερακιανή, με χείλη τόσο λεπτά, που το κοκκιν ξεχειλάει σίγουρα στο σαγόνι, όταν τα βάφει. Μου* ότι αυτή κοιτάζει το σπίτι της και δεν την ενδιαφέρ θόλου τι κάνουν οι συγκάτοικοί της. Το κήρυγμα της" τής διακόπτεται από έναν μαγκλαρά, με μαλλί κοι νο στον πόντο και σκουλαρίκι στο ένα αφτί, πο παραμερίζει για να βγει. Προφανώς άκουσε την κουβέντα μας, γιατί γυρίζ' μου λέει: «Πάντως, χτες γύρω στις έξι, που έβαλα το ξι στο γκαράζ, το δικό του έλειπε». «Τι θέλεις κι ανακατώνεσαι;» του λέει τσανησμ ξερακιανή. «Τι πειράζει, ρε μάνα; Μια ερώτηση έκανε ο ά* πος, ήξερα την απάντηση και του την είπα. Όταν δ ρω τις απαντήσεις στη σχολή, βιδώνεσαι. Τώρα π ξέρω, βιδώνεσαι πάλι». Η ξερακιανή μπαίνει μέσα και βροντάει την πόρ μ’ ενοχλεί καθόλου η χοντράδα της, χάρη μου κάνεις τί θέλω να ξεμοναχιάσω τον μαγκλαρά. «Είσαι σίγουρος ότι έλειπε το αμάξι του;» τον ι «Κοίτα να δεις, είναι ο μόνος στην πολυκατοικί έχει Ρένεγκεϊντ. Πολύ το γουστάρω, και κάθε φορ το βλέπω, κάθομαι και το χαζεύω. Τον έχω ψήσει τ* ρο να μου πάρει κι εμένα, αλλά αυτός ούτε να τ ’ σει. “Τι έχει το Στάρλετ, μια χαρά αμάξι είναι” μ ο άσχετος. Χτες, λοιπόν, που μπήκα με το Στάρλετ, νεγκέιντ έλειπε». «Πάμε στο γκαράζ, να μου δείξεις πού το παρκ'* Αν είναι κάτω, θα ήθελα να του ρίξω μια ματιά. «Αμέ. Έλα» μου λέει πρόθυμος. 194


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Το γκαράζ είναι ευρύχωρο, χωράει άνετα καμιά εικο­ σαριά αμάξια. Τα περισσότερα λείπουν, έχουν μείνει μό­ νο πέντε, ανάμεσά τους και το Ρένεγκεϊντ του Πετράτου. Το αυτοκίνητο στα δεξιά του είναι σκεπασμένο με κά­ λυμμα. Η άλλη θέση είναι άδεια. «Νάτο!» μου λέει με θαυμασμό ο μαγκλαράς. «Φ υ­ σάει, ε;» Κοιτάζω το ρολόι μου. Έχει πάει τέσσερις. Γυρίζει, φαίνεται, αργά το μεσημέρι, ξεκουράζεται, και μετά τις εφτάμισι ξαναπάει στο σταθμό. Δεν αποκλείεται η εξηντάρα να του χτύπησε και να του είπε τα καθέκαστα. Σκα­ σίλα μου. Άσ’ τον να τηλεφωνήσει στον Ντελόπουλο και να του πει ότι τον κυνηγάω ακόμα. Φέρνω μια γύρα το Ρένεγκεϊντ, αλλά απέξω δε βλέπω τίποτε αξιοπερίεργο. Πλησιάζω και κοιτάζω από το παράθυρο. Στο κάθισμα του συνοδηγού είναι πεταμένες βιντεοκασέτες. Στο πίσω κάθισμα, μια στοίβα εφημερίδες και περιοδικά. Τίποτε άλλο. Ο μαγκλαράς έπαψε ν’ ασχολείται μαζί μου και πη­ γαίνει προς το Στάρλετ. «Θα μείνεις;» μου φωνάζει. «Όχι, έρχομαι». Καθώς γυρίζω προς την πόρτα του γκαράζ, κάτι παίρ­ νει το μάτι μου κάτω από το καλυμμένο αμάξι. Σκύβω και βλέπω ένα κομμάτι σύρμα, τυλιγμένο άτσαλα. «Για έλα δω!» φωνάζω τον μαγκλαρά. Αυτός γυρίζει και με στραβοκοιτάζει. «Είχε δίκιο η μά­ να μου, έχω μπλέξει μ’ εσένα» μου λέει τσαντισμένος. «Βρε, έλα που σου λέω!» Το ύφος μου δε σηκώνει αντίρρηση και με πλησιάζει. «Τι είναι αυτό κάτω από το αυτοκίνητο;» Σκύβει περίεργος, πιάνει το σύρμα και το βγάζει. «Ένα κομμάτι σύρμα» μου λέει αδιάφορα. Πού να το φα­ νταστεί ότι αυτό το σύρμα μπορεί να τον στείλει μάρτυρα 195


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

κατηγορίας στο δικαστήριο, για να καταθέσει ότι το κάμε δίπλα στο αυτοκίνητο του Πετράτου. «Πόσον καιρό είναι εκεί κάτω;» «Πού θες να ξέρω; Αυτό είναι το αυτοκίνητο του λαφάτη. Από τότε που πέθανε, πριν από τρεις μήνες, νει εκεί, παρατημένο. Γιατί, έχει καμιά σημασία;» «Σημασία; Και βέβαια έχει σημασία. Δεν ξέρεις < σύρμα τρυπάει τα λάστιχα; Μου θέλεις και Ρένεγκεΐ Και του παίρνω το σύρμα. Αυτός μου ρίχνει ένα φο κερό βλέμμα και πάει στο Στάρλετ του. Βάζει μπρος,. γει την πόρτα του γκαράζ με μαγνητική κάρτα, μετά πτύσσει ταχύτητα και απομακρύνεται. Βγαίνω κι εγώ πίσω του, ενώ η πόρτα κατεβαίνει αργά. Κάθομαι στο Μιραφιόρι και κοιτάζω το σύρμα, πο έχω αφήσει δίπλα μου, στο κάθισμα. Τελικά, φαίνεταιί τον υποτίμησα τον Πετράτο. Μπορεί ο δεύτερος φόν ήταν προμελετημένος, το φονικό εργαλείο όμως ήταν λι ευκαιριακό, τυχαίο, όπως στη δολοφονία της Κ γιώργη. Είδε το σύρμα, ενώ πάρκαρε το αυτοκίνητό έκοψε ένα κομμάτι, στραγγάλισε την Κωσταράκου, το ’ λε στην τσέπη του κι έφυγε. Αν ήταν μαχαίρι ή πι θα μπορούσαμε ν’ αποδείξουμε ότι ήταν δικό του ήί βρούμε από πού το πήρε. Το σύρμα όμως; Το βρίσκεόλα τα είδη κιγκαλερίας, σε σπίτια, παντού. Πώς ν’ α δείξεις ότι ο φόνος έγινε μ’ αυτό το συγκεκριμένο σύ που ήταν πεταμένο δίπλα στο αυτοκίνητό του; Φτάνει ασκούμενος δικηγόρος για να σου βγάλει σκάρτο το στήριο. Ίσως γι’ αυτό να μην εξαφάνισε το υπόλοιπο ι μα. Τρεις μήνες ήταν πεταμένο κάτω από το αμάξι μακαρίτη. «Αν την είχα σκοτώσει εγώ, θ’ άφηνα ποτέ σύρμα εκεί, δε θα το εξαφάνιζα; Τρελός είμαι, κύριε δρε;» Σωστά, θα πει ο πρόεδρος, τέτοιο βλάκα δολ νο δεν τον βρίσκεις ούτε κατά παραγγελία.


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Από την Αγία Παρασκευή μού παίρνει γύρω στο τέ ­ ταρτο να φτάσω στο Χέλας Τσάνελ, στα Σπάτα. Το γρα­ φείο της σύνταξης είναι σχεδόν άδειο. Βρίσκω μόνο τον Σπεράντζα, που ετοιμάζει το δελτίο των έξι. Έχει χάσει το χολωμένο ύφος του και με κοιτάζει με βλέμμα ανήσυ­ χο. φοβισμένο. «Ποιος έχει σειρά τώρα;» με ρωτάει. «Θα μας πάρει όλους η μπάλα;» Επίτηδες δεν τον καθησυχάζω, γιατί ο φόβος του με βο­ λεύει. «Καλά, δεν αναρωτήθηκε κανείς πού ήταν η Κωσταράκου, όταν χτες το βράδυ δεν εμφανίστηκε στο σταθμό;» «Γιατί να εμφανιστεί; Ήρθε, παρέδωσε μονταρισμένο το ρεπορτάζ της και έφυγε γύρω στις πέντε. Θα ξαναγύριζε μόνο αν είχε να ετοιμάσει κάτι έκτακτο για το δελ­ τίο των οχτώμισι. Εμείς δε χτυπάμε κάρτα». «Δηλαδή, μόνο ο Πετράτος μένει συνέχεια;» «Ούτε αυτός. Φεύγει κατά τις τέσσερις και γυρίζει στις εφτά μ’ εφτάμισι». «Χτες τι ώρα γύρισε;» Με κοιτάζει περίεργος. «Μην πάει ο νους σου αλλού» του λέω. «Απλώς προσπαθώ να σχηματίσω μια εικόνα». «Δεν ξέρω. Πάντως, στις εφτά που έφυγα, δεν είχε έρ­ θει ακόμα». Δεν έχει να μου τίποτε άλλο και τον αφήνω να συνεχί­ σει τη δουλειά του. Γυρίζοντας από τα Σπάτα περνάω από το εργαστήριο της Σήμανσης και δίνω το σύρμα στον Δημήτρη. Του ρίχνει μια ματιά και όταν τον βλέπω να ση­ κώνει τους ώμους, οι φόβοι μου επαληθεύονται. «Να το εξετάσουμε» μου λέει «αλλά μόλις το πάρει ο εισαγγελέας, θα το πετάξει στα σκουπίδια. Είναι εύκολο ν’ αποδείξουμε ότι τη στραγγάλισε μ’ ένα τέτοιο σύρμα, αλλά σχεδόν αδύνατο ν’ αποδείξουμε ότι ο φόνος έγινε μ’ αυτό εδώ που βρήκες στο γκαράζ». 197


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Το ξέρω» του απαντώ σκασμένος. «Αλλά εξέτο παρ’ όλα αυτά». Έχει σηκώσει αέρα και η ατμόσφαιρα μυρίζει φ£ πώρινη καταιγίδα. Καθώς γυρίζω στο γραφείο, σκέ μαι ότι έχω ένα σωρό ενδείξεις που οδηγούν στον Πε το, αλλά κανένα πειστήριο. Αν ήταν κανένας άλλος^ τον κουβαλούσα στην Ασφάλεια και θα τον έψηνα, να ομολογήσει. Για τον Πετράτο όμως χρειάζομαι ση του Γκίκα. Και αμφιβάλλω αν θα μου τη δώσει.

198


23 Τρέχω για να προλάβω το δελτίο των οχτώμισι. Σίγου­ ρα η δολοφονία της Κωσταράκου θα είναι πρώτη είδηση και δε θέλω να τη χάσω. Παίρνω την ανάσα μου στο κα­ θιστικό. Η Αδριανή κάθεται στη γνωστή της θέση, με το τηλε­ κοντρόλ στο χέρι. Περνάω από μπροστά της για να πιάσω την άλλη πολυθρόνα. Κάνει πως δε με είδε. Το βλέμ­ μα της μένει καρφωμένο στο γυαλί. Εγώ της ρίχνω μια κλεφτή ματιά και το διασκεδάζω. Ξέρω πόσο την καίει που δεν μπορεί να μάθει τα νέα για την Κωσταράκου από πρώτο χέρι και πρέπει ν’ αρκεστεί στο δελτίο, όπως όλοι οι θνητοί. Έχει χάσει τα προνόμιά της, αλλά το δέχεται με αξιοπρέπεια· σ’ αυτό την παραδέχομαι. Κρατάει χα­ ρακτήρα και δεν αφήνει την περιέργεια να της κουρελιά­ σει τον εγωισμό. Το σπίτι της Κωσταράκου. Το καθιστικό, όπου βρέθη­ κε σκοτωμένη. Ολόγυρα, χαρτιά πεταμένα, βιβλία σκόρ­ πια, έτσι όπως τα βρήκαμε. Μόνο το πτώμα έχει α π ο ­ συρθεί. Στη θέση του υπάρχει ένα σχεδιάγραμμα με κιμωλία. Ο παρουσιαστής έχει το κλασικό, περίλυπο ύφος του, αλλά για πρώτη φορά με πείθει ότι είναι αληθινό. Οι λέξεις βγαίνουν πιο αργές από το στόμα του, πιο ξεψυχισμένες. Κρατάει τα χέρια του μετέωρα, στη γνωστή στά­ ση απόγνωσης. Ώς και το σακάκι της χρησικαρπίας μοιά­ ζει να του πέφτει φαρδύ σήμερα. 199


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή δεν έχουμε άλλες π φορίες, κυρίες και κύριοι» λέει. «Η αστυνομία π ότι οι δύο δολοφονίες συνδέονται μεταξύ τους και χίζει τις έρευνές της με εντατικό ρυθμό, υπό την ά εποπτεία του διευθυντή Ασφαλείας Αττικής, ταξί Γκίκα». Επειδή βγήκα από πάνω με τον Πετράτο, ο Γκίκ* παραμερίζει για να βγάλει το άχτι του. Από σήμερα λαμβάνει αυτός την πρωτοβουλία κι εγώ περνάω στ ριθώριο. Όχι πως μου θίγει το γόητρο, πιο πολύ μ’ χλεί που από αύριο θα είμαι υποχρεωμένος να του αναφορά και να ζητάω έγκριση γιοι κάθε μου κίνηση Μ’ έχουν απορροφήσει οι σκέψεις μου και χάν επαφή με το δελτίο. Συνέρχομαι όταν βλέπω ξαφνικ Πετράτο στο γυαλί, να παίρνει θέση δίπλα στον π σιαστή. «Καλησπέρα, Νέστορα» του λέει αυτός. «Για δε φορά, μέσα σε λίγες μέρες, το κανάλι μας δέχτηκε ένα μερό πλήγμα. Μετά τη Γιάννα Καραγιώργη, και η Μ Κωσταράκου βρήκε σήμερα οικτρό θάνατο από τα ενός στυγερού δολοφόνου που παραμένει ασύλλητ «Πράγματι, όπως είπες κι εσύ, Παύλο» απαντάει σ τράτος «το κανάλι μας δέχτηκε μέσα σε λίγες μέρες φοβερά χτυπήματα». Παλιά, όταν δύο άνθρωποι επιβεβαίωναν ο ένας άλλο, το λέγαμε αλληλολιβάνισμα και φωνάζαμε για μιατό. Τώρα το λέμε δημοσιογραφία. «Θα ήθελα την εκτίμησή σου για την πορεία των κρίσεων, Νέστορα» συνεχίζει ο παρουσιαστής. «Πόσο ντομα μπορούμε να ελπίζουμε σε κάποια αποτελέ Ρωτάω, γιατί, όπως ξέρεις, ο σταθμός μας δέχεται μερινά χιλιάδες τηλεφωνήματα τηλεθεατών, που αγω* να μάθουν τι γίνεται, και τους χρωστάμε μια απάντη


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

I

«Να σου πω, Παύλο». 0 Πετράτος κάνει μια παύση για να δείξει ότι το σκέφτεται. «Υπάρχει μια αισιόδοξη άλευρά και μια απαισιόδοξη. Η αισιόδοξη είναι ότί ο δι­ ευθυντής Ασφάλειας Αττικής, ο ταξίαρχος Γκίχας, απο­ φάσισε ν’ αναλάβει προσωπικά την εποπτεία των ερευ­ νών. Λυπάμαι που το λέω, αλλά οι ανακρίσεις είχαν πάρει τελείως λάθος δρόμο και χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Δεν ξέρω αν η πολιτική ηγεσία του υπουργείου θα ζητήσει ευ­ θύνες γι’ αυτή την ολιγωρία, τουλάχιστον όμως μπορού­ με να ελπίζουμε ότι οι ανακρίσεις θα μπουν, επιτέλους, στη σωστή κατεύθυνση». Ξαφνικά, βλέπω την Αδριανή να πετάει το τηλεκοντρόλ ' και να βγαίνει έξαλλη από το δωμάτιο. Εξακολουθεί να μου κρατάει μούτρα, αλλά με την αποχώρησή της θέλει να μου δείξει πόσο αγανακτισμένη είναι μ’ αυτά που άκουσε. Εγώ μένω στη θέση μου. Σκέφτομαι πως θα πρέί πει να είμαι ευχαριστημένος, αν γλιτώσω τελικά την πει! θαρχική δίωξη. «Και η απαισιόδοξη;» ρωτάει ο παρουσιαστής. 0 Πετράτος αναστενάζει σα να τον βασανίζει η απ ά ­ ντηση που θα δώσει. «Αν ο δράστης είναι ο Κολάκογλου -και το ενδεχόμενο εξετάζεται σοβαρά από την αστυνο­ μία-, τότε έχουμε να κάνουμε μ’ έναν ψυχοπαθή δολο­ φόνο. Δε μισούσε μόνο τη Γιάννα Καραγιώργη. Μισεί όλους τους δημοσιογράφους, γιατί πιστεύει ότι του έκα­ ναν κακό, και σκοτώνει για να εκδικηθεί. Αν το δεις έτσι, είναι φυσικό ότι χτυπάει πρώτα το δικό μας κανάλι, για­ τί αυτό τού έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά. Μην ξεχνάς ότι η υπόθεση Κολάκογλου ήταν μια από τις μεγαλύτερες επι­ τυχίες μας». «Δηλαδή, κινδυνεύουμε όλοι οι δημοσιογράφοι;» Το λέει, λες και ο Κολάκογλου στέκεται πίσω του, έτοιμος να τον σφάξει. 201


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Γι’ αυτό είπα προηγουμένως ότι η αστυνομία' πολύτιμο χρόνο. Άφησε τον Κολάκογλου να κυ» ελεύθερος, ενώ ήξερε, ήδη από την πρώτη του σό· ότι ήταν ψυχοπαθής. Ας ελπίσουμε ότι τώρα θα πιο μεθοδικά». 0 παρουσιαστής τον ευχαριστεί και ο Πετράτος ται από το γυαλί. Τον υποτίμησες, Σωτηρόπουλε, ] σα μου. Τον υποτιμήσατε και εσύ και η Καραγιώ( μόνο δε βγήκε να δικαιολογηθεί που έπεσε έξω με λάκογλου, αλλά του έδωσε και προαγωγή, τον έκο χοπαθή δολοφόνο. Πώς να εξηγήσεις στον κόσμο ότι1 χοπαθής δολοφόνος έχει έναν τρόπο να σκοτώνει, τον ίδιο, είναι το σήμα κατατεθέν του; Δε χρήσιμομια βάση προβολέα, την άλλη σύρμα και την τρίτ σοπρίονο. Πάντως, σ’ ένα σημείο είχε δίκιο ο Γ Έ πρεπε να πιάσουμε τον Κολάκογλου και να τον σουμε μέσα. Θα είχαμε βρει την ησυχία μας. Πά' σκέφτομαι ότι ο Θανάσης θ’ ακούσει αύριο τα σχ< του, χτυπάει το τηλέφωνο. «Τ’ άκουσες;» 0 Γκίκας δεν μπαίνει καν στον xJ μου πει τ ’ όνομά του, είναι βέβαιος ότι τον ava"y «Τ’ άκουσα» του απαντώ κοφτά. «Σε μισή ώρα να ’σαι στο γραφείο του υπουργ" ν’ ακούσεις και τα υπόλοιπα» μου λέει και κλείνει. Αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι τα πράγματα είν σοβαρά α π ’ ό,τι τα είχα υπολογίσει. Τελικά, ο Ν πουλος θα καταφέρει να με ξηλώσει. Θα με στείλουν κητή σε κανένα αστυνομικό τμήμα, να ερευνώ κατ λίες για κλοπές, μηνύσεις για διατάραξη κοινής η ή να λύνω διαφορές από τρακαρίσματα. Ακούω την νή να στρώνει το τραπέζι στην κουζίνα και ξαφνικά ριεύει μια διάθεση να της μιλήσω, να της πω πού π τι με περιμένει. Κάτι όμως με κρατάει την τελε 202


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ gxiγμή.

Ίσως είναι η ψωροπερηφάνια μου. Δε θέλω να vb* μίσει ότι της μιλάω από αδυναμία, επειδή έχω ανάγκη από §οο καλές κουβέντες και λίγο κουράγιο. Κι όμως αυτό$£Ιο). Βροντάω την πόρτα πίσω μου για να καταλάβει ότι έφυγα. ■>«.·■. Από την Υμηττού ώς την Ερατοσθένους δε συναντώ με­ γάλη κίνηση, φρακάρω όμως στη Βασιλέως Κωνσταντίνοι), Στη Μεσογείων η ουρά πάει με σημειωτόν και οι οδηγοί ξεθυμαίνουν στις κόρνες τους. Έτσι φτάνω στο Υπουργεία Δημοσίας Τάξεως, στην Κατεχάκη, με ένα τέταρτο καθυ­ στέρηση. «Αστυνόμος Χαρίτος. Για τον κύριο υπουργό» λέω στον νεαρό φρουρό. Αυτός συμβουλεύεται μια κατάσταση που έχει μπρο­ στά του και μ’ ένα «περάστε, κύριε αστυνόμε», μου επι­ τρέπει την είσοδο. Βγαίνω από το ασανσέρ και διασχίζω σχεδόν τρέχοντας το διάδρομο, λες και το λεπτό που θα κερδίσω από την καθυστέρηση να έχει τόση σημασία. Μάλλον δεν το κάνω για το λεπτό. Βιάζομαι ν’ ακούσω τον εξάψαλμο και να τελειώνω. «Πηγαίνετε κατευθείαν μέσα, σας περιμένουν» μου λέει η ιδιαιτέρα, όταν ακούει τ ’ όνομά μου. Συγκρινόμενο με το τριάρι του Ντελόπουλου, το γρα­ φείο του υπουργού είναι μια γκαρσονιέρα με χολ. Μόλις μπαίνω, βρίσκω στημένη την Αγία Τριάδα να με περιμέ­ νει. Υπουργός, Γκίκας, Ντελόπουλος - Πατήρ, Υιός και Αγιο Πνεύμα. Ο υπουργός με τον Ντελόπουλο είναι κα­ θισμένοι δίπλα-δίπλα στον καναπέ, σα να θέλουν να μου υπογραμμίσουν ότι είναι φιλαράκια. Ο Γκίκας κάθεται στην πολυθρόνα, δίπλα στον υπουργό, και όλοι μαζί έχουν στραμμένο το βλέμμα τους πάνω μου. «Συγγνώμη που άργησα, αλλά είχε τρομερή κίνηση». 203


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Καθίστε, κύριε αστυνόμε». Ο υπουργός μ ο ύ | την άδεια πολυθρόνα, αλλά το ύφος του λέει ότι ι τιμούσε να με κρατήσει όρθιο. Το σκηνικό μιλάει μόνο του. Ο Ντελόπουλος κεφάλι μου στο πιάτο, ο υπουργός θέλει να του κ^ χατίρι για να τα έχει καλά μαζί του, όσο για τον αυτός έχει φιλοδοξίες και δε θέλει να τους πάει Δεν ξέρω πώς θα τελειώσω, σίγουρα όμως θα βι τεμένος από δω μέσα. «Τι γίνεται με τις έρευνες για τις δολοφονίες · δημοσιογράφων του Χέλας Τσάνελ, κύριε Χαρά ρωτάει ο υπουργός. «Τελευταία, μόνο παράπονα » για σας». 0 Γκίκας θέλει ν’ αποφύγει το βλέμμα μου, δή κάθομαι φάτσα απέναντι του, δεν ξέρει πού ν α | ψει το δικό του. Τελικά, το σφηνώνει ψηλά, πίσω | που ο τοίχος συναντάει την οροφή. Αισθάνεται άβο το δείχνει. Αντίθετα, ο Ντελόπουλος έχει καρφωμ βλέμμα του πάνω μου και δεν κρύβει την ικανοποίη Ίσως αυτή η ομαδική έφοδος να είναι το λάθος τοι τί όταν το πράγμα παίζεται, τότε πας με το μαλακί) νεις τακτικές υποχώρησης, ακόμα και τεμενάδες, όμως είσαι κι έτσι καμένος κι έτσι τσουρουφλισμέ\ μάς μέσα στη φωτιά κι όπου σε βγάλει. Αποφασίζω 1| πω όλα, κι ας με θέσουν σε διαθεσιμότητα. Τουλ να αποζημιωθώ με ηρωική έξοδο. «Οι έρευνες προχωράνε με αργό ρυθμό, όπως συ| νει συνήθως με τέτοιες υποθέσεις, κύριε υπουργέ. ! χωράνε, πάντως». «Α π’ ό,τι μαθαίνω, πηγαίνουν σε λάθος κατεύθΕ Ο κύριος Γκίκας σάς έδωσε σαφή εντολή να συ> τον Κολάκογλου, κι εσείς την αγνοήσατε για ν’ θείτε με άλλα». 204


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Δεν την αγνόησα καθόλου. Αυτή τη στιγμή όλη η αστυ­ νομική δύναμη ψάχνει τον Κολάκογλου. Δεν είναι όμως εύκολο να εντοπίσεις κάποιον που μέσα στη φυλακή μπή­ κε σε κυκλώματα και βρίσκει εύκολα καταφύγιο». «Και στο μεταξύ, αφήνετε έναν ψυχοπαθή δολοφόνο να κυκλοφορεί ελεύθερος και να σκοτώνει κατά βούλη­ ση» επεμβαίνει ειρωνικά ο Ντελόπουλος. Ή είδε το δελ­ τίο ειδήσεων παρέα με τον υπουργό, ή είχε συμφωνήσει με τον Πετράτο να βγάλουν ψυχοπαθή τον Κολάκογλου, όπερ και πιθανότερον. 0 Ντελόπουλος γυρίζει στον υπουργό. «Μπορείτε να ψηφίσετε όσους νόμους θέλετε για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, αγαπητέ μου. Αν δεν έχετε ικανά στε­ λέχη στα Σώματα Ασφαλείας, οι νόμοι σας δε θα φέρουν χανένα αποτέλεσμα». «Δε χρειάζονται πολλοί νόμοι για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, κύριε Ντελόπουλε» του λέω πολύ ήρεμα. «Ένας θα έφτανε». «Και ποιος είναι αυτός;» ρωτάει ο υπουργός. «Να υποχρεωθούν οι νέοι μετά το τέλος της στρατιω­ τικής θητείας τους να κάνουν έξι μήνες στη φυλακή για μετεκπαίδευση. Έχετε δει φαντάρο που να παίρνει φύλ­ λο πορείας και να θέλει να ξαναγυρίσει στο στρατό; Πό­ σο μάλλον, στη φυλακή». Ο Γκίκας γυρίζει απότομα και κοιτάζει το τραπέζι των συσκέψεων, που είναι στον απέναντι τοίχο. Θέλει να βά­ λει τα γέλια, αλλά κρατιέται. «Δε σας κάλεσα εδώ για να ακούσω τις απόψεις σας περί εγκληματικότητος» ακούω την παγερή φωνή του υπουργού. «Για τον Κολάκογλου θέλω να μου πείτε». «Θ’ απορούσα πολύ αν ο Κολάκογλου ήταν ψυχοπα­ θής δολοφόνος, κύριε υπουργέ». Κι αρχίζω να του λέω όλο το κατεβατό για το πώς σκοτώνουν οι ψυχοπαθείς 205


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

δολοφόνοι, πώς χρησιμοποιούν πάντα το ίδιο όπ/ όλοι οι φόνοι τους είναι πανομοιότυποι, και όλα τ* τικά. «Αυτά θα σας τα έχει πει ήδη ο κύριος Γκίκο μπληρώνω. 0 Γκίκας τα ξέρει, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν τ πε τίποτα, γιατί το συμφέρον του είναι να πάει με ρά τους. Καταλαβαίνει ωστόσο ότι δεν τη βγάζει ι μουλωχτό. «Αυτά που λέει ο αστυνόμος Χαρίτος είν τά βάση σωστά. Αλλά βέβαια υπάρχουν και οι εξαΐ| προσθέτει, για να είναι μέσα σε κάθε περίπτωση, να του πω ότι το Εφ-Μπι-Άι τα λέει αλλιώς, αλλά· πάρει το ποτάμι. 0 Ντελόπουλος βλέπει ότι χάνει έδαφος και π®; στην επίθεση. «Έχω την έγκρισή σας για να τα δη ποιήσουμε όλα αυτά, κύριε υπουργέ; Είμαι περίε δω πώς θα δεχτεί η κοινή γνώμη αυτές τις θεωρίες» Κάνει ακριβώς αυτό που φοβόμουν. Έχει ξεση· τον κόσμο εναντίον του Κολάκογλου, τον έχει φο κι αν βγει τώρα και πει ότι η αστυνομία αποκλείει δεχόμενο να είναι αυτός ο δολοφόνος, θα στραφού. εναντίον μας. Το ίδιο σκέφτεται και ο υπουργός, γιατί δόν τον παρακαλάει: «Μη βιαστείτε, κύριε Ντελόπουλε. Αφήστε μας κές μέρες ακόμα. Είμαι βέβαιος ότι θα βρούμε το λάκογλου και όλα θα ξεκαθαρίσουν». «Έστω, σέβομαι την επιθυμία σας» απαντάει ταβατικά ο Ντελόπουλος. «Άλλωστε, έχω εμπιστ στον κύριο Γκίκα. Και για να σας αποδείξω πόσο γάσιμοι είμαστε, ορίστε». Βγάζει από την τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί κ δίνει στον υπουργό. Αυτός το παίρνει και το κοιτάζε , είναι αυτό;» ρωτάει έκπληκτος. «Το δείγμα γραφής του κυρίου Πετράτου, που 206


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

0 υφιστάμενός σας. Μπορείτε να το συγκρίνετε με τον γραφικό χαρακτήρα των γραμμάτων που βρήκατε στο σπί­ τι της Καραγιώργη. Όμως υπό έναν όρο, κύριε υπουργέ. 0α απαγορεύσετε στον υφιστάμενό σας ν’ ασχοληθεί ξα­ νά με την υπόθεση, ή, τουλάχιστον, να μας ενοχλήσει. Κα­ τηγόρησε άδικα έναν γνωστό δημοσιογράφο, επειδή είχε κάποτε μια σύντομη σχέση με την Καραγιώργη, κι αυτό δεν μπορεί να περάσει έτσι». Τόσο αξίζει το κεφάλι μου, όσο κι ένα δείγμα γραφής του Πετράτου. Ο Ντελόπουλος είναι τόσο σίγουρος γι’ αυ­ τό, που θεωρεί περιττό ν’ αναφέρει τ ’ όνομά μου και με αποκαλεί απλώς «υφιστάμενο». «Αυτά ίσχυαν σήμερα το πρωί, κύριε Ντελόπουλε» λέω πολύ ήρεμος. «Στο μεταξύ βρέθηκαν κι άλλα στοιχεία». «Τι άλλα στοιχεία;» Είναι ο Γκίκας αυτός που ρω­ τάει. «Καταρχήν εξακρίβωσα ότι ο κύριος Πετράτος έλειπε και από το σπίτι του και από το σταθμό την ώρα που σκό­ τωσαν την Κωσταράκου». «Το ίδιο και άλλα πέντε εκατομμύρια Έλληνες, ενδε­ χομένως» μου απαντάει ειρωνικά ο Ντελόπουλος. «Δεν μπορείτε να βάλετε, επιτέλους, φρένο στο πείσμα και τις προκαταλήψεις σας;» « 0 κύριος Πετράτος είχε στη διάθεσή του κάτι παρα­ πάνω α π ’ ό,τι είχαν τα άλλα πέντε εκατομμύρια. Το σύρ­ μα που στραγγάλισε τη Μάρθα Κωσταράκου». «Τι είπατε;» 0 υπουργός μόνο που δεν πηδάει από τη θέση του. 0 Ντελόπουλος μένει να με κοιτάζει. Του ήρθε απότομα και δεν ξέρει πώς ν’ αντιδράσει. «Στο γκαράζ της πολυκατοικίας, δίπλα στο σημείο που παρκάρει το αυτοκίνητό του ο κύριος Πετράτος, βρήκα ένα κομμάτι σύρμα, όμοιο μ’ αυτό που στραγγάλισαν την Κωσταράκου. Έχω και αυτόπτη μάρτυρα». 207


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Είσαι σίγουρος ότι μ’ αυτό έπνιξαν την Κω κου;» με ρωτάει ο Γκίκας. «Το παρέδωσα σήμερα το απόγευμα στη Σήμc λις έχουμε τα αποτελέσματα από το εργαστήριο, ρουμε περισσότερα. Για όλα αυτά θα έχετε γρα; θέσή μου αύριο το πρωί». Σωπαίνουν και οι τρεις. Καταλαβαίνουν πολύ κ σημαίνει αυτό που είπα. Αν με απομακρύνουν α7 έρευνα και βγω αύριο αληθινός, κάποιος δημοσιογ θ’ ανακαλύψει την έκθεσή μου και θα τους κολλήσει· τοίχο. «Καλώς. Πηγαίνετε, κύριε αστυνόμε» μου υπουργός. Χαιρετώ στον αέρα, γιατί δε με προσέχει κανείς, όλοι τους σκεφτικοί. Μόνο στα χείλη του Γκίκα δι ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Και η πονηριά σπινθηρίζ βλέμμα του. Μοιάζει να το ευχαριστιέται, αλλά εγώ κερδίζω τίποτα. Αυτός παίζει το δικό του παιχνίδι. Φεύγω με την ικανοποίηση ότι, τουλάχιστον, ντρα στο ρέμα. Όχι από μούργος κουρόγιδο, αλλά κουρόγιδο μούργος.

208


24 Με το αριστερό χέρι κρατάω το κρουασάν, ενώ με το δεξί γράφω πυρετωδώς. Θέλω να προλάβω να στείλω την έκθεση μου στον Γκίκα, πριν βγω σε διαθεσιμότητα ή μου κοινοποιήσουν καμιά μετάθεση σε τμήμα του Λεκανοπε­ δίου. Είχα πάρει την απόφαση να μην ασχοληθώ με τίπο­ τε άλλο, αλλά υπολόγισα χωρίς τον Θανάση, που τον βρή­ κα να με περιμένει όπως κάθε πρωί. «Φύγε, έχω δουλειά» του είπα απότομα για να τον ξε­ φορτωθώ. Αυτός όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Κι όχι μό­ νο αυτό, αλλά σήμερα δεν είχε ούτε καν το τυποποιημέ­ νο ύφος του μαλάκα. «Βρήκαμε άκρη με τον Κολάκογλου». Αυτή ήταν η εξυπνάδα, λοιπόν. Αν μου το έλεγε χτες, θα χαιρόμουν και θα εισέπραττε καμιά καλή κουβέντα. Σήμερα το πρωί όμως ξύπνησα αποφασισμένος να ξεκό­ ψω από την υπόθεση, είχα πείσει τον εαυτό μου ότι δε με αφορούσε πια· ας έβγαζε τα μάτια του ο Γκίκας που την ανέλαβε. Από την άλλη, δεν ήθελα να δώσω λαβή σε πρόωρα σχόλια και ρώτησα, τελείως τυπικά: «Τι άκρη;» «Τον είδαν χτες, γύρω στα μεσάνυχτα, σ’ ένα μπαρ στη Μιχαήλ Βόδα, μαζί μ’ έναν άλλον τύπο. Ο ιδιοκτήτης τον αναγνώρισε και πήρε το εκατό, μα ώσπου να πάει το π ε­ ριπολικό, αυτοί είχαν φύγει». 209


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

%

«Βλέπεις που σου ’λεγα ότι είναι στην Αθήνα >, τρως φάπες από παντού, ακόμα και μια τόσο ac ικανοποίηση είναι παρηγοριά. «Ο ιδιοκτήτης ξέρει τον άλλον τύπο. Τον λένε και είναι της πιάτσας. Λίγο κλεπταποδόχος, λίγο· γλυφός. Δεν ξέρει πού μένει, αλλά περνάει κάπου : από το μπαρ για να ψαρέψει καμιά γκόμενα του με Από σήμερα θα ’χω στημένο έναν δικό μας στο μπο λις δει τον έναν ή τον άλλον θα τον βουτήξει». «Καλώς. Κάνε μου μια έκθεση για όλα αυτά». «Έκθεση;» Περίμενε ν’ ακούσει έπαινο, αλλά εγώ νοιάζομ την προσωπική μου δικαίωση. Θα στείλω την έκθε στον Γκίκα, μαζί με τη δική μου, για να δει ότι δεν λησα στον Πετράτο, αλλά συνέχισα να ψάχνω και τ ' λάκογλου. Θέλω να καταλάβει ότι με αδίκησε. A και πέρα, ας κάνει ό,τι νομίζει. 0 Θανάσης εξακο. να με κοιτάζει ξαφνιασμένος. Κάτι πάει να πει, καταπίνει και βγαίνει από το γραφείο. Δαγκώνω ανόρεχτα το κρουασάν μου, πιο πολύ συνήθεια, και συνεχίζω να γράφω. Αναρωτιέμαι αν θ σκω κρουασάν στην περιοχή που θα με στείλουν, ή πρέπει ν’ αρκεστώ στην τυρόπιτα. Μάλλον θ’ avc η Αδριανή να μου φτιάχνει σάντουιτς για να το π μαζί μου, τυλιγμένο σε ασημόχαρτο. Όταν γύρισα χτες, έκανε την κοιμισμένη. Βρήκα το τραπέζι στρωμένο και το φαγητό να σιγοβράζ φωτιά. Άλλος ένας τρόπος για να μου δείξει ότι, π που είμαστε μαλωμένοι, με νοιάζεται. Δεν έκλεισαν όλη νύχτα. Αυτή μ’ ένιωθε να στριφογυρίζω δίπλα λά δεν έλεγε λέξη. Όταν σηκώθηκα το πρωί, κοι, ακόμα, ίσως γιατί άργησε να την πάρει ο ύπνος. Πρι* γω, της άφησα πάνω στο τραπέζι τα λεφτά για τα έί 210


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

χοο σπιτιού, κι ένα πεντοχίλιαρο παραπάνω. Έτσι, διφο­ ρούμενα: μπορεί να το έκανα επίτηδες ή να έκανα λάθος 0X0 μέτρημα, τ ’ άφησα σ’ αυτήν να το κρίνει. Έχω γεμίσει ήδη δύο κόλλες αλληλογραφίας και είμαι 0χο διά ταύτα, όταν μπαίνει ο Σωτήρης στο γραφείο. «Όχι τώρα» του λέω, χωρίς να σηκώσω το κεφάλι, σα μαθητής που γράφει διαγώνισμα. «Έξω είναι μια κοπέλα και θέλει να σας δει». «Όταν τελειώσω». «Λέει ότι είναι ανιψιά της Γιάννας Καραγιώργη». Σταματάω στη μέση της πρότασης. Η Άννα Αντωνακάκη είναι ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα να δω σήμερα το πρωί. «Ας έρθει» λέω στον Σωτήρη. Φοράει ένα μαύρο κολάν, που το έχει σφηνώσει μέσα σε καουμπόικες μπότες, γκρίζο πουλόβερ κι από πάνω μια μαύρη, δερμάτινη ζακέτα. Στο χέρι της κρατάει μια πλαστική σακούλα. Και πάλι μου κάνει εντύπωση η ομοιό­ τητά της με τη Γιάννα. Το ίδιο αγέρωχο ύφος. Μόνο που αυτή είναι νέα και δεν έχει προσθέσει ακόμα την ειρωνεία στο βλέμμα της. Απλώς είναι ψυχρή και κρατάει τους άλ­ λους σε απόσταση. Στέκεται δίπλα στην πόρτα και με κοι­ τάζει. Αναρωτιέμαι αν έχει πάρει από τη θεία της την ίδια απέχθεια για τους άντρες. «Έλα, κάθισε». Κάθεται στην άκρη της καρέκλας και εξακολουθεί να με κοιτάζει. «Δεν ξέρω αν είναι σωστό αυτό που κάνω» μου λέει μετά από λίγο. Σωπαίνει σα να περιμένει κάτι από μένα. Ίσως να θέ­ λει να τη διευκολύνω. Τι να της πω όμως; Δεν ξέρω ούτε γιατί ήρθε ούτε τι σκοπεύει να κάνει, γ ι’ αυτό την αφήνω ν’ αποφασίσει μόνη της. «Έ σπαγα το κεφάλι μου όλη νύχτα και δεν έκλεισα μάτι». 211


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Αφού ήρθες ώς εδώ, πάει να πει ότι αποφάσκ μου μιλήσεις. Πες μου λοιπόν γιατί ήρθες και μετά πούμε». y Παίρνει την πλαστική σακούλα και βγάζει από μέσα χοντρό φάκελο με κορδόνια, σαν αυτούς που είχαμε " στο διαμέρισμα της Καραγιώργη. Κάνει να μου τον < αλλά μετανιώνει και τον κρατάει σφιχτά στα χέρια «Αυτόν το φάκελο μου τον έδωσε η θεία μου να φυλάξω, κρυφά από τη μάνα μου. Μου είπε πως, αν συμβεί κάτι, να τον δώσω στη Μάρθα Κωσταράκου» Νάτη η εξήγηση για το μυστηριώδες τηλεφώνημα; Καραγιώργη στην Κωσταράκου. Ήθελε να δει η Κο ράκου το ρεπορτάζ με την αποκάλυψη-βόμβα, για να. ρει περί τίνος πρόκειται αν ο φάκελος έφτανε στα χ" της. Εμείς ψάχναμε στον υπολογιστή της Καραγιώργη το ψητό βρισκόταν στα χέρια της ανιψιάς της. «Χτες, όταν έμαθα ότι... πέθανε η Κωσταράκου Το «σκότωσαν» της σκαλώνει στο λαιμό. Καταφε στο «πέθανε», που είναι πιο ανώδυνο. « - δεν ήξερα τι να τον κάνω. Φοβόμουν να μιλήσω μάνα μου, γιατί τρομάζει με το παραμικρό. Γι’ αυτό έ_ να άγρυπνη όλη νύχτα. Τελικά, αποφάσισα να τον πο δώσω σ’ εσάς». Αυτή τη φορά απλώνει αποφασιστικά το φάκελο μου τον δίνει. Εγώ δε βιάζομαι να τον ανοίξω. Θέλω τον ξεφυλλίσω με την ησυχία μου. Η μικρή θεωρεί αποστολή της τέλειωσε και σηκώνεται να φύγει. «Γιατί δεν παρέδωσες το φάκελο στην Κωσταρ όσο ζούσε ακόμα;» Η ερώτηση την ξαφνιάζει και τα χάνει. Προσπαθεί δικαιολογηθεί. «Θα τον πήγαινα, αλλά μου ’τυχαν δι ρες δουλειές, είχα και τα μαθήματα στη Σχολή. Εξ* ' πού να φανταστώ ότι θα σκότωναν κι αυτήν;» 212


ΝΪΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Πήγες να της τον δώσεις χτες το πρωί, αλλά τη βρή­ κες νεκρή και το ’βαλές στα πόδια. Όταν συνήλθες, πή­ ρες από ένα θάλαμο τηλέφωνο στο εκατό και μας ειδο­ ποίησες χωρίς να πεις τ ’ όνομά σου». Είναι μερικές ιδέες που σου κατεβαίνουν ξαφνικά. Δεν τις έχεις δουλέψει, δεν έχεις κάνει κανέναν συνειρμό, κι όμως ξέρεις ότι είναι σωστές. Εγώ καταλαβαίνω ότι η δι­ κή μου είναι σωστή, όταν βλέπω την έκφραση της Αννας Αντωνακάκη. Χλομιάζει, το ψυχρό ύφος της χάνεται, και ο τρόμος απλώνεται στο βλέμμα της. Αρχίζει να φωνάζει, αλλά οι φωνές της έχουν κάτι το υστερικό, όπως όλων των ανθρώπων που φωνάζουν για να βγουν από πάνω. «Τρελαθήκατε; Εγώ ήμουν χτες όλη μέρα στη Σχο­ λή. Για την Κωσταράκου, το έμαθα το βράδυ από τις ειδήσεις». «Ακούσε, Άννα» της λέω πολύ γλυκά. «Είναι εύκολο να εξακριβώσω αν πήγες στο σπίτι της Κωσταράκου. Δεν έχω παρά να ψάξω τη γειτονιά της, πόρτα-πόρτα, με μια φωτογραφία σου στο χέρι, ώσπου να βρω κάποιον που να σ’ αναγνωρίσει. Τα υπόλοιπα είναι παιχνιδάκι». «Κάντε ό,τι θέλετε» μου απαντάει με πείσμα. «Εγώ φταίω που σας έφερα το φάκελο». «Έκανες πολύ καλά που μου τον έφερες. Κάτι μου λέει ότι γι’ αυτόν το φάκελο σκότωσαν και τη θεία σου και την Κωσταράκου. Εσύ δεν είχες κανένα λόγο να τις σκοτώ­ σεις, συνεπώς κανείς δε σε υποπτεύεται. Το μόνο που θέ­ λω, είναι να μου πεις τι ώρα βρήκες νεκρή την Κωσταρά­ κου. Έχει σημασία για την έρευνα». Κάθεται πάλι στην καρέκλα και μένει ακίνητη. Κοιτά­ ζει εμένα, αλλά η σκέψη της είναι αλλού. «Δε θέλω μπλεξίματα. Αν το μάθουν οι δημοσιογρά­ φοι, θ’ αναστατώσουν τη μάνα μου... Εμένα... Δε θα βρί­ σκουμε ησυχία». 213


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Κανείς δε θα μάθει τίποτα. Δε θα σου π ά ρ ω : ση για την ώρα και θα μείνει μεταξύ μας. Αν αύριο “ στεί η κατάθεσή σου, έρχεσαι και τη δίνεις». Εξακολουθεί να με κοιτάζει καχύποπτη, αλλά γονός ότι δε θα δώσει κατάθεση την ηρεμεί κάπως, αρχίζει να μιλάει, η φωνή της είναι ένας ψίθυρος. «" χα πάρει τηλέφωνο μια μέρα πριν, για να περάσω* «Τι ώρα της τηλεφώνησες;» «Στις εννιάμισι το πρωί, αλλά βιαζόταν να φύγείί τά, οι ώρες μας δεν ταίριαζαν, και συμφωνήσαμε ράσω την άλλη μέρα, πριν πάω για μάθημα». «Θυμάσαι τι ώρα ήταν;» «Θα πρέπει να ήταν δέκα και μισή περίπου, γιατ^ έντεκα είχα μάθημα στο Λαϊκό, στο Γουδί. Αν είχα| πήσει το κουδούνι της εισόδου, δε θα μου άνοιγε κ«| είχα φύγει. Μα βρήκα την εξώπορτα ανοιχτή και μώ| Ανέβηκα στον τρίτο, χτύπησα δυο^τρεις φορές. Δ' άνοιξε κανείς. Ήμουν έτοιμη να φύγω, όταν πρόσεξ τα δυο φύλλα της πόρτας ακουμπούσαν το ένα με λο, αλλά η πόρτα ήταν ανοιχτή. Την έσπρωξα και κα. Άρχισα να φωνάζω το όνομά της χωρίς να π απάντηση. Για μια στιγμή είπα ν’ αφήσω το φάκε> να φύγω, γιατί βιαζόμουν να προλάβω το μάθημα, φτηκα όμως πως για ν’ αφήσει την εξώπορτα ανοιχτή® που εδώ γύρω θα ’ναι, και μπήκα στο καθιστικό περιμένω». Σταματάει κι αρχίζει να τρέμει. Πάει να βάλει τα ματα, αλλά καταφέρνει να κρατηθεί. Η φωνή της βγ τώρα με δυσκολία, σκοντάφτει σε κάθε λέξη. «Ξαφνικά την είδα μπροστά μου, πεσμένη στο μα. Τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα, καρφωμένα στην τα, εκεί που στεκόμουν. Ήταν σα να με κοιτούσε Δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο. Σκεπάζει το πρ 214


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

με τις παλάμες της κι αρχίζει να κλαίει με αναφιλητά. Την αφήνω να ξεσπάσει για να εκτονωθεί. «Το δωμάτιο πώς ήταν;» ρωτάω μετά από λίγο. «Άνω-κάτω, σα να είχε γίνει σεισμός». «Άγγιξες τίποτα;» «Δεν έμεινα πάνω από ένα λεπτό. Μόλις μου πέρασε το πρώτο σοκ, το ’βαλα στα πόδια. 'Οταν βγήκα στο δρόμο, Θυμήθηκα ότι είχα αφήσει την εξώπορτα ανοιχτή, μα δεν τολμούσα να γυρίσω πίσω. Άλλωστε, ανοιχτή τη βρήκα». «Από πού μας ειδοποίησες;» «Από το νοσοκομείο. Στην αρχή δε σκέφτηκα να ειδο­ ποιήσω. Πριν μπω στο μάθημα, συνειδητοποίησα ξαφνι­ κά ότι κάτι έπρεπε να κάνω, και πήρα το εκατό». «Εντάξει, Άννα. Τελειώσαμε. Και μη φοβάσαι, κανείς δε θα μάθει τίποτα. Έχεις το λόγο μου». «Σας ευχαριστώ». Σκουπίζει τα δάκρυά της και ση­ κώνεται. Κρατάει στα χέρια της την άδεια πλαστική σα­ κούλα και δεν ξέρει τι να την κάνει. «Δώσ’ μου την». Την παίρνω και βάζω πάλι μέσα το φάκελο. Καλύτερα να μην τον δει κανένα μάτι πριν τον ξεψαχνίσω. Η Άννα έχει φτάσει στην πόρτα, όταν αυτή ανοίγει από­ τομα και μπαίνει ο Θανάσης. «Σας έφερα την έκθεση» μου λέει. Το βλέμμα του πέφτει πάνω στην Άννα και κοκοιλώνει. Την κοιτάζει και δεν μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Αυτή τού ρίχνει ένα αδιάφορο βλέμ­ μα, πετάει σ’ εμένα ένα «γεια» και βγαίνει. «Η ανιψιά της Καραγιώργη» του λέω όταν κλείνει η πόρτα, για να τον συνεφέρω από την έκπληξή του. «Ανιψιά της;» «Ναι. Την λένε Άννα Αντωνακάκη και είναι κόρη της αδελφής της. Είδες ομοιότητα;» 215


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Είναι σα να μη με άκουσε. Το βλέμμα του είναι μα στην πόρτα. Τελικά, πλησιάζει και μου δίνει την. σή του. «Απίστευτο» ψελλίζει. Εξακολουθεί να λέει «απίστευτο», καθώς βγαίν το γραφείο. Την ίδια πλάκα είχα πάθει κι εγώ ότ πρωτοείδα.

21 6


25

Ο φάκελος είναι μπροστά μου, δεμένος με διπλό κόμπο και από τις τρεις πλευρές. Η λογική λέει να τον βάλω στην άκρη και να τελειώσω την έκθεση μου. Αν την στείλω στον Γκίκα, μαζί με την έκθεση του Θανάση για τον Κολάκογλου και το φάκελο της Καραγιώργη, θ’ αποδείξω ότι δεν κυνήγησα ειδικά τον Πετράτο, αλλά ότι προχώρησα την έρευνα σε τρία μέτωπα ταυτόχρονα. 0 υπουργός με τον Γκίκα θα καταπιούν τη γλώσσα τους. Αυτό λέει η λογική. Το ένστικτό μου όμως λέει να βράσω τη λογική και να πιάσω το φάκελο. Τον τραβάω μπροστά μου κι αρχίζω να λύνω τους κό­ μπους. Πάνω^πάνω είναι ένας φάκελος της Κόντακ με εμ­ φανισμένο φιλμ. Το κρατάω στο φως. Είναι φωτογραφίες από πρόσωπα και διάφορα τροχοφόρα, πούλμαν, νταλί­ κες, αλλά δεν μπορώ να διακρίνω λεπτομέρειες. Από κά­ τω βρίσκω ένα απόκομμα εφημερίδας με τη φωτογρα­ φία του Πυλαρινού. Ξαφνικά, αρχίζω να καμαρώνω για το ένστικτό μου, που με οδήγησε σωστά. Ο Χρήστος Πυλαρινός είναι ένας α π ’ αυτούς τους επιχειρηματίες που φύτρωσαν την τελευταία δεκαετία. Το «φύτρωσαν» εί­ ναι η κυριολεξία. Παλιός αριστερός, είχε βγει στο βουνό με τον Μάρκο, και με την υποχώρηση κατέληξε σε κά­ ποια χώρα της ανατολικής Ευρώπης. Το 76 έκανε αίτη­ ση από την Πράγα για επαναπατρισμό. Εμφανίστηκε ένα πρωί στην Αθήνα και αγόρασε ένα τουριστικό γραφείο 217


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

που ήταν έτοιμο να φαλίρει. Μέσα σε δέκα χρόνια ανοίξει τουριστικά γραφεία σε όλη την Ευρώπη, τα ' σπες Τράβελ, με πούλμαν δρομολογημένα σε τακτι γραμμές του εξωτερικού. Δε σταμάτησε όμως εκεί, ράλληλα έστησε και την Τρανσπιλάρ, μια εταιρεία διερ μεταφορών, με ολόκληρο στόλο από νταλίκες και φο γά ψυγεία. Σήμερα ήταν το πρώτο όνομα στον τουρ και στις χερσαίες μεταφορές. Ακολουθούν και άλλα αποκόμματα, από τον ημερ Τύπο, οικονομικές εφημερίδες, και περιοδικά. Τα πιο λά μιλάνε για τις επιτυχίες του ομίλου «Πυλαρινός», και είναι ποδοσφαιρική ομάδα που πήρε το πρωτάθλη Τα αποκόμματα τελειώνουν και βρίσκομαι μπροστ' ένα χάρτη. Είναι ένας χάρτης της υφηλίου, κομμένος σχολικό άτλαντα. Κάποιος έχει σημαδέψει πάνω του, κόκκινο μαρκαδόρο, σχεδόν όλες τις πόλεις των Be νίων και της κεντρικής Ευρώπης, αλλά και της Αμερ και του Καναδά. Αυτές τις συνέδεσε μεταξύ τους με δ φορά χρώματα. Λόγου χάρη, εφτά πράσινα βέλη ξεκι* νε από το Άμστερνταμ, τη Φρανκφούρτη, το Λονδίνο, Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες, το Μόντρεαλ και το Τ ντο, και καταλήγουν στην Αθήνα. Τρία κίτρινα βέλη νουν τα Τίρανα με την Πράγα, τη Σόφια με τη Βαρσο και το Βουκουρέστι με τη Βουδαπέστη. Ένα μπλε βέ ενώνει τα Τίρανα με την Αθήνα. Σπάω το κεφάλι μου να καταλάβω γιατί σημάδεψε χάρτη η Καραγιώργη. Εντάξει, τα διαφορετικά παρα μπουν σε διαφορετικές δραστηριότητες, αυτό είναι εύ λο. Το ερώτημα είναι γιατί συγκέντρωσε όλα αυτά τα < χεία για τον Πυλαρινό. Τι έκανε, έρευνα; Ή μήπ υπήρχαν άλλα στη μέση; Θυμάμαι αυτό που μου είχε ο Σπεράντζας: ότι η Καραγιώργη είχε δεμένο από ψη το γάιδαρό της. Μπορεί να είχε σχέση με τον Πυλαριν 218


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

συνεργασία, ή να τον κρατούσε από κάπου και να τον εκβίαζε. Αν είχα τώρα το φάιλοφάξ της, ίσως να έβρισκα κάποια άκρη. Καταρχήν από τα τηλέφωνα. Θα είχε κάποιο τηλέφωνο των επιχειρήσεων του Πυλαρινού, δεν μπορεί. Ποιο τηλέφωνο όμως; Το κέντρο; Ή το τηλέφωνο κάποιου στελέχους; Ή το προσωπικό τηλέφωνο του Πυλαρινού; Απ’ αυτό θα μπορούσα να βγάλω κάποιο συμπέρασμα. Οι ελπίδες μου ότι θα βρω κάποιο χαρτί ή κάποιες ση­ μειώσεις της Καραγιώργη που να με διαφωτίζουν, έχουν σβήσει, όταν προς το τέλος του φακέλου ανακαλύπτω μια κόλλα αναφοράς, σαν αυτές που χρησιμοποιώ εγώ, δ ι­ πλωμένη στα δύο. Την ανοίγω και πέφτω πάνω σε μια χει­ ρόγραφη κατάσταση αφίξεων: Ημ/νία Άφιξης 20/6/1991 25/8/1991 30/10/1991 22/4/1992 18/7/1992 25/9/1992 5/11/1992 6/2/1993

Από

Είδος

Ημ/νία Άφιξης

Α πό

Είδος

Τίρανα Τίρανα Τίρανα Τίρανα Τίρανα Τίρανα Τίρανα Τίρανα

Ψ υγείο Ψ υγείο Ψ υγείο Ψ υγείο Ψ υγείο Ψ υγείο Ψ υγείο Ψ υγείο

22/6/1991 30/8/1991 5/11/1991 25/4/1992 22/7/1992 29/9/1992 10/11/1992 10/2/1992

Λονδίνο Άμστερνταμ Ν. Υόρκη Άμστερνταμ Λος Άντζελες Μόντρεαλ Φρανκφούρτη Τορόντο

Τσάρτερ Τσάρτερ Εκδρομή Εκδρομή Τσάρτερ Τσάρτερ Εκδρομή Εκδρομή

Την κοιτάζω, αλλά δε βγάζω άκρη. Το μόνο που κάπως ταιριάζει είναι οι ημερομηνίες: 20/6-22/6,25/8-30/8/... Η με­ γαλύτερη απόσταση ανάμεσα στις δυο ημερομηνίες της ίδιας αράδας είναι πέντε μέρες. Κατά τα άλλα όμως, τι σχέση έχουν τα Τίρανα με το Λονδίνο, το Άμστερνταμ, τη Νέα Υόρκη και πάει λέγοντας; Τι δηλαδή, έρχονταν οι του­ ρίστες από τα Τίρανα με φορτηγό-ψυγείο και συνέχιζαν με εκδρομή ή με τσάρτερ για Φρανκφούρτη ή Λονδίνο; Ή μήπως δεν ήταν τουρίστες αλλά εμπορεύματα; Μαλακίες! 219


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Σιγά, μην έχουν τέτοιο δίκτυο εξαγωγών οι Αλβο και στην απίθανη περίπτωση ότι είναι έτσι, τότε η I στάση θα έπρεπε να καταγράφει αφιξοαναχωρήσε· όχι δυο αφίξεις ταυτόχρονα. Όχι, ό,τι κι αν ήταν αι μετέφεραν τα ψυγεία, προοριζόταν γι’ αυτούς που \ ναν από τη Φρανκφούρτη, το Λονδίνο και τις ά> λεις, αυτό δείχνουν οι ημερομηνίες. Ώς εδώ είναι ξεκι| ρο, μόνο που η κατάσταση δεν αναφέρει τι ήταν αι μετέφεραν. Γυρίζω τη δεύτερη σελίδα της κόλλας και πές νω σε άλλες δύο καταστάσεις, που αντί να ξεκαθο τα πράγματα, με μπερδεύουν ακόμα περισσότερο. ιιμ/ viu Αναχώρησης

Από

Προορισμός

Είδος

25/6/1991 16/8/1991 30/10/1991 5/1/1992 6/3/1992 12/6/1992 3/9/1992 5/12/1992

Τίρανα Σόφια Βουκουρέστι Τίρανα Βουκουρέστι Σόφια Τίρανα Τίρανα

Πράγα Βαρσοβία Βουδαπέστη Πράγα Βουδαπέστη Βαρσοβία Πράγα Πράγα

Π ούλμαΛ Π ούλμ αν· Πούλμαν® Π ούλμ α ν* Π ούλμ α ν» Π ούλμ α ν* Π ούλμ α ν* Πούλμαν'

Όνομα

Ημ/νία

Προορισμός

Μέσο

Γιάννης Εμίρογλου

30/6/1992 9999

Πράγα Βαρσοβία;; Βουδαπέστη Πράγα Βουδαπέστη Βαρσοβία;; Π ράγα Π ράγα;;

Πούλμαν;

m

m

ϊ

i

Αλέξανδρος Φωτίου Ελένη Σκαλτσά Σπόρος Γονατάς ;;;; Βασιλική Πετάση

5/11/1991 12/1/1992 15/3/1992

9999

*»»»

♦ ♦ >»

12/9/1992

■ ,

»»»»

Αεροπορι Αεροπορι; Π ούλμαν" »»»>

Πούλμαν 1 ;;;;

J

Σίγουρα οι δυο καταστάσεις σχετίζονται, τουλάχιστον 220


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

προς τις ημερομηνίες. Στις 25/6/91 ένα πούλμαν φεύγει οπό τα Τίρανα για την Πράγα, και στις 30/6/91 κάποιος ονόματι Γιάννης Εμίρογλου φεύγει κι αυτός για την Πρά­ γα. Στις 30/10 άλλο ένα πούλμαν φεύγει από το Βουκου­ ρέστι για τη Βουδαπέστη, και στις 5/11 ο Αλέξανδρος Φω­ τίου φεύγει κι αυτός αεροπορικώς για τη Βουδαπέστη. Πιο διαφωτιστικά είναι, ωστόσο, τα πούλμαν που φεύγουν στις 16/8/91 και στις 12/6/92 από Σόφια για Βαρσοβία, κα­ θώς κι αυτό που φεύγει στις 5/12/92 από τα Τίρανα για Πράγα. Φαίνεται ότι αυτά η Καραγιώργη δεν μπόρεσε να τα συσχετίσει και έβαλε ερωτηματικά. Μα και πάλι δεν μπορώ να καταλάβω ποιους πήγαιναν να συναντήσουν στην Πράγα, στη Βαρσοβία και στη Βουδαπέστη οι Έλλη­ νες που ταξίδευαν εκεί. Και γιατί αυτοί που έφευγαν από τα Τίρανα ή τη Σόφια ή το Βουκουρέστι δεν έρχονταν στην Αθήνα, αλλά έπρεπε να κάνουν οι δικοί μας μερικές χι­ λιάδες χιλιόμετρα για να τους συναντήσουν; Καταλήγω ότι χρειάζεται πολύ ψάξιμο για να μπορέ­ σω να βγάλω κάποιο νόημα. Όποιο κι αν είναι το μυ­ στικό που κρύβουν, η Καραγιώργη το πήρε στον τάφο μαζί της. Ένα είναι σίγουρο: αν οι φόνοι έχουν σχέση με το περιεχόμενο του φακέλου, τότε ο δολοφόνος σκότω­ σε την Καραγιώργη για να σταματήσει το ψάξιμο και την Κωσταράκου για να της πάρει το φάκελο. Αφού όμως ήθελε τόσο πολύ το φάκελο, γιατί δεν έψαξε και το σπί­ τι της Καραγιώργη; Μια σκέψη είναι να μην πρόλαβε. Η άλλη είναι να ανακάλυψε εκ των υστέρων ότι ο φάκελος περιείχε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο και να θέλησε να τον πάρει. Με τρώει ο κώλος μου να δώσω οδηγίες στον Σωτηρόπουλο για ν’ αρχίσει να ψάχνει, αλλά κρατιέμαι. Καλύτε­ ρα να παραδώσω το φάκελο στον Γκίκα. Ας αποφασίσει αυτός. Κανονικά θα έπρεπε να είμαι ευχαριστημένος, γιατί 221


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τώρα τα πράγματα πήραν άλλη τροπή, και μου ότι θα βγω, τελικά, ατσαλάκωτος α π ’ αυτή την Έχω φτάσει σχεδόν στο τέλος, όταν πέφτω π<ί έναν άλλο φάκελο, λεπτό αυτή τη φορά, α π ’ αυτού; γαλάζιους που χρησιμοποιούν οι δικηγόροι.-Μόλις τον γω, το χέρι μου μένει μετέωρο να κρατάει την άχ φακέλου, κι εγώ ξερός να κοιτάζω το περιεχόμενό ναι φωτοτυπίες από εκθέσεις της Αστυνομίας, άλλες μας και όιλλες από αστυνομικά τμήματα, που κατέ σ’ εμάς. Η πρώτη αφορά την εξαφάνιση δύο βρεφών;ι μαιευτήριο το ’90. Είχε κατηγορηθεί τότε μια βρεφο:: αλλά δεν αποδείχτηκε τίποτα εναντίον της και η υπ^ πήγε στο αρχείο. Η δεύτερη είναι από μια υπόθεση ' γάρων λαθρομεταναστών, που επιχείρησαν να περ<ί τα σύνορα μέσα στην νταλίκα ενός Θεσσαλονικιού, Μάρτιο του ’91, αλλά τους έπιασαν και τους έστει σω. Ανάμεσά τους ήταν και τέσσερις μητέρες με μ* Αυτό το σημείο είναι υπογραμμισμένο με κόκκινο, φανώς από την Καραγιώργη. Υπάρχουν άλλες έξι ε“ σεις στο φάκελο, και όλες έχουν να κάνουν ή με εξο σεις ή με εμπόριο παιδιών, που μπήκαν όλες στο Η πιο πρόσφατη είναι η δική μου για το ζευγάρι τω ν. νών και τα πεντακόσια χιλιάρικα που βρέθηκαν στο ζανάκι τους. Κι αυτά είναι υπογραμμισμένα με κόκκι* Τώρα καταλαβαίνω γιατί η Καραγιώργη επέμενε να ρωτάει αν οι Αλβανοί είχαν παιδιά. Πίστευε ότι η δο φονία τους είχε σχέση είτε με εμπόριο είτε με απαγ' παιδιών, και ήθελε να με σπρώξει προς τα εκεί. Ακ μπάω πίσω, κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να φέ μπροστά μου την εικόνα της. Μυστήρια γυναίκα. Είχε ι στή τον Πετράτο και τον περιφρονούσε. Αντίθετα, ε εμπιστοσύνη σ’ εμένα που ήξερε ότι την αντιπαθούσα, στην Κωσταράκου που είχε κάθε λόγο να τη μισεί. 222


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ο «Ν» δεν είναι ο Πετράτος. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο γραφικός χαρακτήρας του δε θα ταιριάζει. Ο άγνωστος «Ν» είναι αυτός που ζητούσε το φάκελο και την απ ει­ λούσε. Σίγουρα, η αποκάλυψη-βόμβα είχε σχέση με όλα α υ τά . Ποιος της έδινε όμως τα στοιχεία από τα δικά μας αρχεία; Ποιον λάδωνε; Ξέρω πολύ καλά τις συνέπειες και δε θέλω να φορτωθώ άλλες ευθύνες. Ήδη τα πόιντς μου είναι όπως και ο λογαριασμός μου στην τράπεζα, τρεις κι εξήντα. Σηκώνω το ακουστικό και ζητάω από την Κούλα να με συνδέσει με τον Γκίκα. Με καλημερίζει μ’ ένα ξερό «ναι». «Πρέπει να σας δω αμέσως». «Έχω δουλειά. Αν είναι για την έκθεσή σου, στείλ’ την». «Δεν πρόκειται για την έκθεσή μου. Είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό». «Έχει σχέση με την υπόθεση;» «Έχει, αλλά έχει σχέση και μ’ εμάς. Κάποιος τροφο­ δοτούσε την Καραγιώργη με στοιχεία από τα αρχεία μας». Το σκέφτεται μια στιγμή. «Έ λα» μου λέει μετά και το κλείνει. Μαζεύω το φάκελο της Καραγιώργη, τον βάζω στην πλαστική σακούλα της Αντωνακάκη, και βγαίνω από το γραφείο.

223


Λ

26 Ο φάκελος είναι απλωμένος μπροστά του, κομμένος δυο. Στα δεξιά του ο καθαυτό φάκελος με τις φωτογ φίες και τις καταστάσεις της Καραγιώργη, στ’ αριο του ο γαλάζιος με τις φωτοτυπίες από το αρχείο pc προσοχή του Γκίκα είναι στραμμένη στον πρώτο. Εγώ κομαι όρθιος απέναντι του και τον παρακολουθώ, βάλει κάτω κάτω το φάκελο της Κόντακ, για να δει τα το απόκομμα. «0 Πυλαρινός!» λέει και τραβάει αμέσως τα χέρια λες και κάηκε στη φωτιά. «Έχει και συνέχεια». Με κοιτάζει και δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν θα ■ πει ν’ απορήσει ή να τρομάξει. Ρίχνει μια ματιά στον < του φακέλου και καταλήγει στον τρόμο. Το παίρνει α φάση κι αρχίζει να τον ξεφυλλίζει. Βλέπει τα υπόλοι αποκόμματα, το χάρτη, τις καταστάσεις της Καραγκ γη. Έχει μαυρίσει η ψυχή του. «Τι σκοπεύεις να κάνεις με όλα αυτά;» με ρωτάει. « μας έφτανε ο Πετράτος, έχουμε τώρα και τον Πυλαρι* Φαίνεται να έχει λερωμένη τη φωλιά του, αλλά αυτό δε < μαίνει κατ’ ανάγκη ότι σκότωσε τις δυο κοπέλες ή ότι ζ λε κάποιον να τις καθαρίσει. Μπορεί οι δυο υποθέσεις είναι άσχετες μεταξύ τους. Τι σκοπεύεις να κάνεις, λοιπόν Ξέρω τι θα κάνω, αλλά το κρατάω για τον εαυτό μο «Ό,τι μου πείτε. Εσείς έχετε την εποπτεία των ερευνών 224


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Με κοιτάζει. «Κάθισε» μου λέει. Τώρα μόλις έχει καταλάβει γιατί είμαι ψυχρός και τυ ­ πικός μαζί του. Σκύβει μπροστά και παίρνει ένα ύφος π ο­ λύ οικείο, πολύ προσωπικό, σα να είμαστε παιδιόθεν φι­ λαράκια. «Ακούσε. Κώστα. Είσαι καλός αξιωματικός. Και μυα­ λό έχεις και διαίσθηση. Ένα είναι το ελάττωμά σου. Εί­ σαι μονοκόμματος, δεν ξέρεις να ξεγλιστράς, να ελίσσε­ σαι. Βουτάς με το κεφάλι, πέφτεις σε τοίχο και σπας τα μούτρα σου. 'Οταν έχεις να κάνεις με ανθρώπους σαν τον Ντελόπουλο και τον Πυλαρινό, πρέπει να ξεγλιστράς σαν το χέλι, αλλιώς θα σε τυλίξουν σε μια κόλλα χαρτί και θα σε πετάξουν στα σκουπίδια». Το βουλώνω, γιατί ξέρω ότι έχει δίκιο. Είμαι πράγμα­ τι μονοκόμματος, κι όταν μου μπει μια ιδέα, την κυνηγάω κι όπου με βγάλει. «Είπα ότι ανέλαβα προσωπικά τις έρευνες για να βγά­ λω την πίεση από πάνω σου και να σε προφυλάξω. Χτες το βράδυ, όταν έφυγε ο Ντελόπουλος, είπα στον υπουρ­ γό ότι είσαι ο μόνος που μπορεί να ξεκαθαρίσει την υπό­ θεση. Φτάνει να είσαι λίγο πιο διακριτικός και να μ ’ ενη­ μερώνεις τακτικά για να σου κάνω πλάτες». Αναρωτιέμαι γιατί μου τα λέει όλα αυτά. Επειδή τα πι­ στεύει ή επειδή θέλει να μου δείξει πώς ξεγλιστράνε σαν το χέλι; Εκεί που με είχε για ξήλωμα, τώρα μου το παίζει προστάτης άγγελος. Μόλις είδε ότι θα μπλέξει με τον Πυλαρινό, μου τα γυρίζει, για να βγάλει την ουρά του απέξω. «Λέγε, λοιπόν. Τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Θα στείλω ένα έγγραφο στο τελωνείο να μου πουν τι μετέφεραν τα ψυγεία, που αναφέρει στην κατάστασή της η Καραγιώργη. Θα ζητήσω από το αεροδρόμιο να μου πουν αν υπάρχουν λίστες επιβατών για τις εκδρομές και τα τσάρτερ». 225


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Κι αν δεν υπάρχουν;» «Δε θα κάνω τίποτα για την ώρα. Δε θέλω να τήσω από την εταιρεία του Πυλαρινού, γιατί θα κιι| υποψίες και δε συμφέρει. Θα στείλω το φιλμ για εμ ση, να δω τι θα μας δώσει. Και θα ανακρίνω αυτούς δικούς μας που πήγαν στην Πράγα, τη Βαρσοβία κο Βουδαπέστη. Θέλω να μάθω γιατί πήγαν». «Το ζήτημα είναι πώς θα πλησιάσουμε τον Πυ> χωρίς να ξεσηκώσουμε σάλο». «Ξέρω κάποιον που μπορεί να μας δώσει πληρ Δεν είναι δικός μας, είναι προσωπική σχέση και δεν ρώ να τον αποκαλύψω. Πάντως, είναι αξιόπιστη Με κοιτάζει και χαμογελάει. «Εντάξει. Με τον Πε τι θα γίνει;» «Θα περιμένω τις εκθέσεις του γραφολόγου κ α ι: εργαστηρίου για το σύρμα. Μεταξύ μας όμως, δεν πολλές ελπίδες. Το σύρμα είναι συνηθισμένο, πουλιι σε όλα τα είδη κιγκαλερίας. Όσο για τα γράμματα, πια δεν πιστεύω ότι τα έγραψε ο Πετράτος. Τα έγρί αυτός που ήθελε το φάκελο από την Καραγιώρ»γη. αποκλείεται οι δυο υποθέσεις να είναι άσχετες, όπωςί πάτε, και ο δολοφόνος να είναι ο Πετράτος. Αλλά θέ κι άλλο ψάξιμο». Σωπαίνω και τον κοιτάζω. «Υπάρχει κάτι ακόμα, χάριστο». Του λέω για τον Κολάκογλου. Αυτός με ακούει καϋ πρόσωπό του φωτίζεται. «Γιατί δε μου το είπες νωρέ ρα» μου λέει ενθουσιασμένος. Βουτάει το τηλέφωνο και λέει στην Κούλα να πάρει * Ντελόπουλο. Εγώ τον κοιτάζω άναυδος. Το βλέπει χαμογελάει. «Απορείς, ε;» μου λέει. «Τώρα θα δεις τι σημαίνει' ελίσσεσαι». 226


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Όταν βγαίνει ο Ντελόπουλος, του τα λέει όλα, εκτός από το όνομα και τη διεύθυνση του μπαρ. Κατεβάζει το ακουστικό ευχαριστημένος. «Ο Ντελόπουλος πετάει από τη χαρά του. Από δω και πέρα, θα παίρνει εμένα. Εσένα θα σ’ αφήσει ήσυχο να κάνεις τη δουλειά σου. Και κάτι ακόμα. Θέλω τις δύο εκθέσεις, τη δική σου και την άλλη για τον Κολάκογλου, να τις στείλω στον υπουργό. Πρέπει να ξέρεις να βουλώνεις στόματα». Το βλέμμα του πέφτει στον άλλο φάκελο, το γαλάζιο. Τον ανοίγει και ξεφυλλίζει βιαστικά. Σηκώνει αργά το βλέμμα. «Καταλαβαίνεις ότι είμαι υποχρεωμένος να δια­ τάξω ένορκη διοικητική εξέταση» μου λέει. «Το καταλαβαίνω, αλλά θα ήθελα να την καθυστερή­ σετε». «Γιατί;» «Έτσι κι αλλιώς, η Καραγιώργη είναι νεκρή και δεν πρόκειται να μας κλέψει άλλα έγγραφα. Αυτός όμως που της τα έδινε, μπορεί να είναι μπλεγμένος πιο βαθιά. Τώ­ ρα κοιμάται ήσυχος, γιατί πιστεύει ότι δεν τον μυρίστηκε κανείς. Αν προχωρήσετε σε διοικητική εξέταση, θα τον ξυ­ πνήσετε πρόωρα. Αφήστε να προχωρήσει η έρευνα, να δούμε τι άλλα στοιχεία θα προκύψουν». «Εντάξει» μου λέει μετά από σύντομη σκέψη. «Θα ενη­ μερώσω προφορικά τον υπουργό και θα του πω ότι θα την καθυστερήσω». Μαζεύει το φάκελο και μου τον δίνει. «Κλείδωσέ τον στο συρτάρι σου. Καλύτερα να μην ξέρει κανείς άλλος ότι υπάρχει». Είμαι τόσο ορεξάτος για δράση, που δεν έχω την υπο­ μονή να περιμένω το ασανσέρ. Κατεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά. Όταν μπαίνω στο διάδρομο, βλέπω το γνωστό λεφούσι μαζεμένο μπροστά στην πόρτα μου. «Για δηλώσεις θα πάτε στον κύριο Γκίκα, παιδιά. Όπως ξέρετε, έχει αναλάβει προσωπικά την υπόθεση». 227


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Το ξέρουν και δεν επιμένουν. Αρχίζουν να προχα προς το ασανσέρ. 0 Σωτηρόπουλος κάνει πως τους λουθεί, αλλά μένει πίσω. «Να πούμε δυο κουβέντες;» ί «Μου έχουν βάλει φίμωτρο. Μη με φέρνεις σε δ ' λη θέση». Χαμογελάει με κατανόηση και με χτυπάει φιλικά ώμο. «Μπόρα είναι και θα περάσει» μου λέει με ύφος ρηγορήτρας. Παίρνω μια κόλλα χαρτί και αντιγράφω, πάνω τις ; ξεις των ψυγείων και από κάτω τις αφίξεις των εκ* μέων και των τσάρτερ. Σε μια άλλη κόλλα αντιγράφ πέντε ονόματα από τη δεύτερη κατάσταση της Κ γιώργη. Από το εσωτερικό λέω στον Σωτήρη να έρθ* «Ρώτησε στο τελωνείο να σου πουν τι μετέφεραν. τά τα ψυγεία. Κατά πάσα πιθανότητα είναι της Tf λάρ, της εταιρείας του Πυλαρινού. Και να ρωτήσεις* Ελληνικό αν υπάρχουν καταστάσεις επιβατών γι’ α» τους εκδρομείς και τα τσάρτερ. Μάλλον τους παρέ* κάποιο γραφείο τουρισμού, που ανήκει κι αυτό στον λαρινό. Αυτούς τους πέντε θέλω να τους ανακρίνεις σωπικά. Μας ενδιαφέρει να μάθουμε γιατί ταξίδεψο Παίρνει τα δυο χαρτιά, αλλά δε φεύγει. Το όνομα. Πυλαρινού τού έχει ξυπνήσει την περιέργεια και θέ> μάθει κι άλλα. «Έλα, μη χασομεράς. Θα σου πω όταν έρθει η Και στείλε μου τον Θανάση». Ώσπου να έρθει ο Θανάσης, πιάνω και συμπληρ την έκθεσή μου, αλλά δεν προλαβαίνω. Σε ένα λεπτό ναι μέσα. «Πήραν από το εργαστήριο» μου λέει. «Το σύρμα ναι ίδιο μ’ αυτό που σκότωσαν την Κωσταράκου, δεν μπορούν να πουν αν ο φόνος έγινε μ’ αυτό. Αν 228


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

βρεθεί το σύρμα που χρησιμοποίησε ο δράστης, ίσιος μπο­ ρούσαν να εξακριβώσουν αν είχε κοπεί από το ίδιο κομ­ μάτι. Πάντως, είναι βέβαιο ότι το σύρμα δεν κόπηκε με ψαλίδι ή με πένσα, αλλά με το χέρι». Αυτό είναι ένα στοιχείο. Αν ο Πετράτος είδε τυχαία το σύρμα και του ήρθε η ιδέα να το χρησιμοποιήσει, πάνω στη φούρια του το έκοψε με το χέρι. Βέβαια, το ίδιο θα έκανε ο καθένας που ήθελε ένα κομμάτι σύρμα και βα­ ριόταν να πάει να φέρει πένσα. «Ο Πετράτος οδηγεί ένα Ρένεγκείντ. Θέλω να χτενίσεις την περιοχή που έμενε η Κωσταράκου, μήπως το είδε κα­ νείς γύρω, την ώρα που έγινε ο φόνος. Είναι μάλλον απ ί­ θανο να θυμούνται τον αριθμό κυκλοφορίας, αλλά σημείωσέ τον καλού-κακού. Είναι ΧΡΑ 4318. Και δώσε αυτό το φιλμ στο εργαστήριο, για εμφάνιση». Διώχνω τον Θανάση και πέφτω με τα μούτρα στην έκ­ θεση. Σ’ ένα τέταρτο έχω τελειώσει. Πριν την παραδώσω, παίρνω στο τηλέφωνο την Πολίτου, την ανακρίτρια που έχει αναλάβει την υπόθεση του Αλβανού, και την ενημε­ ρώνω για τα καινούργια στοιχεία που προέκυψαν. «Πόσο σοβαρές είναι οι πιθανότητες να πρόκειται για εμπόριο βρεφών;» με ρωτάει. «Δεν ξέρω ακόμα. Πάντως, δεν αποκλείεται ο Αλβα­ νός να σκότωσε το ζευγάρι για τους λόγους που υπ ο­ πτευόταν η Καραγιώργη και όχι γι’ αυτούς που αναφέρει στην ομολογία του». «Καλώς. Θα σας ειδοποιήσω μόλις τον καλέσω για ανά­ κριση» μου λέει και κλείνει. Παραδίνω τις δυο εκθέσεις στην Κούλα και κατεβαίνω μετά στο υπόγειο, όπου βρίσκεται το αρχείο. 0 προϊστάμενος ξαφνιάζεται που με βλέπει. «Πώς και μας θυμηθήκατε, κύριε Χαρίτο;» Είναι ένας σαραντάρης, πάντα με το γέλιο στο στόμα. 229


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Είχε την ατυχία να μπλέξει πριν από δύο χρόνια μ γιο ενός υπουργού, που καβγάδισε σ' ένα μπαρ και μάτισε σοβαρά έναν θαμώνα. 0 υπουργός πίεσε να ο γιος του σε νόμιμη άμυνα, μα ο Γιάννης είχε πειο με το θράσος του νεαρού και ήταν ανένδοτος. Στο ■ ο νεαρός έφαγε έξι μήνες με αναστολή και ο Γιάννης θηκε να φυλάει τα αρχεία. «Γιάννη, θέλω να μου κάνεις μια προσωπική χά( «Αν μπορώ, ευχαρίστως». «Θέλω να μου πεις ποιους φακέλους της δικής μας ρεσίας έχουν ζητήσει από το αρχείο τον τελευταίο ση χρόνο και ποιοι τους έχουν πάρει». «Ενάμιση χρόνο;» μου λέει και είναι φανερό ότι κόπηκαν τα πόδια. «Ναι, αλλά να μείνει τελείως μεταξύ μας. Δε θέ μάθει κανείς τίποτα». Ξέρω ότι του φορτώνω χαμαλοδουλειά. Θα π ρ έπ ' ψάξει μία μία όλες τις καταστάσεις. Αλλά δεν ξέρω αριθμούς των φακέλων και δε θέλω να τους ζητήσω τους δικούς μου, γιατί θ’ ανοίξω τα μάτια του συνε της Καραγιώργη. «Τι να κάνω, μπορώ να σας χαλάσω χατίρι;» μου ο Γιάννης. «Αλλά θα πάρει κάποιο χρόνο». «Κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς». Του σφίγγω δια το χέρι, για να του δείξω την ευγνωμοσύνη μου. Έχει αρχίσει να ρίχνει ένα ψιλόβροχο. Μπαίνω στο ραφιόρι και πάω να βρω τον Ζήση. Είναι η πρόσω σχέση που έκρυψα από τον Γκίκα.


27

Ο Λάμπρος Ζήσης μένει στην οδό Εκάβης, στη Νέα Φιλα­ δέλφεια. Αν ξεκινήσεις γύρω στη μία, όπως εγώ, θέλεις τουλάχιστον μιάμιση ώρα για να πέσεις από τη Λεωφόρο Γαλατσίου στην Πατησίων, να βγεις στην Αχαρνών, και από τις Τρεις Γέφυρες να πιάσεις τη Λεωφόρο Δεκελείας. Η οδός Εκάβης βρίσκεται στη μέση της διχάλας, ανάμεσα στη Δεκελείας και στην Πίνδου, και είναι παράλληλη μιας άλλης ξεπεσμένης βασίλισσας, της Ιοκάστης. Φαίνεται ότι τις έχουν βάλει δίπλα-δίπλα για να λένε τον πόνο τους και να παρηγοριούνται. Με τον Ζήση γνωρίστηκα το 71 στη Μπουμπουλίνας, όταν ήμουν φύλακας στα κρατητήρια. Ο Κωσταράς μάς ήθελε παρόντες στην ανάκριση, δήθεν για να μαθαίνουμε, τα στραβάδια, όπως έλεγε. Στο βάθος, δεν έδινε πεντά­ ρα για την «εκπαίδευσή» μας. Απλώς παινευόταν ότι γ ι’ αυτόν δεν υπήρχε σκληρό καρύδι, τα ’σπαγε όλα, και για να το αποδείξει, έστηνε ολόκληρη παράσταση, όπου το κοινό ήμαστε εμείς, τα στραβάδια. Με τον Ζήση όμως είχε βρει τον δάσκαλό του. Αυτός είχε αρχίσει την καριέρα του από τα μπουντρούμια των Ες-Ες στη Μέρλιν, συνέχισε στο Χαϊδάρι, φοίτησε στη Μα­ κρόνησο και δεν καταλάβαινε Χριστό. Καθόταν απέναντι στον Κωσταρά, τον κοιτούσε καρφωτά στα μάτια και δεν άνοιγε το στόμα του. Σκύλιαζε ο Κωσταράς. Στον Ζήση δοκίμασε όλη την προηγμένη τεχνολογία: ξύλο, φάλαγγα, 231


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

εικονικές εκτελέσεις, τον άφηνε να μουλιάζει ώρες, | ρούχα, μέσα σ’ ένα βαρέλι με παγωμένο νερό, τον βάζε στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας και απειλοιί τον σπρώξει να πέσει, μέχρι και ηλεκτροσόκ δοκίμο λά το μόνο που κατάφερνε να του αποσπάσει, ήταν| λιαχτά από τους πόνους, λέξη δεν του πήρε ούτε ] 'Οταν τον πήγαινα πίσω στο κελί του, έπρεπε να τον j τάω από τις μασχάλες και να τον σέρνω, ήταν αδύνο κρατηθεί στα πόδια του. Στην αρχή τον πέρασα για λεβεντομαλάκα, που γρήγορα θα έσπαγε. Όσο όμως κρατούσε, εγώ άρχκ βάζω στοιχήματα, για να περνάει η ώρα, μιας και ήμ αναγκασμένος να κάθομαι βουβός και να παρακολοι θέαμα. Σα να υπήρχε κάποιος άλλος, που να μου έλεγε ϊ μέρα θα σπάσει», κι εγώ να πόνταρα στον Ζήση και vaj ρακαλούσα να μη σπάσει για να κερδίσω το στοίχημα. Ί αυτό το στοίχημα να ήταν η αιτία που γνωριστήκαμε.! είχαν σε αυστηρή απομόνωση, δεν τον άφηναν να πάει*ί τε για κατούρημα. Στη νυχτερινή βάρδια, που ήμουν | στο κρατητήριο, τον έβγαζα από το κελί για να πάρει 1 αέρα και να ξεμουδιάσει. Του έδινα κανένα τσιγάρο,: ο Κωσταράς τον είχε βάλει στο βαρέλι, τον άφηνα ν’ μπάει στο καλοριφέρ, μπας και ρουφήξει λίγο την υγρ Μόλις άκουγα βήματα, τον κλείδωνα πάλι στο κελί του. σα μου έλεγα ότι το κάνω για να παίρνει δυνάμεις και| κερδίσω το στοίχημα. 'Οταν τον πήγαινα ν’ αδειάσει τη | τα κι αυτός την έχυνε, επειδή δεν είχε δυνάμεις να κώσει, ή όταν τον έπαιρνα από την ανάκριση και σερνο του έριχνα καλού-κακού καμιά φάπα μπροστά στους ι λους, για να μη φανεί ότι φέρομαι μαλακά σε κομμούνι: βρω τον μπελά μου. Στον ίδιο δεν εξήγησα ποτέ γιατί | έκανα, ούτε κι αυτός μού είπε ποτέ ευχαριστώ. Μετά, μετέφεραν με φορείο στου Αβέρωφ και τον έχασα. 232


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τον συνάντησα πάλι, εντελώς τυχαία, στους διαδρό­ μους της Ασφάλειας, το "82. Τα μαλλιά του είχαν ασπρί­ σει. το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ρυτίδες και βάδιζε σκυ­ φτός, κουρασμένος. Μόνο το βλέμμα του εξακολουθούσε να σε προκαλεί να στοιχηματίσεις πάνω του. Μείναμε να κοιταζόμαστε βουβοί. Νιώθαμε αμοιβαία αμηχανία, κα­ νείς από τους δυο μας δεν τολμούσε να κάνει το πρώτο βήμα. Ξαφνικά, ο Ζήσης μου απλώνει το χέρι, κι ενώ σφίγ­ γει το δικό μου, μου λέει: «Είσαι εντάξει άνθρωπος εσύ. Κρίμα που έγινες μπάτσος». Πώς μου ’ρθε εκείνη τη στιγμή; «Θα δεχόσουν να σε κεράσει καφέ ένας μπάτσος;» τον ρώτησα. Ήμουν σί­ γουρος ότι θα έλεγε όχι, αλλά αυτός έβαλε τα γέλια. «Ας τον πιούμε τώρα, που εμείς είμαστε νόμιμοι κι εσείς δη­ μοκρατικοί» μου λέει. «Αύριο δεν ξέρεις τι γίνεται». Πά­ νω στον καφέ μού αποκάλυψε ότι είχε έρθει στην Ασφά­ λεια γιατί του χρειαζόταν ένα χαρτί για να βγάλει σύνταξη αντιστασιακού, αλλά οι δικοί μας τον καθυστερούσαν. Ανάλαβα να το φροντίσω εγώ. Τότε μου είπε ότι έμενε στο πατρικό του, στην οδό Εκάβης στη Νέα Φιλαδέλφεια. Εκείνη την εποχή ήμουν στη Δίωξη Ναρκωτικών, ήταν τότε που είχα αρχίσει να μαθαίνω τα κουτσά αγγλικά. Μια μέρα πήραμε ένα σήμα από το αστυνομικό τμήμα της Νέας Φιλαδέλφειας. Είχαν πληροφορίες ότι ένα σπίτι στην οδό Μήδειας ήταν γιάφκα λαθρεμπόρων ναρκωτικών και ζητούσαν να το ερευνήσουμε. Ο διευθυντής μού είπε να πάω για να με κατατοπίσουν. Το χαρτί του Ζήση είχε βγει στο μεταξύ και σκέφτηκα να τον ειδοποιήσω, αφού θα ’μουν εκεί γύρω, να περάσει να το πάρει. Δεν το έκανα μόνο για εξυπηρέτηση. Έλπιζα ότι θα μου έδινε μερικές πληροφορίες για την περιοχή. Ζούσε σ’ ένα απ’ αυτά τα αυθαίρετα, που μπήκαν 233


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

προεκλογικά στο σχέδιο πόλεως. Η μικρή αυλή ήτο μάτη με κομμένους ντενεκέδες λαδιού, βαμμένους σε φορά χρώματα, με γεράνια, γαρίφαλα, λεμονιές, μπ νιες. Έτσι είναι και σήμερα, δεν έχει αλλάξει τίποτα^ δέχτηκε χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, ωστόσο μου ’<] καφέ. is «Δεν ήταν ανάγκη να μπεις στον κόπο για το χ: μου είπε. «Θα σ’ έπαιρνα εγώ». Όταν του εξήγησα για ποιο λόγο είχα έρθει, μου ξε ένα υποτιμητικό βλέμμα και κούνησε μοιρολατρι κεφάλι του. «Α ρε, εσείς οι μπάτσοι δεν αλλάζετε μ· με τίποτα. Κυνηγάτε πάντα τον τελευταίο τροχό της ξας. 0 Χαρμάνης είναι ο άνθρωπός" σας». 0 εν λόγω Χαρμάνης είχε εμπόριο μηχανών, πο χρησιμοποιούσε για βιτρίνα κι από πίσω διακινούσε κωτικά. Το ήξεραν όλοι, και οι αστυνομικοί του τμ-4 τος, αλλά ήταν πρώην αξιωματικός του στρατού και γερές πλάτες. 0 Ζήσης ήταν τόσο κατατοπισμένος, απόρησα πώς τα ήξερε όλα αυτά. «Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου, με κελώνετε» μου είπε γελώντας. «Τώρα αποφάσισα να κελώσω κι εγώ μερικούς από τους δικούς σας. Έτσι,· να βγάλω το άχτι μου. Ποιος ξέρει, μπορεί αύριο να ψω κανένα βιβλίο για καρχαρίες και να τους χρεία Και χαμογελούσε πονηρά. Όταν όμως του ζήτησα να μου δείξει το αρχείο σοβάρεψε απότομα. «Ούτε σου το δείχνω ούτε σου πού είναι. Σας έχω ικανούς να μου το κατασχέσετε»^ Με τον Χαρμάνη βγήκε αληθινός. Τον πιάσαμε και ' μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μας, όσο ήμουν Δίωξη Ναρκωτικών. Αργότερα ωστόσο που ξανοιχτή με εμπιστεύτηκε και μου έδειξε το αρχείο του. Έ μ μ’ ανοιχτό το στόμα. Μπροστά του, εμείς είχαμε μα 234


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

μεσάνυχτα. Ο αθεόφοβος είχε φακελώσει κάπου πεντα­ κόσια άτομα, άλλα επώνυμα κι άλλα που τ ’ άκουγα για πρώτη φορά. Φαίνεται ότι μάζευε από χρόνια τα στοιχεία, σπυρί-σπυρί, σαν το μυρμήγκι. Από τότε, όταν σκάλωνα σε καμιά έρευνα, που είχε σχέση με μαύρο χρήμα, πήγαι­ να και τον έβρισκα. Ήταν μια σχέση μυστική, που την ξέ­ ραμε μόνο οι δυο μας και κανένας άλλος. Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδιζε να μου γκρινιάζει κάθε φορά που του ζητούσα πληροφορίες και να κάνει τον δύσκολο. Έτσι και τώρα. Καθόμαστε αντικριστά και μας χωρί­ ζει το τραπεζάκι με τους καφέδες. Το σπίτι του έχει μια παράξενη διακόσμηση, σα να μετέφερε τη βεράντα του στο σαλόνι. Τέσσερις πτυσσόμενες, πάνινες πολυθρόνες εξοχής και το σιδερένιο τραπεζάκι, πτυσσόμενο κι αυτό, των παλιών καφενείων. Το μοναδικό άλλο έπιπλο στο δω­ μάτιο είναι μια τεράστια βιβλιοθήκη, που σκεπάζει τον τοίχο απέναντι μου, φτιαγμένη από τούβλα για βάσεις και τάβλες για ράφια, με τα βιβλία να φτάνουν ώς το ταβά­ νι, στριμωγμένα όρθια και πλαγιαστά. «Εσύ ήσουν μια ζωή κυνηγημένος, και τώρα ζεις από τη σύνταξη του αντιστασιακού. Πού βρήκες τα λεφτά ν’ αγοράσεις τόσα βιβλία;» τον ρωτάω. Είναι μια απορία που με βασανίζει από καιρό. Ξεραίνεται στα γέλια. «Ξύπνα, μπάτσε, καράβλαχε. Τα βιβλιοπωλεία υπάρχουν για να τα κλέβουμε» μου λέει πολύ περήφανος. «Κλέβεις; Εσύ;» «Στην καπιταλιστική κοινωνία τη γνώση ή την πληρώ­ νεις ή την κλέβεις. Αλλος τρόπος δεν υπάρχει». Είμαι έτοιμος να του πω ότι η παιδεία στην Ελλάδα εί­ ναι δωρεάν, ακόμα δεν το πήρε χαμπάρι, μα ξαφνικά θυ­ μάμαι πόσο μου στοιχίζουν οι σπουδές της Κατερίνας στη Θεσσαλονίκη και το βουλώνω. 235


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Ο Ζήσης σοβαρεύει απότομα. «Δεν ήρθες να μάθετη βιβλιοθήκη μου, για κάτι άλλο ήρθες. Θα μου θεές πάλι». Αφού άνοιξε αυτός την κουβέντα, δεν έχω λόγο να ‘ βομαι. «Πυλαρινός» του λέω. «Χρήστος Πυλαρινός. λέει τίποτα το όνομα;» «Γιατί έρχεσαι σ’ εμένα;» μου λέει τσαντισμένος. « J θέμα την ώρα που σου είπα ότι έχω ένα αρχείο για πρ πική χρήση. Έχετε τους φακέλους σας, έχετε την ΚΥΠ «ΕΥΠ» τον κόβω. «Έτσι λέγεται τώρα. ΕΥΠ». «Εντάξει, ΕΥΠ. Άλλαξε ο Μανωλιός... Εγώ τι δο_ έχω; Ούτε πράκτοράς σας είμαι ούτε δηλωσίας, γ ια ' εκβιάζετε και να σας δίνω πληροφορίες». «Είναι τέως αριστερός» συνεχίζω εγώ απτόητος, τί κάθε φορά περνάμε από το ίδιο μονοπάτι και σκ~ νουμε στα ίδια κλαδιά. «Ό πως κι εσύ». «Ξέρω ποιος είναι» μου απαντάει με μια περίι ση, που δεν ξέρω αν απευθύνεται σ’ εμένα ή στον ΙΓ ρινό. «Μόνο που εγώ δεν είμαι τέως, είμαι συνταξκ «Αυτός όμως είναι τέως. Γιατί τώρα πέρασε στην λη όχθη. Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια έβγαλε λεφτά τσουβάλι. Χρήμα που βγαίνει τόσο εύκολα, είναι συν μαύρο». Ξαφνικά βλέπω να σκάει εκείνο το πονηρό χαμέ που μου το σκάει όταν ξέρει ότι θα βγει από πάνω. « τε αποφοίτησες από τη Σχολή;» «Το ’68». Κουνάει το κεφάλι του. «Σας έμαθαν να μισείτε αριστερούς, να τους κυνηγάτε σα μαντρόσκυλα, σας έ σαν ότι θα σας κάνουμε όλους Βούλγαρους... Δε σας θαν όμως πώς σκέφτονται οι αριστεροί, ποιες μεθ"* χρησιμοποιούν, τι κόλπα μηχανεύονται. Α π’ αυτά μεσάνυχτα». 236


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Σωπαίνει και σκέφτεται. Τον έχω μάθει πια, και ξέ­ ρω ότι ζυγιάζει πόσα πρέπει να μου πει και πόσα να μου κρύψει. «0 Πυλαρινός είναι ένα καθίκι που έχει κάψει πολύ κό­ σμο. Είναι όμως μπλεγμένος σε άλλα κόλπα. Το μαύρο χρήμα είναι φωτιά γ ι’ αυτόν και δεν τ ’ αγγίζει». Κοιταζόμαστε. Αυτό μας έχει μείνει από την Μπουμπουλίνας. Όταν του έριχνα φάπες μπροστά στους άλ­ λους, ανταλλάσσαμε ένα συνωμοτικό βλέμμα και συνεν­ νοούμαστε ότι έτσι έπρεπε να γίνει για να ’χουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Το ίδιο γίνεται και τώρα. Τότε δεν του εξηγούσα εγώ. Τώρα δε μου εξηγεί αυτός, περιμένει να καταλάβω. «Έχεις ακούσει για τη Γιάννα Καραγιώργη;» «Ότι τη σκότωσαν; Το διάβασα στην εφημερίδα». «Δεν αποκλείεται ο Πυλαρινός να έχει σχέση με τη δο­ λοφονία της». «Και γιατί έρχεσαι σ’ εμένα;» μου λέει, ενοχλημένος από την επιμονή μου. «Είστε ολόκληρη υπηρεσία. Ψάξτε να βρείτε άκρη». «Αν είχα κάτι συγκεκριμένο, θα μπορούσα να βγάλω ένταλμα σύλληψης. Δεν έχω όμως και δεν μπορώ να τον ψάξω, γιατί θα πέσουν πάνω μου όλα τα μεγάλα κεφά­ λια, από τον διευθυντή Ασφάλειας μέχρι τον υπουργό, και θα μου δέσουν τα χέρια». «Θα σ’ τα δέσουν, να ’σαι σίγουρος» μου λέει μ’ ένα ξαφνικό ξέσπασμα ειλικρίνειας. Αφήνει έναν βαθύ ανα­ στεναγμό και κουνάει το κεφάλι του. «Δεν πίστεψα ποτέ ότι θα παίρναμε την εξουσία. Αλλά αν μου ’λεγες, όταν γνωριστήκαμε, ότι σαπίζω στα μπουντρούμια για να γίνει πλούσιος ο Πυλαρινός, θα σ’ έφτυνα». «Η Καραγιώργη είχε έναν τεράστιο φάκελο γι’ αυτόν. Γι’ αυτό μου μπήκαν οι ψύλλοι στ’ αφτιά. Προφανώς, τον 237


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

έψαχνε για βρομοδουλειές, αλλά δε βρήκα κανένα ι ποιητικό στοιχείο. Η μόνη λύση είναι η παρανομία. Γι’ί, τό ήρθα σ’ εσένα». Με κοιτάζει σκεφτικός, αλλά τώρα το μάτι του λάμ Η παρανομία τού έχει γίνει δεύτερη φύση, και μόλις ακ* τη μαγική λέξη, είναι έτοιμος να πέσει με τα μούτρα.,; «Τι μου κάνεις» μου λέει. «Κι ότι ετοιμαζόμου ασπρίσω το σπίτι, γιατί μ’ έχει πεθάνει η υγρασία. Τ''; θα τα παρατήσω και θα τρέχω». Σηκώνομαι. «Πότε να ’ρθω;» «Θα σε πάρω εγώ». «Ακόμα να βάλεις τηλέφωνο. Καλά, την τηλεόραο σιχαίνεσαι. Ούτε τηλέφωνο δε βάζεις;» «Μη μ’ ανάβεις. Δυο χρόνια το περιμένω. Και το ’ ανάγκη. Έτσι που μ’ έχουν σακατέψει τα φιλαράκια; αν πάθω τίποτα, θα με βρουν οι γείτονες από την μπόχ* Τον κοιτάζω βουβός. Τι να του πω; Εκείνος όμως δ βάζει το βλέμμα μου και ενοχλείται, γιατί δεν του πάει τον λυπούνται. Το ρίχνει στο αστείο. «Νάτα μας» μου λέει. «Τώρα ψάχνω και παλιούς α στερούς. Αν ήμουν επιχειρηματίας, θα έλεγα, τουλάχιστ ότι επεκτείνω τις δραστηριότητές μου». Έξω φυσάει δαιμονισμένα και το ψιλόβροχο έχει γί χιονόνερο. 0 αέρας έχει ρίξει χάμω τη λεμονιά. Σκύβω τη σηκώνω. Μέχρι πριν από δέκα μέρες σκάγαμε από ζέστη, τώρα τουρτουρίζουμε. Γαμόκαιρος.

238


28 Ελίσσω = 1) στρέφω πέριξ, ειλώ, κάμπτω· 2) κυλίω, περι­ στρέφω, περιάγω· 3) επί πάσης ορμητικής κινήσεως, ιδίως κυκλοτερούς 4) περιελίσσω· 5) μεταφ. περιστρέφω εν τη διανοία μου, διανοούμαι· 6) περικάμπτω // παθ. και μεσ. υποστρέφομαι· 2) στρέφομαι εδώ και εκεί, περιφέρομαι· 3) περιδινούμαι ορχούμενος. Σπουδαία λέξη. Εννιά διαφορετικές έννοιες. Το λήμμα στο Λίντελ-Σκοτ, μαζί με τα παραδείγματα, φτάνει κοντά στη μίση σελίδα. Πού να κατατάξω τώρα τον Γκίκα και πού ι;ον εαυτό μου; Για τον Γκίκα είναι σχετικά εύκολο. Η τρίτη έννοια της παθητικής κλίσης τού πάει γάντι: «περιδινούμαι ορχούμενος». Χορεύει γύρω από τον υπουρ­ γό. τον Ντελόπουλο, τους δημοσιογράφους, λυγίζει τη μέ­ ση του, ρίχνει τις γυροβολιές του, ώσπου μας μπάζει όλους στο χορό και χορεύουμε στον δικό του ρυθμό. Σ’ εμένα κολλάει πιο πολύ η μεταφορική έννοια -«περιστρέφω εν τη διανοία μου, διανοούμαι»-, συνδυασμένη με το «στρέ­ φομαι εδώ και εκεί, περιφέρομαι». Η ώρα πήγε εφτάμισι ώσπου να φτάσω σπίτι. Η τηλε­ όραση ήταν στη διαπασών, αλλά η Αδριανή έλειπε από το καθιστικό, κάτι έφτιαχνε στην κουζίνα. Το συνηθίζει αυ­ τό. Όταν έχει δουλειά στην κουζίνα, ανεβάζει τον ήχο για να παρακολουθεί τα σίριαλ ακουστικά και να μη χάνει τη συνέχεια. Πήρα την ανάσα μου στο κρεβάτι. Η πίεση της μέρας και οι τρεις ώρες στο τιμόνι με είχαν διαλύσει. 239


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Ξάπλωσα για να ηρεμήσω λίγο, κάνοντας το στομιι αναλόγιο για το Λίντελ-Σκοτ. Στο μεταξύ έχει πάει οχτώ και είκοσι πέντε, έχω καμιά διάθεση ν’ ακούσω ειδήσεις. Αυτά που θα για τον Κολάκογλου, τα ξέρω ήδη, αυτά που ξέρω γκ Πυλαρινό, δεν τα ξέρουν αυτοί, οπότε μπορώ να κάνω1 πό απόψε. Από το πρωί είμαι με μισό κρουασάν και γούρα μου έχει φάει τα σπλάχνα. Σηκώνομαι να ρίξω ματιά στο φαγητό που έφτιαχνε η Αδριανή. Καθώς νάω από το καθιστικό, τη βλέπω στην πολυθρόνα ■ παρακολουθεί τις ειδήσεις. Το τραπέζι της κουζίνας είναι στολισμένο με μια τέλα γεμιστά. Παίρνω αμέσως το μήνυμα. Είναι ο τς, της Αδριανής για να μου πει ότι ήρθε η ώρα ν’ αγ σουμε. Μας έχει μείνει από τον πρώτο μας καβγά, στε νιόπαντροι τότε και το φέραμε βαρέως που δε μ μαστέ. Το κρατούσαμε όμως, για να μετρήσουμε ο τις αντιστάσεις του άλλου. Ώσπου μια μέρα η Αδρ μου έφτιαξε γεμιστά. Ήξερε ότι ήταν η αδυναμία μου, λά δε μου τα είχε φτιάξει ποτέ. Μόλις τα είδα, έλ σαν το κερί. «Μπράβο σου, είναι πιο νόστιμα κι από' μάνας μου!» της είπα. Ψέματα, της μάνας μου ήταν; νόστιμα, αλλά αφενός έψαχνα αφορμή για να της μιλ:’ αφετέρου ήμαστε μόλις έξι μήνες παντρεμένοι και τρεις μέρες να την ψαχουλέψω. Από τότε, μας έμεινε, θε φορά που θέλει ν’ αγαπήσουμε μου φτιάχνει γεμ εγώ της λέω πόσο νόστιμα είναι, και ο πάγος λιώνει, νο που τώρα πια δε λέω ψέματα, τα φτιάχνει πρα-y κά πιο νόστιμα από τη μάνα μου, το σωστό να λέγε «Αυτή τη φορά ξεπέρασες τον εαυτό σου. Γεια στά| ρια σου» της λέω. Γυρίζει το βλέμμα από την τηλεόραση και μου χ~ γελάει. «Έ φαγες;» 240


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Πήρα μια μπουκιά για να τα δοκιμάσω, οιλλά περίμενα να φάμε μαζί». Κλείνει την τηλεόραση και με ακολουθεί στην κουζίνα. Μου σερβίρει, βάζει μια ντομάτα στο πιάτο της και κά­ θεται απέναντι μου. Τώρα που την κοιτάζω στο φως, βλέ­ πω ότι τα μάτια της είναι κατακόκκινα και πρησμένα. «Τι έχεις;» τη ρωτάω ανήσυχος. «Τίποτα». «Πώς τίποτα; Αφού έκλαιγες!» «Ταράχτηκα πολύ χτες το βράδυ. Ακόυσα αυτούς τους δυο γελοίους στις ειδήσεις, μετά σε είδα να φεύγεις ανα­ στατωμένος και κατάλαβα ότι είναι κάτι σοβαρό. Και το πρωί ξύπνησα με άγχος». «Άδικα στενοχωρήθηκες. Με στρίμωξαν λιγάκι, αλλά έκαναν πίσω». Δε φαίνεται να την καθησυχάζει αυτό που της είπα. Εξακολουθεί να με κοιτάζει φαρμακωμένη, ώσπου μου σκάει το μυστικό. «Η Κατερίνα δε θα ’ρθει τα Χριστού­ γεννα. Πήρε σήμερα και μου το ’πε». «Γιατί;» «Θέλει να διαβάσει στις διακοπές». «Και της ήρθε έτσι, ξαφνικά; Την τελευταία φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο, μου είπε ότι θα ’ρχόταν». «Έκανε, λέει, τα πλάνα της και βρήκε ότι δεν της φτά­ νει ο χρόνος ώς τον Ιούνιο». Η όρεξη μου κόβεται μαχαίρι. Σπρώχνω το πιάτο μου. Αν φάω το γεμιστό, θα μου καθίσει στο στομάχι. Η Αδριανή κάνει μια προσπάθεια να χαμογελάσει. «Θα σου πω κάτι» λέει με δυσκολία, «αλλά θα μου δώσεις το λόγο σου ότι δε θα της κάνεις κουβέντα. Μένει για τον Πάνο». «Για τον Πάνο;» «Ναι. Πρέπει να παραδώ σει μια εργασία μετά τις 241


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

γιορτές και μένει μαζί του για συμπαράσταση. Μου I σχέθηκε ότι θα κατεβεί οπωσδήποτε το Πάσχα». Μόλις μου περνάει το πρώτο ξάφνιασμα, φέρνω μι| στά μου τον παιδοβούβαλο με το μακό μπλουζάκι κο σπορτέξ, κι αρχίζω να παίρνω ανάποδες. «Τι εργασία να κάνει ένας επιστήμων μανάβης; Θ α | λετήσει πώς πέφτουν τα μήλα α π ’ τις μηλιές ή πώς δεύουν τις τσουκνίδες;» «Δεν είναι μανάβης. Γεωπόνος σπουδάζει το παιί «Και χρειάζεται κάποιον από δίπλα για να του τάει το χέρι, το βλίτο;» Αν τον είχα τώρα μπροστά θα τον είχα πλακώσει στα χαστούκια, κι ας μ’ έκανε ί μα με τα μούσκουλα που έχει. «Είναι πικρό, το ξέρω, αλλά όταν αγαπάς κάποιον^ λεις να ’σαι στο πλευρό του. Έρχεται μια στιγμή, πο γονείς μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Συνήθως, όταν μου ξεφουρνίζει κάτι τέτοιες αμπί φιλοσοφίες, που τις ξεσηκώνει από κάποιο σίριαλ, με ■ νουν οι διαόλοι μου. Τώρα όμως δεν αντέχω να της βέ τις φωνές, γιατί ξέρω πόσο υποφέρει. «Θέλεις να σε στείλω να κάνεις γιορτές μαζί της;> Δεν ξέρω πώς μου ’ρθε, ίσως επειδή την είδα να ■ κρύζει πάλι. Δεν το περίμενε, και για μια στιγμή το βλί| μα της λάμπει μέσα από τα δάκρυα. Αμέσως όμως πο νει το αυστηρό της ύφος, πιο πολύ για να συγκρατήσεις εαυτό της παρά εμένα. «Κ αι να σ ’ αφήσω μόνο τα Χ ριστούγεννα; At κλείεται!» «Εμένα να με ξεχάσεις. Αυτή η υπόθεση με την ραγιώργη έχει τέτοιο μπλέξιμο, που είναι ζήτημα αν ] φάμε ανήμερα μαζί. Οπότε ξέχασέ με, θα τρέχω κ α ι! θα φτάνω. Εσύ όμως θα κάθεσαι μόνη στο σπίτι και | μαυρίζει η ψυχή σου». 242


ΝΪΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Θα ξοδέψουμε ένα σωρό λεφτά και δεν υπάρχει λόγος». «Πόσα θα ξοδέψουμε; Το εισιτήριο του τρένου, το δώ­ ρο της Κατερίνας, που θα το παίρναμε έτσι κι αλλιώς, και τα καθημερινά σου έξοδα. Με ογδόντα χιλιάρικα βγαίνεις άνετα». Το υπόλοιπό μου στην τράπεζα συν το δώρο των Χρι­ στουγέννων φτάνουν για να καλύψω τα έξοδά της και τα λεφτά της Κατερίνας για τον Γενάρη. Βέβαια, δε θα μου μείνει δεκάρα στην άκρη, αλλά δε βαριέσαι, κάπως θα τα βολέψω. Τώρα που τη διευκόλυνα, η Αδριανή αρχίζει να ταλαντεύεται. «Λες να πάω;» με ρωτάει διατακτικά σα να φοβάται πως αν αφήσει τη χαρά της να ξεσπάσει, θα μετανιώσω και θα κάνω πίσω. «Σκέψου πόσο θα χαρεί η Κατερίνα. Μπορεί να κάνει το χατίρι του μαντράχαλου, αλλά θα έχει σκάσει που μας αφήνει μόνους». Το κάνω βέβαια για την Αδριανή και την Κατερίνα. Αυτές, τουλάχιστον, θα περάσουν όμορφα τις γιορτές. Υπάρχει όμως κάτι άλλο που μου φτιάχνει το κέφι, ότι του τη φέρνω ύπουλα του κουραμπιέ. Κατάφερε να κρατήσει την Κατερίνα στη Θεσσαλονίκη, αλλά τώρα που ανεβαί­ νει πάνω η Αδριανή, δε θα την έχει αποκλειστική νοσοκό­ μα. Άσε που δε θα μπορεί να την ξεμοναχιάσει, γιατί θα πρέπει να σέρνει και την πεθερά από δίπλα. Η Αδριανή μ’ αγκαλιάζει σφιχτά από το λαιμό και τα χείλη της κολ­ λάνε βεντούζα στο μάγουλό μου. «Είσαι θησαυρός» μου ψιθυρίζει, όταν τα ελευθερώ­ νει. «Μπορεί να σε πιάνουν τα μπουρίνια σου καμιά φο­ ρά και να μην ξέρεις τι λες, αλλά κατά βάθος είσαι αρ­ νάκι του Θεού». Για καλό μου το ’πε αυτό; Δεν ξέρω, πάντως σπρώχνει 243


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

πάλι μπροστά μου το πιάτο με τα γεμιστά. «Έλα, τώρα» μου λέει επιτακτικά. «Θα μου κακοφανεί α· αφήσεις. Για σένα τα ’φτιαξα». Και μ’ αναγκάζει να φάω. Έχει ξεπεράσει τον εαυ! της στη νοστιμιά, και η όρεξη μου επανέρχεται. Εκεί τσιμπάει και με παρακολουθεί ευχαριστημένη. «Γι’ αυτό σε στρίμωξαν χτες;» με ρωτάει ξαφνι; «Επειδή είναι δύσκολη υπόθεση;» «Δε βαριέσαι, την πάτησαν, γιατί βγήκα σωστός». «Αν είχαν λίγο μυαλό, θα σ’ άφηναν να κάνεις τη δι λειά σου και να τους ξελασπώσεις, αντί να κάνουν τι έξυπνους». Άλλαξε το τροπάρι. Τώρα ό,τι κι αν κάνω, είναι στό, έχω δίκιο σε όλα. Όχι πως μου ξινίζει να μου το νε, έστω κι αν το έχω εξαγοράσει εν μέρει. Τι τα θέλε! είναι ωραίο να σε λιβανίζουν. Το παράξενο όμως είναι ( δε χαίρομαι γι’ αυτό, αλλά επειδή κατάφερα να διώξω τ απελπισία της και να της ανεβάσω το ηθικό.

244


29 Τα γεμιστά μου έφεραν βαρυστομαχιά κι έβλεπα όλη τη νύχτα εφιάλτες. Στην αρχή τα είχα με τον Γκίκα, που με είχε θέσει σε διαθεσιμότητα, γιατί έκλεισα στη φυλακή τον Κολάκογλου. Το έκανα, λέει, για να ξεστρατίσω τις έρευ­ νες, επειδή τα πιάνω από τον Πυλαρινό. Αυτός ήταν ο βια­ στής των κοριτσιών και όχι ο Κολάκογλου. Εγώ προσπα­ θούσα να τον πείσω ότι είχα στοιχεία, και πρότεινα να ανακρίνω τον Κολάκογλου παρουσία του. Μα όταν τον έφεραν, δεν ήταν αυτός, αλλά ο Πετράτος. Τον κάθισαν σε μια καρέκλα μπροστά μου κι εγώ άρχισα να του φω­ νάζω: «Πες μου ποιος σου ’δώσε τον πολύγραφο για να τυπώνεις τις προκηρύξεις, γιατί θα σε ξεκοιλιάσω, παλιο­ κομμούνι! Πεθαμένος θα βγεις από δω μέσα!». Και ο Γκίκας είχε γίνει ο Κωσταράς. «Μπράβο, καλά τα πας, αρ­ χίζεις να μαθαίνεις» μου έλεγε ικανοποιημένος. Όμως ο Πετράτος κρατούσε κλειδωμένο το στόμα του. Τότε, εγώ άρχισα να τον χτυπάω τυφλά, με μανία, κι εκεί πάνω ξύ­ πνησα κατάϊδρωμένος. Τώρα κάθομαι, νυσταγμένος, στο τιμόνι του Μιραφιόρι. Το βάρος στο στομάχι δε μου ’χει φύγει και ρεύομαι κάθε τόσο. Προσπαθώ να ταξινομήσω στο μυαλό μου τις πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει ώς τώρα. Δεν ξέ­ ρω ακόμα αν βρίσκομαι μπροστά σε μια υπόθεση ή σε δυο. Αν οι δολοφονίες της Καραγιώργη και της Κωσταράκου έχουν σχέση με το φάκελο που μου έδωσε η Άννα 245


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Αντωνακάκη, τότε ο δολοφόνος είναι ο Πυλαρινός,ί ποιος βαλτός του. Αν δε συνδέονται, τότε ο Πετρ ραμένει η πρώτη επιλογή. Ένα σημείο εξακολουθεί, < σο, να με βασανίζει. Γιατί ο δολοφόνος ξετίνα| διαμέρισμα της Κωσταράκου, ενώ δεν πείραξε κο το σπίτι της Καραγιώργη; Αφού έψαχνε κάτι, δε θα ι πε να είχε ψάξει πρώτα εκεί; Εκτός κι αν δε γνώριΐ στοιχείο αυτό όταν τη σκότωσε. Ακούσε από τις ειδι| ότι η Καραγιώργη είχε τηλεφωνήσει στην Κωσταρκ! του μπήκαν οι ψύλλοι στ’ αφτιά και την επισκές άλλο ερώτημα είναι το γράμμα του άγνωστου «Ν> τό κολλάει στον Πετράτο, δεν κολλάει όμως στον ρινό, που τον λένε Χρήστο. Αν ο γραφικός χαρακτ του Πετράτου δεν ταιριάζει μ’ αυτόν του αποστο> τε έχουμε και τρίτο υποψήφιο. Και το χειρότερο απν| είναι ότι γι’ αυτόν τον τρίτο δεν έχουμε κανένα στοιξ Μύλος. Το μάτι μου πιάνει από μακριά τον Θανάση να μξ ριμένει στην είσοδο. Μόλις με βλέπει, έρχεται φουλαρκ «Σας πήρα στο σπίτι, αλλά είχατε φύγει». «Τι τρέχει;» «Βρήκαμε τον Κολάκογλου!» Από το ύφος του ψυλλιάζομαι ότι κάτι δεν πάει κ<ί Κανονικά θα έπρεπε να είχε φουσκώσει σα διάνος. A θετά, δείχνει ανήσυχος και φοβισμένος. «Πού τον βρήκατε;» «Μένει με ψεύτικο όνομα στο “Σίτυ”, ένα ξενοδο στην οδό Νιρβάνα, ανάμεσα στην Αχαρνών και στη A φόρο Ιωνίας». Τραβάει τις λέξεις με το τσιγκέλι. «Ε ανεβασμένος στην ταράτσα του ξενοδοχείου, μ’ ένα στόλι στον κρόταφο, και απειλεί να τινάξει τα μυαλά* στον αέρα». «Ζήτα ένα περιπολικό» του λέω κοφτά. 246


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Το ’χω έτοιμο και περιμένει». Η σειρήνα του περιπολικού σπρώχνει την κυκλοφορία στην άκρη. Κατεβαίνουμε την Αλεξάνδρας, χωρίς να στα­ ματάμε στο κόκκινο, και μπαίνουμε στην Ιουλιανού. Εκεί όμως αρχίζουν τα δύσκολα, γιατί ο δρόμος είναι στενός χαι φρακάρουμε κάθε τόσο. «Ποιος ειδοποίησε;» ρωτάω τον Θανάση, που κάθεται δίπλα στον οδηγό. «Το συνεργείο του Χέλας Τσάνελ». «Πώς βρέθηκε το Χέλας Τσάνελ εκεί;» «Αυτοί τον βρήκαν» μου απαντάει, και τότε καταλα­ βαίνω γιατί είναι σα βρεγμένη γάτα. Πάλι έχουμε τον βουβό μας διάλογο, όπως κάθε πρωί, αλλά σήμερα λίγο μετά τη συνηθισμένη ώρα και μέσα από τον καθρέφτη του οδηγού. «Είμαι μαλάκας» - «Το ξέρω ότι είσαι μαλάκας». Κάνει μια προσπάθεια ν’ αλλάξει κλίμα. «Έχω νέα για το αυτοκίνητο του Πετράτου». «Μου τα λες μετά, τώρα έχουμε άλλες φουρτούνες». Δυο Ζητάδες έχουν κόψει την κυκλοφορία στο ύψος μιας οδού Βουρδουμπά, εκεί που είναι οι Τρεις Γέφυρες. Το τετράγωνο ανάμεσα στη Λεωφόρο Ιωνίας, την Αχαρνών και τις οδούς Νιρβάνα και Στεφάνου Βυζαντίου είναι μπλοκαρισμένο από περιπολικά, αστυνομικούς και κινη­ τά συνεργεία της τηλεόρασης. Το ξενοδοχείο έχει πρόσοψη στο αριστερό πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Ιωνίας. Αφήνουμε το περιπολικό και δια­ σχίζουμε πεζοί τη γέφυρα του Ηλεκτρικού, για να περά­ σουμε στην άλλη όχθη. Καθώς σπάμε τον κλοιό, το μάτι μου πιάνει το βαν του καναλιού Ορίζων, αλλά δε βλέπω πουθενά το κινητό συνεργείο του Χέλας Τσάνελ. Η απο­ ρία μου λύνεται όταν φτάνω στο ξενοδοχείο. Είναι παρΧαρισμένο μπροστά στην είσοδο. Η Λεωφόρος Ιωνίας και 247


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

η Νιρβάνα είναι γεμάτες από αστυνομικούς με ι πόρτερ και κάμεραμεν. Κοιτάζουν όλοι ψηλά, σα<1 ζεύουν χαρταετό στα κούλουμα. Σηκώνω κι εγ ώ .|| φάλι, για να μη φαίνομαι παράταιρος. Μ Οι βεράντες των γύρω πολυκατοικιών είναι ά δ ειΐ οι γρίλιες κατεβασμένες. Προφανώς, οι δικοί μ α ς ί απομακρύνει τους γείτονες, κι αυτοί παρακολουθού| σα από τις χαραμάδες. «Άντε, τελειώνετε καμιά φορά, να πάμε στη δ θ | μας!» φωνάζει από το πουθενά ένας ευσυνείδητος ι γελματίας, που πάει στις δέκα στη δουλειά του. 0 Κολάκογλου είναι ανεβασμένος στο πεζούλι * ράτσας. Έτσι όπως είναι ντυμένος, με σακάκι καύΙ βάτα, μοιάζει με μικρομαγαζάτορα που τον έφαγα| χρέη και ετοιμάζεται να τινάξει τα μυαλά του στον ι Κάτω γίνεται φοβερό κομφούζιο, γιατί αστυνομικ€ ρεπόρτερ φωνάζουν όλοι μαζί. Μάλλον πιστεύουν τη βαβούρα θα πείσουν τον Κολάκογλου να κατέβει «Αστυνόμος Χαρίτος. Ποιος είναι ο διοικητής ρωτάω τον αστυνομικό που στέκεται δίπλα μου. Me χνει έναν σαρανταπεντάρη με στολή, που κρατάει τηλεβόα. Τον πλησιάζω. «Αστυνόμος Χαρίτος, του Τμήματος Ανθρωποκτσνϋ «Από τη μέρα που βγήκε η τηλεόραση, βρήκαμε| μπελά μας» μου απαντάει βαριεστημένα. «Πώς βρέθηκε εκεί πάνω;» «Να σου πω τι μου είπε ο ξενοδόχος». Και μου λέει. 0 Κολάκογλου είχε πάει στο ξένο πριν από τρεις μέρες. Έδωσε το όνομα Σπόρου. Κο δεν ξέρει πώ ς κατάφερε να τρυπώσει. Υποθέτουν | έκλεισε το δωμάτιο κάποιος δικός του, κι αυτός τρύι όταν έλειπε ο θυρωρός, γιατί ο ξενοδόχος ορκίζεται' δεν τον είχε ξαναδεί ώς σήμερα. Θα του το έκλεισε a t 248


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

jjoo ήταν μαζί του στο μπαρ. Όλη μέρα έμενε κλειδωμέ­ νες στο δωμάτιό του. Σήμερα, πρωί πρωί, εμφανίστηκαν 0[ ρεπόρτερ του Χέλας Τσάνελ. Το έπαιξαν μια στο καρ,ρί κ α ι μια στο πέταλο. Αφενός τρομοκράτησαν τον ξενο­ δόχο ότι πρόκειται για επικίνδυνο κακοποιό, αφετέρου tov λάδωσαν, για να τους δείξει το δωμάτιο του Κολάκο­ γλου. Άρχισαν να βαράνε την πόρτα. Αυτός δεν τους άνοι­ γε. Στο τέλος, τον απείλησαν ότι θα τον παραδώσουν στην Α σ τυνομ ία. Τότε, αυτός πετάχτηκε μπροστά τους με το πιστόλι στον κρόταφο. Άρχισε να φωνάζει ότι θα τινάξει τα μ υ α λ ά του στον αέρα, ξεσηκώθηκαν οι υπόλοιποι π ε­ λάτες του ξενοδοχείου, ο ξενοδόχος πανικοβλήθηκε και τηλεφώνησε στο εκατό. Όταν ο Κολάκογλου είδε τους δι­ κούς μας να μπουκάρουν, το ’σκάσε στην ταράτσα, π ά ­ ντα με το πιστόλι στον κρόταφο. Από τότε, εδώ και μία ώρα, στεκόταν εκεί πάνω, ακίνητος. Ενώ ο διοικητής μου τα λέει αυτά, βλέπω να βγαίνουν από το ξενοδοχείο ο Πετράτος και ο παρουσιαστής. «Με συγχωρείς, ένα λεπτό» λέω στον διοικητή και τους πλησιάζω. Έχουν βγάλει τα κοστούμια και φοράνε μπου­ φάν και πουλόβερ, στολή εκστρατείας. «Πάλι έρχεστε δεύτερος και καταϊδρωμένος, κύριε αστυνόμε» μου λέει ο Πετράτος και χαμογελάει ειρω­ νικά. Αγριεύω, ενώ από μέσα μου βρίζω τον Θανάση, που μου τα σκάτωσε. «Τι θα γίνει μ’ εσάς; Όλο πάτε να βγά­ λετε λαβράκι κι όλο τα σκατώνετε!» του φωνάζω. «Αυτό που δεν μπορείτε να χωνέψετε, κύριε αστυνό­ με» επεμβαίνει ο παρουσιαστής «είναι ότι κάνουμε σω-, στά τη δουλειά μας. Αντί να μας πείτε ευχαριστώ, που σας βοηθάμε, φωνάζετε κι από πάνω». «Αν πάθει το παραμικρό ο Κολάκογλου, θα σας κου­ βαλήσω μέσα, να το ξέρετε».


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Με ποια κατηγορία;» με ρωτάει, ειρωνικά πά* Πετράτος. «Στην κατηγορία θα κολλήσουμε; Θα σας φορτο ωθήσατε άσκοπα τον Κολάκογλου στην αυτοκτονί θα σας ξεφτιλίσω. Αν μας είχατε ειδοποιήσει εγκα θα τη στήναμε έξω από το ξενοδοχείο και μόλις έβ' θα τον βουτάγαμε χωρίς να ματώσει ρουθούνι». Θέ του πω κι άλλα, αλλά με διακόπτει μια σπαραχτική γή. Κι αμέσως μετά ένα μοιρολόι. «Πέτρο μου! Άσε το πιστόλι! Μην κάνεις καμιά τ Δε θα τ ’ αντέξω!» Γυρίζω και βλέπω τη μάνα Κολάκογλου, ντυμένη ντα στα μαύρα. Όλα τα βλέμματα έχουν προσγειωθ αυτήν. Κλαίει και οδύρεται στηριζόμενη από τον Σ ρόπουλο. Η ρελάνς του Ροβεσπιέρου, λέω από μέσα. Την έφερε ο Σωτηρόπουλος για να κάνει αντίπραξη Πετράτο. «Σε παρακαλώ, άσε το πιστόλι και κατέβα από Δε με λυπάσαι!» Η ακινησία του γιου της σπάει για πρώτη φορά, να κατεβάσει το πιστόλι, θυμάται όμως γιατί ανέβηκε πάνω και το ξαναφέρνει στον κρόταφό του. «Μάνο γε! Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ!» της φωνάζει τα χρονα. Ο Σωτηρόπουλος, που εξακολουθεί να την κρα σκύβει και της ψιθυρίζει κάτι στ’ αφτί. Δεν μπορώ ν’ σω τι της λέει, αλλά αυτή αρχίζει να χτυπιέται πάλι; παρακαλώ, αγοράκι μου! Σε παρακαλώ, ψυχούλα Ξέρω τι τράβηξες, αλλά μην το κάνεις αυτό! Μη με σεις φαρμάκι!» «Γιατί τη φέρατε; Πάρτε την από δω!» φωνάζει πάνω ο Κολάκογλου. Προφανώς, νομίζει ότι εμείς τη ραμε. 250


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

0 διοικητής εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και του μι­ λάει από τον τηλεβόα: «Ρε Πέτρο! Δε λυπάσαι τη μάνα σου; Κατέβα να τελειώνουμε! Δε θα σε πειράξει κανείς! Έχεις το λόγο μου!» «Ακούς, Πέτρο μου; Ο κύριος αστυνόμος σού δίνει το λόγο του ότι δε θα σε πειράξει» επεμβαίνει γεμάτη ελπί­ δα η μάνα του. «Τους πίστεψα άλλη μια φορά και το πλήρωσα πολύ ακριβά!» 0 Κολάκογλου κρατάει πάλι το πιστόλι σταθε­ ρά στον κρόταφό του. «Ωραία, αφού δε με πιστεύεις, πες μου τι θέλεις για να κατεβείς από εκεί πάνω» του λέει ο διοικητής από τον τηλεβόα. 0 Κολάκογλου δεν απαντάει αμέσως. Το σκέφτεται. Στο μεταξύ, εγώ έχω φτάσει πάλι δίπλα στον διοικητή. «Θέλω να φύγει η μάνα μου. Να φύγουν και οι μπάτσοι από το ξενοδοχείο. Να μη μείνει κανείς. Ν’ αδειάσει ο δρόμος από τους αλήτες τους δημοσιογράφους και τα περιπολικά. Τότε μόνο θα κατεβώ». 0 διοικητής κατεβάζει τον τηλεβόα και γυρίζει σ’ εμέ­ να. «Πες μου τι να κάνω;» με ρωτάει. «Εγώ να σου πω;» «Εγώ δεν έχω λόγο να τον συλλάβω. Το πολύ να τον κρατήσω για παράνομη οπλοφορία. Εσύ τον καταζητάς, εσύ ν’ αποφασίσεις». Ανάθεμα στην ώρα που έμπλεξα με τον Κολάκογλου. Έχω φτάσει στο σημείο να το λυπάμαι το καθίκι. Είμαι σχε­ δόν σίγουρος ότι δεν έχει καμία ανάμειξη στην υπόθεση, κι όμως τον κυνηγάμε σα να είναι ο λήσταρχος Νταβέλης. « Εχετε αδειάσει το ξενοδοχείο;» ρωτάω τον διοικητή. «Ναι. Μόνο οι δικοί μας είναι μέσα». «Κάνε αυτό που ζητάει». 0 διοικητής με κοιτάζει ανα­ ποφάσιστος. Δεν του πάει να υποχωρήσει, και μου το 251


ΠΕΤΡΟΣ MAPKAPHI

δείχνει με το ύφος του. «Ακούσε» του λέω. «Ο Κ* γλου είναι σαν παγιδευμένο θηρίο. Και ο ερχομός νας του τον φόρτισε ακόμα πιο πολύ. Δεν ξέρεις σφηνώσει μια σφαίρα στον κρόταφό του ή αν θ’ να πυροβολεί πάνω στην απελπισία του κι όποιον ο χάρος». 0 διοικητής δεν απαντάει, μόνο μου δίνει τον τηλ® Τον φέρνω στα χείλη μου. «Εντάξει, Κολάκογλου. Θ νουμε αυτό που ζητάς για να κατέβεις». 0 Κολάκογλου το ακούει ακίνητος. Όλα τα υπ πα βλέμματα γυρίζουν πάνω μου. Αυτό ήταν, λέω μου. Από σήμερα είμαι ο χέστης μπάτσος, που τα πάνω του. «Ελάτε, κυρία Κολάκογλου. Όλα θα πάνε καλά» ο Σωτηρόπουλος στη μάνα. Τώρα που όλα τακτοπ: καν, έχει χάσει το ενδιαφέρον του για την Κολάκο Τη φορτώνει σ’ έναν αστυφύλακα, για να μη χάσει τη συνέχεια του έργου. Ο διοικητής στέλνει έναν αρχιφύλακα να βγάλει δικούς μας από το ξενοδοχείο. Οι υπόλοιποι αστυ κες αρχίζουν ν’ απομακρύνουν τους δημοσιογράφο βαν και τα περιπολικά. «Είσαι σωστός» ακούω μια φωνή δίπλα μου. Γ και βλέπω τον Σωτηρόπουλο. «Ξέρεις ότι δε σας έχ τε ιδιαίτερη συμπάθεια ούτε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, τή τη φορά όμως, σου βγάζω το καπέλο. Πλήρωσε με τη φυλακή, να μην πληρώσει και με τη ζωή του, ο καράς». Νιώθω πάλι τη στέρηση του καπνιστή που έκοψ τσιγάρο και ψοφάει για μια τζούρα. «Δεν έχω καιρό, τα παιχνίδια σας, Σωτηρόπουλε» του λέω έξαλλος. «' για τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη, η εκτίμηση αμοιβαία». 252


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Δεν προλαβαίνω να τελειώσω με τον Σωτηρόπουλο και βλέπω τον Πετράτο να έρχεται καταπάνω μου. «Θα τον αφήσετε να φύγει;» Βράζει από το κακό του. «Τι άλλο μου μένει, έτσι σκατά που τα ’κάνες;» «Ευτυχώς που είχα την ιδέα να φέρω τη μάνα του και τακτοποιήθηκαν όλα» λέει ο Σωτηρόπουλος και κοιτάζει προκλητικά τον Πετράτο. Κάνω νόημα σ’ έναν αστυφύλακα. «Πάρε τους κυρίους από δω!» Ανταλλάσσουν ένα βλέμμα, σαν κοκόρια, και απομακρύνονται, ο ένας προς ανατολάς, ο άλλος προς δυσμάς. Οι αστυνομικοί αρχίζουν να βγαίνουν ένας ένας από το ξενοδοχείο. Τελευταίος βγαίνει ο αρχιφύλακας. «Έχουν βγει όλοι. Δεν έμεινε κανείς μέσα» λέει στον διοικητή. Φέρνω πάλι τον τηλεβόα στα χείλη μου. «Κολάκογλου! Έφυγαν όλοι! Μπορείς να κατέβεις!» 0 Κολάκογλου σκύβει και κοιτάζει, για να βεβαιωθεί ότι του λέω την αλήθεια. Αρχίζει να οπισθοχωρεί, πάντα με το πιστόλι στον κρόταφο. Στεκόμαστε άμίλητοι με τον διοικητή και περιμένου­ με. Σε λίγο, ο Κολάκογλου εμφανίζεται στην είσοδο τρθ';; ξενοδοχείου. Κρατάει πάντα το πιστόλι σφηνωμένο στίφ κρόταφό του. «Μην τον πλησιάζετε! Αφήστε τον να φύγει!» φωνά| στους δικούς μας από τον τηλεβόα. 0 Κολάκογλου έχει κολλήσει στον τοίχο του ξεν χείου και κοιτάζει γύρω του. Αρχίζει να σέρνεται στο> χο, στρίβει στη Νιρβάνα και χάνεται. Οι αστυνομικό^ τάζουν εμένα. Προφανώς, περιμένουν να κάνω τη ν: κίνηση. Δεν κάνω τίποτα. Μένω ακίνητος στη θέση.|ί

253


30 Στην επιστροφή, ο οδηγός του περιπολικού αλλάζει; δρομή. Βγαίνει από την Ιακωβάτων και πιάνει την τησίων. «Τους λες ότι ο καταζητούμενος συχνάζει σ’ ένα μ κι αυτωνών δεν τους κόβει να ρωτήσουν στα γύρω ξ δοχεία» μου λέει ο Θανάσης. «Ο τελευταίος δημοσκ φος της συμφοράς κάνει καλύτερα τη δουλειά του», θεται πάλι δίπλα στον οδηγό και με κοιτάζει μέσα τον καθρέφτη. «Αυτά παθαίνεις όταν οργανώνεις την έρευνα από' γραφείο σου, με το τηλέφωνο, και δεν την επιβλέπεις: σωπικά» του απαντώ και το βουλώνει. Το «είσαι μ€ κας» το τρώω, γιατί δε θέλω να τον εκθέσω μπροστά < οδηγό, που είναι κατώτερός του. Προσπαθώ να ξεκαθαρίσω μέσα μου αν έκανα το στό με τον Κολάκογλου ή αν παρασύρθηκα από την ποίθησή μου ότι είναι αθώος. Δε βρίσκω όμως τι άλλο* μπορούσα να κάνω. Στο κάτω κάτω, όλη αυτή η φασο είχε κι ένα καλό. Έδειξε ότι ο Κολάκογλου ή δεν έχει κλο για να τον κρύψει, ή εξάντλησε τα περιθώριά του αναγκάζεται να μένει σε ξενοδοχεία με ψεύτικο όνο Άρα, τώρα ξέρουμε πού να ψάξουμε και θα τον ξα' βρούμε εύκολα. Το μόνο αγκάθι είναι ο Γκίκας. Για λη μια φορά δεν τον ενημέρωσα. Έκανα του κεφαλιού | και δεν ξέρω πώς θα το πάρει. 254


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ώσπου να φτάσουμε στο φανάρι της Αλεξάνδρας, ο Θανάσης δεν ανοίγει το στόμα του να πει κουβέντα. «Θέ­ λετε να σας πω τώρα για τον Πετράτο;» μου λέει καθώς περνάμε μπροστά από το Πεδίο του Άρεως. «Λέγε». Προτιμώ να μου τα πει τώρα, γιατί μεσημέριασε και θα πνίγομαι στο γραφείο. Άσε που πρέπει να δώσω αναφορά στον Γκίκα. «Βρήκα κάποιον που είδε ένα Ρένεγκεϊντ παρκαρισμένο δυο δρόμους κάτω από το σπίτι της Κωσταράκου». «Τι ώρα;» «Στις έξι και μίση. Είναι δικηγόρος και έφευγε για να πάει στο γραφείο του. Το δικό του αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο μπροστά από το Ρένεγκεϊντ». «Πρόσεξε τον αριθμό κυκλοφορίας;» «Όχι». «Θα ρωτήσεις στην πολυκατοικία που μένει ο Πετράτο ς, μήπως είδε κανείς αν έλειπε το Ρένεγκεϊντ από το γκαράζ μετά τις πέντε». \ «Ρώτησα ήδη. Ένας άπα τους ένοικους κατέβηκε στο γκαράζ στις έξι παρά, και είναι βέβαιος ότι το αυτοκίνη­ το του Πετράτου δεν ήταν εκεί». Μου κουνιέται γιατί βρή­ κε έναν τρόπο να εξιλεωθεί από την γκάφα του με τον Κολάκογλου. «Βλέπεις πώς βρίσκεις άκρη όταν παίρνεις τα πόδια σου και τρέχεις;» του λέω με το πατρικό μου ύφος. Το παίρνει για συμφιλίωση και χαμογελάει ανακουφισμένος. Πηγαίνω κατευθείαν στον Γκίκα. Αν καθυστερήσω, μπορεί να κάνω χειρότερα τα πράγματα. Μ’ ακούει χω­ ρίς να με διακόψει καθόλου. «Είναι σίγουρο ότι πήγαν στο ξενοδοχείο χωρίς να μας ειδοποιήσουν;» με ρωτάει στο τέλος. «Ναι. Δεν ειδοποίησαν ούτε εμάς, ούτε το τμήμα της περιοχής». 255


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Υπάρχουν μάρτυρες να το επιβεβαιώσουν;» «Ο ξενοδόχος, που τηλεφώνησε στο τμήμα. Κή αστυνομικοί που τους βρήκαν εκεί». «Έκανες πολύ καλά που τον άφησες να φ ύγει»| λέει ευχαριστημένος. «Τώρα δε θα τολμήσουν να ξο κάνουν κουβέντα για τον Κολάκογλου. Τον χάσαμε ι τίας τους». Με κοιτάζει και χαμογελάει. «Χτες ξο στηκες που επικοινώνησα αμέσως με τον Ντελόπς Αυτός πήρε την πληροφορία, θέλησε να κινηθεί πίσω»1 την πλάτη μας και τα έκανε μούσκεμα. Αυτό θα π έ | ελίσσεσαι. Να παίζεις όπως η γάτα με το ποντίκι. Tc χνεις το τυρί, πάει να το δαγκώσει, και πέφτει στη ι Του χαμογελάω, ενώ ταυτόχρονα σκέφτομαι πο σταθώ τυχερός και ο Γκίκας μείνει άλλα δυο-τρία; σ’ αυτό το πόστο, σίγουρα θα πάρω προαγωγή με τα | πα που θα μάθω κοντά του. «Είπαμε τα ευχάριστα, άκου τώρα και τα δυσάρε μου λέει. «Πήρα την έκθεση του γραφολόγου. Τζίς γραφικός χαρακτήρας δεν είναι του Πετράτου». Αφενός μου ξινίζει, αφετέρου όμως ευγνωμονώ αίσθησή μου που μ’ έκανε να κρατήσω πισινή. «Σο είπα και χτες. Αυτό δε σημαίνει πολλά, έτσι κι αλλιι Και του λέω για το Ρένεγκέίντ του Πετράτου. Τα πράγματα σκούραινάν με την αρνητική έκθεση | γραφολόγου, και προσπαθεί να σταθμίσει πώς θα τ ο ' ριστεί. «Άσ’ το σ’ εμένα» μου λέει τελικά. «Θα το κο νίσω και θα σου πω. Στο μεταξύ, κοίταξε να μάθειςί| τον Πυλαρινό». «Πατάω σε αναμμένα κάρβουνα, γ ι’ αυτό προχα αργά» του λέω, για να του δείξω ότι ακολουθώ τη βουλή του. «Σε κάνα-δυο μέρες θα ξέρω να σας πω* Δεν ξαφνιάζομαι καθόλου που το συνηθισμένο λεή σι λείπει από το διάδρομο. Τώρα είναι όλοι στα στοόΐΙ 256


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

tai μοντάρουν τις βιντεοκασέτες και τις ηχοκασέτες τους για να βγάλουν τη μεγάλη είδηση. Όλη την ίδια ακριβώς και όλοι κατ’ αποκλειστικότητα. Πάνω στο γραφείο μου βρίσκω τις φωτογραφίες από το φιλμ της Καραγιώργη. Βουτάω την πρώτη και την κοιτάζω. 0 Πυλαρινός μου προτείνει γελώντας το ποτήρι του, σα να θέλει να τσουγκρίσουμε. Είναι φυσικό να έχει τα κέφια του, αφού γλεντάει σε νυχτερινό κέντρο, μαζί με άλλους τρεις. Οι δύο φωνάζουν ότι είναι ξένοι, Γερμανοί, Βέλγοι, Ολλανδοί, δεν ξέρω - πάντως, μοιάζουν για Κεντροευρωπαίοι. 0 άλλος είναι στυφός και ξερακιανός. Φοράει γυαλιά με χρυσό σκελετό, σκούρο κοστούμι, τα μαλλιά του είναι χτενισμένα πίσω και κολλημένα στο κε­ φάλι του. Δε μου μοιάζει για επιχειρηματίας. Μάλλον διευθυντής υπουργείου ή δημόσιου οργανισμούς Ενώ ο Πυλαρινός και ο διπλανός του ξεραίνοντακτυα γέλια, αυ­ τός έχει ένα δυσκοίλιο χαμόγελο, λες κάι χαμογελάει από υποχρέωση. Κάτι μου λέει η φάτσα του, αλλά δεν μπο­ ρώ να θυμηθώ πού τον έχω ξαναδεί. Δίπλα του κάθεται ο τελευταίος της παρέας. Είναι ένας σωματώδης, φ εγ­ γαροπρόσωπος, με φουσκωμένα μάγουλα. Τα μαλλιά του είναι χτενισμένα ανάποδα, προς τα μπρος, και πέφτουν με αφέλειες στο κούτελό του. Τον έβαλαν, φαίνεται, δί­ πλα στον άλλον, γιατί έχουν το ίδιο χαμόγελο. Πάω στοί­ χημα ότι αυτοί οι δύο δε διασκεδάζουν καθόλου. Κάτω δεξιά, η φωτογραφική μηχανή αποτυπώνει την ημερομη­ νία: 14/11/1990. Ωραία, στις 14/11/1990 τέσσερις άντρες γλεντούσαν στον «Διογένη». Ο ένας ήταν ο Πυλαρινός, ο δεύτερος κάτι μου λέει, και οι άλλοι δυο είναι ξένοι και εντελώς άγνωστοι. Πού είναι το σπουδαίο; Στη φωτο­ γραφία, ή στην ημερομηνία, ή στο συνδυασμό των δύο; Δεν μπορώ να βρω απάντηση και συνεχίζω. Στην επό­ μενη φωτογραφία, οι δύο με το στυφό χαμόγελο κάθονται 257


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

σε μια καφετερία. Το τραπέζι τους είναι δίπλα ράθυρο. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από το| και δεν μπορώ να διακρίνω την έκφραση τους, τζάμι γυαλίζει. Η ημερομηνία, κάτω δεξιά, λέει 17/41 Τρεις μέρες μετά τον «Διογένη», οι δυο παράτα παρέας ανταμώνουν και τα λένε χώρια από τους Και γιατί αυτές οι δυο συναντήσεις έχουν τόση ώστε να μπει η Καραγιώργη στον κόπο να τις νατίσει; Φαίνεται ότι κάποια στιγμή βαρέθηκε να φι ζει πρόσωπα κι αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με τροχ< Γιατί οι επόμενες τέσσερις φωτογραφίες είναι φι ψυγεία και πούλμαν των εταιρειών του Πυλαρινι φορτηγά έχουν στο πλάι την επωνυμία «Transpi τη διεύθυνση της εταιρείας, το τηλέφωνο και το φο πούλμαν έχουν στην αριστερή πλευρά, αυτή που στη φωτογραφία, τις λέξεις «Prespes Travel», πάλι έδρα της εταιρείας, το τηλέφωνο και το φαξ. Καλά τογραφίζει πρόσωπα. Προφανώς, είχε τους λόγους Το στόλο του Πυλαρινού όμως, τι ήθελε και τον γράφισε; Αδύνατο να καταλάβω. Ακούω την πόρτα ν’ ανοίγει και σηκώνω το κεφάλι Ο Σωτήρης μπαίνει φουριόζος στο γραφείο. «Τι έχουμε;» «Έ στειλα έγγραφα στο τελωνείο και στο αέρι μιο. Περιμένω απάντηση. Από το τελωνείο μου υπ< θηκαν να μου τηλεφωνήσουν μόλις βρουν άκρη. Έ; περάσει δύο χρόνια και τα παραστατικά πήγαν στο χείο». «Με τα ονόματα που σου έδωσα;» «Τους εντόπισα όλους. Οι δύο γύρισαν πεθαμένοι. Ο τίου πέθανε έξι μήνες μετά την επιστροφή του. Η Πι έζησε παραπάνω. Ένα χρόνο. Πήγε από έιτζ. Ο μόνος 8 258


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

ζών είναι ο Σπόρος Γονατάς. Τον έχω έξω και σας περι­ μένει. Ήθελα να σας τα πει ο ίδιος». Από τους πέντε της λίστας της Καραγιώργη, οι τέσσερις εί­ ναι νεκροί. Καλά αρχίσαμε. «Φέρ’ τον» του λέω ανυπόμονα. Ανοίγω το συρτάρι και βγάζω το φάκελο της Καρα­ γιώργη. Ρίχνω μια ματιά στην κατάσταση. Ο Γονατάς εί­ ναι αυτός που είχε ταξιδέψει με πούλμαν στη Βουδαπέ­ στη, στις 15/3/1992. Η πόρτα ανοίγει και ο Σωτήρης μπάζει μέσα ένα ζευ­ γάρι. «0 κύριος και η κυρία Γόνατά» μου λέει, καθώς τους δείχνει πού να καθίσουν. 0 Γονατάς είναι ένας εξηντάρης, φαλακρός, με λίγα κατάλοιπα μαλλιών στους κροτάφους. Το σακάκι του έχει διαφορετικό χρώμα από το πανταλόνι, όχι σπορ, αλλά δυο κοστούμια φορεμένα μισά-μισά. Το πουλόβερ του είναι κλειστό ώς επάνω, μόλις κι αφήνει λίγο περιθώριο νίά να εξέχει ο κόμπος της γραβάτας του. Όλη του η^εμφάνιση δείχνει μικρομαγαζάτορα - ψιλικά, χαρτικά, κουβαρίστρες, κάτι τέτοιο. Η γυναίκα που τον συνοδεύει είναι λίγο νεό­ τερη. Φοράει ένα χυτό, γκρίζο, παλτό. Τα μαλλιά της (εί­ ναι κατάμαυρα, με μερικές άσπρες τρίχες, σκόρπιες ε&φ κι εκεί. Δυο απλοί άνθρωποι, που κάθονται τώρα απένα­ ντι μου, σφιγμένοι και ανήσυχοι. Παίρνω το γλυκό μου για να τους καθησυχάσω. «Μην ανησυχείτε, δεν είναι τίποτα σοβαρό» τους λέω. «Μερι­ κές ερωτήσεις θέλω να σας κάνω». Τους βλέπω να χαλα­ ρώνουν, αλλά εκεί πάνω χτυπάει το τηλέφωνο. «Χαρίτος». «Χαρίτου» ακούω τη φωνή της Κατερίνας, που κάθε φορά γελάει με το αστείο της. «Έλα, τι γίνεται;» Πιάνει αμέσως το ύφος μου, γιατί κατά κανόνα στάζω μέλι. «Έχεις κόσμο;» με ρωτάει. 259


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Ναι». «Καλά, δε θα σε κρατήσω πολύ. Πήρα μόνο να σ ότι είσαι ο πιο γλυκός μπαμπάς του κόσμου». «Γιατί;» ρωτάω σα μαλάκας, ενώ νιώθω το χαμ' μου ν’ απλώνεται από το ένα αφτί στο άλλο. «Ξέρεις το γιατί. Επειδή μου στέλνεις τη μαμά ‘ γιορτές». «Χαίρεσαι;» «Ναι, αλλά κατά το ήμισυ. Γιατί το άλλο μισό εσύ. Κι εσύ θα μείνεις στην Αθήνα». «Μην τα θέλεις όλα δικά σου» την πειράζω για να ψω τη συγκίνησή μου. «Όχι. Μ’ έχεις μάθει να βολεύομαι και με τα λί Ξέρω γιατί το λέει αυτό. Επειδή της έδινα το χαρτ' με το σταγονόμετρο για να μην κακομαθαίνει. «Σε λατρεύω». «Κι εγώ σε λατρεύω, κοριτσάκι μου». Είχα ξεχά< ζευγάρι και μου ξέφυγε. Ακούω τη γραμμή να κλείν κατεβάζω το ακουστικό. «Η κόρη μου» λέω στους Γονατάδες. «Σπουδάζει Θεσσαλονίκη και πήρε να μου πει τα νέα της». Α; για να μη νομίσουν ότι μιλούσα με την ερωμένη μο αφετέρου για να σπάσει ο πάγος ανάμεσά μας. Το τερο το πετυχαίνω απόλυτα, γιατί τους βλέπω να χ γελάνε με κατανόηση. «Κύριε Γόνατά. Στις 15/3/1992 κάνατε ένα ταξίδι. Βουδαπέστη». «Μάλιστα». «Μπορείτε να μου πείτε γιατί το κάνατε; Ήταν δι αναψυχής; Επαγγελματικό; Τι ήταν;» «Πήγα για θεραπεία, κύριε αστυνόμε. Έκανα μ μόσχευση νεφρού». Αυτό ήταν, λοιπόν. Είχαν πάει έξω για μεταμόσχι 260


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

οργάνων. Έτσι εξηγείται το έιτζ της Πετάση. Το κόλλησε αιτό μετάγγιση αίματος. «Μεταμοσχεύσεις γίνονται και στην Ελλάδα. Εσείς για­ τί πήγατε στη Βουδαπέστη;» «Γιατί ήμαστε εφτά χρόνια στη λίστα και είχαμε απελ­ πιστεί, κύριε αστυνόμε μου» πετάγεται η γυναίκα του. «Εφτά χρόνια, σωστή κόλαση. Να τρέχουμε δύο φορές την εβδομάδα για αιμοκάθαρση και φως να μη βλέπουμε από πουθενά. 0 Θεός να την έχει καλά τη γυναίκα. Μας έσωσε». «Ποια γυναίκα;» «Ένα μεσημέρι, που έβγαινα από την αιμοκάθαρση, μας πλησίασε μια γυναίκα» λέει ο Γονατάς. «Ήταν Νοέμ­ βριος του Ό1». «Όχι, Οκτώβριος ήταν. Το θυμάμαι καλά» διορθώνει η γυναίκα του. «Τέλος πάντων. Με ρώτησε αν ήθελα να κάνω μετα­ μόσχευση στο εξωτερικό. Στη Βουδαπέστη, στη Βαρσοβία ή στην Πράγα. Τρία εκατομμύρια. Επέμβαση, κλινική, ξε­ νοδοχείο, εισιτήρια, όλα μέσα, και πληρωμένα σε δραχμές στην Ελλάδα. Κάτσαμε με τη Γίτσα και το σκεφτήκαμε. Αν μέναμε εδώ, μπορεί να περιμέναμε άλλα εφτά χρόνια. Λεφτά για να πάμε σε Παρίσια και Λονδίνα, δεν είχαμε. Κάναμε το σταυρό μας, είπαμε το ναι και σώθηκα». «Πώς τη λένε αυτή τη γυναίκα;» 0 Γονατάς ρίχνει ένα γρήγορο βλέμμα στη γυναίκα του. Τώρα με κοιτάζουν και οι δυο μαζί, σφιγμένοι πάλι και αμήχανοι. «Πιστεύετε ότι υπήρχε κάτι παράνομο σ’ αυτό που κά­ νατε;» ρωτάω με αθώο ύφος. ' «Προς Θεού!» φωνάζει η γυναίκα του. « 0 Σπύρος μου βρήκε την υγειά του, αυτό είναι όλο!» Προφανώς, δεν ξέ­ ρει ότι οι άλλοι τέσσερις πέθαναν, για να καταλάβει ότι ο άντρας της σώθηκε από θαύμα. 261


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Τότε, γιατί δε μου λέτε τ ’ όνομά της; Ούτε εσι τε να φοβηθείτε τίποτα, ούτε αυτή». «Δούρου την έλεγαν» λέει αποφασιστικά ο Γο' «Ελένη Δούρου». Πού το έχω δει αυτό το όνομα; Δε θυμάμαι. « διεύθυνση; Τηλέφωνο;» «Δεν έχουμε τίποτα» απαντάει η γυναίκα. «Αυτή τησε το τηλέφωνό μας και επικοινώνησε μαζί μας.,; έφερε τα εισιτήρια, μαζί με την απόδειξη για το ξι χείο κι ένα χαρτί της κλινικής, ότι γίναμε δεκτοί, κι ημερομηνία που έπρεπε να βρισκόμαστε στη Βοι στη. Όλα τ ’ άλλα τα κανονίσαμε μέσω του πρακτορεΙ «Ποιο πρακτορείο ήταν;» ρωτάω, ενώ ξέρω την ντηση. «Το Πρέσπες. Πήγαμε με πούλμαν και γυρίσαμι ροπορικώς. Έτσι μας ήρθε πιο φτηνά». Σωπαίνω και κοιτάζω το ζευγάρι που κάθεται απι ντί μου. Πήγαν στη Βουδαπέστη, ο άντρας βρήκε την του, ησύχασαν. Και τώρα έρχομαι εγώ, ανοίγω τα πι κατάστιχα και τους μπολιάζω το σαράκι της υποψίι «Εντάξει, αυτό ήταν. Μπορείτε να πάτε σπίτι σας, θα χρειαστεί να ξανάρθετε». Το τελευταίο τούς καθησύχασε πάλι και σηκώνο' ανακουφισμένοι. Μόλις φεύγουν, φωνάζω μέσα τον τήρη. «Σημείωσε ένα όνομα: Ελένη Δούρου. Τη θέλω». ?1 Παίρνω μπροστά μου τις δυο καταστάσεις και τις τάζω. Στις 25/6/91 ένα πούλμαν φεύγει από τα Τίρανά την Πράγα. Στις 30/6/91 ο Γιάννης Ευαγγέλου αναχ< από την Αθήνα για την Πράγα. Στις 20/10/91 ένα πού φεύγει από το Βουκουρέστι για τη Βουδαπέστη. Si 5/11/91 ο Αλέξανδρος Φωτίου φεύγει για τη Βουδαπέ 0 Σπύρος Γονατάς που έφυγε από την Αθήνα 262


Γ

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

■ (5/3/1992, συνδέεται με ένα πούλμαν που έφυγε από το ■ βουκουρέστι στις 6/3/1992. Δε θέλει πολλή φιλοσοφία για I να καταλάβεις τι γινόταν. Έβρισκαν διάφορους φουκα■ ράδες. Αλβανούς, Ρουμάνους ή Βούλγαρους, και τους αγό­ ραζαν τον ένα νεφρό. Τους Αλβανούς τούς μετέφεραν στην Πράγα, τους Ρουμάνους στη Βουδαπέστη και τους Βούλ­ γαρους στη Βαρσοβία. Μετά ειδοποιούσαν τον άρρωστο στην Ελλάδα να ταξιδέψει κι αυτός. Εκεί αφαιρούσαν το νεφρό από τον δότη και τον μεταμόσχευαν στον άρρωστο. 0 Έλληνας γύριζε στο σπίτι του γιατρεμένος και ο Αλβα­ νός ή ο Ρουμάνος γύριζε μ’ ένα νεφρό λειψό και με π ε ­ νταροδεκάρες στην τσέπη. Εντάξει, τέσσερις στους πέντε έχουν πεθάνει, αλλά αυτές είναι μεταμοσχεύσεις, δεν εί­ ναι παίξε-γέλασε. Και στο κάτω κάτω, όποιος έχει αντίρ­ ρηση. ας πάει να καταθέσει μήνυση στην Πράγα, στη Βου­ δαπέστη ή τη Βαρσοβία. Στην Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν υπάρχει καν λαθραία εξαγωγή συναλ­ λάγματος.

Καλά ως εδώ, αλλά γιατί να σκοτώσουν την Καραγιώργη και την Κωσταράκου, αν υποτεθεί ότι τις σκότω­ σαν αυτοί; Και γιατί η Δούρου δεν άφηνε πουθενά κανέ­ να ίχνος; Έστω ότι το έκανε για να μην έχει τραβήγματα με τους συγγενείς, όταν πέθαιναν οι άρρωστοι. Η'Καραγιώργη όμως γιατί πλήρωνε κάποιον για να την εφοδιάζει με τις υποθέσεις εμπορίας παιδιών από τα αρχεία της Ασφάλειας; Τι σχέση είχαν οι μεταμοσχεύσεις με τα πα ι­ διά; Κάπου υπάρχει ένα κουμπί, αλλά δεν μπορώ να βρω πού είναι. Και ξαφνικά θυμάμαι πού είχα δει το όνομα της Δού­ ρου. Βγάζω πάλι το φάκελο της Καραγιώργη από το συρ­ τάρι και ψάχνω τις φωτοτυπίες από τις αναφορές. Σε μια απ’ αυτές η Καραγιώργη έχει σημειώσει στο περιθώριο: «Ελένη Δούρου». 263


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Παίρνω στο τηλέφωνο την Αντωνακάκη και της θέλω να τη δω. «Εντάξει, αλλά μην έρθετε πριν από τις επτά, γι< λείπω». Έξω λυσσομανάει ένας βοριάς, που έχει ρίξει δυο στρες στο απέναντι μπαλκόνι. Η γριά βγαίνει να τ κώσει. Η γάτα κάθεται μέσα στο σπίτι και την πα_ λουθεί από την ανοιχτή πόρτα. Τρελή είναι να βγει για δυο ψωρογλάστρες και να ξεπαγιάσει;

264


31 Με υποδέχεται ντυμένη στα μαύρα. «Είχα πάει για τον τάφο της Γιάννας» μου λέει σα να θέλει να δικαιολογηθεί που πήρε τους δρόμους, ενώ έχει πένθος. Κάθομαι στον καναπέ, στην ίδια θέση που είχα καθί­ σει και την πρώτη φορά. Είμαι κουρασμένος και δεν έχω διάθεση για κουβεντούλα. «Κυρία Αντωνακάκη, ακούσατε ποτέ την αδελφή σας να μιλάει για κάποιον Πυλαρινό; Χρήστο Πυλαρινό;» «Δεν είναι αυτός που έχει τα τουριστικά γραφεία; Εί­ χαμε πάει μια εκδρομή με το γραφείο του». «Πότε κάνατε αυτό το ταξίδι;» «Ή τέλη Αυγούστου, ή αρχές Σεπτεμβρίου του ’90». «Ήταν και η αδελφή σας μαζί;» «Ναι. Η Γιάννα, εγώ και η Άννα, η κόρη μου. Η Γιάννα είχε υποσχεθεί στην Άννα πως, αν έμπαινε στην Ιατρι­ κή, θα της έκανε δώρο ένα ταξίδι. Πήγαμε στη Βιέννη, στη Βουδαπέστη και στην Πράγα. Για δέκα μέρες». Η ανά­ μνηση την αναστατώνει. Ρουφάει τη μύτη της και το χεί­ λι της αρχίζει πάλι να τρεμοπαίζει. «Θα μου μείνει αξέ­ χαστο αυτό το ταξίδι. Δε μας έφταναν οι ξεναγήσεις τη μέρα, η Γιάννα ήθελε να βγαίνουμε και τα βράδια. Εγώ προσπαθούσα να τη συγκρατήσω και γιατί είχα κουρα­ στεί, αλλά και γιατί την έβλεπα να ξοδεύει αβέρτα. Μα η αδελφή μου έκανε πάντα το δικό της». 265


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Εκτός α π ’ αυτό το ταξίδι, ακούσατε ποτέ την φή σας να μιλάει για τον Πυλαρινό;» «'Οχι, ποτέ. Ξέρω όμως ότι πήγε άλλες δύο φορέι τά το ταξίδι που κάναμε μαζί». «Πότε;» gy «Την πρώτη φορά μέσα στο χειμώνα. Φλεβάρη, ζω. Και τη δεύτερη μέσα Μάίου. Δεν ξέρω όμως αν ι νε κι αυτά τα ταξίδια με το γραφείο του Πυλαρινούχ «Στο ταξίδι που ήσαστε μαζί, έγινε τίποτε ασυν στο;» «Σαν τι ασυνήθιστο, δηλαδή;» «Κάτι που να τράβηξε την προσοχή σας». «Τίποτε απολύτως. Είμαστε συνέχεια μαζί και σκεδάζαμε». Σταματάει, σα να θυμήθηκε κάτι. «Ε* από δυο πρωινά στην Πράγα, που έλειψε για δική της ί λειά». «Τι δουλειά;» «Δεν ξέρω. Δε μου είπε». «Και για τον Πυλαρινό δε σας έκανε ποτέ κουβέν «Όχι, ποτέ». «Καλά, κυρία Αντωνακάκη. Δε θέλω τίποτε άλλο> Καθώς βάζω μπρος το Μιραφιόρι, σκέφτομαι ότι ■ πει να ψάξω πάλι το κλασέρ με τις αποδείξεις της ραγιώργη. Να δω αν υπάρχουν στοιχεία γι’ αυτά τα | ξίδια. Δεν αποκλείεται ν’ ανακάλυψε κάτι στο π£ ταξίδι, εντελώς τυχαία, και ν’ άρχισε να ψάχνει. Τον Nc βριο του ’90 έπεσε πάνω στη σχέση του Πυλαρινού μ ε ' δυο ξένους της φωτογραφίας και έκανε άλλα δύο ταξί για να συμπληρώσει τις πληροφορίες της. Το κλειδί ε | η Δούρου. Αν την ξετρυπώσω, μπορώ ν’ αρχίσω να ξηϊ| νω τον Πυλαρινό. ,. Στο καθιστικό, η τηλεόραση είναι ανοιχτή και η ειί να δείχνει το ψηφιδωτό. Η φωνή πίσω από το ψηφιδ(| 266


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

είναι νεανική, κοριτσίστικη. Οι λέξεις μπερδεύονται, σκο­ ντάφτουν, και βγαίνουν κοφτές, σα να τις ξεσκαλώνει κά­ ποιος μία-μία. «Μου αγόραζε ρούχα...» «Τι ρούχα;» «Μπλούζες... Φουστανάκια...» «Και μετά;» «Με πήγαινε στο σπίτι του...» «Τι κάνατε εκεί;» «Μου φόραγε τα καινούργια ρούχα...» «Δε σου ’κάνε τίποτε άλλο;» «Με κοιτούσε». «Μόνο;» «Μου έλεγε ότι είμαι όμορφο κοριτσάκι... Με χάιδευε...» «Πού σε χάιδευε;» «Στα μαλλιά... Στα χέρια... Στα πόδια, καμιά φορά... Όχι πάντα...» «Αυτό μόνο;» «Αυτό». Το ψηφιδωτό φεύγει και στο γυαλί προβάλλει η φάτσα του Σωτηρόπουλου, βαριά και ανέκφραστη. Μόνο τα μά­ τια του λάμπουν. Δυο πυγολαμπίδες Λίσω από στρογγυ­ λά γυαλάκια. ) «Κυρίες και κύριοι, ένας άνθρωπος καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακή, με μοναδικό στοιχείο μια δημοσιο­ γραφική έρευνα και τις καταγγελίες δύο γρνέων» λέει με ύφος που αποκαλύπτει μια τεράστια δικαστική πλάνη. «Δε λέω ότι καταδικάστηκε άδικα, σίγουρα όμως η κατη­ γορία της ασέλγειας σε βάρος ανηλίκου αφήνει ανοιχτά πολλά ερωτηματικά. Όπως και το γεγονός ότι το φορο­ τεχνικό γραφείο του Κολάκογλου πέρασε, τελικά, στα χέρια των γονιών των δύο θυμάτων. Δεν ξέρω αν αυτό 267


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

σημαίνει κάτι. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Πάντως, i λάκογλου είναι και σήμερα κυνηγημένος. Αν δεν το βάρος της καταδίκης του, είναι σχεδόν βέβαιο θα τον κυνηγούσε κανείς». Κάνει μια μικρή παύε προσθέτει με σημασία. «Εμείς οι δημοσιογράφοι έναν υπερβάλλοντα ζήλο, που πολλές φορές αδιας για τις συνέπειες». Καταπέλτης ο Ροβεσπιέρος. Η Αδριανή δεν αν άλλο και πατάει το τηλεκοντρόλ. «Πού το πάει αι Να βγάλει τον Κολάκογλου αθώα περιστερά;» μ ο υ | έξαλλη. «Όχι. Να βγάλει σκάρτο τον Πετράτο και το αν λο κανάλι». «Και είναι τρόπος αυτός;» Προτιμώ ν’ αλλάξω θέμα. Δεν έχω καμία όρεξη λάω και στο σπίτι μου για τον Κολάκογλου, τον Πετρ ή τον Σωτηρόπουλο. «Μίλησα με την Κατερίνα» της 1 «Καλά, έπρεπε να την ακούσεις στο τηλέφωνο της είπα ότι θ’ ανεβώ στη Θεσσαλονίκη. Έκανε σα ρό». Με κοιτάζει και προσθέτει δειλά δειλά: «Δε θα | ρούσες να ’ρθεις κι εσύ για τα Χριστούγεννα; Έτσι κιί| λιώς, φέτος πέφτουν σαββατοκύριακο». Δαγκώνω τη γλώσσα μου για να μην πω ναι. «Δε ■ ται. Δεν μπορώ να λείψω όσο κρατάει αυτή η υπόθε Μπορεί κάτι να συμβεί και να με κουβαλάνε πίσω», είναι μόνο η υπόθεση. Είναι και τα ναύλα, και το ξένο χείο που πρέπει να πληρώσω, γιατί δε χωράμε όλοι < Κατερίνας. Κι άντε μετά να δανείζομαι για να της λω λεφτά τον Ιανουάριο. Ευτυχώς, το ύφος μου είναι κατηγορηματικό κ α | Αδριανή δεν επιμένει. Πριν καθίσουμε για φαγητό, πάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει η Αδριανή. «Κάποιος σης» μου ψιθυρίζει και μου δίνει το ακουστικό. 268


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Καλησπέρα, Λάμπρο». «Πρέπει να σε δω. Ξέρεις τη Χαρά, το ζαχαροπλαστείο που φτιάχνει πολίτικο παγωτό, στο τέρμα Πατησίων;» «Το ξέρω». «Θα σε περιμένω εκεί σε μισή ώρα, να με κεράσεις π α ­ γωτό καϊμάκι» μου λέει και το κλείνει. Λέω στην Αδριανή ότι δε θα φάω, γιατί πρέπει να βγω πάλι. Έτσι κι αλλιώς, το στομάχι μου δεν έχει στρώσει ακόμα. «Ποιος είναι αυτός ο Ζήσης;» «Ένας συνάδελφος» της απαντάω αόριστα.


32 Καθόμαστε σ’ ένα τραπεζάκι, δίπλα στο παράθυρο βλέπει στην Πατησίων. Ο Ζήσης τρώει παγωτό καϊμάκι, i εγώ τη βγάζω με σόδα. Ξύνει με το κουταλάκι το γυαλί Ί μπολ, για να το καθαρίσει και να μη χρειάζεται π> «Χρηστός Πυλαρινός» μου λέει μετά, επίσημα. «I δί πολιτικών προσφύγων. Γεννήθηκε στην Πράγα. Εκεί] γάλωσε, εκεί σπούδασε οικονομικά. Δεν έμπλεξε κο λου με τα κομματικά. Μόλις τέλειωσε τις σπουδές μπήκε σε μια κρατική επιχείρηση. Νομίζω στην Τσε-Ec την αεροπορική εταιρεία της Τσεχοσλοβακίας, αλλά ι δεν μπόρεσα να το επιβεβαιώσω. Είναι ικανός και βήκε γρήγορα από τα μεσαία κλιμάκια στα ανώτερα, ανώτατα δεν μπορούσε ν’ ανέβει, γιατί εκεί τοποθετώ σαν κομματικά στελέχη. Στις αρχές του ’80 εμφανίε ξαφνικά στην Ελλάδα και άνοιξε μια τουριστική επιχ ρηση. Το ερώτημα είναι: πού βρήκε τα λεφτά ένας υπ<ί ληλος εταιρείας σοσιαλιστικής χώρας για ν’ ανοίξει χείρηση στην Ελλάδα;» Σωπαίνει και με κοιτάζει μ’ ένα πονηρό χαμόγελο, χρειάζεται να σπάσω το κεφάλι μου, καταλαβαίνω αρ σως πού το πάει. «Του τα ’δωσαν οι Τσέχοι». «Ακριβώς. Όλα τα σοσιαλιστικά κράτη άνοιγαν τέτοί] επιχειρήσεις σε καπιταλιστικές χώρες, γιατί είχαν avc από συνάλλαγμα. Μερικές τις άνοιγαν μέσω των αδε φών κομμάτων στην καπιταλιστική χώρα, συνήθως όμί 270


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

χρησιμοποιούσαν ανθρώπους-βιτρίνες. Ο Πυλαρινός ανή­ κε στη δεύτερη κατηγορία». «Και γιατί να εμπιστευτούν οι Τσέχοι έναν Έλληνα πο­ λιτικό πρόσφυγα; Πώς ήταν τόσο σίγουροι ότι δε θα τους έτρωγε τα λεφτά;» 0 Ζήσης χαμογελάει με συγκατάβαση, σα να μιλάει σε καθυστερημένο. «Είχαν ολόκληρο μηχανισμό ελέγχου. Καταρχην έβαζαν δίπλα στον άνθρωπο-βιτρίνα έναν άλλον, κομματικό συνήθως, για να τον παρακολουθεί σε καθη­ μερινή βάση. Εκτός αυτού, το αδελφό κόμμα, στη χώρα που λειτουργούσε η επιχείρηση, ασκούσε υψηλή εποπτεία και ενημέρωνε τακτικά τους συντρόφους του άλλου κόμ­ ματος. Εκτός α π ’ όλα αυτά όμως, κρατούσαν και κάποιο ενέχυρο». «Τι ενέχυρο;» «0 πατέρας του Πυλαρινού πέθανε πριν από χρόνια. Η μητέρα του ζει ακόμα. Γύρισε από την Τσεχοσλοβακία στις αρχές του 1990». «Τι μου λες τώρα; 'Οτι κρατούσαν ενέχυρο τη μάνα του Πυλαρινού;» Ο Ζήσης σηκώνει τους ώμους. «Δε θα ’ταν η πρώτη φο­ ρά, αλλά και πάλι δεν μπορώ να ξέρω. Τα οικονομικά των κομμάτων τα παρακολουθούσε ένας πολύ κλειστός κύ­ κλος στελεχών. Ακόμα και ηγετικά στελέχη, σε πολύ ψη­ λά πόστα, δεν ήξεραν τι γινόταν. Δε σου φαίνεται όμως περίεργο, ο γιος να έχει τεράστια περιουσία στην Ελλά­ δα και η μάνα να ζει στην Πράγα με τη σύνταξή της;» Δεν είναι απλώς περίεργο, βγάζει μάτι. Ο Ζήσης κου­ νάει μοιρολατρικά το κεφάλι του. «Ελέγχους, αλληλοκάλυψη, μηχανισμούς, τα είχαν σκεφτεί όλα. Έ να μόνο δεν υπολόγισαν. 'Οτι όλα αυτά θα γκρεμίζονταν το ’89 σα χάρτινος πύργος. Και ξαφνικά ο Πυλαρινός βρίσκεται με μια τεράστια περιουσία, όλη δική 271


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

του. Το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας έχει διαλυθεί, τα στε/> έχουν σκορπίσει, κι αυτοί που ήρθαν στην εξουσ έχουν κανένα στοιχείο για να διεκδικήσουν τις περί· αυτές. Το πιο πιθανό είναι να μη γνώριζαν ότι υπή «Και ξαφνικά ο Πυλαρινός γίνεται από αχυράνθ επιχειρηματίας». «Σωστά». Σκύβει μπροστά και χαμηλώνει τη φων « 0 Πυλαρινός είναι κόκκινο πανί. Σφετερίστηκε ξέ φτά, πολλά λεφτά. Δεν τον σιχαίνομαι μόνο εγώ, χαίνονται και οι κομματικοί. Ευχαρίστως θα τον έβ' να σαπίζει στη φυλακή, αλλά αν τον ξεμπροστιάσ„ βγάλουν άλλα στη φόρα. Σ’ τα λέω όλα αυτά γ ια ' ταλάβεις ότι κανείς δεν του έχει συμπάθεια». Αλλάζε ση. Ακουμπάει στην πλάτη της καρέκλας του, με ζει, και μου λέει με απόλυτη σιγουριά: «Αποκλείεται να είναι μπλεγμένος σε βρομοδουλειές». «Γιατί;» «Σκέψου το λιγάκι. Όσο υπήρχε το σοσιαλιστή θεστώς στην Τσεχοσλοβακία, δεν τολμούσε να κοι Θα τον αφάνιζαν. Τώρα έχει μια τεράστια περιουσία*,· τί να μπλέξει με βρόμικο χρήμα;» «Ακούσε, Λάμπρο. Η Καραγιώργη ήταν φιλόδοξά ζή όμως δεν ήταν. Του είχε έναν τεράστιο φάκελο με χεία, που εμείς θα κάναμε ένα χρόνο να τα μαζέψουμε να τον ψάχνει τόσο πολύ, θα πει ότι κάτι είχε ανακο «Είσαι σίγουρος ότι έψαχνε τον Πυλαρινό και ποιον άλλον από την επιχείρησή του;» Ξαφνικά έρχονται μπροστά μου οι φωτογραφίε είχε τραβήξει η Καραγιώργη. Εκείνη με την αντροπ στο νυχτερινό κέντρο και η άλλη με τους δύο που κ ντιαζαν στην καφετέρια. «Πάμε μια βόλτα;» λέω στον Ζήση. «Πού;» 272


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Ώς το γραφείο μου. Θέλω να σου δείξω κάτι». «Ούτε να το σκέφτεσαι» μου λέει σα να τον δάγκωσε φίδι. «Στην Ασφάλεια δεν πατάω το πόδι μου. Εδώ κό­ ντευα να χάσω τη σύνταξή μου, επειδή τρεις μήνες σκε­ φτόμουν ότι έπρεπε να πάρω από τους δικούς σου μια βε­ βαίωση και όλο το ανέβαλλα. Είπα να σε βοηθήσω, αλλά μην το παρατραβάς». «Να μοιραστούμε την απόσταση;» του λέω γελώντας. «Θα πάμε ώς την είσοδο. Εσύ θα μείνεις στο αυτοκίνητο κι εγώ θα πεταχτώ να σου φέρω κάτι που θέλω να δεις». «Αν είναι να μείνω στο αυτοκίνητο, εντάξει» μου λέει και σηκώνεται αμέσως. Είναι περασμένες έντεκα και η κίνηση στους δρόμους έχει αραιώσει. Από την Πλατεία Αμερικής, που η Πατη­ σίων φαρδαίνει, δε μας κόβει σχεδόν κανένα φανάρι και σε ένα εικοσάλεπτο είμαστε στην Ασφάλεια. Στη διαδρο­ μή μιλάμε για άσχετα πράγματα. Με ρωτάει για την Κα- ( τερίνα, πώς τα πάει με τις σπουδές της. Δεν την έχει δει j ποτέ, αλλά ξέρει ότι σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζω να του λέω τον πόνο μου ότι δε θα έρθει τα Χριστούγεν­ να και χωρίς να το θέλω, χύνω όλο το φαρμάκι μου για τον παιδοβούβαλο. Ο Ζήσης μ ’ ακούει χωρίς να με δια­ κόπτει. Καταλαβαίνει ότι μου κάνει καλό που τα λέω και μ’ αφήνει να ξεθυμάνω. Αυτός μένει στο Μιραφιόρι, ενώ εγώ πετάγομαι στο γραφείο μου και φέρνω τις δύο φωτογραφίες της Καραγιωργη. Του δείχνω πρώτα εκείνη του νυχτερινού κέντρου. «Αυτός είναι ο Σοβατζής» μου λέει μόλις την παίρνει στα χέρια του, και μου δείχνει τον τύπο με το τσιτωμένο μαλλί και το δυσκοίλιο χαμόγελο. «Ποιος είναι ο Σοβατζής;» « 0 κομματικός που έβαλαν δίπλα στον Πυλαρινό να τον επιτηρεί». 273


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Οι άλλοι δύο;» «Είναι σίγουρα ξένοι. Τον έναν δεν τον ξέρω καθ 0 άλλος, αυτός που κάθεται δίπλα στον Πυλαρινό, μου λέει, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ πού τον έχω Και το δάχτυλό του κολλάει όχι στον φεγγαροπρόσ^ με τις αφέλειες, αλλά στον άλλον που κάθεται δίπλα Πυλαρινό. Ξαφνικά τινάζεται από το κάθισμά του. « βαια» φωνάζει ενθουσιασμένος, «είναι ο Αλόις Χάτ Από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας! Δε λει πολλή σκέψη. Ήταν ο υπεύθυνος του κόμματος ■ οικονομικά, και ήρθε στην Ελλάδα για να ελέγξει τον λαρινό». Του δείχνω την ημερομηνία, κάτω δεξιά. Ξ νιάζεται. .«Δεκατέσσερις Νοέμβρη του *90» μονολογεί, κόμμα διαλύθηκε, κι αυτός κάνει ταξιδάκι στην Ε) Βγάζω την άλλη φωτογραφία, αυτή με τους δύο τα λένε στην καφετέρια. Κοιτάζει την ημερομη 17/10/90. Βάζει τις δυο φωτογραφίες δίπλα δίπλα. Εγώ λέω τίποτα, τον αφήνω να σκεφτεί με την ησυχία του. νάει το κεφάλι του και αναστενάζει. «Θέλεις να μάθεις τι έγινε σ’ αυτές τις δυο ημε£ νίες στην Αθήνα;» με ρωτάει. «Θα σου πω και δε νομ να πέφτω πολύ έξω». Σταματάει για να βάλει τάξη σκέψεις του και συνεχίζει. «Στα τέλη του ’89, όταν μίζονται τα σοσιαλιστικά καθεστώτα, τα ηγετικά στε των κομμάτων τα χάνουν όλα. Ο λαός τρίβει τα χέρια Πάνε τα πόστα, πάνε οι ντάτσες, πάνε οι λιμουζίνες, στην ανεργία. Μόνο που δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατ άνθρωποι αυτοί είχαν επί σαράντα χρόνια την εξουσία νοπώλιο. Είναι οι μόνοι που ξέρουν από διοίκηση, οι νοι που έχουν σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο, επα διασυνδέσεις. Και τις χρησιμοποιούν. Από κομματικά λέχη γίνονται επιχειρηματίες. Πριν μιλούσαν για πολιτ τώρα μιλούν για μπίζνες. Ο Αλόις Χάτσεκ ανήκει σ’ α


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

την κατηγορία. Προφανώς έχει στοιχεία ότι ο Πυλαρινός χρηματοδοτήθηκε από το τσεχοσλοβακικό ΚΚ. Τον Νοέμ­ βρη του ’90 έρχεται στην Αθήνα και βρίσκει τον Πυλαρινό. “Τι προτιμάς;” του λέει. “Να δώσω τα στοιχεία που έχω στην καινούργια κυβέρνηση, για να διεκδικήσει την επιχείρησή σου, ή να γίνουμε συνεταίροι;” Εσύ τι θα ’κά­ νες στη θέση του Πυλαρινού; Εκατό φορές να βάλεις συ­ νεταίρο παρά να τα χάσεις όλα». Το βλέμμα μου πάει στις δυο φωτογραφίες που είναι ακουμπισμένες στο παρμπρίζ. Ο Πυλαρινός με κοιτάζει με υψωμένο το ποτήρι. Βέβαια, δεν πίνει στην υγείά μου, αλλά στην υγειά της συνεργασίας του με τον Χάτσεκ* εύ­ χεται καλές δουλειές. «Υπάρχει όμως ένα αγκάθι». Η φωνή του Ζήση με επα­ ναφέρει στο παρόν. «Ποιο είναι αυτό;» «Οι άλλοι δύο. Σ’ το ’χω πει ότι ο κομματικός μηχανι­ σμός λειτουργούσε με αλληλοκάλυψη. Όπως ο Σοβατζής παρακολουθούσε τον Πυλαρινό, και ο άλλος, που κάθεται δίπλα του, παρακολουθούσε τον Χάτσεκ. Αυτά τα μεσαία στελέχη πλήρωσαν τη νύφη. Κανείς δεν τους είχε πια ανά­ γκη και πέρασαν στα αζήτητα. Μόνο που με τον Σοβατζή και τον άλλον τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα, γιατί αυτοί ήξεραν. Τι να έκαναν ο Πυλαρινός με τον Χάτσεκ; Έδωσαν και σ’ αυτούς κάτι να γλείψουν, για να τους κλείσουν το στόμα. Έλα όμως που οι άλλοι δύο δεν ήταν ευ­ χαριστημένοι. Κοίτα το χαμόγελό τους, τα λέει όλα. Μία ζωή νεροκουβαλητές και τώρα παίρνουν οι άλλοι το ψαχνό κι αυτοί γλείφουν το κόκαλο. Αποφάσισαν λοιπόν να στή­ σουν τη δική τους μηχανή. Τρεις μέρες μετά ανταμώνουν και το κουβεντιάζουν. Αυτό λέει η δεύτερη φωτογραφία». «Τι μηχανή, δηλαδή;» «Πού θες να ξέρω; Είναι δική σου δουλειά να το βρεις». 275


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Κοιτάζω τους δυο τύπους, καθισμένους δίπλα δί 0 ένας με το τσιτωμένο μαλλί, ο άλλος με τις αφέ αλλά και οι δυο με το ίδιο, ξινό, χαμόγελο. «Δυο ρήσεις, η μια μέσα στην άλλη» λέω στον Ζήση. «Η τη νόμιμη, η δεύτερη παράνομη, που εκμεταλλεύεται τον εξοπλισμό της πρώτης, συν την ασφάλεια που τη νει, γιατί ποιος θα σκεφτεί να ψάξει ποτέ τις επιχει του Πυλαρινού για βρομοδουλειές;» «Το σκέφτηκε αυτή η δημοσιογράφος» μου υπενθ ζει ο Ζήσης. «Η Καραγιώργη...» «Η Καραγιώργη δεν έψαχνε τον.Πυλαρινό, τον τζή έψαχνε». Ξαφνικά θυμάμαι πού είχα δει τη φάτσα του Σοβ Στα αποκόμματα των εφημερίδων, πίσω από τον Π ρινό. Όλα τα κομμάτια μπαίνουν στη θέση τους. Οι τογραφίες, που σε όλες εμφανίζεται ο Σοβατζής, τα διαγράμματα, οι καταστάσεις, όλα. Από την αρχή κάτι μου κόλλαγε με τον Πυλαρινό. Το θεωρούσα απίθανο τέτοιος επιχειρηματίας ν’ αγγίξει βρόμικο χρήμα. Ό,τι κολλάει όμως στον Πυλαρινό, κολλάει στον Σοβατζή. Ν θω να μου φεύγει ένα βάρος, γιατί ο Πυλαρινός μένει α ξω και όλα γίνονται ξαφνικά πιο εύκολα. «Μήπως ξέρεις πώ ς είναι το μικρό όνομα του βατζή;» «Δήμος». Αυτό είναι το μόνο που δεν ταιριάζει στο σταυρόλε το γράμμα του άγνωστου «Ν». Αφού λένε Δήμο τον βατζή, δεν μπορεί να είναι δικό του. Αλλά ποιος μου ότι το γράμμα αφορά αυτή την έρευνα της Καραγ και όχι κάποιαν άλλη; «Μια Ελένη Δούρου; Σου λέει τίποτα;» «Δούρου...; Όχι». Ανοίγει την πόρτα. «Λοιπόν, σ’ 276


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

ξεκαθάρισα όλα και μπορώ να πάω για ύπνο» μου λέει ευχαριστημένος. «Θα σε πάω εγώ». «Δεν είναι ανάγκη να κάνεις τόσο δρόμο. Θα πάρω ένα ταξί». «Γιατί να πληρώσεις ταξί; Άσε, θα σε πετάξω εγώ». «Ξέρεις πόσες φορές έκανα τη διαδρομή με τα πόδια, επειδή ήμουν άφραγκος;» μου λέει. «Τουλάχιστον, τώρα έχω να πληρώσω». Καθώς πάει να κατέβει, απλώνω το χέρι και τον κρατάω από το μπράτσο. «Γιατί με βοηθάς, ρε Λάμπρο;» τον ρωτάω απότομα. Τι περιμένω να μου απαντήσει; Ότι το κάνει από φι­ λία; Από αγάπη; Ή από ευγνωμοσύνη; «Όταν δε σου μένει τίποτε άλλο να πιστέψεις, πιστεύεις την αστυνομία» μου απαντάει μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο πίκρα. «Είστε ο πάτος. Εγώ πάτωσα και ανταμώσαμε. Αυτό είναι όλο». Ανοίγει την πόρτα για να κατέβει) αλλά ξαφνικά το με­ τανιώνει. «Το κάνω και γιατί είσαΐ/εντάξει» μου λέει. «Τι έκανα και είμαι εντάξει;» (0 νους μου πάει στην Μπουμπουλίνας. \ «Ακόυσα στο ραδιόφωνο γι’ αυτόν τον Κολάκογλου. Είσαι πολύ εντάξει». Από το παρμπρίζ τον βλέπω να απομακρύνεται γρή­ γορα. Λίγο πιο πέρα σταματάει ένα ταξί και μπαίνει. Κουνάω το κεφάλι μου. Έτσι είναι όλοι οι παλιοί αρι­ στεροί. Νομίζουν ότι εμείς οι αστυνομικοί είμαστε θηρία που σκοτώνουμε τον κοσμάκη και μετά το γλεντάμε. Κι όταν πετύχουν κάποιον που ξεφεύγει από τη νόρμα, απο­ ρούν και χαίρονται σα να τον έβαλαν στο κόμμα. Το ταξί ξεκινάει. Πίσω του ξεκινάω κι εγώ.


33 «Η Ελένη Δούρου δεν υπάρχει πουθενά» μου λέει τ ο ; λο πρωί ο Σωτήρης. «Η διεύθυνση που δήλωσε στην το τότητά της, είναι Σκοπέλου 14 στην Κυψέλη, αλλά μει κόμισε πριν από πέντε με έξι χρόνια, όταν π έθ α ν έ| άντρας της. Κανείς δεν ξέρει πού πήγε. Το τηλέφωνο ■ στο όνομα του άντρα της, αλλά το διέκοψε πριν από ι χρόνια. Τηλέφωνο στ’ όνομά της δεν έχει. Δε βρίσκω λη άκρη από πουθενά». «Συνέχισε να ψάχνεις. Πρέπει να τη βρούμε οπο ποτέ». «Έχω όμως νέα από το τελωνείο για τα ψυγεία Τρανσπιλάρ». «Για λέγε». «Μετέφεραν εμπορεύματα για επιχειρήσεις Ελλήν και Βορειοηπειρωτών στην Αλβανία. Γύριζαν άδεια». «Άδεια;» «Ναι. Κάτι όμως δε μου πάει». «Σωτήρη, μη με σκας! Λέγε, τι δε σου πάει;» «Ό λα τα έγγραφα εισόδου από την Αλβανία Ελλάδα τα υπέγραφε ο ίδιος τελωνειακός. Κάποιος Αεί τέρης Χουρδάκης. Δεν είναι περίεργο να πέφτουν τα < γεία της Τρανσπιλάρ πάντα στον ίδιο τελωνειακό;» Δεν είναι απλώς περίεργο. Βρομάει από εκατό χιλκ μέτρα. «Έ λα σ’ επαφή με το τελωνείο στα σύνορα. Θ4 λω να μιλήσω μ’ αυτόν τον Χουρδάκη». 278


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Δεν είναι πια εκεί. Έφυγε με μειωμένη σύνταξη». «Δώσε το αεροδρόμιο στον Θανάση και ψάξε τον Χουρδάκη. Θέλω να τον βρεις οπωσδήποτε». Σίγουρα, είναι στημένο. Κάποιος ειδοποιούσε τους οδη­ γ ο ύ ς στην Αλβανία και φρόντιζαν να περνάνε τα σύνορα ό τα ν είχε υπηρεσία ο Χουρδάκης. Πάω στοίχημα ότι και οι οδηγοί ήταν πάντα οι ίδιοι. Θα μπορούσα να ζητήσω τα ονόματά τους από την Τρανσπιλάρ, αλλά θα το μάθει ο Πυλαρινός και θ’ αρχίσει να ρωτάει. Προτιμώ να περιμέ­ νω . ώσπου ν’ ανακρίνω πρώτα τον Χουρδάκη. Το τηλέφωνο με βγάζει από τις σκέψεις μου. «Έλα π ά ­ ν ω » μου λέει ο Γκίκας με το κοφτό του ύφος. Το ασανσέρ κάνει πάλι τα δικά του. Ανεβοκατεβαίνει μεταξύ τρίτου και τέταρτου ορόφου, για να μου σπάσει τ α νεύρα. Το φτύνω και παίρνω τις σκάλες. Η Κούλα λείπει και ο προθάλαμος είναι άδειος. Μπαί­ νω στο γραφείο του Γκίκα χωρίς να χτυπήσω. Αφού με φώναξε αυτός, δε χρειάζονται τσιριμόνιες. Ο Γκίκας κάθεται στο γραφείο του κι έχει απέναντι του τον Πετράτο κι έναν άλλον, σαραντάρη, ντυμένο στην τρίχα. Στην άκρη του γραφείου του Γκίκα κάθεται η Κούλα, μ’ ένα μπλοκ στα γόνατά της, έτοιμη να κρατήσει σημειώσεις. «Πάρε μια καρέκλα και κάτσε» μου λέει ο Γκίκας. Δα­ νείζομαι μια καρέκλα από το τραπέζι των συσκέψεων και τη φέρνω στην άλλη γωνία του γραφείου, απέναντι από την Κούλα, έτσι ώστε να έχω φάτσα τον Πετράτο. «Από δω ο κύριος Σωτηρίου, ο δικηγόρος του κυρίου Πετράτου». 0 Γκίκας μού δείχνει τον σαραντάρη. « 0 κύ­ ριος Πετράτος δέχτηκε να λύσει τις απορίες μας». 0 Πετράτος μού ρίχνει ένα βλέμμα, σκέτο φαρμάκι. «Πριν προχωρήσουμε» λέει ο δικηγόρος «θα ήθελα να μου πείτε τι απέδωσε η γραφολσγική εξέταση από το δείγ­ μα γραφής του πελάτη μου». 279


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

0 Γκίκας γυρίζει και με κοιτάζει. Πάλι κράτησε για εαυτό του το ρόλο του Καλογιάννη, ενώ σ’ εμένα α τον Κακογιάννη και, συνεπώς, την πρωτοβουλία. Εντ^ όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια. «Το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό» λέω όσο πιο ψύ) μα μπορώ, και δέχομαι το θριαμβευτικό χαμόγελο του τράτου, που είναι χειρότερο κι από χαστούκι. «Αλλά τό, μόνο του, δε σημαίνει τίποτα». «Σημαίνει πάρα πολλά, αλλιώς δε θα επιμένατε τ ' πολύ να το πάρετε» με αποστομώνει ο δικηγόρος. «Αυτή η συζήτηση είναι δυσάρεστη για όλους μ επεμβαίνει ο Γκίκας. «Ας μπούμε στην ουσία να τε> νουμε». Γυρίζω στον Πετράτο. «Την ώρα που δολοφονήθη> Μάρθα Κωσταράκου, κάποιος είδε το αυτοκίνητό παρκαρισμένο στη Μονής Σέκου, δύο δρόμους από την ρωνος, όπου έμενε η Κωσταράκου. Μπορείτε να μου τε τι δουλειά είχατε εκεί την ώρα του φόνου;» «Είστε βέβαιος ότι ήταν το δικό μου αυτοκίνητο;» «Ή ταν ένα Ρένεγκεϊντ με αριθμό κυκλοφορίας 4318. Δεν είναι το δικό σας αυτοκίνητο αυτό;» Ψέμο Ο μάρτυρας δεν είδε τον αριθμό κυκλοφορίας, αλλά χνω άδεια για να πιάσω γεμάτα. 0 Πετράτος κοιτάζει αμήχανος τον δικηγόρο του, τός όμως δε δείχνει ν’ ανησυχεί καθόλου. Αντίθετα, θαρρύνει τον πελάτη του μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο α πεποίθηση. «Πες την αλήθεια, Νέστορα. Δεν έχεις να φοβηθείς ποτά». «Δεν ξέρω τι ώρα ακριβώς δολοφονήθηκε η Μάρθα Κ σταράκου, αλλά εγώ ήμουν πράγματι στην περιοχή μετ ξύ πεντέμισι και εφτάμισι το απόγευμα. Είχα πάει να μια φίλη μου». 280


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Ποια είναι αυτή η φίλη σας; Ονοματεπώνυμο; Διεύ­ θυνση;» Επιτέλους, αρχίζω να τον στριμώχνω. «Γιατί τα θέλετε αυτά;» «Ελάτε, κύριε Πετράτο» επεμβαίνει ο Γκίκας μ ’ ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο. «Ξέρετε ότι είμαστε υποχρεω­ μένοι να επαληθεύσουμε την κατάθεση σας. Δεν αμφι­ σβητούμε τα λεγόμενά σας, αλλά αυτή είναι η τυπική δια­ δικασία». Η αμηχανία του Πετράτου μεγαλώνει. Διστάζει και το σκέφτεται. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας δώσω τα στοιχεία της κοπέλας». «Γιατί;» «Υπάρχουν λόγοι που μ’ αναγκάζουν να κρατήσω μυ­ στική την ταυτότητά της» μου απαντάει. «Δεν έχουμε κανένα λόγο να εκθέσουμε τη φίλη σας, παρά μόνον αν είναι τελείως απαραίτητο». « 0 κύριος Πετράτος δεν είναι υποχρεωμένος να σας απαντήσει». Πάλι ο δικηγόρος. «Το ξέρω, αλλά αν απαντήσει, θα διευκολύνει και τον εαυτό του και εμάς. Αλλιώς, μας αναγκάζει να ψάξουμε πιο βαθιά». «Να ψάξετε» μου απαντάει με θράσος ο δικηγόρος. «Ψάξατε και με το δείγμα γραφής και δε βρήκατε τίπο­ τα. Ούτε και τώρα θα βρείτε, γιατί δεν υπάρχει φόνος χω­ ρίς κίνητρο. Και ο πελάτης μου δεν είχε κανένα κίνητρο για να σκοτώσει ούτε την Καραγιώργη, ούτε την Κωσταράκου». «Ο κύριος Πετράτος είχε δεσμό με την Καραγιώργη. Τη βοήθησε ν’ ανέβει κι αυτή τον παράτησε. Ξέρουμε, επί­ σης, ότι η Καραγιώργη κυνηγούσε τη θέση του κυρίου Πε­ τράτου. Είχε, λοιπόν, κάθε λόγο να τη μισεί». ' Απότομα, ο Πετράτος ξεσπάει σε γέλια. «Μπορεί η Καραγιώργη να κυνηγούσε τη θέση μου, αλλά δεν είχε την 281


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

παραμικρή πιθανότητα να μου την πάρει. Την παραμιχ| κύριε αστυνόμε. Σας το εγγυώμαι». Το είπε με τόση ’< τοπεποίθηση, που άθελα μου κλονίζομαι. Ο Σωτηρίου σηκώνεται. «Νομίζω ότι η συζήτησή πρέπει να τελειώσει εδώ» μου λέει. «Αν είστε τόσο βαιος ότι ο κύριος Πετράτος είναι ο δολοφόνος, δεν τε παρά να τον κρατήσετε. Σας προειδοποιώ όμως ότΐι| καταγγείλω στην Εισαγγελία ότι τον κρατάτε χωρίς < χεία. Ταυτόχρονα, θα ξεσηκώσω όλο τον δημοσιογράφε κόσμο και θα σας διασύρω». Κάνω μια τελευταία κίνηση κι ας ξέρω ότι θα πέσει < κενό. «Έ να κομμάτι από το σύρμος που χρησιμοποιήβ κε για να δολοφονηθεί η Κωσταράκου, βρέθηκε κάτω α ι| το αυτοκίνητο του κυρίου Πετράτου». «Αν πάτε ν’ αποδείξετε ότι ο φόνος έγινε μ’ αυτό | συγκεκριμένο σύρμα, θα σας αποδείξω κι εγώ ότι μπο να έγινε με το σύρμα από τον κήπο μου». Γυρίζει Πετράτο. «Πάμε, Νέστορα. Δεν έχουμε να πούμε τίπο άλλο» του λέει και γυρίζει στον Γκίκα. «Τα σέβη μου,: ριε ταξίαρχε». Εγώ είμαι αμελητέα ποσότης· θεωρεί ριττό να με χαιρετίσει. «Τι βγάλαμε α π ’ όλη αυτή την ιστορία;» με ρωτάει] Γκίκας όταν μένουμε μόνοι. Προσπαθώ να βγάλω από τη μύγα ξίγκι. «Πρώτον, δ | ξέραμε αν το Ρένεγκείντ ήταν όντως του Πετράτου, γυ ο μάρτυράς μας δεν είχε προσέξει τον αριθμό κύκλος ρίας. Τώρα είμαστε βέβαιοι ότι ήταν το δικό του. Δεύι ρον, έχουμε την περίπτωση της φίλης του Πετράτου. Ή ναι μούσι και το ’πε για να ξεφύγει, ή καλύπτει κάπο| πολύ γνωστό πρόσωπο. Μάλλον, το δεύτερο». «Και τι κάνουμε τώρα;» «Θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε την κοπέλα, γι| να μην αφήσουμε τρύπες πουθενά». 282


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Από το βλέμμα του καταλαβαίνω ότι δεν τον έπεισα. Αλλάζω αμέσως θέμα και του λέω για τον Σοβατζή, τις μεταμοσχεύσεις και τα ψυγεία της Τρανσπιλάρ. Μετά την ψυχρολουσία του Πετράτου, ανακουφίζεται κάπως, που δε θα του ανάψω κι άλλες φωτιές κυνηγώντας απευθείας τον Πυλαρινό. Κρατάω τον τελωνειακό για το τέλος. «Αυτόν θέλω να τον βρω, και γρήγορα μάλιστα. Βλέπετε, το κακό με την υπόθεση είναι ότι δεν ξέρουμε ποιο ακριβώς ήταν το κί­ νητρο του φόνου, και είμαστε αναγκασμένοι να κυνηγά­ με όλες τις εκδοχές. Και τον Πετράτο, και τον Σοβατζή, και τις μεταμοσχεύσεις, και τα ψυγεία, όλα». «Αν βρούμε ποτέ άκρη, θ’ ανάψω λαμπάδα στην Πα­ ναγία» μου λέει με απόγνωση. Βρίσκω τον Σωτηρόπουλο μπροστά στην πόρτα του γραφείου μου να με περιμένει. «Είδες το ρεπορτάζ στο χτεσινό δελτίο;» «Το είδα» του απαντώ ξερά. «Δε σου λέω τίποτα. Λίγο ακόμα να το ψάξω και θα βγάλω στημένη την υπόθεση Κολάκογλου». «Αν σου τραβήξει μια μήνυση ο πατέρας της μικρής, θα σου πω εγώ». «Τολμάει; Θ’ αναγκαστεί να την εμφανίσει στο δικα­ στήριο και θα την κατασπαράξουν οι δικηγόροι». Βουτάω το χερούλι της πόρτας για να χωθώ στο γρα­ φείο μου πριν ξεράσω, αλλά αυτός με κρατάει από το μπράτσο. «Σου ’χω και κάτι ακόμα». «Τι;» Σκύβει και μου ψιθυρίζει εμπιστευτικά στ’ αφτί. « 0 Πετράτος πήρε φύσημα. 0 Ντελόπουλος τον απέλυσε χτες το βράδυ». «Το ’χω ξανακούσει». 283


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Αυτή τη φορά είναι σίγουρο. Αύριο-μεθαύριο θα σει το κανόνι. Είσαι ο πρώτος που το μαθαίνεις». «Γιατί χαίρεσαι τόσο πολύ;» «Γιατί τώρα θα ’ρθει να χτυπήσει την πόρτα του δ μας καναλιού, αλλά εγώ θα βάλω βέτο και θα του κ τα πόδια». Πάω να του κλείσω την πόρτα στα μούτρα, αλλά β πω τον Σωτήρη να έρχεται. «Με συγχωρείς, έχω δούλε του λέω κοφτά. «Εντόπισα τον Χουρδάκη» μου λέει ο Σωτήρης, μό' μένουμε οι δυο μας. «Έ χει ένα αγρόκτημα στο Μήλε «Πού είναι το Μήλεσι;» «Μετά τη Μαλακάσα. Πάνω στη στροφή που κατεβ νει για Ωρωπό». «Μπράβο. Ετοιμάσου και φύγαμε». Με κοιτάζει ξαφνιασμένος. «Να μην τον καλέσω να θει εδώ;» «Όχι. Προτιμώ να πάμε εμείς να τον βρούμε». Σ*. φτομαι ότι λίγος καθαρός αέρας θα μου κάνει καλό. Μετά τη Φιλοθέη η κίνηση στην Κηφισίας αραιώνει, σ’ ένα μισάωρο έχουμε φτάσει στην Κηφισιά. Πάνω όμ που στρίβουμε από τη Νέα Ερυθραία για να βγούμε < Εθνική, η μπόρα ξεσπάει απότομα κι αρχίζει να βρ καρεκλοπόδαρα. Ευτυχώς που η Εθνική είναι άδεια, παρόλο που μένω σταθερός στα εξήντα, φτάνουμε γ γορα στη Μαλακάσα. Το χωριό είναι έρημο, δεν υ π ί, ψυχή στους δρόμους. Σταματάω μπροστά στην Τροχ και στέλνω τον Σωτήρη να ρωτήσει μήπως ξέρουν πού ναι το σπίτι του Χουρδάκη. Ενώ τον περιμένω, ανοίγω γο το παράθυρο για ν’ αναπνεύσω τη μυρουδιά του υγ πεύκου, αλλά η βροχή κάνει μούσκεμα το αριστερό μ μανίκι. Κλείνω το παράθυρο βλαστημώντας. 0 Σωτήρης γυρίζει τρεχάτος και χώνεται στο αμάξι. 284


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τροχαία δεν ξέρει πού μένει ο Χουρδάκης, και μας συμ­ βουλεύει να ρωτήσουμε στο περίπτερο όταν φτάσουμε στο Μήλεσι. Πώς δεν το σκέφτηκα. Όσα δεν ξέρει η αστυ­ νομία στην Ελλάδα τα ξέρουν οι περιπτεράδες. Ο δρύμος ώς το Μήλεσι είναι έρημος. Δεξιά απλώνε­ ται ο κάμπος. Αριστερά το εγκαταλειμμένο στρατόπεδο της Μαλακάσας, που ξεφτάει αφημένο στη μοίρα του. Στα δυο χιλιόμετρα, ο κάμπος τελειώνει και μπαίνουμε σ’ ένα πευκοδάσος. Η βροχή έχει χάσει την ορμή της και πέφτει τώρα αργά, κουρασμένα. 0 δρόμος αρχίζει να κατεβαί­ νει. Καθώς παίρνουμε τη στροφή, βρίσκουμε μπροστά μας το περίπτερο, δίπλα στη στάση του λεωφορείου. 0 περί­ πτερός μάς λέει να μη συνεχίσουμε την κάθοδο, αλλά να πάρουμε το δρόμο που περνάει μπροστά από το περίπτερο. Είναι ένας στενός χωματόδρομος, και το Μιραφιόρι κολλάει κάθε τόσο στη λάσπη. Σκέφτομαι ότι θα πρέπει να βγω με την όπισθεν* είναι αδύνατο να πάρω στροφή και να γυρίσω. Στο τέλος του δρόμου απλώνεται, αριστερά μας, ένα πελώριο αγρόκτημα, που σκαρφαλώνει στην πλαγιά και θα πρέπει ν’ αγγίζει πίσω το δρόμο του Ωρωπού. Στο βά­ θος υψώνεται το σπίτι. Τι σπίτι, δηλαδή, ένα θεόρατο τριώ­ ροφο. Λες και ξήλωσαν πύργο από τη Μάνη και τον φύ­ τεψαν στο Μήλεσι. Δε βλέπω το ύφος μου στον καθρέφτη, αλλά αν κοιτάζω όπως ο Σωτήρης, τότε σίγουρα κοιτάζω σα μαλάκας. \ «Θα μπούμε;» με ρωτάει, όταν συνέρχεται από την έκ­ πληξή του. \ «Γιατί; Για να τον ρωτήσουμε πώς τύχαινε να έχει π ά ­ ντα αυτός βάρδια όταν έφταναν τα ψυγεία της Τρανσπιλάρ; Το σπίτι του τα λέει όλα. Κατάλαβες τώρα γιατί ήθε­ λα να ’ρθούμε ώς εδώ; Ήθελα να δω σε τι σπίτι μένει». Ο Σωτήρης με κοιτάζει, αλλά δε λέει τίποτα. Βάζω 285


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

μπρος κι αρχίζω να βγαίνω με την όπισθεν. Λίγο πιο ρα κολλάμε στη λάσπη, και ο Σωτήρης βγαίνει για σπρώξει το Μιραφιόρι. Καθώς εγώ πατάω γκάζι και ο τήρης σπρώχνει το αυτοκίνητο, ένα από τα παράθυρα Χουρδάκη ανοίγει και βγαίνει μια γυναίκα. Στέκεται. παράθυρο και παρακολουθεί τα χάλια μας. «Αύριο θα ξεψαχνίσεις όλο το γενεαλογικό δέντρο Χουρδάκη» λέω στον Σωτήρη, όταν με τα πολλά φτάν με μπροστά στο περίπτερο. «Τον ίδιο, τη γυναίκα του, παιδιά του, αν έχει, τους γονείς του, αν ζουν. Θα ζη έγκριση από τον εισαγγελέα για ν’ ανοίξουμε τους τρα ζικούς λογαριασμούς όλης της οικογένειας. Θέλω να δω: ποσά έμπαιναν στους λογαριασμούς, πότε και από ποίι Θα μιλήσουμε μαζί του, μόλις θα είμαστε έτοιμοι να κολλήσουμε στον τοίχο». Το πάθημα με τον Πετράτο ’γίνε μάθημα και δε θέλω να πλησιάσω τον Χουρδάκη ρίς να έχω συγκεντρώσει πρώτα αρκετά στοιχεία. Η βροχή έχει σταματήσει. Όταν μπαίνουμε πάλι πευκοδάσος, ανοίγω το παράθυρο και εισπνέω τη μ διά του για να καθαρίσουν τα πνεμόνια μου.

286


34 Το άλλο πρωί φτάνω μισή ώρα νωρίτερα στην υπηρεσία, σας οχτώμισι, και πάω κατευθείαν στο υπόγειο, στο αρχείο. «Πολλά χρόνια θα ζήσετε» μου λέει ο Γιάννης, μόλις με βλέπει. «'Οτι ετοιμαζόμουν να σας πάρω». «Βρήκες άκρη;» «Έ ψαξα όλες τις καταστάσεις μία προς μία. Κανείς δεν έχει ζητήσει τους φακέλους αυτούς από τη μέρα που ήρθαν στο αρχείο. Σας το λέω υπεύθυνα». «Σ ’ ευχαριστώ, Γιάννη». Όποιος φωτοτυπούσε τις αναφορές και τις έδινε στην Καραγιώργη, το έκανε όταν αυτοί ήταν ακόμα στην υπη­ ρεσία, πριν πάνε στο αρχείο. Συνεπώς, κάποιος από το τμήμα τα κονομάει βγάζοντας στο σφυρί έγγραφα της υπηρεσίας. Νιώθω μια σύσπαση στο στομάχι. Οι φάκελοι μένουν στην υπηρεσία μέχρι και έξι μήνες. Ο καθένας μπο­ ρεί στο διάστημα αυτό να πάρει το φάκελο από το ερμά­ ριο, να φωτοτυπήσει αυτά που θέλει και να τον ξαναβά­ λει στη θέση του. Άντε να βρεις ποιος κάνει τη λαδιά. Όταν μπαίνω στο διάδρομο, βλέπω έξω από την πόρ­ τα του γραφείου μου στημένη μια κοπέλα να με περιμέ­ νει. Τα μαλλιά της είναι ξανθά, δεμένα πίσω με αλογοου­ ρά. Αν και φοράει μοκασίνια, το μπόι της θα πρέΛςι να φτάνει το δικό μου, δηλαδή το ένα και εβδομήντα πέντε. Φοράει ένα μαύρο, δερμάτινο μπουφάν, πανάκριβο, και μια μίνι φούστα, ραμμένη με πολλή οικονομία, γιατί μόλις 287


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

και σκεπάζει τον πισινό της. Μέσα από τη φουστίτ χύνονται ένα ζευγάρι πόδια σαν ψηλά ποτήρια της Μπόντα. Όταν την πλησιάζω, βλέπω ότι δεν πρέπει ν ναι πάνω από είκοσι πέντε. «Είστε ο αστυνόμος Χαρίτος;» με ρωτάει όταν φτ κοντά της. ,ί{«Ναι». Είναι τελείως άβαφη, με γαλανά μάτια κι ένα ψ· βλέμμα που σε φέρνει σε αμηχανία. «Είμαι η Νένα Ντελοπούλου, η κόρη του Κυρίά)' Ντελόπουλου. Θέλω να σας μιλήσω». Είχα ακούσει ότι ο Ντελόπουλος ξίχε μια κόρη, δε φανταζόμουν ότι ήταν τέτοια θεογκόμενα. «Περά της λέω και ανοίγω την πόρτα, ενώ προσπαθώ να μτ ψω τι σπουδαίο έχει να μου πει, ώστε να θυσιάζει πρωινό της ύπνο για χάρη μου. Κάθεται στην καρέκλα και ρίχνει το ένα πόδι πάνω άλλο. Η μίνι φούστα της υποχωρεί προς τα πάνω και | προσφέρει θέαμα τις γάμπες της ώς το κιλοτάκι της, είναι άσπρο και φεγγίζει κάτω από το μαύρο καλσόν, χνω κι εγώ το ένα πόδι πάνω στο άλλο, όχι για να τη μηθώ, αλλά για να συμπιέσω καλού-κακού το πέος μ και ν’ αποφύγω τη στύση. Ακουμπάω στην πλάτη της κ ρέκλας μου για να δείχνω άνετος, ενώ δεν είμαι καθό" «Σας ακούω». «Ο Νέστορας Πετράτος μού είπε ότι είδατε το α κινητό του κοντά στο σπίτι της Μάρθας Κωσταράκου ότι τον θεωρείτε ύποπτο για δύο φόνους». «Απλώς του ζητήσαμε μερικές εξηγήσεις» απαντώ προσεκτικά. «Αν τον θεωρούσαμε ύποπτο, θα τον είχα προφυλακίσει». «Ο Νέστορας ήταν μαζί μου το απόγευμα που σκ τώθηκε η Μάρθα Κωσταράκου. Από τις πέντε και μ 288


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

περίπου ώς τις εφτά και μίση». Με κοιτάζει και τει με ανεπαίσθητη ειρωνεία: «Ήταν συνεχώς δίπλα £«ς το λέω για να τον αφήσετε ήσυχο». Αυτή, λοιπόν, είναι η φίλη που κάλυπτε ο Πετράτος; Γι’ αυτό δε μας έλεγε τ ’ όνομά της. «Πού μένετε;» «Έχω την γκαλερί Ερωδιός, γωνία Ιφικράτους και Αριστάρχού. Είναι ένα παλιό διώροφο. Η γκαλερί είναι στο ισόγειο. Εγώ μένω από πάνω. Η Ιέρωνος είναι δυο στενά πιο πέρα. 0 Νέστορας δεν ήθελε να σας πει ότι ήταν μα­ ζί μου, γιατί η σχέση μας είναι λίγο ιδιόμορφη». Πάλι σω­ παίνει και πάλι προσθέτει με την ίδια, ανεπαίσθητη ειρω­ νεία: «Ή, μάλλον, ήταν ώς χτες». Η ιδιομορφία είναι ότι έκρυβαν τη σχέση τους από τον Ντελόπουλο. Αυτή δεν ήθελε φασαρίες με τον πατέρα της και ο Πετράτος με το αφεντικό του. Την κοιτάζω και φέρ­ νω μπροστά μου την Κατερίνα. Είτε δικαστικός γίνει εί­ τε δικηγόρος, θέλει τουλάχιστον μια δεκαετία για να κά­ νει κάποια καριέρα. Ενώ αυτή έχει στα είκοσι πέντε της μια γκαλερί από τον μπαμπάκα της, πουλάει μούρη και τον δουλεύει κι από πάνω. Η Ντελοπούλου θεωρεί ότι η συζήτησή μας έχει τελειώ­ σει και σηκώνεται. «Είστε έτοιμη να καταθέσετε εγγράφως αυτά που μου είπατε;» Κρατάει μισάνοιχτη την πόρτα και γυρίζει. «Με τον πατέρα μου βλεπόμαστε κάθε τρεις μήνες, κύριε Χαρίτο. Χτες το βράδυ, όταν έμαθα ότι σκόπευε να απολύσει τον Νέστορα, του είπα πως, αν το κάνει, δε θα με βλέπει ού­ τε μία φορά στα τρία χρόνια. Αυτό τον έπεισε. Συνεπώς, μπορώ να καταθέσω και να υπογράψω ό,-u θέλετε. 0 αριθ­ μός μου είναι στον κατάλογο. Γκαλερί Ερωδιός». Βγαίνει και κλείνει την πόρτα πίσω της. Ούτε κι αυτή 289


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

μπαίνει στον κόπο να με χαιρετίσει. Πώς το λέει το κό; «Κουρόγιδο», μάλιστα. Παραδόξως, η πρώτη σκέψη μου αφορά τον Σι πουλο. Σ’ την έφερε, Ροβεσπιέρε, λέω μέσα μου. Τον χες για ξεγραμμένο, αλλά αυτός είχε δέσει γερά το δορό του. Μετά, συνειδητοποιώ ότι χαμένος δεν είναι μόνο ο τηρόπουλος, είμαι κι εγώ. Το κεφάλαιο Πετράτος κλεΙ οριστικά. Αφού ήταν με την Ντελοπούλου, δε σκότι αυτός την Κωσταράκου. Κι αφού δε σκότωσε την σταράκου, τότε δε σκότωσε ούτε την Καραγιώργη. Οι φόνοι πάνε μαζί, σετόικι. Ο δικηγόρος του βγαίνει σι Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι ο Πετράτος δεν εΐ κίνητρο. Γιατί να μισεί την Καραγιώργη, όταν έχει μένα την κόρη του αφεντικού του; Και γιατί να φοβά για το πόστο του; Απόδειξη ότι δεν το έχασε. Δεν ξέ αν λυπάμαι ή αν ανακουφίζομαι που ο Πετράτος βγαί' λάδι. Έτσι λύνονται τα χέρια μου για ν’ ασχοληθώ απή κλειστικά με τον Σοβατζή. Θα'πρέπει να ενημερώσω Γκίκα, αλλά αυτό δε βιάζει. Προέχει να καταστρώσω σχέδιο δράσης για να πλησιάσω τον Σοβατζή. Η πιο γουρη πρόσβαση είναι αυτός ο τελωνειακός, ο Χουρδά: Μόλις ο Σωτήρης συγκεντρώσει τα στοιχεία που χρειάζι μαι, θα τον περάσω από κόσκινο. Ξαφνικά, μου κατεβαίνει μια ιδέα. Ψάχνω και βρίσκι τη φωτοτυπία από το γράμμα του άγνωστου «Ν», που χα βρει στο γραφείο της Καραγιώργη.

Τόσο καιρό κάνω ό,τι μου ζητάς, κι όλο λέω ότι θα κρατήσεις το λόγο σου, αλλά εσύ πάντα με κοροϊ­ δεύεις. Το ’χω πάρει απόφαση ότι δε σκοπεύεις να μου κάνεις το χατίρι, απλά μ ’ έχεις πάντα στο περίμενε για να μπορείς να μ ’ εκβιάζεις και να παίρνεις 290


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

αυτό που θέλεις. Τέρμα όμως, δεν πάει άλλο. Αυτή τη φορά δε θα κάνω πίσω. Μη μ ’ αναγκάζεις, γιατί θα φας το κεφάλι σου, και το φταίξιμο θα ’ναι δικό σου. Μήπως, τελικά ο «Ν» είναι η Νένα Ντελοπούλου; Τι έκα­ νε όμως για την Καραγιώργη κι αυτή την κορόιδευε; Μί­ λησε στον πατέρα της για να την προωθήσει; Με αντάλ­ λαγμα τον Πετράτο; Η Καραγιώργη όμως δεν τον άφηνε, και η Ντελοπούλου την απειλούσε, προφανώς, με απόλυ­ ση. Ώσπου η Καραγιώργη, που δεν ήθελε να θυσιάσει την καριέρα της, τον εκχώρησε στην Ντελοπούλου. Με βολεύει να είναι έτσι, γιατί κλείνει η τρύπα χωρίς να φορτωθούμε κι άλλον ύποπτο. Το τηλέφωνο με βγάζει από τις σκέψεις μου. Είναι η Πετρίδη, η ανακρίτρια. «Θυμάστε τον Σέχη, εκείνον τον Αλβανό που ζητήσα­ τε να τον ανακρίνουμε συμπληρωματικά για εμπόριο παι­ διών;» «Τον θυμάμαι. Σκόπευα να σας πάρω, αλλά με προ­ λάβατε». «Είχα προγραμματίσει την ανάκρισή του για μεθαύ­ ριο, αλλά αναγκάστηκα να την ακυρώσω. Τον σκότωσαν χτες το βράδυ». Η είδηση με βρίσκει στο δοξαπατρί. «Ποιος τον σκό­ τωσε;» ρωτάω μετά από λίγο. «Ένας ομοεθνής του. Τον μαχαίρωσε μέσα στα απο­ χωρητήρια». « 0 λόγος;» « 0 δράστης ισχυρίζεται ότι ο Σέχη τον έκλεψε. Ζήτη­ σε πίσω τα λεφτά του, ο Σέχη αρνήθηκε ότι του χρω­ στούσε, και ο άλλος του ’δώσε πέντε μαχαιριές στην κοι­ λιά. Τον μετέφεραν αμέσως στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, 291


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

αλλά πέθανε στο δρόμο από αιμορραγία. Συνεπώς, η ξη σταματάει και η υπόθεση διαβιβάζεται στο αρχείο: «Ευχαριστώ που με ενημερώσατε» της λέω τυπικά κλείνω. Σπάω το κεφάλι μου να καταλάβω τι μπορεί να μαίνει η δολοφονία του Αλβανού. Εκ πρώτης όψ εω ς; σημαίνει τίποτα. Δυο Αλβανοί μάλωσαν και ο ένας μ χαίρωσε τον άλλον. Καθημερινό φαινόμενο, εντός κ εκτός φυλακών. Είναι όμως σύμπτωση που τον σκότ όταν η Πετρίδη τον κάλεσε για ανάκριση; Πάλι έρχ μπροστά μου η Καραγιώργη με την εμμονή της στα π διά των Αλβανών. Έφτασε στο σημείο voj πληρώσει ■ να πάρει την έκθεση μου. Ήταν τόσο σίγουρη ότι ο Αλβ νός δε σκότωσε το ζευγάρι, γιατί γούσταρε την κοπέ αλλά γιατί ήταν όλοι τους μπλεγμένοι σε κύκλωμα εμ ρίας παιδιών; Βέβαια, έτσι εξηγούνται και τα πεντακ'' χιλιάρικα που βρήκαμε στο καζανάκι. Στην περίπτωση τή ο Σέχη μπαίνει στην ίδια μοίρα με την Καραγιώργη κ την Κωσταράκου. Μόλις έμαθαν ότι καλείται για μπληρωματική ανάκριση, τον σκότωσαν για να τον πάσουν. Πώς το έμαθαν όμως και από ποιον; Πούλησε πληροφορία αυτός που λάδωνε η Καραγιώργη για παίρνει τις εκθέσεις; Σε ποιον το ’πε όμως - στον Χου δάκη; Είναι το μόνο όνομα που κυκλοφορεί στο τμήμα Η μόνη λύση είναι να πάω στον Κορυδαλλό, για να μ θω επιτόπου τι έγινε. Σκέφτομαι τη διαδρομή και με π νει ίλιγγος, μα δε γίνεται αλλιώς. Από την Αλεξάνδρας ώς τον Σταθμό Λαρίσης προχ ράω με βήμα σημειωτόν, αλλά προχωράω κάπως. Ότ όμως μπαίνω στη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως, βρί μπροστά μου μια ουρά αυτοκινήτων στο ένα χιλιόμετ να σταματάει κάθε δέκα μέτρα. Αυτοκίνητα φρακάρο πάνω στη διάβαση και φράζουν τις προσπελάσεις, αυτ 292


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

που θέλουν να βγουν από τους κάθετους δρόμους χορνάρουν μανιασμένα - χαμός. Ώσπου να πιάσω την Πέτρου Ράλλη, το μυαλό μου έχει αρχίσει να ξεφτάει σα σάπιο κουνουπίδι. Έχω ξεχάσει τον Σοβατζή, τον Αλβανό, ακό­ μα και τις γάμπες της Νένας Ντελοπούλου. Το Μιραφιόρι δεν αντέχει σε τέτοιο ζόρισμα, και φοβάμαι ότι θα μ’ αφήσει στη μέση του δρόμου. Στην Πέτρου Ράλλη η κατάσταση εξομαλύνεται κάπως, και το Μιραφιόρι αρχίζει να τσουλάει. Στη Γρηγόρη Λαμπράκη η κίνηση αραιώνει ακόμα πιο πολύ. Σ ’ ένα τ έ ­ ταρτο είμαι στην είσοδο των φυλακών. Όταν εξηγώ στον διευθυντή τι μ’ έφερε στον Κορυ­ δαλλό, σηκώνει τους ώμους του σε ένδειξη αμηχανίας. «Τι να σας πω. Όλα δείχνουν ότι ήταν ένας συνηθισμένος κα­ βγάς που κατάληξε σε μαχαίρωμα». «Είστε βέβαιος ότι δεν κρυβόταν τίποτε άλλο από πίσω;» «Πώς να είμαι βέβαιος; Αυτοί μιλάνε πάντα στη γλώσ­ σα τους. Οι δικοί μας δε θέλουν πάρε-δώσε μαζί τους. 0 δράστης ήταν έξω αρχηγός σπείρας, που σκότωνε κι έκλε­ βε συμπατριώτες του. Την ίδια δουλειά κάνει και στη φυ­ λακή. Προφανώς, κάτι ήθελε από το θύμα, κι επειδή ο άλ­ λος έκανε τον δύσκολο, τον σκότωσε. Μετά, σκαρφίστηκε τη δικαιολογία ότι τον είχε κλέψει». «Και πού βρήκε το μαχαίρι». «Είπε ότι το έκλεψε από την κουζίνα». Το γέλιο του δείχνει ότι δεν το πιστεύει. «Τον έχουμε εδώ, στην απο­ μόνωση. Θέλετε να του μιλήσετε;» Τι να μου πει; Ακόμα και βαλτός να ήταν, θα πατήσει πάνω στην ιστορία που είπε, και δε θα κουνήσει ρούπι. Όπως και ο Σέχη. «Όχι. Θέλω όμως να ρίξω μια ματιά στα προσωπικά είδη του θύματος». «Ελάτε».


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Με πάει στην αποθήκη όπου έχουν μεταφέρει τα π ; σωπικά είδη του Αλβανού. Όταν τ ’ αντικρίζω, μένω ανοιχτό το στόμα. Καινούργια εσώρουχα, καινούργιες: τσες, δύο καινούργια πουκάμισα, ένα ζευγάρι παπούτο μάλλον αφόρετα, και ένα ολοκαίνουργο μπουφάν. «Τ τα βρήκε όλα αυτά;» ρωτάω τον διευθυντή. «Όταν γε από μας, φορούσε ένα παλιό μπουφάν κι ένα μπο μένο τζιν πανταλόνι». «Να ρωτήσω μήπως του τα έφερε κάποιος επισ πτης». «Πορτοφόλι δε βρήκατε; Λεφτά;» «Όχι, αλλά αν τα είχε πάνω του, θα πρέπει να εί* στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, μαζί με τα ρούχα που ρούσε». Από την έρευνα που κάνει ο διευθυντής, βγαίνει ότι Αλβανός δε δέχτηκε ούτε μία επίσκεψη όσον καιρό στη φυλακή. Παίρνω πάλι τη Γρηγόρη Λαμπράκη, πιο ανήσυχος α ό,τι ήρθα. Τα καινούργια ρούχα ενισχύουν ακόμα πιο · λύ την εκδοχή να σκότωσαν τον Αλβανό για να μη μ σει. Για να έχει λεφτά ν’ αγοράσει ολόκληρη γκαρντ μπα αυτός ο ρεμπεσκές, θα πει ότι κάποιος τον πλήρ για τον κόπο του. Και ο μόνος κόπος του ήταν να σκ τώσει το ζευγάρι. Τώρα, πώς πήρε τα λεφτά, αφού δε δ χόταν επισκέψεις, είναι απλό. Του τα έστειλαν με κάπ~ δεσμοφύλακα. Στην πρώτη ανάκριση δεν ανησύχησαν, τί μ’ έπεισε ότι σκότωσε για την κοπέλα. Τον πλήρωσ και είχαν το κεφάλι τους ήσυχο. Όταν όμως η ανακρίτ; τον κάλεσε για συμπληρωματική ανάκριση, τρόμαξαν κ τον καθάρισαν, για να μην αφήσουν τρύπες. Όπως είμαι αφηρημένος, χάνω τη στροφή της Χρυ στόμου Σμύρνης. Αναγκάζομαι να πιάσω πάλι την Πέτ Ράλλη και να γυρίσω πίσω από τη Θηβών. 294


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ο γιατρός που είχε αναλάβει χτες τον Αλβανό έχει φύ­ γει, αλλά πέφτω σε μια προϊσταμένη πρόθυμη και εξυ­ πηρετική. Με πάει η ίδια στην αποθήκη. Τα ρούχα του Αλβανού είναι παραχωμένα σ’ ένα μεγάλο σάκο απορ­ ριμμάτων. Τα βγάζω και τα ψάχνω ένα-ένα. Φορούσε το ίδιο μπουφάν που είχε όταν έφυγε από μας, αλλά το τζιν του είναι καινούργιο. Και πάλι όμως δε βρίσκω λεφτά. «Λεφτά δεν είχε πάνω του;» ρωτάω την προϊσταμένη, που έχει μείνει μαζί μου για να με βοηθήσει. «Αν είχε, θα είναι στο λογιστήριο». Ο προϊστάμενος του λογιστηρίου ετοιμάζεται να φύγει, και δεν κρύβει τη δυσφορία του που τον καθυστερώ. Ανοί­ γει το χρηματοκιβώτιο και μου δίνει ένα πορτοφόλι. Εί­ ναι από φτηνό πλαστικό με μια χρυσή στάμπα της Ακρό­ πολης πάνω του. Τα βρίσκεις σε όλα τα περίπτερα γύρω από την Ομόνοια. Είναι φουσκωμένο και κλείνει με δυ­ σκολία. Το ανοίγω και βγάζω από μέσα μια δέσμη π ε ­ ντοχίλιαρα και τρία χιλιάρικα. Μετράω τα πεντοχίλιαρα. Είναι είκοσι πέντε. 0 αθεόφοβος κουβαλούσε πάνω του εκατόν είκοσι οχτώ χιλιάδες. Βάλε κι αυτά που ξόδεψε για την γκαρνταρόμπα. Θα πρέπει να είχε γύρω στις δια­ κόσιες χιλιάδες. Τα υπόλοιπα είναι κάτι χαρτιά στα αλ­ βανικά, που δεν μπορώ να καταλάβω τι λένε, αλλά μοιά­ ζουν με έγγραφα δημόσιας υπηρεσίας. Τελευταία ξεκουμπώνω τη θήκη για τα ψιλά. Κέρματα δε βρίσκω, βρίσκω όμως ένα χαρτάκι χιλιοδιπλωμένο και το ανοίγω. Κάποιος έχει σημειώσει πάνω του, με αλβανικούς χαρα­ κτήρες και με κεφαλαία: KUMANUDI 34 GIZI

Κοιτάζω περίεργος το χαρτί. Το ρίχνω στην τσέπη μου και φεύγω. 295


35 Το στομάχι μου έστρωσε, αλλά ο καφές και το κρουα μού φέρνουν αηδία. Χτες το απόγευμα, ώς αργά το β δυ, την έβγαλα στην κουζίνα. Ούτε λεξικά ούτε ειδήσ των οχτώ και μίση, τίποτα. Η Αδριανή μαγείρευε, για έχω φαγητό όσο θα λείπει, κι εγώ της έκανα παρέα, μ και είμαστε στα σορόπια μας αυτές τις μέρες. Γουρου* πουλο ψητό, φασολάκια λαδερά, τηγανητοί κεφτέδες, γητά που τρώγονται κρύα, για να μην έχω να ζεσταί* Τα κοιτούσα κι έκλαιγα τα λεφτά μου, γιατί μόλις φ ' θα πέσω με τα μούτρα στα σουβλάκια. Η Αδριανή μού απαγορεύει, γιατί τα φτιάχνουν, λέει, από σάπια κρέ και λίπη, που ανεβάζουν τη χοληστερίνη. Χέστηκα, έτσι τα φχαριστιέμαι. Είναι ζήτημα αν θα φάω δυο φορ όλες κι όλες από τα φαγητά που μου ετοίμασε. Μια ρα πριν γυρίσει από τη Θεσσαλονίκη θα τα πετάξω σκουπίδια, για να μην τα βρει στο ψυγείο κι έχω γκρίν «Τι έκανες με τα ονόματα των επιβατών που σ ο υ : σε ο Σωτήρης;» ρωτάω τον Θανάση, που με κοιτάζει ό κάθε πρωί. Σηκώνει τα χέρια ψηλά. «Αδύνατο να βρω άκρη α το αεροδρόμιο. Με ρωτάνε αν είναι τακτικές πτήσεις τσάρτερ, και δεν το ξέρω. Με ρωτάνε τις αεροπορικ εταιρείες και τους αριθμούς πτήσεων. Ούτε κι αυτό ξέρω. Το μόνο που ξέρω, είναι ότι ήρθαν μέσω του Πρ σπες Τράβελ, αλλά αυτό δε φτάνει. Με παρέπεμψαν 296


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

αεροπορικές εταιρείες, που πετάνε σ’ αυτές τις γραμμές, αλλά ούτε αυτές μπορούν να βρουν άκρη αν δεν τους δώ­ σω περισσύτερα στοιχεία. Η μόνη περίπτωση είναι να τις πάρουμε απευθείας από το Πρέσπες Τράβελ». Το ξέρω, αλλά αυτό δε γίνεται για την ώρα. Μόλις μέ­ νω μόνος, παίρνω την Κούλα στο τηλέφωνο. «Πρέπει να δ ω τον ταξίαρχο. Είναι επείγον». «Περιμένετε μια στιγμή». Με κρατάει στο ακουστικό για να συνεννσηθεί μαζί του. Μετά, μου λέει ότι είναι ελεύ­ θερος και να πάω. Αυτή τη φορά το ασανσέρ μού κάνει το χατίρι κι έρ­ χεται αμέσως. Ο Γκίκας ακούει όλη την ιστορία για τον Αλβανό, χωρίς να με διακόψει. Του δείχνω και το χαρτά­ κι με τη διεύθυνση στου Γκύζη. «Πότε μπορώ να έχω μια διμοιρία των ΕΚΑΜ στην Κουμανούδη 34;» «Τι να τα κάνεις τα ΕΚΑΜ;» «Δεν ξέρω τι θα βρω και θέλω να είμαι έτοιμος για κά­ θε ενδεχόμενο». Παίρνει στο τηλέφωνο τον επικεφαλής των ΕΚΑΜ και το συζητάει. «Θα σε ειδοποιήσουν μόλις είναι έτοιμοι. Γπολόγισε σε ένα τέταρτο». Γυρίζω στο γραφείο μου να δω τι έκανε ο Σωτήρης. « 0 Χουρδάκης έχει γυναίκα, γιο και πεθερά. Όλοι έχουν λογαριασμό σε τράπεζα. Αυτός στην Εθνική, η γυ­ ναίκα του στην Εμπορική, η πεθερά στην Πίστεως και ο γιος του στη Σίτιμπανκ. Έκανα ήδη έγγραφο στην εισαγ­ γελία. Μόλις έχουμε την απόφαση του Δικαστικού Συμ­ βουλίου, θα τους ανοίξω». «Σπρώξ’ το, γιατί βιάζομαι». Δεν παίρνω το Μιραφιόρι. Πάω με το βαν των ΕΚΑΜ. Παρκάρουμε ένα δρόμο πιο πίσω, στη Σούτσου, για να μην τραβήξουμε την προσοχή. Ενώ οι Εκαμίτες ζώνουν το 297


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τετράγωνο, εγώ πάω στο 34 και ψάχνω τα κουδούνια.’! ναι καμιά δεκαπενταριά διαμερίσματα. Στα πιο πο$ μένουν οικογένειες. Εξαιρούνται ένα οδοντιατρείο, εμπορική επιχείρηση και ένα κουδούνι με την ασαφή ετ νυμία: Τα Αλεπουδάκια. «Ας αρχίσουμε απύ δω» λέω στους δύο Εκαμίτες έχουν έρθει μαζί μου. Χτυπάω το κουδούνι της εμπορικής επιχείρησης κ | μου ανοίγουν. Πιάνουμε τους ορύφους έναν-έναν. Τ α . πουδάκια είναι στον τρίτο όροφο. Οι Εκαμίτες naipvc θέσεις στις δυο πλευρές της πόρτας κι εγώ χτυπάω το κο δούνι. «Ποιος είναι;» ρωτάει μια γυναικεία φωνή. Από τις < λέξεις που είπε, καταλαβαίνω ότι είναι ξένη. «Ανοίξτε! Αστυνομία!» Δεν παίρνω απάντηση και η πόρτα δεν ανοίγει. Ακο μόνο ένα τρεχαλητό. Βήματα που απομακρύνονται. «Να σπάσουμε την πόρτα;» με ρωτάει ο ένας Εκαμ(| της. «Με μια κλοτσιά είμαστε μέσα». «Περίμενε. Μπορεί ν’ ανοίξουν». «Δεν είναι σωστό να περιμένουμε» μου κάνει μάθημ ο άλλος. «Αν είναι οπλισμένοι, τους δίνουμε χρόνο να ι γανωθούν». Με τις φωνές μας ανοίγουν οι πόρτες των άλλων δ ια | μερισμάτων. Στη μια εμφανίζεται ένα ζευγάρι συντο ξιούχων και στην άλλη μια τριαντάρα, που κρατάει ατ το χέρι ένα αγοράκι. «Μπάτε μέσα και κλειδώστε τις πόρτες!» τους φωνά| ζει άγρια ο Εκαμίτης. Η τριαντάρα τραβάει το αγοράκι και κλείνει την πόρ-ί τα, ενώ η γριά φωνάζει τρομαγμένη: «Μη, καλέ! Έχει παιι δάκια μέσα!». Βγάλαμε λαγό, λέω μέσα μου, ενώ από το διαμέρισμο 298


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

ακούγετat μια άλλη φωνή, ντόπια αυτή τη φορά: «Ποιος είναι;» «Έλα, κυρά μου, μη μας καθυστερείς. Αστυνομία, άνοι­ ξε! » της λέω, με ύφος βαριεστημένου μπάτσου. «Ποιον θέλετε;» «Θ’ ανοίξεις ή θα σπάσουμε την πόρτα;» ρωτάει άγρια ο Εκαμίτης, που ψάχνει αφορμή για να παραστήσει τον σκληρό του Μαϊάμι. Στην πόρτα εμφανίζεται μια ψηλή, ξερακιανή, γύρω στα σαράντα πέντε. Τα μαλλιά της έχουν αρχίσει ν’ ασπρί­ ζουν στους κροτάφους και είναι τελείως άβαφη. Οι Εκαμίτες με τα αυτόματά τους δε φαίνεται να την εντυπω­ σιάζουν. «Ποιον ζητάτε;» Τη σπρώχνω στην άκρη, χωρίς να της απαντήσω. Πίσω μου μπαίνουν οι δύο Εκαμίτες και κλείνουν την πόρτα. Είμαστε σ’ ένα μικρό, τετραγωνισμένο χολ, φάτσα σε μια κλειστή, συρόμενη πόρτα, με θαμπό τζάμι. «Με ποιο δικαίωμα μπήκατε στο σπίτι μου; Απαιτώ μια εξήγηση!» 0 τόνος της φωνής της έχει γίνει αυστηρός, αλλά εξακολουθεί νμ είναι ψύχραιμη και συγκρατημένη. Πάλι δεν της δίνω απάντηση. Ανοίγω τη συρόμενη πόρ­ τα και βρίσκομαι σε δυο συνεχόμενα δωμάτια. Το ένα εί­ ναι μισό καθιστικό, μισό παιδική χαρά. Απέναντι μου, στις δυο γωνίες υπάρχουν δυο πολυθρόνες μ’ ένα τραπεζάκι ανάμεσά τους. Το δάπεδο είναι σκεπασμένο με μια γκρε­ νά μοκέτα. Πάνω της παίζουν τέσσερα παιδάκια, ένα αγοράκι και τρία κοριτσάκια. Δείχνουν συνομήλικα, γύρω στα δύο με τρία, και είναι όλα ντυμένα φτωχικά, αλλά καθα­ ρά. Γύρω τους είναι απλωμένα, κούκλες, αυτοκινητάκια, κύβοι, όλα από φτηνό πλαστικό. Θα πρέπει να είναι αγο­ ρασμένα ή από έκθεση παιχνιδιών ή από λαϊκή. Κάθομαι οκλαδόν μπροστά σ’ ένα κοριτσάκι, που παίζει 299


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

με μια κούκλα και το ρωτάω: «Πώς σε λένε;». Το τσάκι δε μου απαντάει, αλλά μου δείχνει την κούκλα « Σ ’ αρέσει η κούκλα σου;» Το κοριτσάκι δεν απαν πάλι, νεύει όμως καταφατικά. Ένα από τα αγοράκια : τραβάει την κούκλα. Το κοριτσάκι βάζει τα κλάμα Αρχίζουν να μαλώνουν σε μια γλώσσα που δεν την xc λαβαίνω, μοιάζει όμως με αλβανικά. «Θα μου πείτε, επιτέλους, τι σημαίνουν όλα αυτά; σιωπή και η αδιαφορία μου της έχουν σπάσει τα ν ε ' και φωνάζει. Εγώ, το βιολί μου. Εξακολουθώ να αγνοώ. Στη μέση του άλλου δωματίου υπάρχει ένα μ εγ-1 πάρκο. Μέσα του μπουσουλάνε δυο μικρά, ενώ ένα το κρατιέται όρθιο από το δίχτυ. Ρίχνω ένα βλέμμα βγαίνω πάλι στο χολ. Η γυναίκα, που έρχεται πίσω μ έχει πειστεί ότι δεν πρόκειται να πάρει απάντηση από να και γυρίζει στους Εκαμίτες. «Ποιος είναι ο κύριος; Μου λέτε, σας παρακαλώ;» Εκαμίτες κάνουν πως δεν άκουσαν. «Δε μου μένει παρά να πάρω την αστυνομία για να θω ποιος είστε και από ποιον πήρατε διαταγή να μπεί στο σπίτι μου!» μου λέει απειλητικά, αλλά δεν πραγ' τοποιεί την απειλή της. Το χολ ανοίγει δεξιά σ’ ένα διάδρομο. Στον δεξιό το του διαδρόμου είναι η κουζίνα και δίπλα μια κλειστή π τα, προφανώς το μπάνιο. Ρίχνω μια ματιά στην κουζίν Μια κοπέλα, γύρω στα είκοσι, κάθεται με τα χέρια ακ' μπισμένα στο τραπέζι. Με κοιτάζει και τρέμει σύγκορ από το φόβο της. Απέναντι μου είναι το τρίτο δωμάτιο τ διαμερίσματος. Όπως κοιτάζω από την ανοιχτή πόρτα, β’ πω δυο παιδικά πορτ-μπεμπέ. 'Οταν μπαίνω, βρίσκω λα τρία, συνολικά πέντε στη σειρά, με παιδάκια έξι ώς ε νιά μηνών. Παιδιά κάθε ηλικίας για όλα τα γούστα. 300


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

F

Η γυναίκα βαρέθηκε να με ακολουθεί κι έχει μείνει στο χολ να με περιμένει. Γυρίζω και πάω κοντά της. «Πώς σε λένε;» τη ρωτάω απότομα, με το ύφος του μπάτσου-μαντρόσκυλου. «Ελένη Δούρου». «Ώστε, εκτός από μεσολάβηση σε μεταμοσχεύσεις νε­ φρών, φροντίζεις και παιδιά, κυρία Δούρου». Ξαφνιάζεται, αλλά έχει μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. «Είμαι πτυχιούχος νηπιαγωγός και ο παιδικός σταθμός μου λειτουργεί νόμιμα, με άδεια του Υπουργείου Κοινω­ νικών Υπηρεσιών». «Και τι παιδιά φροντίζεις;» «Κάθε παιδί που οι γονείς του μπορούν να πληρώσουν την αμοιβή που ζητάω. Δεν κάνω διακρίσεις». «Θέλω τον κατάλογο με τους γονείς των παιδιών. Με πλήρη στοιχεία. Ονοματεπώνυμο, διεύθυνση και τηλέφωνο». «Τι τον θέλετε;» «Μη ρωτάς. Οι ερωτήσεις είναι δική μου δουλειά. Δώ­ σε μου τον κατάλογο». Για πρώτη φορά χάνει την ετοιμότητά της και κομπιά­ ζει. «Να σας τον δώσω, αλλά οι γονείς τους λείπουν στο εξωτερικό». «Όλοι;» «Όλοι». «Πού στο εξωτερικό;» Σκέφτεται πυρετωδώς να βρει μια πειστική απάντηση. «Δεν ξέρω πού ακριβώς. Φεύγουν για κάποιο διάστημα... Εβδομάδες... Μήνες... Κι επειδή δεν έχουν πού ν’ αφήσουν τα παιδιά τους, αναλαμβάνω εγώ τη φροντίδα τους, ώσπου να γυρίσουν». Στο τραπεζάκι του καθιστικού υπάρχει ένα τηλέφω­ νο. Παίρνω τον Θανάση. «Στείλε αμέσως μια αστυνοάικίνα στην Κουμανούδη 34, στου Γκύζη. Τρίτος όροφος. 301


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Και πάρε το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Να < λουν τώρα μια βρεφοκόμο στην ίδια διεύθυνση. Μην θυστερείς, είναι επείγον». «Τι σημαίνει αυτό;» με ρωτάει η Δούρου, όταν κλείν «Σημαίνει ότι εσύ και η κοπέλα θα έρθετε μαζί μ< στην Ασφάλεια». ; «Θα με συλλάβετε; Με ποια κατηγορία;» Κάθε που νιώθει ότι κινδυνεύει, η ψυχραιμία και το θράσος · επανέρχονται. «Προς το παρόν θέλω να σου κάνω μερικές ερωτησει| Για τ ’ άλλα θ’ αποφασίσω αργότερα». Θέλω ν’ αρχίσω να χοροπηδάω από τη χαρά μου, λά η Δούρου είναι καπάτσα και κρατιέμαι για να μην π£ δοθώ. Προτιμώ να την αφήσω στο σκοτάδι για να μεγη λώσουν η αγωνία και η ανασφάλειά της. «Κάθισε» της λέω. «Μόλις έρθουν η αστυνομικίνα τη βρεφοκόμο, θα φύγουμε». Διστάζει μια στιγμή. Μετά αποφασίζει να το παίξβ άνετη. Καθόμαστε αμίλητοι στις δυο πολυθρόνες, με παιδιά να παίζουν στα πόδια μας. Κάθε τόσο κάποιο δάκι πλησιάζει τη Δούρου και της δείχνει το παιχνίδι το Αυτή το χαϊδεύει και του μιλάει. Κι όταν δυο παιδά> μαλώνουν, παίρνει το ένα στην αγκαλιά της για να τα κο θησυχάσει. Μου κάνει εντύπωση με πόση τρυφερότητί φέρεται στα παιδιά. Απέναντι μου στέκονται οι δύο Εκο μίτες. Έχουν κατεβάσει τα αυτόματά τους και τα κρο τάνε, διακριτικά, στο πλάι. Μόλις γυρίσουν, θα με κάνοί ρεντίκολο σε όλη την Ασφάλεια, που πήγα να συλλάβ^ βρέφη με τα ΕΚΑΜ. Σε μισή ώρα καταφτάνουν η αστυνομικίνα μαζί με βρεφοκόμο. Ενώ εγώ δίνω οδηγίες στην πρώτη, η Δούροιΐ ενημερώνει τη βρεφοκόμο. Πότε να ταΐζει τα παιδιά, π ό | τε ν’ αλλάζει πάνες στα βρέφη, της δείχνει τα κατατόπκ 302


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Πάμε» της λέω όταν τελειώνουμε, και φωνάζω στον Ε χαμίτη να φέρει την κοπέλα που την κρατάει στην κου­ ζίνα. Η κοπέλα έχει ένα βλέμμα παγιδευμένου ζώου. «Μη φοβάσαι, δεν είναι τίποτα» της λέει η Δούρου στα ελληνικά, αλλά δε φαίνεται να την πείθει. Ενώ περιμένουμε το ασανσέρ, η κοπέλα ελευθερώνε­ ται απότομα από τον Εκαμίτη και ορμάει στις σκάλες. Ο Εκαμίτης την προλαβαίνει στο τρίτο σκαλοπάτι και τη φέρ­ νει πίσω. Τα μπαλκόνια και τα παράθυρα στις γύρω πολυκα­ τοικίες είναι γεμάτα κόσμο που χαζεύει το θέαμα. Ένα μπουλούκι από ρεπόρτερ και κάμερες έχει κλείσει το δρό­ μο μπροστά στην πολυκατοικία. Μόλις με βλέπουν, ορμάνε πάνω μου, με τα μικρόφωνα προτεταμένα σαν ξι­ φολόγχες. Μιλάνε όλοι μαζί και δεν ακούω τι ρωτάει ο καθένας. «Κανένα σχόλιο» λέω, γενικά σε όλους, και πηγαίνω στο βαν, που οι Εκαμίτες το έχουν φέρει τώρα μπροστά στην πόρτα. Οι ρεπόρτερ τρέχουν πίσω μου και συνεχί­ ζουν να ρωτάνε, αλλά εγώ ούτε βλέπω ούτε ακούω. Χώνω τη Δούρου με την κοπέλα στο βαν και ξεκινάμε για την Ασφάλεια.

V 303


36 .

«Λέγε! Πού βρήκες τα παιδιά!» «Πού βρίσκουν τα παιδιά οι παιδικοί σταθμοί; Τους φέρνουν οι γονείς». «Και πού είναι οι γονείς;» · > «Είναι η τρίτη φορά που σας το λέω. Λείπουν στο εξ τερικό». «Ονόματα, διευθύνσεις, τηλέφωνα, για να επικοινω: σουμε μαζί τους». «Αφού σας είπα ότι λείπουν στο εξωτερικό. Δε θα ] τε κανέναν». Είμαστε στο γραφείο που κάνουμε τις ανακρίσεις. ■ Ελένη Δούρου κάθεται, στητή, σε μια καρέκλα, στην φαλή του τραπεζιού. Ακουμπάει τα χέρια της στο ξυ πλεγμένα το ένα με το άλλο, και μας κοιτάζει ψύχρα, σχεδόν προκλητικά. Δεξιά της κάθομαι εγώ και απένο μου ο Γκίκας. Είναι από τις σπάνιες φορές που αφήνει γραφείο του για να παραστεί σε ανάκριση, προφανώς να υπογραμμίσει τη σπουδαιότητά της. «Μας περνάς για ηλίθιους, κυρία Δούρου;» τη ρ ω τ" ο Γκίκας με ήπιο ύφος. «Ας πούμε ότι οι γονείς σού ράδιναν τα παιδιά τους και έφευγαν ταξίδι. Με ποιον χάσουν σ’ επαφή, αν τα παιδιά ήθελαν κάτι; Ποιον θα δοποιούσες, αν τύχαινε κάποιο ν’ αρρωστήσει;» «Είχα παιδίατρο που ερχόταν και τα κοίταζε, αν ήταν κάτι σοβαρό, τα πήγαινα στο νοσοκομείο. 304


[

Ν Υ Χ Τ ΕΡ ΙΝ Ο Δ ΕΛ Τ ΙΟ

αναλάμβανα όλα εγώ και οι γονείς είχαν το κεφάλι τους ήσυχο». «Και πώς τυχαίνει να είναι όλα Αλβανάκια και να μην υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο ανάμεσά τους; Μη μας δουλεύεις, Δούρου! Αυτά τα παιδιά μπήκαν λαθραία στην Ελλάδα!» Ως συνήθως, εγώ παίζω τον Κακογιάννη. Σηκώνει τους ώμους, σα να μην την αφορά το θέμα. «Εγώ δεν ξέρω πώς μπαίνει ο κάθε Αλβανός ή Βούλγα­ ρος στην Ελλάδα, ούτε και μ’ ενδιαφέρει. Εγώ ξέρω ότι τα πήρα από τους γονείς τους». «Σύμφωνοι, κυρία Δούρου» επεμβαίνει πάλι με το γλυ­ κό του ο Γκίκας. «Δώστε μας τις διευθύνσεις των γονιών, να διασταυρώσουμε αυτά που μας λέτε, και μπορείτε να φύγετε». Μέσα μου απονέμω τα εύσημα στον Γκίκα. Της είπε έμμεσα ότι αν δε μας δώσει την πληροφορία, δεν πρόκει­ ται να φύγει από δω. Φαίνεται ότι η Δούρου πήρε το μή­ νυμα, γιατί τη βλέπω να κομπιάζει. «Διευθύνσεις δεν έχω, αλλά μπορώ να σας δώσω ένα τηλέφωνο». «Έ να;» ρωτάω εγώ ειρωνικά. «Γιατί; Όλα τα παιδιά έχουν τους ίδιους γονείς, ή μπας κι ανήκουν σε σύλλογο;» Έχει αρχίσει να στριμώχνεται και προσέχει τα στρα­ βοπατήματα. «Ακούστε, το τηλέφωνο που θα σας δώσω είναι στα Τίρανα. Οι γονείς είναι Αλβανοί, που δεν μπο­ ρούν να μεγαλώσουν καλά τα παιδιά τους στην Αλβανία. Δεν υπάρχουν ούτε γιατροί ούτε φάρμακα ούτε κατάλλη­ λες τροφές, τίποτα. Τα φέρνουν, λοιπόν, στην Ελλάδα και τα παραδίνουν σ’ εμένα, που τα παίρνω εργολαβία. Οι γονείς έρχονται κάθε δυο-τρεις μήνες, τα βλέπουν και γυ ­ ρίζουν πάλι στην Αλβανία». Αγριεύω πάλι. «Λες ψέματα και δε θα σου βγει σε κα­ λό. Να σου πω εγώ τι κάνετε. Αγοράζετε τα παιδιά από 305


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τους γονείς τους, τα φέρνετε λαθραία στην Ελλάδα κ« πουλάτε για υιοθεσία. Έχετε στήσει ολόκληρη επιχε ση εμπορίας παιδιών». «Τι είναι αυτά που μου λέτε;» φωνάζει αγανο σμένη. «Είμαι διπλωματούχος νηπιαγωγός. 0 παιδ σταθμός μου λειτουργεί νόμιμα, με άδεια του Τπ γείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. Κι εσείς μου λέτε ότι νω εμπόριο παιδιών; Τι άλλο θα σκαρφιστεί το στημένο μυαλό σας;» «Αφού είσαι διπλωματούχος νηπιαγωγός, τι δου] έχεις με τις μεταμοσχεύσεις νεφρών;» τη ρωτάει ο Γκ' Προφανώς, περίμενε την ερώτηση, γιατί σηκώνει ι φορά τους ώμους και απαντάει αμέσως: «Έχω κάτι ■ ριμίες με γιατρούς, κι αυτοί μου πρότειναν να τους < νω αρρώστους από την Ελλάδα για μεταμοσχεύσεις» «Τι γιατροί ήταν αυτοί;» «Ξένοι... Τσέχοι... Πολωνοί... Ουγγαρέζοι... Έχω· ριμίες σ’ αυτές τις χώρες. Υπάρχει νόμος που ν’ απ ρεύει στους αρρώστους να πηγαίνουν για θεραπεία εξωτερικό;» Δεν υπάρχει και το ξέρει. Ούτε μπορού αποδείξουμε ότι τα όργανα είναι αγορασμένα από ποιους μπατίρηδες Βαλκάνιους. Παίρνω τη σκυτόιλη από τον Γκίκα. «Τι σχέση έχεις τον Ραμίζ Σέχη;» Είναι η μόνη αξιόλογη πληροφορία που μπόρεσα? αποσπάσω από τη βοηθό. Το ζευγάρι των σφαγμέ' Αλβανών τής ήταν άγνωστο. Μόλις όμως της έδειξα;’ φωτογραφία του Σέχη, τον αναγνώρισε αμέσως. Δεν εμφανιστεί ποτέ στον παιδικό σταθμό, όταν ήταν α εκεί. Αλλά ένα απόγευμα, που βγήκε με άδεια, ξέχασε κλειδιά της. Γύρισε για να τα πάρει και τον βρήκε να βεντιάζει με τη Δούρου. Μου είπε επίσης ότι κάποιος μίζ έπαιρνε κάθε τόσο τηλέφωνο και ζητούσε τη Δο ' 306


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Η Δούρου βρίσκεται για πρώτη φορά απροετοίμαστη. «Ποιος είναι αυτός;» ρωτάει, αλλά δεν έχει πια την ίδια σιγουριά. «Ένας Αλβανός που σκότωσε δυο συμπατριώτες του. Προχτές τον σκότωσε ένας άλλος Αλβανός, συγκρατούμενός του στον Κορυδαλλό». Βάζω μπροστά της τη φωτογραφία της Σήμανσης. Της ρίχνει μια ματιά και τη σπρώχνει. «Πρώτη φορά τον βλέπω». «Δεν τον βλέπεις για πρώτη φορά. Τον είδε η βοηθός σου και τον αναγνώρισε». «Πώς τον αναγνώρισε, αφού είναι πεθαμένος;» «Από τη φωτογραφία. Θέλεις να σου δείξω την κατά­ θεση της;» «Δε χρειάζεται. Εγώ τον βλέπω για πρώτη φορά». «Δεν είναι μόνο η φωτογραφία. Βρήκαμε πάνω του και τη διεύθυνσή σου. Πώς βρέθηκε η διεύθυνσή σου στον ΡαμίζΣέχη;» «Πού θέλετε να ξέρω; Μπορεί να του την έδωσε κά; ποιος από τους γονείς, για να μου πει ή να μου φέρει κά­ τι, κι αυτός να μην πρόλαβε». «Κι εμπιστεύτηκε έναν φονιά;» «Όλοι οι Αλβανοί γίνονται (ρονιάδες κάποια στιγμή χω­ ρίς να το καταλάβουν» μου απαντάει με περιφρόνηση. Παίζουμε για άλλο ένα μισάωρο την κολοκυθιά, αλλά δε βγάζουμε τίποτα. Όταν βγαίνουμε έξω, ο Γκίκας με κοιτάζει προβληματισμένος. «Τι κάνουμε τώ ρα;» τον ρωτάω. Θέλω να χτυπήσω μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Αφενός ζητάω τη γνώμη του για να τον δεσμεύσω. Αν αύριο πάει κάτι στραβά με τον Πυλαρινό, να μην τα φορτωθώ πάλι εγώ, όπως με τον Ντελόπουλο. Η τύχη μου δε θα με βοηθάει κάθε φορά. Αφετέρου όμως, είναι πιο μανούλι από μένα στο 307


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

να μανουβράρει καταστάσεις και θέλω να του αφήσω πρωτοβουλία. «Πώς έφερναν τα παιδιά στο σταθμό;» με ρ ω τάει «Η κοπέλα είχε έξοδο μία φορά την εβδομάδα. Η δος δεν ήταν σταθερή, την κανόνιζε πάντα η Δούρου. 'ΟΙ γύριζε, έβρισκε πάντα καινούργια παιδιά. Κάθε τόσα] Δούρου έπαιρνε κάποιο παιδί, για να το παραδώσει στί$ γονείς του». 0 Γκίκας γελάει. «Δεν έλεγε ψέματα. Αυτοί π ο υ | έπαιρναν, ήταν οι θετοί γονείς του». Σοβαρεύει. «K oii ξε τι μπορείς να βγάλεις από τον Χουρδάκη. Στο μετα| θ’ ανακοινώσουμε τη σύλληψη της Δούρου, αλλά δε θ α ίί νουμε λόγο ούτε για τον Σοβατζή ούτε για τις εταιρβ| του Πυλαρινού. Ασε να δούμε τι θα κάνει ο Σοβατζής, τά αποφασίζουμε αν θα τον βουτήξουμε ή αν θα μι σουμε πρώτα στον Πυλαρινό». -, Από το γραφείο μου παίρνω τηλέφωνο το ϊπ ο υ ρ γΙ Κοινωνικών Υπηρεσιών και ζητάω τη διεύθυνση που Ά την εποπτεία των παιδικών σταθμών. Η διευθύντρια μι επιβεβαιώνει ότι τα Αλεπουδάκια έχουν πάρει άδεια π | από δύο χρόνια και λειτουργούν νόμιμα. 0 φάκελός τα είναι καθαρός. Την ρωτάω αν ο επιθεωρητής παρατήβ σε τίποτα περίεργο στο σταθμό. | «Σαν τι περίεργο;» | «Ό τι όλα τα παιδιά είναι Αλβανάκια. Δεν υπάρχει flj τε ένα δικό μας». I «Αν υπάρχει κάτι περίεργο, κύριε αστυνόμε, είναι^ η μισή Ελλάδα κατοικείται από Αλβανούς». 1 Με αποστομώνει και το κλείνω. Φαίνεται ότι τα ν| για τη σύλληψη της Δούρου κυκλοφόρησαν ήδη, γιατί Σωτήρης μπαίνει αεράτος στο γραφείο. ij «Επιτέλους, βρήκαμε άκρη, ε;» | «Δεν ξέρω. Θα δείξει». | 308


ΝΪΧΤΕΡΙΝΟΔΕΛΤΙΟ

«Αν δε δείξει, τη βάψαμε, γιατί ο Χουρδάκης είναι μάλ­ λον καμένο χαρτί». «Δηλαδή;» «Πήρα αντίγραφα των λογαριασμών της οικογένειας από τις τράπεζες». «Τόσο γρήγορα;» απορώ. «Έπεισα τον εισαγγελέα ότι είναι πολύ επείγον. Μου έδωσε την άδεια και θα καλυφθεί μετά από το Δικαστικό Συμβούλιο. Δεν υπάρχουν όμως πουθενά μεγάλα ποσά. Το χοντρό ποσό είναι τριακόσιες χιλιάδες». Και ακουμπάει μπροστά μου τις φωτοτυπίες των λο­ γαριασμών. Τις παίρνω και κοιτάζω τις καταθέσεις. Πράγ­ ματι, δεν υπάρχουν μεγάλα ποσά. Οι λογαριασμοί του Χουρδάκη και του γιου του έχουν τη μεγαλύτερη κίνηση. Βλέπω συχνές καταθέσεις των διακοσίων πενήντα και τριακοσίων χιλιάδων, πουθενά όμως δεν ξεπερνάνε τις τρια­ κόσιες χιλιάδες. «Πόσο χρονών είναι ο γιος του;» «Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά είναι μεγάλος. Δουλεύει στα κομπιούτερ. Προγραμματιστής, νομίζω». Σίγουρα ο γιος βγάζει πιο πολλά από τον πατέρα. Αν όμως ο Χουρδάκης έχει και δεύτερο εισόδημα από κάπου αλλού, νάτα τα ποσά. Οι λογαριασμοί της γυναίκας του και της πεθεράς του έχουν κι αυτοί διακοσάρια και τρακοσάρια, αλλά πιο αραιά. «Έχεις δίκιο. Εκ πρώτης όψεως, δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο». Ο Σωτήρης κουνάει το κεφάλι του στενοχωρημένος. «Γι’ αυτό σας λέω, η Δούρου είναι η μόνη μας ελπίδα». Κοιτάζω πάλι, διαδοχικά, τους λογαριασμούς των Χουρδάκηδων. Είμαι σίγουρος ότι κάτι μου διαφεύγει, αλλά δεν μπορώ να βρω τι είναι. Η ώρα έχει πάει εφτά και αποφασίζω να κλείσω και να πάω σπίτι. Πρέπει να 309


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

σηκώσω λεφτά από την τράπεζα για την Αδριανή. Θ' να δω και το δώρο που αγόρασε στην Κατερίνα. Σε όλη τη διαδρομή το μυαλό μου δε λέει να ξεκο> σει από τους λογαριασμούς των Χουρδάκηδων. Ενώ ριμένω στο φανάρι της Βασιλέως Κωνσταντίνου για μπω αριστερά στη Σπόρου Μερκούρη, βρίσκω ξαφνικά μου ξέφυγε. Παίρνω στροφή επιτόπου και ξαναμπαί' στο ρεύμα της Βασιλίσσης Σοφίας. Όταν φτάνω στο γραφείο, οι δικοί μου έχουν φύ , Απλώνω τους λογαριασμούς, τον έναν δίπλα στον Πρώτα το λογαριασμό του Χουρδάκη στην Εθνική, δί της γυναίκας του στην Εμπορική, του γιου του στη Σ ’ μπανκ, και τελευταίο το λογαριασμό της πεθεράς του Πίστεως. Τα μεγαλύτερα ποσά χωρίζονται σε δυο κ γορίες. 0 Χουρδάκης καταθέτει τακτικά, κάθε μήνα, τε εκατόν πενήντα, πότε διακόσιες χιλιάδες. Θα πρέ να είναι η σύνταξή του. 0 γιος του καταθέτει δυο <pc το μήνα, άλλοτε εκατόν πενήντα, άλλοτε διακόσιες χιΐ δες. Προφανώς οι δεκαπενθημερίες του. Υπάρχει ό; μια δεύτερη κατηγορία ποσών, που έχει μια περίεργη , και στους τέσσερις λογαριασμούς. 0 Χουρδάκης κατα* τει στις 25/6/91 διακόσιες χιλιάδες στο λογαριασμό τ ' Σε δυο μέρες, η γυναίκα του καταθέτει κι αυτή τρι σιες χιλιάδες. Σε τρεις μέρες, ο γιος του, τριακόσιες λιάδες κι αυτός. Τελευταία καταθέτει η πεθερά του, μέρες μετά τον Χουρδάκη, διακόσιες χιλιάδες. Οι κα θέσεις επαναλαμβάνονται αρκετές φορές με τον ίδιο · πο. Τα ποσά διαφέρουν κάθε φορά, πότε καταθέτε' Χουρδάκης τα πιο πολλά, πότε η γυναίκα του, πότε ο ■ του και πότε η πεθερά του. Μα το άθροισμα βγαίνει ντα το ίδιο: ένα εκατομμύριο. Ξεκλειδώνω το συρτάρι μου και βγάζω το φάκελο Καραγιώργη. Παίρνω την κατάσταση με τα ψυγεία 310


[

ΝΪΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τρανσπιλάρ και συγκρίνω τις ημερομηνίες. Στο ψυγείο της 20/6/91, που καταγράφει η Καραγιώργη, αντιστοιχεί η κα­ τάθεση του Χουρδάκη στις 25/6/91 και στη συνέχεια της οικογένειας. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στις 25/8/91. Αυτή τη φορά, η γυναίκα του Χουρδάκη καταθέτει δια­ κόσιες χιλιάδες στις 30/8/91 και στη συνέχεια η υπόλοιπη οικογένεια, με τελευταία την κατάθεση του γιου. Σε όλες τις ημερομηνίες, που έχει καταγράψει η Καραγιώργη, αντι­ στοιχεί μια σειρά καταθέσεων. Υπάρχουν όμως ενδιάμε­ σα και άλλες καταθέσεις με την ίδια μέθοδο, που δε συν­ δυάζονται με κάποιο φορτηγό-ψυγείο. Προφανώς η Καραγιώργη εντόπισε μόνο κάποια ψυγεία, όχι όλα. Οι μεταφορές ήταν πολύ πιο συχνές, και είμαι βέβαιος ότι, αν ψάξω, θα δω ότι συνεχίστηκαν με κάποιον άλλον τε­ λωνειακό. Αυτό ήταν το κόλπο, λοιπόν. Ο Χουρδάκης έπαιρνε ένα εκατομμύριο μίζα από τα ψυγεία. Το έπαιρνε σε μετρη­ τά και το διοχέτευε σε τέσσερις λογαριασμούς. Όποιος έπαιρνε τον κάθε λογαριασμό χωριστά, δε θα μπορούσε να εντοπίσει ποσό που να τραβάει την προσοχή. Μόνο ο συνδυασμός των τεσσάρων λογαριασμών δίνει την πραγ­ ματική εικόνα. Αφήνω ένα σημείωμα στον Σωτήρη, ότι θέλω αύριο τον Χουρδάκη για ανάκριση, και φεύγω για την τράπεζα.

311


37 Το πρωί πάω την Αδριανή στον Σταθμό Λαρίσης, μαζ| τρία μπαούλα, ασήκωτα. Το προηγούμενο βράδυ, όταν ρισα στο σπίτι, τη βρήκα μπροστά σε τρεις ανοιχτές | τσες, που τις είχε απλώσει πάνω στο κρεβάτι και πό να χωρέσει μέσα όλη την ντουλάπα της. Έβγαζε τα , χα από τη μια, τα μετέφερε στην άλλη, έφερνε τα πάνω, στρίμωχνε στις γωνίες παπούτσια τυλιγμένα σε στικές σακούλες... Στο τέλος βαρέθηκα να την κοιτάω,' ρα τον Δημητράκο μου και την άραξα στο καθιστικό, τέλειωσε, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Έλεγα ότι θα ναμε έρωτα, επειδή θα χωρίζαμε για δύο εβδομάδες, λά εγώ είχα τις σκοτούρες μου και η Αδριανή ήταν ι δεν άντεχε να ουρλιάζει για να υποκρίνεται οργασμό. Ώσπου να τακτοποιήσω τα μπαούλα στο βαγόνι, λυγίσει σα μισοφέγγαρο. «Να δώσεις πολλά φιλιά Κατερίνα». «Δεν υπάρχει περίπτωση να έρθεις, ε; Έστω για Σαββατοκύριακο;» Ξέρει την απάντηση, αλλά κάνει τελευταία προσπάθεια, για την τιμή των όπλων. «Αστειεύεσαι; Μόλις αρχίσαμε να βρίσκουμε άκρη την υπόθεση, και δεν ξέρω ακόμα πού θα μας βγάλει Της δίνω ένα φιλί στο δεξί μάγουλο, μου το ανταπ' δει στο αριστερό, και κατεβαίνω από το βαγόνι. Έχει στο παράθυρο, αλλά εγώ δε σκοπεύω να μείνω ώσπου φύγει το τρένο. Βιάζομαι να πάω στην υπηρεσία. 312


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Πάρε με το βράδυ να μου πεις πώς έφτασες». Το Μιραφιόρι με περιμένει, στριμωγμένο σε μια θε­ οούλα, επί της Φιλαδέλφειας. Είναι δέκα και όταν φτά­ νω, επιτέλους, στην Ασφάλεια. Πριν μπω στο γραφείο μου, φωνάζω τον Σωτήρη. «Τι έκανες με τον Χουρδάκη;» «Αργήσαμε και τον χάσαμε. Έφυγε ταξίδι». Μένω σύξυλος. «Ταξίδι; Για πού;» «Για Μακεδονία-Θράκη. Έτσι λέει η γυναίκα του». «Με αυτοκίνητο;» «Όχι, με τη συγκοινωνία. Τρένο ή λεωφορείο, δεν ξέ­ ρει ακριβώς». «Να μου φέρεις τη γυναίκα του». Με κοιτάζει ξαφ­ νιασμένος. «Μη με κοιτάς, φύγε. Τη θέλω στο γραφείο μου σε μία ώρα, μαζί με τον γιο. Και ψάξε τον Χουρδά' κη. Στείλε σήμα στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Είναι π ι­ θανό να τρέχει για να σβήσει ίχνη που δεν τα ξέρουμε». Μια σκέψη περνάει από το μυαλό μου και με καθηλώ­ νει. Πώς έφυγε έτσι ξαφνικά ο Χουρδάκης; Σύμπτωση; Οπως και η δολοφονία του Αλβανού πριν τον ανακρίνου­ με; Ο Χουρδάκης δεν ήξερε ότι τον ψάχνουμε, άρα κά­ ποιος τον ειδοποίησε. Ποιος; Κάποιος από την τράπεζα; 0α το πίστευα, αν δεν είχε προηγηθεί ο Αλβανός. Χτες το βράδυ άφησα στον Σωτήρη το σημείωμα για να τον φέρει να τον ανακρίνω, σήμερα εξαφανίστηκε. Αποφασίζω να τα πω στον Γκίκα, για να είμαι εντά­ ξει. Εγώ του ζήτησα να καθυστερήσει την ένορκη διοικη­ τική εξέταση. Δεν έχω όρεξη να σκάσει καμιά βόμβα και να τρέχω να τα μαζεύω. Πάω να βγω από το γραφείο, αλλά δυο τύποι μού φρά­ ζουν την έξοδο. Τον πρώτο τον αναγνωρίζω αμέσως. Εί­ ναι ο Δήμος Σοβατζής. Φοράει γκρίζο κοστούμι, από εγ­ γλέζικο κασμίρι, σκούρο μπλε πουκάμισο και ανοιχτή 313


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

γραβάτα. Τα μαλλιά του είναι τσιτωμένα πίσω, όπως φωτογραφία. Αναρωτιέμαι αν τα χτενίζει κάθε πρωί μπριγιαντίνη ή αν τα έχει κολλήσει, μια κι έξω, με 1 κολλά στο κρανίο. 0 άλλος είναι ένας εξηντάρης, χον και φαλακρός, ντυμένος άψογα κι αυτός. Πίσω τους κεται ο Θανάσης. Προσπαθώ να μαντέψω σε τι οφείλω την επίσκεψη Σοβατζή. Ώς τώρα δεν πλησιάσαμε ούτε αυτόν ούτε Πυλαρινό. Συνεπώς, δεν μπορεί να ξέρει ότι τον ψός με. Να του το σφύριξε κάποιος ότι πιάσαμε τη Δο' Ποιος; Αυτός που τα πιάνει α π ’ όπου βρει; 0 ίδιος ειδοποίησε και τον Χουρδάκη; Και.πάλι όμως, γιατί βγει στην όψη, αντί να λουφάξει και να το παίξει < φορος; Θα ήθελα μιαν απάντηση σε όλα αυτά τα ε( ματα, για να ξέρω πώς θα τον χειριστώ, αλλά δεν την < « 0 κύριος Σοβατζής θέλει να σας μιλήσει» ακούω φωνή του Θανάση. Παραμερίζω και τους αφήνω να περάσουν. Προχ και κάθονται στις δυο καρέκλες. Εγώ πάω στο γρ μου χωρίς να τους δώσω το χέρι. «Από δω ο δικηγόρος, κύριος Σταράκης» μου λέ Σοβατζής. «Μόλις σήμερα το πρωί έμαθα ότι συλλάβ την αδελφή μου, κύριε αστυνόμε». Νά, λοιπόν, η απάντηση στα ερωτήματά μου. Η ρου είναι αδελφή του Σοβατζή. Είναι η μόνη απά που δε θα περνούσε ποτέ από το μυαλό μου. Την κ πίνω αργά, όπως τα παιδιά το παγωτό, για ν’ απολ σουν τη γεύση του. «Την κρατάμε για ανάκριση». «Με ποια κατηγορία;» ρωτάει ο δικηγόρος. «Δεν της απαγγείλαμε κατηγορία. Ακόμα». Δε θ ν’ ανοίξω τα χαρτιά μου, και προσθέτω αόριστα: «Απ είχαμε μια καταγγελία ότι στον παιδικό σταθμό 314


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

δέχεται Αλβανόπουλα, που μπήκαν λαθραία στην Ελλά­ δα και προορίζονται για εμπόριο». «Ποιος σας έκανε την καταγγελία;» ρωτάει ο Σοβα­ τζής. «Αυτό δεν μπορώ να σας το πω». «Και συλλαμβάνετε μια διπλωματούχο νηπιαγωγό, που λειτουργεί έναν παιδικό σταθμό, καθ’ όλα νόμιμο, επειδή κάποιος σας έκανε μια καταγγελία;» επεμβαίνει πάλι ο δικηγόρος. «Μπορεί η καταγγελία να υπηρετεί άλλους σκοπούς. Ανταγωνιστικούς, επαγγελματικής αντιζηλίας, κακίας κάποιου γονιού. Ό,τι θέλετε». «Ζητήσαμε από την κυρία Δούρου να μας δώσει τα ονό­ ματα και τις διευθύνσεις των γονιών που της παρέδωσαν τα παιδιά τους. Ώ ς τώρα δε μας έχει δώσει ούτε ένα όνο­ μα. Λέει ότι οι γονείς έρχονταν στην Ελλάδα, της άφηναν τα παιδιά και γύριζαν στην Αλβανία». «Και το βρίσκετε παράξενο αυτό στην εποχή που ζούμ ε;» με ρωτάει ειρωνικά ο Σοβατζής. «Το βρίσκω απίθανο. Κανένας γονιός δεν παρατάει το παιδί του, χωρίς ν’ αφήσει ούτε ένα τηλέφωνο για να επι­ κοινωνήσουν μαζί του σε ώρα ανάγκης». «Τηλέφωνα στην Αλβανία, κύριε αστυνόμε;» 0 Σοβα­ τζής το βρήκε αστείο και γελάει. «Στην Αλβανία δεν έχουν τηλέφωνο ούτε στα υπουργεία». Τώρα γελάει και ο δικηγόρος. Ανοίγω το συρτάρι μου και βγάζω από μέσα τη φωτογραφία της Καραγιώργη. Μ’ αυτόν και το φιλαράκι του, να τα λένε στην καφετέρια. «Γνωρίζετε αυτόν τον άνθρωπο;» τον ρωτάω, ενώ του δί­ νω τη φωτογραφία. Το γέλιο παγώνει στο στόμα του. «Πού βρήκατε αυτή τη φωτογραφία;» με ρωτάει, όταν συνέρχεται κάπως. «Δεν έχει σημασία πού τη βρήκα. Τον άνθρωπο, τον γνωρίζετε;» 315


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Για να είμαι μαζί του, θα πει ότι τον γνωρίζω», ξαναβρεί την ψυχραιμία του. «Είναι ο Γκούσταβ Kps ένας πολύ καλός μου φίλος από την Πράγα. Μεγό και σπούδασα στην Τσεχοσλοβακία. Έχω πολλούς φ£ εκεί». «Η αδελφή σας τον ήξερε αυτόν τον Κρένεκ;» «Ναι. Τον γνώρισε όταν ο Γκούσταβ ήρθε στην Ε> «Έχουμε σοβαρές υποψίες ότι πίσω από το ε μ π ' παιδιών κρύβεται αυτό το άτομο και ότι η αδελφή σας νεργαζόταν μαζί του». «Μιλάτε σοβαρά;» μου λέει, ενώ μου επιστρέφει φωτογραφία. « 0 Γκούσταβ Κρένεκ είναι ένας σοβί επιχειρηματίας». «Πολλές σοβαρές επιχειρήσεις είναι βιτρίνα για < δραστηριότητες. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό «Δεν μπορείτε να κατηγορείτε κάποιον με τέτοιες · νικότητες και αοριστίες, χωρίς να έχετε κανένα σι κριμένο στοιχείο. Απαιτώ ν’ αφήσετε ελεύθερη την αδ φή μου». «Θα την αφήσουμε όταν βεβαιωθούμε ότι δεν υπ~ καμία κατηγορία εις βάρος της». «Πότε μπορώ να δω την πελάτισσά μου;» επεμβα' ο δικηγόρος. Το ύφος μου του λέει, φαίνεται, ότι δε υποχωρήσω. «Τώρα». Καλώ από το εσωτερικό τον Θανάση και λέω να φέρει τη Δούρου στο γραφείο ανακρίσεων. «Μπορώ να τη δω κι εγώ;» ρωτάει ο Σοβατζής. «Λυπάμαι, αλλά απαγορεύεται όσο συνεχίζεται η ανάκριση. «Εγώ, στη θέση σας, θα της συνιστούσα να λήσει για να ελαφρύνει τη θέση της». Μόλις φεύγουν, παίρνω την ανάσα μου στο γραφ του Γκίκα. «Μιλάει στο τηλέφωνο» μου λέει η Κούλα. 316


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

|

«Θα διακόψει» της απαντάω ξερά και ορμάω μέσα. Ο Γκίκας είναι με το ακουστικό στο χέρι. Μου κάνει νόη­ μα να καθίσω. Όταν με βλέπει να κόβω βόλτες πάνω-κάτω, καταλαβαίνει ότι καίγομαι κι αποφασίζει να κλείσει. «Τι τρέχει;» με ρωτάει ενοχλημένος που του διέκοψα την τηλεφωνική επίσκεψη. Του λέω πρώτα για τον Σοβατζή και μετά για την εξα­ φάνιση του Χουρδάκη. «Του Σοβατζή είναι ευχάριστο. Τώρα ξέρουμε ότι η Δούρου είναι αδελφή του και γνώριζε αυτόν τον - πώς τον είπες;» «Τον Κρένεκ». «Τον Κρένεκ, μάλιστα. Του Χουρδάκη είναι δυσάρε­ στο. Θα προτιμούσα να είχαμε και την κατάθεσή του πριν μιλήσουμε με τον Πυλαρινό, αλλά δεν μπορούμε να κα­ θυστερήσουμε άλλο. Άσε, θα το κανονίσω εγώ». Το λέει σα να του φόρτωσα ένα πολύ μεγάλο βάρος. «Υπάρχει και κάτι ακόμα». «Τι;» «Πρώτα η δολοφονία του Αλβανού, πριν τον ανακρίνει η Πετρίδη, τώρα η εξαφάνιση του Χουρδάκη. Κάποιος τα : πιάνει και δίνει πληροφορίες». «Θέλεις να δώσω εντολή για ΕΔΕ; Εσύ μου είπες να την καθυστερήσω». Το σκέφτομαι. «Ας περιμένουμε μια-δυο μέρες ακό­ μα. Κάτι μου λέει ότι η υπόθεση θα ξεκαθαρίσει. Απλώς, σας το λέει να το ξέρετε». Χαμογελάει. «Κάτι μαθαίνεις σιγά σιγά» μου λέει και ξαναπιάνει το τηλέφωνο. Έξω από το γραφείο μου με περιμένει η αστυνομικίνα που είχα στείλει χτες στα Αλεπουδάκια της Δούρου. «Ήρθα να σας πω κάτι που έγινε χτες. Πέρασα και το πρωί, αλλά λείπατε».

J

317


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Βλέπω το ύφος της κι αρχίζω να ενδιαφέρομαι. έγινε;» Μ «Γύρω στις έξι χτύπησε η πόρτα και παρουσιάστηκε ι ζευγάρι, ξένοι. Μου μίλησαν αγγλικά και ζήτησαν τη ρου. Τους είπα ότι λείπει και με ρώτησαν πότε θα · Δεν ήξερα τι να κάνω και προτίμησα να πω αύριο, για-) σας ειδοποιήσω στο μεταξύ. Τότε, αυτοί μπήκαν στο ι μάτιο που είναι το πάρκο, και η γυναίκα πήρε ένα πο κι στην αγκαλιά της. Το έπαιζε και μιλούσε στον άντρα ? Απ’ ό,τι κατάλαβα, με τα λίγα αγγλικά μου, του έλεγε ι σο γλυκό είναι. Τους ρώτησα αν είχαν τηλέφωνο να αφήσουν, αλλά αυτοί είπαν όχι, θα ξαναπεράσουν». «'Οταν έρθουν, φρόντισε να τους κρατήσεις και ειί ποίησέ με αμέσως». «Μάλιστα». «Μπράβο» της λέω. «Εσύ θα πας μπροστά». Φεύη μ ’ ένα χαμόγελο που σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπό · Όταν φεύγει η αστυνομικίνα, πέφτω σε μια συ> που σιγά σιγά μου φτιάχνει το κέφι. Βγάζω από το κελο της Καραγιώργη την κατάσταση με τις αφίξεις, ξη ψυγείου από Τίρανα στις 20/6/91, άφιξη τσάρτερ Λονδίνο στις 22/6/91. Άφιξη ψυγείου στις 25/8/91, νέα < ξη τσάρτερ στις 30/8/91. Να άφιξη ψυγείου στις 30/10/ Ακολουθεί άφιξη εκδρομής από Νέα Υόρκη στις 5/11/ Η ίδια σχέση διατηρείται μέχρι το τέλος της κατάστο με διαφορές δύο έως πέντε ημερών ανάμεσα στην άφι3 του ψυγείου και στην άφιξη του τσάρτερ ή της εκδρομή Παίρνω το κέντρο και ζητάω να με συνδέσουν με προϊστάμενο του τελωνείου στα ελληνοαλβανικά σύν Του ζητάω να μου πει τις πιο πρόσφατες αφίξεις ψυγείι της Τρανσπιλάρ από Αλβανία προς Ελλάδα. Το τελεί ταίο πέρασε πριν από τέσσερις μέρες, το αμέσως π£ γούμενο πριν από μια βδομόιδα. Με κάποιο από τα δι3 318


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

έφτασε φορτίο παιδιών, εξού και εμφανίστηκαν οι Άγγλοι στον παιδικό σταθμό της Δούρου. Φέρνουν πρώτα τα παι­ διά και μετά από μερικές μέρες φτάνουν με πτήση τσάρ­ τερ, ή ως εκδρομείς, τα ζευγάρια που ενδιαφέρονται για υιοθεσία. Προφανώς, δηλώνουν και παιδί στο διαβατήριό τους, και όταν έρχονται εδώ, κάποιος από το Πρέσπες Τράβελ αναλαμβάνει τις διατυπώσεις. Επειδή πρόκειται για τσάρτερ ή για εκδρομείς, η διεκπεραίωση γίνεται ομα­ δικά, κανένας δεν ενδιαφέρεται να διαπιστώσει αν υπάρ­ χει παιδί κατά την είσοδο. Παίρνουν το παιδί από δω και φεύγουν σαν κύριοι. Αυτό ανακάλυψε η Καραγιώργη και το διασταύρωσε με την κατάσταση. Δεν μπορώ να μη θαυ­ μάσω το οργανωτικό δαιμόνιο του Σοβατζή. Έχει στήσει δυο παράνομες επιχειρήσεις, εξαγωγές αρρώστων για με­ ταμοσχεύσεις και εξαγωγές παιδιών για υιοθεσία, που απορροφούνται πλήρως από τις νόμιμες επιχειρήσεις του Πυλαρινού. Διεθνείς επιχειρήσεις ο Πυλαρινός; Διεθνείς και ο Σοβατζής. Άψογο. Και η Καραγιώργη, πώς τα ξετρύπωσε όλα αυτά; Δε θα το μάθω ποτέ, αλλά μπορώ να το φανταστώ. Στην εκ­ δρομή που έκανε με την αδελφή της και την ανιψιά της, ανακάλυψε τυχαία τις μεταμοσχεύσεις και άρχισε να ψά­ χνει. Βρήκε τη Δούρου κι έπεσε πάνω στον παιδικό σταθ­ μό με τ ’ Αλβανάκια. Μυρίστηκε ότι έβγαλε λαγό και συ­ νέχισε να ψάχνει πιο βαθιά. 0 Σωτήρης με βγάζει από τις σκέψεις μου. «Ήρθαν η Χουρδάκη με τον γιο της». «Φέρ’ τους μέσα». Η Χουρδάκη κοντεύει τα πενήντα. Είναι χοντρή και φο­ ράει ένα φιστικί παλτό, που τη δείχνει ακόμα πιο χοντρή. Είναι στολισμένη σα γύφτικο σκεπάρνι. Χρυσός κολιές, χρυσά βραχιόλια, χρυσά σκουλαρίκια, και στα δάχτυλά της ένα στρώμα δαχτυλίδια. Όσα στερήθηκε στα νιάτα της 319


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τα φόρεσε τώρα όλα μαζί, για να πατσίσει. 0 γιος της ναι το άλλο άκρο. Ενώ θα περίμενες ένα στελεχάκι, με στούμι και γραβάτα, αυτός είναι μουσάτος με χοντ| μπουφάν, τζιν και αθλητικά παπούτσια. «Πού είναι ο άντρας σου;» ρωτάω απότομα τη Χοι δάκη. «Έφυγε χτες για ταξίδι. Το είπα και στον κύριο υ· στυνόμο». Δείχνει φοβισμένη και ανήσυχη. Δεν μπορώ δω την έκφραση του γιου, γιατί την κρύβουν τα μούσι «Το είχε προγραμματίσει ή έφυγε ξαφνικά;» «Όχι, το είχε κανονίσει από μέρες». «Και πού πήγε;» «Μακεδονία... Θράκη... Δε μου είπε ακριβώς». «Πώς επικοινωνείς μαζί του;» «Με παίρνει αυτός τηλέφωνο, επειδή μετακινείται νέχεια». 0 γιος παρακολουθεί τη συζήτηση χωρίς να επεμβ< νει. Μόνο το βλέμμα του πετάγεται από τη μάνα του < εμένα και πίσω. «Μετακινείται συνέχεια και δεν πήρε το αυτοκί' του, αλλά πήγε με τη συγκοινωνία;» «Δεν το παίρνει ποτέ όταν φεύγει εκτός Αθηνών. Δι του αρέσει να οδηγεί». Σε ποιον τα πουλάς αυτά, λέω μέσα μου. Δεν το ρε, γιατί με το αυτοκίνητο θα τον εντοπίζαμε αμέσως. Ε' με τη συγκοινωνία είναι πιο δύσκολο. 0 γιος αποφασίζει, τελικά, να επέμβει στη συζήτη «Δεν καταλαβαίνω, κύριε αστυνόμε. Απαγορεύεται πάει ο πατέρας μου ταξίδι;» Παίρνω τη φωτοτυπία του λογαριασμού του στην τρό πεζά και του τη δίνω. «Μπορείς να μου πεις από πού πρε έρχονται αυτά τα διακοσάρια και τα τρακοσάρια;» το ρωτάω. 320


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Δεν ξέρω αν μ’ άκουσε, γιατί έχει βουλιάξει στο λο­ γαριασμό. «Πού τον βρήκατε;» με ρωτάει σε λίγο, σα να μην πιστεύει ότι είναι ο δικός του. «Μην το ψάχνεις. Τον ανοίξαμε νόμιμα, με άδεια ει­ σαγγελέα. Για τα ποσά θέλω να μου πεις». Γυρίζει και κοιτάζει τη μάνα του. Μα αυτή θαυμάζει τα δαχτυλίδια της. Βλέπει ότι από εκεί δεν έχει φως κι αναγκάζεται ν’ απαντήσει. «Οι διακόσιες πενήντα χιλιά­ δες είναι ο μισθός μου. Τα υπόλοιπα είναι... έκτακτα». «Τι έκτακτα;» «Δουλειές που κάνω έξω». Παίρνω το λογαριασμό της Χουρδάκη και της τον δί­ νω. «Κ αι τα δικά σου ποσά από πού είναι; Από οίκο μόδας;» «Μου τα δίνει η μητέρα μου» μου απαντάει αμέσως. «Μένει μαζί μας και έχει μερίδιο στα έξοδα του σπιτιού». «Η μάνα σου βάζει κι αυτή διακοσάρες και τρακοσά­ ρες στο λογαριασμό της, αλλά δε βλέπω πουθενά να τις βγάζει τακτικά και να τις μεταφέρει σ’ εσένα». Μόλις βλέπουν ότι έχω και το λογαριασμό της πεθεράς του Χουρδάκη, τα χάνουν και το βουλώνουν. Αγριεύω κι άλλο. «Πάρε και το λογαριασμό του άντρα σου να τον βά­ λεις δίπλα στους άλλους!» λέω στη Χουρδάκη. «Τα π ο­ σά έμπαιναν στους τέσσερις λογαριασμούς με μερικές μέ­ ρες διαφορά το ένα από το άλλο. Αν τα αθροίσεις όμως, δίνουν κάθε φορά ένα εκατομμύριο. Πού έβρισκε τόσα εκατομμύρια ο άντρας σου, ένας τελωνειακός με μειωμέ­ νη σύνταξη; Λέγε!» «Δε ζούμε από τη σύνταξη. 0 Στράτος κάνει κι όιλλες δουλειές» ψελλίζει. «Και πόσα του αποδίδουν αυτές οι δουλειές για να βά­ ζετε κάθε τόσο ένα εκατομμύριο στην τράπεζα και να ’χετε ολόκληρη σπιταρόνα στο Μήλεσι; Πες μου την αλήθεια, 321


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

γιατί θα σας κάψω όλους!» Γυρίζω στον γιο. «Εσύ θα ξ φτιλιστείς και θα χάσεις τη δουλειά σου, οι γονείς σου, σπίτι τους και θα πάτε όλοι φυλακή!» Ξαφνικά, ο γιος γυρίζει έξαλλος στη μάνα του. «Τ το είπα εγώ!» φωνάζει. «Του το είπα ότι δεν ήθελα βάζει λεφτά στο λογαριασμό μου, αλλά αυτός είναι ξ κέφαλος, δεν ακούει κανέναν!» «Σώπα» ψελλίζει έντρομη η μάνα. Μα ο γιος δεν είναι διατεθειμένος να θυσιάσει ζωή καριέρα για χάρη του πατέρα του. Προτιμάει να τα και να ησυχάσει. «Δεν ξέρω πού έβρισκε τα λεφτά ο π τέρας μου, κύριε αστυνόμε. Το μόνο που μου είπε, είότι θα έβαζε κάτι ποσά στο λογαριασμό μου και εγώ του τα επέστρεφα λίγα λίγα. Θα δείτε ότι κάνω αν ψεις πενήντα πενήντα χιλιάδες. Είναι οι επιστροφές, ίδιο έκανε και στη μάνα μου και στη γιαγιά μου». Παίρνω πάλι πίσω τους λογαριασμούς και τους κοιτ ζω. Πράγματι, μετά από κάνα-δυο μήνες εμφανίζονται όλους αναλήψεις πενήντα-εξήντα χιλιάδων». «Καλά, δε ρώτησες ποτέ τον πατέρα σου από τι ήτ αυτά τα λεφτά;» «Όχι». «Γιατί;» «Φοβόμουν να ρωτήσω» μου απαντάει. Δεν μπορώ να τους κρατήσω με τα στοιχεία που έχ Λέω στη γυναίκα να πει στον Χουρδάκη ότι τον θέλω αμ σως στην Αθήνα, και τους διώχνω. «Βγάλε ένα ένταλμα σύλληψης για τον Χουρδάκη» 1 στον Σωτήρη, όταν μένουμε μόνοι. Νεύει καταφατικά κ πηγαίνει στην πόρτα. «Δεν πρόσεξες το κόλπο με το λογαριασμούς;» τον ρωτάω τη στιγμή που βγαίνει. «Όχι. Δε σκέφτηκα να συγκρίνω τους λογαριασμούς Παίρνω το κρατητήριο και λέω να μου στείλουν πά 322


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

τη Δούρου. Είναι εμφανώς στραπατσαρισμένη. Το φόρε­ μά της έχει τσαλακωθεί, τα μαλλιά της είναι αχτένιστα, φαίνεται ότι πέρασε άσκημη νύχτα. Μόνο το βλέμμα της δεν έχει αλλάξει. Είναι προκλητικό και ψύχραιμο. « Σ ’ έφερα για να σ’ ενημερώσω» της λέω ειρωνικά. «Είχες επισκέψεις στον παιδικό σταθμό». Μια σκιά ανησυχίας περνάει από το βλέμμα της, αλλά το κρατάει σταθερό πάνω μου και με κοιτάζει καχύποπτα. «Τι επισκέψεις;» «Έ να ζευγάρι. Τους είπαμε ότι λείπεις κιέδείξάν με­ γάλο ενδιαφέρον για ένα από τα παιδάκια ποο ήεαν μέσα στο πάρκο. Το πήραν στην αγκαλιά τους, το χάιδευαν, τ ο ’παιζαν». ■ Προσπαθεί να διαβάσει κάποια αντίδραση « ίο ΐτρόσωπό μου, για να δει πού το πάω, αλλά μένω Ανέκφρα­ στος. Τελικά, αποφασίζει να χαμογελάσει. «Θαήΐαν οι γονείς του» μου λέει. «Αυτό που σας είπα τόσβ$ηίορές. Ήρθαν να το δουν». Η% «Φαίνεται ότι ήταν Αλβανοί που σ π ο ύ δ α φ ^ σ τη ν Οξφόρδη. Α π’ ό,τι μου είπαν, δεν τους ξεχώρί^ίς άπό Άγγλους». '' ■■*/«Αλβανοί ήταν» μου λέει με πείσμα. «Απλώς;· επειδή οι δικοί σας ξέρουν βλάχικα αγγλικά, τους πέροκΧ^ Υ«χ Άγγλους». Λ φι Δεν ξέρει ότι μ’ έθιξε προσωπικά με αυτό πουμόύ είπε. «Ελενίτσα» της λέω υποτιμητικά, για να της ανταποδώσω

με και στο τέλος θα σου φορτώσουμε άλλα τόσα»Γ '· · «Ήταν Αλβανοί και ήταν οι γονείς του παιδιο&'Τους τρομάξατε και το ’βαλαν στα πόδια. ΚαταλαβοήΑτε τι μου κάνετε; Μου καταστρέφετε τη δουλειά μου!·» ■' : 323


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Προφανώς, το ζευγάρι ήταν μιλημένο για να κουβ|| ντιάσει μόνο μ’ αυτήν, και είναι βέβαιη ότι δε θα ξανά( θουν, γι’ αυτό κάνει τον τζόρα. «Μίλησες με τον δικηγόρο σου;» «Μίλησα». «Και δε σου είπε ότι είναι προς το συμφέρον σου πεις την αλήθεια;» «Μία είναι η αλήθεια. Αυτή που σας είπα τόσες φορέ Την ίδια είπα και σ’ αυτόν». «Για τον φίλο σου τον Γκούσταβ Κρένεκ τι του είπες;ί| «Δεν είναι φίλος μου. Είναι φίλος του αδελφού μου. Ε-} τον είδα μία φορά όλο κι όλο, όταν ήρθε στην Αθήνα». Η αυτοπεποίθησή της έχει επανέλθει. Σηκώνομαι. «Θέλεις να στείλω κάποιον να σου φέρει αλλαξιέ ρούχα;» «Γιατί;» με ρωτάει καχύποπτη πάλι. «Γιατί σε βλέπω να μένεις πολύ καιρό εδώ μέσα» απαντώ και βγαίνω. Θα μπορούσα να μαζέψω όλα τα ξένα ζευγάρια ατ τα ξενοδοχεία και να τα περάσω από αναγνώριση, ξέρω ότι ο Γκίκας δε θα μου το εγκρίνει. Θα μου πει ψάχνουμε στα θολά, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Θα ξε| σηκώσουμε όλες τις ξένες πρεσβείες και θα κάνουμε ζη μιά στον τουρισμό.

324


38 Καθόμαστε και οι δυο φάτσα στο γραφείο του {fcbca. 0 Πυλαρινός είναι σκυμμένος πάνω στις δυο κατάοΐίάσεις της Καραγιώργη, αυτήν με τους ασθενείς για |ΐ$ ία μ ό σχευση και την άλλη με τα ψυγεία και τις αφίξεις. 3 ^ ^ ρ α τάει δίπλα-δίπλα, παρόλο που είναι άσχετες μεταξ&^υς, και τις μελετάει. Τα μαλλιά του είναι άσπρα και φοράει ριγέ κοστούμι, ανοιχτό γκρίζο πουκάμισ%'^άα σκούρα γραβάτα. Εγώ κάθομαι δίπλα του, με το φάφ&σ της Καραγιώργη ανοιγμένο στα γόνατά μου, και παρά* κολουθώ τις αντιδράσεις του. Ο Γκίκας είχε κανονίσει από χτες το ραντεβού. Μέ πήρε στο σπίτι, στις εννιάμισι, πάνω που πάσκιζα να σκστώσω την πλήξη μου με μια κωμική σειρά, α π ’ αυτές που τις βλέπεις και σου κόβεται το γέλιο για μια βδομάδα. Εγώ τις αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, αλλά ήταν το πρώτο βράδυ που ήμουν μόνος στο σπίτι. Άλλο να εί­ σαι μαλωμένος με τη γυναίκα σου και να μη λέτε κου­ βέντα, κι άλλο να είσαι μόνος. Το πρώτο είναι παιχνίδι, κόντρα νηνεμία «ευδία, ησυχία, γαλήνη», που λέει και ο Δημητράκος. Το δεύτερο είναι σκότωμα, κυρίως όταν είσαι χρόνια παντρεμένος, χωρίς προσωπική ζωή. Άσε που σκεφτόμουν ότι τώρα η Αδριανή θα τα λέει με την<Κ«τερίνα, και βούλιαζα ακόμα πιο πολύ στο πένθος. Τέ­ τοιο πένθος που δεν είχα διάθεση ν’ ανοίξω ούτε λεξι­ κό. Στήθηκα μπροστά στο κουτί και τα είδα όλα*- ΜιΙέή 325


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

εισαγγελέα, που ήταν στα σορόπια με τον άντρα της, · επιχειρηματία. Ευτυχώς, γλίτωσα την άλλη μίση, γιατί | πήραν η Αδριανή και η Κατερίνα. Η Αδριανή για να pc πει ότι έφτασε καλά, και η Κατερίνα για να μου πει π ά | σο χαίρεται που έχει κοντά της τη μαμά της. Μετά, είί το δελτίο των οχτώμισι, με την επανάληψη του ρεπορτά για τη σύλληψη της Δούρου και την είδηση ότι καταζητε ται ο Χουρδάκης. Και τέλος την κωμική σειρά. Προς τέλος της σειράς με πήρε ο Γκίκας, για να μου πει ότι · ραντεβού με τον Πυλαρινό ήταν στις έντεκα το πρωί. 0 Πυλαρινός σηκώνει αργά το κεφάλι του από τις κο ταστάσεις. «Έ χετε στοιχεία που ν’ αποδεικνύουν τοι ισχυρισμούς σας, κύριε ταξίαρχε;» ρωτάει τον Γκίκο Αυτός μου ρίχνει ένα βλέμμα. Εδώ δε φτάνει το ζουμ σε πέντε αράδες, όπως όταν κάνει δηλώσεις στους δι( μοσιογράφους. Χρειάζεται ανάπτυξη και τ ’ αφήνει εμένα. «Να σας τα πω με τη σειρά. Έχουμε καταρχήν το Αλβανό που δολοφόνησε το ζευγάρι. Στη συνέχεια δολ φονήθηκε κι αυτός στη φυλακή. Η κοπέλα που δουλεύβ στον παιδικό σταθμό, τον αναγνώρισε από τη φωτογρβ φία. Στην τσέπη του βρέθηκε η διεύθυνση της Ελένης Δού| ρου, αδελφής του Δήμου Σοβατζή. Ξέρουμε ότι όλοι έλεγχοι στα ψυγεία σας που γύριζαν από την Αλβανία ■ νονταν από τον ίδιο τελωνειακό. Κάποιον Χουρδάκη 'Οταν θελήσαμε να τον ανακρίνουμε, αυτός εξαφανίο κε. Έχουμε τον παιδικό σταθμό της Ελένης Δούρου, όποίί βρήκαμε μόνο Αλβανάκια. Έ χουμε το ζευγάρι τωΐ| Άγγλων που επισκέφτηκε τον παιδικό σταθμό και ενδι φέρθηκε εμφανώς για ένα παιδί. Και τέλος, έχουμε a t τό εδώ». Βγάζω από το φάκελο τη φωτογραφία του Σοβατζή τον Τσέχο και του τη δίνω. Την παίρνει και την κοιτάζειί 326


ΝΪΧΤΕΡΙΝΟΔΕΛΤΙΟ

«Ο ένας είναι ο Σοβατζής. Τον άλλον τον γνωρίζετε;» Διστάζει ανεπαίσθητα. Μετά λέει κατηγορηματικά. «Ό ­ χι, πρώτη φορά τον βλέπω». Καθίκι, λέω μέσα μου. Θα ήθελα να δω τη μούρη σου, αν σου έδειχνα τώρα τη φωτογραφία με τους τέσσερίς σας στα μπουζούκια. «Πρόκειται για κάποιον Τσέχο, ονόματι Γκούσταβ Κρένεκ, που δηλώνει επιχειρηματίας, αλλά έχουμε βάσιμες υποψίες ότι ο Σοβατζής συνεργάζεται μα­ ζί του. Κοιτάξτε την ημερομηνία». Μόλις τώρα την προσέχει. «Δεκαεφτά Νοέμβρη του χί­ λια εννιακόσια ενενήντα», ψελλίζει. Εσύ τους πήγαινες στα μπουζούκια, κι αυτοί, τρεις μέ­ ρες μετά, συνωμοτούσαν πίσω από την πλάτη σου. «Σας λέει κάτι;» «Ό χι» απαντάει πάλι, αλλά χωρίς την αρχική σιγου­ ριά του. Ο Γκίκας μού ρίχνει ένα γρήγορο βλέμμα και γυρίζει μετά στον Πυλαρινό. «Δεν έχουμε καμία αμφιβολία, κύ­ ριε Πυλαρινέ, ότι ο Δήμος Σοβατζής χρησιμοποιεί τη θέ­ ση του στις επιχειρήσεις σας για παράνομες δραστηριό­ τητες». «Αντιλαμβάνεστε, βέβαια, ότι εγώ δε γνώριζα τίποτε α π ’ όλα αυτά». «Το ξέρουμε ότι δεν έχετε καμία ανάμειξη. Γι’ αυτό θεωρήσαμε σκόπιμο να σας ενημερώσουμε, πριν μιλή­ σουμε με τον Σοβατζή. Δε θέλουμε να κινηθούμε χωρίς να το ξέρετε». Τον ξέρω τρία χρόνια, κι όμως κάθε φορά που τον βλέ­ πω να ελίσσεται, δεν μπορώ να κρύψω το θαυμασμό μου. Με τέτοιο γλείψιμο που κάνει στον Πυλαρινό, είναι σί­ γουρο ότι θα φτάσει στ’ αφτιά του υπουργού πόσο απο­ τελεσματικά και με πόση λεπτότητα χειρίστηκε το θέμα. Να πώς μαζεύουν τα πόιντς, Χαρίτο! 327


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Υπάρχει περίπτωση να είναι αστός ο δολοφόνος δύο δημοσιογράφων;» ρωτάει ο Πυλαρινός τον Γκίκα. «Δεν είμαστε βέβαιοι ακόμα, αλλά είναι σίγουρ μπλεγμένος». 0 Πυλαρινός κοιτάζει πάλι τη φωτογραφία. Απότομο τη σφίγγει ανάμεσα στα δάχτυλά του και πετάγεται πό νω, έξαλλος. «Το κάθαρμα!» λέει με λύσσα. «Του πλη ρώνω έναν αστρονομικό μισθό, έχει ποσοστά από τα κέ δη, και όλα αυτά δεν του φτάνουν! 0 αχάριστος!» «Θέλουμε τη βοήθειά σας, κύριε Πυλαρινέ» λέει ο Γκί κας. «Είναι και προς το δικό σας συμφέρον να ξεκαθο σουμε την υπόθεση γρήγορα και διακριτικά». Τονίζει το «διακριτικά», και του Πυλαρινού τού αρέ σει. «Πέστε μου τι θέλετε να κάνω». Ο Γκίκας γυρίζει πάλι σ’ εμένα, μια κι έχω αναλάββ τη λάντζα. «Θέλουμε τα ονόματα και τις διευθύνσεις οδηγών των ψυγείων που είναι στην κατάσταση. Επίσης! μια λίστα των ψυγείων που έκαναν δρομολόγια προς Αλβανία το τελευταίο εξάμηνο, μαζί με τα ονόματα το οδηγών τους. Θέλουμε τις λίστες επιβατών από τα τσό τερ και τις εκδρομές, που αναφέρονται στη δεύτερη κο τάσταση». «Θα τα έχετε όλα εντός της ημέρας». «Θα σας παρακαλέσω να μην πείτε τίποτα στον Σο<| βατζή για όλα αυτά» προσθέτει ο Γκίκας. «Αφήστε να < γκεντρώσουμε πρώτα τα υπόλοιπα στοιχεία. Δεν απο^ κλείεται να είναι αυτός ο δολοφόνος». «Θα μου είναι δύσκολο, αλλά έχετε το λόγο μου». Μου επιστρέφει τη φωτογραφία. Τη βάζω πάλι στο φ ά| κελο και τον κλείνω. 0 Πυλαρινός γυρίζει στον Γκίκα. Μι*| λάει σ’ αυτόν, αλλά απευθύνεται και στους δυο μας. «Κύριοι, σας ευχαριστώ θερμά που είχατε την καλό 4 σύνη να μ’ ενημερώσετε». 328


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Αυτός είναι, τουλάχιστον, πιο ευγενικός από τον Πετράτο και την Ντελοπούλου, λέω μέσα μου, καθώς τον βλέπω να πηγαίνει προς την πόρτα. 0 Γκίκας ακουμπάει την πλάτη στην πολυθρόνα του κι αφήνει έναν αναστεναγμό ανακούφισης. «Πάει κι αυτό» μου λέει. Έχει κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος. Εγώ όμως πολύ θα ήθελα να βουτήξω και τον Πυλαρινό, και ας φάω τα μούτρα μου.

329


39 Κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση με μια πλαστική σαΙ κουλά στα γόνατα. Η σακούλα περιέχει ένα σουβλάκι-γό ρο-απ’ όλα, ένα μπ«ρτέκι-απ’ όλα, ένα καλαμάκι-απ’ όλοι και μια μερίδα τηγανητές πατάτες, πρυ μπήκαν καυτέ στο σακουλάκι κι έχουν γίνει ζυμάρι. Τις ξεκολλάω μπουί κιά-μπουκιά και τις τρώγω. Δεν έχω πάρει πιάτο, γιατί μι αρέσει να τρώω τα σουβλάκια σα γύφτος. Έτσι τα φχά ριστιέμαι. Αν μ’ έβλεπε τώρα η Αδριανή, θα με είχε τι μωρήσει με διακοπή σχέσεων μιας εβδομάδας. Οι ειδήσεις έχουν πλήρες ρεπορτάζ για τον Χουρδάκη Από πού κατάγεται, πότε μπήκε στην υπηρεσία, πού υπηί ρέτησε, τα πάντα. Έχουν ανακαλύψει το σπίτι του, αλλέ η γυναίκα και η πεθερά του κλειδώθηκαν μέσα και δι βγαίνουν. Έτσι, περιορίζονται να δείξουν τον πύργο απ< τη Μάνη, που μεταφυτεύτηκε στο Μήλεσι, κι εκφράζουν την ίδια απορία που είχα κι εγώ όταν το πρωτοείδα: ποι βρήκε ένας τελωνειακός τα λεφτά για τέτοιο σπίτι; 0 γιο< του, που τον πετυχαίνουν στο δρόμο, είναι λακωνικός. Nat τον κάλεσαν στην αστυνομία για να τους πει πού βρίσκε ται ο πατέρας του, αλλά το μόνο που ξέρει, είναι ότι λεί πει ταξίδι. Οι ρεπόρτερ τού λένε ότι έχει εκδοθεί ένταλ" μα σύλληψης. «Είμαι βέβαιος ότι ο πατέρας μου θο απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις της αστυνομίας, μόλις επιστρέψει από το ταξίδι του» λέει με μια σιγουριά που δεν την είχε όταν τον ανέκρινα. Η Δούρου έχει πάει στο 330


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

περιθώριο, μια και δεν υπάρχουν νεότερα γ ι’ αυτήν. Απλώς αναφέρουν ότι εξακολουθεί να κρατείται και ν’ ανακρίνεται. Όσο για τον Κολάκογλου, αυτός έχει εξα­ φανιστεί τελείως από το δελτίο. Κανείς δεν ασχολείται πια μαζί του, ούτε καν ο Σωτηρόπουλος, που ήθελε να αποκαλύψει τη δικαστική πλάνη και να τον αποκαταστήσει. Τα σουβλάκια τελειώνουν μαζί με το δελτίο. Είμαι ανά­ μεσα στο να συνεχίσω να χαζεύω το κουτί ή να καταφύ­ γω στα λεξικά μου, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο Θανάσης. «Τους εντοπίσαμε» μου λέει θριαμβευτικά. «Ο Ευάγ­ γελος Μηλιώνης είναι εδώ και σας περιμένει. 0 Χρήστος Παπαδόπουλος φτάνει απόψε στην Πάτρα, με φέρι από την Ανκόνα». «Καλά, έρχομαι. Στο μεταξύ, στείλε σήμα στην αστυ­ νομία Πατρών να κρατήσουν τον Παπαδόπουλο και να μας τον στείλουν». Ο Πυλαρινός φάνηκε συνεπής. Στις πέντε το απόγευ­ μα μας είχε εφοδιάσει με όλα τα στοιχεία που του ζήτη­ σα. Ο Μηλιώνης και ο Παπαδόπουλος είναι οι δύο οδηγοί των ψυγείων που είχε εντοπίσει η Καραγιώργη. Με τις λί­ στες επιβατών, τα πράγματα ήταν πιο μπερδεμένα. Αυτοί που ήταν από χώρες της ΕΟΚ, περνούσαν μόνο με επίδει­ ξη ταυτότητας. Έστειλα στο αεροδρόμιο τις καταστάσεις επιβατών από Αμερική και Καναδά, αλλά οι πιθανότητες να εντοπίσουν ποιοι α π ’ αυτούς είχαν δηλώσει παιδιά, ήταν ελάχιστες. Μετά την εμφάνιση του ζευγαριού στον παιδικό σταθμό της Δούρου, δεν έχω καμία αμφιβολία για τη μηχανή που είχε στηθεί, αλλά, χωρίς το ζευγάρι, είναι πολύ δύσκολο να το αποδείξω. Η μόνη μου ελπίδα είναι να σπάσουν η Δούρου ή ο Χουρδάκης ή ένας από τους οδηγούς. 331


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Στην Ασφάλεια με περιμένει ένας τριαντάρης, ξερό κιανός, με μουστάκι και γένια τριών ημερών - ο Ευά' λος Μηλιώνης. Το ποινικό μητρώο του είναι πεντακάθο ρο. Ούτε καταδίκες ούτε συλλήψεις ούτε ατυχήματα. Είν άγαμος και ζει με τους γονείς του. Κάθεται απέναντι | με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, και το ύφος του μιί γκα νταλικέρη που δεν ιδρώνει εύκολα το αφτί του. «Είσαι οδηγός στην Τρανσπιλάρ;» «Ναι». «Και οδηγείς ψυγείο;» «Ψυγείο, νταλίκα, ό,τι μου δώσουν». «Κάνεις αγώγια στην Αλβανία;» «'Οχι μόνο. Πάω και Βουλγαρία και Ιταλία και Γερμα| νία». «'Οταν πας στην Αλβανία, τι μεταφέρεις;» «Ό ταν πάω με ψυγείο, κατεψυγμένα κρέατα, κατε^ ψυγμένα ψάρια ή αλλαντικά. Όταν πάω με νταλίκια, α π ί κονσέρβες μέχρι ρούχα, ό,τι βάλει ο νου σου». «Και τι έφερνες όταν γύριζες;» «Τίποτα. Γύριζα άδειος». «Στις 25/8/91, στις 22/4/92, στις 18/7/92 και στις 5/11/ πέρασες στα σύνορα από Αλβανία προς Ελλάδα». «Μπορεί. Πού να θυμάμαι μέσα σε τόσα ταξίδια ποι κάνω». «Με τι φορτίο γύρισες;» «Σ ’ το ’πα. Άδειος». «Εγώ ξέρω άλλα. Ξέρω ότι μετέφερες λαθραία Αλβαι νούς και Αλβανάκια». Μου ρίχνει ένα ερευνητικό βλέμμα, αλλά αμέσως ξεκ σπάει σε γέλια. «Από πότε αρχίσαμε να φέρνουμε τους Αλβανούς κατεψυγμένους στην Ελλάδα;» Πετάγομαι πάνω και κολλάω τη μούρη μου στη δικι/ του. «Άσε τις εξυπνάδες, Μηλιώνη, γιατί θα σου βγε( 332


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

ξινό!» ουρλιάζω στ’ αφτί του. «Ξέρω ότι και στα τέσσε­ ρα ταξίδια πήγες στην Αλβανία φορτωμένος εμπορεύμα­ τα και γύρισες φορτωμένους Αλβανόπουλα! Πιάσαμε την Ελένη Δούρου και μας τα ξέρασε όλα!» «Ποια είναι αυτή;» «Τα Αλεπουδάκια δε σου λένε τίποτα;» «Όχι». «Τα Αλεπουδάκια είναι ένας παιδικός σταθμός στου Γκύζη, που τον έχει η Δούρου. Σε αυτήν παράδινες το φορ­ τίο με τα Αλβανάκια». «Τη Δούρου δεν την ξέρω και παιδικό σταθμό δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Μεγάλωσα στους δρόμους τρώγο­ ντας ξύλο από τη μάνα μου». «Το ξύλο μπορεί να σου φανεί χρήσιμο τώρα που θα πας φυλακή». «Άσε να πάω πρώτα» μου απαντάει ψύχραιμα. «Θα πας, γιατί πιάσαμε και τον Χουρδάκη». «Ποιος είναι πάλι αυτός;» « 0 τελωνειακός που έκανε τα στραβά μάτια για να περνάτε άνετα τους λαθραίους». Σηκώνει αδιάφορα τους ώμους. «Σ’ εμένα δεν έκανε κα­ νείς τους τα στραβά μάτια. Με είχαν ώρες στο περίμενε». «Είσαι στούρνος, Μηλιώνη. Το παίζεις λεβεντομαλάκας και θα σ’ τα φορτώσουμε όλα, κι αυτοί που έκαναν τη χοντρή μπάζα θα τρίβουν τα χέρια τους που βρήκαν το κουρεμένο γίδι. Μίλα για ν’ αλαφρύνεις τη θέση σου. Από τον Σοβατζή έπαιρνες εντολές;» «Στον Σοβατζή δεν έχω μιλήσει ποτέ στη ζωή μου. Τον είδα μια φορά όλο κι όλο, από μακριά, όταν ήρθε στο γκαράζ. Μίλησε με τον προϊστάμενο κινήσεως, κι εμάς ούτε γύρισε να μας κοιτάξει». «Πού ήσουν στις 27 Νοεμβρίου;» Είναι η μέρα που σκό­ τωσαν την Καραγιώργη. 333


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Κάτσε να θυμηθώ... Στις 20 έφυγα για Ιταλία, Γερ μανία. Στις 27 φόρτωνα στο Μόναχο». Σίγουρα μου λέει την αλήθεια, γιατί ξέρει ότι μπορ να το εξακριβώσω εύκολα. «Και στις 30;» Η μέρα πο σκότωσαν την Κωσταράκου. «Εδώ, στην Αθήνα». Θα μπορούσα να τον ψάξω για το φόνο της Κώστα-) ράκου, αλλά από τη στιγμή που έχει άλλοθι για την Κα^ ραγιώργη, είναι ανώφελο. Η ανάκριση κρατάει ώς τις εφτά το πρωί. Ανακυκλώ^ νει τις ίδιες ερωτήσεις με τις ίδιες απαντήσεις, πότε με πε-1 ρισσότερη αγριάδα από μένα, πότε με περισσότερη νευ*| ρικότητα α π ’ αυτόν. Δεν καταλήγει ωστόσο πουθενά. Μηλιώνης είναι νέος και νταλικέρης, μαθημένος να ξενυ-| χτάει πάνω στο τιμόνι, και στις εφτά είναι το ίδιο φρέσκο όσο και στις δέκα το βράδυ που ξεκινήσαμε. Π ατάει« αντοχή του και θέλει να μ’ εξοντώσει. Το μυρίζομαι καί| αλλάζω τακτική. Τον ανακρίνω για μισή ώρα με τρία τέταρτα, και μετά του στέλνω τον Θανάση. Πίνω έναν κα­ φέ, χαλαρώνω, και πιάνω πάλι βάρδια από την αρχή, σο να μην προηγήθηκε τίποτα, για άλλο ένα μισάωρο με τρία] τέταρτα. Πιστεύω ότι έτσι, αφενός, του σπάω τα νεύρα,! αφετέρου, κρατιέμαι ξύπνιος με τους πολλούς καφέδες,] γιατί από τις τρεις και μετά έχω αρχίσει να γλαρώνω. Είμαι στον πέμπτο καφέ, ακουμπισμένος στην πολυ-| θρόνα του γραφείου μου, κι έχω κλείσει τα μάτια για ν α | τα ξεκουράσω όταν χτυπάει το τηλέφωνο. «Κύριε αστυνόμε, έφεραν κάποιον Παπαδόπουλο. Εί-,Ι ναι για σας» μου λέει ο αστυνομικός από την υπηρεσία] του κρατητηρίου. «Πάρτε τον Μηλιώνη από την ανάκριση και φέρτε τον! Παπαδόπουλο. Θέλω να τους απομονώσετε αυτούς τους] δυο. Δεν πρέπει να επικοινωνήσουν καθόλου μεταξύ τους».

Γ

334


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Παίρνω μπροστά μου τα στοιχεία του Παπαδόπουλου και προσπαθώ να συγκεντρωθώ για να τα διαβάσω. 0 Παπαδόπουλος είναι πενηντάρης, με γυναίκα και δύο π αι­ διά. Η κόρη του είναι παντρεμένη κι έχει ένα αγοράκι ενός χρονών. 0 γιος του είναι φαντάρος. Αφήνω να περάσει άλλο ένα μισάωρο και πάω πάλι στο γραφείο των ανακρίσεων. Βρίσκομαι μπροστά σ’ έναν φαλακρό, μ’ ένα στομάχι που ξεχειλάει από τη ζώνη του. Σίγουρα κουμαντάρει το τιμόνι με το στομάχι, κι αν δε φοράει μοκασίνια, τότε η γυναίκα του τού δένει τα κορ­ δόνια. Μόλις με βλέπει, στηρίζεται με τα χέρια του στην επιφάνεια του τραπεζιού, για να στυλώσει τον όγκο του. «Γιατί με φέρατε εδώ; Τι έχω κάνει; Ούτε μάλωσα στο δρόμο ούτε ατύχημα έκανα, τίποτα! Ρωτάω τους δικούς σας πού με πάνε και κανείς δε μου λέει!» Σωπαίνει για να του πω εγώ, αλλά βλέπει ότι δεν παίρ­ νει απάντηση, κι αρχίζει πάλι να φωνάζει. «Άφησα την νταλίκα μου φορτωμένη στην Πάτρα, στο έλεος του Θεού! Αν την πάρουν χαμπάρι τα κλεφτρόνια και την αδειάσουν, η εταιρεία θα κυνηγάει εμένα!» Προσπαθεί να μου το περάσει για ξέσπασμα, αλλά μάλλον θέλει να ξεπεράσει το φόβο του με τις φωνές. «Κάθισε» του λέω ήρεμα. Υπακούει αμέσως και κά­ θεται. Αρχίζω όπως και με τον Μηλιώνη. Παίρνω τις ίδιες απα­ ντήσεις, αλλά με διαφορετικό ύφος. Γύριζε άδειος πάντα, δεν ξέρει τίποτα για λαθραία παιδιά, τι είναι αυτά που πάμε να του φορτώσουμε, τριάντα χρόνια στο τιμόνι δεν έχει κάνει ούτε ατύχημα. Μόνο που ο Μηλιώνης ήταν ψυ­ χρός και αδιάφορος, ενώ αυτός φωνάζει, χτυπιέται, αλλά τρέμει το φυλλοκάρδι του. Η κατάσταση αλλάζει όταν φτάνουμε στον Χουρδάκη. «Τον Χουρδάκη τον ξέρεις;» 335


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Δεν ξέρω κανέναν Χουρδάκη». «Ο Χουρδάκης είναι ο τελωνειακός στα σύνορα, πι κοιτούσε τα πουλάκια στα δέντρα για να περνάτε ανε' χλητοι». «Δεν ξέρω τους τελωνειακούς με τα ονόματά τους. Ξέ; ρετε από πόσους τελωνειακούς έχω περάσει, τριάντα χρό­ νιοι στο τιμόνι;» «Αυτός όμως σε ξέρει. Ήταν κι αυτός στο κόλπο. Τι ’πιάνε για να σας αφήνει να περνάτε. Αυτός μας έδ τ ’ όνομά σου». $ Βγάζει από την τσέπη του ένα μαντίλι και σκουπίζει τον ιδρώτα από το κούτελό του. Με κοιτάζει και προ­ σπαθεί να μαντέψει αν του λέω αλήθεια ή ψέματα, δεν μπορεί να ξέρει ότι ο Χουρδάκης είναι εξαφανισμέ-| νος και τον ψάχνουμε. «Άκουσέ με, Παπαδόπουλε» του λέω γλυκά, σχεδό' φιλικά. «Ξέρω ότι είσαι ο τελευταίος τροχός της άμαξι και ότι άλλοι έπιαναν τα χοντρά λεφτά. Αυτούς κυνηγά κι όχι εσένα. Αν συνεργαστείς, σου δίνω το λόγο μου ότιθα πέσεις στα μαλακά. Θα μιλήσω στον ανακριτή και μάλ-ι λον θα εξαγοράσεις την ποινή σου, οπότε θα βγεις και θα λες ότι σ’ έφαγαν τα θηρία. Αν όμως μου κάνεις το ζόρι κο, θα σε στείλω μέσα, τουλάχιστον για πέντε χρόνια. Σκέ ψου τη ζημιά που θα κάνεις στον γιο σου, που είναι φ α-| ντάρος ακόμα. Στην κόρη σου, που μπορεί να χαλάσει το σπίτι της. Θα κάθεσαι στη φυλακή και θα τρως βροχή τα χαστούκια». Σωπαίνω. Δε μιλάει ούτε αυτός. Μόνο κοιταζόμαστε. Και ξαφνικά βλέπω τον όγκο να ξεσπάει σε κλάματα. Το στομάχι του τραντάζεται και σκαλώνει συνέχεια στην άκρη του τραπέζιού, σα λάστιχο φορτηγού που τρίβεται στο πε­ ζοδρόμιο, τα δάκρυα σκαρφαλώνουν με κόπο τα χοντρά του μάγουλα, μετά όμως παίρνουν φόρα και καταλήγουν 336


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

στο τραπέζι. Αυτός τ ’ αφήνει να κυλάνε χωρίς να τα σκου­ πίζει. Το θέαμα είναι τόσο θλιβερό, που θέλω να γυρίσω το πρόσωπο για να μην το βλέπω. «Για την κόρη μου το ’κανα» λέει μέσα από τους λυγ­ μούς του. «Της είχα υποσχεθεί προίκα ένα διαμέρισμα και δεν έβγαινα με τα γραμμάτια. Ό,τι λεφτά πήρα, πή­ γαν όλα στο διαμέρισμα της κόρης μου». «Κάτσε να τα πάρουμε από την αρχή. Ποιος σ’ έμπα­ σε στο κόλπο; Ο Σοβατζής;» Το κλάμα κόβεται απότομα και με κοιτάζει έκπληκτος. «Ποιος Σοβατζής, ο δικός μας; Τι δουλειά έχει ο Σοβα­ τζής με όλα αυτά;» Είναι η σειρά μου να εκπλαγώ. Τον κοιτάζω αμίλητος, ενώ δαγκώνω τη γλώσσα μου για να μην προδοθώ. «Ποιος τότε; Η Δούρου;» «Όχι. Ένας ξένος». «Ξένος;» «Γύρω στα μέσα Ιουνίου του ΌΙ ήμουν με φορτίο στα Τίρανα και με πλησίασαν ένας ξένος μ’ έναν Βορειοηπει­ ρώτη. Ο ξένος μιλούσε ιταλικά στον Βορειοηπειρώτη, κι αυ;τός μου τα ’λεγε στα ελληνικά. Ήξεραν ότι γύριζα άδειος και με ρώτησαν αν ήθελα να μεταφέρω στη ζούλα δικά τους φορτία και να βγάζω κάθε φορά μισό εκατομμύριο. Τους είπα ότι εγώ δεν μπλέκω με τέτοια, αλλά ο ξένος επέμεινε. Μου είπε ότι στα σύνορα είναι μιλημένοι και δε δια­ τρέχω κανέναν κίνδυνο». «Κι εσύ τον πίστεψες;» «Δεν τον πίστεψα έτσι. Προσφέρθηκε να έρθει μαζί μου στο πρώτο ταξίδι, για να δω και μόνος μου ότι όλα ήταν κανονισμένα. Έτσι κι έγινε. Ήρθε μαζί μου, περάσαμε νύ­ χτα τα σύνορα χωρίς κανέναν έλεγχο. Από τότε, σε κάθε ταξίδι, έπαιρνα κι ένα φορτίο μαζί με πεντακόσια χιλιά­ ρικα για πάρτη μου». 337


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Και το φορτίο ήταν Αλβανοί και Αλβανόπουλα». «Μόνο Αλβανόπουλα. Οι Αλβανοί ήταν ένα ζευγάρ που πρόσεχε τα παιδιά. Το ίδιο κάθε φορά». Αρχίζω να καταλαβαίνω, αλλά δε θέλω να τον σταμα-| τήσω τώρα που πήρε φόρα. «Και στην Αθήνα πού τα παι§ ράδινες;» «Δεν τα παράδινα στην Αθήνα». «Αλλά;» «Δέκα χιλιόμετρα έξω από την Καστοριά, έβγαινα α π ό | την Εθνική σ’ έναν παράδρομο. Εκεί με περίμενε ένα κλει-| στό φορτηγό. Τα παιδιά και το ζευγάρι μεταφέρονταν στο( φορτηγό, κι εγώ γύριζα άδειος στην Αθήνα». Νά γιατί δε γνώριζαν τη Δούρου, ούτε αυτός ούτε ο] Μηλιώνης. Όλα τα κανόνιζε ο Κρένεκ από την Αλβανία. 0 Σοβατζής δε φαινόταν πουθενά. 0 Κρένεκ είχε το τμή­ μα προμηθειών, ο Σοβατζής το τμήμα πωλήσεων και η | Δούρου την αποθήκη. Ο μόνος συνδετικός κρίκος ήταν τα ί δύο αδέλφια, ο Σοβατζής και η Δούρου. Όλοι οι άλλοι χ ά -| νονταν κάπου ενδιάμεσα. Παίρνω τηλέφωνο τον Θανάση! και του λέω να μου φέρει τις φωτογραφίες του ζευγαριού J που σκότωσε ο Ραμίζ Σέχη και τις φωτογραφίες του ίδιου, ί που του έβγαλε η Σήμανση. «Πού ήσουν στις 27 Νοεμβρίου;» Η ημερομηνία δε φαίνεται να του χτυπάει καμπανάκι, 1 γιατί απαντάει τελείως αυθόρμητα. «Εδώ, στην Αθήνα». 1 «Τι έκανες εκείνο το βράδυ μεταξύ έντεκα και μία, θυ- ] μάσαι;» «Ώς τις δώδεκα ήμουν στο σπίτι της κόρης μου. Γιορτά- ] ζαμε τα γενέθλια του έγγονα. Μετά, γύρισα σπίτι με την κυρά». Η θύμηση του εγγονού τον κάνει να βουρκώσει πάλι. «Ποιοι άλλοι ήταν εκεί;» «Τα συμπεθέρια και η αδελφή του γαμπρού μου με τον άντρα της. Γιατί ρωτάτε;» 338


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Γιατί εκείνο το βράδυ δολοφονήθηκε μια δημοσιο­ γράφος που είχε σχέση με την υπόθεση». «Φονιάς δεν είμαι!» φωνάζει έντρομος. «Εντάξει, η κό­ ρη μου θα ’χάνε το διαμέρισμα κι έμπλεξα, αλλά φονιάς δεν είμαι!» «Ησύχασε, δεν πας για φόνο» του λέω. 0 Θανάσης φέρνει τις φωτογραφίες. Του δείχνω πρώ­ τα τη φωτογραφία του ζευγαριού. Ρίχνει μια ματιά και γυρίζει το πρόσωπό του για να μην τη βλέπει. «Τους γνωρίζεις;» «Αυτοί είναι» ψελλίζει. «Αυτοί που συνόδευαν τα παι­ διά». Τραβάω τη φωτογραφία πριν ξεράσει πάνω στο τρα­ πέζι. «Κι αυτόν εδώ τον ξέρεις». «Ναι. Είναι ο οδηγός του φορτηγού που με περίμενε έξω από την Καστοριά». Αυτό ήταν λοιπόν. Οι τρεις βουτουσαν κανένα παιδί και το πουλούσαν για πάρτη τους. Ο Σέχη τούς έσφαξε γιατί δεν του έδιναν τη μίζα του. Γι’ αυτό βρήκαμε τα π ε­ ντακόσια χιλιάρικα κρυμμένα στο καζανάκι της χαμοκέ­ λας. Μετά κάποιοι έβαλαν τον άλλον Αλβανό να σφάξει τον Σέχη, γιατί ήταν το μοναδικό μονοπάτι που έβγαζε στη Δούρου.

339


40 «Πού καταλήγουμε, λοιπόν;» με ρωτάει ο Γκίκας. Έχε μπροστά του την κατάθεση του Παπαδόπουλου, που τητί υπέγραψε πριν από λίγο. Η ώρα είναι μόλις δώδεκα κι εγώ ^ουτουλάω. «Υπάρ^ χουν τα υπέρ, υπάρχουν και τα κατά». «Πες μου τα υπέρ». «Ξέρουμε ότι όλη η επιχείρηση είχε οργανωθεί από τον Κρένεκ στην Αλβανία. Πιάσαμε τους δύο οδηγούς. Ξέ^| ρουμε ότι ο Σέχη παραλάμβανε τα παιδιά έξω από την Καστοριά και τα παράδινε στη Δούρου. Ώς εδώ δένουν όλα, αλλά τώρα ερχόμαστε στα κατά. Δε βρίσκω πουθε­ νά σύνδεση με τον Σοβατζή. Ο Κρένεκ μπορεί να τα ορ­ γάνωσε όλα αυτά με τη Δούρου και ο Σοβατζής να μην εί­ χε ιδέα. Η μόνη μας ελπίδα είναι ο Χουρδάκης. Εκτός κιΐ αν αποδείξουμε ότι ο Σοβατζής σκότωσε την Καραγιώρ-] γη και την Κωσταράκου». «Αποκλείεται να τις σκότωσε η Δούρου;» «Στην καλύτερη περίπτωση να της φορτώσουμε την 1 ηθική αυτουργία. Όλα δείχνουν όμως ότι ο δολοφόνος ήταν ! άντρας». Με κοιτάζει σκεφτικός. Είναι φανερό ότι του χάλα­ σα το κέφι. «Μην απελπίζεσαι» μου λέει, πιο πολύ για να τονώσει τον εαυτό του. «Μπορεί να μας φέξει κι α π ’ αλλού». «Από πού;» 340


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Από τη Δούρου. Δε γλιτώνει με τα στοιχεία που έχου­ με. Όταν της το πει ο δικηγόρος της, μπορεί να τρομάξει και να μιλήσει». Το τηλέφωνο κόβει τη συζήτηση στη μέση. Ο Γκίκας σηκώνει το ακουστικό. «Ταξίαρχος Γκίκας». Προτάσσει πάντα το βαθμό του, ενώ εγώ που είμαι σεμνός, λέω το «Χαρίτος» σκέτο, και ο άλλος μπορεί να με περνάει για αστυφύλακα. «Καλά, έρχεται αμέσως». Κλείνει το τηλέ­ φωνο και μου χαμογελάει. «Νά κι ένα ευχάριστο. 0 Χουρδάκης είναι κάτω και σε περιμένει». Βγαίνω σα σίφουνας από το γραφείο και δρασκελίζω τρία-τρία τα σκαλιά. Το λεφούσι είναι μαζεμένο έξω από το γραφείο μου, με επικεφαλής τον Σωτηρόπουλο. «Βρήκατε τον Χουρδάκη;» με ρωτάνε μ’ ένα στόμα. «Αργότερα» τους λέω και προσπαθώ να σπάσω τον κλοιό. Οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή, αν μίλησε, τι μας είπε, αν είναι μπλεγμένος στην υπόθεση, μα εγώ δε δ ί­ νω σημασία. Μπαίνω στο γραφείο μου και κλείνω την πόρτα. Στη μέση του γραφείου στέκονται δύο άντρες. 0 ένας είναι πενηντάρης με μέτριο ανάστημα, μέτριο πάχος και μέτρια μαλλιά. Το παλτό του είναι ανοιχτό, κι από μέσα φοράει κοστούμι και πουκάμισο κουμπωμένο ώς το λαι­ μό, χωρίς γραβάτα. Αυτός θα πρέπει να είναι ο Χουρδάκης. Ο άλλος είναι γύρω στα τριάντα, αδύνατος μ’ ένα φτηνό κοστούμι αγορασμένο από μεγάλο κατάστημα και μια γραβάτα, τόσο χιλιοφορεμένη, που θα πρέπει να π ε­ θαίνει από τη μοναξιά, γιατί σίγουρα δεν έχει ταίρι. «Πού είσαι, κύριε Χουρδάκη; Σε ψάχνουμε παντού. Αναγκαστήκαμε να ενοχλήσουμε τη γυναίκα σου και τον γιο σου» του λέω ειρωνικά. «Έ λειπα ταξίδι». «Χριστοδούλου, δικηγόρος, κύριε αστυνόμε» πετάγεται 341


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

ο τριαντάρης. «Παρακαλώ να ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο π έ4 λάτης μου εμφανίστηκε αυτοβούλως, μόλις έμαθε ότι το ψάχνετε». «Έχει εκδοθεί ένταλμα και θα τον βρίσκαμε έτσι κι αλτ λιώς, κύριε συνήγορε». «Δεν είναι το ίδιο». Δεν έχω χρόνο για χάσιμο με τον δικηγόρο, και γυρίζο πάλι στον Χουρδάκη. «Ξέρεις γιατί σε ψάχνουμε» τοι λέω. «Θέλουμε να μας πεις ποιος σου ’δίνε το εκατομ^ μόριο που έσπερνες στους τραπεζικούς λογαριασμούς · οικογένειάς σου, για να κάνεις τα στραβά μάτια στα ψ υ-| γεία της Τρανσπιλάρ». . fi 0 Χουρδάκης δεν απαντάει. Γυρίζει και κοιτάζει το ν | δικηγόρο του. «Θέλω να ξέρετε ότι ο πελάτης μου ήρθε εδώ για νο βοηθήσει τις αρχές, κύριε αστυνόμε». «Ωραία, θα ληφθεί υπ’ όψιν αν μας ικανοποιήσουν οβ απαντήσεις του». Στον Χουρδάκη: «Λέγε, λοιπόν, ποιο σου έδινε τα λεφτά». «Δεν ξέρω» μου απαντάει. «Ακούσε, Χουρδάκη. Αρκετό χρόνο έχασα μαζί σου.^ Μη με κάνεις ν’ αγριέψω. Πιάσαμε τους δύο οδηγούς, τον| Μηλιώνη και τον Παπαδόπουλο. Πιάσαμε την Ελένη Δού-| ρου που έπαιρνε τα παιδιά. Τα ξέρουμε όλα. Πες μας>| ποιος σε πλήρωνε, να τελειώνουμε». « 0 πελάτης μου σας λέει την αλήθεια» επεμβαίνει π ά - | λι ο δικηγόρος. «Δεν ξέρει». Τους κοιτάζω και κάτι δε μου πάει καλά. «Πώς έπαιρ­ νες τα λεφτά;» ρωτάω τον Χουρδάκη. «Να σας τα πω από την αρχή. Ένα απόγευμα, που γυ-1 ρισα στο σπίτι από την υπηρεσία, βρήκα ένα ταχυδρομι- ] κό δέμα. Ήταν ένα απλό κουτί, α π ’ αυτά που συσκευά-^ ζουν τα γυαλικά. Όταν το άνοιξα, βγήκαν από μ έσ α ! 342


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

πεντακόσια χιλιάρικα. Νόμισα ότι είχαν κάνει λάθος, αλ­ λά το δέμα έγραφε το όνομα και τη διεύθυνσή μου. Έ σπαγα το κεφάλι μου να βρω ποιος μου τα έστειλε, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και ένας άντρας με ρώτησε αν πήρα τα πεντακόσια χιλιάρικα. Ρώτησα τ ’ όνομά του, αλλά δε μου το ’πε. Μου είπε μόνο πως τη μεθεπόμενη νύχτα θα περνούσε τα σύνορα ένα ψυγείο της Τρανσπιλάρ. Αν το άφηνα να περάσει χωρίς έλεγχο, θα μου έστελ­ νε άλλα πεντακόσια». «Πότε έγινε αυτό;» «Δε θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία, αλλά θα πρέπει να ήταν Μάιος του ’91». «Και τ ’ άφησες να περάσει». «Ναι. Σε τρεις μέρες πήρα τα υπόλοιπα πεντακόσια. Από τότε μ’ έπαιρνε και μου έδινε τον αριθμό του ψυ­ γείου, εγώ τ ’ άφηνα να περνάει χωρίς έλεγχο, κι αυτός μου έστελνε το εκατομμύριο». Τόσο απλό. Το πρώτο ψυγείο, που πέρασε τον Μάιο του 91, ήταν σίγουρα άδειο. Αν ο Χουρδάκης δεν έμπαινε στο παιχνίδι και του έκανε έλεγχο, δε θα ’βρίσκε τίποτα. Τι ρίσκαρε ο Σοβατζής για να τον δοκιμάσει; Έναν μισθό, ίσως και λιγότερα. Όταν είδε ότι ο Χουρδάκης τσίμπησε, ξεκίνησε την επιχείρηση. «Πώς σου έστελναν τα λεφτά;» «Με δέμα, πάντα. Με αυτές τις εταιρείες που κάνουν τον ταχυδρόμο». «Και ο αποστολέας ποιος ήταν;» «Κάθε φορά έγραφε κι άλλο όνομα». «Και γιατί σταμάτησες αφού όλα πήγαιναν ρολόι;» «Τα φορτηγά έφταναν πάντα νύχτα. Έ πρεπε ν’ αλλά­ ζω βάρδια, για να βρίσκομαι εκεί. Στην αρχή ήταν εύκο­ λο, γιατί κανείς δε θέλει να δουλεύει νύχτα. Κάποια στιγ­ μή όμως τους φάνηκε περίεργο που ζητούσα συνεχώς 343


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

νυχτερινές βάρδιες. Μετά πήρε τ ’ αφτί μου ότι κάποιο άρχισε να ρωτάει για τα φορτηγά». «Ποιος;» \ «Κάποιος από την Αθήνα, δεν ξέρω. Δεν έμαθα ποτέ»' Ξέρω εγώ. Η Καραγιώργη. «Επειδή είχα συμπληρώσει τα ελάχιστα συντάξιμα χρό νια μου, έκανα αίτηση και συνταξιοδοτήθηκα». Κάποιος άλλος έπαιρνε τώρα τα λεφτά με δέμα. Θ τον βρίσκαμε κι αυτόν, τον Σοβατζή όμως δεν μπορούσα να τον αγγίξω. Μόνο αν πιάναμε τον Κρένεκ, αλλά αυτό θα ήταν τώρα κάπου στη Νότια Αμερική. Παρ’ όλα αυτά βγάζω την περίφημη φωτογραφία τω δύο και του τη δείχνω. «Γνωρίζεις κανέναν α π ’ αυτούς;» Την κοιτάζει και κουνάει αρνητικά το κεφάλι. Τον παίρ­ νω και πάμε μαζί με τον δικηγόρο του στο φωτσγραφικ' αρχείο. Του δείχνω τις φωτογραφίες του Μηλιώνη, το Παπαδόπουλου, της Δούρου και του Σέχη. Αναγνωρίζω αμέσως τους δύο πρώτους, αλλά η Δούρου και ο Σέχη τού είναι άγνωστοι. Τον στέλνω για επίσημη κατάθεση, κα μετά στο κρατητήριο. Ο Σωτηρόπουλος την έχει στήσει μπροστά στην πόρτ του γραφείου μου και με περιμένει. «Τι έγινε με τον Χουρ δάκη; Μίλησε;» «Θα εκδοθεί επίσημη ανακοίνωση από τον Γκίκα». «Έ λα τώρα». Του κάνω νόημα να έρθει μαζί μου στο γραφείο. Τοι> λέω συνοπτικά αυτά που έμαθα από τον Χουρδάκη. Δεν του κάνω καμιά ιδιαίτερη χάρη, γιατί τα ίδια θα πει ο Γκίκας και στους άλλους. «Πόσο μπλεγμένος είναι ο Σοβατζής, ο αδελφός της Δούρου, στην υπόθεση;» «Βλέπεις να είναι μπλεγμένος;» «Είναι, αλλά φοβάμαι ότι δε θα μπορέσεις ν’ αποδείξεις/ 344


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

τίποτα» μου λέει και μου ρίχνει το ηθικό. «Δεν πιάνεται από πουθενά. Η μόνη σου ελπίδα είναι ο Πυλαρινός». «Γιατί ο Πυλαρινός;» «Γιατί ο Σοβατζής τού είναι μεγάλο παλούκι. Αν ανα­ καλύψει το παραμικρό, μπορεί να σας τον παραδώσει για να ησυχάσει». Αυτό δεν το είχα σκεφτεί και μου αρέσει. «Τι έκανες με τον Κολάκογλου;» τον ρωτάω καθώς φεύγει. «Με τον Κολάκογλου;» γυρίζει και με κοιτάζει έκ­ πληκτος. «Δε σκόπευες ν’ αποδείξεις ότι καταδικάστηκε άδικα;» Το έχει ξεχάσει. «Θα το ’θελα πολύ, αλλά δε γίνεται» μου λέει κι αναστενάζει. « 0 Κολάκογλου δεν αποτελεί πια είδηση. Κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Αν τον κά­ νω ρεπορτάζ, ο διευθυντής ειδήσεων θα μου το κόψει». 0 Ροβεσπιέρος, υπάλληλος των ΜΜΕ, με εφάπαξ και σύνταξη. Η ώρα έχει πάει τέσσερις. Έχω συμπληρώσει σαράντα ώρες στο πόδι. Αποφασίζω να τα κλείσω και να πάω για ύπνο. Έτσι κι αλλιώς, τέλειωσα για σήμερα. Πριν φύγω, φωνάζω τον Σωτήρη και του λέω να μην αφήσουν πέτρα ασήκωτη, ώσπου ν’ ανακαλύψουν κάτι για τον Σοβατζή.

345


41 Έρχονται, ένας ένας, και μου δίνουν αναφορά. Και με κά­ θε αναφορά οι ελπίδες μου χάνουν ύψος, ώσπου στο τέ­ λος συντρίβονται. Δε βρέθηκε ούτε ένας που ν’ αναγνω­ ρίσει τον Σοβατζή. Ούτε στο Χέλας-Τσάνελ ούτε στην οδό Καραδήμα, που βρέθηκαν σφαγμένοι οι Αλβανοί, ούτε στην περιοχή της Κωσταράκου. Ακόμα και στην οδό Κουμανούδη είναι άγνωστος. Δεν τον ξέρουν ούτε οι ένοικοι της πολυκατοικίας ούτε οι γείτονες. Η αλεπού δεν πλη­ σίαζε τα Αλεπουδάκια, για να μην κινήσει υποψίες. Είμαι σε απόγνωση, γιατί βλέπω να κλείνουν όλες οι πόρτες, η μία μετά την άλλη. Τελικά, θα κάνω τη βουτιά. Θα φέρω τον Σοβατζή και θ’ αρχίσω να τον στριμώχνω. Προσπαθώ να βρω ποια είναι η πιο σωστή τακτική: να τον στριμώξω με τα στοιχεία που έχω γ ι’ αυτόν και για τον Κρένεκ ή να τον τρομοκρατήσω ότι η αδελφή του θα φάει είκοσι χρόνια, μπας και φιλοτιμηθεί. Δεν προλαβαίνω να καταλήξω, γιατί χτυπάει το τηλέφωνο. «Έλα πάνω» μου λέει ο Γκίκας με το κοφτό ύφος που επιστρατεύει όταν έχει κόσμο και θέλει να το παίζει προϊ­ στάμενος. Δεν έπεσα έξω. «Υψηλές επισκέψεις» μου λέει η Κούλα όταν μπαίνω. «Ποιος είναι;» « 0 Πυλαρινός». Οι ελπίδες μου αναπτερώνονται. Για να ’ρθει ώς εδώ 346


[

i

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

ο Πυλαρινός, κάτι σπουδαίο θα έχει να μας πει. Λες να έχει δίκιο ο Σωτηρόπουλος, τελικά, και να πουλήσει τον Σοβατζή για να ησυχάσει; Κάθεται στην ίδια πολυθρόνα που καθόταν και στην προηγούμενη συνάντησή μας. Μόλις με βλέπει όμως, ση­ κώνεται και μου απλώνει εγκάρδια το χέρι του. «Είπα τα συγχαρητήριά μου στον κύριο ταξίαρχο, αλλά ήθελα να τα πω και σ’ εσάς προσωπικά, κύριε αστυνό­ με. Δεν ξέρετε πόση ανακούφιση αισθάνομαι που η υπόθέση έκλεισε χωρίς σοβαρές επιπτώσεις για τις επιχει­ ρήσεις μου». «Η υπόθεση ξεκαθάρισε εν μέρει, αλλά δεν έκλεισε» τον διορθώνω. «Ο δολοφόνος της Καραγιώργη και της Κωσταράκου κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος». «Δεν είμαι αστυνομικός βέβαια, αλλά για μένα ο π ι­ θανότερος ένοχος είναι ένας από τους οδηγούς ή ο τελω­ νειακός. Τις σκότωσαν για να τους κλείσουν το στόμα». « 0 πιο πιθανός ένοχος είναι ο Σοβατζής. Οι άλλοι έχουν άλλοθι. Και αποκλείεται να τις σκότωσε η Δούρου. Οι φό­ νοι έγιναν από άντρα». Με κοιτάζει. «Ομολογώ ότι μου πέρασε κι εμένα από το νου. Γι’ αυτό ρώτησα τηλεφωνικώς τον κύριο ταξίαρ­ χο πότε έγιναν οι φόνοι. Όπως μου είπε, ο πρώτος έγινε στις 27 και ο δεύτερος στις 30 Νοεμβρίου. 0 κύριος Σο­ βατζής έφυγε στο εξωτερικό στις 25 Νοεμβρίου και γύρι­ σε στις 2 Δεκεμβρίου». Βγάζει από την τσέπη του ένα δια­ βατήριο και μου το δίνει. «Μπορείτε να εξακριβώσετε τις ημερομηνίες από το διαβατήριό του». Το παίρνω και το ξεφυλλίζω. Πράγματι, στις 25/11 έχει μια σφραγίδα στα τσέχικα, στις 29/11 άλλη μια στα τσέχικα και μια στα γερμανικά, και στις 2/12 μια σφρα­ γίδα εξόδου στα γερμανικά, από το αεροδρόμιο της Βιέν­ νης. Το καθίκι, λέω μέσα μου. Κανόνισε τη δολοφονία 347


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

της Καραγιώργη και φρόντισε να φύγει στο εξωτερικό, για να λείπει τη μέρα του φόνου. Μετά έδωσε τηλεφωνία κά οδηγίες στον δολοφόνο, για να σκοτώσει και την Κωσταράκου. «Η κατηγορία της ηθικής αυτουργίας εξακολουθεί να ισχύει» λέω στον Πυλαρινό. « 0 Σοβατζής είναι ο μόνος που μπορεί να μας οδηγήσει στον δολοφόνο». «Είμαι πεπεισμένος ότι ο κύριος Σοβατζής δεν είχε κα­ μία ανάμειξη σ’ αυτή την υπόθεση, κύριε αστυνόμε» μου λέει με ύφος που δε σηκώνει αντίρρηση. «Ντρέπομαι, μά­ λιστα, που τον υποπτεύθηκα κι εγώ στην αρχή. Κάνατε θαυμάσια δουλειά, συλλάβατε τους ενόχους, και η υπό­ θεση έκλεισε. Εν πάση περιπτώσει όμως, για να είμαι απο­ λύτως ήσυχος, φρόντισα να μεταθέσω τον Δήμο σε άλλη θέση, χωρίς οργανική σημασία». 0 Γκίκας δεν κρατιέται. «Πού τον μεταθέσατε;» ρωτάει. 0 Πυλαρινός δεν απαντάει αμέσως. «Τον έκανα αντι­ πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου» λέει με δυσκολία. Και προσθέτει γρήγορα, σα να θέλει να διαλύσει μια δυ­ σάρεστη εντύπωση: «Είναι μια θέση καθαρά διακοσμητική. 0 αντιπρόεδρος δεν έχει άμεση ανάμειξη στη λει­ τουργία της επιχείρησης. Χειρίζεται μόνο τις υποθέσεις που του εκχωρεί ο πρόεδρος, κι αυτός είμαι εγώ. Περί­ που σαν τον αντιπρόεδρο της Αμερικής, που έχει μεν τον τίτλο, αλλά καμία ουσιαστική εξουσία». Θεωρεί ότι έκα­ νε χιούμορ και γελάει. Έχουμε μείνει άναυδοι και τον κοιτάμε. Αυτός επω­ φελείται από τη σιωπή μας και σηκώνεται. «Κύριοι, και πάλι τα πιο θερμά μου συγχαρητήρια». Γυρίζει σ’ εμένα. «Μπορείτε να κρατήσετε το διαβατήριο για να ελέγξετε τις ημερομηνίες». Τι να ελέγξω; Έχει δέσει από παντού το γάιδαρο του. «Δε χρειάζεται» του λέω και του το επιστρέφω.


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Μόλις φεύγει ο Πυλαρινός, πετάγομαι όρθιος. «Αν εσείς ή εγώ είχαμε κάνει το ένα εκατοστό α π ’ όσα έκανε ο Σο­ βατζής» του φωνάζω έξαλλος «θα μας είχαν θέσει τώρα σε διαθεσιμότητα και θα ετοιμάζαμε τις απολογίες μας. Αυτός πήρε προαγωγή και αύξηση». «Ούτε εμείς θα παθαίναμε τίποτα, αν είχαμε τον υπουργό στο χέρι» μου απαντάει γελώντας. «Δηλαδή;» «Δεν καταλαβαίνεις; Ο Σοβατζής ξέρει τι λεφτά έφα­ γε ο Πυλαρινός, για να γίνει επιχειρηματίας. Δεν απο­ κλείεται, μάλιστα, να έχει και στοιχεία. Τον απείλησε ότι θα τα βγάλει στη φόρα, και ο Πυλαρινός έκανε πίσω». Σωστά. Αυτό το είχα ξεχάσει πάνω στην οργή μου. «Το μόνο» συνεχίζει ο Γκίκας «ότι έτσι τα φορτώνουν όλα στη Δούρου». Πετάγομαι πάνω και τρέχω στην πόρτα, λες και θα μου φύγει η Δούρου. Αλλά είναι το μόνο παραθυράκι που έχει μείνει ανοιχτό ακόμα. Φεύγοντας, λέω στην Κούλα να π ά ­ ρει το κρατητήριο και να τους πει να μου τη φέρουν για ανάκριση. Τη βρίσκω στην ίδια θέση, στη γωνία του τραπεζιού. Πάω και κάθομαι δίπλα της. «Ελενίτσα, σου ’χω άσκημα νέα» της λέω φιλικά. «Γιατί, πότε μου είχες καλά;» μου απαντάει με ειρω­ νικό ύφος. «Το αδερφάκι σου σε πούλησε, Ελενίτσα. Απέδειξε ότι έλειπε στο εξωτερικό όταν έγιναν οι φόνοι. Είπε ότι εσύ τα σκάρωσες όλα. Αυτός δεν έχει ιδέα». «Και βέβαια δεν είχε ιδέα. Ούτε αυτός είχε ιδέα ού­ τε εγώ σκάρωσα τίποτα. Όλα αυτά είναι δικά σας π α ­ ραμύθια». «Ξύπνα, τούβλο! Κόλλησες χαζομάρα από τους Αλβα­ νούς που συναναστρέφεσαι! Κρατάμε τους δυο οδηγούς 349


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

των ψυγείων. Κρατάμε τον Χουρδάκη. Ξέρουμε ότι οι οδη-| γοί παράδιναν τα παιδιά στον Σέχη έξω από την Κ αστοί ριά, κι αυτός τα έφερνε με κλειστό φορτηγό στον παιδι^ κό σταθμό σου. Τα ξέρουμε όλα!» «Πού ξέρετε ότι έφερνε τα παιδιά σ’ εμένα; Τον εί·| δατε με τα μάτια σας;» «Τον είδε η βοηθός σου και τον αναγνώρισε». «Α, μάλιστα, η φωτογραφία» μου λέει ειρωνικά. «Άντε,Ι λοιπόν, ν’ αποδείξετε από μια φωτογραφία ότι αυτός ο | Αλβανός είχε σχέση μαζί μου». «Θα το αποδείξουμε, έννοια σου. Τώρα που τ ’ αδερ-ι φάκι σου έβγαλε την ουρά του απέξω, θα σου φορτώσουμε! και την ηθική αυτουργία για τους φόνους της Καραγιώρ-ί γη και της Κωσταράκου. Πας για δέκα χρόνια και βάλε. 1 Η μόνη σου ελπίδα είναι να συνεργαστείς μαζί μας. Ξ έ-ϊ ρουμε ότι δεν έχεις σχέση με τους φόνους. Φτάνει να μ ουί πεις ποιον έβαλε ο αδελφός σου να σκοτώσει τις δύο κο^Γ πέλες, κι εγώ θα σε γλιτώσω με τα μισά χρόνια». :h Με κοιτάζει και είναι η πρώτη φορά που δε βρίσκει κά-ι| τι να μου πει. Αυτό είναι καλό σημάδι. Μάλλον έχει αρ­ χίσει να ταλαντεύεται. Σκύβω πιο κοντά. «Βλέπω ότι π ά ­ νε να σου τα φορτώσουν όλα και σε λυπάμαι. Αυτές οι'Ι δουλειές κρατάνε όσο κρατάνε, κι όταν τιναχτούν στον α έ - | ρα, ο καθένας κοιτάζει να σώσει το τομάρι του. Αυτό κά- [ νει κι ο αδερφός σου. Εσύ γιατί να πας σφαχτάρι για χά- :| ρη του;» Ξαφνικά πετάγεται πάνω, θηρίο ανήμερο. «Ν’ αφήσεις | ήσυχο τον αδερφό μου!» φωνάζει. «Εσύ δεν ξέρεις τι τρά­ βηξε ο αδερφός μου! Η μάνα μου τον είχε στην κοιλιά της, ] όταν πήγε να βρει τον πατέρα μου στο βουνό! Εμένα μ’ άφησε στη γιαγιά μου. Μεγάλωσα με το φόβο των μπάτσων σαν κι εσένα! Κάθε τόσο χτυπούσαν την πόρτα μας, έκαναν το σπίτι μας άνω-κάτω, μας τρομοκρατούσαν! Κι 350


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

όταν θέλησα να μπω στη σχολή για νηπιαγωγός, έβαλαν τη γιαγιά μου να υπογράψει δήλωση, εβδομήντα χρονών γυναίκα! Ξέρεις πότε πρωτοείδα τον Δήμο; Το 78! Μια μέρα χτύπησε η πόρτα μου και βρέθηκα μπροστά σ’ έναν άντρα. “Είσαι η Ελένη;” με ρώτησε. “Εγώ είμαι ο Δήμος, ο αδελφός σου”. Ήξερα ότι οι γονείς μου είχαν πεθάνει σε ατύχημα, ένα χρόνο μετά που καθαιρέθηκε ο Ζαχαριάδης. Για τον αδερφό μου όμως δεν ήξερα τίποτα. Τον Δήμο τον μεγάλωσε το Κόμμα. Κι εγώ που ήμουν η με­ γαλύτερη, δεν μπορούσα όχι να τον βοηθήσω, αλλά ούτε γράμμα να του γράψω. Και τώρα μου ζητάς να υπογρά­ ψω κι εγώ δήλωση, για να σώσω το τομάρι μου! Ν’ αφήσεις ήσυχο τον αδερφό μου! Δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά! Είναι αθώος!» Την κοιτάζω και ο νους μου πάει στον Ζήση. Αναρω­ τιέμαι τι θα ’κάνε αν τ ’ άκουγε όλα αυτά. Πώς θ’ αντιδρούσε. Αυτή έχει ένα χαμόγελο θριάμβου στα χείλη της. Πιστεύει ότι με αποστόμωσε. Ανοίγω την πόρτα και πετάγομαι έξω από το δωμάτιο.

351


42 Αδιέξοδον=μέρος ή χατάστασις μη παρέχουσα διέξοδον, J διεχφυγήν: περιήλθε εις αδιέξοδον. Η έννοια, που καταγράφει ο Δημητράκος, μου ταιριά­ ζει γάντι. Το Λίντελ-Σκοτ όμως προσθέτει και μιαν ακό-1 μα: αδιέξοδος -ον, ον δε δύναται τις να διεξέλθει, το άπει­ ρον, Αριστ. Φυσ. 3.52. Άρα, αδιέξοδο είναι και το άπειρο, κατά τον Αριστοτέλη. Εγώ δηλαδή που είμαι σε αδιέξο- J δο, στροβιλίζομαι στο άπειρο κυνηγώντας τον Σοβατζή. Κοινώς, ψάχνω ψύλλους στ’ άχυρα. Είναι έξι το απόγευμα, δεύτερη μέρα των Χριστου­ γέννων, και είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τα λεξικά 1 μου. Ανήμερα, πέρασα σχετικά ανώδυνα. Το μεσημέρι με ] κάλεσε στο τραπέζι ο Μίχος, ο ξάδερφος της Αδριανής, που δουλεύει στον ΟΤΕ. Δεν ήθελα να πάω, αλλά η Αδριανή με την Κατερίνα επέμειναν στο τηλέφωνο. Δεν ήταν σωστό να πω όχι, ήξεραν ότι είμαι μόνος και θα τους κακοφαινόταν, και στο κάτω-κάτω θα περνούσα την ώρα μου. Αποδείχτηκε ότι είχαν δίκιο. Φάγαμε τη γαλοπούλα, σαχλαμαρίσαμε, και κατά τις εφτά, η Ρένα, η γυναίκα του Μίχου, βάλθηκε να μου μάθει μπιρίμπα. Εμένα, οι χαρτοπαικτικές γνώσεις μου αρχίζουν και τελειώνουν στην ξε­ ρή, αλλά είπα να ενδώσω από ευγένεια. Κάποια στιγμή πίστεψα ότι την έμαθα και με γδύσανε. Γύρισα μεσάνυ­ χτα στο σπίτι και έπεσα ξερός. Δε μου περίσσεψαν ούτε πέντε λεπτά για τον Σοβατζή. 352


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Το πρωί όμως σφηνώθηκε στο μυαλό μου με το πρώ­ το κατούρημα. Έσπαγα το κεφάλι μου να βρω κάποιο πα­ ραθυράκι, έναν τρόπο για να τον παγιδεύσω, αλλά φως πουθενά. Εντάξει, είχαμε κλείσει το εμπόριο βρεφών. Ήξερα ακόμα και ποιος πήρε τη θέση του Χουρδάκη στο τελωνείο. Κάποιος Αναστασίου. Μπορούσαμε να τους πα­ ραπέμπουμε όλους στον εισαγγελέα. Οι πιθανότητες να απαγγείλει ο εισαγγελέας κατηγορία στη Δούρου για ηθι­ κή αυτουργία στους φόνους ήταν πενήντα-πενήντα. Ο ηθι­ κός αυτουργός δεν ήταν η Δούρου, αλλά ο Σοβατζής. Κι αυτός παρέμενε ασύλληπτος, μαζί με τον φονιά των δυο δημοσιογράφων. Είχε δίκιο η Αδριανή. Έπρεπε να τα βροντήξω και να πάω στη Θεσσαλονίκη να δω την κόρη μου. Κατά τις δώ­ δεκα το μεσημέρι δεν άντεξα, μπήκα στο Μιραφιόρι και πήρα σβάρνα τους δρόμους. Χωρίς να το καταλάβω, βρέ­ θηκα στη Ραφήνα. Βγήκα από το αμάξι κι έκανα έναν π ε­ ρίπατο στην παραλία. 0 θαλασσινός αέρας μου ξεκαθάρι­ σε το μυαλό και είδα τα πράγματα ακόμα πιο μαύρα. Ποιος Σοβατζής; Εδώ κινδυνεύαμε να αθωωθεί η Δούρου, αν η κατάθεση της βοηθού δεν έπειθε το δικαστήριο. Με την ορ­ γάνωση που έχουν αυτοί, δεν τους είναι τίποτα να παρου­ σιάσουν πέντε Αλβανούς, για να δηλώσουν ότι τα παιδιά που βρήκαμε στα Αλεπουδάκια είναι δικά τους. Ακόμα και τους πραγματικούς γονείς μπορούσαν να κουβαλήσουν από την Αλβανία. Όσο το σκεφτόμουν, βούλιαζα περισσότερο. Μπήκα σ’ ένα καφενείο να ξεδώσω. Η φασαρία, οι φωνές πάνω στα χαρτιά, τα ζάρια που έσκαγαν στα τάβλια, μου ’καναν καλό και ξεχάστηκα. Γύρισα στο σπίτι κατά τις τέσ­ σερις, κι από εκείνη την ώρα ξεφυλλίζω τα λεξικά. Είμαι ανάμεσα στο να καθίσω στην τηλεόραση ή να πάω σε κανένα σινεμά, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Το ση­ κώνω και είναι ο Ζήσης. 353


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Πώς πάει η μοναξιά;» με ρωτάει. «Μια χαρά. Το γλεντάω». Βάζει τα γέλια. «Έ τσι είναι πάντα στην αρχή. Π ρο-| σπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι καλύτερα μό­ νος. Έχεις την ησυχία σου, δε δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Σε λίγο όμως η μοναξιά σε πνίγει και βουλιάζεις στη μαυρίλα. Ρώτα εμένα που είμαι ειδικός μετά από τό-.| σα χρόνια». Δεν του απαντώ, γιατί δε θέλω να ομολογήσω ότι έχει δίκιο. «Έ βαλα χτες λίγο κατσικάκι στο φούρνο, αλλά δεν ] μπόρεσα να το φάω μόνος μου. Έρχεσαι να το παιδέ ψουμε;» Με βρίσκει απροετοίμαστο και δεν ξέρω τι να του πω. ] Εντάξει, έχουμε μια γνωριμία, πού και πού βοηθάμε ο ένας τον άλλον, αλλά δεν είμαστε στο να φάμε και να πιούμε. Είμαι έτοιμος να του πω όχι, όταν ξαφνικά αναλογίζομαι πόσο δύσκολα θα πρέπει να του βγήκε αυτή η πρόσκληση, πόσο δύσκολο θα του είναι να καλέσει στο τραπέζι έναν μπάτσο, έστω κι αν τον συμπαθεί. «Εντάξει, θα ’ρθω» του λέω. «Σε πόση ώρα;» «Το πολύ σε μία ώρα θα ’μαι εκεί». «Σου ’χω και μια έκπληξη» μου λέει. «Κάτι σα δώ ­ ρο». Και κλείνει αμέσως. Οι δρόμοι είναι άδειοι και φτάνω στην οδό Εκάβης ένα τέταρτο νωρίτερα. Τον βρίσκω να με περιμένει στην πόρ­ τα. Δε μ’ αφήνει να κατέβω, αλλά έρχεται και κάθεται δί­ πλα μου. «Πού πάμε;» του λέω γελώντας. «Στο φούρνο να π ά ­ ρουμε το κατσίκι;» «Θα πάμε να συναντήσουμε κάποιον. Θα μου υποσχεθείς όμως ότι, αφού μιλήσεις μαζί του, θα τον αφήσεις να 354


[

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

φυγει. Του έδωσα το λόγο μου ότι όσο είναι μαζί μου, δε θα τον πειράξεις». Τον κοιτάζω έκπληκτος. «Ποιος είναι; 0 Σοβατζής;» Βάζει τα γέλια. «Ο Σοβατζής; Αυτό πάλι πώς σου ’ρθε; Όχι, δεν είναι ο Σοβατζής». «Και πού ξέρεις ότι θα κρατήσω το λόγο μου;» «Το ξέρω» μου απαντάει με σιγουριά. «Πού πάμε;» «Στο γήπεδο της ΑΕΚ. Πάρε τη Δεκελείας και στρίψε στην Αττάλειας». Η διαδρομή είναι σύντομη και τη διανύουμε σιωπηλοί. 'Οταν φτάνουμε μπροστά στο κλειστό γήπεδο, μου λέει να σταματήσω. «Περίμενε, δε θ’ αργήσω». Κατεβαίνει από το Μιραφιόρι και χάνεται μέσα στο άλσος. Προσπαθώ να μαντέψω ποιον θα μου φέρει, μα έχω στερέψει από ιδέες. Σε λίγο τον βλέπω να έρχεται μαζί μ’ έναν τύπο. Δεν τον διακρίνω καλά στο σκοτάδι, αλλά από μακριά μού φαίνεται γνωστός. Όταν πλησιάζει, αναγνω­ ρίζω τον Κολάκογλου. Ανοίγουν τις πόρτες και μπαίνουν στο αμάξι. 0 Ζήσης μπροστά, ο Κολάκογλου πίσω. Είναι χωρίς πανωφόρι και χτυπάει τις παλάμες, σταυρωτά, στα πλευρά του για να ζεσταθεί. Φοράει τα ίδια ρούχα που φορούσε και όταν ήταν στημένος στην ταράτσα του ξενοδοχείου, με το πιστόλι στον κρόταφο. Με κοιτάζει καχύποπτα και φοβισμένα. «Εντάξει, Πέτρο. Μη φοβάσαι» του λέει ο Ζήσης για να τον ηρεμήσει. «Ο κύριος Χαρίτος μού έδωσε το λόγο του. Θα τα πείτε και θα φύγεις». «Γιατί κρύβεσαι;» τον ρωτάω. «Γιατί φοβάμαι» μου απαντάει. «Φοβάμαι ότι αν π έ­ σω στα χέρια σας, θα με στείλετε πάλι στη φυλακή, και μάλιστα για φόνο». 355


ΠΕΤΡΟΣ ΜΛΡΚΑΡΗΣ

«Γιατί να πας φυλακή; Εσύ σκότωσες την Καραγιώργη;» Γελάει ποιρά το φόβο του. «Σου μοιάζω για φονιάς;» «Δεν έχει σημασία. Οι περισσότεροι φονιάδες δε μοιά­ ζουν. Σημασία έχει ότι μετά τη δίκη την απείλησες. Της είπες ότι θα το πληρώσει αυτό που σου ’κάνε». «Άλλο εννοούσα». «Τι;» Σωπαίνει. Δεν είναι βέβαιος ότι κάνει καλά που μου ανοίγεται, και διστάζει. ι «Έλα, πες τα, να τελειώνεις» τον παροτρύνει ο Ζήσης. «Γι’ αυτό ήρθες». «Η Καραγιώργη είχε ένα νόθο» μου λέει. Δεν ξέρω τι προσπαθούσα να μαντέψω όσο έλειπε ο Ζήσης, αλλά σ’ αυτό δε θα πήγαινε ποτέ το μυαλό μου. Προσπαθώ να σκεφτώ γρήγορα τι καινούργια μονοπάτια ανοίγει αυτό το στοιχείο. «Είσαι σίγουρος;» τον ρωτάω. «Είμαι». «Και πώς το ανακάλυψες;» «Πριν ανοίξω δικό μου (ροροτεχνικό γραφείο, δούλευα λογιστής στο ΝΑΤ. Μια μέρα, θα πρέπει να ήταν Απρίλιος του 74, ήρθε μια γυναίκα που ήθελε να τακτοποιήσει κά­ τι εισφορές. Τη συνόδευε η Καραγιώργη με μια τεράστια κοιλιά. Θα πρέπει να ήταν ετοιμόγεννη». Σίγουρα, η γυναίκα ήταν η Αντωνακάκη, η αδελφή της. Είχε πάει για τις εισφορές του άντρα της, που είναι ναυ­ τικός, και η Καραγιώργη τη συνόδευε. «Παρακάτω». «Όταν μετά από χρόνια με πλησίασε σα δημοσιογρά­ φος πια, εκείνη δε με γνώρισε, αλλά εγώ την αναγνώρισα αμέσως. Εκτός από την εγκυμοσύνη, δεν είχε αλλάξει κα­ θόλου. “Τι κάνει το παιδί σου;” τη ρώτησα κάποια στιγ­ μή. Ταράχτηκε και με κοίταξε έκπληκτη. “Κάποιο λάθος 356


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

κάνεις. Εγώ δεν έχω παιδί” μου λέει. Τότε εγώ της είπα ότι την είχα δει στο ΝΑΤ και ότι ήταν έγκυος τότε, αλλά επέμενε ότι δεν είχε παιδί». «Είσαι βέβαιος ότι ήταν αυτή;» «Βεβαιότατος». «Μπορεί να είχε πεθάνει». «Αν είχε πεθάνει, θα μου ’λεγε ότι πέθανε. Δε θα ’λεγε ότι δεν έχει παιδί. Αυτό εννοούσα όταν την απείλησα. Ό τι ξέρω το μυστικό της και θα το βγάλω στη φόρα. Έβαλα τον δικηγόρο μου να ψάξει. Όταν βγήκα από τη φυλακή, η πρώτη μου δουλειά ήταν να ψάξω κι εγώ. Ήθε­ λα να την ξεμπροστιάσω, για να την εκδικηθώ. Αλλά δε βρήκα κανένα ίχνος από το παιδί. Σα ν’ άνοιξε η γης και να το κατάπιε. 'Οταν τη σκότωσαν, τα παράτησα». Σω­ παίνει μια στιγμή και με κοιτάζει. Μετά, συμπληρώνει με λύσσα. «Καταλαβαίνεις πώς ένιωθα; Αυτή είχε ξεφορ­ τωθεί το παιδί της σε κάποιους θετούς γονείς, κι έστελ­ νε εμένα στη φυλακή, επειδή αγαπούσα τα παιδάκια και τα χάιδευα». Μπροστά μου έρχονται, ξαφνικά, τα γράμματα που εί­ χα βρει στο γραφείο της Καραγιώργη. 0 άγνωστος «Ν» δεν ήταν η Νένα Ντελοπούλου. Ήταν ο πατέρας του παι­ διού. Ζητούσε να δει το παιδί του, κι αυτή του το έκρυβε. «Το μόνο που θέλω, είναι να φτιάξω όπως-όπως τη ζωή μου και να ζήσω ήσυχος από δω και πέρα» ακούω τον Κολάκογλου να μου λέει. «Δε χρειάζεται να κρύβεσαι. Πήγαινε σπίτι σου. Δεν καταζητείσαι και κανείς δε θα σε πειράξει. Αν σ’ ενοχλή­ σουν οι δημοσιογράφοι, κλείσ’ τους την πόρτα στα μού­ τρα, αλλά δε θα σ’ ενοχλήσουν». Δεν αποτελεί πια είδη­ ση. Το ’πε ο Ροβεσπιέρος. Με κοιτάζει καχύποπτα. Φοβάται να το πιστέψει. «Δε σ’ το ’πα;» 0 Ζήσης γελάει ευχαριστημένος. «Σου 357


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

είπα ότι αν πεις στον κύριο Χαρίτο αυτά που ξέρεις, ό! θα τακτοποιηθούν. Άντε, φύγε». S « Σ ’ ευχαριστώ» λέει στον Ζήση και του σφίγγει το ; μπράτσο. Σ’ εμένα δε λέει τίποτα, ίσως γιατί φοβάται πω ς αν μου μιλήσει, μπορεί να το μετανιώσω και να τον κρα* τήσω. Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει, αλλά δεν πάει προς .· το άλσος. Πάει προς τη Δεκελείας, που έχει στάση λεω φορείου. «Πώς τον ξετρύπωσες;» ρωτάω τον Ζήση. ', ^ Καθόμαστε στο τραπέζι, στο σπίτι του, τρώμε κατσίκι’,^ λεμονάτο στο φούρνο και πίνουμε ρετσίνα. Γελάει. «Ξαφνιάστηκα που τον άφησες να φύγει, τό-7. τε στο ξενοδοχείο». «Ήταν μεγάλο ρίσκο και δεν άξιζε τον κόπο». -·Α «Δεν πιστεύω ότι το ’κάνες μόνο για το ρίσκο. Κατά?? βάθος πίστευες ότι είναι αθώος». 4 Δεν το πίστευα. Το ’ξέρα. f «Όπως και να ’ναι, στην περιοχή που τον βρήκατε έχω! πολλές γνωριμίες. Όλοι ξέρουν ότι κι εμένα με κυνηγού σε χρόνια η Ασφάλεια. Αυτό με διευκόλυνε, γιατί ό τ α ν | έλεγα ότι θέλω να βοηθήσω τον Κολάκογλου, με πίστευαν. ?' Όποιος ήξερε κάτι, μου το ’λεγε. Τελικά, έμαθα ότι τονίί είχε περιμαζέψει μια μακρινή ξαδέρφη του, που έμενε ανάμεσα σε Πετρούπολη και Νέα Λιόσια». «Καλά τους γύρω-γύρω. Τον Κολάκογλου πώς τον έπεισες;» «Του έδειξα αυτά». Βάζει τα δυο χέρια του μέσα από τη ζώνη και σηκώνει τα ρούχα του. Η πλάτη του και το στήθος του είναι γ ε­ μάτα σημάδια από παλιές πληγές. Δε μου λέει ποιος του τα έκανε, ούτε κι εγώ ρωτάω. Ξέρουμε και οι δύο. «Ήθελα να τον βοηθήσω, γιατί ξέρω τι θα πει να σε κυ- ■ νηγάνε» μου λέει, καθώς κατεβάζει πάλι το πουκάμισο και 358


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

το πουλόβερ του. «Στο κάτω-κάτω, πλήρωσε. Γιατί να κρύβεται σα λαγός;» Τον παρακολουθώ που τσιμπολογάει το κατσίκι, αργάαργά, για να κρατήσει τη νοστιμιά του. Θυμάμαι αυτό που μου είχε πει τις προάλλες, στο αυτοκίνητο: «Είστε ο π ά ­ τος. Εγώ πάτωσα, και ανταμώσαμε». Πού; Την πρώτη φορά στην Μπουμπουλίνας, όταν κυνηγούσαμε τους κομ­ μουνιστές. Τώρα με τον Κολάκογλου, που κυνηγάμε παι­ δεραστές. Είμαστε κουρόγιδα και οι δυο. Γι’ αυτό αντα­ μώσαμε.

359


43 Είναι περασμένα μεσάνυχτα όταν φτάνω στο σπίτι. Συ-S νήθως δε σηκώνω πάνω από τρία ποτηράκια, και ο Ζήσης?! με πότισε μισό γαλόνι. Μόλις πέφτω στο κρεβάτι, νιώθω! το ταβάνι να γυρίζει. Κλείνω τα μάτια και πασκίζω να | βρω μια θέση που να ζαλίζομαι λιγότερο. Ξυπνάω μ’ ένα κεφάλι μολύβι. Φτιάχνω έναν καφέ κ αι! καταπίνω δυο ασπιρίνες. Μετά, παίρνω τον Θανάση. Touf ζητάω το τηλέφωνο της Αντωνακάκη. Καθώς παίρνω τ ο ν | αριθμό της, παρακαλάω να μην έχει φύγει για τις γ ιο ρ -ί τές. Ευτυχώς, το σηκώνει η ίδια. Της λέω ότι θέλω να της] μιλήσω. «Ελάτε. Σπίτι θα ’μαι». «Θα προτιμούσα να ’μαστέ μόνοι». «Μόνοι θα ’μαστέ. Η Άννα πήγε εκδρομή με κάτι φί- 1 λους και γυρίζει απόψε». Η Αθήνα είναι άδεια. Οι εκδρομείς δεν έχουν γυρίσει | ακόμα. Οι περισσότεροι το πάνε σερί μέχρι την Πρώτο- S χρονιά. Σε δέκα λεπτά είμαι στην οδό Χρύσιππού, στου ] Ζωγράφου. Μου ανοίγει η ίδια και με μπάζει στο σάλο- ] νάκι. «Να σας φτιάξω ένα καφεδάκι;» «Ευχαριστώ, έχω πιει ήδη. Προέκυψαν κάτι καινούρ- | για στοιχεία και θέλω μερικές συμπληρωματικές πληρο­ φορίες για την αδελφή σας». «Σας ακούω». Κάθεται απέναντι μου. 360


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Το 1974 είχατε πάει στο ΝΑΤ για να τακτοποιήσετε τις εισφορές του άντρα σας. Ήταν και η αδελφή σας μα­ ζί. Το θυμάστε;» «Στο ΝΑΤ έχω πάει πολλές φορές. Που να θυμάμαι με­ τά από είκοσι χρόνια». «Θα πρέπει να το θυμάστε, γιατί η αδελφή σας ήταν έγκυος τότε». Η έκφρασή της παγώνει. Ανοίγει το στόμα της. Να πει κάτι; Να φωνάξει; Δεν ξέρω, γιατί το κλείνει αμέσως, χω­ ρίς να βγάλει μιλιά. «Κάποιο λάθος κάνετε. Η αδελφή μου δεν ήταν ποτέ έγκυος». Της πήρε ένα λεπτό για ν’ αρθρώσει την α π ά ­ ντηση. «Ξέρετε ποιος σας είχε εξυπηρετήσει τότε; Ο Κολάκσγλου. Ήταν υπάλληλος στο ΝΑΤ, πριν ανοίξει δικό του γραφείο. Αυτός μου είπε ότι η αδελφή σας ήταν ετοιμό­ γεννη το ’74». Σωπαίνω, αλλά σωπαίνει κι αυτή. «Τι έγι­ νε το παιδί, κυρία Αντωνακάκη;» Βρίσκει την πιο εύκολη δικαιολογία. «Πέθανε». «Αν πέθανε, θα πρέπει να υπάρχει ληξιαρχική πράξη θανάτου. Ξέρετε πού βρίσκεται; Στο Ληξιαρχείο Αθηνών;» «Πέθανε πάνω στη γέννα». «Σύμφωνοι. Θέλω το όνομα του μαιευτήρα και του μαιευτηρίου για να το επαληθεύσω». Έχει εξαντλήσει την έμπνευσή της και με κοιτάζει βουβή. «Το παιδί μπορεί να έχει σχέση με το φόνο της αδελ­ φής σας». «Όχι!» τινάζεται έντρομη. «Δεν έχει καμία σχέση! Σας τ ’ ορκίζομαι! Καμία!» Παίρνω το γλυκό μου ύφος. «Ακούσε, κυρία Αντωνα­ κάκη. Η αλήθεια είναι πάντα η πιο ανώδυνη λύση. Αν δε μου πεις τι έγινε το παιδί, θ’ αρχίσουμε να ψάχνουμε. Θα χτενίσουμε όλα τα μαιευτήρια της Ελλάδας. Θα βρούμε 361


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

άκρη, να ’σαι σίγουρη γι’ αυτό. Θα πάρει όμως χρόνο. Στο· μεταξύ θα οργιάζουν οι φήμες, οι δημοσιογράφοι θα λένε·|| ότι η Γιάννα Καραγιώργη είχε ένα παιδί και το παράτη­ σε. Δεν είναι πιο εύκολο να μου πεις την αλήθεια, αντί να διασύρεται το όνομα της αδελφής σου;» ί] Πάλι δε μου απαντάει, αλλά τώρα ξεσπάει σε λυγμούς. | «Τι έγινε το παιδί;» επιμένω, με το γλυκό μου πάντα, 'f1 «Πού είναι;» § «Εδώ». |> «Εδώ; Πού εδώ;» ? «Εδώ, σ’ αυτό το σπίτι. Είναι η Άννα μου». Μόλις περνάει η πρώτη μου έκπληξη και τα βάζω κά^ τω, βλέπω ότι οι ημερομηνίες ταιριάζουν. Όταν τους είδε | στο ΝΑΤ ο Κολάκογλου, θα πρέπει κανονικά να ήταν>| έγκυος η Μίνα, αλλά ήταν η Γιάννα. « 0 Βασίλης κι εγώ δεν μπορούσαμε να κάνουμε παι-*| διά» μου λέει μέσα από τα δάκρυά της. «Οι γιατροί έλε γαν ότι έφταιγε ο Βασίλης, αλλά αυτός δεν το δεχόταν με?| τίποτα. Έλεγε ότι εγώ είμαι η ανίκανη. Στο τέλος, απο- ■ φάσισε να με χωρίσει. Ήταν να φύγει για ένα μεγάλο τα­ ξίδι. Κάπου ενάμιση χρόνο. Αρχικά το έκανε για να μ αζέ-J ψει λεφτά και να πάρουμε αυτό το διαμέρισμα. Μετά, μου | είπε ότι θα αναθέσει το διαζύγιο στον δικηγόρο και θα φύ­ γει, για να είναι μακριά και να χωρίσουμε χωρίς φασαρίες. Εμένα μου ήρθε τρέλα. 0 Βασίλης ήταν όλη μου η ζωή. Τον I αγαπούσα από μικρή. Αν χωρίζαμε, θα αυτοκτονούσα. Μια , μέρα έρχεται η Γιάννα στο σπίτι και μου λέει ότι είναι | έγκυος και θα κάνει έκτρωση. Δεν ξέρετε τι έπαθα όταν τ ’ | άκουσα. Εγώ χώριζα, επειδή δεν μπορούσαμε να κάνουμε | παιδιά, κι αυτή έμενε έγκυος και το ’ρίχνε. Ούρλιαζα σα | μέγαιρα, τη χτυπούσα. Αυτή περίμενε να ηρεμήσω και με­ τά μου είπε να πω στον Βασίλη ότι περιμένω παιδί. Δεν κα­ τάλαβα πού το πήγαινε. Χρειάστηκε να μου εξηγήσει. 0 362


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Βασίλης δε θα μπορούσε να βρίσκεται εδώ στη γέννα. Θα γεννούσε αυτή το παιδί και θα το ’δίνε σ’ εμένα». Γελάει και κλαίει μαζί. «Ήταν τόσο απλό» μου λέει. «Μπήκε στο μαιευτήριο με το δικό μου όνομα. Κι όταν γεν­ νήθηκε η Αννούλα, τη δηλώσαμε σα δικό μου παιδί. Ο Βα­ σίλης ήταν τρισευτυχισμένος. Τη λατρεύει την κόρη του. Δεν της χαλάει χατίρι. Νά, γυρίζει παραμονή Πρωτοχρονιάς, για να γιορτάσουμε μαζί και να βλέπατε τι θα της φέρει». «Ποιος άλλος ξέρει ότι το παιδί είναι της Γιάννας;» «Κανείς! Ήταν τόσο τέλειο το σχέδιό της, που κανείς δεν έμαθε τίποτα. Έσπασε όμως ο διάολος το ποδάρι του και μας είδε αυτός ο παιδεραστής!» «Ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας;» «Δεν ξέρω. Η Γιάννα δε μου είπε ποτέ τ ’ όνομά του». Απότομα, πετάγεται από τη θέση της. Έρχεται δίπλα μου, στον καναπέ, βουτάει τα χέρια μου και τα σφίγγει. «Σας παρακαλώ, μην το πείτε σε κανέναν» μου λέει κλαίγοντας. «Θα το μάθουν η Αννούλα, ο Βασίλης. Έχετε σπί­ τι, οικογένεια, καταλαβαίνετε τι μας περιμένει. Θα γκρε­ μίσει το σπιτικό μας». Δεν ξέρω πού θα με βγάλουν όλα αυτά, και νιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά. «Ακούσε. Αν το παιδί δεν έχει σχέ­ ση με το θάνατο της αδελφής σου, έχεις το λόγο μου ότι κανείς δε θα μάθει τίποτα. Αν έχει σχέση, τότε σου υπό­ σχομαι να το κουβεντιάσω μαζί σου πριν προχωρήσω». Ποιο είναι το σπουδαίο; Να βρεις έναν δολοφόνο ή να χαλάσεις ένα σπίτι; Και τα δυο, κι εδώ είναι το πρόβλη­ μα. Είσαι καντέμης, Χαρίτο, λέω μέσα μου. Συνέχεια μπλέκεις. «Δε μου λες; Έχεις καθόλου ενθύμια της αδελφής σου;» «Σαν τι ενθύμια;» «Φωτογραφίες... Γράμματα...» «Γράμματα δεν έχω. Μόνο μερικές φωτογραφίες». 363


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Θέλω να τις δω». Σηκώνεται και βγαίνει από το σαλονάκι. Σε λίγο γυρίξ μ’ ένα πάκο φωτογραφίες. Τις κοιτάζω μία-μία, αλλά βγάζω τίποτα. Οι πιο πολλές είναι φωτογραφίες της Γιάι νας και της Μίνας από τα παιδικά τους χρόνια, άλλες μ ε ' Άννα μωρό, που η Γιάννα την κρατάει στην αγκαλιά της, | ρικές από το ταξίδι που είχαν κάνει οι τρεις τους. Και μι* φωτογραφία της Γιάννας με ακουστικά, που μιλάει. Προ·* φανώς την έχουν τραβήξει πάνω σε ραδιοφωνική εκπομπή| «Αυτές είναι όλες;» Με πάει στο δωμάτιο της Άννας. Είναι απλό και πρό! σχαρο, με λουλουδάτες κουρτίνες, ένα γραφείο, μια β ι| βλιοθήκη, κι ένα μονό κρεβάτι με κομοδίνο. Πάνω στο κ ο | μοδίνο είναι μια φωτογραφία σε ξύλινη κορνίζα, στραμμέ\ προς το κρεβάτι. «Αυτή είναι» μου λέει η Αντωνακάκη. «Είπε στην Αν να την έχει πάντα δίπλα της, γιατί την αγαπούσε πολύ»! Πλησιάζω και κοιτάζω τη φωτογραφία. Δείχνει μια πο ρέα από νέους και νέες στην εξοχή, κάπου σ’ ένα ξές το. Στη μέση της φωτογραφίας αναγνωρίζω τη Γιάννα. EiJ ναι ξαπλωμένη στο χώμα και ακουμπάει το κεφάλι τη^ στα γόνατα ενός παλικαριού, που την κρατάει αγκαλκ σμένη από το λαιμό. Η Γιάννα χαμογελάει στο φακό, φυσιογνωμία του παλικαριού μού είναι γνωστή. Σκύβο για να τον δω καλύτερα και το βλέμμα μου κολλάει. «Ξέρεις πότε βγήκε αυτή η φωτογραφία;» ρωτάω · Αντωνακάκη. «'Οχι, αλλά εδώ η Γιάννα πρέπει να είναι γύρω στα ε ί | κοσι τρία με είκοσι πέντε». Η αθεόφοβη η Καραγιώργη. Καταφέρνει να με εκ-ί πλήσσει ακόμα και μετά το θάνατό της. Είχε χαρίσει φωτογραφία στην Άννα, για να βλέπει κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, τον πατέρα της. 364


44 Πριν φύγω από το σπίτι της Αντωνακάκη, παίρνω τηλέ­ φωνο στο Χέλας Τσάνελ και ζητάω τον πεζοναύτη από τα Πετράλωνα, που είχε βάρδια το βράδυ που σκότωσαν την Καραγιώργη. Μου λένε ότι πιάνει δουλειά στις τέσσερις. Η ώρα είναι μόλις δωδεκάμισι, αλλά δεν έχω καμία διά­ θεση να πάω στην υπηρεσία. Οι δυο ασπιρίνες δε μου έκα­ ναν τίποτα, και το κεφάλι μου εξακολουθεί να είναι ασή­ κωτο. Τα βάζω με τον εαυτό μου που διάλεξα τη μέρα να τα κοπανίσω, και τώρα που θέλω καθαρό το μυαλό μου, δεν το ’χω. Αποφασίζω να γυρίσω στο σπίτι και να ορι­ ζοντιωθώ. Πρέπει να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. 0 Σοβατζής τη γλιτώνει οριστικά. Τώρα που είναι εξα­ κριβωμένο ότι δε σκότωσε τις δυο κοπέλες, ούτε έβαλε κάποιον να τις καθαρίσει, δεν μπορούμε να του κάνουμε τίποτα. Η Δούρου θα πάει μόνο για αγοραπωλησία παι­ διών. Η ηθική αυτουργία περνάει στα αζήτητα. Από τη στιγμή, μάλιστα, που πρόκειται για Αλβανάκια και όχι για Ελληνόπουλα, ένας καλός δικηγόρος θα την ξεμπλέξει με μια αστεία ποινή. Οι δύο οδηγοί και ο Χουρδάκης θα πλη­ ρώσουν τη νύφη. Αν δεν είχα πέσει πάνω στο φάκελο, με το υλικό για τον Πυλαρινό, ίσως να είχα βρει πιο εύκολα τον δολοφό­ νο. Ο φάκελος με ξεστράτισε. Αυτός και το ότι άφησα τον Κολάκογλου να φύγει. Κι ας μάζεψα επαίνους ικανότη­ τας από τον Γκίκα, ανθρωπιάς από τον Ζήση. Κανονικά, 365


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

μου αξίζει φασκέλωμα. Εντάξει, το ξεστράτισμα είχε κ α ι| τα καλά του. Ξήλωσα τη σπείρα. Εν μέρει, έστω. Τα με- I γάλα κεφάλια ξέφυγαν, αλλά κι έτσι όπως είναι, κου- λ|; τσουρεμένη, θα μου φέρει μερικά πόιντς. Κι όμως δεν εί-/ μαι ευχαριστημένος. Σκέφτομαι τι με περιμένει, κ α ι| μαυρίζει η ψυχή μου. | Όταν φτάνω στο Χέλας Τσάνελ, έχει πάει τεσσεράμι- ΐ σι. Ο πεζοναύτης από τα Πετράλωνα είναι στο πόστο του. | Με αναγνωρίζει αμέσως και σηκώνεται. Του λέω να π ά ­ με κάπου ήσυχα, για να κουβεντιάσουμε. Με πηγαίνει στθί)δωμάτιο της φρουράς ασφαλείας, που είναι άδειο. «Θέλω να φρεσκάρω ορισμένες λεπτομέρειες» του λέω? όταν καθόμαστε. «Μου είχες πει ότι το βράδυ που τη σκό­ τωσαν, η Καραγιώργη είχε έρθει στις έντεκα και τέταρτο στο σταθμό. Σωστά;» «Σωστότατα». λ «Και ήταν μόνη της». ί «Ολομόναχη». ^ «Είσαι σίγουρος». j «Σιγουρότατος. Έχω μνήμη κομπιούτερ, το ’πάμε». «Ωραία. Αφού έχεις μνήμη κομπιούτερ, θα θυμάσαι και? πόσες φορές έλειψες από το πόστο σου, μετά την άφιξη! της Καραγιώργη». ! «Σου είπα. Μόνο για δυο λεπτά, όταν ένας συνάδελ-j φος ήρθε και μου είπε ότι τη βρήκαν σφαγμένη». -> «Μιλάμε για πριν. Πριν βρουν σφαγμένη την Καρα-Ι γιώργη, πόσες φορές έλειψες;» «Καθόλου» μου λέει γρήγορα. «Άσε τις μαλακίες. Μην πας να με παραμυθιάσεις, για-' τί ξέρω ότι έλειψες. Θα μου το πεις με το καλό ή θα σ&, πάω μέσα και θ’ αρχίσω να σε στριμώχνω; Αν μου κάνεις* το δύσκολο, θα σε φτάσω μέχρι απόλυση, σ’ το λέω». I Τα μούσκουλά του χαλαρώνουν και λαπαδιάζει. «ΕίχειΙ 366


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

έναν αγώνα μπάσκετ εκείνο το βράδυ. Λίγο πριν τελειώ­ σει, πετάχτηκα για να μάθω το αποτέλεσμα». «Τι ώρα ήταν;» «Δε θυμάμαι ακριβώς». Είχε σταματήσει το κομπιούτερ του. «Λίγο μετά την Καραγιώργη». «Και πόσο έλειψες;» «Πέντε λεπτά το πολύ». «Να βάλω δέκα;» Αναστενάζει. «Βάλε» μου λέει. Και σ’ αυτό το δεκάλεπτο, ο δολοφόνος μπήκε στο σταθμό σαν κύριος. Τον αφήνω να γυρίσει στο πόστο του και κατεβαίνω με το ασανσέρ στο γκαράζ. Είναι γεμάτο αυτοκίνητα αυ­ τή την ώρα. Μόνο ένας ετοιμάζεται να φύγει. Κάθομαι και τον περιμένω. Η πόρτα ανοίγει με μαγνητική κάρτα. Πιάνω ώρα, μόλις αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Θέλει δέκα δευτε­ ρόλεπτα για ν’ ανέβει, μένει άλλα δέκα ανοιχτή, και άλ­ λα δέκα για να κλείσει. Σύνολο, τριάντα δευτερόλεπτα. Είναι απίθανο να βγήκε ο δολοφόνος από την κύρια είσο­ δο. Δεν ήξερε αν θα έλειπε ο φρουρός από τη θέση του και θα φοβόταν να το ρισκάρει. Κρύφτηκε στο γκαράζ, περίμενε το πρώτο αυτοκίνητο που θα έφευγε, και βγήκε από πίσω του, πριν κλείσει η πόρτα. Το ασανσέρ σταματάει στο ισόγειο και μπαίνει ο Πετράτος. Ξαφνιάζεται όταν με βλέπει. Μου ρίχνει ένα εχθρι­ κό βλέμμα και παίρνει το στριμόκωλο ύφος του. «Σ ’ εσένα ερχόμουν» του λέω. «Νόμιζα ότι είχαμε τελειώσει». «Έρχομαι για συνεργασία. Μου τη χρωστάς». «Γιατί σου τη χρωστάω;» ρωτάει έκπληκτος. «Γιατί αν δεν είχατε κάνει κόκκινο πανί τον Κολάκογλου, αυτός δε θα κρυβόταν και θα είχαμε πιάσει τον δο­ λοφόνο πολύ νωρίτερα». 367


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Αστός είναι, ε; Το ’ξέρα!» μου λέει θριαμβευτικά. Λ «Την τύφλα σου ξέρεις» του λέω κοφτά. * Η απάντησή μου κάνει ακόμα πιο εχθρική την ατμό- , σφαίρα, κι ώσπου να φτάσουμε στο γραφείο του, δε λ έ -| με κουβέντα. Καθώς περνάμε από την αίθουσα σύνταξη^Ι οι δημοσιογράφοι μάς κοιτάζουν περίεργοι. | «Σύντομα» μου λέει ψυχρά, ενώ κάθεται. «Είναι η ώρα,* που ετοιμάζουμε το δελτίο των οχτώμισι και πνίγομαι», if «Πότε ξεκίνησε τη δημοσιογραφία η Καραγιώργη;» ταν| ρωτάω. «Το 75, αν θυμάμαι καλά». «Πώς ξεκίνησε;» «Όπως ξεκινήσαμε όλοι. Από εφημερίδες και περιοδ^ κά. Μετά, όταν βγήκε η ελεύθερη ραδιοφωνία, πέρασε < ραδιόφωνο. Και τελευταία, στην τηλεόραση». «Υπάρχει περίπτωση να δούλεψε κάπου πριν από το 75μ| Το σκέφτεται. «Τώρα που το λες, κάτι μου είχε πει κά<| ποτέ, ότι πέρασε για ένα φεγγάρι από την ΕΡΤ ή την τ<5 τε ΥΕΝΕΔ. Δε θυμάμαι όμως πότε ήταν». «Εντάξει, αυτό ήθελα» του λέω και σηκώνομαι. Αργά το απόγευμα με παίρνουν τηλέφωνο η Αδριανή | την Κατερίνα. Η Αδριανή είναι ενθουσιασμένη με τον Πάι νο. Πόσο καλό παιδί είναι, πόσο την περιποιείται, ετοίμα| σε μόνος του το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και πόσο ωραίι μαγειρεύει. Πλέκει το εγκώμιό του και με κάνει κουρέλι. \ «Άξιζε τον κόπο που έμεινες στην Αθήνα;» με ρωτάε η Κατερίνα, όταν παίρνει σειρά. «Έλυσες το μυστήριο;* «Το ’λυσα, αλλά δε μ’ αρέσει» της λέω. «Γιατί;» «Άσ’ το. Θα μάθεις όταν έρθει η ώρα». Το κεφάλι μου δε λέει να περάσει. Θέλω να πάω για | ύπνο, αλλά δε γίνεται. Πρέπει να βγω και με περιμένει! μεγάλο κουπί. 368


45 Είμαστε στο καθιστικό του, που δεν μοιάζει καθόλου με το σαλονάκι της Αντωνακάκη ή με το δικό μου. Ένας π α ­ λιός καναπές, απομεινάρι της δεκαετίας του ’50, ένα τρα­ πέζι από φορμάικα και γύρω του τέσσερις πλαστικές κα­ ρέκλες, απ’ αυτές που οι γύφτοι τις πουλάνε ένα χιλιάρικο. Το τραπέζι είναι σκεπασμένο μ’ ένα τραπεζομάντιλο, κε­ ντημένο στο χέρι. Το τραπέζι και τις καρέκλες τα έχει αγο­ ράσει αυτός. Ο καναπές και το τραπεζομάντιλο του ’μειναν από τους δικούς του. Μιλάει αργά, με δυσκολία. Κάθε τόσο περνάει τη γλώσ­ σα του πάνω από τα χείλη του. «Τη γνώρισα όταν ήταν στην ΥΕΝΕΔ. Από εκεί ξεκίνη­ σε». Σταματάει και προσπαθεί να συγκεντρωθεί. «Θα το πιστέψετε; Δε θυμάμαι ποια χρονιά ήταν. Το ’χω ξεχάσει». «Το 73. Το εξακρίβωσα από έναν τεχνικό της ΕΤ2, που τη θυμόταν». «Έ χετε δίκιο. Το 73 ήταν. Δούλευε σε μια εκπομπή για την αστυνομία, και την έστειλαν να κάνει ένα ρεπορ­ τάζ για τη Σχολή. Διέκοψε το μάθημα για να κάνει ερω­ τήσεις σ’ εμάς, τους μαθητές. 'Οταν τέλειωσε το μάθημα, με περίμενε έξω. Μου είπε ότι ήθελε να μου κάνει μερι­ κές ερωτήσεις ακόμα. Φοβήθηκα τα μπλεξίματα και είπα όχι. Αυτή όμως με καθησύχασε. “Έννοια σου, αν υπάρχει τίποτα επιλήψιμο, θα το κόψουν έτσι κι αλλιώς” μου είπε 369


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

γελώντας. Έτσι γνωριστήκαμε». Αφήνει να του ξεφύγείί ένας αναστεναγμός. «Και προχωρήσατε στα παρακάτω». «Βγήκαμε κάνα-δυο φορές. Μετά, με σύστησε στην πα­ ρέα της, αλλά δεν είπε ότι πάω στη Σχολή Αστυνομικών. / Με παρουσίασε σα φοιτητή της Νομικής. Η Γιάννα και το φοιτητάκι της. Έτσι μας έλεγαν». || Καθόμαστε αντικριστά στο τραπέζι και κοιταζόμαστε, w όπως κοιταζόμαστε κάθε πρωί. Μόνο που τώρα στηρίζεί·(| το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και με κοιτάζει ίσια,| στα μάτια, όχι λίγο πιο ψηλά, όπως το συνηθίζει. «Πες μου για το παιδί. Πότε έγινε;» . «Πρέπει να έγινε τον Αύγουστο, όταν πήγαμε μαζί δια-ι κοπές, γιατί μου το ’πε τον Οκτώβριο». Η ανάμνηση τού φέρνει ταραχή και η φωνή του βρα χνιάζει. «Της είπα να το κρατήσει. Είμαι από χωριό και σ’:| εμάς, όταν αφήνεις έγκυο μια κοπέλα, την παντρεύεσαι Έτσι έχω μάθει. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ήμουν ερωτευ-ί μένος μαζί της. Ξέρω, όταν είσαι είκοσι ενός χρονών, ερωι τεύεσαι με την καλημέρα. Περάσαμε όμως τρεις εβδομάδες; μόνοι, στα Κουφονήσια, κι όταν γύρισα, δεν μπορούσα νο$ κάνω λεπτό μακριά της. Της είπα, λοιπόν, να το κρατήσει και να παντρευτούμε. Έβαλε τα γέλια. “Είσαι με τα κολάι σου;” μου είπε. “Εγώ θέλω να κάνω καριέρα σα δημόσιό-; γράφος και θα φορτωθώ ένα κουτσούβελο και έναν αστυιί φύλακα με στολή, για άντρα; Αποκλείεται, θα το ρίξω”. Εγώ την παρακαλούσα. Της έλεγα συνέχεια πόσο την αγαπού-* σα και πόσο ήθελα το παιδί. Το πάθος μου την τρόμαξε κοφ αποφάσισε να χωρίσουμε. Μου ήρθε τρέλα. Από τα παρα·? κάλια, πέρασα στις απειλές. Και τότε, εξαφανίστηκε. Αμέ-ί σως μετά το Πολυτεχνείο, παραιτήθηκε από την ΊΓΕΝΕΔ, άλ->, λαξε σπίτι, τηλέφωνο, και δεν μπορούσα να τη βρω πουθενά.) Μ’ έπιασε τέτοια απελπισία, που παράτησα τη Σχολή», 370


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ήταν η στιγμή που αποφάσισε να κρατήσει το παιδί και να το δώσει στην αδερφή της. Αλλά αυτό ο Θανάσης δεν το ξέρει. «Και ξαφνικά, μετά από χρόνια, τη βλέπω μια μέρα μπροστά μου, στην υπηρεσία. Έπαθα την πλάκα μου. Αυ­ τή με χαιρέτισε φιλικά και μου πρότεινε να πάμε για κα­ φέ. Πάνω στον καφέ, μου λέει ξαφνικά: “Η κόρη σου εί­ ναι μια χαρά. Είναι δεκαεννιά χρόνων τώρα”. Φαντάζεστε τι έπαθα; Εγώ την παρακαλούσα να το κρατήσει, αυτή με παράτησε, για να το ρίξει, εξαιτίας της άφησα τη Σχολή, και ξαφνικά, μετά από τόσα χρόνια, μου έλεγε ότι το κρά­ τησε και ότι ήταν δεκαεννιά χρονών. Ζήτησα αμέσως να τη δω, αλλά αυτή ούτε να τ ’ ακούσει». Σταματάει, για να πάρει ανάσα. Υγραίνει πάλι τα χεί­ λη του. Τώρα μιλάει, χωρίς να με κοιτάει, γιατί έχει σκε­ πάσει το πρόσωπό του με τα χέρια του. «Ξαφνικά, μ’ έπιασε ένα πείσμα να δω την κόρη μου. Μη με ρωτάτε το γιατί. Δεν ξέρω. Επειδή το ’θελα τόσο πολύ αυτό το πα ι­ δί; Ή επειδή μουλάρωσα που με κορόιδεψε; Μάλλον και τα δυο μαζί. Όταν είδα ότι η πίεση δεν ωφελούσε, άρχι­ σα να την παρακολουθώ. Τότε διαπίστωσα ότι η κόρη μου δεν έμενε μαζί της. 'Οχι μόνο αυτό, αλλά κανείς γύρω δεν ήξερε ότι είχε κόρη. Με το ψάξιμο, πέρασα από το πεί­ σμα στο πάθος. Ήθελα να δω το παιδί μου». Πώς να του το έδειχνε, αφού το είχε δώσει στην Αντωνακάκη; «Μια μέρα έρχεται και μου λέει ότι θα μου τη δείξει, αν της κάνω μια χάρη. Ήθελε να της δίνω όλες τις ανα­ φορές που έρχονταν στην υπηρεσία και είχαν σχέση με εμπόριο παιδιών». «Και τις έδωσες». «Τις έδωσα γιατί δεν πίστευα ότι έκανα κάτι κακό. Όλοι οι δημοσιογράφοι παίρνουν από κάπου τις πληροφορίες 371

L


Π ΕΤ Ρ02 ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τους. Μα όταν της έλεγα για το παιδί, αυτή με είχε όλσ(| στο περίμενε». «Γι’ αυτό άρχισες να της γράφεις γράμματα και να τη ν || απειλείς;» «Ναι». ί( «Και γιατί υπέγραφες με “Ν” ;» ~ί «Νάσος. Έτσι με φώναζε. Δεν της πήγαινε το Θανά- y σης και με φώναζε Νάσο». # Συνήθως, η λύση είναι μπροστά στα μάτια σου, αλλά;# στραβώνεσαι. si «Ώσπου, μια μέρα, μου ζήτησε κι άλλη χάρη. Ή θελείΙ να μάθω πότε περνούσαν τα σύνορα τα ψυγεία του Π υ -* λαρινού και ποιος τελειωνειακός τούς έκανε έλεγχο». : # Αυτός ήταν που ρωτούσε και τρομοκράτησε τον Χ ουρ-|| δάκη. «Και τα έμαθες;» «Όλα. Τα ονόματα των οδηγών, το όνομα του Χουρ«.| δάκη. Τα έμαθα όλα και της τα ’δωσα». Αναστενάζει κο σηκώνει το βλέμμα. «Από τότε με πήρε ό κατήφορος* μου λέει. «Γιατί;» Λ® «Γιατί με πλησίασε η Δούρου». «Η Δούρου;» «Η Δούρου, μάλιστα. Μου τηλεφώνησε στο σπίτι. Δε ξέρω πώς βρήκε το τηλέφωνό μου, αλλά μου είπε να συ* ναντηθούμε. Και μου πρότεινε συνεργασία». «Και δέχτηκες;» «Είπα στη Γιάννα ότι ώς εδώ ήταν, σταματάω. Μα αυ-|| τή είχε το διάολο μέσα της. Έβρισκε πάντα τον τρόπο νο σε τυλίγει. Μου είπε να κάνω ότι παίζω το παιχνίδι τους να μαζεύω στοιχεία και να της τα δίνω. Όταν θα τελείων νε την έρευνα, θα έλεγε ότι ξεσκέπασε την υπόθεση χά·? ρη στη δική μου συμβολή και θα μ’ έκανε διάσημο. Τό­ τε, θα μπορούσα να γνωρίσω και την κόρη μου, γ ια τ ί' 372


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

μικρή είχε μεγαλώσει αλλιώς και δεν μπορούσε να της πει ξαφνικά ότι ο πατέρας της ήταν ένας κοινός μπάτσος». Γιατί η Δούρου δε μου είχε αποκαλύψει ώς τώρα ότι ήξερε τον Θανάση; Προφανώς, επειδή αρνιόταν ακόμα την ενοχή της και κρατούσε τον άσο στο μανίκι. Θα έσκαγε τη βόμβα όταν θα καταλάβαινε ότι δεν υπήρχε τρόπος για να γλιτώσει. «Δέχτηκα, αλλά με έναν όρο. 'Οτι πριν το βγάλει στον αέρα, θα έδινε τα στοιχεία σ’ εσάς, για να προχωρήσετε ταυτόχρονα σε συλλήψεις. Συμφώνησε και προχωρήσαμε. Ό,τι πληροφορίες μάζευα, τις έδινα στη Δούρου. Κάθε που ήταν να παραδοθούν παιδιά, φρόντιζα να είμαι στην π ε­ ριοχή, ώστε αν τύχαινε να εμφανιστεί κανένα περιπολικό, να το απομακρύνω. Ταυτόχρονα, ειδοποιούσα και τη Γιάννα. Όταν είδα τον Σέχη στην ανάκριση, τον αναγνώρισα αμέσως. Τον είχα δει που ερχόταν με το φορτηγό να παραδώσει. Εγώ τους ειδοποίησα ότι τον κρατάμε. Κι όταν υπέγραψε την ομολογία του, του έδωσα διακόσια χιλιά­ ρικα. Του είπα ότι ήταν μια προκαταβολή και ότι θα ’παίρνε τα πενταπλάσια αν κρατούσε το στόμα του κλει­ στό. Το βλίτο ο Αλβανός το πίστεψε και τον φάγανε. Και για τον Χουρδάκη, εγώ ειδοποίησα. Είχα ακούσει τον Σω­ τήρη που τον έψαχνε». «Ρε Θανάση. Σ’ εμένα μιλάς, τον Χαρίτο. Είναι δυνα­ τό να πιστέψω ότι όλα αυτά τα έκανες για να δεις την κό­ ρη σου;» «Εσύ» μου λέει ξαφνικά στον ενικό και με φθόνο «κα­ νακεύεις την κόρη σου τόσα χρόνια. Και κάθε δεύτερη μέ­ ρα είσαι μαύρος επειδή σου λείπει. Κι όταν σε παίρνει τη­ λέφωνο, κάνεις σαν μπέμπης». Μόκο, Χαρίτο. Δεν έχεις να του πεις τίποτα. Κουνάει το κεφάλι του πέρα-δώθε, για να υπογραμμίσει την από­ γνωσή του. «Σου λέω, είχε τον διάολο μέσα της. Και ήξερε 373


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

τον τρόπο να κρατάει πάντα ζωντανές τις ελπίδες μουίί£ Από τη μέρα που δέχτηκα να μπω στο παιχνίδι με τη Δ οό^| ρου, είχε αρχίσει πάλι να πλαγιάζει μαζί μου. Όχι τα κτι-' κά, αραιά και πού. Χωρίς να μου το λέει, μ’ άφηνε να ελ­ πίζω ότι αυτό που δεν είχε γίνει πριν από είκοσι χρόνια», θα μπορούσε να γίνει τώρα. Να ζήσουμε όλοι μαζί. Εγώ? αυτή και η κόρη μας». «Πότε ξύπνησες;» τον ρωτάω. «Μετά τους Αλβανούς, όταν σου μπόλιασε την υποψίας για τα παιδιά. Εσύ δεν ήξερες τίποτα, αλλά εγώ κ α τ ά # λαβα αμέσως πού το πήγαινε. Ήθελε να σας βάλει να δ η # λώσετε ότι ψάχνετε για παιδιά, και τότε να βγει και να αποκαλύψει όλα, για να δείξει στον κόσμο ότι ενώ η αστυή| νομία αρχίζει μόλις να ψυλλιάζεται και να ψάχνει στα τι*#; φλά, αυτή τα έχει όλα έτοιμα, πακέτο. Ήθελε να τους ξε#| φτιλίσει όλους, αστυνομία και δημοσιογράφους, και votf γίνει είδωλο. Να δείξει ότι είναι σκάλες πάνω από του*# άντρες συναδέλφους της. Το μόνο που της έλειπε, και δ ε # μπόρεσα ούτε εγώ να εξακριβώσω, ήταν η ανάμειξη το ά | Πυλαρινού σε όλα αυτά». Γιατί δεν είχε τον Ζήση. Αυτόν τον είχα εγώ. «Γι’ αυτό τη σκότωσες;» Η ερώτηση θα έπεφτε κάποια στιγμή και την π ερ ίμ ε# νε. Με κοιτάζει για λίγο. Μου περνάει η ιδέα ότι θα TOl αρνηθεί, αλλά αυτός λέει αργά: $| «Εν μέρει, φταις κι εσύ που τη σκότωσα». «Εγώ;» «Εσύ μ’ έστειλες μαζί της εκείνο το βράδυ. Εγώ δε ήθελα, αλλά εσύ επέμενες. Όταν της είπα ότι είχα κατ ο λάβει το παιχνίδι της και της θύμισα τη συμφωνία μο αυτή γέλασε. Μου είπε ότι θα κρατήσει τη συμφωνία, αλ^ λά με μια μικρή αλλαγή. Θα δώσει όλα τα στοιχεία, α λ | λά μόνο όταν την καλέσει η αστυνομία, για να δείξει < 374


ΝΤΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

κόσμο ότι χωρίς αυτήν δε θα βρίσκαμε άκρη. Την απεί­ λησα ότι θα τα αποκαλύψω όλα σ’ εσένα. Γέλασε πάλι και μου είπε να μην τολμήσω να το κάνω, γιατί είμαι μπλεγμένος ώς τα μπούνια, κι αν της καταστρέφω την πρωτιά, θα κάνει εμένα είδηση για ν’ αποζημιωθεί. Πριν φύγουμε, μου είπε ότι ήθελε να κάνει ένα τηλέφωνο. Την πήγα ώς το αυτοκίνητό της. Κάπου μέσα στην τρέλα μου έλπιζα ότι την τελευταία στιγμή θ’ άλλαζε γνώμη. Αλλά αυτή κατέβασε το παράθυρο και μου είπε ότι εκείνο το βράδυ θα έβγαζε στον αέρα μια μικρή δόση, για να τρα­ βήξει τον κόσμο, κι αύριο θα έκανε το μεγάλο μπαμ, στο δελτίο των οχτώμισι. Κι έβαλε αμέσως μπρος, για να μην προλάβω να της μιλήσω». Χοντρές στάλες ιδρώτα γυαλίζουν στο κούτελό του. Βγάζει ένα χαρτομάντιλο και τις σκουπίζει. Ξαφνικά, όπως γίνεται πάντα όταν θέλει κανείς να γλιτώσει από τη φόρ­ τιση, πετάγεται σε κάτι τελείως άσχετο. «Με συγχωρείς, δε σου πρόσφερα τίποτα. Θες έναν καφέ;» «'Οχι, δε θέλω τίποτα. Λέγε, παρακάτω». Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να ξεφύγει και υποκύ­ πτει στη μοίρα του. «Δεν έφυγα αμέσως. Έμεινα λίγο για να συνέλθω και να σκεφτώ πιο ψύχραιμα. Τότε είδα ότι όλα ήταν ψέματα. Ούτε την κόρη μου είχε σκοπό να μου γνωρίσει, ούτε να μου δώσει μερίδιο από την επιτυχία της. Μπήκα στο αμάξι και έτρεξα πίσω της. Είδα το δικό της παρκαρισμένο έξω από το σταθμό. Δεν ξέρω αν είχα απο­ φασίσει ήδη να τη σκοτώσω. Θα πρέπει όμως να το είχα αποφασίσει, γιατί περίμενα να φύγει ο φρουρός ασφα­ λείας και μετά να τρυπώσω μέσα. Ήξερα τα κατατόπια. Μου τα είχε πει η ίδια. Τη βρήκα να φρεσκάρεται μπρο­ στά στον καθρέφτη. Τσαντίστηκε όταν με είδε. Εγώ της εί­ πα ότι δεν είχε κρατήσει τη συμφωνία και ή θα μου έλεγε 375


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

'‘35

αμέσως πού ήταν η κόρη μου ή θα μου επέστρεφε όλα τα{ζ στοιχεία που της είχα δώσει». Σταματάει και χαμογελάει.#! «Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια. Θα πρέπει να τα είχα τε·'·'·· λείως χαμένα, για να μιλάω για συμφωνίες... Τότε μου.: αποκάλυψε ότι είχε δώσει την κόρη μας σε κάποιο ζευ­ γάρι που δεν είχε παιδιά, και δεν μπορούσε ούτε να μου τη γνωρίσει ούτε να μου πει πού ήταν». Σταματάει απότομα και βάζει τα γέλια. Ένα γέλιο τρε- ^ λό, παρανοϊκό. «Δεν είχα περίστροφο μαζί μου, γι’ αυτό ! και δε φοβήθηκε. Πού να φανταζόταν ότι θα την κάρφω-ί|; να με τη βάση του προβολέα». Το γέλιο του κόβεται από·® τομα και ξαναγυρίζει στην παλιά κατάσταση. «Βούτηξάΐ! από την τσάντα της τα χαρτιά της, καλού-κακού και τα ||| φάιλοφαξ. Μπήκα στο ασανσέρ και κατέβηκα στο υπό·*» γειο. Κρύφτηκα πίσω από τα αυτοκίνητα και με το πρώ-*|| το αμάξι που έβγαινε, πετάχτηκα έξω». ,<:1 Φοβόταν, αλλά όχι αυτόν. Φοβόταν τον Σοβατζή, τηΜ Δούρου και την παρέα τους. Γι’ αυτό έκανε το τηλεφώ-' Ι νήμα στην Κωσταράκου. m Σηκώνεται και πάει σ’ ένα έπιπλο, που πάνω του εί-ΙΙ ναι η τηλεόραση. Καθώς το ανοίγει, σκέφτομαι ότι δενί οπλοφορώ κι αν μου βγάλει τώρα πιστόλι, την έχω βαμ-* μένη. Αυτός όμως βγάζει από μέσα έναν κίτρινο φάκελο; ταχυδρομείου και ένα φάιλοφαξ και μου τα δίνει. 1 «Αυτά είναι, πάρ’ τα» μου λέει. Τ ’ αφήνω μπροστά μου, πάνω στο τραπέζι, χωρίς ν α : τ ’ ανοίξω. «Δεν ξέρεις τι έπαθα όταν μου σύστησες την ανιψιά της» τον ακούω να μου λέει. «Με την πρώτη ματιά κα­ τάλαβα ότι αυτή ήταν η κόρη μου, αλλά ήταν πια π ο λ ύ ; αργά. Τι να της έλεγα; Ότι εγώ είμαι ο πατέρας της και σκότωσα τη μάνα της;» «Την Κωσταράκου γιατί τη σκότωσες;» 376


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

«Πάλι εσύ μ’ έσπρωξες. Μου είπες ότι είχε τηλεφωνή­ σει στην Κωσταράκου, για να συνεχίσει την έρευνα. Άρχι­ σα να φοβάμαι ότι μπορεί να είχε δώσει στην Κωσταρά­ κου κι άλλα στοιχεία, εκτός α π ’ αυτά που είχε μαζί της. Κι αν κάπου έχει και τ ’ όνομά μου; σκέφτηκα. Δεν μπο­ ρούσα να το ρισκάρω. Της είπα ποιος είμαι και ότι έχω κάτι γι’ αυτήν από την Καραγιώργη. Μου άνοιξε αμέσως. Είχα μαζί μου και το φάκελο. Καθώς τον έψαχνε, πέρα­ σα το σύρμα στο λαιμό της και την έπνιξα». Με κοιτάζει και βάζει πάλι τα γέλια. «Μετά, ήρθα κα­ τευθείαν σ’ εσένα για να σου δώσω αναφορά για τον Κολάκογλου» μου λέει. «Εσύ ήσουν το άλλοθι μου. Ψ ά­ χνατε παντού τον δολοφόνο, κι ο δολοφόνος καθόταν απέναντι σου». Με κοιτάζει και συνεχίζει να γελάει. Σκέφτομαι ότι εί­ ναι η τελευταία φορά. Από αύριο θα πάψουμε να κοιτα­ ζόμαστε, κι έτσι δε θα ’χω την ευκαιρία ν’ αντιστρέφω τους κανόνες του παιχνιδιού: να τον κοιτάζω εγώ στα μά­ τια και να του λέω ότι είμαι μαλάκας, κι αυτός να μου απαντάει: «Το ξέρω ότι είσαι μαλάκας». Σοβαρεύει απότομα. «Τώρα θα βγουν όλα στη φόρα, ε;» μου λέει κι αναστενάζει από το βάρος της σκέψης του. «Εγώ θα ξεφτιλιστώ και η κόρη μου θα βρεθεί μ’ έναν π α ­ τέρα φονιά». «Τι άλλο να γίνει;» του απαντάω. «Δεν υπάρχει άλλη λύση». «Θα με συλλάβεις;» «Από σένα εξαρτάται. Ήρθα μόνος για να κουβεντιά­ σουμε. Αν δε θέλεις, μπορώ να στείλω αύριο να σε συλλάβω». «Δε βαριέσαι. Τι απόψε, τι αύριο. Έτσι κι αλλιώς, χα­ μένος είμαι. Πάμε απόψε, να τελειώνουμε. Μόνο περίμενε, αν θέλεις, να πάρω τα απαραίτητα μαζί μου». 377


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

«Εντάξει, δε βιάζομαι και τόσο». Μ Σηκώνεται και βγαίνει στο χολ. Μπορεί ν’ ανοίξει την η πόρτα και να φύγει, αλλά αν είχε τέτοια πρόθεση, δε θα ■ ’βγάζε πιστόλι; Το ρίσκο υπάρχει έτσι κι αλλιώς. 1 Ανοίγω το φάκελο της Καραγιώργη. Μέσα έχει άλλο 1 ένα ρολό φιλμ, ένα πάκο χαρτιά, βγαλμένα από εκτυπω- * τη, και τέσσερις φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες είναι φαί- ; νεται α π ’ αυτό το φιλμ, που είναι πιο πρόσφατο. Το είχε πάρει από το φάκελο για να τις εμφανίσει. Αυτό που βρή- ; κάμε εμείς είναι πιο παλιό. Η μια φωτογραφία είναι της Δούρου. Οι άλλες τρεις είναι τραβηγμένες νύχτα στην οδό Κουμανούδη. Η καθεμιά δείχνει κι από ένα άλλο άτομο να βγάζει κάποιο παιδάκι από το φορτηγό. Αναγνωρίζω τον Σέχη. Οι άλλοι δυο θα πρέπει να είναι το ζευγάρι των Αλβανών, αλλά δε διακρίνονται καθαρά στο σκοτάδι. Τις κοιτάζω και μου ’ρχεται να τους ξεσκίσω και τους δύο. Αν είχαμε αυτά τα στοιχεία από την αρχή, θα είχαμε κλεί­ σει την υπόθεση μέσα σε δύο μέρες. Και η Καραγιώργη με την Κωσταράκου θα ήταν ζωντανές. Ξέρω, είναι μαλακία, αλλά δεν είναι καθόλου ευχάριστο να σου λένε ότι, έστω και άθελά σου, έγινες αιτία να πεθάνουν δύο άν­ θρωποι. Όπως και να ’ναι, η Δούρου δε γλιτώνει πια με τίποτα. Ο πυροβολισμός έρχεται από το άλλο δωμάτιο και σπάει τη σιωπή. Πετάγομαι στο χολ, ενώ τα χαρτιιά σκορ­ πάνε στο πάτωμα. Το υπνοδωμάτιο είναι στο βάθος. Από την ανοιχτή πόρτα διακρίνω τα πόδια του Θανάση στο κρε­ βάτι. Όταν μπαίνω, βρίσκω το κεφάλι του πάνω στο μα­ ξιλάρι. Το αριστερό του χέρι έχει κρεμάσει και κουνιέται αδέσποτο. Το δεξί του, που κρατάει το υπηρεσιακό του περίστροφο, ακουμπάει στο στρώμα, δίπλα του. Το κρε­ βάτι είναι άστρωτο και το αίμα απλώνεται σιγά-σιγά και βάφει το μαξιλάρι. 378


46 Ώσπου να τελειώσουν ο ιατροδικαστής και η Σήμανση, πιάνουμε τις τρεις. Βάζω τον Θανάση στο ασθενοφόρο για το νεκροτομείο και φεύγω για το σπίτι. Δε θέλω να πάω στην υπηρεσία, γιατί σίγουρα θα έχουν μαζευτεί οι δημο­ σιογράφοι και δεν ξέρω τι να τους πω. Μόλις φτάνω στο σπίτι, παίρνω αμέσως τον Γκίκα. Έχει πάει για τις γιορτές στο πατρικό της γυναίκας του, στον Καραβόμυλο. Χτυπάει κάπου δέκα λεπτά και μετά ακούω μια γυναικεία φωνή να λέει έντρομη: «Εμπρός». «Αστυνόμος Χαρίτος. Τον κύριο ταξίαρχο, παρακαλώ. Είναι επείγον». Χρειάζεται να περιμένω άλλα πέντε λεπτά, για ν’ ακού­ σω την ανήσυχη φωνή του Γκίκα: «Γιατί με παίρνεις τέ­ τοια ώρα; Τι τρέχει;». Ώσπου να του πω όλη την ιστορία, έχει ξυπνήσει σα να ήπιε τρεις καφέδες. «Τι κάνουμε τώ ρα;» με ρωτάει. «Τι λέμε προς τα έξω;» Έχω τη λύση, αλλά δεν ξέρω αν θα του αρέσει. «Ερω­ τικό πάθος. 0 αρχιφύλακας Νόλλης είχε ερωτικό δεσμό με την Καραγιώργη. Από τις ενδείξεις που έχουμε, υπο­ πτευόμαστε ότι η Καραγιώργη πήγαινε μαζί του για να του αποσπάσει πληροφορίες. Κάποια στιγμή αποφάσισε να διακόψει μαζί του. Ο Νόλλης το πήρε πολύ βαριά. Το βράδυ του φόνου έφαγε μαζί της. Την παρακάλεσε να τα 379


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

ξαναφτιάξουν, αλλά αυτή αρνήθηκε. Την ακολούθησε στο σταθμό. Μπήκε κρυφά και συνέχισε να την παρακαλάει. Όταν είδε ότι η Καραγιώργη ήταν ανένδοτη, τη σκότωσε εν βρασμώ ψυχής. Επειδή όλοι ξέρουν πώς η Καραγιώρ­ γη παράτησε τον Πετράτο, θα το χάψουν». «Και η Κωσταράκου;» «Αυτήν τη σκότωσε επειδή γνώριζε το δεσμό τους και φοβόταν ότι θα μιλούσε. 'Οταν κατάλαβε ότι βρισκόμαστε στα ίχνη του, προτίμησε να αυτοκτονήσει. Σημειωτέον ότι με τα στοιχεία της Καραγιώργη, που κρατούσε ο Νόλλης, η Δούρου πάει για δέκα χρόνια». «Έξοχα!» ακούω τον Γκίκα να μου λέει από το άλλο άκρο. «Ούτε το Εφ-Μπι-Άι δε θα είχε καταστρώσει τέ­ τοιο σχέδιο για να διαφυλάξει το όνομά του». Χέστηκα για το Εφ-Μπι-Άι. Εμένα μ’ ενδιαφέρει που η υπόθεση ξεκαθαρίζει, η Αντωνακάκη με την κόρη της δεν εμφανίζονται πουθενά, και ο Θανάσης γλιτώνει το διασυρμό μετά θάνατον, ως πουλημένος μπάτσος. Μαζί του, και η υπηρεσία. 0 Γκίκας με βγάζει από τις σκέψεις μου. «Δε νομίζω ότι χρειάζεται να διακόψω την άδειά μου. Μπορείς να κά­ νεις εσύ την ανακοίνωση». Και με κλείνει. Βέβαια, τρελός είναι να έρθει; Αυτός ανακοινώνει μό­ νο τα ευχάριστα. Τα δυσάρεστα τ ’ αφήνει σ’ εμένα. Ο Καλογιάννης και ο Κακογιάννης. Δεν έχω κουράγιο να πάω ώς το κρεβάτι μου και σω­ ριάζομαι στον καναπέ. Σκέφτομαι ότι έπεφτα πάντα π έ­ ντε πόντους δίπλα στην εκτίμησή μου για την Κ αρα­ γιώργη. Ποτέ δεν έβρισκα στόχο. Νόμιζα ότι ήταν λεσβία, αλλά αυτή απλώς σιχαινόταν τους άντρες και τους εκ­ μεταλλευόταν. Την έβλεπα ν’ ανταλλάσσει βλέμματα με τον Θανάση και νόμιζα ότι τον γούσταρε, ενώ αυτή τον έσερνε ήδη από τη μύτη. Μυστήρια γυναίκα. Από τη μια 380


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

κρατούσε το παιδί, για να το δώσει στην αδελφή της και να σώσει το γάμο της. Κι από την άλλη έφτανε τον Θα­ νάση στο φόνο και την αυτοκτονία, από επαγγελματική διαστροφή. Πού πήγε κι έμπλεξε ο φουκαράς. Χίλιες φο­ ρές η Αδριανή, κι ας υποκρίνεται οργασμό. Δε βαριέσαι, καλύτερα που δεν έρχεται ο Γκίκας. Έτσι γλιτώνω και την έκθεση πρώτης λυκείου που πρέπει να του γράψω για να την πει στους δημοσιογράφους. Ακόμα καλύτερα που λείπει η Αδριανή. Συμπαθούσε πολύ τον Θανάση. Θα με πυροβολούσε με ερωτήσεις, θα κλαψού­ ριζε για την ατυχία του, ώσπου θα έπαιρνα ανάποδες και θα στήναμε τρικούβερτο καβγά. Στο τέλος, θα κόβαμε π ά ­ λι την καλημέρα. Ώς τα επόμενα γεμιστά.

381


ΒΗΜΑ ΝΟΥΑΡ

Π ΕΤΡ Ο Σ Μ ΑΡΚΑΡΗΣ Ν Υ Χ Τ Ε Ρ Ι Ν Ο Δ Ε Λ Τ ΙΟ

Στο Νυχτερινό δελτίο (1 9 9 5 ) ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος -ο ήρωας του Πέτρου Μάρκαρη, που αγαπήθηκε από το ανα­ γνωστικό κοινό στην Ελλάδα και στο εξωτερικό-, κάνει την πρώτη του εμφάνιση. Είναι αδιάφθορος διώκτης του εγκλή­ ματος κι ένας παλιομοδίτης και ξεροκέφαλος οικογενειάρ­ χης, που έχει ένα παράδοξο χόμπι: τα Λεξικά· κάθε βράδυ τακτοποιεί τη σκέψη του μόνο αν διαβάσει την ερμηνεία μερικών λέξεων. Και το μυαλό του θα βασανιστεί πολύ με την υπόθεση που αναλαμβάνει: ένα ζευγάρι μεταναστών βρίσκεται μαχαιρωμέ­ νο. Κι αν αρχικά η υπόθεση φαντάζει απλή, όταν θα βρεθεί δολοφονημένη και μια φιλόδοξη ρεπόρτερ της τηλεόρασης, όλα θα αποδειχθούν εξαιρετικά περίπλοκα. Δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και μετανάστες, παράνομα κυκλώματα και στελέχη επιχειρήσεων θα οδηγήσουν τον Χαρίτο στο χείλος του γκρεμού... Το Νυχτερινό Δελτίο, το βιβλίο που αναθέρμανε το ενδιαφέ­ ρον του κοινού οτην Ελλάδα για το αστυνομικό μυθιστόρη­ μα, είναι ανάγνωσμα απολαυστικό, με συναρπαστική πλοκή, ολοζώντανους χαρακτήρες, χιούμορ. Ο αστυνόμος Χαρίτος, ένας φιλόσοφος της καθημερινότητας, ήδη από την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία, μας μένει αξέχαστος.

ISBN ^ f l - ^ D - S D B - D Q S - k

ΤΟ ΒΗΜΑ