Page 1


Τίτλος πρωτοτύπου: Those Girls © Chevy Stevens Holdings Ltd, 2015 / Εκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με το William Morris Agency LLC και το Read & Right Agency. / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο, Eκδόσεις Διόπτρα, 2016 ISBN: 978-960-605-160-9 Ηλεκτρονική έκδοση: Νοέμβριος 2016 μετάφραση: Βιολέττα Ζεύκη / επιμέλεια - διόρθωση: Δημήτρης Πήχας / σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου, Εκδόσεις Διόπτρα / ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Μελίτα Κρομμύδα, Εκδόσεις Διόπτρα Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. ΕΔΡΑ - Εκδόσεις Διόπτρα - Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι / Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 - ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ - Στοά του Βιβλίου - Πεσμαζόγλου 5, 105 64 Αθήνα / Τηλ.: 210 330 07 74 www.dioptra.gr - e-mail: sales@dioptra.gr - info@dioptra.gr


CHEVY STEVENS Πουθενά να Κρυφτείς

Μετάφραση: Βιολέττα Ζεύκη ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ


Για την Πάιπερ, το αγαπημένο μου κορίτσι


Αν και υπάρχει μια πόλη που λέγεται Κας Κρικ στη Βρετανική Κολούμπια, το δικό μου «Κας Κρικ» είναι προϊόν μυθοπλασίας και σε διαφορετική τοποθεσία. Η πόλη του Λίτλφιλντ είναι επίσης προϊόν μυθοπλασίας. Όλες οι άλλες τοποθεσίες είναι πραγματικές.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΤΖΕΣ


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

_7

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ - ΙΟΥΛΙΟΣ 1997

Μία ώρα μόνο είχαμε βγει στον δρόμο, αλλά ήδη μας τέλειωνε σχεδόν η βενζίνη. Η λευκή γραμμή του αυτοκινητόδρομου ξεδιπλωνόταν θολή μπροστά στα μάτια μου, τα χείλη μου ήταν μαραμένα. Ήταν τρεις τα ξημερώματα και είχαμε κοιμηθεί ελάχιστα εδώ και μέρες. Οδηγούσε η Ντάνι, με το πρόσωπό της ωχρό, τα μακριά καστανόξανθα μαλλιά της μαζεμένα μέσα σε ένα καπελάκι του μπέιζμπολ, με μια αλογοουρά στο πίσω μέρος, και τα μάτια της να κοιτάζουν ευθεία μπροστά. Το όνομά της ήταν Ντανιέλ, αλλά εμείς τη φωνάζαμε απλώς «Ντάνι». Ήταν η μεγαλύτερη, σχεδόν στα δεκαοχτώ, και η μόνη που είχε άδεια οδήγησης. Δεν είχε βγάλει λέξη από την ώρα που φύγαμε από το Λίτλφιλντ. Στα δεξιά μου η Κόρτνεϊ επίσης κοίταζε έξω από το παράθυρο. Όταν ακούστηκε στο ραδιόφωνο το αγαπημένο της κάντρι τραγούδι, το “Wide Open Spaces” των Dixie Chicks, το έκλεισε και ξανακοίταξε έξω, τη σκοτεινή νύχτα. Σκούπισε τα μάγουλά της και κατάλαβα ότι έκλαιγε. Της έσφιξα το χέρι και εκείνη απάντησε αρπάζοντας το δικό μου. Είχε τα μαλλιά της λυτά, προς τη μια πλευρά, προσπαθώντας να κρύψει το κάψιμο που είχε αφήσει ένα κατακόκκινο σημάδι κατά μήκος του πιγουνιού της. Καμιά μας δεν είχε ταξιδέψει τόσο μακριά ως τότε. Είχαμε


8

CHEVY STEVENS _

βρει έναν χάρτη σε ένα σιδηροπωλείο –τον είχε κλέψει η Ντάνι όσο η Κόρτνεϊ κι εγώ κρατάγαμε τσίλιες– και προγραμματίσαμε με προσοχή την πορεία μας προς το Βανκούβερ. Υποθέσαμε ότι θα την ολοκληρώναμε σε περίπου οχτώ ώρες αν άντεχε το φορτηγό. Αλλά έπρεπε να σταματήσουμε πρώτα στο Κας Κρικ για να δανειστούμε χρήματα από έναν πρώην της Κόρτνεϊ. Ήταν μέσα Ιουλίου· έκανε τόση ζέστη, που δεν μπορούσες να περπατήσεις έξω χωρίς να νιώθεις το δέρμα σου να ψήνεται. Είχαμε πάρει ένα χρυσαφένιο καστανό χρώμα, με φακίδες στο πρόσωπο και στο πάνω μέρος των χεριών – οικογενειακό μας. Οι προειδοποιήσεις για δασικές πυρκαγιές εκδίδονταν εδώ και έναν μήνα, και κάποιες πόλεις είχαν ήδη εκκενωθεί. Τα πάντα είχαν ξεραθεί, οι αγροί ήταν ωχροκίτρινοι, τα καλάμια στα χαντάκια ήταν σκεπασμένα με μια γκριζωπή σκόνη. Φορούσαμε τζιν σορτσάκια και φανελάκια, το δέρμα μας ήταν ιδρωμένο ακόμα και τέτοια ώρα τη νύχτα και ο αέρας μύριζε ζέστη. Άγγιξα τη φωτογραφική μηχανή που κρεμόταν γύρω από τον λαιμό μου. Μου την είχε χαρίσει η μαμά στα δέκα μου, λίγο πριν πεθάνει. Η Ντάνι μισούσε να την παίρνω φωτογραφία, αλλά η Κόρτνεϊ το λάτρευε – δηλαδή κάποτε το λάτρευε. Τώρα δεν ήξερα. Την ξανακοίταξα πολλές φορές κι έπειτα χαμήλωσα το βλέμμα στα φαγωμένα μου νύχια. Μερικές φορές φανταζόμουν ότι έβλεπα ακόμα το αίμα κάτω από τα νύχια μου, σαν να είχε μουσκέψει το δέρμα μου όπως και τα πατώματα του σπιτιού μας. «Σε λίγο θα χρειαστούμε βενζίνη», είπε ξαφνικά η Ντάνι, κι εγώ αναπήδησα. Η Κόρτνεϊ σταμάτησε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. «Πόσα λεφτά έχουμε;» «Όχι αρκετά». Πριν βγούμε από την πόλη είχαμε κλέψει λίγη βενζίνη από το φορτηγό ενός γείτονα και συγκεντρώσαμε όσο περισσότερο φαγητό μπορούσαμε, μαζεύοντας φρούτα και λαχανικά από τα γειτονικά κτήματα, παίρνοντας αβγά που κλωσούσαν οι κότες και βάζοντάς τα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

_9

στο ψυγειάκι μας. Τα ντουλάπια μας ήταν άδεια τότε – ζούσαμε με σούπες, έτοιμα γεύματα της Kraft, ρύζι και ό,τι είχε απομείνει από κρέας ελαφιού στην κατάψυξη, από εκείνο το αρσενικό ελάφι που είχε πυροβολήσει ο μπαμπάς εκείνη την άνοιξη. Συγκεντρώσαμε τα χρήματά μας–, εγώ είχα λίγα δολάρια από το μπέιμπι σίτιγκ και η Ντάνι είχε λίγα ακόμα χρήματα από τότε που βοήθησε στην αλωνιστική περίοδο, αλλά είχε ήδη χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος τους για να μπορέσουμε να περάσουμε. «Θα μπορούσαμε να βρούμε λίγα χρήματα αν πούλαγες τη μηχανή σου», μου είχε πει. «Με τίποτα!» «Η Κόρτνεϊ πούλησε την κιθάρα της». «Ξέρεις για ποιο λόγο την πούλησε», της είπα. Η Ντάνι τότε σώπασε. Ένιωσα άσχημα, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω, δεν μπορούσα να αποχωριστώ το μοναδικό καλό πράγμα που είχα. «Τι θα κάνουμε;» της είπα εκείνη τη στιγμή. «Θα κλέψουμε λίγη βενζίνη», είπε η Ντάνι θυμωμένη. Η Ντάνι πάντα ακουγόταν τσατισμένη, αλλά δεν έδινα σημασία παρά μόνο όταν ήταν πολύ θυμωμένη. Τότε έφευγα μακριά της. Είχε δικαίωμα να είναι θυμωμένη. Όπως και όλες μας. Βρήκαμε ένα βενζινάδικο στην επόμενη πόλη, μια παλιά Chevron με δύο αρχαίες αντλίες και μια μοναχική σκοτεινή φιγούρα που φαινόταν μέσα από το παράθυρο. Άραγε ήταν ο μόνος υπάλληλος εκεί; Παρκάραμε στην πίσω πλευρά, με το χαλίκι να τρίζει κάτω από τις ρόδες μας. Η Ντάνι έσβησε τη μηχανή και μείναμε εκεί καθώς την ακούγαμε να κρυώνει. Έσφιξα στα χέρια μου τη φωτογραφική μου μηχανή. «Τζες, πήγαινε να βεβαιωθείς ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος εκεί», είπε η Ντάνι. Της έριξα ένα γρήγορο βλέμμα, αλλά το προφίλ της ήταν αμείλικτο. «Εντάξει». Προσπάθησα να δείξω αυτοπεποίθηση, αλλά δεν είχαμε κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο – μόνο μικροκλοπές


10

CHEVY STEVENS _

τροφίμων και ειδών μακιγιάζ από καταστήματα, μικρά αντικείμενα. Φυσικά και θα πήγαινα εγώ. Η Κόρτνεϊ παραήταν όμορφη – είχε τα ίδια καστανόξανθα μαλλιά με όλες μας, αλλά χρησιμοποιούσε οξυζενέ που τους πρόσθετε ανταύγειες, και είχε τα γαλανά μάτια του πατέρα μας, που έδειχναν ακόμα πιο λαμπερά σε αντίθεση με το ηλιοκαμένο της δέρμα. Και τώρα, με το έγκαυμά της, ο κόσμος θα τη θυμόταν. Μα εγώ ήμουν ένα συνηθισμένο δεκατετράχρονο κορίτσι, με απλά μαλλιά στο χρώμα της καραμέλας βουτύρου και πράσινα μάτια. Οι άνθρωποι με ξεχνούσαν εύκολα. Η πόρτα έτριξε καθώς την άνοιγα. Ο τύπος πίσω από τον πάγκο σήκωσε το βλέμμα. Ήταν νέος, ίσως κοντά στα είκοσι, με μακριές φαβορίτες και ακμή. Κοίταξα τριγύρω, δεν είδα άλλον υπάλληλο. Το κατάστημα ήταν άδειο και δεν υπήρχαν κάμερες ασφαλείας ή οθόνες παρακολούθησης. Ξερόβηξα για να καθαρίσω τον λαιμό μου. «Μπορώ να έχω το κλειδί για την τουαλέτα;» Εκείνος έσπρωξε τα κλειδιά πάνω στον πάγκο και έπειτα χαμήλωσε πάλι το βλέμμα στο περιοδικό που διάβαζε. Έριξα μια ματιά στα ράφια και κατευθύνθηκα στο πίσω μέρος του καταστήματος, ακολουθώντας την ένδειξη μιας πινακίδας προς τα αποχωρητήρια. Δίπλα από τους νιπτήρες υπήρχε ένας χώρος με πλυντήρια για τους φορτηγατζήδες. Τράβηξα τους μοχλούς ψάχνοντας για επιπλέον ψιλά κάτω από τα μηχανήματα – μερικές φορές είσαι τυχερός, μα σήμερα τίποτα. Μέσα στον κάδο απορριμμάτων βρήκα λίγα αλουμινένια κουτάκια και ένα κουτί πίτσας μαζί με δύο κομμάτια ζύμη. Το στομάχι μου γουργούρισε, αλλά άφησα το κουτί και πήγα στο μπάνιο, χρησιμοποίησα την τουαλέτα και έπλυνα τα χέρια μου. Κοίταξα στον καθρέφτη. Τα μάτια μου έδειχναν μεγάλα, τρομαγμένα. Το φωσφορίζον φως πάνω από το κεφάλι μου βούιζε δυνατά και το μπάνιο ξαφνικά έμοιαζε ψυχρό και άδειο. Γύρισα το κεφάλι για να δω τη γρατζουνιά στο πιγούνι μου. Το μέικ απ είχε μουτζουρωθεί. Το έτριψα με το δάχτυλό μου και το άπλωσα απαλά. Έκανα ένα βήμα πίσω και κοίταξα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

11 _

την αντανάκλασή μου. Προσπάθησα να μισοκλείσω τα μάτια και ίσιωσα τους ώμους, χαμηλώνοντας απότομα το καπέλο μου, για να δείχνω πιο σκληρή, πιο πολύ σαν την Ντάνι. Μάταια. Έδωσα το κλειδί και επέστρεψα στο φορτηγό. «Τι είδες;» είπε η Ντάνι από το παράθυρό της. «Μόνο έναν τύπο στον πάγκο που διάβαζε ένα κοριτσίστικο περιοδικό». Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Και τώρα;» είπα. «Κόρτνεϊ, πήγαινε εσύ κοντά του». «Να πάρει, γιατί εγώ;» ρώτησε η Κόρτνεϊ. Η Ντάνι την αγριοκοίταξε. Η Κόρτνεϊ αναστέναξε, ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί στο πουκάμισό της και βγήκε από το φορτηγό. «Θα πάω κι εγώ», είπα. «Όχι. Εσύ μείνε στο φορτηγό, Τζες». «Μα πεινάω!» «Έλεος!» Η Ντάνι πάντα γκρίνιαζε για τη λαιμαργία μου, αλλά εξακολουθούσε να μου δίνει επιπλέον μερίδες. Ακολούθησα την Κόρτνεϊ στο κατάστημα. Εκείνη έσκυψε πάνω από τον πάγκο και άρχισε να μιλάει στον τύπο, ο οποίος έσπευσε να κατεβάσει το περιοδικό του και γύρισε να την κοιτάξει. Με την άκρη του ματιού μου είδα την Ντάνι να κατευθύνει το φορτηγό προς την αντλία. Με γρήγορες κινήσεις, προχώρησα στους διαδρόμους και γέμισα τις τσέπες μου με σοκολάτες και σνακ. Η Κόρτνεϊ κάθε τόσο κοίταζε έξω από το παράθυρο, περιμένοντας το σινιάλο. Αλλά κι εγώ έριχνα ματιές στην Ντάνι. Τελικά σήκωσε το καπέλο της και σκούπισε το φρύδι της. Βγήκα από το κατάστημα και πήδηξα μες στο φορτηγό. Η Κόρτνεϊ πήρε το στιλό που της έδινε ο τύπος και έγραψε κάτι σε ένα κομμάτι χαρτί. Της έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο. Εκείνη έκανε πως ψάχνει την τσέπη στο τζιν σορτσάκι της κι έπειτα κούνησε αρνητικά το κεφάλι και έγνεψε προς το φορτηγό.


12

CHEVY STEVENS _

Τώρα ερχόταν προς το μέρος μας, με αργό βήμα, κουνώντας τους γοφούς. Έβλεπα τον τύπο πίσω της να την κοιτάζει καθηλωμένος. Εκείνη μπήκε στο φορτηγό, έκανε πως ψάχνει για την τσάντα της κι έπειτα έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω της. Η Ντάνι πάτησε τέρμα το γκάζι. Το φορτηγό κατευθύνθηκε με ζιγκ ζαγκ προς τον δρόμο, κάνοντας αναστροφή πάνω στη σκονισμένη, στεγνή του άκρη. Κοίταξα πίσω τον τύπο να βγαίνει τρέχοντας από το βενζινάδικο, με το χέρι του στο τηλέφωνο, έχοντας ήδη τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Η πινακίδα κυκλοφορίας μας ήταν σκεπασμένη με ξεραμένη λάσπη, αλλά η καρδιά μου χτυπούσε ακόμα σαν τρελή. Αν μας έπιαναν, θα μας πήγαιναν πίσω στο Λίτλφιλντ και οι μπάτσοι θα είχαν ερωτήσεις – πολλές ερωτήσεις. Γύρισα μπροστά και έβγαλα τις σοκολάτες μου από την τσέπη. Φάγαμε, σιωπηλές, μες στο σκοτάδι. «Θυμάστε που ο μπαμπάς μάς αγόραζε σοκολάτες Caramilk κάθε Χριστούγεννα;» Η φωνή της Κόρτνεϊ ήταν αδύναμη, μα η ανάμνηση δυνατή, ολοζώντανη. Εγώ μασούσα πιο αργά τώρα, με τα μάτια μου να ξεχειλίζουν δάκρυα. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που ο μπαμπάς μάς είχε φέρει σοκολάτες, δηλαδή από τότε που πέθανε η μαμά. Και είχαν περάσει μόλις τρεις μέρες από τότε που τον σκότωσα.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

13 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ - ΛΙΤΛΦΙΛΝΤ

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΝΩΡΙΤΕΡΑ

Αυτή τη φορά ο μπαμπάς είχε λείψει ολόκληρο μήνα, για δουλειά στην Αλμπέρτα, στις πετρελαιοπηγές. Πριν από εκείνη τη δουλειά είχε δουλέψει κυρίως στις οικοδομές στην πόλη και στο ράντσο όπου ζούσαμε. Το Λίτλφιλντ ήταν μια μικρή πόλη κοντά στα σύνορα της Αλμπέρτα και δεν πρόσφερε πολλές θέσεις εργασίας –κυρίως στις καλλιέργειες και στην υλοτομία από τότε που είχε κλείσει ο μύλος–, κι έτσι πολλοί άντρες δούλευαν στο Κάλγκαρι, δύο ώρες δρόμο από κει. Ο μπαμπάς είπε ότι θα έβγαζε περισσότερα στην Αλμπέρτα, και ίσως όντως να συνέβαινε αυτό, αλλά εμείς λεφτά δεν είδαμε ποτέ. Δούλευε τρεις εβδομάδες και είχε μία εβδομάδα ρεπό. Στον δρόμο από τις πετρελαιοπηγές για το σπίτι σταματούσε σε μερικά μπαρ κι έπειτα συνήθως δεν σταματούσε το πιοτό μέχρι να έρθει η ώρα για την επόμενη βάρδια του. Ωστόσο ήμουν βέβαιη ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Πλησίαζαν τα δέκατα πέμπτα γενέθλιά μου και μου είχε πει ότι θα μου έφερνε κάτι ιδιαίτερο. Το σκεφτόμουν όλη την εβδομάδα. «Αέρα κοπανιστό θα σου φέρει», είχε πει η Ντάνι εκείνο το πρωί. «Μα μου το υποσχέθηκε», της είπα.


14

CHEVY STEVENS _

«Ε και;» Δεν την κοίταξα, απλώς έβαλα άλλη μια πιρουνιά ομελέτας στο στόμα μου. Στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού η Κόρτνεϊ εξασκούνταν σε κάποια ακόρντα στην κιθάρα της, γράφοντας ορνιθοσκαλίσματα σε ένα μικρό σημειωματάριο. Μου χάρισε ένα χαμόγελο. «Θα σου γράψω ένα τραγούδι», είπε. «Για τα γενέθλιά σου». «Αυτό θα ήταν τέλειο», της είπα, ανταποδίδοντας το χαμόγελο. «Τζες, απλώς δεν θέλω να απογοητευτείς», είπε η Ντάνι από την άλλη άκρη του τραπεζιού. «Το ξέρω, αλλά έχω καλό προαίσθημα. Νομίζω ότι θα μου φέρει κάτι για τη φωτογραφική μου μηχανή – ίσως έναν καινούριο φακό». «Είσαι τόσο ανόητη». Η Ντάνι πάντα μου έλεγε ότι παραήμουν αισιόδοξη και ότι ο μπαμπάς δεν θα άλλαζε ποτέ. Μα μερικές φορές περνούσαν εβδομάδες ολόκληρες χωρίς να πιει. Ίσως μια μέρα να σταματούσε οριστικά το πιοτό. Τώρα περίμενα σχεδόν να δω το φορτηγό του μπαμπά στον δρόμο καθώς περπατούσα προς το σπίτι μας, ή να με προσπεράσει με θόρυβο, γελώντας που θα κατάπινα τόση σκόνη. Κοίταξα πίσω μου. Από μακριά άκουγα μοσχαράκια να μουγκανίζουν και ένα τρακτέρ πέρα στα χωράφια. Εστίασα με τη μηχανή μου σε ένα όμορφο πουλί που καθόταν στον φράχτη και έπειτα φωτογράφισα και πάλι το σπίτι μας. Η Ντάνι ήταν στο σπίτι. Καταλάβαινα ότι ήταν ευδιάθετη από τον τρόπο που είχε παρκάρει το φορτηγό –λοξά, με κατεβασμένα τα παράθυρα και τη μούρη να ακουμπάει σχεδόν στα μπροστινά σκαλιά–, με τη μουσική να ακούγεται εκκωφαντική μέσα από το σπίτι. Επιβράδυνα το βήμα μου. Δεν με πείραζε που ζούσα στο ράντσο, αλλά ευχόμουν να ήταν δικό μας – η τράπεζα είχε κατασχέσει το παλιό μας σπίτι. Εκείνο το σπίτι ήταν όμορφο – θυμάμαι ακόμα την κούνια στην μπροστινή βεράντα, τον άσπρο φράχτη που κατηφόριζε ως τον δρόμο και που τον έβαφε κάθε χρόνο ο


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

15 _

μπαμπάς. Ήταν μια απλή παλιά αγροικία σε μια φάρμα βοοειδών, αλλά είχαμε πολύ χώρο, μια μεγάλη αυλή για τα πράγματα του μπαμπά, και είχαμε ανάγκη από δουλειά. Αφού πέθανε η μαμά –τη χτύπησε ένα φορτηγό που μετέφερε σανό–, ο μπαμπάς έχασε τη δουλειά του. Έφυγε για το Κάλγκαρι για μήνες. Τότε είχα μόλις κλείσει τα δέκα. Η Κόρτνεϊ ήταν έντεκα και μισό και η Ντάνι κόντευε τα δεκατρία. Καταλήξαμε σε ανάδοχες οικογένειες. Δεν μπόρεσαν να βρουν κάποια οικογένεια πρόθυμη να πάρει και τις τρεις μας, κι έτσι εμένα με έστειλαν σε μια οικογένεια που είχε ήδη έξι παιδιά – τα δύο με ειδικές ανάγκες. Ποτέ δεν υπήρχε αρκετό φαγητό για όλους. Περίμενα ώσπου δεν κοιτούσε η ανάδοχη μητέρα μου για να αφήσω κρυφά λίγο πουρέ πατάτας ή οτιδήποτε άλλο στα πιάτα των παιδιών, γνέφοντάς τους να μην το μαρτυρήσουν. Αν κάποιο ξεχνιόταν και φώναζε «Ευχαριστώ!», η ανάδοχη μητέρα μου γυρνούσε απότομα προς το μέρος μας και μέναμε χωρίς φαγητό. Μια φορά το έσκασα, προσπαθώντας να πάω στις αδερφές μου, αλλά με έπιασαν οι μπάτσοι. Αργότερα ανακάλυψα ότι και εκείνες είχαν προσπαθήσει να το σκάσουν μερικές φορές. Αλλά δεν τα κατάφερε καμιά από εμάς. Τελικά, έπειτα από πέντε μήνες ο μπαμπάς επέστρεψε, με την υπόσχεση να παραμένει νηφάλιος. Η Κόρτνεϊ μου είπε λίγα πράγματα για την ανάδοχη οικογένειά της, πώς την κρυφοκοίταζε ο πατέρας στο ντους, πώς τη χαστούκιζε η μαμά όταν εκείνος δεν έβλεπε. Η Ντάνι δεν είπε και πολλά για τη δική της ανάδοχη οικογένεια, απλώς ότι οι άνθρωποι ήταν ηλικιωμένοι και δεν μπορούσαν να φροντίσουν τη φάρμα τους και χρειάζονταν έναν βοηθό. Δεν ξέρω αν ήταν σκληροί μαζί της – δεν μας το είπε ποτέ. Μερικές φορές αναρωτιόμουν αν ευχόταν να είχε παραμείνει εκεί. «Σου άρεσε εκεί καλύτερα απ’ το να φροντίζεις εμάς;» της είπα. Εκείνη μου έδωσε ένα τρυφερό χαστουκάκι στο κεφάλι και είπε: «Μην είσαι ανόητη». Όταν μπήκα στο σπίτι, εκείνη σκούπιζε στην κουζίνα – μύριζα


16

CHEVY STEVENS _

απορρυπαντικό με άρωμα πεύκου. Όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. «Πού ήσουνα;» μου είπε. «Σε έψαχνα στον αχυρώνα». «Η Ίνγκριντ χρειαζόταν βοήθεια στα χωράφια». Στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς δουλεύαμε στη φάρμα τη νύχτα και τα Σαββατοκύριακα, αλλά το καλοκαίρι δουλεύαμε όποτε μας χρειάζονταν. Τα χέρια και τα πόδια μας ήταν γυμνασμένα, οι παλάμες μας γεμάτες φουσκάλες – η Κόρτνεϊ πάντα τους έβαζε κρέμα ή έφτιαχνε τα νύχια της. Η Ντάνι περνούσε ολόκληρη τη μέρα της στα χωράφια, αν μπορούσε, οδηγώντας το τρακτέρ με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο και με τα μαλλιά μαζεμένα σε ένα μεγάλο καουμπόικο καπέλο. Μερικές φορές μετά το σχολείο πήγαινε και στο σπίτι του φίλου της για να βοηθήσει – η οικογένειά του είχε τη διπλανή φάρμα. Δεν με πείραζε να δουλεύω στα χωράφια, αλλά προτιμούσα να δουλεύω με τα ζώα. Η άνοιξη ήταν η αγαπημένη μου εποχή, όλα τα μωρά γεννιόντουσαν τότε, μα δεν ήθελα να φάω κρέας, κάτι που έκανε τον μπαμπά έξω φρενών. Έφαγα και λίγο ξύλο γι’ αυτό. «Πρέπει να καθαρίσουμε το σπίτι πριν έρθει ο μπαμπάς», είπε η Ντάνι. «Εντάξει». Άρχισα να πλένω μερικά πιάτα που βρίσκονταν στον πάγκο για τουλάχιστον μία εβδομάδα, τρίβοντας τα ξεραμένα υπολείμματα φαγητών και με τη σκέψη μου σε ένα μεγάλο δείπνο μόλις ερχόταν ο μπαμπάς. Ευχήθηκα να με είχε πάρει μαζί του για ψώνια στο μπακάλικο. Αφού ο μπαμπάς μάς πήρε πίσω από τις ανάδοχες οικογένειες, βρήκε αυτό το μέρος και ήταν εντάξει για έναν μήνα. Έπειτα άρχισαν να συσσωρεύονται κουτάκια από μπίρα. Ήρθαν και οι μπάτσοι δυο-τρεις φορές και ρώτησαν αν ήμαστε καλά, αλλά κρατήσαμε το στόμα μας κλειστό. Όταν οι δάσκαλοι ρωτούσαν για κάποιο μαυρισμένο μάτι ή μια μελανιά που δεν μπορούσαμε να κρύψουμε, λέγαμε ότι είχαμε πέσει ή ότι είχαμε χτυπήσει στο ράντσο, παλεύοντας με ένα άγριο άλογο. Όταν η Ντάνι άκουγε κάποιον να μας πειράζει, έριχνε τόσο ξύλο όσο εισπράτταμε εμείς αδιαμαρτύρητα. Δεν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

17 _

της το είπα τότε που ένα παιδί με κορόιδεψε για τη μυρωδιά κοπριάς στα παπούτσια μου ή έβρισε την Κόρτνεϊ. Απλώς όλα αυτά δυσαρεστούσαν την Ντάνι. «Πού είναι η Κόρτνεϊ;» είπα. Η Ντάνι σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Πού είναι συνήθως;» Ώστε είχε βγει με άλλο ένα αγόρι. Αναρωτιόμουν ποιος να ήταν αυτή τη φορά. Η Ντάνι κι εγώ είχαμε καθαρίσει το σπίτι όταν επέστρεψε η Κόρτνεϊ. Βγήκαμε στην πίσω αυλή και στήσαμε μερικά κουτάκια μπίρας για να εξασκηθούμε στη σκοποβολή. Ο μπαμπάς μάς άφησε το τουφέκι του όταν έφυγε από την πόλη –ένα παλιό ημιαυτόματο Cooley το οποίο είχε πάρει από τον πατέρα του– και βεβαιώθηκε ότι είχαμε αρκετές σφαίρες. Είπε πως ήθελε να μπορούμε να τα βγάζουμε πέρα μόνες μας. Δεν είχαμε και πολύ ελεύθερο χρόνο για χαζολόγημα, αλλά μας άρεσε να κάνουμε σκοποβολή ή να πηγαίνουμε για ψάρεμα. Εγώ αλληθώρισα, στόχευσα στο αλουμινένιο κουτάκι, κράτησα την ανάσα μου και πάτησα τη σκανδάλη. Το κουτάκι πέταξε στον αέρα. «Καλή βολή!» ακούστηκε η βραχνή φωνή της Κόρτνεϊ πίσω μου. Χαμήλωσα το όπλο και έκανα μεταβολή. Η Κόρτνεϊ είχε ένα κασόνι μπίρες στον ένα γοφό και ένα τσιγάρο στο χέρι. Τα μακριά μαλλιά της ήταν νωπά και μπερδεμένα και το τζόκεϊ καπέλο της ήταν φορεμένο ανάποδα. Φορούσε σκούρα γυαλιά ηλίου, υπερβολικά μεγάλα για το πρόσωπό της, που φαίνονταν τέλεια, και το πάνω μέρος ενός μπικίνι κάτω από ένα μαύρο φανελάκι. «Πάντα είναι καλή στις βολές», είπε η Ντάνι. Δεν μας συνήθιζε στα κομπλιμέντα, κι έτσι όταν το έκανε το εννοούσε. Μου άρεσε η σκοποβολή, μου άρεσε εκείνη η στιγμή που όλα γίνονταν καθαρότερα μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Το ίδιο και με τη φωτογραφική μου μηχανή, να φτιάχνω το κάδρο, να ρυθμίζω τις τελευταίες λεπτομέρειες, να παίρνω μια ανάσα και μετά μπουμ!


18

CHEVY STEVENS _

«Καλέ, τι έπαθε το σορτσάκι σου;» είπε η Ντάνι. Το τζιν σορτσάκι της Κόρτνεϊ ήταν κομμένο τόσο ψηλά, που έβλεπες το κάτω μέρος από τις μπροστινές τσέπες. Η Κόρτνεϊ έσκασε στα γέλια. «Σ’ αρέσει; Τα αγόρια τρελαίνονται με κάτι τέτοια». Πρόφερε τις τελευταίες λέξεις τραγουδιστά. Η Κόρτνεϊ πάντα γελούσε ή τραγουδούσε. Η μαμά έλεγε ότι η Κόρτνεϊ τραγουδούσε προτού μάθει να μιλάει. Έπαιζε και καλή κιθάρα. Είχε αγοράσει μια μεταχειρισμένη και έμαθε μόνη της, ακούγοντας ραδιόφωνο. «Είναι πολύ αποκαλυπτικό». Η Ντάνι φορούσε σορτσάκι – όλες μας δηλαδή–, αλλά της Κόρτνεϊ ήταν πάντα το πιο κοντό, με τις ξεφτισμένες ξεβαμμένες άκρες να κάνουν αντίθεση με το χρυσαφένιο της δέρμα. Κοίταξα τα πόδια της, έπειτα τα δικά μου, και αναρωτήθηκα αν θα τα κατάφερνα να κοντύνω το σορτς μου κατά μία ίντσα. «Έλα, πάρε τώρα μια μπίρα και βγάλε τον σκασμό», είπε η Κόρτνεϊ. Η Ντάνι μούγκρισε και άρπαξε μια μπίρα, ανοίγοντας το μεταλλικό κουτάκι με έναν χαρακτηριστικό ήχο, και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Θεέ μου, υπέροχη». Η Κόρτνεϊ έδωσε και σε μένα μία. Ήπια μια μικρή γουλιά και ένιωσα πόσο κρύα ήταν καθώς κατέβαινε στον στεγνό μου λάρυγγα εκείνη την καυτή μέρα. Μου άρεσε η μπίρα, εκείνη η αίσθηση θολούρας που έδινε στα πάντα, η γεύση της βύνης, αλλά η μυρωδιά της πάντα μου θύμιζε τον μπαμπά. «Πού τη βρήκες την μπίρα;» ρώτησε η Ντάνι. «Από έναν φίλο». Η Ντάνι απλώς κούνησε το κεφάλι. Δεν μπορούσες να πεις και πολλά με την Κόρτνεϊ. Έκανε ό,τι ήθελε. Η Ντάνι θύμωνε μαζί της, αλλά η Κόρτνεϊ θα της έκανε μια μεγάλη αγκαλιά ή θα της τραγουδούσε κάποιο ανόητο τραγούδι ή θα την έκανε με κάποιον τρόπο να γελάσει. Μπορεί να δούλευε σκληρά, αλλά το ’ριχνε και πολύ έξω. Αν η Ντάνι της έλεγε ότι χρειαζόταν ύπνο, εκείνη απαντούσε: «Καλά, θα κοιμηθώ όταν πεθάνω».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

19 _

Η Ντάνι έδειξε τα τσιγάρα και η Κόρτνεϊ της πέταξε το πακέτο. Τα τσιγάρα ήταν άλλη μια πολυτέλεια. Μερικές φορές κλέβαμε κάνα δυο από το πακέτο του μπαμπά όταν ήταν σπίτι ή από κανέναν υπάλληλο στο αγρόκτημα. Έπειτα καθόμασταν στη βεράντα και παίρναμε ρουφηξιές στη σειρά. Τώρα καθίσαμε στην άκρη του πέτρινου φράχτη του όμορφου κήπου που άλλοτε πλαισίωνε το σπίτι. Τώρα πια είχε μόνο αγριόχορτα. Η Ντάνι προσπαθούσε να καλλιεργήσει λαχανικά στον πίσω κήπο, αλλά ο μπαμπάς όλο της πατούσε το παρτέρι με το αυτοκίνητό του. Η Κόρτνεϊ μου έδωσε ένα τσιγάρο, ανάβοντάς το με την καύτρα του δικού της. Ακούμπησα το όπλο στις ζεστές πέτρες και τράβηξα μια ρουφηξιά, βλέποντας πώς το κάνει η Ντάνι, καθώς μισάνοιγε τα χείλη για να βγάλει τον καπνό με μια μακρόσυρτη, νωχελική εκπνοή. Έγειρα λίγο προς τα πίσω για να μη με βλέπει και προσπάθησα να βγάλω τον καπνό με τον ίδιο τρόπο. Μέσα Ιουλίου και ήδη το γρασίδι είχε μαραθεί, όπως και τα λουλούδια που είχαμε φυτέψει. Ένα μεγάλο μέρος της μπροστινής μας αυλής έμοιαζε με σκουπιδότοπο. Ο μπαμπάς πάντα έφερνε σπίτι πράγματα από τη μάντρα, κι έτσι ο τόπος είχε γεμίσει με παλιοσίδερα και ξύλα. Το σπίτι ήταν στα μαύρα του τα χάλια –τον χειμώνα αναγκαστήκαμε να σφραγίσουμε τα παράθυρα–, αλλά μου άρεσε η άνετη ξύλινη βεράντα που είχαμε από μπροστά. Θα ζητούσα από τον μπαμπά μήπως μπορούσαμε να τη βάψουμε. Δεν έφερνα φίλους στο σπίτι· και στο σχολείο δεν κάναμε ιδιαίτερη παρέα με κανέναν. Η Ντάνι συνήθως ήταν με τον φίλο της, τον Κόρεϊ, έναν κάπως χαριτωμένο νεαρό αγρότη με κόκκινο λαιμό, ηλιοκαμένο δέρμα, λευκά δόντια και λακκάκια στα μάγουλα. Η Κόρτνεϊ έκανε συχνά κοπάνες ή έβγαινε με κάποιο αγόρι· τα περισσότερα κορίτσια δεν τη συμπαθούσαν. Εγώ έκανα παρέα με τις άλλες μου αδερφές ή μελετούσα στα διαλείμματα. Η Ντάνι έβαζε τον έλεγχο προόδου μου στο ψυγείο, όπως έκανε και η μαμά. Μερικές φορές τις βοηθούσα στα δικά τους διαβάσματα. Η Κόρτνεϊ με κάθε ευκαιρία μού


20

CHEVY STEVENS _

έδινε να της γράφω τα μαθήματα, αλλά η Ντάνι δεν το επέτρεπε με τίποτα. Η Ντάνι ήρθε και έκατσε στην πόρτα της καρότσας του φορτηγού της. Ήταν ένα παλιό Ford, ασημί στα σημεία που δεν είχε ακόμα σκουριάσει. Το είχε αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας από τον μπαμπά του φίλου της κι έπειτα το επισκεύασε. Συνήθως έμενε μες στη μέση του δρόμου. Το διατηρούσε καθαρό, κρεμούσε ένα αρωματικό χώρου με άρωμα καρύδας στον εσωτερικό καθρέφτη, αλλά δεν μπορούσε να καλύψει τη δυσωδία από την κοπριά στις μπότες μας. Πάντα κλότσαγα τις μπότες μου πάνω στον προφυλακτήρα, προσπαθώντας να απομακρύνω τη βρομιά προτού μπω μέσα, αλλιώς με κατσάδιαζε. Η Κόρτνεϊ τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά. «Μετά θα ξαναβγώ». «Είσαι παλαβή;» είπε η Ντάνι. «Αν έχει επιστρέψει, θα περάσουν ώρες πριν έρθει σπίτι». «Αυτό δεν το ξέρεις», της είπα. Κάποιες φορές έκανε στάση στου Μπομπ, στον φίλο του στην πόλη, και γυρνούσαν από μπαρ σε μπαρ, μα άλλοτε ερχόταν κατευθείαν σπίτι. Εκείνη μου τράβηξε το πίσω μέρος των μαλλιών. «Μην ανησυχείς». Η Κόρτνεϊ φερόταν λες και δεν την ένοιαζε τι της έκανε ο μπαμπάς, αλλά ήξερα ότι τον φοβόταν. Η μαμά ήταν η μόνη που κατάφερνε πού και πού να τον ελέγχει, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να μπεκρουλιάζει για μέρες ολόκληρες με τους φίλους του και έπειτα να έρχεται σπίτι φωνάζοντας και πετώντας πράγματα από δω κι από κει, σπάζοντας πιάτα. Τον είχε διώξει δύο μήνες προτού πεθάνει, αλλά εκείνος την έπεισε με τα γλυκόλογά του να επιστρέψει, νηφάλιος και με τον όρκο ότι θα παρέμενε έτσι. Η μαμά για λίγο καιρό ήταν στ’ αλήθεια χαρούμενη – όλοι μας δηλαδή. Ο μπαμπάς έμεινε νηφάλιος μέχρι την ημέρα που μάθαμε ότι η μαμά είχε πεθάνει. Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο θα λυπόταν εκείνη με ό,τι μας συνέβη, πόσο τσατισμένη θα ήταν με τον μπαμπά. Ξανακοίταξα προς τον δρόμο· φαντάστηκα το φορτηγό


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

21 _

του να πλησιάζει. «Μου το υπόσχεσαι ότι θα γυρίσεις νωρίς;» είπα. Την τελευταία φορά που ο μπαμπάς έπιασε την Κόρτνεϊ να τρυπώνει κρυφά μέσα στο σπίτι, εκείνη δεν μπορούσε να καθίσει για μέρες από το ξύλο. «Σ’ το υπόσχομαι», είπε η Κόρτνεϊ. «Σου είπε τι θα πάθεις αν ξαναμπλέξεις». Η Ντάνι πέταξε το τσιγάρο πάνω στις βρομιές και το πάτησε με τη φτέρνα της. «Σε προειδοποίησε». «Έλεος, μες στην παράνοια είστε», είπε η Κόρτνεϊ. «Αφού δεν είναι καν στην πόλη». Μα είχα δει τον τρόπο που κοίταξε προς τον δρόμο προτού πάρει στα χέρια της το τουφέκι. «Ελάτε, ας πυροβολήσουμε μερικά κονσερβοκούτια ακόμα».


22

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ

Πυροβολήσαμε κονσερβοκούτια ώσπου τελειώσαμε το κασόνι με τις μπίρες, μετακινώντας κάθε αλουμινένιο κουτάκι ακόμα πιο μακριά, για να το κάνουμε ακόμα πιο δύσκολο, και προσπαθώντας να αποσπάσουμε την προσοχή όποιας στόχευε. Ήμαστε όλες καλές στη σκοποβολή – μας είχε μάθει ο μπαμπάς. Όταν ήμαστε πιο μικρές, του άρεσε να του στήνουμε εμείς τα κουτάκια της μπίρας. Μια φορά είχε πυροβολήσει ένα την ώρα που τεντωνόμουν για να το πιάσω. Έπεσα πίσω, κλαίγοντας, και εκείνος έσκασε στα γέλια. Την επόμενη φορά δεν κουνήθηκα καθόλου. Το υπόλοιπο απόγευμα πλύναμε τα ρούχα, τα απλώσαμε έξω για να στεγνώσουν –το στεγνωτήριο είχε χαλάσει πάλι– και έπειτα ετοιμάσαμε το δείπνο, προσθέτοντας λίγο ρύζι στην τελευταία ντοματόσουπα για να είναι πιο χορταστική. Μετά το δείπνο η Κόρτνεϊ ανέβηκε πάνω για να ετοιμαστεί για το ραντεβού της. «Θες να μου κάνεις παρέα;» είπε. Της Κόρτνεϊ δεν της άρεσε πολύ να μένει μόνη κι έτσι συχνά μου ζητούσε να της κάνω παρέα. Δεν με πείραζε. Μου άρεσε να κάθομαι στο χείλος της μπανιέρας, να την ακούω να μιλάει για το καινούριο της αγόρι, να την παρακολουθώ να χτενίζεται και να βάφεται. Τα περισσότερα προϊόντα μακιγιάζ τα είχαμε κλέψει –σκεφτήκαμε πως η κλοπή δειγμάτων δεν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

23 _

ήταν κάτι τόσο βαρύ–, αλλά μοιραστήκαμε ό,τι είχαμε. Αυτό οδηγούσε σε μερικούς καβγάδες, κυρίως επειδή η Κόρτνεϊ ξεχνούσε να ξαναβάζει τα καπάκια, αλλά συνήθως τα βρίσκαμε. Η Ντάνι δεν χρησιμοποιούσε προϊόντα μακιγιάζ εκτός από τότε που έβγαινε με τον Κόρεϊ, αλλά εμένα μου άρεσε να παίζω με αυτά. Η Κόρτνεϊ έσκυβε προς τον καθρέφτη, σχηματίζοντας προσεκτικά τα φρύδια της με ένα παλιό τσιμπιδάκι. Κάθισα στο χείλος της μπανιέρας και ένιωσα τη δροσερή πορσελάνη στο πίσω μέρος των ποδιών μου. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, οι κουρτίνες ανέμιζαν στην απαλή αύρα, αλλά είχε ακόμα φοβερή ζέστη. Η μυρωδιά από τις κέδρινες σανίδες της στέγης που ψήνονταν στον ήλιο τρύπωνε μέσα και ανακατευόταν με τη λακ και το άρωμα της Κόρτνεϊ. «Με τον Σέιν θα βγεις;» είπα. Εκείνη σταμάτησε, μπερδεμένη. «Εκείνο τον τύπο με το μπλε αμάξι», είπα. Έκανε μια γκριμάτσα. «Μπλιαχ, όχι. Τον ξεφορτώθηκα αυτόν την περασμένη εβδομάδα». Η Κόρτνεϊ δεν είχε το ίδιο αγόρι για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο μόνος τύπος με τον οποίο είχε μια κάπως πιο σοβαρή σχέση, ο Τρόι Ντούγκαν, είχε μετακομίσει τον Μάιο. Εκείνη είπε ότι δεν την ένοιαζε, γιατί θα πήγαινε στο Βανκούβερ μετά την αποφοίτησή της. Πίστευε ότι θα μπορούσε να βγάλει αρκετά χρήματα για να εγκατασταθεί στις ΗΠΑ ύστερα από λίγα χρόνια, σε μια πόλη σαν το Νάσβιλ, και να γίνει τραγουδίστρια της κάντρι. Μετά την αποφοίτησή μου θα πήγαινα να ζήσω μαζί της στο Βανκούβερ – ανυπομονούσα να δω τον ωκεανό. Μιλούσαμε πολύ γι’ αυτό, ότι θα την ακολουθούσα στην περιοδεία της και θα αναλάμβανα τη φωτογράφισή της. Την πήρα και τώρα μια φωτογραφία, με το σταράτο δέρμα της λουσμένο στο ζεστό φως του δειλινού που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, δίνοντας μια χρυσή απόχρωση στο πλάι του προσώπου της. Ουσιαστικά, δεν είχα φιλμ στη φωτογραφική μηχανή· δεν


24

CHEVY STEVENS _

είχα φιλμ εδώ και εβδομάδες. Μερικές φορές ο μπαμπάς μού έφερνε κανένα καρούλι, όπως και η Κόρτνεϊ – το έκλεβε ή ζητούσε από τα αγόρια της να της το αγοράσουν. Την ενθουσίαζε να το αρπάζει κάτω από τη μύτη του υπαλλήλου. Η Ντάνι της έλεγε πάντα: «Εσύ θα καταλήξεις στη φυλακή πριν τα είκοσι». Η Κόρτνεϊ έκανε ένα βήμα πίσω, ισιώνοντας το εξώπλατο φόρεμά της. Δεν είχαμε πολλά ρούχα, και αυτά ήταν αγορασμένα από το μαγαζί με τα μεταχειρισμένα. Η Κόρτνεϊ περνούσε ώρες ολόκληρες συνδυάζοντας και ταιριάζοντας διάφορα κομμάτια, προσπαθώντας να τα κάνει να μοιάζουν με εκείνα στις εικόνες των περιοδικών. Η Ντάνι κι εγώ φορούσαμε κυρίως τζιν και μπλουζάκια, αλλά η Κόρτνεϊ είχε την καλοσύνη να μας δανείζει τα δικά της πράγματα. Η Κόρτνεϊ χτένισε τα μαλλιά της πάνω από τον ώμο. Χαμογέλασα και την πήρα άλλη μια φωτογραφία, με τη σκέψη στη μητέρα μας, που την κοίταζα να βουρτσίζει τα μακριά της μαλλιά στον καθρέφτη. Μα η μαμά δεν βαφόταν ποτέ, άφηνε τις φακίδες της ορατές. Είχαμε ακόμα μερικά από τα ρούχα της όταν μας έστειλαν σε ανάδοχες οικογένειες. Ο μπαμπάς είχε ξεφορτωθεί σχεδόν όλα τα πράγματά της – ακόμα και τη βέρα της. Εγώ μπόρεσα να διασώσω λίγες φωτογραφίες και τη φωτογραφική μηχανή, η Ντάνι κράτησε τις κάρτες με τις συνταγές της και η Κόρτνεϊ δεν μπορούσε να αποχωριστεί ένα παλιό μπουκαλάκι με άρωμα, το οποίο τώρα πια είχε εξατμιστεί. «Πού θα πας;» είπα. «Θα βγω». Η Κόρτνεϊ συνήθως έλεγε περισσότερα, άρα θα έβλεπε κάποιον που δεν έπρεπε, όπως το αγόρι κάποιας φίλης της. Η μαμά αποκαλούσε την Κόρτνεϊ «το άγριο παιδί μου», αλλά το έλεγε με περηφάνια. Η Ντάνι ήταν η εργάτρια μέλισσα κι εγώ η ονειροπόλα. Ποτέ δεν ένιωσα ότι ξεχώριζε κάποια από τις κόρες της· μάλλον μας αγαπούσε καθεμιά χωριστά για διαφορετικούς λόγους. Είχε πει πως όλες είχαμε πάρει το καλύτερο κομμάτι της και ότι η καρδιά της θα γινόταν χίλια κομμάτια αν πάθαινε κάτι έστω μία από εμάς.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

25 _

Η Κόρτνεϊ χαμογέλασε στον καθρέφτη. «Εσένα το αγόρι σου πού είναι;» Κοίταξα απαυδισμένη ψηλά. Η Κόρτνεϊ ήξερε πολύ καλά ότι ο Μπίλι δεν ήταν το αγόρι μου – ήταν απλώς ο τύπος που ζούσε στον ίδιο δρόμο, λίγο πιο κάτω. Μερικές φορές βγαίναμε, αλλά δεν ήταν το ίδιο, αν και εκείνος πάντα το προσπαθούσε. Μια φορά τον άφησα να με φιλήσει, μόνο και μόνο για να δω πώς είναι. Το στόμα του δεν μύριζε καθαριότητα, αλλά σαν πατατάκια με γεύση μπάρμπεκιου, και το δέρμα του βρόμαγε ιδρώτα. Δεν το είπα στην Κόρτνεϊ ή στην Ντάνι, αλλά μου άρεσε να ακούω τις κουβέντες τους. Η Ντάνι είχε κοιμηθεί μόνο με τον Κόρεϊ –ήταν μαζί από τη δευτέρα γυμνασίου–, μα η Κόρτνεϊ κοιμόταν με διάφορους και μου είχε πει αρκετά για το σεξ και για το τι άρεσε στα αγόρια, που δεν ήμουν σίγουρη αν θα ήθελα ποτέ να τα περάσω κι εγώ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν η Κόρτνεϊ επιτέλους ήρθε σπίτι τρεκλίζοντας, μυρίζοντας κολόνια και τσιγάρα και χασκογελώντας όσο φορούσε το νυχτικό της μες στο δωμάτιό μας – κοιμόμασταν στο ίδιο υπνοδωμάτιο από μωρά. Συχνά κοιμόμασταν στο ίδιο κρεβάτι, κουλουριασμένες κι αγκαλιασμένες σαν κουταβάκια, με τα μακριά της μαλλιά να μας σκεπάζουν. Τις πολύ κρύες νύχτες ερχόταν και η Ντάνι στο κρεβάτι. Μιλούσαμε για τη μαμά μας, για τα όνειρά μας, για την Ντάνι και την απέραντη φάρμα της, για την Κόρτνεϊ και τη μουσική της, για το πλήθος που θα φώναζε αφηνιασμένο το όνομά της. Εγώ ήθελα μόνο να βγάζω φωτογραφίες, οτιδήποτε, τα πάντα. Οι αδερφές μου ήταν τα αγαπημένα μου θέματα, αλλά μου άρεσε πιο πολύ όταν δεν ήξεραν πως ήμουν παρούσα. Έβγαζα την Ντάνι να περιποιείται τις ντοματιές, να περιπλανιέται στα χωράφια με τα καλαμπόκια, την Κόρτνεϊ χωρίς μακιγιάζ και με ξεχτένιστα μαλλιά, να γρατζουνάει την κιθάρα της. Η Κόρτνεϊ τράβηξε τις κουβέρτες πάνω από το κεφάλι της και αποκοιμήθηκε. Κι εγώ συνέχισα τον ύπνο μου.


26

CHEVY STEVENS _

Ώρες αργότερα ξύπνησα από έναν κρότο στο ισόγειο. Πετάχτηκα και έψαξα ψαχουλεύοντας το φωτιστικό στο κομοδίνο μου. «Τι στον διάολο ήταν αυτό;» είπε η Κόρτνεϊ. «Λες να ’ναι αυτός;» «Δεν ξέρω. Άκουσες το φορτηγό του;» «Κοιμόμουνα. Άκουσα κάτι στο ισόγειο». Βρήκα το φωτιστικό την ώρα που η Ντάνι τρύπωνε στο δωμάτιό μας με ανήσυχο ύφος. Και οι τρεις μας κοιτάξαμε προς την πόρτα, τελείως ακίνητες, με στημένα τα αφτιά. Κάποιος άνοιγε το ψυγείο; Ακούσαμε κάτι να πέφτει. Και μια βρισιά. Τώρα βαριά βήματα ανέβαιναν τις σκάλες. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και στάθηκα δίπλα στην Ντάνι. Η Κόρτνεϊ είχε ανακαθίσει, παραμερίζοντας τις κουβέρτες, με το ένα πόδι στο πάτωμα, έτοιμη να το βάλει στα πόδια. Ο μπαμπάς άνοιξε σπρώχνοντας την πόρτα. Το λευκό του φανελάκι ήταν λεκιασμένο από ιδρώτα, αίμα ή κέτσαπ στο μπροστινό μέρος, οι ώμοι του καλυμμένοι με σκούρες πανάδες και εγκαύματα από τον ήλιο. Μας έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο. «Να τα τα κορίτσια μου!» Τον παρακολούθησα, περιμένοντας να δω αν θα εξαφανιζόταν το χαμόγελό του κι αν θα άρχιζε να ξεστομίζει προσβολές. Ο μπαμπάς πάντα άρχιζε χαρούμενος όταν έπινε, αλλά αυτό ποτέ δεν διαρκούσε πολύ. «Ελάτε τώρα, ούτε μια αγκαλιά, να πάρει η ευχή;» Εξακολουθούσε να χαμογελάει, αλλά ο θυμός σιγόβραζε μες στα μάτια του. Η Ντάνι κι εγώ τον πλησιάσαμε και η Κόρτνεϊ ακολουθούσε μένοντας πίσω μας. Ο μπαμπάς μάς έσφιξε ορμητικά στην αγκαλιά του, τυλίγοντάς μας με μια μυρωδιά μπίρας, ξινισμένου ιδρώτα και τσιγάρου. «Ελάτε, ας παίξουμε χαρτιά», είπε όταν μας άφησε ελεύθερες. «Είναι αργά, μπαμπά», είπε η Ντάνι. «Ο Γουόλτερ μας θέλει


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

27 _

από νωρίς αύριο, και–» «Σκοτίστηκα για το τι θέλει ο Γουόλτερ», είπε ο μπαμπάς. «Θέλω να παίξω χαρτιά». Μερικές φορές η αναφορά του ονόματος του Γουόλτερ έκανε τον μπαμπά να υποχωρεί λίγο πιο γρήγορα. Δεν ήθελε να χάσει και δεύτερο σπίτι. Μα απόψε φαινόταν πως το είχε παρακάνει, με τα γαλανά του μάτια να γυαλίζουν και τα υγρά του μαλλιά, στο χρώμα της άμμου, κολλημένα στο μέτωπο. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην Κόρτνεϊ. «Έλα τώρα, Κορτ. Εσύ πάντα θες να περνάς καλά – καλά δεν λέω, μικρή;» Υπήρχε μια ένταση στη φωνή του, σαν να τη δοκίμαζε, σαν να ήξερε κάτι. Η Κόρτνεϊ φαινόταν τρομαγμένη. «Βέβαια, μπαμπά. Ας παίξουμε λίγο χαρτιά». Ήταν τσατισμένος μαζί της. Ήταν ξεκάθαρο. Τι είχε κάνει άραγε; Πέρασε από δίπλα του βαδίζοντας αργά, με το κορμί της σφιγμένο, σαν να περίμενε να τη χτυπήσει. Προσποιήθηκε ότι ορμούσε εναντίον της. Εκείνη φώναξε και εκείνος γέλασε, με τη βαριά του φωνή να γεμίζει όλο το δωμάτιο. «Πώς κωλώνετε έτσι, ρε κορίτσια;» Τον ακολουθήσαμε καθώς κατέβαινε τις σκάλες· οι φαρδιές του πλάτες γέμιζαν τον χώρο. Τράβηξε μια καρέκλα από το τραπέζι και χτύπησε την παλάμη του στο ξύλο της. «Παλουκωθείτε». Καθίσαμε όλες γύρω του και μου χαμογέλασε. «Πώς πήγε, φιστικάκι; Σου ’λειψα;» «Ναι, μπαμπά». Μου ήρθε να βάλω τα κλάματα· μισούσα τον ήχο του ποτού στη φωνή του, τον γεμάτο φλέματα βήχα του, τα κόκκινα μάτια του. Έβγαλε μια τράπουλα από την πίσω τσέπη του και άρχισε να μοιράζει τα χαρτιά. Όταν είχαμε πάρει όλοι, έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την άλλη του τσέπη, άναψε ένα και άφησε τον καπνό να βγει από το στόμα του. «Θα παίξουμε με τσιγάρα», είπε και έριξε μερικά μπροστά μας. Όλοι κοιταχτήκαμε.


28

CHEVY STEVENS _

«Λέτε πως δεν το ξέρω ότι μου κλέβετε τα τσιγάρα, σκρόφες;» Η Ντάνι είπε: «Μπαμπά, εμείς δεν–» «Μην ακούω ανοησίες». Με κοίταξε. «Φέρε μου μια μπίρα από το ψυγείο». Σηκώθηκα αμέσως, έβγαλα ένα κουτάκι από τον πλαστικό δακτύλιο. Έμεναν μόνο δύο ακόμα. Του την έδωσα και κάθισα. Άνοιξε το κουτάκι με θόρυβο και ήπιε μια γουλιά, με την μπίρα να στάζει από την άκρη του στόματός του. Δεν την σκούπισε. Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι μελετούσαν τα χαρτιά τους. Το μέτωπο της Ντάνι γυάλιζε από τον ιδρώτα. Τα μάτια της Κόρτνεϊ ήταν ακόμα φοβισμένα και κοίταζαν στα πεταχτά μία τον μπαμπά και μία τα χαρτιά της. Εκείνος έπιασε το βλέμμα της. «Προσπαθείς να δεις τα χαρτιά μου;» «Όχι». Χτύπησε πάλι τη γροθιά του δυνατά στο τραπέζι και έσκυψε μπροστά. «Προσπαθείς να δεις τα χαρτιά μου, που να σε πάρει ο διάολος;» «Όχι, μπαμπά!» του φώναξε. Εκείνος έγειρε πίσω, κοιτάζοντάς την εξεταστικά. «Νομίζεις ότι περνιέσαι για έξυπνη, έτσι;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν είμαι καθόλου έξυπνη». Κοίταξε και τις τρεις μας με τη σειρά. «Άχρηστες – όλες σας. Μου βγαίνει ο πάτος για εσάς τις τρεις κι εσείς φροντίζετε να με κάνετε ρεζίλι των σκυλιών». «Λυπάμαι, μπαμπά». Δεν ήξερα για ποιο λόγο ζητούσα συγγνώμη, αλλά δεν είχε σημασία. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάλι στην Κόρτνεϊ. «Εσύ λυπάσαι;» «Ναι, μπαμπά, λυπάμαι στ’ αλήθεια». «Τότε κούνα τον λυπημένο πισινό σου κι άντε να μου φτιάξεις ένα σάντουιτς με τηγανητό αβγό». Γέλασε κι έπειτα άρχισε να βήχει, καθώς πνίγηκε με τον καπνό του τσιγάρου.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

29 _

Η Κόρτνεϊ σηκώθηκε και άναψε την κουζίνα, έβαλε ένα τηγάνι στο μάτι και έβγαλε αβγά από το ψυγείο. «Δεν έχουμε ψωμί», είπε η Ντάνι με ήρεμη φωνή, αλλά το χέρι της που κρατούσε τα χαρτιά έτρεμε λίγο. Ο μπαμπάς έβγαλε απότομα το τσιγάρο από το στόμα του. «Δεν έχετε ψωμί;» «Δεν είχαμε λεφτά». «Πού είναι τα λεφτά που σας άφησα;» Εκατό δολάρια. Οι τρεις μας στο κατάστημα μελετούσαμε ώρες ολόκληρες τις τιμές στις κονσέρβες και στα κιβώτια. Τα μήλα ήταν σε προσφορά – είχαμε αγοράσει μια μεγάλη σακούλα. «Τα ξοδέψαμε όλα», είπε η Ντάνι. «Χρειαζόμασταν τρόφιμα». Τώρα κουνούσε το κεφάλι του με μια αργή, επικίνδυνη κίνηση. «Αναθεματισμένες σκρόφες. Έρχεται ένας άντρας σπίτι ύστερα από βδομάδες δουλειάς κι ούτε ένα απλό σάντουιτς με τηγανητό αβγό δεν μπορεί να φάει;» Η Κόρτνεϊ είχε κοκαλώσει δίπλα στο ψυγείο, σε αναμονή. «Μπορώ να σου κάνω σκέτη ομελέτα, μπαμπά», είπε. «Φτιάχνω καλή ομελέτα». Γύρισε και την κοίταξε. «Εσύ φτιάχνεις καλή ομελέτα;» Γέλασε. «Ωραία, τουλάχιστον φτιάχνεις κι ένα πράγμα σωστά». Τώρα την κοιτούσε καθώς έσπαγε τα αβγά μέσα σε ένα μπολ με τρεμάμενο χέρι. Συνέχιζε να τον κοιτάζει αγχωμένη. Εκείνος κατέβασε άλλη μια μεγάλη γουλιά από την μπίρα του και τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο, δαγκώνοντάς το σχεδόν με τα δόντια του. «Κοίτα το τηγάνι να έχει κάψει αρκετά». «Έχει κάψει, μπαμπά», του είπε. «Πολύ;» «Ναι». Του έριξε άλλο ένα φοβισμένο βλέμμα. Μου κόπηκε η ανάσα καθώς ένιωσα αυτό το αρρωστημένο προαίσθημα τρόμου. Κάτι κακό θα συνέβαινε. Το έβλεπα στο πρόσωπο του μπαμπά μου, στον τρόπο που το χέρι του έπιανε σφιχτά την μπίρα, στην μπότα του που χτυπούσε κάτω από


30

CHEVY STEVENS _

το τραπέζι. «Εσύ πώς τα πας, Κόρτνεϊ; Έχεις πολλή δουλειά;» «Ναι, κάθε μέρα». «Και κάθε νύχτα μήπως; Τι κάνεις τις νύχτες, Κόρτνεϊ;» Είδα τον φόβο στο πρόσωπό της. «Απλώς βγαίνω», του είπε. Μερικά από τα αβγά πετάχτηκαν από το τηγάνι και έπεσαν στο μάτι, απλώνοντας στον αέρα μια μυρωδιά καμένου. Προσπάθησε με έξαλλες κινήσεις να σκουπίσει τα χυμένα αβγά από το μάτι της κουζίνας. Κοίταξα τον μπαμπά, που ακόμα κοίταζε την Κόρτνεϊ. Περίμενα την έκρηξη, αλλά παρέμενε σιωπηλός. Απλώς τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του. Εκείνη έσβησε το μάτι, σερβίρισε την ομελέτα σε ένα πιάτο κι έπειτα πήρε ένα πιρούνι μέσα από το συρτάρι. Επέστρεψε στο τραπέζι, ακούμπησε προσεκτικά το πιάτο μπροστά του και κάθισε πάλι στην καρέκλα της. Τον κοιτούσαμε όλες καθώς έτρωγε την πρώτη πιρουνιά, με κομμάτια αβγού να πέφτουν από το πιρούνι και να προσγειώνονται στο τραπέζι. Το τσιγάρο του έκαιγε ακόμα στο άλλο του χέρι· ο καπνός έμπαινε στα μάτια της Ντάνι. Δεν μετακινήθηκε ούτε έβηξε. Ο μπαμπάς γρύλισε, έγνεψε καταφατικά κι έπειτα έφαγε άλλη μια πιρουνιά. Ένιωσα το σώμα της Κόρτνεϊ να χαλαρώνει λίγο δίπλα μου, την άκουσα να παίρνει μια ανάσα. Εκείνος σταμάτησε να μασάει, πήρε μια αηδιασμένη έκφραση στο πρόσωπό του κι έπειτα άνοιξε το στόμα και έφτυσε όλη την μπουκιά μέσα στο πιάτο του. «Είναι χαλασμένα, που να πάρει ο διάολος!» «Μα χτες τα μαζέψαμε τα αβγά!» είπε η Κόρτνεϊ. «Αλήθεια!» είπε η Ντάνι. «Μπορεί να είσαι εσύ το χαλασμένο αβγό», είπε ο μπαμπάς κοιτάζοντας την Κόρτνεϊ με οργισμένο βλέμμα. «Ό,τι αγγίζεις ζέχνει». Σήκωσε το πιάτο του και της το πέταξε. Παραμέρισε το σώμα της προς τα δεξιά, η καρέκλα της αναποδογύρισε και


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

31 _

εκείνη βρέθηκε στο πάτωμα. Το πιάτο έγινε θρύψαλα πίσω μας. Η Ντάνι κι εγώ σηκωθήκαμε με έναν πήδο. Ο μπαμπάς όρμησε με ένα βήμα προς την Κόρτνεϊ, με το τεράστιο σώμα του να τη σκιάζει από πάνω της. Η Ντάνι με έσπρωξε πίσω της προσπαθώντας να φτάσει στην Κόρτνεϊ, αλλά ο μπαμπάς ήδη είχε αρπάξει το χέρι της και την έσερνε στο πάτωμα. Η Κόρτνεϊ έβγαλε μια στριγκλιά και προσπάθησε να του ξεφύγει. Την έσυρε προς την κουζίνα. Εγώ προσπάθησα να τους ακολουθήσω, αλλά η Ντάνι με κράτησε πίσω. «Ξέρεις πώς είναι να ακούω αυτές τις αηδίες για το παιδί μου;» της φώναξε. Η Κόρτνεϊ τον ικέτευε: «Μα τι έκανα;» «Με παίρνει ο Μπομπ στο εργοτάξιο και μου λέει στην ψύχρα ότι η κόρη μου πηδάει έναν παντρεμένο!» Ο μπαμπάς είχε πλησιάσει την Κόρτνεϊ στην κουζίνα. Εκείνη ούρλιαζε. Εγώ φώναζα με λυγμούς: «Άφησέ την, μπαμπά!» Η Ντάνι άφησε το χέρι μου και έτρεξε να πάρει το τουφέκι, το τράβηξε κάτω από τον καναπέ και άρπαξε το κουτί με τα φυσίγγια. Ο μπαμπάς πήρε το τηγάνι και το κράτησε κοντά στο πρόσωπο της Κόρτνεϊ. Εκείνη στριφογύριζε, προσπαθώντας μανιωδώς να του ξεφύγει. Εγώ όρμησα στην πλάτη του, τον χτυπούσα με τις γροθιές μου, του νύχιαζα τον λαιμό, όποιο σημείο της σάρκας του έβρισκα. Ανταπέδωσε το χτύπημα με τον αγκώνα του, με πέτυχε στο σαγόνι και με έριξε στο πάτωμα. Άρπαξε το πρόσωπο της Κόρτνεϊ σφιχτά με το ένα χέρι, με τα μάτια του γουρλωμένα. «Ντάνι!» φώναξα. Είχε το όπλο σηκωμένο στο ύψος του ώμου της, σημάδευε τον μπαμπά, αλλά απλώς κοίταζε, με το πρόσωπο σοκαρισμένο και ωχρό. Ο μπαμπάς κόλλησε το τηγάνι στο πιγούνι της Κόρτνεϊ. Εκείνη στρίγκλισε, με έναν ήχο που με διαπέρασε σαν μαχαιριά. Η Ντάνι στεκόταν άπραγη, με το όπλο να


32

CHEVY STEVENS _

ταλαντεύεται στον αέρα. Σηκώθηκα σκοντάφτοντας, τεντώθηκα ως το χέρι του μπαμπά και τράβηξα το τηγάνι μακριά. Εκείνος όρμησε και με χαστούκισε στο πρόσωπο. Εγώ πισωπάτησα τρεκλίζοντας, έπεσα πάνω στο τραπέζι. Το τηγάνι γλίστρησε από το χέρι του και έπεσε με έναν γδούπο στο πάτωμα. «Αναθεματισμένες σκρόφες!» Έχωσε το χέρι του στα μαλλιά της Κόρτνεϊ και την τράβηξε μέσω του διαδρόμου ως το μπάνιο. Η πλάτη της σερνόταν στο σκληρό ξύλινο πάτωμα, κλοτσούσαν μάταια τα πόδια της. Εγώ τους ακολούθησα τρέχοντας, άρπαξα τη ζώνη του και με τα δυο μου χέρια, τραβώντας τον προς τα πίσω. Με χτύπησε με το ελεύθερο χέρι του, αλλά εγώ δεν πτοήθηκα. Έφτασε τελικά στο μπάνιο. «Κάλεσα την αστυνομία!» φώναξε η Ντάνι. «Έρχονται!» Μας είχαν κόψει το τηλέφωνο πριν από δύο εβδομάδες. Έτρεχε πίσω μας, κρατώντας ακόμα το όπλο. «Σταμάτα! Μπαμπά, σταμάτα!» Ο μπαμπάς σήκωσε το καπάκι της λεκάνης και κράτησε το πρόσωπο της Κόρτνεϊ από πάνω. Το βύθισε στη λεκάνη, το σήκωσε για να πάρει μια ανάσα κι έπειτα το βύθισε πάλι. Τα πόδια της κλοτσούσαν. Τον χτύπησα στην πλάτη, πήρα το καλάθι των αχρήστων, τον χτύπησα με δύναμη στο κεφάλι, αλλά δεν σταματούσε. Η Ντάνι σήκωσε πάλι το όπλο. «Φύγε από τη μέση!» μου φώναξε, κι εγώ έριξα κάτω τον κάδο και επέστρεψα στην πόρτα. «Άφησέ την!» του φώναξε. «Άφησέ την!» Ο μπαμπάς γέλασε. Το πρόσωπο της Κόρτνεϊ έσταζε νερά. Αναγούλιαζε ασθμαίνοντας, γρατζούνιζε τα χέρια του. Εκείνος βύθισε πάλι το κεφάλι της στη λεκάνη. Για μια ατέλειωτη στιγμή. Δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω τους. Η Ντάνι φώναζε, αλλά δεν πατούσε τη σκανδάλη. Το χέρι της Κόρτνεϊ χαλάρωνε. Τα πόδια της σταμάτησαν να κλοτσάνε.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

33 _

Άρπαξα το τουφέκι από τα χέρια της Ντάνι, στόχευσα στη γυμνή σάρκα του ώμου του μπαμπά και πάτησα τη σκανδάλη. Ο πυροβολισμός αντήχησε στο μικροσκοπικό δωμάτιο. Η Ντάνι στρίγκλισε. Μια βαθιά πληγή άνοιξε στο πλάι του λαιμού του μπαμπά. Άφησε ελεύθερη την Κόρτνεϊ, που σωριάστηκε στο πάτωμα. Έπιασε τον λαιμό του και κοίταξε το αίμα. Στράφηκε και ήρθε προς το μέρος μου, με τα χέρια απλωμένα και το πρόσωπό του παραμορφωμένο από την οργή. «Θα σε σκοτώσω, που να σε πάρει ο διάολος!» Με απελπισμένα αναφιλητά να βγαίνουν από το στόμα μου, πάτησα ξανά τη σκανδάλη. Μια μικρή τρύπα άνοιξε στο μέτωπό του. Γονάτισε και έπεσε μπροστά. Έβγαλε κάποιους παράξενους ήχους, λαχανιασμένες ανάσες από το στήθος του, και έπειτα σιωπή. Το αίμα έτρεξε στο μουσαμαδένιο πάτωμα, σχηματίζοντας μια λίμνη γύρω από το κεφάλι του. «Θεέ μου». Η Ντάνι έτρεξε κοντά του και προσπάθησε να βρει τον σφυγμό του. «Δεν αναπνέει!» Τα χέρια μου έτρεμαν. Έπεσα στα γόνατα και κοίταξα το άψυχο σώμα του μπαμπά μου. Η Ντάνι τον είχε γυρίσει ανάσκελα και κρατούσε το πρόσωπό του στα χέρια της, φυσώντας μέσα στο στόμα του και έπειτα μαλάζοντας ρυθμικά το στήθος του, μα ήξερα ότι ήταν πια πολύ αργά. Η Κόρτνεϊ σύρθηκε μακριά από τον μπαμπά, με το πρόσωπο και τα μαλλιά της βρεγμένα. Έφτασε κοντά μου κι εγώ άφησα το όπλο να πέσει. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Τελικά η Ντάνι σταμάτησε και ανακάθισε πάνω στις φτέρνες της. «Να πάρει ο διάολος!» Γύρισε να μας κοιτάξει· δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της. «Τον σκότωσες», είπε με τρεμάμενη και έκπληκτη φωνή. Είχα σκοτώσει τον μπαμπά. Είχα σκοτώσει τον μπαμπά. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ξεροκατάπια με δυσκολία. «Αναγκάστηκα. Η Κόρτνεϊ πνιγόταν!» Τότε κοίταξε μακριά με μια λάμψη ντροπής στο πρόσωπό


34

CHEVY STEVENS _

της. Σκούπισε τη μύτη της, χαμηλώνοντας πάλι το βλέμμα στο άψυχο σώμα του μπαμπά. Έβαλε τα χέρια της στο κεφάλι. «Τι στον διάολο θα κάνουμε τώρα;» Κοίταξα τη λίμνη αίματος γύρω από το κεφάλι του μπαμπά, τα ανοιχτά του μάτια που κοίταζαν το ταβάνι. Σκέφτηκα όλες εκείνες τις φορές που φοβόμουν ότι θα σκότωνε κάποια από εμάς, όλες εκείνες τις φορές που ευχήθηκα να εξαφανιζόταν για να μη ζούμε πια μες στον φόβο. Είχα σκεφτεί ότι η ζωή μας θα ήταν καλύτερη τότε, ότι επιτέλους θα ήμαστε ελεύθερες. Μα τώρα, κοιτάζοντας το άψυχο σώμα του πατέρα μου, ήμουν φοβισμένη όσο ποτέ.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

35 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ

Αφήσαμε τον μπαμπά και το όπλο στο μπάνιο και κλείσαμε την πόρτα. Στην κουζίνα, η Ντάνι βοήθησε την Κόρτνεϊ να ξεπλύνει το έγκαυμα με κρύο νερό. Ήταν σκυμμένη πάνω από τον νεροχύτη, κλαίγοντας και τρέμοντας, με τα μαλλιά και το πάνω μέρος του νυχτικού της βρεγμένα. «Ίσως πρέπει να πάει στο νοσοκομείο». Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από το έγκαυμα στο σαγόνι της, ένα ζαρωμένο κατακόκκινο σημάδι γύρω στα δέκα εκατοστά μακρύ. Πρέπει να πονούσε. Η Κόρτνεϊ κούνησε αρνητικά το κεφάλι, τινάζοντας παντού τα νερά. «Θα μας δώσουν σε ανάδοχες οικογένειες». Η Ντάνι τώρα περπατούσε πάνω-κάτω στην κουζίνα, με το πουκάμισό της γεμάτο κόκκινες πιτσιλιές, το πρόσωπο και τα χέρια της με κόκκινους λεκέδες. Σταμάτησε και κοίταξε το πουκάμισό μου, με το πρόσωπό της στοιχειωμένο. Χαμήλωσα το βλέμμα και είδα τις σταγόνες αίματος. Ένιωσα το χείλι μου πρησμένο και μια γεύση αίματος στην άκρη του. Ο μπαμπάς πρέπει να μου το άνοιξε όταν με χτύπησε. Συνέχισε να περπατάει. «Να πάρει, αυτό είναι άσχημο, πολύ άσχημο». «Μήπως να το πούμε στον Γουόλτερ και στην Ίνγκριντ; Ίσως μπορούν να μας βοηθήσουν ή–» «Όχι, πρέπει να το σκεφτούμε». Κάθισε. «Θα σε συλλάβουν.


36

CHEVY STEVENS _

Ίσως κι εμάς, αν θεωρήσουν ότι είμαστε συνένοχες ή κάτι τέτοιο». «Μπορεί να έρθει ο Γουόλτερ – οι πυροβολισμοί», είπα. Το όπλο δεν πυροβολούσε δυνατά, αλλά είχε αντηχήσει στη σιδερένια μπανιέρα και το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Τον φαντάστηκα να ντύνεται, να φοράει τις μπότες του και να ψάχνει τα κλειδιά του φορτηγού του. Εκείνη έγνεφε καταφατικά. «Πρέπει να βρούμε μια λύση γρήγορα». «Θα πω στην αστυνομία την αλήθεια – εγώ το έκανα». Ένιωσα να μη με κρατούν τα πόδια μου. Τα αγκάλιασα με τα χέρια για να τα ηρεμήσω ή για να πάρω τα πάνω μου. Δεν ήμουν σίγουρη. Το βλέμμα μου έπεσε στην πόρτα του μπάνιου. Όλα ήταν τόσο ήσυχα τώρα. Ο αέρας ήταν ηλεκτρισμένος, βαρύς. Μύριζα το αίμα. Η Ντάνι επίσης κοιτούσε προς το μπάνιο. Αναρωτήθηκα αν σκεφτόταν το ότι δεν μπορούσε να πατήσει τη σκανδάλη. Το κεφάλι της έκανε απότομα στροφή προς το μέρος μας, με έκφραση βλοσυρή και αποφασιστική. «Πρέπει να κρύψουμε το φορτηγό του μέχρι να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε». «Εντάξει», είπα. Κοιτάξαμε την Κόρτνεϊ. «Εντάξει», είπε. Όσο η Κόρτνεϊ και η Ντάνι άλλαζαν ρούχα, εγώ έτρεξα έξω. Δεν είχα δίπλωμα οδήγησης, αλλά η Ντάνι μερικές φορές με άφηνε να κάνω εξάσκηση στην οδήγηση. Επιβιβάστηκα στο φορτηγό του μπαμπά, μετακίνησα το κάθισμα πιο μπροστά. Το φορτηγό βρόμαγε χυμένη μπίρα και κολόνια του μπαμπά – του την είχαμε κάνει δώρο τα τελευταία Χριστούγεννα. Προσπάθησα να μη δώσω σημασία στο μικρό πλαστικό καουμπόικο καπέλο που ταλαντευόταν στον εσωτερικό καθρέφτη, ένα από τα πουκάμισά του που φορούσε στη δουλειά πεταμένο στο πάτωμα, τα άδεια μπουκάλια από ποτό να στριφογυρίζουν, το παλιό πακέτο από τσιγάρα, μια γωνία από αλουμινόχαρτο αναδιπλωμένη. Θυμήθηκα τότε που


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

37 _

ήμουν μικρή και μου έφτιαχνε ζωάκια από αλουμινόχαρτο. Τότε παρατήρησα την πλαστική σακούλα πάνω στο κάθισμα. Μέσα της ίσα που διέκρινα τη γωνία ενός κίτρινου κουτιού. Άνοιξα το πάνω μέρος της σακούλας με το δάχτυλό μου. Ένα από τα κουτιά είχε μια εικόνα φωτογραφικού φακού στο μπροστινό μέρος, το άλλο ήταν φιλμ. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου. Μην το κοιτάζεις, μην το σκέφτεσαι. Οδήγησα το φορτηγό σε μια συστάδα δέντρων αρκετά πίσω από το σπίτι, με το φεγγαρόφωτο και τη μνήμη μου να με καθοδηγούν, γιατί φοβήθηκα να χρησιμοποιήσω τους προβολείς σε περίπτωση που ο Γουόλτερ και η Ίνγκριντ ήδη κατηφόριζαν τον λόφο. Δίστασα κι έπειτα άρπαξα την πλαστική σακούλα και έτρεξα πίσω στο σπίτι. Η Κόρτνεϊ στεκόταν δίπλα στην μπροστινή είσοδο, φορώντας ένα καινούριο κοντομάνικο μπλουζάκι, μακρύ. «Η Ντάνι προσπαθεί να καθαρίσει», είπε. «Κι εσύ πρέπει να αλλάξεις, αλλά βάλε κάτι που θα φορούσες για να κοιμηθείς. Και γρήγορα». Μιλούσε με σφιγμένα τα δόντια, με το πρόσωπό της να συσπάται λες και πονούσε σε κάθε κίνηση. Έπλυνα το πρόσωπό μου και φόρεσα ένα παλιό νυχτικό. Στο ισόγειο, η Ντάνι είχε πάρει μερικές παλιές πετσέτες και τις έβαζε γύρω από το κεφάλι του μπαμπά για να απορροφήσουν το αίμα. Η Κόρτνεϊ καθάριζε την κουζίνα, πετώντας το τηγάνι και σηκώνοντας τις καρέκλες που είχαν πέσει. Εγώ μάζεψα τα τραπουλόχαρτα και τα τσιγάρα από το τραπέζι όσο εκείνη καταχώνιαζε το άδειο κουτάκι μπίρας του μπαμπά στον πάτο του κάδου απορριμμάτων. Βρήκαμε την Ντάνι στο μπάνιο, γονατιστή, να κοιτάζει το πτώμα του μπαμπά. «Τι θα… τι θα κάνουμε μ’ αυτόν;» είπα. «Δεν ξέρω». Η Κόρτνεϊ στάθηκε δίπλα μου. «Μήπως να τον πάμε στο πίσω υπνοδωμάτιο;» «Θα λερώσει με αίματα», είπα.


38

CHEVY STEVENS _

Ένα όχημα σταμάτησε έξω. Κοιτάξαμε η μία την άλλη με μάτια γεμάτα πανικό. Η Ντάνι σηκώθηκε όρθια, έτρεξε στο μπροστινό παράθυρο, κρυφοκοίταξε μέσα από την κουρτίνα. «Η αστυνομία είναι;» ψιθύρισα. Ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει δυνατά. «Ο Γουόλτερ», είπε η Ντάνι ψιθυριστά. «Κάντε ότι φτιάχνετε τσάι». Γύρισε προς την Κόρτνεϊ. «Μην τον αφήσεις να δει το πρόσωπό σου από το πλάι – κάθισε στον καναπέ στη γωνία όπου είναι πιο σκοτεινά και γύρνα από την άλλη». Τρέξαμε στις θέσεις μας, με πόδια ανάλαφρα πάνω στο πάτωμα, ενώ η Ντάνι πήγε ως την πόρτα και την άνοιξε. «Γεια, Γουόλτερ». Δεν τον έβλεπα από εκεί που ήμουν στην κουζίνα, αλλά άκουσα τη φωνή του να λέει: «Είστε καλά, κορίτσια; Άκουσα πυροβολισμούς». «Ναι, πάλι βρήκα αρουραίο στα ντουλάπια – αυτή τη φορά τον πέτυχα». «Πρέπει να προσέχετε μ’ αυτό το όπλο, κορίτσια». «Προσέχουμε – μας το έχει μάθει ο μπαμπάς». «Νόμισα ότι άκουσα το φορτηγό του πιο πριν». Το χέρι μου πάγωσε στον αέρα καθώς πήγαινα να πιάσω μια κούπα. «Απλώς κάποιος έφερε την Κόρτνεϊ». Πήρα μια ανάσα. Καλή σκέψη, Ντάνι. «Πότε θα ’ρθει σπίτι ο μπαμπάς σας; Έχει καθυστερήσει να δώσει το νοίκι». «Μια απ’ αυτές τις μέρες. Δεν μπορούμε να κάνουμε καμιά επιπλέον δουλειά;» «Δεν ξέρω, Ντάνι. Πόσες ακόμα δουλειές να σας βρούμε να κάνετε;» Σώπασε για μια στιγμή κι έπειτα είπε: «Τι είναι αυτή η μυρωδιά;» Να πάρει, μήπως μύρισε το αίμα; «Ποια μυρωδιά;» Η Ντάνι ακούστηκε ήρεμη, αλλά κρατούσε τόσο σφιχτά την πόρτα, που οι αρθρώσεις στα δάχτυλά της είχαν ασπρίσει. «Σαν να έχει καεί κάτι».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

39 _

«Α, η Τζες ήταν. Ξέχασε ένα τηγάνι στο μάτι κι έκαψε κάτι αβγά. Ήμαστε ακόμα όρθιες και σκεφτήκαμε να τσιμπήσουμε κάτι, αλλά η Τζες είναι άχρηστη στην κουζίνα». Γέλασε. Εγώ φώναξα: «Καλησπέρα, Γουόλτερ». Μου φώναξε: «Καλησπέρα, Τζες». Κι έπειτα είπε στην Ντάνι: «Παιδιά, πέστε για ύπνο. Σας περιμένει μια δύσκολη μέρα αύριο στο χωράφι». «Μάλιστα, κύριε». «Εντάξει τότε. Ενημερώστε με όταν φανεί ο μπαμπάς σας». «Σίγουρα». Η Ντάνι έκλεισε την πόρτα, στηρίχτηκε πάνω της κι έπειτα κρυφοκοίταξε από το πλαϊνό παράθυρο, ώσπου ακούσαμε το φορτηγό του να απομακρύνεται. Έκανε μεταβολή. «Πρέπει να ξεφορτωθούμε το πτώμα». Βρήκαμε έναν παλιό μουσαμά στο γκαράζ και σπρώξαμε τον μπαμπά για να κυλήσει πάνω του. Έπρεπε να τον μετακινήσουμε και οι τρεις μαζί. Έπειτα τεντώσαμε και τυλίξαμε τον μουσαμά γύρω του και τον στερεώσαμε με κολλητική ταινία γύρω από τους αστραγάλους κι από το πάνω μέρος του σώματός του. Χώσαμε τις ματωμένες πετσέτες σε μια σακούλα απορριμμάτων. Δουλεύαμε με γρήγορες κινήσεις, χωρίς να μιλάμε, αλλά η Κόρτνεϊ συνέχιζε να μυξοκλαίει, ενώ το πρόσωπο της Ντάνι ήταν ωχρό και τα μάτια της θυμωμένα. Το μυαλό μου ήταν κολλημένο στο χαμόγελο του μπαμπά όταν με αποκαλούσε «φιστικάκι», στις βόλτες που μας πήγαινε με το 4x4 ή για σκοποβολή, στο ότι θυμόταν να μου φέρνει φιλμ, στο ότι αγόραζε σπόρους για την Ντάνι. Μας έμαθε πως το γεγονός ότι είμαστε κορίτσια δεν σήμαινε ότι πρέπει να βασιζόμαστε στους άντρες, μας έδειξε πώς να αλλάζουμε λάδια και λάστιχα στο φορτηγό και πώς να κάνουμε επισκευές στο σπίτι. Όταν ήταν μαζί μας, δεν φοβόμασταν τίποτα και κανέναν. Όμως πάντα φοβόμασταν


40

CHEVY STEVENS _

εκείνον. Σκέφτηκα τα καψίματα από τσιγάρο στα πόδια μου, τότε που είχε πετάξει την Κόρτνεϊ έξω το φορτηγό, τον τρόπο που τα μάτια του μετατρέπονταν σε σχισμές όταν είχε πιει. Ένιωσα σαν να με αγριοκοιτάζει μέσα από τον μουσαμά, άκουγα τη φωνή του μες στο κεφάλι μου. Αναθεματισμένες σκρόφες. «Να τον πάμε στο λατομείο;» είπε η Ντάνι. Το παλιό λατομείο, τώρα πια γεμάτο νερό, απείχε μισό μίλι και έλεγαν ότι είναι τόσο βαθύ, που έκρυβε ολόκληρα φορτηγά στον πάτο του. Η Κόρτνεϊ έγνεψε αρνητικά. «Πρέπει να τον θάψουμε γιατί διαφορετικά μπορεί να βγει στην επιφάνεια». «Κάπου που να μην ψάξει κανείς», είπε η Ντάνι. «Δεν μπορεί να είναι κοντά στο σπίτι μας». Μείναμε σιωπηλές και σκεφτόμασταν. «Τι θα λέγατε για το χοιροστάσιο;» είπα. «Κάτω από τη γούρνα. Το έδαφος είναι πάντα υγρό λόγω της λάσπης – κι η γούρνα έχει μείνει εκεί για χρόνια». Η Ντάνι έγνεφε καταφατικά. «Θα βοηθήσει και με τη μυρωδιά». Εγώ ξεκίνησα, αλλά το στόμα της Ντάνι ήταν μια σφιγμένη γραμμή. Τον σηκώσαμε, αναστενάζοντας λόγω του βάρους του, και τον μεταφέραμε ως την πίσω πόρτα. Τον ακουμπήσαμε κάτω και η Ντάνι έτρεξε στο υπόστεγο και επέστρεψε με το καρότσι του κήπου. Τον κατεβάσαμε με τα πόδια στις πίσω σκάλες κι έπειτα τον φορτώσαμε στο καροτσάκι κι από πάνω τον σάκο με τα κουρέλια και δύο φτυάρια. Με τη σειρά, δύο από εμάς έσπρωχναν και μία άνοιγε δρόμο. Αναγκαστήκαμε να ακολουθήσουμε ένα από τα πίσω μονοπάτια που συνέδεαν το σπίτι μας με το αγρόκτημα. Αν και ήταν μια διαδρομή δέκα λεπτών με τα πόδια, μας πήρε είκοσι λεπτά σπρώχνοντας· είχαμε μουσκέψει από τον ιδρώτα και βαριανασαίναμε. Περπατούσαμε στο μονοπάτι, σκοντάφτοντας και


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

41 _

γλιστρώντας στη λάσπη, κι έπειτα αρχίσαμε το σκάψιμο. Το έδαφος ήταν στεγνό όταν αφαιρέσαμε το στρώμα της λάσπης, και ήμαστε βρόμικες και εξαντλημένες όταν πια είχαμε ανοίξει έναν αρκετά βαθύ λάκκο. Πήγαμε το καροτσάκι πιο κοντά και αδειάσαμε το άψυχο κορμί του πατέρα μας. Εκείνος δεν προσγειώθηκε εντελώς μέσα στον λάκκο, κι έτσι αναγκαστήκαμε να τον σπρώξουμε μέσα. Ίσα που χώρεσε. Η Ντάνι πέταξε τη σακούλα απορριμμάτων μέσα στον τάφο. Έκανε έναν γδούπο και κοιτάξαμε τριγύρω. Η νύχτα ήταν σιωπηλή, εκτός από τα σκυλιά του αγροκτήματος που γάβγιζαν ψηλά στον λόφο. Ήλπιζα να μη βγει ο Γουόλτερ για να δει τι συμβαίνει. «Μήπως πρέπει να πούμε κάτι;» ψιθύρισε η Κόρτνεϊ. Χαμηλώσαμε το βλέμμα προς το πτώμα, με το μαύρο σάβανο να λάμπει στο φεγγαρόφωτο. Άχρηστες – όλες σας… Έσκαψα στο βρόμικο χώμα και έριξα μια γεμάτη φτυαριά μες στον λάκκο, έπειτα άλλη μια, όλο και πιο γρήγορα, κλαίγοντας σε κάθε τίναγμα του φτυαριού. Οι αδερφές μου έκαναν το ίδιο. Όταν τελειώσαμε, η Ντάνι άρπαξε εμένα και την Κόρτνεϊ για να αγκαλιαστούμε. Μείναμε σφιχτά αγκαλιασμένες, το δέρμα και οι ανάσες μας έγιναν ένα. «Όλα θα πάνε καλά», είπε η Ντάνι. Είχε σχεδόν ξημερώσει, η μέρα άρχιζε ήδη να χαράζει, και έπρεπε να δουλέψουμε στο αγρόκτημα σε μερικές ώρες, αλλά τρίψαμε το πάτωμα στο μπάνιο με χλωρίνη, χρησιμοποιώντας παλιές κουβέρτες αντί για σφουγγαρόπανα. Τελικά αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε, ήμαστε εξαντλημένες, δεν μπορούσαμε να κάνουμε το παραμικρό. Δεν μπορούσαμε να καθαρίσουμε όλο το αίμα – οι αυλακιές στο πλαστικό δάπεδο είχαν λεκέδες στο χρώμα της σκουριάς. Δεν είχαμε καθαρίσει τον τοίχο στο σημείο όπου είχε πέσει ο πρώτος μου πυροβολισμός, κι έτσι κρεμάσαμε μπροστά στην τρύπα έναν μικρό πίνακα από το σαλόνι. Πετάξαμε τα


42

CHEVY STEVENS _

κουρέλια σε σακούλες απορριμμάτων, τις καταχωνιάσαμε στην ντουλάπα του χολ μέχρι να αποφασίσουμε πώς θα τις ξεφορτωνόμασταν κι έπειτα κλείσαμε το μπάνιο του ισογείου και κλειδώσαμε το σπίτι, αφού βεβαιωθήκαμε ότι είχαμε κλείσει όλα τα παράθυρα. Καταρρεύσαμε στα κρεβάτια μας, προσπαθώντας να ξεκουραστούμε για λίγα λεπτά προτού ξεκινήσουμε τη μέρα μας, μα το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να στριφογυρίζω. Άκουσα και την Κόρτνεϊ να κάνει το ίδιο. Είχε πάρει ένα αντιφλεγμονώδες, αλλά μάντευα από την ανάσα και τα περιστασιακά βογκητά της ότι πονούσε ακόμα. Το σαγόνι μου πόνεσε όταν το χτύπησε ο μπαμπάς –ακόμα και τα δόντια μου πόνεσαν–, αλλά δεν μας είχαν μείνει πολλά παυσίπονα, κι έτσι τα έδωσα όλα στην Κόρτνεϊ. Όταν η Ντάνι ήρθε να μας πάρει για να πάμε στη δουλειά, το δέρμα γύρω από τα μάτια της ήταν κατακόκκινο. Αφήσαμε τα παράθυρα κλειστά για όλη την ημέρα. Θα είχε μια ζέστη κολασμένη όταν θα επιστρέφαμε, αλλά δεν είχαμε επιλογή, δεν μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε μήπως κάποιος κατασκοπεύει ώσπου να τελειώσουμε το καθάρισμα του μπάνιου και να απαλλαγούμε από τη μυρωδιά της χλωρίνης. Το χείλι μου δεν ήταν πια πρησμένο, αλλά με πονούσε όταν μιλούσα, και το σαγόνι μου είχε κάνει μελανιά. Σκεφτήκαμε να την καλύψουμε με μέικ απ. Δεν ήμαστε βέβαιες τι από όλα θα γεννούσε περισσότερες υποψίες: να μην πάει η Κόρτνεϊ στη δουλειά ή να πάει με το έγκαυμα, το οποίο έδειχνε ακόμα χειρότερο στο φως της μέρας, με το δέρμα της κόκκινο κι όλο φουσκάλες; Η Ντάνι συμπέρανε ότι ήταν έγκαυμα δευτέρου βαθμού. Καμιά μας δεν ήθελε να ρισκάρει την επίσκεψη σε ένα νοσοκομείο. Σίγουρα θα ήθελαν να μιλήσουν στον πατέρα μας. «Απλώς θα πω ότι ήταν ατύχημα», είπε η Κόρτνεϊ. «Χρειαζόμαστε τα χρήματα». «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να μη μας πιάσουν», είπε η Ντάνι. «Έχουμε πολλά ατυχήματα», είπα. «Αν πούμε ότι είναι


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

43 _

άρρωστη, μπορεί να έρθει να τη δει η Ίνγκριντ. Ακόμα κι αν δεν έρθει, θα το καταλάβουν όταν τη δουν σε λίγες μέρες που θα έχει ακόμα το έγκαυμα στο πρόσωπό της. Θα καταλάβουν ότι την κρύβαμε». Η Ντάνι έγνεφε καταφατικά. «Ναι, έχεις δίκιο. Καλύτερα να κάνουμε ότι δεν έχει συμβεί τίποτα». Δουλεύαμε σε διαφορετικά σημεία του αγροκτήματος εκείνη τη μέρα, αλλά συμφωνήσαμε ότι, αν κάποιος ρωτούσε, η Κόρτνεϊ θα έλεγε ότι, καθώς έσκυβε να πάρει κάτι από ένα χαμηλό ντουλάπι εκείνο το πρωί, πέρασα εγώ από δίπλα της με ένα καυτό τηγάνι. Καθάρισα τους στάβλους, προσπαθώντας να συγκεντρωθώ στη δουλειά. Καθάρισε εκείνη τη γωνία, φέρε το φτυάρι, γέμισε το καροτσάκι… Αλλά δεν μπορούσα να ξεχάσω το φτυάρι που κρατούσα στα χέρια μου, το σώμα του μπαμπά σωριασμένο στο καροτσάκι, το πώς κατρακύλησε έξω. Είσαι δολοφόνος. Θα πας φυλακή. Το σώμα μου πονούσε, τα μάτια και ο λαιμός μου είχαν στεγνώσει, τα χέρια μου είχαν βγάλει φουσκάλες – είχα φορέσει γάντια το πρωί, αλλά με κάθε γεμάτη φτυαριά οι φουσκάλες έσπαγαν, με έτσουζαν και με έκαιγαν. Έγλειψα την πληγή στο χείλι μου και γεύτηκα το αίμα. Το βλέμμα μου έπεφτε συνεχώς στο χοιροστάσιο. Έμοιαζε απίστευτο αυτό που είχαμε κάνει. Αυτό που είχα κάνει. «Εδώ είσαι, Τζες;» Ήταν η Ίνγκριντ. Γύρισα γρήγορα το πρόσωπό μου από την άλλη, έξυσα λίγη κοπριά στη γωνία. Είχαμε βάλει μέικ απ στη μελανιά μου, ήταν πιο ανοιχτόχρωμη πια, αλλά μια αμυδρή σκιά φαινόταν ακόμα. «Ναι, ο τελευταίος στάβλος». Η Ίνγκριντ πρόβαλε στην ανοιχτή πόρτα, μιλώντας για ένα από τα άλογα – θα ερχόταν αργότερα ένας κτηνίατρος και ήθελε να μεταφέρω το άλογο σε ένα άλλο χωράφι. Καθώς εκείνη μιλούσε, έπρεπε να γυρίσω προς το μέρος της για να ρίξω την κοπριά στο καροτσάκι. Ήλπιζα ότι θα ήταν αρκετά αφηρημένη ώστε να μη δει το πρόσωπό μου, αλλά


44

CHEVY STEVENS _

σταμάτησε να μιλάει. Σήκωσα το βλέμμα. Κοίταζε τη μελανιά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στη δουλειά χτυπημένη, αλλά ανησυχούσα μήπως σκεφτόταν τους πυροβολισμούς της προηγούμενης νύχτας. «Τι έπαθες;» είπε. Η Ίνγκριντ ήταν γυναίκα αγρότη με τα όλα της. Φορούσε αντρικά τζιν παντελόνια και πουκάμισα, είχε πιασμένα τα μαλλιά της κότσο, μπορούσε να ταΐσει ένα αρνί με το μπιμπερό και ταυτόχρονα να ψήνει μια πίτα και να εκσφενδονίζει ένα δεμάτι σανό με τη δύναμη ενός άντρα. Επίσης, τίποτα δεν της ξέφευγε απ’ όσα συνέβαιναν στο αγρόκτημα. «Αυτό;» Έτριψα το σαγόνι μου. «Ο Άνγκους μου το έκανε». Ο Άνγκους ήταν ένα άλογο ράτσας Κλάιντσντεϊλ – συχνά χτύπαγε κάπου με το μεγάλο του κεφάλι, συνήθως σκόπιμα. «Σου είπα να μείνεις μακριά από τη μούρη του». Προσπάθησα να χαμογελάσω. «Κι ο πισινός του δεν είναι λιγότερο επικίνδυνος». Εκείνη έσκασε στα γέλια. «Σωστό κι αυτό». Το πρόσωπό της σοβάρεψε, το ηλιοκαμένο της δέρμα τσιτωνόταν στα μάτια της. «Ο Γουόλτερ είπε ότι έχετε αρουραίους…» «Τους καταφέρνουμε». «Ίσως ήρθε η ώρα να δοκιμάσετε λίγο δηλητήριο». «Δεν θέλουμε να βρομίσουν μέσα στους τοίχους». Ένιωσα αναγούλα όταν σκέφτηκα το αίμα που υπήρχε ακόμα στο πάτωμα του μπάνιου, τη σακούλα με τα ματωμένα κουρελόπανα, τις μύγες να τριγυρίζουν. «Θα το πούμε στον μπαμπά σας όταν επιστρέψει». «Μάλιστα, κυρία». Εκείνη τη νύχτα ζεστάναμε την τελευταία κονσέρβα ντοματόσουπας. Η Κόρτνεϊ μας είπε ότι η Ίνγκριντ την είχε ρωτήσει για το έγκαυμά της. «Και σε πίστεψε;» είπα. «Δεν ξέρω. Μου έκανε παράξενες ερωτήσεις, όπως γιατί μαγείρευες εσύ και όχι η Ντάνι και αν πήγαμε στο νοσοκομείο. Μου είπε ότι δεν είναι καλό που μένουμε τόσο πολύ μόνες,


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

45 _

αλλά της είπα ότι ο μπαμπάς σύντομα θα επιστρέψει». Η Ίνγκριντ συχνά ήταν αδιάκριτη και δεν είχε πρόβλημα να μοιραστεί τα προσωπικά σου με οποιονδήποτε ήταν μπροστά και άκουγε. Προφανώς θα είχε ήδη πει σε κάμποσους ανθρώπους ότι ήμαστε ακόμα μόνες. Ανθρώπους που μπορεί να αποφάσιζαν να το παίξουν καλοί γείτονες και να μας επισκεφτούν. Η Κόρτνεϊ κοίταξε την Ντάνι. «Απλώς πρέπει να φύγουμε από δω πέρα». Η Ντάνι το σκέφτηκε αρκετά – το σκέφτηκε τόση ώρα, που ήθελα να της βάλω τις φωνές, αλλά όσο πιο πολύ την πίεζα, τόσο πιο πολλή ώρα θα της έπαιρνε. Της άρεσε να εξετάζει τα ζητήματα απ’ όλες τις πλευρές, να ζυγιάζει τις πιθανότητες, αλλά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να ακολουθεί περισσότερο το ένστικτό της. Συμφωνούσα με την Κόρτνεϊ, αλλά αν έλεγα στην Ντάνι τη γνώμη μου, απλώς θα μου έλεγε να το βουλώσω. «Αν το σκάσουμε αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, θα μπουν σε υποψίες», είπε τελικά. «Μπορεί ακόμα και να στείλουν τους μπάτσους να μας πιάσουν. Ας περιμένουμε για την ώρα». Όταν τελειώσαμε το φαγητό, ξεκολλήσαμε τελείως το πλαστικό δάπεδο στο μπάνιο, που ήδη είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει σε μερικά σημεία. Δεν ξέραμε τι να το κάνουμε κι έτσι το καταχωνιάσαμε στην αποθήκη μέχρι να σκεφτούμε κάτι. Βγάλαμε τη σφαίρα από τον τοίχο –είχε καρφωθεί σε ένα από τα δοκάρια– κι έπειτα κλείσαμε την τρύπα με λίγο στόκο γυψοσανίδας που επίσης βρήκαμε στην αποθήκη. Ξαναβάψαμε όλο το μπάνιο και το πάτωμα από κόντρα πλακέ με μια παλιά μπογιά που είχε κλέψει ο μπαμπάς από κάποιον φίλο του. Γύρω στα μεσάνυχτα μεταφέραμε το φορτηγό του μπαμπά στο λατομείο, ακολουθώντας τον πίσω δρόμο. Οδήγησε η Ντάνι, φορώντας ένα από τα καουμπόικα καπέλα του μπαμπά και ένα φαρδύ παλτό, που την έκανε να δείχνει


46

CHEVY STEVENS _

πιο μεγαλόσωμη σε περίπτωση που μας προσπερνούσε κάποιος. Η Κόρτνεϊ κι εγώ μείναμε σκυμμένες στη θέση του συνοδηγού. Στο λατομείο κάναμε έναν γύρο για να βεβαιωθούμε ότι δεν ήταν κανείς εκεί για νυχτερινό κολύμπι. Είχε ησυχία. Πήγαμε σε ένα από τα πιο ψηλά σημεία, βάλαμε νεκρά στο φορτηγό και το σπρώξαμε πάνω από την άκρη του γκρεμού. Δεν βυθίστηκε αμέσως. «Να πάρει! Δεν βουλιάζει», είπα. «Έπρεπε να έχουμε ανοίξει τα παράθυρα». «Περίμενε», είπε η Ντάνι. Τελικά άρχισε να μετακινείται, να βυθίζεται κάτω από την επιφάνεια. Ανέβηκαν φυσαλίδες. «Κι αν το δει κανείς; Κάνοντας μακροβούτι ή κάτι τέτοιο;» είπα. «Δεν θα το δουν», είπε η Ντάνι. Μα δεν με κοίταξε στα μάτια. Αποφασίσαμε να ξεφορτωθούμε τα λεκιασμένα κουρελόπανα και το σκισμένο πλαστικό δάπεδο στο σπίτι ενός γείτονα. Ο τύπος είχε περισσότερα σκουπίδια στην αυλή του απ’ ό,τι ο πατέρας μας και στοίβες από μπάζα πίσω από ένα μαγαζί του – η Κόρτνεϊ παλιά έβγαινε με τον γιο του και θυμήθηκε πως έλεγε ότι τα πράγματα βρίσκονταν εκεί για δεκαετίες. Στην καλύτερη περίπτωση, αν ποτέ έκανε ξεκαθάρισμα, θα μας τα πέταγε στη χωματερή. Οδηγήσαμε το φορτηγό της Ντάνι, με το φορτίο μας κάτω από άλλα σκουπίδια, και παρκάραμε κοντά στην κάτω πλευρά των χωραφιών του, εκεί απ’ όπου περνούσε με το τρακτέρ, με σβηστούς τους προβολείς. Δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε πολύ –μπορεί να μας άκουγε από το σπίτι– κι έτσι ακολουθήσαμε τον δρόμο του τρακτέρ με τα πόδια, κουβαλώντας η καθεμιά μας κι από μια γεμάτη αγκαλιά πράγματα, με το φεγγάρι να μας φωτίζει τον δρόμο. Η Κόρτνεϊ σκόνταψε και της έπεσε ο μπόγος με έναν γδούπο. Όλες μας παγώσαμε, περιμένοντας να ακούσουμε αν κάποιος το είχε παρατηρήσει. Ήταν μια γαλήνια νύχτα. Απλώσαμε τα σκουπίδια ανάμεσα στα κόντρα πλακέ, τις


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

47 _

γυψοσανίδες και τα παλιοσίδερα, τοποθετώντας προσεκτικά τα φύλλα του πλαστικού δαπέδου ανάμεσα σε όλα τα άλλα, προσπαθώντας να βεβαιωθούμε ότι βρίσκονταν πίσω από τις στοίβες. Ήταν δύσκολο, γιατί έπρεπε να μετακινήσουμε ένα μέρος της σαβούρας, που ήταν βαριά, και προσπαθούσαμε να κάνουμε ησυχία, γι’ αυτό έπρεπε να κινούμαστε αργά, με τους μυς μας να ουρλιάζουν από την ένταση. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε με τη σακούλα των κουρελόπανων. Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι λογομάχησαν ψιθυριστά – η Κόρτνεϊ σκέφτηκε ότι έπρεπε απλώς να τα θάψουμε, αλλά η Ντάνι είπε ότι μπορεί το αίμα να έλκυε κάποιο ζώο που θα τα έφερνε σκάβοντας στην επιφάνεια. Τελικά τα καταχωνιάσαμε μέσα σε ένα βαρέλι κι έπειτα κατηφορίσαμε τρέχοντας τον δρόμο του τρακτέρ ως το φορτηγό· τα κορμιά των αδερφών μου ήταν σκοτεινές σκιές μπροστά μου. Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, ανάψαμε το τελευταίο από τα τσιγάρα του μπαμπά και μιλήσαμε σχετικά με το τι έπρεπε να κάνουμε. «Θα μπορούσαμε να βρούμε δουλειά», είπε η Κόρτνεϊ. «Τι δουλειά δηλαδή;» είπα. «Και ποιος θα προσλάμβανε εμάς;» Δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες σε αυτή την πόλη για τρεις έφηβες, μόνο δουλειά στα χωράφια, και ίσως σερβιτόρες ή πωλήτριες στο μπακάλικο. «Δεν καταλαβαίνετε», είπε η Ντάνι. «Δεν πρόκειται να μας αφήσουν να μείνουμε εδώ χωρίς τον μπαμπά – όλοι, το αφεντικό του, οι φίλοι του, θα αρχίσουν να τον αναζητούν. Αν πούμε ότι πάλι μας εγκατέλειψε, θα μας δώσουν σε ανάδοχες οικογένειες». «Κοντεύεις τα δεκαοχτώ, μπορεί να σ’ αφήσουν να μας κρατήσεις κοντά σου», είπα. «Θα πρέπει να αποδείξω ότι μπορώ να σας συντηρήσω». «Ο Γουόλτερ και η Ίνγκριντ μπορεί να μας αφήσουν να μείνουμε αν συνεχίσουμε να δουλεύουμε στο ράντσο». «Δεν είναι αρκετά τα χρήματα. Και ο μπαμπάς ήδη τους


48

CHEVY STEVENS _

χρωστάει», είπε η Ντάνι. «Θα μπορούσαμε να πάμε στην Πρόνοια», είπα. «Ή μήπως οι γονείς του Κόρεϊ θα μας άφηναν να μείνουμε μαζί τους;» Η Ντάνι είχε αρκετά στενή σχέση με την οικογένεια του αγοριού της, ήταν καλοί άνθρωποι. «Δεν έχουν χώρο», είπε. «Και δεν μπορούμε να μείνουμε, όπως και να ’χει. Δεν ξέρουμε αν ο μπαμπάς σταμάτησε κάπου προτού έρθει σπίτι. Μπορεί να τον είδε κάποιος στην πόλη». «Μήπως πρέπει να φύγουμε απόψε;» είπε η Κόρτνεϊ. «Όχι», είπε η Ντάνι. «Θα ήταν σαν να μην του δώσαμε την ευκαιρία να έρθει σπίτι, σαν να ξέρουμε κάτι». Ο τρόπος που το είπε αυτό με έκανε να συμπεράνω ότι το σκεφτόταν για κάποιο καιρό. «Σε λίγες μέρες πρέπει να πούμε πως έφυγε πάλι και ότι θα μείνουμε με κάποια οικογένεια». «Αν δεν τον δει κανείς για κάποια χρόνια, δεν θα υποψιαστούν τίποτα;» είπα. Η Ντάνι τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά καπνού. «Ναι, γι’ αυτό πρέπει να κερδίσουμε αρκετό χρόνο για να φύγουμε από δω και να εγκατασταθούμε κάπου αλλού, κι έπειτα θα βγάλουμε πλαστές ταυτότητες. Αν κάποιος βρει το φορτηγό ή αντιληφθεί κάτι, εμείς θα έχουμε φύγει για πολύ καιρό». Κοίταξε την Κόρτνεϊ. «Κι εκείνος ο παντρεμένος που έλεγε ο μπαμπάς ότι τα ’χεις μπλέξει; Θα είναι πρόβλημα;» «Αλήθεια, ποιος ήταν;» είπα. «Ο Μπεν Μίλερ», είπε η Κόρτνεϊ. «Τον χώρισα χτες τη νύχτα, απλώς του είπα ότι δεν ήθελα να μας πάρει είδηση ο μπαμπάς μου». «Ο Μπεν Μίλερ;» είπα. «Μα αυτός είναι γύρω στα τριάντα». Ήταν ιδιοκτήτης μιας από τις κατασκευαστικές εταιρείες στην πόλη και ήταν παντρεμένος με δύο παιδιά. Δεν ήξερα πώς η Κόρτνεϊ είχε μπλέξει μαζί του, αλλά δεν ήταν και περίεργο που είχε φρικάρει ο μπαμπάς. «Δεν έχει σημασία τώρα πια», είπε κοκκινίζοντας. «Έχει τελειώσει». «Και ο Κόρεϊ;» είπα. Μας είχε επισκεφτεί μια φορά από


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

49 _

τότε που είχε επιστρέψει ο μπαμπάς, πέρασε με το φορτηγό του μαζί με κάποιους φίλους και ρώτησε την Ντάνι αν ήθελε να πάει μαζί τους για κολύμπι, αλλά εκείνη είπε ότι ήταν πολύ κουρασμένη. Σύντομα θα άρχιζε να έχει υποψίες. Η Ντάνι ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές, με το κάτω χείλι της να τρέμει, ώσπου το ακινητοποίησε με το πάνω χείλι της, πιέζοντας δυνατά. Ένιωσα σχεδόν ανακουφισμένη – σκέφτηκα για ένα λεπτό ότι μπορεί να έκλαιγε. Δεν την είχα δει να κλαίει εδώ και χρόνια. Όχι μετά την κηδεία της μαμάς μας. Δεν ξέρω τι θα είχα απογίνει αν εκείνη είχε καταρρεύσει. «Θα χρειαστεί να τον χωρίσω». «Όχι!» είπα ξεφυσώντας. «Είσαι σίγουρη;» είπε η Κόρτνεϊ, επίσης έκπληκτη. Ακόμα και η Ντάνι έδειχνε εμβρόντητη, λες και δεν πίστευε όσα έλεγε. Όλοι πιστεύαμε ότι θα παντρεύονταν. Ήταν φίλοι ακόμα και πριν τα φτιάξουν, και δεν μπορούσα να θυμηθώ εποχή που να μην ήταν μαζί. Ο Κόρεϊ ήταν σαν μεγάλος αδερφός για την Κόρτνεϊ και μένα, μας μάθαινε πώς να οδηγούμε το φορτηγό του, μας έπαιρνε στη λίμνη ή στο σινεμά μαζί τους, ενώ ποτέ δεν φερόταν λες και ήταν αγγαρεία να έχει μαζί του τις αδερφές της κοπέλας του. «Δεν θα του φανεί παράξενο;» είπε η Κόρτνεϊ. «Ίσως κι όχι». «Τσακωθήκατε;» Η Ντάνι έγνεψε καταφατικά, ρουφώντας θυμωμένα τον καπνό και φυσώντας τον έξω δυνατά. «Γιατί δεν είπες τίποτα;» η Κόρτνεϊ έδειχνε έκπληκτη όσο κι εγώ, αλλά και λίγο πληγωμένη. «Δεν σας αφορούσε». Τώρα η Ντάνι ύψωσε το πιγούνι της. «Μα πάντα λέει να μείνετε κάπου οι δυο σας…» Η Κόρτνεϊ έδειχνε μπερδεμένη εκείνη τη στιγμή, κι έπειτα φάνηκε από την έκφρασή της ότι κατάλαβε. «Σε πίεζε να μετακομίσεις κι εσύ δεν μπορούσες εξαιτίας μας». Η Ντάνι σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Δεν πειράζει». Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. «Λυπάμαι, Ντάνι». «Δεν φταίτε εσείς». Η φωνή της ήταν σφιγμένη, σαν να


50

CHEVY STEVENS _

προσπαθούσε να βγάλει τις λέξεις με το ζόρι. «Θα βρεθούμε το Σάββατο το βράδυ. Θα το κάνω τότε». «Πού θα πάμε;» είπε η Κόρτνεϊ. «Θα πρέπει να είναι μια μεγάλη πόλη, για να μην ξεχωρίζουμε», είπε η Ντάνι. «Το Βανκούβερ», είπα. Η Κόρτνεϊ κι εγώ κοιτάξαμε την Ντάνι. «Εντάξει». Ήξερε πόσο πολύ θέλαμε να πάμε εκεί, αλλά αυτό ήταν το δικό μας όνειρο, όχι το δικό της. Ένιωσα άσχημα που άφηνε τόσα πολλά πίσω της. Κοίταζε και πάλι το μπάνιο, με το τσιγάρο να καίει στο χέρι της. Καμιά μας δεν είχε καταφέρει να μπει εκεί μέσα από τότε που καθαρίσαμε. «Λυπάμαι, Ντάνι», είπα πάλι. Αυτή τη φορά δεν απάντησε.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

51 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ

Συμφωνήσαμε ότι θα περιμέναμε λίγες μέρες ακόμα. Επιστρέφαμε με τα πόδια στο σπίτι από το αγρόκτημα το επόμενο απόγευμα, μες στην κούραση και τη ζέστη, με την Ντάνι να προπορεύεται, τα μακριά της μαλλιά να ταλαντεύονται σε κάθε της βήμα και το κορμί της άκαμπτο, τσιτωμένο. Άραγε σκεφτόταν τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να χωρίσει τον Κόρεϊ; Εγώ έπαιζα με τη φωτογραφική μου μηχανή, πατώντας το κλείστρο ξανά και ξανά αλλά χωρίς όρεξη, μπερδεμένη από την έλλειψη ύπνου. Τα δάχτυλα της Κόρτνεϊ έξυσαν το έγκαυμά της. Η Ντάνι της έλεγε να μην το πειράζει, ότι θα μολυνθεί, αλλά η Κόρτνεϊ συνέχιζε να το σκαλίζει ή να το κοιτάζει στον καθρέφτη. Η Ντάνι σταμάτησε απότομα κι εγώ κοίταξα ψηλά. Ένα περιπολικό περίμενε στον δρόμο. Τα δάχτυλά μου πάγωσαν πάνω στη φωτογραφική μηχανή. Η Ντάνι δεν μας κοίταξε. Με τα χείλη της να κινούνται ανεπαίσθητα, είπε: «Αφήστε εμένα να μιλήσω». Ο αστυνόμος βγήκε από το αυτοκίνητό του και προχωρήσαμε προς το μέρος του. Ήταν ψηλόλιγνος, με τη χαλαρή του ζώνη να κρέμεται χαμηλά. «Αστυνόμε Γκιμπς», είπε η Ντάνι. «Τι μπορούμε να κάνουμε για εσάς;» «Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι είστε εντάξει».


52

CHEVY STEVENS _

«Καλά είμαστε». «Άκουσα ότι έχετε πρόβλημα με τους αρουραίους». Άρα ήξερε και για τους πυροβολισμούς. Η Ίνγκριντ ή ο Γουόλτερ θα τον κάλεσαν. «Το ελέγχουμε». «Ο πατέρας σας είναι σπίτι;» «Όπου να ’ναι θα γυρίσει». «Σαν να άργησε πολύ αυτή τη φορά. Σας στέλνει χρήματα;» «Είμαστε εντάξει». «Άκουσα ότι έχετε χρέη». «Θα τα καταφέρουμε». Χαμήλωσε το βλέμμα προς τον δρόμο· τα μάτια του σάρωσαν τη σκόνη, σαν να έψαχνε για ίχνη. Ξανακοίταξε το σπίτι κι έπειτα εμάς. «Σας πειράζει να ρίξω μια ματιά;» «Για ποιο λόγο;» είπε η Ντάνι. Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά είχε σηκώσει το πιγούνι. «Είστε ολομόναχες εδώ. Απλώς θέλω να βεβαιωθώ ότι το σπίτι είναι ασφαλές». «Δεν νομίζω ότι αυτό θα άρεσε στον μπαμπά». «Ε τότε δεν χρειάζεται να του το πούμε». Κοίταξα την Ντάνι και οι μύες μου σφίχτηκαν στο στομάχι μου. «Ρίξτε όσες ματιές θέλετε», είπε η Ντάνι σηκώνοντας τους ώμους. Εκείνη ανέβηκε τα σκαλοπάτια και έσπρωξε την πόρτα για να ανοίξει. Εμείς ακολουθήσαμε και σταθήκαμε αμήχανες στην κουζίνα. Η Κόρτνεϊ άνοιξε τη βρύση και έβαλε να πιει λίγο νερό. Μου έριξε μια γρήγορη ματιά κι έπειτα ξανακοίταξε τον αστυνόμο. Ακούμπησε στον πάγκο, δήθεν άνετα, αλλά το χέρι της στο γυαλί έτρεμε ελαφρά. Κάθισα στο τραπέζι, με τη σκέψη στο όπλο κάτω από τον νεροχύτη. Η Ντάνι ήταν πίσω μου. Ένιωθα τη ζεστασιά της, την αγωνιώδη ενέργεια στο σώμα της. Ο αστυνόμος περπατούσε τριγύρω, κοίταζε τα παράθυρα, με τις μπότες του βαριές πάνω στο πάτωμα. Έδειξε με το


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

53 _

δάχτυλο μια σπασμένη κλειδαριά σε ένα από τα πίσω παράθυρα. «Υπάρχει κανείς για να σας το επισκευάσει αυτό;» «Θα το φτιάξει ο μπαμπάς όταν επιστρέψει». Εκείνος μούγκρισε, πήγε στο μπάνιο και έσπρωξε την πόρτα για να ανοίξει. Κράτησα την ανάσα μου. Έγειρε το κεφάλι καθώς παρατήρησε τη φρέσκια μπογιά στο πάτωμα. «Είχατε βαψίματα;» «Σκεφτήκαμε ότι ο Γουόλτερ μπορεί να μας αφαιρέσει κάποια χρήματα από τα χρωστούμενα αν κάναμε μερικές μικροεπισκευές». Εκείνος βγήκε από το μπάνιο, περπάτησε προς το μέρος μας, με το βλέμμα του στην Κόρτνεϊ, στο έγκαυμα στο πρόσωπό της. «Τι έχουμε εδώ;» «Η Τζες με έκαψε με ένα τηγάνι όταν έσκυβα». Πρόσθεσε ένα γέλιο, αλλά ακούστηκε νευρικό. «Φαίνεται αρκετά σοβαρό. Πήγες στον γιατρό;» Εκείνη έγνεψε αρνητικά. Κοίταξε το πρόσωπό της. «Συνήθως ένα έγκαυμα θέλει καιρό για να προχωρήσει τόσο βαθιά». «Ήταν πολύ καυτό το τηγάνι», είπα. Το βλέμμα του έπεσε σε μένα και στάθηκε για ένα λεπτό στη μελανιά στο πιγούνι μου. Ένιωσα να κοκκινίζει το πρόσωπό μου – ήξερα ότι έδειχνα ένοχη. Ήλπιζα πως η Ίνγκριντ του είχε πει για το άλογο. Αν με ρωτούσε οτιδήποτε, ήμουν σίγουρη ότι θα αποδεικνυόμουν απαίσια ψεύτρα. Έκανε μεταβολή και άνοιξε το ψυγείο μας· τα φρύδια του υψώθηκαν όταν είδε πόσο άδειο ήταν. Έσκυψε μπροστά και μετακίνησε λίγα πράγματα. Σκέφτηκα την μπίρα που είχε φέρει στο σπίτι ο μπαμπάς, το τελευταίο κουτάκι. Δεν την είχαμε βγάλει από το ψυγείο. Γάντζωσα τα χέρια μου σφιχτά στο γόνατό μου. «Γιατί ψάχνετε εκεί μέσα;» είπε η Ντάνι. «Παιδιά, αν δεν τρέφεστε σωστά, μπορεί να πρέπει να ζητήσω βοήθεια από την κοινωνική υπηρεσία».


54

CHEVY STEVENS _

«Μια χαρά τρώμε». Ίσιωσε την πλάτη και έκλεισε το ψυγείο. «Πόσων χρονών είσαι τώρα, Ντάνι;» «Κοντεύω τα δεκαοχτώ». «Είστε όλες ανήλικες. Καμιά σας δεν έπρεπε να είναι έτσι μόνη εδώ πέρα. Υπάρχουν κάποιες καλές ανάδοχες–» «Δεν πρόκειται να ξαναπάμε σε ανάδοχες οικογένειες». «Αν ο μπαμπάς σας δεν έρθει σύντομα, θα χρειαστεί να κάνω μερικά τηλεφωνήματα». «Θα γυρίσει». Εκείνος οσμίστηκε και πάλι τον αέρα, τη μυρωδιά της χλωρίνης και της φρέσκιας μπογιάς που παρέμενε στο χώρο. Περίμενα, με κομμένη την ανάσα. Θα το καταλάβαινε; «Κορίτσια, υποτίθεται ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείτε το όπλο χωρίς την παρουσία ενήλικα. Θα μπορούσα να σας το πάρω». Κοιτούσε την Ντάνι πάνω από το κεφάλι μου. «Προσέχουμε», είπε εκείνη. Η καρδιά μου χτυπούσε τώρα τόσο δυνατά, που φοβόμουν μήπως την ακούσει ή μήπως δει τον πανικό στο πρόσωπό μου. Τελικά έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Να το έχετε κλειδωμένο μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς σας στο σπίτι. Δεν θέλω να πυροβολήσετε κανένα πόδι ή τίποτε άλλο». «Μάλιστα, κύριε». Η Ντάνι ξεφύσηξε απαλά πίσω μου. Μόλις έφτασε στην πόρτα, ο αστυνόμος έκανε μεταβολή. «Θα στείλω τη γυναίκα μου να σας φέρει τίποτα να φάτε και να σας βοηθήσει λίγο». «Δεν χρειαζόμαστε τίποτα», είπα. Η Ντάνι μου έδωσε μια σπρωξιά. «Αυτό θα ήταν πολύ καλό», είπε. «Μόνο μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς. Και μετά θα σας το ανταποδώσουμε». «Μόνο μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς σας». Κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της για ένα δευτερόλεπτο και έπειτα κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Κοίταξε πάλι κάτω στο έδαφος, κοντά στο πόδι του, έτριψε την μπότα του στη


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

55 _

σκόνη. Τι έβλεπε άραγε; Μια σταγόνα αίματος; Κάποιο ίχνος από ρόδα; Σήκωσε και πάλι το βλέμμα να μας κοιτάξει και έπειτα επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε.

Εκείνη τη νύχτα φάγαμε σιωπηλές τη σούπα μας. Η Ντάνι είχε χρησιμοποιήσει λίγα από τα χρήματά της, χρήματα που είχε βγάλει από διάφορες παράξενες δουλειές, και αγόρασε ένα κιβώτιο λαζάνια – με ένα δολάριο έπαιρνες τέσσερα πακέτα. Τα δικά μου μου άρεσε να τα κάνω σκέτα, με μπαχαρικά για γεύση και με βούτυρο. Αλλά μας είχε τελειώσει το βούτυρο και η Ντάνι είπε να τα κάνω σούπα για να με κρατήσουν περισσότερο. Τηγάνισε κρέας ελαφιού, όσο είχε απομείνει, και πρόσθεσε δύο καρότα –τα ’χαμε πάρει απ’ το χωράφι– στην κατσαρόλα όπου μαγείρευε για εκείνη και την Κόρτνεϊ. Προσπάθησε να με πείσει να φάω λίγο κρέας, αλλά είχα δει ελάφια στους αγρούς, τα μεγάλα καστανά μάτια τους, και απλώς δεν μπορούσα να το κάνω. Έφτιαξα χώρια μια κατσαρόλα με σούπα για τον εαυτό μου, μονάχα λαζάνια, ζωμό και καρότα. «Θα πρέπει να φύγουμε σε δύο μέρες», είπε η Ντάνι. «Δεν θα μας αφήσει να μείνουμε – θα μας δώσει σε ανάδοχες οικογένειες». «Εσύ δεν χρειάζεται να φύγεις – είσαι σχεδόν δεκαοχτώ. Θα μπορούσες να πας να ζήσεις με τον Κόρεϊ. Εμείς μπορούμε να πάμε μαζί σε κάποιο σπίτι, εγώ και η Κόρτνεϊ». Η Κόρτνεϊ έδειχνε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Κι αυτό μόνο για ένα-δύο χρόνια», είπε. «Μπορούμε να τα καταφέρουμε». «Όχι», είπε η Ντάνι. «Πρέπει να παραμείνουμε ενωμένες, και είναι πολύ επικίνδυνο να μείνουμε εδώ». «Δεν έχουμε χρήματα για να ξεκινήσουμε τη ζωή μας οπουδήποτε αλλού», είπε η Κόρτνεϊ. «Απλώς πρέπει να παραδοθώ», είπα. Η Ντάνι με έπιασε δυνατά από τους ώμους. «Κανείς δεν θα πάει στην αστυνομία. Εσύ δεν θα πας στη


56

CHEVY STEVENS _

φυλακή κι εσύ δεν θα πας σε ανάδοχη οικογένεια». «Μα εγώ φταίω», είπε η Κόρτνεϊ. «Όχι, ο μπαμπάς φταίει», είπε η Ντάνι. Άφησε τους ώμους μου, αλλά με κοίταξε στα μάτια. «Θα τη σκότωνε την Κόρτνεϊ – έπρεπε να το κάνεις». Έσπρωξα το μπολ με τη σούπα μου μακριά. «Φοβάμαι», είπα. «Όλες μας φοβόμαστε», είπε η Ντάνι σπρώχνοντας ξανά το μπολ μπροστά μου. Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι με περίμεναν έξω από τον αχυρώνα αφού τέλειωσα τη δουλειά μου την επόμενη μέρα. Συνήθως περπατούσαμε μόνες ως το σπίτι ή η Ντάνι πήγαινε με τα πόδια στον φίλο της, αλλά τώρα ήμαστε μαζί. Όταν φτάσαμε στο σπίτι μας, στα μπροστινά μας σκαλιά βρήκαμε ένα κουτί. Στο εσωτερικό είχε λίγα τρόφιμα, ζυμαρικά, κονσέρβες με κρέας, ακόμα και λίγα παλιά τζιν παντελόνια και μερικά πουκάμισα. Θυμήθηκα ότι ο αστυνόμος είχε κόρες λίγο πιο μεγάλες από εμάς. Έπειτα παρατηρήσαμε το σκονισμένο ίχνος της μπότας στη βεράντα. Ώστε είχε φέρει το κουτί ο ίδιος. Άραγε είχε κοιτάξει από το παράθυρο; Ψάξαμε για ίχνη βημάτων γύρω από το σπίτι. Υπήρχε ένα ίχνος από μπότα κοντά στην αποθήκη. Ήταν ώρα να φύγουμε. Η Ντάνι πήγε με το αυτοκίνητο στου Κόρεϊ. Όταν γύρισε σπίτι, τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πρησμένα. Πήγε κατευθείαν στο μπάνιο, απ’ όπου βγήκε μόνο ύστερα από ώρες. Η Κόρτνεϊ της φώναξε από την πόρτα ότι θα πάρει το φορτηγό, και η Ντάνι δεν είπε τίποτα. Η Κόρτνεϊ άρπαξε την κιθάρα της και κατευθύνθηκε προς την μπροστινή πόρτα. «Μα τι κάνεις;» της φώναξα ακολουθώντας την. «Να έρθω κι εγώ;» «Μείνε με την Ντάνι». Αναρωτιόμουν αν πήγαινε να συναντήσει κάποιο αγόρι και ένιωθε απογοητευμένη, ανήμπορη. Θα μας έβαζε σε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

57 _

χειρότερους μπελάδες. Η Ντάνι έπρεπε να τη σταματήσει. Εγώ περπατούσα πάνω-κάτω μες στο σπίτι ώσπου ηρέμησα. Όλα καλά θα πήγαιναν, η Κόρτνεϊ ήταν έξυπνη κοπέλα. Περπάτησα ως το αγρόκτημα και έκλεψα μερικά αβγά από το κοτέτσι, μερικά κρεμμυδάκια από τον κήπο και λίγες ντομάτες και πράσινες πιπεριές από το θερμοκήπιο, ελπίζοντας να μη με δει η Ίνγκριντ. Έδιωξα ένα κόλεϊ που με ακολουθούσε κουνώντας την ουρά. Έφτιαξα ομελέτα στην Ντάνι και χτύπησα απαλά την πόρτα της. «Σου έφτιαξα βραδινό, Ντάνι». Καμία απάντηση. Κατέβηκα πάλι κάτω και έφαγα, αλλά της άφησα ένα πιάτο σκεπασμένο. Εκείνη κατέβηκε ύστερα από πέντε λεπτά, με λερωμένο πρόσωπο, τσιμπολόγησε την ομελέτα της και μου έβαλε τις φωνές που άφησα την κουζίνα άνω-κάτω. «Πώς στην ευχή σού ήρθε και τα έκλεψες; Θα πρέπει πάντοτε να τρέχουμε από πίσω σου;» «Συγγνώμη, Ντάνι». Χαμογέλασα, ευτυχισμένη που μου είχε θυμώσει. Αυτό σήμαινε ότι ένιωθε καλύτερα. Η Κόρτνεϊ γύρισε σπίτι όταν έπλενα τα πιάτα. Μου χάρισε ένα χαμόγελο και ένα «γεια». «Πού ήσουνα;» της φώναξε η Ντάνι από το σαλόνι, όπου συσκεύαζε μερικές από τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες μας σε ένα κιβώτιο. «Πήγα να πουλήσω την κιθάρα μου». Η Ντάνι μπήκε στην κουζίνα. «Να πάρει! Μα γιατί;» «Χρειαζόμαστε τα λεφτά, και δεν έχω σκοπό να συνεχίσω να τραγουδάω». Άγγιξε το έγκαυμά της. «Δεν πρόκειται να έχω επιτυχία με αυτό το πράγμα στο πρόσωπό μου». «Αυτά είναι ανοησίες, Κόρτνεϊ», είπα. «Εξακολουθείς να είσαι όμορφη». «Όχι, δεν είμαι. Μα ακόμα κι αν ήμουνα, τελείωσα με το τραγούδι». Η Ντάνι κι εγώ κοιταχτήκαμε. «Πρέπει πρώτα να περάσουμε από το Κας Κρικ», είπε η


58

CHEVY STEVENS _

Κόρτνεϊ. «Ο Τρόι θα μας δάνειζε λίγα χρήματα. Θα χρειαστούμε πολλά για τις πλαστές ταυτότητες». Το Κας Κρικ ήταν μια μικρή πόλη γύρω στις δυόμισι ώρες νοτιοδυτικά του Λίτλφιλντ. Είχαμε ακούσει ότι είχε μόνο αγρότες και χωράφια. Όλες είχαμε στενοχωρηθεί όταν ο Τρόι αναγκάστηκε να μετακομίσει εκεί. «Δεν μπορούμε να πούμε σε κανέναν πού πάμε», είπε η Ντάνι. «Εκείνος δεν πρόκειται να πει τίποτα – ειδικά αν μας δώσει λεφτά». Ο Τρόι πουλούσε ναρκωτικά, ως επί το πλείστον μόνο μαριχουάνα, αλλά είχε πάντα μετρητά πάνω του. «Μου είπε ότι θα μετακόμιζαν σε ένα πάρκιγκ για τροχόσπιτα – είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να βρούμε το αυτοκίνητό του εύκολα». Η Ντάνι το σκέφτηκε για ένα λεπτό. «Εντάξει». Εκείνη τη νύχτα πακετάραμε. Εγώ είχα μερικά βιβλία, ρούχα, τη φωτογραφική μου μηχανή, φακέλους γεμάτους φωτογραφίες – δεν είχαμε κανένα οικογενειακό άλμπουμ με φωτογραφίες. Ο μπαμπάς τα είχε πετάξει μια νύχτα μεθυσμένος. Μα εγώ είχα την αγαπημένη μου φωτογραφία της μαμάς από τότε που είχε κερδίσει σε έναν αγώνα ψαρέματος και πόζαρε μπροστά στο κατάστημα θαλάσσιου εξοπλισμού, με τα ατίθασα μαλλιά της κάτω από το καπέλο κι ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο. Έκρυψα τη φωτογραφία μέσα σε ένα από τα βιβλία μου κι έπειτα έχωσα τα πάντα μέσα σε ένα σακίδιο πλάτης. Είχα επίσης τον φωτογραφικό φακό και το φιλμ που μου είχε πάρει ο μπαμπάς, αλλά τα έσπρωξα στον πάτο της τσάντας μου. Η Κόρτνεϊ πακετάρισε σχεδόν όλα της τα ρούχα και τα καλλυντικά. Ήθελε να αφήσει πίσω τα βιβλία της όπου έγραφε τραγούδια, αλλά την αναγκάσαμε να τα πάρει μαζί της. Βάλαμε μερικά πράγματα στην αποθήκη και σύραμε έξω το παλιό αντίσκηνο και τον εξοπλισμό κατασκήνωσης. Συζητήσαμε σχετικά με το αν θα έπρεπε να το πούμε ή να αφήσουμε ένα σημείωμα στην Ίνγκριντ και τον Γουόλτερ. Εγώ ήθελα να τους το πούμε.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

59 _

«Εξαρτώνται από τη δική μας παρουσία», είπα. «Και η Ίνγκριντ θα ταραχτεί, θα ανησυχήσει». «Γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορούμε να της το πούμε. Θα κάνει υπερβολικά πολλές ερωτήσεις». Η Ντάνι μιμήθηκε την τραχιά φωνή της Ίνγκριντ, με τα χέρια της πάνω στους γοφούς. «Πού πάτε; Σε ποια θεία; Πώς και δεν την είχατε αναφέρει νωρίτερα; Ίσως πρέπει να μιλήσουμε στον αστυνόμο και να δούμε αν κάποιος έχει νέα για τον πατέρα σας». «Πρέπει να γράψουμε ένα σημείωμα, Τζες», είπε η Κόρτνεϊ. «Θα τους φανεί παράξενο», είπα. «Ό,τι κι αν κάνουμε, παράξενο θα τους φανεί», είπε η Ντάνι. «Αλλά αν φύγουμε απόψε, θα έχουμε μερικές ώρες περιθώριο μέχρι να αρχίσουν να μας ψάχνουν». Το μισούσα, αλλά είχαν δίκιο. Δοκιμάσαμε μερικούς διαφορετικούς τρόπους διατύπωσης, και στο τέλος μού ανέθεσαν να γράψω εγώ το σημείωμα – εγώ είχα τον καλύτερο γραφικό χαρακτήρα. Αγαπητοί Γουόλτερ και Ίνγκριντ, Ευχαριστούμε που μας αφήσατε να μείνουμε εδώ. Ειλικρινά εκτιμούμε όλα όσα κάνατε για εμάς και λυπούμαστε στ’ αλήθεια που φεύγουμε. Ο μπαμπάς μας δεν έχει επιστρέψει ακόμα και μας τελείωσαν τα χρήματα, γι’ αυτό θα πάμε να μείνουμε με τη θεία μας στο Έντμοντον. Αν εμφανιστεί, πείτε του ότι είμαστε στης Έλεν. Με αγάπη, Τζες, Ντάνι, Κόρτνεϊ Περιμέναμε να πάει δύο τα ξημερώματα, μια ώρα που θεωρήσαμε πως οι δρόμοι θα ήταν πιο άδειοι, κολλήσαμε το σημείωμα στην πόρτα της εισόδου και φύγαμε με το αυτοκίνητο. Μόλις βγήκαμε από την πόλη και η ξύλινη πινακίδα του Λίτλφιλντ εξαφανίστηκε από τον εσωτερικό καθρέφτη, με κυρίευσε ο φόβος. Τι θα μας συνέβαινε άραγε; Άραγε ο Γουόλτερ θα έστελνε αστυνομικούς να μας ψάξουν; Θα έβρισκαν αίμα μέσα στο σπίτι; Μήπως μας είχε ξεφύγει


60

CHEVY STEVENS _

κάτι; Είχαμε πάρει το τουφέκι – ήταν κρυμμένο κάτω από το κάθισμα. Αν μας σταματούσαν, θα είχαμε πρόβλημα, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο που μας απασχολούσε. «Πρέπει να προσπαθήσετε να ξεκουραστείτε λίγο», μας είπε η Ντάνι. Αλλά δεν μας έπαιρνε ο ύπνος. Μιλήσαμε λίγο για το πώς θα ήταν το Βανκούβερ, πού θα μέναμε. Η Ντάνι σκέφτηκε ότι θα βρίσκαμε έναν ξενώνα για νέους. Έπειτα θα βρίσκαμε δουλειά, ίσως ως καθαρίστριες ή σερβιτόρες. Η Ντάνι ήθελε να δει αν υπήρχαν αγροκτήματα στα περίχωρα όπου υπήρχε ζήτηση για εργάτες. Έπρεπε να πάρουμε τις καινούριες μας ταυτότητες αμέσως –καμιά μας δεν είχε αριθμό κοινωνικής ασφάλισης–, αλλά δεν ξέραμε από πού να αρχίσουμε. Η Ντάνι είπε ότι έπρεπε απλώς να ανακαλύψουμε πού ήταν η κακόφημη περιοχή της πόλης, δηλαδή εκεί όπου συχνάζουν βαποράκια, και έπειτα θα ρωτούσαμε. Αφού κλέψαμε τη βενζίνη, οδηγήσαμε για μία ώρα ακόμα, περνώντας στην πορεία μας μέσα από μικρές πόλεις και χωράφια, μέσα από λίμνες και κοιλάδες. Οι πόλεις ήταν σκοτεινές τέτοια ώρα μες στη νύχτα, η μοναδική μας συντροφιά στον δρόμο ήταν κάθε τόσο κάποιο φορτηγό. Η Ντάνι μια φορά αποκοιμήθηκε πάνω στο τιμόνι, παρεκκλίνοντας πάνω στη λωρίδα ασφαλείας, και ξύπνησε μόνο όταν της φωνάξαμε, γι’ αυτό βγήκαμε σε έναν παράδρομο και απλώσαμε τους υπνόσακους στο πίσω μέρος του φορτηγού. Είχαμε προγραμματίσει να ξυπνήσουμε νωρίς το πρωί, αλλά ήμαστε όλες τόσο εξαντλημένες και ξυπνήσαμε με τον ήλιο να μας χτυπάει, με τα κορμιά μας άκαμπτα και πονεμένα. Ήπιαμε λίγο νερό, φάγαμε λίγα από τα τρόφιμά μας, βουρτσίσαμε τα δόντια μας –φτύνοντας μέσα στο χαντάκι– και ξαναβγήκαμε στον δρόμο. Αν βρίσκαμε τον Τρόι χωρίς ιδιαίτερο κόπο, πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να φτάσουμε στο Βανκούβερ ως το απόγευμα. «Θα πάμε στην παραλία στα γενέθλιά σου», είπε η Ντάνι. «Αυτό θα είναι υπέροχο». Προσπάθησα να μη σκέφτομαι τα δώρα του πατέρα μου, το ότι πριν από μερικές μέρες αυτά


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

61 _

ήταν όλα όσα ποθούσα. Μισή ώρα αργότερα, όταν πλησιάζαμε στο Κας Κρικ, άρχισε να βγαίνει ατμός μέσα από το καπό και να εκτοξεύεται σε μεγάλες ριπές. «Τι στην ευχή είναι αυτό τώρα;» είπε η Κόρτνεϊ. «Μακάρι να ’ξερα», είπε η Ντάνι καθώς σταματούσε στην άκρη του δρόμου. Βγήκαμε όλες έξω και κοιτάξαμε το φορτηγό. Έσταζε νερό από κάτω. «Λέτε να είναι το ψυγείο;» είπα. «Πιθανό. Να πάρει!» Η Ντάνι κλότσησε τη ρόδα. «Πρέπει να πάμε στην πόλη με οτοστόπ», είπε η Κόρτνεϊ. Πήραμε ό,τι μπορούσαμε από το πίσω μέρος –νερό, τα σακίδιά μας, λίγα από τα τρόφιμα– και αρχίσαμε το περπάτημα. Αναγκαστήκαμε να αφήσουμε το τουφέκι κάτω από το μπροστινό κάθισμα, και ανησυχούσα μήπως κάποιος διαρρήξει το φορτηγό. Δεν είχαμε απομακρυνθεί, ακόμα βλέπαμε το φορτηγό, όταν ακούσαμε το βουητό μιας μηχανής – ένα μαύρο Ford σταμάτησε δίπλα μας. Δύο νεαροί, ίσως λίγο πάνω από τα είκοσι, χαμογελούσαν μέσα από το παράθυρο. Ο οδηγός, ένα μελαχρινό αγόρι με καπέλο του μπέιζμπολ και λευκό φανελάκι, έσκυψε προς το τιμόνι. «Χάλασε το φορτηγό;» Κρατώντας απόσταση από το φορτηγό, η Ντάνι είπε: «Ναι, άρχισε να βγάζει καπνούς». «Θα ’ναι το ψυγείο σου ή η αντλία νερού. Μπορώ να του ρίξω μια ματιά – είμαι μηχανικός», είπε το μελαχρινό αγόρι. Ο άλλος είχε καστανά μαλλιά και πλατύ χαμόγελο που αποκάλυπτε τα δόντια του, και δεν φορούσε μπλούζα. Είχε το μαύρισμα του αγρότη, γραμμές στον λαιμό και στα χέρια του. Η Ντάνι γύρισε προς το μέρος μας και μας κοίταξε στα μάτια. Η Κόρτνεϊ έγνεψε αρνητικά. «Απλώς πρέπει να πάμε με τα πόδια στην πόλη». Η Ντάνι απάντησε ψιθυρίζοντας: «Θα μας πάρει πολλή ώρα». Τα αγόρια κοιτάχτηκαν. Ο μελαχρινός σήκωσε τους ώμους.


62

CHEVY STEVENS _

«Δεν πειράζει αν δεν θέλετε βοήθεια. Μπορούμε να φέρουμε τον γερανό, θα σας κοστίσει περίπου εκατό δολάρια». Το άλλο αγόρι μπήκε στην κουβέντα: «Ή, αν θέλετε να περπατήσετε, μπορεί να σας πάρει καμιά ώρα». Η ζέστη ήδη απλωνόταν στον δρόμο και μας ρουφούσε το δέρμα. Η Ντάνι είπε: «Αν μπορείς να ρίξεις μια ματιά, θα μας υποχρεώσεις».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

63 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ

«Ναι, σίγουρα η αντλία νερού είναι», είπε το μελαχρινό αγόρι, με το κεφάλι του κάτω από το καπό. Το όνομά του ήταν Μπράιαν και ήταν ψηλός και λεπτός, με στρογγυλά σκουρόχρωμα μάτια, σκούρα φρύδια και βλεφαρίδες, μικρή μύτη, μικρό στόμα και μια αλυσίδα με μια σφαίρα περασμένη στον λαιμό. Το ξεβαμμένο του τζιν είχε σκισίματα στα γόνατα και παλιούς λεκέδες, οι μπότες του ήταν φθαρμένες και σκεπασμένες με ξεραμένη λάσπη. Μύριζε γράσο και τσιγάρο. Ο αδερφός του, ο Γκάβιν, δεν του έμοιαζε ιδιαίτερα, είχε πιο ανοιχτόχρωμα μαλλιά και ένα μεγάλο στόμα γεμάτο λευκά δόντια. Επίσης ήταν πιο γεμάτος, με φαρδιές πλάτες και κινούνταν πιο αργά, αλλά ήταν και εκείνος ψηλός. Είχε έναν διαφορετικό τρόπο να σε κοιτάζει. Τα μάτια του Μπράιαν ήταν ζωηρά και μιλούσε γρήγορα, ξεσπώντας συχνά σε γέλια. Το βλέμμα του εκτοξευόταν παντού τριγύρω, τα χέρια του ήταν γρήγορα και γεμάτα σιγουριά καθώς έλεγχε διάφορα πράγματα κάτω από το καπό. Ο Γκάβιν ήταν πιο προσεκτικός, πιο ήσυχος. Ο Γκάβιν καθόταν τώρα στην πίσω πόρτα του φορτηγού, κατεβάζοντας μεγάλες γουλιές από μια μπίρα. Μας είχαν προσφέρει από μία – παγωμένη στο ψυγειάκι, με τον πάγο να υγροποιείται και να στάζει από τα πλάγια, και εμείς τις


64

CHEVY STEVENS _

ρουφήξαμε ανυπόμονα όσο εγώ κοίταζα επιφυλακτικά τα αγόρια. Η φωτογραφική μου μηχανή ήταν κρεμασμένη στον λαιμό μου και το ένα μου χέρι ακουμπούσε πάνω στον ιμάντα της, και ένιωθα το φθαρμένο του δέρμα τόσο οικείο και καθησυχαστικό. Ήταν σαφές πως και οι αδερφές μου ένιωθαν άβολα. Η Κόρτνεϊ είχε αποστρέψει το πρόσωπό της, τα δάχτυλά της έπαιζαν με την ετικέτα στην μπίρα της. Οι απαντήσεις της Ντάνι ήταν απότομες όταν μας ρώτησαν από πού ήμαστε – εκείνη είπε από το Γκόλντεν, μια πόλη δύο ώρες βόρεια του Λίτλφιλντ. Τους είχε πει ότι την έλεγαν Λιάν, αλλά και εμείς δώσαμε ψεύτικα ονόματα. Η Κόρτνεϊ ήταν η Σάντι κι εγώ η Χέδερ, το όνομα μιας κοπέλας που καθόταν πίσω μου στην τάξη για χρόνια. Τα αγόρια δεν έδειξαν να παρατηρούν την αγωνία μας, ή τουλάχιστον δεν έδιναν σημασία. Ήταν φιλικοί και χαμογελούσαν πολύ, ο Μπράιαν μας έλεγε ότι δούλευε στο συνεργείο του θείου του στην πόλη και ο Γκάβιν τον πείραζε αποκαλώντας τον «γρασοπόντικα». «Ο μπαμπάς μας έχει μεγάλο κοπάδι», είπε ο Γκάβιν. «Έχουμε τριακόσια κεφάλια ζώα αλλά και μερικά άλογα. Ο Μπράιαν δουλεύει πάντα στα τρακτέρ. Δεν μπορεί κανείς να τον κρατήσει μακριά από τις μηχανές». Γέλασε. Με μουσική κάντρι να παίζει στο ραδιόφωνο του φορτηγού τους, άδεια μπουκάλια να κυλούν στο πίσω κάθισμα και τσιγάρα στο στόμα, θα μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε από τα παιδιά με τα οποία μεγαλώσαμε, κι έτσι άρχισα να χαλαρώνω. Η Κόρτνεϊ χαμογελούσε κάθε τόσο με κάτι που έλεγαν και η Ντάνι έκανε μερικές ερωτήσεις σχετικά με το ράντσο τους. «Μπορεί να βρω μια αντλία νερού στη μάντρα με τα παλιοσίδερα», είπε ο Μπράιαν. «Αλλά θα μου πάρει μια-δυο μέρες. Βιάζεστε, κορίτσια;» «Ναι, έχουμε να συναντήσουμε τη θεία μας», είπα εγώ. Η Ντάνι μου έριξε ένα καχύποπτο βλέμμα, ενοχλημένη που απάντησα πρώτη. «Πόσο θα μας κοστίσει;» «Πενήντα για το ανταλλακτικό αν βρω κάνα παλιό, αλλά


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

65 _

το βλέπω δύσκολο. Το καινούριο θα σας κοστίσει γύρω στα εκατόν πενήντα και μια-δυο ώρες εργατικά. Έπειτα είναι και ο γερανός. Άρα ίσως γύρω στα τριακόσια όλα μαζί». Η Ντάνι ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Δεν έχουμε καθόλου λεφτά». Ο Μπράιαν κοίταξε τον Γκάβιν. «Θα μπορούσαμε να σας βρούμε καμιά δουλειά στο ράντσο μας», είπε, «να επισκευάζετε φράχτες ή να καθαρίζετε στάβλους επί πληρωμή. Κι έχουμε ένα μέρος όπου θα μπορούσατε να κατασκηνώσετε, κορίτσια». Η Ντάνι μασούσε το χείλι της. «Ξέρεις μήπως έναν τύπο που λέγεται Τρόι Ντούγκαν;» «Τον Τρόι;» γέλασε ο Μπράιαν. «Και ποιος δεν τον ξέρει τον Τρόι. Γιατί ρωτάς;» «Είναι φίλος ενός φίλου. Αν μας πετάξετε ως την πόλη, μπορούμε να του τηλεφωνήσουμε». Ένιωσα ανακουφισμένη. Μου άρεσε πολύ περισσότερο αυτή η ιδέα απ’ το να μέναμε με αυτά τα αγόρια. «Τι κρίμα! Ο Τρόι μόλις έφυγε για να κάνει κάμπιγκ για δύο εβδομάδες». Ο Μπράιαν το είπε σαν να μας λυπόταν, αλλά είχα την αίσθηση ότι μάλλον ήταν λιγάκι χαρούμενος. Η Κόρτνεϊ φάνηκε ταραγμένη και η Ντάνι απλώς τσατισμένη. «Αν κατασκηνώσουμε στην ιδιοκτησία σας, οι γονείς σας δεν θα έχουν αντίρρηση;» είπε η Ντάνι. «Δεν θα τους πούμε ότι θα κατασκηνώσετε», είπε ο Γκάβιν. «Όσο δεν ανάβετε φωτιά, θα είναι εντάξει». «Μπορείτε να βγάλετε αρκετά για να πληρώσετε το ανταλλακτικό», είπε ο Μπράιαν. «Ο θείος μου θα θελήσει να πληρωθεί για τη χρήση του μαγαζιού, αλλά εγώ δεν θα σας πάρω εργατικά». «Και γιατί να το κάνεις αυτό;» είπε η Κόρτνεϊ σμίγοντας τα φρύδια. Εκείνος χαμογέλασε πλατιά. «Είμαι ωραίος τύπος εγώ». «Μήπως εννοείς ότι σου χρωστάμε και τίποτε άλλο;» του είπε.


66

CHEVY STEVENS _

Φάνηκε μπερδεμένος. Άρχισα να σκέφτομαι ότι δεν ήταν και τόσο έξυπνος με τους ανθρώπους, μόνο με τα φορτηγά. «Τι άλλο να μας χρωστάτε δηλαδή;» Σήκωσε τους ώμους του. «Μ’ αρέσει να βρίσκω λύσεις στα προβλήματα, αυτό είν’ όλο». Κοίταξα τα χέρια του, το γράσο κάτω από τα νύχια του. Τα μικρά του δάχτυλα ήταν παράξενα – έγερναν προς τα μέσα, στα αμέσως διπλανά τους δάχτυλα. «Πρέπει να το κουβεντιάσουμε λίγο», είπε η Ντάνι. «Φυσικά, έτσι κι αλλιώς εμείς πρέπει να πάμε για κατούρημα». Τα αγόρια προχώρησαν μες στο δάσος. Τα ακούγαμε να σπάνε κλαδιά και έπειτα σιωπή. Κάναμε δύο βήματα προς την άλλη πλευρά του φορτηγού τους, με τη μουσική να παίζει πίσω μας. «Δεν είμαι και πολύ σίγουρη για όλο αυτό», είπε η Κόρτνεϊ. «Ούτε κι εγώ», είπε η Ντάνι. «Αλλά χρειαζόμαστε το φορτηγό». «Θα μπορούσαμε να πάρουμε το λεωφορείο», είπα. «Δεν ξέρουμε καν αν κάνει στάση στην πόλη». «Θα μπορούσαμε να κάνουμε οτοστόπ ως το Βανκούβερ», είπα. «Οι μπάτσοι μπορεί να μας δουν στον δρόμο, και πολύς κόσμος θα θυμάται τρία κορίτσια – ξεχωρίζουμε. Το ίδιο ισχύει και με το λεωφορείο, οι μπάτσοι μπορούν να μας εντοπίσουν». Η Ντάνι ακουγόταν ενοχλημένη, αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω τις ερωτήσεις. «Και το όπλο κάτω από το κάθισμα; Θα μείνουμε εδώ για δύο μέρες». «Δεν έχουν λόγο να κοιτάξουν κάτω από το κάθισμα. Μόλις επισκευαστεί το φορτηγό, μπορούμε να του δίνουμε. Κανείς δεν ξέρει τον προορισμό μας». Κοίταξα προς τα πίσω, εκεί όπου τα αγόρια είχαν χαθεί μες στους θάμνους, και τα είδα να βγαίνουν. «Νομίζεις ότι είναι αυτοί εντάξει τύποι;» ψιθύρισα. Η Ντάνι γύρισε και τους κοίταξε. «Ναι, είναι η κλασική περίπτωση των αγοριών που ελπίζουν να σταθούν τυχερά. Αν θέλουν να είναι εντάξει, έχει καλώς, αλλά εμείς δεν έχουμε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

υποχρέωση να κάνουμε οτιδήποτε άλλο».

67 _

Ανεβήκαμε στην καρότσα του φορτηγού τους, πετώντας μέσα τον εξοπλισμό μας και το ψυγειάκι. Τα αγόρια μάς είχαν βοηθήσει να φορτώσουμε τα υπόλοιπα κιβώτια μέσα στην καμπίνα του φορτηγού μας για να το κλειδώσουμε. Ο Μπράιαν είπε ότι θα επέστρεφε με έναν γερανό αργότερα μες στη μέρα. Αυτό θα επιβάρυνε τον λογαριασμό μας, αλλά είπε ότι θα ζητούσε από τον θείο του να μας κάνει σκόντο. Μας πέρασαν μέσα από την πόλη. Έμοιαζε ακόμα πιο μικρή από το Λίτλφιλντ, και ήταν προφανές ότι τα αγόρια ήξεραν τους πάντες – οι άνθρωποι χαιρετούσαν προς το φορτηγό καθώς περνούσαμε, ρίχνοντάς μας παράξενα βλέμματα. Εστίασα τον φακό της φωτογραφικής μου μηχανής και έκανα πως πήρα μερικές φωτογραφίες από το κέντρο της πόλης, όπου υπήρχαν μονάχα δύο φωτεινοί σηματοδότες. Παρατήρησα λίγα καταστήματα, ένα μικρό εστιατόριο, ένα τούβλινο μοτέλ. Ανάμεσα σε μια πιτσαρία με πλαστικές καρέκλες έξω και ένα ανθοπωλείο, ένας πίνακας ήταν γεμάτος ανακοινώσεις, λες και κανείς δεν είχε αφαιρέσει ποτέ τίποτε από κει. Το σιδηροπωλείο είχε μια πινακίδα για το ταχυδρομείο. Φαινόταν να υπάρχει μόνο ένα συνεργείο: «Εκεί δουλεύω!» φώναξε ο Μπράιαν από το πίσω παράθυρο. Σταμάτησε μπροστά σε ένα από τα εργαστήρια στη σειρά και βγήκε έξω. «Πρέπει μόνο να μιλήσω στον θείο μου, για να βεβαιωθούμε ότι δεν έχει αντίρρηση». Ο Γκάβιν βγήκε έξω και μπήκε μέσα μαζί με τον Μπράιαν. Εμείς μείναμε στο πίσω μέρος του φορτηγού. Ο ήλιος έπεφτε καυτός πάνω στο μαύρο μέταλλο, που έκαιγε μόλις το άγγιζε. Η Κόρτνεϊ ακουμπούσε το κεφάλι της στο πλαστικό κιβώτιο κάτω από το πίσω παρμπρίζ. Κάλυπτε όλη την καμπίνα κατά μήκος και είχε ένα λουκέτο. Κάποιοι άντρες στο Λίτλφιλντ είχαν τα ίδια κιβώτια στα φορτηγά τους για εργαλεία. Το χέρι της Κόρτνεϊ σκέπαζε το έγκαυμά της. Η Ντάνι την κοίταζε και έτρωγε τα νύχια της.


68

CHEVY STEVENS _

Παρατήρησα ότι υπήρχε μια παμπ δίπλα στο συνεργείο, ή τουλάχιστον είχα την εντύπωση ότι ήταν παμπ, με εκκωφαντική μουσική και μυρωδιά λιπαρού φαγητού. Η πίσω πόρτα οδηγούσε σε ένα σοκάκι ανάμεσα στα δύο καταστήματα. Πάνω από την παμπ ένα ανοιχτό παράθυρο πρόσφερε θέα κάτω, στο συνεργείο. Μερικές κουρτίνες φούσκωσαν από το αεράκι – αναρωτήθηκα αν ζούσαν άνθρωποι εκεί πάνω. Η πίσω πόρτα άνοιξε και βγήκε ένα αγόρι. Έμοιαζε πάνωκάτω στην ηλικία μου, με ξανθά μαλλιά που έπεφταν μες στα μάτια του. Τα παραμέρισε με το χέρι. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο, σαν να ζεσταινόταν, η λευκή του ποδιά λεκιασμένη. Κοίταξε τριγύρω, άναψε τσιγάρο ακουμπώντας την πλάτη στον τοίχο, έκλεισε τα μάτια καθώς τραβούσε μια μεγάλη ρουφηξιά και έβγαλε αργά τον καπνό. Ο Μπράιαν και ο Γκάβιν βγήκαν από το μαγαζί μιλώντας δυνατά και χτυπώντας την πόρτα πίσω τους. Το αγόρι στο σοκάκι ίσιωσε την πλάτη και κοίταξε κατευθείαν εμένα. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν και έμειναν ακίνητα. Έπειτα έριξε ένα βλέμμα στα αγόρια. Κάτι στο πρόσωπό του, στον τρόπο που μισόκλεισε τα μάτια, μου έλεγε ότι δεν τους συμπαθούσε. Ο Γκάβιν του έκανε τη χειρονομία με το μεσαίο δάχτυλο. Το αγόρι δεν αντέδρασε, απλώς τράβηξε άλλη μια αργή, ατελείωτη ρουφηξιά. Ένας μεγαλύτερος άντρας με μεγάλη γενειάδα και ασημί τούφες στα μαλλιά βγήκε έξω, έδειξε να ετοιμάζεται να πει κάτι και έπειτα μας πήρε είδηση. Ο Μπράιαν και ο Γκάβιν ξαναμπήκαν στο φορτηγό. Ο άντρας μάς είδε να φεύγουμε. Τα αγόρια σταμάτησαν έξω από ένα παντοπωλείο. Ο Μπράιαν βγήκε από το φορτηγό με έναν πήδο. «Πρέπει να πάρω καμιά μπίρα». «Έχει τουαλέτα;» είπε η Κόρτνεϊ. «Ναι, από πίσω». Βγήκαμε με τη σειρά και πήγαμε στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Μέσα από το παράθυρο διέκρινα τα αγόρια, που


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

69 _

σήκωναν δύο κιβώτια μπίρες. Ο Γκάβιν έριχνε αγκωνιές στον Μπράιαν και γελούσαν με κάτι. Κοίταξα την Ντάνι – η Κόρτνεϊ ήταν στην τουαλέτα. Η Ντάνι επίσης κοιτούσε τα αγόρια. Της έριξα ένα βλέμμα. «Έτσι κάνουν τ’ αγόρια», είπε, αλλά ακούστηκε ανήσυχη. Η Κόρτνεϊ βγήκε έξω και επίσης παρατήρησε τα αγόρια. Κοίταξαν προς τα πάνω, διαισθανόμενα το βλέμμα μας, και μας χαμογέλασαν πλατιά, σηκώνοντας ένα κιβώτιο μπίρες σαν τρόπαιο. «Είδατε;» είπε η Ντάνι καθώς κατευθυνόταν προς την τουαλέτα. «Τυπική συμπεριφορά αγοριών». Φύγαμε από την πόλη, διασχίσαμε με το αυτοκίνητο μερικές φάρμες κι έπειτα κατηφορίσαμε ακολουθώντας έναν ελικοειδή επαρχιακό δρόμο, με οδόστρωμα σπασμένο και τραχύ. Προσπεράσαμε ένα τρακτέρ και ο οδηγός του μας έγνεψε. Ο αέρας ήταν γεμάτος από τη μυρωδιά του σανού από πρόσφατα θερισμένα χωράφια. Τα μάτια της Ντάνι ήταν θλιμμένα – ήξερα ότι σκεφτόταν τον Κόρεϊ. Ο δρόμος έγινε χωματόδρομος κι εμείς σκύψαμε χαμηλά, αλλά έτσι κι αλλιώς μας σκέπασε ένα λεπτό στρώμα σκόνης, κι έτσι αρχίσαμε να βήχουμε και να τρίβουμε τα μάτια μας. Τελικά τα αγόρια έστριψαν σε έναν μικρότερο δρόμο και σταμάτησαν μπροστά σε μια μεταλλική πόρτα. Ο Γκάβιν βγήκε έξω με ένα σάλτο και την άνοιξε. «Φτάσαμε σχεδόν», είπε με ένα χαμόγελο. Μπήκαμε σε έναν χορταριασμένο αγρό και αναπηδήσαμε πάνω στο ανώμαλο έδαφος, ώσπου σταματήσαμε σε μια συστάδα δέντρων δίπλα σε ένα ρέμα που είχε μετατραπεί σε αργό ρυάκι. Ο Μπράιαν βγήκε από το φορτηγό. «Όλο αυτό ανήκει στο κτήμα μας. Εσείς, κορίτσια, μπορείτε να εγκατασταθείτε εδώ. Εμείς πάμε να πάρουμε το φορτηγό σας. Το πρωί θα σας πάμε στο ράντσο». Άρπαξε ένα από τα κιβώτια με τις μπίρες, μας έδωσε από ένα μπουκάλι και άνοιξε ένα για τον εαυτό του. Επίσης, μας


70

CHEVY STEVENS _

έδωσε μια σακούλα με διάφορα σνακ. «Δεν είχε τίποτε άλλο η κάβα, αλλά φαίνεστε πεινασμένες. Μπορούμε να σας φέρουμε περισσότερο φαγητό αύριο». «Τι θα πείτε στους γονείς σας;» ρώτησε η Ντάνι. Εκείνος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Σιγά το μυστικό. Είστε κάποια κορίτσια που συναντήσαμε στον δρόμο μας και πρέπει να βγάλετε μερικά χρήματα για να επισκευάσουμε το φορτηγό σας». Παρατήρησε ότι ανταλλάξαμε βλέμματα μεταξύ μας. «Δεν χρειάζεται να πω το παραμικρό αν δεν θέλετε». Ο Γκάβιν πρόσθεσε: «Μπορούμε να τους πούμε ότι μένετε στην πόλη». «Θα το εκτιμούσαμε ιδιαίτερα», είπε η Ντάνι. «Κορίτσια, μήπως το έχετε σκάσει από κάπου;» είπε ο Γκάβιν γελώντας. «Απλώς δεν μας αρέσει να ανακατεύονται στα δικά μας», είπε η Ντάνι με θυμωμένο ύφος. Ο Μπράιαν σήκωσε τα χέρια. «Ήρεμα, αδερφούλα. Ό,τι πεις». Αφού έφυγαν τα αγόρια, εγώ είπα: «Δεν μου αρέσουν – παραείναι φιλικοί. Και τώρα ξέρουν ότι κάτι κρύβουμε. Θα μπορούσαν να μας το κλέψουν το φορτηγό». «Αν ήθελαν να μας το κλέψουν, δεν θα μας έπαιρναν στο φορτηγό τους. Καλύτερα που ξέρουν ότι θέλουμε να περάσουμε απαρατήρητες, παρά να φλυαρούν για εμάς». «Μπορεί και να το κάνουν», είπε η Κόρτνεϊ. «Δεν νομίζω», είπε η Ντάνι. «Έχω την εντύπωση ότι ίσως δεν θα έπρεπε να μας βοηθήσουν τόσο πολύ. Κι εκείνους τους συμφέρει να μην πολυμιλάνε». Παρατήρησα το φορτηγό των αγοριών να απομακρύνεται από το χωράφι κι έπειτα να στρίβει στον δρόμο, με ένα σύννεφο σκόνης να τους ακολουθεί. Κοίταξα τριγύρω τον χώρο όπου θα κατασκηνώναμε. «Πάντως εδώ είναι σίγουρα ήσυχα. Δεν βλέπω ούτε ένα σπίτι ή οτιδήποτε άλλο». «Αυτό είναι καλό», είπε η Ντάνι ανοίγοντας το αντίσκηνο.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

71 _

«Δεν θέλουμε να ξέρει κανείς ότι είμαστε εδώ». Κοίταξα πίσω μου το φορτηγό που είχε φύγει, τώρα υπήρχε μόνο σκόνη. «Υποθέτω».

Περάσαμε όλο το απόγευμα στήνοντας το αντίσκηνό μας και εξερευνώντας το ρέμα. Βρήκαμε δύο λιμνούλες όπου το νερό ήταν λίγο πιο βαθύ και κάναμε μπάνιο, ξεπλένοντας τα μαλλιά μας και προσπαθώντας να βγάλουμε τη σκόνη από το δέρμα και τα νύχια μας, αλλά μόλις στεγνώσαμε νιώθαμε ότι ακόμα μας σκέπαζε η σκόνη. Εκείνη τη νύχτα ήμαστε ανήσυχες, αγκαλιαζόμασταν για να ζεσταθούμε και το έδαφος ήταν άβολο. Η Κόρτνεϊ κι εγώ ψιθυρίζαμε η μια στην άλλη, ανήσυχες για το φορτηγό και τα αγόρια. Η Ντάνι τελικά μας είπε να το βουλώσουμε. Τα αγόρια ήρθαν νωρίς το επόμενο πρωί. Ανεβήκαμε στην καρότσα του φορτηγού τους και μας πήγαν στο ράντσο. Ήταν όμορφο, με μια λαμπερή ζωγραφιστή ταμπέλα στην είσοδο που έλεγε ΡΑΝΤΣΟ ΛΑΞΤΟΝ, με λευκούς φράχτες και λουλούδια στο πλάι του δρόμου, μια λευκή βικτοριανή αγροικία βγαλμένη, λες, από κινηματογραφική ταινία, με περιμετρική βεράντα, μια κούνια και δύο σφενδάμους. Νόμιζα ότι θα δω να βγαίνει μια γυναίκα φορώντας ένα όμορφο ελαφρύ φόρεμα και να μας προσφέρει παγωμένο τσάι. Στόχευσα με τη φωτογραφική μηχανή, έβγαλα δήθεν λίγες φωτογραφίες. Έπιασα τον Μπράιαν να με κοιτάζει μέσα στον πλαϊνό του καθρέφτη, κι έτσι χαμήλωσα τη μηχανή. Τα κοπάδια έλειπαν στα θερινά βοσκοτόπια, αλλά το ράντσο είχε πολλά άλογα, δύο αχυρώνες και ένα μεγάλο κοτέτσι. Δεν συναντήσαμε τους γονείς τους, μονάχα έναν εργάτη του ράντσου ονόματι Τέο που είχε έναν μόνιμο στραβισμό λες και πάντα κοίταζε τον ήλιο. Μας έδειξε τα κατατόπια και εξήγησε ότι έπρεπε να περπατήσουμε δίπλα στον φράχτη για να ελέγξουμε μήπως υπάρχουν ανοίγματα ή αν οι πάσσαλοι έγερναν από το χειμωνιάτικο χιόνι ή από τις αγελάδες που πίεζαν το σώμα τους στον φράχτη,


72

CHEVY STEVENS _

προσπαθώντας να δραπετεύσουν. Οδηγήσαμε δύο τζιπ, ρυμουλκώντας ένα τρέιλερ με το ρολό του αγκαθωτού σύρματος και τους πασσάλους. Ήταν κοπιαστική δουλειά, να σκάβουμε το ξερό χώμα με τις πέτρες, να στερεώνουμε τους πασσάλους, με τα ρούχα μας και συχνά το δέρμα μας να σκίζονται από το αγκαθωτό σύρμα, τον ήλιο να καίει την πλάτη και τον λαιμό μας. Φορούσαμε γάντια, αλλά τα χέρια μας πονούσαν κρατώντας το φτυάρι, το χοντρό σύρμα, τα κοπτικά εργαλεία. Ο ιμάντας της φωτογραφικής μηχανής μού έσκαβε το δέρμα, η μηχανή ήταν όλο και πιο βαριά έπειτα από κάθε μίλι, αλλά δεν θα την άφηνα στο σακίδιό μου. Γυρίσαμε ανάποδα τα καπέλα μας, πασαλειφτήκαμε με αντηλιακό και τελειώσαμε όλο μας το νερό, αλλά νιώθαμε καλά που βγάζαμε μερικά χρήματα. Τα αγόρια ήρθαν μια φορά να μας δουν, με ένα άλλο τζιπ. «Δεν μπόρεσα να βρω αντλία στη μάντρα», είπε ο Μπράιαν. «Αναγκάστηκα να την παραγγείλω, κι αυτό μπορεί να πάρει μια-δυο μέρες. Θα μου πάρει λίγο χρόνο να την τοποθετήσω στο φορτηγό σας, θα χρειαστώ μισή μέρα, και ο θείος μου έχει σημαντικότερες δουλειές απ’ αυτήν». «Δηλαδή πότε νομίζεις ότι θα είναι έτοιμο;» είπε η Ντάνι. «Ίσως την Παρασκευή. Θα κάνω ό,τι μπορώ», είπε εκείνος. Έδειχνε ειλικρινής και ότι λυπόταν στ’ αλήθεια, αλλά μόλις έφυγε γύρισα προς την Ντάνι. «Αυτό σημαίνει τέσσερις μέρες. Κάτι δεν μου κάθεται καλά μ’ αυτούς τους τύπους – δεν τους εμπιστεύομαι. Καλύτερα να φύγουμε, δεν μ’ αρέσει εδώ». «Ούτε και μένα, αλλά χρειαζόμαστε το φορτηγό», μου είπε. «Ας πάρουμε απλώς το λεωφορείο». «Και πώς θα γυρίσουμε στην πόλη; Απέχει χιλιόμετρα από δω. Δεν έχουμε αρκετά χρήματα για τρία εισιτήρια. Πρέπει να δουλέψουμε για τουλάχιστον δύο μέρες». «Απλώς δεν θέλεις να εγκαταλείψουμε το φορτηγό – είσαι αγύριστο κεφάλι». Ένιωσα παγιδευμένη, πανικόβλητη. «Άντε χάσου, Τζες. Είσαι μικρό κορίτσι, δεν ξέρεις–»


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

73 _

«Μα, Ντάνι, απλώς νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά». «Ναι, λες και έχεις μαντικές ικανότητες». «Όχι», είπα απογοητευμένη. «Απλώς το νιώθω». «Κι εγώ το ίδιο νιώθω», είπε η Κόρτνεϊ. Η Ντάνι έδειχνε έξω φρενών. Το μισούσε όταν εμείς συμμαχούσαμε εναντίον της. Έβγαλε λίγες φτυαριές χώμα ακόμα για έναν πάσσαλο, με τα ποντίκια της να σφίγγονται και να τεντώνουν καθώς έσπρωχνε το φτυάρι μέσα στο σκληρό έδαφος, χρησιμοποιώντας το πόδι της για να το σπρώξει ακόμα πιο βαθιά. Συνεχίσαμε κι εμείς τη δουλειά μας, αλλά περιμέναμε να μας πει κάτι. «Θα μείνουμε ώσπου να μαζέψουμε μερικά λεφτά ακόμα», είπε τελικά. «Θα τα χρειαστούμε και για τις ταυτότητες. Μπορεί να είναι ακόμα πιο δύσκολο να βρούμε δουλειά στο Βανκούβερ. Πρέπει να βγάλουμε όσο πιο πολλά μπορούμε τώρα. Αν το φορτηγό δεν έχει επισκευαστεί ως την Παρασκευή, θα προσπαθήσουμε να το πουλήσουμε στα αγόρια». Δεν μου άρεσε, αλλά δεν είχα κάτι άλλο να πω. Η Ντάνι είχε πάρει τις αποφάσεις της. Αφού τελειώσαμε τη δουλειά στο χωράφι, ακολουθήσαμε τον επαρχιακό δρόμο ως το σημείο όπου είχαμε κατασκηνώσει και προσπαθήσαμε να πλύνουμε τα κουρασμένα και πονεμένα μας κορμιά στο ρέμα. Πολλά από τα φαγώσιμα στο ψυγειάκι είχαν ήδη χαλάσει, κι έτσι φάγαμε τα τελευταία σνακ, μερικά μήλα κι ένα σάντουιτς που βρήκε η Κόρτνεϊ σε ένα τάπερ στον αχυρώνα. Είχαμε γεμίσει τα μπουκάλια μας με νερό στο αγρόκτημα, αλλά είχαμε αρκετό μόνο για τη νύχτα. Μία ώρα αργότερα τα αγόρια επέστρεψαν στο μέρος όπου κατασκηνώσαμε με λίγα σάντουιτς με φιστικοβούτυρο, μπάρες δημητριακών και φρούτα. «Κάναμε επιδρομή στα ντουλάπια των γονιών μας», είπε ο Γκάβιν γελώντας. «Θα σας το ξεπληρώσουμε», είπα. Δεν ήθελα να τους χρωστάω τίποτα, αλλά πεθαίναμε της πείνας.


74

CHEVY STEVENS _

«Σιγά, δεν θα το καταλάβουν αν λείψει κάτι». Έδωσε μερικά χτυπηματάκια στο στομάχι του. «Εμείς τρώμε σαν τα άλογα». Όσο εμείς τρώγαμε, τα αγόρια μιλούσαν. Ο Γκάβιν ήταν δεκαεννιά, ο αδερφός του δύο χρόνια μεγαλύτερος. Και οι δυο τους έμεναν ακόμα με τους γονείς τους για να τους βοηθάνε. «Αν και όχι για πολύ ακόμα», είπε ο Μπράιαν. «Τέλος πάντων. Εσείς, κορίτσια; Πόσων χρονών είστε;» Η Ντάνι είπε: «Εγώ είμαι δεκαοχτώ», προσθέτοντας μερικούς μήνες. Έδειξε προς το μέρος μας. «Αυτές είναι δεκαεφτά και δεκαπέντε». Η Κόρτνεϊ δεν θα συμπλήρωνε τα δεκαεφτά πριν από τον Φεβρουάριο. Τα δικά μου γενέθλια ήταν την επόμενη μέρα, θυμήθηκα αναπηδώντας ξαφνιασμένη. «Πολύ θαρραλέες σας βρίσκω που πήρατε ολομόναχες τους δρόμους», είπε ο Γκάβιν. «Ο κόσμος ξέρει πού πάμε», είπα. «Έχουμε οικογένεια». Το βλέμμα του έπεσε πάνω μου και έδειξε απορημένος, λες και ήξερε ότι έλεγα ψέματα, όμως είπε απλώς: «Θέλετε να πάμε για μπάνιο;» Μας πήγαν σε ένα ποτάμι δύο μίλια παρακάτω όπου είπαν ότι κολυμπούν όλα τα παιδιά των ντόπιων. Υπήρχε μια μικρή αμμώδης όχθη όπου έκαναν ηλιοθεραπεία πάνω σε πετσέτες έφηβοι, συγκεντρωμένοι σε μικρές παρέες. Μερικοί ανέβαιναν με τη σειρά σε μια κούνια από σχοινί, πηδώντας μες στο νερό, πιτσιλώντας και φωνάζοντας. Πιο κάτω, στην απέναντι πλευρά του ποταμού, έβλεπες άλλη μια όχθη όπου κάποιες οικογένειες είχαν απλώσει πετσέτες και ομπρέλες, νήπια τσαλαβουτούσαν στα ρηχά, σκύλοι κυνηγούσαν ραβδιά. Καθίσαμε λίγο πιο απόμερα από τα άλλα παιδιά, πάνω σε έναν λόφο. Λίγα αγόρια φώναζαν χαιρετίσματα στα αγόρια καθώς τα προσπερνούσαμε, αλλά τα κορίτσια τούς αγνοούσαν, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους, και δύο από αυτά έσκασαν στα γέλια. Κοίταξα το πρόσωπο του Μπράιαν. Έδειχνε θυμωμένος κι έπειτα ικανοποιημένος με τον εαυτό του όταν μερικά από τα κορίτσια μάς έριξαν περίεργα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

75 _

βλέμματα. Ο Μπράιαν είχε φέρει επιπλέον πετσέτες, λίγες μπίρες και μαριχουάνα. Εγώ πήρα μια μπίρα αλλά αρνήθηκα τη μαριχουάνα, γιατί δεν μου άρεσε το πόσο με ζάλιζε. Η Κόρτνεϊ τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά, κλείνοντας τα μάτια καθώς συγκρατούσε τον καπνό μέσα στα πνευμόνια της, με τους ώμους της επιτέλους να χαμηλώνουν χαλαρωμένοι. Η Ντάνι τράβηξε την επόμενη ρουφηξιά με μια γρήγορη, θυμωμένη εισπνοή, προτού το περάσει στον Γκάβιν. Εκείνος της χαμογέλασε. Περάσαμε το απόγευμα κολυμπώντας, βγάζοντας τον ιδρώτα από το δέρμα μας, ξεπλένοντας τα μαλλιά μας στο νερό. Στην απέναντι όχθη του ποταμού κάποιοι άντρες κάθονταν πάνω στα καπό των φορτηγών τους, κοιτάζοντας την Κόρτνεϊ ξαπλωμένη με το μαύρο της μπικίνι. Δεν μου άρεσε το νόημα που τους έκανε ο Μπράιαν – με αυτοπεποίθηση, σαν να ήμαστε δικές τους. Τα αγόρια συνέχιζαν να μας δίνουν μπίρες. Ήταν ωραία, εμείς δεν πεινούσαμε τόσο πολύ πια, το νερό ήταν τόσο δροσερό και καθαρτικό και η μπίρα τα έκανε όλα θολά. Ακόμα και η Ντάνι άρχισε να χαλαρώνει, με τη φωνή της γεμάτη ενθουσιασμό καθώς συζητούσε με τον Γκάβιν για ράντσα. Χαμογελούσε και έσπρωχνε τα μακριά της μαλλιά μακριά από τους ώμους, έπειτα έσκασε στα γέλια με κάτι που της είπε. Εγώ ήθελα να της φορέσω ένα μπλουζάκι πάνω από το μπικίνι της, όπως είχα κάνει κι εγώ – αλλά μετά σκέφτηκα τον Κόρεϊ, το ότι δεν είχε κάνει παρέα με κανέναν άλλο. Ίσως ήταν καλό που έδειχνε ενδιαφέρον για ένα καινούριο αγόρι. Ακόμα κι αν δεν μου άρεσε ούτε αυτός ούτε το χαμόγελο που αποκάλυπτε τα δόντια του. Άρχισε να σκοτεινιάζει και ο περισσότερος κόσμος είχε φύγει. Λίγες φωνές ακούγονταν από την απέναντι όχθη, κάποιος κολυμπούσε στην άλλη πλευρά, κι έπειτα ένα φορτηγό έβαλε μπρος και έφυγε. Τώρα είχαν όλοι επιστρέψει στα σπίτια τους. Καθίσαμε γύρω από μια φωτιά, με τη μυρωδιά του ποταμού ακόμα φρέσκια στο δέρμα μας, τα


76

CHEVY STEVENS _

πόδια μας γεμάτα άμμο, μπουκάλια μπίρας να συσσωρεύονται πίσω μας. Ο Γκάβιν προσπαθούσε να παρασύρει την Ντάνι σε έναν περίπατο ακόμα πιο κάτω στο ποτάμι. «Έλα, θα σου δείξω τη γέφυρα», της είπε. Μα της χαμογελούσε με έναν τρόπο που έλεγε ότι ήθελε κάτι άλλο, και η Ντάνι το ήξερε. «Δεν μπορώ να αφήσω μόνες τις αδερφές μου». «Δεν θα πάθουν τίποτα. Σωστά, κορίτσια;» Τον κοίταξα. Εκείνος γέλασε και πήγε τρεκλίζοντας στο δάσος για να κατουρήσει, αν και όχι αρκετά μακριά για να μην τον βλέπουμε. Το λευκό του φανελάκι είχε λεκέδες ιδρώτα κάτω από τις μασχάλες, το τζιν σορτς του κρεμόταν. «Θέλω να γυρίσουμε στο αντίσκηνό μας», είπα. Η Ντάνι έγνεψε καταφατικά και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά μας. Η Κόρτνεϊ κι εγώ σηκωθήκαμε όρθιες και τινάξαμε τις πετσέτες μας. «Περιμένετε», είπε ο Μπράιαν. «Ας πιούμε άλλη μια μπίρα». Ο Γκάβιν επέστρεψε, ανεβάζοντας το σορτς του. «Τι πάθατε, καλέ;» «Επιστρέφουμε στο αντίσκηνο», είπε η Ντάνι. «Συγγνώμη, τι πρόβλημα έχεις;» Άρχισε να προχωράει προς το μέρος της. «Νόμιζα ότι περνάγαμε καλά». «Δουλεύουμε αύριο». Η Ντάνι ακούστηκε φιλική, προσπαθούσε να διατηρήσει ήρεμα τα πνεύματα. «Αυτό σας ανησυχεί;» είπε εκείνος. «Να πάρει, πάντα ξενυχτισμένοι πάμε στη δουλειά. Σιγά το πράγμα, απλώς να πίνετε πολύ νερό». Κάθισε στην πετσέτα, της έπιασε το χέρι και την τράβηξε δίπλα του. Αυτή τη φορά εκείνη θύμωσε και του έδωσε μια σπρωξιά. «Ε, ηλίθιε, αυτό πόνεσε». Την έσπρωξε και εκείνος. «Άντε χάσου!» «Άσε ήσυχη την αδερφή μου!» Έπιασα ένα μπουκάλι και ήμουν έτοιμη να το πετάξω. «Εεεεεεεε! Κορίτσια, ήρεμα», είπε ο Μπράιαν.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

77 _

Η Ντάνι είχε ελευθερωθεί από τον Γκάβιν και σηκώθηκε όρθια. «Πάμε στο αντίσκηνο». Άρχισε να ανηφορίζει το μονοπάτι, γνέφοντάς μας να την ακολουθήσουμε. Η Κόρτνεϊ κι εγώ τρέξαμε για να τη φτάσουμε, η φωτογραφική μηχανή αναπηδούσε στο στήθος μου και προσπαθούσα να τη συγκρατήσω με το χέρι. Τα αγόρια περπατούσαν λίγα βήματα πιο πίσω, κουβαλώντας τις πετσέτες και το ψυγειάκι. «Ελάτε, μην κάνετε έτσι», είπε ο Μπράιαν. «Τα λέμε το πρωί», είπε η Ντάνι πάνω από τον ώμο της. «Το καλό που σου θέλω, αν θες πίσω το φορτηγό σου», είπε ο Γκάβιν με φωνή γεμάτη κακία. Η Κόρτνεϊ έδειχνε φοβισμένη. Και οι δυο μας κοιτάξαμε την Ντάνι. Ήταν σαφές πως ήταν εξίσου φοβισμένη, αλλά και τσατισμένη. Δεν θα υποχωρούσε τώρα. Κατάλαβα ότι ήταν θυμωμένη που είχαμε επιτρέψει στα αγόρια να μας ασκήσουν αυτή την εξουσία, που δεν με είχε ακούσει όταν ήθελα να φύγουμε πριν από ώρες. Περπατήσαμε ως το σημείο όπου είχαμε στήσει το αντίσκηνο, και τα αγόρια μάς ακολουθούσαν με το φορτηγό τους, με τους προβολείς τους να μας τυφλώνουν κάθε φορά που κοιτούσαμε πίσω μας. «Τι θα κάνουμε μόλις φτάσουμε στο αντίσκηνο;» είπα. «Μήπως πρέπει να κρυφτούμε;» Η Ντάνι είπε: «Σκασμός, άσε με να σκεφτώ». Άκουγα το φορτηγό πίσω μας, ένα σκοτεινό κτήνος που άγγιζε σχεδόν τις φτέρνες μας. «Μήπως να τους δώσουμε την εντύπωση ότι δεν έχουμε θυμώσει; Και καλά ότι όλα είναι εντάξει;» είπε η Ντάνι απελπισμένη, σαν να μην ήξερε και εκείνη τι να κάνει. Κι αυτό με φόβισε περισσότερο από οτιδήποτε. «Είναι ηλίθιοι», είπε η Κόρτνεϊ. «Μπορεί και να το πιστέψουν». Όταν πλησιάσαμε στο σημείο με το αντίσκηνο, η Ντάνι έκανε μεταβολή και περπάτησε ως το φορτηγό. «Συγγνώμη που χάσαμε λίγο τον έλεγχο εκεί πέρα», είπε


78

CHEVY STEVENS _

έξω από το παράθυρο. Εγώ δεν έβλεπα μέσα στην καμπίνα, δεν έβλεπα τα πρόσωπα των αγοριών. «Είμαστε κουρασμένες, αυτό είναι όλο», συνέχισε εκείνη. «Αύριο μετά τη δουλειά θα ξαναπάμε για κολύμπι, εντάξει;» «Αυτό είναι σίγουρο, μωρό μου». Η φωνή του Μπράιαν. «Όλα είναι εντάξει, έτσι;» Ακούστηκε ήρεμος. «Θέλαμε μόνο να βεβαιωθούμε ότι επιστρέψατε ασφαλείς». «Ευχαριστούμε», είπε η Ντάνι. Τα αγόρια έκαναν όπισθεν μέσα στο χωράφι και αναστροφή του φορτηγού κι έπειτα έφυγαν. Εμείς κλειστήκαμε μέσα στο αντίσκηνο, φορέσαμε τα παντελόνια και τις μπλούζες μας. Εγώ είχα φακό, αλλά δεν ήθελα να φαίνονται οι σκιές από τα κορμιά μας. Τύλιξα τη φωτογραφική μου μηχανή με ένα μπλουζάκι και την έσπρωξα στον πάτο του σακιδίου μου. «Ακόμα θυμωμένοι είναι», είπα. «Το ξέρω», είπε η Ντάνι. Η Κόρτνεϊ ψαχούλευε για να βρει κάτι. Άκουσα να ανοίγει το φερμουάρ από το σακίδιό της. «Τι κάνεις;» είπα. «Παίρνω το μαχαίρι μου». «Νομίζεις ότι θα ξανάρθουν;» Ακούστηκα φοβισμένη – και το μισούσα αυτό. «Όχι, θα ηρεμήσουν. Κοιμήσου εσύ». Χώθηκα μέσα στον υπνόσακό μου· άκουσα τις αδερφές μου να κάνουν το ίδιο. Προσπάθησα να μείνω ξύπνια, άκουγα προσεκτικά κάθε θόρυβο απέξω, αλλά τα μάτια μου έκλειναν.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

79 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΤΑ

Ξύπνησα, με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά καθώς τα μάτια μου προσπαθούσαν να δουν στο σκοτάδι. Βήματα απέξω, θρόισμα ρούχων, κάτι που βουρτσίζει την επιφάνεια του αντίσκηνου. Η Ντάνι ψιθύρισε «Σσσσσσς» – τόσο σιγά, ώστε ίσα που ακούστηκε. Δίπλα μου η Κόρτνεϊ έψαχνε μες στα σκοτάδια το μαχαίρι της. Και τα δικά μου χέρια ψαχούλεψαν κάτω από τον υπνόσακό μου, ψάχνοντας τον φακό μου. Άγγιξα το κρύο μέταλλο, τύλιξα τα δάχτυλά μου γύρω του. Τέντωσα τα αφτιά μου. Ακούγονταν σαν δύο ζευγάρια βήματα που έκαναν κύκλους γύρω από το αντίσκηνο. Ο Μπράιαν και ο Γκάβιν. Άραγε προσπαθούσαν να μας τρομάξουν; Θυμήθηκα την έκφραση του προσώπου του Γκάβιν λίγο νωρίτερα. Την οργή του. Τώρα επικρατούσε ησυχία. Πού να είχαν πάει άραγε; Κύλησα το σώμα μου αργά, προσπαθώντας να μην κάνω τον παραμικρό θόρυβο, τεντώθηκα για να φτάσω την Κόρτνεϊ και άγγιξα το χέρι της. Εκείνη μου άρπαξε τα δάχτυλα και τα έσφιξε. Η Ντάνι πήρε γονατιστή θέση, αργά. Διέκρινα αμυδρά το σχήμα του κορμιού της. Κάποιος κουνιόταν απέξω πάλι.


80

CHEVY STEVENS _

«Βγείτε έξω, βγείτε έξω, όπου κι αν είστε». Η φωνή του Γκάβιν – χαμηλή και μπερδεμένη. Μήπως ήταν κάποιο παιχνίδι; Άρπαξα τον φακό μου. Αν άγγιζαν το φερμουάρ του αντίσκηνου, αν πλησίαζαν έστω και ένα εκατοστό, θα τους έσπαγα τα χέρια με τον φακό. «Προσπαθούμε να κοιμηθούμε», είπε η Ντάνι δυνατά. «Θα το γιορτάσουμε αύριο, εντάξει;» «Εμείς θέλουμε να το γιορτάσουμε τώρα». Η φωνή του Μπράιαν. Η Κόρτνεϊ ψιθύρισε: «Ίσως πρέπει να πιούμε μια μπίρα μαζί τους κι έπειτα να μας αφήσουν μόνες». «Δεν νομίζω ότι θα γίνει αυτό», είπε η Ντάνι. «Να φύγετε», φώναξα. «Είσαστε κόπανοι!» Η Ντάνι μου έδωσε μια αγκωνιά στα πλευρά. «Σκασμός, Τζες». Ακούγαμε απέξω τα αγόρια να μετακινούνται σαν να έστηναν κάτι, δύο γδούπους, ήχους σαν να σέρνεται κάτι, τον ήχο που κάνει το κουτάκι της μπίρας όταν ανοίγει. «Ελάτε, κορίτσια. Απλώς θέλουμε να σας ζητήσουμε συγγνώμη για πριν. Φερθήκαμε άθλια. Φέραμε λίγο χόρτο για να εξιλεωθούμε». Μια σύντομη λάμψη φωτός και έπειτα φλόγες που τρεμόπαιζαν. Είχαν ανάψει φωτιά. «Έχουμε να πάμε στη δουλειά το πρωί», είπε η Ντάνι. «Εμείς είμαστε τα αφεντικά. Μπορείτε να ξυπνήσετε αργά». «Μα χρειαζόμαστε τα χρήματα». «Αν βγείτε έξω, μπορεί να σας δώσω υπερωρίες αύριο βράδυ μετά τη δουλειά – έτσι ίσως μπορέσω να επισκευάσω την αντλία νερού πιο γρήγορα». «Δεν τους εμπιστεύομαι», ψιθύρισα. «Καμιά μας δεν τους εμπιστεύεται», μου απάντησε ψιθυρίζοντας η Ντάνι. «Αλλά δεν πρόκειται να φύγουν». Γύρισε προς το μπροστινό μέρος του αντίσκηνου. «Μόνο μία μπίρα, εντάξει;» φώναξε. «Μία μπίρα. Μόνο αυτό θέλουμε».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

81 _

«Ελάτε». Η Ντάνι άνοιξε το φερμουάρ του αντίσκηνου, έσκυψε και βγήκε έξω ξυπόλυτη. Η Κόρτνεϊ ακολούθησε πίσω της. Εγώ δίστασα για μια στιγμή, ανεβάζοντας το φερμουάρ της ζακέτας μου ως τον λαιμό, ελπίζοντας να κρύψω ότι δεν φορούσα σουτιέν. Σκέφτηκα να μείνω μέσα στο αντίσκηνο, αλλά ήθελα να είμαι κοντά στις αδερφές μου. Η φωτιά φαινόταν λαμπερή μέσα από το αντίσκηνο. Είδα να λάμπει ένα μέταλλο δίπλα μου. Το μαχαίρι της Κόρτνεϊ. Έβαλα το μαχαίρι στην τσέπη μου και βγήκα έξω. «Να τη», είπε ο Μπράιαν. «Γεια σου, μικρή αδερφούλα». Καθόταν πάνω σε ένα ξερό κούτσουρο. Είχαν φέρει μερικά κούτσουρα γύρω από τη φωτιά για καθίσματα. Χαμογέλασα με το ζόρι. Εκείνος χτύπησε με την παλάμη το κούτσουρο προσκαλώντας με να καθίσω δίπλα του, αλλά εγώ πήγα στην απέναντι πλευρά της φωτιάς και κάθισα στο κούτσουρο κοντά στην Ντάνι. Έβγαλε ένα μπουκάλι μπίρα από το κιβώτιο και μου το πρόσφερε. Έγνεψα αρνητικά. Η Κόρτνεϊ πήρε μια μπίρα, σκύβοντας προς την απέναντι πλευρά για να τη φτάσει. Ο Μπράιαν κάρφωσε το βλέμμα στη μέση της καθώς σηκώθηκε η μπλούζα της. Ήθελα να τεντωθώ και να την τραβήξω κάτω. Εκείνος έσκασε ένα λαμπερό χαμόγελο. «Είδατε; Καλά δεν περνάμε;» Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι έγνεψαν καταφατικά χωρίς να μιλήσουν, κοιτάζοντας τη φωτιά που είχαν ανάψει τα αγόρια, με έναν κύκλο από πέτρες περιμετρικά και μερικά κλαδιά σε μικρή απόσταση. «Μα τι έχετε πάθει όλες;» είπε ο Γκάβιν. Καθόταν σε ένα ξερό κούτσουρο και σκάλιζε τη φωτιά με ένα ραβδί. «Απλώς είμαστε κουρασμένες», είπε η Κόρτνεϊ. Η φωνή της ακούστηκε όπως όταν απολογούνταν στον μπαμπά όποτε μας σήκωνε αργά τη νύχτα να παίξουμε χαρτιά, με τα μάτια θολά από την κούραση, να του φέρνουμε τη μια μπίρα μετά την άλλη, ώσπου λιποθυμούσε στο τραπέζι.


82

CHEVY STEVENS _

Ο Γκάβιν στράγγιξε την μπίρα του και άνοιξε άλλη μια. «Υποτίθεται ότι δεν θα ’πρεπε να ανάψουμε φωτιά», είπα. «Δεν πειράζει. Οι γονείς λείπουν απόψε. Κανείς δεν πρόκειται να τη δει εδώ έξω». Κράτησα την ανάσα μου. Κανείς δεν πρόκειται να τη δει εδώ έξω. Κανείς δεν επρόκειτο να δει εμάς. «Λοιπόν, κορίτσια, τα έχετε με κανένα αγόρι στην πόλη σας;» είπε ο Γκάβιν, με το στόμα του να κινείται αργά, σαν να προσπαθούσε να αρθρώσει σωστά τις λέξεις. «Ναι», είπε η Ντάνι. «Και οι τρεις μας». Εκείνος έδειξε ενοχλημένος. «Και πού είναι οι γονείς σας;» «Στην πόλη μας», του απάντησε. Δεν μου άρεσαν οι ερωτήσεις – αναρωτιόμουν γιατί ήθελαν να ξέρουν. «Η θεία μας μας περιμένει», είπα εγώ. Τα αγόρια αντάλλαξαν από μια ματιά. «Θα πρέπει να ανησυχεί. Ήδη έχετε αργήσει πολύ», είπε ο Μπράιαν ψυχρά. «Της τηλεφωνήσαμε όταν εσείς αγοράζατε μπίρες», είπα. «Α, μάλιστα. Και από πού της τηλεφωνήσατε;» είπε ο Μπράιαν, χωρίς να ακούγεται πια μεθυσμένος. Μήπως υποκρινόταν; Προσπάθησα να θυμηθώ αν είχα δει ένα τηλέφωνο με κέρματα σε εκείνο το μαγαζί, αλλά μου ήταν αδύνατον να σκεφτώ. «Μην ανησυχείς, μικρή αδερφούλα». Το χαμόγελο του Μπράιαν μου έλεγε πως ήξερε ότι είχα πει ψέματα. «Θα είσαι σπίτι σε χρόνο μηδέν». «Σε χρόνο μηδέν», είπε ο Γκάβιν σαν αντίλαλος. «Αυτό ήταν, αγόρια», είπε η Ντάνι πίνοντας την τελευταία γουλιά από την μπίρα της. «Ναι, τέλειωσε το πάρτι», είπε η Κόρτνεϊ. «Έτσι κι αλλιώς η φωτιά σχεδόν έσβησε», είπε ο Γκάβιν. «Έπιασε κρύο». Έτριψε τα χέρια του. «Ίσως χρειαστεί να κοιμηθούμε μαζί σας. Παραήπια για να μπορώ να οδηγήσω». «Με τίποτα», είπε η Ντάνι. «Εσείς θα κοιμηθείτε στο φορτηγό σας».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

83 _

Άρχισε να κατευθύνεται προς το αντίσκηνο. Ο Γκάβιν την άρπαξε από το μπράτσο. Σηκώθηκα από το κούτσουρο. «Άσ’ την ήσυχη!» Η Ντάνι προσπάθησε να ελευθερώσει το χέρι της. «Κόφ’ το!» Εκείνος την τράβηξε και την κάθισε στα πόδια του, τα χέρια του τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω από το σώμα της – το ένα τεντώθηκε και την άρπαξε από τον λαιμό. «Βαρέθηκα τα τερτίπια σας», είπε. Η Κόρτνεϊ κι εγώ τρέχαμε προς την Ντάνι όταν ο Μπράιαν με άρπαξε από τη μέση και με σήκωσε ψηλά. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να σπαρταράω καθώς εκείνος έβαλε τρικλοποδιά στην Κόρτνεϊ, που έπεσε δυνατά στο έδαφος. Την κλότσησε στο πλάι του κεφαλιού. Εκείνη κείτονταν στο χώμα, κοντά στη φωτιά, με τα μάτια κλειστά, και ένα χαμηλόφωνο βογκητό ακουγόταν μέσα από τον λαιμό της. Έβγαλα το μαχαίρι από την τσέπη και το κάρφωσα στο χέρι που με είχε τυλίξει. Ο Μπράιαν έβγαλε μια κραυγή κι έπειτα με άφησε ελεύθερη. Έτρεξα, με το μαχαίρι ακόμα στο χέρι, προσπαθώντας να φτάσω στην Ντάνι. Ο Γκάβιν την είχε ρίξει στο έδαφος, κρατώντας τα χέρια της πίσω από την πλάτη με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο ξεκούμπωνε τη ζώνη του και την τύλιγε γύρω από τους καρπούς της. Εκείνη φώναζε και κλοτσούσε. Εκείνος της έριξε μια μπουνιά στο κεφάλι. Ο Μπράιαν μου έβαλε τρικλοποδιά. Έπεσα δυνατά στο χώμα, τινάχτηκα μπροστά, αλλά εκείνος μου άρπαξε τους αστραγάλους και με τράβηξε προς τα πίσω καθώς φώναζα. Στριφογύρισα, προσπάθησα να τον καρφώσω με το μαχαίρι, αλλά ο καρπός μου ήταν λυγισμένος προς τα πίσω και το μαχαίρι έπεσε στο έδαφος. Το μεγάλο σώμα του Μπράιαν ήταν ξαπλωμένο πάνω μου, η ανάσα του καυτή στο αφτί μου. Ανακάθισε, αφήνοντας πιο ελεύθερο το πάνω μέρος του σώματός μου, με τα γόνατα να συνθλίβουν τους μυς μου στο


84

CHEVY STEVENS _

πίσω μέρος των μηρών και μια γροθιά να προσγειώνεται ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου. Ακούστηκε κάτι σαν ξεκούμπωμα αγκράφας από ζώνη κι έπειτα τα χέρια μου ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη μου, με τους καρπούς να τρίβονται μεταξύ τους. Κάτι άλλο ακούστηκε τώρα, σαν κάποιο υλικό που σκιζόταν. Φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Κάτι μου έχωσαν βαθιά στον λαιμό, ένα ύφασμα που είχε γεύση γράσου. «Δέσε και την άλλη τη σκύλα», είπε ο Μπράιαν. Με πήρε στον ώμο του. Η πλάτη του ήταν γυμνή, το μάγουλό μου αναπηδούσε στο γυμνό του δέρμα. Με κουβάλησε ως το φορτηγό κι έπειτα με πέταξε μέσα. Χτύπησα πάνω στο μέταλλο με την πλάτη. Προσπάθησα να ξεφύγω κλοτσώντας με τα πόδια μου. Ανέβηκε κι ο Μπράιαν, με γύρισε μπρούμυτα. Ένα γόνατο πίεζε τα πόδια μου, ένα χέρι άρπαξε το πίσω μέρος του λαιμού μου, με τα δάχτυλα να σφίγγουν τους τένοντες. Το σώμα του μετατοπίστηκε, το βάρος του πίεζε περισσότερο στο ένα πόδι, σαν να προσπαθούσε να πιάσει κάτι. Φώναξα μέσα από το κουρέλιφίμωτρο. Πέρασε κάτι μέσα από τη ζώνη γύρω από τους καρπούς μου, το τύλιξε και το τράβηξε να σφίξει. Το ένιωθα σαν χοντρό σχοινί. Ακούστηκε κάτι μεταλλικό να χτυπάει πάνω σε μέταλλο, σαν να έδενε το σχοινί και στις δύο πλευρές της καρότσας του φορτηγού. Μεταλλικοί κρίκοι για δέσιμο; Το βάρος μετατοπίστηκε και πίεσε το πίσω μέρος των ποδιών μου. Έπειτα η πίεση ξαφνικά σταμάτησε. Ένας γδούπος· και εκείνος ξαναπήδηξε στο έδαφος. Τίναξα δυνατά τα χέρια, αλλά το σχοινί ήταν πολύ σφιχτό. Προσπάθησα να γυρίσω για να δω τι συνέβαινε στην Κόρτνεϊ και στην Ντάνι, αλλά μπορούσα να δω μόνο πάνω από τον ώμο μου, ζορίζοντας τον λαιμό μου. Η πίσω πόρτα της καρότσας ήταν ανοιχτή, κι έτσι έβλεπα ως έναν βαθμό από εκεί, την απαλή λάμψη της φωτιάς που τόνιζε τις σιλουέτες των αγοριών, με το πάνω τους μισό ωχρό. Η Κόρτνεϊ ήταν ακόμα πεσμένη στο έδαφος, ένα σκοτεινός


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

85 _

όγκος. Διέκρινα μόνο τα ξανθά της μαλλιά, τα μάτια της φαίνονταν κλειστά. Ο Γκάβιν γονάτισε από πάνω της. «Βάλ’ τη στο φορτηγό», είπε ο Μπράιαν. Κουβαλούσε την Ντάνι στον ώμο. Την έριξε και εκείνη έπεσε δυνατά, το κεφάλι της χτύπησε στο πάτωμα της καρότσας· οι κραυγές της ακούστηκαν υπόκωφες, σαν να είχαν βάλει κάτι και στο δικό της στόμα. Εκείνος με έναν πήδο κάθισε δίπλα της καθώς εκείνη κλοτσούσε, και τράβηξε το σώμα της δίπλα μου. Τη γύρισε μπρούμυτα. Κι άλλοι ήχοι, σαν να απαγκίστρωνε το σχοινί από τη μία πλευρά. Η ένταση γύρω από τους καρπούς μου μετριάστηκε, αλλά μετά αυξήθηκε πάλι, σαν να πέρασε το σχοινί μέσα από τη ζώνη που τύλιγε τους καρπούς της Ντάνι. Μπότες ακούστηκαν να ξύνουν το πάτωμα της καρότσας καθώς εκείνος κατέβαινε. Προσπάθησα να ξανακοιτάξω πάνω από τον ώμο μου και είδα στιγμιαία τη γυμνή του πλάτη. «Πάρε τα πράγματά τους», είπε ο Μπράιαν. Πέταξαν μέσα και την Κόρτνεϊ και μετά την τράβηξαν δίπλα μου, από την άλλη πλευρά. Το στόμα της ήταν επίσης φιμωμένο, μάλλον με το μισό από ένα σκισμένο μπλουζάκι. Τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη της, αλλά δεν μπορούσα να δω με τι ήταν δεμένα. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν, το δικό της τρομαγμένο, με το λευκό των ματιών να λάμπει στο σκοτάδι. Το σχοινί χαλάρωσε πάλι κι έπειτα σφίχτηκε όταν μας έδεσαν μαζί. Το τράβηξαν ακόμα πιο σφιχτά αυτή τη φορά. Το ένιωθα να πιέζει εγκάρσια τους γλουτούς μου, η ζώνη και το σχοινί να σφίγγουν το δέρμα στους καρπούς μου. Άκουγα τα αγόρια να ξεστήνουν το αντίσκηνό μας. Δεν μιλούσαν, αλλά οι κινήσεις τους ήταν γρήγορες και οι ανάσες τους βαριές μες στην ηρεμία της νύχτας. Πέταξαν το αντίσκηνο στην καρότσα μαζί μας, τα πασσαλάκια τους κουδούνισαν, κι έπειτα ακούστηκαν γδούποι καθώς προσγειώνονταν κι άλλα πράγματα: οι υπνόσακοί μας, τα σακίδια, το ψυγειάκι.


86

CHEVY STEVENS _

Ήχος νερού που χύνεται πάνω στη φωτιά, μπότες που γδέρνουν το έδαφος πετώντας χώμα πάνω στα κάρβουνα, κούτσουρα που κάποιος τα σέρνει και πάλι στο δάσος. Φρόντισαν να μη μείνει ίχνος της παρουσίας μας εκεί. Αναπηδούσαμε πάνω από σκονισμένους δρόμους για μισή ώρα, όπως μου φάνηκε, αλλά μπορεί να ήταν και για μόλις δεκαπέντε λεπτά – δεν ήμουν σίγουρη, αποπροσανατολισμένη και πανικόβλητη μες στο σκοτάδι. Οι ώμοι μας χτυπούσαν όταν τα κορμιά μας γλιστρούσαν κάθε φορά που έστριβε το φορτηγό, το σχοινί τραβούσε επώδυνα και με έκανε να βογκάω και να αναστενάζω μέσα από το φίμωτρο. Προσπάθησα να σηκωθώ γονατιστή, αλλά το σχοινί ήταν πολύ σφιχτό, δεν μπορούσα να σηκωθώ πάνω από τρεις πόντους. Στα δεξιά μου η Ντάνι προσπαθούσε να κάνει το ίδιο. Έβγαλα έναν λυγμό απελπισίας, ασφυκτιώντας με το φίμωτρο. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, αναζητώντας μια μυρωδιά, θορύβους, ψηλούς λόφους ή γωνίες, οτιδήποτε, αλλά ο δρόμος δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Οι καρποί μου πονούσαν, τα χέρια μου σε όλο τους το μήκος με τσιμπούσαν σαν βελόνες. Το πιγούνι και το κόκαλο του ζυγωματικού μου πάλλονταν από τότε που είχα πέσει, το κεφάλι μου σφυροκοπούσε. Άκουγα μουσική κάντρι μέσα από την καμπίνα, το γέλιο του Γκάβιν, βογκητά και αναστεναγμούς δίπλα μου. Γύρισα το κεφάλι και στις δύο πλευρές, προσπάθησα να δω τα πρόσωπα των αδερφών μου. Στο φεγγαρόφωτο διέκρινα τα χείλη τους τεντωμένα πάνω από τα φίμωτρά τους, τα μάτια τους να γυαλίζουν. Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου. Προσπάθησα να συγκρατήσω τους λυγμούς που με έκαναν να πνίγομαι και να θέλω να κάνω εμετό με το φίμωτρο, αλλά το σώμα μου τρανταζόταν από τον τρόμο. Πετύχαμε μια λακκούβα και αναπηδήσαμε δυνατά, και αυτό έκανε το σχοινί να σκάψει ακόμα πιο βαθιά τη σάρκα στους καρπούς μου. Συνεχίσαμε την πορεία μας. Τελικά το


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

87 _

φορτηγό έκοψε ταχύτητα και ακινητοποιήθηκε. Γύρισα το κεφάλι, προσπάθησα να κοιτάξω ψηλά. Το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν δέντρα. Το μπροστινό μέρος του φορτηγού άνοιξε, από την πλευρά του οδηγού. Βήματα έκαναν τον γύρο. «Φτάσαμε, κορίτσια», είπε ο Μπράιαν. Τους ακούσαμε να ανοίγουν την πίσω πόρτα της καρότσας, που έπεσε με κρότο. Το φορτηγό κουνήθηκε καθώς ο ένας αδερφός ανέβηκε στην καρότσα, κουνήθηκε και πάλι όταν ανέβηκε κι ο άλλος με έναν πήδο. Ένιωσα ένα χέρι να αγγίζει τη γάμπα μου. Κλότσησα προς τα πάνω και προς τα έξω με το γυμνό μου πόδι, ένιωσα κάτι σκληρό κάτω από τη φτέρνα μου, ένιωσα να βρίσκω πάνω σε σάρκα. «Να σε πάρει, σκύλα!» Η φωνή του Γκάβιν. Άρπαξε τους αστραγάλους μου και τους κατέβασε, τραβώντας τα πόδια μου για να τεντώσουν, και κάθισε πάνω τους. Δίπλα μου ένιωθα το σώμα της Ντάνι να κλυδωνίζεται και να χτυπιέται καθώς κλοτσούσε και εκείνη. Η Κόρτνεϊ έκανε το ίδιο. Παλεύαμε για τη ζωή μας. «Σταματήστε να κουνιέστε, αλλιώς θα σας σκοτώσω». Ο Μπράιαν. Μείναμε ακίνητες. Ένας θόρυβος στα δεξιά μας, ένα σχοινί που λύνεται, η ένταση που χαλαρώνει γύρω από τον καρπό μου. Η Ντάνι ξαφνικά τινάχτηκε προς τα κάτω, καθώς την τράβηξαν από τους αστραγάλους. Το πίσω μέρος του φορτηγού αναπήδησε, έπειτα θόρυβοι από βογκητά, βήματα που τρεκλίζουν, σαν ο Μπράιαν να προσπαθούσε να την κουβαλήσει. Ένας δυνατός γδούπος, κάτι που χτυπάει στο έδαφος. «Καταραμένη σκύλα». Η φωνή του Μπράιαν. Ήχοι από χτυπήματα. Ο Γκάβιν άρπαξε τη ζώνη γύρω από τους καρπούς μου. Το σώμα του μετακινήθηκε καθώς τεντώθηκε και έλυσε το σχοινί στην άλλη πλευρά της Κόρτνεϊ. Το βάρος του έφυγε από το δικό μου σώμα. Προσπάθησα να ανασηκωθώ στα


88

CHEVY STEVENS _

γόνατά μου, αλλά το σώμα μου τινάχτηκε προς τα πίσω από τους καρπούς μου. Δίπλα μου τραβούσαν έξω και την Κόρτνεϊ. Χρησιμοποιούσε το σχοινί γύρω από τους καρπούς μας σαν λουρί. Γλιστρήσαμε έξω από το πίσω μέρος της καρότσας, πέφτοντας με έναν γδούπο που μας τράνταξε τα κόκαλα· τα δόντια μου δάγκωσαν το κάτω μου χείλι. Τώρα μας έσερναν, και πάλι μπρούμυτα, με τις φούστες μας να σηκώνονται, τις πέτρες και τα χαλίκια να μας γδέρνουν τα στομάχια. Κοίταξα πάνω από τον ώμο μου και είδα τον Γκάβιν να χαμογελάει χαιρέκακα μες στο φεγγαρόφωτο καθώς τραβούσε το σχοινί. Προσπάθησα να σηκωθώ όρθια, είδα την Κόρτνεϊ να αγωνίζεται να σταθεί. Ο Γκάβιν έδωσε στο σχοινί ένα δυνατό τράβηγμα. Προσγειώθηκα πάνω στον ώμο μου, με τον πόνο να με σφυροκοπάει ως κάτω στο χέρι. Γονάτισα πάλι. Προσπάθησα να μετακινηθώ προς τα εμπρός. Ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Έπεσα μπροστά, έβλεπα πια θολά, όλα ήταν σκοτεινά στις γωνίες. Προσπάθησα να στηριχτώ στα χέρια μου, αλλά το έδαφος ήρθε γρήγορα προς το μέρος μου. Κάποιος ψιθύριζε το όνομά μου ξανά και ξανά. «Τζες, ξύπνα». Άνοιξα τα μάτια μου, δεν έβλεπα τίποτα. Βρισκόμουν πάνω σε μια σκληρή επιφάνεια, τραχιά και κρύα, σαν τσιμέντο, τα χέρια μου ακόμα δεμένα πίσω από την πλάτη. Το φίμωτρο μου το είχαν βγάλει, αλλά τα χείλη μου τα ένιωθα απαλά, πληγωμένα, τον λαιμό μου πονεμένο και στεγνό. Γύρισα με μια αργή κίνηση, αναζητώντας την Κόρτνεϊ και την Ντάνι. Το δωμάτιο ήταν αρκετά σκοτεινό, μόνο λίγο από το φως του φεγγαριού φώτιζε ακριβώς από πάνω μου. «Εδώ είμαι». Η φωνή της Ντάνι στα δεξιά μου. Γύρισα προς το μέρος της, μπόρεσα να διακρίνω το περίγραμμα της μορφής της. «Η Κόρτνεϊ είναι από την άλλη σου πλευρά, νομίζω».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

89 _

Άκουσα ένα βογκητό. «Πόση ώρα είμαστε εδώ;» ψιθύρισα. «Ένα-δύο λεπτά», είπε η Ντάνι. «Όχι πολύ». Κοίταξα τριγύρω, τα μάτια μου συνήθιζαν τώρα στο σκοτάδι, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο μεγάλο ήταν το δωμάτιο. Μύριζε μπαγιάτικα φρούτα, σαν αποθήκη. Μετακινήθηκα προς τα εμπρός, πάνω στα γόνατα, και έκανα μεταβολή, κοιτάζοντας πάνω από το σημείο απ’ όπου έμπαινε το φεγγαρόφωτο. Φάνηκε να υπάρχει ένα πιθανό ρήγμα ύψους περίπου ενός μέτρου στην κορυφή του τοίχου κοντά στα δοκάρια, σε όλο το μήκος του δωματίου. «Ήδη σηκώθηκα όρθια – είναι τουλάχιστον τρία μέτρα ψηλά», ψιθύρισε η Ντάνι. «Αυτοί πού είναι;» «Νομίζω ότι είναι έξω από την πόρτα». Άκουσα φωνές στ’ αριστερά μου, ενισχυμένες από μια μικρή αντήχηση, σαν να μιλούσαν σε κάποιο διάδρομο ή σε ένα μεγάλο δωμάτιο απέξω. Ακουγόταν σαν να καβγάδιζαν. Η Κόρτνεϊ βογκούσε και πάλι. Σύρθηκα με τα γόνατα πιο κοντά της και ψιθύρισα στο αφτί της: «Κόρτνεϊ, όλα θα πάνε καλά». Το σώμα της τινάχτηκε μακριά· και η Κόρτνεϊ έβγαλε μια κραυγή. «Σσσσσς», είπε η Ντάνι. Ήταν πολύ αργά. Οι φωνές σταμάτησαν. Ένας θόρυβος που ξύνει, σαν να παραμερίζουν κάτι τραβώντας το. Η πόρτα άνοιξε. Τα αγόρια μπήκαν μέσα, με τη δική μας λάμπα υγραερίου, τα τζιν τους να κρέμονται χαμηλά στους γοφούς. Ο Γκάβιν είχε κοιλίτσα, πλαδαρό δέρμα και μια σκούρα κηλίδα από τρίχες στο στήθος. Το αριστερό χέρι του Μπράιαν είχε λεκέδες από αίμα, από το σημείο που τον είχα μαχαιρώσει. Τα βλέμματά τους έδειχναν αναστατωμένα και η νευρική τους διάθεση πλημμύριζε το δωμάτιο. Μύρισα ιδρώτα και μπίρα και καπνό από χόρτο. Δίπλα μου η Ντάνι είχε ανακαθίσει και κοίταζε. Αίμα έσταζε από τη μύτη της και το μάγουλό της ήταν γδαρμένο.


90

CHEVY STEVENS _

Στ’ αριστερά μου η Κόρτνεϊ ήταν σωριασμένη με την πλάτη στον τοίχο. Το δωμάτιο ήταν μόλις τρία επί τρία μέτρα περίπου. Το κάτω μέρος του τοίχου ήταν τσιμεντένιο, περίπου τριάντα πόντους ψηλό, και ακολουθούσε ξύλινη επένδυση ως πάνω στα δοκάρια. Δεν υπήρχε μόνωση στην οροφή – έβλεπα ότι η στέγη ήταν από αλουμίνιο. Το δωμάτιο ήταν βρόμικο, ιστοί αράχνης κρέμονταν από παντού, λες και είχε χρόνια να χρησιμοποιηθεί. «Βρε βρε, κοίτα ποιος ξύπνησε». Ο Μπράιαν περπάτησε ως την Κόρτνεϊ και έσκυψε μπροστά της. Της άρπαξε το πρόσωπο και το γύρισε στο πλάι, για να δει το σημάδι από το έγκαυμα. Ο Γκάβιν κοίταζε από την πόρτα. «Κάποιος σου έκανε χοντρή ζημιά», είπε ο Μπράιαν. Ξαναγύρισε το πρόσωπό της ώστε να τον κοιτάζει και χαμογέλασε. «Αλλά εξακολουθείς να είσαι πολύ σέξι κορίτσι». Ένα δάκρυ κύλησε από την άκρη των ματιών της Κόρτνεϊ, αλλά τον αγριοκοίταζε. Της κράτησε το πιγούνι όλο και πιο σφιχτά, ώσπου εκείνη βόγκηξε, κι έπειτα την άφησε. Έπειτα εκείνος γύρισε προς το μέρος μου, χαμογελώντας ακόμα. «Μικρή αδερφούλα, ξύπνησες κι εσύ». Το χαμόγελο εξαφανίστηκε. «Εσύ πολύ μας έχεις παιδέψει. Στη θέση σου θα το σταματούσα αυτό». Ήρθε και ο Γκάρβιν· έδωσε μια κλοτσιά στην Ντάνι. Εκείνη έκανε έναν μορφασμό, αλλά δεν φώναξε. «Κορίτσια, έπρεπε να είστε πολύ πιο εντάξει μαζί μας», είπε εκείνος. «Πολύ πιο εντάξει». «Τι θα μας κάνετε;» είπε η Ντάνι με βραχνή φωνή. «Θα φροντίσουμε να το διασκεδάσουμε», είπε ο Μπράιαν. «Ο κόσμος θα πάρει είδηση ότι έχουμε χαθεί», του είπε. «Ναι, σωστά. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να πουλήσουμε το φορτηγό σας για ανταλλακτικά και, παφ, ως διά μαγείας δεν ήσαστε ποτέ εδώ, σκύλες». Κοίταξε το ρολόι του. «Μα τώρα πρέπει να πάμε σπίτι. Μην ανησυχείτε, θα τα πούμε αργότερα». Κατευθύνθηκαν προς την πόρτα. «Μπορείτε τουλάχιστον να μας λύσετε;» είπε η Ντάνι.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

91 _

Ο Μπράιαν γύρισε προς το μέρος μας και γέλασε. «Με τίποτα, πριγκίπισσα». «Και νερό;» είπα εγώ. «Θα πεθάνουμε χωρίς νερό». Αντάλλαξαν από ένα βλέμμα και ο Μπράιαν έγνεψε καταφατικά. Ο Γκάβιν εξαφανίστηκε ενώ ο Μπράιαν μας παρακολουθούσε, με το ένα του χέρι να τρίβει νωχελικά το στέρνο του. Σαν να καθόταν στο σπίτι και να έβλεπε τηλεόραση. Άκουσα απέξω την πόρτα του φορτηγού να ανοίγει και να κλείνει. Ο Γκάβιν επέστρεψε με μια τετράλιτρη κανάτα νερού, σαν αυτή που είχα δει στο ράντσο. Πήρε έναν βρόμικο αναποδογυρισμένο κουβά από τη γωνία, τον γύρισε όρθιο και έχυσε το νερό εκεί μέσα. «Πάμε». Ο Μπράιαν μας έριξε άλλο ένα νωχελικό βλέμμα. «Και τώρα φρόνιμα, κορίτσια. Δεν θέλω μπελάδες». Ο Γκάβιν γέλασε. Η πόρτα έκλεισε με ένα δυνατό κλικ, βυθίζοντάς μας και πάλι στο σκοτάδι. Ήχοι από κάτι που σέρνεται. Ο Μπράιαν είπε: «Κράτα το εκεί». Ήχος από σφυρί. Μια σανίδα καρφωνόταν στην πόρτα· κάθε χτύπημα αντηχούσε στο δωμάτιο. Περάσαμε την υπόλοιπη νύχτα κουλουριασμένες μαζί. Προσπαθήσαμε να λύσουμε τους κόμπους η μια της άλλης, ακουμπώντας πλάτη με πλάτη, αλλά ήταν πολύ σφιχτοί – τα αγόρια είχαν ξαναδέσει τους καρπούς μας όταν ήμαστε αναίσθητες, τύλιξαν κομμάτια σχοινιού ξανά και ξανά, σαν να ήμαστε ζώα που τα πήγαιναν σε σφαγείο. «Το πρωί θα ξαναπροσπαθήσουμε», είπε η Ντάνι. «Θα σκαρφαλώσουμε στον τοίχο». «Αφού ξέρεις ότι θα ξανάρθουν», είπα. Το κεφάλι μου παλλόταν στο σημείο που με είχε χτυπήσει ο Γκάβιν. Οι σκέψεις μου ήταν θολές, η όρασή μου θολή αν έκανα γρήγορες κινήσεις. «Θα έχουμε βγει μέχρι τότε». «Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε ένα παλιό συσκευαστήριο


92

CHEVY STEVENS _

φρούτων», είπα. «Πιθανώς», είπε η Ντάνι. «Πρέπει να κατουρήσω», είπα. «Κι εγώ το ίδιο», είπε η Κόρτνεϊ. Καθίσαμε ξανά πλάτη με πλάτη και μετακινηθήκαμε ως τη γωνία του δωματίου, πιάσαμε η καθεμία τη ζώνη του παντελονιού της άλλης, το κατεβάσαμε και κατουρήσαμε. Έπειτα προσπάθησα να κοιμηθώ, αλλά μείναμε ξάγρυπνες όλη νύχτα, συχνά ακουμπώντας το κεφάλι η μια στον ώμο της άλλης. «Τι νομίζετε ότι θα μας κάνουν;» είπα. «Δεν ξέρω», είπε η Ντάνι, αλλά καταλάβαινα ότι έλεγε ψέματα. «Φυσικά και ξέρεις». «Μέχρι τότε θα έχουμε φύγει», είπε πάλι. Έκλεισα τα μάτια και πίεσα το μέτωπό μου στον ώμο της, μυρίζοντας το άρωμά της, τόσο οικείο, νιώθοντας τη δύναμη στους μυς της, στις λέξεις της. Όταν άρχισε να φωτίζεται περισσότερο το δωμάτιο, με τον ήλιο να μπαίνει μέσα από το κενό κοντά στα δοκάρια, που τώρα είδαμε ότι το κάλυπτε ένα διάφανο πλαστικό σκέπαστρο, προσπαθήσαμε ξανά να λύσουμε τα χέρια μας. Καθώς η μια αδερφή καταπιανόταν με τους κόμπους της άλλης, η τρίτη έδινε οδηγίες: «Προσπάθησε να βάλεις το δάχτυλό σου κάτω από τον κόμπο και τράβα τον προς τ’ αριστερά». Μα οι κόμποι ήταν πολύ σφιχτοί και πολύπλοκοι, τα δεσίματα ήταν τυλιγμένα πολλές φορές σε σχήμα οκτώ. Επίσης προσπαθήσαμε να περάσουμε τα πόδια μας μέσα από τα χέρια, αλλά καμιά μας δεν ήταν τόσο ευέλικτη. Η Ντάνι περπάτησε ως την πόρτα, ακούμπησε την πλάτη και προσπάθησε να ανοίξει το πόμολο με το χέρι της, αλλά ήδη ξέραμε ότι αυτό ήταν μάταιο. Αποφασίσαμε ότι η Ντάνι θα έσκυβε δίπλα στον τοίχο και έπειτα εγώ θα σκαρφάλωνα στην πλάτη της και θα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

93 _

προσπαθούσα να κοιτάξω έξω από το κενό. Κατάφερα να ανέβω, ταλαντευόμενη και προσπαθώντας να μη χάσω την ισορροπία μου ενώ η Κόρτνεϊ και η Ντάνι με ενθάρρυναν, αλλά δεν ήμουν αρκετά ψηλή – το κενό απείχε ακόμα πάνω από τριάντα πόντους. Έπειτα δοκιμάσαμε να καθίσω πάνω στους ώμους της Ντάνι και εκείνη να σηκωθεί αργά, αλλά δεν κερδίσαμε καθόλου ύψος. Μπορούσα να δω λίγο μέσα από ένα σκίσιμο του πλαστικού στη γωνία, με το ελαφρό αεράκι που το μετακινούσε μπρος και πίσω, και κορυφές δέντρων έξω. Με κατέβασε. «Πρέπει να προσπαθήσουμε πάλι, ίσως με την Κόρτνεϊ», είπα, και η φωνή μου ράγισε. «Είναι μόνο λίγα εκατοστά πιο ψηλή από σένα», είπε η Ντάνι. Φώναξα μέσα από το κενό: «Βοήθεια! Κάποιος να μας βοηθήσει!» Η Κόρτνεϊ στεκόταν πίσω μου και έκανε το ίδιο. «Βοήθεια!» Καλούσαμε με τη σειρά για βοήθεια ξανά και ξανά ώσπου βραχνιάσαμε. Έπειτα καθίσαμε, προσπαθήσαμε να πάρουμε μια ανάσα. «Τι μέρα είναι σήμερα;» είπε η Κόρτνεϊ με γδαρμένο λαιμό. «Τρίτη, νομίζω», είπε η Ντάνι. «Είναι τα γενέθλια της Τζες». Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα και έπειτα ξέσπασα σε βαθιά, απελπισμένα αναφιλητά. Οι αδερφές μου ήρθαν κοντά μου και με πλαισίωσαν πιέζοντας τους ώμους τους. Εγώ ακούμπησα στην Ντάνι και έκλαψα ακόμα πιο δυνατά. Ύστερα από λίγο ανακάθισα πάλι, σκούπισα τα μάτια μου πάνω στα γόνατα και πήρα μερικές ανάσες. Η ζέστη αυξανόταν μες στο κτίριο και εμείς στάζαμε στον ιδρώτα, με τα μαλλιά μας βρεγμένα. Δεν μπορούσαμε να βγάλουμε τις μπλούζες μας με τα χέρια μας δεμένα, και ο καυτός αέρας μάς περικύκλωνε. Είχαμε ήδη σχεδόν αδειάσει τον κουβά με το νερό. «Έπρεπε να είχαμε κρατήσει νερό. Δεν ξέρουμε πότε θα


94

CHEVY STEVENS _

ξανάρθουν», είπε η Ντάνι. «Πρέπει να βγούμε προτού ξανάρθουν», είπε η Κόρτνεϊ με πανικόβλητη φωνή. «Θα μας βιάσουν – θα μας σκοτώσουν». Κοιτάξαμε η μια την άλλη· οι λέξεις έμειναν μετέωρες στον αέρα. Ένιωσα έναν λυγμό να στέκεται στον λαιμό μου, τον κατάπια και γύρισα προς την Ντάνι. «Τι θα κάνουμε;» «Θα βγούμε από δω μέσα». Έσπρωξε την πόρτα με το σώμα της, τη χτύπησε με τον ώμο της και έπειτα την κλότσησε ξανά και ξανά, ώσπου ανησύχησα ότι θα έσπαγε το πέλμα της. «Σταμάτα!» φώναξα. «Σταμάτα, Ντάνι!» Μα εκείνη συνέχισε να κλοτσάει, να φωνάζει οργισμένη. Τελικά σταμάτησε, έπεσε στα γόνατα μπροστά στην πόρτα και κρέμασε το κεφάλι. «Μπορεί να μας αφήσουν να φύγουμε… μετά», είπα σιγανά, αλλά ήξερα ότι καμιά μας δεν το πίστεψε. «Απλώς θα βρούμε έναν τρόπο να τους ξεφύγουμε», είπε εκείνη, σηκώνοντας και πάλι το κεφάλι, προσπαθώντας να δείξει σίγουρη, αλλά άκουσα τον τρόμο της. «Αν τους πούμε ότι το έχουμε σκάσει, θα καταλάβουν ότι δεν θα πούμε τίποτα για όλα αυτά», είπε η Κόρτνεϊ. «Πρέπει να τους δώσουμε την εντύπωση ότι μας ψάχνουν», είπε η Ντάνι καθώς ξανασηκώθηκε όρθια και ήρθε να καθίσει δίπλα μας. «Τότε θα έχουν έναν ακόμα λόγο για να μας κρατήσουν φυλακισμένες για πάντα», είπε η Κόρτνεϊ. Η Ντάνι κοίταξε μακριά, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια σαν να προσπαθούσε να μην κλάψει. «Θα το κάνω εγώ», είπε η Κόρτνεϊ. «Θα πάω εγώ πρώτη». «Μα τι λες τώρα;» είπα. «Μπορεί εσένα να σ’ αφήσουν ήσυχη». «Σταμάτα!» της είπα, προσπαθώντας απελπισμένα να σταματήσω τις φριχτές σκέψεις και εικόνες που κατέκλυζαν το μυαλό μου. «Θα παλέψουμε». «Αυτό το δοκιμάσαμε ήδη», είπε η Κόρτνεϊ.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

95 _

«Δεν μπορούμε να παραδοθούμε έτσι!» «Μερικές φορές η παραίτηση είναι πάλη, Τζες. Είναι πέρα από εμάς». «Ντάνι, πες της να σταματήσει», είπα. «Η Κόρτνεϊ έχει δίκιο. Θα κάνουμε ό,τι θέλουν, αλλά θα πρέπει εσένα να σ’ αφήσουν ήσυχη». «Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό!» έλεγα κλαίγοντας. «Εγώ φταίω για όλα αυτά». «Εγώ φταίω που τα έκανα θάλασσα», είπε η Κόρτνεϊ. «Εσύ είσαι μικρή, θα πληγωθείς περισσότερο». «Μα και σένα θα σε πληγώσουν». «Μπορώ να κλείσω τους διακόπτες του μυαλού μου. Σαν να μη βρίσκομαι καν εδώ. Μπορώ να υποκριθώ». Αλλά ακουγόταν λες και υποκρινόταν τώρα, προσπαθώντας να δείξει γενναία για να μη φοβηθώ εγώ. «Κι έπειτα;» είπα. «Ακόμα κι αν το κάνεις, δεν πρόκειται να μας αφήσουν να φύγουμε». Μείναμε σιωπηλές.


96

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΚΤΩ

Το δωμάτιο είχε σχεδόν βυθιστεί στο σκοτάδι όταν ακούσαμε το φορτηγό να παρκάρει απέξω, με τη μουσική κάντρι να παίζει εκκωφαντικά. Η μουσική σταμάτησε κι έπειτα ακούστηκαν πόρτες να κλείνουν δυνατά. Κοίταξα την Ντάνι, με τον φόβο να κατακλύζει όλο μου το κορμί, πιέζοντας τον αέρα να βγει με εκπνοές από τα πνευμόνια μου. «Πιστεύεις ότι θα μας σκοτώσουν;» «Θα το είχαν κάνει ήδη», είπε εκείνη, αλλά τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και το πρόσωπό της πάγωσε καθώς κοίταξε την πόρτα. Ήχοι από γρατζούνισμα: αφαιρούσαν με λοστό τη σανίδα. Ζαρώσαμε όλες μαζί, όρθιες στη γωνία, έτοιμες για να δεχτούμε επίθεση. Τα αγόρια μπήκαν στο δωμάτιο, ο Γκάβιν κρατούσε τη λάμπα μας και μια καφέ χαρτοσακούλα. Ο Μπράιαν προχώρησε και έριξε λίγο νερό στον κουβά. Διψούσαμε όλες, αλλά καμιά μας δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. Τα αγόρια έδειχναν αναστατωμένα, οι κινήσεις τους ήταν αδέξιες και γρήγορες, έτριβαν το πρόσωπό τους, τα μαλλιά τους, μύριζαν μπίρα. Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν. Η Ντάνι μίλησε πρώτη. «Ξέρουμε ότι δεν θέλατε να μας κάνετε κακό χτες το βράδυ – απλώς ήσαστε πιωμένοι και θυμωμένοι. Αν μας αφήσετε να φύγουμε, δεν θα το πούμε σε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

97 _

κανέναν». «Συγγνώμη, κορίτσια, αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε», είπε ο Μπράιαν. Περπάτησε ξανά ως τον Γκάβιν και του πήρε την καφέ χαρτοσακούλα. «Υπάρχει κόσμος που μας ψάχνει–» «Ανοησίες», είπε εκείνος. «Κανείς δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για πάρτη σας, κορίτσια». Ο Μπράιαν γονάτισε μπροστά μου, άνοιξε τη σακούλα και έβγαλε ένα σάντουιτς. Μύρισα φιστικοβούτυρο. Το έσπρωξε μες στο στόμα μου, για να δαγκώσω. Κοίταξα την Ντάνι. Έγνεψε καταφατικά. Πήρα μια δαγκωνιά. Δεν ήθελα να του δώσω την παραμικρή ικανοποίηση, αλλά ήμουν τόσο πεινασμένη, που δεν μπορούσα παρά να το μασήσω γρήγορα, να το καταπιώ με μια μεγάλη χαψιά, με το φιστικοβούτυρο να κολλάει. Εκείνος περίμενε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του, σχεδόν τρυφερό, και μου πρόσφερε άλλη μια δαγκωνιά. Όσο μασούσα, εκείνος κοίταξε τον Γκάβιν. «Τάισε και τις άλλες σκύλες». Ο Γκάβιν πήρε άλλο ένα σάντουιτς από τη σακούλα και τάισε την Κόρτνεϊ. Το πρόσωπό της ήταν θυμωμένο και ήξερα ότι ήθελε να αρνηθεί την τροφή, αλλά ήμαστε πολύ πεινασμένες. Ωστόσο ο Γκάβιν έπαιξε μαζί της, της πρόσφερε μια δαγκωνιά και μετά, τελευταία στιγμή, τράβηξε το σάντουιτς μακριά για να της το ξαναδώσει. «Σταμάτα τις ανοησίες», είπε ο Μπράιαν. Ο Γκάβιν έδειχνε να τσατίζεται, αλλά δεν πείραξε ξανά την Κόρτνεϊ. Έβγαλε άλλο ένα σάντουιτς από τη σακούλα με το ελεύθερο χέρι του και τάισε την Ντάνι ταυτόχρονα. Όταν τελείωσαν, ο Γκάβιν έφυγε και επέστρεψε με τα σακίδιά μας. Σκάλισε μέσα στο σακίδιο της Ντάνι, βρήκε το πορτοφόλι της. Το αναποδογύρισε και το περιεχόμενό του έπεσε στο πάτωμα. Τα έσπρωξε όλα με το πόδι του, έσκυψε και πήρε το πορτοφόλι της, το γύρισε από την άλλη, σταμάτησε και κοίταξε το δίπλωμα οδήγησης. Κράτησα την ανάσα μου. «Ντανιέλ Κάμπελ, σωστά;»


98

CHEVY STEVENS _

Εκείνη δεν απάντησε. Ο Μπράιαν του άρπαξε το πορτοφόλι, έβγαλε το δίπλωμα και το έβαλε στο δικό του πορτοφόλι. Έπειτα σκάλισε μέσα στο δικό μου σακίδιο, έβγαλε τις φωτογραφίες μου, τις ξεφύλλισε. «Πόσο βαρετές, μόνο πουλιά και αγελάδες, που να πάρει ο διάολος». Σταμάτησε και σφύριξε. «Τώρα μάλιστα». Κράτησε τις φωτογραφίες με τρόπο που να τις βλέπουμε κι εμείς. «Είσαστε πολύ σέξι, κορίτσια». Ήταν οι φωτογραφίες της Ντάνι και της Κόρτνεϊ που είχα βγάλει. Τις έκρυψε μες στην τσέπη του κι έπειτα έσκισε τις υπόλοιπες, πετώντας τα κομμάτια στο πάτωμα και περπατώντας πάνω τους. Έσκυψε κάτω, άναψε την άκρη σε ένα από τα κομμάτια με τον αναπτήρα του, κοιτάζοντας εμένα όλη την ώρα, περιμένοντας την αντίδρασή μου. Προσπαθούσα με όλη μου τη δύναμη να μην κλάψω καθώς έβλεπα τις φωτογραφίες να γίνονται πρώτα κομμάτια κι έπειτα στάχτη. Απλά κομμάτια χαρτί είναι. Δεν πειράζει. Σηκώθηκε πάλι όρθιος και έψαξε πάλι μες στο σακίδιό μου, έβγαλε τη φωτογραφική μου μηχανή. Άρχισε να παίζει με τα κουμπιά, άνοιξε το πίσω μέρος ελέγχοντας αν υπάρχει φιλμ. «Σταμάτα». Οι λέξεις βγήκαν πριν μπορέσω να τις συγκρατήσω. Ανόητη, ανόητη. Ο Μπράιαν έκανε μια παύση, με κοίταξε επίμονα. «Στ’ αλήθεια αγαπάς αυτή τη φωτογραφική μηχανή, μικρή αδερφούλα;» «Άφησέ την. Θα τη χαλάσεις». Ο Μπράιαν άρχισε να γελάει. Ο Γκάβιν γέλασε επίσης, αν και καταλάβαινες ότι δεν είχε πιάσει το αστείο. Προσπάθησα με όλη μου τη δύναμη να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Έστρεψε τη φωτογραφική μηχανή προς το μέρος μας, έκανε πως πήρε μερικές πόζες, κάνοντας δυνατά τον ανάλογο ήχο με το στόμα του, σναπ, σναπ, γελώντας ακόμα. «Η μικρή αδερφούλα φοβάται ότι θα χαλάσουμε τη φωτογραφική της μηχανή». Γύρισε να κοιτάξει τον Γκάβιν. «Καλύτερα να είμαστε προσεκτικοί».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

99 _

«Ναι, πολύ προσεκτικοί». Ο Γκάβιν γέλασε. Ο Μπράιαν κράτησε τη φωτογραφική μηχανή μπροστά του, σαν να επρόκειτο να τη δώσει σε μένα. Το σώμα μου τεντώθηκε μπροστά, όλο ελπίδα. Την άφησε να πέσει. Η φωτογραφική μηχανή χτύπησε στο τσιμέντο με ένα κρακ. «Όχι!» φώναξα. Κατάλαβα ότι είχε σπάσει ο φακός. Ο Μπράιαν έσκυψε και την έπιασε. «Εμείς ορίζουμε τους κανόνες τώρα, κορίτσια». «Τι θέλετε;» είπε η Ντάνι. Εκείνος την κοίταξε, έπειτα την Κόρτνεϊ, με το βλέμμα του να καθυστερεί καθώς έχωνε τη μηχανή μου ξανά μέσα στην τσάντα μου. Ο Γκάβιν έβαλε τα πράγματα της Ντάνι ξανά μέσα στη δική της τσάντα. «Θέλουμε όσα μας οφείλετε», είπε ο Μπράιαν. «Ήμαστε καλοί μαζί σας, σας βοηθήσαμε, αλλά εσείς δεν έχετε κάνει τίποτα για εμάς». «Ό,τι κι αν θέλετε, θα το κάνω εγώ», είπε η Κόρτνεϊ. «Μόνο αφήστε ήσυχες τις αδερφές μου». Εκείνος έσκασε ένα χαμόγελο. Γελούσε χαιρέκακα, απολαμβάνοντας την εξουσία που είχε πλέον πάνω της. «Νομίζω ότι πρέπει πρώτα να δούμε πόσο καλή είσαι». «Κόρτνεϊ, όχι!» φώναξα. «Μη!» Εκείνη σηκώθηκε όρθια. «Πάμε», είπε εκείνη· τα δάκρυα ακούγονταν στη φωνή της. Ο Γκάβιν κοίταξε τον Μπράιαν. «Τη θέλω πρώτος. Μου το χρωστάς για εκείνα τα λάστιχα». Ο Μπράιαν τον αγριοκοίταξε, όμως έγνεψε αδέξια, θυμωμένα. Ο Γκάβιν άρπαξε σφιχτά την Κόρτνεϊ από το μπράτσο και την οδήγησε έξω. Εγώ φώναξα «Κόρτνεϊ!» λίγο πριν βγει από το δωμάτιο, αλλά εκείνη δεν κοίταξε πίσω. Η Ντάνι ρούφηξε την ανάσα της. Γύρισα προς τον Μπράιαν. «Σας μισώ! Είσαστε κόπανοι!» Εκείνος έσκυψε κοντά μου. Μύριζα την ανάσα του – μπίρα


100

CHEVY STEVENS _

και τσιγάρο. «Ναι, είμαστε». Γύρισε και κοίταξε την Ντάνι. Εκείνη ίσιωσε την πλάτη και ύψωσε το σαγόνι, προσπαθώντας να δείξει σκληρή, αλλά το σώμα της έτρεμε. Ο Μπράιαν έφτασε δίπλα της, την άρπαξε από την μπλούζα και την τράβηξε πάνω. Την έσυρε έξω από την πόρτα και την έκλεισε πίσω τους. Εγώ μετακινήθηκα μπροστά και φώναξα: «Άσ’ τη να φύγει! Σε παρακαλώ, άσ’ τη να φύγει!» Σταμάτησαν απέξω. Η Ντάνι μιλούσε· η φωνή της γρήγορη και έξαλλη. «Δεν χρειάζεται να το κάνετε αυτό. Δεν θα το πούμε σε κανέναν». «Δεν πρόκειται να πάτε πουθενά», είπε ο Μπράιαν. Κουδούνισμα κλειδιών και ήχος από κάτι που κλειδώνει – είχαν φέρει ένα λουκέτο. Ήχοι από ανθρώπους που παλεύουν, μια υπόκωφη κραυγή, έπειτα βήματα που απομακρύνονταν. Έπεσα στα γόνατα, κοιτάζοντας επίμονα την πόρτα σαν να μπορούσα να δω πίσω από αυτήν, με βαθιά, επώδυνα αναφιλητά να ταράζουν το σώμα μου, το κεφάλι μου γεμάτο έξαλλες σκέψεις. Πού ήταν οι αδερφές μου; Άραγε θα τις σκότωναν; Τελικά άκουσα βήματα. Επέστρεψα τρεκλίζοντας στη θέση μου στον τοίχο, προσπαθώντας να ακούσω κάτι, οτιδήποτε, που θα μπορούσε να μου πει αν οι αδερφές μου ήταν καλά. Ο Γκάβιν άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα μαζί με την Κόρτνεϊ, με το χέρι του να κρατάει το μπράτσο της, ανασηκώνοντάς την σχεδόν – οι καρποί της ήταν ακόμα δεμένοι πίσω από την πλάτη. Στο άλλο χέρι κρατούσε τη λάμπα. Στάλες αίματος έπεφταν από τη μύτη της και περπατούσε βογκώντας από τον πόνο. Το ένα της μάγουλο ήταν κόκκινο από ένα χαστούκι, με το περίγραμμα της παλάμης ακόμα ορατό. Την έσπρωξε στο πάτωμα και εκείνη έπεσε στο πλάι· ρίγη διαπερνούσαν το κορμί της. Τα χείλη της ήταν πληγωμένα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

101 _

και πρησμένα. Προσπάθησα να συναντήσω το βλέμμα της, αλλά τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα και απέστρεψε τη ματιά της. Ο Γκάβιν ήταν ιδρωμένος, ξέπνοος. Γονάτισε μπροστά της. «Αν με ικανοποιείς όπως πριν, ίσως και να μείνω μακριά από τη μικρή αδερφούλα». Τέντωσε το χέρι και στερέωσε μια τρίχα πίσω από το αφτί της. Ο Μπράιαν πέρασε τώρα την πόρτα σέρνοντας την Ντάνι πίσω του. Εκείνη περπατούσε άκαμπτα, με κόκκινα σημάδια γύρω από τον λαιμό της, σαν εκείνος να την έπιανε από εκεί σφιχτά. Το πρόσωπό της ήταν ωχρό, αλλά τα μάτια της ήταν γεμάτα οργή. «Φέρ’ τους λίγο ακόμα νερό», είπε ο Μπράιαν. Σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν ψυχρό, η γλώσσα του σώματός του επιθετική καθώς στεκόταν από πάνω μας, αλλά είχε πει στον Γκάβιν να μας φέρει νερό. Μήπως είχε ενοχές; Αναζήτησα το πρόσωπό του, αλλά δεν μπόρεσα να δω παρά μόνο μίσος. Ξανακοίταξα τις αδερφές μου. Η Ντάνι τον κοίταζε επίσης, αλλά η Κόρτνεϊ ακουμπούσε το κεφάλι της στα γόνατα, με το σώμα σαν σφιχτή μπάλα. «Γιατί δεν το φέρνεις εσύ;» είπε ο Γκάβιν. Ο Μπράιαν έκανε απότομα μεταβολή. «Σου είπα να τους φέρεις λίγο νερό, που να σε πάρει ο διάολος». Το πρόσωπο του Γκάβιν κοκκίνισε. «Άντε χάσου, Μπράιαν». Αλλά έφυγε, επιστρέφοντας με μια κανάτα νερό. Γέμισε ξέχειλο τον κουβά. «Φέρ’ τους κι έναν κουβά για να χέζουν», είπε ο Μπράιαν. «Και γιατί να μην τα κάνουν στο πάτωμα;» είπε ο Γκάβιν, θυμωμένος και πάλι. Ο Μπράιαν άρπαξε το μπροστινό μέρος από την μπλούζα του. «Απλώς κάν’ το, που να σε πάρει ο διάολος!» Ο Γκάβιν τίναξε μακριά το χέρι του με πρόσωπο εξοργισμένο, αλλά έφυγε και επέστρεψε αυτή τη φορά με έναν μεγάλο λευκό πλαστικό κουβά· τον άφησε να πέσει στη


102

γωνία του δωματίου. «Τα λέμε αύριο, κορίτσια», είπε ο Μπράιαν. Ξαναπήραν τα σακίδιά μας και έφυγαν.

CHEVY STEVENS _

Καθίσαμε στο σκοτάδι – είχαν πάρει τη λάμπα. «Ντάνι; Κόρτνεϊ;» ψιθύρισα. «Εντάξει είμαι», είπε η Ντάνι, αλλά η φωνή της ακούστηκε σφιγμένη και ταλαιπωρημένη. Από το σημείο όπου καθόταν η Κόρτνεϊ άκουγα μόνο αναστεναγμούς. Σύρθηκα πλησιάζοντας τον ήχο, στα τυφλά μες στο σκοτάδι, έγειρα το σώμα μου στο δικό της. «Λυπάμαι. Λυπάμαι», είπα με φωνή που ράγιζε, ενώ δάκρυα συσσωρεύονταν στο πίσω μέρος του λαιμού μου. «Υποτίθεται ότι θα φεύγαμε από δω». Η Κόρτνεϊ απλώς έκλαψε ακόμα πιο δυνατά.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

103 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΕΑ

Περάσαμε ώρες ολόκληρες τις επόμενες δύο μέρες προσπαθώντας να λύσουμε τους κόμπους μας. Κλοτσήσαμε τον τοίχο και την πόρτα, τους χτυπήσαμε με τα δάχτυλά μας. Μετρήσαμε με τα βήματα το δωμάτιο ή σωριαστήκαμε στο πάτωμα, με τα κορμιά μας λεία απ’ τον ιδρώτα, κοιτάζοντας ψηλά το κενό και προσπαθώντας να εισπνεύσουμε τον δροσερό αέρα που η ζέστη μάς έκλεβε μέσα από τα πνευμόνια μας. Τη νύχτα εκείνοι επέστρεφαν, για να μας δώσουν να φάμε με το ζόρι σάντουιτς με φιστικοβούτυρο και μερικές φορές φράουλες ή κομμάτια μήλου. Δεν μας έλυναν ποτέ. Ο Γκάβιν έδειχνε ανυπόμονος, αλλά του Μπράιαν φαινόταν ότι του άρεσε να μας ταΐζει, με μια γοητευμένη έκφραση λες και ήμαστε μέρος κάποιου επιστημονικού πρότζεκτ. Όταν τελειώναμε το φαγητό, έπαιρναν την Κόρτνεϊ και την Ντάνι μακριά. Τη δεύτερη νύχτα αντάλλαξαν κορίτσια· και ξανά την επόμενη. Ο καθένας τους είχε τώρα από μία λάμπα, αλλά δεν τις άφηναν ποτέ μέσα στο δωμάτιο, κι έτσι με βύθιζαν στο σκοτάδι. Και οι δύο επίσης κουβαλούσαν τουφέκια, τα οποία χρησιμοποιούσαν για να σπρώχνουν τις αδερφές μου, ώστε να σηκωθούν και έπειτα να βγουν από το δωμάτιο. Για να τις αναγκάζουν, δηλαδή, να ακολουθούν το πεπρωμένο τους. Είχαμε πεθάνει της πείνας, αλλά ποτέ δεν μιλήσαμε για


104

CHEVY STEVENS _

φαγητό. Γενικά, δεν μιλούσαμε. Η Κόρτνεϊ, με τα μαλλιά της θαμπά και μπερδεμένα και το ένα της μάγουλο γεμάτο μπλε και μοβ κηλίδες, ήταν σιωπηλή το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κι έπειτα, όσο έπεφτε η νύχτα, άρχιζε να κλαίει τόσο γοερά, που δεν μπορούσε να ανασάνει. Προσπάθησα να της τραγουδήσω μια φορά, προσπάθησα να θυμηθώ τους στίχους του αγαπημένου της τραγουδιού, αλλά εκείνη μου φώναξε. «Σκάσε, Τζες. Σκάσε». Κι εγώ έκλαιγα, αλλά σιωπηλά, με το πρόσωπό μου στραμμένο από την άλλη πλευρά, ώσπου εκείνη σερνόταν κοντά μου και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο μου. Η Ντάνι απλώς κοιτούσε τον τοίχο· το πρόσωπό της μια σκληρή, θυμωμένη μάσκα. Προτού ο Μπράιαν και ο Γκάβιν τις οδηγήσουν έξω από το δωμάτιο, ήθελαν να τις κοροϊδεύουν, να κοροϊδεύουν και μένα. «Μην ξεχνάτε, κορίτσια, συνεχίστε να δουλεύετε σκληρά και θα αφήσουμε τη μικρή αδερφούλα στην ησυχία της». Μισούσα αυτό που έκαναν, μισούσα το ότι τις βασάνιζαν εξαιτίας μου. Την τρίτη νύχτα ξέσπασα. «Απλώς πάρτε εμένα!» Ο Μπράιαν γέλασε. «Θα ’ρθει και σένα η σειρά σου». Την επόμενη νύχτα ήρθαν λίγο νωρίτερα μαζί με μια πλαστική παιδική πισίνα και έριξαν μέσα ένα σωρό κανάτες νερό. Εγώ πανικοβλήθηκα γιατί σκέφτηκα ότι θα μας έπνιγαν. Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι έδειχναν επίσης τρομαγμένες, αλλά τότε τα αγόρια έλυσαν τους κόμπους μας. Τεντώσαμε τα χέρια. Οι ώμοι μου πονούσαν, οι μύες μου ήταν σφιγμένοι. Κοίταξα τον καρπό μου, το γδαρμένο δέρμα και τις πληγές, αναρωτιόμουν αν θα πάθαινα μόλυνση. «Πλυθείτε, αρχίζετε να ζέχνετε», είπε ο Μπράιαν. Εκείνοι κοίταζαν, με τα τουφέκια πάνω στα γόνατα, καθώς η Κόρτνεϊ και η Ντάνι έβγαζαν τα ρούχα τους. Είχαμε γδυθεί πολλές φορές η μία μπροστά στην άλλη, αλλά εγώ απέστρεψα το βλέμμα. Τις άκουσα να μπαίνουν στην πισίνα, τον ήχο από το τρίξιμο του πλαστικού και της μετατόπισης


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

105 _

καθώς έμπαιναν μέσα, τις γρήγορες εισπνοές καθώς βύθιζαν τα σώματά τους στο κρύο νερό. Ο Μπράιαν έστρεψε το όπλο προς το μέρος μου. «Κι εσύ, μικρή αδερφούλα». «Άντε χάσου», είπα, αλλά δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με λαχτάρα το νερό. «Απλώς κάνε ό,τι σου λέει!» φώναξε η Ντάνι. Την κοίταξα και έμεινα έκπληκτη με τις μελανιές στο σώμα της. Τα σημάδια από δαγκωματιές στο στήθος της. Η Κόρτνεϊ ήταν επίσης γεμάτη με μελανιές και δαγκωματιές. Ο Γκάβιν πλησίασε την Ντάνι, τράβηξε τα μαλλιά της προς τα πίσω ώσπου αποκαλύφθηκε ο λαιμός της, και πίεσε την κάννη του όπλου του σε ένα σημάδι πίσω από το αφτί της. «Καλύτερα να την ακούς την αδερφή σου». Εγώ σηκώθηκα και έβγαλα τα ρούχα μου με τρεμάμενα χέρια και με το βλέμμα κολλημένο στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να κοιτάζω εκείνους, δεν μπορούσα να κοιτάζω τις αδερφές μου. Ο Μπράιαν σφύριξε. «Κοίτα τι μας έκρυβες». Εγώ έκλαιγα, αναστενάζοντας δυνατά από τον φόβο. Πήγα στην μπανιέρα και βυθίστηκα απαλά μες στο κρύο νερό, με τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω από τα γόνατα, προσπαθώντας να κρύψω το στήθος μου. Μας έδωσαν σαπούνι και σαμπουάν, έριξαν κρύο νερό στα κεφάλια μας για να μας ξεβγάλουν. Το σαπούνι έτσουζε στους καρπούς μου, αλλά τους μούλιασα στο κρύο νερό, με την ελπίδα ότι αυτό θα θεράπευε τις πληγές. Ο ένας τους κρατούσε ένα τουφέκι μόνιμα στραμμένο πάνω μας. «Βγείτε έξω», είπε ο Μπράιαν. Ήμαστε όρθιες, τρέμαμε. Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι δεν μπήκαν στον κόπο να κρύψουν τα σώματά τους, αλλά εγώ κρύφτηκα πίσω τους. Ο Γκάβιν μας πέταξε μερικές πετσέτες. Σκουπιστήκαμε, μας έδωσαν καινούρια ρούχα, καλοκαιρινά εμπριμέ φορέματα. Φαίνονταν χρησιμοποιημένα, το ύφασμα ήταν φθαρμένο, λιωμένο. Καινούρια εσώρουχα – όχι σουτιέν. Μάζεψαν τα παλιά μας ρούχα σε έναν μπόγο.


106

CHEVY STEVENS _

Είχαν μια τσάντα με είδη μακιγιάζ, είπαν πως ήθελαν να στολιστούμε για χάρη τους. Η μια έβαψε την άλλη με χέρια που έτρεμαν. Εκείνοι επιθεωρούσαν τη δουλειά μας. «Κι άλλο κραγιόν», είπε ο Μπράιαν. Βάλαμε κι άλλο κραγιόν. Ο Γκάβιν έδειξε την Κόρτνεϊ. «Ανακάτεψε τα μαλλιά σου και ρίχ’ τα στους ώμους». Πέρασε τα χέρια της από τα μαλλιά της. «Ναι, έτσι». Μας έδωσε μπίρες. «Δεν ξέρω γιατί ήσαστε τόσο ακατάδεκτες σκύλες. Θα μπορούσαμε να είχαμε περάσει πολύ ωραία». Ήπιαμε μια γουλιά από την μπίρα μας. Φοβόμουν ότι είχαν ρίξει ναρκωτικά ή δηλητήριο, αλλά το κρύο υγρό ήταν ό,τι έπρεπε. Επίσης μας έδωσαν σάντουιτς, που τα κατασπαράξαμε, με το βλέμμα μας στ’ αγόρια, περιμένοντας το επόμενο βήμα. Έφεραν ένα φορητό στερεοφωνικό και έβαλαν μουσική κάντρι. Ο Γκάβιν χτύπησε παλαμάκια και κλότσησε το έδαφος δύο φορές με τις μπότες του. «Ας χορέψουμε». Τους κοιτάξαμε επίμονα. «Γιατί δεν χορεύετε;» είπε ο Μπράιαν. Χορέψαμε, το ίδιο και εκείνοι, στριφογυρίζοντάς μας σαν να είμαστε σε πανηγύρι του χωριού. Ένιωθα τον θυμό των αδερφών μου να σιγοβράζει και να ξεχειλίζει από μέσα τους, αν και καμιά μας δεν είπε την παραμικρή λέξη. Τα χέρια μας ήταν επιτέλους λυμένα, αλλά ενώ χόρευε ο ένας από τους αδερφούς, ο άλλος ήταν καθιστός και μας σημάδευε με το όπλο. Ήταν δύσκολο να συνεχίσουμε να χορεύουμε. Η Ντάνι και η Κόρτνεϊ τρέκλιζαν κι εγώ σκόνταψα, γι’ αυτό και πήρα σαν επιβράβευση ένα χτύπημα στον πισινό από τον Μπράιαν. «Ξύπνα!» Τα αγόρια κουράστηκαν με το παιχνίδι και άρχισαν να μας κοροϊδεύουν, διαλέγοντας την Κόρτνεϊ και μένα. «Ποια είναι τα αληθινά σας ονόματα;»


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

107 _

«Εγώ είμαι η Σάρα – κι αυτή είναι η Μελίσα». Η Κόρτνεϊ έδειξε προς το μέρος μου. «Λέτε ψέματα», είπε ο Γκάβιν. «Λέγατε ψέματα από τη στιγμή που σας είδαμε σε εκείνο το σαραβαλιασμένο φορτηγό». Ο Μπράιαν άρχισε να γελάει. «Σχεδόν έτοιμο το έχω». Η Ντάνι τον κοίταξε. «Νομίζω ότι μπορεί και να το κρατήσω. Έβγαλα τις πινακίδες, το φρεσκάρισα με λίγη μπογιά. Θα είναι υπέροχο σουβενίρ». Σουβενίρ. Αναρωτιόμουν για πόσο καιρό ακόμα σκέφτονταν να μας κρατήσουν ζωντανές. Ο Μπράιαν με πλησίασε. «Η αδερφή σου είπε ότι μόλις έκλεισες τα δεκαπέντε». Προσπάθησα να σκεφτώ ποια από τις δύο τού το είχε πει. Ο Μπράιαν εξακολουθούσε να μιλάει. «Μα νομίζω ότι μου λένε ψέματα και σε αυτό το θέμα. Αυτό δεν είναι κορμί δεκαπεντάχρονης». Στάθηκε δίπλα μου, με την ανάσα του στον λαιμό μου. Μου σήκωσε τα μαλλιά, χάιδεψε τον λαιμό μου, με άρπαξε και με τράβηξε πίσω. Εγώ φώναξα δυνατά. Οι αδερφές μου έκαναν να έρθουν προς το μέρος μου. Ο Γκάβιν μπήκε στη μέση με ένα όπλο. «Πίσω». «Άφησέ την ήσυχη», είπε η Ντάνι. «Παιδί είναι ακόμα», είπε η Κόρτνεϊ. «Μπορείς να μου ξανακάνεις ό,τι θέλεις – ό,τι θέλεις. Μόνο άσ’ την ήσυχη». Άπλωσε το χέρι και μου χούφτωσε το ένα στήθος, αρπάζοντάς το σφιχτά. Του έδωσα μια αγκωνιά στο στομάχι και έριξα μια κλοτσιά προς τα πίσω. «Βρε παλιοκόριτσο!» Με άρπαξε γύρω από τη μέση και άρχισε να με σέρνει έξω από το δωμάτιο. Η Ντάνι και η Κόρτνεϊ φώναζαν: «Όχι! Άφησέ την ήσυχη!» Τότε άκουσα τον αρρωστημένο ήχο του μετάλλου να χτυπάει σάρκα. «Θα πυροβολήσω την αδερφή σου, σκύλα!» Η φωνή του Γκάβιν.


108

CHEVY STEVENS _

Γύρισα να κοιτάξω πάνω από τον ώμο μου, έξαλλη. Ο Γκάβιν σημάδευε με το όπλο την Κόρτνεϊ. Η Ντάνι ήταν πεσμένη στο πάτωμα, κρατώντας τη μια πλευρά του προσώπου της. Ο Μπράιαν με έβγαλε έξω από την πόρτα. Πάλεψα σκληρά, σπρώχνοντας προς τα πίσω με όλη μου τη δύναμη, αλλά το χέρι του ήταν τυλιγμένο σφιχτά γύρω από το κορμί μου. Άραγε θα με σκότωνε; Τρελή από φόβο, δεν με ένοιαζε πια. Δεν ήθελα να μάθω τι είχε σκοπό να κάνει. Θυμήθηκα τους ήχους από την Ντάνι και την Κόρτνεϊ καθώς προσπαθούσαν να πλυθούν, τα βογκητά τους τη νύχτα όταν προσπαθούσαν να κοιμηθούν, το κλάμα τους μες στο σκοτάδι. Ο Μπράιαν με έσυρε σε έναν μικρό διάδρομο κι έπειτα σε μια ανοιχτή πόρτα. Είχε το τουφέκι κρυμμένο κάτω από την άλλη του μασχάλη και με το χέρι κρατούσε τη λάμπα, που ταλαντευόταν σκορπίζοντας αλλόκοτες σκιές. Κοίταξα τριγύρω αναζητώντας διαφυγή, κάτι να με σώσει. Βρισκόμασταν σε μια αποθήκη, φαινόταν ότι η στέγη ήταν λίγα εκατοστά πιο ψηλά απ’ ό,τι στο δικό μας δωμάτιο, με ορατά δοκάρια και φύλλα αλουμινίου. Ένα διάφανο φύλλο πλαστικού σκέπαζε το τρίγωνο στην κορυφή των τοίχων και στις δύο άκρες του κτιρίου. Ξύλινα τελάρα ήταν στοιβαγμένα παντού σε ετοιμόρροπους πύργους, ένας ιμάντας μεταφοράς έβγαινε από το πλάι του κτιρίου. Ο αέρας μύριζε σάπια φρούτα. Ένας αρουραίος έτρεξε μακριά μας. Ο Μπράιαν ξαφνιάστηκε κι έπειτα είπε μουγκρίζοντας: «Το αναθεματισμένο». Με πήγε σε ένα δωμάτιο ξέχωρα από το κυρίως κτίριο. Μια παλιά ταμειακή μηχανή ήταν ακουμπισμένη πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο, άδεια ράφια διέτρεχαν τους τοίχους. Ένα στρώμα ήταν τοποθετημένο στο κέντρο, με μια ξεβαμμένη μπλε κουβέρτα ριγμένη πάνω του. Διέκρινα καφεκόκκινους λεκέδες. Το αίμα των αδερφών μου. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, μη», τον ικέτεψα. «Σκάσε κι ανέβα στο στρώμα».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

109 _

Κάθισα κάτω. Άφησε τη λάμπα στη γωνία, χάιδεψε την κάννη του όπλου καθώς κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου. Άραγε θα ήταν προτιμότερο να αντισταθώ ή να πάω με τα νερά του; Να του μιλήσω, αυτό θα έκανε η Ντάνι, θα προσπαθούσε να του μιλήσει. «Σε παρακαλώ, είμαι παιδί ακόμα – άκουσες τις αδερφές μου. Το μόνο που θέλουμε είναι να γυρίσουμε σπίτι. Δεν θα το πούμε σε κανέναν. Νόμιζα ότι ήσουν καλός άνθρωπος». Ο Μπράιαν ταλαντεύτηκε πάνω στα πέλματά του και με κοίταξε εξεταστικά. «Νομίζεις ότι δεν είμαι αρκετά έξυπνος για να καταλάβω ότι με κοροϊδεύεις;» Δεν είχε αποτέλεσμα. Σκέφτηκα απελπισμένα, θυμήθηκα τον τρόπο που τον είχαν κοιτάξει τα κορίτσια στο ποτάμι, πόσο θυμωμένος ήταν. «Αν μ’ αφήσεις να φύγω, θα μπορούσα να γίνω το κορίτσι σου». «Και νομίζεις ότι δεν μπορώ να βρω κορίτσι;» Σφίχτηκε, το πρόσωπό του κοκκίνισε. «Νομίζω ότι θα ήσουν καλό αγόρι». «Αλήθεια;» Χαμογέλασε. Ακούμπησε το τουφέκι στον τοίχο, πάντα σε απόσταση αναπνοής από τον ίδιο, και έπειτα κάθισε στο στρώμα. Πέρασε το χέρι γύρω από τους ώμους μου και με τράβηξε κοντά του. «Τότε κάνε σαν να είσαι το κορίτσι μου». «Δεν γίνεται έτσι. Πρώτα θα μου φερθείς σαν να είμαι στ’ αλήθεια το κορίτσι σου και μετά θα το κάνουμε αυτό – όπως θα ’πρεπε». Απομάκρυνα το χέρι του. Το πρόσωπό του τώρα ήταν θυμωμένο. «Αν θες να είσαι το κορίτσι μου, τότε φέρσου ανάλογα, που να σε πάρει ο διάολος». Σηκώθηκε όρθιος και με κοίταξε από ψηλά. «Γδύσου». «Σε παρακαλώ… Είμαι παρθένα». Χαμογέλασε. «Γι’ αυτό ήθελα εσένα». Το χαμόγελο εξαφανίστηκε. Χαμήλωσε το κεφάλι και με κοίταξε ίσια στα μάτια. «Γδύσου, πανάθεμά σε».


110

CHEVY STEVENS _

Με τρεμάμενα δάχτυλα, έβγαλα το φόρεμα και κάθισα φορώντας τα εσώρουχα. «Βγάλ’ τα όλα», είπε. Έβγαλα και τα υπόλοιπα, προσπαθώντας να γίνω όσο πιο μικρή γίνεται πάνω στο στρώμα. Αναρωτήθηκα πόσο επώδυνο θα ήταν. Τώρα γδυνόταν και εκείνος. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια· άκουσα την αγκράφα της ζώνης του να χτυπάει στο πάτωμα. «Ξάπλωσε ανάσκελα», είπε. Ξάπλωσα, με το ένα χέρι ακόμα να κρύβει το στήθος και το άλλο την ήβη μου. Το κορμί μου άρχισε να τραντάζεται βίαια. Εκείνος ανέβηκε πάνω μου, τα τραχιά του χέρια κακοποιούσαν τα στήθη μου τσιμπώντας τα. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά μου. Έβγαλα μια κραυγή. «Νόμιζα ότι ήθελες να γίνεις το κορίτσι μου», είπε εκείνος. Τίναξα το κεφάλι μου πίσω και μπρος. «Μη, σε παρακαλώ». Μου άνοιξε τα πόδια με τα γόνατά του. «Θα σου αρέσει», είπε. Χρειάστηκα τη βοήθειά του για να επιστρέψω στο κυρίως δωμάτιο. Ζαλιζόμουν· ο πόνος ανάμεσα στα σκέλια μου ήταν βασανιστικός. Προσπάθησα να κλείσω τα μάτια στην ανάμνηση όσων είχαν μόλις συμβεί, μα το μόνο που έβλεπα ήταν εκείνον να βογκάει, τα μάτια του που γυάλιζαν. Με έφερε πίσω στην Ντάνι – η Κόρτνεϊ και ο Γκάβιν είχαν φύγει. Το βλέμμα της Ντάνι πλανήθηκε στο πρόσωπό μου, η έκφρασή της ήταν γεμάτη αγωνία. Ήθελα να κλάψω, αλλά κρατούσα το πρόσωπό μου ανέκφραστο, δεν ήθελα να δει πόσο φοβισμένη ήμουν, πόσο πολύ πόνεσα. Ο Μπράιαν με έσπρωξε κάτω, δίπλα της. «Η μικρή αδερφούλα μού έλεγε πόσο πολύ θέλει να γίνει το κορίτσι μου». Το πρόσωπο της Ντάνι δεν άλλαξε, αλλά το βλέμμα της έπεσε και πάλι σε μένα, μόλις για ένα δευτερόλεπτο. Εκείνος γονάτισε κοντά μου, άρπαξε το πρόσωπό μου και


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

111 _

έσπρωξε τη γλώσσα του μες στο στόμα μου, τρίβοντας το κάτω μου χείλι στα δόντια μου. «Μην ανησυχείς, μωρό μου. Θα σου επιτρέψω να είσαι το κορίτσι μου». Έστριψε ένα τσιγαριλίκι, τέλειωσε μια μπίρα. Από τον διάδρομο ακούγαμε την Κόρτνεϊ να στριγκλίζει. Ο ήχος αντηχούσε σε ολόκληρο το κτίριο. Η Ντάνι σηκώθηκε όρθια και της ξέφυγε ένας λυγμός. «Ξανακάτσε κάτω, πανάθεμά σε», είπε ο Μπράιαν. Η Ντάνι δίστασε, με το βλέμμα κολλημένο στην πόρτα κι έπειτα σε εκείνον, λες και αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να βγει έγκαιρα από το δωμάτιο. Εκείνος έπιασε τυχαία το όπλο δίπλα του, τη σημάδεψε με το ένα χέρι, έπειτα το χέρι του αιωρήθηκε και σημάδεψε και μένα. Η Ντάνι ξανακάθισε. Εκείνος τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά από το τσιγαριλίκι και έβγαλε όλο τον καπνό με ένα γέλιο. Το δωμάτιο γέμισε με την απαίσια μυρωδιά της μαριχουάνας. «Ο Γκάβιν είναι τέρας – του αρέσει άγριο». Έριξε μια ματιά στην Ντάνι. «Υποθέτω ότι εσύ θα πάρεις ρεπό απόψε, αγάπη. Θα σε αποζημιώσουμε αύριο». «Πότε θα μας αφήσετε να φύγουμε;» του είπε. Εκείνος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Αυτό το Σαββατοκύριακο; Αύριο; Ποτέ; Ίσως να σας κρατήσουμε για λίγο καιρό». «Θα πεθάνουμε από την πείνα», είπα εγώ. «Δεν μπορούμε να ζούμε με ένα σάντουιτς την ημέρα». Εκείνος έγνεψε καταφατικά, σκεπτικός. «Σήμερα τα πήγες μια χαρά. Ίσως αύριο να σου φέρουμε περισσότερο φαγητό». Μια ακόμα κραυγή από τον διάδρομο, ο ήχος της διαπέρασε τα κόκαλά μου. «Σε παρακαλώ, σταμάτησέ τον. Σε παρακαλώ», είπα. «Την πονάει». Δεν είχε φωνάξει ποτέ τόσο δυνατά. Η σκέψη τού τι μπορούσε να της κάνει με τρομοκράτησε. «Λυπάμαι, αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Ο Γκάβιν, αν του


112

CHEVY STEVENS _

κολλήσει κάτι στο μυαλό, είναι σαν μπουλντόγκ. Και όντως το γουστάρει τρελά αυτό το κορίτσι». «Αν τη σκοτώσει, θα μπείτε φυλακή», είπε η Ντάνι. «Θα γίνετε δολοφόνοι». «Μπορεί να σας σκοτώσουμε και τις τρεις», είπε εκείνος με ένα ψυχρό χαμόγελο. «Αυτό θα τα έκανε όλα πολύ απλά. Από δω περνάνε πολλοί ταξιδιώτες με οτοστόπ. Δεν είχαμε εξετάσει τις πιθανότητες πριν, αλλά τώρα;» Γέλασε. «Τώρα μας άνοιξαν τα μάτια». «Θα ήταν πιο εύκολο να κρατήσετε εμάς παρά να αρχίσετε πάλι απ’ το μηδέν με κάποιες άλλες», είπε η Ντάνι. «Πιστεύεις ότι δεν μπορούμε να το ξανακάνουμε;» Το βλέμμα του της έκανε σαφές ότι βάδιζε σε ναρκοπέδιο. «Γιατί να ξαναμπείτε στον κόπο αφού έχετε ήδη εμάς;» είπε η Ντάνι. «Αυτό εννοώ. Αλλά πρέπει να φροντίζετε για την υγεία μας». Το πρόσωπο του Μπράιαν έγινε σκεπτικό. Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά, πλησίασε και πρόσφερε το τσιγαριλίκι στην Ντάνι, που τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά. Όταν εκείνος μου πρόσφερε και μένα, της έριξα ένα βλέμμα. Μου έγνεψε καταφατικά, εννοώντας να ακολουθήσω. Τράβηξα μια ρουφηξιά. Εκείνος ξανακάθισε κάτω. «Άρα πιστεύεις ότι θα σας κρατήσουμε;» Φάνηκε ότι ο Γκάβιν παραείχε λείψει με την Κόρτνεϊ. Δεν ακούγονταν πια κραυγές, και αυτό ήταν ακόμα χειρότερο. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι τι συνέβαινε, απλώς για να κερδίσουμε εμείς χρόνο. «Γιατί όχι;» είπα εγώ. «Δεν έχετε τίποτα να χάσετε». «Δεν είναι εύκολο να ερχόμαστε εδώ κάθε μέρα», είπε εκείνος. «Δεν χρειάζεται να έρχεστε κάθε μέρα», είπα. Θα ήταν ανακούφιση αν δεν έρχονταν. «Μπορείτε απλώς να μας αφήσετε νερό και φαγητό και να έρχεστε όποτε θέλετε». «Σαν να είστε τα κατοικίδιά μας», είπε, με φωνή διαπεραστική από το χόρτο. Έπειτα γέλασε. Μισούσα το γέλιο


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

113 _

του. Και το γέλιο του Γκάβιν ακόμα περισσότερο. «Ναι, σαν να είμαστε τα κατοικίδιά σας», είπε η Ντάνι. Διέκρινα τον θυμό κάτω από τη φωνή της, ήξερα ότι ήταν έτοιμη να εκραγεί. Σύνελθε, Ντάνι. Εκείνος έσκυψε πιο κοντά μας. «Ήδη έχουμε όλα όσα θέλουμε από εσάς». Ίσιωσε την πλάτη με ένα νωχελικό χαμόγελο. «Θα το σκεφτώ». Λίγα λεπτά αργότερα ο Γκάβιν επιτέλους έφερε την Κόρτνεϊ. Ίσα που μπορούσε να περπατήσει, και είδα σημάδια από δαγκωματιές στην κλείδα της. Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο, μόνο δάκρυα και μύξες κυλούσαν, ανάμεικτα με σκόνη και αίμα. Ο Γκάβιν την έσπρωξε στο πάτωμα. Βόγκηξε και έφερε τα γόνατα κοντά στο σώμα της. Εκείνος πήρε μια μπίρα, την άνοιξε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Σκούπισε το ιδρωμένο του πρόσωπο με τα χέρια καθώς μας κοίταζε από ψηλά. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο σε μένα. «Εσένα θα σε δοκιμάσω αύριο». Έριξε μια ματιά στην Κόρτνεϊ. «Άρχισα να τη βαριέμαι τη σκύλα». Έφτυσε πάνω της. Εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου καθώς το σάλιο κυλούσε στο πρόσωπό της. Ο Μπράιαν γέλασε. «Της έδωσες και κατάλαβε». Την πλησίασε και της πρόσφερε μια ρουφηξιά από το τσιγαριλίκι. Εκείνη δεν έλεγε να τον κοιτάξει. Της έδωσε μια κλοτσιά με την μπότα του. «Πάρ’ το». Γύρισε να τον κοιτάξει, ενώ εκείνος κράτησε το τσιγαριλίκι στα χείλη της και την κοίταξε σχεδόν τρυφερά καθώς είπε: «Έτσι μπράβο». Της έδωσε λίγες ακόμα ρουφηξιές, έπειτα σηκώθηκε όρθιος και γύρισε προς τον Γκάβιν. «Πάμε». Συρθήκαμε ως την Κόρτνεϊ, σκύψαμε πάνω από τη λεπτή της φιγούρα. Άκουγα την ανάσα της· ο ήχος αυτός με ανακούφισε. Είναι ακόμα ζωντανή. Όλες μας είμαστε ακόμα ζωντανές. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι τον πόνο ανάμεσα


114

CHEVY STEVENS _

στα σκέλια μου, ή τον Γκάβιν, που είπε ότι θέλει εμένα την επόμενη φορά. Ευχήθηκα να είχαμε παραδοθεί στις αρχές. Η φυλακή θα ήταν καλύτερη απ’ αυτό. «Είσαι εντάξει;» ψιθύρισε η Κόρτνεϊ ύστερα από λίγα λεπτά. «Εντάξει είμαι. Εσύ;» «Δεν μπορώ να το ξανακάνω. Δεν μπορώ». Άρχισε να κλαίει γοερά. «Δεν θα χρειαστεί να το ξανακάνεις», είπα απότομα. «Αν μας ξαναλύσουν, θα τους ορμήσουμε και θα προσπαθήσουμε να τους πάρουμε τα όπλα… και–» «Είναι πολύ δυνατοί», είπε η Ντάνι. «Και τι θα κάνουμε;» είπα. «Μας λύνουν… μας λύνουν μόνο όταν μας βιάζουν», είπε η Κόρτνεϊ, με τις λέξεις να βγαίνουν σαν λόξιγκας. «Ο Γκάβιν… του αρέσει… του αρέσει να σε αναγκάζει να κάνεις διάφορα, αλλά πάντοτε κρατάει μαχαίρι. Ο Μπράιαν μερικές φορές αφήνει κάτω το όπλο». «Ο Γκάβιν θα πάρει εμένα την επόμενη φορά». Δεν μπορούσα να ανασάνω, αγωνιζόμουν να σπρώξω τις λέξεις έξω από τον κόμπο στον λαιμό μου. «Θα προσπαθήσω να πάρω το όπλο από τον Μπράιαν», είπε η Ντάνι. «Θα τον πυροβολήσω κι έπειτα θα αναλάβω τον Γκάβιν. Αν ο Μπράιαν πάρει εσένα, Κόρτνεϊ, πρέπει να προσπαθήσεις να πάρεις το όπλο». «Εντάξει». Τα δάκρυά της κόπασαν. Το σώμα της ρίγησε ολόκληρο καθώς έπαιρνε μερικές ακανόνιστες ανάσες. «Κι αν πάρει εμένα ο Μπράιαν;» είπα. «Δεν ξέρω πού είναι το δωμάτιο του Γκάβιν». «Είναι ένας άλλος αποθηκευτικός χώρος, σαν αυτόν εδώ, αλλά στο μπροστινό τμήμα της αποθήκης. Πυροβόλησέ τον με τη μία». «Κι αν ο Γκάβιν γλιτώσει τη σφαίρα;» «Ακόμα κι αν σκοτώσουμε τον έναν από τους δύο, θα είμαι ευχαριστημένη», είπε η Ντάνι. Δεν μιλήσαμε για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

αποτύγχανε το σχέδιό μας.

115 _


116

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ

Είχαν φέρει Τηγανητό Κοτόπουλο Κεντάκι και τηγανητές πατάτες και λαχανοσαλάτα· έλυσαν τους καρπούς μας για να μπορέσουμε να φάμε. Ορμήσαμε στο κοτόπουλο, καταβροχθίζοντας την κάθε λιπαρή μπουκιά, γεμίζοντας το στόμα μας σε βαθμό ασφυξίας, αλλά καμιά μας δεν μπορούσε να φάει πιο αργά ή να σταματήσει τα βογκητά μας από την ανακούφιση. Είχα χρόνια να φάω κρέας, αλλά κάτι τέτοιο ούτε που μου περνούσε από το μυαλό εκείνη τη στιγμή, δεν με ένοιαζε. Καταβροχθίσαμε τη λαχανοσαλάτα, κατευθείαν από το σκεύος, παραγεμίσαμε τα στόματά μας με τηγανητές πατάτες. Ο Μπράιαν ακουμπούσε στον τοίχο, χτυπώντας ρυθμικά την κάννη του όπλου του στις καουμπόικες μπότες του, χαμογελώντας σε μένα. «Νομίζω ότι απόψε θα ξαναπάρω το κορίτσι μου». Εγώ ταράχτηκα – το θεωρούσα δεδομένο ότι θα πήγαινα με τον Γκάβιν. «Άι χάσου – είναι η σειρά μου», είπε ο Γκάβιν. Το πρόσωπο του Μπράιαν ήταν ψυχρό. «Μπορείς να την έχεις όποτε θα σου λέω εγώ ότι μπορείς». Έδειξε με το όπλο την Ντάνι και την Κόρτνεϊ. «Πάρε μια από αυτές». «Καλά». Ο Γκάβιν σήκωσε αδέξια την Κόρτνεϊ από το πάτωμα και την τράβηξε μακριά. Ο Μπράιαν έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

117 _

«Σε παρακαλώ», είπε η Ντάνι. «Είναι στ’ αλήθεια πληγωμένη. Θα κάνω ό,τι θελήσεις». Εκείνος χαμογέλασε. «Το ίδιο κι εκείνη». Με άρπαξε και με τράβηξε πάνω. Δεν κοίταξα την Ντάνι, από τον φόβο μήπως αποκαλύψω κάτι και ο Μπράιαν πάρει είδηση ότι είχαμε ένα σχέδιο, αλλά ένιωθα τον πανικό της. Στο άλλο δωμάτιο, άρχισε να με γυρίζει μπρούμυτα. Σε αυτή τη θέση δεν θα μπορούσα να φτάσω το όπλο, και τα χέρια μου ήταν ακόμα δεμένα. Σκέφτηκα γρήγορα. «Κι αν… κι αν σου έπαιρνα τσιμπούκι αντί γι’ αυτό;» Ήμουν έντρομη· ο λαιμός μου ήταν σφιγμένος. Προσπάθησα να μην το σκέφτομαι, απλώς προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο σχέδιό μας. Έμεινε σιωπηλός για ένα δευτερόλεπτο. Περίμενα ανήσυχη το ξέσπασμα της οργής του. «Ναι, εντάξει». Με στριφογύρισε και με γονάτισε μπροστά του, άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του με το ένα χέρι. «Μπορείς να καθίσεις στο κρεβάτι;» είπα. «Έτσι φτάνω πιο εύκολα. Και χρειάζομαι τα χέρια μου». Σιχαινόμουν και μόνο στη σκέψη ότι θα τον άγγιζα, ότι θα άγγιζα εκείνο το πράγμα. «Όπως βολεύεσαι καλύτερα, αγάπη». Ένωσε τα χέρια μου, στάθηκε όρθιος για να ξεκουμπώσει το φερμουάρ στο παντελόνι του, έπειτα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, ανακάθισε στηρίζοντας το βάρος στους αγκώνες του και έκλεισε τα μάτια. Γονάτισα μπροστά του, πήρα μια ανάσα και έβαλα το στόμα μου γύρω του, μόνο στο πάνω τμήμα. Λίγο έλειψε να κάνω εμετό, έκλεισα σφιχτά τα μάτια, προσπαθώντας να μη σκέφτομαι τίποτα, τη γεύση της σάρκας του, την αντρική του μυρωδιά. Έπιασε το πίσω μέρος του κεφαλιού μου, έσπρωξε το κεφάλι μου πιο κοντά του για να με αναγκάσει να το καταπιώ ακόμα περισσότερο. Μου ήρθε ξανά αναγούλα, έτσι όπως ήταν σηκωμένο και σιχαμερό. Τα μάτια του άνοιξαν ξαφνικά και μου κόλλησε το όπλο στον κρόταφο, το κρύο μέταλλο με πίεζε δυνατά. Έπειτα απασφάλισε.


118

CHEVY STEVENS _

«Τόλμησε να με δαγκώσεις και θα σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα». Έγνεψα καταφατικά. Κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά και με παρακολουθούσε. Τελικά τα έκλεισε· το χέρι του πίεζε το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στην αναπνοή μου από τη μύτη. Εκείνος βογκούσε, το χέρι του με κρατούσε σφιχτά από τα μαλλιά. Το άλλο του χέρι άρχισε να χαλαρώνει. Τεντώθηκα αργά, έπιασα την κάννη και το τράβηξα μακριά του, απομακρύνοντας το στόμα μου και μπερδεύοντας τα πόδια μου καθώς του όρμησα ξαφνικά. Το χέρι του τινάχτηκε απότομα, πετώντας μακριά το τουφέκι προτού προλάβω να πατήσω τη σκανδάλη. Έτρεξα να το πιάσω. Εκείνος μου έβαλε τρικλοποδιά, κι έτσι έπεσα δυνατά στο πάτωμα. Τα χέρια του ήταν πάνω στα πόδια μου και με τραβούσαν πίσω. Έπιασα ένα σπασμένο κομμάτι από ένα τελάρο που βρισκόταν στο πάτωμα, γύρισα και το κατεύθυνα με ορμή προς το μάτι του. Την τελευταία στιγμή μού χτύπησε το χέρι και, αντί η αιχμή να του διαπεράσει τον βολβό του ματιού, τον χτύπησε στο μάγουλο. Έβγαλε μια κραυγή. Ελευθέρωσα τα πόδια μου με ένα τράβηγμα, έκανα ένα βήμα μπροστά με το ένα πόδι και άρπαξα το κοντάκι του όπλου. Εκείνος μου έπιασε τους αστραγάλους, προσπαθώντας να με τραβήξει πίσω. Δεν είχα αρκετή απόσταση για να τον πυροβολήσω, δεν μπορούσα να περιστρέψω το τουφέκι. Γύρισα στο ένα μου πλευρό και, κρατώντας το όπλο και με τα δυο μου χέρια, τον χτύπησα δυνατά στον κρόταφο με το κοντάκι. Άρχισε να παραπαίει. Τον χτύπησα πάλι. Ακούστηκε ένας γδούπος. Κατέρρευσε πάνω στο πίσω μέρος των ποδιών μου και έμεινε ακίνητος. Δεν ήξερα πόσο μακριά ήταν το άλλο δωμάτιο, αλλά ήλπιζα ο Γκάβιν να μην είχε ακούσει τον Μπράιαν να φωνάζει. Ξετρύπωσα κάτω από το σώμα του Μπράιαν και στάθηκα από πάνω του, σημαδεύοντας με το όπλο το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ήταν ημιαυτόματο – ήλπιζα να υπήρχαν λίγες


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

119 _

σφαίρες στον γεμιστήρα. Το δάχτυλό μου αιωρήθηκε πάνω στη σκανδάλη· η ανάσα μου γεμάτη ένταση. Πάτησα δυνατά. Δεν συνέβη τίποτα. Γύρισα το όπλο και εντόπισα τον σπασμένο μπρούντζινο κάλυκα σφηνωμένο στη θαλάμη. Να πάρει! Προσπάθησα να τον ελευθερώσω με τα δάχτυλά μου – τα αδέξια και γλιστερά απ’ τον ιδρώτα δάχτυλά μου. Πόση ώρα είχα άραγε προτού ορμήσει ο Γκάβιν από την πόρτα; Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα· η στιγμή ατελείωτη. Δεν ξεμπλόκαρε. Έκλεισα τα μάτια σφιχτά με απελπισία, έπειτα τα άνοιξα και κοίταξα τον Μπράιαν χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Κόπανε», ψιθύρισα πίσω από την πλάτη του. «Σε μισώ». Χρησιμοποίησα τη ζώνη του Μπράιαν και έδεσα μαζί τους καρπούς του· τα δάχτυλά μου πάλευαν με το δέρμα καθώς προσπαθούσα να το τραβήξω σφιχτά και να το κουμπώσω, φοβούμενη μην ξυπνήσει. Με το τουφέκι στο ένα μου χέρι, βγήκα αργά και προσεκτικά από το δωμάτιο και από την αποθήκη, παρακάμπτοντας στοίβες με τελάρα. Η λάμπα κρεμόταν δίπλα στα γόνατά μου, δημιουργώντας έναν μικρό κύκλο φωτός λίγα εκατοστά μπροστά μου. Η Ντάνι μου είχε πει να πυροβολήσω τον Γκάβιν, αλλά ακόμα δεν είχα βγάλει τη σφαίρα από τη θαλάμη. Επέστρεψα στο άλλο δωμάτιο, προσπαθώντας να μην πέσω πάνω σε αντικείμενα καθώς προχωρούσα μες στο σκοτάδι, και πήρα τα κλειδιά του Μπράιαν από την πίσω τσέπη του παντελονιού του, κρατώντας την ανάσα μου όταν κουδούνισαν, αλλά εκείνος ήταν ακόμα αναίσθητος. Ένιωσα κι άλλο ένα σκληρό αντικείμενο στην τσέπη του· γλίστρησα αργά μέσα το χέρι μου και έβγαλα έναν σουγιά. Αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε πρώτα να ελευθερώσω την Ντάνι, μα όταν βγήκα από το δωμάτιο παρατήρησα άλλη μια πόρτα στον διάδρομο. Ήταν πιο μεγάλη – έμοιαζε περισσότερο με εξώπορτα. Την έσπρωξα και άνοιξε. Είχα την εντύπωση ότι βρισκόμουν στο πλάι του κτιρίου. Άνοιξα δρόμο


120

CHEVY STEVENS _

μέσα από τους θάμνους και έφτασα στην μπροστινή πλευρά. Το φορτηγό του Μπράιαν ήταν παρκαρισμένο με τη μούρη προς το κτίριο. Έβαλα μπρος το φορτηγό, άνοιξα το ραδιόφωνο – δυνατή μουσική ακούστηκε ξαφνικά. Έπειτα βγήκα έξω και έτρεξα στην πρόσοψη του κτιρίου όπου υπήρχε πόρτα. Κρύφτηκα πίσω από τη γωνία και έσβησα τη λάμπα. Στο τελευταίο φως του δειλινού διαπίστωσα ότι το κτίριο βρισκόταν σε ένα ξέφωτο πλαισιωμένο από δέντρα. Φαινόταν ότι ο δρόμος συνέχιζε και γύρω απ’ την πλαϊνή πλευρά του κτιρίου. Δεν έβλεπα άλλα σπίτια ή φώτα μέσα από τα δέντρα. Ο μοναδικός θόρυβος ήταν ο Γκαρθ Μπρουκς, που κλαψούριζε μέσα από το φορτηγό του Μπράιαν. Ο Γκάβιν βγήκε έξω κρατώντας το τουφέκι του. Κοίταξε μέσα στο φορτηγό. «Μπράιαν; Εσύ είσαι; Τι στον διάολο κάνεις;» Στεκόταν ακίνητος, κοιτάζοντας τριγύρω, κάπου τριάμισι μέτρα μακριά μου. Προσπάθησα ξανά να βγάλω τη σφαίρα έξω από τη θαλάμη, αλλά τα δάχτυλά μου παραήταν γλιστερά. Εκείνος άνοιξε την πόρτα του φορτηγού και έσκυψε μέσα. Εγώ κινήθηκα αργά, ελαφροπατώντας στο έδαφος, προσπαθώντας να μη χτυπήσω κάπου τη λάμπα, και πήγαινα στα μουλωχτά προς την πόρτα. Έπρεπε να πάω στην Ντάνι και έπειτα θα παίρναμε την Κόρτνεϊ. Το ένα μου πόδι είχε δρασκελίσει την είσοδο, το δεύτερο ακολουθούσε αμέσως από πίσω. Ένας θόρυβος – η άκρη της λάμπας που έξυσε το κατώφλι. Κοίταξα πάνω από τον ώμο μου. Ο Γκάβιν έκανε απότομα μεταβολή, με σημάδεψε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του φορτηγού και πυροβόλησε. Το ξύλο έσπασε μπροστά στο πρόσωπό μου. Μου έπεσε η λάμπα· όρμησα και πάλι μες στο κτίριο φωνάζοντας το όνομα της Ντάνι. Την άκουσα να με φωνάζει πίσω από μια πόρτα στα δεξιά μου. Άλλος ένας πυροβολισμός ακούστηκε πίσω μου. Άνοιξα με ένα σπρώξιμο την πόρτα. «Πρέπει να φύγουμε από δω μέσα», είπα μες στο σκοτάδι.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

121 _

Εκείνη ήταν δίπλα μου, τα χέρια της με άγγιζαν. Τρέξαμε στον διάδρομο, ανοίξαμε την πόρτα προς την αποθήκη. Μείναμε στο πλάι του δωματίου, ακολουθώντας τον τοίχο, αφήνοντας τα τελάρα ανάμεσα σ’ εμάς και στην πόρτα. «Βγείτε έξω, βγείτε έξω, όπου κι αν είστε», η φωνή του Γκάβιν αντήχησε στον διάδρομο. Σταματήσαμε με τις πλάτες μας ακουμπισμένες στον τοίχο, ζαρώσαμε σε μια γωνιά. Χρησιμοποίησα τον σουγιά και έκοψα τα δεσμά από τα χέρια της Ντάνι. Εκείνη έτριξε τους καρπούς της. Ακούμπησα το στόμα μου στο αφτί της. «Το όπλο είναι στομωμένο, οι κόπανοι δεν το καθάρισαν ποτέ». Μου το πήρε, καταπιάστηκε με τη σφαίρα που είχε κολλήσει στη θαλάμη. Κράτησα την ανάσα μου και τελικά άκουσα τον απαλό ήχο καθώς ο κάλυκας έπεσε στο τσιμέντο. «Πρέπει να βρούμε την Κόρτνεϊ», μου ψιθύρισε και μου ξανάδωσε το όπλο. Της έδωσα τον σουγιά. «Πήρα και τα κλειδιά του. Είναι στο φορτηγό». Περπατήσαμε στα τέσσερα σύρριζα στον τοίχο, ενώ ιστοί αράχνης μάγκωναν στα μαλλιά και στο πρόσωπό μας, προσπαθώντας να μην πιαστούν τα ρούχα μας στα τελάρα. Κάθε ήχος μεγεθυνόταν, κάθε σύρσιμο από τα πόδια μας ακουγόταν δυνατά. Άκουσα τα βήματα του Γκάβιν στην πόρτα, ακούστηκε το τρίξιμό της καθώς άνοιγε. Άκουγα τις ακανόνιστες ανάσες του, ήξερα ότι κι εκείνος προσπαθούσε να μας ακούσει. Κινηθήκαμε πιο αργά. Δεν έβλεπα άλλη έξοδο, το δωμάτιο ήταν πια σχεδόν σκοτεινό. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να περάσουμε από την ίδια πόρτα. Η Ντάνι άρπαξε το χέρι μου, έδειξε στ’ αριστερά με μια έξαλλη κίνηση. Σημάδεψα με το όπλο προς εκείνη την κατεύθυνση, ίσα που διέκρινα τη σκιά του Γκάβιν καθώς μας πλησίαζε στα μουλωχτά. Στόχευσα, αλλά εκείνος πυροβόλησε πρώτος. Εγώ αναπήδησα, τραβώντας την Ντάνι στο πάτωμα μαζί μου, κι έπειτα συνειδητοποίησα ότι είχε πυροβολήσει προς την άλλη άκρη της αποθήκης. Πόσες σφαίρες να του είχαν


122

CHEVY STEVENS _

απομείνει άραγε; Εκείνος έβρισε και έπειτα φώναξε: «Μπράιαν, πού στον διάολο είσαι;» Τώρα διέσχιζε το δωμάτιο, απ’ άκρη σ’ άκρη, απέναντι από την πόρτα. «Θα πετάξω κάτι», ψιθύρισε η Ντάνι μες στο αφτί μου. «Όταν το πυροβολήσει, εσύ ρίξε σε εκείνον». Ψηλάφησε σιωπηλά το πάτωμα. «Κάτι έπιασα», είπε πάλι με μια ανάσα στο αφτί μου. «Ετοιμάσου». Πέταξε κάτι προς τ’ αριστερά. Η σκιά του Γκάβιν έκανε απότομα μεταβολή, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε καθώς πυροβόλησε ξανά. Στόχευσα τη σκιά του, πάτησα τη σκανδάλη, άκουσα μια φωνή, έπειτα τον ήχο που έκανε καθώς έπεφτε – ο κρότος από τελάρα που γκρεμίζονταν. Δεν ήξερα πόσο άσχημα τον είχαμε χτυπήσει, αλλά σηκωθήκαμε όρθιες και τρέξαμε στην άλλη πλευρά της αποθήκης, ανοίγοντας ψηλαφητά δρόμο προς την πόρτα και με κατεύθυνση το άλλο δωμάτιο-αποθήκη. «Εδώ», είπε η Ντάνι. Ανοίξαμε την πόρτα με μια σπρωξιά. Η μικροκαμωμένη φιγούρα της Κόρτνεϊ ήταν κουλουριασμένη στο πάτωμα, με μια λάμπα δίπλα της. Ήταν γυμνή. Η Ντάνι τη σήκωσε, την έπιασε κάτω από τις μασχάλες της και την τράβηξε για να σηκωθεί όρθια. Η Κόρτνεϊ έσκυψε προς την Ντάνι, με το χέρι της πάνω από τον ώμο της Ντάνι, σιγοκλαίγοντας από τον πόνο. Πήρα το φόρεμα της Κόρτνεϊ από το πάτωμα και τρέξαμε προς την έξοδο της αποθήκης. Η Ντάνι ακόμα σήκωνε το βάρος της Κόρτνεϊ, με το χέρι τυλιγμένο γύρω από τη μέση της, κι εγώ άνοιγα δρόμο με το όπλο στον ώμο μου. Πού να ήταν άραγε ο Γκάβιν; Τον είχα σκοτώσει; Ήμαστε στον διάδρομο και με γρήγορες κινήσεις κατευθυνόμασταν προς την πόρτα. Η Ντάνι βαριανάσαινε πίσω μου. Φτάσαμε στο φορτηγό. Προσευχήθηκα τα κλειδιά να είναι ακόμα εκεί. Η Ντάνι σήκωσε την Κόρτνεϊ και την άφησε στην πλευρά


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

123 _

του συνοδηγού. Εγώ σημάδευα με το όπλο την έξοδο, κοιτάζοντας τριγύρω. Ήταν άραγε στους θάμνους; Μήπως μας είχε περικυκλώσει και ήταν πίσω μας; Η Ντάνι επιβιβάστηκε στη θέση του οδηγού. «Μπες μέσα, Τζες!» Έτρεξα στη θέση του συνοδηγού και πήδηξα μέσα. Τα κλειδιά κρέμονταν ακόμα στη μίζα. Η Ντάνι έβαλε μπρος το φορτηγό, άναψε τους προβολείς. Ο Γκάβιν βγήκε τρέχοντας από το κτίριο, με τον ώμο του γεμάτο αίματα. Ο Μπράιαν ήταν πίσω του. Η Ντάνι έκανε όπισθεν μερικά μέτρα κι έπειτα έβαλε ταχύτητα και σανίδωσε το γκάζι καθώς έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και λίγο έλειψε να χτυπήσει έναν από τους δυο τους. Ο Μπράιαν γαντζώθηκε στο πλαϊνό παράθυρο. Όλες μας στριγκλίζαμε. Χτυπούσα τα χέρια του ώσπου επιτέλους ξεκόλλησε και έπεσε στο έδαφος. Διανύσαμε τρέχοντας τον χωματόδρομο, με τα χαλίκια να πετάγονται πίσω μας και το φορτηγό να ξεκολλάει από τον δρόμο στις γωνίες. «Δεν ξέρω προς τα πού να πάω!» φώναξε η Ντάνι. «Δεν ξέρω πού είμαστε». «Απλώς συνέχισε μέχρι να βρούμε ένα σπίτι», είπα εγώ. «Δεν μπορούμε να πάμε σε σπίτι. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε βοήθεια», είπε εκείνη. «Δεν θέλω να δω κανέναν!» μίλησε επιτέλους η Κόρτνεϊ – κλαίγοντας υστερικά. «Δεν θέλω να το μάθει κανείς», είπε ανάμεσα στους λυγμούς της. «Κανείς δεν πρέπει να ξέρει». Μου άρπαξε το φόρεμα από τα χέρια και το φόρεσε από το κεφάλι. «Η αστυνομία θα θελήσει να μάθει τα ονόματά μας», είπε η Ντάνι. «Θα καταλάβουν ποιες είμαστε». Όλες μας ξέραμε τι θα μπορούσε να συμβεί μετά απ’ αυτό. Σκέφτηκα το πτώμα του μπαμπά κάτω από τα γουρούνια, το φορτηγό του στο λατομείο.


124

CHEVY STEVENS _

«Μα έτσι αυτοί θα ξεφύγουν», είπα. «Δεν θέλω να το μάθει κανείς», επέμεινε πάλι η Κόρτνεϊ. «Τι θα κάνουμε;» Ήμουν έξαλλη από τον φόβο, ήθελα απελπισμένα να φύγω μακριά από τον Μπράιαν και τον Κέβιν. «Δεν μπορούμε να πάμε με το φορτηγό τους στην πόλη. Ο κόσμος θα το αναγνωρίσει. Μπορούμε να πάμε μ’ αυτό ως το Βανκούβερ;» Η Ντάνι χαμήλωσε το βλέμμα στις ενδείξεις του ταμπλό. «Οι κόπανοι έχουν σχεδόν άδειο ρεζερβουάρ». «Μήπως να προσπαθήσουμε να κλέψουμε ένα άλλο φορτηγό;» είπα εγώ. «Αυτό απλώς θα κάνει τους μπάτσους να μας κυνηγήσουν. Πρέπει να πάρουμε πίσω το δικό μας φορτηγό». «Από το συνεργείο;» είπα. «Ναι, θα ξεφορτωθούμε αυτό το φορτηγό στην πόλη – είναι αργά, δεν θα κυκλοφορεί πολύς κόσμος στους δρόμους. Μπορούμε να το αφήσουμε στο μπαρ κι έπειτα να πάρουμε πίσω το δικό μας. Έχουμε τα κλειδιά του μαγαζιού. Είπαν ότι το φορτηγό μας είχε επισκευαστεί – κι εμείς ξέρουμε ότι έχει βενζίνη. Το τουφέκι μας πιθανότατα θα είναι ακόμα κάτω από το κάθισμα, διαφορετικά θα κοκορεύονταν που το βρήκαν». «Μπορεί να έλεγαν ψέματα – μπορεί να το ξεφορτώθηκαν το φορτηγό», είπα εγώ. «Όχι, πάω στοίχημα ότι το κράτησαν». Για σουβενίρ.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

125 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ

Ακολουθήσαμε τον δρόμο για λίγο ακόμα, αβέβαιες για το αν κατευθυνόμασταν μακριά από την πόλη ή προς αυτήν. «Κι αν έχουμε πάρει λάθος κατεύθυνση κι εκείνοι είναι ήδη στην πόλη;» είπα. «Είναι τραυματισμένοι. Πρέπει κι εκείνοι να καταστρώσουν κάποιο σχέδιο». «Μπορεί να πουν ότι τους επιτεθήκαμε… ότι τους κλέψαμε». «Ούτε κι εκείνοι θέλουν να αρχίσουν τις ερωτήσεις οι μπάτσοι», είπε η Ντάνι. Κοίταξα προς την Κόρτνεϊ, που δεν είχε πει λέξη από την ώρα που το σκάσαμε. Κοιτούσε διαρκώς έξω από το παράθυρο. Κάθε τόσο κοίταζε πάνω από τον ώμο της τον δρόμο πίσω μας. Άρπαξα το χέρι της και το κράτησα, αλλά το δικό της το ένιωσα αδύναμο. Επιτέλους αρχίσαμε να βλέπουμε σπίτια κι έπειτα διασχίσαμε μια γέφυρα. Τα λάστιχα ηχούσαν δυνατά πάνω στην επιφάνειά της. «Αυτός ο ήχος μού είναι οικείος. Νομίζω ότι διασχίσαμε αυτή τη γέφυρα εκείνη τη νύχτα!» «Ναι, έχεις δίκιο», είπε η Ντάνι. «Σχεδόν φτάσαμε, Κόρτνεϊ», είπα. «Τα καταφέραμε». Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά μου, μα εκείνης


126

CHEVY STEVENS _

έμοιαζαν άδεια, ηττημένα. Στην πόλη, κόψαμε ταχύτητα, ίσα που κινούμασταν. Το ρολόι στο ραδιόφωνο του φορτηγού ανακοίνωσε ότι η ώρα ήταν έντεκα. Δεν είχαμε συναντήσει άλλα οχήματα στον δρόμο, ενώ ελάχιστα βρίσκονταν μπροστά στο μπαρ. Δεν είχα ιδέα ποια μέρα της εβδομάδας ήταν. Η Ντάνι έκανε τον γύρο του τετραγώνου και παρκάρισε το φορτηγό κοντά στο μπαρ. Μουσική και μυρωδιά τηγανητών απλωνόταν στο πάρκιγκ. Βγήκαμε έξω, προσέχοντας να μη χτυπήσουμε δυνατά τις πόρτες μας. Η Κόρτνεϊ χρειάστηκε τη βοήθειά μου για να κατέβει. Τώρα είδα ότι το αφτί της αιμορραγούσε, λες και ο Γκάβιν το είχε δαγκώσει. Βρήκα ένα μπουκάλι νερό στο πάτωμα και ένα παλιό μπλουζάκι. Έβρεξα μια άκρη του και σκούπισα το αίμα. Η Ντάνι είχε πάει στο πίσω μέρος του φορτηγού, προσπαθώντας να ανοίξει την εργαλειοθήκη πίσω από το παρμπρίζ. Δοκίμαζε διαφορετικά κλειδιά από την αρμαθιά του Μπράιαν. «Τι κάνεις;» ψιθύρισα. «Πρέπει να φύγουμε». Τελικά άνοιξε την εργαλειοθήκη, έβγαλε τα σακίδιά μας και τα κράτησε ψηλά. Τρυπώσαμε στο συνεργείο μέσα από το σκοτεινό σοκάκι. Η Ντάνι έψαξε τα κλειδιά και άνοιξε. Κράτησα την ανάσα μου, περιμένοντας να ακούσω τον δυνατό ήχο ενός συναγερμού, αλλά το μόνο που ακούστηκε ήταν σιωπή. Υπήρχε μόνο ένα φορτηγό μες στο συνεργείο. «Να πάρει. Δεν είναι εδώ», είπε η Ντάνι. «Πρέπει να είναι εδώ». Κοίταξα τριγύρω, σηκώνοντας έναν μουσαμά στη γωνία, ενθουσιασμένη για μια στιγμή. Αλλά σκέπαζε ένα παλιό αυτοκίνητο. «Ίσως να έχουν λίγη βενζίνη. Θα μπορούσαμε να φουλάρουμε το φορτηγό τους και τουλάχιστον να φύγουμε από δω». Κοιτάζαμε ένα μπιτόνι όταν άνοιξε η μπροστινή πόρτα. Κρατούσα ακόμα το τουφέκι του Μπράιαν και έκανα μεταβολή, σημαδεύοντας την πόρτα. Ο άντρας με το μούσι τον οποίο είχαμε δει τη μέρα που διασχίσαμε την πόλη


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

127 _

στεκόταν στην είσοδο. Ήταν μεγαλόσωμος, τώρα που τον έβλεπα από κοντά, με φαρδιούς ώμους και γενειάδα τόσο μακριά, που έφτανε ως το στήθος του. Φορούσε ένα καπέλο του μπέιζμπολ με το σήμα της Harley και μια ζώνη –επίσης Harley– περασμένη στο ξεβαμμένο του τζιν, ένα λευκό φανελάκι κάτω από ένα μαύρο δερμάτινο γιλέκο. Στον ένα του πήχη είχε άσχημα σημάδια, με δέρμα κοκκινωπό και πρησμένο, σαν να είχε καεί κάποτε. Όταν με είδε με το τουφέκι, σήκωσε τα χέρια ψηλά. Μας κοίταξε τη μια μετά την άλλη, προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. «Είσαστε καλά, κορίτσια;» Η φωνή του ήταν τραχιά, όπως των καπνιστών. Η Ντάνι έκανε ένα βήμα μπροστά και έσπρωξε το όπλο για να σημαδεύει προς το πάτωμα. Περίμενα για μια στιγμή, αλλά εκείνη μου έριξε ένα βλέμμα. Χαλάρωσα τα χέρια μου. «Δεν θέλουμε μπλεξίματα», του είπε, «απλώς θέλουμε ό,τι μας ανήκει». «Ψάχνετε το φορτηγό σας». Εκείνη δεν απάντησε. «Έχουν μια αυλή στο πίσω μέρος», είπε εκείνος. «Παρατήρησα ότι τα αγόρια έκρυψαν ένα φορτηγό κάτω από έναν μουσαμά πριν από μία εβδομάδα. Μα είναι κλειδωμένη αυτή η αυλή – κι έχει έναν μεγάλο σκύλο». Ήθελα να είμαι γενναία, γι’ αυτό και θύμωσα όταν με απείλησαν τα δάκρυα. Με βραχνή φωνή, είπα: «Θα μας καταδώσετε;» Εκείνος έγνεψε αρνητικά. Μας κοίταζε αργά, τα ρούχα μας που δεν ήταν στο νούμερό μας, τα γυμνά μας πόδια και τα ανακατεμένα μας μαλλιά. Το βλέμμα του στάθηκε στο πρόσωπο της Κόρτνεϊ. «Σίγουρα δεν θέλετε να ζητήσω βοήθεια; Φαίνεται ότι μπλέξατε κάπου». «Όχι μπάτσους», είπε η Ντάνι. «Απλώς θέλουμε να φύγουμε από δω». «Πού θέλετε να πάτε;»


128

CHEVY STEVENS _

Η Ντάνι έδειξε να το σκέφτεται αν έπρεπε ή όχι να πει ψέματα, αλλά τελικά είπε: «Στο Βανκούβερ. Χρειαζόμαστε φαγητό, ρούχα. Μπορείς να μας βοηθήσεις;» Ο άντρας έδειξε να διστάζει τώρα, σαν να το σκεφτόταν. Η Κόρτνεϊ σήκωσε το κεφάλι και με σπασμένη φωνή είπε: «Σε παρακαλώ, βοήθησέ μας». Τον ακολουθήσαμε πέρα από μια πίσω πόρτα στην παμπ και ανεβήκαμε μερικές σκάλες. Τώρα είδα ότι τα μαλλιά του ήταν μακριά και ήταν μαζεμένα σε πλεξούδα στην πλάτη και δεμένα στο τέλος με ένα πετσάκι. Η μουσική έπαιζε δυνατά, έστελνε δονήσεις στον αέρα που μύριζε γράσο, καπνό από τσιγάρα και μπαγιάτικη μπίρα. Απώθησα τις εικόνες του Μπράιαν και του Γκάβιν. Δεν ήθελα να είμαι εδώ, δεν ήθελα να πάω στο σπίτι αυτού του άντρα, αλλά δεν είχαμε άλλες επιλογές. Το διαμέρισμά του ήταν μικρό αλλά τακτοποιημένο. Καθίσαμε στο σαλόνι, ζαρώσαμε η μια δίπλα στην άλλη στον καναπέ. Ακούμπησα το τουφέκι πάνω στα γόνατά μου και κοίταξα τριγύρω τους πίνακες με τοπία από μαύρο βελούδο, το ξύλινο τραπεζάκι σαλονιού, το γυάλινο ράφι που ήταν γεμάτο μινιατούρες της Harley-Davidson. Στο μαρμάρινο ράφι πάνω από ένα πέτρινο τζάκι η φωτογραφία μιας γυναίκας ήταν προσεκτικά τοποθετημένη πάνω σε ένα λευκό σεμέν. Η γυναίκα είχε μακριά μαλλιά, με χωρίστρα στη μέση, και ένα πλατύ χαμόγελο. Καθόταν στη σέλα μιας Harley. «Λέγομαι Άλεν», είπε εκείνος και έπειτα έκανε μια παύση, περιμένοντας να συστηθούμε και εμείς. Μείναμε σιωπηλές. «Εντάξει, λοιπόν, ας ρίξω μια ματιά για ρούχα». Εξαφανίστηκε σε ένα πίσω δωμάτιο και ξαναβγήκε με δύο τζιν παντελόνια και μπλούζες, τα οποία έδωσε στην Κόρτνεϊ και στην Ντάνι. «Η γυναίκα μου – πέθανε πριν από λίγα χρόνια». Μου έδωσε ένα τζιν παντελόνι, ένα μπλουζάκι και μια γκρι ζακέτα με φερμουάρ. «Αυτά είναι του γιου μου». «Ευχαριστώ», είπα.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

129 _

«Θα δω μήπως σας βρω και παπούτσια». Επέστρεψε με ένα ζευγάρι παλιά αθλητικά παπούτσια, με φθαρμένα κορδόνια, και μερικές σαγιονάρες που επίσης είχαν γνωρίσει καλύτερες μέρες. «Τις φοράει ώσπου να διαλυθούν». Έδειξε προς το μπάνιο – βρισκόταν στο τέλος του διαδρόμου, αλλά φαινόταν λίγο από το σαλόνι. Η Ντάνι μου είπε να πάω πρώτη. Της έδωσα το τουφέκι, πήρα το σακίδιό μου και έπειτα άλλαξα γρήγορα και έπλυνα πρόσωπο και μαλλιά. Ακολούθησε η Ντάνι, που μπήκε μέσα μαζί με την Κόρτνεϊ, δίνοντάς μου πίσω το όπλο. Περίμενα έξω από την πόρτα, με το σακίδιο στα πόδια μου και το τουφέκι στα χέρια. Αναρωτήθηκα αν ο Γκάβιν και ο Μπράιαν είχαν κι άλλο φορτηγό· αν είχαν ήδη έρθει στην πόλη και μας έψαχναν. Ο Άλεν ήταν στην κουζίνα, άνοιγε μια κονσέρβα με σούπα και με κοίταζε. Το βλέμμα του χαμήλωσε, εστίασε στους καρπούς μου, το μέτωπό του ζάρωσε συνοφρυωμένο. Για μια φευγαλέα στιγμή το βλέμμα του έπεσε σε ένα τηλέφωνο στην άκρη του πάγκου. «Το καλό που σου θέλω, μην τηλεφωνήσεις σε κανέναν!» του είπα. Έκανα ένα βήμα προς το μέρος του, κοίταξα πάνω από τον ώμο μου, αλλά η Κόρτνεϊ και η Ντάνι ήταν ακόμα στο μπάνιο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Το κεφάλι μου το ένιωθα ελαφρύ, το κορμί μου έτρεμε από τον φόβο και την έλλειψη τροφής. Άπλωσε το ένα του χέρι. «Ήρεμα. Απλώς σκέφτηκα ότι οι μπάτσοι θα ήθελαν να μάθουν αν τα αγόρια σάς έκαναν κακό». «Αν τους τηλεφωνήσεις, θα αναγκαστώ να κάνω κακό σε σένα». Κούνησα το όπλο. «Δεν υπάρχει λόγος να πάθει κανείς οτιδήποτε». Η Ντάνι και η Κόρτνεϊ βγήκαν από το μπάνιο. Τα μαλλιά τους ήταν νωπά. Τα ρούχα τούς έρχονταν φαρδιά, αλλά χάρηκα που τις είδα χωρίς τα φορέματα. «Τι συμβαίνει;» η Ντάνι έτρεξε προς το μέρος μου. «Θα φώναζε τους μπάτσους». «Γιατί;» είπε η Ντάνι. «Σου το είπαμε. Δεν έγινε τίποτα».


130

CHEVY STEVENS _

Εκείνος μας κοίταξε. «Κάτι έγινε». «Εμείς δεν πρόκειται να τους μιλήσουμε», είπε η Ντάνι. «Αλλά εκείνα τα αγόρια μπορεί να μάθουν ότι έκανες μια κλήση που αφορούσε εκείνα». Του έριξε μια ματιά. Ο άντρας την κοίταξε επίμονα, με τα χέρια του ακόμα στην κονσέρβα της σούπας, ζυγίζοντας τις λέξεις της, κι έπειτα έγνεψε καταφατικά. Κατευθύνθηκε προς το τραπέζι της κουζίνας. «Ας δούμε πώς μπορούμε να σας φυγαδεύσουμε από την πόλη, κορίτσια». Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι κάθισαν από τη μια πλευρά, ρίχνοντας τα σακίδιά τους ανάμεσα στα πόδια τους. Έμεινα ακουμπισμένη στον τοίχο, απ’ όπου μπορούσα να δω τα πρόσωπά τους, με το τουφέκι ακόμα στα χέρια αλλά σημαδεύοντας το πάτωμα. Ο άντρας έβγαλε μια κατσαρόλα από ένα ντουλάπι και έριξε μέσα δύο κονσέρβες από κοτόσουπα με χυλοπίτες. Μου έτρεξαν τα σάλια. Ήθελα να τη φάω κρύα, ήθελα να τρέξω και να τη γλείψω από την κονσέρβα. Κοίταξα το πρόσωπο της Ντάνι, παρατήρησα ότι κοίταζε το μάτι της κουζίνας. Απέστρεψε το βλέμμα, αργά, με άκαμπτο τον λαιμό της. «Καλύτερα να αφήσετε εδώ το φορτηγό σας, κορίτσια», είπε ο άντρας. «Το χρειαζόμαστε. Θα χρειαστεί μόνο να ναρκώσουμε τον σκύλο ή κάτι τέτοιο», είπε η Ντάνι. «Πίσω από το συνεργείο έχει κάμερες». «Αυτό τώρα μας το λες», είπα εγώ. Η σούπα έβραζε πάνω στο μάτι. Ο άντρας την ανακάτεψε, το άρωμά της σκόρπισε στον αέρα. Το στομάχι μου γουργούρισε. «Δεν ήθελα να σας τρομάξω. Ο θείος του Μπράιαν πάντα την κοιτάζει εκείνη την κάμερα όλη την ώρα». «Να πάρει», είπε η Ντάνι τρώγοντας τα νύχια της. «Αν δεν διεκδικήσετε το φορτηγό σας, θα το διαλύσουν για ανταλλακτικά. Δεν ξέρω από πού ήρθατε ή από ποιον το σκάσατε, αλλά πήρατε μεγάλο ρίσκο που οδηγήσατε ως εδώ. Τα φορτηγά χρειάζονται βενζίνη, τα φορτηγά χαλάνε. Αν το


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

131 _

αφήσετε, είναι σαν να εξαφανιστήκατε εδώ». Σαν να πεθάναμε εδώ. Έριξα μια ματιά στην Κόρτνεϊ. Κρατούσε τα χέρια της σφιχτά γύρω από το σώμα της, το βλέμμα της ήταν ακόμα άδειο με εκείνο τον τρόπο που με τρόμαζε. «Και πώς αλλιώς θα πάμε στο Βανκούβερ;» είπα εγώ. «Υπάρχει ένα λεωφορείο. Αύριο το πρωί–» «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ τόσο πολύ». Η φωνή μου ήταν έξαλλη. Φάνηκε σκεπτικός. «Ο γιος μου μπορεί να σας πάει απόψε στο Άρμστρονγκ. Μπορείτε να πάρετε το λεωφορείο από κει». «Δεν έχουμε καθόλου χρήματα», είπε η Ντάνι, με το πιγούνι ψηλά. «Θα σας βοηθήσω εγώ. Έχετε κανέναν συγγενή εκεί που πηγαίνετε;» Η Ντάνι έγνεψε αρνητικά. «Κανέναν». «Και τι θα κάνετε;» Κατέβασε μερικά μπολ από το ντουλάπι. «Θα ζήσουμε στον δρόμο ή σε κάποιο άσυλο ή κάτι τέτοιο», του είπε. Μας κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Τρία κορίτσια μόνα στους δρόμους του Βανκούβερ… Είναι σαν να πηγαίνετε γυρεύοντας για μπελάδες». «Μα έχουμε ήδη μπει σε μπελάδες», του είπε. Εκείνος έγνεψε καταφατικά, φάνηκε σαν να σκεφτόταν κάτι. «Έχω έναν φίλο απ’ τα παλιά… Έχει γυμναστήριο, δουλεύει με έφηβους των δρόμων. Ίσως μπορεί να σας βρει κάπου να μείνετε». Η Ντάνι κοίταξε την Κόρτνεϊ, που είχε το βλέμμα χαμηλωμένο και καρφωμένο στο τραπέζι, και έπειτα εμένα. Εγώ έγνεψα αρνητικά, συνοφρυωμένη. Εκείνη κοίταξε πάλι την Κόρτνεϊ και έπειτα στράφηκε προς τον άντρα. «Μπορείς να του τηλεφωνήσεις; Θα το εκτιμούσαμε ιδιαίτερα». «Δεν χρειαζόμαστε κανέναν», είπα εγώ. «Μπορούμε να τα


132

CHEVY STEVENS _

βγάλουμε πέρα μόνες μας». Η Ντάνι με αγριοκοίταξε. «Βγάλε τον σκασμό και άσε εμένα να το χειριστώ». «Έχουμε κι εμείς άποψη γι’ αυτό!» «Γιατί δεν το κουβεντιάζετε λιγάκι μεταξύ σας, κορίτσια;» είπε ο άντρας. Η Ντάνι κι εγώ κοιτάξαμε την Κόρτνεϊ. «Θα την προσέχω εγώ», είπε εκείνος. «Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το δωμάτιο του γιου μου». Έδειξε προς το πίσω μέρος του διαμερίσματος. Πήρα το ασύρματο τηλέφωνο, ρίχνοντας ένα βλέμμα στον τύπο, καθιστώντας του σαφές ότι δεν τον εμπιστεύομαι. Η Ντάνι κι εγώ πήγαμε σε ένα πίσω υπνοδωμάτιο με σημαίες του χόκεϊ στον τοίχο, με αφίσες από μουσικά συγκροτήματα και δύο γλυπτά πάνω στο γραφείο του. Το κρεβάτι του ήταν στρωμένο, τα ρούχα του τακτικά διπλωμένα, παντού υπήρχαν στοίβες με βιβλία. «Μπορούμε να πάρουμε πίσω το φορτηγό μας», ψιθύρισα στην Ντάνι. «Όταν ο θείος του Μπράιαν κοιτάξει τις κάμερες, εμείς ίσως είμαστε στο Βανκούβερ». «Μα πρέπει να περάσουμε από τον σκύλο – κι έχει δίκιο. Απ’ όσο ξέρουμε, οι μπάτσοι ακόμα ψάχνουν για το φορτηγό μας. Θα έπρεπε να είχαμε φύγει από την πόλη εδώ και μία εβδομάδα». «Και το τουφέκι μας;» «Ελπίζουμε μονάχα πως, αν το βρουν τα αγόρια, θα το ξεφορτωθούν». «Δεν ξέρουμε τίποτα για τον φίλο αυτού του τύπου». «Ούτε και για τον ίδιο ξέρουμε τίποτα. Δεν έχουμε άλλες επιλογές. Το οτοστόπ παραείναι επικίνδυνο – μπορεί να μας βρουν». Προσπάθησα να σκεφτώ κάποιον άλλο τρόπο για να φύγουμε μόνες μας από την πόλη, αλλά, πριν πω οτιδήποτε, η Ντάνι είχε αρπάξει το τηλέφωνο από το χέρι μου και άνοιξε την πόρτα. «Αυτός είναι η μόνη μας ελπίδα, Τζες».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

133 _

Η Κόρτνεϊ ήταν σωριασμένη στην καρέκλα της και κοίταζε το πάτωμα. Ο άντρας πήγε από την άλλη πλευρά του τραπεζιού για να κατεβάσει ένα σακουλάκι με κράκερ, και εκείνη ζάρωσε. Εκείνος πήγε στην άλλη άκρη του δωματίου. «Όπως είπαμε», είπε η Ντάνι, ρίχνοντάς μου μια ματιά, «θα το εκτιμούσαμε ιδιαίτερα αν τηλεφωνούσες στον φίλο σου». Του έδωσε το τηλέφωνο και κάθισε. «Πρέπει να ψάξω τον αριθμό του», είπε εκείνος. «Έχει περάσει πολύς καιρός, αλλά μπορώ να δοκιμάσω». Έφερε δύο μπολ με σούπα στο τραπέζι και έδωσε στα κορίτσια μερικά κουτάλια. Έπειτα γύρισε και κοίταξε εμένα. «Θέλεις να καθίσεις;» Η Ντάνι μου έριξε άλλο ένα βλέμμα. Κάθισα στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, ανήσυχη που εκείνος θα καθόταν δίπλα μου, αλλά απλώς έσπρωξε ένα μπολ μπροστά μου και έπειτα έμεινε όρθιος στον πάγκο. Εγώ έπεσα με τα μούτρα, καταβροχθίζοντας τη σούπα – βύθιζα το κουτάλι μου τόσο γρήγορα, που μέρος της σούπας χυνόταν έξω. «Ήρεμα», είπε εκείνος. «Μπορεί να σου χαλάσει το στομάχι». Το είπε ευγενικά, κι έτσι προσπάθησα να κατεβάσω τους ρυθμούς. Η Κόρτνεϊ έτρωγε με αρκετά γρήγορες αλλά και μεθοδικές κουταλιές, τη μια μετά την άλλη, σαν ρομπότ. Η Ντάνι έτρωγε ήρεμα, με το χέρι σταθερό καθώς βύθιζε το κουτάλι και έφερνε άλλη μια μπουκιά στα χείλη της. Μα είδα το βλέμμα στα μάτια της, την ανακούφιση. Ο Άλεν άνοιξε ένα συρτάρι και ψαχούλεψε εκεί μέσα. Έβγαλε ένα μπλοκάκι με διευθύνσεις και το ξεφύλλισε μουρμουρίζοντας. Έπειτα σταμάτησε και έκανε μεταβολή. «Βρήκα τον αριθμό. Θα του τηλεφωνήσω τώρα». Η Ντάνι έγνεψε καταφατικά. «Ευχαριστούμε». Εκείνος πήρε το ασύρματο τηλέφωνο από την άκρη του πάγκου γυρνώντας προς το μέρος μας, λες και διαισθανόταν ότι έπρεπε να βλέπουμε το πρόσωπό του. Κρατούσα το χέρι μου κοντά στο τουφέκι, το οποίο είχα


134

CHEVY STEVENS _

στερεώσει ανάμεσα στα πόδια μου. Αν καταλάβαινα ότι τηλεφωνούσε στους μπάτσους, δεν ήξερα τι να κάνω, αλλά ήθελα να είμαι σε ετοιμότητα. Το τηλέφωνο φάνηκε να καλούσε αρκετή ώρα. Τελικά ο άντρας είπε: «Πάτρικ, συγγνώμη που σε ξύπνησα. Ο Άλεν είμαι…» Έκανε μια παύση για να ακούσει. «Μια χαρά. Εσύ πώς τα πας…;» Άλλη μια παύση. «Άκου, έχω κάτι κορίτσια εδώ, έχουν μπλέξει κάπως». Μας έριξε μια ματιά. «Έχουν μπλέξει πολύ. Θα τις βάλουμε στο λεωφορείο το πρωί. Μπορείς να τις συναντήσεις; Χρειάζονται κάπου να μείνουν… Ευχαριστώ, φιλαράκι. Θα τα πούμε σύντομα, να πάμε καμιά βόλτα, ε;» Καληνύχτισε και έκλεισε. «Θα βοηθήσει;» είπε η Ντάνι, με το πρόσωπό της γεμάτο ελπίδα. «Ναι, θα σας πάρει και θα σας πάει σε ασφαλές μέρος». Το σώμα της Ντάνι χαλάρωσε στην καρέκλα. Εγώ έγινα έξαλλη μαζί της, τσατισμένη που μας έβαζε πάλι σε κίνδυνο. Μου έριξε μια ματιά από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού. «Είναι καλύτερο αυτό για την Κόρτνεϊ», είπε. Εγώ κοίταξα κάτω, έξαλλη ακόμα. Θα μπορούσαμε να φροντίσουμε την Κόρτνεϊ και μόνες μας. Όλα έδειχναν εντάξει, αλλά δεν ξέραμε τίποτα γι’ αυτόν τον Πάτρικ. Κι αν ήταν σαν τον Μπράιαν και τον Γκάβιν; Ωστόσο δεν είχε σημασία. Η Ντάνι είχε πάρει την απόφασή της. «Θα τηλεφωνήσω στον γιο μου», είπε ο Άλεν. Η Ντάνι έγνεψε καταφατικά. Εκείνος πληκτρολόγησε μερικούς αριθμούς. «Όουεν, μπορείς να έρθεις πάνω;» Ακούμπησε το τηλέφωνο και πάλι στον πάγκο. «Ο Όουεν δουλεύει στην κουζίνα. Γιατί δεν πάτε να ξεκουραστείτε στο σαλόνι, κορίτσια;» Εκείνος μάζεψε τα μπολ μας. Πήραμε τα σακίδιά μας και καθίσαμε στον καναπέ. Ήταν ζεστά στο διαμέρισμα, αλλά η Κόρτνεϊ δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει, τα χέρια της ήταν τυλιγμένα σφιχτά γύρω από το στήθος της. Όταν ο Άλεν ξαναμπήκε μέσα, η Ντάνι άπλωνε μια κουβέρτα γύρω από την Κόρτνεϊ. «Η αδερφή σας δεν είναι καλά», είπε εκείνος.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

135 _

«Ποτέ δεν είπαμε ότι είμαστε αδερφές», είπε η Ντάνι. «Εντάξει τώρα, είσαστε αδερφές». Βήματα ακούστηκαν να ανεβαίνουν στη σκάλα, έπειτα μπήκε στο σαλόνι ένα αγόρι, ψηλό, με πυκνά ξανθά μαλλιά και μάτια στο γαλάζιο χρώμα του πάγου. Ήταν το αγόρι που είχα δει στο σοκάκι. «Είστε εκείνα τα κορίτσια», είπε έκπληκτος. Κοίταξε τα ρούχα μας, τα παπούτσια του στα πόδια μας. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο τουφέκι ανάμεσα στους μηρούς μου, σημαίνοντας συναγερμό. Θυμήθηκα τον τρόπο που μας είχε κοιτάξει στην καρότσα του φορτηγού. Άραγε πίστεψε ότι μας άρεσαν ο Μπράιαν και ο Γκάβιν; Άραγε νόμιζε ότι θέλαμε να είμαστε μαζί τους; Το πρόσωπό μου ήταν ζεστό, ο λάρυγγάς μου σφιχτός. Ανοιγόκλεισα τα μάτια για να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Κράτησα την ανάσα μου όταν με προσπέρασε για να πάει να σταθεί δίπλα στον μπαμπά του. Ακούμπησα την πλάτη μου στον καναπέ και αγκάλιασα τα γόνατά μου. «Τα κορίτσια από δω είναι ανάγκη να πάνε απόψε στο Άρμστρονγκ», είπε ο Άλεν. «Απόψε;» Έδειξε έκπληκτος ξανά, αλλά δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. «Θα τις συνοδέψεις στον σταθμό των λεωφορείων». Ο Άλεν πήγε σε ένα ντουλάπι με πορσελάνες στην άλλη άκρη του δωματίου, έχωσε το χέρι του από κάτω και έπιασε κάτι. Έβγαλε μια καραμπίνα και ένα κουτί με φυσίγγια. «Κι αυτό τι το θέλουμε;» είπε η Ντάνι με φωνή δυνατή και φοβισμένη. «Σε περίπτωση που κάποιος δεν θέλει να φύγετε από την πόλη». Πλησίασε πάλι τον Όουεν και του έδωσε το όπλο. «Γέμισέ το και βάλ’ το κάτω από το κάθισμα». Ο Όουεν έγνεψε καταφατικά. Δεν μου άρεσε η ιδέα ο Όουεν να έχει όπλο – αλλά ούτε και να μην έχει. Πόση ώρα θα έπαιρνε στον Μπράιαν και στον Γκάβιν να έρθουν στην πόλη; Το πρώτο σημείο που θα έψαχναν ήταν το συνεργείο. Αναρωτήθηκα αν είχαν


136

CHEVY STEVENS _

ξεφορτωθεί όλα τα υπόλοιπα πράγματά μας ή αν αυτά βρίσκονταν ακόμα στο φορτηγό. Όπως και να ’χε, δεν μπορούσαμε να τα πάρουμε. Χάρηκα που η Ντάνι είχε βρει τα σακίδιά μας. Έβαλα το χέρι μου μέσα στο δικό μου σακίδιο, έπιασα τη φωτογραφική μηχανή και μου ήρθε να βάλω τα κλάματα όταν άγγιξα τον σπασμένο της φακό. Κοίταξα τις αδερφές μου. Η Κόρτνεϊ ήταν ακόμα κουλουριασμένη πάνω από το μπολ, η Ντάνι την κοιτούσε καθώς της έτριβε απαλά το πόδι, όπως μας έκανε η μαμά. «Κορίτσια, να σκύψετε όταν βγει με το αυτοκίνητο από δω», είπε ο Άλεν. «Ακόμα και στην επόμενη πόλη τα αδέρφια Λάξτον ξέρουν κόσμο». Το κορμί μου πλημμύρισε από φόβο. Κι αν οι μπάτσοι από το Λίτλφιλντ μας έψαχναν ακόμα; Θα έδειχναν φωτογραφίες μας στο πλήθος στον σταθμό; «Πρέπει να αλλάξουμε εμφάνιση», είπα εγώ. «Ναι, πρέπει να μεταμφιεστούμε». Η Ντάνι κοίταξε τον άντρα. «Ίσως κάτι να μπορούμε να κάνουμε», είπε εκείνος. «Όουεν, πήγαινε πρώτα να φτιάξεις μερικά σάντουιτς για τα κορίτσια». «Χωρίς φιστικοβούτυρο», είπα με έξαλλη φωνή. Με κοίταξαν και οι δυο τους επίμονα. Το πρόσωπό μου έγινε κατακόκκινο. «Είναι αλλεργική», είπε η Ντάνι. Το αγόρι βγήκε από το δωμάτιο. Άκουσα να ανοίγουν και να κλείνουν πόρτες από ντουλάπια. Ο Άλεν κάθισε στην καρέκλα απέναντί μου. «Αυτό πρέπει να το αφήσετε εδώ», είπε δείχνοντας το όπλο. «Το χρειαζόμαστε», είπε η Ντάνι. «Πιθανότατα είναι δηλωμένο. Αν σας τσακώσουν μ’ αυτό, δεν φαντάζεστε πόσο θα μπλέξετε. Θα το ξεφορτωθώ εγώ για χάρη σας». Μας τα έπαιρναν όλα – το φορτηγό μας, το όπλο. Η Ντάνι με κοιτούσε· και ήξερα τι ήθελε να κάνω. Τα βλέμματά μας


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

137 _

δεν συναντήθηκαν. «Δώσ’ του το», είπε η Ντάνι. Ο άντρας σηκώθηκε όρθιος, τέντωσε το χέρι του για να πάρει το όπλο. Σκέφτηκα αυτό που είχε πει. Είχε δίκιο, το όπλο ήταν πιθανότατα δηλωμένο, κι έπειτα δεν μπορούσα να ανέβω σε λεωφορείο με μια καραμπίνα. Το παρέδωσα. Εκείνος άνοιξε τον γεμιστήρα, έριξε τις σφαίρες μες στην παλάμη του και τις έβαλε στην τσέπη του. Έπειτα έσπρωξε το όπλο κάτω από τον καναπέ. «Καλύτερα να κατέβω προτού αρχίσει να αναρωτιέται ο κόσμος. Θα σας φροντίσει ο Όουεν τώρα». «Ευχαριστούμε», είπε η Ντάνι, «για τη βοήθεια». Εκείνος σταμάτησε στην κορυφή της σκάλας και μας έριξε μια τελευταία ματιά. «Να προσέχετε, κορίτσια». Μείναμε μόνες με τον Όουεν. Έβαλε τα σάντουίτς μας σε καφέ χαρτοσακούλες και τα έδωσε στην Ντάνι. Εκείνη τα έχωσε στο σακίδιό της. Έριξε στην Κόρτνεϊ μια παράξενη ματιά, αλλά το πρόσωπό του έδειχνε συμπόνια. «Μην την κοιτάζεις», είπα. Τότε κοίταξε εμένα. «Έχουμε φάρμακα στην πίσω ντουλάπα, από τότε που η μαμά μου ήταν άρρωστη. Παυσίπονα. Τα θέλετε;» Κοίταξα την Ντάνι. Φάνηκε να διστάζει για μια στιγμή και έπειτα είπε: «Ναι». Εκείνος επέστρεψε με μερικά μπουκαλάκια και τα έδωσε στην Ντάνι. «Έχει οδηγίες στην ετικέτα». Έδειξε ένα μπουκαλάκι. «Αυτό είναι για το άγχος. Όμως είναι πολύ δυνατό, γι’ αυτό μην της δώσετε πάρα πολλά». Η Ντάνι στράφηκε προς την Κόρτνεϊ. «Κοριτσάκι μου, πάρε αυτό». Της έδινε ένα μικρό μπλε χάπι. Η Κόρτνεϊ δεν σήκωσε το χέρι ή το κεφάλι της. «Απλώς άνοιξε το στόμα σου», είπε η Ντάνι. Η Κόρτνεϊ το άνοιξε τελείως και έπειτα το έκλεισε αφότου η Ντάνι τοποθέτησε το μικρό χάπι κάτω από τη γλώσσα της. Η Ντάνι


138

CHEVY STEVENS _

γύρισε προς το αγόρι. «Η μαμά σου είχε μέικ απ;» «Θα κοιτάξω». Ο Όουεν πήγε στο πίσω μέρος του διαμερίσματος. Άκουγα πόρτες να ανοίγουν και να κλείνουν, έπειτα εκείνος ξαναβγήκε. «Άφησα λίγο μέικ απ στον πάγκο του μπάνιου». Μου έδωσε μια μαύρη μπαντάνα και δύο λωρίδες μαύρου υφάσματος. «Σκέφτηκα ότι αυτό θα ταίριαζε με την υπόλοιπη εμφάνισή σου, για να καλύψεις, ας πούμε, τα μαλλιά σου και τους καρπούς σου». Ξαφνιάστηκα, δεν τον είχα δει να κοιτάζει τους καρπούς μου. «Αν βάλεις σκούρο μέικ απ, θα φαίνεσαι σαν χεβιμεταλού ή σαν κορίτσι που κάνει σκέιτ, το ξέρεις;» Εγώ έγνεψα καταφατικά, τυλίγοντας την μπαντάνα γύρω από το κεφάλι μου, σαν κεφαλόδεσμο, και τις λωρίδες από ύφασμα γύρω από τους καρπούς μου. Το μισούσα που ένιωθα πάλι σαν να ’μουν δεμένη, αλλά ήμουν χαρούμενη που με προστάτευε από αδιάκριτα βλέμματα. Εκείνος γύρισε πάλι προς το μέρος της Ντάνι και της Κόρτνεϊ. «Δεν έχουμε και πολλά για εσάς εκτός από καπέλα του μπέιζμπολ, αλλά θα φαίνονται παράταιρα με τα ρούχα σας. Αυτές οι μπλούζες είναι κάπως παλιομοδίτικες, γι’ αυτό σας έφερα μερικά φανελάκια». Έδειχνε αμήχανος, λες και δεν ήταν συνηθισμένος να μιλάει έτσι με κορίτσια. «Μπορείτε να τα φορέσετε από μέσα, και τις μπλούζες ξεκούμπωτες, όπως τις φοράνε τα κορίτσια, σωστά;» Έδωσε στην Ντάνι κι ένα μοβ μαντίλι. «Αν μια από εσάς φορέσει αυτό γύρω από τον λαιμό, ο κόσμος μπορεί να θυμάται αυτό και όχι το πρόσωπό σας. Αν δεν σηκώσετε τα μανίκια, δεν θα έχετε πρόβλημα με τους καρπούς σας. Αλλά τα μαλλιά σας…» Κοίταζε τα μακριά μαλλιά της Ντάνι. «Θα τα κόψω», είπε εκείνη. «Όχι, Ντάνι!» είπα. «Τρίχες είναι», είπε εκείνη με εκνευρισμένη φωνή, δένοντας ήδη το μαντίλι γύρω από τον λαιμό της Κόρτνεϊ. Το αγόρι πήγε στην κουζίνα και επέστρεψε με ένα ψαλίδι. Η Ντάνι σηκώθηκε, τραβώντας προς τα πάνω και την Κόρτνεϊ μαζί της.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

139 _

«Έλα, γλυκιά μου». Στριμωχτήκαμε στο μικρό μπάνιο. Η Ντάνι έκλεισε το καπάκι της λεκάνης, βοήθησε την Κόρτνεϊ να καθίσει πάνω του. Η Ντάνι πήρε μια ανάσα, έπιασε το ψαλίδι, άρπαξε το πίσω μέρος των μαλλιών της σε μια μεγάλη αλογοουρά και άρχισε να την κόβει. Έβαλα την παλάμη στα χείλη μου, προσπαθώντας να μη φωνάξω. Όταν έκοψε αυτό το κομμάτι από μαλλιά, το πέταξε στα σκουπίδια και έκοψε και τα υπόλοιπα φιλαριστά. Έβρεξε τα χέρια της και ανακάτεψε τα μαλλιά της, ώσπου στέκονταν σαν καρφάκια. Έτσι τα μάτια της φαίνονταν πιο μεγάλα. Ξεκούμπωσε το πουκάμισό της, φόρεσε το φανελάκι από το κεφάλι, ενώ εγώ βοηθούσα την Κόρτνεϊ να φορέσει το δικό της. Έπειτα η Ντάνι άπλωσε λίγο φον ντε τεν στο πρόσωπο της Κόρτνεϊ, υγραίνοντας το παλιό, ξεραμένο μέικ απ για να απλωθεί πάνω από τις μελανιές. Μάζεψε τα μαλλιά της Κόρτνεϊ σε μια πλεξούδα. Όσο ασχολούνταν με αυτό, εγώ έκανα περίγραμμα στα μάτια μου με μαύρο μολύβι και άπλωσα στο πρόσωπό μου ωχρή πούδρα. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Φαινόμουν νεκρή. Στοιχειωμένη. «Ελάτε», είπε η Ντάνι. Επιστρέψαμε στο καθιστικό. Ο Όουεν σηκώθηκε από το σημείο του καναπέ όπου μας περίμενε. Έδειχνε αγχωμένος. «Σκεφτόμουνα… τρεις κοπέλες σαν εσάς βγάζουν μάτι, το ξέρετε; Ίσως καλύτερα να μην καθίσετε μαζί». Κοίταξα την Ντάνι. «Έχει δίκιο». Είτε μας κοιτούσαν οι μπάτσοι είτε τα αγόρια, οι πιο πολλοί θα θυμούνταν τρία κορίτσια μαζί. «Δεν μπορούμε να κάτσουμε όλες μόνες μας». Ήξερα ότι ανησυχούσε για την Κόρτνεϊ. «Ίσως εσείς οι δύο κάνετε πως είσαστε φιλενάδες ή κάτι τέτοιο», είπα εγώ. «Καλή ιδέα», είπε ο Όουεν. «Εκείνη να γέρνει πάνω σου κι εσύ να της πιάνεις το χέρι». «Επίσης, ίσως είναι καλύτερα να μην έρθουν να μας


140

CHEVY STEVENS _

πάρουν όλες μαζί στο Βανκούβερ», είπε η Ντάνι. Κοίταξε εμένα. «Αλλά δεν θέλω να σε αφήσουμε πίσω». «Μπορώ να το κάνω. Εντάξει θα είμαι». Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να χωρίσω από τις αδερφές μου, αλλά η Ντάνι είχε δίκιο. Τότε συνειδητοποίησα ότι θα φαινόταν παράξενο αν το ίδιο όχημα ερχόταν να πάρει και μένα. «Ή μήπως να περιμένω κάπου αλλού;» «Έχει ένα πάρκο όπου μπορείς να πας με τα πόδια», είπε ο Όουεν. «Καλύτερα να βιαστούμε», είπα. Ακολουθήσαμε τον Όουεν, που κατέβηκε την πίσω σκάλα και μπήκε σε ένα πλαϊνό γκαράζ. Είχαν ένα μεγάλο φορτηγό, ένα μαύρο διπλοκάμπινο που είχε και πίσω καθίσματα. Ο Όουεν άνοιξε την πίσω πόρτα και με περίμενε. Εγώ δίστασα γιατί θυμήθηκα. Θέλετε να πάμε για κολύμπι; Ο Όουεν κοίταζε το πρόσωπό μου. Άραγε ήξερε τι μας είχαν κάνει; Μπορούσε να το μαντέψει; Απέστρεψα το βλέμμα. «Τον μπαμπά μου μπορείτε να τον εμπιστεύεστε», είπε ο Όουεν. «Δεν θα το πούμε σε κανέναν». «Γιατί;» είπα κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Ήταν στη φυλακή για χρόνια. Τώρα φροντίζει όσο μπορεί τους ανθρώπους». Θυμήθηκα την καραμπίνα κάτω από το ντουλάπι με τις πορσελάνες. Η Ντάνι, από την άλλη άκρη του φορτηγού, είπε: «Γιατί ήταν στη φυλακή;» «Σκότωσε κάποιον σε καβγά σε ένα μπαρ. Αυτοάμυνα, αλλά και πάλι τα ’φαγε τα χρονάκια του». «Και ο φίλος του;» είπα εγώ. «Κι εκείνος ήταν στη φυλακή. Είναι ωραίος τύπος – μου ’μαθε μποξ. Θα σας φροντίσει». Σταματήσαμε δίπλα στον σταθμό των λεωφορείων. Ο Όουεν έδωσε στην Ντάνι μερικά μετρητά. Το φως στο ταμπλό έδειχνε ότι ήταν τρεις τα ξημερώματα. «Θα μείνω μαζί σας μέχρι να έρθει το λεωφορείο», είπε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

141 _

εκείνος. «Αν θέλετε να ρίξετε έναν υπνάκο, θα έχω εγώ τον νου μου». Ήμουν εξαντλημένη, το κορμί μου πονούσε παντού, αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ. «Εγώ καλά είμαι», είπα. «Κι εγώ», είπε η Ντάνι από το κάθισμα του συνοδηγού. Στο πίσω κάθισμα μαζί μου, η Κόρτνεϊ έγερνε στο πλάι, καθώς κοιμόταν. «Μην ξεχάσετε να φέρεστε σαν άγνωστες μεταξύ σας στο λεωφορείο», είπε ο Όουεν. «Δεν είμαστε ηλίθιες», είπα εγώ. Κοίταξε πίσω προς το μέρος μου. «Συγγνώμη. Απλώς θέλω να βοηθήσω». «Εντάξει», είπα με μια δόση ενοχής. «Έχει μερικές στάσεις», είπε ο Όουεν, «αλλά θα φτάσετε στο Βανκούβερ την ώρα του μεσημεριανού». Με ξανακοίταξε. «Όταν φτάσεις στον σταθμό, απλώς άρχισε να περπατάς προς το πάρκο». «Πώς πάω εκεί;» Είχα αγωνία που θα έβγαινα σε μια άγνωστη πόλη χωρίς τις αδερφές μου. «Θα πάρεις τον κεντρικό δρόμο και θα πας όλο ευθεία. Στον σταθμό έχει κάμερες, γι’ αυτό μη μείνεις εκεί πολύ». «Να βγω έξω τώρα;» είπα. «Ναι, κάθισε μάλλον στο παγκάκι έξω από τον σταθμό ώσπου να ανοίξει. Θα σε προσέχουμε από δω. Αν σε ενοχλήσει κανείς, θα έρθω να σε πάρω». «Εντάξει». Πήρα μια ανάσα, βγήκα με το σακίδιό μου κρεμασμένο στον ώμο και έριξα μια ματιά στην Ντάνι μέσα από το παράθυρο. «Τα λέμε στο λεωφορείο». «Μην ανησυχείς», είπε εκείνη. «Αυτός είναι ο πιο ασφαλής τρόπος». Ο Όουεν βγήκε έξω και πήρε κάτι από το πίσω μέρος του φορτηγού· μου έδωσε ένα σκέιτμπορντ γεμάτο αυτοκόλλητα. «Μ’ αυτό θα μοιάζεις με γκομενάκι του σκέιτ». Κοίταξα τη σανίδα και έπειτα πάλι εκείνον. Κοκκίνισε. «Δεν το χρειάζομαι πια», είπε.


142

CHEVY STEVENS _

Ένιωσα πως με κοίταζε καθώς περπατούσα προς τον σταθμό. Κάθισα έξω στο παγκάκι, χώθηκα μες στη ζακέτα του. Μύριζε αγόρι, αλλά ήταν καθαρό – όχι όπως ο Μπράιαν και ο Γκάβιν. Ένα ρίγος μού διαπέρασε το κορμί όταν τους σκέφτηκα. Άραγε να είχαν ήδη έρθει στην πόλη; Μας αναζητούσαν; Σίγουρα τώρα θα μας ήθελαν νεκρές. Χαμήλωσα το βλέμμα και κοίταξα τους καρπούς μου· το δέρμα μου ήταν πληγωμένο και πονούσε κάτω από τις υφασμάτινες λωρίδες. Έσφιξα τις παλάμες, τις έκανα γροθιές, έτριξα τα δόντια απ’ τον πόνο. Ποτέ ξανά δεν θα επέτρεπα να μου κάνουν κακό.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

143 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑ

Ένα σκουρόχρωμο φορτηγό έκοψε ταχύτητα καθώς προσέγγιζε τον σταθμό. Άρπαξα το σακίδιό μου, έτοιμη να το βάλω στα πόδια. Κοίταξα το φορτηγό του Όουεν μες στο σκοτάδι κι έπειτα ξανά το φορτηγό που πλησίαζε. Άραγε ήταν εκείνοι; Το φορτηγό πέρασε κάτω από ένα φως του δρόμου. Μια λάμψη από ασημί μαλλιά, ένα ρυτιδιασμένο πρόσωπο να κοιτάζει επίμονα πάνω από το τιμόνι. Ένας γέρος. Επιτέλους φάνηκε ένα φως να έρχεται από τον ορίζοντα. Μία ώρα αργότερα το λεωφορείο σταματούσε μπροστά μας, με τα φρένα του να στριγκλίζουν. Ακούστηκε ένας θόρυβος πίσω από την πόρτα του σταθμού καθώς την ξεκλείδωναν, και έπειτα τοποθέτησαν μια ταμπελίτσα που έλεγε ΑΝΟΙΧΤΟ στο παράθυρο. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων είχε συγκεντρωθεί την τελευταία ώρα. Στάθηκαν στη σειρά για να μπουν μέσα. Η γυναίκα πίσω από τον πάγκο ρούφηξε τον καφέ της και πήρε τα χρήματά μου χωρίς καν να με κοιτάξει. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα σαν να είχε μόλις ξυπνήσει. Ανέβηκα στο λεωφορείο, που μύριζε αμυδρά καθαριστικό με άρωμα λεμονιού και εμετό μαζί, κι έπειτα κάθισα σε μια θέση δίπλα σε παράθυρο. Είδα τις αδερφές μου να διασχίζουν τον δρόμο. Η Κόρτνεϊ έδειχνε να μην μπορεί να ισορροπήσει, κινούνταν αδέξια, σαν να την είχε πατήσει διερχόμενο αυτοκίνητο. Η


144

CHEVY STEVENS _

Ντάνι την κρατούσε σφιχτά από το μπράτσο. Μπήκαν μέσα κι έπειτα ξαναβγήκαν και ανέβηκαν στο λεωφορείο. Το βλέμμα μου συναντήθηκε με της Ντάνι όταν πέρασαν από δίπλα μου, αλλά δεν χαμογελάσαμε ούτε μιλήσαμε. Μια παχιά κυρία κάθισε δίπλα μου, έβαλε την τσάντα της κάτω από το μπροστινό της κάθισμα, σπρώχνοντάς την με τα πόδια της, που έμοιαζαν έτοιμα να εκραγούν μέσα από τα παπούτσια της, με τα κορδόνια να προσπαθούν να συγκρατήσουν όλη τη σάρκα τους στο εσωτερικό. Μου έριξε ένα βλέμμα, ρούφηξε τη μύτη της αηδιασμένη και έπειτα έβγαλε ένα βιβλίο. Χάρηκα που δεν ήθελε να ανοίξει κουβέντα. Θα μας έπαιρνε έξι ώρες να φτάσουμε με το λεωφορείο στο Βανκούβερ. Έξι ώρες ακόμα και θα ήμαστε μακριά από τον Μπράιαν και τον Γκάβιν. Κοίταξα έξω από το παράθυρο, παρακολουθώντας φορτηγά να περνούν, κόσμο να επιβιβάζεται στο λεωφορείο, κρατώντας την ανάσα μου κάθε φορά που έβλεπα ένα καπέλο του μπέιζμπολ ή κάποιον ψηλό άντρα. Επιτέλους επιβιβάστηκαν όλοι και το λεωφορείο ξεκινούσε. Σταμάτησε στην επόμενη πόλη και σε δυο-τρεις ακόμα, αλλά ποτέ δεν βγήκαμε έξω για να ξεπιαστούμε λίγο. Περπάτησα ως το πίσω μέρος για να πάω στην τουαλέτα, χωρίς καν να ρίξω μια ματιά στις αδερφές μου, αλλά με την άκρη του ματιού μου είδα ότι η Ντάνι ακουμπούσε στο παράθυρο και η Κόρτνεϊ κοιμόταν γερμένη στον ώμο της. Αναγκάστηκα να συμπιέσω τη γυναίκα δίπλα μου για να πάω στη θέση μου, σχεδόν προσγειώθηκα στους μηρούς της, κι έπειτα βολεύτηκα δίπλα στο παράθυρο, μετρώντας τους τηλεφωνικούς πασσάλους που προσπερνούσαμε ώσπου τελικά το λίκνισμα του λεωφορείου με αποκοίμισε. Ξύπνησα αναπηδώντας καθώς η γυναίκα δίπλα μου μου άρπαξε το μπράτσο. Μου έριξε ένα παράξενο βλέμμα. «Έβλεπες εφιάλτη». «Συγγνώμη». Το πρόσωπό μου κοκκίνισε· ένιωσα το δέρμα μου να καίει. Ύστερα απ’ αυτό έμεινα ξύπνια.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

145 _

Όταν το λεωφορείο πλησίαζε στο Βανκούβερ, κοίταξα έξω από το παράθυρο, με το μέτωπο κολλημένο στο κρύο τζάμι. Εντυπωσιάστηκα από το πλήθος, τα αυτοκίνητα, τα λεωφορεία, τα τεράστια κτίρια. Ο σταθμός των λεωφορείων ήταν ένα μεγάλο κτίριο στο λιμάνι. Περίμενα κάποιο κτίριο σε βιομηχανικό στιλ, με μπετόν και μέταλλο, αλλά ήταν πέτρινο. Ο οδηγός του λεωφορείου ανακοίνωσε από το μικρόφωνο ότι ήταν διατηρητέο. Πίσω από τον σταθμό διέκρινα τη γαλάζια απεραντοσύνη του ωκεανού που λαμποκοπούσε κάτω από τον ήλιο. Καθώς κατέβαινα από το λεωφορείο, ριπές ανέμου έστειλαν αλατόνερο προς το μέρος μου. Όταν σταμάτησα για να εισπνεύσω την ευωδιά, η σωματώδης γυναίκα έπεσε πάνω μου, λίγο έλειψε να με ρίξει κάτω. Έριξα το σακίδιο στον ώμο, κράτησα σφιχτά το σκέιτμπορντ που μου είχε δώσει ο Όουεν και προχώρησα. Έξω από τον σταθμό, είδα κόσμο να σουλατσάρει και περίμενα να κατέβουν και οι αδερφές μου από το λεωφορείο. Η Κόρτνεϊ ακόμα έδειχνε ζαλισμένη και περπατούσε αλύγιστη, αλλά τουλάχιστον κοίταζε γύρω της. Η Ντάνι είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της, με τα κουρεμένα της μαλλιά κολλημένα στη μια πλευρά. Κρατιούνταν χέρι χέρι. Η Ντάνι μου έριξε μια γρήγορη ματιά, το πρόσωπό της δεν αποκάλυπτε τίποτα. Από την άλλη πλευρά του πάρκιγκ ένα καφέ φορτηγάκι έβαλε μπρος και κατευθύνθηκε προς το μέρος μας. «ΦΟΙΝΙΞ: ΜΠΟΞ ΚΑΙ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ» έγραφε στις πλαϊνές πόρτες. Δεν έβλεπα τον άντρα πίσω από το τιμόνι, μόνο μια τούφα λευκά μαλλιά και ένα γεροδεμένο χέρι καλυμμένο με τατουάζ να κρέμεται έξω από το παράθυρο. Θυμήθηκα τον Όουεν που είχε πει ότι ο φίλος του πατέρα του είχε κάνει στη φυλακή. Το φορτηγάκι σταμάτησε μπροστά στις αδερφές μου. Δεν άκουγα τι έλεγαν, αλλά η πλαϊνή πόρτα άνοιξε αυτόματα και εκείνες μπήκαν μέσα. Τα μάτια της Ντάνι συνάντησαν τα δικά μου για ένα μόλις


146

CHEVY STEVENS _

δευτερόλεπτο και έπειτα η συρόμενη πόρτα έκλεισε δυνατά. Έφευγαν. Ήθελα να τρέξω πίσω τους φωνάζοντας: Σταματήστε, μη με εγκαταλείπετε! Το φορτηγάκι έστριψε στον δρόμο και το κατάπιε η κίνηση. Κοίταξα τριγύρω. Οι περισσότεροι επιβάτες είχαν φύγει. Η παχιά γυναίκα ανέβαινε σε ένα Jeep, δύο μεγάλοι σκύλοι στο πίσω κάθισμα της έγλειφαν τον λαιμό. Σταματούσε ένα ακόμα λεωφορείο, κόσμος περπατούσε γύρω μου. Ηχούσαν οι κόρνες των αυτοκινήτων, τα λάστιχα στρίγκλιζαν στο οδόστρωμα, ανακοινώσεις ακούγονταν από τα μεγάφωνα. Στριφογύρισα επιτόπου. Ποιον δρόμο υποτίθεται ότι έπρεπε να πάρω με τα πόδια; Πού ήταν το πάρκο; Ένας άντρας στην απέναντι πλευρά του δρόμου στεκόταν κοντά στα καρτοτηλέφωνα και με παρατηρούσε. Έφυγα μακριά, γρήγορα. Τότε θυμήθηκα ότι ο Όουεν μου είχε πει να πάρω ευθεία τον κεντρικό δρόμο. Κράτησα σφιχτά το σακίδιο στον ώμο μου. Κάθε φορά που σταματούσε ένα όχημα πίσω μου, έκανα απότομα μεταβολή. Άνθρωποι με προσπερνούσαν, με τους ώμους τους να τρίβονται στους δικούς μου, ρίχνοντάς μου παράξενα βλέμματα ή χωρίς να με βλέπουν καθόλου. Ένιωσα να παρασύρομαι, σαν ένα κλαδάκι που το ’χουν ρίξει στο νερό. Είδα ένα πάρκο στ’ αριστερά, μια έντονη πράσινη κηλίδα μέσα σε μια θάλασσα από γκρι χρώμα. Βρήκα ένα παγκάκι κοντά στο πάρκιγκ, έβαλα το σακίδιο στους μηρούς μου και ακούμπησα το πιγούνι μου πάνω του. Παρακολουθούσα όλα τα οχήματα να περνούν και αναρωτιόμουν πόση ώρα θα έπρεπε να περιμένω. Έκανε ζέστη, ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό και το φως του έπεφτε δυνατά στη γη. Διψούσα, τα χείλη μου είχαν σκάσει και είχα φάει το σάντουίτς μου στο λεωφορείο πριν από ώρες. Επίσης, ήθελα να κατουρήσω, αλλά φοβόμουν να πάω οπουδήποτε, μήπως χάσω το ραντεβού με το αυτοκίνητο. Τελικά σταμάτησε δίπλα μου το φορτηγάκι.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

147 _

Ο ασπρομάλλης άντρας κατέβασε το τζάμι του παραθύρου. «Είσαι εντάξει, μικρή;» Παρά τα λευκά μαλλιά του, δεν ήταν και τόσο μεγάλος, πιο μεγάλος από τον μπαμπά μας αλλά ίσως μόλις πενήντα, δεν ήμουν σίγουρη. Το δέρμα του ήταν ηλιοκαμένο, τα μάτια του πράσινα ανοιχτά. «Ναι». Σηκώθηκα και τον πλησίασα. Είδα την Ντάνι και την Κόρτνεϊ στο πίσω κάθισμα. Η Κόρτνεϊ ακόμα ακουμπούσε το κεφάλι στον ώμο της Ντάνι. Μου πρότεινε την παλάμη του μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. «Πάτρικ. Χαίρω πολύ». Τον χαιρέτησα αλλά δεν είπα το όνομά μου. Εκείνος μου χάρισε ένα φιλικό χαμόγελο και είπε: «Μπες μέσα». Η συρόμενη πόρτα άνοιξε. Έκανα τον γύρο για να πάω στην πλευρά του συνοδηγού και κάθισα, ρίχνοντας μια ματιά πίσω στις αδερφές μου. Η Ντάνι έδειχνε κουρασμένη, το κεφάλι της ακουμπούσε στο κάθισμα πίσω από το δικό της, τα μάτια της ήταν μισάνοιχτα. Ξανακοίταξα μπροστά. Το φορτηγάκι του Πάτρικ μύριζε βανίλια. Είδα ένα άδειο ποτήρι καφέ απ’ τα Tim Hortons, με το χείλος κατεβασμένο. Μια στοίβα χαρτάκια από Ξυστό ήταν στριμωγμένα μέσα στο τασάκι, ήδη ξυσμένα. Τα μάτια μου βούρκωσαν όταν θυμήθηκα τότε που η Ντάνι, η Κόρτνεϊ κι εγώ κλέψαμε μερικά ψιλά από την τσέπη του μπαμπά και αγοράσαμε Ξυστό, σίγουρες ότι θα κερδίζαμε και θα ήμαστε ευτυχισμένες. Μείναμε έκπληκτες όταν σε όλα έγραφε ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΣΑΤΕ. Έβαλα την Ντάνι να τα ξύσει όλα πάλι απ’ την αρχή. Αλλά εξακολουθήσαμε να μην κερδίζουμε. Ο Πάτρικ έδειξε προς τα πόδια μου. «Έχει σάντουιτς με αβγό στη σακούλα για σένα. Οι αδερφές σου ήδη έφαγαν τα δικά τους». Έβαλε πρώτη στο φορτηγάκι και ξαναβγήκε στον δρόμο. «Πού πάμε;» είπα βγάζοντας το σάντουιτς από τη σακούλα. Γαλοπούλα και μπέικον. Έπεσα με τα μούτρα να το φάω. Ο Πάτρικ τέντωσε το χέρι πίσω του και μου έδωσε ένα


148

CHEVY STEVENS _

μπουκάλι νερό. «Στο σπίτι μου. Η γυναίκα μου θα σας βοηθήσει να πλυθείτε και μπορούμε να μιλήσουμε για την κατάστασή σας». «Γιατί το κάνετε αυτό;» ρώτησα με το στόμα γεμάτο, υπερβολικά πεινασμένη για να δώσω σημασία σε κάτι τέτοιο. «Γιατί να μην το κάνω;» «Οι άνθρωποι δεν κάνουν χάρες χωρίς αντάλλαγμα». Κοίταξα πίσω και παρατήρησα ότι και οι δυο μου αδερφές φαίνονταν να κοιμούνται. «Δεν το κάνω χωρίς αντάλλαγμα. Το ανταποδίδω στον επόμενο». Τον κοίταξα απορημένη. «Τι σημαίνει αυτό;» «Όπως όταν κάποιος σου έκανε κάποτε κάτι καλό κι εσύ μετά κάνεις κάτι καλό για άλλους ανθρώπους». Με κοίταξε πάλι. «Κάποτε κάποιος με βοήθησε. Έτσι τώρα βοηθάω παιδιά πριν πάρουν την κατηφόρα σαν εμένα». Κοίταξα τα τατουάζ του. «Εννοείτε τη φυλακή». «Και όχι μόνο». Συνεχίσαμε χωρίς να μιλάμε για λίγο. «Η αδερφή σου δείχνει ότι είναι χάλια», είπε χαμηλόφωνα. «Θα γίνει καλά». Έπρεπε να γίνει καλά. Μου έριξε ένα ακόμα βλέμμα. «Κάποιοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν διαφορετικά τις καταστάσεις». Δεν ήξερα τι να απαντήσω σ’ αυτό. «Θα τη φροντίσουμε». Μου είπε ότι βρισκόμασταν στην ανατολική πλευρά του Βανκούβερ, δηλαδή στο Κιτσιλάνο, το Σόγκνεσι, το Πόιντ Γκρέι. Τα ονόματα γινόντουσαν όλα ένα κουβάρι στο μυαλό μου. Είπε ότι η ανατολική πλευρά είχε μερικά κακόφημα σημεία –όπου ζούσαν οι άστεγοι και οι ναρκομανείς–, αλλά και πολλές οικογένειες που δεν άντεχαν οικονομικά τις τιμές στο κέντρο της πόλης. Σταμάτησε στα McDonald’s για να πάμε στην τουαλέτα. Η Κόρτνεϊ τώρα κούτσαινε λίγο μόνο, μα όταν της είπα να περπατάει καλύτερα είπε ότι ακόμα πονούσε ανάμεσα στα πόδια. Όταν βγήκαμε έξω, ο Πάτρικ μας είχε αγοράσει μιλκσέικ.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

149 _

«Δείχνατε ακόμα πεινασμένες. Δεν ήθελα να μου δαγκώσετε το χέρι απ’ την πείνα». Έσφιξε τα ποντίκια του και γέλασε, με έναν αναπάντεχα ανάλαφρο ήχο για μεγαλόσωμο άντρα. Ένιωσα τις άκρες των χειλιών μου να ανασηκώνονται, σχεδόν του χαμογέλασα κι εγώ, και έπειτα σταμάτησα. Δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να τον συμπαθήσει από τώρα, δεν θα μπορούσα να πάψω να είμαι σε επιφυλακή. Το σπίτι του Πάτρικ δεν ήταν πολύ μεγάλο, ένα απλό «κουτί» καλυμμένο με ξεβαμμένο κρεμ σοβά που κάποιος είχε προσπαθήσει να βάψει. Παρκάραμε στον δρόμο ακριβώς μπροστά. Ο Πάτρικ βγήκε έξω. Ήταν μυώδης παντού, με πόδια σαν κορμούς δέντρων, φαρδιές πλάτες και φουσκωμένο στήθος. Μου θύμισε τον Άνγκους, το άλογο ράτσας Κλάιντσντεϊλ. Η μπλούζα του είχε έναν λογότυπο με ένα σκοτεινόχρωμο πουλί που ανυψώνεται. Άνοιξε σπρώχνοντας μια σκουριασμένη σιδερένια καγκελόπορτα, που τη φυλούσε από την άλλη πλευρά ένας νάνος κήπου με κατακόκκινο σκουφί. Κάποιος είχε δέσει το μαντίλι μιας κούκλας γύρω από τον λαιμό του και του είχε φορέσει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου. Η Ντάνι και η Κόρτνεϊ προχώρησαν. Εγώ σταμάτησα για να κοιτάξω τον νάνο. Ο Πάτρικ χαμογέλασε. «Κάνω συλλογή από τέτοια». Κι άλλοι νάνοι στέκονταν κατά μήκος του μονοπατιού στο πλάι του σπιτιού, ο καθένας με σκουφί διαφορετικού χρώματος. Η πίσω αυλή ήταν μια έκρηξη χρωμάτων, παντού λουλούδια, αγάλματα μυθολογικών πλασμάτων που χόρευαν διάσπαρτα εδώ κι εκεί, κάποια με σπασμένες μύτες ή χωρίς χέρια. Όλα ήταν παράταιρα μεταξύ τους, και δεν φαινόταν να υπάρχει κάποια σχέση ή κάποια λογική. Παρτέρια με λαχανικά και λουλούδια ανακατεμένα, δέντρα τυλιγμένα γύρω από φράχτες. Μεταλλικοί ανεμομελωδοί αιωρούνταν κρεμασμένοι σε κάποια κλαδιά, ξύλινοι ανεμομελωδοί σε άλλα. Πολύχρωμοι ανεμόμυλοι σαν λουλούδια στριφογύριζαν νωχελικά. Παρά την αταξία, υπήρχε μια αλλόκοτη ομορφιά.


150

CHEVY STEVENS _

«Όταν ήμουνα στη φυλακή, έλεγα στον εαυτό μου ότι κάποια μέρα θα αποκτούσα κήπο», είπε ο Πάτρικ δίπλα μου. Τον κοίταξα. Χαμογελούσε περήφανος. Έσκυψε, ίσιωσε έναν νάνο που κάποιος τον είχε ρίξει. «Οι γάτες», είπε. Μέσα το σπίτι ήταν ζεστό και χαρούμενο. Πλεχτές κουβέρτες σε έντονα χρώματα ήταν ριγμένες πάνω από παράταιρους καναπέδες. Φυτά στριμώχνονταν σε κάθε παράθυρο, με τα φύλλα τους στραμμένα προς τον ήλιο. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με φωτογραφίες σε κορνίζες διαφορετικού χρώματος. Γάτες κοιμούνταν στην πλάτη του καναπέ και πάνω στις καρέκλες ή πάνω σε ένα μεγάλο ονυχοδρόμιο στη γωνία του δωματίου, το χαλί ήταν ξεφτισμένο. Μέτρησα δέκα γάτες κι έπειτα έχασα τον λογαριασμό. Ένα πουλί τιτίβιζε δυνατά από ένα κλουβί στην κουζίνα – δύο ακόμα γάτες το κοίταζαν από το πάτωμα, κουνώντας την ουρά. Η γυναίκα του Πάτρικ αποδείχτηκε εξίσου καλοβαλμένη, με ηλιοκαμένο δέρμα και πλατύ χαμόγελο. Έδειχνε περίπου συνομήλικη με τον Πάτρικ, αλλά τα μαλλιά της ήταν ξανθά, πιασμένα αλογοουρά. Φορούσε στενό μαύρο σορτσάκι, αθλητικά παπούτσια και ένα καυτό ροζ αμάνικο τοπ. «Περάστε, περάστε. Εγώ είμαι η Κάρεν. Θέλετε ένα τσαγάκι; Ή κάτι να φάτε; Ένα ζεστό ντους μήπως;» «Μπορούμε να βάλουμε την αδερφή μου να ξαπλώσει κάπου;» είπε η Ντάνι. Η Κόρτνεϊ σχεδόν παρέπαιε πάνω στα πόδια της, με τα βλέφαρα μεσίστια. «Φυσικά». Η Κάρεν μας οδήγησε μέσα από έναν μικρό διάδρομο σε ένα πίσω υπνοδωμάτιο με δύο κρεβάτια. Η Κόρτνεϊ κουλουριάστηκε στο ένα από αυτά, με τα χέρια της να σκεπάζουν το πρόσωπό της. «Θα σας ετοιμάσω κάτι να φάτε». Η φωνή της Κάρεν ήταν σιγανή, το πρόσωπό της σοβαρό. Έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Της έδωσα άλλο ένα χάπι», είπε η Ντάνι κοιτάζοντας επίμονα την Κόρτνεϊ, λες και μετρούσε τις ανάσες της, λες και ήθελε η αδερφή της να συνεχίσει να το παλεύει.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

151 _

«Υποτίθεται ότι πρέπει να προσέχεις με αυτά τα χάπια», είπα εγώ. «Άρχισε να κλαίει στο λεωφορείο και μου το ζητούσε επίμονα. Είπε ότι τη βοηθούσε να ξεχάσει». Με κοίταξε. «Εσύ ήσουνα εντάξει όσο περπατούσες προς το πάρκο;» «Ναι». Έδειξα προς την πόρτα. «Πώς σου φαίνονται;» «Συμπαθητικοί δείχνουν». «Δεν το βρίσκεις παράξενο; Που μας βοηθάνε έτσι;» «Κάποιοι άνθρωποι είναι έτσι, Τζες. Τους κάνει να νιώθουν όμορφα μέσα τους». «Και πού είναι τα παιδιά τους;» «Δεν νομίζω ότι έχουν παιδιά. Αλλά είδα κάποιες φωτογραφίες με παιδιά σε ένα γυμναστήριο». Ήχοι και ευωδιές φρεσκομαγειρεμένου φαγητού κατέφτασαν από τον διάδρομο. «Ετοιμάζει μεσημεριανό», είπα. «Θες να βγεις κι εσύ έξω;» «Εγώ θα μείνω με την Κόρτνεϊ». Κάθισε στο κρεβάτι και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η Κόρτνεϊ βόγκηξε, βγάζοντας έναν πανικόβλητο ήχο. «Σσσσσς», ψιθύρισε η Ντάνι. Η Κόρτνεϊ ησύχασε, η ανάσα της έγινε πάλι βαθιά. «Πιστεύεις ότι θα μας βρουν;» είπα. «Η αστυνομία… ή εκείνοι;» «Όλοι τους». Παύση. «Όχι, στοιχηματίζω ότι είμαστε εντάξει». Μα άκουσα την αβεβαιότητα στη φωνή της. Ζάρωσε δίπλα στην Κόρτνεϊ, πίεσε το πρόσωπό της στον ώμο της.


152

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Η Κάρεν γέμισε το πιάτο μου με σπαγγέτι τα οποία καταβρόχθισα σαν λύκος, ενώ δεν πήρα είδηση τη χοντρή ασπρόμαυρη γάτα που χτυπούσε τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών μου παρά μόνο όταν τελείωσα. Τότε έτριψα τη ζεστή της κοιλιά με το πόδι μου καθώς παρατηρούσα την Κάρεν να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα. Μου άρεσε ο τρόπος που μονολογούσε όσο έκανε δουλειές. «Κοίτα να δεις τώρα, πού την έβαλα πάλι αυτή την τσιμπίδα; «Πρέπει να πω στον Πάτρικ να μου επισκευάσει πάλι τον νεροχύτη». Μου θύμισε τη μαμά μου, που μιλούσε στο φαγητό όταν μαγείρευε, παλεύοντας να χωρέσει το κοτόπουλο μέσα στην κατσαρόλα και διατάζοντάς το να μείνει εκεί, το αναθεματισμένο! Η μαμά δεν ήταν καλή μαγείρισσα, συνήθως ετοίμαζε τηγανητά ή κρέας με πατάτες, αλλά η κουζίνα πάντα μοσχομύριζε – και το ψυγείο ήταν γεμάτο. Κάποτε μου είχε πει ότι δεν είχε πολλά λεφτά όταν ήταν μικρή και ότι πάντα ονειρευόταν ένα γεμάτο ψυγείο. Θα τη συμπαθούσε την Κάρεν. Προσφέρθηκα να βοηθήσω στο πλύσιμο. «Δεν χρειάζεται, γλυκιά μου», είπε η Κάρεν. «Θα κάνεις ένα ντουζάκι ή ένα αφρόλουτρο ή ό,τι άλλο θέλεις και θα ξεκουραστείς λιγάκι. Μπορείτε να μείνετε εδώ απόψε και θα συζητήσουμε αύριο».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

153 _

Μούλιασα μες στην μπανιέρα. Είχα ακόμα μελανιές στην εσωτερική πλευρά των μηρών μου. Κοίταξα το σημάδι από δαγκωνιά στο αριστερό μου στήθος, το σκέπασα με μια φούσκα από αφρόλουτρο. Έκλεισα τα μάτια, τα έσφιξα, αλλά έβλεπα το πρόσωπο του Μπράιαν, εικόνες του κορμιού του που κινούνταν από πάνω μου, άκουγα τους ήχους που έκανε. Πήρα το σφουγγάρι και το σαπούνι, έτριψα το κορμί μου σαν να ήταν κάτι το ρυπαρό, προσπαθώντας να καταπιώ τα αναφιλητά μου. Όταν επέστρεψα στο υπνοδωμάτιό μας, η Κόρτνεϊ και η Ντάνι κοιμούνταν, μια λάμπα έριχνε τη λάμψη της στα πρόσωπά τους. Η Ντάνι έμοιαζε θυμωμένη στον ύπνο της. Το πρόσωπο της Κόρτνεϊ ήταν κρυμμένο από τα μαλλιά της και είχε το ένα χέρι λυγισμένο κοντά του σαν κοριτσάκι. Σύρθηκα πάνω στο άλλο κρεβάτι, κοιτάζοντας τριγύρω το παράξενο δωμάτιο. Ξαφνιάστηκα με τον δυνατό ήχο ενός διερχόμενου λεωφορείου, με κόσμο που τσακωνόταν έξω στον δρόμο. Πήρα το μαξιλάρι και την κουβέρτα μου και κουλουριάστηκα στο πάτωμα κοντά στις αδερφές μου. Το πρωί ο Πάτρικ χτύπησε την πόρτα. «Όταν είσαστε έτοιμες, κορίτσια, θα κουβεντιάσουμε». Πήγαμε στην κουζίνα, καθίσαμε γύρω από το τραπέζι. Το πρωινό ήταν ήδη σερβιρισμένο στα πιάτα, με μια κούπα αχνιστό καφέ σε κάθε θέση. Ένας γάτος πήδηξε πάνω στο τραπέζι και άρπαξε ένα κομμάτι μπέικον. Η Κάρεν τον έπιασε και τον ξανάφησε να πέσει το πάτωμα. «Φύγε από δω, Ρόκι». Η Κόρτνεϊ έδειχνε λίγο πιο ζωηρή, αλλά όλες οι αντιδράσεις της ήταν αργοπορημένες και είχε ένα ακαθόριστο βλέμμα που δεν μου άρεσε καθόλου. Είχε ζητήσει άλλο ένα χάπι από την Ντάνι, αλλά η Ντάνι της είπε ότι θα ήταν καλύτερα να περιμένει. Η Ντάνι έδειχνε ότι θα μπορούσε να αποκοιμηθεί εκεί που καθόταν, ότι το μόνο που ήθελε ήταν να κλείσει τα μάτια της ή να ξαπλώσει κουλουριασμένη στο πάτωμα. Εγώ είχα ξυπνήσει στις δύο τα ξημερώματα, με την καρδιά


154

CHEVY STEVENS _

μου να χτυπάει σαν τρελή όταν άκουσα βήματα να σέρνονται έξω από την πόρτα μας. Ήμουν έτοιμη να ξυπνήσω την Ντάνι όταν άκουσα το καζανάκι μιας τουαλέτας. Μετά στο σπίτι επικρατούσε ησυχία, αλλά δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ. Η Ντάνι κρεμόταν στο πλάι του κρεβατιού, όλα της τα νύχια ήταν φαγωμένα μέχρι βαθιά. Κοίταξα τα δικά μου, ήταν σπασμένα και τραχιά. Έπειτα θυμήθηκα τον Μπράιαν, το γράσο κάτω από τα νύχια του. Μαζεύτηκα σαν μπάλα, έκλεισα σφιχτά τα μάτια, πίεσα με δύναμη τις παλάμες κλείνοντας τα αφτιά μου. Τώρα ήμουν αδύναμη, έχωνα συνεχώς μπέικον στο στόμα μου, μασώντας μεθοδικά, αλλά τα μάτια μου τα ένιωθα λες και ήταν γεμάτα άμμο, τα βλέφαρα βαριά. Η Ντάνι πήρε το πρωινό της, προσπάθησε να πείσει την Κόρτνεϊ να φάει το δικό της. Η Κόρτνεϊ απλώς έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ της. «Λοιπόν, πώς σας λένε;» είπε ο Πάτρικ. Η Ντάνι κοίταξε τον Πάτρικ με μάτια ορθάνοιχτα. Η Κόρτνεϊ έδειχνε φοβισμένη. «Δεν μπορούμε να σας πούμε», είπε η Ντάνι. «Χρειάζεστε πλαστή ταυτότητα». Αυτό δεν ήταν ερώτηση. «Μπορείτε να μας βοηθήσετε;» είπε η Ντάνι. Εκείνος έγνεψε καταφατικά, σαν να το περίμενε αυτό, πήρε ένα κομμάτι μπέικον και το δάγκωσε με θόρυβο. «Μπορώ, αλλά πρέπει να βρείτε καινούρια ονόματα. Χρησιμοποιήστε τα τωρινά σας αρχικά για το βαφτιστικό και το επίθετό σας». Με πλημμύρισε φόβος. Αν του δίναμε τα αρχικά μας, θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να καταλάβει τα αληθινά μας ονόματα; Αν ανακάλυπτε πού είχαμε μεγαλώσει… «Γιατί θέλετε τα αρχικά μας;» είπα. Η Ντάνι μου έριξε μια ανυπόμονη ματιά. «Θα σας είναι πιο εύκολο να τα θυμάστε, δεν θα μπερδεύεστε συχνά», είπε ο Πάτρικ. «Μπορώ να σας βγάλω πιστοποιητικά γέννησης. Λογικά, θα τα έχω σε δυο-τρεις μέρες. Πόσων χρονών είστε;» Κοίταξα συνοφρυωμένη την Ντάνι, γιατί φοβήθηκα ότι


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

155 _

αποκάλυπτε περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε. Εκείνη δίστασε, μου έριξε μια ματιά και έπειτα κοίταξε πάλι τον Πάτρικ. «Κοιτάξτε». Εκείνος έβαλε λίγες ακόμα φέτες μπέικον στο πιάτο μου. «Δεκάρα τσακιστή δεν δίνω για το τι κάνατε ή από πού είστε. Το μόνο που με νοιάζει είναι να σας βοηθήσω να ξαναρχίσετε τη ζωή σας». Χαμογέλασε στην Κάρεν, που του σέρβιρε ένα ακόμα φλιτζάνι καφέ. «Ευχαριστώ, γλυκιά μου». Έριξε κρέμα στην κούπα του, μας ξανακοίταξε. «Λοιπόν. Θα μπορέσουμε να τα βρούμε κάπου στη μέση;» Η Ντάνι ρούφηξε την ανάσα της και έπειτα έβγαλε τον αέρα. «Εγώ θα κλείσω τα δεκαοχτώ σε λίγους μήνες». Έδειξε την Κόρτνεϊ. «Αυτή είναι δεκάξι μισό». Έδειξε εμένα. «Κι αυτή μόλις έκλεισε τα δεκαπέντε». «Είστε αρκετά μικρές ώστε ο κόσμος να πιστέψει ότι δεν έχετε ακόμα αριθμό κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά πρέπει να πάρετε σύντομα – κι όχι όλες μαζί». Έδειξε προς την Ντάνι. «Πρώτα εσύ». Κοίταξε την Κόρτνεϊ. «Είχες δίπλωμα οδήγησης;» «Είχε μόνο δίπλωμα μαθητευόμενου», είπε η Ντάνι. «Πρέπει να κάνει αίτηση για καινούριο. Είσαστε έναν χρόνο μεγαλύτερες τώρα». Η Κόρτνεϊ τον κοίταξε, με κάτωχρο το πρόσωπό της, και ήπιε μια ακόμα γουλιά από τον καφέ της. Ο Πάτρικ την κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο. Η Κάρεν ακολούθησε το βλέμμα του. Δεν μου άρεσε η έκφραση στο πρόσωπό τους, η ανησυχία τους. Κι αν καλούσαν την αστυνομία ή την πήγαιναν στο νοσοκομείο; Ο Πάτρικ ξανακοίταξε εμένα. «Τη δική σου ηλικία θα την κρατήσουμε ίδια. Δεκαπέντε. Δείχνεις μικρή». Αυτό δεν είναι κορμί δεκαπεντάχρονης. Ανοιγόκλεισα τα μάτια για να συγκρατήσω τα δάκρυα και χαμήλωσα το βλέμμα στο τραπέζι· η μυρωδιά από το λίπος του μπέικον τώρα μου ανακάτευε το στομάχι. Η Κάρεν σηκώθηκε από το τραπέζι και άρχισε να φτιάχνει φρέσκο καφέ. «Έχετε δουλειά για εμάς;» είπε η Ντάνι. «Η αυλή σας είναι


156

CHEVY STEVENS _

τεράστια». Η φωνή της ήταν γεμάτη ελπίδα, ικετευτική. «Είμαστε στ’ αλήθεια δυνατές». «Τι εμπειρία έχετε;» «Κυρίως από αγροτικές εργασίες, αλλά η Τζες είναι πολύ έξυπνη – και ξέρουμε να δουλεύουμε σκληρά». «Μπορεί να σας βρω κάτι στο γυμναστήριο γι’ αρχή». «Δεν έχουμε πού αλλού να μείνουμε», είπε η Ντάνι, και το πρόσωπό της κοκκίνισε. «Υπάρχει κάποιο άσυλο εδώ κοντά; Δεν έχουμε χρήματα…» Η Κάρεν γύρισε προς το μέρος μας από τον νεροχύτη· έριξε μια ματιά στον Πάτρικ. Αναρωτιόμουν τι να σήμαινε αυτό. Άραγε ήθελε να του πει να μας ξεφορτωθεί; «Ας το κουβεντιάσουμε αργότερα αυτό», είπε ο Πάτρικ. «Θα σας δείξω το γυμναστήριο». Το γυμναστήριο ήταν δύο τετράγωνα παρακάτω από το σπίτι – ο Πάτρικ μας εξήγησε πώς να μετράμε τα οικοδομικά τετράγωνα. Ήταν μια παλιά αποθήκη, αλλά φαινόταν φρεσκοβαμμένο και ήταν καθαρό· η ατμόσφαιρα μύριζε πεύκο και λεμόνι. Κορνιζαρισμένες αφίσες από παλιές ταινίες πυγμαχίας ήταν κρεμασμένες στους τοίχους, σε όλο το δωμάτιο. Ο Πάτρικ περπατούσε στον χώρο δείχνοντάς μας διάφορα πράγματα: τα ριγκ, το γραφείο του – ασφυκτικά γεμάτο με αρχεία και με έναν παλιό υπολογιστή, κούτες με μπάρες πρωτεΐνης και βάρη και φούτερ στοιβαγμένες στη γωνία. Τα παιδιά σταματούσαν και του μιλούσαν καθώς περνούσε από δίπλα τους, με πρόσωπα ανυπόμονα όταν του έδειχναν κάποια χτυπήματα ή λαβές. Βαριοί σάκοι του μποξ κρέμονταν από το ταβάνι και υπήρχαν μεγάλες μπάλες στις γωνίες, στρώματα στοιβαγμένα όρθια στους τοίχους, κουτιά ξέχειλα από γάντια του μποξ. Ο Πάτρικ πήρε δύο-τρία ζευγάρια και μας τα φόρεσε. Μας έδειξε έναν μικρό σάκο στη γωνία, περίπου στο ύψος του κεφαλιού. Είπε ότι λεγόταν σάκος ταχύτητας και μας έδειξε πώς να στεκόμαστε, και μετά τον χτύπησε με τρόπο που γύρισε πάλι πίσω. Ήταν εκπληκτικό το πόσο γρήγορος


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

157 _

ήταν, τα χέρια του φαίνονταν θολά. Μετά ήρθε η σειρά μου. Στην αρχή ήμουν αδέξια· δυσκολεύτηκα να βρω τον ρυθμό. Όσο πιο πολύ χτυπούσα, τόσο ένιωθα εκτός συγχρονισμού. Κοίταξα τον Πάτρικ απογοητευμένη. «Συνέχισε», είπε ο Πάτρικ. «Σχεδόν τα κατάφερες». Προσπάθησα πάλι, απομάκρυνα όλες τις σκέψεις από το μυαλό μου, εστιάζοντας στην μπάλα, χωρίς να βιάζομαι καθώς τη χτυπούσα με το δεξί μου χέρι, έπειτα με το αριστερό, έπειτα πάλι με το δεξί. Ύστερα από λίγο τα χτυπήματά μου απέκτησαν ρυθμό, μια αλλόκοτη αγαλλίαση πλημμύριζε το κορμί μου κάθε φορά που χτυπούσα. Η Ντάνι το ’πιασε με τη μία και ο Πάτρικ συνέχισε λέγοντας ότι ήταν γεννημένη μποξέρ. «Έχεις ταλέντο, μικρή». Η Ντάνι χαμογέλασε για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, με αποφασιστική έκφραση στο πρόσωπό της όταν χτυπούσε τον σάκο, με ήχο δυνατό και σταθερό και έντονο. Τουάκ, τουάκ, τουάκ. Χάρηκα για εκείνη, τα δάχτυλά μου αναζητούσαν τη φωτογραφική μου μηχανή, αλλά δεν την είχα βγάλει από το σακίδιό μου από τότε που ο Μπράιαν την είχε ρίξει κάτω. Ακόμα και η Κόρτνεϊ άρχισε να ξυπνάει όταν ο Πάτρικ έδεσε μερικά γάντια στα χέρια της και της έδειξε μερικές κινήσεις. Πήγε σε έναν βαρύ σάκο στη γωνία και τον χτύπησε με επαναλαμβανόμενες γρήγορες κινήσεις, κι έπειτα συνέχιζε να χτυπάει ξανά και ξανά, με έξαλλες κινήσεις, απλές δυνατές γροθιές που έκαναν ένα δυνατό σμακ· η ανάσα της έβγαινε από μέσα της σχεδόν σαν αναφιλητό με κάθε χτύπημα. Μερικά παιδιά τής έριξαν παράξενες ματιές, αλλά ο Πάτρικ τους έγνεψε να απομακρυνθούν. Δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό μου. Και η Ντάνι έδειχνε πανικόβλητη, βλέποντας την Κόρτνεϊ να βγάζει όλη της τη θλίψη της στον σάκο. Τελικά σταμάτησε. Ασθμαίνοντας ακόμα και αναζητώντας λίγο αέρα, γύρισε προς τον Πάτρικ. «Μπορείς να μας μάθεις πώς να προστατεύουμε τον εαυτό μας;»


158

CHEVY STEVENS _

«Σίγουρα – κανείς δεν πρόκειται να τα ξαναβάλει μαζί σας, κορίτσια». Πάλι τα ίδια. Αναρωτήθηκα πόσα μάντευε, πόσα γνώριζε. Άραγε θα προσπαθούσε να μάθει από πού ερχόμασταν; Ήλπιζα πως όχι. Άλλο πράγμα το να βοηθάει κανείς φοβισμένα παιδιά. Μπορεί να μην ήταν τόσο ψύχραιμος αν ήξερε ότι ήμουν δολοφόνος. «Ελάτε», είπε, σαν να διαισθάνθηκε ότι μας είχε τρομάξει. «Πάμε να σας δείξω το διαμέρισμα από πάνω». «Ποιο διαμέρισμα;» είπε η Ντάνι, και η φωνή της φανέρωνε καχυποψία. «Είναι μέρος του γυμναστηρίου. Οι ένοικοι μόλις έφυγαν. Δεν είναι και τίποτα φοβερό, αλλά μπορείτε να μείνετε ώσπου να σταθείτε και πάλι στα πόδια σας. Κάτι θα σκεφτούμε για το ενοίκιο». Είχε δίκιο, ήταν ένα απλό διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια πάνω από το γυμναστήριο – ακούγονταν τα χτυπήματα από κάτω, αλλά μου άρεσε αυτό: η ανακούφιση του θορύβου, άνθρωποι κοντά μας. Η κουζίνα είχε λίγα ντουλάπια, έναν γδαρμένο πάγκο σε παλ κίτρινο χρώμα, έναν μονό νεροχύτη, ένα μικρό ψυγείο και κουζινάκι, κι ένα μπάνιο με μισοξεκολλημένα πλακάκια και μια μπανιέρα με λεκέδες από σκουριά. Αλλά υπήρχαν τρία κρεβάτια με υπνόσακους, ένας καναπές με μία από τις γνωστές πλεχτές κουβέρτες και δύο συρταριέρες. «Έχει λίγα μαχαιροπίρουνα, κατσαρόλες, πιάτα, τέτοια πράγματα», είπε ο Πάτρικ. «Είναι τέλειο», είπε η Ντάνι. «Ειλικρινά, σας ευχαριστούμε πολύ». Τράβηξα τις κουρτίνες από το πίσω παράθυρο. Έβλεπε σε μερικά σπίτια. Μια γυναίκα φύτευε λουλούδια σε μια ζαρντινιέρα στο μπαλκόνι της. Το νέο μας διαμέρισμα είχε επίσης ένα μικρό μπαλκόνι, και σκέφτηκα να βρω μερικούς σπόρους για την Ντάνι. Κοίταξα κάτω. Κανείς δεν θα μπορούσε να σκαρφαλώσει


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

ως εκεί. «Ναι, είναι τέλειο», είπα.

159 _

Δύο μέρες αργότερα τρώγαμε πρωινό με την Κάρεν και τον Πάτρικ. Κοίταξα την πλαστικοποιημένη κάρτα, εξετάζοντας το όνομα. «Αυτή είναι δική σου, Τζέιμι». Ο Πάτρικ έδωσε μια κάρτα στην Κόρτνεϊ. «Αυτή είναι δική σου, Κρίσταλ». Έδωσε την τελευταία στην Ντάνι. «Και η Ντάλας». Είχαμε ξενυχτήσει και μιλούσαμε στο σκοτάδι δύο νύχτες νωρίτερα, συζητώντας για τα νέα μας ονόματα. Η Κόρτνεϊ είχε διαλέξει το Κρίσταλ από την Κρίσταλ Γκέιλ. Η Ντάνι ήθελε να γίνει Ντάλας, από την ομώνυμη αγαπημένη σειρά της μαμάς. Εγώ προβληματίστηκα με το δικό μου όνομα, εξετάζοντας τις πιθανότητες καθώς τις πρόφερα: Τζανίν, Τζένιφερ, Τζούελ, Τζίλιαν, Τζόσελιν, Τζάκι. Τελικά η Κόρτνεϊ είπε: «Τζέιμι. Πρέπει να είσαι η Τζέιμι». Από εκείνη τη μέρα στο γυμναστήριο, μιλούσε περισσότερο. «Σαν τον Τζέσε Τζέιμς». «Τον εγκληματία;» Έσκασε ένα σαρκαστικό χαμόγελο. «Γιατί όχι;» Τζέιμι. Στριφογύρισα το όνομα μες στο στόμα μου, αφήνοντας ήδη το Τζέσικα πίσω μου. Θα μπορούσα να είμαι η Τζέιμι. Θα μπορούσα να γίνω ένας ολοκαίνουριος άνθρωπος. Κοίταξα ξανά την καινούρια μου ταυτότητα. Τζέιμι Κάλντγουελ. Έριξα μια ματιά στην Ντάνι, που κοίταζε επίμονα τη φωτογραφία ενός αγοριού πάνω στον τοίχο της κουζίνας. Έδειχνε γύρω στα είκοσι, μεγαλόσωμος σαν τον Πάτρικ, με τα ίδια πράσινα μάτια αλλά με μαύρα μαλλιά. Φορούσε σορτσάκι και γάντια του μποξ, πόζαρε με τις γροθιές κοντά στο πρόσωπό του και με βλέμμα σοβαρό. Ο Πάτρικ ακολούθησε την κατεύθυνση των ματιών μας. «Αυτός ήταν ο Στίβεν, ο γιος μου». Μάντεψα από την έκφραση στο πρόσωπο του Πάτρικ ότι δεν ήθελε να ρωτήσουμε τι του συνέβη. Η Ντάνι χαμήλωσε


160

CHEVY STEVENS _

το βλέμμα προς την ταυτότητά της, το πρόσωπό της κοκκίνισε σαν να ένιωσε άσχημα που την έπιασαν να κοιτάζει επίμονα. Κοίταξα την Κάρεν, που γυρνούσε την ομελέτα στο τηγάνι. Της είχε χαλάσει και προσπαθούσε να την ενώσει πάλι, ξύνοντας τις άκρες της προσεκτικά, βλαστημώντας μέσα απ’ τα δόντια της. Τις επόμενες δύο εβδομάδες ο Πάτρικ μας έδειξε πώς να καθαρίζουμε το γυμναστήριο και πώς να εξυπηρετούμε στην υποδοχή. Δεν είχε και τόση δουλειά για τρία κορίτσια, κι έτσι έπρεπε να βρούμε και κάτι άλλο. Όταν θα συγκεντρώναμε κάποια χρήματα, θα πληρώναμε το νοίκι, αλλά μας είχε πει ότι θα μας έκανε καλή τιμή. Η Ντάνι και η Κόρτνεϊ βρήκαν αμέσως δουλειά ως σερβιτόρες και δούλευαν τις περισσότερες νύχτες, αλλά εγώ στάθηκα άτυχη και καθόμουν ξύπνια στο διαμέρισμα για ώρες. Δεν ήμουν συνηθισμένη να μένω μόνη τόσο πολύ – με κάθε τρίξιμο και κάθε θόρυβο στο κτίριο πεταγόμουν πάνω. Σκεφτόμουν τον μπαμπά, πώς τον περιμέναμε ξάγρυπνες όταν ήμαστε παιδιά, τον ήχο από τις μπότες του στα σκαλιά εκείνη την τελευταία νύχτα. Μετά σκεφτόμουν τον Παράδεισο και την Κόλαση και αναρωτιόμουν πού θα κατέληγα εγώ τώρα που τον σκότωσα· αναρωτιόμουν αν η μαμά μου θα ντρεπόταν για μένα. Δεν έπεφτα για ύπνο αν δεν ερχόταν σπίτι μία από τις αδερφές μου. Στο γυμναστήριο βοηθούσα τον Πάτρικ στην οργάνωση του γραφείου του και φρόντιζα οι πελάτες να είναι εντάξει με τις υποχρεώσεις τους. «Κάνε μου τη χάρη να τα περάσεις όλα στον υπολογιστή», της είπε. «Κανένα πρόβλημα. Έχω κάνει τέτοιο μάθημα στο σχολείο». Ήταν για μένα ανακούφιση που βρήκα κάτι για να απασχοληθώ στον ελεύθερο χρόνο μου – και για να απασχολήσω το μυαλό μου. Η Κάρεν έδειξε στην Κόρτνεϊ πώς να παραδίδει μαθήματα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

161 _

αερόμπικ και εκείνη τα κατάφερε γρήγορα. Μου άρεσε να τη βλέπω να κάνει τους δύσκολους βηματισμούς, αναπηδώντας πάνω και κάτω στον ρυθμό της μουσικής, με τα ξανθά μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά. Τα είχε βάψει πλατινένια. Η Ντάνι κι εγώ επιλέξαμε το αντίστροφο, τα σκουρύναμε, προς το καφέ σοκολατί. Μου άρεσε που έκανε τα μάτια μου να φαίνονται πιο πράσινα. Και της Ντάνι της πήγαινε. Εξακολουθούσε να κάνει παιχνίδια με το κοντό της κούρεμα, δοκιμάζοντας διάφορα, άλλοτε καρφάκια κι άλλοτε ανακατεμένα. Την έκανε να δείχνει μεγαλύτερη. Ήθελα να κουρευτώ κι εγώ, αλλά η Κάρεν είπε ότι είχα όμορφα μαλλιά. Μια νύχτα μού τα κούρεψε λίγο, μου έφτιαξε αφέλειες και μου έδειξε πώς να τα ισιώνω στο στέγνωμα για να αγγίζουν την κλείδα μου. Είπε ότι οι αφέλειες με έκαναν να δείχνω μυστηριώδης. Δεν ήμουν και πολύ σίγουρη γι’ αυτό, αλλά μου άρεσε το ότι έμοιαζα με κάτι διαφορετικό. Έμοιαζα με την Τζέιμι. Κάναμε εξάσκηση στα ονόματά μας καθημερινά, φωνάζαμε με αυτά η μια την άλλη, τα επαναλαμβάναμε συνεχώς όταν πηγαίναμε για ύπνο. Κοίταζα την Κόρτνεϊ και έλεγα Κρίσταλ, Κρίσταλ, Κρίσταλ ξανά και ξανά μες στο μυαλό μου, αλλά εξακολουθούσε να είναι η Κόρτνεϊ για μένα, κι έτσι έπρεπε να σκεφτώ το καινούριο της όνομα κάθε φορά που μιλούσα, διστάζοντας όταν ήμαστε μπροστά σε κόσμο. Και με την Ντάνι ήταν δύσκολο, αλλά το νέο της όνομα ταίριαζε με το κοντό της κούρεμα, με τον τρόπο που περπατούσε μες στο γυμναστήριο με τα ρούχα της προπόνησης που μας είχε βρει ο Πάτρικ, τα μαλλιά της να γυαλίζουν κολλημένα πίσω από τον ιδρώτα, τα ηλιοκαμένα της χέρια με ορατούς τους τένοντες, με τους μυς να συστέλλονται και να κάμπτονται καθώς έκανε εξάσκηση στις γροθιές και στα άπερκατ για ώρες. Κάθε πρωί φορούσα το καινούριο μου όνομα σαν ένα νέο εξάρτημα πάνω μου. Έκανα εξάσκηση στο να περπατάω διαφορετικά, να στέκομαι διαφορετικά, με τους ώμους ψηλά, με βλέμμα προκλητικό. Τζέιμι. Ανάγκαζα τον εαυτό μου να


162

CHEVY STEVENS _

απαντάει στο τηλέφωνο με φωνή γεμάτη αυτοπεποίθηση: «Γυμναστήριο μποξ “Φοίνιξ”». Πώς μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε;» Με κάθε αρχείο που μετέφερα στον υπολογιστή, με κάθε κιβώτιο που έβγαζα από τη μέση, ένιωθα να έχω περισσότερο έλεγχο, λες και τα πράγματα ίσως να πήγαιναν καλά, ίσως μπορούσαμε να χτίσουμε μια νέα ζωή. Αλλά φοβόμουν ακόμα –μήπως μας βρουν ο Μπράιαν και ο Γκάβιν ή η αστυνομία–, φοβόμουν ότι όλα θα γκρεμίζονταν. Η Κόρτνεϊ κι εγώ μοιραζόμασταν πάλι το ίδιο υπνοδωμάτιο – η Ντάνι κοιμόταν στο απέναντι δωμάτιο του διαδρόμου. Κάποιες νύχτες ξυπνούσα φωνάζοντας, άλλες φορές η Κόρτνεϊ και η Ντάνι με ξυπνούσαν με τις δικές τους κραυγές. Δεν ήμουν σίγουρη ποια ήταν από τις δύο, αλλά δεν είχε σημασία – μοιραζόμασταν τον ίδιο πόνο, τους ίδιους εφιάλτες. Κάποιες φορές απλώς περπατούσα σε όλο το διαμέρισμα, διασχίζοντας ψηλαφητά τον διάδρομο, καθόμουν στην πολυθρόνα για ώρες, με το βλέμμα κολλημένο στην πόρτα. Δεν μιλούσαμε για τον μπαμπά ή για όσα συνέβησαν στο Κας Κρικ. Δεν μιλούσαμε για το ράντσο, το παλιό μας σπίτι, την Ίνγκριντ και τον Γουόλτερ και τον Κόρεϊ. Όλα αυτά ήταν παρελθόν. Ο Πάτρικ και η Κάρεν ποτέ δεν ρωτούσαν για τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μας το πρωί – συχνά παίρναμε μαζί πρωινό στο σπίτι τους, που ήταν πολύ κοντά με τα πόδια από το γυμναστήριο. Η Κάρεν μιλούσε στην Κόρτνεϊ για μια μουσική που ήθελε για να πλαισιώσει μια σειρά ασκήσεων, και ο Πάτρικ έλεγε στην Ντάνι ότι ήθελε να της διδάξει έναν νέο συνδυασμό χτυπημάτων, και γέμιζαν το πιάτο μου με περισσότερο φαγητό, με την Κάρεν να γελάει. «Για τόσο μικρό κορίτσι, σίγουρα τρως πολύ». Ο Πάτρικ μάθαινε σε όλες μας μποξ και κινήσεις αυτοάμυνας. Έλεγε ότι υπήρχαν πολλά προγράμματα να ακολουθήσουμε όταν μεγαλώσουμε λίγο, ώστε να πάρουμε επάρκεια ως γυμνάστριες. Ήδη είχε γράψει την Ντάνι σε ένα τέτοιο πρόγραμμα.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

163 _

Έλεγε στον κόσμο ότι ήμαστε τα παιδιά του ξάδερφού του. Και οι δυο μας γονείς είχαν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μας είχε αναλάβει μέχρι να μεγαλώσουμε αρκετά ώστε να βγούμε στον κόσμο. Ανέφερε το θέμα του σχολείου. «Υπάρχει ένα σχολείο παρακάτω στη στροφή, αλλά μπορεί να μπερδευτούν τα πράγματα αν ζητήσουν να δουν χαρτιά που να αποδεικνύουν ότι είμαι ο κηδεμόνας σας». «Δεν με νοιάζει το σχολείο», είπε η Κόρτνεϊ. «Έτσι κι αλλιώς σκέτη αποτυχία ήμουνα». «Εσείς οι δύο;» είπε εκείνος στην Ντάνι και σε μένα. «Εγώ θα πάρω το απολυτήριό μου», είπε η Ντάνι. «Κι εγώ», είπα, έτοιμη να κλάψω. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου δυνατά. Η Ντάνι με κοίταξε. «Μα είσαι τόσο καλή στο σχολείο. Σου άρεσε πολύ». «Δεν πειράζει», είπα. «Όταν μεγαλώσω, ίσως να πάω στο κολέγιο ή στο πανεπιστήμιο. Μπορώ να πάω σε νυχτερινές παραδόσεις». Ο Πάτρικ έγνεφε καταφατικά. «Μην εγκαταλείπετε τα όνειρά σας, κορίτσια. Απλώς ίσως πρέπει να βρείτε έναν άλλο δρόμο για να φτάσετε σ’ αυτά». Όταν δεν ήμουν στο γυμναστήριο την ημέρα, έψαχνα τους κάδους για κονσέρβες και μπουκάλια που θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε με αντάλλαγμα κάποια χρήματα, έψαχνα στα φρεάτια και στην άκρη του δρόμου, αλλά ανησυχούσα όταν περπατούσα στους δρόμους κι έτσι πάντα φρόντιζα να επιστρέφω προτού σκοτεινιάσει. Μερικές φορές δίπλωνα πλυμένα ρούχα για ένα χαρτζιλίκι στα Αυτόματα Πλυντήρια. Η Ντάνι δούλευε σκληρά, ερχόταν ιδρωμένη από το γυμναστήριο και το εστιατόριο όπου δούλευε σερβιτόρα, κάνοντας επιπλέον βάρδιες όταν μπορούσε, και έφερνε στο σπίτι αποφάγια που είχε χώσει μες στην τσάντα της. Η Κόρτνεϊ δούλευε σε ένα κακόφημο εστιατόριο και άρχισε να βγαίνει με έναν από τους γιους του ιδιοκτήτη. Είχε αδυνατίσει πολύ, το πρόσωπό της είχε γεμίσει σπυράκια, ενώ έλειπε για


164

CHEVY STEVENS _

μεγάλα χρονικά διαστήματα, μερικές φορές δεν γύριζε στο διαμέρισμα πριν από τα ξημερώματα. Όταν σηκωνόμασταν το πρωί, εκείνη σηκωνόταν τρεκλίζοντας από το κρεβάτι, πέταγε σπασμένα χάπια πάνω στο τραπέζι, ντυνόταν και πήγαινε στο γυμναστήριο. Η Ντάνι κι εγώ το κουβεντιάσαμε μια νύχτα. «Είναι ναρκωτικά. Είμαι σίγουρη», είπα εγώ. «Τα παίρνει και τα πουλάει κιόλας». «Θα της μιλήσουμε όταν έρθει σπίτι». Προσπαθήσαμε, αλλά εκείνη δεν μας έδωσε σημασία. «Καλά είμαι, όλα είναι εντάξει». «Πού τα βρήκες τα λεφτά;» είπε η Ντάνι. «Έκανα καινούριους φίλους, μην ανησυχείτε». Η Ντάνι την ακολούθησε στο μπάνιο. «Δεν είναι καθόλου εντάξει – δεν τα θέλουμε αυτά τα λεφτά». Τα πέταξε στο πάτωμα. Η Κόρτνεϊ έκανε απότομα μεταβολή. «Μπα; Τώρα σε πείραξαν οι παρανομίες;» «Δεν μπορούμε να μπλέξουμε χειρότερα», είπε η Ντάνι. «Σε παρακαλώ, Κόρτνεϊ», είπα εγώ. «Αν σε πιάσουν οι μπάτσοι και μάθουν ποια είσαι, θα μπλέξουμε όλοι». «Ωραία, ό,τι πείτε», είπε. Ύστερα απ’ αυτό σταμάτησε να φέρνει χρήματα στο σπίτι, μόνο μικροποσά από φιλοδωρήματα, αλλά εξακολουθούσε να λείπει για ώρες και κάθε τόσο δεν ερχόταν καν στο σπίτι. Δεν ησύχαζα μέχρι να ακούσω επιτέλους την πόρτα να ξεκλειδώνει, την τσάντα της Κόρτνεϊ να πέφτει στο πάτωμα, το τρίξιμο από τις σούστες στο κρεβάτι της. Μερικές φορές πλάγιαζε δίπλα μου, με τη ζεστή της πλάτη να ακουμπάει στη δική μου, τις ανάσες μας να συντονίζονται ώσπου να μας πάρει ο ύπνος. Άλλες φορές ήταν καλά για λίγες μέρες, έμενε περισσότερο στο σπίτι ή στο γυμναστήριο, έδειχνε συγκεντρωμένη, παρούσα. Έπειτα έβγαζε έναν απίστευτο θυμό, ξεστομίζοντας διάφορες ανοησίες, ή έμενε σιωπηλή, σχεδόν χωρίς να λέει


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

165 _

λέξη, κουλουριασμένη στο κρεβάτι της για ώρες, πίνοντας τη μια μπίρα μετά την άλλη, με το βλέμμα κολλημένο στον τοίχο. Η Ντάνι την κατσάδιασε μια μέρα, την κατηγόρησε ότι ξόδευε όλα μας τα χρήματα σε μπίρες. «Έχεις αρχίσει να το χάνεις». «Την μπίρα μού την κέρασαν», είπε η Κόρτνεϊ. «Και το έχω ήδη χάσει από καιρό». Της χάρισε ένα πικρόχολο χαμόγελο και σήκωσε την μπίρα ψηλά. «Άσπρο πάτο». Σύντομα η Κόρτνεϊ άρχισε να μην εμφανίζεται στις βάρδιες της στο γυμναστήριο. Η Ντάνι πήρε ανάποδες, είπε ότι ο Πάτρικ και η Κάρεν θα μας έδιωχναν με τις κλοτσιές, αλλά η Κόρτνεϊ την αγνόησε. «Δεν πρόκειται να μας πετάξουν έξω, κορίτσια». «Αν δεν πρόκειται να έρθεις, να παραιτηθείς». «Ωραία». Μετά απ’ αυτό δούλευε μόνο στο εστιατόριο. Ανησυχούσαμε ότι ο Πάτρικ και η Κάρεν θα εκνευρίζονταν, αλλά έδειξαν κατανόηση. Μας ρώτησαν πώς τα πάει, και ήταν πάντα ευπρόσδεκτη για δείπνο. Η Κάρεν την κοίταζε με εκείνο το σκεπτικό, ανήσυχο βλέμμα και έβαζε επιπλέον φαγητό στο πιάτο της, μα η Κόρτνεϊ ίσα που το άγγιζε. Αλλά τότε είχα πιο σοβαρό λόγο να ανησυχώ. Τρεις μήνες μετά τη δραπέτευσή μας από το Κας Κρικ διαπίστωσα ότι μάλλον ήμουν έγκυος.


166

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ

Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό, ώσπου δεν είχα περίοδο τους δύο πρώτους μήνες. Ποτέ δεν είχα σταθερό κύκλο –κι άλλες φορές στο παρελθόν δεν αδιαθετούσα για μήνες–, ενώ είχα λίγες σταγόνες αίμα, κι έτσι σκέφτηκα πως όλα ήταν καλά. Όταν δεν ήρθε ούτε τον επόμενο μήνα, όμως, άρχισα να ανησυχώ. Περίμενα, περίμενα, ξυπνούσα κάθε πρωί με τη βεβαιότητα ότι θα ερχόταν εκείνη την ημέρα. Δεν είπα τίποτα στις αδερφές μου για δύο εβδομάδες ακόμα, ελπίζοντας ότι θα ερχόταν. Δεν ήρθε. Βρήκα μόνη την Ντάνι στο διαμέρισμα την ώρα που έτριβε με γυαλόχαρτο την ξύλινη κορνίζα ενός μεγάλου, όρθιου καθρέφτη. Αναζητούσε πεταμένα πράγματα στους δρόμους και τα έφερνε στο διαμέρισμά μας: παλιές καρέκλες, ένα τραπεζάκι σαλονιού, έναν ακόμα καναπέ, ανθοστάτες και παράταιρα πιάτα. Κρεμάσαμε πετσέτες κουζίνας για κουρτινάκια, βάψαμε τις καρέκλες και το ξύλινο τραπέζι με φωτεινά χρώματα και σχεδιάσαμε με στένσιλ σχέδια με λουλούδια πάνω στα ντουλάπια της κουζίνας. Με αργά αλλά σίγουρα βήματα στήναμε τη φωλιά μας. «Κάτι δεν πάει καλά», είπα. «Με την Κορτ; Με την Κρίσταλ;» «Με μένα».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

167 _

Συνοφρυώθηκε. «Είσαι άρρωστη;» «Εδώ και κάμποσο καιρό δεν μου έχει έρθει περίοδος». Με κοίταξε. «Τι εννοείς “εδώ και κάμποσο καιρό”;» Ήθελα να βάλω τα κλάματα. «Από τότε που… ξέρεις». Εκείνη τινάχτηκε προς τα πίσω σαν να τη χτύπησα, ακούμπησε τον καθρέφτη προσεκτικά στον τοίχο και έπειτα, με αργό βήμα, πήγε και κατέρρευσε σε μια καρέκλα. «Να πάρει», είπε. Ποτέ δεν είχαμε συζητήσει το θέμα της εγκυμοσύνης. Θυμήθηκα την ανακούφιση στα πρόσωπα της Ντάνι και της Κόρτνεϊ όταν βγήκαν από το μπάνιο τον πρώτο μήνα αφότου φύγαμε από το Κας Κρικ, αλλά καμία από τις δύο δεν με είχε ρωτήσει για τη δική μου περίοδο. «Πρέπει να πάρουμε ένα τεστ», είπε. Ακούμπησα ένα τεστ στο τραπέζι, που στριφογύρισε για λίγο σαν βελόνα πυξίδας. «Πού το βρήκες;» «Το έκλεψα». «Πρέπει να σταματήσεις να το κάνεις αυτό – θα σε πιάσουν». «Είχε σχεδόν είκοσι δολάρια». «Θα μπορούσες να πας στον γιατρό και θα σου έκαναν το τεστ δωρεάν». Δεν το πίστευα ότι με κατσάδιαζε. Τότε συνειδητοποίησα ότι απλώς είχε φρικάρει. «Δεν το ήξερα», είπα. «Το έκανες;» «Όχι. Φοβάμαι». «Μπορεί να ’χεις καθυστέρηση λόγω στρες». Δεν μου άρεσε η απελπισμένη, γεμάτη ελπίδα έκφραση του προσώπου της. Η ίδια έκφραση που είδα να αντανακλάται όταν κοίταξα κι εγώ στον καθρέφτη. «Μπορεί». Αλλά η γραμμή έγινε μπλε. Όταν η Κόρτνεϊ γύρισε σπίτι εκείνη τη νύχτα, της το είπαμε.


168

CHEVY STEVENS _

Κάθισε απότομα στον καναπέ και μας κοίταξε εμβρόντητη. «Την πατήσαμε. Τι θα κάνουμε;» Η Ντάνι καθόταν στον άλλο καναπέ, με τα πέλματα κάτω από τα γόνατα. Εγώ είχα ζαρώσει στη γωνία του ίδιου καναπέ, με το χέρι στο στομάχι, πιέζοντας προς τα κάτω λες και ήθελα απλώς να συμπιέσω το μωρό για να βγει έξω από το σώμα μου, νιώθοντας ενοχλημένη, ντροπιασμένη, σαν να είχα απογοητεύσει και τις τρεις μας. «Είναι πολύ αργά για έκτρωση;» είπε η Ντάνι. «Δεν ξέρω», είπε η Κόρτνεϊ. «Κάποιοι δεν το κάνουν πιο αργά;» Δεν μου άρεσε που μιλούσαν για μένα σαν να μην είμαι παρούσα, χωρίς καν να με ρωτήσουν τι ήθελα να κάνω. Κοίταξα προσεκτικά τα γυμνά μου πέλματα – μικρά, σαν της μητέρας μου, χωρίς σχεδόν καθόλου νύχι στο μικρό δάχτυλο. Ένιωσα έναν οξύ πόνο· θα ήθελα να μπορούσα να της μιλήσω. «Ίσως πρέπει να μιλήσουμε σε κάποιον», είπα. Πήγαμε στη δωρεάν κλινική την επόμενη μέρα. Με εξέτασε ένας γιατρός, μου πήρε αίμα και επιβεβαίωσε την εγκυμοσύνη. Ήμουν δεκαέξι εβδομάδων, με προβλεπόμενο τοκετό την τρίτη εβδομάδα του Απριλίου. Μισούσα τα χέρια του πάνω στο κορμί μου, τον τρόπο που με ψυχρότητα ρωτούσε για την περίοδό μου και την τελευταία φορά που έκανα σεξ, μα πιο πολύ μισούσα το ότι αναγκάστηκα να του πω πως ήταν ένα αγόρι που είχα γνωρίσει το καλοκαίρι. Χάρηκα που η Ντάνι είχε έρθει στον θάλαμο εξέτασης μαζί μου. Τον ρώτησε για την έκτρωση, και ήξερα ήδη την απάντηση από τον προειδοποιητικό τόνο της πρώτης του πρότασης: «Μετά το τρίτο τρίμηνο…» Έδωσε στην Ντάνι μερικά φυλλάδια. Και φύγαμε. Στο σπίτι κλειδώθηκα στο δωμάτιό μου και διάβασα όλα τα φυλλάδια από την αρχή ως το τέλος. Η Κόρτνεϊ και η Ντάνι ήταν στην κουζίνα. Τις άκουγα να μιλούν χαμηλόφωνα και ήξερα ότι περίμεναν να βγω έξω για να καταστρώσουμε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

169 _

κάποιο σχέδιο. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα στο λεωφορείο προς το σπίτι. Δεν μπορούσα καν να τις κοιτάξω, γιατί μισούσα αυτό το βλέμμα της αγωνίας στα μάτια τους, γιατί ένιωθα τις σκέψεις τους. Μπήκα στην κουζίνα, τυλιγμένη με μια κουβέρτα, και κάθισα μαζί τους στο τραπέζι. «Θες να φας κάτι;» είπε η Ντάνι. «Ίσως λίγη σούπα ή ένα τσάι;» «Όχι, ευχαριστώ», είπα. Κάθισε απέναντί μου. «Εκείνος ο γιατρός ήταν κόπανος. Φυσικά και μπορείς ακόμα να κάνεις έκτρωση. Η Κόρτνεϊ μπορεί να ρωτήσει τον φίλο της–» «Είναι μεγάλο σαν αβοκάντο», είπα. «Μπορεί να με ακούσει». «Τι θέλεις να κάνεις λοιπόν;» Η Ντάνι δεν είχε φρικάρει, αλλά ένιωθα τον πανικό της. «Δεν ξέρω», είπα. «Δεν μπορούμε να το κρατήσουμε», είπε η Κόρτνεϊ. «Εδώ δεν τα βγάζουμε πέρα μόνες μας. Ο Πάτρικ και η Κάρεν μπορεί να μας διώξουν». Ύψωσε τη φωνή της και άρχισε να λαχανιάζει. «Κι αν μοιάζει σ’ εκείνον;» «Χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ», είπα. «Δεν έχεις πολύ χρόνο», είπε η Ντάνι. «Είσαι ήδη δεκαέξι εβδομάδων». «Το ξέρω! Απλώς χρειάζομαι χρόνο για να το σκεφτώ». Μία προς μία ένιωθα όλες τις πόρτες της ζωής μου να κλείνουν δυνατά πίσω μου. «Τζες, δεν μπορείς να–» «Αφήστε με ήσυχη». Σηκώθηκα από το τραπέζι και γύρισα στο δωμάτιό μου. Δεν το συζητήσαμε τις επόμενες μέρες, αλλά το ένιωθα ότι περίμεναν την απάντησή μου ακόμα κι όταν δεν ήμαστε στο ίδιο δωμάτιο. Τις απέφευγα όσο μπορούσα περισσότερο, καθόμουν μόνη για ώρες, κοίταζα το ημερολόγιο, ένιωθα τον χρόνο να γλιστράει μες απ’ τα χέρια μου. Διάβαζα όλα τα


170

CHEVY STEVENS _

φυλλάδια ξανά και ξανά, κοίταζα τις φωτογραφίες του εμβρύου, τα μικροσκοπικά του χέρια. Ξαναπήγα στην κλινική μόνη μου, μίλησα σε έναν άλλο γιατρό, ο οποίος μου εξήγησε τις επιπλοκές των καθυστερημένων εκτρώσεων, τους κινδύνους. Έπρεπε να αποφασίσω σύντομα, αλλά είχα παραλύσει από τον φόβο. Ξύπναγα μες στη νύχτα, ένιωθα κάτι να με πιέζει στο στήθος, τόσο βαρύ που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Σκεφτόμουν τον μπαμπά μου. Είχα ήδη σκοτώσει μια ψυχή – αν έκανα έκτρωση, θα σκότωνα κι άλλη μια; Μα πώς θα ήταν αν γεννούσα; Θα άντεχα τον πόνο; Τι θα συνέβαινε στο μωρό; Τι θα συνέβαινε σε μένα; Τελικά, ύστερα από μία εβδομάδα, βγήκα έξω ένα πρωί την ώρα που η Ντάνι και η Κόρτνεϊ έπαιρναν πρωινό. Σήκωσαν το βλέμμα και με κοίταξαν με ανυπομονησία καθώς καθόμουν στο τραπέζι. «Είναι πολύ αργά τώρα πια». Η Ντάνι έδειχνε εξοργισμένη. «Αν είχες ασχοληθεί με το ζήτημα πριν από μία εβδομάδα, θα–» «Ήταν ήδη πολύ αργά», είπα. «Θα το δώσουμε κάπου. Θα πάει σε κάποιον άλλο, σε κάποιον που να θέλει μωρό. Ούτε εκείνοι θα το μάθουν ούτε κι εκείνο». «Είσαι σίγουρη ότι θες να το κάνεις αυτό;» είπε η Ντάνι. «Θέλεις να το περάσεις όλο αυτό και μετά να το δώσεις; Είναι εννέα μήνες – και μετά πρέπει να γεννήσεις». Η φωνή της με χτύπησε σαν σφυρί μέσα μου, κυριαρχική, μου μιλούσε σαν να ήμουν παιδί. «Ξέρω τι σημαίνει αυτό, Ντάνι. Έγκυος είμαι, όχι ηλίθια – και είναι σαράντα εβδομάδες, όχι εννέα μήνες». Εκείνη έδειξε να ξαφνιάζεται με τον θυμό μου, με τις νέες μου γνώσεις. Συνήθως εκείνη ήταν η αρμόδια για όλα, εκείνη μας οδηγούσε εντός και εκτός μάχης. Μα τώρα επρόκειτο για το δικό μου σώμα. «Θα το δώσω», είπα. «Πρέπει να τους το πεις», είπε η Ντάνι, αγκιστρωμένη ακόμα στην εξουσία της, να με αναγκάζει να το πω εγώ στην


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

171 _

Κάρεν και στον Πάτρικ, να με τιμωρεί που θέλω να γίνει το δικό μου, που αποφασίζω για τον εαυτό μου. Ένιωσα άλλο ένα κύμα θυμού να φουντώνει μέσα μου. Οι ενοχές ψιθύριζαν στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Αν με είχε ακούσει νωρίτερα, δεν θα είχαμε πάει σε εκείνη την πόλη. Έδιωξα μακριά αυτές τις σκέψεις. Δεν έφταιγε εκείνη. Την επόμενη μέρα το είπαμε στον Πάτρικ και στην Κάρεν. Η Κάρεν έδειξε να ταράζεται. «Ξέρεις… ξέρεις τι θέλεις να κάνεις;» «Θα το δώσω». «Ο πατέρας…» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Η Κόρτνεϊ άρχισε να κλαίει. Ο Πάτρικ κοίταξε εκείνη και έπειτα πάλι εμένα. «Ό,τι θες εσύ, μικρή. Θα σε βοηθήσουμε». «Μπορούμε να μείνουμε;» είπα εγώ. «Μα φυσικά!» είπαν και οι δύο με μία φωνή. Έδειξαν ξαφνιασμένοι που μας είχε ανησυχήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από τους ώμους μου, αλλά μετά ένιωσα έναν πόνο βαθιά μέσα μου. Η απόφαση είχε ληφθεί. Θα έφερνα στον κόσμο ένα παιδί. Ήμουν τρομαγμένη που θα γεννούσα, ενώ δεν μπορούσα να διαβάσω κάποια κεφάλαια από το βιβλίο που μου αγόρασε η Κάρεν χωρίς να μου σφίγγεται το στήθος από την αγωνία και να με κατακλύζει η αίσθηση ότι όδευα ολοταχώς προς κάτι που δεν μπορούσα να σταματήσω – και που θα με πονούσε πολύ. Ήδη ένιωθα το σώμα μου σαν να μη μου ανήκε πια, λες και ένας εξωγήινος ή ένα παράσιτο είχε μπει μέσα μου και με διαφέντευε. Δεν το είχαμε πει ακόμα σε κανέναν στο γυμναστήριο, αλλά ένιωθα ότι όλοι με κοίταζαν, και δεν μπορούσα να τους κοιτάξω στα μάτια. Στην κλινική παρατηρούσα τις άλλες έγκυες γυναίκες στην αίθουσα αναμονής, τις βέρες στα δάχτυλά τους, τη χαρούμενη λάμψη στα πρόσωπά τους, τον τρόπο που αγκάλιαζαν προστατευτικά με το χέρι το στομάχι


172

CHEVY STEVENS _

τους. Δεν μου φαινόταν ακόμα ότι είμαι έγκυος, και αναρωτιόμουν τι θα σκέφτονταν αν ήξεραν, αν θα πίστευαν ότι είμαι μια τσούλα, ένα παλιοκόριτσο. Αναρωτιόμουν αν έκανα το σωστό. Τον πέμπτο μήνα άρχισε να φαίνεται λίγο φουσκωμένη η κοιλιά μου και έπρεπε να φοράω φαρδιά πουκάμισα και να δένω το τζιν παντελόνι μου με μια ελαστική ζώνη ή να φοράω φόρμες γυμναστικής. Η Κάρεν φρόντιζε να τρέφομαι σωστά και να παίρνω βιταμίνες. Βρήκα καινούρια γιατρό. Ήξερε ότι σκόπευα να δώσω το μωρό, όμως έδειξε κατανόηση, τα χέρια της ήταν απαλά όταν με εξέταζε, περιμένοντας να χαλαρώσει το σώμα μου. Κοίταζα, αφηρημένη, όσο μου έκανε υπερηχογράφημα και μου μιλούσε για το στάδιο στο οποίο βρισκόταν το μωρό, δείχνοντας τα πόδια και τα χέρια του. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι ότι το μωρό ήταν δικό μου, ή δικό του, αλλά ότι απλώς το κουβαλούσα μέσα μου για κάποιον άλλο και ήταν καθήκον μου να το προσέχω. Είχα έρθει σε επαφή με ένα γραφείο υιοθεσιών, αλλά δεν είχα επιλέξει ακόμα κάποιον. Κανένας δεν μου φαινόταν αρκετά καλός. Μπορεί να μην ήθελα το μωρό, αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ πως θα του φέρονται σκληρά ή πως θα έχει έναν μπαμπά σαν τον δικό μας. Του άξιζε μια ευκαιρία. Η Κόρτνεϊ είχε αρχίσει να κοιμάται στον καναπέ. Είπε ότι το έκανε γιατί δεν ήθελε να με ενοχλήσει όταν ερχόταν αργά στο σπίτι, αλλά εγώ ήμουν σίγουρη ότι ήταν θυμωμένη. Ποτέ δεν κοίταζε την κοιλιά μου. Η Ντάνι ήταν εντάξει, μερικές φορές ήταν μάλιστα λίγο πιο καλή μαζί μου και μου έφτιαχνε κανένα αφέψημα ή μου έφερνε μια επιπλέον κουβέρτα. Αλλά την έβλεπα να με κοιτάζει με ανησυχία, έβλεπα τον φόβο στο πρόσωπό της όταν το βλέμμα της έπεφτε στο στομάχι μου. Η κοιλιά μου γινόταν σταδιακά τεράστια· στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη μετά το μπάνιο κοιτάζοντας το στήθος μου που είχε μεγαλώσει, τον αφαλό μου που εξαφανιζόταν. Το μωρό είχε πια αρχίσει να κινείται και το παρακολουθούσα να στριφογυρίζει. Στο κρεβάτι το ένιωθα να


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

173 _

κλοτσάει και να τεντώνεται, μερικές φορές γδέρνοντας τα σωθικά μου σαν να προσπαθούσε να βγει έξω. Φοβόμουν και μόνο που σκεφτόμουν πώς θα ήταν το μωρό – σε ποιον θα μπορούσε να μοιάζει. Η γιατρός με είχε ρωτήσει αν ήθελα να μάθω αν ήταν αγόρι ή κορίτσι, αλλά είπα όχι. Μερικές φορές, όταν έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα το πρόσωπο του Μπράιαν και αναρωτιόμουν αν θα του έμοιαζε το μωρό. Στενοχωριόμουν για το μωρό – δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο, έναν κακό μπαμπά, μια μαμά που δεν το ήθελε. Οι αδερφές μου ούτε καν το συζητούσαν το θέμα, αν και μια φορά η Ντάνι ανέφερε κάτι για το τι θα κάναμε «αφότου δίναμε το μωρό». Πεινούσα συνεχώς, αλλά η Ντάνι ποτέ δεν παραπονέθηκε που ξοδεύαμε πολλά για φαγητό. Ο Πάτρικ μου βρήκε μια δουλειά, στα πλυντήρια ενός ξενοδοχείου – είχε βοηθήσει κάποτε τον γιο του ιδιοκτήτη και του χρωστούσε. Καθώς μεγάλωνε η κοιλιά μου, οι γοφοί και τα πόδια μου πονούσαν και περπατούσα κορδωμένη, αλλά επέμενα να μην κινούμαι πιο αργά. Μερικές φορές, όταν το μωρό κινούνταν, έβαζα το χέρι μου σε εκείνο το σημείο και ένιωθα ένα πέλμα ή μια παλάμη. Την πρώτη φορά ένιωσα ένοχη και τράβηξα το χέρι μου μακριά, αλλά ύστερα από μερικά λεπτά το ακούμπησα πάλι εκεί, ησυχάζοντας μες στο σκοτάδι. Είχαμε τότε μια παλιά τηλεόραση, κι έτσι άρχισα να λέω στο μωρό τι έβλεπα, μερικές φορές ακουμπώντας ένα πιάτο με φαγητό στο πάνω μέρος της κοιλιάς. Ποτέ δεν το έκανα αυτό όσο ήταν παρούσες οι αδερφές μου, ποτέ δεν τους είπα πότε ένιωθα το μωρό να κλοτσάει ή να στριφογυρίζει, όταν ολόκληρη η κοιλιά μου κινούνταν λες και έκανε ακροβατικά. Όταν άρχισα να φοβάμαι τη νύχτα, όταν φανταζόμουν πώς θα ήταν ο τοκετός, προσπαθούσα να φανταστώ πόσο ευτυχισμένο θα ήταν ένα ζευγάρι, πώς θα το περίμεναν εδώ και χρόνια, φανταζόμουν το σπίτι τους, πώς θα διακοσμούσαν ένα ειδικό δωμάτιο για το παιδί, τα όμορφα πράγματα που θα έκαναν για το μωρό, πόσο πολύ θα το


174

CHEVY STEVENS _

αγαπούσαν. Η Κάρεν προσπάθησε να μου μιλήσει για το παρελθόν μας μια φορά, σαν να ήθελε να καταλάβει κάποια πράγματα για τους γονείς μας. «Ήταν δύσκολα τα πράγματα για εσάς στο σπίτι;» είπε. «Ναι», της είπα. «Δεν μας αρέσει να μιλάμε γι’ αυτό». Ήλπιζα ότι αυτό θα την έκανε να σταματήσει τις ερωτήσεις. «Αν ποτέ θελήσεις να μιλήσεις σε κάποιον για το τι συνέβη…» Μου κράτησε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο. «Είμαι καλή ακροάτρια, και υπάρχουν κάποια εξαιρετικά προγράμματα στην κοινότητα, ομάδες υποστήριξης–» «Καλά είμαστε». Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Φυσικά και είστε. Μα αν αλλάξεις γνώμη και νομίσετε ότι ίσως υπάρχει κάτι που θέλετε να κουβεντιάσετε, απλώς πες το μου». «Εντάξει, ευχαριστώ». Ήξερα ότι ποτέ δεν θα αλλάζαμε γνώμη. Είχε δίκιο ωστόσο. Ήταν καλή ακροάτρια. Συχνά καθόταν και μιλούσε στους έφηβους που έρχονταν στο γυμναστήριο για τα προβλήματά τους στο σπίτι και στο σχολείο. Κρυφάκουγα μερικές φορές και αναρωτιόμουν γιατί εκείνη και ο Πάτρικ δεν είχαν δικά τους παιδιά. «Ήθελες να κάνεις παιδιά;» ρώτησα. Εκείνη χαμογέλασε. «Ήθελα αλλά δεν μπορούσα. Ο γιος του Πάτρικ ήταν από τον πρώτο του γάμο». Δεν μιλούσαν και πολύ για το παρελθόν τους, αλλά μερικές φορές που ήμαστε μόνες οι δυο μας μου είπε δυο-τρία πράγματα. Υπέθεσα ότι το έκανε επειδή ένιωθε άσχημα για μένα. Είπε ότι ο γιος του Πάτρικ είχε μπλέξει με ναρκωτικά όσο ο Πάτρικ ήταν στη φυλακή, και τον είχαν σκοτώσει κάτι βαποράκια – τον είχαν πυροβολήσει στο κεφάλι. «Ήταν δύσκολο για τον Πάτρικ, πολύ δύσκολο». «Γι’ αυτό βοηθάει άλλα παιδιά;» είπα. «Και γι’ αυτό όλοι είσαστε τα μωρά μου». Τα μάτια της χαμήλωσαν στην κοιλιά μου και έπειτα κοίταξαν μακριά. «Καλύτερα να συνεχίσω τις δουλειές μου».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

175 _

Η Ντάνι και η Κόρτνεϊ έμεναν πολύ έξω από το διαμέρισμα. Η Ντάνι συνήθως ήταν στο γυμναστήριο και η Κόρτνεϊ είτε δούλευε είτε γλεντοκοπούσε. Μερικές φορές αναρωτιόμουν μήπως δεν ήθελαν να είναι στο σπίτι μαζί μου, σαν να ήταν εκνευρισμένες που δεν ξεφορτώθηκα το μωρό. Ένα βράδυ η Κόρτνεϊ γύρισε σπίτι μεθυσμένη και κοίταξε την κοιλιά μου. «Γιατί δεν μας είπες τίποτα τόσο καιρό;» είπε. «Δεν το ήξερα». Γέλασε πικρόχολα. «Έλα τώρα. Ήξερες». «Άσ’ την ήσυχη», είπε η Ντάνι. Κρύφτηκα στο δωμάτιό μου, έκλαιγα και σκεφτόμουν όσα είχε πει η Κόρτνεϊ. Μήπως όντως το ήξερα; Μήπως δεν ήθελα να το αντιμετωπίσω; Θυμήθηκα ξανά εκείνους τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης μου, αλλά δεν ήμουν σίγουρη, το μόνο που θυμόμουν ότι ένιωθα ήταν φόβος. Η Ντάνι λάτρευε να παίζει μποξ και να προπονείται με άλλους έφηβους. Μάλιστα δίδασκε και σε μερικά μικρά παιδιά. Εγώ απλώς βοηθούσα τον Πάτρικ στο γραφείο του ή δούλευα στο ξενοδοχείο. Όταν δεν δούλευα, διάβαζα για τις απολυτήριες εξετάσεις. Η Κόρτνεϊ δεν ήταν πια στενοχωρημένη τόσο συχνά, αλλά εξακολουθούσε να γλεντάει υπερβολικά. Εκείνη και η Ντάνι είχαν μεγάλους καβγάδες. Επίσης έβγαινε με μερικά από τα αγόρια του γυμναστήριου που ήταν πρώην διακινητές ναρκωτικών και μέλη συμμοριών. Όταν η Ντάνι της είπε ότι με τέτοιους τύπους μπορεί να έμπλεκε πουθενά, εκείνη γέλασε κοροϊδευτικά. «Τι άλλο μπορεί να μας συμβεί;» Οι μήνες πέρασαν κι εγώ πήρα το απολυτήριό μου. Πήγα στο γραφείο υιοθεσίας δύο φορές, ξεφύλλισα τις φωτογραφίες των υποψήφιων οικογενειών, αλλά κοίταζα τα πρόσωπα των αντρών και αναρωτιόμουν αν έπιναν, αν ήταν κακοί. Η Ντάνι ασχολήθηκε πολύ με την περίπτωσή μου, είπε ότι έπρεπε να διαλέξω μια οικογένεια σύντομα. Της είπα ότι θα το κάνω, αλλά οι εβδομάδες κυλούσαν σαν νερό.


176

CHEVY STEVENS _

Κοντά στο τέλος του τελευταίου τριμήνου εξακολουθούσα να δουλεύω κάθε μέρα στο ξενοδοχείο – μερικές φορές και σε κάποια βραδινή βάρδια, αν κάποιος μου ζητούσε να τον καλύψω. Μια νύχτα, στα μέσα Απριλίου, ένιωσα να ρέει λίγο υγρό σαν να είχα κατουρηθεί πάνω μου, αλλά ήξερα ότι δεν ήταν αυτό. Πήγα στο μπάνιο να δω. Το εσώρουχό μου ήταν βρεγμένο. Το τύλιξα σαν μπάλα και το έχωσα στον κάδο. Κατέβαινα τις σκάλες για να συναντήσω τον προϊστάμενο όταν ένιωσα να τρέχει περισσότερο υγρό ανάμεσα στα πόδια μου. Χρησιμοποίησα το τηλέφωνο με κερματοδέκτη για να τηλεφωνήσω στην Ντάνι, που με πήγε στο μαιευτήριο με το φορτηγάκι του Πάτρικ. Η Κόρτνεϊ είχε βγει. Ήμουν έντρομη, οι πρώτες συστολές ήταν χειρότερες απ’ ό,τι είχα φανταστεί, η εξέταση φριχτή, με τα χέρια της γιατρού να φτάνουν ψηλά μέσα στο σώμα μου. Μου έδωσαν παυσίπονα, αλλά εξακολουθούσα να πονάω. Δεν έβρισκα κάποια στάση να με ανακουφίσει· το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να βογκάω και να κλαίω. Περπάτησα στον διάδρομο, μπήκα στην μπανιέρα – τίποτα δεν με βοηθούσε. Το κορμί μου πάλευε όλη νύχτα και το επόμενο πρωί. Οι νοσοκόμες κοίταζαν την οθόνη, κρατούσαν σημειώσεις, ρύθμιζαν τον ιμάντα γύρω από την κοιλιά μου, μουρμουρίζοντας ότι θα πρέπει να προσπαθήσω να ξεκουράζομαι ανάμεσα στις συστολές. Αλλά ως το απόγευμα αυτές είχαν πυκνώσει – και έρχονταν όλο και πιο έντονες. Ο λαιμός μου έκαιγε με κάθε λαχάνιασμα, τα χείλη μου ήταν στεγνά και σκασμένα. Η Ντάνι με ένα κουτάλι μού έβαζε στο στόμα κομματάκια πάγου, κάτωχρη. Μου μάζευε τα μαλλιά από το μέτωπο, μου έβαζε δροσερές κομπρέσες. «Τα πας πολύ καλά», μου είπε. «Κοντεύεις τώρα». Αυτό το είχε πει πριν από ώρες. «Η Κόρτνεϊ ήρθε;» «Θα έρθει αργότερα». Ακόμα και μέσα στη ζάλη του πόνου και των φαρμάκων ήξερα τι σήμαινε αυτό: δεν ήθελε να δει το μωρό. Οι συστολές έρχονταν ανά κύματα, δίνοντας ώθηση στο


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

177 _

σώμα μου. Οι νοσοκόμες μού άνοιξαν τα πόδια και μου είπαν να σπρώξω. Έσπρωξα προς τα κάτω δυνατά, ένιωσα κάτι να σκίζεται. Με τοποθετούσαν σε διαφορετικές στάσεις, ακούμπησαν τα πόδια μου πάνω σε μια μεταλλική μπάρα. Ήθελα να τελειώσει, ήθελα όλα να τελειώσουν, τις ικέτευα να με βοηθήσουν, να το σταματήσουν όλο αυτό. Εκείνες με ενθάρρυναν. Η Ντάνι μου άρπαξε το χέρι, μου έτριψε το μέτωπο, ψιθυρίζοντας στο αφτί μου: «Όλα καλά, κουράγιο, απλώς σπρώξε». Το μαρτύριο συνεχίστηκε. Σπαρταρούσα στο κρεβάτι ικετεύοντας για βοήθεια. «Σας παρακαλώ, δεν μπορώ να το κάνω. Απλώς βγάλτε το!» Έπειτα ένιωσα κάτι να βγαίνει, μια πίεση να απελευθερώνεται από το κορμί μου, και εκείνες ακουμπούσαν το μωρό πάνω στο στήθος μου. «Είναι κορίτσι!» είπε η γιατρός. Το μωρό έκλαιγε, με το στόμα ανοιχτό, και έψαχνε. Της έδωσα το μικρό μου δάχτυλο, ένιωσα το μικροσκοπικό της στόμα να μου το αρπάζει, θαυμάζοντας την αίσθηση. Μου την πήραν, την εξέτασαν, τη ζύγισαν και μας καθάρισαν και τις δύο. Την κοίταζα από το κρεβάτι· το κλάμα της με έκανε να θέλω να σηκωθώ και να την πάρω αγκαλιά. Η νοσοκόμα μού την έφερε πάλι και την ακούμπησε ξανά στο στήθος μου. «Δεν θέλει να το θηλάσει», είπε η Ντάνι. Εγώ ήδη οδηγούσα το μωρό στη θηλή μου. «Απλώς θέλω να δω πώς είναι», είπα, αν και η κυρία από το ίδρυμα υιοθεσίας με περίμενε έξω για να κάνω την τελική επιλογή της οικογένειας. Η Ντάνι, που της είχε τηλεφωνήσει από το νοσοκομείο, έκανε ένα βήμα πίσω με ύφος φοβισμένο. Ήρθε η νοσοκόμα, χάιδεψε το κεφάλι του μωρού, την τοποθέτησε κατάλληλα ώστε το πιγούνι της να πάρει μια κλίση προς τα πίσω και το στόμα της να ανοίξει. «Υπέροχα τα πας. Είσαι γεννημένη μητέρα». Ήμουν μητέρα. Κοίταξα με δέος το μωρό, το στοματάκι της που μου ρουφούσε το στήθος, τα τέλεια φρύδια της, τα


178

CHEVY STEVENS _

νωπά σκούρα της μαλλιά. «Θα σου φέρω κάτι να φας». Η νοσοκόμα μάς άφησε μόνες. «Δεν μπορείς να το κρατήσεις», είπε η Ντάνι. Σήκωσα το βλέμμα και την κοίταξα. «Το ξέρω». «Τι ακριβώς κάνεις τότε;» «Απλώς θέλω να την ταΐσω». «Έχουν μπιμπερό». «Δεν καταλαβαίνεις». Τώρα έκλαιγα, το κορμί μου ήταν αδύναμο από τις εξωθήσεις για να βγει το μωρό, τα συναισθήματα με κατέκλυζαν, μου ξέσκιζαν ξανά τα σωθικά. «Όταν τη δώσω, δεν θα ξέρω ποτέ αν είναι καλά». «Είναι καλύτερα έτσι». «Για ποιον;» «Για όλους. Είσαι δεκαπέντε χρονών, Τζες. Σκέψου το μωρό. Αξίζει να ζήσει με κάποιον που θα μπορεί να τη φροντίσει». Ένιωσα τον θυμό να με μαχαιρώνει. «Θα τη φροντίσω και με το παραπάνω». «Δεν έχεις χρήματα». Χαμήλωσα πάλι το βλέμμα στο μωρό, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια για να διώξω τα δάκρυα. «Θα το κάνω το πρωί». «Αν περιμένεις, απλώς θα το κάνεις πιο δύσκολο». «Δεν το ξέρεις αυτό», είπα, φωνάζοντας σχεδόν. «Δεν ξέρεις πάντα εσύ τι είναι το καλύτερο κάθε φορά. Είναι δικό μου το μωρό – όχι δικό σου». Οι λέξεις έμειναν μετέωρες ανάμεσά μας. Το μωρό κλαψούρισε. Η Ντάνι το κοίταξε με μάτια βουρκωμένα. «Μπορώ να μείνω στο νοσοκομείο μαζί σου». Η φωνή της ακούστηκε θλιμμένη, ηττημένη. «Θέλω να μείνω μόνη». Τώρα η Ντάνι φάνηκε πληγωμένη. «Είσαι σίγουρη;» «Ναι». Μάζεψε τα πράγματά της, κοντοστάθηκε στον διάδρομο για μια στιγμή και με κοίταξε σαν να ήθελε να πει κάτι ακόμα· έπειτα έκανε μεταβολή και βγήκε έξω από την πόρτα.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

179 _

Η νοσοκόμα μού έφερε βραδινό. Έφαγα έχοντας ακόμα στο στήθος μου το μωρό, μια ζεστή μπαλίτσα. Η νοσοκόμα μού είπε να ξεκουραστώ λίγο, κι εγώ έγνεψα καταφατικά, αλλά έμεινα ξύπνια λίγο ακόμα, κοιτάζοντας τη γραμμή του ορίζοντα μέσα από το παράθυρο του μαιευτηρίου. Ο κόσμος ήταν τόσο μεγάλος. Χαμήλωσα το βλέμμα προς το μωρό, είδα τα μικροσκοπικά της δάχτυλα, τα απαλά μαλλάκια στο μέτωπό της. Παρατήρησα τα χαρακτηριστικά της, αναζητώντας εκείνον. Μα το μόνο που είδα ήταν ένα μωρό, ένα εύθραυστο μωράκι. Σκέφτηκα ότι θα ήταν μόνη στον κόσμο, και μίσησα αυτό το αίσθημα της ανημπόριας που ένιωσα. Ποιος θα την προστάτευε; Ποιος θα φρόντιζε να μην πληγωθεί; Το πρωί, θύμισα στον εαυτό μου. Πρέπει να αποφασίσω το πρωί.


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΚΑΪΛΑΡ


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

181 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ - ΙΟΥΛΙΟΣ 2015

Δεν είχε πολλή κίνηση στο γυμναστήριο, το περιστασιακό κουδούνισμα από τα βαράκια στο βάθος και η μουσική από τα ηχεία ακούγονταν μόνο, αλλά δεν με πείραζε. Μου έδωσε την ευκαιρία να αναζητήσω στο SoundCloud μερικούς νέους ρυθμούς – ο Πάτρικ δεν είχε πρόβλημα να χρησιμοποιώ το λάπτοπ μου στον πάγκο υποδοχής όσο χαιρετούσα όλους τους πελάτες. Και αυτό ήταν καλύτερο απ’ το να κάθομαι στο σπίτι χωρίς τίποτε άλλο παρά μια τηλεόραση για συντροφιά. Μερικές φορές ερχόμουν και στα ρεπό μου για να περάσω την ώρα μου. Μου άρεσε να μιλάω με τους τακτικούς πελάτες στο μπαρ με τα σμούδι, να ακούω για τα αγόρια τους ή τα κορίτσια τους, για έναν τύπο με το όνομα Ντέιβ που τον νόμιζα ερωτευμένο με την Ντάλας, αλλά εκείνη ούτε που τον κοίταξε ποτέ. «Καλή προπόνηση!» είπα. «Ευχαριστώ, Σκάιλαρ», είπε εκείνος. «Η λίστα που έφτιαξες για το μάθημα αεροβικής της Ντάλας ήταν υπέροχη. Θα μπορούσες να μου τη γράψεις σε ένα DVD;» «Φυσικά!» Δεν μπορούσα ακόμα να παίζω στα μπαρ ή στα κλαμπ, αλλά ανέβαζα τα μιξ μου στο SoundCloud και στο YouTube και άρχισα να έχω ακροατές. Μάλιστα, είχα και όνομα ως ντιτζέι, «Λαρκ», επειδή η μαμά μου συνήθιζε να με αποκαλεί


182

CHEVY STEVENS _

«Σκάιλαρκ» όταν ήμουν μικρή. Είχε πλάκα το να ρεμιξάρω δημοφιλή τραγούδια ή να κάνω mash-ups. Μου άρεσε να παίρνω κάτι ήδη καλό και να βρίσκω νέους τρόπους για να το ακούει ο κόσμος. Την τελευταία ώρα έφτιαχνα μια λίστα, προγραμματίζοντας το επόμενο βίντεο στο YouTube, αλλά τώρα απλώς ζωγράφιζα γραμμικά ανθρωπάκια σε ένα σημειωματάριο. Έπρεπε να κρατώ τα χέρια μου απασχολημένα όλη την ώρα, διαφορετικά ένιωθα ότι θα έχανα τα λογικά μου. Όταν ήμουν μικρό παιδί, η μαμά μού είχε μάθει πώς να φτιάχνω πουλιά οριγκάμι γιατί την τρέλαινα που ήμουν αεικίνητη – άρπαζε τα χέρια μου και προσπαθούσε να τα κρατήσει ακίνητα. Σήκωσα το βλέμμα και είδα δύο αγόρια που πάλευαν σε ένα από τα ριγκ. Ένα από αυτά, ο Άαρον, πάντα προσπαθούσε να μου πιάσει κουβέντα. Με πήρε είδηση που κοίταζα. «Έι, Σκάιλαρ! Θέλεις να γίνεις το κορίτσι που θα μου δίνει νερό;» Έκανε πως ποζάρει, επιδεικνύοντας τους μυς του με ένα πλατύ χαμόγελο. Κοίταξα απαυδισμένη ψηλά και απέστρεψα το βλέμμα. Ήταν χαριτωμένος, με ένα μόρτικο στιλάκι, ξυρισμένο κεφάλι και τατουάζ και μια υπέροχη ουλή που απλωνόταν στο πλάι του προσώπου του, αλλά με τίποτα δεν θα τον άφηνα να καταλάβει την άποψή μου για εκείνον. Άλλωστε δεν ήταν ο τύπος μου. Παραήταν μάτσο· και οπωσδήποτε πολύ νάρκισσος. Πέθαινα να τον ρωτήσω πώς απέκτησε την ουλή του, αλλά αυτό θα ήταν αγένεια. Επιπλέον, μπορεί να νόμιζε ότι ενδιαφερόμουν για εκείνον ή κάποια παρόμοια ανοησία. Χαμήλωσα το βλέμμα ξανά στα γραμμικά ανθρωπάκια μου, ζωγράφισα δικέφαλους στα μπράτσα και ογκώδεις τετρακέφαλους, πρόσθεσα τεράστια στήθη σε μερικά από αυτά. Άκουσα να ανοίγει η πόρτα και σήκωσα το βλέμμα. Ήταν η θεία μου η Κρίσταλ. Φαινόταν κουρασμένη, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, πιθανώς από τον ολονύχτιο χορό της προηγούμενης νύχτας. Ήταν μπαργούμαν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

183 _

σε ένα μπαρ κοντά στην παραλία Κιτσιλάνο και συχνά έβγαινε με τις άλλες σερβιτόρες μετά τη δουλειά. «Γεια, Σκάι. Είναι εδώ η Ντάλας;» «Ναι, είναι στο γυμναστήριο». «Ευχαριστώ». Έπειτα έσκυψε μπροστά και κοίταξε τα ανθρωπάκια μου. «Χαριτωμένα». «Κάνε γυμναστική κάθε μέρα και θα δεις για πότε θα τους μοιάσεις». Εκείνη γέλασε. «Παραείμαι τεμπέλα». «Όπως και να ’χει, είσαι πιο όμορφη από τα περισσότερα κορίτσια που έρχονται εδώ». Εκείνη χαμογέλασε. «Να, κάτι τέτοια λες και είσαι η αγαπημένη μου ανιψιά». Πήρε μια μπάρα πρωτεΐνης δίπλα από τον πάγκο, άνοιξε τη συσκευασία και τσιμπολόγησε τη γωνία. «Είμαι η μοναδική ανιψιά σου». Της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Ήμουν χαρούμενη που ήταν ευδιάθετη σήμερα. Ποτέ δεν μπορούσες να είσαι βέβαιος με την Κρίσταλ. Περνούσε φάσεις όπου μερικές φορές ήταν τρομακτικά πεσμένη ψυχολογικά ή ερχόταν στο γυμναστήριο σαν τρελή και γελούσε υπερβολικά δυνατά, εκνευρίζοντας την Ντάλας και τη μαμά μου. «Και πολύ πρώτη η μπλούζα σου», είπε. «Ευχαριστώ». Χαμήλωσα το βλέμμα προς την μπλούζα μου. Ήταν ένα μπλουζάκι ρετρό από μια συναυλία του Μπρους Σπρίνγκστιν που είχε βρει η μαμά στο κατάστημα με τα μεταχειρισμένα, και το φορούσα με κολάν. Δεν μου άρεσαν τα τζιν παντελόνια – τα πόδια μου ήταν πολύ ψηλά και δύσκολα έβρισκα νούμερο να μου ταιριάζει. «Η μαμά σου δουλεύει;» είπε η Κρίσταλ κοιτάζοντας τριγύρω. «Είναι στο ξενοδοχείο σήμερα». Η Ντάλας περνούσε μπροστά από τον πάγκο υποδοχής, μεταφέροντας ένα κουτί με φούτερ. Κοίταξε την μπάρα πρωτεΐνης στο χέρι της Κρίσταλ. «Θα το πληρώσεις αυτό;» Το είπε σαν να αστειευόταν,


184

CHEVY STEVENS _

αλλά καταλάβαινα από την έκφραση του προσώπου της ότι ήταν τσατισμένη. Η Κρίσταλ όλο έπαιρνε πράγματα. «Πρέπει να σου μιλήσω για κάτι», είπε η Κρίσταλ, ρίχνοντας τα μαλλιά της, προς τα πίσω. Τώρα έβλεπα το σημάδι στο πιγούνι της όπου η μαμά την είχε κάψει όταν ήταν μικρές. Όταν ρώτησα τη μαμά γι’ αυτό πριν από χρόνια, μου είπε ότι είχαν ένα ατύχημα με ένα τηγάνι, αλλά πάντα σκεφτόμουν ότι τσακώνονταν μεταξύ τους, γιατί έδειχνε γεμάτη ενοχές, το πρόσωπό της κοκκίνιζε, και μου ζήτησε να μην το αναφέρω στην Κρίσταλ. Η Ντάλας μου έδωσε το κουτί με τα φούτερ. «Μπορείς να τα βάλεις αυτά στη θέση τους, σε παρακαλώ; Τα μεγάλα πάνε πίσω, τα μικρά–» «Μπροστά, ξέρω». Η Ντάλας μου έριξε ένα βλέμμα. «Συγγνώμη», είπα, γιατί μισούσα το ότι η θεία μου μπορούσε να με κάνει να νιώθω σαν πεντάχρονη μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. Δεν χαμογελούσε συχνά· και ήταν από τις πιο σκληρές γυναίκες μποξέρ στο γυμναστήριο, αλλά πάντα ήταν δίπλα μου. Αν η μαμά δούλευε ως αργά, η Ντάλας ήταν εκείνη που με έπαιρνε από το σχολείο. Όταν ήμουν πιο μικρή, με φρόντιζε πολύ. Ποτέ δεν έκανα σαχλαμάρες· ή ποτέ δεν τη δοκίμαζα, όπως έκανα με τη μαμά μου – αν έλεγε ότι ήταν ώρα για ύπνο, τα παρατούσα όλα και πήγαινα στο κρεβάτι. «Αρχίζω μάθημα σε λίγα λεπτά», είπε στην Κρίσταλ. «Είναι σημαντικό», είπε η Κρίσταλ. «Σε παρακαλώ, Ντάλας». Η Ντάλας εξακολουθούσε να δείχνει ενοχλημένη, αλλά είπε: «Πάμε στο γραφείο μου». Ώστε η Κρίσταλ είχε μπλέξει πάλι. Αναρωτιόμουν τι είχε συμβεί αυτή τη φορά – την απέλυαν από τις δουλειές της, χώριζε με τα αγόρια της, της έκαναν έξωση και την κοπανούσε για μέρες. Αν και μου άρεσε να κάνω παρέα με την Κρίσταλ, ήταν ακόμα αρκετά πρόσφατο, από τότε που μπήκα στον χώρο των ντιτζέι. Αρχίσαμε να μιλάμε για διάφορα γκρουπάκια και πήγαινα από το σπίτι της μετά το σχολείο μόνο για να περάσω την


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

185 _

ώρα μου και να ακούσω μουσική. Αλλά εκείνη δεν μου μιλούσε ιδιαίτερα για τα προβλήματά της. Η Ντάλας γύρισε προς το μέρος μου. «Όταν τελειώσεις με τα φούτερ, μπορείς να καθαρίσεις τους καθρέφτες;» «Φυσικά, Ντάλας». Η Ντάλας και η Κρίσταλ πήγαν στο γραφείο της Ντάλας, που είχε ένα παράθυρο με θέα στον κυρίως όροφο. Προσπάθησα να δω τι συνέβαινε όσο κρεμούσα τα φούτερ. Μιλούσε η Κρίσταλ, μετά ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι και έβαλε το κεφάλι της μες στις παλάμες σαν να ήταν στ’ αλήθεια αναστατωμένη. Η Ντάλας κουνούσε το κεφάλι και μιλούσε. Συμπέρανα ότι έκανε κήρυγμα στην Κρίσταλ. Η Ντάλας εξαφανίστηκε για ένα λεπτό, έπειτα επέστρεψε και έδωσε στην Κρίσταλ έναν φάκελο. Η Κρίσταλ σηκώθηκε όρθια και την αγκάλιασε. Η Ντάλας έδειχνε να συνεχίζει το κήρυγμα και η Κρίσταλ έγνεφε καταφατικά. Μάλλον θα δανειζόταν χρήματα για το ενοίκιο πάλι. Όταν ήμουν μικρή, ζούσαμε πάνω από το γυμναστήριο με την Ντάλας και την Κρίσταλ. Έπειτα η Κρίσταλ ήρθε να εγκατασταθεί με το τότε αγόρι της και η μαμά κι εγώ βρήκαμε ένα διαμέρισμα δύο τετράγωνα παρακάτω. Η Ντάλας ακόμα ζούσε πάνω από το γυμναστήριο. Αναρωτήθηκα πόσα χρήματα να είχε μέσα ο φάκελος· ονειρευόμουν ξύπνια τι θα έκανα εγώ με έναν φάκελο γεμάτο μετρητά. Είχα ζητήσει να μου κρατήσουν έναν ψηφιακό μείκτη και κάτι ηχεία μάρκας Rokit στο ενεχυροδανειστήριο, αναγκάστηκα να ικετέψω τον ιδιοκτήτη ένα εκατομμύριο φορές για να με αφήσει να τα πάρω με δόσεις. Περνούσα από εκεί μερικές φορές μετά τη δουλειά απλώς για να τα βλέπω. Ήθελα να αναλάβω μερικές επιπλέον βάρδιες ως σερβιτόρα και ρώτησα τη μαμά αν μπορούσε να μου βρει δουλειά. Εκείνη δούλευε σε ένα ακριβό ξενοδοχείο στο κέντρο και έπρεπε να παίρνει δύο λεωφορεία για να φτάσει ως εκεί, αλλά κέρδιζε καλά φιλοδωρήματα, ειδικά το καλοκαίρι. Είπε ότι παραήταν μακριά για μένα να πηγαίνω τη νύχτα,


186

CHEVY STEVENS _

ωστόσο. Πιστεύω ότι απλώς ήθελε να με έχει από κοντά, για να μπορεί να με προσέχει. Τουλάχιστον όταν ήμουν στο γυμναστήριο δεν μου έστελνε τόσα μηνύματα του τύπου: «Απλώς ήθελα να πω ένα γεια και να βεβαιωθώ ότι είσαι καλά και να μην ξεχάσεις να κλειδώσεις την πόρτα». Η Ντάλας βγήκε από το γραφείο κι εγώ συγκεντρώθηκα και πάλι στα φούτερ, κοιτάζοντάς την με την άκρη του ματιού μου καθώς περπατούσε όλο και πιο μέσα στο γυμναστήριο. Η Κρίσταλ ήρθε στον πάγκο της υποδοχής. «Πρέπει να φύγω τρέχοντας», είπε αρπάζοντας ένα Gatorade από το ψυγείο. «Όλα καλά;» είπα. «Φυσικά». Μου έσκασε ένα χαμόγελο, αλλά ακόμα έδειχνε κάπως αγχωμένη. «Τα λέμε την Κυριακή». Ήδη άνοιγε σπρώχνοντας την μπροστινή πόρτα. Επιβιβάστηκε στη θέση του συνοδηγού σε ένα μπλε αυτοκίνητο που την περίμενε στο πάρκιγκ και έγινε καπνός. Έριξα μια φευγαλέα ματιά στον άντρα πίσω από το τιμόνι, που φορούσε γυαλιά ηλίου και είχε ξυρισμένο κεφάλι. Ξανακοίταξα μέσα στο γυμναστήριο. Η Ντάλας είχε κάνει μεταβολή και έβλεπε ανήσυχη το αυτοκίνητο να φεύγει. Από τότε που θυμάμαι το εαυτό μου, τρώγαμε δείπνο στου Πάτρικ και της Κάρεν την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα. Η μαμά αργούσε να φύγει από τη δουλειά, και, όταν επιτέλους φτάσαμε στο σπίτι τους εκείνη τη νύχτα, η Ντάλας ήταν ήδη στην κουζίνα και βοηθούσε την Κάρεν, που ανακάτευε κάτι. Σήκωσα μια γάτα που στριφογύριζε γύρω από τα πόδια μου και έδωσα στην Κάρεν ένα φιλί στο μάγουλο. «Πώς είσαι, γλυκιά μου;» είπε εκείνη. «Καλά». Η Κάρεν δεν αφιέρωνε πια πολύ χρόνο στο γυμναστήριο, προτιμούσε να κάνει τις χειροτεχνίες της στο σπίτι, αλλά εξακολουθούσε να γυμνάζεται λίγες φορές την εβδομάδα με τον Πάτρικ. Τώρα ήρθε και η μαμά και έδωσε ένα φιλί στην Κάρεν.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

187 _

Η Κάρεν της έριξε μια ματιά. «Πάλι δουλεύεις υπερβολικά, μωρό μου». «Καλά είμαι, ζεσταίνομαι μονάχα». Κούνησε την παλάμη της στον αέρα, διώχνοντας την ανησυχία της Κάρεν. Η μαμά όντως έδειχνε κουρασμένη, και την είχα ακούσει να περπατάει στο διαμέρισμα την προηγούμενη νύχτα. Δεν είχε καλό ύπνο τις περισσότερες φορές, συχνά σηκωνόταν μες στα άγρια μεσάνυχτα για να δει τηλεόραση, αλλά το καλοκαίρι κοιμόταν ελάχιστα και μισούσε να μένει στο διαμέρισμα τις ζεστές μέρες, προσπαθούσε πάντα να με παρασύρει να βγούμε έξω. «Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;» είπε. «Το ’χουμε», είπε η Ντάλας. Σήκωσα το βλέμμα και τις είδα από εκεί που είχα κουρνιάσει στο καθιστικό, με δύο γάτες στους μηρούς μου καθώς άλλαζα κανάλια στην τηλεόραση. Η μαμά ήταν σκυμμένη πάνω από τον πάγκο και γελούσε με κάτι. Ήξερα ότι θεωρούσε πως η Κρίσταλ ήταν η όμορφη, αλλά εγώ πίστευα ότι η μαμά ήταν εξίσου όμορφη. Ωστόσο δεν μοιάζαμε. Εκείνη είχε χαριτωμένες φακίδες, πράσινα μάτια και λαμπερά καστανά μαλλιά στο χρώμα της σοκολάτας – τα δικά μου μαλλιά ήταν τρελά, μακριές μαύρες μπούκλες που έπεφταν ως τη μέση της πλάτης μου και γύρω από το πρόσωπό μου. Τα χείλη της είχαν όμορφο σχήμα. Άγγιξα τα δικά μου – μισούσα το μικρό μου στόμα. Εκείνη μαύριζε από τον ήλιο μέσα σε πέντε λεπτά κι εγώ μπορεί να ήμουν όλο το καλοκαίρι στον ήλιο και ίσα που άλλαζα χρώμα. Είχαμε την ίδια μύτη, ίσια, με μια μικρή καμπύλη στα ρουθούνια, αλλά το πρόσωπό της ήταν πιο στρογγυλό. Τα πάντα στη μαμά μου ήταν πιο καμπύλα, το ίδιο και στις θείες μου, και ήταν πολύ πιο κοντές. Εγώ ήμουν πολύ ψηλή – ήδη ένα και εβδομήντα οχτώ. Ο Πάτρικ ήρθε απέξω. «Γλυκιά μου, σου έχω καινούρια ταινία γι’ απόψε». «Για να μαντέψω… Ρόκι 3.000;» Εκείνος γέλασε. «Κάνε στην μπάντα, μικρή». Έκανα χώρο


188

CHEVY STEVENS _

και εκείνος κάθισε δίπλα μου, με τους μεγάλους του ώμους να με ακουμπούν. Έγειρα το κεφάλι μου πάνω του. Η μαμά και η Ντάλας είχαν σχεδόν στρώσει το τραπέζι – ο Πάτρικ κι εγώ αναλαμβάναμε πάντοτε το μάζεμα. Η Κάρεν εξακολουθούσε να κοιτάζει προς την πόρτα. «Μήπως πρέπει να της τηλεφωνήσουμε πάλι;» «Ας αρχίσουμε», είπε η Ντάλας. Καθίσαμε στο τραπέζι και σερβιριστήκαμε. Ακούστηκαν ήχοι από την μπροστινή πόρτα που άνοιγε, και μια φωνή να λέει δυνατά: «Γεια, γεια!» Η Κρίσταλ μπήκε στην κουζίνα. «Συγγνώμη που άργησα». Η Κάρεν σηκώθηκε όρθια. «Καλή μου Κρίσταλ, χαίρομαι που τα κατάφερες». Η Κρίσταλ φίλησε την Κάρεν στο μάγουλο και χύθηκε σε μια καρέκλα δίπλα μου. Μου χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. «Γεια σου, κοριτσάρα». Η Κάρεν έβαλε άλλο ένα πιάτο στο τραπέζι και σερβίρισε λίγη σαλάτα. Αρχίσαμε πάλι να κουβεντιάζουμε, αλλά κυρίως μιλούσαν ο Πάτρικ και η Ντάλας, σχετικά με το γυμναστήριο και το επικείμενο πρωτάθλημα μποξ. Η μαμά ανέφερε κάποια από τα αγόρια στο γυμναστήριο, σαν τον Άαρον, που πίστευε ότι μπορούσε να νικήσει. Η Κρίσταλ έσκυψε προς το μέρος μου και ψιθύρισε: «Πώς ήταν το πάρτι;» «Τελικά το ακυρώσαμε». Οι δύο κολλητές μου, η Έμιλι και η Τέιλορ, έμεναν στην άλλη άκρη της πόλης και εργάζονταν και οι δυο τους. Έτσι δεν ειδωθήκαμε πολύ το καλοκαίρι, αλλά είχαμε κανονίσει να κάνουμε ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι της Τέιλορ όταν θα έλειπαν οι γονείς της το Σαββατοκύριακο. Εγώ θα ήμουν ντιτζέι και χάλασα άπειρες ώρες για να φτιάξω μια λίστα. Αλλά τελικά αρρώστησε η μαμά της και έμεινε σπίτι. Η μαμά είχε φρικάρει όταν της ζήτησα να παίξω σε δυοτρεις χορούς αποφοίτησης πέρυσι – αν και ο κόσμος είχε προθυμοποιηθεί να με πληρώσει. Είπε ότι κυκλοφορούσαν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

189 _

πολλά ναρκωτικά και πολύ αλκοόλ. Της είπα ότι θα μπορούσε να με συνοδέψει, αλλά και πάλι δεν συμφώνησε. Ήλπιζε να πάω στο πανεπιστήμιο – πάντα άφηνε πανεπιστημιακούς οδηγούς εδώ κι εκεί στο σπίτι. Δεν ήξερε ότι είχα αρχίσει να στέλνω δείγματα της μουσικής μου σε κάποιους μεγάλους παραγωγούς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έλεγχα συνεχώς τα emails μου. «Πρέπει να πάμε για μπάνιο αυτή την εβδομάδα», είπε η Κρίσταλ. «Βέβαια, θα είναι τέλεια». Κοίταξα το πιάτο της. Είχε φάει ελάχιστες μπουκιές – κυρίως ανακάτευε το φαγητό της. Ωστόσο είχε πιει τρία ποτήρια κρασί. Το γέλιο της δυνάμωνε έπειτα από κάθε ποτήρι, το πρόσωπό της κοκκίνιζε, και αυτό αναδείκνυε περισσότερο τα μάτια της μαζί με το ηλιοκαμένο της δέρμα. Η Ντάλας την αγριοκοίταξε, αλλά εκείνη της απάντησε απλώς με μια γκριμάτσα. «Πώς πάνε τα πράγματα στο μπαρ;» είπα. «Καλά. Το επόμενο Σαββατοκύριακο θα παίξουν οι Χεντκίκερς». «Μου κάνεις πλάκα!» είπα. Οι Χεντκίκερς ήταν ένα φοβερό συγκρότημα ίντι μουσικής από το Σιάτλ, που εκείνη την εποχή άρχιζε να γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλές. Η Κρίσταλ χαμογέλασε. «Πρέπει να ’ρθεις να τους δεις – μπορώ να σε βάλω μέσα χωρίς να πληρώσεις». «Τέλεια! Αυτό θα ήταν πολύ–» «Ούτε να το σκέφτεσαι», είπε η μαμά. «Γιατί όχι;» είπε η Κρίσταλ. «Είναι δεκαεφτά». «Δεν είναι απαραίτητο ότι θα πιει κιόλας», είπε η Κρίσταλ. «Ηρέμησε, καλέ. Εμείς κάναμε χειρότερα στην ηλικία της». Έσκασε στα γέλια. Η μαμά τώρα πια ήταν φανερά έξω φρενών. «Κρίσταλ, σκάσε». «Πάλι θα χάσεις τη δουλειά σου», είπε η Ντάλας. «Το αφεντικό λείπει», είπε η Κρίσταλ. «Κι αν το μάθει, δεν


190

CHEVY STEVENS _

έγινε και τίποτα». Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Θα βρω άλλη δουλειά». «Μπορώ να πάω, μαμά;» είπα. «Μπορείς να έρθεις κι εσύ μαζί». Ήξερα ότι θα τσατιζόταν που της το ζητούσα μπροστά σε όλους, αλλά αυτός ήταν ο σκοπός μου. «Έχω δουλειά», είπε εκείνη. «Δεν θα πιω», είπα. «Σ’ το υπόσχομαι». «Θα το συζητήσουμε αργότερα», είπε, με το στόμα της σαν μια γραμμή σφιγμένη. Ήδη ήξερα τι σήμαινε αυτό. Η Κρίσταλ μου έριξε ένα βλέμμα συμπόνιας. Έφαγα το υπόλοιπο φαγητό μου σιωπηλά καθώς η Κρίσταλ μας έλεγε για έναν καινούριο τύπο που συνάντησε στο μπαρ την προηγούμενη εβδομάδα – εργαζόταν σε μια κατασκευαστική εταιρεία, έπαιρνε το διαζύγιό του, είχε δύο παιδιά και ταξίδευε πολύ. Αναρωτιόμουν αν αυτός ήταν ο τύπος μέσα στο μπλε αυτοκίνητο με το ξυρισμένο κεφάλι. Η Κάρεν ήταν ευγενική, έκανε ερωτήσεις, αλλά η μαμά και η Ντάλας δεν έλεγαν και πολλά. «Είναι λίγο αγροίκος, αλλά έχει δυνατότητες», είπε η Κρίσταλ. «Ναι, τι να σου πω, γεννημένος νικητής», είπε η μαμά. «Τουλάχιστον εγώ προσπαθώ», είπε η Κρίσταλ. Η μαμά κοκκίνισε. Δεν είχε ποτέ της φίλο, είπε ότι ήταν πολύ απασχολημένη με το να δουλεύει και να μεγαλώνει το παιδί της, και η Ντάλας ήταν κάπως αδιάφορη με τον δικό της φίλο. Ο Τέρι ήταν ωραίος τύπος, δούλευε σε ένα κοντινό εστιατόριο και έβγαιναν εδώ και έναν χρόνο περίπου. Η μαμά είπε ότι η Ντάλας φοβόταν τη δέσμευση. Νομίζω ότι απλώς δεν τον έκανε ιδιαίτερα κέφι. Τον είχα δει να προσπαθεί να της τρίψει την πλάτη ή να της πιάσει το χέρι και εκείνη να αποτραβιέται. «Θα μπορούσες, έτσι, για αλλαγή, να αρχίσεις να βγαίνεις και με κανέναν συμπαθητικό άνθρωπο», είπε η Ντάλας. «Οι συμπαθητικοί είναι βαρετοί». Η Κρίσταλ μίλησε χαμογελώντας, αλλά ακούστηκε κάπως στενοχωρημένη. Δεν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

191 _

κατάλαβα γιατί πάντα της άρεσαν οι κόπανοι. Εγώ δεν είχα ως τότε φίλο. Δηλαδή δεν είχα φίλο στ’ αλήθεια. Είχα βγει με κάποια αγόρια στο σχολείο, αλλά δεν είχα ολοκληρώσει μαζί τους. Αν πραγματοποιούνταν η ευχή της μαμάς, μάλλον θα πέθαινα παρθένα. Η Κρίσταλ σερβίρισε το υπόλοιπο κρασί στο ποτήρι της. Η Ντάλας της έριξε ένα βλέμμα και η Κρίσταλ απλώς χαμογέλασε. Μακάρι να μπορούσα να είμαι σαν εκείνη, να μη δίνω δεκάρα τσακιστή για ό,τι σκέφτονταν όλοι οι άλλοι. Εκείνη απλώς έκανε ό,τι ήθελε, όποτε το ήθελε. Η Ντάλας μας πήγε με το αυτοκίνητο σπίτι. Εκείνη και η μαμά κουβέντιασαν για λίγο στα μπροστινά καθίσματα ενόσω εγώ άκουγα μουσική στο κινητό μου και κοίταζα τη σελίδα μου στο Facebook. Μπήκα στο διαμέρισμά μας και έριξα την τσάντα μου προς την κρεμάστρα, αστοχώντας κατά ένα μίλι. Έπεσε στο πάτωμα με έναν γδούπο. «Είσαι σοβαρή τώρα, Σκάιλαρ;» είπε η μαμά. Την κρέμασα και έπειτα χύθηκα στον καναπέ, πήρα το τηλεκοντρόλ και άρχισα να αλλάζω κανάλια. «Γιατί δεν μπορώ να δω τους Χεντκίκερς;» «Γιατί δεν είσαι ενήλικη». «Μα δεν θα πιω – σ’ τ’ ορκίζομαι». Η μαμά ρουθούνισε. Είχα ήδη μπλεξίματα μερικές φορές επειδή είχα πιει. Μάλιστα είχα πάρει αποβολή πέρυσι επειδή κάπνιζα χόρτο με μια φίλη μου στην τουαλέτα, κάτι που η Κρίσταλ θεώρησε πάρα πολύ αστείο. Η μαμά όχι και τόσο. Δεν μαστούρωνα και συνέχεια. Τι πείραζε, λοιπόν, αν κάθε τόσο το έριχνα λιγάκι έξω; «Θα με προσέχει η Κρίσταλ». «Η Κρίσταλ θα δουλεύει. Ξέρεις πόσοι μεθυσμένοι κόπανοι θα είναι στο μπαρ; Δεν έχεις ιδέα πώς να χειριστείς αυτή την κατάσταση». «Είμαι δεκαεφτά – δεν είμαι ηλίθια. Στην ηλικία μου εσύ είχες ήδη παιδί».


192

CHEVY STEVENS _

Το πρόσωπο της μαμάς μου κοκκίνισε και ένιωσα άσχημα. Δεν το εννοούσα όπως ακούστηκε, απλώς προσπαθούσα να της υπενθυμίσω ότι μεγάλωνα. «Η συζήτηση κλείνει εδώ», είπε εκείνη και προχώρησε προς το μπάνιο.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

193 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ

Το επόμενο σαββατόβραδο πήγα με το αυτοκίνητο στο σπίτι της Κρίσταλ. Είχα ένα κόκκινο Honda Civic που με είχαν βοηθήσει να αγοράσω η μαμά, η Ντάλας, ο Πάτρικ και η Κάρεν όταν έκλεισα τα δεκάξι. Η Κρίσταλ εκείνη την περίοδο ήταν απένταρη –την είχε παρατήσει ο φίλος της, παίρνοντας όλα τα λεφτά της–, αλλά μου αγόρασε ένα αποσμητικό σε σχήμα καρδιάς που έκανε το αμάξι να ευωδιάζει φράουλα και μου έγραψε ένα CD με κάποια φοβερά τραγούδια. Η μαμά νόμιζε ότι θα έμενα στην Έμιλι τη νύχτα. Όταν ήμουν πιο μικρή και η μαμά έπρεπε να δουλέψει όλο το Σαββατοκύριακο, εγώ έμενα στο σπίτι της Έμιλι και οι γονείς της με είχαν προσκαλέσει σε κάποια ταξίδια στο εξοχικό τους. Ήταν δάσκαλοι και πολύ συμπαθητικοί, αλλά ήταν και αυστηροί, κι έτσι αυτό ήταν εντάξει για τη μαμά. Συνήθως τηλεφωνούσε στη μαμά της Έμιλι για να πάρει συμβουλές γονικής συμπεριφοράς. Εγώ τότε το μισούσα αυτό, αλλά τώρα η μαμά δεν έπαιρνε καν τηλέφωνο τη μαμά της Έμιλι όταν έλεγε ότι πήγαινα εκεί. Η Κρίσταλ ζούσε σε μια υπόγεια σουίτα γύρω στα είκοσι λεπτά από το γυμναστήριο. Όταν έφτασα εκεί, όλα τα παράθυρά της ήταν ανοιχτά κι ακουγόταν μουσική, κάτι με δυνατό ρυθμό. Χτύπησα την πόρτα δύο φορές ώσπου εκείνη να χαμηλώσει τη μουσική και τελικά να ανοίξει την πόρτα.


194

CHEVY STEVENS _

Φορούσε ξεβαμμένο τζιν σορτσάκι, με το πάνω κουμπί ανοιχτό και τη μέση γυρισμένη προς τα έξω, και μαύρο τοπάκι μπικίνι. «Έλα μέσα». Πήγε ως την κουζίνα, με τα γυμνά της πόδια να χτυπούν απαλά πάνω στο πλακάκι, έφτασε ως το ψυγείο και έβγαλε ένα μπουκάλι με κοκτέιλ κρασιού. «Θέλεις ένα;» «Φυσικά». Πήρε ένα και για τον εαυτό της. «Ας καπνίσουμε ένα τσιγαριλίκι πριν ετοιμαστώ». «Τέλεια». Την ακολούθησα στο καθιστικό, όπου καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. «Η μαμά σου κατάλαβε τίποτα;» Έβγαλε ένα τσιγαριλίκι από το κουτάκι που είχε στο τραπεζάκι. «Δεν νομίζω». Η Κρίσταλ άναψε την άκρη του τσιγάρου, ρούφηξε μέχρι να λάμψει κι έπειτα κράτησε τον καπνό στα πνευμόνια της καθώς το περνούσε σε μένα. Τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά. «Θεέ μου, τι ζέστη!» Κούνησε τα χέρια στον αέρα κι έπειτα ήπιε μια γουλιά από το ποτό της. Το κορμί μου χαλάρωσε, τα μάτια μου βάρυναν. Αφέθηκα να χαλαρώσω στον καναπέ. «Ελπίζω να γνωρίσουμε ωραία αγόρια απόψε», είπα. «Εκείνος ο κούκλος στο γυμναστήριο πολύ σε κοίταζε τις προάλλες». «Ο Άαρον; Του αρέσω, αλλά δεν είναι το ίδιο. Μοιάζει με εγκληματία». «Μερικές φορές τα κακά αγόρια είναι και τα πιο γλυκά. Τους συμπαθητικούς δεν μπορείς να τους εμπιστεύεσαι πάντα». Τα μάτια της ήταν θυμωμένα καθώς ήπιε άλλη μια γουλιά. «Έβγαινες με πολλά κακά αγόρια όταν ήσουνα στην ηλικία μου;» «Κακά, καλά, όλων των ειδών τα αγόρια…» Έμεινε σιωπηλή για ένα λεπτό και χάιδεψε την ετικέτα του μπουκαλιού. «Ήταν ένας. Ο Τρόι…»


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

195 _

Χαμογέλασε. «Να πάρει, το κάναμε τέσσερις ώρες μες στο φορτηγό του». Ήπιε δύο μεγάλες γουλιές από το ποτό της. «Και τι έγινε τελικά;» «Μετακόμισε». Έδειχνε θλιμμένη και έπειτα τίναξε το κεφάλι και τα μαλλιά της ανακατεύτηκαν. «Τι τα θες; Καταραμένοι άντρες». Γέλασε, αλλά με μια πικρία. «Κι ο μπαμπάς μου; Ήταν ωραίος τύπος;» Το πρόσωπο της Κρίσταλ μαρμάρωσε. Ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό της προτού απαντήσει. «Ο Μπίλι; Ναι, ήταν ωραίος τύπος». «Η μαμά δεν μιλάει ποτέ γι’ αυτόν». Τη ρωτούσα για εκείνον συνέχεια, θέλοντας να μάθω κάθε λεπτομέρεια, αλλά η μαμά δεν ήξερε πολλά εκτός από το ότι το όνομά του ήταν Μπίλι Γουίλσον, ήταν ξανθός –εγώ πήρα το ύψος από τον παππού μου– και του άρεσε το σκέιτμπορντ και τα βιβλία. Γνωρίστηκαν όταν εκείνος έκανε κάμπιγκ για δύο εβδομάδες στην πόλη όπου μεγαλώσαμε. Όταν διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος, εκείνος είχε φύγει και δεν είχε τρόπο να τον εντοπίσει. Την αναστάτωνε να μιλάει για εκείνον, κι έτσι εγώ τελικά σταματούσα τις ερωτήσεις. Ήλπιζα η Κρίσταλ να μοιραστεί κάτι παραπάνω μαζί μου, ίσως κάποιο ασήμαντο γεγονός που είχε ξεχάσει η μαμά, αλλά εκείνη απλώς είχε κολλήσει το βλέμμα της στο μπουκάλι, κυλώντας το ανάμεσα στα χέρια της. «Κάποτε ευχόμουνα να γνωρίσει έναν ωραίο τύπο», είπα εγώ. «Για να έχω κι εγώ έναν μπαμπά, ξέρεις. Αλλά δεν μου φαίνεται και πολύ πιθανό κάτι τέτοιο». Όταν θα μάζευα αρκετά χρήματα για να αγοράσω τα δικά μου μηχανήματα και θα μπορούσα να βγάλω λεφτά αναλαμβάνοντας μεγάλες εκδηλώσεις, θα προσλάμβανα έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ για να ψάξω τον πατέρα μου. Δεν ήθελα να το πω στην Κρίσταλ αυτό – καλή ήταν, αλλά είχα την αίσθηση ότι θα το έλεγε στη μαμά μου. «Δεν ξέρω, Σκάι», είπε εκείνη. «Το να έχεις μπαμπά δεν είναι πάντα καλό. Μπορεί να μην είναι όπως τον


196

CHEVY STEVENS _

φαντάστηκες». Μου πέρασε το τσιγαριλίκι. «Μπορεί να είναι κόπανος, μπορεί να μη θέλει καν να με γνωρίσει». Τράβηξα μια ρουφηξιά, έβγαλα τον καπνό. «Αλλά φαντάζομαι ότι θα έρθει να με δει να κάνω την ντιτζέι. Θα τον δω ανάμεσα στο πλήθος και θα έχει ένα ύφος όλο περηφάνια στο πρόσωπό του, και θα το ξέρω πως είναι εκείνος». Χαμήλωσα το βλέμμα στο μικρό μου δαχτυλάκι, που στην άκρη του λύγιζε προς το διπλανό του. Καμπύλωνε με αυτόν τον τρόπο και στα δυο μου χέρια. Μου έφερνε αμηχανία όταν ήμουν μικρή, αλλά τώρα το είχα συνηθίσει. «Κλινοδακτυλία» λεγόταν αυτό, και πρέπει να το κληρονόμησα από τον μπαμπά μου, γιατί η μαμά μου είπε ότι κανείς δεν το είχε στην οικογένειά της. Την είχα ρωτήσει, αλλά είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τα χέρια του. Σήκωσα το βλέμμα προς την Κρίσταλ. Και εκείνη κοίταζε επίμονα το δάχτυλό μου· τα μάτια της γυάλιζαν. «Είσαι καλά;» της είπα. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου. «Η μαμά σου απλώς εύχεται να ήξερε τον τρόπο για να σου τον βρει, αλλά δεν μπορεί. Νιώθει άσχημα γι’ αυτό. Ίσως καλύτερα να μην τη ζορίζεις…» Ποτέ ως τότε δεν είχα ακούσει την Κρίσταλ να ανησυχεί για τα συναισθήματα κάποιου άλλου. Σηκώθηκε όρθια. «Έλα να κάτσεις στο μπάνιο μαζί μου όσο θα βάφομαι». Το μπαρ ήταν γεμάτο κόσμο, η πίστα ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο, αλλά η Κρίσταλ μου βρήκε μια θέση στην μπάρα απ’ όπου είχα υπέροχη θέα προς το συγκρότημα. Ανησυχούσα μήπως δεν με άφηναν να περάσω στην πόρτα, αλλά η Κρίσταλ μου είχε δανείσει ένα καυτό σορτσάκι κι ένα σέξι τοπάκι που με έδειχνε σαν να έχω στήθος, και με έβαψε με τρόπο ώστε να δείχνω μεγαλύτερη. Απλώς περπάτησε γεμάτη αποφασιστικότητα και με σύστησε ως μία από τις φίλες της. Κανείς δεν μου ζήτησε ταυτότητα. Είχαμε συμφωνήσει να μην πιω στο μπαρ –σε περίπτωση


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

197 _

που μας έκαναν τσακωτές–, αλλά μου έδινε κάθε τόσο Red Bull και δύο φορές βγήκαμε έξω στα διαλείμματά της για να καπνίσουμε ένα τσιγαριλίκι. Ο τύπος για τον οποίο μας είχε μιλήσει στο δείπνο έκανε την εμφάνισή του και μου συστήθηκε. Το όνομά του ήταν Λάρι και δεν μου άρεσε ούτε ο ίδιος ούτε ο τρόπος που κοίταζε τον πισινό της Κρίσταλ κάθε φορά που εκείνη έκανε μεταβολή, αλλά συνέχιζε να τον φλερτάρει με το βλέμμα. Το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο, κι έτσι υπέθεσα ότι ήταν ο τύπος που την είχε φέρει με το αυτοκίνητο στο γυμναστήριο. Είχε επίσης τη συνήθεια να γλείφει τα χείλια του κάθε φορά που έπινε μια γουλιά από το ποτό του, κάτι που ήταν χυδαίο. Επέμενε να μου κάνει ερωτήσεις, αλλά εγώ έκανα ότι δεν τον άκουγα. Όταν τέλειωσε τη δουλειά της η Κρίσταλ, κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι της. Οδήγησα εγώ γιατί η Κρίσταλ είχε πιει δυο-τρία ποτά στο μπαρ. Ήρθε και ο Λάρι και καθίσαμε οι τρεις μας σε κύκλο κάνοντας άλλο ένα τσιγαριλίκι – και πίνοντας. Η Κρίσταλ και ο Λάρι του έδιναν και καταλάβαινε με τα ποτά τώρα, όταν δεν φλέρταραν μεταξύ τους. Εγώ ένιωθα σαν εκείνον που κρατάει το φανάρι, αλλά δεν μπορούσα να γυρίσω σπίτι – η μαμά νόμιζε ότι ήμουν στης Έμιλι, και σε κάθε περίπτωση ήμουν μαστουρωμένη και λίγο μεθυσμένη. Κάθισα στην καρέκλα ενώ εκείνοι πλησίασαν ο ένας τον άλλο στον καναπέ. Το χέρι του Λάρι ήταν περασμένο γύρω από τη μέση της θείας μου και σχεδόν ανηφόριζε στο πουκάμισό της. Εκείνη γελούσε και τον έσπρωχνε μακριά, αλλά έβλεπα ότι το ήθελε. Κόλλησα το βλέμμα στο ποτό μου, το πρόσωπό μου έκαιγε. «Σκάιλαρ, θα σε πείραζε αν εξαφανιζόμασταν για λίγο;» Η Κρίσταλ σηκώθηκε όρθια και άρπαξε το χέρι του Λάρι για να τον τραβήξει κοντά της. «Όχι, κανένα πρόβλημα». Κατευθύνθηκαν προς το υπνοδωμάτιο της Κρίσταλ. Δυνάμωσα τη μουσική στο καθιστικό, πήρα το τελευταίο τσιγάρο από το πακέτο της στο τραπεζάκι του σαλονιού και


198

CHEVY STEVENS _

το άναψα βγάζοντας νωχελικά τον καπνό καθώς ξάπλωνα στον καναπέ. Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα να καπνίζω, αλλά είχα εκνευριστεί κάπως με τη θεία μου. Τέλειωσα το τσιγάρο και έκλεισα τα μάτια –αφήνοντας τον κραδασμό της μουσικής να με συνεπάρει, χτυπώντας ρυθμικά το χέρι μου στο πόδι–, όταν άκουσα θορύβους στο υπνοδωμάτιο, κάτι σαν γροθιά, μια υπόκωφη κραυγή. Πετάχτηκα πάνω. Η Κρίσταλ φώναζε κάτι. Το ίδιο και ο Λάρι, αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Σηκώθηκα και χαμήλωσα τον ήχο στο στέρεο για να ακούσω καλύτερα. Άλλη μια κραυγή, έπειτα μια συντριβή, σαν κάτι να είχε πέσει κάτω. Έτρεξα στον διάδρομο προς το υπνοδωμάτιο, άνοιξα σπρώχνοντας την πόρτα. Η Κρίσταλ ήταν γονατιστή και γυμνή στο πλάι του κρεβατιού, γρονθοκοπώντας τα χέρια και τα πόδια του Λάρι καθώς εκείνος προσπαθούσε να ντυθεί. Το φωτιστικό ήταν στο πάτωμα. «Βγες έξω! Έξω!» του φώναξε. «Προσπαθώ, θεοπάλαβη σκύλα!» είπε εκείνος, φορώντας το παντελόνι του και σηκώνοντας το πουκάμισό του από το πάτωμα. «Ξεκουμπίσου από το σπίτι μου!» Η Κρίσταλ πήδηξε κάτω από το κρεβάτι, τον πλησίασε κουνώντας τις γροθιές της, τον βρήκε στην άκρη του πιγουνιού. «Σταμάτα!» φώναξα. Ο Λάρι έσφιξε το χέρι και τη χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Εκείνη έπεσε πίσω, βρήκε στον τοίχο και χτύπησε στο κομοδίνο. Προσπάθησε από κάπου να πιαστεί, αλλά η μία πλευρά του προσώπου της χτύπησε δυνατά στην άκρη του κομοδίνου με έναν ήχο που μου έφερε ναυτία. Ανάμεσα στα βογκητά έπιασε το πρόσωπό της και είπε: «Κόπανε». Ο Λάρι έκανε απότομα μεταβολή και πέρασε από δίπλα μου, ρίχνοντάς με πλάγια στο κρεβάτι. «Δεν μου χρειάζονται


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

199 _

αυτές οι ανοησίες». Βγήκε από το υπνοδωμάτιο, βλαστημώντας ακόμα καθώς περπατούσε στον διάδρομο. Η μπροστινή πόρτα έκλεισε δυνατά. Γύρισα προς την Κρίσταλ. «Είσαι εντάξει;» Είχε ζαρώσει στον τοίχο, κλαίγοντας γοερά, το μαύρο μολύβι των ματιών της κυλούσε στα μάγουλά της, αίμα έσταζε από τη μύτη της και από την άκρη του στόματός της. «Την πόρτα!» είπε. Γύρισα τρέχοντας στο καθιστικό και κλείδωσα την πόρτα, έπειτα έτρεξα πίσω στο δωμάτιό της. Η Κρίσταλ είχε πάρει το πανωσέντονο από το κρεβάτι της και το είχε τυλίξει γύρω της. «Τι έγινε;» είπα. «Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Είχε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό μου…» Σήκωσε το χέρι της, άγγιξε τον λαιμό της, τον έτριψε. «Νόμιζε… νόμιζε ότι μου άρεσε». Δεν ήξερα τι να πω. Το πρόσωπό της έδειχνε τόσο πονεμένο. Ήθελα να την αγκαλιάσω αλλά δεν ήξερα αν ήθελε να την αγγίξει κάποιος. «Θα σου φέρω λίγο πάγο». Πήγα στην κουζίνα, έβαλα παγάκια μέσα σε μια πετσέτα και την έφερα στο δωμάτιο της Κρίσταλ. Εκείνη ήταν στο μπάνιο, φορούσε πλέον ένα σορτς κι ένα αμάνικο μπλουζάκι και κοίταζε το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Κομμάτια από αιματοβαμμένα χαρτομάντιλα είχαν γεμίσει τον πάγκο του μπάνιου. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς άγγιζε το μάγουλο και το κάτω χείλι της, που είχε πρηστεί. Της έδωσα τον πάγο. Τον κοίταξε. «Είναι για το πρόσωπό σου», είπα. Το πίεσε πάνω στο ζυγωματικό της, εκεί όπου διέκρινα ένα κόκκινο σημάδι. Εξακολουθούσε να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέπτη. Τα μπλε της μάτια ήταν τεράστια, σχεδόν μαύρα. «Κάπνισα το τελευταίο σου τσιγάρο», είπα, προσπαθώντας να μην κλάψω. «Συγγνώμη». Εκείνη με κοίταξε και άρχισε να γελάει, αλλά μετά το γέλιο


200

CHEVY STEVENS _

της έγινε δάκρυα. Κάθισε στο χείλος της μπανιέρας. «Κοίτα κατάντια. Είχε δίκιο. Είμαι θεοπάλαβη». «Όχι, αυτός ήταν κόπανος». Σκούπισε το πρόσωπό της, σηκώθηκε. «Θέλω κάτι να πιω». Την επόμενη ώρα, η Κρίσταλ ήπιε όσο κρασί βρισκόταν στο σπίτι της και τέλειωσε ό,τι είχε απομείνει στα μπουκάλια βότκας. Κάθε τόσο σηκωνόταν και κοίταζε από το παράθυρο, σκοντάφτοντας σε ό,τι έβρισκε στον δρόμο της. Έπειτα κοίταζε επίμονα έξω τον δρόμο σαν να ήθελε να δει αν ο Λάρι ήταν ακόμα απέξω. «Είσαι σίγουρη ότι κλείδωσες την πόρτα;» με ρώτησε πολλές φορές και, ακόμα κι όταν της ορκίστηκα ότι είχα κλειδώσει, πήγε να το ελέγξει και η ίδια. Έκανε τον γύρο του σπιτιού και βεβαιώθηκε πως όλα ήταν κλειστά και ασφαλισμένα, αν και έκανε ακόμα ζέστη. Ποτέ μου δεν την είχα δει έτσι. Δεν ήξερα τι να κάνω. «Μήπως να τηλεφωνήσουμε στη μαμά μου; Ή στην Ντάλας;» είπα. «Δεν μπορείς να τους πεις τι έγινε!» «Εντάξει, αλλά μπορείς, σε παρακαλώ, να καθίσεις;» Κάθισε και πολύ σύντομα το κεφάλι της άρχισε να χαμηλώνει κι έπειτα το τίναξε δύο φορές προσπαθώντας να νικήσει τη νύστα, το πιγούνι της σχεδόν άγγιζε το στήθος της. «Πρέπει να πας για ύπνο», είπα. «Έλα μαζί μου», είπε εκείνη. Την ξάπλωσα στο δωμάτιό της και τη σκέπασα με το σεντόνι της – εκεί μέσα ήταν λίγο πιο δροσερά με τον ανεμιστήρα αναμμένο. Μετά ξάπλωσα δίπλα της και αποκοιμήθηκα. Αργότερα, μη ξέροντας τι ώρα είναι, ξύπνησα και κοίταξα δίπλα μου – η Κρίσταλ δεν ήταν στο κρεβάτι. Ανακάθισα, κοίταξα τριγύρω. Η πόρτα του μπάνιου ήταν μισάνοιχτη, αφήνοντας λίγο φως να περάσει μες στο υπνοδωμάτιο. Το συρτάρι στο κομοδίνο της ήταν ανοιχτό.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

201 _

Κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. «Κρίσταλ;» Καμία απάντηση. Έσπρωξα την πόρτα για να ανοίξει. Ήταν στο πάτωμα, με την πλάτη να στηρίζεται στο τοίχωμα της μπανιέρας, τα μάτια κλειστά και το κεφάλι της γερμένο στο πλάι. Είχε ένα όπλο στο χέρι. «Να πάρει!» Μισάνοιξε τα μάτια της, προσπάθησε να εστιάσει το βλέμμα της πάνω μου. «Κλείσε την πόρτα. Έρχονται». «Ποιος έρχεται;» είπα. «Κλείσε την αναθεματισμένη την πόρτα!» Μα καλά, τα είχε χαμένα τελείως; Παρατήρησα δύο γραμμές λευκής σκόνης πάνω στον πάγκο κι έναν λογαριασμό τυλιγμένο σε ρολό δίπλα τους. Να πάρει. Γονάτισα δίπλα της. «Κρίσταλ, δώσε μου το όπλο». Εκείνη το έκρυψε ακόμα καλύτερα στο σώμα της, κάτω από τη μασχάλη της. Ανάσαινε γρήγορα και κοίταζε τριγύρω με αγριεμένο βλέμμα. «Μας άκουσαν; Θα μας σκοτώσουν αυτή τη φορά». Μαζεύτηκε σαν μπάλα, με το όπλο ακόμα κοντά στο σώμα της, και άρχισε να λικνίζεται μπρος-πίσω, τραγουδώντας ένα τραγούδι στον εαυτό της. Θα ’πρεπε άραγε να καθίσω λιγάκι μαζί της; Έπρεπε με κάποιον τρόπο να της πάρω το όπλο. «Κρίσταλ, δώσε μου το όπλο, σε παρακαλώ». Έγνεψε αρνητικά. «Όχι. Θα με χτυπήσουν πάλι». «Κανείς δεν πρόκειται να σε χτυπήσει. Σε παρακαλώ, δώσε μου το όπλο». Έβγαλε το όπλο από τη μασχάλη, αλλά συνέχισε να το κρατάει δίπλα της. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου· φάνηκε σαν να εστιάζεται για μια στιγμή. «Χρειάζομαι τα τσιγάρα μου», είπε. «Σου τέλειωσαν», είπα. «Έχω κι άλλα στην τσάντα μου». «Πάω να τα φέρω». Πήγα στο καθιστικό, βρήκα την τσάντα της, ψαχούλεψα στο εσωτερικό, αλλά δεν είχε


202

CHEVY STEVENS _

κανένα. Όταν επέστρεψα στο μπάνιο, η πόρτα ήταν κλειστή. Δοκίμασα να ανοίξω. Κλειδωμένη. «Κρίσταλ; Δεν βρήκα τα τσιγάρα σου». «Πήγαινε σπίτι, Σκάιλαρ». Δεν μου άρεσε ο τόνος της φωνής της, το πόσο επίπεδος ήταν. «Δεν το κουνάω από δω αν δεν βγεις έξω». Σιωπή. Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να καλέσω την αστυνομία ή ένα ασθενοφόρο. Πήγα στο καθιστικό και πήρα το κινητό μου. «Μαμά; Σε χρειάζομαι». Πέρασα τα επόμενα είκοσι λεπτά καθιστή έξω από την πόρτα του μπάνιου της Κρίσταλ. Δεν απαντούσε στις ερωτήσεις μου κι έτσι άρχισα να φλυαρώ για την παραλία, ότι μου υποσχέθηκε να με πάει, ότι μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας μπέργκερ και μιλκσέικ και να καπνίσουμε ένα μεγάλο τσιγαριλίκι και να διαβάσουμε χαζά περιοδικά και να γελάμε με τις διασημότητες. Άκουγα το κλάμα της από την άλλη πλευρά της πόρτας, δυνατά φυσήματα της μύτης ή σιωπή μερικές φορές, που ήταν χειρότερο. Το κορμί μου το είχε λούσει νευρικός ιδρώτας, οι παλάμες μου κολλούσαν. Έτρεμα από τον φόβο μήπως ακούσω το κλικ του όπλου και έναν πυροβολισμό. Επιτέλους, άκουσα ένα κλειδί στην μπροστινή πόρτα – και τη μαμά μου να φωνάζει: «Σκάιλαρ;» «Εδώ είμαι!» φώναξα. Η Κρίσταλ ήταν σιωπηλή. Αναρωτιόμουν μήπως είχε λιποθυμήσει. Η Ντάλας και η μαμά μου ήρθαν στο δωμάτιο. Το πρόσωπο της μαμάς ήταν ωχρό και τα μάτια της έδειχναν φοβισμένα. Η Ντάλας ήταν σκυθρωπή, το στόμα της μια γραμμή από χείλη σφιγμένα. «Είναι χάλια», είπα. «Δεν ήξερα τι να κάνω». «Μην ανησυχείς», είπε η μαμά. «Εσύ απλώς πήγαινε στο


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

203 _

καθιστικό και θα το αναλάβουμε εμείς». «Με τίποτα! Δεν μπορείτε να με διώξετε από δω». «Έτσι κι αλλιώς, δεν θα ’πρεπε να είσαι εδώ!» «Αν δεν ήμουνα εδώ, αυτός ο τύπος μπορεί να της είχε κάνει μεγάλο κακό». Η μαμά έστρεψε το βλέμμα της προς την κλειδωμένη πόρτα. Η Ντάλας τη χτύπησε απαλά. «Καλή μου Κρίσταλ. Μπορείς ν’ ανοίξεις την πόρτα;» «Δεν θέλει να πάει στην αστυνομία», είπα. «Όχι αστυνομία», είπαν η μαμά και η Ντάλας ταυτόχρονα. Η πόρτα άνοιξε αργά. Η Κρίσταλ είχε πιάσει την άκρη της και έσκυβε πάνω της λες και μετά βίας μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Το πρόσωπό της ήταν αυλακωμένο από τα δάκρυα, σταγόνες ξεραμένου αίματος ήταν ακόμα κάτω από τη μύτη της, μια αμυδρή μελανιά σχηματιζόταν γύρω από το ένα της μάτι. «Χριστέ μου». Η Ντάλας προχώρησε προς το μέρος της. Η Κρίσταλ έπεσε στην αγκαλιά της, ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο της κι έκλαψε με αναφιλητά σαν κοριτσάκι. Η μαμά πήρε το όπλο από το χέρι της Κρίσταλ και το άδειασε από το πλάι. «Γιατί δεν ξαπλώνεις;» είπε η Ντάλας οδηγώντας την Κρίσταλ στο κρεβάτι, όπου κουλουριάστηκε αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι της. Η μαμά κάθισε δίπλα στα πόδια της Κρίσταλ, με το ένα της χέρι ακουμπισμένο στη γάμπα της και το άλλο να κρατάει ακόμα το όπλο. Η Ντάλας έτριβε την πλάτη της Κρίσταλ. «Ήταν όπως στο Κας Κρικ», είπε η Κρίσταλ, και οι λέξεις έβγαιναν με το ζόρι, σαν να πονούσε. «Ξανά το ίδιο πράγμα». «Κρίσταλ», είπε η μαμά. «Είσαι ασφαλής τώρα». «Ποτέ δεν πρόκειται να είμαστε ασφαλείς. Ακόμα μας ψάχνουν». Η μαμά με κοίταξε. «Πήγαινε στο σαλόνι». «Θέλω να μείνω». Σηκώθηκε από το κρεβάτι και ήρθε προς το μέρος μου, με την οργή έκδηλη στο πρόσωπό της. «Είπα: Φύγε από δω!»


204

CHEVY STEVENS _

Έφυγα και κάθισα στο σκοτεινό καθιστικό, το πρόσωπό μου έκαιγε. Είχα φροντίσει την Κρίσταλ για ώρες, κάθισα μαζί της μέχρι να έρθουν, και τώρα με είχαν πετάξει έξω με τις κλοτσιές σαν να ήμουν κανένα νιάνιαρο. Δεν άκουγα καν για ποιο πράγμα μιλούσαν, μόνο μουρμουρητά· και κάθε τόσο την Κρίσταλ που έκλαιγε. Και πέρασε μισή ώρα μέχρι να βγει η μαμά. «Είναι εντάξει;» είπα. «Ηρεμεί τώρα. Η Ντάλας θα μείνει μαζί της». «Θέλω κι εγώ να μείνω». «Εμείς πρέπει να πάμε σπίτι». Η μαμά έπιασε σφιχτά το τιμόνι, το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον δρόμο, αλλά ήμουν σίγουρη ότι οι σκέψεις της ήταν αλλού, διάφορες εκφράσεις εναλλάσσονταν στο πρόσωπό της, σύγχυση, φόβος, θλίψη· τα φώτα των άλλων αυτοκινήτων αντανακλούσαν στο δέρμα και στα μάτια της. «Για ποιο πράγμα μιλούσε η Κρίσταλ;» είπα. «Τα είχε χαμένα. Δεν ήξερε τι έλεγε». «Τι έγινε στο Κας Κρικ;» «Απόψε μου είπες ψέματα, Σκάιλαρ. Είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου». «Κι εσύ μου λες ψέματα τώρα». Δεν είπε άλλη λέξη στον δρόμο προς το σπίτι. Η μαμά άναψε το φως της κουζίνας και έφτιαξε μια τσαγιέρα τσάι, με κινήσεις άτσαλες, αγχωτικές. Σταμάτησε, κοιτάζοντας το συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα σαν να ήθελε να θυμηθεί τι έψαχνε, κι έπειτα επιτέλους πήρε ένα κουτάλι. Της έπεσε κάτω με κρότο· έβρισε καθώς το έπιανε. Πήγα να καθίσω στον καναπέ, περιμένοντας να με προστάξει να πάω για ύπνο, αλλά δεν επρόκειτο να πάω χωρίς καβγά. Το καθιστικό ήταν σκοτεινό, οι δρόμοι έξω από το διαμέρισμά μας ήσυχοι μες στη νύχτα εκτός από καμιά παράξενη κόρνα ή σειρήνα ή κάποιο διερχόμενο όχημα. Κάποιος περπάτησε στον διάδρομο, επιστρέφοντας στο σπίτι του έπειτα από


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

205 _

ξενύχτι. Η μαμά κάθισε δίπλα μου στον καναπέ, μου έδωσε μια κούπα τσάι και τράβηξε μια κουβέρτα πάνω μας. Κοίταξε τριγύρω στο διαμέρισμά μας λες και προσπαθούσε να θυμηθεί πού βρισκόταν. Το βλέμμα της σταμάτησε στη φωτογραφία της μαμάς της – την είχαμε βάλει μέσα σε ασημένια κορνίζα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ήταν η μοναδική φωτογραφία που είχε από την οικογένειά της. «Είχα λόγο που δεν ήθελα να βγεις με την Κρίσταλ», είπε. «Εντάξει ήμουνα». «Θα μπορούσες να είχες μπλέξει άσχημα». «Η Κρίσταλ με πρόσεχε». «Όταν μεθάει η Κρίσταλ, δεν ξέρει τι κάνει. Είδες τι έπαθε απόψε; Θα μπορούσες να είσαι εσύ στη θέση της και–» Η φωνή της μαμάς έσπασε. «Δεν έπινα». «Δεν είναι απαραίτητο να είσαι μεθυσμένη. Αρκεί να είσαι στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή – και το μπαρ ήταν αναμφίβολα το λάθος σημείο». «Συγγνώμη που είπα ψέματα», είπα. «Απλώς έχω την αίσθηση ότι δεν με εμπιστεύεσαι ποτέ». Η μαμά ήταν φοβερή μητέρα σε πολλά πράγματα, αλλά απεχθανόταν να φοράω οτιδήποτε πολύ στενό ή πολύ κοντό, μου έκανε κήρυγμα όλη την ώρα σχετικά με το ποτό και τα ναρκωτικά και με το πώς τα αγόρια μπορούν να πάρουν λάθος μήνυμα – τέτοια πράγματα. «Δεν είναι ότι δεν εμπιστεύομαι εσένα. Τον υπόλοιπο κόσμο δεν εμπιστεύομαι». «Δεν μπορείς να με κρατάς κλεισμένη σ’ ένα κουτί, μαμά». «Μπορώ να προσπαθήσω όμως». Χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό της ήταν σφιγμένο. «Η Κρίσταλ θα γίνει καλά;» «Ναι, απλώς πέρασε μια δύσκολη νύχτα». Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια δύσκολη νύχτα, το ξέραμε και οι δύο. «Ποιοι νόμιζε ότι θα τη χτυπήσουν;» είπα.


206

CHEVY STEVENS _

«Νόμιζε ότι μπορεί να ξαναρχόταν ο Λάρι». «Δεν είμαι ηλίθια, μαμά. Μιλούσε σαν να φοβόταν δύο ανθρώπους. Ξέρω ότι είχε φρικάρει από κάτι που συνέβη στο παρελθόν». Η μαμά έμεινε σιωπηλή για ένα λεπτό, έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα και έβγαλε αργά τον αέρα. «Γνωρίσαμε κάποιους πολύ κακούς άντρες όταν ήμαστε έφηβες». «Από το Κας Κρικ; Εκεί πήγατε όταν το σκάσατε;» Η μαμά μού είχε πει πριν από χρόνια ότι η μαμά τους είχε πεθάνει σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα όταν μεγάλωναν ακόμα στο Γκόλντεν, και ότι ο μπαμπάς τους ήταν αλκοολικός. Εξαφανίστηκε όταν εκείνη ήταν έγκυος σε μένα. Το έσκασαν για να αποφύγουν τις ανάδοχες οικογένειες και συνάντησαν τον Πάτρικ, που τους βρήκε δουλειά, έπειτα άλλαξαν τα ονόματά τους για να μην μπορέσει ποτέ να τις βρει ο μπαμπάς τους. «Το φορτηγό μας είχε χαλάσει κι εκείνοι σταμάτησαν για βοήθεια…» Πήρε άλλη μια ανάσα, κατάπιε με δυσκολία. «Ένας από αυτούς δούλευε στο συνεργείο. Πιάσαμε δουλειά στο ράντσο τους για να βγάλουμε κάποια χρήματα, αλλά εκείνοι…» Σταμάτησε πάλι, ήπιε μια γρήγορη γουλιά από το τσάι της λες και είχε στεγνώσει το στόμα της. «Ήθελαν κι άλλα εκτός από αυτό». «Σας έκαναν κακό;» ψιθύρισα, νιώθοντας το αίμα να σφυροκοπάει στα αφτιά μου. Η μαμά είχε κολλήσει το βλέμμα της στην κούπα με το τσάι που κρατούσε στο χέρι. «Ήταν λίγο απότομοι μαζί μας μια νύχτα που πίναμε όλοι σε μια ακροποταμιά. Καταφέραμε να τους ξεφύγουμε, αλλά ήμαστε τρομοκρατημένες». Τα μάτια της έλαμπαν σαν να ήταν έτοιμα να δακρύσουν. «Τι έκαναν;» «Δεν έχει σημασία. Φύγαμε από την πόλη το συντομότερο δυνατόν κι από τότε δεν τους ξανάδαμε». Γύρισε να με κοιτάξει, άπλωσε το χέρι για να πιάσει το δικό μου. «Ξέρω ότι νομίζεις πως είμαι υπερπροστατευτική, και ίσως να είμαι


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

207 _

κάποιες φορές, αλλά βλέπω να ακολουθείς τον ίδιο δρόμο με την Κρίσταλ και φοβάμαι για σένα». «Εγώ δεν είμαι η Κρίσταλ, μαμά». «Το ξέρω, μωρό μου, αλλά τα άσχημα πράγματα συμβαίνουν ακόμα κι όταν είμαστε προσεκτικοί». «Γιατί δεν πήγατε στην αστυνομία;» «Για τον ίδιο λόγο που το σκάσαμε. Δεν θέλαμε να καταλήξουμε σε ανάδοχες οικογένειες». «Αυτοί είναι ακόμα εκεί; Δηλαδή σε εκείνη την πόλη;» «Δεν ξέρω». «Η Κρίσταλ νομίζει ότι ακόμα σας ψάχνουν». «Εκείνη την ώρα μιλούσαν τα ναρκωτικά». «Κι αν έχει δίκιο και–» «Δεν θα μπορέσουν ποτέ να μας βρουν». «Για παράδειγμα, ξέρουν τα πραγματικά σας ονόματα;» Ούτε κι εγώ ήξερα το πραγματικό όνομα της μαμάς μου. Δεν μου το έλεγε, γιατί φοβόταν μήπως κατά λάθος το αποκαλύψω σε κάποιον. «Όχι, δεν τα ξέρουν». Άφησε την κούπα της. «Είμαι κουρασμένη, μωρό μου, και το να μιλάω γι’ αυτά… μου είναι πολύ δύσκολο». «Λυπάμαι». «Δεν φταις εσύ. Απλώς πρέπει να πάω για ύπνο». «Μπορώ να κοιμηθώ μαζί σου;» «Φυσικά». Το είπε χαμογελώντας, αλλά ακόμα έδειχνε θλιμμένη. Ξαπλώσαμε η μία δίπλα στην άλλη, με τα χέρια μας να αγγίζονται και το κεφάλι μου να ακουμπάει στον ώμο της όπως τότε που ήμουν μικρή και εκείνη συνήθιζε να διαγράφει κύκλους στο μέτωπό μου ώσπου να αποκοιμηθώ. Άκουγα την ανάσα της για πολλή ώρα, όχι αργή και μετρημένη, αλλά πιο γρήγορη, σαν να ήταν ακόμα ξάγρυπνη. «Σκάιλαρ, αυτά δεν θα τα πεις πουθενά, εντάξει;» ψιθύρισε. «Εντάξει». «Το εννοώ. Ούτε στην Έμιλι ούτε στην Τέιλορ ούτε σε κανέναν άλλο».


208

CHEVY STEVENS _

«Δεν θα τα πω». Τελικά αποκοιμήθηκε, αλλά εγώ έμεινα ξύπνια για λίγο ακόμα και σκεφτόμουν τι μπορεί να είχε συμβεί σε εκείνη την ακροποταμιά. Ήξερα ότι η μαμά δεν μου είχε πει τα πάντα, πιθανώς είχε κρατήσει κρυφά πολλά, και το μυαλό μου ήταν γεμάτο ερωτήματα. Σκεφτόμουν συνέχεια αυτό που έλεγε η Κρίσταλ: «Αυτή τη φορά θα μας σκοτώσουν». Ακούστηκε τόσο βέβαιη γι’ αυτό.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

209 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΠΤΑ

Οδήγησα ως το σπίτι της Κρίσταλ το επόμενο απόγευμα. Μου άνοιξε την πόρτα φορώντας ακόμα το σορτσάκι και το αμάνικο της προηγούμενης νύχτας, με τα μαλλιά πολύ ανακατεμένα. Το πρόσωπό της δεν έδειχνε και πολύ χάλια, αλλά η μία άκρη του κάτω χείλους της ήταν λίγο πρησμένη και είχε μια αμυδρή μπλε σκιά γύρω από το ένα της μάτι. «Ωραία. Εσύ είσαι», είπε. «Νόμιζα ότι ήταν η Ντάλας που ήρθε πάλι να δει αν είμαι καλά». «Σε ξύπνησα;» είπα. «Λαγοκοιμόμουνα στον καναπέ. Πέρασε μέσα». Προχώρησε ως το καθιστικό, κατέρρευσε πάλι στον καναπέ. Οι περσίδες ήταν κλειστές σε όλα τα παράθυρα, το δωμάτιο σκοτεινό. Κάθισα στα πόδια της. Το σταχτοδοχείο της ήταν γεμάτο αποτσίγαρα και υπήρχαν ήδη δύο άδεια μπουκάλια μπίρας πάνω στο τραπεζάκι κι ένα μισογεμάτο ακόμα. «Βγήκες καθόλου σήμερα;» είπα. «Ως την κάβα», είπε χαμογελώντας. «Έπρεπε να πάρω τα φάρμακά μου». Συνήθως θα γελούσα με αυτό, αλλά σήμερα δεν μου φάνηκε αστείο. «Είσαι εντάξει;» είπα. «Ναι», είπε εκείνη, αλλά δεν με κοίταξε στα μάτια καθώς ανακάθισε και τεντώθηκε για να πάρει άλλο ένα τσιγάρο. «Θες να φτιάξω λίγη σούπα;» είπα. «Έχεις φάει τίποτα;»


210

CHEVY STEVENS _

«Σαν ν’ ακούω τη μαμά σου». Ακούμπησε την πλάτη πίσω στον καναπέ και άναψε το τσιγάρο. «Συγγνώμη. Απλώς ανησυχώ για σένα». Μου χάρισε ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Συγγνώμη που σε τρόμαξα χτες τη νύχτα, μικρή». «Ήσουνα φρικαρισμένη». Έπιασα το ασημόχαρτο από ένα άδειο πακέτο τσιγάρων, το ακούμπησα στο τραπέζι και άρχισα να φτιάχνω έναν γερανό οριγκάμι. Η αίσθηση του απαλού ασημόχαρτου ήταν παρηγορητική στα δάχτυλά μου. «Δεν θα ’πρεπε να είχα πιει κόκα». «Δεν ήξερα ότι πίνεις και κόκα». «Είχα χρόνια να την αγγίξω, αλλά ο Λάρι είχε λίγη». Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Μου φάνηκε καλή ιδέα εκείνη τη στιγμή». Με κοίταξε. «Να πάρει, τελικά ήταν κόπανος, έτσι;» Τίναξε το κεφάλι. «Ποτέ δεν ξέρεις…» «Η μαμά μού είπε τι σας συνέβη στο Κας Κρικ». Σταμάτησα για λίγο να κατασκευάζω το οριγκάμι μου, περιμένοντας να δω πώς θα ανταποκρινόταν στα λεγόμενά μου. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο της, το βλέμμα της γλίστρησε μακριά σαν να μην ήξερε πού να κοιτάξει. «Τι σου είπε;» Έβγαλε τον καπνό προς το ταβάνι, δείχνοντας τον λαιμό της και την ουλή στο πιγούνι της. «Ότι χάλασε το φορτηγό σας κι εκείνοι οι τύποι σάς μάζεψαν και μετά δουλέψατε στο ράντσο τους, αλλά εκείνοι… σας έκαναν κακό». Δεν ήθελα να της πω τι ακριβώς μου είχε πει η μαμά. Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά μου, και ήταν σαν να είχε φύγει από μέσα της ολόκληρη η ζωή. Ήταν σαν σκοτεινές λιμνούλες γεμάτες πόνο, τόσο βαθιές, που ήθελα να φύγω, ήθελα να τρέξω έξω και να ρουφήξω τον καθαρό αέρα και να νιώσω το φως του ήλιου πάνω στο δέρμα μου. «Σου είπε τι έκαναν;» Η φωνή της ακούστηκε υπόκωφη. «Ναι, αλλά δεν είπε πολλά. Ταράχτηκε». Τεντώθηκε κι έπιασε την μπίρα από το τραπεζάκι, ήπιε μερικές μεγάλες γουλιές, τη μία μετά την άλλη. «Τι συνέβη;» είπα με απαλή φωνή.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

211 _

Η ερώτησή μου έμεινε μετέωρη ανάμεσά μας καθώς καθόμασταν εκεί για ένα ατελείωτο λεπτό. Χαμήλωσα το βλέμμα στο χάρτινο πουλί, μέτρησα τους χτύπους της καρδιάς μου, αναρωτήθηκα αν και της Κρίσταλ η καρδιά χτυπούσε τόσο γρήγορα. Ευχήθηκα να μπορούσα να πάρω πίσω την ερώτησή μου, αλλά το είχα σκεφτεί πολύ την προηγούμενη νύχτα, νιώθοντας αυτό το παράξενο κράμα φόβου και περιέργειας. Ήταν ανάγκη να μάθω τι είχε συμβεί σε εκείνο το ποτάμι. Ένιωσα άσχημα που τη ρώτησα, αν και φαινόταν ακόμα σε βαθιά θλίψη, αλλά τότε ήταν που η Κρίσταλ μιλούσε περισσότερο. «Μας έδεσαν στην καρότσα του φορτηγού τους και μας πήγαν σε μια αποθήκη», είπε τελικά η Κρίσταλ. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της. «Μας κράτησαν εκεί πέντε μέρες». «Πέντε μέρες;» Λίγο έλειψε να τσακίσω το χάρτινο πουλί στα χέρια μου. Έβγαλε αργά τον καπνό, που τρύπωσε μες στη μύτη μου. «Ήταν αρρωστημένοι κόπανοι, πολύ αρρωστημένοι όμως». Δεν ήξερα τι να πω, τόσο τερατώδες ήταν αυτό που μου είπε, που το ’νιωσα να πέφτει βαρύ μέσα μου σαν πέτρα. Η μαμά μού είχε πει ψέματα. Εκείνοι οι άντρες δεν ήταν μόνο λίγο «απότομοι» μαζί τους. Τους είχαν κάνει μεγάλο κακό, τις κράτησαν αιχμάλωτες, τους έκαναν φριχτά πράγματα. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι σας ψάχνουν ακόμα;» Θυμήθηκα τη μαμά που σηκωνόταν τη νύχτα και έλεγχε τις κλειδαριές. Έριξα μια ματιά στην πόρτα τώρα – άραγε την είχε κλειδώσει η Κρίσταλ αφού μπήκα μέσα; «Όχι», είπε. «Απλώς δεν ήξερα τι έλεγα». Παρατήρησα το πρόσωπό της για να δω αν έλεγε αλήθεια. «Πώς το σκάσατε;» «Κλέψαμε το φορτηγό τους και γυρίσαμε στην πόλη. Προσπαθήσαμε να βγάλουμε το δικό μας φορτηγό από το συνεργείο, αλλά ήταν κλειδωμένο στο πίσω πάρκιγκ». Κράτησε την ετικέτα της μπίρας της, σκίζοντας μικρά κομματάκια. «Ο τύπος με το ποδήλατο μας βοήθησε – είχε τη


212

CHEVY STEVENS _

διπλανή παμπ. Ο γιος του μας πήγε με το αυτοκίνητο στο λεωφορείο το επόμενο πρωί». Τα συναισθήματα ανακατεύονταν μέσα μου, ένιωθα θυμό που κάποιος τούς είχε κάνει κακό, σύγχυση και ταραχή που δεν ήξερα ως τώρα τίποτα γι’ αυτό, αλλά κυρίως φόβο. «Πρέπει να είναι τρομερό να ξέρεις ότι ακόμα κυκλοφορούν κάπου εκεί έξω». «Είναι απαίσιο, να πάρει». Τα μάτια της γυάλιζαν καθώς τραβούσε άλλη μια μεγάλη ρουφηξιά από το τσιγάρο της. Ήδη το είχε σχεδόν καπνίσει όλο ως το φίλτρο. «Δεν θα έπρεπε να τους αφήσετε να τη γλιτώσουν έτσι», είπα. «Δηλαδή ξέρω ότι δεν μπορούσατε να πάτε στους μπάτσους. Αλλά εγώ στη θέση σας θα ήθελα να τους σκοτώσω». Η Κρίσταλ με κοίταζε, αλλά τα μάτια της ήταν άδεια, λες και είχε κάπου αλλού τον νου της, το τσιγάρο ακόμα έκαιγε στα χέρια της. «Κρίσταλ;» είπα. «Είσαι καλά;» «Ναι, απλώς σκεφτόμουνα πόσο εύκολα νομίζεις ότι θα είναι τα πράγματα μερικές φορές, πώς ακολουθείς ένα μονοπάτι κι έπειτα, ξαφνικά…» Έκανε μια κίνηση με το χέρι της. «Όλα πάνε στραβά. Και δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω τον χρόνο, δεν μπορείς να το ξανακάνεις απ’ την αρχή. Όσο κι αν εύχεσαι να το μπορούσες». «Εννοείς ότι εύχεσαι να μην είχατε πάει στο Κας Κρικ;» «Εύχομαι να μην είχα κάνει πολλά πράγματα», είπε, κοιτάζοντας επίμονα τον απέναντι τοίχο. Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της. Το σκούπισε, πήρε μια τραχιά ανάσα. «Σαν τι δηλαδή;» «Εγώ φταίω που αναγκαστήκαμε να το σκάσουμε. Τα έκανα θάλασσα. Εγώ είμαι εκείνη που τα κάνει πάντα θάλασσα». «Τι εννοείς;» Ακούμπησε το τσιγάρο της στο σταχτοδοχείο, συνθλίβοντας το φίλτρο με το ένα της δάχτυλο και τρίβοντάς το. Άναψε κι άλλο ένα.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

213 _

«Το ήξερες ότι ήθελα να γίνω τραγουδίστρια; «Ποτέ δεν είπες τίποτα». Ένιωσα και πάλι σαν να πέφτω, σαν να περπατούσα πάνω σε μια δοκό ισορροπίας και κάποιος με έσπρωχνε συνεχώς. Όλο για μουσική μιλούσαμε οι δυο μας. «Έπαιζα και κιθάρα». Έκανε πως γρατζούνιζε χορδές. «Και η μαμά σου... εκείνη θα γινόταν φωτογράφος – ήταν πανέξυπνη. Πιο έξυπνη από την Ντάλας κι από μένα στο σχολείο. Θα μπορούσε να γίνει ό,τι ήθελε». Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι η μαμά μου είχε χόμπι ή όνειρα, αλλά όντως της άρεσε να βγάζει φωτογραφίες – οι τοίχοι μας ήταν γεμάτοι με φωτογραφίες της. Είχα βρει κάποτε μια παλιά φωτογραφική μηχανή κρυμμένη στο ψηλότερο ράφι της ντουλάπας της. Την ξανάβαλα στη θέση της, γεμάτη τύψεις, και ποτέ δεν τη ρώτησα γι’ αυτήν, αλλά ήταν παράξενο. Μήπως ήταν από τότε που ήταν μικρή; Η Κρίσταλ είχε δίκιο ότι η μαμά ήταν έξυπνη, αλλά είχε πάρει μόνο το απολυτήριο του γυμνασίου. Διάβαζε τα μαθήματά μου και δανειζόταν τα βιβλία μου συνέχεια. Η Κρίσταλ με κοίταξε πάλι· τα δάκρυα χώριζαν μία προς μία τις βλεφαρίδες της. «Είσαι καλό παιδί, Σκάιλαρ. Στ’ αλήθεια, είσαι καλό παιδί». «Ευχαριστώ». «Το εννοώ», είπε. «Μην προσπαθείς να μου μοιάσεις». «Δεν είσαι και τόσο κακή». «Δεν έχω κάνει ούτε ένα καλό πράγμα στη ζωή μου». Σήκωσε την μπίρα της και την κατάπιε μονορούφι, σκουπίζοντας το στόμα της στο τέλος. «Έχεις κάνει πολλά σπουδαία πράγματα». «Όχι». Έγνεψε αρνητικά. «Η Ντάλας πάντα βοηθάει τους ανθρώπους. Και η μαμά σου… είναι πιο θαρραλέα απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Εγώ μόνο θάλασσα τα κάνω». «Τι θα ’κανες αν μπορούσες;» Το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου· τα μάτια της άδεια πάλι. «Εύχομαι να τους είχαμε σκοτώσει», είπε. «Αυτό εύχομαι συνέχεια». Κοίταζε μακριά μέσα από μένα, καπνός ανέβαινε


214

CHEVY STEVENS _

απ’ το τσιγάρο της. «Κρίσταλ;» Εστίασε την προσοχή της σε μένα, παρατήρησε το πουλί στα χέρια μου. «Αυτό τι είναι;» «Είναι γερανός. Οι Ιάπωνες το αποκαλούν “πουλί της ευτυχίας”. Πιστεύουν ότι οι γερανοί ζουν χίλια χρόνια, κι έτσι υποτίθεται ότι συμβολίζουν την καλή τύχη και τη μακροζωία, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Φτιάχνουν γιρλάντες με γερανούς στις κηδείες». «Αυτό θα είναι πολύ όμορφο», είπε εκείνη και έπειτα χαμογέλασε θλιμμένα. «Ξέρεις, Σκάι. Στ’ αλήθεια χαίρομαι που ήρθες να με δεις, αλλά θα σε πείραζε αν πάω να ξαπλώσω πάλι; Έχω φοβερό πονοκέφαλο». «Όχι, είσαι και η πρώτη. Θα πάμε αύριο στην παραλία, εντάξει; Τηλεφώνησέ μου το πρωί». Εκείνη τη νύχτα, όταν η μαμά γύρισε στο σπίτι από τη δουλειά, έδειχνε εξουθενωμένη, τα μαλλιά της ξέφευγαν από την πλεξούδα της, οι μπούκλες της ήταν νοτισμένες, το πρόσωπό της κατακόκκινο. «Θεέ μου, στο λεωφορείο ήταν χάλια απόψε. Σαν να ήμουνα παγιδευμένη μέσα σε ένα καυτό κονσερβοκούτι». Κρέμασε την τσάντα της. «Δεν βλέπω την ώρα να πετάξω αυτά τα ρούχα από πάνω μου». Της έφτιαξα ένα χυμό από φρούτα όση ώρα άλλαζε και της τον πήγα έξω στο μπαλκόνι, όπου είχαμε ένα πλαστικό τραπεζάκι, δύο καρέκλες και μια ψησταριά που χρησιμοποιούσαμε το καλοκαίρι. Η μαμά είχε βρει ένα εμπριμέ τραπεζομάντιλο με λουλούδια για το τραπέζι μας και μερικά κεριά σιτρονέλας για να διώχνουμε τα κουνούπια. Είχε φορέσει σορτσάκι και αμάνικη μπλούζα και είχε τα πόδια στο κάγκελο, το κεφάλι της ακουμπούσε στην πλάτη της καρέκλας και είχε πετάξει τα παπούτσια. Διέκρινα κόκκινα σημάδια στα πόδια της στα σημεία που είχαν τριφτεί από τα παπούτσια της. Ήπιε μια γουλιά από τον χυμό. «Μιαμ μιαμ». Άπλωσε το


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

215 _

χέρι της να πιάσει το δικό μου και το έσφιξε. «Πώς είσαι;» «Πήγα να δω την Κρίσταλ». «Πώς ήταν; Προσπάθησα να της τηλεφωνήσω από τη δουλειά αλλά δεν το σήκωσε». «Μάλλον θα κοιμόταν. Μου φαίνεται ότι περνάει κατάθλιψη. Νομίζεις ότι θα έπρεπε να της βρούμε βοήθεια; Μια ψυχοθεραπεία, για παράδειγμα;» «Δεν πρόκειται να πάει». Διέκρινα μια ένταση στη φωνή της και ήξερα ότι ουσιαστικά δεν ήθελε να το συζητήσει. Τα μάτια της ήταν κλειστά, το κεφάλι της ακόμα ακουμπούσε στην πλάτη της καρέκλας λες και ήταν η πρώτη φορά που είχε την ευκαιρία να χαλαρώσει όλη μέρα. Μα μετά τον διάλογό μου με την Κρίσταλ είχα ακόμα πιο πολλές ερωτήσεις σχετικά με το τι είχε συμβεί. «Η Κρίσταλ μου είπε τι έκαναν στ’ αλήθεια εκείνοι οι τύποι». Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε συνοφρυωμένη. «Τι εννοείς;» «Μου είπε ότι σας φυλάκισαν για μέρες και σας έκαναν κακό… Λυπάμαι πολύ που σου συνέβη αυτό, μαμά. Θα πρέπει να φοβήθηκες πολύ». Η μαμά φάνηκε να τσατίζεται. «Δεν είχε κανένα δικαίωμα να σ’ το πει αυτό». «Νόμιζε ότι ήξερα. Γιατί δεν μου το είπες;» «Δεν ήθελα να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα». «Το είπες ποτέ σε κανέναν;» είπα. «Όχι». «Ούτε καν στον Πάτρικ και στην Κάρεν;» «Δεν θέλαμε να το συζητήσουμε». Καμία από τις θείες μου, ή η μαμά μου, δεν ήθελε να μιλάει για το παρελθόν της, κάτι που τώρα έβγαζε νόημα. Αλλά και για την παιδική τους ηλικία μιλούσαν ελάχιστα. Η μαμά μου είχε πει κάποια πράγματα για τη μητέρα της όλα αυτά τα χρόνια, όπως ότι την έλεγαν Λίλιαν και ότι ήταν καλή μαγείρισσα και της άρεσε να ψαρεύει. Γενικά, δεν μιλούσε ιδιαίτερα για τον μπαμπά της. «Η Κρίσταλ είπε ότι κλέψατε το φορτηγό τους…»


216

CHEVY STEVENS _

«Ναι». «Πώς βγήκατε από την αποθήκη;» «Μπορούμε να το συζητήσουμε κάποια άλλη φορά; Είχα μια κουραστική μέρα». «Πάντα αυτό λες όταν δεν θες να μιλήσεις για κάτι». «Και είναι πάντα αλήθεια». Απέστρεψε το βλέμμα και ήπιε μια γουλιά από τον χυμό της. «Η Κρίσταλ είπε ότι εκείνη έφταιγε που έπρεπε να το σκάσετε». Είδα μια φλέβα να χτυπάει στον λαιμό της μαμάς. «Ίσως εννοούσε ότι ο μπαμπάς κι εκείνη τσακώνονταν πολύ». «Για ποιο πράγμα;» «Τι είναι όλο αυτό τώρα;» Με κοίταξε πάλι. «Απλώς ήθελα να καταλάβω. Γιατί σου φαίνεται τόσο παράξενο;» Όσα είχαν περάσει ήταν όντως φριχτά, και κατάλαβα γιατί δεν ήθελαν να μιλάνε γι’ αυτά, αλλά υπήρχε ακόμα κάτι παράξενο σε αυτή την ιστορία, σαν να μου έκρυβαν κάτι ακόμα. «Η Κρίσταλ δεν σκέφτεται», είπε η μαμά με φωνή θυμωμένη. «Λέει ό,τι ανοησία τής κατέβει στο μυαλό όταν είναι φτιαγμένη. Δεν σημαίνουν τίποτε αυτά που λέει». «Φάνηκε σαν να σήμαινε κάτι». «Ποιος την ξέρει την Κρίσταλ;» Σηκώθηκε όρθια. «Πάω να κάνω ένα ντους». Πήγα στο δωμάτιό μου, έβαλα στα αφτιά τα ακουστικά και έπαιξα με μερικά ρυθμικά κομμάτια, αλλά όταν τα έβαλα να τα ξανακούσω μου φάνηκαν θυμωμένα, χαοτικά, μπερδεμένα. Σαν να μην ήξεραν ακόμα τι θέλουν να είναι. Αργότερα εκείνη τη νύχτα έστειλα γραπτό μήνυμα στην Κρίσταλ, είπα ότι ανυπομονώ να πάμε στην παραλία και τη ρώτησα αν ήθελε να πάρω κάτι στον δρόμο προς το σπίτι της. Δεν μου απάντησε. Γύρω στις δέκα το πρωί έριξα το μαγιό μου μέσα στην τσάντα μου, πήρα πετσέτα και αντηλιακό και ξεκίνησα για το


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

217 _

σπίτι της Κρίσταλ. Δεν είχε απαντήσει σε κανένα από τα γραπτά μου μηνύματα ή στην κλήση μου εκείνο το πρωί, αλλά υπέθεσα ότι θα κοιμόταν ακόμα. Όταν έφτασα στο σπίτι της, όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά και εκείνη δεν μου άνοιγε. Χτύπησα μερικές φορές και τη φώναξα. Έπειτα πλησίασα σε κάθε παράθυρο, προσπαθώντας να δω μέσα, αλλά οι περσίδες ήταν κλειστές. Κοίταξα και στο πίσω μέρος του σπιτιού – το αυτοκίνητό της δεν ήταν στο υπόστεγο. Σκέφτηκα να ρωτήσω τους ενοίκους του ορόφου αν την είχαν δει, αλλά δεν φαινόταν να είναι κανείς μέσα. Γύρισα στο διαμέρισμά μας, απογοητευμένη που η Κρίσταλ είχε ξεχάσει τα πλάνα μας. Μπορεί να έπρεπε να πάει στη δουλειά. Της έστειλα μερικά ακόμα γραπτά μηνύματα εκείνη τη μέρα και τη νύχτα, αλλά εκείνη δεν απάντησε σε κανένα. Την έψαξα στο Facebook, είχε κυρίως φωτογραφίες της με διάφορους τύπους, καθώς και μόνη στο μπαρ ή σε πάρτι με φίλους. Δεν είχε ενημερώσει την κατάστασή της από εκείνη τη νύχτα στο μπαρ: Ανυπομονώ να δω τους Χεντκίκερς! Όλο το μπαρ θα ροκάρει! «Δεν βρίσκω την Κρίσταλ», είπα στη μαμά μόλις μπήκε στο σπίτι. «Θα πηγαίναμε στην παραλία». «Λυπάμαι, μωρό μου. Μη μου πεις ότι ξαφνιάστηκες όμως». Ήξερα ότι η Κρίσταλ έστηνε πολύ κόσμο, αλλά πληγώθηκα που το έκανε σε μένα. «Δεν απαντάει στα μηνύματά μου». «Κι εγώ την έψαξα. Μάλλον θα ξέχασε κάπου το κινητό της. Όπου να ’ναι θα απαντήσει». Γύρισα από το γυμναστήριο την επόμενη μέρα και βρήκα τη μαμά να βλέπει τηλεόραση και να βάφει τα νύχια των ποδιών της. Εκείνη τη νύχτα θα δούλευε μέχρι αργά τη νύχτα στο ξενοδοχείο σε έναν γάμο. «Μαμά, θέλω να μιλήσουμε». «Τι έγινε;» Σήκωσε το βλέμμα της· το πρόσωπό της έδειχνε


218

CHEVY STEVENS _

ανήσυχο. «Πέρασα από το σπίτι της Κρίσταλ δύο φορές σήμερα, αλλά δεν είναι εκεί. Ούτε στη δουλειά πήγε. Δεν την έχει δει κανείς». «Το ξέρω ότι ανησυχείς, Σκάι, αλλά έτσι κάνει η Κρίσταλ. Το ξέρεις. Θυμάσαι πέρυσι που την είχε κοπανήσει; Συνήθως εξαφανιζόταν για εβδομάδες και η Ντάλας κι εγώ φοβόμασταν τόσο πολύ, κι έπειτα εμφανιζόταν λες και δεν είχε συμβεί τίποτα και μαθαίναμε ότι πήγαινε από πάρτι σε πάρτι κάπου με τους φίλους της ή με κάποιον τύπο». «Όχι αυτή τη φορά, μαμά. Όχι ύστερα από εκείνη τη νύχτα». Έβαλε το καπάκι στο μπουκαλάκι με το βερνίκι νυχιών και με κοίταξε. «Ειδικά αυτή τη φορά. Η Ντάλας κι εγώ το περιμέναμε κάτι τέτοιο». Δάγκωσα το κάτω χείλι μου. «Μα εμένα δεν μου το είπε». Η μαμά μου σκέπασε το χέρι μου με το δικό της. «Σ’ αγαπάει ακόμα, Σκάι. Είσαι η αγαπημένη της ανιψιά». Χαμογέλασα αμυδρά. «Ναι, γιατί είμαι η μόνη της ανιψιά». «Ακριβώς». Έδωσε δύο χτυπηματάκια στο γόνατό μου και σηκώθηκε. «Πρέπει να ετοιμαστώ για τη δουλειά». Γύρισε και με κοίταξε. «Μην ανησυχείς, μωρό μου. Σύντομα θα γυρίσει». Ενώ η μαμά πήγε να ντυθεί, εγώ έβγαλα τα κλειδιά της από την τσάντα της και πήρα το κλειδί του σπιτιού της Κρίσταλ. Ήταν εννέα το βράδυ και ο ήλιος μόλις που βασίλευε όταν παρκάρισα μπροστά στο σπίτι της Κρίσταλ. Δεν φαίνονταν να υπάρχουν αναμμένα φώτα στο διαμέρισμά της. Ούτε και στον όροφο είχε φώτα, κι αυτό ήταν καλό. Άνοιξα την μπροστινή πόρτα αργά, κοιτάζοντας γρήγορα σε όλο το οπτικό μου πεδίο. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξα. Κι αν είχε φέρει κανέναν τύπο ή έβγαινε τρέχοντας με μια πετσέτα τυλιγμένη γύρω της, τσατισμένη που παραβίαζα την ιδιωτικότητά της; Μα το σπίτι ήταν σιωπηλό. Ήταν λίγο τρομακτικό που ήμουν εκεί


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

219 _

ολομόναχη. Το σταχτοδοχείο πάνω στο τραπέζι του καθιστικού ήταν γεμάτο· άδεια μπουκάλια στέκονταν όρθια σε έναν σωρό. Όλα τα αποτσίγαρα ήταν της μάρκας της – Player’s Light, KING SIZE. Ο νεροχύτης ήταν γεμάτος από πιάτα και τα σκουπίδια μύριζαν. Έβγαλα τη σακούλα από τον κάδο, την έδεσα και την άφησα δίπλα στην εξώπορτα. Ακολούθησα τον διάδρομο προς το υπνοδωμάτιό της. Το κρεβάτι της ήταν ξέστρωτο, ανακατεμένα σεντόνια και μαξιλάρια. Ένα μπουκάλι μπίρας ήταν πάνω στο κομοδίνο της και ο μικρός γερανός από ασημόχαρτο που είχα φτιάξει καθόταν πάνω σε ένα πακέτο με χαρτομάντιλα. Τον πήρα στα χέρια μου, ίσιωσα τα φτερά του κοιτάζοντας τριγύρω. Το άρωμά της πλανιόταν στον αέρα. Μερικά από τα συρτάρια της ήταν ανοιχτά, υπήρχαν ρούχα στοιβαγμένα στο καλάθι με τα άπλυτα, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν έλειπε κάτι. Κοίταξα στο μπάνιο της – έλειπε η οδοντόβουρτσα από τον πάγκο. Άνοιξα όλα τα συρτάρια της. Έλειπε και το μέικ απ της. Κοίταξα στο ντους. Κανένα ξυράφι, μόνο δύο σχεδόν άδεια μπουκάλια σαμπουάν και μια φλούδα από σαπούνι. Στάθηκα στον διάδρομο και συνοφρυώθηκα. Μα πού ήταν; Γύρισα στο καθιστικό, κάθισα στον καναπέ της και έβαλα το χέρι μου στο μαξιλάρι που είχε εκεί. Δεν έπρεπε να την κάνω να μιλήσει για το Κας Κρικ. Δεν έπρεπε να έχω θίξει καθόλου αυτό το θέμα. Είχε ακόμα δύο τσιγαριλίκια μέσα στο κουτί στο τραπεζάκι της. Πήγα στο γραφείο της, ψαχούλεψα μερικά αυτοκόλλητα χαρτάκια, απλές σκόρπιες σημειώσεις για ψώνια ή υπενθυμίσεις, αριθμοί τηλεφώνου. Άνοιξα τον υπολογιστή της και είδα το ιστορικό των αναζητήσεών της. Βρήκα στοιχεία σχετικά με κάποια συγκροτήματα και πάνω πάνω: Κας Κρικ. Κοίταξα επίμονα το όνομα, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Έκανα αναζήτηση κι εγώ και κοίταξα τους συνδέσμους που προέκυψαν. Είχε κλικάρει σε έναν σύνδεσμο για ράντσα


220

CHEVY STEVENS _

στο Οκάναγκαν. Ήταν μια λίστα για ράντσα. Κοίταξα βιαστικά τα ονόματα αλλά δεν μου έλεγαν κάτι. Έκλεισα τον υπολογιστή της, άφησα ένα σημείωμα στον πάγκο της: Σε παρακαλώ, τηλεφώνησέ μου! Μετά έπλυνα τα πιάτα, έβγαλα έξω τα σκουπίδια της και έστρωσα το κρεβάτι της. Πήρα τα δύο τσιγαριλίκια από το κουτί – φαντάστηκα ότι δεν θα την πείραζε αυτό. Επέστρεψα στο υπνοδωμάτιό της και κοίταξα στο συρτάρι του κομοδίνου της, κάτω από το στρώμα, μέσα στην ντουλάπα της, ψάχνοντας παντού για το όπλο. Άφαντο. Εύχομαι να τους είχαμε σκοτώσει. Το εύχομαι συνέχεια. Ο τρόπος που με είχε κοιτάξει, σαν να μην ήμουν καν εκεί. Το πρωί η μαμά όρμησε μες στην κουζίνα φορώντας ένα μποξεράκι και ένα αμάνικο μπλουζάκι, με τα μαλλιά της ανακατεμένα. Χασμουρήθηκε καθώς άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε έξω ένα κουτί. Κοίταξε την κούπα με τον καφέ μου. «Αυτό θα σου σταματήσει την ανάπτυξη, το ξέρεις». Χαμογέλασε με το δικό μας αστείο, που άρχισε αφότου πήρα απότομα μπόι και την πέρασα πριν από χρόνια. Έριξε μερικές βάφλες στη φρυγανιέρα, έβγαλε το σιρόπι από το ψυγείο και έπειτα κάθισε απέναντί μου, χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά της για να γευτεί λίγο σιρόπι από το καπάκι. Σκεφτόμουν όσα είχα ανακαλύψει στο σπίτι της Κρίσταλ· μάλιστα είχα συνδεθεί στο λάπτοπ μου την προηγούμενη νύχτα και έψαξα πάλι για το Κας Κρικ. Ήταν όντως μια μικρή πόλη – μόνο με τρεις χιλιάδες κατοίκους περίπου. Η Wikipedia έκανε λόγο για γαλακτοκομία και φάρμες κτηνοτροφίας, αλλά όταν γκουγκλάρισα «Φάρμες κτηνοτροφίας, Κας Κρικ» δεν βρήκα συνδέσμους. Η μαμά μιλούσε για το τι μπορούσαμε να κάνουμε μες στην ημέρα μας. Εγώ δεν μπορούσα με τίποτα να συγκεντρωθώ σε όσα έλεγε. Σκεφτόμουν να της πω τι είχα μάθει, αλλά κάθε φορά που άνοιγα το στόμα μου εκείνη


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

221 _

συνέχιζε να μιλάει για κάποιο άλλο θέμα. «Μπορούμε να πάμε στο Στάνλεϊ Παρκ. Θα ήθελες να κάνεις πατίνια γύρω από τον κυματοθραύστη;» Σηκώθηκε και πήρε τις βάφλες της από τη φρυγανιέρα, τις έριξε μες στο πιάτο της και τις άλειψε με βούτυρο. «Ή μπορούμε να πάμε στο νησί Γκράνβιλ και να κάνουμε μια βόλτα στα μαγαζιά, να δούμε λίγο την αγορά». Ξανακάθισε απέναντί μου, πήρε το μπουκάλι με το σιρόπι. Πήρα μια ανάσα. «Πέρασα από το σπίτι της Κρίσταλ χτες τη νύχτα». Τα φρύδια της έσμιξαν. «Γύρισε;» Ακούμπησε πάλι το μπουκάλι στο τραπέζι. «Όχι, δανείστηκα το κλειδί σου». Τώρα ήταν φανερά τσατισμένη. «Εννοείς ότι μου το πήρες». Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους. «Ήθελα να κοιτάξω μέσα στο σπίτι της. Φαίνεται ότι έφυγε την Κυριακή, ίσως λίγο μετά αφότου έφυγα». «Ναι». Ήπιε λίγες μεγάλες, χορταστικές γουλιές από τον καφέ της καθώς με κοίταζε πάνω από το χείλος της κούπας. «Νομίζω ότι πήγε στο Κας Κρικ». Άρχισε να κουνάει το κεφάλι της, αλλά εγώ συνέχισα να μιλάω. «Μαμά, άκουσέ με. Στον υπολογιστή της έψαχνε το Κας Κρικ. Είμαι σίγουρη ότι έψαχνε για εκείνους τους τύπους». Το πρόσωπο της μαμάς έχασε όλο του το χρώμα και το χέρι της γαντζώθηκε στην άκρη του τραπεζιού σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί για να μην πέσει. «Μαμά;» Σηκώθηκε και ξαναγέμισε την κούπα της με καφέ. Πρόσθεσε ζάχαρη, την ανακάτευε, φαινόταν μόνο το προφίλ της, μα μπορούσα να δω τα βλέφαρά της να παίζουν σαν να ανοιγόκλεινε τα μάτια της δυνατά. «Η Κρίσταλ δεν θα ξαναπήγαινε ποτέ εκεί», είπε. «Δεν ξέρεις τι–» «Ξέρω την αδερφή μου, Σκάιλαρ. Δεν θα πήγαινε εκεί». «Το όπλο της λείπει, μαμά. Νομίζω ότι ξαναπήγε εκεί για να


222

CHEVY STEVENS _

τους σκοτώσει». Έκανε μεταβολή. «Αυτό είναι τρέλα». «Τους αναζήτησε. Γιατί να το κάνει αυτό;» Δεν μπορούσα να της πω για την τελευταία μου κουβέντα με την Κρίσταλ, για τις ανοησίες που είχα πει. «Ποιος ξέρει γιατί, αλλά αποκλείεται να έχει πάει στο Κας Κρικ». «Νομίζω ότι πρέπει να πάμε εκεί και να βεβαιωθούμε». «Αυτό αποκλείεται». «Γιατί;» «Είναι πολύ επικίνδυνο, και επιπλέον δεν μπορώ να λείψω από τη δουλειά». «Γιατί δεν ανησυχείς;» «Ανησυχώ, εντάξει; Αλλά η Ντάλας κι εγώ μάθαμε πριν από πολύ καιρό να μην τα θαλασσώνουμε στη ζωή μας κάθε φορά που εκτροχιάζεται η Κρίσταλ. Θα το καταλάβει και θα γυρίσει πίσω και θα της ξαναδανείσουμε χρήματα και θα βρει άλλη δουλειά». «Δεν το πιστεύω ότι αρνείσαι να την αναζητήσεις!» «Σκάιλαρ, δεν έχεις ιδέα τι περάσαμε σε εκείνη την πόλη. Καμιά μας δεν θα ξαναπήγαινε ποτέ εκεί». Ήρθε κοντά μου και έπιασε με τα χέρια της το πρόσωπό μου. «Έχε μου εμπιστοσύνη». Έγειρα για να της ξεφύγω. «Δεν μπορώ να στρογγυλοκάθομαι και να περιμένω να γυρίσει σπίτι». «Ε τότε μην το κάνεις. Τι κάνουν η Έμιλι και η Τέιλορ; Δουλεύουν;» Έριξε μια ματιά στο ημερολόγιο στον τοίχο, με μια έκφραση κάπως έκπληκτη σαν να συνειδητοποίησε μόλις την ημερομηνία. «Α, σωστά. Η Έμιλι πηγαίνει στο εξοχικό τους αυτή την εβδομάδα». «Φεύγει αύριο. Με κάλεσαν, αλλά δεν είχα διάθεση να πάω φέτος». Το εξοχικό της Έμιλι ήταν υπέροχο και πάντοτε περνούσαμε καλά, αλλά μερικές φορές μού ήταν δύσκολο να τη βλέπω με τον μπαμπά της, να βλέπω πόσο καλός ήταν. Εκείνη ήταν κάπως σκληρή μαζί του, τον κορόιδευε για τα αστεία του και για τον τρόπο που ντυνόταν, έδειχνε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

223 _

ενοχλημένη όταν εκείνος ήθελε να μας πάρει μαζί του στο ψάρεμα. Εγώ θύμωνα μαζί της κι έπειτα καταλήγαμε σε έναν ανόητο καβγά. «Τηλεφώνησε να δεις αν μπορείς να πας», είπε η μαμά. «Δεν θα σε πείραζε;» «Νομίζω ότι θα σου έκανε καλό να περάσεις λίγο χρόνο με κάποια κορίτσια της ηλικίας σου. Δεν θα ’πρεπε να ανησυχείς για τέτοιου είδους πράγματα». «Και το γυμναστήριο;» «Μην ανησυχείς. Θα το κανονίσω με την Ντάλας». «Μπορεί να τηλεφωνήσω στην Έμιλι». «Ωραία», είπε η μαμά, δείχνοντας ανακουφισμένη. Πήρε τον καφέ της. «Πάω να κάνω ένα ντους». Όσο η μαμά ήταν στη δουλειά εκείνη τη νύχτα, εγώ έψαχνα στο Google χάρτες και χρόνους ταξιδιού, προσπαθώντας να υπολογίσω τη βενζίνη και πόσα χρήματα θα μου χρειάζονταν. Σκέφτηκα ότι μπορούσα να διανύσω την απόσταση σε πεντέμισι ώρες περίπου, λίγο παραπάνω αν σταματούσα για φαγητό ή βενζίνη. Όταν μπήκα στην κουζίνα το πρωί, η μαμά σήκωσε το βλέμμα της καθώς σέρβιρε καφέ. Είχα ακούσει την τηλεόραση να παίζει όταν γύρισε σπίτι χτες τη νύχτα, και τα μάτια της ήταν πρησμένα σαν να μην είχε κοιμηθεί καλά. Ζεσταινόμουν και είχα άγχος. Είχα κάνει επιδρομή στο ντουλάπι για μπάρες δημητριακών και αποξηραμένα φρούτα, οτιδήποτε μπορούσε να διατηρηθεί για λίγο. Προγραμμάτισα να οδηγώ όλη τη μέρα, να σταματήσω για μεσημεριανό, μετά να βρω ένα δωμάτιο σε μοτέλ στο Κας Κρικ – θα σήκωνα μερικές εκατοντάδες δολάρια από τον τραπεζικό μου λογαριασμό. Θα έπρεπε να δουλέψω επιπλέον βάρδιες για όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι και ίσως να κάνω και μπέιμπι σίτιγκ για να μπορέσω να αγοράσω τον μείκτη και τα ηχεία. Σερβίρισα για μένα λίγο χυμό και κάθισα στο τραπέζι. Η μαμά έκανε μεταβολή και έσκυψε πάνω στον πάγκο. «Μίλησες με την Έμιλι;»


224

CHEVY STEVENS _

«Ναι, μπορώ να πάω. Θα τους συναντήσω στο σπίτι τους σε λίγες ώρες». «Αυτό είναι υπέροχο, Σκάιλαρ. Κοίτα να περάσεις καλά και μην ανησυχείς για την Κρίσταλ. Θα σου στείλω μήνυμα όταν ξαναεμφανιστεί. Μην ξεχάσεις να τηλεφωνήσεις και να μου πεις ότι είσαι καλά». «Στο εξοχικό δεν πιάνουν καλά τα κινητά, θυμάσαι; Θα σου στείλω γραπτό μήνυμα όταν είμαστε καθ’ οδόν ή θα σου στείλω e-mail, εντάξει;» «Εντάξει, μωρό μου». Με πλησίασε, έσκυψε και μου έδωσε ένα φιλί στο στόμα, κρατώντας το πιγούνι μου όπως τότε που ήμουν μικρή. «Να προσέχεις. Θα μου λείψεις». «Κι εσύ θα μου λείψεις». Την κοίταζα καθώς ακολουθούσε τον διάδρομο προς το δωμάτιό της. Ένιωσα άσχημα –ποτέ δεν είχα πει ψέματα για κάτι τόσο μεγάλο–, αλλά απώθησα τη σκέψη. Η μαμά είχε λάθος. Δεν ήξερε τα πάντα για την Κρίσταλ. Δεν ήξερε τι είχαμε κουβεντιάσει εκείνη τη μέρα, δεν είδε το βλέμμα στα μάτια της ή το πόσο άδειο ήταν το σπίτι της. Εγώ όμως ναι, εγώ ήξερα. Δεν είχε κατά νου να γυρίσει πίσω.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

225 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΚΤΩ

Ξεκίνησα κατά τις δέκα, όταν η μαμά ήταν στο γυμναστήριο. Πακετάρισα τα πράγματά μου, μαζί με έναν σουγιά που μου είχε χαρίσει εκείνη πριν από χρόνια – ο Πάτρικ μου είχε δείξει πώς να τον χρησιμοποιώ. Ήδη έκανε ζέστη – φορούσα βερμούδα και αμάνικο μπλουζάκι, το δέρμα μου κολλούσε στο κάθισμα κάθε φορά που έκανα κάποια κίνηση. Ο κλιματισμός στο αυτοκίνητό μου είχε χαλάσει κι έτσι είχα κατεβάσει όλα τα τζάμια στα παράθυρα, είχα πιάσει τα μαλλιά μου πίσω σε μια χαλαρή κοτσίδα που τη μαστίγωνε ο άνεμος, το στέρεο ακουγόταν δυνατά. Το μποτιλιάρισμα του Βανκούβερ είχε φράξει τη λεωφόρο ως την έξοδο από την πόλη και στην αρχή πήγαινα σημειωτόν. Η κίνηση με άγχωνε· τα μεγάλα φορτηγά έκαναν το αυτοκίνητό μου να δονείται καθώς με προσπερνούσαν με θόρυβο, με τα ελαστικά τους σχεδόν στο ύψος του αυτοκινήτου μου. Όταν άφησα πίσω μου το Βανκούβερ και προσπέρασα το Χόουπ, μια κωμόπολη δύο ώρες δρόμος από την πόλη, το τοπίο άλλαξε, έγινε πιο ορεινό, με λιγότερα σημάδια ανθρώπινης παρουσίας. Όταν έφτασα στην Κοκιχάλα, τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο που θα με οδηγούσε ψηλά ως το Κάμλουπς, το τοπίο είχε περάσει από τους κέδρους και τα


226

CHEVY STEVENS _

ψηλά έλατα σε απόκρημνες βουνοκορφές και ψηλούς, βραχώδεις γκρεμούς που σιγοψήνονταν κάτω από τον πρωινό ήλιο. Ήταν μια συνεχής ανηφορική πορεία και προσπέρασα δύο αυτοκίνητα που ήταν στην άκρη του δρόμου και έβγαζαν καπνούς. Σκέφτηκα τη μαμά μου και τις θείες μου, πόσο θα φοβήθηκαν όταν χάλασε το φορτηγό τους μες στη μέση του δρόμου. Κοίταζα για το αυτοκίνητο της Κρίσταλ όταν περνούσα από βενζινάδικα και μοτέλ στον αυτοκινητόδρομο. Ήταν παράξενο, σκεφτόμουν ότι μπορεί να είχε περάσει από αυτόν τον δρόμο μόλις πριν από λίγες μέρες. Είχα μερικές φωτογραφίες της στο κινητό μου μαζί με μία που είχα βγάλει από το φωτογραφικό άλμπουμ. Αν δεν έβρισκα κανέναν που να την έχει δει στο Κας Κρικ, τότε ίσως η μαμά να είχε δίκιο και απλώς η Κρίσταλ είχε ανάγκη να ξεφύγει λιγάκι. Σκεφτόμουν συνέχεια την τελευταία μας συζήτηση με την Κρίσταλ. Όπου κι αν είχε πάει, ήμουν σίγουρη πως εγώ ήμουν ο λόγος που είχε αποφασίσει να φύγει. Δεν έπρεπε να έχω μιλήσει. Τι ήξερα τελικά; Η μαμά μου και οι θείες μου μου είχαν πει ψέματα σε όλη μου τη ζωή, κάθε μέρα. Αναρωτιόμουν σε ποιο άλλο θέμα μού έλεγαν ψέματα. Έπειτα από τρεις ώρες δρόμο έφτασα στο Μέριτ, μια άλλη κωμόπολη. Το τοπίο είχε αλλάξει και πάλι, ήταν πιο στεγνό, σαν μια κοιλάδα στην έρημο με καχεκτικούς θάμνους και απέραντες εκτάσεις σε καφέ χρώμα. Σταμάτησα στα McDonald’s για μεσημεριανό. Παράγγειλα το φαγητό μου κι έπιασα ένα τραπέζι, έπειτα έστειλα γραπτό μήνυμα στη μαμά μου, λέγοντάς της ότι έφτανα σχεδόν στο εξοχικό, στέλνοντάς της πολλά φιλιά και αγκαλιές και υποσχόμενη να της στείλω ξανά μήνυμα μόλις είχα πάλι σήμα. Είχα στείλει μήνυμα και στην Τέιλορ εκείνο το πρωί, λέγοντάς της ότι θα πήγαινα να καλύψω μερικές επιπλέον βάρδιες και να μην απορήσει αν δεν έχει νέα μου. Δεν ανησυχούσα μήπως τηλεφωνήσει στο σπίτι μου – οι φίλες μου χρησιμοποιούσαν μόνο το κινητό μου. Ένα κορίτσι βγήκε από το μπάνιο με ένα μεγάλο σακίδιο στον ώμο, μου


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

227 _

έσκασε ένα χαμόγελο και βγήκε στο πάρκιγκ. Την κοίταξα καθώς πλησίαζε τρεις τύπους που στέκονταν δίπλα σε ένα άσπρο Jeep με έναν σωρό εξοπλισμό κάμπιγκ στο πίσω μέρος. Ήταν πάνω-κάτω στην ηλικία μου και πολύ όμορφη, με ίσια ξανθά, σχεδόν λευκά, μαλλιά μαζεμένα σε έναν χαλαρό κότσο στο πίσω μέρος του λαιμού της. Ένας από τους νεαρούς τής έδωσε ένα τσιγάρο κι έπειτα της είπε κάτι καθώς εκείνη έσκυβε μπροστά για να το ανάψει. Έκανε ένα βήμα πίσω για να βγάλει τον καπνό κι έπειτα έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε από τους νεαρούς. Τώρα ο ένας απ’ αυτούς έκανε μια πρόστυχη χειρονομία με το στόμα και το χέρι του, σαν να μιμούνταν ένα τσιμπούκι. Οι άλλοι δύο γελούσαν. Το κορίτσι τούς έκανε τη χειρονομία με το μεσαίο δάχτυλο και συνέχισε να προχωράει προς τον αυτοκινητόδρομο. Οι τύποι μπήκαν στο Jeep τους και την ακολούθησαν, κόβοντας ταχύτητα προς μια στάση λεωφορείου όπου στεκόταν εκείνη με τον αντίχειρα υψωμένο. Κοίταξα, καθήλωσα εκεί το βλέμμα μου, το χέρι μου σταμάτησε πάνω στις τηγανητές μου πατάτες. Τι είχαν σκοπό να κάνουν; Ο τύπος στη θέση του συνοδηγού είχε βγάλει το κεφάλι του έξω από το παράθυρο, φάνηκε σαν να φώναζε κάτι, έπειτα σήκωσε το χέρι του και έριξε πάνω της ένα ποτήρι γρανίτα. Εκείνη προσπάθησε με το χέρι να προστατέψει το πρόσωπό της, αλλά ένα υγρό την κατάβρεξε και την έκανε μούσκεμα. Οι τύποι πάτησαν τέρμα το γκάζι και το Jeep τους έστριψε ντεραπάροντας πάνω στον δρόμο. Το κορίτσι σήκωσε μια πέτρα και την πέταξε προς το μέρος τους, αλλά είχαν ήδη απομακρυνθεί. Εκείνη γύρισε στο εστιατόριο και εξαφανίστηκε μέσα στο μπάνιο, με πρόσωπο κατακόκκινο. Ένιωσα άσχημα για λογαριασμό της· και ευχόμουν να είναι καλά. Κοίταζα τον χάρτη μου στο πάρκιγκ όταν εκείνη βγήκε έξω, φορώντας ένα διαφορετικό αμάνικο μπλουζάκι, ροζ αυτή τη φορά, και κοίταξε μέσα στο αυτοκίνητό μου. «Γεια, μπορώ να έρθω μαζί σου;»


228

CHEVY STEVENS _

Για να λέμε την αλήθεια, δεν είχα όρεξη για παρέα. Ήθελα να σκεφτώ, δεν ήθελα να κουβεντιάσω. «Τους είδες τους κόπανους;» είπε. Προτού προλάβω να απαντήσω, κοίταξε τον χάρτη που κρατούσα στα χέρια μου. «Πού πας;» «Στο Κας Κρικ». «Εγώ πάω στο Ρέβελστοουκ, αλλά αν με πας ως το Κας Κρικ θα μου κάνεις μεγάλη χάρη». Μου χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο ελπίδα. «Με λένε Λέισι». «Δεν είμαι σίγουρη…» Δεν ήθελα να είμαι σπαστική, αλλά… τι να έκανα; «Είμαι καλός άνθρωπος, σου το ορκίζομαι. Απλώς δεν θέλω να καταλήξω σε κανένα χαντάκι, κατάλαβες;» Κοίταξε τον αυτοκινητόδρομο. «Εκείνοι οι τύποι ήταν τρομακτικοί». Σκέφτηκα τι είχε συμβεί στη μαμά μου και στις θείες μου. Φαντάστηκα ότι διάβαζα στην εφημερίδα για μια κοπέλα που έκανε οτοστόπ και βρέθηκε δολοφονημένη. «Εντάξει. Αλλά έχω κάποια πράγματα να κάνω όταν φτάσω στο Κας Κρικ». «Μην ανησυχείς. Μόλις φτάσουμε εκεί, εγώ θα φύγω». Όσο οδηγούσαμε, κουβεντιάζαμε. Τελικά ήταν δεκαέξι ετών, αλλά φαινόταν πιο μεγάλη, γιατί ήταν πολύ μακιγιαρισμένη. Ήταν από το Χόουπ, εκείνη την πρώτη κωμόπολη από την οποία είχα περάσει, και είχε τσακωθεί με τους γονείς της γιατί δεν τους άρεσε το αγόρι της. Το έσκασε για να τον συναντήσει στο Ρέβελστοουκ. Σκέφτηκα ότι ήταν τρελή που σκέφτηκε να κάνει οτοστόπ αλλά είπε ότι το έκανε συνέχεια. Μου έδειξε μία φωτογραφία του φίλου της, που ήταν αρκετά χαριτωμένος, με καστανά μάτια και κατάλευκα δόντια. Ήθελε να μάθει γιατί πήγαινα στο Κας Κρικ και είπα απλά ότι θα συναντούσα τη θεία μου. Δυνάμωσα το ραδιόφωνο όταν έπαιξε ένα καλό τραγούδι και άρχισα να χτυπάω ρυθμικά το τιμόνι, τραγουδώντας τη μελωδία. «Έχεις ωραία φωνή», είπε η Λέισι.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

229 _

«Ευχαριστώ». «Τραγουδίστρια είσαι;» «Όχι, ντιτζέι». Ένιωσα μια συγκίνηση όταν πρόφερα αυτές τις λέξεις, μια μικρή ανάταση χαμηλά στο στομάχι. «Έχω ένα κανάλι στο YouTube». «Αυτό είναι τέλειο. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο». «Σου αρέσει η μουσική;» «Ναι, αλλά δεν τραγουδάω, ούτε παίζω κάποιο όργανο. Εδώ που τα λέμε, δεν είμαι καλή σε τίποτα». Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Η μαμά μου μου λέει συνέχεια ότι είμαι ηλίθια». Έκανε τη φωνή της τραχιά. «Έτσι όπως πας, θα καταλήξεις να ζεις σε πάρκιγκ για τροχόσπιτα». Γέλασε, αλλά η πικρία της ήταν φανερή κι όταν κοίταξε έξω από το παράθυρο το πάνω μέρος της πλάτης της έτρεμε σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Δεν ήξερα τι να πω. Ύστερα από μερικά λεπτά ξαναγύρισε προς το μέρος μου και άρχισε να τραγουδάει δυνατά ό,τι έπαιζε το ραδιόφωνο με μια φωνή στ’ αλήθεια χαζή και διαπεραστική. Άρχισα να γελάω. «Σ’ το είπα ότι δεν ξέρω να τραγουδάω!» «Ουάου, τελικά δεν έκανες πλάκα». Μπήκα κι εγώ στο τραγούδι, κάνοντας τη φωνή μου τελείως τσιριχτή, κι αυτό είχε λίγη πλάκα για μερικά λεπτά, ώσπου θυμήθηκα για ποιο λόγο βρισκόμασταν σε αυτό το ταξίδι. Σταμάτησα να τραγουδάω. Η Λέισι με κοίταξε κι η φωνή της έσβησε. Ξανακοίταξε έξω από το παράθυρο. Οδηγούσαμε για πάνω από δύο ώρες μέσα από βουνά, αγρούς και αλπικά λιβάδια, όταν μια πινακίδα με σύμβολα σίτισης και στέγασης έδειξε ότι είχαμε σχεδόν φτάσει στο Κας Κρικ, κάτι που ήταν καλό, γιατί δεν είχαμε συναντήσει ούτε ένα βενζινάδικο τα τελευταία χιλιόμετρα και ήμουν σχεδόν άδεια. Η πόλη ήταν μικρή, το κέντρο της περιλάμβανε μόνο λίγες οδούς. Είχα δει λίγες μικρές πόλεις καθ’ οδόν προς το εξοχικό της Έμιλι, αλλά εκείνες φαίνονταν χαριτωμένες, όπως κάπου


230

CHEVY STEVENS _

που θέλεις να σταματήσεις για να αγοράσεις παγωτό και να βγάλεις φωτογραφίες. Αυτή η πόλη φαινόταν πολύ άγρια. Τα περισσότερα κτίρια έμοιαζαν ερειπωμένα, ενώ τα παγκάκια του πάρκου και οι μεταλλικοί κάδοι απορριμμάτων φαίνονταν να μην έχουν βαφτεί για χρόνια. Όλα έδειχναν ξεθωριασμένα, η μπογιά στα μαγαζιά, το οδόστρωμα, οι τέντες. «Καλύτερα να βάλω λίγη βενζίνη», είπα. Πήρε το μάτι μου ένα παλιό συνεργείο, θυμήθηκα τα λόγια της μαμάς μου. Ο ένας τους δούλευε σε συνεργείο. Κι αν δούλευε ακόμα εκεί; Μήπως να έβρισκα καλύτερα ένα άλλο γκαράζ; Χαμήλωσα το βλέμμα και κοίταξα το ταμπλό. Το φωτάκι της ρεζέρβας ήταν αναμμένο πολλή ώρα τώρα. Όταν σταματήσαμε δίπλα σε μια από τις αντλίες, κανείς δεν βγήκε έξω και το γραφείο έμοιαζε άδειο. Δύο μεγάλες πόρτες καταστημάτων, ωστόσο, ήταν ανοιχτές. Βγήκα από το αυτοκίνητό μου. Βγήκε και η Λέισι και ακούμπησε στο πλάι του αυτοκινήτου, κάνοντας αέρα στο πρόσωπό της. Πήγα ως το κατάστημα, νιώθοντας τη ζέστη να ακτινοβολεί από το οδόστρωμα μέσα από τις σαγιονάρες μου. Τα μαλλιά μου τα ένιωθα βαριά και καυτά στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Ένα ψηλό αγόρι με ένα κόκκινο καπελάκι του μπέιζμπολ έσκυβε και μιλούσε σε ένα άλλο αγόρι που ήταν κατά το ήμισυ χωμένο κάτω από ένα φορτηγό. Έμοιαζε με παλιά Chevrolet, βαμμένη στο γκρι του πιστολιού με ένα αυτοκόλλητο της Budweiser στο πίσω παρμπρίζ. Το φορτηγό ήταν πάνω σε έναν γρύλο και τα τεράστια ελαστικά με τις χοντρές αυλακιές είχαν αφαιρεθεί και ήταν ακουμπισμένα στον τοίχο. Ένα ραδιόφωνο στον πάγκο έπαιζε μουσική κάντρι. Ένιωσα ανακούφιση που φαινόταν να μην υπάρχει κάποιος άλλος εργαζόμενος στον χώρο. «Μήπως μπορείτε να μας βοηθήσετε;» ρώτησα. Το αγόρι με το καπέλο του μπέιζμπολ έκανε μεταβολή. Το άλλο αγόρι έβγαλε το κεφάλι του κάτω από το φορτηγό και σηκώθηκε όρθιο. Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν όταν παρατήρησε τη Λέισι, που είχε έρθει να σταθεί δίπλα μου. Είχε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

231 _

ξανθά μαλλιά κομμένα κοντά στα πλάγια και πίσω, με μακριές φαβορίτες να κατηφορίζουν μπροστά στο πρόσωπό του. Και τα δύο αγόρια ήταν περίπου στην ηλικία μας και φαίνονταν βρόμικα, με γράσο κάτω από τα νύχια τους, λεκέδες ιδρώτα κάτω από τα μανίκια στις λεκιασμένες κοντομάνικες μπλούζες τους, κουρελιασμένα ξεβαμμένα τζιν κρέμονταν χαμηλά κάτω από τους γοφούς τους. «Χρειαζόμαστε βενζίνη», είπα. «Να πάρει, συγγνώμη, δεν σας άκουσα που σταματήσατε», είπε το ψηλό αγόρι με το κόκκινο καπέλο, ερχόμενο προς το μέρος μας καθώς σκούπιζε τα χέρια του με ένα κουρέλι. Ακόμα πιο ψηλός κι από μένα, είχε ανοιχτόχρωμο δέρμα και σκούρα σγουρά μαλλιά που ξέφευγαν κάτω από το καπέλο που φορούσε, ζωηρό βλέμμα και χαμόγελο όλο αναίδεια. «Δεν είστε από τα μέρη μας, κορίτσια», είπε. «Επισκέπτες», είπα. Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να τους δείξω τη φωτογραφία της Κρίσταλ και να ρωτήσω αν είχε φουλάρει με βενζίνη, αλλά δεν ήμουν σίγουρη ακόμα σχετικά με το πώς να εξηγήσω το γεγονός ότι την έψαχνα. Κοίταξα τη Λέισι. Είχε πει ότι θα έφευγε μόλις φτάναμε στην πόλη, αλλά δεν είχε κάνει καμία κίνηση ακόμα για να ξαναβγεί στον δρόμο. Το ξανθό αγόρι μάς ακολούθησε έξω, πήγε και ακούμπησε στην αντλία, χαμογελώντας στη Λέισι. Εκείνη του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Πόσο θέλεις;» είπε το μελαχρινό αγόρι όσο ξεβίδωνε την τάπα της βενζίνης. «Φούλαρέ το, σε παρακαλώ». Κοίταξα τριγύρω, διέκρινα ένα μικρό μοτέλ με ροδακινί τούβλα στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Κάποιος είχε βάλει κρεμαστά καλάθια με λουλούδια στην μπροστινή είσοδο και η πινακίδα υποσχόταν δωρεάν Wi-Fi και ευρωπαϊκό πρωινό. Δίπλα στο συνεργείο ήταν μια παμπ με μια μικρή τέντα πάνω από την είσοδο. Υπήρχαν δύο θέσεις στάθμευσης μπροστά στην παμπ, αλλά φαινόταν να υπάρχει πάρκιγκ και στον πίσω δρόμο. Θυμήθηκα την Κρίσταλ που μου έλεγε ότι τις είχε


232

CHEVY STEVENS _

βοηθήσει ένας τύπος με ποδήλατο με τον γιο του. Σήκωσα το βλέμμα, παρατήρησα ένα ανοιχτό παράθυρο με κουρτίνες. Άραγε να ζούσε ακόμα εκεί; Άραγε η Κρίσταλ θα του είχε μιλήσει; Κοίταξα το μοτέλ πίσω μου, σκιάζοντας τα μάτια μου από τον ήλιο καθώς κοίταζα τα αυτοκίνητα στις θέσεις στάθμευσης. Δεν είδα το αυτοκίνητο της Κρίσταλ, αλλά το μοτέλ μπορεί να είχε πίσω πάρκιγκ. «Αυτό εκεί είναι το μόνο μοτέλ στην πόλη;» είπα. «Ναι», είπε το ξανθό αγόρι. «Το λέμε Ροδάκινο. Έχει άλλο ένα στο βορινό κομμάτι της πόλης, δηλαδή πίσω στον αυτοκινητόδρομο, αλλά είναι πολύ πιο ακριβό». «Ψάχνετε πού να μείνετε;» είπε το μελαχρινό αγόρι καθώς του έδινα τα χρήματα για τη βενζίνη. «Ίσως», είπα. «Δεν είμαι σίγουρη ακόμα». Η Λέισι με κοίταξε παραξενεμένη. Επιστρέψαμε στο αυτοκίνητο και τα αγόρια πήγαν στο γραφείο του βενζινάδικου. Ο μελαχρινός φάνηκε να βάζει τα χρήματα στο ταμείο. Και οι δυο τους συνέχισαν να μας κοιτάζουν μέσα από το βρόμικο παράθυρο. Το ξανθό αγόρι χαμογέλασε, είπε κάτι στον άλλο. Η Λέισι οσφραινόταν τον αέρα μέσα από το ανοιχτό της παράθυρο. «Ω Θεέ μου, μυρίζει τέλεια. Από χτες έχω να φάω». Έπιασα την ευωδιά ψητού κρέατος. «Εγώ στα McDonald’s σε είδα πάντως». «Απλώς άλλαζα, δεν είχα λεφτά για φαγητό». Ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα λες και δεν είχε σημασία αυτό. Μου είχε πει ότι ο μπαμπάς της είχε μείνει άνεργος. Τα πράγματα πρέπει να ήταν πολύ ζόρικα. Η μαμά πάντοτε φρόντιζε να έχουμε γεμάτο ψυγείο ακόμα κι όταν οι καιροί ήταν δύσκολοι – και εξακολουθούσε να δίνει χρήματα στους άστεγους. Μια μέρα τη ρώτησα γιατί και μου είπε: «Ποτέ δεν ξέρεις την ιστορία του καθενός». Κοίταξα ψηλά, παρατήρησα το μικρό εστιατόριο δίπλα στο ξενοδοχείο. Μου φάνηκε φτηνό. «Θα σου κάνω το δείπνο, αλλά μετά θα πρέπει να φύγω,


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

233 _

εντάξει;» Ήθελα να αρχίσω να ψάχνω την Κρίσταλ, αλλά δεν θα την άφηνα να πεθάνει και στην πείνα. Άλλωστε πεινούσα κι εγώ. «Αλήθεια; Αυτό είναι υπέροχο. Ευχαριστώ». Παρκάραμε μπροστά από το εστιατόριο. Παρακάτω στον ίδιο δρόμο υπήρχαν λίγα ακόμα καταστήματα, το ένα έμοιαζε με κάτι σαν σιδηροπωλείο, με την πινακίδα του ταχυδρομείου κι άλλη μία που σου έδειχνε ότι μπορούσες να αγοράσεις λαχεία, πάγο και δολώματα. Λίγοι άντρες μπροστά στο εστιατόριο μας κοίταζαν επίμονα καθώς βγαίναμε από το αυτοκίνητο. Δεν μου άρεσε η αίσθηση αυτής της πόλης, η σκόνη στους δρόμους, η ζέστη. Όλα τα ένιωθα βρόμικα και φθαρμένα, κάπως τρομακτικά. Αναρωτιόμουν αν αυτό οφειλόταν στο ότι ήξερα τι είχε συμβεί στη μαμά μου εδώ, αλλά ένιωθα ότι ήταν κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Λες και αυτή η πόλη είχε παραιτηθεί εδώ και χρόνια. Η σερβιτόρα στο εστιατόριο ήταν περίπου στην ηλικία της μαμάς μου, με μακριά μαύρα μαλλιά και κοντές αφέλειες. Μας έδωσε καφέ, τους καταλόγους κι ένα φιλικό χαμόγελο. Και οι δυο μας παραγγείλαμε τη σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, κοτόπιτα με σαλάτα. «Θέλετε κάτι άλλο, κορίτσια;» «Όχι, είμαστε εντάξει, ευχαριστούμε». Επιστρέψαμε τους καταλόγους. Εγώ έβαζα ζάχαρη στον καφέ μου και η Λέισι κοίταζε έξω από το παράθυρο προς την απέναντι παμπ. «Είναι κούκλος». Ακολούθησα το βλέμμα της προς έναν άντρα που κάτι έκανε σε ένα μοτοποδήλατο μπροστά στην παμπ. Είχε βγάλει μερικά εργαλεία αλλά και το πουκάμισό του. Ήταν κάπως χαριτωμένος για την ηλικία του, με ξανθά μαλλιά στο ύψος των ώμων, με χωρίστρα στη μέση, και κοντό καστανόξανθο μούσι. Ξαναφόρεσε το πουκάμισό του και κατευθυνόταν προς την παμπ όταν επέστρεψε η σερβιτόρα για να μας φέρει νερό. «Ποιος είναι εκείνος ο τύπος;» είπα. Εκείνη κοίταξε έξω. «Ο Όουεν; Αυτός τη δουλεύει την


234

CHEVY STEVENS _

παμπ». Η Κρίσταλ είχε πει ότι ο γιος του τύπου με το ποδήλατο τις είχε συνοδέψει με το αυτοκίνητο στον σταθμό του λεωφορείου. Άραγε να ήταν το ίδιο πρόσωπο; Ακόμα ήταν ιδιοκτήτης της παμπ ο πατέρας του; Αποφάσισα ότι έπρεπε να μιλήσω μαζί του. Αν η Κρίσταλ είχε περάσει από δω, η παμπ ήταν ίσως το πρώτο μέρος όπου πήγε. Η Λέισι με παρακολουθούσε. Γύρισα και την κοίταξα πάλι. «Τι είναι;» «Και πού θα συναντήσεις τη θεία σου;» «Δεν είμαι σίγουρη ακόμα, πρέπει να της τηλεφωνήσω αργότερα». Ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου. Ήταν άθλιος, κόκκοι επέπλεαν στην επιφάνεια, αλλά σαν να μου άρεσε κάπως η καμένη του γεύση. «Εδώ μένει;» «Ξέρεις κάτι; Δεν θέλω να το συζητήσω. Έχουμε κάποια οικογενειακά προβλήματα». Ήξερα ότι ακουγόμουν αγχωμένη, αλλά τι άλλο να έλεγα; «Κατάλαβα, με συγχωρείς». Έστειλα πάλι γραπτό μήνυμα στη μαμά, της είπα ότι ήμουν καλά και ότι δεν θα μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί της για δύο μέρες. Είχα ήδη απενεργοποιήσει την υπηρεσία εντοπισμού τοποθεσίας στο κινητό μου πριν φύγω από το Βανκούβερ και ήλπιζα ότι δεν θα το είχε πάρει ακόμα είδηση. Η σερβιτόρα μάς έφερε το φαγητό. «Ορίστε, κορίτσια». Η Λέισι έσκυψε προς το τραπέζι, παίρνοντας μια τεράστια μπουκιά κοτόπιτας την οποία έβαλε στο στόμα. Μασώντας ακόμα, κάρφωσε τη σαλάτα της και έφερε άλλη μια τεράστια πιρουνιά στο στόμα της. Εγώ ακόμα ξετύλιγα τα μαχαιροπίρουνα από τη χαρτοπετσέτα μου. «Θεέ μου, είναι πεντανόστιμο», είπε εκείνη. Παρατήρησα, αηδιασμένη στην αρχή, ότι η κοτόπιτα έδειχνε νερουλή και η σαλάτα ήταν μαραμένη και έπλεε στο ντρέσιγκ. Έπειτα παρατήρησα το δέρμα πάνω από την κλείδα της, τους λεπτούς καρπούς της και τους κοκαλιάρικους πήχεις, το ροζ ρολόι της.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

235 _

«Ναι, είναι πολύ νόστιμο», είπα και όρμησα για να πάρω μια μεγάλη μπουκιά. Όταν τελειώσαμε, η σερβιτόρα έφερε τον λογαριασμό. Έριξα μερικά χρήματα πάνω στο τραπέζι. «Λοιπόν, καλή τύχη σού εύχομαι εκεί έξω». Σηκώθηκα και κρέμασα το σακίδιό μου στον ώμο μου – δεν ήθελα να αφήσω το λάπτοπ μου στο αυτοκίνητο. «Περίμενε», είπε η Λέισι. «Πήγε σχεδόν πέντε. Αν προσπαθήσω να κάνω οτοστόπ τώρα, μπορεί να μη με πάρει κανείς απόψε. Δεν ήξερα πόσο μικρή ήταν αυτή η πόλη – μπορεί να κολλήσω στον αυτοκινητόδρομο μες στο σκοτάδι». Έσμιξα τα φρύδια ανήσυχη. Η Κρίσταλ με χρειαζόταν. Δεν μπορούσα να παρεκκλίνω περισσότερο απ’ τον στόχο μου. Η Λέισι σηκώθηκε, άρπαξε την τσάντα της. «Είπες στα αγόρια στο βενζινάδικο ότι μπορεί να έκλεινες ένα δωμάτιο σε μοτέλ. Μπορώ να έρθω να κοιμηθώ κι εγώ εκεί; Μόνο για απόψε; Το πρωί θα πάω στο πάρκιγκ των φορτηγών και θα βρω εύκολα κάποιον να με πάρει. Μάλιστα, μπορώ να τηλεφωνήσω στον φίλο μου και να σου στείλει μερικά χρήματα, να, για το φαγητό και το μοτέλ». Είχε όντως δίκιο όταν έλεγε ότι μπορεί να κολλήσει στον αυτοκινητόδρομο. Είχα δει μόνο δύο αυτοκίνητα να περνούν από τον κεντρικό δρόμο όση ώρα ήμαστε εκεί. Πόσο μακριά θα έπρεπε να περπατήσει; Χαμήλωσα το βλέμμα και είδα τα σανδάλια της, με τα τσιρότα ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών της. «Εντάξει, αλλά μόνο για απόψε».


236

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ

Ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο, με τη ζέστη να μας τυλίγει σαν χοντρή κουβέρτα, και τότε μου έλειψε ο κλιματισμός του εστιατορίου. Η σερβιτόρα μάς είχε πει ότι το Σάνσαϊν Βάλεϊ αγγίζει τις μέγιστες θερμοκρασίες σε ολόκληρη τη Βρετανική Κολούμπια, και δεν είχα λόγο να την αμφισβητήσω – το τιμόνι ίσα που μπορούσα να το αγγίξω, τόσο καυτό ήταν. Κατεβάσαμε τελείως τα τζάμια στα παράθυρα, κάναμε τον γύρο του κτιρίου και παρκάραμε μπροστά στο μοτέλ. «Περίμενε εδώ, εντάξει; Έρχομαι αμέσως», είπα. «Έγινε». Η γυναίκα πίσω από τον πάγκο άφησε κάτω το βιβλίο που διάβαζε και με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της. «Θέλετε κάτι;» «Μήπως μένει εδώ μια γυναίκα που λέγεται Κρίσταλ Κάλντγουελ;» «Δεν νομίζω…» Κοίταξε το βιβλίο πελατών. «Όχι». «Μήπως κάποια που μοιάζει με αυτή τη γυναίκα;» Της έδωσα τη φωτογραφία της Κρίσταλ. Την κράτησε μακριά από το πρόσωπό της, αλληθωρίζοντας. «Μοιάζει με την κυρία που μένει στο 48 – το νοίκιασε για μία εβδομάδα. Αλλά έχει καστανά μαλλιά». Άρα η Κρίσταλ όντως είχε έρθει εδώ – πρέπει να έβαψε τα μαλλιά της. Ένιωσα τον θρίαμβο της νίκης – την είχα βρει. Κι


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

237 _

έπειτα ένα σκίρτημα φόβου. Πού να ήταν άραγε; Η γυναίκα μού έδωσε τη φωτογραφία και μαζί ένα καχύποπτο βλέμμα. «Ποια είναι;» «Η θεία μου». Είχα έτοιμο το σενάριο. «Εκείνη και η μαμά μου είχαν έναν σοβαρό καβγά, κι έτσι έφυγε. Προσπαθώ να τη βρω, ελπίζοντας να τις συμφιλιώσω κάπως, ξέρετε». Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά. «Η αδερφή μου κι εγώ τσακωνόμαστε μια ζωή». «Πότε την είδατε τελευταία φορά;» «Δεν την έχω δει εδώ και δύο μέρες». Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Αλλά δεν παρακολουθώ κιόλας πότε μπαίνει ή βγαίνει ο καθένας. Δεν ήθελε καμαριέρα για όλη την εβδομάδα». «Πότε ήρθε;» «Τη Δευτέρα, νομίζω». Άρα θα πρέπει να έφυγε από το Βανκούβερ το πρωί της Δευτέρας. «Υπάρχει περίπτωση να μπω στο δωμάτιό της για να της αφήσω ένα σημείωμα;» «Όχι, λυπάμαι, καλή μου. Αλλά μπορώ να της πω ότι την ψάχνεις». «Τότε μπορείτε να μου κλείσετε ένα δωμάτιο κοντά στο δικό της;» «Έχεις πιστωτική κάρτα;» «Όχι». «Τότε μετρητά και με προκαταβολή. Πόσες νύχτες θα μείνεις;» «Προς το παρόν μόνο μία». «Εξήντα δολάρια συν ο φόρος». Η γυναίκα μού έδωσε ένα έντυπο και συμπλήρωσα το όνομά μου και τον αριθμό της πινακίδας του αυτοκινήτου μου. Της έδωσα πίσω το έντυπο μαζί με τα μετρητά για το δωμάτιο. Ήθελα να τη ρωτήσω για το ράντσο, αλλά δεν μπορούσα να βρω έναν τρόπο που να μοιάζει φυσικός. Έπειτα μου ήρθε μια ιδέα. «Η φίλη μου ψάχνει για δουλειά. Άκουσα ότι υπάρχει ένα ράντσο κάπου εδώ που προσλαμβάνει παιδιά».


238

CHEVY STEVENS _

Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Το Ράντσο Λάξτον, το μοναδικό μεγάλο στην πόλη». «Α, εντάξει». Τους είχα βρει άραγε; «Ξέρετε σε ποιον πρέπει να μιλήσει;» «Στον Μπράιαν ή στον Γκάβιν – δικό τους είναι». Πώς θα μάθαινα αν ήταν οι ίδιοι άντρες; Μπορεί να είχε αλλάξει ιδιοκτήτη. Προσπάθησα να σκεφτώ την επόμενη ερώτηση. Οδηγίες για να φτάσω εκεί, αυτό χρειαζόμουν. Χτυπούσε το τηλέφωνο. «Καλά να περάσετε», είπε η γυναίκα και τεντώθηκε για να το πιάσει. Το δωμάτιο του μοτέλ ήταν καλούτσικο, με δύο διπλά κρεβάτια και ασορτί μπλε καλύμματα με λουλούδια, ένα μικροσκοπικό ψυγείο και μια τηλεόραση που έμοιαζε εξίσου παλιά με εκείνη που είχαμε στο σπίτι. Η Λέισι πέταξε το σακίδιό της πάνω στο κρεβάτι που ήταν πιο κοντά στο μπάνιο. «Πειράζει να πάρω αυτό;» «Όχι βέβαια». Κάθισα στο άλλο κρεβάτι, κοίταξα το τηλέφωνό μου. Η μαμά μού είχε απαντήσει στο γραπτό μήνυμα, λέγοντάς μου να περνάω καλά και ότι της έλειπα. Ούτε λέξη για την Κρίσταλ. Αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να αφήσω τη Λέισι στο δωμάτιο και να πάω ως την παμπ. Άνοιξα την κουρτίνα, παρατήρησα ότι υπήρχαν λίγα φορτηγά παρκαρισμένα απέξω. Κι αν εκείνοι οι άντρες ήταν εκεί; Δεν μπορούσα να δείχνω τη φωτογραφία από δω κι από κει – μπορεί να με άκουγαν ή να αναγνώριζαν την Κρίσταλ. Έπρεπε να περιμένω ως το πρωί που δεν θα είχε τόσο κόσμο. Μείναμε αργά να βλέπουμε τηλεόραση. Η Λέισι μιλούσε σε όλες σχεδόν τις εκπομπές, σαν να μην παρατηρούσε ότι δεν της απαντούσα. Σηκώθηκα μερικές φορές όταν άκουγα κάποιο όχημα να παρκάρει απέξω, αναζητώντας το αυτοκίνητο της Κρίσταλ. Το αυτοκίνητό μου ήταν ακριβώς μπροστά από το δωμάτιό μας. Είχα δει αν υπήρχαν άλλες


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

239 _

θέσεις στο πίσω μέρος του κτιρίου, αλλά πίσω του απλώς υπήρχε ένας ακόμα δρόμος και δεν πίστευα ότι η Κρίσταλ θα παρκάριζε εκεί. Είχα αγωνία, έπρεπε να κρατάω απασχολημένα τα δάχτυλά μου. Άρχισα να παίζω με το λάπτοπ μου. Η Λέισι με ρώτησε τι κάνω και της έδειξα πώς να μιξάρει ένα κομμάτι μουσικής. Της είπα ότι είχε καλό ρυθμό, αν και στην πραγματικότητα ήταν χάλια μαύρα. Έδειξε τόσο περήφανη, που άρχισα να νιώθω άσχημα, σαν να είχα πει ψέματα σε ένα μικρό παιδάκι ότι υπήρχαν δώρα κάτω από το δέντρο ενώ ήξερα ότι δεν υπήρχε ούτε ένα. Αφού επιτέλους αποκοιμήθηκε, έμεινα ξύπνια για άλλη μία ώρα, σκεφτόμουν την Κρίσταλ και άκουγα τα αυτοκίνητα στο πάρκιγκ. Ποιο να ήταν άραγε το σχέδιό της; Αν είχε έρθει εδώ για να σκοτώσει εκείνους τους τύπους, πώς θα τους προσέγγιζε; Κοίταξα το τηλέφωνό μου, ξεφύλλισα την τοπική εφημερίδα. Δεν είδα ειδήσεις για κάποιους που δολοφονήθηκαν ή για άλλα πρόσφατα κρούσματα βίας. Άρα πού ήταν εκείνη; Φοβήθηκα ότι μπορεί να της είχε ήδη συμβεί κάτι, ότι είχα έρθει πολύ αργά, αλλά υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι η Κρίσταλ ήταν πολύ έξυπνη και σκληρή. Απλώς έπρεπε να τη βρω. Την επόμενη μέρα θα μιλούσα στον Όουεν από την παμπ και θα έκανα βόλτα στην πόλη ψάχνοντας για το αυτοκίνητό της. Ίσως να πήγαινα και σε εκείνο το ράντσο – αλλά δεν ήξερα πώς μπορούσα να μάθω αν είχε ήδη πάει εκεί. Δεν νομίζω ότι θα μου το έλεγαν. Το πρωί άκουσα τη Λέισι να κινείται μες στο δωμάτιο. Άνοιξα τα μάτια μου. Φορούσε τα ρούχα της, με γυρισμένη την πλάτη σε μένα. «Τι κάνεις;» είπα. Έκανε απότομα μεταβολή και ψιθύρισε: «Απλώς πάω στη ρεσεψιόν για να φέρω λίγο καφέ και κανένα μάφιν πριν μας τα φάνε όλα». «Εντάξει». Έκλεισα τα μάτια, έβαλα το μαξιλάρι πάνω από το κεφάλι μου και αποκοιμήθηκα πάλι. Λίγο αργότερα


240

CHEVY STEVENS _

ξύπνησα, τεντώθηκα και κοίταξα τριγύρω, περιμένοντας να δω τη Λέισι στο άλλο κρεβάτι. Δεν ήταν εκεί. Κοίταξα το ρολόι. Με είχε πάρει πάλι ο ύπνος για πάνω από μία ώρα. Να πάρει! Ανακάθισα. «Λέισι;» φώναξα. Μπορεί να ήταν στο μπάνιο. Σιωπή. Σηκώθηκα και άνοιξα την κουρτίνα, αλλά δεν την έβλεπα πουθενά στο πάρκιγκ. Παράξενο. Άραγε να είχε πάει στο εστιατόριο; Μα όχι, δεν είχε καθόλου χρήματα. Έκανα ένα ντους, ντύθηκα, βάφτηκα και χτενίστηκα. Η Λέισι ακόμα δεν είχε επιστρέψει, αλλά εγώ ένιωθα κάπως ανακουφισμένη. Θα είχε πάει καμιά βόλτα όταν βγήκε για τα μάφιν. Πήρα την τσάντα μου από το πάτωμα, αναζήτησα το κινητό μου πάνω στο κομοδίνο. Τι στο καλό; Έψαξα εκεί γύρω στο πάτωμα, κοίταξα στο μπάνιο, άρχισε να με πιάνει πανικός. Να το πήρε η Λέισι; Έψαξα πάλι μέσα στην τσάντα μου – και συνειδητοποίησα ότι έλειπε και το πορτοφόλι μου. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού με κομμένη την ανάσα και τρέμοντας σαν να είχα μόλις κατέβει από το τρενάκι του λούνα παρκ. Είχε πάρει όλα μου τα χρήματα και την ταυτότητά μου. Τότε μια ακόμα πιο τρομακτική σκέψη πέρασε από το μυαλό μου – το λάπτοπ μου. Κοίταξα μέσα στο σακίδιο. Άφαντο. Κάθισα στο πάτωμα με την πλάτη στο κρεβάτι, το άδειο σακίδιο στα χέρια μου, να το κοιτάζω επίμονα και να προσπαθώ να πείσω το μυαλό μου να πιστέψει ό,τι έβλεπα. Έψαξα πάλι ψηλαφητά μέσα στο σακίδιο, ελπίζοντας ότι ήταν μόνο μια τρελή στιγμή και ότι είχα κάνει λάθος, ότι δεν είχε μόλις συμβεί όλο αυτό. Θυμήθηκα που είχα μάθει στη Λέισι πώς να χρησιμοποιεί το λογισμικό μου το προηγούμενο βράδυ. Της είχα πει ότι η μαμά μου είχε χρησιμοποιήσει το επίδομα αδείας της για να εξοφλήσει το λάπτοπ και ότι εγώ έκανα οικονομίες για να αποκτήσω το λογισμικό. Μου είχε πει ότι ήμουν πολύ τυχερή. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι πόσο θα μου κόστιζε να τα αγοράσω πάλι όλα, σκέφτηκα όλες τις λίστες και τους


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

241 _

ρυθμούς που είχα σώσει, όλη μου τη μουσική. Όλα χάθηκαν τώρα. Θα μου έπαιρνε μια ολόκληρη ζωή να τα αντικαταστήσω – και η μαμά θα με σκότωνε. Θυμήθηκα τον ενθουσιασμό της όταν διαλέγαμε το λάπτοπ, το πώς είχε επιμείνει να είναι καινούριο ακόμα κι αν εγώ έλεγα ότι δεν πειράζει – εκείνη ήθελε να πάρουμε και εγγύηση. Έχωσα το κεφάλι μου ανάμεσα στα γόνατα, πίεσα δυνατά τους κροτάφους μου και άρχισα να κλαίω. Έπειτα σκέφτηκα ότι είχα κεράσει στη Λέισι το δείπνο της και έγινα ξανά έξω φρενών. Είπε ότι δεν ήταν καλή σε τίποτα, αλλά ήταν καλή κλέφτρα. Έπιασα το σορτσάκι που φορούσα χτες, κοίταξα μες στην τσέπη. Είχα ακόμα δυο-τρία κέρματα των είκοσι σεντς και, ευτυχώς, τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. Βγήκα έξω ως το αυτοκίνητο, έψαξα στο ντουλαπάκι και στο ταμπλό, κάτω από τα καθίσματα, και βρήκα ένα χαρτονόμισμα των πέντε δολαρίων και μερικά ψιλά. Τουλάχιστον είχα φουλάρει το ρεζερβουάρ και είχα κάποια τρόφιμα. Επίσης, ήμουν ευγνώμων που είχα φυλάξει τον σουγιά μου κάτω από το μαξιλάρι και όχι μέσα στην τσάντα μου. Σκέφτηκα τι επιλογές είχα. Θα μπορούσα να τηλεφωνήσω στη μαμά και να της πω τι είχε συμβεί κι αν μπορούσε να μου στείλει μερικά χρήματα, αλλά θα φρίκαρε και θα με πρόσταζε να γυρίσω σπίτι. Περπάτησα ως τη ρεσεψιόν. Στον πάγκο ήταν η ίδια γυναίκα. «Μήπως είδατε τη φίλη μου εδώ σήμερα το πρωί;» «Εκείνο το ξανθό κορίτσι; Τελευταία φορά την είδα που έκανε οτοστόπ στον δρόμο. Την πήρε κάποιο αυτοκίνητο». Χωρίς αμφιβολία, τώρα θα ήταν πολύ μακριά. Τη φαντάστηκα να χρησιμοποιεί το λάπτοπ μου, να διαβάζει όλα μου τα e-mails, να κοιτάζει τα αρχεία μου. Πόσο ανόητη ήμουν! «Α, αυτό είναι καλό. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι βρήκε αυτοκίνητο να την πάει εκεί που θέλει». Χαμογέλασα. Ευτυχώς υπήρχε ένα τελευταίο μάφιν στο καλάθι και δύο μήλα. Πήρα από ένα, χωρίς να πάψω να χαμογελάω στην


242

CHEVY STEVENS _

κυρία. «Καλή σας μέρα!» Επέστρεψα στο δωμάτιο και άδειασα τα πάντα από το σακίδιό μου, το γέμισα με μια επιπλέον κουβέρτα και ένα μαξιλάρι που είχα βρει στην ντουλάπα και έπειτα μετέφερα το σακίδιο στο αυτοκίνητο. Ξαναμπήκα μέσα και μάζεψα τα υπόλοιπα πράγματά μου. Η κυρία είχε κρατήσει, βέβαια, τον αριθμό της πινακίδας του αυτοκινήτου μου, αλλά μάλλον δεν θα το έπαιρναν είδηση αμέσως ότι έλειπαν κάποια πράγματα από το δωμάτιο, ή μπορεί να μην έμπαιναν καν στον κόπο να το δηλώσουν στην αστυνομία. Επίσης, πήρα και μια από τις πετσέτες και έβαλα μια ένδειξη ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ στην πόρτα. Οδήγησα μέχρι το πάρκιγκ πίσω από την παμπ και περίμενα να πάει έντεκα – τότε θα άνοιγε. Μια σερβιτόρα βγήκε έξω και έριξε μια σακούλα στον κάδο απορριμμάτων. Άνοιξα σπρώχνοντας την πίσω πόρτα και μπήκα μέσα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μες στο σκοτάδι. Από το τζουκ μποξ στη γωνία ακουγόταν μουσική κάντρι. Το πάτωμα ήταν ξύλινο, φαινόταν παλιό, αλλά ήταν βαμμένο. Σουβέρ μπίρας ήταν κρεμασμένα παντού στους τοίχους και ο αέρας μύριζε πολυκαιρισμένο ποτό και τσιγάρο. Δύο άντρες σε ένα γωνιακό τραπέζι μού έριξαν ματιές όλο περιέργεια. Απέστρεψα το βλέμμα και ευχόμουν να μην είχα φορέσει αμάνικο μπλουζάκι. Μια εύσωμη γυναίκα με κοντά καστανά μαλλιά και με μια μοβ ανταύγεια στο μέτωπο, με ένα μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι τσιτωμένο στο στήθος της, σέρβιρε καφέ πίσω από τον πάγκο. Σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε. «Με τίποτα δεν είσαι ενήλικη εσύ». «Απλώς ψάχνω τη θεία μου». Της έδειξα τη φωτογραφία της Κρίσταλ. «Τώρα έχει καστανά μαλλιά. Ήρθε εδώ πρόσφατα;» Η γυναίκα σκούπισε τα χέρια της με μια πετσέτα και κράτησε τη φωτογραφία. «Νομίζω ότι ήταν εδώ για μια-δυο νύχτες αυτή την εβδομάδα». Ένιωσα ένα μικρό σκίρτημα στο στομάχι. Προτού


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

243 _

προλάβω να ρωτήσω οτιδήποτε άλλο, ο Όουεν, ο εμφανίσιμος τύπος με τη Harley, ήρθε πίσω από τον πάγκο. Μισόκλεισε τα μάτια όταν με είδε. Η μπαργούμαν γύρισε προς το μέρος του, δείχνοντάς του τη φωτογραφία. «Αυτή η γυναίκα ήταν εδώ αυτή την εβδομάδα, σωστά;» Εξέτασε προσεκτικά τη φωτογραφία, με το πάσο του. Αναρωτήθηκα αν θα αναγνώριζε την Κρίσταλ από τότε που ήταν έφηβη –αν ήταν ο ίδιος τύπος που τις είχε βοηθήσει–, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω από την έκφρασή του. «Τώρα έχει σκούρα μαλλιά;» είπε εκείνος. «Ναι». Μου ξανάδωσε τη φωτογραφία. «Γιατί την ψάχνεις;» «Είναι θεία μου», είπα. «Όλο τσακώνεται με τη μαμά μου. Και έφυγε. Προσπαθώ να τη βρω». «Γιατί δεν πας στην αστυνομία;» «Όχι, δεν είναι ακριβώς έτσι. Απλώς μερικές φορές εξαφανίζεται – της αρέσει να βγαίνει και να γλεντάει». Σήκωσα τους ώμους σαν να μην ήταν κάτι σπουδαίο, αλλά μέσα μου ένιωσα ένα εμετικό κύμα φόβου. Κι αν ενημέρωνε τους μπάτσους για την επίσκεψή μου; Η μπαργούμαν πλησίασε πάλι. «Τώρα θυμήθηκα. Καθόταν στη γωνία με τα αγόρια απ’ το ράντσο την Τρίτη – τη βραδιά που είχαμε μπίρα και φτερούγες κοτόπουλου». Γέλασε. «Τα αγόρια απ’ το ράντσο;» «Τον Γκάβιν και μερικούς βοηθούς από το ράντσο με τα ζώα. Μπορεί και να ξανάρθουν απόψε αν θες να τους μιλήσεις». Ώστε είχε συναντήσει τον Γκάβιν, είχε μάλιστα καθίσει μαζί του και του είχε μιλήσει. Δεν μπορούσε να είναι το ίδιο πρόσωπο. Μήπως, όμως, εκείνος δεν την αναγνώρισε τώρα που είχε σκούρα μαλλιά; «Κι έφυγε μαζί του;» «Δεν είμαι σίγουρη. Ο Γκάβιν πάντως πλήρωσε τα ποτά της, τώρα το θυμήθηκα». Δεν φάνηκε να την είχε δει κανείς από τότε. Άραγε πήγε στο σπίτι μαζί του; Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να πει στον Γκάβιν ή σε κάποιον άλλο από το


244

CHEVY STEVENS _

ράντσο ότι έψαχνα την Κρίσταλ. Και αυτό θα μπορούσε να τα κάνει όλα πιο δύσκολα – για μένα και για εκείνη. «Μάλλον θα έχει ήδη γυρίσει σπίτι», είπα με ένα νευρικό γέλιο. Η γυναίκα συνέχισε να σερβίρει μπίρα, αλλά με κοίταζε κάπως παράξενα, σαν να μην πίστευε την ιστορία μου. Ο Όουεν, σκύβοντας πάνω στην μπάρα, επίσης με κοίταζε επίμονα. «Αν ξανάρθει», είπα, «μπορείτε να της πείτε ότι την έψαχνε η ανιψιά της;» «Φυσικά. Πώς σε λένε;» «Σκάιλαρ». «Καλή τύχη, Σκάιλαρ», είπε εκείνος. «Ευχαριστώ», είπα και έκανα μεταβολή για να φύγω. Ένιωσα να με κοιτάζουν πίσω από την μπάρα καθώς διέσχιζα την παμπ και έβγαινα πάλι έξω στο φως του ήλιου.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

245 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ

Οδήγησα ως το μπακάλικο και αγόρασα μερικά μπουκάλια νερό και ένα μπαγιάτικο σάντουιτς, έφαγα λίγο από το μείγμα των ξηρών καρπών που είχα. Αναγκάστηκα να πετάξω τα φρούτα μου, που είχαν ήδη χαλάσει μες στη ζέστη του αυτοκινήτου, κάνοντάς το να βρομάει σάπια μήλα και μπανάνες. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω πια. Μα πού θα μπορούσε να είναι η Κρίσταλ; Έκανα τον γύρο της πόλης με το αυτοκίνητο, αναζητώντας το δικό της – κοίταξα και στο πάρκιγκ του μοτέλ έξω από την πόλη, μήπως και ήταν εκεί. Εντόπισα ένα άλλο, πιο σύγχρονο βενζινάδικο με πολλές αντλίες και ένα εμπορικό κέντρο με κάποια καταστήματα με μάρκες, αλλά κανένα ίχνος του αυτοκινήτου της Κρίσταλ. Έδειξα τη φωτογραφία της στο βενζινάδικο, όμως δεν την είχε δει κανείς. Πώς θα μάθαινα αν είχε πάει στο σπίτι με εκείνο τον Γκάβιν; Δεν μπορούσα απλώς να παρουσιαστώ ξαφνικά στο ράντσο τους και να ρωτήσω. Δεν ήξερα ακόμα αν εκείνος και ο Μπράιαν ήταν οι ίδιοι άντρες που είχαν κάνει κακό στη μαμά μου. Μου είχε πει ότι αυτοί οι τύποι τις είχαν πάει στο ράντσο τους, αλλά μπορεί απλώς να εννοούσε ότι δούλευαν και εκείνοι εκεί. Θυμήθηκα την Κρίσταλ που μου έλεγε ότι τις κρατούσαν κλειδωμένες σε μια αποθήκη. Δεν θα μπορούσα με


246

CHEVY STEVENS _

τίποτα να τη βρω μόνη μου. Αποφάσισα να αφιερώσω άλλη μία μέρα, να δω μήπως εκείνη γύριζε στο μοτέλ. Αν δεν συνέβαινε αυτό, ίσως να τηλεφωνούσα στη μαμά ή στην Ντάλας και θα τους έλεγα ότι η Κρίσταλ ήταν οπωσδήποτε εδώ. Τότε θα με έπαιρναν στα σοβαρά. Αλλά ταυτόχρονα θα με ανάγκαζαν να γυρίσω σπίτι – και θα γινόμασταν μαλλιά κουβάρια με τη μαμά μου. Φαντάστηκα το τηλεφώνημα, τον θυμό και τον φόβο και την απογοήτευση στη φωνή της, και ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι. Πέρασα την υπόλοιπη μέρα παρκαρισμένη σε έναν δρόμο πίσω από την παμπ, απ’ όπου μπορούσα να βλέπω την πίσω είσοδο, λαγοκοιμόμουν στο μπροστινό κάθισμα και άκουγα το CD που μου είχε δώσει η Κρίσταλ. Νωρίς το βράδυ ξαναπέρασα έξω από το μοτέλ και παρκάρισα ξανά πίσω από την παμπ. Άρχισα να απελπίζομαι. Δεν είχα δει καμία που να μοιάζει στην Κρίσταλ· και δεν είχα ιδέα πώς ήταν εμφανισιακά ο Μπράιαν και ο Γκάβιν. Η ουροδόχος κύστη μου κόντευε να σπάσει, κι έτσι αναγκάστηκα να βγω κρυφά και να κατουρήσω πίσω από το αυτοκίνητό μου, κρυμμένη μες στις σκιές. Συνέχισα την παρακολούθηση για δύο ακόμα ώρες. Η Κρίσταλ δεν φάνηκε κι εγώ άρχισα να νυστάζω. Έφαγα την τελευταία μου μπάρα δημητριακών, έπειτα πήρα την κουβέρτα και το μαξιλάρι από το πίσω κάθισμα, ρίχνοντας πίσω το κάθισμά μου για να είμαι πιο άνετη αλλά και να μπορώ ακόμα να βλέπω το μπαρ. Άκουσα ένα όχημα να κατηφορίζει τον δρόμο, με εκκωφαντική χέβι μέταλ μουσική. Κρύφτηκα ακόμα πιο χαμηλά. Παρκάρισε ακριβώς πίσω μου. Κρυφοκοίταξα πάνω από τον ώμο μου, αναγνώρισα το φορτηγό από το συνεργείο. Να πάρει! Ήταν άραγε και τα δύο τα αγόρια; Δεν ήξερα σε ποιον από τους δύο ανήκε το φορτηγό. Έσβησαν τα φώτα τους. Οι δύο πόρτες του φορτηγού άνοιξαν. Το ραδιόφωνο έπαιζε ακόμα, αλλά σε πιο χαμηλή ένταση. «Πάρε ένα κασόνι Molson, εντάξει;» Διέκρινα τον μελαχρινό κάτω από το φως της καμπίνας του φορτηγού. Αυτός


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

247 _

οδηγούσε. Ένα άλλο αγόρι που δεν αναγνώρισα βγήκε από το φορτηγό και κατευθύνθηκε προς την παμπ. Το αγόρι με τα μαύρα μαλλιά ακούμπησε στο φορτηγό του, χαμήλωσε το βλέμμα σε κάτι που κρατούσε στα χέρια του. Είδα τη λάμψη ενός κινητού τηλεφώνου. Κάποιος άλλος επιβάτης βγήκε από το πλάι του φορτηγού, έκανε τον γύρο και στάθηκε δίπλα του. Φάνηκαν ξανθά μαλλιά κάτω από το φως του δρόμου. Το αγόρι από το συνεργείο. Γελούσαν και μιλούσαν για κορίτσια. Μια κινητικότητα στο πάρκιγκ, το άλλο αγόρι βγήκε κουβαλώντας ένα κασόνι μπίρες. Σταμάτησε για να μιλήσει σε κάποιους σε ένα φορτηγό που είχε μόλις παρκάρει. Φώναξε στους τύπους που βρίσκονταν κοντά μου. Περπάτησαν και προσπέρασαν το αυτοκίνητό μου. Χώθηκα ακόμα πιο χαμηλά, κράτησα την ανάσα μου. Δεν με είδαν, αλλά μπορεί να με έβλεπαν επιστρέφοντας. Κοίταξα πίσω μου. Είχαν παρκάρει κοντά στον προφυλακτήρα μου, κι έτσι δεν είχα πολύ χώρο ανάμεσα σε μένα και στο μπροστινό μου αυτοκίνητο. Άκουσα τις φωνές τους, ακόμα γελούσαν στο πάρκιγκ. Μήπως να σκαρφάλωνα προς το πίσω κάθισμα; Πολύ αργά. Επέστρεφαν τώρα και θα έβλεπαν την κίνηση. Χώθηκα ακόμα πιο κάτω, τράβηξα την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι μου. Οι φωνές πλησίαζαν. Σταμάτησαν κοντά στο αυτοκίνητό μου. «Αυτό δεν είναι το αμάξι που ήρθε στο συνεργείο;» Μα πώς το κατάλαβαν; Θυμήθηκα το ροζ πατουσάκι από κουνέλι που κρεμόταν από τον καθρέφτη μου. «Μήπως κοιμάται κάποιος εκεί μέσα;» Ελαφρύ χτύπημα στο παράθυρο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Αν τους αγνοούσα τελείως θα έφευγαν άραγε; Ξαναχτύπησαν. «Έι, είσαι καλά εκεί μέσα;» Τράβηξα την κουβέρτα, ανακάθισα και κατέβασα το τζάμι του παραθύρου. «Ναι, καλά είμαι». «Τι κάνεις εκεί μέσα;» είπε το ξανθό αγόρι. Ο καινούριος τύπος, που φαινόταν λίγο μεγαλύτερος με μουσάκι, στεκόταν


248

CHEVY STEVENS _

πίσω τους. «Κοιμόμουνα». «Πού είναι η φίλη σου;» είπε το ψηλό αγόρι. Κρατούσε στο χέρι την μπίρα του. «Δεν ήταν φίλη μου», είπα. «Κι έφυγε». Εκείνος κοίταζε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου. Θυμήθηκα ότι τα ρούχα μου ήταν όλα σκορπισμένα. «Και τώρα μου επιτρέπετε;» είπα, και εκείνος μου έριξε μια αλλόκοτη ματιά. «Πού είναι το πρόβλημά σου;» «Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Γιατί δεν με αφήνετε ήσυχη όμως;» «Συγγνώμη», είπε το ψηλό αγόρι. «Απλώς οι μπάτσοι κάνουν περιπολία στην περιοχή τη νύχτα. Μπορεί να θέλεις να βρεις άλλο μέρος για να αράξεις». Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν ένας μπάτσος να μου κάνει οποιαδήποτε ερώτηση – δεν είχα καν ταυτότητα πάνω μου, χάρη στη Λέισι. Το ψηλό αγόρι άνοιξε το κουτάκι της μπίρας του και ήπιε μια γουλιά. Μου έριξε άλλη μια ματιά. «Χρειάζεσαι χρήματα;» Κοκάλωσα. Γιατί να με ρωτήσει κάτι τέτοιο; «Εντάξει είμαι». «Αφού κοιμάσαι στο αυτοκίνητό σου», είπε εκείνος. «Μπορεί να μου αρέσει το κάμπιγκ». Γέλασε. «Με λένε Ράιλι». Έδειξε τους φίλους του. «Από δω ο Νόα και ο Τζέισον». «Γεια», είπα. «Εσύ έχεις όνομα;» είπε ο Ράιλι. «Σκάιλαρ». «Που λες, Σκάιλαρ, ο μπαμπάς μου έχει ένα μεγάλο ράντσο. Μπορεί να σου βρει καμιά δουλίτσα να βγάλεις κάνα φράγκο». Απίστευτο. Πρέπει να ήταν το ίδιο ράντσο. «Πώς το λένε το ράντσο;» «Ράντσο Λάξτον». Το είπε καμαρώνοντας. Κοίταξα επίμονα τον Ράιλι, προσπαθώντας να σκεφτώ αν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

249 _

έπρεπε να ρωτήσω πόσο καιρό είναι ιδιοκτήτες στο ράντσο. Άνοιξα το στόμα μου, αλλά κάτι με κράτησε. Είχα μια παράξενη αίσθηση, σαν να τον ήξερα από κάπου ή σαν να μου θύμιζε κάποιον, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ ποιον ή πώς. Απλώς ένιωθα πάρα πολύ αμήχανα. Με κοίταζε παράξενα, περιμένοντας να πω κάτι. «Τι είναι;» είπε. «Πρέπει να φύγω». Έψαξα ψηλαφητά για τα κλειδιά πάνω στη μίζα. «Εντάξει», είπε εκείνος, σκύβοντας και μιλώντας μέσα στο ανοιχτό μου παράθυρο. «Μα αν έχεις ανάγκη από δουλίτσα, ακολούθησε τον κεντρικό δρόμο μετά την πόλη και στρίψε αριστερά μετά τη γέφυρα στην οδό Ρίβερ Μπότομ. Θα δεις τον ιδιωτικό δρόμο στ’ αριστερά – πήγαινε στο πάνω σπίτι, ο θείος μου μένει στο κάτω. Τον μπαμπά μου τον λένε Μπράιαν». «Ευχαριστώ για τις οδηγίες». Ένιωσα ένα κύμα ανακούφισης όταν ξαναστάθηκε όρθιος. «Με έχετε κλείσει». «Θα φύγουμε. Σίγουρα θα είσαι εντάξει απόψε;» «Ναι, καλά είμαι». Χαμογέλασα με το ζόρι. Μου χαμογέλασε και εκείνος. Μπήκαν όλοι τους στο φορτηγό. Τους παρακολουθούσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου καθώς έφευγαν. Παρκάρισα πίσω από ένα παλιό σχολείο, ανέβασα τα τζάμια των παραθύρων, κλείδωσα τις πόρτες. Άνοιξα το στερεοφωνικό, έπαιξα το CD που μου είχε δώσει η Κρίσταλ. Αλλά δεν με βοήθησε. Όσο κι αν προσπαθούσα να αφεθώ στον ρυθμό, έβλεπα μπροστά μου διαρκώς το πρόσωπο του Ράιλι. Αφού ήταν ευγενικός, γιατί με τάραζε τόσο πολύ η παρουσία του; Αυτή η πόλη με οδηγούσε στην παράνοια. Έκλεισα το στερεοφωνικό, έβγαλα το CD και το πέταξα στο πάτωμα. Έστρωσα το κρεβάτι μου στο πίσω κάθισμα και έκλεισα τα μάτια. Ξύπνησα όταν ο ήλιος μπήκε από το πίσω παράθυρο· ο αέρας ήταν ζεστός και αποπνικτικός. Τέντωσα το


250

CHEVY STEVENS _

μουδιασμένο μου κορμί, ένιωσα ένα δυσάρεστο σφίξιμο στα σωθικά μου. Και έπειτα θυμήθηκα. Η Κρίσταλ ήταν ακόμα άφαντη. Ανακάθισα, κοίταξα τριγύρω. Το αυτοκίνητο, που το ένιωθα τόσο ασφαλές την προηγούμενη νύχτα, τώρα μου φαινόταν υπερβολικά μικρό, ασφυκτικό. Άλλαξα γρήγορα, κάθισα πάνω στον προφυλακτήρα μου, έπινα νερό και σκεφτόμουν τι έπρεπε να κάνω. Αν έπιανα δουλειά στο ράντσο, μπορεί να έβρισκα κάποια ένδειξη ότι η Κρίσταλ είχε περάσει από εκεί ή ότι εκείνοι έκρυβαν κάτι, όπως το αυτοκίνητό της. Κι έπειτα θα μπορούσα να καλέσω την αστυνομία. Μπορεί ακόμα να έβρισκα και την Κρίσταλ. Αλλά ήμουν έντρομη. Αν ήταν οι ίδιοι άντρες που είχαν κάνει κακό στη μαμά και στις θείες μου, μπορεί να έκαναν το ίδιο και σε μένα, ειδικά αν με τσάκωναν να χώνω τη μύτη μου από δω κι από κει. Θυμήθηκα όλα όσα μου είχε πει η Κρίσταλ, θυμήθηκα τον τρόμο στο πρόσωπό της, το άψυχο βλέμμα στα μάτια της. Έπρεπε να τους πείσω ότι είχα μεγάλη οικογένεια, ανθρώπους που με νοιάζονταν, που ήξεραν πού είμαι – και έπρεπε να φροντίσω να μη μείνω καθόλου μόνη με κάποιον από αυτούς. Θα είχα πάνω μου συνεχώς τον σουγιά. Έψαξα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, βρήκα το μαχαίρι και το κράτησα στον μηρό μου, παίζοντας με το κουμπί. Σκέφτηκα ότι θα τους μιλούσα, πώς θα ένιωθα γι’ αυτό, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να το κάνω. Κι αν φρίκαρα ή πάθαινα καμιά κρίση πανικού; Το χέρι μου ήδη ίδρωνε πάνω στη λεπίδα, ο σφυγμός μου ανέβαζε ταχύτητα. Έκλεισα τα μάτια μου και εστίασα τη σκέψη μου στην Κρίσταλ – στο πόσο πολύ μου έλειπε και στο γεγονός ότι ήμουν η μόνη που θα μπορούσε να τη βρει. Έβγαλα τον αέρα με μια δυνατή εκπνοή και ξανάβαλα το μαχαίρι κάτω από το κάθισμά μου, προσπαθώντας να θάψω μαζί του και τον φόβο μου, αλλά συνέχιζε να μου τρώει τα σωθικά. Πήγα στο βενζινάδικο στον αυτοκινητόδρομο, πλύθηκα με ένα σφουγγάρι στον νιπτήρα, έκανα τα μαλλιά μου πλεξούδα και βούρτσισα τα δόντια μου. Έπειτα φόρεσα τη βερμούδα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

251 _

μου, που ήταν λίγο πιο μακριά από το άλλο μου σορτσάκι, κι ένα λευκό κοντομάνικο μπλουζάκι – ήταν εφαρμοστό, αλλά υπέθεσα ότι ήταν προτιμότερο από ένα αμάνικο φανελάκι. Δεν ήξερα τι παπούτσια θα μου χρειάζονταν για τη δουλειά στο ράντσο, αλλά φόρεσα τις αγαπημένες μου δερμάτινες σαγιονάρες με τη μαργαρίτα ανάμεσα στα δάχτυλα. Τα αθλητικά μου ήταν στο αυτοκίνητο αν τα χρειαζόμουν. Βρήκα το ράντσο, που ήταν αρκετά έξω από την πόλη, στην οδό Ρίβερ Μπότομ. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπο όταν αντίκρισα επιτέλους την πινακίδα τους. Ο φράχτης του ιδιωτικού δρόμου φαινόταν να ήταν κάποτε λευκός, αλλά τώρα ήταν βρόμικος και ξεφλουδισμένος, το οδόστρωμα ήταν από πατημένο χώμα, κι έτσι σήκωνα σκόνη πίσω μου. Προσπέρασα έναν δεύτερο ιδιωτικό δρόμο που μάλλον οδηγούσε στο σπίτι του Γκάβιν. Ακολούθησα τις πινακίδες ως το γραφείο, βλέποντας ζώα δεξιά κι αριστερά μου και άλογα να βόσκουν στους αγρούς. Παρκάρισα μπροστά σε ένα μεγάλο μπλε κτίριο δίπλα από το σπίτι που έμοιαζε με βοηθητικό κοντέινερ, σαν εκείνα που βλέπουμε στα εργοτάξια. Δεν κατάφερνα ακόμα να πείσω τον εαυτό μου να βγει έξω, ένιωθα λες κι ένα παγωμένο χέρι με καθήλωνε εκεί, καρφώνοντας τα πόδια μου. Κοίταξα τριγύρω, πασχίζοντας ακόμα να πάρω θάρρος. Στη μια πλευρά υπήρχε μια μικρή πόρτα με μια πινακίδα που δήλωνε ότι εκεί ήταν τα γραφεία. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου υπήρχε ένα άσπρο σπίτι με μια βεράντα σε όλη την πρόσοψη. Λίγοι μεγάλοι σφένδαμοι έριχναν σκιά στη γωνία. Κάποιος είχε κρεμάσει καλάθια στην πρόσοψη, και κάποιες παλιές σαμπρέλες από φορτηγά ήταν γεμάτες με λουλούδια στον διάδρομο, αλλά το σπίτι έδειχνε ετοιμόρροπο. Αν καθόμουν εκεί περισσότερη ώρα, κάποιος θα αναρωτιόταν τι μου συνέβαινε. Σκούπισα τις υγρές μου παλάμες στη βερμούδα μου, άνοιξα την πόρτα και ανάγκασα τα πόδια μου να περπατήσουν. Κρυφοκοίταξα από το παράθυρο δίπλα στην πόρτα των γραφείων, παρατήρησα ότι ένας άντρας καθόταν πίσω από ένα γραφείο, με το κεφάλι


252

CHEVY STEVENS _

σκυμμένο σαν να διάβαζε κάποια χαρτιά. Άραγε να ήταν ο Μπράιαν; Όλα μου τα νεύρα έτρεμαν μέσα μου, κάνοντας το στόμα μου να στεγνώνει. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι έπειτα χτύπησα την πόρτα. «Περάστε», είπε ο άντρας. Ο χώρος ήταν μικρός· ένα γραφείο, δύο καρέκλες, πάτωμα από τσιμέντο. Μια καφετιέρα ισορροπούσε πάνω σε ένα ράφι, σχεδόν μετέωρη στην άκρη της, και ένα ψυγειάκι βούιζε στη γωνία. Το δωμάτιο ήταν δροσερό, κάτι που με ανακούφισε από τον καύσωνα που με είχε χτυπήσει όταν βγήκα από το αυτοκίνητό μου. Ο άντρας που καθόταν στο γραφείο φάνηκε έκπληκτος που με είδε αλλά και κάπως μπερδεμένος. «Θέλετε κάτι;» Έμοιαζε πολύ στον Ράιλι, αν και τα σκούρα σγουρά του μαλλιά ήταν πιο κοντά, με μερικές ασημένιες τούφες. Αλλά το στόμα και τα μάτια του ήταν τα ίδια, και είχα πάλι αυτή την αλλόκοτη αίσθηση ότι μου ήταν οικείος, ότι κάπου τον είχα ξαναδεί. Άραγε τον είχα ξαναδεί; Και μετά κατάλαβα. Είχε τα μάτια μου, τα ίδια σκούρα, σχεδόν μαύρα μάτια που με κοίταζαν κάθε φορά που έβλεπα στον καθρέπτη. Όχι. Τον κοίταξα επίμονα, ένωσα όλα τα κομμάτια του παζλ και τα σκόρπισα πάλι. Μπήκαν στη θέση τους, απόλυτα συνταιριασμένα. Καθόταν εκεί, με την πλάτη ακουμπισμένη πίσω, τόσο ανέμελος. Το δεξί του χέρι ακουμπούσε πάνω στο γραφείο, τα δάχτυλά του έπαιζαν τύμπανο με ανυπομονησία. Το μικρό του δάχτυλο ήταν κυρτό. Δεν υπήρχε κανένας Μπίλι, δεν υπήρχε κανένα καλοκαιρινό ειδύλλιο με ένα ξανθό αγόρι που του άρεσε το σκέιτμπορντ και το διάβασμα. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε συμβεί. Υπήρχε αυτός. Ο πατέρας μου. «Είσαι καλά;» είπε εκείνος συνοφρυωμένος. «Εγώ…» Είχα ανάγκη να σκεφτώ· είχα ανάγκη να μείνω μόνη και να κλάψω· είχα ανάγκη να σηκωθώ να φύγω από κει πέρα, αλλά δεν μπορούσα να φύγω εκείνη τη στιγμή.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

253 _

«Φταίει η ζέστη. Δεν είμαι συνηθισμένη». Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Κάνει πολλή ζέστη σήμερα». Έπρεπε να βρω να πω και κάτι άλλο· έπρεπε να θυμηθώ για ποιο λόγο ήμουν εκεί. «Ο γιος σας, ο Ράιλι, είπε ότι μπορεί να έχετε κάποια δουλειά για μένα». Πώς μπορούσα να μιλάω ακόμα, να ακούγομαι τόσο φυσική; Χτύπησε το τηλέφωνο πάνω στο γραφείο. «Συγγνώμη, μια στιγμή». Το σήκωσε και είπε: «Ο Μπράιαν είμαι». Κανόνισε να μεταφέρει ένα άλογο για κάποιον και έπειτα έκλεισε. «Από το Κας Κρικ είσαι;» Τα μάτια του μισόκλεισαν σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν με είχε ξαναδεί. Μου πέρασε απ’ το μυαλό η πανικόβλητη σκέψη ότι θα με αναγνώριζε, αλλά σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ανασυνθέσει όλη την ιστορία απλώς κοιτάζοντάς με. Έβαλα τα χέρια μου στην τσέπη, τα έσπρωξα ακόμα πιο βαθιά. Αποφάσισα να είμαι ειλικρινής, σε περίπτωση που ρωτούσε κάτι το οποίο δεν μπορούσα να εξηγήσω. «Είμαι από το Βανκούβερ». «Είσαι δεκαοχτώ;» «Ναι. Ο Ράιλι είπε ότι μπορείτε να με πληρώσετε με μετρητά». «Έχεις μπλεξίματα;» Έπαιζε με ένα στιλό πάνω στο γραφείο του, βάζοντας και βγάζοντας το καπάκι, με έναν ήχο που έμοιαζε να αντηχεί μέσα στο μικρό δωμάτιο. «Κάπως έτσι. Με λήστεψαν». Θυμήθηκα το σχέδιό μου να μη δείξω ότι είμαι υπερβολικά ευάλωτη. «Απλώς έχω ανάγκη να δουλέψω κάνα δυο μέρες, για να πάω στο αγόρι μου». Σκέφτηκα την ιστορία της Λέισι. «Με περιμένει στο Ρέβελστοουκ». Σηκώθηκε όρθιος και συνειδητοποίησα πόσο ψηλός ήταν, οπωσδήποτε πάνω από ένα και ογδόντα. Δεν ήταν υπέρβαρος, αλλά τα μπράτσα του κάτω από το κοντομάνικο μπλουζάκι ήταν πολύ μυώδη, όπως κάποιου που έχει εργαστεί σκληρά όλη μέρα για χρόνια. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι το πώς άρπαζε τη μαμά μου και τις θείες μου, το πώς τις


254

CHEVY STEVENS _

έριχνε κάτω… Έκανε τον γύρο του γραφείου, κάθισε στην άκρη του και με ζύγισε πάλι με το βλέμμα του. Ήθελα να κάνω ένα βήμα πίσω, να δημιουργήσω χώρο ανάμεσά μας, αλλά δεν ήθελα να καταλάβει πόσο φοβισμένη ήμουν. «Έχεις ξαναδουλέψει σε ράντσο;» «Όχι, αλλά δούλευα σε γυμναστήριο. Γι’ αυτό είμαι αρκετά δυνατή». «Τότε, αν θες να δοκιμάσεις, μίλα με τον επιστάτη του ράντσου, τον Τέο – είναι στον αχυρώνα. Κατηφόρισε απλώς πίσω απ’ το σπίτι. Μπορεί να έχει κάτι για σένα». «Τέλεια, ευχαριστώ». Μου χάρισε ένα φιλικό χαμόγελο. «Καλή σου μέρα λοιπόν». Κοίταξα το αυτοκίνητό μου καθώς περνούσα από δίπλα του. Θα μπορούσα απλώς να μπω μέσα και να γυρίσω σπίτι, να υποκριθώ ότι όλο αυτό δεν συνέβη ποτέ. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η μαμά και η Ντάλας θα έκαναν αναφορά στην αστυνομία για την Κρίσταλ. Θα την έβρισκαν. Έπειτα είδα τη λάμψη του ήλιου που αντανακλούσε στο CD που είχα πετάξει στο πάτωμα του αυτοκινήτου. Η Κρίσταλ με χρειαζόταν. Ο Τέο, ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με γκρίζα μαλλιά, γέλασε με τα σανδάλια μου και έπειτα μου βρήκε γαλότσες στον αχυρώνα. Προσπάθησα να του ανταποδώσω το χαμόγελο, με την ανησυχία ότι θα μπορούσε να δει την καρδιά μου να πάλλεται μέσα από το στήθος μου, ότι θα διαισθανόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δυσκολευόμουν να ακολουθήσω τις οδηγίες του, οι σκέψεις μου καταλάμβαναν όλο τον χώρο. Παρακολουθούσα το στόμα του να κινείται. Ποτέ μου ως τότε δεν είχα καθαρίσει αχυρώνα, ποτέ δεν είχα σπρώξει καρότσι, και έμαθα γρήγορα να μην το φορτώνω μέχρι πάνω. Συνήθισα και στη μυρωδιά της κοπριάς. Ήταν δύσκολη δουλειά – η παλάμη μου γέμισε φουσκάλες, οι μύες στην πλάτη και στα χέρια μου πονούσαν. Τα γυμνά μου πόδια μέσα στις γαλότσες ήταν ιδρωμένα και οι φτέρνες τρίβονταν σε κάθε μου βήμα. Στον νου μου ερχόταν το πρόσωπο του Μπράιαν, η φωνή


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

255 _

του, το κυρτό του δάχτυλο και τα βρόμικα χέρια του. Ένιωσα ότι ένα κομμάτι μου καθάριζε τους στάβλους και το άλλο στεκόταν έξω και κοίταζε, απορώντας που με υπάκουαν ακόμα οι μύες μου. Δεν το πίστευα ότι βρισκόμουν σε εκείνη την πόλη, σε εκείνο το ράντσο, να καθαρίζω έναν αχυρώνα ενώ ο άντρας που βίασε τη μητέρα μου ήταν μερικές δεκάδες μέτρα πιο πέρα. Μερικές φορές ένιωθα να με ζαλίζουν αυτές οι σκέψεις, κι έτσι αναγκαζόμουν να σταματάω και να στηρίζομαι στο κιγκλίδωμα. Ήθελα να τηλεφωνήσω στη μαμά μου, ήθελα να της πω τι ήξερα και να τη ρωτήσω όλες τις ερωτήσεις που συνωστίζονταν στο μυαλό μου. Γιατί μου είπες ψέματα; Ποια είμαι; Αλλά δεν μπορούσα, όχι ακόμα. Δεν ήθελα να προφέρω τις λέξεις φωναχτά, δεν ήθελα να το κάνω πραγματικότητα. Δεν είχα νιώσει ποτέ κάτι παρόμοιο, προδομένη, ντροπιασμένη και τρομοκρατημένη. Αυτοί ήταν οι άντρες που είχαν κάνει κακό στη μαμά μου και στις θείες μου, που της είχαν κρατήσει παγιδευμένες για μέρες ολόκληρες. Είχα προσπαθήσει να ρίξω μια ματιά γύρω από τον αχυρώνα, αλλά ο Τέο κάθε τόσο ερχόταν για να με επιβλέψει. Φαίνεται ότι υπήρχαν δύο αχυρώνες και μερικά βοηθητικά κτίσματα. Δεν ήξερα πώς θα μπορούσα να τα ερευνήσω. Δεν είχα δει ακόμα τον Γκάβιν και δεν ήξερα αν δούλευε κάπου στο ράντσο εκείνη τη μέρα. Πέρασε ο Ράιλι, ακούμπησε τα χέρια του στο πάνω μέρος της πόρτας του στάβλου και με κοίταξε. «Είσαι εντάξει;» «Ναι, ευχαριστώ». Τοποθέτησα τα χέρια μου στο φτυάρι με τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορεί να δει τα δάχτυλά μου. Συνέχισα να δουλεύω, αλλά κρυφοκοίταξα άλλη μια φορά το πρόσωπό του. Είχαμε διαφορετική μύτη, αλλά ήμαστε και οι δύο ανοιχτόχρωμοι στο δέρμα, και τα στόματά μας ήταν ακριβώς τα ίδια, ίσως τα δικά του χείλη ήταν λίγο πιο λεπτά. Ήταν σαν να κοίταζα σε έναν παραμορφωτικό καθρέφτη όπου όλα όσα μου ήταν οικεία τώρα έμοιαζαν στρεβλωμένα. Αναρωτήθηκα αν ο αληθινός μου πατέρας είχε κι άλλα


256

CHEVY STEVENS _

παιδιά, μας φαντάστηκα να καθόμαστε ξάγρυπνοι ως αργά με μεγάλες κούπες τσάι, απορώντας με όλα τα κοινά μας στοιχεία, γελώντας με τα ίδια αστεία. Δεν ήθελα να γνωρίσω τον Ράιλι. Ήθελα να φύγω μακριά, να μην τον ξαναδώ ποτέ. «Αν χρειάζεσαι τουαλέτα, υπάρχει μία στο γραφείο του μπαμπά μου. Ή μπορείς να πας πίσω από τον αχυρώνα». Γέλασε. «Όλοι εκεί πάμε». «Εντάξει». Δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπλησιάσω το γραφείο του πατέρα του – ήταν πιο εύκολο να τον σκέφτομαι ως πατέρα του Ράιλι. Όχι δικό μου. Δεν θα ήταν ποτέ δικός μου. Συνέχισα να φτυαρίζω, αλλά ο Ράιλι δεν έφευγε. «Συγγνώμη αν σε τρομάξαμε χτες τη νύχτα», είπε. «Δεν πειράζει». «Θα πάμε σε ένα πάρτι μετά αν θέλεις να βγεις». Σταμάτησα. «Άκου, έχω αγόρι και–» «Δεν σου την πέφτω. Έχω κορίτσι». «Ποιος τη χάρη της». Άρχισα πάλι να φτυαρίζω. Εκείνος γέλασε και κοίταξε τριγύρω σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν άκουγε κανείς. «Έχουμε ένα βαρέλι μπίρα, και οι γονείς του Νόα λείπουν». Χαμήλωσε την ένταση της φωνής του. «Μην πεις τίποτα στον μπαμπά μου – θα με κάνει μαύρο στο ξύλο». Έδειχνε κάπως αμήχανος, κοκκίνισε το πρόσωπό του. Δεν ήξερα τι να πω. Ήθελα να είμαι σκληρή, ήθελα να του πω ότι δεν μου καιγόταν καρφί για τον μπαμπά του, αλλά δεν είχα το περιθώριο να εκνευρίσω τον Ράιλι, δεν ήθελα να καταλάβει ότι έτρεχε κάτι. Και η αλήθεια ήταν πως εκείνος δεν έφταιγε σε τίποτε απ’ όλα αυτά. «Ο μπαμπάς σου σε καταπιέζει;» «Ναι, θα μπορούσες να το πεις κι έτσι». Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Γονείς, τι περιμένεις; Απλώς τους υπομένεις μέχρι να σηκωθείς να φύγεις επιτέλους. Είσαι τυχερή που μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις τώρα και να πηγαίνεις οπουδήποτε. Άλλη μια χρονιά και θα την κάνω». Ώστε ήταν πιθανότατα δεκαεφτά, συνομήλικός μου, και


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

257 _

θυμήθηκα που νόμιζε πως ήμουν δεκαοχτώ. Αναρωτήθηκα πότε να είχε γεννηθεί, πόσο κοντά στην ηλικία ήμαστε στ’ αλήθεια, πώς ο μπαμπάς του είχε γνωρίσει τη μαμά του. Ποια θα ήθελε να τα φτιάξει με έναν τύπο σαν τον Μπράιαν; Δεν ήξεραν όλοι πόσο επικίνδυνοι ήταν αυτός και ο Γκάβιν; «Δεν πρέπει να μείνεις στο ράντσο να δουλέψεις;» «Αυτό θέλει να κάνω, αλλά εγώ έχω άλλα σχέδια». Σήκωσε ψηλά το πιγούνι του, το πρόσωπό του ήταν κάπως θυμωμένο, αλλά κατάλαβα ότι προσπαθούσε να παραστήσει τον σκληρό. «Λοιπόν, τι λες; Θες να βγεις απόψε και να γνωρίσεις κάποιους φίλους;» «Ευχαριστώ, ίσως μια άλλη φορά. Είμαι πολύ κουρασμένη. Είμαι κορίτσι της πόλης εγώ, ξέρεις». Χαμογέλασε. «Βρήκες κάπου να κοιμηθείς τελικά χτες;» «Ναι». Δεν θα του έλεγα πού, γιατί μπορεί να ξανακοιμόμουν εκεί το ίδιο βράδυ. Έδειξε προς τα κάτω στον λόφο, προς τον δεύτερο ιδιωτικό δρόμο. «Υπάρχει ένα ρέμα εκεί κάτω αν θες να πλυθείς. Είναι ιδιοκτησία μας, απλώς βρες τον παράδρομο μετά την οδό Ρίβερ Μπότομ προτού φτάσεις στον δικό μας δρόμο και πέρνα την πύλη. Είναι κακοτράχαλος, αλλά το αυτοκίνητό σου θα τα καταφέρει». «Ευχαριστώ». «Λοιπόν, τα λέμε». Το απόγευμα ο Τέο με έβαλε να πλύνω όλα τα τρακτέρ και τον εξοπλισμό τους, τρίβοντας τις ξεραμένες βρομιές, τα γράσα και την κοπριά. Αφού τέλειωσα, περπάτησα αργά ως το αυτοκίνητό μου, καίγοντας ολόκληρη, ιδρωμένη και εξαντλημένη – νόμισα ότι είχα τη σωματική δύναμη να το κάνω, αλλά είχα φτάσει στα όριά μου. Πεινούσα και ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω. Ο Τέο μου είχε δώσει λίγα μετρητά για τη δουλειά εκείνης της μέρας και προγραμμάτιζα να αγοράσω φαγητό το συντομότερο δυνατόν. Είχα σχεδόν φτάσει στο αυτοκίνητό μου, που ήταν ακόμα παρκαρισμένο μπροστά από το γραφείο-κοντέινερ του Μπράιαν, όταν


258

CHEVY STEVENS _

ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει δυνατά και βγήκε από το σπίτι ένα κορίτσι που φορούσε γάντια κηπουρικής. Ψηλόλιγνη, με μακριά μαύρα μαλλιά που σχημάτιζαν μπούκλες γύρω από το πρόσωπό της, φαινόταν να είναι γύρω στα δώδεκα ή στα δεκατρία. Έμοιαζε τόσο πολύ με μένα σε εκείνη την ηλικία, που δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Και εκείνη με κοίταζε παραξενεμένη. «Γεια», είπε. «Γεια». «Έχεις χαθεί;» «Όχι, εδώ δουλεύω». Με πλησίασε κάνοντας δύο βήματα, ακούμπησε σε έναν στύλο. «Πώς σε λένε;» «Σκάιλαρ. Είμαστε φίλοι με τον Ράιλι». «Δεν σε έχω ξαναδεί. Είσαστε φίλοι απ’ το σχολείο;» «Όχι, μόλις γνωριστήκαμε». Ο Μπράιαν βγήκε από το γραφείο του – αναρωτήθηκα αν μας είχε παρακολουθήσει από το πλαϊνό παράθυρο. «Μέγκαν, τέλειωσες όλες τις δουλειές σου;» Η φωνή του ήταν αυστηρή. «Όχι, μπαμπά». Ξαναμπήκε μέσα. Ο Μπράιαν μου χάρισε άλλο ένα φιλικό χαμόγελο και ένα γνέψιμο του κεφαλιού, αλλά τα μάτια του ήταν ψυχρά. Μπήκα στο αυτοκίνητό μου και έφυγα από κει πέρα.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

259 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ

Πήρα φαγητό από το μπακάλικο, ψητό κοτόπουλο και σαλάτα, φρούτα για το πρωί και μπάρες πρωτεΐνης για να με κρατήσουν όλη μέρα – χωρίς ψυγείο, δεν είχα τρόπο να διατηρήσω τα τρόφιμα φρέσκα. Επίσης αγόρασα μερικά μπουκάλια νερό – στο ράντσο αναγκαζόμουν να πίνω από το λάστιχο, με την ελπίδα ότι δεν έπινα μολυσμένο νερό από κάνα πηγάδι. Πέρασα πάλι από το μοτέλ, αλλά το αυτοκίνητο της Κρίσταλ εξακολουθούσε να μην είναι εκεί. Αν είχε κλείσει δωμάτιο τη Δευτέρα, της είχαν απομείνει μόνο μερικές μέρες. Δεν ήξερα πού να περάσω τη νύχτα – και χρειαζόμουν πραγματικά ένα ντους. Τα πόδια μου ήταν ελεεινά από όλη αυτή τη σκόνη και τα μαλλιά μου μύριζαν κοπριά. Δεν είχα δει κάποιο πάρκιγκ για φορτηγά ή κάποια δημόσια πισίνα στην πόλη. Έπειτα θυμήθηκα τον Ράιλι που είχε αναφέρει το ρέμα κοντά στο σπίτι του. Κατευθύνθηκα και πάλι προς το ράντσο και βρήκα τον χωματόδρομο που μου έλεγε. Οδήγησα αργά, το αυτοκίνητο κλότσαγε σκόνη πίσω μου. Έπρεπε να ανοίξω μια μεταλλική πόρτα, να περάσω και να την κλείσω πίσω μου. Βρήκα ένα ξέφωτο στην άκρη του ρέματος και παρκάρισα βγήκα έξω για να ρίξω μια ματιά τριγύρω. Το ρέμα ήταν ρηχό, αλλά υπήρχαν λίγες λιμνούλες πιο κάτω και κάποιος είχε ανάψει φωτιά. Διέκρινα έναν κύκλο από πέτρες με


260

CHEVY STEVENS _

μαυρισμένα ξύλα στην ακροποταμιά, αλλά δεν υπήρχαν άδεια μπουκάλια. Ήταν τρομακτικό να είμαι μόνη στη μέση του πουθενά – κοίταζα τριγύρω κάθε φορά που άκουγα και τον πιο ανεπαίσθητο θόρυβο–, αλλά τουλάχιστον δεν με έβλεπε κανείς. Ήλπιζα να μην ερχόταν ο Ράιλι εδώ να με ψάξει. Στα δεξιά του ρέματος υπήρχε μια έκταση με μικρές συστάδες δέντρων και ένα παράξενο μεγάλο δέντρο, ολομόναχο, αλλά δεν έβλεπα κανένα σπίτι. Αυτό θα ήταν ένα από τα κάτω χωράφια των Λάξτον. Κάθισα πάνω σε έναν λείο βράχο δίπλα στο ρέμα, ήταν ακόμα ζεστός απ’ τον ήλιο, και έφαγα το βραδινό μου. Αφού τέλειωσα, κάπνισα ένα από τα τσιγαριλίκια που είχα πάρει από το σπίτι της Κρίσταλ. Ένιωθα σαν χαμένη χωρίς τη μουσική μου, συνήθιζα πάντα να φοράω τα ακουστικά μου, αλλά τώρα υπήρχε ένας άλλος θόρυβος μες στο κεφάλι μου. Ανησυχούσα για την Κρίσταλ. Δεν ήξερα με ποιον τρόπο θα μπορούσα να συνεχίσω να την ψάχνω. Απ’ ό,τι φαινόταν, εκείνοι είχαν εκατοντάδες εκτάρια στην ιδιοκτησία τους και ένας Θεός ξέρει πόσα βοηθητικά κτίσματα. Έπρεπε να βρω τρόπο να το σκάσω την επόμενη μέρα. Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ζητήσω από τον Ράιλι να με ξεναγήσει στο ράντσο. Λογικά, θα ήξερε αν η οικογένειά του είχε κάποια αποθήκη. Έπρεπε απλώς να βρω έναν τρόπο να διαχειριστώ την κατάσταση χωρίς να του δημιουργήσω υποψίες. Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου τα ψυχρά μάτια του Μπράιαν και το τι είχε κάνει στη μαμά μου και στις θείες μου. Δεν ήθελα αυτές τις εικόνες στο κεφάλι μου. Πόσο πιο αληθινά φαίνονταν όλα αυτά τώρα που τον είχα συναντήσει! Ένιωθα διαλυμένη, λες και κάτι είχε σπάσει μέσα μου, αλλά δεν ήξερα πώς να συνεφέρω τον εαυτό μου. Σκέφτηκα εκείνο το κορίτσι που είχα δει και μου έμοιαζε, αναρωτήθηκα αν είχαμε κάποια κοινά, αν θα τη συμπαθούσα. Φαντάστηκα πώς θα ήταν να έχω μια μικρότερη αδερφή, και ο θυμός μού έδεσε πάλι το στομάχι κόμπο.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

261 _

Τώρα δεν θα είχα ποτέ πατέρα. Άρχισα να κλαίω γοερά και αφέθηκα, το άφησα όλο να βγει από μέσα μου ώσπου το πρόσωπό μου πονούσε και τα μάτια μου έτσουζαν. Ένιωσα άδεια και εξαντλημένη, αλλά λίγο πιο ήρεμη. Φόρεσα το μαγιό μου στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου, άφησα την πετσέτα μου στο πορτμπαγκάζ και βρήκα μια λιμνούλα στο ρέμα αρκετά βαθιά για να λούσω τα μαλλιά μου και να ξυρίσω τα πόδια μου. Θα ήταν ωραίο να κολυμπούσα, αλλά κάθισα μέσα στη λιμνούλα με την πλάτη ακουμπισμένη σε έναν βράχο και άφησα το ρεύμα να με χαϊδεύει. Μου φάνηκε ότι άκουσα ένα βουητό από τον δρόμο· σηκώθηκα και τέντωσα τα αφτιά μου. Ακούστηκε σαν φορτηγό. Βγήκα γρήγορα έξω – λίγο έλειψε να γλιστρήσω στις πέτρες που ήταν σκεπασμένες με φύκια κάτω από την επιφάνεια του νερού κοντά στην όχθη. Άκουσα μια πόρτα να κλείνει δυνατά. Ήταν άραγε ο Ράιλι; Ανηφόρισα λίγο και είδα έναν ψηλό άντρα να ακουμπάει στο αυτοκίνητό μου. Φορούσε φαρδύ τζιν παντελόνι, ένα λευκό κοντομάνικο φανελάκι και ένα μπλε καπελάκι του μπέιζμπολ με έναν κόκκινο λογότυπο. Επιβράδυνα το βήμα μου. Είχε μικρά μοχθηρά μάτια, μεγάλο στόμα με παχιά χείλη, και λίγη κοιλίτσα. Φαινόταν δυνατός. Χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας πολλά λεκιασμένα δόντια. «Εδώ είναι ιδιωτικός χώρος, ξέρεις». «Συγγνώμη. Θα φύγω». «Η Σκάιλαρ είσαι;» είπε. Πώς ήξερε το όνομά μου; «Ναι…» «Είμαι ο Γκάβιν. Κι αυτό είναι το ράντσο μου. Άκουσα ότι έχουμε μια καινούρια κοπέλα. Πώς πήγε σήμερα;» Προσπάθησα να απαντήσω, αλλά ένιωθα τη γλώσσα σαν βαρίδι μες στο στόμα μου. Αυτός ήταν λοιπόν. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί τόσο πολύ τον κίνδυνο από κάποιον. Απλωνόταν γύρω του σε κύματα, μια σκοτεινή και ψυχρή ενέργεια,


262

CHEVY STEVENS _

βρόμικη σαν γράσο μηχανής και τσιγάρο. Το χαμόγελο του Γκάβιν άρχισε να σβήνει, τα μάτια του να μισοκλείνουν. Ξεκόλλησα τη γλώσσα μου από τον ουρανίσκο μου και κατάπια, προσπαθώντας να ξαναβρώ λίγο σάλιο. «Καλά, ευχαριστώ». Έτρεμα ολόκληρη, με τα χέρια σταυρωμένα γύρω από το κορμί μου, προσπαθώντας να κρύψω οτιδήποτε θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει. Μισούσα τον τρόπο που με κοίταζε, με τα βλέφαρα μεσίστια, το κεφάλι του ελαφρά γερμένο και αυτό το παράξενο μειδίαμα στο στόμα του. Πήρε την πετσέτα μου και την έτεινε προς το μέρος μου. «Έλα λοιπόν, πρέπει να κρυώνεις». Δεν ήξερα τι να κάνω. Θα προσπαθούσε άραγε να με αρπάξει αν πλησίαζα αρκετά για να πάρω την πετσέτα; Σκέφτηκα το μαχαίρι κάτω από το μπροστινό μου κάθισμα, κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν το είχα πάρει μαζί μου κάτω στο ρέμα. Δεν μπορούσα να φτάσω στο αυτοκίνητο χωρίς να τον προσπεράσω. Ανηφόρισα προς το μέρος του, αργά. Εκείνος μου έτεινε την πετσέτα και μου χάρισε ένα φιλικό χαμόγελο. Τεντώθηκα να την πιάσω, έτοιμη να τρέξω αν έκανε την παραμικρή κίνηση, αλλά εκείνος έμεινε ακίνητος. Πήρα την πετσέτα και την τύλιξα γύρω μου – ευχόμουν να ήταν μια πετσέτα θαλάσσης και όχι μια μικρή λευκή πετσέτα από το μοτέλ. Έφτασα στην πλευρά του συνοδηγού στο αυτοκίνητό μου. Κρατούσε μια μπίρα στο χέρι του. «Θέλεις μία;» «Όχι, ευχαριστώ». Έβγαλε ένα κόκκινο πακέτο με τσιγάρα από την μπροστινή του τσέπη, άναψε ένα, με το κεφάλι του γερμένο στο πλάι. Για ένα δευτερόλεπτο φάνηκε σαν να κοιτάζει τα πόδια μου, αλλά μετά απέστρεψε το βλέμμα. Ένα ρίγος μού διαπέρασε το κρανίο. «Ο Ράιλι είπε ότι κοιμάσαι στο αυτοκίνητό σου». Κοίταξε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου, είδε για μια στιγμή την κουβέρτα που είχα απλώσει. «Μου είπε επίσης ότι σου είπε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

263 _

πως μπορείς να πλένεσαι εδώ κάτω μετά τη δουλειά». Ώστε έτσι έμαθε ο Γκάβιν ότι ήμουν εδώ. Γιατί το είχε πει ο Ράιλι στον θείο του; Ήταν άραγε παγίδα; Ένιωσα μια έκρηξη θυμού για την ανοησία μου. «Θα φύγω». Εκείνος πήρε το τσιγαριλίκι που είχα αφήσει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου μου και μου έσκασε ένα τρομακτικό χαμόγελο. «Ξέρεις κάτι; Θα σ’ αφήσω να μείνεις αν καπνίσεις ένα τσιγαριλίκι μαζί μου». Δεν ήθελα να καπνίσω το παραμικρό μαζί του, αλλά είχε όλη εκείνη τη θυμωμένη ενέργεια. Αν τολμούσα να πω όχι, θα φρικάριζε. Φαντάστηκα τα μεγάλα του χέρια να με χτυπούν στο πρόσωπο, σε όλο μου το κορμί, με το πρόσωπό του να συσπάται από τη μανία. «Εντάξει». Επέστρεψε στο φορτηγό του. Εγώ άνοιξα γρήγορα την πόρτα του αυτοκινήτου μου και φόρεσα όπως όπως το μπλουζάκι μου, άρπαξα τη βερμούδα μου και τη φόρεσα με μια κίνηση στο πίσω κάθισμα. Τον έβλεπα να κάθεται στη θέση του συνοδηγού στο φορτηγό του, με το ντουλαπάκι ανοιχτό. Έστριβε ένα τσιγαριλίκι, όμως κοίταζε διαρκώς προς το μέρος μου. Όταν έστρεψε αλλού το βλέμμα του, ξαναμπήκα στο αυτοκίνητό μου, έψαξα ψηλαφητά κάτω από το κάθισμα του οδηγού και έβαλα το μαχαίρι στην τσέπη μου. Το μπικίνι μου ήταν ακόμα βρεγμένο κάτω από τα ρούχα μου, μουσκεύοντας την μπλούζα μου. Τύλιξα την πετσέτα γύρω μου. Κοίταξα τριγύρω. Κανείς δεν μπορούσε να με δει· και κανείς δεν ήξερε ότι ήμουν εκεί. Κι εγώ είχα σκεφτεί ότι αυτό ήταν συνώνυμο της ασφάλειας. Ανοησία μου. Ο Γκάβιν έκλεισε πάλι το ντουλαπάκι του, έσκυψε για να ανοίξει το ραδιόφωνο. Έψαξε μερικούς σταθμούς. Μουσική κάντρι γέμισε τον αέρα. Άφησε την πόρτα του συνοδηγού ανοιχτή και περπάτησε πάλι προς το μέρος μου, βγάζοντας τη γλώσσα του για να γλείψει την άκρη στο τσιγαριλίκι. Σήκωσε το βλέμμα και


264

CHEVY STEVENS _

συνάντησε τα μάτια μου. Εγώ απέστρεψα το βλέμμα μου. Ήρθε στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου και κάθισε πάνω στο καπό. «Έλα τώρα, μην ντρέπεσαι». Έκανα δύο βήματα προς το μέρος του, αλλά άφησα μια απόσταση λίγων εκατοστών μεταξύ μας. Αν προσπαθούσε να με πιάσει, θα έπρεπε άραγε να τρέξω προς το δάσος ή προς το αυτοκίνητό μου; Έπρεπε να έχω αφήσει την πόρτα ανοιχτή. Άγγιξα με τα ακροδάχτυλα το μαχαίρι στην τσέπη μου, η αίσθηση από το κρύο μέταλλο ήταν ανακουφιστική. Εκείνος άναψε το τσιγαριλίκι και τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά, έπειτα το πέρασε σε μένα. Με κοίταξε επίμονα καθώς το στόμα μου κύκλωνε την άκρη του. Χαμήλωσα το βλέμμα στο τέλος της ρουφηξιάς και του το ξανάδωσα. «Ο Μπράιαν λέει ότι είσαι δεκαοχτώ», είπε. «Ναι». «Σε περιμένει κάποιο αγόρι στο Ρέβελστοουκ;» Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά, βήχοντας με τον καπνό. Έγνεψα καταφατικά. «Δεν θα ’ναι και πολύ καλό αγόρι αν σ’ αφήνει εδώ έξω μόνη σου». Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Αχ, η νεολαία σήμερα, ο Ράιλι κι αυτός ο βλαμμένος ο Νόα που όλο βγαίνει μαζί του δεν ξέρουν πώς να φερθούν σ’ ένα κορίτσι». Μου πέρασε το τσιγαριλίκι. Παρατήρησα τα χέρια του, πόσο μεγάλα ήταν, τη βρομιά κάτω από τα κιτρινισμένα του νύχια. Δεν είπα τίποτα, απλώς τράβηξα μια ρουφηξιά, αλλά όχι πολύ μεγάλη – δεν ήθελα να φτιαχτώ τόσο πολύ. Ήταν ανάγκη να είμαι σε εγρήγορση, σε περίπτωση που έπρεπε να το βάλω στα πόδια. «Αν κρυώνεις ή φοβάσαι εδώ κάτω, έλα πάνω στο σπίτι και χτύπα μου, εντάξει; Έχω έναν καναπέ». Καλύτερα να αυτοπυρποληθώ παρά να κοιμηθώ στο σπίτι σου. «Ευχαριστώ, θα κοιμηθώ στο αυτοκίνητό μου». «Έχεις προβλήματα με τους δικούς σου;» «Είμαστε σε επαφή. Η μαμά μου ανησυχεί αν δεν μιλάμε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

265 _

κάθε μέρα». Με κοίταξε εξεταστικά. «Είμαι σίγουρος». Ήθελα να φύγει, αλλά δεν ήξερα τι να πω. «Ο Ράιλι είπε ότι μπορεί να έρθει αργότερα να κάνετε παρέα. Και ο Νόα μαζί». Ήταν μπλόφα – μπορεί να ήξερε ήδη ότι ο Ράιλι θα έκανε κάτι άλλο απόψε. «Να προσέχεις μ’ αυτούς τους δυο. Μια κουκλίτσα σαν εσένα δεν θα ’πρεπε να μένει μόνη μαζί τους». «Θα προσέχω». Το βλέμμα του γλίστρησε προς τα κάτω και στάθηκε κάπου στα στήθη μου καθώς ρούφαγε το τσιγαριλίκι. Χτύπησε το τηλέφωνο στην τσέπη του. Το έβγαλε και κοίταξε την οθόνη· το πιγούνι του σφιγγόταν. Απάντησε. «Τι στον διάολο θέλεις…;» Άκουσε με θυμωμένο ύφος. «Κάνε ό,τι νομίζεις λοιπόν… Καλά, καλά…» Έκλεισε, ξανάβαλε το κινητό μες στην τσέπη του, σηκώθηκε όρθιος και μου έδωσε το τσιγαριλίκι. «Θα πρέπει να το τελειώσεις μόνη σου. Ο αδερφός μου με χρειάζεται στο ράντσο – έσπασε ένας σωλήνας στον αχυρώνα». Ήθελα να κλάψω, ένιωσα τόση ανακούφιση, ευχαριστούσα από μέσα μου τον Θεό και οποιονδήποτε άλλο με προστάτευε. Θα έφευγα από αυτό το μέρος και δεν θα ξαναρχόμουν ποτέ. Μου έσκασε ένα τελευταίο χαμόγελο. «Και μην ξεχνάς, η πόρτα μου είναι πάντα ανοιχτή». «Εντάξει». Προχώρησε προς το φορτηγό του. Το ντουλαπάκι είχε ανοίξει πάλι μόνο του. Έκανε μια κίνηση να το κλείσει, αλλά κάτι γλίστρησε έξω και έπεσε στο πάτωμα του αυτοκινήτου. Το σήκωσε και μέσα στο αμυδρό φως έπιασα τη λάμψη ενός ανοιχτού γαλάζιου πακέτου από τσιγάρα, έμοιαζε με Player’s Light, KING SIZE. Ήταν η μάρκα της Κρίσταλ. Ξαναμπήκε στο φορτηγό του και έφυγε, αποχαιρετώντας με από το παράθυρο. Μόλις έπαψα να ακούω το φορτηγό, μπήκα στο αυτοκίνητό μου και οδήγησα γρήγορα προς την πόλη.


266

CHEVY STEVENS _

Παρκάρισα πάλι πίσω από το σχολείο, έβγαλα τα βρεγμένα μου ρούχα και έβαλα την αθλητική μου φόρμα και το φούτερ μου· ζάρωσα σαν μπάλα, αλλά έτρεμα ακόμα. Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου εκείνο το πακέτο από τσιγάρα – δεν ήξερα κανέναν άλλο να καπνίζει KING SIZE τσιγάρα, και το δικό του πακέτο ήταν κόκκινο. Δεν μπορούσα να φύγω ακόμα. Έπρεπε να βρω τρόπο να ψάξω μες στο σπίτι του. Αποφάσισα να δώσω στον εαυτό μου άλλη μία μέρα. Αν δεν κατάφερνα τίποτα, θα τηλεφωνούσα στη μαμά και θα έφευγα από την πόλη. Το επόμενο πρωί καθάρισα πάλι τον αχυρώνα, έπειτα ο Τέο με έβαλε να κουβαλήσω πέτρες στα μαντριά των αλόγων. Ήταν μια δουλειά που μου διέλυσε την πλάτη, να σκύβω και να σηκώνω, να ρίχνω τις πέτρες μέσα στο καροτσάκι, έπειτα να τις βγάζω και να τις στοιβάζω σε έναν σωρό πίσω από τον αχυρώνα. Τα χέρια μου είχαν σκάσει τόσο πολύ, που νόμιζα ότι θα ανοίξει το δέρμα μου, και τα νύχια μου είχαν κοπεί και είχαν σπάσει. Ποτέ άλλοτε δεν είχα εκτιμήσει τόσο πολύ τη δουλειά μου στο γυμναστήριο. Θέλησα να τα παρατήσω ένα εκατομμύριο φορές, αλλά περίμενα να μου δοθεί η ευκαιρία που αναζητούσα. Δεν είχα δει τον Ράιλι όλη μέρα και άρχισα να ανησυχώ ότι δεν θα μπορούσε να με ξεναγήσει και να τον ρωτήσω για τις αποθήκες. Έπρεπε πάση θυσία να βρω τρόπο να πάω στο σπίτι του Γκάβιν. Μου έριχνε τρομακτικά βλέμματα όλη μέρα και κάθε τόσο έμπαινε στον αχυρώνα ή ερχόταν στο μαντρί, αν και δεν νομίζω ότι χρειαζόταν να είναι παρών. «Είσαι εντάξει;» με ρωτούσε κάθε φορά. «Καλά είμαι, ευχαριστώ», έλεγα ανακουφισμένη όταν έφευγε. Μια φορά ακούμπησε στον φράχτη του μαντριού, άναψε τσιγάρο και το κάπνισε αργά καθώς με παρακολουθούσε. «Πολλή ζέστη σήμερα». «Ναι». Προσπάθησα να σταθώ με τρόπο που να μην μπορεί να δει τον πισινό μου όταν έσκυβα μπροστά, αλλά


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

267 _

εξακολουθούσα να νιώθω το βλέμμα του κολλημένο πάνω μου. «Λοιπόν, ας πάω κι εγώ να κάνω τις δουλειές μου», είπε και με άφησε επιτέλους ήσυχη. Γύρω στις τρεις το μεσημέρι βγήκε μια γυναίκα απ’ το κυρίως σπίτι μαζί με το κοριτσάκι που μου έμοιαζε. Μπήκαν σε ένα φορτηγό και έφυγαν. Το κορίτσι μού έριξε ένα παράξενο βλέμμα καθώς περνούσαν και μετά με χαιρέτησε. Της ανταπέδωσα τον χαιρετισμό· το πρόσωπό μου κοκκίνισε. Άραγε παρατήρησε ότι μοιάζαμε; Τρύπωσα πίσω από τον αχυρώνα για να κάνω την ανάγκη μου και έμεινα έκπληκτη όταν άκουσα τη φωνή του Γκάβιν κοντά μου, ώσπου συνειδητοποίησα ότι ήταν στο δωμάτιο με τις ταΐστρες και μιλούσε στον Τέο. «Πώς πήγε το ραντεβού σου;» είπε ο Τέο. «Ούτε που εμφανίστηκε η σκύλα», είπε ο Γκάβιν. «Μωρέ, άσ’ τη να πάει στον διάολο», είπε ο Τέο. «Δίκιο έχεις». Ο Γκάβιν γελούσε – αλλά πολύ δυνατά, λες και κάτι ήταν αστείο μόνο για εκείνον, ένα δικό του, προσωπικό αστείο. Ο Τέο γελούσε επίσης, αλλά καταλάβαινες ότι δεν ήξερε ουσιαστικά τι ήταν πια τόσο αστείο. Ο Γκάβιν έμοιαζε ο τύπος του άντρα που θα καμάρωνε, όχι εκείνος που θα παραδεχόταν πως κάποιος τον είχε στήσει. Έλεγε ψέματα προφανώς. Ποια να εννοούσε άραγε; Ήλπιζα ο Γκάβιν να αποκάλυπτε κι άλλα στοιχεία, μα άρχισαν να μιλάνε για το ράντσο και για το ότι είχε χαλάσει ένα από τα τρακτέρ. «Θα του ρίξω μια ματιά απόψε», είπε ο Γκάβιν, έπειτα είπε στον Τέο να πάει να δει τι κάνει ο Μπράιαν, με εκείνο τον θυμωμένο τόνο να επιστρέφει στη φωνή του. Περίμενα πίσω από τον αχυρώνα, κρυφοκοιτάζοντας από τη γωνία, και τον είδα να προχωράει προς το κυρίως σπίτι. Θα ήταν απασχολημένος απόψε λοιπόν. Μπορεί να ήταν η μοναδική μου ευκαιρία, αλλά έπρεπε να βεβαιωθώ. Όταν τελείωσα στις πέντε, έπλυνα τα χέρια μου στο λάστιχο, μορφάζοντας από τον πόνο όταν το νερό κέντριζε τις φουσκάλες μου· έπειτα πληρώθηκα από τον Τέο.


268

CHEVY STEVENS _

«Άκουσα ότι χάλασε το τρακτέρ», είπα, προσπαθώντας να μιλήσω φυσικά, σαν να κουβέντιαζα μαζί του έτσι απλά. «Ναι, ο Γκάβιν θα πάει τώρα να το δει. Θα προσπαθήσει να το φτιάξει». «Καλά, τα λέμε το πρωί».

Πέθαινα στην πείνα, αλλά δεν ήθελα να σπαταλήσω χρόνο για να πάω ως την πόλη και να πάρω κάτι να φάω. Δεν είχα ιδέα πόση ώρα θα έλειπε ο Γκάβιν· και έπρεπε να βιαστώ. Έφυγα από το ράντσο και κατηφόρισα στον ιδιωτικό δρόμο, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόμουν τι να κάνω. Να παρκάρω στο ρέμα και να ανέβω απ’ το χωράφι; Θα μου έπαιρνε μάλλον πάνω από δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια. Όταν βγήκα στον δρόμο, έστριψα δεξιά αλλά οδήγησα αργά, αναζητώντας πιθανούς παράδρομους κοντά στο ράντσο, όπου θα μπορούσα να παρκάρω. Εντόπισα έναν χωματόδρομο περίπου δεκαπέντε μέτρα πιο κάτω. Βγήκα από τον κεντρικό δρόμο προς τον μικρότερο, συνέχισα για ελάχιστα μέτρα και παρκάρισα στην άκρη. Δεν φαινόταν για ιδιωτικός δρόμος, τουλάχιστον δεν είχε γραμματοκιβώτιο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν σκόπευα να μείνω εκεί για πολύ. Καθώς κατηφόριζα με τα πόδια στον δεύτερο δρόμο προς το σπίτι του Γκάβιν, διέκρινα το κυρίως σπίτι στην κορυφή του λόφου. Είχε ακόμα πολλή ζέστη, ο αέρας μύριζε ξερό χορτάρι και σκόνη. Κοίταξα τριγύρω με αγωνία, ανησυχώντας μήπως ερχόταν ο Γκάβιν ή μήπως με έβλεπε κάποιος άλλος από το σπίτι ή από τον δρόμο. Τελικά έφτασα από τη στροφή στον ιδιωτικό δρόμο και είδα το δεύτερο σπίτι. Ήταν μικρότερο από το κυρίως σπίτι, πιο απλό, κάπως σαν κουτί. Ήταν σαφές ότι εκεί ζούσε μόνος του ένας άντρας, χωρίς καρέκλες ή λουλούδια ή οτιδήποτε άλλο στην μπροστινή βεράντα, μόνο μια στοίβα από άδεια μπουκάλια μπίρας. Ακουγόταν μουσική κάντρι, σαν να είχε αφήσει το ράδιο ανοιχτό μέσα. Ήταν κάπως δυνατά, πράγμα παράξενο, αν σκεφτεί κανείς ότι εκείνος δεν ήταν καν στο σπίτι.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

269 _

Διέκρινα ένα μεγάλο κτίριο λίγο πίσω από το σπίτι – ίσως ένα μαγαζί ή ένα γκαράζ. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Στην πρόσοψη είχε δύο ψηλές πόρτες με ρολά που δεν μπορούσα να ανεβάσω, και η πλαϊνή πόρτα ήταν κλειδωμένη. Πήγα στην πίσω πλευρά, ανέβηκα σε ένα κιβώτιο, έπειτα στάθηκα όρθια πάνω σε ένα μεταλλικό βαρέλι και κοίταξα μέσα από ένα βρόμικο παράθυρο. Φαινόταν να υπήρχε ένα αυτοκίνητο σκεπασμένο με μουσαμά, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω χρώμα, δεν μπορούσα καν να καταλάβω το μέγεθός του. Κατέβηκα από το βαρέλι, κοίταξα προς το σπίτι. Αναρωτιόμουν αν ήταν κλειδωμένο. Πόση ώρα θα του έπαιρνε να επισκευάσει ένα τρακτέρ; Έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτική – μπορεί να μην τον άκουγα να ανηφορίζει τον δρόμο λόγω του ραδιόφωνου. Προχώρησα προς το πίσω μέρος, υποθέτοντας ότι θα ήταν πιο ασφαλές να βρω μια πίσω πόρτα σε περίπτωση που έπρεπε να το βάλω στα πόδια. Κοίταξα πάλι κάτω στον δρόμο, τέντωσα τα αφτιά μου. Δεν άκουγα τίποτα, μόνο τη μουσική κάντρι, ακόμα πιο δυνατά τώρα που ήμουν πιο κοντά στο σπίτι. Ανέβηκα κρυφά στη βεράντα και προσευχόμουν σαν τρελή να μην έχει σκύλο. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη, αλλά παρατήρησα ότι ένα παράθυρο δίπλα της ήταν λίγο ανοιχτό, η κουρτίνα του ανέμιζε στο αεράκι. Κρυφοκοίταξα μέσα. Έμοιαζε με μπάνιο. Σήκωσα το συρόμενο παράθυρο μέχρι πάνω. Ήταν σκληρό και έπρεπε να προσπαθήσω πολύ, τα χέρια μου γέμισαν σχίζες από το παλιό ξύλο. Σκαρφάλωσα και μπήκα μέσα, πρώτα με τα πόδια, και προσγειώθηκα στο μπάνιο του Γκάβιν. Ήταν μεγάλο, η λεκάνη λεκιασμένη, το πλακάκι στο πάτωμα άθλιο, σαν να μην είχε σφουγγαριστεί ποτέ. Η οδοντόβουρτσά του ήταν πάνω στον πάγκο, οι τρίχες της τελείως επίπεδες και η λαβή πασαλειμμένη με ξεραμένη οδοντόπαστα, η οποία σκέπαζε και τον νιπτήρα. Ένα ξυραφάκι ήταν ακουμπισμένο στο πλάι, μικρές τρίχες σκόρπιες πάνω σε ολόκληρο τον πάγκο. Τρύπωσα μες στην κουζίνα, άνοιξα κάτι που έμοιαζε με πόρτα ντουλάπας κάτω από τη σκάλα, δίπλα ακριβώς από το


270

CHEVY STEVENS _

τραπέζι της κουζίνας. Ήταν μια αποθηκούλα, αρκετά μεγάλη για να περπατάς και να μετακινείσαι εκεί μέσα. Το σπίτι ήταν ένας ενιαίος χώρος –ένα σημάδι στο πάτωμα και στο ταβάνι μαρτυρούσε το σημείο όπου άλλοτε υπήρχε ένας τοίχος–, κι έτσι μπορούσα να δω το καθιστικό. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, αλλά είχε μια μεγάλη τηλεόραση. Ο καναπές του ήταν βαθουλωμένος, μια κουβέρτα ήταν πεσμένη δίπλα του και ένας ανεμιστήρας βούιζε από μια γωνιά. Το τραπεζάκι του σαλονιού ήταν παλιό, είχε ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα, δεν υπήρχε ίχνος κραγιόν σε κάποιο απ’ αυτά, και μια χούφτα περιοδικά για το κυνήγι απλωμένα έναν γύρο. Κρυφοκοίταξα από το παραθυράκι στην μπροστινή πόρτα για να δω μήπως ερχόταν το φορτηγό του Γκάβιν. Όταν έκανα πάλι μεταβολή, παρατήρησα μερικά σκαλιά προς τα κάτω και επίσης άλλη μια πόρτα. Άραγε οδηγούσε σε κάποιο υπόγειο; Την άνοιξα, κοίταξα κάτω στις σκοτεινές σκάλες. Στάθηκα στην κορυφή τους και φώναξα: «Κρίσταλ;» Καμία απάντηση. Άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες, κρατώντας προσεκτικά την κουπαστή, με κάθε σκαλοπάτι να τρίζει και την ανάσα μου σφιγμένη μες στον λαιμό μου. Βρήκα ένα φως στον τοίχο, το άναψα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο κιβώτια, παλιά ποδήλατα, εργαλεία, σακούλες απορριμμάτων γεμάτες με κάθε είδους πράγματα, εξοπλισμό κάμπιγκ. «Κρίσταλ;» Δεν καταλάβαινα πώς θα μπορούσε να είναι κανείς εδώ κάτω, αλλά προσπάθησα να περιπλανηθώ λίγο, στριμώχνοντας το κορμί μου ανάμεσα σε πράγματα, ρίχνοντας σχεδόν μια στοίβα από κιβώτια. Δεν είδα άλλα δωμάτια. Ανέβηκα πάλι τις σκάλες. Η μουσική κάντρι ήταν ακόμα πιο δυνατή μέσα στο σπίτι. Άραγε εκείνος προσπαθούσε να κρύψει κάτι; Ακουγόταν σαν να ερχόταν από τον επάνω όροφο. Ανέβηκα τις σκάλες και άνοιγα σπρώχνοντας τις πόρτες στα υπνοδωμάτια, φωνάζοντας το όνομα της Κρίσταλ. Είχε πιο πολλή ζέστη πάνω, το πρόσωπό μου έσταζε από τον ιδρώτα, και ο αέρας


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

271 _

μύριζε αποχέτευση και σάπιο φαγητό. Ένα από τα δωμάτια ήταν άδειο, το άλλο είχε ένα πιο παλιό κρεβάτι, με μια κουβέρτα σε σχέδιο παραλλαγής ριγμένη πάνω του και μια κυνηγετική αφίσα πάνω από το κρεβάτι. Δεν φαινόταν να χρησιμοποιείται συχνά. Υπήρχε άλλο ένα δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου. Μήπως αυτό ήταν το κυρίως υπνοδωμάτιο; Περπάτησα στον διάδρομο, προσπάθησα να γυρίσω το πόμολο της πόρτας, αλλά ήταν κλειδωμένη. Σίγουρα ο Γκάβιν έκρυβε κάτι. «Κρίσταλ;» Δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα πέρα από τον ήχο του ραδιόφωνου, που ερχόταν μέσα από εκείνο το δωμάτιο. Πώς θα μπορούσα να ανοίξω την πόρτα; Παρατήρησα το πόμολο. Αν έβρισκα ένα σφυρί, ίσως να μπορούσα να το σπάσω – θα καταλάβαινε ότι κάποιος είχε μπει στο σπίτι του, αλλά έπρεπε να μπω σε εκείνο το δωμάτιο. Περπάτησα πάλι στον διάδρομο –θα έψαχνα για σφυρί κάτω– και ήμουν σχεδόν στην κορυφή της σκάλας όταν άκουσα κάτι σαν πόρτα φορτηγού που κλείνει δυνατά. Έτρεξα στον ξενώνα, κοίταξα έξω από το παράθυρο, που ήταν στην πρόσοψη του σπιτιού, και ίσα που μπόρεσα να διακρίνω την πίσω άκρη ενός αγροτικού κάτω από το υπόστεγο. Δεν τον είχα ακούσει, λόγω του ραδιόφωνου. Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και έπεσα σχεδόν σε ένα ζευγάρι μπότες εργασίας στη βάση της. Έπρεπε να φτάσω ως την κουζίνα και να βγω έξω από την πίσω πόρτα – όχι, δεν είχα χρόνο. Άκουγα ήδη την μπροστινή πόρτα να ανοίγει. Άρπαξα το πόμολο από την πόρτα της αποθηκούλας και τρύπωσα βιαστικά εκεί μέσα, κλείνοντας την πόρτα απαλά πίσω μου. Έμεινα ακίνητη, φοβόμουν να κάνω οποιαδήποτε κίνηση και προσπαθούσα να κρατήσω την ανάσα μου. Η πόρτα είχε καφασωτό μπροστά, κι έτσι μπορούσα να βλέπω έξω. Ίσως να ήρθε στο σπίτι γιατί ξέχασε κάτι. Περίμενα, ακούγοντας τις μπότες του στην κουζίνα. Διέκρινα τη σκιά του να πηγαινοέρχεται. Μιλούσε στο τηλέφωνο, ακουγόταν σαν να παράγγελνε ανταλλακτικά. Άρα μάλλον είχε τελειώσει με τη


272

CHEVY STEVENS _

δουλειά του στο τρακτέρ γι’ απόψε. Σύρθηκα προς τα πίσω κατά λίγα εκατοστά, ακούμπησα τα πέλματά μου κάτω απαλά, προσευχήθηκα να μην τρίξουν οι σανίδες του πατώματος και ζάρωσα σκυφτή. Φοβόμουν να μετακινηθώ μέσα στην ντουλάπα, μήπως σκόνταφτα πάνω σε κάτι. Από την πόρτα περνούσε λίγο φως και τα μάτια μου άρχισαν να συνηθίζουν. Υπήρχαν μερικές κονσέρβες στο ράφι δίπλα μου. Πήρα μία για όπλο και έβγαλα τον σουγιά από την τσέπη μου· το χέρι μου ήταν έτοιμο πάνω στο κουμπί που άνοιγε τη λεπίδα. Τώρα άκουγα κατσαρόλες να κουδουνίζουν, την πόρτα ενός ψυγείου να κλείνει, έπειτα κάτι σαν τσιτσίρισμα. Το άρωμα κρέατος και κρεμμυδιού που μαγειρεύονταν γέμισε την ντουλάπα. Ντουλάπια που άνοιγαν, πράγματα που άλλαζαν θέση. Έπειτα μια καρέκλα να σέρνεται καθώς την τραβούσε έξω, το σώμα του να κάθεται. Συνειδητοποίησα ότι καθόταν ακριβώς μπροστά από την πόρτα της ντουλάπας, διέκρινα ένα μέρος του ώμου του. Κράτησα την ανάσα μου και έτρεμα από τον φόβο μήπως αντιληφθεί την παρουσία μου. Έφαγε για περίπου πέντε λεπτά, ξύνοντας το πιρούνι και το μαχαίρι του δυνατά στο πιάτο, σαν να έτρωγε βιαστικά, και έπειτα σηκώθηκε. Άκουσα νερό να τρέχει σαν να ξέπλενε το πιάτο του. Δεν είχε κλείσει ακόμα τη μουσική, και μου έκανε εντύπωση που δεν τον ενοχλούσε ο θόρυβος. Άκουσα μπότες να ανεβαίνουν τις σκάλες, ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Είχα άραγε αρκετό χρόνο για να το σκάσω; Δοκίμασα να ανοίξω την πόρτα της ντουλάπας και συνειδητοποίησα ότι κάτι ήταν μπροστά της. Μήπως η καρέκλα του από το τραπέζι; Είχε σφηνώσει κάτω από το πόμολο της πόρτας. Προσπάθησα να ανοίξω την πόρτα σπρώχνοντας, αλλά τη μετακίνησα μόνο λίγα εκατοστά. Έβγαλα το χέρι μου, προσπάθησα να σπρώξω την καρέκλα μακριά, όμως δεν ήμουν σε καλή γωνία. Έπρεπε να σπρώξω δυνατά, αλλά αυτό θα έκανε θόρυβο και ο Γκάβιν μπορεί να με άκουγε. Αν με έβρισκε στην κουζίνα, θα μπορούσα να του ξεφύγω; Ήταν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

273 _

ψηλός και δυνατός. Το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να περιμένω μέχρι το επόμενο πρωί που θα πήγαινε στη δουλειά. Η μουσική από τον επάνω όροφο σταμάτησε, προς μεγάλη μου έκπληξη. Τέντωσα τα αφτιά μου, αλλά δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα. Δεν τον άκουγα για λίγο, έπειτα άκουσα τα βήματά του να κατεβαίνουν πάλι και να διασχίζουν την κουζίνα. Άνοιξε την τηλεόραση και άρχισα να μυρίζω καπνό από τσιγάρο. Ήθελα απελπιστικά να κατουρήσω και δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Τραβήχτηκα πίσω, ακόμα πιο κοντά στη γωνία, κατέβασα αργά το φερμουάρ στο τζιν σορτσάκι μου και κατούρησα στο πάτωμα, ελπίζοντας να απορροφήσει το ξύλο τα ούρα και να μην κυλήσουν έξω. Έκανε ζέστη μες στην ντουλάπα, ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπο και στην πλάτη μου και διψούσα σαν τρελή. Ώρες αργότερα η τηλεόραση ήταν ακόμα αναμμένη, αλλά τον άκουγα να ροχαλίζει στον καναπέ. Έμεινα ξύπνια μες στην ντουλάπα, μετρώντας την κάθε στιγμή, τον κάθε χτύπο της καρδιάς μου. Τα πόδια μου πάθαιναν κράμπες, η πλάτη μου πονούσε. Ήθελα να τεντωθώ, αλλά δεν μπορούσα να το ρισκάρω και να προκαλέσω κάποιο θόρυβο. Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου το δωμάτιο στον επάνω όροφο, τη μυρωδιά. Μήπως ήταν η Κρίσταλ παγιδευμένη εκεί μέσα; Ήταν άραγε καλά; Τελικά αποκοιμήθηκα, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο γόνατό μου, αλλά ξυπνούσα κάθε τόσο, φοβόμουν να αποκοιμηθώ τελείως σε περίπτωση που έπεφτα. Το πρωί τον άκουσα να σηκώνεται, να τις αμολάει και να πηγαίνει στο μπάνιο. Τον άκουσα να κατουράει, έπειτα άκουσα να τρέχει νερό από το ντους. Δεν πήγε πάνω για να ντυθεί. Ίσως φόρεσε τα ίδια ρούχα, πράγμα αηδιαστικό, αλλά τα πάντα πάνω σε αυτόν τον άντρα ήταν αποκρουστικά. Τώρα ήταν στην κουζίνα, η μυρωδιά από καφέ και αβγά και φρυγανισμένο ψωμί έμπαινε μες στην ντουλάπα μου. Το στομάχι μου γουργούρισε – ήλπιζα να μην τον άκουσε αυτό. Κάθισε στο τραπέζι να πάρει το πρωινό του, και είπα από μέσα μου μια προσευχή όταν σηκώθηκε και έσπρωξε την


274

CHEVY STEVENS _

καρέκλα προς το τραπέζι αυτή τη φορά. Τον είδα να ξύνει κάτι πάνω σε ένα πιάτο, έπειτα έκανε μεταβολή και τον άκουσα να ανεβαίνει τις σκάλες. Τινάχτηκα από το σοκ και αμέσως μετά ένιωσα φόβο. Είχα δίκιο. Πρέπει να είχε την Κρίσταλ κλειδωμένη σε εκείνο το δωμάτιο. Λίγα λεπτά αργότερα η μουσική κάντρι ξανάρχισε. Εκείνος ξανακατέβηκε, ακούστηκε σαν να πέταξε το πιάτο μες στον νεροχύτη και βγήκε από το δωμάτιο. Και πάλι δυσκολευόμουν να ακούσω, αλλά νόμισα ότι τον άκουσα να βάζει μπρος το φορτηγό του. Περίμενα περίπου δέκα λεπτά ακόμα, έπειτα άνοιξα την πόρτα σπρώχνοντας αργά, τέντωσα τα αφτιά μου. Δεν μπόρεσα να ακούσω οτιδήποτε άλλο εκτός από τη μουσική. Σύρθηκα έξω, κοίταξα τριγύρω προσεκτικά, έπειτα πήγα ως το παράθυρο του καθιστικού και κρυφοκοίταξα έξω πίσω από την κουρτίνα. Δεν είδα το φορτηγό του παρκαρισμένο μπροστά. Έτρεξα στο μπάνιο του, ίσα που πρόλαβα να φτάσω ως τη λεκάνη, και θέλησα να βγάλω μια κραυγή ανακούφισης καθώς άδειαζα την ουροδόχο κύστη μου. Όταν τελείωσα, βγήκα έξω νυχοπατώντας, κοιτάζοντας τριγύρω μήπως εκείνος ερχόταν πάλι στο σπίτι, έπειτα ανέβηκα τις σκάλες. Έφτασα στην κορυφή, προχώρησα στον διάδρομο, ένιωθα τον σφυγμό μου να χτυπάει δυνατά μες στον λαιμό μου, το στόμα μου στεγνό. Έφτασα σχεδόν. Δοκίμασα το πόμολο: πάλι κλειδωμένο. Χτύπησα δυνατά την πόρτα με το πλάι της γροθιάς μου και φώναξα: «Κρίσταλ;» Νόμισα ότι άκουσα κάτι, έναν πνιχτό θόρυβο, αλλά η μουσική ήταν πολύ δυνατά για να είμαι βέβαιη. Επίσης ακουγόταν σαν να δούλευε ένας ανεμιστήρας μες στο δωμάτιο. Έπρεπε να ανοίξω την πόρτα, αλλά και πάλι χρειαζόμουν ένα εργαλείο για να σπάσω το πόμολο. Ήμουν στη μέση της σκάλας όταν την άκουσα. Ήταν η μπροστινή πόρτα που έκλεινε δυνατά. Έμεινα σαν μαρμαρωμένη στις σκάλες. Ο Γκάβιν ήταν απέξω όλη αυτή την ώρα; Τι έπρεπε να κάνω; Ερχόταν πάνω ή απλώς πήγαινε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

275 _

στην κουζίνα; Έκανα μεταβολή, προσπάθησα να ανέβω πάλι τα σκαλοπάτια με όσο το δυνατόν πιο γρήγορες κινήσεις, αλλά χωρίς να κάνω θόρυβο. Μπορεί και να τα κατάφερνα να μπω στον ξενώνα. «Τι στον διάολο γυρεύεις εσύ στο σπίτι μου;»


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΤΖΕΪΜΙ ΚΑΙ ΣΚΑΪΛΑΡ


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

277 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΔΥΟ - ΤΖΕΪΜΙ

Έχω φοβηθεί πολλές φορές στη ζωή μου, και με πολλούς τρόπους, αλλά ποτέ δεν ήμουν τόσο τρομοκρατημένη όσο όταν συνειδητοποίησα ότι η κόρη μου αγνοούνταν. Όταν η Έμιλι τηλεφώνησε για πρώτη φορά εκείνο το πρωί και την αναζητούσε, νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα, ότι και οι δυο τους απλώς έκαναν ανόητα αστεία. Μα μετά τηλεφώνησα στο κινητό της Σκάιλαρ και κατόπιν, όταν με σύνδεε συνεχώς με τον αυτόματο τηλεφωνητή, δοκίμασα να τηλεφωνήσω στην Τέιλορ. Δεν είχε νέα της Σκάιλαρ από την Πέμπτη. Και τώρα ήταν Δευτέρα. Κάθισα στον καναπέ μου, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στο στήθος μου, το βλέμμα μου ήταν κολλημένο στο τηλέφωνο στην παλάμη μου. Η Σκάιλαρ είχε ένα ροζ τηλέφωνο όταν ήταν μωρό. Συνήθιζε να το παίρνει παντού μαζί της και έκανε πως συνομιλούσε με κάποιον. Όταν μεγάλωσε και έγινε έφηβη, ποτέ δεν έβγαινε από το σπίτι χωρίς το κινητό της. Ο πανικός με κατέκλυζε εντός και εκτός μου· με έπνιγε. Σκέψου, πού θα μπορούσε να είναι; Ανακάλεσα την τελευταία μας κουβέντα, διάβασα ξανά όλα τα γραπτά μηνύματα που μου είχε στείλει. Φαινόταν χαρούμενη. Και εγώ ήμουν χαρούμενη που δεν είχε ρωτήσει για την Κρίσταλ. Ο ψίθυρος μιας σκέψης άρχισε να τρυπώνει στο μυαλό μου. Όχι. Δεν θα το έκανε αυτό.


278

CHEVY STEVENS _

Έβγαλα την ατζέντα μου και άρχισα να τηλεφωνώ σε όλους τους φίλους της Σκάιλαρ, ακόμα και σε ανθρώπους που δεν είχε αναφέρει για χρόνια. Κανείς δεν την είχε δει, κανείς δεν της είχε μιλήσει. Μήπως κάποιο αγόρι της; Σκέφτηκα τον Άαρον, το αγόρι στο γυμναστήριο που της μιλούσε πάντα. Μήπως εκείνος; Όχι, δεν φαινόταν να την ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Μήπως κάποιος άλλος; Τελευταία ήταν μυστικοπαθής, έλεγε περισσότερα ψέματα. Είχαν βγει κρυφά με την Κρίσταλ εκείνη τη νύχτα. Είχα μείνει ξάγρυπνη για ώρες αφότου έφερα τη Σκάιλαρ σπίτι· οι φριχτές σκέψεις τού τι μπορεί να της είχε συμβεί έσφιγγαν το κορμί μου από την ένταση. Κι αν είχε πάθει κάτι κακό; Εκείνος ο ψίθυρος επέστρεψε. Η Κρίσταλ. Πήρα στο κινητό της. Επίσης με σύνδεε με τον τηλεφωνητή. Έψαξα στο κομοδίνο της Σκάιλαρ, κάτω από το κρεβάτι της, στην ντουλάπα της, σε όλα τα συρτάρια της, ψηλάφησα με τα χέρια κάτω από το μαξιλάρι της, την άκρη του στρώματός της, αναζητώντας σημειώματα, οτιδήποτε. Ο σουγιάς της έλειπε, το ίδιο και το σακίδιο πλάτης, το λάπτοπ, οι αγαπημένες της σαγιονάρες. Άφαντα. Στάθηκα εκεί, μες στη μέση του δωματίου, κοίταξα τριγύρω την ακαταστασία. Είχε στρώσει το κρεβάτι της. Θυμάμαι ότι την είδα εκείνο το πρωί στο τραπέζι της κουζίνας, ότι τη φίλησα στο μάγουλο. Εκείνη μου είχε χαμογελάσει, τα μάγουλά της κοκκίνισαν, τα μάτια της απέφευγαν τα δικά μου. Είχα σκεφτεί ότι ήταν από τον ενθουσιασμό της. Συνδέθηκα στον υπολογιστή και κοίταξα την κίνηση του τραπεζικού της λογαριασμού. Είχε σηκώσει περίπου διακόσια δολάρια σε ένα αυτόματο μηχάνημα ανάληψης στο Βανκούβερ τη μέρα που έφυγε, αλλά δεν υπήρχε άλλη κίνηση από τότε. Επίσης δοκίμασα την εφαρμογή ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ, αλλά δεν λειτουργούσε. Είχε απενεργοποιήσει την υπηρεσία εντοπισμού τοποθεσίας στο κινητό της.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

279 _

Ένα από τα λαστιχάκια με τα οποία έπιανε τα μαλλιά της ήταν πάνω στο γραφείο, με λίγες τρίχες της ακόμα κολλημένες πάνω του. Πήρα μία και την τύλιξα γύρω από το δάχτυλό μου. Σκέφτηκα πάλι την τελευταία μας κουβέντα, πόσο ταραγμένη ήταν για την Κρίσταλ. Άραγε την είχε βρει με κάποιον τρόπο; Είχαν συναντηθεί; Ίσως σε ένα φεστιβάλ ή σε κάποια εκδήλωση με ντιτζέι; Η Κρίσταλ ήξερε ότι δεν θα επέτρεπα ποτέ στη Σκάιλαρ να κάνει κάτι τέτοιο. Το λάτρευε που ήταν η αγαπημένη της, ή η μουρλή θεία, το είδωλο της Σκάιλαρ. Ένιωσα θυμό ανάμεικτο με φόβο, αλλά μετά κόπασε. Η Κρίσταλ δεν θα το τραβούσε τόσο πολύ το σχοινί. Είχα πάει στο σπίτι της την επόμενη μέρα από την αναχώρηση της Σκάιλαρ και έριξα μια ματιά. Είχα ξαναπάει στο σπίτι της όταν είχε φύγει στο παρελθόν, πότισα τα φυτά της, πήρα μέσα στο σπίτι τις εφημερίδες της. Δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο, η ξαφνική αναχώρηση, αλλά ξαφνιάστηκα που τα πιάτα ήταν πλυμένα και ο κάδος απορριμμάτων αδειασμένος. Αναρωτιόμουν αν είχε καθαρίσει η Σκάιλαρ. Προτού φύγω κι εγώ, είχα επίσης αναζητήσει το όπλο της Κρίσταλ. Δεν ήταν εκεί, αλλά δεν είχα ανησυχήσει, σκέφτηκα απλώς ότι η αδερφή μου το ήθελε για προστασία. Προστασία από τι; Ο ψίθυρος μέσα μου δυνάμωσε. Η Σκάιλαρ είχε σκεφτεί ότι είχε πάει στο Κας Κρικ. Κι αν… Όχι, μην το σκέφτεσαι αυτό. Η Σκάιλαρ προφανώς είχε πάει σε κάποια συναυλία, ή μπορεί να έκανε την ντιτζέι σε κάποιο πάρτι για να μαζέψει χρήματα για τον εξοπλισμό της. Μα η Σκάιλαρ ήταν ανήσυχη, στ’ αλήθεια ανήσυχη. Μου είχε θυμώσει που δεν πήγαινα στο Κας Κρικ. Δεν το πιστεύω ότι δεν θα την αναζητήσεις… Ο ψίθυρος έγινε κραυγή. Ήξερα πού είχε πάει η κόρη μου. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο πολύ, που αναγκάστηκα να πληκτρολογήσω τον αριθμό του γυμναστηρίου δύο φορές. Η


280

CHEVY STEVENS _

Ντάλας απάντησε αμέσως. «Η Σκάιλαρ το έσκασε». Η φωνή μου ήταν τσιριχτή, οι λέξεις έβγαιναν βεβιασμένες και ηχούσαν αφύσικα. «Τι εννοείς;» Η Ντάλας ακούστηκε δύσπιστη. «Είσαι σίγουρη;» «Νομίζω ότι ακολούθησε την Κρίσταλ». Της είπα τι είχα ανακαλύψει. «Μάλλον αποφάσισε να την αναζητήσει». Σκέφτηκα την κόρη μου ολομόναχη σε εκείνη την πόλη, ένιωσα άλλο ένα κύμα τρόμου και πανικού. «Μπορώ να δανειστώ το αυτοκίνητό σου;» «Η Κρίσταλ δεν θα ξαναπήγαινε ποτέ εκεί». «Δεν έχει σημασία αυτό. Η Σκάιλαρ αυτό νόμισε ότι έκανε». Σώπασε για μια ατέλειωτη στιγμή. «Θα ’ρθω μαζί σου». «Δεν μπορούμε να φύγουμε και οι δύο», είπα. «Κι ο Πάτρικ;» «Άσε με να το σκεφτώ. Κάτι πρέπει να του πούμε. Θα απορήσει που θα χρειαστούμε λίγες μέρες άδεια έτσι ξαφνικά». «Δεν ήταν προγραμματισμένο. Μπορείς να του πεις ότι αρρώστησες;» Η Ντάλας ρουθούνισε. Πιθανώς το είχε ξανακάνει αυτό μόνο μία φορά στη ζωή της. «Αν του πούμε ότι η Σκάιλαρ είναι άρρωστη στο εξοχικό της Έμιλι και ότι πρέπει να πάμε να την πάρουμε;» «Θα αναρωτηθεί για ποιο λόγο πάμε και οι δύο – και ξέρει ότι η Κρίσταλ έφυγε πάλι». Η Ντάλας πήρε μια ανάσα. «Θα αναγκαστώ να του πω ένα μέρος της αλήθειας. Ίσως μονάχα ότι η Κρίσταλ πήγε στο Κας Κρικ και ότι η Σκάιλαρ την ακολούθησε». «Θα ανησυχήσει», είπα. «Ναι, αλλά είναι έξυπνος. Ξέρει ότι κάτι κακό μάς έχει συμβεί στο παρελθόν, και όσο πιο λίγα γνωρίζει τόσο λιγότερο θα μπλέξει αν μας βοηθήσει». «Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς». Δεν είχαμε οδηγήσει προς τα ανατολικά εδώ και δεκαοχτώ


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

281 _

χρόνια, αλλά καμία από τις δυο μας δεν θαύμαζε το τοπίο. Η Ντάλας ήταν πίσω από το τιμόνι και εγώ στη θέση του συνοδηγού. Όσο την περίμενα στο διαμέρισμά μου, είχα βάλει μερικά πράγματα μέσα σε μια τσάντα, αρπάζοντας στα τυφλά ρούχα και σνακ, και έβγαλα τα μετρητά που είχα κρυμμένα στην κατάψυξη για περιπτώσεις ανάγκης. Κοίταξα και τη σελίδα της Σκάιλαρ στο Facebook. Καμία ενημέρωση κατάστασης από την ημέρα που είχε φύγει από το Βανκούβερ, κανένα σχόλιο στον τοίχο κανενός, καμία δραστηριότητα. Η Κρίσταλ δεν είχε ενημερώσει τη δική της σελίδα από τη νύχτα που είχαν πάει οι δυο τους στο μπαρ. Η Ντάλας είπε ότι είχε τηλεφωνήσει στον Τέρι, τον φίλο της, και του είπε ότι θα πηγαίναμε να πάρουμε τη Σκάιλαρ από το εξοχικό γιατί δεν ένιωθε καλά. «Δεν μου έκανε ερωτήσεις», είπε εκείνη. «Ο Πάτρικ πώς ήταν;» «Ανησυχεί, αλλά του υποσχέθηκα ότι θα προσέχαμε και ότι θα είμαστε σε επαφή». Πήρα μερικές βαθιές ανάσες, είπα στον εαυτό μου ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα τις βρίσκαμε. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι η Κρίσταλ είναι στο Κας Κρικ;» είπε η Ντάλας. «Ποτέ μου δεν πίστευα ότι θα ξαναπάει εκεί, αλλά η Σκάιλαρ ήταν σίγουρη». «Η Κρίσταλ ήταν τόσο μελαγχολική όταν της μίλησα την Κυριακή», είπε η Ντάλας, «αλλά σκέφτηκα ότι δεν είχε συμβεί κάτι ιδιαίτερο». Κοίταξα έξω τον δρόμο, τις πινακίδες του αυτοκινητόδρομου να περνούν σαν αστραπή. Είχα βαρεθεί πια την Κρίσταλ, είχα κουραστεί να ασχολούμαι με τις ανοησίες της, είχα θυμώσει που είχε εμπλέξει και το παιδί μου. «Έπρεπε να είμαι πιο προσεκτική. Δεν το πιστεύω αυτό που συμβαίνει». «Μα δεν το ξέρουμε ακόμα. Μπορεί καμία από τις δύο να μην είναι εκεί». «Και τότε πού είναι;»


282

CHEVY STEVENS _

Η Ντάλας το πάτησε στο μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής, κι έτσι καλύψαμε την απόσταση σε λίγο παραπάνω από πέντε ώρες, κάνοντας μόνο μία στάση σε ένα βενζινάδικο στην πόλη πριν από το Κας Κρικ, για να πάρουμε σάντουιτς και καφέ και να φουλάρουμε το ρεζερβουάρ – δεν θέλαμε να αναγκαστούμε να πάμε στο συνεργείο στο Κας Κρικ. Η Ντάλας επίσης αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε ένα μόλις μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Δεν την είχα δει να καπνίζει εδώ και χρόνια. Καθώς πλησιάζαμε στην πόλη, η Ντάλας άναψε άλλο ένα τσιγάρο και τα χέρια της έτρεμαν καθώς κρατούσε τον αναπτήρα. Εγώ κρατούσα ακόμα σφιχτά το κινητό μου, τα νύχια μου χώνονταν μέσα στο πλαστικό. Το κορμί μου σφίχτηκε όταν προσπεράσαμε το συνεργείο. Ένας ψηλός, κοκαλιάρης νεαρός με σκούρα μαλλιά κάτω από ένα κόκκινο καπέλο του μπέιζμπολ είχε μια ζωηρή συνομιλία με ένα ξανθό αγόρι. Γελούσαν με κάτι, το στόμα του αγοριού με τα σκούρα μαλλιά άνοιξε διάπλατα σε ένα μεγάλο γέλιο. Μου θύμισε τον Μπράιαν, κι έτσι απέστρεψα το βλέμμα. Η παμπ εξακολουθούσε να βρίσκεται δίπλα στο συνεργείο, και με κατέκλυσε ένα καινούριο κύμα από αναμνήσεις: το αγόρι που στεκόταν έξω, ο πατέρας του που μας οδήγησε πάνω από τις πίσω σκάλες μία εβδομάδα αργότερα, η καραμπίνα σφιχτά μες στα χέρια μου, ο τεράστιος φόβος μήπως οι άντρες μάς καταδίωκαν. Εκείνες οι ώρες μετά τη δραπέτευσή μας ήταν ακόμα ένα σκοτεινό σύννεφο στο μυαλό μου, θολωμένο από το σοκ και την τραυματική εμπειρία. Δεν είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να το σκεφτεί εδώ και χρόνια· είχα προσπαθήσει με όλο μου το είναι να ξεχάσω όλα όσα είχαν συμβεί. Δεν ήταν εύκολο. Ο πρώτος χρόνος της ζωής της Σκάιλαρ ήταν ένα νεφέλωμα από ξάγρυπνες νύχτες και εξαντλητικές μέρες όταν ποτέ δεν ήξερα αν έκανα το σωστό, αν και πάντα ήξερα ότι δεν μπορούσα ποτέ να περιγράψω στις αδερφές μου τη δυσκολία και μερικές φορές απλώς ήθελα να ξεφύγω απ’ όλα αυτά. Η Κάρεν με βοηθούσε να μη χάσω τα λογικά μου,


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

283 _

αναλάμβανε εκείνη όταν δεν πήγαινε άλλο. Συχνά πήγαινα τη Σκάιλαρ στο σπίτι της για να μπορέσω να ξεκουραστώ για λίγες ώρες, και τελικά διανυκτερεύαμε εκεί. Ποτέ δεν είπα σε κανέναν ότι μερικές φορές αναρωτιόμουν αν είχα κάνει λάθος επιλογή, αν η Ντάλας είχε δίκιο και η Σκάιλαρ θα ήταν καλύτερα με μια αληθινή μητέρα, μια γυναίκα πιο μεγάλη, που ήξερε τι να κάνει. Μα όποτε ένιωθα το κορμάκι της Σκάιλαρ δίπλα στο δικό μου –κοιμόμασταν μαζί για χρόνια–, ή όταν τη θήλαζα εκείνες τις γαλήνιες ώρες, δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνη. Καθώς μεγάλωνε, άρχισε να μοιάζει περισσότερο με τον Μπράιαν. Μερικές φορές γύριζε και με κοίταζε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, με τα σκουρόχρωμα μάτια της να λάμπουν, ή γελούσε με έναν συγκεκριμένο ήχο και τόνο, και για μια τρομακτική στιγμή ήταν λες και εκείνος ήταν μαζί μας στο δωμάτιο και με κοίταζε. Πήγαινα στο μπάνιο, έκλεινα την πόρτα πίσω μου και άνοιγα τη βρύση για να μην ακούγεται το κλάμα μου. Αναρωτιόμουν ξανά αν είχα κάνει το σωστό, αν είχα κάνει λάθος. Μα τότε εκείνη χτυπούσε την πόρτα και φώναζε με την παιδική της φωνούλα: «Μαμά!» Ή άνοιγε σπρώχνοντας την πόρτα και έλεγε «Γιατί κλαις;» και τέντωνε τα στρουμπουλά της χέρια για μια αγκαλιά. Τη σήκωνα ψηλά και ακουμπούσε το κεφάλι της στην καμπύλη του λαιμού μου, γαργαλώντας τη μύτη μου με το μωρουδίστικο άρωμα των μεταξένιων της μαλλιών, και εγώ γέμιζα με τόση αγάπη, με τόση γλυκιά χαρά. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, δεν τον έβλεπα πια στο πρόσωπό της, δεν τον άκουγα πια στη φωνή της ή στο γέλιο της. Ήταν μόνο η δική μου Σκάιλαρ. Όταν άρχισε να ρωτάει για τον πατέρα της, της είπα το πρώτο όνομα που μου ήρθε στο μυαλό – Μπίλι, ένας παιδικός μου φίλος. Ήθελα απλώς να της δώσω ένα κάπως χαρούμενο σενάριο που θα μπορούσε να πιστέψει – ένα σενάριο που θα μπορούσα να πιστέψω κι εγώ. Όταν η Ντάλας συνειδητοποίησε ότι θα κρατούσα το μωρό, ανέλαβε εκείνη να μου δίνει διαταγές, να μου λέει τι


284

CHEVY STEVENS _

πάνες να αγοράσω, να με βοηθάει με το μπάνιο της Σκάιλαρ. Αλλά είχα δει τη στοιχειωμένη έκφραση στο πρόσωπό της κάποιες φορές που κοιτούσε τη Σκάιλαρ. Την είχα δει να γυρίζει από την άλλη και να συγκεντρώνεται, να επιστρέφει με ήρεμη έκφραση, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Αλλά και στη δική της περίπτωση ήταν η αγάπη που νίκησε. Η πόρτα του ψυγείου της ήταν γεμάτη με όλες τις ζωγραφιές που της είχε φτιάξει η Σκάιλαρ. Ερχόταν σε όλες τις σχολικές παραστάσεις της, αγωνιούσε μαζί μου όταν η Σκάιλαρ ήταν άρρωστη, γυρνούσε στα μαγαζιά για μέρες μέχρι να βρει το τέλειο δώρο για τα Χριστούγεννα ή για τα γενέθλιά της και έπειτα έπαιζε μαζί της ώρες ολόκληρες. Η Κρίσταλ ποτέ δεν βοήθησε με τη Σκάιλαρ, ποτέ δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα μαζί της όταν ήταν παιδί. Δεν είχα φανταστεί ότι θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να την αγαπήσει όπως είχαμε κάνει η Ντάλας κι εγώ. Όμως μετά η Σκάιλαρ έγινε έφηβη, ασχολήθηκε πιο πολύ με τη μουσική της και άρχισε να με προκαλεί σε όλα, δημιουργώντας προβλήματα στο σχολείο. Η Κρίσταλ και εκείνη ήρθαν πιο κοντά, έγιναν φίλες. Και τώρα η Κρίσταλ είχε θέσει τη Σκάιλαρ σε κίνδυνο. Συζητήσαμε για το αν θα έπρεπε να προσπαθήσουμε πρώτα να βρούμε τον Άλεν στην παμπ ή να δούμε αν η Κρίσταλ είχε κλείσει δωμάτιο σε μοτέλ. Δεν ξέραμε πόσα μοτέλ υπήρχαν στην πόλη, αλλά θυμηθήκαμε ότι είχε ένα στον κεντρικό δρόμο. «Δεν θα θέλει να μαθευτεί ότι είναι εδώ», είπε η Ντάλας. «Δεν νομίζω να έχει μιλήσει στον Άλεν. Τουλάχιστον όχι αμέσως, εκτός αν έπρεπε να πάρει πληροφορίες». «Κάπου θα έπρεπε να μείνει, εκτός αν πήγε κατευθείαν στο ράντσο». Προσπάθησα να φανταστώ την Κρίσταλ να εμφανίζεται από το πουθενά, με το όπλο στο χέρι, μα δεν το μπορούσα. «Και η Σκάιλαρ θα χρειαζόταν ένα μέρος για να κοιμηθεί, αλλά σήκωσε μόνο λίγες εκατοντάδες δολάρια από την τράπεζα. Δεν θα της έχουν τελειώσει τα χρήματα τώρα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

285 _

πια;» Αρνήθηκα να σκεφτώ τι μπορούσε να σημαίνει αυτό, ήμουν αποφασισμένη να κρατήσω μόνο ένα πράγμα στο μυαλό μου: η Σκάιλαρ και η αδερφή μου ήταν εντάξει και σύντομα θα τις βρίσκαμε. Όλα τα άλλα δεν αποτελούσαν επιλογή. «Ας ρωτήσουμε στο μοτέλ προτού μιλήσουμε σε οποιονδήποτε άλλο», είπε η Ντάλας. Οδηγήσαμε ως εκεί, αλλά δεν είδαμε κανένα από τα αυτοκίνητά τους στο πάρκιγκ. «Θα ρωτήσω στη ρεσεψιόν», είπα. Η Ντάλας παρκάρισε το αυτοκίνητο. «Θα έρθω μαζί σου». Μια γυναίκα πότιζε κάτι φυτά πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν και ταυτόχρονα έβλεπε μια μικρή τηλεόραση στη γωνία, κουνώντας το κεφάλι με κάτι που έλεγε ο εκφωνητής των ειδήσεων. Μια πλαστική βάση με καρτ ποστάλ και χειροποίητες ευχετήριες κάρτες περιστράφηκε νωχελικά, από τον αέρα ενός ανεμιστήρα στο πάτωμα. Σήκωσε το βλέμμα χαμογελώντας. «Θέλετε κάτι;» «Ψάχνουμε κάποια άτομα», είπα. «Μια γυναίκα κοντά στα σαράντα, ξανθιά και πολύ όμορφη, και η άλλη είναι μια έφηβη, ψηλή, με μαύρα σγουρά μαλλιά». Ήδη έγνεφε. «Η μικρή έμεινε εδώ μία νύχτα – έκλεψε μια κουβέρτα κι ένα μαξιλάρι! Η άλλη γυναίκα δεν είναι πια ξανθιά». Δεν μπορούσα να ανασάνω, δεν μπορούσα να σκεφτώ για μια στιγμή. Ήλπιζα να έκανα λάθος, να μην είχε δει καμιά απ’ τις δυο τους. Να ήταν κάποιες άλλες αυτές που είχε δει. «Τι εννοείτε;» είπε η Ντάλας. «Έχει καστανά μαλλιά». Η γυναίκα μάς κοίταξε καχύποπτα. «Η μικρή είπε ότι ήταν η θεία της. Περί τίνος πρόκειται;» «Η γυναίκα μένει ακόμα εδώ;» είπα. «Έκλεισε δωμάτιο για μία εβδομάδα, δεν ήθελε καμαριέρα, κι από τότε δεν την έχω ξαναδεί. Θα ’πρεπε να έχει ελευθερώσει το δωμάτιο εδώ και λίγες ώρες. Θα χρειαστεί να αδειάσουμε το δωμάτιο από τα πράγματά της αν δεν


286

CHEVY STEVENS _

εμφανιστεί ως το τέλος της μέρας». «Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε το κορίτσι;» «Την Παρασκευή το πρωί, νομίζω. Ήρθε και με ρωτούσε για τη φίλη της». «Τη φίλη της;» «Είχε μια ξανθιά φίλη της μαζί στο αυτοκίνητο, αλλά εκείνη έφυγε το επόμενο πρωί». Ανταλλάξαμε από ένα βλέμμα με την Ντάλας. Με ποιον στην ευχή ταξίδεψε η Σκάιλαρ; Και γιατί είχε κλέψει μια κουβέρτα; Άραγε κοιμόταν στο αυτοκίνητό της; «Η γυναίκα με τι όνομα έκλεισε το δωμάτιο;» είπε η Ντάλας. «Δεν μπορώ να σας δώσω τέτοιου είδους πληροφορίες». «Αδερφές της είμαστε». «Δεν έχει σημασία. Οφείλω να προστατεύω τα προσωπικά δεδομένα των πελατών μου». «Το μελαχρινό κορίτσι είναι η κόρη μου, η δεκαεφτάχρονη κόρη μου», είπα. «Πρέπει να μάθουμε πού πήγε». Η γυναίκα φαινόταν ότι άρχιζε να ταράζεται. «Ίσως πρέπει να μιλήσω με την αστυνομία». Η Ντάλας έβαλε το χέρι μέσα στην τσάντα της, έβγαλε δύο εικοσαδόλαρα και τα έσπρωξε πάνω στον πάγκο. «Μήπως μπορούμε να βρούμε μια λύση;» Η γυναίκα κοίταξε τα χρήματα – έριχνε ματιές τριγύρω την ώρα που τα έπαιρνε. «Είπε πως τη λένε Κόρτνεϊ κάτι, δεν θυμάμαι το επώνυμό της». Χαμήλωσε το βλέμμα στο βιβλίο πελατών και ξεφύλλισε μερικές σελίδες. «Να το. Κόρτνεϊ Κάμπελ». Ώστε είχε χρησιμοποιήσει το αληθινό της όνομα; Τι είχε πάθει η αδερφή μου; «Θα πληρώσουμε εμείς το δωμάτιο για άλλη μία νύχτα», είπε η Ντάλας. «Το δωμάτιο είναι στα εξήντα δολάρια τη βραδιά», είπε εκείνη. «Και το κορίτσι μού έκλεψε πράγματα». Μέτρησα πέντε εικοσαδόλαρα και εκείνη μας έδωσε ένα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

κλειδί.

287 _

Ανοίξαμε σπρώχνοντας την πόρτα, βλεφαρίζοντας από το εκτυφλωτικό φως που ερχόταν απέξω, ώσπου τα μάτια μας συνήθισαν. Παντού σκόρπια ρούχα, μερικά παπούτσια στη γωνία και το κρεβάτι ξέστρωτο ακόμα – υπήρχε μια ένδειξη ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ στην πόρτα. Η παλιά βαλίτσα της Κρίσταλ ήταν μέσα στην ντουλάπα, μία από τις μπλούζες της ήταν πεταμένη στο κρεβάτι. Πίεσα την μπλούζα στο πρόσωπό μου, μυρίζοντας το άρωμά της. Αυτό το αχνό αλλά τόσο γνώριμο άρωμα μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Μα πού να ήταν; Η Ντάλας ήταν στο μπάνιο. «Το νεσεσέρ της με τα είδη μακιγιάζ είναι ακόμα εδώ», φώναξε. «Η Κρίσταλ δεν θα έφευγε ποτέ χωρίς τα είδη μακιγιάζ της, και δεν φαίνεται να έχει επιστρέψει εδώ για μέρες. Νομίζω ότι πρέπει να μιλήσουμε με την αστυνομία». «Θα θέλουν να μάθουν για ποιο λόγο ήρθαν εδώ», είπε η Ντάλας βγαίνοντας από το μπάνιο. «Αν η Σκάιλαρ ψάχνει την Κρίσταλ, θα ρώτησε στη γύρω περιοχή. Ένας Θεός ξέρει τι έχει πει στον κόσμο – ή σε ποιον έχει μιλήσει». «Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας και να το σκεφτούμε», είπε η Ντάλας. «Δεν ξέρουμε τι έχει συμβεί αυτή τη στιγμή». «Αν ο Μπράιαν κατάλαβε ότι η Σκάιλαρ είναι…» Δεν μπορούσα να τελειώσω την πρόταση. «Με τίποτα δεν θα το καταλάβει, και η Σκάιλαρ θα μπορούσε ήδη να έχει ξεκινήσει τον δρόμο της επιστροφής. Η Κρίσταλ μπορεί να βγαίνει απλώς με κάποιον – αφού την ξέρεις». «Δεν θα έκανε κάτι τέτοιο σ’ αυτή την πόλη». «Δεν ξέρουμε τι θα έκανε. Όταν είναι στις περίεργες φάσεις της, δεν μπορείς να ξέρεις ποτέ. Γι’ αυτό δεν πρέπει να είμαστε βιαστικές». Σκέφτηκα ότι η Κρίσταλ είχε χρησιμοποιήσει το αληθινό


288

CHEVY STEVENS _

της όνομα. Σίγουρα δεν σκεφτόταν ψύχραιμα. «Άρα ποια θα είναι η επόμενη κίνησή μας;» είπα. Η Ντάλας το σκέφτηκε για μια στιγμή. «Ας ρωτήσουμε πρώτα στο εστιατόριο. Μπορεί κάποιος να είδε κάτι».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

289 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ - ΤΖΕΪΜΙ

Πιάσαμε μια θέση στο μπροστινό παράθυρο. Το εστιατόριο άρχιζε να γεμίζει, ακούγονταν κρότοι από την κουζίνα και ο μάγειρας που έδινε παραγγέλματα φωνάζοντας. Ο αέρας μύριζε καμένο φρυγανισμένο ψωμί. «Έρχομαι σε ένα λεπτάκι», είπε η σερβιτόρα με τα μαύρα μαλλιά και τις ασύμμετρες αφέλειες καθώς περνούσε δίπλα μας με μερικά πιάτα για ένα άλλο τραπέζι. Κοίταξα το ρολόι μου ανήσυχη, ταραγμένη. Ήταν μόλις τέσσερις και τέταρτο η ώρα, αλλά ήθελα να βρω τα κορίτσια προτού σκοτεινιάσει, δεν ήθελα να μείνω σε αυτή την πόλη τη νύχτα. Κοίταξα τριγύρω στο δωμάτιο τους άλλους πελάτες και μου κόπηκε η ανάσα όταν είδα την πλάτη ενός ψηλού άντρα με σκούρα κατσαρά μαλλιά και καπελάκι του μπέιζμπολ. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Προσπάθησα να ξαναβρώ τη φωνή μου για να προειδοποιήσω την Ντάλας, αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω. Η Ντάλας με κοίταζε παράξενα. «Τι είναι;» «Εκείνος εκεί είναι…» Γύρισε για να δει τι κοίταζα· έπειτα ρούφηξε την ανάσα της. Ο άντρας κοίταξε στ’ αριστερά του, κι έτσι είδα το προφίλ του. «Δεν είναι αυτός», είπα. Μα η Ντάλας κοίταζε ακόμα, λες


290

CHEVY STEVENS _

και δεν με άκουγε. Το πρόσωπό της είχε χάσει όλο το χρώμα του. «Δεν είναι αυτός. Έι, κοίταξέ με!» Την έπιασα από τους ώμους· την ανάγκασα να με κοιτάξει. «Δεν είναι αυτός». Εκείνη τελικά με κοίταξε στα μάτια, άκουσε τα λόγια μου. Το πρόσωπό της χαλάρωσε, αλλά η ανάσα της ήταν ακόμα γρήγορη. «Θεέ μου», είπε. «Νόμιζα… νόμιζα ότι θα γυρνούσε και θα μας έβλεπε…» «Το ξέρω». Αναζήτησα με το βλέμμα τη σερβιτόρα. Είχα ανάγκη να πιω νερό, να απαλλαγώ από την όξινη γεύση του φόβου στο στόμα μου. «Λες να δουλεύει ακόμα αυτός εδώ;» είπε η Ντάλας. Κοίταζε από το παράθυρο έξω στο γκαράζ. Το αγόρι που είχα παρατηρήσει νωρίτερα κοίταξε προς το εστιατόριο σαν να ένιωσε ότι τον παρακολουθούσαμε. «Δεν ξέρω», είπα. «Αλλά πρέπει να μάθουμε». Η σερβιτόρα επέστρεψε με μια κανάτα γεμάτη καφέ και καταλόγους για εμάς. «Συγγνώμη για την αναμονή, κυρίες μου. Καφέ;» «Ναι, τέλεια», είπα. «Και λίγο νερό, παρακαλώ». Καθώς σέρβιρε τον καφέ στα φλιτζάνια πάνω στο τραπέζι μας, πρόσθεσα: «Μήπως είδατε μια έφηβη εδώ τώρα τελευταία; Είναι ψηλή, με μαύρα κατσαρά μαλλιά». «Α, ναι, ήταν εδώ με τη φίλη της τις προάλλες». Ένιωσα μια μαχαιριά στα σωθικά μου, πόνο ανάμεικτο με ελπίδα. «Με τη φίλη της;» «Μια όμορφη ξανθούλα». Η σερβιτόρα γέλασε. «Την είχε τρελάνει στην πάρλα». «Ακούσατε για ποιο πράγμα μιλούσαν;» είπα. «Όχι, αλλά η μελαχρινή με ρώτησε για τον Όουεν». Έδειξε προς την απέναντι πλευρά του δρόμου. «Ήταν έξω κι επισκεύαζε τη Harley του». Και οι δυο μας κοιτάξαμε την παμπ. Ο Όουεν. Ήταν ακόμα εκεί. «Ακόμα ο μπαμπάς του την έχει την παμπ;»


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

291 _

«Ο Άλεν πέθανε πριν από δέκα χρόνια περίπου. Ο Όουεν δουλεύει το μαγαζί από τότε». Μας κοίταξε παραξενεμένη. «Κορίτσια, από δω είστε;» «Έχουμε έρθει λίγες φορές». «Τα κορίτσια για τα οποία ρωτάτε είναι καλά;» είπε η σερβιτόρα. «Ναι, η μία είναι κόρη μου». Της χάρισα ένα πονεμένο χαμόγελο. «Ξέρετε πώς είναι τα πράγματα με τους έφηβους…» Η γυναίκα μού ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Έχω κι εγώ δύο κορίτσια». «Αν ξανάρθει, να μας ειδοποιήσετε, σας παρακαλώ». Της έγραψα τον αριθμό του κινητού μου σε μια χαρτοπετσέτα και της την έδωσα. «Σίγουρα, καλή μου. Μιλήστε και με τον Ράιλι και τον Νόα στο συνεργείο. Ξέρουν πολλά απ’ τα ντόπια παιδιά». «Ευχαριστούμε. Θα το κάνουμε». Καθώς απομακρυνόταν, κοίταξα την Ντάλας. «Με ποια στην ευχή ταξίδευε η Σκάιλαρ;» «Μπορεί να πήρε κανένα κορίτσι που έκανε οτοστόπ». «Να τη ρωτήσουμε, λες, για την Κρίσταλ;» είπα. Με την άκρη του ματιού μου παρατήρησα ότι η σερβιτόρα έσκυψε και είπε κάτι σε ένα τραπέζι γεμάτο γυναίκες. Κοίταξαν προς το μέρος μας. Το παρατήρησε και η Ντάλας. «Νομίζω ότι πρέπει απλώς να φύγουμε από δω μέσα». «Ας μιλήσουμε στον Όουεν», είπα. Αφήσαμε μερικά ψιλά στο τραπέζι για τους καφέδες και φύγαμε προτού προλάβει να ξανάρθει η σερβιτόρα. Ανησύχησα μήπως ο Μπράιαν και ο Γκάβιν μάθαιναν ότι δύο γυναίκες αναζητούσαν ένα κορίτσι που το είχε σκάσει. Τι θα έκαναν αν την είχαν πιάσει; Μην προτρέχεις. Δεν ξέρουμε ακόμα τι έχει συμβεί. Ανοίξαμε σπρώχνοντας την πόρτα και αμέσως μας χτύπησε η μυρωδιά από μπίρα, λιπαρό φαγητό κατάλληλο


292

CHEVY STEVENS _

για παμπ, και ανθρώπινα κορμιά. Η μουσική ήταν δυνατή και πολλά από τα τραπέζια ήταν γεμάτα. Μας κοίταξαν διάφοροι άντρες τη στιγμή που μπήκαμε, με ώμους καμπουριασμένους καθώς έσκυβαν πάνω από τις μπίρες τους, με καπέλα κατεβασμένα και πρόσωπα πονηρά. Έριξα μια ματιά τριγύρω, ανησυχώντας μήπως ο Γκάβιν ή ο Μπράιαν ήταν στην παμπ. Μια γυναίκα με μια μοβ ανταύγεια στα μαλλιά σήκωσε το βλέμμα πίσω από την μπάρα καθώς πλησιάζαμε. «Τι να σας φέρω, κυρίες μου;» «Πρέπει να μιλήσουμε στον Όουεν». Το εξεταστικό της βλέμμα έπεσε πάνω μας. «Θα δω αν μπορεί». Έκανε τον γύρο της μπάρας, περπάτησε στον διάδρομο και εξαφανίστηκε μέσα σε ένα δωμάτιο στ’ αριστερά. Επέστρεψε ένα λεπτό αργότερα. «Είναι στην αποθήκη». Μας έγνεψε προς τον διάδρομο. «Ευχαριστούμε». Προχωρήσαμε ως το δωμάτιο όπου την είχα δει να μπαίνει. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι φιάλες με αλκοόλ, στο πάτωμα ήταν στοιβαγμένα μερικά βαρέλια. Ένας άντρας με ξανθά μαλλιά στο ύψος των ώμων είχε σκύψει και κρατούσε σημειώσεις σε ένα πρόχειρο σημειωματάριο. Μας κοίταξε. «Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;» Πάγωσα, κοιτάζοντας μέσα στα μάτια του. Εκείνος καθάρισε τον λαιμό του, αποσπώντας με από τις σκέψεις μου. «Μας θυμάσαι;» είπα. Εκείνος σηκώθηκε, το κορμί του γέμισε το στενόχωρο δωμάτιο. Έκανα ένα βήμα πίσω, έπεσα πάνω στην Ντάλας, που στεκόταν ελάχιστα πίσω μου. Τα μάτια του κλείδωσαν πάνω στα δικά μου, η στιγμή φάνηκε ατελείωτη, έπειτα η συνειδητοποίηση απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Είστε εκείνα τα κορίτσια». Ήταν πολύ ψηλότερος από τότε που τον είχαμε γνωρίσει πριν από χρόνια, τα μακριά του πόδια σκέπαζε ένα ξεβαμμένο μπλε τζιν παντελόνι, μια μαύρη ζώνη με αγκράφα HarleyDavidson τύλιγε χαλαρά τη μέση του, και μου θύμισε τον πατέρα του. Ήταν και πιο γεμάτος – τα μπράτσα και οι ώμοι


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

293 _

του μέσα στο κοντομάνικο λευκό μπλουζάκι του φαίνονταν σαν συμπαγείς μύες. Είχε μούσι, ελαφρώς πιο σκούρο από τα μαλλιά του, και το χάιδευε όση ώρα μάς κοίταζε. «Καλύτερα να πάμε στο γραφείο μου», είπε. Τον ακολουθήσαμε ακόμα πιο πέρα στον διάδρομο. Παρατήρησα την πίσω πόρτα, τις σκάλες που οδηγούσαν στο διαμέρισμα, και απώθησα τις αναμνήσεις, τον φόβο. Μπήκαμε με τη σειρά μες στο γραφείο του. Εκείνος κάθισε σε ένα δρύινο γραφείο, το οποίο είχε γνωρίσει και καλύτερες μέρες, το βερνίκι του είχε φθαρεί σε διάφορα σημεία, αλλά ήταν τακτοποιημένο. Η μολυβοθήκη είχε το σχήμα εμβόλου, και χρησιμοποιούσε μια μινιατούρα της Harley σαν πρες παπιέ. Ένα τεράστιο ράφι στον τοίχο δίπλα του ήταν γεμάτο βιβλία. «Κλείστε την πόρτα», είπε. Καθώς την έκλεινα πίσω μου, παρατήρησα ότι η γυναίκα στην μπάρα μάς παρακολουθούσε. Απέστρεψε το βλέμμα της. Όταν ξαναγύρισα, ο Όουεν με κοίταζε. «Πάντα αναρωτιόμουν τι απογίνατε…» Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο περιέργεια, έπειτα έγινε ανήσυχο, τα φρύδια του έσμιξαν. «Τι γυρεύετε εδώ;» «Ψάχνουμε την κόρη μου, τη Σκάιλαρ – είναι δεκαεφτά, ψηλή, με μαύρα μαλλιά. Πιστεύουμε ότι μάλλον ψάχνει την αδερφή μας την Κρίσταλ». «Ναι, η Σκάιλαρ πέρασε από δω, είπε ότι έψαχνε τη θεία της». Ήταν παράξενο να τον ακούω να προφέρει το όνομά της. «Την Κρίσταλ την είδες;» είπα. «Ήταν δύο νύχτες εδώ αυτή την εβδομάδα. Η μπαργούμαν είπε ότι καθόταν με τον Γκάβιν και μερικούς από τους τύπους στο ράντσο. Να πάρει…» Ανακάθισε. «Δεν ήξερα ποια ήταν». Τον κοίταξα επίμονα. Ώστε είχε μιλήσει στον Γκάβιν; Μα ήταν θεότρελη; Εκείνος δεν θα ήξερε ποια ήταν, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Μα τι της είχε περάσει απ’ το μυαλό; «Ο Μπράιαν δουλεύει ακόμα στο συνεργείο;» Πρόφερα το όνομά του με δυσκολία. «Τώρα έχουν αναλάβει το ράντσο με τον Γκάβιν – ζουν


294

CHEVY STEVENS _

εκεί μέσα». Μας κοίταξε – πρώτα τη μια και μετά την άλλη. «Ποια είναι τα ονόματά σας;» είπε. «Εγώ είμαι η Τζέιμι», είπα. «Κι αυτή είναι η Ντάλας». «Ξέρεις πού πήγε η Σκάιλαρ αφότου σου μίλησε;» είπε η Ντάλας. «Δεν έχω ιδέα». Έγνεψε αρνητικά. «Λυπάμαι». «Και η Κρίσταλ; Την είδες να φεύγει;» είπα. «Όχι, ούτε και η μπαργούμαν». Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά μου. «Γιατί ξανάρθε εδώ;» Εγώ απέστρεψα το βλέμμα, το πρόσωπό μου κοκκίνισε. Έκανε ζέστη στο δωμάτιο, οι τοίχοι ένιωθα να με πλακώνουν. Θυμήθηκα που μας είχε βοηθήσει εκείνη τη νύχτα, που μας κοίταζε επίμονα στους καρπούς. «Δεν ξέρουμε για ποιο λόγο είναι εδώ», είπε η Ντάλας. «Αλλά θα σε παρακαλούσαμε να μην το πεις πουθενά για την ώρα». «Η σερβιτόρα στο εστιατόριο είπε ότι πρέπει να μιλήσουμε στον Ράιλι και στον Νόα στο συνεργείο», είπα. «Ξέρεις τίποτα γι’ αυτούς;» «Ναι, καλά παιδιά είναι. Αλλά ο Ράιλι είναι ο γιος του Μπράιαν». Το ψηλό αγόρι με τα σκούρα μαλλιά. Ο αδερφός της Σκάιλαρ. «Έχει… έχει κι άλλα παιδιά;» είπα. «Μία κόρη, γύρω στα δώδεκα. Ο Ράιλι είναι δεκαεφτά». Με κοίταξε εξεταστικά. «Η Σκάιλαρ είπε ότι εσύ και η αδερφή σου είχατε έναν καβγά». «Η αδερφή μας έχει κάποια προβλήματα», είπα. «Και πάει γυρεύοντας να αποκτήσει κι άλλα; Γιατί το να μιλάς με τον Γκάβιν είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Ο τύπος είναι σκέτος μπελάς». «Το ξέρουμε», είπα. «Ακούστηκε γι’ αυτόν ότι κακομεταχειριζόταν γυναίκες για χρόνια. Δεν αποδείχτηκε τίποτα, αλλά τον συνέλαβαν μερικές φορές. Ο Μπράιαν από τότε που παντρεύτηκε έχει ηρεμήσει κάπως, αλλά άκουσα ότι είναι κόπανος με τη γυναίκα του και


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

295 _

τα παιδιά του». Με κοίταξε με σταθερό βλέμμα, τα μάτια του μισόκλεισαν. Κράτησα την ανάσα μου, περιμένοντας να με ρωτήσει πόσων χρονών ήταν η Σκάιλαρ, να συνδυάσει τα δεδομένα, όμως είπε απλώς: «Πιστεύεις ότι η Κρίσταλ και η κόρη σου έπεσαν στα δίχτυα τους;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω, το μυαλό μου ακόμα έτρεχε σε όλα όσα είχε πει, ο πανικός με χτυπούσε δυνατά και βαθιά στα σωθικά μου. «Δεν ξέρουμε τι συνέβη», είπε η Ντάλας. «Ξέρουμε μονάχα ότι αυτοί οι άντρες είναι επικίνδυνοι». «Με την αστυνομία μιλήσατε;» «Όχι ακόμα», είπα. «Ελπίζαμε πρώτα να βρούμε τη Σκάιλαρ και την Κρίσταλ». «Ξέρουμε ότι οι Λάξτον έχουν εκείνο το μεγάλο ράντσο», είπε η Ντάλας. «Έχουν κι άλλες ιδιοκτησίες; Μήπως καμιά παλιά αποθήκη;» Ένιωσα να ζαλίζομαι, σχεδόν μύριζα τα σάπια φρούτα, το μουχλιασμένο στρώμα. «Οι Λάξτον έχουν πολλά κτήματα», είπε ο Όουεν. «Νομίζω ότι κάποια είναι προς το Άρμστρονγκ. Εσείς τι ψάχνετε;» «Δεν είμαστε σίγουρες ακόμα», είπα. «Απλώς θέλαμε να έχουμε μια εικόνα τού τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε». «Πρέπει να μιλήσουμε με τον Ράιλι και τον Νόα», είπε η Ντάλας. «Μπορεί να ξέρουν κάτι». «Να προσέχετε», είπε ο Όουεν. «Ό,τι τους πείτε θα φτάσει στ’ αφτιά του Ράιαν». «Θα προσέχουμε», είπα. «Αν μπορώ να βοηθήσω με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, να μου το πείτε, εντάξει;» Ο Όουεν έγραψε τον αριθμό του κινητού του σε ένα κομμάτι χαρτί και μου το έδωσε. «Μένω ακριβώς από πάνω». «Ευχαριστούμε», είπα καθώς σηκωνόμουν. «Θα σας ανοίξω να βγείτε από πίσω».


296

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ - ΣΚΑΪΛΑΡ

Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, αλλά μία από τις σαγιονάρες μου πιάστηκε στην άκρη ενός σκαλοπατιού και έπεσα, χτυπώντας δυνατά το γόνατό μου. Κλότσησα μακριά τα παπούτσια μου και ανέβηκα τρία τρία τα τελευταία σκαλοπάτια, ενώ βαριά βήματα ακούγονταν υπόκωφα από πίσω μου. Είχα φτάσει στον διάδρομο, με τα χέρια μου τεντωμένα για να ανοίξω την πόρτα του ξενώνα, όταν ο Γκάβιν με χτύπησε τόσο δυνατά στην πλάτη, που με κόλλησε στον τοίχο. Τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό μου, πιέζοντας την αναπνευστική μου οδό. Πάλεψα να αναπνεύσω· ένιωθα κάθε κόκαλο στον λαιμό μου να σπάει. Προσπάθησα να βγάλω το μαχαίρι από την τσέπη μου, αλλά το δεξί του χέρι άρπαξε το δικό μου και το λύγισε πίσω από την πλάτη μου. Πέρασα το αριστερό μου χέρι πάνω από το κεφάλι μου και προσγείωσα με δύναμη το κάτω μέρος της παλάμης μου στη μύτη του. «Τσούλα!» Η λαβή του έγινε πιο χαλαρή. Πέρασα την παλάμη μου κάτω από το χέρι του και έσπρωξα γρήγορα προς τα έξω, αναγκάζοντάς τον να με αφήσει ελεύθερη, έπειτα έκανα μεταβολή και τον κλότσησα στον καβάλο. Έπεσε στα γόνατα, σκεπάζοντας με τα χέρια τη


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

297 _

βουβωνική του χώρα. Τον προσπέρασα ορμητικά και άρχισα να τρέχω προς τις σκάλες, ψάχνοντας το μαχαίρι στην τσέπη μου. Άκουγα τα βήματά του. Είχε σηκωθεί πάλι. «Πανάθεμά σε, σκύλα!» Κατέβηκα με έναν πήδο τις σκάλες, με το μαχαίρι στο χέρι. Είχα σχεδόν φτάσει στη βάση της, αλλά εκείνος ήταν πολύ κοντά μου. Τον ένιωθα πίσω μου, άκουγα τη λαχανιασμένη του ανάσα. Το κεφάλι μου έγειρε ξαφνικά προς τα πίσω. Μου είχε αρπάξει τα μαλλιά. Έχασα την ισορροπία μου και έπεσα κάτω δυνατά, η άκρη των σκαλοπατιών χτύπησε το κάτω μέρος της πλάτης μου. Ο πόνος μού διέλυσε τη ραχοκοκαλιά. Το χέρι του τυλίχτηκε και πάλι γύρω από τον λαιμό μου καθώς προσπαθούσε να με σύρει προς τα πάνω, αλλά αυτή τη φορά χρησιμοποίησα το μαχαίρι και το κάρφωσα στον πήχη του. Έβγαλε μια κραυγή και με άφησε. Εγώ σηκώθηκα όρθια, κατέβηκα πηδώντας τα δύο τελευταία σκαλιά και έτρεξα σαν αστραπή στην κουζίνα. Εκείνος με ακολουθούσε, γρήγορα. Είχα φτάσει σχεδόν στην μπροστινή πόρτα. Με άρπαξε από τη μέση και με πέταξε με μια κίνηση στο πάτωμα· το βάρος του έπεφτε πάνω μου, πιέζοντας όλο τον αέρα έξω από τα πνευμόνια μου. Έπιασε σφιχτά τον καρπό μου, χτύπησε το χέρι μου ξανά και ξανά στο πάτωμα, λύγισε τα δάχτυλά μου προς τα πίσω, ώσπου αναγκάστηκα να αφήσω το μαχαίρι. Το πήρε. Άνοιξα το στόμα και πήρα μια πνιχτή ανάσα, αγκιστρώθηκα στο πάτωμα με το ελεύθερο χέρι μου, προσπαθώντας μάταια να τραβήξω το σώμα μου μακριά. Φώναξα: «Βοήθεια!» Το χέρι του με ένα δυνατό χτύπημα μου έκλεισε το στόμα. Προσπάθησα να του δαγκώσω το χέρι, αλλά με πίεζε τόσο δυνατά, που δεν μπορούσα να ακουμπήσω τα δόντια μου πάνω σε οποιοδήποτε μέρος του δέρματός του. Το στόμα μου γέμισε με την πικρή γεύση αλατιού και γράσου. Το άλλο του χέρι κρατούσε τους καρπούς μου πίσω από την πλάτη μου. Κλοτσούσα συνεχώς, ακούγοντας βογκητά κάθε φορά που οι


298

CHEVY STEVENS _

φτέρνες μου ακουμπούσαν τα πόδια του· τα χτυπήματα έστελναν ωστικά κύματα πόνου ως τις κνήμες μου. Εκείνος έσκυψε και μου μίλησε στο αφτί. «Θα πάρω το χέρι μου. Αν κάνεις τον παραμικρό θόρυβο ή με ξανακλοτσήσεις, θα μπήξω αυτό το μαχαίρι στα σωθικά σου, τ’ ακούς;» Εγώ κλαψούρισα. Με σήκωσε όρθια, με το αριστερό του χέρι γύρω από τον λαιμό μου, κάνοντάς μου κεφαλοκλείδωμα. Με τράβηξε προς τα πίσω, σχεδόν με κουβαλούσε, το χέρι του πίεζε δυνατά την αναπνευστική μου οδό. Ήμαστε στην κουζίνα. Κοίταξα τριγύρω για να βρω κάποιο όπλο, είδα τις κατσαρόλες που στέγνωναν στο στραγγιστήρι, αλλά δεν μπορούσα να τις φτάσω. Τέντωσα και κουνούσα το χέρι μου, ορμώντας προς τις κατσαρόλες. Εκείνος με τράβηξε πίσω με το χέρι γύρω από τον λαιμό μου, κάνοντάς με να λαχανιάσω για μια ανάσα. Γρατζούνισα το χέρι του, προσπάθησα να το τραβήξω μακριά. «Μια κίνηση ακόμα να κάνεις και θα σου κόψω τον λαιμό». Πάγωσα. Άραγε έπρεπε να προσπαθήσω να αντισταθώ έτσι κι αλλιώς; Άκουσα να ανοίγει ένα συρτάρι. Ξαφνικά το αριστερό του πόδι ήρθε μπροστά από το δικό μου, παραμερίζοντας τα πόδια από κάτω μου. Έπεσα στο πάτωμα, τα κόκαλά μου τραντάχτηκαν. Προσπάθησα να τρέξω μακριά, αλλά μια μπότα με πάτησε δυνατά στην πλάτη και με πίεσε προς τα κάτω για λίγα δευτερόλεπτα, συνθλίβοντάς με. Την επόμενη στιγμή γονάτιζε πάνω στο πίσω μέρος από τις γάμπες μου για να με ακινητοποιήσει. Μου είχε στρίψει τα χέρια στην πλάτη και με πονούσαν. Ήχοι από ξετύλιγμα κολλητικής ταινίας. Μου έδεσε τους καρπούς, σφιχτά στο δέρμα, σπρώχνοντας το ρολόι μου βαθιά. Οι ώμοι μου ήταν τεντωμένοι, οι μύες μου με τραβούσαν. Το βάρος του μετατοπίστηκε και ο πόνος στα πόδια μου μειώθηκε καθώς εκείνος σηκώθηκε όρθιος. Με έπιασε από τους δεμένους καρπούς μου. «Σήκω πάνω». Σηκώθηκα στα γόνατα και με τράβηξε μέχρι να σηκωθώ


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

299 _

εντελώς όρθια. Τύλιξε το αριστερό του χέρι γύρω από τους ώμους μου, κρατώντας το μαχαίρι στον λαιμό μου, πιέζοντας την κρύα λεπίδα στο δέρμα μου. «Πάμε πάνω. Αν προσπαθήσεις να κάνεις οτιδήποτε, θα σου κόψω τον λαιμό». Ήμουν σε έξαλλη κατάσταση καθώς ανεβαίναμε τις σκάλες. Αν χτυπούσα δυνατά το κεφάλι μου προς τα πίσω, μπορεί να του έσπαγα τη μύτη, αλλά τότε μάλλον θα με μαχαίρωνε. Τώρα ήμαστε στον διάδρομο και κατευθυνόμασταν προς την κλειστή πόρτα του υπνοδωματίου. Κόντευα να πάθω ασφυξία· η ανάσα μου σκάλωνε στον λαιμό μου και με έπνιγε. Ηρέμησε, πρέπει να ηρεμήσεις. Θα με σκότωνε. Φτάσαμε στην πόρτα. Χαμήλωσε το χέρι με το μαχαίρι και άκουσα κάτι να κουδουνίζει πίσω μου, σαν να έψαχνε για τα κλειδιά στις τσέπες του. Είχα μόνο ένα δευτερόλεπτο. Χτύπησα δυνατά το κεφάλι μου προς τα πίσω, ένιωσα έναν δυνατό γδούπο, έναν απίστευτο πόνο στον λαιμό μου. Μάλλον κοίταζε χαμηλά και χτύπησα την κορυφή του κεφαλιού του. «Παλιοθήλυκο!» Με άρπαξε από τα μαλλιά και χτύπησε δυνατά το κεφάλι μου στο κούφωμα της πόρτας, αφήνοντάς με σχεδόν αναίσθητη. Ένιωσα τα γόνατά μου να υποχωρούν και έπεσα στο πάτωμα. Προσπάθησα να σηκωθώ, αλλά τα πόδια μου δεν με κρατούσαν. Κατέρρευσα πάνω στο στομάχι μου, προσπαθώντας να μη λιποθυμήσω· τα έβλεπα όλα θολά. Ήχοι πάνω από το κεφάλι μου, ένα κλειδί σε μια κλειδαριά, η πόρτα που άνοιξε. Χέρια να με πιάνουν από τους ώμους και να με σέρνουν μες στο δωμάτιο. Ήμουν σαν μεθυσμένη, παρέπαια. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, έλεγα στον εαυτό μου να το παλέψει, αλλά ένιωθα το σώμα μου νωθρό, τα πόδια μου και τα χέρια μου


300

CHEVY STEVENS _

δεν με υπάκουαν. Ένα ζευγάρι άγαρμπα χέρια με γύρισαν, με τράβηξαν για να με καθίσουν με την πλάτη στον τοίχο. Το δωμάτιο στριφογύριζε, η όρασή μου χανόταν και επανερχόταν κάθε τόσο. «Ξύπνα! Πρέπει να απαντήσεις σε κάποιες ερωτήσεις». Εστίασα στο πρόσωπο του Γκάβιν μπροστά μου, η όρασή μου άρχισε να καθαρίζει, έπειτα κοίταξα τριγύρω με μανία, παίρνοντας γρήγορες λήψεις εικόνων. Ήταν σκοτεινά – το παράθυρο φαινόταν σφραγισμένο με σανίδες, το μοναδικό φως ερχόταν από την ανοιχτή πόρτα. Υπήρχε ένα μεγάλο κρεβάτι και στη μέση του ένα σώμα. Ίσα που διέκρινα μια μορφή, είδα μια κίνηση, λες και κάποιος προσπαθούσε απεγνωσμένα να σηκωθεί όρθιος. Τότε συνειδητοποίησα πως όποιος κι αν ήταν στο κρεβάτι ήταν δεμένος στο ξύλινο κάγκελο. Η μορφή στάθηκε όρθια. Η Κρίσταλ. Ήταν γυμνή, τα μαλλιά της ανακατεμένα σαν τζίβα. Ένα σχοινί ήταν δεμένο γύρω από τον λαιμό της σαν κολάρο και στο κάγκελο του κρεβατιού. Το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο από τον φόβο. Ήταν φιμωμένη αλλά όχι με ταινία, έμοιαζε σαν κάποιο κομμάτι ύφασμα, και τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη. Έβγαλα μια κραυγή· ο ήχος βγήκε σαν ουρλιαχτό από μέσα μου. Προσπάθησα να σηκωθώ για να τρέξω κοντά της, αλλά ο Γκάβιν με έσπρωξε κάτω. Άρπαξε το πρόσωπό μου, τρίβοντας τα δόντια μου μεταξύ τους. «Εσύ να βγάλεις τον σκασμό!» Δεν μπορούσα να ανασάνω, το κορμί μου βάραινε με κάθε αναστεναγμό, μύξες έτρεχαν από τη μύτη μου και ανακατεύονταν με τον ιδρώτα που κυλούσε στο πρόσωπό μου. Η Κρίσταλ έμοιαζε να είναι σε έξαλλη κατάσταση, τραβούσε το σώμα της πάνω στο λουρί της όσο πιο μακριά μπορούσε. Ήταν στα γόνατα· οι ώμοι της τραντάζονταν καθώς έκλαιγε.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

301 _

«Σκασμός». Ο Γκάβιν άφησε το πρόσωπό μου και με χαστούκισε δυνατά. Εξακολουθούσα να μην μπορώ να σταματήσω τις φωνές και με χαστούκισε και πάλι. Προσπάθησα να ανακτήσω τον έλεγχο της αναπνοής μου, κλαψουρίσματα ξετρύπωναν μέσα από το στόμα μου. Το σώμα μου δονούνταν, κάτι ζεστό έτρεξε ανάμεσα στα πόδια μου και συνειδητοποίησα ότι είχα κατουρηθεί πάνω μου. Ο Γκάβιν κοίταξε χαμηλά. «Ο Χριστός και η Παναγία». Κοίταξε την Κρίσταλ. «Τι στον διάολο κάνεις εσύ; Στο κρεβάτι σου!» Εκείνη έμεινε ακίνητη, με το βλέμμα της ακόμα κολλημένο πάνω μου· τα μάτια της γεμάτα πανικό και δάκρυα. Ο Γκάβιν την πλησίασε και τη χαστούκισε δυνατά στο πρόσωπο. Εγώ έβγαλα μια κραυγή καθώς το κεφάλι της έγειρε προς τα πίσω. Εκείνος γύρισε και με κοίταξε. «Αν ξαναστριγκλίσεις έτσι, θα της λιώσω τον λαιμό με το πόδι μου, κατάλαβες;» «Συγγνώμη. Σε παρακαλώ, μην της κάνεις κακό!» Τώρα κοίταζε μία εκείνη και μία εμένα, τα μάτια του μισόκλεισαν, και τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Μόλις είχε καταλάβει ότι μπορεί να υπήρχε κάποιος δεσμός ανάμεσά μας. Πήγε ως το στερεοφωνικό, πάνω σε μια παλιά ξύλινη συρταριέρα, και το άνοιξε. Έπειτα άναψε το φως. Τώρα έβλεπα τα πάντα –τον πλαστικό κουβά στη γωνία, το ξέστρωτο κρεβάτι, τη γαλάζια κουβέρτα σκισμένη και γεμάτη λεκέδες– και αναστέναξα δυνατά όταν είδα την Κρίσταλ καλύτερα. Σημάδια σκέπαζαν τα στήθη και το στομάχι της, φαίνονταν σαν δαγκωματιές. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο μελανιές, το πάνω χείλος της είχε κάκαδο και ήταν πρησμένο. «Είπα, στο κρεβάτι εσύ», ξανάπε εκείνος. Εκείνη ξανανέβηκε στο κρεβάτι και μας κοίταζε με μια τρομαγμένη έκφραση στο πρόσωπό της. Εκείνος ήρθε πάλι στο σημείο όπου καθόμουν εγώ. Γονάτισε μπροστά μου.


302

CHEVY STEVENS _

«Τι γύρευες εσύ μες στο σπίτι μου;» «Ήθελα να σε κλέψω». «Μπούρδες». Κοίταξε την Κρίσταλ και έπειτα εμένα. «Γνωρίζεστε;» «Όχι», είπα. Με κοίταξε επίμονα. Προσπάθησα να μην αποστρέψω το βλέμμα, αλλά τα μάτια του με τρόμαξαν. Πλησίασε την Κρίσταλ, άρπαξε το σχοινί της και την τράβηξε κάτω από το κρεβάτι. Σηκώθηκε όρθια και εκείνος της έστρεψε το πρόσωπο για να με δει, όρθιος ακριβώς πίσω της. Άρχισε να τραβάει το σχοινί σφιχτά γύρω από τον λαιμό της. «Ποια στον διάολο είσαι εσύ;» μου φώναξε. Η Κρίσταλ προσπαθούσε να κουνήσει το κεφάλι, γνέφοντάς μου να μην πω τίποτα, αλλά το πρόσωπό της γινόταν όλο και πιο κόκκινο, τα μάτια της ήταν γουρλωμένα. «Είναι θεία μου!» του απάντησα φωνάζοντας, με αναφιλητά. Ο Γκάβιν άφησε το σχοινί. Η Κρίσταλ έπεσε στο πάτωμα ασθμαίνοντας, παλεύοντας να πάρει λίγο αέρα. «Θεία σου». Ο Γκάβιν ξανακοίταξε επίμονα το πρόσωπό μου, η συνειδητοποίηση απλώθηκε στο δικό του πρόσωπο. Με πλησίασε, άρπαξε το πιγούνι μου και γύρισε το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά. «Πόσων χρονών είσαι;» Η Κρίσταλ κούναγε και πάλι το κεφάλι της. Ο Γκάβιν σηκώθηκε όρθιος, έκανε μια μεγάλη δρασκελιά προς το μέρος της και την κλότσησε στα πλευρά. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή και μαζεύτηκε σαν μπάλα. «Σταμάτα!» φώναξα. «Είμαι δεκαεφτά». Ήρθε πάλι προς το μέρος μου, έσκυψε για να μπορεί να δει πίσω μου. Ένιωσα το χέρι του πάνω στο δικό μου, να μου λυγίζει τα δάχτυλα. «Είσαι παιδί του». Το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά στο δικό μου, που μπορούσα να μυρίσω στην ανάσα του καφέ και τσιγάρα. «Ποια σκύλα είναι η μάνα σου;» Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου. Τα είχα κάνει θάλασσα.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

303 _

«Η πιο μικρή». Δεν μπορούσα να ερμηνεύσω την έκφρασή του, ήταν θυμός αλλά και ένας σχεδόν αλλόκοτος θρίαμβος, έπειτα ξανάγινε άγριος. Το κορμί μου σφίχτηκε, περιμένοντας την έκρηξη. Χτύπησε το τηλέφωνό του. Σηκώθηκε όρθιος και το έβγαλε από την τσέπη του, κοίταξε την οθόνη και έπειτα απάντησε. «Ναι, σε ένα λεπτό είμαι εκεί». Με κοίταζε επίμονα καθώς άκουγε. «Είπα, σε ένα λεπτό, που να σε πάρει ο διάολος. Είχα ένα θέμα με το φορτηγό… Όχι, το ’φτιαξα». Έκλεισε και ξανάβαλε το κινητό στην τσέπη του. Ξαφνικά με κλότσησε δυνατά απ’ το πλάι. Ζάρωσα στον τοίχο, προσπαθώντας να αποφύγω τις βαριές του μπότες. Με κοίταξε από ψηλά. «Να ευχαριστείς τον μπαμπά σου γι’ αυτό». Βγήκε από το δωμάτιο, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του. Απόρησα που δεν με έδεσε. Μόλις άκουσα τα βήματά του να κατεβαίνουν τη σκάλα, σηκώθηκα όρθια και πλησίασα κουτσαίνοντας την Κρίσταλ, που ακόμα κείτονταν στο πάτωμα. Ξάπλωσα δίπλα της και πλησίασαν τα κορμιά μας, αν και δεν μπορούσαμε να αγκαλιαστούμε. Ένιωθα την αδυναμία του κορμιού της, πόσο είχε αδυνατίσει. Απομακρυνθήκαμε λίγο η μια από την άλλη, κοιταχτήκαμε. «Λυπάμαι», είπα. «Τα έκανα θάλασσα. Προσπαθούσα να σε σώσω». Έβγαζε βογκητά και μουγκρητά μέσα από το φίμωτρό της, τα μάτια της σαν κάτι να ρωτούσαν. Δεν είχα ιδέα τι έλεγε. «Η μαμά και η Ντάλας δεν ξέρουν ότι είμαι εδώ. Το ’σκασα». Έκλαιγα, συνειδητοποιώντας τι ανοησία είχα κάνει. «Μα όταν δει ότι δεν γυρίζω σπίτι θα το καταλάβει. Θα έρθουν να μας ψάξουν». Προσευχήθηκα αυτό να είναι αλήθεια. Αλλά η μαμά δεν περίμενε να γυρίσω πριν από την Πέμπτη. Τι μας έμελλε να πάθουμε ως τότε; Άραγε θα μας σκότωναν; Βήματα ανέβαιναν πάλι τη σκάλα, ήχοι της πόρτας που ξεκλείδωνε. Ζάρωσα δίπλα στην Κρίσταλ. Με έσπρωξε πίσω


304

CHEVY STEVENS _

της με τον ώμο της, σαν να ήθελε να με προστατεύσει. «Τι γλυκιά σκηνή!» είπε ο Γκάβιν όταν μπήκε μέσα. Κουβαλούσε μια κουλούρα σχοινί, λίγο ύφασμα, ένα μπουκάλι νερό. Έβγαλε το καπάκι και κράτησε το μπουκάλι στα χείλη μου, με άφησε να πιω, αλλά το έχυνε τόσο γρήγορα, που ξεχείλιζε έξω από το στόμα μου, με έπνιγε, κυλώντας στο κορμί μου. «Μην το σπαταλάς, θα περάσει κάμποσος χρόνος μέχρι να το ξαναβρείς». Πέταξε το μπουκάλι στη γωνία του δωματίου κοντά στην πόρτα. Έπειτα μου άρπαξε τα χέρια και με σήκωσε όρθια, με έσπρωξε να περπατήσω ως την άκρη του κρεβατιού. Ακούμπησε το ύφασμα πάνω στην κουβέρτα, πέρασε το σχοινί γύρω από τον λαιμό μου, σαν λάσο, και έδεσε την άλλη άκρη στην κάτω κολόνα του κρεβατιού, τυλίγοντάς το κάτω από το σημείο ένωσής του με το πλαίσιο, για να μη γλιστρήσει. Έλεγξε το μήκος για να βεβαιωθεί ότι δεν μπορούσα να φτάσω ως την πόρτα ή ως το στερεοφωνικό, και έσπρωξε τον κουβά ανάμεσα σε μένα και στην Κρίσταλ, που ήταν δεμένη στην ίδια πλευρά του κρεβατιού αλλά στην απέναντι άκρη. «Ορίστε και η σκατιέρα σας». Στάθηκε μπροστά μου, άρπαξε πάλι το πρόσωπό μου, μου το έσφιγγε με τα χέρια του. «Πού είναι το αυτοκίνητό σου;» «Ήρθα με οτοστόπ. Έμεινα από βενζίνη στην πόλη σήμερα το πρωί». Το είπα γρήγορα, με λέξεις παραμορφωμένες, αφού εξακολουθούσε να σφίγγει το πρόσωπό μου. «Το άφησα στην άκρη του δρόμου». Μου ήρθε άλλη μια ιδέα. «Οι μπάτσοι μάλλον θα το κατασχέσουν». «Αηδίες. Ήσουνα σπίτι μου όλη νύχτα». Έχωσε τα χέρια του στις τσέπες μου, χουφτώνοντας τον πισινό μου και τον καβάλο μου· το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά στο δικό μου, που έβλεπα κάθε σταγόνα του ιδρώτα του, τα σκούρα του γένια, την αμυδρή ουλή στο πιγούνι του, τα κατακόκκινα μάτια του. Έβγαλε από την τσέπη τα κλειδιά μου, τα κουδούνισε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

305 _

μπροστά στο πρόσωπό μου. «Με περνάς για ηλίθιο;» Έγνεψα αρνητικά. «Όχι!» «Παρκάρισα το φορτηγό μου πίσω από το μαγαζί, για να πάρω μερικά εργαλεία. Αν δεν είχα ξανάρθει, θα μου τα ’χες κάνει όλα μαντάρα εδώ μέσα». «Απλώς ήθελα να βρω τη θεία μου», είπα. «Ωραία λοιπόν. Τη βρήκες». Χαμογέλασε. «Και τώρα πες πού είναι το αυτοκίνητο, που να σε πάρει ο διάολος». Άρπαξε πάλι το πρόσωπό μου, δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου. «Σου είπα. Είναι στην πόλη». Το αυτοκίνητο ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να με εντοπίσουν. Άφησε το πρόσωπό μου, και για μια στιγμή σκέφτηκα ότι όλα θα πήγαιναν καλά, ότι με είχε πιστέψει. Αλλά τότε πήγε στην Κρίσταλ, τη γύρισε και την έβαλε να σκύψει πάνω από το κρεβάτι. Τράβηξε δυνατά τη θηλιά γύρω από τον λαιμό της, κι έτσι η πλάτη της λύγισε σαν τόξο. Εκείνη έβγαζε φριχτούς ήχους μέσα από το φίμωτρο, πνιχτές κραυγές και φωνές. «Πάμε άλλη μία;» μου είπε εκείνος, μιλώντας πάνω από τον ώμο του. Έσφιξε ακόμα περισσότερο τη θηλιά. «Είναι στον παράδρομο!» φώναξα. «Άφησέ την!» Τράβηξε απότομα την Κρίσταλ άλλη μια φορά και έπειτα την άφησε ελεύθερη. Εκείνη κατέρρευσε στο κρεβάτι, γλίστρησε στο πάτωμα. «Σε ποιο δρόμο;» Γύρισε πάλι σε μένα. «Μη μου ξαναπείς ψέματα». «Ήταν στην άλλη πλευρά του κεντρικού δρόμου, κοντά στον ιδιωτικό δρόμο». Εκείνος έγνεψε καταφατικά, σαν να ήξερε το σημείο, έπειτα πήρε το κουβάρι από ύφασμα και προχώρησε προς το μέρος μου. «Δεν θα φωνάξω», είπα όταν κατάλαβα ότι θα με φίμωνε πάλι. «Εσείς πάντα φωνάζετε, κορίτσια», είπε. Έχωσε το ύφασμα στο στόμα μου και έδεσε μια μακριά


306

CHEVY STEVENS _

λωρίδα γύρω από το κεφάλι μου, για να το συγκρατήσει, έπειτα το έδεσε κόμπο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και το έσφιξε. Ένιωθα τα χείλη μου τεντωμένα όσο δεν πήγαινε άλλο. Μου ήρθε αναγούλα μερικές φορές, καθώς πνιγόμουν από το ύφασμα. Εκείνος έκανε μερικά βήματα πίσω, μας κοίταξε και τις δύο και έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο, δείχνοντάς μας όλα τα κιτρινισμένα δόντια του. «Τα λέμε απόψε μετά τη δουλειά, κορίτσια. Έχουμε πάρτι». Προχώρησε ως το στερεοφωνικό, μια παλιατζούρα καλυμμένη από αυτοκόλλητα μπίρας, και ανέβασε την ένταση στη μουσική κάντρι, έπειτα έκανε μια μικρή χορευτική κίνηση ως την πόρτα και προσποιήθηκε πως μας έβγαζε το καπέλο του σε χαιρετισμό. Έσβησε το φως και έκλεισε την πόρτα. Δεν άκουσα αν την κλείδωσε, αλλά είδα τη σκιά του κάτω από την πόρτα· έπειτα εξαφανίστηκε. Γύρισα προς την Κρίσταλ, που καθόταν ακόμα στο πάτωμα. Ίσα που διέκρινα τη φιγούρα της στο αμυδρό φως – ελάχιστος ήλιος τρύπωνε μέσα από τις ρωγμές στις σανίδες του παραθύρου και κάτω από την πόρτα. Τα μάτια μου συνήθιζαν στο σκοτάδι και σύντομα μπορούσα να δω καλύτερα. Φαινόταν παραιτημένη, με τους ώμους σκυφτούς. Τράβηξα τα χέρια μου, τα γύριζα προς διάφορες κατευθύνσεις, τεντώνοντας την ταινία, αλλά με είχε δέσει σφιχτά. Προσπάθησα να περπατήσω πιο κοντά στην Κρίσταλ, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χέρια της για να λύσει το φίμωτρο γύρω από τον λαιμό μου, ή το σχοινί μου, αλλά εκείνος είχε την ευφυΐα να μου αφήσει περιθώριο ώστε να φτάσω το πολύ τριάντα εκατοστά από εκείνη. Την κοίταξα στα μάτια. Εκείνη κουνούσε το κεφάλι, το πρόσωπό της ήταν θλιμμένο. Έπειτα έβγαλε μια κραυγή μέσα από το φίμωτρο, έναν άγριο, ωμό, ζωώδη βρυχηθμό απελπισίας. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο και δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

Γονάτισα και ξέσπασα κι εγώ σε κλάματα.

307 _


308

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ - ΤΖΕΪΜΙ

Τα αγόρια έκαναν δουλειά σε ένα φορτηγό, με τα κεφάλια τους σκυμμένα πάνω από τη μηχανή. Άκουσαν τα βήματά μας πάνω στο τσιμέντο και σήκωσαν το βλέμμα. «Θέλετε κάτι;» είπε το μελαχρινό αγόρι, σκουπίζοντας τα χέρια του με ένα κουρέλι. Πρέπει να ήταν ο Ράιλι. Δεν μπορούσα να ξεπεράσω το πόσο πολύ έμοιαζε στη Σκάιλαρ, οι κινήσεις του, ο τρόπος που ανασηκωνόταν το στόμα του όταν μιλούσε. Έμοιαζε κι αυτός στον Μπράιαν, αλλά κάπως λιγότερο. Και η Ντάλας κοίταζε επίμονα το πρόσωπό του. Ο Ράιλι φαινόταν μπερδεμένος τώρα, περιμένοντας να του μιλήσουμε. Ξαναβρήκα τη φωνή μου. «Ψάχνουμε την κόρη μου – τη λένε Σκάιλαρ». Άνοιξε ακόμα περισσότερο τα μάτια του και κοίταξε τον φίλο του, έπειτα πάλι εμάς. «Σκάιλαρ;» είπε και έγλειψε νευρικά τα χείλη του. «Δηλαδή το είχε σκάσει;» Παρατηρούσα την έκφρασή του, αναζητώντας ενδείξεις ότι λέει ψέματα, προσπαθώντας να φανεί αθώος, αλλά έδειχνε ειλικρινής. «Ναι». Επειδή δεν ήξερα τι μπορεί να τους είχε πει, αποφάσισα να διαλέξω το απλό σενάριο. «Έφυγε πριν από λίγες μέρες. Κανείς δεν την έχει δει από τότε». Ο Ράιλι κοίταξε τον Νόα, έπειτα πάλι εμένα. «Δούλευε στο ράντσο, αλλά δεν νομίζω ότι πήγε σήμερα. Τουλάχιστον δεν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

309 _

ήταν εκεί όταν έφυγα σήμερα το πρωί». Ώστε δούλευε στο ράντσο; Ένιωσα σαν να μου έδωσαν γροθιά στο στομάχι με ατσάλινα γάντια. «Πότε την είδες τελευταία φορά;» είπα. Ο Ράιλι δίσταζε, σαν να ήξερε κάτι αλλά φοβόταν να το πει. «Είναι πολύ σημαντικό να τη βρούμε», είπα. «Χτες, μετά τη δουλειά». «Ξέρεις πού θα πήγαινε;» «Όχι, αλλά νομίζω ότι κοιμόταν στο αυτοκίνητό της. Της είπα ότι μπορούσε να κολυμπήσει στο ρέμα μας, αλλά δεν ξέρω αν πήγε εκεί». Στο ρέμα. Οι αναμνήσεις ήρθαν σαν αστραπή – να τρέχω, να πέφτω στο έδαφος, το κορμί του Μπράιαν από πάνω μου. Εστίασε στη Σκάιλαρ. «Είπες σε κανέναν άλλο ότι θα πήγαινε εκεί;» Τον κοίταξα έντονα στα μάτια. «Όχι». Αλλά απέστρεψε το βλέμμα του. Έλεγε ψέματα, ήμουν σίγουρη. «Και δεν έχεις ιδέα πού θα μπορούσε να είναι τώρα;» είπα, με το βλέμμα καρφωμένο στον Ράιλι, και αναρωτιόμουν αν ήξερε τι είδους άνθρωπος ήταν ο πατέρας του στην πραγματικότητα. «Όχι, σας είπα», είπε ο Ράιλι, αλλά δεν ακούστηκε ενοχλημένος, μάλλον ανήσυχος, σαν να συμπέραινε ίσως ότι ήταν ο τελευταίος που είχε δει τη Σκάιλαρ. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο συνεργείο. «Πρέπει να εξυπηρετήσω αυτούς τους πελάτες», είπε ο Ράιλι. «Αν σκεφτείς οτιδήποτε άλλο, τηλεφώνησέ μας, σε παρακαλώ». Έγραψα πρόχειρα τον αριθμό μου στην πίσω όψη ενός μπλοκ αποδείξεων που βρισκόταν πάνω στον πάγκο. «Ελπίζω να τη βρείτε σύντομα», είπε ο Ράιλι και βγήκε έξω τρέχοντας.


310

CHEVY STEVENS _

Καθώς επιστρέφαμε με τα πόδια στο μοτέλ, είπα: «Πρέπει να πούμε στην αστυνομία ότι η Σκάιλαρ δούλευε στο ράντσο – αλλά και το τι μας έκαναν αυτοί οι άντρες». «Θα μας αρχίσουν στις ερωτήσεις». «Εμείς απλώς θα τους πούμε τα απολύτως απαραίτητα ώστε να μάθουν ότι ο Μπράιαν και ο Γκάβιν είναι επικίνδυνοι», είπα. Δεν ήμουν σίγουρη πώς θα μπορούσα να μιλήσω για όσα μας είχαν συμβεί, αλλά έπρεπε με κάποιον τρόπο να βρω τη δύναμη να το κάνω. «Δεν εμπιστεύομαι τον Ράιλι», είπε η Ντάλας. «Νομίζεις ότι είναι κι αυτός στο κόλπο;» «Ξέρουμε ότι ο μπαμπάς του τα έκανε θάλασσα και ότι ήταν ανήσυχος. Κάτι δεν πάει καλά». Μήπως κάναμε τελείως λάθος; Μήπως ήταν ο Νόα και ο Ράιλι που έκαναν κάτι στη Σκάιλαρ; Αλλά τότε γιατί ο Ράιλι να παραδεχτεί ότι την είχε δει; «Γι’ αυτό θέλω να μιλήσω στην αστυνομία», είπα. «Εκείνοι θα μπορέσουν να καταλάβουν αν λέει ψέματα». «Υπάρχει κίνδυνος να αρχίσουν να σκαλίζουν το παρελθόν μας». «Δεν έχουν λόγο να το κάνουν αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει περίπτωση να ξέρουν για τον μπαμπά». Ακόμα είχα εφιάλτες μερικές φορές, τον άκουγα να με λέει «φιστικάκι». Μπορούσα να μείνω ξάγρυπνη για ώρες, επαναλαμβάνοντας στο μυαλό μου εκείνη τη νύχτα, και αναρωτιόμουν τι θα είχε συμβεί αν τον είχα απλώς τραυματίσει, πού θα ήμαστε όλοι μας σήμερα. Και συχνά ανησυχούσα για το τι θα σκεφτόταν η Σκάιλαρ αν το μάθαινε ποτέ. Έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν είχα άλλη επιλογή, αλλά με στοίχειωνε η ιδέα πως όλα όσα είχαν συμβεί στο Κας Κρικ ήταν κατά κάποιον τρόπο μια τιμωρία, πως οι ζωές μας είχαν καταστραφεί εκείνη τη μέρα. «Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι θα πούμε τα ίδια», είπε η Ντάλας. «Και πως, ό,τι κι αν κάνουμε, δεν μπορούμε να τους πούμε ότι η Κρίσταλ είχε όπλο». Περπατήσαμε ως το αστυνομικό τμήμα μαζί. Ήταν ένα πιο


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

311 _

παλιό τετράγωνο κτίριο με λευκή ξύλινη επένδυση, έμοιαζε να έχει χτιστεί τη δεκαετία του ’70 και μύριζε καμένο καφέ. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, και στο πάρκιγκ υπήρχαν μόνο λίγα περιπολικά. Καθ’ οδόν είχαμε μιλήσει για κάποια πράγματα που μπορεί να ρωτούσαν, στήσαμε τη δική μας ιστορία συγκάλυψης, αλλά ξέραμε πως εκείνα που θα μπορούσαν να μας μπλέξουν άσχημα ήταν όσα δεν σκεφτόμασταν. Είπα στη γυναίκα πίσω από τον πάγκο ότι θέλαμε να αναφέρουμε την εξαφάνιση κάποιων ανθρώπων, και ένας αστυνομικός ήρθε δύο λεπτά αργότερα. Συστήθηκε ως «αρχιφύλακας ΜακΦέιλ» και μας οδήγησε σε έναν μικρό θάλαμο ανάκρισης με ένα τραπέζι και λίγες καρέκλες. Κάθισε στη μια πλευρά και εμείς απέναντί του. Ήταν μεγαλύτερος από εμάς, με μαλλιά λευκά σαν το χιόνι, καστανά μάτια με φρύδια που είχαν γωνιώδη κλίση προς τα κάτω, μακριά μύτη και αυστηρό στόμα. Μου θύμιζε αετό, ο τρόπος που μας κοίταζε έντονα, πρώτα τη μια και έπειτα την άλλη. Είχα την αίσθηση ότι δεν του ξέφευγαν και πολλά, πράγμα που ήταν καλό, γιατί θα έβρισκε πιο γρήγορα τα κορίτσια, αλλά κακό αν καταλάβαινε ότι λέγαμε ψέματα σε κάποια κομμάτια της ιστορίας μας. «Θέλετε να δηλώσετε την εξαφάνιση κάποιου;» είπε, κρατώντας σημειώσεις σε κάποιο χαρτί. «Ναι, της κόρης μου και της αδερφής μας», είπα. «Ζούμε στο Βανκούβερ, αλλά εκείνες έμεναν εδώ στο μοτέλ». «Τα ονόματά τους;» «Σκάιλαρ και Κρίσταλ Κάλντγουελ. Η Σκάιλαρ είναι μόνο δεκαεφτά». Έσφιξα την παλάμη μου σε μια σφιχτή γροθιά, χώνοντας τα νύχια μου στο δέρμα δυνατά, και εστίασα στον πόνο. «Πότε επικοινωνήσατε μαζί τους για τελευταία φορά;» είπε. «Με την αδερφή μας έχουμε να μιλήσουμε απ’ την Κυριακή. Η Σκάιλαρ μου έστειλε ένα γραπτό μήνυμα όταν έφυγε την Πέμπτη το πρωί, αλλά από τότε δεν έχω νέα της, και τα κινητά τους μας συνδέουν με τον αυτόματο


312

CHEVY STEVENS _

τηλεφωνητή. Πήγαμε στο μοτέλ…» Δεν μπορούσα να συνεχίσω, στον νου μου είχε κολλήσει η εικόνα της μπλούζας της Κρίσταλ πάνω στο κρεβάτι σαν να προγραμμάτιζε να επιστρέψει πολύ σύντομα. «Τα πράγματα της Κρίσταλ είναι μέσα στο δωμάτιό της», είπε η Ντάλας, «αλλά η κυρία στο μοτέλ δεν την είχε δει ολόκληρη την εβδομάδα και έπρεπε να ελευθερώσει το δωμάτιο σήμερα. Η Σκάιλαρ έμεινε μόνο μία νύχτα εκεί. Πιστεύουμε ότι άρχισε να κοιμάται στο αυτοκίνητό της ύστερα από εκείνη τη βραδιά». Συνήθως τσατιζόμουν όταν η Ντάλας διέκοπτε και μίλαγε για μένα, αλλά αυτή τη φορά ένιωσα ένα κύμα ευγνωμοσύνης που ήταν εκεί, που είχα τη δική της δύναμη για να ακουμπήσω. «Η τσάντα της Κρίσταλ ήταν μες στο δωμάτιο;» είπε. «Όχι», είπα. «Γιατί είχαν έρθει στο Κας Κρικ;» «Πριν από δεκαοχτώ χρόνια περάσαμε από αυτή την πόλη…» Το δέρμα μου έκαιγε σαν φωτιά, το πρόσωπό μου ζεμάταγε. Για ένα λεπτό δεν μπορούσα να ανασάνω, ένιωσα λες και ένα χέρι με πίεζε δυνατά πάνω στο στόμα. Αναρωτιόμουν αν αυτό ήταν κρίση πανικού. «Το φορτηγό μας χάλασε». «Ο Μπράιαν Λάξτον και ο αδερφός του μας πήραν και μας πήγαν στο ράντσο των γονιών τους για να βγάλουμε μερικά χρήματα», είπε η Ντάλας, μιλώντας γρήγορα και θυμωμένα. «Μας επιτέθηκαν μια νύχτα και μας πήγαν σε μια άδεια αποθήκη. Μας βίασαν. Μας κράτησαν εκεί πέντε μέρες». Ο αρχιφύλακας ανακάθισε στην καρέκλα του, τα μάτια του μας κοίταζαν προσεκτικά. «Το αναφέρατε στην αστυνομία;» είπε. «Ήμαστε πολύ φοβισμένες», είπα. «Το μόνο που θέλαμε ήταν να φύγουμε απ’ αυτό το μέρος. Όσα μας έκαναν οι άντρες–» διέκοψα, κράτησα την ανάσα μου. «Μας είναι ακόμα πολύ δύσκολο να μιλάμε γι’ αυτά». «Δεν θέλουμε να κάνουμε μήνυση», είπε η Ντάλας. «Απλώς


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

313 _

θέλουμε να ξέρετε ότι είναι επικίνδυνοι. Πιστεύουμε ότι η Κρίσταλ ήρθε για να τους αντιμετωπίσει και ότι η Σκάιλαρ ακολούθησε. Πιστεύουμε ότι ο Μπράιαν και ο Γκάβιν τους έχουν κάνει κάτι κακό». «Ξέρουμε ότι η Κρίσταλ ήταν στο μπαρ ταυτόχρονα με τον Γκάβιν Λάξτον. Και ξέρουμε ότι η Σκάιλαρ δούλευε στο ράντσο, αλλά δεν πήγε σήμερα το πρωί», είπα. Του είπα όλα όσα είχα μάθει από τον Όουεν και τον Ράιλι. «Πρέπει να κάνετε έρευνα στα σπίτια τους», είπε η Ντάλας. «Προτού μπορέσουμε να κάνουμε οτιδήποτε, χρειάζομαι περισσότερες πληροφορίες από εσάς», είπε ο αρχιφύλακας. «Τι αυτοκίνητα οδηγούσαν τα κορίτσια;» «Η Σκάιλαρ έχει ένα κόκκινο Honda Civic και η Κρίσταλ οδηγεί ένα μαύρο Acura». «Ξέρετε τι φορούσαν όταν βγήκαν τελευταία φορά;» Έγνεψα αρνητικά. «Όχι. Αλλά η Σκάιλαρ μάλλον φορούσε σορτσάκι και σαγιονάρες. Έχει ένα δερμάτινο ζευγάρι με μια μαργαρίτα ανάμεσα στα δάχτυλα». Ξεροκατάπια με δυσκολία, πνίγοντας τα δάκρυα που μαζεύονταν στον λαιμό μου. «Αυτές φοράει συνέχεια. Η Κρίσταλ φοράει συχνά σορτσάκι της γιόγκα και αμάνικο μπλουζάκι». «Θα μάθουμε αν το μοτέλ έχει κάμερα παρακολούθησης. Θα ρωτήσουμε επίσης τα καταστήματα της περιοχής. Θα χρειαστώ μια πρόσφατη φωτογραφία και τις περιγραφές των κοριτσιών, ονόματα φίλων τους, οποιονδήποτε συνέταιρο ή εργοδότη τους». Του έδωσα λεπτομέρειες της Κρίσταλ και της Σκάιλαρ, τις ημερομηνίες γέννησης, ονόματα των φίλων τους. «Έχω μερικές φωτογραφίες στο κινητό μου», είπα. «Μπορείτε να μου τις στείλετε με e-mail;» Μου έδωσε την ηλεκτρονική του διεύθυνση και του έστειλα τις φωτογραφίες. «Τα μαλλιά της Κρίσταλ είναι βαμμένα καστανά τώρα», είπα. «Ο πατέρας της Σκάιλαρ πού είναι;» «Δεν είναι στη ζωή της». Σήκωσε το βλέμμα, συνάντησε για λίγο το δικό μου.


314

CHEVY STEVENS _

Αναρωτιόμουν αν θα ρωτούσε το όνομα του πατέρα της ή πληροφορίες για να έρθει σε επαφή μαζί του, αλλά κράτησε μονάχα μια σημείωση. «Πώς σας φάνηκε η Σκάιλαρ την τελευταία φορά που μιλήσατε;» «Ήταν ταραγμένη και ανήσυχη για τη θεία της, αλλά μου είπε ότι θα πήγαινε με μια φίλη της σε ένα εξοχικό που έχει σε μια λίμνη. Μου είπε ψέματα». «Το έχει σκάσει άλλη φορά;» είπε εκείνος. «Η Σκάιλαρ ποτέ της δεν έκανε κάτι παρόμοιο», είπα. «Και ο τρόπος ζωής της; Κάποιο πρόβλημα υγείας; Ναρκωτικά;» Σκέφτηκα προτού μιλήσω. «Η Σκάιλαρ είναι καλό παιδί. Η Κρίσταλ είχε κάποια προβλήματα, αλλά δεν θα εξαφανιζόταν έτσι». «Είπατε ότι η Σκάιλαρ ανησυχούσε για εκείνη;» Αν του έλεγα την αλήθεια, μήπως δεν έπαιρνε τα πράγματα στα σοβαρά; Μήπως θα σκεφτόταν ότι η Κρίσταλ ήταν καμιά αλλοπρόσαλλη που τα κάνει θάλασσα; Έπρεπε να πω κάτι. «Η Κρίσταλ πέρασε κάτι που την αναστάτωσε πολύ αυτό το Σαββατοκύριακο, είχε έναν καβγά με έναν τύπο που έβγαιναν μαζί. Πιστεύουμε ότι αυτό έφερε στο προσκήνιο κάποια συναισθήματά της σχετικά με ό,τι μας είχε συμβεί όταν ήμαστε έφηβες, και γι’ αυτό ήρθε πάλι εδώ». «Έχετε καμιά ένδειξη ότι είναι αυτοκαταστροφική;» Σκέφτηκα την Κρίσταλ κλειδωμένη στο μπάνιο, με ένα όπλο στο χέρι. «Όχι». Κράτησε άλλη μια σημείωση. «Είπατε ότι μπήκατε στο δωμάτιό της στο μοτέλ. Είδατε ίχνη πάλης;» «Όχι, αλλά ήταν ακατάστατο», είπα. «Θα το δούμε – μην ξαναμπείτε στο δωμάτιο». «Θα πάρουμε άλλο δωμάτιο στο μοτέλ». «Θα χρειαστώ τους αριθμούς των κινητών τους – θα εντοπίσουμε τα τηλέφωνά τους».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

315 _

«Δηλαδή;» «Αν δεν έχουν GPS, μπορούμε να δούμε σε ποιο σημείο το κινητό τους έκανε ανάκλαση σε κεραία κινητής τηλεφωνίας για τελευταία φορά και να κάνουμε τριγωνισμό των σημάτων. Αυτό θα μας δώσει μια ένδειξη του σημείου όπου μπορεί να βρίσκονται, αλλά αν δεν υπάρχει κάλυψη πεδίου, ή αν έχουν αδειάσει οι μπαταρίες τους, αυτό δεν θα μας βοηθήσει. Σε κάθε περίπτωση, θα έχουμε μια ιδέα σχετικά με το πού βρίσκονταν πρόσφατα». «Αυτό είναι καλό», είπα και άρχισα να ελπίζω ότι θα τις βρίσκαμε σύντομα. Κοίταξα την Ντάλας. Μου έσκασε ένα αχνό χαμόγελο. «Θα αποσπάσουμε τα γραπτά τους μηνύματα, αλλά αυτό ίσως πάρει δύο μέρες μέχρι να μας τα δώσει η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Η περιγραφή τους και τα αυτοκίνητά τους θα καταχωριστούν στο Κέντρο Πληροφοριών της Καναδικής Αστυνομίας. Επίσης θα ενημερώσουμε και τα άλλα τμήματα». «Πότε θα μιλήσετε στον Μπράιαν και στον Γκάβιν;» είπα. «Το συντομότερο δυνατόν. Έτσι κι αλλιώς, πρέπει να ακολουθήσουμε τη διαδικασία. Καταλαβαίνω την ανησυχία σας για τους άντρες, αλλά δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την έρευνά μας επειδή έχετε προηγούμενα μαζί τους. Αν εστιάσουμε σε εκείνους, κι αν τελικά δεν κρατούν εκείνοι τα κορίτσια, θα έχουμε σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο και τα κορίτσια μπορεί να εξακολουθούν να κινδυνεύουν». «Θα το βγάλετε στις ειδήσεις;» είπα. «Μάλλον δεν θα το γνωστοποιήσουμε στα ΜΜΕ αμέσως. Θα ξεκινήσουμε την έρευνά μας και θα δούμε τι θα ανακαλύψουμε χτενίζοντας την περιοχή. Αν όντως τις έχουν οι άντρες, δεν θέλουμε να αντιδράσουν με επικίνδυνο τρόπο». «Ανησυχείτε μήπως τις σκοτώσουν...» είπα, και μια μαχαιριά φόβου μού διαπέρασε τα σωθικά. Κοίταξα έντονα το πρόσωπό του, προσπαθώντας να βρω λίγη ελπίδα, κάτι να με καθησυχάσει. «Απλώς αυτή τη στιγμή θέλουμε να προχωρήσουμε με


316

CHEVY STEVENS _

προσοχή», είπε. «Πρέπει να βρείτε εκείνη την αποθήκη», είπα, απογοητευμένη με όλες αυτές τις καθυστερήσεις. Ήξερα ποιοι είχαν τα κορίτσια. Και ήθελα να τα βρει. «Υπάρχουν πολλές αποθήκες στην περιοχή, και δεν είναι πρακτικό να χρησιμοποιήσουμε τόσους άντρες. Πρέπει να χτενίσουμε την περιοχή, να μιλήσουμε σε κόσμο και να δούμε τι άλλα στοιχεία θα προκύψουν». «Δηλαδή το μόνο που θα κάνετε είναι να μιλήσετε από δω κι από κει;» είπε η Ντάλας, με έναν τόνο στη φωνή της που έκανε σαφές ότι δεν είχε εντυπωσιαστεί. «Μα αυτό θα πάρει πολύ χρόνο». Τη λάτρευα για την αφοπλιστική της ειλικρίνεια, για την ικανότητά της να λέει ακριβώς ό,τι σκεφτόμασταν και οι δύο. «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τις βρούμε γρήγορα. Αν ακούσετε κάτι, να μας το πείτε, και εμείς θα σας κρατάμε ενήμερες. Θα σας δώσω τον αριθμό του κινητού μου». «Τι θα ’πρεπε να κάνουμε εμείς;» είπα. «Να τηλεφωνήσετε στις φίλες και τους φίλους τους, να δείτε αν έχουν νέα τους. Αν αποφασίσετε αργότερα ότι θέλετε να κάνετε μήνυση στους άντρες για τον βιασμό, μπορούμε να ασχοληθούμε και με αυτό το θέμα. Τώρα όμως ας εστιάσουμε την προσοχή μας στον εντοπισμό της κόρης σας και της αδερφής σας». Βγήκα από το τμήμα με την Ντάλας και με πόδια κομμένα· η ζέστη που ανέβαινε από το έδαφος με έκανε να αρρωσταίνω. Όταν φτάσαμε στο αυτοκίνητο, η Ντάλας άνοιξε τις πόρτες. «Πρέπει να το αφήσουμε να δροσιστεί λίγο». Ακουμπήσαμε στο πλάι του αυτοκινήτου· ένιωθα καυτό το μέταλλο στην πλάτη μου ακόμα και πάνω από την μπλούζα. Τα μαλλιά της Ντάλας ήταν νωπά στο μέτωπό της, τα μάτια της κόκκινα. Άναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε βαθιές ρουφηξιές, έπιανε με τα ακροδάχτυλα το τσιγάρο σαν να ήταν τσιγαριλίκι. «Είσαι εντάξει;» είπε και με σκούντηξε με τον ώμο της.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

317 _

«Ναι. Εσύ;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά, τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της. Ήταν τόσο οικείος ο τρόπος που το κρατούσε, το πώς έγερνε το κεφάλι της. Ένιωσα πάλι παιδί, παρακολουθούσα τη μεγάλη μου αδερφή. «Δώσ’ μου ένα», είπα. Η Ντάλας μου πέρασε ένα τσιγάρο και τον αναπτήρα. Είχα να καπνίσω από τότε που είχα διαπιστώσει ότι ήμουν έγκυος. Ένιωσα τον καπνό να κατεβαίνει καυτός στον λάρυγγά μου· ένιωσα το κεφάλι μου ελαφρύ στη στιγμή από την εισροή της νικοτίνης. Έβγαλα φυσώντας τον καπνό, παρατηρώντας το αστυνομικό τμήμα, προσπαθώντας ακόμα να κατευνάσω τα συναισθήματά μου. Ένιωθα σαν να με είχαν ανοίξει στα δυο, σαν να με είχαν γδάρει ζωντανή· ένιωθα βρόμικη, σαν να ήθελα να κάνω ένα ατελείωτο ντους. «Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτούν όταν αρχίσουν να μιλάνε στους φίλους και τους συναδέλφους της Κρίσταλ», είπα. Ξέραμε και οι δυο μας ότι οι μπάτσοι μπορεί να ανακάλυπταν ότι η Κρίσταλ πάντα έφευγε και πάντα είχε μπελάδες. «Δεν ξέρω, αλλά θα πρέπει να το διεκπεραιώσουν κι αυτό». «Τσατίζομαι που δεν μπορούν να κάνουν έρευνα στο ράντσο». «Ας ελπίσουμε ότι οι άντρες θα κάνουν καμιά γκάφα όταν μιλήσουν», είπε η Ντάλας. «Μερικές φορές αυτό αρκεί. Κι έτσι μπορούν να πάρουν ένταλμα έρευνας». Ήθελα να σκεφτώ θετικά, αλλά δεν μπορούσα να κατανικήσω τη φριχτή αίσθηση ότι είχαμε μόλις εκθέσει τον εαυτό μας αλλά και τη Σκάιλαρ σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο. «Κι αν έχει δίκιο; Αν οι τύποι όντως φρικάρουν και σκοτώσουν τα κορίτσια;» Στήριξα το κεφάλι στις παλάμες μου, πήρα μερικές βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να ηρεμήσω. «Μη σκέφτεσαι έτσι», είπε η Ντάλας, ακουμπώντας το χέρι της στον ώμο μου. «Θα τις βρουν οι μπάτσοι. Θα τις βρούμε εμείς».


318

CHEVY STEVENS _

Σήκωσα το βλέμμα, συνάντησα τα μάτια της και της έσφιξα το χέρι, ευγνώμων και πάλι που ήταν εκεί μαζί μου, έπειτα τράβηξα μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο μου. «Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι η Κρίσταλ ξανάρθε σ’ αυτή την κόλαση». «Εγώ το πιστεύω». Γύρισα και την κοίταξα. «Σκέφτηκες κι εσύ να τους σκοτώσεις;» «Εσύ όχι;» Θυμήθηκα το τουφέκι που μπλόκαρε στο χέρι μου, τον Μπράιαν στο πάτωμα. «Ναι. Το σκέφτηκα».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

319 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ - ΣΚΑΪΛΑΡ

Απέστρεψα το κεφάλι από την Κρίσταλ και έκλεισα σφιχτά τα μάτια. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι ήμαστε και οι δύο παγιδευμένες. Έπρεπε να είχα φύγει τη νύχτα που με βρήκε ο Γκάβιν στο ρέμα. Αν είχα τηλεφωνήσει στη μαμά μου ή στην αστυνομία, μπορεί να είχαν καταφέρει να βρουν την Κρίσταλ. Ένιωθα το στήθος μου τόσο βαρύ, λες και κάποιος μου το πίεζε δυνατά. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Ρούφηξα απελπισμένη τον αέρα. Σταμάτα, Σκάιλαρ, απλώς συγκεντρώσου, δες αν υπάρχει διέξοδος. Το κορμί μου έτρεμε καθώς κοίταξα τριγύρω με μανία την πόρτα, το σφραγισμένο με σανίδες παράθυρο. Έβλεπα κάποιες διάφανες κουρτίνες ψηλά, σε μια σκούρα πορτοκαλί απόχρωση. Πρέπει να κρέμονταν από την άλλη πλευρά των σανίδων. Αν κοίταζε κάποιος, απλώς θα έβλεπε το ύφασμα. Ποτέ δεν θα μπορούσα να ξηλώσω τις σανίδες με τα χέρια δεμένα. Προσπάθησα να κουνήσω τα χέρια μου πάνω από τον πισινό μου, για να περάσω ανάμεσα τα πόδια μου, αλλά ο Γκάβιν μου είχε στρίψει τα χέρια όταν τα έδενε με την ταινία, κάνοντας την πλάτη μου να καμπυλώνεται με τρόπο επώδυνο. Δεν μπορούσα να λυγίσω τα χέρια μου αρκετά για να περάσω ανάμεσα. Η Κρίσταλ με παρακολουθούσε με λυπημένο ύφος. Η μουσική κάντρι μού προκαλούσε πονοκέφαλο. Ο Γκάβιν


320

CHEVY STEVENS _

δεν είχε ανοίξει τον ανεμιστήρα, κι έτσι στο δωμάτιο είχε μια ζέστη αποπνικτική, που έκανε τη μυρωδιά από τον κουβά ακόμα χειρότερη. Έπρεπε να καταβάλλω ιδιαίτερη προσπάθεια για να μην κάνω εμετό. Τα χείλη μου ήδη πονούσαν και ένιωθα τη γλώσσα μου πρησμένη. Διψούσα και αναρωτιόμουν αν θα πέθαινα από αφυδάτωση. Σηκώθηκα όρθια και κοίταξα ξανά τριγύρω στο δωμάτιο, προσπαθώντας να εστιάσω στις λεπτομέρειες. Το κρεβάτι ήταν στο κέντρο του πίσω τοίχου – το μοναδικό παράθυρο ήταν στ’ αριστερά του. Η Κρίσταλ καθόταν στο πάτωμα μέσα σε ένα μικρό ρυάκι από φως και με παρακολουθούσε. Το κάτω μέρος του κρεβατιού, όπου ήμουν δεμένη, ήταν το πιο κοντινό στην πόρτα. Φαινόταν να υπάρχει μια ντουλάπα στ’ αριστερά, με δύο δίφυλλες πόρτες. Ντουλάπα σήμαινε κρεμάστρες, τις οποίες μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε σαν όπλα, αλλά έπρεπε να φτάσουμε ως εκεί. Η συρταριέρα ήταν στην απέναντι γωνία από μένα, κοντά στην ντουλάπα. Το ίδιο το δωμάτιο ήταν αρκετά μεγάλο, προφανώς ήταν το κυρίως υπνοδωμάτιο. Μπόρεσα να διακρίνω ένα κεφάλι ελαφιού και μερικούς πίνακες στον τοίχο, σκηνές κυνηγιού. Του άρεσε να σκοτώνει. Βυθίστηκα στο πάτωμα, με την πλάτη στηριγμένη στο στρώμα, και πίεσα το κεφάλι μου ανάμεσα στα γόνατά μου, στο μυαλό μου στροβιλίζονταν πανικόβλητες σκέψεις. Τι θα έκανε άραγε στο αυτοκίνητό μου; Τι θα έκανε σε μένα; Κοίταξα πάλι την Κρίσταλ. Τα χέρια της ήταν τυλιγμένα γύρω από τα πόδια της, αλλά διέκρινα τις μελανιές στο κορμί της. Θα με βίαζε άραγε και μένα; Ο Μπράιαν ήξερε ότι ο Γκάβιν είχε την Κρίσταλ; Ο Ράιλι το ήξερε; Σκέφτηκα τη μαμά μου. Τι θα έκανε όταν δεν θα επέστρεφα στο σπίτι την Πέμπτη; Θα καλούσε αμέσως την αστυνομία; Θα ήταν άραγε πολύ αργά; Ήταν μεγάλη μου ανοησία. Σκέφτηκα όλα μου τα ψέματα, πόσο έξυπνη νόμιζα ότι ήμουν όταν απενεργοποιούσα την υπηρεσία εντοπισμού τοποθεσίας στο κινητό μου, για να μην


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

321 _

ακολουθήσει τα ίχνη μου. Προσπάθησα να παραμείνω ψύχραιμη, προσπάθησα να σκεφτώ τι θα μου έλεγε η μαμά μου να κάνω. Περίμενε, Σκάιλαρ. Σκέψου. Οργάνωσε την απόδρασή σου. Μην τα παρατάς. Θα έρθω να σε βρω. Αυτό με ανακούφιζε, το να σκέφτομαι ότι η μαμά μου με ψάχνει. Ήταν έξυπνη· ήξερε τι να κάνει. Θα εντόπιζαν την Κρίσταλ όπως έκανα κι εγώ, θα μιλούσαν στην κυρία στο μοτέλ, με κάποιον τρόπο θα ανακάλυπταν ότι δούλευα στο ράντσο, θα καλούσαν την αστυνομία να μας ψάξει. Έπειτα σκέφτηκα πώς με είχε κοιτάξει ο Γκάβιν, πώς είχε συνειδητοποιήσει ότι ήμουν η κόρη του Μπράιαν. Άραγε αυτό θα άλλαζε τα πράγματα; Μήπως ο Μπράιαν θα με άφηνε να φύγω; Οι ελπίδες μου γκρεμίστηκαν. Φυσικά και δεν θα το έκανε, όχι από τότε που είχα δει την Κρίσταλ. Αν ήξερε ότι ήμουν η κόρη του, μάλλον θα με σκότωνε ακόμα πιο σύντομα. Δεν θα ήθελε να μάθει κανείς για μένα. Καθώς περνούσαν οι ώρες, το δωμάτιο πύρωνε ακόμα περισσότερο, η δυσωδία από τον κουβά έκανε τα μάτια μου να βουρκώνουν και το στομάχι μου να ανεβαίνει στον λάρυγγα. Μύγες έμπαιναν βουίζοντας από το παράθυρο και στον κουβά, ένας αδιάκοπος βόμβος. Δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι διαρκώς το νερό, τι ωραία γεύση που θα είχε, πόσο στεγνό ένιωθα το στόμα μου. Δεν είχα φάει για είκοσι τέσσερις ώρες. Καθόμασταν και οι δυο μας με τις πλάτες στηριγμένες στο κρεβάτι. Μερικές φορές η Κρίσταλ ξεκούραζε το κεφάλι της στα γόνατα, σαν να κοιμόταν. Λίγες φορές την τσάκωσα να με παρακολουθεί, με δάκρυα στα μάτια. Αναρωτιόμουν τι να έκανε κάθε μέρα, τη φαντάστηκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, να κοιμάται ή να κοιτάζει επίμονα το ταβάνι, αναρωτιόμουν αν είχε ελπίσει ότι θα τη σώζαμε ή αν απλώς ήθελε να πεθάνει. Ένιωσα άλλο ένα κύμα ντροπής. Εγώ έφταιγα που ήταν εδώ, και τώρα εγώ έφταιγα πάλι που δεν τη σώσαμε.


322

CHEVY STEVENS _

Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να βγούμε από κει μέσα. Παρατήρησα προσεκτικά το κρεβάτι, το κάτω μέρος στα πόδια, ελπίζοντας ότι είχε ρόδες για να τις βγάλουμε, κάποια μεταλλικά μέρη που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω για να κόψω την ταινία, αλλά ήταν από μασίφ ξύλο. Αν μπορούσα να φτάσω ως τον ανεμιστήρα, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το σχοινί για να πνίξω τον Γκάβιν ή ίσως να τον χτυπήσω στο κεφάλι με το στερεοφωνικό, αλλά και τα δύο ήταν πολύ μακριά μου. Σηκώθηκα όρθια, γνέφοντας στην Κρίσταλ να κάνει το ίδιο. Έσκυψα και πίεσα τον ώμο μου στο πλάι του στρώματος, έσπρωξα με το σώμα μου. Κατάλαβε γρήγορα τι προσπαθούσα να κάνω και άρχισε να σπρώχνει και εκείνη. Χρησιμοποιούσαμε τα σώματά μας για να μετακινήσουμε το κρεβάτι προς τον τοίχο. Ήμουν τώρα πιο κοντά στον ανεμιστήρα και στο στερεοφωνικό, αλλά μεσολαβούσαν ακόμα τριάντα βασανιστικά εκατοστά, όσο κι αν τεντωνόμουν. Σπρώξαμε πάλι το κρεβάτι στη θέση του. Η ουροδόχος κύστη μου πονούσε που κρατιόμουν τόσο πολύ, πόνοι διαπερνούσαν το στομάχι μου. Αγκίστρωσα τους αντίχειρές μου στο πίσω μέρος του σορτς μου και προσπάθησα να το κατεβάσω για να χρησιμοποιήσω τον κουβά, αλλά ήταν πολύ στενό. Ήμουν αναγκασμένη να ξανακατουρήσω πάνω μου, και αυτό με έκανε να ντρέπομαι και να νιώθω βρόμικη. Η Κρίσταλ απέστρεψε το βλέμμα, σαν να προσπαθούσε να με κάνει να νιώσω ότι είμαι μόνη. Προσπάθησα να μην το σκέφτομαι· προσπάθησα να εστιάσω στην απόδρασή μας. Αναρωτιόμουν αν η Κρίσταλ είχε ήδη δοκιμάσει να το κάνει και ευχόμουν να μπορούσε να μιλήσει. Τι έπρεπε να κάνω όταν ξαναρχόταν ο Γκάβιν; Να προσπαθήσω να αντισταθώ ή να τον ικετέψω για τη ζωή μου; Έπρεπε με κάποιον τρόπο να τον πείσω να με λύσει. Το δωμάτιο ήταν ακόμα πιο ζεστό τώρα, ο ιδρώτας άρχισε να στάζει ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου, τα μαλλιά μου ήταν υγρά στο πίσω μέρος του λαιμού μου και στο μέτωπό μου. Το


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

323 _

σορτς μου ήταν νωπό και άβολο. Μύριζα τον ιδρώτα και τα ούρα πάνω στο κορμί μου. Μύγες περπατούσαν στο χείλος του κουβά, μερικές προσγειώνονταν στην Κρίσταλ, σέρνονταν πάνω στα σημάδια από τις δαγκωματιές, αλλά εκείνη δεν κουνιόταν καθόλου, ούτε μια σύσπαση. Ανησυχούσα μήπως πάθει καμιά μόλυνση και έπειτα σκέφτηκα ότι δεν την ένοιαζε πια, ίσως αυτή η αντιμετώπιση ήταν που την είχε βοηθήσει να επιβιώσει. Πριν φαινόταν τρομαγμένη, αλλά τώρα έμοιαζε αποστασιοποιημένη από όλο αυτό. Οι μύγες βούιζαν τώρα κοντά μου, διέγραφαν κύκλους και προσγειώνονταν στο τζιν σορτς μου. Τίναξα το σώμα μου, προσπαθώντας να τις διώξω. Θυμήθηκα ότι η σερβιτόρα μού είχε πει για τους φοβερούς καύσωνες στο Σάνσαϊν Βάλεϊ. Εδώ κάνει τόση ζέστη, που μπορείς να τηγανίσεις αβγά στο πεζοδρόμιο. Άραγε ο Γκάβιν θα μας άφηνε εδώ μέσα να πεθάνουμε από την πείνα και τη δίψα; Φαντάστηκα το κορμί μου να μεταμορφώνεται σε κουφάρι, το δέρμα μου να τσουρουφλίζεται, τις μύγες να μου τρώνε τα μάτια. Οι ώρες περνούσαν αργά. Σε λίγη ώρα θα έφευγε από τη δουλειά. Τέντωσα τα αφτιά μου, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να ακούσω τα βήματά του παρά τη μουσική. Υπέθεσα ότι ήμουν κατά κάποιον τρόπο σε κατάσταση σοκ, το κορμί μου ξεσπούσε σε κύματα ρίγους και έπειτα ένιωθα να με κατακλύζει μια αίσθηση παράλυσης. Μερικές φορές ένιωθα ότι θα λιποθυμήσω, το κεφάλι μου ήταν ζαβλακωμένο αν έκανα γρήγορες κινήσεις. Ήταν παράξενο που δεν μπορούσα να μιλήσω στην Κρίσταλ. Μερικές φορές έκλαιγε καθώς με κοίταζε, και έπειτα άρχιζα να κλαίω κι εγώ. Είχα την αίσθηση ότι ήταν αργά πια, καταλάβαινα ότι ήμουν παγιδευμένη για πολλές ώρες, αλλά είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είχα ακουμπήσει το κεφάλι μου πάνω στα γόνατα όταν παρατήρησα να γυρίζει το πόμολο της πόρτας. Σήκωσα το βλέμμα και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.


324

CHEVY STEVENS _

Μπήκε μέσα ο Γκάβιν, μας έσκασε ένα χαμόγελο και έκλεισε τη μουσική. Φορούσε ακόμα τα ρούχα της δουλειάς, το τζιν παντελόνι του ήταν γεμάτο βρομιές, το κόκκινο μπλουζάκι του λεκιασμένο με μεγάλους κύκλους ιδρώτα κάτω από τα χέρια. Μύριζε κοπριά. Επίσης είχε στα χέρια του δύο σάντουιτς, με το ψωμί ζουληγμένο μες στο μεγάλο του χέρι, και δύο μπουκάλια νερό. «Συγγνώμη που άργησα, κορίτσια. Είχα δουλειές. Να πάρει η ευχή, βράζει ο τόπος εδώ μέσα». Άφησε το νερό και τα σάντουιτς πάνω στη συρταριέρα, έβγαλε το καπέλο του και έξυσε τα ιδρωμένα μαλλιά του. «Σας έλειψα;» Τον αγριοκοίταξα. Η Κρίσταλ κοιτούσε με μια αγωνιώδη έκφραση στο πρόσωπό της. Εκείνος οσμίστηκε τον αέρα. «Κορίτσια, βρομάτε». Πλησίασε με το νερό και τα σάντουιτς, κοντοστάθηκε μπροστά μου, οσμίστηκε και πάλι. «Μάλλον δεν μπορούσες να κατεβάσεις το σορτς σου, έτσι;» Μου έλυσε το φίμωτρο. Πήρα μια βαθιά εισπνοή, κατάφερα επιτέλους να γεμίσω τα πνευμόνια μου με αέρα. Το στόμα μου πονούσε που ήταν τόσες ώρες τεντωμένο, η γλώσσα μου ήταν φουσκωμένη και πρησμένη. Έγλειψα τα χείλη μου, τον αλμυρό ιδρώτα στις άκρες του στόματός μου. Εκείνος τεντώθηκε για να πιάσει ένα από τα μπουκάλια, με πότισε νερό. Το ρούφηξα απεγνωσμένα, προσπαθώντας να μη μου χυθεί ούτε σταγόνα, το κατάπια όλο. Όταν άδειασα το μπουκάλι, έχωσε ένα σάντουιτς στο στόμα μου, με άφησε να το δαγκώσω. Ήταν ξερό, είχε γεύση από μπαγιάτικο κρέας και τυρί, αλλά δάγκωσα και μάσησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μου ξανάβαλε το φίμωτρο και πήγε στην Κρίσταλ για να επαναλάβει τη διαδικασία. Έπειτα σηκώθηκε όρθιος, πέταξε τα μπουκάλια προς την πόρτα και πλησίασε εμένα. «Σήκω όρθια». Ο φόβος μού διαπέρασε το κορμί. Ώστε αυτό ήταν; Θα με σκότωνε; Κοίταξα την Κρίσταλ. Τα μάτια της ήταν πάλι τρομαγμένα. «Μην την κοιτάζεις». Με άρπαξε από το μπράτσο και με


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

325 _

σήκωσε όρθια. «Βρήκα το αυτοκίνητό σου. Μην ανησυχείς, δεν θα το κατασχέσουν οι μπάτσοι». Έσκασε πάλι εκείνο το μοχθηρό χαμόγελο. Τα χέρια του ήταν μπροστά στο σορτς μου. Φώναξα μέσα από το φίμωτρο, προσπάθησα να κάνω ένα βήμα πίσω. Εκείνος άρπαξε τη θηλιά του σχοινιού μου και την τράβηξε γρήγορα. Το σχοινί σφίχτηκε γύρω από τον λαιμό μου. «Αν δεν θες να το σφίξω κι άλλο, κάτσε ακίνητη». Εγώ πάγωσα, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου και άρχισαν να στάζουν όσο εκείνος μου ξεκούμπωνε το παντελόνι και το φερμουάρ, με το βλέμμα του κολλημένο στο πρόσωπό μου και τη γλώσσα να γλείφει τα χείλια του. Έκανε ένα βήμα πίσω, μου κατέβασε το σορτς, σκύβοντας λίγο μπροστά, το πρόσωπό του μου έτριψε τον καβάλο. Έκλεισα τα μάτια. Το κορμί μου τρανταζόταν ολόκληρο. «Σήκωσε τα πόδια». Τα σήκωσα, το ένα μετά το άλλο. Μου έβγαλε το σορτς, το πέταξε στη γωνία. «Αυτό θα πρέπει να το κάψω μετά». Τον ένιωσα πιο κοντά, ένιωσα τη ζέστη του κορμιού του. Έβαλε το δάχτυλό του μέσα στη ζώνη του εσωρούχου μου κι εγώ έκανα πίσω. Με το δάχτυλό του έκανε έναν κύκλο στο κάτω μέρος της πλάτης μου και έπειτα πάλι μπροστά. «Σ’ αρέσει αυτό;» Τα μάτια μου ήταν ακόμα κλειστά. Έκλαιγα τόσο έντονα, που αναρωτιόμουν αν θα πάθαινα ασφυξία. Τώρα μου κατέβαζε το εσώρουχο, αργά. Σφύριξε. «Είσαι μια γλύκα». Με ανάγκασε να σηκώσω πάλι ένα ένα τα πόδια μου. Συνέχιζα να κρατάω τα μάτια μου κλειστά, δεν ήθελα να τον βλέπω να με κοιτάζει επίμονα, δεν ήθελα να δω την έκφραση του προσώπου του. Κάτι προσγειώθηκε στη γωνία, μάλλον το εσώρουχό μου. Τον άκουσα να κάνει ένα βήμα πίσω. «Άνοιξε τα μάτια, που να σε πάρει ο διάολος». Τα άνοιξα, όλο μου το κορμί τρανταζόταν από τα αναφιλητά. «Ο μπαμπάς σου μου έσπασε τα νεύρα σήμερα». Τεντώθηκε και με χαστούκισε δυνατά στο πρόσωπο.


326

CHEVY STEVENS _

Σκόνταψα προς τα πίσω, προσπαθώντας να μην πέσω στο κρεβάτι, το πρόσωπό μου έτσουζε από το χτύπημα. Άκουσα θορύβους, σαν να φώναζε η Κρίσταλ μέσα από το φίμωτρό της. Ο Γκάβιν πήδηξε προς το μέρος της καθώς εκείνη έτρεξε καταπάνω του και τον χτύπησε δυνατά με τον ώμο της. Την άρπαξε και την έριξε στο κρεβάτι, πέφτοντας πάνω της. Τα πόδια της κλοτσούσαν την πλάτη του. Τη χαστούκισε δυνατά δυο-τρεις φορές, ο νοσηρός ήχος της σάρκας που συναντά σάρκα έσκισε τον αέρα. Εκείνη σταμάτησε να κλοτσάει. Έβγαλα μια απελπισμένη κραυγή μέσα από το φίμωτρό μου, προσπάθησα να πλησιάσω, αναρωτιόμουν αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω το σχοινί μου, να το περάσω πάνω από το κεφάλι του και να τον πνίξω, αλλά δεν μπορούσα να φτάσω τόσο μακριά. Με τον έναν του πήχη πίεζε κάτω τον λαιμό της Κρίσταλ, με το άλλο χέρι ξεκούμπωνε το τζιν του. Έπεσα στα γόνατα, γύρισα την πλάτη μου στη σκηνή και έκλεισα τα μάτια. Τραγουδούσα ξανά και ξανά μες στο κεφάλι μου, προσπαθώντας να σκεπάσω τους θορύβους, τον ήχο του κρεβατιού που χτυπούσε ρυθμικά στον τοίχο, τον Γκάβιν που μούγκριζε σαν κτήνος. Όπου να ’ναι θα τελειώσει. Θα φύγουμε από δω μέσα. Θα βρούμε τον τρόπο. Η μαμά μου θα μας βρει όπου να ’ναι. Θα τον σκοτώσει γι’ αυτό που μας έκανε. Επιτέλους ο Γκάβιν έβγαλε μια κραυγή και έπειτα σώπασε· ο ήχος της ανάσας του γέμιζε όλο το δωμάτιο. Άκουγα τη θεία μου να σιγοκλαίει. Είχα κλείσει τα μάτια μου σφιχτά, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα που έτσι κι αλλιώς ξεχείλιζαν. Σκέφτηκα τη μαμά μου και την Ντάλας, πώς είχαν καταφέρει να ζήσουν μετά απ’ αυτό. Δεν είχα καταλάβει στ’ αλήθεια ως τώρα. Άκουσα τον Γκάβιν να σηκώνεται από το κρεβάτι, τον ήχο του φερμουάρ του. Βήματα με πλησίαζαν. Τον άκουσα να κάθεται οκλαδόν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

327 _

μπροστά μου, ένιωσα την παρουσία του. Άνοιξα τα μάτια, περίμενα να με χαστουκίσει. «Πρέπει να ετοιμαστώ να βγω, αλλά εμείς οι δύο έχουμε ραντεβού αργότερα». Άνοιξε τη μουσική, μάζεψε τα άδεια μπουκάλια νερού και έφυγε. Σηκώθηκα όρθια, έψαξα την Κρίσταλ στο κρεβάτι για να δω αν ήταν καλά. Κύλισε στο αριστερό της πλευρό, με την πλάτη προς το μέρος μου. Οι ώμοι της τραντάζονταν. Ήθελα να την παρηγορήσω, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Γλίστρησα πάλι στο πάτωμα. Σκέφτηκα ότι ο Γκάβιν είχε βγει για τη νύχτα, αλλά επέστρεψε λίγο αργότερα με μια καραμπίνα στο χέρι. Πετάχτηκα όρθια. Άκουσα την Κρίσταλ να κινείται στο κρεβάτι και την κοίταξα. Ήταν καθιστή, με το σώμα της γυρισμένο στο πλάι σαν να ήθελε να προστατευτεί. Ωστόσο εκείνος ούτε που μας κοίταζε. Πλησίασε το στερεοφωνικό και έκλεισε τη μουσική. Φαινόταν ταραγμένος, οι κινήσεις του ήταν αδέξιες, το πρόσωπό του κατακόκκινο και η ανάσα του βαριά, σαν να είχε ανέβει τις σκάλες τρέχοντας. Ξαναπήγε ως την πόρτα και έπειτα έκανε μεταβολή. «Άχνα να βγάλετε, και σας σκότωσα». Κλείδωσε πάλι την πόρτα. Άκουσα τα βήματά του να προχωρούν στον διάδρομο και έπειτα μια άλλη πόρτα να ανοίγει. Πρέπει να πήγε στο άδειο υπνοδωμάτιο. Θυμήθηκα ότι το παράθυρο έβλεπε στην μπροστινή πλευρά του σπιτιού. Μήπως ερχόταν κάποιος; Άκουσα να σταματάει ένα αυτοκίνητο και μια πόρτα να κλείνει δυνατά. Ένα χτύπημα στην μπροστινή πόρτα. Χτύπησε το κουδούνι. Περίμενα, πίστευα ότι ο Γκάβιν θα κατέβαινε τρέχοντας, αλλά δεν άκουσα τα βήματά του. Θα πυροβολούσε άραγε όποιον ήταν στην πόρτα; Σιωπή για λίγα λεπτά ακόμα και έπειτα ένα χτύπημα στην πίσω πόρτα. Ακούστηκε σαν να ήταν ακριβώς κάτω από το παράθυρό μας.


328

CHEVY STEVENS _

Μια φωνή ακούστηκε: «Είμαι ο αρχιφύλακας ΜακΦέιλ μαζί με τη Βασιλική Καναδική Αστυνομία. Θα θέλαμε να σας μιλήσουμε λίγο, κύριε Λάξτον». Ήθελα να φωνάξω – η βοήθεια ήταν τόσο κοντά μας. Κοίταξα την Κρίσταλ. Είχε σηκωθεί όρθια και κοίταζε το παράθυρο. Της έγνεψα να προσπαθήσουμε να σηκώσουμε το κρεβάτι. Μπορεί, αν το αφήναμε να πέσει μερικές φορές, τα πόδια του να έκαναν θόρυβο, αλλά εκείνη έγνεψε αρνητικά, δείχνοντας προς την πόρτα. Είχε δίκιο. Θα το άκουγε ο Γκάβιν. Δύο λεπτά αργότερα άκουσα ξανά μια πόρτα αυτοκινήτου να κλείνει δυνατά και έπειτα τον ήχο ενός αυτοκινήτου που έφευγε. Ένιωσα απελπισμένη, αβοήθητη. Ήμαστε τόσο κοντά στη σωτηρία. Ο Γκάβιν ήρθε στο δωμάτιό μας. Ακόμα φαινόταν ταραγμένος, αλλά η ανάσα του δεν ήταν τόσο γρήγορη όσο πριν. Περπάτησε για λίγο πάνω-κάτω, κοιτάζοντάς μας κάθε τόσο σαν να μην ήταν σίγουρος για το τι έπρεπε να κάνει. Σταμάτησε και μας κοίταξε. «Είσαστε τυχερές, πανάθεμά σας», είπε. «Θα ζήσετε λίγο ακόμα». Άνοιξε πάλι τη μουσική, έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο. Βυθίστηκα πάλι στο πάτωμα. Τώρα δεν θα ερχόταν πια κανείς.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

329 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΠΤΑ - ΤΖΕΪΜΙ

Όταν τελειώσαμε από το αστυνομικό τμήμα, επιστρέψαμε στο μοτέλ και πήραμε ένα δωμάτιο κοντά σε εκείνο της Κρίσταλ. «Δεν θέλω να κάτσω εδώ και να περιμένω», είπα. «Τι θες να κάνεις;» «Ίσως να τη στήσουμε έξω απ’ το ράντσο, να δούμε αν θα φύγουν». «Δεν μπορούμε – όχι αν εκείνος ο αρχιφύλακας πηγαίνει τώρα εκεί». «Τότε πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε την αποθήκη. Αλλά δεν ξέρω πώς». «Είδα ένα φυλλάδιο στο αστυνομικό τμήμα», είπε η Ντάλας. «Διαφήμιζε ένα μπάρμπεκιου στο πάρκο σήμερα στις πέντε. Θα είναι πολλοί ντόπιοι εκεί, σωστά;» Κοίταξα το ρολόι μου. «Είναι σχεδόν εφτά πια». «Θα έπαιζε κι ένα συγκρότημα. Μπορεί να κρατήσει αρκετά». «Λες να ρωτήσουμε έναν γύρο;» είπα. «Μπορεί κάποιος να τις είδε στην πόλη. Μπορεί να ισχύει αυτό που είπε ο μπάτσος, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τίποτα, σωστά; Τουλάχιστον ας ζητήσουμε από μερικούς ανθρώπους να ρωτήσουν στα σπιτικά τους και να δουν αν κάποιος γνωρίζει κάποια παλιά αποθήκη».


330

CHEVY STEVENS _

«Αξίζει τον κόπο να δοκιμάσουμε», είπα. «Αλλά αν οι άντρες είναι εκεί;» «Θα ξεκουμπιστούμε όσο μπορούμε πιο γρήγορα».

Μπαλόνια και γιρλάντες ήταν κρεμασμένα στο πάρκο και ένα κάντρι συγκρότημα έπαιζε πάνω σε μια μικρή εξέδρα· λίγα ζευγάρια χόρευαν με τη μουσική. Μάλλον είχαν αρχίσει να ξεστήνουν κάποια περίπτερα, αλλά μερικά έψηναν ακόμα και μοίραζαν πιάτα με μεζέδες. Ήταν σαφές ότι είχαν αρχίσει να πέφτουν οι ρυθμοί, οι κάδοι απορριμμάτων ήταν ξέχειλοι και σκουπίδια ήταν σκόρπια στο έδαφος, αλλά είχε ακόμα λίγο κόσμο που στεκόταν τριγύρω ή καθόταν σε τραπέζια πικνίκ. Μου είχε τηλεφωνήσει ο αρχιφύλακας για να μου πει ότι είχε πάει στο ράντσο, αλλά κανένας από τους άντρες δεν ήταν στο σπίτι. Θα δοκίμαζε πάλι αργότερα. Είχαμε τα μάτια μας ανοιχτά μήπως και τους βλέπαμε περπατώντας εκεί, δείχνοντας μια φωτογραφία της Σκάιλαρ και της Κρίσταλ από το κινητό μου στον κόσμο που στεκόταν στις ουρές, ρωτώντας αν κανείς αναγνώριζε τα κορίτσια ή ήξερε καμιά εγκαταλελειμμένη αποθήκη ή κτίριο στην περιοχή. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Αποκαρδιωμένη, κατευθυνόμουν προς ένα περίπτερο, όταν ένας άντρας ήρθε πίσω μου. «Άκουσα ότι ρωτάτε για κάποια κορίτσια;» Σήκωσα το βλέμμα. «Ναι, εμείς–» Ο Μπράιαν. Με εκείνα τα μαύρα μάτια, το μικρό στόμα. Χαμήλωσα το βλέμμα, προσπάθησα να σκεφτώ, αλλά τα νεύρα μου είχαν πάρει φωτιά, τα πάντα στο κορμί μου μου φώναζαν να το βάλω στα πόδια. «Εμείς… εμείς ελπίζουμε να τις έχει δει κάποιος». Κόλλησα το βλέμμα στα πόδια μου. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, μη με αναγνωρίσεις. «Έχετε φωτογραφία εκεί;» Άπλωσε το χέρι του για να πάρει το κινητό μου. Πρέπει να με είδε που την έδειχνα τριγύρω. Δεν μπορούσα να αρνηθώ τώρα. Του έδωσα το κινητό μου, παρατήρησα τα σπασμένα του νύχια, θυμήθηκα που τα έχωνε στον μηρό μου. Ένιωσα να


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

331 _

χάνω την ισορροπία μου, να ζαλίζομαι, να με λούζει κρύος ιδρώτας. Φοβήθηκα ότι θα κάνω εμετό. Φορούσα γυαλιά ηλίου, ευτυχώς, και προσπάθησα να δω πού ήταν η αδερφή μου. Η Ντάλας είχε μια μπίρα στο χέρι και ερχόταν προς το μέρος μου. Έπρεπε να την προειδοποιήσω με κάποιον τρόπο, αλλά δεν με κοίταζε, είχε κολλήσει το βλέμμα στο κινητό της. Ο Μπράιαν συνέχιζε να μιλάει: «Ωραίες κοπέλες. Την ξανθιά δεν την έχω δει, αλλά η μελαχρινή δούλεψε στο ράντσο μου δύο μέρες». Η φωνή του ήταν φυσική, σχεδόν ευχάριστη και φιλική. «Λυπάμαι. Δεν ήξερα ότι αγνοούνταν». Απόρησα που παραδέχτηκε ότι είχε δει τη Σκάιλαρ, και μάλιστα ότι είχε δουλέψει στο ράντσο του. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Τώρα η Ντάλας ήταν δίπλα μου, εξακολουθούσε να έχει χαμηλωμένο το βλέμμα στο κινητό της, το ζεστό της χέρι σκούντησε το δικό μου. «Σκέφτηκα να μιλήσουμε σε μερικούς από τους θαμώνες της παμπ», είπε. Όταν δεν απάντησα, σήκωσε το βλέμμα από το κινητό της και είπε: «Τι νομίζεις ότι–» Σταμάτησε μόλις είδε τον Μπράιαν· της ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Εκείνος μας κοίταξε μία προς μία με μια απορημένη έκφραση, καθώς αντιλήφθηκε τον φόβο μας. Η στιγμή έγινε ατελείωτη, κατακάθισε βαριά γύρω μας. Τα μάτια του μισόκλεισαν, το βλέμμα του στάθηκε στα πρόσωπά μας. Ακολούθησε η αναλαμπή της αναγνώρισης κι αμέσως μετά το σοκ. Χαμήλωσε πάλι το βλέμμα του στο κινητό μου, το οποίο κρατούσε στο χέρι του, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Έβλεπα το βλέμμα του να εστιάζει στην Κρίσταλ. Μας κοίταξε πάλι και μου έδωσε το κινητό. «Αν τις δω, θα σας ενημερώσω». Προχώρησε προς μια μικρή συντροφιά όπου μια γυναίκα φάνηκε να τον περιμένει. Τα απαλά καστανά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε αλογοουρά, μερικά έπεφταν χαλαρά στο πρόσωπό της. Φαινόταν γλυκιά αλλά λίγο καταβεβλημένη. Ένα ψηλό κορίτσι στεκόταν δίπλα της κι εγώ ρούφηξα την


332

CHEVY STEVENS _

ανάσα μου. Θα μπορούσε να είναι η δίδυμη αδερφή της Σκάιλαρ πριν από λίγα χρόνια. Η μικρή ήταν πιο νεαρή, ίσως δώδεκα ή δεκατρία, είχαν διαφορετική μύτη και λίγο διαφορετικό σχήμα προσώπου· ήταν ακόμα στρογγυλοπρόσωπη όπως πριν την εφηβεία, αλλά αναμφίβολα υπήρχε κάποια συγγένεια μεταξύ τους. Καθώς τους πλησίαζε, ο Μπράιαν σταμάτησε, κοιτάζοντας κάποιον που περπατούσε προς το μέρος του. Ήταν ο Γκάβιν. Είχε παχύνει, με στρογγυλή κοιλιά, και φορούσε γυαλιά ηλίου και ένα καπέλο του μπέιζμπολ, αλλά εγώ θα αναγνώριζα το περπάτημά του οπουδήποτε. Φορούσε λευκό κοντομάνικο μπλουζάκι με τον λογότυπο της μπίρας Budweiser, ξεβαμμένο τζιν παντελόνι, καουμπόικες μπότες. Κινούνταν γρήγορα, σαν να ήταν αργοπορημένος, το δέρμα του ήταν κόκκινο και ιδρωμένο. Η Ντάλας τον κοίταζε επίμονα, με πρόσωπο ωχρό. Ταλαντευόταν πάνω στα πέλματά της, κι έτσι την έπιασα απ’ το χέρι. «Είσαι εντάξει;» Έστριψε το σώμα της για να μου ξεφύγει και άρχισε να περπατάει τόσο γρήγορα, που σχεδόν έτρεχε πίσω στο αυτοκίνητο. Έσπρωχνα μες στο πλήθος, προσπαθώντας να την προφτάσω. Κάθε τόσο κοίταζα πίσω μου τον Γκάβιν. Ο Μπράιαν τον συνάντησε στα μισά της απόστασης μεταξύ τους και κάτι του είπε. Ο Γκάβιν έκανε μεταβολή και κοίταξε κατευθείαν εμάς. Έφτασα στο πάρκιγκ· άκουγα την ανάσα μου δυνατά μες στ’ αφτιά μου. «Τα καθοίκια», είπε η Ντάλας. Στηρίχτηκα στο πλάι του αυτοκινήτου, ένιωσα καθησυχαστικό το συμπαγές καυτό μέταλλο, αλλά τα πόδια μου ακόμα δεν με κρατούσαν. «Είδες πώς κοίταζε τη φωτογραφία;» είπα. «Έδειξε να ξαφνιάζεται, Ντάλας». «Το ξέρω. Πάμε να φύγουμε από δω πέρα».


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

333 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ - ΣΚΑΪΛΑΡ

Όταν έφυγε ο Γκάβιν, έλαμπε ακόμα λίγο φως ανάμεσα από τις σανίδες στο παράθυρο, αλλά το υπνοδωμάτιο ήταν σχεδόν σκοτεινό. Διέκρινα το περίγραμμα της Κρίσταλ πάνω στο κρεβάτι. Ευχόμουν να μπορούσαμε τουλάχιστον να αγγίξουμε η μία την άλλη. Ένιωσα ντροπή που καθόμουν στο πάτωμα, φορώντας μόνο το μπλουζάκι μου, χωρίς εσώρουχα, μισούσα το γεγονός ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσω τον αηδιαστικό κουβά. Προσπάθησα να ελπίζω. Είχε έρθει ένας αστυνομικός στο σπίτι. Μπορεί να ξαναρχόταν. Έπρεπε να σκεφτούμε έναν τρόπο να δώσουμε σήμα ότι είμαστε μέσα. Αλλά δεν ήξερα τι θα μπορούσαμε να κάνουμε που να μη βάλει σε υποψίες τον Γκάβιν. Ίσως να ήμαστε τυχερές και να ξαναρχόταν ο αστυνομικός πριν επιστρέψει ο Γκάβιν. Ίσως να προσπαθήσουμε να αναποδογυρίσουμε κάτι ή να κοπανήσουμε το κρεβάτι στον τοίχο. Μου φάνηκε καλή ιδέα και αγκιστρώθηκα σε αυτήν. Η παρουσία της αστυνομίας σήμαινε ότι κάποιος μας έψαχνε. Έπρεπε να το πιστέψω αυτό. Ύστερα από δύο ώρες περίπου, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω, ο Γκάβιν άνοιξε την πόρτα και άναψε το φως. Έκλεισα τα μάτια μου εξαιτίας της ξαφνικής λάμψης, περίμενα να συνηθίσουν και έπειτα τον κοίταξα πάλι. Κάτι


334

CHEVY STEVENS _

ήταν διαφορετικό, το διαισθάνθηκα αμέσως. Μια παράξενη ενέργεια ακτινοβολούσε από μέσα του, θυμός αλλά και έξαψη μαζί. Ήταν η έξαψη που με τρόμαζε περισσότερο. Πλησίασε λίγο, το σώμα του λικνιζόταν σαν να ήταν μεθυσμένος. Τα μάτια του γυάλιζαν, το πρόσωπό του ήταν ιδρωμένο. Κρατούσε μια μπίρα. «Κορίτσια, ζορίζουν τα πράγματα». Ο Γκάβιν έκλεισε τη μουσική, περπάτησε μπροστά μας, κοιτάζοντάς μας καθώς κατέβαζε γουλιές από την μπίρα του. Ακούμπησε το μπουκάλι στη συρταριέρα, δίπλα στο στερεοφωνικό, και άναψε ένα τσιγάρο, ακουμπώντας στη συρταριέρα όσο μας κοίταζε. Κάτι σκεφτόταν, αλλά δεν ήξερα τι. Το κορμί μου ήταν έρμαιο του φόβου. Ήχοι από έξω, σαν φορτηγό που σταματάει. Ο Γκάβιν σηκώθηκε όρθιος. «Τι στον διάολο;» Βγήκε από το δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα, αλλά δεν άκουσα να κλειδώνει αυτή τη φορά. Άκουσα τα ασταθή του βήματα να κατεβαίνουν τις σκάλες και έπειτα τη φωνή ενός άλλου άντρα. «Πού στον διάολο είναι;» Ο Μπράιαν; «Έξω από το σπίτι μου, κόπανε». Η φωνή του Γκάβιν, παχιά και προσβλητική. «Εσύ τις έχεις, το ξέρω», είπε ο άλλος άντρας. Ήχοι από μπότες να κατεβαίνουν τις σκάλες. Πόρτες να ανοίγουν. Άραγε κοίταζε στο υπόγειο; Κι άλλες λογομαχίες στην κουζίνα, έπειτα μπότες να ανεβαίνουν τρέχοντας τις σκάλες – και πιο βαριές μπότες να ακολουθούν από πίσω. Κόλλησα το βλέμμα μου στην πόρτα, γεμάτη τρόμο και ελπίδα μαζί. Άραγε θα μας έσωζε κάποιος; Τι συνέβαινε; Μπότες να τρέχουν στον διάδρομο, να σταματούν σε άλλα δωμάτια, πόρτες να ανοίγουν και να κλείνουν, έπειτα η δική μας πόρτα να ανοίγει διάπλατα. Ήταν ο Μπράιαν. Έμεινε ακίνητος, κοίταξε μια εμένα και μια την Κρίσταλ, με έκφραση σοκαρισμένη. Εγώ έμεινα


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

335 _

ζαρωμένη στο πάτωμα, προσπαθώντας να σκεπάσω τη γύμνια μου. Ο Γκάβιν μπήκε από πίσω του, ασθμαίνοντας. «Έξω από το σπίτι μου», είπε, σπρώχνοντας τον Μπράιαν στην πλάτη. Ο Μπράιαν έκανε απότομα μεταβολή. «Ηλίθιε. Εδώ τις έχεις;» «Άι στον διάολο», είπε ο Γκάβιν, κατευθυνόμενος προς το κρεβάτι. Τέντωσα τον λαιμό μου στο πλάι, τον κοίταζα. Τι θα έκανε άραγε; Κάθισε δίπλα στην Κρίσταλ, βαθουλώνοντας το στρώμα, και πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τους ώμους της. «Τη θυμάσαι τη μικρή μας φίλη, έτσι;» Τράβηξε το πρόσωπό της κοντά του, της έδωσε ένα υγρό φιλί. «Της λείψαμε». «Πρέπει να τις ξεφορτωθείς», είπε ο Μπράιαν. «Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα». «Θα έρθει η αστυνομία, βλαμμένε!» «Ήδη ήρθε». «Μου κάνεις πλάκα;» είπε ο Μπράιαν εξοργισμένος. «Δεν τους άνοιξα». «Θα ξανάρθουν». «Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να ψάξουν μες στο σπίτι μου». Κοίταξα τους άντρες, τον έναν μετά τον άλλον, ο θυμός τους με τρόμαζε· έκανε την ατμόσφαιρα βαριά και επικίνδυνη. «Πώς στον διάολο τις βρήκες;» είπε ο Μπράιαν. «Αυτή εδώ με βρήκε», είπε ο Γκάβιν χαμογελώντας προς την Κρίσταλ. «Σχεδίαζε να μας σκοτώσει, αλλά την πρόλαβα εγώ. Η άλλη εισέβαλε στο σπίτι μου». Ο Μπράιαν κουνούσε το κεφάλι. «Δεν το πιστεύω ότι έφερες τέτοιο κακό στο σπίτι μας. Θα μας συλλάβουν. Κι εγώ έχω γυναίκα και παιδιά, κόπανε». «Έχεις περισσότερα παιδιά απ’ όσα νομίζεις», είπε ο Γκάβιν με ύφος σαρκαστικό. «Τι στον διάολο εννοείς;» είπε ο Μπράιαν. Ο Γκάβιν με πλησίασε, με άρπαξε από τα μαλλιά και με


336

CHEVY STEVENS _

σήκωσε όρθια. Έπειτα με γύρισε προς τον Μπράιαν. «Μη μου πεις ότι δεν το βλέπεις, ε;» είπε κοροϊδευτικά. «Τι να δω;» Ο Μπράιαν με κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια· το βλέμμα του στάθηκε στο σημείο ανάμεσα στα πόδια μου. Ήθελα να σκεπάσω τη γύμνια μου, μισούσα το ότι στεκόμουν εκεί ημίγυμνη μπροστά στον πατέρα μου, που με κοίταζε επίμονα. Άρχισα να κλαίω. «Η άλλη είναι θεία της», είπε ο Γκάβιν. «Ε και;» «Σημαίνει ότι είναι παιδί σου, που να σε πάρει ο διάολος», είπε ο Γκάβιν, άφησε τα μαλλιά μου και στάθηκε δίπλα μου. Προσπάθησα να κατευνάσω τα αναφιλητά μου, προσπάθησα να πάρω ανάσα. Ο Μπράιαν κοίταξε το πρόσωπό μου. «Ανοησίες». «Ίδια η Μέγκαν είναι», είπε ο Γκάβιν, και το στόμα του συσπάστηκε σε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Και έχει ένα βλαμμένο δάχτυλο όπως εσύ». Ο Μπράιαν με κοίταξε πάλι, εξετάζοντας το πρόσωπό μου. «Αν είναι δυνατόν!» «Η μικρή ήταν η μάνα της. Την ξεπαρθένεψες και της χάρισες μια κόρη». Ο Γκάβιν έσκασε στα γέλια. Εγώ έκανα ένα βήμα πίσω. «Γιατί ήρθε εδώ;» είπε ο Μπράιαν. «Έψαχνε την άλλη». Έδειξε την Κρίσταλ. «Κοίταξα τα χαρτιά στα αυτοκίνητα. Τα ονόματα είναι Κρίσταλ και Σκάιλαρ Κάλντγουελ. Ζουν στο Βανκούβερ». «Ώστε εκεί το ’σκασαν τελικά οι σκύλες», είπε ο Μπράιαν. «Ήταν κατατρομαγμένες όταν μας είδαν απόψε. Αφού και μένα με τρόμαξαν». Ώστε η μαμά μου και η Ντάλας ήταν στην πόλη; Ένιωσα ένα κύμα ελπίδας και έπειτα φόβο. Τι εννοούσε άραγε ο Μπράιαν όταν είπε πως ήταν κατατρομαγμένες; Τι είχε συμβεί; «Τι έκανες με τα αυτοκίνητά τους;» είπε ο Μπράιαν. «Είναι στο γκαράζ». Ο Μπράιαν κούνησε αργά το κεφάλι, άνοιξε το στόμα,


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

337 _

έπειτα το έκλεισε, λες και ήταν τόσο εξοργισμένος που δεν μπορούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Πανηλίθιε!» «Ηρέμησε. Έχω σχέδιο», είπε ο Γκάβιν και με κοίταξε ξανά. «Είναι τρομακτικό το πόσο μοιάζει με τη Μέγκαν», είπε. «Το κορίτσι σου θα γίνει καλλονή». Ο Μπράιαν τον αγριοκοίταξε με μια έκφραση αηδίας. «Μα πόσο άρρωστος είσαι πια;» «Δεν είναι δική μου κόρη». «Αν σε τσακώσω ποτέ να κοιτάζεις έτσι τη Μέγκαν, θα σε σπάσω στο ξύλο». Ο Μπράιαν με κοίταξε πάλι. «Δώσ’ της ένα παντελόνι να φορέσει». «Έλεος, μα πόσο κόπανος είσαι;» είπε ο Γκάβιν, ωστόσο περπάτησε ως τη συρτιαριέρα και έβγαλε ένα μποξεράκι. Μου το έφερε, μου έβαλε με τη σειρά τα πόδια στα μπατζάκια και το σήκωσε. Έπειτα γύρισε προς τον Μπράιαν. «Καλύτερα τώρα, κόπανε;» Ο Μπράιαν κοίταζε την Κρίσταλ στο κρεβάτι, με μάτια μισόκλειστα και πρόσωπο σκεπτικό. Κοίταξε τον Γκάβιν. «Θα τις πάμε στην αποθήκη αύριο το απόγευμα – αφού φύγει ο Τέο. Δεν μπορώ να το κάνω απόψε. Με περιμένει η Τζένι». «Γουστάρω να τις έχω εδώ». Ο Μπράιαν άρπαξε τον αδερφό του από τον λαιμό και τον κόλλησε στον τοίχο. Εγώ παραμέρισα όσο μου επέτρεπε το σχοινί κι αναρωτήθηκα αν θα πιάνονταν στα χέρια. «Θα τις πάμε στην αποθήκη», είπε ο Μπράιαν. «Σκοτίστηκα για το τι θα κάνεις μαζί τους εκεί πέρα, εδώ όμως δεν πρόκειται να μείνουν». Άφησε τον Γκάβιν, που έτριψε τον λαιμό του, με κατακόκκινο πρόσωπο. «Άι χάσου, Μπράιαν. Δεν δέχομαι εντολές από σένα». Ο Μπράιαν όρμησε προς τον Γκάβιν, με τη γροθιά του σηκωμένη στον αέρα σαν να επρόκειτο να τον χτυπήσει. Ο Γκάβιν υποχώρησε προς τα πίσω. Ο Μπράιαν κατέβασε το χέρι. «Μην πας πουθενά απόψε. Και μείνε μακριά από τις άλλες δύο σκύλες». Προχώρησε προς την πόρτα, χωρίς να μου ρίξει ούτε μια ματιά. Ένα μέρος μου


338

CHEVY STEVENS _

ακόμα ήλπιζε πως, όταν θα συνειδητοποιούσε πως ήμουν κόρη του, μπορεί να με βοηθούσε, μπορεί να ένιωθε κάτι. Αλλά δεν ήμουν τίποτα για εκείνον. Απλώς ήθελε να φύγουμε από εκεί μέσα. Αφού έφυγε ο Μπράιαν, ο Γκάβιν περπατούσε πέρα-δώθε στο δωμάτιο με πρόσωπο εξοργισμένο και σφιγμένες γροθιές. «Να σε πάρει ο διάολος, Μπράιαν», είπε, υφαίνοντας ένα αόρατο πανί με τα βήματά του. «Και ποιος είσαι εσύ να μου πεις να μείνω σπίτι;» Πήγε τρεκλίζοντας ως το στερεοφωνικό, άνοιξε τη μουσική και έπειτα βγήκε έξω, σβήνοντας το φως προτού κοπανήσει την πόρτα. Στο τελευταίο δευτερόλεπτο φωτός, παρατήρησα το μπουκάλι της μπίρας ακουμπισμένο δίπλα στο στερεοφωνικό.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

339 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΝΕΑ - ΤΖΕΪΜΙ

Κάθισα στο κρεβάτι, κοιτάζοντας από το παράθυρο το συνεργείο. Διέκρινα τον Ράιλι με το κόκκινο καπέλο του καθώς έτρεχε έξω προς κάποιο αυτοκίνητο. Γύρισα προς την Ντάλας, που άναβε ένα τσιγάρο. «Κι αν κάναμε λάθος;» είπα. «Κι αν δεν τις έχουν εκείνοι;» «Και πού αλλού μπορεί να είναι;» είπε. «Δεν ξέρω, αλλά το πρόσωπό του…» «Το ξέρω. Ήταν σοκαρισμένος». Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο της. Της έγνεψα και μου πέταξε το πακέτο. Άναψα ένα. «Ο μπάτσος ρώτησε αν η Κρίσταλ είναι αυτοκαταστροφική», είπα. «Ήταν στο μπάνιο της με εκείνο το όπλο. Κι αν ήρθε πάλι εδώ για να…» Δεν μπορούσα να το πω. «Το φοβόμουνα αυτό κάθε φορά που μπεκρούλιαζε ή την κοπανούσε για μέρες», είπε η Ντάλας, «αλλά κάθε φορά γύριζε πίσω». «Αυτή είναι η πρώτη φορά που ήρθε εδώ όμως», είπα. «Κι αν ήθελε να πεθάνει εδώ;» Συγκράτησα το βλέμμα της, ελπίζοντας να δω κάτι που θα με έκανε να νιώσω καλύτερα, που θα με έκανε να πιστέψω πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον, αλλά εκείνη απλώς φαινόταν ανήσυχη. «Δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε έτσι», είπε η Ντάλας. «Ας


340

CHEVY STEVENS _

κάτσουμε ήσυχα κι ας περιμένουμε να μας τηλεφωνήσει ο ΜακΦέιλ. Μπορεί σύντομα να βρουν τα αυτοκίνητά τους ή κάποιον που τις έχει δει». Η αναμονή ήταν βασανιστική. Περπατούσα πέρα-δώθε, κοιτάζοντας το ρολόι. Ύστερα από μία ώρα τηλεφώνησα, αλλά το κινητό του ΜακΦέιλ με σύνδεε με τον αυτόματο τηλεφωνητή. Άφησα ένα λακωνικό μήνυμα. «Τίποτα;» είπε η Ντάλας, κι εγώ έγνεψα αρνητικά. Πέρασε άλλη μία ώρα. «Ας πάρουμε κάτι να φάμε», είπε η Ντάλας. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να φάω, αλλά ήταν καλύτερο απ’ αυτό το ατελείωτο πέρα-δώθε και το κοίταγμα από το παράθυρο. «Ας παραγγείλουμε κάτι και να το φάμε στο δωμάτιο», είπα, και η Ντάλας έσβησε το τσιγάρο της στο σταχτοδοχείο και σηκώθηκε. Η παμπ ήταν γεμάτη. Παρατήρησα το πλήθος, εξετάζοντας τα πρόσωπα. Άγνωστοι με κοίταζαν παραξενεμένοι. Πολλοί άντρες φορούσαν καπέλα του μπέιζμπολ, αλλά κανένας από αυτούς δεν ήταν ο Μπράιαν ή ο Γκάβιν. Παρ’ όλα αυτά, εγώ ήμουν ανήσυχη καθώς καθόμουν δίπλα στην Ντάλας στην μπάρα. «Να σας φέρω κάτι;» είπε ο Όουεν. «Θέλουμε να τα πάρουμε πακέτο», είπα. Μας έδωσε τους καταλόγους· μας σέρβιρε και δύο σφηνάκια. «Νομίζω ότι μπορείς να πιεις κάτι λίγο πιο δυνατό», είπε όταν τον κοίταξα. «Ευχαριστώ», είπα, αλλά έσπρωξα το δικό μου μακριά. Η Ντάλας τα ήπιε και τα δύο. Μας χάρισε ένα χαμόγελο και επέστρεψε στο ταμείο. Παραγγείλαμε μπέργκερ στη σερβιτόρα, που ήταν πιο μικρή αυτή τη φορά, με ανακατεμένα ξανθά μαλλιά, υπερβολικό μακιγιάζ και σκουλαρίκι στη μύτη. Ο Όουεν επέστρεψε λίγο αργότερα και ακούμπησε τις


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

341 _

παλάμες του πάνω στην μπάρα μπροστά μας. «Είσαστε εντάξει, κορίτσια;» «Περιμένουμε», είπα. «Κανένα νέο;» ρώτησε. Κοίταξα έναν άντρα που καθόταν στην άκρη της μπάρας, με το βλέμμα κολλημένο στην οθόνη της τηλεόρασης στη γωνία, και χαμήλωσα τη φωνή μου. «Τίποτε ακόμα, αλλά κάναμε αναφορά στην αστυνομία». «Ο αρχιφύλακας ΜακΦέιλ είναι καλός μπάτσος. Θα τις βρει». «Ευχαριστούμε». Η σερβιτόρα μάς έφερε δύο δοχεία από φελιζόλ. «Ορίστε, κυρίες μου». Απομακρύνθηκε και άρχισε να τακτοποιεί μερικά ποτήρια πίσω από την μπάρα. «Θέλετε κάτι άλλο;» είπε ο Όουεν. «Είμαστε εντάξει, ευχαριστούμε», είπα. Σηκωθήκαμε από τα σκαμπό και αφήσαμε μερικά χρήματα για το γεύμα μας. «Μην ανησυχείτε, κυρίες μου», είπε ο Όουεν. «Κερασμένα από μένα». «Ευχαριστούμε», είπα. Αφήσαμε την πόρτα της παμπ να κλείσει πίσω μας και σταθήκαμε στο πεζοδρόμιο, με το τσιμέντο να ακτινοβολεί ακόμα ζέστη και τον αέρα καυτό παρότι ο ήλιος βασίλευε. Λίγα αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα στον δρόμο μπροστά από την παμπ. Η Ντάλας βγήκε στον δρόμο. Την ακολούθησα, κοιτάζοντας και από τις δύο πλευρές. Ήμαστε στη μέση του δρόμου και κατευθυνόμασταν απέναντι, στο μοτέλ. Λίγο πιο κάτω στον δρόμο βρισκόταν ένα ημιφορτηγό, παρκαρισμένο στην άκρη. Δεν έβλεπα τα πλαϊνά του τμήματα, μόνο τη μούρη και το καπό. Έμοιαζε με μαύρο φορτηγό. Έπειτα άκουσα τη μηχανή να παίρνει μπρος. «Ντάλας», είπα προειδοποιητικά. Εκείνη ακολούθησε το βλέμμα μου και επιβράδυνε το


342

CHEVY STEVENS _

βήμα της. «Είναι ο…;» Η μηχανή του φορτηγού δυνάμωσε. Έπειτα είδα καπνό από τσιγάρο να βγαίνει από το παράθυρο. Ακολούθησε ένα χέρι που μας σημάδευε σαν να ’ταν όπλο. «Προχώρα», είπε η Ντάλας. Τα λιγοστά βήματα που μας απέμεναν ήταν βιαστικά, τρέξαμε ανάμεσα σε όλα τα οχήματα στο πάρκιγκ του μοτέλ. Κοιτούσαμε πίσω μας διαρκώς, αλλά δεν είδαμε το φορτηγό. Τελικά φτάσαμε στην πόρτα μας, η Ντάλας έψαχνε αδέξια για το κλειδί. «Άνοιξε την πόρτα!» είπα, κοιτάζοντας πάλι πίσω μου. Τρέξαμε μέσα, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω μας, και οι δύο βαριανασαίνοντας. Προχώρησα ως το παράθυρο και άνοιξα την κουρτίνα ελάχιστα. Πέρασε ένα αυτοκίνητο, αλλά το φορτηγό ήταν άφαντο. «Πού στον διάολο πήγε;» είπα. Περιμέναμε σιωπηλές για δύο λεπτά, κοιτάζοντας διαρκώς προς τον δρόμο. «Θα έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση», είπε η Ντάλας. Άκουσα έναν θόρυβο, σαν κάτι να χτυπάει, από πίσω μας. Κάναμε μεταβολή. «Τι ήταν αυτό;» είπε η Ντάλας. «Το παράθυρο του μπάνιου;» είπα πλησιάζοντας λίγο, αλλά αργά. Τρεις δυνατοί θόρυβοι τώρα, λες και κάποιος χτυπούσε την παλάμη του δυνατά στο τζάμι. Σταμάτησα να περπατάω, μια κραυγή ήταν ήδη έτοιμη να βγει από τον λαιμό μου. Η Ντάλας μου άρπαξε το χέρι. «Μην κουνιέσαι». Πήγε στο κρεβάτι της και άνοιξε το φερμουάρ της βαλίτσας της. «Πάω να δω εγώ». Τώρα είδα τι κρατούσε. Ένα περίστροφο. «Να πάρει! Πού το βρήκες αυτό;» είπα. «Δεν έχει σημασία». Προχώρησε προς το μπάνιο και άνοιξε αργά την πόρτα σπρώχνοντάς την, με το όπλο σηκωμένο. «Μείνε μακριά μας», φώναξε.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

343 _

Περιμέναμε με τ’ αφτιά τεντωμένα. Άκουσα ένα φορτηγό. «Λες να είναι εκείνος;» «Ίσως». «Πρέπει να το πούμε στον ΜακΦέιλ», είπα. Αλλά όταν του τηλεφώνησα δεν απάντησε. Άφησα μήνυμα και του ζητούσα να μου τηλεφωνήσει το συντομότερο δυνατόν. Η Ντάλας κάθισε στο άλλο κρεβάτι, κρατώντας ακόμα το όπλο στο χέρι. «Γιατί δεν μου είπες ότι είχες όπλο;» είπα. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω». «Χαίρομαι που το πήρες μαζί σου». Απόρησα που δεν είχε αναφέρει ποτέ ότι είχε όπλο. Εγώ δεν είχα αγγίξει όπλο από τότε που φύγαμε από το Κας Κρικ εκείνη την πρώτη φορά, αλλά είχα ένα μαχαίρι και ένα αναισθητικό σπρέι στο συρτάρι του κομοδίνου μου και τα έπαιρνα μαζί μου παντού. Σκέφτηκα τον σουγιά που είχα δώσει στη Σκάιλαρ, αναρωτήθηκα αν τον είχε πάρει μαζί της. Περάσαμε τα επόμενα είκοσι λεπτά ακούγοντας κάθε όχημα που σταματούσε και ξεκινούσε, περιμένοντας κάποιον να σπάσει το πίσω παράθυρό μας. Και οι δυο μας στην τσίτα, καπνίζαμε τσιγάρα και δεν μιλούσαμε πολύ. Ο αρχιφύλακας ΜακΦέιλ επιτέλους τηλεφώνησε στις δέκα. «Ο Γκάβιν Λάξτον μας απείλησε», είπα. Του είπα τι συνέβη. «Τον είδατε δηλαδή;» «Όχι, αλλά είμαι σίγουρη ότι ήταν το φορτηγό του». «Θα κάνουμε μερικές περιπολίες στο μοτέλ απόψε». «Ξαναπήγατε στο ράντσο;» «Μίλησα με τον Μπράιαν και μου έδωσε την άδεια να ρίξω μια ματιά στο σπίτι του, αλλά ο Γκάβιν έλειπε από το δικό του σπίτι. Του ζητήσαμε να ξαναπάμε αύριο το πρωί». «Έλειπε γιατί είχε κατέβει στην πόλη προσπαθώντας να τρομοκρατήσει εμάς. Ο Μπράιαν παραδέχτηκε ότι η Σκάιλαρ δούλεψε στο ράντσο;» «Λέει ότι δούλεψε εκεί δύο μέρες, αλλά δεν πήγε σήμερα το πρωί. Του είπε ότι προσπαθούσε να βγάλει λεφτά για να συναντήσει τον φίλο της. Και υποθέτει ότι απλώς πήγε να


344

CHEVY STEVENS _

τον βρει». «Αυτό είναι ψέμα. Δεν έχει φίλο». «Αυτό θα το ερευνήσουμε», είπε, αλλά είχα τη φριχτή αίσθηση ότι πίστευε τον Μπράιαν. «Και η Κρίσταλ;» «Ισχυρίζεται ότι δεν την έχει ξαναδεί». «Αυτά είναι ανοησίες. Εκεί δουλεύαμε – μπορώ να περιγράψω τον αχυρώνα τους». Σκέφτηκα και κάτι άλλο. «Ο Τέο. Είχαν ένα επιστάτη που τον έλεγαν Τέο». «Θα το ερευνήσω, αλλά επί του παρόντος εξακολουθούμε να μην έχουμε αρκετά στοιχεία για να εκδώσουμε ένταλμα έρευνας». «Σας είπαμε ότι είδαν τον Γκάβιν να μιλάει με την Κρίσταλ στο μπαρ. Αυτό δεν αρκεί;» «Δυστυχώς, κανείς δεν την είδε να φεύγει μαζί του εκείνη τη νύχτα. Χρειαζόμαστε αδιάσειστα στοιχεία». «Και ο Ράιλι; Νομίζω ότι κάτι ξέρει». «Κι εκείνου του ζητήσαμε να έρθει το πρωί στο τμήμα. Ελπίζω να μας δώσει περισσότερα στοιχεία για να προχωρήσουμε – θα σας κρατάμε ενήμερες. Στο μεταξύ φροντίστε να μείνετε στο δωμάτιό σας». Περάσαμε τη νύχτα κρατώντας τσίλιες εναλλάξ. Η μία από τις δυο μας καθόταν στο κρεβάτι με το όπλο την ώρα που η άλλη προσπαθούσε να κοιμηθεί, μόνο που την περισσότερη ώρα στριφογύριζε στο κρεβάτι. Ο ΜακΦέιλ είχε ξανατηλεφωνήσει για να μας πει ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις πως ο Γκάβιν ήταν κοντά στο μοτέλ μας. Δεν με ανακούφισε το γεγονός ότι δεν τον είχαν δει. Θα μπορούσε να είναι ακόμα έξω και να περιμένει. Κάθισα με την πλάτη ακουμπισμένη στο κεφαλάρι του κρεβατιού, κρατώντας το όπλο σφιχτά στα χέρια μου, με το κεφάλι στραμμένο προς την πόρτα και το βλέμμα κολλημένο στο πόμολο.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

345 _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑ - ΣΚΑΪΛΑΡ

Έπρεπε να φτάσουμε σε εκείνο το μπουκάλι. Το δωμάτιο ήταν σχεδόν ολοσκότεινο τώρα πια και δεν είχα τρόπο να επικοινωνήσω με την Κρίσταλ, αλλά έπρεπε κάπως να σύρουμε το κρεβάτι πιο κοντά. Σκέφτηκα τη διάταξη του δωματίου. Η συρταριέρα ήταν στην πέρα δεξιά γωνία, απέναντι από την πλευρά του κρεβατιού όπου ήμουν δεμένη. Όταν είχαμε προσπαθήσει να σπρώξουμε το κρεβάτι την προηγούμενη φορά, το κάναμε μόνο από το πλάι και το μετακινήσαμε απέναντι. Αυτή τη φορά έπρεπε να γυρίσουμε το κρεβάτι ώστε το κάτω μέρος του να κοιτάζει στον άλλο τοίχο – τότε ίσως να μπορούσα να ρίξω το μπουκάλι από τη συρταριέρα. Κατάφερα να πιάσω το σχοινί μου με τις ράχες των χεριών μου, έπειτα περπάτησα μπροστά προς τον τοίχο στην αριστερή πλευρά, σέρνοντας το κρεβάτι πίσω μου, ελπίζοντας ότι η Κρίσταλ θα συνειδητοποιούσε τι έκανα. Άκουσα τα πόδια της να ακουμπούν στο πάτωμα, και το κρεβάτι άρχισε να μετακινείται πιο εύκολα – τραβούσε και εκείνη. Ήταν δύσκολο· και ένιωθα πως θα λιποθυμήσω από τη ζέστη, ο ιδρώτας έλουζε το πρόσωπό μου και έκανε τα μάτια μου να τσούζουν. Το σχοινί τραβούσε τα χέρια μου πίσω, τεντώνοντας όλους τους τένοντες και τους συνδέσμους μου.


346

CHEVY STEVENS _

Αλλά καταφέραμε να μετακινήσουμε το κρεβάτι κατά μερικά εκατοστά. Σταμάτησα, προσπάθησα να πάρω ανάσα εισπνέοντας από τη μύτη. Άκουγα και την Κρίσταλ να αναπνέει μες στο σκοτάδι. Το επόμενο βήμα ήταν να στρίψουμε το κρεβάτι. Έπρεπε να σπρώξω από το κάτω μέρος, κάτι που σήμαινε ότι η Κρίσταλ δεν μπορούσε να βοηθήσει. Έσκυψα, έβαλα τον ώμο μου στο πλάι του στρώματος κοντά στο τέλος του κρεβατιού και έσπρωξα μπροστά. Ένιωσα το κρεβάτι να κινείται και από τη δική της πλευρά και σταμάτησα να σπρώχνω. Πώς μπορούσα να της πω να σταματήσει; Χτύπησα δύο φορές με το πόδι μου το πάτωμα και, όταν άρχισα να σπρώχνω πάλι, εκείνη δεν έσπρωξε από την πλευρά της. Αναγκάστηκα να σταματήσω μερικές φορές για να πάρω ανάσα και γιατί ανησυχούσα μήπως μπει μέσα ο Γκάβιν, αλλά δεν μπορούσα να τα παρατήσω τώρα. Εκείνο το μπουκάλι ήταν η μόνη μας ελπίδα. Τελικά έφερα το κρεβάτι να δείχνει προς την κατεύθυνση του μπουκαλιού. Έκανα τον γύρο του κάτω τμήματος του κρεβατιού και άρπαξα πάλι το σχοινί πίσω μου, σπρώχνοντας μπροστά σαν υποζύγιο, με όλο μου το βάρος. Ήλπιζα η Κρίσταλ να καταλάβει ότι τη χρειαζόμουν για να πάει πίσω από το κεφαλάρι. Ένιωσα το κρεβάτι να μετακινείται – έσπρωχνε μπροστά όσο εγώ τραβούσα. Πρέπει να είχε δει και εκείνη το μπουκάλι. Είχαμε φέρει το κρεβάτι ελάχιστα εκατοστά από τη συρταριέρα. Τα μάτια μου είχαν συνηθίσει κάπως και διέκρινα το σχήμα της. Η απέναντι γωνία του κρεβατιού ήταν πιο κοντά, αλλά θα μπορούσα άραγε να τη φτάσω; Ανέβηκα πάνω και προσπάθησα να συρθώ στην άλλη πλευρά. Έπειτα ξάπλωσα ανάσκελα και τέντωσα το πόδι μου προς τη συρταριέρα. Μπορούσα να τεντώσω τα δάχτυλα των ποδιών μου και να αγγίξω το μπουκάλι, αλλά ίσως να το έριχνα κάτω. Ήταν


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

347 _

ανάγκη να μετακινήσουμε ακόμα πιο κοντά το κρεβάτι. Σηκώθηκα και σφήνωσα τον ώμο μου στο πλάι του στρώματος ξανά, έσπρωξα με όλη μου τη δύναμη, ένιωσα την Κρίσταλ να κάνει το ίδιο πίσω μου. Το κρεβάτι μετακινήθηκε άλλα τριάντα εκατοστά. Άκουσα το κάτω μέρος του να χτυπάει στη συρταριέρα και κράτησα την ανάσα μου, αλλά το μπουκάλι έμεινε στη θέση του. Ανέβηκα πάλι στο κρεβάτι και τέντωσα τα πόδια μου προσεκτικά, ψηλαφώντας με τα δάχτυλα των ποδιών μου, ελπίζοντας να μην κλοτσήσω το μπουκάλι. Όταν ένιωσα τα δάχτυλά μου να ξύνουν το δροσερό γυαλί, πίεσα τα πόδια μου στα πλαϊνά του μπουκαλιού, πιάνοντάς το με τις καμάρες των πελμάτων μου. Αργά, αργά. Το σήκωσα στα πόδια μου, δίπλωσα τις γάμπες μου ως το στήθος και γύρισα το κορμί μου προς τ’ αριστερά, αφήνοντας το μπουκάλι να πέσει πάνω στο στρώμα. Η μπίρα χύθηκε, μουσκεύοντας το πόδι μου με κρύο υγρό. Ευχόμουν να μπορούσα να την πιω. Χρησιμοποίησα τα πόδια μου για να σπρώξω την κουβέρτα γύρω από το μπουκάλι, ώστε να μην κυλήσει και πέσει από το κρεβάτι. Τώρα έπρεπε να το ξαναβάλουμε στη θέση του – κι αυτό λες και μας πήρε τη διπλάσια ώρα, αλλά είχα χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι έπρεπε να πιάσω το μπουκάλι και να το σπάσω προτού γυρίσει ο Γκάβιν στο σπίτι. Σύρθηκα πάνω στο στρώμα. Ένιωθα την παρουσία της Κρίσταλ στην άλλη άκρη του κρεβατιού. Ελάχιστο φως έμπαινε ακόμα ανάμεσα από τις σανίδες, αλλά δεν βοηθούσε και πολύ. Σφήνωσα το μπουκάλι κάτω από το πιγούνι μου, έπεσα στα γόνατα και χαμήλωσα το κεφάλι, τοποθετώντας αργά το μπουκάλι όρθιο στο πάτωμα. Πώς θα το έσπαγα τώρα; Κάθισα στο πάτωμα, κύκλωσα τα πόδια μου γύρω του, έπειτα το πίεσα κάτω αλλά δεν έσπαγε. Σκέφτηκα για μια στιγμή. Ίσως να έσπαγε αν το πατούσα με το πόδι του κρεβατιού. Σηκώθηκα όρθια, χρησιμοποίησα το πόδι μου για να το μετακινήσω κοντά στο πόδι του κρεβατιού και το κράτησα στη θέση του. Έπειτα έσκυψα, σήκωσα το κρεβάτι με τις


348

CHEVY STEVENS _

ράχες των χεριών μου και χρησιμοποίησα το πέλμα μου για να σπρώξω αργά το μπουκάλι κάτω από το πόδι του επίπλου. Συγκρατώντας ακόμα το μπουκάλι στη θέση του με το πόδι μου, άφησα με όλη μου τη δύναμη το πόδι του κρεβατιού να πέσει πάνω του. Δεν έσπασε. Προσπάθησα τρεις ακόμα φορές, οι τρικέφαλοι και οι τετρακέφαλοί μου έτρεμαν από την προσπάθεια. Δεν μπορούσα να τα παρατήσω. Στην τέταρτη προσπάθειά μου άκουσα το μπουκάλι να σπάει και μου ήρθε να βάλω τα κλάματα από την ανακούφιση. Ψηλάφησα το σημείο με τα πόδια μου, έσπρωξα μερικά πιο μεγάλα κομμάτια και έσκυψα για να σηκώσω ένα από αυτά, χρησιμοποιώντας το πίσω μέρος της μπλούζας μου για να προστατέψω τα χέρια μου. Ήταν δύσκολο να κόψω την ταινία πίσω από την πλάτη μου – έπρεπε να στρίψω το χέρι μου σε μια αλλόκοτη θέση και να πριονίζω στα τυφλά. Κάποιες φορές ένιωθα να κόβομαι και έπρεπε να συνεχίσω πιο αργά. Φοβόμουν μήπως γυρίσει ο Γκάβιν στο σπίτι από στιγμή σε στιγμή. Τελικά ένιωσα το γυαλί να κόβει όλες τις ταινίες και μπόρεσα να ξεχωρίσω τους καρπούς μου, αν και υπήρχαν ακόμα κομμάτια κολλημένα πάνω τους. Τίναξα τα χέρια μου προς τα έξω, τα γύρισα στη σωστή θέση και έπειτα έλυσα το φίμωτρο από το πίσω μέρος του λαιμού μου. «Τα κατάφερα!» είπα. «Περίμενε. Έρχομαι». Τα μάτια της Κρίσταλ ήταν γεμάτα ενθουσιασμό, αλλά κοίταξε προς την πόρτα. Έπρεπε να την ελευθερώσω γρήγορα. Προσπάθησα να λύσω το σχοινί γύρω από τον λαιμό μου αλλά ήταν δεμένο σαν λάσο και δεν ήξερα πώς να λύσω αυτόν τον κόμπο. Περπάτησα ως την άκρη του κρεβατιού, σέρνοντας τα πόδια για να μην κοπούν με τα γυαλιά. Κατάφερα να λύσω το σχοινί από το κάγκελο του κρεβατιού, αλλά δεν ήταν εύκολο – τα χέρια μου και οι καρποί μου πονούσαν, η ταινία ήταν ακόμα κολλημένη πάνω τους και τα δάχτυλά μου δυσκολεύονταν στους κόμπους. Έλα, έλα. Έλυσα και το τελευταίο κομμάτι σχοινιού, ήμουν επιτέλους ελεύθερη.


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

349 _

Έτρεξα προς τον διακόπτη και άναψα το φως. Η Κρίσταλ έκρυψε το πρόσωπό της στα γόνατα. Γύρισα τρέχοντας σε εκείνη και έλυσα το φίμωτρο, σπρώχνοντάς το προς τα κάτω γύρω από τον λαιμό της. «Σκάιλαρ!» είπε εκείνη, με φωνή τόσο στεγνή και βραχνή, που πόνεσε ακόμα κι ο δικός μου ο λαιμός. «Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ». Άρχισε να κλαίει. «Έπρεπε να σε βρω». Τύλιξα τα χέρια μου γύρω της και την αγκάλιασα σφιχτά. «Συγγνώμη που τα έκανα θάλασσα και με έπιασαν». «Πρέπει να φύγεις», είπε, κλαίγοντας ακόμα. «Θα ξανάρθει». «Δεν πρόκειται να σε αφήσω». Πριόνισα την ταινία με το κομμάτι γυαλιού. Μου πρότεινε τα χέρια της, με το πρόσωπό της να συσπάται καθώς κινούσε τους ώμους. Άγγιξε το πρόσωπό μου, τα μαλλιά μου. Τα μάτια της αναζήτησαν τα δικά μου. «Δεν το πιστεύω ότι είσαι εδώ», είπε. «Είσαι καλά;» «Ναι. Εσύ;» Της έπιασα το χέρι και ρούφηξα δυνατά την ανάσα μου όταν είδα τους καρπούς της. Το δέρμα της ήταν κόκκινο και γδαρμένο, ίσως είχε πάθει μόλυνση. «Δεν πειράζει», είπε. «Δεν το νιώθω πια». Ήξερα ότι προσπαθούσε να με καθησυχάσει, αλλά εγώ φοβήθηκα ακόμα περισσότερο. Έπρεπε να βρω τρόπο να μας βγάλω και τις δύο από κει μέσα. «Θα λύσω το σχοινί σου από το κρεβάτι». Όταν όμως προσπάθησα, ο κόμπος ήταν πολύ σφιχτός. «Δεν μπορώ», είπα πανικόβλητη. «Πρέπει να το κόψουμε», είπε η Κρίσταλ. Πήρα δύο μεγάλα κομμάτια γυαλί, της έδωσα το ένα και έπειτα άρχισα να πριονίζω, αλλά ήταν χοντρό το σχοινί και αργούσα πολύ. Η Κρίσταλ αγωνιζόταν και εκείνη. Έπρεπε να χρησιμοποιεί την άκρη της κουβέρτας για να προστατέψει το χέρι της, και το γυαλί όλο της έπεφτε. «Τα μπράτσα μου και τα χέρια μου είναι πολύ αδύναμα», είπε και σταμάτησε λίγο για να ξεκουραστεί. «Πήγαινε εσύ.


350

CHEVY STEVENS _

Φέρε βοήθεια». Δοκίμασα το πόμολο της πόρτας αλλά δεν άνοιγε. Χτύπησα με δύναμη το σώμα μου πάνω της μερικές φορές. «Ούτε που κουνιέται!» Έτρεξα στο παράθυρο και προσπάθησα να ξεκολλήσω μια σανίδα. «Είναι καρφωμένες». «Μπορεί να γυρίσει από στιγμή σε στιγμή», είπε η Κρίσταλ. «Δεν θα τον ακούσουμε μ’ αυτή τη μουσική. Πρέπει να κρύψεις τα σπασμένα γυαλιά, να του δώσεις την εντύπωση ότι είσαι ακόμα δεμένη, κι όταν πάει απόψε για ύπνο, θα ασχοληθούμε με το δικό μου σχοινί». «Κι αν μας βιάσει;» είπα και το επόμενο δευτερόλεπτο μου κόπηκε η ανάσα. «Θα τον κάνω να θυμώσει μαζί μου. Δεν είναι δύσκολο». Έσκασε ένα πικρό χαμόγελο. «Ίσως να προσπαθούσα να του στήσω ενέδρα μόλις μπει μέσα», είπα. «Θα τυλίξω το σχοινί γύρω από τον λαιμό του και θα τον στραγγαλίσω από πίσω». «Είναι πολύ δυνατός, Σκάιλαρ. Πρέπει να ελευθερωθούμε και οι δύο – η μοναδική μας ευκαιρία είναι δύο εναντίον ενός. Απλώς πρέπει να περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή και να του την πέσουμε πριν έρθει ο Μπράιαν». «Φοβάμαι, Κρίσταλ. Δεν θέλω να σου κάνει κακό». «Κι εγώ φοβάμαι», είπε εκείνη. «Αλλά σύντομα θα είμαστε ελεύθερες. Τώρα, γρήγορα, καθάρισε το δωμάτιο. Πρέπει να προσπαθήσεις να δέσεις τα χέρια σου με την ταινία». Έσπρωξα τα σπασμένα γυαλιά κάτω από το κρεβάτι αφού έβαλα μερικά μεγαλύτερα κομμάτια κοντά στην πλευρά της Κρίσταλ. Αν τα πράγματα πήγαιναν πολύ στραβά, ίσως να μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα από αυτά για να τον μαχαιρώσει στο μάτι. Επίσης έβαλα ένα κομμάτι στο πάτωμα στη δική μου πλευρά του κρεβατιού. Υπήρχαν κάποια σημάδια από τη μετακίνηση του κρεβατιού στο ξύλινο πάτωμα, αλλά ήλπιζα ότι δεν θα τα παρατηρούσε. Υπήρχε και ένας υγρός λεκές στο κρεβάτι από την μπίρα. Μετακίνησα τις κουβέρτες, προσπαθώντας να τον κρύψω. Έπρεπε να κλείσω


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

351 _

σύντομα το φως. Έτρεξα στην Κρίσταλ και της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. «Σ’ αγαπώ», είπα. «Κι εγώ σ’ αγαπώ», είπε εκείνη. «Θυμήσου να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή». «Εντάξει». Τύλιξα τα χέρια της με την ταινία με τρόπο που να φαίνονται ακόμα δεμένα, κρύβοντας τις κομμένες άκρες κάτω από κάθε γωνία, αλλά μπορούσε να ελευθερώσει τα χέρια της αν ήταν απαραίτητο. Ξανάβαλα το φίμωτρο στο πρόσωπό της, έπειτα το δικό μου, και έσβησα το φως. Γύρισα παραπαίοντας στο κρεβάτι, ψηλαφώντας τον δρόμο μου, και έδεσα θηλιά το σχοινί γύρω από το πόδι και το κάγκελο του κρεβατιού. Έπειτα έδεσα πάλι τους καρπούς μου, αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν είχα κρύψει όλες τις κομμένες άκρες και προσευχήθηκα να μην το πάρει είδηση. Καθίσαμε και πάλι στο σκοτάδι. Ευχόμουν να μπορούσαμε να μιλήσουμε, αλλά ένιωσα μια μικρή σπίθα ενέργειας. Είχαμε σχέδιο. Ήμαστε σχεδόν ελεύθερες. Ύστερα από μία ώρα, απ’ ό,τι υπολόγιζα, άνοιξε διάπλατα η πόρτα μας. Έκλεισα τα μάτια μου στο εκτυφλωτικό φως· κρυφοκοίταξα πίσω από τον ώμο μου. Ο Γκάβιν πρόβαλε στην πόρτα. Μπήκε μέσα τρεκλίζοντας, προφανώς πιο μεθυσμένος από πριν. Ήρθε σε μένα, γονάτισε και μου έσκασε ένα χαμόγελο. Βρόμαγε πιοτό και τσιγάρο. Έβγαλε ένα από την τσέπη του, το άναψε και ξεφύσηξε τον καπνό αργά στο πρόσωπό μου. Μπήκε κατευθείαν στη μύτη μου – έβηξα, δεν μπορούσα να αναπνεύσω για ένα λεπτό. «Είδα τη μανούλα σου απόψε», είπε. Τον κοίταξα στα μάτια. Άραγε έλεγε την αλήθεια; Τι συνέβη; «Τις κατατρόμαξα τις τσούλες». Ένα μοχθηρό γέλιο. Οι σκέψεις μου σκόρπισαν προς εκατομμύρια κατευθύνσεις. Άραγε είχε κάνει κακό στη μαμά μου και στην Ντάλας; Ήθελα να ελευθερώσω τα χέρια μου και να τον στραγγαλίσω, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι – όχι ακόμα.


352

CHEVY STEVENS _

Έγλειψε τα χείλη του, κοίταξε τα πόδια μου, χαμήλωσε το χέρι του ως το πέλμα μου και έπειτα το ανέβασε προς τον μηρό μου. Με πλημμύριζαν ο τρόμος και η οργή, έπρεπε να κατανικήσω την επιθυμία μου να τον κλοτσήσω στο πρόσωπο, αν και τα πάντα στο κορμί μου ήθελαν να δραπετεύσουν. Με κοίταξε με ένα μοχθηρό, θολωμένο βλέμμα. «Νομίζω ότι απόψε παραείμαι πιωμένος για να σε χαρώ, αλλά θα ’ρθει η ώρα σου». Σηκώθηκε πάλι, ρεύτηκε δυνατά και κοίταξε την Κρίσταλ. «Μην ανησυχείς, γλύκα. Εσύ είσαι πάντα η αγαπημένη μου». Πήγε τρεκλίζοντας ως το στερεοφωνικό και έκλεισε τη μουσική. «Αυτή η αηδία μού φέρνει πονοκέφαλο». Έπειτα έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο. Τον άκουσα να κλειδώνει την πόρτα, θα ορκιζόμουν ότι πάλευε με το κλειδί. Περίμενα να ακούσω τα βήματά του να κατεβαίνουν όλη τη σκάλα, έπειτα περίμενα λίγο ακόμα, ελπίζοντας να έχει αποκοιμηθεί. Τελικά αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα. Ελευθέρωσα τους καρπούς μου με ένα τράβηγμα, έβγαλα το φίμωτρο και έλυσα το σχοινί από το κάγκελο του κρεβατιού. Σύρθηκα ως την Κρίσταλ, την ψηλάφησα στο σκοτάδι και έλυσα το φίμωτρο και τους καρπούς της. «Έχω βάλει λίγα γυαλιά κάτω από τη γωνία σου», είπα ανεβαίνοντας στο κρεβάτι για να αρχίσω να κόβω το σχοινί της. «Κόψε στην άκρη πίσω από το πόδι του κρεβατιού, όχι στη μέση», μου ψιθύρισε. «Γιατί μπορεί να χρειαστεί να δεθούμε πάλι. Δεν θέλουμε να δει τα ίχνη από το κόψιμο». Καθώς δουλεύαμε, μιλούσαμε μες στο σκοτάδι. «Πώς σε έπιασε;» είπα. «Έκανα ανοησία. Δεν με αναγνώρισε, κι έτσι του την έπεσα στην παμπ, του είπα ότι έπρεπε να πάμε στο ποτάμι – εκεί μας είχαν επιτεθεί οι κόπανοι όταν ήμαστε μικρές. Εκείνος έβγαζε λίγη μαριχουάνα από το ντουλαπάκι. Εγώ είχα το όπλο στο χέρι μου». Σώπασε για μια στιγμή και έπειτα είπε: «Νομίζω ότι είδε την αντανάκλαση στο τζάμι του, γιατί έκανε


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

353 _

μεταβολή, πέταξε το όπλο από το χέρι μου και με χτύπησε στο κεφάλι. Συνήλθα εδώ μέσα και–» Η φωνή της έσπασε. «Λυπάμαι, Σκάιλαρ». «Ήταν δική μου επιλογή να σ’ ακολουθήσω. Ανησυχούσα». «Πώς ήξερες ότι ήμουνα στο Κας Κρικ;» «Μπήκα κρυφά στο σπίτι σου. Είδα τι έψαχνες στον υπολογιστή σου». «Έπρεπε να τα είχα διαγράψει». Ακουγόταν πολύ ταραγμένη. «Η μαμά είπε ότι δεν θα ερχόσουνα ποτέ εδώ. Σκέφτηκε ότι απλώς την είχες κοπανήσει για άλλη μια φορά». «Εύχομαι να μην είχες έρθει». «Μα τώρα μπορώ να μας ελευθερώσω». Σωπάσαμε· ο μοναδικός ήχος ήταν το γυαλί που έξυνε το σχοινί. «Ανησυχώ για τη μαμά και την Ντάλας», είπα ύστερα από ένα λεπτό. «Φαίνεται ότι η Ντάλας και η μαμά σου δήλωσαν την εξαφάνισή μας», είπε η Κρίσταλ. «Ο Μπράιαν και ο Γκάβιν δεν πρόκειται να τις πειράξουν – όχι όσο είναι μπλεγμένη και η αστυνομία». «Μα είπε ότι τις τρόμαξε». «Απλώς προσπαθούσε να τρομάξει κι εμάς». Πήρα μια ανάσα. «Εντάξει», είπα. «Και σύντομα θα φύγουμε κι εμείς από δω μέσα». «Θα φροντίσω εσύ να φύγεις οπωσδήποτε», είπε η Κρίσταλ. «Πάση θυσία». «Τι εννοείς; Και οι δυο μας θα φύγουμε». «Αυτό είναι το σχέδιό μας», είπε εκείνη. «Συνέχισε να κόβεις το σχοινί». Μας πήρε ολόκληρη τη νύχτα και ήμαστε εξαντλημένες όταν επιτέλους κόψαμε το σχοινί της Κρίσταλ. Το φως άρχιζε να τρυπώνει μέσα από το παράθυρο. Ο Γκάβιν ίσως ανέβαινε σύντομα. Καταστρώναμε το σχέδιό μας μες στο σκοτάδι. «Θα έρθει με πρωινό και νερό», είπε η Κρίσταλ. «Όταν σκύψει σε μένα για να με ταΐσει, δες αν μπορείς να του


354

CHEVY STEVENS _

περάσεις το σχοινί από πίσω. Τότε θα σηκωθώ και θα περάσω το δικό μου πάνω από το κεφάλι του. Μπορούμε να δέσουμε το σχοινί γύρω από το πόδι του κρεβατιού για μοχλό κι έπειτα θα τον στραγγαλίσουμε – με αυτόν τον τρόπο δεν θα χρειαστεί να βάλουμε πολλή δύναμη». Βάλαμε πάλι τα φίμωτρά μας, τυλίξαμε χαλαρά το σχοινί γύρω από τα πόδια του κρεβατιού, δέσαμε με ταινία τους καρπούς μας. Και περιμέναμε. Επιτέλους ακούσαμε φωνές κάτω· το καζανάκι της τουαλέτας. Έπειτα δυνατές φωνές – είχε ανοίξει την τηλεόραση. Λίγα λεπτά αργότερα νόμισα ότι άκουσα να ξεκινάει ένα φορτηγό, αλλά δεν ήμουν σίγουρη. Θα μπορούσε να είναι η τηλεόραση. Κοίταξα την Κρίσταλ και εκείνη κούνησε το κεφάλι. Καθώς το δωμάτιο γινόταν όλο και πιο ζεστό και φωτεινό, άρχισα να αναρωτιέμαι αν θα ανέβαινε εκείνο το πρωί. Κι αν περίμενε να έρθει και ο Μπράιαν; Τι θα κάναμε τότε; Αφού πέρασαν κάπου δύο ώρες, η τηλεόραση έκλεισε ξαφνικά, η σιωπή ήταν τρομακτική. Κράτησα την ανάσα μου, κοίταξα την πόρτα. Άκουσα τις μπότες του να ανεβαίνουν παραπατώντας τις σκάλες και τον ήχο της πόρτας που ξεκλείδωνε. Την άνοιξε διάπλατα. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό, αλλά φορούσε πουκάμισο και τα μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω με ζελέ. «Πρέπει να πάω στο ράντσο για λίγο και να ρίξω μια ματιά στο τρακτέρ. Ο Μπράιαν είναι τελείως άχρηστος χωρίς εμένα. Εσείς φρόνιμα, κορίτσια». Άνοιξε τη μουσική και έπειτα βγήκε έξω και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Κοίταξα την Κρίσταλ. Κούνησε πάλι αρνητικά το κεφάλι, λέγοντάς μου να περιμένω. Την κοίταξα περιμένοντας το σινιάλο της, αλλά άρχισα να απογοητεύομαι. Λίγα λεπτά αργότερα η Κρίσταλ ελευθέρωσε τους καρπούς της με ένα τράβηγμα και έβγαλε το φίμωτρο από το στόμα της. «Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι έχει φύγει», είπε. «Δεν έχουμε αρκετό χρόνο», είπα. «Μπορεί να ξανάρθει με


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

355 _

τον Μπράιαν. Και μετά θα μας πάνε στην αποθήκη». Το πρόσωπο της Κρίσταλ έγινε βλοσυρό καθώς σκεφτόταν για δύο δευτερόλεπτα, σαν να ζύγιαζε τις επιλογές μας. «Πρέπει να σπάσουμε την πόρτα».


356

CHEVY STEVENS _

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΝΑ - ΤΖΕΪΜΙ

Ξύπνησα στο κρεβάτι, ντυμένη ακόμα με όλα μου τα ρούχα και με μια γεύση σαν στεγνό βαμβάκι το στόμα. Κοίταξα το ρολόι. Επτά και μισή. Η Ντάλας στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. «Θα κάνει πολλή ζέστη σήμερα», είπε. Είχε φέρει μάφιν και καφέ από τη ρεσεψιόν. Ήπια μια γουλιά καφέ, προσπάθησα να καταπιώ λίγο από το μάφιν, αλλά όλα είχαν γεύση κόλλας. Στις εννέα και μισή χτύπησε επιτέλους το κινητό μου. Ήταν ο αρχιφύλακας. «Μιλήσατε στον Γκάβιν;» είπα. «Ήρθε σήμερα το πρωί, αλλά δεν μας επιτρέπει να κάνουμε έρευνα στο σπίτι του». «Άρα θα έχει κάτι να κρύψει». «Όχι απαραίτητα. Πολύς κόσμος δεν συμπαθεί την αστυνομία». Μια μεγάλη παύση. Το σώμα μου σφίχτηκε καθώς συνειδητοποιούσα ότι επρόκειτο να μου πει κάτι που δεν ήθελα να ακούσω. «Το τηλέφωνο της Κρίσταλ βρέθηκε στην άκρη του δρόμου κοντά στο ποτάμι. Φαίνεται ότι κάποιος το έσπασε με μια πέτρα». Ρούφηξα την ανάσα μου. «Ο Μπράιαν και ο Γκάβιν μας πήγαν σε εκείνο το ποτάμι όταν ήμαστε έφηβες. Εκεί μας επιτέθηκαν». Η Ντάλας κάθισε στο άλλο κρεβάτι. «Δεν ξέρουμε πώς κατέληξε εκεί το τηλέφωνο, αλλά το


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

357 _

τελευταίο σημείο εντοπισμού του τηλεφώνου της Σκάιλαρ ήταν σε μια κεραία κινητής τηλεφωνίας στον αυτοκινητόδρομο προς το Βέρνον». «Δεν πήγε στο Βέρνον – δεν ξέρει κανέναν εκεί». «Ωστόσο πρέπει να ακολουθήσουμε αυτή την κατεύθυνση». «Δεν με πιστεύετε». «Οι γονείς δεν ξέρουν πάντα όλα όσα αφορούν τη ζωή των παιδιών τους». Το προστατευτικό του ύφος είχε αρχίσει να μου σπάει τα νεύρα. «Σπαταλάτε τον χρόνο σας. Αφού σας το λέω: δεν έχει φύγει ποτέ απ’ αυτή την πόλη». «Θα σας κρατάω ενήμερη σχετικά με τα ευρήματά μας». Έκλεισα το τηλέφωνο και φώναξα στον αέρα: «Να πάρει!» «Τι συμβαίνει;» είπε η Ντάλας. «Βρήκαν το κινητό της Κρίσταλ σπασμένο δίπλα στο ποτάμι και πιστεύουν ότι η Σκάιλαρ είναι στο Βέρνον – το σήμα του κινητού της εντοπίστηκε σε μια κεραία κινητής τηλεφωνίας». Η Ντάλας φάνηκε μπερδεμένη. «Νομίζεις ότι μπορεί να τους ξέφυγε;» «Είναι και οι δυο τους ακόμα στην πόλη. Το νιώθω». «Μπορεί αυτό να έχει σχέση με εκείνη που έκανε οτοστόπ». Γύρισα απότομα. «Να πάρει, μάλλον θα έκλεψε το κινητό της Σκάιλαρ. Και τώρα οι μπάτσοι θα αλλάξουν ολόκληρη την έρευνά τους». Η Ντάλας μισόκλεισε τα μάτια σκεπτική. «Πρέπει να τη στήσουμε έξω από το ράντσο και να τους ακολουθήσουμε όπου κι αν πάνε σήμερα». Βγήκαμε προσεκτικά από το δωμάτιο, ψάχνοντας για τον Γκάβιν, αλλά δεν είδαμε τίποτα. Πήραμε μερικά μπουκάλια νερό από το γωνιακό μαγαζάκι και σύντομα παρκάραμε σε έναν παράδρομο απ’ όπου μπορούσαμε να δούμε οποιονδήποτε έφευγε από το Ράντσο Λάξτον. «Ελπίζω αυτοί οι κόπανοι να μην έχουν πίσω δρόμο», είπε


358

CHEVY STEVENS _

η Ντάλας. «Να πάρει, αυτό δεν το είχα σκεφτεί». «Ας παρακολουθούμε να δούμε τι θα συμβεί». Κάναμε βάρδιες, η μια λαγοκοιμόταν όσο η άλλη παρακολουθούσε, και οι δυο μας εξαντλημένες από την ξάγρυπνη νύχτα μας στο μοτέλ. Κανείς δεν έφυγε από το ράντσο· και δεν πέρασαν πολλά οχήματα. Ήταν ένας ήσυχος δρόμος. Επιτέλους, στις δέκα και μισή ένα μπλε φορτηγό κατηφόρισε τον ιδιωτικό δρόμο. Έδωσα μια αγκωνιά στην Ντάλας, που κοιμόταν πίσω από το τιμόνι. «Κοίτα». Σκύψαμε καθώς το φορτηγό μάς προσπέρασε με θόρυβο. Δεν μπόρεσα να δω ποιος ήταν στη θέση του συνοδηγού, αλλά πρόλαβα να δω το προφίλ και τα σκούρα μαλλιά του οδηγού. Ήταν ο Μπράιαν. «Ο Γκάβιν ήταν αυτός μαζί του;» είπα. «Δεν ξέρω, ο ήλιος χτύπαγε πάνω στο παρμπρίζ», είπε η Ντάλας. «Ας δούμε πού πάει». Ακολουθήσαμε το φορτηγό ως τον σταθμό του λεωφορείου και παρκάραμε στην πίσω πλευρά, απ’ όπου μπορούσαμε να παρακολουθούμε το φορτηγό στο πάρκιγκ. Η γυναίκα του Μπράιαν βγήκε από την πλευρά του συνοδηγού και μπήκε στον σταθμό. Φορούσε ένα όμορφο εξώπλατο φόρεμα. Η κόρη του, με σορτσάκι και κοντομάνικο μπλουζάκι, βγήκε από το πίσω κάθισμα, όμως έμεινε δίπλα στο φορτηγό. Μέσα από το παράθυρο βλέπαμε τη γυναίκα του να κατευθύνεται προς τα εκδοτήρια εισιτηρίων. «Μήπως βλέπεις πόσα εισιτήρια αγοράζει;» είπε η Ντάλας. «Όχι». Ανησυχούσα που είχαμε αφήσει τον Γκάβιν στο ράντσο. Κι αν πήγαινε στην αποθήκη και έκανε κακό στα κορίτσια; Θύμισα στον εαυτό μου ότι πιθανότατα δεν θα πήγαινε χωρίς τον Μπράιαν. Λίγα λεπτά αργότερα η γυναίκα βγήκε στο πάρκιγκ. Ο


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

359 _

Μπράιαν βοηθούσε το κορίτσι να βγάλει μια βαλίτσα από το πίσω μέρος του φορτηγού. Έδωσε άλλη μία βαλίτσα στη γυναίκα του και έπειτα της έκανε μια αγκαλιά, αλλά ήταν τυπική. Γυναίκα και κόρη κατευθύνθηκαν προς το λεωφορείο που περίμενε. Η γυναίκα του γύρισε να τον κοιτάξει, ανήσυχη, καθώς επιβιβαζόταν στο λεωφορείο. Αναρωτιόμουν τι να της είχε πει. Ο Μπράιαν ακουμπούσε στο φορτηγό του και κοίταζε το λεωφορείο. Ακούστηκε η μηχανή του λεωφορείου και εκείνος κοίταξε το ρολόι του, σαν να μην έβλεπε την ώρα να φύγει από εκεί. Κοίταξε ξανά το λεωφορείο, χαμογέλασε και χαιρέτησε διακριτικά με το χέρι. Είδα τη μικρή να τον χαιρετάει από το παράθυρο, με τα μεγάλα σκουρόχρωμα μάτια της. Σκέφτηκα τη Σκάιλαρ. Μόλις το λεωφορείο χάθηκε από το οπτικό του πεδίο, το χαμόγελο του Μπράιαν εξαφανίστηκε. Μπήκε μέσα στο κτίριο. «Πού στον διάολο πάει;» είπα. «Μήπως στην τουαλέτα;» Κολλήσαμε το βλέμμα μας στην πόρτα, περιμένοντας να ξαναβγεί. Ξαφνικά το πρόσωπό του πρόβαλε στο ανοιχτό παράθυρο της Ντάλας. Αναπηδήσαμε και οι δύο στις θέσεις μας. «Γιατί με ακολουθείτε;» Η φωνή του ήταν ψυχρή. Κοιτούσε τριγύρω για να ελέγξει μήπως μας παρακολουθούσε κανείς. «Ξέρουμε ότι τις έχετε εσείς», είπα. «Δεν καταλαβαίνω τι λες». «Πού είναι;» Η φωνή μου έτρεμε από οργή. Μια διερχόμενη γυναίκα μάς κοίταξε παραξενεμένη. «Σου είπα ήδη, δεν ξέρω». «Οι μπάτσοι θα μιλήσουν στον γιο σου σήμερα. Ήταν ο τελευταίος που είδε τη Σκάιλαρ. Αν πάθει κάτι, εκείνον θα κατηγορήσουν». «Ακόμα δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μού μιλάς», είπε σκύβοντας και κοιτάζοντας μες στο αυτοκίνητο. «Συγγνώμη


360

CHEVY STEVENS _

που θα σας απογοητεύσω, αλλά τώρα είμαι παντρεμένος». Σήκωσε το δάχτυλό του για να δείξει τη βέρα του. «Άρα αν θέλατε μια επανάληψη…» Το πρόσωπο της Ντάλας ήταν κατακόκκινο και θυμωμένο, σαν να ήταν έτοιμη να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Το χέρι της έψαξε κάτω από το κάθισμά της, όπου είχε βάλει το όπλο. Εκείνος ίσιωσε την πλάτη και οπισθοχώρησε μισό μέτρο. «Γυρίστε στην κρυψώνα σας, κορίτσια, όπου κι αν είναι αυτή». Περπάτησε ως το φορτηγό του, μπήκε μέσα και έφυγε μαρσάροντας δυνατά. Η Ντάλας ήταν σιωπηλή σε όλη τη διαδρομή ως το μοτέλ. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα του δωματίου, πέταξε την τσάντα της στο κρεβάτι και άρχισε να περπατάει πάνωκάτω, με τα χέρια στους γοφούς και το πιγούνι της σφιγμένο. «Να πάρει!» είπε κουνώντας το κεφάλι. «Έπρεπε να το ’χα κάνει εγώ». «Μα τι λες τώρα;» Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά της. «Έπρεπε να έρθω πριν από χρόνια και να τα αποτελειώσω τα καθοίκια. Γι’ αυτό είχα αγοράσει το όπλο – απλώς δεν είχα ποτέ τα κότσια να το κάνω». «Καλά έκανες και δεν ήρθες ποτέ εδώ. Κοίτα τι έγινε τώρα». «Ναι, έπιασαν την Κρίσταλ και τη Σκάιλαρ…» Γύρισε από την άλλη, κρύβοντας το πρόσωπό της. Σηκώθηκε και πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο. «Δεν φταις εσύ». «Εγώ έπρεπε να είχα σκοτώσει τον μπαμπά, εγώ. Τα έκανα θάλασσα τότε, αλλά και μετά, όταν πήγαμε στο Κας Κρικ. Δεν σας προστάτεψα». Ξανακάθισε στο κρεβάτι της. Δεν ήξερα τι να πω, ποτέ δεν είχα ακούσει την Ντάλας να μιλάει έτσι. «Πάντα μας πρόσεχες», είπα. «Το ξέρουμε ότι προσπάθησες». «Το μόνο που θέλω είναι να σκοτώσω αυτά τα καθοίκια


ΠΟΥΘΕΝΑ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

361 _

και να επανορθώσω». Τράβηξε μια ρουφηξιά· την έβγαλε με μια θυμωμένη εκπνοή. «Με τίποτα δεν μπορούμε να επανορθώσουμε», είπα. «Ό,τι έγινε έγινε. Απλώ