Page 1


ΛΟΥΚ ΧΑΡΝΤΙΝΓΚ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΣΝΟΟΥΝΤΕΝ Η ιστορία του Νο 1 καταζητούμενου ανθρώπου στον κόσμο ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: Luke Harding, The Snowden Files (The Inside Story of the World's Most Wanted Man) © Copyright The Guardian Faber & Faber 2014 © Copyright για την ελληνική γλώσσα Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2014 Έτος 1ης έκδοσης: 2014 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, της σελιδοποίησης, του εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα T: 210-330.12.08 – 210-330.13.27 F: 210-384.24.31 e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com ISBN 978-960-03-5764-6


ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Έντουαρντ Σνόουντεν είναι ένα από τα πλέον εντυπωσιακά «βαθιά λαρύγγια» της ιστορίας. Ποτέ άλλοτε ένας άνθρωπος δεν αφαίρεσε μαζικά άκρως απόρρητα αρχεία από τις ισχυρότερες μυστικές υπηρεσίες του κόσμου προκειμένου να τα δημοσιοποιήσει. Κι όμως, εκείνος έκανε ακριβώς αυτό. Οι τεχνικές του ικανότητες δεν έχουν προηγούμενο. Ως την έλευση της παρούσας γενιάς νερντ[1] των υπολογιστών, κανείς δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν δυνατόν να διαφύγει με το ηλεκτρονικό αντίστοιχο ολόκληρων τριπλοκλειδωμένων βιβλιοθηκών γεμάτων με αρχειοθήκες και χρηματοκιβώτια – χιλιάδες έγγραφα και εκατομμύρια λέξεις. Τα κίνητρά του είναι αξιοθαύμαστα. Ο Σνόουντεν αποφάσισε να αποκαλύψει την πραγματική λειτουργία της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας (National Security Agency – NSA) των ΗΠΑ και των συμμάχων της. Με βάση τα μέχρι στιγμής στοιχεία, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα χρήματα – αν και θα μπορούσε να είχε πουλήσει τα έγγραφα σε μυστικές υπηρεσίες ξένων χωρών για πολλά, πολλά εκατομμύρια. Ούτε διαθέτει κάποια αριστερή ή μαρξιστική ιδεολογία που ίσως οδηγούσε στο να χαρακτηριστεί αντιαμερικανός. Αντίθετα, υποστηρίζει βαθύτατα το αμερικανικό σύνταγμα και, όπως άλλοι συνάδελφοι «χακτιβιστές», είναι οπαδός του ελευθεριακού Ρεπουμπλικάνου πολιτικού Ρον Πολ, οι απόψεις του οποίου θεωρούνται υπερβολικά δεξιές για πολλούς Ρεπουμπλικάνους. Εκείνο που αποκάλυψε ο Σνόουντεν είναι σημαντικό. Τα αρχεία του δείχνουν ότι οι μέθοδοι των μυστικών υπηρεσιών που πραγματοποιούν παράνομες ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του πολιτικού πανικού των ΗΠΑ μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Απαλλαγμένη από τους νομικούς περιορισμούς και με την προτροπή να καταστήσει ασφαλή την Αμερική, η NSA και ο Βρετανός συνεταίρος της, η Κρατική Υπηρεσία Επικοινωνιών (Government Communications Headquarters – GCHQ) [μέσω μυστικών συμμαχιών με τους γίγαντες τους διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιών που διαχειρίζονται τον τεχνικό εξοπλισμό], χρησιμοποιούν τις τεχνικές τους γνώσεις για να «ελέγξουν το διαδίκτυο». Η φράση ανήκει σε εκείνους, όχι σ’ εμάς. Ο δημοκρατικός έλεγχος αποτελεί μία ασαφή έννοια που έχει κατασταλεί στα κρυφά και ουσιαστικά είναι ανεπαρκής. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος όπου κυριαρχεί η κατασκοπεία. Οι τεχνολογίες που η Δύση διακήρυσσε ότι αποτελούν δυνάμεις ατομικής ελευθερίας και δημοκρατίας –Google, Skype, κινητά τηλέφωνα, GPS, YouTube, Tor, ηλεκτρονικό εμπόριο, διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές και όλα τα άλλα– μετατρέπονται σε μηχανές παρακολούθησης που θα είχαν αφήσει εμβρόντητο τον Τζορτζ Όργουελ, τον συγγραφέα του 1984. Η Guardian ήταν, προς μεγάλη μου χαρά, η πρώτη από τις ανεξάρτητες εφημερίδες που δημοσιοποίησε τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν. Θεωρήσαμε ότι είχαμε καθήκον να σπάσουμε το ταμπού της μυστικότητας, λαμβάνοντας υπόψη, όπως επιθυμούσε και ο Σνόουντεν, την ασφάλεια των απλών ανθρώπων και την προστασία των πραγματικά


ευαίσθητων μυστικών πληροφοριών. Είμαι περήφανος γι’ αυτό που κάναμε: ένα κύμα δημόσιων συζητήσεων και αιτημάτων για μεταρρυθμίσεις έχει σαρώσει ολόκληρο τον κόσμο – τις ίδιες τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Βραζιλία, την Ινδονησία, τον Καναδά, την Αυστραλία, ακόμη και τη συγκαταβατική Βρετανία. Η Guardian αναγκάστηκε τελικά να συνεχίσει τις δημοσιεύσεις από την ασφάλεια του νεοϋορκέζικου παραρτήματός της, εξαιτίας των οχλήσεων από το βρετανικό νομικό σύστημα. Πιστεύω ότι οι αναγνώστες αυτού εδώ του βιβλίου ίσως κατανοήσουν την ανάγκη θέσπισης ενός βρετανικού αντίστοιχου της πρώτης τροποποίησης του αμερικανικού συντάγματος, που προστατεύει την ελευθερία του Τύπου. Πρόκειται για ελευθερία που τελικά προστατεύει τους πάντες. Άλαν Ράσμπριτζερ Διευθυντής σύνταξης, Guardian Λονδίνο, Φεβρουάριος 2014

[1] Νερντ ή, με παραπλήσια σημασία, γκικ χαρακτηρίζεται αυτός που ασχολείται με απόλυτη προσήλωση με ένα θέμα, κυρίως στον χώρο της τεχνολογίας και των επιστημών και ιδιαίτερα στους τομείς της πληροφορικής και των υπολογιστών. Θεωρείται πως εχει εκτενείς και εξειδικευμένες γνώσεις αλλά περιορισμένες κοινωνικές δεξιότητες. (Σ.τ.Μ.) [↑]


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ Ξενοδοχείο Mira, Νέιθαν Ρόουντ, Χονγκ Κονγκ Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

«Δεν θέλω να ζω σε έναν κόσμο όπου οτιδήποτε λέω, οτιδήποτε κάνω, σε οποιονδήποτε μιλάω, κάθε έκφραση δημιουργικότητας ή έρωτα ή φιλίας καταγράφεται...» —ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΣΝΟΟΥΝΤΕΝ

Όλα ξεκίνησαν από ένα ιμέιλ στον υπολογιστή. «Είμαι ανώτερο στέλεχος της κοινότητας των μυστικών υπηρεσιών...» Χωρίς όνομα, χωρίς ιδιότητα, χωρίς λεπτομέρειες. Ο αρθρογράφος της Guardian Γκλεν Γκρίνγουολντ, που είχε τη βάση του στη Βραζιλία, άρχισε να ανταλλάσσει μηνύματα με αυτή τη μυστηριώδη πηγή. Ποιος ήταν; Η πηγή δεν αποκάλυπτε καμία λεπτομέρεια. Αποτελούσε μια άυλη παρουσία, ένα διαδικτυακό φάντασμα. Ίσως ένα δημιούργημα της φαντασίας. Άλλωστε, πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει στ’ αλήθεια; Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε υπάρξει κάποια μεγάλη διαρροή από την NSA. Όλοι γνώριζαν ότι ο βασικός συλλέκτης μυστικών πληροφοριών της Αμερικής, με έδρα το Φορτ Μιντ κοντά στην Ουάσινγκτον, ήταν απόρθητος. Όσα έκανε η NSA ήταν κρυφά. Δεν διέρρεε το παραμικρό. Το ευφυολόγημα που χρησιμοποιούσε το πολιτικό προσωπικό ήταν «NSA, No Such Agency».[2] Ωστόσο, το περίεργο αυτό άτομο έμοιαζε να έχει πρόσβαση σε απίστευτα, άκρως απόρρητα έγγραφα. Η πηγή έστειλε στον Γκρίνγουολντ ένα δείγμα εξαιρετικά απόρρητων φακέλων της NSA, κουνώντας τους μπροστά στη μύτη του. Αποτελούσε μυστήριο πώς αυτό το φάντασμα είχε καταφέρει να τους αποσπάσει με τέτοια ευκολία. Υποθέτοντας ότι ήταν αυθεντικοί, έμοιαζαν να αποκαλύπτουν μια ιστορία με επιπτώσεις για ολόκληρο τον πλανήτη. Άφηναν να εννοηθεί ότι ο Λευκός Οίκος δεν κατασκόπευε απλώς τους εχθρούς του (τους κακούς, την αλ-Κάιντα, τους τρομοκράτες, τους Ρώσους), ή ακόμα και τους υποτιθέμενους συμμάχους του (Γερμανία, Γαλλία), αλλά τις επικοινωνίες εκατομμυρίων απλών πολιτών στις ΗΠΑ. Συνεργάτης με τις ΗΠΑ σε αυτή την τεράστια κατασκοπευτική άσκηση ήταν η Βρετανία. Το βρετανικό αντίστοιχο της NSA, η GCHQ, είχε τη βάση της στην καρδιά της αγγλικής επαρχίας. Βρετανία και ΗΠΑ είχαν μια στενή σχέση ανταλλαγής μυστικών πληροφοριών που χρονολογείται από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τους κυνικούς, η Βρετανία αποτελούσε το αξιόπιστο σκυλάκι του καναπέ των ΗΠΑ. Το τρομακτικό ήταν πως τα


έγγραφα αποκάλυπταν ότι η NSA τροφοδοτούσε με εκατομμύρια δολάρια τις βρετανικές δραστηριότητες παρακολούθησης. Και τώρα ο Γκρίνγουολντ ετοιμαζόταν να συναντηθεί με το Βαθύ Λαρύγγι. Έχοντας υποσχεθεί περαιτέρω αποκαλύψεις, η πηγή τον καλούσε να ταξιδέψει αεροπορικώς από τη βάση του στο Ρίο ντε Τζανέιρο ως το ελεγχόμενο από την κομμουνιστική Κίνα Χονγκ Κονγκ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Το «αλλόκοτο» σημείο συνάντησης μπέρδεψε τον Γκρίνγουολντ: άραγε η πηγή είχε κάποια ανώτερη θέση εκεί; Το ραντεβού θα λάμβανε χώρα στην Καολούν, στο Ξενοδοχείο Mira, ένα κομψό, σύγχρονο κτίριο στην καρδιά της τουριστικής συνοικίας, σε ελάχιστη απόσταση με το ταξί από το φεριμπότ για τη Νήσο Χονγκ Κονγκ. Συνοδός του Γκρίνγουολντ ήταν η επίσης Αμερικανίδα Λόρα Πόιτρας, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ και κακός μπελάς του αμερικανικού στρατού. Είχε λειτουργήσει ως προξενήτρα, αφού πρώτη εκείνη έστρεψε την προσοχή του Γκρίνγουολντ στο φάντασμα. Οι δύο δημοσιογράφοι είχαν λάβει λεπτομερείς οδηγίες. Η συνάντηση θα γινόταν σε ένα όχι ιδιαίτερα πολυσύχναστο, ούτε όμως και απόλυτα απομονωμένο σημείο του ξενοδοχείου, δίπλα σε έναν μεγάλο πλαστικό αλιγάτορα. Θα αντάλλασσαν προσυμφωνημένες φράσεις. Η πηγή θα είχε μαζί της έναν κύβο του Ρούμπικ. Α, και το όνομά του ήταν Έντουαρντ Σνόουντεν. Κατά τα φαινόμενα ο μυστηριώδης συνομιλητής ήταν έμπειρος κατάσκοπος. Ίσως κάποιος με ταλέντο στους θεατρινισμούς. Όσα γνώριζε για εκείνον ο Γκρίνγουολντ οδηγούσαν σε ένα συμπέρασμα: επρόκειτο για έναν μπαρουτοκαπνισμένο βετεράνο της κοινότητας των μυστικών υπηρεσιών. «Σκεφτόμουν ότι πρέπει να είναι ένας μάλλον ανώτερος γραφειοκράτης», λέει ο Γκρίνγουολντ. Κατά πάσα πιθανότητα 60άρης, με μπλε μπλέιζερ με γυαλιστερά χρυσά κουμπιά, αραιωμένα γκρίζα μαλλιά, συντηρητικά μαύρα παπούτσια, γυαλιά, επίσημη γραβάτα... Ο Γκρίνγουολντ είχε ήδη σχηματίσει την εικόνα στο μυαλό του. Ίσως ήταν επικεφαλής του παραρτήματος της CIA στο Χονγκ Κονγκ· η αποστολή είχε την έδρα της λίγο παρακάτω στον ίδιο δρόμο. Η συγκεκριμένη θεωρία, καίτοι εσφαλμένη, βασιζόταν σε δύο στοιχεία: το εξαιρετικά προνομιακό επίπεδο πρόσβασης σε άκρως απόρρητα έγγραφα που έδειχνε να διαθέτει η πηγή και η επιτήδευση της πολιτικής του ανάλυσης. Με την πρώτη παρτίδα των μυστικών εγγράφων, η πηγή είχε στείλει και ένα προσωπικό μανιφέστο. Διατύπωνε το κίνητρό του – να αποκαλύψει το εύρος των παρακολουθήσεων εκ μέρους των, όπως τις χαρακτήριζε, «υπεράνω πάσης υποψίας» υπηρεσιών. Ισχυριζόταν ότι η τεχνολογία κατασκοπείας των πολιτών παραβίαζε κατά πολύ τα όρια του νόμου. Η αιτιολογημένη επίβλεψη αποτελούσε παρελθόν. Σύμφωνα με την πηγή, οι φιλοδοξίες της NSA είχαν ξεφύγει από κάθε μέτρο. Την τελευταία δεκαετία ο όγκος των ψηφιακών πληροφοριών που μεταδιδόταν μεταξύ των ηπείρων είχε αυξηθεί. Σε εκρηκτικό βαθμό. Σε αυτό το φόντο, η υπηρεσία είχε παραστρατήσει από την αρχική της αποστολή για τη συλλογή μυστικών πληροφοριών από το εξωτερικό. Πλέον συνέλεγε δεδομένα για τους πάντες, τα οποία και αποθήκευε. Σε αυτά περιλαμβάνονταν δεδομένα από τις ΗΠΑ και το εξωτερικό. Η NSA είχε εμπλακεί κρυφά σε κυριολεκτικά μαζικές ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις. Έτσι τουλάχιστον υποστήριζε η πηγή.


Οι δύο δημοσιογράφοι έφτασαν στον αλιγάτορα πριν το ραντεβού. Κάθισαν. Περίμεναν. Ο Γκρίνγουολντ αναρωτήθηκε φευγαλέα αν ο αλιγάτορας συμβόλιζε κάτι ιδιαίτερο στην κινέζικη κουλτούρα. Δεν ήταν σίγουρος. Τίποτα δεν συνέβη. Η πηγή δεν εμφανίστηκε. Περίεργο. Αν η αρχική συνάντηση δεν συνέβαινε, το σχέδιο ήταν να επιστρέψουν αργότερα το ίδιο πρωί στον ίδιο ανώνυμο διάδρομο που συνέδεε το φανταχτερό εσωτερικό εμπορικό κέντρο του Mira με ένα από τα εστιατόριά του. Ο Γκρίνγουολντ και η Πόιτρας επέστρεψαν. Κατέληξαν να περιμένουν για δεύτερη φορά. Και τότε τον είδαν – έναν ωχρό, νευρικό άντρα με άκρα σαν αδράχτια, εξωφρενικά νεαρό. Σύμφωνα με τον σοκαρισμένο Γκρίνγουολντ, δεν ήταν καν σε ηλικία να ξυρίζεται. Φορούσε λευκό μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Στο δεξί χέρι κρατούσε έναν ανακατεμένο κύβο του Ρούμπικ. Μήπως είχε γίνει λάθος; «Έδειχνε γύρω στα 23. Ένιωθα απολύτως σαστισμένος. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα», λέει ο Γκρίνγουολντ. Ο νεαρός –αν όντως επρόκειτο για την πηγή– είχε στείλει κρυπτογραφημένες οδηγίες ως προς τη διαδικασία εξακρίβωσης: ΓΚΡΙΝΓΟΥΟΛΝΤ: Τι ώρα ανοίγει το εστιατόριο; ΠΗΓΗ: Στις δώδεκα το μεσημέρι. Αλλά μην πάτε, το φαγητό είναι χάλια... Ο διάλογος ήταν ελαφρώς κωμικός. Ο Γκρίνγουολντ –νευρικός– είπε τη φράση, προσπαθώντας να μη γελάσει. Κατόπιν ο Σνόουντεν είπε απλώς: «Ακολουθήστε με». Οι τρεις προχώρησαν σιωπηλοί προς τον ανελκυστήρα. Κανείς άλλος δεν ήταν τριγύρω – τουλάχιστον κανείς που να μπορούσαν να δουν. Ανέβηκαν στον πρώτο όροφο και ακολούθησαν τον τύπο με τον κύβο ως το δωμάτιο 1014. Άνοιξε την πόρτα με τη μαγνητική κάρτα και μπήκαν μέσα. «Αποφάσισα να αφεθώ στην πορεία των πραγμάτων», λέει ο Γκρίνγουολντ. Μέχρι τότε η αποστολή έμοιαζε αλλόκοτη. Τώρα όμως είχε αρχίσει να θυμίζει κυνήγι μαγισσών. Ο νεαρός με τα λεπτά γυαλιά που θύμιζε φοιτητή σίγουρα ήταν πολύ άπειρος για να έχει πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες, σωστά; Διατηρώντας την αισιοδοξία του ο Γκρίνγουολντ υπέθεσε ότι ίσως ήταν ο γιος της πηγής, ή ο προσωπικός της βοηθός. Αν όχι, τότε η συνάντηση ήταν χάσιμο χρόνου, μια απάτη που θύμιζε Ιούλιο Βερν. Από την πλευρά της η Πόιτρας επικοινωνούσε κρυφά με την πηγή επί τέσσερις μήνες. Ένιωθε σαν να τη γνώριζε – έστω τη διαδικτυακή εκδοχή της. Τώρα δυσκολευόταν να προσαρμοστεί. «Παραλίγο να λιποθυμήσω όταν είδα πόσων ετών ήταν. Χρειάστηκα 24 ώρες για να προσαρμόσω τη σκέψη μου». Ωστόσο, στη διάρκεια της μέρας ο Σνόουντεν διηγήθηκε την ιστορία του. Όπως είπε, ήταν ένας 29χρονος συμβασιούχος με την NSA. Η βάση του ήταν στο τοπικό κέντρο επιχειρήσεων της NSA στην Κούνια της Χαβάης. Πριν δύο εβδομάδες είχε παραιτηθεί από τη δουλειά του, είχε εγκαταλείψει ουσιαστικά για πάντα την κοπέλα του και είχε επιβιβαστεί σε μια πτήση για το Χονγκ Κονγκ χωρίς να το πει σε κανέναν. Μαζί του είχε τέσσερις φορητούς υπολογιστές. Η κρυπτογράφηση στους υπολογιστές ήταν στο ανώτατο επίπεδο. Μέσω αυτών όμως, ο Σνόουντεν είχε πρόσβαση σε έγγραφα που είχε αποσπάσει από τους εσωτερικούς σέρβερ της NSA και της GCHQ. Δεκάδες χιλιάδες έγγραφα. Τα περισσότερα έφεραν τη διαβάθμιση «Άκρως Απόρρητο». Ορισμένα έφεραν τη διαβάθμιση «Άκρως Απόρρητο Κατηγορίας 1» –


το βρετανικό υψηλότερο επίπεδο διαβάθμισης για υποκλαπέν υλικό– ή ακόμα και «Κατηγορίας 2», δηλαδή όσο πιο απόρρητο γινόταν. Κανένας –με εξαίρεση ένα στενό κύκλο αξιωματούχων ασφαλείας– δεν είχε δει ποτέ πριν τέτοιου είδους έγγραφα. Ο Σνόουντεν άφησε να εννοηθεί ότι όσα μετέφερε αποτελούσαν τη μεγαλύτερη διαρροή πληροφοριών στην ιστορία. Ο Γκρίνγουολντ πρόσεξε τα ίχνη της επανειλημμένης χρήσης της υπηρεσίας δωματίου – δίσκοι φαγητού, παρατημένα μπολ με νουντλς, βρώμικα μαχαιροπήρουνα. Ο Σνόουντεν είπε ότι είχε τολμήσει να βγει έξω μόλις τρεις φορές αφότου κατέλυσε στο Mira, δίνοντας το πραγματικό του όνομα, δεκαπέντε μέρες πριν. Καθόταν στο κρεβάτι ενώ ο Γκρίνγουολντ τον βομβάρδιζε με ερωτήματα: πού εργαζόσουν, ποιο ήταν το αφεντικό σου στη CIA, γιατί; Το διακύβευμα ήταν η αξιοπιστία του Γκρίνγουολντ. Όπως και των αρχισυντακτών του στην Guardian. Ωστόσο, αν ο Σνόουντεν ήταν αυτός που έλεγε, κάποια ομάδα ειδικών δυνάμεων της CIA θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εισβάλει στο δωμάτιο, να κατασχέσει τους υπολογιστές και να τον συλλάβει. Είχαν αρχίσει να αισθάνονται ότι ο Σνόουντεν δεν ήταν απατεώνας. Οι πληροφορίες του μπορούσαν κάλλιστα να είναι αληθινές. Άλλωστε και οι λόγοι που τον είχαν οδηγήσει στη διαρροή ήταν πειστικοί. Η δουλειά του ως διαχειριστής συστημάτων σήμαινε –όπως εξήγησε ευκρινώς, πειστικά και ψύχραιμα– ότι είχε μία σπάνια ευρύτερη εικόνα των εκπληκτικών δυνατοτήτων παρακολούθησης της NSA, ότι μπορούσε να αντιληφθεί προς ποια σκοτεινά μονοπάτια βάδιζε η υπηρεσία. Η NSA μπορούσε να παγιδεύσει «τους πάντες», από τον πρόεδρο και κάτω, όπως είπε. Θεωρητικά, η υπηρεσία κατασκοπείας υποτίθεται ότι συνέλεγε πληροφορίες σημάτων μόνο για ξένους στόχους, γνωστές ως SIGINT. Πρακτικά επρόκειτο για ανέκδοτο, είπε ο Σνόουντεν στον Γκρίνγουολντ: ήδη σάρωνε τα μεταδεδομένα εκατομμυρίων Αμερικανών. Τα τηλεφωνικά αρχεία, οι τίτλοι των ιμέιλ όπως και το περιεχόμενό τους συλλέγονταν χωρίς την παραμικρή αιτιολόγηση ή συγκατάθεση. Κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούσαν να δημιουργήσουν το πλήρες ηλεκτρονικό αφήγημα της ζωής ενός ατόμου – τους φίλους, τους ερωτικούς συντρόφους, τις χαρές και τις λύπες του. Σε συνεργασία με την GCHQ, η NSA είχε παγιδεύσει κρυφά τα υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών που διέτρεχαν τον πλανήτη. Αυτό επέτρεπε σε ΗΠΑ και Βρετανία να έχουν πρόσβαση σε μεγάλο μέρος των παγκόσμιων επικοινωνιών. Μυστικά δικαστήρια υποχρέωναν τους παρόχους επικοινωνίας να παραδίδουν τα στοιχεία τους. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Σνόουντεν, σχεδόν όλη η Σίλικον Βάλεϊ εμπλεκόταν με την NSA – η Google, η Microsoft, το Facebook, ακόμη και η Apple του Στιβ Τζομπς. Η NSA ισχυριζόταν ότι είχε «άμεση πρόσβαση» στους σέρβερ των τεχνολογικών κολοσσών. Ενώ είχε αποκτήσει πρωτόγνωρες εξουσίες παρακολούθησης, η αμερικάνικη κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών απέκρυπτε την αλήθεια για τις δραστηριότητές της, είπε ο Σνόουντεν. Αν ο Τζέιμς Κλάπερ, ο διευθυντής μυστικών υπηρεσιών, είχε σκόπιμα πει ψέματα στο Κογκρέσο για τα προγράμματα της NSA, είχε διαπράξει κακούργημα. Η NSA παραβίαζε κατάφωρα το αμερικανικό σύνταγμα και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Μάλιστα, είχε τοποθετήσει μέχρι και κρυφές «κερκόπορτες» σε διαδικτυακό λογισμικό κρυπτογράφησης –που χρησιμοποιείται για τις ασφαλείς τραπεζικές συναλλαγές– καθιστώντας το σύστημα ευάλωτο στις παραβιάσεις.


Καθώς ο Σνόουντεν συνέχιζε να παραθέτει στοιχεία, η συμπεριφορά της NSA έμοιαζε να ξεπηδά από κάποιο δυστοπικό μυθιστόρημα του 20ου αιώνα. Θύμιζε τα γραπτά του Άλντους Χάξλεϊ και του Τζορτζ Όργουελ. Όμως ο τελικός στόχος της NSA έμοιαζε να πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα: να συλλέγει τα πάντα από τους πάντες, οπουδήποτε και αν βρίσκονταν, και να τα αποθηκεύει επ’ αόριστον. Σηματοδοτούσε ένα σημείο καμπής. Η ιδιωτικότητα έμοιαζε να έχει καταργηθεί. Οι υπηρεσίες κατασκοπείας είχαν καταλάβει παράνομα το διαδίκτυο – μια πάλαι ποτέ πλατφόρμα ατομικότητας και ελεύθερης έκφρασης. Ο Σνόουντεν χρησιμοποίησε τον όρο «πανοπτικόν». Ήταν ένας σημαντικός νεολογισμός του Βρετανού φιλόσοφου και κωδικογράφου Τζέρεμι Μπένθαμ από τον 18ο αιώνα. Περιέγραφε μια ευφυή κυκλική φυλακή όπου οι δεσμοφύλακες μπορούσαν να παρακολουθούν τους κρατούμενους ανά πάσα στιγμή, χωρίς οι τελευταίοι να γνωρίζουν αν τους βλέπουν. Και αυτός ήταν ο λόγος, όπως τους διαβεβαίωσε ο Σνόουντεν, που αποφάσισε να προχωρήσει στη δημοσιοποίηση. Να θυσιάσει τη ζωή και την καριέρα του. Είπε στον Γκρίνγουολντ ότι δεν ήθελε να ζει σε έναν κόσμο «όπου οτιδήποτε λέω, οτιδήποτε κάνω, με οποιονδήποτε μιλάω, κάθε εκδήλωση έρωτα ή φιλίας καταγράφεται». Τις επόμενες βδομάδες οι ισχυρισμοί του Σνόουντεν θα πυροδοτούσαν μια κοσμοϊστορική δημόσια συζήτηση. Θα εξόργιζαν τον Λευκό Οίκο και την Ντάουνινγκ Στριτ. Και θα προκαλούσαν παγκόσμιο χάος καθώς ο Σνόουντεν αναχώρησε από το Χονγκ Κονγκ, επιχείρησε να λάβει πολιτικό άσυλο στη Λατινική Αμερική και τελικά βρέθηκε παγιδευμένος στη Μόσχα του Βλαντιμίρ Πούτιν. Στην Αμερική και στην Ευρώπη (αν και όχι αρχικά στη Βρετανία του Τζέιμς Μποντ), υπήρξε μια ζωηρή αντιπαράθεση για τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και τις ατομικές ελευθερίες, ανάμεσα στην ελευθερία του λόγου και την ιδιωτικότητα. Παρά την πυρετώδη πόλωση των αμερικάνικης πολιτικής, οι δεξιοί ελευθεριακοί και οι αριστεροί Δημοκρατικοί ενώθηκαν για να υποστηρίξουν τον Σνόουντεν. Ακόμη και ο πρόεδρος Ομπάμα παραδέχτηκε ότι η συζήτηση είχε καθυστερήσει και απαιτούνταν μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τις αμερικανικές αρχές να ακυρώσουν το διαβατήριο του Σνόουντεν, να τον κατηγορήσουν για κατασκοπεία και να απαιτήσουν την επιστροφή του από τη Ρωσία. Ο αγώνας για τη δημοσιοποίηση της ιστορίας του Σνόουντεν θα προκαλούσε στους ίδιους τους δημοσιογράφους δραματικά προβλήματα – νομικά, λογιστικά, συντακτικά. Έφερε μια διάσημη εφημερίδα, την παγκόσμια ιστοσελίδα της και ορισμένους συμμάχους της στα μέσα ενημέρωσης σε ευθεία αντιπαράθεση με μερικά από τα ισχυρότερα άτομα στον πλανήτη. Και οδήγησε στην καταστροφή των σκληρών δίσκων της Guardian σε ένα υπόγειο, υπό την επιτήρηση δύο πρακτόρων της GCHQ. Η καταστροφή των μηχανημάτων αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα σουρεαλιστικό επεισόδιο στην ιστορία της δυτικής δημοσιογραφίας και των αγώνων της κατά του κράτους. Καθισμένος στο δωμάτιο του στο ξενοδοχείο του Χονγκ Κονγκ, κι ενώ ετοιμαζόταν να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, ο Σνόουντεν ήταν ήρεμος. Σύμφωνα με τον Γκρίνγουολντ ήταν πεπεισμένος για την ορθότητα των πράξεων του, διανοητικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά. Ως επακόλουθο των διαρροών, ο Σνόουντεν αναγνώριζε ότι σίγουρα θα κατέληγε στη φυλακή. Όμως στη διάρκεια εκείνου του καταλυτικού καλοκαιριού, εξέπεμπε


μία αίσθηση ηρεμίας και αυτοκυριαρχίας. Εσωτερικά, η βεβαιότητά του ήταν ακλόνητη σαν βράχος. Και τίποτα δεν μπορούσε να τον επηρεάσει.

[2] Λογοπαίγνιο με τα αρχικά της υπηρεσίας: National Security Agency δηλαδή Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας και No Such Agency δηλαδή Δεν υπάρχει τέτοια υπηρεσία. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 1 ]

TheTrueHOOHA Έλικοτ Σίτι, κοντά στη Βαλτιμόρη Δεκέμβριος 2001

«Τίποτα δεν είναι τόσο ιερό όσο η αυτοτέλεια και η ακεραιότητα του πνεύματός μας» —ΡΑΛΦ ΓΟΥΟΛΝΤΟ ΕΜΕΡΣΟΝ «Αυτοπεποίθηση», Δοκίμια[3]

Στα τέλη Δεκεμβρίου 2001, κάποιος με το ψευδώνυμο «TheTrueHOOHA» είχε μια απορία. Ο TheTrueHOOHA ήταν ένας 18χρονος Αμερικανός, φανατικός με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, με εντυπωσιακές γνώσεις υπολογιστών και εξαιρετικά έξυπνος. Η πραγματική του ταυτότητα ήταν άγνωστη. Από την άλλη, όσοι πόσταραν στο Ars Technica, έναν δημοφιλή ιστότοπο για τις νέες τεχνολογίες, το έκαναν ανώνυμα. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν νεαροί άντρες. Όλοι τους είχαν μια σχέση πάθους με το διαδίκτυο. Ο TheTrueHOOHA ζητούσε συμβουλές για να δημιουργήσει τον δικό του διαδικτυακό σέρβερ. Ήταν Σάββατο πρωί, λίγο μετά τις 11 τοπική ώρα. Έγραψε: «Είναι η πρώτη μου φορά. Μην πέσετε να με φάτε. Έχω το εξής δίλημμα: θέλω να έχω τον δικό μου σέρβερ. Τι πρέπει να κάνω;» Πολύ γρήγορα οι τακτικοί χρήστες του Ars άρχισαν να τον βομβαρδίζουν με χρήσιμες προτάσεις. Η δημιουργία ενός προσωπικού σέρβερ δεν ήταν κάτι σπουδαίο, όμως απαιτούσε τη χρήση τουλάχιστον ενός υπολογιστή Pentium 200, αρκετή μνήμη και μία αξιοπρεπή σύνδεση στο διαδίκτυο. Στον TheTrueHOOHA άρεσαν οι απαντήσεις. Απάντησε: «Α, τι τεράστιο θησαυροφυλάκιο γκικ γνώσης που είναι το Ars». Στις 2 τα ξημερώματα ήταν ακόμη στο διαδίκτυο (αν και τώρα πια μάλλον κουρασμένος: «Χασμουρητό. Ώρα για ύπνο, πρέπει να σηκωθώ νωρίς αύριο για περισσότερα γκικ πράγματα, ξέρετε τώρα», έγραψε). Ο TheTrueHOOHA ήταν αρχάριος στο Ars. Ωστόσο οι απαντήσεις του ήταν άνετες και γεμάτες αυτοπεποίθηση. «Αν ακούγομαι σαν ένας αντιδραστικός, αυτάρεσκος, 18χρονος αναιδής τύπος που δεν σέβεται τους μεγαλύτερους, μάλλον έχετε δίκιο», έγραφε. Φαίνεται πως δεν είχε την καλύτερη γνώμη για τους δασκάλους του: «Ξέρετε, τα περιφερειακά κολέγια δεν έχουν και τους εξυπνότερους καθηγητές». Ο TheTrueHOOHA θα κατέληγε να συνεισφέρει εντατικά στο Ars. Τα επόμενα οχτώ χρόνια πόσταρε σχεδόν 800 σχόλια. Συχνά έκανε τσατ και σε άλλα φόρουμ, ειδικότερα στο #arsificial. Ποιος ήταν; Έδειχνε να έχει περάσει από διάφορες φάσεις· κατά καιρούς είχε περιγράψει τον εαυτό του ως «άνεργο», αποτυχημένο στρατιώτη, «φροντιστή


συστημάτων» και άτομο που διέθετε εξουσιοδότηση ασφαλείας από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ. Μήπως έπασχε από το σύνδρομο του Γουόλτερ Μίτι;[4] Το σπίτι του ήταν στην ανατολική ακτή της Αμερικής, στην πολιτεία του Μέριλαντ, κοντά στην Ουάσινγκτον. Μέχρι να φτάσει όμως στα είκοσι πέντε του είχε γίνει ήδη ένας μυστηριώδης πολίτης του κόσμου. Εμφανιζόταν σε διάφορα μέρη της Ευρώπης – στη Γενεύη, το Λονδίνο, την Ιρλανδία (πολύ ωραίο μέρος κατά τα φαινόμενα, με εξαίρεση «το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό»), την Ιταλία και τη Βοσνία. Είχε ταξιδέψει στην Ινδία. Ο TheTrueHOOHA κρατούσε το στόμα του κλειστό ως προς το τι ακριβώς έκανε. Υπήρχαν όμως ενδείξεις. Αν και δεν διέθετε πτυχίο, οι γνώσεις του για τους υπολογιστές ήταν εκπληκτικές, ενώ έμοιαζε να περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο διαδίκτυο. Μάλλον αυτοδίδακτος λοιπόν. Οι πολιτικές του απόψεις φανέρωναν έναν ακραιφνή Ρεπουμπλικάνο. Πίστευε ακράδαντα στην προσωπική ελευθερία, υπερασπιζόμενος για παράδειγμα τους Αυστραλούς που καλλιεργούσαν την κάνναβη. Κατά καιρούς μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα αντιπαθητικός. Για παράδειγμα, είχε γράψει σε έναν άλλον συμμετέχοντα στο Ars ότι ήταν «μαλάκας»· κάποιοι άλλοι που διαφωνούσαν με τις ακραίες απόψεις του περί κοινωνικής ασφάλισης ήταν «και γαμώ τους καθυστερημένους». Ακόμη και για τα δεδομένα της απόλυτης ελευθερίας στα τσατ ρουμ – που θύμιζαν μπαρ όπου στο διπλανό σκαμπό μπορούσε να καθίσει οποιοσδήποτε– ο TheTrueHOOHA ήταν ιδιαίτερα δογματικός. Οι υπόλοιποι χρήστες δεν έμαθαν ποτέ το πραγματικό όνομα του TheTrueHOOHA. Ωστόσο, πήραν μια ιδέα για την εμφάνισή του. Τον Απρίλιο του 2006, δυο μήνες πριν κλείσει τα 23, ο TheTrueHOOHA ανέβασε φωτογραφίες από έναν ερασιτεχνικό διαγωνισμό μόντελινγκ. Αποτυπώνουν έναν εμφανίσιμο νεαρό, με ωχρό δέρμα και ελαφρώς μαυρισμένα μάτια, σχεδόν σαν βρικόλακα, να παρατηρεί σκυθρωπά τον φακό. Σε μια απ’ αυτές φοράει ένα αλλόκοτο δερμάτινο βραχιόλι. «Χαριτωμένος», σχολίασε ένας χρήστης. «Σου τη σπάει το βραχιόλι, ε;» αντέδρασε ο TheTrueHOOHA όταν κάποιος είπε ότι μοιάζει με γκέι. Επέμεινε ότι ήταν ετεροφυλόφιλος. Και πρόσθεσε τάχα αδιάφορα: «Η φίλη μου είναι φωτογράφος». Από τα αρχεία των συζητήσεων του TheTrueHOOHA προκύπτει το ζωηρό του ενδιαφέρον για ποικιλία θεμάτων: τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα κορίτσια, το σεξ, την Ιαπωνία, το χρηματιστήριο, την καταστροφική θητεία του στον αμερικανικό στρατό, τις εντυπώσεις του από την πολυφυλετική Βρετανία, τις χαρές της οπλοκατοχής. («Έχω ένα Walther P22. Είναι το μόνο μου όπλο αλλά το αγαπάω μέχρι θανάτου», έγραφε το 2006.) Από μια άποψη οι καταγραφές σχηματίζουν ένα Bildungsroman, ένα μυθιστόρημα νεανικών εμπειριών γραμμένο από ένα μέλος της πρώτης γενιάς που μεγάλωσε με το διαδίκτυο. Κι έπειτα, το 2009, οι εμφανίσεις του αρχίζουν να αραιώνουν. Κάτι συνέβη. Ο αρχικός ενθουσιασμός εξαφανίζεται· οι τελευταίες δημοσιεύσεις του είναι απαισιόδοξες και μελαγχολικές. Χαρακτηρίζονται από μια αίσθηση πικρίας. Τον Φεβρουάριο του 2010 πραγματοποιεί μία από τις τελευταίες αναρτήσεις του. Ο TheTrueHOOHA επισημαίνει κάτι που τον προβληματίζει: την εκτεταμένη κρατική παρακολούθηση. Γράφει: Η κοινωνία μοιάζει πραγματικά να έχει αναπτύξει μια τυφλή υπακοή σε τύπους


μάλλον τρομακτικούς. Αν υπήρχαν φάκελοι που γίνονταν διάφανοι στο μαγικό ομοσπονδιακό φως των κεριών, αναρωτιέμαι πόσο θα πουλούσαν το 1750; Το 1800; Το 1850; Το 1900; Το 1950; Άραγε φτάσαμε στο σημείο που είμαστε σήμερα ακολουθώντας ένα ολισθηρό μονοπάτι που μπορούσαμε κάλλιστα να αποφύγουμε; Ή μήπως μιλάμε για μια ακαριαία μεταβολή στα θαλάσσια ρεύματα που τρύπωσε απαρατήρητη λόγω της εκτεταμένης κρατικής μυστικότητας; Η τελευταία δημοσίευση του TheTrueHOOHA γίνεται στις 21 Μαΐου 2012. Κατόπιν εξαφανίζεται, μία χαμένη ηλεκτρονική υπογραφή στον αχανή κυβερνοχώρο. Όμως ένα χρόνο μετά, όπως γνωρίζουμε πλέον, ο TheTrueHOOHA, δηλαδή ο Έντουαρντ Σνόουντεν, θα βρεθεί στο Χονγκ Κονγκ. Ο Έντουαρντ Τζόζεφ Σνόουντεν γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1983. Οι φίλοι τον ξέρουν ως «Εντ». Ο πατέρας του Λόνι Σνόουντεν και η μητέρα του Ελίζαμπεθ –γνωστή ως Γουέντι– ερωτεύτηκαν στο λύκειο και παντρεύτηκαν στα 18. Ο Λον ήταν αξιωματικός στην ακτοφυλακή των ΗΠΑ· ο Σνόουντεν πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Ελίζαμπεθ Σίτι, στις ακτές της Βόρειας Καρολίνας, όπου η ακτοφυλακή διατηρεί τη μεγαλύτερη αεροναυτική βάση της. Έχει μία μεγαλύτερη αδελφή, την Τζέσικα. Όπως και άλλα μέλη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, ο πρεσβύτερος Σνόουντεν έχει έντονα πατριωτικές απόψεις. Είναι συντηρητικός. Και ελευθεριακός Ρεπουμπλικάνος. Ωστόσο είναι ένας σκεπτόμενος συντηρητικός. Ο πατέρας του Σνόουντεν είναι σαφής στον λόγο του, μορφωμένος και συχνά αναφέρει αποσπάσματα από το έργο του ποιητή Ραλφ Γουόλντο Έμερσον, που υποστήριζε όποιον παρέμενε πιστός στις αρχές του μπροστά στις επιταγές ενός διεφθαρμένου κράτους. Όταν κατετάγη στην ακτοφυλακή, ο Λον Σνόουντεν ορκίστηκε να υπερασπίζεται το αμερικάνικο σύνταγμα και τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων. Το εννοούσε. Για εκείνον ο όρκος δεν ήταν μια σειρά από φράσεις κενές περιεχομένου: υπογράμμιζε το ειλικρινές αμερικανικό συμβόλαιο μεταξύ πολίτη και κράτους. Όταν ο Σνόουντεν ήταν μικρός –ένα αγόρι με πυκνά ξανθά μαλλιά και χαμόγελο όλο δόντια– μετακόμισε με την οικογένειά του στο Μέριλαντ, στη μητροπολιτική περιφέρεια της Ουάσινγκτον. Ο Σνόουντεν πήγε δημοτικό και γυμνάσιο στο Κρόφτον, στην Επαρχία Ανν Άρουντελ, μια κωμόπολη με ευχάριστες επαύλεις ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Βαλτιμόρη. Κανένα από τα σχολεία του Σνόουντεν δεν είναι εμφανισιακά γοητευτικό· και τα δύο μοιάζουν με τούβλινα καταφύγια χωρίς παράθυρα. (Τουλάχιστον το πρώτο έχει έναν κήπο με θάμνους, πεταλούδες και έναν και μοναδικό πλάτανο δίπλα στο πάρκινγκ.) Στην εφηβεία του ο Σνόουντεν πήγε στο κοντινό Λύκειο Άρουντελ, στο οποίο φοίτησε για ενάμιση έτος. Όπως θυμάται ο πατέρας του, η εκπαίδευση του Σνόουντεν πήρε την κάτω βόλτα όταν αρρώστησε, μάλλον από λοιμώδη μονοπυρήνωση. Έχασε «τέσσερις πέντε μήνες» από τα μαθήματα. Άλλο ένα στοιχείο επέδρασε αρνητικά στις σπουδές του: οι γονείς του είχαν αρχίσει να αποξενώνονται. Ο προβληματικός γάμος τους έπνεε τα λοίσθια, με αποτέλεσμα ο Σνόουντεν να μην τελειώσει το λύκειο. Το 1999, στα 16 του, ο Σνόουντεν γράφτηκε στο


Περιφερειακό Κολέγιο Ανν Άρουντελ. Οι εκτεταμένοι χώροι του κολεγίου περιλαμβάνουν γήπεδα μπέιζμπολ και ποδοσφαίρου, ενώ το αθλητικό σλόγκαν λέει: «Της αγριόγατας το καμάρι κανείς ποτέ δεν θα το πάρει». Ο Σνόουντεν παρακολούθησε μαθήματα υπολογιστών και αργότερα πήρε το GED του (πτυχίο γενικής εκπαίδευσης), αντίστοιχο με το απολυτήριο λυκείου. Όμως η αποτυχία του να ολοκληρώσει το λύκειο θα αποτελούσε διαρκή πηγή αμηχανίας και αμυντικής στάσης. Τον Φεβρουάριο του 2001, η μητέρα του Σνόουντεν κατέθεσε αίτηση διαζυγίου. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε τρεις μήνες μετά. Ως επακόλουθο του δυσάρεστου χωρισμού, ο Σνόουντεν βρέθηκε να αποκτάει συγκάτοικο και κατόπιν να μετακομίζει με τη μητέρα του στο Έλικοτ Σίτι, δυτικά της Βαλτιμόρης. Το σπίτι της μητέρας του βρίσκεται σε έναν αυτόνομο οικισμό κατοικιών ονόματι Γούντλαντ Βίλατζ που διαθέτει πισίνα και γήπεδο τένις. Το γκρίζο διώροφο σπίτι είναι δίπλα σε μια πλαγιά με γρασίδι. Υπάρχει μια παιδική χαρά· στις αυλές φυτρώνουν γεράνια και κρίνοι· μεσήλικες γυναίκες βγάζουν βόλτα μεγάλα σκυλιά με στιλπνό τρίχωμα. Το μέρος είναι φιλικό. Οι γείτονες θυμούνται να βλέπουν τον Σνόουντεν μέσα από τις ανοικτές κουρτίνες, συνήθως καθισμένο μπροστά στον υπολογιστή. Η κωμόπολη όπου ζούσαν είχε πάρει το όνομά της από τον Άντριου Έλικοτ, έναν Κουάκερο που μετανάστευσε από την Αγγλία το 1730. Στα τέλη του 18ου αιώνα το Έλικοτ Σίτι ευημερούσε, διαθέτοντας αλευρόμυλους στην ανατολική όχθη του ποταμού, καθώς και γερά σπίτια από σκούρο ντόπιο γρανίτη. Υπήρχε μάλιστα και ένα βρετανικό κανόνι. Η Βαλτιμόρη με το λιμάνι της ήταν κοντά. Τον 21ο αιώνα οι αλευρόμυλοι έχουν χαθεί από καιρό ή έχουν χαρακτηριστεί ως τοποθεσίες πολιτιστικής κληρονομιάς. Ορισμένοι από αυτούς παρασύρθηκαν κυριολεκτικά από τα νερά. Τώρα πια, βασικός εργοδότης στο Μέριλαντ είναι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Με τα μέσα μεταφοράς, η Ουάσινγκτον απέχει ελάχιστα. Ο Σνόουντεν μεγάλωσε στην τεράστια σκιά μίας συγκεκριμένης κρατικής υπηρεσίας. Από το σπίτι της μητέρας του απέχει 15 λεπτά με το αυτοκίνητο. Στα μισά μεταξύ Ουάσινγκτον και Βαλτιμόρης, η υπηρεσία βρίσκεται σε μια απαγορευμένη ζώνη. Είναι προφανές ότι η λειτουργία της είναι μυστική. Το κτίριο, μισοκρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, μοιάζει με τεράστιο πράσινο κύβο. Διάφορες περίεργες κεραίες βρίσκονται διάσπαρτες στη στέγη. Υπάρχει ένα τεράστιο πάρκινγκ, ένας μεγάλος υποσταθμός ηλεκτρικού και ένας ραδιοθόλος που θυμίζει μπαλάκι του γκολφ. Στο εσωτερικό υπάρχουν δορυφορικά πιάτα. Επίσης υπάρχουν ηλεκτροφόροι φράχτες και μια γενικότερη ατμόσφαιρα έντονων μέτρων ασφαλείας. Η πινακίδα δίπλα στον αυτοκινητόδρομο Ουάσινγκτον-Βαλτιμόρη γράφει: «Διακλάδωση δεξιά, NSA. Μόνο για εργαζόμενους». Σε αυτή τη διακριτική μητρόπολη βρίσκεται από το 1952 το αρχηγείο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (National Security Agency – NSA), του αμερικανικού οργανισμού κατασκοπίας ξένων σημάτων. Ως έφηβος, ο Σνόουντεν γνώριζε πολύ καλά την NSA. Το κολέγιό του ήταν ακριβώς δίπλα. Πολλοί γείτονες της μητέρας του εργάζονταν εκεί. Ξεκινούσαν με τα αυτοκίνητά τους κάθε μέρα, διέσχιζαν την καταπράσινη εξοχή του Μέριλαντ και επέστρεφαν κάθε βράδυ από το συγκρότημα των 1.000 εκταρίων στο Φορτ Μιντ. Στο Παλάτι των Γρίφων ή SIGINT Σίτι, όπως είναι γνωστό, εργάζονται 40.000 άτομα. Πρόκειται για την υπηρεσία που προσλαμβάνει τους περισσότερους μαθηματικούς στις


ΗΠΑ. Για τον Σνόουντεν ωστόσο, οι πιθανότητες να βρεθεί σε αυτόν τον σκιώδη κρατικό κόσμο ήταν ελάχιστες. Σε ηλικία είκοσι ετών, ενδιαφερόταν γενικότερα για τους υπολογιστές. Θεωρούσε ότι το διαδίκτυο ήταν «η σημαντικότερη εφεύρεση στην ιστορία της ανθρωπότητας». Συζητούσε διαδικτυακά με ανθρώπους «όλων των απόψεων, που δεν θα μπορούσα ποτέ να γνωρίσω με άλλο τρόπο». Περνούσε τις μέρες του σερφάροντας στο δίκτυο και παίζοντας Tekken, ένα γιαπωνέζικο παιχνίδι ρόλων. Πάντως δεν ήταν απλώς ένας νέρντ: γυμναζόταν, έκανε κουνγκ φου και, σύμφωνα με μία ανάρτηση στο Ars, έβγαινε «ραντεβού με Ασιάτισσες». Ωστόσο αναγνώριζε ότι όλα αυτά δεν συνιστούσαν αυτό που ονομάζουμε καριέρα. Το 2003 γράφει το εξής: «Είμαι ένας MCSE [Microsoft Certified Solutions Expert][5] χωρίς πτυχίο ή άδεια που ζει στο Μέριλαντ. Με άλλα λόγια βλ. άνεργος». Στο μεταξύ ο πατέρας του Σνόουντεν είχε μετακομίσει στην Πενσιλβάνια. Ετοιμαζόταν να ξαναπαντρευτεί. Η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 οδήγησε τον Σνόουντεν να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής καριέρας. Όπως ο πατέρας του –που κατέληξε να υπηρετεί τρεις δεκαετίες στην αμερικανική ακτοφυλακή– ο Σνόουντεν λέει ότι είχε τη έντονη επιθυμία να υπηρετήσει την πατρίδα του. «Ήθελα να πολεμήσω στο Ιράκ επειδή ένιωθα ότι είχα υποχρέωση ως άνθρωπος να βοηθήσω στην απελευθέρωση ενός λαού από την καταπίεση». Τα κίνητρά του μοιάζουν ιδεαλιστικά και σύμφωνα με τους στόχους που είχε θέσει τότε ο πρόεδος Τζορτζ Μπους για την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σνόουντεν σκέφτηκε να καταταγεί στις ειδικές δυνάμεις. Ο στρατός πρόσφερε ένα, θεωρητικά τουλάχιστον, θελκτικό πρόγραμμα όπου οι νεοσύλλεκτοι χωρίς προηγούμενη εμπειρία μπορούσαν να καταλήξουν στην ελίτ του στρατεύματος. Τον Μάιο του 2004 αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και κατετάγη. Παρουσιάστηκε στο Φορτ Μπένινγκ της Τζόρτζια, ένα μεγάλο κέντρο εκπαίδευσης. Το πρόγραμμα προέβλεπε οχτώ με δέκα βδομάδες βασικής εκπαίδευσης, για να ακολουθήσει περαιτέρω εκπαίδευση στο πεζικό. Στο τέλος υπήρχε η αξιολόγηση καταλληλότητας για τις ειδικές δυνάμεις. Το διάστημα που πέρασε στον αμερικανικό στρατό ήταν καταστροφικό. Ο Σνόουντεν ήταν σε καλή φυσική κατάσταση αλλά ακατάλληλος για στρατιώτης. Είχε μυωπία -6,50 και -6,25 βαθμούς αντίστοιχα («Η οπτική μου οξύτητα σταματάει σε απόσταση περίπου δέκα εκατοστών από τα μάτια μου και ο οφθαλμίατρος μου μια ζωή σπάει πλάκα μαζί μου», όπως πόσταρε.) Επίσης είχε ασυνήθιστα στενά πέλματα. «Οι υπάλληλοι στο Φορτ Μπένινγκ χρειάστηκαν 45 λεπτά μέχρι να βρουν άρβυλα που να μου κάνουν», έγραψε στο Ars – επεισόδιο που ολοκληρώθηκε με μια δυσάρεστη επίπληξη από τον λοχία εκπαιδευτή του. Ισχυριζόταν ότι ελάχιστοι από τους συναδέλφους του μοιράζονταν την άποψή του περί ευγενούς σκοπού ή την επιθυμία του να βοηθήσει τους καταπιεσμένους να απαλλαγούν από τα δεσμά τους. Αντίθετα, οι ανώτεροί του ήθελαν απλώς να σκοτώνουν κόσμο. Κατά προτίμηση μουσουλμάνους. «Οι περισσότεροι από τους εκπαιδευτές μας ενθουσιάζονταν με την προοπτική να σκοτώσουν Άραβες, όχι να βοηθήσουν», λέει. Στη διάρκεια της εκπαίδευσης στο πεζικό έσπασε και τα δυο του πόδια. Αφού πέρασε πάνω από ένας μήνας αμφιταλαντεύσεων, τελικά ο στρατός του έδωσε απολυτήριο.


Επιστρέφοντας στο Μέριλαντ έπιασε δουλειά ως «ειδικός ασφαλείας» στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, στο Κέντρο Προηγμένης Μελέτης της Γλώσσας. Ήταν 2005. (Φαίνεται πως ξεκίνησε ως σεκιουριτάς, στη συνέχεια όμως επέστρεψε στους υπολογιστές.) Ο Σνόουντεν εργαζόταν στο μυστικό κέντρο της NSA στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου. Εξαιτίας ίσως του σύντομου στρατιωτικού ιστορικού του, κατάφερε να εισέλθει στον κόσμο των αμερικάνικων υπηρεσιών πληροφοριών, έστω και σε χαμηλή βαθμίδα. Το Κέντρο συνεργαζόταν στενά με την κοινότητα μυστικών πληροφοριών των ΗΠΑ, παρέχοντας προηγμένα προγράμματα γλωσσικής εκπαίδευσης. Ο Σνόουντεν μπορεί να μη διέθετε πτυχίο, όμως στα μέσα του 2006 βρήκε δουλειά ως πληροφορικάριος στη CIA. Είχε διαπιστώσει από νωρίς ότι οι εξαιρετικές γνώσεις υπολογιστών που διέθετε άνοιγαν ένα σωρό ενδιαφέρουσες κρατικές πόρτες. «Κατ’ αρχάς, η ιστορία με το πτυχίο είναι σκέτη μπούρδα, τουλάχιστον σε εγχώριο επίπεδο. Αν διαθέτεις 10 “πραγματικά” χρόνια αξιόπιστης, αποδείξιμης εμπειρίας στον τομέα της πληροφορικής... ΜΠΟΡΕΙΣ να βρεις μια καλοπληρωμένη δουλειά στους υπολογιστές», γράφει τον Ιούλιο του 2006. «Δεν έχω πτυχίο, ούτε καν απολυτήριο λυκείου, αλλά βγάζω πολύ περισσότερα απ’ όσα σας πληρώνουν αν και έχω μόλις έξι χρόνια προϋπηρεσία. Είναι δύσκολο να “μπεις στον χώρο”, αλλά, μόλις καταφέρεις να βρεις μια “κανονική” δουλειά, έχεις φτιαχτεί». Ο Σνόουντεν είχε καταλάβει ότι οι κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ πρόσφεραν συναρπαστικές δυνατότητες, που μεταξύ άλλων περιλάμβαναν ταξίδια στο εξωτερικό και γενναιόδωρα προνόμια. Δεν χρειαζόταν να είσαι ο Τζέιμς Μποντ – απλώς έκανες αίτηση για μια «τυπική θέση ειδικού σε θέματα πληροφορικής». Περιγράφει το Υπουργείο Εξωτερικών ως «το κατάλληλο μέρος για να βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή». Ένα από τα προνόμια ήταν η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες: «Ναι, η εργασία στον τομέα πληροφορικής του Υπουργείου Εξωτερικών εγγυάται την εξουσιοδότηση ασφαλείας για Άκρως Απόρρητα έγγραφα». Επιπλέον, ο Σνόουντεν προσφέρει συμβουλές σταδιοδρομίας. Ο κρατικός μηχανισμός είναι «υποστελεχωμένος αυτή τη στιγμή». Και συνεχίζει: «Υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός για τις ευρωπαϊκές θέσεις, όμως μπορείς να τα καταφέρεις πολύ πιο εύκολα αν εκδηλώσεις ενδιαφέρον για κάποιο από τα κολαστήρια στην Εγγύς Ανατολή. Αφού πας, φροντίζεις να επιβιώσεις από τα σκατά και μετά σε περιμένει μια λίστα με προνομιούχες μεταθέσεις για να επιλέξεις». Αργότερα σχολιάζει, «ευτυχώς που υπάρχουν πόλεμοι». Το πέρασμα από τη μια δουλειά στην άλλη λειτούργησε προς όφελος του Σνόουντεν. Το 2007 η CIA τον έστειλε στη Γενεύη της Ελβετίας, στην πρώτη του μετάθεση στο εξωτερικό. Ήταν 24 ετών. Σύμφωνα με τη νέα του δουλειά έπρεπε να φροντίζει την ασφάλεια του δικτύου υπολογιστών της CIA καθώς και των υπολογιστών των Αμερικανών διπλωματών στην αποστολή της Γενεύης (οι διπλωμάτες μπορεί να διέθεταν εξουσία, σε πολλές περιπτώσεις όμως γνώριζαν ελάχιστα για το διαδίκτυο.) Ήταν στέλεχος των πληροφορικών συστημάτων τηλεπικοινωνιών. Επίσης έπρεπε να φροντίζει τη συντήρηση της θέρμανσης και του κλιματισμού. Πέρα από μια περιπέτεια, η Ελβετία λειτούργησε αφυπνιστικά για τον Σνόουντεν. Για πρώτη φορά ζούσε στο εξωτερικό. Η Γενεύη συγκέντρωνε κάθε είδους κατάσκοπους – Αμερικανούς, Ρώσους και άλλους. Έκρυβε εμπορικά και διπλωματικά μυστικά.


Φιλοξενούσε μια μεγάλη κοινότητα τραπεζιτών, αρκετές γραμματείες των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και τα κεντρικά γραφεία πολυεθνικών εταιρειών· σχεδόν το ένα τρίτο των κατοίκων ήταν ξένοι. Η πόλη ήταν εκλεπτυσμένη, γαλήνια και οργανωμένη. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν εύποροι, παρόλο που υπήρχε και μια κατώτερη τάξη μεταναστών. (Ο Σνόουντεν εξέφρασε την έκπληξή του για την ταχύτητα με την οποία οι εξαθλιωμένοι Νιγηριανοί μάθαιναν τις πολλές γλώσσες της Ελβετίας). Η αποστολή των ΗΠΑ που παρείχε διπλωματική κάλυψη στον Σνόουντεν βρισκόταν στο κέντρο της πόλης – σε ένα τετράγωνο της δεκαετίας του 1970 από γυαλί και τσιμέντο, με σιδερένια πύλη και προστατευμένο με φράχτη και τείχος. Εκεί κοντά βρισκόταν και η ρωσική αποστολή. Ο Σνόουντεν έμενε σε ένα άνετο τεσσάρι διαμέρισμα ιδιοκτησίας των ΗΠΑ, ακριβώς πάνω από τον ποταμό Ροδανό, στον αριθμό 16 της οδού Κε ντε Σουζέτ, στη συνοικία Σεν-Ζαν Φαλές. Ως προς τον τρόπο ζωής, η θέση ήταν ασυναγώνιστη. Λίγα τετράγωνα ανατολικά βρισκόταν η Λίμνη Γενεύη όπου είχε την κατοικία του ο Αμερικανός πρέσβης. Σε κοντινή απόσταση ήταν οι Άλπεις και οι προκλήσεις της αναρρίχησης, του σκι και της ορειβασίας. Τα αρχεία του Ars Technica δίνουν την εικόνα ενός νεαρού που, τουλάχιστον αρχικά, συνέχιζε να βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της αμερικάνικης επαρχίας. Τον πρώτο καιρό ο Σνόουντεν έτρεφε ανάμικτα συναισθήματα για τους Ελβετούς. Σε μια συζήτηση παραπονιέται για τις υψηλές τιμές («δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο κοστίζουν ένα σωρό μαλακίες εδώ πέρα»), την έλλειψη νερού βρύσης στα εστιατόρια και το εξωφρενικό κόστος ενός χάμπουργκερ – 15 δολάρια. Υπήρξαν και άλλες στιγμές πολιτιστικού σοκ, όπως με το σύστημα μέτρησης και την ελβετική ευμάρεια («για όνομα του Θεού, πόσο πλούσιοι είναι αυτοί οι Ελβετοί. Οι υπάλληλοι στα McDonald’s βγάζουν περισσότερα από μένα, ρε γαμώτο», γράφει έκπληκτος). Γενικά πάντως αρχίζει να συμπαθεί το νέο γραφικό περιβάλλον του. Σε μια συζήτηση γράφει: «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης3» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης4» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης4»

οι δρόμοι έχουν πλάτος 35 ίντσες (90 εκατοστά) με 9000 αμάξια, δύο τροχιές τραμ και λεωφορειολωρίδα και ποδηλατόδρομο φαντάζομαι ότι οι πλαϊνοί καθρέφτες σπάνε διαρκώς φοβάμαι μήπως πέσω πάνω σε κάποιον και αναγκαστώ να τον αποζημιώσω έχουν πολλούς μετανάστες για τις χαμαλοδουλειές; Ναι. Ένα σωρό απροσδιόριστους νοτιοανατολίτες ασιάτες και ανατολικοευρωπαίους που δεν μιλάνε γαλλικά ή αγγλικά πάντως, προς αποφυγή παρεξηγήσεων – το μέρος είναι εκπληκτικό σαν να ζεις σε καρτ ποστάλ απλώς είναι εφιαλτικά ακριβό και τρομακτικά ταξικό TheTrueHOOHA: πού είσαι; .ch; Ναι. Γενεύη, Ελβετία. σούπερ!


«TheTrueHOOHA»

Ναι... μέχρι στιγμής είναι πολύ κουλ

Στη Γενεύη ο Σνόουντεν ήρθε σε επαφή με μια εκλεκτική ποικιλία απόψεων, ανάμεσά τους και ριζοσπαστικών. Ο Μελ Καλνταλού, ένας Εσθονός, γνώρισε τον Σνόουντεν σε μία εκδήλωση στήριξης της θιβετιανής κουλτούρας. Το κίνημα Ελεύθερο Θιβέτ οργάνωνε διαδηλώσεις στην πόλη εξαιτίας των επικείμενων θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2008 στο Πεκίνο. (Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή εδρεύει στην κοντινή Λοζάννη). Ο Σνόουντεν παραβρέθηκε σε πολλές εκδηλώσεις υπέρ του Θιβέτ – γεγονός ειρωνικό καθώς αργότερα θα τον κατηγορούσαν ως κατάσκοπο των Κινέζων. Πήρε μέρος στους εορτασμούς για την κινέζικη Πρωτοχρονιά με τη λέσχη πολεμικών τεχνών στην οποία συμμετείχε. «Κάποτε μου έκανε ένα μάθημα πολεμικών τεχνών και με εξέπληξε η ικανότητά του – ενώ διασκέδασα ιδιαίτερα με την ανικανότητά του να αντιμετωπίσει λίγο πιο χαλαρά μια αρχάρια», έγραψε στην Chattanooga Times Free Press του Τενεσή η Μάβανι Άντερσον, μια άλλη φίλη του από τη Γενεύη. Σε μια περίπτωση ο Σνόουντεν προσφέρθηκε να πάρει με το αμάξι του ως το Μόναχο τον τραγουδιστή φίλο του, τον Καλνταλού. Οι δυο τους κουβέντιαζαν επί ώρες στον άδειο γερμανικό αυτοκινητόδρομο – για την Κίνα, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ο Σνόουντεν υποστήριζε ότι οι ΗΠΑ οφείλουν να λειτουργούν ως παγκόσμιος χωροφύλακας. Ο Καλνταλού διαφωνούσε. Λέει: «Ο Εντ είναι οπωσδήποτε ευφυής. Ίσως και λίγο ξεροκέφαλος. Λέει ξεκάθαρα τη γνώμη του. Του αρέσει να συζητάει. Είναι αυτάρκης. Έχει τις δικές του απόψεις». Ο Εσθονός αστέρας της ροκ και ο τεχνικός της CIA κουβέντιασαν για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ακτιβιστές υπέρ του Θιβέτ προκειμένου να αποκτήσουν κινεζική βίζα. Ο Σνόουντεν αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου. Ο Καλνταλού είπε ότι η ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης ήταν ηθικά επιλήψιμη. Ο Σνόουντεν δήλωσε ότι το κατανοεί, όμως θεωρούσε την αμερικανική στήριξη στο Ισραήλ ως τη «λιγότερο κακή» επιλογή. Η προσέγγιση του Καλνταλού ήταν πιο «αποδομητική». Οι δυο τους κουβέντιασαν επίσης για τη Νέα Τάξη Πραγμάτων: με ποιο τρόπο οι ραγδαίες ψηφιακές αλλαγές και η έλευση του Facebook και των κοινωνικών δικτύων μπορούσαν να επηρεάσουν τη δημοκρατία και την αυτοδιάθεση των πολιτών. Ο Σνόουντεν είχε μεγαλώσει στο μάλλον προστατευμένο περιβάλλον της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ. Τώρα όμως ζούσε στην Ευρώπη και είχε συναρπαστικές συζητήσεις με διανοούμενους αριστερούς κιθαρίστες («Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι μιλάμε για τον ΣΟΥΠΕΡ ΝΕΡΝΤ με τους υπολογιστές», έγραψε ο Σνόουντεν για τον Καλνταλού). Κι όλα αυτά χάρη στην κυβέρνηση των ΗΠΑ. Η δουλειά του στη CIA παρείχε και άλλα προνόμια. Όταν του έκοβαν κλήσεις για παράνομη στάθμευση δεν τις πλήρωνε, αναφέροντας ότι είχε διπλωματική ασυλία. Επίσης είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί και άλλα μέρη στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το Ars Technica ο Σνόουντεν ταξίδεψε στο Σεράγεβο όπου από το δωμάτιό του στο ξενοδοχείο άκουσε τον μουεζίνη να καλεί σε προσευχή. Επισκέφτηκε τη Βοσνία, τη Ρουμανία και την Ισπανία – καταθέτοντας τη γνώμη του για τα φαγητά και τις γυναίκες τους. Χωρίς να αναφέρει την CIA, ο Σνόουντεν είπε στον Καλνταλού ορισμένα πράγματα για τη δουλειά του. «Κατάλαβα ότι ήταν στο τμήμα πληροφορικής υποστήριξης της


αμερικανικής πρεσβείας. Είπε ότι ταξίδευε λόγω δουλειάς κι ότι πολλές πρεσβείες πρέπει να επικοινωνούν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας ασφαλείς πλατφόρμες... Ήταν ελαφρώς σαρκαστικός ως προς τις γνώσεις των διπλωματών για τους υπολογιστές. Είπε ότι αναγκαζόταν να εγκαθιστά το πρόγραμμα Messenger για χάρη τους, αν και μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα. Ήταν φανερό ότι διέθετε μεγάλη εμπειρία στους υπολογιστές». Υπήρχαν φορές που ο Σνόουντεν αναρωτιόταν μήπως η Ελβετία ήταν «ελαφρώς ρατσιστική». Ταυτόχρονα τον εντυπωσίαζαν οι απόψεις των Ελβετών για τις ατομικές ελευθερίες, καθώς και το γεγονός ότι η πορνεία ήταν νόμιμη. Επιπλέον, ο Σνόουντεν αποδείχθηκε εραστής της ταχύτητας. Είχε στην κατοχή του μία σκούρα μπλε BMW και στη διαδρομή για Μόναχο έτρεχε με 180. Παραδέχτηκε ότι είχε αφαιρέσει τον ηλεκτρονικό κόφτη ταχύτητας προκειμένου να πηγαίνει γρηγορότερα και εξέφρασε την επιθυμία να οδηγήσει σε επαγγελματική πίστα. Επίσης συμμετείχε σε αγώνες ταχύτητας με μοτοσικλέτες στην Ιταλία. Ο Σνόουντεν μπορεί να έκανε παρέα με εναλλακτικούς τύπους, παρ’ όλ’ αυτά πίστευε ακράδαντα στον καπιταλισμό και στην ελεύθερη αγορά. Οι πεποιθήσεις του ίσχυαν σε πρακτικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο. Μεγάλο μέρος του διαστήματος που έμεινε στην Ελβετία έπαιζε στο χρηματιστήριο σορτάροντας μετοχές ανενδοίαστα, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε υπνωτισμένος όσο και τρομαγμένος την παγκόσμια κρίση του 2008 να εξελίσσεται, παρασύροντας στη δίνη της τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Υπήρχαν φορές που έβγαζε χρήματα· αρκετά συχνά έχανε. Κατόπιν συζητούσε διαδικτυακά για τα κατορθώματά του. Δεν έπαψε να υπερασπίζεται το καπιταλιστικό μοντέλο. Απέρριπτε το επιχείρημα περί υψηλής ανεργίας – την οποία θεωρούσε, σύμφωνα με το Ars, ως «απαραίτητη» και «διορθωτικό μέσο του καπιταλισμού». Όταν ένας χρήστης τον ρώτησε «πώς αντιμετωπίζεις ένα ποσοστό ανεργίας 12 τοις εκατό;», ο Σνόουντεν αντέδρασε: «Πριν το 1900 σχεδόν όλοι ήταν αυτοαπασχολούμενοι. Γιατί ένα ποσοστό ανεργίας 12 τοις εκατό ανεργία είναι τόσο τρομακτικό;» Ο άνθρωπος που ενσάρκωνε καθαρότερα τις ακραία δεξιές απόψεις του Σνόουντεν ήταν ο Ρον Πολ, ο διασημότερος υπέρμαχος του αμερικανικού ελευθεριακού ρεπουμπλικανισμού, που απολάμβανε μία ενθουσιώδη λαϊκή στήριξη ειδικά μεταξύ των νέων ανθρώπων. Ο Πολ πέρασε 30 χρόνια στο Κογκρέσο με κάποια ενδιάμεσα διαλείμματα, αψηφώντας τόσο το ρεπουμπλικανικό κατεστημένο όσο και την πολιτική συναίνεση. Ήταν σφοδρός πολέμιος του σοσιαλισμού, των κεϊνσιανών οικονομικών και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Ήταν κατά της ανάμιξης των ΗΠΑ σε ξένες χώρες. Απεχθανόταν τις κρατικές παρακολουθήσεις. Το 2008, ο Σνόουντεν είχε στηρίξει την υποψηφιότητα του Πολ για την προεδρία. Επίσης τον είχε εντυπωσιάσει ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος Τζον ΜακΚέιν, τον οποίο περιέγραφε ως «εξαιρετικό ηγέτη» και «τύπο με αληθινές αξίες». Σίγουρα δεν ήταν υποστηρικτής του Ομπάμα. Ούτε όμως είχε αντιρρήσεις για το άτομό του. Στη διάρκεια των εκλογών, ο Σνόουντεν είπε ότι ίσως στήριζε τον Ομπάμα αν κατάφερνε να συμμαχήσει με τον ΜακΚέιν – προοπτική μάλλον απίθανη. Ο TheTrueHOOHA ποστάρει στο Ars: «Πρώτα και κύρια χρειαζόμαστε έναν ιδεαλιστή. Η Χίλαρι Κλίντον, κατά τη γνώμη μου, θα είναι καταστροφή για τη χώρα».


Από τη στιγμή που ο Ομπάμα κέρδισε και έγινε πρόεδρος, ο Σνόουντεν άρχισε να τον αντιπαθεί έντονα. Επέκρινε τις προσπάθειες του Λευκού Οίκου να απαγορεύσει τα επιθετικά όπλα. Οδηγός της σκέψης του Σνόουντεν, εκείνη την περίοδο όπως και αργότερα, ήταν το σύνταγμα των ΗΠΑ· στη συγκεκριμένη περίπτωση η δεύτερη τροποποίηση και το δικαίωμα της οπλοκατοχής. Ο Σνόουντεν αδιαφορούσε για τις πολιτικές ίσων ευκαιριών. Επίσης ήταν αντίθετος στην κοινωνική ασφάλιση, πιστεύοντας ότι τα άτομα δεν πρέπει να προσφεύγουν στο κράτος για βοήθεια, ακόμη και αν αντιμετωπίζουν προβλήματα. Δυο τρεις χρήστες τον επέκριναν γι’ αυτό και κάποιος έγραψε «Ναι! Να πάνε να γαμηθούν οι γέροι!» Ο TheTrueHOOHA απάντησε οργισμένα. Έγραψε: «Ρε μαλακισμένα... η γιαγιά μου είναι ογδόντα τριών ετών, ρε γαμώτο, και ξέρετε κάτι, συνεχίζει να συντηρεί τον εαυτό της δουλεύοντας ως κομμώτρια... ίσως όταν μεγαλώσετε και αρχίσετε να πληρώνετε φόρους, θα καταλάβετε». Ένα άλλο ζήτημα τον έκανε να εξοργιστεί ακόμη πιο πολύ. Το 2009 ο Σνόουντεν καταφέρθηκε εναντίον των κρατικών αξιωματούχων που διέρρευσαν διαβαθμισμένες πληροφορίες στις εφημερίδες – το χειρότερο δυνατό έγκλημα, σύμφωνα με την παρωπιδική του άποψη. Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς οι New York Times δημοσιοποίησαν ένα μυστικό ισραηλινό σχέδιο επίθεσης στο Ιράν. Σύμφωνα με το δημοσίευμα ο πρόεδρος Μπους είχε «απορρίψει» το αίτημα του Ισραήλ για ειδικές βόμβες διάτρησης καταφυγίων προκειμένου να πραγματοποιήσει τη ριψοκίνδυνη αποστολή. Αντ’ αυτού ο Μπους είπε στους Ισραηλινούς ότι είχε εγκρίνει «νέες μυστικές δράσεις» για να σαμποτάρει το πιθανό πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων του Ιράν. Οι Times υποστήριξαν ότι το άρθρο βασιζόταν σε συνεντεύξεις διάρκειας 15 μηνών με νυν και πρώην Αμερικανούς, Ευρωπαίους και Ισραηλινούς αξιωματούχους, άλλους ειδικούς και διεθνείς επιθεωρητές πυρηνικών. Η αντίδραση του TheTrueHOOHA, που δημοσιεύτηκε στο Ars Technica, αξίζει να παρατεθεί ολόκληρη: «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA»

«Χρήστης19» «TheTrueHOOHA»

ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ http://www.nytimes.com/2009/01/11/washington/11iran.html?_r=1&hp Είστε μαλάκες εκεί στους NYTIMES; προσπαθείτε να ξεκινήσετε ΠΟΛΕΜΟ; Για όνομα του Θεού, άλλα wikileaks μας βρήκαν ρεπορτάζ κάνουν, φίλε. ρεπορτάζ με απόρρητες μαλακίες μπα για μια αντιδημοφιλή χώρα κυκλωμένη από εχθρούς ήδη εμπλεκόμενους σε πόλεμο και για τις επικοινωνίες μας με αυτή τη χώρα σχετικά με τα σχέδια παραβίασης της κυριαρχίας μιας άλλης χώρας δεν δημοσιεύεις τέτοιες μαλακίες σε ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ τεσπα επιπλέον, ποιες είναι οι ανώνυμες πηγές που τους τα λένε;


«TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA»

«TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA»

«Χρήστης19» «TheTrueHOOHA»

θα ’πρεπε να τους ρίξουν στα αχαμνά «Όμως οι τεταμένες σχέσεις ώθησαν τον Λευκό Οίκο να αναβαθμίσει τις ανταλλαγές μυστικών πληροφοριών με το Ισραήλ και να ενημερώσει τους Ισραηλινούς αξιωματούχους για τις νέες αμερικανικές προσπάθειες να σαμποτάρουν έντεχνα τις πυρηνικές υποδομές του Ιράν, ένα σημαντικό μυστικό πρόγραμμα που ο κ. Μπους ετοιμάζεται να παραδώσει στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα». HELLO; ΠΟΣΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ; ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ τεσπα Αναρωτιέμαι πόσες εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μόλις κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Υπερβάλλεις. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν υπερβάλλω. Έχουν ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ με τέτοιου είδους μαλακίες μετά βαΐων και κλάδων. είναι οι ίδιοι άνθρωποι που τίναξαν στον αέρα την ιστορία της παρακολούθησης του κινητού του οσάμα, οι ίδιοι άνθρωποι που μας πήδηξαν ξανά και ξανά και ξανά με την ιστορία των τηλεφωνικών υποκλοπών. Ευτυχώς που θα κλείσουν. οι NYT; Αισιοδοξώ ότι φέτος τελικά θα χρεοκοπήσουν, ναι.

Λίγα λεπτά αργότερα η συζήτηση συνεχίζεται: «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης19» «TheTrueHOOHA»

είναι καλό που κάνουν ρεπορτάζ για τέτοια πράγματα. χαίρομαι όταν το ρεπορτάζ έχει ηθικό έρεισμα. για την πολιτική διαφθορά, βεβαίως για τα σκάνδαλα, ναι είναι ανήθικο να κάνουν ρεπορτάζ για τις κρατικές μηχανορραφίες; ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ; Ναι τεσπα. εθνική ασφάλεια. Εμμ, ΝΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙ. υπάρχει λόγος που αυτές οι μαλακίες είναι απόρρητες κι όχι επειδή «ω καλύτερα να μην το μάθει ο λαός» επειδή «η μαλακία δεν πρόκειται να πιάσει αν το Ιράν ξέρει τι κάνουμε». μπα «Κανείς δεν δέχτηκε να μιλήσει επίσημα λόγω της εξαιρετικής μυστικότητας που περιβάλλει την κατασκοπεία η οποία φορά το Ιράν».


«TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA»

«TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «TheTrueHOOHA» «Χρήστης11» «Χρήστης» «TheTrueHOOHA»

αυτολεξεί ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ ΜΙΛΑΤΕ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ; «Οι μυστικές αυτές επιχειρήσεις και το ερώτημα αν το Ισραήλ θα δεχτεί κάτι λιγότερο από μια συμβατική επίθεση στο Ιράν, χρήζουν της άμεσης και διόλου εύκολης απάντησης του κ. Ομπάμα». ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΜΥΣΤΙΚΕΣ Ω, με δουλεύετε ρε γαμώτο. Δηλαδή οι NYT θα καθορίζουν πλέον την εξωτερική μας πολιτική; Και του Ομπάμα; Ο Ομπάμα μόλις διόρισε έναν μαλάκα ΠΟΛΙΤΙΚΟ στο τιμόνι της CIA! ναι, σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους διευθυντές της CIA μισό λεπτό, όχι αυτή τη στιγμή είμαι έξω φρενών. Μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο.

Ο «μαλάκας πολιτικός» ήταν ο Λίον Πανέτα, που διορίστηκε από τον Ομπάμα το 2009 παρά την προφανή έλλειψη εμπειρίας σε θέματα κατασκοπείας. Ο διορισμός υποτίθεται ότι θα τραβούσε μια διαχωριστική γραμμή με τα σκάνδαλα κατασκοπείας της θητείας Μπους – τις απαγωγές τρομοκρατών, τις μυστικές φυλακές της CIA και τις παράνομες υποκλοπές. Προφανώς ο Σνόουντεν γνώριζε το WikiLeaks, έναν εξειδικευμένο ιστότοπο διαφάνειας, η ιστορία του οποίου αργότερα θα διασταυρωνόταν με τη δική του. Όμως δεν του άρεσε. Εκείνη την περίοδο η αντιπάθεια του Σνόουντεν για τους New York Times βασιζόταν στην άποψη ότι «είναι χειρότεροι από το WikiLeaks». Αργότερα, ωστόσο, θα κατηγορούσε την εφημερίδα ότι καθυστερούσε τις δημοσιεύσεις αποκρύπτοντας αδιαμφισβήτητα στοιχεία για τις παράνομες ενέργειες του Λευκού Οίκου. Απόψεις μάλλον αντικρουόμενες. Σίγουρα το υβρεολόγιο του Σνόουντεν κατά των διαρροών φαντάζει αναπάντεχα αντίθετο προς τη μετέπειτα συμπεριφορά του. Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα όσα όντως έκαναν οι Times –αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες για ευαίσθητες μυστικές επιχειρήσεις– και σε εκείνο που θα έκανε ο Σνόουντεν το 2013. Ο Σνόουντεν εξηγεί τώρα: «Τα περισσότερα μυστικά που διαθέτει η CIA αφορούν πολίτες, όχι μηχανήματα και συστήματα, οπότε δεν ένιωθα άνετα με αποκαλύψεις που θεωρούσα ότι έθεταν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές». Στην πραγματικότητα ο Σνόουντεν θα ανίχνευε τις απαρχές της προσωπικής του απογοήτευσης με την κρατική κατασκοπεία στο διάστημα που πέρασε στην Ελβετία και στα σχεδόν τρία χρόνια της θητείας του στα γραφεία της CIA. Η Μάβανι Άντερσον, η φίλη του στην Γενεύη, μια ασκούμενη δικηγόρος που εκείνη την περίοδο εργαζόταν στην αμερικανική αποστολή στον ΟΗΕ, τον περιγράφει ως σιωπηλό, σκεπτικό, εσωστρεφή, ένα άτομο που ζύγιζε προσεκτικά τις συνέπειες κάθε πράξης του. Όταν ολοκλήρωσε τη θητεία του στη Γενεύη, η Μάβανι ισχυρίζεται ότι ο Σνόουντεν βίωνε μια «κρίση συνείδησης». Αργότερα ο Σνόουντεν ανέφερε μια καταλυτική εμπειρία. Είπε στον Γκρίνγουολντ ότι οι πράκτορες της CIA προσπάθησαν να στρατολογήσουν έναν Ελβετό τραπεζίτη προκειμένου


να αποκτήσουν μυστικές οικονομικές πληροφορίες. Ο Σνόουντεν είπε ότι το κατάφεραν μεθώντας αρχικά τον τραπεζίτη ενώ στη συνέχεια τον ενθάρρυναν να επιστρέψει στο σπίτι του με το αυτοκίνητο, πράγμα που βλακωδώς έκανε. Η ελβετική αστυνομία τον συνέλαβε. Ο μυστικός πράκτορας προσφέρθηκε να βοηθήσει και εκμεταλλεύτηκε το περιστατικό για να γίνει φίλος του και στη συνέχεια να στρατολογήσει τον τραπεζίτη. «Πολλά από όσα είδα στη Γενεύη πραγματικά με απογοήτευσαν ως προς το πώς λειτουργεί η κυβέρνησή μου και τι αντίκτυπο έχει στον κόσμο. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν μέρος ενός πράγματος που έκανε περισσότερο κακό παρά καλό», είπε. Η όποια απόφαση για διαρροή κρατικών μυστικών των ΗΠΑ ήταν ακόμη υποτυπώδης, μια ιδέα που άρχιζε να διαμορφώνεται σταδιακά στο μυαλό του Σνόουντεν. Ούτε, όπως φαίνεται, είχε δει σε αυτό το σημείο τα πλέον επίμαχα έγγραφα που αργότερα θα διέρρεε. Ο Σνόουντεν λέει ότι δεν ήταν καθόλου προκατειλημμένος απέναντι στον πρόεδρο Ομπάμα και περίμενε από εκείνον να αντιστρέψει τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις ατομικών ελευθεριών της περιόδου Μπους. Μεταξύ άλλων και το ζήτημα του Γκουαντάναμο, της στρατιωτικής χωματερής για μαχητές που συλλαμβάνονταν στο πεδίο της μάχης, ορισμένοι από τους οποίους δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τον εξτρεμισμό ή την αλ-Κάιντα κι όμως κρατούνταν για χρόνια χωρίς δίκη. Ο Σνόουντεν περίμενε από τον Ομπάμα να αναγκάσει τους υπαίτιους της Ομάδας Μπους να λογοδοτήσουν: «Οι υποσχέσεις της εκστρατείας Ομπάμα και η εκλογή του με έκαναν να πιστέψω ότι θα μας οδηγούσε στην επίλυση όσων προβλημάτων είχε εκθέσει αναζητώντας ψήφους. Πολλοί Αμερικανοί αισθάνονταν ανάλογα. Δυστυχώς, λίγο καιρό μετά την ανάληψη της εξουσίας, έκλεισε την πόρτα στις έρευνες για τις συστηματικές παραβιάσεις του νόμου, ενίσχυσε και επέκτεινε διάφορα καταχρηστικά προγράμματα και αρνήθηκε να υπομείνει το πολιτικό κόστος προκειμένου να θέσει τέρμα στην καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων που βλέπουμε στο Γκουαντάναμο, όπου υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να κρατούνται χωρίς να τους έχουν απαγγελθεί κατηγορίες». Τι γνώριζαν τα αφεντικά του Σνόουντεν για τη δυσαρέσκειά του; Το 2009 ο Σνόουντεν μάλωσε με έναν συνάδελφό του στη Γενεύη. Αφηγήθηκε το περιστατικό στον Τζέιμς Ράιζεν των New York Times. Σύμφωνα με τον Ράιζεν, ο Σνόουντεν επιθυμούσε να πάρει προαγωγή, ενεπλάκη όμως σε έναν «ασήμαντο καυγά μέσω ιμέιλ» με έναν από τους ανωτέρους του, αμφισβητώντας την ευθυκρισία του. Μήνες αργότερα, ο Σνόουντεν συμπλήρωνε την ετήσια φόρμα προσωπικής αξιολόγησης της CIA. Διαπίστωσε ορισμένα σφάλματα στη διαδικτυακή αίτηση προσωπικού και τα επεσήμανε στο αφεντικό του. Εκείνος του είπε να παρατήσει το ζήτημα, τελικά όμως συμφώνησε να επιτρέψει στον Σνόουντεν να ελέγξει πόσο τρωτό ήταν το σύστημα σε κακόβουλες επιθέσεις. Ο Σνόουντεν πρόσθεσε κάποιον κώδικα και κάποιο κείμενο «με μη κακόβουλο τρόπο» προκειμένου να αποδείξει τη θέση του. Ο άμεσος προϊστάμενός του το δέχτηκε. Όμως ο ανώτερος διευθυντής με τον οποίο ο Σνόουντεν είχε συγκρουστεί παλιότερα ανακάλυψε τι έκανε και έγινε έξαλλος. Ο διευθυντής πρόσθεσε μία υποτιμητική αναφορά –γνωστή στη γλώσσα των κατασκόπων ως «derog»– στον φάκελο του Σνόουντεν. Αυτό το συγκριτικά ανούσιο επεισόδιο ήταν σημαντικό για έναν λόγο: ίσως έδειξε στον Σνόουντεν πόσο μάταιο ήταν να διατυπώσει παράπονα χρησιμοποιώντας τις εσωτερικές διαδικασίες. Κάλλιστα θα μπορούσε να συμπεράνει ότι τα όποια παράπονα στους


ανωτέρους οδηγούσαν στη δική του τιμωρία. Πάντως για την ώρα υπήρχαν νέα πεδία προς εξερεύνηση. Τον Φεβρουάριο του 2009 ο Σνόουντεν παραιτήθηκε από την CIA. Ο προσωπικός του φάκελος, ό,τι και αν περιείχε, δεν προωθήθηκε ποτέ στον επόμενο εργοδότη του – την NSA. Πλέον ο Σνόουντεν θα εργαζόταν ως συμβασιούχος στις εγκαταστάσεις της NSA, σε μια στρατιωτική βάση των HΠA στην Ιαπωνία. Οι ευκαιρίες για τους συμβασιούχους είχαν πολλαπλασιαστεί στα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, καθώς, λόγω των αυξανόμενων αναγκών, οι υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας των ΗΠΑ ανέθεταν διάφορες επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών σε ιδιωτικές εταιρίες. Ανώτεροι αξιωματούχοι όπως ο πρώην διευθυντής της NSA Μάικλ Χέιντεν κινούνταν άνετα μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων, σαν να περνούσαν μέσα από μια περιστρεφόμενη πόρτα – ιδιαίτερα προσοδοφόρα μάλιστα. Ο Σνόουντεν ανήκε πια στο μισθολόγιο της Dell, της εταιρίας υπολογιστών. Τα αρχικά κενά στο βιογραφικό του θεωρούνταν σε αυτό το στάδιο άνευ σημασίας. Διέθετε εξουσιοδότηση ασφαλείας για άκρως απόρρητα έγγραφα και εξαιρετικές γνώσεις υπολογιστών. Οι όποιες αμφιβολίες από τους πρώην συναδέλφους του στη CIA είχαν χαθεί κάπου στο σύστημα. Ο Σνόουντεν είχε πάθος με την Ιαπωνία από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια. Είχε περάσει ενάμιση χρόνο μαθαίνοντας γιαπωνέζικα· ανέφερε φράσεις όπως το «Arigatou gozaimasu!» στο πρώτο του τσατ στο Ars. Κατά καιρούς χρησιμοποιούσε τη γιαπωνέζικη εκφορά του ονόματός του. Αποκαλούσε τον εαυτό του «Ε-ντου-γουα-ντου» και το 2001 έγραψε: «Ανέκαθεν ονειρευόμουν να τα “καταφέρω” στην Ιαπωνία. Θα μου άρεσε πολύ μια κρατική θέση εκεί». Έπαιζε φανατικά Tekken· όπως δήλωσε αργότερα, η ηθική του διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό παίζοντας τον απλό πολεμιστή που μάχεται το κακό με τις πιθανότητες σε βάρος του. Μεταξύ 2002 και 2004 δούλεψε ως διαχειριστής σελίδας του Ryuhana Press, ενός ιαπωνικού ιστότοπου άνιμε. Ο Σνόουντεν επιθυμούσε να βελτιώσει τις γλωσσικές και τεχνικές γνώσεις του. Το 2009 παρακολούθησε τα θερινά τμήματα ενός πανεπιστημίου με έδρα το Τόκιο, θυγατρικού του Γιουνιβέρσιτι Κόλετζ του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ. Ωστόσο, στο διάστημα που έμεινε στην Ιαπωνία, η διαδικτυακή δραστηριότητα του Σνόουντεν σταματάει. Ουσιαστικά παύει να ποστάρει στο Ars Technica. Η Ιαπωνία αποτελεί σημείο καμπής. Είναι η περίοδος όπου ο Σνόουντεν μετατρέπεται από απογοητευμένο τεχνικό σε πρώιμο πληροφοριοδότη. Καθώς ο Σνόουντεν έβλεπε όλο και περισσότερα διαβαθμισμένα έγγραφα που αποδείκνυαν το εύρος συλλογής δεδομένων από πλευράς NSA, η αντιπάθειά του για την κυβέρνηση Ομπάμα μεγάλωνε. «Παρακολουθούσα τον Ομπάμα να ενισχύει εκείνες ακριβώς τις πολιτικές που πίστευα ότι θα τιθάσευε», λέει ο Σνόουντεν, προσθέτοντας για την περίοδό του στην Ιαπωνία: «Έγινα όλο και πιο κάθετος». Μεταξύ 2009 και 2012 ο Σνόουντεν λέει ότι ανακάλυψε πόσο καθολικές είναι οι δραστηριότητες παρακολούθησης της NSA: «Είναι αποφασισμένοι να γνωρίζουν κάθε συζήτηση και κάθε μορφή συμπεριφοράς στον κόσμο». Επίσης συνειδητοποίησε άλλη μια άβολη αλήθεια: ότι οι μηχανισμοί ελέγχου του Κογκρέσου που είχαν ενσωματωθεί στο σύστημα προκειμένου να ελέγχουν την NSA είχαν αποτύχει. «Δεν γίνεται να κάθεσαι και να περιμένεις μέχρι να αντιδράσει κάποιος άλλος. Αναζητούσα ηγέτες, συνειδητοποίησα όμως ότι ηγεσία σημαίνει να είσαι ο πρώτος που θα δράσει».


Όταν έφυγε από την Ιαπωνία το 2012, ο Σνόουντεν ήταν ένας πληροφοριοδότης εν αναμονή.

[3] Β΄ τόμος. Μετ. Χάρης Λαμπίδης, εκδ. Gutenberg, 1994. (Σ.τ.Μ.) [↑] [4] Χαρακτήρας σε διήγημα του Τζέιμς Θέρμπερ. Ο Μίτι είναι ένας μειλίχιος άνθρωπος που στη ζωηρή του φαντασία μετατρέπεται σε τολμηρό πιλότο μαχητικού, ριψοκίνδυνο χειρουργό, ατρόμητο δολοφόνο κλπ. (Σ.τ.Μ.) [↑] [5] Πιστοποίηση της Microsoft για γνώσεις υπολογιστών. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 2 ]

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΥΠΑΚΟΗ Περιφερειακό Κέντρο Κρυπτογράφησης της NSA, Κούνια, Χαβάη

«Η εξουσία της κυβέρνησης, ακόμη και αυτής που προτίθεμαι να υπακούσω... παραμένει ανήθικη: για ν’ ακριβολογήσω, θα πρέπει να έχει την έγκριση και τη συναίνεση των κυβερνωμένων». —ΧΕΝΡΙ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΘΟΡΟ «Πολιτική ανυπακοή»[6]

Τον Μάρτιο του 2012 ο Σνόουντεν έφυγε από την Ιαπωνία και πήγε στην άλλη πλευρά του Ειρηνικού, στη Χαβάη. Ταυτόχρονα, φέρεται να πραγματοποιεί μία δωρεά στον ελευθεριακό Ρεπουμπλικάνο πολιτικό του ήρωα, τον Ρον Πολ. Κάποιος «Έντουαρντ Σνόουντεν» πρόσφερε 250 δολάρια στην εκστρατεία του Πολ για το προεδρικό χρίσμα από μια διεύθυνση στην Κολούμπια του Μέριλαντ. Το αρχείο αναφέρει τον δωρητή ως υπάλληλο της Dell. Τον Μάιο ο Σνόουντεν πρόσφερε άλλα 250 δολάρια, αυτή τη φορά από την καινούρια του κατοικία στο Γουαϊπάχου, περιγράφοντας τον εαυτό του ως «ανώτερο σύμβουλο», χωρίς να κατονομάζει τον εργοδότη του. Η νέα δουλειά του Σνόουντεν ήταν στο περιφερειακό κέντρο κρυπτογράφησης της NSA, στην «Κεντρική Υπηρεσία Ασφαλείας» (Central Security Service – CSS), στο νησί Οάχου κοντά στη Χονολουλού. Εξακολουθούσε να εργάζεται ως συμβασιούχος της Dell. Το κέντρο αποτελεί έναν από τους 13 κόμβους της NSA εκτός Φορτ Μιντ με ειδίκευση στο SIGINT και ειδικότερα στην κατασκοπεία των Κινέζων. Το λογότυπο της «NSA/CSS Χαβάης» δείχνει δύο φοίνικες εκατέρωθεν ενός δελεαστικού νησιωτικού αρχιπελάγους. Βασικό χρώμα είναι το βαθύ μπλε του ωκεανού. Στην επάνω πλευρά υπάρχουν οι λέξεις: «NSA/CSS Χαβάη»· στη βάση, η λέξη «Κούνια». Φαντάζει ως ειδυλλιακό εργασιακό περιβάλλον. Ο Σνόουντεν έφθασε στο ηφαιστειογενές νησί στη μέση του Ειρηνικού έχοντας ένα σχέδιο. Τώρα πια το σχέδιο μοιάζει παρανοϊκό. Ήταν τολμηρό, όμως –με μια ψυχρή ματιά– ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγούσε στη φυλάκιση του Σνόουντεν για πολύ μεγάλο διάστημα, ίσως και ισόβια. Το σχέδιο ήταν να επικοινωνήσει ανώνυμα με δημοσιογράφους που ενδιαφέρονταν για τις ατομικές ελευθερίες. Δοκιμασμένους δημοσιογράφους, με διαπιστευτήρια και ακεραιότητα πέραν πάσης αμφιβολίας. Και –αν και ο τρόπος που θα το κατάφερνε ήταν μάλλον ασαφής– να τους τροφοδοτήσει με υποκλαπέντα άκρως απόρρητα έγγραφα. Τα έγγραφα θα έδειχναν τις παράνομες πρακτικές της NSA. Θα αποδείκνυαν ότι η υπηρεσία


εφάρμοζε προγράμματα που παραβίαζαν το σύνταγμα των ΗΠΑ. Κρίνοντας από τα όσα υποστήριξε αργότερα, στόχος του Σνόουντεν δεν ήταν η ευρεία αποκάλυψη κρατικών μυστικών. Αντίθετα, ήθελε να παραδώσει επιλεγμένο υλικό στους ρεπόρτερ, επιτρέποντάς τους να χρησιμοποιήσουν την προσωπική τους δημοσιογραφική κρίση. Ο Σνόουντεν συνειδητοποιούσε ότι η τεκμηρίωση των ισχυρισμών του για την NSA στην επιφυλακτική Τέταρτη Εξουσία δεν θα απαιτούσε απλώς πολλά έγγραφα. Χρειαζόταν επίσης έναν σχεδόν υπερφυσικό βαθμό πονηριάς. Και μεγάλη ψυχραιμία. Και αρκετή δόση τύχης. Η νέα θέση του Σνόουντεν ήταν διαχειριστής συστημάτων στην NSA. Είχε λοιπόν πρόσβαση σε έναν πλούτο απόρρητου υλικού. Οι περισσότεροι αναλυτές έβλεπαν πολύ λιγότερα πράγματα. Πώς όμως θα κατάφερνε να έρθει σε επαφή με τους δημοσιογράφους; Η αποστολή ενός απλού ιμέιλ ήταν αδιανόητη. Όμως και η απευθείας συνάντηση μαζί τους: κάθε ταξίδι έπρεπε να εγκρίνεται από τους ανωτέρους της NSA, 30 ημέρες πριν. Επίσης, ο Σνόουντεν δεν «γνώριζε» δημοσιογράφους. Τουλάχιστον όχι προσωπικά. Τον Ιούνιο η από οκταετίας φίλη του, η Λίντζι Μιλς, πήγε να μείνει μαζί του στο Οάχου (που σημαίνει «τόπος συνάθροισης»). Η Μιλς μεγάλωσε στη Βαλτιμόρη, αποφοίτησε από το Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Καλών Τεχνών του Μέριλαντ και συζούσε με τον Σνόουντεν στην Ιαπωνία. Στα 28 της είχε κάνει πολλές δουλειές – χορεύτρια μπαλέτου, δασκάλα χορού, γυμνάστρια και ειδική στον χορό σε στύλο. Το μεγαλύτερο πάθος της ήταν η φωτογραφία. Η Μιλς φωτογράφιζε τακτικά τον εαυτό της –συχνά χωρίς να φοράει πολλά ρούχα– και ανέβαζε τις φωτογραφίες στο ιστολόγιό της. Τίτλος του ιστολογίου: «Το ταξίδι της Λ. Περιπέτειες μια κοσμοπολίτισσας υπερηρωίδας του χορού σε στύλο». Ο Σνόουντεν και η Μιλς νοίκιαζαν μία μονοκατοικία τριών δωματίων με δύο μπάνια στην οδό Ελέου 94-1044, σε μια ράθυμη δεντρόφυτη συνοικία στο Γουαϊπάχου, μια πρώην φυτεία ζαχαροκάλαμων 25 χιλιόμετρα δυτικά της Χονολουλού. Ήταν ένα γαλάζιο ξύλινο κτίσμα, άνετο αν και όχι πολυτελές, χωρίς θέα στη θάλασσα ή τα βουνά. Η μπροστινή αυλή είχε ένα μικρό χώρο με γκαζόν, έναν καλλιστήμονα, μερικούς φοίνικες και το αβοκάντο του γείτονα που έγερνε στον κήπο τους. Στην πίσω πλευρά υπήρχαν κι άλλοι φοίνικες, κρύβοντας το σπίτι από τον δρόμο και ένα λοφίσκο όπου συναντιόντουσαν έφηβοι και κάπνιζαν μανιωδώς. Ένα αυτοκόλλητο στην εξώπορτα –«Η ελευθερία δεν είναι δωρεάν», διακοσμημένο με την αστερόεσσα– φανέρωνε τις πεποιθήσεις του Σνόουντεν. Οι γείτονες τού μιλούσαν σπάνια ή και καθόλου. «Δυο τρεις φορές τον είχα δει από απέναντι και μου έγνεφε κι αυτό ήταν όλο. Μου έδινε την εντύπωση πολύ κλειστού χαρακτήρα. Ασχολιόταν με τα δικά του», σύμφωνα με τον Ροντ Ουγιεχάρα που έμενε ακριβώς απέναντι. Ο απόστρατος βετεράνος, όπως πολλοί στη γειτονιά του, υπέθετε ότι ο νεαρός με τα κοντά μαλλιά ήταν επίσης στρατιωτικός. Το νησιωτικό περιβάλλον σίγουρα προκαλούσε πολλές μελαγχολικές σκέψεις στον Σνόουντεν στη διάρκεια του καθημερινού δρομολόγιου στην Κούνια Ρόουντ. Από το προστατευμένο σπίτι του έβλεπε στα δυτικά τα Όρη Γουαϊάναε, κατάλοιπα ενός πανάρχαιου ηφαιστείου. Οι κορυφές καλύπτονται από δυσοίωνα, μαυρισμένα σύννεφα: έχουν την τάση να πολλαπλασιάζονται ξαφνικά, να μαυρίζουν τον ουρανό και να σφυροκοπούν την πεδιάδα με καταρρακτώδεις βροχές.


Πίσω του, στα νότια, ήταν το Περλ Χάρμπορ, στόχος της αιφνιδιαστικής επίθεσης από την Ιαπωνία στις 7 Δεκεμβρίου 1941. Μια ημέρα «ατιμίας», σύμφωνα με τον Φρανκλίνο Ρούζβελτ, που βρήκε τους επικεφαλής κατασκοπείας της Αμερικής με τα παντελόνια κάτω και σήμανε την είσοδο των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκείνη την εποχή, προκειμένου να αναβαθμίσουν τις ικανότητες των μυστικών υπηρεσιών, οι ταπεινωμένοι κατάσκοποι έχτισαν ένα τεράστιο υπόγειο συγκρότημα στο κέντρο του Οάχου και το ονόμασαν «τρύπα». Προορισμένο αρχικά ως υπόγεια μονάδα συγκέντρωσης και αποθήκευσης αεροσκαφών, μετατράπηκε σε χώρο δημιουργίας διαγραμμάτων, χαρτών και προπλασμάτων των ιαπωνικών νησιών για τις εισβάλλουσες αμερικανικές δυνάμεις. Μετά τον πόλεμο έγινε διοικητικό κέντρο του Ναυτικού και ενισχύθηκε για να αντέχει σε επιθέσεις με χημικά, βιολογικά και πυρηνικά όπλα. Σήμερα είναι γνωστό ως το Περιφερειακό Κέντρο Επιχειρήσεων Ασφαλείας (Regional Security Operations Center – RSOC) της Κούνια και φιλοξενεί την Υπηρεσία Κρυπτογραφικών Συστημάτων των ΗΠΑ, μια υπηρεσία επανδρωμένη με ειδικούς από κάθε στρατιωτικό σκέλος αλλά και με μη στρατιωτικούς συμβασιούχους. Σε κάποιο σημείο το παρατσούκλι του συγκροτήματος άλλαξε σε «τούνελ». Η μονοκατοικία του Σνόουντεν ήταν σε απόσταση έντεκα χιλιομέτρων, στο πλησιέστερο συγκρότημα κατοικιών – μόλις 13 λεπτά από τη μια πόρτα στην άλλη. Στο ενδιάμεσο υπάρχουν ως επί το πλείστον ερημικές εκτάσεις. Η διαδρομή δεν είναι γραφική. Ο δρόμος των δύο λωρίδων βυθίζεται και υψώνεται, έχοντας εκατέρωθεν ψηλούς χωμάτινους λόφους και αγριόχορτα που εμποδίζουν τη θέα. Είναι πολύ εύκολο να αισθανθείς κλειστοφοβία. Περιστασιακά βλέπεις φευγαλέα κάποιες φυτείες με καλαμπόκια καθώς και κιτρινισμένα χωράφια. Το «τούνελ» είχε δύο κατασκοπευτικούς στόχους: τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και τον απρόβλεπτο, σταλινικό δορυφόρο της, τη Βόρεια Κορέα. Ήταν φανερό σε όλους –όχι μόνο στους αναλυτές της NSA– πως η Κίνα αποτελούσε μια ανερχόμενη στρατιωτική και οικονομική δύναμη. Αποστολή της NSA στον Ειρηνικό ήταν να παρακολουθεί το κινεζικό ναυτικό, τις φρεγάτες, τα υποστηρικτικά σκάφη και τα αντιτορπιλικά, όπως και τις στρατιωτικές κινήσεις και δυνατότητες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Συν τα δίκτυα υπολογιστών του. Σε περίπτωση που αποκτούσαν πρόσβαση σε αυτά, μπορούσαν να αποτελέσουν πλούσια πηγή δεδομένων. Πλέον ο Σνόουντεν ήταν ειδικός στα θέματα της Κίνας. Είχε επικεντρωθεί στα κινεζικά δίκτυα. Επίσης είχε διδάξει σε ένα σεμινάριο με θέμα την κινεζική κυβερνοαντικατασκοπία, δίνοντας οδηγίες σε ανώτερους αξιωματούχους του Υπουργείου Άμυνας για την προστασία των δεδομένων τους από το Πεκίνο και τους φανατικούς χάκερ του. Ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τα ενεργά προγράμματα της NSA κατά των Κινέζων, δηλώνοντας αργότερα ότι είχε «πρόσβαση σε όλους τους στόχους». Τώρα πια εχθρός δεν ήταν οι Ιάπωνες. Αντίθετα, ήταν ανάμεσα σε αρκετά, εύπορα κράτη της Άπω Ανατολής που οι ΗΠΑ θεωρούσαν ως πολύτιμους συνεργάτες στον τομέα της κατασκοπείας σημάτων. Η NSA συντόνιζε τις επιχειρήσεις της με άλλους συμμάχους στην περιοχή. Μεταξύ των επισκεπτών στο υπόγειο συγκρότημα ήταν ο νέος επικεφαλής άμυνας της υπηρεσίας πληροφοριών της Νότια Κορέας, το επερχόμενο αφεντικό της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας της Ταϊλάνδης καθώς και αντιπροσωπείες από το Τόκιο. Το


«τούνελ» παρακολουθούσε επίσης την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, υποστηρίζοντας τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις σε αυτές τις χώρες, όπως και στο Πακιστάν. Σύμφωνα με έναν υπάλληλο της NSA που μίλησε στο περιοδικό Forbes, ο Σνόουντεν ήταν ένας ηθικός και εξαιρετικά ικανός, αν και κάπως εκκεντρικός, συνάδελφος. Κυκλοφορούσε στο «τούνελ» φορώντας ένα φούτερ με παραποιημένο το λογότυπο της NSA. Αντί να κρατά ένα κλειδί στις αρπάγες του, ο αετός είχε στα αυτιά ένα ζευγάρι ακουστικά παρακολούθησης. Οι συνάδελφοί του υπέθεταν ότι φορούσε το φούτερ –δημιουργία του Electronic Frontier Foundation[7]– για πλάκα. Υπήρχαν και άλλες ενδείξεις της αντισυμβατικής προσωπικότητάς του. Ο Σνόουντεν είχε ένα αντίτυπο του συντάγματος στο γραφείο του. Το συμβουλευόταν όποτε ήθελε να επιχειρηματολογήσει ενάντια σε δραστηριότητες της NSA που θεωρούσε ότι το παραβίαζαν. Κυκλοφορούσε στους διαδρόμους κουβαλώντας έναν κύβο του Ρούμπικ. Επίσης ενδιαφερόταν για τους συναδέλφους του, αφήνοντας μικροδωράκια στα γραφεία τους. Παραλίγο να χάσει τη δουλειά του όταν υπερασπίστηκε έναν συνάδελφο που του επιβλήθηκαν πειθαρχικά μέτρα. Το RSOC όπου εργαζόταν ο Σνόουντεν αποτελεί μόνο μία από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή. Υπάρχουν άφθονα δείγματα της αμερικανικής κυριαρχίας. Σε μια λοφοπλαγιά δεσπόζει ένα γιγάντιο δορυφορικό πιάτο. Ελικόπτερα CH-47 Chinook διασχίζουν τον αέρα. Φορτηγά παραλλαγής βρυχώνται στους δρόμους. Ένστολοι νεαρής ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, κυκλοφορούν με SUV, σπορ αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Όλοι τρέχουν. Σύμφωνα με αυτοκόλλητο στον προφυλακτήρα μιας Dodge Convertible: «Μπες. Κάτσε. Σκάσε. Κρατήσου». Το RSOC είναι σχεδόν αόρατο από τον δρόμο, με το συγκρότημα κρυμμένο πίσω από τα δέντρα και τον τρίμετρο μεταλλικό φράχτη με το συρματόπλεγμα στην πάνω πλευρά. Υπάρχει μόλις μια μικρή, κοινότυπη επιγραφή –«Κρατική ιδιοκτησία. Απαγορεύεται η είσοδος»– που φανερώνει ότι πρόκειται για επίσημες εγκαταστάσεις. Αν πάρεις τη στροφή κατηφορίζεις τον λόφο μέχρι το φυλάκιο όπου βρίσκονται δύο φρουροί του Ναυτικού με μπλε στολές παραλλαγής και πιστόλια στερεωμένα στους μηρούς. Πέρα από την μπάρα ασφαλείας είναι ένα πάρκινγκ με περισσότερα από εκατό οχήματα, όπως και διάφορες πινακίδες με μηνύματα για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. «006 ημέρες από το τελευταίο ατύχημα», λέει μία. Κρίνοντας από τον αριθμό των αυτοκινήτων, η απουσία κόσμου ή κτιρίων –καθώς διακρίνονται μόνο κάποια παραπήγματα– δημιουργεί απορίες, ώσπου συνειδητοποιήσεις πως τα πάντα βρίσκονται κάτω από τη γη. Η κλίση είναι τόσο απότομη ώστε αποτελεί πραγματικό θαύμα που η κατασκευή δεν γλιστράει. Μια σειρά από σκαλιά οδηγούν στη σκοτεινή είσοδο. «Οι πόρτες στο εσωτερικό είναι τεράστιες. Σαν να είναι βγαλμένες από το Κινγκ Κονγκ. Σου παίρνει ώρα μόνο και μόνο για να μπεις μέσα», λέει ένας πρώην αξιωματικός της αεροπορίας που εργαζόταν εκεί. Η εξαγωγή απόρρητου υλικού από εδώ ήταν εξαιρετικά ριψοκίνδυνη. Απαιτούσε πραγματικά αξιοθαύμαστο θάρρος. Στο ιστολόγιο όπου έγραφε τακτικά η σύντροφος του Σνόουντεν, η Λίντζι Μιλς, εκείνος εμφανίζεται εμμέσως και σπάνια. Τον αποκαλεί Ε. Ουσιαστικά λειτουργεί ως κομπάρσος –


ναι μεν ένας πιστός ερωτικός σύντροφος, αλλά με την τάση να λείπει και να εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Όπως και στην Ελβετία, ο Σνόουντεν της Χαβάης κρύβεται πίσω από μια μάσκα. Μόλις σε δυο τρεις περιπτώσεις ο Ε ποζάρει με την Μιλς στα εβδομαδιαία πορτρέτα της, τα οποία ανεβάζει στο Instagram. Το πρόσωπό του δεν διακρίνεται. Σε μια φωτογραφία ο Σνόουντεν είναι στην παραλία, σκυμμένος, με τα μπατζάκια σηκωμένα. Ένα μαύρο χειμωνιάτικο παλτό που κυματίζει στον άνεμο κρύβει το πρόσωπό του. Μάλλον γελάει, αν και δύσκολα το καταλαβαίνεις, και θυμίζει κάποιον που μιμείται τον Ριχάρδο τον Γ΄. «Ένας κόσμος όπου οι άνθρωποι κινούνται σαν κοράκια», γράφει η Μιλς στο ιστολόγιό της, σημειώνοντας: «μια σπάνια φωτό του Ε». Κάποιος επισημαίνει ότι θυμίζει λιγάκι τον Κουασιμόδο. Η Μιλς αντιδρά απότομα: «Κάτω τα χέρια από τον Ε». Η Μιλς περιέγραψε το κίνητρο για την ιστολόγιό της: «Εδώ και χρόνια τραβάω καθημερινά αυτοπορτρέτα. Δεν έχουν οι μητέρες την αποκλειστικότητα. Διαπιστώνω ότι με βοηθάει να κατανοώ τα συναισθήματά μου και να τεκμηριώνω τη ζωή μου. Όχι πως ενδιαφέρει κανέναν, όμως κάποια μέρα ίσως και να ευχαριστώ τον εαυτό μου γι’ αυτές τις φωτογραφίες. Ή να με μισώ – σε κάθε περίπτωση θα νιώσω κάτι. » Τα πορτρέτα έχουν ζωηρά χρώματα –ένα είδος ημερολογίου της καλλιτέχνιδας– με τη Μιλς να ντύνεται ανάλογα με τη διάθεση ή το συναίσθημα που θέλει να αποτυπώσει. Πολλές από τις φωτογραφίες είναι προκλητικές. Τη δείχνουν να διαλογίζεται, να κρέμεται από δέντρα και να παρατηρεί το ηλιοβασίλεμα στη Χαβάη. Ο Σνόουντεν παρέμεινε απομονωμένος από τους υπόλοιπους υπαλλήλους τους 13 μήνες που έμεινε στη Χαβάη. Ήταν από τη φύση του κλειστός, όμως είχε ιδιαίτερο λόγο να φυλάγεται. Αν τα κατάφερνε, η διαρροή του θα ήταν η σημαντικότερη μετά τα Έγγραφα του Πενταγώνου, επισκιάζοντας τη δημοσιοποίηση διπλωματικών τηλεγραφημάτων και πολεμικών ημερολογίων από τη δυσαρεστημένη οπλίτη Τσέλσι (πρώην Μπράντλεϊ) Μάνινγκ.[8] Θα ξεσκέπαζε την ιστορία με τις μαζικές παρακολουθήσεις όχι μόνο εκατομμυρίων Αμερικανών αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Όμως ήταν ένα τεράστιο αν. Ένα λάθος από πλευράς του, μια απρόσεχτη κουβέντα, κάποιο ασυνήθιστο εργασιακό αίτημα, ένα ξεχασμένο στικάκι, μπορούσαν να εγείρουν ερωτήματα με πιθανά καταστροφικές συνέπειες. Ο Σνόουντεν είχε γύρω του κατασκόπους αφοσιωμένους στην ανίχνευση κρυφών κωδίκων και μοτίβων, στην ανακάλυψη μυστικών. Αν ανακάλυπταν το δικό του, κατά πάσα πιθανότητα θα τον δίκαζαν στα κρυφά, θα τον καταδίκαζαν και θα φυλακιζόταν για δεκαετίες, ένας ανώνυμος σπασίκλας που επιχείρησε και απέτυχε να κλέψει δεδομένα από τον εργοδότη του. Ήταν απόλυτα φυσιολογικό λοιπόν ο Σνόουντεν να εμφανίζεται «κουμπωμένος». Οι φίλοι τον παρομοίαζαν περιπαικτικά με τον Έντουαρντ Κάλεν, τον βρικόλακα που υποδύεται ο Ρόμπερτ Πάτισον στην τριλογία Λυκόφως. Ο Σνόουντεν ήταν ωχρός, αινιγματικός, αγέλαστος, ενώ σπάνια εμφανιζόταν μέσα στη μέρα. Εξίσου σπάνια ήταν η παρουσία του σε κοινωνικές εκδηλώσεις. «Δεν έλεγε σχεδόν κουβέντα και έμενε κάπου στην άκρη, περιφερόμενος άσκοπα. Με τον καιρό κατέληξε κάπως σαν στοίχημα να τον παρασύρουμε», θυμάται κάποιος. «Σε ένα πάρτι γενεθλίων μια φορά τον τσιγκλήσαμε να βγάλει λόγο. Είπε γύρω στις πέντε λέξεις».


Ο Σνόουντεν πάντως περιέγραψε τη ζωή του στη Χαβάη ως «παραδεισένια». Το ίδιο ακριβώς υποστηρίζει η εφημερίδα Honolulu Star-Advertiser, δηλώνοντας στην ταυτότητά της: «Ο παλμός του παραδείσου». Οι πρωτοσέλιδοι τίτλοι –«Οι αρχές εξετάζουν το ωράριο του λιμανιού για τα Σαββατοκύριακα», «Το μουσείο αεροπλοΐας του Ειρηνικού τιμά τους τολμηρούς», «Κατάσβεση πυρκαγιάς σε θάμνους στο Μάουι»– συνήθως υπογράμμιζαν την τροπική ειδυλλιακή εικόνα. Όμως για τον Σνόουντεν υπήρχαν ελάχιστοι εξωτερικοί παράγοντες διασκέδασης. Δεν έκανε σερφ, ούτε έπαιζε γκολφ, ούτε άραζε στις παραλίες. «Ήταν ωχρός, ωχρός, ωχρός, ωχρός, σαν να μην τον έβλεπε ποτέ ο ήλιος», λέει ο φίλος του. (Αντίθετα, ο Μπαράκ Ομπάμα που έχει μια αδελφή στο Οάχου δίνει την εντύπωση ότι απολαμβάνει τις παραλίες, το κύμα και τον τριμμένο πάγο – την τοπική παραλλαγή για το χωνάκι παγωτό.) Σε σχέση με τον Σνόουντεν που ήταν κολλημένος στους υπολογιστές του, η σύντροφός του Λίντζι Μιλς ήταν μια κοσμική πεταλούδα. Μετά την άφιξη στη Χαβάη έγινε μέλος της ομάδας Pamela and the Pole Kats που γυμναζόταν και έδινε παραστάσεις χορού σε στύλο. Δεν είχε σχέση με το στριπτίζ – οι ακροβατικές παραστάσεις τους γίνονταν στο Memory, ένα μοδάτο μπαρ στο κέντρο της Χονολουλού, μια φορά τον μήνα. Η Μιλς έπαιρνε επίσης μέρος σε παραστάσεις δρόμου, την πρώτη Παρασκευή κάθε μήνα. Πάντως, παρά την εξωτερική κοινωνικότητά της, η Μιλς αποτελούσε γρίφο για αρκετούς γνωστούς της στη Χαβάη. Μισοκρυβόταν πίσω από τεράστια γυαλιά ηλίου. Δεν πρόσφερε εθελοντικά πολλές προσωπικές λεπτομέρειες. Πολλοί αγνοούσαν ακόμη και την ύπαρξη του φίλου της. Κατά τα φαινόμενα δεν είχε δουλειά –πέρα δηλαδή από τη φωτογραφία και τον χορό– κι όμως οδηγούσε καινούριο SUV. Η πηγή της ευμάρειάς της αποτελούσε άλλον έναν γρίφο. Η Παμ Πάρκινσον, που είχε ιδρύσει την ομάδα χορού, συνέστησε τη Μιλς στον Ακροβατικό Θίασο Γουαϊκίκι, περίπου μια ντουζίνα χορευτές, ταχυδακτυλουργούς, σχοινοβάτες, ζογκλέρ με φωτιές και χούλα χουπ που συγκεντρώνονταν κάμποσες φορές κάθε βδομάδα. Τις Κυριακές έκαναν πρόβες μέχρι τη δύση του ηλίου σε ένα πάρκο με θέα την παραλία του Γουαϊκίκι. Η Μιλς ταίριαξε απόλυτα με αυτή την μποέμικη ομάδα, αν και για τα δεδομένα των νέων της φίλων ήταν μάλλον πουριτανή. «Δεν γελούσε με τα ανέκδοτα για το σεξ», θυμάται κάποιος. Ο Τέριλ Λίον, συντονιστής του θιάσου, λέει ότι η Μιλς δεν είχε πείρα από ακροβατικά αλλά ήταν αποφασισμένη να βελτιωθεί. «Δοκίμαζε ένα σύντομο ακροβατικό νούμερο. Της έδινα συμβουλές για τις φιγούρες και την τεχνική. Ήταν ελαφρώς διστακτική. Πολύ όμορφη, προσεκτική, ξύπνια, συγκεντρωμένη και συνεργάσιμη». Κατά καιρούς ο Σνόουντεν έπαιρνε τη Μιλς μετά τις πρόβες, σπάνια όμως έβγαινε από το αυτοκίνητο ή μιλούσε στους φίλους της. «Ουσιαστικά δεν μιλούσε για εκείνον», είπε κάποιος. Εξαίρεση αποτέλεσε η φορά που ο Σνόουντεν έλειπε για παρατεταμένο διάστημα και η Μιλς παραπονέθηκε για τις δυσκολίες της σχέσης από απόσταση. Στον θίασο κουτσομπόλευαν τη φιλία της με τον «παρτενέρ της στο ακροβατικό», έναν γυμνασμένο νεαρό ονόματι Μπόου. Όμως, όπως ανέφερε ξεκάθαρα στο ιστολόγιό της, η Μιλς παρέμενε αφοσιωμένη στον Ε. Στο μεταξύ στην NSA, ο Ε ανέμενε την κατάλληλη στιγμή. Πίσω από το ήρεμο, μετριοπαθές πρόσωπο, η απογοήτευση και ο θυμός για τους εργοδότες του αυξάνονταν


διαρκώς. Ο Εντ Σνόουντεν δεν ήταν ο πρώτος στο εσωτερικό της NSA που είχε απογοητευτεί με όσα διαπίστωνε, καθώς και από τη σκοτεινή τροχιά που ακολουθούσε η πολιτική κατασκοπείας των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Ο Σνόουντεν είχε παρακολουθήσει στενά την περίπτωση του Τόμας Ντρέικ. Ο Ντρέικ, βετεράνος της Αεροπορίας και του Ναυτικού των ΗΠΑ, ήταν στέλεχος της NSA. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου άρχισε να αισθάνεται δυσαρέσκεια για τα μυστικά προγράμματα αντιτρομοκρατίας της υπηρεσίας – συγκεκριμένα, για ένα εργαλείο συλλογής πληροφοριών με το όνομα TRAILBLAZER. Ο Ντρέικ πίστευε ότι παραβίαζε την τέταρτη τροποποίηση ενάντια στις αυθαίρετες έρευνες και συλλήψεις. Ο Ντρέικ αποφάσισε να εγείρει τις ανησυχίες του μέσω των κατάλληλων διόδων. Παραπονέθηκε στα αφεντικά της NSA. Χρησιμοποιώντας το καθορισμένο πλαίσιο για τους πληροφοριοδότες, κατέθεσε επίσης στον επικεφαλής επιθεωρητή της NSA, στο Πεντάγωνο και στις ελεγκτικές επιτροπές του Λευκού Οίκου και της Γερουσίας. Τελικά, απογοητευμένος, απευθύνθηκε στην εφημερίδα Baltimore Sun. Η αφελής προσέγγισή του δεν λειτούργησε. Το 2007 το FBI έκανε έφοδο στο σπίτι του. Ο Ντρέικ βρέθηκε αντιμέτωπος με 35 χρόνια φυλάκιση. Μόλις το 2011, έπειτα από τέσσερα χρόνια αγωνίας, η κυβέρνηση απέσυρε τις βασικότερες κατηγορίες, με τον Ντρέικ να δηλώνει ένοχος για ένα πταίσμα. Τέθηκε υπό επιτήρηση. Για τον Σνόουντεν, ο Ντρέικ αποτελούσε πηγή έμπνευσης (αργότερα οι δυο τους θα γνωρίζονταν). Ο εκδικητικός τρόπος με τον οποίο οι αρχές είχαν κυνηγήσει τον Ντρέικ έπεισε συν τοις άλλοις τον Σνόουντεν ότι ήταν ανώφελο να ακολουθήσει το ίδιο μονοπάτι. Γνώριζε ότι και άλλα άτομα είχαν υποφέρει από παρόμοιες καταστάσεις. Ανάμεσά τους και ένας υπάλληλος της NSA που είχε γράψει αστειευόμενος σε ένα ιμέιλ του: «Είμαστε η NSA ή ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός;» Ο Σνόουντεν είπε στον Τζέιμς Ράιζεν ότι στο εσωτερικό της NSA «υπάρχει πολλή δυσαρέσκεια – σε ορισμένες περιπτώσεις φανερή». Ωστόσο οι περισσότεροι ακολουθούσαν την πεπατημένη εξαιτίας «του φόβου και μιας εσφαλμένης αίσθησης πατριωτισμού» που μεταφράζεται σε «υπακοή στην εξουσία». Ως εξωτερικός συνεργάτης, εργαζόμενος για την Dell, ο Σνόουντεν δεν απολάμβανε της ίδιας προστασίας με τον Ντρέικ ως πληροφοριοδότης. Ακόμη και αν είχε αναφέρει τις ανησυχίες του για τις παρακολουθήσεις της NSA δεν θα συνέβαινε το παραμικρό, είπε αργότερα στον Ράιζεν. Πίστευε ότι οι προσπάθειές του «θα θάβονταν μια για πάντα», ενώ θα τον απαξίωναν και θα τον κατέστρεφαν. «Το σύστημα δεν λειτουργεί. Αναγκάζεσαι να καταγγέλλεις παράνομες πρακτικές σε όσους ευθύνονται περισσότερο γι’ αυτές». Ο Σνόουντεν είχε χάσει την πίστη του στην εποπτεία των ελεγκτικών επιτροπών του Κογκρέσου. Αντίθετα, θεωρούσε ότι το Κογκρέσο αποτελούσε μέρος του προβλήματος. Ειδικότερα ήταν επικριτικός με τη «Συμμορία των Οκτώ», την ομάδα των αξιωματούχων του Κογκρέσου που ενημερώνονται για τις πλέον ευαίσθητες επιχειρήσεις κατασκοπείας των ΗΠΑ. Τον Δεκέμβριο του 2012, είχε αποφασίσει πια να έρθει σε επαφή με δημοσιογράφους. Όταν ρωτήθηκε για τη στιγμή που πήρε την απόφαση να αποκαλύψει τα κακώς κείμενα, ο Σνόουντεν λέει: «Φαντάζομαι ότι καθένας έχει τη δική του εμπειρία, όμως για μένα δεν


υπήρξε μία συγκεκριμένη στιγμή. Το γεγονός ότι έβλεπα μια διαρκή λιτανεία ψεμάτων από ανώτερους αξιωματούχους προς το Κογκρέσο –άρα και τους Αμερικανούς πολίτες– και η συνειδητοποίηση πως εκείνο το Κογκρέσο, και ειδικά η Συμμορία των Οκτώ, υποστήριζε αναφανδόν τα ψέματα, με υποχρέωσαν να αντιδράσω. Βλέποντας τον Τζέιμς Κλάπερ –τον διευθυντή των μυστικών υπηρεσιών– να ψεύδεται ασύστολα δημόσια χωρίς την παραμικρή συνέπεια, αποτελεί απόδειξη μιας υπονομευμένης δημοκρατίας. Η συγκατάθεση των κυβερνωμένων παύει να υφίσταται αν δεν βασίζεται στην πληροφόρηση». Τον Μάρτιο του 2013 ο Κλάπερ είπε στην επιτροπή εποπτείας των μυστικών υπηρεσιών της Γερουσίας ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν συλλέγει «ηθελημένα» πληροφορίες για εκατομμύρια Αμερικανούς. Η δήλωση ήταν ψευδής, όπως θα αποκάλυπτε ο Σνόουντεν, για να παραδεχτεί αργότερα και ο Κλάπερ. Επιπλέον, ίσως αποτελούσε κακούργημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα συγκεκριμένο έγγραφο αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ανακάλυψε τυχαία μία απόρρητη αναφορά του 2009 από τον γενικό επιθεωρητή της NSA – το άτομο στο οποίο είχε διατυπώσει τα παράπονά του ο Ντρέικ. Ο Σνόουντεν πραγματοποιούσε μια έρευνα για «βρώμικες λέξεις»: καθάριζε το σύστημα για την αφαίρεση υλικού που δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Όταν άνοιξε το αρχείο δεν συγκρατήθηκε και το διάβασε. Ήταν μία λεπτομερής αναφορά 51 σελίδων για την εκτέλεση από την κυβέρνηση Μπους ενός προγράμματος παράνομης παγίδευσης τηλεφώνων μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το πρόγραμμα, με το κωδικό όνομα STELLAR WIND, αφορούσε τη συλλογή του περιεχομένου και των μεταδεδομένων εκατομμυρίων Αμερικανών, χωρίς εισαγγελικό ένταλμα. Ορισμένα στοιχεία για το σκάνδαλο παρακολουθήσεων είχαν αποκαλυφθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, όχι όμως ολόκληρη η ιστορία. Για τον Σνόουντεν ήταν η αδιάσειστη απόδειξη πως οι ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ παραβίαζαν τον νόμο. Χωρίς, όπως διαπίστωσε, την παραμικρή συνέπεια. «Δεν γίνεται να διαβάζεις κάτι τέτοιο και να μη συνειδητοποιείς τι σημαίνει για όλα τα συστήματα που διαθέτουμε», είπε στους New York Times. Στη Χαβάη, στις αρχές του 2013, η αίσθηση οργής του Σνόουντεν αυξανόταν διαρκώς. Όμως το σχέδιο του για τις διαρροές έδειχνε να έχει περιέλθει σε τέλμα. Αντιμετώπιζε υπερβολικά πολλά εμπόδια. Για να αποκτήσει πρόσβαση σε μια τελική δέσμη εγγράφων ο Σνόουντεν χρειαζόταν περισσότερα προνόμια ασφάλειας σε σύγκριση με όσα απολάμβανε στην Dell. Ο Κλάπερ πραγματοποίησε την ατυχή εμφάνισή του στη Γερουσία τον Μάρτιο. Τον ίδιο μήνα ο Σνόουντεν ανέλαβε μια νέα δουλειά με την ιδιωτική εταιρία Booz Allen Hamilton, αποκτώντας πρόσβαση σε καινούριες πληροφορίες. Σύμφωνα με τον υπάλληλο της NSA που μίλησε στο Forbes, ο Σνόουντεν απέρριψε την προσφορά να εργαστεί στην Υπηρεσία Ευέλικτης Πρόσβασης, μια ομάδα επίλεκτων χάκερ. Είχε εισέλθει στις τελευταίες τεταμένες βδομάδες της διπλής ζωής του. Ο πιο πρόσφατος χώρος εργασίας του Σνόουντεν βρισκόταν στο κέντρο της Χονολουλού. Αποτελεί μια λαμπερή, εταιρική αντίθεση με το καταφύγιο του RSOC. Καταλαμβάνει τον 30ο όροφο του Πύργου Μακάι, στην οδό Μπίσοπ, στο οικονομικό κέντρο. Στον χώρο υποδοχής υπάρχουν μπεζ έπιπλα, καδραρισμένοι παλιοί χάρτες και μια τηλεόραση, με χαμηλωμένη την ένταση, συντονισμένη στο Fox News. Αντί για μια καντίνα χωρίς παράθυρα γεμάτη κοντοκουρεμένους στρατιώτες, στην Booz Allen Hamilton οι εργαζόμενοι, με κουστούμια και χαβανέζικα πουκάμισα, κυκλοφορούν σε ένα ηλιόλουστο προαύλιο με


σιντριβάνια, έχοντας να επιλέξουν ανάμεσα σε δεκάδες εστιατόρια. Η κοντινότερη παμπ, η Ferguson’s, δεν θυμίζει καπηλειό: προσφέρει δαμάσκηνα τυλιγμένα με μπέικον, ψητό μπρι και τζατζίκι με κόκκινη πιπεριά. Ο διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος της Booz Allen Hamilton, ο Ραλφ Σρέιντερ, κόμπαζε για τα θέματα ασφάλειας στην ιστοσελίδα της εταιρίας: «Σε όλους τους τομείς της ζωής, οι πλέον έμπιστοι συνάδελφοι και φίλοι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Μπορούμε να βασιζόμαστε πάνω τους. Όποια και αν είναι η κατάσταση ή η πρόκληση, έχουν τη διάθεση να βοηθήσουν. Αντίστοιχα αξιόπιστη είναι η Booz Allen Hamilton. Μπορείτε να βασιστείτε σε αυτό». Ο Σνόουντεν ίσως είχε χαμογελάσει σαρκαστικά. Επιθυμούσε από τον νέο του εργοδότη να μην υποψιαστεί το παραμικρό. Ο Σνόουντεν πλησίαζε στο σημείο καμπής. Γνώριζε πως ορισμένοι στην αμερικανική κυβέρνηση θα θεωρούσαν τις πράξεις του ως μια ηλεκτρονική παραλλαγή του Περλ Χάρμπορ, μια ύπουλη επίθεση. Το γεγονός ότι προερχόταν από το εσωτερικό, από έναν υποτιθέμενο «προδότη», θα προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερη οργή. Μπορεί ο Σνόουντεν να πίστευε ότι ενεργούσε πατριωτικά υπερασπιζόμενος τις αμερικάνικες αξίες, όμως αυτό δεν θα άμβλυνε στο ελάχιστο την εκδίκηση της Ουάσινγκτον. Το όνομα του Σνόουντεν ταίριαζε πραγματικά σε κάποιον προσηλωμένο σε ένα τόσο ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Στη δεκαετία του 1590 στη Βρετανία, ο Τζον Σνόουντεν, ένας καθολικός ιερέας, έγινε διπλός πράκτορας στην υπηρεσία του Λόρδου Μπέρλι, ταμία του θησαυροφυλακίου της βασίλισσας Ελισάβετ. Ο ιστορικός Στίβεν Άλφορντ περιγράφει εκείνον τον Σνόουντεν ως «διακριτικό, ευφυή και γεμάτο αυτοπεποίθηση». Δουλειά του ήταν να κατασκοπεύει τους καθολικούς εμιγκρέδες στην ηπειρωτική Ευρώπη που συναναστρέφονταν τους Ισπανούς και μηχανορραφούσαν εναντίον της Ελισάβετ. Ο Σνόουντεν χρησιμοποιούσε κρυπτογραφημένα μηνύματα, μυστικές επιστολές και άλλα τεχνάσματα. Οι ελισαβετιανοί αποκαλούσαν τα συγκεκριμένα άτομα «intelligencers» ή «espials». (Ο γαλλικός όρος espionage άρχισε να χρησιμοποιείται μόλις στις αρχές του 18ου αιώνα.) Όμως ο Έντουαρντ Σνόουντεν, ο σύγχρονος espial, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το πραγματικό του όνομα προκειμένου να επικοινωνήσει με τους Αμερικανούς δημοσιογράφους που ασχολούνταν με θέματα εθνικής ασφάλειας και μέχρι στιγμής αγνοούσαν την ύπαρξή του. Για να έλθει σε επαφή μαζί τους, χρειαζόταν ένα κωδικό όνομα. Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του εγχειρήματός του, το TheTrueHOOHA έμοιαζε παιδιάστικο. Ο Σνόουντεν σκέφτηκε κάτι διαφορετικό. Επέλεξε για ταυτότητα χρήστη τη λέξη «Verax», ένα κλασσικό λατινικό επίθετο που σημαίνει «φιλαλήθης». Η λέξη verax χρησιμοποιείται μάλλον σπάνια. Εμφανίζεται στον Πλαύτο, τον Κικέρωνα και τον Οράτιο. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε προφητείες και υπερφυσικές πηγές. Σκοπός του Σνόουντεν ήταν να γίνει μια ανάλογη προφητική φωνή βαθιά μέσα από την κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών. Όπως το πραγματικό του επώνυμο, έτσι και η κωδική του ονομασία είχε παρελθόν: δύο μάλλον άγνωστοι Βρετανοί αιρετικοί είχαν χρησιμοποιήσει ως ψευδώνυμο το «Verax». Ο ένας ήταν ο βαπτιστής Χένρι Ντάνκλι, σφοδρός επικριτής της κοινωνίας του 19ου αιώνα, που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο στη Manchester Examiner. Ο άλλος, από τον 17ο αιώνα, ήταν ο Κλέμεντ Γουόκερ, βουλευτής από


το Σόμερσετ στη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου, που τελικά φυλακίστηκε και πέθανε στον Πύργο του Λονδίνου. Επίσης έχει σημασία ότι το verax αποτελεί αντώνυμο του mendax. Mendax σημαίνει «εξαπάτηση» και ήταν η ταυτότητα χρήστη που χρησιμοποιούσε ο Τζούλιαν Ασάνζ του WikiLeaks ως νεαρός χάκερ στην Αυστραλία. Το WikiLeaks με την ηλεκτρονική μαζική διαρροή στρατιωτικών φακέλων των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, καθώς και διπλωματικών τηλεγραφημάτων του Υπουργείου Εξωτερικών από όλο τον κόσμο, είχε πρόσφατα προκαλέσει τεράστια αναστάτωση στην κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ίσως ο υπαινιγμός του Σνόουντεν ήταν ηθελημένος. Εξωτερικά η ζωή του συνεχιζόταν όπως πάντα. Όταν διαβάζονται εκ των υστέρων, οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο της φιλενάδας του μοιάζουν υπαινικτικές. Την 1η Μαρτίου η Μιλς γράφει ότι θα μεταμφιεστεί σε «μυστηριώδη γυναίκα παγκοσμίου φήμης» και ότι το θέμα της παράστασής της αργότερα εκείνη την Παρασκευή έχει σχέση με τον «007». Η παράσταση πηγαίνει καλά. Τρεις μέρες μετά γράφει: «Όταν ήμουν μικρή οι περισσότερες φίλες μου μασκαρεύονταν με ρούχα και φαντασιώνονταν ότι ήταν πριγκίπισσες, σούπερ ηρωίδες ή παρασκευάστριες τουρσί (έχω μερικές περίεργες φίλες). Εγώ φανταζόμουν ότι ήμουν κατάσκοπος. Ότι έτρεχα σε υπονόμους για να δραπετεύσω από επικίνδυνους εχθρούς, ότι κρυφάκουγα σημαντικές συζητήσεις μεταξύ ενηλίκων και στο τέλος έδινα πλήρη αναφορά στον στρατηγό Μιάου. Έχοντας λοιπόν την ευκαιρία να υποδυθώ έναν θηλυκό Μποντ, έστω και για ελάχιστα λεπτά στη διάρκεια της παράστασης την Παρασκευή, με ικανοποίησε ιδιαίτερα. Και η κατασκοπευτική παραζάλη της Παρασκευής μάλλον μου κόλλησε υποσυνείδητα στο μυαλό, αφού το επόμενο βράδυ ο Ε κι εγώ διαλέξαμε τυχαία να δούμε το Skyfall στο σινεμά». Έντεκα μέρες μετά, στις 15 Μαρτίου, υπάρχουν νέα: «Πληροφορηθήκαμε ότι πρέπει να μετακομίσουμε από το σπίτι μέχρι την 1η Μαΐου. Ο Ε αλλάζει δουλειά. Κι εγώ σκέφτομαι να κάνω ένα σύντομο ταξιδάκι στην Ανατολή. Άραγε να μετακομίσω με τον Ε, μόνη μου ή στην Ανταρκτική;... Για την ώρα θα κοιτάξω τη μαγική μου σφαίρα να δω πού θα καταλήξω». Το βράδυ της 30ης Μαρτίου ο Σνόουντεν παίρνει το αεροπλάνο για τις ΗΠΑ. Τις επόμενες δύο βδομάδες παρακολουθεί ένα εκπαιδευτικό σεμινάριο στα γραφεία της Booz Allen Hamilton κοντά στο Φορτ Μιντ· πολλές ιδιωτικές εταιρίες που συνεργάζονται με τις μυστικές υπηρεσίες έχουν τα γραφεία τους δίπλα στο SIGINT Σίτι. Ο νέος του μισθός είναι 122.000 δολάρια τον χρόνο συν το επίδομα στέγασης. Στις 4 Απριλίου γευματίζει με τον πατέρα του. Ο Λον Σνόουντεν λέει ότι ο γιος του έδειχνε σκεπτικός, σαν να τον βάραινε κάτι. «Αγκαλιαστήκαμε όπως κάνουμε πάντα. Είπε: “Σ’ αγαπάω, μπαμπά”. Είπα: “Σ’ αγαπάω, Εντ”». Στα μέσα Απριλίου η Μιλς και ο Σνόουντεν παίρνουν τα κλειδιά για το νέο τους σπίτι στη Χαβάη. Απέχει μόλις δυο δρόμους από το παλιό τους. Η Μιλς γράφει: «Το αγαπημένο μου σε μια μετακόμιση είναι το στάδιο πριν το άνοιγμα των κιβωτίων, όπου μπορώ να κυλιέμαι σε μεγάλα άδεια δωμάτια μέσα στο απαλό φως από τα παράθυρα (ίσως στην προηγούμενη ζωή να ήμουν γάτα). Φανταστήκαμε με την ησυχία μας πώς θα μπορούσε να γίνει το κάθε δωμάτιο όταν το γεμίζαμε πράγματα. Σκεφτήκαμε μάλιστα να κρεμάσουμε μεταξωτά στο κεντρικό ψηλοτάβανο δωμάτιο». Ο Σνόουντεν πραγματοποιεί μία αποχαιρετιστήρια εμφάνιση στο φωτογραφικό της


ιστολόγιο. Το ζευγάρι ποζάρει στο γυμνό πάτωμα του σπιτιού. Η Μιλς, με εντυπωσιακό μπλε φόρεμα, είναι ξαπλωμένη ανάσκελα και του χαμογελάει· όπως πάντα, οι σκέψεις του Σνόουντεν παραμένουν μυστήριο αφού ο φακός αποτυπώνει μόνο την πίσω πλευρά του κεφαλιού του. Αρκετά πιο πέρα έχει παρατήσει τα γυαλιά του. Άραγε τι περνά από το μυαλό του; Το δεύτερο μισό του Απριλίου, η Μιλς επιστρέφει στη γενέτειρά της, στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ. Επισκέπτεται τις αντικερί με τη μητέρα της, βοηθά στην αλλαγή διακόσμησης του πατρικού της και βλέπει παλιούς φίλους. Στις αρχές Μαΐου επιστρέφει στη Χονολουλού. Γράφει στο ιστολόγιο ότι νιώθει διχασμένη ανάμεσα στα δύο μέρη. Στο μεταξύ ο Σνόουντεν αρχίζει να προσαρμόζεται στη νέα του δουλειά στην Booz. Έτσι τουλάχιστον δείχνει. Στην πραγματικότητα, κατά πάσα πιθανότητα σαρώνει στους σέρβερ της NSA. «Η θέση μου στην Booz Allen Hamilton μού επέτρεπε να έχω πρόσβαση σε πάρα πολλά μηχανήματα σε όλο τον κόσμο [τα οποία] χάκαρε η NSA», είπε ο Σνόουντεν στη Washington Post, προσθέτοντας πως αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που τη δέχτηκε. Μήνες αργότερα, στην NSA προσπαθούσαν ακόμη να καταλάβουν τι ακριβώς είχε συμβεί· ο Σνόουντεν δεν είχε περιγράψει με λεπτομέρειες πώς πραγματοποίησε τη διαρροή. Όμως ως διαχειριστής συστημάτων, ο Σνόουντεν είχε πρόσβαση στο ενδοδίκτυο της NSA, το NSAnet. Είχε δημιουργηθεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου για να βελτιώσει την επικοινωνία ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της κοινότητας των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών. Ο Σνόουντεν ήταν ένας από τους περίπου 1.000 διαχειριστές συστημάτων της NSA που μπορούσαν να ελέγχουν πολλά μέρη αυτού του συστήματος. (Άλλοι χρήστες με εξουσιοδότηση ασφαλείας για τα άκρως απόρρητα έγγραφα δεν μπορούσαν να βλέπουν όλους τους διαβαθμισμένους φακέλους.) Μπορούσε να ανοίξει έναν αρχείο χωρίς να αφήσει ηλεκτρονικό ίχνος. Ήταν, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό κάποιου πράκτορα, ένας «χρήστης φάντασμα», ικανός να στοιχειώσει τα άδυτα της υπηρεσίας. Επίσης ίσως είχε χρησιμοποιήσει τη θέση του διαχειριστή για να πείσει κάποιους άλλους να του εμπιστευτούν τους δικούς τους κωδικούς πρόσβασης. Η GCHQ μοιράζεται εμπιστευτικά το άκρως απόρρητο βρετανικό υλικό με την NSA, που με τη σειρά της το διαθέτει σε έναν στρατό εξωτερικών συνεργατών. Αυτό σημαίνει ότι ο Σνόουντεν είχε πρόσβαση και στα βρετανικά μυστικά, μέσω του παράλληλου ενδοδικτύου της GCHQ, του GCWiki. Αν και δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς συνέλεγε το υλικό, φαίνεται ότι ο Σνόουντεν αποθήκευε τα έγγραφα της NSA σε στικάκια. Παρόμοια μέθοδο είχε χρησιμοποιήσει και η Μάνινγκ, που ανέγραψε και έστειλε στο WikiLeaks διακόσιες πενήντα χιλιάδες διπλωματικά τηλεγραφήματα των ΗΠΑ σε ένα CD που έγραφε «Lady Gaga» από τον καυτό στρατιωτικό σταθμό όπου υπηρετούσε, έξω από τη Βαγδάτη. Τα περισσότερα μέλη του προσωπικού απαγορεύεται να έχουν στικάκια. Όμως ένας διαχειριστής συστήματος μπορεί να υποστηρίξει ότι επιδιορθώνει κάποιο αλλοιωμένο προφίλ χρήστη και χρειάζεται εφεδρικό αντίγραφο. Κατόπιν μπορούσε να μεταφέρει το στικάκι εκτός δουλειάς για να εναρμονίσει τις διαφορές ανάμεσα στο ενδοδίκτυο της NSA και το κανονικό διαδίκτυο. Πώς και κανείς δεν σήμανε συναγερμό; Η NSA είχε αποκοιμηθεί; Από τη θέση του στη


Χαβάη, ο Σνόουντεν είχε εξ αποστάσεως πρόσβαση στους σέρβερ της NSA στο Φορτ Μιντ, γύρω στα 8.000 χιλιόμετρα μακριά, μέσω ενός συστήματος γνωστού ως «thin client». Οι περισσότεροι υπάλληλοι είχαν ήδη επιστρέψει σπίτι μετά τη δουλειά όταν ο Σνόουντεν συνδεόταν, έξι ζώνες ώρας μακριά. Οι ενέργειές του λάμβαναν χώρα ενώ η NSA έπαιρνε έναν υπνάκο. Επιπλέον ο Σνόουντεν ήταν πολύ καλός στη δουλειά του –«διάνοια με τους υπολογιστές» σύμφωνα με τον Άντερσον, τον φίλο του στη Γενεύη– άρα μπορούσε να κινείται στο τεράστιο εσωτερικό σύστημα χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Έπειτα από τέσσερις βδομάδες στη νέα του δουλειά, ο Σνόουντεν λέει στα αφεντικά του στην Booz ότι δεν αισθάνεται καλά. Θέλει να λείψει για κάποιο διάστημα και αιτείται άδειας άνευ αποδοχών. Όταν του ζητούν και πάλι τον λόγο λέει ότι πάσχει από επιληψία. Η μητέρα του η Γουέντι πάσχει από επιληψία και μάλιστα χρησιμοποιεί σκύλο-οδηγό. Κι έπειτα, στις 20 Μαΐου, εξαφανίζεται. Στο ιστολόγιο της Μιλς αποτυπώνεται ένα μέρος του πόνου και της οδύνης που ένιωσε ανακαλύπτοντας ότι ο Ε την είχε παρατήσει. Στις 2 Ιουνίου είναι ξεκάθαρο πια ότι κάτι έχει πάει ιδιαίτερα στραβά. Γράφει: «Ενώ ζητούσα υπομονετικά από το σύμπαν ένα ζωντανότερο πρόγραμμα, δεν είμαι βέβαιη ότι εννοούσα να πέσουν πάνω μου εμπειρίες μισού έτους μέσα σε δύο βδομάδες. Μιλάμε για πράγματα βιβλικών διαστάσεων – πλημμύρες, εξαπάτηση, απώλεια... Αισθάνομαι μόνη, χαμένη, καταρρακωμένη και ψάχνω απελπισμένα μια ανάπαυλα στη διπολική φύση της τρέχουσας κατάστασής μου». Πέντε μέρες μετά η Μιλς κλείνει το ιστολόγιό της. Επίσης αναρωτιέται δημόσια μήπως πρέπει να διαγράψει τον λογαριασμό της στο Twitter – έναν δημιουργικό όγκο δουλειάς που καλύπτει αρκετά χρόνια ζωής, περιλαμβάνει δεκάδες φωτογραφίες της ίδιας και ορισμένες με τον Ε. «Να διαγράψει κανείς ή να μην διαγράψει;» τουιτάρει. Τελικά αποφασίζει να μην τον διαγράψει.

[6] Μετ. Κωνσταντίνα Παπαπετροπούλου, εκδ. Ερατώ, 2007. (Σ.τ.Μ.) [↑] [7] Μη κερδοσκοπική οργάνωση που παρέχει οικονομική και νομική στήριξη για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που παραβιάζονται από τις νέες τεχνολογίες. (Σ.τ.Μ.) [↑] [8] Ο Μπράντλεϊ Μάνινγκ ανακοίνωσε τον Αύγουστο του 2013 ότι είναι τρανς γυναίκα και θέλει στο εξής να είναι γνωστή ως Τσέλσι Μάνινγκ. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 3 ]

Η ΠΗΓΗ Γκάβεα, Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία Δεκέμβριος 2012

«Όποιος θέλει να είναι άνθρωπος, πρέπει να μην είναι τυποκράτης» —ΡΑΛΦ ΓΟΥΟΛΝΤΟ ΕΜΕΡΣΟΝ «Αυτοπεποίθηση», Δοκίμια[9]

Από την κορυφή του Όρους Κουρκουβάντου, η πόλη του Ρίο ντε Τζανέιρο φαντάζει σαν ένας απόκρημνος στρόβιλος σε πράσινες και καστανές αποχρώσεις. Στον ουρανό οι αετοί διαγράφουν αργούς κύκλους. Κάτω –πολύ πιο κάτω– είναι το κέντρο της πόλης όπου αχνοφέγγουν οι ουρανοξύστες. Στο βάθος υπάρχουν παραλίες και φράγματα με τη μονίμως αφρισμένη λουλακί θάλασσα. Πάνω από όλα αυτά, με τα χέρια απλωμένα, βρίσκεται το αρ ντεκό άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή. Οι διάσημες παραλίες του Ρίο, η Κοπακαμπάνα και η Ιπανέμα, βρίσκονται εκατέρωθεν μιας χερσαίας έκτασης σε σχήμα αρπάγης. Η Κοπακαμπάνα θεωρείται εδώ και χρόνια μάλλον κακόφημη. Και ναι, υπάρχουν άσεμνα γλυπτά από άμμο που δείχνουν ελάχιστα ντυμένες γυναίκες με τεράστια οπίσθια, δίπλα στα πράσινα, κίτρινα, μπλε και λευκά χρώματα της βραζιλιάνικης σημαίας. Όμως στις μέρες μας η Κοπακαμπάνα αποτελεί σημείο συνάντησης κυρίως των ηλικιωμένων πλουσίων. Ελάχιστοι άλλοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να ζουν στα πολυτελή διαμερίσματα με θέα αυτή την ονειρική παραλία του Ατλαντικού. Το πρωινά μέσα στη βδομάδα εμφανίζονται οι κάτοικοι, τεντώνονται και βγάζουν βόλτα τα κακομαθημένα σκυλάκια τους. Τύποι που κάνουν σκέιτμπορτντ διασχίζουν με θόρυβο τον ποδηλατόδρομο· υπάρχουν μπαρ με χυμούς, εστιατόρια, καφέ στα πεζοδρόμια. Στην παραλία οι μαυρισμένοι ντόπιοι παίζουν ποδόσφαιρο –την εθνική εμμονή της Βραζιλίας– ή βόλεϊ. Το μέρος σφύζει από κόσμο που τις ευχάριστες μέρες του χειμώνα κάθεται κάτω από τους φίκους. Όμως το κορίτσι της Ιπανέμα αποτελεί σπάνιο θέαμα. Πιο πιθανό είναι να συναντήσεις τη γιαγιά του. Από τη νοτιοδυτική συνοικία Γκάβεα ο δρόμος ανηφορίζει απότομα προς το Φλορέστα ντα Τσιζούκα, το μεγαλύτερο αστικό δάσος στον κόσμο, που φιλοξενεί καπουτσίνους και τουκάν. Συνήθως η θερμοκρασία είναι αρκετούς βαθμούς χαμηλότερη σε σχέση με τις παραλίες. Προχωρώντας, καταλήγεις σε ένα απομονωμένο ορεινό σπίτι. Μήπως κάποιο καταφύγιο σκυλιών; Η επιγραφή στη μεταλλική πύλη γράφει «Cuidado Com O Cão»: Προσοχή, σκύλος. Η προειδοποίηση είναι περιττή: από το σπίτι ακούγονται άγρια


γαβγίσματα και αλυχτίσματα. Τα σκυλιά –μικρά, μεγάλα, μαύρα, καφετιά– υποδέχονται τους επισκέπτες τριγυρίζοντας στα πόδια τους· τα περιττώματά τους βρίσκονται διάσπαρτα στο τροπικό προαύλιο· παραδίπλα κυλάει ένα ρυάκι που κατεβαίνει από το βουνό. Αν υπάρχει σκυλίσιος παράδεισος, σίγουρα είναι αυτός. Ο μη τετράποδος κάτοικος του σπιτιού είναι ο Γκλεν Γκρίνγουολντ. Στα 46 του, είναι από τους γνωστότερους Αμερικανούς πολιτικούς σχολιαστές της γενιάς του. Πολύ πριν η ιστορία του Σνόουντεν τον καταστήσει οικείο όνομα, ο Γκρίνγουολντ είχε αποκτήσει αρκετούς οπαδούς. Δικηγόρος στο επάγγελμα, πέρασε μια δεκαετία εργαζόμενος στο ομοσπονδιακό και πολιτειακό δικαστικό σύστημα. Γιος Εβραίων, εριστικός, γκέι, ριζοσπάστης και παθιασμένος με τις ατομικές ελευθερίες, ο Γκρίνγουολντ απέκτησε φωνή την περίοδο Μπους. Το 2005 εγκατέλειψε τη δικηγορία και άρχισε να αρθρογραφεί. Το ιστολόγιό του προσέλκυσε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Από το 2007 συμμετείχε στο Salon.com έχοντας δική του στήλη. Αν και ζει μόνιμα στο Ρίο, ο Γκρίνγουολντ εμφανίζεται συχνά σε τηλεοπτικά δίκτυα των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι κατεβαίνει το βουνό με το κόκκινο Kia του (που έχει έντονη μυρωδιά σκύλου) μέχρι ένα στούντιο στον ιππόδρομο της πόλης. Οι άνδρες ασφαλείας τον χαιρετούν θερμά στα πορτογαλικά – τα οποία γνωρίζει άπταιστα. Το στούντιο διαθέτει κάμερα, μια καρέκλα και ένα γραφείο. Καθισμένος στο γραφείο, η κάμερα τον δείχνει με τη στολή του καρχαρία δικηγόρου: καθαρό πουκάμισο, κομψό σακάκι, γραβάτα. Κάτω από το τραπέζι, χωρίς να το βλέπει το κοινό του στη Νέα Υόρκη ή το Σιάτλ, ο Γκρίνγουολντ φοράει σαγιονάρες και σορτσάκι. Το υβριδικό ντύσιμο εκφράζει μια γενικότερη διπλή υπόσταση μεταξύ ιδιώτη και επαγγελματία. Στην προσωπική του ζωή ο Γκρίνγουολντ είναι τρυφερός. Προφανώς συγκινείται από τα ζώα που υποφέρουν· με τον σύντροφό του, τον Ντέιβιντ Μιράντα, έχουν μαζέψει δέκα αδέσποτα. Επίσης αναλαμβάνουν να φροντίζουν και σκυλιά άλλων, ενώ έχουν και μια γάτα. Ο Γκρίνγουολντ και ο Μιράντα γνωρίστηκαν όταν ο δημοσιογράφος ήρθε στο Ρίο για δίμηνες διακοπές το 2005· συνέβη τη δεύτερη μέρα που ο Γκρίνγουολντ βρισκόταν στην πόλη και ήταν αραγμένος στην παραλία. Πολύ γρήγορα ερωτεύτηκαν· ο Γκρίνγουολντ λέει ότι μένει στη βραζιλιάνικη παράκτια πόλη του Μιράντα επειδή ο ομοσπονδιακός νόμος των ΗΠΑ δεν αναγνώριζε τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. (Τώρα πια έχει αλλάξει.) Ο Μιράντα εργάζεται ως βοηθός του Γκρίνγουολντ. Όταν τον συναντάς, ο Γκρίνγουολντ είναι μετριοπαθής, χαλαρός στην παρέα, ομιλητικός και ευγενικός. Επαγγελματικά ωστόσο, ο Γκρίνγουολντ είναι ένα εντελώς διαφορετικό πλάσμα: ανταγωνιστικός, αμείλικτος, σαρδόνιος και λεπτολόγος. Στηλιτεύει διαρκώς την υποκρισία της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Γκρίνγουολντ δεν χαρίστηκε ούτε στιγμή στην προεδρία του Τζορτζ Μπους και του Ομπάμα. Επικρίνει δριμύτατα τα τεκταινόμενα στην Ουάσινγκτον. Τα δικαιώματα των πολιτών, οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η καταστροφική εμπλοκή των ΗΠΑ στον μουσουλμανικό κόσμο, το Γκουαντάναμο, το «παγκόσμιο καθεστώς βασανιστηρίων» των ΗΠΑ – με όλα αυτά έχει ασχοληθεί η «πένα» του Γκρίνγουολντ σε ύφος Τζόναθαν Σουίφτ. Σε μακροσκελείς, κατά καιρούς χειμαρρώδεις αναρτήσεις, έχει αποτυπώσει τα φερόμενα ως εγκλήματα της αμερικανικής κυβέρνησης σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ευθαρσείς απόψεις του Γκρίνγουολντ περί ιδιωτικότητας τον


καθιστούν αδιαμφισβήτητα τον διασημότερο Αμερικανό επικριτή των κρατικών παρακολουθήσεων. Οι οπαδοί του τον θεωρούν ένα ριζοσπαστικό ήρωα που ακολουθεί το επαναστατικό παράδειγμα του Τόμας Πέιν, του θαρραλέου δημοσιογράφου-φυλλαδιογράφου. Οι εχθροί του τον χαρακτηρίζουν εκνευριστικό, «ακτιβιστή», μέχρι και προδότη. Δύο από τα βιβλία του καλύπτουν την εξωτερική πολιτική και τις καταχρήσεις των ανώτερων στελεχών της Περιόδου Μπους. Σε ένα τρίτο με τίτλο Ελευθερία και δικαιοσύνη για λίγους (2011), εξετάζει τα δύο μέτρα και σταθμά της αμερικανικής ποινικής δικαιοσύνης. Ο Γκρίνγουολντ υποστηρίζει πειστικά ότι ισχύει ένας κανόνας για τους αδύναμους και ένας άλλος για τα υψηλόβαθμα στελέχη που παραβιάζουν τον νόμο και καταφέρνουν πάντοτε να τη γλιτώνουν. Το βιβλίο ασχολείται με ένα ζήτημα σημαντικό για τον Γκρίνγουολντ όσο και για τον Σνόουντεν: το σκάνδαλο παράνομων τηλεφωνικών υποκλοπών όταν στον Λευκό Οίκο ήταν ο Μπους και το γεγονός ότι δεν τιμωρήθηκε ποτέ κανένας υπεύθυνος. Τον Αύγουστο του 2012 ο Γκρίνγουολντ έφυγε από το Salon.com και άρχισε να αρθρογραφεί στην Guardian ως ανεξάρτητος αρθρογράφος. Επρόκειτο για ταιριαστό ζευγάρωμα. Ο διευθυντής σύνταξης, ο Άλαν Ράσμπριτζερ, θεωρεί ότι η Guardian διαδραματίζει έναν διακριτό ρόλο συγκριτικά με τις περισσότερες αμερικανικές εφημερίδες – αντιμετωπίζοντας με λιγότερο σεβασμό τις έννοιες των επαγγελματικών ορίων και της αποστασιοποίησης που, δίκαια ή άδικα, διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την αμερικανική δημοσιογραφία. Σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με άλλα ειδησεογραφικά συγκροτήματα, η Guardian έχει αγκαλιάσει τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες που έχουν ριζοσπαστικοποιήσει την παλαιά τάξη πραγμάτων. Ο Ράσμπριτζερ παρατηρεί: «Κατά τη γνώμη μου είμαστε πιο δεκτικοί στο επιχείρημα ότι οι εφημερίδες μπορούν να προσφέρουν μια καλύτερη περιγραφή του κόσμου συνδυάζοντας τις πολλαπλές φωνές –που σε καμία περίπτωση δεν ανήκουν όλες σε συμβατικούς δημοσιογράφους– που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές πλατφόρμες και διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία ως προς το ύφος τους. Κάπως έτσι κατέληξε ο Γκρίνγουολντ στην Guardian». Έτσι λοιπόν ο Γκρίνγουολντ ενσαρκώνει τη δημόσια αντιπαράθεση ως προς το τι σημαίνει να είσαι δημοσιογράφος στον 21ο αιώνα, σε αυτόν τον καινούριο και θορυβώδη κόσμο των ψηφιακών προσωπικών δημοσιεύσεων, των μπλόγκερ, των πολιτών-ρεπόρτερ και του Twitter. Ορισμένοι έχουν αποκαλέσει αυτό το ψηφιακό οικοσύστημα εκτός των κυρίαρχων μέσων «Πέμπτη Εξουσία», σε αντιδιαστολή με την κατεστημένη Τέταρτη Εξουσία. Μάλιστα το Χόλιγουντ χρησιμοποίησε τον χαρακτηρισμό σε μία ταινία με θέμα το WikiLeaks. Ωστόσο ο Ράσμπριτζερ προσθέτει: «Στον Γκρίνγουολντ δεν αρέσει ιδιαίτερα να τον χαρακτηρίζουν μέλος της Πέμπτης Εξουσίας – κυρίως λόγω μιας επίμονης προσπάθειας όσων ασχολούνται με την πολιτική και τον νόμο, αλλά και τη δημοσιογραφία, να περιορίσουν τα δικαιώματα προστασίας (για παράδειγμα, των πηγών ή των μυστικών) σε άτομα που θεωρούν (αν και δυσκολεύονται να τα ορίσουν) ως αξιόπιστους δημοσιογράφους. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πατάει και στις δύο βάρκες, στην παλιά και στη νέα». Σίγουρα ο Γκρίνγουολντ είναι οπαδός της μεροληπτικής προσέγγισης στη δημοσιογραφία


– η οποία όμως, όπως λέει, οφείλει να βασίζεται σε στοιχεία, αποδείξεις και επιβεβαιωμένα δεδομένα. Συνήθως χρησιμοποιεί λεπτομέρειες για να κατατροπώσει τους αντιπάλους του, οδηγώντας ακόμη και ιερά τέρατα της έγκυρης αμερικανικής δημοσιογραφίας όπως η Washington Post και οι New York Times να προχωρήσουν σε επανορθώσεις. Σε μια διαφωτιστική συζήτηση με τον Μπιλ Κέλερ, πρώην συντάκτη των New York Times, ο Γκρίνγουολντ αναγνωρίζει ότι «τα κατεστημένα μιντιακά συγκροτήματα» έχουν κάνει ορισμένα «εξαιρετικά ρεπορτάζ» τις τελευταίες δεκαετίες. Υποστηρίζει όμως ότι το προεπιλεγμένο μοντέλο της αμερικανικής δημοσιογραφίας –όπου ο ρεπόρτερ αφήνει στην άκρη τις υποκειμενικές απόψεις του για χάρη μιας υψηλότερης αλήθειας– έχει οδηγήσει κατά καιρούς σε «τερατώδη ρεπορτάζ» και δηλητηριώδεις συνήθειες. Ανάμεσά τους ο υπερβολικός σεβασμός στην εκάστοτε κυβέρνηση των ΗΠΑ και η εσφαλμένη εξίσωση της αληθινής άποψης με μια λανθασμένη για λόγους «ισορροπίας». Η ιδέα ότι οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να έχουν απόψεις ανήκει στη σφαίρα της «μυθολογίας», λέει ο Γκρίνγουολντ. Απεχθάνεται ιδιαίτερα μία συγκεκριμένη κατηγορία: τους δημοσιογράφους που κατά τη γνώμη του λειτουργούν ως φερέφωνα του Λευκού Οίκου. Τους αποκαλεί γλοιώδεις. Θεωρεί πως αντί να ελέγχουν τους ισχυρούς, οι δημοσιογραφικοί όμιλοι της Ουάσινγκτον συχνά υιοθετούν τον ρόλο του αυλικού. Στο μεταξύ ο Κέλερ, μαζί με άλλους επιφυλακτικούς συντάκτες, ασκούν τη δική τους κριτική στην «υπερασπιστική δημοσιογραφία». Ο Κέλερ λέει: «Το θέμα είναι ότι, από τη στιγμή που αναφέρεις δημόσια τις “υποκειμενικές παραδοχές και τις πολιτικές σου αξίες”, είναι ανθρώπινο να θελήσεις να τις υπερασπιστείς μπαίνοντας στον πειρασμό να περιορίσεις τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων ή περιχαρακώνεις τα επιχειρήματα με τρόπους που ενισχύουν τη δεδηλωμένη οπτική σου». Στους επόμενους μήνες, η εκδοχή της υπερασπιστικής δημοσιογραφίας του Γκρίνγουολντ θα αντιμετώπιζε τέτοια δημόσια εξονυχιστική ανάλυση που ούτε ο ίδιος μπορούσε να τη φανταστεί. Τον Δεκέμβριο του 2012, ένας από τους αναγνώστες του Γκρίνγουολντ του έστειλε ένα ιμέιλ. Δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο· λάμβανε καθημερινά δεκάδες ανάλογα. Ο αποστολέας (που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι γυναίκα) δεν αποκάλυπτε την ταυτότητά του. Έγραφε: «Έχω κάποιο υλικό που ίσως σε ενδιαφέρει». «Ήταν πολύ ασαφής», θυμάται ο Γκρίνγουολντ. Ο μυστηριώδης αποστολέας είχε ένα ασυνήθιστο αίτημα: ζήτησε από τον Γκρίνγουολντ να εγκαταστήσει ένα λογισμικό κρυπτογράφησης PGP στον φορητό του υπολογιστή. Αφού εγκατασταθεί, το πρόγραμμα επιτρέπει στα δύο μέρη να έχουν μια κρυπτογραφημένη διαδικτυακή συνομιλία. Αν χρησιμοποιηθεί σωστά, το PGP εγγυάται την προστασία της συνομιλίας (τα αρχικά σημαίνουν «Pretty Good Privacy» – ιδιωτικότητα σε ικανοποιητικό βαθμό)· αποκλείει την όποια παρεμβολή από τρίτους. Η πηγή δεν εξηγούσε για ποιο λόγο ήταν απαραίτητη αυτή η περίεργη προφύλαξη. Ο Γκρίνγουολντ δεν είχε αντίρρηση – σκόπευε εδώ και καιρό να εγκαταστήσει ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν οι ερευνητές δημοσιογράφοι, το WikiLeaks και όσοι υποψιάζονται κρατική παρακολούθηση. Όμως υπήρχαν δύο προβλήματα. «Βασικά είμαι


τεχνολογικά αναλφάβητος», παραδέχεται ο Γκρίνγουολντ. Επιπλέον, ανέκαθεν θεωρούσε πως τα άτομα που επέμεναν στη χρήση κρυπτογράφησης σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύονταν ελαφρώς παρανοϊκά. Λίγες μέρες μετά ο αποστολέας επικοινώνησε ξανά. Ρώτησε: «Το έκανες;» Ο Γκρίνγουολντ απάντησε αρνητικά. Ζήτησε περισσότερο χρόνο. Πέρασαν αρκετές μέρες. Έφτασε άλλο ένα ιμέιλ. Επέμενε: «Το έκανες;» Απογοητευμένος, ο άγνωστος αποστολέας δοκίμασε μια άλλη στρατηγική. Έφτιαξε μια ιδιωτική παρουσίαση στο YouTube όπου έδειχνε βήμα-βήμα πώς να κατεβάσεις το σωστό λογισμικό κρυπτοκράφησης – έναν οδηγό για χαζούς. Το βίντεο είχε ελάχιστα κοινά στοιχεία με τα αντίστοιχα της Ακαδημίας Χαν: ο δημιουργός παρέμενε ανώνυμος, μια παρουσία εκτός οθόνης. Το βίντεο περιείχε απλώς μια σειρά από οδηγίες. «Είδα την οθόνη ενός υπολογιστή και γραφήματα. Δεν είδα καν τα χέρια του τύπου. Ήταν πολύ επιφυλακτικός», λέει ο Γκρίνγουολντ. Ο ανεξάρτητος δημοσιογράφος το παρακολούθησε. Όμως, καθότι απασχολημένος με άλλα ζητήματα, δεν κάθισε να ακολουθήσει τις οδηγίες. Το ξέχασε. «Ήθελα να το κάνω. Συνεργάζομαι συχνά με χάκερ», λέει ο Γκρίνγουολντ. Τελικά: «Δεν έκανε αρκετά για να τον τοποθετήσω ψηλά στη λίστα με τις προτεραιότητές μου». Πέντε μήνες αργότερα, στη διάρκεια της συνάντησής τους στο Χονγκ Κονγκ, ο Γκρίνγουολντ συνειδητοποίησε ότι η υποτιθέμενη πηγή του, στα τέλη του 2012, δεν ήταν άλλη από τον Έντουαρντ Σνόουντεν. Ο Σνόουντεν ανήκε στην κοινότητα των αναγνωστών του Γκρίνγουολντ. Καθώς του άρεσε η άποψη του Γκρίνγουολντ για τον κόσμο, το μπρίο και η ασυμβίβαστη προσέγγιση του στα κρατικά ζητήματα, ο Σνόουντεν είχε απευθυνθεί σ’ αυτόν, καίτοι ανεπιτυχώς. «Ο Σνόουντεν μου είπε: “Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν το έκανες. Σαν να έλεγε: ‘Βλάκα!’”». Όντας στη Χαβάη, ο Σνόουντεν βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Βραζιλία. Υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες για μία κατ’ ιδίαν συνάντηση. Η διαδικτυακή επικοινωνία ήταν απολύτως απαραίτητη. Ωστόσο ο Γκρίνγουολντ ήταν υπερβολικά απασχολημένος για να ακολουθήσει ακόμη και τον απλό οδηγό κρυπτογράφησης του Σνόουντεν. Η απογοήτευση του πληροφοριοδότη σίγουρα ήταν μεγάλη. Ο Γκρίνγουολντ λέει: «Σίγουρα σκεφτόταν: “ετοιμάζομαι να πάρω και γαμώ τα ρίσκα, να πετάξω τη ζωή μου στα σκουπίδια, να σκοτωθώ, να πραγματοποιήσω τη μεγαλύτερη διαρροή στα χρονικά και εκείνος [ο Γκρίνγουολντ] δεν μπαίνει καν στον κόπο να εγκαταστήσει το κρυπτογραφικό λογισμικό”». Εξαιτίας του φιάσκου με το PGP, χάθηκαν αρκετές βδομάδες. Ο Σνόουντεν δεν έχει ασφαλή τρόπο επικοινωνίας με τον Γκρίνγουολντ. Ο δημοσιογράφος συνέχιζε ανυποψίαστος την πολεμική του, από το απομονωμένο σπίτι στο βουνό. Από τη ζούγκλα εμφανίζονταν μαϊμούδες έτοιμες για πλιάτσικο και έστηναν καβγάδες με τους σκύλους, άλλοτε χτυπώντας τους με κλαδιά και άλλοτε υποχωρώντας στις πυκνές συστάδες από μπαμπού. Άλλες φορές ο Γκρίνγουολντ έπαιζε με τα σκυλιά του· λέει ότι τον βοηθά να ξεχνάει για λίγο την πολιτική και την ανηλεή ροή μηνυμάτων στο Twitter. Στα τέλη Ιανουαρίου 2013, ο Σνόουντεν δοκίμασε να επικοινωνήσει μαζί του με άλλο


τρόπο. Έστειλε ένα ιμέιλ στην Λόρα Πόιτρας. Ήλπιζε να ανοίξει έναν ανώνυμο δίαυλο επικοινωνίας με τη σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ, που ήταν φίλη και στενή συνεργάτης του Γκρίνγουολντ. Η Πόιτρας ήταν άλλη μια βασική επικρίτρια των πολιτικών κρατικής ασφάλειας των ΗΠΑ – όπως και ένα από τα εξέχοντα θύματά της. Επί σχεδόν μία δεκαετία η Πόιτρας ασχολιόταν με μια τριλογία ταινιών μεγάλου μήκους για την Αμερική στα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η πρώτη, Η χώρα μου, η χώρα μου (2006), αποτελούσε ένα αναγνωρισμένο πορτρέτο του Ιράκ μετά την εισβολή των ΗΠΑ, μέσα από την ιστορία ενός σουνίτη Ιρακινού γιατρού που ήταν υποψήφιος στις μετάΣαντάμ εκλογές του 2005. Η ταινία ήταν σε προσωπικό τόνο, συγκινητική, συναρπαστική και γενναία – ένα πεφωτισμένο έργο, υποψήφιο για Όσκαρ το 2007. Η επόμενη ταινία της Πόιτρας, Ο όρκος (2010), είχε γυριστεί στην Υεμένη και στο Γκουαντάναμο. Πρωταγωνιστούσαν δύο κάτοικοι της Υεμένης που παρασέρνονταν από τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας του προέδρου Μπους. Ο ένας, ο Σαλίμ Χαμντάν, κατηγορήθηκε ότι ήταν ο οδηγός του Οσάμα Μπιν Λάντεν και φυλακίστηκε στο Γκουαντάναμο· ο άλλος, ο γαμπρός του Χαμντάν, ήταν πρώην σωματοφύλακας του Μπιν Λάντεν. Μέσω αυτών, η Πόιτρας ασκούσε έντονη και ανθρωποκεντρική κριτική στα σκοτεινά χρόνια των Μπους-Τσέινι. Η αντίδραση των Αμερικανών αξιωματούχων ήταν απίστευτη. Επί έξι χρόνια, μεταξύ 2006 και 2012, οι πράκτορες του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας έθεταν υπό κράτηση την Πόιτρας κάθε φορά που έμπαινε στις ΗΠΑ. Αυτό συνέβη περίπου 40 φορές, όπως λέει η ίδια. Κάθε φορά οι πράκτορες την ανέκριναν, προχωρούσαν σε κατάσχεση των φορητών υπολογιστών και των κινητών της και απαιτούσαν να μάθουν με ποιους είχε συναντηθεί. Επίσης της αφαιρούσαν την κάμερα και τις σημειώσεις της. Υπήρχαν φορές που την κρατούσαν για τρεις τέσσερις ώρες. Δεν ανακάλυψαν ποτέ κάτι ενοχοποιητικό. Μία φορά, το 2011, όταν τη σταμάτησαν στο διεθνές αεροδρόμιο Τζον Φ. Κένεντι (JFK) της Νέας Υόρκης, αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις για τη δουλειά της, επικαλούμενη την πρώτη τροποποίηση του συντάγματος. Ο πράκτορας τής είπε: «Αν δεν απαντήσετε στις ερωτήσεις μας, θα βρούμε τις απαντήσεις στις ηλεκτρονικές σας συσκευές». Αντιδρώντας σε αυτές τις παρενοχλήσεις, η Πόιτρας υιοθέτησε νέες στρατηγικές. Έγινε ειδική σε θέματα κρυπτογράφησης. Έμαθε πώς να προστατεύει το πρωτογενές υλικό και τις ευαίσθητες πληροφορίες της. Κατανοούσε ότι, δεδομένης της εκτεταμένης κατασκοπευτικής ικανότητας της NSA, κάτι τέτοιο ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ σημαντικό. Πλέον ταξίδευε χωρίς να μεταφέρει ηλεκτρονικές συσκευές. Εύλογα, η Πόιτρας αποφάσισε να κάνει το μοντάζ της επόμενης ταινίας της εκτός Αμερικής. Μετακόμισε προσωρινά στη γερμανική πρωτεύουσα, το Βερολίνο. Το 2012 η Πόιτρας ασχολιόταν με το τελευταίο μέρος της τριλογίας. Θέμα του αυτή τη φορά ήταν η Αμερική και η ανησυχητική αύξηση της εσωτερικής παρακολούθησης. Ένας από τους συνεντευξιαζόμενους ήταν ο Γουίλιαμ Μπένι, ένα βαθύ λαρύγγι από την NSA. Ο Μπένι ήταν μαθηματικός, είχε εργαστεί σχεδόν 40 χρόνια στην υπηρεσία και βοήθησε στην αυτοματοποίηση των παρακολουθήσεων στο εξωτερικό. Έφυγε το 2001 και στη συνέχεια άρχισε τις αποκαλύψεις για την εσωτερική κατασκοπεία. Εκείνο το καλοκαίρι η Πόιτρας έφτιαξε ένα βίντεο μικρού μήκους για την ιστοσελίδα των New York Times σχετικά με την υπό εξέλιξη ταινία της. Στο συνοδευτικό άρθρο των Times, η


Πόιτρας περιέγραφε τι σημαίνει να αποτελείς «στόχο» της NSA. Από μακριά ο Σνόουντεν ενημερωνόταν για τις περιπέτειες της Πόιτρας. Γνώριζε ποια ήταν και τι είχε υποστεί. Όταν ρωτήθηκε αργότερα από τον δημοσιογράφο των Times Πίτερ Μάας γιατί είχε προσεγγίσει τον Γκρίνγουολντ και την Πόιτρας και όχι την εφημερίδα του, ο Σνόουντεν αποκρίθηκε: «Μετά την 11η Σεπτεμβρίου πολλά από τα σημαντικότερα δημοσιογραφικά συγκροτήματα στην Αμερική αποποιήθηκαν τον ρόλο του ελεγκτή της εξουσίας –και τη δημοσιογραφική ευθύνη να αμφισβητούν τις υπερβολές των κυβερνήσεων– φοβούμενα μήπως χαρακτηριστούν μη πατριωτικά και πληγούν εμπορικά σε μια περίοδο οξυμένου εθνικισμού. Από επιχειρηματική σκοπιά ήταν η προφανής στρατηγική, όμως το όφελος αυτών των συγκροτημάτων κατέληξε να κοστίζει ακριβά στην κοινή γνώμη. Τα μεγάλα συγκροτήματα μόλις έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν από αυτή την ψυχρή περίοδο». Και πρόσθετε: «Η Λόρα και ο Γκλεν είναι από τους ελάχιστους που συνέχισαν να ερευνούν άφοβα τα αμφιλεγόμενα θέματα όλη αυτή την περίοδο, ακόμα και όταν ήρθαν αντιμέτωποι με την έντονη προσωπική κριτική, με αποτέλεσμα ειδικότερα η Λόρα να στοχοποιηθεί προσωπικά... Επέδειξε το θάρρος, την προσωπική εμπειρία και την απαιτούμενη ικανότητα προκειμένου να χειριστεί πιθανόν το πιο επικίνδυνο εγχείρημα ενός δημοσιογράφου –τη διερεύνηση των μυστικών παρανομιών της ισχυρότερης κυβέρνησης στον κόσμο– με αποτέλεσμα να αποτελεί προφανή επιλογή». Στο Βερολίνο η Πόιτρας αναλογιζόταν το ιμέιλ που είχε στείλει ο Σνόουντεν: «Είμαι ανώτερο στέλεχος της κοινότητας των μυστικών υπηρεσιών. Δεν πρόκειται να χάσεις τον χρόνο σου...» (Ο ισχυρισμός ήταν μάλλον υπερβολικός. Όχι ως προς την πρόσβαση του Σνόουντεν στα απόρρητα έγγραφα, αλλά ως προς τη θέση του – ήταν ένας σχετικά χαμηλόβαθμος αναλυτής υποδομών.) Ο Σνόουντεν της ζήτησε τον προσωπικό της κωδικό κρυπτογράφησης. Εκείνη τον έδωσε. Φρόντισε και με άλλους τρόπους να διαβεβαιώσει τον Σνόουντεν, που παρέμενε ακόμη μια ανώνυμη πηγή, ότι γνώριζε πώς να επικοινωνεί με ασφάλεια. «Σχεδόν από την πρώτη στιγμή ένιωσα να μου εξάπτει το ενδιαφέρον», λέει η Πόιτρας. «Σε εκείνο το σημείο σκεφτόμουν πως ή είναι κάτι αυθεντικό ή κάποια παγίδα. Οι σκέψεις μου ήταν χωρισμένες στα δύο. Η μία πλευρά έλεγε, ρε γαμώτο, μου φαίνεται αυθεντικό». Η Πόιτρας έγραψε: «Δεν ξέρω αν είσαι αυθεντικός, τρελός ή προσπαθείς να με παγιδέψεις». Ο Σνόουντεν αποκρίθηκε: «Δεν σου ζητάω κάτι. Απλώς θα σου πω κάποια πράγματα». Η Πόιτρας ρώτησε αν ο Σνόουντεν είχε δει τον φάκελό της με τις λεπτομέρειες των ανακρίσεων όποτε έμπαινε στις ΗΠΑ. Εκείνος απάντησε αρνητικά. Εξήγησε όμως ότι την είχε «επιλέξει» εξαιτίας των παρενοχλήσεων που είχε υποστεί. Οι υπηρεσίες πληροφοριών είχαν τη δυνατότητα να εντοπίσουν και να παρακολουθήσουν «τους πάντες», όχι μόνο την Πόιτρας – ανεξαρτήτως συνόρων, πόλεων ή δρόμων, είπε. «Βάζω στοίχημα ότι δεν σου αρέσει αυτό το σύστημα. Μόνο εσύ μπορείς να πεις αυτή την ιστορία». Αν μη τι άλλο η Πόιτρας ήταν ακόμη πιο παρανοϊκή από τον Σνόουντεν σε αυτό το αρχικό στάδιο. Συνέχιζε να υποψιάζεται κάποια ασαφή κρατική συνωμοσία εναντίον της. Στο μεταξύ, στη Χαβάη, ο Σνόουντεν λάμβανε ακραία μέτρα προστασίας. Δεν επικοινωνούσε ποτέ από το σπίτι ή το γραφείο. «Ξεκαθάρισε ότι δυσκολευόταν να


επικοινωνήσει. Έπρεπε να πάει σε άλλη τοποθεσία για να το κάνει. Δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει τα συνηθισμένα δίκτυα. Προσπαθούσε να καλύψει τα ίχνη του», λέει η Πόιτρας. Η αποστολή ιμέιλ συνεχίστηκε. Ένα τη βδομάδα. Συνήθως έφταναν τα Σαββατοκύριακα, όταν ο Σνόουντεν κατάφερνε να ξεφύγει. Το ύφος ήταν σοβαρό, αν και υπήρχαν χιουμοριστικές στιγμές. Κάποια στιγμή ο Σνόουντεν συμβούλευσε την Πόιτρας να βάλει το κινητό της στην κατάψυξη. «Έγραφε εξαιρετικά. Τα ιμέιλ του ήταν καλά. Ένιωθα σαν να διαβάζω ένα θρίλερ», θυμάται. Ο Σνόουντεν επιθυμούσε να έχουν τακτική επικοινωνία, όμως ήταν φανερό ότι δυσκολευόταν να βρει ασφαλές μέρος για να πληκτρολογήσει. Οι αποκαλύψεις του ήταν ελάχιστες. Δεν περιλάμβαναν προσωπικές λεπτομέρειες. Κι έπειτα ο Σνόουντεν έριξε τη βόμβα. Είπε ότι είχε στα χέρια του την Προεδρική Οδηγία Πολιτικής 20, ένα άκρως απόρρητο έγγραφο 18 σελίδων που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2012. Έλεγε ότι ο Ομπάμα είχε διατάξει κρυφά τους ανώτερους αξιωματούχους εθνικής ασφαλείας και μυστικών υπηρεσιών να δημιουργήσουν μια λίστα πιθανών στόχων στο εξωτερικό για αμερικανικές κυβερνο-επιθέσεις. Δεν αναφερόταν σε αμυντικές αλλά σε επιθετικές ενέργειες. Η υπηρεσία παγίδευε καλώδια οπτικών ινών, παρακολουθούσε παράνομα τα σημεία όπου κατέληγαν αυτά τα καλώδια και έκανε παγιδεύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, υποστήριζε ο Σνόουντεν. Διέθετε τις αποδείξεις. «Παραλίγο να λιποθυμήσω», λέει η Πόιτρας. Σε αυτό το σημείο η σκηνοθέτης αναζήτησε τη συμβουλή ορισμένων έμπιστων πηγών προκειμένου να πιστοποιήσει τους ισχυρισμούς. Στη Νέα Υόρκη συμβουλεύτηκε την Αμερικανική Ένωση Ατομικών Ελευθεριών (American Civil Liberties Union – ACLU). Δείπνησε στο Γουέστ Βίλατζ με τον Μπάρτον Γκέλμαν της Washington Post. Ο Γκέλμαν, ειδικός στα θέματα εθνικής ασφάλειας, θεώρησε ότι η πηγή έμοιαζε αξιόπιστη. Ωστόσο ήταν λιγάκι επιφυλακτικός. Στο μεταξύ η πηγή ξεκαθάρισε ότι ήθελε τη συμμετοχή του Γκρίνγουολντ. Αφού επέστρεψε στη Γερμανία, η Πόιτρας άρχισε να κινείται εξαιρετικά προσεκτικά. Ήταν μάλλον λογικό να υποθέσει ότι η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Βερολίνο την παρακολουθούσε με κάποιο τρόπο. Εξαιτίας του πρόσφατου ντοκιμαντέρ της, η Πόιτρας είχε έλθει σε επαφή με τον Τζούλιαν Ασάνζ, το bête noire της Ουάσινγκτον, ο οποίος από το καλοκαίρι του 2012 ήταν αποκλεισμένος στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρέες της αλλά και πολλούς άλλους λόγους για τους οποίους ενδιέφερε τις υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ, ήταν σίγουρη ότι παρακολουθούσαν οποιονδήποτε συμβατικό τρόπο επικοινωνίας. Τα τηλέφωνα ήταν άχρηστα· το ιμέιλ δεν ήταν ασφαλές. Πώς μπορούσε να επικοινωνήσει με τον φίλο της τον Γκρίνγουολντ σχετικά με τη μυστηριώδη επαφή της; Έπρεπε να υπάρξει μια κατ’ ιδίαν συνάντηση. Στα τέλη Μαρτίου επέστρεψε στις ΗΠΑ. Από εκεί έστειλε ένα μήνυμα στον Γκρίνγουολντ προτείνοντας να συναντηθούν, χωρίς ηλεκτρονικές συσκευές. Ο Γκρίνγουολντ είχε ήδη κανονίσει να μεταβεί στη Νέα Υόρκη για μια διάλεξη στο Συμβούλιο Αμερικανο-Ισλαμικών Σχέσεων (Council on American-Islamic Relations – CAIR), μια μουσουλμανική οργάνωση πολιτικών δικαιωμάτων. Το δίδυμο συναντήθηκε στον χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου όπου έμενε ο Γκρίνγουολντ, το Marriott στο Γιόνκερς – ένα


μάλλον απίθανο, «φριχτό» μέρος για την πραγματοποίηση του πρώτου βήματος για τη σημαντικότερη διαρροή εγγράφων στην ιστορία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Η Πόιτρας έδειξε στον Γκρίνγουολντ δύο ιμέιλ. Δεν γνώριζε ότι η ανώνυμη πηγή είχε επιχειρήσει ήδη να επικοινωνήσει με τον Γκρίνγουολντ. Ήταν αυθεντικός; Ή ένας απατεώνας που προσπαθούσε να την παγιδέψει; Η Πόιτρας ήταν ενθουσιασμένη, αγχωμένη και έψαχνε για επιβεβαίωση. «Δεν υπήρχαν λεπτομέρειες στα ιμέιλ. Η πηγή δεν αποκάλυπτε τα στοιχεία της. Δεν έλεγε πού εργαζόταν», λέει ο Γκρίνγουολντ. Αντί στοιχείων, τα ιμέιλ πρόσφεραν ένα ριζοσπαστικό προσωπικό μανιφέστο – ένα ευφυές προσχέδιο για τους λόγους που ο Σνόουντεν ήταν έτοιμος να διαρρεύσει διαβαθμισμένο υλικό και ποιες θα ήταν τελικά οι κοσμοϊστορικές συνέπειες αυτής της πράξης. «Ανέλυε τη φιλοσοφία του ως προς το τι ήθελε να πετύχει και γιατί ήταν πρόθυμος να πάρει τέτοια ρίσκα», λέει ο Γκρίνγουολντ. Η πηγή έμοιαζε αξιόπιστη: «Με κάποιο τρόπο η Λόρα κι εγώ νιώθαμε ενστικτωδώς ότι το πάθος του ήταν αυθεντικό. Και οι δύο συνειδητοποιήσαμε ότι τα ιμέιλ ήταν πραγματικά. [Το ύφος] ήταν έξυπνο και εκλεπτυσμένο, όχι ασυνάρτητο και παρανοϊκό». Είχαν αρχίσει να σχηματίζουν μια εικόνα – ενός ευφυούς, πολιτικά ψαγμένου, λογικού ατόμου που κατάστρωνε ένα σχέδιο εδώ και καιρό. Η πηγή είχε αρχίσει να το ξεδιπλώνει, σταδιακά. Οι δημοσιογράφοι έπρεπε αναγκαστικά να περιμένουν κάθε επόμενο επεισόδιο. «Μιλούσε σαν να έπαιρνε ένα τεράστιο ρίσκο, για αποκαλύψεις ιδιαίτερα σοβαρές», λέει ο Γκρίνγουολντ. «Δεν έμοιαζε επιπόλαιος, ούτε είχε αυταπάτες». Κουβεντιάζοντας με την Πόιτρας, ο Γκρίνγουολντ κατέληξε σε ένα δικό του σχέδιο. Προκειμένου η ιστορία να έχει αντίκτυπο, έπρεπε να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κόσμου, υποστήριξε ο Γκρίνγουολντ. Θα το κατάφερναν μόνο αν η πηγή μπορούσε να επιδείξει πειστικά στοιχεία παρανομίας – εσφαλμένης συμπεριφοράς από πλευράς NSA που υπερέβαινε κατά πολύ οποιαδήποτε δημοκρατική εξουσιοδότηση. Ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχουν ήταν να έλθουν στα χέρια τους τα έγγραφα εθνικής ασφάλειας: χωρίς αυτά θα δυσκολεύονταν να ταράξουν τα νερά για τέτοια ζητήματα. Η πηγή συμπεριφέρθηκε με τρόπο αναπάντεχο. Η Πόιτρας υπέθετε ότι θα προσπαθούσε να παραμείνει ανώνυμος. Άλλωστε, αν αποκαλυπτόταν, σίγουρα θα αντιμετώπιζε τις συνέπειες του νόμου. Όμως ο Σνόουντεν της είπε: «Δεν πρόκειται να σβήσω τα μεταδεδομένα. Ελπίζω να ζωγραφίσεις έναν στόχο στην πλάτη μου και να πεις στον κόσμο ότι το έκανα μόνος μου». Σε ένα άλλο ιμέιλ ο Σνόουντεν είπε ότι το «δύσκολο κομμάτι» της απόσπασης των εγγράφων είχε ολοκληρωθεί, όμως τώρα άρχιζε μια άλλη επικίνδυνη φάση. «Μπορούσα να καταλάβω το διακύβευμα», λέει η Πόιτρας. «Ανησυχούσε πολύ για τυχόν εμπλοκή των φίλων και της οικογένειάς του. Δεν ήθελε να παραμείνει ανώνυμος. Δεν ήθελε να υποδείξουν άλλους ως υπεύθυνους». Φαίνεται πως ο Σνόουντεν γνώριζε ότι οι πράξεις του κατά πάσα πιθανότητα θα τον οδηγούσαν στη φυλακή. Προειδοποίησε: «Πρέπει κανείς να διαχειρίζεται τις προσδοκίες του. Από ένα σημείο και μετά δεν θα είμαι διαθέσιμος». Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε μια σχέση εμπιστοσύνης, η Πόιτρας είπε στην πηγή ότι θα ήθελε να του πάρει συνέντευξη. Είπε στον Σνόουντεν ότι έπρεπε να διατυπώσει με ευκρίνεια «γιατί» έπαιρνε αυτό το ρίσκο. Ήταν σημαντικό.


Ο Σνόουντεν δεν είχε σκεφτεί να δώσει συνέντευξη. Όμως η ιδέα ήταν καλή: σκοπός του ήταν να ενημερωθεί ο κόσμος. Είπε ότι εδώ και τέσσερα χρόνια σκεφτόταν να διαρρεύσει το υλικό. Κάποια στιγμή είχε σκεφτεί να το δώσει στον Ασάνζ. Τελικά απέρριψε την ιδέα. Ο ιστότοπος υποβολών του WikiLeaks ήταν εκτός λειτουργίας και ο Ασάνζ βρισκόταν υπό παρακολούθηση, παγιδευμένος σε μια ξένη πρεσβεία. Παρά τις δεξιότητες του Ασάνζ σε θέματα ασφάλειας, ο Σνόουντεν συνειδητοποιούσε ότι θα ήταν δύσκολο να επικοινωνήσει μαζί του. Στα τέλη της άνοιξης του 2013, η ιδέα μιας καταλυτικής συνάντησης παρέμενε στον αέρα. «Χρειάζομαι έξι με οχτώ βδομάδες για να προετοιμαστώ για κάτι τέτοιο», έγραψε ο Σνόουντεν. Το «τέτοιο» παρέμενε βασανιστικά ασαφές. Η Πόιτρας επέστρεψε στο Βερολίνο. Ο Γκρίνγουολντ επέστρεψε στο Ρίο. Συνέχισε τη ζωή του. Η σκιώδης πηγή ήταν ενδιαφέρουσα. Όμως – όπως συμβαίνει συχνά με τις δημοσιογραφικές ιστορίες – το «τέτοιο» ίσως ήταν λιγότερο θελκτικό απ’ όσο έμοιαζε· άλλη μία από τις πολλές άκυρες εκκινήσεις στη δημοσιογραφία. «Δεν κάθισα να φαντασιώνομαι. Ίσως τελικά να ήταν απατεώνας», λέει ο Γκρίνγουολντ. Καθώς οι βδομάδες περνούσαν, η περίπτωση να συμβεί κάτι έμοιαζε λιγότερο πιθανή. «Σχεδόν είχα πάψει να το σκέφτομαι. Δεν επικεντρωνόμουν καθόλου σ’ αυτό». Στα μέσα Απριλίου ο Γκρίνγουολντ έλαβε ένα ιμέιλ από την Πόιτρας. Του έλεγε να περιμένει ένα πακέτο με την FedEx. Στο ενδιάμεσο οι δυο τους δεν είχαν επικοινωνήσει σχεδόν καθόλου· ο Γκρίνγουολντ δεν είχε ακόμη λογισμικό κρυπτογράφησης. Όμως το πακέτο της FedEx υποδήλωνε ότι τα πράγματα είχαν αρχίσει να κινούνται και ότι, όπως το θέτει ο Γκρίνγουολντ, «ο αετός είχε προσγειωθεί». Το πακέτο έφτασε· περιείχε δύο USB. Ο Γκρίνγουολντ υπέθεσε αρχικά ότι τα στικάκια περιείχαν άκρως απόρρητα έγγραφα «τυλιγμένα σε στρώματα κρυπτογράφησης και προγραμμάτων Linux». Στην πραγματικότητα περιείχαν ένα πρόγραμμα ασφαλείας που θα επέτρεπε στον Γκρίνγουολντ να εγκαταστήσει ένα βασικό λογισμικό για κρυπτογραφημένες συνομιλίες. Ο Σνόουντεν επικοινώνησε ξανά με την Πόιτρας: «Πρέπει να έρθεις. Θα σε συναντήσω. Αλλά είναι ριψοκίνδυνο». Ήταν το επόμενο στάδιο του σχεδίου τους. Ο Σνόουντεν σκόπευε να διαρρεύσει ένα έγγραφο. Το αρχείο αποκάλυπτε τη συνεργασία της NSA με τους κολοσσούς του διαδικτύου σε ένα μυστικό πρόγραμμα με την ονομασία PRISM. «Πολλοί θα πάθουν καρδιακή προσβολή από αυτό», ισχυριζόταν ο Σνόουντεν. Ο Σνόουντεν δεν ήθελε να εμπλακεί ευθέως η Πόιτρας· αντ’ αυτού της ζήτησε να του προτείνει άλλους δημοσιογράφους που ίσως το δημοσιοποιούσαν χωρίς να αποδώσουν σ’ εκείνον τη διαρροή. Ήθελε να απλώσει ευρύτερα τα δίχτυα του. Η Πόιτρας πέταξε ξανά για Νέα Υόρκη αναμένοντας να συναντήσει κάποιον ανώτερο γραφειοκράτη των μυστικών υπηρεσιών. Υπέθετε ότι η συνάντηση μάλλον θα γινόταν κάπου στις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ – κατά πάσα πιθανότητα στη Βαλτιμόρη ή σε κάποια αγροικία στο Μέριλαντ. Ζήτησε να έχει τουλάχιστον μισή μέρα για την


κινηματογράφηση και στην ιδανική περίπτωση ολόκληρη τη μέρα. Κατόπιν η πηγή της έστειλε ένα κρυπτογραφημένο αρχείο. Περιείχε την παρουσίαση του PRISM σε PowerPoint. Και ένα δεύτερο έγγραφο. Η έκπληξη ήταν απόλυτη: «Προορισμός σου το Χονγκ Κονγκ». Την επόμενη μέρα κατέφθασε ένα δεύτερο μήνυμα για την Πόιτρας, με την πηγή να αποκαλύπτει για πρώτη φορά το όνομά της: «Έντουαρντ Σνόουντεν». Το όνομα δεν σήμαινε το παραμικρό· η Πόιτρας γνώριζε πως, αν έψαχνε το όνομα του Σνόουντεν στην Google, αμέσως θα σήμανε συναγερμός στην NSA. Συνημμένα υπήρχαν ένας χάρτης, μια λίστα με οδηγίες για τη συνάντηση και ένα μήνυμα: «Αυτός είμαι. Αυτά θα πουν για μένα. Αυτές είναι οι πληροφορίες που έχω». Ο Σνόουντεν επικοινώνησε με τον Γκρίνγουολντ, χρησιμοποιώντας τον καινούριο κρυπτογραφημένο δίαυλο. «Συνεργάζομαι με μια φίλη σου... Πρέπει να μιλήσουμε, επειγόντως». Το βαθύ λαρύγγι είχε επιτέλους κάτι που επιθυμούσε διακαώς για σχεδόν έξι μήνες – μια απευθείας, ασφαλή σύνδεση με τον ακριβοθώρητο δημοσιογράφο. Η πηγή ήταν φανερά εξοικειωμένη με το έργο του Γκρίνγουολντ. Οι δυο τους αντάλλαξαν μηνύματα. Ο Σνόουντεν έγραψε: «Μπορείς να έρθεις στο Χονγκ Κονγκ;» Ο Γκρίνγουολντ θεώρησε περίεργο το αίτημα και του προκάλεσε «πραγματική σύγχυση»: τι δουλειά είχε ο εργαζόμενος μιας υπηρεσίας ασφαλείας των ΗΠΑ σε μια πρώην βρετανική αποικία, μέρος της κομμουνιστικής Κίνας και πολύ μακριά από το Φορτ Μιντ; «Δεν καταλάβαινα τι σχέση έχει το Χονγκ Κονγκ με όλη αυτή την ιστορία», λέει ο Γκρίνγουολντ. Με βάση το ένστικτό του δεν ήθελε να κάνει το παραμικρό. Εκείνη την περίοδο ασχολιόταν με ζητήματα που έμοιαζαν σημαντικά· πλησίαζε και η ημερομηνία παράδοσης ενός βιβλίου. «Θα έλεγα ότι καθυστέρησα λιγάκι», λέει. Ο Σνόουντεν δοκίμασε ξανά μέσω της Πόιτρας, προτρέποντάς την να πείσει τον Γκρίνγουολντ να πάει στο Χονγκ Κονγκ «αμέσως». Μόνος στο δωμάτιο του κινέζικου ξενοδοχείου, αναμένοντας ανά πάσα στιγμή να αποκαλυφθεί, ο Σνόουντεν είχε αρχίσει να τρελαίνεται από την αγωνία. Το σχέδιό του να διαφύγει παίρνοντας μαζί του ένα σωρό άκρως απόρρητο υλικό της NSA και της GCHQ είχε λειτουργήσει μέχρι στιγμής με αξιοσημείωτη ευκολία. Υποτίθεται πως αυτό ήταν το δύσκολο κομμάτι. Ωστόσο το εύκολο –η διάθεση του υλικού σε συμπαθούντες δημοσιογράφους– αποδεικνυόταν περίπλοκο. Ο Γκρίνγουολντ επικοινώνησε με τον Σνόουντεν μέσω τσατ. «Θα ήθελα να έχω μια πιο ουσιαστική ιδέα γιατί να έρθω και γιατί αξίζει να προσπαθήσω». Τις επόμενες δύο ώρες ο Σνόουντεν εξηγούσε στον Γκρίνγουολντ πώς μπορούσε να εγκαταστήσει το σύστημα Tails, μια από τις ασφαλέστερες μορφές επικοινωνίας, που χρησιμοποιεί το δίκτυο Tor διασφαλίζοντας την ανωνυμία. Τελικά ο στόχος επιτεύχθηκε. Κατόπιν ο Σνόουντεν έγραψε, με τρόπο που μπορεί να χαρακτηριστεί ακραία κοινότοπος: «Θα σου στείλω κάποια έγγραφα». Το αρχικό πακέτο του Σνόουντεν περιείχε περίπου 20 έγγραφα από τα άδυτα της NSA, τα περισσότερα με τη σφραγίδα «Άκρως Απόρρητο». Ανάμεσά τους και τις διαφάνειες για το PRISM. Υπήρχαν αρχεία που συμπλήρωναν τα κενά σχετικά με το STELLAR WIND, το βασικό παράδειγμα ατιμωρησίας στα ανώτερα κλιμάκια στο πιο πρόσφατο βιβλίο του Γκρίνγουολντ.


Ήταν κάτι το ανεκτίμητο – ένα θησαυροφυλάκιο απίστευτων δεδομένων. Με μια πρώτη ματιά υποδήλωνε ότι η NSA είχε παραπλανήσει το Κογκρέσο ως προς τη φύση των κατασκοπευτικών ενεργειών της στο εσωτερικό της χώρας, αν όχι ότι μάλλον είχε πει ψέματα. Λέει ο Γκρίνγουολντ: «Πάντοτε αντιστοιχίζω τα πράγματα με τη συμπεριφορά των σκυλιών. Ο Σνόουντεν με αντιμετώπιζε σαν σκύλο κουνώντας ένα μπισκοτάκι μπροστά στη μουσούδα μου. Μου έδειχνε άκρως απόρρητα προγράμματα της NSA. Ήταν απίστευτο. Δεν γίνονται ποτέ διαρροές από την NSA. Αρκούσε για να με κάνει να ιδρώσω». Ο Σνόουντεν ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να αναφέρει ότι ήταν μόνο η αρχή – και ότι είχε στην κατοχή του μεγάλο αριθμό μυστικών. Ο Γκρίνγουολντ είχε πλέον καταλάβει. Τηλεφώνησε στην Τζανίν Γκίμπσον, τη συντάκτρια της αμερικάνικης έκδοσης της Guardian στη Νέα Υόρκη. Είπε ότι ήταν επείγον. Όταν ο Γκρίνγουολντ άρχισε να εξηγεί για τα έγγραφα της NSA, η Γκίμπσον τον διέκοψε και είπε: «Δεν νομίζω ότι πρέπει να τα πούμε απ’ το τηλέφωνο». Του πρότεινε να πάει στη Νέα Υόρκη. Δύο μέρες μετά, την Παρασκευή 31 Μαΐου, ο Γκρίνγουολντ αναχώρησε από τον διεθνή αερολιμένα Γκαλεάο του Ρίο για το JFK και πήγε κατευθείαν στα κεντρικά γραφεία της Guardian στο Σόχο. Κάθισε στο γραφείο της Γκίμπσον. Είπε ότι ένα ταξίδι στο Χονγκ Κονγκ θα επέτρεπε στην Guardian να ανακαλύψει τη μυστηριώδη πηγή. Η πηγή μπορούσε να βοηθήσει στην επεξήγηση των εγγράφων που είχαν διαρρεύσει. Πολλά από αυτά ήταν τεχνικής φύσης – καθώς αναφέρονταν σε προγράμματα, τεχνικές παγίδευσης, μεθόδους, που ουσιαστικά κανείς εκτός NSA δεν γνώριζε την ύπαρξή τους. Τα περισσότερα δεν ήταν γραμμένα σε γλώσσα κατανοητή από τον μέσο άνθρωπο αλλά με τη χρήση ενός περίεργου λεξιλογίου αντιληπτού μόνο από τους μυημένους. Ορισμένα δεν έβγαζαν κανένα απολύτως νόημα, εξίσου κατανοητά με τις πινακίδες των αρχαίων Ασσυρίων. «Το θέμα ήταν πολύ σοβαρό. Και ό,τι πιο συναρπαστικό μπορούσε να φανταστεί κάποιος», λέει ο Γκρίνγουολντ. «Ο Σνόουντεν είχε επιλέξει έγγραφα που πραγματικά με δελέασαν. Το ίδιο συνέβη με τους πάντες στην Guardian. Ορισμένα ήταν συνταρακτικά. Είχαμε δει μόλις ελάχιστα από τη κορυφή του παγόβουνου». Ο Στιούαρτ Μίλαρ, αναπληρωτής αρχισυντάκτης της αμερικανικής Guardian, συμμετείχε στη συζήτηση. Και τα δύο στελέχη πίστευαν ότι το μανιφέστο του Σνόουντεν έμοιαζε μάλλον υπερβολικό. Με υπερφίαλους όρους η πηγή αναφερόταν στην προσωπική του φιλοσοφία και στον κατακλυσμιαίο μονόδρομο που είχε αποφασίσει να ακολουθήσει. Εκ των υστέρων, το ύφος του Σνόουντεν φαντάζει κατανοητό: στο κάτω κάτω θα κατέληγε ο πλέον καταζητούμενος άνθρωπος στον κόσμο. Πάντως, οι αρχισυντάκτες της Guardian συνειδητοποίησαν ότι ίσως αντιμετώπιζαν έναν πραγματικό Γολγοθά – ετοιμάζονταν να προκαλέσουν την οργή της NSA, του FBI, της CIA, του Λευκού Οίκου, του Υπουργείου Εξωτερικών και πιθανόν πολλών άλλων κυβερνητικών τμημάτων τόσο μυστικών που επισήμως δεν υπήρχαν. Η Γκίμπσον και ο Μίλαρ συμφώνησαν πως ο μόνος τρόπος να επιβεβαιώσουν τα διαπιστευτήρια της πηγής ήταν η κατ’ ιδίαν συνάντηση. Ο Γκρίνγουολντ θα πραγματοποιούσε το 16ωρο ταξίδι μέχρι το Χονγκ Κονγκ την επομένη. Παράλληλα θα κατέφθανε εκεί και η Πόιτρας. Όμως η Γκίμπσον ζήτησε τη συμμετοχή ενός τρίτου μέλους στην ομάδα, του βετεράνου ανταποκριτή της Guardian στην Ουάσινγκτον Γιούαν ΜακΆσκιλ.


Ο ΜακΆσκιλ, ένας 61χρονος Σκοτσέζος πολιτικός ρεπόρτερ, διέθετε πείρα και επαγγελματισμό. Ήταν ψύχραιμος. Διαχρονικά μετριοπαθής. Τον συμπαθούσαν οι πάντες. Με εξαίρεση την Πόιτρας. Όταν το έμαθε, αναστατώθηκε. Σύμφωνα με το σκεπτικό της, η παρουσία ενός τρίτου ίσως φρίκαρε την πηγή που ήταν ήδη νευρική. Ο ΜακΆσκιλ ίσως τον αποξένωνε τινάζοντας όλο το εγχείρημα στον αέρα. «Επέμενε να μην έρθει», λέει ο Γκρίνγουολντ. «Πραγματικά τρελάθηκε». Ο Γκρίνγουολντ προσπάθησε να μεσολαβήσει, χωρίς επιτυχία. Την παραμονή του ταξιδιού, η Πόιτρας και ο Γκρίνγουολντ τσακώθηκαν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Η ένταση ήταν μεγάλη. Σε αυτό το σημείο ο Γκρίνγουολντ θεωρούσε τον ΜακΆσκιλ ως εταιρικό αντιπρόσωπο της Guardian – έναν επιφυλακτικό, βαρετό τύπο. Αργότερα ανακάλυψε ότι ο Σκοτσέζος ήταν ο πλέον ριζοσπαστικός από τους τρεις, προετοιμασμένος να δημοσιεύσει οτιδήποτε βοηθούσε στην ενημέρωση της κοινής γνώμης. Στο αεροδρόμιο JFK, το αταίριαστο τρίο επιβιβάστηκε σε μια πτήση της Cathay Pacific. Η Πόιτρας κάθισε στο πίσω μέρος του αεροπλάνου. Είχε πληρώσει η ίδια το εισιτήριό της. Ο Γκρίνγουολντ και ο ΜακΆσκιλ, με τα έξοδα πληρωμένα από την Guardian, βρίσκονταν πιο μπροστά, στη Διακεκριμένη Οικονομική. «Σιχαίνομαι τα αεροπορικά καθίσματα!», λέει ο Γκρίνγουολντ επισημαίνοντας ότι είχε κοιμηθεί ελάχιστα μετά την άφιξή του από τη Βραζιλία 48 ώρες νωρίτερα. Όταν η πτήση CX831 τροχοδρόμησε στον διάδρομο και απογειώθηκε, υπήρξε μια αίσθηση απελευθερωτική. Στον αέρα δεν υπήρχε διαδίκτυο – όχι τουλάχιστον τον Ιούνιο του 2013. Ήταν ένας χώρος όπου, εκείνη την εποχή, δεν μπορούσε να παρέμβει ούτε η πανταχού παρούσα NSA. Όταν έσβησε το σήμα για την πρόσδεση των ζωνών, η Πόιτρας πήγε να βρει τον Γκρίνγουολντ στη Διακεκριμένη Οικονομική: υπήρχε αρκετός χώρος μπροστά από το κάθισμά του. Κρατούσε ένα δώρο που και οι δύο ανυπομονούσαν να ανοίξουν: ένα στικάκι USB. Ο Σνόουντεν τής είχε στείλει ένα δεύτερο πακέτο απόρρητων εγγράφων της NSA. Ήταν πολύ μεγαλύτερο από το αρχικό «πακέτο υποδοχής». Περιείχε 3-4.000 αρχεία. Στο υπόλοιπο ταξίδι ο Γκρίνγουολντ διάβαζε τα αρχεία. Ήταν αδύνατον να κοιμηθεί. Ένιωθε υπνωτισμένος: «Δεν πήρα το βλέμμα μου από την οθόνη ούτε δευτερόλεπτο. Η αδρεναλίνη ήταν στα ύψη». Κάθε τόσο, ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες λαγοκοιμόντουσαν, η Πόιτρας ερχόταν από τη θέση της στην πίσω πλευρά και χαμογελούσε στον Γκρίνγουολντ. «Χαχανίζαμε και χασκογελούσαμε σαν σχολιαρόπαιδα. Ουρλιάζαμε και αγκαλιαζόμασταν και χορεύαμε πέρα-δώθε», λέει. «Ενθάρρυνα τις φωνές της». Οι πανηγυρισμοί τους ξύπνησαν ορισμένους από τους διπλανούς· δεν έδωσαν σημασία. Η ιστορία είχε ξεκινήσει ως στοίχημα. Τώρα όμως το υλικό φάνταζε ως η αποκλειστικότητα που θα τελείωνε όλες τις αποκλειστικότητες. Όσα αποκάλυπτε ο Σνόουντεν θύμιζαν όλο και περισσότερο αυλαία που σηκωνόταν με τρόπο δραματικό, αποκαλύπτοντας την πραγματική φύση των πραγμάτων. Καθώς το αεροσκάφος πλησίαζε να προσγειωθεί, με τα πυκνά φώτα του Χονγκ Κονγκ να τρεμοπαίζουν από κάτω τους, υπήρξε για πρώτη φορά μια αίσθηση βεβαιότητας. Ο Γκρίνγουολντ είχε πάψει να αμφιβάλλει. Ο Σνόουντεν ήταν αξιόπιστος. Οι πληροφορίες του ήταν αξιόπιστες. Η όλη ιστορία ήταν αξιόπιστη.


[9] Β΄ τόμος. Μετ. Χάρης Λαμπίδης, εκδ. Gutenberg, 1994. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 4 ]

ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΩΝ ΓΡΙΦΩΝ Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας (NSA), Φορτ Μιντ, Μέριλαντ 2001-2010

«Ανά πάσα στιγμή, η ικανότητα αυτή θα μπορούσε να στραφεί εναντίον του αμερικανικού λαού και κανένας Αμερικανός δεν θα έχει πλέον ιδιωτική ζωή, καθώς τέτοια είναι η ικανότητα παρακολούθησης των πάντων: τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, τηλεγραφημάτων, δεν έχει σημασία. Δεν θα υπάρχει μέρος να κρυφτεί». —ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΦΡΑΝΚ ΤΣΕΡΤΣ

Η αφετηρία της αστυνομικού τύπου παρακολούθησης των χρηστών του διαδικτύου παγκοσμίως μπορεί να οριστεί επακριβώς. Ξεκίνησε την 11η Σεπτεμβρίου 2001, τη μέρα που οι τρομοκρατικές θηριωδίες τρόμαξαν και εξόργισαν τις ΗΠΑ. Στην επόμενη δεκαετία, στην Αμερική όσο και στη Βρετανία, κυριάρχησε μια νέα πολιτική προθυμία για την καταπάτηση της ιδιωτικότητας του ατόμου. Ταυτόχρονα, οι καταιγιστικές τεχνολογικές εξελίξεις άρχισαν να καθιστούν τις μαζικές παρακολουθήσεις πολύ πιο εφικτές. Ο περίπλοκος ιστός του διαδικτύου κατέληξε κρυφά –σύμφωνα με τον ελάχιστα υπερβολικό ορισμό του Τζούλιαν Ασάνζ– «ο μεγαλύτερος μηχανισμός κατασκοπείας που υπήρξε ποτέ στον κόσμο». Όμως, πριν την εμφάνιση του Σνόουντεν, ελάχιστο μέρος αυτής της αλήθειας είχε δει το φως της μέρας. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 η NSA –η μεγαλύτερη και πλέον μυστικοπαθής υπηρεσία πληροφοριών των ΗΠΑ– απέτυχε να προειδοποιήσει έγκαιρα για την αιφνιδιαστική επίθεση της αλ-Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Εκείνη την περίοδο, επικεφαλής της υπηρεσίας ήταν ο Μάικλ Χέιντεν, ένας σχετικά άγνωστος στρατηγός της αεροπορίας. Ο Τζορτζ Τένετ λοιπόν, ο διευθυντής της CIA και θεωρητικά επικεφαλής των 16 υπηρεσιών πληροφοριών, είχε ένα ερώτημα για τον Χέιντεν. Ουσιαστικά το ερώτημα ήταν του αντιπροέδρου Ντικ Τσέινι, με τον Τένετ να λειτουργεί ως αγγελιοφόρος. Το ερώτημα ήταν απλό: θα μπορούσε ο Χέιντεν να κάνει κάτι καλύτερο; Ο Τένετ και ο Τσέινι αναρωτιόντουσαν αν ήταν δυνατόν ο στρατηγός να διαχειριστεί πιο επιθετικά τις εκπληκτικές δυνατότητες της NSA να σαρώνει τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τα τηλεφωνικά δεδομένα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους τρομοκράτες. Από την ίδρυσή της το 1952, η NSA είχε συσσωρεύσει τεχνικές και μαθηματικές γνώσεις


σχεδόν μυθικών διαστάσεων. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε στη δεκαετία του 1970 ο αναμορφωτής γερουσιαστής Φρανκ Τσερτς να προειδοποιεί πως η NSA είχε τη δύναμη «να καταστήσει απόλυτη την τυραννία στην Αμερική». Οι γείτονές της στο Μέριλαντ περιλαμβάνουν μια σειρά από μυστικές ή ευαίσθητες στρατιωτικές τοποθεσίες, όπως το Φορτ Ντίτρικ, βάση του προγράμματος βιολογικών όπλων των ΗΠΑ, και το Έτζγουντ Άρσεναλ, όπου οι ΗΠΑ ανέπτυξαν χημικά όπλα. Όμως η NSA είναι η μυστικότερη όλων. Ο προϋπολογισμός και ο αριθμός του προσωπικού της αποτελούν επίσης κρατικό μυστικό. Αποστολή της NSA είναι η συλλογή πληροφοριών από το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα σε όλο τον κόσμο. Αυτό περιλαμβάνει οτιδήποτε ηλεκτρονικό: ραδιοκύματα, μικροκύματα, δορυφορικά σήματα. Και διαδικτυακές επικοινωνίες. Οι μυστικές παρακολουθήσεις γίνονται εν αγνοία του στόχου. Η υπηρεσία διαθέτει σταθμούς παγίδευσης σε όλο τον κόσμο – σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, πρεσβείες και αλλού. Οι δυνατότητές της ενισχύονται από μια μοναδική συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών που ξεκίνησε λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστή ως «Πέντε Μάτια». Σύμφωνα με τα «Πέντε Μάτια» η NSA ανταλλάσσει πληροφορίες με άλλα τέσσερα αγγλόφωνα κράτη: τη Βρετανία, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Θεωρητικά, οι σύμμαχοι δεν κατασκοπεύουν ο ένας τον άλλον. Στην πράξη το κάνουν. Νομικά, η NSA δεν έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει. Η τέταρτη τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος απαγορεύει τις αδικαιολόγητες έρευνες και συλλήψεις κατά των Αμερικανών πολιτών. Οι έρευνες, που περιλαμβάνουν τις παρακολουθήσεις των επικοινωνιών, είναι νόμιμες μόνο κατά ενός συγκεκριμένου υπόπτου, όπου απαιτείται η ύπαρξη «βάσιμης υποψίας» και η έκδοση εισαγγελικού εντάλματος. Αυτές οι δικλείδες ασφαλείας δεν αποτελούν άσχετους ή απαρχαιωμένους περιορισμούς. Τη δεκαετία του 1970 ο πρόεδρος Νίξον έδειξε πώς μπορεί να καταχραστεί κάποιος τέτοιου είδους εξουσίες, δίνοντας εντολή στην NSA, με βάση το διαβόητο πρόγραμμα MINARET, να παγιδεύσει τα τηλέφωνα διάφορων συμπατριωτών του Αμερικανών που δεν τους συμπαθούσε. Οι παράνομοι εσωτερικοί στόχοι της NSA περιλάμβαναν ορισμένους γερουσιαστές, συν τον πυγμάχο Μοχάμεντ Άλι, τον συγγραφέα Μπέντζαμιν Σποκ, την ηθοποιό Τζέιν Φόντα, τους μαύρους ακτιβιστές Γουίτνεϊ Γιανγκ και Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, καθώς και άλλους επικριτές του παράλογου πολέμου στο Βιετνάμ. Το σκάνδαλο MINARET οδήγησε το 1978 στη θέσπιση του σημαντικού Νόμου περί Συλλογής Πληροφοριών Αντικατασκοπίας (Foreign Intelligence Surveillance Act – FISA). Σύμφωνα με αυτόν, η NSA υποτίθεται ότι δεν είχε δικαίωμα να παρακολουθεί τις επικοινωνίες στο εσωτερικό των ΗΠΑ ή γενικά των Αμερικανών, εκτός και αν διέθετε ένταλμα. Τα πράγματα ήταν απλούστερα για τον μικρότερο σύμμαχο της NSA, τη βρετανική GCHQ, που δεν είχε να αντιμετωπίσει κάποιο γραπτό σύνταγμα και μπορούσε να πιέσει τους κυβερνητικούς υπουργούς να της προσφέρουν ό,τι επιθυμούσε υπό το βολικό βρετανικό κάλυμμα της μυστικότητας. Ο βρετανικός Νόμος για τη Ρύθμιση των Ερευνητικών Αρμοδιοτήτων του 2000 (Regulation of Investigatory Powers Act – RIPA) σύντομα «ερμηνεύτηκε» κατά τρόπο που να προσφέρει στην GCHQ λευκή επιταγή για να διενεργεί μαζικές παρακολουθήσεις στο βρετανικό έδαφος και να ενημερώνει για τα


αποτελέσματα την NSA – υπό την προϋπόθεση το ένα άκρο της επικοινωνιακής σύνδεσης να βρίσκεται στο εξωτερικό. Όπως κόμπαζε εσωτερικά η GCHQ, σε έγγραφα που αποκαλύφθηκαν αργότερα: «Έχουμε ένα μάλλον χαλαρό καθεστώς επιτήρησης συγκριτικά με τις ΗΠΑ». Έτσι είχαν τα πράγματα το 2001. Μέσα σε 72 ώρες από τις καταστροφικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Χέιντεν είχε ήδη οδηγήσει την υπηρεσία στα απώτερα όρια της υφιστάμενης νόμιμης δικαιοδοσίας της. Λόγω των έκτακτων συνθηκών, ο Χέιντεν επέτρεψε κρυφά στην υπηρεσία του να αντιστοιχίσει τους τηλεφωνικούς αριθμούς γνωστών τρομοκρατών με αμερικάνικες επικοινωνίες που περιλάμβαναν διεθνείς κλήσεις. Έτσι προέκυψε η «Mission Creep»· μέσα σε δύο βδομάδες η NSA έλαβε επίσης την άδεια να ενημερώνει το FBI για οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ κάποιου αμερικανικού και κάποιου αφγανικού τηλεφωνικού αριθμού. Μια εσωτερική έκθεση της NSA θα χαρακτήριζε αργότερα την ενέργεια ως «μια πιο επιθετική χρήση» των εξουσιών του Χέιντεν συγκριτικά με τις ανοχές των προκατόχων του. Άρα, στο ερώτημα των Τσέινι και Τένετ το 2001, ο Χέιντεν αναγκάστηκε να δώσει μια απάντηση που τα αφεντικά του θεώρησαν μη ικανοποιητική. Τι παραπάνω μπορείς να κάνεις; Τίποτα. Τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να γίνει με βάση την υφιστάμενη δικαιοδοσία της NSA. Αργότερα, ο Τένετ έθεσε στον Χέιντεν ένα επιπλέον ερώτημα από το τηλέφωνο. Τι θα μπορούσες να κάνεις αν είχες μεγαλύτερη δικαιοδοσία; Όπως αποδείχτηκε, η NSA μπορούσε να κάνει τρομακτικά περισσότερα πράγματα. Πριν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η NSA πραγματοποιούσε ήδη ένα πείραμα, το οποίο είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει εξαιτίας των περιορισμών του νόμου FISA. Είχε θελήσει να εφαρμόσει κάτι ονόματι «εντοπισμός αλυσίδας επαφών» στα αρχεία των επικοινωνιών ή των μεταδεδομένων που λάμβανε. Ο εντοπισμός αλυσίδας επαφών είναι μια διαδικασία καθορισμού διασυνδέσεων μεταξύ αποστολέων και παραληπτών και των επαφών τους. Με αυστηρή εφαρμογή δημιουργείται ένας χάρτης επαφών μεταξύ ατόμων χωρίς να απαιτείται η κυριολεκτική παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή η ανάγνωση του περιεχομένου των ιμέιλ τους. Πολύ πριν τη δημιουργία του Facebook, η NSA έπαιζε με την ιδέα που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα αποκαλούσαν αργότερα «κοινωνικό γράφημα». Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα. Ο κλάδος της πολιτικής πληροφοριών του Υπουργείου Δικαιοσύνης καθόρισε το 1999 ότι τα μεταδεδομένα εμπίπτουν στον ορισμό περί ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων του FISA. Αυτό σημαίνει ότι ο εντοπισμός αλυσίδας επαφών ήταν νόμιμος για τις επικοινωνίες εκτός Αμερικής, αν όμως παγίδευε Αμερικανούς πολίτες, η NSA παραβίαζε τον νόμο. Το ζήτημα γινόταν ακόμη πιο περίπλοκο από τη στιγμή που η διαβίβαση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ακόμη και ανάμεσα σε ξένους στο εξωτερικό, υπήρχε περίπτωση να γίνεται μέσω ΗΠΑ, από τη στιγμή που τα δεδομένα χωρίζονται σε ψηφιακά «πακέτα» και δεν ταξιδεύουν από το ένα σημείο στο άλλο μέσω της τηλεφωνικής γραμμής. Ο FISA προστατεύει τις διελεύσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ωστόσο, όλο και περισσότερο, έτσι πραγματοποιούνταν οι επικοινωνίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, υπήρχε μία δίοδος ανοιχτή για τους Χέιντεν, Τένετ, Τσέινι και Τζορτζ Μπους


μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Μπορούσαν να απευθυνθούν στο Κογκρέσο που είχε λυσσάξει για πόλεμο και να ζητήσουν περισσότερες αρμοδιότητες τροποποιώντας τον FISA. Το Κογκρέσο έβλεπε θετικά την αύξηση των αρμοδιοτήτων καθώς οι Δίδυμοι Πύργοι και το Πεντάγωνο εξακολουθούσαν να καπνίζουν. Στις αρχές Οκτωβρίου, οι αντιπρόσωποι ενέκριναν με συντριπτική πλειοψηφία τον Patriot Act (Πατριωτικό Νόμο) που παρείχε στους ομοσπονδιακούς πράκτορες τη δυνατότητα διενέργειας ερευνών σε περιπτώσεις τρομοκρατίας. Γιατί να μην δεχτούν ορισμένες τροποποιήσεις στον FISA; Όμως η κυβέρνηση Μπους αποφάσισε να μην ζητήσει ανοιχτά την αύξηση των αρμοδιοτήτων της. Αντίθετα, ο Λευκός Οίκος διέταξε τον Χέιντεν να ενισχύσει τις παρακολουθήσεις στα κρυφά. Η επίσημη έκθεση της NSA επιχειρεί να μαντέψει την αιτία. «Ανεπίσημα στοιχεία αφήνουν να εννοηθεί πως οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι φοβούνταν ότι η δημόσια αντιπαράθεση σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή στον νόμο FISA θα έθετε σε κίνδυνο τις πηγές και τις μεθόδους συλλογής πληροφοριών». Έτσι λοιπόν η NSA του Χέιντεν άρχισε να προετοιμάζει ένα νέο πρόγραμμα που έπρεπε να παραμείνει απόλυτα εμπιστευτικό, ενώ ταυτόχρονα θα υπερέβαινε τα παραδοσιακά όρια της υπηρεσίας. Χαρακτηριζόταν από τέσσερις παραμέτρους: τις τηλεφωνικές επικοινωνίες, τα τηλεφωνικά μεταδεδομένα, τις διαδικτυακές επικοινωνίες, όπως τα ιμέιλ και οι διαδικτυακές αναζητήσεις, και τα διαδικτυακά μεταδεδομένα. Η NSA θα συνέλεγε όσο το δυνατόν περισσότερα. Ο εντοπισμός αλυσίδας επαφών των αλλοδαπών με τους Αμερικανούς είχε επανέλθει, ενώ η NSA μπορούσε να υποκλέψει τις επικοινωνίες από το εξωτερικό ακόμη και αν απλώς διέρχονταν από τις ΗΠΑ. Το πρόγραμμα έλαβε τον κομψό τίτλο STELLAR WIND (Ούριος Άνεμος), αν και ορισμένοι από τους τεχνικούς της NSA κατέληξαν να το αποκαλούν το Καθικογράφημα. Στις 4 Οκτωβρίου 2001 ξεκίνησε το STELLAR WIND –η επίσημη κωδική ονομασία θα δινόταν στις 31 του μηνός, στο Χαλογουίν– χάρη στην έγκριση που υπέγραψε ο πρόεδρος Μπους μαζί με τον αρχικό προϋπολογισμό των 25 εκατομμυρίων δολαρίων. Ελάχιστοι γνώριζαν για το STELLAR WIND. Ο Χέιντεν φυλούσε την οδηγία του Μπους σε χρηματοκιβώτιο. Το γνώριζε ο κορυφαίος δικηγόρος της NSA –μαζί με περίπου 90 υπαλλήλους της υπηρεσίας που εφάρμοζαν το πρόγραμμα– και του έδωσε τις νομικές ευλογίες του. Αρχικά πάντως δεν διέθετε δικαστική έγκριση: ο πρόεδρος του απόρρητου δικαστηρίου για τις υποθέσεις FISA θα μάθαινε την ύπαρξή του μόλις τον Ιανουάριο του 2002· οι συνάδελφοί του, με εξαίρεση έναν, θα περίμεναν άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι να ενημερωθούν. Ακόμη και το εσωτερικό μαντρόσκυλο της NSA, ο γενικός επιθεωρητής, θα μάθαινε για το STELLAR WIND μόλις τον Αύγουστο του 2002, σχεδόν ένα χρόνο μετά την έναρξη του προγράμματος. Το ίδιο ίσχυε και για τα περισσότερα μέλη του Κογκρέσου. Αρχικά το γνώριζαν οι επικεφαλής Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων στις ελεγκτικές επιτροπές των μυστικών υπηρεσιών στη Γερουσία και τον Λευκό Οίκο. Τον Ιανουάριο, η NSA ενημέρωσε τον Δημοκρατικό Κεν Ινόι και τον Ρεπουμπλικάνο Τεντ Στίβενς, επικεφαλής της επιτροπής κατανομής κονδυλίων της Γερουσίας, που επιβλέπει τα οικονομικά του σώματος. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2007, 60 άτομα στο Καπιτώλιο είχαν λάβει άδεια να ενημερωθούν για τις λεπτομέρειες του STELLAR WIND επί συνόλου 525 νομοθετών. Όμως από την πρώτη στιγμή το STELLAR WIND μοιάζει να είχε την ενθουσιώδη στήριξη


των μεγαλύτερων τηλεφωνικών εταιριών και παρόχων διαδικτύου. Το γεγονός αυτό αποδείχθηκε καταλυτικό. Σε αντίθεση με την παλιά Σοβιετική Ένωση ή τη σύγχρονη Κίνα, η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει στην ιδιοκτησία της ούτε διαχειρίζεται τα καλώδια οπτικών ινών και τους διακόπτες του διαδικτύου, ακόμη και για τα τμήματα που διέρχονται από τις ΗΠΑ. Προκειμένου η NSA να έχει τις όποιες ελπίδες για τη διερεύνηση των τηλεφωνικών και ηλεκτρονικών αρχείων, χρειαζόταν τη συνεργασία των συγκεκριμένων εταιριών. Σύμφωνα με την εσωτερική έκθεση της NSA, «συνεργάτες του ιδιωτικού τομέα» που δεν κατονομάζονται άρχισαν να τροφοδοτούν την υπηρεσία με τηλεφωνικά και διαδικτυακά αρχεία από το εξωτερικό τον Οκτώβριο του 2001, τον πρώτο μήνα του προγράμματος, και με τηλεφωνικά και διαδικτυακά μεταδεδομένα από το εσωτερικό των ΗΠΑ τον επόμενο μήνα. Ο όγκος των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων που πρόσφεραν οι εταιρίες στην NSA ήταν τεράστιος. Οι υποδομές που ελέγχονταν από τρεις «εταιρικούς συνεργάτες», όπως τους χαρακτήριζε η NSA, αντιπροσώπευε σύμφωνα με τους υπολογισμούς το 81 τοις εκατό των διεθνών κλήσεων που διέρχονταν μέσω Ηνωμένων Πολιτειών. Η στενή και μυστική συνεργασία με τους τηλεπικοινωνιακούς φορείς δεν αποτελεί κάτι καινούριο για την NSA: στην πραγματικότητα, έτσι λειτουργεί η NSA από την ίδρυσή της. Αυτές οι μακροχρόνιες σχέσεις, συν το αίσθημα πατριωτισμού ενός έθνους τραυματισμένου μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δημιούργησαν ένα δεκτικό κοινό στο εσωτερικό των εταιριών. Για παράδειγμα, οι δύο από τους τρεις «εταιρικούς συνεργάτες» επικοινώνησαν με την NSA πριν την επίσημη έναρξη του STELLAR WIND προκειμένου να ρωτήσουν «τι μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε;» Στα επόμενα δύο χρόνια υπήρξε προσέγγιση τουλάχιστον άλλων τριών εταιριών τηλεπικοινωνιών ώστε να στηρίξουν το STELLAR WIND – παρόλο που είχαν αρχίσει να προκύπτουν ορισμένες προστριβές. Το αίτημα για τα επιπλέον δεδομένα δεν επετεύχθη, χάρη σε μια δικαστική εντολή. Επρόκειτο για ένα μονομερές αίτημα από πλευράς NSA, που στηριζόταν απλώς και μόνο σε ένα σημείωμα του γενικού εισαγγελέα Τζον Άσκροφτ – που κατά καιρούς ανανέωνε το πρόγραμμα– με τη διαφορά ότι ο Άσκροφτ δεν ήταν δικαστής. Μία από τις τρεις εταιρίες παρείχε «ελάχιστη» στήριξη στην υπηρεσία. Οι άλλες δύο ήταν ακόμη πιο επιφυλακτικές. Μία από αυτές, από την οποία η NSA ζητούσε το περιεχόμενο των ιμέιλ, αντέδρασε λόγω «ανησυχιών περί εταιρικής υπαιτιότητας», σύμφωνα με το προσχέδιο μιας εσωτερικής έκθεσης της NSA. Μία άλλη ήθελε να απευθυνθεί σε δικηγόρους για να ελέγξει τη νομιμότητα της συμφωνίας. Η NSA, θεωρώντας ότι ο κίνδυνος μιας αποκάλυψης ήταν υπερβολικά μεγάλος, απέσυρε το αίτημα. Ανησυχία επικρατούσε και στο εσωτερικό του Υπουργείου Δικαιοσύνης ως προς τη νομιμότητα του προγράμματος. Ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Τζέιμς Κόμι λέγεται ότι αρνήθηκε να υπογράψει ανανεώσεις στη διάρκεια της ασθένειας του αφεντικού του, του Άσκροφτ. Το 2004 όχι μόνο ο Χέιντεν, ο επικεφαλής της NSA, αλλά και ο πρόεδρος Μπους προσωπικά ενεπλάκησαν σε μια προσπάθεια να πιέσουν τους New York Times να καταπνίξουν μια διαρροή σχετικά με το πρόγραμμα. «Η κυβέρνηση Μπους μας παραπλάνησε ηθελημένα, ισχυριζόμενη ότι οι επιχειρήσεις παγίδευσης ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας νόμιμες», λέει ο Έρικ Λίστμπλαου, ένας από τους συντάκτες, μαζί με τον


Ράιζεν, των άρθρων στην εφημερίδα που αποκάλυψαν μετέπειτα το σκάνδαλο. Τελικά, τον Δεκέμβριο του 2005 ο χειρότερος φόβος της NSA επαληθεύτηκε. «Ο ΜΠΟΥΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΤΙΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ ΧΩΡΙΣ ΕΝΤΑΛΜΑ» έγραφε ο πρωτοσέλιδος τίτλος των New York Times. Το άρθρο αποκάλυπτε μόλις ένα μικρό κομμάτι της συνολικής εικόνας. Επικεντρωνόταν στη δίχως ένταλμα παγίδευση από πλευράς NSA των διεθνών τηλεφωνικών κλήσεων και των ιμέιλ των Αμερικανών, χωρίς να αποκαλύπτει τη μαζική συλλογή μεταδεδομένων που ουσιαστικά παρείχε στην υπηρεσία ένα κοινωνικό δίκτυο όσων βρίσκονταν στο εσωτερικό των ΗΠΑ και των διασυνδέσεών τους με το εξωτερικό. Αποδοκιμάζοντας από τη μία τους Times, ο Μπους ξεκίνησε δημόσια να υπερασπίζεται ενεργά το πρόγραμμα ως μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των μυστικών υπηρεσιών μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Ενεργώντας ακόμη πιο πονηρά, ο Μπους επιβεβαίωσε μόνο τις παραμέτρους του STELLAR WIND που είχαν αναφέρει οι Times, δίνοντάς τους ένα νέο, πολιτικά ισχυρό τίτλο προκειμένου να θέσει τους επικριτές του σε θέση άμυνας: Πρόγραμμα Παρακολούθησης Τρομοκρατών. Όπως σχεδόν με κάθε στοιχείο της πολιτικής εθνικής ασφάλειας του Μπους, η αναστάτωση που επικράτησε ήταν σε μεγάλο βαθμό μεροληπτική και προβλέψιμη: οι Ρεπουμπλικάνοι άρχισαν να υπερασπίζονται με μένος τις δίχως ένταλμα παρακολουθήσεις ως απαραίτητες για την ανάσχεση των τρομοκρατών· οι Δημοκρατικοί έσπευσαν το ίδιο γρήγορα να αποκηρύξουν το πρόγραμμα ως συνταγματικά εκτρωματικό. Τον Οκτώβριο του 2001 η γερουσιαστής από την Καλιφόρνια Νάνσυ Πελόζι, η φιλελεύθερη επικεφαλής της μειοψηφίας και ειδική σε θέματα κοινοβουλευτικής τακτικής, βρισκόταν ως εκπρόσωπος των Δημοκρατικών στην ελεγκτική επιτροπή των μυστικών υπηρεσιών στον Λευκό Οίκο και παρακολούθησε τις αρχικές ενημερώσεις του Χέιντεν. Οι αξιωματούχοι και οι σύμμαχοι της κυβέρνησης Μπους, διαισθανόμενοι μια στάση υποκρισίας και οπορτουνισμού, κατηγόρησαν την Πελόζι ότι εγκατέλειψε ένα πρόγραμμα που κρυφά το υπερασπιζόταν. Η Πελόζι αντέδρασε. Αποχαρακτήρισε μία επιστολή που έστειλε στον Χέιντεν λίγες μέρες μετά την έναρξη του STELLAR WIND, στο οποίο εξέφραζε ανησυχίες: «Έως ότου κατανοήσω καλύτερα τη νομική ανάλυση αναφορικά με την επάρκεια της αρμοδιότητας που σας οδηγεί στη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης ως καταλληλότερης στην προσέγγιση του εν λόγω ζητήματος, συνεχίζω να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου». Η Πελόζι δεν ήταν η μόνη που επηρεάστηκε προσωπικά από τις αποκαλύψεις. Ο Βίτο Ποτένζα βρέθηκε να αντιμετωπίζει πρόβλημα μόλις οι Times δημοσιοποίησαν την ιστορία. Ως γενικός σύμβουλος της NSA, μία από τις ευθύνες του Ποτένζα ήταν η επικοινωνία με τις εταιρίες τηλεφωνίας και τους παρόχους διαδικτύου, προκειμένου να τους διαβεβαιώνει ότι η συνεργασία τους ήταν νόμιμη. Όμως η δουλειά του ήταν ευκολότερο να γίνεται στα κρυφά. Τώρα που τα μέσα ενημέρωσης είχε αποκαλύψει την ιστορία, οι εταιρίες ανησυχούσαν τόσο για τους ισολογισμούς τους όσο και για τα πιθανά νομικά προβλήματα. Ωστόσο δεν σκέφτονταν να τερματίσουν τη συμφωνία τους με την NSA. Ένας από τους παρόχους πρότεινε μία πιθανή λύση στον Ποτένζα. Μη μας ζητάτε να δίνουμε τα τηλεφωνικά μεταδεδομένα. Υποχρεώστε μας να το κάνουμε. «Ο πάροχος προτιμάει να δεσμεύεται βάσει δικαστικής εντολής», σημείωνε η εσωτερική έκθεση της


NSA. Στη διάρκεια των πρώτων μηνών του 2006 λοιπόν, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και οι δικηγόροι της NSA συνεργάστηκαν προκειμένου να δημιουργήσουν μια απόρρητη νομική εξουσιοδότηση για τη συλλογή των τηλεφωνικών μεταδεδομένων στο εσωτερικό των ΗΠΑ που να αντέχει στην εξονυχιστική εξέταση του εξίσου απόρρητου δικαστηρίου για υποθέσεις του νόμου FISA, το οποίο ενημερωνόταν πλέον για το STELLAR WIND. Το αποτέλεσμα ήταν η αποκαλούμενη «παροχή εταιρικών αρχείων» του Patriot Act, η διαβόητη πλέον διάταξη 215. Σύμφωνα με τη διάταξη 215, που ψηφίστηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των υπέρμαχων των ατομικών δικαιωμάτων, η κυβέρνηση είχε το δικαίωμα να υποχρεώσει τις επιχειρήσεις να παραδίδουν στοιχεία «σχετικά» με κάποια «τρέχουσα» έρευνα περί τρομοκρατίας. Η κατάταξη της μαζικής συλλογής μεταδεδομένων σε αυτό το νομικό θέσπισμα ήταν ριψοκίνδυνη. Ήταν αμφίβολο αν τα τηλεφωνικά αρχεία όλων των Αμερικανών είχαν σχέση με την όποια τρέχουσα έρευνα. Τα μεταδεδομένα αποτελούσαν έναν όγκο πληροφοριών που προέκυπτε πριν από την έρευνα, δημιουργώντας τις συνθήκες για την κατασκευή ερευνητικών διαδικασιών. Ωστόσο το δικαστήριο για τις υποθέσεις του νόμου FISA, που είχε ενημερωθεί πρόσφατα, αποδείχτηκε δεκτικό. «Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που μας οδηγούν να πιστεύουμε ότι οι απτές πληροφορίες που ζητούνται σχετίζονται με εξουσιοδοτημένες έρευνες περί απειλών... οι οποίες διενεργούνται από το FBI», έγραψε ο δικαστής Μάικλ Χάουαρντ στις 24 Μαΐου 2006 σε μία απόρρητη απόφαση, εκδίδοντας τις δικαστικές εντολές που ήθελαν οι εταιρίες. Ο Κιθ Αλεξάντερ, ο επόμενος διευθυντής της NSA, θα περιέγραφε τις σχέσεις με τις τηλεφωνικές εταιρίες και τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου στη διάρκεια μιας εριστικής ακρόασης στην ελεγκτική επιτροπή του Λευκού Οίκου στις 29 Οκτωβρίου 2013: «Ζητήσαμε τη βοήθεια των εταιριών. Ζητήσαμε; ΟΚ, για να είμαι ακριβής, υποχρεώσαμε τις εταιρίες να μας βοηθήσουν βάσει δικαστικής εντολής». Ίσως είναι πιο ακριβές να πούμε ότι οι «εταιρίες» υποχρέωσαν τον Αλεξάντερ να υποχρεώσει τις εταιρίες βάσει δικαστικής εντολής. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση προχώρησε περαιτέρω το θέμα της νομικής κάλυψης με τον έντονα αμφισβητούμενο Νόμο Τροποποιήσεων FISA (FISA Amendments Act - FAA). Ο FAA νομιμοποιούσε και ευλογούσε την παγίδευση οποιασδήποτε επικοινωνίας μεταξύ ενός Αμερικανού με έναν αλλοδαπό. Ο αλλοδαπός δεν ήταν απαραίτητο να θεωρείται ύποπτος για τρομοκρατία: έπρεπε απλώς να υπάρχει «εύλογη» υποψία που να δικαιολογεί την παρακολούθηση από τις μυστικές υπηρεσίες. Ούτε ήταν απαραίτητο να βρίσκεται εκτός χώρας: έπρεπε απλώς να υπάρχει «εύλογη» υποψία ότι βρισκόταν στο εξωτερικό τη στιγμή της παγίδευσης. Οι εγκρίσεις έρχονταν μαζικά από το δικαστήριο για τις υποθέσεις του νόμου FISA, σε ετήσια βάση. Σε μία από τις σημαντικότερες διατάξεις του νόμου, ο FAA παρείχε ρητή νομική ασυλία σε οποιαδήποτε εταιρία τηλεπικοινωνιών συμμετείχε στη μαζική παρακολούθηση. Η ασυλία είχε αναδρομική όσο και μελλοντική ισχύ. Ουσιαστικά κανένας συνεταίρος της NSA από τον ιδιωτικό τομέα δεν θα αντιμετώπιζε ποτέ ποινικές διώξεις ή οικονομικές ζημίες. Ο FAA ψηφίστηκε στα μέσα του 2008, στη διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής


περιόδου. Αποτέλεσε μια τρομακτική επιτυχία της NSA. Κάτι που ξεκίνησε ως παράνομο μυστικό υπό τον απόλυτο έλεγχο μερικών ανώτατων αξιωματούχων διέθετε πλέον τη ρητή έγκριση του Κογκρέσου, πολλά μέλη του οποίου κατανοούσαν ελάχιστα τη βαρύτητά του. Τώρα πια υπήρχε ένας νέος όρος στο λεξιλόγιο της NSA: ο αριθμός «702» που παρέπεμπε στο νομικό κείμενο του FISA που άλλαξε με τον FAA, δημιουργώντας τη βασική δεξαμενή για τη διεθνή και δήθεν σχετική με την τρομοκρατία συλλογή δεδομένων από πλευράς NSA. Οι υπέρμαχοι των ατομικών δικαιωμάτων θλίβονταν για μια μάχη όπου έδωσαν όλες τους τις δυνάμεις και τελικά ηττήθηκαν. Η ACLU προειδοποίησε ότι θα ακολουθούσε η μαζική παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών σε ευρεία κλίμακα, μέρος της οποίας θα αφορούσε αναπόφευκτα και τους Αμερικανούς, χωρίς να είναι καν ύποπτοι, ούτε να έχουν τη δυνατότητα να την αμφισβητήσουν. Θύμιζε τα Γενικά Εντάλματα που εξέδιδαν οι βρετανικές αποικιοκρατικές αρχές – οδηγώντας στις παράλογες έρευνες και συλλήψεις που είχαν προκαλέσει την Αμερικανική Επανάσταση και το ίδιο το σύνταγμα. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου ο FAA πέρασε με πλειοψηφία 293-129 τον Ιούνιο, η συντριπτική πλειοψηφία των διαφωνούντων ήταν Δημοκρατικοί. Όμως τα μέλη των Δημοκρατικών στην ελεγκτική επιτροπή τον υπερψήφισαν. Ανάμεσά τους η βετεράνος της επιτροπής Τζέιν Χέρμαν και η προκάτοχός της, και νυν πρόεδρος της Βουλής, η Νάνσυ Πελόζι. Φαίνεται πως είχε ξεπεράσει τις όποιες επιφυλάξεις της. Στη Γερουσία, το νομοσχέδιο πέρασε με το άνετο 69-28. Και οι 28 διαφωνούντες ήταν Δημοκρατικοί. Ωστόσο υπήρξαν και Δημοκρατικοί που συντάχθηκαν με την NSA. Ανάμεσά τους η Ντάιαν Φάινσταϊν που θα γινόταν πρόεδρος της ελεγκτικής επιτροπής την επόμενη χρονιά. Ένας άλλος ήταν ο Τζέι Ροκφέλερ που κατείχε εκείνη την περίοδο τη θέση – και είχε επικρίνει αυτές τις ενέργειες παρακολούθησης όταν τις αποκάλυψαν οι Times. Ένας τρίτος ήταν η ελπίδα των φιλελεύθερων για τον 21ο αιώνα, ένας γερουσιαστής από το Ιλινόις στην πρώτη του θητεία και καθηγητής συνταγματικού δικαίου. Ο Μπαράκ Ομπάμα, σε μια δημόσια ομιλία για την εκκολαπτόμενη προεδρική του εκστρατεία είχε δεσμευτεί λέγοντας, «όχι άλλες παράνομες παρακολουθήσεις Αμερικανών πολιτών. Όχι άλλες Επιστολές Εθνικής Ασφάλειας για την κατασκοπεία Αμερικανών πολιτών που δεν είναι ύποπτοι για κάποιο έγκλημα. Όχι άλλες παρακολουθήσεις πολιτών όταν το μόνο που κάνουν είναι να διαμαρτύρονται για έναν ασύνετο πόλεμο. Όχι άλλη παράβλεψη του νόμου όποτε κρίνεται άβολος». Ο Ομπάμα, με στόχο το χρίσμα των Δημοκρατικών και στη συνέχεια την προεδρία, υπερψήφισε τον FAA στις 9 Ιουλίου 2008. Με την επικύρωση του FAA η πολιτική αντιπαράθεση για τις παρακολουθήσεις χωρίς ένταλμα περιθωριοποιήθηκε, απασχολώντας μόνο όσους είχαν ήδη επενδύσει στο ένα ή το άλλο αποτέλεσμα. Περιοδικά στη διάρκεια της θητείας Ομπάμα προέκυπταν ψηφοφορίες σχετικές με τις παρακολουθήσεις –όπως με τις ανανεώσεις του Patriot Act και του FAA– όμως ελάχιστοι έδιναν σημασία. Ο Ομπάμα δεν είχε κανένα πολιτικό κόστος για τις μαζικές παρακολουθήσεις στη διάρκεια της προεδρίας του. Ένας λόγος ήταν ότι η ψήφιση του FAA επανέφερε το καθεστώς μυστικότητας στις δραστηριότητες των μαζικών παρακολουθήσεων από την NSA. Την ώρα που ελάχιστοι ιδεοληπτικοί γνώριζαν την ονομασία STELLAR WIND, δεν υπήρχε δημόσια απόδειξη ότι η NSA συγκέντρωνε κρυφά τα τηλεφωνικά μεταδεδομένα κάθε Αμερικανού. Δεν υπήρχε


δημόσια απόδειξη ότι η NSA είχε συνάψει σαρωτικές συμφωνίες με κάθε σημαντικό πάροχο διαδικτυακών υπηρεσιών βάσει ενός προγράμματος ονόματι PRISM. Υπήρξε ωστόσο μία προειδοποίηση. Το 2011, σε μια συνέντευξη με τον δημοσιογράφο του περιοδικού WIRED Σπένσερ Άκερμαν –που σύντομα θα γινόταν συντάκτης της Guardian για θέματα εθνικής ασφάλειας– και σε μια ομιλία λίγο πριν από μία κρίσιμη ψηφοφορία για τον Patriot Act, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής του Όρεγκον Ρον Γουάιντεν και μέλος της ελεγκτικής επιτροπής επιβεβαίωσε έμμεσα ότι η κυβέρνηση είχε προχωρήσει σε μια κρυφή ερμηνεία του Patriot Act που διέφερε τόσο πολύ από το πραγματικό κείμενο ώστε να θεωρείται άλλος νόμος – τον οποίο το Κογκρέσο δεν είχε εγκρίνει με την ψήφο του. «Φτάνουμε σε ένα χάσμα ανάμεσα στο τι νομίζει η κοινή γνώμη ότι λέει ο νόμος και τι θεωρεί κρυφά η αμερικανική κυβέρνηση ότι λέει ο νόμος», είπε ο Γουάιντεν. «Όταν υπάρχει αυτό το χάσμα, καταλήγεις να αντιμετωπίζεις πρόβλημα». Αν οι Αμερικανοί πολίτες διαπίστωναν τη διαφορά, πρόσθεσε, θα έμεναν έκπληκτοι – και τρομοκρατημένοι. Όμως ο Γουάιντεν, που είχε ορκιστεί να μην αποκαλύπτει απόρρητες πληροφορίες, αρνήθηκε να πει τι ακριβώς εννοούσε. Παρά τις υποψίες και τις δυσνόητες διενέξεις, οι εξελίξεις σχετικά με τα μεγαλύτερα και πλέον αδιάκριτα προγράμματα εσωτερικής και διεθνούς παρακολούθησης κρατούνταν κρυφές από τους Αμερικανούς πολίτες για χάρη των οποίων εφαρμόζονταν. Όταν ο Έντουαρντ Σνόουντεν επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο για Χονγκ Κονγκ το 2013, το υλικό που είχε στους φορητούς υπολογιστές του ήταν εξαιρετικά εκρηκτικό.


[ 5 ]

Ο ΑΝΔΡΑΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ Ξενοδοχείο Mira, Νέιθαν Ρόουντ, Χονγκ Κονγκ Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

ΜΑΚΑΣΚΙΛ: «Τι πιστεύεις ότι θα γίνει μ’ εσένα;» ΣΝΟΟΥΝΤΕΝ: «Πάντως όχι κάτι καλό». Ο Γιούαν ΜακΆσκιλ γνώριζε καλά το Χονγκ Κονγκ. Όμως στη διάρκεια των ταξιδιών του στην τότε βρετανική αποικία, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το όνομά του ήταν «Γιουάν Μάι». Ήταν το επίσημο κινεζικό όνομα συντάκτη που χρησιμοποιούσε αρθρογραφώντας στην Chinese Daily. Αποτελούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, μέλος του τομέα προπαγάνδας του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος. Στην πραγματικότητα ήταν απεσταλμένος της σεβαστής εφημερίδας Scotsman του Εδιμβούργου. Εκεί είχε δει την αγγελία που ζητούσε αγγλόφωνο δημοσιογράφο. Η δουλειά στην Chinese Daily ήταν λιγότερο αγχωτική απ’ όσο ίσως έμοιαζε, μια που η όποια αναφορά στα πολιτικά ήταν ταμπού. Ο ρόλος του ΜακΆσκιλ ήταν να καθοδηγεί τους Κινέζους δημοσιογράφους. Στόχος ήταν η παραγωγή μιας σύγχρονης αγγλόφωνης εφημερίδας. Στην πορεία υπήρξαν πολλές γοητευτικές ιστορίες. Εκτός από τα υποχρεωτικά άρθρα για την παραγωγή σιτηρών στο Θιβέτ, ο ΜακΆσκιλ πήρε συνέντευξη από τον αδελφό του τελευταίου αυτοκράτορα της Κίνας και από τον πρώτο ορειβάτη που έφτασε στην κορυφή του όρους Έβερεστ από την κινεζική πλευρά. Έγραψε για έναν Κινέζο πυρηνικό φυσικό ο οποίος αργότερα στη ζωή του –ίσως ως δείγμα μεταμέλειας– σχεδίαζε τσουλήθρες για παιδικές χαρές. «Ο κόσμος εξακολουθούσε να φοράει μαοϊκές στολές και να χρησιμοποιεί ποδήλατα», θυμάται. Ήταν ένας εξωτικός κόσμος για τον νεαρό Σκοτσέζο που είχε μεγαλώσει σε ένα συγκρότημα εργατικών κατοικιών στην παγωμένη Γλασκόβη. Ο ΜακΆσκιλ είχε εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον αξιοσέβαστους δημοσιογράφους της Guardian. Η βρετανική δημοσιογραφική πιάτσα της οδού Φλιτ μπορεί να ήταν διαβόητη για τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, τις εξαπατήσεις, τις υπεκφυγές και ένα σωρό άλλες μικροαπατεωνιές, όμως ο ΜακΆσκιλ ήταν από τα έντιμα μέλη της. Στη διάρκεια μιας ζηλευτής καριέρας, δεν είχε κάνει τίποτε ύπουλο. Ήταν από τους ελάχιστους για τους οποίους δεν ίσχυε το επίγραμμα του Χάμπερτ Γουλφ: Κανένας να λαδώσει ή να επηρεάσει δεν μπορεί Τον Βρετανό δημοσιογράφο – οποία τιμή! Μα, βλέποντας τι είναι ικανός να καταφέρει


Χωρίς να λαδωθεί, στο τέλος ούτε που συμφέρει. Η ακεραιότητα του ΜακΆσκιλ ίσως οφειλόταν στους Σκοτσέζους γονείς του που ήταν μέλη της Ελεύθερης Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας. Αυτή η μικρή σεχταριστική ομάδα αντιμετώπιζε την αμαρτία με τρόπο απόλυτο. Τα οικογενειακά καλοκαίρια στο νησί Χάρις των Εβρίδων, καταφύγιο των σκληροπυρηνικών καλβινιστών, ενίσχυσαν το ευαγγελικό δόγμα. Παιδί της εργατικής τάξης στη δεκαετία του 1950, ο ΜακΆσκιλ έμαθε ότι οι Κυριακές ήταν αφιερωμένες στην εκκλησία. Ο χορός, η μουσική και η συνουσία απαγορεύονταν. Όπως, φυσικά, και το να λες ψέματα. Στα 15 του, ο ΜακΆσκιλ ανακάλυψε τα βιβλία. Έγινε άθεος. Σταμάτησε να πηγαίνει στην εκκλησία. (Το ρήγμα δημιουργήθηκε μια Κυριακή όταν ο πάστορας αφιέρωσε ένα ολόκληρο κήρυγμα στο αμάρτημα των μακριών μαλλιών· ο ΜακΆσκιλ ήταν ο μόνος μακρυμάλλης έφηβος στο εκκλησίασμα. Οι Beatles άφηναν όλο και πιο μακριά τα μαλλιά τους· το μούσι ήταν της μόδας.) Κέρδισε μια θέση στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης για να σπουδάσει ιστορία. «Η ζωή μου μεταμορφώθηκε», λέει. Εκεί συνειδητοποίησε ότι οι φοιτητές από την ιδιωτική εκπαίδευση δεν ήταν εξυπνότεροι από αυτόν· ότι οι αθεράπευτοι μεταπολεμικοί κοινωνικοί διαχωρισμοί της Βρετανίας ήταν πιο σαθροί απ’ όσο νόμιζε. Μετά το πανεπιστήμιο ο ΜακΆσκιλ εργάστηκε στην Glasgow Herald. Εκπαιδευόμενος. Στη δεκαετία του 1970. Η περίοδος χαρακτηριζόταν από την παλαιού τύπου δημοσιογραφία, όπου βασιλιάδες ήταν οι ρεπόρτερ της Herald και όχι οι αρθρογράφοι, οι αστέρες των σύγχρονων δημοφιλών μέσων, ενώ κυριαρχούσε και η κουλτούρα του αλκοόλ. Όσοι ρεπόρτερ δεν ασχολούνταν με κάποιο θέμα πήγαιναν στο Ross, το κοντινό μπαράκι σε ένα σκοτεινό, χαλικόστρωτο σοκάκι. Αν «έσκαγε» κάποιο θέμα και χρειαζόσουν ρεπόρτερ, πήγαινες στο μπαρ. Ο ΜακΆσκιλ άκμασε στη Herald, ταυτόχρονα όμως υπέφερε από εκείνο που οι Γερμανοί αποκαλούν Fernweh, τη λαχτάρα να βρίσκεται πολύ μακριά. Το διάστημα 1978-9 πέρασε δύο χρόνια εκπαιδεύοντας δημοσιογράφους στην απομακρυσμένη Παπούα Νέα Γουινέα. Μετά την Κίνα μετακινήθηκε στην Scotsman και στη συνέχεια πήγε στο Λονδίνο ως πολιτικός ανταποκριτής της Scotsman. Το 1996 έκανε αίτηση για την αντίστοιχη θέση στην Guardian. Πριν τη συνέντευξη με τον Ράσμπριτζερ, ο ΜακΆσκιλ ήταν αγχωμένος· μετά, ο διευθυντής σύνταξης τού είπε: «Ήταν η χειρότερη συνέντευξη που άκουσα ποτέ». Παρ’ όλ’ αυτά πήρε τη θέση. Ο ΜακΆσκιλ κάλυψε τη συντριπτική νίκη του Τόνι Μπλερ στις εκλογές του 1997 και το 2000 έγινε διπλωματικός συντάκτης, καλύπτοντας το Ιράκ καθώς και το Ισραήλ και την παλαιστιανιακή ιντιφάντα. Το 2007 μετακινήθηκε στην Ουάσινγκτον. Αρχικά η γνώμη του για τον Ομπάμα ήταν θετική – «ένας αρκετά καλός πρόεδρος». Αργότερα, οι αυταρχικές διώξεις κατά των δημοσιογράφων και των εμπιστευτικών πηγών τους τον αποξένωσαν. Η σχέση εξουσίας και δημοσιογραφίας γινόταν όλο και πιο σκοτεινή και κακόβουλη, με πεδίο μάχης τον έλεγχο της ψηφιακής πληροφορίας. Έτσι λοιπόν η Τζανίν Γκίμπσον, η αρχισυντάκτρια της αμερικανικής έκδοσης της Guardian, μπορούσε πραγματικά να βασίζεται στον ΜακΆσκιλ για ψύχραιμες και ειλικρινείς συμβουλές. Πλέον είχε μια αποστολή γεμάτη προκλήσεις: να πιστοποιήσει αν το


μυστηριώδες «βαθύ λαρύγγι της NSA» που έλεγε ο Γκρίνγουολντ άξιζε τα λεφτά του. Τη Δευτέρα 3 Ιουνίου παρέμεινε στο Ξενοδοχείο W στην Καουλούν ενώ οι δύο συνεργάτες του πήγαν να συναντήσουν την υποτιθέμενη πηγή για πρώτη φορά. Ο ΜακΆσκιλ πέρασε τη μέρα του παίρνοντας το μετρό για τη Νήσο Χονγκ Κονγκ, όπου επισκέφτηκε τα παλιά του λημέρια. Έκανε ζέστη και είχε υγρασία. Αργότερα το ίδιο βράδυ, ο Γκρίνγουολντ επέστρεψε με νέα – ο Σνόουντεν ήταν αξιόπιστος, παρότι τρομακτικά νεαρός. Είχε δεχτεί να συναντήσει τον ΜακΆσκιλ. Το επόμενο πρωί επέστρεψαν με ταξί στο Ξενοδοχείο Mira. Αφού πέρασαν την είσοδο από όνυχα, συνάντησαν την Πόιτρας στον χώρο υποδοχής. Εκείνη τους οδήγησε στο δωμάτιο 1014. Μέσα στο 1014 ο ΜακΆσκιλ είδε κάποιον καθισμένο στο κρεβάτι. Ο νεαρός ήταν ντυμένος πρόχειρα με λευκό μπλουζάκι, τζιν και αθλητικά. Έδωσαν τα χέρια και ο ΜακΆσκιλ είπε: «Γιούαν ΜακΆσκιλ, από την Guardian. Χάρηκα». Αυτός λοιπόν ήταν ο Σνόουντεν. Το δωμάτιό του ήταν στενάχωρο. Υπήρχε ένα κρεβάτι και μπάνιο· μια μικρή μαύρη βαλίτσα ήταν πεταμένη στο πάτωμα. Μια μεγάλη τηλεόραση ήταν ανοιχτή με τον ήχο χαμηλωμένο. Από το παράθυρο του Σνόουντεν μπορούσες να δεις το Πάρκο Καολούν· μαμάδες και μπαμπάδες έκαναν βόλτα με τα παιδιά τους στην πράσινη έκταση· ψιλόβρεχε, με τον ουρανό θολό και συννεφιασμένο. Στο τραπέζι υπήρχαν τα αποφάγια από το μεσημεριανό γεύμα. Ήταν φανερό ότι φεύγοντας από τη Χαβάη ο Σνόουντεν δεν είχε πάρει πολλά πράγματα μαζί του. Υπήρχαν τέσσερις φορητοί υπολογιστές και ένας σκληρός χαρτοφύλακας για τον μεγαλύτερο από αυτούς. Είχε μαζί του ένα μόνο βιβλίο, Ψαράς:[10] Η σκοτεινή προεδρία του Ντικ Τσέινι, από τον δημοσιογράφο της Washington Post Μπάρτον Γκέλμαν. Θέμα του ο τρόπος με τον οποίο ο αντιπρόεδρος Τσέινι εισηγήθηκε μυστικά «ειδικά προγράμματα» μετά την 11η Σεπτεμβρίου· την υπόθεση STELLAR WIND, μέρος της οποίας αποκάλυψαν οι New York Times. Το έκτο κεφάλαιο, με πολλές από τις σελίδες του τσακισμένες από τον Σνόουντεν, ανέφερε: «Η αμερικανική κυβέρνηση σάρωνε τα ιμέιλ, τα φαξ και τις τηλεφωνικές κλήσεις που γίνονταν από τους πολίτες της χώρας, στην ίδια τους τη χώρα... Τα δεδομένα συναλλαγών, όπως τα τηλεφωνικά αρχεία και οι τίτλοι των ιμέιλ, συλλέγονταν ανά δισεκατομμύρια... Οι αναλυτές σπάνια εντόπιζαν πληροφορίες έστω και ελάχιστα συναφείς με τρομοκρατικές απειλές». Η συνάντηση με τον ΜακΆσκιλ κύλησε ομαλά μέχρι τη στιγμή που έβγαλε το iPhone του. Ρώτησε τον Σνόουντεν αν τον πείραζε να ηχογραφήσει τη συνέντευξή τους, ίσως και να τραβήξει κάποιες φωτογραφίες. Ο Σνόουντεν σήκωσε απότομα τα χέρια θορυβημένος, σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. «Λες και είχα καλέσει την NSA στο δωμάτιό του», λέει ο ΜακΆσκιλ. Ο νεαρός τεχνικός εξήγησε ότι η υπηρεσία κατασκοπείας είχε την ικανότητα να μετατρέψει ένα κινητό τηλέφωνο σε μικρόφωνο και συσκευή εντοπισμού· η παρουσία του στο δωμάτιο αποτελούσε βασικό σφάλμα επιχειρησιακής ασφάλειας. Ο ΜακΆσκιλ βγήκε έξω και άφησε το κινητό του. Οι προφυλάξεις που έπαιρνε ο Σνόουντεν ήταν απίστευτες. Είχε στοιβάξει μαξιλάρια στην πόρτα προκειμένου να μην μπορεί κάποιος να κρυφακούσει από τον διάδρομο· τα μαξιλάρια ήταν στοιβαγμένα σε δυο στήλες εκατέρωθεν, όπως και στη βάση της πόρτας. Όταν έγραφε κωδικούς στον υπολογιστή του σκέπαζε το κεφάλι και το μηχάνημα με μια


μεγάλη κόκκινη κουκούλα –σαν τεράστιο φιλέ μαλλιών– ώστε οι κωδικοί να μην καταγραφούν από πιθανές κρυφές κάμερες. Δίσταζε υπερβολικά να απομακρυνθεί από τους υπολογιστές του. Στις τρεις περιπτώσεις που βγήκε από το δωμάτιο, ο Σνόουντεν χρησιμοποίησε ένα κλασσικό κατασκοπευτικό κόλπο, προσαρμοσμένο στο ασιατικό περιβάλλον. Άφηνε ένα ποτήρι νερό πίσω από την πόρτα δίπλα σε ένα χαρτομάντιλο. Το χαρτομάντιλο είχε ένα χαρακτηριστικό σχέδιο φτιαγμένο από σάλτσα σόγιας. Αν έπεφτε νερό στο χαρτί, το σχέδιο θα άλλαζε. Ο Σνόουντεν δεν υπέφερε από παράνοια. Γνώριζε πολύ καλά τι αντιμετώπιζε. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Καολούν σχεδόν ανέμενε ανά πάσα στιγμή κάποιο χτύπημα στην πόρτα – κάποια έφοδο για να τον συλλάβουν. Εξήγησε: «Μπορεί να με συλλάβει η CIA. Να με κυνηγήσουν οι ίδιοι ή κάποιοι από τους συνεργάτες τους. Συνεργάζονται στενά με αρκετά κράτη. Ή να δωροδοκήσουν την κινεζική μαφία, ή οποιονδήποτε από τους πράκτορες ή τους συνεργάτες τους. Παρακάτω στον δρόμο υπάρχει ένας σταθμός της CIA στο [αμερικανικό] προξενείο του Χονγκ Κονγκ. Είμαι σίγουρος ότι την επόμενη βδομάδα θα έχουν πολλή δουλειά. Είναι ένας φόβος που θα με κυνηγά σε όλη μου τη ζωή, όσο κι αν διαρκέσει». Εξομολογήθηκε στον ΜακΆσκιλ ότι ένας φίλος του είχε λάβει μέρος σε μια επιχείρηση απαγωγής της CIA στην Ιταλία. Επρόκειτο κατά πάσα πιθανότητα για την αρπαγή του μουσουλμάνου κληρικού Αμπού Ομάρ το 2003, τον οποίο απήγαγαν μέρα μεσημέρι στο Μιλάνο, τον έβαλαν σε ένα αεροσκάφος στην τοπική αμερικανική βάση και στη συνέχεια τον βασάνισαν. Το 2009 ο Ιταλός δικαστής καταδίκασε για απαγωγή τον επικεφαλής του σταθμού της CIA στο Μιλάνο, τον Ρόμπερτ Σέλντον Λέιντι, μαζί με άλλους 22 Αμερικανούς, οι περισσότεροι πράκτορες της CIA. Ο Λέιντι παραδέχτηκε αργότερα: «Μα φυσικά η επιχείρηση ήταν παράνομη. Όμως αυτή είναι η δουλειά μας. Έχουμε πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Ο Σνόουντεν ένιωθε εξαιρετικά εκτεθειμένος μέχρι και τη δημοσίευση της πρώτης ιστορίας για τη μαζική συλλογή μεταδεδομένων στις ΗΠΑ από την εταιρία τηλεφωνίας Verizon. (Μόλις εμφανίστηκαν τα άρθρα που βασίζονταν στις αποκαλύψεις του για την NSA, η έρευνα για το άτομό του εντάθηκε, όμως αισθανόταν ότι η δημοσιότητα τού πρόσφερε ταυτόχρονα έναν είδος προστασίας.) Πριν τη δημοσιοποίηση υπήρχαν κίνδυνοι και για τους δημοσιογράφους. Τι θα συνέβαινε αν τους συλλάμβαναν με το απόρρητο υλικό; Με την Πόιτρας να κινηματογραφεί και τον Σνόουντεν καθισμένο στο κρεβάτι, ο ΜακΆσκιλ ξεκίνησε την επίσημη συνέντευξη. Είχε ζητήσει ένα περιθώριο μιάμισης με δύο ώρες. Τα ερωτήματα του Γκρίνγουολντ την προηγούμενη μέρα θύμιζαν σκληροτράχηλο αντίδικο που βομβαρδίζει λεκτικά έναν αμφισβητήσιμο μάρτυρα· ο Σνόουντεν άρχισε να χαλαρώνει μόνο όταν ξεκίνησε να μιλά για κόμιξ και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αντίθετα, ο ΜακΆσκιλ ήταν μεθοδικός και διερευνητικός, με το δημοσιογραφικό του στυλ να συμπληρώνει εκείνο του Γκρίνγουολντ. Ζήτησε από τον Σνόουντεν να ξεκινήσει με τα βασικά. Μπορούσε να τους δείξει το διαβατήριο, τον αριθμό κοινωνικής ασφάλισης, την άδεια οδήγησης; Ποια ήταν η τελευταία του διεύθυνση κατοικίας; Ο μισθός του; Ο Σνόουντεν εξήγησε ότι οι απολαβές μαζί με το επίδομα στέγασης στη Χαβάη πριν πάει


στη Booz Allen Hamilton ως αναλυτής υποδομών έφταναν τις 200.000 δολάρια. (Στην Booz οι απολαβές του μειώθηκαν. Ο ΜακΆσκιλ πρόσθεσε τον πρώην με τον νυν μισθό του, οδηγώντας ορισμένους να κατηγορήσουν εσφαλμένα τον Σνόουντεν ότι υπερέβαλε ως προς τις απολαβές του.) Ο Σνόουντεν ανέμενε τον σκεπτικισμό τους. Είχε φέρει μαζί του από την Κούνια μια στοίβα έγγραφα. «Κουβαλούσε μια απίστευτη ποσότητα πιστοποιητικών», λέει ο Γκρίνγουολντ. Ο ΜακΆσκιλ συνέχισε με ανάλογα ερωτήματα. Πώς κατέληξε στις υπηρεσίες πληροφοριών; Ποια χρονιά άρχισε να εργάζεται στη CIA; Εκείνος είπε στον ΜακΆσκιλ για τις μεταθέσεις του στην Ελβετία και την Ιαπωνία και για την πιο πρόσφατη τοποθέτησή του στη Χαβάη. Ποια ήταν η ταυτότητά του στη CIA; Ο Σνόουντεν την αποκάλυψε επίσης. Και η μεγαλύτερη απορία, γιατί είχε επιλέξει το Χονγκ Κονγκ; Ο Σνόουντεν είπε ότι είχε «τη φήμη ελεύθερου μέρους παρόλο που ανήκει στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας», καθώς και μια παράδοση σε θέματα ελευθερίας του λόγου. Ήταν «πραγματικά τραγικό» ότι ως Αμερικανός είχε αναγκαστεί να καταλήξει εδώ, είπε. Και πότε είχε πάρει την κρίσιμη απόφαση να γίνει βαθύ λαρύγγι; «Βλέπεις πράγματα που ίσως είναι ανησυχητικά. Όταν δεις τα πάντα συνειδητοποιείς ότι ορισμένα από αυτά τα πράγματα είναι καταχρηστικά. Η αίσθηση περί αδικίας ενισχύεται. Δεν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο πρωινό [που να σηκώθηκα αποφασισμένος ότι δεν πάει άλλο]. Ήταν μια φυσιολογική διαδικασία». Ο Σνόουντεν είπε ότι δεν είχε ψηφίσει τον Ομπάμα το 2008 αλλά είχε «πιστέψει» τις υποσχέσεις του. (Αντίθετα, όπως είπε, είχε ψηφίσει «κάποιον τρίτο», αναφερόμενος στον ελευθεριακό Ρεπουμπλικάνο Ρον Πολ.) Σκόπευε να «αποκαλύψει» όσα είχε διαπιστώσει, όμως μετά την εκλογή Ομπάμα αποφάσισε να περιμένει. Εκείνο που συνέβη, είπε, ήταν βαθύτατα απογοητευτικό: «Συνέχισε τις πολιτικές του προκατόχου του». Όλα όσα έλεγε ακούγονταν λογικά. Όμως ένα σημείο στο βιογραφικό του ήταν ελαφρώς περίεργο. Ο Σνόουντεν είπε ότι δεν είχε πανεπιστημιακές σπουδές αλλά είχε φοιτήσει σε ένα περιφερειακό κολέγιο του Μέριλαντ. Ήταν κάτι που προβλημάτισε τον ΜακΆσκιλ – πώς κάποιος με την εξυπνάδα του Σνόουντεν είχε βρεθεί τόσο γρήγορα σε μια υπεύθυνη θέση χωρίς πτυχίο; Στην καριέρα του ως κατάσκοπος ο Σνόουντεν έμοιαζε να έχει εργαστεί μέσα σε εκπληκτικά μικρό χρονικό διάστημα ουσιαστικά για τους πάντες: την NSA, τη CIA και την DIA (την Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας – Defense Intelligence Agency), είτε με σύμβαση είτε με απευθείας πρόσληψη. Ο Σνόουντεν ανέφερε τότε ότι είχε περάσει από βασική εκπαίδευση για τις ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ, για να εγκαταλείψει το σχέδιο όταν έσπασε τα πόδια του. «Σκέφτηκα, Χριστέ μου, ακούγεται λιγάκι φαντασιόπληκτος», παραδέχεται ο ΜακΆσκιλ. «Η ιστορία έμοιαζε βγαλμένη από εφηβικά περιοδικά περιπέτειας». Ωστόσο σταδιακά ο ΜακΆσκιλ κατέληξε να πείθεται ότι η ζωή του Σνόουντεν ήταν όντως έτσι, παρά τις απίθανες και μάλλον γραφικές στιγμές της. Προχώρησε σε ένα βασικό ζήτημα: «Αυτό που κάνεις θεωρείται έγκλημα. Κατά πάσα πιθανότητα θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου στη φυλακή. Γιατί το κάνεις; Αξίζει τον κόπο;» Η απάντηση του Σνόουντεν έπεισε τον δημοσιογράφο: «Έχουμε δει αρκετές εγκληματικές συμπεριφορές από την πλευρά της κυβέρνησης. Η συγκεκριμένη κατηγορία


εναντίον μου είναι υποκριτική. Έχουν περιορίσει τον βαθμό επιρροής της κοινής γνώμης». Αναγνώρισε πως «τίποτα καλό» δεν πρόκειται να του συμβεί. Είπε όμως ότι δεν μετάνιωνε για την απόφασή του ούτε ήθελε να ζει σε ένα κόσμο «όπου καταγράφεται οτιδήποτε κάνω και λέω». Όπως εξήγησε: «Η NSA έχει δημιουργήσει υποδομές που της επιτρέπουν να καταγράφει παράνομα σχεδόν τα πάντα. Με αυτή τη δυνατότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων επικοινωνιών υποκλέπτονται αυτόματα». Είπε ότι οι ομοσπονδιακές κυβερνήσεις είχαν καταλάβει παράνομα το διαδίκτυο. Το είχαν μετατρέψει σε μηχανισμό παρακολούθησης ολόκληρων λαών. Ο ΜακΆσκιλ είχε συναντήσει και άλλους πληροφοριοδότες, την περίοδο που ήταν ανταποκριτής στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων. Ως επί το πλείστον ήταν πολιτικοί. Ορισμένοι διέρρεαν πληροφορίες λόγω προσωπικών φιλοδοξιών· άλλοι για λόγους εκδίκησης· πολλοί είχαν κάποια πικρία, ένιωθαν εξαπατημένοι ή είχαν χάσει κάποια προαγωγή. Η αιτία ήταν συνήθως ασήμαντη. Όμως ο Σνόουντεν διέφερε. «Είχε μια αίσθηση ιδεαλισμού. Η πράξη του είχε πατριωτικά κίνητρα», λέει ο ΜακΆσκιλ. Ο Σνόουντεν τόνισε την ακλόνητη πίστη του στην ελευθερία του διαδικτύου. Σε έναν από τους μαύρους φορητούς υπολογιστές υπήρχε μια ένδειξη της στάσης του: ένα αυτοκόλλητο από το Electronic Frontier Foundation, μια αμερικανική ομάδα που προασπίζεται τη διαφάνεια στο διαδίκτυο. Έγραφε: «Υποστηρίζω τα διαδικτυακά δικαιώματα». Ένας άλλο αυτοκόλλητο ήταν από το ανώνυμο ρούτερ Tor που χρησιμοποιείται για την απόκρυψη της προέλευσης των διαδικτυακών μηνυμάτων. Ως ανταποκριτής στην Ουάσινγκτον, ο ΜακΆσκιλ κατανοούσε εν μέρει τον ζήλο του Σνόουντεν. Ο Σκοτσέζος είχε καλύψει την προεκλογική εκστρατεία του Ομπάμα το 2008. Αναγνώριζε ότι για τον Σνόουντεν, όπως και για πολλούς Αμερικανούς, το σύνταγμα των ΗΠΑ ήταν κάτι το ιδιαίτερο: ο θεματοφύλακας βασικών ελευθεριών. Ο Σνόουντεν πίστευε ότι η κρυφή επίθεση της αμερικανικής κυβέρνησης στο σύνταγμα ήταν αντίστοιχη μιας κατακτητικής επίθεσης – επρόκειτο για μια φριχτή και παράνομη εισβολή. Έκρινε τις πράξεις του αποκλειστικά με πατριωτικούς όρους. Θεωρούσε ότι η διαρροή εγγράφων δεν αποτελούσε πράξη προδοσίας αλλά ένα απαραίτητο διορθωτικό μέτρο σε ένα σύστημα κατασκοπείας που είχε καταλήξει δυσλειτουργικό. «Η Αμερική αποτελεί μια θεμελιακά καλή χώρα», υποστήριζε. «Έχουμε καλούς ανθρώπους με καλές αξίες. Όμως οι δομές εξουσίας που υπάρχουν εξυπηρετούν δικούς τους σκοπούς, προκειμένου να διευρύνουν τις ικανότητές τους σε βάρος της ελευθερίας των πάντων». Οι επικριτές θα κατηγορούσαν εκ των υστέρων τον Σνόουντεν για ναρκισσισμό, ισχυριζόμενοι ότι η επιθυμία του για προβολή τον οδήγησε να αποκαλύψει τα μυστικά της NSA. Ο ΜακΆσκιλ σχημάτισε διαφορετική εντύπωση, έχοντας μπροστά του ένα άτομο που ένιωθε πολύ πιο άνετα μπροστά στον υπολογιστή του παρά στο φως των προβολέων. «Ήταν ευχάριστος και ευγενής. Το ένστικτό του τον καθιστά φιλικό. Είναι πραγματικά ντροπαλός», λέει. «Πολλοί είναι εκείνοι που αφήνουν να εννοηθεί πως κυνηγούσε τη δημοσιότητα. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο». Όταν ο ΜακΆσκιλ τράβηξε μερικές φωτογραφίες τον Σνόουντεν, ο τελευταίος έδειξε να αισθάνεται πραγματικά άβολα. Στην πραγματικότητα, ο Σνόουντεν απολάμβανε να μιλάει για τις τεχνικές λεπτομέρειες της παρακολούθησης. «Από μια άποψη είναι αυθεντικός νερντ. Έχει μεγάλη άνεση με τους υπολογιστές. Είναι ο


κόσμος του». Ο Γκρίνγουολντ και ο ΜακΆσκιλ ήταν μάλλον άξεστοι σε θέματα διαδικτύου καθώς γνώριζαν ελάχιστα για τη πραγματική λειτουργία του παγκόσμιου ιστού (σε αντίθεση με τις τεχνικές γνώσεις της Πόιτρας, που ήταν εξαιρετικές). Οι δύο άνδρες δυσκολεύονταν να κατανοήσουν πολλές από τις διαφάνειες για το PRISM. Ο Σνόουντεν τους εξήγησε τα περίπλοκα διαγράμματα. Εξήγησε τα ακρωνύμια, τις διόδους, τις τεχνικές παγίδευσης. Δεν ήταν συγκαταβατικός αλλά υπομονετικός και αναλυτικός, λέει ο ΜακΆσκιλ, νιώθοντας απόλυτα άνετα με τη διπλή σημασία των κωδικών ονομασιών των προγραμμάτων της NSA. Για τους μη μυημένους ήταν απλώς ασυναρτησίες, ένα ακατανόητο αλφαβητικό κουβάρι. Ως Βρετανός, ο ΜακΆσκιλ ρώτησε, περισσότερο από επαγγελματική υποχρέωση, αν η Βρετανία έπαιζε κάποιο ρόλο στη μαζική συλλογή δεδομένων. Του φαινόταν πιθανό. Οι περισσότεροι Βρετανοί είχαν μια καλοπροαίρετη εικόνα για την GCHQ, ως μια ομάδα επιστημόνων με σακάκια τουίντ, που καπνίζουν πίπα, σπάνε ναζιστικούς κώδικες από τον καιρό του πολέμου και παίζουν σκάκι. Ο ΜακΆσκιλ γνώριζε ότι η GCHQ είχε μια μακροχρόνια συνεργασία ανταλλαγής πληροφοριών με τις ΗΠΑ, παρ’ όλ’ αυτά αιφνιδιάστηκε από την καυστική απάντηση του Σνόουντεν: «Η GCHQ είναι χειρότερη από την NSA. Η αδιακρισία της είναι ακόμη μεγαλύτερη». Άλλη μια συγκλονιστική πληροφορία. Κάθε φορά που ο ΜακΆσκιλ και ο Γκρίνγουολντ πήγαιναν να επισκεφθούν τον Σνόουντεν περίμεναν ότι δεν θα τον έβρισκαν, ότι θα τον είχαν συλλάβει, θα τον είχαν απομακρύνει δια της βίας και θα τον είχαν οδηγήσει σε κάποιο σκοτεινό σύγχρονο γκούλαγκ. Την επόμενη μέρα, Τετάρτη 5 Ιουνίου, ο Σνόουντεν παρέμενε στη θέση του στο Ξενοδοχείο Mira. Αυτά ήταν τα καλά νέα. Κανείς δεν τον είχε αρπάξει. Τα κακά ήταν ότι η NSA και η αστυνομία είχαν επισκεφτεί τη φίλη του στο σπίτι τους στη Χαβάη. Η απουσία του Σνόουντεν είχε γίνει αντιληπτή, μια αυτόματη διαδικασία όταν δεν εμφανίζεται στη δουλειά κάποιο μέλος της NSA. Ο Σνόουντεν ήταν ήρεμος, ως συνήθως, αν και οργισμένος με τη μεταχείριση της Λίντζι Μιλς. Πίστευε ότι η αστυνομία την παρενοχλούσε και την εκφόβιζε. Μέχρι στιγμής είχε μιλήσει ελάχιστα για την προσωπική του ζωή· είχε εστιάσει στην ιστορία του και σε όσα αποδείκνυε για το κράτος παρακολούθησης των ΗΠΑ. Η μητέρα του, η Γουέντι, εργαζόταν ως υπάλληλος στο τοπικό δικαστήριο στη Βαλτιμόρη. Από τη στιγμή της εξαφάνισής του στις 20 Μαΐου, εκείνη προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Είχε αντιληφθεί ότι κάτι πήγαινε στραβά. Τώρα ο Σνόουντεν αγωνιούσε: «Η οικογένειά μου δεν γνωρίζει τι συμβαίνει. Ο βασικός μου φόβος είναι ότι θα κυνηγήσουν την οικογένεια, τους φίλους, τη σύντροφό μου. Οποιονδήποτε με τον οποίο σχετίζομαι». Αμέσως μετά παραδέχτηκε: «Είναι κάτι που με κρατάει ξάγρυπνο τα βράδια». Η ανεπιθύμητη επίσκεψη της NSA στο σπίτι του δεν ήταν αναπάντεχη. Και από τη στιγμή που τον είχε βάλει στο στόχαστρό της, οι πιθανότητες μιας επικείμενης εισβολής στο κρησφύγετο του Σνόουντεν στο Χονγκ Κονγκ έμοιαζαν να αυξάνονται. Άλλωστε είχε αποσπάσει πολλές χιλιάδες από τα πλέον απόρρητα έγγραφα της υπηρεσίας. Ο ΜακΆσκιλ


ένιωθε να συμπονάει τον Σνόουντεν. Ήταν ένας νεαρός που είχε μπλέξει για τα καλά. Το μέλλον του φάνταζε ζοφερό. Ο Σνόουντεν ήταν σχεδόν συνομήλικος με τα παιδιά του ΜακΆσκιλ. «Δεν θα ήθελα κάποιο από τα παιδιά μου να βρίσκεται στη θέση του», λέει. Όμως η CIA δεν τον είχε εντοπίσει ακόμη. Πρόκειται για μία από τις πιο ανεξήγητες παραμέτρους στην υπόθεση Σνόουντεν: γιατί οι αμερικανικές αρχές δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν νωρίτερα; Από τη στιγμή που διαπίστωσαν την απουσία του θα μπορούσαν να ελέγξουν τα αρχεία των αεροπορικών εταιριών που έδειχναν ότι είχε καταφύγει στο Χονγκ Κονγκ. Εκεί ήταν σχετικά εύκολο να τον εντοπίσουν. Ο Σνόουντεν είχε καταλύσει στο Ξενοδοχείο Mira προς 240 ευρώ τη βραδιά, χρησιμοποιώντας το όνομά του. Μάλιστα πλήρωνε τον λογαριασμό με την προσωπική πιστωτική του κάρτα, το όριο της οποίας είχε ουσιαστικά εξαντλήσει – άλλη μια πηγή άγχους: ο Σνόουντεν φοβόταν ότι οι διώκτες του θα την μπλόκαραν. Μια εξήγηση είναι ότι οι ΗΠΑ δίσταζαν να προχωρήσουν σε κάποια ενέργεια στην κομμουνιστική Κίνα. Μια άλλη, ότι οι αμερικανικές αρχές είναι λιγότερο παντοδύναμες απ’ όσο φαίνονται. Η άποψη αυτή –η γραφειοκρατική ανικανότητα και όχι οι ισορροπίες στις σχέσεις Κίνας-Αμερικής– φαντάζει ως η πιθανότερη εξήγηση, λαμβάνοντας υπόψη τις μετέπειτα αδέξιες προσπάθειες του Λευκού Οίκου για την έκδοση του Σνόουντεν από το Χονγκ Κονγκ. Η εμπειρία της πτήσης στην άλλη άκρη του κόσμου, της γνωριμίας με τον Σνόουντεν και της δουλειάς για μια σειρά απίστευτων δημοσιευμάτων δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των τριών, εντελώς διαφορετικών, δημοσιογράφων: του εριστικού γκέι Αμερικανού, της υποψήφιας για Όσκαρ σκηνοθέτιδας με την έντονη προσωπικότητα και του Βρετανού επαγγελματία ρεπόρτερ και ορειβάτη που έλεγε «Aye» αντί για «Yes», όπως ο Σκότι στο Star Trek. Η σύμπνοιά τους οφειλόταν σε κάτι συναρπαστικό και αβέβαιο. Και οι τρεις αισθάνονταν ότι εμπλέκονταν σε μια κοινή περιπέτεια υψηλού ρίσκου, εξαιρετικά σημαντική για την κοινή γνώμη. Ο ΜακΆσκιλ είχε αναρριχηθεί στο Μάτερχορν, το Λευκό Όρος και το Γιούνγκφραου. Τώρα η ψυχραιμία του ήταν απολύτως απαραίτητη. Η πρότερη αντιπάθεια της Πόιτρας για τον ΜακΆσκιλ είχε εξαφανιστεί. Τον είχε συμπαθήσει. «Ο Γιούαν ενσωματώθηκε στην ομάδα τόσο ομαλά και τέλεια και άμεσα», λέει ο Γκρίνγουολντ. Ο Ράσμπριτζερ χαρακτήρισε την τριπλή εργασιακή σχέση ως «φεστιβάλ αγάπης». Εκείνο το βράδυ ο Γκρίνγουολντ συνέταξε βιαστικά ένα άρθρο για τη Verizon. Τα απόρρητα έγγραφα του Σνόουντεν έδειχναν ότι η NSA συνέλεγε μυστικά όλα τα αρχεία της τεράστιας αμερικανικής εταιρίας τηλεπικοινωνιών. Η τριάδα σκόπευε το άρθρο αυτό να είναι το πρώτο μιας σειράς σεισμικών αποκαλύψεων. Φοβόντουσαν όμως ότι ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος τους. Ο ΜακΆσκιλ και ο Γκρίνγουολντ συζητούσαν για το κείμενο μέχρι αργά. Βρίσκονταν στο δωμάτιο του Γκρίνγουολντ στο ξενοδοχείο W, με θέα το λιμάνι και τα υψίπεδα της ηπειρωτικής Κίνας. Διέκριναν επίσης τους ουρανοξύστες της Νήσου Χονγκ Κονγκ και τη γέφυρα προς το αεροδρόμιο – ένα γεμάτο κόσμο αστικό τοπίο που λαμπύριζε. Ο Γκρίνγουολντ εργαζόταν στον φορητό υπολογιστή του και στη συνέχεια έδινε τη δουλειά του στον ΜακΆσκιλ. Εκείνος πληκτρολογούσε στον υπολογιστή του και έδινε τα


άρθρα του στον Γκρίνγουολντ σε στικάκι· τα στικάκια πηγαινοέρχονταν. Δεν έστελναν το παραμικρό μέσω ιμέιλ. Οι δύο δημοσιογράφοι έχασαν την αίσθηση του χρόνου. Ο ΜακΆσκιλ έπεσε να κοιμηθεί λιγάκι. Όταν ξύπνησε, ο Γκρίνγουολντ συνέχιζε να εργάζεται. Ο Σνόουντεν είπε αργότερα στον Πίτερ Μάας των New York Times, «με εντυπωσίασε ιδιαίτερα η ικανότητα του Γκλεν να εργάζεται χωρίς ύπνο επί συνεχόμενες μέρες». (Στην πραγματικότητα ο Γκρίνγουολντ έπεφτε για ύπνο τα απογεύματα.) Έστειλαν το τελικό κείμενο στην Τζανίν Γκίμπσον στην Νέα Υόρκη. Η εμφάνισή του σίγουρα θα δημιουργούσε μια χωρίς προηγούμενο και απρόβλεπτη αναταραχή. Όμως το ερώτημα τώρα πια ήταν αν η Guardian είχε όντως την πρόθεση να το δημοσιεύσει.

[10] Η αγγλική λέξη στον τίτλο είναι Angler, που αποτελούσε το κωδικό όνομα του Τσέινι στις μυστικές υπηρεσίες. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 6 ]

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ! Γραφεία αμερικανικής έκδοσης της Guardian, Σόχο, Νέα Υόρκη Ιούνιος 2013

ΧΙΓΚΙΝΣ: «Εσύ το κάνεις, αυτοί θα το δημοσιεύσουν;» ΤΕΡΝΕΡ: «Θα το δημοσιεύσουν». —Οι τρεις μέρες του Κόνδορα, 1975

Για περισσότερο από μία δεκαετία, ο 33χρονος Σπένσερ Άκερμαν κάλυπτε τα θέματα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ. Δημιουργούσε επαφές, συζητούσε με γερουσιαστές και παρακολουθούσε τις πολιτικές που εφάρμοζαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου τα επιτελεία των Μπους και Ομπάμα. Συνολικά, η ιστορία θα μπορούσε να θεωρηθεί απογοητευτική. Όντως, το 2005 οι New York Times είχαν αποκαλύψει μια παράμετρο του προγράμματος παρακολούθησης χωρίς ένταλμα του προέδρου Μπους, με την κωδική ονομασία STELLAR WIND. Όμως αυτή η διαρροή ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη, μια αχτίδα φωτός από έναν κατά τα άλλα ανεξιχνίαστο, σκοτεινό κόσμο. (Οι Times είχαν στη διάθεσή τους την ιστορία επί έναν χρόνο. Τελικά τη δημοσίευσαν, μόνο όμως όταν αναγκάστηκαν καθώς ο ρεπόρτερ των Times Τζέιμς Ράιζεν σχεδίαζε να γράψει σχετικά στο βιβλίο του). Ένας θορυβώδης χαρακτήρας, που συνήθιζε να κάνει κάμψεις σε στιγμές μεγάλης έντασης, ο Άκερμαν καταγόταν από τη Νέα Υόρκη. Ήταν στο κολέγιο στο κοντινό Νιου Τζέρζι –στα 21 του– όταν τα αεροπλάνα έπεσαν στους Δίδυμους Πύργους. «Ήταν τεράστιο θέμα», λέει εξηγώντας το ενδιαφέρον του για τα θέματα εθνικής ασφάλειας. Αρχικά εργάστηκε στο The New Republic και κατόπιν στο περιοδικό WIRED και το ιστολόγιό του «Danger Room» για θέματα εθνικής ασφάλειας, αφιερώνοντας μεγάλο μέρος του χρόνου του στη διερεύνηση των προγραμμάτων παρακολούθησης της NSA. Υπήρχαν ενδείξεις. Αλλά ελάχιστες αποδείξεις. Και η NSA δεν αποκάλυπτε τίποτα για το έργο της, παραμένοντας εξίσου απόμακρη με ένα τάγμα Καρθουσιανών μοναχών. Το 2011 ο Άκερμαν δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από το γραφείο του Ρον Γουάιντεν, του Δημοκρατικού γερουσιαστή από το Όρεγκον και σφοδρού επικριτή των κρατικών παρακολουθήσεων. Με έμμεσες αναφορές στη διάρκεια μιας συνέντευξης στο γραφείο του γερουσιαστή –άλλωστε δεν μπορούσε να αποκαλύψει απόρρητες πληροφορίες– ο Γουάιντεν είπε ότι τον ανησυχούσε ιδιαίτερα ο Patriot Act, η ανανέωση του οποίου ετοιμαζόταν να περάσει από το Κογκρέσο. Συγκεκριμένα, ο γερουσιαστής είπε ότι κάποιοι ανώτεροι αξιωματούχοι είχαν προτείνει μια νομική ερμηνεία εντελώς αντίθετη με όσα


όντως ανέφερε ο νόμος. Εντελώς βολικά, η κυβέρνηση είχε χαρακτηρίσει απόρρητη την ερμηνεία της. Κανείς λοιπόν δεν μπορούσε να την προσβάλει. Όμως, όπως άφησε να εννοηθεί ο Γουάιντεν, ο Λευκός Οίκος χρησιμοποιούσε σοφιστείες για να αποκρύψει το εύρος της συλλογής δεδομένων μέσω των προγραμμάτων του. Τι συνέβαινε; Σε ένα κείμενο που ανέβασε στο WIRED, ο Άκερμαν άφηνε να εννοηθεί ότι οι κυβέρνηση σάρωνε τα προσωπικά δεδομένα εκατομμυρίων πολιτών. Όμως η NSA αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι κατασκόπευε τους Αμερικανούς. Το 2012 ο στρατηγός Αλεξάντερ εμφανίστηκε αναπάντεχα σε ένα συνέδριο χάκερ στο Λας Βέγκας. Πρώτη φορά το αφεντικό της αμερικανικής κατασκοπείας επισκεπτόταν την εκδήλωση της DefCon. Αφήνοντας κατά μέρος την άψογα σιδερωμένη στολή του στρατηγού για ένα ζαρωμένο μπλουζάκι και ένα ξεφτισμένο τζιν, ο Αλεξάντερ έκανε μια παράταιρη εμφάνιση στη σκηνή. Διαβεβαίωσε «κατηγορηματικά» το ακροατήριο ότι η υπηρεσία δεν διατηρούσε «αρχεία» ή «ντοσιέ» για «εκατομμύρια ή εκατοντάδες εκατομμύρια» Αμερικανούς. Επρόκειτο για ξεδιάντροπο ψέμα; Ή για κάποια σημειολογική υπεκφυγή όπου η λέξη «φάκελοι» σήμαινε κάτι διαφορετικό από, για παράδειγμα, τη μαζική υποκλοπή των τηλεφωνικών αρχείων; Για τον Άκερμαν και άλλους δημοσιογράφους που ασχολούνταν με θέματα εθνικής ασφάλειας, όλα αυτά αποτελούσαν κομμάτια ενός ευρύτερου παζλ που τους προβλημάτιζε. Ο ψηφισμένος μετά την 11η Σεπτεμβρίου Patriot Act αποτελούσε το πλαίσιο. Όμως το συνολικό σχέδιο παρέμενε ασαφές. Οι αξιωματούχοι μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιούν ένα μίγμα από απόρρητα δικαστήρια, θόλωμα των νερών και διαβαθμίσεις ασφαλείας για να αποκρούσουν τα νόμιμα αιτήματα για παροχή πληροφοριών. Όμως δεν υπήρχε καμία απόδειξη. Και από τη στιγμή που σχεδόν κανείς από την NSA δεν προχωρούσε σε διαρροές, υπήρχαν μάλλον ελάχιστες πιθανότητες να αποκαλυφθεί στο άμεσο μέλλον το πραγματικό εύρος των κρατικών παρακολουθήσεων. Στα τέλη Μαΐου ο Άκερμαν, συστηματικός χρήστης του Twitter, παραιτήθηκε από τη θέση του στο WIRED. Είχε προκύψει η ευκαιρία να γίνει συντάκτης στην αμερικανική έκδοση της Guardian, υπεύθυνος για θέματα εθνικής ασφάλειας. Η δουλειά ήταν στα γραφεία της εφημερίδας στην Ουάσινγκτον, στην πλατεία Φάραγκοτ, μόλις τρία τετράγωνα μακριά από τον Λευκό Οίκο. Η αρχισυντάκτρια Τζανίν Γκίμπσον ζήτησε από τον Άκερμαν να περάσει πρώτα από τη Νέα Υόρκη. Του είπε ότι ήθελε από εκείνον να περάσει μια βδομάδα «προσανατολισμού». Δεν ήταν απόλυτα σαφές τι σήμαινε αυτό. Παρ’ όλ’ αυτά, όντας πρόθυμος να εντυπωσιάσει και γεμάτος ιδέες, ο Άκερμαν ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για να αναλάβει υπηρεσία. Η πρώτη του μέρα στη δουλειά, η Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013, αποδείχτηκε ιδιαίτερα τυχερή. Ο Άκερμαν παρουσιάστηκε στον έκτο όροφο στον αριθμό 536 της Μπρόντγουεϊ. Σε σύγκριση, για παράδειγμα, με των New York Times, τα γραφεία της Guardian στο Σόχο ήταν μικρά και διακριτικά – ένας ενιαίος χώρος σε σχήμα ανάποδου L· με μερικούς υπολογιστές, χώρους συναντήσεων και μια κουζίνα με τσάι PG Tips, μπισκότα και καφετιέρα. Στον τοίχο υπάρχουν ασπρόμαυρα πορτρέτα της διάσημης φωτογράφου της Observer Τζέιν Μπράουν. Παλιότερα στο γραφείο του αρχισυντάκτη κρεμόταν η φωτογραφία του Ρούπερτ Μέρντοχ σε νεαρή ηλικία· ο ειρωνικός Ρουπ εξαφανίστηκε αργότερα, παραχωρώντας τη θέση του σε κορνιζωμένα πρωτοσέλιδα της Guardian από τις αποκαλύψεις για την NSA.


Έξω κυριαρχεί η φασαρία του πολυσύχναστου δρόμου: μπουτίκ, καφέ, τουρίστες. Σε απόσταση πέντε λεπτών με τα πόδια στην οδό Σπρινγκ βρίσκεται το Mother’s Ruin, αγαπημένο μπαρ με στοκαρισμένο κρεμ ταβάνι. Η αμερικάνικη έκδοση της Guardian δείχνει πώς ίσως θα είναι τα μέσα ενημέρωσης όταν οι έντυπες εκδόσεις ακολουθήσουν την πορεία των δεινοσαύρων. Αποτελεί μία αποκλειστικά ψηφιακή επιχείρηση, με 31 συντάκτες και έναν πενιχρό προϋπολογισμό 5 εκατομμυρίων δολαρίων. (Αντίθετα οι NYT έχουν 1.150 υπαλλήλους στο τμήμα ειδήσεων.) Σχεδόν οι μισοί δημοσιογράφοι της είναι Αμερικανοί, κυρίως νέοι με έφεση στις νέες τεχνολογίες. Πολλοί έχουν τατουάζ που καλύπτουν το μισό τους μπράτσο, με μια τολμηρή ψυχή να το έχει καλύψει ολόκληρο. Αποστολή της εφημερίδας, σύμφωνα με την Γκίμπσον, είναι να αποτελεί μια αποκλειστικά αμερικάνικη εκδοχή της Guardian του Λονδίνου, προσφέροντας μια αντίθετη άποψη για τον κόσμο. Από το ξεκίνημά της το 2011, το αμερικάνικο κοινό της είχε αυξηθεί. Παρ’ όλ’ αυτά, οι παρείσακτοι Βρετανοί έμοιαζαν να βρίσκονται πολύ χαμηλά στην ενημερωτική αλυσίδα της Ουάσινγκτον για να ανταγωνιστούν ειδησεογραφικούς γίγαντες όπως οι NYT, η Washington Post ή η Wall Street Journal. (Το εσωτερικό αστείο ήταν πως στο ετήσιο δείπνο του Λευκού Οίκου για τον Τύπο το 2012 η Guardian είχε λάβει μόλις δύο προσκλήσεις, για θέσεις δίπλα στην τουαλέτα και το αναβατόριο.) Όπως θα φανέρωναν με τρόπο δραματικό οι εξελίξεις της εβδομάδας, το γεγονός ότι βρισκόταν εκτός της λέσχης των μεγάλων της Ουάσινγκτον είχε τα πλεονεκτήματά του. Η Γκίμπσον το θέτει ειλικρινά: «Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν απαντάει στις κλήσεις μας. Άρα δεν έχουμε να χάσουμε απολύτως τίποτα σε θέματα πρόσβασης». Η Guardian αποτελούσε τον τρίτο μεγαλύτερο ειδησεογραφικό ιστότοπο, πολύ πριν την εμφάνιση του Σνόουντεν. Φαίνεται όμως πως ο Λευκός Οίκος γνώριζε ελάχιστα για το ποιον της –ήταν εφημερίδα, δωρεάν έντυπο, ιστολόγιο;– ή για τη φύση της καινοτόμου αρχισυντάκτριας Τζανίν Γκίμπσον. Ο Άκερμαν δεν πέρασε ποτέ τη διαδικασία «προσανατολισμού» που του υποσχέθηκε η Γκίμπσον. Παρακολουθούσε επί ώρες τη Γκίμπσον και τον Σκοτσέζο αναπληρωτή της Στιούαρτ Μίλαρ κλεισμένους στο γραφείο της. Η πόρτα παρέμενε ερμητικά κλειστή. Περιστασιακά έβγαινε η Γκίμπσον, διέσχιζε ζωηρά την αίθουσα σύνταξης και εξαφανιζόταν ξανά πίσω από κάποια ματ τζαμαρία. Ο 41χρονος Μίλαρ, που μετακόμισε από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη το 2011, το θέτει ως εξής: «Κάθε φορά που βγαίναμε από το γραφείο για να πάμε στην τουαλέτα ή για ένα ποτήρι νερό, από τα γραφεία πρόβαλλαν κεφάλια που σαν τις σουρικάτες έγνεφαν το ένα στο άλλο στέλνοντας προειδοποιητικά σήματα». Ήταν φανερό πως κάτι πολύ σημαντικό συνέβαινε. Το μεσημέρι, η Γκίμπσον ζήτησε επιτέλους από τον Άκερμαν να συνοδεύσει την ίδια και τον Μίλαρ: οι τρεις τους έστριψαν στη γωνία και πήγαν στο Ed’s Lobster Bar στην οδό Λαφαγιέτ. Το εστιατόριο ήταν γεμάτο· οι τρεις τους στριμώχτηκαν ανάμεσα στους άλλους πελάτες και παρήγγειλαν σάντουιτς με αστακό. Ο Άκερμαν άρχισε την ψιλοκουβέντα αλλά οι δύο Βρετανοί τον έκοψαν απότομα. Κατόπιν η αρχισυντάκτρια έριξε τη βόμβα. Του είπε: «Δεν θα υπάρξει προσανατολισμός. Έχουμε μια πολύ καλή ιστορία και θέλουμε τη συμμετοχή σου». Η Γκίμπσον εξήγησε τι ακριβώς συνέβαινε – ένα βαθύ λαρύγγι, σε μια άγνωστη τρίτη χώρα. Ο πληροφοριοδότης συνεργαζόταν με τον Γκρίνγουολντ και τον


ΜακΆσκιλ. Ετοίμαζαν μια σειρά από άρθρα για... τις παρακολουθήσεις της NSA. Διάολε! Ο Άκερμαν είχε μείνει άφωνος. «Για ένα διάστημα παρέμεινα σιωπηλός», λέει. Και προσθέτει: «Ερευνούσα το θέμα –τα προγράμματα παρακολούθησης χωρίς ένταλμα– επί επτά χρόνια. Ήμουν χωμένος ως το λαιμό σ’ αυτή την ιστορία». Η Γκίμπσον τον ενημέρωσε για τις διαφάνειες του PRISM και την εντολή του απόρρητου δικαστηρίου που υποχρέωνε τη Verizon να παραδώσει τα τηλεφωνικά αρχεία όλων των πελατών της στις ΗΠΑ. Ο Άκερμαν έχωσε το κεφάλι στα χέρια του κι άρχισε να ταλαντεύεται μπρος-πίσω μουρμουρίζοντας, «Γαμώτο! Γαμώτο!», πριν καταφέρει να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. Ήταν ενθουσιασμένος αφού οι υποψίες που είχε εδώ και καιρό αποδεικνύονταν σωστές: η κυβέρνηση Ομπάμα συνέχιζε στα κρυφά, και μάλιστα διευρυμένες, τις πρακτικές παρακολούθησης της περιόδου Μπους. Ο Άκερμαν ρώτησε την Γκίμπσον αν της έλεγαν κάτι οι λέξεις STELLAR WIND. Ναι. «Πουλάκια άρχισαν να κελαηδούν. Αστράκια να γυρίζουν», θυμάται ο Άκερμαν σαν σε όνειρο. «Επιβεβαιώνονταν όσα προσπαθούσα να ανακαλύψω επί επτά χρόνια». Και συνεχίζει: «Σκέφτηκα ότι η λευκή φάλαινα πλησίαζε στην άκρη του καμακιού μου. Όπως αποδείχτηκε υπήρχαν ένα σωρό ιστορίες». Οι συνέπειες ήταν τεράστιες. Η κρυφή δικαστική εντολή για τη Verizon είχε ημερομηνία 25 Απριλίου 2013. Εξανάγκαζε έναν από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους των ΗΠΑ να παραδώσει στην NSA τα τηλεφωνικά αρχεία εκατομμυρίων Αμερικανών πελατών της. Η Verizon παρέδιδε τα προσωπικά δεδομένα σε «διαρκή, καθημερινή βάση». Έδινε στην NSA πληροφορίες για όλες τις κλήσεις που κατέγραφαν τα συστήματά της, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και μεταξύ ΗΠΑ και άλλων χωρών. Κατά τα φαινόμενα αποτελούσε μία συνταρακτική απόδειξη ότι η NSA είχε απλώσει ένα δίχτυ που συνέλεγε τα αρχεία εκατομμυρίων Αμερικανών πολιτών, άσχετα αν είχαν διαπράξει κάποιο έγκλημα ή αν εμπλέκονταν σε υποθέσεις τρομοκρατίας. Το έγγραφο προερχόταν από το δικαστήριο για τις υποθέσεις του νόμου FISA. Με την υπογραφή του δικαστή Ρότζερ Βίνσον, παρείχε στη διοίκηση των ΗΠΑ απεριόριστη δικαιοδοσία για να σαρώσει τα τηλεφωνικά δεδομένα για περίοδο 90 ημερών. Η περίοδος έληγε στις 19 Ιουλίου. «Ήταν ό,τι πιο συνταρακτικό είχα δει στη ζωή μου. Κανείς χωρίς εξουσιοδότηση ασφαλείας δεν είχε δει ποτέ τέτοια δικαστική εντολή», λέει ο Άκερμαν. «Ούτε καν στα πιο πυρετικά και συνωμοσιολογικά όνειρά μου δεν πίστευα ότι [η κυβέρνηση] θα ’κανε κάτι τέτοιο». Το τρίμηνο αίτημα ήταν το μοναδικό; Υπήρχαν παρόμοιες εντολές; Η απάντηση ήταν άγνωστη. Ο Σνόουντεν είχε δώσει ένα πρόσφατο έγγραφο. Όμως υπήρχε η υποψία ότι η NSA υποχρέωνε και άλλα μεγάλα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα να παραδίδουν τα δεδομένα τους με τον ίδιο τρόπο. Στα γραφεία της Νέα Υόρκης η Γκίμπσον κατέστρωσε ένα σχέδιο. Είχε τρεις βασικές παραμέτρους: αναζήτηση νομικών συμβουλών· δημιουργία στρατηγικής για την προσέγγιση του Λευκού Οίκου· προσχέδια κειμένων από τους δημοσιογράφους στο Χονγκ Κονγκ. Μέχρι στιγμής η NSA έμοιαζε να μη γνωρίζει για το τσουνάμι που σύντομα θα τη χτυπούσε. Ειρωνικά, η Guardian μόλις είχε αρχίσει να λειτουργεί σαν κλασσική μυστική υπηρεσία – δουλεύοντας στα κρυφά, με ξεχωριστούς πυρήνες και λαθραίες κρυπτογραφημένες επικοινωνίες. Τα ιμέιλ και οι συνομιλίες μέσω των συμβατικών γραμμών απαγορεύονταν. Η Γκίμπσον έγραψε ένα πρόχειρο πρόγραμμα στον πίνακα. (Αργότερα το ονόμασε «Ο


θρύλος του φοίνικα», ως φόρο τιμής στην καλοκαιρινή επιτυχία από το γαλλικό ντουέτο της ηλέκτρο μουσικής Duft Punk.) Οι γνώστες της υπόθεσης Σνόουντεν αποτελούσαν μια μικρή ομάδα που έσκαβε στον πυρήνα των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών. Από τη φύση τους, οι εφημεριδάνθρωποι είναι αθεράπευτα κουτσομπόληδες. Σε αυτή την περίπτωση η εχεμύθεια ως προς τις πληροφορίες ήταν εξίσου απόλυτη όσο σε έναν λενινιστικό πυρήνα. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν γνώριζαν ότι οι συνάδελφοι τους ετοιμάζονταν να προσδεθούν σε ένα δημοσιογραφικό ρολερ-κόστερ. Η εφημερίδα σκόπευε να δημοσιεύσει πρώτα την ιστορία για τη Verizon. Από τα χιλιάδες έγγραφα, τα συγκεκριμένα ήταν τα πιο κατανοητά. «Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, τα πάντα αναφέρονταν ξεκάθαρα», λέει ο Μίλαρ. Θα ακολουθούσε η ιστορία με το πρόγραμμα για το διαδίκτυο και την κωδική ονομασία PRISM. Έπειτα, η αποκάλυψη ότι οι ΗΠΑ εμπλέκονταν ενεργά σε κυβερνο-επιθέσεις. Τελευταία, αν η εφημερίδα επιβίωνε ως τότε, θα δημοσιευόταν η αλήθεια πίσω από την κωδική ονομασία BOUNDLESS INFORMANT (Απεριόριστος Πληροφοριοδότης). Το εγχείρημα διέτρεχε κίνδυνο επειδή οι δημοσιογράφοι που ασχολούνταν με αυτές τις αποκλειστικότητες ήταν σκορπισμένοι ανά τον κόσμο – στο Χονγκ Κονγκ, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία. Ο Άκερμαν στάλθηκε στην Ουάσινγκτον. Του ζήτησαν να προετοιμαστεί για να έρθει σε επαφή με τη Verizon. Και, όταν έφτανε η στιγμή, να επικοινωνήσει με τον Λευκό Οίκο. Στο Λονδίνο ο Άλαν Ράσμπριτζερ, ο διευθυντής σύνταξης, κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο, μαζί με τον διπλωματικό συντάκτη Τζούλιαν Μπόρτζερ, για την επόμενη διαθέσιμη πτήση για Νέα Υόρκη. Για την Τζανίν Γκίμπσον, πρώην αρχισυντάκτρια του guardian. co.uk, του ιστότοπου της εφημερίδας, το εγχείρημα προκαλούσε έντονη αγωνία. Άραγε κάποιο λάθος θα τίναζε τα πάντα στον αέρα; Υπήρχαν πολλαπλά προβλήματα. «Κανείς δεν είχε ξαναδεί τέτοια έγγραφα. Τα έγγραφα από το δικαστήριο για τις υποθέσεις του νόμου FISA ήταν τόσο απόρρητα ώστε δεν είχαμε με τι να τα συγκρίνουμε», λέει. Αναρωτιόταν γεμάτη ανησυχία μήπως το κείμενο της δικαστικής εντολής ήταν υπερβολικά καλό – μια πιθανή απάτη. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα ήταν ο αμερικάνικος Νόμος περί Κατασκοπείας. Το ρυθμιστικό πλαίσιο των ΗΠΑ ήταν χαλαρότερο από της Βρετανίας. Στη βάση της Guardian στη Βρετανία, η κυβέρνηση μπορούσε απλά να καταθέσει αίτηση για ασφαλιστικά μέτρα – μια εντολή φίμωσης που θα εμπόδιζε τη δημοσίευση. Όμως ακόμη και στις ΗΠΑ, την πατρίδα της πρώτης τροποποίησης, οι πολιτικές επιπτώσεις από τη δημοσίευση υπερευαίσθητου απόρρητου υλικού της NSA ήταν βαρύτατες. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη διαρροή μυστικών πληροφοριών της ιστορίας. Έμοιαζε σχεδόν βέβαιο ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα τους καλούσε σε απολογία. Και θα ζητούσε τη σύγκληση δικαστικού συμβουλίου. Θα επιχειρούσε να εξαναγκάσει την Guardian να αποκαλύψει την ταυτότητα της πηγής. Ο Μίλαρ και η Γκίμπσον συναντήθηκαν με δύο διακεκριμένους δικηγόρους σε θέματα μέσων ενημέρωσης – αρχικά με τον Ντέιβιντ Κόρζενικ και αργότερα με τον Ντέιβιντ Σουλτς. Οι δυο τους βοήθησαν στο σχεδιασμό ενός πλάνου. Ο Νόμος περί Κατασκοπείας αποτελούσε ένα αλλόκοτο νομοθέτημα που συντάχθηκε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χαρακτήριζε έγκλημα «την παροχή, μετάδοση ή


επικοινωνία» μυστικών πληροφοριών των ΗΠΑ σε μια ξένη κυβέρνηση. Ο νόμος ήταν ασαφής. Για παράδειγμα δεν ήταν ξεκάθαρο αν κάλυπτε ή όχι τους δημοσιογράφους που δημοσίευαν υλικό σχετικό με την εθνική ασφάλεια. Ούτε το δεδικασμένο βοηθούσε: ήταν ελάχιστες οι περιπτώσεις ανάλογων διώξεων. Υπήρχαν ορισμένα στοιχεία που προκαλούσαν αισιοδοξία. Πρώτον, σε διάρκεια 96 ετών, ο Νόμος περί Κατασκοπείας δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ εναντίον κάποιου ειδησεογραφικού οργανισμού. Έμοιαζε μάλλον απίθανο η νυν κυβέρνηση να κάνει την αρχή. Δεύτερον, το πολιτικό πλαίσιο ήταν ευνοϊκό. Ο Λευκός Οίκος είχε βρεθεί στο επίκεντρο μιας θύελλας για, σύμφωνα με τους επικριτές του, επανειλημμένες διώξεις κατά της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε αποκτήσει τα τηλεφωνικά αρχεία δημοσιογράφων που εργάζονταν στο Associated Press και είχαν γράψει για μια αποτυχημένη συνωμοσία κατά της αλ-Κάιντα – μια απίστευτη παραβίαση για ειδησεογραφικό οργανισμό. Στην περίπτωση μιας άλλης διαρροής, είχε στοχοποιήσει έναν ρεπόρτερ του Fox News. Μετά την κατακραυγή, ο γενικός εισαγγελέας Έρικ Χόλντερ είπε στο Κογκρέσο ότι δεν θα δίωκε δημοσιογράφους επειδή ασκούν το επάγγελμά τους. Ωστόσο, ήταν πολύ σημαντικό για την Guardian να επιδείξει υπεύθυνη συμπεριφορά. Η εφημερίδα όφειλε να δείξει ότι έπαιρνε όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να μη βλάψει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Και ότι δημοσίευε υλικό που αποκάλυπτε μόνο το ευρύτερο πλαίσιο των πολιτικών κρατικής παρακολούθησης και όχι επιζήμιες επιχειρησιακές λεπτομέρειες. Το ερώτημα ήταν: η κοινή γνώμη έχει το ουσιαστικό δικαίωμα να γνωρίζει, βάσει της πρώτης τροποποίησης; Μοναδικός σκοπός της εφημερίδας ήταν να προκαλέσει τη δημόσια συζήτηση που περίμεναν τόσο καιρό ο Σνόουντεν και οι επίμονοι επικριτές αυτών των πολιτικών στη Γερουσία, όπως ο Γουάιντεν και ο συνάδελφος του στην ελεγκτική επιτροπή της Γερουσίας Μαρκ Γιούνταλ. Οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Ο ΜακΆσκιλ της Guardian είχε στείλει ένα μήνυμα τεσσάρων λέξεων από το Χονγκ Κονγκ. Έλεγε: «Η Guinness είναι καλή». Η κωδική φράση σήμαινε ότι ο Σνόουντεν δεν ήταν απατεώνας. Η Γκίμπσον αποφάσισε να δώσει ένα περιθώριο τεσσάρων ωρών στην NSA για να σχολιάσει, ώστε η υπηρεσία να έχει τη δυνατότητα της διάψευσης. Για τα βρετανικά δεδομένα το περιθώριο ήταν επαρκές – αρκετό ώστε να γίνουν κάποια τηλεφωνήματα, να αποφασιστεί μια κοινή γραμμή. Όμως από την οπτική της Ουάσινγκτον, όπου οι σχέσεις δημοσιογράφων-κυβέρνησης ήταν ένθερμες θυμίζοντας κατά καιρούς κλειστό κλαμπ, ήταν απολύτως εξωφρενικό, ακόμα και για να σκεφτεί κανείς να ενημερώσει τους εκπροσώπους τύπου για τόσο περίπλοκο υλικό. Την Τετάρτη στην Ουάσινγκτον, ο Άκερμαν πέρασε στο γραφείο την επίσημη πρώτη μέρα του στη δουλειά. Χαιρέτισε τον νέο του συνάδελφο Νταν Ρόμπερτς, υπεύθυνο των γραφείων της Guardian στην Ουάσινγκτον, χωρίς τη δυνατότητα να αποκαλύψει το παραμικρό για τη σουρεαλιστική αποστολή του. Περίπου στη 1 μ.μ. τηλεφώνησε στη Verizon. Κατόπιν τηλεφώνησε στην Κέιτλιν Χέιντεν στον Λευκό Οίκο. Η Χέιντεν ήταν η εκπρόσωπος τύπου του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας (National Security Council – NSC), του ισχυρού σώματος που ήταν υπεύθυνο για τον συντονισμό της εθνικής ασφάλειας με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον πρόεδρο. Η Χέιντεν δεν απάντησε. Ο Άκερμαν έστειλε ένα επείγον ιμέιλ. Τίτλος του: «πρέπει να μιλήσουμε το συντομότερο».


«Γεια σου Κέιτλιν, μόλις άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή σου – τουλάχιστον “ελπίζω” να ήταν ο τηλεφωνητής σου. Πλέον εργάζομαι στην Guardian και πρέπει να σου μιλήσω επειγόντως για ένα ζήτημα σχετικό με τις ενέργειες παρακολούθησης των ΗΠΑ. Θεωρώ ότι είναι καλύτερα να τα πούμε από το τηλέφωνο... Σε παρακαλώ πάρε με το συντομότερο δυνατό». Η Χέιντεν ήταν απασχολημένη. Συμπτωματικά εκείνη τη μέρα ο Λευκός Οίκος ανακοίνωνε ότι η πρέσβης Σούζαν Ράις θα γινόταν σύμβουλος του Ομπάμα για θέματα εθνικής ασφάλειας, καταλαμβάνοντας τη θέση του διοικητή του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας. Η Χέιντεν απάντησε με ιμέιλ ότι θα επικοινωνούσε μαζί του σε μια ώρα. Νωρίς το απόγευμα, τηλεφώνησε. Ο Άκερμαν της είπε τι είχε η Guardian –μία απόρρητη δικαστική εντολή– και τι σκόπευε να κάνει – να τη δημοσιεύσει την ίδια μέρα στις 4:30 μ.μ. «Η Κέιτλιν αναστατώθηκε πολύ», λέει ο Άκερμαν. Μετά το αρχικό σοκ, η Χέιντεν σημείωσε με επαγγελματισμό τις λεπτομέρειες. Υποσχέθηκε να το «μεταφέρει στους δικούς της». Σίγουρα οι συγκεκριμένοι άνθρωποι τα ’χασαν – ποια ακριβώς ήταν η Guardian και πού στο διάολο είχαν βρει τη διαρροή αυτοί οι ενοχλητικοί Βρετανοί; Στις 4 μ.μ. η Χέιντεν του έστειλε ιμέιλ λέγοντας ότι ο Λευκός Οίκος του ζητούσε να επικοινωνήσει «το συντομότερο δυνατό» με τις σχετικές υπηρεσίες, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την NSA. Ο Άκερμαν κάλεσε το Υπουργείο και στη συνέχεια μίλησε με την εκπρόσωπο τύπου της NSA, την Τζούντι Έμελ. Η Έμελ παρέμεινε ατάραχη. «Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει», λέει ο Άκερμαν. Υπό τις οδηγίες της Γκίμπσον, ο Άκερμαν έστειλε άλλο ιμέιλ στη Χέιντεν λέγοντας ότι η αρχισυντάκτριά του τον εξουσιοδότησε να παρατείνει την προθεσμία «ως τις 5:15 μ.μ.» Κατόπιν η Χέιντεν τηλεφώνησε στην Γκίμπσον, απευθείας από τον Λευκό Οίκο. Είχε μια πρόταση – μία τηλεδιάσκεψη στις 5:15 μ.μ. Ο Λευκός Οίκος επιστράτευε τα βαριά του όπλα. Η ομάδα περιλάμβανε τον αναπληρωτή διευθυντή του FBI Σον Μ. Τζόις, με καταγωγή από τη Βοστόνη και βιογραφικό που θύμιζε πεζοναύτη – επιθεωρητής κατά των κολομβιανών καρτέλ, αξιωματικός αντιτρομοκρατικής, νομικός ακόλουθος στην Πράγα. Ο Τζόις ήταν υπεύθυνος των 75 διεθνών και εσωτερικών αποστολών του FBI που πολεμούσαν το έγκλημα και τις απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας. Πλέον ήταν επικεφαλής της κατασκοπείας στο FBI. Επίσης θα συμμετείχε ο Κρις Ίνγκλις, αναπληρωτής διευθυντής της NSA. Ο Ίνγκλις ήταν άνθρωπος που επικοινωνούσε με τους δημοσιογράφους τόσο σπάνια ώστε να θεωρείται μυθολογικό πλάσμα, σαν τον μονόκερο. Η καριέρα του Ίνγκλις ήταν λαμπρή. Είχε πτυχία μηχανολόγου μηχανικού και πληροφορικής και είχε ανέλθει πολύ γρήγορα στα ανώτερα κλιμάκια της NSA. Πριν γίνει ο νούμερο δύο του στρατηγού Αλεξάντερ, είχε τοποθετηθεί μεταξύ 2003 και 2006 στο Λονδίνο ως ανώτερος αξιωματικός με χρέη συνδέσμου ανάμεσα στις ΗΠΑ, την GCHQ και τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Προφανώς στη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο είχε δει την Guardian. Έπειτα ήταν ο Ρομπερτ Σ. Λιτ –γνωστός ως Μπομπ– γενικός σύμβουλος στο γραφείο του Διευθυντή Μυστικών Υπηρεσιών (Director of National Intelligence – DNI). Απόφοιτος του


Χάρβαρντ και του Γέιλ, ο Λιτ γνώριζε πώς λειτουργούσε το δικαστήριο για τις υποθέσεις του νόμου FISA από τα έξι χρόνια που πέρασε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο Λιτ ήταν έξυπνος, συμπαθής, ομιλητικός, θεατρικός, με ύφος δικηγόρου και την τάση να αγορεύει. «Ξέρει τι κάνει. Είναι έξυπνος. Ο εξυπνότερος αυτής της παρέας», κατά τον Άκερμαν. Από πλευράς Guardian ήταν η Γκίμπσον και ο Μίλαρ, δύο Βρετανοί δημοσιογράφοι, καθισμένοι στο γραφείο της Γκίμπσον, με τον φτηνό καναπέ και τη διόλου εντυπωσιακή θέα στην Μπρόντγουεϊ. Επίσης συμμετείχε και ο Άκερμαν από την Ουάσινγκτον. Όμως οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος τους – τρεις ξενόφερτοι ενάντια στο θηρίο της Ουάσινγκτον. Επιστρατεύοντας τα βαριά χαρτιά ο Λευκός Οίκος πίστευε ίσως ότι θα κολάκευε –και στην ανάγκη θα εκφόβιζε– την Guardian προκειμένου να καθυστερήσει τη δημοσίευση της ιστορίας με τη Verizon, σίγουρα για κάποιες μέρες, ίσως και για πάντα. Η στρατηγική ήταν λογική. Όμως βασιζόταν σε ορισμένες εικασίες. Υπέθετε ότι ο Λευκός Οίκος έλεγχε την κατάσταση. Ταυτόχρονα, μάλλον υποτιμούσε την Γκίμπσον. «Κάτι τέτοιες στιγμές καταλαβαίνεις πόσα κότσια έχουν οι αρχισυντάκτες σου», παρατηρεί ο Άκερμαν. Η κοινή γραμμή των επίσημων τοποθετήσεων –όλες τους «ανεπίσημα» φυσικά– ήταν ότι η ιστορία της Verizon σε καμία περίπτωση δεν ήταν αντικειμενική. Όμως οι ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης ήταν πρόθυμοι να καθίσουν και να εξηγήσουν την ευρύτερη εικόνα. Ουσιαστικά προσκαλούσαν την Γκίμπσον στο Λευκό Οίκο για να το κουβεντιάσουν. Ο συγκεκριμένος ελιγμός είχε λειτουργήσει με άλλες αμερικανικές εφημερίδες στο παρελθόν, κυρίως με τους New York Times το 2004, όταν η εφημερίδα αποκάλυψε αρχικά τα προγράμματα παρακολούθησης χωρίς ένταλμα του προέδρου Μπους. Μετά την «κουβέντα», όπως της έδωσαν να καταλάβει, η Guardian ίσως δεν επιθυμούσε εξίσου έντονα να προχωρήσει στη δημοσίευση. Το κρυφό νόημα ήταν: δεν καταλαβαίνετε πώς λειτουργούν τα πράγματα εδώ πέρα. «Νομίζω ότι πίστευαν πως μπορούσαν να με τουμπάρουν», λέει η Γκίμπσον. Η ίδια είχε διαφορετική άποψη. Κατά τη γνώμη της, η συγκεκριμένη επικοινωνία ήταν μια εύλογη ευκαιρία για την κυβέρνηση να εγείρει «συγκεκριμένους» λόγους ανησυχίας ως προς την εθνική ασφάλεια. Είπε στον Μπομπ και την παρέα του ότι πίστευε πως υπήρχε αδιαμφισβήτητο δημόσιο όφελος από την αποκάλυψη της απόρρητης δικαστικής εντολής. Η εντολή, είπε, ήταν πολύ γενική, χωρίς επιχειρησιακές λεπτομέρειες, στοιχεία ή ευρήματα. Με μια πρώτη ματιά δεν έμοιαζε ικανή να προκαλέσει ζημιά σε κάποια συγκεκριμένη υπόθεση. Όμως ήταν πρόθυμη να ακούσει τις ανησυχίες τους. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν συνηθίσει να περνάει το δικό τους και έδειξαν να σαστίζουν από τη συμπεριφορά της Γκίμπσον. Ακόμη και σε στιγμές έντονου στρες όπως αυτές, ο τόνος της δημοσιογράφου ήταν φιλικός και πρόσχαρος – συνδυασμός αφοπλιστικός. Στην προηγούμενη θέση της ως υπεύθυνη σύνταξης για τα μέσα ενημέρωσης στην Guardian, η Γκίμπσον είχε αντιμετωπίσει πολλά άτομα που επιχείρησαν να της ασκήσουν πίεση. Ανάμεσά τους ο θορυβώδης παρουσιαστής του CNN Πιρς Μόργκαν και ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον – αν και τότε ήταν ένας απλός υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Carlton, ενός όχι ιδιαίτερα σημαντικού τηλεοπτικού σταθμού. Με την πίεση να αυξάνεται η Γκίμπσον ένιωθε την προφορά της να γίνεται όλο και πιο


τυπικά βρετανική. «Άρχισα να ακούγομαι σαν τη Μαίρη Πόπινς», λέει αστειευόμενη. Στο μεταξύ ο Μίλαρ γκούγκλαρε τις λέξεις «DNI», «Μπομπ Λιτ», «Κρις Ίνγκλις», «Σον Τζόις». Ποιες ήταν οι περγαμηνές τους; Από την Ουάσινγκτον, ο Άκερμαν ήταν εντυπωσιασμένος με την παράσταση της Γκίμπσον· της έγραφε ενθαρρυντικά σχόλια στο Gchat. Μετά από 20 λεπτά οι άνθρωποι του Λευκού Οίκου ήταν απογοητευμένοι. Συζητούσαν τα ίδια και τα ίδια. Ο Λιτ και ο Ίνγκλις αρνούνταν να εκφράσουν οποιαδήποτε ανησυχία, με τη δικαιολογία πως ακόμα και η «συζήτηση» από το τηλέφωνο για το μυστικό έγγραφο της Verizon αποτελούσε κακούργημα. Τελικά κάποιος από την ομάδα δεν άντεξε άλλο. Χάνοντας την ψυχραιμία του και γρυλίζοντας με βαριά προφορά σαν πρωταγωνιστής αστυνομικής σειράς, φώναξε: «Δεν πρέπει να το δημοσιεύσετε! Κανένας σοβαρός ειδησεογραφικός οργανισμός δεν θα το δημοσίευε!» Η Γκίμπσον σφίχτηκε· η αβρότητα και η πρόσχαρη διάθεση εξαφανίστηκαν. Αποκρίθηκε παγερά: «Με όλο τον σεβασμό, εμείς αποφασίζουμε τι θα δημοσιεύσουμε». «Σαν να έλεγε: “πώς τολμάς να μας μιλάς έτσι;”», λέει ο Μίλαρ. Και προσθέτει: «Ήταν φανερό ότι η κυβέρνηση δεν είχε να προσφέρει κάτι ουσιαστικό. Θα το δημοσιεύαμε. Το παιχνίδι είχε αρχίσει». Η ομάδα του Λευκού Οίκου άφησε να εννοηθεί ότι θα ζητούσε να μιλήσει με τους ανωτέρους της. Η Γκίμπσον απάντησε ότι ο διευθυντής σύνταξης –που εκείνη τη στιγμή πετούσε πάνω από τον Ατλαντικό– δεν ήταν διαθέσιμος. Είπε: «Εγώ παίρνω την τελική απόφαση». Η απογοητευμένη ομάδα αποφάσισε να τερματίσει την κλήση: «Φαίνεται πως καταλήγουμε σε απόλυτο αδιέξοδο». Η Γκίμπσον είχε αντισταθεί στις προσπάθειες της κυβέρνησης να την καλοπιάσει, διατηρώντας την ψυχραιμία της, ενώ ταυτόχρονα ακολουθούσε τους κανόνες νομιμότητας. Ο Άκερμαν λέει: «Δεν λύγισε. Έμεινε όρθια ως το τέλος». Προσθέτει: «Η κυβέρνηση Ομπάμα χρειάστηκε πολύ χρόνο μέχρι να προσαρμοστεί στο γεγονός ότι δεν είχε η ίδια τον έλεγχο αλλά η Γκίμπσον... Άραγε πόσο συχνά συναναστρέφονται με κόσμο που δεν ανήκει στον κύκλο τους;» Η συνομιλία καταδείκνυε τη διαφορά της δημοσιογραφικής κουλτούρας στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στις ΗΠΑ, τρεις μεγάλες εφημερίδες δημιουργούν ουσιαστικά ένα μονοπώλιο. Με ελάχιστο ανταγωνισμό, έχουν το ελεύθερο να κυνηγάνε τα θέματα με χαλαρούς ρυθμούς, στα όρια της αβροφροσύνης. Και η πολιτική κουλτούρα διαφέρει, με τον Τύπο να αντιμετωπίζει γενικά με πολύ σεβασμό τον πρόεδρο. Αν κάποιος έθετε στον Ομπάμα μια δύσκολη ή ενοχλητική ερώτηση, αυτό αποτελούσε από μόνο του είδηση. Αντίθετα, στην πάλαι ποτέ πιάτσα της Φλιτ Στριτ, το τοπίο της ενημέρωσης ήταν διαφορετικό. Στο Λονδίνο υπήρχαν 12 εφημερίδες εθνικής κυκλοφορίας αφοσιωμένες στη διαρκή, εξαντλητική μάχη για την επιβίωση, έναν δαρβινικού τύπου αγώνα μέχρις εσχάτων. Ο ανταγωνισμός εντεινόταν όσο μειωνόταν η κυκλοφορία των έντυπων εκδόσεων. Αν είχες μια αποκλειστικότητα, τη δημοσίευες. Το ζητούμενο ήταν πώς θα φάει ο ένας τον άλλον. Στη συνέχεια οι αμερικανικές αρχές προσπάθησαν να ασκήσουν πίεση στη Βρετανία. Η βρετανική υπηρεσία ασφαλείας MI5 τηλεφώνησε στον Νικ Χόπκινς, τον συντάκτη για θέματα ασφάλειας της Guardian, στα γραφεία της εφημερίδας στο Λονδίνο· αντίστοιχα οι άνθρωποι του FBI τηλεφώνησαν στο νούμερο 2 της εφημερίδας, τον αναπληρωτή διευθυντή


σύνταξης Πολ Τζόνσον. (Ο αναπληρωτής διευθυντής Τζόις άρχισε λέγοντας: «Γεια σου Πολ, πώς πάει η μέρα σου; Μιλούσαμε με την κυρία Γκίμπσον. Νιώθουμε ότι δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε...») Οι προσπάθειες να επικοινωνήσουν με τον Ράσμπριτζερ αποδείχθηκαν ανεπιτυχείς. Ο διευθυντής σύνταξης ήταν ακόμη στο αεροπλάνο. Πάντως είχε ξεκαθαρίσει ότι η Γκίμπσον είχε το γενικό πρόσταγμα. Οι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι άρχισαν να εμφανίζονται περισσότερο στενοχωρημένοι παρά οργισμένοι. Ωστόσο στην Ουάσινγκτον, ο Άκερμαν είχε αρχίσει να ανησυχεί. Αναρωτιόταν αν έξω από το διαμέρισμά του στο Ντούποντ Σερκλ βρίσκονταν ήδη τύποι με όπλα και μονοκόμματα γυαλιά ηλίου έτοιμοι να τον συλλάβουν και να τον ανακρίνουν σε κάποιο σκοτεινό κελί. Το σκεπτικό του: «Μόλις είχαμε κλείσει το τηλέφωνο με τρεις εξαιρετικά ισχυρούς και εξαιρετικά δυσαρεστημένους άνδρες, ένας εν των οποίων ήταν ο αναπληρωτής επικεφαλής του FBI». Στο Χονγκ Κονγκ, ο Σνόουντεν και ο Γκρίνγουολντ κάθονταν σ’ αναμμένα κάρβουνα· προβληματίζονταν αν η Guardian διέθετε το απαραίτητο θράσος προκειμένου να προχωρήσει στη δημοσίευση. Ο Γκρίνγουολντ είχε ειδοποιήσει πως ήταν έτοιμος και πρόθυμος να δημοσιεύσει μόνος του τα στοιχεία ή να δώσει την αποκλειστικότητα κάπου αλλού έτσι και η Guardian δίσταζε. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν. Και ο Σνόουντεν κινδύνευε να αποκαλυφθεί ανά πάσα στιγμή. Λίγο μετά τις 7 μ.μ. η αμερικανική έκδοση της Guardian δημοσίευσε την ιστορία. Ήταν, από κάθε άποψη, μια εκπληκτική αποκλειστικότητα, η πρώτη από πολλές άλλες. Το άρθρο, που το υπέγραφε ο Γκρίνγουολντ, ξεκινούσε ως εξής: «Η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας συλλέγει αυτή τη στιγμή τα τηλεφωνικά αρχεία εκατομμυρίων Αμερικανών πελατών της Verizon, μιας από τις μεγαλύτερες παρόχους τηλεπικοινωνιών, βάσει μίας άκρως απόρρητης δικαστικής εντολής που εκδόθηκε τον Απρίλιο». Παρά την αποτυχία της τηλεδιάσκεψης, ο Λευκός Οίκος μάλλον δεν πίστεψε ούτε στιγμή πως η Guardian θα είχε το θράσος να δημοσιεύσει την απόρρητη εντολή. Λίγα λεπτά μετά την ανάρτηση του άρθρου, η Χέιντεν έστειλε ένα σημείωμα στον Άκερμαν ρωτώντας: «Τελικά θα το προχωρήσετε;» Ανάλογες καθυστερήσεις θα χαρακτήριζαν τις αντιδράσεις του Λευκού Οίκου και στις μέρες που ακολούθησαν. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι παρέμεναν δύσπιστοι μπροστά στην ιλιγγιώδη ταχύτητα των δημοσιεύσεων. Η NSA σίγουρα προσπαθούσε να κυνηγήσει τη διαρροή, αγνοώντας ότι η Guardian είχε στη διάθεσή της όχι ένα αλλά χιλιάδες άκρως απόρρητα έγγραφα. Η Γκίμπσον λέει: «Κινούμασταν όσο το δυνατόν ταχύτερα. Γνωρίζαμε ότι είχαμε πολύ μικρό χρονικό περιθώριο για να δημοσιεύσουμε τις ιστορίες προτού η υπόθεση μετατραπεί σε ανθρωποκυνηγητό». Ο Σνόουντεν ισχυριζόταν ότι οι αποκαλύψεις για τη Verizon θα προκαλούσαν δημόσια θύελλα. Η Γκίμπσον και ο Μίλαρ δεν ήταν το ίδιο πεπεισμένοι· σίγουρα η ιστορία ήταν καλή, ποιος όμως θα ήταν ο αντίκτυπος; Έχοντας ολοκληρώσει τη δουλειά του για εκείνη τη μέρα, ο Άκερμαν συνάντησε για φαγητό τη σύζυγό του Μάντι, κάθισαν σε ένα κορεατικό εστιατόριο και παράγγειλε ένα μεγάλο ποτήρι μπύρας για να ηρεμήσει. Εμφάνισε το άρτι δημοσιευμένο άρθρο για τη Verizon στο iPhone του. Το έδειξε στη Μάντι. «Διάολε!» αναφώνησε εκείνη. Ο Άκερμαν έλεγξε το Twitter: η αποκάλυψη της Guardian ξαφνικά έπαιζε παντού. «Είχε αρχίσει να θυμίζει καταιγίδα», λέει. Κοίταξε γύρω του. Άραγε οι


δύο άνδρες στο διπλανό τραπέζι ήταν του FBI; Η παράνοια ήταν κατανοητή. Από εδώ και πέρα η Guardian αποτελούσε στόχο εξονυχιστικού ελέγχου από πλευράς NSA. Ξαφνικά ο κόσμος φάνταζε αλλιώτικος. Μια νευρικότητα έκανε την εμφάνισή της. Δεν ήταν ξεκάθαρο σύμφωνα με ποια νομική βάση κατασκόπευε η NSA τους δημοσιογράφους που έκαναν τη δουλειά τους και προστατεύονταν από την πρώτη τροποποίηση. Όμως ήταν φανερό πως η όποια ηλεκτρονική ασφάλεια απολάμβαναν κάποτε πλέον είχε χαθεί. Στις 7:50 μ.μ. ο Μίλαρ βγήκε τρέχοντας από το γραφείο, πήρε το μετρό και επέστρεψε σπίτι του στο Μπρούκλιν· τα δίδυμά του γιόρταζαν τα πέμπτα τους γενέθλια και ήθελε να τα δει πριν πέσουν για ύπνο. (Ο Μίλαρ είπε στην κόρη του: «Δεν ήθελα να χάσω τα γενέθλιά σου, αγάπη μου». Εκείνη αποκρίθηκε: «Αφού τα έχασες, μπαμπά».) Ο Μίλαρ επέστρεψε στη δουλειά μόλις είκοσι λεπτά μετά και διαπίστωσε ότι κάποιοι εργάτες είχε αφιχθεί μυστηριωδώς στον αριθμό 536 της λεωφόρου Μπρόντγουεϊ. Ξήλωναν το πεζοδρόμιο ακριβώς έξω από τα γραφεία της Guardian, ενέργεια πολύ περίεργη για Τετάρτη απόγευμα. Με άψογο επαγγελματισμό, αντικατέστησαν τις πλάκες. Άλλοι εργάτες έφτασαν έξω από το σπίτι του Μίλαρ στο Μπρούκλιν. Συνεργεία κατασκευών άρχισαν επίσης να εργάζονται πυρετωδώς έξω από τα γραφεία της Guardian στην Ουάσινγκτον. Σύντομα, κάθε μέλος της ομάδας του Σνόουντεν είχε να διηγηθεί κι από μια ανάλογη ιστορία – για «ταξιτζήδες» που δεν θυμόντουσαν τη διαδρομή και ξεχνούσαν να ζητήσουν χρήματα, για «καθαριστές παραθύρων» που καθυστερούσαν επί ώρα δίπλα στο γραφείο του αρχισυντάκτη. Τις επόμενες μέρες οι φορητοί υπολογιστές της Guardian σταμάτησαν επανειλημμένα να λειτουργούν. Η Γκίμπσον ήταν ιδιαίτερα άτυχη. Η παρουσία της και μόνο επηρέαζε καταστροφικά τις ηλεκτρονικές συσκευές. Συχνά οι κρυπτογραφημένες ηλεκτρονικές συζητήσεις της με τον Γκρίνγουολντ και τους άλλους κατέρρεαν, δημιουργώντας φόβους για πιθανές υποκλοπές. Σε ένα από τα «πειραγμένα» μηχανήματα, η Γκίμπσον κόλλησε σημείωμα: «Παγιδευμένο! Απαγορεύεται η χρήση». Έχοντας ρίξει μια ματιά στα έγγραφα του Σνόουντεν, ήταν φανερό ότι η NSA μπορούσε να παγιδεύσει ουσιαστικά τα πάντα, εισβάλλοντας στην επικοινωνία ανάμεσα σε δύο μέρη προκειμένου να σαρώσει όλα τα προσωπικά δεδομένα. Οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση Σνόουντεν από αρχάριοι σε θέματα κρυπτογράφησης ξαφνικά έγιναν ειδικοί. «Πολύ γρήγορα, αναγκαστήκαμε να βελτιωθούμε σε θέματα κατασκοπείας», λέει η Γκίμπσον. Εκείνο το βράδυ οι δημοσιογράφοι, με μάτια κοκκινισμένα λόγω αϋπνίας, άρχισαν να μορφοποιούν την επόμενη αποκλειστικότητα σχετικά με το PRISM. Τα μεσάνυχτα προσγειώθηκαν ο Ράσμπριτζερ και ο Μπόρτζερ· στη διάρκεια της πτήσης ο Ράσμπριτζερ μελετούσε την αμερικανική νομοθεσία και τον Νόμο περί Κατασκοπείας. Το επόμενο πρωί στο μετρό για τον σταθμό Σπρινγκ Στριτ, τον πλησιέστερο στα γραφεία της Νέας Υόρκης, το δίδυμο έκανε λάθος στη στάση. Ανέβηκαν τρέχοντας τις σκάλες και χώθηκαν στο τρένο που πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. «Για να τους μπερδέψουμε και να μας χάσουν», αστειεύτηκε ο Ράσμπριτζερ. Η διάθεση ήταν πανηγυρική όση ώρα ο Ράσμπριτζερ διάβαζε το προσχέδιο του επόμενου άρθρου, για το PRISM. Και αυτή η ιστορία ήταν εκπληκτική. Η NSA ισχυριζόταν ότι είχε κρυφά απευθείας πρόσβαση στα συστήματα της Google, του Facebook, της Apple και άλλων διαδικτυακών


κολοσσών των ΗΠΑ. Χάρη στο πρόγραμμα, που μέχρι τώρα παρέμενε μυστικό, οι αναλυτές είχαν τη δυνατότητα να συλλέγουν το περιεχόμενο των ιμέιλ, το ιστορικό αναζητήσεων, τα τσατ και τις μεταφορές αρχείων. Η Guardian είχε στη διάθεσή της μία παρουσίαση στο PowerPoint με 41 διαφάνειες, διαβαθμισμένη ως άκρως απόρρητη και κρυφή από τους ξένους συμμάχους. Κατά τα φαινόμενα το πρόγραμμα χρησίμευε στην εκπαίδευση των αναλυτών. Το έγγραφο μιλούσε για «συλλογή απευθείας από τους σέρβερ» των μεγάλων παρόχων στις ΗΠΑ. Η Σίλικον Βάλεϊ θα προχωρούσε σε κατηγορηματική διάψευση. Όταν η ομάδα συγκεντρώθηκε ξανά το επόμενο πρωί, έπρεπε να λάβουν ορισμένες δύσκολες δημοσιογραφικές αποφάσεις. Πόσες από τις διαφάνειες έπρεπε να δημοσιεύσει η Guardian; Μήπως καμία; Αρκετές αφορούσαν έως τότε απόρρητες επιχειρήσεις κατασκοπείας στο εξωτερικό. Η δημοσιοποίησή τους δεν ήταν προς το δημόσιο συμφέρον. Επίσης ήταν σημαντικό –νομικά, όσο και για λόγους εντιμότητας– να προσεγγίσουν τις εταιρίες τεχνολογίας για αντιδράσεις. Ο Ντόμινικ Ρας, συντάκτης των επιχειρηματικών νέων της Guardian, ανέλαβε να το κάνει. Κατόπιν υπήρχε και ο Λευκός Οίκος. Το PRISM αποτελούσε ακόμη μεγαλύτερο απόρρητο συγκριτικά με την ιστορία για τη Verizon. Τι περιθώριο έπρεπε να δώσουν στον Λευκό Οίκο πριν τη δημοσίευση; Η Γκίμπσον έπιασε το τηλέφωνο για άλλη μια δύσκολη επικοινωνία. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Μπομπ Λιτ και ο υπεύθυνος τύπου του διευθυντή μυστικών υπηρεσιών, ο Σον Τέρνερ· επίσης άκουγαν και άλλες υπηρεσίες ασφαλείας. Η Γκίμπσον εξήγησε ότι πρόσφερε άλλη μια ευκαιρία στον Λευκό Οίκο να διατυπώσει συγκεκριμένες αντιρρήσεις για τυχόν παραβιάσεις ζητημάτων εθνικής ασφάλειας. Ρωτήθηκε, με ύφος φιλικού αστεϊσμού: «Μπορείτε να μας στείλετε αντίγραφο του άρθρου να το μελετήσουμε για λογαριασμό σας;» Δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Η Γκίμπσον απάντησε: «Δεν πρόκειται». Υπήρχαν ζητήματα με πολλές από τις διαφάνειες. Το πρόβλημα ήταν ότι οι προτζέκτορες του Λευκού Οίκου και της Guardian διέφεραν· τα χρώματα εμφανίζονταν διαφορετικά. Κάποια στιγμή η Γκίμπσον είπε: «Ειλικρινά ζητάω συγγνώμη. Απλώς είναι εξαιρετικά αστείο όταν λέτε τις λέξεις μοβ κουτί».[11] Από την πλευρά της Guardian ακούστηκαν γέλια, από την πλευρά του Λευκού Οίκου υπήρξε αμηχανία. Ήταν άλλη μια στιγμή διαπολιτισμικής σύγχυσης. Όπως ήταν αναμενόμενο η NSA επιθυμούσε να μη δημοσιευτεί καμία διαφάνεια· η άσχημη βδομάδα της υπηρεσίας εξελισσόταν σε ολοκληρωτική καταστροφή. Ωστόσο η Γκίμπσον επέμεινε ότι η Guardian θα αποκάλυπτε τις ημερομηνίες κατά τις οποίες η Microsoft, η Yahoo και άλλοι τεχνολογικοί κολοσσοί υποτίθεται πως υπέγραψαν το επιθετικό πρόγραμμα PRISM· ήταν μία από τις διαφάνειες-κλειδιά. «Οφείλουμε να τη δημοσιεύσουμε. Είναι η τελική απόφαση», είπε, τονίζοντας: «Έχουμε αφαιρέσει οτιδήποτε σχετικό με επιχειρησιακά σχέδια». Η ομάδα του Ομπάμα έδειχνε να μην έχει συνειδητοποιήσει ακόμη απόλυτα ότι είχε απολέσει ανεπιστρεπτί τον έλεγχο ενός μεγάλο όγκου άκρως απόρρητου υλικού της NSA. Σύμφωνα με την Γκίμπσον, σχολιάζοντας την απουσία κάποιου μοχλού πίεσης από πλευράς αμερικανικών αρχών: «Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν το “σε αντίθετη περίπτωση” αυτής της ιστορίας». Η Guardian αποφάσισε να δημοσιεύσει τρεις από τις 41 διαφάνειες – συντηρητική προσέγγιση. Ειδοποίησαν τον Λευκό Οίκο ότι η ιστορία θα ανέβαινε στις 6 μ.μ. Λίγα λεπτά πριν, η Washington Post, που είχε ορισμένο παρόμοιο υλικό,


δημοσίευσε τη δική της εκδοχή για το PRISM. Η άμεση υποψία ήταν πως κάποιος από την κυβέρνηση είχε ειδοποιήσει την Post. Ωστόσο από το άρθρο της Post έλειπε ένα σημαντικό στοιχείο: η οργισμένη διάψευση του Facebook και άλλων εταιριών για τη συνεργασία τους στις παρακολουθήσεις της NSA. Νωρίς το απόγευμα η Γκίμπσον, ο Ράσμπριτζερ και οι άλλοι συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων στο βάθος των γραφείων. Εν είδει αστείου αποκαλούσαν τον χώρο αυτό «Κρόνατ». Παρέπεμπε στο σε σχήμα ντόνατ αρχηγείο της GCHQ στην Αγγλία και στην πιο πρόσφατη μόδα στο Σόχο, τα κρόνατς, μια διασταύρωση κρουασάν και ντόνατ. Αρκετοί νεαροί εκπαιδευόμενοι καταβρόχθιζαν μερικά κρόνατς σε ένα παρακείμενο γραφείο· έγραφαν ένα κείμενο. Η λέξη κρόνατ μάλλον δεν ήταν το πιο αστείο λογοπαίγνιο στον κόσμο. Όμως υπό αυτές τις πυρετώδεις συνθήκες, είχε κατοχυρωθεί. Η διάθεση ήταν λίγο πιο ανάλαφρη – δύο τεράστιες αποκλειστικότητες, ο Σνόουντεν να παραμένει συνεργάσιμος και ένας κατά κάποιο τρόπο δίαυλος επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο. Μετά από μια σειρά ατέλειωτων ημερών που κατέληγαν σε πνιγηρές νύχτες, το εργασιακό περιβάλλον θύμιζε ακατάστατη φοιτητική εστία. Τα γραφεία ήταν σκεπασμένα με βρώμικα χάρτινα κουτιά πίτσας· επίσης υπήρχαν πλαστικά ποτήρια καφέ και άλλα σκουπίδια. Κάποιος έριξε κατά λάθος έναν καπουτσίνο. Ο Ράσμπριτζερ το εκμεταλλεύτηκε. Έπιασε μια εφημερίδα από δίπλα του και με θεατρικές κινήσεις άρχισε να σκουπίζει το χυμένο υγρό, δηλώνοντας: «Σφουγγαρίζουμε κυριολεκτικά το πάτωμα με τους New York Times». Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν είχαν πάρει μορφή χιονοστιβάδας. Το πρωί της Παρασκευής η Guardian δημοσίευσε μια προεδρική ντιρεκτίβα πολιτικής, έκτασης 18 σελίδων, με ημερομηνία Οκτωβρίου 2012 – το έγγραφο που είχε αποκαλύψει ο Σνόουντεν στην Πόιτρας. Ανέφερε ότι ο Ομπάμα είχε διατάξει αξιωματούχους να δημιουργήσουν μια λίστα με πιθανούς διεθνείς στόχους για ενεργητικές κυβερνο-επιθέσεις από πλευράς ΗΠΑ. Όπως και άλλα άκρως απόρρητα προγράμματα, η ντιρεκτίβα είχε το δικό της ακρωνύμιο – OCEO (Offensive Cyber Effects Operations – Ενεργητικές Επιχειρήσεις Κυβερνο-Επιθέσεων). Υποσχόταν «μοναδικές και ασυνήθιστες ικανότητες για την προώθηση των εθνικών στόχων των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, με ελάχιστη ή και καμία προειδοποίηση προς τον αντίπαλο ή τον στόχο». Τα πιθανά αποτελέσματα, όπως υπερηφανευόταν, κυμαίνονταν «από διακριτικά έως εξαιρετικά επιζήμια». Η ιστορία ήταν διπλά ταπεινωτική για τον Λευκό Οίκο. Πρώτον, οι ΗΠΑ είχαν διαμαρτυρηθεί επίμονα για τις επεκτατικές και επιζήμιες κυβερνο-επιθέσεις από πλευράς Πεκίνου κατά αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών, του Πενταγώνου και άλλων στόχων. Τα συγκεκριμένα παράπονα φάνταζαν πλέον εξαιρετικά υποκριτικά· οι ΗΠΑ έκαναν τα ίδια ακριβώς. Δεύτερον, και πιο πικάντικο, ο Ομπάμα ήταν προγραμματισμένο αργότερα την ίδια μέρα να συναντήσει τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τσινπίνγκ σε μια διάσκεψη στην Καλιφόρνια. Το Πεκίνο είχε ήδη απαντήσει στις επικρίσεις των ΗΠΑ. Ανώτεροι αξιωματούχοι ισχυρίζονταν ότι είχαν «βουνά ολόκληρα» με αποδείξεις για αμερικανικές κυβερνο-επιθέσεις, η κάθε μία εξίσου σοβαρή με εκείνες που υποτίθεται ότι πραγματοποιούσαν οι ανεξέλεγκτοι Κινέζοι χάκερ. Καθώς η μέρα προχωρούσε, έγινε φανερό ότι οι διαρροές είχαν τραβήξει την προσοχή του προέδρου. Τα προγράμματα της NSA βοηθούσαν στην προστασία της Αμερικής από


τρομοκρατικές επιθέσεις, είπε ο Ομπάμα. Πρόσθεσε ότι ήταν αδύνατον να υπάρχει 100 τοις εκατό ασφάλεια και 100 τοις εκατό ιδιωτικότητα: «Έχουμε πετύχει την κατάλληλη ισορροπία». Ο Ράσμπριτζερ και η Γκίμπσον παρακολούθησαν τον Ομπάμα στην τηλεόραση: είχε αρχίσει να φαίνεται το μέγεθος εκείνου που ξεκίνησε η Guardian. Η Γκίμπσον λέει: «Ξαφνικά μιλούσε για μας. Σκεφτήκαμε: “Ω ρε γαμώτο. Τώρα πια δεν υπάρχει επιστροφή”». Η Γκίμπσον τηλεφώνησε ξανά στη Χέιντεν για να την προειδοποιήσει ότι η επόμενη ιστορία ήταν έτοιμη, αυτή τη φορά για το BOUNDLESS INFORMANT. Αυτό το άκρως απόρρητο πρόγραμμα επιτρέπει στην NSA να χαρτογραφεί ανά χώρα τον τεράστιο όγκο πληροφοριών που συλλέγει από τα δίκτυα υπολογιστών και τηλεφώνων. Χρησιμοποιώντας τα μεταδεδομένα της NSA, το εργαλείο δίνει μια εικόνα για τα σημεία όπου επικεντρώνονται οι παγκόσμιες δραστηριότητες της υπηρεσίας – κυρίως στο Ιράν, το Πακιστάν και την Ιορδανία. Το αποδείκνυε μια διαφάνεια με τα «καυτά σημεία του χάρτη» που διέρρευσε ο Σνόουντεν. Αποκάλυπτε ότι τον Μάρτιο του 2013 η υπηρεσία συνέλεξε τον ιλιγγιώδη αριθμό των 97 δισεκατομμυρίων σημείων δεδομένων από δίκτυα υπολογιστών σε όλο τον κόσμο. Η Γκίμπσον ακολούθησε τη συνήθη νομική οδό, καλώντας τον Λευκό Οίκο να διατυπώσει τυχόν αντιρρήσεις. «Πήρα να ενημερώσω για κάτι», είπε ζωηρά στη Χέιντεν. Η Χέιντεν αποκρίθηκε: «Όχι πάλι». Από την NSA υπήρχε, ίσως, μία απρόθυμη αποδοχή ότι η Guardian είχε συμπεριφερθεί υπεύθυνα. Το ύφος ήταν ευγενικό. Εκείνο το βράδυ τηλεφώνησε ο Ίνγκλις αυτοπροσώπως. Θέμα της κλήσης το BOUNDLESS INFORMANT. Η απάντηση του αναπληρωτή διευθυντή της NSA στην Γκίμπσον ήταν μία ημίωρη διάλεξη για τη λειτουργία του διαδικτύου – ένα συγκαταβατικό σεμινάριο. Ωστόσο, η Γκίμπσον σημειώνει: «Είχαν φτάσει στο σημείο να ασχολούνται μαζί μας». Όπως και με τα περισσότερα αρχεία του Σνόουντεν, τα έγγραφα για το BOUNDLESS INFORMANT ήταν πολύ εξειδικευμένα και δεν προσφέρονταν για εύκολες αναλύσεις. Σύμφωνα με το πλάνο θα δημοσίευαν το άρθρο αργότερα μέσα στην Παρασκευή. Με τους δημοσιογράφους συγκεντρωμένους, ο Ράσμπριτζερ διάβασε το αρχικό κείμενο γραμμήγραμμή. Σταμάτησε αρκετές φορές. «Δεν το πολυκατάλαβα αυτό», έλεγε ο Μίλαρ. Σύντομα προέκυψε ότι χρειαζόταν περισσότερη επεξεργασία. Στο Χονγκ Κονγκ ο Γκρίνγουολντ πήγε να βρει περισσότερα έγγραφα που ίσως βοηθούσαν. Βρήκε διάφορα, οπότε το κομμάτι ξαναγράφτηκε και στάλθηκε το επόμενο πρωί. Η Γκίμπσον είπε σε όσους δεν εμπλέκονταν με την υπόθεση Σνόουντεν ότι μπορούσαν να πάρουν ρεπό το Σαββατοκύριακο. Όμως σχεδόν όλοι οι δημοσιογράφοι εμφανίστηκαν στα γραφεία. Ήθελαν να είναι παρόντες στον εκπληκτικό επίλογο μιας εκπληκτικής βδομάδας. Κι αυτό γιατί ο Σνόουντεν δήλωνε πλέον την πρόθεσή του να εμφανιστεί δημόσια. Πρότεινε να αποκαλύψει την ταυτότητά του στον κόσμο.

[11] Τα γυναικεία γεννητικά όργανα στη βρετανική αργκό. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 7 ]

Ο ΠΛΕΟΝ ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ Ξενοδοχείο Mira, Νέιθαν Ρόουντ, Χονγκ Κονγκ Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

«Αν ήμουν κατάσκοπος των Κινέζων γιατί να μην πάω κατευθείαν στο Πεκίνο; Αυτή τη στιγμή θα μπορούσα να ζω σε παλάτι, χαϊδεύοντας κάποιον φοίνικα». —ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΣΝΟΟΥΝΤΕΝ

Ήταν περίπου 3 π.μ. τοπική ώρα όταν η Guardian δημοσίευσε την πρώτη από τις ιστορίες του Σνόουντεν για την NSA. Όταν επέστρεψαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Χονγκ Κονγκ το επόμενο πρωί, οι τρεις δημοσιογράφοι αντίκρισαν έναν εκστασιασμένο πληροφοριοδότη. Οι αποκαλύψεις του ήταν εκεί, πρώτο θέμα στο CNN. Ο Σνόουντεν δυνάμωσε τον ήχο της τηλεόρασης. Ο Γουλφ Μπλίτζερ, βασικός παρουσιαστής του CNN, είχε ένα πάνελ με τρεις ειδήμονες: συζητούσαν για την πιθανή ταυτότητα της μυστηριώδους πηγής της Guardian. Ποιος είχε κάνει τη διαρροή; Κάποιος από τον Λευκό Οίκο; Ένας δυσαρεστημένος στρατηγός; Κάποιος υπερ-κατάσκοπος της KGB; Η στιγμή ήταν άκρως ειρωνική. «Ήταν αστείο να τους βλέπεις να εικάζουν ποιος μπορεί να έκανε τη διαρροή κι εσύ να κάθεσαι δίπλα του», λέει ο ΜακΆσκιλ. Η ανταπόκριση εξέπληξε ακόμη και τον Σνόουντεν. Οι αναρτήσεις στο διαδίκτυο ήταν εξαιρετικά υποστηρικτικές· ήδη είχε δημιουργηθεί μια κίνηση πολιτών με τίτλο «Αποκαταστήστε την Τέταρτη Τροποποίηση». Η άμεση δημοσίευση βοήθησε τις σχέσεις του με την Guardian: έδειχνε στον Σνόουντεν ότι η εφημερίδα ενεργούσε καλόπιστα. Από την αρχή στόχος του ήταν να προκαλέσει μια δημόσια συζήτηση· ένιωθε ότι η ιστορία για τη Verizon συνέβαλε σ’ αυτό, ταράζοντας τα νερά. Ο ΜακΆσκιλ αναρωτιόταν αν ο πληροφοριοδότης θα ένιωθε αυταρέσκεια, ενθουσιασμό ή αν θα έπαιρναν τα μυαλά του αέρα όταν βρισκόταν στο επίκεντρο των παγκόσμιων εξελίξεων. Προς μεγάλη του έκπληξη, ήταν απολύτως απαθής· όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στο CNN. Έδειχνε να κατανοεί το μέγεθος όσων είχαν συμβεί. Τώρα πια δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Αν επέστρεφε στη Χαβάη, θα τον συλλάμβαναν και θα τον φυλάκιζαν. Η ζωή του Σνόουντεν δεν θα ήταν ποτέ ξανά ίδια. Ποιο ήταν λοιπόν το επόμενο βήμα; Το πιο πιθανό σενάριο για τον ίδιο, σύμφωνα με τον Σνόουντεν, ήταν να τον συλλάβει η κινεζική αστυνομία στο Χονγκ Κονγκ. Θα ακολουθούσε μια νομική διαμάχη. Μάλλον για κάποιους μήνες. Ίσως για έναν χρόνο. Τελικά θα τον


έστελναν στις ΗΠΑ. Και μετά... δεκαετίες ολόκληρες στη φυλακή. Ο Σνόουντεν είχε παραδώσει μια τεράστια ποσότητα υλικού σε φορητούς σκληρούς δίσκους. Δεν περιλάμβανε μόνο τους εσωτερικούς φακέλους της NSA, αλλά και βρετανικό υλικό από την GCHQ, που φαίνεται πως το εμπιστευόταν στους Αμερικανούς συναδέλφους. «Πόσα βρετανικά έγγραφα περιέχει το υλικό;» ρώτησε ο ΜακΆσκιλ. «Περίπου 50 με 60.000». Είχε περάσει πολλούς μήνες αναλογιζόμενος τις σχεδιαζόμενες συναλλαγές του με τα μέσα ενημέρωσης. Ήταν σχολαστικός. Απαιτούσε να ακολουθούνται αυστηροί κανόνες στη διαχείριση του απόρρητου υλικού. Επέμενε ότι τα έγγραφα των NSA/GCHQ που αποδείκνυαν κατασκοπευτικές ενέργειες όφειλαν να πάνε στους αντίστοιχους στόχους παρακολούθησης. Πίστευε ότι τα μέσα ενημέρωσης του Χονγκ Κονγκ έπρεπε να λάβουν τις πληροφορίες για τις παρακολουθήσεις στο Χονγκ Κονγκ, τα μέσα στη Βραζιλία το αντίστοιχο βραζιλιάνικο υλικό κλπ. Ως προς αυτό, ήταν κατηγορηματικός. Αν, από την άλλη, το υλικό έπεφτε στα χέρια κάποιου τρίτου αντίπαλου, όπως οι Ρώσοι ή οι Κινέζοι, θα τον εξέθετε στην επιζήμια κατηγορία του αποστάτη ή του ξένου πράκτορα – ενώ δεν ήταν. Ο Σνόουντεν γνώριζε την πιθανότητα οι ξένες μυστικές υπηρεσίες να αναζητήσουν τα αρχεία του και ήταν αποφασισμένος να το αποτρέψει. Ως κατάσκοπος, μία από τις δουλειές του ήταν να προστατεύει τα αμερικανικά μυστικά από τις κινεζικές επιθέσεις. Γνώριζε τις ικανότητες των αντιπάλων. Ο Σνόουντεν ξεκαθάριζε επανειλημμένα ότι δεν ήθελε να βλάψει τις μυστικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό. «Γνώριζα όσους εργάζονταν στην NSA. Ολόκληρη την κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών και τους πράκτορες ανά τον κόσμο. Τη θέση όλων των σταθμών παρακολούθησης, όλες τους τις αποστολές... Αν ήθελα να βλάψω την Αμερική θα μπορούσα να κλείσω το σύστημα παρακολούθησης μέσα σε ένα απόγευμα. Δεν είχα ποτέ τέτοια πρόθεση», είπε. Το έθεσε ακόμη πιο ξεκάθαρα όταν αργότερα κατηγορήθηκε για «προδοσία»: «Δεν έχετε παρά να αναρωτηθείτε: Αν ήμουν κατάσκοπος των Κινέζων γιατί να μην πάω κατευθείαν στο Πεκίνο; Αυτή τη στιγμή θα μπορούσα να ζω σε παλάτι, χαϊδεύοντας κάποιον φοίνικα». Κάποια στιγμή στη διάρκεια της ενημέρωσης των δημοσιογράφων στο Χονγκ Κονγκ, ο Σνόουντεν είχε πει ότι οι πολίτες σε χώρες που αναγνώριζαν τη διαρροή πληροφοριών και τη δημοσιογραφία για το δημόσιο συμφέρον είχαν δικαίωμα να γνωρίζουν τι συνέβαινε. Ήθελε από την Guardian και τους άλλους συνεργάτες από τα μέσα ενημέρωσης να αφαιρέσουν οτιδήποτε αφορούσε συγκεκριμένες επιχειρήσεις και ίσως έβλαπτε νόμιμες ενέργειες παρακολούθησης. Αυτοί ήταν οι όροι του. Οι πάντες συμφώνησαν. Έλαβαν τεχνικές προφυλάξεις. Τα αρχεία αποθηκεύτηκαν σε κάρτες μνήμης. Διέθεταν ισχυρή κρυπτογράφηση με πολλαπλούς κωδικούς ασφαλείας. Δεν υπήρχε ένα άτομο που να γνωρίζει όλους του κωδικούς ασφαλείας για κάποιο αρχείο. Οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι με τους οποίους είχε επικοινωνήσει ο Σνόουντεν διέθεταν πλέον ένα τεράστιο θησαυρό από άκρως απόρρητο υλικό. Οι αποκαλύψεις του WikiLeaks, που είχε δημοσιεύσει η Guardian στο Λονδίνο το 2010, αφορούσαν διπλωματικά τηλεγραφήματα και στρατιωτικά αρχεία από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, τα οποία διέρρευσε η οπλίτης Τσέλσι Μάνινγκ. Ορισμένα –μόλις το 6 τοις εκατό– ήταν διαβαθμισμένα στο σχετικά χαμηλό επίπεδο του «απόρρητου». Τα αρχεία του Σνόουντεν


ανήκαν σε άλλη κατηγορία. Από «άκρως απόρρητα» και πάνω. Κάποτε υπήρξε μια μελοδραματική αποσκίρτηση στη Μόσχα κάποιων κατασκόπων που είχαν εκπαιδευτεί στο Κέιμπριτζ – Μπέρτζες, Μακλίν και Φίλμπι. Όμως πρώτη φορά συνέβαινε μια μαζική διαρροή εγγράφων σε τέτοιο ιλιγγιώδες επίπεδο. Συνήθως ο Σνόουντεν φορούσε μπλουζάκια στο δωμάτιό του, όμως την Πέμπτη 6 Ιουνίου ο Γκρίνγουολντ φρόντισε να το αλλάξει αυτό. Ο Σνόουντεν φόρεσε ένα γκρι, σιδερωμένο πουκάμισο. Μετακινήθηκε από τη συνηθισμένη θέση του στο κρεβάτι σε μια καρέκλα: πίσω του βρισκόταν ένας καθρέφτης. Κατ’ αυτό τον τρόπο το δωμάτιο δεν έδειχνε τόσο μικρό και στενάχωρο. Ο Σνόουντεν ετοιμαζόταν να μαγνητοσκοπήσει την πρώτη του δημόσια συνέντευξη. Ήταν η στιγμή που θα αποκάλυπτε την ταυτότητά του στον κόσμο και θα ομολογούσε, ή μάλλον θα αναλάμβανε περήφανα την ευθύνη για τη διαρροή των εγγράφων της NSA. Είπε στον Γκρίνγουολντ: «Δεν σκοπεύω να αποκρύψω ποιος είμαι, αφού ξέρω ότι δεν έχω κάνει κάτι κακό». Ήταν μια θαρραλέα και μάλλον παράλογη κίνηση, την οποία ο Σνόουντεν σκεφτόταν από καιρό. Οι λόγοι του φάνταζαν λογικοί στους δημοσιογράφους. Πρώτον, όπως είπε στον ΜακΆσκιλ, είχε δει από κοντά τις καταστροφικές συνέπειες σε συναδέλφους στις περιπτώσεις που οι έρευνες για κάποια διαρροή αφορούσαν άγνωστες πηγές. Είχε διαπιστώσει τις «φριχτές συνέπειες για όσους θεωρούνταν ύποπτοι». Είπε ότι δεν ήθελε να υποβάλει τους συναδέλφους του σε τέτοια δοκιμασία. Δεύτερον, γνώριζε τις ασύλληπτες τεχνικές δυνατότητες της NSA· ήταν θέμα χρόνου να τον εντοπίσουν. Το σχέδιο από την αρχή προέβλεπε πως μετά τις πρώτες δημοσιεύσεις θα αποκάλυπτε την ταυτότητά του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Σνόουντεν επιθυμούσε να μιμηθεί την Τσέλσι Μάνινγκ, έχοντας παρακολουθήσει στενά τη σύλληψή της το 2010 και τη σκληρή μεταχείρισή της στις φυλακές. Ο Σνόουντεν είπε: «Η Μάνινγκ ήταν το κλασσικό βαθύ λαρύγγι. Εμπνεόταν από το δημόσιο συμφέρον». Ως αποτέλεσμα, η Μάνινγκ θα περνούσε από στρατοδικείο στο Φορτ Μιντ, δίπλα στα κεντρικά γραφεία της NSA – που σύντομα θα καταδίκαζε τη νεαρή στρατιώτη σε φυλάκιση 35 ετών. Ο Σνόουντεν είπε ότι η περίπτωση Μάνινγκ αποδείκνυε πως ήταν αδύνατον ένας πληροφοριοδότης να τύχει δίκαιης δίκης στις ΗΠΑ. Ένα μεγάλο διάστημα στη φυλακή θα παρεμπόδιζε επίσης τη δημόσια συζήτηση που αποζητούσε ο Σνόουντεν. Η Πόιτρας κατέγραφε τον Σνόουντεν από την πρώτη τους συνάντηση· ο φακός της είχε επηρεάσει μάλλον αρνητικά τις αρχικές τους συζητήσεις, όμως τώρα ο Σνόουντεν συμφώνησε να μιλήσει απευθείας στην κάμερα. Ήταν μια «παρθένα πηγή», όπως το έθεσε. Μέχρι τότε είχε αποφύγει κάθε επαφή με τους δημοσιογράφους και τα μέσα. Δεν έδειχνε καν το πρόσωπό του στο ιστολόγιο της φίλης του. Ταυτόχρονα όμως, γνώριζε το διακύβευμα. Δεχόταν ότι στο τέλος σημασία είχε η ετυμηγορία της κοινής γνώμης. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνέντευξη θα βοηθούσε να διαμορφωθούν οι εντυπώσεις. Ο Γκρίνγουολντ καθόταν απέναντι από τον Σνόουντεν. Έθετε τις ερωτήσεις. Ως δικηγόρος και πεπειραμένος παρουσιαστής, ο Γκρίνγουολντ ήταν άνετος με τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Όμως η συμπεριφορά του Σνόουντεν στην οθόνη αποτελούσε άγνωστη παράμετρο.


Παρ’ όλ’ αυτά, καίτοι αρχάριος στα μέσα, έδωσε μία απίστευτη παράσταση, με στρωτές απαντήσεις και πειστικές εξηγήσεις ως προς τα κίνητρά του για μια τόσο ριζοσπαστική κίνηση. Πάνω απ’ όλα όμως, εμφανίστηκε εξαιρετικά λογικός. Όταν ρωτήθηκε γιατί αποφάσισε να γίνει πληροφοριοδότης, ο Σνόουντεν είπε ότι πνιγόταν μέσα στο σύστημα, πριν τελικά καταλήξει ότι δεν είχε εναλλακτική παρά να βγει εκτός: «Όταν βρίσκεσαι σε θέσεις προνομιακής πρόσβασης, όπως ένας διαχειριστής συστημάτων σε τέτοιου είδους υπηρεσίες συλλογής πληροφοριών, εκτίθεσαι σε πολύ περισσότερες πληροφορίες σε ευρύτερη κλίμακα από τον μέσο υπάλληλο». Όσα διαπίστωσε τον «ανησύχησαν» βαθύτατα. «Ακόμα κι αν δεν κάνεις τίποτε κακό, σε παρακολουθούν και σε καταγράφουν», είπε στην Guardian. «Οι αποθηκευτικές δυνατότητες των συστημάτων αυξάνονται κάθε χρόνο σταθερά και μάλιστα εκθετικά, μέχρι του σημείου όπου... δεν χρειάζεται να έχεις κάνει κάτι κακό. Δεν έχεις παρά να θεωρηθείς ύποπτος από κάποιον, ακόμη και εξαιτίας μιας λάθος κλήσης. Κατόπιν χρησιμοποιούν το σύστημα για να πάνε πίσω στον χρόνο και να εξετάσουν εξονυχιστικά κάθε απόφαση που πήρες ποτέ σου, κάθε φίλο με τον οποίο συζήτησες το οτιδήποτε. Και σου επιτίθενται με τρόπο που καθιστά ύποπτο ακόμη κι έναν αθώο, δημιουργώντας το πορτρέτο ενός παραβάτη». Πρόσθεσε, προκειμένου να εξηγήσει την απόφασή του για τις διαρροές, με όλες τις προβλέψιμες συνέπειες για το υπόλοιπο της ζωής του: «Συνειδητοποιείς ότι βοήθησες κι εσύ στη δημιουργία ενός τέτοιου κόσμου που θα επιδεινωθεί με την επόμενη γενιά και τη μεθεπόμενη γενιά, καθώς θα διευρύνονται οι δυνατότητες αυτής της αρχιτεκτονικής της καταπίεσης». Ο ΜακΆσκιλ, που παρακολουθούσε συνεπαρμένος, κι ενώ η Πόιτρας κινηματογραφούσε, αισθάνθηκε ότι ο Σνόουντεν ήταν καλύτερος στην κάμερα παρά δια ζώσης. Για τους τρεις δημοσιογράφους, όλες αυτές οι νύχτες και οι μέρες στο Χόνγκ Κονγκ αποτελούσαν κάτι το ενιαίο: μια διαδοχή από εξουθενωτικά διαστήματα δουλειάς γεμάτα ενθουσιασμό, αδρεναλίνη και παράνοια. Στο Mira, η Πόιτρας κατάφερε σύντομα να δείξει το μονταρισμένο υλικό στους άλλους δύο. Είχε μετατρέψει τη συνέντευξη του Σνόουντεν σε ένα βίντεο διάρκειας 17 λεπτών, όμορφα καδραρισμένο και με ένα αρχικό πλάνο που έδειχνε το λιμάνι του Χονγκ Κονγκ και έναν βελούδινο ουρανό. Ο τίτλος ήταν απλός: «Ένα Βαθύ Λαρύγγι για το PRISM». Συζήτησαν για πιθανές περικοπές, με την Πόιτρας να περιορίζει τελικά τη συνέντευξη στα δωδεκάμισι λεπτά, για να κυκλοφορήσει αργότερα ένα δεύτερο βίντεο. «Ένιωθα ότι ξαφνικά είχε βρεθεί να πρωταγωνιστεί σε μια κατασκοπευτική ταινία», λέει ο ΜακΆσκιλ. Πώς στο καλό θα κατάφερναν να στείλουν με ασφάλεια το υλικό στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο; Συζητώντας με τον αρχισυντάκτη της Guardian μέσω κρυπτογραφημένου τσατ, ο ΜακΆσκιλ είπε ότι η ομάδα του χρειαζόταν τεχνική βοήθεια. Ο Ντέιβιντ Μπλίσεν, συντάκτης της Guardian σε θέματα συστημάτων, διέθετε γνώσεις που ελάχιστοι συνάδελφοί του δημοσιογράφοι κατέχουν. Επιπλέον κατανοούσε πώς λειτουργεί η διαδικασία σύνταξης των ειδήσεων. Στη διάρκεια της έρευνας για το WikiLeaks, ο Μπλίσεν βοήθησε στον συντονισμό της αφαίρεσης των ονομάτων όσων είχαν μιλήσει στους Αμερικανούς διπλωμάτες και ίσως κινδύνευαν αν αποκάλυπταν την ταυτότητά τους, καθώς βρίσκονταν


σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ ή η Λευκορωσία. (Η διαδικασία ήταν σημαντική αν και τελικά μάταιη· το καλοκαίρι του 2011, έξι μήνες μετά την εμφάνιση των πρώτων δημοσιευμάτων που βασίζονταν στα διπλωματικά τηλεγραφήματα των ΗΠΑ, ο Τζούλιαν Ασάνζ δημοσίευσε όλα τα έγγραφα χωρίς να αφαιρέσει κανένα όνομα.) Ο Μπλίσεν πήγε στο αεροδρόμιο και έφτασε στο Χονγκ Κονγκ την επομένη. Και για εκείνον το ταξίδι είχε μια δόση νοσταλγίας. Είχε γεννηθεί στην τότε αποικία το 1972· ο πατέρας του, ένας Βρετανός αξιωματούχος, υπηρετούσε εκεί. Όταν ο ΜακΆσκιλ τον συνάντησε στο πρωινό, κουβέντιασαν για τις σκοτσέζικες εφημερίδες όπου είχαν εργαστεί και οι δύο. «Πάντως δεν έμαθα για ποιο λόγο με είχαν καλέσει», λέει ο Μπλίσεν. «Ο Γιούαν δεν μου είπε το παραμικρό». Κατόπιν, ο ΜακΆσκιλ ζήτησε από τον Μπλίσεν να αφήσει το κινητό του στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και του πρότεινε να πάνε μια βόλτα. Αφού βγήκαν έξω, ο ΜακΆσκιλ του έδωσε μια κάρτα μνήμης· ένα μικρό, επίπεδο, τετράγωνο τσιπάκι. Δεν έμοιαζε να έχει κάτι το ιδιαίτερο, αν και η χωρητικότητά της ήταν μεγάλη – 32 gigabyte. Ο Μπλίσεν έπρεπε να στείλει το βίντεο με τον Σνόουντεν στα γραφεία της Guardian στη Νέα Υόρκη. Ο Μπλίσεν παρακολούθησε το βίντεο και εντυπωσιάστηκε: «[Ο Σνόουντεν] είναι σαφής. Έδειχνε να έχει αρχές. Στις περιπτώσεις του Ασάνζ και της Μάνινγκ, υπάρχει κόσμος που αμφιβάλλει αν στέκουν καλά στα μυαλά τους. Ο Εντ έδειχνε απόλυτα φυσιολογικός και πειστικός». Έχοντας τη μονταρισμένη εκδοχή, πήρε αγχωμένος ένα ταξί για το ξενοδοχείο του στο κέντρο της πόλης. Ο ταξιτζής ρώτησε τον Μπλίσεν σε τραγουδιστά αγγλικά: «Θέλεις πάω να δεις κορίτσια; Είναι φτηνά. Πολύ όμορφα. Σου αρέσουν οι Ασιάτισσες;» Ο Μπλίσεν έπρεπε να επιστρέψει επειγόντως στο δωμάτιό του. Έδειξε ξεκάθαρα πως δεν ενδιαφερόταν. Ο ταξιτζής έμεινε σκεπτικός για λίγο. Κατόπιν το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Α, σ’ αρέσουν αγοράκια! Αγοράκια! Σαν εμένα;». Ο Μπλίσεν αποκρίθηκε κουρασμένα: «Είμαι πολύ βαρετός. Θέλω να πάω στο ξενοδοχείο μου». Ο ταξιτζής επέμεινε: «Τι να κάνεις στο ξενοδοχείο;» Αν και ήταν μόλις 7:30 μ.μ. ο Μπλίσεν είπε στον οδηγό ότι ήθελε να κοιμηθεί. «Ήμουν ο χειρότερος, πληκτικότερος επιβάτης που είχε πάρει στη ζωή του». Αφού επέστρεψε στο Ξενοδοχείο Lan Kwai Fong, ο Μπλίσεν έστειλε ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα στον Τζέιμς Μπολ της Guardian, στη Νέα Υόρκη. Έστειλε το βίντεο μέσω μιας ασφαλούς σύνδεσης σε ένα κρυπτογραφημένο αρχείο. Απέστειλε ξεχωριστά τον κωδικό πρόσβασης. Ακολούθησε καταστροφή. Η ομάδα της Guardian δεν κατάφερε να ανοίξει το αρχείο. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν. Τελικά, το βίντεο στάλθηκε χωρίς κρυπτογράφηση, με τον κίνδυνο να το χακάρει η NSA, αν και η αποστολή έγινε μέσω ασφαλούς σύνδεσης. Προς ανακούφιση όλων, έφτασε απείραχτο. Από την αρχή ο Σνόουντεν είχε ξεκαθαρίσει ότι ήθελε να φανερώσει την ταυτότητά του. Παρ’ όλ’ αυτά στη Νέα Υόρκη το αρχείο με τον Σνόουντεν να μιλάει λειτούργησε καθαρτικά. Και καθησυχαστικά. «Πραγματικά μας συντάραξε. Μας φάνηκε άνετος και πειστικός. Όλα όσα έλεγε έμοιαζαν αξιόπιστα», λέει ο Μίλαρ. Όταν έφτασε η στιγμή, με το βίντεο έτοιμο προς ανάρτηση, η ατμόσφαιρα στην αίθουσα σύνταξης ήταν εξαιρετικά φορτισμένη. «Ήταν μια τρομακτική στιγμή», λέει η Γκίμπσον. Ωστόσο, το δημοσιογραφικό ερώτημα παρέμενε: έκαναν το σωστό; Για άλλη μια φορά ο Σνόουντεν προχωρούσε σε μια


στρατηγική επιλογή – αποφασίζοντας προσωπικά πώς να παίξει τα ελάχιστα φύλλα που κρατούσε στο χέρι. Πέντε άτομα, μεταξύ αυτών και ο Ράσμπριτζερ, βρίσκονταν στο γραφείο. Το βίντεο ανέβηκε γύρω στις 3 μ.μ. τοπική ώρα. «Έμοιαζε με βόμβα που πυροδοτείται», λέει ο Ράσμπριτζερ. «Υπήρξαν μερικά σιωπηλά δευτερόλεπτα μετά την έκρηξη της βόμβας όπου τίποτα δεν συμβαίνει». Οι τηλεοπτικοί δέκτες ήταν συντονισμένοι σε διαφορετικά κανάλια· για σχεδόν μία ώρα πρόβαλλαν κυριακάτικες ειδήσεις κονσέρβα. Στις 4 μ.μ. ακριβώς, έσκασε η ιστορία. Σε όλα τα δίκτυα εμφανίστηκε η εικόνα του Σνόουντεν. Το CNN μετάδωσε ολόκληρο το 12λεπτο βίντεο. Ήταν 3 π.μ. στο Χονγκ Κονγκ όταν το βίντεο ανέβηκε στο διαδίκτυο. Το Twitter πήρε αμέσως φωτιά. Θα κατέληγε το βίντεο με τις περισσότερες προβολές στην ιστορία της Guardian. «Είναι σπάνιο μια πηγή να εμφανίζεται δημόσια κατ’ αυτό τον τρόπο. Ξέραμε λοιπόν ότι το βίντεο θα έκανε πάταγο», θυμάται ο ΜακΆσκιλ. «Η χορογραφία μιας σειράς τεράστιας σημασίας άρθρων με κατάληξη ένα βίντεο ήταν απίστευτη». Τη μια στιγμή ο Σνόουντεν ήταν γνωστός στους φίλους και την οικογένειά του, και σε ορισμένους συναδέλφους. Την επόμενη, εντελώς ξαφνικά, αποτελούσε παγκόσμιο φαινόμενο, όχι πια έναν απλό άνθρωπο αλλά ένα αλεξικέραυνο για κάθε είδους αντιφατικές απόψεις σχετικά με το κράτος, τα όρια της ιδιωτικότητας και της ασφάλειας, αλλά και ολόκληρης της σύγχρονης εποχής. Ο Σνόουντεν δέχτηκε τα πάντα με ψυχραιμία και χιούμορ. Στο δωμάτιο 1014 συζητούσε διαδικτυακά με τον Γκρίνγουολντ και τον ΜακΆσκιλ, αστειευόμενος ειρωνικά για την εμφάνισή του και τα σχόλια που προκάλεσε. Πρώτη φορά έβλεπε το βίντεο. (Η Πόιτρας του το είχε στείλει, όμως ο Σνόουντεν αντιμετώπισε προβλήματα με τη σύνδεσή του και δεν μπόρεσε να το δει.) Υπήρχε ένα αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα: μετά την αποκάλυψη της ταυτότητάς του, ο Σνόουντεν ήταν πια ο πλέον καταζητούμενος άνθρωπος στον πλανήτη. Το κυνήγι είχε ήδη αρχίσει. Το CNN, σε μια από τις πολλές τηλεοπτικές συνεντεύξεις του Γκρίνγουολντ, είχε βάλει τον τίτλο «Γκλεν Γκρίνγουολντ, Χονγκ Κονγκ» – σημαντικότατο στοιχείο, για όποιον παρακολουθούσε, σχετικά με το καταφύγιο της πηγής της Guardian. Τα τοπικά κινεζικά μέσα και οι δημοσιογράφοι σε όλο τον κόσμο μελετούσαν το κάθε καρέ αναζητώντας στοιχεία. Αρχικά μπερδεύτηκαν από το εναρκτήριο πλάνο της Πόιτρας, τραβηγμένο από το Ξενοδοχείο W. Υπέθεσαν ότι εκεί βρισκόταν ο Σνόουντεν. Όμως ένας πολυμήχανος δημοσιογράφος χρησιμοποίησε το Twitter για να αναγνωρίσει το Mira από τις λάμπες του. Τη Δευτέρα, 10 Ιουνίου, ο Σνόουντεν μάζευε τα πράγματά του για να φύγει από το ξενοδοχείο, ενώ η Πόιτρας τον κινηματογραφούσε για τελευταία φορά. Ένιωθε προστατευτική απέναντί του. Τον γνώριζε περισσότερο διάστημα απ’ τους υπόλοιπους και τον είχε πιστέψει ευθύς εξαρχής. Τον αγκάλιασε. «Δεν ξέρω τι σχεδίαζε να κάνει. Δεν είχα ιδέα ποια ήταν η επόμενη κίνησή του», λέει. Ο Σνόουντεν εξαφανίστηκε. Στο Ξενοδοχείο W, ο ΜακΆσκιλ πετάχτηκε να πάρει έναν καφέ και να αγοράσει κουστούμι και πουκάμισο. Τα ρούχα που είχε μαζί του ήταν για μια διήμερη αποστολή. Ένα συνεργείο του CNN τον περίμενε στην είσοδο. Όταν επέστρεψε από το Marks and


Spencer αντίκρισε μια χαοτική σκηνή. Ο χώρος υποδοχής είχε πλημμυρίσει με τηλεοπτικά συνεργεία και δημοσιογράφους. Επιπλέον η διοίκηση είπε ότι το ξενοδοχείο ήταν «πλήρες» και τους ζήτησε να αποχωρήσουν. Ξεγλίστρησαν από τον ανελκυστήρα υπηρεσίας, πήραν το ταξί που τους περίμενε και πήγαν στο Sheraton. Ως το βράδυ οι δημοσιογράφοι τους είχαν εντοπίσει ξανά. Πριν πέσει για ύπνο, ο ΜακΆσκιλ έφραξε την πόρτα με καρέκλες. Σκέφτηκε ότι ο θόρυβος θα τον ειδοποιούσε έτσι και επιχειρούσαν να την παραβιάσουν. Πέρασαν δύο μέρες. Ο Γκρίνγουολντ, ο ΜακΆσκιλ και η Πόιτρας γιόρτασαν το τέλος του ταξιδιού με κρασί και τυριά στο δωμάτιο της Πόιτρας, με θέα το λιμάνι. Ο ΜακΆσκιλ έπεσε για ύπνο εξαντλημένος. Τα ξημερώματα η Πόιτρας τηλεφώνησε για να του πει τα ανησυχητικά νέα. Ο Σνόουντεν είχε στείλει μήνυμα λέγοντας ότι κινδυνεύει. Άφηνε να εννοηθεί ότι όπου να ’ναι θα τον συλλάμβαναν και ολοκλήρωνε το μήνυμα δυσοίωνα. Ο ΜακΆσκιλ τηλεφώνησε στους δικηγόρους του Σνόουντεν στο Χονγκ Κονγκ, οι οποίοι είχαν αναλάβει πλέον την υπόθεση. Καμία απάντηση. Τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα. Τηλεφωνητής. Δύο ώρες μετά ένας από τους δικηγόρους τηλεφώνησε και είπε ότι ο Σνόουντεν ήταν εντάξει. Οι λεπτομέρειες ήταν ασαφείς, φαίνεται όμως πως ο Σνόουντεν είχε γλιτώσει την τελευταία στιγμή. Άραγε πόσο ακόμη θα άντεχε πριν τον αρπάξουν οι ΗΠΑ;


[ 8 ]

ΟΛΑ ΤΑ ΣΗΜΑΤΑ, ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ Μπιούντ, Βόρεια Κορνουάλη 2007 και εξής

«Εμείς έχουμε τα μυαλά· εκείνοι το χρήμα. Η συνεργασία έχει λειτουργήσει πολύ καλά». —ΣΕΡ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΟΜΑΝΤ, ΠΡΩΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ GCHQ

Είναι ορατός από χιλιόμετρα μακριά, στην κορυφή του γκρεμού. Εντυπωσιακά εκτεθειμένος, στο γεωγραφικό «πόδι» της Κορνουάλης που χώνεται στον Ατλαντικό, ο σταθμός παρακολούθησης είναι αδύνατον να κρυφτεί. Ορισμένες από τις απόκοσμες σειρές των γιγαντιαίων δορυφορικών πιάτων έχουν πλάτος 30 μέτρα. Τα πιάτα είναι τοποθετημένα γύρω από έναν λευκό ραδιοθόλο που θυμίζει μπαλάκι του γκολφ: μια σειρά από αναθήματα περιμετρικά ενός απρόσωπου θεού. Ένας φράχτης υψηλής ασφάλειας περιβάλλει το συγκρότημα. Ανά μερικά μέτρα υπάρχουν κάμερες ασφαλείας. Η επιγραφή στην είσοδο αναφέρει: «GCHQ, Μπιούντ». Υπάρχουν φρουροί. Οι επισκέπτες θεωρούνται ανεπιθύμητοι. Κοντά στην πύλη εισόδου βρίσκεται το Κλιβ Κρέσεντ, ένας μίζερος οικισμός με ομοιόμορφα σπιτάκια. Στην περιοχή υπάρχει μια δεντρόφυτη πεδιάδα με φράξους, σκίνους και βατομουριές. Από το παράκτιο μονοπάτι η θέα είναι εντυπωσιακή: αφρισμένα κύματα, γκριζοπράσινη θάλασσα και τα οδοντωτά βραχώδη στρώματα του Λόουερ Σάρπνοουζ Πόιντ. Υπάρχουν γλάροι και κατά καιρούς κάποιο τσιχλογέρακο που κάνουν κύκλους πάνω από το ανεμοδαρμένο απόκρημνο ακρωτήριο. Ένα από τα πιο χαριτωμένα αρχεία που υπέκλεψε ο Σνόουντεν από το εσωτερικό δίκτυο της GCHQ είναι η αναφορά από το ταξίδι στο Μπιούντ μιας ομάδας εκπαιδευόμενων κατασκόπων. Τους ξενάγησαν. Τους επέτρεψαν να ρίξουν μια ματιά στο εσωτερικό του ραδιοθόλου, να σκαρφαλώσουν σε ένα από τα μεγαλύτερα δορυφορικά πιάτα, με το παρατσούκλι Ωκεάνια Αύρα, και να παρατηρήσουν την κεραία. Στην επιστροφή σταμάτησαν για παγωτό και βούτηξαν τα πόδια τους στον Ατλαντικό. Η ταξιδιωτική έκθεση αναφέρεται στον αρχικό ρόλο του Μπιούντ – η συνεισφορά «δορυφορικών επικοινωνιών στο σύστημα SIGNIT». Με άλλα λόγια, η τροφοδοσία των βρετανικών και αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών με υποκλαπείσες δορυφορικές επικοινωνίες. Αυτό το δραματικό παρατηρητήριο στις βρετανικές ακτές χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια στις παρακολουθήσεις. Τον δέκατο όγδοο αιώνα οι τελωνειακοί παραφυλούσαν εδώ τους λαθρέμπορους. Ο βικτοριανός πάστορας Ρόμπερτ Στίβεν Χόκερ έχτισε μια ξύλινη


καλύβα για να εντοπίζει τυχόν ναυάγια. Μαζί με το ποίμνιό του ανέβαζαν τις σορούς των πνιγμένων ναυτικών από τα απότομα βράχια. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου δημιουργήθηκε μια στρατιωτική βάση, το Στρατόπεδο Κλιβ: υπάρχει ένα απόκοσμο όρυγμα απ’ όπου οι πυροβολητές είχαν το νου τους για τυχόν Ναζί εισβολείς. Η GCHQ εγκατέστησε τον σταθμό της σε δημόσια περιουσία στα τέλη της δεκαετίας του 1960, προκειμένου να παρακολουθεί τις συνδέσεις των εμπορικών δορυφόρων από το Γκουνχίλι Ντάουνς, στη χερσόνησο Λίζαρντ, σε απόσταση εκατό χιλιομέτρων. Το Γκουνχίλι διαχειριζόταν μεγάλο μέρος των διεθνών τηλεφωνικών επικοινωνιών, όμως κατέληξε απαρχαιωμένο και τελικά έκλεισε. Ωστόσο, το Μπιούντ βρίσκεται στον πυρήνα ενός νέου και πιο φιλόδοξου μυστικού εγχειρήματος, σχεδιασμένου από τη Βρετανία. Οι καρποί του παραδίδονται στους Αμερικανούς εργοδότες του Λονδίνου. Το πρόγραμμα είναι τόσο απόρρητο ώστε οι σχετικές διαρροές του Έντουαρντ Σνόουντεν προκαλούν εκρήξεις ανησυχίας και οργής από πλευράς Βρετανών αξιωματούχων. Οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι ονειρεύονται τον «έλεγχο του διαδικτύου». Αυτήν ακριβώς τη φράση είχε κατά νου ο Σνόουντεν όταν είπε στους εμβρόντητους δημοσιογράφους στο Χονγκ Κονγκ ότι η βρετανική GCHQ ήταν χειρότερη και πιο φορτική από την NSA. Το ίδιο το Μπιούντ είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο θέρετρο, δημοφιλές για σέρφερ και λουόμενους. Διαθέτει γήπεδο γκολφ, έναν κεντρικό δρόμο με μαγαζιά που πουλάνε φρέσκα καβούρια, ένα ανοιχτό κολυμβητήριο και ένα σούπερ μάρκετ Sainsbury’s. Όμως ο σημαντικότερος ρόλος του είναι αόρατος. Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο κόλπος Γουάιντμαουθ. Ελάχιστοι από όσους κάνουν διακοπές και βουτάνε στα αναζωογονητικά νερά γνωρίζουν τη σπουδαιότητα της παραλίας. Όμως εδώ καταλήγουν τα μεγάλα υποθαλάσσια καλώδια τηλεπικοινωνιών από τις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ. Τα ονόματά τους είναι Apollo North, TAT-8, TAT-14 και Yellow/Atlantic Crossing-2, γνωστό ως AC-2. Άλλα υπερατλαντικά καλώδια καταλήγουν στην ακτή στο κοντινό Λαντς Εντ. Με μήκος χιλιάδων χιλιομέτρων, τα καλώδια οπτικών ινών ανήκουν σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες τηλεφωνίας, που συχνά συνασπίζονται σε κοινοπραξίες. Τα σημεία όπου καταλήγουν τα υποβρύχια καλώδια είναι τόσο σημαντικά ώστε το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ τα χαρακτηρίζει ζωτικής σημασίας εθνικές υποδομές (σύμφωνα με διπλωματικά μηνύματα των ΗΠΑ που έχουν διαρρεύσει). Σε αυτόν τον νέο κόσμο των επικοινωνιών μέσω διαδικτύου, η θέση της Βρετανίας στο δυτικό άκρο του Ατλαντικού θεωρείται κομβικής σημασίας. Περίπου 25 τοις εκατό από την τρέχουσα παγκόσμια διαδικτυακή κίνηση περνά από το βρετανικό έδαφος μέσω των καλωδίων, με κατεύθυνση τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Αφρική και όλα τα σημεία ανατολικά. Η πλειοψηφία της υπόλοιπης κίνησης καταλήγει ή ξεκινά από τις ΗΠΑ. Άρα Βρετανία και ΗΠΑ φιλοξενούν το μεγαλύτερο τμήμα της αυξανόμενης ανταλλαγής δεδομένων του πλανήτη. Όπως είναι αναμενόμενο, δεδομένης της ιστορίας τους, οι κατασκοπευτικές υπηρεσίες και των δύο χωρών ήθελαν να εκμεταλλευτούν την καλή τους τύχη και να παγιδεύσουν αυτά τα υποβρύχια καλώδια. Με τις αλλαγές στην τεχνολογία οι δύο οργανισμοί είχαν καταφέρει να υποκλέψουν με επιτυχία τα ραδιοσήματα, κατόπιν τις ακτίνες μικροκυμάτων και τελικά τα δορυφορικά σήματα. Ήταν λογικό να αναζητήσουν τρόπους ώστε να εισχωρήσουν στη ροή των διαδικτυακών και τηλεφωνικών δεδομένων που χρησιμοποιούσαν


τα τελευταίας τεχνολογίας συστήματα οπτικών ινών. Η μεταπολεμική Βρετανία κέρδισε μια θέση στην ομάδα ηλεκτρονικής κατασκοπείας με το όνομα «Πέντε Μάτια», μαζί με την Αυστραλία, τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία, παρέχοντας πρόσβαση σε ένα δίκτυο σταθμών παρακολούθησης σε όλο τον πλανήτη, στην Κύπρο, την Κεϋλάνη, το Χονγκ Κονγκ, τη Νότια Αφρική, το Ντιέγκο Γκαρσία, το Νησί Ασενσιόν και σε συνεργαζόμενες χώρες της Μέσης Ανατολής όπως το Ομάν. Όμως μετά τη διάλυση της αυτοκρατορίας, μέρος των πλεονεκτημάτων χάθηκε. Η Βρετανία παρείχε επίσης στις ΗΠΑ δύο δορυφορικούς σταθμούς επί βρετανικού εδάφους – στο Μένγουιθ Χιλ (γνωστό ως «MHS») στο νότιο άκρο των Γιόρκσιρ Ντέιλς και στο Κρότον, που διαχειρίζεται τις επικοινωνίες της CIA. Όμως οι Βρετανοί είχαν διαρκώς το χέρι απλωμένο ζητώντας κονδύλια. Όπως είχε ακουστεί να λέει αισιόδοξα ένας από τους επικεφαλής της GCHQ, ο σερ Ντέιβιντ Όμαντ: «Εμείς έχουμε τα μυαλά· εκείνοι το χρήμα». Χάρη στον Σνόουντεν γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό, εν μέρει τουλάχιστον. Την περίοδο 2009-2012, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έδωσε στην GCHQ τουλάχιστον 100 εκατομμύρια λίρες. Το 2009 η NSA έδωσε στην GCHQ 22,9 εκατομμύρια λίρες. Την επόμενη χρονιά οι πληρωμές της NSA ανήλθαν στα 39,9 εκατομμύρια λίρες. Περιλάμβαναν 4 εκ. λίρες για τη στήριξη του έργου της GCHQ για τις νατοϊκές δυνάμεις στο Αφγανιστάν και 17,2 εκ. λίρες για τον «έλεγχο του διαδικτύου». Η NSA έδωσε άλλα 15,5 εκ. για την ανακαίνιση του Μπιούντ. Η κίνηση «προστάτευε τον (βασικό) προϋπολογισμό» της GCHQ σε μια περίοδο λιτότητας από τον κυβερνητικό συνασπισμό του Ντέιβιντ Κάμερον. Την περίοδο 2011/2012 η NSA έδωσε στην GCHQ άλλα 34,7 εκ. λίρες. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι κλαψουρίζουν ότι τα ποσά είναι ελάχιστα. «Σε μια 60χρονη συμμαχία είναι απολύτως φυσιολογικό να υπάρχουν κοινά εγχειρήματα όπου οι πηγές χρηματοδότησης και η εξειδίκευση προέρχονται από την ίδια δεξαμενή», λέει ένας εκπρόσωπος της κυβέρνησης. Όμως τα χρήματα προσφέρουν στην NSA τη δυνατότητα άσκησης πίεσης. Σε ένα έγγραφο του 2010, η GCHQ αναγνωρίζει ότι το Φορτ Μιντ είχε «εγείρει ορισμένα ζητήματα προκειμένου να εκπληρωθούν οι ελάχιστες προσδοκίες της NSA». Πρόσθετε ότι η GCHQ «υπολείπεται ακόμη των αιτημάτων της NSA». Στην όλη ιστορία παραμονεύει πάντοτε η δυσαρέσκεια της NSA. Ένα εσωτερικό έγγραφο προειδοποιεί: «Το αίτημα της NSA δεν είναι στατικό και η διατήρηση της “ισότητας” παραμένει ως πρόκληση για τα επόμενα χρόνια». Ο μεγαλύτερος φόβος της Βρετανίας, αναφέρει ένα άλλο, είναι «να μειωθούν οι προσδοκίες των ΗΠΑ από τη συνεργασία, οδηγώντας σε απώλεια πρόσβασης και/ή μείωση επενδύσεων... στη Βρετανία». Με άλλα λόγια, οι Βρετανοί όφειλαν να προσπαθούν να αποδείξουν την αξία τους. Είχαν μόλις το ένα δέκατο του μεγέθους των Αμερικανών συνεργατών τους. Αν έμεναν πίσω τεχνολογικά, η παντοδύναμη NSA ίσως έπαυε να μοιράζεται τα στοιχεία της και η δυνατότητα της Βρετανίας να κατέχει μια ισχυρή θέση σε παγκόσμιο επίπεδο θα τελείωνε άδοξα. Σε αυτό το φόντο ο διευθυντής της GCHQ και υπεύθυνος για τον «έλεγχο του διαδικτύου» έγραψε την πρόταση για ένα νέο βρετανικό εγχείρημα στις 19 Μαΐου 2009. Επιβεβαίωνε ότι η υπηρεσία αντιμετώπιζε δυσκολίες με τις αλλαγές στην τεχνολογία: «Η GCHQ δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αποκτήσει την πλούσια πηγή πληροφοριών


που απαιτείται ώστε να στηρίζουμε τους εταίρους μας στην κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειοτάτης, στις ένοπλες δυνάμεις και διεθνώς». Υποστήριζε ωστόσο πως είχε σημειωθεί πρόοδος. Τα πειράματα που διεξάγονταν επί δύο χρόνια στο Μπιούντ είχαν στεφθεί με επιτυχία. Το πρόβλημα δεν ήταν η πρόσβαση στους διαδικτυακούς αγωγούς – τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Βρετανία το έκαναν ήδη. Ήταν η ανεύρεση μιας μεθόδου για την ανάγνωση και την ανάλυση της ροής των δεδομένων στα παγιδευμένα καλώδια, καθώς διέρχονταν με ταχύτητα τουλάχιστον 10 gigabyte ανά δευτερόλεπτο. Η GCHQ είχε κατορθώσει να δημιουργήσει έναν γιγαντιαίο υπολογιστικό ενδιάμεσο καταχωρητή διαδικτύου. Εκεί μπορούσαν να αποθηκεύονται τα δεδομένα. Στη συνέχεια, οι αναλυτές δεδομένων μπορούσαν να ερευνήσουν αναδρομικά αυτή την τεράστια δεξαμενή ψηφιακού υλικού. Το πλήρες περιεχόμενο, όπως τα μηνύματα των ιμέιλ, θα ήταν διαθέσιμο για τρεις μέρες, ενώ τα λιγότερο ογκώδη μεταδεδομένα, όπως οι επαφές του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και οι τίτλοι, για 30 μέρες. Επιπλέον θα φιλτραρόταν αδιάφορο υλικό όπως το «κατέβασμα» ταινιών μέσω τόρεντ. Από τα υπόλοιπα, και με λίγη τύχη, οι κατασκοπευτικές υπηρεσίες θα αντλούσαν χρήσιμες πληροφορίες για στόχους που παρουσίαζαν ενδιαφέρον. Το σύστημα ήταν ανάλογο με μια κολοσσιαία αποθήκευση τηλεοπτικών προγραμμάτων, όπου μπορούσες να επιλέξεις και να δεις κάποια μετάδοση που είχες χάσει. Κοντά στο Μπιούντ ήταν το σημείο άφιξης των υπερατλαντικών καλωδίων οπτικών ινών. Άρα μπορούσαν να παγιδευτούν σχετικά φτηνά και τα δεδομένα να διοχετευτούν σε μικρή απόσταση στο RPC-1 – ένα νέο «Περιφερειακό Κέντρο Επεξεργασίας» που είχε κατασκευαστεί μυστικά από μια κοινοπραξία ιδιωτικών φορέων, με επικεφαλής τη Lockheed Martin, την Detica, που ήταν θυγατρική της BAE Systems, και την εταιρία λογισμικού Logica. Η διαδικασία της κρυφής άντλησης στοιχείων είχε το δικό της ακρωνύμιο: SSE (Special Source Exploitation – Εκμετάλλευση Ειδικών Πηγών). Τον Μάρτιο του 2010 επιτράπηκε σε αναλυτές της NSA η προκαταρκτική πρόσβαση στο εγχείρημα, που αρχικά είχε την κωδική ονομασία TINT και στη συνέχεια βαφτίστηκε TEMPORA. Περιγραφόταν ως «κοινή ερευνητική πρωτοβουλία των GCHQ/NSA». Το εγχείρημα «επιτρέπει την αναδρομική ανάλυση» της διαδικτυακής κυκλοφορίας. Σύντομα η GCHQ άρχισε να επαίρεται για τα μοναδικά της επιτεύγματα. «Έχουμε αρχίσει να “ελέγχουμε το διαδίκτυο”. Και οι τρέχουσες δυνατότητές μας είναι αρκετά εντυπωσιακές». Ένα έγγραφο ανέφερε την ύπαρξη 2 δισεκατομμυρίων χρηστών του διαδικτύου σε όλο τον κόσμο, με περισσότερους από 400 εκατομμύρια τακτικούς χρήστες του Facebook και μια αύξηση κατά 600 τοις εκατό στη χρήση κινητών τηλεφώνων σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η υπηρεσία θεωρούσε ότι βρισκόταν πιο μπροστά από αυτές τις εξελίξεις. Η έκθεση υποστήριζε ότι, από τα Πέντε Μάτια, η Βρετανία διέθετε πλέον τη «μεγαλύτερη πρόσβαση στο διαδίκτυο». Δεν ήταν όλα τέλεια. Η έκθεση σημείωνε ότι οι Αμερικανοί πάροχοι μεταφέρονταν στη Μαλαισία και την Ινδία, με την NSA να «αγοράζει ακίνητα σε αυτά τα μέρη» προσπαθώντας να μη μείνει πίσω. «Δεν θα δούμε τη συγκεκριμένη κυκλοφορία να διέρχεται από τη Βρετανία. Κρίμα», έγραφε ο συντάκτης, λέγοντας ότι η Βρετανία όφειλε να ακολουθήσει και να «αγοράσει εγκαταστάσεις στο εξωτερικό».


Όμως ο γενικός τόνος της εξάμηνης αξιολόγησης 2010-2011 της GCHQ ήταν αισιόδοξος. Ανέφερε ότι σε ένα διάστημα 24 ωρών η υπηρεσία είχε καταφέρει να επεξεργαστεί και να αποθηκεύσει «περισσότερα από 39 δισεκατομμύρια περιστατικά», «αυξάνοντας την ικανότητά μας να αντλήσουμε μοναδικές πληροφορίες από τη χρήση του διαδικτύου από πλευράς των στόχων μας». Κατά τα φαινόμενα αυτό σήμαινε ότι η GCHQ είχε καταφέρει να συλλέξει 39 δισεκατομμύρια μονάδες πληροφορίας μέσα σε μία μέρα. Η NSA εντυπωσιάστηκε από τις προσπάθειες των Βρετανών. Σε μία έκθεση «Κοινής Συνεργασίας» του 2011 αναφέρεται ότι η Βρετανία πλέον «παρήγαγε μεγαλύτερο όγκο μεταδεδομένων από την NSA». Τον Μάιο του 2012 αναφέρθηκε ότι ένα δεύτερο κέντρο ενδιάμεσης καταχώρισης είχε δημιουργηθεί στο Τσέλτναμ, μέσα στο τεράστιο, κυκλικό, τελευταίας τεχνολογίας συγκρότημα που οι 6.000 υπάλληλοι χαρακτήριζαν συνήθως ως «το ντόνατ». Ένα τρίτο κέντρο επεξεργασίας συστάθηκε επιτυχώς και κατασκευάστηκε σε κάποιο σημείο της Μέσης Ανατολής. Το πρόγραμμα συνολικά είχε τη δυνατότητα συλλογής «πάρα πολλών δεδομένων!» Χρησιμοποιώντας το TEMPORA, περισσότεροι από «300 αναλυτές της GCHQ και 250 της NSA» είχαν πλέον πρόσβαση σε «τεράστιο όγκο δεδομένων για τη στήριξη της αποστολής αποκάλυψης στόχων». Τα αρχεία του Σνόουντεν δείχνουν πόσο στενά συνεργάζεται το προσωπικό των βρετανικών και των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών. Ενώ εργαζόταν για τη CIA στη Γενεύη, ο Σνόουντεν επισκέφτηκε το Κρότον, τη βάση επικοινωνιών της CIA 50 χιλιόμετρα βόρεια της Οξφόρδης, στο ρουστίκ Νορθάρμπτονσιρ. Γράφοντας ως TheTrueHOOHA, ο Σνόουντεν είπε ότι τον εντυπωσίασαν τα πολλά πρόβατα που έβοσκαν στα γύρω πράσινα λιβάδια – κλασσική αγγλική σκηνή. Η NSA διατηρούσε τον δικό της επιχειρησιακό τομέα στη βάση της GCHQ στο Τσέλτναμ από τη δεκαετία του 1950, όπως και στο Λονδίνο· στο MHS εργάζονται αποκλειστικά υπάλληλοι της GCHQ. Κατόπιν συνεννόησης, οι υπάλληλοι της GCHQ από το Τσέτλναμ μπορούν να επισκεφθούν τον καλά φυλασσόμενο αμερικάνικο τομέα. Η NSA έχει έναν ανώτερο αξιωματικό που λειτουργεί ως σύνδεσμος με τη βρετανική κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών, γνωστό ως SUSLO· ο Βρετανός ομόλογός του που υπηρετεί στην Ουάσινγκτον έχοντας διπλωματική ασυλία ονομάζεται SUKLO. Χαμηλότερης βαθμίδας υπάλληλοι της GCHQ βρίσκονται σχεδόν σε όλες τις μονάδες της NSA· ονομάζονται «ενδιάμεσοι». Ένας υπάλληλος της GCHQ υπάρχει μέχρι και στην τροπική βάση της NSA στη Χαβάη όπου εργαζόταν ο Σνόουντεν. Τυπικά, οι εργαζόμενοι της GCHQ περνούν τουλάχιστον ένα διάστημα σε κάποια μονάδα της NSA. Η υπηρεσία τούς εφοδιάζει με ένα χρήσιμο λεξιλόγιο ως προς τον αμερικανικό τρόπο ζωής· παρέχει συμβουλές για την ενοικίαση αυτοκινήτων και επισημαίνει ότι στις ΗΠΑ το πορτμπαγκάζ δεν είναι boot αλλά trunk. Υπάρχουν κοινές συναντήσεις, εκπαιδευτικά σεμινάρια, ανταλλαγές επισκέψεων, εργαστήρια κρυπτογράφησης και εορταστικά γεύματα. Και, όπως μπορεί κάποιος να φανταστεί –παρόλο που τα έγγραφα του Σνόουντεν δεν φανερώνουν κάτι τέτοιο– κάποιο περιστασιακό, αναπάντεχο, ενδουπηρεσιακό ρομάντζο. Ο συγκεκριμένος διακανονισμός ανταλλαγών χρονολογείται από το 1947 και έχει αποδειχθεί επιτυχημένος. Ένα έγγραφο αναφέρεται σε «άλλο ένα φωτεινό παράδειγμα καλής συνεργασίας μεταξύ NSA και GCHQ». Η αγγλο-αμερικανική συνεργασία SIGNIT


είναι συχνά θερμή σε προσωπικό επίπεδο, ωφέλιμη και για τις δύο πλευρές και με ιστορική διάρκεια. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γάμος. Τα αρχεία, στο μεταξύ, προσφέρουν μια σπάνια εικόνα του κλειστού κόσμου της βρετανικής κατασκοπείας. Οι μισθοί του προσωπικού της GCHQ μπορεί να είναι χαμηλοί, όμως ο οργανισμός προσφέρει στους γλωσσολόγους και τους μαθηματικούς του πολλές ψυχαγωγικές δραστηριότητες: βραδιές κουίζ σε παμπ, λαχειοφόρους, ταξίδια στην Ντίσνεϊλαντ στο Παρίσι και ένα εσωτερικό γριφόλεξο με την ονομασία Kryptos. Επίσης διαθέτει το δικό της κοινωνικό δίκτυο, το SpySpace. Το βασικό μειονέκτημα μιας καριέρας στην GCHQ είναι πως οι εγκαταστάσεις της βρίσκονται στην επαρχία. «Καλό είναι να γνωρίζετε πού βρίσκεται το Γκλόστερσιρ», αναφέρει ο οδηγός προσλήψεων της GCHQ. Μια ιδιαίτερα ευαίσθητη παράμετρος του TEMPORA είναι ο κρυφός ρόλος των εταιριών τηλεπικοινωνιών που έχουν ή διαχειρίζονται τα καλώδια οπτικών ινών. Η GCHQ τις αποκαλεί «συνεταίρους παγίδευσης», συνδέσμους με τους οποίους δημιουργούνται «ομάδες ευαίσθητων σχέσεων». Περιλαμβάνουν ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρίες του κόσμου. Η BT, ο βασικός συνέταιρος, φέρει το κωδικό όνομα «REMEDY», η Verizon Business το όνομα «DACRON» και η Vodafone Cable το όνομα «GERONTIC». Τέσσερις μικρότεροι πάροχοι έχουν επίσης κωδικά ονόματα. Το 2009 η Global Crossing ήταν η «PINNAGE», η Level 3 η «LITTLE», η Viatel η «VITREOUS» και η Interoute η «STREETCAR». Οι εταιρίες αυτές βοηθούν στην παγίδευση των περισσότερων καλωδίων που φτάνουν στη Βρετανία. Έχουν στην κατοχή τους μέρη όπου φτάνουν τα καλώδια, στο Λόουερσοφτ, στον Κόλπο Πέβενσι, στο Χόλιχεντ (τα οποία συνδέουν τη Βρετανία με την Ιρλανδία), στον Κόλπο Γουάιτσαντς, στο Γκουνχίλι και σε άλλες παραθαλάσσιες πόλεις. Τα ονόματα των εταιριών είναι διαβαθμισμένα σε επίπεδο ανώτερο του «άκρως απόρρητου», ως «Strap 2 ECI» – «εξαιρετικά ελεγχόμενες πληροφορίες». Η αποκάλυψή τους πιθανολογείται ότι θα δυσαρεστήσει τους πελάτες τους. Ένα από τα έγγραφα που διέρρευσαν προειδοποιεί για τυχόν «αρνητικές επιπτώσεις σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο» αν γίνει γνωστή η ταυτότητα των εταιριών. Πηγές των μυστικών υπηρεσιών τονίζουν ότι οι εταιρίες δεν έχουν επιλογή. Όπως και στις ΗΠΑ, μπορούν να επικαλεστούν ως δικαιολογία ότι υποχρεώνονται από τον νόμο. Χάρη σε αυτή την εταιρική συνεργασία, για την οποία οι τηλεπικοινωνιακοί κολοσσοί πληρώνονται αδρά από τον Βρετανό φορολογούμενο, η GCHQ διαχειριζόταν το 2012 600 εκατομμύρια «τηλεφωνικά περιστατικά» τη μέρα. Πάνω από 200 καλώδια οπτικών ινών που έφταναν στη Βρετανία ήταν παγιδευμένα. Επιπλέον η υπηρεσία είχε τη δυνατότητα να επεξεργάζεται δεδομένα από τουλάχιστον 46 από αυτά ταυτόχρονα. Όντως πρόκειται για πολλά δεδομένα –άνω των 21 petabyte τη μέρα– αντίστοιχο της αποστολής όλων των πληροφοριών στη Βρετανική Βιβλιοθήκη επί 192 φορές κάθε 24 ώρες. Παρ’ όλ’ αυτά στο εσωτερικό της GCHQ υπάρχει ακόμα το άγχος ότι η υπηρεσία θα μείνει πίσω. Ένα μέλος της ομάδας που διαχειρίζεται το TEMPORA περιγράφει πώς αναβαθμίστηκε ο «επιχειρησιακός ρόλος» της υπηρεσίας. Νέες τεχνικές επέτρεψαν στην GCHQ να έχει πρόσβαση σε έναν τεράστιο όγκο νέων δεδομένων ή «φως» – ιμέιλ, τηλεφωνικές κλήσεις και κλήσεις μέσω Skype. «Τα τελευταία πέντε χρόνια, η πρόσβαση της


GCHQ στο “φως” αυξήθηκε κατά 7.000 τοις εκατό». Προσθέτει ότι ο όγκος του υλικού που αναλύεται και υποβάλλεται σε επεξεργασία αυξήθηκε κατά 3.000 τοις εκατό – ασύλληπτα νούμερα. Η υπηρεσία «ανοίγει νέους δρόμους», αν και ταυτόχρονα δυσκολεύεται να ανταποκριθεί. «Η περιπλοκότητα της αποστολής μας έχει εξελιχθεί έως του σημείου που οι υπάρχουσες διαχειριστικές δυνατότητες δεν επαρκούν». Μία εσωτερική αξιολόγηση του 2011/2012 προειδοποιεί επίσης: «Τα δύο τεράστια τεχνολογικά ρίσκα που πρέπει να αντιμετωπίσει η GCHQ μέσα στην επόμενη χρονιά είναι η εξάπλωση της καθολικής κρυπτογράφησης στο διαδίκτυο και η έκρηξη στη χρήση έξυπνων κινητών ως διαδικτυακών συσκευών. Συν τω χρόνω και οι δύο αυτές τεχνολογίες ίσως επηρεάσουν σημαντικά τις τρέχουσες μεθόδους μας». Η υπηρεσία προβλέπει ότι ως το 2015 το 90 τοις εκατό της διαδικτυακής κίνησης θα προέρχεται από τα κινητά τηλέφωνα. Το 2012 υπήρχαν ήδη 100 εκατομμύρια έξυπνα κινητά σε όλο τον κόσμο. Το κινητό ήταν το «πλέον διαδεδομένο καταναλωτικό προϊόν που δημιουργήθηκε ποτέ». Το έγγραφο ανέφερε ότι η GCHQ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει ένα νέο εγχείρημα για την «εκμετάλλευση των συσκευών κινητής τηλεφωνίας». Με άλλα λόγια την «άντληση πληροφοριών από τις επιπλέον λειτουργίες που προσφέρουν τα iPhone και τα BlackBerry». Τελικός στόχος της GCHQ ήταν ο εξής: «η εκμετάλλευση οποιουδήποτε κινητού, οπουδήποτε στο κόσμο, οποιαδήποτε στιγμή». Το TEMPORA και τα συναφή προγράμματα είναι όντως εντυπωσιακά. Παρά τη δημιουργία τους όμως, οι κατασκοπευτικές υπηρεσίες της Δύσης έδειχναν να μην αντιλαμβάνονται την ευρύτερη εικόνα: ότι το κράτος τώρα πια συνέλεγε αδιακρίτως τις επικοινωνίες εκατομμυρίων ανθρώπων, χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεσή τους. Στο παρελθόν οι Βρετανοί κατάσκοποι συνέδεαν λαβίδες στα χάλκινα σύρματα προκειμένου να κρυφακούν τις τηλεφωνικές κλήσεις των ληστών και των κακοποιών ή των Ιρλανδών Ρεπουμπλικάνων τρομοκρατών. Επρόκειτο για συγκεκριμένους στόχους για τους οποίους υπήρχαν συγκεκριμένα εντάλματα: ήταν οι αναγνωρίσιμοι κακοί της υπόθεσης. Τώρα όμως, η NSA και η GCHQ σάρωναν δεδομένα από τους πάντες σε κολοσσιαία κλίμακα. Μεταξύ αυτών και δεδομένα από μια πλειοψηφία εντελώς αθώων ανθρώπων. Οι αξιωματούχοι επιμένουν ότι δεν έχουν τους αναλυτές για να ερευνήσουν όλες αυτές τις ιδιωτικές επικοινωνίες. Ένας από αυτούς δήλωσε στην Guardian: «Η μεγάλη πλειοψηφία των δεδομένων απορρίπτεται χωρίς να ερευνηθεί... Πολύ απλά δεν διαθέτουμε τους απαιτούμενους πόρους». Είπε: «Αν είχατε την εντύπωση ότι διαβάζουμε εκατομμύρια ιμέιλ, δεν το κάνουμε. Δεν υπάρχει η παραμικρή πρόθεση να χρησιμοποιήσουμε αυτό το πρόγραμμα για τον έλεγχο της εσωτερικής κίνησης στη Βρετανία – σε όσα συζητούν μεταξύ τους οι Βρετανοί». Ο σερ Ίαν Λόμπαν επαναλαμβάνει δημόσια την αγαπημένη αναλογία των κατασκόπων για «τεράστιους όγκους δεδομένων που θυμίζουν άχυρα» όπου υπάρχουν ψύλλοι. Φυσικά, τα άχυρα είναι οι επικοινωνίες των Βρετανών και των αλλοδαπών. Οι μαζικές σαρώσεις της GCHQ περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων το περιεχόμενο των καλωδίων που συνδέουν τα διεθνή κέντρα επικοινωνιών της Google και της Yahoo, στα τμήματα που διέρχονταν από βρετανικό έδαφος. Οι Βρετανοί κατάσκοποι επικαλούνται έναν ασαφή βρετανικό νόμο του 2000, που επιτρέπει την απεριόριστη συλλογή πληροφοριών αντικατασκοπίας. Λένε ότι ο Νόμος για


τη Ρύθμιση των Ερευνητικών Αρμοδιοτήτων (RIPA) τους επιτρέπει να συλλέγουν μαζικά όλες τις «εξωτερικές» διαδικτυακές επικοινωνίες. «Κάνουμε οτιδήποτε περνά από το χέρι μας για να τον εφαρμόζουμε κατά γράμμα», είπε κάποιος. Η λέξη «εξωτερικές» ερμηνεύεται –ή διαστρεβλώνεται, σύμφωνα με ορισμένους– ώστε να περιλαμβάνει οτιδήποτε διέρχεται από ένα καλώδιο που τουλάχιστον το ένα άκρο του βρίσκεται στο εξωτερικό. Εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας των διαδικτυακών συνδέσεων, αυτό σημαίνει πως οποιοσδήποτε στέλνει ένα ιμέιλ από τη Βρετανία συχνά καταλήγει να επικοινωνεί και με την GCHQ. Και αυτό δεν είναι κάτι που βρίσκει στο συμβόλαιό του όποιος πελάτης υπογράφει με την BT και την Google, ούτε καν στα ψιλά γράμματα. Οι Βρετανοί όσο και οι Αμερικάνοι μπορούν να πραγματοποιήσουν κρυφές έρευνες στα «άχυρα» των δεδομένων αναζητώντας πρότυπα συμπεριφοράς, αλυσίδες επαφών με φίλους και συγκεκριμένα άτομα-στόχους. Απόρρητες επιστολές με την υπογραφή των Βρετανών υπουργών εξωτερικών –η πρώτη από τον Ντέιβιντ Μίλιμπαντ των Εργατικών το 2009, η επόμενη από τον Γουίλιαμ Χέιγκ των Συντηρητικών– κατά τα φαινόμενα εγκρίνουν αιτήματα που στοχεύουν στην έρευνα των πολιτικών προθέσεων ξένων κρατών, την εξάπλωση των πυρηνικών, την τρομοκρατία, τα σοβαρά οικονομικά εγκλήματα και την «οικονομική ευημερία» της Βρετανίας. Πώς ελέγχονται όλα αυτά; Κρατικοί νομικοί έχουν στο μεταξύ καταδείξει σε βρετανικές υποθέσεις ότι η λέξη «τρομοκρατία» μπορεί να ερμηνευθεί με εξαιρετικά ελαστικό τρόπο. Όταν το προσωπικό της GCHQ καταφέρνει να εφοδιάσει τον Αμερικανό συνέταιρο με πολύτιμες πληροφορίες, κομπάζει γι’ αυτό. Υποστηρίζουν ότι αυτό συνέβη σε τουλάχιστον δύο πρόσφατες περιπτώσεις: η πρώτη αφορούσε τον βομβιστή με τα εσώρουχα Ούμαρ Φαρούκ Αμπτουλματάλαμπ, που το 2009 επιχείρησε να ανατινάξει ένα αεροσκάφος με προορισμό το Ντιτρόιτ. Η δεύτερη έλαβε χώρα πέντε μήνες μετά όταν ο Φαιζάλ Σαζάντ, ένας 30χρονος Αμερικανός γεννημένος στο Πακιστάν, επιχείρησε να ανατινάξει ένα όχημα παγιδευμένο με εκρηκτικά στην Τάιμς Σκουέρ της Νέα Υόρκης. Η NSA ήταν «εξαιρετικά ευχαριστημένη» από την «καταλυτική συμβολή» της GCHQ κατά των βομβιστών. Δεν υπάρχουν στοιχεία ως προς τα ακριβή χαρακτηριστικά αυτής της συμβολής. Από πλευράς της, η NSA βοήθησε την GCHQ στις έρευνες μετά τις καταστροφικές κτηνωδίες της 7ης Ιουλίου 2005 στο Λονδίνο. Ήταν η χειρότερη επίθεση στο Λονδίνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερις καμικάζι αυτοκτονίας ανατίναξαν τρεις συρμούς του μετρό και ένα λεωφορείο, σκοτώνοντας 52 άτομα. Η GCHQ αρνείται τη συστηματική παράκαμψη των κανόνων εσωτερικής εξαίρεσης των Πέντε Ματιών, προκειμένου να κατασκοπεύει Αμερικανούς πολίτες για λογαριασμό της NSA. Και η NSA αρνείται ότι παρέχει την αντίστοιχη πολιτική της «περιστρεφόμενης πόρτας» συλλέγοντας πληροφορίες για Βρετανούς υπηκόους. Δυστυχώς, τα έγγραφα του Σνόουντεν μοιάζουν να διαψεύδουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Ο Σνόουντεν αποκάλυψε υπομνήματα της NSA του 2005 και του 2007 που αφήνουν να εννοηθεί ότι κατά καιρούς οι δύο υπηρεσίες στοχοποιούν η μία τους πολίτες στη χώρα της άλλης. Η NSA έχει το δικαίωμα να περιλαμβάνει Βρετανούς στις βάσεις δεδομένων των μαζικών παρακολουθήσεων, «όταν είναι προς το συμφέρον και των δύο κρατών». Επιπλέον, περιγράφεται λεπτομερώς μια διαδικασία όπου η NSA μπορεί να κατασκοπεύει Βρετανούς πολίτες πίσω από την πλάτη των συνεταίρων της. «Υπό συγκεκριμένες συνθήκες


συστήνεται και επιτρέπεται η μονομερής στοχοποίηση ατόμων και επικοινωνιακών συστημάτων της άλλης πλευράς, όταν είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ και κρίνεται απαραίτητο για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ». Άρα ο ισχυρισμός των Πέντε Ματιών ότι υπάρχει μια συμφωνία κυρίων ανάμεσα στους δυτικούς εταίρους για να μην κατασκοπεύονται μεταξύ τους μοιάζει απλώς εσφαλμένος. Όλες αυτές οι αποκαρδιωτικές αποκαλύψεις και η μετέπειτα διεθνής κατακραυγή σήμαιναν πως –όπως θα διαπίστωναν σύντομα οι διαρροείς και οι εμπλεκόμενοι δημοσιογράφοι– η τόλμη τους είχε εξαγριώσει πραγματικά τους μυστικούς πράκτορες και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Ο ίδιος ο Σνόουντεν, ο Γκλεν Γκρίνγουολντ και οι Βρετανοί δημοσιογράφοι της Guardian στο Λονδίνο σύντομα θα βίωναν τις συνέπειες αυτής της οργής.


[ 9 ]

ΑΡΚΕΤΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΑΤΕ Γραφεία της Guardian, Κινγκς Πλέις, Λονδίνο Ιούνιος 2013

«Δώσε μου την ελευθερία να γνωρίζω, να εκφράζομαι και να επιχειρηματολογώ ανεμπόδιστα κατά συνείδηση, υπεράνω πάσης άλλης ελευθερίας». —ΤΖΟΝ ΜΙΛΤΟΝ Areopagitica

Αργά το βράδυ, στον κατά τα άλλα ήσυχο τρίτο όροφο στο Κινγκς Πλέις, ένας καθαριστής σπρώχνει την ηλεκτρική σκούπα γύρω από την ομάδα που είναι συγκεντρωμένη μπροστά στον υπολογιστή. Ήταν απορροφημένος να κουβεντιάζει στα ισπανικά στο κινητό του και δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται την ανησυχία που είχε προκαλέσει η παρουσία του στους υπόλοιπους. Υπό το βλέμμα του αναπληρωτή διευθυντή σύνταξης Πολ Τζόνσον, μια οδυνηρά αργή διαδικασία αποθήκευσης και μορφοποίησης λάμβανε χώρα μέσα στη νύχτα, όχι στο συνηθισμένο δίκτυο της Guardian, αλλά σε έναν μεγάλο πορτοκαλί εξωτερικό δίσκο LaCie – ένα από τα ελάχιστα αχρησιμοποίητα αντικείμενα του γραφείου ικανού να αποθηκεύει μεγάλο αριθμό gigabyte. Το υλικό ήταν του Σνόουντεν – χιλιάδες άκρως απόρρητα υποκλαπέντα έγγραφα, σε εξαιρετικά κρυπτογραφημένη μορφή. Περιλάμβαναν πάνω από 50.000 αρχεία της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Κατά τα φαινόμενα η GCHQ τα είχε στείλει στις ΗΠΑ, επιτρέποντας να καταλήξουν στα χέρια του χαμηλόβαθμου Αμερικανού συμβασιούχου. Όμως ένας από τους λόγους ανησυχίας του Τζόνσον ήταν πως η κατοχή τέτοιων εγγράφων στη Βρετανία δημιουργούσε ιδιαίτερα και – τρομακτικά– νομικά προβλήματα. Τα τωρινά κομψά, όλο τζαμαρίες λονδρέζικα γραφεία της Guardian ελάχιστη σχέση είχαν με τις αντικομφορμιστικές απαρχές της εφημερίδας στο Μάντσεστερ το 1821. Πάντως στον χώρο υποδοχής υπάρχει η προτομή μιας επιβλητικής γενειοφόρου μορφής· είναι ο Τ. Π. Σκοτ, θρυλικός συντάκτης επί 57 και μισό συναπτά έτη. Η διάσημη ρήση του «τα σχόλια είναι ελεύθερα, αλλά τα γεγονότα ιερά» αποτελεί ακόμη την εμψυχωτική αρχή της Guardian. Εμπνεόμενος από την αποφασιστικότητα του Τ. Π. Σκοτ, ο διευθυντής σύνταξης Άλαν Ράσμπριτζερ είχε διαχειριστεί σημαντικές διαρροές κατά το παρελθόν, με εκείνη του WikiLeaks την πιο πρόσφατη και γνωστή. Όμως αυτή εδώ ήταν χωρίς προηγούμενο. Οι Βρετανοί δημοσιογράφοι δεν απολαμβάνουν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη


ελευθερία του λόγου των Αμερικανών συναδέλφων τους. Επίσης στην αμερικάνικη κουλτούρα κυριαρχεί μια αντίληψη σχετικά με τη ζωτική σημασία της δημοσιογραφίας για την κοινωνία. Αν και αυτό οδηγεί κατά καιρούς σε συμπεριφορές φιλικές προς το καθεστώς, επέτρεψε επίσης τη δημιουργία μιας παράδοσης στον τομέα της ερευνητικής δημοσιογραφίας στο πνεύμα του Γουότεργκεϊτ, όταν δύο νεαροί δημοσιογράφοι της Washington Post οδήγησαν σε παραίτηση τον πρόεδρο Νίξον τη δεκαετία του 1970. Η Βρετανία, αντίθετα, διαθέτει μια κουλτούρα καταστολής ως προς τα κρατικά μυστικά. Την ώρα που ο Γούντγουορντ και ο Μπέρνστιν αντιμετωπίζονταν με τιμές στην Ουάσινγκτον για τις αποκαλύψεις τους σχετικά με το Γουότεργκεϊτ, ορισμένοι νεαροί δημοσιογράφοι στη Βρετανία έγραφαν ένα άρθρο με τίτλο «Οι ωτακουστές». Αποκάλυπτε για πρώτη φορά την ύπαρξη της GCHQ ως τη βρετανική υπηρεσία κατασκοπείας. Συνελήφθησαν πάραυτα και καταδικάστηκαν βάσει του Νόμου περί Κρατικών Μυστικών. Ο ένας, ένας Αμερικανός πολίτης ονόματι Μαρκ Χόζενμπολ, απελάθηκε χωρίς το δικαίωμα να δικαστεί, ως πιθανή «απειλή για τη βρετανική εθνική ασφάλεια». Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόκληση της δημοσίευσης εγγράφων της GCHQ από μια βρετανική εφημερίδα ήταν μεγάλη. Ο Νόμος περί Κρατικών Μυστικών, που ψηφίστηκε μπροστά στον φόβο της γερμανικής κατασκοπείας το 1911 και επικαιροποιήθηκε το 1989, ποινικοποιεί τη διαρροή μυστικών πληροφοριών από Βρετανούς αξιωματούχους. Όμως περιλαμβάνει άρθρα που ενδεχομένως να οδηγήσουν στη δίωξη και των δημοσιογράφων. Ενώ δεν υπάρχει συγκεκριμένη υπερασπιστική γραμμή περί δημοσίου συμφέροντος ώστε ο συντάκτης της Guardian να περιορίζεται από διατάξεις που καθιστούν παράπτωμα τη δημοσίευση μυστικών πληροφοριών, η αποκάλυψη αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα χαρακτηριζόταν επιζήμια. Το μόνο αντεπιχείρημα ήταν ότι το δημοσιευμένο άρθρο στην πραγματικότητα δεν προκαλούσε ζημιά, τουλάχιστον όχι ηθελημένα. Το επόμενο στάδιο πιθανόν να ήταν η σύλληψη από την αστυνομία. Στο Λονδίνο, ακόμη και η απλή κατοχή των αρχείων του Σνόουντεν μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση εντολής αποσιώπησης, αν η βρετανική κυβέρνηση μάθαινε την ύπαρξή τους. Τα αρχεία ήταν αναμφίβολα απόλυτα εμπιστευτικά και, παρόλο που ήταν μάλλον απίθανο να αποκαλύψουν την ταυτότητα μυστικών πρακτόρων τύπου Τζέιμς Μποντ, σίγουρα αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο της κυβέρνησης. Το διακύβευμα ήταν η εθνική ασφάλεια. Βάσει του βρετανικού νόμου περί εχεμύθειας, ένας δικαστής ήταν πιθανό να πειστεί και να αποδεχτεί το κρατικό αίτημα για την άμεση έκδοση ασφαλιστικών μέτρων απαγορεύοντας τη δημοσίευση αυτού του υλικού και απαιτώντας την επιστροφή των αρχείων. Η εφημερίδα μπορούσε να καταφύγει στα δικαστήρια υποστηρίζοντας ότι οι όποιες αποκαλύψεις ήταν προς το δημόσιο συμφέρον. Όμως στην καλύτερη περίπτωση, η υπόθεση θα ενέπλεκε τον Ράσμπριτζερ σε μια χρονοβόρα, αβέβαιη και δαπανηρή νομική διαμάχη. Στο ενδιάμεσο η εφημερίδα δεν θα είχε δικαίωμα να αναφέρεται στο περιεχόμενο των εγγράφων. Τα ασφαλιστικά μέτρα λοιπόν ισοδυναμούσαν με δημοσιογραφική καταστροφή. Σε μια συνάντηση την επόμενη μέρα με τον διακεκριμένο δικηγόρο σε θέματα Τύπου, τον Γκάβιν Μίλαρ, ο Ράσμπριτζερ σκεφτόταν τις νομικές επιλογές του. Η 100 τοις εκατό


ασφαλής επιλογή ήταν η άμεση καταστροφή των αρχείων που αφορούσαν τη Βρετανία. Μια άλλη ασφαλής εναλλακτική ήταν η διαβίβαση του υλικού σε έναν πολιτικό με εξουσιοδότηση ασφαλείας, μαζί με το αίτημα για τη διενέργεια έρευνας ως προς το περιεχόμενο – ο προφανής παραλήπτης ήταν ο πρώην Συντηρητικός υπουργός εξωτερικών Μάλκομ Ρίφκιντ. Πλέον προήδρευε στη διαβόητα αδύναμη κοινοβουλευτική επιτροπή για την εθνική ασφάλεια που υποτίθεται ότι επιτηρούσε υπηρεσίες όπως η GCHQ. Ο Ρίφκιντ κατά πάσα πιθανότητα θα επέστρεφε τα αρχεία απευθείας στους κατασκόπους, χωρίς να τα μελετήσει. Η συμβουλή του Μίλαρ ήταν ένα ζήτημα. Όμως ο Ράσμπριτζερ όφειλε επίσης να λάβει υπόψη τις δεσμεύσεις του απέναντι στον Σνόουντεν. Ο Σνόουντεν «είχε διακινδυνεύσει τη ζωή του για να πάρει αυτό το υλικό», όπως ένιωθε ο διευθυντής σύνταξης. Επιπλέον, ο Σνόουντεν είχε δώσει το υλικό στην Guardian επειδή πίστευε ότι το Κογκρέσο ήταν αναξιόπιστο. Τα αμερικανικά ειδικά δικαστήρια για ζητήματα μυστικών πληροφοριών συνεδρίαζαν κρυφά. Μόνο μια εφημερίδα μπορούσε να προκαλέσει τη δημόσια συζήτηση που επιθυμούσε ο Σνόουντεν. Και αυτό δεν θα συνέβαινε αν η κοινή γνώμη δεν είχε ιδέα για τις ανεξέλεγκτες κρατικές παρακολουθήσεις. «Σε σχέση με όλα τα δημοσιογραφικά διλήμματα που αναγκάζεσαι να αντιμετωπίσεις στη ζωή, αυτό ήταν από τα αρκετά σημαντικά», λέει ο Ράσμπριτζερ. Αποφάσισε να ζητήσει από ορισμένα έμπιστα μέλη του προσωπικού να μελετήσουν λεπτομερώς τα αρχεία. Ο όγκος των δεδομένων ήταν τεράστιος. Ορισμένα έγγραφα ήταν προφανώς ευαίσθητα. Όμως τα περισσότερα ήταν μπερδεμένα, με εταιρικό περιεχόμενο: παρουσιάσεις σε PowerPoint, εκπαιδευτικές διαφάνειες, διοικητικές αναφορές, διαγράμματα για προγράμματα συλλογής δεδομένων. Πολλά ήταν δυσνόητα, αν και ήταν φανερό ότι οι τεχνικές δυνατότητες και οι φιλοδοξίες της GCHQ ήταν πολύ μεγάλες. Και ότι η «ειδική σχέση» της GCHQ με την αδελφή υπηρεσία της NSA ήταν αναπάντεχα στενή. Η ομάδα της Guardian έστησε μια μικρή «αίθουσα πολέμου» με αυστηρά μέτρα ασφάλειας. Υπήρχε φύλακας όλο το 24ωρο που έλεγχε ταυτότητες με βάση μια πολύ περιορισμένη λίστα. Τα τηλέφωνα απαγορεύονταν: μια σειρά από BlackBerry και έξυπνα κινητά εγκαταλείπονταν στο τραπέζι έξω από την αίθουσα, με τους ιδιοκτήτες να κολλάνε πάνω τους χαρτάκια με το όνομά τους. Τα παράθυρα καλύφθηκαν με χαρτί. Όλοι οι υπολογιστές ήταν καινούριοι. Κανείς δεν είχε συνδεθεί ποτέ με το διαδίκτυο ή κάποιο άλλο δίκτυο – μέτρο προφύλαξης κατά των επιθέσεων από χάκερ. Καθ’ όλη τη διάρκεια θα παρέμεναν «καθαροί». Χρειάζονταν πολλαπλοί κωδικοί ασφαλείας για την πρόσβαση στα αρχεία· κανείς από την ομάδα δεν γνώριζε πάνω από έναν κωδικό. Η εργασία τους αποθηκευόταν σε στικάκια USB· τίποτα δεν περνούσε από το δίκτυο. Στη γωνία μια συσκευή κλιματισμού σιγομουρμούριζε. Επιπλέον υπήρχε ένας καταστροφέας εγγράφων. Χωρίς φυσικό φως και με την είσοδο να απαγορεύεται αυστηρά στις καθαρίστριες, ο χώρος σύντομα μύριζε κλεισούρα. «Μυρίζει σαν κρεβατοκάμαρα έφηβου εδώ μέσα», είπε ένας επισκέπτης. Κολλημένο σε έναν πίνακα υπήρχε ένα σημείωμα του Ράσμπριτζερ: «Ο Έντουαρντ Σνόουντεν προσέγγισε την Guardian επειδή λέει ότι η κοινή γνώμη δεν έχει ιδέα για το εύρος του κράτους παρακολουθήσεων, όπως το αποκαλεί. Υποστηρίζει ότι η τεχνολογία


έχει υπερβεί τον νόμο ή την ικανότητα οποιουδήποτε –των πολιτών, των δικαστηρίων, του Τύπου ή του Κογκρέσου– να ελέγξει ουσιαστικά τι συμβαίνει. Γι’ αυτό έχουμε εμείς τα έγγραφα». Το σημείωμα πρόσθετε: «Οφείλουμε να αναζητήσουμε το υλικό που σχετίζεται με αυτές τις, εξαιρετικά σημαντικές για την κοινή γνώμη, ανησυχίες. Δεν ψαρεύουμε γενικά και αόριστα». Η ομάδα που εξέταζε το υλικό του Σνόουντεν απαρτιζόταν από έμπιστα ανώτερα δημοσιογραφικά στελέχη. Ανάμεσά τους ο Νικ Χόπκινς, συντάκτης της Guardian σε θέματα άμυνας και ασφάλειας, ο συντάκτης δεδομένων Τζέιμς Μπολ, ο βετεράνος Νικ Ντέιβις και ο Τζούλιαν Μπόρτζερ που πηγαινοερχόταν μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης. Επίσης από τις ΗΠΑ συμμετείχε και ο ΜακΆσκιλ. Η κατοχή του υλικού ήταν ένα ζήτημα, η κατανόησή του κάτι εντελώς διαφορετικό. Αρχικά οι δημοσιογράφοι δεν γνώριζαν τι σημαίνει «ζώνη ένα» (strap one) και «ζώνη δύο» (strap two). Αργότερα συνειδητοποίησαν ότι επρόκειτο για διαβαθμίσεις ανώτερες του «άκρως απόρρητου». Ο Γκρίνγουολντ είχε δώσει στον ΜακΆσκιλ ένα χρήσιμο στοιχείο – να αναζητήσει ένα πρόγραμμα ονόματι TEMPORA. Την πρώτη μέρα η ομάδα έμεινε στο γραφείο ως τα μεσάνυχτα, επιστρέφοντας την επομένη στις 8 π.μ. Η διαδικασία έγινε ευκολότερη όταν το TEMPORA τους οδήγησε στο εσωτερικό «Wiki» της GCHQ, που το είχε ανεβάσει ο Σνόουντεν. Σε μεγάλο βαθμό τα κείμενα ήταν σε κατανοητά αγγλικά. Σύντομα ο πίνακας είχε καλυφθεί από κωδικές ονομασίες προγραμμάτων των NSA/GCHQ – SAMUEL PEPYS, BIG PIGGY, BAD WOLF. Τα αρχικά στάδια της ανάλυσης των εγγράφων ήταν δύσκολα. «Τα έγγραφα ήταν τεχνικής φύσης, τρομακτικά βαρετά και απολύτως υπέροχα», λέει ο Χόπκινς. Ο Χόπκινς φώναζε: «Τι σημαίνει QFD;» Κάποιος απαντούσε: «Query-focused database». (Βάση δεδομένων για αποτελέσματα αναζήτησης.) Και τι είναι το «10gps Bearer»; Το MUTANT BROTH; Το MUSCULAR; Το EGOTISTICAL JIRAFFE; Και ούτω καθεξής. Ένα από τα πρώτα σοκ οφειλόταν στο γεγονός ότι η GCHQ είχε παγιδεύσει ξένους ηγέτες σε δύο διασκέψεις των G20 που είχαν φιλοξενηθεί στο Λονδίνο το 2009. Κατά τα φαινόμενα η ενέργεια είχε την έγκριση του πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν και του υπουργού εξωτερικών Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, του κόμματος των Εργατικών. Η υπηρεσία είχε στήσει ψεύτικα τοπικά ίντερνετ καφέ εφοδιασμένα με λογισμικό παγίδευσης κωδικών. Κατ’ αυτό τον τρόπο η GCHQ είχε τη δυνατότητα να παραβιάσει τους κωδικούς πρόσβασης των συνέδρων για περαιτέρω εκμετάλλευση. Η GCHQ παγίδευσε επίσης τα BlackBerry τους για να παρακολουθεί τα ηλεκτρονικά μηνύματα και τις τηλεφωνικές κλήσεις. Μια ομάδα 45 αναλυτών διατηρούσε ημερολόγιο σε πραγματικό χρόνο σχετικά με το ποιος τηλεφώνησε σε ποιον στη διάρκεια της διάσκεψης. Ο υπουργός οικονομικών της Τουρκίας και άλλα 15 μέλη της αποστολής ήταν μεταξύ των στόχων. Αυτό, φυσικά, δεν είχε την παραμικρή σχέση με την τρομοκρατία. Το χρονικό σημείο της ανακάλυψης από την Guardian ήταν ελκυστικό. Ο Ντέιβιντ Κάμερον ετοιμαζόταν να φιλοξενήσει άλλη μια διάσκεψη των G8 στις γραφικές όχθες του ποταμού Λοκ Ερν στη Βόρεια Ιρλανδία. Θα συμμετείχαν οι πρόεδροι Ομπάμα και Πούτιν, όπως και άλλοι αρχηγοί κρατών. Άραγε η GCHQ θα τους παγίδευε; Με τον φόβο των πιθανά άμεσων ασφαλιστικών μέτρων ο Πολ Τζόνσον έσπευσε να ρίξει


την έντυπη έκδοση στους δρόμους της Βρετανίας. Την Κυριακή 16 Ιουνίου, νωρίς το βράδυ, τύπωσε 200 ειδικά φύλλα. Άλλα 30.000 φύλλα τυπώθηκαν στις 9:15 μ.μ. Αυτό θα δυσκόλευε τον όποιο δικαστή να παραγγείλει μέσα στη νύχτα «σταματήστε τις μηχανές!» και να αποτρέψει τη διανομή. Ήταν ήδη αργά. Το ίδιο βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο του Ράσμπριτζερ. Στη γραμμή ήταν ο απόστρατος υποπτέραρχος Άντριου Βάλανς. Ο Βάλανς διαχειριζόταν το αποκλειστικά βρετανικό σύστημα «D-Notice», σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση αποθαρρύνει διακριτικά τα μέσα ενημέρωσης από τη δημοσιοποίηση θεμάτων πιθανά επιζήμιων για την εθνική ασφάλεια. Το 1993, ως μέρος μιας δοκιμαστικής κίνησης για περισσότερη διαφάνεια, το όνομα του συστήματος άλλαξε σε Defence Advisory Notice (Συμβουλευτική Παρατηρήση για Θέματα Άμυνας). Στόχος της αλλαγής ήταν να δείξει ότι η αναζήτηση της κυβερνητικής συμβουλής ήταν εθελοντική. «Εθελοντικές» ή όχι, οι παρατηρήσεις αυτές συνήθως αποθαρρύνουν τη δημοσιοποίηση. Ο Βάλανς είχε ήδη εκδώσει μια «ιδιωτική και εμπιστευτική» παρατήρηση όχι μόνο για την Guardian αλλά και για το BBC, το Sky και άλλα κανάλια και εφημερίδες της Βρετανίας. Εκ μέρους της GCHQ τούς αποθάρρυνε να καλύψουν τις αποκαλύψεις της αμερικανικής έκδοσης της Guardian για το πρόγραμμα PRISM. Τα βρετανικά μέσα συμμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, καλύπτοντας ελάχιστα το θέμα. Τώρα, διατύπωνε τις ανησυχίες του επειδή η Guardian δεν τον είχε συμβουλευτεί προτού πληροφορήσει την κοινή γνώμη για τις παρακολουθήσεις της G20. Ήταν η αρχή της διαμάχης ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση και την Guardian. Από τη στιγμή που ο Ντέιβιντ Κάμερον των Συντηρητικών είχε γίνει πρωθυπουργός το 2010, ο Ράσμπριτζερ δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα μαζί του. «Οι σχέσεις μας δεν ήταν θερμές ούτε εποικοδομητικές», λέει. Όμως την επόμενη μέρα, ενώ ο Κάμερον υποδεχόταν τους ηγέτες του G8 στον Λοκ Ερν, ο εκπρόσωπος τύπου Κρεγκ Όλιβερ βρήκε κάποια ευκαιρία και τηλεφώνησε στον Ράσμπριτζερ. Μαζί με τον Όλιβερ, πρώην συντάκτη του BBC, ήταν ο σερ Κιμ Ντάροχ, ανώτερος διπλωμάτης και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της κυβέρνησης. Ρουφώντας τη μύτη του –υπέφερε από αλλεργία– ο Όλιβερ είπε ότι το άρθρο της Guardian για την G20 μπορούσε να προκαλέσει «ακούσια ζημιά» στην εθνική ασφάλεια. Είπε ότι κάποιοι αξιωματούχοι είχαν δυσαρεστηθεί από τις αποκαλύψεις για την G20, με ορισμένους μάλιστα να θέλουν να χώσουν τον Ράσμπριτζερ στη φυλακή. «Πάντως δεν πρόκειται να κάνουμε κάτι τέτοιο». Ο Ράσμπριτζερ είπε ότι η Guardian χειριζόταν το υλικό που είχε διαρρεύσει ο Σνόουντεν με υπεύθυνο τρόπο. Δεν επικεντρωνόταν σε επιχειρησιακά σχέδια ή σε ονόματα αλλά στα όρια μεταξύ ασφάλειας και ιδιωτικότητας. Πρόσθεσε ότι, με αφορμή τις επόμενες αποκαλύψεις, η εφημερίδα ήταν πρόθυμη να επικοινωνήσει με την Ντάουνινγκ Στριτ, για να ακούσει τις όποιες ενστάσεις για θέματα εθνικής ασφάλειας. Η επόμενη αποκάλυψη αφορούσε το πρόγραμμα TEMPORA, για τα κατορθώματα της Βρετανίας στη «Εκμετάλλευση των Παγκόσμιων Τηλεπικοινωνιών». Ο Ράσμπριτζερ γνώριζε ότι αυτό θα προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερες τριβές με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Πρότεινε στον Όλιβερ μια τηλεδιάσκεψη όπου η Guardian θα σκιαγραφούσε τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης TEMPORA, πριν τη δημοσιοποίηση. Σκοπός ήταν η αποφυγή της


πραγματικής ζημίας στην εθνική ασφάλεια – και των ασφαλιστικών μέτρων. Η Γκίμπσον είχε ακολουθήσει την ίδια προσέγγιση στις ΗΠΑ, στις επαφές της με τον Λευκό Οίκο, και ο Ράσμπριτζερ είχε έναν παρόμοιο διάλογο με το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ το 2010, προ της δημοσίευσης ορισμένων τηλεγραφημάτων που είχε διαρρεύσει το WikiLeaks. Ο Όλιβερ συμφώνησε ότι η κυβέρνηση επιθυμούσε τον «μετριοπαθή διάλογο». Όμως, όταν ρωτήθηκε για πιθανά ασφαλιστικά μέτρα, αρνήθηκε να προχωρήσει σε εγγυήσεις, λέγοντας ασαφώς: «Να, αν η ιστορία ξεφύγει...» Η Guardian προχώρησε και ενημέρωσε για το TEMPORA τον σερ Κιμ Ντάροχ, τον σύμβουλο για θέματα εθνικής ασφάλειας. Δύο μέρες μετά, η κυβέρνηση επανήλθε με μία επίσημη απάντηση. Ο Όλιβερ είπε, απολογητικά: «Τα πράγματα κινούνται με πολύ αργούς ρυθμούς». Ανέφερε ότι ο πρωθυπουργός είχε ενημερωθεί πολύ πρόσφατα για τον Σνόουντεν, αφότου αναχώρησαν ο Πούτιν και οι υπόλοιποι καλεσμένοι. Και ήταν «ανήσυχος». Ο Όλιβερ πρόσθεσε: «Υποθέτουμε ότι έχετε πολύ υλικό στη διάθεσή σας». Το αποτέλεσμα ήταν μια προσωπική επίσκεψη από τον ανώτερο εκπρόσωπο του Κάμερον, τον γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου σερ Τζέρεμι Χέιγουντ. Αυτός ο κορυφαίος αξιωματούχος είχε υπάρξει σύμβουλος τριών πρωθυπουργών και τριών υπουργών οικονομικών. Γεμάτος αυτοπεποίθηση, εκλεπτυσμένος και ευφυής, με σπουδές στην Οξφόρδη και το Χάρβαρντ, ο Χέιγουντ ήταν συνηθισμένος να επιβάλλει τη γραμμή του. Σε ένα αφιέρωμα το 2012, η Mirror είχε χαρακτηρίσει τον Χέιγουντ «το πιο ισχυρό, μη εκλεγμένο άτομο στη Βρετανία... που αγνοείτε την ύπαρξή του». Το άρθρο ανέφερε ότι ο Χέιγουντ ζούσε μέσα στην άνεση στο Κλάπαμ του νότιου Λονδίνου (στο σπίτι του έφτιαχνε κελάρι με κρασιά και γυμναστήριο). Ο Νικ Πιρς, πρώην επικεφαλής της ομάδας πολιτικής της Ντάουνινγκ Στριτ, είπε αστειευόμενος στη Mirror: «Αν σε αυτή τη χώρα είχαμε γραπτό σύνταγμα, θα ’πρεπε μάλλον να αναφέρει ότι, “με εξαίρεση ότι ο Τζέρεμι Χέιγουντ θα βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο της εξουσίας, είμαστε ελεύθεροι και ίσοι πολίτες”». Υπήρχε ένα δυσάρεστο προηγούμενο στη χρήση γραμματέων του υπουργικού συμβουλίου σε τέτοιου είδους αποστολές. Το 1986, η τότε πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ έστειλε τον σερ Ρόμπερτ Άρμστρονγκ μέχρι την Αυστραλία, σε μια μάταιη προσπάθεια να σταματήσει νομικά μια διαρροή απόρρητων εγγράφων. Η MI5 προσπαθούσε να εμποδίσει την έκδοση του βιβλίου Spycatcher, της αυτοβιογραφίας του δυσαρεστημένου πρώην αξιωματούχου της ΜΙ5 Πίτερ Ράιτ. Σε αυτήν, ο Ράιτ υποστήριζε ότι ο πρώην γενικός διευθυντής της ΜΙ5 σερ Ρότζερ Χόλις ήταν κατάσκοπος των Σοβιετικών και ότι η ΜΙ5 είχε «παγιδέψει και διαρρήξει» διάφορα μέρη στο Λονδίνο, υποκλέπτοντας τις συνομιλίες στις διασκέψεις της Κοινοπολιτείας. Υπήρχαν αντιστοιχίες με την παγίδευση της G20 από την GCHQ. Η κίνηση της Θάτσερ απέτυχε παταγωδώς. Ο Άρμστρονγκ εξευτελίστηκε στην κατάθεσή του, και όχι μόνο για την αυτάρεσκη φράση ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι κατά καιρούς «κάνουν εκπτώσεις ως προς την αλήθεια». Η αυτοβιογραφία του Ράιτ πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα σε όλο τον κόσμο εξαιτίας της δημοσιότητας. Στις 8:30 π.μ. την Παρασκευή, 21 Ιουνίου, ο Χέιγουντ έφτασε στα γραφεία της Guardian στην οδό Κινγκς Πλέις. «Έδειχνε φανερά ενοχλημένος», λέει ο Τζόνσον. Ο πρωθυπουργός, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Νικ Κλεγκ, ο υπουργός εξωτερικών Γουίλιαμ Χέιγκ, ο


γενικός εισαγγελέας και «άλλοι στην κυβέρνηση», «ανησυχούσαν βαθύτατα», είπε ο σερ Τζέρεμι. (Η αναφορά στον γενικό εισαγγελέα Ντόμινικ Γκριβ έγινε ηθελημένα· εκείνος ήταν που μπορούσε να αποφασίσει για την όποια δίωξη βάσει του Νόμου περί Κρατικών Μυστικών.) Ο Χέιγουντ ήθελε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα αποκαλύπτονταν οι θέσεις του στρατού στο Αφγανιστάν, ούτε «τα ονόματα των πρακτόρων μας». «Φυσικά», τον διαβεβαίωσε ο Ράσμπριτζερ. Η κυβέρνηση «ευχαριστούσε» την Guardian για την υπεύθυνη συμπεριφορά της μέχρι στιγμής, παραδέχτηκε ο Χέιγουντ. Όμως περαιτέρω δημοσιεύσεις ίσως βοηθούσαν παιδόφιλους και έθεταν σε κίνδυνο πράκτορες της ΜΙ5. Ο διευθυντής σύνταξης είπε ότι οι αποκαλύψεις της Guardian για τις παρακολουθήσεις κυριαρχούσαν στις ειδήσεις στις ΗΠΑ έχοντας πυροδοτήσει έναν ευρύ δημόσιο διάλογο. Όλοι εξέφραζαν τις ανησυχίες τους, από τον Αλ Γκορ μέχρι τον Γκλεν Μπεκ· από τον Μιτ Ρόμνι ως την Αμερικανική Ένωση Ατομικών Ελευθεριών. Ο Τιμ Μπέρνερς-Λι, δημιουργός του παγκόσμιου ιστού, και ο Τζιμ Σένσενμπρενερ είχαν εκφράσει τη στήριξή τους. Ακόμη και ο πρόεδρος Ομπάμα είχε χαιρετίσει τον δημόσιο διάλογο. «Ευελπιστούμε ότι θα υιοθετήσετε την άποψη του Ομπάμα. Ο δημόσιος διάλογος είναι ωφέλιμος», είπε ο Ράσμπριτζερ. Ο Χέιγουντ αποκρίθηκε: «Τα καταφέρατε ως προς τον δημόσιο διάλογο. Ο διάλογος μαίνεται. Δεν χρειάζεται να δημοσιεύσετε άλλα άρθρα. Δεν γίνεται να ρίχνετε με τη μέθοδο της σταγόνας αυτό το υλικό στη δημόσια σφαίρα». Άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο νομικών κυρώσεων κατά της Guardian. Είπε ότι πλέον εξαρτιόταν από τον γενικό εισαγγελέα και την αστυνομία να αποφασίσουν αν θα «προχωρούσαν» το ζήτημα. «Έχετε στην κατοχή σας υλικό υποκλοπής», τόνισε. Ο Ράσμπριτζερ εξήγησε ότι οι τυχόν κυρώσεις στη Βρετανία ήταν μάταιες. Το υλικό του Σνόουντεν βρισκόταν τώρα πια στη δικαιοδοσία πολλών μη-Βρετανών. Είχε ακουστά τον Γκλεν Γκρίνγουολντ; Ο Γκρίνγουολντ ζούσε στη Βραζιλία. Αν επέβαλλαν απαγόρευση στην Guardian, ο Γκρίνγουολντ σίγουρα θα υπέβαλλε την παραίτησή σου και θα συνέχιζε να δημοσιεύει το υλικό. Ο Χέιγουντ είπε: «Ο πρωθυπουργός ανησυχεί πολύ περισσότερο για την Guardian παρά για έναν Αμερικανό μπλόγκερ. Θα έπρεπε να αισθάνεστε κολακευμένοι που ο πρωθυπουργός σάς θεωρεί τόσο σημαντικούς». Συνέχισε λέγοντας ότι η Guardian ήταν πλέον στο στόχαστρο ξένων δυνάμεων. Θα προσπαθούσαν να την παγιδεύσουν Κινέζοι πράκτορες. Ή Ρώσοι. «Γνωρίζετε πόσοι Κινέζοι πράκτορες είναι μέλη του προσωπικού σας;» Έδειξε τα σύγχρονα διαμερίσματα που φαίνονταν από το παράθυρο στην απέναντι πλευρά του πνιγηρού Καναλιού Ρίτζεντς. Τα γραφεία της Guardian βρίσκονται σε ένα πολυσύχναστο σταυροδρόμι: στη μία πλευρά οι σταθμοί Κινγκς Κρος και Σεντ Πάνκρας και ανάμεσά τους μια εγκαταλειμμένη έκταση όπου σύντομα θα ανεγειρόταν το ευρωπαϊκό στρατηγείο της Google. Στο κανάλι υπάρχουν μαούνες, νερόκοτες και νεροπουλάδες. Ο Χέιγουντ έδειξε τα διαμερίσματα απέναντι και σχολίασε, «άραγε πού βρίσκονται οι δικοί μας;» Ήταν αδύνατον να καταλάβεις αν αστειευόταν. Στα παρασκήνια φαίνεται πως πολλοί ήταν εξοργισμένοι με την Guardian. Και πρόθυμοι να προχωρήσουν σε ακραίες ενέργειες. «Άλλωστε τι γνωρίζετε για τον Σνόουντεν; Πολλοί στην κυβέρνηση πιστεύουν ότι πρέπει να κλείσετε και ότι πίσω από την υπόθεση κρύβονται


οι Κινέζοι». Ο Ράσμπριτζερ αποκρίθηκε ότι το υλικό της GCHQ ήταν ήδη γνωστό σε... χιλιάδες Αμερικανούς. Άλλωστε για τη διαρροή δεν ευθυνόταν η Guardian αλλά ο υπερατλαντικός συνέταιρος της GCHQ. Ο Χέιγουντ έστρεψε ψηλά το βλέμμα με αγανάκτηση, σαν να έλεγε, «λες και δεν το ξέρω!» Επέμεινε όμως ότι οι διαδικασίες αξιολόγησης της Βρετανίας ήταν αυστηρές. «Δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον να γράφετε για τέτοια θέματα. Το υλικό εξετάζεται εξονυχιστικά από το κοινοβούλιο. Σας ζητάμε να συγκρατήσετε τον ενθουσιασμό σας». Ο Ράσμπριτζερ υπενθύμισε ευγενικά στον σερ Τζέρεμι τις βασικές αρχές της ελευθερίας του Τύπου. Επεσήμανε ότι πριν 40 χρόνια μαινόταν μια παρόμοια αντιπαράθεση για τους New York Times και τα Έγγραφα του Πενταγώνου. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστήριζαν ότι ήταν δουλειά του Κογκρέσου και όχι της Τέταρτης Εξουσίας να συζητήσει για τη διεξαγωγή του πολέμου στο Βιετνάμ. Ωστόσο οι Times προχώρησαν στη δημοσίευση. «Θεωρείτε πλέον ότι ήταν λάθος τους να τα δημοσιεύσουν;» ρώτησε ο Ράσμπριτζερ τον μανδαρίνο. Η συνάντηση δεν κατέληξε κάπου. Η κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Guardian ήταν αμετανόητη. Η Guardian θεωρούσε ότι η κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να τρομοκρατήσει παρασκηνιακά, επιχειρώντας να καταπνίξει τον δημόσιο διάλογο. Οι κατηγορίες του Χέιγουντ –βοηθάτε τους παιδόφιλους κλπ– ήταν από τη φύση τους αναπόδεικτες. Και όπως προέκυψε ξεκάθαρα αργότερα, η βρετανική κυβέρνηση δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιήσει τις δρακόντειες νομικές δυνάμεις της. Ο λόγος, κατά τα φαινόμενα, ήταν απλός: φοβόταν ότι ο Σνόουντεν και ο Γκρίνγουολντ ίσως είχαν στην κατοχή τους έγγραφα σχετικά με κάποιο πυρηνικό πρόγραμμα. Αν η κυβέρνηση καλούσε την αστυνομία, ίσως όλα αυτά τα ευαίσθητα στοιχεία να διέρρεαν διαδικτυακά, σε στυλ WikiLeaks. Ο Όλιβερ Ρόμπινς άφησε να εννοηθεί το σκεπτικό της κυβέρνησης σε ένα απολογητικό υπόμνημα, λέγοντας, «για όσο διάστημα η εφημερίδα εμφανιζόταν συνεργάσιμη, οι απευθείας επαφές αποτελούσαν την καλύτερη στρατηγική». Ως αντάλλαγμα για την ενημέρωση από πλευράς Guardian για τα επόμενα άρθρα, οι δύο άνδρες προχώρησαν σε μια ενημέρωση σε ανώτερο επίπεδο. Μετά την ενημέρωση, η Guardian δημοσίευσε την ιστορία για το TEMPORA με ελάχιστες αλλαγές. Το άρθρο αναρτήθηκε στον ιστότοπο της Guardian στις 5:28 μ.μ. Η αντίδραση ήταν άμεση. Προκλήθηκε ένα τεράστιο κύμα δημόσιας αγανάκτησης. Σύμφωνα με ένα σχόλιο: «Ποιος έδωσε την άδεια [στην GCHQ] να μας κατασκοπεύει και να δίνει τα προσωπικά μας στοιχεία σε μια ξένη δύναμη χωρίς τη συγκατάθεσή μας;» Ο Νικ Χόπκινς, υπεύθυνος ερευνών της Guardian, είχε διασυνδέσεις με τις μυστικές υπηρεσίες εξαιτίας της δουλειάς του. Μετά τις αποκαλύψεις για το TEMPORA, ο Χόπκινς πρότεινε ειρηνευτικές συνομιλίες σε κάποιον αξιωματούχο της GCHQ προκειμένου να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Εκείνος απάντησε: «Προτιμώ να βγάλω τα μάτια μου παρά να με δουν μαζί σου». Ο Χόπκινς αποκρίθηκε: «Αν το κάνεις δεν θα μπορέσεις να διαβάσεις την επόμενη αποκλειστικότητά μας». Ένας άλλος αξιωματούχος της GCHQ του πρότεινε – με ύφος όλο ειρωνεία– να σκεφτεί το ενδεχόμενο να μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Οι δημοσιογράφοι φοβόντουσαν ότι οι συνεχιζόμενες αποκαλύψεις της εφημερίδας ίσως


προκαλούσαν σοβαρά νομικά προβλήματα. «Κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι δεν θα καταφέρναμε να διαχειριστούμε αυτή την ιστορία», λέει ο Ράσμπριτζερ. Χρειάζονταν τακτικοί ελιγμοί. Το 2010 η Guardian είχε συνεργαστεί πετυχημένα με τους New York Times και άλλους διεθνείς τίτλους όπως το γερμανικό Der Spiegel για τη δημοσίευση των διπλωματικών τηλεγραφημάτων και των πολεμικών αναφορών που είχαν διαρρεύσει στο WikiLeaks. Υπήρχαν παρόμοια πλεονεκτήματα σε μια τωρινή συνεργασία, ειδικά με εταίρους στις ΗΠΑ. Η Guardian μπορούσε να εκμεταλλευτεί την προστασία της πρώτης τροποποίησης. Και, αν κρινόταν απαραίτητο, να μεταφέρει όλη τη διαδικασία δημοσιοποίησης στη Νέα Υόρκη όπου τα περισσότερα θέματα παρουσιάζονταν ήδη υπό την επιδέξια καθοδήγηση της Γκίμπσον. Ο Ράσμπριτζερ επικοινώνησε με τον Πολ Στάιγκερ, δημιουργό του ανεξάρτητου ειδησεογραφικού ιστότοπου ProPublica. Ο συνδυασμός ήταν ταιριαστός. Το μη κερδοσκοπικό ProPublica είχε τη φήμη του αδέκαστου· η συντακτική του ομάδα είχε βραβευτεί με δύο Pulitzer. Του έστειλε μια επιλογή κρυπτογραφημένων εγγράφων μέσω FedEx. Αυτή η απλή, τεχνολογικά πρωτόγονη μέθοδος δεν έγειρε υποψίες και αποδείχθηκε απόλυτα ασφαλής. Ο δημοσιογράφος του ProPublica για θέματα τεχνολογίας Τζεφ Λάρσον ήρθε κι αυτός στο καταφύγιο στο Λονδίνο. Απόφοιτος πληροφορικής, ο Λάρσον γνώριζε το αντικείμενό του. Χρησιμοποιώντας διαγράμματα, κατάφερε να εξηγήσει τα περίπλοκα προγράμματα επεξεργασίας δεδομένων της NSA – πράγμα διόλου εύκολο. Ο Ράσμπριτζερ βρισκόταν σε επικοινωνία με την Τζιλ Έιμπραμσον, την εκτελεστική διευθύντρια των New York Times. Ο Ράσμπριτζερ ήξερε τον προκάτοχό της, τον Μπιλ Κέλερ, και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την Έιμπραμσον. Η συζήτησή τους ήταν κάπως περίεργη. Θεωρητικά οι Times και η Guardian ήταν αντίπαλοι. Ουσιαστικά, η Guardian μόλις είχε καταφέρει να γνωστοποιήσει με πάταγο την ύπαρξή της στις ΗΠΑ και είχε καταλάβει μεγάλο τμήμα από το παραδοσιακό μερίδιο των Times δημοσιεύοντας μια σειρά από υψηλού προφίλ αποκλειστικότητες για θέματα εθνικής ασφάλειας. Προς τιμήν τους, οι Times είχαν καλύψει την ιστορία με την NSA δημοσιεύοντας πολύ αξιόλογα άρθρα. Άραγε οι Times ήταν διατεθειμένοι να συνεργαστούν με την Guardian ως προς τα αρχεία του Σνόουντεν; Ο Ράσμπριτζερ είπε απερίφραστα στην Έιμπραμσον ότι το υλικό ήταν πολύ καυτό. Δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι οι Times θα είχαν τη δυνατότητα να το εξετάσουν. Η χρήση του από πλευράς της εφημερίδας θα γινόταν υπό αυστηρούς όρους. «Η πίεση [εδώ στη Βρετανία] αυξάνεται», της είπε. Όπως και στη συνεργασία για το WikiLeaks, και οι δύο πλευρές θα ωφελούνταν: οι Times θα εκμεταλλεύονταν τα στικάκια· η Guardian την πρώτη τροποποίηση. Η Έιμπραμσον συμφώνησε. Πώς θα φαινόταν στον Σνόουντεν αυτή η συμφωνία; Κατά πάσα πιθανότητα θα τον δυσαρεστούσε. Ο Σνόουντεν είχε επανειλημμένα καταφερθεί κατά των New York Times. Θεωρούσε ότι η εφημερίδα ήταν υπόλογη, καθώς διατηρούσε υπερβολικά στενές σχέσεις με την εξουσία. Ωστόσο η εναλλακτική ήταν χειρότερη. Η Guardian ήταν στριμωγμένη στη γωνία· ανά πάσα στιγμή η αστυνομία μπορούσε να εισβάλει στα γραφεία της και να κατάσχει το υλικό του Σνόουντεν. Αναπόφευκτα, στη συνέχεια οι ειδικοί θα εξέταζαν εξονυχιστικά τον σκληρό δίσκο. Το αποτέλεσμα κατά πάσα πιθανότητα θα ενίσχυε την ποινική έρευνα που


βρισκόταν σε εξέλιξη στις ΗΠΑ κατά του Σνόουντεν, της πηγής τους. Πέρασαν δύο βδομάδες, στη διάρκεια των οποίων η Guardian συνέχισε τα δημοσιεύματα. Για τους δημοσιογράφους στο καταφύγιο, η περίοδος αυτή ήταν απαιτητική και αγχωτική. Δεν μπορούσαν να μιλήσουν σε φίλους ή συναδέλφους, μόνο στα μέλη ενός έμπιστου κύκλου. Κατόπιν, την Παρασκευή, 12 Ιουλίου, επανεμφανίστηκε ο Χέιγουντ συνοδευόμενος από τον Κρεγκ Όλιβερ, που φορούσε ροζ ριγέ πουκάμισο. Μετέφεραν το μήνυμα ότι η Guardian έπρεπε να επιστρέψει τα αρχεία της GCHQ· η κυβέρνηση έμοιαζε να σκληραίνει τη στάση της παρόλο που η πληροφόρησή της δεν έδειχνε να έχει βελτιωθεί. «Έχουμε μια αίσθηση για το υλικό που βρίσκεται στη διάθεσή σας», είπε ο σερ Τζέρεμι. «Πιστεύουμε ότι έχετε περίπου 30 με 40 έγγραφα. Ανησυχούμε για την ασφάλειά τους». Ο Ράσμπριτζερ είπε: «Συνειδητοποιείτε ότι υπάρχει αντίγραφο [των εγγράφων] στην Αμερική, έτσι δεν είναι;» Ο Χέιγουντ: «Μπορούμε να το κάνουμε ήρεμα ή να καταφύγουμε στη δικαιοσύνη». Ο Ράσμπριτζερ πρότεινε μια φαινομενικά συμβιβαστική λύση: η GCHQ μπορούσε να στείλει ειδικούς τεχνικούς στην Guardian για να συμβουλεύσουν το προσωπικό πώς να χειριστεί το υλικό με ασφάλεια. Και πιθανόν, στην πορεία, να το καταστρέψει. Ξεκαθάρισε ότι η Guardian δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να παραδώσει τα αρχεία. «Εξακολουθούμε να τα επεξεργαζόμαστε», είπε. Ο Χέιγουντ και ο Όλιβερ είπαν ότι θα το σκέφτονταν στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, όμως ήθελαν από τον Ράσμπριτζερ να αναθεωρήσει την άρνησή του να επιστρέψει το υλικό. Τρία βράδια μετά, ο Ράσμπριτζερ έπινε ήσυχα την μπύρα του στην Crown, μια βικτοριανή παμπ κοντά στο Ίσλινγκτον. Κάποια στιγμή λαμβάνει μήνυμα στο κινητό από τον Όλιβερ, τον εκπρόσωπο τύπου του πρωθυπουργού. Αλήθεια, είχε κανονίσει ο Ράσμπριτζερ να συναντηθεί με τον Όλιβερ Ρόμπινς, τον αναπληρωτή σύμβουλο του Κάμερον για θέματα εθνικής ασφάλειας; Ο Ράσμπριτζερ σάστισε. Έγραψε με τη σειρά του: «Για μέτρα ασφάλειας;» Όλιβερ: «Για την επιστροφή του υλικού». Ράσμπριτζερ: «Νόμιζα ότι πρότεινε συνάντηση για ζητήματα ασφάλειας». Όλιβερ: «Όχι. Είναι κατηγορηματικός. Η συνάντηση αφορά την επιστροφή του υλικού». Φαίνεται πως κάτι είχε αλλάξει στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Ο Ράσμπριτζερ είπε στον εκπρόσωπο τύπου ότι δεν υπήρχε συμφωνία για την επιστροφή των αρχείων του Σνόουντεν. Ο Όλιβερ ήταν κατηγορηματικός: «Αρκετά διασκεδάσατε. Ώρα να επιστρέψετε τα αρχεία». Ο Ράσμπριτζερ αποκρίθηκε: «Προφανώς αναφερόμαστε σε διαφορετικές συναντήσεις. Δεν συμφωνήσαμε κάτι τέτοιο. Αν αλλάξατε γνώμη, κανένα πρόβλημα». Αμέσως μετά ο Όλιβερ δοκίμασε το μαστίγιο: «Αν δεν τα επιστρέψετε, απόψε θα μιλήσετε με “άλλα άτομα”...» Η ανταλλαγή άφησε άφωνο τον Ράσμπριτζερ. Από την πρώτη δημοσίευση για τον Σνόουντεν πριν έξι βδομάδες, η Ντάουνινγκ Στριτ είχε αντιμετωπίσει τη διαρροή ως κάτι όχι ιδιαίτερα επείγον – συχνά αντιδρώντας μετά από μέρες. Επρόκειτο για γραφειοκρατική καθυστέρηση στα όρια της οκνηρίας. Τώρα απαιτούσε επίλυση μέσα σε λίγες ώρες. «Ξαφνικά ανακαθίσαμε και είπαμε “ω Θεέ μου”», λέει κάποιος που ζούσε τα πράγματα από μέσα. Πιθανόν οι μυστικές υπηρεσίες να είχαν ανιχνεύσει κάποια άμεση


απειλή από μια εχθρική δύναμη. Ή οι γραφειοκράτες των υπηρεσιών ασφαλείας είχαν αρχίσει να εξοργίζονται. Ή ο Κάμερον είχε δώσει κάποια χαλαρή εντολή για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε ο Ρόμπινς. Σε ηλικία 38 ετών, ο Ρόμπινς είχε γρήγορη ανέλιξη στην ιεραρχία – Οξφόρδη, υπουργείο οικονομικών, ιδιαίτερος γραμματέας του Τόνι Μπλερ, διευθυντής ασφαλείας στο υπουργικό συμβούλιο. Ο Ρόμπινς ανακοίνωσε πως «όλα τελείωσαν». Οι υπουργοί ζητούσαν άμεσες διαβεβαιώσεις ότι τα αρχεία του Σνόουντεν δεν είχαν «καταστραφεί». Είπε επίσης ότι τεχνικοί της GCHQ ήθελαν να επιθεωρήσουν τα αρχεία για να εξακριβώσουν την «πορεία» τους: να διαπιστώσουν αν τα είχε υποκλέψει κάποιος τρίτος. Ο Ράσμπριτζερ επανέλαβε: «Όλα αυτά δεν έχουν λογική. Τα έχουν ήδη στις ΗΠΑ. Θα συνεχίσουμε τις δημοσιεύσεις από την Αμερική. Θα χάσετε κάθε αίσθηση ελέγχου ως προς τις συνθήκες. Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνετε ανάλογη συζήτηση με τους αμερικανικούς ειδησεογραφικούς οργανισμούς». Ο Ράσμπριτζερ ρώτησε στη συνέχεια, «δηλώνετε ευθαρσώς πως αν δεν το κάνουμε θα μας κλείσετε;» «Ακριβώς», είπε ο Ρόμπινς. Εκείνο το απόγευμα η Τζιλ Έιμπραμσον μαζί με τον διευθυντή σύνταξης των New York Times, τον Ντιν Μπακέ, έφτασαν στα γραφεία της Guardian στο Λονδίνο. Για τη συνεργασία, η Guardian έθετε 14 όρους καταγεγραμμένους σε μια σελίδα Α4. Συνομολογούσαν ότι και οι δύο εφημερίδες θα συνεργάζονταν για το υλικό. Ο Ράσμπριτζερ γνώριζε ότι οι Times διέθεταν δημοσιογράφους που γνώριζαν σε βάθος τα ζητήματα της εθνικής ασφάλειας. «Ο Σνόουντεν είναι η πηγή μας. Νομίζω ότι πρέπει να τον θεωρείτε και δική σας πηγή», είπε ο Ράσμπριτζερ. Πρόσθεσε ότι ούτε ο Σνόουντεν ούτε ο Γκρίνγουολντ ήταν ακριβώς οπαδοί των Times. Βρετανοί δημοσιογράφοι θα πήγαιναν στη Νέα Υόρκη για να συνεργαστούν με τους συναδέλφους των Times. Η Έιμπραμσον του χαμογέλασε σαρκαστικά. Αποδέχτηκε τους όρους. Αργότερα η Έιμπραμσον και ο Μπακέ έφτασαν στο Χίθροου για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Άνδρες ασφαλείας τους σταμάτησαν. Τυχαία; Ή μήπως αναζητούσαν τα αρχεία της GCHQ; Πάντως δεν τα βρήκαν. Τα έγγραφα είχαν ήδη σταλεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο Ράσμπριτζερ είχε κανονίσει να φύγει για τα τακτικά θερινά σεμινάρια πιάνου που παρακολουθούσε στην Κοιλάδα Λοτ της κεντρικής Γαλλίας. Πρόσφατα είχε εκδώσει ένα βιβλίο με τίτλο Play it again (Παίξε ξανά), όπου περιέγραφε πώς είχε συνδυάσει τις απαιτητικές δημοσιογραφικές υποχρεώσεις και την ιστορία του WikiLeaks με την εκμάθηση της «Μπαλάντας αρ. 1», της πλέον απαιτητικής σύνθεσης του Σοπέν. Αφού συνεννοήθηκε με τον Τζόνσον, ο Ράσμπριτζερ αποφάσισε ότι μπορούσε τελικά να κάνει το ταξίδι, παρά τις δραματικές εξελίξεις. Επιβιβάστηκε στο τρένο της Eurostar με προορισμό το Μπορντό. Αρχικά δυσκολεύτηκε να συγκεντρωθεί στη μουσική. Σύντομα, ωστόσο, κατάφερε να βυθιστεί πλήρως στα έργα του Ντεμπισί. Ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να βελτιώσει την τεχνική του στο πιάνο, τα γεγονότα στο Λονδίνο έτειναν προς αυτό που ο Ράσμπριτζερ θα χαρακτήριζε αργότερα ως ένα από τα


πιο περίεργα επεισόδια στη μακρά ιστορία της Guardian. Ο Ρόμπινς επανεμφανίστηκε. «Ήταν σχολαστικά ευγενικός, πολύ καταδεκτικός. Χωρίς ίχνος επιθετικότητας», λέει ο Τζόνσον. Όμως ο αξιωματούχος είπε ότι η κυβέρνηση ήθελε να κατάσχει τους υπολογιστές της Guardian για εργαστηριακές αναλύσεις. Ο Τζόνσον αρνήθηκε. Ανέφερε την υποχρέωση απέναντι στον Σνόουντεν και στους δημοσιογράφους της Guardian. Ο αναπληρωτής διευθυντή σύνταξης πρότεινε μία άλλη λύση: για να αποφύγει το λουκέτο, η Guardian θα διέλυε τους υπολογιστές στην «αίθουσα πολέμου» υπό τις οδηγίες της GCHQ. Ο Ρόμπινς συμφώνησε. Επρόκειτο για μια παρωδία των επιδρομών που πραγματοποιούσαν οι Λουδίτες: θα έστελναν άτομα να σπάσουν υπολογιστές. Την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου δύο άνδρες της GCHQ επισκέφθηκαν την Guardian. Τα ονόματά τους, «Ίαν» και «Κρις». Συναντήθηκαν με το στέλεχος της Guardian Σίλα Φιτζσίμονς. Κατά τα φαινόμενα το Κρεμλίνο είχε τεχνικές δυνατότητες βγαλμένες μέσα από τις σελίδες του Τζέιμς Μποντ, της είπε ο Ίαν: «Έχεις πλαστικά ποτήρια στο τραπέζι σου. Τα πλαστικά ποτήρια μπορούν να μετατραπούν σε μικρόφωνα. Οι Ρώσοι μπορούν να ρίξουν μια ακτίνα λέιζερ από το παράθυρο και να τα μετατρέψουν σε ακουστικές συσκευές». Το προσωπικό της Guardian τους έδωσε το παρατσούκλι «χόμπιτ». Δύο μέρες μετά τα χόμπιτ επέστρεψαν, αυτή τη φορά μαζί με τον Ρόμπινς και μια εντυπωσιακή δημόσια υπάλληλο ονόματι Κάτα. Ο Ίαν, ο ανώτερος από τους δύο, ήταν κοντός, ζωηρός και φορούσε πουκάμισο και βαμβακερό παντελόνι. Η προφορά του παρέπεμπε στη νότια Ουαλία. Ο Κρις ήταν ψηλότερος και πιο λακωνικός. Είχαν μαζί τους έναν μεγάλο, μυστηριώδη σάκο. Κανείς από τους δύο δεν είχε προηγούμενες επαφές με δημοσιογράφους· η εμπειρία ήταν πρωτόγνωρη. Υπό κανονικές συνθήκες, οι συναναστροφές με δημοσιογράφους απαγορεύονταν. Ο Ίαν εξήγησε πώς θα κατάφερνε να παραβιάσει τη μυστική αίθουσα πολέμου της Guardian: «Θα έδινα στον φρουρό πέντε χιλιάρικα να τοποθετήσει ένα ψεύτικο πληκτρολόγιο. Θα το παίρναμε με μια καταδρομική επιχείρηση. Κι έτσι θα βλέπαμε οτιδήποτε κάνετε». (Το σχέδιο βασιζόταν σε μια σειρά υπερβολικά αισιόδοξες εικασίες.) Όταν το άκουσε, η Κάτα κούνησε αρνητικά το κεφάλι: φαίνεται πως η εφηβικού τύπου συμβολή του Ίαν δεν ήταν ευπρόσδεκτη. Κατόπιν ο Ίαν ρώτησε: «Μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στα έγγραφα;» Ο Τζόνσον απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια η ομάδα της GCHQ άνοιξε τον σάκο. Περιείχε κάτι που έμοιαζε με μεγάλο φούρνο μικροκυμάτων. Το περίεργο αυτό αντικείμενο ήταν ένας απομαγνητιστής (degausser). Χρησιμοποιείται για να καταστρέφει μαγνητικά πεδία, με αποτέλεσμα να σβήνει τους σκληρούς δίσκους και τα δεδομένα. Το έφτιαχνε η εταιρία ηλεκτρονικών Thales. [Το degausser είχαν πάρει το όνομά του από τον Καρλ Φρίντριχ Γκάους (Gauss), που είχε επίσης δώσει το όνομά του στη μονάδα μαγνητικής επαγωγής γκάους.] Το δίδυμο δεν ανήκε στην κατηγορία καλός μπάτσος / κακός μπάτσος, αλλά μάλλον στην κατηγορία κακός μπάτσος / σιωπηλός μπάτσος. Ίαν: «Θα χρειαστείτε ένα απ’ αυτά». Τζόνσον: «Ευχαριστούμε, θα πάρουμε τον δικό μας απομαγνητιστή». Ίαν: «Δεν πρόκειται. Κάνει 30.000 λίρες».


Τζόνσον: «Καλά, τότε μάλλον δεν θα πάρουμε». Η Guardian συμφώνησε να αγοράσει οτιδήποτε άλλο πρότεινε η κρατική μυστική υπηρεσία: τροχούς, τρυπάνια, μάσκες. «Θα ’χει πολλή σκόνη και φλόγες», προειδοποίησε ο Ίαν, προσθέτοντας με ζοφερή απόλαυση: «Τώρα μπορούμε να ανακαλέσουμε τα ελικόπτερα των ειδικών δυνάμεων...» Το μεσημέρι της επομένης, Σάββατο, 20 Ιουλίου, τα χόμπιτ επέστρεψαν ξανά. Μπήκαν μαζί με τον Τζόνσον, τον Μπλίσεν και τη Φιτζσίμονς σε ένα τσιμεντένιο υπόγειο χωρίς παράθυρα τρεις ορόφους κάτω. Δεν χρησιμοποιούσαν πια αυτόν τον χώρο που ήταν γεμάτος με κειμήλια μιας περασμένης εποχής: λινοτυπικές μηχανές που χρησιμοποιούνταν στο στήσιμο των σελίδων τη δεκαετία του 1970 και τεράστια γράμματα που σχημάτιζαν τις λέξεις «The Guardian» και κοσμούσαν τα παλιά γραφεία της εφημερίδας στη Φάρινγκτον Ρόουντ. Φορώντας τζιν και μπλουζάκια και υπό τις οδηγίες του Ίαν, οι τρεις εργαζόμενοι της Guardian άρχισαν διαδοχικά να καταστρέφουν κομμάτια των υπολογιστών: μαύρα πλαίσια, πλακέτες, τσιπάκια. Η δουλειά ήταν επίπονη. Σύντομα εμφανίστηκαν σπίθες και φλόγες. Και πολλή σκόνη. Ο Ίαν ήταν στενοχωρημένος επειδή, εξαιτίας των αποκαλύψεων για την GCHQ, δεν μπορούσε πια να λέει το αγαπημένο του αστείο. Ο Ίαν συνήθιζε να πηγαίνει σε εκθέσεις πρόσληψης αποφοίτων, αναζητώντας να προσελκύσει έξυπνους υποψήφιους για μια καριέρα στον τομέα της κρατικής κατασκοπείας. Ολοκλήρωνε τις ομιλίες του λέγοντας: «Αν θέλετε να το προχωρήσετε, πάρτε τηλέφωνο τη μαμά σας να της το πείτε. Τα υπόλοιπα αφήστε τα πάνω μας!» Τώρα, ανέφερε με παράπονο, το γραφείο τύπου της υπηρεσίας είχε απαγορεύσει το αστείο. Ενώ συνέχιζαν να καταστρέφουν και να διαλύουν, ο Ίαν αποκάλυψε ότι ήταν μαθηματικός – και μάλιστα εξαιρετικός. Είπε ότι τη χρονιά της πρόσληψής του στην GCHQ 700 άτομα είχαν κάνει αίτηση, 100 είχαν περάσει από συνέντευξη και μόνο τρεις προσελήφθησαν. «Πρέπει να είσαι πολύ έξυπνος», παρατήρησε η Φιτζσίμονς. «Έτσι λένε», απάντησε ο Ίαν. Ο Κρις σήκωσε ψηλά τα μάτια με απόγνωση. Οι δύο άντρες της GCHQ τράβηξαν φωτογραφίες με τα iPhone τους. Όταν ολοκλήρωσαν τη διάλυση, οι δημοσιογράφοι έριξαν τα κομμάτια στον απομαγνητιστή, θυμίζοντας παιδιά που ρίχνουν χαρτιά σ’ ένα κουτί. Οι πάντες τραβήχτηκαν προς τα πίσω. Ο Ίαν έσκυψε και κοίταξε. Τίποτα δεν συνέβη. Για κάμποσα δευτερόλεπτα. Ακολούθησε ένας δυνατός γδούπος. Είχαν περάσει τρεις ώρες. Τα δεδομένα είχαν καταστραφεί και δεν ήταν πια διαθέσιμα σε Ρώσους κατάσκοπους με τριγωνομετρικά λέιζερ. Τα χόμπιτ ήταν ευχαριστημένα. Ο Μπλίσεν ένιωθε μελαγχολικά. «Είχαμε ένα πράγμα που το προστατεύαμε. Και είχε γίνει κομμάτια και θρύψαλα», λέει. Οι κατάσκοποι και το προσωπικό της Guardian αντάλλαξαν χειραψίες· ο Ίαν αποχώρησε εσπευσμένα. (Είπε ότι βιαζόταν επειδή την επομένη έπρεπε να πάει σ’ έναν γάμο.) Προφανώς τα χόμπιτ δεν κατέβαιναν συχνά στο Λονδίνο. Έφυγαν κουβαλώντας τσάντες με ψώνια: δώρα για τις οικογένειές τους. «Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά αλλόκοτη», λέει ο Τζόνσον. Η βρετανική κυβέρνηση είχε υποχρεώσει μια μεγάλη εφημερίδα να καταστρέψει τους υπολογιστές της. Αυτή η απίστευτη στιγμή θύμιζε εν μέρει παντομίμα, εν μέρει Στάζι. Όμως δεν αποτέλεσε το ζενίθ της επίσημης βρετανικής καταστολής. Αυτό θα συνέβαινε αργότερα.


[ 10 ]

ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ ΚΑΚΟΣ Σίλικον Βάλεϊ, Καλιφόρνια Καλοκαίρι 2013

«Δεν θα επαναστατήσουν αν δεν αποκτήσουν συνείδηση». —ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ 1984

Αποτέλεσε διαφήμιση-σταθμό. Το 1984, για να συνοδεύσει την παρουσίαση του Macintosh, ο Στιβ Τζομπς δημιούργησε μια διαφήμιση που αιχμαλώτισε τον κόσμο. Έπαιρνε το θέμα του διάσημου δυστοπικού μυθιστορήματος του Τζορτζ Όργουελ και άλλαζε πρωταγωνιστή – με την Apple στον ρόλο του Γουίνστον Σμιθ. Η θαρραλέα εταιρία του θα πολεμούσε την τυραννία του Μεγάλου Αδελφού. Όπως αναφέρει ο Γουόλτερ Ίσαακσον στη βιογραφία του για τον Τζομπς, ο ιδρυτής της Apple ήταν παιδί της αντικουλτούρας. Ασχολιόταν με τον Βουδισμό Ζεν, κάπνιζε μαριχουάνα, τριγυρνούσε ξυπόλητος και ακολουθούσε παλαβά χορτοφαγικά διαιτολόγια. Ήταν η προσωποποίηση της «συγχώνευσης της γενιάς των χίπηδων με τη γενιά των πληροφορικάριων». Ακόμη και όταν η Apple έφτασε να είναι μια εταιρία αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο Τζομπς εξακολουθούσε να ταυτίζεται με τα ανατρεπτικά στοιχεία της πρώτης περιόδου των υπολογιστών και με τους μακρυμάλληδες πρωτοπόρους – τους χάκερ, τους πειρατές, τους γκικ και τα φρικιά που δημιουργούσαν το μέλλον. Ο διάσημος σκηνοθέτης του Blade Runner Ρίντλεϊ Σκοτ σκηνοθέτησε τη διαφήμιση. Δείχνει τον Μεγάλο Αδελφό σε μια οθόνη να απευθύνεται σε σειρές εργατών. Τα φαλακρά πειθήνια στρατιωτάκια φορούν ίδιες στολές. Στον γκρίζο εφιάλτη προβάλλει ξαφνικά μια γοητευτική νεαρή γυναίκα. Φοράει πορτοκαλί σορτσάκι και λευκό αθλητικό φανελάκι. Κρατάει μια βαριοπούλα! Αστυνομικοί με πλήρη εξάρτηση την κυνηγούν. Καθώς ο Μεγάλος Αδελφός αναγγέλλει, «Θα κυριαρχήσουμε», η ηρωίδα τού πετάει τη βαριοπούλα. Η οθόνη ανατινάζεται σε μια έκρηξη φωτός· οι εργάτες μένουν με το στόμα ανοιχτό. Μια φωνή ανακοινώνει ήρεμα: «Στις 24 Ιανουαρίου, η Apple θα παρουσιάσει το Macintosh. Και θα καταλάβετε γιατί το 1984 δεν θα είναι σαν το 1984». Το διάρκειας 60 δευτερολέπτων διαφημιστικό σποτ προβλήθηκε σε σχεδόν 100 εκατομμύρια Αμερικανούς στη διάρκεια του Σούπερ Μπόουλ και στη συνέχεια χαιρετίστηκε ως ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών. Ο Ίσαακσον γράφει: «Αρχικά οι πληροφορικάριοι και οι χίπηδες δεν είχαν καλές σχέσεις. Πολλοί στο κίνημα της αντικουλτούρας θεωρούσαν τους υπολογιστές δυσοίωνους και οργουελικούς, ελεγχόμενους


από το Πεντάγωνο και την εξουσιαστική κουλτούρα». Η διαφήμιση υποστήριζε το αντίθετο: οι υπολογιστές ήταν ωραίοι, επαναστατικοί και απελευθερωτικοί – εργαλεία αυτοέκφρασης. Οι Macintosh πρόσφεραν την ελευθερία απέναντι σε ένα πανταχού παρόν κράτος. Σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Τζομπς το 2011, ένας αναλυτής της NSA δημιούργησε μια αυτάρεσκη ανταπάντηση. Ετοίμασε μια άκρως απόρρητη παρουσίαση και, ως εικονογράφηση της εναρκτήριας διαφάνειας, χρησιμοποίησε δύο καρέ από τη διαφήμιση του Τζομπς – με τον Μεγάλο Αδελφό και την ξανθιά ηρωίδα με τη βαριοπούλα και το πορτοκαλί σορτσάκι. Υπό τον τίτλο «Υπηρεσίες Εντοπισμού iPhone» πληκτρολόγησε: «Ποιος φανταζόταν το 1984...» Η επόμενη διαφάνεια έδειχνε τον Τζομπς να επιδεικνύει ένα iPhone. «... ότι αυτό θα γινόταν ο Μεγάλος Αδελφός...» Μια τρίτη διαφάνεια έδειχνε εκστασιασμένους καταναλωτές να πανηγυρίζουν επειδή αγόρασαν το iPhone 4· ένας μάλιστα είχε γράψει με μελάνι το όνομα του προϊόντος στο μάγουλό του. Και η κατακλείδα του αναλυτή: «... και ότι τα ζόμπι θα ήταν οι καταναλωτές». Τα ζόμπι ήταν όλοι εκείνοι που δεν γνώριζαν ότι το iPhone πρόσφερε στην υπηρεσία κατασκοπείας νέες δυνατότητες παρακολούθησης που δεν μπορούσε καν να φανταστεί ο αρχικός Μεγάλος Αδελφός. Οι «καταναλωτές» ήταν τα ανεγκέφαλα πειθήνια στρατιωτάκια του Όργουελ. Για όσους θεωρούσαν ότι η ψηφιακή εποχή σχετιζόταν με τη δημιουργική έκφραση και τη χίπικη προσέγγιση, η παρουσίαση ήταν σοκαριστική και προσβλητική για το όραμα του Στιβ Τζομπς. Βρώμιζε το χίπικο καφτάνι και τσαλαπατούσε το ντέφι. Η ταυτότητα του αναλυτή της NSA είναι άγνωστη. Όμως η άποψή του έμοιαζε να αντανακλά το σκεπτικό μιας υπηρεσίας που στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου είχε καταλήξει αλαζονική και ανεξέλεγκτη. Ο Σνόουντεν χαρακτήριζε την NSA «αυτο-επιβεβαιούμενη». Στην αντιδικία για το ποιος ελέγχει το διαδίκτυο, οι άνθρωποι της NSA έδιναν μια δυσοίωνη απάντηση: «Εμείς». Οι διαφάνειες, που δόθηκαν στην Πόιτρας και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Der Spiegel, δείχνουν ότι η NSA είχε αναπτύξει τεχνικές για την παγίδευση των iPhone. Η υπηρεσία διέθετε ειδικές ομάδες που ασχολούνταν και με άλλα έξυπνα κινητά, όπως τα Android. Είχε στοχοποιήσει τα Blackberry, τις πάλαι ποτέ απόρθητες συσκευές που προτιμούσε το προσωπικό του Λευκού Οίκου. Η NSA έχει τη δυνατότητα να σαρώνει φωτογραφίες και ηχητικά μηνύματα. Μπορεί να χακάρει το Facebook, το Google Earth και το Yahoo Messenger. Ιδιαίτερα χρήσιμα είναι τα γεωγραφικά δεδομένα, καθώς εντοπίζουν πού βρισκόταν ένας στόχος και πότε. Καθημερινά η υπηρεσία συλλέγει δισεκατομμύρια αρχεία που φανερώνουν το στίγμα των χρηστών κινητών τηλεφώνων σε όλο τον κόσμο. Τα επεξεργάζεται – χρησιμοποιώντας ισχυρούς μηχανισμούς ανάλυσης – για να ανακαλύψει «συνταξιδιώτες», δηλαδή άγνωστους ως τότε συνεργάτες των στόχων. Το λογότυπο ενός άλλου μυστικού προγράμματος παραπέμπει στο κλασσικό άλμπουμ των Pink Floyd από τη δεκαετία του 1970, Dark side of the moon. Ένα λευκό τρίγωνο που διαθλά το φως σχηματίζοντας ένα πολύχρωμο φάσμα. Το όνομα του προγράμματος ήταν


PRISM. Ο Σνόουντεν διέρρευσε μια παρουσίαση 41 σελίδων σε PowerPoint που εξηγούσε τη λειτουργία του PRISM. Μία διαφάνεια ανέφερε τις ημερομηνίες στις οποίες οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Σίλικον Βάλεϊ υπέγραψαν και έγιναν εταιρικοί συνεργάτες της υπηρεσίας κατασκοπείας. Η πρώτη που έδωσε υλικό στο PRISM ήταν η Microsoft. Η ημερομηνία ήταν 11 Σεπτεμβρίου 2007. Έξι χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Ακολούθησαν η Yahoo (Μάρτιος 2008) και η Google (Ιανουάριος 2009). Στη συνέχεια οι εταιρίες Facebook (Ιούνιος 2009), PalTalk (Δεκέμβριος 2009), YouTube (Σεπτέμβριος 2010), Skype (Φεβρουάριος 2011) και AOL (Μάρτιος 2011). Για άγνωστους λόγους η Apple καθυστέρησε πέντε χρόνια. Ήταν η τελευταία των μεγάλων που υπέγραψε. Αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2012 – ακριβώς ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Τζομπς. Το άκρως απόρρητο πρόγραμμα PRISM επιτρέπει στην κοινότητα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών να έχει πρόσβαση σε μεγάλο όγκο ψηφιακών πληροφοριών – ιμέιλ, αναρτήσεις στο Facebook και μηνύματα. Η δικαιολογία είναι ότι το PRISM χρειάζεται για τον εντοπισμό τρομοκρατών που διαμένουν εκτός ΗΠΑ. Κατά τα φαινόμενα, το πρόγραμμα συλλογής δεδομένων δεν απαιτεί την έκδοση ξεχωριστών ενταλμάτων. Αντίθετα, οι ομοσπονδιακοί δικαστές παρέχουν διευρυμένη έγκριση στο PRISM βάσει του νόμου FISA. Όταν ο Σνόουντεν αποκάλυψε τα στοιχεία για το PRISM, στο πρόγραμμα συμμετείχαν τουλάχιστον εννέα εταιρίες τεχνολογίας. (Οι διαφάνειες δείχνουν ότι το Dropbox ετοιμαζόταν να υπογράψει· έλειπε το Twitter.) Το πλέον δηκτικό και επίμαχο ερώτημα είναι πώς η NSA αποκτά πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα. Η αντίστοιχη διαφάνεια αναφέρει ότι τα δεδομένα συλλέγονται «απευθείας από τους σέρβερ» των εννέα «αμερικάνικων παρόχων υπηρεσιών», τη Google, τη Yahoo και τους υπόλοιπους. Στο Χονγκ Κονγκ, ο Σνόουντεν ήταν κατηγορηματικός πως το PRISM λειτουργούσε βάσει αυτής της «απευθείας πρόσβασης». Είπε στον Γκρίνγουολντ: «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσεταιρίζεται τις επιχειρησιακές δυνατότητες των εταιριών προς ίδιον όφελος. Εταιρίες όπως η Google, το Facebook, η Apple και η Microsoft συνεργάζονται με την NSA. Παρέχουν στην NSA απευθείας πρόσβαση σε καίρια σημεία των συστημάτων που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε προκειμένου να αποθηκεύσουμε δεδομένα, να ανεβάσουμε κάτι στο υπολογιστικό σύννεφο (cloud), ακόμα και για να στείλουμε ευχές για γενέθλια, δημιουργώντας ένα αρχείο για τη ζωή μας. Προσφέρουν στην NSA απευθείας πρόσβαση, ώστε να απαλλαγούν από την επίβλεψη και τον καταλογισμό ευθυνών». Τα έγγραφα του PRISM που διέρρευσαν προέρχονται από το εγχειρίδιο εκπαίδευσης προσωπικού της NSA. Αναφέρει μια σειρά από βήματα. Πρώτον, μια περίπλοκη διαδικασία «ανάθεσης». Οι αναλυτές χρησιμοποιούν ή «αναθέτουν» στο PRISM τον εντοπισμό ενός νέου στόχου παρακολούθησης. Κατόπιν ένας προϊστάμενος αξιολογεί τους όρους αναζήτησης του αναλυτή, γνωστούς ως διαλογείς. Στη συνέχεια ο προϊστάμενος προσυπογράφει την «εύλογη άποψη» του αναλυτή ότι ο στόχος διαμένει εκτός ΗΠΑ. (Ο πήχης τοποθετείται ιδιαίτερα χαμηλά, μιλώντας για «βεβαιότητα κατά 51 τοις εκατό».) Από τη στιγμή που εντοπίζεται ο στόχος, το PRISM τίθεται σε λειτουργία. Εξειδικευμένος εξοπλισμός του FBI στις εταιρίες τεχνολογίας αποσπά τις αντίστοιχες πληροφορίες. Το FBI διαθέτει δική του βάση δεδομένων προκειμένου να απομονώσει –ή να «ερευνήσει και να


αξιολογήσει», σύμφωνα με τη διαφάνεια– τους πολίτες των ΗΠΑ που τα δεδομένα τους ίσως έχουν σαρωθεί κατά λάθος. (Ωστόσο το σύστημα δεν είναι αλάνθαστο.) Κατόπιν το FBI δίνει τα στοιχεία στην NSA. Τα επεξεργάζεται μια σειρά αναλυτικών εργαλείων της NSA. Περιλαμβάνουν το MARINA, που επεξεργάζεται και αποθηκεύει αρχεία από το διαδίκτυο, το MAINWAY για τα τηλεφωνικά αρχεία, το PINWALE για τα βίντεο και το NUCLEON για τα φωνητικά αρχεία. Μια άλλη διαφάνεια αναφέρει ότι η NSA διαθέτει «δυνατότητα ενημέρωσης σε πραγματικό χρόνο». Με άλλα λόγια η υπηρεσία ειδοποιείται κάθε φορά που ο στόχος στέλνει ένα ιμέιλ, ένα γραπτό μήνυμα, ξεκινά μια συζήτηση στο τσατ ή απλώς ανοίγει τον υπολογιστή του. Οι διαφάνειες του Σνόουντεν δίνουν μια αίσθηση της σημασίας του PRISM για τις προσπάθειες των αμερικανικών υπηρεσιών. Στις 5 Απριλίου 2013, οι ΗΠΑ είχαν 117.675 ενεργούς στόχους παρακολούθησης στη βάση δεδομένων του PRISM. Σύμφωνα με τη Washington Post μεγάλο μέρος των στοιχείων που προέρχονται από το PRISM καταλήγουν στο γραφείο του προέδρου Ομπάμα· αποτελούν το ένα έβδομο των αναφορών που λαμβάνει σχετικά με ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Και οι Βρετανοί βλέπουν αυτά τα στοιχεία. Το εκπαιδευτικό εγχειρίδιο δίνει την εντύπωση ότι η Σίλικον Βάλεϊ συνεργάζεται ενεργά με την NSA, αν και διαπιστώνονται διαφοροποιήσεις ως προς την προθυμία. Τα εταιρικά σήματα και των εννέα τεχνολογικών εταιριών εμφανίζονται στο πάνω μέρος κάθε διαφάνειας του PRISM. Ανάμεσά τους και εκείνο της Apple. Τα λογότυπα θυμίζουν γυαλιστερές, πολύχρωμες πεταλούδες. Ο Σνόουντεν λέει ότι οι ανησυχίες του για το PRISM τον ώθησαν να γίνει βαθύ λαρύγγι. Ήταν από τα πρώτα έγγραφα που έδωσε στον Γκρίνγουολντ και την Πόιτρας. Όμως το PRISM αποτελούσε σημαντικό στοιχείο μιας ευρύτερης, προβληματικής εικόνας. Την τελευταία δεκαετία οι ΗΠΑ εργάζονται κρυφά για να συλλέξουν όλες ουσιαστικά τις επικοινωνίες που διατρέχουν το έδαφός τους. Αρχική αποστολή της NSA ήταν η συλλογή στοιχείων αντικατασκοπίας. Όμως δείχνει να έχει παρεκκλίνει του στόχου της, θυμίζοντας τεράστιο δεξαμενόπλοιο που έχει αποκοπεί από την άγκυρά του. Πλέον σαρώνει την πλειοψηφία των επικοινωνιών στο εσωτερικό της χώρας. Στην εποχή της κυριαρχίας των δεδομένων, η υπηρεσία μετατοπίστηκε από το ειδικό στο γενικό· από τη στοχοποίηση στο εξωτερικό σε εκείνο που ο Σνόουντεν χαρακτηρίζει ως «καθολική, αυτόματη, μαζική παρακολούθηση». Το άλλο μεγάλο εγχείρημα της υπηρεσίας, το εξαιρετικά ευαίσθητο πρόγραμμα παγίδευσης καλωδίων, που λειτουργούσε παράλληλα με το πρόγραμμα TEMPORA της GCHQ, έφερε την κωδική ονομασία UPSTREAM. Παρέχει στην NSA απευθείας πρόσβαση στα καλώδια οπτικών ινών που μεταφέρουν διαδικτυακά και τηλεφωνικά δεδομένα εντός, εκτός και επί τα αυτά της αμερικανικής επικράτειας. Σε μια διαφάνεια το UPSTREAM ορίζεται ως «η συλλογή επικοινωνιών μέσω καλωδίων οπτικών ινών και υποδομών καθώς διέρχονται τα δεδομένα». Η διαφάνεια δείχνει έναν χάρτη των ΗΠΑ με καφετιά καλώδια να εκτείνονται και προς τις δύο κατευθύνσεις, διατρέχοντας τον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό. Θυμίζουν χοντρά πλοκάμια ενός τεράστιου


θαλάσσιου πλάσματος. Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ έχουν παγιδεύσει διεθνή καλώδια στη Νότια Αμερική, την Ανατολική Αφρική και τον Ινδικό Ωκεανό. Γύρω από τα καλώδια υπάρχουν πράσινες θηλιές. Καταλήγουν σε ένα πλαίσιο με τη λέξη UPSTREAM. Από κάτω υπάρχει ένα δεύτερο πλαίσιο με τη λέξη PRISM. Τα δύο πλαίσια ενώνει μία οδηγία προς τους συλλέκτες δεδομένων της υπηρεσίας: «Να χρησιμοποιείτε και τα δύο». Σύμφωνα με τον συγγραφέα Τζέιμς Μπάμφορντ, που επικαλείται το πρώην βαθύ λαρύγγι της NSA Γουίλιαμ Μπίνι, το UPSTREAM συλλέγει το 80 τοις εκατό των επικοινωνιών. Το PRISM σαρώνει οτιδήποτε ξεφεύγει από το UPSTREAM. Ο Σνόουντεν αναφέρθηκε στο UPSTREAM λέγοντας στον Γκρίνγουολντ: «Η NSA δεν περιορίζεται στην αντικατασκοπία. Συλλέγει όλες τις επικοινωνίες που διέρχονται από τις ΗΠΑ. Ουσιαστικά δεν υπάρχει σημείο εισόδου ή εξόδου στην ηπειρωτική χώρα απ’ όπου διέρχονται δεδομένα χωρίς να παρακολουθούνται, να συλλέγονται και να αναλύονται». Από τη στιγμή που μεγάλος όγκος της παγκόσμιας διαδικτυακής κίνησης διέρχεται από τις ΗΠΑ και άλλο ένα 25 τοις εκατό από τη Βρετανία, οι δύο κατασκοπευτικές υπηρεσίες έχουν την ικανότητα να παγιδεύουν την πλειοψηφία των ζωτικής σημασίας επικοινωνιών του πλανήτη. Το παραδέχεται και μια έκθεση του 2009 από τον γενικό επιθεωρητή της NSA, την οποία διέρρευσε ο Σνόουντεν. Αναφέρει: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιούν ενέργειες αντικατασκοπίας χρησιμοποιώντας πληθώρα μέσων. Ένα από τα πλέον αποτελεσματικά είναι η συνεργασία με εμπορικούς φορείς για την απόκτηση πρόσβασης σε πληροφορίες μη διαθέσιμες με άλλον τρόπο». Η έκθεση αναφέρεται στο «εσωτερικό πλεονέκτημα της Αμερικής ως βασικού κόμβου των παγκόσμιων τηλεπικοινωνιών». Λέει ότι στην παρούσα φάση η NSA έχει σχέσεις με πάνω από «100 αμερικανικές εταιρίες». Η σχέση ιδιωτικού τομέα / κατασκοπευτικής υπηρεσίας ξεκινά «από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Ειδικά χάρη στους δεσμούς με δύο εταιρίες που δεν κατονομάζονται, η NSA μπορεί να κάνει υποκλοπές σε όλο τον κόσμο ή, σύμφωνα με τον γενικό επιθεωρητή, να έχει πρόσβαση «σε μεγάλο όγκο επικοινωνιών μεταξύ αλλοδαπών οι οποίες διέρχονται από τις ΗΠΑ μέσα από καλώδια οπτικών ινών, κέντρα-πύλες και δίκτυα δεδομένων». Οι ΗΠΑ έχουν ανάλογο «πλεονέκτημα» ως προς τις διεθνείς τηλεφωνικές κλήσεις. Οι περισσότερες διεθνείς κλήσεις διέρχονται μέσα από έναν μικρό αριθμό κέντρων ή «στενωπών» στο διεθνές τηλεφωνικό σύστημα, πριν καταλήξουν στον προορισμό τους. Πολλοί βρίσκονται στις ΗΠΑ. Η χώρα αποτελεί «σημαντικό σταυροδρόμι διέλευσης της διεθνούς τηλεφωνικής κίνησης», σύμφωνα με την αναφορά. Τα νούμερα είναι εντυπωσιακά: από τα 180 δισεκατομμύρια λεπτά τηλεφωνικής επικοινωνίας το 2003, το 20 τοις εκατό προερχόταν ή κατέληγε στις ΗΠΑ και το 13 τοις εκατό διερχόταν από τη χώρα. Τα νούμερα για το διαδίκτυο είναι ακόμη μεγαλύτερα. Το 2002 μόλις ένα ελάχιστο κλάσμα της διεθνούς διαδικτυακής κίνησης διερχόταν μέσα από μη αμερικανικούς δρομολογητές. Η συνεργασία NSA-τηλεπικοινωνιακών κολοσσών ήταν εξαιρετικά προσοδοφόρα. Ως αντάλλαγμα για την πρόσβαση στο 81 τοις εκατό των διεθνών τηλεφωνικών κλήσεων, η Ουάσινγκτον καταβάλει στους ιδιωτικούς γίγαντες πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο. Δεν είναι γνωστό πόσα δίνει η βρετανική κυβέρνηση στους δικούς της εγχώριους «συνεταίρους παγίδευσης», ειδικά στην πρώην κρατική BT και στη Vodafone. Όμως τα ποσά πρέπει να είναι ανάλογα και σημαντικά.


Στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, οι δυνατότητες της NSA ήταν εκπληκτικές. Η υπηρεσία, με τη συνδρομή των Βρετανών και των υπόλοιπων συμμάχων από τα Πέντε Μάτια, είχε πρόσβαση σε καλώδια οπτικών ινών, στα τηλεφωνικά μεταδεδομένα και στους σέρβερ της Google και του Hotmail. Οι αναλυτές της NSA ήταν οι ισχυρότεροι κατάσκοποι στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Σνόουντεν ισχυρίζεται ότι ήταν ικανοί να στοχοποιούν σχεδόν τους πάντες, ανά πάσα στιγμή, χωρίς να εξαιρείται ο πρόεδρος. «Η NSA και η κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών γενικά επικεντρώνονται στη συλλογή πληροφοριών από οπουδήποτε και με κάθε δυνατό τρόπο», λέει. «Αρχικά είδαμε να εστιάζουν στον συγκεκριμένο στόχο της αντικατασκοπίας. Τώρα βλέπουμε ότι συμβαίνει εσωτερικά. Προκειμένου να το πετύχει, η NSA στοχοποιεί όλες τις επικοινωνίες. Τις σαρώνει εξ ορισμού. Τις συλλέγει στα συστήματά της. Τις φιλτράρει, τις αναλύει, τις συγκρίνει και τις αποθηκεύει για κάποιο χρονικό διάστημα επειδή είναι ο ευκολότερος, πιο αποτελεσματικός και πολύτιμος τρόπος να φτάσει στον στόχο της». Βάσει της συνολικής εξέτασης, τα αρχεία ενισχύουν τον ισχυρισμό του Σνόουντεν ότι ως αναλυτής της NSA ήταν πανίσχυρος. «Ενώ ίσως έχουν πρόθεση να στοχοποιήσουν κάποιον που σχετίζεται με μια ξένη κυβέρνηση ή κάποιον ύποπτο για τρομοκρατία, για να το καταφέρουν συλλέγουν τις δικές σου επικοινωνίες. Οποιοσδήποτε αναλυτής, οποιαδήποτε στιγμή, στοχοποιεί τους πάντες. Οποιονδήποτε διαλογέα, παντού. Το αν αυτές οι επικοινωνίες θα υποστούν επεξεργασία εξαρτάται από το εύρος των δικτύων σάρωσης και τη δικαιοδοσία του αναλυτή. Δεν έχουν όλοι οι αναλυτές τη δυνατότητα να στοχοποιούν τους πάντες. Όμως εγώ, από το γραφείο μου, σίγουρα είχα το δικαίωμα να παγιδέψω τον οποιονδήποτε, από εσένα και τον λογιστή σου, ως τον ομοσπονδιακό δικαστή, ακόμη και τον πρόεδρο, αν είχα τη διεύθυνση του προσωπικού ιμέιλ του». Οι αποκαλύψεις για το PRISM προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση των εκπροσώπων της υψηλής τεχνολογίας στην Περιοχή του Όρμου, στο Σαν Φρανσίσκο. Αρχικά υπήρξε σαστισμάρα, ακολούθησε η άρνηση και στη συνέχεια η οργή. Η κοιλάδα Σάντα Κλάρα, όπου βρίσκονται οι περισσότερες μεγάλες εταιρίες τεχνολογίας, θέλει να πιστεύει ότι είναι αντι-κυβερνητική. Τα φιλοσοφικά ρεύματα που διατρέχουν το Κουπερτίνο και το Πάλο Άλτο είναι ελευθεριακά και αντι-καθεστωτικά, κληροδότημα των απαρχών της Σίλικον Βάλεϊ στην κοινότητα των χάκερ. Ταυτόχρονα, οι εταιρίες αυτές συναγωνίζονται για τα κρατικά συμβόλαια, προσλαμβάνουν πρώην προσωπικό της Ουάσινγκτον για να αποκτήσουν πρόσβαση και ξοδεύουν εκατομμύρια για την προώθηση νομοθετημάτων που τις εξυπηρετούν. Προφανώς η κατηγορία ότι συνεργάζονταν με την ισχυρότερη κατασκοπευτική υπηρεσία της Αμερικής ήταν εμπορικά καταστροφική, όσο και προσβλητική για την εικόνα που προωθούσε για τον εαυτό της η Σίλικον Βάλεϊ και για την άποψη ότι η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας ήταν καινοτόμος και εικονοκλαστική. Η Google υπερηφανευόταν για τη δεδηλωμένη αποστολή της, «Μην είσαι κακός»· η Apple χρησιμοποιούσε της επιταγή του Τζομπς, «Σκέψου διαφορετικά»· η Microsoft χρησιμοποιούσε το απόφθεγμα «Έχουμε προτεραιότητα το απόρρητό σας». Αυτά τα εταιρικά αποφθέγματα έμοιαζαν πλέον να κοροϊδεύουν κατάμουτρα τους εμπνευστές τους.


Πριν η Guardian δημοσιεύσει την ιστορία για το PRISM, ο οικονομικός συντάκτης της εφημερίδας Ντόμινικ Ρας έλεγξε την ατζέντα με τις επαφές του. Τηλεφώνησε στη Σάρα Στάινμπεργκ, πρώην αξιωματούχο της κυβέρνησης Ομπάμα και νυν υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του Facebook, όπως και στον Στιβ Ντάουλινγκ, επικεφαλής δημοσίων σχέσεων της Apple. Τηλεφώνησε στη Microsoft, την PalTalk και σε άλλους. Οι πάντες αρνήθηκαν την εθελοντική συνεργασία με την NSA. «Ο πανικός ήταν απόλυτος. Είπαν ότι δεν ήξεραν το παραμικρό [για το PRISM]», θυμάται ο Ρας. «Είπαν ότι δεν επέτρεπαν την απευθείας πρόσβαση σε κανέναν. Άρχισα να δέχομαι καταιγισμό τηλεφωνημάτων από ανώτερα στελέχη των εταιριών που είχαν περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις». Οι εταιρίες είπαν ότι παρείχαν πληροφορίες στην NSA μόνο κατόπιν συγκεκριμένων εισαγγελικών παραγγελιών. Υποστήριξαν ότι δεν υπήρχαν γενικευμένες πολιτικές. Το Facebook αποκάλυψε ότι το τελευταίο εξάμηνο του 2012 έδωσε τα προσωπικά δεδομένα 18 με 19.000 χρηστών σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, όχι μόνο στην NSA αλλά και στο FBI, σε ομοσπονδιακές υπηρεσίες και σε τοπικές αστυνομικές αρχές. Αρκετές εταιρίες υπογράμμισαν ότι είχαν καταθέσει νομικά αιτήματα στα απόρρητα δικαστήρια για να μπορούν να αποκαλύψουν περισσότερα για τα κυβερνητικά αιτήματα παροχής πληροφοριών. Η Google ισχυρίστηκε: «Δεν παρέχουμε πρόσβαση στα συστήματά μας σε καμία κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης των ΗΠΑ». Ο επικεφαλής αρχιτέκτονας λογισμικού της Google Γιόναταν Ζάνγκερ σχολίασε: «Δεν αγωνιστήκαμε στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου για να δημιουργήσουμε μόνοι μας μια Στάζι». Η Yahoo υποστήριξε ότι αγωνιζόταν επί δύο χρόνια για την ευρύτερη γνωστοποίηση της συνεργασίας και είχε προσπαθήσει να μπλοκάρει τροποποιήσεις στον νόμο FISA του 2008. Μέχρι στιγμής οι προσπάθειες αυτές ήταν ανεπιτυχείς. Ωστόσο, τα έγγραφα της NSA μοιάζουν κατηγορηματικά. Αναφέρονται σε «απευθείας πρόσβαση». Ζητώντας του να εξηγήσει την αναντιστοιχία, ένα ανώτερο στέλεχος της Google τη χαρακτήρισε «γρίφο». Απέρριψε τις διαφάνειες για το PRISM ως σαθρό δείγμα «εσωτερικού μάρκετινγκ». Πρόσθεσε: «Δεν υπάρχει παροχή δεδομένων στην NSA από την πίσω πόρτα. Όλα γίνονται από την κανονική δίοδο. Μας στέλνουν δικαστικά εντάλματα. Ο νόμος μάς υποχρεώνει να τα εφαρμόσουμε». Όμως τον Οκτώβριο του 2013 προέκυψε ότι υπήρχε όντως πίσω πόρτα – απλώς οι εμπλεκόμενες εταιρίες δεν τη γνώριζαν. Η Washington Post αποκάλυψε ότι η NSA υπέκλεπτε δεδομένα από την Google και τη Yahoo στα κρυφά. Η μέθοδος ήταν ευφυής: «επί βρετανικού εδάφους», η υπηρεσία είχε παγιδεύσει τους ιδιωτικούς συνδέσμους οπτικών ινών που συνδέουν εσωτερικά τα κέντρα δεδομένων της Yahoo και της Google σε όλο τον κόσμο. Η κωδική ονομασία για αυτή την επιχείρηση υποκλοπών της NSA ήταν MUSCULAR. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι Βρετανοί φαίνονται να κάνουν τις υποκλοπές για λογαριασμό των ΗΠΑ. (Μια διαφάνεια για το MUSCULAR αναφέρει το πρόγραμμα ως «Ενεργό από τον Ιούλιο του 2009» και προσθέτει: «Ευρεία διεθνής πρόσβαση εντοπίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο».) Οι εταιρίες προσπαθούν πάρα πολύ ώστε να προστατεύουν τα δεδομένα των πελατών τους. Ωστόσο, διακινούν τις πληροφορίες μεταξύ κέντρων δεδομένων που βρίσκονται σε


Ευρώπη και Αμερική, μέσω νοικιασμένων ιδιωτικών διαδικτυακών καλωδίων που προστατεύονται από συγκεκριμένα πρωτόκολλα για κάθε εταιρία. Αυτά τα καλώδια είχε καταφέρει να παγιδέψει η NSA καθώς διέρχονται από τη Βρετανία. Το ενδιαφέρον εστιάστηκε στη Level 3, που φέρεται ότι είχε προσληφθεί ως διαχειριστής των καλωδίων για λογαριασμό της Yahoo και της Google: η Level 3 κατονομάζεται στα άκρως απόρρητα βρετανικά έγγραφα ως «συνέταιρος παγιδεύσεων» με την κωδική ονομασία LITTLE. Η απάντηση της εταιρίας που έχει έδρα το Κολοράντο ήταν ότι συμμορφώνεται προς τα νομικά αιτήματα στις χώρες όπου δραστηριοποιείται. Ένας αναλυτής της NSA έκανε ένα παιδιάστικο σχέδιο για να δείξει τη λειτουργία του προγράμματος· εμφανίζει δύο κομμάτια με τίτλους «Δημόσιο Διαδίκτυο» και «Τομέας Google». Στο σημείο σύνδεσης απ’ όπου υποκλέπτει το υλικό η NSA υπάρχει ένα χαμογελαστό προσωπάκι. Το σχέδιο προκάλεσε χιλιάδες παρωδίες στο Twitter. «Πολλές από αυτές τις διαφάνειες σού δίνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι στο εσωτερικό της NSA κομπάζουν για τα προγράμματά τους», λέει ο Τζεφ Λάρσον του ProPublica. «Σαν να λένε: “Μπορούμε να παραβιάσουμε την κρυπτογράφηση! Μπορούμε να τσαλακώσουμε τα πρωτόκολλα!”» Ένα έγγραφο από τη διεύθυνση συλλογής δεδομένων της NSA αναφέρει ότι χάρη στην πρόσβαση μέσω της πίσω πόρτας η υπηρεσία μπορεί να επεξεργαστεί εκατομμύρια λογαριασμούς χρηστών. Τα δεδομένα αποστέλλονται στο στρατηγείο της NSA στο Φορτ Μιντ, όπου και αποθηκεύονται. Ο όγκος είναι εντυπωσιακός. Σε διάστημα 30 ημερών στα τέλη του 2012, 181.280.466 νέες καταγραφές διοχετεύτηκαν στο Παλάτι των Γρίφων, περιλαμβάνοντας και μεταδεδομένα. Η Google και η Yahoo έπαθαν αποπληξία με τις αποκαλύψεις. Ο επικεφαλής του νομικού γραφείου της Google Ντέιβιντ Ντράμοντ είπε ότι ήταν εξοργισμένος με τη διαδικασία που εφάρμοζε η NSA προκειμένου να «υποκλέπτει δεδομένα από τα ιδιωτικά μας δίκτυα οπτικών ινών». Η Yahoo επανέλαβε ότι δεν είχε ιδέα για την κυβερνο-κλοπή από την πίσω πόρτα. Το φθινόπωρο του 2013 όλες οι εταιρίες τεχνολογίας δήλωναν ότι αναζητούσαν τρόπους να προστατεύσουν τα συστήματά τους από τις αδιάκριτες παρεμβάσεις της NSA. Είχαν ελπίδες να το καταφέρουν. Κι αυτό γιατί η ικανότητα της NSA στη σάρωση των επικοινωνιών σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι ακριβώς τόσο τρομερή όσο την έχει παρουσιάσει ο Σνόουντεν. Η παγίδευση της παγκόσμιας ροής δεδομένων είναι ένα ζήτημα· το αν καταφέρεις να τα διαβάσεις είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ειδικά αν είναι κρυπτογραφημένα. Στις 23 Οκτωβρίου 1642, δύο στρατιές συγκρούστηκαν στους αγγλικούς αγρούς βόρεια της Οξφόρδης. Η μία ανήκε στον βασιλιά Κάρολο, η άλλη στους Κοινοβουλευτικούς. Η μάχη του Ετζ Χιλ (Edge Hill) ήταν η πρώτη του αιματηρού αγγλικού εμφυλίου. Η μάχη ήταν χαοτική. Οι δυνάμεις των Κοινοβουλευτικών πυροδοτούσαν τα κανόνια τους· οι Βασιλικοί εφορμούσαν με το ιππικό· οι άπειροι στρατιώτες και από τις δύο πλευρές το ’βαλαν στα πόδια. Ορισμένοι έδειξαν μεγαλύτερη προθυμία να λεηλατήσουν παρά να κατατροπώσουν τον εχθρό. Ουσιαστικά, καμία πλευρά δεν επικράτησε. Ο πόλεμος συνεχίστηκε για άλλα τέσσερα χρόνια.


Δύο αιώνες μετά, στις 21 Ιουλίου 1861, έλαβε χώρα άλλη μια σύγκρουση. Αυτή τη φορά οι Βόρειοι (ενωτικοί) πολεμούσαν εναντίον των Νότιων (ομοσπονδιακοί) στην πρώτη μεγάλη χερσαία μάχη του αμερικανικού εμφυλίου. Ο τόπος διεξαγωγής ήταν ο Μπουλ Ραν (Bull Run), ένας παραπόταμος του Ποτόμακ στη Βιρτζίνια. Οι Βόρειοι ανέμεναν μια εύκολη νίκη. Αντ’ αυτού οι Νότιοι εξαπέλυσαν μία τρομερή αντεπίθεση. Ο ταξίαρχος Ίρβιν ΜακΝτάουελ και οι στρατιώτες του υποχώρησαν με κατεύθυνση την Ουάσινγκτον. Η μάχη αποκάλυψε ότι η τελική έκβαση του πολέμου ήταν αμφίρροπη. Πολλά χρόνια αργότερα, οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί κατάσκοποι προσπαθούσαν να βρουν τις ονομασίες δύο άκρως απόρρητων προγραμμάτων. Οι δικές τους μάχες ήταν ηλεκτρονικές παρά εδαφικές. Εχθρός τους η αυξανόμενη πρακτική της κρυπτογράφησης. Τα ονόματα που επέλεξαν για τις νέες τους μάχες ήταν BULLRUN και EDGEHILL. Άραγε η σύνδεση με τις εμφύλιες συρράξεις είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία; Το σίγουρο είναι ότι οι κατάσκοποι ετοιμάζονταν να κηρύξουν πόλεμο στις επιχειρήσεις στο εσωτερικό των χωρών τους. Η κρυπτογράφηση χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αρχαία Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Στόχος, τότε όσο και τώρα, η προστασία μυστικών. Στη διάρκεια του Α΄ και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η στρατιωτική κρυπτογράφηση και κρυπτανάλυση –η δυνατότητα αποκρυπτογράφησης κωδικοποιημένων πληροφοριών για τις κινήσεις του εχθρού– διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο. Όμως, ως επί το πλείστον αποτελούσαν αντικείμενο των εμπόλεμων κρατών. Συνήθως, εκείνοι που ενδιαφέρονταν για τους κώδικες ήταν οι Βρετανοί μαθηματικοί που εργάζονταν μυστικά στο Μπλέτσλι Παρκ για την ήττα των Ναζί και αργότερα των Ρώσων. Ωστόσο, στη δεκαετία του 1970, τα λογισμικά κρυπτογράφησης όπως το PGP ήταν διαθέσιμα στους ιδιώτες όσο και στις εμπορικές επιχειρήσεις. Η κρυπτογράφηση λοιπόν αποτέλεσε μια προφανή πρόκληση για τις μυστικές υπηρεσίες της Δύσης, που αγωνιούσαν να συνεχίσουν να διαβάζουν τα μηνύματα των αντιπάλων τους. Η κυβέρνηση Κλίντον αντέδρασε επιχειρώντας να εγκαταστήσει μια πίσω πόρτα στα εμπορικά συστήματα κρυπτογράφησης. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την παρέμβαση της NSA. Η προσπάθεια οδήγησε σε πολιτική ήττα. Μια δικομματική ομάδα γερουσιαστών και ανώτερων εταιρικών στελεχών υποστήριξαν ότι η κίνηση αυτή θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στη Σίλικον Βάλεϊ. Επιπλέον θα παραβίαζε την τέταρτη τροποποίηση. Ως το 2000, με την κρυπτογράφηση να χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από τους παρόχους υπηρεσιών και τους χρήστες στις καθημερινές διαδικτυακές επικοινωνίες, η NSA ξόδευε δισεκατομμύρια δολάρια προσπαθώντας να την παρακάμψει. Οι κρυπτογραφημένοι στόχοι της περιλάμβαναν αναζητήσεις στο διαδίκτυο, τσατ, ιμέιλ, προσωπικά δεδομένα, τηλεφωνικές κλήσεις, ως και τραπεζικά και ιατρικά αρχεία. Η πρόκληση ήταν η μετατροπή του «έγκρυπτου» κειμένου –της μορφής που έχουν στην πραγματικότητα τα κρυπτογραφημένα δεδομένα, δηλ. μαθηματικές ασυναρτησίες– σε «διαφανές». Το 2010 ένα κείμενο της βρετανικής GCHQ προειδοποιούσε ότι με την πάροδο του χρόνου οι δυνατότητες των συμμάχων ίσως μειώνονταν καθώς «αλλάζει η ροή των πληροφοριών» και «η εκτεταμένη κρυπτογράφηση γίνεται κοινός τόπος». Αρχικά οι μυστικές υπηρεσίες φάνηκαν να αντιμετωπίζουν το φάσμα της ήττας ή τουλάχιστον να βρίσκονται σε αδιέξοδο. Ένα από τα έγγραφα του 2006 που διέρρευσαν


δείχνει ότι, εκείνη την περίοδο, η υπηρεσία είχε μόνο σπάσει την κρυπτογράφηση ενός υπουργείου πυρηνικών μιας ξένης χώρας, ενός συστήματος ταξιδιωτικών κρατήσεων και τριών ξένων αεροπορικών εταιρειών. Μόλις το 2010 η NSA κατάφερε να σημειώσει δραματική πρόοδο χάρη στα προγράμματα BULLRUN και EDGEHILL. Χρησιμοποίησε υπερ-υπολογιστές για να σπάσει τους αλγόριθμους, τα βασικά δομικά στοιχεία της κρυπτογράφησης. (Οι αλγόριθμοι δημιουργούν το κλειδί που κρυπτογραφεί και αποκρυπτογραφεί τα μηνύματα. Όσο μακρύτερο το κλειδί, τόσο καλύτερη η κρυπτογράφηση.) Κυρίως όμως, τα αρχεία του Σνόουντεν δείχνουν ότι η NSA χρησιμοποίησε την απάτη. Παρά την πολιτική ήττα στο θέμα της πίσω πόρτας, η υπηρεσία φρόντισε απλώς να εισάγει κρυφά «καταπακτές» στο εμπορικό λογισμικό κρυπτογράφησης που χρησιμοποιούσαν εκατομμύρια άνθρωποι. Συνεργάστηκε με προγραμματιστές και εταιρίες τεχνολογίας για να προσθέσει σκόπιμες, εκμεταλλεύσιμες ατέλειες στον εξοπλισμό όσο και στο λογισμικό. Ορισμένες φορές η συνεργασία ήταν εθελοντική· άλλες, επιβαλλόταν μέσω εκφοβιστικών νομικών εντολών. Η NSA, σε περίπτωση ανάγκης, έκλεβε τα κλειδιά κρυπτογράφησης, σχεδόν σίγουρα παραβιάζοντας τους σέρβερ όπου ήταν αποθηκευμένα. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η NSA και η GCHQ φρόντιζαν ιδιαίτερα ώστε να κρατήσουν κρυφές τις λεπτομέρειες αυτών των εξαιρετικά αμφιλεγόμενων προγραμμάτων. Ένα έγγραφο του 2010 που έδωσε ο Σνόουντεν φανερώνει πόσο περιορισμένη ήταν η γνώση σχετικά με το BULLRUN – και πόσο αποτελεσματικό ήταν. Η παρουσίαση στο PowerPoint χρησιμοποιήθηκε για να ενημερώσει το βρετανικό προσωπικό στο Τσέτλναμ για τις πρόσφατες προόδους της NSA, που είχαν ως αποτέλεσμα η αποκρυπτογραφημένη διαδικτυακή ροή να καταλήγει ξαφνικά στα γραφεία των αναλυτών. Αναφέρει: «Την τελευταία δεκαετία η NSA έχει επιδοθεί σε μια επιθετική, πολυμετωπική προσπάθεια να σπάσει τις ευρείας χρήσης τεχνολογίες κρυπτογράφησης στο διαδίκτυο. Οι κρυπταναλυτικές δυνατότητες έρχονται πλέον απευθείας από το δίκτυο. Τεράστιοι όγκοι κρυπτογραφημένων διαδικτυακών δεδομένων που έως τώρα απορρίπτονταν είναι πλέον εκμεταλλεύσιμοι». Η διαφάνεια αναφέρει ότι «σημαντικά νέα συστήματα επεξεργασίας» πρέπει να χρησιμοποιηθούν «προκειμένου να κεφαλαιοποιήσουν την ευκαιρία». Οι εργαζόμενοι της GCHQ που μέχρι τότε δεν γνώριζαν το παραμικρό για το BULLRUN έμειναν με το στόμα ανοιχτό από τις εκπληκτικές νέες δυνατότητες της NSA. Ένα βρετανικό εσωτερικό υπόμνημα αναφέρει: «Όσοι δεν είχαν προηγούμενη ενημέρωση έμειναν άναυδοι». Η πρώτη δέσμη των δημοσιευμένων εγγράφων του Σνόουντεν δεν αποκάλυπτε λεπτομέρειες για τις εταιρίες που συνεργάζονται με την NSA στο θέμα της αντικρυπτογράφησης. Ή για τα καταναλωτικά προϊόντα που ίσως έχουν πίσω πόρτες. Όμως τα αρχεία δίνουν μια ιδέα για τις τεράστιες διαστάσεις του BULLRUN. Μια έκθεση προϋπολογισμού συνολικά για την κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ αναφέρει ότι η ετήσια χρηματοδότηση του προγράμματος ήταν 254,9 εκατομμύρια δολάρια. (Αντίθετα, το PRISM κοστίζει ετησίως μόλις 20 εκ. δολάρια.) Από το 2009, η υπηρεσία έχει ξοδέψει πάνω από 800 εκ. δολάρια για τη «διευκόλυνση των SIGINT [πληροφορίες σημάτων]». Το πρόγραμμα «εμπλέκει ενεργά εταιρίες υψηλής τεχνολογίας των ΗΠΑ και του εξωτερικού προκειμένου να τροποποιήσουν κρυφά και / ή να αλλάξουν εμφανώς τα


σχέδια των καταναλωτικών τους προϊόντων», σύμφωνα με την έκθεση. Το ωραίο του προγράμματος, σύμφωνα με την NSA, είναι ότι οι απλοί πολίτες αγνοούν ότι οι καθημερινές κρυπτογραφημένες επικοινωνίες τους είναι πλέον ευάλωτες. Η έκθεση των 178 σελίδων για το οικονομικό έτος σημειώνει πως, όταν η NSA εισάγει «σχεδιαστικές αλλαγές» στα εμπορικά συστήματα κρυπτογράφησης, «για τον καταναλωτή και άλλους αντιπάλους... η ασφάλεια των συστημάτων παραμένει άθικτη». Ο Τζέιμς Κλάπερ, διευθυντής μυστικών υπηρεσιών, τονίζει τη σημασία της διαδικασίας. «Επενδύουμε σε πρωτοποριακές κρυπταναλυτικές δυνατότητες προκειμένου να συντρίψουμε την κρυπτογράφηση των αντιπάλων και να εκμεταλλευτούμε τη διαδικτυακή μετακίνηση δεδομένων», γράφει. Η υπηρεσία δεν στερείται φιλοδοξίας. Τα αρχεία δείχνουν ότι η NSA έχει σπάσει τα κρυπτογραφικά συστήματα των κινητών 4G. Στοχεύει στα διαδικτυακά πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται για τις ασφαλείς τραπεζικές και εμπορικές συναλλαγές, όπως το HTTPS και το Secure Sockets Layer (SSL). Θέλει να «διαμορφώσει» την παγκόσμια κρυπτογραφική αγορά. Σύντομα αναμένει να έχει πρόσβαση σε «δεδομένα που διέρχονται από τον κόμβο ενός τεράστιου παρόχου τηλεπικοινωνιών» και ενός «τεράστιου διαδικτυακού συστήματος επικοινωνίας peer-to-peer μέσω φωνής και γραπτών μηνυμάτων». Μάλλον εννοεί το Skype. Στο μεταξύ οι Βρετανοί εξέλισσαν το δικό τους παράλληλο πρόγραμμα EDGEHILL. Ένα αρχείο δείχνει ότι οι Βρετανοί κατάσκοποι έχουν καταφέρει να παγιδεύσουν τρεις παρόχους διαδικτύου και τριάντα είδη Εικονικών Ιδιωτικών Δικτύων (VPN) που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις για την πρόσβαση στα συστήματά τους από απόσταση. Ως το 2015 ελπίζουν ότι θα έχουν παγιδεύσει 15 παρόχους και 300 VPN. Οι κατασκοπικές υπηρεσίες επιμένουν ότι η δυνατότητα να παραβιάσουν την κρυπτογράφηση είναι ζωτικής σημασίας για την αποστολή τους και χωρίς αυτή δεν θα μπορέσουν να εντοπίσουν τρομοκράτες ή να συλλέξουν πολύτιμες πληροφορίες αντικατασκοπίας. Το πρόβλημα, όπως επισημαίνουν οι New York Times, είναι ότι η μυστική εκστρατεία αντι-κρυπτογράφησης της NSA ίσως έχει καταστροφικές, ανεπιθύμητες συνέπειες. Εισάγοντας ηθελημένα αδυναμίες στα συστήματα κρυπτογράφησης, η υπηρεσία τα έχει καταστήσει εκμεταλλεύσιμα. Όχι μόνο από τις κρατικές υπηρεσίες, που ίσως ενεργούν με καλές προθέσεις, αλλά και από όποιον καταφέρει να βάλει στο χέρι τα κλειδιά κρυπτογράφησης – όπως οι χάκερ ή οι εχθρικές μυστικές υπηρεσίες. Παραδόξως, αναζητώντας να προσφέρει στους Αμερικανούς μεγαλύτερη ασφάλεια, η NSA κατέστησε τις επικοινωνίες τους λιγότερο ασφαλείς· έχει υπονομεύσει την ασφάλεια του διαδικτύου συνολικά. Η βασική αμερικανική υπηρεσία για την καθιέρωση κανόνων ασφαλείας στον κυβερνοχώρο είναι το Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας (National Institute of Standards and Technology – NIST). Κατά τα φαινόμενα η NSA το έχει επίσης διαβρώσει. Ένα από τα έγγραφα του Σνόουντεν αποκαλύπτει ότι το 2006 η NSA πρόσθεσε μια πίσω πόρτα σε ένα από τα βασικά πρότυπα του ινστιτούτου. (Το πρότυπο δημιουργεί τυχαίους πρώτους αριθμούς που χρησιμοποιούνται στην κρυπτογράφηση κειμένων.) Στη συνέχεια η υπηρεσία ενθάρρυνε έναν άλλο διεθνή οργανισμό προτύπων –και τον υπόλοιπο κόσμο– να την ενσωματώσει, κομπάζοντας: «Τελικά η NSA κατέληξε ο μοναδικός επιμελητής


κειμένων». Οι αμερικανικές όσο και οι βρετανικές υπηρεσίες έχουν αφιερώσει σημαντικές προσπάθειες προκειμένου να σπάσουν το Tor, το δημοφιλές εργαλείο προστασίας της διαδικτυακής ανωνυμίας. Ειρωνικά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του Tor. Το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας –όπου υπάγεται και η NSA– παρέχουν περίπου το 60 τοις εκατό της χρηματοδότησής του. Ο λόγος είναι απλός: οι δημοσιογράφοι, οι ακτιβιστές και οι διαμαρτυρόμενοι σε απολυταρχικά καθεστώτα όπως του Ιράν χρησιμοποιούν το Tor για να προστατευτούν από τα πολιτικά αντίποινα και τη διαδικτυακή λογοκρισία. Ωστόσο, μέχρι στιγμής η NSA και η GCHQ δεν έχουν καταφέρει να απο-ανωνυμοποιήσουν το μεγαλύτερο τμήμα των επικοινωνιών μέσω Tor. Αντίθετα, οι υπηρεσίες έχουν επιτεθεί σε προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο όπως το Firefox, που τους επιτρέπει να ελέγχουν τον υπολογιστή κάποιου στόχου. Έχουν επίσης αναπτύξει τη δυνατότητα να «μαρκάρουν» μέρος των επικοινωνιών που διακινείται μέσω Tor. Παρά τις προσπάθειές τους, φαίνεται πως η NSA και η GCHQ δεν έχουν καταφέρει ακόμη να κερδίσουν τον νέο εμφύλιο της κρυπτογράφησης. Με την κατάλληλη εκπαίδευση και ορισμένες τεχνικές γνώσεις, οι επιχειρήσεις και τα μεμονωμένα άτομα (όπως επίσης, αναμφίβολα, και οι τρομοκράτες και οι παιδόφιλοι) συνεχίζουν να χρησιμοποιούν με επιτυχία την κρυπτογράφηση για να προστατεύσουν το απόρρητο των επικοινωνιών τους. Σε μια επικοινωνία των αναγνωστών της Guardian μέσω ερωταπαντήσεων ενόσω ακόμα κρυβόταν στο Χονγκ Κονγκ, ο Σνόουντεν είπε: «Η κρυπτογράφηση λειτουργεί. Τα σωστά εγκατεστημένα καλά συστήματα κρυπτογράφησης είναι από τα ελάχιστα πράγματα στα οποία μπορείτε να βασίζεστε». Αν μη τι άλλο είναι από εκείνους που ξέρουν τι λένε.


[ 11 ]

ΔΙΑΦΥΓΗ Τερματικός σταθμός, Διεθνές Αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο, Μόσχα, Ρωσική Ομοσπονδία Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

«Φανταζόμαστε συνεχώς την αιωνιότητα σαν μια ιδέα που δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, σαν κάτι τεράστιο – φοβερά τεράστιο! Μα γιατί, σώνει και καλά, θα πρέπει να ’ναι τεράστιο! Κι αν αντί για όλ’ αυτά είναι κει πέρα ένα μικρό δωματιάκι, κάτι σαν ξύλινο μπάνιο, γεμάτο καπνιά και σ’ όλες τις γωνιές αράχνες κι αυτό θα ’ναι όλη η αιωνιότητα;»[12] —ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ Έγκλημα και τιμωρία

Ο Εντ Σνόουντεν έσπευσε να εξαφανιστεί αμέσως μετά τη βιαστική φυγή του από το Ξενοδοχείο Mira στο Χονγκ Κονγκ. Η τοπική νομική του ομάδα, ο δικηγόρος Ρόμπερτ Τίμπο και ο νομικός σύμβουλος Τζόναθαν Μαν, γνώριζαν πού ήταν. Όπως και κάποιος άλλος. Ο Σνόουντεν είχε ένα μυστηριώδη φύλακα άγγελο – έναν κάτοικο του Χονγκ Κονγκ με πολλές διασυνδέσεις. Το ενδιαφέρον του Αμερικανού για την Κίνα ήταν μακροχρόνιο, από την εποχή της θητείας του με τη CIA στη Γενεύη, όταν υποστήριζε το κίνημα για το Ελεύθερο Θιβέτ. Οι ακριβείς λεπτομέρειες είναι ασαφείς. Φαίνεται όμως πως αυτός ο ευεργέτης προσκάλεσε τον Σνόουντεν να μείνει σε έναν φίλο του. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Άλμπερτ Χο, λέει ότι ο Σνόουντεν άλλαξε πολλά σπίτια, μένοντας τουλάχιστον σε ένα στην περιοχή των Νέων Εδαφών, κοντά στα σύνορα με την ηπειρωτική Κίνα. Πάντως, κατάφερε να εξαφανιστεί στην πυκνοκατοικημένη μητρόπολη των επτά εκατομμυρίων κατοίκων. Ο Τίμπο, δικηγόρος υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ήταν εξοικειωμένος με πελάτες σε δύσκολες καταστάσεις. Ήταν ένας Καναδός με ευχάριστους τρόπους, κομψό μπλέιζερ και μαλλιά που αραίωναν και αναλάμβανε να υπερασπίσει τους ευάλωτους και τους καταπιεσμένους – άτομα από τη Σρι Λάνκα που αντιμετώπιζαν το ενδεχόμενο της απέλασης, Πακιστανούς που τους αρνούνταν άδικα την παροχή ασύλου, κακοποιημένους πρόσφυγες. Μία από τις υποθέσεις του σχετιζόταν με το σκοτεινότερο κεφάλαιο της πρωθυπουργίας του Τόνι Μπλερ. Το 2004, ο Λίβυος ισλαμιστής Σαμί αλ-Σααντί έφτασε στο Χονγκ Κονγκ με τη σύζυγο και την οικογένειά του. Πίστευε ότι θα επέστρεφε στη Βρετανία, στο παλιό


του σπίτι. Αντ’ αυτού η ΜΙ6, που συνεργαζόταν στενά με τις μυστικές υπηρεσίες του Μουαμάρ Καντάφι, τον έχωσε σ’ ένα αεροσκάφος με προορισμό την Τρίπολη. Εκεί ο Σααντί ανακρίθηκε, βασανίστηκε και φυλακίστηκε. Λίγο αργότερα ο Μπλερ έκλεισε μια συμφωνία με τον Λίβυο δικτάτορα. Ο ανέντιμος ρόλος της MI6 στην υπόθεση αποκαλύφθηκε μετά την πτώση του Καντάφι το 2011. Όπως ο Σααντί, έτσι και ο Σνόουντεν ήταν άλλος ένας πελάτης που φοβόταν ότι οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες θα τον συλλάμβαναν για να τον φυλακίσουν σε κάποια σκοτεινή, υγρή τρύπα. Ο Τίμπο και ο Σνόουντεν συναντήθηκαν πρώτη φορά όταν ο δεύτερος βγήκε κρυφά από το Ξενοδοχείο Mira. Ο δικηγόρος αρνείται να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες, επικαλούμενος το απόρρητο του πελάτη του. Είναι φανερό όμως ότι θεωρούσε τον Σνόουντεν έναν έξυπνο, λογικό παίκτη που έκανε επιλογές με βάση τη συνείδησή του. Και ταυτόχρονα έναν νεαρό με σοβαρότατα μπλεξίματα. Τις επόμενες δύο εβδομάδες ο Τίμπο ασχολιόταν με τις συνήθεις υποθέσεις του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να βοηθήσει τον Σνόουντεν, συχνά μέσα στη νύχτα. Οι δικηγόροι πολύ γρήγορα παρασύρθηκαν στον γεμάτο ίντριγκες κόσμο του Σνόουντεν. Ο Άλμπερτ Χο περιγράφει μια συνάντηση. Ένα βράδυ μπήκε σε κάποιο αμάξι σε ένα προκαθορισμένο σημείο και βρήκε τον Σνόουντεν με καπέλο και γυαλιά ηλίου. Ο Σνόουντεν δεν μιλούσε καθόλου, είπε ο δικηγόρος στη Washington Post. Όταν έφτασαν στο σπίτι όπου έμενε ο Σνόουντεν, είπε ψιθυριστά πως όλοι τους έπρεπε να κρύψουν τα κινητά τους στο ψυγείο. Τις επόμενες δύο ώρες οι δικηγόροι συζήτησαν μαζί του τις επιλογές του. Ο Χο φρόντισε για το φαγητό: πίτσα, λουκάνικα και φτερούγες κοτόπουλο συνοδεία Pepsi. «Κατά τη γνώμη μου δεν είχε ποτέ κάποιο ξεκάθαρο σχέδιο στο μυαλό του. Νομίζω ότι ουσιαστικά είναι ένα παιδί», είπε αργότερα ο Χο. Η εκτίμηση των δικηγόρων ήταν αρνητική. Ίσως ο Σνόουντεν κατάφερνε τελικά να αποφύγει την έκδοσή του στις ΗΠΑ. Στο ενδιάμεσο όμως, το πιθανότερο ήταν να βρεθεί σε κάποια φυλακή, όσο διάστημα τα δικαστήρια του Χονγκ Κονγκ εξέταζαν το αίτημά του για παροχή ασύλου. Η νομική διαμάχη ίσως διαρκούσε χρόνια. Ο Σνόουντεν ανακάλυψε με τρόμο ότι πίσω από τα κάγκελα δεν θα είχε πρόσβαση σε κάποιον υπολογιστή. Δεν τον ένοιαζε ο περιορισμός σε μικρό χώρο. Όμως η ιδέα της εξορίας του από το διαδίκτυο ήταν αποτροπιαστική. «Δεν έβγαινε έξω, περνούσε όλο του τον χρόνο μέσα σε ελάχιστο χώρο αλλά δεν τον ένοιαζε αφού είχε τον υπολογιστή του», είπε ο Χο στους New York Times. «Αν του στερούσες τον υπολογιστή, πραγματικά θα υπέφερε». Μετά τη συνάντηση ο Χο ανέλαβε να βολιδοσκοπήσει την κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ. Αν συλλάμβαναν τον Σνόουντεν θα οριζόταν εγγύηση; Υπήρχε κάποιος τρόπος να διαφύγει από τη χώρα; Ο πληροφοριοδότης δημιουργούσε ένα δίλημμα στους κυβερνώντες του Χονγκ Κονγκ. Η περιοχή ανήκει στην Κίνα, όμως ισχύει το δόγμα «μια χώρα, δύο συστήματα»· θεωρητικά διαθέτει αυτονομία, όμως το Πεκίνο διατηρεί τη γενικότερη ευθύνη για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Από τη μία οι Κινέζοι κατάσκοποι σίγουρα θα ενδιαφέρονταν να κρατήσουν τον Σνόουντεν, αν μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεκάδες χιλιάδες εξαιρετικά ευαίσθητα έγγραφα της NSA που αποκάλυπταν το εύρος και τα πρωτόκολλα των αμερικανικών παρακολουθήσεων. Από την άλλη, αν το Χονγκ Κονγκ απέρριπτε το αίτημα επαναπατρισμού, η πίεση στις σχέσεις Κίνας-Αμερικής θα ήταν μεγάλη. Ήδη οι ΗΠΑ


αύξαναν αυτή την πίεση. Μια έντονη διεθνής αντιπαράθεση θα προκαλούσε ανεπιθύμητη αναστάτωση. Υπήρχαν και άλλοι παράγοντες. Η υπόθεση Σνόουντεν ίσως έγειρε άβολα ερωτήματα στο εσωτερικό της Κίνας. Πολλοί Κινέζοι πολίτες αγνοούσαν ότι οι μυστικές τους υπηρεσίες προχωρούσαν σε παρακολουθήσεις στο εσωτερικό της χώρας, με ανεξέλεγκτες υποκλοπές τηλεφώνων, ιμέιλ και ταχυδρομείου, για να μην αναφέρουμε τη λογοκρισία. Η παραμονή του Σνόουντεν ίσως προκαλούσε μια δυσάρεστη δημόσια συζήτηση σχετικά με διαδικασίες που τώρα λάμβαναν χώρα κάτω από το τραπέζι. Το ανώτατο εκτελεστικό στέλεχος του Χονγκ Κονγκ, ο Λιουνγκ Τσουνγκ-γιν, είχε αμέτρητες συναντήσεις με τους κορυφαίους συμβούλους του, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, προσπαθώντας να αποφασίσει πώς να διαχειριστεί το ακανθώδες αίτημα των ΗΠΑ για την κράτηση του Σνόουντεν. Η πλειοψηφία της κοινής γνώμης στο Χονγκ Κονγκ ήταν υπέρ του Σνόουντεν, ενισχυμένη από ορισμένες στοχευμένες αποκαλύψεις. Στις 12 Ιουνίου ο Σνόουντεν έδωσε συνέντευξη από το κρησφύγετό του στην εφημερίδα South China Morning Post. Σε αυτήν αποκάλυψε ότι οι ΗΠΑ υπέκλεπταν εκατομμύρια ιδιωτικά γραπτά μηνύματα από την Κίνα. «Η NSA κάνει ένα σωρό πράγματα, π.χ. να παγιδεύει τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας της Κίνας προκειμένου να κλέβει τα δεδομένα των SMS», είπε στην εφημερίδα. Υποστήριξε επίσης ότι η υπηρεσία είχε επιτεθεί στο έγκυρο Πανεπιστήμιο Τσίνγκχουα, κόμβο ενός μεγάλου ψηφιακού δικτύου απ’ όπου μπορούσε να συλλέξει τα δεδομένα εκατομμυρίων Κινέζων πολιτών. Για χρόνια η Ουάσινγκτον διαμαρτυρόταν έντονα για τις βιομηχανικής κλίμακας κλοπές και παρακολουθήσεις του Πεκίνου στον κυβερνοχώρο. Σε πολυάριθμα έγγραφα η NSA και η GCHQ κατονομάζουν την Κίνα και τη Ρωσία ως τις δύο χώρες που ευθύνονται για την πλειοψηφία της κυβερνο-κατασκοπείας. Τώρα η NSA έμοιαζε να κάνει κάτι ανάλογο, σε χειρότερη μορφή. Ο Σνόουντεν μάλλον ήλπιζε πως, λόγω των διαρροών του, η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ θα αντιμετώπιζε θετικά την υπόθεσή του. Μετά την προσέγγιση των αρχών από τον Χο, ένας μεσολαβητής επικοινώνησε με τον Σνόουντεν. Μετέφερε ένα μήνυμα. Το δικαστικό σώμα του Χονγκ Κονγκ ήταν ανεξάρτητο. Και ναι, ήταν πιθανό να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή. Όμως –και το σημείο αυτό ήταν κομβικό– η κυβέρνηση δεν είχε καμία αντίρρηση να αποχωρήσει ο Σνόουντεν από τη χώρα. Ο Χο ζήτησε περαιτέρω εγγυήσεις. Είπε στην ανταποκρίτρια της Guardian στο Πεκίνο Τάνια Μπράνιγκαν, που είχε μεταβεί στο Χονγκ Κονγκ: «Μίλησα με κυβερνητικούς αξιωματούχους προκειμένου να μου επιβεβαιώσουν αν ήθελαν πραγματικά να φύγει, και, στην περίπτωση που ήθελαν πραγματικά να φύγει, αν θα φρόντιζαν για την ασφαλή διαφυγή του». Την Παρασκευή, 21 Ιουνίου η κυβέρνηση των ΗΠΑ απάγγειλε επισήμως κατηγορίες στον Σνόουντεν για κατασκοπεία. Απέστειλε επείγον αίτημα για την έκδοσή του. «Αν το Χονγκ Κονγκ δεν ενεργήσει σύντομα, θα περιπλέξει τις διμερείς μας σχέσεις και θα εγείρει ερωτηματικά για την αφοσίωση του στους κανόνες δικαίου», είπε ένας ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης Ομπάμα. Με τις νομικές επιλογές του να συρρικνώνονται διαρκώς, ο Σνόουντεν πήρε τη μοιραία


απόφαση. Θα έφευγε. Δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ένας άλλος κυνηγημένος παρακολουθούσε στενά αυτές τις εξελίξεις. Ο Τζούλιαν Ασάνζ προσπαθούσε μανιωδώς να έρθει σε επαφή με τον φυγά συμβασιούχο της NSA. Ο Ασάνζ είναι ο, κατά δήλωσή του, διευθυντής σύνταξης του WikiLeaks. Ήταν αποκλεισμένος για πάνω από ένα χρόνο στη μικρή πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο. Ο Ασάνζ είχε καταφύγει στην πολυκατοικία –Διαμέρισμα 3b, οδός Χανς Κρέσεντ, αριθμός 3– αφότου στέρεψαν οι δικές του νομικές επιλογές. Το καλοκαίρι του 2012, το ανώτατο δικαστήριο της Βρετανίας έκρινε εν ισχύ το ένταλμα έκδοσης των σουηδικών αρχών. Σύμφωνα με το δικαστήριο, ο Ασάνζ έπρεπε να εκδοθεί για να αντιμετωπίσει τις, από τον Αύγουστο του 2010, καταγγελίες ότι είχε επιτεθεί σεξουαλικά σε δύο Σουηδέζες. Ο Ασάνζ έσπευσε να καταφύγει στην πρεσβεία, ενώ του δόθηκε πολιτικό άσυλο από την αριστερή κυβέρνηση του Ισημερινού. Σε ορισμένους η κίνηση φάνηκε ακραία. Στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου ο Ούγγρος αντικαθεστωτικός Καρδινάλιος Μιντσέντι έμεινε 15 χρόνια στην πρεσβεία των ΗΠΑ. Όμως τώρα ήταν 2012, όχι 1956. Υπήρχαν ελάχιστα σημάδια κρατικής καταστολής στα ρετιρέ του Νάιτσμπριτζ στο Λονδίνο· αντί των σοβιετικών αρμάτων μάχης υπήρχαν Bentley και Ferrari. Εξαιτίας του περιορισμού του Ασάνζ, το WikiLeaks είχε καιρό να δημοσιεύσει κάτι σημαντικό. Ο Ασάνζ, όπως το έθεσε ο Ντέιβιντ Καρ των New York Times, «έμοιαζε να έχει ξεχαστεί». Τώρα, ο Ασάνζ έσπευσε να εισβάλει στο δράμα του Σνόουντεν. Οι λεπτομέρειες παραμένουν άγνωστες. Γνωρίζουμε όμως ότι οι προσεγγίσεις του έγιναν μέσω μεσολαβητών, καθώς και των δικηγόρων του στο Χονγκ Κονγκ. Προηγήθηκαν της βιντεοσκοπημένης εξομολόγησης του Σνόουντεν, ενώ εντάθηκαν ακόμη περισσότερο στη συνέχεια. Από πλευράς Ασάνζ η προσέγγιση ήταν εύλογη. Ο Σνόουντεν ήταν άλλος ένας πληροφοριοδότης κατά των ΗΠΑ που αντιμετώπιζε δυσκολίες, κατά τα φαινόμενα αντίστοιχες των δικών του. Το 2010, ο Ασάνζ είχε διαρρεύσει τα χιλιάδες διαβαθμισμένα έγγραφα που είχε υπεξαιρέσει η Αμερικανίδα οπλίτης Τσέλσι Μάνινγκ. Η δημοσίευσή τους, σε συνεργασία με την Guardian και άλλες εφημερίδες, είχε προκαλέσει παγκόσμια αναστάτωση. Η Μάνινγκ φυλακίστηκε ενώ το ανώτατο δικαστήριο άρχισε να ερευνά τον Ασάνζ σχετικά με τη διαρροή. Τα προβλήματα του Ασάνζ με τις Σουηδέζες αποτελούσαν ξεχωριστή υπόθεση, αν και ο πρώην χάκερ συχνά –και μάλιστα ηθελημένα όπως υποστηρίζουν ορισμένοι– τις συνέδεε. Όμως ο Ασάνζ μπορούσε να ισχυριστεί ότι διέθετε ειδική εμπειρία σε θέματα ασύλου. Και η υπόθεση Σνόουντεν του πρόσφερε μια ευκαιρία να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο. Ιδεολογικά, οι δυο τους είχαν πολλά κοινά: μια παθιασμένη αφοσίωση στο διαδίκτυο και στη διαφάνεια, μια ελευθεριακή φιλοσοφία στο ζήτημα των πληροφοριών και εξαιρετικές δεξιότητες στο ζήτημα της ψηφιακής θωράκισης. Ο Σνόουντεν κάποια στιγμή είχε σκεφτεί να διαρρεύσει τα αρχεία της NSA στον Ασάνζ. Το ξανασκέφτηκε όμως εξαιτίας του ρίσκου. Ο περιορισμός του Ασάνζ στην πρεσβεία στο Λονδίνο, κάτω από τη μύτη των βρετανικών αρχών και των συμμάχων της NSA, σήμαινε αναπόφευκτα ότι είχαν παγιδεύσει τις επικοινωνίες του και τον παρακολουθούσαν διαρκώς.


Ως προς την ιδιοσυγκρασία, ο Σνόουντεν δεν είχε καμία σχέση με τον Ασάνζ. Ήταν ντροπαλός, αλλεργικός στις κάμερες και δίσταζε να βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής των μέσων ενημέρωσης. Δεν αναζήτησε ούτε στιγμή τη διασημότητα. Ο κόσμος της δημοσιογραφίας τού ήταν παντελώς ξένος. Ο Ασάνζ ήταν το ακριβώς αντίθετο. Απολάμβανε τη δημόσια έκθεση. Γοητευτικός, με κυνικό χιούμορ και ευστροφία, αλλά ταυτόχρονα δύστροπος, έτοιμος ανά πάσα στιγμή για αντεγκλήσεις και οργισμένα ξεσπάσματα. Η ευμετάβλητη ιδιοσυγκρασία του Ασάνζ είχε δημιουργήσει οπαδούς όσο και εχθρούς: οι υποστηρικτές του τον έβλεπαν ως έναν ριζοσπάστη ιππότη που μαχόταν ενάντια στην κρατική μυστικοπάθεια, οι εχθροί του ως έναν ανυπόφορο ναρκισσιστή. Ο Ασάνζ κατέστρωσε ένα σχέδιο με δύο κομβικές παραμέτρους. Η πρώτη ήταν να διασφαλίσει για τον Σνόουντεν το ίδιο είδος ασύλου που είχε λάβει κι εκείνος από τον λαϊκιστή ηγέτη του Ισημερινού Ραφαέλ Κορέα, έναν από τους πολλούς αριστερούς ηγέτες της Λατινικής Αμερικής που δεν είχαν φιλικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η δεύτερη ήταν να βοηθήσει ώστε ο Σνόουντεν να καταφέρει να ταξιδέψει από το Χονγκ Κονγκ στο Κίτο. Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο λαμβάνοντας υπόψη ότι η CIA και ουσιαστικά κάθε άλλη μυστική υπηρεσία ήταν στα ίχνη του. Ο Ασάνζ ανέλαβε προσωπικά να μιλήσει στον φίλο του Φιντέλ Ναρβάες, πρόξενο του Ισημερινού στο Λονδίνο. Οι δύο είχαν αναπτύξει στενή σχέση. Στόχος ήταν να εξασφαλίσουν στον Σνόουντεν κάποιο επίσημο χαρτί – ένα προσωρινό ταξιδιωτικό έγγραφο ή ακόμη καλύτερα ένα διπλωματικό διαβατήριο που θα τον οδηγούσε άμεσα στις δροσερές, γκρίζες Άνδεις. Τελικά ο Ασάνζ έστειλε την από καιρό φίλη του Σάρα Χάρισον στο Χονγκ Κονγκ, μεταφέροντας ένα έγγραφο ασφαλούς διέλευσης ως τον Ισημερινό, υπογεγραμμένο από τον Ναρβάες. Η 31χρονη επίδοξη δημοσιογράφος και ακτιβίστρια του WikiLeaks ήταν απόλυτα έμπιστη. Πρώτη επιλογή του Σνόουντεν ως τόπος εξορίας ήταν ανέκαθεν η Ισλανδία. Πίστευε ότι το νησί διέθετε ορισμένους από τους πλέον προοδευτικούς νόμους για τα ηλεκτρονικά μέσα στον κόσμο. Όμως για να φτάσει από το Χονγκ Κονγκ στο Ρέικιαβικ σήμαινε ότι έπρεπε να περάσει από τις ΗΠΑ ή από ευρωπαϊκά κράτη που ίσως τον συλλάμβαναν βάσει του αμερικανικού εντάλματος. Από την άλλη, μπορούσε να φτάσει με ασφάλεια στον Ισημερινό μέσω Κούβας και Βενεζουέλας, που μάλλον ήταν απίθανο να υπακούσουν στις οδηγίες των ΗΠΑ. Δυστυχώς, φαίνεται πως η πτήση είχε ως ενδιάμεσο σταθμό τη Ρωσία. Ποιος είχε την ιδέα να πάει ο Σνόουντεν στη Μόσχα; Είναι το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου ρουβλίων. Ο Τίμπο, ο δικηγόρος του Σνόουντεν, δεν δίνει κάποια απάντηση. Λέει απλώς ότι η κατάσταση ήταν «περίπλοκη». Η Χάρισον λέει ότι εκείνη και ο Σνόουντεν ήθελαν να αποφύγουν την πτήση μέσω δυτικής Ευρώπης. Οι περισσότερες συνδέσεις περιλάμβαναν επίσης αλλαγή αεροσκάφους στις ΗΠΑ, κάτι που σίγουρα δεν αποτελούσε επιλογή. Ωστόσο, το δρομολόγιο του Σνόουντεν μοιάζει να φέρει τη σφραγίδα του Τζούλιαν Ασάνζ. Ο Ασάνζ έσπευδε πρώτος να επικρίνει τις ΗΠΑ και άλλα δυτικά κράτη όταν καταπατούσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όμως απέφευγε να εκφραστεί κατά των κυβερνήσεων που στήριζαν τις προσωπικές προσπάθειες αποφυγής της έκδοσής του. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Ρωσίας. Τα διπλωματικά τηλεγραφήματα των ΗΠΑ


που δημοσίευσε το WikiLeaks δημιουργούν μια ζοφερή εικόνα της Ρωσίας υπό τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Αφήνουν να εννοηθεί ότι τα όρια ανάμεσα στο Κρεμλίνο, τις ισχυρές κατασκοπικές υπηρεσίες του και το οργανωμένο έγκλημα είναι δυσδιάκριτα, με τη Ρωσία να αποτελεί ουσιαστικά ένα «σχεδόν μαφιόζικο κράτος». Κι όμως το 2011 ο Ασάνζ υπέγραψε μια επικερδή τηλεοπτική συμφωνία με το Russia Today (RT), το παγκόσμιο αγγλόφωνο προπαγανδιστικό κανάλι του Πούτιν. Αποστολή του καναλιού είναι να κατηγορεί τη Δύση για υποκρισία, ενώ παραμένει σιωπηλό για τα ελαττώματα της Ρωσίας. Η τύχη που περίμενε τα βαθιά λαρύγγια της Ρωσίας ήταν θλιβερά προφανής. Η λίστα των Ρώσων αντικαθεστωτικών δημοσιογράφων που σκοτώθηκαν κάτω από ύποπτες συνθήκες είναι μεγάλη. Περιλαμβάνει την ερευνήτρια δημοσιογράφο Άννα Πολιτόφσκαγια (που δολοφονήθηκε το 2006) και την ακτιβίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ναταλία Εστεμίροβα (που την απήγαγαν στο Γκρόζνι το 2009 και τη δολοφόνησαν). Ουσιαστικά, ο Ασάνζ αντιμετώπιζε τον κόσμο εγωκεντρικά και μανιχαϊστικά, με τις χώρες να διαιρούνται σε όσες τον υποστήριζαν (Ρωσία, Ισημερινός, Λατινική Αμερική γενικότερα) και σε όσες δεν το έκαναν (ΗΠΑ, Σουηδία και Βρετανία). Όπως το έθεσε η Τζεμάιμα Χαν, μία από τις πολλές αποκαρδιωμένες πρώην υποστηρίκτριες του WikiLeaks: «Το πρόβλημα με το Στρατόπεδο Ασάνζ είναι ότι βλέπει τον κόσμο “μαζί μας ή εναντίον μας”, όπως έλεγε και ο Τζορτζ Μπους». Την Κυριακή 23 Ιουνίου 2013, η ξερακιανή φιγούρα του Σνόουντεν, φορώντας γκρίζο πουκάμισο και κουβαλώντας σακίδιο, έφτασε στο αεροδρόμιο Τσεκ Λαπ Κοκ του Χονγκ Κονγκ. Τον συνόδευε η νεαρή εργαζόμενη στο WikiLeaks, η Σάρα Χάρισον. Το πρωινό ήταν ζεστό και υγρό. Το δίδυμο ήταν νευρικό. Πήγαν στον γκισέ της Aeroflot, έβγαλαν εισιτήρια για την πτήση SU213 για Μόσχα και στη συνέχεια ακολούθησαν τη φυσιολογική διαδικασία επιβίβασης. Ο Σνόουντεν είχε μαζί του το πάσο ασφαλούς διέλευσης που είχε εκδώσει ο Ναρβάες, ο φίλος του Ασάνζ, και του το είχε δώσει η Χάρισον. Τους παρακολουθούσαν αρκετοί Κινέζοι αστυνομικοί με πολιτικά. Για τους τυχόν παρόντες πράκτορες της CIA, η αναχώρηση σίγουρα τους δημιουργούσε εκνευρισμό. Θεωρητικά, η τολμηρή έξοδος του Σνόουντεν έπρεπε να είναι αδύνατη. Την προηγούμενη μέρα οι αρχές των ΗΠΑ είχαν ακυρώσει το αμερικανικό διαβατήριο του Σνόουντεν. Επίσης είχαν στείλει με φαξ στις αρχές του Χονγκ Κονγκ τα έγγραφα για την έκδοση του Σνόουντεν, απαιτώντας την άμεση σύλληψή του. Όμως το Χονγκ Κονγκ ισχυριζόταν ότι υπήρχαν «παρατυπίες» στα αμερικανικά έγγραφα και δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την αναχώρηση του Σνόουντεν μέχρι να διορθωθούν τα λάθη. Λίγο αργότερα, σε ύψος περίπου 40.000 ποδών, ο Σνόουντεν και η συνοδός του απολάμβαναν το πρώτο από τα δύο ζεστά γεύματα της πτήσης. Η Aeroflot προσπαθούσε σκληρά να αποτινάξει τη φήμη της σοβιετικής περιόδου για την ανύπαρκτη παροχή υπηρεσιών στους επιβάτες. Στο έδαφος επικρατούσε σκηνικό διεθνούς χάους, με τους Αμερικανούς αξιωματούχους να ανακαλύπτουν ότι ο Σνόουντεν είχε δραπετεύσει από το δίχτυ και κατευθυνόταν στη Μόσχα. Το κάθαρμα είχε ξεφύγει! Για τη μεγαλύτερη υπερδύναμη του πλανήτη, οι όχι και ιδιαίτερα αληθοφανείς νομικίστικες εξηγήσεις του Χονγκ Κονγκ ήταν ταπεινωτικές. Ο Σνόουντεν όχι μόνο είχε εξαφανιστεί αλλά έμοιαζε να


πηγαίνει κατευθείαν στην αγκαλιά των αντιπάλων της Ουάσινγκτον – στη Ρωσία, την Κούβα, τη Βενεζουέλα! Το Καπιτώλιο δεν έκρυψε την οργή του. «Κάθε ένα από αυτά τα κράτη είναι εχθρικό απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε οργισμένος ο Μάικ Ρότζερς, πρόεδρος της ελεγκτικής επιτροπής του Λευκού Οίκου. «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ οφείλει να εξαντλήσει τις νομικές επιλογές της για να τον φέρει πίσω. Όταν σκέφτεσαι τι λέει ότι θέλει και ποιες είναι οι πράξεις του, μοιάζει παράλογο». Ο γερουσιαστής των Δημοκρατικών Τσαρλς Σούμερ ήταν εξίσου δηκτικός: «Ο Βλαντιμίρ Πούτιν εμφανίζεται πάντοτε πρόθυμος να χώσει το δάχτυλο στο μάτι των Ηνωμένων Πολιτειών, είτε πρόκειται για τη Συρία, το Ιράν είτε, όπως τώρα φυσικά, για τον Σνόουντεν». Ο στρατηγός Κιθ Αλεξάντερ, διευθυντής της NSA και πρώην αφεντικό του Σνόουντεν, ήταν εξίσου δυσαρεστημένος: «[Ο Σνόουντεν] είναι σαφώς ένα άτομο που πρόδωσε την πίστη και την εμπιστοσύνη μας στο πρόσωπό του. Πρόκειται για άτομο που δεν ενεργεί, κατά τη γνώμη μου, με αγαθές προθέσεις». Ωστόσο οι Κινέζοι δεν είχαν καμία διάθεση να απολογηθούν. Αντί απάντησης, το επίσημο ειδησεογραφικό πρακτορείο Σινχουά επέκρινε σφοδρά την Αμερική για την «υποκριτική» κατασκοπεία της: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που επί χρόνια επιχειρούν να εμφανιστούν αθώες και θύματα κυβερνο-επιθέσεων, αποδεικνύεται ότι είναι ο πραγματικός κακός της υπόθεσης». Αφού ο Σνόουντεν επιβιβάστηκε με ασφάλεια στο Airbus Α330-300, ο Ασάνζ εξέδωσε ανακοίνωση. Διεκδικούσε τα εύσημα για την επιχείρηση διάσωσης. Είπε ότι το WikiLeaks είχε πληρώσει το εισιτήριο του Σνόουντεν. Όσο ήταν ακόμη στο Χονγκ Κονγκ, το WikiLeaks είχε προσφέρει επίσης στον Σνόουντεν νομικές συμβουλές. Αργότερα, σε μια συνέντευξη για την South China Morning Post, ο Ασάνζ θα παρομοίαζε τον ρόλο του με εκείνον ενός «παράνομου διακινητή ανθρώπων». Διεκδικώντας κτητικά τον Σνόουντεν ως το πιο πρόσφατο αστέρι της Ομάδας WikiLeaks, η δήλωση ανέφερε: «Ο κ. Έντουαρντ Σνόουντεν, ο Αμερικανός πληροφοριοδότης που αποκάλυψε στοιχεία ενός παγκόσμιου καθεστώτος παρακολουθήσεων με επικεφαλής τις υπηρεσίες πληροφοριών ΗΠΑ και Βρετανίας, αναχώρησε νόμιμα από το Χονγκ Κονγκ. Προορισμός του μια δημοκρατική χώρα μέσω ασφαλούς διέλευσης προκειμένου να λάβει άσυλο, ενώ συνοδεύεται από διπλωμάτες και νομικούς συμβούλους του WikiLeaks». Οι Μοσχοβίτες δημοσιογράφοι παράτησαν τις χαλαρές κυριακάτικες ασχολίες τους και έσπευσαν στον Τερματικό Σταθμό F του Διεθνούς Αεροδρομίου Σερεμέτιεβο, όπου θα άλλαζε πτήση ο Σνόουντεν. Το αεροδρόμιο πήρε το όνομά του από μία από τις διασημότερες αριστοκρατικές δυναστείες της Ρωσίας, τους Σερεμέτεβ. Οι Σερεμέτεβ υπηρέτησαν πολλούς τσάρους και έχτισαν δύο ανάκτορα στη Μόσχα, το Οστανκίνο και το Κούσκοβο. Ο κόμης Νικολάι Σερεμέτεβ ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε κρυφά την πρώτη υπηρέτριά του Πρασκόβια. Η ρομαντική σχέση γέννησε χιλιάδες λαϊκούς μύθους. Ένα μεγάλο μπουλούκι από Ρώσους και διεθνείς ανταποκριτές μαζεύτηκε μπροστά σε μια μικρή πόρτα. Από εδώ έβγαιναν οι επιβάτες από τον χώρο αφίξεων· οι πιο έξυπνοι είχαν μαζί τους φωτογραφίες του Σνόουντεν για να τις δείξουν στους συνεπιβάτες του από το Χονγκ Κονγκ. Ρώσοι πράκτορες με πολιτικά τριγυρνούσαν στον χώρο, αρνούμενοι να απαντήσουν ποια


κρατική υπηρεσία αντιπροσώπευαν, υποκρινόμενοι τους επιχειρηματίες από το Μόναχο ή τους δημοσιογράφους του κρατικού NTV. Λέγεται ότι παρούσα ήταν και μια αποστολή από τη Βενεζουέλα φουντώνοντας τις εικασίες ότι τελικός προορισμός του Σνόουντεν ήταν το Καράκας. Επίσης εμφανίστηκε ο πρέσβης του Ισημερινού, που έφτασε στο αεροδρόμιο με μία BMW της σειράς 7. Έδειχνε χαμένος και τελικά ρώτησε μια ομάδα δημοσιογράφων: «Ξέρετε πού είναι; Εδώ θα έρθει;» Ένας δημοσιογράφος απάντησε: «Νομίζαμε ότι θα ξέρετε εσείς». Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στη Μόσχα στις 5 μ.μ. τοπική ώρα, το περίμεναν ρωσικά οχήματα ασφαλείας. Από το Βιετνάμ, ο υπουργός εσωτερικών του Ισημερινού Ρικάρντο Πατίγιο έγραψε στο Twitter ότι ο Σνόουντεν είχε αιτηθεί την παροχή πολιτικού ασύλου από τη χώρα του. Πού ήταν όμως; Το πρακτορείο ειδήσεων Interfax ανακοίνωσε ότι ο Σνόουντεν είχε κλείσει θέση σε μια πτήση της Aeroflot για Κούβα την επομένη. Φαίνεται πως είχε καταφύγει στον χώρο μετεπιβίβασης του αεροδρομίου. Μια πηγή της Aeroflot ισχυρίστηκε –λανθασμένα όπως αποδείχτηκε– ότι θα περνούσε το βράδυ σε ένα μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου στον Τερματικό Σταθμό F. Τι γνώριζε το Κρεμλίνο για την άφιξη του Σνόουντεν; Ο πρόεδρος Πούτιν ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε για την παρουσία του Σνόουντεν σε μια πτήση με προορισμό τη Μόσχα δύο ώρες πριν προσγειωθεί. Παρατήρησε ότι ακυρώνοντας το διαβατήριό του, οι Αμερικανοί είχαν κάνει ένα από τα βασικά σφάλματα στον τομέα των μυστικών υπηρεσιών, καθιστώντας αδύνατη τη συνέχιση του ταξιδιού του. Με χαρακτηριστικό τρόπο, χρησιμοποιώντας ένα μίγμα σαρκασμού και ελάχιστα ειλικρινούς μεταμέλειας, ο Πούτιν χαρακτήρισε τον Σνόουντεν «ένα ανεπιθύμητο χριστουγεννιάτικο δώρο». Οι ρωσικές αρχές έδειξαν να εκπλήσσονται ειλικρινά από τον τελικό αποκλεισμό του Σνόουντεν στη Ρωσία. Ωστόσο, η συνήθως αξιόπιστη εφημερίδα Kommersant θα ισχυριζόταν ότι ο Σνόουντεν είχε περάσει κρυφά δύο μέρες στο ρωσικό προξενείο στο Χονγκ Κονγκ. Ο Σνόουντεν το αρνείται κατηγορηματικά. Ο Πούτιν αντιμετώπιζε τα βαθιά λαρύγγια με αναμφίβολα αρνητικό τρόπο. Αργότερα θα χαρακτήρισε τον Σνόουντεν ως stranniy paren – περίεργο τύπο. «Ουσιαστικά, καταδίκασε τον εαυτό του σε μια δύσκολη ζωή. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι θα κάνει στη συνέχεια», είπε. Ο Πούτιν ήταν ένας αξιωματικός της KGB που υπηρέτησε στην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία τη δεκαετία του 1980 και διετέλεσε επικεφαλής της βασικής διάδοχης υπηρεσίας της KGB, της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (FSB). Δεν συμπαθούσε τους προδότες. Το 2006 ο αντάρτης αξιωματικός της FSB Αλεξάντερ Λιτβινένκο πέθανε στο Λονδίνο δηλητηριασμένος από ραδιενεργό πλουτώνιο – μια συνωμοσία του ρωσικού κράτους σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση. Η ομερτά της KGB ήταν απόλυτη. Έπειτα από 13 χρόνια στην εξουσία ο Πούτιν ήταν παρανοϊκός, δύσπιστος, επιρρεπής στη συνωμοσιολογία τόσο για εσωτερικά όσο και για εξωτερικά ζητήματα και περισσότερο πεπεισμένος από ποτέ για τις ασύγκριτες ικανότητές του. Έβλεπε τις σχέσεις του με τη Δύση, και ειδικά με τις ΗΠΑ, υπό το πρίσμα της σοβιετικής ξενοφοβίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη θητεία του στην KGB, σίγουρα αναρωτήθηκε μήπως ο Σνόουντεν αποτελούσε μια αμερικανική άσκηση εξαπάτησης, ένα κλασσικό ψυχροπολεμικό τέχνασμα. Στην πραγματικότητα όμως, ο Σνόουντεν ήταν θείο δώρο. Αποτελούσε την τέλεια


ευκαιρία προκειμένου το Κρεμλίνο να τονίσει τα, κατά τη γνώμη του, δύο μέτρα και δύο σταθμά της Ουάσινγκτον στα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της κρατικής παρακολούθησης και της έκδοσης προσώπων. Ο Πούτιν σίγουρα ένιωσε ένα ρίγος απόλαυσης καθώς μπορούσε να ανταγωνιστεί στα ίσα την αμερικανική υπερδύναμη. Η ιδέα υπογράμμιζε την άποψή του για την επανάκαμψη της Ρωσίας ως αντίπαλου δέους των ΗΠΑ στη διεθνή σκακιέρα. Οι Αμερικάνοι έπρεπε να ικετεύσουν για να πάρουν πίσω τον Σνόουντεν! Λίγες ώρες μετά την άφιξη του Σνόουντεν, διάφορες φωνές που υποστήριζαν το Κρεμλίνο άρχισαν να προτείνουν την προσφορά ασύλου από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Την επόμενη μέρα, ο θίασος της ενημέρωσης επανέκαμψε στο Σερεμέτιεβο. Κάποιοι δαιμόνιοι ρεπόρτερ είχαν αγοράσει αεροπορικά εισιτήρια και χτένιζαν τον χώρο μετεπιβίβασης αναζητώντας κάποιο ίχνος του Σνόουντεν· ορισμένοι κατασκήνωσαν εκεί επί μέρες. Άλλοι απέκτησαν κουβανέζικη βίζα και έκλεισαν θέση στην ίδια πτήση της Aeroflot για Κούβα. Υπήρχε η γενικότερη εντύπωση ότι ο Σνόουντεν θα έπαιρνε το αεροπλάνο. Η ανταποκρίτρια της Guardian στη Μόσχα Μίριαμ Έλντερ περίμενε στην πύλη για να επιβιβαστεί. Κάτι συνέβαινε. Οι υπάλληλοι της Aeroflot ήταν πιο αγενείς απ’ το συνηθισμένο. Απαγόρευαν στα τηλεοπτικά συνεργεία να τραβάνε πλάνα του αεροσκάφους από τα παράθυρα. Τριγύρω υπήρχαν γεροδεμένοι άνδρες ασφαλείας. Η Έλντερ δεν κατάφερε να μπει στο αεροπλάνο: δεν είχε βίζα. Άλλοι δημοσιογράφοι μπήκαν μέσα κι άρχισαν να διατρέχουν τους διαδρόμους αναζητώντας τον πρόσφυγα. Ο Σνόουντεν και η Χάρισον είχαν τις θέσεις 17Α και C, δίπλα σε παράθυρο. Ο Γιούσι Νιμελάινεν, ανταποκριτής της φιλανδικής εφημερίδας Helsingen Sanomat καθόταν απέναντι στη 17F – αρκετά κοντά για να αποσπάσει μερικές λέξεις από τον πλέον καταζητούμενο άνθρωπο στον κόσμο, διασφαλίζοντας ένα πανηγυρικό πρωτοσέλιδο. Λίγα λεπτά πριν την απογείωση δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος από τον Σνόουντεν. Η θέση του ήταν άδεια. Ανέμεναν τους τελευταίους τέσσερις επιβάτες. Κι έπειτα ένας ψίθυρος εξαπλώθηκε στο αεροσκάφος. «Ne uletayet, ne uletayet!» – που στα ρωσικά σημαίνει «δεν θα πετάξει». Ο Σνόουντεν δεν θα επιβιβαζόταν. Ορισμένοι Ρώσοι δημοσιογράφοι άρχισαν εν χορώ να ζητάνε σαμπάνια. Ο φροντιστής ανακοίνωσε σοβαρά ότι στη 12ωρη πτήση για Κούβα δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση αλκοόλ: θα σέρβιραν μόνο αναψυκτικά. «Ήταν για γέλια», λέει ο Νιμελάινεν. «Στη διάρκεια του ταξιδιού παρακολούθησα τα Μάπετ. Θεώρησα ότι ταιριάζει στην περίσταση». Ο Σνόουντεν έμοιαζε παγιδευμένος στο πουθενά. Τις επόμενες βδομάδες το Κρεμλίνο υποστήριξε το παραμύθι ότι ο Σνόουντεν δεν είχε εισέλθει σε ρωσικό έδαφος –άλλωστε δεν διέθετε ρώσικη βίζα– κι ότι δεν είχαν σχέση μαζί του. Ταυτόχρονα η Μόσχα εκμεταλλευόταν όσο μπορούσε την παραμονή του. Η θέση του Σνόουντεν εξακολουθούσε να αποτελεί μυστήριο. Θεωρητικά παρέμενε στη ζώνη μετεπιβίβασης του Σερεμέτιεβο. Όμως κανείς δεν μπορούσε να τον βρει. Ίσως οι αρχές αντιμετώπιζαν τον όρο «μετεπιβίβαση» με ελαστικότητα, σαν μια χαλαρή γραμμή που σε περίπτωση ανάγκης μπορούσε να αλλάξει θέση στον χάρτη. Ίσως βρισκόταν στο καλά φρουρούμενο Νοβοτέλ του αεροδρομίου. Ή κάπου αλλού. Εξαιτίας της άφιξης του Σνόουντεν, οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας ήταν τεταμένες. Μία από τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής του Ομπάμα ήταν η «αναθέρμανση» των επαφών


με τη Μόσχα· είχαν ψυχραθεί στην περίοδο Μπους μετά τον πόλεμο του Ιράκ και την εισβολή της Ρωσίας στη φιλοαμερικανική Γεωργία. Η «αναθέρμανση» αντιμετώπιζε ήδη δυσκολίες, με διαφωνίες σε πληθώρα ζητημάτων όπως η Συρία, τα σχέδια για το αμυντικό πυραυλικό σύστημα των ΗΠΑ στην κεντρική Ευρώπη, τις αντεγκλήσεις για τη στρατιωτική δράση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη και τη φυλάκιση στις ΗΠΑ του Ρώσου εμπόρου όπλων και φερόμενου ως πρώην πράκτορα της KGB Βίκτορ Μπουτ. Ο Ομπάμα είχε προσπαθήσει να προσεγγίσει τον πρόεδρο Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, προσωρινό διάδοχο του Πούτιν, μια λιγότερο πολεμοχαρή φιγούρα. Στην πραγματικότητα ο Μεντβέντεφ δεν έδρασε ποτέ του αυτόνομα. Το 2011 ο Πούτιν τον παραγκώνισε και επέστρεψε στην προεδρία για μια τρίτη θητεία. Σε ένα τηλεγράφημα που είχε διαρρεύσει, ένας Αμερικανός διπλωμάτης ανέφερε ότι ο Μεντβέντεφ είχε τον ρόλο του Ρόμπιν δίπλα στον Μπάτμαν-Πούτιν. Η σύγκριση ενόχλησε τον Πούτιν. Αποτελούσε, είπε, παράδειγμα της αμερικανικής αλαζονείας. Τώρα ο Ομπάμα ζητούσε από τη Ρωσία να παραδώσει τον Σνόουντεν. Ο βετεράνος υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, ο πανούργος Σεργκέι Λαβρόφ, ξέφευγε έντεχνα λέγοντας ότι ο Σνόουντεν στην πραγματικότητα δεν ήταν «στη» Ρωσία και δεν είχε περάσει ποτέ τα σύνορα. Ο Πούτιν απέκλειε την έκδοση του Σνόουντεν. Επεσήμανε ότι δεν υπήρχε διμερής συμφωνία με τις ΗΠΑ. Επίσης ισχυριζόταν –αναληθώς– ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας της Ρωσίας δεν ενδιαφέρονταν για εκείνον. Δύο μέρες αργότερα ο Ομπάμα ανακοίνωσε ότι ήταν πρόθυμος να επενδύσει όσο γεωπολιτικό κεφάλαιο χρειαζόταν προκειμένου να επιστρέψει ο Σνόουντεν στις ΗΠΑ. Παρασκηνιακά, ωστόσο, η κυβέρνηση Ομπάμα έκανε τα πάντα προκειμένου να εμποδίσει τη συνέχιση του ταξιδιού του Σνόουντεν: πίεζε συμμάχους, τοποθετούσε το όνομά του σε λίστες προσώπων που απαγορεύεται να πετάξουν, προσπαθούσε να τουμπάρει τους Λατινοαμερικάνους. Ενώ αρχικά στήριζε το αίτημα του για πολιτικό άσυλο, ο Ισημερινός άρχισε ξαφνικά να τα γυρίζει. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν τηλεφώνησε στον Κορέα και του ανέφερε τις συνέπειες σε περίπτωση που ο Σνόουντεν κατέληγε στην πρωτεύουσα Κίτο. Ο Κορέα ανακάλεσε το πάσο ασφαλούς διέλευσης του Σνόουντεν λέγοντας ότι η έκδοσή του ήταν σφάλμα. Ο Ισημερινός έδειχνε επίσης ενοχλημένος με τον Ασάνζ, με τον πρέσβη του στην Ουάσινγκτον να παρατηρεί ότι το WikiLeaks έμοιαζε να «έχει το γενικό πρόσταγμα». Στις 30 Ιουνίου ο Σνόουντεν κατέθεσε αίτημα για παροχή ασύλου σε 20 χώρες. Ανάμεσά τους η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Κίνα και η Κούβα. Την επόμενη μέρα, 1η Ιουλίου, ο Σνόουντεν έβγαλε μια δήλωση μέσω WikiLeaks, την πρώτη από πολλές. Είπε ότι είχε φύγει από το Χονγκ Κονγκ «αφότου έγινε φανερό ότι η ελευθερία και η ασφάλειά μου απειλούνταν επειδή αποκάλυψα την αλήθεια» και ευχαριστούσε «φίλους νέους και παλιούς, την οικογένειά του και άλλους» για τη «συνεχιζόμενη ελευθερία» του. Στη συνέχεια ο Σνόουντεν εξαπέλυε επίθεση στον Ομπάμα επειδή χρησιμοποιούσε τον Μπάιντεν για να «πιέσει τους ηγέτες κρατών από τα οποία έχω ζητήσει άσυλο, προκειμένου να απορρίψουν το αίτημά μου». Ο πρόεδρος είχε παλιότερα υποσχεθεί να μην εμπλακεί στο όποιο διπλωματικό «πάρε-δώσε». Πλέον, ο ισχυρισμός έμοιαζε ψευδής. Ο Σνόουντεν συνέχιζε: «Αυτού του είδους η απάτη από έναν παγκόσμιο ηγέτη δεν αποτελεί πράξη δικαιοσύνης, ούτε και η έκνομη τιμωρία της εξορίας. Πρόκειται για τα


παλιά, άσχημα εργαλεία της πολιτικής επιθετικότητας. Σκοπός τους είναι να εκφοβίσουν, όχι εμένα, αλλά όσους ακολουθήσουν μετά από εμένα». Ο Λευκός Οίκος είχε υπερασπιστεί το «ανθρώπινο δικαίωμα του αιτούντος ασύλο», όμως τώρα αρνιόταν στον ίδιο αυτή την επιλογή, είπε ο Σνόουντεν και παραπονέθηκε: «Η κυβέρνηση Ομπάμα έχει πλέον υιοθετήσει τη στρατηγική της χρήσης της υπηκοότητας ως όπλου... Τελικά δεν φοβάται τους πληροφοριοδότες όπως εγώ, ο Μπράντλεϊ Μάνινγκ ή ο Τόμας Ντρέικ. Είμαστε απάτριδες, φυλακισμένοι ή ανίσχυροι. Όχι, η κυβέρνηση Ομπάμα φοβάται εσάς. Φοβάται την ενημερωμένη, οργισμένη κοινή γνώμη που απαιτεί τη συνταγματική διακυβέρνηση που της υποσχέθηκαν – και που οφείλει να υπάρχει». Η δήλωση κατέληγε: «Παραμένω σταθερά πιστός στις πεποιθήσεις μου και εντυπωσιασμένος με τις προσπάθειες τόσων πολλών». Η αναφορά στη «συνταγματική διακυβέρνηση» ήταν χαρακτηριστική του Σνόουντεν· το κίνητρό του για τις διαρροές ήταν η παραβίαση του αμερικανικού συντάγματος από την NSA. Άλλα αποσπάσματα του κειμένου, ωστόσο, θύμιζαν τον Ασάνζ σε ύποπτο βαθμό, ειδικά η φράση με το δεύτερο πληθυντικό: «Όχι, η κυβέρνηση Ομπάμα φοβάται εσάς». Ο Σνόουντεν είχε παλιότερα ζητήσει τη βοήθεια του Γκρίνγουολντ για να συντάξει το μανιφέστο του. Ο Γκρίνγουολντ είχε αρνηθεί, αν και παρέμενε ο θερμότερος δημόσιος υποστηρικτής του Σνόουντεν. Φαίνεται πως τώρα πια είχε αποκτήσει καινούριο συνεργάτη στη σύνταξη των κειμένων. Τον Τζούλιαν Ασάνζ. Στις 2 Ιουλίου το Κρεμλίνο φιλοξένησε μια διάσκεψη με τους μεγαλύτερους εξαγωγείς φυσικού αερίου. Ένας από τους συμμετέχοντες ήταν ο Ίβο Μοράλες, πρόεδρος της Βολιβίας. Ο Μοράλες, ένας αυτόχθονας Ινδιάνος που είχε δυσκολευτεί να διαβάσει τον λόγο του όταν ανέλαβε καθήκοντα, δεν συμπαθούσε τις ΗΠΑ. Σε μια συνέντευξη στην ισπανόφωνη υπηρεσία του RT, ο Μοράλες ρωτήθηκε για τον Σνόουντεν. Απαντώντας εκ του προχείρου ο πρόεδρος είπε ότι δεν είχε λάβει αίτημα παροχής ασύλου από το βαθύ λαρύγγι της NSA. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως, η Βολιβία θα το εξέταζε θετικά. Αργότερα εκείνη τη μέρα ο Μοράλες με τη συνοδεία του απογειώθηκαν από τη Μόσχα επιστρέφοντας στη χώρα τους. Έπειτα από δύο ώρες πτήσης ο κυβερνήτης ανέφερε ανησυχητικά νέα: η Γαλλία και η Πορτογαλία αρνούνταν να επιτρέψουν στο προεδρικό αεροσκάφος να χρησιμοποιήσει τον εναέριο χώρο τους. Τα νέα έγιναν ακόμη χειρότερα. Η Ισπανία και η Ιταλία αρνούνταν επίσης. Απεγνωσμένος, ο κυβερνήτης επικοινώνησε με τις αυστριακές αρχές και πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση στη Βιέννη. Τι διάολο συνέβαινε; Κάποιος από την κοινότητα των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών είχε ειδοποιήσει την Ουάσινγκτον ότι ο Μοράλες μετέφερε λαθραία τον Σνόουντεν στο αεροσκάφος του. Εξαιρετικό δείγμα αναφοράς σε πραγματικό χρόνο! Τον είχαν τσακώσει! Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι ο Σνόουντεν δεν βρισκόταν στο αεροσκάφος. Ο Λευκός Οίκος είχε στείλει σήμα κινδύνου στους Ευρωπαίους συμμάχους εξαιτίας μιας γκάφας των μυστικών υπηρεσιών. Ίσως έφταιγε κάποια έξυπνη παραπληροφόρηση από πλευράς Ρώσων. Ή η κλασσική ανικανότητα της CIA. Στη Βιέννη ο πρόεδρος της Βολιβίας και ο υπουργός άμυνας Ρουμπέν Σααβέδρα κάθονταν σε έναν καναπέ, εξοργισμένοι με το θράσος των ΗΠΑ να ταπεινώσουν ένα μικρό


ανεξάρτητο κράτος. Όταν ρωτήθηκε αν ο Σνόουντεν είχε επιβιβαστεί λαθραία στο αεροσκάφος, ο Σααβέδρα χλόμιασε: «Ψέματα είναι – απολύτως ψευδές. Και οφείλεται στην κυβέρνηση των ΗΠΑ», είπε. «Είναι εξοργιστικό. Καταχρηστικό. Παραβιάζει τις συμβάσεις και τις συμφωνίες των διεθνών αερομεταφορών». Από τα αριστερά κράτη της Λατινικής Αμερικής υπήρξαν οργισμένες αντιδράσεις. Ο αντιπρόεδρος της Βολιβίας Αλβάρο Γκαρσία ανακοίνωσε ότι ο Μοράλες είχε πέσει «θύμα απαγωγής του ιμπεριαλισμού». Η Βενεζουέλα, η Αργεντινή, ο Ισημερινός εξέδωσαν ανακοινώσεις διαμαρτυρίας. Από την αίθουσα VIP του αεροδρομίου ο Μοράλες άρχισε τα τηλεφωνήματα, για να πετύχει την άρση των απαγορεύσεων. Οι τέσσερις πιλότοι του προεδρικού αεροσκάφους κατέληξαν να κοιμούνται για λίγες ώρες στις κόκκινες δερμάτινες πολυθρόνες. Ο Μοράλες έμεινε παροπλισμένος επί 15 ώρες προτού απογειωθεί ξανά. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, καταδίκασε την αναγκαστική αλλαγή πορείας του αεροσκάφους ως «ανοιχτή πρόκληση» του «βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού». Το επεισόδιο ήταν ατιμωτικό. Στην Ουάσινγκτον το Υπουργείο Εξωτερικών παραδέχτηκε ότι είχε συζητήσει το ζήτημα των πτήσεων του Σνόουντεν με άλλα κράτη. Η αδέξια παρέμβαση των ΗΠΑ έδειχνε ότι η καρικατούρα της Αμερικής ως επιθετικού νταή έτοιμου να καταπατήσει τους διεθνείς κανόνες ήταν σε αυτή την περίπτωση απολύτως σωστή. Όμως συν τοις άλλοις έδειχνε ότι το σχέδιο του Σνόουντεν για να πάει στη Λατινική Αμερική δεν ήταν εφικτό – εκτός ίσως αν επέλεγε να ταξιδέψει λαθραία με κάποιο ρωσικό πυρηνικό υποβρύχιο. Τρεις βδομάδες μετά την άφιξη του Σνόουντεν στη Ρωσία, η Τάνια Λοκσίνα έλαβε ένα ιμέιλ. Η Λοκσίνα είναι η αναπληρώτρια διευθύντρια του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Μόσχα. Έχει δύσκολο έργο – να υπερασπίζεται τους Ρώσους πολίτες απέναντι στο εχθρικό και συχνά επιθετικό Κρεμλίνο. Μετά την επιστροφή του Πούτιν στην προεδρία τον Μάιο του 2011, το έργο της είχε δυσκολέψει ακόμη περισσότερο. Ο πρόεδρος είχε εξαπολύσει τη χειρότερη επίθεση κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά τη σοβιετική περίοδο. Και αυτό ως αντίδραση στις μαζικές διαμαρτυρίες κατά τις διακυβέρνησής του στη Μόσχα και, σε μικρότερο βαθμό, σε άλλες μεγάλες πόλεις. Οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν στα τέλη του 2011, μετά τη νοθεία στις εκλογές για τη Δούμα. Η Λοκσίνα ήταν μαχητική, ευχάριστη, με ευχέρεια λόγου σε αγγλικά και ρωσικά. Ανήκε σε μια ασυμβίβαστη ομάδα ακτιβιστών. Το ιμέιλ έμοιαζε απίστευτο. Φέροντας την υπογραφή «Έντουαρντ Τζόζεφ Σνόουντεν», ζητούσε από τη Λοκσίνα να πάει στην αίθουσα αφίξεων στο αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο. Εκεί, «κάποιος από το προσωπικό του αεροδρομίου θα σας περιμένει κρατώντας μια πινακίδα που θα γράφει G9». Μήπως ήταν φάρσα; «Η πρόσκληση, υποτίθεται από ένα από τα πλέον καταζητούμενα άτομα στον κόσμο, είχε ένα ίχνος ψυχροπολεμικού θρίλερ», έγραψε στο ιστολόγιό της. Έδινε στο μωρό της να φάει λιωμένα καρότα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να απαντήσει στα τηλεφωνήματα από μέσα ενημέρωσης απ’ όλο τον κόσμο. Όπως αποδείχθηκε η πρόσκληση ήταν αληθινή. Από την ασφάλεια του αεροδρομίου τηλεφώνησαν και ζήτησαν τον αριθμό του διαβατηρίου της. Η Λοκσίνα πήρε το τρένο για το αεροδρόμιο· στη διαδρομή, δέχτηκε τηλεφώνημα από την πρεσβεία των ΗΠΑ. Ένας Αμερικανός διπλωμάτης ήθελε να μεταφέρει ένα μήνυμα στον Σνόουντεν. Έλεγε ότι κατά


τη γνώμη της αμερικανικής κυβέρνησης δεν ήταν υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά παραβάτης που όφειλε να αναλάβει τις ευθύνες για τα εγκλήματά του. Εκείνη συμφώνησε να μεταφέρει το μήνυμα. Στο Σερεμέτιεβο η Λοκσίνα εντόπισε τον άνδρα με την επιγραφή. Τουλάχιστον 150 δημοσιογράφοι τον είχαν βρει επίσης, αναζητώντας απελπισμένα να δουν τον Σνόουντεν. «Έχω συνηθίσει στον κόσμο και έχω συνηθίσει στους δημοσιογράφους, όμως εκείνο που αντίκρισα ήταν σκέτη τρέλα: ένα κουβάρι ανθρώπων που φώναζαν, ένας χαμός από μικρόφωνα και αμέτρητες κάμερες, από τοπικά και διεθνή μέσα. Φοβήθηκα μήπως με τραυματίσουν μέσα στον πανικό», έγραψε. Ο άνδρας με την επιγραφή φορούσε μαύρο κουστούμι. Ανακοίνωσε: «Οι προσκεκλημένοι ελάτε μαζί μου». Την οδήγησε σε έναν μακρύ διάδρομο. Υπήρχαν άλλοι οχτώ προσκεκλημένοι. Ανάμεσά τους ο Ρώσος συνήγορος του πολίτη, ένας βουλευτής και άλλοι εκπρόσωποι ομάδων για τα ανθρώπινα δικαιώματα – οι περισσότερες ανεξάρτητες, όμως ορισμένες είχαν δεσμούς με το Κρεμλίνο και την υπηρεσία FSB. Η Λοκσίνα μπήκε σε ένα λεωφορείο και οδηγήθηκε σε μια άλλη είσοδο. Κι εκεί βρήκε τον Σνόουντεν, κεφάτο κατά τα φαινόμενα, με το τσαλακωμένο γκρίζο πουκάμισό του. Μαζί του ήταν η Σάρα Χάρισον. «Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πόσο νέος δείχνει – σαν κολεγιόπαιδο», έγραψε η Λοκσίνα. Επίσης υπήρχε ένας διερμηνέας. Όρθιος πίσω από ένα γραφείο, ο Σνόουντεν διάβασε μια γραπτή δήλωση, με φωνή μάλλον ψιλή και κατά στιγμές βραχνή. Έμοιαζε ντροπαλός και νευρικός· ήταν η πρώτη του δημόσια συνέντευξη τύπου. Συν τοις άλλοις ήταν πολύ περίεργη. Επί χρόνια το Κρεμλίνο επέκρινε τους οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων λέγοντας ότι είναι κατάσκοποι και λακέδες της Δύσης. Τώρα επιζητούσε την παρουσία τους. Το Κρεμλίνο επιθυμούσε να δώσει ένα πολιτικό στίγμα. Ο Σνόουντεν ξεκίνησε: «Γεια σας. Ονομάζομαι Εντ Σνόουντεν. Κάτι παραπάνω από ένα μήνα πριν είχα οικογένεια, ένα σπίτι στον παράδεισο και ζούσα πολύ άνετα. Επίσης είχα τη δυνατότητα χωρίς το οποιοδήποτε ένταλμα να αναζητώ, να κατάσχω και να διαβάζω τις επικοινωνίες σας». Συνέχισε την ανάγνωση: «Τις επικοινωνίες των πάντων οποιαδήποτε στιγμή. Είναι κάτι που σου δίνει την εξουσία να αλλάξεις τη μοίρα των ανθρώπων. Επιπλέον αποτελεί σοβαρή παραβίαση των νόμων. Η τέταρτη και η πέμπτη τροποποίηση του συντάγματος της χώρας μου, το άρθρο δώδεκα της Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αμέτρητα νομοθετήματα και συμφωνίες απαγορεύουν τέτοια συστήματα μαζικών, καθολικών παρακολουθήσεων...» Σε αυτό το σημείο ακούστηκε ένα δυνατό πιμ-παμ-πομ! Από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια ανακοίνωση σε ρωσικά και αγγλικά· ανέφερε ότι το σαλόνι της πρώτης θέσης βρισκόταν στον τρίτο όροφο, δίπλα στην πύλη 39. Ο Σνόουντεν διπλώθηκε και χαμογέλασε· το ολιγοπρόσωπο ακροατήριο γέλασε επίσης. Μόλις ξανάρχισε, άλλη μια ηχηρή ανακοίνωση τον έκοψε. «Την έχω ακούσει τόσες φορές τις τελευταίες δύο βδομάδες», είπε ο Σνόουντεν βραχνά. Η Χάρισον αστειεύτηκε ότι είχε μάθει τόσο καλά τις ανακοινώσεις που μπορούσε να τις επαναλάβει τραγουδιστά. Τα ουσιώδη ζητήματα που έθιξε ο Σνόουντεν είχαν ενδιαφέρον. Είπε ότι μυστικές δικαστικές αποφάσεις βάσει του νόμου FISA «με κάποιο τρόπο νομιμοποιούν παράνομες


πρακτικές» και «πολύ απλά διαβρώνουν τη βασική έννοια της δικαιοσύνης – ότι οφείλει να εφαρμόζεται στην πράξη». Επιπλέον συνέδεσε τις πράξεις του με τις δίκες της Νυρεμβέργης το 1945, αναφέροντας: «Τα άτομα έχουν διεθνή καθήκοντα που υπερβαίνουν τις εθνικές υποχρεώσεις της υπακοής». Και αντέκρουσε την κριτική που δεχόταν ότι είχε ηθελημένα προσπαθήσει να βλάψει ή ακόμη και να καταστρέψει ανεπανόρθωτα την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ: «Ως εκ τούτου έκανα εκείνο που θεωρούσα σωστό και ξεκίνησα μια εκστρατεία για να διορθώσω αυτή τη λανθασμένη πρακτική. Στόχος μου δεν ήταν ο πλουτισμός. Στόχος μου δεν ήταν να πουλήσω μυστικά των ΗΠΑ. Στόχος μου δεν ήταν να συνεργαστώ με ξένες κυβερνήσεις για να προστατεύσω την ασφάλειά μου. Αντίθετα, πρόσφερα όσα γνώριζα στην κοινή γνώμη, ώστε εκείνα που μας επηρεάζουν όλους να συζητηθούν δημόσια από όλους μας, και ζήτησα από τον κόσμο δικαιοσύνη. Η ηθική απόφαση να πω στην κοινή γνώμη για την κατασκοπεία που αφορά τους πάντες μού έχει στοιχίσει, όμως ήταν το σωστό και δεν μετανιώνω καθόλου». Ο Σνόουντεν ερμήνευσε την καταδίωξη του σε όλο τον κόσμο από την κυβέρνηση των ΗΠΑ ως «προειδοποίηση σε όσους άλλους σκεφτούν να μιλήσουν όπως έκανα εγώ». Οι λίστες απαγόρευσης πτήσεων, η απειλή επιβολής κυρώσεων, η «δίχως προηγούμενο ενέργεια να διατάξουν στρατιωτικούς συμμάχους να προσγειώσουν αναγκαστικά το αεροσκάφος ενός Λατινοαμερικάνου προέδρου» – όλα αυτά τα χαρακτήρισε «επικίνδυνες κλιμακώσεις». Κατόπιν εγκωμίασε τις χώρες που του είχαν προσφέρει στήριξη και άσυλο απέναντι σε «αυτή την ιστορικά δυσανάλογη επιθετικότητα». Ο Σνόουντεν ανέφερε τη Ρωσία, τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία, τη Νικαράγουα και τον Ισημερινό: «Χαίρουν της ευγνωμοσύνης και του σεβασμού μου επειδή ήταν οι πρώτες που αντιστάθηκαν στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που πραγματοποιούν οι ισχυροί εναντίον των ανίσχυρων. Έχουν κερδίσει τον σεβασμό του κόσμου επειδή αρνήθηκαν να συμβιβάσουν τις αρχές τους μπροστά στον εκφοβισμό. Στόχος μου είναι να ταξιδέψω σε κάθε μία από αυτές τις χώρες και να ευχαριστήσω προσωπικά τους λαούς και τους ηγέτες τους». Για να ακολουθήσει μια ανακοίνωση: ο Σνόουντεν είπε ότι ζητούσε πολιτικό άσυλο από τη Ρωσία. Ξεκαθάρισε ότι η κίνηση ήταν προσωρινή και αναγκαζόταν να την κάνει λόγω της κατάστασης και έως ότου κατάφερνε να ταξιδέψει στη Λατινική Αμερική. Είπε ότι ήθελε από τους ακτιβιστές να πιέσουν τις ΗΠΑ και την Ευρώπη ώστε να μην παρεμβαίνουν στις κινήσεις του. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε έπειτα από 45 λεπτά. «Ο κύριος Σνόουντεν δεν είναι φάντασμα: όντως υφίσταται», είπε αργότερα ο Γιένρι Ρέζνικ, ένας συνήγορος υπεράσπισης, όταν μαζί με τους άλλους προσκεκλημένους βρέθηκαν ξανά μπροστά στους δημοσιογράφους στον Τερματικό Σταθμό F. «Ανταλλάξαμε χειραψία. Ένιωσα το δέρμα και τα κόκαλά του», είπε στη ρωσική τηλεόραση ο Βλαντιμίρ Λούκιν, ο Ρώσος επίτροπος ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Είπε [ο Σνόουντεν] ότι σαφώς ανησυχεί για την ελευθερία των κινήσεών του, ή μάλλον για την έλλειψή της, όμως κατά τα άλλα δεν έχει παράπονα από τις συνθήκες διαβίωσης. Και πρόσθεσε: “Έχω δει χειρότερες


καταστάσεις”». Η παρατεταμένη παραμονή του Σνόουντεν στη Ρωσία ήταν ακούσια. Παγιδεύτηκε. Όμως κατέστησε την υπόθεσή του –την αφήγησή του για την ηθική εξορία και τη φυγή του– πολύ πιο περίπλοκη. Ήταν πλέον ευκολότερο για τους επικριτές να τον χαρακτηρίσουν όχι ως πολιτικό πρόσφυγα αλλά ως έναν Κιμ Φίλμπι του 21ου αιώνα – τον Βρετανό λιποτάκτη που πούλησε τη χώρα και τα μυστικά της στους Σοβιετικούς. Άλλοι επικριτές τον σύγκριναν με τον Μπέρνον Φ. Μίτσελ και τον Γουίλιαμ Χ. Μάρτιν, δύο αναλυτές της NSA που αυτομόλησαν το 1960 στη Σοβιετική Ένωση και πέρασαν δυστυχισμένοι το υπόλοιπο της ζωής τους. Οι Μάρτιν και Μίτσελ πήγαν αεροπορικώς στην Κούβα και στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε ένα σοβιετικό φορτηγό πλοίο, για να εμφανιστούν μήνες αργότερα στη Μόσχα σε μια συνέντευξη τύπου στην Ένωση Δημοσιογράφων. Εκεί αποκήρυξαν τον πρώην εργοδότη τους και αποκάλυψαν ότι οι ΗΠΑ κατασκόπευαν τους συμμάχους τους και εσκεμμένα έστελναν αεροσκάφη στον σοβιετικό εναέριο χώρο για να προκαλούν και να καταγράφουν τις εκπομπές των ρωσικών ραντάρ. Οι αναλογίες ήταν άδικες. Ο Σνόουντεν δεν ήταν προδότης. Δεν ήταν Μίτσελ, Μάρτιν ή Φίλμπι. Όμως, καλώς ή κακώς, ο 30χρονος Αμερικανός βασιζόταν πλέον στο Κρεμλίνο και τις σκοτεινές κατασκοπευτικές υπηρεσίες του για προστασία και υποστήριξη. Για όποιον γνώριζε τη Ρωσία –τις άγριες συρράξεις στην Τσετσενία, τις νοθευμένες εκλογές, το ανελέητο κυνήγι των διαφωνούντων– ένα τμήμα της ομιλίας του Σνόουντεν ακούστηκε φάλτσο. Στην περίπτωση του Σνόουντεν, η Ρωσία μπορεί να είχε αντισταθεί στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όχι όμως επειδή η ρωσική κυβέρνηση πίστευε στα ανθρώπινα δικαιώματα· δεν πίστευε. Ο Πούτιν αναφερόταν συχνά στα ανθρώπινα δικαιώματα με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Αντίθετα, έβλεπε τον Σνόουντεν ως πιόνι σε ένα νέο, ευρύτερο παιχνίδι, σαν μια χρυσή ευκαιρία να φέρει σε αμηχανία την Ουάσινγκτον, τον διαχρονικό αντίπαλο της Μόσχας. Ακριβώς μία μέρα πριν την αλλόκοτη ενημέρωση τύπου του Σνόουντεν, είχε λάβει χώρα μια από τις σουρεαλιστικότερες στιγμές στα νομικά χρονικά. Θυμίζοντας σκηνές γραμμένες από τον Γκόγκολ, η Ρωσία είχε προσαγάγει σε δίκη έναν νεκρό. Ο 37χρονος ορκωτός λογιστής Σεργκέι Μαγκνίτσκι πέθανε στη φυλακή το 2009. Ο Μαγκνίτσκι είχε ανακαλύψει τεράστια φοροδιαφυγή στο υπουργείο εσωτερικών της Ρωσίας. Οι εμπλεκόμενοι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι τον συνέλαβαν· στη φυλακή αρνήθηκαν να του παρέχουν ιατρική βοήθεια και τον βασάνισαν. Η υπόθεση είχε γίνει αντικείμενο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Κρεμλίνο και τον Λευκό Οίκο, αφότου οι ΗΠΑ και ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη απαγόρευσαν την είσοδο στους εμπλεκόμενους Ρώσους αξιωματούχους και πάγωσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο εξωτερικό. Στη θέση του κατηγορούμενου υπήρχε ένα άδειο κελί. Το θέαμα ήταν ντανταϊστικό. Μία βδομάδα μετά, ο μαχητικός ηγέτης της αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι εμφανίστηκε επίσης στο δικαστήριο. Ο Ναβάλνι, ένας δικηγόρος και μπλόγκερ κατά της διαφθοράς με σημαντική απήχηση στη μεσαία τάξη και, περιστασιακά, σκοτεινά εθνικιστικές απόψεις, ήταν ο γνωστότερος πολέμιος του Πούτιν. (Ο Πούτιν δεν καταδεχόταν καν να πει το όνομά του και αναφερόταν σ’ εκείνον υποτιμητικά ως «ο εν λόγω κύριος».) Ο Ναβάλνι καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για «κλοπή» από μια εταιρία ξυλείας. Ουσιαστικά κανείς δεν πίστεψε την κατηγορία. Η ποινή αργότερα ανακλήθηκε εξαιτίας


μιας, κατά τα φαινόμενα, εσωτερικής διαμάχης στο Κρεμλίνο. Η Ρωσία ακολουθούσε μια αυξανόμενα ζοφερή πορεία· η διαφθορά, οι εικονικές δίκες και οι πολιτικές πιέσεις στο δικαστικό σώμα αποτελούσαν στοιχεία της καθημερινότητας. Σε μια κίνηση που θύμιζε πολύ την KGB, ο Πούτιν είχε περάσει έναν νέο νόμο που απαιτούσε από όλες τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που λάμβαναν χρηματοδότηση από τη Δύση να καταγράφονται ως «ξένοι πράκτορες». Πριν τους χειμερινούς Ολυμπιακούς του 2014 που θα διεξάγονταν στο Σότσι, ένα θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας, η Δούμα είχε νομοθετήσει ενάντια στην «γκέι προπαγάνδα». Οι κινήσεις αυτές ήταν μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής στρατηγικής με την οποία ο Πούτιν απευθυνόταν άμεσα στη συντηρητική του βάση –εργάτες, συνταξιούχους, δημοσίους υπαλλήλους– αγνοώντας τη μορφωμένη και ανήσυχη μπουρζουαζία της Μόσχας. Σύμφωνα με τους ακτιβιστές που τον συνάντησαν στο Σερεμέτιεβο, ο Σνόουντεν είχε διάφορους νέους προστάτες. Ποιοι ήταν; Οι πάντες στη Μόσχα υπέθεταν πως πρόκειται για μυστικούς πράκτορες της FSB. Η FSB είναι η βασική υπηρεσία πληροφοριών της Μόσχας. Πρόκειται για οργανισμό με τεράστιους πόρους που λειτουργεί σύμφωνα με τους δικούς του μυστικούς κανόνες. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η KGB διαλύθηκε. Όμως δεν εξαφανίστηκε. Το 1995 οι περισσότερες αρμοδιότητες της KGB μεταφέρθηκαν στην καινούρια FSB. Θεωρητικά έχει τις ίδιες αρμοδιότητες με το FBI και άλλες δυτικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου – ποινικές διώξεις, έρευνες για το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία. Όμως η σημαντικότερη δουλειά της είναι η αντικατασκοπία. Ένας από τους δικηγόρους που κλήθηκε στη συνέντευξη τύπου του Σνόουντεν στις 12 Ιουνίου ήταν ο Ανατόλι Κουτσιένα. Στη συνέχεια ο Σνόουντεν έστειλε ένα ιμέιλ στον Κουτσιένα ζητώντας τη βοήθειά του. Ο Κουτσιένα απάντησε καταφατικά. Δύο μέρες μετά επέστρεψε στο Σερεμέτιεβο και είχε μια συνάντηση μακράς διάρκειας με τον Σνόουντεν. Του εξήγησε του ρωσικούς νόμους. Επίσης πρότεινε στον Σνόουντεν να εγκαταλείψει τα υπόλοιπα αιτήματα που είχε υποβάλει για παροχή ασύλου. «Δεν γνωρίζω γιατί επέλεξε εμένα», λέει ο δικηγόρος. Την επομένη ο Κουτσιένα τον επισκέφθηκε ξανά και συνέταξε την αίτηση του Σνόουντεν προς την υπηρεσία μετανάστευσης για παροχή προσωρινού ασύλου. Ξαφνικά, ο Κουτσιένα είχε αναλάβει τον ρόλο του συνηγόρου του Σνόουντεν, ενός διαύλου με τον κόσμο. «Αυτή τη στιγμή θέλει να μείνει στη Ρωσία. Έχει επιλογές. Έχει φίλους και πολλούς υποστηρικτές... Πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά», είπε στους δημοσιογράφους. Δεν είναι ξεκάθαρο για ποιο λόγο ο Σνόουντεν απευθύνθηκε στον Κουτσιένα. Όμως ο συνήγορος υπεράσπισης είχε τις κατάλληλες διασυνδέσεις. Πιστός στο Κρεμλίνο, είχε στηρίξει δημόσια την εκστρατεία του Πούτιν προκειμένου να επιστρέψει στην προεδρία το 2011. Εύσωμος, γκριζομάλλης, ανοιχτόκαρδος, ο 52χρονος Κουτσιένα είχε συνηθίσει να ασχολείται με διασημότητες. (Είχε εκπροσωπήσει πολλούς Ρώσους αστέρες, ανάμεσά τους τον φιλικό προς το Κρεμλίνο Νικίτα Μιχάλκοφ.) Όμως εκτός από τις επαφές του στην υψηλή κοινωνία, ο Κουτσιένα έχει και άλλες χρήσιμες διασυνδέσεις. Είναι μέλος του «δημόσιου επιμελητηρίου» της FSB που συνέστησε ο Πούτιν το 2006. Η αποστολή αυτού του συμβουλίου είναι νεφελώδης, λαμβάνοντας υπόψη ότι εμπλέκεται μια υπηρεσία κατασκοπείας: έχει αναλάβει να «αναπτύξει μια σχέση»


ανάμεσα στην υπηρεσία ασφαλείας και την κοινή γνώμη. Ο τότε διευθυντής της FSB Νικολάι Πατρούσεφ ενέκρινε την τοποθέτηση του Κουτσιένα· είναι ένα από τα δεκαπέντε μέλη. Συνάδελφοι δικηγόροι λένε ότι δεν είναι ακριβώς πράκτορας της FSB. Μάλλον, όπως λένε, είναι ένα «πρόσωπο του συστήματος». Άρα, ελάχιστοι πιστεύουν ότι ο Κουτσιένα ενεργεί ανεξάρτητα. Ήταν από τους ελάχιστους που έλαβαν άδεια να επισκεφθούν τον Σνόουντεν. Στις επισκέψεις του στο αεροδρόμιο κρατούσε δώρα. Ανάμεσά τους έναν ταξιδιωτικό οδηγό Lonely Planet για τη Ρωσία και έναν οδηγό για τη Μόσχα. Ο δικηγόρος επέλεξε επίσης διάφορα κλασσικά έργα, «για να μπορέσει ο Σνόουντεν να κατανοήσει τη νοοτροπία των Ρώσων»: Το Έγκλημα και τιμωρία του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, μια συλλογή διηγημάτων του Άντον Τσέχοφ και ορισμένα γραπτά του ιστορικού Νίκολαϊ Καραμζίν. Αφού διάβασε ορισμένα αποσπάσματα του Καραμζίν, ενός συγγραφέα του 19ου αιώνα που έγραψε την πρώτη αναλυτική ιστορία του ρωσικού κράτους, ζήτησε τα άπαντά του. Ο Κουτσιένα του έδωσε επίσης ένα βιβλίο για το κυριλλικό αλφάβητο ώστε να μάθει ρώσικα και του έφερε μια αλλαξιά ρούχα. Ο Σνόουντεν δεν είχε την άδεια να βγει έξω –«αναπνέει φριχτό αέρα, τον αέρα του αεροδρομίου», είπε ο Κουτσιένα– όμως παρέμενε καλά στην υγεία του. Ωστόσο, η ψυχολογική πίεση εξαιτίας της αναμονής είχε αρχίσει να τον καταβάλει. «Πραγματικά δυσκολεύεται αφού βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς προσμονής», λέει ο Κουτσιένα. «Εσωτερικά, ο Έντουαρντ είναι απολύτως ανεξάρτητος· ακολουθεί πιστά τις πεποιθήσεις του. Όσο για την αντίδραση, είναι πεπεισμένος και θεωρεί ειλικρινά ότι το έκανε πρώτ’ απ’ όλα ώστε οι Αμερικάνοι και όλος ο κόσμος να μάθουν ότι μας κατασκοπεύουν». Μόλις ο Σνόουντεν έφτασε στη Ρωσία, ένα ερώτημα άρχισε να τίθεται με αυξανόμενη ένταση: άραγε τα έγγραφα της NSA που υπέκλεψε είχαν πέσει στα χέρια των Ρώσων; Στις 24 Ιουνίου οι New York Times έγραψαν για «δύο ειδικούς από δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών» που «εργάζονταν σε μεγάλες υπηρεσίες κρατικής κατασκοπείας». Χωρίς να προσφέρουν στοιχεία, οι ειδικοί είπαν ότι κατά τη γνώμη τους η κινεζική κυβέρνηση είχε καταφέρει να αντλήσει τα στοιχεία των τεσσάρων φορητών υπολογιστών που είχε μεταφέρει ο Σνόουντεν στο Χονγκ Κονγκ. Ο Σνόουντεν αρνείται κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς, που εξαπλώθηκαν ταχύτατα. Επίσης επιμένει ότι δεν έχει παραδώσει υλικό της NSA στη Μόσχα. «Δεν έδωσα ποτέ το παραμικρό σε αυτές τις κυβερνήσεις, ούτε πήραν κάτι από του υπολογιστές μου», είπε ο Σνόουντεν στον Γκρίνγουολντ τον Ιούλιο, σε δύο συνεντεύξεις. Ο Γκρίνγουολντ υπερασπιζόταν σθεναρά τον Σνόουντεν απέναντι σε αυτές τις κατηγορίες. Ο Σνόουντεν ήταν εξαιρετικά καλός σε θέματα ψηφιακής αυτοάμυνας. Όταν εργαζόταν στη CIA και την NSA, μια από τις δουλειές του ήταν να διδάσκει τους αξιωματούχους της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και τους εργαζόμενους της CIA πώς να προστατεύουν τα δεδομένα τους σε ψηφιακά περιβάλλοντα υψηλού κινδύνου. Δίδασκε στην Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας (Defense Intelligence Agency – DIA) που διενεργεί ανωτέρου επιπέδου στρατιωτική αντικατασκοπία για λογαριασμό του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ. Παραδόξως, τώρα πια ο Σνόουντεν βρισκόταν σε εκείνο ακριβώς το εχθρικό περιβάλλον για το οποίο δίδασκε, κυκλωμένος από πράκτορες μιας ξένης υπηρεσίας πληροφοριών. Ο Σνόουντεν είχε σχετική αλληλογραφία με τον Γκόρντον Χάμφρι, τον επί δύο θητείες


πρώην Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή από το Νιου Χάμσαϊρ. Σε μια επιστολή προς τον «κύριο Σνόουντεν», ο Χάμφρι έγραψε: «Υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχετε διαρρεύσει πληροφορίες που θα έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή οποιουδήποτε πράκτορα, θεωρώ ότι πράξατε το σωστό αποκαλύπτοντας κάτι που θεωρώ ως τεράστια παραβίαση του συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών». (Ο Χάμφρι αποκάλεσε επίσης τον Σνόουντεν «θαρραλέο πληροφοριοδότη» που είχε ξεσκεπάσει την «αυξανόμενη αλαζονεία της κυβέρνησής μας».) Αξίζει να παραθέσουμε ολόκληρη την απάντηση του Σνόουντεν: Κύριε Χάμφρι Σας ευχαριστώ για τη στήριξή σας. Μακάρι περισσότεροι από τους νομοθέτες μας να ενστερνίζονταν τις αρχές σας – σε αυτή την περίπτωση οι ενέργειές μου θα ήταν περιττές. Τα μέσα ενημέρωσης έχουν διαστρεβλώσει τις ενέργειες και τις προθέσεις μου προκειμένου να αποσπάσουν την προσοχή από την ουσία των συνταγματικών παραβιάσεων και να τη στρέψουν στην προσωπικότητά μου. Δείχνουν να πιστεύουν πως κάθε σύγχρονο αφήγημα απαιτεί την ύπαρξη ενός κακού στην υπόθεση. Ίσως και να ισχύει. Ίσως σε τέτοιες περιόδους, το να αγαπάς την πατρίδα σημαίνει να είσαι μισητός από την κυβέρνησή της. Αν η ιστορία το επιβεβαιώσει, δεν θα διστάσω να αποδεχτώ αυτό το μίσος. Δεν θα διστάσω να κουβαλήσω την κατηγορία της κακοήθειας για το υπόλοιπο της ζωής μου ως δημόσιο καθήκον, επιτρέποντας σε εκείνους τους ελάχιστους κυβερνώντες που δεν τόλμησαν να το πραγματοποιήσουν μόνοι τους να με χρησιμοποιήσουν ως δικαιολογία ώστε να διορθώσουν τα κακώς κείμενα. Η πρόθεσή μου, την οποία σκιαγράφησα στην αρχή αυτής της υπόθεσης, είναι να ενημερώσω την κοινή γνώμη για αυτό που γίνεται στο όνομά της και στρέφεται εναντίον της. Παραμένω αφοσιωμένος σε αυτό. Παρόλο που οι δημοσιογράφοι και οι αξιωματούχοι ίσως δεν το πιστέψουν ποτέ, δεν έχω δώσει την παραμικρή πληροφορία που θα έβλαπτε τους ανθρώπους μας –πράκτορες ή μη– ούτε σκοπεύω να το κάνω. Επιπλέον, καμία υπηρεσία πληροφοριών –ούτε καν η δική μας– δεν έχει τη δυνατότητα να θέσει σε κίνδυνο τα μυστικά που εξακολουθώ να προστατεύω. Καθώς δεν έχει αναφερθεί στα μέσα ενημέρωσης, μία από τις ειδικότητές μου ήταν να διδάσκω στους ανθρώπους μας στην DIA πώς να φροντίζουν ώστε τέτοιου είδους πληροφορίες να μην υποκλέπτονται ακόμη και στα πλέον απειλητικά περιβάλλοντα αντικατασκοπίας (π.χ. Κίνα). Σας διαβεβαιώνω ότι δεν πρόκειται να με εξαναγκάσουν να αποκαλύψω αυτές τις πληροφορίες, ούτε καν με βασανιστήρια. Με τις ευχαριστίες μου για τις υπηρεσίες σας στο έθνος που και οι δύο αγαπάμε, Έντουαρντ Σνόουντεν Στην επιστολή θίγονται θεμελιώδη ζητήματα που ενδιαφέρουν τον Σνόουντεν: η αγάπη για την πατρίδα, το δημόσιο καθήκον, η επιθυμία για την προάσπιση του συντάγματος. Ο τόνος της ήταν μεγάθυμος και κατά στιγμές μελοδραματικός: «Αν η ιστορία το επιβεβαιώσει, δεν


θα διστάσω να αποδεχτώ...» Όμως δεν άφηνε αμφιβολία ότι ο Σνόουντεν αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο από τις εχθρικές υπηρεσίες αντικατασκοπίας και ότι είχε λάβει ακραία μέτρα για την ασφάλεια του υλικού. Ο Μπάρτον Γκέλμαν της Washington Post, ένας από τους ελάχιστους αρχικούς συνομιλητές του Σνόουντεν, λέει ότι κατά τη γνώμη του είχε φροντίσει ώστε τα δεδομένα να μην είναι προσβάσιμα. «Πιστεύω ότι ούτε καν ο ίδιος δεν μπορεί να ανοίξει τα αρχεία όσο βρίσκεται στη Ρωσία», είπε ο Γκέλμαν στο αμερικάνικο ραδιοφωνικό δίκτυο NPR. Και πρόσθεσε: «Όχι γιατί δεν διαθέτει πλέον το κλειδί. Απλώς δεν υπάρχει κάτι για να ανοίξει. Φρόντισε ώστε οι πληροφορίες κρυπτογράφησης να μην είναι προσβάσιμες ενώ βρίσκεται στη Ρωσία». Φυσικά, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το Κρεμλίνο αδιαφορούσε για το περιεχόμενο των φορητών υπολογιστών του Σνόουντεν. Η FSB ήταν ειδικευμένη στις ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις. Όπως και η προκάτοχός της, η KGB, οι διαδικασίες της περιλάμβαναν υποκλοπές, κρυφές κάμερες και παγιδεύσεις. Σε αντίθεση με την NSA, η FSB προέβαινε σε επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «επιδεικτικές». Στις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών, σκοπός ήταν να παρακολουθείς έναν στόχο χωρίς ο ίδιος να το μάθει ποτέ. Αντίθετα η FSB επιστράτευε επίσης την «demonstrativnaya slezhka», την επιδεικτική παρακολούθηση. Χρησιμοποιώντας τακτικές που τελειοποιήθηκαν στη δεκαετία του 1970 από τη Στάζι, τη μυστική αστυνομία της Ανατολικής Γερμανίας, η FSB εισέβαλλε στα σπίτια των χαρακτηριζόμενων ως εχθρών. Συνήθως επρόκειτο για Δυτικούς διπλωμάτες και ορισμένους ξένους δημοσιογράφους. Όμως η FSB είχε επίσης ηγετικό ρόλο στην καταστολή των εσωτερικών διαφωνιών, στοχοποιώντας και Ρώσους, μεταξύ άλλων και όσους εργάζονταν στις πρεσβείες των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Μια ομάδα πρακτόρων εισέβαλλε στο σπίτι του στόχου. Άφηνε ίχνη που αποδείκνυαν την παρουσία της – ανοιχτά παράθυρα, κομμένη κεντρική θέρμανση, μυστηριώδεις συναγερμούς, τηλέφωνα βγαλμένα από την πρίζα, σεξουαλικά εγχειρίδια δίπλα στο κρεβάτι. Αυτές οι μέθοδοι ψυχολογικού εκφοβισμού εντάθηκαν στη διάρκεια της δεύτερης προεδρικής θητείας του Πούτιν (2004-2008), καθώς μεγάλωνε η παράνοια του Κρεμλίνου μπροστά στην πιθανότητα μιας μεταρρυθμιστικής επανάστασης όπως η Πορτοκαλί. Το 2009 ο τότε Αμερικανός πρέσβης Τζον Μπάιερλι έστειλε ένα ειλικρινές τηλεγράφημα στο Yπουργείο Eξωτερικών των ΗΠΑ, ένα από τα χιλιάδες που στάλθηκαν από τη Ρωσία και διέρρευσαν μέσω της Τσέλσι Μάνινγκ. Έγραφε: «Ενέργειες παρενόχλησης κατά του συνόλου του προσωπικού της πρεσβείας παρουσιάζουν έξαρση τους τελευταίους μήνες, σε επίπεδο πρωτόγνωρο εδώ και πολλά χρόνια. Το προσωπικό της πρεσβείας έχει δεχτεί προσωπικές συκοφαντικές και άδικες σεξιστικές επιθέσεις στα μέσα ενημέρωσης. Μέλης της οικογένειάς τους έχουν πέσει θύματα ψυχολογικά τρομακτικών ισχυρισμών ότι οι εργαζόμενοι στην USG [Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών] σύζυγοί τους ενεπλάκησαν σε θανατηφόρα δυστυχήματα. Οι διαρρήξεις σε σπίτια είναι πλέον πιο συχνές και τολμηρές και οι ενέργειες κατά του τοπικά εμπλεκόμενου προσωπικού συνεχίζονται με ρυθμούς ρεκόρ. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες προέρχονται από την FSB». Αυτή λοιπόν ήταν η FSB. Η ειρωνεία είναι ότι οι μυστικές υπηρεσίες του Κρεμλίνου προχωρούσαν επίσης σε εκτεταμένες παρακολουθήσεις Ρώσων πολιτών, στο στυλ της NSA.


Το ρωσικό εθνικό σύστημα εξωτερικών παγιδεύσεων ονομάζεται SORM. Η KGB ανέπτυξε τα τεχνολογικά θεμέλια του SORM στα μέσα της δεκαετίας του 1980· στο ενδιάμεσο έχει εκσυγχρονιστεί για να ενσωματώσει τις ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές. Το SORM-1 συλλαμβάνει τις επικοινωνίες μέσω τηλεφώνου και κινητού, το SORM-2 τη διαδικτυακή μεταφορά δεδομένων και το SORM-3 συλλέγει δεδομένα από όλες τις επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων του περιεχομένου και των ηχογραφήσεων, και τα αποθηκεύει για μεγάλο διάστημα. Ο μηχανισμός επιτήρησης στις HΠA μπορεί να παρουσιάζει προβλήματα, όμως στη Ρωσία δεν υπήρχε καν. Τα έγγραφα του Σνόουντεν έδειχναν ότι η NSA υποχρέωνε τις εταιρίες τηλεπικοινωνιών και τους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών να δίνουν πληροφορίες για τους πελάτες τους. Οι δικαστικές εντολές από τα απόρρητα δικαστήρια καθιστούσαν νόμιμη τη διαδικασία. Οι εταιρίες μπορούσαν –όπως και έκαναν– να αμφισβητήσουν δικαστικά τις εντολές, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να τους επιτρέπεται να αποκαλύπτουν περισσότερα στοιχεία για τις απαιτήσεις των κρατικών υπηρεσιών. Στη Ρωσία οι αξιωματούχοι της FSB χρειάζονταν επίσης δικαστική εντολή για να υποκλέψουν τις συνομιλίες κάποιου. Από τη στιγμή που την έπαιρναν δεν είχαν υποχρέωση να την επιδείξουν πουθενά. Οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών δεν ενημερώνονταν. Σύμφωνα με τον Αντρέι Σολντάτοφ, ειδικό στις μυστικές υπηρεσίες της Ρωσίας, η FSB δεν είναι υποχρεωμένη να επικοινωνήσει με τον πάροχο. Αντίθετα η κατασκοπική υπηρεσία χρησιμοποιεί τον ειδικό ελεγκτή στο αρχηγείο της FSB που συνδέεται μέσω προστατευμένου καλωδίου απευθείας με τη συσκευή SORM που είναι εγκατεστημένο στο δίκτυο του παρόχου. Αντίγραφα του συστήματος βρίσκονται σε όλη τη χώρα: σε όλες τις πόλεις υπάρχουν προστατευμένα υπόγεια καλώδια που συνδέουν το τοπικό τμήμα της FSB με όλους τους παρόχους στην περιοχή. Κατ’ αυτό τον τρόπο η FSB μπορεί να υποκλέπτει εντελώς ανεξέλεγκτα τα ιμέιλ των αντικαθεστωτικών ακτιβιστών και των άλλων «εχθρών». Τα γρανάζια της ρωσικής γραφειοκρατίας γυρίζουν με αργούς ρυθμούς. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στην οκνηρία των αρχών. Ο Πούτιν ζύγιζε προσεκτικά τις πιθανές συνέπειες από τη χορήγηση ασύλου στον Σνόουντεν. Στις 24 Ιουλίου ο Κουτσιένα είπε ότι η υπόθεση του Σνόουντεν εκκρεμούσε ακόμη. Στο μεταξύ ο Σνόουντεν έπρεπε να παραμείνει στο αεροδρόμιο. Ο δικηγόρος άφηνε να εννοηθεί ότι ο Σνόουντεν σκεφτόταν πλέον να ζήσει μακροπρόθεσμα στη Ρωσία, πιθανώς αναζητώντας και εργασία. Ότι σκόπευε να μείνει στη χώρα και να «μελετήσει τον ρωσικό πολιτισμό». Φαίνεται πως είχε ήδη μάθει κάποιες ρωσικές λέξεις – «Γεια» και «Πώς είστε;» Μάλιστα είχε δοκιμάσει και το khatchapuri, το γεωργιανό τυρόψωμο. Την 1η Αυγούστου 2013 –39 μέρες μετά την άφιξή του στη Μόσχα– ο Σνόουντεν βγήκε από το αεροδρόμιο. Η Ρωσία του είχε δώσει προσωρινό άσυλο για ένα έτος. Το κρατικό κανάλι Rossiya 24 έδειξε μια φωτογραφία από την αναχώρηση του Σνόουντεν. Χαμογελούσε πλατειά, κουβαλούσε σακίδιο κι ένα μεγάλο σακβουαγιάζ, ενώ τον συνόδευε μια κατενθουσιασμένη Χάρισον. Βγαίνοντας επιτέλους από τη ζώνη μετεπιβίβασης, αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον Κουτσιένα στο πεζοδρόμιο. Ο Σνόουντεν μπήκε σε ένα γκρι αυτοκίνητο χωρίς διακριτικά. Το αυτοκίνητο έφυγε. Ο Σνόουντεν εξαφανίστηκε.


Ο Κουτσιένα έδειξε στους δημοσιογράφους ένα αντίγραφο του προσωρινού εγγράφου που επέτρεπε στον Σνόουντεν να εισέλθει κανονικά στη Ρωσία. Το όνομα «ΣΝΟΟΥΝΤΕΝ, ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΤΖΟΖΕΦ» ήταν τυπωμένο στα κυριλλικά. Υπήρχε ένα δακτυλικό αποτύπωμα και μια πρόσφατη φωτογραφία διαβατηρίου. Οι αξιωματούχοι ασφαλείας είπαν ότι ο Σνόουντεν είχε φύγει από τη ζώνη μετεπιβίβασης περίπου στις 3:30 μ.μ. τοπική ώρα. Κατά τα φαινόμενα η Ρωσία δεν είχε ενημερώσει νωρίτερα τις ΗΠΑ. Ο Κουτσιένα είπε ότι δεν θα έδινε λεπτομέρειες για τον προορισμό του Σνόουντεν αφού ήταν «ο πλέον καταζητούμενος άνθρωπος στον πλανήτη». Μια δήλωση από το WikiLeaks ανέφερε ότι ο Σνόουντεν με τη Χάρισον κατευθύνονταν προς «ασφαλή μυστική τοποθεσία». Παρέθετε μια δήλωση του Σνόουντεν: «Τις τελευταίες οκτώ βδομάδες είδαμε την κυβέρνηση Ομπάμα να μη δείχνει τον παραμικρό σεβασμό για το διεθνές ή το εσωτερικό δίκαιο, όμως στο τέλος το δίκαιο επικρατεί. Ευχαριστώ τη Ρωσική Ομοσπονδία που μου παρείχε άσυλο σύμφωνα με τους νόμους της και τις διεθνείς της υποχρεώσεις». Η αντίδραση της Αμερικής ήταν οξύτατη. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ο Ομπάμα ακύρωνε τη διμερή συνάντηση με τον Πούτιν που είχε προγραμματιστεί στη διάρκεια της διάσκεψης των G20 τον Σεπτέμβριο, την οποία φιλοξενούσε η Ρωσία στην Αγία Πετρούπολη. Ο εκπρόσωπος του προέδρου Τζέι Κάρνι είπε ότι ο Λευκός Οίκος ήταν «εξαιρετικά απογοητευμένος». Ουσιαστικά ο Κάρνι κατηγόρησε τον Σνόουντεν ότι δώριζε μυστικά των ΗΠΑ σε μια αντίπαλη δύναμη: «Η κατοχή και μόνο τέτοιου είδους εξαιρετικά ευαίσθητων διαβαθμισμένων πληροφοριών εκτός των ασφαλών τομέων είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη και ταυτόχρονα παράνομη. Όπως γνωρίζουμε, βρίσκεται στη Ρωσία εδώ και πολλές εβδομάδες. Είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένη η... αφαίρεση τέτοιων πληροφοριών από τους ασφαλείς τομείς. Δεν πρέπει να το κάνεις, δεν μπορείς να το κάνεις, είναι λάθος». Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζον ΜακΚέιν ανέλαβε να μπήξει το μαχαίρι ακόμη πιο βαθιά. Ο ΜακΚέιν, τον οποίο ο Σνόουντεν (όταν έγραφε ως TheTrueHOOHA) θαύμαζε, επέκρινε από καιρό τις προσπάθειες του Λευκού Οίκου για την «αναθέρμανση» των σχέσεων με τη Μόσχα – μια ενδοτική πολιτική που κατά την άποψη του ΜακΚέιν απλώς ενθάρρυνε τη δυσάρεστη συμπεριφορά του Πούτιν. Ο ΜακΚέιν έγραψε στο Twitter: «Ο Σνόουντεν μένει στη χώρα της διαφάνειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ώρα να ξαναπατήσουμε το κουμπί της αναθέρμανσης με τη Ρωσία». Πού πήγε ο Σνόουντεν; Η Κόκκινη Πλατεία και το Κρεμλίνο αποτελούν ένα σύνολο με ψηλά τείχη στο χρώμα της ώχρας και χρυσαφένιους ορθόδοξους πύργους. Στο βάθος της Κόκκινης Πλατείας βρίσκονται οι σουρεαλιστικοί κρεμμυδωτοί θόλοι του καθεδρικού του Αγίου Βασιλείου. Αν ανέβεις τον λόφο και περάσεις το Ξενοδοχείο Metropole και ένα άγαλμα του Καρλ Μαρξ, φτάνεις σε ένα μεγάλο, αυστηρό κτίριο με κλασσική όψη. Είναι το Λουμπλιάνκα. Παλιότερα ήταν το αρχηγείο της KGB και τώρα της FSB. Στο εσωτερικό, σίγουρα γνώριζαν την απάντηση. Στο μεταξύ οι Ρώσοι δημοσιογράφοι πιθανολογούσαν ότι ο Σνόουντεν έμενε στο προεδρικό σανατόριο κάπου κοντά στη Μόσχα. Ο χάκερ που κατέληξε βαθύ λαρύγγι είχε αποκτήσει άσυλο. Όμως όσο περισσότερο απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις τόσο ενισχυόταν η εντύπωση ότι, έστω ανεπίσημα, ήταν φυλακισμένος της FSB.


[12] Μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστη. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 12 ]

DER SHITSTORM![13] Αρχηγείο της Στάζι, Νορμάνενστρασε, Ανατολικό Βερολίνο Οκτώβριος 2013

ΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ ΓΚΡΟΥΜΠΙΤΣ: «Ο Ντράιμαν είναι καλός, ε;» ΒΙΖΛΕΡ: «Θα βάλω να τον παρακολουθούν». —Οι ζωές των άλλων, 2004

Στον χώρο υποδοχής υπάρχει το άγαλμα ενός άνδρα με υπογένειο. Είναι ο Φέλιξ Τζερζίνσκι, επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας του Λένιν. Στον τοίχο υπάρχει ένας χάρτης. Δείχνει την πρώην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ), πριν τη δραματική της κατάρρευση το 1989. Ο χάρτης χωρίζεται σε διαμερίσματα. Οι μεγάλες πόλεις σημειώνονται με έντονα γράμματα: (Ανατολικό) Βερολίνο – η πρωτεύουσα την περίοδο του κομμουνισμού, Δρέσδη, Μαγδεμβούργο, Λειψία. Το αυστηρό κτίριο στο Μπερλίν-Λίχτενμπεργκ ήταν κάποτε το αρχηγείο του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας της ΛΔΓ, μιας υπηρεσίας περισσότερο γνωστής ως Στάζι. Η Στάζι είχε δημιουργηθεί στα πρότυπα της Τσεκά του Τζερζίνσκι. Εν μέρει αποτελούσε μια υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών. Συν τοις άλλοις όμως ήταν μυστική υπηρεσία πληροφοριών και πολιτική μυστική αστυνομία. Επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες –από το 1950 ως την πτώση του Τείχους του Βερολίνου– η Στάζι διεξήγαγε μια σαρωτική εκστρατεία ενάντια στους «εχθρούς» της χώρας. Στην πλειοψηφία τους βρίσκονταν στο εσωτερικό. Δεδηλωμένος στόχος της Στάζι ήταν να γνωρίζει «τα πάντα». Στον πρώτο όροφο βρίσκεται το γραφείο του ανθρώπου που διεύθυνε αυτή την εκστρατεία, του Έριχ Μίλκε, αφεντικού της Στάζι από το 1957 ως το 1989. Κρίνοντας με τη σύγχρονη ματιά, το γραφείο του είναι διακριτικό. Υπάρχει μια άνετη πολυθρόνα, έπιπλα της δεκαετίας του 1960, ένα παλιομοδίτικο τηλέφωνο με καντράν και μια ηλεκτρική γραφομηχανή. Δίπλα υπάρχει ένα ράντζο σε περίπτωση που ο Μίλκε ήθελε να πάρει έναν υπνάκο. Εντοιχισμένο σε μία από τις ντουλάπες βρίσκεται ένα μαγνητόφωνο. Στον ίδιο όροφο υπάρχει μια μεγάλη αίθουσα συσκέψεων. Όποτε ο Μίλκε συναντούσε τους άλλους στρατηγούς της Στάζι, ηχογραφούσε τις συνομιλίες τους. Για τα δεδομένα του σοβιετικού μπλοκ, η Ανατολική Γερμανία αποτελούσε επιτυχία. Σε σχετικά σύντομο διάστημα κατάφερε να εγκαθιδρύσει το πιο επιμελές κράτος παρακολουθήσεων της ιστορίας. Ο αριθμός των πρακτόρων της Στάζι είχε αυξηθεί από 27.000 το 1950 σε 91.000 το 1989. Άλλοι 180.000 εργάζονταν ως Inoffizielle Mitarbeiter ή


ανεπίσημοι πληροφοριοδότες. Ο πραγματικός αριθμός ήταν κατά πάσα πιθανότητα μεγαλύτερος. Κατασκόπευαν φίλους, γείτονες και συγγενικά πρόσωπα. Οι σύζυγοι κατασκόπευαν τις γυναίκες τους. Όταν διαλύθηκε η ΛΔΓ, δύο στους 13 πολίτες ήταν πληροφοριοδότες. Η αγαπημένη μέθοδος της Στάζι για να καταστέλλει τις διαφωνίες ήταν οι υποκλοπές. Κοριοί, παγιδεύσεις καλωδίων, παρακολουθήσεις. Η Στάζι παρακολουθούσε 2.800 ταχυδρομικές διευθύνσεις· η υπηρεσία άνοιγε 90.000 γράμματα ημερησίως χρησιμοποιώντας ατμό. Μιλάμε για κοπιαστική εργασία. Η πλειοψηφία του όγκου των πληροφοριών που συλλέγονταν ήταν κοινότοπη, με ελάχιστη αξία για τις μυστικές υπηρεσίες. Η εκδοχή του Παλατιού των Γρίφων κατά Στάζι κατέρρευσε στις 15 Ιανουαρίου 1990, όταν εξαγριωμένοι διαδηλωτές εισέβαλαν στο συγκρότημα του Μίλκε στην Νορμάνενστρασε και έκαναν τα πάντα φύλλο και φτερό. Λαμβάνοντας υπόψη το απολυταρχικό παρελθόν της Γερμανίας –τους Ναζί κι έπειτα τους κομμουνιστές– δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν προκάλεσαν κατακραυγή. Στην πραγματικότητα ένα σχετικά καινούριο ουσιαστικό χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την αγανάκτηση της Γερμανίας για την αμερικανική κατασκοπεία: der Shitstorm. Ο συγκεκριμένος αγγλισμός καταγράφηκε στο γερμανικό λεξικό Duden τον Ιούλιο του 2013, καθώς η υπόθεση της NSA προκαλούσε θύελλες ανά τον κόσμο. Ο όρος der Shitstorm περιγράφει την εκτεταμένη και κραυγαλέα οργή που εκφράζεται στο διαδίκτυο και ειδικότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα φαντάσματα της Γκεστάπο βοήθησαν στο να μπουν όρια στο κράτος της Δυτικής Γερμανίας που λειτουργούσε δίπλα ακριβώς από τη Στάζι. Η ανάμνηση της κουλτούρας των κρατικών παρακολουθήσεων εξακολουθεί να στοιχειώνει τον ενοποιημένο διάδοχό της. Πολλά από τα εξαιρετικά πετυχημένα πρόσφατα γερμανικά φιλμ και βιβλία, όπως το Οι ζωές των άλλων –μια εύστοχη πλασματική ιστορία που διαδραματίζεται στη ΛΔΓ το 1984– ή το Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φαλάντα που διαδραματίζεται την εποχή των Ναζί, δραματοποιούν την τραυματική εμπειρία να αποτελείς θύμα κατασκοπείας. Για τους λόγους αυτούς, το δικαίωμα της ιδιωτικότητας κατοχυρώνεται από το γερμανικό σύνταγμα. Γράφοντας στην Guardian, ο Τζον Λάνκαστερ παρατήρησε ότι η νομική ιστορία της Γερμανίας εστίαζε στη κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: «Στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πολίτη και κράτους βασίζεται στην αφηρημένη έννοια των δικαιωμάτων του ατόμου, που στη συνέχεια πλαισιώνεται με βάση τα όσα χρειάζεται να κάνει η πολιτεία». (Αντίθετα, το άγραφο σύνταγμα της Βρετανίας διαφέρει και εστιάζει όχι στην ύπαρξη των αφηρημένων δικαιωμάτων αλλά στην αποκατάσταση των αδιαμφισβήτητων «σφαλμάτων».) Οι Γερμανοί εμφανίζουν μια ενστικτώδη αποστροφή για τις παρακολουθήσεις τύπου Μεγάλου Αδελφού· ακόμη και σήμερα υπάρχουν ελάχιστες κάμερες ασφαλείας στους δρόμους, σε αντίθεση με την υπερβολικά παρακολουθούμενη Βρετανία. Η Google αντιμετώπισε ευρεία αντίσταση το 2010 με αφορμή το εγχείρημα Street View (τρισδιάστατος χάρτης σε επίπεδο δρόμου)· αν κάνετε κλικ σε έναν χάρτη της Γερμανίας, ακόμη και τώρα πολλές περιοχές καλύπτονται με pixel. Η Γερμανία δημοσίευσε την πρώτη απογραφή μετά την ενοποίησή της μόλις το καλοκαίρι του 2013 – οι προηγούμενες προσπάθειες της δεκαετίας του 1980 έπεσαν θύματα μποϊκοτάζ καθώς ο κόσμος δεν


ένιωθε άνετα να δίνει τα στοιχεία του στο κράτος. Οι μέρες του Αδόλφου και των Έριχ –του Έριχ Μίλκε και του Έριχ Χόνεκερ, του κομμουνιστικού αφεντικού της ΛΔΓ– είχαν παρέλθει. Τουλάχιστον έτσι πίστευαν οι περισσότεροι Γερμανοί. Οι πρακτικές της NSA μετά την 11η Σεπτεμβρίου έκαναν το γερμανικό σύνταγμα να μοιάζει με άνοστο αστείο. Τα έγγραφα του Σνόουντεν που διέρρευσαν το 2013 αποκάλυψαν ότι η NSA κατασκοπεύει επισταμένα τη Γερμανία, ξεπερνώντας από πολλές απόψεις ακόμα και τη Στάζι. Επί 10 χρόνια η υπηρεσία είχε παγιδεύσει ως και το τηλέφωνο της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, της ισχυρότερης πολιτικού στην Ευρώπη. Η Μέρκελ μεγάλωσε στη ΛΔΓ και είχε προσωπική εμπειρία της ζωής σε ένα κράτος καθολικών παρακολουθήσεων. Από τις πολλές αστοχίες της υπηρεσίας, αυτή ήταν μάλλον η πιο άξεστη: μια πράξη θεαματικής ηλιθιότητας. Η ιστορία ξεκίνησε όταν το περιοδικό Der Spiegel με έδρα το Αμβούργο αποκάλυψε ότι η NSA σαρώνει σε τακτική βάση τις επικοινωνίες εκατομμυρίων Γερμανών. Κατά μέσο όρο σε ένα μήνα συλλέγει περίπου μισό δισεκατομμύριο τηλεφωνικές κλήσεις, ιμέιλ και SMS. Σε μια συνηθισμένη μέρα μιλάμε για 20 εκατομμύρια τηλεφωνικές κλήσεις και 10 εκατομμύρια διαδικτυακές επικοινωνίες. Σύμφωνα με το περιοδικό, την παραμονή των Χριστουγέννων του 2012 συνέλεξε περίπου 13 εκατομμύρια τηλεφωνικές κλήσεις. Υπάρχουν φορές που οι αριθμοί είναι μεγαλύτεροι. Στις 7 Ιανουαρίου 2013, η NSA είχε υπό παρακολούθηση σχεδόν 60 εκατομμύρια επικοινωνιακές συνδέσεις. Τα δεδομένα αποθηκεύονταν στο Φορτ Μιντ. Επιπλέον, η NSA εκτελούσε ένα πολύπλοκο εσωτερικό σχέδιο κατασκοπείας κατά των ξένων διπλωματικών αποστολών στις ΗΠΑ. Η παγίδευση των Κινέζων και των Ρώσων ήταν κατανοητή. Ήταν ιδεολογικοί αντίπαλοι. Όμως η NSA κατασκόπευε και τις φιλικές πρεσβείες – 38 στο σύνολο, σύμφωνα με έναν φάκελο από τον Σεπτέμβριο του 2010 που διέρρευσε. Οι στόχοι περιλάμβαναν τις αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις πρεσβείες της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας, όπως και αρκετών άλλων συμμάχων των ΗΠΑ, μεταξύ αυτών της Ιαπωνίας, του Μεξικού, της Νότιας Κορέας και της Τουρκίας. Οι κατασκοπευτικές μέθοδοι της υπηρεσίας ήταν απίστευτες. Τοποθετούσε κοριούς σε εξοπλισμό ηλεκτρονικών επικοινωνιών, παγίδευε καλώδια και σάρωνε τις μεταδόσεις χρησιμοποιώντας ειδικές κεραίες. Χρησιμοποιώντας ένα πρόγραμμα με την κωδική ονομασία DROPMIRE, η NSA έβαλε κοριό στο φαξ στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ουάσινγκτον. Επίσης στοχοποίησε το κτίριο Γιούστους Λίπσιους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη βελγική πρωτεύουσα, τις Βρυξέλλες, τόπο διεξαγωγής διασκέψεων σε ανώτατο επίπεδο και συνάντησης υπουργών. Η Γερμανία και η Γαλλία ήταν στενοί σύμμαχοι της Αμερικής και μέλη του ΝΑΤΟ. Οι κυβερνήσεις τους είχαν κοινές αξίες, στρατηγικές υποχρεώσεις και ενδιαφέροντα. Γερμανοί και Αμερικανοί στρατιώτες είναι αγωνιστεί και σκοτωθεί μαζί στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, για την NSA η Γαλλία και η Γερμανία αποτελούσαν λογικούς στόχους. Καμία από τις δύο δεν ανήκε στα Πέντε Μάτια, την αποκλειστικά αγγλόφωνη κατασκοπευτική λέσχη. Αντίθετα ήταν «τρίτες συνεργαζόμενες χώρες». Μία εσωτερική παρουσίαση της NSA σε PowerPoint αναφέρει ψυχρά: «Μπορούμε –γεγονός που συχνά κάνουμε– να στοχοποιούμε τα σήματα από τρίτες συνεργαζόμενες χώρες». Σύμφωνα με το πρόγραμμα BOUNDLESS INFORMANT, η Γερμανία ανήκει ως προς το επίπεδο των αμερικανικών


παρακολουθήσεων στην ίδια ανώτερη κατηγορία με την Κίνα, το Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία. Όταν ο Μπαράκ Ομπάμα επισκέφθηκε το Βερολίνο τον Ιούνιο του 2013, ο θόρυβος για την NSA είχε προκαλέσει μεγάλη ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας. Λόγω των αποκαλύψεων, οι Γερμανοί σχολιαστές παρομοίαζαν την NSA με την Γκεστάπο. Η σύγκριση ήταν υπερβολική. Όμως η ανησυχία που είχαν πυροδοτήσει στη Γερμανία οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν ήταν καθ’ όλα πραγματική. Ο Ομπάμα και η Μέρκελ παραχώρησαν συνέντευξη τύπου στο, σε σχήμα πλυντηρίου ρούχων, γραφείο της καγκελάριου στο Βερολίνο. Σε μικρή αλλά ιστορικά φορτισμένη απόσταση βρισκόταν το Ράιχσταγκ, με τον διάφανο θόλο του Νόρμαν Φόστερ, και η Πύλη του Βρανδεμβούργου. Ο Ομπάμα επιχείρησε να φανεί καθησυχαστικός. Δήλωσε ότι κατέκρινε τον προκάτοχό του για πολλά θέματα. Είπε ότι αντιμετώπιζε με «υγιή σκεπτικισμό» την αμερικανική κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών. Ωστόσο, έπειτα από προσεκτική εξέταση, αισθανόταν ότι τα προγράμματα παρακολούθησης διατηρούσαν την «κατάλληλη ισορροπία» μεταξύ ασφάλειας και ατομικών δικαιωμάτων. Η NSA εστίαζε «με μεγάλη ακρίβεια» στην τρομοκρατία και τα όπλα μαζικής καταστροφής: «Δεν πρόκειται για μια κατάσταση όπου ψάχνουμε τα συνηθισμένα ιμέιλ των Γερμανών πολιτών, των Αμερικανών πολιτών, των Γάλλων πολιτών ή οποιουδήποτε άλλου». Ο Ομπάμα επέμεινε ότι το σύστημα ήταν «αυστηρά οριοθετημένο». Είχε σώσει ζωές, μεταξύ άλλων και Γερμανών. Η Μέρκελ έδειξε να μην πείθεται. Αναγνώρισε ότι η ανταλλαγή πληροφοριών με τις ΗΠΑ είχε βοηθήσει στην αποτροπή μιας ισλαμικής τρομοκρατικής απόπειρας στην περιοχή Ζάουερλαντ της Γερμανίας το 2007. Ωστόσο, οι Γερμανοί ανησυχούσαν: «Ο κόσμος ανησυχεί ακριβώς για την πιθανότητα της συλλογής πληροφοριών πέραν των συνόρων». Σε μια συνέντευξη στην Guardian και άλλες ευρωπαϊκές εφημερίδες, η Μέρκελ ήταν δριμύτατη. Χαρακτήρισε το κατασκοπικό σκάνδαλο «εξαιρετικά σοβαρό»: «Η χρήση κοριών για υποκλοπές σε πρεσβείες φίλιων χωρών και σε εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αποδεκτή. Ο ψυχρός πόλεμος έχει τελειώσει. Αναμφίβολα ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας είναι απολύτως αναγκαίος... όμως εξίσου αναμφίβολα πρέπει να μη χάνεται το μέτρο». Ωστόσο, φαίνεται πως η Μέρκελ ήθελε να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση, με τον θρυλικό πραγματισμό της να επικρατεί για άλλη μια φορά. Στο μεταξύ το Der Shitstorm διογκωνόταν στα μέσα της Γερμανίας, έντυπα και διαδικτυακά. Γενικά κυριαρχούσε ένας τόνος ανησυχίας. Ο Γερμανός σοφός Χανς-Μάγκνους Έντσενσμπεργκερ επεσήμανε τη «μετάβαση σε μια μετα-δημοκρατική κοινωνία». Ο Χανς-Πίτερ Ουλ, ταγμένος συντηρητικός, αποκάλεσε το σκάνδαλο «αφυπνιστικό». Μέχρι και η δεξιά εφημερίδα Franfurter Allgemeine Zeitung ανησυχούσε. Ανέφερε ότι η δημοσίευση των αρχείων του Σνόουντεν ήταν καταλυτική προκειμένου η ελευθερία να «συνεχίσει να υπάρχει και στο μέλλον». Ωστόσο η Μέρκελ επέλεξε να υποβαθμίσει το ζήτημα στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου για τις γερμανικές γενικές εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2013, ενώ η αντιπολίτευση των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) προσπάθησε να το εκμεταλλευτεί. Η στρατηγική του SPD γύρισε μπούμερανγκ όταν αποκαλύφθηκε ότι ο Γκέρχαρντ Σρέντερ,


πρώην καγκελάριος και επικεφαλής του κόμματος, είχε εγκρίνει το 2002 μια συμφωνία ευρείας ανταλλαγής μυστικών πληροφοριών με τις ΗΠΑ. Οι απλοί Γερμανοί ήταν εκείνοι που αφέθηκαν να συνεχίσουν τις διαμαρτυρίες. Εκατοντάδες κατέβηκαν στους δρόμους με πλακάτ γεμάτα συνθήματα κατά των παρακολουθήσεων· άλλοι αναστάτωναν τις προεκλογικές ομιλίες της Μέρκελ φυσώντας τις βουβουζέλες τους. Στο Βερολίνο, μια ομάδα φορώντας μάσκες με το πρόσωπο του Σνόουντεν συγκεντρώθηκε στο Τίεργκαρντεν, δίπλα στην κλασσική στήλη της νίκης, όπου το 2008 ο Ομπάμα, ως υποψήφιος πρόεδρος, είχε πραγματοποιήσει μια αξιομνημόνευτη ομιλία περί εξωτερικής πολιτικής. Οι συμμετέχοντες κρατούσαν πανό με συνθήματα όπως «Nobama», «Τώρα έχουμε 1984» και «Όσοι θυσιάζουν την ελευθερία και την ασφάλεια δεν αξίζουν τίποτε απ’ τα δύο». Λίγο πιο κάτω, κατά μήκος της Ούντερ ντεν Λίντεν, υπήρχαν εργάτες που έχτιζαν ένα νεοκλασικό ανάκτορο στο σημείο όπου υπήρχε κάποτε το πρώην ανατολικογερμανικό κοινοβούλιο, ένα έμβλημα της κομμουνιστικής δικτατορίας. Όταν έγιναν οι εκλογές, το κύμα της πρότερης αγανάκτησης είχε υποχωρήσει. Ο Ρόλαντ Ποφάλα, ο προσωπάρχης της Μέρκελ, δήλωσε ότι η υπόθεση NSA «είχε κλείσει». Η Μέρκελ κέρδισε άνετα για τρίτη συνεχόμενη φορά, με διευρυμένη πλειοψηφία. Το καινούριο, επαναστατικό Κόμμα των Πειρατών –που τα είχε πάει καλά στις περιφερειακές εκλογές και είχε βασικό θέμα της εκστρατείας του την προστασία των δεδομένων– βυθίστηκε στο 2,2 τοις εκατό. Δεν κατάφερε να εισέλθει στο Κοινοβούλιο. Το Der Spiegel συνόψισε την πανωλεθρία με τον τίτλο «Νηνεμία αντί της σκατοθύελλας». Και ξαφνικά, τον Οκτώβριο του 2013, προέκυψε ένας καινούριος και απίστευτος ισχυρισμός: η NSA είχε παγιδεύσει το τηλέφωνο της φράου Μέρκελ! Το Der Spiegel βρήκε τον αριθμό του κινητού της σε ένα έγγραφο της NSA που διέρρευσε ο Σνόουντεν. Δίπλα στο νούμερο υπήρχαν οι λέξεις «Γερμ. Καγκελάριος Μέρκελ». Το έγγραφο S2C32 προερχόταν από τον «Τομέα Ευρωπαϊκών Κρατών» της Υπηρεσίας Ειδικής Συλλογής Στοιχείων (SCS) της NSA. Ήταν χαρακτηρισμένο ως άκρως απόρρητο. Το έγγραφο προειδοποιούσε ότι τυχόν αποκάλυψη θα επέφερε «σοβαρό πλήγμα» στις σχέσεις των ΗΠΑ με την όποια «ξένη κυβέρνηση». Το περιοδικό τηλεφώνησε στην καγκελαρία. Οι Γερμανοί αξιωματούχοι διέταξαν τη διενέργεια έρευνας. Τα ευρήματα ήταν εκρηκτικά: οι αξιωματούχοι κατέληξαν ότι κατά πάσα πιθανότητα η καγκελάριος είχε πέσει θύμα υποκλοπής από πλευράς ΗΠΑ. Γερμανικές πηγές ανέφεραν ότι η Μέρκελ ήταν έξω φρενών. Ο εκπρόσωπός της Στέφεν Ζάιμπερτ είπε ότι τέτοιου είδους πρακτικές, αν αποδεικνύονταν, ήταν «εντελώς απαράδεκτες» και δημιουργούσαν «σοβαρό ρήγμα». Εντελώς ειρωνικά, η Μέρκελ έπιασε το τηλέφωνο, πήρε τον Ομπάμα και τον ρώτησε τι στο καλό συνέβαινε. Η απάντηση του προέδρου μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια καθαρά δικανική υπεκφυγή· ο Ομπάμα τη διαβεβαίωσε ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν παγιδέψει το τηλέφωνό της ούτε θα το έκαναν μελλοντικά. Ή όπως το έθεσε ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τζέι Κάρνι: «Ο πρόεδρος διαβεβαίωσε την καγκελάριο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρακολουθούν ούτε πρόκειται να παρακολουθήσουν τις συνομιλίες της καγκελαρίου». Δεν χρειαζόταν να είσαι Αϊνστάιν για να καταλάβεις ότι ο Λευκός Οίκος δεν έλεγε κουβέντα για όσα συνέβαιναν στο παρελθόν. Προέκυψε ότι η NSA είχε παγιδέψει το τηλέφωνο της Μέρκελ από το 2002 και την πρώτη θητεία του προέδρου Μπους. Η Μέρκελ


είχε ένα προσωπικό τηλέφωνο και άλλο ένα στο γραφείο της· η υπηρεσία έβαλε κοριό στο προσωπικό της, που το χρησιμοποιούσε κυρίως με την ιδιότητά της ως επικεφαλής των Χριστιανοδημοκρατών (CDU). Οι υποκλοπές συνεχίζονταν έως και μερικές βδομάδες πριν την επίσκεψη του Ομπάμα στο Βερολίνο τον Ιούνιο του 2013. Σύμφωνα με τη Σούζαν Ράις, τη σύμβουλο εθνικής ασφαλείας του Ομπάμα, ο πρόεδρος είχε μαύρα μεσάνυχτα για την όλη πρακτική. Ήταν γνωστό ότι η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν οπαδός του «Βολικού», όπως αποκαλούν οι Γερμανοί το κινητό τους. Πράγματι, η Μέρκελ κυβερνούσε μέσω αυτού. Το κινητό της τηλέφωνο ήταν το κέντρο ελέγχου. Το 2008 σε μια διάσκεψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, το είχε χρησιμοποιήσει για να μιλήσει στον Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί· οι δυο τους είχαν ανταλλάξει γραπτά μηνύματα. Το 2009 η Μέρκελ απέκτησε ένα καινούριο κρυπτογραφημένο έξυπνο κινητό. Φαίνεται ότι η NSA κατάφερε να παρακάμψει την κρυπτογράφηση. Πάντως αν ο πρόεδρος δεν γνώριζε για την παγίδευση, τότε ποιος το γνώριζε; Η παράνομη αυτή πρακτική μπορεί να πρόσφερε στις ΗΠΑ κάποια πλεονεκτήματα στις διπλωματικές διασκέψεις και ορισμένες γνώσεις για τον τρόπο σκέψης φίλων και εχθρών. Όμως, καθώς οι αποκαλύψεις έπαιρναν τη μορφή χιονοστιβάδας και προκαλούσαν διπλωματικές κρίσεις στην Ευρώπη, το Μεξικό και τη Βραζιλία, ήταν λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν άξιζε τον κόπο. Το βέβαιο είναι ότι οι πρακτικές αυτές προκαλούσαν τρομακτική ζημιά στην παγκόσμια φήμη των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα έδειχνε να απομονώνεται όλο και περισσότερο στη διεθνή σκηνή, ενώ περιέργως έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται τον θυμό των συμμάχων του. Ο άνθρωπος που είχε γοητεύσει την επιτροπή των βραβείων Νόμπελ μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν ο πρόεδρος Μπους, τώρα πια ήταν αντιδημοφιλής. Οι Ευρωπαίοι δεν τον συμπαθούσαν. «Ο Μπαράκ Ομπάμα δεν είναι ο κάτοχος του βραβείου Νόμπελ ειρήνης. Είναι ένας ταραχοποιός», έγραψε ο Ρόμπερτ Ρόσμαν στην Suddeutsche Zeitung. Στο εξώφυλλό του, το περιοδικό Stern χαρακτήριζε τον Ομπάμα Der Spitzel – ο πληροφοριοδότης. Ακόμη πιο βασανιστικό ήταν το γεγονός ότι άνθρωποι που επίσης είχαν βραβευτεί με Νόμπελ στράφηκαν εναντίον του. Περισσότεροι από 500 από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του κόσμου προειδοποιούσαν ότι το εύρος των μαζικών παρακολουθήσεων που αποκάλυψε ο Σνόουντεν είχε υπονομεύσει τη δημοκρατία και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα σε ολόκληρο τον πλανήτη. «Στις σκέψεις τους, στο προσωπικό τους περιβάλλον και στις επικοινωνίες τους, όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να μην τους παρακολουθούν και να μην τους ενοχλούν», ανέφερε η ανακοίνωση. Οι υποκλοπές από τα κράτη και τις επιχειρήσεις είχαν καταστήσει αυτό το βασικό δικαίωμα «άκυρο και κενό», πρόσθετε. Ωχ! Για έναν πρόεδρο αλλά και διανοούμενο όπως ο Ομπάμα, το χαστούκι αυτό σίγουρα πόνεσε. Οι υπογράφοντες την ανακοίνωση αποτελούσαν την αφρόκρεμα των γραμμάτων, μεταξύ αυτών και πέντε βραβευμένοι με το Νόμπελ λογοτεχνίας, ο Γκίντερ Γκρας, ο Ορχάν Παμούκ, ο Τζ. Μ. Κούτσι, η Ελφρίντε Γέλινεκ και ο Τόμας Τράνστρεμερ – καθώς και αμέτρητοι άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς από την Αλβανία ως τη Ζιμπάμπουε. Η υπόθεση της NSA μετατρεπόταν σε κανονική καταστροφή στον τομέα της εξωτερικής


πολιτικής για μια προεδρία που ήδη έμοιαζε σχεδόν αποκομμένη από την πραγματικότητα. Ο διπλωματικός συντάκτης της Guardian Τζούλιαν Μπόρτζερ έγραψε: «Με κάθε διαρροή, η δύναμη της αμερικανικής γοητείας μοιάζει να αιμορραγεί, κινδυνεύοντας να παρασύρει και τη δύναμη της επιβολής... Για έναν ξένο ηγέτη, δεν υπάρχει τίποτα πιο προσωπικό από το να ανακαλύπτει το κινητό του τηλέφωνο παγιδευμένο από ένα κράτος που έως τότε θεωρούσε ουσιαστικό φίλο και σύμμαχο». Η καταιγίδα που ξέσπασε εξαιτίας του παγιδευμένου κινητού της Μέρκελ έφτασε στη Γαλλία την ίδια βδομάδα, όταν η Le Monde δημοσίευσε περαιτέρω δυσάρεστους ισχυρισμούς για τις παρακολουθήσεις της NSA. Η Der Shitstorm μετατράπηκε σε la tempête de merde. Χρησιμοποιώντας υλικό που της έδωσε ο Γκρίνγουολντ, η εφημερίδα αποκάλυψε ότι η NSA πραγματοποιούσε μαζικές παρακολουθήσεις και στη Γαλλία. Οι αριθμοί ήταν απίστευτοι. Σε μια περίοδο 30 ημερών, από τις 10 Δεκεμβρίου 2012 ως τις 8 Ιανουαρίου 2013, η NSA είχε σαρώσει τα δεδομένα 70,3 εκατομμυρίων τηλεφωνικών κλήσεων στη Γαλλία. Σύμφωνα με την εφημερίδα, η NSA πραγματοποιούσε καθημερινά περίπου 3 εκατομμύρια υποκλοπές δεδομένων στη Γαλλία – με 7 εκατομμύρια στις 24 Δεκεμβρίου 2012 και στις 7 Ιανουαρίου 2013. Μεταξύ 28 και 31 Δεκεμβρίου δεν έγινε καμία υποκλοπή. Άραγε οι πράκτορες της NSA έκαναν διακοπές; Τα έγγραφα δεν το διευκρινίζουν. Προέκυπταν ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας της NSA. Η κατασκοπεία κατά της Γαλλίας φέρει την κωδική ονομασία US-985D. Η Γερμανία έχει τους δικούς της κατασκοπευτικούς κωδικούς, US-987LA και US-987LB. Τα προγράμματα περιλαμβάνουν το DRTBOX (για τη συλλογή δεδομένων) και το WHITEBOX (για την καταγραφή περιεχομένου). Περαιτέρω μυστικά ακρωνύμια χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις παρακολουθήσεις των Γάλλων διπλωματών στις ΗΠΑ. Για την Ιταλία η εικόνα δεν αλλάζει. Η Υπηρεσία Ειδικής Συλλογής Στοιχείων που κατασκόπευε τη Μέρκελ είχε παγιδέψει και την ιταλική ηγεσία, από τους προξενικούς «χώρους» στη Ρώμη και το Μιλάνο. Εκατομμύρια ιταλικά μεταδεδομένα σαρώνονταν. Η αντίδραση της γαλλικής κυβέρνησης έγινε σε δύο επίπεδα. Από τη μία υπήρξε το συχνά επαναλαμβανόμενο τώρα πια τελετουργικό: ο Αμερικανός πρέσβης στο Παρίσι, ο Τσαρλς Ρίβκιν, κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις. Ο Φρανσουά Ολάντ, ο πρόεδρος της χώρας που αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα, τηλεφώνησε στον Ομπάμα για να διαμαρτυρηθεί, ενώ ο υπουργός εξωτερικών Λοράν Φαμπιούς χαρακτήρισε την υπόθεση «απολύτως απαράδεκτη». «Προφανώς υπάρχει ανάγκη για την τήρηση των κανόνων ως προς τις νέες τεχνολογίες επικοινωνίας», είπε ο υπουργός εσωτερικών Μανουέλ Βαλς. Όμως η γαλλική αντίδραση ήταν ηπιότερη συγκρινόμενη με εκείνη της Γερμανίας – παραπέμποντας περισσότερο σε θυμό παρά σε οργή. Τον Ιούνιο ο Ολάντ απείλησε να αναστείλει τις υπερατλαντικές εμπορικές συνομιλίες, συνολικά όμως η αντίδρασή του ήταν χλιαρή, με τη ρητορική του να απευθύνεται κυρίως στους ψηφοφόρους στο εσωτερικό της χώρας. Μια εφημερίδα, η Le Parisien, έγραψε ότι η αντίδραση γινόταν «με το γάντι». Όλοι γνώριζαν ότι η Γαλλία είχε τη δική της κατασκοπευτική επιχείρηση και ήταν πρωτοπόρος στον τομέα της βιομηχανικής κατασκοπείας. Κυρίως όμως, το Παρίσι ήθελε να διατηρήσει τις καλές σχέσεις με την Ουάσινγκτον. Ωστόσο, οι Γάλλοι πολιτικοί έδειξαν να εκπλήσσονται ειλικρινά με το εύρος των παρακολουθήσεων από πλευράς NSA.


Οι ΗΠΑ έδιναν πια την ίδια απάντηση στους ανήσυχους συμμάχους ανά τον κόσμο. Ο Λευκός Οίκος έλεγε ότι τα ερωτήματα που έθετε η Γαλλία και οι υπόλοιποι δυσαρεστημένοι Ευρωπαίοι ήταν «εύλογα», προσθέτοντας ότι η Ουάσινγκτον επανεξέταζε «τον τρόπο συλλογής πληροφοριών» ώστε να υπάρχει «πραγματική ισορροπία» μεταξύ ασφάλειας και ιδιωτικότητας. Από την άλλη η Κέιτλιν Χέιντεν, η εκπρόσωπος τύπου του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, δήλωσε: «Οι ΗΠΑ συλλέγουν πληροφορίες αντικατασκοπίας όπως και όλα τα άλλα κράτη». Με άλλα λόγια, «εμείς σας κατασκοπεύουμε κι εσείς μας κατασκοπεύετε. Ξεκολλάτε». Ο διευθυντής των μυστικών υπηρεσιών Τζέιμς Κλάπερ –ο άνθρωπος που παραπλάνησε το Κογκρέσο– είπε ότι η Le Monde είχε λάθος στοιχεία. Ο Κλάπερ αρνήθηκε ότι η NSA είχε μαγνητοφωνήσει 70,3 εκατομμύρια τηλεφωνικές κλήσεις των Γάλλων. Δεν ανέφερε λεπτομέρειες αλλά άφηνε να εννοηθεί ότι η NSA σάρωνε απλώς τα μεταδεδομένα. Υπαινίχθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις, πίσω από τις παρακολουθήσεις στην Ευρώπη βρίσκονταν οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών. Με άλλα λόγια οι Ευρωπαίοι ήταν υποκριτές. Είχε δίκιο ο Κλάπερ; Η απάντηση –ως ένα βαθμό– ήταν καταφατική. Οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών κατασκόπευαν επίσης, χρησιμοποιώντας όμως λιγότερους πόρους από την NSA. Συνεργάζονταν στενά με την κοινότητα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, και μάλιστα επί δεκαετίες. Για παράδειγμα, η εσωτερική μυστική υπηρεσία της Γερμανίας, η BND, μοιραζόταν πληροφορίες με το Φορτ Μιντ, μεταξύ άλλων και μεταδεδομένα, ενώ είχε δώσει αντίγραφα των δύο ψηφιακών κατασκοπικών συστημάτων της, Mira4 και Veras. Ο Σνόουντεν είχε επισημάνει αυτές τις στενές σχέσεις, λέγοντας στον δημοσιογράφο και ακτιβιστή για την ελευθερία του διαδικτύου Τζέικομπ Άπλμπαουμ ότι η NSA ήταν «κάτω από την ίδια στέγη» με τους Γερμανούς και «τα περισσότερα άλλα δυτικά κράτη». Η έκταση αυτής της συνεργασίας προκαλούσε σύγχυση. Μια διαφάνεια του BOUNDLESS INFORMANT που έδωσε ο Γκρίνγουολντ στη νορβηγική εφημερίδα Dagbladet αφήνει να εννοηθεί ότι η NSA σαρώνει καθημερινά 1,2 εκατομμύρια νορβηγικές τηλεφωνικές κλήσεις. Όμως, η στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών της Νορβηγίας λέει ότι η διαφάνεια είχε παρερμηνευτεί. Έλεγε ότι η ίδια η Νορβηγία συνέλεγε τις κλήσεις από το Αφγανιστάν και τις προωθούσε στο Φορτ Μιντ. Ωστόσο, ο ισχυρισμός μοιάζει να μην επαληθεύεται από τη διαφάνεια της NSA που έχει υπότιτλο: «Το εγχείρημα δεν σταματάει ούτε στιγμή». Ξεκαθαρίζει ότι η συλλογή μεταδεδομένων με τη χρήση του προγράμματος γίνεται κατά μιας χώρας και όχι από αυτήν. Υπάρχουν ξεχωριστές διαφάνειες για κάθε χώρα, ανάμεσά τους για τη Νορβηγία και το Αφγανιστάν. Η ευρύτερη εικόνα ήταν προφανής. Και ανησυχητική. Με ή χωρίς αρωγή, η NSA σάρωνε τις επικοινωνίες όλου του κόσμου. Ένα έγγραφο που είδαν στη Le Monde ανέφερε ότι μεταξύ 8 Φεβρουαρίου και 8 Μαρτίου 2013 η NSA συνέλεξε 124,8 δισεκατομμύρια τηλεφωνικά δεδομένα και 97,1 δισεκατομμύρια δεδομένα από υπολογιστές. Οι αριθμοί αφορούσαν ολόκληρο τον πλανήτη. Στο κύριο άρθρο η εφημερίδα σημείωνε ότι οι νέες τεχνολογίες είχαν δημιουργήσει τον πλανήτη του «Μεγάλου Αδελφού». Δεν υπήρχε βραβείο για όποιον μάντευε ποιος είχε τον ρόλο της νέμεσης του Γουίνστον Σμιθ. Βασική αποστολή της NSA ήταν η εθνική ασφάλεια. Θεωρητικά τουλάχιστον. Όμως


φτάνοντας στα τέλη του 2013, οι επιχειρήσεις συλλογής στοιχείων της υπηρεσίας έμοιαζαν να στοχεύουν σε κάτι πολύ πιο απλό – την παγκόσμια επικράτηση. Κατά τα φαινόμενα η Μέρκελ δεν αποτελούσε τον μόνο ξένο ηγέτη με τηλέφωνο παγιδευμένο από την NSA. Ένα υπόμνημα της NSA του 2006 που δημοσίευσε η Guardian ανέφερε ότι η υπηρεσία είχε παγιδεύσει τουλάχιστον 35 ηγέτες από όλο τον κόσμο. Η υπηρεσία είχε απευθυνθεί σε άλλα τμήματα «πελατών» όπως ο Λευκός Οίκος, το Yπουργείο Eξωτερικών και το Πεντάγωνο προκειμένου να μοιραστούν τις «ατζέντες» τους, προσθέτοντας τους τηλεφωνικούς αριθμούς ξένων ηγετών στο σύστημα παρακολουθήσεων της NSA. Ένας ιδιαίτερα πρόθυμος αξιωματούχος έδωσε 200 τηλεφωνικούς αριθμούς, μεταξύ αυτών και των 35 ηγετών. Η NSA έσπευσε να τους «αναθέσει» προς παρακολούθηση. Κατόπιν η NSA στοχοποίησε και άλλους ηγέτες, όπως την πρόεδρο της Βραζιλίας Ντίλμα Ρούσεφ και τον Μεξικανό ομόλογό της Ενρίκε Πένια Νιέτο. Επιφανειακά η ανάθεση ήταν περίεργη καθώς και οι δύο χώρες διατηρούσαν καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Ο προκάτοχος της Ρούσεφ, ο αριστερός λαϊκιστής Λουίζ Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα είχε ενοχλήσει την Ουάσινγκτον προσκαλώντας στη χώρα του τον τότε πρόεδρο του Ιράν Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Ωστόσο, μετά την ανάληψη των καθηκόντων της το 2011, η Ρούσεφ είχε προσπαθήσει να βελτιώσει τις σχέσεις με τον Λευκό Οίκο. Κράτησε αποστάσεις από την Τεχεράνη και υποδέχτηκε τον Ομπάμα που παλιότερα είχε ακυρώσει το ταξίδι του στη Βραζιλία. Η NSA αδιαφορούσε για τις θετικές εξελίξεις· οι Αμερικανοί κατάσκοποι ενδιαφέρονταν για τις ιδιωτικές σκέψεις της Ρούσεφ. Μια διαφάνεια της NSA που είχε στην κατοχή του το Der Spiegel δείχνει ότι οι αναλυτές κατάφεραν να αποκτήσουν πρόσβαση στα μηνύματα της Ρούσεφ. Όπως ανέφερε το Spiegel, το Φορτ Μιντ ερευνούσε «τις μεθόδους επικοινωνίας και τους στενούς συνεργάτες της προέδρου της Βραζιλίας Ντίλμα Ρούσεφ και των βασικών συμβούλων της». Επίσης ανακάλυψε και άλλους «υψηλής αξίας στόχους» στο στενό της περιβάλλον. Πέρα από την παγίδευση δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών, η NSA είχε στοιχοποιήσει κρυφά και τη σημαντικότερη επιχείρηση της χώρας, την κρατική πετρελαϊκή εταιρία Petrobas. Η Petrobas είναι μία από τις 30 μεγαλύτερες εταιρίες στον κόσμο. Με την πλειοψηφία των μετοχών να ανήκει στο κράτος, αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για τη βραζιλιάνικη κυβέρνηση. Αναπτύσσει την εκμετάλλευση αρκετών τεράστιων νέων κοιτασμάτων σε μια περιοχή στα βάθη του Ατλαντικού. Φάκελοι που έδωσε ο Γκρίνγουολντ στο βραζιλιάνικο ειδησιογραφικό πρόγραμμα Fantastico δείχνουν ότι η NSA κατάφερε να παραβιάσει το εικονικό ιδιωτικό δίκτυο της Petrobas. Τα κατάφερε χρησιμοποιώντας ένα μυστικό πρόγραμμα με την κωδική ονομασία BLACKPEARL. Άλλοι στόχοι του BLACKPEARL είναι το δίκτυο Swift για τις παγκόσμιες τραπεζικές συναλλαγές, το γαλλικό υπουργείο εξωτερικών και η Google. Ένα άλλο έγγραφο της GCHQ με τίτλο «εκμετάλλευση δικτύων» υπαινίσσεται ότι Βρετανία και Αμερική στοχοποιούν τακτικά τα ιδιωτικά δίκτυα των ενεργειακών κολοσσών, των οικονομικών οργανισμών, των αεροπορικών εταιριών και των ξένων κυβερνήσεων. Αναμενόμενα, η Ρούσεφ δυσαρεστήθηκε με την κατασκοπεία της NSA, θεωρώντας ότι παραβιάζει κατάφωρα την ανεξαρτησία της Βραζιλίας. Ο Λευκός Οίκος απάντησε στις


διαμαρτυρίες της με γενικότητες· ακολούθησε ανάλογη τακτική με τις περιπτώσεις της Γερμανίας και της Γαλλίας. Τον Σεπτέμβριο η Ρούσεφ ανακοίνωσε την ακύρωση της επίσημης επίσκεψής της στην Ουάσινγκτον που ήταν προγραμματισμένη για τις 23 Οκτωβρίου. Ο Ομπάμα τηλεφώνησε στη Ρούσεφ σε μια μάταιη προσπάθεια να τη μεταπείσει. Λόγω έλλειψης μιας «έγκαιρης έρευνας... δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για την πραγματοποίηση του ταξιδιού», δήλωσε η βραζιλιάνικη κυβέρνηση. Στην καλύτερη περίπτωση, οι δραστηριότητες της NSA στη Βραζιλία έμοιαζαν ιδιαίτερα αντισυναδελφικές. Στη χειρότερη, φάνταζαν ως ένα απερίφραστο παράδειγμα βιομηχανικής κατασκοπείας, ακριβώς το είδος της οικονομικής κατασκοπείας που καταδίκαζαν σφόδρα οι ΗΠΑ όποτε το εφάρμοζαν οι Κινέζοι ή οι Ρώσοι. Η NSA είπε ότι η περίπτωσή της διέφερε, δηλώνοντας στη Washington Post: «Η υπηρεσία δεν πραγματοποιεί οικονομική κατασκοπεία σε κανένα επίπεδο, ούτε στον κυβερνοχώρο». Σε μια μάλλον οδυνηρή ανακοίνωση ο Κλάπερ επέμεινε ότι οι ΗΠΑ δεν έκλεβαν εμπορικά μυστικά από ξένες οντότητες για να τα δίνουν στις αμερικανικές εταιρίες προσφέροντάς τους ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Όμως η ασαφής υπεράσπιση των στόχων της NSA δεν κατάφερε να κατευνάσει τη Ρούσεφ. Σε μια οξύτατη ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη τον Σεπτέμβριο, η πρόεδρος είπε ότι το αμερικανικό «παγκόσμιο δίκτυο ηλεκτρονικής κατασκοπείας», που είχε πλέον αποκαλυφθεί, προκαλούσε την οργή όλου του κόσμου. Είπε ότι μια τέτοιου είδους «ανάμειξη» αποτελούσε προσβολή για φίλιες χώρες, παραβιάζοντας τους διεθνείς νόμους. Η Ρούσεφ ειρωνεύτηκε την ιδέα ότι αυτό βοηθούσε την NSA να πολεμήσει την τρομοκρατία. «Η Βραζιλία γνωρίζει πώς να προστατεύσει τον εαυτό της», είπε. Αν μη τι άλλο, ο νότιος γείτονας των ΗΠΑ, το Μεξικό, αποτελούσε αντικείμενο ακόμη μεγαλύτερων παρεμβάσεων. Σύμφωνα με το Der Spiegel, η NSA είχε οργανώσει μια εξεζητημένη κατασκοπευτική εκστρατεία εναντίον του προέδρου Νιέτο και του φιλοαμερικανού προκατόχου του Φελίπε Καλντερόν. Ένα ειδικό τμήμα της NSA, η Υπηρεσία Ευέλικτης Πρόσβασης (Tailored Access Operations – TAO), εκτελούσε αυτή την ευαίσθητη αποστολή. Τον Μάιο του 2010, η ΤΑΟ κατάφερε να παραβιάσει τον σέρβερ με τα στοιχεία του ιμέιλ του προέδρου Καλντερόν. Και άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου της χώρας χρησιμοποιούσαν ιμέιλ με κατάληξη από την ίδια διαδικτυακή διεύθυνση. Η NSA ήταν ενθουσιασμένη. Μπορούσε πλέον να διαβάσει τις «διπλωματικές και οικονομικές επικοινωνίες και τις επικοινωνίας της ηγεσίας», προσφέροντας τη δυνατότητα της «σε βάθος κατανόησης του πολιτικού συστήματος και της εσωτερικής σταθερότητας του Μεξικού». Η επιχείρηση ονομαζόταν FLATLIQUID. Δύο χρόνια μετά η NSA επανήλθε· σύμφωνα με το TV Globo της Βραζιλίας, είχε καταφέρει να διαβάζει τα προσωπικά ιμέιλ του Πένια Νιέτο, όσο ακόμα ήταν υποψήφιος για την προεδρία. Βασικός στόχος των μυστικών επιχειρήσεων της Αμερικής στο Μεξικό ήταν η παρακολούθηση των καρτέλ των ναρκωτικών. Ένα μυστικό έγγραφο από τον Απρίλιο του 2013 που είχε στη διάθεσή του το Der Spiegel αναφέρει τις προτεραιότητες της Ουάσινγκτον από το 1 (υψηλές) ως το 5 (χαμηλές). Το εμπόριο ναρκωτικών του Μεξικού είναι στο 1· η ηγεσία, οι στρατιωτικές δυνατότητες και οι διεθνείς εμπορικές σχέσεις στο 3· το ζήτημα της αντικατασκοπίας βρίσκεται στο 4. Με μια άλλη επιχείρηση τον Αύγουστο του 2009, η NSA


κατάφερε να παραβιάσει τους λογαριασμούς ιμέιλ κορυφαίων αξιωματούχων της γραμματείας δημόσιας τάξης του Μεξικού, αποσπώντας χρήσιμες πληροφορίες για συμμορίες ναρκωτικών και «ζητήματα διπλωματίας». Με ποιο τρόπο γίνεται η κατασκοπεία; Κατά τα φαινόμενα, η NSA παρακολουθεί το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας του Μεξικού μέσω ενός προγράμματος ονόματι EVENINGEASEL. Σε αυτό εμπλέκεται το παράρτημα της NSA στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, σε συνεργασία με τους σταθμούς παρακολούθησης στην πόλη του Μεξικού και στην Μπραζίλια. Οι πηγές της υπηρεσίας είναι εντυπωσιακές. Το 2012, στις αρχές του καλοκαιριού, φοβούμενη ότι ο Νιέτο σκεφτόταν να μειώσει τους πόρους για την καταπολέμηση των καρτέλ, η NSA εστίασε στο κινητό του, όπως και στα τηλέφωνα «εννέα από τους στενότερους συνεργάτες του». Το λογισμικό ξεχώρισε τις σημαντικότερες επαφές του Νιέτο· και αυτές τέθηκαν υπό παρακολούθηση, σύμφωνα με το Der Spiegel. Στις αρχές του 2014 ήταν φανερό πως οι συνέπειες από τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν ήταν πολύ σοβαρότερες από εκείνες του WikiLeaks. Η δημοσίευση μυστικών διπλωματικών τηλεγραφημάτων των ΗΠΑ από όλο τον κόσμο στα τέλη του 2010 είχε όντως αντίκτυπο. Μια χούφτα Αμερικανοί πρεσβευτές αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν· άλλοι μετατέθηκαν· τα τηλεγραφήματα τροφοδότησαν την Αραβική Άνοιξη, αποκρυσταλλώνοντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τα διεφθαρμένα καθεστώτα της Τυνησίας, της Λιβύης και της Αιγύπτου. Δεν ήταν αρνητικές όλες οι συνέπειες. Παραδόξως, η υπόληψη του διπλωματικού σώματος των ΗΠΑ ενισχύθηκε. Οι Αμερικανοί διπλωμάτες συνολικά εμφανίζονταν ως ευφυείς, ηθικοί και σκληρά εργαζόμενοι. Ορισμένοι διέθεταν μέχρι και λογοτεχνικό ταλέντο. Ωστόσο, με τα αρχεία του Σνόουντεν οι συνέπειες ήταν βαθύτερες. Υπήρχε η αίσθηση ότι, σταδιακά και όχι πάντοτε συνεκτικά, συνέβαινε μια αλλαγή στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων – καθώς ο πλανήτης προσπαθούσε να χωνέψει το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν κατασκόπευαν μόνο τους ξένους ηγέτες αλλά και ολόκληρους πληθυσμούς κρατών. Το ερώτημα –για τους Ευρωπαίους συμμάχους και τις αντίπαλες απολυταρχικές δυνάμεις– ήταν πώς να αντιδράσουν. Η NSA έδειχνε να μην αντιμετωπίζει και τόσο φιλικά τους στενούς συμμάχους των ΗΠΑ παρά τις κοινές αξίες και τους ιστορικούς δεσμούς. Μάλλον τους έβλεπε ως «φιλεχθρούς», εν μέρει φίλους, εν μέρει εχθρούς. Υπήρχαν διάφορες τάσεις. Ως επακόλουθο της κρίσης με το κινητό της, η Μέρκελ ζήτησε τη δημιουργία νέου κανονιστικού πλαισίου για την κατασκοπεία μεταξύ συνεργατών. Στα αρχικά στάδια της υπόθεσης Σνόουντεν η NSA και η BND προσπάθησαν να τα βρουν μεταξύ τους. Τώρα η Μέρκελ και ο Ολάντ ζητούσαν να υπάρξει μια νέα διατλαντική συμφωνία κατά της κατασκοπείας μεταξύ συμμάχων, ως το τέλος του 2013. Η Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν το ελεύθερο να προσυπογράψουν αυτόν τον κώδικα συμπεριφοράς που θα ρύθμιζε τη συμπεριφορά των υπηρεσιών ασφαλείας και συλλογής πληροφοριών. Στο μεταξύ η Μέρκελ απαιτούσε να λάβει απαντήσεις – τομέας στον οποίο η κυβέρνηση Ομπάμα ήταν φειδωλή. Ειδικότερα ήθελε να μάθει ποιο σκοπό εξυπηρετούσαν οι επιχειρήσεις παρακολούθησης της NSA κατά των Γερμανών. Επιπλέον υπήρχαν αναπάντητα ερωτήματα ως προς την προσωπική της υπόθεση. Ποιος την είχε εγκρίνει; Με ποια αιτιολογία;


Τα έγγραφα έδειχναν ότι οι ΗΠΑ και ο Βρετανός συνεργάτης τους, η GCHQ, χρησιμοποιούσαν τις πρεσβείες τους στο εξωτερικό ως σταθμούς παρακολούθησης των κυβερνήσεων που τις φιλοξενούσαν. Ειδικά στο Βερολίνο, η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν θρασύτατη: η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Πάριζερ Πλατς απέχει μερικές εκατοντάδες μέτρα από το κοινοβούλιο και το γραφείο της Μέρκελ. Από εκεί, η NSA και η CIA μπορούν να κατασκοπεύσουν ολόκληρη την κυβερνητική συνοικία. Το Spiegel βάφτισε την κεραία που προβάλλει από τη στέγη της πρεσβείας «Das Nest» (η φωλιά). Η ιστορία επαναλαμβανόταν και αλλού. Το 2010 η NSA διέθετε είκοσι κατασκοπευτικούς σταθμούς σε πρεσβείες σε όλο τον κόσμο. Δεκαεννιά βρίσκονταν σε ευρωπαϊκές πόλεις, μεταξύ άλλων σε Παρίσι, Μαδρίτη, Ρώμη, Πράγα και Γενεύη – όπου είχε εργαστεί ο Σνόουντεν για λογαριασμό της CIA. Οι Αμερικανοί είχαν επίσης έναν τέτοιο σταθμό στη Φρανκφούρτη. Και άλλα μέλη των Πέντε Ματιών είχαν τα δικά τους κατασκοπευτικά προγράμματα. Ένα έγγραφο του Σνόουντεν που δημοσιοποίησαν από κοινού η Guardian Αυστραλίας και ο Αυστραλιανός Οργανισμός Ραδιοτηλεόρασης αποκάλυπτε ότι η κατασκοπευτική υπηρεσία της Αυστραλίας υπέκλεπτε τον πρόεδρο της Ινδονησίας Σουσίλο Μπαμπάνγκ Γιουτζόνο, τη σύζυγό του Άνι, τους υπουργούς και τους συμβούλους του. Οι άκρως απόρρητες διαφάνειες προέρχονται από το υπουργείο άμυνας της Αυστραλίας και την Αυστραλιανή Διεύθυνση Σημάτων. Φέρει ημερομηνία Νοέμβριος 2009. Στο μεταξύ μια άλλη διαρροή δείχνει ότι η NSA κατασκόπευε 25 αρχηγούς κρατών που παραβρέθηκαν σε μια διάσκεψη των G20 το 2010 στο Τορόντο. Η μυστική επιχείρηση εκτελέστηκε από την αμερικανική πρεσβεία στην Οτάβα. Η μυστική υπηρεσία του Καναδά, ο Οργανισμός Ασφαλείας Επικοινωνιών Καναδά (Communications Security Establishment Canada – CSEC), είχε συμμετάσχει ενεργά. Όπως στην περίπτωση της Γερμανίδας, του Μεξικανού και της Βραζιλιάνας ομολόγου του, ο πρόεδρος της Ινδονησίας εξοργίστηκε με τη διόλου φιλική συμπεριφορά της γειτονικής Αυστραλίας. Υποβάθμισε τις διπλωματικές σχέσεις με την Καμπέρα και διέκοψε τη συνεργασία σε τομείς όπως η διακίνηση μεταναστών με πλοία. Ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας Τόνι Άμποτ αρνήθηκε να ζητήσει συγγνώμη. Ούτε και επιβεβαίωσε αν είχαν πραγματοποιηθεί υποκλοπές. Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση στην Αυστραλία θύμιζε απογοητευτικά την αντίστοιχη στη Βρετανία, με ορισμένους πολιτικούς αλλά και εφημερίδες ιδιοκτησίας του Μέρντοχ να επιτίθενται στα μέσα ενημέρωσης που δημοσιοποίησαν την υπόθεση. Στην Ευρώπη, οι δυσαρεστημένοι πολιτικοί προσπαθούσαν να καταλήξουν σε μια κοινή αντίδραση για τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν. Το θέμα κυριάρχησε σε μια διάσκεψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες. Η Μέρκελ είπε στους υπόλοιπους Ευρωπαίους ηγέτες ότι το βασικό ζήτημα δεν ήταν το κινητό της αλλά εκείνο που αντιπροσώπευε – «τα κινητά εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών». Οι Γερμανοί πολιτικοί ζήτησαν τη διακοπή των εμπορικών συνομιλιών με τις ΗΠΑ έως ότου ο Λευκός Οίκος δώσει πλήρεις απαντήσεις. Υπήρξαν φωνές που ζήτησαν να ληφθεί κατάθεση από τον Σνόουντεν στη Μόσχα. Και να του προσφέρουν άσυλο, κάτι που η Μέρκελ είχε αρνηθεί. Η διάσκεψη έφερε τη Βρετανία σε δύσκολη θέση. Ο Ντέιβιντ Κάμερον βρέθηκε αντιμέτωπος με συγκαλυμμένες επικρίσεις. Αρνήθηκε να πει αν η GCHQ εμπλεκόταν στις υποκλοπές σε ανώτατο επίπεδο ή αν είχε δει απομαγνητοφωνημένα στοιχεία από το κινητό


της καγκελάριου Μέρκελ. Κατά πάσα πιθανότητα η NSA μοιραζόταν με την GCHQ όσα στοιχεία συνέλεγε. Μάλιστα είναι πιθανό οι υποκλοπές να διενεργούνταν από το Μένγουιθ Χιλ, τον ευρωπαϊκό κόμβο της NSA στο Βόρειο Γιόρκσιρ. Ο Κάμερον απλώς υπερασπίστηκε τους «γενναίους κατασκόπους» της Βρετανίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε αυστηρότερους κανόνες για το απόρρητο των δεδομένων. Στόχος του ήταν να σταματήσει τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνέλεγαν εταιρίες όπως η Google, η Yahoo και η Microsoft από το να καταλήξουν στους σέρβερ της NSA. Η πρόταση, μια ξεκάθαρη αντίδραση στο πρόγραμμα PRISM, οραματιζόταν να περιορίσει την παροχή πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε χώρες εκτός Ένωσης. Επίσης πρότεινε οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να έχουν το δικαίωμα να σβήνουν τα ψηφιακά τους αρχεία από το διαδίκτυο, καθώς και μεγάλα πρόστιμα για όσες εταιρίες παραβίαζαν τους κανόνες. Τα μέτρα είχαν αποσυρθεί από την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2012, κατόπιν πιέσεων από τις ΗΠΑ. Η Αμερική υποστήριζε ότι οι συγκεκριμένοι κανόνες έβλαπταν την επιχειρηματικότητα. Η Σίλικον Βάλεϊ συμφωνούσε. Όμως οι κατηγορίες για τις κατασκοπευτικές μεθόδους της NSA είχαν σκληρύνει τη στάση στο ευρωπαϊκό στρατόπεδο, δίνοντας ώθηση σε όσους ζητούσαν μεταρρυθμίσεις. (Τελικά η Βρετανία έσπευσε να διασώσει τις ΗΠΑ, με τον Κάμερον να πείθει τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναβάλουν τη θέσπιση νέων κανόνων ως το 2015.) Η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν ήταν μέρος μιας ευρύτερης τάσης για την «απο-αμερικανοποίηση» του διαδικτύου. Ήδη το 2012, χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και αρκετά κράτη της Μέσης Ανατολής είχαν κάνει κινήσεις ώστε να θέσουν τον κυβερνοχώρο υπό μεγαλύτερο εσωτερικό έλεγχο. Τώρα, οι Ευρωπαίοι και οι Λατινοαμερικάνοι ακολουθούσαν ανάλογη πορεία. Η Βραζιλία και η Γερμανία συνεργάστηκαν για τη σύνταξη ενός ψηφίσματος που θα ερχόταν προς ψήφιση στην ολομέλεια των Ηνωμένων Εθνών και θα έθετε όρια στις κατασκοπευτικές επιχειρήσεις της NSA. Ο νέος πιασάρικος όρος ήταν η «κυβερνο-ανεξαρτησία». Κοινός στόχος των δυσαρεστημένων συμμάχων της Αμερικής ήταν να δυσκολέψουν την πρόσβαση της NSA στα εθνικά δεδομένα. Για απολυταρχικά καθεστώτα όπως εκείνο της Ρωσίας, υπήρχε ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Ο ευρύτερος κρατικός έλεγχος του διαδικτύου διευκόλυνε την κατασκοπεία κατά των πολιτών της και τη φίμωση των διαφωνούντων. Η πιο ακραία αντίδραση ήρθε από τη Βραζιλία. Τον Οκτώβριο η Ρούσεφ ανακοίνωσε τα σχέδια της για τη δημιουργία ενός νέου υποθαλάσσιου καλωδίου που θα συνέδεε τη Νότια Αμερική με την Ευρώπη. Θεωρητικά, αυτό θα απέκλειε τις ΗΠΑ και θα δυσκόλευε την NSA να σαρώνει πληροφορίες από τη Βραζιλία. Η πρόεδρος σκεφτόταν επίσης την προώθηση νόμων που θα ανάγκαζαν την Google και άλλους τεχνολογικούς κολοσσούς των ΗΠΑ να αποθηκεύουν τα δεδομένα των Βραζιλιάνων χρηστών σε τοπικούς σέρβερ. Στο μεταξύ, χιλιάδες ομοσπονδιακοί υπάλληλοι έλαβαν εντολή να χρησιμοποιούν μια μορφή κρυπτογραφημένου ιμέιλ. Η εφαρμογή της πολιτικής επιταχύνθηκε μετά τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν. Ορισμένοι ειδικοί αμφισβητούσαν την αποτελεσματικότητα των αντιδράσεων της Βραζιλίας. Επεσήμαναν ότι, εκτός και αν η Βραζιλία δημιουργούσε έναν ανταγωνιστή της


Google, η NSA θα κατάφερνε τελικά να συλλέγει τα δεδομένα της – έστω και με τη συνδρομή δικαστικής εντολής. Σε κάθε περίπτωση, οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν έμοιαζαν να έχουν πυροδοτήσει τη «βαλκανοποίηση» του διαδικτύου, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του διευθύνοντα συμβούλου της Google Έρικ Σμιτ. Προειδοποιούσε πως κάτι που υποτίθεται ότι ήταν ένα παγκόσμιο εργαλείο κινδύνευε να καταλήξει κατακερματισμένο και «διαφορετικό για κάθε χώρα». Στη Γερμανία, η κρατικά χρηματοδοτούμενη Deutsche Telekom ανακοίνωσε το σχέδιό της για ένα νέο εθνικό διαδίκτυο. Το σύνθημα «Email made in Germany» άφηνε να εννοηθεί ότι οι καταναλωτές μπορούσαν να εμπιστεύονται το ιμέιλ τους εξίσου με ένα γερμανικό πλυντήριο. Τα ιμέιλ μεταξύ Γερμανών δεν θα διέρχονταν πια μέσω των αμερικανικών σέρβερ. Η διαδικτυακή κίνηση, στην πλειοψηφία της, θα περιοριζόταν στα όρια της Συνθήκης Σένγκεν (με αποτέλεσμα να εξαιρείται, ευτυχώς, η Βρετανία.) Στόχος ήταν η απομόνωση των αδιάκριτων αγγλόφωνων κατασκόπων. Ίσως η πιο αναπάντεχη συνέπεια της υπόθεσης Σνόουντεν ήταν η επιστροφή της γραφομηχανής. Όταν ανακάλυψε ότι η NSA παγίδευε τους διπλωμάτες της, η ινδική κυβέρνηση στράφηκε στην παλαιά τεχνολογία. Από το καλοκαίρι του 2013 η Ύπατη Αρμοστεία της Ινδίας στο Λονδίνο άρχισε να χρησιμοποιεί ξανά γραφομηχανές. Κανένα άκρως απόρρητο έγγραφο δεν αποθηκευόταν σε ηλεκτρονική μορφή, δήλωσε ο ύπατος αρμοστής Τζαϊμίνι Μπαγκουάτι στους Times of India. Οι διπλωμάτες έβγαιναν βόλτα σε εξωτερικούς χώρους: «Καμία συζήτηση για απόρρητες πληροφορίες δεν γίνεται στο εσωτερικό της πρεσβείας. Και είναι πολύ κουραστικό να βγαίνεις στον κήπο κάθε φορά που πρέπει να συζητήσεις ένα ευαίσθητο ζήτημα». Οι Ρώσοι είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Η σούπερ μυστική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας (FSO) –παρακλάδι της FSB που πολλοί θεωρούν ότι προστατεύει τον Σνόουντεν– παράγγειλε μεγάλο αριθμό γραφομηχανών. Η επανάσταση του προσωπικού υπολογιστή, που μεταμόρφωσε τις επικοινωνίες, είχε καταρρεύσει με πάταγο. Όσοι ενδιαφέρονταν για το απόρρητο επέστρεφαν στην προδιαδικτυακή περίοδο. Οι γραφομηχανές, οι χειρόγραφες σημειώσεις και οι κρυφές συναντήσεις ήταν ξανά της μόδας. Σίγουρα ήταν θέμα χρόνου και η επανεμφάνιση των ταξιδιωτικών περιστεριών. Η αδέξια διεθνής επιχείρηση κατασκοπείας από πλευράς NSA δημιούργησε μεγάλο θόρυβο. Ένα έγγραφο αποκάλυπτε ότι η υπηρεσία παρακολουθούσε μέχρι και τις επισκέψεις σε σελίδες πορνογραφίας έξι μουσουλμάνων «ριζοσπαστών», σε μια προσπάθεια να τους απαξιώσει. Στην πραγματικότητα κανείς από τους ριζοσπάστες δεν ήταν τρομοκράτης. Η παράνομη κατασκοπεία –των ιδιωτικών περιηγήσεων διαφόρων ατόμων– θύμιζε τις αντίστοιχες αδικαιολόγητες παρακολουθήσεις που είχαν οδηγήσει στη δημιουργία της Ιεράς Εξέτασης. Υπήρχε η έντονη αίσθηση ότι η ιστορία επαναλαμβανόταν. Ορισμένοι βετεράνοι άφηναν να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ εμπλέκονταν σε ανάλογες δραστηριότητες επί δεκαετίες. Ο Κλάους Αρντ, ένας Γερμανός πρώην αναπληρωτής υπεύθυνος για την επιτήρηση των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας, θεωρούσε ότι το σκάνδαλο Σνόουντεν είχε ομοιότητες με προηγούμενα ανάλογα σκάνδαλα. Ο Αρντ είπε στο Der Spiegel ότι μέχρι το 1968 οι ΗΠΑ


συμπεριφέρονταν στη Δυτική Γερμανία ως δύναμη κατοχής – παγιδεύοντας όποιον ήθελαν. Κατόπιν, οι Αμερικανοί αναγκάζονταν να ζητήσουν άδεια από τους Γερμανούς αξιωματούχους προκειμένου να προβούν σε κάποια παρακολούθηση. Ωστόσο στο Δυτικό Βερολίνο οι Αμερικανοί συμπεριφέρονταν «λες και μόλις είχαν εισβάλει στην πόλη» μέχρι και το 1990, σύμφωνα με τον Αρντ. Θυμήθηκε έναν Αμερικανό ταγματάρχη που καβγάδισε με τη φίλη του και διέταξε να βάλουν κοριό στο τηλέφωνό της και να διαβάζουν τα γράμματά της. Ο Αρντ είπε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ικανοποιήσει το αίτημα. Ποια η γνώμη του για τις σύγχρονες μεθόδους των Αμερικανών; Ο Αρντ είπε ότι η άκριτη συλλογή ήταν αναποτελεσματική, ενώ η αξιολόγηση μιας τεράστιας «δεξαμενής δεδομένων» ήταν ουσιαστικά αδύνατη. Ωστόσο οι Αμερικανοί ανέκαθεν «τρελαίνονταν για πληροφορίες», όπως είπε, και συνέχιζαν να «ηγεμονεύουν» τη χώρα του. Τέλος, συνόψισε τον αντίκτυπο των αποκαλύψεων του Σνόουντεν σε μία φράση: «Θεωρητικά είμαστε ανεξάρτητο κράτος. Πρακτικά όμως όχι».

[13] Κυριολεκτικά (αν και αδόκιμα) μεταφράζεται ως «σκατοθύελλα». (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 13 ]

Η ΑΠΟΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΑ Γραφεία των New York Times, Όγδοη Λεωφόρος, Νέα Υόρκη Από το καλοκαίρι ως τον χειμώνα του 2013

«Έρχεσαι συχνά εδώ. #nsapickuplines»[14] —ΑΣΤΕΙΟ ΣΤΟ TWITTER

Το δωμάτιο θυμίζει εξωραϊσμένη αποθήκη για σκούπες, φαράσια και λοιπά καθαριστικά. Ορισμένοι πίνακες που ανήκαν στον μακαρίτη Άρθουρ Σούλσμπεργκερ τον Πρεσβύτερο είναι ακουμπισμένοι στον τοίχο. Μια αφίσα δείχνει έναν εφημεριδάνθρωπο να καπνίζει πούρο· στην πάνω πλευρά υπάρχει η φράση: «Ο Μεγάλος Αδελφός σε παρακολουθεί». (Ένα σημείωμα λέει ότι ο Άρθουρ θα ελέγξει τους πίνακες «μόλις επιστρέψει». Απεβίωσε το 2012.) Υπάρχουν εντοιχισμένα φώτα, ένα μικρό τραπέζι και δυο καρέκλες. Δεν υπάρχουν παράθυρα. Σε ένα μεταλλικό ράφι βρίσκονται κουτιά με κρεμ φακέλους. Ανήκουν στον Άρθουρ Σούλσμπεργκερ τον Νεώτερο –κληρονόμο του Άρθουρ– και νυν εκδότη των New York Times. Στο διάδρομο απέξω υπάρχουν φωτογραφίες των εργαζόμενων στους Times που έχουν βραβευτεί με Πούλιτζερ. Αποτελούν ένα πραγματικά ξεχωριστό σύνολο. Από την καφετέρια ακούγεται ο απόηχος από τις πνευματώδεις κουβέντες του προσωπικού. Τα γραφεία των New York Times βρίσκονται στην Όγδοη Λεωφόρο, στο κέντρο της Νέας Υόρκης. Η αποθήκη για τη γραφική ύλη των στελεχών θα διαδραμάτιζε έναν ασυνήθιστο ρόλο στην υπόθεση Σνόουντεν. Από εδώ συνέχισε η Guardian τα ρεπορτάζ της για τα αρχεία της NSA, σε συνεργασία με τους Times, αφότου σταμάτησε η αντίστοιχη λειτουργία στο Λονδίνο. Η αποθήκη ήταν στενάχωρη. Επίσης ήταν εξαιρετικά ασφαλής. Η πρόσβαση ήταν επιλεκτική· υπήρχαν φρουροί, κάμερες ασφαλείας και άλλα μέτρα προστασίας. Το ότι βρισκόταν σε αμερικανικό έδαφος σήμαινε ότι οι δημοσιογράφοι που εργάζονταν εκεί απολάμβαναν κάτι που δεν είχαν στο Λονδίνο: της προστασία του αμερικανικού συντάγματος. Στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Ομπάμα κράτησε αποστάσεις από την καταστροφή των σκληρών δίσκων της Guardian – πράξη που καταδικάστηκε ευρέως από οργανώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον υπόλοιπο κόσμο και τον ειδικό εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για την ελευθερία της έκφρασης. Προφανώς, ο Λευκός Οίκος δεν ήταν χαρούμενος με τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν. Κατανοούσε όμως ότι η πρώτη τροποποίηση εγγυούταν την ελευθερία του Τύπου. Σύμφωνα με αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί ανάλογη καταστροφή στην Αμερική.


Δύο μέρες αφότου τα χόμπιτ της GCHQ επέβλεψαν την καταστροφή, η βρετανική κυβέρνηση επανήλθε στην προσφορά του Ράσμπριτζερ. Ζήτησε από την Guardian να κατονομάσει τους συνεργάτες της εφημερίδας στην Αμερική. Ο δημοσιογράφους είπε ότι συνεργάζονταν με τους New York Times και τον μη-κερδοσκοπικό ιστότοπο ProPublica. Όμως πέρασαν άλλες τρισήμιση βδομάδες πριν το βρετανικό υπουργείο εξωτερικών ασχοληθεί με την πληροφορία. Στις 15 Αυγούστου ο Φίλιπ Μπάρτον, αναπληρωτής πρέσβης της Βρετανίας στις ΗΠΑ, τηλεφώνησε τελικά στην Τζιλ Έιμπραμσον, την αρχισυντάκτρια των Times. Ζήτησε να συναντηθούν. Η Έιμπραμσον σκόπευε έτσι κι αλλιώς να μεταβεί στην Ουάσινγκτον. Είχε κανονίσει να δει τον Τζέιμς Κλάπερ, τον υπό αμφισβήτηση διευθυντή των μυστικών υπηρεσιών. Όχι σχετικά με τον Σνόουντεν αλλά για την ανησυχητική συχνότητα με την οποία η κυβέρνηση ασκούσε πιέσεις στους δημοσιογράφους των Times, ιδιαίτερα σε όσους κάλυπταν τα θέματα εθνικής ασφάλειας. «Έχουμε δεκαετίες εμπειρίας στη δημοσίευση ευαίσθητων θεμάτων που αφορούν την εθνική ασφάλεια», λέει η Έιμπραμσον. Το 1972 οι Times δημοσίευσαν τα Έγγραφα του Πενταγώνου στη διάρκεια της προεδρίας του Άρθουρ Σούλσμπεργκερ. «Ανέκαθεν ήμασταν καταδεκτικοί. Τους αντιμετωπίζαμε πάντοτε [τους ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους] με σοβαρότητα. Όμως, αν διεξάγεται πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, η κοινή γνώμη οφείλει να γνωρίζει τις διαστάσεις του πολέμου αυτού». Ο αναπληρωτής πρέσβης προσκάλεσε την Έιμπραμσον στη βρετανική πρεσβεία. Ο Ράσμπριτζερ τη συμβούλευσε να μην το δεχτεί, για τον φόβο της κατασκοπείας. Η Έιμπραμσον δέχτηκε τελικά η συνάντηση να γίνει στην πρεσβευτική κατοικία και όχι στην πρεσβεία που θεωρητικά αποτελούσε βρετανικό έδαφος: ποιος ξέρει τι θα σκαρφίζονταν οι βρετανοί κατάσκοποι; Στη συνάντηση ο Μπάρτον ζήτησε την επιστροφή των εγγράφων του Σνόουντεν ή την καταστροφή τους. Είπε ότι οι διαρροές που σχετίζονταν με τη Βρετανία προκαλούσαν ανησυχία στην κυβέρνηση. Η Έιμπραμσον δεν επιβεβαίωσε ούτε αρνήθηκε ότι οι Times είχαν στην κατοχή τους το υλικό του Σνόουντεν. Υποσχέθηκε ότι θα το σκεφτόταν. Δύο μέρες μετά τηλεφώνησε στον Μπάρτον για να πει ότι οι Times απέρριπταν το αίτημά του. Σύμφωνα με την Έιμπραμσον, «η συνάντηση ήταν σαν να μην έγινε ποτέ. Δεν με ξαναενόχλησαν». Κατά τα φαινόμενα, το βρετανικό υπουργείο εξωτερικών ακολουθούσε απλώς την επίσημη διαδικασία. Ο Ράσμπριτζερ είχε ξεκαθαρίσει ότι το υλικό βρισκόταν διασκορπισμένο. Η Ντάουνινγκ Στριτ γνώριζε ότι το ProPublica συνεργαζόταν εδώ και μήνες με την Guardian. Οι Βρετανοί δεν έκαναν καμία κίνηση προσέγγισης. Εκείνο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, η Guardian Αμερικής δημοσίευσε μια σειρά από αξιόλογες αποκλειστικότητες. Αποκάλυψε ότι η NSA είχε παγιδεύσει 35 ηγέτες απ’ όλο τον κόσμο, είχε υπονομεύσει την κρυπτογράφηση και συνεργαζόταν με την GCHQ για να κατασκοπεύει τους Bρετανούς πολίτες – το, κατά τα φαινόμενα, αποχαιρετιστήριο δώρο του Τόνι Μπλερ λίγο πριν ολοκληρώσει την πρωθυπουργία του. Η NSA φρόντιζε επίσης να κατασκοπεύει τους Βρετανούς πίσω από την πλάτη της GCHQ αν ήταν προς το συμφέρον των ΗΠΑ. Η συμπεριφορά αυτή δεν ήταν καθόλου ευγενική: βάσει της συμφωνίας των Πέντε Ματιών, οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι υποτίθεται ότι δεν κατασκόπευαν αλλήλους. Δεν ήταν σαφές αν η NSA είχε, τυχαία ή όχι, υποκλέψει τον Κάμερον αυτοπροσώπως. Δεν ήταν στη λίστα με τους 35, σε αντίθεση με ορισμένους εκ των εξ απορρήτων του.


Οι αποκαλύψεις γίνονταν γνωστές σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη του Γκρίνγουολντ είχε σημειώσει ρεκόρ προβολών στον ιστότοπο της Guardian. Ο Σνόουντεν είχε απαντήσει ζωντανά σε ερωτήσεις στον ιστότοπο, ενόσω κρυβόταν ακόμη στο Χονγκ Κονγκ. Ο Γκέιμπριελ Ντανς, συντάκτης διαδραστικών μέσων της εφημερίδας στις ΗΠΑ, είχε δημιουργήσει ένα πρωτότυπο διαδραστικό εγχειρίδιο για τις μαζικές παρακολουθήσεις με τίτλο «Αποκρυπτογραφώντας την NSA», που συνδύαζε συμβατικό κείμενο με γραφήματα και βίντεο. Η ιστορία του Σνόουντεν αποδείκνυε ότι η σύγχρονη τεχνολογία μπορούσε να αποτελέσει πόλο έλξης σε παγκόσμιο επίπεδο και μάλιστα σε ελάχιστο χρόνο. Φυσικά, το ίδιο ίσχυε και στις ΗΠΑ, αφού είχε ήδη αρχίσει να μεταμορφώνει το πολιτικό τοπίο. Όταν δημοσιεύτηκαν οι πρώτες αποκαλύψεις, οι αντιδράσεις στο Καπιτώλιο ήταν αρνητικές. Υπήρξαν καταδικαστικές ανακοινώσεις για τις διαρροές όσο και για τον Σνόουντεν. Ενστικτωδώς τα μέλη του Κογκρέσου πήραν το μέρος των υπηρεσιών ασφαλείας. Ωστόσο, ορισμένα ανοιχτόμυαλα άτομα στήριξαν τον Σνόουντεν από την πρώτη στιγμή. Ένας ήταν ο Ρον Πολ, που ο Σνόουντεν τον είχε ως πρότυπο. Ο Πολ είπε ότι η Αμερική όφειλε ευγνωμοσύνη στον νεαρό πληροφοριοδότη για την υπηρεσία που προσέφερε αποκαλύπτοντας την «άδικη συμπεριφορά» της κυβέρνησης. Ο γιος του Πολ, ο Ραντ, Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής του Κεντάκι, υπερθεμάτισε. Περιέγραψε τις παρακολουθήσεις των Αμερικανών από την NSA ως «ολομέτωπη επίθεση στο σύνταγμα». Άτομα με μεγάλες διαφορές όπως ο δεξιός σχολιαστής Γκλεν Μπεκ και ο φιλελεύθερος Μάικλ Μουρ επαίνεσαν τον Σνόουντεν, όπως και ο Τζον Κάσιντι του περιοδικού New Yorker. Ο Αλ Γκορ δημοσίευσε ένα σχόλιο στήριξης στο Twitter. Κάποια από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης τον αντιμετώπισαν με εντυπωσιακή έχθρα, που συνήθως εκφραζόταν με χαρακτηρισμούς ad hominem. Για παράδειγμα ο Τζέφρι Τούμπιν, επίσης του New Yorker, περιέγραψε τον Σνόουντεν ως «πομπώδη ναρκισσιστή που του αξίζει να μπει φυλακή». Δημοσίως, τα περισσότερα μέλη του Κογκρέσου προχωρούσαν σε παρόμοιες δηλώσεις κατά του Σνόουντεν. Όχι όμως και κατ’ ιδίαν. Τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας μπορεί να μη συμπαθούσαν τις διαρροές ή ακόμη και προσωπικά τον Σνόουντεν που είχε καταφύγει στη Ρωσία. Ορισμένοι όμως είχαν ανησυχήσει με το εύρος των παρακολουθήσεων όπως φανέρωναν οι αποκαλύψεις. Καθώς τα στοιχεία πλήθαιναν, οι ανησυχίες στο Κογκρέσο εντείνονταν. Το μέγεθος της ανησυχίας που επικρατούσε στο Καπιτώλιο αποκαλύφθηκε στα τέλη Ιουλίου, σχεδόν δύο μήνες μετά την εμφάνιση των πρώτων άρθρων για τον Σνόουντεν. Ένα νεαρό και σχετικά καινούριο μέλος του Κογκρέσου, ο Τζάστιν Αμάς, κατέθεσε μια τροπολογία στο ετήσιο νομοσχέδιο για τις αρμοδιότητες του Υπουργείου Άμυνας. Ο στόχος του φάνταζε εξωφρενικός: ήθελε να θέσει τέρμα στη μαζική συγκέντρωση από πλευράς NSA των τηλεφωνικών αρχείων των Αμερικανών. Όπως το έθεσε ο Αμάς, στόχευε στην «προάσπιση της τέταρτης τροπολογίας... και της ιδιωτικότητας έως και του τελευταίου Αμερικανού». Ο Αμάς δεν προερχόταν από τη φιλελεύθερη πτέρυγα των Δημοκρατικών, όπως θα περίμενε κάποιος. Ήταν Ρεπουμπλικάνος. Δεύτερης γενιάς Αραβο-Αμερικανός με Παλαιστινιακή Χριστιανική και Συριακή Ελληνορθόδοξη καταγωγή, ο Αμάς ανήκε στην


ελευθεριακή πτέρυγα του κόμματος. Ήταν επίσης οπαδός του Ρον Πολ. Ο Πολ ήταν ένθερμος υποστηρικτής του μικρού κράτους και της ευλαβικής τήρησης του συντάγματος. Ήταν πολέμιος του στρατιωτικού τυχοδιωκτισμού στην εξωτερική πολτική, ενώ επέκρινε δριμύτατα την κρατική παραβίαση της ιδιωτικότητας. Ο Αμάς προσέφερε χρήματα στην προεκλογική προεδρική εκστρατεία του Πολ το 2008 – όπως έκανε και ο Σνόουντεν το 2012. Κανείς δεν περίμενε ότι η τροπολογία του Αμάς θα είχε τύχη. Ωστόσο, πέρασε από την επιτροπή κανονισμών της Βουλής. Κατόπιν, η κυβέρνηση Ομπάμα, οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι σύμμαχοί τους στο Κογκρέσο εξαπέλυσαν μια ολομέτωπη επίθεση για να τη συντρίψουν. Σε μια μαραθώνια σειρά συναντήσεων κεκλεισμένων των θυρών σε ένα υπόγειο του Καπιτωλίου ο στρατηγός Αλεξάντερ προειδοποιούσε για τις ολέθριες επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια· ο Κλάπερ υποστήριζε ότι η NSA θα έχανε ένα κομβικό εργαλείο συλλογής πληροφοριών. Ο Λευκός Οίκος προχώρησε στο ασυνήθιστο βήμα να αποδοκιμάσει δημόσια μια προτεινόμενη τροπολογία σε νομοσχέδιο. Το βράδυ της Τετάρτης 24 Ιουλίου 2013, ο Σπένσερ Άκερμαν της Guardian ήταν ένας από τους ελάχιστους δημοσιογράφους που μπήκαν στον κόπο να πάνε και να παρακολουθήσουν την ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ξαφνικά, έμοιαζε να υπάρχει μια αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το κράτος ασφάλειας των ΗΠΑ είχε κινηθεί μόνο προς μία κατεύθυνση: είχε διογκωθεί. Τώρα, για πρώτη φορά, υπήρχε μια υποχώρηση. «Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, το αποτέλεσμα αβέβαιο ως το τέλος», λέει ο Άκερμαν. Σε ένα Κογκρέσο που συνήθως σπαρασσόταν από τις βαθιές κομματικές διαφορές, δύο πτέρυγες των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατιών έδειχναν να συναινούν. Από τις πρώτες μέρες της προεδρίας Ομπάμα, τα αντίπαλα κόμματα είχαν καταλήξει να διαφωνούν σχεδόν σε όλα. Για κάποιον τρίτο, η Ουάσινγκτον φάνταζε διαιρεμένη και δυσλειτουργική· μόνο στο ζήτημα του Ιράν υπήρχε διακομματική συναίνεση. Στα εσωτερικά ζητήματα οι πολιτικοί ήταν δύστροποι και εχθρικοί μεταξύ τους. Σε αυτή την περίπτωση ένας Δημοκρατικός, ο Τζον Κόνιερς, στήριξε την τροπολογία του Αμάς. Οι ηγεσίες των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών στη Βουλή, όπως και ο Λευκός Οίκος, την απέρριπταν ασυζητητί. Δημοκρατικοί των ατομικών ελευθεριών μαζί με ελευθεριακούς Ρεπουμπλικάνους συμμάχησαν υπέρ του Αμάς. Οι διαχωριστικές γραμμές στο Κογκρέσο δεν ήταν οι συνηθισμένες. Αντ’ αυτών υπήρχε ο διαχωρισμός όσων διαπλέκονταν με την Ουάσινγκτον ενάντια στους ελευθεριακούς. Θεσμικά, ο διαχωρισμός ήταν ανάμεσα στις ελεγκτικές επιτροπές που επιβλέπουν τις μυστικές επιχειρήσεις και στις δικαστικές επιτροπές που επιβλέπουν την πίστη στους νόμους και το σύνταγμα. Η συζήτηση κατέληξε από τις πλέον παθιασμένες των τελευταίων ετών· οι ομιλητές υπέρ και κατά της τροπολογίας χειροκροτούνταν από τις πτέρυγες. Επικεφαλής της επίθεσης κατά του Αμάς ήταν ο Μάικ Ρότζερς, πρώην πράκτορας του FBI, πρόεδρος της ελεγκτικής επιτροπής της Βουλής και απροκάλυπτος υπερασπιστής της NSA. «Ξεχάσαμε τι συνέβη την 11η Σεπτεμβρίου;» ρώτησε. Ειρωνευόμενος μια διαδικτυακή εκστρατεία στήριξης του Αμάς είπε: «Είμαστε τόσο λίγοι ώστε να μας ενδιαφέρει μόνο πόσα likes θα συγκεντρώσουμε στο Facebook;» Ο Ρεπουμπλικάνος Τομ Κότον, που ήταν κατά της τροπολογίας Αμάς, δήλωσε: «Φίλοι μου, έχουμε πόλεμο».


Όμως άλλα μέλη αντέτειναν ότι η παρακολούθηση χωρίς ένταλμα δημιουργούσε συνειρμούς με την εποχή της αποικιοκρατίας. Σύγκριναν τα προγράμματα της NSA με τα γενικά διατάγματα που επέτρεπαν στους Βρετανούς τελωνειακούς να κάνουν έρευνες σε ιδιωτικές περιουσίες. Ήταν ίσως η πιο συναισθηματικά φορτισμένη κατηγορία που μπορούσε να απευθύνει ένας Αμερικανός πολιτικός. (Ο δικηγόρος του πατέρα του Σνόουντεν, ο Μπρους Φάιν, διατύπωσε μια παρόμοια ηχηρή σύγκριση σε μια τηλεοπτική συνέντευξη, μιλώντας για βρετανικά «εντάλματα παροχής βοήθειας».) Η διαμάχη δημιούργησε μια σειρά από αταίριαστα ζευγάρια. Ο Τέντ Πόου, ηγετικό στέλεχος του Κόμματος του Τσαγιού (Tea Party), συμμάχησε με τη φιλελεύθερη Ζο Λόφγκρεν, κάτι που ουσιαστικά δεν συμβαίνει ποτέ στην Ουάσινγκτον. Όμως η Νάνσυ Πελόζι, η κορυφαία Δημοκρατικός, ξεσπάθωσε κατά της τροπολογίας Αμάς. Τα πνεύματα οξύνθηκαν. Στη διάρκεια της συζήτησης ο Ρότζερς τύλιξε τα χαρτιά του και άρχισε να τα χτυπά στην άδεια του παλάμη σαν κλομπ, ενώ πήγαινε πάνω-κάτω ανάμεσα στα έδρανα με σκυθρωπό ύφος. Ο Αμάς γελούσε –ήταν από τις στιγμές που μπορούσαν να φτιάξουν ολόκληρη καριέρα– και αστειευόταν με τους συναδέλφους του. Όταν ολοκληρώθηκε, η ψηφοφορία προκάλεσε σοκ. Η τροπολογία καταψηφίστηκε αλλά με ελάχιστη διαφορά – 217 εναντίον 205. Ελάχιστοι ανέμεναν ότι η δυσαρέσκεια στο Κογκρέσο έφτανε σε τέτοιο βαθμό. Αντανακλούσε την πόλωση σε ολόκληρη την Αμερική. Η χώρα είχε πλέον εμπλακεί σε μια οξυμένη δημόσια συζήτηση. Για κάποιους το θέμα ήταν η ασφάλεια ενάντια στην ιδιωτικότητα. Για άλλους, αν ο Σνόουντεν ήταν βαθύ λαρύγγι ή προδότης. Υπήρχαν εκείνοι που θεωρούσαν ότι είχε σημασία, ενώ άλλοι όχι. Για τον Λευκό Οίκο, την NSA και το Γραφείο του Διευθυντή των Μυστικών Υπηρεσιών η ψηφοφορία αποτέλεσε μια επιθανάτια εμπειρία. Ήταν φανερό πως κάτι έπρεπε να αλλάξει. Η απολυταρχική καραμέλα ότι ο Σνόουντεν ήταν «ένας ασήμαντος προδότης από τη Χαβάη», όπως το έθεσε ο Αλεξάντερ, δεν αρκούσε πια. Το φθινόπωρο προγραμματίστηκε να υπάρξουν ακροάσεις στο Κογκρέσο· υπήρχαν φωνές που ζητούσαν νομοθετικές αλλαγές για τον περιορισμό της NSA· άρχισε η προπαρασκευή νέων νομοσχεδίων. Στις 9 Αυγούστου, στη συνέντευξη τύπου πριν τις θερινές διακοπές, ο Ομπάμα έκανε ουσιαστικά τα πρώτα σχόλια για την κρίση. Περιέγραψε τη στρατηγική για μεγαλύτερη διαφάνεια. Όμως, δεν ανακοίνωσε κανένα περιορισμό των παρακολουθήσεων. Πρότεινε τη δημιουργία μιας νέας επιτροπής για την αξιολόγηση των πολιτικών συλλογής πληροφοριών. Επίσης ανακοίνωσε την ενίσχυση των ελέγχων από τα ειδικά δικαστήρια για θέματα παρακολουθήσεων και τον αποχαρακτηρισμό του νομικού σκεπτικού που υποστήριζε τη συλλογή τηλεφωνικών αρχείων βάσει της διάταξης 215 του Patriot Act. Ο πρόεδρος παραδέχτηκε ότι οι ΗΠΑ διέθεταν «σημαντικές» δυνατότητες παρακολούθησης. Είπε όμως πως σε αντίθεση με άλλα, καταπιεστικά καθεστώτα, οι ΗΠΑ συμπεριφέρονταν με αυτοσυγκράτηση και δεν έστελναν «τους πολίτες στη φυλακή για όσα λένε διαδικτυακά». Οι μεταρρυθμίσεις του, είπε, στόχευαν να διασφαλίσουν ότι οι Αμερικανοί μπορούσαν να εμπιστευθούν τις προσπάθειες των μυστικών υπηρεσιών και να γνωρίζουν ότι «ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα και τις αξίες μας». Επιπλέον είχε και ένα μήνυμα για τους μη-Αμερικανούς, ένα υποείδος σύμφωνα με τους αμερικανικούς νόμους περί παρακολούθησης χωρίς κανένα δικαίωμα στην ιδιωτικότητα.


«Για όλο τον υπόλοιπο κόσμο, θέλω να ξεκαθαρίσω για άλλη μια φορά ότι η Αμερική δεν ενδιαφέρεται να κατασκοπεύει τους απλούς πολίτες». Όλα αυτά ακούγονταν λογικά. Όμως οι σκεπτικιστές αναρωτήθηκαν αν ο Ομπάμα μιλούσε για μεταρρυθμίσεις ή «μεταρρυθμίσεις» – δηλαδή για μια καρικατούρα μεταρρύθμισης που θα επέτρεπε την απρόσκοπτη συνέχιση των πιο κατάφωρων πρακτικών μαζικής παρακολούθησης. Στα τέλη Αυγούστου αποκαλύφθηκε η νέα επιτροπή αξιολόγησης. Ο Ομπάμα είχε υποσχεθεί μια «ομάδα σε ανώτερο επίπεδο, μη κυβερνητικών ειδικών». Όπως αποδείχτηκε, αυτοί οι «ανεξάρτητοι» ειδικοί ήταν σχεδόν όλοι πρώην αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών με στενές διασυνδέσεις με την κυβέρνηση Ομπάμα. Οι υπέρμαχοι των ατομικών δικαιωμάτων υποψιάστηκαν κάποιο λάκκο στη φάβα. Πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Μάικλ Μορέλ, πρώην αναπληρωτής διευθυντής της CIA επί εποχής Ομπάμα· δύο άλλα μέλη ήταν ο Ρίτσαρντ Κλαρκ, πρώην συντονιστής της αντιτρομοκρατικής τις περιόδους Κλίντον και Τζορτζ Μπους, και ο Πίτερ Σουάιερ, διευθυντής ιδιωτικότητας του Κλίντον. Η επιτροπή είχε τον μάλλον θλιβερό τίτλο «Ομάδα αξιολόγησης για τις τεχνολογίες συλλογής πληροφοριών και επικοινωνιών, υπό τον Διευθυντή Μυστικών Υπηρεσιών». Το όνομα περιλάμβανε ένα στοιχείο: οι σύμβουλοι είχαν ως βάση το Γραφείο του Διευθυντή Μυστικών Υπηρεσιών, με επικεφαλής τον Τζέιμς Κλάπερ. Η έκθεση της επιτροπής –που έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί ως το τέλος του 2013– θα πήγαινε στον Λευκό Οίκο. Οι επικριτές της απέρριψαν την επιτροπή ως υποκριτική, κατηγορώντας τα μέλη της ως αχυράνθρωπους του Λευκού Οίκου. Ίσως ήταν άδικοι. Όμως κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος, αφού οι συναντήσεις τους ήταν μυστικές. Τον Σεπτέμβριο οργάνωσε μία εναρκτήρια συνεδρίαση μαζί με οργανώσεις ατομικών δικαιωμάτων, ανάμεσά τους και την ACLU. Ακολούθησε άλλη μία ακροαματική διαδικασία με εκπροσώπους του Facebook και άλλων τεχνολογικών κολοσσών που προσπαθούσαν ακόμη να συνέλθουν από τις αποκαλύψεις για το πρόγραμμα PRISM. Η Σίλικον Βάλεϊ επιτέθηκε στον Ομπάμα. Στελέχη των Facebook, Google, Microsoft, Apple και Yahoo είπαν ότι οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν είχαν καταστροφικές επιπτώσεις στις επιχειρήσεις τους, με τα παραρτήματά τους σε Ευρώπη και Ασία να έχουν πληγεί άμεσα. Είχαν χαθεί δισεκατομμύρια δολάρια. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί είπαν ότι η κυβέρνηση όφειλε να ελέγξει την κατάσταση και να ενεργήσει εσπευσμένα. Η συζήτηση αυτή συνέβη πριν αποκαλυφθεί ότι η NSA είχε παραβιάσει τα κέντρα δεδομένων της Google και της Yahoo – πραγματοποιώντας με άλλα λόγια, μια κρατική κυβερνο-έφοδο σε δύο σημαντικότατες αμερικανικές εταιρίες. Σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού οι εταιρίες τεχνολογίας επαναλάμβαναν το ίδιο μήνυμα: η NSA τους ανάγκαζε νομικά να συνεργαστούν. Δεν παρέδιδαν εθελοντικά τα δεδομένα, αλλά κατόπιν δικαστικής εντολής. Λίγες μέρες πριν την εμφάνισή τους στην επιτροπή, οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Σίλικον Βάλεϊ είχαν βρεθεί στο συνέδριο TechCrunch Disrupt στο Σαν Φρανσίσκο. Επικρατούσε γενικευμένη αναστάτωση. Η Μαρίσα Μάγιερ της Yahoo είπε ότι η εταιρία της αναγκαζόταν να υπακούσει στις δικαστικές εντολές βάσει του νόμου FISA, παρόλο που δεν το ήθελε: «Όταν χάνεις και δεν συμμορφώνεσαι, θεωρείσαι προδότης». Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ του Facebook το έθεσε


περιεκτικά: «Η κυβέρνηση τα ’κανε μούσκεμα», είπε. Ωστόσο, στη διάρκεια των συναντήσεων με την επιτροπή, οι εταιρίες τεχνολογίας δεν ανέφεραν λέξη για τον περιορισμό των παρακολουθήσεων από πλευράς NSA. Αντίθετα, σύμφωνα με ορισμένους συμμετέχοντες, πρωταρχικός στόχος των εταιριών ήταν να πουν στους πελάτες τους μια ωραία ιστορία για το πώς προστατεύουν τα δεδομένα τους. Όμως, η είδηση ότι η NSA είχε παραβιάσει τα κέντρα δεδομένων της Google και της Yahoo άλλαξε εντελώς τις ισορροπίες. Στην πλέον συντονισμένη τους κίνηση μέχρι τότε, οι τεχνολογικοί κολοσσοί ενώθηκαν απαιτώντας σαρωτικές αλλαγές στην αμερικανική νομοθεσία για τις παρακολουθήσεις. Σε μια ανοιχτή επιστολή προς τον Ομπάμα και το Κογκρέσο ζήτησαν την απαγόρευση της μαζικής συλλογής δεδομένων από τις μυστικές υπηρεσίες. Έγραψαν: «Η ισορροπία σε πολλές χώρες έχει γείρει υπερβολικά υπέρ του κράτους βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα ατομικά δικαιώματα – δικαιώματα που θεωρούνται ιερά βάσει του συντάγματός μας. Αυτό υπονομεύει τις ελευθερίες που φυλάμε ως κόρη οφθαλμού. Είναι ώρα να υπάρξουν αλλαγές». Την επιστολή υπέγραφαν οι εταιρίες Apple, Google, Facebook, Microsoft, Yahoo, LinkedIn, Twitter και AOL. Όπως είναι φυσικό, ενεργούσαν βάσει των οικονομικών τους συμφερόντων. Όμως οι εταιρίες πρότειναν και μια σειρά από πέντε «μεταρρυθμιστικές αρχές». Η βασικότερη ανέφερε ότι οι κυβερνήσεις –των ΗΠΑ, της Βρετανίας και άλλες– όφειλαν να σταματήσουν τις άκριτες παρακολουθήσεις. Αντί να κατασκοπεύουν τους πάντες, όφειλαν να επικεντρώνονται σε «συγκεκριμένους γνωστούς χρήστες για λόγους έννομου συμφέροντος». Η Google πρόσθετε ότι οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν κινδύνευαν να μετατρέψουν το διαδίκτυο σε «θραυσματοδίκτυο». Υποστήριζε ότι «η δυνατότητα ροής ή πρόσβασης δεδομένων πέρα από σύνορα και περιορισμούς είναι ζωτικής σημασίας για την εύρωστη, παγκόσμια οικονομία του 21ου αιώνα». Στο νέο τοπίο μετά τις αποκαλύψεις Σνόουντεν, η NSA αντιμετώπιζε μια καθολική καταστροφή ως προς τη δημόσια εικόνα της. Από την ίδρυσή της –με άκρα μυστικότητα όπως είναι αναμενόμενο– η πορεία της υπηρεσίας χαρακτηριζόταν από τέσσερις διακριτές περιόδους. Η πρώτη ήταν της δημιουργίας. Διήρκεσε από το 1952 ως το 1978. Η περίοδος ολοκληρώθηκε με μια σειρά εκθέσεων από της επιτροπή της Γερουσίας, με επικεφαλής τον Φρανκ Τσερτς, σχετικά με ανεπίτρεπτες εσωτερικές καταχρήσεις: την παρενόχληση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ από το FBI, τα προγράμματα δολοφονιών από τη CIA και τις λίστες παρακολούθησης 75.000 Αμερικανών. Η επιτροπή Τσερτς εισήγαγε ευρύτατες μεταρρυθμίσεις. Ανάμεσά τους και ο νόμος FISA που όριζε ότι έπρεπε να υπάρχει δικαστική έγκριση για παρακολουθήσεις αντικατασκοπίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η δεύτερη περίοδος της NSA από το 1978 ως το 2001 ήταν εκείνη του περιορισμού, με την υπηρεσία να λειτουργεί βάσει των παραμέτρων της επιτροπής Τσερτς. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου υπήρξε μια δεύτερη ανεξέλεγκτη περίοδος: μια δεκαετία όπου οι υπηρεσίες πληροφοριών διέθεταν τη στήριξη της κοινής γνώμης, ενώ η χρηματοδότησή τους από τον Λευκό Οίκο εκτινάχθηκε. Όλα αυτά κατέρρευσαν με τον Σνόουντεν, οδηγώντας σε μια νέα, αβέβαιη, τέταρτη περίοδο. Η NSA δεχόταν πια τον εντονότερο και πλέον δυσάρεστο


εξονυχιστικό έλεγχο μετά τη δεκαετία του 1970. Επίσης είχε γίνει στόχος ορισμένων ιδιαίτερα διασκεδαστικών αστείων. Το LOVEINT αποτελούσε λογοπαίγνιο του SIGINT. Περιέγραφε τις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι της NSA χρησιμοποιούσαν τα ισχυρά εργαλεία παρακολούθησης της υπηρεσίας για να κατασκοπεύουν τους συντρόφους ή τις φιλενάδες τους. Οι αξιωματούχοι της NSA επέμεναν ότι οι περιπτώσεις LOVEINT ήταν ελάχιστες, όλοι οι εμπλεκόμενοι απολύονταν ή τιμωρούνταν, ενώ οι περισσότερες καταγγελίες γίνονταν από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους. Η γερουσιαστής Νταϊάν Φάινσταϊν, πρόεδρος της ελεγκτικής επιτροπής της Γερουσίας και πιστή φίλη της NSA, είπε ότι το LOVEINT συνέβαινε μόνο μια φορά τον χρόνο. Παρ’ όλ’ αυτά η ιστορία ήταν βούτυρο στο ψωμί για τους χρήστες του Twitter. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο δημιουργήθηκε η λέξη-κλειδί «#nsapickuplines». Ο Τζέι Ρόσεν, αυθεντία των μέσων ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ξεκίνησε γράφοντας: «Είσαι ελεύθερη την Παρασκευή. Θέλεις να πάμε για φαγητό;» Ο @sickjew δοκίμασε το εξής: «Έρχεσαι συχνά εδώ». Ο @Adonish_P συνέχισε στο ίδιο μοτίβο: «Ξέρω ακριβώς που ήσουν όλη μου τη ζωή». Ίσως το πιο ευφάνταστο αστείο ήταν του @benwizner που σχολίασε το συνήθειο της μαζικής συλλογής δεδομένων από πλευράς NSA. Έγραψε: «Η NSA μπαίνει σ’ ένα μπαρ και λέει, “δώστε μου όλοι τα ποτά σας. Θέλω ν’ αποφασίσω ποιο να παραγγείλω”». Για τον στρατηγό Αλεξάντερ όλα αυτά ήταν ταπεινωτικά. Στα οχτώ χρόνια που ήταν επικεφαλής της μεγαλύτερης μυστικής υπηρεσίας στον κόσμο, ο Αλεξάντερ διέθετε περισσότερη εξουσία από κάθε άλλο προκάτοχό του. Το βασίλειό του περιλάμβανε τρεις ισχυρούς τομείς: την NSA, την Κεντρική Υπηρεσία Ασφαλείας (CSS) και την ΚυβερνοΔιοίκηση των ΗΠΑ – που δημιουργήθηκε το 2009 από το Υπουργείο Άμυνας για να ηγηθεί των προσπαθειών του έθνους στον κυβερνο-πόλεμο. Επισήμως, ο Αλεξάντερ (που σημαίνει Αλέξανδρος) ήταν γνωστός με το ακρωνύμιο DirNSA (διευθυντής της NSA). Οι υφιστάμενοί του είχαν καταλήξει σε διάφορα παρατσούκλια: Αυτοκράτορας Αλέξανδρος ή Μέγκας Αλέξανδρος (παραπέμποντας στην ψηφιακή μονάδα μέτρησης mega). Με μια πρώτη ματιά ο Αλεξάντερ δίνει την εντύπωση του γκικ. Είναι μικροσκοπικός, ελαφρώς ψευδός και μοιάζει να σκέφτεται διαρκώς σούπερ-τεχνικές λεπτομέρειες. Όμως πρόκειται για ένα εξαιρετικά δεινό πολιτικό ον, με την επιτυχία του να στηρίζεται σε στοχευμένες κινήσεις. Πριν γίνει γνωστό το όνομα Σνόουντεν, ο Αλεξάντερ φρόντιζε να ξεναγεί διάφορα σημαίνοντα μέλη του Κογκρέσου στην NSA. Τους έδειχνε το προσωπικό του κέντρο ελέγχου στο Φορτ Μιντ, απομίμηση της γέφυρας του Starship Enterprise της σειράς Star Trek. Όσοι τον ξέρουν λένε ότι διαθέτει ισχυρή αντίληψη για την ιστορία και την προσωπική του θέση σε αυτή. Είναι ένα μέρος όπου Σπουδαίοι Άνδρες Κάνουν Σπουδαίες Πράξεις Ενάντια Στο Κακό. Όμως αν ο Αλεξάντερ και η ηγετική του ομάδα ήλπιζαν στη στήριξη του Λευκού Οίκου την ώρα της κρίσης, θα απογοητεύονταν οικτρά. Στην ομιλία του τον Αύγουστο, ο Ομπάμα όντως επαίνεσε «τους άνδρες και τις γυναίκες της κοινότητας των μυστικών μας υπηρεσιών». Τους περιέγραψε ως «πατριώτες» που αγαπούν τη χώρα και τις αξίες της. Όμως δεν υπήρξε κάποια προεδρική επίσκεψη στο Φορτ Μιντ, ούτε κάποια ηχηρή επίδειξη αλληλεγγύης μπροστά στις κάμερες.


Η NSA αφέθηκε να υπερασπιστεί μόνη της τις ενέργειες παρακολούθησης και να αποδείξει ότι τα αμφιλεγόμενα προγράμματα σάρωσης ήταν ουσιαστικά νόμιμα. Και το έπραξε μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας. (Ένα βίντεο με τον Αλεξάντερ στο YouTube έχει συγκεντρώσει πάνω από 16.000 «dislike».) Εξαιτίας του Σνόουντεν, η στάση απέναντι στην κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών άλλαζε για πρώτη φορά μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Τον Ιούλιο, μια δημοσκόπηση των Washington Post/ ABC έδειξε ότι το 39 τοις εκατό θεωρούσε σημαντικότερη τη διατήρηση της ιδιωτικότητας από την έρευνα κατά της τρομοκρατίας· το 2002 το ποσοστό ήταν μόλις 18 τοις εκατό. Με το ζήτημα των παρακολουθήσεων να έχει μετατραπεί σε κάτι τόσο τοξικό, η κυβέρνηση Ομπάμα έκανε εκείνο που γνώριζε καλύτερα: απέφυγε να πάρει θέση. Στο εσωτερικό του αμυνόμενου Παλατιού των Γρίφων επικρατούσε δυσπιστία ανάμεικτη με δυσαρέσκεια. Η υπηρεσία, ένας εσωστρεφής θεσμός, είχε συνηθίσει να περνάει το δικό της. Οι εν ενεργεία αξιωματούχοι δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Όμως οι πρώην εργαζόμενοι της NSA δεν έκρυβαν το γεγονός ότι κατά τη γνώμη τους ο Λευκός Οίκος τους είχε παρατήσει στα κρύα του λουτρού. Ο Τζόελ Μπρένερ, πρώην γενικός επιθεωρητής της NSA, παραπονιόταν από τις σελίδες του Foreign Policy ότι «δεν υπήρξε στήριξη της υπηρεσίας από τον πρόεδρο ή το επιτελείο του ή τους ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους και αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο είτε από τους ανώτερους αξιωματούχους είτε από τους απλούς υπαλλήλους του Φορτ Μιντ», αναφερόμενος στην άποψη που επικρατούσε στο εσωτερικό της NSA. Το περιοδικό παρέθετε δηλώσεις πρώην αξιωματούχων των μυστικών υπηρεσιών που έλεγαν ότι το ηθικό στο εσωτερικό της NSA ήταν ιδιαίτερα πεσμένο. Σύμφωνα με έναν, ο εξονυχιστικός έλεγχος μετά τις διαρροές του Σνόουντεν σε συνδυασμό με τη μείωση του προϋπολογισμού είχαν «πληγώσει» τους κατασκόπους. Μια επίσημη φωτογραφία από τον Λευκό Οίκο αποτυπώνει την αποξένωση κυβέρνησηςυπηρεσίας. Τον Νοέμβριο ο Ομπάμα και ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν συναντήθηκαν με ανώτερους στρατιωτικούς αξιωματούχους. Η συνάντηση έγινε στην αίθουσα του υπουργικού συμβουλίου. Ο Ομπάμα κάθεται στη μέση, κοιτώντας τον φακό, με το δεξί χέρι σηκωμένο καθώς μιλάει. Στην άλλη άκρη του οβάλ τραπεζιού βρίσκεται μόνος ο στρατηγός Αλεξάντερ, ανάμεσα σε δύο ελαιογραφίες, σαν άλλος εξόριστος στη Σιβηρία. Ο πρόεδρος και ο αρχηγός της NSA ίσως κουβέντιασαν αργότερα στο δείπνο. Πάντως, δεν υπάρχει φωτογραφία που να το επιβεβαιώνει. Ως επί το πλείστον, η NSA δεν μπορούσε να κατηγορήσει παρά μόνο τον εαυτό της για την έλλειψη πολιτικής στήριξης. Η αρχική αντίδραση του Αλεξάντερ στις διαρροές του Σνόουντεν ήταν χοντροκομμένη. Είχε ισχυριστεί ότι τα αμφιλεγόμενα προγράμματα μαζικής συλλογής δεδομένων στο εσωτερικό της χώρας είχαν αποτρέψει τον εντυπωσιακό αριθμό των 54 τρομοκρατικών συνωμοσιών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι όλες αυτές εξυφαίνονταν στην Αμερική. Στη συνέχεια ο Κρις Ίνγκλις, ο αναπληρωτής του Αλεξάντερ, παραδέχτηκε ότι μόλις μια ντουζίνα από αυτές σχετίζονταν με το εσωτερικό της χώρας. Έπειτα είπε ότι μόλις μία ίσως είχε αποτραπεί εξαιτίας των μαζικών παρακολουθήσεων των Αμερικανών. (Επίσης απάντησε διφορούμενα για το κατά πόσο οι συνωμοσίες ήταν πραγματικές· ορισμένα από τα στοιχεία που έδωσε είχαν να κάνουν με οικονομικές δοσοληψίες.)


Όμως η μεγαλύτερη ζημιά για την υπόθεση της NSA στο Καπιτώλιο δεν έγινε από τον Αλεξάντερ αλλά από τον Κλάπερ, τον γενικό επικεφαλής των κατασκοπευτικών υπηρεσιών. Ο Κλάπερ είχε απαντήσει ψευδώς στον Ρον Γουάιντεν στην ακροαματική διαδικασία της Γερουσίας τον προηγούμενο Μάρτιο. Όταν ρωτήθηκε αν η NSA συνέλεγε «τα δεδομένα εκατομμυρίων ή εκατοντάδων εκατομμυρίων Αμερικανών», απάντησε απόλυτα και εμφατικά: «Όχι. Όχι ηθελημένα». Αργότερα, η απάντηση αυτή ήρθε να τον στοιχειώσει. Η ψευδορκία στο Κογκρέσο ήταν σοβαρό παράπτωμα. Μετά τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν, ο Κλάπερ προσπάθησε να ανασκευάσει τη δήλωσή του λέγοντας ότι επρόκειτο για την κατά το δυνατόν «λιγότερο αναληθή απάντηση» που μπορούσε να δώσει σε μια δημόσια ακρόαση. Όμως το κόλπο δεν έπιασε: το γραφείο του Γουάιντεν είχε γνωστοποιήσει τα ερωτήματα 24 ώρες πριν, δίνοντας του μάλιστα την ευκαιρία να διορθώσει τα πρακτικά λίγο μετά την κατάθεση. Ο Κλάπερ ανασκεύασε λέγοντας ότι είχε απλώς ξεχάσει να αναφέρει τη συλλογή των τηλεφωνικών αρχείων στο εσωτερικό. Η εσφαλμένη αυτή κατάθεση φούντωσε τις φωνές που ζητούσαν την αποπομπή ή την παραίτησή του. Ο Κλάπερ ζήτησε δημόσια συγνώμη στην επιτροπή της Γερουσίας –αλλά όχι συγκεκριμένα στον Γουάιντεν– μετά την κατακραυγή για την παραπλανητική του στάση. Ωστόσο, υπήρχαν ακόμη πιστοί υποστηρικτές που υπεραμύνονταν της NSA με ζήλο. Για παράδειγμα η Φάινσταϊν, η επικεφαλής της ελεγκτικής επιτροπής. Μία μέρα αφότου ο Σνόουντεν αποκάλυψε ότι ήταν το βαθύ λαρύγγι, η αντίδρασή της ήταν αδιάλλακτη. «Δεν θεωρώ ότι έχουμε να κάνουμε με έναν πληροφοριοδότη. Μιλάμε για προδοσία», είπε. «Καταπάτησε τον όρκο του. Παραβίασε τον νόμο». Η Φάινσταϊν αρνήθηκε ότι η συλλογή των τηλεφωνικών αρχείων και των διαδικτυακών επικοινωνιών συνιστούσαν παρακολούθηση, λέγοντας ότι η NSA σάρωνε απλώς τις πληροφορίες που περιείχαν και οι τηλεφωνικοί κατάλογοι. Όμως, μετά την είδηση ότι η υπηρεσία είχε παγιδεύσει το προσωπικό κινητό της Μέρκελ, η Φάινσταϊν έκανε στροφή 180 μοιρών. Ζήτησε την «πλήρη αξιολόγηση» όλων των προγραμμάτων και γκρίνιαξε ότι η ελεγκτική επιτροπή της Γερουσίας δεν είχε «ενημερωθεί ικανοποιητικά». Είπε ότι η κατασκοπεία των φιλικών χωρών και των πρωθυπουργών δεν ήταν αποδεκτή: «Όσον αφορά τη συλλογή πληροφοριών από πλευράς NSA για ηγέτες συμμάχων των ΗΠΑ –μεταξύ άλλων της Γαλλίας, της Ισπανίας, του Μεξικού και της Γερμανίας– θέλω να δηλώσω κατηγορηματικά: είμαι πλήρως αντίθετη». Οι θέσεις τις Φάινσταϊν προκαλούσαν σύγχυση, τόσο στους υποστηρικτές όσο και στους επικριτές της NSA. Από τη μία έδειχνε να εξοργίζεται με μια ενέργεια που ανέκαθεν αποτελούσε παράμετρο της βασικής αποστολής της υπηρεσίας: τη συλλογή σημάτων αντικατασκοπίας. Από την άλλη, συνέχιζε να υπερασπίζεται τα απίστευτα και καινοφανή προγράμματα μαζικής συλλογής δεδομένων, εκείνα δηλαδή που είχαν ωθήσει τον Σνόουντεν να κάνει τις διαρροές. Ήταν ειλικρινά αξιοπερίεργο. Παρά τους κλυδωνισμούς, η αφοσίωση της Φάινσταϊν στην υπηρεσία δεν τέθηκε ποτέ σοβαρά υπό αμφισβήτηση. Το φθινόπωρο του 2013 κατέθεσε μια πρόταση νόμου για τη «μεταρρύθμιση» της NSA, μία από αρκετές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Η δική της ήταν μακράν η πιο φιλικά διακείμενη προς την υπηρεσία. Πρότεινε περιορισμένες αλλαγές διατηρώντας παράλληλα την υφιστάμενη μορφή της λειτουργίας της, ενώ σε ορισμένες


περιπτώσεις διεύρυνε τις ήδη τεράστιες αρμοδιότητές της. Αυτό δεν έγινε άμεσα αντιληπτό. Στις 31 Οκτωβρίου μια ντουζίνα δημοσιογράφοι συγκεντρώθηκαν έξω από την κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση της ελεγκτικής επιτροπής της Γερουσίας στον δεύτερο όροφο του κτιρίου Χαρτ. Υπήρχε η υποψία ότι η Φάινσταϊν πήγαινε να συγκαλύψει το σκάνδαλο – παρόλο που λίγες μέρες νωρίτερα είχε παρεκκλίνει εντελώς από τις θέσεις της επικρίνοντας την NSA επειδή στοχοποιούσε ξένους ηγέτες. Κανείς δεν είχε δει το απόρρητο κείμενο του προτεινόμενου νομοσχεδίου. Μισή ώρα μετά την έναρξη της συνεδρίασης, το γραφείο τύπου της Φάινσταϊν ανακοίνωσε ότι η πρότασή της, το Νομοσχέδιο Τροποποιήσεων FISA, είχε εγκριθεί με ψήφους 11-4. Ενίσχυε τη «διαφάνεια ζωτικής σημασίας προγραμμάτων συλλογής πληροφοριών» και απαγόρευε τη «μαζική συλλογή αρχείων». Ωστόσο μέσα σε ελάχιστα λεπτά αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Έπειτα από προσεκτικότερη μελέτη προέκυψε ότι το νομοσχέδιο απαγόρευε τη μαζική συλλογή περιεχομένου, κάτι που η NSA δεν έκανε ποτέ έτσι κι αλλιώς. Το δελτίο τύπου ήταν παραπλανητικό. Στην πραγματικότητα η πρόταση της Φάινσταϊν οδηγούσε στην ενίσχυση, αν όχι στη διεύρυνση, της δυνατότητας μαζικών παρακολουθήσεων από πλευράς NSA. Ειδικότερα, όριζε ότι η NSA μπορούσε να αναλύει τις τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές επικοινωνίες από το εξωτερικό για πληροφορίες που αφορούσαν Αμερικανούς. Σε μετέπειτα δηλώσεις της, η Φάινσταϊν εμφανίστηκε αμετανόητη. Είπε ότι η απειλή τρομοκρατικών επιθέσεων ήταν μεγαλύτερη από ποτέ και πρόσθεσε: «Θεωρώ ότι έχει υπάρξει μια τεράστια παρεξήγηση ως προς το πρόγραμμα δεδομένων της NSA και πόσο κομβικό είναι κατά τη γνώμη μου στην προστασία της χώρας». Ωστόσο άλλοι γερουσιαστές κατέθεσαν σκληρότερες προτάσεις για τον έλεγχο της υπηρεσίας. Ένας ήταν ο Τζιμ Σένσενμπρενερ, πρόεδρος της δικαστικής επιτροπής της Γερουσίας. Ο Σένσενμπρενερ ήταν ο βασικός συντάκτης του Patriot Act, που δημιουργήθηκε για να ενισχύσει τον πόλεμο των Αμερικανών κατασκόπων κατά της τρομοκρατίας μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Τώρα υποστήριζε ότι οι κυβερνήσεις Μπους και Ομπάμα είχαν παρερμηνεύσει το νομοθέτημά του – και το χρησιμοποιούσαν για να κατασκοπεύουν αθώους Αμερικανούς. Ήταν μια κλασική περίπτωση Δρ. Φράνκενσταϊν, όπου ο επιστήμονας συνειδητοποιεί ότι το δημιούργημά του δεν ήταν το όμορφο πλάσμα που είχε φανταστεί αλλά ένα ανεξέλεγκτο τέρας. Θέλοντας να επανορθώσει, ο Σένσενμπρενερ πρότεινε το νομοσχέδιο «Ελευθερία στις ΗΠΑ». Η πρόταση, που κατατέθηκε με τη συνδρομή του γερουσιαστή Πάτρικ Λέιχι, οραματίζεται σημαντικές αλλαγές. Μεταξύ άλλων θέτει τέλος στα προγράμματα μαζικών σαρώσεων και προτείνει τον θεσμό του «ειδικού συνηγόρου» που θα υπερασπίζεται τις ατομικές ελευθερίες και θα προσφεύγει κατά των μυστικών κρατικών αιτημάτων στα απόρρητα δικαστήρια. Ουσιαστικά, ο Σένσενμπρενερ πρότεινε την επιστροφή στο μοντέλο των στοχευμένων παρακολουθήσεων. Η δήλωσή του το επιβεβαιώνει: «Οι επαγγελματίες των μυστικών υπηρεσιών οφείλουν να αναζητούν πραγματικά στοιχεία – όχι να ψάχνουν ψύλλους στα άχυρα των προσωπικών μας δεδομένων». Στο μεταξύ οι γερουσιαστές Γουάιντεν και Γιούνταλ, δύο επικριτές της NSA στην προ Σνόουντεν περίοδο, κατέθεσαν τη δική τους πρόταση νόμου για να σταματήσει η κατασκοπεία των Αμερικανών χωρίς ένταλμα. Ο Γουάιντεν πρότεινε η Γερουσία να έχει


την αρμοδιότητα επικύρωσης του διορισμού του νέου διευθυντή στην NSA. Με τρόπο που παρέπεμπε στο Κρεμλίνο, ο Λευκός Οίκος είχε κάνει γνωστό ότι επιθυμούσε σαρωτικές αλλαγές στην ηγεσία των μυστικών υπηρεσιών. Ο Αλεξάντερ –ένας τετράστερος στρατηγός– επιβεβαίωσε την αποχώρησή του από την NSA τον Μάρτιο του 2014. (Η Wall Street Journal, επικαλούμενη έναν ανώτερο αξιωματούχο, έγραψε ότι ο Αλεξάντερ υπέβαλε την παραίτησή του τον Ιούνιο του 2013. Ο Λευκός Οίκος δεν την έκανε αποδεκτή.) Άλλοι αξιωματούχοι ψιθύριζαν ότι θα ήταν καλή ιδέα να απομακρυνθεί ταυτόχρονα και ο Κλάπερ. Θεωρητικά ο Κλάπερ υποτίθεται ότι διεξήγαγε την κυβερνητική αξιολόγηση των μυστικών υπηρεσιών. Πρακτικά αποτελούσε καμένο χαρτί, έχοντας πληγεί ανεπανόρθωτα μετά την ψευδή δήλωσή του στο Κογκρέσο. Η NSA φρόντιζε με κάθε ευκαιρία να υπενθυμίζει στους Αμερικανούς την 11η Σεπτεμβρίου και το ρόλο της υπηρεσίας στην ασφάλεια της Αμερικής. Οι επικριτές της NSA επεσήμαιναν ότι η Άνγκελα Μέρκελ δεν ήταν ακριβώς η αλ-Κάιντα. Σε μια συνέντευξη στο Der Spiegel, ο γερουσιαστής Τζον ΜακΚέιν ζήτησε να γίνει ένα «γενικό ξεσκαρτάρισμα» στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, αρχίζοντας από την ηγεσία. Όταν ρωτήθηκε γιατί οι Αμερικανοί κατάσκοποι είχαν παγιδεύσει την καγκελάριο Μέρκελ, απάντησε λακωνικά: «Κατά τη γνώμη μου το έκαναν επειδή μπορούσαν». Νέα πρόσωπα λοιπόν, όμως φτάνοντας στις αρχές του 2014 τα περισσότερα προγράμματα που αποκάλυψε ο Σνόουντεν δείχνουν να συνεχίζονται. Ο Λευκός Οίκος είχε υποσχεθεί διαφάνεια αλλά έδειχνε απρόθυμος να θέσει εκτός λειτουργίας τις μαζικές παρακολουθήσεις, το ηλεκτρονικό αντίστοιχο του πανοπτικού του Μπένθαμ. Σύμφωνα με τους New York Times ο Ομπάμα είχε καταλήξει διστακτικά στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε λειτουργική εναλλακτική λύση στη μαζική συλλογή μεταδεδομένων, συμπεριλαμβανομένων και των μεταδεδομένων των Αμερικανών. Η κυβέρνηση άφησε να εννοηθεί ότι ίσως μείωνε τον χρόνο αποθήκευσης των πληροφοριών – από τα πέντε στα τρία χρόνια. Πάντως αυτό δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως παραχώρηση. Ωστόσο, το δικαστικό σώμα είχε διαφορετική άποψη. Τον Δεκέμβριο του 2013 ο Ρίτσαρντ Λίον, ένας ομοσπονδιακός δικαστής, κατάφερε ένα τεράστιο νομικό πλήγμα στην NSA. Έκρινε ότι η μαζική συλλογή των τηλεφωνικών αρχείων των Αμερικανών πολιτών κατά πάσα πιθανότητα παραβίασε των σύνταγμα των ΗΠΑ. Το πρόγραμμα ήταν «σχεδόν Οργουελικό» ως προς το εύρος του, είπε, προσθέτοντας, «η κυβέρνηση δεν αναφέρει ούτε μία περίπτωση όπου η ανάλυση των μαζικά συλλεγόμενων μεταδεδομένων από πλευράς NSA να απέτρεψε κάποια επικείμενη τρομοκρατική επίθεση». Ο Λίον είπε ότι η συνταγματική προσφυγή –που είχαν καταθέσει δύο ενάγοντες– κατά πάσα πιθανότητα θα γινόταν δεκτή. Υπήρχε ένα περιθώριο ανακούφισης για την κυβέρνηση: είχε δικαίωμα να ασκήσει έφεση. Ο Σνόουντεν είχε καταφέρει να προκαλέσει τον δημόσιο διάλογο που ανέκαθεν επιζητούσε – κι ακόμη περισσότερα. Όμως στον τομέα των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων ήταν πολύ νωρίς για να φανεί αν θα υπήρχαν σημαντικές αλλαγές. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση συνέχιζε να αντιμετωπίζει με αμείωτη εχθρικότητα τον πληροφοριοδότη. Ούτε ο Ομπάμα ούτε ο υπουργός εξωτερικών Τζον Κέρι έδειχναν την παραμικρή διάθεση αλλαγής συμπεριφοράς απέναντι σε έναν άνθρωπο που ο Κέρι είχε χαρακτηρίσει «προδότη της πατρίδας του». Προεδρική χάρη; Σε καμία περίπτωση. Οι


κατηγορίες περί κατασκοπείας ίσχυαν στο ακέραιο. Αφορούσαν τη μη εξουσιοδοτημένη κοινοποίηση κρατικών εγγράφων και τη σκόπιμη κοινοποίηση διαβαθμισμένων πληροφοριών σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα. Αν επέστρεφε από τη Μόσχα, αντιμετώπιζε συνολική ποινή 30 ετών. Θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλες κατηγορίες. Επίσης, μια διάταξη του νόμου προβλέπει μέχρι και τη θανατική ποινή. Παρόλο που άλλαξε την πορεία της πολιτικής ιστορίας με τις απίστευτες αποκαλύψεις του, κατά πάσα πιθανότητα θα περάσει πολύς καιρός πριν ο Σνόουντεν επιστρέψει στην πατρίδα του.

[14] Ατάκες της NSA για καμάκι. (Σ.τ.Μ.) [↑]


[ 14 ]

ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΤΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟ Χώρος κράτησης, Αεροδρόμιο Χίθροου, Λονδίνο Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

«Παρακαλείσθε όπως δεν κάνετε την παραμικρή αναφορά σε κατασκοπευτικές ενέργειες. Είναι ζωτικής σημασίας να μη γνωρίζει ο ΜΙΡΑΝΤΑ τον λόγο του ελέγχου». —ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, ΜΙ5

Ήταν Κυριακή πρωί στην αγγλική εξοχή και δύο μεσήλικες προσπαθούσαν να φουσκώσουν ένα κανό. Ο ένας ήταν ο 59χρονος Άλαν Ράσμπριτζερ, διευθυντής σύνταξης της Guardian. Το περιοδικό New Yorker τον περιγράφει ως εξής: «Φοράει τετράγωνα γυαλιά με μαύρο σκελετό, ενώ μια φράντζα σκούρων μαλλιών απλώνεται κατά μήκος του κεφαλιού σκεπάζοντας τα αφτιά του. Θυμίζει βιβλιοθηκάριο». Μαζί με τον Ράσμπριτζερ ήταν ο φίλος του Χένρι Πόρτερ. Ο Πόρτερ, ηλικίας 60 ετών, γράφει στο Vanity Fair και στην Observer, εκδίδει θρίλερ και υπερασπίζεται τις ατομικές ελευθερίες. Οι δύο δημοσιογράφοι προσπαθούσαν να πραγματοποιήσουν ένα ελαφρώς εκκεντρικό παιδικό όνειρο – να διασχίσουν κωπηλατώντας τον Έιβον στο Γουόρικσιρ, απολαμβάνοντας το γαλήνιο θέαμα στις όχθες του ποταμού. Θα ξεκινούσαν από το Στράτφορντ-απόν-Έιβον, τη γενέτειρα του Σαίξπηρ. Ήλπιζαν να δουν νεροπουλάδες, πάπιες, ίσως και κανέναν μίκρωτο. Το ταξίδι μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ότι είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες του Scoop, του απολαυστικού μυθιστορήματος για τον Τύπο του Άγγλου σατιρικού συγγραφέα Ίβλιν Γουό. Ο δημοσιογράφος πρωταγωνιστής του Scoop, ο Ουίλιαμ Μπουτ, γράφει άρθρα για τη φύση προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην. Η φράση, «ο φιλοπερίεργος μίκρωτος με τα πουπουλένια πόδια διασχίζει τσαλαβουτώντας το βαλτοτόπι», ήταν από τις πλέον αξιομνημόνευτες. Όταν στέλνουν τον Μπουτ να καλύψει έναν πόλεμο στη μακρινή Αφρική παίρνει μαζί του ένα φουσκωτό κανό. (Ο Μπουτ βασιζόταν αμυδρά στον Μπιλ Ντιντς, τον θρυλικό συντάκτη της Daily Telegraph, που το 1935 κατέφθασε στην Αβησσυνία για να καλύψει τον πόλεμο έχοντας μαζί του αποσκευές βάρους 250 κιλών.) Υποτίθεται ότι το Σαββατοκύριακο με το κανό ήταν για τον Ράσμπριτζερ ένα διάλειμμα από τις εξουθενωτικές απαιτήσεις της δημοσιογραφίας. Δεν κράτησε για πολύ. Ενώ βρισκόταν ακόμη στην όχθη, απάντησε στο κινητό του. Η αστυνομία είχε συλλάβει τον Ντέιβιντ Μιράντα, τον 28χρονο σύντροφο του Γκλεν Γκρίνγουολντ, στο αεροδρόμιο του Χίθροου! Τον κρατούσαν βάσει του άρθρου 7 του Αντιτρομοκρατικού Νόμου! Είχαν


κατάσχει το σακίδιό του! Ο βρετανικός αντιτρομοκρατικός νόμος, που τέθηκε σε εφαρμογή το 2000, στοχεύει στους δολοφόνους. Έχει σχεδιαστεί να επιτρέπει στην αστυνομία να σταματά κατά την είσοδό τους στη Βρετανία πιθανούς τζιχαντιστές ή μέλη του ΙΡΑ που σχεδιάζουν να τοποθετήσουν βόμβες. Πρόκειται για δρακόντειο νομοθέτημα: δεν απαιτείται η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» ή συγκεκριμένης υποψίας. Ο στόχος της κράτησης είναι σοβαρός: να καθοριστεί αν κάποιος είναι πιθανά εμπλεκόμενος στην «ανάθεση, υποκίνηση ή προετοιμασία τρομοκρατικών ενεργειών». Ο Μιράντα δεν ήταν τρομοκράτης. Οι βρετανικές αρχές το γνώριζαν πολύ καλά. Ήταν ο σύντροφος ενός δημοσιογράφου. Στην πραγματικότητα υποψιάζονταν ότι μετέφερε αντίγραφα των αρχείων του Σνόουντεν για την NSA και την GCHQ, τα οποία είχε αναλάβει να ερευνήσει και να δημοσιοποιήσει ο Γκρίνγουολντ. Βασικός τους στόχος, όπως παραδέχτηκαν αργότερα, ήταν απλώς να κατάσχουν τα αρχεία και να διαπιστώσουν τι γνώριζε ο Γκρίνγουολντ. Στην 11 Αυγούστου ο Μιράντα είχε ξεκινήσει από το σπίτι τους στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να πάει στο Βερολίνο, με ενδιάμεσο σταθμό το Χίθροου. Στη γερμανική πρωτεύουσα πέρασε αρκετές μέρες παρέα με τη συνάδελφο δημοσιογράφο του Γκρίνγουολντ, τη Λόρα Πόιτρας. Κουβέντιασαν διάφορα σχέδια για ταινίες. Εκείνος είδε ορισμένα αξιοθέατα. Δυο βράδια έμεινε σε ξενοδοχείο. Τώρα επέστρεφε σπίτι του, ξανά μέσω Βρετανίας. Βρετανοί και Αμερικανοί τον είχαν θέσει υπό παρακολούθηση – ίσως οι ίδιοι πράκτορες που είχαν παγιδεύσει το κινητό της Άνγκελα Μέρκελ. Τα κρυπτογραφημένα αρχεία του Σνόουντεν που μετέφερε ο Μιράντα αποτελούσαν τη βάση για τα πολυάριθμα άρθρα των Γκρίνγουολντ και Πόιτρας για την Guardian και άλλα διεθνή έντυπα όπως τη γαλλική Le Monde, το γερμανικό Der Spiegel, τη Washington Post και τους New York Times. Ένα από τα αρχεία ήταν ένα ευρετήριο που είχε δημιουργηθεί μέσω ειδικού λογισμικού και κατέγραφε τα 58.000 έγγραφα της GCHQ που είχε ο Γκρίνγουoλντ. Υπήρχε και άλλο κρυπτογραφημένο υλικό. Στο πορτοφόλι του ο Μιράντα είχε φυλάξει ένα χαρτάκι με την κωδική φράση πρόσβασης στο ευρετήριο. Ο Ράσμπριτζερ δεν γνώριζε το παραμικρό για το ταξίδι του Μιράντα. Ο Γκρίνγουολντ είχε κλείσει το εισιτήριο μέσω του γραφείου της εφημερίδας στη Νέα Υόρκη, ως μέρος της έρευνας διαρκείας που χρηματοδοτούσε η εφημερίδα. Ήταν ένα από τα ρίσκα της δουλειάς με εξωτερικούς συνεργάτες: η Guardian πλήρωνε τους λογαριασμούς χωρίς να κάνει πάντοτε κουμάντο. Σε στιγμές κρίσης ο Ράσμπριτζερ αποδεικνύεται τέρας ψυχραιμίας. Ο Κεν Αουλέτα του New Yorker τον χαρακτηρίζει «ατάραχο». Σκιαγραφώντας το πορτρέτο του, ο Αουλέτα έγραψε ότι ο μειλίχιος τρόπος του Ράσμπριτζερ είναι παραπλανητικός· από πίσω υπάρχει μια ατσάλινη θέληση. Μία από τις αρμοδιότητές του ως διευθυντή σύνταξης είναι να αντιδρά ήρεμα στα πολυδιάστατα προβλήματα. Η υπόθεση Σνόουντεν σίγουρα ήταν τέτοιο. Στο iPad του ο Ράσμπριτζερ είχε ένα διάγραμμα που θύμιζε ιστό αράχνης και απεικόνιζε τα ποικίλα ζητήματα που συνδέονταν με το υλικό του Σνόουντεν. Νομικά και δημοσιογραφικά. Αλλά και υλικά – η ανάγκη το υλικό να διατηρηθεί ασφαλές. Υπήρχαν πολλαπλοί παίκτες με διαφορετικές αρμοδιότητες· επισφαλείς σύμμαχοι ανάμεσα στην Τέταρτη και την Πέμπτη Εξουσία. Κατά τα φαινόμενα


οι μυστικές υπηρεσίες παγίδευαν πλέον ενεργά τους συντελεστές της Guardian. Το γεγονός αυτό δυσκόλευε την επικοινωνία. Στα 18 του χρόνια ως διευθυντής σύνταξης της Guardian, ο Ράσμπριτζερ είχε δημοσιεύσει αμέτρητες σημαντικές ιστορίες. Είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη μεταμόρφωσή της από αριστερό, βρετανικό, μάλλον περιορισμένης εμβέλειας έντυπο τίτλο σε παγκόσμιο ψηφιακό προϊόν. Το 2009 η Guardian είχε αποκαλύψει τις ανεξέλεγκτες υποκλοπές που πραγματοποιούσε η αυτοκρατορία των εφημερίδων του Ρούπερτ Μέρντοχ και οδήγησε στο κλείσιμο της φυλλάδας News of the World, για να ακολουθήσει μια σειρά δραματικών συλλήψεων. Το 2010 ο Ράσμπριτζερ δημοσίευσε τα πρωτοποριακά έγγραφα του WikiLeaks. Όμως η υπόθεση Σνόουντεν ήταν σημαντικότερη όλων. Το άμεσο πρόβλημα του δημοσιογράφου ήταν πώς να βοηθήσει τον Μιράντα. Η αστυνομία τον είχε στο αεροδρόμιο Χίθροου από τις 8:05 π.μ. Βάσει του Αντιτρομοκρατικού Νόμου μπορούσαν να τον κρατήσουν για εννιά ώρες. Ο Ράσμπριτζερ τηλεφώνησε στην Τζιλ Φίλιπς, την υπεύθυνη του νομικού τμήματος της Guardian. Βρισκόταν σε ένα χωριό στο Γουίλτσιρ. Πολύ μακριά από το Χίθροου. Η Φίλιπς τηλεφώνησε στο δικηγορικό γραφείο Bindmans που ειδικευόταν σε υποθέσεις ατομικών δικαιωμάτων. Ένας από τους δικηγόρους, ο Γκάβιν Κένταλ, έσπευσε στο αεροδρόμιο. Στο μεταξύ ο Ράσμπριτζερ και ο Πόρτερ πέρασαν τις επόμενες τέσσερις ώρες κωπηλατώντας κατά μήκος του Έιβον. Ακολουθώντας το ρεύμα πήγαν από το Στράτφορντ ως το Μπίντφορντ, ένα χωριό όπου ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ λέγεται ότι κατέρρευσε κάτω από μια μηλιά έπειτα από έναν διαγωνισμό κατανάλωσης αλκοόλ. Ο δημοσιογράφος είχε το κινητό του σε μια αδιάβροχη τσάντα· κάθε τόσο άνοιγε το φερμουάρ για να ενημερώνεται. Ο Μιράντα περιγράφει την περιπέτειά του υπό κράτηση ως «εκφοβιστική, αγχωτική και εξαιρετικά τρομακτική». Η αστυνομία είχε ζητήσει να δει τα διαβατήρια όλων των επιβατών καθώς έβγαιναν από το αεροπλάνο της British Airways· όταν έφτασε η σειρά του Μιράντα τον οδήγησαν σιωπηλά σε έναν χώρο κράτησης. Εκεί του είπαν ότι τον εξέταζαν βάσει του αντιτρομοκρατικού νόμου. «Αυτό με φόβισε ιδιαίτερα», λέει ο Μιράντα. «Όταν άκουσα τη λέξη “τρομοκρατία” σοκαρίστηκα και τους είπα ότι δεν είχα καμία σχέση με τρομοκρατία». Οι δύο ανακριτές τού είπαν πως αν δεν απαντούσε στις ερωτήσεις τους θα κατέληγε στη φυλακή. Έψαξαν το σακίδιό του. Κατέσχεσαν ορισμένα αντικείμενα – έναν φορητό υπολογιστή Samsung, προσωπικές φωτογραφίες, DVD. Πήραν επίσης δύο κρυπτογραφημένα στικάκια και έναν σκληρό δίσκο. Ο Μιράντα ήθελε να τηλεφωνήσουν στον Γκρίνγουολντ, τον οποίο επικαλέστηκε ως δικηγόρο του. Οι αστυνομικοί αρνήθηκαν επειδή ο Γκρίνγουολντ δεν ήταν καταχωρημένος στα βρετανικά μητρώα. Προσφέρθηκαν να του ορίσουν εκείνοι δικηγόρο, κάτι που αρνήθηκε καθώς δεν μπορούσε να εμπιστευθεί κάποιον άγνωστο. Δεν υπήρχε διερμηνέας. Τελικά, οι αστυνομικοί τηλεφώνησαν στον Γκρίνγουολντ στη Βραζιλία –και τον ξύπνησαν καθώς ήταν 6:30 π.μ. στο Ρίο τοπική ώρα, 10:30 στη Βρετανία– και του είπαν ότι ο Μιράντα ήταν υπό κράτηση ως τρομοκράτης. «Αναστατώθηκα πάρα πολύ, σοκαρίστηκα και ανησύχησα για εκείνον», λέει ο Γκρίνγουολντ. Οι δύο αστυνομικοί δεν έκαναν καμία ερώτηση σχετική με την τρομοκρατία. Δεν ζήτησαν να μάθουν αν ο Μιράντα ήταν μέλος κάποιας τρομοκρατικής οργάνωσης. Ο Μιράντα λέει


ότι οι ερωτήσεις που του έκαναν «έμοιαζαν τυχαίες και γενικές... Μου έδωσαν την εντύπωση ότι συνέχιζαν να με ρωτάνε μόνο και μόνο για να έχουν τον χρόνο να εξετάσουν το υλικό». Έγγραφα της MI5, της βρετανικής υπηρεσίας ασφαλείας, που κατατέθηκαν στη δικαστική έρευνα που ακολούθησε, εξηγούν αυτή την έλλειψη περιέργειας. Η ΜΙ5 και η NSA είχαν αποφασίσει μέρες νωρίτερα να σταματήσουν τον Μιράντα στο Χίθροου και να κατάσχουν το υλικό που μετέφερε. Ήταν βέβαιοι –είτε μέσω υποκλοπών είτε κάποιου πληροφοριοδότη– ότι μετέφερε δεδομένα και ήθελαν απεγνωσμένα να διαπιστώσουν τι είχε διαρρεύσει ο Σνόουντεν. Για τους πράκτορες ήταν απίστευτη τύχη και ευκαιρία. Όμως αγωνιούσαν να μην αφήσουν τον Μιράντα και τους φίλους του να καταλάβουν ότι είχαν προδοθεί. Στις 15 Αυγούστου, τρεις μέρες πριν τη σύλληψη, η ΜΙ5 επικοινώνησε με τη διοίκηση της αντιτρομοκρατικής, την SO15, της Μητροπολιτικής Αστυνομίας. Η υπηρεσία ζήτησε από τον αστυνομικό επιθεωρητή Τζέιμς Στόκλι να συλλάβει τον Μιράντα. Η υπηρεσία υπέβαλε ένα «έντυπο κυκλοφορίας σε χώρους μεταφοράς» (PCS) μαζί με το επίσημο αίτημα. Στο σημείο που ζητούσε από τον αιτούντα να επιβεβαιώσει την πιθανή ύπαρξη τρομοκρατικής απειλής, η ΜΙ5 έγραψε: «Δεν ισχύει». Δυστυχώς, η αστυνομία μπορούσε μόνο με έναν τρόπο να ερευνήσει και να κατάσχει τις αποσκευές ενός επιβάτη χωρίς να δώσει την παραμικρή εξήγηση: επικαλούμενη το άρθρο 7 του συγκεκριμένου νόμου. Ωστόσο το αμφιλεγόμενο άρθρο 7 –για το οποίο συχνά διατυπώνονταν παράπονα σχετικά με την κατάχρησή του– έθετε συγκεκριμένες τεχνικές προϋποθέσεις. Μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για να αξιολογηθεί αν κάποιος εμπλεκόταν σε «τρομοκρατικές ενέργειες». Η αστυνομία επεσήμανε το πρόβλημα. Η ΜΙ5 υπέβαλε για δεύτερη φορά το έντυπο PCS. Η τελική εκδοχή ανέφερε: «Σύμφωνα με πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών ο ΜΙΡΑΝΤΑ κατά πάσα πιθανότητα εμπλέκεται σε κατασκοπευτική δραστηριότητα δυνητικά επιζήμια για την εθνική ασφάλεια της Βρετανίας... Αξιολογούμε ότι ο ΜΙΡΑΝΤΑ μεταφέρει εν γνώσει του υλικό, η δημοσιοποίηση του οποίου θα έθετε σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Επιπλέον η αποκάλυψη ή η απειλή αποκάλυψης είναι σχεδιασμένη να επηρεάσει μια κυβέρνηση και πραγματοποιείται για την προώθηση ενός πολιτικού ή ιδεολογικού σκοπού. Άρα εμπίπτει στον ορισμό περί τρομοκρατίας και ως εκ τούτου αιτούμαστε την εξέτασή του βάσει του άρθρου 7». Η εξήγηση ήταν παράλογη. Γράφτηκε σε μια προσπάθεια απομίμησης του ορισμού της τρομοκρατίας στο κείμενο του νόμου. Όπως είναι φυσικό οι συντάκτες γνώριζαν ότι ο Μιράντα δεν είχε πρόθεση να απειλήσει ή να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή κανενός, και ακόμη λιγότερο να επιδιώξει την επίτευξη κάποιου «ιδεολογικού σκοπού». Ο ορισμός στον νόμο υποτίθεται ότι αφορούσε κάποιον φανατικό που απειλούσε ν’ ανατινάξει κάποιο αεροσκάφος. Η ΜΙ5 εξήγησε την αγωνία της: «Παρακαλείσθε όπως δεν κάνετε την παραμικρή αναφορά σε κατασκοπευτικές ενέργειες. Είναι ζωτικής σημασίας να μη γνωρίζει ο ΜΙΡΑΝΤΑ τον λόγο του ελέγχου. Θα ήμασταν ευγνώμονες αν ο συγκεκριμένος έλεγχος εμφανιστεί όσο το δυνατόν πιο τυχαίος και τυπικός και ότι δεν διενεργείται κατόπιν αιτήματος της Υπηρεσίας Ασφαλείας».


Η χρήση του άρθρου 7 εναντίον κάποιου που ήταν γνωστό ότι δεν είναι τρομοκράτης αποτελούσε κατάφωρη κατάχρηση – και ανησυχητικό προηγούμενο, όπου μια κυβέρνηση εξίσωνε τη δημοσιογραφία με την τρομοκρατία. Ήταν η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο άρθρο –αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων– εφαρμοζόταν κατά ενός δημοσιογράφου που μετέφερε υλικό της δουλειάς του. Καθώς συνέβη μετά την αναγκαστική καταστροφή των υπολογιστών της Guardian στις 20 Ιουλίου, έμοιαζε με ανατριχιαστική επίθεση στην ελευθερία του Τύπου. Στη διάρκεια των επαφών της με την Guardian εκείνο το καλοκαίρι, η Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχε αφήσει ούτε μία φορά να εννοηθεί ότι η εφημερίδα εμπλεκόταν σε τρομοκρατική ενέργεια. «Αν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος διάπραξης κάποιου αδικήματος σχετικού με την τρομοκρατία, θα ανέμενε κανείς την εσπευσμένη κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων», λέει ο Ράσμπριτζερ. Βάσει του βρετανικού Νόμου περί Αστυνομικών και Ποινικών Στοιχείων του 1984, το δημοσιογραφικό υλικό προστατεύεται. Η ΜΙ5 όφειλε να προσφύγει σε κάποιον δικαστή για να εγκρίνει την κράτηση του Μιράντα. Αντ’ αυτού παρέκαμψε τη δικαστική οδό χρησιμοποιώντας τον αντιτρομοκρατικό νόμο. Ο Μιράντα αφέθηκε τελικά ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες στις 5 μ.μ., με τη σύσταση να επιβιβαστεί σε κάποια πτήση –χωρίς τα πράγματά του– και να επιστρέψει στο Ρίο. Ο δικηγόρος του κατάφερε να τον δει μόλις μία ώρα πριν συμπληρωθεί το εννιάωρο. (Μόλις ένα στα 2.000 άτομα που ελέγχονται βάσει του άρθρου 7 κρατούνται για πάνω από έξι ώρες. Ο Μιράντα ήταν ένα από αυτά.) Τα νέα για την κράτησή του πυροδότησαν διεθνή θύελλα. Η βραζιλιάνικη κυβέρνηση εξέφρασε την «έντονη ανησυχία» της. Ανέφερε ότι η επίκληση του άρθρου 7 σε αυτή την περίπτωση έγινε «αδικαιολόγητα». Στο Ρίο, ο Γκρίνγουολντ συνάντησε τον εξουθενωμένο Μιράντα στο αεροδρόμιο, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Ο Γκρίνγουολντ χαρακτήρισε το μαρτύριο του συντρόφου του ως «αποτυχημένη προσπάθεια εκφοβισμού... Πρόκειται προφανώς για μια ιδιαίτερα έντονη κλιμάκωση των επιθέσεών τους [της Αμερικής και της Βρετανίας] στη διαδικασία της συλλογής ειδήσεων και της δημοσιογραφίας», έγραψε. Για να προσθέσει συναισθηματικά φορτισμένος, με όρους που ίσως και να ήταν υπερβολικοί: «Ακόμη και η μαφία είχε ηθικούς κανόνες κατά της στοχοποίησης των οικογενειακών μελών όσων την απειλούσαν». Η κατηγορία ότι ο Γκρίνγουολντ και οι συν αυτώ προωθούσαν κάποιον «πολιτικό ή ιδεολογικό σκοπό», όπως έκανε για παράδειγμα η αλ-Κάιντα, προκάλεσε την οργή των υποστηρικτών των ατομικών δικαιωμάτων. Αν ίσχυε, αποτελούσε ανησυχητική απειλή κατά της δημοκρατίας, ανέφερε η οργάνωση Liberty. Στις Βρυξέλλες υπήρξε μεγάλη έκπληξη. Το Συμβούλιο της Ευρώπης που φροντίζει για την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, έγραψε στην υπουργό εσωτερικών Τερέζα Μέι. Ζητούσε από τη Μέι να εξηγήσει με ποιο τρόπο η αντιμετώπιση του Μιράντα συμβάδιζε με το άρθρο 10 της ευρωπαϊκής σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που εγγυάται την ελευθερία έκφρασης». Ένα αποκαλυπτικό σχόλιο έγινε από τον λόρδο Φάλκονερ, τον υπουργό των Εργατικών που βοήθησε στην προώθηση του αντιτρομοκρατικού νόμου. «Σε αυτή την περίπτωση το κράτος υπερέβη τις εξουσίες του», είπε. «Είμαι απόλυτα σαφής λέγοντας ότι ο νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί, ούτε ως προς το γράμμα ούτε ως προς το πνεύμα, στην περίπτωση


του κυρίου Μιράντα». Ωστόσο η Μέι δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση να απολογηθεί. Ανάλογη στάση κράτησε και ο Όλιβερ Ρόμπινς, ο αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας που είχε αναγκάσει την Guardian να καταστρέψει τους φορητούς υπολογιστές της. Οι δικηγόροι του Μιράντα κατέθεσαν προσφυγή κατά της κράτησής του στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σε μια οξύτατη ένορκη κατάθεση, ο Ρόμπινς είπε ότι οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν είχαν βλάψει την εθνική ασφάλεια. Χωρίς να προσκομίσει αποδείξεις, κατηγόρησε τον Γκρίνγουολντ για «ιδιαίτερα πλημμελή διαχείριση πληροφοριών ασφαλείας». Ήταν ειρωνικό: η βρετανική υπηρεσία GCHQ είχε χάσει τον έλεγχο των ευαίσθητων δεδομένων και όχι η Guardian. Ο Ρόμπινς δεν αναφέρθηκε στη δυσλειτουργική συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών της Βρετανίας με την NSA, που κατά τα φαινόμενα σημαίνει ότι χιλιάδες Αμερικανοί αξιωματούχοι –όπως και συμβασιούχοι από ιδιωτικές εταιρίες– μπορούσαν να διαβάσουν άκρως απόρρητα έγγραφα της GCHQ. Δύο μέρες μετά τη σύλληψη του Μιράντα από την αστυνομία, ο Ράσμπριτζερ αντέδρασε μιλώντας πρώτη φορά για όσα είχαν συμβεί στο υπόγειο της Guardian – την άγρια και βρώμικη διάλυση των σκληρών δίσκων. Ο Σάιμον Τζένκινς περιέγραψε το επεισόδιο ως την «πλέον αλλόκοτη πράξη κρατικής λογοκρισίας της διαδικτυακής εποχής»· οι δύο ειδικοί της GCHQ που επέβλεπαν την καταστροφή ήταν «σαν όλους εκείνους που έστελνε η Ιερά Εξέταση για να κάψουν βιβλία». Όπου πήγαινε, ο διευθυντής σύνταξης της Guardian κουβαλούσε στην εσωτερική του τσέπη ένα κομμάτι κατεστραμμένου υπολογιστή, θυμίζοντας μεσαιωνικό προσκυνητή που φυλούσε σαν τα μάτια του το οστό κάποιου αγίου. «Είναι κάτι σαν κειμήλιο, σύμβολο του ρόλου του κράτους κατά του δημοσιογράφου», λέει. Οι αποκαλύψεις του Ράσμπριτζερ και το παράλογο της υπόθεσης Μιράντα φάνηκαν να ξυπνάνε τους Βρετανούς πολιτικούς. Λες και μια ηλεκτρική εκκένωση συνέφερε επιτέλους ένα σώμα που μέχρι τότε έμοιαζε να κοιμάται άνετα και βαθιά. Από τις 5 Ιουνίου όταν η Guardian δημοσίευσε το πρώτο άρθρο για την NSA, το θέμα είχε προκαλέσει δημόσιες αντιπαραθέσεις σε όλο τον κόσμο. Στη Γερμανία, υπήρξε κατακραυγή· στις ΗΠΑ το Κογκρέσο αναθεωρούσε την επιτήρηση· στη Βρετανία... λήθαργος. Οι βουλευτές και οι εφημερίδες στην πλειοψηφία τους το αγνοούσαν. Μια χούφτα Συντηρητικοί απέρριπταν την όποια συζήτηση με τη φράση «οι κατάσκοποι κατασκοπεύουν». Η Ντάουνινγκ Στριτ έλεγε: δεν υπάρχει τίποτα το ενδιαφέρον. Προς τι αυτή η σιγή; Υπήρχε μία προφανής εξήγηση. Όταν άρχισαν οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν, ο γραμματέας του μοναδικά βρετανικού οργανισμού συμβουλευτικών παρατηρήσεων του υπουργείου αμυνας, ο απόστρατος υποπτέραρχος Άντριου Βάλανς, απέστειλε κρυφά μια επιστολή στο BBC και στις εφημερίδες, στις 7 Ιουνίου 2013, για να τους επιστήσει την προσοχή στα θέματα εθνικής ασφάλειας. Η παρατήρηση συντάχθηκε για λογαριασμό της GCHQ. Η «Προσωπική και Εμπιστευτική» επιστολή του ανέφερε: «Πρόσφατα υπήρξε ένας αριθμός άρθρων σχετικών με ορισμένους τρόπους με τους οποίους οι μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας αποκτούν πληροφορίες από ξένες πηγές... Οι μυστικές υπηρεσίες ανησυχούν μήπως περαιτέρω αναφορές επί του θέματος θέσουν σε κίνδυνο τόσο την εθνική ασφάλεια


όσο και το προσωπικό της Βρετανίας». Ο θεσμός αυτός, ένα σκουριασμένο κατάλοιπο του ψυχρού πολέμου, υποτίθεται ότι προσφέρει εθελοντικές συμβουλές· και υποτίθεται ότι προστατεύουν τους πατριωτικούς ειδησεογραφικούς οργανισμούς από την ακούσια δημοσιοποίηση ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών. Πρακτικά, οι παρατηρήσεις αυτές με τη χροιά της απειλής σε περίπτωση που κάποιος τις αγνοήσει, αποτελούν έναν καλό τρόπο αποτροπής ή έστω υποβάθμισης της όποιας δημόσιας αντιπαράθεσης. Άρα τα μέσα εκείνα που αναφέρθηκαν στις αποκαλύψεις του Σνόουντεν, αρχικά το έκαναν με τρόπο μετριοπαθή, ειδικά το κρατικά χρηματοδοτούμενο BBC. Η προειδοποίηση κρατούσε σε χαμηλά επίπεδα τη θερμοκρασία στη Βρετανία. Υπήρχαν περαιτέρω, πολιτιστικοί λόγοι. Τον 20ο αιώνα, η Βρετανία δεν είχε υπομείνει τον ίδιο απολυταρχικό εφιάλτη όπως η Γερμανία, ή οι χώρες υπό την κατοχή των Ναζί ή του κομμουνισμού. Οι Βρετανοί θεωρούσαν δεδομένες τις ελευθερίες τους. Μετά το 1688 δεν είχε υπάρξει κάποια επανάσταση, ενώ ακόμα κι εκείνη ήταν αναίμακτη. Επιπλέον, οι κατάσκοποι στη βρετανική λαϊκή κουλτούρα ήταν πάντοτε οι καλοί: ο Τζέιμς Μποντ στις πικάντικες περιπέτειες του Ίαν Φλέμινγκ ή οι αφοσιωμένοι επαγγελματίες στη δραματική σειρά του BBC Spooks. Ο Τζόναθαν Φρίντλαντ της Guardian επισημαίνει ότι η Βρετανία «έχει μια θεμελιωδώς διαφορετική αντίληψη της εξουσίας από, για παράδειγμα, τις Ηνωμένες Πολιτείες». Δεν διαθέτει Χάρτα Δικαιωμάτων ή γραπτό σύνταγμα ή την αμερικανική ιδέα ότι «εμείς ο λαός» είμαστε κυρίαρχος. Αντίθετα, το βρετανικό σύστημα φέρει ακόμα «τη σφραγίδα της καταγωγής από τη μοναρχία», με την εξουσία να εκπορεύεται από την κορυφή και να διαχέεται προς τα κάτω. Οι Βρετανοί παραμένουν υπήκοοι παρά πολίτες. Εξ ου και η έλλειψη αντίδρασης στις κρατικές παρεμβάσεις. «Αυτό που διαπιστώνουμε δεν είναι η επίδειξη της συνήθους φλεγματικής στωικότητας αλλά η απαξία της παραίτησης και η συνήθεια μιας υποταγής τόσο βαθιά ριζωμένης ώστε να περνάει απαρατήρητη», υποστηρίζει ο Φρίντλαντ. Στο δυστοπικό μυθιστόρημα του Άλντους Χάξλεϊ Θαυμαστός καινούριος κόσμος, οι πολίτες μασουλάνε πρόθυμα το «σόμα», ένα ναρκωτικό που προκαλεί μακαριότητα και λήθη. Με εξαίρεση κάποιους προβληματικούς διανοούμενους –υποδείγματα τύπου άλφα όπως ο Μπέρναρντ Μαρξ– οι κάτοικοι του μελλοντικού Λονδίνου κατά Χάξλεϊ αρκούνται στο να παίζουν Γκολφ Μετ’ Εμποδίων, να συνάπτουν εφήμερες σεξουαλικές σχέσεις και να παρακολουθούν Αισθησιοταινίες. Το 2013 η Βρετανία δημιουργούσε μια μάλλον ανάλογη αίσθηση σε όσους έγραφαν για τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν. Ωστόσο, καθώς προέκυπταν όλο και πιο ανησυχητικές λεπτομέρειες για τη μαζική σάρωση δεδομένων από την GCHQ, ορισμένοι αποφάσισαν να ανοίξουν τα μάτια τους. Άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως το σύστημα που υποτίθεται ότι έλεγχε τις μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας έχρηζε μεταρρύθμισης. Το σύστημα δεν λειτουργούσε. Ο πρώην υπουργός Κρις Χιουν αποκάλυψε ότι το υπουργικό συμβούλιο δεν είχε ενημερωθεί για το TEMPORA, το οποίο δοκιμάστηκε πειραματικά το 2008 και τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 2011. Ο Χιουν συμμετείχε στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. Παρ’ όλ’ αυτά τόσο εκείνος όσο και άλλα μέλη είχαν μαύρα μεσάνυχτα. Ποιος λοιπόν το είχε εγκρίνει; Κατά τα φαινόμενα, οι μυστικές υπηρεσίες δεν είχαν ενημερώσει κανέναν πολιτικό πλην


του υπουργού εξωτερικών Γουίλιαμ Χέιγκ για τις νέες, επιθετικές πρωτοβουλίες τους. Ουσιαστικά παραπλάνησαν μια κοινοβουλευτική επιτροπή που ήταν απασχολημένη ερευνώντας εξονυχιστικά το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα δεδομένα των επικοινωνιών. Η πρόταση νόμου ανήκε στο Υπουργείο Εσωτερικών. Το νομοσχέδιο επέτρεπε στην αστυνομία, στις υπηρεσίες ασφαλείας και σε άλλες εθνικές υπηρεσίες να έχουν πρόσβαση σε όλα τα βρετανικά μεταδεδομένα και τα ιμέιλ, σε τεράστια κλίμακα. Και οι εταιρίες όφειλαν να διατηρούν τα δεδομένα διαθέσιμα για επεξεργασία επί 12 μήνες. Το νομοσχέδιο αποσύρθηκε την άνοιξη του 2013 έπειτα από την αντίδραση του Νικ Κλεγκ, ηγέτη των Φιλελεύθερων Δημοκρατών και κυβερνητικό εταίρο του Ντέιβιντ Κάμερον. Όπως προκύπτει πλέον, η πολιτική διαμάχη με αφορμή το νομοσχέδιο –με το παρατσούκλι «χάρτα του αδιάκριτου»– ήταν σε μεγάλο βαθμό για τα μάτια του κόσμου. Μυστικά, η GCHQ εφάρμοζε ήδη μια παραλλαγή αυτών που οραματιζόταν το νομοσχέδιο. Η υπηρεσία δεν είχε πει λέξη. Ένα κοινό υπόμνημα από την ΜΙ5, την ΜΙ6 και την GCHQ δεν ανέφερε το παραμικρό για μαζική συλλογή δεδομένων. Οι νομοθέτες αισθάνονταν εξαπατημένοι. «Θεωρώ ότι ήταν εξαιρετικά μα εξαιρετικά σχετικό», είπε ο Συντηρητικός λόρδος Μπλενκάθρα – Ντέιβιντ Μακλίν όταν ήταν βουλευτής. Και πρόσθεσε: «Ορισμένα άτομα ήταν ιδιαίτερα φειδωλά ως προς την αλήθεια». Με ελάχιστες εξαιρέσεις, το Εργατικό Κόμμα της αντιπολίτευσης παρέμενε παραδόξως σιωπηλό για το ζήτημα. Ο ηγέτης των Εργατικών Εντ Μίλιμπαντ επί της ουσίας δεν έλεγε τίποτα. Οι Εργατικοί ήταν στην κυβέρνηση όταν η GCHQ δοκίμαζε το TEMPORA. Ο αδερφός του Μίλιμπαντ, ο Ντέιβιντ, ήταν υπουργός εξωτερικών από τον Ιούνιο του 2007 ως τον Μάιο του 2010 επί πρωθυπουργίας τόσο του Τόνι Μπλερ όσο και του Γκόρντον Μπράουν. Σύμφωνα με τα έγγραφα ο Ντέιβιντ Μίλιμπαντ υπέγραψε τα μυστικά πιστοποιητικά το 2009, παρέχοντας στην GCHQ νομική κάλυψη για την παγίδευση των καλωδίων οπτικών ινών. Άλλο ένα μαντρόσκυλο που παρέλειψε να γαβγίσει, ούτε καν να γρυλίσει, ήταν η επιτροπή πληροφοριών και ασφάλειας της Βουλής (Intelligence and Security Committee – ISC), το κοινοβουλευτικό σώμα που επιτηρεί τις τρεις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Ο πρόεδρος της, σερ Μάλκομ Ρίφκιντ, δεν είχε ακούσει το όνομα TEMPORA πριν τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν – αν και ισχυρίζεται ότι γνώριζε τις διευρυμένες δυνατότητες παρακολούθησης της GCHQ. Επίσης σνόμπαρε τις αποκαλύψεις για την παγίδευση των καλωδίων, λέγοντας ότι πρόκειται για πρακτική που εφαρμόζεται από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Ρίφκιντ ενσαρκώνει το πρόβλημα της ISC: πρόκειται για ένα εξημερωμένο πλάσμα της εκτελεστικής εξουσίας και όχι του λαού. Ο Ρίφκιντ είναι πρώην υπουργός εξωτερικών και άμυνας των Συντηρητικών. Όταν ήταν στην κυβέρνηση λάμβανε αναφορές από την ΜΙ6, την υπηρεσία που υποτίθεται ότι έπρεπε τώρα να ελέγχει. Ο πρωθυπουργός επέλεξε προσεκτικά κάθε μέλος της επιτροπής, απορρίπτοντας όποιον πιθανόν δημιουργούσε πρόβλημα. Σύμφωνα με τον Χιουν, «όλοι οι βουλευτές είναι αμειβόμενα μέλη του κατεστημένου ασφαλείας». Εξωτερικά η ISC φαντάζει αδύναμη, συνδέεται υπερβολικά στενά με την κυβέρνηση και εμφανίζεται απρόθυμη να ασκήσει πίεση στα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών. Διαθέτει


μια μικρή ομάδα υπαλλήλων μερικής απασχόλησης και μόλις εννιά βουλευτές από όλα τα κόμματα. Η έλλειψη κύρους δημιουργεί την απορία πώς μπορεί να προσφέρει αξιόπιστη επιτήρηση. (Οι τρεις υπηρεσίες έχουν προϋπολογισμό 2 εκατομμυρίων λιρών και περισσότερους από 10.000 υπαλλήλους.) Ο Ρίφκιντ τα απορρίπτει όλ’ αυτά. Λέει ότι η ISC απέκτησε νέες αρμοδιότητες στις αρχές του 2013, δίνει λογαριασμό στο κοινοβούλιο και μπορεί πλέον να αναγκάσει τους πράκτορες να της παραδώσουν υλικό. Λέει επίσης ότι ο προϋπολογισμός της αυξήθηκε από τις 700.000 λίρες στα 1,3 εκατομμύρια. Δίχως αμφιβολία η μεγαλύτερη αδυναμία της ISC είναι ότι τα μέλη της... να, δεν είναι ακριβώς λυκόπουλα. Τα περισσότερα βρίσκονται στη δύση της καριέρας τους. Όπως η Νταϊάν Φάινσταϊν, η 80χρονη πρόεδρος της ελεγκτικής επιτροπής της Γερουσίας, έτσι και ο Ρίφκιντ δεν είναι ακριβώς παιδί της γενιάς του διαδικτύου. Ως υποτιθέμενοι ρυθμιστές, μπορούν πραγματικά να κατανοήσουν τα εξαιρετικά περίπλοκα και τεχνικά έγγραφα; Ο Ράσμπριτζερ αναφέρει το παράδειγμα ενός ανώτερου μέλους του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου που είχε ασχοληθεί με την υπόθεση Σνόουντεν μάλλον επιφανειακά, ενώ η βασική του εμπειρία από τις μυστικές υπηρεσίες έμοιαζε να χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970. «Το πρόβλημα με τους βουλευτές», παραδέχτηκε, «είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν κατανοούμε ιδιαίτερα το διαδίκτυο». Στα αρχεία του Σνόουντεν, οι άνθρωποι της GCHQ επαίρονται για τους ευέλικτους βρετανικούς νόμους και το συγκριτικά αδύναμο ρυθμιστικό πλαίσιο – ένα καλό «επιχείρημα για να πουλήσουν» στους Αμερικανούς. (Τα άλλα δύο πλεονεκτήματα, σύμφωνα με ένα έγγραφο της GCHQ του 2013, είναι η «γεωγραφική θέση» της Βρετανίας και οι «συνεργασίες» της.) Το νομικό καθεστώς της Βρετανίας δεν είναι απλώς ελαστικό ως προς την ερμηνεία. Συντάχτηκε στην αναλογική εποχή, πολύ πριν την έκρηξη της τεχνολογίας και των Μεγα-Δεδομένων. Σύμφωνα με τον απαρχαιωμένο Νόμο για τη Ρύθμιση των Ερευνητικών Αρμοδιοτήτων (RIPA) του 2000, ο μόνος λογικός έλεγχος για τη διαχείριση από πλευράς GCHQ της τεράστιας δεξαμενής υποκλαπέντων δεδομένων είναι ένα απόρρητο πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον υπουργό εξωτερικών της περιόδου. Καταγράφει τις κατηγορίες στις οποίες η GCHQ μπορεί να διεξάγει έρευνες στις δικές της βάσεις δεδομένων. Ωστόσο η πρόσβαση της NSA στα βρετανικά δεδομένα μοιάζει να περιορίζεται μόνο από κάποια «συμφωνία κυρίων». Και όπως όλοι γνωρίζουν, οι κατάσκοποι δεν είναι κύριοι. Το 2000, όταν τέθηκε σε εφαρμογή ο νόμος RIPA, η τεράστια παγκόσμια στροφή των τηλεπικοινωνιών σε ένα δίκτυο από υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών μόλις είχε αρχίσει: όμως κανένας απλός πολίτης δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι ασαφείς ρυθμίσεις του RIPA θα επέτρεπαν στην GCHQ να εισχωρήσει παράνομα στο διαδίκτυο. Η προσωρινή αποθήκευση για τη δημιουργία μιας δεξαμενής από τη ροή των παγκόσμιων δεδομένων δεν ήταν καν εφικτή το 2008-9. Η ιδέα της «συλλογής όλων των σημάτων, κάθε στιγμή» θα φάνταζε ανούσια. Οι διαδικτυακές επικοινωνίες και οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης ήταν στα σπάργανα. Καθώς οι τεχνολογίες αναπτύσσονταν αλματωδώς, η κατασκοπευτική νομοθεσία της Βρετανίας παρέμεινε σιωπηλή – και ανεκτική. Ο πρώην γενικός εισαγγελέας Κεν Μακντόναλντ λέει ότι αυτές οι «ραγδαίες μεταμορφώσεις» έχουν καταστήσει τον RIPA και άλλα νομοθετήματα για τις μυστικές υπηρεσίες «μη σύγχρονα».


Ωστόσο, οι κατάσκοποι από την πλευρά τους δεν επιθυμούσαν καμία αλλαγή. Ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο Γουίλιαμ Χέιγκ καθώς και άλλοι υπουργοί εκτιμούσαν –μάλλον παιδιάστικα– ότι η Βρετανία διέθετε το καλύτερο καθεστώς επιτήρησης στον κόσμο. Επέμεναν ότι δεν υπήρχε τίποτα προς συζήτηση. Μπορούσαν μόνο να μιλήσουν για τη δόλια συμπεριφορά της Guardian, η οποία –παρόλο που δεν προσκόμισαν ποτέ ατράνταχτες αποδείξεις– είχε βοηθήσει τους κακούς της υπόθεσης. Ένας ανώτερος αξιωματούχος του κοινοβουλίου αποκάλεσε τον Σνόουντεν «σκατόψυχο». Η ντέιμ Στέλλα Ρίμινγκτον, πρώην επικεφαλής της ΜΙ5, χαρακτήρισε τον Σνόουντεν και τον Τζούλιαν Ασάνζ «ιδιοτελείς βλάκες». (Η ντέιμ Στέλλα ήταν σε ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ, προωθώντας τη νέα της καριέρα ως συγγραφέα κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων.) Ο Σνόουντεν δεν είχε πατριωτικά κίνητρα. Οι αξιωματούχοι επαναλάμβαναν λυσσασμένα ότι ήταν ναρκισσιστής, προδότης και κατά πάσα πιθανότητα πράκτορας των Κινέζων. Μια πιο διακριτική κριτική, διατυπωμένη από κάποιον νεοσυντηρητικό, ανέφερε ότι είχε ενεργήσει αισθανόμενος ότι «εκπροσωπεί τη γενιά του μιλένιουμ». Τον Οκτώβριο του 2013 ο Άντριου Πάρκερ, το νέα αφεντικό της ΜΙ5, εκμεταλλεύτηκε την πρώτη δημόσια εμφάνισή του για να επιπλήξει τα μέσα ενημέρωσης επειδή δημοσιοποιούσαν τις διαρροές του Σνόουντεν. Δεν χρειάστηκε να αναφερθεί ονομαστικά στην Guardian, είπε όμως ότι οι αποκαλύψεις είχαν παραχωρήσει «το πλεονέκτημα στους τρομοκράτες... Αντιμετωπίζουμε μια διεθνή απειλή και η GCHQ παρέχει πολλές από τις ζωτικές πληροφορίες στις οποίες βασιζόμαστε. Η δημοσιοποίηση του εύρους και των τεχνικών ορίων της GCHQ προκαλεί τεράστια ζημιά», είπε. Άλλο ένα δυσαρεστημένο εσωτερικό στέλεχος ισχυρίστηκε ότι «οι στόχοι μας κρύβονται». Υποστήριξε: «Αν μιλάς για τις δυνατότητες στη συλλογή SIGINT, παύεις να έχεις δυνατότητες συλλογής SIGINT». Άραγε οι ισχυρισμοί έστεκαν; Κανείς δεν αμφισβητούσε ότι η Βρετανία και η Αμερική είχαν πολλούς εχθρούς – τρομοκράτες, εχθρικά κράτη, οργανωμένο έγκλημα, επικίνδυνες πυρηνικές δυνάμεις και ξένους χάκερ που στόχευαν να κλέψουν μυστικά και να προκαλέσουν χάος. Ούτε κανείς είχε αντίρρηση για τη στοχοποίηση συγκεκριμένων ατόμων: αυτό έκαναν οι κατασκοπευτικές υπηρεσίες. Το πρόβλημα αφορούσε τη στρατηγική των παρακολουθήσεων, την αδιάκριτη σάρωση δισεκατομμυρίων επικοινωνιών των απλών πολιτών, γεγονός που ανέδειξε ο Σνόουντεν. Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί περί επιζήμιας συμπεριφοράς παρέμεναν πάντοτε ατεκμηρίωτοι. Χωρίς συνοδευτικές λεπτομέρειες ήταν αδύνατον να αποδειχθούν ή να καταρριφθούν. Ο συγγραφέας Τζον Λάντσεστερ –που πέρασε μία βδομάδα ψάχνοντας τα μυστικά αρχεία της GCHQ– αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι η δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τις μαζικές παρακολουθήσεις βοηθούσε πραγματικά την αλ-Κάιντα. Ανέφερε ότι το συγκρότημα του Οσάμπα μπιν Λάντεν στο Αμποταμπάντ δεν διέθετε καν τηλεφωνική γραμμή, πόσο μάλλον ιμέιλ, υπολογιστές ή κινητά. Προφανώς οι κακοί γνώριζαν από καιρό ότι οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες παγιδεύονταν. Όπως γράφει ο Λάντσεστερ, η έλλειψη ηλεκτρονικού ίχνους από πλευράς μπιν Λάντεν ήταν και αυτή ύποπτη: ένα σημάδι στους κατασκόπους ότι Κάτι Έτρεχε.


Ο Νάιτζελ Ίνκστερ, πρώην αναπληρωτής διευθυντής της ΜΙ6, κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα. «Αισθάνομαι ότι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι για τις δραστηριότητες της NSA και της GCHQ δεν έμαθαν κάτι που δεν γνώριζαν ή δεν μπορούσαν να συμπεράνουν ήδη», είπε. Όμως για τις δεξιές εφημερίδες της Βρετανίας οι ισχυρισμοί των μυστικών υπηρεσιών αποτελούσαν θέσφατα. Και μια ευκαιρία να πλήξουν την Guardian, μια εφημερίδα εξαιρετικά αντιδημοφιλή στη δημοσιογραφική πιάτσα έπειτα από τις αποκαλύψεις της για τις τηλεφωνικές υποκλοπές από τον όμιλο εφημερίδων του Μέρντοχ. Το σκάνδαλο είχε φέρει πολύ πιο κοντά την προοπτική δημιουργίας ενός κρατικού ρυθμιστικού σχεδίου για τη βιομηχανία του Τύπου, κάτι στο οποίο αντιδρούσαν οργισμένα η Sun, η Daily Mail και η Telegraph. Καμία τους δεν ανέφερε κουβέντα για τις διαρροές του Σνόουντεν. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει μεγάθυμα ότι ήταν δύσκολο για τις αντίπαλες εφημερίδες που δεν είχαν πρόσβαση στα έγγραφα να καλύψουν την ιστορία. Μετά την ομιλία του Πάρκερ, η Daily Mail εξαπέλυσε μια λυσσαλέα πατριωτική επίθεση στην Guardian, αποκαλώντας την «εφημερίδα που βοηθά τους εχθρούς της Βρετανίας». Σύμφωνα με τη Mail ήταν ένοχη λόγω «θανάσιμης ανευθυνότητας». Πρόσθετε ότι οι δημοσιογράφοι ήταν ανίκανοι να αποφασίζουν για ζητήματα εθνικής ασφάλειας, διατυπώνοντας το ερώτημα τι θα έκανε η Mail έτσι και είχε στη διάθεσή της τα αρχεία του Σνόουντεν. Συνολικά, με κάποιο περίεργο τρόπο το άρθρο έμοιαζε να αυτο-καταργεί το επάγγελμα της δημοσιογραφίας, προερχόμενο μάλιστα από μια εφημερίδα που σε διαφορετικό πλαίσιο υποστήριζε ζωηρά τις αρχές της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας του Τύπου. Ωστόσο, ο υπόλοιπος κόσμος είχε άλλη άποψη. Περίπου δυο ντουζίνες σεβαστοί διευθυντές σύνταξης από μια ποικιλία διεθνών τίτλων υπερασπίστηκαν την Guardian και τον ρόλο του Τύπου στην ενημέρωση των πολιτών και στον έλεγχο των κυβερνώντων. Ορισμένα από τα έντυπα –οι New York Times, η Washington Post, το Der Spiegel– είχαν κάνει τα δικά τους ρεπορτάζ για τις διαρροές του Σνόουντεν. Άλλα –όπως η Haaretz, η Hindu, η El Pais– όχι. Όλα όμως αναγνώριζαν ότι οι αποκαλύψεις είχαν προκαλέσει μια εύλογη δημόσια συζήτηση – για τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τα «κατάλληλα όρια των παρακολουθήσεων», όπως το έθεσε η Τζιλ Έιμπραμσον των Times. Για τους Γερμανούς υπήρχαν ομοιότητες με την «υπόθεση Spiegel» του 1963, όταν ο θρυλικός συντάκτης του Spiegel Ρούντολφ Όγκσταϊν συνελήφθη και φυλακίστηκε επειδή δημοσίευσε έγγραφα για την άμυνα που είχαν διαρρεύσει. Ήταν μια κομβική δοκιμασία για τη μεταπολεμική δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας: ο Όγκσταϊν αφέθηκε ελεύθερος και ο Βαυαρός υπουργός άμυνας που τον έστειλε στη φυλακή, ο Φραντς Γιόζεφ Στράους, παραιτήθηκε. Το σπάσιμο των φορητών υπολογιστών της Guardian έγινε πρωτοσέλιδη είδηση σε όλη τη Γερμανία. Ο Σιντάρτ Βαραντάρατζαν, διευθυντής σύνταξης της Hindu, σχολίασε στο μεταξύ ότι οι λεπτομέρειες που αποκάλυπταν οι εφημερίδες για τις παρακολουθήσεις «δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας». Έγραψε: «Ο Οσάμα μπιν Λάντεν δεν είχε ανάγκη τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν σχετικά με το PRISM για να συνειδητοποιήσει ότι οι ΗΠΑ ακούνε μέχρι και την


τελευταία ηλεκτρονική επικοινωνία: είχε ήδη αποχωρήσει από τον κόσμο της τηλεφωνίας επιστρέφοντας στους αγγελιοφόρους. Όμως εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Βραζιλία, την Ινδία και αλλού, ανάμεσά τους και ηγέτες κρατών, εταιρίες ενέργειας και άλλοι που παρακολουθούνται δι’ ασήμαντον αφορμή, αγνοούσαν το γεγονός της παραβίασης της ιδιωτικότητά τους». Τίποτα απ’ όλ’ αυτά δεν άγγιζε την Ντάουνινγκ Στριτ. Αντ’ αυτού ο πρωθυπουργός επέλεξε να πυροβολήσει τον αγγελιοφόρο. Με τρόπο δυσοίωνο άφηνε να εννοηθεί ότι, αν η Guardian συνέχιζε τα δημοσιεύματα, ίσως και να απαγγέλλονταν κατηγορίες. Σε μια ομιλία στις Βρυξέλλες, ο Κάμερον είπε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει με «φρου φρου κι αρώματα» το έργο των μυστικών υπηρεσιών. Ο Κάμερον απέφυγε να απαντήσει αν η Βρετανία είχε συνεργαστεί για την παγίδευση του κινητού της Άνγκελα Μέρκελ. Ένας έως τότε μάλλον αφανής βουλευτής των Συντηρητικών, ο Τζούλιαν Σμιθ, υπαινίχθηκε ότι η εφημερίδα είχε αποκαλύψει τις ταυτότητες Βρετανών πρακτόρων (γεγονός που δεν ίσχυε), με αποτέλεσμα να «θεωρηθεί πιθανώς ένοχη για την κατηγορία της προδοσίας». Η εκστρατεία του Σμιθ ίσως ήταν πιο αξιόπιστη αν ο ίδιος δεν έκανε μια απίστευτη γκάφα. Κανόνισε να επισκεφθούν το κοινοβούλιο ορισμένοι εργαζόμενοι από το Μένγουιθ Χιλ, τις σούπερ μυστικές εγκαταστάσεις της NSA στο Βόρειο Γιόρκσιρ, την εκλογική του περιφέρεια. Στη συνέχεια ο Σμιθ, βουλευτής της επαρχίας Σκίπτον εντ Ρίπον, πόζαρε μαζί με τα μέλη των μυστικών υπηρεσιών έξω από το γοτθικό κτίριο. Ο Σμιθ ανέβασε τη φωτογραφία στο ιστολόγιό του. Όλοι μπορούσαν να δουν τα πρόσωπα των εργαζομένων στην NSA και την GCHQ. Ο Σμιθ είπε ότι είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους για να φωτογραφηθούν. Η βρετανική στρατηγική προέβλεπε σκληρές κουβέντες για το ζήτημα της ασφάλειας, αγνοώντας ταυτόχρονα τις δυσάρεστες αποκαλύψεις για την κατασκοπεία φίλων και συμμάχων από πλευράς GCHQ. Τον Νοέμβριο, η υπόθεση ξέφυγε από τις αίθουσες των κοινοβουλευτικών επιτροπών, ακολούθησε την πορεία του Τάμεση και έφτασε στις νεογοτθικές πύλες του Βασιλικού Δικαστικού Μεγάρου. Η Αίθουσα 28, δίπλα στην καφετέρια, ήταν ο χώρος της διήμερης δικαστικής ακρόασης. Έξω έπεφτε το κλασσικό λονδρέζικο ψιλόβροχο. Μέσα στην αίθουσα οι δικηγόροι με τις περούκες ξεφύλλιζαν τους φακέλους τους. Ένας από αυτούς είχε ένα βιβλίο με τίτλο Οδηγός της Αντιτρομοκρατικής Νομοθεσίας· το εξώφυλλο κοσμούσε μία βρετανική σημαία στην κορυφή ενός κτιρίου με κιγκλίδωμα. Οι δικηγόροι που υπερασπίζονταν τον Μιράντα είχαν προσφύγει μέσα στο καλοκαίρι κατά της κράτησής του βάσει του άρθρου 7. Ένας συνασπισμός 10 οργανισμών ενημέρωσης και προστασίας της ελεύθερης έκφρασης υποστήριζαν τον Μιράντα. Ο Βραζιλιάνος ήταν ο ενάγων· το Υπουργείο Εσωτερικών και η αστυνομία οι εναγόμενοι. Τρεις δικαστές με επικεφαλής τον δικαστή Λοζ ήταν παρόντες στην ακροαματική διαδικασία. Ο δικηγόρος Μάθιου Ράιντερ περιέγραψε τα γεγονότα: ο Μιράντα ταξίδευε από το Βερολίνο στο Ρίο με ενδιάμεσο σταθμό το Λονδίνο, όπου μέλη της αντιτρομοκρατικής τον σταμάτησαν στο Χίθροου. Είχε μαζί του υλικό δημοσιογραφικής έρευνας. Άρθρα βασισμένα σε αυτό το υλικό είχαν αποκαλύψει τις έως τότε άγνωστες μαζικές παρακολουθήσεις από την Αμερική και τη Βρετανία, προκαλώντας «διεθνή αντιπαράθεση». Οι αρχές είχαν παραβιάσει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης του Μιράντα. Οι ενέργειές τους ήταν


δυσανάλογες, με λανθασμένη στόχευση και ασύμβατες με τον αντιτρομοκρατικό νόμο. Ωστόσο οι τρεις δικαστές έδειξαν να μην εντυπωσιάζονται από την επιχειρηματολογία του Ράιντερ. Ο δικαστής Λοζ τον διέκοπτε επανειλημμένα. Οι ευγενικές παρεμβάσεις του φανέρωναν ένα πραγματικά ευφυές πνεύμα. Όμως ήταν φανερό ότι ο δικαστής δεν γνώριζε πολλά πράγματα για το διαδίκτυο. Οι τρεις δικαστές ήταν μεταξύ 65 και 70 ετών. Όταν ο δικηγόρος του Μιράντα ανέφερε το πρόγραμμα PRISM της NSA, ο Λοζ παρενέβη: «Σημαίνει ότι δεν μπορούν [οι μυστικές υπηρεσίες] να διαβάσουν τα ιμέιλ των τρομοκρατών!» Επιπλέον ο Λοζ έβλεπε μάλλον αρνητικά το θέμα της ερευνητικής δημοσιογραφίας. «Πραγματικά δεν ξέρω τι σημαίνει ο όρος “υπεύθυνος δημοσιογράφος”», μονολόγησε κάποια στιγμή. «Δεν καθιστά τον δημοσιογράφο παντογνώστη σε θέματα ασφαλείας... Το θέμα είναι ουσιαστικά ρητορικό». Οι άλλοι δικαστές, μέλη και αυτοί του κατεστημένου, δεν μπορούσαν να νιώσουν ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Σνόουντεν ή την κατάστασή του. «Σίγουρα υπάρχει κάποιου είδους συναλλαγή, για να παραμένει ο Σνόουντεν στη Ρωσία. Μοιάζει σχεδόν προφανές», είπε ο δικαστής Ούζλι. «Για ποιο λόγο η Ρωσία επιτρέπει την παραμονή του Σνόουντεν; Ο Σνόουντεν βρίσκεται στη Ρωσία με κρυπτογραφημένο υλικό. Δεν έχει περάσει από το μυαλό του Σνόουντεν η σκέψη ότι οι Ρώσοι ίσως θελήσουν να το αποκρυπτογραφήσουν;» είπε ο δικαστής Όπενσο. Έμοιαζε ιδιαίτερα δύσκολο να πεισθούν οι δικαστές για το κομβικό σημείο αυτής την υπόθεσης. Ο Γκρίνγουολντ προχώρησε σε μια δήλωση: «Η πλέον σοβαρή και προβληματική παράμετρος της αντίδρασης των εναγομένων σε αυτόν τον ισχυρισμό είναι η εξίσωση από πλευράς τους της δημοσίευσης άρθρων για θέματα εθνικής ασφάλειας με τρομοκρατικές ενέργειες». Οι αρχές δεν δέχονταν κουβέντα επ’ αυτού. Το Υπουργείο Εσωτερικών είπε ότι είχε ενεργήσει με βάση το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας. Οι αρχές είχαν θελήσει να μάθουν «ποια η θέση του κυρίου Μιράντα στο ευρύτερο δίκτυο του Έντουαρντ Σνόουντεν». Οι εμπλεκόμενοι δημοσιογράφοι δεν είχαν ως κίνητρο το συμφέρον της κοινής γνώμης αλλά «την προώθηση κάποιου πολιτικού ή ιδεολογικού σκοπού». Μια μέρα μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας –με τον Λοζ και τους υπόλοιπους να έχουν αποσυρθεί για να καταλήξουν στην απόφασή του – η δράση επέστρεψε στο κοινοβούλιο και σε μια αίθουσα συνεδριάσεων. Στην ταινία του Τζέιμς Μποντ Skyfall του 2013, η Μ –η επικεφαλής της ΜΙ6 που την υποδύεται η Τζούντι Ντεντς– καταθέτει σε μια επιτροπή ερευνών. Μια ομάδα βουλευτών της ISC την εξετάζουν με τρόπο επιθετικό. (Είναι έξω φρενών επειδή η ΜΙ6 έχασε έναν σκληρό δίσκο με ονόματα μυστικών πρακτόρων...) Η δημόσια ανάκριση της Ντεντς/Μ γίνεται όλο και σκληρότερη. Ο κακός της ταινίας είναι ένας επαναστάτης αξιωματούχος της ΜΙ6, ο Ραούλ Σίλβα, που τον υποδύεται ο Χαβιέ Μπαρδέμ με ύφος χαιρέκακου ψυχοπαθή. Ο Μπαρδέμ/Σίλβα εισβάλλει στην αίθουσα με στολή αστυνομικού. Ευτυχώς ο Τζέιμς Μποντ (Ντάνιελ Κρεγκ) έρχεται να σώσει το αφεντικό του. Ο πρόεδρος της ISC Γκάρεθ Μάλορι (που τον υποδύεται ο Βρετανός ηθοποιός Ραλφ Φάινς) αποδεικνύεται χρήσιμος την ώρα του κινδύνου. Πυροβολεί και σκοτώνει αρκετούς από τους κακούς.


Η πρώτη δημόσια ακρόαση της κανονικής ISC στις 7 Νοεμβρίου ήταν πιο νηφάλια. Καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι σε σχήμα πετάλου ήταν ο σερ Μάλκομ Ρίφκιντ και εννέα βουλευτές. Δεν υπήρχε κακός όπως στις ταινίες του Μποντ. Αντίθετα ένας λακές με χρυσή αλυσίδα άνοιξε την πόρτα για να υποδεχτεί τους διάσημους μάρτυρες. Οι τρεις επικεφαλής της ΜΙ5, της ΜΙ6 και της GCHQ –Άντριου Πάρκερ, σερ Τζον Σόερς και σερ Ίαν Λόμπαν– κάθισαν στη σειρά. Πίσω τους υπήρχαν άλλοι αξιωματούχοι από τον κρυφό κόσμο του κοινοβουλίου (και ένας τεράστιος σωματοφύλακας, δίχως αμφιβολία εφοδιασμένος με κάποιο εκρηκτικό στυλό). Μέχρι τότε οι συναντήσεις της επιτροπής με τους αρχηγούς των μυστικών υπηρεσιών γίνονταν κεκλεισμένων των θυρών. Η συγκεκριμένη μεταδιδόταν ζωντανά –ή σχεδόν ζωντανά– από την τηλεόραση. Υπήρχε μία χρονοκαθυστέρηση δύο λεπτών ως προς την τηλεοπτική μετάδοση σε περίπτωση που κάποιος αποκάλυπτε κατά λάθος κανένα μυστικό. Ξεκινώντας την 90λεπτη συνεδρίαση, ο σερ Μάλκομ χαιρέτησε την ακροαματική διαδικασία ως «ένα σημαντικό βήμα προόδου στο ζήτημα της διαφάνειας των μυστικών μας υπηρεσιών». Απέφυγε να αναφέρει ότι οι αρχηγοί είχαν πάρει κρυφά τις ερωτήσεις προκαταβολικά. Όπως είναι φυσικό οι δημοσιογράφοι τσίμπησαν με αυτή την εισαγωγή. Οι κατάσκοποι πρόβαλαν από τη σκιά! Όποιος ήλπιζε ότι ο Λόμπαν και η παρέα του θα έριχναν φως στις αποκαλύψεις του Σνόουντεν θα απογοητευόταν. Σε γενικές γραμμές οι αρχηγοί των υπηρεσιών υπερασπίστηκαν την αποστολή τους – τη νομιμότητα, την καταλληλότητα, τους στόχους και τις μεθόδους τους. Για μεγάλο διάστημα της συνεδρίασης κυριαρχούσε η αίσθηση ότι ο Σνόουντεν δεν υπήρχε. Ερωτηθείς πώς «ένας κατώτερος υπάλληλος» είχε καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση στα μυστικά της GCHQ, ο Πάρκερ είπε ότι οι βρετανικές υπηρεσίες είχαν «αυστηρές προδιαγραφές ασφαλείας». Ο Ρίφκιντ ρώτησε: «Να υποθέσουμε ότι βρίσκεστε σε διαδικασία συζητήσεων με τους Αμερικανούς συναδέλφους σας σχετικά με τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που μοιάζουν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες σας;» Ο Πάρκερ αποκρίθηκε: «Και οι τρεις μας εμπλεκόμαστε σε αυτές τις συνομιλίες». Αν απολύθηκε κάποιος εξαιτίας του φιάσκου της GCHQ δεν το μάθαμε ποτέ. Ούτε δόθηκε κάποια εξήγηση για το πώς η NSA επέτρεψε να συμβεί η μεγαλύτερη διαρροή στην ιστορία των δυτικών μυστικών υπηρεσιών. Ο Ρίφκιντ έκανε άλλη μια ερώτηση. Ήταν το αντίστοιχο ενός φιλικού παίκτη του τένις που υψώνει το μπαλάκι ώστε ο παρτενέρ του να καρφώσει. «Γιατί θεωρείτε ότι είναι απαραίτητο να συλλέγετε πληροφορίες για την πλειοψηφία του κόσμου προκειμένου να μας προστατέψετε από τη μειοψηφία των πιθανών εγκληματιών;» Ο Λόμπαν απάντησε χρησιμοποιώντας την αγαπημένη του αναλογία – τον σωρό με τα άχυρα. Είπε: «Δεν σπαταλάμε τον χρόνο μας ακούγοντας τις τηλεφωνικές κλήσεις ή διαβάζοντας τα ιμέιλ της συντριπτικής πλειοψηφίας». Αντίθετα η GCHQ πραγματοποιούσε «αστυνομικού τύπου έρευνα». Χρειαζόταν να έχει πρόσβαση σε «έναν τεράστιο σωρό με άχυρα» –τις διαδικτυακές επικοινωνίες– «προκειμένου να αφαιρέσει τους ψύλλους». Το αφεντικό της GCHQ υπερασπίστηκε το προσωπικό της υπηρεσίας. Ήταν, είπε, πατριώτες, έχοντας ως κίνητρο να ανακαλύψουν τους τρομοκράτες και τους επικίνδυνους εγκληματίες. «Αν τους ζητούσαν να χώσουν τη μύτη τους αλλού, δεν θα είχα το απαραίτητο εργατικό


δυναμικό. Θα έφευγαν από το κτίριο», είπε ο Λόμπαν. Πρόσθεσε ότι σίγουρα θα ακολουθούσε μια σταδιακή αλλά ειδεχθής απώλεια γνώσης από την GCHQ ως προς τους στόχους της. Τους προηγούμενους πέντε μήνες, δυνητικοί τρομοκράτες συζητούσαν διαδικτυακά σχεδόν σε καθημερινή βάση για το πώς να προσαρμόσουν τις μεθόδους της επικοινωνίας τους. (Πάντως, το σίγουρο είναι ότι η GCHQ συνέχιζε να τους ακούει.) Τελικά, έπεσε στους ώμους του Σόερς, του πραγματικού Μ, να επιτεθεί στους κακούς της ιστορίας: τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης. Σε μια παράσταση γεμάτη αυτοπεποίθηση και κομψότητα, ο Σόερς είπε ότι οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν ήταν «ιδιαίτερα επιζήμιες... Έθεσαν σε κίνδυνο τις επιχειρήσεις μας. Είναι ξεκάθαρο ότι οι αντίπαλοί μας τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Η αλ-Κάιντα το απολαμβάνει». Δεν επεκτάθηκε σε λεπτομέρειες. Ορισμένα μέλη της ISC πίεσαν διακριτικά του τρεις αρχηγούς. Ο λόρδος Μπάτλερ, πρώην γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, ρώτησε αν θεωρούσαν ότι ένας νόμος που ψηφίστηκε το 2000 «καλύπτει τις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου», λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δυνατότητες των υπηρεσιών είχαν «εξελιχθεί αλματωδώς» στο ενδιάμεσο. Ο Σόερς και ο Λόμπαν είπαν ότι ήταν πρόθυμοι να αποδεχτούν αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο, όμως ήταν δουλειά των πολιτικών να διατυπώσουν προτάσεις. Συνολικά η ακρόαση ήταν άνετη και χαλαρή. Κάποιος Αμερικανός ή Ευρωπαίος επισκέπτης θα απορούσε για τις ερωτήσεις που δεν έκανε η επιτροπή. Άγγιξε ελάχιστα τα σημαντικά ζητήματα που είχαν αποκαλύψει τα έγγραφα του Σνόουντεν, ενώ είχε αποφύγει τις σοβαρές ερωτήσεις για τις μαζικές παρακολουθήσεις, τα ατομικά δικαιώματα και την ιδιωτικότητα. Δεν υπήρξαν ερωτήσεις για τον υποτιθέμενο ρόλο της GCHQ στην παγίδευση της βρετανικής ροής δεδομένων μεταξύ των σέρβερ της Google. Δεν ακούστηκε τίποτα για την παγίδευση του κινητού της καγκελάριου Μέρκελ ούτε για την παρακολούθηση των συμμάχων ηγετών. Ούτε και για τη στήριξη από τους τηλεπικοινωνιακούς κολοσσούς, οι οποίοι πρόσφεραν βοήθεια «πολύ πέρα» από τις υποχρεώσεις τους. Την προηγούμενη βδομάδα ο σερ Τιμ Μπέρνερς-Λι –ο άνθρωπος που δημιούργησε τον παγκόσμιο ιστό– είχε περιγράψει τις μυστικές προσπάθειες Αμερικής-Βρετανίας να αποδυναμώσουν τη διαδικτυακή κρυπτογράφηση ως «απεχθείς και ανόητες». Ούτε γι’ αυτό ρώτησε κάποιος. Ο Ράσμπριτζερ ήταν εκείνος που ανέλαβε να επισημάνει το προφανές στους επικριτές του. Ο Σνόουντεν –ευτυχώς– είχε εμπιστευθεί τα αρχεία του σε δημοσιογράφους. Είχαν εργαστεί συνειδητά (συμβουλευόμενοι τις κυβερνήσεις και τις υπηρεσίες), αποκαλύπτοντας μόλις ένα μικρό κομμάτι όσων είχε διαρρεύσει. Παραδόξως, τα μέσα ενημέρωσης είχαν φροντίσει να σώσουν τις μυστικές υπηρεσίες από μια ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή. Αν οι κυβερνήσεις, οι αξιωματούχοι και τα αφεντικά των μυστικών υπηρεσιών ήθελαν να ξεφορτωθούν τις εφημερίδες, ήταν δικαίωμα τους. Καλό ήταν όμως να σκεφτούν τι θα μπορούσε να κάνει το επόμενο βαθύ λαρύγγι αν απουσίαζαν οι επαγγελματικοί δημοσιογραφικοί οργανισμοί. Πολύ απλά θα μπορούσε να ρίξει τα πάντα στον παγκόσμιο ιστό χωρίς την παραμικρή λογοκρισία. «Καλό είναι να προσέχετε τι εύχεστε», προειδοποίησε ο διευθυντής σύνταξης.


Υπήρξε ένα τέλος σε όλ’ αυτά. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2013 η δράση μεταφέρθηκε πάλι στο κοινοβούλιο. Η επιτροπή εσωτερικών υποθέσεων –με επικεφαλής τον βουλευτή των Εργατικών Κιθ Βαζ με τη μελιστάλαχτη φωνή– κάλεσε τον Ράσμπριτζερ για εξηγήσεις. Το αίτημα ήταν από μόνο του αλλόκοτο: στις ώριμες δημοκρατίες οι διευθυντές σύνταξης των εφημερίδων συνήθως δεν αναγκάζονταν να απολογούνται για εκδοτικές αποφάσεις μπροστά σε νομοθέτες· αυτό ήταν, άλλωστε, το νόημα της ελευθερίας του Τύπου. Παρ’ όλ’ αυτά ο Βαζ ρώτησε ξαφνικά τον Ράσμπριτζερ: «Αγαπάτε αυτήν εδώ τη χώρα;» Ο πρόεδρος ίσως είχε πρόθεση να βοηθήσει παρά να ακουστεί εχθρικός. Όμως το ερώτημα είχε έναν σαφέστατο τόνο Μακαρθισμού. Ο Ράσμπριτζερ απάντησε καταφατικά, λέγοντας ότι ένιωθε «ελαφρώς έκπληκτος για την ερώτηση», για να προσθέσει: «Όμως ναι, είμαστε πατριώτες και ένα από τα πράγματα για τα οποία αισθανόμαστε υπερήφανοι είναι η φύση της δημοκρατίας, η φύση της ελευθερίας του Τύπου». Ο διευθυντής σύνταξης περιέγραψε ήρεμα τις δημοσιογραφικές διαδικασίες της Guardian τους προηγούμενους έξι μήνες – τον υπεύθυνο τρόπο χειρισμού των αρχείων του Σνόουντεν, τις περισσότερες από 100 επικοινωνίες της με την κυβέρνηση και το τεράστιο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης που καθοδηγούσε τη δημοσίευση. Ωστόσο οι Συντηρητικοί βουλευτές της επιτροπής συνέχιζαν να κρατούν επιθετική στάση. Ήθελαν να ρίξουν τον Ράσμπριτζερ στη φυλακή. Η πλέον αλλόκοτη σειρά ερωτήσεων έγινε από τον βουλευτή των Συντηρητικών Μάικλ Έλις. Στα άρθρα της η Guardian είχε αναφέρει ότι η GCHQ είχε δοσοληψίες με την ομοφυλοφιλική οργάνωση Stonewall· η πληροφορία υπήρχε στην ιστοσελίδα της Stonewall. Εμφανώς αγανακτισμένος, ο Έλις κατηγόρησε τον Ράσμπριτζερ ότι διαβίβαζε κλεμμένες πληροφορίες αποκαλύπτοντας τον «σεξουαλικό προσανατολισμό» ατόμων που εργάζονταν στη GCHQ. «Ειλικρινά δυσκολεύομαι να σας παρακολουθήσω, κύριε Έλις. Υπάρχουν γκέι εργαζόμενοι στη GCHQ. Σας εκπλήσσει;» είπε ο Ράσμπριτζερ. «Πάντως δεν με χαροποιεί, κύριε Ράσμπριτζερ». Ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση προκάλεσε η κατηγορία του ότι η εφημερίδα δημοσιοποιούσε και άλλα μυστικά, αναφέροντας ότι μέλη του προσωπικού της GCHQ μαζί με τις οικογένειές τους είχαν επισκεφθεί την Ντίσνεϊλαντ στο Παρίσι. Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις από τους πολιτικούς εχθρούς της Guardian ίσως ήταν ακραίες και σίγουρα ελαφρώς ανόητες. Όμως η βρετανική ποινική έρευνα για την υπόθεση Σνόουντεν ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Μιλώντας στην ίδια επιτροπή, η Κρέσιντα Ντικ, αναπληρωτής επίτροπος της Σκότλαντ Γιαρντ, επιβεβαίωσε ότι οι επιθεωρητές ερευνούσαν αν «ορισμένα άτομα» είχαν παραβιάσει τον νόμο. Και συγκεκριμένα το άρθρο 58α του Αντιτρομοκρατικού Νόμου. Ανέφερε ότι ήταν αδίκημα η διαβίβαση πληροφοριών για μέλη του προσωπικού των μυστικών υπηρεσιών «που θα μπορούσαν πιθανά να χρησιμοποιηθούν από τρομοκράτες». Όχι μόνο οι απόρρητες πληροφορίες αλλά οτιδήποτε: φωτογραφίες, διευθύνσεις, ακόμη και το όνομα της γάτας τους. Η Ντικ είπε: «Οφείλουμε να καθορίσουμε αν εκείνα [τα ορισμένα άτομα] το έκαναν ή όχι. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την εξέταση τεράστιου όγκου δεδομένων». Οι δημοσιογράφοι που δημοσίευσαν τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν είχαν εμπλακεί στην πιο συναρπαστική ιστορία της καριέρας τους. Προς το συμφέρον της κοινής γνώμης. Τώρα,


κατά τα φαινόμενα, θεωρούνταν ύποπτοι.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΕΞΟΡΙΑ Κάπου κοντά στη Μόσχα 2014 – ;

«Ακόμη και στη Σιβηρία υπάρχει ευτυχία». —ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ, Στην εξορία

Για εννιά βδομάδες ο Σνόουντεν ήταν ως επί το πλείστον εξαφανισμένος. Κατά καιρούς εμφανιζόταν κάποια φωτογραφία – ενός νεαρού που έσπρωχνε ένα καρότσι σούπερ μάρκετ σε κάποιο δρόμο της Μόσχας. (Ψεύτικη κατά πάσα πιθανότητα. Ο τύπος δεν του έμοιαζε καθόλου!) Μια άλλη φωτογραφία που διέρρευσε ήταν πιο πειστική. Δείχνει τον Σνόουντεν σε ένα τουριστικό πλοίο που διασχίζει τον ποταμό Μόσκοβα. Είναι καλοκαίρι. Φοράει καπέλο και έχει μούσι. Στο βάθος μια γέφυρα και οι χρυσοί θόλοι του καθεδρικού του Σωτήρα Χριστού, που τον ανατίναξε ο Στάλιν και τον ξανάχτισε ο Γέλτσιν. Μόλις εκτός πλάνου είναι τα ψηλά τείχη του Κρεμλίνου. Αυτές οι διαρροές στα ρωσικά μέσα ενημέρωσης στόχο είχαν να δείξουν ότι ο Σνόουντεν ζει μια «φυσιολογική» ζωή. Δεδομένων των συνθηκών, κάτι τέτοιο φαντάζει απίθανο. Ορισμένα στοιχεία παραπέμπουν στο ακριβώς αντίθετο. Το πρακτορείο ειδήσεων που δημοσίευσε τη φωτογραφία, το Lifenews.ru, διατηρεί στενούς δεσμούς με τις ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας. Στο μεταξύ ο δικηγόρος του Σνόουντεν, ο Ανατόλι Κουτσιένα, είπε ότι ο πελάτης του είχε αρχίσει να βολεύεται, μάθαινε ρώσικα και είχε βρει δουλειά σε μια μεγάλη εταιρία που ασχολείται με το διαδίκτυο. Όμως το VKontakte, το ρωσικό αντίστοιχο του Facebook, καθώς και άλλες εταιρίες, δεν το επιβεβαίωναν. Το βέβαιο είναι ότι τον Οκτώβριο ο Σνόουντεν όντως επανεμφανίστηκε. Τέσσερις Αμερικανοί ταξίδεψαν στη Ρωσία για να τον συναντήσουν. Ήταν συνάδελφοι πληροφοριοδότες που είχαν κάνει καριέρα στις μυστικές υπηρεσίες της Αμερικής. Ο Τόμας Ντρέικ, το πρώην στέλεχος της NSA την υπόθεση του οποίου είχε μελετήσει ο Σνόουντεν, ο πάλαι ποτέ αναλυτής της CIA Ρέι ΜακΓκάβερν, η Τζέσελιν Ράντικ που εργαζόταν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και η Κολίν Ράουλι, πρώην πράκτορας του FBI. Το ταξίδι ήταν ασυνήθιστο. Πριν φύγουν από την Ουάσινγκτον οι τέσσερίς τους προσέλαβαν δικηγόρο σε περίπτωση που αντιμετώπιζαν πρόβλημα κατά την επιστροφή τους στη χώρα. Επίσης άφησαν πίσω τις ηλεκτρονικές τους συσκευές. Όπως επεσήμανε η Ράντακ, οι ΗΠΑ ίσως εντόπιζαν το γεωγραφικό τους στίγμα από τα κινητά τηλέφωνα και τους φορητούς υπολογιστές, ανακαλύπτοντας έτσι το κρησφύγετο του Σνόουντεν. Οι αρχές θα μπορούσαν να ερευνήσουν και να κατάσχουν τις συσκευές τους όταν επέστρεφαν.


Στη Μόσχα οι τέσσερις οδηγήθηκαν με ένα βανάκι με φιμέ τζάμια σε μια μυστική τοποθεσία. Κι εκεί βρήκαν τον Σνόουντεν. Το WikiLeaks ανέβασε το βίντεο. Οι ελαιογραφίες, ο πολυέλαιος και τα παστέλ χρώματα στο